1905.06.28
2.255 στίχοι · 17.254 λέξεις · 184 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
τῆς 28 Ἰουνίου 1905.
(Τρίτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 45′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀειμνήστου Θεοδώρου Π. Δηλιγιάννη ἀπέστειλε πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς εὐχαριστήριον ἔγγραφον: «Κύριε Πρόεδρε. Ἡ ὁμόθυμος καὶ εἰλικρινὴς συμμετοχὴ τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων εἰς τὸ πένθος, εἰς ὃ ἐβύθισεν ἡμᾶς ὁ θάνατος τοῦ ἀειμνήστου Θεοδώρου Π. Δηλιγιάννη, καὶ αἱ ἐξαιρετικαὶ ἀποφάσεις, ἃς ἔλαβε σχετικῶς πρὸς τὴν κηδείαν τοῦ δολοφονηθέντος Πρωθυπουργοῦ, ὑπῆρξαν ὁμολογουμένως ἀνάλογα τοῦ μεγάλου σεβασμοῦ, ὃν ἀείποτε ἐκεῖνος ἐπεδείξατο πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν, ἃς προσήνεγκε πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὸ πολίτευμα, ἐπὶ μακρὰ ἔτη συνεδρεύων ἐν αὐτῷ. Διὰ τὰς ἐκδηλώσεις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας βαθεῖαν αἰσθανόμεθα εὐγνωμοσύνην, καὶ παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, ὅπως εὐαρεστηθῆτε νὰ διαβιβάσητε τὸ αἴσθημα ἡμῶν τοῦτο πρὸς τὰ ἀξιότιμα μέλη αὐτῆς, διαβεβαιώσητε δὲ συγχρόνως τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπῆρξαν ὑψίστη παραμυθία δι’ ἡμᾶς, βαρέως τρωθέντας ἐκ τῆς ἀδοκήτου συμφορᾶς. Δέχθητε, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἔκφρασιν ἀπείρου τιμῆς καὶ σεβασμοῦ, μεθ’ ὧν διατελοῦμεν. Ἡ οἰκογένεια Θ. Π. Δηλιγιάννη.» Ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐπιθεωρητῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως». Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 268). Ὁ βουλευτὴς Δωρίδος κ. Ἀριστοτέλης Ἀναγνωστόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ διαθέσεως ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Εὐπαλίου τῆς ἐπαρχίας Δωρίδος δραχ. 10,770.76 πρὸς ἀνόρυξιν φρεάτων ἐν τοῖς συνοικισμοῖς Μοναστηρακίου, Σουλέ, Ὀμὲρ–ἐφένδη, Μαγούλας καὶ Παλαιᾶς Ράχης τοῦ αὐτοῦ δήμου». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 269). Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Λουκᾶς Θ. Ροῦφος Κανακάρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συγχωνεύσεως τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου». Ἡ τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 270). Ὁ βουλευτὴς Ἰθάκης κ. Κ. Πεταλᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ πληρωμῆς τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων». Καὶ ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 271). Ὁ δήμαρχος Οἴας τῆς ἐπαρχίας Θήρας ἀπέστειλε ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Οἴας κατὰ τῆς ὑπὸ μελέτην συμβάσεως περὶ ἐνιαίας διαχειρίσεως τῆς σταφίδος. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Σύρου διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ τάχιστα μέτρα πρὸς προστασίαν τῆς σταφίδος. Ἐπιτροπὴ τοῦ λαοῦ τοῦ δήμου Πλαταμώδους διὰ τηλεγραφήματός της παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν περὶ ἐνιαίας διαχειρίσεως τῆς σταφίδος σύμβασιν. Ὁ Δημήτριος Καλλιγερόπουλος δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονεῖται κατὰ τῆς ἐπὶ τῶν διδακτικῶν βιβλίων ἐπιτροπῆς, ὡς ἀπορριψάσης τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸν διαγωνισμὸν Γραμματικήν του τῆς νέας Ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἡ Χριστιανικὴ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία δι’ ἐγγράφου αὐτῆς πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλεῖ, ὅπως ἐκ τῶν 300,000 δραχμῶν τοῦ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, συγχωνευθησομένου μετὰ τοῦ τῶν ἀρχαιοτήτων, ὁρισθῇ ποσόν τι καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας.
§2Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, συμφώνως πρὸς τὴν δοθεῖσαν χθὲς ὑπόσχεσιν, νομοσχέδιον «περὶ τῶν τόκων τῶν ἐτῶν 1904 καὶ 1905 ἐπὶ τῶν ναυτικῶν χορηγημάτων». Ἐπίσης νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 14,478.80 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1905».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλουσιν ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 272 καὶ 273).
§4ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ δήμου Φιγαλίας». Ἐπίσης νομοσχέδιον «περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐν τῇ περιοχῇ τοῦ δήμου Ἐράνης παραγομένου σταφιδοκάρπου».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλουσιν ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 274 καὶ 275). Ὁ κύριος Κριεμάδης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§6Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ 1900 εἶχε ψηφισθῆ νόμος, τοῦ ὁποίου σκοπὸς ἦτο ἡ μελέτη περὶ τῆς καταρτίσεως σχεδίου καὶ σχεδιογραφημάτων τῶν ἐκτελεστέων ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων, ἡ ἰσχὺς δ’ αὐτοῦ ὡρίσθη διὰ μίαν πενταετίαν. Σημειωτέον ὅτι ὁ νόμος ἐψηφίσθη τὴν 15 Ἀπριλίου 1900, οὕτω δὲ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἔληξε τὴν 15 Ἀπριλίου 1905. Καὶ ἐν σχέσει μὲν πρὸς τοῦτο ὑπάρχει ἐκκρεμὲς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω ἀργότερον· ἀλλὰ νῦν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ἄλλου ζητήματος σχετικοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας. Εἶδον σήμερον κατὰ τύχην ἀναδημοσιευμένην ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως διακήρυξιν δημοπρασίας περὶ κατασκευῆς τριῶν ὑδραγωγείων ἐν Μπαμπᾷ, Γουνίτσῃ καὶ Κουτσοχέρῳ τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης. Ἡ διακήρυξις αὕτη δημοσιεύεται ὑπὸ τοῦ κ. προέδρου τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας. Νομίζω ὅτι ἡ διακήρυξις αὕτη εἶναι παράνομος, διότι ἡ κατασκευὴ ὑδραγωγείων δὲν εἶναι ἔργον ὑδραυλικόν· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ἔργον ὑδραυλικόν, δὲν εἶναι ἔργον τοῦ κ. προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐκτελεστέων ἔργων, διότι ἡ ἐκτέλεσις εἰσέτι δὲν ὡρίσθη διὰ νόμου, οὔτε ἐπιζητεῖται ἡ πραγματοποίησις αὐτῶν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, διότι δὲν ἐπερατώθη εἰσέτι ἡ μελέτη τῶν σχεδίων καὶ σχεδιογραφημάτων, καὶ διότι ὁ νόμος δὲν ἰσχύει πλέον, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν ἐπιτρέπει τὴν κατασκευὴν ὑδραγωγείων. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἡ διακήρυξις εἶναι ἄκυρος. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων, θὰ σπεύσῃ νὰ ἀκυρώσῃ τὴν διακήρυξιν ταύτην, ἤ, καὶ ἂν ἐγένετο ἡ δημοπρασία, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ κατὰ τὰς 16 Ἰουνίου, θὰ σπεύσῃ ν’ ἀκυρώσῃ τὴν δημοπρασίαν ταύτην. Λέγω δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὰ ὑδραγωγεῖα δὲν εἶναι ἐκ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, περὶ τῶν ὁποίων προνοεῖ ὁ νόμος, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ ὑδραυλικὰ ἐν Θεσσαλίᾳ ἔργα εἰς τρεῖς κατηγορίας ὑποδιαιροῦνται, εἰς ἀντιπλημμυρικὰ, εἰς ἀρδευτικὰ καὶ εἰς ἀποξηραντικά· εἶναι δὲ γνωστόν, ποῖα εἶναι τὰ ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα, ποῖα τὰ ἀρδευτικὰ καὶ ποῖα τὰ ἀποξηραντικά. Διὰ τῶν ὑδραγωγείων πρόκειται νὰ γείνῃ προμήθεια ὕδατος ποσίμου πρὸς χρῆσιν τῶν κατοίκων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι αὐτὰ εἶναι ἐκ τῶν ἔργων τῶν ὑδραυλικῶν, παράνομος εἶναι ἡ διακήρυξις αὕτη, διότι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου δὲν εἶναι ἡ ἐκτέλεσις ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τίνος κεφαλαίου καὶ τίνος ποσοῦ θὰ γείνωσι ταῦτα; Ὁ νόμος περὶ μελέτης τῶν ἐκτελεστέων ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων ὁρίζει 2% ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ διὰ τῶν τελωνείων ἐμπορευμάτων, ¼% ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου σίτου διὰ τοῦ τελωνείου Βόλου, καὶ ποσοστὸν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα διετέθησαν πρὸς μελέτην τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, καὶ δὲν δύνανται νὰ διατεθῶσι πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείων. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον φρονῶ, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ σπεύσῃ νὰ ἀκυρώσῃ τὴν δημοπρασίαν ταύτην, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν καθιερωθῇ τοιαύτη ἀρχὴ, ἡ ὁποία εἶναι παράνομος, θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ καταστραφῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ἐγένετο ὁ νόμος· διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δικαίως πάντες οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας θ’ ἀξιώσουν, ἵνα πανταχοῦ, εἰς ὅλα τὰ χωρία, γείνωσι κρῆναι καὶ ὑδραγωγεῖα, πανταχοῦ διατεθῶσιν ἐκ τῶν ποσῶν τούτων εἰς ἔργα, τὰ ὁποῖα δύνανται ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ὑδραυλικὰ, καὶ τοιουτοτρόπως θέλει διατεθῆ τὸ χρῆμα τὸ Θεσσαλικὸν εἰς ἄλλα ἔργα παρὰ εἰς ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα κυρίως ὡρίσθη, καὶ θὰ ματαιωθῇ τὸ τόσον ὑψηλῆς σημασίας ἔργον ὄχι μόνον διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἐν γένει ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἤδη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου προεκάλεσα τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θέλω δὲ καὶ ἐγγράφως διατυπώσει τὴν ἐπερώτησίν μου, καίτοι ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσω, ἐν τούτοις θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ ὁ νόμος ὁ περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων...
§7Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μὲ παρακαλέσητε νὰ δώσω πληροφορίας. Ποίας ἐποχῆς εἶναι ἡ διακήρυξις;
§8Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὄχι βεβαίως ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεώς σας. Ἔχω τὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ διακήρυξις ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς 24 Μαΐου, ὑπ’ ἀριθ. φύλλου 125. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι κατὰ πλάνην βεβαίως ἡ ὑπηρεσία ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην διακήρυξιν, ἡ ὁποία εἶπον τίνας συνεπείας δύναται νὰ ἔχῃ, διότι ἡ διακήρυξις ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Ὑπογράφει δὲ ταύτην ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς. Προφανῶς εἶναι πλάνη τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ χρήματα προωρισμένα δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα εἰς κατασκευὴν ὑδραγωγείων ἐν Μπαμπᾷ, Γουνίτσῃ καὶ Κουτσοχέρῳ. Ἀλλ’ εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1900 περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων ὥρισε τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ εἰς 5 ἔτη, ἔληξε δὲ ἡ πενταετία εἰς τὰς 15 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. Διὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἔσπευσε νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου παρατείνεται ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου ἐπὶ πέντε ἔτη, πρὸς ἐξασφάλισιν καὶ τῶν συνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον ἕνεκα τοῦ ἀρχικοῦ νόμου, διότι πιθανὸν καὶ δάνεια νὰ συνήφθησαν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔχει δὲ ἤδη ἀναλάβει τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοῦ ἐργολάβου, ὁ ὁποῖος νῦν καταγίνεται εἰς τὴν μελέτην ὑδραυλικῶν ἔργων. Ὥστε ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἐπιβάλλεται ἡ παράτασις τῆς ἰσχύος τοῦ εἰρημένου νόμου ἐπὶ τὴν πενταετίαν, περὶ ἧς διαλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον. Παρετήρησα δὲ μετὰ λύπης, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατέρχεται ἤδη εἰς τὸ τέλος τῆς ἡμερησίας διατάξεως...
§9Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ παραδρομῆς.
§10Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. .. καὶ παρακαλῶ νὰ προταχθῇ...
§11Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἦναι ἐκ τῶν πρώτων ἀντικειμένων τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς αὔριον.
§12Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. .. διότι πρόκειται νὰ προληφθῶσι ζημίαι μεγάλαι. Ὑποβάλλω δὲ καὶ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ ὡς πρὸς τοῦτο καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀκύρωσιν τῆς δημοπρασίας.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομμάτης ἔχει τὸν λόγον.
§14ΞΕΝ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀπὸ πολλοῦ κρίσεις ἐπὶ κρίσεων ἐπέρχονται εἰς τὴν χώραν ἡμῶν. Μετὰ τὴν σταφιδικὴν κρίσιν ἔχομεν τὴν κρίσιν τῶν οἴνων, καὶ μετὰ ταύτην ἄλλας, ἥσσονος μὲν σημασίας, πάντως ὅμως βαρύτητος ἀξίας λόγου. Ἔχομεν ἀπὸ πολλοῦ, ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ πλέον, τὴν ἐμπορικὴν κρίσιν τῶν βαλανιδίων. Δυστυχῶς ὅμως παρ’ ἡμῖν, μόνον ὅταν γίνηται θόρυβος εἴτε ἐν τῇ Βουλῇ εἴτε ἐν τῷ τύπῳ, εἴτε ὁπουδήποτε δύναται νὰ ἦναι κέντρον κοινῆς γνώμης, μόνον τότε ἡ ὑπηρεσία φροντίζει ἢ προσποιεῖται ὅτι φροντίζει περὶ θεραπείας τοῦ κακοῦ. Μέχρι πρὸ εἰκοσαετίας ἡ ἐμπορία τοῦ ἑλληνικοῦ βαλανιδίου ἦτο, σχεδὸν εἰπεῖν, μονοπωλιακὴ, καὶ τὸ προϊὸν ἡμῶν τοῦτο περιζήτητον ἦτο ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης, καὶ πλοῦτον σπουδαῖον τῆς ἡμετέρας χώρας ἀπετέλει. Ἀπὸ τοῦ χρόνου ὅμως ἐκείνου ἤρξατο ἡ παρακμὴ τοῦ προϊόντος τούτου ἐκ πλείστων λόγων, ὧν ὁ κυριώτερος εἶναι ὁ ἑξῆς. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατεσκευάσθησαν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ σιδηρόδρομοι, δι’ ὧν διηυκολύνθη ἡ κάθοδος εἰς τὴν θάλασσαν, εἰς τὴν Σμύρνην, τῶν βαλανιδίων τῶν μεγάλων δασῶν βαλανιδεῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἡ ἄφθονος λοιπὸν παραγωγὴ βαλανιδίων ἀγνώστων εἰς τὴν βυρσοδεψικὴν τῆς Εὐρώπης, καὶ ἡ βελτίων ποιότης αὐτῶν, περιεχόντων πλείονα δεψικὰ στοιχεῖα τῶν ἡμετέρων, ἐπήνεγκε τὴν κατάπτωσιν τῶν τιμῶν τῶν ἑλληνικῶν βαλανιδίων. Ἐνῷ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μόνον 200,000 στατῆρες ἐξ Ἑλλάδος, καὶ 150,000 περίπου στατῆρες ἐκ Ρόδου, Λέσβου, Κρήτης καὶ Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας ἐξήγοντο εἰς τὸ Εὐρωπαϊκὸν ἐμπόριον, ἀπὸ τῆς κατασκευῆς τῶν Ἀσιατικῶν σιδηροδρόμων ἐξήχθησαν ἐπὶ πλέον ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας 1 ἑκατομμύριον στατῆρες, καὶ καλλιτέρας μάλιστα ποιότητος. Ἀλλὰ καὶ ἄλλα φυτικὰ προϊόντα, ἄγνωστα μέχρι τότε εἰς τὴν βυρσοδεψικὴν, καὶ αἱ πρόοδοι τῆς χημείας, ἀπὸ κοινοῦ, ὡς διὰ συνωμοσίας, συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐξευτελιστικὴν ἀξίαν τῶν ἡμετέρων βαλανιδίων. Ἀπὸ δεκαπενταετίας ὅμως, ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, διετηρεῖτο ὁπωσδήποτε ποιά τις ἱκανοποιητικὴ τιμὴ τῶν βαλανιδίων, καὶ οἱ συλλέκται αὐτοῦ, οἱ μὴ ἔχοντες ἄλλην ἐργασίαν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συλλογῆς τοῦ βαλανιδίου, ἀπελάμβανον ἱκανοποιητικὸν ἡμερομίσθιον. Ἀλλ’ ἀπό τινος χρόνου, ἐπελθούσης τῆς ὑψώσεως τοῦ χαρτονομίσματος, ἡ κατάπτωσις τῶν βαλανιδίων ἐπῆλθεν ἐπίφοβος, καὶ μεγάλη ποσότης περυσινῆς παραγωγῆς μένει ἐν παρακαταθήκῃ ἐν Ἑλλάδι ἄνευ ἐλπίδος ἐξαγωγῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἢ μετὰ καταστροφῆς τῶν ἐμπορευομένων τὸ εἶδος τοῦτο. Ἐνῷ δὲ ἡμεῖς ἔχομεν περὶ τὸ ἥμισυ τῆς περυσινῆς παραγωγῆς ἀδιάθετον, καὶ ἐπίκειται καὶ ἡ νέα ἐσοδεία, ὑπάρχει, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν ἐμπορικὸν κόσμον τοῦ βαλανιδίου, παρακαταθήκη ἐν Σμύρνῃ ὑπὲρ τὰς 250,000 στατήρων. Καὶ ἐνόσῳ μὲν τὸ κακὸν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῶν λόγων τούτων, βεβαίως δὲν ὑπέχει τὴν εὐθύνην ἡ Πολιτεία, οὐδ’ ἀξιοῦμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ προλάβῃ τὸ κακὸν, παρακωλύουσα τὴν πρόοδον τῶν ἐπιστημῶν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας τῶν ἄλλων Κρατῶν. Ἀξιοῦμεν ὅμως ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, καθόσον ἐν μέρει αὐτὴ αὕτη ἡ Πολιτεία συντελεῖ εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς βαλανιδεμπορίας διὰ τῆς βαρυτάτης, ἀδίκου καὶ ἀνίσου φορολογίας τῶν βαλανιδίων. Τὰ βαλανίδια φορολογοῦνται, πρὸς 20 μὲν τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν τὰ ἐξ ἐθνικῶν δασῶν, πρὸς 10% δὲ τὰ ἐξ ἰδιοκτήτων δασῶν συλλεγόμενα, ὅταν πρόκηται νὰ ἐξαχθῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, καὶ 24% τὰ ἐξ ἐθνικῶν δασῶν προερχόμενα, 12% δὲ τὰ ἐξ ἰδιοκτήτων, ὅταν πρόκηται νὰ καταναλωθῶσιν εἰς τὴν ἐν Ἑλλάδι βυρσοδεψικήν. Ἀλλ’ ἡ φορολογία αὕτη δὲν γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει διατιμήσεως τῆς πραγματικῆς ἀξίας τοῦ βαλανιδίου, ὡς δασικοῦ προϊόντος, δὲν εἰσπράττεται δηλαδὴ ὁ πραγματικὸς ἔγγειος φόρος, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται φορολογία καὶ ἐπὶ τοῦ βαλανιδίου καὶ ἐπὶ τῶν ἐπιβαρυνουσῶν αὐτὸ δαπανῶν. Διότι, ἐνῷ τὸ βαλανίδιον τιμᾶται ἀπό τινος ὀλιγώτερον τῶν 15 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν καὶ εἶναι ἀζήτητον, ἡ διατίμησις αὐτοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας κανονίζεται ὁ φορολογικὸς ὅρος, ὁρίζεται ὑπὲρ τὰ 25 λεπτά. Ἀλλ’ ἵνα ἀνέλθῃ ἡ τιμὴ τοῦ βαλανιδίου εἰς τὴν θεωρουμένην σήμερον ὑψίστην τιμὴν τῶν 25 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, θὰ ἐπιβαρυνθῇ τοῦτο δι’ ἐξόδων μεταφορᾶς, ἐξόδων ἀποθήκης, καθαριστικῶν, φόρων δημοτικῶν καὶ λιμενικῶν, καὶ διὰ πλείστων ἄλλων δαπανῶν, αἵτινες διαφεύγουσι τὴν μνήμην μου, ἢ δὲν γνωρίζω αὐτάς. