1905.05.28
3.002 στίχοι · 23.065 λέξεις · 227 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
τῆς 28 Μαΐου 1905.
(Σάββατον).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ. παρόντων 121 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν σελίδι 15 λέγουσι τὰ πρακτικά, ὅτι ἐζήτησα «νὰ ὁρισθῇ ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον τοῦ δανείου». Προσθετέον «κατ’ ἀνώτατον ὅρον». Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἔπειτα, ἐν σελίδι 16, δὲν περιλαμβάνεται ἡ ἀπάντησις, ἡ δοθεῖσα πρὸς ἐμὲ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν «ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον εἶναι ὡρισμένος εἰς 6½%». Θὰ παρακαλέσω, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συναινῇ, ν’ ἀναγραφῇ ἡ ἀπάντησις αὕτη.
§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ προστεθῇ.
§5ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐν σελίδι 15, εἰς τὴν περίληψιν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀστεροσκοπείου», μετὰ τὰς λέξεις «ὁ κύριος Στάης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ Πρυτάνεως τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ σχετικὸν πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο», νὰ προστεθῇ: «καὶ τὸ ἔγγραφον τὸ ἀφορῶν τὸ Ἀκαδημαϊκὸν Γυμναστήριον».
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι προστεθῆ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται, ὡς διωρθώθησαν. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τρία νομοσχέδια. Διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἵνα διατεθῶσι κεφάλαια ἐκ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιίας πρὸς κατασκευὴν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν διαφόροις χωρίοις δήμων τινῶν. Οἱ δῆμοι οὗτοι εἶναι ὁ δῆμος Φαρῶν, ὁ δῆμος Τροπαίων καὶ ὁ δῆμος Προσχίου. Προσέτι νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μεταβάλλεται ὁ τρόπος, καθ’ ὃν μετρεῖται ἡ ἐξαγομένη διὰ θαλάσσης Θηραϊκὴ γῆ πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλουσιν ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 231–233). Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Φλεσιάδος δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Κυπαρισσίας. Ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Στελλάκης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ καταργήσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΒΧΚΑʹ περὶ Γυμναστικῆς». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 234). Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Παπαβασιλείου ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) Πόσον οἰνόπνευμα εἰσῆλθεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὑπὸ διαμετακόμισιν πρὸς ἀνάμιξιν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν, καὶ εἰς ποίας ὡρισμένως ἐπαρχίας. 2) Πόσον ποσὸν οἴνου ἐξήχθη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχήν, ἐκ τίνων ἐπαρχιῶν, καὶ πόσους βαθμοὺς οἰνοπνεύματος περιεῖχεν ὁ ἐξαχθεὶς οἶνος· κεχωρισμένως δὲ νὰ ὁρισθῇ τὸ ποσὸν τοῦ σταφιδίτου ἀπὸ τὸν φυσικὸν ἐξ ἀμπέλου οἶνον. 3) Πόσον ποσὸν ζύθου παράγεται ὑπὸ τῶν ἐν Ἑλλάδι ζυθοποιείων, καὶ πόσον ἐκ τούτου ἐξάγεται εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐπίσης πόσον ποσὸν ζύθου εἰσάγεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς Ἑλλάδα. 4) Πόσον οἰνόπνευμα κατηναλώθη ἐν Ἑλλάδι ἐτησίως κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν.» Ὁ βουλευτὴς Ἁλμυροῦ κ. Μπαλτατζῆς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφορὰν τοῦ ἀστυνόμου Ἁλμυροῦ, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ παρ’ αὐτῷ ὑπηρετοῦντος ἀνθυπασπιστοῦ Σουρῆ.» Ὁ βουλευτὴς Ὕδρας κ. Γκίκας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταθέσεως Προέδρων καὶ δικαστῶν τῶν Ἐφετείων καὶ Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 235). Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Πετιμεζᾶς.
§11Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν ἔκτακτον Σύνοδον τῆς παρελθούσης Βουλῆς, κύριε Πρόεδρε, ὁ τότε βουλευτὴς Μεγαλοπόλεως κ. Πετρόπουλος κατήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν σκανδαλώδη τινὰ ὑπόθεσιν, λαμβάνουσαν χώραν ἐν Μεγαλοπόλει. Ἔλεγεν ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως, χρώμενος τῇ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοῦ ἐξουσίᾳ, ἐξαναγκάζει τὰ Ἐκκλησιαστικὰ Συμβούλια τῶν ἐνοριακῶν ναῶν τῆς Μεγαλοπόλεως νὰ καταβάλλωσιν εἰς αὐτὸν κατ’ ἔτος 1500 δραχμὰς διὰ τὸ ἐνοίκιον τῆς ἰδιωτικῆς αὐτοῦ κατοικίας. Παρεκάλεσε δὲ ὁ ἐπερωτήσας Βουλευτὴς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ ἁρμοδίως παρὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, ἄν τῳόντι ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τοῦ νομάρχου αἱ τοιαῦται παροχαὶ ἐκ μέρους τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Συμβουλίων τῶν ἐνοριακῶν ναῶν Μεγαλοπόλεως. Ἀλλὰ διελύθη τότε ἡ Βουλὴ, καὶ δὲν ἐγένετο πλέον λόγος. Ἐν τούτοις μανθάνω, ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτησε τότε ἀπὸ τὴν Νομαρχίαν Ἀρκαδίας τὰς δεούσας πληροφορίας, καὶ ὅτι ὁ νομάρχης οὐ μόνον ἐπεβεβαίωσε ταῦτα δι’ ἐκθέσεώς του, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐστηλίτευσε τὴν διαγωγὴν τοῦ Ἐπισκόπου, παραστήσας αὐτὴν ὡς ἐγκληματικήν. Καὶ εἶναι τῳόντι ἀξία στηλιτεύσεως καὶ ἐγκληματικὴ ἡ ἐκβίασις τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Συμβουλίων, ἵνα ἀπὸ τὰ πτωχὰ ταμεῖα τῶν ἐνοριακῶν ναῶν καταβάλλωσι κατ’ ἔτος 1500 δραχμὰς πρὸς τὸν Ἐπίσκοπον δι’ ἔξοδα κατοικίας αὐτοῦ, ἔγκλημα δὲ καθαρόν, ἄν ἐνεκρίθησαν νομίμως αἱ τοιαῦται παροχαί. Ἀναγκάζομαι λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομάρχου Ἀρκαδίας, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν πράγματι οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα· διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως καὶ νὰ παραπέμψῃ αὐτὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα, διότι πράγματι εἶναι ἐγκληματικὴ πρᾶξις καὶ ἐκ μέρους τῶν δόντων καὶ ἐκ μέρους τῶν λαβόντων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν γνωρίζῃ, ἂν ὁ ἐσχάτως μετατεθεὶς εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Νωνάκριδος γραμματεὺς αὐτοῦ Ψηλόλιγνος κατηγορεῖται ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, τὴν ὁποίαν ὡς γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου τούτου ἐξετέλεσεν ἐν τοῖς πρακτικοῖς, καὶ ἂν κατηγορεῖται καὶ δι’ ἄλλας ἐγκληματικὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ὡς γραμματεὺς τοῦ αὐτοῦ Εἰρηνοδικείου διέπραξε καὶ διὰ τὰς ὁποίας εἶναι εἰσέτι ὑπόδικος. Βεβαίως δὲ, ἂν ἐγνώριζε ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς, δὲν θὰ μετέθετεν αὐτὸν πάλιν εἰς τὸ ἴδιον Εἰρηνοδικεῖον, διότι ὅπως δήποτε ἡ ἐνέργεια τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τούτων θὰ προσκόψῃ ὡς ἐκ τῆς ἐκεῖ παρουσίας τοῦ κατηγορουμένου γραμματέως, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ φέρῃ προσκόμματα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀνακρίσεων.
§12Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας, καὶ βεβαίως θὰ ἐξετάσω.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γιαννακίτσας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§14Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεώς μου πρὸ ἡμερῶν ἀπευθυνθείσης πρὸς αὐτόν, εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα περὶ τῆς ἀπολύσεως ἑνὸς ἑλληνοδιδασκάλου τοῦ δήμου Φακίου. Ἐν τῷ σημειώματι τούτῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι ὁ διδάσκαλος οὗτος ἀπελύθη, διότι ἐκ τῶν ἀνακρίσεων, ἃς ὁ ἀστυνόμος Ὀγχήστου, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁποίου ὑπάγεται ὁ δῆμος Φακίου, ἔνθα ἡ ἕδρα τοῦ σχολείου, ἐνήργησε κατ’ ἐντολὴν τοῦ νομάρχου, ἐβεβαιώθη ὅτι δὲν μετέβαινεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ τακτικῶς. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἔχω λόγους βασίμους, ἐκ τῶν ὁποίων πείθομαι, ὅτι τὰς ἀνακρίσεις, ὧν μνείαν ποιεῖται τὸ ἐν λόγῳ σημείωμα αὐτοῦ, δὲν ἐνήργησεν ὁ ἀξιωματικὸς ἀστυνόμος Ὀγχήστου, ἀλλὰ τῇ ἐντολῇ τοῦ ἀστυνόμου ἐνήργησεν ὁ ἐκεῖ ἀστυνομικὸς σταθμάρχης, ὑπαξιωματικός. Ποίαν ἐμπιστοσύνην, ποίαν ἀκρίβειαν πρέπει νὰ ἔχωμεν εἰς ἀνακρίσεις, ἐνεργηθείσας ὑφ’ ἑνὸς ὑπαξιωματικοῦ, ἑνὸς ὑπενωμοτάρχου, ἀφίνω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ κρίνῃ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ τονίσω ἐντεῦθεν, εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι ὁ ἄμεσος προϊστάμενος τοῦ εἰρημένου ἑλληνοδιδασκάλου, ὁ σχολάρχης, δι’ ἑτέρας ἐκθέσεώς του ἀναφέρει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὴν ἁρμοδίαν προϊσταμένην του ἀρχὴν, ὅτι ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος οὗτος δὲν ἀπουσίασεν ἐπὶ δύο μῆνας, ὡς ἀνέφερεν ὁ ἐνεργήσας τὰς ἀνακρίσεις ἀστυνομικὸς σταθμάρχης, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ δώδεκα ἡμέρας, καὶ, ὡς προχθὲς εἶπον, ἀπουσίασε, διότι ὁ σχολάρχης, ὁ προϊστάμενός του, ὁ ἐπιτετραμμένος τὸν ἄμεσον ἔλεγχον τοῦ προσωπικοῦ τοῦ σχολείου καὶ ὑπόχρεος ὢν περὶ τῆς ὑγείας τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἀπηγόρευσεν εἰς τὸν ἑλληνοδιδάσκαλον νὰ ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν, διότι μεταβὰς εἰς Λάρισαν ἦλθεν εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ οἰκογενείας, τῆς ὁποίας μέλη ἔπασχον ἐκ διφθερίτιδος, ὡς τοῦτο βεβαιοῦσιν οἱ ἰατροὶ τῆς ἀστυνομίας Λαρίσης, εἰς ἣν ἀνηνέχθη ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος. Δὲν ζητῶ, κύριε Ὑπουργὲ, ἐκ τῆς ἐνεργείας ταύτης νὰ ἀνακαλέσητε καὶ ἐπαναφέρητε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸν ἀπολυθέντα ἑλληνοδιδάσκαλον, ζητῶ ὅμως, ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ τὰ ἐκτιθέμενα ἀπὸ τὸν προϊστάμενον αὐτοῦ σχολάρχην, τὸν ὑποβαλόντα τὰς καταστάσεις τῆς μισθοδοσίας τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ὑπ’ αὐτὸν σχολείου, ἐν αἷς βεβαιοῖ, ὅτι ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος οὗτος ἐξηκολούθει τὴν ὑπηρεσίαν του τακτικῶς, πλὴν τῶν δώδεκα ἡμερῶν, ζητῶ, λέγω, εἰ δυνατόν, νὰ ἀνατεθῇ εἰς ἄλλην ἀρχὴν, ἁρμοδιωτέραν, νὰ κρίνῃ καὶ βεβαιώσῃ, ποία ἀρχή, ὁ ἀστυνομικὸς σταθμάρχης ἢ ὁ προϊστάμενος τοῦ ἐν λόγῳ ἑλληνοδιδασκάλου σχολάρχης, ἐκθέτει τὰ ἀληθῆ· διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀνακρίσεων, τὰς ὁποίας ἐνήργησεν ὁ σταθμάρχης Φακίου, ὁ κ. νομάρχης Λαρίσης περιέκοψε δύο μηνῶν μισθοὺς τοῦ ἐν λόγῳ ἑλληνοδιδασκάλου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἐξευρεθῇ, τίς ἡ ἀληθὴς αἰτία, ἥτις προὐκάλεσε τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου τούτου, καὶ, ἂν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι οὗτος ἀπουσίασε μόνον ἐπὶ δώδεκα ἡμέρας καὶ ὄχι ἐπὶ δύο μῆνας, νὰ διαταχθῇ ὁ κ. νομάρχης Λαρίσης νὰ περικόψῃ τὸν μισθὸν αὐτοῦ μόνον διὰ δώδεκα ἡμέρας καὶ οὐχὶ διὰ δύο μῆνας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ποιήσωμαι αὐτῷ σύστασίν τινα. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι, ὅτε ἐπανῆλθον οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας εἰς τὰς ἑστίας των ἐκ τῆς φυγῆς τοῦ 1897, εὑρέθησαν πρὸ ἀπροσδοκήτων, οὕτως εἰπεῖν, καταστροφῶν, τὸ μέγεθος τῶν ὁποίων βεβαίως, μακρὰν εὑρισκόμενοι, δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπολογίσωσιν. Εἰς πάντα κλάδον, εἰς πᾶσαν κίνησιν ἐπιχειρήσεων εἶχεν ἐπέλθει κλονισμὸς καὶ τοιαῦται ἀνωμαλίαι, ὥστε εἰς τὴν περισυλλογὴν, οὕτως εἰπεῖν, αὐτῶν ἀσχοληθέντες οἱ κάτοικοι, παρέβησαν, οὐχὶ ἐκ πνεύματος καταδολιεύσεως τοῦ νόμου, ἀλλὰ λόγῳ τῆς ἀνωμάλου τότε καταστάσεως, τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἐπέβαλλεν αὐτοῖς ὁ νόμος περὶ χαρτοσημάνσεως τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων, τὸ μὲν διότι τινὲς τούτων προσεδόκων ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνευρεθῶσί που τὰ βιβλία, ἅτινα, ὅτε οὗτοι εὑρίσκοντο ἐν Λαρίσῃ, ἐτήρουν ἐν τάξει, καὶ νῦν θὰ ἦσαν ἐρριμμένα ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ὡς ἄλλως τε τοῦτο συνέβη καὶ διὰ πολλὰ ἄλλα ἀντικείμενα, ἀνευρεθέντα ὑπὸ σωροὺς ἀδεσπότων πραγμάτων, τὸ δὲ διότι οἱ πλεῖστοι τῶν ἐμπόρων πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν πρὸ τῆς φυγῆς των εἶχον παραδώσει τὰ βιβλία αὐτῶν εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν πρὸς θεώρησιν, καὶ ἐνόμιζον ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἤθελε ζητήσει ἐκ δευτέρου τὴν καταβολὴν τοῦ ἀναλόγου τέλους τοῦ χαρτοσήμου, ἀφοῦ ἅπαξ ἐπληρώθη τοῦτο, καὶ ἐβεβαιώθη τὸ γεγονὸς κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον. Ἐν τούτοις τὸ Δημόσιον μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων ἐπέβαλεν εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας χαρτοσημασμένα τὰ βιβλία τῶν ἐμπόρους πρόστιμον, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ ἔκτοτε νὰ ζητῇ. Οἱ ἔμποροι διεμαρτυρήθησαν πολλάκις, ἡμεῖς δ’ ἐποιησάμεθα τὰς ἀναγκαίας παρατηρήσεις καὶ συστάσεις ἐνταῦθα, καὶ ἡ ὑπηρεσία ἐδέησε ν’ ἀποστείλῃ οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητήν, ὁ ὁποῖος, μεταβὰς εἰς Λάρισαν καὶ ἐξετάσας, ἐβεβαίωσε δι’ ἐκθέσεώς του, εὑρισκομένης νῦν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι τὰ παράπονα τῶν ἐμπόρων ἦσαν βάσιμα, καὶ δὲν ἔπρεπε οὐδὲ πρέπει νὰ καταδιώκωνται οὗτοι.
§15Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πότε ἐγένετο τοῦτο;
§16Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Κατὰ τὸ 1899. Ἐν τούτοις, κύριε Ὑπουργέ, καὶ μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ δικαίου τῶν ἐμπόρων, μέχρι σήμερον δὲν ἐλήφθη ὁριστικόν τι μέτρον. Καὶ ἐννοῶ μὲν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὁριστικόν τι μέτρον, ἀλλ’ ἐν τούτοις τὸ δίκαιον τῶν παραπονουμένων εἶναι τόσον μέγα, τόσον ζωηρόν, ὥστε πρέπει νὰ παύσῃ πᾶσα καταδίωξις τῶν ἐμπόρων Λαρίσης. Οἱ προκάτοχοι ὑμῶν πάντες διοικητικῶς ἔλαβον μέτρα τινὰ, καὶ συνεπείᾳ τῶν μέτρων τούτων μέχρι τοῦδε ἀνεστάλη ἡ καταδίωξις τῶν ἐμπόρων πρὸς πληρωμὴν τῆς ἀδικαιολογήτου ταύτης ὀφειλῆς των. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, ὅπως, εἰ δυνατόν, καὶ σεῖς μιμηθῆτε τοὺς προκατόχους σας καὶ ἐκδώσητε τὰς ἀναγκαίας διαταγὰς πρὸς τὸν ταμίαν Λαρίσης, ἵνα παύσῃ ζητῶν τὴν καταβολὴν τοῦ προστίμου τούτου. Ταῦτα εἶχον νὰ συστήσω καὶ νὰ παρακαλέσω, ὅπως ἐνεργήσητε ἐπὶ τοῦ προκειμένου, κύριε Ὑπουργέ, διότι ὁλόκληρος ὁ ἐμπορικὸς κόσμος Λαρίσης εὑρίσκεται ἐν δικαίᾳ ἐξεγέρσει λόγῳ τῆς καταδιώξεως, ἣν ὑφίσταται πρὸς πληρωμὴν τοῦ προστίμου τούτου.
§17Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ λυθῇ ἄλλως ἢ μόνον νομοθετικῶς, διότι τὰ λεγόμενα διοικητικὰ μέτρα, τῶν ὁποίων δὲν γνωρίζω τὴν νομιμότητα, ἐγένοντο κατ’ ἀνάγκην· ἀλλ’ ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἐκτίθηται εἰς τὴν ἀνάγκην διὰ τῶν τοιούτων μέτρων νὰ κρίνῃ αὐτὸς περὶ τῶν εἰδικῶν περιπτώσεων ἐναντίον τοῦ νόμου, τιμωρεῖται ὑπὸ τοῦ νόμου. Δὲν γνωρίζω, ἂν εὑρίσκεται λόγος τις ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὅπως ἀναλάβω τοιαύτην εὐθύνην. Μολονότι ἡ ὑπηρεσία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐνήργησε διοικητικῶς, τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι προδήλως ἐναντίον τοῦ νόμου, καὶ ἡ ὑπηρεσία ὑπέχει βαρείας εὐθύνας ἀπέναντι αὐτοῦ. Ὥστε τὸ ζήτημα ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐδῶ, ἵνα λυθῇ νομοθετικῶς, ἀφοῦ δὲν εἶναι νέον, ἀλλ’ ὑφίσταται ἀπὸ ἓξ ἢ ἑπτὰ ἤδη ἐτῶν, ἡ δὲ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου οὐδεμίαν ὁριστικὴν θεραπείαν ἠδύνατο νὰ φέρῃ. Νῦν, ὅτε λαμβάνω ἀφορμήν, θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα καὶ θὰ ἐξετάσω, ἂν ὑπάρχει λόγος νὰ φέρω νομοθέτημα πρὸς ὁριστικὴν λύσιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ διοικητικὰ μέτρα ἀναστολῆς. Ἄλλως τε ὁ νόμος ἐφαρμόζεται καὶ ὅταν ἀναστείλῃ ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἐκτέλεσιν.
§18Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Τότε θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ζητήσητε τὴν ἔκθεσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τοῦ ἀποσταλέντος εἰς Λάρισαν πρὸς ἐξέτασιν τοῦ πράγματος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς νὰ προβῆτε εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σᾶς παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε ὅσον τὸ δυνατὸν ταχέως.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥοῦφος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§20Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἤθελον παράπονα νὰ ἐκφράσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν εἰς τὸ ὑποταμεῖον Δύμης μετάθεσιν τοῦ ὑποταμίου Ἀντωνοπούλου, ὅστις, ὑπηρετῶν ἐκεῖ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, κατηγγέλθη ὅτι εἰσέπραττε παρανόμως παρὰ τῶν φορολογουμένων ἐπὶ πλέον τῶν ὀφειλομένων φόρων. Ἐπὶ τῆς καταγγελίας ταύτης διετάχθη διοικητικὴ ἀνάκρισις, ἥτις καὶ ἐνηργήθη ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ κυρίου Πετσετάκη, ὅστις ἐβεβαίωσε τὴν γενομένην κατάχρησιν, συνεπείᾳ δὲ τούτου ὁ εἰρημένος ὑποταμίας εἶχε μετατεθῆ εἰς τὸ ὑποταμεῖον Μυρτουντίων. Δὲν γνωρίζω τί ἐγένετο μετὰ τὸ πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ ἐνεργήσας αὐτὴν οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητής. Εἶδον ὅμως καὶ αὖθις μετατεθέντα τὸ ὑποταμίαν τοῦτον εἰς τὸ ὑποταμεῖον Δύμης, ἵνα ἴσως φορολογήσῃ ἐκ νέου τοὺς κατοίκους. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Πετσετάκη, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ὀφείλει.
§21Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρώτην ἤδη φορὰν μανθάνω τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Θέλω ἐξετάσει καὶ ἐνεργήσει τὰ δέοντα.
§22Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐκτὸς τούτου, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος διατάξῃ ἀνακρίσεις κατὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ἡ ὁποία παραβιάζει τὴν σύμβασιν, δι’ ἧς ἐχορηγήθη εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ διέλθῃ διὰ τῆς παραλίας τῶν Πατρῶν. Ποιεῖται κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου, ἀφίνουσα διάφορα φορτηγὰ βαγόνια εἰς τὸ μέσον τῆς ὁδοῦ, ἵνα φορτώνωνται καὶ ἐκφορτώνωνται, πρὸς μεγίστην βλάβην τῶν ἐργατικῶν τάξεων, καὶ ἰδίᾳ τῶν καραγωγέων. Προχθὲς ἡ Ἑταιρεία φορτία ὁλόκληρα ἐφόρτωσε καὶ ἐξεφόρτωσεν εἰς αὐτὸ τὸ κέντρον τῆς παραλίας τῶν Πατρῶν. Παρακαλῶ νὰ διαταχθῶσι τὰ δέοντα πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀτόπου τούτου.
§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ μοὶ διαβιβάσῃ τὸ κείμενον τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κύριος Φωτήλας ἔχει τὸν λόγον σχετικῶς.
§25ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ εἰς ἐμέ, κύριε Πρόεδρε, ἐγένοντο παραστάσεις ἐκ μέρους ἐμπόρων τῶν Πατρῶν, ὅτι τῳόντι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου κάμνουσιν αὐτὴν τὴν κατάχρησιν. Ὑποθέτω ὅτι ἡ διοίκησις τῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται ὑπὸ τοῦ κ. Δούμα, δὲν ἔχει γνῶσιν αὐτῆς τῆς καταχρήσεως, καὶ πιστεύω, ὅτι λαμβάνων γνῶσιν αὐτῆς ὁ κ. Δούμας θὰ προβῇ εἰς τὴν διόρθωσιν τοῦ ἀτόπου. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὅλοι οἱ περὶ τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν κατοικοῦντες ἢ ἔχοντες τὰ καταστήματά των παραπονοῦνται δικαίως, εὐλόγως δὲ ὁ κ. Ῥοῦφος ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γεωργόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§27ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐπερωτήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κτημάτων Στεφάνοβικ, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν, ὅπως καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας, νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν διανομὴν τῶν εἰρημένων κτημάτων, ἀφοῦ αἱ καταμετρήσεις αὐτῶν πρὸ πολλοῦ ἐπερατώθησαν, ὑπεβλήθησαν δὲ καὶ τὰ σχετικὰ σχεδιαγράμματα, εἰς μεγάλην μάλιστα κλίμακα, ὅπως τὸ ἔργον τῆς διανομῆς γένηται εὐχερέστατα. Ἐνῷ δ’ ἀνεμένομεν νὰ γνωρίσῃ ἡμῖν ὁ κ. Ὑπουργὸς, πότε ἐπὶ τέλους θὰ ἄρξηται ἡ διανομὴ αὕτη, παρ’ ἐλπίδα πληροφοροῦμαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ ἐκμισθώσῃ καὶ πάλιν τὰ κτήματα ταῦτα διὰ μίαν πενταετίαν, ἡ δὲ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου κατήρτισεν ἢ καταρτίζει ἤδη καὶ τὰς σχετικὰς διακηρύξεις. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἄδικον καὶ ἐπιζήμιον τόσον διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ὅσον καὶ διὰ τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους, δι’ οὓς λόγους εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην. Τὸ Κράτος, Κύριοι, ἠγόρασε τὰ κτήματα ταῦτα, — ἅτινα ὁ πωλητὴς, ἀποβλέπων εἰς ὑψηλότερον σκοπὸν, διέθεσεν εἰς τὸ ἥμισυ τῆς τιμῆς αὐτῶν, — οὐχὶ διὰ νὰ γείνῃ αὐτὸ τσιφλικιοῦχος, καὶ ἐξακολουθήσῃ ἡ δυστυχία καὶ ἡ ἀθλιότης τῶν χωρικῶν, οἵτινες λίαν εὐλόγως ἐνόμισαν, ὅτι ἀνέτειλε καὶ δι’ αὐτοὺς ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ γείνωσιν ἰδιοκτῆται καὶ θὰ παύσωσι νὰ ἦναι οἱονεὶ δουλοπάροικοι. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἐπὶ τέλους ἐπιτακτικὸν καθῆκον νὰ ἀσχοληθῇ καὶ διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ἡ ὁποία, ἐνῷ τόσα εἰσφέρει ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἐγκατελείφθη ὁλοσχερῶς ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὴν τύχην αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἡ πράγματι πλουτοφόρος ἐκείνη χώρα, ἥτις ἠδύνατο καὶ ἔπρεπε νὰ κατασταθῇ ὁ σιτοβολὼν τῆς Ἑλλάδος, ὁμοιάζει σήμερον ἐν πολλοῖς πρὸς ἔρημον ἀχανῆ καὶ ἄκαρπον, συνάμα δὲ καὶ ἐπικίνδυνον εἰς τὴν δημοσίαν ὑγείαν, διότι αἱ κατ’ ἔτος γινόμεναι πλήμμυραι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι καταστρέφουσι τοὺς καρποὺς τῶν γεωργῶν, σχηματίζουσιν ἐν ταὐτῷ καὶ ἕλη ἀπέραντα, ἑστίας δηλαδὴ νοσογόνους καὶ καταστρεπτικὰς διὰ τοὺς γεωργικοὺς ἰδίως πληθυσμούς. Ἐπαναλαμβάνω διὰ τοῦτο τὴν παράκλησίν μου, καὶ συνιστῶ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἀναβάλῃ ἐπὶ πλέον τὴν διανομὴν τῶν περὶ ὧν πρόκειται κτημάτων, ἥτις, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἔσεται τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ ὑφισταμένου ἀγροτικοῦ ζητήματος. Ἐπειδὴ δὲ γνωρίζω, ὅτι βεβαίως ἡ διανομὴ δὲν εἶναι ἔργον τόσον εὐχερὲς, καὶ ὅτι θ’ ἀπαιτήσῃ ἱκανὸν χρονικὸν διάστημα, παρακαλῶ καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο — ὅπερ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ νὰ ἦναι πλέον τοῦ ἔτους — καρπωθῇ αὐτὴ ἀπ’ εὐθείας τὰ κτήματα ταῦτα, ἐκλέγουσα πρὸς τοῦτο τοὺς καταλλήλους ἐπιστάτας, καὶ χρησιμοποιοῦσα μάλιστα καὶ πολλοὺς νέους γεωπόνους, δυναμένους νὰ φανῶσι χρησιμώτατοι.
§28Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ τοῦτο δὲν θὰ πράξω ποτέ· ἄλλος ἂς τὸ πράξῃ.
