1905.06.27
1.963 στίχοι · 14.854 λέξεις · 174 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
τῆς 27 Ἰουνίου 1905.
(Δευτέρα).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα.)
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 45′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συστήσω μετὰ τῆς προσηκούσης εὐλαβείας εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἵνα προσέρχηται ἐνωρίτερον εἰς τὰς συνεδριάσεις. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Θήρας, ἀποσταλέν μοι ὑπὸ τοῦ δημάρχου Θήρας, κατὰ τῆς ὑπὸ μελέτην συμβάσεως περὶ ἑνιαίας διαχειρίσεως τῆς σταφίδος. Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§2Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Σάμης ἐπηρώτησε χθὲς περὶ τῶν ἀπαγορεύσεων τῶν γενομένων ἐν Πρεβέζῃ ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως δι’ ὡρισμένους Ἕλληνας πολίτας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔλαβον τηλεγράφημα τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτοῦ, ἀναγγέλλοντός μοι ὅτι συνεπείᾳ νέων διαβημάτων αὐτοῦ παρὰ τῷ Μεγάλῳ Βεζίρῃ καὶ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Ἐξωτερικῶν διεβιβάσθησαν χθὲς τηλεγραφικῶς διαταγαὶ πρὸς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν Ἰωαννίνων, ὅπως ἀνασταλῶσι τὰ ἐξαναγκαστικὰ μέτρα κατὰ τῶν Ἑλλήνων ἐμπόρων διὰ τὴν πληρωμὴν φόρου ἐπιτηδεύματος. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως ἑνὸς δωδεκατημορίου διὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον τρέχοντος ἔτους, διότι δὲν εἶναι πιθανὸν ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ γείνῃ ἀμέσως, καὶ δὲν πρέπει νὰ καθυστερήσωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ παραπέμψῃ ἀμέσως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ αὔριον θ’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 256).
§4ΠΟΛΛΟΙ. Καὶ ἀπόψε ἠμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, κύριε Πρόεδρε.
§5Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπίσης ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ ἐκτυπώσεως ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων» διὰ τοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνας. Πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως μὴ ὑστερήσωμεν τότε. Ὑπὸ τῶν προκατόχων μου εἶχον ληφθῆ μέτρα περὶ ἀναβολῆς τῆς πληρωμῆς ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἄνευ προσθέτου τέλους καὶ τόκων ὑπερημερίας. Διὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω, ζητῶ νὰ νομιμοποιηθῶσι τὰ μέτρα ταῦτα. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 ἐκ δραχ. 305,500». Ὡσαύτως νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 137,809.62 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904». Ἐπίσης ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 7,059 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1905». Αἱ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις δὲν ἐπήρκεσαν, καὶ ζητοῦνται νέαι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 257–261).
§7ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω νομοσχέδιον «περὶ συνομολογήσεως δανείου τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Πειραιῶς ἐκ δραχ. 4,000,000 διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν δύο μονίμων δεξαμενῶν.» Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νόμου ΒΥΞΕʹ, καθορίζοντος διανομὴν ποσοστῶν εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν γεωργικῶν ἱδρυμάτων τοῦ Κράτους». Τρίτον ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου διὰ τὴν τροποποίησιν καὶ ἐπισκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου τοῦ δήμου Ἐράνης». Καὶ τέλος καταθέτω τὸν φάκελον τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. ἐκ Σάμης Βουλευτοῦ περὶ τῶν λιμενικῶν ἔργων Ἀργοστολίου.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 262–264).
§9ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Νέγρης ἐζήτησε σημείωμα περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα διατροφῆς τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων κατὰ τὸ ἔτος 1904. Τὸ σημείωμα τοῦτο καταθέτω.
§10ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐλήφθη νομοθετικὴ πρόνοια περὶ τοῦ ὑποχρέου τῆς πληρωμῆς δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ εἰσαχθέντος δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1903 εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὡς πλεονάσματος. Ἐν ὅσῳ ὑπῆρχεν ὁ νόμος τοῦ 1903, οὐδεμία πρόνοια ἐγένετο περὶ τοῦ τίς εἶναι ὑπόχρεος διὰ τὴν καταβολὴν τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ σταφιδοκάρπου τούτου. Διὰ τοῦ νόμου ὅμως τοῦ 1904 ὡρίσθη, ὅτι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην φέρει ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, κατὰ τὰ διὰ Β. Διατάγματος διαταχθησόμενα. Ἐξεδόθη μετὰ τοῦτο Β. Διάταγμα, κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1904, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Διοίκησις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὑπεχρεοῦτο, ἵνα ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῶν αἰτήσεων τῶν δήμων ἢ τῶν ἐνοικιαστῶν ὑποβάλῃ ταύτας πρὸς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς μετὰ τῶν δικαιολογητικῶν, τῶν ἀποδεικνυόντων τὸ εἰσαχθὲν ποσὸν εἰς ἑκάστην τῶν ἀποθηκῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ καίτοι αἱ αἰτήσεις αὗται ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ὑφ’ ὅλων τῶν δήμων, —καὶ, καθ’ ὅσον γνωρίζω, πάντες οἱ δῆμοι τῆς ἐπαρχίας μου ἔχουσι ὑποβάλει τοιαύτας, —ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σεπτεμβρίου ἡ Διεύθυνσις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης οὐδόλως εἰσέτι ἀπήντησε, μὴ ἐφαρμόζουσα οὕτω τὸν νόμον, μένουσι δ’ ἐκρεμῆ τὰ ζητήματα ταῦτα ἐπὶ δέκα ἤδη ὁλοκλήρους μῆνας, καὶ ἡ ἐκδίκασις τῶν αἰτήσεων κατέστη ἀδύνατος. Εἶναι, νομίζω, πολὺ ἄδικον, οἱ δῆμοι οὗτοι νὰ ζημιῶνται τὸ σημαντικὸν ποσὸν δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν. Νομίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπομνήσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο εἰς τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐὰν δὲ ἡ Διεύθυνσις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐξακολουθῇ ἐπιμένουσα εἰς τὴν ἄρνησιν τῆς ὑποβολῆς τῶν ἀντιρρήσεων αὐτῆς, ἵνα αἱ ὑποθέσεις αὗται ἐκδικασθῶσι καὶ τὰ πρωτόκολλα συνταχθῶσιν ὁριστικῶς, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἀσκήσῃ τὴν παρεχομένην αὐτῷ ὑπὸ διατάξεως τοῦ νόμου περὶ συστάσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, διότι δεκάμηνον ὁλόκληρον παρῆλθε, παρῆλθε δὲ καὶ ἔτος πρὸ τούτου, καὶ οἱ δῆμοι ἐκεῖνοι στεροῦνται ἐντελῶς τῶν προσόδων, ἃς βεβαίως θ’ ἀπελάμβανον, ἂν μὴ ὁ σταφιδόκαρπος οὗτος εἰσήγετο εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ καὶ ἑτέρα τις πρόνοια. Ὡς γνωστὸν, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εὑρίσκεται εἰς πραγματικὴν παῦσιν πληρωμῶν καὶ παῦσιν εἰσπράξεων, ἐξ ἧς προκύπτει ἡ παῦσις τῶν πληρωμῶν...
§11Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς παῦσιν πληρωμῶν τῶν ὀφειλετῶν.
§12ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ συνεπῶς εἰς παῦσιν τῶν πληρωμῶν αὐτῆς, διότι ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον καὶ πλέον ὀφείλει εἰς τοὺς δήμους, καὶ ἡ Τράπεζα ἀδυνατεῖ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν πράττει μόνον τοῦτο ἡ Τράπεζα· ἀρνεῖται νὰ ἐκκαθαρίσῃ καὶ τοὺς μετὰ τῶν δήμων λογαριασμούς της. Ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ ἡ λῆψις νομοθετικοῦ μέτρου, ὅπως καθορισθῇ, πόθεν θὰ πληρωθῶσιν οἱ δῆμοι οὗτοι· διότι, γνωστοῦ ὄντος ὅτι ἡ Τράπεζα ὀφείλει εἰς τὰς Ἑταιρείας, αἵτινες παρέσχον τὰ δάνεια τοῦ 1903, ὀφείλει δ’ ἀφ’ ἑτέρου καὶ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ἀντίτιμον τοῦ εἰς εἶδος φόρου, θὰ καταστῇ ἀδύνατος ἡ ἐξόφλησις τῶν ἄλλων χρεῶν αὐτῆς. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὅλαι αἱ ὀφειλαὶ αὗται προτιμῶνται, — καὶ βεβαίως θὰ προτιμηθῶσι, — πόθεν θὰ πληρωθῶσιν οἱ δῆμοι; Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἐπιβάλλεται νομοθετικὴ πρόνοια περὶ τούτου. Δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ δῆμοι εὑρίσκονται εἰς οἰκονομικὴν κατάστασιν τοιαύτην, οἵα ἐξετέθη καὶ ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ὑπὸ ἑτέρου συναδέλφου ἐνταῦθα, ὅτι δὲν ἔχουσι τὰ ἀπαραίτητα διὰ τὴν διοίκησιν αὐτῶν, διὰ τὴν καθαριότητα, διὰ τὸν φωτισμόν, διὰ τὴν ὑγείαν, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τῆς ὑπάρξεως τῶν ἀνθρώπων. Ἐὰν νομίζωμεν ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ δημοτικὸν σύστημα, τότε διαφέρει· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον λέγομεν ὅτι ἔχομεν σύστημα δημοτικὸν καὶ διοίκησιν δημοτικήν, καὶ ἀναθέτομεν βάρη εἰς τοὺς δήμους, πρέπει νὰ μεριμνῶμεν καὶ περὶ τῶν πόρων αὐτῶν, ἵνα μὴ εὑρεθῶσιν εἰς πλήρη ἀδυναμίαν ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών των.
§13Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§14ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θέλω ἀμέσως ἐξετάσει τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ θέλω ἐφελκύσει καὶ τὴν προσοχὴν τοῦ νομάρχου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πεταλᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§16Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὑποβάλλω μίαν σύστασιν πρὸς ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἰδίᾳ δὲ πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Κατ’ Αὔγουστον μῆνα τοῦ 1904 ἐξεδόθη Β. Διάταγμα περὶ εἰσαγωγῆς καὶ ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ Στρατιωτικῷ Σχολείῳ τῶν Εὐελπίδων ἀλλοδαπῶν Ἑλληνικῆς καὶ Ἀλβανικῆς καταγωγῆς. Ἐν τῷ Διατάγματι ἐκείνῳ ὑπάρχει ἡ ἀκόλουθος ῥήτρα: «Τὸ παρὸν Β. Διάταγμα ὑποβληθήσεται ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, εὐθὺς ὡς αὕτη συνέλθῃ». Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι χρεία νὰ ἐκθέσω τὴν ἀνάγκην τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως τοῦ Διατάγματος τούτου. Ἐκεῖνο ὅμως, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπιπροσθέτως θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, εἶναι νὰ λάβωσι τὸ αὐτὸ μέτρον περὶ κατατάξεως ὁμοίων ἀλλοδαπῶν εἰς τὸ σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ εἰς τὸν στρατὸν καθὼς καὶ εἰς τὸ ναυτικόν. Τὸ μέτρον τοῦτο νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πλατῆς ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§18ΑΛΕΞ. ΠΛΑΤΗΣ. Θὰ ἐπικαλεσθῶ, κύριε Πρόεδρε, τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἀντικειμένου, οὐσιώδους κατὰ τὴν κρίσιν μου. Ὡς γνωστόν, δυνάμει τῆς συμβάσεως περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ–Συνόρων, ψηφισθείσης κατὰ τὸ ἔτος 1900, συνέστη ἡ Ἑταιρεία τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων, ἥτις ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς κατὰ Μάϊον ἢ Ἰούνιον τοῦ 1902. Ἕν τεμάχιον τοῦ πρώτου τμήματος, Πειραιῶς–Θηβῶν, μετὰ διακλαδώσεως εἰς Χαλκίδα, συνετελέσθη πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους, καὶ παρεδόθη εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν, δύο δ’ ἕτερα τεμάχια, Θηβῶν–Λεβαδείας καὶ Λεβαδείας–Δαδίου, παρεδόθησαν εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν πρὸ τινος χρόνου, καὶ ἤδη λειτουργεῖ ὁλόκληρον τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ σιδηροδρόμου τούτου. Ὑπολείπονται ἤδη δύο τμήματα πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὅλου σιδηροδρομικοῦ τούτου ἔργου, τὸ τμῆμα τὸ ἀπὸ Δαδίου μέχρι Λιανοκλαδίου, καὶ τὸ ἀπὸ Λιανοκλαδίου μέχρι Δεμερλῆ. Ἡ σύμβασις ὁρίζει, ὅτι διὰ τὴν ἐντελῆ ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου τούτου ἀπαιτεῖται πλήρης τετραετία, ἤτοι δύο ἔτη διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ πρώτου τμήματος καὶ ἕτερα δύο ἔτη διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν δύο ἑτέρων τμημάτων. Ἕν τεμάχιον τοῦ δευτέρου τμήματος, Δαδίου–Μπράλου, καὶ ἡ διακλάδωσις Λαμίας–Στυλίδος, ὡς ἐπληροφορήθην, εἶναι περατωμένα, καὶ μετ’ ὀλίγον παραδίδονται εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν. Διεδόθη ὅμως, ὅτι ἕνεκα τῶν μεγάλων δυσχερειῶν τῆς κατασκευῆς, καὶ δι’ ἔλλειψιν δραστηριότητος ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας, ὑπολείπονται ἀκόμη πολλαὶ ἐργασίαι, οὕτως ὥστε νὰ μὴ φανῇ ἐμπρόθεσμος ἡ Ἑταιρεία εἰς τὴν παράδοσιν τοῦ ἔργου. Διεδόθη πρὸς τούτοις, — καὶ εἰς τοῦτο κυρίως ἀποβλέπει ἡ ὁμιλία μου, — ὅτι ἕνεκα τοῦ ἀσταθοῦς τοῦ ἐδάφους ἡ ἀσφαλὴς διάβασις τῆς γραμμῆς ἔκ τινος σημείου τοῦ τμήματος τούτου καθίσταται προβληματική, καὶ ὅτι ἡ Ἑταιρεία εἰς οὐδεμίαν ἐργασίαν σοβαρὰν προβαίνει διὰ τὴν συντέλεσιν τοῦ ἔργου. Δικαίως, Κύριοι, αἱ διαδόσεις αὗται ἀνησύχησαν τὴν κοινὴν γνώμην, διότι πᾶς Ἕλλην ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἐθνωφελοῦς καὶ σπουδαιοτάτου τούτου ἔργου, διὰ τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἐδαπάνησε καὶ δαπανᾷ δεκάδας ὅλας ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον ἔχω, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, ἐν ᾗ ἐκτελοῦνται τὰ ἔργα ταῦτα, νὰ συλλέξω πληροφορίας τινὰς, ὅπως μορφώσω, εἰ δυνατὸν, γνώμην, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἔχονται ὑποστάσεως αἱ διαδόσεις αὗται. Αἱ πληροφορίαι αὗται συνοψίζονται εἰς τὰ ἑξῆς. 1) Ὅτι τὰ θεμέλια τῆς παρὰ τὸ Μπράλον κατασκευαζομένης μεγάλης γεφύρας δὲν ἐπερατώθησαν εἰσέτι, καίτοι ἐκτελοῦνται ἐργασίαι