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ φορολογῆται οὐ μόνον τὸ βαλανίδιον, ἀλλὰ καὶ αἱ ἐπιβαρύνουσαι αὐτὸ δαπάναι; Εἶναι δίκαιον σήμερον, ἐν τῇ καταπτώσει τῆς ἀξίας αὐτοῦ, ἀντὶ νὰ φορολογῇ τὸ Κράτος τὸ βαλανίδιον πρὸς 20%, — βαρύτατον καὶ τοῦτο, — νὰ φορολογῇ αὐτὸ πρὸς 40% ἢ καὶ πλέον ἴσως; Εἶναι δίκαιον, ἀντὶ νὰ φορολογῇ πρὸς 3 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἐπὶ τῇ βάσει τιμῆς πραγματικῆς καὶ κατ’ ἀνώτατον βαθμὸν 15 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, νὰ φορολογῇ αὐτὸ πρὸς 5 ἢ 6 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν; Ἄλλοτε, ἐνόσῳ ἡ τιμὴ τοῦ βαλανιδίου ἦτο μονοπωλιακή, οὐδεὶς παρεπονεῖτο. Σήμερον ὅμως, ὅτε φοβοῦμαι ὅτι θὰ παύσῃ καὶ ἡ συλλογὴ τῶν βαλανιδίων, ἐὰν ἡ ἐν Ἑλλάδι παρακαταθήκη δὲν ἐξαχθῇ ἄνευ μεγάλων καταστροφῶν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ φροντὶς ὑπὸ τοῦ Κράτους, ὅπως ἡ τιμή, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας τὸ Δημόσιον δέον νὰ φορολογῇ τὸ βαλανίδιον, λογισθῇ οὐχὶ ἡ τιμὴ τῆς ἀγορᾶς τῆς καταναλώσεως, ἀλλ’ ἡ τιμὴ τῆς ἀγορᾶς τοῦ τόπου τῆς συλλογῆς, οὔσης καὶ πραγματικῆς ἀγορᾶς καὶ πωλήσεως τῶν βαλανιδίων ὑπὸ τῶν συλλεκτῶν. Πλὴν δὲ τούτου, τὰ δάση βαλανιδεῶν τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας, παραδόξως μόνα αὐτὰ, καί τινα τῆς Λακεδαίμονος, ἂν μὴ ἀπατῶμαι, θεωροῦνται ἐθνικὰ, καὶ φορολογεῖται ὁ καρπὸς αὐτῶν πρὸς 20%, ἐνῷ ὅλα τὰ ἄλλα βαλανίδια φορολογοῦνται πρὸς 10%. Κατ’ ἐμέ, τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἢ ὅλα εἶναι ἰδιόκτητα, ὡς νεμόμενα ἔκτοτε ὑπὸ τῶν κοινοτήτων, ἢ ὅλα εἶναι ἐθνικά, μηδενὸς ὑπάρχοντος λόγου ὑπὲρ τῆς κατατάξεως τοῦ ἑνὸς ὡς ἐθνικοῦ καὶ τοῦ ἄλλου ὡς ἰδιοκτήτου. Τὴν γνώμην μου δὲ ταύτην ἐπαυξάνει τοσοῦτο μᾶλλον ἡ πεποίθησίς μου, καθόσον γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν Ἀκαρνανίᾳ ἰδιόκτητα ἔκτοτε κτήματα καὶ δάση μετ’ ἐγκύρων τίτλων, ἰδιωτῶν καὶ κοινοτήτων, δι’ ἃ οὐδεμία οὐδαμοῦ γίνεται μνεία, ἐνῷ περὶ τῶν δασῶν τῶν ἄλλων μερῶν τῆς Ἑλλάδος, οὐχὶ ἰδιοκτήτων, ἀλλὰ κοινωτικῶν, σαφῶς καὶ ὡρισμένως ἀναφέρεται ἡ κατὰ τὸ ἥμισυ ἀτελὴς φορολογία τῶν προϊόντων αὐτῶν ὡς ἰδιοκτήτων. Γνωρίζετε οἱ πλεῖστοι κάλλιον ἐμοῦ τὸ νομοθετικὸν Διάταγμα τοῦ 1836, ὅπερ ὥριζεν, ἵνα ἐντὸς ἑνὸς ἔτους προσαγάγωσιν ὅσοι ἔχουσιν ἢ τίτλους ἢ ἄλλα μαρτυρικὰ, ἐξ ὧν νὰ βεβαιοῦται ἡ ἰδιοκτησία καὶ ἡ νομὴ τῶν δασῶν εἴτε ὑπὸ ἰδιωτῶν εἴτε ὑπὸ Μονῶν ἢ δήμων ἢ κοινοτήτων, πόσον ἀτελὲς καὶ ἐσπευσμένον ἦτο. Τίς δύναται νὰ βασισθῇ, ὅτι οἱ τίτλοι ἐκεῖνοι, ἀνεξέλεγκτα πλαστὰ ταπιὰ, ἦσαν γνήσιοι; Ἢ τίς δύναται νὰ ᾖναι πεπεισμένος, ὅτι πράγματι προσήχθησαν τίτλοι περὶ τῶν δασῶν ἐξ ὅλης τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, καὶ ὅτι μόνον ἐκ τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας δὲν προσήχθησαν; Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τῶν δασῶν. Τὸ ζήτημα τῶν δασῶν καὶ τοῦ συναφοῦς αὐτῷ κοινωτικοῦ ζητήματος εἶναι ἀνώτερον τῶν ἐμῶν δυνάμεων, οὐδὲ νομίζω ἐμαυτὸν ἱκανὸν, ἵνα ἐπιλάβωμαι ζητήματος χρήζοντος καὶ πείρας πολλῆς καὶ μελέτης καὶ γνώσεων εἰδικῶν πολλῶν. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν καιρῷ θέλει ἀσχοληθῆ καὶ πρέπει ν’ ἀσχοληθῇ περὶ τούτου. Ἁπλῶς ἐξέκλινα τοῦ ζητήματος περὶ βαλανιδίων, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ὅπως κατίδῃ, ὅτι τὰ βαλανίδια τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, βαρέως καὶ ἀδίκως φορολογούμενα, εἶναι ἐκτὸς παντὸς ἀνταγωνισμοῦ ἐν τῇ σημερινῇ κρίσει. Ἀφοῦ τ’ ἄλλα βαλανίδια τῆς Ἑλλάδος δὲν πωλοῦνται, πῶς νὰ πωληθῶσι τὰ βαλανίδια τῆς Ἀκαρνανίας, φορολογούμενα διπλασίως; Ἐν Ἑλλάδι ὑπὲρ τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον ὀκάδων καταναλίσκεται ἐν τῇ ἐγχωρίῳ βυρσοδεψικῇ. Ἀλλ’ ἡ ἀτέλεια τοῦ ἰσχύοντος ͵ΒΡΞΒʹ νόμου περὶ φορολογίας τῶν δασικῶν προϊόντων, ὁρίζοντος τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῶν βαλανιδίων ἐν τοῖς τελωνείοις, καθώρισε καὶ ἄλλας ἀνισότητας καὶ ἄλλα προνόμια μεταξὺ τῶν βαλανιδίων τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ὡς καὶ μεταξὺ τῶν διαφόρων βυρσοδεψείων τοῦ Κράτους. Τὰ βαλανίδια τῶν ἐπαρχιῶν τῶν εὐνοηθεισῶν ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἢ τῆς τύχης, ὥστε νὰ διέρχηται σιδηρόδρομος διὰ μέσου αὐτῶν, μεταφέρονται εἰς τὰ βυρσοδεψεῖα Ἀθηνῶν, Πειραιῶς κλπ. ἀτελῶς. Τὰ βαλανίδια τῆς Ἀχαΐας, τῶν Καλαμῶν, τῆς Ἀττικῆς, τοῦ Ἁλμυροῦ, μεταφερόμενα διὰ ξηρᾶς εἰς Ἀθήνας, Πειραιᾶ, Πάτρας καὶ Βόλον πρὸς κατεργασίαν ἐσωτερικὴν, εἰς οὐδὲν τέλος ὑποβάλλονται, ἐνῷ τὰ βαλανίδια τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, τῆς Κέας, τῆς Καρυστίας κλπ., μὴ δυνάμενα νὰ μεταφερθῶσι πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν ἢ μόνον διὰ θαλάσσης, ὑποβάλλονται εἰς βαρεῖαν φορολογίαν...
§15ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Χρησιμεύουσιν εἰς ἄλλο τι τὰ βαλανίδια;
§16Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κυρίως εἰς τὴν βυρσοδεψικήν. Ἐνῷ λοιπὸν τὰ βαλανίδια τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν δὲν κεῖνται ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐπιπέδου τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον μεγάλως ζημιοῦται ἐκ τῆς μερικῆς ἀτελείας, τῆς ἐννόμου, οὕτως εἰπεῖν, λαθρεμπορίας διὰ τῆς κατὰ ξηρὰν μεταφορᾶς, καὶ τὰ βυρσοδεψεῖα τῶν διαφόρων πόλεων καὶ αὐτὰ ἐπὶ ἀνίσου ἐπιπέδου ἀνταγωνισμοῦ εὑρίσκονται πρὸς ἄλληλα. Τὰ βυρσοδεψεῖα τῆς Σύρου λ. χ., τὰ βυρσοδεψεῖα τῆς Ἰτέας, τῆς Χαλκίδος κλπ., μὴ δυνάμενα νὰ προσκτήσωνται βαλανίδιον ἀτελὲς, ἐν ἥσσονι μοίρᾳ κεῖνται πρὸς τὰ βυρσοδεψεῖα Πειραιῶς, Ἀθηνῶν κλπ. Ἑτέρα ἀτέλεια τοῦ ἰσχύοντος φορολογικοῦ νόμου περὶ δασῶν εἶναι, ὅτι τὰ καταναλισκόμενα ἐν τῷ ἐσωτερικῷ βαλανίδια φορολογοῦνται περισσότερον ἢ τὰ ἐξαγόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τὰ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καταναλισκόμενα, τὰ μὲν ἐξ ἐθνικῶν δασῶν φορολογοῦνται πρὸς 24% ἐπὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν, τὰ δὲ ἐξ ἰδιοκτήτων πρὸς 12%, ἐνῷ τὰ ἐξαγόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν φορολογοῦνται μόνον πρὸς 20% καὶ 10%. Τοῦτο μοὶ ἐκίνησε τὴν ἀπορίαν, καὶ προσέδραμον εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων τοῦ νόμου ͵ΒΡΞΒʹ κατὰ τὸ 1893. Ἐκεῖ παρετήρησα ἐν ἀγορεύσει τοῦ μεγάλου ἀνδρὸς τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος Χαριλάου Τρικούπη, ἀπαντῶντος πρὸς τὸν ἐπερωτῶντα διακεκριμένον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον κ. Ζυγομαλᾶν, ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον φορολογία εἶναι διὰ τὸν λόγον τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς τῶν ἐξαγομένων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν προϊόντων. Τώρα ὅμως, ἐκλιπόντος τοῦ λόγου τούτου, δέον νὰ συνεκλίπῃ καὶ ἡ ἐπὶ πλέον φορολογία τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καταναλισκομένων βαλανιδίων. Ἂν δὲ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἶχον ἄλλως, ἤθελον προτείνει τὴν παντελῆ ἀτέλειαν τῶν πρὸς ἐγχώριον βιομηχανίαν καταναλισκομένων. Ἀλλ’ ὅ,τι μοὶ ἐνεποίησε τὴν μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν, εἶναι τοῦτο. Κατὰ τύχην προχθές, συζητουμένης τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Βελγίου, παρετήρησα ἐν τῷ νῦν ἰσχύοντι τελωνειακῷ δασμολογίῳ, ὅτι τὰ ἔλυτρα βαλάνων, τὰ βαλανίδια τουτέστι, καὶ ἄλλα ὁμοειδῆ προϊόντα εἰσάγονται ἀτελῶς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ὑποθέτω ὅτι τοῦτο εἶναι σοβαρὰ ζημία τοῦ Δημοσίου.
§17ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ λόγος εἶναι ὑπὲρ τῆς βυρσοδεψίας.
§18Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχομεν περίσσειαν ἐντοπίου βαλανιδίου καὶ φορολογοῦμεν αὐτό, ἐν Ἑλλάδι καταναλισκόμενον, ἐπὶ πλέον ἢ τὸ ἐξαγόμενον, ἀφοῦ φορολογοῦμεν τὸ ἐν Ἑλλάδι καταναλισκόμενον πρὸς 24% ἐπὶ τῆς ἀξίας αὐτοῦ, ἐνῷ τὸ ἐξαγόμενον φορολογοῦμεν πρὸς 20% καὶ τὸ ἐξ ἰδιοκτήτων δασῶν πρὸς 12%, καὶ 10% διὰ τὸ ἐξωτερικόν, διατὶ τὸ εἰσαγόμενον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ νὰ ἦναι ἀτελές; Οὐδὲ τὸ δασικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐγνώριζέ τι, οὐδὲ τὸ τελωνειακόν, οὐδὲ οἱ διακεκριμένοι συνάδελφοι κύριοι Σκουλούδης καὶ Καλογερόπουλος, οὓς ἠρώτησα, οὐδὲ εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου τοῦ 1892 περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου ἀνεῦρον τὸν λόγον. Ἐν τῇ εἰς χεῖράς μου στατιστικῇ βλέπω, ὅτι εἰσήχθησαν κατὰ τὸ 1904 ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀτελῶς βαλανίδια καὶ ἄλλα ὁμοειδῆ βυρσοδεψικὰ προϊόντα 1,657,878 ὀκάδες, ἀξίας ἐμπορικῆς 331,665 δραχμῶν. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ προϊόντα ταῦτα, ἔδει νὰ φορολογηθῶσι πρὸς 20% κατ’ ἐλάχιστον ἐπὶ τῆς ἐκτιμηθείσης ἀξίας αὐτῶν, ἔχομεν ἐκ τούτου ζημίαν τοῦ δημοσίου ταμείου ὑπὲρ τὰς 60,000 δραχμῶν. Καὶ ταῦτα, ἐνῷ περίσσειαν παρακαταθήκης ἐγχωρίου βαλανιδίου ἔχομεν, καὶ ὑπὸ καταδίωξιν, δύναμαι νὰ εἴπω, εἶναι τοῦτο...
§19Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ ποιότητος;
§20Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τὰ βαλανίδια Σμύρνης εἶναι κατὰ 25% καλλίτερα, ἔχουσι δηλαδὴ ἐν μείζονι περιεκτικότητι δεψίνην, ἀλλ’ εἶναι ἀκριβότερα ἢ τὰ ἰδικά μας· τὰ τῆς Ρόδου ὅμως, Λέσβου καὶ Κρήτης εἶναι ὅμοια πρὸς τὰ ἡμέτερα. Ἐὰν δὲν ληφθῇ φροντὶς περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ βαλανιδίων, ὄχι μόνον τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ ζημιῶται, ὡς πρὸ ὀλίγου ἀπέδειξα, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα ταμεῖα, δημοτικὰ καὶ λιμενικά, ἐκ τοῦ προϊόντος τούτου συντηρούμενα, θὰ καταστραφῶσιν. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἰδιωτικὸς πλοῦτος, ὁ ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τούτου, ποικίλλων μεταξὺ 1,500,000 καὶ 2,000,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, καὶ τὸ ἐκ τοῦ πλούτου τούτου ποσοστὸν τοῦ Δημοσίου κινδυνεύει ν’ ἀπολεσθῇ. Μὴ δὲ νομίζετε, ὅτι, εἰς ἣν τιμὴν πωλεῖται σήμερον τὸ βαλανίδιον, μὲ τάσιν καταπτώσεως, εἶναι ἐλπὶς νὰ συλλέγηται πλέον. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἰς πολλὰ μέρη τῆς Ἀκαρνανίας δὲν συλλέγεται. Ἐὰν δ’ ἐγκαταλειφθῇ ἡ συλλογὴ τοῦ βαλανιδίου, καὶ ἡ καταστροφὴ τῶν ἐκ βαλανιδεῶν δασῶν εἶναι βεβαία. Μὴ ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν· ὅσον καὶ ἂν τελειοποιηθῇ ἡ δασικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία, δὲν θὰ φθάσῃ τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν τῆς Γαλλίας. Καὶ ὅμως πρὸς σωτηρίαν τῶν δασῶν αὐτῆς ἡ Γαλλία ἠναγκάσθη νὰ χαρίσῃ ταῦτα εἰς τὰς κοινότητας, ἵνα ἀναπτύξῃ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν κοινοτήτων ὑπὲρ τῶν δασῶν, πρὸς σωτηρίαν αὐτῶν, ὅπερ καὶ ἐπέτυχε. Πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡμεῖς, ἐὰν δὲν ἀναπτύξωμεν τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἀγάπην τῶν χωρικῶν πρὸς τὰ δάση ἐκ τοῦ ἀμέσου καὶ συγκεκριμένου συμφέροντος, δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν εἰς τὴν διατήρησιν τούτων ἐκ τῆς ἀτελοῦς δασικῆς ὑπηρεσίας ἡμῶν, ἥτις τότε θὰ τελειοποιηθῇ, ὅταν δὲν θὰ ὑπάρχωσι δάση! Διὰ τοὺς λόγους τούτους λαμβάνω τὴν τιμὴν, ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν ἐντίμων συναδέλφων κ. κ. Κ. Γρίβα, Δ. Ράγκου καὶ Ν. Α. Στράτου, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ΒΡΞΒʹ νόμου τῆς 13 Φεβρουαρίου 1893 περὶ φορολογίας τῶν δασικῶν προϊόντων, καὶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΒΡΚΑʹ νόμου περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου». Ἐλπίζομεν δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν νόμου ταύτην, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ χάριν τῆς δικαίας καὶ ἴσης φορολογίας τοῦ βαλανιδίου.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βονίτσης ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 276). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§22Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται ἄλλως τὰ τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Δομοκοῦ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ θὰ ὑπάγηται ἐν τῷ μέλλοντι δικαστικῶς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν. Καταθέτων τὸ νομοσχέδιον, ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἠνάγκασαν νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν ταύτην.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 277).
§24Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ βουλευτὴς Σάμης κ. Ποταμιάνος ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, ὅτι ὁ γραμματεὺς τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ Πρωτοδικῶν κωλύεται νὰ ὑπηρετῇ ἐκεῖ, διότι ἐπ’ ἐσχάτων ἐνυμφεύθη, λαβὼν σύζυγον ἐκ τῆς περιφερείας τοῦ Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἦτο ἀκριβὴς, διότι τῷ ὄντι ὁ περὶ οὗ πρόκειται ὑπάλληλος ἐνυμφεύθη ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, ἑπομένως κακῶς ὑπηρέτει μέχρι τοῦδε ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ὁ Γραμματεὺς ἐγκαίρως ἐδήλωσεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ κώλυμα, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐνήργησεν ὅ,τι ὁ νόμος περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων διατάσσει. Ἐγὼ εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτὴν Σάμης, διότι μοὶ κατήγγειλε τὴν πρᾶξιν, περὶ ταύτης δ’ ἔλαβον ἤδη μέριμναν, ὑποβαλὼν ὅπου δεῖ πρότασιν, ἥτις ἐλπίζω ὅτι σήμερον ἢ αὔριον θὰ δημοσιευθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὸν γραμματέα τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ Πρωτοδικῶν. Ἑτέραν ἐπερώτησιν ἀπηύθυνεν ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς περὶ τοῦ γραμματέως τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἐπιδαύρου. Δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ κώλυμα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ὡς πρὸς τὸν γραμματέα τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ Πρωτοδικῶν, διότι ἡ μνηστεία τοῦ γραμματέως τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἐπιδαύρου δὲν ἀποτελεῖ κατὰ τὸν νόμον κώλυμα εἰς τὸ νὰ ὑπηρετῇ ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐκεῖ. Ἀλλὰ δὲν ἀποκρύπτω, ὅτι ὀρθὴ εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ καὶ ἡ θεωρία αὐτοῦ περὶ τοῦ ὅτι ἡ πρόληψις λόγῳ τοῦ δεσμοῦ τούτου ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖ ἀγαθή. Καὶ δὲν προεκάλεσα μὲν τὴν μετάθεσιν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, διέταξα ὅμως τὸν προϊστάμενον αὐτοῦ, ἀπουσιάζοντα ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, ἵνα μεταβῇ πάραυτα εἰς τὴν θέσιν του, ἐλπίζω δ’ ὅτι κατὰ τὴν 6 τοῦ ἐρχομένου μηνὸς, ὁπότε λήγει ἡ δοθεῖσα εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου ἄδεια, θὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του.
§25ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ἀποτελεῖ κώλυμα, εἶπον ὅτι ὁ γραμματεὺς αὐτὸς ἀπὸ πέντε ἤδη ὅλων μηνῶν εἰρηνοδικεύει, ἐνῷ ὁ εἰρηνοδίκης ὁ μετατεθεὶς ἐκεῖ διαμένει ἐνταῦθα ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, μὴ μεταβαίνων εἰς τὴν θέσιν του, τοιουτοτρόπως δὲ ὁ γραμματεὺς ἐκεῖνος ἐξακολουθεῖ εἰρηνοδικεύων· εὑρισκόμενος δὲ μάλιστα εἰς τὸ στάδιον τῶν τρυφερῶν σχέσεων τῆς μνηστείας μετὰ τῆς θυγατρὸς τοῦ πρώην δημάρχου ἔδωκε πολλὰς ἀφορμὰς παραπόνων. Πολλὰ μοὶ γράφουσι περὶ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι δυνατὸν νὰ παρεξηγῆται ὁ ὑπάλληλος οὗτος. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, διὰ τίνα λόγον ὁ μετατεθεὶς ἐκεῖ εἰρηνοδίκης ἐπὶ 5 ἤδη μῆνας δὲν μετέβη εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ἀπὸ 5 μηνῶν ἐξακολουθεῖ εἰρηνοδικεύων ἐκεῖ ὁ γραμματεὺς αὐτός, ὁ μεμνηστευμένος μετὰ θυγατρὸς τοῦ πρώην δημάρχου.