§29ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τουλάχιστον, κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν τοῦτο νομίζητε δύσκολον, νὰ προκηρυχθῇ ἡ ἐκμίσθωσις δι’ ἓν μόνον ἢ δύο τὸ πολὺ ἔτη, διότι, ἐπαναλέγω, εἶναι πολὺ σκληρὸν νὰ ταλαιπωρῶνται ἐπ’ ἄπειρον 30 περίπου χιλιάδες ψυχαὶ, κατοικοῦσαι ἐν τοῖς χωρίοις, περὶ ὧν πρόκειται.
§30Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Καὶ ἄλλοτε, κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα ἐδῶ νὰ γίνεται λόγος, καὶ λόγος ἐκτεταμένος, περὶ διανομῆς τῶν Στεφανοβικείων κτημάτων, καὶ πάντες οἱ ἐνταῦθα ἀντιπρόσωποι, ὄχι μόνον οἱ Θεσσαλοὶ, εἴχομεν τὸν διακαῆ πόθον νὰ ἴδωμεν τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι καλλίτερον τὰ πράγματα, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι καλλίτερον τὴν κατάστασιν τῶν χωρικῶν τῶν Στεφανοβικείων κτημάτων, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ συστήσωσιν εἰς τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, σὺν τῇ διανομῇ τῶν Στεφανοβικείων κτημάτων, καὶ κἄτι ἄλλο. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τούτων εἶναι οἰκονομικῶς κατεστραμμένοι, εἶναι κατάχρεοι εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς ἢ τοὺς ἀφεντάδες κλπ. Ἐὰν λοιπὸν θελήσωμεν νὰ τοὺς κάμωμεν οἰκοκυραίους ἄνευ χρηματικῆς τινος παροχῆς πρὸς αὐτοὺς, ἀμέσως θὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον καταστάσεως, ἥτις θὰ μεταβάλῃ πάλιν αὐτοὺς εἰς δουλοπαροίκους...
§31ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι κατάχρεοι.
§32ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκφράζω γνώμην ἐκ τῆς μελέτης τῶν πραγμάτων, ὡς ζῶν καὶ ἐγὼ ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγηθῶ, ἵνα μὴ οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων ἐκείνων νομίσωσιν ὅτι ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι περὶ τῆς διανομῆς τῶν εἰρημένων κτημάτων καὶ περὶ τῆς ἀπελευθερώσεως αὐτῶν. Δὲν ὑπάρχει ἴσως, οὐχὶ μόνον Θεσσαλὸς Βουλευτὴς, ἀλλ’ Ἕλλην Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν κατοίκων τῶν Θεσσαλικῶν χωρίων, καὶ τὴν μετατροπὴν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων εἰς ἐλευθέρους οἰκοκυραίους· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἐὰν προηγηθῇ ἡ διανομὴ τῶν Στεφανοβικείων κτημάτων χωρὶς νὰ ληφθῶσι μέτρα σύντονα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐξασφαλισθῶσιν οἰκονομικῶς, πάλιν μετ’ ὀλίγα ἔτη θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ πρώην καθεστὼς τῶν ὑποδούλων, διότι εἶναι τοιαύτη ἡ οἰκονομική των κατάστασις καὶ τοιαῦται αἱ σχέσεις αὐτῶν πρὸ τοὺς νῦν ἀφεντάδες των, ὥστε θὰ ἐξαναγκασθῶσι νὰ ὑποθηκεύσωσιν ἀμέσως αὐτὰ τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωσι.
§33Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐκ Καρδίτσης συνάδελφος ταύτην τὴν στιγμὴν εἶναι ἐντελῶς πρόωρα, διότι δὲν πρόκειται σήμερον νὰ γείνῃ λόγος περὶ διανομῆς, ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τελευταῖον σημεῖον τῆς ὑποθέσεως, εἰς ποίαν δηλαδὴ θέσιν θὰ εὑρεθῶσιν οἱ χωρικοὶ ἐν ᾗ περιπτώσει διαταχθῇ ἡ διανομή. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ διανομή, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ ἡ διανομὴ εἶναι δυνατὸν ἐπισπευδομένη νὰ πραγματοποιηθῇ, δὲν πρέπει νὰ ἐπακολουθήσῃ νῦν νέα ἐνοικίασις τῶν περὶ ὧν πρόκειται κτημάτων. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Τρικκάλων. Καὶ ἐπὶ μὲν τοῦ πρώτου ζητήματος, ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ διανομὴ, ἐγὼ γνωρίζω τὰ ἑξῆς. Εἰς τὴν ἐπὶ τόπου μελέτην ἠσχολήθησαν ἕξ συνεργεῖα. Ἐκ τῶν ἕξ τὰ τέσσαρα ἐπεράτωσαν ἤδη τὴν ἐπὶ τόπου μελέτην, καὶ ἀσχολοῦνται νῦν εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν σχεδιαγραμμάτων. Τὰ ἕτερα δύο ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ἐπὶ τόπου μελέτην· ἐκ τούτων δὲ τὸ μὲν ἀσχολεῖται εἰς τὸ χωρίον Μπάγια τῶν Τρικκάλων, τὸ δὲ εἰς τὸ χωρίον Μεγάλο Χαλίτσι τῆς Λαρίσης· ἑπομένως τὰ δύο ταῦτα συνεργεῖα δὲν ἐπεράτωσαν τὴν ἐπὶ τόπου μελέτην αὐτῶν, ἵνα ἀσχοληθῶσι νῦν εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν σχεδιαγραμμάτων. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰ ἄλλα συνεργεῖα, μόνον τὸ ἓν παρέδωκε τὰ σχεδιαγράμματα, τὰ δὲ λοιπὰ ἐξακολουθοῦσιν ἀσχολούμενα εἰς τὸν καταρτισμὸν αὐτῶν. Ὑποθέτω δ’ ὅτι πρὶν παραδώσωσι τὰ σχεδιαγράμματα ταῦτα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς διανομῆς τῶν κτημάτων. Βλέπω δὲ, ὅτι ἐπισπεύδεται ἡ προκαταρκτικὴ αὕτη ἐργασία. Περὶ τοῦ κατὰ τίνα τρόπον θὰ γείνῃ ἡ διανομὴ, τοῦτο θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῶν σχεδιαγραμμάτων, καὶ θὰ ἐξετασθῇ μετὰ τὴν παράδοσιν αὐτῶν. Τότε δὲ καὶ ἡμεῖς, ὡς ἀντιπρόσωποι ἐκ Θεσσαλίας, ἔχοντες καὶ πεῖραν σχετικὴν, θὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, καὶ θὰ παρακαλέσωμεν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σκεφθῇ, κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διανομήν. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἂν πρέπει νὰ ἀνανεωθῇ ἡ ἐνοικίασις τῶν κτημάτων τούτων, περὶ τούτου ἐγὼ ἔχω ἄλλην γνώμην. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι συμφερώτερον εἶναι εἰς τὸ Δημόσιον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνανέωσιν τῆς μισθώσεως, καὶ ὅτι πρέπει νὰ θέσῃ ὅρον ἐν τῇ διακηρύξει, ὅτι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐπέλθῃ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ διανομὴ, ἡ μίσθωσις θέλει λύεσθαι. Ἐπειδὴ δὲ ὑποθέτω, ὅτι τῆς διανομῆς τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοσοῦτον εὐχερὲς, ὅσον τὸ φαντάζεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων, ὑποστηρίζω ὅτι ἡ διανομὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ πρὸ τῆς παρελεύσεως τριετίας, καὶ ἑπομένως ἡ ἐπὶ τρία ἔτη ἀνανέωσις τῆς μισθώσεως ἐπιβάλλεται, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ πρέπει νὰ συντελεσθῇ ἡ ἐργασία τῶν γεωμετρῶν, ὅπως καταστῇ δυνατὴ ἡ διανομὴ τῶν κτημάτων. Οὕτω δὲ ὁ φόβος, ὃν ἐξεδήλωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν εἶναι βάσιμος. Τὰ δὲ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Καρδίτσης, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι πρόωρα, δὲν ἀποδεικνύουσι δὲ, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἔχει μελετήσει κατὰ βάθος τὸ ζήτημα.
§34ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος κ. συναδέλφου, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι θὰ δημιουργήσῃ ἀνώμαλον κατάστασιν ἐν Θεσσαλίᾳ, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ Κυβέρνησις δὲν λάβῃ σύντονα μέτρα. Δὲν εἶμαι ὅμως σύμφωνος, ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῆς μισθώσεως καὶ τοὺς ὅρους τῆς μισθώσεως. Δύναται ἡ Κυβέρνησις καὶ πάλιν νὰ ἀνανεώσῃ τὴν μίσθωσιν, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐπιφυλαχθῇ τὴν λύσιν αὐτῆς, διότι δύναται ἡ διανομὴ νὰ ἀρχίσῃ καὶ νὰ πραγματοποιηθῇ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς μισθώσεως, ἡ ὁποία πάντως πρέπει νὰ ἦναι οὐχὶ πλέον τῆς διετίας· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ κάμῃ ἔναρξιν τῆς διανομῆς, διότι τοῦτο, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, θὰ παρηγορήσῃ τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμὸν τῆς Θεσσαλίας, ὅστις θὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὄντως ἡ Κυβέρνησις ἔχει υἱοθετήσει τελείως τὸ ζήτημα τῆς διανομῆς· καὶ ἂν δὲ τὰ σχεδιαγράμματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν ἔχουσι παραδοθῆ ὅλα ἀπὸ ὅλα τὰ συνεργεῖα, ἀρκεῖ καὶ ἕν μόνον σχεδιάγραμμα νὰ μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ τρόπου καὶ τῶν ὅρων τῆς διανομῆς τῶν κτημάτων αὐτῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία πάντως ἔχει ὑπ’ ὄψει τῆς ἰδιαιτέρως τὴν κατάστασιν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργῶν, οἵτινες ἐπέχουσι θέσιν δουλοπαροίκων, θὰ παρακαλέσω, λέγω, τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιμεληθῇ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ νὰ ποιήσηται ἔναρξιν ἢ μᾶλλον ν’ ἀποφασίσῃ τὴν ἔναρξιν τῆς διανομῆς.
§35Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς τῶν Θεσσαλῶν συναδέλφων θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Καρδίτσης· καὶ λέγω ὅτι οὐδεὶς θὰ ἦναι σύμφωνος, ὅτι τὰ κτήματα Στεφάνοβικ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐνοικιαζόμενα εἰς τρίτα πρόσωπα, διότι ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, μίσθωσις ἀγροτικοῦ κτήματος ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀληθῆ καταπίεσιν, ἣν ἐξασκεῖ ὁ ἐνοικιαστής, ἵνα αἰσχροκερδῇ. Ποῖοι λόγοι ὤθησαν τὸν κ. συνάδελφον νὰ ζητήσῃ τὴν ἐνοικίασιν ταύτην, ἐγὼ δὲν κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω, οὐδὲ θὰ ἀσχοληθῶ εἰς τοῦτο. Ἔφερεν ὡς δικαιολογητικὴν βάσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν διανομὴν τῶν κτημάτων ἐκείνων, διότι ὁ Θεσσαλικὸς γεωργικὸς λαὸς εἶναι κατάχρεος, καὶ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξαγοράσῃ ταῦτα. Ἐγὼ ὅμως ἰσχυρίζομαι, ὅτι καθημερινῶς ἐξαγοράζονται τσιφλίκια ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπὸ τῶν ἀγροτῶν ἄνευ κυβερνητικῆς τινος συνδρομῆς. Καὶ ἐρωτῶ, ποῦ εὑρίσκουσι λοιπὸν τὰ χρήματα οἱ χωρικοί;
§36ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Ὀνομάσατέ τινας ἐξ αὐτῶν.
§37Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου τὰ χωρία Κλωκοτὸν, Μπελέτσι, Ἀρδάνι, Ραψίτσαν καὶ ἄλλα χωρία.
§38ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Γνωρίζω χωρία, τὰ ὁποῖα τῇ ὑποστηρίξει τῆς Κυβερνήσεως θέλουσι ν’ ἀπελευθερωθῶσι, διότι τὸ χρέος, τὸ ὁποῖον ἔχουσι, δὲν δύνανται νὰ τὸ πληρώσουν.
§39Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἴσως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπονοεῖ τὸ τσιφιλίκιον Σοφάδες· ἀλλ’ ἐκεῖ τῆς ἀποτυχίας ἀφορμὴ δὲν ὑπῆρξεν ἡ ἀνικανότης τοῦ γεωργοῦ, ἀλλ’ ἡ ἀνάμιξις καὶ ξένων πρὸς τὴν γεωργίαν προσώπων κατὰ τὴν ἐξαγορὰν, ἥτις ἐξελήφθη ὡς ἐμπορικὴ ἐπιχείρησις. Ποῖα χωρία εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι κατάχρεα; Ἐκ τῶν δεκατεσσάρων χωρίων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδὲν γνωρίζω, τὸ ὁποῖον ὀφείλει χρέος πρὸς τοὺς ἐνοικιαστάς. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν προμελέτην περὶ διανομῆς. Δὲν ἀπαιτοῦνται μόνον τὰ σχεδιογραφήματα τῆς χωροσταθμίσεως, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη καὶ προμελέτης πρὸς νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἥτις θὰ καθορίσῃ πολλὰ πρὸς τοῦτο ζητήματα. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διανομὴν, καὶ νὰ κάμῃ μίαν μελέτην, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας νὰ γείνῃ κατόπιν ἡ διανομή.
§40Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ, εἰ δυνατόν, νὰ γνωρίσωμεν τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἔχει περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω τὸν λόγον...
§41Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Σεῖς ἐπὶ τόσα ἔτη δὲν ἐπεσπεύσατε τὴν διανομήν· τώρα ζητεῖτε, εἰς ὀλίγους μῆνας νὰ γείνῃ τόσον μεγάλη ἐργασία!
§42Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἀληθῶς, κύριε συνάδελφε, δὲν ἐπεσπεύσαμεν ἐπὶ τόσα ἔτη τὴν διανομήν, ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὑποθέτω, ὅτι, ἵνα τεθῇ βάσις τῆς διανομῆς τῶν κτημάτων τούτων, ἀπαιτεῖται πρωτίστως ἡ προκαταρκτικὴ ἐργασία, ἡ ὁποία διενεργεῖται ἀκόμη, ἄνευ δὲ τῆς προκαταρκτικῆς ταύτης ἐργασίας οὐδὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ. Δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ὑπαινιχθῆτε, πρὸς ἐμὲ προβάλλοντες τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, ἡ ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην, ἔλαβε τὰ μέτρα, τῶν ὁποίων ἦτο ἀνάγκη, ἵνα προπαρασκευασθῇ τὸ ἔδαφος τῆς διανομῆς τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ παρέκβασιν σχετικῶς μὲ τὴν διακοπὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Κύριοι, ὁμολογουμένως δὲν ὑπῆρξε Σύνοδος τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν δὲν ἠκούσθη ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἡ φωνὴ τῆς διαμαρτυρίας...
§43Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Συνεδρίασις νὰ εἴπητε.
§44Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ὄχι. Δέον νὰ ὁμολογηθῇ, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ πάντοτε μετ’ ἐνδιαφέροντος παρηκολούθησε τὰ συμφέροντα τῆς Θεσσαλίας. Δέον ἐπίσης νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἔλαβον διάφορα μέτρα, ἀνακουφιστικὰ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας· ἀλλὰ μέτρα ῥιζικά, μέτρα ἀποτελεσματικά, μέτρα ἐγγυώμενα τὴν γεωργικὴν ἀποκατάστασιν τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλίας δὲν συνεζητήθησαν, δὲν ἐλήφθησαν μέχρι τοῦδε. Τὸ ζήτημα τῆς χειραφετήσεως τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Θεσσαλίας δὲν ἀνεκινήθη σήμερον μόνον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης· εὐτυχῶς τὰ κτήματα Στεφάνοβικ παρέσχον τὸ μέσον καὶ τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸ Κράτος, ὥστε σοβαρῶς πλέον καὶ ἀποτελεσματικῶς νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸ Κράτος δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναμίσθωσιν τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ ἐπὶ μίαν διετίαν ἀκόμη, ὥστε τελείως νὰ ἀρθῶσιν αἱ δυσχέρειαι τῆς διανομῆς καὶ νὰ παρασκευασθῇ τὸ ἔδαφος πρὸς τὴν διανομὴν ὁμαλώτατον, κανονικώτατον. Βεβαίως, προκειμένου κατόπιν νὰ γείνῃ διανομή, πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι πάντως θὰ παρουσιασθῶσι κατὰ τὴν διανομήν. Ἀλλὰ διὰ τῆς χειραφετήσεως τοῦ Θεσσαλικοῦ πληθυσμοῦ βεβαίως θέλει ἐπέλθει νέα κατάστασις πραγμάτων ἐκεῖ, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους θέλουσι βελτιωθῆ καὶ ἡ καθόλου κοινωνικὴ καὶ ἐκπολιτιστικὴ θέσις τῶν κατοίκων θὰ μεταβληθῇ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πάντες ἔχομεν καθῆκον νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν διανομὴν ταύτην. Μέχρι τοῦδε ἐδικαιολογοῦντο ὁμολογουμένως πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις, ἀναβάλλουσαι τὴν διανομὴν τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ, διότι εἶχον ἀνάγκην καταμετρήσεως τὰ κτήματα ταῦτα, ἵνα γνωσθῇ καὶ ἡ ἔκτασις αὐτῶν καὶ ἡ ποιότης κατὰ μέρος τῶν γαιῶν αὐτῶν. Βεβαίως, Κύριοι, ἡ διανομὴ τῶν κτημάτων τούτων θὰ παρουσιάσῃ δυσκολίας μεγάλας. Καὶ ἐννοῶ τήν τε ἔκτασιν καὶ τὴν σοβαρότητα αὐτῶν, ἐννοῶ τὰς χρηματικὰς ἀνάγκας, εἰς ἃς θὰ εὑρεθῶσιν οἱ γεωργοί, ἐννοῶ τὸ πολύπλοκον τῶν λεπτομερειῶν τῆς διανομῆς τῶν κτημάτων, τῆς εἰσπράξεως τῶν δόσεων καὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ποιοτήτων τῶν γαιῶν· ἐννοῶ τὰ κενά, ἅτινα θέλουσι παραχθῆ εἰς τὰ λοιπὰ χωρία, τὰ τσιφλίκια, μετὰ τὴν διανομὴν τῶν Στεφανοβικείων, λόγῳ τῆς ἐμφύτου ἐπιθυμίας, ἵνα πάντες σπεύσωσι νὰ γείνωσι κάτοχοι ἰδίας γῆς, ἰδίας στέγης, ἐγκαταλείποντες τὰ τσιφλίκια, ἐν οἷς σήμερον ἐργάζονται, ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ τῆς καθόλου γεωργικῆς κινήσεως τῆς χώρας, προωρισμένης ἐντεῦθεν νὰ ὑποστῇ κλονισμόν τινα· ἐννοῶ πάντα ταῦτα. Ἀλλὰ τὸ ἀγαθὸν, ὅπερ προσδοκᾶται ἐκ τῆς διανομῆς ταύτης, εἶναι ἀσφαλῶς πολλῷ μεῖζον, πολλῷ ἀνώτερον τῶν δυσχερειῶν, ὧν ἐμνήσθην. Ἀλλ’ ἴσως ἐρωτηθῶ: «τί θὰ γείνῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει;» Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐξοικονομήσεως τῶν χρημάτων τῶν ἀναγκαίων πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν χωρικῶν τούτων, νομίζω ὅτι αἱ πρόσοδοι, τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον ἐτησίως ἀπολαμβάνει ἐκ τῆς μισθώσεως τῶν εἰρημένων κτημάτων, καὶ αἱ ἐτήσιαι δόσεις ἐπὶ τῶν κλήρων, οὓς ἕκαστος χωρικὸς θὰ λάβῃ, — διότι πρόκειται περὶ ἀγορᾶς τῶν κτημάτων ἐκ μέρους τῶν κατοίκων, καὶ οὐχὶ περὶ δωρεᾶς, — δύνανται λίαν ἐπαρκῶς νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰς ἀνάγκας μικροῦ δανείου, βραχυπροθέσμως συναπτομένου διὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν τῶν γεωργῶν. Ἔχω μάλιστα τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συντελεσθῇ τὸ ἔργον ὁλοσχερῶς καὶ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους· φρονῶ ὅτι σκοπιμώτερον ἤθελεν εἶσθαι, —καὶ ὑποβάλλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν γνώμην ταύτην— νὰ διανείμῃ ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἀρχὰς τρία ἢ τέσσαρα κτήματα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἤθελεν ἀποφασίσει, καὶ οὕτως ἐκ τῆς διανομῆς ταύτης καὶ ἐν τῇ διανομῇ ταύτῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ προσκτήσηται τὰ φῶτα καὶ πᾶσαν τὴν πεῖραν, τῆς ὁποίας καὶ αὐτὴ καὶ πάντες ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην, μετὰ τὴν παρέλευσιν δὲ μιᾶς διετίας, ἢ μιᾶς τριετίας, θέλομεν ἔχει ὑπ’ ὄψει πάντα τὰ στοιχεῖα, τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς ἡμᾶς, ἵνα συμβουλευόμενοι ταῦτα καθοδηγώμεθα, καὶ οὕτως ἡ διανομὴ τῶν λοιπῶν κτημάτων γένηται εὐχερεστέρα καὶ κανονικωτέρα — διότι ἂς ὁμολογήσωμεν, Κύριοι, ὅτι ἔργον τοιοῦτον, ἔργον διανομῆς κτημάτων, τὸ πρῶτον νῦν θέλει ἐφαρμοσθῆ παρ’ ἡμῖν. — Τοιουτοτρόπως θὰ δυνηθῶμεν βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, ὅταν αἱ περιστάσεις τοῦ Κράτους εὐκολύνωσιν, ὅταν αἱ δυσκολίαι, αἵτινες θὰ παρουσιασθῶσι, διακανονισθῶσι, θὰ δυνηθῶμεν, λέγω, μετὰ παρέλευσιν μιᾶς τριετίας νὰ προβῶμεν εἰς τὴν διανομὴν καὶ τῶν λοιπῶν, καὶ νὰ κατορθώσωμεν, ἵνα καὶ εἰς τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους ἀνθρώπους ἀνατείλῃ ἡ χαραυγὴ τῆς ἀπελευθερώσεως ἀπὸ τοῦ ζυγοῦ, ἡμέρα, ἣν καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ προπάτορες αὐτῶν ὠνειρεύθησαν καὶ δὲν ἤλπιζον νὰ ἴδωσιν ὑποφώσκουσαν ἄνευ τῶν κτημάτων τούτων.
§45ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἐκμισθώσῃ τὰ κτήματα ταῦτα ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα. Ἐὰν, ὡς εἶπον οἱ προαγορεύσαντες, δὲν κατετέθησαν τὰ σχεδιαγράμματα ὅλων τῶν χωρίων, τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι λόγος ν’ ἀναβληθῇ ἡ διανομὴ, ἥτις δύναται νὰ γείνῃ τμηματικῶς, δηλαδὴ νὰ ἀρχίσῃ ἐκ τῶν χωρίων, τῶν ὁποίων ἡ καταμέτρησις ἐπερατώθη καὶ τῶν ὁποίων τὰ διαγράμματα ὑπάρχουσι κατατεθειμένα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ἐὰν οἱ χωρικοὶ μάθωσιν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἀνεμίσθωσε καὶ πάλιν τὰ κτήματα ταῦτα, θ’ ἀπογοητευθῶσι καὶ θ’ ἀπελπισθῶσι τελείως, θὰ πιστεύσωσι δέ, ὅτι τοὺς ἐμπαίζομεν, καὶ ὅτι οὐδέποτε τὸ Κράτος ἐσκέφθη νὰ διανείμῃ εἰς αὐτοὺς γαίας καὶ νὰ τοὺς καταστήσῃ ἰδιοκτήτας. Τὸ προταθὲν δὲ ὑπό τινος τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ πολυετὴς μίσθωσις ὑπὸ διαλυτικὸν ὅρον, δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθὸν, διότι ὅρον τοιοῦτον οὐδεὶς μισθωτὴς θέλει δεχθῆ, ὅταν πρόκηται νὰ διαθέσῃ κεφάλαια διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ κτήματος, ὅπερ θέλει μισθώσει. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἐπιμένω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῶσι καὶ πάλιν ὑπὸ μίσθωσιν τὰ κτήματα, ἢ τοὐλάχιστον, ἐὰν τὸ Δημόσιον δὲν θελήσῃ νὰ νεμηθῇ ταῦτα δι’ ἴδιον λογαριασμὸν ἐπί τινα χρόνον, νὰ περιορισθῇ ἡ ἐκμίσθωσις εἰς ἓν μόνον ἔτος, ὡς προεῖπον, ἀλλὰ συγχρόνως ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς σήμερον ἡ ἐργασία τῆς διανομῆς αὐτῶν. Τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι μᾶλλον ὀρθὸν καὶ δίκαιον.
§46Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐξηγήθην ἴσως σαφῶς, κύριε Πρόεδρε, καὶ δι’ αὐτὸ παρεξηγήθην ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων. Ἐγὼ ἀκριβῶς ἠθέλησα νὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λίαν εὐγλώττως καὶ διὰ μακρῶν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Γιαννακίτσας, ὅτι δηλ. παρουσιάζονται μεγάλαι δυσκολίαι εἰς τὴν διανομὴν, καὶ δέον νὰ ληφθῶσι διάφορα μέτρα πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Τρικκάλων, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων ἐκείνων εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξαγοράσωσιν αὐτὰ ἄνευ προηγουμένης κυβερνητικῆς ἀρωγῆς. Δὲν γνωρίζω τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. συναδέλφου διὰ τὰ χωρία τοῦ νομοῦ του, ἐγὼ ὅμως τὸν βεβαιῶ, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸν πληροφορήσω, διότι διευθύνω τσιφλίκι, ὅτι οἱ χωρικοὶ ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι πτωχοί. Τοιαῦται ἰδέαι δύνανται νὰ λέγωνται κατὰ τὰς προεκλογικὰς ἐνεργείας, δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ λέγωνται καὶ ἐνταῦθα ἀσκόπως. Μᾶς ἐπιβάλλεται δὲ νὰ λάβωμεν μέτρα ἐπείγοντα, ἰδίως διὰ τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων τῶν χωρικῶν καὶ ἰδιοκτητῶν πρὸς τοὺς κολλήγους. Καὶ ἄλλα δὲ μέτρα ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὸ Κράτος, ἐὰν εὑρίσκετο ἐν οἰκονομικῇ εὐεξίᾳ.
