1905.05.14
3.423 στίχοι · 26.035 λέξεις · 249 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
τῆς 14 Μαΐου 1905.
(Σάββατον).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τοῦ δευτέρου τμήματος τοῦ δήμου Ἀργιθέας τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, ἐξ ὧν ἐμφαίνεται, ὅτι ἐξελέγη βουλευτὴς Καρδίτσης ὁ κύριος Καταφυγιώτης. Παρακαλεῖται τὸ ἕκτον τμῆμα τῆς Βουλῆς νὰ συνέλθῃ πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Λευκαδίων διὰ ψηφίσματός του παρακαλεῖ νὰ ὑπαχθῇ διοικητικῶς ἡ ἐπαρχία Λευκάδος εἰς τὸν νομὸν Κερκύρας. Ψήφισμα τοῦ λαοῦ Κυπαρισσίας, παρακαλοῦντος νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας. Αἴτησις τῶν κατοίκων Μοσιᾶ τοῦ δήμου Φενεοῦ περὶ ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἀπὸ τοῦ φόρου ἐπικαρπίας κατὰ τὸ τρέχον ἔτος καὶ περὶ ἀποστολῆς εἰδικοῦ ὑπαλλήλου διὰ τὴν μελέτην καὶ κατασκευὴν ἔργων πρὸς πρόληψιν ζημιῶν.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ἀποτελούμενον ἐξ ἑνὸς ἄρθρου, δι’ οὗ ἐπιβάλλεται τέλος χαρτοσήμου εἰς τὰς ἐπικυρώσεις, τὰς ὁποίας ὁ Διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων ἔχει δικαίωμα νὰ ποιῆται ἐπὶ τῶν πιστοποιητικῶν τῶν ἐργολάβων.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 137).
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύναμαι ν’ ἀπαντήσω ἤδη εἰς ἐπερώτησιν;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κύριος ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς, ἀπευθύνας ἐπερώτησιν, ἐζήτησε νὰ καταθέσω πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰ δαπανηθέντα ποσὰ ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1890 διὰ τὴν συγκοινωνίαν ἐν Εὐρυτανίᾳ, καὶ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους. Καὶ ἐπὶ μὲν τοῦ πρώτου μέρους τῆς ἐπερωτήσεως δύναμαι ν’ ἀπαντήσω, διότι ἡ ὑπηρεσία ἠδυνήθη νὰ συγκεντρώσῃ τὰς ζητουμένας πληροφορίας. Τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὴν εἰρημένην δεκαετίαν ἐν Εὐρυτανίᾳ ἀνέρχονται εἰς 387,956 δραχμάς. Διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου κατεσκευάσθησαν τὰ ἑξῆς ἔργα: 1) ἡ ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Προυσσοῦ γέφυρα ἐπὶ τῆς δημοσίας ὁδοῦ Καρπενησίου–Ἀγρινίου, ἧς ἡ δαπάνη ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 121,931, καὶ 2) ἡ γέφυρα Ἀγαλλιανοῦ, ἧς ἡ δαπάνη ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 266,025. Πλὴν τούτων κατεσκευάσθησαν καὶ ἄλλα ἔργα ἐντὸς τῆς δεκαετίας ταύτης, οἷον τὸ τμῆμα τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Λαμίας εἰς Καρπενήσιον, τὸ διασχίζον τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας, οὗ ἡ δαπάνη δὲν ὡρίσθη ἀκόμη. Διὰ τὰ δαπανηθέντα ὅμως ἐντὸς τῆς εἰρημένης δεκαετίας ἐν ἑκάστῃ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τὸ Τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων δὲν δύναται νὰ δώσῃ πληροφορίας ἐντὸς βραχέος διαστήματος.
§7Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἡμεῖς τηλεγραφικῶς ἐλάβομεν τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λευκαδίων ὑπὲρ τῆς ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος εἰς τὸν νομὸν Κερκύρας. Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ψήφισμα τοῦτο καὶ ἀποφασίσῃ, εἰ δυνατὸν, συμφώνως μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν συμπολιτῶν μας.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς ποίας γνώμης εἶσθε;
§9Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Μεταξὺ Πατρῶν καὶ Κερκύρας δὲν εὑρίσκω διαφοράν· ἀλλὰ λόγοι ἱστορικοὶ καὶ ἔθιμα φέρουσι προτιμητέον τὸν νομὸν Κερκύρας.
§10ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λευκαδίων, παρακαλοῦντος εὐσεβάστως τὴν Βουλήν, ἐν περιπτώσει παραδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ὑπαχθῇ διοικητικῶς ἡ ἐπαρχία Λευκάδος εἰς τὸν νομὸν Κερκύρας. Χαίρω δὲ ὅτι τοιοῦτον τηλεγράφημα ἀπηυθύνθη καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διότι ἔρχεται πρὸς ὑποστήριξιν τῆς παρακλήσεως, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχεδίου, καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς τροπολογίας, ἣν ὑπέβαλον χθές. Ὅταν ἔλθῃ ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, θέλω ὑποστηρίξει τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν ταύτην. Ἐπειδὴ δ’ ἔχω τὸν λόγον, ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνώσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἕτερον τηλεγράφημα, ἀπευθυνόμενον πρὸς τοὺς τρεῖς ἀντιπροσώπους τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ διαβιβάσητε πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις δύναται νὰ δώσῃ καὶ ἐξηγήσεις καὶ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τὸ τηλεγράφημα τοῦτο τοῦ δημαρχοῦντος παρέδρου τοῦ δήμου Λευκάδος (ἀναγινώσκει): «Ταμίας κατέσχε δημοτικὸν ταμεῖον δι’ ἔξοδα ἐκπαιδεύσεως 1905, ἀνερχόμενα δι’ ὁλόκληρον τετράμηνον μέχρι δραχ. 5,115· προσέτι κατέσχε καὶ μέλλοντα εἰσπραχθῆναι μέχρι δρ. 9,556 δι’ ἐνεργουμένας προεξοφλήσεις ἐνταλμάτων ἐκπαιδεύσεως διὰ λογαριασμὸν δήμου. Μετὰ συντελεσθεῖσαν κατάσχεσιν πᾶσαι μέλλουσαι πληρωμαὶ καθίστανται ἀδύνατοι, διατάσσοντος κατασχετηρίου κατὰ προτίμησιν πάσης πληρωμῆς. Κατετέθη κατασχόμενον ποσὸν εἰς ταμεῖον Δημοσίου, ἑπομένως καθαριότης, φωτισμὸς πόλεως κλπ. σταματῶσιν. Ἐνεργήσατε, παρακαλοῦμεν, δραστηρίως ἄρσιν κατασχέσεως, ἧς ἄνευ δῆμος εὑρεθῇ δυσκολωτάτην καὶ κρίσιμον θέσιν, ἀδυνατῶν ἐκπληρῶσαι ἐπιβαλλομένας ὑποχρεώσεις.» Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν.
§11Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος, ὀφείλω νὰ κάμω καὶ ἐγὼ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς λόγον. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι μὲ τοὺς Κερκυραίους μᾶς συνδέουσιν ἀναμνήσεις ἱστορικαί· ἐζήσαμεν ἀδελφικῶς, ἔχομεν προσωπικὰς σχέσεις καὶ φιλίας, καὶ ἀγαπῶμεν αὐτούς· ἐγὼ δὲ ἔχω καὶ ὑποχρεώσεις, διότι διῆλθον τὰ ἔτη τῆς νεότητός μου, σπουδάζων ἐν τῇ Ἀκαδημίᾳ Κερκύρας, καὶ διότι κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς εὐρείας περιφερείας ἡ Κέρκυρα μὲ κατέταξε μεταξὺ τῶν πρώτων αὑτῆς τέκνων, καὶ δὲν λησμονῶ αὐτούς. Διὰ τοῦτο, ὁσάκις παρουσιάζεται Κερκυραῖος ἔχων ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεώς μου, θεωρῶ αὐτὸν καλλίτερον καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς συμπατριώτας μου, διότι οἱ Κερκυραῖοι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν εἶχον νὰ μὲ ὑποστηρίξωσιν, ἀλλὰ μὲ ὑπεστήριξαν ἀπὸ αἴσθημα ἁγνὸν καὶ πεποίθησιν εἰς τὸν χαρακτῆρά μου καὶ τὰς ἀρχάς μου. Ἡ καρδία μου εἶναι ὑπὲρ τῶν Κερκυραίων· ἐγὼ ὅμως, ὡς Βουλευτὴς Λευκάδος, ἔχω καθῆκον νὰ ὑπηρετήσω τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου μου. Μὲ τὴν Κέρκυραν ἤμεθα συνδεδεμένοι ἄλλοτε καὶ δικαστικῶς καὶ ἐμπορικῶς· μετὰ τὴν Ἕνωσιν ὅμως αἱ δικαστικαὶ καὶ ἐμπορικαὶ σχέσεις μας διεκόπησαν, ἀραιωθείσης τῆς μετ’ αὐτῆς συγκοινωνίας, ἐκτελουμένης νῦν δι’ ἀτμοπλοίων διερχομένων ἁπλῶς ἐκεῖθεν. Μὲ τὴν Κέρκυραν μάλιστα ἄλλοτε ἐμπορευόμεθα· ὅτε δὲ τελευταίως ἡ πατρίς μου δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξοδεύῃ τοὺς οἴνους της, μετέφερε μέρος τούτων εἰς τὴν Κέρκυραν πρὸς κατανάλωσιν, ἀλλὰ πρὸς παρεμπόδισιν ταύτης ἐπεβλήθη εἰδικὸς φόρος. Δὲν κατηγοροῦμεν δι’ αὐτὸ τοὺς Κερκυραίους, οὐδὲ παραπονούμεθα, διότι ἐφρόντισαν διὰ τὸν ἑαυτόν των καὶ τὰ συμφέροντά των. Ἀλλ’ ἔχομεν συμφέρον ἡμεῖς οἱ Λευκάδιοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον δὲν ἐμπορευόμεθα μετὰ τῆς Κερκύρας, ἀλλὰ μετὰ τῶν Πατρῶν, ὅπου στέλλομεν τὰ προϊόντα μας, καὶ ὁπόθεν προμηθευόμεθα τὰ εἰς ἡμᾶς ἀναγκαιοῦντα ἐμπορεύματα, ἔχοντες καὶ συγκοινωνίαν καθημερινὴν διά τε τῶν ἀτμοπλοίων καὶ ἱστιοφόρων, ἔχομεν, λέγω, συμφέρον νὰ μὴ ὑπαγώμεθα εἰς τὴν ἀγαπητὴν Κέρκυραν, ἀλλ’ εἰς τὰς Πάτρας. Δὲν μᾶς συμφέρει ἐπίσης νὰ ὑπαχθῶμεν εἰς Μεσολόγγιον, διότι μετ’ αὐτοῦ οὔτε ἐμπορευόμεθα οὔτε συγκοινωνίαν ἀπ’ εὐθείας ἔχομεν, συντρέχουσι δὲ οἱ αὐτοὶ, οἷοι καὶ διὰ τὴν Κέρκυραν, λόγοι. Συμφέρον μας, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι νὰ ὑπαχθῶμεν διοικητικῶς, ἀφοῦ μᾶς εἶναι ἀδύνατον νὰ διασώσωμεν τὴν Νομαρχίαν, εἰς Πάτρας, καὶ ἕνεκα ἐμπορικῶν λόγων καὶ ἕνεκα τῆς ὀλιγοδαπάνου καὶ καθημερινῆς συγκοινωνίας, καὶ διότι μεταβαίνοντες εἰς Πάτρας οἱ Λευκάδιοι εὑρίσκουσι γεωργικὴν ἐργασίαν. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος, ἔλαβον καὶ ἐγὼ τηλεγραφήματα, διὰ τῶν ὁποίων μοὶ λέγουσιν οἱ συμπολῖταί μου: «Πρὸς Θεοῦ! ἐπιμείνατε, ὅπως ὑπαχθῶμεν εἰς Πάτρας.» Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένω εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς μου ταύτης, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ ποῖον εἶναι τὸ συμφερώτερον. Ἐπειδὴ ὅμως εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα καὶ ἤκουσα τὰ δίκαια παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου διὰ τὴν κατάσχεσιν τῶν δημοτικῶν φόρων τοῦ δήμου Λευκαδίων, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι σκληρὸν νὰ καταδικάζωμεν ἀθῷον λαόν, ὁ ὁποῖος συνεισφέρει τὸν ὀβολόν του, καὶ νὰ τὸν ἀφίνωμεν εἰς τὸ σκότος καὶ τὴν ἀκαθαρσίαν. Ἀλλὰ πόθεν προέρχεται τοῦτο; Ἔλλειψις βεβαίως εἶναι ἡ μὴ πληρωμὴ τοῦ χρέους τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ τοῦτο προέρχεται ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ δήμου ἢ ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως; Ἐγώ, Κύριοι, λέγω, ὅτι προέρχεται ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως, διότι οἱ κατὰ καιροὺς κυβερνῆται, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦσαν, δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, ἐξελέγχοντες τὰς διαχειρίσεις τῶν δημάρχων. Ἔχω δὲ καὶ ἀπόδειξιν νὰ σᾶς φέρω. Ἀνὰ χεῖρας, Κύριοι, κρατῶ πίνακα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη 1900, 1901 καὶ 1902 ἐδαπάνησε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Λευκαδίων 68,000 δραχμὰς ἄνευ προϋπολογισμοῦ εἰς ἐκτέλεσιν ἔργων ἄνευ δημοπρασίας, ἀλλὰ μὲ τὸ «ἔτσι θέλω». Κατηδάφισαν ἕξ στερεὰς ἀντισεισμικὰς οἰκίας, χωρὶς νὰ ἔχωσι πιστοποιητικὸν ὅτι αὗται ἦσαν ἑτοιμόρροποι,—πλὴν μιᾶς, ἥτις μικρᾶς μόνον ἐπισκευῆς ἀνάγκην εἶχε,—καὶ τοῦτο, ὅπως ἐξυπηρετήσῃ ὁ δήμαρχος ἄλλα συμφέροντα, γνωρίζων ἁπλῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ πρόνοια τοῦτο ὑπηγόρευε. Διὰ τῆς κατεδαφίσεως τῶν οἰκιῶν αὐτῶν ὁ Κύριος οὗτος μεγάλως ἐζημίωσε τὸν τόπον, διότι ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν πτωχὴν κοινωνίαν ἀσφαλῆ οἰκήματα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ὄφελος τοῦ δήμου, εἴτε ὡς δημοτικὰ σχολεῖα, εἴτε πρὸς ἄλλην τινὰ χρῆσιν. Κύριοι, εἶπον, προηγουμένως ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταδικάσωμεν τὴν Λευκάδα εἰς τὸ σκότος καὶ τὴν ἀκαθαρσίαν, πλὴν εἶναι ἀνάγκη νὰ διδάξωμεν τὸν λαὸν, ὑπαλλήλους τε καὶ ἰδιώτας, ὅτι πρέπει τιμίως καὶ νομίμως νὰ διαχειρίζωνται τά τε δημόσια καὶ τὰ δημοτικὰ χρήματα, ὅπως μὴ ἐγείρωνται παράπονα. Σᾶς εἶπον ἤδη πῶς ἐδαπανήθησαν αἱ 68,000 δραχμαὶ κατὰ τὰ τρία ἔτη τῆς δημαρχίας, δὲν γνωρίζω δὲ πόσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Ἐρωτῶ, εἶχον δικαίωμα νὰ δαπανήσωσι τὰ χρήματα τοῦ δήμου ἄνευ τῶν διατυπώσεων, ἃς ὁρίζει ὁ νόμος; Ἐὰν εἶχον δικαίωμα, καλῶς ἔπραξαν· ἐὰν δὲν εἶχον τοιοῦτον, τίς θὰ ἐλέγξῃ αὐτούς; Πρέπει πρὸ παντὸς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξελέγξεως. Τὴν 11 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. ὑπέβαλον ἐπερώτησιν καὶ παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποστείλῃ εἰδικὸν ὑπάλληλον, ἵνα ἐξετάσῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ Νοσοκομείου, διότι αἱ τροφοὶ τῶν ἐκθέτων, διὰ νὰ λάβωσι τὰ εἰς αὐτὰς ὀφειλόμενα, ἔδιδον τὰ γραμμάτιά των εἰς τὸν εἰσπράκτορα καὶ γυναικάδελφον τοῦ δημάρχου, λαμβάνουσαι ἐκ διαλειμμάτων ἐκ τοῦ ἐμπορικοῦ του καταστήματος μίαν ὀκᾶν ἀλεύρου, ἢ μίαν οὐγκίαν καφὲ, ζακχάρεως κλπ. Αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα νὰ ἐξελεγχθῶσι, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἡ διαχείρισις εἶναι καλή. Ἑπομένως ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀπαραίτητος ἀνάγκη εἶναι νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἐξέλεγξις τῆς διαχειρίσεως τοῦ δημοτικοῦ ταμείου, ἵνα μὴ ἀδίκως ὑποφέρωσιν ἀθῷοι πολῖται, καὶ ἀποδειχθῇ, ἂν τὰ κεφάλαια τοῦ δήμου σπαταλῶνται τῇδε κἀκεῖσε, μὴ ἐπαρκοῦντα ἕνεκα τούτου εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων δαπανῶν τοῦ δήμου. Τὴν παράκλησιν ταύτην ἀπευθύνων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, παρακαλῶ αὐτήν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἄρῃ τὴν κατάσχεσιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ τε Νοσοκομείου καὶ τοῦ δήμου, ὅπως ἀποδειχθῇ, ἂν αἰτία αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια, ἢ ἡ ἔκνομος διαχείρισις τῶν ἁρμοδίων, ὅτε ἀνάγκη νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν τιμωρίαν αὐτῶν.
§12Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§13Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσπαθήσῃ νὰ οἰκονομήσῃ τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε οὔτε τὸ Δημόσιον νὰ ζημιωθῇ, οὔτε ὁ δῆμος νὰ εὑρεθῇ εἰς τὸ ἀπροχώρητον, διότι, ὡς ἔχουσι νῦν τὰ πράγματα εἰς τὴν Λευκάδα, εἶναι ἀδύνατον ὁ δῆμος νὰ διοικηθῇ.
§14ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Μεταξὺ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου κ. Τσαρλαμπᾶ ἐρρίφθη καὶ μία κατηγορία κατὰ τοῦ δημάρχου Λευκαδίων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἐπιρρίψῃ τοιαύτην κατηγορίαν κατὰ τοῦ δημάρχου, χωρὶς νὰ ἔχῃ καὶ ἀποδείξεις, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐπιδεικνύων ἕνα κατάλογον δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας λέγει ὅτι προέβη ὁ δήμαρχος ἄνευ δημοπρασίας. Ὑποθέτω ὅτι ἤθελε νὰ εἴπῃ «ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Νομαρχίας.» Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λέγωνται τοιαῦτα ἐναντίον ἐντίμου δημάρχου, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὁ λέγων τὰς ἀποδείξεις, ἵνα ἀποδείξῃ τὰ λεγόμενα ὑπ’ αὐτοῦ. Προσέτι εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ ἐξηγήσεις καὶ διασαφήσεις περὶ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ δήμου τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐγένοντο αὐτὰ τὰ ἔξοδα. Φαίνεται δέ, ὅτι δὲν ἔλαβε τὴν δέουσαν ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ἀπὸ πέντε ἤδη περίπου μηνῶν διοικεῖ τὰ κοινὰ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, φίλος, φίλτατος αὐτοῦ. Εἶχε λοιπὸν ὁ κύριος συνάδελφος ὅλα τὰ μέσα νὰ μελετήσῃ καὶ ἐξετάσῃ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὅτι ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ δημάρχου Λευκαδίων, καὶ ἂν μέχρι τοῦδε δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ κατὰ τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου Λευκαδίων, θὰ τὸν παρεκάλουν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων τὴν κατάθεσιν ἐζήτησε κατὰ τὸν Ἀπρίλιον, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπεβλήθησαν, ἵνα τέλος πάντων ῥιφθῇ φῶς ἐπὶ τῶν καταγγελθέντων ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου κατὰ τοῦ ἐντίμου δημάρχου Λευκαδίων. Παρακαλῶ ὅθεν καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἵνα εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ὁ γηραιὸς συνάδελφός μου, πρὸς ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§15Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δὲν συνήθισά ποτε νὰ συκοφαντῶ, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν νομίζω ὅτι ἁρμόζει τοῦτο εἰς ἔντιμον πολίτην. Τοὐναντίον μάλιστα ὑπερασπίζομαι τὴν ὑπόληψιν τοῦ δημάρχου, ἀφοῦ εἶπον νὰ ἐξελεγχθῇ ἡ διαχείρισις αὐτοῦ, καὶ αὐτὴν τὴν παράκλησιν ἔκαμα πρός τε τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§16ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Εἴμεθα συμφωνότατοι.