τινὲς προπαρασκευαστικαὶ διὰ τὴν σύνδεσιν τοῦ μεταλλικοῦ μέρους τῆς γεφύρας, καὶ ὅτι, κατὰ πληροφορίας βασίμους, θ’ ἀπαιτηθῇ χρονικὸν διάστημα πλέον τοῦ ἔτους, ἵνα ἀποπερατωθῇ ἡ γέφυρα αὕτη. Ὡσαύτως καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ Ἀσωποῦ ποταμοῦ κατασκευαζομένη μεγάλη γέφυρα θὰ συντελεσθῇ οὐχὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως δέκα μηνῶν, διότι ἐκτελοῦνται ἐκεῖ προπαρασκευαστικαί τινες ἐργασίαι πρὸς σύνδεσιν καὶ τοποθέτησιν τοῦ μεταλλικοῦ καταστρώματος τῆς γεφύρας ταύτης. βʹ) Ἐπληροφορήθην, ὅτι εἰς τὴν θέσιν Παππαδιὰ (χιλιόμετρον 20 ἢ 21) ὁλόκληρον τὸ ἔδαφος εὑρίσκεται ἐν διηνεκεῖ κινήσει, ὅτι τὰ πρανῆ τῶν κατασκευασθέντων ἐκχωμάτων κατέρρευσαν καὶ κατέλαβον τὴν κατασκευασθεῖσαν γραμμὴν, ὅτι πάντα τὰ ἐπιχώματα τῆς γραμμῆς παρασυρθέντα ἀπεμακρύνθησαν πολὺ μακρὰν τῆς γραμμῆς, ὅτι ἡ κίνησις τοῦ ἐδάφους γίνεται ἑκατέρωθεν τῆς γραμμῆς καὶ ὑπὸ τὸν ἄξονα ἀκτῖνος ἀρχομένης ἀπὸ τοῦ βραχώδους βουνοῦ καὶ καταληγούσης εἰς τὸν ἀνατολικῶς τοῦ σιδηροδρόμου ῥέοντα χείμαρρον καὶ ἐπὶ ἐκτάσεως 700 περίπου μέτρων. γʹ) Ἐπίσης εἰς τὴν θέσιν Μανδρίτσα (χιλιόμετρον 22 καὶ 23), εἰς πολλὰ σημεῖα τῆς θέσεως ταύτης, λαμβάνουσι χώραν σοβαραὶ καθιζήσεις καὶ κινήσεις τοῦ ἐδάφους, παρασύρουσαι τὰ ἐκχώματα καὶ ἐπιχώματα. Ἐκ τῶν κινήσεων δὲ τούτων ὑπέστη βλάβας σοβαρὰς καὶ ἡ ὑπὸ τῆς παλαιᾶς Ἑταιρείας κατασκευασθεῖσα μεγάλη γέφυρα, ἧς πολλὰ λίθινα τόξα διερράγησαν, κατασταθέντα ἄχρηστα. δʹ) Ἕτερον σημεῖον, ἐπίσης ἐπισφαλὲς, τοῦ τμήματος τούτου εἶναι ἄνωθεν τοῦ χωρίου Βαρδατῶν (χιλιόμετρον 30 ἕως 31), ἡ διάβασις δὲ καὶ ἐκ τούτου τοῦ μέρους ἡ ἀσφαλὴς θ’ ἀπαιτήσῃ σημαντικὰ ἔργα, διότι ἡ κίνησις τοῦ ἐδάφους λαμβάνει χώραν ἐκ τοῦ βουνοῦ μέχρι τοῦ χειμάρρου Ξηριᾶ ἐπὶ μήκους 250 μέτρων, τελεῖται δὲ τοιαύτη καθίζησις, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ στερεωθῇ ἡ γραμμὴ ἄνευ ἐξασφαλιστικῶν μέτρων μεγάλης σπουδαιότητος. Ἐπίσης ἡ αὐτὴ κατάστασις παρατηρεῖται καὶ ἄνωθεν τοῦ χωρίου Ἀλποσπίτων (χιλιόμετρον 31 καὶ 32½). Εἰς διάφορα ἐπιχώματα καὶ ἐκχώματα λαμβάνουσι χώραν καθιζήσεις, κατολισθήσεις καὶ καταπτώσεις, ὧν ἕνεκα, ἐὰν δὲν συντελεσθῶσι γενναῖα ἔργα ἐξυγιάσεως καὶ στερεοποιήσεως τοῦ ἐδάφους, καθίσταται ἀδύνατος ἡ ἀσφαλὴς διάβασις τῆς γραμμῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ τόσον σοβαραὶ βλάβαι παρουσιάζονται εἰς τὴν γραμμὴν ταύτην, ὡς ἐπληροφορήθην, δὲν καταβάλλεται ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας ἡ δέουσα προσοχή, οὐδὲ γίνεται σοβαρὰ ἐργασία πρὸς στερεοποίησιν τοῦ ἔργου. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ δευτέρου τμήματος Δαδίου–Λιανοκλαδίου. Νῦν δὲ θὰ εἴπω τινὰ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ τρίτον τμῆμα, Λιανοκλαδίου–Δεμερλῆ, οὗτινος αἱ ἐργασίαι μόλις πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἤρξαντο. Καὶ εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο, Κύριοι, θὰ τελεσθῶσι μεγάλης σπουδαιότητος ἔργα, διότι, διὰ νὰ διέλθῃ ἡ γραμμὴ διὰ τῶν ὀρέων τῆς Ὄθρυος, θ’ ἀπαιτηθῇ νὰ κατασκευασθῶσιν εἴκοσιν ἐν ὅλῳ σήραγγες, τῶν ὁποίων τὸ μῆκος θὰ ᾖναι τεσσάρων περίπου χιλιομέτρων. Ἀλλ’ ἡ δυσχέρεια, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἔγκειται εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν σηράγγων καὶ τῶν γεφυρῶν. Ἐνταῦθα ἡ μεγάλη δυσχέρεια ἔγκειται εἰς τὴν στερέωσιν τοῦ φυσικοῦ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν ἀσταθὲς, καὶ ἰδίως ἀπὸ τῆς θέσεως Κουτσικόβρυσις μέχρι τοῦ χωρίου Κουρνάβου καὶ ἐπὶ μήκους τριῶν συνεχῶν χιλιομέτρων. Ἡ ἐκ τῶν βασίμων τούτων πληροφοριῶν ἐντύπωσίς μου ὑπῆρξεν ὄντως ἀλγεινή. Θ’ ἀπαιτηθῶσι διὰ τὴν στερέωσιν τῆς γραμμῆς ἔργα μεγάλα καὶ πολλαπλᾶ, ἅτινα θὰ συνεπαγάγωσι καὶ δαπάνας μεγάλας καὶ χρόνον πολύν. Ἡ ἐπιτυχία δὲ τῶν ἔργων τούτων τῆς στερεοποιήσεως ἔγκειται εἰς τὴν ἀσφαλῆ διάγνωσιν τῆς γεωλογικῆς συστάσεως τοῦ ἐδάφους καὶ εἰς τὴν λῆψιν τῶν ὑπὸ τῆς μηχανικῆς ἐπιστήμης ἐνδεικνυομένων μέτρων πρὸς θεραπείαν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ, ὡς εἶπον, τόσον σοβαραὶ βλάβαι παρουσιάζονται εἰς τὴν γραμμὴν ταύτην, ἡ Ἑταιρεία εἰς οὐδεμίαν σοβαρὰν ἐργασίαν ἢ μελέτην προέβη· ἕνεκα δὲ τῆς ἀδιαφορίας τῆς Ἑταιρείας ὑφίσταται σπουδαία διαφωνία μεταξὺ τῶν μηχανικῶν τοῦ Δημοσίου, τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐλέγχου ἀπεσπασμένων, καὶ τῆς Ἑταιρείας, ἐκ ταύτης δ’ ἐτραχύνθησαν καὶ αἱ ὑπηρεσιακαὶ σχέσεις αὐτῶν πρὸς τὴν Ἑταιρείαν. Οἱ μηχανικοὶ τοῦ ἐλέγχου ἀξιοῦσι,—πολὺ δικαίως καὶ πολὺ εὐλόγως,—ὅπως ἡ Ἑταιρεία ἐφαρμόσῃ κατὰ γράμμα τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, καθ’ οὓς ἀντὶ ὡρισμένου ποσοῦ εἶναι ὑπόχρεος νὰ περατώσῃ τελείως καὶ ἀνελλιπῶς τὴν σιδηροδρομικὴν ταύτην γραμμὴν, ἡ Ἑταιρεία ὅμως φαίνεται ὅτι χάριν οἰκονομίας προσπαθεῖ νὰ ἀποφύγῃ πολλὰς δαπάνας κατὰ τὴν κατασκευὴν, καὶ ἐγκατέλιπε συμπληρωματικά τινα ἔργα ἀνεκτέλεστα, ὅπως κερδίσῃ τὴν δαπάνην τῆς κατασκευῆς τούτων.
§19Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἰς ποίαν γραμμήν;
§20ΠΛΑΤΗΣ. Τοῦ δευτέρου τμήματος, τοῦ τμήματος Δαδίου–Λιανοκλαδίου... καὶ ὅτι θέλει νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν δαπάνην ταύτην εἰς τὴν συντήρησιν καὶ ἐκμετάλλευσιν, ἐπὶ βλάβῃ μεγάλῃ τοῦ Δημοσίου, ὅπερ, ὡς γνωστόν, ἐνέχεται κατὰ τὰ ¾ εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν. Καὶ ἡ βλάβη τοῦ Δημοσίου προέρχεται ἐκ τοῦ ἑξῆς, ὅτι, ἀφοῦ ἐφάπαξ τὸ Δημόσιον πληρώσῃ τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν διὰ τὴν ἀνελλιπῆ ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, ἀναγκαίως, ὅταν μείνωσιν ἀνεκτέλεστοι συμπληρωματικαὶ ἐργασίαι, θὰ κατασκευασθῶσι καὶ τὰ συμπληρωματικὰ ταῦτα ἔργα, ἀφοῦ δ’ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα ταῦτα κατὰ τὴν συντήρησιν, οὐχὶ τὴν συνήθη, τῆς ἐκμεταλλεύσεως, θὰ πληρώσῃ καὶ αὖθις τὴν ἀξίαν τῶν συμπληρωματικῶν ἔργων τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἐνέχεται κατὰ ¾. Εἰ καὶ ἔχω πάντα λόγον, κύριοι Βουλευταί, νὰ πιστεύω, ὅτι καὶ ὁ προϊστάμενος τοῦ μηχανικοῦ τμήματος ἐν Λαμίᾳ κ. Διαμαντίδης καὶ οἱ παρὰ τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐλέγχου ἀπεσπασμένοι ἐργοδηγοὶ κύριοι Μαρκάκης καὶ Χατζηστεφάνου εἶναι καὶ πολύπειροι καὶ εἰδικοὶ περὶ τὰ σιδηροδρομικὰ καὶ λίαν εὐσυνείδητοι μηχανικοί, καὶ ὅτι μετὰ ζήλου ἐπαινετοῦ ἐξετέλεσαν τὸ ἀνατεθὲν αὐτοῖς καθῆκον ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει, οὐχ ἧττον, χάριν τῆς μεγάλης σπουδαιότητος τοῦ ἔργου τούτου, πρέπει νὰ γνωσθῇ ἐπισήμως, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν ἑξῆς ἐρωτημάτων: 1) Ἂν οἱ μηχανικοὶ καὶ οἱ ἐργοδηγοὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου προεῖδον καὶ ὑπέδειξαν εἰς τὴν προϊσταμένην αὐτῶν ὑπηρεσίαν τὰς γενομένας ζημίας, καὶ τίνα προέτειναν προληπτικὰ μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν ἰδίᾳ τοῦ δευτέρου τμήματος Δαδίου–Λιανοκλαδίου. 2) Ἂν προσεκλήθη ἡ Ἑταιρεία νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μελέτας διὰ τὴν ἐξυγίασιν καὶ στερέωσιν τῆς γραμμῆς, καὶ ἂν ὑπέβαλε τοιαύτας. 3) Πόσον χρόνον θ’ ἀπαιτήσωσιν αἱ ἐκτελεσθησόμεναι ἐργασίαι πρὸς στερέωσιν τῆς γραμμῆς, καὶ ἐν γένει πότε τὸ τμῆμα Δαδίου–Λιανοκλαδίου ἔσεται ἕτοιμον πρὸς παράδοσιν. 4) Ἐὰν ὑπεκφύγῃ τυχὸν ἡ Ἑταιρεία νὰ κατασκευάσῃ τὰ ἔργα ταῦτα, τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ κατ’ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ τὴν πειθαναγκάσῃ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεών της. 5) Ἂν ἐκ τῶν γενομένων πληρωμῶν εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἐγένετο ἀνάλογος κράτησις τῆς ἀξίας τῶν ὑπολειπομένων πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων, συμφώνως πρὸς τὴν δεκάτην παράγραφον τοῦ συμβατικοῦ τιμολογίου μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρείας. 6) Ἂν τὸ προσωπικὸν τοῦ ἐλέγχου εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἔργου, καὶ ἂν χορηγοῦνται εἰς αὐτὸ τὰ ἀνάλογα μέσα, ὅπως δύνηται ν’ ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ὑπηρεσίας καὶ πρὸς Ἑταιρείαν, ἥτις δὲν φαίνεται πρόθυμος νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ γράμμα τὰς ὑποχρεώσεις της. Παρακαλεῖται δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§21Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο εἶναι τὰ τμήματα τῆς κατασκευῆς τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς· τὸ ἓν ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Δαδίου καὶ τὸ ἕτερον ἀπὸ Δαδίου μέχρι Λιανοκλαδίου καὶ Πέντε–Μύλων. Τὸ μὲν ἓν τμῆμα, τὸ μεταξὺ Δαδίου καὶ Λιανοκλαδίου, εἶναι ἐν τῷ περατοῦσθαι, τὸ δὲ ἀπὸ Λιανοκλαδίου μέχρι Πέντε–Μύλων ἤρχισεν ἀπό τινος χρόνου κατασκευαζόμενον, ἕνεκα ὅμως τῆς πολυομβρίας ἐγένοντο ἀληθῶς ἐν τῷ παρελθόντι μεγάλαι ζημίαι εἰς τὴν γραμμὴν ταύτην, καταπεσόντος ὁλοκλήρου βουνοῦ, τὸ ὁποῖον κατέστρεψε μίαν γέφυραν. Συνεπείᾳ τῆς αὐτῆς πολυομβρίας ἐπῆλθον καὶ ἕτεραι βλάβαι, χρήζουσαι διορθώσεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν παρεδόθη εἰσέτι τὸ τμῆμα τοῦτο. Μετέβη ἐπὶ τόπου ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν κ. Ἰσηγώνην καὶ ἄλλους μηχανικοὺς, καὶ ἐξήτασε τὰς ζημίας, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑταιρεία ἀπέστειλε τοὺς μηχανικούς της, καὶ οὐδέποτε ἠρνήθη νὰ ἀναπληρώσῃ τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Πλατῆς ἐσύγχισε τὸ ζήτημα, διότι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ τμήματος Λιανοκλαδίου–Πέντε Μύλων, — τὸ ἔδαφος τοῦ ὁποίου παρετηρήθη ὅτι εἶναι πολὺ ἄστατον, — διότι τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς γραμμῆς δὲν ἤρχισεν ἀκόμη κατασκευαζόμενον, ὥστε δὲν παρετηρήθησαν ἀκόμη αἱ ἐλλείψεις· πρόκειται περὶ τῆς ἄλλης γραμμῆς, καὶ ἐπὶ ταύτης ἐπεστήθη ἡ προσοχὴ τοῦ Ἐλέγχου τοῦ Σιδηροδρόμου, ὁ ὁποῖος διευθύνεται ἀπὸ τὸν κ. Δημητριάδην, ὅστις εἶναι ἄριστος μηχανικὸς καὶ πολὺ προσεκτικὸς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, θὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ Ἑταιρεία εἶναι ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, καὶ πάντοτε ἐκτελεῖ τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ Ἐλέγχου τοῦ Σιδηροδρόμου δυνάμει τῆς συμβάσεως διατασσόμενα. Ὥστε ὁ κ. συνάδελφος πολὺ ἔσπευσεν, ὑποβαλὼν παράπονα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§22ΑΛΕΞ. ΠΛΑΤΗΣ. Ἐγὼ ἀνέμενον καὶ ἀναμένω ἀπάντησιν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐκπληροῖ καθήκοντα ὑφυπουργοῦ ὁ συνάδελφος κ. Βελέντζας· γνωρίζω μόνον, ὅτι εἶναι πληρεξούσιος δικηγόρος τῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία κατασκευάζει τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Συνόρων. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας σήμερον ἐξέθεσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀκριβεῖς καὶ ἄξιαι πάσης προσοχῆς. Διὰ τῆς ὁμιλίας μου δὲ δὲν ἔψεξα τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἐλέγχου· τοὐναντίον εἶπον, ὅτι ἐνήργησε μετ’ ἐπαινετοῦ ζήλου, καὶ ὅτι μάλιστα οἱ ἐργοδηγοὶ Μαρκάκης καὶ Χατζηστεφάνου, λαβόντες διαταγὴν παρὰ τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας, συνέταξαν λεπτομερῆ κατάλογον τῶν τελεσθέντων ἔργων ὑπὸ τῆς παλαιᾶς ἐκπτώτου Ἑταιρείας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου συνετάχθη ἡ προκειμένη σύμβασις. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι οἱ μηχανικοὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ἐλέγχου ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των εὐσυνειδήτως, καὶ ὅτι κέκτηνται καὶ εἰδικότητα καὶ ἱκανότητα περὶ τὰ σιδηροδρομικὰ, ἀλλ’ ὅτι ἐκ τῆς διαφωνίας τῆς ἐπελθούσης μεταξὺ τοῦ Ἐλέγχου καὶ τῆς Ἑταιρείας ἕνεκα τῆς μὴ συμμορφώσεως τῆς Ἑταιρείας πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως ἐξετραχύνθησαν καὶ αἱ ὑπηρεσιακαὶ σχέσεις τοῦ Ἐλέγχου πρὸς τὴν Ἑταιρείαν. Ἐπὶ τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων ἐζήτησα, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, ἵνα μὴ ματαιωθῇ ἔργον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίξαμεν τόσας ἐλπίδας καὶ τόσας ἐθνικὰς προσδοκίας. Ὁ δὲ κ. συνάδελφος ἐκ Φθιώτιδος, ἀντὶ νὰ ἐνισχύσῃ τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ἠδίκησεν ἑαυτὸν, θελήσας νὰ ὑπερασπίσῃ Ἑταιρείαν προσπαθοῦσαν νὰ ὑπεκφύγῃ τὰς ὑποχρεώσεις της.
§23ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αἱ ἀντιπαρατηρήσεις τοῦ ἑτέρου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος βεβαίως δὲν θὰ ἐμποδίσωσι τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ προσκομίσῃ ὅλας τὰς πληροφορίας. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, νὰ προσκομίσω ὅλας τὰς πληροφορίας. Ἐπειδὴ δ’ ἔτυχε πολλάκις νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, γνωρίζω θετικῶς, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ὁ μηχανικὸς δηλονότι ἔλεγχος, παρακολουθεῖ μετὰ πολλῆς προσοχῆς, καὶ πολλάκις μετ’ αὐστηρότητος, τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων, ἥτις γίνεται ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῆς κατασκευῆς. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἔκτοτε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐξακολουθεῖ ἐξασκοῦσα τὴν αὐτὴν αὐστηρότητα ἐπὶ τῶν γινομένων ἔργων. Ἐν τούτοις θέλω ἐξετάσει τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ θέλω προσκομίσει τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος.
§24ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς πιστώσεως διὰ τὸ δωδεκατημόριον τοῦ μηνὸς Ἰουνίου ἐνεστῶτος ἔτους. Ἡ ἔκθεσις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 265).