§47Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ θὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτὴς Καρδίτσης, ὅτι εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα κατῆλθον ἄνευ ὑποσχέσεων καὶ ἄνευ λόγων πρὸς τοὺς χωρικούς· ἀλλὰ νομίζω ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ὑψώσω φωνὴν ὑπὲρ τῶν ἀγροτικῶν ἐκείνων πληθυσμῶν. Ἐγὼ οὔτε διανομὴν κτημάτων ὑπεσχέθην κατὰ τὰς ἐκλογὰς οὔτε ἀτέλειαν, οὔτε ἐξήγειρα κατὰ τῶν ἰσχυρῶν κομματαρχῶν τὸν λαὸν, ἀλλὰ σᾶς εἶπον μόνον, ὅτι μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ λάβωμεν μέτρα ὑπὲρ τῆς μικρᾶς παραγωγῆς, ὑπὲρ τοῦ ζητήματος δὲ τούτου θὰ ἐργασθῶ κατὰ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χλωρὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§49Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Σεβαστὲ κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, σᾶς ἀναγγέλλω μετὰ λύπης μου, ὅτι ἡ ἐν Δωρίδι δημοσία ἀσφάλεια διεσαλεύθη ἐπικινδύνως, καὶ εἰς χώρα, ὅπου οὐδέποτε, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος, ἐγένοντο φόνοι, διεπράχθησαν ἐντὸς μηνὸς ἑπτὰ φόνοι. Πλὴν τῶν ἑπτὰ τούτων φόνων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον χώραν εἰς τοὺς φιλησυχωτέρους δήμους Τολοφωνίων καὶ Ὑαίας, ἐγένοντο καὶ δύο θρασύταται λῃστεῖαι εἰς τὸ κεντρικώτατον μέρος τῆς ἐπαρχίας καὶ ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ. Ἐνῷ κατήρχετο ὁμὰς ἀνδρῶν ἀόπλων μετὰ γυναικῶν εἰς τὴν παραλίαν καὶ διήρχετο τῆς θέσεως τῆς καλουμένης Γεφύρι τοῦ Στενοῦ, παρουσιάσθησαν τέσσαρες ἄγνωστοι, οἱ ὁποῖοι τοὺς συνέλαβον, τοὺς ἀφῄρεσαν, πάνθ’ ὅσα ἔφερον μεθ’ ἑαυτῶν, καὶ ἀπῆλθον· οἱ δὲ λῃστευθέντες, εἰς ἀπόγνωσιν περιελθόντες, κατῆλθον εἰς τὴν παραλίαν, ἔλαβον τρόφιμα ἐπὶ πιστώσει καὶ ἀπῆλθον. Πρὸ τριῶν δὲ ἡμερῶν ἑτέρα λῃστεία ἐγένετο, βίᾳ ἀφαιρεθεισῶν δραχμῶν 102 ἀπό τινα ὑπηρέτην τοῦ Π. Σιδέρη ὑπ’ ἀγνώστων.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἦσαν ἐκ τοῦ δήμου Τολοφωνίων;
§51Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Ὄχι· ἦσαν ὀρεινοί. Γνωρίζων ὑμῖν, κύριε Πρόεδρε, τὰ συμβάντα ταῦτα, παρακαλῶ νὰ λάβητε σύντονα μέτρα, ἵνα μὴ τὸ κακὸν λάβῃ διαστάσεις μεγαλειτέρας. Ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν τὸ Δημόσιον νὰ ὑποβληθῇ εἰς μεγάλας θυσίας, τοὐλάχιστον νὰ διπλασιάσῃ τὴν δύναμιν τοῦ φρουροῦντος ἐκεῖ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος, καὶ δεύτερον εἰς τὴν γέφυραν ἐκείνην τοῦ στενοῦ, εἰς ἣν γίνεται ἡ συγκέντρωσις ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ ὅπου ὑπάρχουν οἰκήματα,—διότι ὑπάρχουν ἐκεῖ πανδοχεῖα,— νὰ συσταθῇ σταθμὸς μὲ τρεῖς τοὐλάχιστον ἄνδρας. Δὲν εἶναι τοῦτο μεγάλη δαπάνη χάριν τῆς κινδυνευούσης δημοσίας ἀσφαλείας. Νομίζω ὅτι αὐτὰ τὰ δύο ἁπλᾶ μέτρα δύνανται νὰ ἀνακόψωσι τὴν πρόοδον τῆς λυπηρᾶς ταύτης καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἡ ὁποία ἐμποιεῖ μεγάλην αἴσθησιν, διότι εἰς τὸν δῆμον Τολοφωνίων καὶ τὴν Βιτρινίτσαν δύο φόνοι εἶναι γεγονὸς πρωτοφανές. Καὶ ἑτέραν παράκλησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλῶ νὰ χορηγήσητε μίαν πληροφορίαν· διότι, ἂν αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔχω, ἦναι ἀκριβεῖς, τῇ ἀληθείᾳ συμβαίνει τι ἐντελῶς ἔκτροπον. Πρὸ τριῶν περίπου ἐτῶν, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, εἰς Μοναστηράκι τῆς Δωρίδος ἔχει συσταθῆ σταθμὸς ἀστυφυλακῆς· ἀλλ’ ἡ ἀστυνομία τοῦ δήμου Εὐπαλίου, εἰς ἣν ὑπάγεται τὸ Μοναστηράκι, ἀπέχει αὐτοῦ ἓν τέταρτον ἢ 20 λεπτὰ τῆς ὥρας· δὲν ἦτο ἀνάγκη ἑπομένως νὰ συσταθῇ ἐκεῖ ὁ σταθμὸς οὗτος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἐμισθώθη μία ἀχυραποθήκη, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποφέρῃ ἐνοίκιον πλέον τῶν 20 δραχμῶν ἐτησίως, ἀντὶ δραχμῶν τριακοσίων κατ’ ἔτος! Παρακαλῶ νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν, ἂν τοῦτο εἶναι ἀκριβές. Τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως παρακαλῶ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τοῦ ἑξῆς. Εἰς τὸ Παλαιοξάρι τῆς Δωρίδος ὑπῆρχε παρθεναγωγεῖον, τὸ ὁποῖον κατηργήθη, παυθείσης τῆς αὐτόθι δημοδιδασκάλου δι’ ἔλλειψιν μαθητριῶν. Ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἐκεῖ ἐνωκιασμένον οἴκημα δημοτικοῦ σχολείου, καὶ νὰ πληρώνῃ τὸ Δημόσιον ἐνοίκιον! Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐνεχείρισα καὶ ἀναφορὰν πρὸς τὸν νομάρχην, παρακαλῶ δὲ καὶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, νὰ λάβητε πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ, διότι εἶναι ἄδικον νὰ πληρώνῃ τὸ Δημόσιον ἐνοίκιον χωρὶς νὰ κάμνῃ χρῆσιν τοῦ οἰκήματος.
§52ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἔχει βασίμους πληροφορίας, ἢ ἀπουσιάζει ἀπὸ πολλοῦ ἐκ τῆς ἐπαρχίας. Ἡ δημοσία τάξις ἐν Δωρίδι δὲν διεσαλεύθη. Παρουσιάσθη ἀνάγκη καταρτισμοῦ εἰδικοῦ ἀποσπάσματος, οὐχὶ πρὸς καταδίωξιν λῃστοφυγοδίκων, ἀλλὰ πρὸς περιστολὴν τῆς ζωοκλοπῆς. Περὶ τούτου ἔκαμα τὰς δεούσας παραστάσεις πρός τε τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ κατηρτίσθη εἰδικὸν ἀπόσπασμα ὑπὸ ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος ἤδη εὑρίσκεται ἐν Δωρίδι, παρεκάλεσα δὲ καὶ τὸν ἀνώτερον ἐπόπτην τοῦ νομοῦ, εὑρισκόμενον νῦν ἐν Ἀθήναις, νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου, ὅπερ οὗτος μοὶ ὑπεσχέθη. Ἡ δημοσία τάξις δὲν εἶναι διασεσαλευμένη ἐν Δωρίδι, διότι καὶ ἀστυνόμοι καλοὶ ὑπάρχουσιν ἐκεῖ καὶ εἰδικὸν ἀπόσπασμα. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ Μοναστηρακίου, ὀφείλω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ σταθμὸς οὗτος συνεστάθη πρὸ τριετίας συνεπείᾳ ἐκθέσεως τοῦ ὑποτελώνου Βιτρινίτσης καὶ τοῦ τελώνου Αἰγίου, οἱ ὁποῖοι παρέστησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι εἰς τὴν παραλίαν τῆς Βιτρινίτσης καὶ εἰς τὸν νέον αὐτὸν συνοικισμὸν πρέπει νὰ συσταθῇ ἀστυνομικὸς σταθμὸς πρὸς περιστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἂν δὲ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐνέκρινε μίσθωμα μεγαλείτερον τοῦ συνήθους, τοῦτο ἐγένετο, οὐχὶ διότι οἱ ἐνεργήσαντες τὴν μίσθωσιν ἢ ἐγκρίναντες αὐτὴν ἦσαν σπάταλοι, ἀλλὰ διότι ὁ συνοικισμὸς εἶναι νέος, καὶ τὰ οἰκήματα αὐτοῦ ἐλάχιστα, καὶ ἕνεκα τούτου πολὺ δυσκόλως ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ οἴκημα κατάλληλον διὰ τὸν ἀστυνομικὸν σταθμόν. Τὸ ἕτερον ζήτημα τοῦ παρθεναγωγείου Παλαιοζαρίου ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἡ δημοδιδάσκαλος ἐγκατέλιπε πράγματι τὴν θέσιν της, καὶ τὸ σχολεῖον τοῦτο ἀργεῖ ἀπὸ πολλοῦ· ἀλλὰ καὶ περὶ αὐτοῦ ἐλάβομεν πρόνοιαν, καὶ πρὸ μηνὸς διωρίσθη νέα διδάσκαλος. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα ἀγνοεῖ ὁ κ. συνάδελφος, διότι καταγίνεται εἰς τὰ ἔργα του τὰ δικηγορικὰ, καὶ δὲν παρακολουθεῖ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, οὔτε τὰ συμφέροντα τὰ ἐπαρχιακά. Συνιστῶ λοιπὸν εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ἐὰν σκοπῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ πολιτευόμενος, νὰ παρακολουθῇ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του, καὶ τότε, τὸν βεβαιῶ, δὲν θὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμιλῇ ὅπως ὡμίλησε.
§53Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Θ’ ἀμφισβητήσω, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον τὸ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθὲν, ὅτι ἀπουσιάζω ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν μου. Ἐγὼ ἀπὸ τοῦ 1870 διαρκῶς δικηγορῶ ἐν Παρνασσίδι, καὶ ἑπομένως εὑρίσκομαι εἰς ἄμεσον συνάφειαν μὲ τὴν ἐπαρχίαν μου, ἐνῷ ὁ κ. συνάδελφος ἦτο στρατιώτης ἀπὸ τοῦ ἔτους 1875, καὶ ὡς τοιοῦτος ἀπουσίαζε διαρκῶς ἐκ τῆς ἐπαρχίας, καὶ ἕνεκα τούτου αὐτός, καὶ οὐχὶ ἐγὼ, ἀγνοεῖ τὰ τῆς ἐπαρχίας. Διὰ τὰς ἐγκληματικὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, δὲν σᾶς εἶπε τίποτε ὁ κ. συνάδελφος. Ἴσως νομίζει, ὅτι ὁ φόνος εἶναι πρᾶγμα ἀνάξιον προσοχῆς· ἴσως ἡ χύσις τοῦ ἀνθρωπίνου αἷματος, ἐξ ἰδιοσυγκρασίας, δὲν κάμνει αἴσθησιν εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὄντα ἐξῳκειωμένον εἰς τοῦτο ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός του.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§55Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ἑνὸς τετάρτου τῆς ὥρας, διερχόμενος τοῦ ταχυδρομείου, παρέστην ἐνώπιον ἀτόπου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶδον ἄτομόν τι ἀπαγόμενον βιαίως ὑπὸ χωροφυλάκων, ἐρωτήσας δ’ ἐπληροφορήθην, ὅτι ἦτο μηχανικός, καὶ ὅτι ζητήσας νὰ ταχυδρομήσῃ ἐπιστολήν τινα, ὑπέπεσεν εἰς τὴν δυσμένειαν τῶν φρουρούντων ἐκεῖ χωροφυλάκων, οἵτινες τὸν ἐξυλοκόπησαν καὶ τὸν ἀπήγαγον εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κρατητήριον. Οἱ παριστάμενοι ἐκεῖ πολῖται εἶχον ἐξεγερθῆ καὶ ἡτοιμάζοντο νὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ τῶν χωροφυλάκων, εὐτυχῶς ὅμως ἕτεροι συνετώτεροι παρενέβησαν καὶ ἀνεχαίτισαν αὐτούς, προλαβόντες ἄλλας δυσάρεστους σκηνάς. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μέτρα περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης.
§56Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. συνάδελφος, εὑρίσκω ὅτι εἶναι πολὺ σοβαρόν, καὶ πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι καὶ ἐγὼ αὐτὸς, μεταβὰς εἰς τὸ ταχυδρομεῖον, ἀντελήφθην μίαν κατάστασιν οἰκτρὰν καὶ ἀγρίαν, φύλακας ἱσταμένους διὰ νὰ φρουρῶσι τὸ κατάστημα, πολίτας διαφόρους διαμαρτυρομένους, διότι δὲν κατώρθωσαν νὰ ἔχωσι τὰς ἐπιστολάς των, ἄλλους ζητοῦντας νὰ εἰσορμήσωσιν, ὅπως ἀνεύρωσι τὰς ἐπιστολάς των, παραβιάζοντες τὰς θύρας, διότι ἔβλεπον ἄλλους κατορθοῦντας νὰ εὕρωσι τὰς ἐπιστολάς των, εἴτε διότι παρεχωρεῖτο εἰς αὐτοὺς τόπος ὑπὸ τῶν ταχθέντων ἀστυφυλάκων, εἴτε διότι κατώρθουν δι’ οἱουδήποτε τρόπου νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ κατάστημα. Εἶναι κατάστασις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ πρέπει νὰ βεβαιωθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι οἱ δόντες τὴν πληροφορίαν ὅτι τὰ τῆς ὑπηρεσίας διεξήχθησαν, ἂν οὐχὶ ὁμαλῶς, τοὐλάχιστον ἀνεκτῶς, βεβαίως ἔδωκαν ἐσφαλμένας πληροφορίας, ὅπως ἀποπλανήσωσι τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ τηλεγραφικὴ ἀνταπόκρισις τελείως διεκόπη. Εἰσπράττονται τέλη τηλεγραφικὰ, καὶ τὰ τηλεγραφήματα ἀποστέλλονται διὰ τοῦ ταχυδρομείου...
§57ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἀποστέλλονται καὶ διὰ τοῦ ταχυδρομείου.
§58Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐννοεῖται. Ἐφ’ ὅσον ἀποστέλλονται διὰ τοῦ ταχυδρομείου, ἀποστέλλονται κατὰ προτίμησιν αὐτά· διότι φυσικὰ οἱ ὑπάρχοντες ἐκεῖ ὑπάλληλοι δὲν ἐπαρκοῦσιν, ἵνα διεκπεραιώσωσι καὶ τὰς ἄλλας ὑποθέσεις· ἀλλ’ ἐν τούτοις εἰσπράττονται τέλη παρὰ τῶν πολιτῶν, μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ τηλεγραφεῖα λειτουργοῦσιν, ἐνῷ δὲν λειτουργοῦσι. Πρέπει ἡ κατάστασις αὕτη τέλος πάντων νὰ παύσῃ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις καταγίνεται εἰς τοῦτο. Ὑποθέτω ὅτι πάντες ἀντελήφθησαν, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἐγκρίνων τὰς πράξεις, εἰς ἃς προέβησαν οἱ ταχυδρομικοὶ καὶ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ὁμολογουμένως ἀδικοῦνται, ὅσον οὐδέποτε ἠδικήθησαν ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ἐν τούτοις τὸ μέτρον, εἰς ὃ προέβησαν, εἶναι μέτρον καταδικαστέον. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν. Παρῆλθον ἤδη δύο ἡμέραι, καὶ αἱ Τράπεζαι ἠναγκάσθησαν νὰ στείλωσιν ἐκτάκτους ἀπεσταλμένους εἰς τὸν σιδηρόδρομον, ἵνα δίδωσι τὴν ἀλληλογραφίαν των ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰ ἀτμόπλοια, τὴν ἀλληλογραφίαν τοῦ ἐξωτερικοῦ. Οἱ πολῖται ἐδῶ διέκοψαν ὅλας τὰς συναλλαγάς των, ζητοῦντες τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀποστέλλονται αὐτοῖς διὰ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν εἴτε ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἴτε ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ, καὶ μὴ λαμβάνοντες τὰ χρήματά των· ζητοῦσιν ἄλλοι νὰ στείλωσι χρήματα διὰ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν, καὶ δὲν κατορθοῦται νὰ γείνῃ ἀποστολή. Ἐγένοντο διαμαρτυρίαι πολλῶν ἐμπόρων, διότι καθυστεροῦνται τὰ χρήματά των, καὶ εὑρίσκονται εἰς δυσχερείας οἱ ἄνθρωποι, καὶ ἐν τούτοις οὐδεμία φωνὴ, οὐδεμία ἀκρόασις! Τὸ χειρότερον δὲ ὅλων εἶναι, ὅτι προκαλοῦνται διαμαρτυρίαι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τοῦ Δημοσίου δὲ ἀπειλοῦνται αἰτήσεις ἀποζημιώσεως διὰ τὰς ζημίας, ἃς ὑφίστανται ἕνεκα τῆς καταστάσεως ταύτης. Εἷς πολίτης εἶχε σήμερον μίαν ὑπόθεσιν, καὶ ἀνέμενεν ἔγγραφον δικαστικόν· μετέβη εἰς τὸ ταχυδρομεῖον καὶ ἐζήτησεν ἐπιμόνως νὰ εὑρεθῇ ἡ ἐπιστολή του, ἀλλ’ ἀπεπέμφθη κακὴν κακῶς, διότι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ἡ ὑπηρεσία νὰ παράσχῃ καμμίαν εὐκολίαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Ἐν τούτοις αὐτὴ ἡ κατάστασις πρέπει νὰ λείψῃ ἐπὶ τέλους, καὶ ἐπιθυμῶ, ἵνα ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ἓν μέτρον περὶ τούτου. Διότι παρατεινομένη ἡ κατάστασις αὕτη ὄχι μόνον ζημιοῖ τὰ δημόσια συμφέροντα, ἀλλὰ παριστᾷ καὶ τὴν Ἑλλάδα ὡς Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄξιον νὰ θεωρῆται Κράτος εὐνομούμενον.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅ,τι ἀποδοκιμάζω, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον θέλω φροντίσει, ἵνα ἐπενεχθῇ τιμωρία εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν αὐτὸ, εἶναι ἡ ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Ἀρχῆς κακοποίησις πολιτῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν κατήγγειλε τοιοῦτόν τι, θέλω δὲ φροντίσει νὰ ἐξετάσω, ὅπως τιμωρηθῶσιν οἱ ἐπιτεθέντες κατὰ τοῦ πολίτου. Ἀλλ’ ἡ εἴσοδος εἰς τὰ ταχυδρομικὰ γραφεῖα δὲν εἶναι συγκεχωρημένη, ὁ δ’ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν ἀπετάθη πρὸς ἐμὲ καὶ ἐζήτησε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰ γραφεῖα, λόγῳ ὅτι ζητοῦσιν ἐπιστολὰς, διότι μεταξὺ τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι κατανεμημέναι, ὑπάρχουσι καὶ ἐπιστολαὶ, αἵτινες περιέχουσιν ἀξίας, θίγουσι συμφέροντα, δύνανται δὲ νὰ γένωνται ὑπεξαιρέσεις· ἐγὼ δὲ διέταξα τὴν Διεύθυνσιν τῶν ταχυδρομείων ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς πάντα νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰ γραφεῖα, καὶ εἰς δημόσιον ὑπάλληλον καὶ εἰς Ὑπουργὸν ἔτι. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον διέταξα, καὶ τὸ διέταξα ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ ἐμπορίου, καθ’ ἃ παρέστησεν ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος. Ἡ ἀπεργία βεβαίως εἶναι κακὸν, κακὴν δ’ ἐντύπωσιν θέλει ἐμποιήσει εἰς τὴν Εὐρώπην, καίτοι εἶναι συνειθισμένοι ἐκεῖ εἰς ἀπεργίας. Βεβαίως κακὴν ἐντύπωσιν θέλει ἐμποιήσει ἡ ἀπεργία, ἐκ τούτου δὲ ἡ περὶ τοῦ Κράτους καλὴ γνώμη μειοῦται, καὶ δύναται τοῦτο ἀναντιρρήτως νὰ συμβῇ. Ἀλλὰ διὰ πάντα ταῦτα δὲν εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις, ὡς δὲν εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν ἀποκατεστάθη ἀμέσως ἡ τάξις. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἐφεδρείαν ὑπαλλήλων ταχυδρομικῶν, διὰ νὰ στείλῃ αὐτοὺς ἀμέσως, ὅπως ἀναπληρώσωσι τοὺς ἀπεργήσαντας. Οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι ἀπήργησαν, ἔφυγον, ζητοῦμεν δὲ νὰ εὕρωμεν ἄλλους, ἵνα ἀναπληρώσωμεν αὐτούς. Ἡ ὑπηρεσία καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν διὰ τὴν κατανομὴν τῶν ἐπιστολῶν, μοὶ ἐδηλώθη μάλιστα, ὅτι δύναται νὰ δοθῇ καὶ ἐπικουρία τις ἐκ πιστωτικῶν καταστημάτων, οἷον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Τραπέζης τῶν Ἀθηνῶν, διὰ νὰ ἐπιτυγχάνηται ἐγκαίρως ἡ κατανομὴ τῶν ἐπιστολῶν. Περὶ τῆς τηλεγραφικῆς ὅμως συγκοινωνίας δὲν ἔχω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἔχει. Σήμερον ἔλαβον ἐπιστολὴν κατὰ τὴν ὀγδόην πρωϊνὴν ὥραν, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἀνήγγελλον, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι Δομοκοῦ καὶ Μώλου, οἵτινες εἶχον ἀπεργήσει, καὶ ἕνεκα τῆς ἀπεργίας αὐτῶν διεκόπη ἡ συγκοινωνία τῆς Λαμίας μετὰ τῶν Ἀθηνῶν, καὶ τῆς Λαρίσης μετὰ τῶν Ἀθηνῶν, οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἀντικατεστάθησαν δι’ ἄλλων, ἡ δὲ τηλεγραφικὴ συγκοινωνία εἶναι πλήρης. Τὸ κακὸν δὲν δύναται νὰ θεραπευθῇ ἀπὸ ἡμᾶς. Ἐὰν ἡμεῖς ἤμεθα ὑπεύθυνοι τῆς ἀπεργίας, βεβαίως ἡ εὐθύνη θὰ ἦτο βαρεῖα· ἀλλ’ ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι οὐδὲ ἡ Ἀθηναϊκὴ κοινωνία οὐδ’ οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις συμπολῖται δίδουσιν εἰς ἡμᾶς μέλαιναν ψῆφον ἐπὶ τούτου.
§60Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἠθέλησα ν’ ἀποδώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐθύνην τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη, ὅτι ἔδει νὰ ἐπιβάλῃ μέτρα νομοθετικὰ, ἀναγόμενα εἰς τὰ τοῦ κλάδου τοῦ ταχυδρομικοῦ καὶ τηλεγραφικοῦ· τὰ μέτρα ταῦτα πρόκεινται εἰς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ. Καὶ ἕως ἐδῶ μὲν τὸ πρᾶγμα ἐβάδιζεν ὁμαλῶς· ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ νομοθετικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἔθιγον συμφέροντα τῶν ὑπαλλήλων τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Φυσικὸν εἶναι, ἐκεῖνος, τὰ συμφέροντα τοῦ ὁποίου θίγονται, νὰ ὑποβάλῃ παράπονα καὶ ἐπιζητήσῃ νὰ ὑποβληθῶσι τὰ παράπονά του διὰ τῆς συνήθους ὁδοῦ, διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ, ἱεραρχικῶς, πρὸς τὴν προϊσταμένην καὶ ἁρμοδίαν ἀρχήν. Δυστυχῶς οἱ προϊστάμενοι τῆς ὑπηρεσίας, οἱ ὁποῖοι καθῆκον εἶχον νὰ μεταβιβάσωσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τὴν προϊσταμένην ἀρχήν, τὰ παράπονα τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων, καὶ νὰ ἐπιζητήσωσι διὰ τρόπου ἐπιβαλλομένου εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις νὰ μετριάσωσι τὴν ἐκ τῶν προτεινομένων μέτρων ἐξεγειρομένην ἐκ τῆς προσβολῆς τῶν συμφερόντων ἀγανάκτησιν τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων, οἱ τοιοῦτοι προϊστάμενοι τῶν ὑπηρεσιῶν οὐ μόνον δὲν ἔσπευσαν νὰ ὑποβάλωσι τὰ παράπονα ὅπου δεῖ, ἀλλὰ καὶ προσηνέχθησαν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐξηνάγκασε τοὺς εἰρημένους ὑπαλλήλους νὰ φθάσωσι μέχρι τῶν ἄκρων. Κατὰ τοῦτο εὐθύνεται ἄκουσα ἡ Κυβέρνησις. Κακῶς βεβαίως ἔπραξαν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἐξηναγκάσθησαν νὰ προβῶσι μέχρι τοῦ σημείου τούτου, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ εἰς τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τῶν ταχυδρομείων καὶ εἰς τὸν Διευθυντὴν τῶν τηλεγράφων ὑπεβλήθησαν ἀναφοραί, ὅπως διαβιβασθῶσι πρὸς τὴν προϊσταμένην ἀρχήν· διὰ τῶν ἀναφορῶν δὲ τούτων παρεπονοῦντο οἱ ὑπάλληλοι, ὅτι προσβάλλονται τὰ δικαιώματα αὐτῶν, καὶ παρεκάλουν νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα μὴ προσβληθῶσι ταῦτα. Ἀλλ’ οἱ προϊστάμενοι τῶν ὑπηρεσιῶν ἀπῄτησαν παρὰ τῶν ὑποβαλόντων τὰς ἀναφορὰς νὰ διαγράψωσιν ἐξ αὐτῶν ὡρισμένα αἰτήματα, ὑποσχόμενοι ὅτι, ἐὰν διαγράψωσι τὰ αἰτήματα ταῦτα, θὰ μεσιτεύσωσι παρὰ τῇ προϊσταμένῃ ἀρχῇ, ὅπως γείνωσί τινα τῶν παραπόνων τούτων δεκτά. Ἐκεῖνο δὲ, εἰς τὸ ὁποῖον κυρίως ἐπέμενον, ἦτο νὰ διαγραφῇ ἡ αἴτησις ἡ δικαιοτάτη πασῶν καὶ συμφέρουσα εἴς τε τὴν Πολιτείαν καὶ εἰς πάντας ἡμᾶς, ἡ αἴτησις περὶ τοῦ ἀμεταθέτου τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἐπειδὴ δὲν συνῄνουν ἐκεῖνοι νὰ διαγράψωσι τὴν αἴτησιν ταύτην, οἱ προϊστάμενοι ἀπέπεμψαν αὐτοὺς κακὴν κακῶς, καὶ εἶπον εἰς αὐτούς, ὅτι δύνανται νὰ τοὺς ἀντικαταστήσωσιν ἀμέσως· «δὲν σᾶς ἔχομεν ἀνάγκην, εἶπον πρὸς αὐτούς, καὶ δύνασθε ν’ ἀπέλθητε». Καὶ τοὺς ἐξεδίωξαν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος τοὺς ἐξέθεσε μέχρι τοῦ ἐγκλήματος, — διότι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔκαμαν, προφανῶς εἶναι ἔγκλημα. — Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι καὶ αὐτοὶ εἶναι ἄνθρωποι, ὅτι εἰς τὸ σῶμα αὐτῶν ῥέει αἷμα, καὶ ὅτι οὕτω πως ἀποπεμφθέντες ὑπὸ τῶν προϊσταμένων των, παρὰ τῶν ὁποίων προσεδόκων προστασίαν, ἐννοεῖται, ὅτι ἔφθασαν εἰς τὰ ἄκρα. Κατὰ τοῦτο λοιπόν, νομίζω, ἡ Κυβέρνησις ἔχει ποιάν τινα εὐθύνην. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀκουσία, διότι οἱ προϊστάμενοι τῶν ὑπηρεσιῶν, οἱ ὁποῖοι ἔδει ν’ ἀναλογισθῶσι τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔπρεπε νὰ προσενεχθῶσι κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς ἣν κατάστασιν σήμερον εὑρισκόμεθα. Ὅτε δὲ τοὺς ἀπέπεμπον κακὴν κακῶς, δὲν ἀνελογίζοντο ὅτι ἠδύνατο νὰ προκληθῇ ὅ,τι προεκλήθη, καὶ νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ καταστάσεως, ἥτις θέτει εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, διότι θὰ σταματήσῃ ἡ ἀνταπόκρισις ἡ ταχυδρομικὴ, θὰ σταματήσῃ ἡ ἀνταπόκρισις ἡ τηλεγραφικὴ καὶ πᾶσα συναλλαγὴ, καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους θὰ παρασταθῶμεν εἰς τὰ ὄμματα τῶν ξένων, ὁποῖοι δυστυχῶς παριστάμεθα! Ἐὰν ταῦτα ἀνελογίζοντο, δὲν ἤθελον προσενεχθῆ καθ’ ὃν τρόπον προσηνέχθησαν, ἀλλ’ ἤθελον προσπαθήσει νὰ καθησυχάσωσιν αὐτοὺς, ὑποσχόμενοι νὰ παραστήσωσι τὰ δίκαια αὐτῶν, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εὕρισκον ὅτι ὑπῆρχον λόγοι, ἵνα ἐνδώσωσιν εἴς τινα τῶν αἰτημάτων αὐτῶν, ἠδύναντο νὰ ἐνδώσωσιν, ἐὰν δὲ τοὐναντίον, θὰ ἐψηφίζοντο τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἔχουσι, καὶ δὲν θὰ παριστάμεθα μάρτυρες τῆς ἀξιοθρηνήτου ταύτης παραλυσίας. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως — διότι καὶ τώρα εἶναι ἀκόμη καιρὸς — νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν εἰς τὴν προϊσταμένην τῶν ὑπαλλήλων ἀρχήν, ὅπως ἐκείνη μεριμνήσῃ καὶ ἀρθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ἐξευτελίζει τὸν τόπον ἡμῶν, καὶ παριστᾷ ἡμᾶς ἐνώπιον τῶν ξένων ὡς ἀγρίους. Δύναται δὲ νὰ ἀρθῇ κατὰ τρόπον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως τηροῦντα καὶ τὰ δίκαια τῶν ἀναμφισβητήτως δυστυχῶν ἐκείνων ὑπαλλήλων ὅπως δήποτε θεραπεύοντα. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα περὶ τούτου μέτρα.