§17Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Καὶ ἀφοῦ ἐνεργηθῇ ἡ ἐξέλεγξις, τότε θέλει ἀποδειχθῆ τὸ ἄμεμπτον ἢ μὴ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δημάρχου. Ἀλλὰ δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθὸν νὰ βλέπω τὰς τροφοὺς πληρωνομένας ἀπὸ τὸν εἰσπράκτορα τοῦ δήμου μὲ μίαν ὀκᾶν ἀλεύρου ἢ μὲ ὀλίγον ἔλαιον· δὲν μοῦ καθησυχάζει τὴν συνείδησιν, ὅτι ὁ δήμαρχος ἔχει δικαίωμα νὰ δαπανᾷ τὰ δημοτικὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει ἀπὸ τὸ ταμεῖον, ἄνευ προηγουμένης ἐγκρίσεως. Διὰ τοῦτο θέλω, ἵνα ὁ δήμαρχος εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν νὰ παρουσιάσῃ καθαρὸν τὸν καθρέπτην τῆς διαχειρίσεώς του. Οὐδένα θέλω νὰ κατηγορήσω. Εἶπον ὅτι αὐτὰ τὰ γεγονότα μοὶ παρουσιάζονται, αὐτὰς τὰς σημειώσεις ἔχω, ὅτι 68,000 δραχμαὶ ἐδαπανήθησαν ἄνευ δημοπρασίας, ἄνευ τῶν νομίμων διατυπώσεων. Εἶπον ὅτι ἐδαπανήθη μέρος τῶν εἰς χεῖρας τοῦ δημάρχου παρακατατεθειμένων χρημάτων, καὶ τὰ ὁποῖα ὤφειλεν ἀμέσως νὰ διανείμῃ εἰς τοὺς δήμους, καὶ ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι νόμιμον, διότι δὲν τῷ δίδει ὁ νόμος τὸ δικαίωμα, ἵνα σπαταλᾷ καὶ ἐξοδεύῃ χρήματα ἀνήκοντα κατ’ ἀναλογίαν εἰς ὅλους τοὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας. Αὐτὰ εἶπον. Λοιπὸν δὲν ἐσυκοφάντησα ἐγώ· θέλω μόνον ἡ διαχείρισις τοῦ δημάρχου νὰ εὑρεθῇ καθαρά. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ὅλας τὰς λεπτομερείας· ὅσα γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἐξέθεσα, τὰ λοιπὰ εἶναι πληροφορίαι, δι’ ἃς δὲν εὐθύνομαι. Πρέπει νὰ ἠθικοποιήσωμεν τὸν λαὸν, καὶ νὰ μὴ ἀφίνωμεν τοὺς διαχειριζομένους τὰ δημόσια ἢ δημοτικὰ χρήματα νὰ σπαταλῶσιν ἢ καταχρῶνται αὐτά.
§18Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, θὰ ὁμιλήσω σχετικῶς, περὶ κατασχέσεως τῶν εἰσπράξεων τοῦ δημοτικοῦ φόρου τοῦ δήμου Καρπενησίων ὑπὸ τοῦ ταμίου Εὐρυτανίας. Ὁ ταμίας Εὐρυτανίας κατέσχε τὰς μὴ ληξιπροθέσμους δόσεις τοῦ φόρου τῶν ὠνίων δι’ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, ὀφειλόμενα διὰ τὸ ἔτος 1904. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τὰ παρελθόντα ἔτη δὲν θὰ πιεσθῶσιν οἱ δῆμοι, ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ 1905, θὰ ληφθῶσι, πολὺ ἀξιεπαίνως, μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶπε. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἔγγραφα, ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν εὑρισκόμενα εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, περιλαμβάνοντα ὅλας τὰς πληροφορίας, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην διὰ νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς ἄρσιν τῆς κατασχέσεως, νὰ λάβῃ δ’ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ δημάρχου Καρπενησίου, ὁ ὁποῖος ἐκθέτει ἐν λεπτομερείᾳ τὰ πράγματα, καὶ διατάξῃ τὴν ἄρσιν τῆς κατασχέσεως, διότι ἄλλως οὔτε ἐνοίκιον δύναται νὰ πληρωθῇ διὰ δημοτικὸν κατάστημα, οὔτε μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων πληρώνονται, οὔτε τὰ ἔξοδα τοῦ φωτισμοῦ, οὔτε ἄλλαι δαπάναι, διότι δὲν ἔχει οὐδ’ ὀβολὸν ὁ δῆμος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ καὶ μελετήσῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ δημάρχου Καρπενησίου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἀπὸ δέκα ἡμερῶν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον.
§19Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι μοὶ ἀνεφέρατε περὶ αὐτοῦ ἤδη.
§20Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μάλιστα.
§21Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ εἰσπράκτωρ πρέπει ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ γείνῃ ἡ ἐξέτασις, ὡς ἐγένετο καὶ δι’ ἄλλους δήμους· διότι τὰ σταλέντα ἔγγραφα δὲν ἐπαρκοῦσιν, ὅπως ἐξελέγξῃ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τὴν δοσοληψίαν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ δήμου Καρπενησίου.
§22Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἐζήτησε πληροφορίας σχετικὰς πρὸς τὰς μετακινήσεις τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ τῶν γραμματέων Εἰρηνοδικείων, ἐν τῇ ἐπερωτήσει του δὲ ταύτῃ εἶχε δώσει ἐξήγησιν, ὅτι ἐγὼ ἀνεστάτωσα τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Εἰρηνοδικείων...
§23Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔδωκα τοιαύτην ἐξήγησιν, ἀλλὰ ἐσκόπουν νὰ δώσω.
§24Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο ἔκαμε καὶ ἐμὲ νὰ σκεφθῶ, μήπως ἕνεκα τῶν ἐκλογῶν ἔπραξά τι ὑπερβολικόν. Διέταξα ἑπομένως νὰ συλλεχθῶσιν ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως αἱ μετακινήσεις, αἵτινες ἐγένοντο ἀφ’ ὅτου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἤτοι ἀπὸ 16 Δεκεμβρίου 1904 μέχρι 5 Μαΐου 1905.
§25Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἀπολύσεις;
§26Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅλαι αἱ μετακινήσεις, φυσικῶς δὲ καὶ αἱ ἀπολύσεις. Ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ ἴδω προσέτι, ἂν ὁ προκάτοχός μου ἦτο μετριώτερος ἐμοῦ εἰς τὰς μετακινήσεις ταύτας...
§27Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ δὲν σᾶς τὸ ἐζήτησα ἐγώ.
§28Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς σας ὄχι· ἀλλ’ ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς. Εὗρον λοιπόν, ὅτι αἱ μετακινήσεις, ἃς ἔκαμα ἐγώ, εἰρηνοδικῶν, πταισματοδικῶν καὶ γραμματέων καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο, ἀνέρχονται, μεῖον τῶν ἀνακληθεισῶν ἢ μὴ πραγματοποιηθεισῶν, εἰς 245 ὡς πρὸς τοὺς εἰρηνοδίκας. Ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου κατὰ τὸ ἀντίστοιχον χρονικὸν διάστημα, ἤτοι ἀπὸ 16 Δεκεμβρίου 1903 μέχρις 6 Μαΐου 1904, δηλαδὴ ἐπὶ 5 περίπου μῆνας, ἔκαμε μετακινήσεις εἰρηνοδικῶν ἀνερχομένας εἰς 280. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς μεταθέσεις γραμματέων Εἰρηνοδικείων, ἀφαιρουμένων τῶν ἀνακληθεισῶν ἢ μὴ πραγματοποιηθεισῶν, ἐγὼ ἔκαμα 172, ὁ δὲ ἀξιότιμος προκάτοχός μου ἔκαμεν 180. Ὥστε, μολονότι εἴχομεν ἐκλογάς, βλέπετε ὅτι ἐγὼ ἤμην μετριώτερος εἰς τὰς μετακινήσεις τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ γραμματέων Εἰρηνοδικείων, καὶ τοῦτο νομίζω ὅτι θὰ καθησυχάσῃ τὴν συνείδησιν τοῦ κ. συναδέλφου. Καὶ ἑτέραν πληροφορίαν ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λεβαδείας, τὰς γενομένας δαπάνας καὶ τὰ ἀναγνωρισθέντα ἔξοδα μεταθέσεων. Τὰ ἔξοδα μεταθέσεων καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1904 ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 82,047, ἐξ ὧν ἐπληρώθησαν 39,990, ἀνεγνωρίσθησαν δὲ καὶ θὰ πληρωθῶσι διὰ τῆς ζητηθείσης ἤδη ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχ. 42,057. Ἀπὸ τῆς ἀνόδου μου εἰς τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα κατεβλήθησαν δι’ ἔξοδα μεταθέσεων δραχ. 14,926, ἀνεγνωρίσθησαν δὲ καὶ θὰ πληρωθῶσι διὰ τῆς ζητηθείσης ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχ. 5,953. Ἤτοι τὸ ὅλον τῶν πληρωθέντων καὶ ἀναγνωρισθέντων ἐξόδων μεταθέσεων εἶναι δραχ. 20,879 κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπουργίας μου.
§29Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δηλαδὴ 5 μόνον μηνῶν.
§30Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πιστώσεις αὗται;
§31Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὸ πλεῖστον.
§32Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν αὐτῶν, διότι θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν κονδυλίων.
§33Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω νὰ διαταχθῇ ἡ ἐκτύπωσις. Ἐγὼ πληροφορίας ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν δὲν ἐζήτησα ἀπολογίαν.
§34Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκάματε κρίσεις.
§35Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε ν’ ἀπολογηθῇ. Θὰ μελετήσωμεν τὰς κατατεθείσας πληροφορίας καὶ θὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν, ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος ὥρα.
§36Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλοῦμεν ὅμως νὰ τυπωθῶσιν οἱ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατατεθέντες πίνακες.
§37Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 138). Ὁ κ. Μεντζελόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§39ΠΕΡ. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἀνεκοινώσατε εἰς τὴν Βουλὴν, τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μοσιᾶ τοῦ Φενεοῦ. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσέξωσιν εἰς τὴν σύστασίν μου ταύτην, ἥτις πραγματοποιουμένη θὰ ἐξυπηρετήσῃ οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τῶν συνεπαρχιωτῶν μου, ἀλλὰ καὶ τὰ τοῦ Δημοσίου. Εἰς τὸν δῆμον Φενεοῦ, ὡς γνωρίζετε πάντες, μέχρι τοῦ ἔτους 1897 ὑπῆρχεν ἡ λίμνη Φενεοῦ...
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἤκουσα ὅτι πρόκειται περὶ προτάσεως νομοσχεδίου.
§41ΠΕΡ. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται, κατὰ τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μοσιᾶ, περὶ ἀποστολῆς ἀνωτέρου ὑπαλλήλου, ὅστις νὰ βεβαιώσῃ τὰς ἐπελθούσας ζημίας, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου ἐπικαρπίας κατὰ τὸ τρέχον ἔτος· ἀλλ’ ἡ σύστασίς μου καὶ εἰς ὑποβολὴν νομοσχεδίου ἀποβλέπει. Ὑπῆρχε λοιπὸν, εἶπον, μέχρι τοῦ 1897 ἡ λίμνη τοῦ Φενεοῦ, ἡ ὁποία ἐκ φυσικῶν λόγων ἀπεξηράνθη· ἐν διαστήματι χρονικῷ ἐλαχίστῳ αἱ ὑπάρχουσαι ὀπαὶ εἰς τὰ κατώτερα στρώματα αὐτῆς ἀπερρόφησαν ὅλα τὰ ὕδατα, καὶ εἰς διάστημα δύο μηνῶν ἡ λίμνη ἀπεξηράνθη, καὶ ἡ ἀπέραντος ἐκείνη ἔκτασις, ἡ κατεχομένη πρὶν ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ἐκ 35,000 στρεμμάτων ἀπεκαλύφθη. Οἱ γεωργοὶ ἐπελήφθησαν εὐθὺς τῆς καλλιεργείας ὅλης τῆς ἐκτάσεως, ἀλλὰ συνάμα δι’ αἰτήσεώς των ἐζήτησαν νὰ σταλῇ μηχανικός, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ ἀποξήρανσις, καὶ ὑποδείξῃ ποῖα ἔργα ἔδει νὰ κατασκευασθῶσιν, ὅπως μὴ καλυφθῶσιν αὖθις αἱ γαῖαι ὑπὸ τῶν ὑδάτων. Ἐστάλη τότε ἐκεῖ μηχανικός, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησε καὶ ὑπέβαλε προϋπολογισμὸν δαπάνης, γνωμοδοτήσας, ὅπως ἐπὶ τῶν ῥωγμῶν τῶν καταβοθρῶν ἐκείνων γείνωσι προχώματα καὶ ἔργα τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐμποδίζηται ἡ ἔμφραξις τούτων ἐκ τῶν παρασυρομένων ὑπὸ τῶν ὑδάτων ὑλῶν καὶ διευκολύνηται ἡ τακτικὴ ἐκροὴ τῶν ὑδάτων, διὰ νὰ μὴ καλυφθῇ αὖθις ὑπὸ τούτων ἡ ἀποκαλυφθεῖσα ἔκτασις. Ἡ τότε Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ διὰ νομοσχεδίου ἐζήτησε τὴν ἔγκρισιν πιστώσεως πρὸς κατασκευὴν τῶν ἔργων, διὰ τοῦ αὐτοῦ δὲ νομοσχεδίου ταυτοχρόνως ἐκανονίζετο καὶ ἡ διανομὴ τῶν γαιῶν ἐκείνων, ὅπως παύσωσιν οἱ διαπληκτισμοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐγίνοντο μεταξὺ τῶν γεωργῶν. Ἐπὶ πλέον δὲ, διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τῆς δαπάνης τῶν 28,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία προϋπελογίσθη διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων, ἐγένετο δεκτὸν νὰ πληρώνωσιν οἱ κάτοικοι οὐχὶ τὸν φόρον τῆς ἐπικαρπίας, τὸν ὁποῖον πληρώνουσι δι’ ὅλας τὰς δημοσίας γαίας, δηλαδὴ δραχ. 1,50 κατὰ στρέμμα, ἀλλὰ διπλάσιον ποσὸν, ἤτοι 3 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, πρὸς κάλυψιν τῶν ἐτησίως ἀπαιτουμένων δαπανῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων παρεμποδιζόντων τὰς πλημμύρας. Ἡ ἔκτασις ἦτο 35,000 στρεμμάτων περίπου· ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου διὰ τὰ κατασκευσθησόμενα ἔργα, θ’ ἀνήρχετο μόνον εἰς δραχ. 28,000, καὶ ἐδέχθησαν ἀγογγύστως τὸ διπλάσιον τῆς φορολογίας, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι κατ’ ἔτος θὰ ἐγίνοντο ἀνάλογα ἔργα, εἰς τρόπον ὥστε ἐν τῷ μέλλοντι νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἡ κάλυψις ὑπὸ τῶν ὑδάτων τῆς ἀποκεκαλυμμένης τότε ἐκτάσεως. Καὶ ἐξετελέσθησαν μὲν ἔργα τινὰ, ἀλλὰ μόνον κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἔκτοτε δὲ οὐδὲν ἐγένετο, καὶ αὐτὴ ἡ διανομὴ ἐγκατελείφθη. Ἐν τούτοις τὸ Δημόσιον ἐξακολουθεῖ νὰ εἰσπράττῃ τρεῖς δραχμὰς κατὰ στρέμμα ὡς φόρον ἐπικαρπίας, καίτοι τὰ ὄμβρια ὕδατα, μὴ ἔχοντα ἀπρόσκοπτον διέξοδον καὶ λιμνάζοντα, ἐκάλυψαν αὖθις τὸ πλεῖστον τῶν μερῶν τῆς ἐκτάσεως ἐκείνης, οἱ δὲ χωρικοὶ εἰς τὰ πλεῖστα μέρη ὑπεβάλλοντο εἰς δαπάνας χωρὶς νὰ δύνανται νὰ θερίζωσι τοὺς ἐσπαρμένους ἀγρούς των, διότι ἡ καλλιεργηθεῖσα ἔκτασις ἐκαλύπτετο ὑπὸ τῶν ὑδάτων. Κατὰ τὸ τρέχον ὅμως ἔτος, κύριε Πρόεδρε, αἱ βροχαὶ καὶ αἱ ἐκ τούτων πλημμύραι ἦσαν τοσαῦται, ὥστε ἐκαλύφθησαν τὰ ¾ σχεδὸν τῆς ἐκτάσεως ἐκείνης. Ἰδίως δὲ οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μοσιᾶ,—τὴν αἴτησιν τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρόεδρος ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ὁποίαν ἀπευθύνουσι καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν,—καλλιεργοῦντες τὸ κατώτερον μέρος τῆς πεδιάδος, δὲν ἔχουσι σήμερον οὔτε ἕνα ἀγρὸν ἀκάλυπτον ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐκαλλιέργουν. Ἐν τούτοις οἱ ἁρμόδιοι γεωμέτραι, μεταβάντες κατὰ Σεπτέμβριον ἐκεῖ, ἐβεβαίωσαν τὸ ποσὸν τῆς ἐκτάσεως ἑκάστου αὐτῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου ἐπικαρπίας, καὶ οὕτως οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τοῦτον, καὶ μάλιστα πρὸς 3 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, ἐνῷ οἱ ἀγροί των εἶναι τελείως κεκαλυμμένοι ὑπὸ τῶν ὑδάτων. Καὶ τὸ προπαρελθὸν ἔτος τὸ ἴδιον συνέβη, ἡ δὲ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ τότε ἤκουσε τὰς παραστάσεις τῶν κατοίκων καὶ τῶν τότε ἀντιπροσώπων τῆς ἐπαρχίας, ἀναγνωρίσασα δὲ τὰ δίκαια αὐτῶν, ὑπέβαλε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ὁποῖον ἐνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἐψηφίσθη, ἂν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι ἀκριβεῖς, εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐψηφίσθη καὶ εἰς τρίτην, καὶ δὲν ἐγένετο συνεπῶς νόμος τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς παρελθούσης Συνόδου τῆς Βουλῆς παρετήρησα ὅτι ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τῶν τριῶν δραχμῶν κατὰ στρέμμα. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν καὶ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον σχετικὸν, ἀφοῦ οὐδὲν ἔργον ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ἵνα ἐμποδισθῇ ἡ ἐκ νέου κάλυψις τῆς ἐκτάσεως ὑπὸ τῶν ὑδάτων, καὶ ἀπαλλάξῃ τοὺς καλλιεργητὰς τῶν γαιῶν Φενεοῦ φόρου ἐπικαρπίας ἀδίκου, ἀφοῦ οὐδεμία δαπάνη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐγένετο δι’ ἐκτέλεσιν ἔργων, νὰ προσδιορισθῇ δὲ νὰ πληρώσωσιν ὡς φόρον ἐπικαρπίας δραχ. 1,50 κατὰ στρέμμα, ὡς αἱ ἄλλαι γαῖαι τοῦ Δημοσίου ἀνεξαιρέτως ἐπιβαρύνονται· εἰδικῶς δ’ ἐφέτος ν’ ἀποστείλῃ, εἰ δυνατὸν, ἀνώτερον οἰκονομικὸν ὑπάλληλον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ ἄλλως νὰ διατάξῃ τὸν ἔφορον Κορινθίας νὰ μεταβῇ ἐπιτοπίως, καὶ ἐξετάσῃ, καὶ ἀφοῦ βεβαιωθῇ, ὅτι ὅλαι αἱ γαῖαι εἶναι κεκαλυμμέναι ὑπὸ τῶν ὑδάτων, νὰ μὴ ὑποβάλῃ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Μοσιᾶ, ἀφοῦ οὐδὲν οὗτοι θὰ συγκομίσωσιν ἐκ τῶν ἐσπαρμένων ἀγρῶν των. Ἐλπίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησίν μου ταύτην, καὶ δὲν θὰ παραβλέψωσι τὴν δικαίαν ἀξίωσιν τῶν ἀναφερομένων κατοίκων, καὶ ὅτι ἐν ταὐτῷ θὰ λάβωσι πρόνοιαν, χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου, νὰ διατάξωσι τὴν μελέτην καὶ ἐκτέλεσιν τῶν ἀπαιτουμένων ἐκεῖ ἔργων. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§43ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω πληροφορίας, ζητηθείσας ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐξ Ἁλμυροῦ Βουλευτοῦ, περὶ εἰσπράξεων Προξενείων τινῶν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Νάξου κύριος Βάλληνδας ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐν πρωτοτύπῳ ἢ ἐν ἀντιγράφῳ, τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Προέδρου τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν, ἐν ᾗ περιέχονται αἱ ζητηθεῖσαι ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης πληροφορίαι καὶ ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου τούτου σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπικειμένην κατάργησιν Εἰρηνοδικείων τῆς περιφερείας τοῦ νομοῦ Κυκλάδων.»