§26Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔθεσε τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του. Θέλει βεβαίως προσκομίσει τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν, καὶ θέλει ἐξ ἰδίου ἐνδιαφέροντος φροντίσει, ὅπως ἐξετασθῇ, ἂν ἀληθῶς ἡ γραμμή, καθ’ ἃ διαδίδεται καὶ καθ’ ἃ ἐγράφη ἐπανειλημμένως εἰς τὰς ἐφημερίδας, καθίσταται ἀδύνατον νὰ διέλθῃ ἐκ τῶν σημείων, τὰ ὁποῖα ὥρισεν ἡ ἀρχικὴ μελέτη, πρὸς τὰ μέρη, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὴν ἀντίθεσιν τῆς ἀντιλήψεως τῶν κυρίων Βουλευτῶν Φθιώτιδος, ἀφοῦ κοινὸν συμφέρον ἔχομεν πάντες, καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ Φθιώτιδος καὶ πάντες οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἡ γραμμή, ἡ μόνη διεθνὴς γραμμή, περατωθῇ κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα οὐ μόνον τὸν προορισμὸν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν διαφόρων μερῶν, ὡς καὶ τὴν ζωὴν τῶν πολιτῶν. Ἑπομένως, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἀσχοληθῆ καὶ θέλει δώσει τὴν προσήκουσαν λύσιν. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προκαλέσῃ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν, ὅπως δείξῃ ἴσην αὐστηρότητα, ὅσην ὁμολογουμένως δεικνύει κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαφόρων ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ διὰ τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀπηύθυνα, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου ἐδημιούργησεν ἀπὸ τῆς θέσεως Βάγια τῶν Θηβῶν μέχρι Δαδίου τοιαῦτα ἕλη, ὥστε καθίστανται τὰ μέρη ἐκεῖνα ἀκατοίκητα. Χθὲς ἀκόμη οἱ διελθόντες ἐκεῖθεν μὲ ἐπληροφόρησαν, ὅτι οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη· χαίνουσιν ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν λάκκοι πλήρεις ὕδατος βρωμεροῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον χίλιαι δύο νοσογόνοι ἑστίαι παράγονται. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ σύντονον μέριμναν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὸ θέρος, καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην τὰ μέρη ἐκεῖνα οὐ μόνον ἀκατοίκητα θὰ ἦναι, ἀλλὰ καὶ ἀδιάβατα· δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν οἱ ἐπιβάται νὰ διέρχωνται ἀκινδύνως ἐκεῖθεν, ὅσην ταχύτητα καὶ ἂν ἔχῃ ὁ σιδηρόδρομος, διότι ὡς γῦπες ἐπιπίπτουσι κατ’ αὐτῶν οἱ κώνωπες, οὓς ἔχει τὴν καλωσύνην νὰ φιλοξενῇ ἡ Ἑταιρεία. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἰς τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ ῥήτρα, ὅτι τὰ χώματα τῶν ἐπιχωματώσεων δέον νὰ λαμβάνωνται ἐκ τῶν ἐγγυτέρων μερῶν τῆς γραμμῆς, καὶ ἐντεῦθεν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ ἡ Ἑταιρεία, ὅτι συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως ἐξετέλεσε τὰ τῆς γραμμῆς. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, καὶ ἂν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν, καὶ ἂν δὲ πρόκηται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τινας δαπάνας, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτὰς, διὰ νὰ κατορθωθῇ, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ κατοικῶνται τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ νὰ ταξειδεύωσιν οἱ ἄνθρωποι. Οἱ δυστυχεῖς δὲ ὑπάλληλοι τῆς Ἑταιρείας τῆς ἐκμεταλλεύσεως εἶναι ἀδύνατον νὰ παραμένωσιν ἐκεῖ, εἰς τὸν σταθμὸν Λεβαδείας, ὡς καὶ εἰς ἄλλους σταθμούς. Ἀνὰ 15 ἡμέρας οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἀντικαθίστανται, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσωσι· μολονότι κατώρθωσαν νὰ τοὺς περιορίσωσιν ἐντὸς κλωβῶν ἐκ πλεγμάτων σιδηρῶν, ἐν τούτοις δὲν ἠδυνήθη ἡ Ἑταιρεία δι’ ὅλων αὑτῶν τῶν μέσων νὰ τοὺς σώσῃ, διότι, μόλις ἐξέρχονται καὶ παραμένουσιν ἐπὶ μικρὸν εἰς τὸ ὕπαιθρον, προσβάλλονται ἀμέσως ἀπὸ πυρετούς. Πρὸς ἀποφυγὴν δὲ τοῦ ἀμέσου κινδύνου ἠναγκάσθη ἡ Ἑταιρεία διὰ τὸν σταθμὸν Λεβαδείας νὰ μισθώσῃ ἅμαξαν, ὅπως ἀναχωρῶσιν οἱ ὑπάλληλοι, μόλις τὸ τραῖνον διέρχεται, καὶ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν πόλιν, τοιουτοτρόπως δὲ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι σῴζονται. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον οἱ ὑπάλληλοι τοῦ σταθμοῦ τοῦ σιδηροδρόμου Λεβαδείας, εἶναι καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῶν ἄλλων σταθμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβαίνωσιν εἰς ἄλλα μέρη. Αὐτοὶ ἀνὰ 15 ἡμέρας ἀντικαθίστανται. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, ὅπως ἀρθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Συγχρόνως δὲ, ἐπειδὴ ἔχω τὸν λόγον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ διατάξωσι νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὴν διακλάδωσιν ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ Λεβαδείας εἰς τὴν πόλιν Λεβαδείας, διότι τὸ ἔργον εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ πρὸ τοῦ χειμῶνος, εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ γείνῃ, ἀφοῦ τὰ ἔξοδα τῆς δαπάνης, ὡς γνωρίζει κάλλιστα ἡ Κυβέρνησις, πρόκειται νὰ καταβάλωσιν οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας. Τὸ ἔργον τοῦτο οὐ μόνον θὰ ἐξυπηρετήσῃ σπουδαίως τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα τῆς πόλεως, ἀλλὰ συγχρόνως θὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς δυστυχεῖς ὑπαλλήλους, τοὺς διαμένοντας εἰς τὸν σταθμὸν, τοῦ κινδύνου τῆς ὑγείας καὶ τῆς ζωῆς αὐτῶν. Θὰ παρακαλέσω, εἰ δυνατὸν, ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης νὰ ὑποβληθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ γείνῃ ἡ γραμμὴ μέχρι τοῦ ἐρχομένου χειμῶνος. Τοῦτο θὰ ἦτο εὐεργέτημα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀνεγνωρίζετο ὡς ὀφειλόμενον εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§27Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως τὸ ταχύτερον ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, διότι πρόκειται περὶ γενικοῦ καλοῦ τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας, ἡ Κυβέρνησις δὲ κάλλιστα γνωρίζει, ὅτι τὰς δαπάνας θέλει ὑποστῆ ἡ πόλις τῆς Λεβαδείας καὶ ὁ δῆμος Λεβαδείας.
§28Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ τελευταῖον λαλήσας ἐκ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων Βουλευτῶν Λεβαδείας μοὶ συνέστησε καὶ κατ’ ἰδίαν τὸ ζήτημα τῆς ἐπεκτάσεως τῆς γραμμῆς μέχρι Λεβαδείας, καὶ ἐμελέτησα αὐτὸ, θὰ εἶχον δὲ ὅλην τὴν διάθεσιν, ἵνα συντελέσω εἰς τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἔχουσι καὶ πρόχειρα τὰ χρήματα, ἀλλ’ ἡ ἀνάληψις ὡρισμένων ὑποχρεώσεων ἐκ μέρους τῆς πόλεως Λεβαδείας καὶ τῶν κατοίκων αὐτῆς δὲν ἀρκεῖ διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἔργου. Πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου νομοσχεδίου πρέπει νὰ φροντίσωμεν διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τῶν μέσων, δηλαδὴ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτου ἔργου.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πολυχρονιάδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§30Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε, τῆς 27 παρελθόντος Μαΐου εἶχον ὑποβάλει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὁποίας παρεκάλουν αὐτὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον τὸν φάκελον τῆς ἀλληλογραφίας τῆς διαμειφθείσης μεταξὺ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Αἰγίου καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν δῆθεν καθυστερουμένων 27,800 δραχμῶν ὑπὸ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἰδίᾳ δὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 27 τῆς 12 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. ἀναφορὰν τοῦ προέδρου τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Αἰγίου, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 232 ἔγγραφον τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς τὸ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Αἰγίῳ, καὶ τὴν ἀπάντησιν τούτου, ὡς καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 46 ἀναφορὰν τοῦ προέδρου τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς τῆς 16 Μαΐου. Ἐζήτησα τὸν φάκελον τοῦτον, ἀλλὰ μέχρι σήμερον δὲν κατετέθη. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ αὐτόν. Προσέτι θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀποστείλῃ ἐπιθεωρητὴν εἰς Αἴγιον, ὅπως, εἰ δυνατόν, δοθῇ ἓν πέρας εἰς τὴν ἐκκρεμῆ ταύτην διαφοράν, διότι τὰ γεγονότα ταῦτα καὶ ἡ ἐκκρεμότης αὕτη δυσφημοῦσι τὸ ἰδιοσυντήρητον Γυμνάσιον Αἰγίου, πρὸς συντήρησιν τοῦ ὁποίου οἱ ὑπόχρεοι καταβάλλουσι τοὺς φόρους, ἀλλ’ οἱ καθηγηταὶ ἕνεκα τῆς καθυστερήσεως τῶν μισθῶν των ἀρνοῦνται νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν μαθητῶν.
§31Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Διετάχθη ἤδη νὰ μεταβῇ ἐπιθεωρητής.
§32Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῷ Οἰκονομικῶν θὰ παρακαλέσω νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, — διότι δὲν εἶδον μεταξὺ τῶν μέτρων τῶν εἰσαχθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ κατατεθῇ καὶ σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεως ἢ διαρρυθμίσεως ἢ οἱασδήποτε τακτοποιήσεως τῶν χορηγημάτων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς ναυτικὰς νήσους, — ἂν θὰ λάβῃ μέτρον τι ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης περὶ τούτου. Πρόκειται νὰ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, καὶ καθυστεροῦνται 180,000 δραχμαὶ τοῦ παρελθόντος ἔτους, προσετέθησαν δὲ καὶ 180,000 τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, αἱ ὀφειλόμεναι εἰς τοὺς δικαιούχους, ἀλλὰ πῶς τὰ ποσὰ ταῦτα θὰ λάβωσιν οἱ δικαιοῦχοι, εἶναι ἄγνωστον, διότι ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, δὲν ἐστάθη δυνατὸν μέχρι σήμερον νὰ ἐφαρμοσθῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἔχει ἐν νῷ σχέδιόν τι ἢ μέτρον, ἂν ἡ ὑπηρεσία ἐμελέτησε σχέδιόν τι περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ψηφισθέντος νόμου, τοῦ ὁποίου δὲν κατέστη δυνατὴ μέχρι σήμερον ἡ ἐφαρμογή, καὶ ἂν ἔχῃ ἕτοιμον τοιοῦτον, νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τοῦτο, ὅπως καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ ἐντὸς τῶν ὑπολειπομένων ὀλίγων συνεδριάσεων.
§33Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νόμου ἐνόμισα ὅτι εἶχε περατωθῆ τὸ ζήτημα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠσχολήθην εἰς αὐτό· ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι θ’ ἀσχοληθῶ ἐπ’ αὐτοῦ, καθ’ ὅσον δ’ εἶναι ἐφικτόν, θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, ἐὰν κριθῇ ἀναγκαία ἡ ὑποβολὴ τοιούτου. Ἐὰν ὅμως διοικητικῶς ἦναι δυνατὸν νὰ συντελέσω εἰς τὴν περάτωσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, βεβαίως θὰ τὸ πράξω.
§34Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τοῦ ἑξῆς. Κατὰ τὴν λήξασαν Περίοδον τῆς Βουλῆς ὑπεβλήθη νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σιμοπούλου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίζετο τὸ ζήτημα τῶν χορηγημάτων τῶν τριῶν ναυτικῶν νήσων Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ Ψαρῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, γενομένου νόμου, ἐκανονίσθη ὁ λογαριασμὸς τῶν εἰς τὰς νήσους ταύτας ὀφειλομένων, ἐκανονίσθη δ’ ὅτι τὸ κεφάλαιον τὸ ὀφειλόμενον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς διαφόρους δικαιούχους θὰ ἐκπροσωπηθῇ ἐφεξῆς δι’ ὁμολογιῶν ἑκατονταδράχμων, δοθησομένων εἰς τοὺς δικαιούχους, πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ ὑφισταμένου λογαριασμοῦ. Ἐκανονίσθη δὲ πρὸς τοῖς ἄλλοις πλεονεκτήμασι, τοῖς παρασχεθεῖσιν εἰς τοὺς διαφόρους μέλλοντας κατόχους τῶν ὁμολογιῶν διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι ὁ τόκος, ὁ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1856 καταβαλλόμενος πρὸς 1% κατ’ ἔτος, ἀντικατασταθῇ διὰ τοκομεριδίου, προσηρτημένου εἰς ἑκάστην ὁμολογίαν, ἀναλόγου πρὸς μίαν δραχμὴν καθ’ ὁμολογίαν, πληρωθησομένου δὲ τὴν πρώτην Ὀκτωβρίου ἑκάστου ἔτους. Ἀλλ’ αἱ ὁμολογίαι, αἱ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐκείνου προβλεπόμεναι, δὲν ἐξεδόθησαν εἰσέτι, καίτοι ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη, καὶ ἐξεδόθη μάλιστα καὶ τὸ ἐκτελεστικὸν Διάταγμα αὐτοῦ. Καίτοι δὲ οἱ δικαιοῦχοι, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ὑπέβαλον τὰς αἰτήσεις αὐτῶν πρὸς ἔκδοσιν τῶν ὁμολογιῶν, ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη ἔτι, προέκυψε δ’ ἐκ τούτου τὸ ἄτοπον, ὅτι, ἐνῷ ὁ ἐψηφισμένος νόμος εἶναι εὐεργετικὸς ὑπὲρ τῶν δικαιούχων, τῶν μελλόντων κατόχων τῶν ἐκδοθησομένων ὁμολογιῶν, ἀπέβη ἤδη κατ’ αὐτῶν, διότι οἱ δικαιοῦχοι δὲν ἔλαβον ἔτι τοὺς τόκους τοῦ ἔτους 1904, δὲν θὰ δυνηθῶσι δὲ νὰ λάβωσιν οὔτε τοὺς τοῦ ἔτους 1905, ἐὰν μὴ ληφθῇ μέτρον τι· διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εὑρέθη πρὸ ἀνυπερβλήτου δυσκολίας, καθόσον κατὰ μὲν τὸν νόμον καὶ τὸ ἐκτελεστικὸν Διάταγμα ὀφείλει νὰ ἐξαργυρώσῃ τὰ τοκομερίδια τῶν ὁμολογιῶν τὴν 1 Ὀκτωβρίου, τούτων δὲ μὴ ἐκδοθεισῶν, δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ τοκομερίδια, ἀφοῦ οἱ δικαιοῦχοι δὲν ἔχουσιν ἔτι ὁμολογίας, δὲν δύναται δὲ νὰ πληρώσῃ πρὸς αὐτοὺς οὐδ’ ὅπως τοὺς ἐπλήρωνε μέχρι τοῦδε, διότι, καταργηθέντος τοῦ παλαιοῦ νόμου διὰ τοῦ νέου τοιούτου, τοῦ νῦν ἰσχύοντος, δὲν δύνανται νὰ γείνωσι πληρωμαὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παλαιοῦ νόμου. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ μέτρον τι ὑπὲρ ἐξασφαλίσεως τῆς πληρωμῆς εἰς τοὺς δικαιούχους τοῦ ἐτησίου τόκου, τοῦ ὁποίου στεροῦνται διὰ τὸ 1904, θὰ στερηθῶσι δὲ καὶ διὰ τὸ 1905, ἐὰν δὲν ληφθῇ μέριμνά τις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§35Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πράγματι, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου ἐγένετο πρόξενος ἀδικημάτων εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, διότι δὲν ἔλαβον τὰ χορηγήματα αὐτῶν κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, καθορισθέντος διὰ τοῦ νέου νόμου, ὅτι θὰ λάβωσιν ὁμολογίας, δι’ ὧν θὰ εἰσπράττωσι τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος οὗτος ὁρίζει. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη εἰσαγωγῆς νέου νομοσχεδίου, μεταρρυθμίζοντος τὸν πέρυσι ψηφισθέντα νόμον· μόνη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου δύναται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα. Καὶ πρέπει νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ τὸν παρακαλέσωμεν νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ψηφισθέντος ἤδη νόμου. Τὸ Δημόσιον δὲν δύναται νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸν ψηφισθέντα νόμον ἐπὶ ζημίᾳ τῶν δικαιούχων, διότι οὗτοι, ἀποδεχθέντες τὸν νόμον, ὑπέβαλον αἰτήσεις πρὸς λῆψιν τῶν ἀνηκουσῶν αὐτοῖς ὁμολογιῶν, καὶ συνεπῶς, ἐὰν δὲν συναινέσωσιν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν, δὲν θὰ ὑποχρεωθῶσιν οὐδὲ δικαστικῶς νὰ ὑποκύψωσιν εἰς ἐπιζήμιον δι’ αὐτοὺς μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν.