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ ὅτι ἐκπλήσσομαι διὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, ὅστις εὑρίσκει τὴν δικαιολογίαν τῆς ἀπεργίας. Κατὰ τὸν κ. Βουλευτήν, ἕκαστος ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου προσβάλλονται τὰ συμφέροντα, ἐὰν δὲν εἰσακουσθῇ, ἐὰν δὲν εὕρῃ παραμυθίαν, ἐὰν δὲν παρασχεθῇ αὐτῷ ἀνακούφισις, πρέπει ν’ ἀντιταχθῇ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσβάλλουσι τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, καὶ ἐὰν ὁ προσβάλλων τὰ συμφέροντα αὐτοῦ τύχῃ νὰ ἦναι τὸ Κράτος, πρέπει ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Κράτος τὰ ἴδια αὑτοῦ συμφέροντα! Ἀλλὰ καὶ δευτέραν δικαιολογίαν τῆς ἀπεργίας εὑρίσκει ὁ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτής, προβάλλων ὅτι πταίουσιν οἱ προϊστάμενοι τῶν ἀπεργησάντων, διότι δὲν ἔσπευσαν εἰς συναλλαγάς, εἰς συνεννοήσεις καὶ συμβιβασμούς. Ἐνεχείρισαν ἀναφορὰς εἰς τοὺς προϊσταμένους οἱ ἀπεργήσαντες, ἀλλ’ οἱ προϊστάμενοι ἔκριναν, ὅτι αἱ ἀναφοραὶ αὗται περιεῖχον ἐννοίας καὶ γνώμας, ἃς αὐτοὶ ἔκρινον, ὅτι δὲν ἦσαν προσήκουσαι, ἐνδεχόμενον δὲ νὰ ἦσαν καὶ ἀποκρουστέαι, καὶ ἐζήτησαν παρ’ αὐτῶν νὰ διαγράψωσιν αὐτάς. Ἀλλ’ οἱ ἀπεργήσαντες δὲν διέγραψαν αὐτάς· εἶχον ἑπομένως δίκαιον, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας, νὰ ἀπεργήσωσι, καὶ νὰ παραλύσωσι τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν! Καὶ ἐγὼ μὲν γνωρίζω, ὅτι οὐδὲν παράπονον ὑπαλλήλου μοὶ ἀνεκοινώθη, ἀλλὰ μόνον ἐζητήθη παρ’ ἐμοῦ νὰ δεχθῶ ἐπιτροπὴν ὑπαλλήλων, διὰ νὰ μοὶ παραστήσωσιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον βλάπτει τὰ συμφέροντα αὐτῶν, ἀλλ’ εἶπον εἰς αὐτοὺς, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δέχωμαι ἐπιτροπάς, διότι, ἂν ἀνοίξωμεν τὰς θύρας τῶν Ὑπουργείων, διὰ νὰ δεχώμεθα ἐπιτροπὰς τῶν τάξεων, ὧν τὰ συμφέροντα βλάπτονται ἀπὸ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προτείνομεν πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ παραλίπωμεν πᾶσαν ἄλλην ὑπηρεσίαν, πᾶν ἄλλο καθῆκον, τὸ ὁποῖον πρὸς τὴν Πολιτείαν ἔχομεν. Οἱ ὑπάλληλοι εἶχον δικαίωμα νὰ ὑποβάλωσιν ἀναφορὰς κοσμίως καὶ εὐπρεπῶς πρὸς τὴν Διοίκησιν, καὶ νὰ παραστήσωσιν εἰς τὴν Διοίκησιν τὰ παράπονά των· ἀλλὰ τὰ παράπονα τῶν ὑπαλλήλων ἔσπευσαν ἤδη καὶ ἀνεκοίνωσαν εἰς τὴν Βουλὴν μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξαν, ὅσον ἠδύναντο, τὰ παράπονα αὐτῶν. Καὶ ταύτην ἀκόμη τὴν στιγμὴν ἠκούσατε, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἠσχολήθησαν εἰς τὰ παράπονα τῶν ἀπεργησάντων, κρίνουσιν ὅτι ταῦτα ἦσαν ἰσχυρὰ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄδικον, ὅτι καταπιέζει μίαν τάξιν δημοσίων λειτουργῶν, ὅτι ἀφαιρεῖ ἀπ’ αὐτοὺς τὰ μέσα τοῦ βίου. Ταῦτα πάντα ἤθελον λεχθῆ καὶ ἀναπτυχθῆ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ἢ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν τὰ παράπονα τῶν ἀπεργησάντων ἤθελον κριθῆ εὔλογα, δίκαια, ὡς παριστῶσιν αὐτὰ οἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου κηρυσσόμενοι, ἡ πλειονοψηφία ἤθελεν ἐνδώσει, καὶ ἤθελεν ἐπέλθει ἡ θεραπεία ἡ προσήκουσα. Ἀλλὰ συζήτησις κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν δὲν ἐγένετο, εἰς δὲ τὴν τρίτην, δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη· καὶ δὲν ἐγένετο συζήτησις, διότι οἱ εἰρημένοι ὑπάλληλοι προετίμησαν νὰ διεκδικήσωσι διὰ τῆς ἰδίας αὐτῶν χειρὸς τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα. Δὲν ἠξεύρω ποίαν ἐντύπωσιν θέλει ἐμποιήσει εἰς τὸν κόσμον ἡ ἀπεργία· βεβαίως εἰκάζω, ὅτι θέλει εἶσθαι ἀπαισία· φρονῶ ὅμως, ὅτι, ἐὰν εἰς ἄλλο Κράτος συνέβαινον ἀπεργίαι ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους συνέβη αὕτη ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἤθελον εὑρεθῆ ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ Κράτους ἐκείνου μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ζητοῦντα νὰ παραστήσωσιν, ὅτι εἶχον δίκαιον οἱ ἀπεργήσαντες νὰ ἀπεργήσωσι, διότι οἱ προϊστάμενοι αὐτῶν δὲν ἔστερξαν νὰ συνεννοηθῶσι μετ’ αὐτῶν καὶ νὰ συμφωνήσωσιν ὡς πρὸς τὰς ἀναφοράς, τὰς ὁποίας ἤθελον γράψει, διότι οἱ προϊστάμενοι αὐτῶν δὲν ἐφέρθησαν πρὸς αὐτοὺς ἐπιεικῶς. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι ἐκπλήσσομαι, καὶ θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ ἠκούοντο ἐν τῇ Βουλῇ τῆς πατρίδος μου λόγοι περὶ ἀπεργίας τοιοῦτοι, λόγοι τείνοντες νὰ μεταδώσωσιν εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι ἐν τῇ ἐγκληματικῇ πράξει τῆς ἀπεργίας ὑπῆρχον ἀφορμαὶ εὔλογοι. Εἶναι τὸ αὐτό, ὡς νὰ λέγωσιν: «Ἐπανεστάτησαν πολῖται· βεβαίως ἔπραξαν κακῶς, ἀλλ’ εἶχον δίκαιον νὰ ἐπαναστατήσωσιν! Ἐφόνευσαν πολίτας, συμπολίτας των ἢ ἄλλους· ἆ! οἱ καϋμένοι! ἔγκλημα ἔπραξαν, ἀλλ’ εἶχον δίκαιον νὰ φονεύσωσιν αὐτούς!» Καὶ αὐταὶ αἱ κρίσεις εἶναι κρίσεις πολιτικῶν ἀνδρῶν, προβαλλόμεναι ὑπ’ αὐτῶν ἐν αὐτῷ τῷ Ἐθνικῷ Συνεδρίῳ! Διὰ τοῦτο θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ ἠκούοντο ἐν τῇ Βουλῇ τοιαῦται κρίσεις.
§62Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἀπέδωκε λόγους, τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν εἶπον... (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Βλέπω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τῆς πτέρυγος ἐκείνης νὰ ἐξανίστανται δι’ ὅσα λέγω. Φαίνεται ὅτι ἤκουσαν καὶ αὐτοὶ ὅσα ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἀπέδωκεν ὅτι εἶπον. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐγὼ, ὁμιλῶν περὶ τῶν τελευταίων γεγονότων, εἶπον ὅτι ἐγκρίνω ταῦτα. Ἀλλ’ ἐγὼ ὠνόμασα τὴν πρᾶξιν τῶν ἀπεργησάντων ἐγκληματικήν· ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτῶν ὄχι μόνον δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένη, ἀλλ’ ὅτι ἦτο καὶ ἐγκληματική. Ἀλλ’ εἰπὼν ταῦτα ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ προσθέσω, ὅτι ἔργον φρονήσεως ἐπέβαλλεν εἰς τοὺς διαχειριζομένους τὴν ἀνωτέραν ἐξουσίαν νὰ μεριμνήσωσιν, ὅπως τὰ πράγματα μὴ φθάσωσιν εἰς ὃ σημεῖον ἔφθασαν· εἰπὼν δὲ ταῦτα, εἶπον τὴν ἀλήθειαν. Εἶπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πᾶς ἄνθρωπος, εὑρισκόμενος εἰς τὴν θέσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διευθύνουσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ἤθελε πράξει. Ἐγὼ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκρίνω τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον οἱ ἀπεργήσαντες ὑπάλληλοι, διότι ἐγὼ εἰς τὴν Σχολὴν, εἰς ἣν ἐφοίτησα, δὲν ἐδιδάχθην νὰ προκαλῶ ἐξεγέρσεις τῶν πολιτῶν, ἵνα ἐπιτύχω σκοποὺς, τοὺς ὁποίους μόνον διὰ τῆς εὐθείας ὁδοῦ ἡ Σχολὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφοίτησα, μὲ ἐδίδαξε νὰ ἐπιδιώκω. Ἐγὼ οὐδέποτε εἰς τὸν βίον μου διέπραξα πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται πρὸς τοὺς νόμους, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀναιροῦσι τὸ κράτος τῆς Πολιτείας· ἐγὼ ἀνεγνώρισα μὲν τὴν μεγαλειότητα τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ δὲν ἀνεγνώρισα ποτέ, ὅτι αὕτη εἶναι ἀνωτέρα πάσης ἄλλης μεγαλειότητος, οὔτε ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, οὔτε ἀπὸ τοῦ ἐξώστου οἱασδήποτε οἰκίας. Ἐγὼ οὐδέποτε ὑπέθαλψα ἢ ὑπεστήριξα στάσεις γενομένας εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, οὔτε ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν προεκάλεσα ἢ ἐνέκρινα τὰς γενομένας τυχὸν ἐξεγέρσεις, ὅπως γεννήσω δυσχερείας εἰς τὴν ὑφισταμένην Κυβέρνησιν (ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν). Ὑπῆρξα πάντοτε νομοταγὴς, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐφοίτησα εἰς τὴν Σχολὴν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε πάντοτε νομοταγὴς καὶ ὁ ὁποῖος ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἔθετε τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος καὶ τῆς Πολιτείας (χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν). Τοιαῦται λοιπὸν ἀποστροφαὶ δὲν εἶχον θέσιν πρὸς ἐμὲ, διότι ἐγὼ πάντοτε κατέκρινα τὴν πρᾶξιν τῶν ἀπεργησάντων, ὡς κατέκρινα καὶ τὰς πράξεις, εἰς ἃς ἄλλοι ἐκ συστήματος ἐπιδίδονται, ὁσάκις εὑρίσκωνται ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διεβίβαζον ἆρά γε παράπονα τῶν ὑπαλλήλων, ἢ ἐξέθετον τὰς ἐμὰς γνώμας ἐν σχέσει πρὸς τὰ νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προέβαλεν ἡ Κυβέρνησις; Οὐδὲν παράπονον ἐκείνων ἐγὼ διεβίβασα πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου, καὶ ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, εἶναι καὶ ἄδικον καὶ ἐπιβλαβὲς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Νομίζω δὲ, ὅτι ἀπέδειξα τοῦτο· θέλω δὲ τὸ ἀποδείξει ἐπὶ πλέον, ὅταν ἔλθῃ ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, διὰ μακρῶν. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν ν’ ἀποταθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐμὲ, ἵνα ἀπευθύνῃ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀπηύθυνεν. Ἐὰν ἔστρεφε περὶ ἑαυτὸν τὸ βλέμμα, ἴσως θὰ ἀνεύρισκεν ἀνθρώπους, πρὸς τοὺς ὁποίους τοιαῦτα ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, ἀλλὰ πρὸς ἐμὲ οὐδέποτε ἔπρεπε ν’ ἀπευθύνῃ τὰς φράσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πᾶς Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ καὶ νὰ ἀπαγγέλλῃ τὰς γνώμας του, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συκοφαντῇ. Ἡ συκοφαντία δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὸν δικαίωμα, ἐπιτετραμμένον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· οἱ θέλοντες νὰ συκοφαντῶσι μεταβαίνουσιν ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, εἰς ἄλλα κέντρα, ἐν τοῖς ὁποίοις δύνανται νὰ λέγωσιν ὅ,τι θέλουσι. Συκοφαντία δ’ εἶναι νὰ λέγῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐγὼ ὑπεκίνουν στάσεις καὶ ταραχὰς, ὅτι ἐνίσχυον ἀντιδράσεις· διότι, ὅτε αἱ ἀντιδράσεις ἐγίγνοντο ἢ ταραχαὶ προεκαλοῦντο ἐν Ἠλείᾳ, ἐγὼ καὶ οἱ φίλοι μου οὐδόλως μετείχομεν αὐτῶν, καὶ οὐδόλως ἀνεμίχθημεν εἰς αὐτάς. Τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου διερμηνεύω τὸ φρόνημα καὶ τὰς γνώμας, διεκρίθη ἀείποτε διὰ τὴν νομιμοφροσύνην του, διὰ τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὴν τάξιν. Ἡμεῖς οὐδὲ στάσεις ὑπεκινήσαμεν, οὐδ’ ἐπαναστάσεις παρεσκευάσαμεν, οὐδ’ ἀπεργίας διεσκευάσαμεν, οὐδὲ συνηγείραμεν τὰ πλήθη, ἵνα διαταράξωμεν τὴν τάξιν, καὶ ἐν χρόνοις, καθ’ οὓς οἱ κυβερνῶντες ὑπελάμβανον ἡμᾶς ὡς ἀλλοφύλους, καὶ τὰ δικαιώματα ἡμῶν, ὡς πολιτῶν, διήρπαζον ὡς λείαν τῆς νίκης των. Ἐγὼ, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τοῦ οἴκου μου, εἶπον οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους. Μήπως τώρα δὲν λέγω αὐτό; Μήπως ἔχω τὴν τόλμην νὰ καταργήσω τὴν περὶ τούτου διάταξιν τοῦ Συντάγματος; Ἀλλὰ τὴν τόλμην ταύτην δὲν θὰ ἔχῃ βεβαίως καὶ ὁ προαγορεύσας, καίτοι ἀποδεικνύεται τολμῶν εἰς τὸ συκοφαντεῖν. Προῃρεῖτο ἴσως νὰ παραστήσῃ, εἰπὼν ταῦτα, ἡμᾶς ὡς ἀνατροπεῖς· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐτράπημεν εἰς ἀνατροπὰς, ἡμεῖς ἠμύνθημεν ὑπὲρ τῶν θεσμῶν, καθ’ ὃν χρόνον, ἐὰν ἄλλοι ἀνθ’ ἡμῶν ἦσαν καὶ διεχειρίζοντο τὴν μεγάλην πολιτικὴν δύναμιν, ἣν διεχειρίζετο τὸ πολιτικὸν κόμμα, οὗτινος ἡγοῦμαι, ἐὰν ἄλλοι διεχειρίζοντο τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἴσως ἤθελον μᾶς κληροδοτήσει ἀναμνήσεις δυσαρέστους τῶν χρόνων ἐκείνων. Ἀλλ’ ἡμεῖς εὐλαβούμεθα ἡμᾶς αὐτοὺς πρῶτον, καὶ γνωρίζομεν ποῖα καθήκοντα ἔχομεν πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§64ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Βεβαίως οὐδεὶς ἐγκρίνει τὴν ἀπεργίαν, βεβαίως πάντες βλέπομεν μετὰ λύπης τὴν ἀταξίαν τὴν προελθοῦσαν ἐξ αὐτῆς, καὶ καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν διὰ παντὸς μέσου. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ἀδικεῖ τὴν τάξιν τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἂν ὤφειλον καὶ ὀφείλωσιν οὗτοι νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειονοψηφίας, — διότι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Κράτος, ἂν ἡ πλειονοψηφία δὲν ἐπιβάλλῃ τὴν θέλησιν αὐτῆς, — εἴμεθα ὅμως ἠναγκασμένοι νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία αὕτη δὲν πρέπει νὰ ποιῆται κατάχρησιν τῆς δυνάμεως αὐτῆς, διότι οὕτω προκαλεῖ τὰς ἀταξίας. Ἤθελον, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἱστάμεθα ἀρκούντως ὑψηλὰ, ὥστε νὰ ῥίπτωμεν τὸν λίθον ἐναντίον τῶν ἄλλων, χωρὶς νὰ φοβώμεθα μήπως στραφῇ καθ’ ἡμῶν αὐτῶν. Ὅταν ὅμως ἡμεῖς αὐτοὶ, προκειμένου νὰ γείνῃ ψηφοφορία ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀπερχώμεθα, ὅπως ματαιώσωμεν αὐτὴν καὶ τὴν ἐργασίαν τοῦ Σώματος, ὑποσκάπτοντες οὕτω καὶ αὐτὰ τὰ θεμέλια τοῦ πολιτεύματος, ἐρωτῶ, ἀπεργοῦμεν καὶ ἡμεῖς ἢ ὄχι; Ὅταν δὲ ταῦτα ἡμεῖς αὐτοὶ πράττωμεν, δίδοντες πρῶτοι ἡμεῖς τὸ παράδειγμα κατὰ τῆς τάξεως καὶ τοῦ νόμου, δὲν νομίζω ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα μετὰ τοσαύτης αὐστηρότητος νὰ κρίνωμεν τὰς ἀταξίας τῶν ἄλλων, καὶ δὴ κατωτέρων ὑπαλλήλων. Εὔχομαι ἐκ καρδίας νὰ δώσωμεν ἡμεῖς ἐντεῦθεν τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους, τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἂς ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι ἅπας ὁ λαὸς θὰ μᾶς ἀκολουθήσῃ.
§65ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις προσέλαβε χαρακτῆρα κομματικόν, ἐνῷ δὲν εἶχε τοιοῦτον. Ἀνέμενον τὴν δευτέραν ὁμιλίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα κρίνω, κατὰ πόσον ἤθελεν ἀπαντήσει εἰς τὸ κατηγόρημα τοῦ κ. ἐκ Λεβαδείας συναδέλφου κατὰ τῶν προϊσταμένων ὑπηρεσίας ὑπαλλήλων ἐκείνων, τῶν προσενεχθέντων σκαιῶς καὶ βαναύσως πρὸς τοὺς ὑποδεεστέρους αὐτῶν καὶ ἀξιωσάντων παρὰ τούτων ν’ ἀπαλείψωσιν ἐκ τῆς ἀναφορᾶς των τὴν αἴτησιν περὶ τοῦ ἀμεταθέτου. Ἐὰν τοιαύτη ἦτο ἡ πρὸς αὐτοὺς συμπεριφορὰ τῶν προϊσταμένων ἐκείνων, βεβαίως μὲν δὲν παύουσι νὰ ὦσι κατακριτέοι οἱ ἀπεργήσαντες, ἀλλ’ εἶναι καθῆκον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ἐξετάσῃ, κατὰ πόσον οἱ προϊστάμενοι προσηνέχθησαν σκαιῶς πρὸς τοὺς ὑφισταμένους των, καὶ νὰ τιμωρήσῃ αὐτοὺς διὰ τὴν σκαιότητα αὐτῶν. Ὅτε οἱ ὑφιστάμενοι, ἀκολουθήσαντες τὴν νόμιμον ὁδὸν διὰ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἀναφορᾶς, εὗρον ἐκ μέρους τῶν προϊσταμένων των τοιαύτην ὑποδοχὴν, πρέπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μανθάνων νῦν τοῦτο, νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἐξακριβώσῃ τὰ γενόμενα καὶ καταλογίσῃ ἑκάστῳ τὸ ἀνῆκον μέρος τῆς εὐθύνης. Ἡ ἀπεργία δὲν εἶναι πρᾶξις διαφεύγουσα πειθαρχικὰς ποινὰς καὶ ἐνίοτε καὶ τὸν ποινικὸν νόμον. Ἡ ἀπεργία εἶναι πρᾶξις τιμωρητέα, περὶ τῆς ὁποίας θὰ δικάσῃ ἢ ἡ ἀσκοῦσα τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ οἰκείου κλάδου ἀρχὴ, ἢ τὸ Δικαστήριον, ἐὰν καταγγελθῶσιν ἀπεργοὶ προσβαλόντες τὸν ποινικὸν νόμον. Ἀλλ’ ὁ κύριος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς διὰ τῆς ὁμιλίας αὑτοῦ οὔτε ἐνίσχυσιν τῆς ἀπεργίας οὔτε ὑπαινιγμὸν ὑπὲρ αὐτῆς ἔκαμεν, εἰπὼν ὅτι καὶ αὐτοὶ, ὡς ἄνθρωποι, βλέποντες μετὰ τόσων ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἑαυτοὺς ἀδικουμένους, προέβησαν εἰς ὅσα προέβησαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας δὲν συνηγόρει ὑπὲρ τῶν ἀπεργησάντων, ἐξήγει μόνον τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν οὗτοι εὑρέθησαν, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἦλθε νὰ δικαιολογήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας τὸ κίνημα· διότι δὲν ἔπραξε τοῦτο ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλὰ κατέκρινε μόνον τὴν σκαιὰν πρὸς τοὺς ὑφισταμένους συμπεριφοράν, τὴν μὴ νόμιμον τακτικὴν τῶν προϊσταμένων, ὅτε μάλιστα οἱ τὴν ἀναφορὰν ὑποβαλόντες ὑπάλληλοι ἐζήτουν τὴν ἀναγνώρισιν δικαιώματος τοιούτου, οἷον εἶναι τὸ ἀμετάθετον, τὸ ὁποῖον καὶ καθιεροῦται ὑπὸ τοῦ νόμου. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ἀμετάθετον τοῦτο πολλάκις παρεβιάσθη. Ἀληθῶς παρεβιάσθη πολλάκις, ἀλλὰ παρεβιάσθη καὶ πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργείου, διότι γνωρίζω ὅτι μετετέθη ὑπάλληλος ἐκ Ζακύνθου εἰς τόπον, ὅπου δὲν δύναται νὰ ὑπηρετῇ, καὶ μένει ἀκόμη ἐκεῖ. Ἴσως ἐγένετο ἡ τοιαύτη παρεκτροπὴ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο μαρτυρεῖ καὶ ὅτι νομοσχέδια, καταρτιζόμενα κατὰ τὴν ἔμπνευσιν ὑπαλλήλου, καὶ μάλιστα εἰς παρανόμους τοποθετήσεις πρωτοστατοῦντος, δύνανται νὰ γείνωσι πολλάκις ἀφορμὴ οὐ μόνον συζητήσεων μεγάλων ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ καὶ ἐξεγέρσεων παντοίων καὶ εὐλόγων, διότι ἡ μὴ ἀμερόληπτος καὶ μὴ ἐκ πνεύματος μόνον ὑπηρεσίας ὑπηγορευμένη παρασκευὴ νομοσχεδίων μᾶς φέρει ἑκάστοτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παριστάμεθα εἰς συζητήσεις κοινοβουλευτικὰς ἀναξίας τοῦ Κοινοβουλίου. Τῶν ἀπεργῶν ἡ τακτικὴ βεβαίως εἶναι κατακριτέα, καὶ οὐδεὶς θέλει εὑρεθῆ ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα δικαιολογήσῃ αὐτούς· ἀλλὰ τὸ παράπονον αὐτῶν δίκαιον εἶναι νὰ ἐξετασθῇ, καὶ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέτρον τῶν διαθέσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου ἴδῃ, ἂν δύνανται νὰ γείνωσι τοιαῦται βελτιώσεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὥστε νὰ ἐκλίπῃ ἡ ἰδέα περὶ τοῦ ἀδίκου τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Παράπονον ἐπίσης εἶναι, ὅτι τὰ μέτρα, ἅπερ ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἀνεπαρκῆ, καὶ ζητεῖται νὰ βελτιώσῃ αὐτά. Ταῦτα μόνον λέγω, ἵνα μὴ τυχὸν ὑποτεθῇ, ὅ,τι ἡ συζήτησις εἶχε χαρακτῆρα πολιτικόν. Ὑπενθυμίζω ὅ,τι ἠκούσαμεν ἄλλοτε, γενομένου ἐνταῦθα λόγου περὶ ἐξεγέρσεως ὑπαξιωματικῶν ἐν Λαμίᾳ, περὶ ταραχῶν ἐν Ἠλείᾳ, καὶ ἄλλοτε περὶ ἐξεγέρσεως ἀξιωματικῶν. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ ζητηθῇ νὰ παράσχῃ ἐξηγήσεις. Ἑρμηνεύσας δὲ τὴν γενομένην συζήτησιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς κατ’ αὐτοῦ γινομένην, καὶ ἰσχυρισθεὶς ὅτι κατ’ αὐτοῦ ἐλέγοντο ὅσα ἐξετέθησαν, νομίζω ὅτι δὲν εὑρίσκεται κοινοβουλευτικῶς ἐν δικαίῳ, καὶ ἐδημιούργησε παρεξήγησιν, ἣν δὲν ἔπρεπε νὰ δημιουργήσῃ.
§66Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, σκοπῶν νὰ εἴπω ἐλάχιστα ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ μόνον διότι βλέπω, ὅτι ἡ συζήτησις μετετοπίσθη ἀπὸ τοῦ σημείου, εἰς ὅ μοὶ ἐφάνη ὅτι ἐτέθη κατὰ τὴν ἀρχὴν αὐτῆς. Ἀληθῶς ἡ συζήτησις, χάρις εἰς τὴν εὔγλωττον ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ καὶ τὴν ἐπίσης εὔγλωττον ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐτέθη ὡς ἥρμοζεν εἰς τὸ θέμα, ἀλλὰ μετετοπίσθη καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν ἐξέτασιν περιστάσεων, περὶ ὧν δὲν ἐσκοπεῖτο συζήτησις κατὰ τὴν ἀρχὴν αὐτῆς. Οὐδ’ ἐσκοπεῖτο ἡ εὐθύνη τοῦ δεῖνα πολιτευομένου διὰ τὰ ἐνταῦθα ἢ ἀλλαχοῦ γενόμενα. Ἦτο ὅμως ὀρθὸν νὰ συζητηθῇ, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον ἐνέχεται ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰ ἔκτροπα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι χώραν τὰς ἡμέρας ταύτας ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς κοινωνίας καὶ δυσφημισμῷ τοῦ τόπου· δυνάμεθα δὲ νὰ ἐξετάσωμεν τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰ ἔκτροπα ταῦτα, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ δικαιολογήσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρέβησαν τὸ καθῆκόν των καὶ ἐγένοντο πρόξενοι τῶν ἐκτρόπων τούτων. Δι’ αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς παραβάντας τὸ καθῆκόν των εἴτε ἐξ ὑπερτάτης ἀνάγκης εἴτε ἐξ ἀμελείας, δὲν ἔχομεν ἡμεῖς νὰ ἀσχοληθῶμεν, οὐδὲ νὰ ζητήσωμεν λόγον παρ’ αὐτῶν· περὶ τούτων θ’ ἀσχοληθῇ ὁ προϊστάμενος αὐτῶν Ὑπουργὸς, ἢ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ἡ Δικαιοσύνη. Ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας παρὰ τῆς προϊσταμένης αὐτῶν ἀρχῆς, καὶ δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ ἄστοχον αὐτῆς μέτρον, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, προὐκάλεσε τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην. Τὸ κυβερνᾷν, Κύριοι, εἶναι προνοεῖν, καὶ προνοεῖν ἐν τοῖς ἀνθρωπίνοις πράγμασιν· ὁ κυβερνήτης λοιπὸν ἔχει καθῆκον καὶ προορισμὸν καὶ ἐντολὴν παρὰ τῆς Πολιτείας νὰ λαμβάνῃ μέτρα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ προκαλῶσιν ἐξεγέρσεις, δὲν ἔχει δὲ τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπεύθυνος νὰ εἴπῃ: «ἐγὼ ἐσκέφθην νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ πάντες εἰς αὐτό». Βεβαίως ὁ λόγος οὗτος δύναται νὰ ἁρμόζῃ εἰς Δράκοντά τινα νομοθέτην, ἢ εἰς κυρίαρχον δεσποτικοῦ Κράτους, ἢ ἀρχηγὸν πειθαρχοῦντος στρατοῦ, ἀλλ’ εἰς κυβερνήτην Κράτους συνταγματικοῦ, καὶ δὴ κοινοβουλευτικοῦ, δὲν ἀνήκει ἡ φράσις αὕτη. Ἐν τούτῳ λοιπὸν νομίζω ὅτι κεῖται ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ μέτρου ἀστόχου, μὴ ὑπολογίσασα τὰς ἀνθρωπίνους ἀτελείας καὶ τὰ ἀνθρώπινα πάθη, διεσάλευσε τὴν τάξιν καὶ προὐκάλεσε τὴν ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν βλέπομεν.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἐκ Σύρου βουλευτὴς κ. Καλομενόπουλος δὲν εἶναι ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι ὅμως μέλος ἐπιφανὲς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ὁ κ. ἐκ Σύρου Βουλευτὴς ἀνευρίσκει καὶ ἀναγνωρίζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέχει τὴν εὐθύνην ἐπὶ τοῖς γενομένοις εἰς τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐὰν δὲ τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ ἦναι ἀκριβῆ, ἦναι ἀληθῆ, ἦναι ἀποδεκτὰ, ἀμφιβάλλει ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ θεωρουμένη ὡς ἀπολαύουσα τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προβάλω ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§68Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν συζήτησιν ἡ ἀνυπομονησία δὲν συμβάλλει πρὸς τὸν σκοπὸν ὅλων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρισκόμεθα ἐδῶ. Ἐξεδήλωσα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῶν γενομένων. Ὅσον δὲ καὶ ἂν κολακεύωμαι ἐκ τῆς γνώμης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἀποτελῶ ἐπιφανὲς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν γνώμην μου δὲν ἐξεδήλωσα ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐπιφανοῦς τάχα μέλους, ἀλλ’ ὡς Βουλευτὴς, κρίνων ὅτι τεθέντος τοῦ ζητήματος εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶπον. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλῃ νὰ προκαλέσῃ ἕνεκα τῶν λόγων μου ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ἰδιότητα οὔτε νὰ τὸ ἀποδεχθῶ οὔτε νὰ τὸ ἀποκρούσω.