§26ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ μάλιστα προσθέτω καὶ τοῦτο, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ τρυφερὰ μνηστεία τοῦ ὑπαλλήλου τούτου ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ μακρὸν χρόνον, βεβαίως δὲν θ’ ἀναμείνω τὴν τέλεσιν τοῦ γάμου, ἀλλὰ θὰ λάβω μέτρα περὶ μεταθέσεως αὐτοῦ, διότι εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν παρατήρησίν σας.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γιαννακίτσας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§28Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ λήγοντος μηνὸς, κύριε Πρόεδρε, πάντες οἱ ἔμποροι τῆς πόλεως Λαρίσης διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς των παρεπονέθησαν κατὰ τοῦ τελώνου Βόλου, λόγῳ ὅτι κατ’ ἐπανάληψιν οὗτος καθυστέρησε καὶ ἐξακολουθεῖ καθυστερῶν τὰ εἰς τὸ τελωνεῖον Βόλου ἀποβιβαζόμενα ἐμπορεύματα, ἅτινα πρέπει νὰ ἀποστέλλῃ εἰς τὸν τελώνην Λαρίσης, προφασιζόμενος ὁτὲ μὲν ὅτι στερεῖται ἐπαρκοῦς προσωπικοῦ, ὁτὲ δὲ ὅτι δὲν ἔχει διαθέσιμα βαγόνια, ἤτοι ἁμάξας σιδηροδρομικὰς, καὶ ἄλλοτε ὅτι δὲν εἶναι πλήρη τὰ βαγόνια, καὶ τὰ τοιαῦτα. Οἱ ἔμποροι Λαρίσης παρακαλοῦσι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ταχέως ἀρθῶσιν αἱ δυσχέρειαι τῆς καθυστερήσεως τῶν ἐμπορευμάτων αὐτῶν, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον, πλὴν τῶν ἄλλων ζημιῶν λόγῳ τῆς βραδύτητος ταύτης, καταβάλλουσι καὶ δικαιώματα ὑπερημερίας. Ἔχω τὴν πληροφορίαν, ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης, τῆς δικαιοτάτης, τῶν ἐμπόρων Λαρίσης οὐδὲν ἐνεργήθη εἰσέτι. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν τὴν αἴτησιν ταύτην, καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ διατάξητε, ὅπως ἐγκαίρως ὁ τελώνης Βόλου ἀποστέλλῃ εἰς Λάρισαν τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα, αἰρομένων τῶν τοιούτων κωλυμάτων, νὰ ἀποστέλλῃ δὲ αὐτὰ ἐντὸς βαγονίων ἐλευθέρων, ἀφοῦ μάλιστα τοῦτο προβλέπεται ἀπὸ τὸ Διάταγμα τῆς 12 Ἰουλίου 1900. Καὶ ταῦτα μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ παράπονα τῶν ἐμπόρων τῆς Λαρίσης. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ποιήσωμαι καὶ ἑτέραν παράκλησιν πρὸς τὸν αὐτὸν ἔντιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὸ παρελθὸν, δοθείσης ἀφορμῆς, διάφοροι παραστάσεις ἐγένοντο καὶ ἐκ μέρους ἐμοῦ καὶ ἐκ μέρους ἄλλων συναδέλφων, ἀντιπροσωπευσάντων κατ’ ἄλλην ἐποχὴν τὴν ἐπαρχίαν Λαρίσης, ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς φορολογίας τῶν ἐπιτηδευματιῶν τῆς πόλεως Λαρίσης, ἔδει νὰ μὴ ληφθῇ ὡς βάσις ἡ τελευταῖον γενομένη ἀπογραφὴ τῶν κατοίκων τῆς Λαρίσης, διότι εἶναι ἤδη γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1897 ἐπαισθητῶς ἠλαττώθη ὁ πληθυσμὸς τῆς πόλεως Λαρίσης, λόγῳ τῆς ἀπομακρύνσεως πολλῶν κατοίκων τῆς πόλεως Ἰσραηλιτῶν καὶ ἰδίᾳ Ὀθωμανῶν, οἵτινες οὔτε ἐπανῆλθον οὔτε ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἐπανέλθωσιν, ἀφοῦ μάλιστα ἐξεποίησαν πᾶσαν τὴν ἀκίνητον περιουσίαν αὐτῶν. Αἱ παραστάσεις αὗται ἔδωκαν ἀφορμὴν, ἵνα ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μεριμνήσῃ καὶ ἐξακριβώσῃ, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἦσαν ἀκριβεῖς, ἀληθεῖς καὶ βάσιμοι αὗται· ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται εἰδική, οὕτως εἰπεῖν, ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς πόλεως Λαρίσης, ἐκρίθη ἀναγκαῖον καὶ ὠφέλιμον νὰ καταρτισθῇ — ὅπως καὶ κατηρτίσθη — ἐπιτροπή, ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν νομάρχην Λαρίσης, τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, τὸν ταμίαν καὶ ἀγνοῶ ἀπὸ τίνας ἄλλας ἀρχὰς, ἥτις ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ ἐξετάσῃ ὑπευθύνως, καὶ δι’ ἐκθέσεώς της βεβαιώσῃ, ἂν καὶ κατὰ πόσον αἱ παραστάσεις αὗται ἦσαν ἀληθεῖς καὶ πραγματικαί. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐξηκολούθησεν ἐπὶ πολὺ ἐργαζομένη, καὶ ἐπὶ τέλους δι’ ἐκθέσεώς της ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὄντως αἱ παραστάσεις αὗται ἦσαν βάσιμοι, ὑπέδειξε δὲ, ὅτι ὀρθὸν καὶ δίκαιον ἦτο, ἵνα ὁ κατάλογος τῶν ἐπιτηδευματιῶν καταρτισθῇ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1896, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει πίνακος, ὃν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνέταξεν, ἤτοι νὰ φορολογηθῶσιν οἱ περὶ ὧν πρόκειται ἐπιτηδευματίαι, κατατασσόμενοι εἰς τὴν ἀμέσως ἑπομένην κατηγορίαν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅτε διηύθυνεν αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴς κ. Σιμόπουλος, καὶ ὅτε διηύθυνεν αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς κύριος Νέγρης, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, καὶ εἴ τις ἄλλος τῶν ἐντίμων συναδέλφων, ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον, καὶ ἔσπευσε νὰ διατάξῃ, ἵνα καταρτισθῶσιν οἱ φορολογικοὶ πίνακες ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως ταύτης, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1896. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι, ὁσάκις εἴτε ἀνενεώθη ὁ κατάλογος τῶν ἐπιτηδευματιῶν, εἴτε συνεπληρώθη, εἴτε ὁπωσδήποτε κατηρτίσθη, τοῦτο ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως τῆς εἰρημένης ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ νῦν ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Λαρίσης ἐπιδιώκει τὴν κατάρτισιν τῶν πινάκων τῶν ἐπιτηδευματιῶν οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως τῆς εἰρημένης ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1896. Ἐπίσης ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐγένοντο παραστάσεις διὰ τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς ἃς προστίθημι καὶ τὰς ἐμάς, καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν τήρησιν τοῦ μέχρι τοῦδε καθεστῶτος, ἀφοῦ ἄλλως τε οἱ λόγοι οἱ προκαλέσαντες τὸ καθεστὼς αὐτὸ δὲν ἐξέλιπον.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φικιώτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§30ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνυποτάκτων κληρωτῶν». Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 278). Ὁ κ. Γεωργακόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§32Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προκειμένου σήμερον νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ παροχῆς ἀδείας εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς πρὸς σύναψιν ἐνυποθήκου δανείου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας μέχρι Πύλου, ἐξευρίσκουσα τὸν κατάλληλον οἰκονομικὸν συνδυασμὸν πρὸς εὕρεσιν τῆς πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένης δαπάνης. Διότι ἡ προέκτασις αὕτη, ἣν συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, συνδέουσα σιδηροδρομικῶς ὄχι μόνον τὴν ἐπαρχίαν Πυλίας, ἀλλὰ καὶ τοὺς τρεῖς δήμους Ἐράνης, Πλαταμώδους καὶ Φλεσιάδος, τοὺς μεγαλειτέρους τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας, θὰ ἐξυπηρετήσῃ ὄχι μόνον τὰ συμφέροντα τῶν τόπων, οἵτινες θὰ συνδεθῶσι διὰ τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ τὸ συμφέρον τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Ἡ ἀνάγκη τῆς προεκτάσεως ταύτης κατενοήθη ἤδη ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων πρὸ πολλοῦ, καὶ ἔχει χαραχθῆ ἡ γραμμὴ πρὸ τριῶν περίπου ἐτῶν, δὲν ἐπραγματοποιήθη δὲ, διότι ἡ κατασκευὴ αὐτῆς συνεδέθη μετὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Σπάρτης. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἐννοήσω, διὰ τίνα λόγον ἡ ἐκτέλεσις τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας μέχρι Πύλου ἐξηρτήθη ἐκ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Σπάρτης. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ, ὅπως δι’ οἱουδήποτε προσφόρου οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ συντελεσθῇ ἡ προέκτασις τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Πύργου–Κυπαρισσίας μέχρι Πύλου.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος εἶναι ἐγγεγραμμένος πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον τοῦ ἔτους 1905 τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ὡς ἐπίσης τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεων πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐξόδων τῶν ῥηθέντων ταμείων διὰ τὸν αὐτὸν μῆνα». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτόν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ συντάξεων».
§34Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὅλοι, Κύριοι, ἀνεγνωρίσαμεν τὴν σημασίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ εὐχῆς ἔργον, νομίζω, εἶναι νὰ προσπαθήσωμεν νὰ βελτιώσωμεν αὐτό. Ἐλπίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δεχθῇ τροπολογίας τινὰς, τὰς ὁποίας νομίζω λίαν συντελεστικὰς, ὅπως καταστῇ τελειότερον τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ πρώτην ἤδη φορὰν δίδεται ἀφορμὴ νὰ μονιμοποιήσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὸ ἀμετάθετον, τοὐλάχιστον ἐπὶ δύο ἔτη, τῶν δι’ αὐτοῦ μονιμοποιουμένων ὑπαλλήλων, οὕτω δὲ θέλομεν θεραπεύσει δύο μεγάλα κακὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Γνωρίζομεν πάντες, ὅτι τὰ δύο ταῦτα κακὰ εἶναι, τὸ μὲν ἡ ἀπόλυσις, τὸ δὲ ἡ μετάθεσις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὸ πρῶτον κακὸν θεραπεύεται κἄπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου· τὸ δεύτερον νομίζω ὅτι δύναται νὰ θεραπευθῇ δι’ ἑτέρας τροπολογίας, ἣν προτείνω καὶ ἥτις ἐλπίζω ὅτι θὰ γείνῃ δεκτὴ καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ προστεθῇ καὶ ἑτέρα διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐνδεχόμενον πολλοὶ συνταξιοῦχοι νὰ θελήσωσι ν’ ἀναλάβωσιν αὖθις δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ἐὰν ὅμως τις ἐξ αὐτῶν ἀσθενήσῃ ἐκ νόσου, ἐπελθούσης αὐτῷ οὐχὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἐκ φυσικῆς αἰτίας, δὲν ἔφθασε δὲ εἰς τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, δηλαδὴ δὲν ἔχει συμπληρώσει τὸ ἑξηκοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτοῦ καὶ εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν δὲν λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τούτου, ὁ ὑπάλληλος αὐτός, ὁ ὁποῖος θὰ προθυμοποιηθῇ νὰ ὑπηρετήσῃ ἐκ νέου ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, μετὰ τὴν πάθησιν αὐτοῦ θέλει εὑρεθῆ ἄνευ συντάξεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἰδιαίτερον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ, ὅτι «οἱ λαβόντες σύνταξιν πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου καὶ αὖθις διορισθέντες, ἀπολυόμενοι τῆς ὑπηρεσίας, δὲν στεροῦνται τῆς ἀπονεμηθείσης αὐτοῖς συντάξεως κατὰ τὴν πρώτην ἀπόλυσιν». Τέλος νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 περὶ τῶν ἀπολυομένων ὑπαλλήλων ἐπὶ τῇ βάσει δικαιολογητικῶν λόγων δὲν ἀσφαλίζει αὐτοὺς ἀρκούντως, καὶ πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ παρουσιάζωνται αὐτοπροσώπως πρὸς ἀπολογίαν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ἰδίαις δαπάναις. Ταύτας τὰς τροπολογίας προτείνω, τὰς ὁποίας καὶ ἐγγράφως καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 279).
§36ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Δὲν ἤμην παρὼν χθὲς κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω σήμερον ὀλίγας παρατηρήσεις, ἃς ἔχω ἐπ’ αὐτοῦ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πᾶς νόμος, διὰ νὰ ἦναι σεβαστὸς καὶ δεκτὸς εἰς τὴν δημοσίαν συνείδησιν, πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ βασίζηται ἐπὶ τῶν κανόνων τοῦ δικαίου· ἀναχωροῦντες δὲ ἐκ ταύτης τῆς ἀρχῆς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι τὸ ἐδάφιον αʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ δικαίου. Τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἀναγράφει, ὅτι, ἐὰν καταργηθῇ ἡ θέσις ἑνὸς ὑπαλλήλου συμπληρώσαντος δέκα καὶ πέντε ἐτῶν συντάξιμον ὑπηρεσίαν, ἢ ἐὰν ἡ πρὸς τοῦτο δαπάνη δὲν ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὁ ὑπάλληλος ἀπολύεται, καὶ συνεπῶς δὲν ἔχει δικαίωμα πρὸς σύνταξιν. Ἀλλὰ ὑπάλληλος, ὅστις κατὰ μὲν τὸ νομοσχέδιον θὰ ἔχῃ δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν, κατὰ δὲ τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν πρόκειται, ὡς ἤκουσα, νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἔχῃ δεκαετῆ ὑπηρεσίαν, ὑπάλληλος τοιοῦτος, κύριε Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος δέκα ἢ δεκαπέντε ὁλόκληρα ἔτη τῆς ζωῆς του κατηνάλωσεν, ἐκτελῶν πιστῶς καὶ εὐόρκως τὸ καθῆκόν του, εἶναι δίκαιον νὰ στερῆται τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τοιαύτη μακρὰ ὑπηρεσία τῷ παρέχει πρὸς σύνταξιν; Καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Βελγίῳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, ὁσάκις, ῥυθμιζομένης ἄλλως πως μιᾶς ὑπηρεσίας, καταργῶνται θέσεις ἐν αὐτῇ, οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἀπολύονται· τίθενται εἰς διαθεσιμότητα, ἐξακολουθοῦσι λαμβάνοντες ὁλόκληρον τὸν μισθόν των, καὶ διορίζονται κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν πρώτην κενουμένην ὁμοιόβαθμον καὶ ἰσόμισθον θέσιν. Ἐν Ἰταλίᾳ μάλιστα, καθ’ ὅσον γινώσκω, ἐὰν δὲν διορισθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους, λαμβάνουσι τὸ τέταρτον τοῦ μισθοῦ των, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐργάζωνται εἰς τὰς κεντρικὰς ὑπηρεσίας μέχρις οὗ ἐπανακτήσωσιν ἀνάλογον θέσιν. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ μὴ στερήσωμεν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναλόγου συντάξεως τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἵτινες ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ἢ δεκαπενταετίαν προσήνεγκον εἰς τὸ Κράτος τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Πρὸς τούτοις παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσθέσῃ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, αἵτινες θὰ κρίνωσιν ἐπὶ τῶν περιστάσεων τῆς ἀπολύσεως τοῦ ὑπαλλήλου, τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ ἕνα ἀνώτερον ὑπάλληλον τοῦ κλάδου, εἰς ὃν θ’ ἀνήκῃ ὁ ὑπὸ κρίσιν ὑπάλληλος. Ὁ ἀνώτερος αὐτὸς ὑπάλληλος, γινώσκων τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ κλάδου αὐτοῦ, δύναται ἐν ἐπιγνώσει τῶν περιστάσεων νὰ φωτίζῃ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ξένα, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς τὸν κλάδον ἐκεῖνον, θὰ ἦναι δὲ πρόσθετος ἠθικὴ ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ κρινομένου ὑπαλλήλου. Τοιουτοτρόπως ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ οἰκείου Ὑπουργείου δύναται ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὸν κλάδον τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἢ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τοιοῦτος, ὁ κατὰ βαθμὸν ἀνώτερος καὶ ἀρχαιότερος τῶν τμηματαρχῶν τοῦ Ὑπουργείου, εἰς ὃ ἀνήκει ὁ κρινόμενος ὑπάλληλος. Πλὴν τῶν παρατηρήσεων τούτων ἔχω καὶ μίαν ἄλλην. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀναγράφει, ὅτι «τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ΧΝΒʹ τῆς 3 Αὐγούστου 1861 καταργεῖται». Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ἐκείνου ἀπονέμει εἰς τὸν ὑπάλληλον τὸν παθόντα οὐχὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἔχοντα δεκαετῆ ὑπηρεσίαν σύνταξιν ἴσην πρὸς τὸ ⅕ τοῦ μέσου ὅρου τοῦ μισθοῦ τῶν τελευταίων τεσσάρων ἐτῶν, καὶ τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι πολὺ δίκαιον, διότι ὑπάλληλος, ὅστις ἔμεινεν ἐπὶ δεκαετίαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὅστις ἔπαθεν ἔστω καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἀπομακρυνόμενος αὐτῆς, ἐὰν μή τι ἄλλο, δὲν καταλείπει τοὐλάχιστον τὴν οἰκογένειάν του εἰς τοὺς δρόμους. Τὴν ἄδικον ταύτην διάταξιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δυνάμεθα νὰ διορθώσωμεν, διαγράφοντες τὸ ἄρθρον 5. Καὶ ἀφοῦ ὁ νόμος τῆς 3 Αὐγούστου 1861 παρέχει δικαίωμα συντάξεως εἰς τὸν παθόντα μὲν οὐχὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἔχοντα δεκαετῆ ὑπηρεσίαν ὑπάλληλον, ἢ εἰς τὴν οἰκογένειάν του, μοὶ φαίνεται δίκαιον, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ διατηρήσωμεν διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, νὰ παραχωρήσωμεν τοὐλάχιστον τὸ δικαίωμα ν’ ἀποδίδωνται εἰς τὸν παθόντα ἢ εἰς τὴν οἰκογένειάν του ὅσα ἐκρατήθησαν κατὰ τὴν δεκαετῆ ὑπηρεσίαν αὐτοῦ λόγω συντάξεως.
§37Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν θέλω ἀπαντήσει.
§38Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως διὰ τὴν κηδείαν τοῦ ἀειμνήστου Θ. Π. Δηλιγιάννη. Ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 284). Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου.
§40Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲ θὰ ἐξετάσω αὐτὸ κατ’ ἀρχήν. Ἁπλῶς μίαν ἀπορίαν θὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διατὶ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν συνειργάσθησαν καὶ τὰ δύο στρατιωτικὰ Ὑπουργεῖα; Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ μεγαλείτερον μέρος, οὐχὶ τὸ ἥμισυ, ἀλλὰ τὰ ⅔ ἢ τὰ ⅗ τῶν συντάξεων ἀνήκουσιν εἰς τοὺς στρατιωτικούς, οἵτινες οὐδὲν καταβάλλουσι λόγῳ κρατήσεων πρὸς σύνταξιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Διατὶ αὐτὴ ἡ ἀνισότης; Διατὶ οἱ μὲν πολιτικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ δικαστικοὶ δηλαδὴ καὶ ὁλόκληρος ἡ λοιπὴ χορεία τῶν ὑπαλλήλων, νὰ ἦναι ὑποχρεωμένοι νὰ καταβάλλωσι διὰ δικαίωμα συντάξεως τὸ κεκανονισμένον ποσοστὸν ἐκ τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, οἱ δὲ στρατιωτικοὶ νὰ μὴ ἦναι ὑποχρεωμένοι;
§41Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ δὲν ὑπάγονται εἰς κρατήσεις.
§42Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι δὲν πρόκειται περὶ κρατήσεων. Τί θέλετε νὰ κάμω;
§43Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ τὸ γνωρίζω πολὺ καλὰ, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Χαλκίδος. Εἶσθε πολὺ εὐδιάθετος!
§44Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἀκούω τοιαύτας ἐρωτήσεις...
§45Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ κράτησις νῦν, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἰσότης.
§46Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο ζήτημα.