§45ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπό τινος τῶν κυρίων συναδέλφων κατὰ τὴν χθεσινὴν ἢ ἄλλην συνεδρίασιν ὑπεβλήθη παράκλησις πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰς ἐργασίας ἑκάστου τῶν Εἰρηνοδικείων τοῦ Κράτους, καὶ τὰς ἐκθέσεις ἢ γνωμοδοτήσεις, —ἢ τὰς πληροφορίας, ὅπως ἐχαρακτηρίσθησαν ὑπό τινων συναδέλφων χθές,—τῶν Προέδρων τῶν Πρωτοδικῶν ἢ τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων, αἱ ὁποῖαι ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης σχετικῶς μὲ τὴν ἐπικειμένην κατάργησιν Εἰρηνοδικείων τινῶν τοῦ Κράτους. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην παράκλησιν τῶν κ. συναδέλφων περὶ καταθέσεως πίνακος ἐμφαίνοντος τὰς ἐργασίας τῶν Εἰρηνοδικείων τοῦ Κράτους, ἐγὼ δὲν ἐπιμένω, διότι πίνακα τοιοῦτον περιέχει τὸ διανεμηθὲν εἰς τοὺς Βουλευτὰς τεῦχος, εἰς τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται τὸ ὑποβληθὲν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ δικονομικοῦ δικαίου. Εὑρίσκομαι ὅμως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβω τὴν παράκλησιν περὶ καταθέσεως τῆς ἐκθέσεως τοῦ κυρίου Προέδρου τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν, περὶ ἧς ποιοῦμαι λόγον ἐν τῇ ἐγγράφῳ ἐπερωτήσει, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος πρὸς τὴν Βουλήν, διότι, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, ὁ κ. Πρόεδρος τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν μεταξὺ τῶν ἄλλων Εἰρηνοδικείων, τῶν ὁποίων προτείνει τὴν κατάργησιν, προτείνει καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ Εἰρηνοδικείου Τραγαίας τῆς ἐπαρχίας Νάξου. Ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἀναπτύξω διατὶ ἰδίως τὸ Εἰρηνοδικεῖον Τραγαίας τῆς Νάξου ἐξ ὅλων τῶν Εἰρηνοδικείων τοῦ νομοῦ Κυκλάδων εἶναι ἀνάγκη νὰ διατηρηθῇ. Ἀλλὰ πρὸ τῆς συζητήσεως εἶναι ἀνάγκη, κύριε Πρόεδρε, νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Προέδρου τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐπὶ τίνων λόγων ἐστηρίχθη ὁ κύριος Πρόεδρος, ἵνα προτείνῃ, καθ’ ἃς πληροφορίας ἔχω, τὴν κατάργησιν τοῦ Εἰρηνοδικείου Τραγαίας. Ὑπεστηρίχθη ὑπό τινων τῶν ἀξιοτίμων κ. συναδέλφων κατὰ τὴν χθὲς γενομένην συζήτησιν, ὅτι ἡ συζήτησις, ὡς γίνεται, εἶναι ἀντικανονική. Ἡ συζήτησις βεβαίως εἶναι παρὰ τὸν Κανονισμόν, ἐφ’ ὅσον εἰσέρχεται εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου· νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι τὸ παράπαν ἀντικανονική, ἐφ’ ὅσον περιορίζεται εἰς τὴν ζήτησιν πληροφοριῶν καὶ εἰς τὴν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηριχθῇ ἡ Βουλή, ἵνα μορφώσῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ προκειμένου μέτρου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπαντῶν εἰς παράκλησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον πρὸς αὐτὸν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, εἶπεν ὅτι αἱ πληροφορίαι αἱ δοθεῖσαι ἢ δοθησόμεναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπὸ τῶν Προέδρων τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθίσταται, ὅπως γνωμοδοτήσῃ περὶ τῶν καταργητέων Εἰρηνοδικείων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι ὑποχρεωτικαί, συμφωνεῖ μετ’ ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς μόρφωσιν τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς· διότι τοῦτο δεικνύεται ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἔπρεπε νὰ συνοδεύσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως Εἰρηνοδικείων. Εἶναι λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, ἀνάγκη νὰ προσκομισθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη τοῦ κ. Προέδρου τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐπὶ τίνων λόγων ἐστηρίχθη ὁ κ. Πρόεδρος, ὅπως σχηματίσῃ τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Εἰρηνοδικεῖον Τραγαίας τῆς Νάξου εἶναι ἐκ τῶν Εἰρηνοδικείων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ διατηρηθῶσι. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ἂν καὶ μετὰ τὴν προσκόμισιν τῶν ζητουμένων πληροφοριῶν καὶ τῆς ἐκθέσεως ταύτης θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι καὶ τότε διατρέχομεν τὸν κίνδυνον, ὡς εἶναι διατετυπωμένον τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἀκούσωμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ στηρίξωμεν ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Εἰρηνοδικείου, ἐπὶ τῶν ἀποστάσεων, αἱ ὁποῖαι χωρίζουσι τὸ Εἰρηνοδικεῖον Τραγαίας ἀπὸ τὰ πλησίον κείμενα Εἰρηνοδικεῖα, καὶ ἐπὶ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, εἶναι λόγοι, τοὺς ὁποίους πρέπει ν’ ἀπευθύνῃ τις πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν καθισταμένην πρὸς γνωμοδότησιν, καὶ ὄχι πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν τούτοις ὅμως, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου οὐ μόνον διὰ τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου, νομίζω ὅτι, ἀσχέτως καὶ ἀνεξαρτήτως πρὸς τὴν χρησιμότητα τῆς ἐκθέσεως, ἐν σχέσει πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς εἶναι ἀπαραίτητον νὰ διατηρηθῇ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Τραγαίας, ἵνα, ἐὰν οἱ λόγοι οὗτοι δὲν χρησιμεύσωσιν, ὅπως πείσωσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ τροπολογίαν τινὰ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀκουσθῶσι τοὐλάχιστον παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτε θὰ πρόκηται αὕτη νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τῶν καταργητέων Εἰρηνοδικείων. Ἐπωφελούμενος τῆς περιστάσεως, κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ ὑποβάλω θερμοτάτην παράκλησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ στέρξωσι νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως Εἰρηνοδικείων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔστερξε νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως Πρωτοδικείων τινῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἔστερξε πολὺ δικαίως, διότι ἐπρόκειτο περὶ νομοσχεδίου σοβαροῦ, θίγοντος τὴν Δικαιοσύνην...
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ φθάσωμεν εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον, τότε δύνασθε νὰ ὑποβάλητε τὴν πρότασίν σας.
§47ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Εἶπον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπωφελοῦμαι τῆς περιστάσεως, ἵνα ὑποβάλω τὴν παράκλησιν ταύτην. Δὲν ἐπέρχεται ἐκ τούτου ἀπώλεια χρόνου, διότι ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω· διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω τὸν λόγον τότε, καὶ θὰ ἀπολεσθῇ πολὺ περισσότερος χρόνος. Ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ αὐτοῦ ὑπ’ ὄψιν, ὅταν ἐπιστῇ ὁ κατάλληλος χρόνος.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὴν κατάργησιν Εἰρηνοδικείων, καὶ τότε ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἰδέας του ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ ἐπ’ αὐτῶν.
§49ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Συμφωνῶ, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἵνα μὴ ἀπασχολήσω καὶ τότε τὴν Βουλήν, ἀφοῦ ἐγένετο περὶ τούτου λόγος, νὰ ὑποβάλω συντομώτατα, εἰς δύο λέξεις, τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λεβαδείας κ. Μπουφίδης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως καταγόμενος νέος Φιλιππίδης ὑπέβαλε διάφορα σχέδια ὅπλων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ ἃ ἀπεφάνθη, διὰ τῶν πρακτικῶν τῆς 12 Ἰουνίου 1902 καὶ 28 Φεβρουαρίου 1903, τὸ Τεχνικὸν Συμβουλευτικὸν Τμῆμα τῆς Ἐπιθεωρήσεως τοῦ Πυροβολικοῦ, καὶ συνέστησε θερμῶς τῇ Κυβερνήσει, ὅτι ὁ νέος Φιλιππίδης κέκτηται μεγίστην ἰδιοφυΐαν καὶ πνεῦμα ἐφευρετικότητος εἰς μέγιστον βαθμόν, ἅτινα, ἀναπτυσσόμενα διὰ καταλλήλου σπουδῆς καὶ ἰδίως πρακτικῆς ἐξασκήσεως ἔν τινι εἰδικῷ τῆς Εὐρώπης ἐργοστασίῳ, θὰ τὸν καταστήσωσι λίαν χρήσιμον εἰς τὸ Κράτος. Ἐστάλη ὁ εἰρημένος νέος τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1903 εἰς τὸ ὁπλουργεῖον Steyr διὰ βοηθήματός τινος τοῦ Πολυτεχνείου ἐκ 2,000 δραχμῶν. Εἶτα δὲ τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904 ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ κυρίου Ι. Κωνσταντινίδου μηνιαῖον ἐπίδομα ἀπεδέχθη, μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Κωνσταντινίδου, ὁ κ. Κ. Σμολένσκης, καὶ διὰ Β. Διατάγματος (Ἐφ. Κυβερνήσεως τεῦχος Βʹ ἀριθ. φύλλου 108) τῆς 1 Μαΐου τοῦ 1904 ἐχορηγήθησαν τῷ Φιλιππίδῃ 180 φράγκα κατὰ μῆνα. Εἰς τὰς 27/9 Ἰανουαρίου 1904 τὸ ὁπλουργεῖον Steyr ἔπεμψεν ἐνδεικτικὸν τῶν προόδων τοῦ νέου. Κατ’ ἀκολουθίαν αἰτήσεώς του, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρήγγειλε διὰ λογαριασμὸν τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου, μέσον τοῦ ἐν Βιέννῃ πρεσβευτοῦ, τὸν Ἰούνιον τοῦ 1904 δύο ὅπλα καὶ ἓν πιστόλιον, καθ’ ὑπόδειξιν καὶ σχέδια τοῦ νέου Φιλιππίδου, εἰς τὸ ὁπλουργεῖον Steyr, ὅπερ ἀπεδέχθη τὴν κατασκευὴν αὐτῶν. Τὰ δύο ὅπλα ἐπερατώθησαν πρὸ πολλοῦ ἐπιτυχῶς, καὶ ἀνηγγέλθη τοῦτο καταλλήλως τοῖς ἁρμοδίοις. Ὁ δὲ κ. πρεσβευτής, ἐξετάσας κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τὰ ὅπλα μετά τινος στρατιωτικοῦ ἀκολούθου Μεγάλης Δυνάμεως ἐν Βιέννῃ, ἐτηλεγράφησε καὶ εἶτα ἔπεμψε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔκθεσιν (ἀριθ. πρωτοκ. Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν 6257), δι’ ἧς συνέστησεν, ἐκ καθήκοντος, ὡς σοβαρὰ τὰ ὅπλα τοῦ νέου Φιλιππίδου, συγχρόνως δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐπιφύλαξιν ὑπογραφῆς συμβολαίου περὶ οἱουδήποτε ὅπλου πρὶν ἢ ἴδῃ τὰ εἰρημένα ὅπλα. Ἐρωτῶμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διατὶ δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς δοκιμὰς καὶ τὰ ὅπλα ταῦτα, ἐνῷ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως παρηγγέλθησαν καὶ πρὸ πολλοῦ ἐπερατώθησαν; Διατὶ δὲν ἀποστέλλονται; Ἐπίσης παρακαλοῦμεν αὐτὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τελευταῖον τηλεγράφημα, ὡς καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. πρεσβευτοῦ, συγχρόνως δὲ καὶ τὸ ὑπὸ τοῦ ὁπλουργείου Steyr χορηγηθὲν ἐνδεικτικὸν προόδου καὶ τὰ δύο πρακτικὰ τοῦ Τεχνικοῦ Συμβουλευτικοῦ Τμήματος τῆς Ἐπιθεωρήσεως τοῦ Πυροβολικοῦ, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν τῶν προόδων τοῦ νέου τούτου καὶ τῶν ὅπλων του ἐν γένει.»
§51ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κύριος Νέγρης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα ἐμφαῖνον τὰς εἰσπράξεις τὰς τελωνιακὰς τῆς χρήσεως τοῦ 1905 μέχρι τέλους Ἀπριλίου, ὡς καὶ τὰς εἰσπράξεις χαρτοσήμου μέχρι τῆς αὐτῆς ἐποχῆς.»
§53Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν Βουλήν. Πρὸ τριῶν μηνῶν περίπου ἐν Σπηλιᾷ τοῦ δήμου Ἀμπελακίων ἐνηργήθη κοινοτικὴ ἐκλογὴ, καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ὁρίζει. Ἡ ἐκλογὴ αὕτη ἠκυρώθη διὰ λόγους τυπικούς. Διετάχθη ἡ ἐπανάληψις τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἡ νέα ἐκλογὴ ἐπεκυρώθη ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Πρωτοδικείου. Ἔκτοτε ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, κατὰ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτῆς, ἐκάλεσε τὰ ἐκλεγέντα μέλη νὰ δώσωσι τὸν νενομισμένον ὅρκον καὶ ἀναλάβωσι τὰ καθήκοντά των. Καὶ ὁ μὲν πλειονοψηφῶν ἐκ τῶν ἐκλεχθέντων συμβούλων, ὁ καὶ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου, ἔδωκε τὸν νενομισμένον ὅρκον, οἱ ἄλλοι ὅμως δὲν προσέρχονται, ἵνα ὁρκισθῶσιν. Ὁ Πρόεδρος τοῦ κοινοτικοῦ Συμβουλίου ζητεῖ νὰ παραδοθῇ εἰς αὐτὸν ἡ ὑπηρεσία καὶ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του, ἀλλ’ ὁ τέως Πρόεδρος τοῦ κοινοτικοῦ Συμβουλίου δὲν παραδίδει εἰς αὐτὸν τὴν ὑπηρεσίαν, οἱ δὲ σύμβουλοι, καλούμενοι νὰ ὁρκισθῶσι καὶ ἀναλάβωσι τὰ καθήκοντά των, δὲν προσέρχονται. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐντείληται τὰ εἰκότα πρὸς τὸν νομάρχην Λαρίσης, διότι εἶναι μὲν μικρὰ πράγματα αὐτὰ, ἀλλ’ ὄπισθεν αὐτῶν τῶν μικρῶν ὑπάρχουσι συμφέροντα τῆς κοινότητος σοβαρὰ, τὰ ὁποῖα κινδυνεύουσι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ ἐπειγόντως εἰς τὸν κύριον νομάρχην τὰ δέοντα, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ τὸ νέον κοινοτικὸν Συμβούλιον. Πρὸς τοῦτο δὲ ὑποβάλλω καὶ γραπτὴν σημείωσιν. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω καὶ ἑτέραν παράκλησιν, σχετιζομένην πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς κατασκευῆς προχωμάτων τινῶν ἐπὶ δύο σημείων τοῦ Πηνειοῦ ποταμοῦ, προχωμάτων ἀποτρεπτικῶν τῶν πλημμυρῶν. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι αἱ πλήμμυραι, αἱ ὁποῖαι ἐν Θεσσαλίᾳ ἐτησίως συμβαίνουσι, καὶ ἰδίᾳ αἱ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο γενόμεναι, μεγάλας καταστροφὰς προὐξένησαν καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον, λόγῳ τῆς διακοπῆς τῆς συγκοινωνίας ἐπὶ πολὺ, καὶ εἰς τὴν γεωργίαν, ἥτις μεγάλας ἐκτάσεις ἀφῆκεν ἀκαλλιεργήτους λόγῳ τῆς σήψεως τῶν σπαρτῶν πολλῶν χωρίων τοῦ νομοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον κεῖται ἡ ἐπαρχία, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, καὶ εἰς πάντα, καθόλου εἰπεῖν, τὰ ἐπαγγέλματα. Αἱ πλήμμυραι, λέγω, αὗται, Κύριοι, ἐνέβαλον τὴν σκέψιν εἰς τοὺς κατοίκους, ἂν συμφέρει εἰς αὐτοὺς νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐργαζόμενοι τὴν γῆν ἢ πρέπει νὰ τραπῶσιν εἰς ἄλλα ἔργα, εἰς ὀλιγωτέρους κινδύνους ὑποκείμενα καὶ μὴ ἐπηρεαζόμενα ἐκ τῶν πλημμυρῶν τοῦ Πηνειοῦ. Εἶναι ἀληθές, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρό τινος χρόνου, ἢ μᾶλλον πρὸ ἐτῶν πολλῶν, κατὰ τὸ ἔτος 1885, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἡ τότε Κυβέρνησις — δὲν γνωρίζω ἂν καὶ τότε ἦτο Πρόεδρος αὐτῆς ὁ νῦν ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως — ἔλαβε τὴν πρόνοιαν καὶ κατεσκεύασε προχώματά τινα πρὸς ἀποτροπὴν τῶν πλημμυρῶν, τὰ ἔργα ὅμως ταῦτα ἔκτοτε ἐγκατελείφθησαν καὶ παρημελήθησαν, τελευταῖον δὲ καὶ κατεστράφησαν, οὕτω δὲ εἶναι ἀδύνατον ἄλλως νὰ παρασχεθῇ συνδρομὴ εἰς τοὺς ἀτυχεῖς κατοίκους, τοὺς ἐτησίως καὶ τακτικῶς εἰς τοὺς αὐτοὺς κινδύνους ὑποβαλλομένους. Βεβαίως, Κύριοι, ὅταν τις ὁμιλῇ περὶ πλημμυρῶν, δικαίως δύναται νὰ ὁμιλήσῃ καὶ περὶ τῶν ἀντιπλημμυρικῶν, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα· τὸ παρελθὸν τοὐλάχιστον μὲ πείθει, ὅτι τοιαύτη σκέψις εἶναι τὸ ἐπακολούθημα τοιαύτης συζητήσεως, διότι, ὁσάκις ὑψώθη ἡ φωνὴ τῶν Θεσσαλῶν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὑπὲρ τῆς χώρας, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀμερίστου προστασίας τῆς Πολιτείας, πάντες ἔλαβον πολλάκις τὸν λόγον, καὶ ὡμίλησαν μετὰ θέρμης καὶ πειθοῦς — ὁμολογῶ — περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἔχω τὴν γνώμην καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξαρτῶμεν ἀπολύτως τὴν εὐτυχίαν τῆς Θεσσαλίας ἐκ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἔργα, ἅτινα βεβαίως δὲν θὰ συντελεσθῶσιν ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς παρούσης γενεᾶς. Μοὶ φαίνεται δὲ περίεργον νὰ σχετίζηται καὶ ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τῆς Θεσσαλίας ἐξ ἔργων, τὰ ὁποῖα, κατ’ ἐμέ, ποτὲ δὲν θὰ συντελεσθῶσιν, ἢ τοὐλάχιστον, διὰ νὰ συντελεσθῶσι, βεβαίως θὰ παρέλθωσι πολλαὶ δεκαετηρίδες. Ἄλλως τε, Κύριοι, τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα δὲν εἶναι μικρὸν καὶ εὔκολον θέμα. Εἶναι ζήτημα χρόνου μακροῦ καὶ δαπάνης σοβαρᾶς· εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπελογίσθη ἀκόμη, ὥστε νὰ ἔχωμεν σχηματίσει γνώμην, ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι συμφέρον νὰ συντελεσθῶσι ταῦτα· εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ μακροχρονίους μελέτας γεωλογικάς, τοπογραφικάς, ὑδρομετρικάς, ὀμβρομετρικάς· ὅλαι δ’ αὗται αἱ μελέται, λαμβανόμεναι μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἐτῶν, μόλις θέλουσιν ἐξαρκέσει, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὰ στοιχεῖα πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ μαθηματικοῦ μόνον μέρους τοῦ δυσκόλου τούτου προβλήματος, καὶ μόνον ἐκ τῆς ἐπιλύσεως τούτου θὰ κατορθωθῇ νὰ λάβωμεν ἁπλῆν ἰδέαν περὶ τοῦ δυνατοῦ ἢ μὴ τῆς ἐκτελέσεως, ἥτις, ἵνα ἀποφασισθῇ καὶ ἀρχίσῃ, δέον πρότερον νὰ ἐξετασθῇ πρός τε τὴν ἀπαιτηθησομένην δαπάνην καὶ πρὸς τὴν ἀπόδοσιν τῶν ὠφελημάτων τῶν ἔργων τούτων ἐν Θεσσαλίᾳ. Ὥστε νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ ἐξαρτῶμεν τὴν τύχην τῆς Θεσσαλίας πάντοτε ἐξ ἔργων, τὰ ὁποῖα ἁπλῶς ἐσκέφθημεν νὰ κατασκευάσωμεν, τίς οἶδε πότε, μετὰ ἕνα ἴσως αἰῶνα! Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ κόσμος καταστρέφεται κατ’ ἔτος, ὁ κόσμος ὁ Θεσσαλικὸς περιέρχεται εἰς δυστυχίαν, εἰς ἀπόγνωσιν. Πρέπει λοιπὸν νὰ στηρίζωμεν πάντοτε τὰς ἐλπίδας ἡμῶν εἰς τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα; Κύριε Πρόεδρε, χαίρω πολύ, διότι εἶσθε καὶ ὑμεῖς εἰς θέσιν νὰ γνωρίζητε τὴν κατάστασιν τῶν ἀτυχῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλίας. Ὁ Πηνειὸς ποταμὸς, Κύριοι, ἐκχειλίζει εἰς τέσσαρα σημεῖα· καὶ περὶ μὲν τῶν δύο σημείων, τῶν ἄνωθεν τῶν Τρικκάλων καὶ κατὰ τὴν συμβολὴν τοῦ Ἐνιπέως ποταμοῦ, εἰς ἃ ὁ Πηνειὸς ἐκχειλίζει, ἐλπίζω ὅτι θὰ ὁμιλήσωσιν οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Ἐγὼ θέλω ὁμιλήσει περὶ τῶν ἑτέρων δύο σημείων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λαρίσης. Τὰ σημεῖα ταῦτα κεῖνται ὀλίγον ἄνωθεν τῆς Λαρίσης καὶ κάτωθεν αὐτῆς. Ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1885 καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν χωρίων Κουλοῦρι καὶ Μπάκραινας συνέτεινεν, ὥστε πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς ἐκχειλίσεως τοῦ Πηνειοῦ, τὸ κάτωθεν τῆς Λαρίσης, νὰ κατασκευασθῶσί τινα προχώματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐματαιοῦτο πᾶσα ἐκχείλισις τοῦ Πηνειοῦ, ὅστις ἀκριβῶς ἐκ τοῦ σημείου τούτου ἐσχημάτιζε τὴν ἄλλοτε Νεσσωνίδα λίμνην, καὶ ἐτροφοδότει τὴν Βοιβηΐδα, ἑτέραν λίμνην· ἀλλὰ τὰ προχώματα, τὰ ὁποῖα κατεσκεύασαν τὰ εἰρημένα δύο χωρία καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1885, κατέστησαν ἄχρηστα πλέον, τελευταῖον δὲ ἠπείλησεν ὁ ποταμὸς, ἐκχειλίσας, διὰ τελείας καταστροφῆς, ὁλόκληρα χωρία τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης καὶ τῆς ἐπαρχίας Ἁγυιᾶς, διότι ταῦτα, κατακλυσθέντα ὑπὸ τῶν ὑδάτων, οὐ μόνον δὲν ἐκαλλιεργήθησαν, ἀλλὰ καὶ ἡ σπορὰ αὐτῶν ὑπέστη ζημίας ἀνυπολογίστους. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὸν νομομηχανικὸν Λαρίσης νὰ μελετήσῃ πρῶτον τὴν κατασκευὴν προχώματος εἰς σημεῖον εὑρισκόμενον μεταξὺ τῶν δύο συνοικιῶν τῆς Λαρίσης Πέρα Μαχαλᾶ καὶ Κιόσκι. Ἐκ τοῦ σημείου τούτου ἐκχειλίζει ὁ Πηνειὸς καὶ κατακλύζει ἅπασαν τὴν ἔκτασιν ἐκείνην εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε αἱ δύο αὗται συνοικίαι μεταβάλλονται κυριολεκτικῶς εἰς λίμνην. Ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως εἶδον τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι φρίκην μοὶ ἐνεποίησε τὸ φαινόμενον. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ διατάξῃ τὸν αὐτὸν μηχανικὸν νὰ μεταβῇ καὶ εἰς τὸ ἕτερον σημεῖον, τὸ μεταξὺ τῶν χωρίων Κουλοῦρι καὶ Μπάκραινας, καὶ νὰ μελετήσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὸν προσήκοντα προϋπολογισμὸν δαπάνης πρὸς ἐπισκευὴν τῶν προχωμάτων, τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1885 εἶχε λάβει τὴν σοφὴν πρόνοιαν νὰ διατάξῃ τὴν κατασκευὴν καὶ τὰ ὁποῖα σήμερον, μολονότι τόσον εὐεργετικοὺς σκοποὺς ἐξυπηρετοῦσι, κατέστησαν ἄχρηστα. Ταύτας τὰς δύο συστάσεις εἶχον, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω. Παρακαλῶ δὲ νὰ διαβιβασθῶσιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Γʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Σάμης. Ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ ἡ συζήτησις τῆς ἐκλογῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 139). Ὁ κύριος Γεωργόπουλος ἐζήτησε τὸν λόγον σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Γιαννακίτσας.