§36Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτι τοῦ ζητήματος τούτου ἔπρεπε νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν οὐχὶ δι’ ἐπερωτήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως δι’ ἀπ’ εὐθείας συνεννοήσεως. Διὰ τοῦτο ἐπανειλημμένως μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην, ἕνεκα τῶν πολλῶν καὶ ἐκτάκτων ἀσχολιῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ συναντήσω αὐτόν. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ἀπὸ τοῦ 1856 νὰ πληρώνηται εἰς τοὺς δικαιούχους τόκος 1% ἐπὶ τῶν ὀφειλομένων αὐτοῖς διὰ τὰς κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα χρηματικὰς θυσίας. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1904 ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεγνωρίσθη ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου νὰ πληρώνῃ εἰς τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν τόκον 1%, συνάμα δὲ ἐκανονίσθη νὰ ἐκδοθῶσιν ὁμολογίαι, αἵτινες νὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς δικαιούχους, ἀναλόγως τῶν ὅσα ἔχουσι λαμβάνειν ἕκαστος, καὶ αἵτινες νὰ γίνωνται δεκταὶ ἀπέναντι ὀφειλομένων δόσεων, ἐξ ὡρισμένων ἐν τῷ ῥηθέντι νόμῳ λόγων, εἰς τὸ Δημόσιον. Ὁ νόμος οὗτος ἐδημοσιεύθη, ἐξεδόθη δὲ καὶ τὸ ἐκτελεστικὸν αὐτοῦ Διάταγμα, ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσθη μέχρι σήμερον. Κανονίζεται δὲ διὰ τοῦ νόμου τούτου, ὅτι ὁ τόκος θὰ πληρώνηται εἰς τοὺς δικαιούχους, οὐχὶ πλέον δι’ ἐνταλμάτων, ὅπως ἐπληρώνετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ νόμου, ἀλλὰ διὰ τοκομεριδίων, προσηρτημένων εἰς ἑκάστην ὁμολογίαν καὶ ἐξαργυρωτέων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τὴν πρώτην Ὀκτωβρίου ἑκάστου ἔτους. Ἀλλὰ διὰ τῆς μὴ ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν, περὶ ὧν προνοεῖ ὁ νέος νόμος, ἕνεκα τῆς μὴ ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, καθυστερεῖται ἡ πληρωμὴ εἰς τοὺς δικαιούχους τῶν τόκων τοῦ 1904, θὰ καθυστερηθῇ δὲ καὶ ἡ τῶν τοῦ 1905, καίτοι ἡ σχετικὴ πίστωσις ἔχει ἀναγραφῆ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τοῦ 1904 καὶ τοῦ 1905· τοιουτοτρόπως δέ, ἀντὶ ὁ νέος νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι εὐεργετικὸς διὰ τοὺς δικαιούχους, ν’ ἀποβῇ ὑπὲρ αὐτῶν, ἀπέβη κατ’ αὐτῶν, διότι ἕως τώρα δὲν ἔλαβον οὗτοι οὔτε τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον ἐλάμβανον τακτικῶς ἀπὸ τοῦ 1856. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν πληρωθῶσιν οἱ δικαιοῦχοι τοὺς καθυστερουμένους τόκους τοῦ 1904 δι’ ἐνταλμάτων, ὡς καὶ πρότερον, μέχρι τοῦ προσεχοῦς Ὀκτωβρίου, ὅτε πρέπει νὰ πληρωθῶσι καὶ τοὺς τόκους τοῦ 1905, καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Ἐὰν ὅμως δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου, ὅτε, ὡς εἶπον, ὀφείλει τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς δικαιούχους τοὺς τόκους τοῦ 1905, τότε θὰ παρακαλέσω νὰ εἰσαχθῇ ἄλλος νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ τροποποιηθῇ ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 7 ὁ νόμος τοῦ 1904, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπὶ μὴ ζημίᾳ τῶν δικαιούχων.
§37Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ τρόπος αὐτὸς μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ὁ καταλληλότερος.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον σχετικῶς.
§39Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§40Π. ΓΚΙΚΑΣ. Βεβαίως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς δὲν διστάζει νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ ὁμολογιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι συνήθεις δανεισταί, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι κατέβαλον τὸ χρῆμά των, διὰ νὰ γείνῃ τὸ ἐλεύθερον τοῦτο Βασίλειον, δύνανται νὰ λαμβάνωσιν 1% ἐτησίως τόκον, ἀφοῦ ὅλα τὰ δάνεια ἡ Ἑλλὰς ἀνεγνώρισεν, ὡς καὶ τὸ ἐξωτερικὸν δάνειον τοῦ 1821, τὸ ὁποῖον σχεδὸν δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τὸ ὁποῖον συνῆψεν ὅλος ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ὄχι μόνον ἡ νῦν ἐλευθέρα Ἑλλάς, καὶ πληρώνει δι’ ὅλα αὐτὰ τόκον 5% καὶ 6% ἐτησίως, ἐνῷ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον τὸ χρῆμα αὐτῶν, διὰ νὰ γείνωμεν ἡμεῖς ἐλεύθεροι, — διότι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ χρῆμα ἐκεῖνο καὶ ἡ κατὰ θάλασσαν ὑπεροχὴ τῆς Ἑλλάδος, βεβαίως ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν Βασίλειον δὲν θὰ ὑπῆρχε, — δὲν διστάζει, λέγω, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς νὰ μᾶς δίδῃ τόκον 1% ὡς ψυχικό! Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ νόμος αὐτὸς θ’ ἀπορροφήσῃ μέγα ποσὸν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ καὶ ἀληθὲς ἂν ὑποτεθῇ τοῦτο, καὶ οἱ δικαιοῦχοι εἶναι Ἕλληνες, καὶ ἂν ἴδωσιν ὅτι πρόκειται νὰ μειωθῶσι μεγάλως αἱ πρόσοδοι τοῦ Δημοσίου εἰς τὰς παρούσας οἰκονομικὰς δυσχερείας, εἰς ἃς τὸ Κράτος εὑρίσκεται, βεβαίως δὲν θὰ ἔχωσιν ἀντίρρησιν νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὄχι καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, διότι βεβαίως καὶ εἰς τοὺς δικαιούχους πρέπει νὰ δίδηται ποσόν τι χρεωλυτικῶς κατ’ ἔτος ἀπέναντι τῶν ὅσα δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν, οὕτως ὥστε καὶ τὸ Δημόσιον νὰ μὴ στερηθῇ τῶν προσόδων αὑτοῦ, καὶ ὠφεληθῇ διὰ τῆς χρεωλυτικῆς ἐξοφλήσεως τοῦ χρέους του, καὶ οἱ δικαιοῦχοι οὗτοι ν’ ἀπολαμβάνωσί τι ἀπέναντι τῶν ἀπαιτήσεών των. Ἐγὼ εἶχον ὑποδείξει εἰς τὸν ἀξιότιμον πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν κ. Γουναράκην νὰ διατίθηται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ποσόν τι, ὡς ἐτήσιον χρεωλύσιον, ὑπὲρ τῶν δικαιούχων, ἐκ 200,000–300,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, οὕτω δὲ καὶ οἱ δικαιοῦχοι θὰ ἱκανοποιοῦντο, καὶ τὸ Δημόσιον δὲν ἤθελε στερηθῆ τῶν προσόδων αὑτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος λέγει: «ἂς ψηφισθῇ νόμος, δι’ οὗ νὰ δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τόκον 1% ἐτησίως εἰς τοὺς δικαιούχους, καὶ οὐδὲν πλέον». Ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θ’ ἀκολουθήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅστις οὐδόλως ἀποβλέπει εἰς τὴν ἱερότητα τοῦ χρέους τούτου τοῦ Δημοσίου.
§41Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§42Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§43ΙΩΑΝ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Νομίζω ὅτι ἀδίκως κατατρίβομεν τὸν χρόνον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, συζητοῦντες περὶ τοῦ πῶς θὰ κανονισθῶσι τὰ χορηγήματα ταῦτα, διότι ἡ συζήτησις περὶ τούτου θὰ γένηται ὅταν ἐπανέλθῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ θὰ ἐπανέλθῃ ὅταν θὰ ζητηθῇ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφηρμόσθη. Σήμερον πρόκειται περὶ ἀναπτύξεως ἱστορικῶν λόγων· ἀλλὰ τὴν ἱστορίαν αὐτὴν, τοὺς λόγους αὐτοὺς, αὐτὸ τὸ Κράτος ἀνεγνώρισε διὰ τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν τριῶν ναυτικῶν νήσων. Δυστυχῶς δύο ἤδη ἔτη παρῆλθον, καθ’ ἃ οὐδὲν ἐδόθη εἰς τὰς οἰκογενείας ταύτας ἀπέναντι τῶν ἀπαιτήσεών των, καίτοι ἐψηφίσθη νόμος περὶ τούτου, ἀκόμη δὲ δὲν ἐξεδόθησαν αἱ ὁμολογίαι, δυνάμει τῶν ὁποίων θὰ ἠδύναντο νὰ λάβωσί τι ἀπέναντι τῶν ὅσα ἔχουσι λαμβάνειν. Ἕνεκα τούτου αἱ χῆραι τῶν δικαιούχων, ἵνα μὴ μένωσιν εἰς τοὺς δρόμους καὶ ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἀναθρέψωσι τὰ ὀρφανὰ αὐτῶν, πολὺ πιθανὸν νὰ ἠναγκάσθησαν νὰ προεξοφλήσωσι τὰ ἐπιδόματα αὐτῶν ἀντὶ τεμαχίου ἄρτου, ἵνα δώσωσι ψωμὶ εἰς τὰ τέκνα των. Διὰ τοῦτο λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα ἡ Κυβέρνησις, ἵνα καταβάλλῃ τὰ χορηγήματα ταῦτα, ὡς κατεβάλλοντο πρίν· ὁπόταν δ’ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπερ εἶναι μεγάλης σπουδαιότητος, καὶ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, τότε ἕκαστος δύναται ν’ ἀναπτύξῃ τὰς ἰδέας, ἃς ἔχει, ἡ δὲ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διανομὴν τῶν τίτλων τῶν μετοχῶν, ὡς ἔχουσιν, ἢ νὰ καταβάλῃ τὰ τοκομερίδια αὐτῶν, ἐκπίπτουσα ταῦτα ἀπὸ τῶν τίτλων, καθ’ ὅσον ἔχει ἤδη πληρώσει ἐπιδόματα. Ἀλλὰ πάντως δὲν πρέπει νὰ παρέλθωσι καὶ δύο ἀκόμη ἔτη χωρὶς νὰ πληρωθῇ εἰς τοὺς δικαιούχους ὁ καθυστερούμενος τόκος, διότι πρόκειται περὶ ἄρτου.
§44Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐπληροφορήθη, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαμῶν Βουλευτὴς, ὅτι πρόκειται περὶ βοηθημάτων, διδομένων εἰς χήρας καὶ ὀρφανά. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται περὶ δικαιώματος, πρόκειται περὶ δανείου, τὸ ὁποῖον αἱ τρεῖς ναυτικαὶ νῆσοι Ὕδρα, Σπέτσαι καὶ Ψαρὰ ἔδωκαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Λοιπὸν τὸ δικαίωμα αὐτὸ ζητοῦμεν. Ἐὰν ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1904 περιέπλεξε τὸ ζήτημα, καὶ δὲν ἦναι δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον αὐτὸν, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ καταστῇ δυνατὴ ἡ πληρωμὴ τῶν τε καθυστερουμένων διὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 180,000 δραχμῶν καὶ τῶν διὰ τὸ τρέχον ἔτος ἑτέρων 180,000· διότι βεβαίως ἔχουσι δικαίωμα εἰς ἀγωγὴν οἱ δικαιοῦχοι, καὶ βεβαίως θὰ δικαιωθῶσιν, ἐὰν καταφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια.
§45Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαιῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, ὅτι ἀμέσως θ’ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἴσως δ’ ἐντὸς τῆς αὔριον ἢ μεθαύριον ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ συμπεράσματα, εἰς ἃ θέλω καταλήξει, καὶ νομοσχέδιον, καθ’ ὅσον τοῦτο ἤθελε κριθῆ ἀναγκαῖον.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βρατσᾶνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§47Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου βουλευτοῦ κ. Μαυρομιχάλη νὰ καταθέσῃ ὡρισμένας τινὰς πληροφορίας, σχετικὰς μὲ τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐπειδὴ αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν κατετέθησαν ἔτι, —οὐχὶ βεβαίως ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μαυρομιχάλη, ἀλλὰ μᾶλλον διότι δὲν ἐμεσολάβησεν ἀρκετὸς χρόνος, ἵνα συλλεχθῶσι, —θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον νῦν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ ταύτας.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγγράφως, παρακαλῶ, νὰ ὑποβάλητε τὴν ἐπερώτησίν σας.
§49Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Τὴν εἶχον ὑποβάλει κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§51Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Θὰ ἐξετάσω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἂν αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του, ἐστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, θὰ φροντίσω νὰ τῷ δοθῶσιν αὗται.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξετάσητε τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§53Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, καὶ ἤδη ἀσχολεῖται ἡ ὑπηρεσία εἰς τὴν συλλογὴν τῶν πληροφοριῶν τούτων.
§54Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὑπάρχωσι τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, νὰ ὁρίσητε τίνος συνεδριάσεως εἶναι ταῦτα, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ τὰ εὕρωμεν.
§55Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐστάλησαν, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἤδη ἀσχολεῖται ἡ ὑπηρεσία πρὸς συλλογὴν τῶν πληροφοριῶν.
§56Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν, τὸ νὰ λέγῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀσχολεῖται εἰς τὴν συλλογὴν τῶν πληροφοριῶν. Ἐγὼ εἶμαι Ὑπουργὸς, καὶ δὲν γνωρίζω τι περὶ τούτου. Πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς γνωρίζει, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἀσχολεῖται ἤδη εἰς τὴν συλλογὴν τῶν πληροφοριῶν;
§57Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι εἶμαι καὶ ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ὅτι ὡς τοιοῦτος διατελῶ ἐν γνώσει τῶν γινομένων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τόσον τῶν νομίμως γινομένων, ὅσον καὶ τῶν παρανόμως.
§58Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν εἶναι καὶ ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ὅτι μέγα ἐνδιαφέρον ἔχει διὰ τὰ ναυτικὰ πράγματα ἡμῶν, καὶ παρακολουθεῖ ταῦτα, καὶ περὶ τούτου εἶμαι βέβαιος, διότι ὁσάκις μεταβαίνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὶς ἢ τρὶς τῆς ἡμέρας βλέπω τὸν κ. Βουλευτὴν καθήμενον εἰς τὸ ἔξωθι τοῦ Ὑπουργείου καφενεῖον καὶ φροντίζοντα ἐκεῖ διὰ τὰ ναυτικὰ πράγματα ἡμῶν.
§59Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀστεῖον, κύριε Πρόεδρε, τὸ νὰ λέγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι μὲ βλέπει καθήμενον εἰς τὸ καφενεῖον. Εἶναι ἀστεῖον, διότι οὐχὶ ἅπαξ, οὐχὶ δὶς, οὐχὶ ἐγὼ μόνον, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκάθησεν εἰς καφενεῖον, καὶ μάλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς ὄχι μόνον εἰς καφενεῖα, ἀλλ’ ἴσως καὶ εἰς ἄλλα μέρη πολὺ κατώτερα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει τοῦτο· πάντες ἐκαθήσαμεν εἰς καφενεῖα.
§61Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν πίνακα τῶν ὑπαξιωματικῶν μηχανικῶν, τὸν ὁποῖον ἐζήτησα.
§62Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μάλιστα.
§63ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κατὰ τὸν παρελθόντα χειμῶνα συνέβησαν πλήμμυραι ἐν τῷ νομῷ Καρδίτσης, ἃς ἐπηκολούθησαν ἀνομβρίαι κατὰ τὴν ἄνοιξιν, αἵτινες ἐπήνεγκον τελείαν καταστροφὴν εἰς τὰ σπαρτὰ καθ’ ὅλους τοὺς δήμους. Καίτοι ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Κράτους εἶναι οὐχὶ εὐάρεστος, νομίζω ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ἐπέλθῃ ἀρωγὸς ἡ Πολιτεία εἰς τοὺς παθόντας γεωργοὺς, διότι εἴς τινας δήμους ἡ ἀπόδοσις τοῦ σίτου εἶναι μηδὲν, εἰς ἄλλους δὲ ἐλαχίστη. Πρὸς τοῦτο δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εὐαρεστούμενος ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτραπῇ, ἂν οὐχὶ ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν γεωργῶν ἐκείνων ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τοὐλάχιστον ἡ ἀναστολὴ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τούτου ἐπί τινα ἔτη. Πλὴν τῶν καταστροφῶν αὐτῶν πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν εἰς τὸν δῆμον Ἰθώμης θύελλα μετὰ χαλάζης ἐπελθοῦσα κατέστρεψε τελείως τὴν καπνοφυτείαν καὶ τὰς ἀμπέλους, καὶ συνεπῶς ὁ δῆμος Ἰθώμης εὑρίσκεται εἰς τελείαν καταστροφὴν, διότι οὐδὲν πλέον ἔσοδον ἔχει, καθόσον ὅ,τι εἶχεν, ἤτοι ἡ σιτοσπορὰ, αἱ καπνοφυτεῖαι καὶ αἱ ἄμπελοι, ὅλα ταῦτα εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον τελείως κατεστράφησαν, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον ὁ δῆμος αὐτὸς ν’ ἀπαλλαγῇ τελείως τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τούτου δι’ ὅλους τοὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, περὶ πλήρους δὲ ἀπαλλαγῆς τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τούτου διὰ τοὺς γεωργοὺς τοῦ δήμου Ἰθώμης.
§64Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀναγκαίως τὸ Ὑπουργεῖον θέλει προβῆ εἰς τὴν δέουσαν ἐξέτασιν, ἵνα ἐξακριβώσῃ τὰ γεγονότα, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Καρδίτσης, καθ’ ὅσον δ’ ἤθελε προκύψει ὅτι ὑπῆρξε τελεία καταστροφή, θὰ θεωρήσῃ, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνακούφισιν τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων.