§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν καταγγέλλεται ἡ Κυβέρνησις ὡς φέρουσα τὴν εὐθύνην τῶν τελεσθεισῶν ἐν τῇ πόλει ἐγκληματικῶν πράξεων, ἡ Κυβέρνησις εἶχε δικαίωμα νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου ἔθηκεν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. ἐκ Σύρου Βουλευτὴς ἀνήκει εἰς πολιτικὸν κόμμα, καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην γνώμην ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, διότι ἄλλως θέλει εἶσθαι ἐν τῇ Βουλῇ μεμονωμένον μέλος αὐτῆς, ἤτοι δὲν δύναται ἢ νὰ θεωρῆται ὡς μονάς. Ἐὰν ἡ γνώμη αὐτοῦ ἦναι ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς ὃ ἀνήκει, ἔχομεν δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς πρὸς ἡμᾶς. Ἐὰν τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, δὲν συμμερίζηται τὰς γνώμας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου, βεβαίως τότε ἡμεῖς δὲν ἔχομεν λόγον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν λόγων αὐτοῦ, οὐδὲ συμφέρον νὰ προκαλέσωμεν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἕνεκα τῆς γνώμης ἑνὸς μόνου Βουλευτοῦ.
§70Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἀνατρέξωμεν ὀλίγον εἰς τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἑσπέρας ταύτης. Πρῶτος ἔλαβε τὸ λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς Λεβαδείας. Οὗτος ἤρξατο τῆς ἀγορεύσεώς του ἀποδοκιμάζων τὴν ἀπεργίαν καὶ χαρακτηρίζων αὐτὴν ὡς ἐγκληματικήν· ἡ ἀποδοκιμασία δ’ αὐτοῦ καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς ὁ ὑπ’ αὐτοῦ δοθεὶς νομίζω ὅτι ὑφ’ ὅλων τῶν κυρίων Βουλευτῶν δίδεται εἰς τὴν πρᾶξιν, διότι δὲν ὑπάρχει Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ μὴ χαρακτηρίσῃ τὴν ἀπεργίαν ὡς ἐγκληματικὴν καὶ νὰ μὴ καταδικάσῃ αὐτήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Λεβαδείας ἀνέφερε καὶ γεγονότα τινὰ, σχετιζόμενα πρὸς ἐνέργειαν προϊσταμένων τινῶν ὑπαλλήλων τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Εἶπεν ὅτι προϊστάμενοι τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας ἠρνήθησαν νὰ λάβωσιν ἀναφορὰν, ὑποβληθεῖσαν αὐτοῖς ὑπὸ κατωτέρων ὑπαλλήλων τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας. Κατέκρινε δὲ τὴν ἄρνησιν ταύτην τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, καὶ εἶπεν, ὅτι καθῆκον σώφρονος ἀνωτέρου ὑπαλλήλου εἶναι νὰ μὴ ἀρνῆται σκαιῶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν παράπονα, ἀλλ’ ὅτι καθῆκον ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τὰ ὑποβαλλόμενα πρὸς αὐτὸν παράπονα, καὶ νὰ τὰ ἀπορρίψῃ, ἐὰν, εὑρίσκων ταῦτα ἀβάσιμα, πρέπῃ νὰ τὰ ἀπορρίψῃ. Ὅπως δήποτε καθῆκον εἶχον οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι, οἱ προϊστάμενοι τῶν ὑπηρεσιῶν, οἱ ἀρνηθέντες νὰ δεχθῶσι τὴν ἀναφορὰν τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων, καθῆκον εἶχον ν’ ἀναφέρωσι πρὸς τὸν προϊστάμενον Ὑπουργὸν περὶ τῶν παραπόνων τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων. Οὕτω πῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας. Οὕτω δὲ τεθέντος τοῦ ζητήματος, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ὁμολογήσει, ὅτι καθῆκον ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τὴν διαγωγὴν ταύτην τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, διότι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ αὐτὸς εὑρίσκει, ὅτι καθῆκον τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων εἶναι νὰ μὴ ἀρνηθῶσι νὰ δεχθῶσιν ἀναφορὰν εἰς αὐτοὺς ὑποβαλλομένην, καὶ καθῆκον αὐτῶν εἶναι νὰ μὴ φέρωνται σκαιῶς πρὸς τοὺς παραπονουμένους, ἔστω καὶ ἂν τὰ πρὸς αὐτοὺς διατυπούμενα παράπονα ἦναι ἀβάσιμα. Διότι ἡ ἄρνησις καὶ ἡ σκαιότης προκαλοῦσι πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἐπιθυμεῖ νὰ ἴδῃ καὶ τὰ ὁποῖα πάντες καταδικάζομεν. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐν τῇ ἀναπτύξει τοῦ θέματος καὶ ἐν τῷ τρόπῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ θέμα ἀνεπτύχθη, ὑπῆρχεν ἰδέα, ὅπως θεωρηθῇ ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἀπεργίαν, καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιθυμία ἡ διατυπωθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν βασίζεται εἰς κατηγορίαν ἀπευθυνθεῖσαν κατ’ αὐτοῦ. Γνώμη ἐξεδηλώθη καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου. Ἴσως ἐν τῇ διατυπώσει τῆς γνώμης ταύτης ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου περιέπεσεν εἰς ἀσάφειάν τινα, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ συγχύσωμεν τὴν εὐθύνην ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, ἀρνηθέντων νὰ δεχθῶσιν ὑποβληθέντα πρὸς αὐτοὺς παράπονα, πρὸς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ ἀπεργίᾳ τῶν ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φρονῶ, εἶναι, ὅτι καθῆκον ἔχομεν πάντες ν’ ἀποδοκιμάσωμεν τὴν ἀπεργίαν ὑπαλλήλων, οἵτινες οὐδέποτε δικαιοῦνται ν’ ἀπεργήσωσι (χειροκροτήματα). Συνιστῶ ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐν τῇ σωφροσύνῃ αὑτῆς προσπαθήσῃ μετ’ ἐπιεικείας νὰ κρίνῃ τὰ τελεσθέντα σφάλματα, καὶ νὰ προσπαθήσῃ, ἐν τῇ φρονήσει αὑτῆς, νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, ἵνα ἐπανέλθῃ ἡ ὑπηρεσία ἡ ταχυδρομικὴ καὶ ἡ τηλεγραφικὴ, ἡ στενῶς καὶ ἀρρήκτως συνδεομένη πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν, εἰς τὴν τακτικὴν αὐτῆς τροχιὰν, καὶ παύσῃ κατάστασις πραγμάτων, ἥτις μεγάλως παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν.
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προέβαλον, ὑπηγορεύετο ἀπὸ ἀφορμὴν εὔλογον, ἀναγκάσασάν με νὰ προβάλω αὐτήν. Εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅστις μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ἀφ’ ἧς εἰσῆλθεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐθεωρεῖτο καὶ ἐκρίνετο ἀνήκων εἰς ἕν πολιτικὸν κόμμα, ἐκήρυξεν ὑπεύθυνον τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ συμβάντα ἐν τῇ ταχυδρομικῇ καὶ τηλεγραφικῇ ὑπηρεσίᾳ. Βεβαίως εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκλάβω, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Βουλευτοῦ ἐκείνου ἦτο γνώμη, τὴν ὁποίαν, ἂν δὲν ἐξήγγελλεν, εἶχεν ὅμως καὶ ἐφρόνει τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς ὃ ἐκρίνετο ὅτι ἀνῆκεν. Ὅταν ὅμως τὸ πολιτικὸν κόμμα, ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἔχῃ τὰς γνώμας, ἃς ὁ ἡγέτης αὐτοῦ πρὸ μικροῦ ἀπήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν, βεβαίως δὲν ἔχω ἀφορμήν τινα, κρίνω μάλιστα τὴν Ἀντιπολίτευσιν συνταγματικῶς πολιτευθεῖσαν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ παραπονεθῶ κατ’ αὐτῆς, οὔτε νὰ ὑπολάβω, ὅτι ἐτέθη ἐν ἀμφιβολίᾳ ἡ πρὸς ἡμᾶς ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς. Μίαν μόνην παρατήρησιν ποιοῦμαι. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδὲν ὑπὸ οὐδενὸς μοὶ ἐγένετο παράπονον, ὅτι προϊστάμενοι τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας προσηνέχθησαν σκαιῶς πρὸς τοὺς ἀπεργήσαντας. Ἐὰν ἀληθῶς προϊστάμενοι ἐφέροντο σκαιῶς πρὸς τοὺς ἀπεργήσαντας, ἢ πρός τινας ἐξ αὐτῶν, οἱ ἀπεργήσαντες, ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐγνώριζον τὴν ἱεραρχίαν ἐν τῇ διοικήσει, καὶ ἑπομένως, ὅτι ὁ προϊστάμενος ἐν τῇ ταχυδρομικῇ ὑπηρεσίᾳ ἔχει προϊστάμενον ἄλλον, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐκεῖνοι, πρὸς οὓς ἐφέρθησαν σκαιῶς οἱ προϊστάμενοι αὐτῶν, ἂν ὄντως συνέβη τοιοῦτόν τι, εἶχον δικαίωμα ν’ ἀπευθύνωσι παράπονα πρὸς ἐμέ, εἴτε προφορικῶς εἴτε γραπτῶς, κατὰ τῆς σκαιότητος τῶν προϊσταμένων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπίκραναν καὶ δυσηρέστησαν αὐτούς. Ἀλλ’ αὐτοὶ, ἀντὶ τοιοῦτον νὰ προβάλωσι παράπονον κατὰ τῆς σκαιότητος τῶν προϊσταμένων αὐτῶν, ἐὰν ὑπῆρχε σκαιότης, — διότι οὐδὲν μοὶ εἶχον καταγγείλει, — προετίμησαν νὰ λάβωσι τοὺς πίλους αὐτῶν καὶ νὰ ἀπέλθωσι τῆς ὑπηρεσίας των!
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Καλομενόπουλος καὶ Καβαλλιερᾶτος παραιτοῦνται τοῦ λόγου. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως κατὰ τὸν μῆνα Μάϊον τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ὡς ἐπίσης τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεων πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐξόδων τῶν ῥηθέντων ταμείων διὰ τὸν αὐτὸν μῆνα». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον). Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου;
§73ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μήπως ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου; διότι ἐν μὲν τῷ πρώτῳ ἐπιτρέπεται ἡ εἴσπραξις καὶ καταβολὴ τῶν δαπανῶν δυνάμει τῶν κειμένων νόμων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβεβλημένου Προϋπολογισμοῦ, ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ ἐπιτρέπεται, ἵνα αἱ δαπάναι καταβάλλωνται συμφώνως πρὸς τὰς προταθείσας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν τροποποιήσεις.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης τρίτου ἐδαφίου εἰς τὴν αʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας ͵ΒΨΞΗʹ νόμου τῆς 30 Μαΐου 1900». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§75ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔχει συναρμολογηθῆ τελείως πρὸς τὸ ἄρθρον 28 τοῦ νόμου, εἰς τὸ ὁποῖον παρεντίθεται. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰ τῆς διαδικασίας, καθ’ ἣν ἀπολύονται οἱ ὑπάλληλοι εἰς τὰς περιπτώσεις τοῦ αʹ καὶ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου, ὑποτίθεται ὅτι, ἀφοῦ οὐδὲν ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ἡ αὐτὴ διαδικασία θὰ ἰσχύῃ καὶ διὰ τοὺς παυομένους κατὰ τὸ ἐδάφιον γʹ. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλο ἄρθρον, τὸ 29, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐπανόδου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἀπολυομένων διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 28. Διὰ τοὺς παυομένους ὅμως κατὰ τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ παρόντος νομοσχεδίου οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια. Δὲν γνωρίζω πῶς θὰ δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν οἱ παυόμενοι ἕνεκα τῆς ἀπεργίας ὑπάλληλοι. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν παρατήρησίν μου ταύτην καὶ συμπληρώσῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι ὑποθέτω ὅτι δὲν κρίνει δίκαιον, καὶ αὐτός, ὅπως κατ’ οὐδένα τρόπον οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλει προστεθῆ εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 29: «κατὰ τὰ ἐδάφια αʹ, βʹ καὶ γʹ τοῦ ἄρθρου 28».
§77ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι μεταχειριζόμενοι τὸν ὅρον ἀπεργία πρέπει νὰ ὁρίσωμεν καὶ τίς θέλει χαρακτηρίσει τὴν πρᾶξιν ὡς ἀπεργίαν. Διότι εἶναι πιθανὸν ἡ ἀποχὴ δύο ἢ τριῶν ὑπαλλήλων ἐκ τῆς ὑπηρεσίας νὰ χαρακτηρίζηται κακῶς ὡς ἀπεργία.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατεχωρίσθη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἡ ἑρμηνεία τῆς λέξεως ἀπεργία. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονεῖ, ὅτι ἀπεργία εἶναι ἡ προσυμπεφωνημένη καὶ σύγχρονος ὑπὸ πολλῶν ὑπαλλήλων ἐγκατάλειψις τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσι νὰ ἐκτελῶσιν.
§79ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ συμπληρωθῇ κατὰ τίνα τρόπον θὰ βεβαιοῦται ἡ ἀπεργία. Διότι εἷς Ὑπουργός, ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἥτις τῷ παρέχεται, δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ κακῶς πρᾶξίν τινα ὡς ἀπεργίαν, καὶ ν’ ἀπολύσῃ ὑπαλλήλους.
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν βεβαίως θὰ ἔχῃ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ κρίνειν περὶ τοῦ περιστατικοῦ τῆς ἀπεργίας.
§81ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὥστε θὰ ἀπόκηται εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ;
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προκαλεῖ Διάταγμα περὶ παύσεως ὑπαλλήλων τοῦ ταχυδρομείου. Ὁ προτείνων λοιπὸν καὶ παύων Ὑπουργὸς ἔχει δικαίωμα νὰ κρίνῃ, ἂν ὑπάρχει ἀπεργία ἢ ὄχι.
§83ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐκ τῆς κακῆς ταύτης διατυπώσεως δύναται νὰ ἐπέλθῃ κατάχρησις.
§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ κατάχρησις, ὅταν παύωνται καὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι; (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ᾼΥΛΘʹ τῆς 26 Μαΐου 1887 καὶ ͵ΒΤϞΓʹ τῆς 20 Μαρτίου 1900». Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἔχει ὁ κύριος Ρέπουλης.
§86ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§87ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐὰν θέλητε, νὰ διακόψωμεν. Εἶναι 8 ἡ ὥρα.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς τελειώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Βουλευτής.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ, ἂν ἔχει σκοπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν συζήτησιν.
§91ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω, νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ τὰ ἐπαναλάβω, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλῃ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε ὑπονοίας ὅτι δὲν θέλω νὰ συζητηθῇ;
§93ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Γνωρίζω ὅτι ἔχετε μέγα τὸ ἐνδιαφέρον, προκειμένου περὶ οἰκονομιῶν, ὥστε δικαιοῦμαι νά...
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπεθέσατε ὅτι συνέταξα τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ ἐλαττώσω τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους; Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι, οὔτε ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου συνάγεται, ὅτι δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους.
§95ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλ’ ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ παραπονεθῶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπέβαλε καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ σπουδαιότατον, ἄνευ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς δώσω λόγον πλήρη καὶ ἐκτεταμένον εἰς πᾶσαν διάταξιν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς ἐνεστώσης Συνόδου μετὰ τῆς σχετικῆς ἐκθέσεως, ὡς καὶ τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλουσιν ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 236). Ἐπίσης τὸ Ηʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Λακεδαίμονος. Καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 237). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Στάης θὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§99ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκτιμῶ προσηκόντως τὴν μέριμναν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων περὶ τῆς ὑπερβολῆς τῆς δαπάνης ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ συντάξεων. Ὁ κ. Βουλευτὴς εὑρίσκει, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου θὰ δοθῇ ἀφορμή, ἵνα προσφύγωσιν εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεων διάφοροι ὑπάλληλοι τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ ἑπομένως θὰ αὐξηθῶσιν αἱ συντάξεις. Μάλιστα ἐπεκαλέσθη καὶ τὴν Διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, κατὰ τὴν ὁποίαν 400,000 ἢ 500,000 δραχμαὶ προστίθενται εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἐτησίως ἕνεκα τῶν συντάξεων. Πάντα ταῦτα εἶναι γνωστὰ εἰς ἡμᾶς, καὶ μάλιστα δὲν ἠξεύρω, ἂν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ Διαδηλώσει του ἀνέγραψε τὰ προστιθέμενα ἐτησίως μεγάλα ποσὰ ἕνεκα τῶν συντάξεων, ἂν καὶ αὐτὸ δὲν φέρει εὐθύνην τινά. Ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εὑρέθην πολλάκις εἰς διαφωνίαν πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μετανοήσω, διότι εἰς ἓν ἄλλο πολιτικὸν Σῶμα, τοῦ ὁποίου ἤμην μέλος, ἐπρότεινα, ἵνα αἱ συντάξεις διέπωνται ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἀναγνωρίζωνται ὑπ’ αὐτῶν τῶν δικαιουμένων εἰς σύνταξιν. Ἀλλ’ ὁ φόβος τοῦ ν’ αὐξηθῶσι τὰ ποσὰ τῶν πιστώσεων τῶν ἀναγραφομένων ἕνεκα τῶν συντάξεων δὲν πιστεύω νὰ ἦναι πραγματικός. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι εὗρον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς Διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων, δύο γενικοὺς ἐπιθεωρητὰς συγχρόνως, ἐνῷ ὁ νόμος ἕνα μόνον ἔχει γενικὸν ἐπιθεωρητὴν, διότι συνέβη, ὁ ἕτερος τῶν γενικῶν ἐπιθεωρητῶν, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε, νὰ παραπεμφθῇ ἕνεκα ὁρίου ἡλικίας εἰς σύνταξιν, καὶ νὰ διορισθῇ ἄλλος ἀντ’ αὐτοῦ γενικὸς ἐπιθεωρητής· ἀλλ’ ἐκεῖνος προσέφυγεν εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ ἀπέδειξεν ὅτι κακῶς παρεπέμφθη εἰς σύνταξιν, καὶ διὰ τοῦτο ἐγκατεστάθη καὶ λαμβάνει τὴν σύνταξιν μετὰ τῆς διαφορᾶς τοῦ μισθοῦ. Τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ διορθώσω, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ ἄρθρον 1 περιέλαβον διάταξιν, καθ’ ἣν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας διὰ τὸν γενικὸν ἐπιθεωρητὴν εἶναι 67 ἐτῶν, διότι τὸ ὅριον τοῦτο τῆς ἡλικίας περιλαμβάνει τὸν ἕτερον τῶν γενικῶν ἐπιθεωρητῶν, καὶ μᾶς ἐπαναφέρει εἰς τὸ νόμιμον καθεστώς. Ὅτε συνέτασσον τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἐγνώριζον τίς ἦτο ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητὴς ὁ ὑπάρχων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι εἶναι ὁ κύριος Σούλης. Ὁμολογῶ ὅτι διὰ τὸν κύριον Σούλην ἔχω ἀρίστην ἰδέαν, καὶ τιμῶ αὐτὸν ὡς ἐπιστήμονα καὶ ἰδίως ὡς ἔχοντα εἰδικὰς γνώσεις ὑδραυλικὰς, ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σπεύσῃ τις νὰ τὸν ἀπομακρύνῃ τῆς ὑπηρεσίας. Ὅτε ἀνέγραφον διὰ τὸν γενικὸν ἐπιθεωρητὴν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, δὲν ἐγνώριζον, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ πρόσωπον τοῦτο ἦτο ὁ κ. Σούλης, καὶ ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἤθελεν ἀπομακρυνθῆ οὗτος τῆς ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦτο δὲν ἐπιμένω διὰ τὸν γενικὸν ἐπιθεωρητήν. Ἀλλὰ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ἐπιθεωρητῶν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον, διότι δὲν γνωρίζω, ἂν οἱ πρεσβῦται, οἱ ὑπερβάντες ὡρισμένην ἡλικίαν, δύνανται νὰ ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντά των ἐπαρκῶς, καὶ μάλιστα ὅταν τὰ καθήκοντα αὐτῶν ἐκτελῶνται διὰ σωματικῶν κόπων, δι’ ἐκδρομῶν, διὰ περιηγήσεων, δι’ ὁδοιποριῶν. Μοὶ ἐφάνη τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν 67 ἐτῶν, ὅτι δὲν εἶναι τόσον βεβιασμένον, καὶ ὅτι συνδέεται μὲ τὴν γνώμην ὅτι οἱ πέραν τῶν 68 γεγονότες δὲν εἶναι τόσον εὐκίνητοι εἰς τὰς ἐκδρομὰς, εἰς τὰς περιηγήσεις. Ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχωσιν ἐξαιρέσεις, ἀλλ’ ὁ κανὼν νομίζω ὅτι εἶναι, ὅτι ἑξηκονταετεῖς δὲν εἶναι πάντες ἱκανοὶ νὰ ἱππεύωσιν. Ἐξαιρέσεις ὑπάρχουσι βεβαίως, διότι ἐγὼ ἱππεύω καὶ ἐπὶ 8 ὥρας τὴν ἡμέραν (ἱλαρότης), διότι συνήθισα ἀπὸ νέος. Ὁ φόβος ὅμως, ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἀναγκάζονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ μεταβῶσιν εἰς περιφερείας ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον ἦτο νὰ ἀναθέτῃ τὰ ἔργα εἰς νομομηχανικοὺς, ὁ φόβος οὗτος οὐδεμίαν ἔχει βάσιν, διότι εὑρισκόμεθα ὅλοι εἰθισμένοι εἰς τὰ ἤθη τὰ ἑλληνικὰ, μάλιστα ὅταν σκεπτώμεθα περὶ ἐκτελέσεως νόμου. Ἄλλο, μὴ συμβιβαζόμενον μὲ τὸν τίτλον τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ, εἶναι, ὅτι εὗρον τοὺς ἐπιθεωρητὰς πάντας ἐν Ἀθήναις κατοικοῦντας, ἀπεσπασμένους ἑκάστοτε δι’ εἰδικήν τινα ὑπόθεσιν καὶ παραμένοντας πάντοτε ἐνταῦθα. Ἤκουσα πολλοὺς ἐπαίνους διὰ τοὺς ἐπιθεωρητάς. Ἐγὼ βεβαίως δὲν καλοῦμαι νῦν νὰ κάμω κατηγορητήριον κατ’ αὐτῶν· νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ τίτλου, τὸν ὁποῖον ἔχουσιν οἱ ἐπιθεωρηταί, σημαίνει ὅτι εἶναι κεκλημένοι νὰ ἐπιθεωρῶσιν ἔργα ὑπ’ ἄλλων ἐκτελούμενα. Ἐν τούτοις, παρὰ τὴν ἀποστολήν των ταύτην, ἐπιζητοῦσι νὰ παραμένωσιν ἐν Ἀθήναις, καὶ τοῦτο γνωρίζετε ὅτι συμβαίνει καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τοὺς μηχανικοὺς καὶ εἰς ἄλλους κλάδους. Ὑπέλαβον ὅτι, ἐὰν διήρουν τὴν Ἐπικράτειαν εἰς περιφερείας, καὶ ἂν εἰς ἑκάστην τῶν περιφερειῶν ἔτασσον διαρκῶς ἕνα ἐπιθεωρητήν, ὅστις νὰ ἐπισκοπῇ τὰ ἐκτελούμενα ἔργα ἅπαξ ἢ δὶς ἢ καὶ τρὶς τοῦ μηνός, ἤθελεν ὑπάρχει μεγαλειτέρα ἐγγύησις περὶ τῶν κατασκευαζομένων δημοσίων ἔργων. Οἱ κύριοι ἐπιθεωρηταί, μεταβαίνοντες εἰς τὰς ἐπαρχίας, βεβαίως θέλουσιν ἔχει γραφεῖον καὶ κατοικίαν· ἀλλ’ ἐγὼ εἶδον, ὅτι κατὰ τὸ 1903 καὶ κατὰ τὸ 1902 ἐπιθεωρηταὶ καθήμενοι ἐν Ἀθήναις καὶ μὴ ἔχοντες ἰδιαίτερα γραφεῖα ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶδον ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐλάμβανον ἐνοίκιον διὰ γραφεῖον. Εὗρον ὅτι ἐπιθεωρηταί, οἵτινες ἐλάμβανον γραφικὴν ὕλην ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐλάμβανον ἄλλα γραφικὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἐγὼ διέγραψα. Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐλαττώσω δαπάνας, αἵτινες ἦσαν προφανῶς μὴ ἀναγκαῖαι. Ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ὁ προλαλήσας κ. Βουλευτὴς ἀνεκάλυψεν, ὅτι, ἂν τέσσαρες ἐπιθεωρηταὶ ἀπέλθωσι κατὰ τὸν νόμον, ὃν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, εἰς τὰς δι’ αὐτοὺς συνισταμένας περιφερείας, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συμπληρῶται τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων, δὲν εἶναι ὑπαρκτός. Διότι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τοῦδε τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων συμπληροῦται ἀπὸ τὸν ἐπιθεωρητὴν τὸν προσηρτημένον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν σιδηροδρόμων. Ἑπομένως δὲν εἶναι καινοτομία, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἰσάγω, ὅτι θὰ καλῶνται ὁ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ὁ παρὰ τῷ ἐλέγχῳ τῶν σιδηροδρόμων, καὶ ὁ εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Αὐτὸ ἐγίνετο καὶ πρὸ ἐμοῦ, καὶ τὸ 1903 καὶ τὸ 1902 καὶ τὸ 1901 καὶ τὸ 1900 καὶ τὸ 1899 καὶ τὸ 1898 καὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ παρελθόντος χρόνου. Τούτου τεθέντος, ἔχομεν τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς –Λαρίσης καὶ τὸν τοῦ ἐλέγχου καὶ δύο ἄλλους ἐπιθεωρητάς, παραμένοντας εἰς Ἀθήνας, δι’ ὧν θὰ συμπληρῶται τὸ Συμβούλιον. Σχετικῶς ὅμως πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ δηλῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰσήγαγον ὡς μέτρον πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων. Ἐὰν συμβῇ νὰ παραταθῇ ἡ ἐν τῇ ἀρχῇ παρουσία ἡμῶν, ἐλπίζω ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον θὰ δυνηθῶ νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, μεταβάλλοντα τὴν νομοθεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἀναθεωρηθῇ ἡ νομοθεσία τῶν δημοσίων ἔργων καὶ μεταβληθῶσι πολλοὶ τῶν σχετικῶν νόμων. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων ἀνέφερεν ἓν παράδειγμα τῆς ἀτελείας τῶν συντασσομένων προϋπολογισμῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω συλλέξει πολλὰς ἀτελείας κατὰ τὴν μελέτην τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι πᾶσαι ἀφορῶσιν εἴτε εἰς οἰκοδομὰς κακῶς γενομένας εἴτε εἰς δαπάνας ὑπερβαινούσας τὰ ὅρια τῆς ἀνάγκης. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἦτο ἐπιθεωρητὴς ἢ μηχανικὸς ὁ ἐπιθεωρήσας τὸ οἰκοδόμημα τοῦ Πρωτοδικείου Ἀμφίσσης, δὲν γνωρίζω δέ, ἂν καὶ πολλὰ ἀλλὰ ἔργα ἐκτελούμενα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν ἐπίμονον καὶ ἄγρυπνον ἐποπτείαν τῶν ἐπιθεωρητῶν· ὅτι ὅμως δύναμαι νὰ γνωρίζω εἶναι ἡ ἐντύπωσις ἡ βαθεῖα καὶ ἡ ἔμμονος, ἣν μοὶ ἐμποιεῖ, ὁσάκις ἀναγινώσκω προϋπολογισμοὺς ἢ ὁσάκις ἀσχολῶμαι εἰς τὴν μελέτην τῶν κατασκευαζομένων δημοσίων ἔργων, ἡ ἐντύπωσις, ἥν μοι ἐμποιεῖ τὸ μέγεθος τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα δαπανῶνται, αἱ ἀνωμαλίαι περὶ τὴν μελέτην τῶν ἔργων, αἱ ἀταξίαι περὶ τὴν σύνταξιν τῶν προϋπολογισμῶν καὶ αἱ ἀνακρίβειαι περὶ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν λεπτομερείας· ἀλλ’ ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον μὲ ἐξέπληξε, καὶ ἐπανειλημμένως ἐδήλωσα τὴν ἔκπληξίν μου εἰς τὸν Διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων, ὅστις ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶχεν ἐπιχειρήματα, ἵνα ἀναιρέσῃ τὴν ἔκπληξίν μου. Δὲν ὑπάρχει ἡμερολόγιον, τὸ ὁποῖον νὰ τίθηται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τὸ ἑξάμηνον, καθ’ ὃ διετέλεσα ἐν τῇ ἀρχῇ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργός, κατὰ τὸ 1902–1903, ἐρευνῶν, ἐξετάζων καὶ ἀναλύων τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δημοσίων ἔργων ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν, ἔμεινα τελείως εὐχαριστημένος ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐξέλεγξις τῶν ποσῶν τῶν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς μοὶ ἀπεκάλυπτε, διδάσκουσά με, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς νομοθετήματα, δι’ ὧν νὰ μεταβάλληται ἡ ὑφισταμένη νομοθεσία τῶν δημοσίων ἔργων, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τοιαύτη λειτουργία δημοσίας ὑπηρεσίας. Καὶ ἤρχισα ἀπὸ τὸ ἁπλούστατον τοῦτο νομοθέτημα, ὅπως ἀποστέλλωνται εἰς τὰς ἐπαρχίας ἄνδρες εἰδικοὶ πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν δημοσίων ἔργων καὶ μὴ παραμένωσιν ἐν Ἀθήναις. Τοῦτο εἶναι ἐλάχιστον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προτίθεμαι νὰ πράξω διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων, διότι, ὡς εἶπον, εἶμαι διατεθειμένος, ἐὰν παραμείνω ἐν τῇ ἀρχῇ, νὰ μελετήσω καὶ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ κατάλληλα νομοθετήματα.