§55ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τῶν πλημμυρῶν εἶναι σπουδαιότατον, καὶ πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν πασῶν τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Κράτους. Εἶναι ζήτημα, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ὁποῖον θίγει συμφέροντα μέγιστα τοῦ τόπου, ἰδίως δὲ τῆς ἀτυχοῦς Θεσσαλίας, ἡ ὁποία ἑκάστοτε βλέπει τοὺς καρποὺς τῶν κόπων αὐτῆς αἰφνιδίως καταστρεφομένους. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἐπισκεφθῆτε τὴν Θεσσαλίαν σήμερον, καὶ βεβαίως θὰ κλαύσητε, βλέποντες τὴν κατάστασιν, ἥτις θὰ παρουσιασθῇ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν σας. Ἐφέτος, ὡς γνωστόν, ὁ χειμὼν ἦτο βαρύτατος, τὰς ἀφθόνους δὲ χιόνας, τὰς ὁποίας ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ ὁ τόπος, ἐπηκολούθησαν πλήμμυραι φοβεραί, πλήμμυραι τοιαῦται, τὰς ὁποίας οἱ κάτοικοι δὲν ἐνθυμοῦνται ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ἄπειροι δὲ ἐκτάσεις καλλιεργημένων γαιῶν κατεστράφησαν ἐξ ὁλοκλήρου. Τὸ δὲ κακὸν ἀποβαίνει χείριστον, διότι μετὰ τὰς πλημμύρας τὰς φοβερὰς ἐπηκολούθησεν ἀνομβρία μεγίστη, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὀψίμους καρποὺς οὐδὲ ἔσπειραν, οὐδὲ θὰ δυνηθῶσι νὰ σπείρωσι πλέον. Διὰ τοῦτο μεγάλη δυστυχία ἐπαπειλεῖ τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν τῆς Θεσσαλίας, καὶ οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν καθ’ ἑκατοντάδας ἀπῆλθον καὶ ἀπέρχονται εἰς Ἀμερικὴν οἱ ἀτυχεῖς γεωργοὶ πρὸς εὕρεσιν τύχης. Εἶναι ἀνάγκη, κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνωσι τάχιστα, ἂν οὐχὶ μεγάλα ἔργα ἐπὶ τῶν ποταμῶν, τοὐλάχιστον τὰ μᾶλλον ἀναγκαῖα καὶ ἐπείγοντα προχώματα. Ὁ ἐξ Ἰταλίας πρό τινων ἐτῶν μετακληθεὶς ὑδραυλικὸς κ. Δαπέρσικο δι’ ἐκτενοῦς ὑπομνήματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, κατέδειξε τοὺς τρόπους καὶ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδισθῶσιν αἱ πλήμμυραι. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πάντα ταῦτα ἀπαιτοῦσι δαπάνας καὶ χρόνον πολὺν, ὑποδεικνύει δύο ἢ τρία μέρη ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τρικκάλων, εἰς τὰ ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην πρέπει πάσῃ θυσίᾳ νὰ γείνωσι προχώματα. Δὲν θ’ ἀπαιτήσωσι μεγάλην δαπάνην τὰ προχώματα ταῦτα, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀφοῦ ἡ Θεσσαλία εἶναι ἐγκαταλελειμμένη εἰς τὴν τύχην αὐτῆς, ἀφοῦ διὰ τὴν γεωργίαν οὐδὲν ἔπραξε τὸ Κράτος, ἂς σωθῶσι τοὐλάχιστον οἱ κόποι τῶν ἀγροτῶν ἀπὸ τὰς καταστροφὰς, αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦσιν αὐτοὺς ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν. Καὶ τὸ φοβερώτερον εἶναι, ὅτι αἱ πλήμμυραι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος θὰ γίνωνται μεγαλείτεραι, διότι κατερχομένης τῆς ἰλύος ἐκ τῶν βουνῶν ὑψοῦται τῶν ποταμῶν καὶ χειμάρρων ἡ κοίτη, πληροῦνται δὲ τὰ διάφορα κοιλώματα τῆς γῆς, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ ὕδωρ, εὑρίσκον ἀπανταχοῦ διέξοδον, ἐξορμᾷ ἀκράτητον καθ’ ὅλας τὰς διευθύνσεις, καὶ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος κατακλύζει μεγαλειτέρας ἐκτάσεις. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου, ὅπως πάσῃ θυσίᾳ, μεθ’ ὅλας τὰς δυσχερείας τὰς οἰκονομικὰς, αἵτινες βαρύνουσι τὸ Κράτος, προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν δύο τοὐλάχιστον ἐκείνων προχωμάτων.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βρατσᾶνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§57Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐκτελεῖται ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς νόμος περὶ διακανονισμοῦ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πρὸς τὰς τρεῖς ναυτικὰς νήσους Ὕδραν, Σπέτσας καὶ Ψαρὰ, ἀφοῦ μάλιστα ἐξεδόθη καὶ τὸ ἐκτελεστικὸν Διάταγμα τοῦ νόμου τούτου. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: αʹ) Πόσα καὶ ποῖα ἀτμόπλοια ἔχει ἡ Ρουμανικὴ Ἑταιρεία, ἧς τὴν μετὰ τῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων σύμβασιν πρόκειται νὰ κυρώσῃ ἡ Βουλή· βʹ) πόσης χωρητικότητος εἶναι τὰ ἀτμόπλοια ταῦτα· καὶ γʹ) ποσάκις τῆς ἑβδομάδος θὰ προσεγγίζωσιν εἰς ἑλληνικοὺς λιμένας, καὶ ποίους.
§58Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ τῆς πρώτης ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ψαρῶν συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, εἴτε σήμερον εἴτε εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, τί σκέπτεται νὰ πράξῃ· διότι πραγματικῶς οἱ δικαιοῦχοι στεροῦνται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου, εἶναι ἑπομένως δίκαιον νὰ πληρωθῶσι καὶ τὰ τοῦ περυσινοῦ ἔτους χορηγήματα καὶ τὰ τοῦ ἐφετεινοῦ, ἀνερχόμενα εἰς 360,000 περίπου δραχμάς. Ἐὰν δὲ ἀφήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα καὶ συσσωρευθῶσι τὰ ποσὰ, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀμφιβάλλω ἂν θὰ δυνηθῶσιν οἱ ἀτυχεῖς δικαιοῦχοι νὰ λάβωσί ποτε τὸ αὐτοῖς ἀνῆκον. Πρέπει νὰ ληφθῇ ταχέως μέτρον, διότι ἐπιτακτικὴ εἶναι ἡ ἀνάγκη νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς δικαιούχους ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ ἔθνος ἐξεχώρησεν εἰς αὐτοὺς, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἱ ἐθνικαὶ Συνελεύσεις ἀνεγνώρισαν δι’ ἐπανειλημμένων ψηφισμάτων. Δὲν ἐκτείνομαι ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμή. Ὅταν φέρῃ τὰ ὑποσχεθέντα μέτρα ὁ κ. Ὑπουργὸς, τότε θέλω ἐξετάσει αὐτὰ καὶ θέλω ἐκφράσει τὴν ἐμὴν γνώμην. Ἂς ἐλπίσωμεν δὲ, ὅτι τὰ μέτρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ φέρωσι τὴν σφραγῖδα τῆς πρακτικότητος καὶ θὰ δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι, καὶ ὅτι δὲν θὰ ἔχωσι τὴν τύχην τῶν μέτρων τῶν προκατόχων του.
§59ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ἐπικαλεσθῶ, κύριε Πρόεδρε, τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπί τινος ἐκθέσεως τοῦ τηλεγραφητοῦ Κρανιδίου. Θελήσας, φαίνεται, ν’ ἀφήσῃ πολὺ φαιδρὰς ἀναμνήσεις ὁ τέως διευθυντὴς τοῦ τηλεγραφείου Κρανιδίου ὑπέβαλεν εἰς τὴν Διεύθυνσιν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων παράδοξον ἔκθεσιν, ζητῶν δι’ αὐτῆς τίποτε ὀλιγώτερον ἢ νὰ λυθῶσιν αἱ ὑφιστάμεναι συμβάσεις περὶ μεταφορᾶς τῶν ταχυδρομικῶν σάκκων καὶ τῆς ἄλλης ὑπηρεσίας τῆς ταχυδρομικῆς, νὰ ἀνατεθῇ δὲ ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἰς ὀνηλάτας! Δὲν ἠξεύρω ποίας ὑποδοχῆς ἔτυχε τὸ ὀνηλατικὸν αὐτὸ πνεῦμα τοῦ κυρίου τηλεγραφητοῦ εἰς τὴν Διεύθυνσιν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Πιστεύω ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἔχει γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, θὰ θελήσῃ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, καὶ ἀφοῦ ἴδῃ, ὅτι ἡ αἴτησις τοῦ κυρίου τηλεγραφητοῦ πρῶτον μὲν ζητεῖ ἀκύρωσιν τῶν συμβάσεων, δεύτερον δὲ, —καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῶσιν αἱ συμβάσεις χωρὶς νὰ ἐκτεθῇ τὸ Δημόσιον εἰς ἀποζημιώσεις, —ὅτι ζητεῖ νὰ μᾶς φέρῃ ὀπίσω κατὰ 30 ἢ 40 ἔτη, ἐλπίζω, λέγω, ὅτι θὰ ἐκτιμήσῃ προσηκόντως τὰ πράγματα ταῦτα ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ θελήσῃ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ περίεργον αὐτὸ οἰκονομολογικὸν πνεῦμα τοῦ κ. τηλεγραφητοῦ, ὁ ὁποῖος ἔγνω, ὅτι διὰ τοιαύτης μεταβολῆς ἐπέρχεται οἰκονομία 300 ἢ 350 δραχμῶν!
§60Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, κύριε Πρόεδρε, ὑπεβλήθη ἀναφορὰ πέντε δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν νὰ μετατεθῶσιν ἐξ ἄλλων Δικαστηρίων εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ἀνδριτσαίνης. Παρῆλθεν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἀναφορᾶς μὴν καὶ πλέον, καὶ μέχρι τοῦδε δὲν ἐξεδόθη τὸ σχετικὸν Διάταγμα. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ δὲν ἐξεδόθη εἰσέτι.
§61Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ πληροφορίαι τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, αἱ ληφθεῖσαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἶναι, ὅτι τέσσαρες μόνον δικηγόροι ὑπάρχουσιν ἐν Ἀνδριτσαίνῃ, ὁ δὲ πέμπτος δὲν ἐγκατέστη ἔτι ἐκεῖ, ὅπως ἀποτελεσθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν 5. Ἡ ὕπαρξις δὲ πέντε δικηγόρων ἔν τινι Εἰρηνοδικείῳ ἔχει ὡς συνέπειαν, κατὰ τὸν νόμον, τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ δικηγορεῖν εἰς τοὺς δικολάβους. Λοιπὸν, ἐὰν πέντε δικηγόροι ἐγκατέστησαν ἐκεῖ, βεβαίως θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος· ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας μέχρι σήμερον ἔλαβον παρὰ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, εἶναι, ὅτι ὁ πέμπτος δὲν ἐνεφανίσθη εἰσέτι.
§62Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριε Ὑπουργέ, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ πληροφορία αὕτη δὲν εἶναι ἐπαρκής. Δὲν ἀπαιτεῖται ἡ ἐκ τῶν προτέρων ἐγκατάστασις τῶν δικηγόρων. Πρέπει νὰ κατοικῶσιν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου, ἐν τῷ ὁποίῳ εἶναι διωρισμένοι. Ἐκ τῶν προτέρων δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐγκαταστῶσι.
§63Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν παραδεχθῶμεν τοῦτο, τότε δύνανται πέντε δικηγόροι κατοικοῦντες πολὺ μακρὰν ἑνὸς Εἰρηνοδικείου νὰ δηλώσωσιν ὅτι θὰ ἐγκατασταθῶσιν ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ τούτῳ, καὶ νὰ ἐμποδίσωσι τοὺς δικολάβους νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν ἐργασίαν των. Θὰ ἐπέλθῃ μετὰ χρονικόν τι διάστημα ἡ ἀνακάλυψις τοῦ δόλου τούτου, ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἐπιτρέψητε κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα τὴν ἀδικίαν. Εὐκόλως δύνανται νὰ εὑρεθῶσι πέντε δικηγόροι, δηλοῦντες ὅτι σκοποῦσι νὰ ἐγκατασταθῶσιν ἐν τινι Εἰρηνοδικείῳ, καὶ νὰ μὴ ἐγκατασταθῶσι.
§64Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν δύναται τὸ Ὑπουργεῖον ν’ ἀπαιτήσῃ ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἐγκατασταθῶσιν. Ἐὰν δὲν ἐγκατασταθῶσι, δύναται νὰ τοὺς ἀπολύσῃ.
§65Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἕως τότε δὲν θὰ ὑπάρχωσι δικολάβοι.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1904 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐκανονίσθησαν προσωρινῶς τὰ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1905 ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ὡς ἐπίσης τὰ διὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἔξοδα τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης συμφώνως πρὸς τοὺς ὑποβληθέντας περὶ αὐτῶν προϋπολογισμοὺς εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν τῆς ΙϚʹ Περιόδου κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτῆς Γʹ τακτικὴν Σύνοδον». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Φεβρουαρίου 1905 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δραχ. 230,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1905». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαρτίου 1905 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις δραχ. 10,300 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1905». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου τῆς Μεγάλης Βρετανίας συνομολογηθεισῶν δηλώσεων περὶ ἐμπορίου».
§67ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει, νομίζω, ν’ ἀπαντήσῃ.
§68ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Ὑπεβλήθη καὶ ὑπόμνημά τι βιομηχάνων.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀνεκοίνωσα.
§70Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐτυπώθη.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἔστειλα πρὸς τύπωσιν. Κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ τὸ ἔχητε.
§72ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω ἔγγραφα σχετικὰ πρὸς τὰς διαπραγματεύσεις τῆς νέας δηλώσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀγγλικῆς, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος Βουλευτής. Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἐζήτησε νὰ μάθῃ, ἂν μεταξὺ τῶν Κρατῶν, τῶν ἀποικιῶν καὶ τῶν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Βρετανικῆς Κυβερνήσεως ὑπαγομένων τέσσαρα, τὸ τῶν Ἰνδιῶν, τὸ τοῦ Καναδᾶ, τὸ τοῦ Εὐέλπιδος Ἀκρωτηρίου καὶ τὸ τῆς Νέας Μεσημβρινῆς Οὐαλλίας, προσεχώρησαν. Αἱ Κυβερνήσεις τῶν Κρατῶν τούτων δὲν προσεχώρησαν.
§73ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν ἔκθεσίν σας λέγετε, ὅτι προσεχώρησαν. Δι’ αὐτὸ ἠρώτησα.
§74ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶναι λάθος τυπογραφικόν. «Μὴ δηλωσασῶν ἐμπροθέσμως» πρέπει νὰ τεθῇ, ἀντὶ «δηλωσασῶν». Θὰ ἴδητε, ὅτι ἀναφέρονται περὶ τὰ δέκα ὀνόματα. Ἐνῷ κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1886 αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐδήλωσαν, — καὶ ἐμπεριέχεται ἡ δήλωσίς των κάτωθι τῆς συμβάσεως, — αὐταὶ αἱ τέσσαρες δὲν ἐδήλωσαν.
§75ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι ἀκριβές· διότι ἐκ τῶν τεσσάρων αὐτῶν Κυβερνήσεων αἱ μὲν δύο ἔχουσι δηλώσει, αἱ δὲ δύο ἄλλαι δὲν ἔχουσι δηλώσει. Ὁ Καναδᾶς δὲν ἔχει δηλώσει· ἡ Νέα Γῆ ἔχει δηλώσει. Ἄρα δὲν δύναται νὰ τεθῇ τὸ «μή».
§76ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Λέγω ὅτι εἶναι λάθος, διότι ὁ Καναδᾶς δὲν ἐδήλωσεν, ὡς καὶ ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἰνδιῶν· διότι, καθ’ ἃ μοὶ εἶπεν ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας, ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἰνδιῶν δὲν προσχωρεῖ κατ’ ἀρχήν. Λοιπὸν θὰ τεθῇ «μὴ δηλωσασῶν».
§77ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἐκεῖ «μὴ δηλωσασῶν», διότι ἀναφέρονται ἀναμίκτως.
§78ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶναι λάθος εἰς τὴν διατύπωσιν. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη ἐτυπώθη ὡς ἦτο.
§79ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι τοῦ προκατόχου σας.
§80ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶναι λάθος. Ἐκτὸς τούτου ὁ κ. συνάδελφος ἠρώτησεν, ἐπειδὴ ἐτέθη εἰς τὴν δήλωσιν καὶ ὅρος, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὴν σύμβασιν τὴν ἀρχικὴν τοῦ 1886, ἤτοι «ὡς καὶ αἱ ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτῆς διατελοῦσαι χῶραι», καὶ ἀνέφερεν ἐν παραδείγματι τὴν Κύπρον...
§81ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Διὰ τὴν Κύπρον εἰδικῶς.
§82ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Λοιπόν, ὡς πρὸς αὐτὰς τὰς χώρας, ὑπάρχουσι δι’ ἑκάστην χώραν εἰδικοὶ νόμοι, ἢ μᾶλλον εἰδικὰ δασμολόγια, διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβέστερος. Καὶ ἐφ’ ὅσον οἱ νόμοι τῶν διαφόρων αὐτῶν χωρῶν δὲν ἀντιτίθενται πρὸς τὸ δασμολόγιον, ὑπόκεινται εἰς τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως, ἐφαρμόζεται δ’ ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἀντιτίθενται εἰδικοὶ νόμοι. Ὁ κ. συνάδελφος ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18, τὸ ὁποῖον λέγει...
§83ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν σχέσει πρὸς ὅσα εἴπετε τὸ ἐζήτησα.
§84ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν θέλετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω;
§85ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περιττόν.