§47Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς ὁμιλίας μου, κύριε Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, ἐὰν θέλῃ νὰ ἦναι γενναιόδωρος πρὸς τοὺς μὲν, καὶ αὐστηρὸς πρὸς τοὺς δὲ, εἶναι κύριος αὐτὸς νὰ τὸ πράξῃ, ἡ Βουλὴ ὅμως δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχει νὰ νομοθετῇ ἐν ἰσότητι· σήμερον δὲ, ὅτε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἶναι τόσον στενοχωρημένα, ὥστε εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ στενοχωρήσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, τὰς ἀνάγκας ἡμῶν, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ θέσωμεν χεῖρα καὶ ἐπὶ τῶν συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τε στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης. Περὶ αὐτοῦ ἐπρόκειτο. Ταύτην τὴν ἀπορίαν καὶ τὴν σύστασιν εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· περὶ αὐτῆς δὲ ὁ κ. Πρόεδρος καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ μεριμνήσῃ, καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ φέρῃ τροπολογίαν, ἐκ τῆς ὁποίας σπουδαιοτάτη ὠφέλεια θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§49Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἢ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς παρατηρήσεις, ἃς κρίνω ἀναγκαίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, ὑπολαμβάνω καθῆκον, ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ, νὰ δηλώσω, ὅτι εἰμὶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ παρελθὸν νομοσχέδια, ἐν οἷς διετυπώθη τὸ πολιτικὸν καὶ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ Κυβερνήσεως. Νομοσχέδιον κανονίζον τὰ τῶν συντάξεων ὑπεβλήθη ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὸ 1899. Αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, μετά τινων μεταρρυθμίσεων, ὑπεβλήθη ὡσαύτως ὑπ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904. Κατελέχθη δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀπεκλήθησαν οἰκονομικὰ, καὶ τῶν ὁποίων σκοπὸς ἦτο ἡ περισυλλογὴ καὶ ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ὅτε μάλιστα ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγουμένου τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ὑπέλαβον, ὅτι προσεχώρησεν εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ Κυβερνήσεως (ἱλαρότης). Ἀνέμενον δὲ εὐλόγως παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα συγχρόνως συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὑποβάλλων ἐκ νέου εἰς αὐτὴν, καὶ τὰ ἕτερα οἰκονομικὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἐπιτευχθῆ ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, διότι ὁμολογουμένως τὸ πρόγραμμα τοῦ ἀειμνήστου Δηλιγιάννη ἀπεδείχθη ἐκ τῆς συζητήσεως ἀνεπαρκές. Δὲν δυνάμεθα νὰ γινώσκωμεν, ἂν προὐτίθετο ἐκεῖνος νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν βραδύτερον ἕτερα νομοσχέδια, συμπληροῦντα τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα. Ἀναμφισβητήτως ὅμως πρόκειται, ὅτι διὰ τῶν ὑποβληθέντων ὑπ’ αὐτοῦ νομοσχεδίων δὲν ἐπετυγχάνετο ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, μάλιστα δὲ εἰς βαθμὸν ἐπιτρέποντα πρόνοιαν περὶ στρατιωτικῆς τῆς χώρας συντάξεως...
§50ΤΑΚΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ προγράμματος, τοῦ ὁποίου ὁ εἰσηγητὴς δὲν ὑπάρχει πλέον, ἵνα τὸ ὑπερασπισθῇ.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν κατέκρινε, κύριε Φαρμακόπουλε.
§52Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὅσων εἶπον δὲν κατέκρινα τὸ πρόγραμμα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Καὶ ὅτε δὲ ἠγόρευσα ἐπὶ τοῦ προγράμματος αὐτῆς, μετέδωκα εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐμὰς γνώμας καὶ παρατηρήσεις. Εἶπον ἤδη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ συντάξεων εἶχεν ὑποβληθῆ ὡς ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ προγράμματος τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ Κυβερνήσεως. Ἦτο δὲ ἐπιβεβλημένη ἡ κατάρτισις καὶ εἰσαγωγὴ τοιούτου νομοσχεδίου. Εἰς πάντα τὸν μελετῶντα ἐπισταμένως τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸν διαχειριζόμενον αὐτά, ἀποβαίνει καταφανὲς τὸ ἀπροχώρητον, εἰς τὸ ὁποῖον θέλομεν φθάσει, ἂν δὲν λάβωμεν πρόνοιαν νὰ θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὴν προϊοῦσαν αὔξησιν τῶν συντάξεων. Εἰς διάστημα 20 ἐτῶν, ὡς ἐγένετο ὑμῖν γνωστὸν ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῶν εἰσηγητικῶν τῶν νομοσχεδίων, ἐδιπλασιάσθη τὸ ποσὸν, ὅπερ καταβάλλει τὸ Κράτος διὰ τὰς συντάξεις. Κατὰ τὸ 1885 ἐπληρώθησαν διὰ συντάξεις δραχμαὶ 3,744,634, κατὰ τὸ 1905 θὰ πληρώσωμεν 6,753,500. Ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν προϊοῦσαν ταύτην αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν συντάξεων, τὸ Κράτος θὰ περιέλθῃ εἰς ἀνικανότητα πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν, θὰ ἐπιβληθῇ δὲ εἰς αὐτὸ ἡ ἀνάγκη τῆς περικοπῆς τῶν συντάξεων, τοῦ μόνου πόρου, ὃν μετὰ πολυχρόνιον ὑπηρεσίαν ἔχουσιν οἱ συνταξιοῦχοι ἢ αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν, καὶ εἰς ὃν ἀφορῶσι καὶ οἱ νῦν ὑπηρετοῦντες ὑπάλληλοι. Ὅπως δ’ ἀποφύγωμεν τὸ σκληρὸν μέτρον τῆς περικοπῆς τῶν συντάξεων, ὀφείλομεν, καὶ χάριν τῶν δημοσίων συμφερόντων καὶ χάριν τῶν συνταξιούχων καὶ τῶν νῦν ὑπηρετούντων δημοσίων λειτουργῶν, νὰ λάβωμεν τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς ἀναστολὴν τῆς περαιτέρω αὐξήσεως τῶν συντάξεων. Εἶναι δυνατὸν ἴσως νὰ προβληθῇ εἰς ἐμὲ τὸ ἐρώτημα: «ἐν ἄλλαις Ἐπικρατείαις συμβαίνει τοιοῦτόν τι;» Δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν μόνον συμβαίνει ἡ προϊοῦσα αὕτη αὔξησις τῶν συντάξεων ἐν μεγίστῃ κλίμακι. Ἀλλαχοῦ προστατεύονται οἱ ὑπάλληλοι, δὲν παύονται, συμβαίνει δὲ, ὥστε οἱ τιθέμενοι εἰς σύνταξιν νὰ ἀνέρχωνται περίπου εἰς τὸν αὐτὸν ἀριθμόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέρχονται καὶ οἱ ἀποθνήσκοντες συνταξιοῦχοι. Ὡς ἐκ τούτου παρατηρεῖ τις εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ξένων Κρατῶν, ὅτι οὐ μόνον δὲν ἀναγράφεται αὔξησις τῶν σχετικῶν πιστώσεων, ἀλλὰ πολλάκις παρατηρεῖται καὶ μείωσις τῶν πιστώσεων. Συνέβη κατόπιν ἀτυχοῦς πολέμου εἰς ἄλλα Κράτη, ἰδίως δὲ εἰς τὴν Γαλλίαν, τὸ ποσὸν τῶν συντάξεων νὰ ἀνέλθῃ εἰς ποσὸν δυσθεώρητον, καὶ ἐλήφθησαν μέτρα διάφορα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς λαμβάνομεν πρὸς ἐπίτευξιν τῆς μειώσεως τῶν βαρῶν τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ παρελθόντος καὶ πρὸς δημιουργίαν τῶν ἀναγκαίων φραγμῶν, ἵνα μὴ αἱ συντάξεις αὐξάνωσι κατὰ πᾶν ἔτος. Παρεχωρήθη ἐν Γαλλίᾳ ὑπὸ τοῦ Κράτους, ὑπὸ τύπον δανείου, εἰς ὁμάδα κεφαλαιούχων ὡρισμένον ποσὸν πρὸς ἀνάληψιν τῶν ὑποχρεώσεων πρὸς τοὺς συνταξιούχους, ἀνέλαβε δὲ ἡ ὁμὰς τῶν κεφαλαιούχων τὴν πληρωμὴν τῶν συντάξεων τούτων ἐπὶ προσδοκίᾳ, ὅτι αἱ συντάξεις αὗται προϊόντος τοῦ χρόνου ἐλαττοῦνται, καὶ ἐπὶ ὑπολογισμῷ καταλήγοντι εἰς ἐλάφρυνσιν σπουδαίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Εἰς ἡμᾶς τοιοῦτόν τι δὲ εἶναι εὔκολον νὰ γένηται. Εἰς ἡμᾶς πρὸ παντὸς ἄλλου μέτρου ἐπιβάλλεται νὰ σταματήσωμεν τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου τούτου λαμβάνουσιν χώραν· ἐπιβάλλεται δὲ καὶ ἡ πρόνοια νὰ προλάβωμεν καὶ ἕτερον κακόν, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἐκ τῆς προώρου ἀποχωρήσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διότι παρ’ ἡμῖν ὁ συμπληρώσας τὸ εἰκοστὸν ἔτος τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἔχων ἐν ἑαυτῷ δυνάμεις νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ ἄλλα ἴσως 20 ἔτη κατορθοῖ διὰ πολλῶν μέσων ν’ ἀπολυθῇ τῆς ὑπηρεσίας, λαμβάνων δὲ τὴν σύνταξιν, ἥτις ἀπομένει εἰς αὐτὸν σταθερὸν ἔσοδον καὶ ἐφόδιον τοῦ βίου του, ἐπιδίδεται εἰς ἄλλας ἐργασίας καὶ ἀσχολίας μᾶλλον κερδοφόρους. Καὶ ὅτε δὲ οἱ Ὑπουργοὶ προέβαλλον δυσκολίαν πρὸς ἀπόλυσιν τοιούτων ὑπαλλήλων, ἐκεῖνοι κατέφευγον εἰς πρόχειρον καὶ εὔκολον μέσον, ὅπως προκαλέσουν τὴν ἀπόλυσίν των· διετίθεντο ὀλιγώρως ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν ἐπιβαλλομένων αὐτοῖς καθηκόντων, ἢ ἀπεμακρύνοντο τῆς θέσεώς των αὐτογνωμόνως, ὡς ἐκ τούτου δὲ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἠναγκάζετο νὰ τοὺς ἀπολύσῃ. Οὕτω δὲ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐστερεῖτο ἡ ὑπηρεσία ἐμπείρων καὶ ἱκανῶν ὑπαλλήλων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ηὐξάνετο τὸ ποσὸν τῶν συντάξεων, ἃς πληρώνει τὸ Δημόσιον. Πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου ἓν μόνον μέσον ὑπάρχει. Πρῶτον νὰ ὁρισθῶσιν αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται ν’ ἀπολυθῇ ὁ ὑπάλληλος ὁ ἔχων συντάξιμον ὑπηρεσίαν, καὶ δεύτερον νὰ μὴ ἐπιτρέπηται εἰς αὐτὸν νὰ προκαλῇ τὴν ἀπόλυσιν εἴτε δι’ αὐτογνώμονος ἐγκαταλείψεως τῆς θέσεώς του, εἴτε διὰ διαγωγῆς ἀσυμβιβάστου πρὸς ἣν κατέχει θέσιν. Τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ συζητοῦμεν, δὲν εἶναι νομοσχέδιον περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, ὅπως ὑπό τινων τῶν συναδέλφων ὑπελήφθη. Αὐταὶ αἱ διατάξεις περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἐχόντων εἰκοσαετῆ ὑπηρεσίαν κατὰ τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, δεκαπενταετῆ δὲ ὑπηρεσίαν κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ἔχουσι σκοπὸν νὰ προλάβωσι τὴν κατάχρησιν, ἡ ὁποία ἐγίνετο εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ συντάξεων ἐπὶ βλάβῃ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, οὐδεμίαν ἐποιήσατο μνείαν τῶν προηγουμένων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὑπεβλήθησαν, καὶ ὧν ἀντίγραφον ἠκρωτηριασμένον εἶναι τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ συζητοῦμεν. Ἡ παράλειψις αὕτη τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἀξία σημειώσεως. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ καιρὸς ἐπέλιπεν αὐτὸν καὶ αἱ περιστάσεις ἐβίαζον αὐτὸν νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον, τονίζων μόνον διατάξεις τινὰς αὐτοῦ, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔδιδε περισσοτέραν σημασίαν. Ἐτόνισε τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονιμότητος, ἐνῷ αὕτη εἶναι δευτερεύουσα, εἰσάγεται δὲ μόνον ὡς πρὸς τοὺς ἔχοντας συντάξιμον ὑπηρεσίαν, ὅπως προληφθῶσιν αἱ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ συντάξεων λαμβάνουσαι χώραν καταχρήσεις. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1904 μετετέθη ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ ὡς διάταξις ἄρθρου πρώτου. Ἀντιγράψας ὅμως τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ἐπήνεγκε τροπολογίαν τινά. Ἀντὶ νὰ ἀναγράψῃ τὰς περιπτώσεις τῆς ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμπεπληρωμένην εἰκοσαετῆ ὑπηρεσίαν, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ εὐεργέτημα τοῦτο καὶ εἰς τοὺς ἔχοντας δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ νομοθετήσωμεν περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι εἶναι εἰδικὰ θέματα ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων. Ἐγὼ μάλιστα, προνοῶν περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, συγχρόνως μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ συντάξεων ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νομοσχέδιον περὶ μονιμότητος ἢ μᾶλλον περὶ προσόντων καὶ καταστάσεως τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων. Εἶναι λοιπὸν κεχωρισμένον τὸ θέμα. Αὕτη ἡ διάταξις ἀφορᾷ εἰς τὴν πρόληψιν τῶν καταχρήσεων, αἵτινες λαμβάνουσι χώραν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ συντάξεων. Διατὶ νὰ προνοήσωμεν μόνον περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἐχόντων δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν; Περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει δυνάμεθα δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ προνοήσωμεν. Ἐνταῦθα, ἀφοῦ ἔχομεν συντάξιμον ὑπηρεσίαν μόνον τὴν εἰκοσαετῆ, ἀφοῦ κυρίως ἀποβλέπομεν εἰς τὸ νὰ προλάβωμεν τὰς καταχρήσεις, αἵτινες ἐγίνοντο ἐν τῷ παρελθόντι, ἀρκεῖ τοῦτο καὶ μόνον, τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἔχοντας συντάξιμον ὑπηρεσίαν νὰ περιβάλωμεν διὰ μονιμότητος, νὰ προνοήσωμεν δὲ, ὅπως καὶ οὗτοι μὴ δύνανται νὰ ἐξέλθωσι τῆς ὑπηρεσίας, οὕτω δὲ κατορθώνομεν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ διατηρήσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς διακεκριμένην ἔχοντας ὑπηρεσίαν καὶ πεῖραν κεκτημένους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ μὴ ζημιώσωμεν τὸ Δημόσιον, εἰσάγοντες νέους ὑπαλλήλους πρὸς ἀντικατάστασιν αὐτῶν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν εἰσάγονται νέοι ἄγοντες ἡλικίαν 17 μέχρις 20 ἐτῶν, μετὰ 20 δὲ ἐτῶν ὑπηρεσίαν διανύουσιν ἔτι ἡλικίαν ἀνδρικὴν, καὶ δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ πολλὰ ἀκόμη ἔτη. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸν, ὅτι δημόσιοι ὑπάλληλοι συμπληρώσαντες 20 ἐτῶν ὑπηρεσίαν κατέλαβον θέσεις εἰς Τραπέζας, ἑταιρείας καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ ἐπὶ ἄλλα 20 ἔτη ἐξακολουθοῦσιν ἐργαζόμενοι. Φέρω παράδειγμα ἐμὲ αὐτόν. Ἐγὼ εἰσῆλθον εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν εἰς ἡλικίαν 18 ἐτῶν, σήμερον διανύω τὸ 68 ἔτος. Ἐὰν παρέμενον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, θὰ εἶχον συμπεπληρωμένα 50 ἔτη ὑπηρεσίας. Πιστεύω δὲ, ὅτι δὲν κατελέχθην ἔτι μεταξὺ τῶν ἀνικάνων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ περιβάλωμεν διὰ τῆς μονιμότητος τοὺς ἔχοντας ὑπηρεσίαν 15 ἐτῶν. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν δὲν εὑρισκόμην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἕνεκα ἀδιαθεσίας, ἤκουσα ὅτι ὑπεβλήθησαν προτάσεις, ὅπως κανονισθῇ ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων ἐπὶ τῇ βάσει ὑπηρεσίας δέκα μόνον ἐτῶν καὶ ἄνω. Ὁμολογῶ, ὅτι καλὸν καὶ χρήσιμον εἶναι ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις νὰ μὴ παύωνται οἱ ὑπάλληλοι, ὡς παύονται παρ’ ἡμῖν. Ἐδημιουργήσαμεν δυστυχῶς ὡς λόγον ἀπολύσεως τὴν πολιτικὴν ἀνάγκην, ἐπὶ βλάβῃ καὶ τῶν θεσμῶν καὶ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας· ἐπιβάλλεται δ’ ἀναντιρρήτως ἡ ἀνάγκη τῆς μονιμοποιήσεως τῶν ὑπαλλήλων, ὅπως ἀπαλλαχθῶσι καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ Βουλευταὶ τῶν πιέσεων καὶ τῶν ἀνιαρῶν ἐνοχλήσεων. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ μονιμότητος, πρόκειται περὶ συντάξεως, καὶ πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς δύνανται οἱ ὑπάλληλοι ν’ ἀπολυθῶσιν, ἐὰν συνεπλήρωσαν ὑπηρεσίαν εἰκοσαετῆ. Ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ὅτι ἔπρεπεν ἡ συντάξιμος ὑπηρεσία νὰ μὴ ἦναι ὡς ἔχει κανονισθῆ διὰ τοῦ νόμου ΡΛΘʹ τοῦ 1866, δηλαδὴ νὰ μὴ μένῃ εἰκοσαετὴς, ἀλλὰ νὰ γείνῃ εἰκοσιπενταετής. Ὁ ἀρχαιότερος περὶ συντάξεων νόμος τοῦ 1861 δύο ἀπήτησε προσόντα πρὸς ἀπονομὴν συντάξεως, εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν καὶ ἑξηκονταετῆ ἡλικίαν· τὸ δεύτερον δὲν ἀπητεῖτο, ὅταν ἀπελύετο ὁ ὑπάλληλος. Κατὰ τὸ 1866 ἡ ὑπηρεσία τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ εἰκοσιπενταετοὺς ἐμετριάσθη εἰς εἰκοσαετῆ. Δὲν νομίζω δὲ προσῆκον, ἀφοῦ ἅπαξ ἐκανονίσθησαν οὕτω τὰ τῆς συντάξεως, καὶ δικαιώματα ἀπεκτήθησαν, νὰ γεννηθῶσιν ἀνισότητες μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων διὰ μεταβολῆς τοῦ ὑφεστῶτος νόμου. Δὲν εἶναι ἄλλως τε ἀνάγκη νὰ αὐξήσῃ ὁ χρόνος τῆς συνταξίμου ὑπηρεσίας ἀπὸ εἰκοσαετοῦς εἰς εἰκοσιπενταετῆ, ἀφοῦ καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον νῦν συζητοῦμεν, λαμβάνεται πρόνοια νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ ἀπόλυσις τοῦ ἔχοντος συντάξιμον ὑπηρεσίαν, καὶ συνάμα νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ πρόκλησις τῆς ἀπολύσεως ὑπὸ τοῦ ἔχοντος συντάξιμον ὑπηρεσίαν. Ὁ ἐπισταμένως μελετήσας τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ συζητοῦμεν, καὶ ἰδίᾳ τὸ ἄρθρον 3, ὅπερ εἶναι ἀντιγραφὴ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, πείθεται ὅτι ἄσκοπος εἶναι ἡ ἀναβίβασις τοῦ συνταξίμου χρόνου ἀπὸ 20 ἐτῶν εἰς 25 ἢ 30 ἔτη, ἀφοῦ ἡ μὲν ἀπόλυσις τοῦ ὑπαλλήλου δὲν ἐπιτρέπεται, τὸ δὲ δικαίωμα τῆς συντάξεως ἀπόλλυται διὰ τοὺς μὴ συμπληρώσαντας εἰκοσιπενταετῆ μὲν ὑπηρεσίαν κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τριακονταετῆ δὲ κατὰ τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλως ἐγὼ προὐνόουν. Ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν 25 ἐτῶν πρέπει ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς 30, καὶ ἡ ἡλικία τῶν 60 εἰς 65. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, δύνανται καὶ μέχρι τοῦ 65 ἔτους τῆς ἡλικίας αὐτῶν νὰ ὑπηρετήσωσιν εὐδοκίμως οἱ ὑπάλληλοι, ἐκτὸς ἐὰν περιπέσωσιν εἰς ἀνικανότητα τοιαύτην, οἷαν προβλέπει ὁ νόμος. Κατ’ ἐμέ, ὀρθὸν εἶναι νὰ κανονισθῇ ἡ τριακονταετὴς ὑπηρεσία ὡς χρόνος τῆς συντάξεως. Τὸν νόμον τοῦ 1861 παρελάβομεν ἡμεῖς ἀπὸ τὸν Γαλλικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος τότε ὥριζεν εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν, βραδύτερον ὅμως ἐν Γαλλίᾳ μετερρύθμισαν τὸν νόμον, καὶ παρεδέχθησαν, ὅτι δέον νὰ ἔχωσιν οἱ ὑπάλληλοι τριακονταετῆ ὑπηρεσίαν. Διατὶ καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ ἔχωμεν τριακονταετῆ ὑπηρεσίαν, ὅπως χορηγῶμεν συντάξεις, καὶ ἡλικίαν 65 ἐτῶν; Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ μείνῃ ὡς ἔχει. Ἐγὼ προβάλλω ἐπὶ τούτῳ σύστασιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅπως μεταρρυθμίσῃ τὸ νομοσχέδιον.