§102ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
§104Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁμολογουμένως, Κύριοι, εἶναι γενικῶς παραδεδεγμένον, ὅτι, ἀφ’ ὅτου ἔπαυσαν τὰ δημόσια ἔργα νὰ ἔχωσι τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον, τὰ στελέχη τοῦ προσωπικοῦ τοῦ κλάδου τούτου εἶναι πολυτελῆ. Ὑποδεικνύεται ἀπὸ πάντας καὶ πανταχόθεν, ὅτι οἰκονομίαι ἐπιβάλλονται εἰς τὸν κλάδον τοῦτον· ἐνῷ δὲ τοῦτο πανταχόθεν ὑποδεικνύεται, βλέπομεν τοὐναντίον καταβαλλομένους κόπους, ὅπως αἱ οἰκονομίαι ἐπέλθωσιν ὄχι ἐνταῦθα, ἀλλ’ εἰς ἑτέρους κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ὅπου ἡ ἐργασία εἶναι τὰ μάλιστα κοπιώδης, ὅπου οἱ μισθοὶ εἶναι μᾶλλον ἀνεπαρκεῖς. Παριστάμεθα δὲ οὕτω εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε, τῶν διαμαρτυριῶν καὶ ἀπεργιῶν, διότι ἐπιζητοῦνται οἰκονομίαι ἐκεῖ, ὅπου δὲν πρέπει· τοὐναντίον δὲ εἰς τὸν κλάδον, ὅπου ὑφ’ ὅλου τοῦ κόσμου ὑποδεικνύονται οἰκονομίαι, δὲν ἐπιζητοῦνται τοιαῦται. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ἐὰν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶχε καταβάλει τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους κατέβαλεν εἰς τὸ ζήτημα τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ἐάν, λέγω, εἶχε καταβάλει τοὺς κόπους τούτους εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων, θὰ εἴχομεν οἰκονομίας κατὰ πολὺ μεγαλειτέρας ἐκείνων, ἃς ἐπήνεγκεν εἰς τὸν ταχυδρομικὸν καὶ τηλεγραφικὸν κλάδον. Ἀλλὰ τέλος πάντων μᾶς μένει ἡ ἐλπίς, ὅτι τὸν προσεχῆ Ὀκτώβριον θὰ μᾶς φέρῃ καὶ ταύτας, ὡς εἶπεν.
§105Α. ΖΕΡΒΑΣ. Τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον εἰς τὴν ἐρχομένην Σύνοδον θὰ ὑποβληθῶσι καὶ ἕτερα νομοσχέδια.
§106Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλά, Κύριοι, κατ’ ἀρχάς, ὅτε ἀνέγνων τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ἐπιθεωρητῶν κλπ., ἐνόμισα μετά τινος χαρᾶς, ὅτι τὸ ὅριον τοῦτο τίθεται ἀκριβῶς, ὅπως ἐπέλθωσιν οἰκονομίαι διὰ τῆς ἀπολύσεως ἐπιθεωρητῶν καὶ ἴσως καὶ νομομηχανικῶν. Δυστυχῶς ὅμως, εὐθὺς ὡς ἀναγνώσῃ τις τὰ ἄλλα ἄρθρα, πείθεται ὅτι αἱ θέσεις πᾶσαι θὰ διατηρηθῶσιν. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ἀφοῦ παρουσιάζεται νῦν ἡ περίστασις νὰ γείνῃ οἰκονομία τις, διατὶ δὲν γίνεται, ἀφοῦ τοσαύτας ἀναζητοῦμεν οἰκονομίας δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν; Ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἔχω νὰ προσθέσω, Κύριοι. Κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναμένομεν ἀπὸ τὸ μέλλον, ἵνα κανονισθῶσι τὰ πάντα κατὰ τὸ βέλτιον. Ἀλλὰ καὶ σήμερον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ἔπρεπε τοὐλάχιστον τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα διορθοῦνται, νὰ διορθωθῶσι τελείως. Καὶ ὅμως τί βλέπομεν; ὅτι αὐτὰ δὲν διορθοῦνται. Π. χ. πρόκειται περὶ ὁρίου ἡλικίας. Διατὶ παραλείπεται ὁ Διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων; Καὶ εἶμαι πεπεισμένος, Κύριοι, διότι ἐκτιμῶ πολὺ τὸν ἄνδρα, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι εἶναι ἀδύνατον αὐτὸς ὁ ἴδιος νὰ ἔχῃ συντάξει τὸ νομοσχέδιον, διότι βεβαίως ἡ φιλοτιμία αὐτοῦ καὶ αἱ ὑποχρεώσεις του πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν ἤθελον ἀναγκάσει αὐτὸν νὰ φροντίσῃ πρῶτον περὶ τοῦ ὁρίου ἡλικίας τῆς θέσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο μόνον; εἶναι καὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἰσόβιοι, καὶ δὴ κατώτεροι, ἁπλοῖ βοηθοὶ ἐν τῇ Διευθύνσει τῶν δημοσίων ἔργων. Προκειμένου δὲ περὶ ὁρίου ἡλικίας, δὲν φροντίζετε νὰ περιλάβητε καὶ αὐτοὺς εἰς τὸ ἄρθρον 1. Κατὰ τὸν νόμον ΑΥΛΘʹ τῆς 26 Μαΐου 1887, τὰ στελέχη τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων περιλαμβάνουσι πέντε βοηθοὺς ἐν τῇ Διευθύνσει τῶν δημοσίων ἔργων, ἐξ ὧν οἱ δύο μὲ μισθὸν καὶ βαθμὸν μηχανικοῦ αʹ ἢ βʹ τάξεως, καὶ οἱ τρεῖς μὲ μισθὸν καὶ βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραφέως αʹ ἢ βʹ τάξεως. Ὁ μεταγενέστερος δὲ νόμος ΑΧΚΑʹ τῆς 24 Δεκεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1887 προβλέπει περὶ τῶν γραφέων, περὶ τῶν τριῶν δηλαδὴ τελευταίων ἐκ τῶν ἀνωτέρω βοηθῶν, καὶ λέγει περὶ αὐτῶν, ὅτι «οἱ βοηθοὶ οὗτοι ἔχουσι τὰ αὐτὰ μὲ τοὺς ἐργοδηγοὺς πρὸς προαγωγὴν δικαιώματα, καὶ ὅταν συμπληρώσωσι τὸ 55 ἔτος τῆς ἡλικίας των τίθενται ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ σύνταξιν», ἐνῷ οὐδὲν λέγεται περὶ τῶν δύο πρώτων βοηθῶν, τῶν μὲ μισθὸν καὶ βαθμὸν μηχανικοῦ αʹ ἢ βʹ τάξεως. Δηλαδὴ, ἐνῷ ὅλον τὸ προσωπικὸν τῶν δημοσίων ἔργων εἶναι μόνιμον καὶ δὲν δύναται νὰ παυθῇ, πλὴν ἐὰν ὑποπέσῃ εἰς σφάλματα σοβαρὰ καὶ κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων, βλέπομεν ὅτι οἱ δύο, περὶ ὧν ὁ λόγος, βοηθοὶ εἶναι ὑπάλληλοι ἰσόβιοι. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ περὶ τούτων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει φροντίσει ἵνα περιληφθῶσιν εἰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ἐργοδηγῶν καὶ μηχανικῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν γενικὸν ἐπιθεωρητὴν, δὲν δύναμαι ἢ νὰ παραδεχθῶ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων συνάδελφος. Ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητὴς οὐδὲν ἕτερον καθῆκον ἔχει, δυνάμει τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, πέραν τῶν τοῦ ἁπλοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἢ τὸ τοῦ προεδρεύειν τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων. Ὅθεν νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι, προκειμένου σήμερον νὰ νομοθετήσωμεν, δύναται νὰ καταργηθῇ ἡ θέσις αὕτη, καθόσον καὶ σήμερον τοῦ Συμβουλίου δύναται νὰ προεδρεύῃ εἷς τῶν ἐπιθεωρητῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, προκειμένου νὰ πληρωθῶσιν αἱ θέσεις τῶν ἀπολυθησομένων ἐπιθεωρητῶν ἕνεκεν ὁρίου ἡλικίας, θεωρῶ καὶ ἐγώ, ὅτι εἶναι ἄδικον ν’ ἀπολυθῇ ὁ κ. Σούλης, ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς τῶν καλλιτέρων μηχανικῶν, ἀφοῦ ἄλλως μέχρι τοῦδε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, τὸ ὡρισμένον διὰ τοὺς ἐπιθεωρητὰς, δὲν κατελάμβανεν αὐτόν...
§107Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Οὐδὲν ὅριον ἡλικίας ὑπῆρχε δι’ αὐτούς.
§108ΤΑΚΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχεν ὅριον ἡλικίας δι’ αὐτοὺς καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τίθεται τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§109Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Διὰ τοὺς ἐπιθεωρητὰς ὑπάρχει, καὶ ἀφοῦ ὑπάρχει διὰ τοὺς ἐπιθεωρητὰς, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ὁρίσωμεν ἕτερον ὅριον διὰ τὸν Γενικὸν Ἐπιθεωρητὴν, καὶ δὴ μικρότερον. Τὸ αὐτὸ θὰ εἴπω καὶ δι’ ἕτερον ἐπιθεωρητὴν, ὃν καταλαμβάνει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, τὸν κύριον Ζαφειρίου, διότι πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου ἐκτάκτου ἱκανότητος, ἐκτάκτου πείρας, μὴ ἔχοντος δὲ καὶ ἐργασίαν τοιαύτην, ὥστε ἡ ἡλικία νὰ ἐμποδίζῃ αὐτὸν νὰ ἐργάζηται. Λοιπὸν, προκειμένου νὰ μὴ γείνωσιν οἰκονομίαι, νομίζω ὅτι κακῶς ἐτέθη τὸ ὅριον τῶν 67 ἐτῶν, ἀντὶ τοῦ προϋπάρχοντος 70. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προτίθηται νὰ κάμῃ οἰκονομίας, ὅλοι θὰ συμφωνήσωμεν, καὶ τότε ἂς μείνῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν 67 ἐτῶν διὰ τοὺς ἐπιθεωρητὰς, καὶ τῶν 62 ἐτῶν διὰ τοὺς νομομηχανικούς. Ἀλλὰ διὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, Κύριοι συνιστῶνται τέσσαρες περιφέρειαι, καὶ εἰς τὰς περιφερείας ταύτας μεταβαίνουσιν ἀμέσως τέσσαρες ἐπιθεωρηταὶ, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι θέλουσι διορισθῆ ἀμέσως νέοι ἐπιθεωρηταὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ἐκείνων, οὓς καταλαμβάνει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Ἐνταῦθα, Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε καὶ πάλιν νὰ εἴπω μετὰ λύπης, ὅτι βλέπω τι ὄπισθεν αὐτῶν τῶν γραμμῶν μὴ τακτικόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ὅτι θεωρεῖ ὑποχρέωσίν του, αὐτὸς νὰ διευθύνῃ τὰς τύχας τοῦ Κράτους, διότι εἰς οὐδένα ἄλλον ἔχει ἐμπιστοσύνην. Ὡς ἐκ τούτου, φαίνεται, ἔχει ἀπόφασιν νὰ ὑποτάξῃ τὰ πάντα καὶ τοὺς πάντας ὑπὸ τὰς διαταγάς του. Οὕτως εἴδομεν, ὅτι κατήργησε τὸ ἐπὶ δύο ἔτη ἀμετάθετον εἰς τὸ ταχυδρομεῖον. Εὑρίσκων δὲ ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῶν δημοσίων ἔργων δυσκολίαν, ἵνα ὑποταχθῶσι καὶ ἐνταῦθα τὰ πάντα εἰς τὴν θέλησιν αὐτοῦ, ἔκρινεν ὡς μόνην σωτηρίαν διὰ τὸ Κράτος νὰ τιμωρήσῃ τὰ ἀπαρτίζοντα τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων μέλη, ἤτοι τοὺς ἐπιθεωρητὰς, ἀποστέλλων αὐτοὺς εἰς τὰς ἐπαρχίας. Τοῦτο, Κύριοι, ἐπιβεβαιοῦται καὶ δι’ ἄλλου τινὸς, τὸ ὁποῖον εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς εἴπω, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἁπλῶς μόνον ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων, ἐνῷ ἔπρεπεν αὐτὸ νὰ τῷ κάμῃ ἐντύπωσιν. Εἶπεν ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι διατάττουσιν οἱ νόμοι νὰ γίνωνται αἱ μεταθέσεις καὶ οἱ προβιβασμοὶ κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ ὅτι τοῦτο δὲν γίνεται· καὶ τὸ ἀνέφερεν ἁπλῶς ὡς πρᾶγμα σύνηθες, οὐδεμίαν ἔχον σημασίαν. Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, εἶναι προφανὴς παράβασις τῶν νόμων· ὅταν δὲ αἱ παραβάσεις τῶν νόμων γίνωνται ὑπ’ αὐτῶν τῶν συμβούλων τοῦ Στέμματος, οὐδὲν καλὸν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν διὰ τὸν τόπον.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§111ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Διατὶ λέγει «ἐὰν διατηρῶσι τὸ δικαίωμα τοῦτο»; Δὲν σᾶς φαίνεται ἡ φράσις ἀκατάλληλος;
§112Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. «Ἂν κέκτηται τὸ δικαίωμα τοῦτο», εἶναι καλλίτερον νὰ λεχθῇ.
§113ΧΡ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὸ «ἐὰν διατηρῶσι τὸ δικαίωμα τοῦτο», οὐδένα λόγον ἔχει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὡς ἐξήγησα χθὲς εἰς τὴν Βουλήν· διότι, ἐὰν μὲν πρόκηται περὶ συντάξεως, ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 22 τοῦ νόμου ᾼΥΛΘʹ, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι μετὰ εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν οἱ ἐπιθεωρηταὶ καὶ οἱ μηχανικοὶ παντὸς βαθμοῦ δύνανται νὰ τεθῶσιν ὑπὸ σύνταξιν· ἐὰν δὲ πρόκηται περὶ τοῦ ἑτέρου, ὅτι τίθενται τῇ αἰτήσει των ὑπὸ σύνταξιν, τὸ τοιοῦτον οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει.
§114Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Φαίνεται ὅτι ὑπάρχουσι δύο ἐκδόσεις τοῦ νομοσχεδίου· ἡ πρώτη περιέχει τὴν φράσιν «τῇ αἰτήσει των», τὴν ὁποίαν δὲν περιέχει ἡ δευτέρα ἔκδοσις.
§115ΧΡ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἀφοῦ διατηρεῖ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ τοῦτο.
§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν, εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς χεῖράς μου καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει 6 ἄρθρα.
§117ΧΡ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πέντε ἄρθρα ἔχει, ὄχι ἕξ.
§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σεῖς ἔχετε παλαιὸν ἀντίτυπον τοῦ νομοσχεδίου· τὸ νέον ἀντίτυπον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν καὶ τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς χεῖράς μου, ἔχει ἕξ.
§119ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, ἂν εἰς τὴν διάταξιν, δι’ ἧς ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητής, εὐθὺς ὡς συμπληρώσῃ τὸ 67 ἔτος τῆς ἡλικίας του, τίθεται ὑπὸ σύνταξιν, θὰ συμπεριληφθῇ καὶ ὁ νῦν ὑπὸ σύνταξιν εὑρισκόμενος Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς καὶ ἀπολαύων τοῦ ὑπολοίπου τοῦ μισθοῦ του διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§120Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό. Δὲν εἶναι ζήτημα.
§121ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα· ἀλλ’ ὑπάρχουσί τινες φρονοῦντες, ὅτι εἶναι ζήτημα.
§122Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει ὡς ὅριον διὰ τὸν Γενικὸν Ἐπιθεωρητὴν καὶ τοὺς ἐπιθεωρητὰς τὸ 67 ἔτος τῆς ἡλικίας των συμπεπληρωμένον, ὁ κύριος Βλάσης δὲν δύναται νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι εἶναι 68 ἐτῶν.
§123ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Σήμερον ὁ κύριος Βλάσης δὲν εἶναι ἐπιθεωρητής, διότι δὲν ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§124Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Λαμβάνει τὸν μισθόν· ἐὰν δὲν μεταβαίνῃ εἰς τὸ γραφεῖον, ἵνα ἐργάζηται, αὐτὸ εἶναι χειρότερον κακόν· λαμβάνει ὅμως μισθὸν Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ.
§125Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· ἐὰν ἐπανέλθῃ, δύναται νὰ λαμβάνῃ τὸν μισθόν.
§126Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ προσέξωμεν, διότι ὁ κ. Βλάσης δὲν εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος· λαμβάνει τὸν μισθόν του ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τὸ ὑπόλοιπον δηλαδὴ τοῦ μισθοῦ του μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς συντάξεώς του, δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Τώρα λέγετε, ὅτι δυνατὸν νὰ διορισθῇ. Δύνασθε νὰ τὸν ἐπαναφέρητε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πρὶν ψηφισθῇ ὁ νόμος· ὅταν ὅμως ψηφισθῇ ὁ νόμος, δὲν δύνασθε νὰ τὸν ἐπαναφέρητε, διότι σᾶς λέγει, ὅτι δὲν δέχεται, διότι ἔχει κεκτημένον δικαίωμα νὰ μὴ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀφοῦ ἔχει ὑπερβῆ τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου τασσόμενον ὅριον τῆς ἡλικίας. Ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος τῷ προσδίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Πρέπει λοιπὸν πρὶν ἰσχύσῃ ὁ ψηφιζόμενος νῦν νόμος, πρὶν δημοσιευθῇ, νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι εὔκολον.
§128Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως γίνεται, ἀλλὰ πολὺ δυσκόλως, διότι δὲν ὑπάρχει θέσις. Λοιπὸν ἢ πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν μίαν θέσιν πρὶν ἰσχύσῃ ὁ νόμος οὗτος, ἢ, ἐν ὅσῳ ζῇ ὁ κ. Βλάσης, θὰ λαμβάνῃ τὴν σύνταξίν του καὶ τὸ περιπλέον τοῦ μισθοῦ του ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ κατ’ οὐδένα τρόπον δύνασθε ν’ ἀπαλλαγῆτε ἀπὸ τὸν κ. Βλάσην.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§130ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ δέον νὰ ἀναφερθῇ καὶ εἰς σχετικὸν ἄρθρον ἄλλου νόμου, νεωτέρου τοῦ νόμου τοῦ 1887, ἤτοι τοῦ νόμου ͵ΒΚΓʹ τοῦ 1892, τοῦ ὁποίου τὸ ἄρθρον 7 ὁμιλεῖ ἐπίσης περὶ τῆς ἀδείας ταύτης. Εἶναι φανερόν, ὅτι τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου ͵ΒΚΓʹ θὰ ἔρχηται εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου ᾼΥΛΘʹ τοῦ 1887, τὸ ὁποῖον τροποποιεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ τεθῇ: «Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου ᾼΥΛΘʹ καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου ͵ΒΚΓʹ χορηγουμένη ἄδεια κλπ.»
§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, λάβετε σημείωσιν.
§132ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ συζητουμένου ἄρθρου ὁρίζεται, ὅτι «ἡ πενταετὴς ἄδεια χορηγεῖται ἄνευ μισθοῦ ἢ ἀποδοχῶν καὶ ἐφάπαξ, τμηματικῶς ἢ ἐν συνόλῳ, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ ἐπαναληφθῇ». Νομίζω ὅτι, ὡς ἔχει διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ γεννήσῃ διχογνωμίας εἰς τὴν ἑρμηνείαν.
§133Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σύνολον τῆς ἀδείας τμηματικῶς θὰ ἦναι 5 ἔτη.
§134ΧΡ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Οἱ μεταβαίνοντες εἰς ἄδειαν δὲν μισθοδοτοῦνται, καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου ᾼΥΛΘʹ, ὅτι ἡ ἄδεια δὲν χορηγεῖται διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ χορηγεῖται ἐφ’ ὅσον δὲν παραβλάπτεται ἡ ὑπηρεσία. Εἶναι μία οἰκονομία σπουδαία. Οἱ μεταβαίνοντες εἰς ἄδειαν δὲν λαμβάνουσι τίποτε, καὶ λόγῳ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δημοσίων ἔργων δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ ἐλαττωθῇ καὶ τὸ προσωπικόν.
§135ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ καὶ πάλιν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ κάμω σύγκρισιν μεταξὺ τῶν δύο ἐκδόσεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ τελευταία περίοδος τῆς δευτέρας ἐκδόσεως ἔχει ὡς ἑξῆς: «Οἱ ἐκ τῆς ἀδείας ταύτης ὁπωσδήποτε ἐπανερχόμενοι τίθενται εἰς διαθεσιμότητα ἄνευ ἀποδοχῶν κλπ.» Εἰς τὸ τρίτον ἄρθρον τῆς πρώτης ἐκδόσεως δὲν ἀναφέρεται ἡ τελευταία περίοδος, ἡ ἀπαντῶσα εἰς τὴν δευτέραν ἔκδοσιν τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τοῦτο ὑπάρχει πλῆρες εἰς τὸ ἕβδομον ἄρθρον τοῦ νόμου ͵ΒΚΓʹ τῆς 17 Ἰουλίου 1892. Ἡ διάταξις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐκ τῆς πολυχρονίου ἀδείας ἐπανερχόμενοι καὶ ἕνεκα ἐλλείψεως θέσεως τιθέμενοι εἰς διαθεσιμότητα δὲν μισθοδοτοῦνται». Διότι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1887 οὗτοι ἐμισθοδοτοῦντο μὲ τὰ δύο τρίτα τοῦ μισθοῦ των· διὰ τοῦ μεταγενεστέρου ὅμως νόμου ͵ΒΚΓʹ κατηργήθη ἡ διάταξις αὕτη. Ἐπειδὴ ἐπαναλαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ διάταξις αὕτη, παρακαλῶ νὰ γείνῃ σύγκρισις.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐργοδηγοὶ καὶ οἱ ὑπομηχανικοὶ πλὴν τῶν διὰ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου ᾼΧΚΑʹ προβλεπομένων περιπτώσεων ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας καὶ ὅταν ἐγκαταλίπωσι τὴν θέσιν αὐτῶν πλέον τοῦ μηνός.»
§137ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καταργοῦνται ἑπομένως αἱ διατάξεις αἱ ἐξασφαλίζουσαι τὴν μονιμότητα τοῦ κλάδου τῶν μηχανικῶν καὶ ἐργοδηγῶν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην νομίζω ὅτι δέον νὰ ζητῆται ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἅρθρον 5 (ἀναγινώσκει): «Ὁ μηνιαῖος μισθὸς τῶν ἐν τοῖς γραφείοις τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν ὑπηρετούντων κλητήρων, πλὴν τῶν ὑπηρετούντων ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ νομομηχανικοῦ Ἀττικῆς καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν δημοσίων κτιρίων, ἐλαττοῦται ἀπὸ δραχμῶν τεσσαράκοντα εἰς τριάκοντα.»
§139ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ἐνδιαφέρον, ἐννοεῖται, ὅλων ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν εἶναι ὑπὲρ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μισθοδοτοῦνται μὲ 40 δραχμὰς τὸν μῆνα, καὶ ἀπειλοῦνται νὰ λάβωσι μόνον 30. Καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμολογεῖ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων ἔχει ἀνάγκην πολλῶν βελτιώσεων, καὶ μᾶς παρέχει τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θὰ βελτιωθῇ, καθ’ ὃν χρόνον τουτέστιν ἀναγνωρίζομεν σχεδὸν πάντες, ὅτι ἔχομεν θέσεις ἐπιθεωρητῶν πολιτικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἁρμόζουν εἰς τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, καθ’ ὃν χρόνον ἔχομεν τόσην πληθὺν ἐπιθεωρητῶν καὶ μηχανικῶν, νομίζω ὅτι ἔργον φιλανθρωπίας ἐπιβάλλει νὰ μὴ περικόψωμεν τὸν μισθὸν τῶν κλητήρων, ἐκ τοῦ ὁποίου οἰκονομία μόνον 7,000 δραχμῶν θὰ ἐπέλθῃ. Πῶς θέλετε νὰ ζήσουν αὐτοὶ ὁ ἄνθρωποι μὲ 30 δραχμὰς κατὰ μῆνα;
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν).
§141Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνῃ ἀνατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ διανεμηθῇ, διότι τώρα τὸ ἔχομεν μὲ τρεῖς ἐκδόσεις.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάρετε τὴν τρίτην ἔκδοσιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τῆς Ἐπικρατείας κατὰ τὸ ἔτος 1905». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεώς τινων τῶν ἐν τῷ Κράτει λειτουργούντων Ἑλληνικῶν σχολείων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§143ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἂν ἐν τῇ φράσει «ἐκ τῶν λειτουργούντων ἐν τῷ Κράτει Ἑλληνικῶν σχολείων καταργοῦνται τὰ ἔχοντα μαθητὰς ὀλιγωτέρους τῶν 50» περιλαμβάνονται καὶ τὰ μὴ πλήρη, τὰ μονοτάξια καὶ τὰ διτάξια.
§144Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μάλιστα.
§145ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε δὲν θὰ ἦτο ἆρά γε καλλίτερον νὰ λεχθῇ «τὰ μονοτάξια καὶ τὰ διτάξια»; Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἑπομένην παρατήρησιν, ἥτις προάγεται ἐκ τῶν πινάκων τῶν διανεμηθέντων σήμερον. Κατὰ τοὺς πίνακας τούτους, εἰς ἐμὲ φαίνεται, ὅτι εἰς κατάργησιν καταδεδικασμένα εἶναι τὰ ἑπόμενα σχολεῖα. Τὸ τῆς Σκύρου, ὅπερ ἔχει 40 μαθητάς, τὸ τῆς Σκιάθου, ὅπερ ἔχει 19, τὸ τῆς Κέας, ὅπερ ἔχει 45, τὸ τῆς Μυκόνου, ὅπερ ἔχει 31, τὸ τῶν Παξῶν, ὅπερ ἔχει 40, καὶ ἄλλα τινά. Εἰς πάντα ταῦτα τὰ μέρη εἶναι ἄμεσος ἀνάγκη νὰ ὑπάρχωσι πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα.
§146ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὑπάρχουσι, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον γίνονται πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα εὐθὺς ὡς ἔχουσι μαθητὰς ἄνω τῶν 80· ἐγὼ δὲ γνωρίζω, ὅτι ἔχουσιν ἄνω τῶν 80.