§86ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁ ἕτερος ἐξ Ἀττικῆς ἔντιμος συνάδελφος κύριος Ζυγομαλᾶς ἠρώτησεν, ἂν τώρα, μετὰ τὴν δήλωσιν, εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ νομοθετήσωμεν περὶ σταφίδος, ὅταν καὶ ὅπως θέλωμεν. Ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας μοὶ παρετήρησεν, ὅτι αἱ διαμαρτυρίαι τῆς Κυβερνήσεως τῆς Βρετανικῆς, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ γνωστή, ἡ νῦν ὑπὸ συζήτησιν δήλωσις, ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωστῶν νομοθετημάτων, ἅτινα αὐτὴ ἐνόμισεν ἀντιτιθέμενα πρὸς τὴν σύμβασιν. «Ἐννοεῖται», εἶπεν, «ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, ἂν θὰ διαμαρτυρηθῶμεν περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις λάβῃ μέτρον ἀντιτιθέμενον εἰς τὴν σύμβασιν, τότε θὰ ἴδωμεν, ἂν πρέπει νὰ διαμαρτυρηθῶμεν.» Αὐταὶ, νομίζω, εἶναι αἱ κυριώτεραι ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυναν οἱ κύριοι συνάδελφοι.
§87ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αἱ πληροφορίαι αἱ δοθεῖσαι περὶ τοῦ ζητήματος τῶν χωρῶν καὶ ἀποικιῶν τῶν μὴ προσχωρησασῶν εἶναι ἐπαρκεῖς, καὶ ἐπανορθοῦται ὅ,τι ἐκ παραδρομῆς εὑρίσκετο ἐν τῇ ἐκθέσει, καὶ μὴ ἔχον ἄλλως σημασίαν. Εἰς τὴν ἐξήγησιν τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχω ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἐπῆλθεν ἀκριβὴς ἐξήγησις μεταξὺ τοῦ πρεσβευτοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ· διότι, ἂν ἡ ἐξήγησις ἦτο ἀκριβής, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν, ἡ ἀπάντησις τοῦ πρέσβεως νὰ ἔχῃ τὴν ἀοριστίαν, ἣν φαίνεται ἔχουσα, ὡς μετεδόθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ κατατεθέντα ἐνταῦθα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως εἰς δύο σημεῖα, ἐὰν προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ἀποδεικνύουσιν ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἡμεῖς ἐλευθερούμεθα ἀπὸ παντὸς φόβου νέας προσκρούσεως, συνεπαγομένης ἀνάγκην νέων παραχωρήσεων, κατὰ τοῦτο, ὅτι, προκειμένου περὶ παρακρατήσεως καὶ περὶ νομοθετήσεως τοῦ φόρου τῆς σταφίδος εἰς εἶδος, δὲν τρέχομεν τὸν κίνδυνον ν’ ἀκούσωμεν νέας διαμαρτυρίας. Ὀρθὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ πρέσβεως, ἡ δοθεῖσα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν δύναται ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἴπῃ, ἂν θέλει διαμαρτυρηθῆ ἡ Ἀγγλία ἐπὶ νέων πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσι κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς χαρακτῆρα ὑπερβάσεως τῶν συμπεφωνημένων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ὀρθὸν, ἂν ἐλέχθη τοῦτο, ὅτι ἔχει ἐλευθερίαν ἡ Ἀγγλία ἐκ νέου, ἐὰν ἐπιταθῇ ἡ παρακράτησις καὶ ἂν ἐπιβληθῇ ἐκ νέου καταργούμενος ὁ φόρος εἰς εἶδος, νὰ διαμαρτυρηθῇ διὰ τὰ ζητήματα ταῦτα, διότι τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως ἀποκλείει τὴν ἐλευθερίαν ταύτην. Τὸ νὰ ἄρῃ τὰς διαμαρτυρίας αὐτῆς ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις κατὰ τῶν δύο πράξεων, τῶν τελεσθεισῶν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τῆς παρακρατήσεως τῆς ἐπιβληθείσης καὶ ἔπειτα ἐπιταθείσης, καὶ τοῦ ἐπιβληθέντος φόρου εἰς εἶδος ἐπὶ τῆς σταφίδος, τὸ νὰ ἄρῃ τὰς διαμαρτυρίας ταύτας καὶ ζητήσῃ καὶ λάβῃ ἀνταλλάγματα, καὶ λαβοῦσα ταῦτα νὰ ἑρμηνεύσῃ ἐν αὐτῇ τῇ συνθήκῃ, ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐζήτησε τὰ ἀνταλλάγματα, ἀπολήγει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἐκ θετικῆς διατάξεως, ὅτι, ἅμα ὡς κοινοποιηθῇ πρὸς αὐτὴν ἐπικεκυρωμένη ἡ σύμβασις αὕτη, κατελύθησαν οἱ λόγοι τῆς διαμαρτυρίας. Ἀλλ’ οὕτως αἰρομένων ὑπ’ αὐτῆς τῶν διαμαρτυριῶν, τῶν ἕνεκα τῆς παρακρατήσεως τῆς ἐπιβληθείσης καὶ ἐπιταθείσης ὑποβληθεισῶν, καὶ τῶν ὑποβληθεισῶν ἕνεκα τῆς νομοθετήσεως τοῦ φόρου τῆς σταφίδος εἰς εἶδος, τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτάς· ἄλλως ἡ γενομένη ἐξαγορὰ τῆς φορολογικῆς ἡμῶν ἐλευθερίας ἤθελεν εἶναι ἐξαγορὰ προσωρινὴ καὶ βραχυπρόθεσμος. Διότι, ἂν τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπῄτει τὴν ἐκ νέου νομοθέτησιν τῶν αὐτῶν νόμων, ἐκ νέου ἠθέλομεν διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ζητηθῇ κατόπιν νέας διαμαρτυρίας καὶ νέα παραχώρησις, ὅπως ἀρθῇ ἡ νέα διαμαρτυρία. Τοιοῦτος δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς Ἀγγλίας. Τὸ θέμα εὑρίσκω εἰδικὸν καὶ θετικόν. Ἐνομίσθη ὅτι προσεβάλλοντο τὰ δικαιώματα τῆς Ἀγγλίας, ἐν συμβάσει διατελούσης πρὸς τὴν Ἑλλάδα, διὰ τῆς νομοθετήσεως τῆς παρακρατήσεως καὶ τοῦ φόρου εἰς εἶδος, καί, ὅπως ἐπέλθῃ συμβιβασμὸς μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδέχθη τὴν πρότασιν τῆς Ἀγγλίας νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν ἐν τούτῳ ἐλευθερίαν αὐτῆς καὶ παραχωρήσῃ ἐκεῖνα, ἅτινα παρεχώρησεν. Ὑποθέσατε ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀποδεικνύουσι μετὰ ἕνα μῆνα ἢ δύο μῆνας, ἀφ’ ἧς καταργήσωμεν τὸν φόρον εἰς εἶδος, ἢ ἀφ’ ἧς καταργήσωμεν τὴν παρακράτησιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸν φόρον εἰς εἶδος ἢ τὴν παρακράτησιν. Εἴμεθα δεσμευμένοι πλέον; Ἡ σύμβασις αὕτη ἀναιρεῖ τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν; Ἐφ’ ὅσον ἐνταῦθα ἄλλα ὁρίζονται, ἐπὶ τοσοῦτον ἀναιροῦνται τὰ ὡρισμένα ἐκεῖνα ἐμπόδια, ἅτινα ὑπερέβημεν, προκαλέσαντες τὰς διαμαρτυρίας. Εἶναι ἄρα ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα οὕτω καὶ οὕτω νὰ παρασταθῇ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ὅπως γινώσκωμεν καλῶς ὁποία ἡ ἐλευθερία, ἣν κερδαίνομεν μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης· διότι, ἐὰν ἐξακολουθῶμεν νὰ μένωμεν δεσμευμένοι, δὲν γνωρίζω ποῖος λόγος δικαιολογεῖ τὸ νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς παραχωρήσεις, αἵτινες μεταφράζονται οὐ μόνον εἰς ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων, εἰς ζημίαν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα τινά. Ἐγὼ δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλὰ τοιαύτην, οἵαν ἡρμήνευσα ἔννοιαν ἐχούσης. Καὶ ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀποδείξω, ὅτι ὅσα λέγω δὲν εἶναι αὐθαίρετα (ἀναγινώσκει): «1. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτοῦ Βρετανικῆς Μεγαλειότητος, φρονοῦσα ὅτι ὁ ἑλληνικὸς νόμος περὶ παρακρατήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου ὡς καὶ ὁ περὶ τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεως τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὴν διάταξιν τὴν περιεχομένην ἐν ἄρθρῳ 2 § 2 τῆς μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου καὶ τῆς Ἑλλάδος ἐμπορικῆς συμφωνίας τοῦ 1890, εἶναι πρόθυμος ν’ ἀποσύρῃ τὴν ἑαυτῆς διαμαρτυρίαν κατὰ τῶν μέτρων τούτων ἐπὶ τῇ ὡς ἀντάλλαγμα παροχῇ τῶν κατωτέρω ὁριζομένων παραχωρήσεων.» Καὶ εἰς ἀπάντησιν (ἀναγινώσκει): «β. Ἅμα ὡς ἀνακοινωθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, ὅτι ἡ παροῦσα δήλωσις ἔτυχε νομοθετικῆς κυρώσεως ἐν Ἑλλάδι, ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτοῦ Βρετανικῆς Μεγαλειότητος θέλει ἀποσύρει τὴν διαμαρτυρίαν αὐτῆς κατὰ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ἀναφερομένων μέτρων.» Ἄν σκοπὸς τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἦτο ν’ ἀποζημιωθῇ διὰ τὰς ζημίας, ἃς ὑπέστη ὡς ἐκ τῆς παραβάσεως, κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς, τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, τῆς Ἑλλάδος ἐπιβαλούσης τὴν παρακράτησιν καὶ τὸν φόρον εἰς εἶδος, δὲν ἤθελεν ἀπολήξει βεβαίως εἰς συνομολόγησιν συμβάσεως, ἀλλ’ ἤθελε διατυπώσει ἀξιώσεις ἀποζημιώσεως, ὅσας ἤθελε νομίσει δικαίας, καὶ περὶ ὧν ἡ Ἑλλὰς ἤθελε κρίνει, ἂν πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ αὐτὰς ἢ οὔ· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἀπέληξε μετὰ τὰς διαμαρτυρίας ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀξίωσιν συνομολογήσεως συμβάσεως διαρκοῦς, ἥτις δύναται νὰ ἐξακολουθῇ ὄχι μόνον ἐπὶ πενταετίαν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ δεκαετίαν καὶ εἰκοσαετίαν μὴ καταγγελλομένη, νὰ καρπῶται δ’ οὕτω διαρκῶς ἐπὶ μακρὸν τὰ κέρδη τὰ ἐκ τῶν παραχωρήσεων, ἃς σήμερον ἡμεῖς παρέχομεν. Τούτου οὕτως ἔχοντος, βεβαίως δὲν ἐννοῶ, πῶς οἱ λόγοι διαμαρτυρίας, οἵτινες οὕτως αἴρονται, θέλουσιν ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενοι, ὅπως, ἂν τυχὸν ἡ Ἑλλὰς ἐκ νέου προβῇ εἰς ὁμοίας τῶν προτέρων ἀποφάσεις, ἔχῃ ἡ Ἀγγλία δικαίωμα νὰ ζητήσῃ καὶ πάλιν ὁμοίας διαρκεῖς ἀποζημιώσεις διὰ τὸ μέλλον, ὄχι δι’ ὡρισμένας ζημίας τελεσθείσας, ἀλλ’ εἰς ἀνταλλάγματα ἀπέναντι τοῦ τετελεσμένου, ἔχοντα μακροχρόνιον διάρκειαν. Φαίνεται ἀδύνατον νὰ πεισθῇ τις, ὅτι ὑπῆρχε τοιοῦτόν τι εἰς τὸν νοῦν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ εἰς τὸν νοῦν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τοῦτο νομίζω ὅτι ἀποδεικνύουσι τὰ ἐν τῷ φακέλλῳ ἔγγραφα τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας. Δὶς ὁ κύριος Βουλευτὴς Παρνασσίδος...
§88Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τί φρονεῖτε λοιπόν;
§89ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅτι ὑπάρχει κακὴ συνεννόησις, ὅτι, ἂν τὰ πράγματα καλῶς παρασταθῶσι, καὶ ἀντιληφθῇ αὐτῶν καλῶς ὁ Ἄγγλος πρεσβευτής, θέλει ἀνομολογήσει, ὅτι ἐξηγοράσαμεν τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν.
§90Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Διὰ τῆς συμβάσεως ἀνεκτήσαμεν πλήρη τὴν ἐλευθερίαν ν’ αὐξήσωμεν καὶ τὸ ποσὸν τῆς παρακρατήσεως;
§91ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐφθάσαμεν ἐκεῖ, ὅπου ἐφθάσαμεν, ἂν ἡ ἀπάντησις καὶ τοῦτο ἀποκλείει...
§92ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Νῦν, ὅτε λεπτομερέστερον ἐξεθέσατε τὰ πράγματα, μοὶ φαίνεται ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι. Ὁ κ. πρεσβευτὴς εἶπεν εἰς τὰς παρατηρήσεις μου: «Διεμαρτυρήθημεν ἐπὶ ὡρισμένῳ γεγονότι· ἐπὶ τῷ ὡρισμένῳ τούτῳ γεγονότι ἐζητήσαμεν ἀνταλλάγματα· ταῦτα ἐδόθησαν, καὶ ἐπῆλθε συμφωνία». Τώρα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς λέγει: «Ἐὰν σήμερον ἡμεῖς ἄρωμεν τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου εἰς εἶδος, μετὰ ἕξ δὲ μῆνας, ἢ μετὰ ἓν ἔτος, διὰ λόγους ἀποχρῶντας, ἐπαναφέρωμεν πάλιν αὐτὸν ἐν ἰσχύϊ, θὰ ἔλθῃ πάλιν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ νέα ἀνταλλάγματα, καὶ διαμαρτυρηθῇ ὅτι πράττομέν τι ἐναντίον τῆς συμβάσεως;» Ὁ κ. πρεσβευτὴς εἶπεν: «Ἐπὶ ὡρισμένῳ γεγονότι· ὅτι ἐκάματε πρᾶξιν ἀντιβαίνουσαν εἰς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ φόρου εἰς εἶδος, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησα ὡς ἐπιβάρυνσιν τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος καὶ συνεπῶς βλάπτουσαν τὰ συμφέροντα τῶν ὑπηκόων τοῦ Βασιλέως μου. Ὑψώσατε τὴν παρακράτησιν ἀπὸ 15% εἰς 20%. Τοῦτο ἐνόμισα ἀντίθετον πρὸς τὴν σύμβασιν». Σήμερον ἐκάματε τὴν ἐρώτησιν αὐτήν. Εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ τηρήσωμεν τὰ νομοθετημένα, εἴτε προσωρινῶς αἴροντες αὐτὰ εἴτε ἐπαναφέροντες ἐν ἰσχύϊ. Ἐὰν ὅμως, ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐκ Πυλίας συνάδελφος, ὑψώσωμεν τὴν παρακράτησιν ἀπὸ 25% π. χ. εἰς 75%, καὶ τὸν φόρον εἰς εἶδος ἀπὸ 15% εἰς 45%, τοῦτο εἶναι νέον γεγονὸς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄγνωστον, ὁ δὲ κ. πρεσβευτὴς εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὁρίσῃ ἐκ τῶν προτέρων τί θὰ πράξῃ, καὶ εἶναι ἐλεύθερος νὰ διαμαρτυρηθῇ, ἐὰν νομίζῃ ὅτι βλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους του.
§93ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταῦτα φέρουσι βελτίωσίν τινα τῆς καταστάσεως, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀνόρθωσιν. Διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἔρχεται εἰς τροποποίησιν ἢ συμπλήρωσιν, —διότι ὑπάρχει καὶ συμπλήρωσις τῶν προηγουμένων συμβάσεων καὶ ἰδίως τῆς προηγουμένης δασμολογικῆς συμβάσεως. — Ἐὰν ἔρχηται εἰς συμπλήρωσιν καὶ τροποποίησιν, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν θετικῶς, τί μένει ἐκ τῶν προτέρων συμβάσεων ἐπὶ ποδός. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζωμεν εἰδικῶς θετικώτατα, ἂν μένει ἐπὶ ποδὸς ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἐπιβολῆς προσθέτων φόρων σταφίδος. Διότι, ἂν αὕτη δὲν καταργῆται, ἐκ τούτου κινδυνεύομεν, εἰς τὴν πρώτην ἀπόπειραν νέας νομοθετήσεως, προνοητικῆς ὑπὲρ τῶν συμφερόντων ἢ τοῦ Δημοσίου ἢ τῆς σταφίδος, νὰ προσκρούσωμεν εἰς νέας διαμαρτυρίας. Ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἦναι ὁ σκοπὸς τῆς Ἀγγλίας ἀλλοῖος ἐκείνου, ὅπερ ἀναγράφεται ἐν τῇ συμβάσει, ἢ σκοπὸς τροποποιήσεως τῆς τέως ἰσχυούσης συμβάσεως, τῆς μὴ ἀπαγορευούσης τὰς πράξεις, δι’ ἃς σήμερον ἡ Ἀγγλία διεμαρτυρήθη, δηλ. τὴν παρακράτησιν καὶ τὸν φόρον εἰς εἶδος. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ παρακράτησις ἢ ὁ φόρος εἰς εἶδος εἶναι δυσάρεστος εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ἔχουσαν ἤδη ὑπογεγραμμένην τὴν σύμβασιν ταύτην καὶ κεκυρωμένην, βεβαίως δὲν ἀποβάλλει τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλῃ τὴν σύμβασιν, καὶ λήξαντος τοῦ ἔτους νὰ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις, δυναμένας νὰ φέρωσιν ἐν νέᾳ συμβάσει παραχωρήσεις εἰς αὐτὴν ἄλλας, ὠφελίμους. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῇ, διότι δὲν ἔκρινε καλὸν νὰ προέλθῃ εἰς καταγγελίαν κατὰ τῆς συμβάσεως, ὡς νῦν ἐγένετο. Ἀλλ’ αἱ νῦν γενόμεναι διαμαρτυρίαι ἐστενοχώρησαν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καίτοι εἰς ἐμὲ ἐφάνησαν ὅτι εἶχον βάσιν δικαίαν, δι’ ἣν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν ὁπωσδήποτε τὸ δίκαιον νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν νέαν μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας πρὸς ὑπογραφὴν τῆς προκειμένης συμβάσεως. Ὅτι δὲ τοιαύτη ἦτο ἡ ἀντίληψις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως φαίνεται ἐκ τῶν ἐγγράφων τοῦ τέως κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἅτινα ἔχω ἐνώπιόν μου, ἀπαντῶντος εἰς τὸν τότε συνάδελφόν του Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ρωμᾶνον (ἀναγινώσκει): «... Εἰ καὶ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 74925 τῆς 2 τρέχοντος μηνὸς ἐγγράφου ἐδηλώθη ὑμῖν τίνας κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν δασμολογικὰς ἐκπτώσεις ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως προτεινομένων δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, ὑποβάλλοντες τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἐκ τούτου ἐπαγομένην μείωσιν τῶν ἐσόδων κατὰ ποσὸν, ὅπερ ὑπολαμβάνομεν ἐπαρκὲς ἀντάλλαγμα τῆς χορηγητέας ἡμῖν ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἐλευθερίας ὡς πρὸς τὴν διαρρύθμισιν τῆς ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου φορολογίας, ἐν τούτοις, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν τῶν κλάσεων τῶν θιγουσῶν τὴν ἡμετέραν βιομηχανίαν, καθ’ ἃ ὑποδηλοῦται ἐν τῇ προτάσει τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, ὡς αὕτη διετυπώθη ἐν τῷ ἐφ’ οὗ ἀπαντῶμεν ἐγγράφῳ ὑμῶν, πρὸς ἀποφυγὴν μείζονος βλάβης εἴμεθα τῆς γνώμης νὰ δειχθῶμεν ἐνδοτικώτεροι εἰς ἐλάττωσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ εἰδῶν ἀναγομένων εἰς κλάσεις τοῦ δασμολογίου μὴ ἐπηρεαζούσας τὴν ἐντόπιον βιομηχανικὴν παραγωγήν...» Εἶναι σαφὲς ἢ οὔ; Καὶ ἔρχεται ἄλλο ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, αὐτολεξεὶ σχεδὸν ἐπαναλαμβάνον τὴν αἴτησιν ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἔννοιαν (ἀναγινώσκει): «... Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰς προτεινομένας δασμολογικὰς ἐκπτώσεις τῆς πρώτης κατηγορίας, φρονοῦμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ τὰς δεχθῶμεν καὶ νὰ ὑποβάλωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς τὴν ἐκ τούτου ἐπαγομένην μείωσιν τοῦ ἐσόδου κατὰ ποσὸν φράγκων 263,000, ὑπολαμβάνοντες τὴν θυσίαν ταύτην ἐπαρκὲς ἀντάλλαγμα τῆς χορηγητέας ἡμῖν ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἐλευθερίας ὡς πρὸς τὴν διαρρύθμισιν τῆς ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου φορολογίας. Ἄλλως ὅμως ἔχει τὸ πρᾶγμα, προκειμένου περὶ τῶν τῆς δευτέρας κατηγορίας ἐκπτώσεων, ὧν ἡ ἀποδοχὴ οὐ μόνον τὰ δημόσια ἔσοδα θέλει μειώσει, ἀλλὰ καὶ ἑλληνικὰ ἐργοστάσια, ἀπὸ ἐτῶν λειτουργοῦντα καὶ οὐκ εὐκαταφρόνητον ἐγχώριον πληθυσμὸν ἀπασχολοῦντα, θέλει καταστρέψει...» Τὰ Ἑλληνικὰ ταῦτα, ἅτινα εἶναι τοσοῦτον σαφῆ, ἀντιστοιχοῦσιν ἀκριβῶς πρὸς τὰ Ἑλληνοαγγλικὰ, ἅτινα εὑρίσκονται ἐν τῇ συμβάσει. Εἶναι σαφέστατα, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν ἡ σύμβασις ἢ ταύτην: «Ἐνόμισα ἐγὼ, ἡ Ἀγγλία, ὅτι ὑμεῖς οἱ Ἕλληνες προσβάλλετε τὸ συμβατικὸν δίκαιόν μου, ἐπιβάλλοντες διὰ τῆς παρακρατήσεως προσθέτους φόρους εἰς τοὺς ἤδη ὡρισμένους ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ἐνόμισα ἐγὼ, ἡ Ἀγγλία, ὅτι προσεκρούσατε εἰς τὸ συμβατικὸν καθεστὼς, μεταβαλόντες τὸν φόρον τὸν εἰς χρῆμα εἰς φόρον εἰς εἶδος, καὶ ἐζημιώσατε διὰ τούτου τὰ συμφέροντά μου, ἅτινα ἡ σύμβασις καλύπτει. Διὰ τοῦτο ἔχω λόγον νὰ ἐπιμείνω διαμαρτυρομένη, καὶ διεμαρτυρήθην πολλάκις, μόνος δὲ τρόπος ἄρσεως τῆς διαμαρτυρίας ἤθελεν εἶναι ἡ προθυμία ὑμῶν εἰς νέας παραχωρήσεις δασμολογικὰς, εἰς νέα ἀνταλλάγματα, ἵνα ἀποκτήσητε τὴν ἐλευθερίαν νὰ κανονίσητε τὰ τῆς σταφίδος ὡς θέλετε, εἴτε φορολογικῶς εἴτε παρακρατητικῶς». Ἄλλην ἔννοιαν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ· ἀλλ’ ἂν τυχὸν ἔχῃ, πρέπει νὰ μὴ ψηφισθῇ.