§53Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ ἰδικόν σας νομοσχέδιον;
§54Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§55Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὥστε ἕως ἐδῶ οὐδεμίαν εὕρετε διάταξιν ὁμοιάζουσαν μὲ τὸ ἰδικόν σας νομοσχέδιον;
§56Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑφ’ ὑμῶν εἰσαχθὲν καὶ ὑπὸ συζήτησιν διατελοῦν νομοσχέδιον οὐ μόνον ὁμοιάζει πρὸς τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν τὸ 1904, ἀλλ’ εἶναι, ὡς καὶ πρότερον εἶπον, ἠκρωτηριασμένον ἀντίγραφον αὐτοῦ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περιλαμβάνει ἄρθρα 13. Ἐκ τούτων τρία μόνον ἄρθρα εἰσὶ νέα, τὰ δὲ λοιπὰ δέκα ἀντεγράφησαν ἐκ τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ μόνη διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο νομοσχεδίων ἀνάγεται εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ προηγούμενον καθιέρου τὴν μονιμότητα διὰ τοὺς συμπληρώσαντας εἰκοσαετῆ ὑπηρεσίαν, τὸ δὲ ὑπὸ συζήτησιν καθιεροῖ ταύτην διὰ τοὺς συμπληρώσαντας δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν.
§57Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἀποβλέπω εἰς γενικὴν μονιμότητα.
§58Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν εἶχον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συντάξει ὡς νομοσχέδιον περὶ μονιμότητος, εἶχον συντάξει αὐτὸ ὡς νομοσχέδιον περὶ συντάξεως. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὑμετέρου νομοσχεδίου εἶναι καθαρὰ ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου.
§59Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, διότι εἶναι τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα προκύπτουσιν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου.
§60Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀκριβὴς ἀντιγραφὴ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 4 εἶναι ἀντιγραφὴ ἀκριβὴς τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 6 λαμβάνει ὡς βάσιν τῆς συντάξεως τὸν μέσον ὅρον τοῦ μισθοῦ οὐχὶ τῶν τελευταίων τεσσάρων ἐτῶν, ἀλλὰ τῶν ἓξ ἐτῶν...
§61Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Συμφωνεῖ πρὸς τὸ ἰδικόν σας καὶ ὡς πρὸς τὸν χρόνον;
§62Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὡς πρὸς τὸν χρόνον.
§63Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε les grands esprits se rencontrent (ἱλαρότης).
§64Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 7 εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου· παρελείφθη μόνον ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, καθ’ ἣν «ἡ σύνταξις οὐδέποτε δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ ¾ τοῦ μισθοῦ τοῦ τελευταίου ἔτους τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπαλλήλου, πλὴν τῶν ὑπὸ εἰδικῶν νόμων ὁριζομένων περιπτώσεων». Τὸ ἄρθρον 9 εἶναι ἀντιγραφὴ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου. Ἐὰν ἐπετρέπετε νὰ ἀναγνώσω καὶ τὰ δύο κείμενα, οὐδένα ἐνδοιασμὸν ἠθέλετε ἔχει. Διάταξις νέα ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ εἶναι ἐκείνη, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ παρέμβασις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἵνα διακανονίζῃ συμβιβαστικῶς τὰς περὶ συντάξεων διαφοράς. Ὁμολογῶ ὅτι, ὡς ἔχει ὁ νόμος περὶ νομικῶν συμβούλων, ἔδωκε χώραν εἴς τινας ἴσως γενναιοδωρίας, διότι, ὅταν ὁ αἰτήσας σύνταξιν δὲν ἐλάμβανε ταύτην εἴτε ἐκ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἴτε ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, ἀντὶ νὰ καταφεύγῃ εἰς τὸ Δικαστήριον, ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, κατέφευγε δι’ αἰτήσεως θεραπείας εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, τοῦτο δέ, λόγῳ συμβιβαστικῆς λύσεως, ἀπένεμε σύνταξιν. Ἀλλὰ τοῦτο ὁμολογουμένως εἶναι ὀρθὸν νὰ μὴ γίνηται. Ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ἡ κράτησις ἀναβιβάζεται ἀπὸ 7½% εἰς 9%, δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κραναίας κυρίου Μομφερράτου, ὅστις κατέκρινε τὴν αὔξησιν ταύτην, λόγῳ τοῦ ὅτι ἀδικοῦνται ἰδίως οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι· διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἐκ κρατήσεων δὲν ἐξικνοῦνται οὐδὲ εἰς τὸ ἥμισυ τῶν καταβαλλομένων εἰς συντάξεις, ἐνῷ ὁ νόμος ὁ ἀρχικὸς τοῦ 1861 δὲν ἐνόει ποτὲ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Δημόσιον μὲ τὴν πληρωμὴν τῶν συντάξεων· καθιέρου, τρόπον τινά, ἓν ταμεῖον ἀλληλοβοηθείας...
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν κατηργήθη αὐτό;
§66Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηργήθη, διότι ἐγένετο σκέψις νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν τῶν συντάξεων, ἵνα ἐπαρκῶσιν αἱ κρατήσεις, τότε δὲ ἐθεωρήθη καλὸν νὰ ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον τὰς συντάξεις, εἰσπράττον τὰς κρατήσεις. Ὅταν ἀναλογισθῶμεν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος πάντως θὰ πληρώσῃ τὰς κρατήσεις αὑτοῦ, δὲν εὑρίσκω, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ 1½% ἐπὶ τῶν κρατήσεων εἶναι ὑπερβολική. Ἐὰν π. χ. εἷς ὑπάλληλος κατορθώσῃ νὰ γείνῃ συνταξιοῦχος, καὶ διὰ τῶν κρατήσεων, εἰς ἃς ὑπεβλήθη, δὲν ἐξώφλησε τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις του, ἐξακολουθεῖ νὰ πληρώνῃ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς συντάξεώς του. Εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ μὴ παρέλθω ἐν σιωπῇ πρὸ τῶν διαφορῶν τῶν δύο νομοσχεδίων, ὄχι διότι νομίζω, ὅτι τοιουτοτρόπως ὑπερασπίζομαι τὸ ἐμὸν ἔργον, ἀλλὰ διότι φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχε καιρὸς νὰ μελετηθῶσιν ἅπασαι αἱ διατάξεις, αἱ περιλαμβανόμεναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντι, δὲν ἤθελον παραλειφθῆ ὅσαι ἀδικαιολογήτως παρελείφθησαν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντι καθωρίζοντο τὰ ἀποδεικτικὰ, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσι νὰ προσκομίσωσιν οἱ ζητοῦντες σύνταξιν λόγῳ παθήσεως ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἢ λόγῳ ἀνικανότητος ἐκ τῆς ὑπηρεσίας· ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ καθορίζονται καὶ αἱ ποιναὶ, αἵτινες ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς ψευδῶς πιστοποιοῦντας λόγους παθήσεως. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσι ταῦτα διὰ Β. Διατάγματος, ὅπως εἶχον κανονισθῆ καὶ διὰ τοῦ προηγουμένου νόμου. Γνωστὸν ἐν τούτοις εἶναι, ὅτι μέχρι τοῦδε ἐφαρμόζεται ἡ ἀρχὴ, ὅτι, ἐὰν Διάταγμά τι κανονίσῃ τὰ τῆς ἐκτελέσεως ἑνὸς νόμου, εἶναι δυνατὸν ἕτερον Διάταγμα νὰ τροποποιήσῃ τὸ πρῶτον. Ἴσως ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν εἶναι ὀρθὴ, διότι εὐθὺς ὡς Διάταγμά τι κανονίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς νόμου, καθίσταται ἀναπόσπαστον αὐτοῦ μέρος, καὶ δὲν δύναται ἕτερον Διάταγμα νὰ τροποποιήσῃ τοῦτο. Ἐν τούτοις πολλὰ ἔχομεν παραδείγματα ἐν τῷ παρελθόντι, ἤτοι μεταρρυθμίσεις ἐκτελεστικῶν Διαταγμάτων διὰ νεωτέρων τοιούτων. Ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκδίδει ἓν Διάταγμα, καὶ κανονίζει οἱονδήποτε τρόπον, ἀσφαλίζοντα τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὁ διάδοχός του εὑρίσκει, ὅτι πρέπει ταῦτα νὰ κανονισθῶσι κατ’ ἄλλον τρόπον. Ὑπάρχει καὶ ἕτερόν τι· ἔχομεν συνταξιούχους πολιτικοὺς, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐπὶ ὀλιγώτερον χρόνον εἰς τὴν πολιτικὴν ὑπηρεσίαν, τὸν δὲ πλεῖστον χρόνον τῆς ὑπηρεσίας των διήνυσαν εἰς τὴν στρατιωτικήν. Ὑποθέσατε ἕνα, ὁ ὁποῖος ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν μὲ βαθμὸν κατωτέρου ἀξιωματικοῦ, καὶ εἰσέρχεται εἰς τὴν πολιτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὑπηρετεῖ 3 ἢ 4 ἔτη· ἡ ὑπηρεσία ἡ στρατιωτικὴ προσμετρεῖται, οὕτω δὲ αὐτὸς λαμβάνει σύνταξιν ἀνάλογον οὐχὶ πρὸς τὴν σύνταξιν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ πρὸς τὴν τελευταίαν, τὴν πολιτικήν. Πολλάκις εἴδομεν κατωτέρους ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν ἐξηκολούθουν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετοῦντες, θὰ ἐλάμβανον σύνταξιν ἐξ αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας 60 δραχμῶν· διότι ὅμως προσέθηκαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των ἐκείνην καὶ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν ὑπηρεσίαν πολιτικὴν, κατώρθωσαν νὰ λαμβάνωσι σύνταξιν διπλασίαν ἢ τριπλασίαν. Ἔχομεν ἕτερον νόμον, τὸν περὶ ἀστυφυλάκων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι σύνταξιν γενναίαν, καὶ τόσον γενναίαν, ὥστε ἐξερχόμενοι τῆς ἀστυφυλακῆς λαμβάνουσι σύνταξιν ἀνωτέραν τῆς συντάξεως τοῦ ἀξιωματικοῦ. Βεβαίως ὀρθὸν εἶναι, ὅταν πρόκηται νὰ γένηταί τις συνταξιοῦχος, νὰ λαμβάνῃ σύνταξιν ἀνάλογον πρὸς τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμὸν, ἀλλ’ οὐχὶ πρὸς βαθμὸν ἀσυγκρίτως ἀνώτερον. Εἰς τὸν νόμον περὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας εἰσεχώρησε διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ταξινόμοι λαμβάνουσι σύνταξιν, προσμετρουμένης τῆς προτέρας αὐτῶν ὑπηρεσίας, ἥτις δὲν ἦτο συντάξιμος. Διὰ τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου διεκανονίζοντο πάντα ταῦτα. Τὸ σπουδαιότερον ὅμως ἐλάττωμα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι δὲν περιέλαβε τὰς ἐν τῷ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ διατάξεις περὶ στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν συντάξεων. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ὁ ἀναγκαῖος ὑλικὸς χρόνος, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μελετήσωσι τὰς διατάξεις ταύτας καὶ συναινέσωσι νὰ περιληφθῶσιν αὗται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐν τούτοις διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δημιουργεῖται ἀνισότης μεταξὺ πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν. Ὅταν παραδεχώμεθα ὡρισμένην ὑπηρεσίαν συντάξιμον διὰ τὸν πολιτικὸν ὑπάλληλον, διατὶ νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τὸν χρόνον τοῦτον καὶ διὰ τοὺς στρατιωτικούς; Ἐν τῇ στρατιωτικῇ νομοθεσίᾳ ἔχομεν καὶ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη ἐκ πείρας ἐλαττωματικόν. Κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΧΝΓʹ τοῦ 1899 αἱ χῆραι τῶν στρατιωτικῶν τῶν φονευθέντων ἐν πολέμῳ, ἐὰν ἔχωσιν ὀρφανά, λαμβάνουσι σύνταξιν ἴσην πρὸς τὸν μέγιστον ὅρον τῆς συντάξεως τοῦ βαθμοῦ τῶν συζύγων των, ἤτοι ἡ χήρα ἀντιστρατήγου λαμβάνει δραχμὰς 540, ὑποστρατήγου δραχ. 450, συνταγματάρχου δρ. 360, ἀντισυνταγματάρχου δρ. 288, ταγματάρχου δρ. 252, λοχαγοῦ δρ. 180, ὑπολοχαγοῦ δρ. 120, ἀνθυπολοχαγοῦ δρ. 90, ἐνῷ ἡ χήρα τοῦ ἀποστράτου ἀντιστρατήγου λαμβάνει δραχμὰς 180, ἡ τοῦ ὑποστρατήγου δραχ. 150, ἡ τοῦ συνταγματάρχου δρ. 120, ἡ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου δρ. 96, ἡ τοῦ ταγματάρχου δρ. 84, ἡ τοῦ λοχαγοῦ δρ. 60, ἡ τοῦ ὑπολοχαγοῦ δραχ. 40, καὶ ἡ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ δρ. 30. Δὲν εἶναι μεγίστη ἡ διαφορὰ αὕτη; Εἶναι ὁμολογουμένως μεγάλη ἡ δυσαναλογία. Ὡς ἐκ τούτου διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1904, βεβαίως ἐδίδετο ποιά τις αὔξησις εἰς τὰς συντάξεις ταύτας, ἀλλὰ πάντως ἡ κλῖμαξ αὕτη μετεβάλλετο. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ὁ τελευταῖος ἀτυχὴς πόλεμος ἐπεβάρυνε τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ συντάξεις στρατιωτικὰς κατὰ 40% ἀνωτέρας τῶν τοῦ ἀμέσως προηγουμένου ἔτους. Ἐὰν ἐν τῷ μέλλοντι εὑρεθῶμεν ὑπὸ περιστάσεις τοιαύτας, ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου, ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα; Βάρη τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἂν περισσότεροι ἐπισυμβῶσι θάνατοι, ἢ ἀνικανότητες προκύψωσιν ἐκ τοῦ πολέμου ἐκείνου. Ἐνδεδειγμένη ἄρα εἶναι ἡ μεταρρύθμισις τῶν διατάξεων τοῦ μνημονευθέντος νόμου. Ἄλλως τε δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατί, ἐνῷ λαμβάνομεν πρόνοιαν καὶ θέτομεν φραγμοὺς εἰς τὰς συντάξεις τὰς πολιτικὰς, διατὶ ὡς πρὸς τὰς συντάξεις τὰς στρατιωτικὰς ἢ τὰς συντάξεις τὰς ναυτικὰς, αἱ ὁποῖαι καὶ αὗται ἔχουσι τὴν αὐτὴν προϊοῦσαν αὔξησιν κατ’ ἔτος, νὰ μὴ λαμβάνωμεν πρόνοιάν τινα διὰ τῆς προλήψεως τῶν καταχρήσεων, διὰ τῆς προλήψεως τῆς καταστρατηγήσεως τῶν νόμων. Δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην, ἣν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος κ. Κουντουριώτης, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσι κρατήσεις καὶ εἰς τὰς συντάξεις τὰς στρατιωτικὰς ἢ ναυτικάς. Καὶ ἡμεῖς ἀρχῆθεν δὲν ὑπεβάλλομεν αὐτὰς εἰς κρατήσεις, καὶ ἀλλαχοῦ δὲν ὑποβάλλονται αὐταὶ εἰς κρατήσεις. Ἀλλὰ δυνάμεθα οὐχ ἧττον νὰ θέσωμεν φραγμὸν καὶ εἰς ταύτας, προλαμβάνοντες, ἐπαναλαμβάνω, τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται. Εὔχομαι, ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν, τό γε νῦν ἔχον, νὰ συμπληρωθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, νὰ λάβωσι τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ, ἤτοι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, νὰ προσκομίσωσιν ἕτερον νομοσχέδιον, συμπληροῦν τὸ ὑπάρχον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὡς ἔχει, καὶ ἂν δὲν βελτιωθῇ διὰ τῶν τροποποιήσεων, ἃς προέτεινα, πάλιν εἶναι καλόν· νομίζω δὲ, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ θεραπεύσητε κακόν τι, καὶ ἐὰν δὲν τὸ θεραπεύσητε ῥιζικῶς, ἀλλὰ τὸ θεραπεύσητε κατὰ τὸ πλεῖστον, πάλιν καλὸν εἶναι τὸ γενόμενον. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην, ὅτι ἴσως, ἐὰν οἱ ὑποβαλόντες τὰς τροποποιήσεις ἤθελον ἐπιμείνει ζητοῦντες τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἤθελον πρὸ παντὸς παραβιάσει μίαν ἀρχὴν, πρακτικῶς ἀποδειχθεῖσαν ὀρθὴν, ὅτι «τὸ καλλίτερον εἶναι ὁ μέγιστος ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ». Λοιπὸν τὸ ὑπάρχον νομοσχέδιον εἶναι καλόν· ἀλλ’ εὐκταῖον θὰ ἦτο, ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀποδεχθῇ τὰς τροποποιήσεις, αἵτινες θέλουσι τὸ καταστήσει ἄρτιον. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐπιμείνῃ νὰ μείνῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, τὸ ἐπ’ ἐμοί, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ μετὰ πάσης προθυμίας.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Στέφ. Σκουλούδης, Δ. Τσάτσος καὶ Θ. Λέκας ὑποβάλλουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ συντάξεων». Αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 280–282). Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§68Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ ἀναπτύξω γενικώτερον τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ν’ ἀντικρούσω πάλιν τὰ λεχθέντα. Θὰ παρατηρήσω μόνον σήμερον εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴν, ὅτι μία καὶ ῥιζικὴ διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντος· ὅτι ἐκεῖνο μὲν ἀνεστάτωσεν ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἀφῆκεν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐξηγέρθη, δὲν ἀφῆκεν ἀξιωματικὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐξηγέρθη, δὲν ἀφῆκεν ἀξιωματικὸν τοῦ Ναυτικοῦ, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐξηγέρθη, τὸ δὲ προκείμενον νομοσχέδιον ἔχει αὐτὴν τὴν ἀρετὴν τοὐλάχιστον, ὅτι ἐγένετο ἀποδεκτὸν μετ’ εὐχαριστήσεως ὑπὸ πάντων, ἐκεῖνοι δὲ, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει τὴν κράτησιν τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος τοῖς ἑκατὸν περιπλέον, προθύμως ὑποβάλλονται, χάριν τοῦ ἀνταλλάγματος, ὅπερ δίδεται εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην τῆς κρατήσεως.
§69Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρετήρησεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ἐξήγειρεν ὅλον τὸν κόσμον, καὶ ὅτι πολλὰ παράπονα κατ’ αὐτοῦ προεβλήθησαν. Ὡς ἐκ τούτου ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε πολλαὶ τῶν διατάξεων ἐκείνου ν’ ἀπαλειφθῶσι, καὶ ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, ὡς τὸ ὑπέβαλε. Τοῦτο εἶναι φυσικώτατον· ἀφοῦ παρέλειψεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ πάσας τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς συντάξεις, ἑπόμενον εἶναι νὰ μὴ ὑπάρχωσι παράπονα ἐκ μέρους τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν, διότι ὅλοι αὐτοὶ θὰ ἐξακολουθήσουν ἀπολαύοντες τῶν συντάξεων κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἀπολαύουσι μέχρι τοῦδε. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους, δὲν βλέπω κατὰ τί τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθὲν, διαφέρει τοῦ ἐμοῦ. Ἴσως μόνον κατὰ τοῦτο διαφέρει, ὅτι εἰσάγει τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς δὲν παύονται οἱ ὑπάλληλοι, ὅταν συμπληρώσωσι δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μεταβάλλει τὸν χαρακτῆρα τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ νομοσχεδίου περὶ συντάξεως εἰς νομοσχέδιον περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι κατὰ τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου πολλὰ ἐγένοντο παράπονα ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων. Ἐγὼ οὐδὲν ἀπολύτως παράπονον γνωρίζω. Εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον οὐδέποτε ὑπεβλήθησαν παράπονα.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§72ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐνόμισα ὀρθὸν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, φρονῶν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι μεταρρυθμιστικὸν τοῦ κειμένου νόμου, ἐπιδιῶκον ἀφ’ ἑνὸς μὲν περικοπὴν δαπανῶν, οἰκονομίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καταστολὴν καταχρήσεων. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ περὶ συντάξεων θὰ ἔκειτο ἐκεῖ, ὅπου ἤθελε προκληθῆ συζήτησις περὶ μεταρρυθμίσεως, περὶ ἀνακωδικοποιήσεως τῶν νόμων περὶ συντάξεων, δηλαδὴ περὶ ἔργου, ὅπερ πρέπει νὰ εὐχηθῶμεν προσεχῶς ἐν ὥρᾳ εὐχερεστέρᾳ νὰ ἐκτελεσθῇ. Τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐκ τούτου εἶναι κατ’ ἄρθρον κυρίως ἐξεταστέον, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου θὰ ὑποβάλλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρατηρήσεις, ἃς θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ ἐξετάσῃ, καὶ ἂν εὕρῃ, ὅτι τινὲς αὐτῶν εἶναι ἄξιαι ἀποδοχῆς, ἐλπίζω ὅτι θὰ δεχθῇ ταύτας. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου καὶ πρώτου ἐδαφίου τοῦ νομοσχεδίου παρατηρῶ τὸ ἑξῆς. Λέγει τὸ ἐδάφιον: «Ἐὰν κατηργήθη ἡ θέσις, ἢ ἡ πρὸς τοῦτο δαπάνη δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ». Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συνταχθῶ κατὰ τοῦτο πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ· διότι, ὅταν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρόκηται νὰ καταργηθῇ θέσις τις, ἡ ἀποκοπὴ αὐτῆς γίνεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νομοθετούσης, ὡς νομοθετεῖ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς Κυβερνήσεως καταλείπεται ὁ προσδιορισμὸς τῆς περικοπῆς τῶν θέσεων. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ διάταξις, ὡς ἔχει, πάσχει μικρόν τι νόσημα. Ἐνόσῳ πρόκειται περὶ ὡρισμένων θέσεων, τὰ πράγματα ἔχουσι καλῶς· θ’ ἀποκοπῇ ἡ δεῖνα θέσις· ὁ κατέχων αὐτὴν, ἐφ’ ὅσον δὲν περιληφθῇ πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῇ νὰ τὴν κατέχῃ· ὅταν ὅμως δὲν ἦναι ὡρισμένη ἡ θέσις, ὅταν—ὅπερ συμβαίνει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον—εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν περικόπτηται ἀθρόως ἄθροισμα θέσεων, τόσοι γραμματεῖς π.χ., τόσοι γραφεῖς, τόσοι ἐνίοτε τμηματάρχαι, πῶς θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἐπιλογή; Διότι οἱ κατέχοντες τὰς θέσεις ταύτας, καθ’ ὧν θὰ στραφῇ ἡ περικοπὴ, ὅλοι θὰ ἔχωσι προσόντα· ποῖος θ’ ἀπολυθῇ;
§73Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νεώτερος.