§147ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοιαύτην εἶχον τὴν ἔννοιαν, ὅτι εἰς τὴν Σίφνον, Σκῦρον, Σκίαθον καὶ τὰ λοιπὰ μέρη δὲν ἔχουσι πλήρη σχολεῖα. Ὥστε, ἂν τὸ πρᾶγμα ἔχῃ οὕτως, ἡ παρατήρησίς μου δὲν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ὡσαύτως ἐκ τῶν πινάκων πηγάζει ἡ ἑξῆς παρατήρησις. Μέρη τινὰ ἔχουσιν ἀριθμὸν ἀνώτερον τῶν μαθητῶν τούτων, καὶ σχολεῖα μὴ πλήρη. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῶσιν εἰς πλήρη Ἑλληνικὰ σχολεῖα, διότι, ὡς εἶπον, ἔχουσιν ἀριθμὸν ἀνώτερον τῶν 50, δὲν πρέπει ἄρα νὰ καταργηθῶσιν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας νὰ συμπληρωθῶσιν. Ἡ Κύθνος μόνον ἔχει 28 μαθητάς· εἶναι σχολεῖον μὴ πλῆρες, καὶ δι’ αὐτὸ, λόγῳ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἰδιαιτέρου τῆς νήσου, ἥτις εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη, εἶναι ἀπαραίτητον ἢ νὰ ὑπάρξῃ πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον, ἢ τὸ μὴ πλῆρες Ἑλληνικὸν νὰ συμπληρωθῇ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς ταῦτα συναινῇ, δὲν ἔχω νὰ εἴπω περισσότερα.
§148Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνδυάζεται μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως πρόκειται νὰ σχηματισθῶσι πολλὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα—δὲν ἔχω ἀκριβῶς πλήρη τὸν ἀριθμόν...
§149ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. 580.
§150ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τὸ ἐρχόμενον σχολικὸν ἔτος;
§151Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως... Πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσι τὰς 6 τάξεις, δηλ. καὶ δύο τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ συνέταξα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον καταργεῖ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα τὰ ἔχοντα ὀλιγωτέρους τῶν 50 μαθητάς· διότι εἰς τὰ μέρη, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι πλείονες τῶν 50 μαθηταὶ, ἕπεται ὅτι θὰ ἦναι ὀλιγώτεροι ὅσων ἀπαιτοῦνται. Καὶ ἡ ἐκπαίδευσις ἡ σήμερον γιγνομένη εἰς τὰς δύο πρώτας τάξεις θὰ μεταφερθῇ εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον. Ἡ ἵδρυσις πολλῶν πλήρων δημοτικῶν σχολείων δικαιολογεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ πιστεύω ὅτι τοῦτο ἐκπληροῖ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§152Α. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐν τῇ ἐξηγήσει, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ἔδωκεν ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ἀκριβῶς ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις. Ἐν τῇ διατάξει τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ὡς τοῦτο εἶναι συντεταγμένον, ἔχει ληφθῆ ὡς βάσις καὶ ἀφετηρία ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, ὁ ὁποῖος δέον νὰ ἀνέρχηται εἰς 50, ἵνα τὸ σχολεῖον τὸ Ἑλληνικὸν ᾖ διατηρητέον. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχωσιν ἀριθμὸν μαθητῶν μεγαλείτερον τῶν 50, καὶ νὰ ἦναι καταργητέα. Αὐτὴ εἶναι ἡ διασάφησις, ἡ ὁποία, νομίζω, εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου. Φρονῶ δὲ, ὅτι πρὸς τοῦτο δέον πρὸ τῶν λέξεων «Ἑλληνικῶν σχολείων» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «πλήρων»· ἤτοι νὰ λέγῃ: «ἐκ τῶν λειτουργούντων ἐν τῷ Κράτει πλήρων Ἑλληνικῶν σχολείων» διότι εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργῇ ἐν τῷ Κράτει Ἑλληνικὸν σχολεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει συσταθῆ οὐχὶ πρὸ τριετίας, ἵνα εὑρίσκηται ἐν πλήρει λειτουργίᾳ, ἀλλὰ πρὸ ἑνὸς ἔτους, καὶ νὰ λειτουργῇ μία τάξις, ἧς ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν νὰ ἀνέρχηται οὐχὶ εἰς 50, ἀλλ’ εἰς 45. Καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχει Ἑλληνικὸν σχολεῖον, τὸ ὁποῖον πρὸ ἑνὸς ἔτους ἔχει συσταθῆ καὶ τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ κατὰ μίαν τάξιν, ἧς ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ἀνέρχεται εἰς 45. Ἐὰν λοιπὸν κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀφεθῇ τὸ Ἑλληνικὸν τοῦτο σχολεῖον νὰ λειτουργήσῃ ἐπὶ 3 ἔτη, ἵνα ᾖ πλῆρες Ἑλληνικὸν σχολεῖον, ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν θὰ ἀνέρχηται εἰς τοὺς 100. Δίκαιον λοιπὸν, νομίζω, εἶναι νὰ δοθῇ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν τοῦτο σχολεῖον τὸ δικαίωμα ν’ ἀποκτήσῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου, τὸν ὁποῖον δίδει τὸ νομοσχέδιον· διότι σήμερον δὲν γνωρίζω, καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἐξήγησιν, ἂν εἶναι Ἑλληνικὸν σχολεῖον ἢ δὲν εἶναι, διότι δὲν ἔχω ἀκόμη τὴν πεποίθησιν, ποῖα λέγονται Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Λέγονται Ἑλληνικὰ σχολεῖα τὰ λειτουργοῦντα μὲ μίαν μόνον τάξιν ἢ μὲ τρεῖς τάξεις;
§153ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκριβῶς παρετήρησα, κύριε συνάδελφε, ὅτι οὐ μόνον τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ, ἀλλὰ πρέπει καὶ τὰ μὴ πλήρη, ὅταν ἔχωσιν ἀριθμὸν ἄνω τῶν 50, νὰ γείνωσι πλήρη.
§154Α. ΖΕΡΒΑΣ. Βεβαίως· διότι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα αὔριον, ὅταν ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν εἰς ἓν διαμέρισμα ἦναι ἀνώτερος τῶν 50, θὰ εὑρεθῇ, λέγω, εἰς τὴν ἀνάγκην τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα νὰ συστήσῃ Ἑλληνικὸν σχολεῖον. Διατὶ λοιπὸν νὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ξηλώνωμεν σήμερον καὶ νὰ ῥάπτωμεν αὔριον; Διὰ τοῦτο νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀντὶ «Ἑλληνικῶν σχολείων» πρέπει νὰ τεθῇ «πλήρων Ἑλληνικῶν σχολείων». Ἐν δὲ τῷ τρίτῳ ἐδαφίῳ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου ἀντὶ τῆς λέξεως «συνιστᾶται» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «λειτουργεῖ». Λέγει τὸ ἄρθρον: «Τάξις Ἑλληνικοῦ σχολείου δὲν συνιστᾶται, ἂν μὴ ἐγγραφῶσι καὶ φοιτῶσιν εἰς αὐτὴν τοὐλάχιστον πέντε μαθηταί». Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ συνιστᾶται τάξις Ἑλληνικοῦ σχολείου, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου συνιστᾶται Ἑλληνικὸν σχολεῖον, ὄχι τάξις.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλετε ἐγγράφως τὴν τροπολογίαν.
§156Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἰς πολλοὺς δήμους, κύριε Πρόεδρε, ἔτυχε νὰ ἦναι δύο Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Πολὺ πιθανὸν νὰ μὴ ἔχωσι καὶ τὰ δύο μαθητὰς πλέον τῶν 50. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, καὶ νὰ διορθώσῃ τὸ ἄρθρον, ὥστε, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ ἄθροισμα τῶν μαθητῶν καὶ τῶν δύο Ἑλληνικῶν σχολείων εἶναι ὑπὲρ τοὺς 50, νὰ διατηρηθῇ τὸ ἕτερον αὐτῶν, τὸ ἔχον περισσοτέρους μαθητάς.
§157Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου.
§158ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα, κύριε Πρόεδρε, μὲ τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον ἐκ Μεγαλοπόλεως κ. Ζέρβαν, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἂν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ὡς βάσις θὰ χρησιμεύσῃ ὁ πίναξ ὁ τυπωθεὶς καὶ διανεμηθεὶς, ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν τῶν διαφόρων Ἑλληνικῶν σχολείων. Λόγου χάριν εἰς τὸ σχολεῖον Σουλὲ — καὶ ὁμιλῶ συγκεκριμένως περὶ τοῦ σχολείου τούτου — ἐμφαίνονται σήμερον εἰς τὸν πίνακα 46 μαθηταὶ εἰς δύο τάξεις. Κατὰ τὸν πίνακα, τὸν εἰς χεῖράς μας εὑρισκόμενον, εἶναι μαθηταὶ 46 καὶ δύο τάξεις. Θὰ ἦσαν, ἐννοεῖται, 66 ἢ 76 εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν οἱ ἑλληνοδιδάσκαλοι, οἵτινες ἐτοποθετήθησαν εἰς τὸ σχολεῖον Σουλέ, δὲν εἶχον τὰ προσόντα καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦ σχολικοῦ ἔτους δὲν μετετίθεντο προαγόμενοι. Δὲν ἀδικῶ τοὺς ἑλληνοδιδασκάλους, διότι εἶχον κεκτημένον δικαίωμα, ἵνα προαχθῶσι, καὶ προήχθησαν· ἀλλ’ οἱ μαθηταὶ, φοβηθέντες μὴ τυχὸν δὲν ἀντικατασταθῇ ὁ προαχθεὶς ἑλληνοδιδάσκαλος, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταγραφῶσιν εἰς ἄλλο Ἑλληνικὸν σχολεῖον, καὶ σήμερον παρουσιάζεται ὁ ἀριθμὸς 46, διὰ δὲ τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζεται ὡς βάσις ὁ ἀριθμὸς 50.
§159ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Καὶ διὰ τὰς τρεῖς τάξεις.
§160ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φαντασθῆτε δὲ, ὅτι εἰς δύο καὶ μόνον τάξεις ὑπάρχει ὁ ἀριθμὸς 46 μαθητῶν. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβεν ὡς βάσιν τὸν ἀριθμὸν 50. Ἐννοεῖται ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐρχόμεθα νὰ ἀντιστρατευθῶμεν πρὸς τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν καὶ τὸ δίκαιον, συμφώνως μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι ν’ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα νὰ τὰ συμπαρασύρῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἔχει ἀσαφείας τινάς. Ὁ ἀριθμὸς 46 παρουσιάζεται σήμερον, διότι μαθηταί τινες τῆς δευτέρας τάξεως εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταγραφῶσιν εἰς ἄλλο Ἑλληνικὸν σχολεῖον, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτει ἐκεῖ, προήχθη καὶ μετετέθη, ὡς σχολάρχης ἢ ὡς καθηγητής, εἰς ἕτερον σχολεῖον τοῦ Κράτους. Περιωρίσθη λοιπὸν ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐν μέρει ἀνάλογος, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς μόνον διδασκάλου. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, καὶ τὸν παρακαλῶ πολὺ νὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν, ἂν εἰς τὸ τέλος τοῦ σχολικοῦ ἔτους θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀριθμὸν 50, ἢ θὰ τὸν λάβῃ συμφώνως πρὸς τοὺς πίνακας τοὺς κατατεθέντας καὶ διανεμηθέντας, ἐν οἷς ἐμφαίνεται ὁ ἀριθμός· διότι εἶμαι εἰς θέσιν, κύριε Πρόεδρε, νὰ γνωρίζω, ὅτι σήμερον, μετὰ τὸν διορισμὸν καὶ ἑτέρου ἑλληνοδιδασκάλου εἰς τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον Σουλὲ, πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ προαχθέντος εἰς καθηγητήν, ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν θὰ αὐξηθῇ εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ὁριζόμενον ἀριθμόν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ὁρίζεται ὅτι, διὰ νὰ διατηρηθῇ Ἑλληνικὸν σχολεῖον, πρέπει νὰ ἔχῃ ἀριθμὸν μαθητῶν 50. Ὁμιλῶ περὶ Ἑλληνικοῦ σχολείου τῆς ἐμῆς ἐπαρχίας, καὶ δὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου Σουλέ. Κατὰ τοὺς πίνακας εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸ σχολεῖον ἐκεῖνο μαθηταὶ σήμερον 46· ἀλλ’ αἰτία τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν ἦτο ἡ μετάθεσις τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου.
§161ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Βάλετε ἄλλους τέσσαρας, νὰ γείνουν 50.
§162ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ τοὺς βάλω, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ ἐξήγησιν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἐξήγησιν, διὰ νὰ ἤμεθα ἐν τάξει, προκειμένου τὸ σχολεῖον αὐτὸ νὰ διατηρηθῇ. Ὁ ἀριθμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἠλαττώθη οὐχὶ διότι δὲν ὑπῆρχον μαθηταί, ἀλλὰ διότι, ὡς προεῖπον, ὁ ὑπηρετῶν ἐκεῖ ἑλληνοδιδάσκαλος εἶχε τὰ προσόντα, ἵνα προαχθῇ, καὶ προήχθη εἰς καθηγητὴν ἢ σχολάρχην, νομίζω. Δὲν ἀδικῶ τὸν κύριον ἑλληνοδιδάσκαλον τὸν προαχθέντα, διότι ἐπεδίωξε βελτίωσιν τῆς θέσεώς του. Ἀλλ’ οἱ μαθηταί, οἱ φοιτῶντες τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰς τὸ σχολεῖον, ὑπωπτεύθησαν, μήπως δὲν τοποθετηθῇ δεύτερος ἑλληνοδιδάσκαλος, καὶ οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν ἔσπευσαν νὰ μεταγράψωσι τὰ τέκνα των εἰς τὰ πλησιέστερα Ἑλληνικὰ σχολεῖα, εἰς Ναύπακτον, Πάτρας καὶ Αἴγιον, καὶ ἕνεκα τούτου ἔμεινεν ἐν τῷ σχολείῳ Σουλὲ σήμερον ἀριθμὸς μαθητῶν 46. Ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος ὁ ὑπάρχων κατώρθωσε νὰ παραδίδῃ καὶ εἰς τὰς δύο τάξεις μαθήματα, ἀλλ’ εὐτυχῶς ἤκουσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς παραστάσεις μου καὶ ἐτοποθέτησε καὶ ἕτερον ἑλληνοδιδάσκαλον ἀντὶ τοῦ προαχθέντος, —καὶ τὸν εὐχαριστῶ διὰ τοῦτο. — Διαβεβαιῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι, ἐὰν ζητήσῃ αὔριον, εὐθὺς ὡς ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος Σουλὲ ὁ δεύτερος, θὰ εὕρῃ ἀριθμὸν μαθητῶν οὐχὶ 50, ἀλλ’ ἴσως καὶ 60. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ἂν ὁ πίναξ αὐτὸς θὰ χρησιμεύσῃ αὔριον ὡς βάσις, προκειμένου νὰ καταργήσῃ ἢ νὰ διατηρήσῃ Ἑλληνικὸν σχολεῖον, ἢ θὰ ζητήσῃ πληροφορίας μετὰ τὸ τέλος τῶν ἐξετάσεων τοῦ σχολικοῦ ἔτους. Αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν ἐπεθύμουν νὰ κάμῃ ὁ κύριος Ὑπουργός. Τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον Σουλὲ εὑρίσκεται εἰς τὸ παράλιον τῆς ἐμῆς ἐπαρχίας, ἐν τῷ δήμῳ Εὐπαλίου. Ὁ δῆμος οὗτος εἶναι ὁ εὐπορώτερος τῆς ἐπαρχίας μου, ἐκεῖ δὲ ἐνεργεῖται καὶ τὸ μικρὸν ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ ἐπαρχία. Ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην τῆς καταργήσεως τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων τῶν μὴ ἐχόντων ἀριθμὸν ἐπαρκῆ μαθητῶν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον Σουλὲ, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀριθμεῖ 46 μαθητὰς, νομίζω ὅτι ἀδίκημα θὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν αὐτοῦ χωρὶς νὰ ἀναμείνῃ τὸ πέρας τῶν ἐξετάσεων τοῦ σχολικοῦ ἔτους καὶ χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν, τῶν ἐξ ἀνάγκης μεταγραφέντων εἰς ἄλλα σχολεῖα, οἵτινες θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ σχολεῖόν των.
§163Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§164ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἔχετε, κύριε Ὑπουργὲ, περὶ σχολείων μὲ μαθητὰς ὀλιγωτέρους τῶν 50, μήπως συμπεριλαμβάνετε καὶ τὰ ἰδιωτικὰ, τὰ συντηρούμενα διὰ κληροδοτημάτων; — διότι ταῦτα δὲν δύνασθε νὰ καταργήσητε.
§165Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑπάρχει νόμος γενικὸς, ἐπιτρέπων τὴν σύστασιν ἰδιωτικῶν σχολείων.
§166ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Πρέπει νὰ ἐξαιρέσητε τὰ σχολεῖα ταῦτα.
§167ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπει τὴν ἐλευθέραν διδασκαλίαν.
§168ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου δύο ἢ τρία σχολεῖα συντηροῦνται τοιουτοτρόπως. Τὴν παρατήρησιν δὲ τοῦ κ. ἐκ Μήλου συναδέλφου εὑρίσκω ὀρθοτάτην, ὅπως ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ σχολικοῦ ἔτους ὑπολογίζωνται οἱ μαθηταί.
§169ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ περιληφθῇ ἡ διάταξις αὕτη.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν Λονδίνῳ ἀναθεωρηθέντος Διεθνοῦς Τηλεγραφικοῦ Κανονισμοῦ». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ΦΟΗʹ νόμου περὶ ἀδείας πρὸς περιορισμὸν τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ προξενικῶν ἀρχῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§171ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος εἶχε ζητήσει πληροφορίας τινὰς, τὰς ὁποίας δίδω. Ἐν πρώτοις εἶχε κάμει παρατήρησιν περὶ γραφικοῦ τινος λάθους, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ νόμου ͵ϠΔʹ καὶ οὐχὶ τοῦ ΠΔʹ. Τοῦτον ἐζήτησα καὶ εἶδον μόνος μου εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.
§172ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐκεῖ λάθος εἶναι.
§173ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν πταίω ἐγὼ διὰ τοῦτο. Εἶχον ἐπίσης ἐρωτήσει, διατὶ τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη εἰς τὸν νόμον ͵ΒΨΜϚʹ τοῦ 1900, δὲν περιελήφθη ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ. Τοῦτο ἐγένετο, διότι ἐνομίσθη, ὅτι ἀναφερομένου τοῦ νόμου εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον, ἦτο ἀρκετόν. Ἀλλὰ διὰ πᾶσαν περίπτωσιν δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ προσθέσω ἄρθρον 2, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Παρατείνεται ἐπίσης κατὰ τὴν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ πενταετίαν ἡ ἰσχὺς τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ͵ΒΨΜϚʹ νόμου τῆς 15 Ἀπριλίου τοῦ 1900.» Ἐκτὸς τούτου ὁ κ. συνάδελφος ἠρώτησε περὶ τοῦ Ἕλληνος ἐφέτου ἐν τοῖς Μικτοῖς Δικαστηρίοις. Ἐνεθυμούμην καὶ ἠδυνάμην προχθὲς νὰ τῷ δώσω πληροφορίας, ἐπροτίμησα ὅμως νὰ μὴ ἀφεθῶ εἰς τὴν μνήμην μου, ἀλλὰ νὰ ἔχω πρόχειρα τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς ἡμερομηνίας. Τὸ ζήτημα εἶχεν ἀνακινηθῆ ἀπὸ τοῦ 1889, καὶ δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον εἶχε μείνει κοιμώμενον μέχρι τοῦ 1899. Τὸ 1899, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἰδίου νόμου τῆς παρατάσεως ἐπὶ πενταετίαν, ἀνεκινήθη πάλιν, καὶ εἶχε γείνῃ ἐνέργεια παρὰ τῇ Αἰγυπτιακῇ Κυβερνήσει, ἥτις εἶχεν ἀποστείλει ἐγκύκλιον τῇ 24 Ἰανουαρίου 1900 πρὸς τὰς λοιπὰς Δυνάμεις, δι’ ἧς ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις ἐζήτει νὰ μονιμοποιηθῇ τὸ ἐν τῷ Ἐφετείῳ ὑπάρχον καθεστὼς, κατὰ τὸ ὁποῖον κατεῖχε τὴν θέσιν τοῦ ἐφέτου ὁ Ἕλλην δικαστὴς Ἀντωνιάδης, καὶ τὴν προταθεῖσαν ἐνάτην θέσιν τοῦ λεγομένου κοινοῦ ἐφέτου κατεῖχε Βέλγος δικαστής. Καὶ αἱ μὲν ἄλλαι Δυνάμεις προσεχώρησαν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην, ἔμειναν δὲ μόνον ἀντιτασσόμεναι ἡ Ἰσπανία καὶ ἡ Πορτογαλία. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔκαμε διαφόρους ἐνεργείας, ἐζήτησε δὲ καὶ τὴν φιλικὴν συνδρομὴν ἄλλης Δυνάμεως, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς παρεμβάσεως αὐτῆς δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ πεισθῇ ἡ Ἰσπανία. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἔτος 1902, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν καὶ πάλιν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐποιησάμην τὰς δεούσας ἐνεργείας πρὸς τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν, ὁ δὲ Boutros Pacha ἐδήλωσεν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπόν μας, ὅτι ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὑποχρέωσιν αὑτῆς, ὅταν ὅπως δήποτε ἐκλείψῃ ὁ Ἕλλην δικαστὴς κ. Ἀντωνιάδης, νὰ διορίσῃ ἕτερον Ἕλληνα ἐφέτην, ὅτι δὲ οὕτω θὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ πράγματα μέχρις οὗ προσχωρήσῃ καὶ ἡ Ἰσπανία. Ἐννοεῖται ὅτι τῆς δηλώσεως ταύτης ἔλαβον σημείωσιν (pris acte), ὥστε νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἦτο κεκτημένον ὑπὲρ ἡμῶν δικαίωμα. Ἐλπίζω ὅτι τοῦτο θὰ πραγματοποιηθῇ, διότι, ὡς προεῖπον, ὅλαι αἱ Δυνάμεις προσεχώρησαν εἰς τὴν πρότασιν τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑπολείπεται μόνον ἡ Ἰσπανία. Τοῦτο ἀναφέρω σήμερον, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἐν δεδομένῃ περιπτώσει θὰ λυθῇ ὑπὲρ ἡμῶν τὸ ζήτημα.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, γίνεται ἄρθρον 1. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν προταθὲν ἄρθρον 2, καὶ γίνεται δεκτόν). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαθέσεως τῶν ¾ ἐκ τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων τοῦ τρέχοντος ἔτους καὶ τῶν ἐφεξῆς ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Βονίτσης, Παληοχαλιᾶ καὶ Ἀκτίου διὰ τὴν διοχέτευσιν ποσίμου ὕδατος τὴν πόλιν Βονίτσης». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τούτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον εἰς βʹ συζήτησιν). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου».
§175ΜΙΛΤ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν ἄγομαι ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, φέρων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ὅπως συντελέσω εἰς τὴν κατὰ τὸ ἐνὸν διόρθωσιν αὐτοῦ. Ὡς ἔλεγον καὶ προχθὲς, ἡ τυπογραφικὴ ἐργασία, ἡ ἐκτελουμένη ἐκτὸς τοῦ καταστήματος, στοιχίζει εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ποσὸν τῶν 100,000 δραχμῶν περίπου. Τὸ γεγονὸς τοῦτο καταδεικνύει τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Ἀντὶ δὲ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ προσπαθήσωμεν τὴν ἀνεπάρκειαν ταύτην νὰ ἄρωμεν, ἀντὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐνίσχυσιν αὐτοῦ, ὥστε νὰ συγκεντρώσωμεν ἐν αὐτῷ μεγαλειτέραν ποσότητα ἐργασίας, ἀπ’ ἐναντίας ἐξασθενίζομεν τὴν δύναμιν αὐτοῦ, διότι καταργοῦμεν πέντε θέσεις στοιχειοθετῶν καὶ ἀναλόγους θέσεις χαρτοθετῶν καὶ ἄλλων τεχνιτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσεκόμισε κατάστασιν περὶ τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῶν ἐκτελουμένων ἐργασιῶν ὑπὸ τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν λειτουργοῦντος τυπογραφείου ἀλλ’ ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης προκύπτει, ὅτι ἡ ἐπείγουσα ἐργασία αὐτοῦ εἶναι μικρὰ, διότι μόνον οἱ κανονισμοὶ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας πεζικοῦ, πυροβολικοῦ καὶ ἱππικοῦ εἶναι ἐργασία ἐπείγουσα, τὰ δ’ ἄλλα εἶναι συγγράμματα, τὰ ὁποῖα οὐδὲν τὸ ἐπεῖγον παρουσιάζουσι. Καὶ ἐν τούτοις τὸ τυπογραφεῖον αὐτὸ ἀπασχολεῖ προσωπικὸν στοιχειοθετῶν ἀνερχόμενον εἰς 14, ἐξ ὧν οἱ 11 ἰδιῶται καὶ οἱ ἄλλοι ὁπλῖται. Εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, τὸ ἐκτελοῦν τόσον πολλὴν τυπογραφικὴν ἐργασίαν, ἔχομεν δύναμιν, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, 35 στοιχειοθετῶν, τοὺς ὁποίους διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου περιορίζομεν εἰς 30. Ἐδικαιολόγησε δὲ τὴν κατάργησιν τῶν 5 θέσεων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λέγων ὅτι ταύτας κατελάμβανον συνήθως ἀργόμισθοι. Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ συζητήσωμεν, ἂν πράγματι διωρίζοντο εἰς τὰς θέσεις ταύτας ἀργόμισθοι· ἀλλὰ καὶ ἂν παραδεχθῶμεν ὡς πραγματικὸν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, κατὰ τί πταίουσιν αἱ θέσεις; Μήπως αὗται κάμνουν τοὺς ἀργομίσθους; Καλὴ διάθεσις ἐκ μέρους τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Τυπογραφείου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀρκεῖ, ὅπως μὴ εἰσπηδήσωσιν εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον ἀργόμισθοι. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι θὰ λείψωσι 5 ἐργάται, καὶ τὴν ἐργασίαν, ἥτις ὁπωσδήποτε θὰ ἐξετελεῖτο ὑπ’ αὐτῶν, θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ ἐκτελέσητε ἐκτὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, πληρώνοντες δι’ αὐτὴν ποσὸν πολὺ μεγαλείτερον ἐκείνου, ὅπερ θὰ ἐχρειάζεσθε διὰ τὴν διατήρησιν τῶν θέσεων τούτων. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιμένει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν κατάργησιν αὐτῶν, ὥρα τους καλή! Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι μετὰ τοῦ αὐτοῦ πείσματος πρέπει νὰ ἐπιμένῃ καὶ εἰς τὸ νὰ ἀνατεθῇ ἡ διεύθυνσις τοῦ καταστήματος εἰς τὸν ἐργοστασιάρχην, διότι τότε θὰ συγκεντρωθῶσιν ὅλαι αἱ ἐργασίαι εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἐργοστασιάρχου, καὶ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ θὰ συγχωνευθῇ πᾶσα συλλήβδην ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀναθέτον τὴν διεύθυνσιν εἰς τὸν ἐργοστασιάρχην, πρέπει κατὰ τοῦτο νὰ διορθωθῇ. Ἀρκεῖ νὰ ἀνατεθῇ αὕτη εἰς ἀνώτερον ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ εἰς τὸν ταξινόμον τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ὅστις ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ.
§176Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐργοστασιάρχης δὲν εἶναι ὑπάλληλος;
§177ΜΙΛ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ἡ θέσις τοῦ Διευθυντοῦ προϋποθέτει κἄποιον καταρτισμὸν, διότι οὗτος συντάσσει τὰ ἔγγραφα, ἐπιβλέπει ἐν γένει τὴν ὑπηρεσίαν, ἔρχεται εἰς συνάφειαν μὲ ὅλας τὰς ἀρχὰς καὶ μὲ τόσον κόσμον, παρακολουθεῖ τοὺς νεωτερισμοὺς τοὺς εἰσαγομένους εἰς τὴν τυπογραφικὴν τέχνην, καὶ διευθύνει ἀπὸ περιωπῆς τὸ Τυπογραφεῖον, ἐνῷ ὁ ἐργοστασιάρχης ἀνήκει εἰς τὸ τεχνικὸν προσωπικὸν τοῦ καταστήματος, τοῦ ὁποίου κανονίζει καὶ ἐπιτηρεῖ τὴν ἐργασίαν, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μένῃ διαρκῶς ἐντὸς αὐτοῦ, δὲν ἐπιβάλλεται δὲ, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἄνθρωπος γραμμάτων. Διὰ τοῦτο ὀρθὸν κρίνω ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «ἢ εἰς τὸν ἐργοστασιάρχην» ἐκ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ μείνωσι μόνον ὁ ἀνώτερος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ ταξινόμος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ δώσητε τὴν προσαύξησιν τῶν ὀλίγων δραχμῶν, τὴν ὁποίαν δίδετε εἰς τὸν ἐργοστασιάρχην. Ὁ ταξινόμος λαμβάνει μόνον 240 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ εἶναι ὑπουργικὸς γραμματεὺς αʹ τάξεως. Ἐπειδὴ δὲ μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν ὁ ἐργοστασιάρχης θὰ λαμβάνῃ 280 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἢ μᾶλλον μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, διότι θὰ ὑπολογισθῇ πάντως καὶ ἡ μέχρι τοῦδε πολυετὴς ὑπηρεσία του εἰς τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ, καλὸν εἶναι, καὶ ὁ μισθὸς τοῦ ταξινόμου νὰ αὐξάνῃ κατὰ τὸ ποσὸν αὐτό. Ἄλλως τε πρόκειται περὶ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἔχει 17 ὅλα ἔτη εἰς τὴν θέσιν τοῦ γραμματέως αʹ τάξεως.