§65ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐν τῷ νομῷ Τρικκάλων συνέβησαν καταστροφαὶ ἀπερίγραπτοι, διότι ἐκτὸς τῶν ἀφθόνων χιόνων ἐπηκολούθησαν καὶ πλήμμυραι τοιαῦται, ὥστε οἱ κάτοικοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ καλλιεργήσωσιν· ἀλλὰ καὶ ὅπου τοῦτο ἐπετεύχθη, κατεστράφη ἡ σπορά, σήμερον δὲ ἄπειροι ἐκτάσεις γῆς μένουσι χέρσοι καὶ ἄνευ ἐλπίδος ἀποδόσεως. Ἐν τούτοις οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον μετὰ ἕνα μῆνα. Ἔχουσι δὲ τὸ ἀτύχημα οἱ γεωργοὶ τοῦ νομοῦ Τρικκάλων, ὅτι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ σπείρωσιν οὐδὲ ἀραβόσιτον, καὶ ἑπομένως οὐδὲν προϊὸν ἀπέμεινεν αὐτοῖς. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ εἰσπράξῃ τὸν φόρον, θὰ πληρωθῶσιν αἱ φυλακαὶ ὀφειλετῶν, πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου, ὅπερ θ’ ἀναγκασθῇ βραδύτερον ν’ ἀπολύσῃ αὐτοὺς, πρὸς ζημίαν δὲ καὶ τῆς γεωργίας, διότι θὰ παρεμποδισθῇ ἡ σπορὰ διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐκεῖ, ὅπου ἐπῆλθε τελεία καταστροφὴ, ἐφαρμόσῃ τὸ μέτρον, ὅπερ ἐφήρμοσε τὸ Κράτος κατὰ τὸ 1903, δηλαδὴ νὰ βεβαιωθῇ δι’ ἐπιτροπῆς ἡ καταστροφὴ αὕτη, καὶ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὅτι κατεστράφησαν τὰ προϊόντα, νὰ χαρισθῇ ὁ φόρος, διότι εἶναι ἀδικώτατον νὰ ὑποχρεωθῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ, ἐνῷ οὐδὲν ἐκ τῶν κτημάτων αὐτῶν θὰ εἰσπράξωσιν ἔσοδον, σήμερον δὲ πένονται κυριολεκτικῶς.
§66Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ εἰσαγάγῃ σχέδιον νόμου περὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀναγκάζομαι δὲ καὶ σήμερον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, διότι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, θὰ εὑρεθῇ δὲ τότε ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τούτου χωρὶς νὰ ἔχῃ νόμον, διότι, ὡς καὶ οἱ προλαλήσαντες ἐξέθηκαν, εἶναι ἀδύνατος ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἰς πλεῖστα μέρη τῆς Θεσσαλίας.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ προβῇ εἰς ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου.
§68Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ προβῇ εἰς ἐξέτασιν, ἀλλ’ ὅταν θὰ ἔλθωσιν αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πράξῃ τίποτε, διότι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ ἔχωσιν ἤδη λήξει. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον μὲ τὴν διάταξιν, τότε νὰ διαταχθῇ ἡ ἀναστολὴ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, ὅταν ἀποδειχθῇ δι’ ἐπιτροπῆς ἡ ἐντελὴς καταστροφὴ ἢ ἔνδεια τοῦ τόπου.
§69Ι. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἐξ ἀφορμῆς τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων ἀνεκινήθησαν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται τὰ ἀρδευτικὰ καὶ ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας. Ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν γίνεται περὶ αὐτῶν πολὺς λόγος, καὶ ἀκόμη οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἐπῆλθεν. Αὐτὰ εἶναι σπουδαῖα ζητήματα, καὶ πρέπει νὰ λάβωσιν ἕν πέρας, ἵνα μὴ ἀκούωμεν καθ’ ἑκάστην παράπονα περὶ πλημμυρῶν καὶ τῶν ἐκ τούτων καταστροφῶν. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου.
§70Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἶσθε σύμφωνοι. Σεῖς θὰ φέρητε τὸ ζήτημα, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θ’ ἀπαντήσῃ (γέλωτες). Ὁ βουλευτὴς Βονίτσης κ. Μαυρομμάτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ συντάξεων νόμων». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 266). Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§72Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Καὶ ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ἔλαβον τὸν λόγον καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα συγκατατεθῇ νὰ προταχθῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδια κοινῆς ὠφελείας καὶ νομοσχέδια τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος, εὐχαρίστως δὲ βλέπω ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μεταξὺ τῶν πρώτων τινὰ ἐξ αὐτῶν, ὡς τὸ περὶ συνεργείων κλπ. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ βυθῷ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα νομοσχέδια, τοπικῆς μὲν ὠφελείας, ἀλλ’ οὐσιωδῶς ἐνδιαφέροντα, καὶ οὐ μόνον νομοσχέδια, ἀλλὰ καὶ προτάσεις νόμων. Καὶ ἀληθῶς μὲν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξεδήλωσε περὶ τῶν τοιούτων νομοσχεδίων φόβον, μήπως ἡ συζήτησις αὐτῶν παρακωλύσῃ τὴν συζήτησιν ἑτέρων νομοσχεδίων, συναφῶν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εὑρίσκω δεδικαιολογημένον τὸν φόβον τοῦτον, διότι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ τοπικῆς ὠφελείας, δὲν δύνανται νὰ προκαλέσωσιν εὐρεῖαν συζήτησιν, ἢ μᾶλλον οὐδεμίαν συζήτησιν, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν, θὰ προκαλέσωσι...
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τίνος νομοσχεδίου πρόκειται;
§74Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Θὰ καταλήξω, κύριε Πρόεδρε.
§75Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Καταλήξατε λοιπόν!
§76Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρότασις νόμου, ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 69, ἡ ὁποία οὐδεμίαν συζήτησιν δύναται νὰ προκαλέσῃ. Τοσοῦτο δὲ μᾶλλον δικαιούμεθα εἰς τὴν πρόταξιν ταύτης, κύριε Πρόεδρε, καθόσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεγνώρισεν, ὅτι δὲν εἶναι πραγματικοὶ οἱ φόβοι, οὓς ἐξέφρασεν ἐν τῇ προηγουμένῃ συνεδριάσει, διότι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει προέταξεν ἕτερα νομοσχέδια καὶ προτάσεις νόμων τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος. Ἐντεῦθεν λοιπὸν δικαιούμεθα, νὰ πιστεύωμεν, ὅτι δύναται νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 69 πρότασις νόμου περὶ ἀποσπάσεως τοῦ δήμου Παρευηνίων ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ναυπακτίας καὶ προσαρτήσεως αὐτοῦ εἰς τὴν τῆς Τριχωνίας.
§77Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι οὐδένα φόβον ἐξέφρασα κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν. Εἶπον μόνον, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὑπάρχουσι πολλὰ καὶ ποικίλα νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμός, καὶ ὅτι ψηφιζομένων τούτων ἀναγκαίως θέλουσι ψηφισθῆ μετ’ αὐτὰ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσιν εἰς ὠφέλειαν καθαρῶς τοπικήν. Οὐχ ἧττον, ἀκολουθῶν τὴν πορείαν, ἣν ἔταμον ἤδη, προθύμως θέλω δεχθῆ νὰ προταχθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. ἐκ Τριχωνίας Βουλευτής.
§78Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 22 τῆς ἡμερησίας διατάξεως νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς πίστωσιν ἀναπληρωματικὴν, καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις.
§79Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ φθάσωμεν καὶ εἰς αὐτό.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ πρῶτον τὸ νομοσχέδιον περὶ δωδεκατημορίου τοῦ μηνὸς Ἰουνίου.
§81ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον τοῦ ἔτους 1905 τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ὡς ἐπίσης τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φαρῶν, τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεων πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐξόδων τῶν ῥηθέντων ταμείων διὰ τὸν αὐτὸν μῆνα». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 ἐκ δραχμῶν 2,018,623.52».
§83Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ποσὸν τῶν 2,018,623.52 παρακαλῶ νὰ γείνῃ 2,020,623.52.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἔχετε τροπολογίαν, κύριε Πρόεδρε;
§85Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
§86Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποία ἡ τροπολογία;
§87Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. 2,000 περιπλέον.
§88Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς ποῖον κεφάλαιον;
§89Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὸ κεφάλαιον Εʹ, «ἔξοδα Βουλῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς τρίτην συζήτησιν).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ συντάξεων». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§91ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐδάφιον γʹ, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι οἱ συμπληρώσαντες 15 ἐτῶν συντάξιμον ὑπηρεσίαν, περὶ τῆς μονιμότητος τῶν ὁποίων δὲν προνοοῦσιν εἰδικοὶ νόμοι, δὲν δύνανται ν’ ἀπολυθῶσι τῆς ὑπηρεσίας, εἰμὴ «ἕνεκεν ἀποδεδειγμένης ἀνικανότητος, ἀμελείας ἢ διαγωγῆς ἀσυμβιβάστου πρὸς τὴν θέσιν, ἣν κατέχουσι». Κατὰ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, πρὶν ἢ παυθῇ ὁ ὑπάλληλος καλεῖται εἰς ἀπολογίαν· προκειμένου ὅμως περὶ ἀνικανότητος, βεβαίως αὐτὸς δὲν ἔχει ν’ ἀπολογηθῇ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ, πῶς αἱ περιπτώσεις αὗται θὰ βεβαιῶνται· διότι δυνατὸν ἐκ τῶν διατάξεων τούτων νὰ ἐπέλθωσι καταχρήσεις, διότι γνωρίζομεν μέχρι τοῦδε, ὅτι εἰς πολλοὺς νόμους περὶ προσόντων ὁρίζεται ὁ λόγος τῆς ἀσυμβιβάστου διαγωγῆς, ἀλλ’ ὁ λόγος αὐτὸς συνήθως χρησιμεύει πρὸς ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου, πρὸς κατάργησιν τῆς μονιμότητος τῆς κεκτημένης. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, προκειμένου ν’ ἀποδειχθῇ ὁ λόγος οὗτος, πρέπει διὰ τινος τρόπου ἐπισήμου νὰ βεβαιῶνται τὰ περιστατικὰ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ κρίνῃ ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ καταρτισθησομένη καὶ ἀποφανθησομένη περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ ὑπαλλήλου. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συντάσσηται ἓν πρωτόκολλον, οὕτως ὥστε ὁ ὑπάλληλος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποδιδομένης αὐτῷ μομφῆς ν’ ἀπολογῆται, καὶ ν’ ἀνασκευάζῃ αὐτήν, καὶ οὕτως ἡ ἐπιτροπή, ἡ ἀποφανθησομένη περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ ὑπαλλήλου, νὰ ἔχῃ τὰ στοιχεῖα, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς νὰ συνέρχηται, διὰ νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ διαγωγὴ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου εἶναι ἀσυμβίβαστος, ἀκούουσα μόνον τῆς ὑπηρεσίας, ἢ τῆς ἀπολογίας αὐτοῦ, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ καὶ ἐμπεριστατωμένως τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀποδίδονται εἰς αὐτόν. Ἐπίσης, προκειμένου περὶ ἀποχῆς τοῦ ὑπαλλήλου ὑπὲρ τὸν μῆνα ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, ὑπάρχει διάταξις ἐν ἄλλῳ νόμῳ περὶ προσόντων· καὶ τοῦ ὅρου δὲ τούτου ἐγένετο μέχρι τοῦδε κατάχρησις. Βλέπομεν καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως κατακεχωρισμένα Διατάγματα, δι’ ὧν ἀπολύονται ὑπάλληλοι διότι ἀπέσχον ὑπὲρ τὸν μῆνα τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Πῶς βεβαιοῦται ἡ πάροδος τοῦ διαστήματος τούτου τοῦ κανονικοῦ ἄνευ ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὐτοῦ ἐκ μέρους τοῦ ὑπαλλήλου; Φρονῶ ὅτι, εὐθὺς ὡς βεβαιοῦται ἡ ἀπουσία ὑπαλλήλου τινὸς ἐκ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, πρέπει νὰ συντάσσηται ἓν πρωτόκολλον, τηρουμένου ἑνὸς βιβλίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία ὑπευθύνως νὰ βεβαιοῖ τὸ γεγονός, οὐχὶ δὲ ἐκ τῶν ὑστέρων ν’ ἀπολύηται ὁ ὑπάλληλος διὰ τοιοῦτόν τινα λόγον. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου.
§92Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Φρονῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Ζακύνθου δὲν ἔχει δίκαιον. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου εἶναι πλήρης. Παρακαλῶ δὲ αὐτὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν θὰ ἐξαρτᾶται πλέον ἐκ τῆς αὐθαιρέτου ἐκτιμήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ ἀπόλυσις τοῦ ὑπαλλήλου εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἐδαφίου βʹ καὶ τοῦ ἐδαφίου γʹ, ἀλλ’ ἐξ ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐνέχει ἐν ἑαυτῇ πάσας τὰς δυνατὰς ἐγγυήσεις περὶ ἀνεξαρτησίας. Ἄλλως τὸ ζήτημα τοῦτο περιλαμβάνεται ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπολογίας τοῦ ὑπαλλήλου. Διὰ ν’ ἀπολογηθῇ ὁ ὑπάλληλος, ἀναγκαίως πρέπει νὰ προσκληθῇ εἰς ἀπολογίαν· θὰ προσκληθῇ δὲ εἰς ἀπολογίαν ἐπὶ ὡρισμένου γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀποδεικνύει εἴτε ἀνικανότητα, εἴτε ἀμέλειαν, εἴτε διαγωγὴν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν θέσιν, ἣν ὁ ὑπάλληλος κατέχει. Τί πλέον τούτου θέλετε; Νομίζω ὅτι μᾶλλον πρὸς τὸν σκοπὸν ἐπιδείξεως πολλοῦ ζήλου ἐγένετο ἡ παρατήρησις παρὰ πρὸς τὸν σκοπὸν συμπληρώσεως κενοῦ ἐν τῷ νόμῳ. Παρακαλῶ δὲ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτου νομοσχεδίου, δὲν ἠθέλησα ν’ ἀφήσω οὐδὲ σκιὰν ἀμφιβολίας, ὅτι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ἀφορῶντος καθαρῶς εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων. Διότι πρέπει τέλος πάντες νὰ ἐμφορηθῶμεν ἐκ τῆς ἀνάγκης, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ διοίκησις, καὶ πάντες πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ἐν συντριβῇ καρδίας, ὅτι, ὅπως σήμερον ἔχουσι τὰ παρ’ ἡμῖν, δὲν ὑπάρχει διοίκησις. Ἀναλαβὼν λοιπὸν τὸ καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτο νομοσχέδιον, βεβαίως ἀπέβλεψα εἰς τὸ νὰ καταστήσω αὐτὸ ὡς οἷόν τε τέλειον, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ οὐδὲ σκιὰ ὑπονοίας, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφιλοχωρήσωσιν εἴτε σκέψεις κομματικαὶ εἴτε σκέψεις προσωπικαί. Ὡς πρὸς τὸ ἐδάφιον βʹ, ἀναγκαίως θ’ ἀποδειχθῇ ἐκ δημοσίων ἐγγράφων ἡ ἀποχὴ τοῦ ὑπαλλήλου ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὐτοῦ ὑπὲρ τὸν μῆνα. Διορίζεται ὁ ὑπάλληλος, καὶ δὲν μεταβαίνει εἰς τὴν θέσιν του. Τὸ ὑπάρχον βιβλίον ἀνταποκρίσεως βεβαιοῖ τοῦτο. Ἑπομένως ὡς πρὸς τὴν περίπτωσιν ταύτην τὸ νομοσχέδιον εἶναι πλῆρες.
§93Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι πάντες εἴδομεν μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἀλλ’ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διατί προὐτίμησε νὰ ὁρίσῃ ὅριον συνταξίμου ὑπηρεσίας τὸ ὅριον τῶν 15 ἐτῶν καὶ οὐχὶ τῶν δέκα;
§94ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δέκα ἐτῶν πρέπει νὰ ὁρισθῇ.
§95Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῶ πᾶσαν τροπολογίαν. Καθ’ ὅσον δ’ ἐπεκτείνετε τὴν μονιμότητα, μὴ ἔχετε ἀμφιβολίαν, ὅτι εἰσέρχεσθε εἰς τὴν διάνοιάν μου, διότι ἔχω σχηματίσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι μόνον διὰ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων δύναται νὰ σωθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἐὰν δὲ ἦτο δυνατὸν νὰ νομοθετηθῇ, ὅτι ἐπὶ πενταετίαν οὐδεμία μετακίνησις, οὐδεμία μετάθεσις, οὐδεμία ἀπόλυσις ὑπαλλήλου γίνεται ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἢ τοὐλάχιστον ἄνευ ἀποφάσεως ἁρμοδίου Συμβουλίου, νομίζω ὅτι θὰ ἐσῴζετο τὸ Ἑλληνικόν.
§96ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§97ΑΡ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι γινομένης δεκτῆς τῆς ἀρχῆς, ὅτι ὡρισμένων ἐτῶν ὑπηρεσία προσδίδει τὸ δικαίωμα τῆς μονιμότητος, πέντε ἐτῶν ὑπηρεσία εἶναι ἀρκετή, ἵνα ἀποδείξῃ, ἂν ὁ ὑπάλληλος εἶναι κατάλληλος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου.
§98ΦΩΝΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§99Γ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τοὐλάχιστον ὀκταετὴς ὑπηρεσία.
§100ΠΟΛΛΟΙ. Δέκα ἐτῶν, δέκα.
§101ΑΡ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι πενταετὴς ὑπηρεσία εἶναι ἀρκετή, ἵνα ἀποκτήσῃ ὁ ὑπάλληλος τὰ προσόντα, τὴν πεῖραν καὶ τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα.