§74ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ καλά· ὁ νεώτερος. Λοιπὸν πρέπει νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς τὸ τοιοῦτον εἶναι τεθειμένον ἐν ἄλλοις νόμοις, ἢ ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἡ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δοθεῖσα ἑρμηνεία, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀπολύηται ὁ νεώτερος. Εἶναι ἀπαραίτητον. Δευτέραν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, ἐχούσης ὡς ἑξῆς: «Τοὺς Προέδρους κωλυομένους ἢ μὴ ὑπάρχοντας ἀναπληροῦσιν οἱ κατὰ βαθμὸν ἀνώτεροι». Τὸ «οἱ κατὰ βαθμὸν ἀνώτεροι» εἶναι φράσις τελείως ἀνακριβής. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ «οἱ τακτικοὶ αὐτῶν ἀναπληρωταὶ κατὰ τὴν νόμιμον τάξιν.»
§75Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀνώτερος τοῦ Ἐφέτου.
§76ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τί σημαίνει «οἱ κατὰ βαθμὸν ἀνώτεροι»; Τότε εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ αἴφνης Ἐφέτης ἀρχαῖος νὰ προΐσταται τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν.
§77Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ κατὰ βαθμὸν ἀνώτεροι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ.
§78ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ καλά. Τότε ἡ παρατήρησίς μου δὲν ἔχει θέσιν. Ἀλλ’ ἑτέραν παρατήρησιν ἔχω ἐπὶ τῆς παραγράφου τῆς μεθεπομένης, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Οἱ νομικοὶ σύμβουλοι καὶ οἱ ἐλεγκταὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διορίζονται δι’ ἕκαστον ἔτος μέλη τῶν ἀνωτέρω ἐπιτροπῶν διὰ Βασ. Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ». Ἴσως θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ὁρισθῇ καὶ ὁ χρόνος τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν· π. χ. ἐν ἀρχῇ ἑκάστου ἔτους, ἢ τὸν πρῶτον μῆνα ἑκάστου ἔτους, ὥστε νὰ ἦναί τις βέβαιος, ὅτι, καθ’ ἣν ὥραν ἤθελε παρουσιασθῆ ἡ ἀνάγκη μιᾶς τοιαύτης ἐπιτροπῆς, τότε αὕτη θὰ ἦναι ἐσχηματισμένη.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§81ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον, ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ νὰ περιληφθῶσι καὶ οἱ Γενικοὶ Πρόξενοι, διότι οἱ Γενικοὶ Πρόξενοι λαμβάνονται ἀπὸ δύο πηγῶν, λαμβάνονται ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἔξω τῆς ὑπηρεσίας· τοσοῦτον δ’ ἐθεωρήθησαν ὡς ἀνήκοντες εἰς τὴν χορείαν τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἐχόντων χαρακτῆρα πολιτικὸν, ὥστε νομοθεσία καλύψασα τοὺς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας προελθόντας καὶ ἀναχθέντας κατὰ βαθμίδα μέχρι τῆς ἀνωτάτης θέσεως κατηργήθη διὰ μεταγενεστέρας διατάξεως. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον, οἱ Γενικοὶ Πρόξενοι νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀπαντήσῃ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§83Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἔχω μίαν πρότασιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2· μετὰ τὴν φράσιν «οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς» νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «πλὴν τῶν τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου καὶ τῶν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς». Περὶ τούτου εἶχον ὑποβάλει καὶ τροπολογίαν, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι δὲν ἐτυπώθη. Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, καθόσον οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας, εἰς ὑπαλλήλους θεωρουμένους μονίμους, καὶ εἰς ὑπαλλήλους ἔχοντας σχέσιν μὲ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν δὲν δύνανται βεβαίως νὰ ὑπαχθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι, περὶ ὧν προνοεῖ ἡ τροπολογία μου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι οἱ στενογράφοι τῆς Βουλῆς καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βιβλιοθήκης αὐτῆς πρέπει νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὴν μονιμότητα.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βιβλιοθήκης μάλιστα.
§85Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Καὶ οἱ στενογράφοι.
§86Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς.
§87Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσητε μονίμους τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς ἐὰν θέλητε νὰ ἀναιρέσητε τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σώματος καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτοῦ. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀφέθη τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς τοὺς ὑπαλλήλους· τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα, τὴν αὐτοτέλειαν, τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῆς, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ὑποτάξητε εἰς οἱονδήποτε περιορισμὸν, ἐκτὸς ἐὰν θέλητε νὰ ἀναιρέσητε ταῦτα.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§89Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ὑποβάλω, κύριε Πρόεδρε, παρατηρήσεις τινὰς, διὰ νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 παραμένει ἓν κενόν. Σήμερον ὑπάρχουσι πολλοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως καὶ οἱ ὁποῖοι ἐξελθόντες τῆς ὑπηρεσίας ἔλαβον σύνταξιν, ἐπανῆλθον δὲ βραδύτερον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· τί θὰ γείνωσιν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι; Ἐὰν θελήσητε νὰ τοὺς ὑπαγάγητε εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πιθανὸν οὗτοι νὰ μὴ θελήσωσι νὰ τὸ δεχθῶσιν· οὗτοι δικαιοῦνται νὰ παραιτηθῶσι καὶ νὰ λάβωσι τὴν σύνταξίν των, διότι δὲν θέλουσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου, ἀφοῦ ἔχουσιν ἤδη κεκτημένον τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως καὶ ὑπῆρξαν συνταξιοῦχοι. Πῶς θὰ ἐξέλθωσι τῆς ὑπηρεσίας; Θὰ δύνανται νὰ παραιτηθῶσι;
§90ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι.
§91Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐννοηθῶμεν καλῶς. Ὅταν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ καταστῇ νόμος, θὰ εἴπωσιν: «Ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ ὑπαχθῶμεν εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, καὶ παραιτούμεθα». Δὲν πρόκειται περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, καίτοι ἔχουσι κεκτημένον τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, δὲν ὑπῆρξαν ἐν τούτοις ποτὲ συνταξιοῦχοι, ἀλλὰ περὶ ἐκείνων, οἵτινες ὑπῆρξαν τοιοῦτοι. Πῶς θὰ τοὺς ὑποχρεώσητε νῦν νὰ μείνωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ;
§92Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὐθὺς ὡς δὲν δεχθῶσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἀναγκαίως θὰ ἐξέλθωσι τῆς ὑπηρεσίας, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις αὐτοῦ.
§93Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 ὑπάρχει κενόν τι, τὸ ὁποῖον χρήζει συμπληρώσεως, καὶ δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ῥητὴ καὶ σαφὴς δήλωσις, ἐξηγοῦσα τὰ περὶ τούτου, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν παρερμηνείας καὶ δικαστικοὺς ἀγῶνας. Τί ἐννοεῖ ὁ νόμος νὰ γείνῃ περὶ αὐτῶν; Ἐπαναλαμβάνω τὸ ζήτημα, διὰ νὰ ἐννοηθῶ καλλίτερον. Ὑπάρχουσι πολλοὶ ὑπάλληλοι, ἀποκτήσαντες τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως καὶ λαβόντες σύνταξιν, εὑρισκόμενοι δὲ νῦν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ...
§94Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε δὲν εἶναι συνταξιοῦχοι.
§95Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δύνανται ὅμως νὰ γείνωσι συνταξιοῦχοι νῦν· ὑπηρετήσαντες ἐπὶ εἰκοσαετίαν, δύνανται νὰ λάβωσι σύνταξιν, δυνάμει τοῦ κειμένου νόμου, ἐὰν ἀπολυθῶσιν. Οὗτοι θὰ δύνανται νὰ παραιτηθῶσιν; Ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ καταστῇ νόμος, τί θὰ κάμωσι; δύνανται νὰ παραιτηθῶσι καὶ λάβωσι τὴν σύνταξίν των. Ὑποθέσατε ὅτι δὲν θέλουσι νὰ μείνωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ οἱ ἔχοντες συμπεπληρωμένην εἰκοσαετῆ ὑπηρεσίαν, οἵτινες ἀπολυόμενοι λαμβάνουσι κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον σύνταξιν· ἀλλὰ κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον δὲν δύνανται νὰ παραιτηθῶσι, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν λαμβάνουσι σύνταξιν. Ἐψηφίσθη ὁ νόμος αὐτός· τί θὰ γείνῃ, ἅμα τεθῇ εἰς ἐνέργειαν; Δικαιοῦνται νὰ εἴπωσιν εἰς τὴν Πολιτείαν: «ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ὑπηρετήσω πλέον»;
§96Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξέλθωσι τῆς ὑπηρεσίας.
§97Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καλῶς, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία τοὺς ἀπολύσῃ. Ἀλλὰ θὰ δύνανται νὰ παραιτηθῶσι;
§98ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι.
§99Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§100Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πῶς ὄχι; Πῶς θὰ στερήσητε τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν δικαιώματος, ὅπερ ἀπέκτησεν ἤδη;
§101Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐὰν εἶχε τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, θὰ τὸ ἔχῃ καὶ νῦν.
§102Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν παραιτηθῇ, δὲν ἔχῃ δὲ συμπεπληρωμένα τὰ ἔτη τῆς συντάξεως, καθὼς καὶ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἀναμφισβητήτως δὲν λαμβάνει σύνταξιν.
§103Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ. Δὲν νομίζω ὅτι δύνασθε διὰ μεταγενεστέρου νόμου νὰ ὑποβάλητε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα, εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς ἡλικίας. Ὁ νόμος τοὺς ἐμποδίζει νὰ παραιτηθῶσι. Καὶ ἐν τούτοις δύνανται νὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι αὐτοὶ δὲν θέλουσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νέου νόμου, καὶ θ’ ἀναγκασθῇ τὸ Δημόσιον νὰ ὑποβληθῇ εἰς δικαστικοὺς ἀγῶνας.
§104Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἰς ποίαν βάσιν θὰ στηρίξωσι τὴν ἀγωγήν;
§105Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὸ ὅτι ὑπηρέτησαν 20 ἔτη κατὰ τὸν νόμον, καὶ ἀπέκτησαν σύνταξιν, καὶ ὑπῆρξαν συνταξιοῦχοι.
§106Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἦσαν ὑπάλληλοι καθ’ ὃν χρόνον ἐδημοσιεύθη ὁ νέος νόμος.
§107Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου δὲν ἠδύναντο νὰ παραιτηθῶσι. Θὰ ἔχητε δίκας πάντοτε κατὰ τοῦ Δημοσίου.
§108ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὸ ἄρθρον 3 φρονῶ ὅτι ἔχει συνταχθῆ ὅλως ἀνεπιτηδείως. Κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ ἄρθρον 3 ἔχει τριπλοῦν σκοπόν: αʹ) τίς δικαιοῦται εἰς σύνταξιν· βʹ) ποῖοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὸ ἄρθρον, καὶ γʹ) πῶς ἀπόλλυται ἡ σύνταξις. Τὰς τρεῖς ταύτας ἰδέας διατυποῖ τὸ ἄρθρον 3 κατὰ τρόπον τόσον ἀκατάλληλον, ὥστε, ἐὰν θελήσῃ τις νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ ἄρθρον κατὰ τοὺς κανόνας, θὰ φθάσῃ εἰς ἀντίθετον ἀποτέλεσμα. Ἐὰν λάβῃ τοῦτο ὡς ἔχει, εἶναι ἢ πολὺ ἄδικον ἢ πολὺ κακόν. Ὅλα δὲ ταῦτα συνέβησαν, διότι ἡ λέξις «στεροῦνται» ἔχει ἐκληφθῆ εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ «δὲν ἔχουσι» καὶ ἐν ταὐτῷ εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ «ἀπολλῦσι». Τὸ ἄρθρον 3 δὲν διατυποῖ τὸν κανόνα, ὅτι ὁ χρόνος τῆς συντάξεως αὐξάνει ἀναμφισβητήτως, ἀλλ’ ἄλλη διάταξις τοῦ νομοσχεδίου εὑρίσκεται λέγουσα, ὅτι τὰ εἴκοσιν ἔτη αὐξάνονται εἰς 25. Ἐπὶ πλέον τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον τίθεται εἰς ὡρισμένας περιστάσεις, δὲν φαίνεται σαφῶς. Νομίζω ὅτι καλλιτέρα καὶ σαφεστέρα διατύπωσις τοῦ ἄρθρου θὰ ἦτο προτιμοτέρα. Ἡ ὑπηρεσία εἶναι ὁ γενικὸς κανών. Ἡ ἡλικία εἶναι ἐξαίρεσις καὶ δι’ ὡρισμένας προϋποθέσεις. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐξηγοῦμαι καλῶς, ἀλλ’ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, ἐννοεῖ ὅτι ὁ συμπληρώσας εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ μὴ ἔχων 60 ἐτῶν ἡλικίαν, δὲν ἔχει δικαίωμα πρὸς σύνταξιν, ἐὰν ἀποπεμφθῇ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2, ἐνῷ ἔχει ὁ συμπληρῶν ὑπηρεσίαν εἰκοσιπενταετῆ καὶ 60 ἐτῶν ἡλικίαν, ὅταν ἀποπεμφθῇ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 209 ἐδαφ. αʹ τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἐν τούτοις δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια τοῦ νόμου. Ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι, διὰ νὰ ἔχῃ τις σύνταξιν, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπηρεσίαν εἰκοσιπενταετῆ· δι’ ὡρισμένας ὅμως περιπτώσεις δὲν ἀρκεῖ ὁ χρόνος τῶν 25 ἐτῶν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ ἡλικία 60 ἐτῶν. Αὐτὸ εἶναι. Ἐκτὸς τούτου αἱ τοῦ ἄρθρου 2 δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3, ἑπομένως ὁ χρόνος τῆς συντάξεως εἰς ἐκείνους εἶναι μόνον 20 ἐτῶν. Ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον 3, ἔχει ἐπίσης σκοπὸν νὰ στερήσῃ τῆς συντάξεως καὶ ἐκεῖνον, ὅστις συμπληρώσας 25 ἔτη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀρνεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπηρετῶν περαιτέρω. Ἀλλ’ ἐνῷ στερεῖται τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως ὁ ἀμελὴς ἢ ὁ ἀσυμβίβαστον διαγωγὴν πρὸς τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ ἐπιδειξάμενος, δὲν στερεῖται τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως ὁ ἀνίκανος, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ συμπληρώσει τὸ ἑξηκοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του. Τὸ ἄρθρον ἀνάγκη νὰ σαφηνισθῇ.
§109Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ ἀναγνώσητε, καὶ πρὸ παντὸς, ὅταν τις ἔχῃ νὰ παρατηρήσῃ τι, πρέπει νὰ ἔχῃ τουλάχιστον ὑπ’ ὄψει τὰ στοιχεῖα τὰ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως. Πρέπει νὰ ἐννοήσητε περὶ τίνος πρόκειται. Πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι συνεπλήρωσαν τὸ εἰκοστὸν ἔτος τῆς ὑπηρεσίας των καὶ δύνανται αὐτοδικαίως νὰ λάβωσι σύνταξιν. Ὡς πρὸς αὐτοὺς νομοθετεῖ τὸ ἄρθρον αὐτό, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν λόγῳ ἀνικανότητος ἢ ἀμελείας ἢ ἀσυμβιβάστου διαγωγῆς ἔχουσιν ἀπολυθῆ, δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν καὶ ἡλικίαν 60 ἐτῶν, αὐτοὶ ἔχουσι πλέον κεκτημένον τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Ἐὰν ὅμως παραιτηθῶσιν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν συνεπλήρωσαν τὸ εἰκοστὸν ἔτος τῆς ὑπηρεσίας των, ἔχουσι δικαίωμα συντάξεως;
§110ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὄχι.
§111Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ὅταν ὁ ὑπάλληλος θέλῃ νὰ προκαλέσῃ ἀπόλυσιν εἴτε διὰ καταχρήσεως εἴτε δι’ ἀσυμβιβάστου διαγωγῆς, διότι ἔχει ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, εἶναι ἠναγκασμένος ὁ Ὑπουργὸς, θέλων καὶ μὴ, νὰ τὸν ἀπολύσῃ. Τοῦτο προβλέπει τὸ ἄρθρον. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως τὸ ἄρθρον 3 εἰς τοῦτον δὲν τὸ δίδει. Πρὸ παντὸς, Κύριοι, ὅταν ἔχῃ τις τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐξηγήσῃ τι, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν Βουλὴν, πρέπει ν’ ἀντιληφθῇ πρῶτον τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ. Νομίζω δ’ ὅτι μέχρι τοῦδε ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἀντελήφθη τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου τούτου.
§112ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὅ,τι λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν λέγει δυστυχῶς καὶ τὸ ἄρθρον, διότι κατ’ αὐτὸ ὁ μὴ ἔχων εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν δὲν ἔχει σύνταξιν.
§113Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ἀφοῦ συνεπλήρωσεν εἰκοσαετῆ ὑπηρεσίαν.
§114ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι, ἐάν τις ἐπιστήσῃ ὀλίγον περισσότερον τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, ὅπερ εἶναι πράγματι ὀλίγον στρυφνόν, θὰ ἀπολήξῃ εἰς τὴν ἑρμηνείαν, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ τούτου εἰς ἐμὲ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία· θὰ ἦτο ὅμως ἐπιθυμητὸν, ἂν ἡ νομοθετικὴ αὕτη φράσις ἦτο σαφεστέρα. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα εἴπω, ὅτι, οὕτως ἔχοντος τοῦ ἄρθρου, τὸ ζήτημα, ὅπερ ἔθεσεν ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, δὲν ὑπάρχει. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι δὲν στερεῖται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ δικαιώματος νὰ προσδιορίζῃ εἰς μείζονα χρόνον τὰ τῆς συντάξεως ἔτη. Διότι ὁ ὑπηρετῶν ὑπὸ νόμον 20 ἐτῶν διατελεῖ μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς γεννήσεως τοῦ δικαιώματος ἐν προσδοκίᾳ ἀποκτήσεως δικαιώματος. Πρὶν ἢ συμπληρώσῃ οὗτος τὰ ἔτη, ἅτινα ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, ὑφ’ ὃν ὑπόκειται διὰ τὴν σύνταξιν, ἦλθε νέος νόμος καὶ προσέθηκεν ἄλλα δέκα ἔτη, ἄνευ προσβολῆς οὐδενὸς κεκτημένου δικαιώματος. Τοῦτο πραγματεύονται πάντες οἱ νομικοὶ συγγραφεῖς, φέροντες παράδειγμα τὸ τῆς ἐνδεχομένης συντάξεως εἰς ὁρισμὸν τοῦ προσδοκωμένου δικαιώματος. Τοῦτο πρέπει ἐνταῦθα νὰ ἐξετασθῇ, τὸ δὲ ἄλλο εἶναι ζήτημα, ὅπερ ἔρχεται εἰς τὸ τέλος καὶ ἀποτελεῖ ἀντικείμενον τῆς τροπολογίας, ἣν ὑπέβαλεν ὁ κύριος Νέγρης.