§94ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης δὲν νομίζετε ὅτι δημιουργεῖται νέον συμβατικὸν καθεστώς; Ἑπομένως δικαίωμα ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ νὰ διαμαρτυρηθῇ, ἐφ’ ὅσον τὸ καθεστὼς τοῦτο ταράσσεται. Τώρα ποῖον εἶναι τὸ καθεστὼς τὸ συμβατικόν; Εἶναι ὅτι αἴρεται ἡ διαμαρτυρία, καὶ ἑπομένως τὰ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ νομοθεσίᾳ καλῶς ἔχουσιν. Ἀλλὰ μέχρι τίνος ὁρίου;
§95ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ εἶπον καθαρά.
§96ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δυνάμεθα νὰ ὑψώσωμεν τὸ ὅριον τῆς παρακρατήσεως, καὶ τὸν εἰς εἶδος φόρον ν’ αὐξήσωμεν; Νομίζω ὄχι, διότι τὸ καθεστὼς πλέον παραβαίνεται. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀμφιβολία, τότε ἂς διευκρινηθῇ.
§97ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δηλαδὴ λέγετε, ὅτι ὁ φόρος τῆς παρακρατήσεως ἔφθασε μέχρι τοῦ 20%...
§98Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 24% εἶναι νομοθετημένον.
§99ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔφθασε μέχρις 24% ἐν γνώσει τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως; καὶ ὁ φόρος εἰς εἶδος ἐκανονίσθη ὡς ἐκανονίσθη εἰς 17 καὶ 20%; Κατὰ παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ζακύνθου, ἣν, φαίνεται, παρεδέχθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἡμεῖς, μεταβαλόντες ἰδέας, προσθέσωμεν ἓν λεπτὸν εἰς τὰ 24% τῆς παρακρατήσεως, καὶ 1 ἑκατοστὸν εἰς τὰ 25% τοῦ φόρου εἰς εἶδος, τρέχομεν τὸν κίνδυνον ν’ ἀκούσωμεν διαμαρτυρίας;
§100Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ 24% δὲν τὸ ἀπεδέχθη ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις· ἐψηφίσαμεν αὐτό, ἀλλ’ ἀνελάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ τὸ ἐφαρμόσωμεν.
§101ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὡς παράδειγμα τὸ λαμβάνω. Ἂς δεχθῶμεν, ὅτι εἶναι 20%· εὐθύς, ὡς προσθέσωμεν ἓν ἑκατοστόν, θὰ ὑποκήμεθα εἰς διαμαρτυρίας; Ἀλλὰ τότε τί ἐκερδήσαμεν;
§102ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ καθεστώς. Ποῖον εἶναι τὸ καθεστώς, ὅταν συνομολογῆται μία σύμβασις; Τὸ καθεστὼς εἶναι τὸ σήμερον ὑπάρχον. Ἡ παρακράτησις εἶναι σήμερον 20%· ἐπ’ αὐτοῦ συνεφωνήθη. Ἐὰν κατόπιν τὸ 20% γείνῃ 40%, ἢ τὸ 15% τοῦ φόρου εἰς εἶδος γείνῃ 35%, εὑρίσκετε ὅτι ἐκεῖνο θὰ ἦναι καθεστώς;
§103ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι τοῦτο θὰ παρέχῃ εὔλογον ἀφορμὴν εἰς τὴν μεθ’ ἡμῶν συμβληθεῖσαν Κυβέρνησιν νὰ καταγγείλῃ τὴν σύμβασιν, οὐδαμῶς ὅμως ἀφορμὴν εἰς διαμαρτυρίαν, διότι ἄλλο εἶναι καταγγελία καὶ ἄλλο διαμαρτυρία· ἡ καταγγελία οὐδόλως στενοχωρεῖ ἡμᾶς, ἐνῷ ἡ διαμαρτυρία, γιγνομένη μάλιστα ὑπὸ ἰσχυροῦ Κράτους πρὸς ἀσθενὲς, εἶναί τι πολὺ δυσάρεστον.
§104Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ συζήτησις δὲν πρέπει νὰ περιστρέφηται μόνον ἐπὶ τῆς ἰδέας τῆς παρακρατήσεως, διότι δύναται νὰ μεταβληθῇ ἡ φορολογικὴ κατάστασις.
§105ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δι’ ὧν λέγω δὲν σκοπῶ νὰ ἐπιτύχωμεν ἀναγραφὴν νέας τινὸς διατάξεως εἰς τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ μόνον ἐξήγησιν σαφῆ, ἥτις θὰ ζητηθῇ δι’ ἐγγράφου ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἴτε ἐπισήμου εἴτε ἡμιεπισήμου, καὶ δοθῇ δι’ ἐγγράφου, εἴτε ἐπισήμου εἴτε ἡμιεπισήμου, ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως· διότι ἡ τοιαύτη ἐξήγησις ἤθελεν εἶναι ἐπαρκεστάτη. Ἐγώ, ὡς κυβερνήτης, εὑρέθην εἰς τοιαύτην θέσιν ἐν περιπτώσει τινὶ, ἥτις ἐφαίνετο ἀμφίβολος, ἐπὶ τῆς Ἀγγλικῆς ἀκριβῶς συμβάσεως, νὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις μοὶ ἔδωκε μετά τινα χρόνον τοιαύτην δήλωσιν, ἀφοῦ ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ πρεσβευτοῦ ἡ γνώμη αὐτῆς. Νὰ ἐρωτήσωμεν ποία εἶναι ἡ τιμή, ἐφ’ ᾗ ζητεῖται τὸ ἀντάλλαγμα· εἶναι 20%, εἶναι 15%, ἀφορᾷ εἰς τὸν φόρον τὸν εἰς εἶδος, ἀφορᾷ εἰς φόρον κατ’ ἄλλον τρόπον ὁριζόμενον ἢ ἐπὶ ἄλλῳ ποσῷ ὁριζόμενον, ταῦτα πρέπει νὰ γνωρίζωμεν. Ἀρκεῖ ἁπλῆ διαβεβαίωσις, ὅτι μέχρι τοῦ ὅρου τούτου καταργοῦσιν ἐσαεὶ τὰς διαμαρτυρίας αὑτῶν ἀπέναντι τῶν ἀνταλλαγμάτων, ἅτινα διὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως λαμβάνουσιν.
§106Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Πρὸς ὑμᾶς, τὸν ἐπαξίως κατέχοντα τὸ βῆμα, ὡς γνώστην τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, καὶ πρὸς τὸν κ. εἰσηγητὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου τολμῶ νὰ παρατηρήσω, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ τοῦτο καὶ ὑπὸ τὴν ἑξῆς ἔννοιαν, καὶ μᾶς δοθῶσιν ἐξηγήσεις. Ἐκ τῆς δηλώσεως παρατηρῶ, ὅτι δύο εἶναι αἱ ἀφορμαὶ τῆς προκειμένης συμβάσεως: αʹ) νὰ ἀρθῶσιν αἱ διαμαρτυρίαι διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως, καὶ βʹ) νὰ παύσῃ ἡ φορολογία τῆς σταφίδος εἰς εἶδος. Ἐὰν ταῦτα ἦναι ἀκριβῆ, καὶ ἐπίσης εἶναι βεβαιωμένον ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐκ τῶν νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὔτε τὴν παρακράτησιν σκοπεῖ νὰ αὐξήσῃ, διότι αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατήγγειλε ταύτην ὡς ἀντικειμένην εἰς τοὺς κανόνας τῆς οἰκονομολογικῆς ἐπιστήμης καὶ παρὰ τὴν γνώμην του ὑφισταμένην, καὶ διὰ τὴν ἐξακολούθησίν της στέργει ἁπλῶς...
§107Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§108Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Οὕτως ἀντελήφθην τὸ πρᾶγμα... Ἐὰν ἦναι τοῦτο ἀκριβές, ἡ Κυβέρνησις ἔχει γνώμην νὰ μὴ αὐξηθῇ ἡ παρακράτησις. Ἐπίσης εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖ τὴν εἰς εἶδος φορολογίαν καὶ τὴν μεταβάλλει εἰς χρῆμα. Ἐὰν ταῦτα ἔχωμεν βεβαιωμένα, εὑρίσκω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ διὰ τὴν συζητουμένην σύμβασιν, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς ἀνταλλάγματα 400,000 περίπου δραχμῶν ἀπέναντι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως.
§109ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα. Σεῖς εἶσθε κατὰ τῆς συμβάσεως, ἐγὼ ὄχι.
§110Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Κατ’ ἐμὲ αἱ αἰτίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν τὴν σύμβασιν ταύτην, ἔπαυσαν, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῇ.
§111ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἐγένετο αἰσθητὴ ἡ ἀντίρρησις μέχρι τίνος ἠδύνατο καὶ τί ἀπαιτεῖται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ, ἵνα σαφηνισθῇ ἐντελῶς τὸ θέμα, ἵνα δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἐν πλήρει γνώσει τῶν πραγμάτων νὰ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν, ἥτις, τούτου σαφηνιζομένου, εἴμεθα καὶ ἡμεῖς πρόθυμοι νὰ ψηφισθῇ. Ἔρχεται μετὰ τοῦτο ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξετάσεως ἄλλου σημείου. Πρέπει νὰ παρατηρηθῇ, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, ἐκτὸς τῆς εὐκολίας, ἥτις παραχωρεῖται ἐν τῷ δασμολογίῳ τῷ παραρτωμένῳ, παραχωροῦνται καὶ ἄλλαι εὐκολίαι εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, τέως μὴ ὑπάρχουσαι. Ἐν τῇ κειμένῃ συνθήκῃ ἡ καταγγελία τῆς συμβάσεως δὲν ἦτο δεδομένον εἰς τὴν Ἀγγλίαν νὰ γένηται μερικῶς, δηλαδὴ ἡ Ἀγγλία, καταγγέλλουσα τὴν σύμβασιν, ἤθελε καταγγείλει δι’ ἑαυτὴν καὶ διὰ πάσας τὰς ἀποικίας καὶ κτήσεις, ἃς ἔχει, δὲν φαίνεται δὲ ἐκ τῆς κειμένης συμβάσεως, ὅτι μία ἀποικία ἢ μία κτῆσις, μεταμελομένη ὅτι ὑπήχθη εἰς τὴν σύμβασιν, δύναται μόνη αὐτὴ νὰ καταγγείλῃ. Κατὰ τὴν νέαν σύμβασιν, ἡ τοιαύτη ἐλευθερία τῆς μονομεροῦς καταγγελίας παρέχεται. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καλῶς παρέχεται, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι δίδομεν νέον τι εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως καὶ τοῦτο συνυπολογισθῇ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν παραχωρήσεων. Τρίτη παραχώρησις εἶναι ἐκείνη ἡ ἐν ἄρθρῳ 6, περὶ ἧς ἐζήτησα νὰ σαφηνισθῇ, ποίαν ἔννοιαν ἔχει. Εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προβῇ εἰς συνεννόησιν πρὸς διασάφησιν τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν κλάσιν, ἐφ’ ἧς παρατηροῦμεν ἐλαττώσεις τελῶν ὑπὲρ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἐλπίζω ὅτι ὅσα κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὑπέδειξα ἐνταῦθα ἤρκεσαν, ὅπως καταστῶ καταληπτὸς ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐν κλάσει 139, μεταρρυθμιζομένου τοῦ συμβατικοῦ δασμολογίου, λέγονται ταῦτα: «Πᾶν ἄλλο εἶδος ζαχαροπλαστικῆς ἢ ζαχαρόπηκτον ἢ μελίπηκτον μὴ εἰδικῶς κατονομαζόμενον, αἱ 100 ὀκάδες ἀπὸ 300 δραχμὰς εἰς δραχ. 38 καὶ 40». Παρετήρησα ὅτι, ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἔχουσι, σημείωσις παρακολουθοῦσα τὴν παραχώρησιν λέγει ταῦτα: «Ἐκ τῆς ἀνωτέρω κλάσεως τοῦ δασμολογίου ἐξαιροῦνται ὁ χαλβᾶς καὶ τὰ λουκούμια, ὡς καὶ ἕτερα παρεμφερῆ εἴδη, εἰδικῶς ἀναφερόμενα ἐν τῷ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὑπογραφῆς τῆς Ἑλληνοαγγλικῆς δηλώσεως τοῦ 1904 ἐν ἰσχύϊ δασμολογίῳ». Ἐξαιροῦνται λοιπὸν μόνον ταῦτα, ἐνῷ τὸ δασμολόγιον ἔχει ἑτέραν κλάσιν διὰ τὸν χαλβᾶν, τὴν κλάσιν 138, καὶ παρετήρησα, ὅτι ἡ ἐξαίρεσις τοῦ χαλβᾶ πλεονάζει. Παρετήρησα ὅμως καὶ τοῦτο τὸ ἄλλο, ὅτι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, — οὐχὶ ὡς ἔχει ἡ πρόθεσις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶμαι πεπεισμένος ὅτι αἱ προθέσεις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχουσιν οὕτω, — ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, φοβοῦμαι μήπως παρανοοῦμεν τὴν ἀξίαν τῶν ἐνταῦθα διατιθεμένων, ὄχι ὑπὲρ τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ τῆς Αὐστρίας, τῆς Γερμανίας, τῆς Γαλλίας καὶ ὑπὲρ τῆς ζακχάρεως, ἐνῷ ἀληθῶς ἡ Ἀγγλικὴ αἴτησις ἔτεινεν εἰς ἐπιτυχίαν ὑποβιβασμοῦ ὅλως εἰδικοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους. Διότι ἐκτὸς τῶν δύο αὐτῶν κλάσεων, 138 καὶ 139, μίαν μόνον κλάσιν ἔχομεν ἐνταῦθα, ὁμιλοῦσαν περὶ ζακχάρεων, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 137: «Ζάκχαρις οἱασδήποτε ποιότητος καὶ κατασκευῆς, ἀμυλοζάκχαρον τὰ ἐκ τούτου σεράπια, ζωμὸς γεωμήλων (glucose) ὁποιασδήποτε πυκνότητος, ὡς καὶ μέλι ῥευστὸν ἢ εἰς κηρήθρας (πήττας).» Τοιαύτης οὔσης τῆς βάσεως, τοιούτου τοῦ θεμελίου πάντων τῶν νομοθετουμένων ἐν τῷ δασμολογίῳ περὶ τῆς ζακχάρεως, ἕπονται ἔπειτα χαλβᾶς καὶ λουκούμια, καὶ ἔπειτα τὸ 139, ὅπερ παραχωροῦμεν κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, τὸ παραχωροῦμεν δ’ οὕτω: «Πᾶν ἄλλο εἶδος ζακχαροπλαστικῆς μελίπηκτον ἢ ζαχαρόπηκτον», καὶ λέγομεν ἐν ὑποσημειώσει: «Ἐκ τῆς ἀνωτέρω κλάσεως τοῦ δασμολογίου ἐξαιροῦνται ὁ χαλβᾶς καὶ τὰ λουκούμια, ὡς καὶ ἕτερα παρεμφερῆ εἴδη, εἰδικῶς ἀναφερόμενα ἐν τῷ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὑπογραφῆς τῆς Ἑλληνοαγγλικῆς δηλώσεως τοῦ 1904 ἐν ἰσχύϊ δασμολογίῳ». Οὐδὲν δ’ ἔχομεν εἰδικῶς ἀναφερόμενον περὶ καραμελῶν, κεκρυσταλλωμένης ζακχάρεως (κάντιου), καὶ τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν τὸ κάντιον καὶ τὰς καραμέλας ὑπαγομένας εἰς τὴν κλάσιν 139 τοῦ δασμολογίου, ἤτοι εἰς δραχμὰς 38,40 τὰς 100 ὀκάδας, ὅτε τὸ ἐκ τοῦ δασμοῦ τῆς ζακχάρεως ἔσοδον ᾤχετο ἀπιόν, διαρρέει σχεδὸν ὁλόκληρον, καὶ φορολογεῖται ἡ ζάκχαρις ἡ ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν εἰσαγομένη εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς τρόπον ὥστε ὁ καθεὶς κατὰ προτίμησιν νὰ ζητῇ τὴν πολυτελεστάτην ζάκχαριν, ἅτε καὶ καταβάλλουσαν δασμὸν πολὺ ἐλαφρότερον τοῦ τῆς κοινῆς. Τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ φροντίσωμεν νὰ ἑρμηνευθῇ προσηκόντως ἐν τῇ συμβάσει ὅτι δὲν ἔχει οὕτω· διότι, ἐὰν ἑρμηνευθῇ, οὐδένα τρέχομεν κίνδυνον, ἄλλοι εἰσαγωγεῖς νὰ ἐπωφεληθῶσιν ἐκ τῆς γενικότητος καὶ ἀσαφείας τοῦ ἐν τῇ συμβάσει ὅρου. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔχωμεν τούτου ἑρμηνείαν, καὶ ἑρμηνείαν ἔγγραφον, ἥτις ἀσφαλίζει ἡμᾶς ἀπέναντι τρίτων, ἐὰν τυχὸν δὲν ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ ἀσφαλισθῶμεν καὶ ἀπέναντι τῆς συμβαλλομένης μεθ’ ἡμῶν Δυνάμεως. Τρίτον θέμα, ἐφ’ οὗ ἐγὼ δὲν εἶχον φέρει τὸν λόγον, νομίζω ὅμως, ὅτι εἶπέ τινα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ζυγομαλᾶς, βεβαίως δ’ ἔχομεν καθῆκον περὶ αὐτοῦ νὰ ὁμιλήσωμεν σήμερον, κατόπιν τῆς ὑποβολῆς τῶν διαμαρτυριῶν, τῶν παραπόνων τῶν ἐργοστασιαρχῶν κλωστηρίων ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ, εἶναι τὸ θέμα τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν κλάσιν 156: «Κλωσταὶ διὰ ῥαφὴν, περιτετυλιγμέναι εἰς χάρτην ἢ εἰς τροχίσκους (κουβαρίστρας) ἢ ἁπλῶς εἰς πλοκάμους (πολύκλωστοι), λευκαὶ ἢ ἀλεύκαστοι ἢ κεχρωματισμέναι, κεκλωσμέναι ἢ ἐστρημμέναι ἢ μή, ἄνευ ἀφαιρέσεως ἀποβάρου ὡς πρὸς τὸν χάρτην.» Τινὲς τῶν βιομηχάνων, τῶν ὑποβαλόντων τὸ ὑπόμνημα, μὲ ἐπεσκέφθησαν χθὲς κατ’ οἶκον καὶ διετύπωσαν τὸ παράπονον αὐτῶν, ὑπομνήσαντές με, ὅτι πρό τινος χρόνου εἴς τινα ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν εἶχον ἤδη διατυπώσει τὸ παράπονον τοῦτο. Ἔχω ἐνταῦθα τὴν ἐφημερίδα, λέγονται δ’ ἐν αὐτῇ αὐτὰ ἐκεῖνα, ἅτινα περιέχονται καὶ ἐν τῷ ὑπομνήματι, ὅπερ ὑπέβαλον. Ὁμολογῶ ὅτι ἐκ πρώτης ὄψεως καθ’ ὅλην τὴν χθεσινὴν ἡμέραν ἐνόμιζον, ὅτι τὸ παράπονον τῶν βιομηχάνων ἦτο ὀρθὸν, εἶχε βάσιν· περισσότερον ὅμως ἐγκύψας εἰς τὸ ζήτημα, καὶ προσπαθήσας νὰ εἰσδύσω εἰς τὰ ἱερογλυφικὰ τῆς τελωνειακῆς γλώσσης, νομίζω ὅτι δὲν τρέχει κίνδυνον ἡ κλωστὴ ἐκείνη, περὶ ἧς ἐνδιαφέρονται οἱ βιομήχανοι, ἡ κλωστὴ ἡ χρήσιμος εἰς πᾶν ἄλλο ἢ πρὸς ῥαφὴν, διότι περὶ ταύτης οὐδεὶς αὐτῶν ἐνδιαφέρεται. Δὲν ἐνδιαφέρονται οἱ βιομήχανοι διὰ τὰς «κλωστὰς διὰ ῥαφὴν περιτετυλιγμένας εἰς χάρτην ἢ εἰς τροχίσκους (κουβαρίστρας)», ἀλλὰ μόνον περὶ ἐκείνων, αἵτινες ἐν τῷ δασμολογίῳ λέγονται «ἁπλῶς εἰς πλοκάμους (πολύκλωστοι) λευκαὶ ἢ ἀλεύκαστοι, κεκλωσμέναι ἢ ἐστρημμέναι ἢ μή». Ἡ προσεκτικὴ ἀνάγνωσις τῆς κλάσεως ταύτης δεικνύει, ὅτι ἡ ἀρχικὴ φράσις «κλωσταὶ διὰ ῥαφὴν» κυβερνᾷ ὅλην τὴν περίοδον. Μένει μόνον τὸ ζήτημα νὰ ἑρμηνευθῇ, τὶ σημαίνει «κλωσταὶ εἰς πλοκάμους». Κατὰ τοὺς βιομηχάνους «κλωσταὶ εἰς πλοκάμους» εἶναι αὗται (δεικνύει πρὸς τὴν Βουλὴν νῆμα εἰς πλόκαμον), καὶ παραπονοῦνται, ὅτι ἀκούονται ἀμφισβητήσεις ὅτι πλόκαμοι εἶναι οὗτοι, ἐννοουμένου πλοκάμου τοῦ πολλαπλοῦ τοῦ νήματος, ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν κλωστὴν ταύτην, ἐκ τριῶν ἢ τεσσάρων νημάτων. Ἀλλὰ προφανῶς τὸ δασμολόγιον, ὁμιλοῦν περὶ πλοκάμων, ἐννοεῖ αὐτοὺς τούτους, ὡς δεικνύει καὶ ἡ μετάφρασις τῆς φράσεως γαλλιστὶ, ἥτις μεταχειρίζεται τὰς λέξεις écheveaux... à simple ou double torsion. Διὸ νομίζω, ὅτι κατὰ τοῦτο δὲν προτείνουσί τι ὀρθόν. Ψηφίζοντες τὴν σύμβασιν, οὐδένα κίνδυνον ἔχομεν νὰ διατρέξωμεν, καθόσον ἔχομεν ἐν τῇ κλάσει ταύτῃ τὴν κατηγορίαν «κλωσταὶ πρὸς ῥαφήν», ἐκείνη δὲ, περὶ ἧς ἐνδιαφέρονται οἱ βιομήχανοι, δὲν εἶναι κλωστὴ πρὸς ῥαφήν.