§102Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, ὅλαι αὑταὶ αἱ τροπολογίαι νὰ ὑποβληθῶσιν ἐγγράφως, ὅπως συζητηθῶσι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§104Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων εἶναι ἀναμφισβητήτως ζήτημα ὑψίστης σημασίας. Ὅσοι διῴκησαν τὰ κοινὰ γνωρίζουσιν ὁποία εἶναι ἡ ἀνάγκη αὕτη. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ μονιμότης, ἡ καθιερουμένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὑφίσταται ἐλάττωσιν σπουδαίαν, ἐὰν μείνῃ τὸ ἐδάφιον αʹ ὡς ἔχει. Κατὰ τὸ ἐδάφιον αʹ ἡ μονιμότης τοῦ ὑπαλλήλου καταργεῖται, ἐὰν κατηργήθη ἡ θέσις, ἢ ἡ πίστωσις διὰ τὸν μισθὸν αὐτοῦ δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι νόμος πλάττων δαπάνας· ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει δαπάνας ὁριζομένας ὑπὸ νόμων. Κατὰ τὸ ἐδάφιον αʹ τοῦ ἄρθρου 1 δύναται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ μὴ ἀναγράψῃ δαπάνην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δηλαδὴ μισθοδοσίαν ὑπαλλήλου, ὑπαγομένου εἰς τὴν μονιμότητα κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ τότε ἡ μονιμότης δὲν ὑφίσταται· ὥστε πᾶς Ὑπουργὸς, ὅστις θέλει νὰ παύσῃ ὑπάλληλόν τινα, δὲν ἀναγράφει τὴν διὰ τὸν μισθὸν αὐτοῦ δαπάνην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ὁ ὑπάλληλος παύεται! Νομίζω ὅτι τὸ νὰ παυθῇ ὁ ὑπάλληλος ἕνεκα καταργήσεως θέσεως βεβαίως εἶναι ὀρθόν, ἀλλὰ νὰ παυθῇ ἕνεκα μὴ ἀναγραφῆς τῆς διὰ τὸν μισθὸν αὐτοῦ δαπάνης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τοῦτο ἀναιρεῖ κατά τι τὴν μονιμότητα τοῦ ὑπαλλήλου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐκ τοῦ ἐδαφίου αʹ πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις «ἢ ἡ πρὸς τοῦτο δαπάνη δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ».
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Καραπᾶνε, ὑποβάλετε τὴν τροπολογίαν σας ἐγγράφως διὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§106Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος δὲν ἠθέλησε νὰ κατανοήσῃ, ὅτι, ἵνα διαγραφῇ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δαπάνη, δέον νὰ ὑπάρξῃ περὶ τούτου ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, δὲν ἐξαρτᾶται δὲ ἐκ τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ διαγραφὴ τῆς δαπάνης. Ὁ Προϋπολογισμὸς ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν, καὶ εἶναι ἐτήσιος. Ταῦτα γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Λοιπὸν δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ μὴ ἀναγραφῇ ἡ δαπάνη, καὶ ἐντεῦθεν νὰ παύσῃ ἡ μονιμότης τοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχει δευτέρα περίπτωσις, καθ’ ἣν δύναται νὰ ἐπέλθῃ κατὰ τὸ ἐδάφιον αʹ ἡ ἀπόλυσις τοῦ ὑπαλλήλου: «ἐὰν κατηργήθη ἡ θέσις». Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ, ὅτι λόγῳ περιστάσεων ἐκτάκτων δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ θέσις, ἀλλὰ πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ σχετικὴ πίστωσις. Θέλετε, ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, νὰ κρατήσητε τὸν ὑπάλληλον; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐννοῶ νὰ ὑβρίσω κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν Βουλήν.
§107Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ἀναγράφει ὀνομαστὶ τὰς θέσεις· ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει δαπάνας νενομοθετημένας. Δύναται π.χ. ὁ Ὑπουργὸς ἀντὶ τριῶν ἢ τεσσάρων θέσεων γραμματέων νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δύο θέσεις, καὶ νὰ ἔχῃ οὕτω τὴν ἐλευθερίαν τῆς παύσεως οἱουδήποτε θέλει ἐκ τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων γραμματέων, οὓς ὁ νόμος ὁρίζει. Ἐὰν πρόκηται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ καταργήσεως θέσεώς τινος, οὐδεὶς Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπως διὰ νόμου, τακτικῶς καὶ συμφώνως μὲ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, καταργηθῇ ἡ θέσις καὶ παυθῇ ὁ ὑπάλληλος, περὶ οὗ πρόκειται. Ὁ Προϋπολογισμὸς, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὰ καθιερωμένα παρ’ ἡμῖν καὶ πανταχοῦ, δὲν εἶναι νόμος πλάττων δαπάνας. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει δαπάνας ὁριζομένας ὑπὸ νόμων· θὰ ἦτο δὲ περίεργον νὰ ἔχωμεν ἕνα νόμον, ὅστις νὰ μᾶς ἐπιτρέπῃ νὰ παύωμεν οἱονδήποτε ὑπάλληλον θέλομεν, μὴ ἀναγράφοντες τὸν μισθὸν αὐτοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§108Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Προϋπολογισμός, ὡς γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, εἶναι ὁ νόμος ὁ χορηγῶν τὴν ἄδειαν πρὸς δαπάνην, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δαπάνη ἄνευ ἀδείας κοινοβουλευτικῆς, χορηγουμένης εἴτε διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἴτε δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως. Εἰς αὐτὸ λοιπὸν ἀποβλέπει τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἐδαφίου αʹ.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ὑποβάλητε ἐγγράφως τὰς τροπολογίας σας, ὅσοι ἔχετε τοιαύτας. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§110Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ παρελείφθη προφανῶς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἀπολαύῃ τῆς μονιμότητος, ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων. Εἶναι θέσις ἐμπιστευτικὴ, εἶναι θέσις Ὑπουργοῦ.
§111Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§112Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἔχω νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, διότι ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς ἔχοντες πλέον τῶν 15 ἐτῶν ὑπηρεσίαν.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς εἶναι ὑπάλληλοι ἐμπιστοσύνης.
§114Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Τῆς Βιβλιοθήκης.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλο αὐτό. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3, 4 καὶ 5). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου ΧΝΒʹ τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἡ σύνταξις ὁρίζεται κατὰ μέσον ὅρον τοῦ μισθοῦ τῶν ἓξ τελευταίων ἐτῶν τῆς ὑπηρεσίας.»
§116ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6. Τὰ διαρκῆ ἐπιμίσθια δὲν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν;
§117Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι. Λογίζεται ἡ σύνταξις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μισθοῦ.
§118ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ προηγούμενος νόμος ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ διαρκῆ ἐπιμίσθια. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει, μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ ΧΝΒʹ νόμου τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «δʹ) Ἡ χήρα καὶ τὰ ὀρφανὰ τοῦ ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων αὐτοῦ καὶ ἕνεκα ταύτης φονευθέντος, ἢ τραυματισθέντος καὶ ἐκ τῶν τραυμάτων ἀποθανόντος, ὡς καὶ ἡ χήρα καὶ τὰ ὀρφανὰ τοῦ ἐκ λοιμώδους ἢ ἐνδημικῆς νόσου ἀποθανόντος.»
§120Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἰσχύουσα διάταξις σήμερον εἶναι, ὅτι «ἡ χήρα καὶ τὰ ὀρφανὰ τοῦ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀποβιώσαντος δικαιοῦνται νὰ λάβωσι σύνταξιν». Διὰ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἀντικαθίσταται ἡ διάταξις αὕτη, καὶ ὁρίζεται ὅτι «λαμβάνουσι σύνταξιν ἡ χήρα καὶ τὰ ὀρφανὰ τοῦ ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων καὶ ἕνεκα ταύτης φονευθέντος, ἢ τραυματισθέντος καὶ ἐκ τῶν τραυμάτων ἀποθανόντος, ὡς καὶ ἡ χήρα καὶ τὰ ὀρφανὰ τοῦ ἐκ λοιμώδους ἢ ἐνδημικῆς νόσου ἀποθανόντος», οὐχὶ καὶ ἀποθανόντος ἄλλως πως. Καὶ ἂν ὁ ὑπάλληλος ἀποθάνῃ ἐκ λοιμώδους ἢ ἐνδημικῆς νόσου οὐχὶ ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ διότι εὑρίσκεται ἕνεκα οἱουδήποτε λόγου εἰς μέρος, ὅπου ὑπάρχει ἡ λοιμώδης ἢ ἐνδημικὴ νόσος, ἡ χήρα καὶ τὰ ὀρφανὰ τοῦ οὕτως ἀποθανόντος λαμβάνουσι σύνταξιν, ἡ χήρα δὲ καὶ τὰ ὀρφανὰ τοῦ ἀποθανόντος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας δὲν λαμβάνουσι σύνταξιν, παρὰ μόνον ἂν ἐκεῖνος ἐπληγώθη ἢ ἐφονεύθη. Νομίζω ὅτι ἡ ἰσχύουσα διάταξις εἶναι δικαιοτέρα καὶ λογικωτέρα τῆς διατάξεως, ἥτις προτείνεται πρὸς ἀντικατάστασιν αὐτῆς.
§121Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἰσχύουσα διάταξις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ὅλας τὰς δυνατὰς καταχρήσεις. «Ἕνεκα ὑπηρεσίας»! Κρυολόγημα, τὸ ὁποῖον κατέληξε κατόπιν εἰς θάνατον. «Ἕνεκα ὑπηρεσίας»! Καὶ δὲν δύνασθε καμμίαν περίπτωσιν δικαίας ἀπονομῆς συντάξεως νὰ ἀναφέρητε, ἐκτὸς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ ἄρθρον.
§122Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κανονίσατε τὴν ἀπόδειξιν τοῦ «ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας».
§123Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι τὸ κλῖμα μὴ ὑγιὲς, εἶναι π. χ. τὰ δύο χωρία, τὰ ὁποῖα ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως ὁμιλῶν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λεβαδείας. Ἀλλ’ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἐπέκτασις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ δύναται καὶ πρέπει νὰ παύσῃ ἡ κατάχρησις. Δὲν θὰ ὑπάρχῃ καμμία περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀδικηθῇ χήρα τις ἢ ὀρφανὸν τέκνον. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως ἀφήσητε ὑφιστάμενον, ὡς ἔχει, τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ ΧΝΒʹ νόμου, μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι θὰ ἔχητε μίαν θύραν, διὰ τῆς ὁποίας πάλιν κατὰ ἑκατοστύας θὰ ἐξέρχωνται αἱ συντάξεις.
§124Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἂν ἀποθάνῃ τις λοιπὸν ἐκ λοιμώδους νόσου ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας, θὰ λαμβάνῃ σύνταξιν ἡ χήρα αὐτοῦ! (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει, μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς πρώτην συζήτησιν).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας συντάξεως εἰς τὰς ἀνεψιὰς τοῦ Θεοδώρου Π. Δηλιγιάννη.
§126Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ γείνῃ μυστικὴ ψηφοφορία. Παρακαλῶ, ἡ ψηφοφορία νὰ γείνῃ εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε οἱ κύριοι Βουλευταὶ θὰ παρακληθῶσι νὰ μὴ ἀναχωρήσωσι.
§128ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλλίτερον νὰ γείνῃ τώρα ἡ ψηφοφορία.
§129Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ νὰ γείνῃ καὶ τώρα ἡ ψηφοφορία· ἀλλὰ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μὴ ἀναχωρήσωσι.
§130Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν. Κατὰ τὴν ὀγδόην ὥραν πρέπει ν’ ἀναχωρήσωμεν.
§131Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐκφράζει τὴν ἰδίαν αὑτοῦ εὐχήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης βεβαίως σκοπεῖ νὰ παραμείνῃ ἐνταῦθα, καθήμενος εἰς τὸ μέγαρόν του, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ πολλοί, οἱ ὁποῖοι παραμένουσιν ἐνταῦθα καὶ ψήνονται εἰς τὸν καύσωνα, δὲν ἔχουσι δὲ οὔτε τὰς ἀναπαύσεις των ἐνταῦθα, οὔτε τὴν ἀπαιτουμένην εὐμάρειαν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου θὰ γείνῃ ψηφοφορία μυστικὴ διὰ σφαιριδίων, συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 61 καὶ 62 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ νὰ ἔλθωσι δύο ψηφολέκται. (Προσέρχονται οἱ κύριοι Π. Σάκκης καὶ Ν. Α. Στράτος). Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Παρατεθείσης μιᾶς ψηφοδόχου κάλπης ἐπὶ τοῦ βήματος, γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Π. Σάκκη καὶ Ν. Α. Στράτου, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 141 Βουλευταί! Εὑρέθησαν εἰς τὸ Ναὶ ψῆφοι 115, εἰς τὸ Ὄχι 26. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν εἰς πρώτην συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ νόμου ΣΙΒʹ τοῦ 1852 «περὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους.» Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§134ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, εἰς πρώτην συζήτησιν). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συγχωνεύσεως τοῦ Λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ Λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς Ἑλλάδος». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§136Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε,
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει ὁ κύριος Νέγρης.
§138Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπληροφορήθην ὅτι παρεκλήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπὸ τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ αὕτη εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Θὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου, ὅπως μικρόν τι ποσὸν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ λαχείου χορηγηθῇ εἰς τὴν ἑταιρείαν ταύτην. Ὅστις, Κύριοι, ἐξ ὑμῶν ἔχει μεταβῆ εἰς τὸ Μουσεῖον τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἔχει ἴδει τὰ κειμήλια τὰ πάμπολλα, τὰ πολύτιμα, τὰ σπάνια, τὰ ὁποῖα εἶναι συνειλεγμένα καὶ τοποθετημένα ἐκεῖ, ἐπείσθη βεβαίως, ὅτι πρόκειται ἀληθῶς περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον τιμᾷ τὸ ἔθνος, καίτοι γίνεται σχεδὸν ἄνευ μέσων, καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συντρέξῃ τὸ Δημόσιον, καθόσον τὰ μέχρι τοῦδε ἄνευ οὐδενὸς μέσου γενόμενα μᾶς δεικνύουν, τί δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ἐὰν δοθῇ ἔστω καὶ μικρά τις βοήθεια εἰς τὴν εἰρημένην ἑταιρείαν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι τὰ κειμήλια, τὰ εὑρισκόμενα ἐν τῷ Ἐθνικῷ Μουσείῳ, τῆς Βυζαντιακῆς ἢ Χριστιανικῆς ἐποχῆς εἵλκυσαν τὴν προσοχὴν πάντων τῶν ξένων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συνεδρίου ἀφίκοντο ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἂν ἠπόρησαν ἀληθῶς διὰ τὸν πλοῦτον τοῦ Μουσείου, ἠπόρησαν ἔτι περισσότερον, ὅτε ἔμαθον ὅτι ἡ Χριστιανικὴ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία ἐργάζεται μὲ τὰ γλίσχρα μέσα τοῦ ἐτησίου προϋπολογισμοῦ αὐτῆς. Δὲν εἶναι δὲ μόνον τὸ Μουσεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπέσυρε τὴν προσοχὴν τῶν ξένων. Ὁ διευθύνων τὸ Μουσεῖον, ὁ καὶ ἱδρυτὴς αὐτοῦ, ἐδημοσίευσε μελέτας πολυτίμους, αἵτινες ἐπέσυραν τὴν προσοχὴν τῶν σπουδαιοτέρων καὶ σοφωτέρων συγγραφέων τῆς Εὐρώπης. Ἔχω δὲ τὴν τιμὴν σήμερον νὰ προσφέρω ἐκ μέρους αὐτοῦ τὰ συγγράμματά του ταῦτα εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς. Πάντα σχεδὸν ταῦτα ἔχουσι λάβει τὴν τιμὴν νὰ ἑλκύσωσι τὴν προσοχὴν, ὡς εἶπον, τῶν σπουδαιοτέρων συγγραφέων τῆς Εὐρώπης. Δὲν ὑπάρχει σύγγραμμα εὐρωπαϊκὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ γίνεται λόγος περὶ τῆς Χριστιανικῆς ἀρχαιολογίας, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ κάμνῃ μνείαν εὔφημον τῶν συγγραμμάτων τούτων, πρὸς τιμὴν καὶ τοῦ συγγραφέως καὶ τῆς Ἑλλάδος. Ἂς εἴπω δ’ ἐν παρόδῳ, ὅτι εἶναι λυπηρὸν νὰ βλέπωμεν τὸν ἄνδρα αὐτὸν εἰσέτι ὑφηγητὴν καὶ ὄχι καθηγητὴν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ. Ὀφείλω δὲ νὰ σᾶς εἴπω, πῶς κατώρθωσε νὰ περισυλλέξῃ ἐν τῷ Ἐθνικῷ Μουσείῳ πάντα τὰ λαμπρὰ ἐκεῖνα κειμήλια. Ὁ κύριος Λαμπάκης τυγχάνει ἔχων ἰδιωτικὴν — ἂς εἴπωμεν οὕτω — ὑπηρεσίαν παρὰ τῇ Α. Μ. τῇ Βασιλίσσῃ. Ἡ Α. Μ. ἡ Βασίλισσα ἔχει ἀναθέσει εἰς αὐτὸν τὴν φροντίδα νὰ ἐπισκέπτηται τὰς διαφόρους φυλακὰς τοῦ Κράτους καὶ νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Α. Μ. ἐκθέσεις περὶ τῆς καταστάσεως τῶν καταδίκων· οὐδέποτε δὲ ἐκεῖνος ἐταξείδευσε πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, χωρὶς νὰ φροντίσῃ καθ’ ὅλον τὸν περισσεύοντα αὐτῷ ἐκ τῆς κυρίας ἐργασίας του χρόνον νὰ ἐπισκέπτηται καὶ τὰς ἀρχαιότητας τὰς εὑρισκομένας εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ νὰ ἐπανέρχηται ἐνταῦθα φέρων σὺν ταῖς πληροφορίαις, τὰς ὁποίας ζητεῖ ἡ Α. Μ. ἡ Βασίλισσα, καὶ σπουδαῖα εὑρήματα διὰ τὸ Μουσεῖον, καὶ τοῦτο ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποχρεώσεως, ἀλλὰ μόνον ἕνεκα τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ του πρὸς τὴν ἐπιστήμην...
§139Ν. ΔΕΛΛΑΚΟΒΙΑΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς τώρα ἐγκωμίων.
§140Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν δὲν ἦσαν ἐγκώμια ἁρμόζοντα, βεβαίως δὲν θὰ ἦτο καιρὸς νὰ λεχθῶσιν· ἀλλ’ ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ταῦτα πρὸς τιμὴν τοῦ ἀνδρός.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Νέγρη, ἐξακολουθήσατε. Τὰ ἐγκώμια ταῦτα εἶναι ἄξια τοῦ κυρίου Λαμπάκη.