§115Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, βλέπω γεννωμένας ἀπορίας εἰς ἄρθρον, εἰς ὃ, νομίζω, ἀπορίαι δὲν χωροῦσι· καὶ ἀναγκάζομαι εὐθὺς ἀμέσως νὰ δηλώσω, ὅτι συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἄρθρον 3 διακρίνει τρεῖς περιπτώσεις· αʹ) ἐκείνους τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν μονιμότητα· βʹ) τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὴν μονιμότητα, ἀλλ’ ἔχουσι συμπληρώσει τὸ εἰκοστὸν πέμπτον ἔτος τῆς ὑπηρεσίας των καὶ τὸ ἑξηκοστὸν τῆς ἡλικίας των, καὶ γʹ) τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι, μὴ συμπληρώσαντες τὸ εἰκοστὸν ἔτος τῆς ὑπηρεσίας των καὶ τὸ ἑξηκοστὸν τῆς ἡλικίας των, ἀπολύονται, εἴτε κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ λογιστικοῦ νόμου, εἴτε ἕνεκα αὐτογνωμόνως γενομένης ἀποχῆς ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ὑπὲρ τὸν μῆνα, εἴτε ἕνεκα ἀμελείας ἢ διαγωγῆς ἀσυμβιβάστου πρὸς τὴν θέσιν, ἣν κατέχουσιν. Εἰς τοὺς τελευταίους τούτους ὑπαλλήλους, τοὺς ἀπολυομένους λόγῳ παραβάσεως τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἢ δι’ ἀποχὴν ἀδικαιολόγητον ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ἢ δι’ ἀμέλειαν, ἢ δι’ ἀσυμβίβαστον διαγωγὴν, ἔρχεται ὁ νομοθέτης καὶ λέγει: «Δὲν ἐπιθυμῶ, οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ νὰ ἔχωσι δικαίωμα συντάξεως, διότι ὑπέπεσαν εἰς ἓν πταῖσμα». Εἰς τὸν ἔχοντα ὅμως 25 ἐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ ἡλικίαν ἄνω τῶν 60 ἐτῶν ἐξ ἐπιεικείας δίδεται δικαίωμα συντάξεως, κατὰ τὰς αὐτὰς περιπτώσεις. Δὲν βλέπω λοιπὸν, πῶς ἐγεννήθησαν αἱ ἀπορίαι, καὶ πῶς ἠδυνήθησαν καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας νὰ συμπεράνωσιν, ὅτι ἐντεῦθεν ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας ἀνάγεται εἰς 25 ἔτη. Ἡ εἰκοσιπενταετὴς ὑπηρεσία ἀπαιτεῖται ἐνταῦθα μόνον διὰ τοὺς ὡς ἄνω ἀπολυομένους ὑπαλλήλους, ἐὰν ἔχωσι συγχρόνως καὶ ἡλικίαν ἄνω τῶν 60 ἐτῶν, διότι ἐξ ἐπιεικείας ὁ νομοθέτης θεωρεῖ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῇ τὴν σύνταξιν. Αὐταὶ εἶναι αἱ περιπτώσεις αἱ καθαρώταται. Δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον, διατὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐγένετο ἀντικείμενον κατακρίσεως. Ἐὰν ἐπροτείνετο νὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας εἰς 25 ἔτη, βεβαίως θὰ ἦτο καλλίτερον. Ὡς πρὸς τοῦτο ὅμως βλέπω ὅτι ἔχει ἀντίθετον γνώμην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ λυποῦμαι διὰ τοῦτο· διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς προνοεῖ διὰ τῆς μονιμότητος νὰ περιστείλῃ τὰ κατ’ ἔτος αὐξάνοντα ἔξοδα τῶν συντάξεων, δὲν προνοεῖ ἀφ’ ἑτέρου καὶ περὶ τοῦ ἑτέρου σκέλους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ κατ’ ἔτος αὔξησις, τοῦ ὀλιγοχρονίου τῆς ὑπηρεσίας. Εἰς ἄλλα Κράτη οἱ ὑπάλληλοι, ὅπως ἀποκτήσωσι σύνταξιν, ὑπηρετοῦσι τοὐλάχιστον ἐπὶ 25 ἔτη, ἡμεῖς δὲ ζητοῦμεν εὐεργετικῶς ὑπηρεσίαν 19 ἐτῶν καὶ 7 μηνῶν, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τις δικαίωμα συντάξεως, ἀδιάφορον ἂν ταῦτα διήνυσεν ὡς γραφεὺς ἢ ὡς ὑπογραμματεὺς, καὶ τοιουτοτρόπως μὲ ὑπηρεσίαν τοιαύτην, ὅπου αἱ κρατήσεις ἦσαν ἐλάχισται, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ μέσος ὅρος τοῦ μισθοῦ τῶν τελευταίων τεσσάρων ἐτῶν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἦναι μέγας. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ ηὔξανεν ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας, καὶ νὰ ἠκολουθοῦμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀκολουθοῦσιν ἐν τούτῳ τὰ ἄλλα Κράτη. Δὲν γνωρίζω διατὶ ἐν Ἑλλάδι — ἐκτὸς ἐὰν θεωρῶμεν ὅτι εἴμεθα πλούσιοι — νὰ δίδωμεν σύνταξιν μετὰ ὑπηρεσίαν 20 ἐτῶν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν πράττουσι τὰ ἄλλα ἔθνη. Ἐνταῦθα λαμβάνεται πρόνοια περὶ μονιμότητος, χωρὶς ταυτοχρόνως, τοῦ θεσμοῦ τῶν συντάξεων ἐπανερχομένου ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νὰ γείνῃ σκέψις, ὅπως καθιερωθῇ τὸ σύστημα τῶν 25 ἐτῶν πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως. Δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἐγχείρησις, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, διότι ὑπάρχουσι λόγοι ἀσθενείας, ἢ καὶ ἄλλοι λόγοι, ἀποκλείοντες πᾶν πταῖσμα, οἱ ὁποῖοι δύνανται ν’ ἀπομακρύνωσι τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν τῆς ὑπηρεσίας πρὶν συμπληρώσῃ εἰκοσιπενταετίαν, χωρὶς οὗτος μετὰ 20 ἐτῶν ὑπηρεσίαν νὰ ἀποβάλῃ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Διατὶ αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος νὰ δύναται νὰ ἀποκτήσῃ σύνταξιν μετὰ ὑπηρεσίαν ὀλιγωτέραν τῆς εἰκοσιπενταετοῦς καὶ νὰ τὴν μεταβιβάσῃ εἰς τὴν σύζυγόν του καὶ τοὺς ἀπογόνους του;
§116Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Χαλκίδος, εἶμαι σύμφωνος, διότι εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Εἰς τὸ δεύτερον ὅμως μέρος βεβαίως ἐπέδειξε σύγχυσιν, διότι δὲν ἐσκέφθη, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς μονιμότητος δὲν ὑπάρχει πλέον κίνδυνος ἀπολύσεως μετὰ εἰκοσαετῆ ὑπηρεσίαν. Δὲν ὑπάρχει ὁ κίνδυνος αὐτός, διότι ὁ κίνδυνος ὑπῆρχεν εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἡ ἀπόλυσις τοῦ ὑπαλλήλου. Ἀλλὰ διὰ τῆς μονιμότητος ὁ κίνδυνος οὗτος παύει τοῦ νὰ ὑφίσταται. Δι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, στρεβλώσας τὴν ἔννοιαν τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τοιοῦτον ἐξήγαγε συμπέρασμα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπολυθῇ ὁ ὑπάλληλος μετὰ 20 ἐτῶν ὑπηρεσίαν. Εἶναι τὸ πρᾶγμα τοσοῦτον πρόδηλον, ὥστε καθιστᾷ ἀληθῶς μεταξὺ τῶν καλῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ταύτην τὴν καλλιτέραν.
§117Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀπολύσεως ἕνεκα αὐτογνωμόνως γενομένης ἀποχῆς ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Τὴν μονιμότητα ὅμως δὲν τὴν κανονίζετε, συσχετίζοντες μὲ τὴν σύνταξιν, οὕτω δὲ ὑπάλληλοι συμπληροῦντες 19 ἐτῶν καὶ 7 μηνῶν ὑπηρεσίαν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ βίου των, ἐὰν μὲν γείνωσι συνταξιοῦχοι, θὰ καρπωθῶσι τὴν σύνταξιν οἱ ἴδιοι, ἐὰν δὲ ἀποβιώσωσιν εἴτε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ εἴτε ὡς συνταξιοῦχοι, θὰ μεταβιβάσωσι τὴν σύνταξιν, ἡ ὁποία θὰ καταβληθῇ ἐπὶ πολλὰ ἴσως ἔτη, εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ αὐτῶν. Νομίζω ὅτι ἀποτέλεσμα διάφορον θὰ ἐπέλθῃ, αὐξανομένου τοῦ πρὸς ἀπόκτησιν συντάξεως ἀπαιτουμένου χρόνου ὑπηρεσίας, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ νόμος περὶ μονιμότητος ἄνευ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἐκτὸς ἂν θέλητε νὰ ἔχητε ὑπαλλήλους ὑπερβάντας καὶ τὸ ἑκατοστὸν ἔτος, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας θ’ ἀποκτῶνται συντάξεις ἐπὶ τῇ βάσει ὑπηρεσίας 20 ἐτῶν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται.)
§119ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐπιτυγχάνεται νὰ κατασταθῇ σαφὴς ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ παλαιοῦ νόμου, ἥτις ἔδωκεν ἀφορμήν, παρεξηγηθεῖσα, εἰς μεγίστας καταχρήσεις· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι, ἐνῷ ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ κειμένου τούτου ἡ σαφήνεια ὑπάρχει πλήρης, περὶ τὸ τέλος ἐκλείπει, τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον παρακολουθοῦντος τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἰδέαν καὶ μὴ δυνηθέντος νὰ διακρίνῃ, ὅτι, ἐνῷ διασαφηνίζει τὸ πᾶν ἐν τῇ ἀρχῇ, τείνει νὰ γεννήσῃ ἀσάφειαν πολὺ μεγαλειτέραν τῆς πρότερον κειμένης. Καὶ τοῦτο τὸ κακόν, ἂν ἀντελήφθην καλῶς τὰ πράγματα, ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἐν ἄρθρῳ 8. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 4; (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων αὐτῶν καὶ ἕνεκα ταύτης ὑπέστησαν σωματικὴν ἢ διανοητικὴν βλάβην, συνεπαγομένην πρὸς τὸ ὑπηρετεῖν ἀνικανότητα διαρκοῦσαν ὑπὲρ τοὺς τρεῖς μῆνας, ἢ ἐκ λοιμωδῶν ἢ ἐνδημικῶν νόσων ὑπέστησαν ὁμοίαν βλάβην, ἐφ’ ὅσον χρόνον διαρκέσῃ ἡ ἀνικανότης αὕτη». Ἐδῶ ὁ μέλλων νὰ ἑρμηνεύσῃ θὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν περίοδον ταύτην ἀσχέτως πρὸς τὸ ἐν τῇ ἀρχῇ «ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων αὐτῶν καὶ ἕνεκα ταύτης»· διότι τὸ δεύτερον ἢ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι διαζευκτικὸν ἀντίστοιχον τοῦ πρώτου, ἀλλὰ διαζευκτικὸν ἀποχωρίζον ὅλην τὴν προηγουμένην περίοδον. Δὲν ἠξεύρω, ἂν κατέστην καταληπτός. Λοιπὸν ἢ πρέπει νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ τὸ ἤ, ἢ νὰ ἐκφρασθῇ τὸ πρᾶγμα κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἐγὼ ἤθελον εἴπει: «Ἐὰν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων αὐτῶν καὶ ἕνεκα ταύτης ἐκ λοιμωδῶν ἢ ἐνδημικῶν νόσων ὑπέστησαν ὁμοίαν βλάβην». Καὶ ἂν τοῦτο ἔχῃ οὕτω, τότε καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 8 πρέπει νὰ γείνῃ ἡ αὐτὴ διόρθωσις.
§120Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 8, ἐὰν τὸ κόμμα ἀφαιρεθῇ ἐκ τῆς λέξεως «φονευθέντος», τὸ πρᾶγμα, νομίζω, διορθοῦται.
§121ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὑπάρχει μία Γαλλικὴ κωμῳδία, ὀνομαζομένη «les Plaideurs». Ἐκεῖ ἀναφέρεται ἓν ἄρθρον νόμου, οἷον τὸ νῦν ἐξεταζόμενον, ὅπερ ὁ δικηγόρος κατορθοῖ, χάρις εἰς ἓν κόμμα, νὰ ἐξηγήσῃ κατὰ δύο ἢ τρεῖς τρόπους. Τοῦτο πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν ἐνταῦθα· πρέπει δὲ ν’ ἀποφύγωμεν τοῦτο μετὰ τοσοῦτον περισσοτέρας προσοχῆς, καθ’ ὅσον, προκειμένου περὶ συντάξεων, οἱ Ἕλληνες εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δίδωμεν εὐκόλως συντάξεις εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας δικαίωμα συντάξεως.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6 τοῦ νομοσχεδίου.) Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§123ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον ἀναφέρεται εἰς τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀρχικοῦ νόμου ΧΝΒʹ, ἀφορᾷ δὲ εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἐδαφίου δʹ τοῦ ἄρθρου 1 εἰς εἴκοσι καὶ πέντε ἑκατοστὰ τοῦ μέσου ὅρου τοῦ μισθοῦ τῶν ἕξ τελευταίων ἐτῶν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐὰν οὗτος δὲν συνεπλήρωσε τὸ εἰκοστὸν πέμπτον τῆς ὑπηρεσίας ἔτος· ἐὰν δ’ ἔχῃ ὑπηρεσίαν μείζονα τῶν 25 ἐτῶν, ἡ σύνταξις ὁρίζεται κατὰ τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου.» Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὕτω νομοθετῶν, δὲν ἐσκέφθη νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον ΑΡΚΑʹ τῆς 12 Ἀπριλίου 1883, ὅστις νόμος εἰς τοὺς Ἀρεοπαγίτας, τοὺς Ἐφέτας καὶ τοὺς παρ’ Ἐφέταις καὶ παρ’ Ἀρεοπαγίταις Εἰσαγγελεῖς δίδει δικαίωμα, μετὰ τὸ τριακοστὸν πέμπτον ἔτος ὑπηρεσίας νὰ λάβωσιν ὁλόκληρον τὸν μισθὸν ἀντὶ συντάξεως. Ἐὰν δὲ σήμερον νομοθετήσωμεν τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, κατ’ ἀνάγκην, ἐπειδὴ τοῦτο εἶναι νεωτέρα διάταξις εἰδική, θὰ κατισχύσῃ τοῦ νόμου, ὃν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ μεταβάλῃ. Ὁ νόμος ΑΡΚΑʹ ἔχει ὡς ἑξῆς...
§124Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸς εἶναι εἰδικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος τῇ εἰσηγήσει μου ἔχει ψηφισθῆ.
§125ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι εἰδικὸς νόμος. Ἔρχεται δὲ νῦν μία εἰδικὴ διάταξις μεταγενεστέρα, ἥτις κατ’ ἀνάγκην τὸ ὀλιγώτερον θὰ γεννήσῃ ζητήματα εἰς τὰ Δικαστήρια.
§126Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδόλως.
§127Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Νὰ σημειωθῇ ἡ δήλωσις αὕτη, κύριε Πρόεδρε· ὅτι δηλαδὴ ὁ νόμος δὲν ἀφορᾷ αὐτούς.
§128ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀδιάφορον. Ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν παρατήρησιν. Ἐὰν τὸ πρᾶγμα σαφηνισθῇ διὰ δηλώσεως, ἢ ἂν ὁρισθῇ διὰ νομοθετικῆς συμπληρώσεως, τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ τὴν παρατήρησιν μόνον ἤθελον νὰ ὑποβάλω.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§130Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, κύριε Πρόεδρε· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ οὐδὲ παρατήρησις κἄν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, διότι ἐκεῖ πρόκειται περὶ εἰδικοῦ νόμου, ἐδῶ δὲ περὶ γενικοῦ, ἀναγκαίως δὲ ὁ εἰδικὸς νόμος κατισχύει τῶν διατάξεων τοῦ γενικοῦ, κατὰ γενικὸν κανόνα. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου θέλῃ καὶ μίαν δήλωσιν ἁπλῆν, οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω νὰ τὴν ἀναγράψωσι τὰ πρακτικά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκει): «Ἡ μετὰ συνταξιούχου συζευχθεῖσα καὶ τὰ ἐκ τοῦ γάμου τούτου τέκνα δὲν ἔχουσι δικαίωμα συντάξεως, ἐκτὸς ἐὰν ὁ σύζυγος ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ διατελέσῃ ἐν αὐτῇ πλέον τῶν δύο ἐτῶν.»
§132ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐπὶ τούτου ἔχω παρατήρησιν διπλῆν. Πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ μεταβάλῃ τὰς διατάξεις τοῦ ἀρχικοῦ νόμου εἰς τρόπον, ὥστε νὰ παρεμβληθῶσιν αἱ μεταβάλλουσαι, αἱ νεώτεραι, εἰς τὴν θέσιν τῶν παλαιῶν. Δὲν γνωρίζω διατὶ τὸ ἄρθρον 9 κατ’ ἐξαίρεσιν ἔχει ἄλλως· διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ 13, ἐδαφ. γʹ, τοῦ μεταβαλλομένου νόμου λέγονται τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἔχουσι δικαίωμα πρὸς σύνταξιν ἡ μετὰ συνταξιούχου συζευχθεῖσα καὶ τὰ ἐκ τοῦ γάμου τούτου τέκνα». Εἶναι φυσικόν, ἀφοῦ μεταβάλλεται τοῦτο, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα, νὰ λεχθῇ: «Τὸ ἐδάφιον γʹ τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου τούτου τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς». Αὐτὴ εἶναι τυπικὴ παρατήρησις, ἀλλ’ ἡ ἑπομένη εἶναι οὐσιαστική. Παρατηρῶ, ὅτι κατὰ τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ ΧΝΒʹ νόμου «ἡ ἐντὸς τοῦ τελευταίου ἔτους τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἀποκτήσαντος δικαίωμα εἰς σύνταξιν συζευχθεῖσα μετ’ αὐτοῦ καὶ τὰ ἐκ τοῦ γάμου τούτου τέκνα, ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων τοῦ βʹ καὶ γʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1 δὲν ἔχουσι δικαίωμα πρὸς σύνταξιν». Ἐὰν ἡ συζευχθεῖσα μετὰ τοῦ ὑπηρετοῦντος ἐντὸς τοῦ πρώτου ἔτους κατορθώσῃ νὰ παρακολουθήσῃ τὸν ὑπηρετοῦντα σύζυγόν της καὶ ὀλίγους μῆνας ἢ ὀλίγας ἡμέρας περισσότερον, ὥστε νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ 365 ἡμέραι, λαμβάνει σύνταξιν· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχῃ 365 ἡμέρας συμπληρώσει ὁ σύζυγός της, ἀφ’ ὅτου αὕτη ἐνυμφεύθη μετ’ αὐτοῦ, δὲν λαμβάνει σύνταξιν. Τοῦτο δεικνύει, τί ἔπρεπε νὰ πραχθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σημερινοῦ· διότι, ὅταν ἐν ἐκείνῃ τῇ περιπτώσει ἀρκῇ ἓν ἔτος, ἵνα λάβῃ σύνταξιν ἡ σύζυγος ἡ συζευχθεῖσα ὑπάλληλον, ὅστις ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ ἔτους ἐγένετο συνταξιοῦχος, πρέπει καὶ εἰς τὴν σύζυγον τοῦ συνταξιούχου ἑνὸς ἔτους νὰ δοθῇ σύνταξις· διότι, ἐὰν ὁ συνταξιοῦχος ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ μείνῃ ἓν ἔτος, εἶναι δίκαιον ἡ σύζυγος αὐτοῦ νὰ ἔχῃ τὰ ἴδια δικαιώματα, ἅτινα δίδονται εἰς τὴν σύζυγον ἐκείνου, ὅστις ὑπηρέτει κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος καὶ συνεζεύχθη. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἐξομοιωθῇ ἡ περίπτωσις αὕτη, περιοριζομένου τοῦ ὁρίου εἰς ἓν ἔτος ἀντὶ δύο.
§133Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὁ συνταξιοῦχος ὁ νυμφευθεὶς κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ διετέλει ὑπὸ σύνταξιν. Διὰ νὰ μεταβιβασθῇ ἡ σύνταξις αὐτοῦ εἰς τὴν νέαν του οἰκογένειαν, πρέπει αὐτὸς νὰ ὑπηρετήσῃ τοὐλάχιστον ἐπὶ δύο ἔτη. Τοῦτο ὁρίζει ἡ διάταξις.
§134Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐνταῦθα ἀκριβῶς δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα ὀπισθενεργείας τοῦ νόμου. Καὶ ἰδοὺ μία περίπτωσις. Συνταξιοῦχος σύζυγος ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ παρέμεινεν ἐπὶ ἓν ἔτος, εἰς τρόπον ὥστε ἔχει ἤδη κεκτημένην σύνταξιν, μεταβιβάσιμον εἰς τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα αὐτοῦ, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους...
§135Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδόλως. Ἐὰν ἀπολυθῇ, ἢ ἂν ὁπωσδήποτε ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα.
§136Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπελύθη. Προσέξατε, παρακαλῶ, ἵνα κατανοήσητε τὴν περίστασιν. Ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, παρέμεινεν ἐν αὐτῇ ἐπὶ ἓν ἔτος, εἰς τρόπον ὥστε κατὰ τὸν κείμενον νόμον, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Εἶναι βεβαίως συνταξιοῦχος. Εἶναι ἆρά γε δίκαιον, ἡ σύζυγός του καὶ τὰ τέκνα του, ἐνῷ ἐκεῖνος ἔχει σήμερον σύνταξιν μεταβιβάσιμον, νὰ στερηθῶσι τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως;
§137Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι βεβαίως.