§112Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐρωτήσατε, διὰ νὰ βεβαιωθῆτε ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
§113ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ παρὰ τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ὃν, ἐὰν ἐπιθυμῇ, ἐγχειρίζω καὶ τὸν πλόκαμον τοῦτον, ὅστις βεβαίως δὲν εἶναι ὀκτάποδος πλόκαμος (ἱλαρότης).
§114Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ ὑπάρξῃ συναίνεσις, ὄχι νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη μου.
§115ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤκουσα μάλιστα παρ’ αὐτῶν τῶν βιομηχάνων, ὅτι οἱ μεγάλοι βιομήχανοι, ὅπως ὁ κύριος Πολίτης, ὁ Διευθυντὴς τῆς ἀνωνύμου Ὑφαντουργικῆς Ἑταιρείας «τὸ Φάληρον», καὶ ἄλλοι οὕτως ἀντιλαμβάνονται τὴν διάταξιν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν προσέθηκαν τὰς ὑπογραφὰς αὐτῶν εἰς τὸ ὑπόμνημα. Οὗτοι λέγουσιν, ὅτι ἡ κλωστή, περὶ ἧς πρόκειται, ἄλλη εἶναι ἢ ἡ ἐνδιαφέρουσα τὰ κλωστήρια καὶ τὰ ὑφαντήρια. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐλπίζω ὅτι πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως θὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς, ἂν τρέχομεν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν καταστρεφομένην τὴν βιομηχανίαν ἡμῶν, ἢ ἂν περὶ ἄλλου πρόκειται, καὶ ὑποθέτω, ὅτι τοῦτο θ’ ἀκούσωμεν παρ’ αὐτοῦ. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, νομίζω ὅτι σαφῶς ἐξετέθη, ὅτι ἡ σύμβασις, ὑπὲρ ἧς ἐγὼ προσωπικῶς ἔχω πλήρη τὴν διάθεσιν νὰ φέρω λευκὴν ψῆφον, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξηγηθῇ ποίαν ἔννοιαν ἔχει εἰς τὸ θέμα τὸ ἀναγόμενον εἰς τὸ ἀντάλλαγμα τὸ Ἀγγλικόν, τὸ διδόμενον εἰς ἡμᾶς, τὸ μὴ δασμολογικόν. Εἶναι δ’ ἐπίσης ἀνάγκη νὰ διασαφηνισθῇ ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς κλάσεως 139, ἂν δηλ. θὰ περιλαμβάνωνται ἐν τῇ γενικῇ ἐκφράσει αἱ καραμέλαι καὶ τὸ κάντιον (sucre candi), ὅπερ εἶναι ζάκχαρις κεκρυσταλλωμένη.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Θεοτόκης ἔχει τὸν λόγον.
§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι, ὅπως κατανοήσωμεν τὴν ἔννοιαν τῆς δηλώσεως, περὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν, ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ αἴτια τὰ προκαλέσαντα τὴν δήλωσιν καὶ εἰς τὰ διαμειφθέντα ἐπὶ τῶν αἰτίων τούτων ἔγγραφα. Ἐὰν τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐξετάσωμεν, θὰ φθάσωμεν εἰς τὰ ἑξῆς συμπεράσματα. Κατὰ Μάρτιον τοῦ 1890 συνωμολογήθη σύμβασις μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος, δυνάμει τῆς ὁποίας «ἡ μὲν Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Βρετανικῆς Μεγαλειότητος ὑποχρεοῦται νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ὁ ἐπὶ τῆς εἰσαγομένης εἰς τὸ Ἡνωμένον Βασίλειον τῆς Μεγάλης Βρετανίας καὶ Ἰρλανδίας κορινθιακῆς σταφίδος δασμὸς ἐλαττωθῇ ἀπὸ 7 σελλινίων εἰς δύο σελλίνια καθ’ ἑκατόλλιτρον ἀγγλικόν, ἡ δὲ Κυβέρνησις τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων ὑποχρεοῦται νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὲρ τῶν Βρετανικῆς καταγωγῆς ἢ τέχνης ἀντικειμένων ἀτελείας ἢ ἐλαττώσεις τελῶν, πρὸς δὲ θέλει συστήσει εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς μὴ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ ἤδη κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς κορινθιακῆς σταφίδος εἰσπραττομένου ἐγγείου φόρου.» Ἐν τῇ συμβάσει ὁρίζεται, ὅτι ἡ συμφωνία αὕτη θέλει διαρκέσει ὅσον καὶ ἡ συνθήκη τῆς 10 Νοεμβρίου (29 Ὀκτωβρίου) 1886.» Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἡ διάρκεια τῆς συνθήκης ταύτης ἦτο δεκαετής. Ἡ σύμβασις αὕτη ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκυρώθη. Ὅτε ἐπῆλθεν ἡ κρίσις ἡ σταφιδικὴ, καὶ ἡ Ἑλλὰς προέβη εἰς μέτρα τινὰ νομοθετικὰ, — καὶ πρῶτον μέτρον νομοθετικὸν ἦτο τὸ τῆς παρακρατήσεως, ἐνθυμούμεθα δὲ ὅλοι, ὅτι ἡ παρακράτησις ἐνομοθετήθη ὡς μέτρον προσωρινὸν καὶ ὅτι μετὰ ταῦτα τὸ προσωρινὸν τοῦτο μέτρον ἔλαβεν ὡρισμένην διάρκειαν, ηὐξήθη δὲ καὶ ὁ ὅρος τῆς παρακρατήσεως, — εὐθὺς ὡς τὰ μέτρα ταῦτα ἐλήφθησαν ἤρχισεν ἡ Ἀγγλία διαμαρτυρομένη. Καὶ ἔχομεν τὸ ἔγγραφον τῆς 7) 19 Σεπτεμβρίου 1899 τοῦ ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Βρετανικῆς Μεγαλειότητος ἠσχολήθη μετ’ ἐπιμελείας εἰς μελέτην τοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς ψηφισθέντος νόμου περὶ παρακρατήσεως τῆς σταφίδος, ἐφ’ ᾧ καὶ ἐνετάλη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως δηλώσω τῇ Ὑμετέρᾳ Ἐξοχότητι, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ νόμος ἀπάδει πρὸς τοὺς ὅρους τῆς Ἑλληνοαγγλικῆς συμβάσεως, τῆς κατὰ Μάρτιον τοῦ 1890 συνομολογηθείσης. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος ποιεῖται τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὁ νέος νόμος διαφέρει τοῦ νόμου τοῦ 1895, ὅστις μέχρι τοῦδε ἀνενεοῦτο κατ’ ἔτος, ἐν δυσὶ κυρίως σημείοις, ἤτοι 1) ὅτι ἔχει ἰσχὺν ἐπὶ δεκαετίαν, ἀντὶ νὰ ἔχῃ ἐνιαύσιον καὶ νὰ ᾖ ἀνανεώσιμος κατ’ ἔτος, 2) ὅτι τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατητέας σταφίδος καθωρίσθη εἰς 10%, ἀντὶ 15%, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος τοῦ 1895, ὅτι δὲ ἐν ταὐτῷ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐξουσιοδοτεῖται νὰ ἀναβιβάσῃ τὸ ποσοστὸν εἰς 20% ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη καθώρισε νῦν τὸ ποσοστὸν διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος εἰς 15%. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον σημεῖον, ἡ Ὑμετέρα Ἐξοχότης δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος ἀπέσχε νὰ διατυπώσῃ διαμαρτυρίαν κατὰ τοῦ νόμου τοῦ 1895, ἐπὶ μόνῃ τῇ διαβεβαιώσει, ὅτι προέκειτο περὶ προσωρινοῦ καὶ ἐξαιρετικοῦ μέτρου, δὲν δύναται δὲ ἢ νὰ ἐκπλαγῇ ἐπὶ τοιαύτῃ τῆς συμβάσεως παραβάσει, οἵα ἡ πρότασις περὶ ἐξακολουθήσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νέου νόμου ἐπὶ δεκαετίαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον σημεῖον, ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος ποιεῖται τὴν παρατήρησιν, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 1 βεβαιοῦται, ὅτι τὸ παρακρατητέον ποσοστὸν 10% ἀναλογεῖ πρὸς ἐλάττωσιν ἐκ 4 δραχμῶν κατὰ 1000 ἐνετικὰς λίτρας, ἐπενεχθεῖσαν ἐπὶ τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ τανῦν πληρωνομένου ἀντὶ ἐγγείου φόρου. Κατ’ ἀκολουθίαν δὲν δύναται νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ, ὡς καθορίζεται τοῦτο, ἐὰν μὴ ἐπενεχθῇ ἀνάλογος ἐλάττωσις ἐπὶ τοῦ καταβαλλομένου εἰς χρῆμα ποσοστοῦ τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ, οὗ μὴ γενομένου θὰ ἠκυροῦτο ἡ ἀπαγορεύουσα τὴν αὔξησιν τοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐγγείου φόρου. Ἐπὶ τοῖς μνησθεῖσι λόγοις ἐνετάλην ἐπισήμως, ὅπως διαμαρτυρηθῶ ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτῆς Βρετανικῆς Μεγαλειότητος κατὰ τοῦ νέου νόμου, καθὸ ἀποτελοῦντος παράβασιν τῆς συμβάσεως τῆς 28 Μαρτίου 1890.» Ἐκ τοῦ πρώτου ἐγγράφου ἐξάγεται, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐθεώρει ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1899 ἀπετέλει παράβασιν τῆς συνθήκης, τῆς συνομολογηθείσης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας κατὰ Μάρτιον τοῦ 1890. Εἰς ταῦτα ἀπήντησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀμφισβητοῦσα, ὅτι ὁ νόμος, ὅτε ὥριζε δεκαετῆ τὴν διάρκειαν τῆς παρακρατήσεως, ἀπετέλει παράβασιν τῆς συμβάσεως· ἀνταπήντησε δὲ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δι’ ἐγγράφου της ἀπὸ 1)13 Δεκεμβρίου 1899, φέροντος τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρεσβευτοῦ Ἔγερτων, καὶ ἔχοντος ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ἔσπευσα νὰ διαβιβάσω τῇ ἐμῇ Κυβερνήσει τὴν διακοίνωσιν, ἣν μοὶ ἀπηύθυνεν ἡ Ὑμετέρα Ἐξοχότης τῇ 5)17 Ὀκτωβρίου, ἀφορῶσαν εἰς τὸν νόμον τοῦ 1899 περὶ τοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος παρακρατήματος, καὶ γνωρίζω ἤδη τὰς βλέψεις τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος, αἵτινες, καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ γνωστοποιήσω τῇ Ὑμ. Ἐξοχότητι, ὅτι δὲν μετεβλήθησαν. Ἐξακολουθεῖ αὕτη νὰ θεωρῇ, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται νόμος ἀντίκειται εἰς τὴν Ἀγγλοελληνικὴν σύμβασιν τῆς 28 Μαρτίου 1890, καὶ ἐπιφυλάσσεται ἑαυτῇ τὸ δικαίωμα, ὅπως ἐπαναλάβῃ καὶ ἐπιτείνῃ τὰς διαμαρτυρίας αὐτῆς, ἐὰν τὸ μέτρον τοῦτο θεωρηθῇ εἰς τὸ μέλλον ὡς παραβλάπτον Ἀγγλικὰ συμφέροντα.» Ὡς βλέπετε, Κύριοι, ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου, ἔχομεν ἐπανάληψιν τῆς διαμαρτυρίας τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ τοῦτο ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν περὶ ἀποδόσεως εἰς εἶδος τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ὅτε ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ πρεσβευτοῦ αὐτῆς ἀπηύθυνε πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον ἔγγραφον τῆς 14/27 Μαΐου 1904. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ λέγονται τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀνακοινῶ ὑμῖν μετὰ λύπης, ὅτι ἐνετάλην νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κατόπιν ἐνδελεχοῦς ἐρεύνης τοῦ ζητήματος ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου εὑρίσκονται ἐν συγκρούσει πρὸς ἐκείνας τῆς Ἀγγλοελληνικῆς συμφωνίας τοῦ 1890. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις πάντοτε διετήρησε τὴν γνώμην, ὅτι οἱ διάφοροι περὶ παρακρατήσεως νόμοι κατέληξαν εἰς παράβασιν τῆς συμφωνίας, καὶ φρονεῖ, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἐὰν ψηφισθῇ, ἤθελεν ἐπιφέρει ἔτι μείζονα διάστασιν πρὸς τὴν συμφωνίαν ταύτην καὶ μείζονας ἀντιρρήσεις ἐκείνων, αἵτινες ἐπηνέχθησαν ἄλλοτε, προκειμένου περὶ προγενεστέρων νομοθετημάτων. «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μ. ἀσμένως ἐν τούτοις ἤθελε διαπραγματευθῆ ἀναθεώρησιν τῆς συμφωνίας τοῦ 1890 ἐπὶ ἀνταποδόσει ἀποδεκτῶν παραχωρήσεων. Ἐφ’ ᾧ εἶμαι ἐντεταλμένος νὰ ἐρωτήσω τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἂν εἶναι διατεθειμένη νὰ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἐν καταφατικῇ δὲ περιπτώσει ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις θέλει τότε ὑποβάλει ὁριστικὰς προτάσεις ὡς πρὸς τὰς δασμολογικὰς παραχωρήσεις, ἃς εἶναι διατεθειμένη ν’ ἀπαιτήσῃ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ ἀγγλικοῦ ἐμπορίου. Φ. Ἔλλιοτ.» Ἔχομεν, ὡς βλέπετε, ἑτέραν διαμαρτυρίαν, ἐντονωτέραν τῶν πρὸ αὐτῆς. Ἡ ἔντονος αὕτη διαμαρτυρία ἔπεισε τὴν τότε Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν δὲν ἐλύετο τὸ ζήτημα, διότι εὑρισκόμεθα πρὸ κινδύνου καταγγελίας τῆς συμβάσεως, ἅπαντες δ’ ἐννοοῦσιν, ὅτι ἡ σταφὶς ἤθελε διατρέξει τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων, ἤθελεν ὑποστῆ ἀνεπανορθώτους ζημίας, ἐὰν ἤθελέ ποτε καταγγελθῆ ἡ μετὰ τῆς Ἀγγλίας, σύμβασις, τῆς ὁποίας ἡ διάρκεια πρὸ πολλοῦ εἶχε λήξει, καὶ τῆς ὁποίας ἑπομένως ἡ καταγγελία ἠδύνατο νὰ γείνῃ καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ὑποτιθεμένης παραβάσεως αὐτῆς. Τότε ἐγένοντο διαπραγματεύσεις, καὶ ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, τί ἐπὶ τέλους ἐζήτει, ὅπως μὴ παρεμβάλλῃ προσκόμματα εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ μὴ ἐπαναλάβῃ τὰς διαμαρτυρίας αὐτῆς κατὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατὰ τὸ παρελθὸν ἔλαβε, πιεζομένη ὑπὸ τῆς κρίσεως, ἣν ἀπὸ ἐτῶν ὑφίστατο τὸ σπουδαιότερον τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων. Αἱ διαπραγματεύσεις κατέληξαν εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ Ἀγγλία ἦτο διατεθειμένη νὰ εἰσέλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις, ὅπως ὁρισθῶσιν ἀνταλλάγματα, ἵνα ἄρῃ τὰς διαμαρτυρίας αὐτῆς. Καὶ πράγματι ἔχομεν ἔγγραφον τῆς 7 Ἰουνίου 1904 τοῦ λόρδου Λανσδόουν τῷ κυρίῳ Ἔλλιοτ, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Πληροφορήσατε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι αἱ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτοῦ Βρετανικῆς Μεγαλειότητος ἔσονται ἔλλογοι, καὶ ὅτι συναινεῖ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον, τὸ εἰς τὸν δασμὸν τῆς κορινθιακῆς σταφίδος ἀφορῶν, προχωρήσῃ καὶ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ, καὶ ἂν ἔτι αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς ἀναθεώρησιν τῆς συμφωνίας τοῦ 1890 δὲν ἤθελον ἀχθῆ εἰς πέρας πρὸ τῆς 15/28 προσεχοῦς Ἰουνίου, ἐπὶ τῷ ὅρῳ, ἐννοεῖται καλῶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ θέλουσιν ἐπιδείξει τὴν πρόδηλον διάθεσιν νὰ προσφέρωσιν ἐπαρκὲς ἀντιστάθμισμα ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν, καὶ νὰ ᾖ νοητὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως ἐπιφυλάττει ἑαυτῇ πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ οἷα μέτρα ἤθελε κρίνει ἀναγκαῖα ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν συνωμολογεῖτο ἱκανοποιητική τις ἐμπορικὴ συμφωνία ἢ ἡ συνομολογηθεῖσα δὲν ἤθελε γείνῃ ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς κατὰ τὴν Σύνοδον τοῦ προσεχοῦς φθινοπώρου.» Ἀπεδέχθημεν τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ ἀνελάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσφέρωμεν, συνεπείᾳ ἐλλόγων προτάσεων τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἐπαρκὲς ἀντιστάθμισμα ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν, ὅπως ἀρθῶσιν αἱ διατυπωθεῖσαι ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως διαμαρτυρίαι κατὰ τῶν ληφθέντων ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μέτρων, σχετικῶς πρὸς τὴν σταφίδα, καὶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταβολῆς εἰς εἶδος τοῦ φόρου τῆς σταφίδος. Κατ’ ἐμὲ ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἐγγράφων τούτων ὁρίζει καθαρῶς τὸ ποσὸν καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῆς νέας συμβάσεως. Καὶ βεβαίως σκοπὸς τῆς συμβάσεως καὶ ἑπομένως ἀποτέλεσμα αὐτῆς δὲν εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ ἀξιότιμος κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, τουτέστιν ἀντάλλαγμα τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ Ἀγγλία διὰ τῶν νόμων περὶ σταφίδος, ἀλλ’ εἶναι ἀντάλλαγμα διὰ τοὺς νόμους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὡς ἀποτελοῦντας παράβασιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως τοῦ 1890.