§142Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νῦν, Κύριοι, βεβαιωθῆτε ὅτι ἐν τῷ Μουσείῳ ὑπάρχουσι καὶ ἐπιγραφαὶ πάμπολλαι, — περὶ τὰς πεντακισχιλίας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, — αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ δημοσιευθῶσιν ἕνεκεν ἐλλείψεως μέσων. Πλειστάκις δὲ συνέβη κατὰ τὰ ταξείδια αὐτοῦ ὁ κ. Λαμπάκης ν’ ἀντιληφθῇ τῆς ἐπαπειλουμένης καταστροφῆς μνημείων μεγίστης ἀξίας, ἀλλ’ ἕνεκα ἐλλείψεως μέσων οὐδὲν νὰ δύναται νὰ πράξῃ. Ἕνεκα τούτου ὑπέβαλε πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλεῖ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ καὶ ἡ Χριστιανικὴ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι θέλομεν πράξει ἀληθῶς ἔργον πατριωτικόν, ἀποφασίζοντες, ὅπως μικρόν τι ποσὸν δοθῇ καὶ εἰς τὴν Χριστιανικὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν, διατιθέμενον ὑπὲρ αὐτῆς κατὰ τριμηνίαν, ἔστω καὶ τὸ δέκατον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἡ διανοητικὴ κατάκτησις τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ἕνεκα τῶν ἀρχαιοτήτων αὐτῆς εἶναι κατάκτησις βεβαιοτέρα τῶν συμπαθειῶν αὐτῶν τῶν κραταιῶν τοῦ κόσμου, κατάκτησις, εἰς ἣν δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν βεβαίως ἐλπίδας μεγίστας. Πᾶς ὅστις, Κύριοι, παρηκολούθησε τοὺς ξένους, τοὺς σοφοὺς καθηγητὰς, ἢ τοὺς νέους μαθητὰς, τοὺς διερχομένους ἐντεῦθεν καὶ περιερχομένους ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἐπισκεφθῶσι καὶ προσκυνήσωσι τὰ ἀρχαῖα αὐτῆς μνημεῖα, βεβαίως θέλει ὁμολογήσει, ὅτι, φροντίζοντες καὶ ἡμεῖς περὶ τῆς περισυλλογῆς τῶν μνημείων καὶ κειμηλίων τούτων καὶ τῆς διατηρήσεως αὐτῶν, ὄχι μόνον διανοητικὴν τροφὴν, ἀναπτύσσουσαν τὰ εὐγενέστερα αἰσθήματα τῆς ἀνθρωπότητος, παρέχομεν, ἀλλὰ παρέχομεν καὶ τὴν μεγαλειτέραν ὑπηρεσίαν εἰς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα, προσελκύοντες οὕτω τὴν ἀμέριστον ἀγάπην ἐκείνων, ἐκ τῆς συνδρομῆς τῶν ὁποίων πολλὰ δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν. Τὴν σήμερον δὲ ἡ Χριστιανικὴ καὶ Βυζαντιακὴ ἀρχαιολογία κινεῖ ἐπίσης τὸ ἐνδιαφέρον τῶν Εὐρωπαίων, ὡς καὶ ἡ Ἑλληνική. Διὰ ταῦτα θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μικρά τις συνδρομὴ, ἐξ 7,500 δραχμῶν, ὑπὲρ τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας κατὰ τριμηνίαν.
§143ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§144Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἄλλην γνώμην ἔχω περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ ἐνισχυθῇ ὁ ἐθνικὸς στόλος, καὶ οὐχὶ διὰ λαχείου. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν θέλω ἐπεκταθῆ, διότι εἶναι ἤδη ἐψηφισμένος καὶ λειτουργεῖ ὁ νόμος, καὶ πρόκειται ἁπλῶς τροποποίησις μόνον νὰ γείνῃ, ὅπως συγχωνευθῇ τὸ ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου λαχεῖον μετὰ τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Ἤμην καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ἀντίθετος τοῦ μέτρου τούτου, τ’ ἀποτελέσματα δὲ, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, δὲν μὲ πείθουσιν ὅτι θέλει πλουτίσει τὸ ταμεῖον τοῦ στόλου, οὐδὲ δύναμαι νὰ γνωρίζω, ἂν διὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης δύναται τὸ λαχεῖον νὰ ἔχῃ ἀγαθώτερα ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος κ. Νέγρης ἔφερε τὸ ζήτημα τοῦ νὰ δοθῇ μέρος τοῦ λαχείου εἰς τὴν Χριστιανικὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν, νὰ λάβῃ μέρος δηλαδὴ καὶ αὐτὴ εἰς τὴν πανδαισίαν, ὅπως εὐοδωθῶσιν αἱ ἐργασίαι αὐτῆς, ἤθελον καὶ ἐγὼ προτείνει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ Ἱστορικὴ καὶ Ἐθνολογικὴ Ἑταιρεία.
§145Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἄλλα σωματεῖα! (ἱλαρότης).
§146Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ ὄρεξις ἔρχεται, καθ’ ὅσον τρώγει τις (γέλωτες). Ἐγὼ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Νέγρης μὲ προεκάλεσε. Νομίζω ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ δώσωμεν ἐλαχίστην μερίδα εἰς τὴν Ἱστορικὴν καὶ Ἐθνολογικὴν Ἑταιρείαν, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς ἄλλα σωματεῖα, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε, διὰ ν’ ἀπαλλαγῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐτησίως. Ὁ σκοπὸς τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας εἶναι γνωστός, Κύριοι, εἰς πάντας ἡμᾶς, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἵνα ἀναπτύξω ὑμῖν καὶ τὸν σκοπὸν τὸν ἱερὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Ἱστορικὴ καὶ Ἐθνολογικὴ Ἑταιρεία, καὶ τὰ κειμήλια, τὰ ὁποῖα συνέλεξε, καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ περισυλλέξῃ, ἅτινά εἰσι διεσπαρμένα καὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν κατοχὴν διαφόρων κατόχων. Οἱ πόροι τῆς ἑταιρείας ταύτης εἰσὶν ἐλάχιστοι, δὲν δύνανται δὲ νὰ ἐπαρκέσωσιν, ὅπως αὕτη φέρῃ εἰς πέρας τὸν πράγματι ἱερὸν αὐτῆς σκοπὸν, εἶναι δὲ ὑποχρεωμένον τὸ Δημόσιον νὰ ἐγγράφῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους κατ’ ἔτος ποσόν τι. Λέγω εἶναι ὑποχρεωμένον, διότι ἡ ἑταιρεία αὕτη δὲν εἶναι ἰδιωτική· ἡ ἑταιρεία αὕτη συνεστάθη μὲν τῇ πρωτοβουλίᾳ ἰδιωτῶν, ἀλλὰ πᾶν ὅ,τι συνέλεξεν εἰς τὸ ἀρχεῖον αὑτῆς τὸ πολυτιμότατον, ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον, ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος. Εὐλόγως λοιπὸν καὶ δικαίως πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἀναγράφουσι κατ’ ἔτος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους κονδύλιον δύο ἢ τριῶν ἢ πέντε χιλιάδων δραχμῶν, ἐρχόμεναι εἰς ἀρωγὴν τοῦ σκοποῦ, ὃν προτίθεται ἡ ἑταιρεία αὕτη. Διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν δὲ τὴν δαπάνην ταύτην εἰς τὸν δημόσιον Προϋπολογισμόν, θεωρῶ σκόπιμον καὶ λυσιτελὲς νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ Ἱστορικὴ καὶ Ἐθνολογικὴ Ἑταιρεία εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἀντίρρησιν, ἵνα συμπεριληφθῇ καὶ ἡ Χριστιανικὴ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία, διὰ νὰ γείνῃ ἡ χάρις εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Νέγρην (ἱλαρότης), ἀλλὰ πρωτίστως δὲν πρέπει νὰ παραλειφθῇ ἡ Ἱστορικὴ καὶ Ἐθνολογικὴ Ἑταιρεία, διότι ἔχομεν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ ἔθνους νὰ συντρέξωμεν ἐκείνους, οἵτινες μεριμνῶσι διὰ τὴν περισυλλογὴν τῶν ἱερῶν κειμηλίων, τῶν ἀναπολούντων εἰς ἡμᾶς τὴν δόξαν τῆς μητρὸς Ἑλλάδος.
§147ΣΠΥΡ. ΚΡΙΕΖΩΤΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Νέγρη νὰ ὑποστηρίξω αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπε, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Χριστιανικὴ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀκούσῃ εὐμενῶς ὅσα θὰ εἴπω. Εἰς πλεῖστα μέρη τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ὑπάρχουσι πλεῖστα κειμήλια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς ἐγκαταλελειμμένα, πλεῖστα δ’ ἐξ αὐτῶν, μνημεῖα ἢ ἐρείπια ναῶν, ἔχουσι πλείστας ὅσας ἐπ’ αὐτῶν ἐπιγραφὰς σπουδαίας, καὶ εἰκόνας καλῆς τέχνης τῆς ὀγδόης μετὰ Χριστὸν ἑκατονταετηρίδος καὶ ἐντεῦθεν, αἱ ὁποῖαι καταστρέφονται βαθμηδὸν καὶ ἐκ τοῦ καιροῦ καὶ ὑπ’ ἀγροίκων ἀνθρώπων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι δίκαιον, ἵνα ἡ Κυβέρνησις συντρέξῃ τὴν Χριστιανικὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία ἐργάζεται ἐπιμελῶς καὶ ἀθορύβως, παρέχουσα εἰς αὐτὴν ἀνάλογον χρηματικὴν συνδρομὴν διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ὅπως οὕτω κατορθώσῃ αὕτη νὰ περισυλλέξῃ καὶ περιποιηθῇ τὰ κειμήλια ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι τόσον χρήσιμα εἰς τὴν χριστιανικὴν ἡμῶν ἱστορίαν, τὴν ἱστορίαν τῆς ποτὲ Αὐτοκρατορίας μας καὶ τῆς ἀναμνήσεως τῶν Φωκάδων καὶ τῶν Παλαιολόγων.
§148Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τῶν διαφόρων ἑταιρειῶν, αἵτινες σκοπὸν ἔχουσι τὴν περισυλλογὴν ἀντικειμένων ἱστορικῶν ἢ ἐπιστημονικῶν, βεβαίως δὲν θὰ εὕρῃ ἄκραν, καὶ ἑπομένως θὰ καταναλωθῇ ἴσως ὅλον τὸ ἐκ τοῦ λαχείου εἰσπραχθησόμενον ποσὸν εἰς τὰς πολλὰς ταύτας ἑταιρείας, εἰς ἑκάστην τῶν ὁποίων δὲν θ’ ἀναλογῇ οὕτως ἢ ἐλάχιστον μέρος.
§149Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως δὲν θὰ μείνῃ οὐδὲ λεπτόν.
§150Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ διὰ τὴν Χριστιανικὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν καὶ ἐγὼ προσέρχομαι ἐπίκουρος εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, διότι ἡ ἑταιρεία αὕτη εἶναι συμπλήρωμα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, τῆς Χριστιανικῆς ἐποχῆς ἀποτελούσης τὴν διαδοχὴν τῆς Ἑλληνικῆς ἀρχαιότητος. Τὸ ἔργον δὲ, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἡ Χριστιανικὴ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία ἐπετέλεσεν, ἀναλόγως τῶν πόρων, οὓς ἔχει, εἶναι ὄντως ἀξιοθαύμαστον· διότι συνέλεξε πολλὰ κειμήλια, πᾶς δ’ ὅστις γνωρίζει τὰς χριστιανικὰς ἀρχαιότητας, τὰς εἰς διάφορα μέρη τοῦ Κράτους ὑπαρχούσας, καὶ ἔχει ἔστω καὶ μικρὰν γνῶσιν τῆς ἀξίας αὐτῶν καὶ τῶν κινδύνων, εἰς οὓς τυγχάνουσιν ἐκτεθειμέναι, ἔχει καθῆκον νὰ συνηγορήσῃ, ἵνα δοθῇ μικρόν τι βοήθημα εἰς τὴν ἑταιρείαν ταύτην, ὅπως περισυλλέξῃ τόσα κειμήλια σημαντικὰ, τὰ ὁποῖα καταστρέφονται ἐκ τῆς μὴ γνώσεως τῆς ἀξίας αὐτῶν ὑπὸ τῶν κατόχων. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ στέρξῃ νὰ δοθῇ εἰς τὴν Χριστιανικὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν ἓν ποσοστὸν ἐκ τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν μέρους τοῦ λαχείου.
§151Ι. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Δύο λέξεις θὰ προσθέσω, οὐχὶ ἵνα ζητήσω νὰ δοθῇ μέρος τῶν ἐκ τοῦ λαχείου εἰσπράξεων εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην ἑταιρείαν, ἀλλὰ χάριν τῆς αὐξήσεως τῆς κυκλοφορίας τοῦ λαχείου. Δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας συναδέλφου, διότι νομίζω ὅτι τὸ λαχεῖον δὲν ἀπέτυχεν, ἀφοῦ εἰσπράττει ἓν ἑκατομμύριον περίπου δραχμῶν· νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτυχία εἶναι σχετικὴ, πρέπει δὲ νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς. Νομίζω ὅτι, ἐὰν τροποποιηθῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ λαχείου ἐπὶ τῇ βάσει, ἣν πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος συνάδελφος ὑπέδειξε, θὰ ἔχωμεν καλλίτερα ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ πρωτίστως νομίζω, ὅτι ἡ προμήθεια ἡ διδομένη διὰ τὴν πώλησιν τῶν γραμματίων τοῦ λαχείου πρέπει νὰ αὐξηθῇ οὐσιωδῶς, ἵνα οὕτως αὐξήσῃ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἀναλαμβανόντων τὴν πώλησιν αὐτῶν. Μόνον χάριν πατριωτισμοῦ οὐδεὶς ἐργάζεται πρὸς διάδοσιν τοῦ λαχείου· τὸ συμφέρον καὶ εἰς τοῦτο προηγεῖται. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου αἱ προμήθειαι, αἱ χορηγούμεναι πρὸς αὔξησιν τῆς πωλήσεως γραμματίων λαχείων, εἶναι μεγάλαι, καὶ τ’ ἀποτελέσματα σπουδαιότατα. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ μελετήσῃ καλλίτερον τὸ ζήτημα τῆς διαθέσεως τῶν γραμματίων τοῦ λαχείου, καὶ ν’ αὐξήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς προμηθείας, χωρὶς νὰ ζητῇ διὰ τῶν Τραπεζῶν τῶν ἐγκατεστημένων ἐν τῷ τόπῳ, ὅπως χατηρικῶς φροντίσωσι περὶ τῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων τοῦ λαχείου τούτου. Ἐὰν δὲ κατ’ ἀρχὰς ἔπραξαν τοῦτο χωρὶς ν’ ἀποβλέπωσιν εἰς κέρδη, χάριν πατριωτισμοῦ, ἵνα δώσωσιν ὤθησιν εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον ὑπὸ τοῦ Κράτους μέγαν σκοπὸν, δὲν νομίζω ὅτι θὰ εὑρεθῇ καμμία Τράπεζα, ἥτις νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους τὴν πώλησιν τῶν γραμματίων τοῦ λαχείου. Πρέπει λοιπὸν τὸ δικαίωμα τῆς προμηθείας νὰ ἦναι κατά τι μεγαλείτερον, ὅπως εἰδικοὶ ἄνθρωποι, ἐπιδιδόμενοι εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, ἐνασχοληθῶσιν εἰς τὴν πώλησιν τῶν γραμματίων τοῦ λαχείου. Θὰ συστήσω προσέτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, ἂν δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον—καὶ αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου—νὰ παραχωρηθῇ τὸ λαχεῖον τοῦτο, ἀφοῦ τὸ βελτιώσωμεν κἄπως καλλίτερον, εἰς ἑταιρείαν τινὰ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐν Ἁμβούργῳ π. χ. ἢ ἀλλαχοῦ. Αἱ ἑταιρεῖαι αὗται φροντίζουσι πολὺ διὰ τὴν διάδοσιν τῶν τοιούτων λαχείων, καὶ οὕτω πως θὰ εὐκολυνθῇ ἡ πώλησις τῶν γραμματίων τοῦ ἡμετέρου λαχείου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἀφοῦ ἄλλως τε ἐν Εὐρώπῃ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις λαχείων, τὸ ἡμέτερον λαχεῖον θὰ ἦναι περιζήτητον, καὶ θὰ ἔχωμεν ἐξ αὐτοῦ μέγιστον εἰσόδημα. Ὑποβάλλω τὴν γνώμην ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς μελέτην, ἀλλὰ πρωτίστως ἐπιμένω εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ δικαιώματος τῆς προμηθείας διὰ τὴν πώλησιν τῶν γραμματίων τοῦ λαχείου.
§152ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§153Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι νὰ περιορίσω τὸν λόγον καὶ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν θεμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τίθησι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Θέλω ἐντεῦθεν νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ, ὅσον καὶ ἂν ὑπῆρξε σοφὴ, ἦτο ξένη πρὸς τὸ θέμα, διότι δὲν πρόκειται περὶ συγχωνεύσεως τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας μετὰ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀρχαιολογικῆς τοῦ Κράτους...
§154ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε...