§178ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§179ΜΙΛΤ. ΑΝΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὁ κύριος Ναούμ. Ἐπίσης θὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ στερεοτύπου καὶ γαλβανοπλάστου. Ποίας ὑπηρεσίας ὁ τεχνίτης αὐτὸς παρέχει εἰς τὸ κατάστημα, δὲν δύνασθε νὰ φαντασθῆτε· ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ ἐργασίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐκτελεῖ. Ὅτε πρό τινος χρόνου ἐπρόκειτο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐκτυπώσῃ χιλιάδας βιβλιαρίων νοσοκόμων, ἀπετάθη πρὸς τοῦτο εἰς τὰ καταστήματα Κωνσταντινίδου, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην 700 δραχμάς. Ὁ στερεοτύπης ὅμως τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου κατεσκεύασε μόνος του τὰς σελίδας, ἐξετυπώθησαν δὲ τὰ βιβλιάρια ἄνευ οὐδεμιᾶς δαπάνης τοῦ Δημοσίου. Ὁσάκις φθείρωνται αἱ πρὸς χύσιν τῶν στοιχείων μήτραι, ἀντὶ νὰ προμηθευώμεθα τοιαύτας ἐξ Εὐρώπης, ὁπότε θὰ τὰς ἠγοράζομεν ἀντὶ 5 φράγκων χρυσῶν ἑκάστην, οὗτος τὰς κατασκευάζει διὰ γαλβανοπλαστικῆς ἐπὶ δαπάνῃ 75 μόνον λεπτῶν. Πίνακας, τοὺς ὁποίους ὁ στοιχειοθέτης δύναται νὰ στοιχειοθετήσῃ εἰς διάστημα ὥρας, αὐτὸς τοὺς ἑτοιμάζει ἐντὸς ὀλίγων λεπτῶν. Παρέχει λοιπὸν ὁ τεχνίτης οὗτος, ὅστις ὑπηρετεῖ ἐπὶ 16 συναπτὰ ἔτη, πολύτιμον συνδρομὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Σᾶς εἶπον ὅτι, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ κληθῶσιν ἐκ Γαλλίας στερεοτύπης καὶ γαλβανοπλάστης, οὗτοι ἐζήτησαν 300 φράγκα ἑκάτερος κατὰ μῆνα, ἐκτὸς τῶν ὁδοιπορικῶν των ἐξόδων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ μισθὸς τοῦ γαλβανοπλάστου πρέπει νὰ αὐξήσῃ εἰς 160 τουλάχιστον δραχμὰς κατὰ μῆνα. Εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον 1 παρατηρῶ, ὅτι καταργοῦνται θέσεις ἐργατῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔπραξεν ἐν τούτῳ κακῶς, διότι εἶναι γεγονὸς, ὅτι εἰς τὴν τάξιν τούτων εἰσπηδῶσιν οἱ ἀργόμισθοι. Ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν, περιοριζομένη ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν παραλαβὴν, τὴν κατάταξιν, τὴν δίπλωσιν καὶ τὴν εἰς φακέλους καὶ δέματα συσκευὴν τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδέποτε ἐκτελεῖται ὡς πρέπει, καὶ διὰ τοῦτο συχναί εἰσιν αἱ καθυστερήσεις αὐτῆς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποστολήν της. Περιορίζων ὅμως τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐργατῶν τούτων δυσχεραίνει ἔτι μᾶλλον τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι διὰ τούτου θὰ κλεισθῇ ἡ θύρα τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου κατὰ πρόσωπον τῶν ἀργομίσθων· ἀφοῦ δὲ διὰ τῶν περισσοτέρων ἐργατῶν ἐχώλαινεν ἡ ὑπηρεσία αὕτη, διὰ τῶν ὀλιγωτέρων ἐντελῶς θὰ παραλύσῃ. Ἐὰν εἶχον πεποίθησιν, ὅτι θὰ εἰσακουσθῶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θὰ ὑπέβαλλον μίαν σύστασιν, ἥτις, λαμβανομένη ὑπ’ ὄψιν, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἔλυεν ἅπαξ καὶ διὰ παντὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐγκαίρου ἀποστολῆς τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην θὰ δαπανᾷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ Δημόσιον 360 δραχμὰς μηνιαίως. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ «Πρακτορεῖον τῶν ἐφημερίδων», ὅπερ ἔχει τόσον καλῶς διοργανωθῇ, θὰ ἠδύνατο ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἀντὶ μικροτέρου ποσοῦ, θὰ κατωρθοῦτο δὲ τοιουτοτρόπως νὰ ἐκτελῆται αὕτη ταχύτατα, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τοῦ λοιποῦ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀθρόα δέχεται καθ’ ἑκάστην ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου διὰ τὴν συνήθη πλέον καθυστέρησιν τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως εἴς τε τὰς ἀρχὰς καὶ τοὺς ἰδιώτας. Καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐν Ἀθήναις διανομῆς ἠδύνατο νὰ λυθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· ἄλλως τε δὲ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς εἷς μόνος διανομεὺς πρὸς τοῦτο, οὔτε ἀνάλογος ἡ ἐξ 70 δραχμῶν μηνιαία μισθοδοσία του. Διὰ τοῦτο, ὅτε διηύθυνον τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, ἠναγκάσθην, διὰ ν’ αὐξήσω τὴν μισθοδοσίαν τοῦ διανομέως, νὰ τὸν μεταθέσω εἰς θέσιν στοιχειοθέτου. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐφημερίς, ἡ ὁποία νὰ μὴ πληρώνῃ εἰς τὸν διανομέα της διὰ τὴν ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν διανομὴν τῶν φύλλων αὑτῆς κάτω τῶν 200 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ὁ διανομεὺς τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ὁ ὁποῖος, πλὴν τῆς διανομῆς τῶν φύλλων, ἔχει καὶ τὴν ἐργασίαν τῆς διπλώσεως τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις παρέχει πολλὴν δυσκολίαν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμείβηται μὲ 70 δραχμὰς κατὰ μῆνα; Ἢ λοιπὸν αὐξήσατε τὸν μισθὸν αὐτοῦ, ἢ προσθέσατε ἕνα βοηθόν του. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετήρησα καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς τῶν στοιχειοθετῶν. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ λείψῃ ἡ φράσις «μετὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ἀμέσως κατωτέραν τάξιν», διότι, καθὼς σᾶς εἶπον, ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ κενωθῶσι θέσεις ἀνωτέρας τάξεως στοιχειοθετῶν, οἱ δὲ ἀμέσως ἐρχόμενοι κατὰ βαθμὸν στοιχειοθέται κατωτέρας τάξεως νὰ μὴ ἔχωσι συμπεπληρωμένην τριετῆ ὑπηρεσίαν. Τότε θὰ ἦσθε ὑποχρεωμένοι, ἢ ν’ ἀφήσητε κενὰς τὰς θέσεις ταύτας, ἢ νὰ διορίσητε ἔξωθεν, προσλαμβάνοντες ἐργάτας, μὴ ἔχοντας τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα, καὶ ἀδικοῦντες οὕτω τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὸ κατάστημα καὶ δικαίως ἀποβλέποντας εἰς τὴν προαγωγήν των.
§180Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ τὸ ἀπήλειψα, καὶ ἔθεσα εἰς τὸ τέλος τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου τούτου μετὰ τὰς λέξεις «κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος» τὴν λέξιν «ἐφάπαξ», μετὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν ἐκάμετε.
§181ΜΙΛ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Πολὺ καλά. Προκειμένου περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἐργοδηγοῦ, τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι ὁ διορισμὸς αὐτοῦ γίνεται μετὰ δοκιμασίαν «ἐνώπιον ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐξ ἑνὸς ἀνωτέρου οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου, ἐκ τοῦ ἐργοστασιάρχου καὶ ἑνὸς διευθυντοῦ ἰδιωτικοῦ τυπογραφείου ἐν Ἀθήναις». Αὐτὸς ὁ διευθυντὴς ἰδιωτικοῦ τυπογραφείου ἐν Ἀθήναις νομίζω ὅτι δύναται νὰ λείψῃ, διότι οὗτος ὄχι μόνον θὰ κρίνῃ πάντοτε κατὰ τὰς συμπαθείας του, ἀλλὰ καὶ δὲν ἔχει νὰ δώσῃ δι’ αὐτὸ λόγον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι οὗτος δύναται ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ ταξινόμου.
§182ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τοῦ ἀρχιεργάτου.
§183Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς ὁ ἀνώτερος οἰκονομικὸς ὑπάλληλος τί γνωρίζει ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης;
§184ΜΙΛΤ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὁ ἀρχιεργάτης εἶναι πάντοτε κατώτερος τοῦ ἐργοδηγοῦ. Τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ ἐργοστασιάρχου, καὶ τὸ 7, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τὰς περιπτώσεις ἀπολύσεως, ἔχουσι καλῶς. Παρατρέχων τὰ λοιπὰ ἄρθρα ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον, διὰ τοῦ ὁποίου «καταργοῦνται ὁ νόμος ͵ΒΡΞϚʹ τῆς 16 Φεβρουαρίου 1893 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ἐκτὸς τῶν ἄρθρων 4, 9, 10, 11, 12 καὶ 13 αὐτοῦ, καὶ ὁ νόμος ͵ΒΣΟʹ τῆς 21 Ἰουνίου 1895 περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου». Νομίζω ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ θέσωμεν μετὰ τὰς λέξεις «ἐκτὸς τῶν ἄρθρων» τὸν ἀριθμὸν «3», ὥστε νὰ μὴ περιλαμβάνηται εἰς τὴν κατάργησιν καὶ τὸ ἄρθρον 3, διὰ νὰ προλάβωμεν οὕτως ἓν ἀδίκημα, διότι, ὅτε ἐγένετο ὁ νόμος, ΒΡΞϚʹ, ὁ διορισθεὶς τότε, διατελῶν δὲ καὶ νῦν ταξινόμος ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ εἶχεν ὑπηρεσίαν ἑπταετῆ ὡς γραμματεὺς αʹ τάξεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀκριβῶς δὲ διότι δὲν ἐδέχετο τὴν θέσιν ταύτην, διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας του, ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἐξωμοίωσε τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ὡς γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ τὴν ὑπηρεσίαν γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι θὰ ἦναι ἀδίκημα, ἂν διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ἐκείνου ἀποστερήσωμεν αὐτὸν τῆς ὑπηρεσίας, ἣν εἶχεν ὡς γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ταῦτα μόνον εἶχον νὰ παρατηρήσω. Ἐλπίζων δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θ’ ἀναγνωρίσῃ τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεών μου, ἐπιφυλάττομαι νὰ φέρω τὸν λόγον εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§185Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§186Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§187ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς θὰ ἦναι κατάλληλος χρόνος νὰ λύσωμεν, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς. Εὐτυχῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν, μὴ ἐπαρκοῦντος τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, δίδονται διὰ μειοδοτικῶν δημοπρασιῶν ἐργασίαι ἔξω. Ἔχομεν δὲ τούτου προηγούμενον, ὅτι ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δοθεῖσαι ἔξω ὑπῆρξαν καὶ εὐθηνότεραι καὶ καλλίτεραι, κατὰ τὰς διδομένας διαβεβαιώσεις, ὅτι ἡ τελευταία τύπωσις τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς εἰς τὰ καταστήματα, νομίζω, Κωνσταντινίδου, ἐνῷ ἐγένετο καλλιτέρα, ὑπῆρξε καὶ εὐθηνοτέρα τῆς γενομένης εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον. Εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι τῶν πρακτικῶν τῶν πέντε Συνόδων κατὰ τὰ τρία τέταρτα ἡ καθυστέρησις τῆς δημοσιεύσεως προέρχεται ἐξ ἐμποδίων ἐν τῇ Βουλῇ, κατὰ τὸ ἓν τέταρτον δὲ ἐκ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τὰ πρακτικὰ καθυστεροῦσιν εἰς χεῖρας τῶν Βουλευτῶν καὶ πρὸ πάντων τῶν Ὑπουργῶν, διδόμενα πρὸς αὐτοὺς πρὸς διόρθωσιν· ὅταν δὲ αἱ ἀγορεύσεις τῶν Ὑπουργῶν καθυστερῶνται.
§188Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν ἀνάλογοι πιστώσεις.
§189ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί. Ἀλλὰ δὲν ἐδόθησαν, διότι δὲν ἐζητήθησαν· δὲν ἐζητήθησαν δὲ, διότι δὲν ἦσαν ἐγκαίρως ἕτοιμα πρὸς δημοσίευσιν τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Τοῦτο τὸ γεγονὸς πολλάκις ἐξηλέγχθη· καὶ εἰς ἐμὲ δ’ αὐτὸν ἔτυχε τῶν ἐν καθυστερήσει δημοσιεύσεως Συνόδων νὰ μὴ λαμβάνω τὸν κόπον νὰ διορθώσω τὰ στενογραφήματα τῶν ἀγορεύσεών μου. Ἀλλὰ, κύριε Ὑπουργέ, ἵνα μὴ λάβω πάλιν ἔπειτα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐφ’ οὗ ἐγένετο λόγος ὑπὸ τῶν κ. ἐκ Σάμης καὶ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφων, ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν γηραιῶν ἐκείνων τεχνιτῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, οἵτινες, ἐὰν εἰσαχθῇ εἰς τὸν νόμον τὸ ἐδάφιον ϛʹ τοῦ νομοσχεδίου, ἐκδιώκονται παντελῶς τῆς ὑπηρεσίας. Λύσις διὰ συντάξεως εἴδομεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ· λύσις ὅμως ἄλλη εὑρίσκεται διὰ τῆς προτάσεως, ἣν ὑπέβαλον πρὸς ὑμᾶς, ν’ ἀφομοιωθῶσιν οὗτοι πρὸς τοὺς ἀπολυομένους ἕνεκα νόσου ἢ ἀργίας ἐπὶ τρεῖς μῆνας.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Λέκα, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἐν ἄρθρῳ πρώτῳ, μετὰ τὸν γραφέα βʹ τάξεως, νὰ προστεθῇ: «εἷς διορθωτὴς ἐντύπων μὲ μισθὸν καὶ βαθμὸν γραφέως δευτέρας τάξεως. Ν’ ἀπαλειφθῇ δὲ ἐκ τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ.»
§191Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ προστεθῇ μόνον «μὲ βαθμὸν γραφέως δευτέρας τάξεως». Δηλαδὴ νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων καὶ οὐχὶ εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ἐργατῶν, ἀλλ’ ὄχι μὲ ηὐξημένον μισθόν. Θέλω νὰ διατυπωθῇ οὕτω: «Εἷς διορθωτὴς ἐντύπων, μὲ βαθμὸν γραφέως δευτέρας τάξεως καὶ μισθὸν δραχμῶν 70 κατὰ μῆνα.» Ἐπίσης εἰς τὸ τέλος τοῦ τετάρτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1, προκειμένου περὶ τοῦ ταξινόμου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προστεθῇ: «ὁ μηνιαῖος μισθὸς τοῦ ὁποίου αὐξάνεται μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν εἰς δραχμὰς 280.» Μετὰ τοῦτο νὰ προστεθῇ ἴδιον ἐδάφιον, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Τοῦ τε ἐργοστασιάρχου καὶ τοῦ ταξινόμου ἡ μέχρι τοῦδε ὑπηρεσία ὑπολογίζεται εἰς τὸν χρόνον πρὸς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ.»
§192Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Διὰ τὸν στερεοτύπην καὶ γαλβανοπλάστην δὲν κάμνετε τίποτε, κύριε Ὑπουργέ;
§193Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Ἐν τῷ ἐδαφίῳ ιγʹ ὁ μισθὸς τοῦ στερεοτύπου καὶ γαλβανοπλάστου νὰ ὁρισθῇ εἰς δραχμὰς 160, ἀντὶ 140. Ἐπίσης ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 1 ὁ μισθὸς τοῦ διανομέως νὰ ὁρισθῇ εἰς δραχμὰς 90, ἀντὶ 70.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Ἡ Διεύθυνσις τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου ἀνατίθεται διὰ Β. Διατάγματος εἰς ἀνώτερον ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ εἰς τὸν ἐργοστασιάρχην ἢ εἰς τὸν οἰκονόμον τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Τὸν ἐργοστασιάρχην, ἐλλείποντα, ἀπόντα ἢ κωλυόμενον, ἀναπληροῖ ὁ ἐργοδηγός.»
§195Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «ἢ εἰς τὸν ἐργοστασιάρχην», ὡς καὶ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Λέκα, ζητοῦντος νὰ προστεθῇ ἴδιον ἐδάφιον, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Οἱ ὑπηρετήσαντες πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου εἴς τινα θέσιν ἀποκτῶσι τὰ προσόντα τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται διωρισμένοι». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Λέκα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§197ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ, καθ’ ἣν «τὰ προσόντα τοῦ λοιποῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος», ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει παραδεχθῆ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος «ἐφάπαξ».
§198Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Νὰ ἀπαλειφθῇ δὲ ἡ τετάρτη παράγραφος: «ὁ διορισμὸς ἢ ἡ προαγωγὴ εἰς στοιχειοθέτην αʹ, βʹ, γʹ καὶ δʹ τάξεως γίνεται μετὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ἀμέσως κατωτέραν τάξιν.»
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§200ΜΙΛΤ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Προκειμένου περὶ τῆς δοκιμασίας τοῦ ἐργοδηγοῦ, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἀντὶ τοῦ διευθυντοῦ ἰδιωτικοῦ τυπογραφείου, νὰ τεθῇ ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς.
§201Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§203Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ τετάρτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 6 παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Αἱ ἀποφάσεις τοῦ ἐργοστασιάρχου, δι’ ὧν ἐπιβάλλονται πειθαρχικαὶ ποιναὶ ἀνώτεραι τοῦ προστίμου δραχμῶν πέντε, ἐκτελοῦνται, ἂν ἐγκριθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ὃν ὑποβάλλονται πρὸς τοῦτο. Τὰ ἐπιβαλλόμενα πρόστιμα σημειοῦνται ὑπὸ τοῦ ἐργοστασιάρχου ἐπὶ τῶν μισθοδοτικῶν καταστάσεων κλπ.»
§204Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις ἡ πρώτη ἦτο ὀρθοτέρα. Ὁ ἐργοστασιάρχης πρέπει νὰ ἔχῃ ἐπιβολὴν ἐπὶ τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ, καὶ διὰ νὰ ἔχῃ ἐπιβολὴν πρέπει νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ οἴκοθεν πρόστιμον· διότι, ἐὰν ἐπιβάλλωμεν εἰς τὸν ἐργοστασιάρχην νὰ πηγαίνῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐγκρίνῃ ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνῃ, δὲν ἐνισχύομεν τὸν ἐργοστασιάρχην ἀπέναντι τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ. Ἐὰν ὁ ἐργοστασιάρχης εἶχε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε κατὰ τὴν πρώτην διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 6, θὰ ἦτο καλλίτερον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόστιμον τῶν 5 δραχμῶν, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς ἐργάτας.
§205Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δέχομαι.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§207Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐδαφίου βʹ, ἀντὶ «ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους», νὰ τεθῇ «ἐντὸς ἔτους». Ἐν ἀρχῇ δὲ τοῦ ἐδαφίου δʹ, ἀντὶ «Ἐὰν ἕνεκα νόσου κατασταθῶσιν ἀνίκανοι» νὰ τεθῇ: «Ἐὰν ἕνεκα νόσου ἢ γήρατος κατασταθῶσιν ἀνίκανοι». Νὰ διαγραφῇ δὲ τὸ ἐδάφιον Ϛʹ: «Ἐὰν συμπληρώσωσι τὸ ἑβδομηκοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των.»
§208Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ποίαν ἀπόφασιν θὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς συντάξεως τῶν 5 ὑπαλλήλων τῶν παλαιῶν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἤθελε δεχθῆ τοῦτο, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ διατηρήσῃ τὸ ἐδάφιον ϛʹ», οὕτω πῶς διατυπούμενον: «Ἐὰν συμπληρώσωσι τὸ 75 ἔτος τῆς ἡλικίας των.»
§209Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶπον, νὰ διαγραφῇ αὐτό.
§210Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ τεθῇ: «Ἐὰν συμπληρώσωσι τὸ 75 ἔτος τῆς ἡλικίας των», ἀντὶ «τὸ ἑβδομηκοστόν.»
§211Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱ ἰατροὶ δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ πιστοποιήσωσι; Λοιπὸν τὸ ἐδάφιον ϛʹ νὰ διαγραφῇ. Ἐν ἀρχῇ δὲ τοῦ ἐδαφίου ζʹ, τὸ ὁποῖον νῦν λαμβάνει τὴν θέσιν τοῦ ἐδαφίου ϛʹ, ἀντὶ «Ἡ εἰς τὰς περιπτώσεις ταύτας, ἐκτὸς τῶν ἐν τοῖς ἐδαφίοις ϛʹ καὶ ζʹ τοιούτων, ἀπόλυσις» νὰ τεθῇ: «Ἐν τῇ εʹ περιπτώσει ἡ ἀπόλυσις». Κατωτέρω δέ, μετὰ τὰς λέξεις «τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον διὰ πέντε τοὐλάχιστον ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ», νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ὁριζομένων ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτοῦ.»
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8 καὶ 9, ὡς ἔχουσιν). Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Νέγρη, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 10 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ὑπὲρ τοῦ ταμιευτηρίου τούτου διατίθενται αἱ ἐκ προστίμων τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου κρατήσεις μισθῶν λόγῳ ἀπουσίας ἢ ἀδείας, καὶ κρατήσεις ποσοστοῦ ὡρισμένου κατὰ πᾶσαν πληρωμὴν ἐκ τοῦ μισθοῦ τοῦ προσωπικοῦ, μὴ δυναμένου νὰ ὑπερβῇ τὰ 2% τοῦ μισθοῦ, καὶ αἱ ἐξ ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου εἰσπράξεις. Εἰς τὸ προσωπικὸν τὸ μὴ ὑπαγόμενον ἤδη εἰς τοὺς νόμους περὶ συντάξεων, ἔχον δὲ 30 ἐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ ἐπέκεινα, καταστὰν δὲ ἀνίκανον μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ παρόντος νόμου, θέλει χορηγεῖσθαι παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου σύνταξις ἴση μὲ τὸ ⅓ τοῦ τελευταίου μισθοῦ τοῦ οὕτως ἀπολυομένου ἐξ ἀνικανότητος, καθ’ ὅσον περὶ τοῦ προσωπικοῦ τούτου δὲν προνοεῖ ὁ κανονισμὸς τοῦ ταμιευτηρίου.» Δέχεται ὁ κ. Ὑπουργός;
§213Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ μὲν πρῶτον μέρος ἀποδέχομαι, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς πόρους τοῦ ταμιευτηρίου, τὸ δεύτερον ὅμως μέρος ὄχι.
§214Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ. Τὸ ποσοστόν, λέγω, ἀντὶ 2%, νὰ γείνῃ 3%.
§215Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ὄχι «μὴ δυνάμενον νὰ ὑπερβῇ», ἀλλ’ ὡρισμένως «3%.»
§216Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁριζόμενον εἰς 3%.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄλλο μέρος δὲν τὸ δέχεσθε;
§218Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὄχι.
§219Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Διατί, κύριε Ὑπουργέ; Ἐὰν τυχὸν ἐργάται 35 ἐτῶν γείνωσιν ἀνίκανοι αὔριον ἢ μεθαύριον, διατὶ νὰ μὴ λάβωσι τὸ ⅓ τοῦ μισθοῦ των ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον;
§220Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, μόνον 30 δραχμὰς κατὰ μῆνα δέχομαι νὰ λαμβάνωσιν οἱ ἔχοντες 35 ἐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ ἀποχωροῦντες αὐτῆς. Ἐν γένει τὸ ἄρθρον 10 θὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Συνιστᾶται «Ταμιευτήριον τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου», τοῦ ὁποίου σκοπὸς εἶναι ἡ περίθαλψις τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ τῶν οἰκογενειῶν αὐτοῦ, ἐν περιπτώσει δυστυχημάτων, ἢ ἀσθενείας ἢ ἀνικανότητος ἕνεκεν γήρατος. Ὑπὲρ τοῦ ταμιευτηρίου τούτου διατίθενται αἱ ἐκ προστίμων τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου κρατήσεις μισθῶν λόγῳ ἀπουσίας ἢ ἀδείας αὐτοῦ, καὶ κρατήσεις ποσοστοῦ 3% κατὰ πᾶσαν πληρωμὴν ἐκ τοῦ μισθοῦ τοῦ προσωπικοῦ καὶ αἱ ἐξ ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου εἰσπράξεις. Διὰ Β. Διατάγματος κανονισθήσονται τὰ τῆς λειτουργίας τοῦ ταμιευτηρίου τούτου. Εἰς τὸ προσωπικὸν τὸ μὴ ὑπαγόμενον ἤδη εἰς τοὺς νόμους περὶ συντάξεων, ἔχον δὲ 35 ἐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ ἐπέκεινα, καταστὰν δὲ ἀνίκανον μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ παρόντος νόμου θέλει χορηγεῖσθαι παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου μηνιαία σύνταξις ἐκ δραχμῶν τριάκοντα.»
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς τροποποιηθὲν ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§222Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ τρίτῳ στίχῳ μεταξὺ τῶν ἐξαιρουμένων τῆς καταργήσεως ἄρθρων τοῦ νόμου ͵ΒΡΞϚʹ νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 3.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11 μετὰ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προταθείσης προσθήκης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§224Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μετὰ τὰς γενομένας τροποποιήσεις κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θεωρῶ ἐπάναγκες νὰ μὴ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συνόλου, ἀλλὰ νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ νὰ ψηφισθῇ αὔριον τὸ σύνολον, διότι εἶναι ἀδύνατον ἄλλως, κύριε Πρόεδρε, ὅλαι αὐταὶ αἱ τροπολογίαι νὰ ὦσι καταληπταί.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται δι’ αὔριον, ἵνα τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 240). Οἱ βουλευταὶ κύριοι Μερλόπουλος, Τσακόπουλος, Κριεκουκιώτης, Τζωρτζάκης κλπ., ἐν ὅλῳ 12, ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒϠΜΒʹ τοῦ 1903 περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων περὶ ταμείων καὶ ὑποταμείων». Ὡσαύτως οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ἀλεβιζᾶτος, Σάλμας, Γαρδικιώτης, Μπούσδρας κλπ., ἐν ὅλῳ 14, ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως Εἰρηνοδικείων τινῶν καὶ Πταισματοδικείων». Ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 241 καὶ 242). Ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς Δευτέρας, ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλή, θὰ ἔχῃ ὡς ἑξῆς: 1) Συζήτησις ἐπὶ τοῦ κύρους τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος. 2) Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. 3) Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς Αʹ Συνόδου τῆς ΙΖʹ Περιόδου. 4) γʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. 5) γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως κατὰ τὸν μῆνα Μάϊον τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ὡς ἐπίσης τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεων πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐξόδων τῶν ῥηθέντων ταμείων διὰ τὸν αὐτὸν μῆνα». 6) γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1904 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐκανονίσθησαν προσωρινῶς τὰ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1905 ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ὡς ἐπίσης τὰ διὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, συμφώνως πρὸς τοὺς ὑποβληθέντας περὶ αὐτῶν προϋπολογισμοὺς εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν τῆς ΙϚʹ Περιόδου κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτῆς Γʹ τακτικὴν Σύνοδον». 7) βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως Εἰρηνοδικείων τινῶν καὶ Πταισματοδικείων». Κατόπιν αἱ δύο ταχυδρομικαὶ συμβάσεις μετὰ τῆς Ρουμανικῆς Ἀτμοπλοΐας καὶ τῆς Βουλγαρικῆς Ἐμπορικῆς Ἀτμοπλοΐας, κλπ.
§226ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 15′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).