§138Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἔχει συζευχθῆ;
§139Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει συζευχθῆ πρὸ καιροῦ.
§140Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης.
§141Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρέμεινεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐπὶ χρόνον περισσότερον τοῦ ἔτους ἐν γάμῳ μετὰ τῆς συζύγου του. Σήμερον διατελεῖ συνταξιοῦχος καὶ ἔχει σύνταξιν μεταβιβάσιμον εἰς τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα αὐτοῦ· ἀποθνήσκει· ὁ γάμος του δὲν διήρκεσε δύο ἔτη ὑπηρεσίας, διήρκεσεν ὀλιγώτερον. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 9; λέγει ὅτι, διὰ νὰ ἔχῃ σύνταξιν ἡ σύζυγος καὶ τὰ τέκνα του, πρέπει αὐτὸς νὰ ἔχῃ ὑπηρεσίαν πλείονα τῶν δύο ἐτῶν ἀπὸ τοῦ νέου διορισμοῦ του. Εἶναι μετ’ ὀπισθενεργοῦ δυνάμεως τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἵνα κανονίσῃ τὰ μέχρι τοῦδε;
§142Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ὄχι.
§143Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε παρακαλῶ νὰ διατυπωθῇ ὑπὸ ἄλλον τύπον.
§144Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§145Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ τεθῇ: «Ἡ μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου μετὰ συνταξιούχου συζευχθεῖσα». Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔχητε ἀντίρρησιν νὰ διευκρινισθῇ διὰ μιᾶς λέξεως. Διότι θὰ προκύψῃ ἀμφιβολία, κατὰ πόσον ἡ σύζυγος καὶ τὰ τέκνα συνταξιούχου ἴσως ὀγδοηκονταετοῦς καὶ μὴ ἱκανοῦ πλέον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως.
§146Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἔννοια ἐξάγεται καὶ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «ἐκτὸς ἐὰν ὁ σύζυγος ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ διατελέσῃ ἐν αὐτῇ πλέον τῶν δύο ἐτῶν». Δὲν ἐννοεῖ τὸ παρελθόν. Ἐὰν ἐνόει τὸ παρελθόν, θὰ ἔλεγεν «ἐὰν ἐπανῆλθε καὶ διετέλεσε».
§147Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε οἱ ἔχοντες δικαίωμα συντάξεως μεταβιβάσιμον δὲν θίγονται.
§148Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§149Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγραφῇ ἡ δήλωσις αὕτη ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§150Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια.
§151Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ν’ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν θίγει τὰ δικαιώματα τῶν συζύγων καὶ τῶν τέκνων τῶν συνταξιούχων, οἵτινες ἔχουσιν ἤδη σύνταξιν μεταβιβάσιμον εἰς τὴν σύζυγον καὶ τὰ νέα τέκνα αὐτῶν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγραφῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκει): «Αἱ διατάξεις περὶ συμβιβασμοῦ καὶ καταργήσεως δίκης τοῦ νόμου περὶ Νομικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐφαρμόζονται εἰς τὰς περὶ συντάξεων διαφοράς.»
§154ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11, ὅπερ εὑρίσκω ὀρθὸν, ἔχω νὰ προσθέσω τοῦτο. Τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι «αἱ διατάξεις περὶ συμβιβασμοῦ καὶ καταργήσεως δίκης τοῦ νόμου περὶ Νομικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐφαρμόζονται εἰς τὰς περὶ συντάξεων διαφοράς». Ἀλλ’ εἶναι δυνατὴ ἡ περίπτωσις, καὶ οὐχὶ ἀναξία προσοχῆς, καθ’ ἣν, μὴ γενομένου τοιούτου συμβιβασμοῦ, μὴ γενομένης τοιαύτης γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὑπόθεσις ἀφίεται καὶ δικάζεται ἐρήμην. Εἶναι πρᾶγμα δυνατώτατον, καὶ πρᾶγμα, οὗτινος παραδείγματα ἱκανὰ ἔχομεν. Λοιπὸν καλὸν εἶναι νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὴ ἐπὶ συντάξεως ἡ λύσις δι’ ἐρημοδικίας, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὴ καὶ ἡ λύσις τῶν γαμικῶν διαφορῶν δι’ ἐρημοδικίας, ἀλλὰ πάντοτε ἀπαιτεῖται ἀντιμωλία.
§155Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου λησμονεῖ μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἀναγεγραμμένη ἐν πλάτει ἐν τῇ Δικονομίᾳ, τὴν διάταξιν περὶ ἀναψηλαφήσεως, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἐξεπροσωπήθη δεόντως εἴτε ἀνήλικος εἴτε νομικὸν πρόσωπον, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀναψηλαφήσεως. Ἑπομένως, ἐὰν ἐδικάσθη ἐρήμην, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν τοῦτο, διότι δύναται διὰ τῆς διαδικασίας ταύτης νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ὑπόθεσιν ἀκεραίαν.
§156Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἔχει προθεσμίαν ἡ ἀναψηλάφησις.
§157Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δὲ πιθανὸν, ὅτι θὰ φθάσῃ ἡ παραλυσία τοῦ δικαστικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ἐπιδικάζωνται ἐρήμην αἱ συντάξεις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 12 καὶ 13).
§158Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ὑποβάλλω τροπολογίαν, καθ’ ἣν μετὰ τὸ ἄρθρον 13 προστίθεται νέον ἄρθρον, ἔχον οὕτως: «Ἡ ὁριζομένη κράτησις ἐπὶ τοῦ μισθοῦ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων 9% ἐπιβάλλεται ὡς κράτησις καὶ ἐπὶ τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης.»
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βονίτσης θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 283). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον...
§160ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου, κύριε Πρόεδρε.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§162ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπορῶ, πῶς ἡ ἐμπειρία τῆς ὑπηρεσίας παρέλιπε νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν περίστασιν, ἥτις ἀπὸ πολλοῦ παρετηρήθη καὶ ἥτις ἔχει ἀνάγκην εἰδικῆς προβλέψεως. Πλέον ἢ ἅπαξ, προκειμένου περὶ συντάξεως, ἐνεφανίσθη θυγάτηρ νυμφευθεῖσα καὶ χηρεύσασα καὶ ἐπιτυγχάνει νὰ λάβῃ σύνταξιν ὡς ἄγαμος, διότι ἐθεωρήθη ὅτι, μὴ ἔχουσα πλέον σύζυγον καὶ ἀπολέσασα ἢ μὴ ἀποκτήσασα τέκνα, εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθῇ ὑπὸ τὸν εἰδικὸν χαρακτηρισμὸν ἀγάμου. Εἶναι μάλιστα περίεργον εἰς περίστασιν γνωστήν, ἥτις προκαλεῖ βεβαίως δικαίαν συμπάθειαν, ὅτι αὐτὸς ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, καὶ εἰσηγητοῦ ἐπιφανοῦς ἀπόφασιν, ἥτις ὁρίζει, ὅτι ἡ χήρα αὕτη εἶναι ἄγαμος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ ἀποφάσει ἔλαβε σύνταξιν...
§163Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Λόγῳ ἀκυρώσεως τοῦ γάμου.
§164ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀκύρωσις τοῦ γάμου. Δὲν πρέπει νὰ ὀνομάσω τὸ πρόσωπον, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν ἀκύρωσις τοῦ γάμου· ἦτο χήρα. Λοιπὸν ἐγὼ ἤθελον προτείνει νὰ ὑπάρχῃ τελευταῖον ἄρθρον, ὁρίζον, τί ἐννοεῖ ὁ νόμος, λέγων «ἄγαμον θυγατέρα».
§165Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπ’ ἐμοῦ προέβλεπε περὶ τούτου.
§166Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱαδήποτε νομοθετικὴ πρόνοια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρεμποδίσῃ καταχρήσεις· πρόκειται δὲ περὶ τόσον τερατώδους καὶ ἀκαταλήπτου καταχρήσεως, ὥστε φρονῶ ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τραπῇ κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπῆρξαν ὑπαίτιοι τῆς ἀπονομῆς τοιούτων συντάξεων, καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῶν ἀποζημίωσιν, — καὶ ἐγὼ δὲν θὰ ἐδίσταζον νὰ τὸ πράξω — ἢ νὰ ἀρνηθῇ νὰ ἀπονείμῃ τοιαύτην σύνταξιν καθ’ οἱονδήποτε χρόνον. Διὰ τοῦτο δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ τοιαύτης καταχρήσεως νὰ ἐγκύψῃ ὁ νόμος, καὶ νὰ προβλέψῃ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶ(Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§168Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Τρικκάλων ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 69 ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπὸ στοιχεῖα ͵ΒΨΜΖʹ νόμου «περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τῶν ἐκτελεστέων ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων». Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ ψηφισθῇ εἰς πρώτην συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπὸ στοιχεῖα ͵ΒΨΜΖʹ νόμου «περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τῶν ἐκτελεστέων ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων», καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 15,278.80 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1905». Ἡ ἔκθεσις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 284). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγήσεως συντάξεως εἰς τὰς ἀνεψιὰς τοῦ Θ. Π. Δηλιγιάννη».
§170ΜΙΛ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εὑρίσκεται εἰς καταφανῆ καὶ πλήρη ἀντίφασιν πρὸς τὸ ὑφ’ ἡμῶν ψηφισθὲν πρὸ ὀλίγου, τὸ ἀφορῶν τὰς συντάξεις. Εἶναι γενικῶς ἀνεγνωρισμένον, ὅτι αἱ συντάξεις ὑπερεπλεόνασαν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε κατέστησαν ἀληθὴς πληγὴ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἐνῷ δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ζητοῦμεν νὰ ἐπουλώσωμεν τὴν πληγὴν ταύτην διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατ’ ἔτος πολλαπλασιαζομένων συνταξιούχων, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δημιουργοῦμεν προνομιοῦχον τάξιν συνταξιούχων...
§171ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εὑρίσκετε ὅτι αὐταὶ αἱ περιστάσεις ὑπάρχουσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου;
§172ΜΙΛ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἐνῷ, λέγω, διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συντάξεων περιορίζομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν συνταξιούχων, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δημιουργοῦμεν προνομιοῦχον τάξιν συνταξιούχων, παρεμφερῆ πρὸς τὴν τάξιν τῶν μεγάλων δουκῶν τῆς Ρωσσίας, οἱ ὁποῖοι ὡς βδέλλαι ἐκμυζῶσι τοὺς πόρους τῆς ἀχανοῦς ἐκείνης χώρας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐπεκράτησε μέχρι τοῦδε νὰ ἐπέρχηται τὸ Δημόσιον ἀρωγὸν ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀγωνιστῶν καὶ τῶν εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν πολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι ἀποθνήσκοντες καταλείπουσιν αὐτὰς ἄνευ περιουσίας, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ μέτρον ἐλήφθη σπανίως, καὶ ἐλήφθη μόνον ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ χήρας ἢ θυγατρὸς ἢ ἀνυπάνδρου ἀδελφῆς τούτων. Μετὰ τοσαύτης δὲ φειδοῦς ἐγένετο χρῆσις τοῦ μέτρου τούτου, ὥστε ἡ Βουλὴ πολλάκις ἠρνήθη τὴν παροχὴν τοιούτων συντάξεων. Ἐὰν εὑρίσκετο ἐν τῇ ζωῇ ὁ μακαρίτης Δηλιγιάννης, πρὸς τιμὴν τοῦ ὁποίου παρέχεται εἰς τὰς ἀνεψιάς του ἡ σύνταξις αὕτη, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ κατεψήφιζε παρεμφερὲς νομοσχέδιον. Διότι, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ σύνταξις εἰς τὴν χήραν τοῦ Μεσσηνέζη καὶ τὴν χήραν τοῦ Πετιμεζᾶ, ἠρνήθη νὰ συναινέσῃ εἰς τοῦτο, ὅτε δ’ ἀπέθανεν ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς Δηλιγιάννης οὐ μόνον δὲν εἰσήγαγε νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν ἔρημον ἀδελφὴν τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ ὅτε μετὰ τρία ἔτη εἰσήγαγε τοιοῦτον ἑτέρα Κυβέρνησις, ὁ Δηλιγιάννης ἠγόρευσε κατ’ αὐτοῦ, μὴ ἀναγνωρίσας ὡς ἐπαρκῆ τὴν αἰτιολογίαν τοῦ ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ σύνταξις εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ Χαριλάου Τρικούπη, διότι μόνον τοιαύτη ὠφείλετο εἰς τὴν θυγατέρα τοῦ Σπυρίδωνος Τρικούπη! Ἀλλ’ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν δὲν πρόκειται οὔτε περὶ θυγατέρων οὔτε περὶ ἀδελφῶν τοῦ μακαρίτου Δηλιγιάννη, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν ἀνεψιῶν του, καὶ ἀνεψιῶν μάλιστα, αἱ ὁποῖαι γνωστὸν εἶναι ὅτι δὲν εὑρίσκονται εἰς θέσιν οἰκονομικὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην συντάξεως (διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν). Δὲν μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα προσωπική τις ἐμπάθεια, ἀλλ’ ἡ πεποίθησις ὅτι καταπολεμῶν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνταποκρίνομαι οὐ μόνον εἰς αἴσθημα ἀληθοῦς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιτακτικὴν φωνὴν τῆς κοινῆς συνειδήσεως. Πιστεύω δ’ ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀρθῇ ὑπεράνω τοῦ ἐδάφους τῶν προσωπικῶν συμπαθειῶν, καὶ ἐμφορουμένη πνεύματος ἀπροσωποληψίας καὶ δικαιοσύνης θ’ ἀποκρούσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§173ΤΑΚΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ καλλιτέρα ἀπάντησις, ἥτις δύναται νὰ δοθῇ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, τὸν ταύτην τὴν στιγμὴν κατερχόμενον τοῦ βήματος, εἶναι ἡ ἐντεῦθεν ἀπουσία τοῦ ἀρχηγοῦ του.
§174Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὐτυχῶς, Κύριοι, ἡ Βουλὴ οὐδέποτε ἠρνήθη νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας οἱ μεγάλοι πολιτευταὶ τῆς συγχρόνου Ἑλλάδος προσήνεγκον πρὸς τὴν πατρίδα, οὐδὲ ἠθέλησεν, ὅτε ἐκεῖνοι ἐξέλιπον, νὰ ἀφήσῃ πενομένας τὰς οἰκογενείας αὐτῶν καὶ στερουμένας τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, ἐπεξέτεινε δὲ τὰς ἀμοιβὰς αὐτῆς, τὰ βοηθήματα αὐτῆς καὶ πέραν τοῦ μέτρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ περὶ συντάξεων νόμος. Ἀπενεμήθησαν συντάξεις εἰς ἀδελφὰς, ἀπενεμήθησαν συντάξεις καὶ εἰς μητέρας· οὐδὲν δὲ τὸ ἔκτροπον ἔχομεν, ἂν σήμερον ἀπονέμεται σύνταξις εἰς τὰς ἀνεψιὰς τοῦ ἀοιδίμου πρώην Πρωθυπουργοῦ, τοῦ Θ. Π. Δηλιγιάννη, ὅστις κατὰ τοιοῦτον τρόπον σκληρὸν ἐξέτισε τὸν βίον, ἀφήσας ἀληθῶς ὀρφανὰς τὰς ἀνεψιὰς αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι ἀπετέλουν τὴν οἰκογένειάν του. Εὐτυχῶς δὲν μετρεῖ τὸ ἔθνος μὲ τὸ μέτρον τῆς ἐμπαθείας τὰς πρὸς τοὺς πολιτευομένους καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν χορηγίας του, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπέδειξε διὰ τῆς πρώτης ψηφοφορίας, ὅτι καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην μὲ τὸ μέτρον τῆς γενναιοδωρίας ἐκτιμᾷ τὰς ὑπηρεσίας τὰς προσενεχθείσας ὑπὸ τοῦ Θ. Π. Δηλιγιάννη πρὸς τὴν πατρίδα. (Χειροκροτήματα).
§175Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς τὴν πατρίδα. Ἡ ἐξέτασις τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Δηλιγιάννη πρὸς τὴν πατρίδα ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἀντιλαμβάνεται πᾶς τις, εἶναι, ὅτι ὁ Δηλιγιάννης ἀπέθανε θῦμα τοῦ καθήκοντος, ἀπέθανε πληγεὶς ἀπὸ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ τιμωρήσῃ, κατὰ τὰς φαύλους ἰδέας του, πρᾶξιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἣν ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος ἐξετίμησε. Σήμερον λοιπὸν ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφίζομεν αὐτὸ χάριν διαμαρτυρίας ἐναντίον τῆς κακούργου πράξεως. Ὁ μόνος λόγος, δι’ ὃν ψηφίζομεν αὐτό, εἶναι ὁ λόγος τῆς διαμαρτυρίας κατὰ τοῦ ἀπαισίου ἐγκλήματος.
§176Π. ΣΑΚΚΗΣ. Προκειμένου, κύριε Πρόεδρε, περὶ τῆς συντάξεως τῆς ἀδελφῆς τοῦ ἀειμνήστου Χαριλάου Τρικούπη, ἰδοὺ τί εἶπε τότε ὁ ἀείμνηστος Δηλιγιάννης (ἀναγινώσκει): «Ἐγὼ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν σεβαστὴν δέσποιναν, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, ἀλλὰ δὲν θὰ ψηφοφορήσω ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν ἐδήλωσεν ὅτι αὐτὸς ἀποδίδει εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκόμη ὁ καιρὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει ἀποφανθῆ εἰς τίνα ἐκ τῶν πολιτευομένων ὀφείλει νὰ εὐγνωμονῇ, εἰς τίνα δὲ νὰ μὴ εὐγνωμονῇ. Ψηφίζω μόνον ὑπὲρ τῆς συντάξεως, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ πάντοτε, ὁσάκις ἐψήφιζεν ἀπονομὴν συντάξεως, ἔκρινεν ὅτι πρέπει νὰ προνοῇ περὶ ἐκείνων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἀφιεροῦσι τὴν ζωήν των εἰς τὴν διάπραξιν τῶν κοινῶν, δὲν ἠδυνήθησαν δ’ ἕνεκα τούτου νὰ ἐπιμεληθῶσι τῶν ἰδίων συμφερόντων, ὅπως παρασκευάσωσι τὰ μέσα τοῦ βίου εἰς τοὺς οἰκείους ἢ τοὺς κατιόντας αὐτῶν...»
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Παρακαλοῦνται οἱ κύριοι Μαυρομμάτης καὶ Σάκκης νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται. (Παρατεθείσης μιᾶς ψηφοδόχου κάλπης ἐπὶ τοῦ βήματος, γίνεται, κατὰ τὰ ἄρθρα 61 καὶ 62 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ξ. Μαυρομμάτη καὶ Π. Σάκκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 136. Εὑρέθησαν ψῆφοι 117 εἰς τὸ Ναὶ, καὶ 19 εἰς τὸ Ὄχι. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν). Παρακαλῶ νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς αὔριον.
§179Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ διάθεσιν νὰ ἐξακολουθήσωμεν, βεβαίως θὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς αὔριον. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον ἐπιτακτικὸν ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ ψηφίζῃ κατ’ ἔτος τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, καὶ ἤθελεν ἀρνηθῆ τὸ καθῆκόν της τοῦτο, τὸ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἐπιτακτικὸν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελε λάβει τὰ προσήκοντα μέτρα, ὅπως δυνηθῇ ἐν καιρῷ νὰ ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμόν. Λέγω τοῦτο, διότι πάλιν σήμερον ἐματαιώθη ἡ συνεδρίασις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐλλείψει ἀπαρτίας, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐξέλθῃ ἡ Βουλὴ ἐντεῦθεν χωρὶς νὰ ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι ἤθελεν ἀρνηθῆ, ὡς εἶπον, τὸ ἐπιτακτικῶς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐπιβαλλόμενον αὐτῇ καθῆκον, καὶ ἤθελεν ἀναιρέσει τὸν λόγον αὐτῆς τῆς ὑπάρξεώς της, πράττουσα τοῦτο.
§180Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον τὸ ἀπόγευμα θὰ συνέλθωμεν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τὸ Σάββατον, ἢ καὶ ἐγωρίτερον, ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ ὑποβάλωμεν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§181ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον τελειώνει ἡ ἔκθεσις.
§182Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς αὔριον νὰ ἦναι τὸ περὶ χορηγίας συντάξεως εἰς τὰς ἀνεψιὰς τοῦ Θ. Π. Δηλιγιάννη, δεύτερον τὸ δωδεκατημόριον τοῦ μηνὸς Ἰουνίου, τρίτον τὸ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ συντάξεων νόμων κλπ.
§183ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ περὶ ἀνυποτάκτων κληρωτῶν;
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέταρτον θὰ ἦναι τὸ περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας, πέμπτον τὸ περὶ τοῦ λαχείου τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, ἕκτον τὸ περὶ ἀνυποτάκτων κληρωτῶν κλπ. Αὔριον, παρακαλῶ, εἰς τὰς 5 ἀκριβῶς. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 καὶ 45′ μ. μ.)