§155Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ὑποτιμῶ τὴν ἐργασίαν τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀρχαιολογικῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ οὐχ ἧττον φρονῶ, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία ἐπετέλεσε, δύναταί τις εἰπεῖν, θαύματα, χάρις εἰς τὴν αὐτοτέλειαν, ἣν κατέστησεν εἰς αὐτὴν ὁ κανονισμός της· ἐὰν δ’ ἐστέφη τελευταῖον διὰ μεγάλης ἐπιτυχίας τὸ Ἀρχαιολογικὸν Συνέδριον, τοῦτο ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὴν αὐτοτέλειαν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Ἐὰν ἠθέλομεν ὑπαγάγει, συμφώνως μὲ τὰς σκέψεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λοκρίδος, τὴν ὅλην ἐνέργειαν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας εἰς τὸ τμῆμα τὸ Ἀρχαιολογικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἠθέλομεν ἔχει ἁπλῶς ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους· δὲν θὰ εἴχομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, τὸν θεσμὸν αὐτὸν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐπικοινωνήσῃ πρὸς πάντας τοὺς σοφοὺς τῆς Εὐρώπης καὶ ὁ ὁποῖος δικαίως ἠξίωσε καὶ ἐπέτυχε νὰ συνέλθῃ ἐνταῦθα τὸ πρῶτον Ἀρχαιολογικὸν Συνέδριον. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος, παρακαλῶ δὲ νὰ μείνωμεν ἐντὸς τοῦ θέματος. Ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου; Εἰς τί τοῦτο ἀποβλέπει; Εἴχομεν μέχρι τοῦδε δύο λαχεῖα, βαίνοντα παραλλήλως καὶ ἀντιμαχόμενα. Εἴχομεν ἀφ’ ἑνὸς τὸ λαχεῖον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, τὸ ἀρχαιότερον, εἴχομεν ἀφ’ ἑτέρου τὸ λαχεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἀναμφισβητήτως τὸ σύστημα τοῦτο τὸ δυαδικὸν δὲν δύναται νὰ δώσῃ τ’ ἀποτελέσματα, εἰς ἃ ἀποβλέπομεν ὑπὲρ τοῦ στόλου. Ἐν ὅσῳ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία ἐνέμετο τὸν θεσμὸν τοῦ λαχείου μόνη, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι τὰ ὑπὲρ αὐτῆς ἀποτελέσματα ἦσαν μεγαλείτερα· ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως ἐνομοθετήθη τὸ λαχεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἐμειώθησαν καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας τὰ ἔσοδα. Ἀπεβλέψαμεν λοιπὸν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἰς τὸ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν κατάπαυσιν τοῦ ἀμοιβαίου πολέμου μεταξὺ τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποβλέψωμεν πλέον εἰς ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι; πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, — τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην ἔχω περὶ πολλοῦ, — δηλαδὴ εἰς τὴν βοήθειαν τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας; Ἐὰν ἠθέλομεν δεχθῆ, ὅτι ἠδυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν μέρος τῶν προσόδων τοῦ λαχείου δι’ οἱονδήποτε ἄλλον σκοπὸν, βεβαίως ἠθέλομεν κατὰ τοσοῦτον μειώσει τὴν πρόσοδον, εἰς ἣν ἀπεβλέψαμεν χάριν τοῦ ἐθνικοῦ στόλου. Ἄν ἀφαιροῦμεν ποσοστόν τι ἐκ τῶν προσόδων τούτων ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, τοῦτο πράττομεν διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία ἔχει κεκτημένον αὐτὸ τὸ δικαίωμα· μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν δὲ, ἣν ἔλαβεν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν νὰ καταργήσωμεν τὸ λαχεῖον ἢ μόνον ἐὰν τὸ Κράτος εὑρίσκηται εἰς θέσιν νὰ προικοδοτήσῃ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν ἄλλως. Ἐντεῦθεν νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν κατὰ μέρος πᾶσαν πρότασιν ἀποβλέπουσαν εἰς τὸ νὰ ἐκτρέψῃ τὸ προκείμενον λαχεῖον ἐκ τοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν ἀπεβλέψαμεν, ἐκ τοῦ σκοποῦ τῆς ἐνισχύσεως τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἄν δεχόμεθα μίαν ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν, τοῦτο πράττομεν, διότι ὑπάρχει ἤδη εἰς τοιοῦτος θεσμὸς λαχείου ὑπὲρ αὐτῆς· ἀλλ’ ἐὰν ἠθέλομεν νομοθετήσει τι πέραν τούτου, βεβαίως ἠθέλομεν φθάσει εἰς μείωσιν τοῦ σκοποῦ, ἢ τοὐλάχιστον εἰς μείωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων, ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπεδιώξαμεν διὰ τοῦ λαχείου τοῦ στόλου. Ἴσως ὁ πόρος αὐτός, ὁ ἐκ τοῦ λαχείου, ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ, ν’ ἀποβλέψωμεν δὲ εἰς αὐτὸν ὡς εἰς τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελε τελικῶς χειραφετηθῆ ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ὑπεβλήθη ἀρχικῶς τὸ νομοσχέδιον περὶ λαχείου τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, ἐγὼ ἤμην ἀντίθετος· ἐφρόνουν ὅτι αὐτὸς ὁ πόρος ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀπώτερον σκοπόν, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐλέγχου. Καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο καθ’ ὃν χρόνον ἡ τροπὴ τῶν ἡμετέρων δανείων ἐπετρέπετο ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ πόρου, δι’ ἑνὸς δανείου, τὸ ὁποῖον θὰ συνωδεύετο μὲ λαχεῖον. Ἀλλ’ αἱ περιστάσεις αἱ ἐθνικαὶ ὑπῆρξαν τόσον ἐπείγουσαι, ὥστε αὐτὸν τὸν πόρον ἐνομίσαμεν καλὸν νὰ χρησιμοποιήσωμεν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καταρτίσεως στόλου εὐπροσώπου, στόλου δυναμένου ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας· ὅ,τι δὲ πράξωμεν πέραν τούτου, ἀποτρέπει ἡμᾶς τοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν ἀπεβλέψαμεν καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ λαχεῖον αὐτὸ ἐδέχθημεν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ δεχθῶ οἱανδήποτε ἐκτροπὴν, ἔστω καὶ τοῦ ἐλαχίστου ποσοῦ, διὰ σκοποὺς ἄλλους ἀπὸ ἐκείνους, εἰς οὓς ἀπέβλεψεν ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον. Βεβαίως, Κύριοι, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὰ σπουδαῖα ἀποτελέσματα τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ὡς καὶ τὰς προσπαθείας, τὰς ἀληθῶς ἀξίας ἐπαίνου, τοῦ διευθύνοντος αὐτὴν κ. Λαμπάκη· οὐδεὶς ἐπίσης δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὰ ἔργα τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας. Γνωρίζομεν τὸν σκοπὸν αὐτῆς τὸν ἐθνικόν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζομεν τοὺς πόρους αὐτῆς, οὔτε ἔχομεν προϋπολογισμόν τινα, οὔτε καθωρισμένον τινὰ σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον δύναταί τις νὰ ὑπολογίσῃ τὴν δαπάνην. Πῶς θέλετε νὰ προικοδοτήσητε ὅλας αὐτὰς τὰς ἑταιρείας; δηλαδὴ ἐπὶ τίνι βάσει; Ἂν ἀπεσπάσαμεν ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας ἓν ὡρισμένον ποσόν, τοῦτο καθωρίσαμεν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ λαχείου αὐτῆς κατὰ τὸ παρελθόν...
§156Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι προωρισμένον διὰ νὰ κτίζῃ μέγαρα!
§157Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐγένετό τις μὴ καλὴ τοποθέτησις τῶν χρημάτων αὐτῶν, βεβαίως εὐθύνονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠνέχθησαν τοῦτο: ἀλλ’ ἐντεῦθεν δὲν ἕπεται, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας πόρον, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται καὶ ὀφείλει νὰ ὑπάρχῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν ἐντελῶς τὸ λαχεῖον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς αὐτὴν τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως καὶ τὰ μέσα τῆς αὐτοτελείας· διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν αὐτοτέλειαν ταύτην ὀφείλει ἡ Ἑταιρεία τὴν ἐπιτυχίαν της. Ἐκεῖνο, εἰς ὃ ἀποβλέπομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι, πῶς αὐτὰ τὰ δύο παράλληλα λαχεῖα, τὰ ἀλληλοπολεμούμενα, νὰ συγχωνεύσωμεν εἰς ἕν, νὰ ἀποδίδωμεν δὲ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλάμβανεν ἐκ τοῦ ἰδικοῦ της λαχείου. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἓν μέγα προσὸν, διότι ἡ ἔλλειψις τοῦ ἀνταγωνισμοῦ θὰ καταστήσῃ εὐχερεστέραν τὴν διάθεσιν τῶν γραμματίων. Καὶ ἐρχόμεθα οὕτως εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἑρμιονίδος. Ἔλεγον ὅτι θὰ ἦτο ἴσως προσφορώτερον καὶ ὀρθότερον, ἂν τὸ λαχεῖον τὸ ἐνιαύσιον διῃρεῖτο εἰς δύο λαχεῖα ἑξάμηνα, ἀλλ’ οὕτω θὰ εἴχομεν πολλαπλασιασμὸν δαπάνης. Σήμερον διὰ τῆς ὑποδιαιρέσεως τῶν κλήρων εἰς τέσσαρας κληρώσεις ἔχομεν ἀκριβῶς τὸ πλεονέκτημα, ὅτι δύναταί τις καθ’ ἑκάστην κλήρωσιν νὰ ἀγοράζῃ ἓν γραμμάτιον, ἢ νὰ ἀγοράζῃ ἀρχικῶς ὁλόκληρον τὸ γραμμάτιον, τὸ ἰσχύον διὰ τὰς τέσσαρας κληρώσεις· ἐντεῦθεν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μείωσις διαθέσεως τῶν γραμματίων, διότι παρετηρήθη, ὅτι, ὅσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ ἀξία τῶν γραμματίων, τοσοῦτον δυσκολωτέρα ἡ διάθεσις αὐτῶν· μὲ μίαν δραχμὴν δύναται καὶ ὁ ὑπηρέτης νὰ ἀγοράσῃ ἓν γραμμάτιον τοῦ λαχείου, καὶ κατὰ τοῦτο ἴσως εἶναι ἀξιόμεμπτον τὸ νομοσχέδιον, διότι δύναται καὶ ὁ ὑπηρέτης καὶ ὁ πτωχὸς ἐργάτης νὰ διαθέσῃ τι πρὸς ἀγορὰν γραμματίων, τὸ διαθέτει ὅμως ἐκ τοῦ ὑστερήματός του. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι, προκειμένου ἀκριβῶς περὶ διαθέσεως τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐκ τῶν λαχείων, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι συνηθίζομεν τοὺς πολίτας εἰς τὸ νὰ προσδοκῶσι κέρδη ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου δὲν πρέπει νὰ προσδοκῶσι· δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συνηθίζωμεν τοὺς πολίτας εἰς τὴν προσδοκίαν τύχης, ἥτις συνεπάγεται τὴν ἔλλειψιν πάσης προνοίας διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἂν ἔχει αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐκ τοῦ ὅτι καθιστᾷ εὐωνότερον τὸν κλῆρον, εὐωνοτέραν τὴν τύχην, εἶναι ὅμως ἀφ’ ἑτέρου μᾶλλον λυσιτελὲς πρὸς τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπιδιώκομεν, δηλαδὴ τοῦ χρηματισμοῦ, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συναθροίσεως ἑνὸς ὡρισμένου κεφαλαίου. Ὁ κ. ἐκ Καλαμῶν Βουλευτὴς μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτοῦ εἶπον, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ μεγάλη προμήθεια εἰς ἐκείνους, εἰς οὕς, ἐκτὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἤθελον δοθῆ γραμμάτια τοῦ λαχείου πρὸς διάδοσιν. Ἀναμφισβητήτως μεγαλειτέρα προμήθεια ἤθελε πολλαπλασιάσει τὸν ἀριθμὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς διαδόσεως τοῦ λαχείου. Κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου θέλω ὑποβάλει τροπολογίαν, οὐχὶ ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῶν προλαλησάντων Βουλευτῶν, ἀλλ’ ἄλλως. Δὲν θέλω νὰ δώσω τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα χορηγῇ τοὺς πρὸς πώλησιν λαχνοὺς εἰς ἄλλους, εἰμὴ εἰς τὰς ἀνεγνωρισμένας ἀρχάς· τότε δὲ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν αὐτὸν σκοπὸν μὲ ὀλιγωτέραν δαπάνην. Ἡ διάθεσις τῶν λαχείων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν θὰ ἦτο ἐπωφελής, διότι τὸ λαχεῖον αὐτὸ ἀποτελεῖ φορολογίαν λανθάνουσαν καὶ ἐπαχθεστάτην, διότι ἡ φορολογία αὐτὴ βαρύνει κυρίως τοὺς πτωχοὺς καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τρέχουσιν ὄπισθεν τῆς τύχης, διότι τὸ βαλλάντιόν των εἶναι πολὺ πτωχόν. Ἴσως λ. χ. ὁ κερδοσκόπος δὲν ἀγοράζει γραμμάτια λαχείου, διότι κρίνει προτιμότερον, ἵνα τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν τοποθετῇ ἐπὶ τόκῳ, ἐνῷ ὁ πτωχὸς εὐκολώτερον δαπανᾷ μίαν δραχμήν, παρασυρόμενος ἐκ τῆς ἐλπίδος τοῦ κέρδους.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττομεν τὴν συζήτησιν περατωμένην.
§159ΑΡ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Μεσσηνέζης.
§161ΑΡ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὡμολογήθη καὶ ὁμολογεῖται, ὑποδεικνύεται καὶ συνεζητήθη, ὅτι τὸ λαχεῖον εἶναι ἔμμεσος φορολογία· τοῦτο οὐδένα λανθάνει, καὶ νόμος ὑφίσταται ἐν τῷ Κράτει ἀπαγορεύων τὴν κυκλοφορίαν τῶν λαχείων. Δὲν λησμονοῦμεν ὅτι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου λαχείου τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, τὸ ὁποῖον συγχωνεύεται μετὰ τοῦ λαχείου τῶν ἀρχαιοτήτων, ἔχομεν καὶ ἄλλα λαχεῖα, ἄλλα δάνεια λαχειοφόρα. Θέλω νὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος ἀπαγορεύει τὴν κυκλοφορίαν τῶν λαχείων, οὐδέποτε κατεβλήθη ἡ δέουσα μελέτη καὶ προσοχή, ἵνα μὴ κυκλοφορῶσιν ἐλευθέρως ἐν τῷ Κράτει ξένα λαχεῖα καὶ τύχαι. Καθ’ ἑκάστην εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας βλέπομεν δημοσιευομένας διαφημίσεις τῶν τοιούτων λαχείων. Ὅταν ἀναγκαζώμεθα νὰ φορολογήσωμεν, πρέπει νὰ φορολογῶμεν τοὐλάχιστον δι’ ἐθνικοὺς σκοπούς, καὶ νὰ μὴ ἐγκαταλείπωμεν ἀπροστάτευτον τὸν λαὸν ἀπέναντι τῶν ξένων λαχείων. Τινὲς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ στρέψωμεν τὸ βλέμμα ἡμῶν καὶ εἰς ξένας Ἐπικρατείας. Ἐν τούτοις ἡμεῖς ἐπιτρέπομεν, ἵνα τὴν χώραν ἡμῶν ἐκμεταλλεύωνται ξένα λαχεῖα· ἀγγελίαι εἰς τὰς ἐφημερίδας δημοσιεύονται, ἀνοικταὶ εἰδοποιήσεις ταχυδρομικῶς ἔρχονται καὶ διανέμονται εἰς ὅλα τὰ γραφεῖα, καὶ πρὸ πάντων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ οὐδέποτε ἐδόθη οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη προσοχή, οὐδ’ ἐλήφθη μέτρον πρὸς παρακώλυσιν αὐτῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε, καὶ οὐχὶ νὰ μακρηγορήσω, διότι νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον οὐδέποτε ἐδόθη ἡ προσήκουσα προσοχὴ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο.
§162ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–7 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, εἰς πρώτην συζήτησιν). Ἐπὶ τοῦ εἰς πρώτην συζήτησιν ψηφισθέντος νομοσχεδίου «περὶ συγχωνεύσεως τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς Ἑλλάδος» ὑποβάλλει τροπολογίαν ὁ κ. Νέγρης. Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 267). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑποχρεώσεων ἀνυποτάκτων κληρωτῶν». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνασυστάσεως τῶν κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΧʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1899 ἐξ συνεργείων καὶ τῶν κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΨϞΘʹ τῆς αὐτῆς χρονολογίας θέσεων λογιστῶν καὶ ὑπολογιστῶν». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἀδείας ὑποθηκεύσεως τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς πρὸς συνομολόγησιν δανείου ὑπὸ τῆς ἑταιρείας ταύτης». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§164Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
§165Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει ὑποβληθῆ μία τροπολογία. Τὴν παραδέχομαι.
§166Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν τὴν παραδέχομαι ὅμως ἐγώ· Θὰ τὴν ἀποκρούσω.
§167Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τί παραδέχεσθε; τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου; τὸ παραδέχομαι.
§168Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνευ συζητήσεως νὰ γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, τώρα δὲ δὲν εἶναι κατάλληλος ὥρα, ἵνα τὸ συζητήσωμεν· ἑπομένως παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§169Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τέλος πάντων πρέπει νὰ συζητηθῇ· τί σήμερον, τί αὔριον;
§170ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§171Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά· ἂς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προχωρήσωμεν;
§173Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· ἕως ἐδῶ.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον, ψηφισθέντος εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ πρώτου ἀντικειμένου τῆς σήμερον, πρῶτον θὰ ἦναι τὸ νομοσχέδιον περὶ δωδεκατημορίου τοῦ μηνὸς Ἰουνίου· κατόπιν τὰ ἄλλα νομοσχέδια κατὰ σειρὰν μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ 20· τὸ ὑπ’ ἀριθ. 41 γίνεται 21, καὶ ἐξακολουθεῖ κατὰ σειρὰν μέχρι τοῦ 27· τὸ ὑπ’ ἀριθ. 69 γίνεται 28, καὶ κατόπιν κατὰ σειράν. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 20′ μ.μ.)