§118ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοὺς ὑπάρχοντας;
§119Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως τοὺς ὑπάρχοντας· οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἐδόθη εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δικαίωμα ἀπόλυτον, ὅπως κανονίσῃ τὰ τῆς σταφίδος κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ ἐνέχῃ παράβασιν τοῦ ὅρου τῆς μὴ αὐξήσεως τοῦ φόρου καὶ πέραν τῶν σημείων, τὰ ὁποῖα ἔθιξαν οἱ μέχρι τοῦδε ψηφισθέντες νόμοι. Αὐτὴ εἶναι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἡ καθαρὰ ἔννοια τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ, καὶ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐνόμισα ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐξάγεται δὲ ἡ ἔννοια αὕτη καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς δηλώσεως, διότι ἡ δήλωσις αὕτη, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν σύμβασιν, τί λέγει; (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτοῦ Βρετανικῆς Μεγαλειότητος, φρονοῦσα ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς νόμος περὶ παρακρατήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου (ὁρίζει τὸν νόμον περὶ παρακρατήσεως, δηλαδὴ ὁ ψηφισθεὶς ἢ οἱ ψηφισθέντες νόμοι περὶ παρακρατήσεως) ὡς καὶ ὁ περὶ τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεως τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὴν διάταξιν, τὴν περιεχομένην ἐν ἄρθρῳ 2 § 2 τῆς μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου καὶ τῆς Ἑλλάδος ἐμπορικῆς συμφωνίας τοῦ 1890, εἶναι πρόθυμος νὰ ἀποσύρῃ τὴν ἑαυτῆς διαμαρτυρίαν κατὰ τῶν μέτρων τούτων ἐπὶ τῇ ὡς ἀντάλλαγμα παροχῇ τῶν κατωτέρω ὁριζομένων παραχωρήσεων.» Ὡς βλέπετε, Κύριοι, ἐν τῇ δηλώσει ἀναφέρονται τὰ μέτρα, ὁρίζονται τὰ μέτρα. Ἑπομένως τὰ ἀνταλλάγματα παρέχονται πρὸς ἄρσιν τῶν διαμαρτυριῶν κατὰ τῶν μέτρων τῶν ἤδη ληφθέντων. Φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι, ἐὰν πρόκηται μέτρα τινὰ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐνομοθετήθησαν, νὰ καταργηθῶσι, καὶ ἐὰν πρόκηται ἀργότερον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλίας διαμαρτυρία, διότι παρεδέχθη ἤδη καὶ ἀναγνωρίζει τὰ μέτρα τὰ μέχρι τοῦδε ληφθέντα, καὶ κατ’ αὐτῶν οὐδὲν πλέον ἔχει δικαίωμα διαμαρτυρίας. Πέραν ὅμως αὐτοῦ τοῦ σημείου δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν. Ἐξ ὅλων τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα, καὶ ἐκ τῆς δηλώσεως αὐτῆς, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν νέαν συμφωνίαν, δὲν προκύπτει ἡ πλήρης ἐλευθερία κανονισμοῦ τῶν τῆς σταφίδος. Ἡ πλήρης ἐλευθερία θὰ ἐσήμαινεν ἐγκατάλειψιν πλήρη τοῦ ἄρθρου τῆς συμβάσεως τοῦ 1890, τοῦ μένοντος ἐν ἰσχύϊ, δηλαδὴ κατάργησιν τοῦ ὅρου, ὅτι ὑποχρεοῦται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ μὴ αὐξήσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος· καὶ ἐν τῇ δηλώσει δὲν γίνεται λόγος περὶ τῆς καταργήσεως ταύτης. Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ῥητὴ περὶ τούτου μνεία ἐν τῇ δηλώσει, καὶ τοιαύτη δὲν ὑπάρχει. Ἑπομένως πιστεύω, ὅτι ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὰ ὅρια τῆς συμβάσεως οὐδεμία δύναται νὰ ἐγερθῇ, καὶ ὅτι ἡ ἔννοια τῆς δηλώσεως εἶναι ἐκείνη, ἣν ἐγὼ ὥρισα. Τοιαύτης οὔσης τῆς ἐννοίας τῆς δηλώσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυροῦντος τὴν δήλωσιν; Κατ’ ἐμέ, ἀναμφιβόλως ὄχι. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἔχει τὸ μέγιστον προσόν, ὅτι αἴρονται αἱ διαμαρτυρίαι, καὶ ἑπομένως αἴρεται ὁ κίνδυνος τῆς καταγγελίας τῆς συμβάσεως τοῦ 1890. Δεύτερον ἔχει τὸ μέγιστον προσόν, ὅτι ἐξασφαλίζει τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τῆς σταφίδος ἐν Ἀγγλίᾳ, τὴν ἐπιτευχθεῖσαν διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1890, τῆς ληξάσης, ὡς εἶπον, τὸ 1896, ἐπὶ μίαν εἰσέτι πενταετίαν. Σημειώσατε ὅτι πρὸ τῆς δηλώσεως ταύτης ἡ Ἀγγλία, καθ’ οἱανδήποτε στιγμὴν ἤθελεν, ἠδύνατο νὰ καταγγείλῃ τὴν σύμβασιν, καθόσον, ἐπαναλέγω, ἡ σύμβασις αὕτη ἔληξεν ἤδη ἀπὸ τοῦ 1896. Ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι ποῖαι εἶναι αἱ τάσεις, αἵτινες ἀναφαίνονται ἐν Ἀγγλίᾳ σήμερον περὶ δασμολογικῆς πολιτικῆς, δὲν πιστεύω νὰ δύνανται νὰ μὴ ἀναγνωρίσουν, ὅτι εἶναι μέγιστον κέρδος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη, ἡ ἀσφάλεια τουτέστιν, ὅτι ἐπὶ μίαν πενταετίαν εἰσέτι θέλει διατηρηθῆ ὁ σήμερον ἐπιβαλλόμενος ἐν Ἀγγλίᾳ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ, ὅτι καὶ ἐν τῇ ἐννοίᾳ, ἣν ἐγὼ δίδω εἰς τὴν σύμβασιν, — ἐννοίᾳ, ἡ ὁποία κατὰ τὰς σκέψεις μου προκύπτει καὶ ἐκ τῆς μελέτης ὅλων τῶν διαμειφθέντων ἐγγράφων καὶ ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς δηλώσεως, — καὶ ἐν τῇ ἐννοίᾳ, λέγω, ταύτῃ δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§120ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ὡμίλησε πραγματευθεὶς τὸ θέμα κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ νομισθῇ, ὅτι ἐκεῖνος, πρὸς ὃν ἀπήντα, εἶχε τὴν κρίσιν ἐναντίαν τῆς κρίσεως αὐτοῦ περὶ τοῦ συμφόρου τῆς συμβάσεως, ἢ ὅτι καὶ ὡμίλησεν ἐναντίον τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον ῥητῶς, ὅτι εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῆς συμβάσεως, καὶ ὅτι βεβαίως εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας ἤθελον προθύμως ἐπιληφθῆ τῆς εὐκαιρίας νὰ ἔλθω εἰς συνομολόγησιν συμβάσεως, ἀλλὰ συμβάσεως ἀπαλλαττούσης τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ διαμαρτυριῶν, ἃς δύναμαι νὰ εἴπω ἐγὼ ὅτι θεωρῶ οὐχὶ ἀδικαιολογήτους, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις σήμερον δὲν φαίνεται ὅτι ἔχει πλέον τὴν ἐλευθερίαν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως παρασχεθῇ καὶ εἰς ἡμᾶς ἐλευθερία πρὸς διαρρύθμισιν τῶν ἐσωτερικῶν ἡμῶν σταφιδικῶν ὑποθέσεων καὶ διεξαγωγὴν αὐτῶν κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ κατὰ ταῦτα παντελῶς δὲν ἐπολέμησα κατ’ ἀρχὴν τὴν σύμβασιν, οὔτε εἶμαι ἐναντίον τῆς συμβάσεως· ἐγὼ ἐδήλωσα ἐπανειλημμένως, ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ ψηφίσω αὐτὴν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν, ἐὰν μόνον μάθω, ὅτι ἡ πενταετία, ἥτις προστίθεται εἰς τὴν ἐν τῇ ἀρχικῇ συμβάσει προθεσμίαν, εἶναι πραγματική, καὶ δὲν κινδυνεύει νὰ ματαιωθῇ ὑπὸ ὁμοίων διαμαρτυριῶν κατόπιν τῶν νέων παραχωρήσεων, τῶν γινομένων εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας εἶπε καὶ ἄλλο, εἰς ὃ εὑρισκόμεθα σύμφωνοι. Περιώρισε τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπαγορεύσεως διαμαρτυριῶν κατόπιν τῆς συμβάσεως ταύτης εἰς τὸ ποσὸν καὶ τὸ εἶδος τῶν λεγομένων παραβάσεων τῆς συμβάσεως τῆς προγενεστέρας, ὧν δεῖγμα ὑπῆρξαν τὰ νομοθετήματα τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, αἱ προτάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ ποσὸν καὶ τὸ εἶδος τῆς παρακρατήσεως, ἥτις προήχθη μέχρι τοῦ 44%, εἰς τὸ ποσοστὸν καὶ τὸ εἶδος τοῦ φόρου εἰς εἶδος, ὅπερ τὸ τελευταῖον νομοθέτημα τῆς τελευταίας Βουλῆς ἔχει καθιερωμένον. Εἶπον δὲ, ἀναγνωρίζων ἐν τούτοις ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ πολεμηθῇ ἡ σύμβασις, ὅτι, ἐὰν δὲν διασαφηνισθῇ καλῶς τοῦτο, γεννᾶται λόγος νὰ διστάσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν, ἅτε ἀπομένουσαν σκοτεινὴν, διότι — καὶ ἐσκόπουν νὰ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον, ὅτε διακοπαὶ ἐγέννησαν ἔπειτα λησμοσύνην, καὶ ἀνέγνων μόνον τὰ ἔγγραφα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν — ὑπάρχει ἔγγραφον ἐν τῷ φακέλῳ τούτῳ πρωτότυπον, οὗ ἀντίγραφον ἀνέγνω πρὸ ὀλίγου ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας, οὗ τὸ περιεχόμενον προκαλεῖ πολλῷ μείζονα τὴν προσοχὴν ἢ ὅσον φαίνεται ὅτι προὐκάλεσε τὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο εὑρίσκεται ἐν τῷ φακέλῳ Ἀγγλιστὶ καὶ Γαλλιστὶ, διότι ἔλαβε τὴν πρόνοιαν ὁ κ. πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας νὰ διευκολύνῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν κατανόησιν τοῦ ἀγγλικοῦ κειμένου διὰ τῆς γαλλικῆς μεταφράσεως, εὐγενέστατα καὶ εἰλικρινέστατα φερόμενος. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ἀγγλικὸν ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ γαλλικὸν ἀκριβῶς, καὶ ὅτι καὶ τὰ δύο δεικνύουσιν, ὅτι μείζονος προσοχῆς εἶναι ἄξια ἢ ὅσης ἐνταῦθα ἔτυχον; Τί λέγουσιν; Ἀναγινώσκω ἐκ τοῦ γαλλικοῦ κειμένου, μεταφράζων ἐκ τοῦ προχείρου, διότι δὲν ἔχω ἑλληνικὸν κείμενον πρόχειρον (ἀναγινώσκει)... Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἀκριβῶς ὁ προσερχόμενος εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ζητῶν νὰ συναλλαγῇ μετ’ αὐτῆς, ἑρμηνεύων τοὺς λόγους, δι’ οὓς πράττει ταῦτα, μετὰ πάσης σαφηνείας ζητεῖ ἀναθεώρησιν τῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος συμφωνίας, τῆς ἐν ἔτει 1890· ἔχει δὲ τοῦτο ταύτην τὴν ἔννοιαν, ὅτι οἱ ὅροι τῆς μιᾶς συμβάσεως τίθενται εἰς τὴν ἑτέραν...
§121Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὂχι. Ὡς πρὸς τοὺς ἀναθεωρουμένους ὅρους.
§122ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς πρὸς τοὺς ἀναθεωρουμένους· ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ ἀναθεωρούμενοι; Δὲν ἀναθεωροῦνται οἱ ὅροι, ἀναθεωρεῖται ἡ σύμβασις τοῦ ἔτους 1890. Καὶ ποῖος εἶναι ὁ ὅρος ὁ ἐν τῇ συμβάσει τοῦ 1890; Εἷς καὶ μόνος, ὅτι (ἀναγινώσκει) «ἀπαγορεύεται ἡ αὔξησις τοῦ ποσοῦ τοῦ ἤδη κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς κορινθιακῆς σταφίδος εἰσπραττομένου ἐγγείου φόρου». Τοῦτο εἶναι γεγονὸς, ἀλλὰ σαφὲς καὶ θετικόν. Προσεβάλομεν ἡμεῖς διὰ τοῦ νόμου περὶ παρακρατήσεως, καὶ ἐδικαιολογοῦμεν τοῦτο πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, λέγοντες ὅτι προσωρινῶς μόνον προσεβάλομεν τὸ ἄρθρον τοῦτο. Μετὰ τοῦτο ἔπειτα προσεβάλομεν αὖθις αὐτὸ, ὅτε κατεστήσαμεν τὴν παρακράτησιν μόνιμον. Τὸ προσεβάλομεν ἐκ νέου, ὅτε ηὐξήσαμεν τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως. Τὸ ἄρθρον προσεβλήθη καὶ διὰ τοῦ νόμου τοῦ ὑπὸ χρονολογίαν 24 Ἰουλίου 1895, ὅτε μετετρέψαμεν τὸν φόρον τὸν εἰς χρῆμα, ἀντικαταστήσαντες φόρον εἰς εἶδος· ἀπέναντι δὲ ταύτης τῆς πολλαπλῆς καὶ διαδοχικῶς ἀναπτυσσομένης προσβολῆς ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἡμῶν συμφερόντων, — διότι ἐπλανώμεθα καὶ ἐνομίζομεν ὅτι εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ πράττωμεν ἐν τούτῳ ὅ,τι θέλομεν, — ἔρχεται ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις καὶ λέγει: «Διαμαρτύρομαι κατόπιν τῆς ἐκ τρίτου καὶ τετάρτου προσβολῆς τοῦ ἄρθρου, καὶ ἐπειδὴ ἀδιαφορεῖτε διὰ τὰς πράξεις ὑμῶν ταύτας, ἐντείνω τὰς διαμαρτυρίας μου, προβαίνουσα εἰς τὰ πρόσω ἐπὶ τὸ σοβαρώτερον, καὶ ἐπειδὴ πρέπει ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ λήξῃ τοῦτο τὸ κακὸν, λέγω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, ἐὰν μοὶ προσενέγκητε ἀνταλλάγματα, θέλω παύσει νὰ ἐνοχλῶ ὑμᾶς διαμαρτυρομένη· ἄλλως θὰ ἐκτελέσω ὅ,τι ἔχω δικαίωμα νὰ πράξω.» Ἀπέναντι ταύτης τῆς παραστάσεως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ συναλλαχθῇ καὶ ἔλθῃ εἰς νέαν συμφωνίαν· καὶ εἰς τὴν συμφωνίαν ταύτην ἐνταῦθα ἔχετε τῶν δύο μερῶν τοὺς ὅρους. Ὅροι τοῦ ἑνὸς μέρους, τῆς Ἀγγλίας, τοῦ ἐλθόντος πρὸς ἡμᾶς: «Παραιτοῦμαι τῶν διαμαρτυριῶν κατὰ τῶν παραβάσεων τοῦ ἄρθρου τῆς συμβάσεως τοῦ 1890, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μοὶ δώσητε τὰς ἑπομένας παραχωρήσεις». Ἀπάντησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως: «Σοὶ παρέχω τὰς παραχωρήσεις ταύτας ἀντὶ τοῦ ἀνταλλάγματος, ὅπερ ἔδωκας, τοῦ καὶ μόνου, τῆς ἄρσεως τῶν διαμαρτυριῶν.» Τοῦτο, Κύριοι, πάντως εἰς ἡμᾶς, μὴ ἔχοντας ἄλλα στοιχεῖα ἵνα κρίνωμεν, περιλαμβάνει ἐν τῇ συμφωνίᾳ τὸ ὅλον· περιλαμβάνει τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνην, ἣν λίαν ὀρθῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος καὶ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἠξίου ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς αὑτοῦ πολιτικῆς καὶ ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς ἐλευθερίας τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ ἤμην ἐξ ἀρχῆς ἀντίθετος πρὸς τὴν παρακράτησιν, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, διότι δὲν ἐπολιτευόμην τότε ἐν τῇ Βουλῇ· ἄλλως θὰ ἀνθιστάμην μετὰ λόγου εἰς τὴν μετατροπὴν τοῦ χρηματικοῦ φόρου εἰς εἶδος. Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι παρὰ τὰς γνώμας, ἃς ἠδύνατό τις νὰ ἔχῃ περὶ τῶν πρακτέων ὑπὲρ τῆς σταφίδος, ἡ περὶ τὰ κατὰ τὸ προϊὸν τοῦτο πολιτεία τῆς Ἑλλάδος ἔχει νῦν ἀνακεκτημένην τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ πρότερον γενόμενα· ἂν πρὸς ἀπόκτησιν αὐτῆς ἔδωκεν ἀνταλλάγματα, ἦτο δίκαιον νὰ δοθῶσι ταῦτα, καὶ καλῶς ἐδόθησαν, ἀλλὰ κατ’ ἀνταπόδοσιν ὀφείλεται εἰς αὐτὴν ἡ ἀνάκτησις τῆς ἐλευθερίας. Τοῦτο ἐννοοῦμεν πάντες καλῶς, ἀλλὰ δὲν βλέπομεν αὐτὸ σαφῶς ἐκπεφρασμένον εἰς ὅσα ἀναγινώσκομεν. Ἐὰν ἐν τούτοις εἰς τὸν νοῦν τοῦ κ. πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας ἢ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχῃ ἡ ἰδέα τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ποσοστοῦ μέχρι 15 ἢ 14%, ἆρά γε τοῦτο, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸν τότε, καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸν σήμερον, παραλαβόντα ἀπ’ ἐκείνου τὴν σύμβασιν καὶ εἰσαγαγόντα αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδεμίαν ἔχει βαρύτητα, ὥστε νὰ μὴ θεωρῶσι τὴν σύμβασιν ἀξίαν κατακρίσεως, ἀλλὰ νὰ ζητῶσι παρ’ ἡμῶν νὰ τηρήσωμεν ἐν δεσμοῖς τὴν ἡμετέραν ἐλευθερίαν διὰ τῆς ψηφίσεως ἀνταλλαγμάτων παραχωρουμένων ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλλάδος; Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ στέρξωμεν εἰς παραχωρήσεις ἄλλας πρὶν ἢ ἔχωμεν σαφεῖς ἐξηγήσεις περὶ τούτου, καὶ διὰ τοῦτο διετύπωσα τὴν ἐπιθυμίαν νὰ παρακληθῇ ὁ κ. πρεσβευτὴς νὰ γράψῃ πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν συντόμως, ἔστω καὶ ἀνεπισήμως, ὅτι τοιαύτη εἶναι, οἵα ἡμεῖς φρονοῦμεν, ἡ ἔννοια τῆς συμβάσεως. Ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ ἰδέα αὐτῆς, καὶ πιστοποιήσῃ ὁ κ. πρεσβευτὴς, δεικνύων ὅτι ἀποδέχεται αὐτὴν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἐγὼ θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς συμβάσεως, οὐχὶ κατ’ αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ θέλω ἐπιφυλάξει εἰς ἐμὲ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ διαπραγμάτευσις αὐτῆς ἐγένετο ἀγρυπνοῦντος τοῦ ἑνὸς μέρους, τοῦ ἑτέρου νυστάζοντος.
§123Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. «Ἐγένοντο αἱ διαπραγματεύσεις ἀγρυπνοῦντος τοῦ ἑνὸς μέρους, τοῦ ἑτέρου νυστάζοντος», εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶναι πάντοτε ὁ ἄνθρωπος τῶν ἄκρων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νομίζει, ὅτι ἠδύνατο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ κατορθώσῃ νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν ἀπέναντι τῶν ἀνταλλαγμάτων τῶν γλίσχρων, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς δηλώσεως παραχωρεῖ, τὴν κατάργησιν τοῦ ὅρου τοῦ ἀπαγορεύοντος εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀποκτήσῃ πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας, ὅπως ἐπιβάλῃ 50 ἢ 60%...
§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§125Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ εἴπετε. Διότι, ἐὰν δὲν εἴπετε τοῦτο, δὲν εἴπετε τίποτε.
§126ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Φαίνεται, ὅτι ἐταράχθησαν τὰ νεῦρά σας!
§127Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἐταράχθησαν τὰ ἰδικά μου νεῦρα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς παρατηρῶ, εἶναι, ὅτι εἰς τὴν μελέτην τῶν ζητημάτων λησμονεῖτε πολλὰ πράγματα, καὶ μάλιστα τὰ σπουδαιότερα, ὅταν πρόκηται νὰ κατακρίνητε τὴν ἐνέργειαν τῶν πολιτικῶν ὑμῶν ἀντιπάλων. Λησμονεῖτε ποία ἦτο ἡ στάσις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ποία ἦτο ἡ στάσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ὑπεστήριζε πάντοτε, ὅτι τὰ γενόμενα ἐν Ἑλλάδι ἐν τῷ ζητήματι τῆς σταφίδος γίνονται ἐναντίον τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως τοῦ 1890, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑπεστήριζεν, ὅτι τὰ γενόμενα δὲν εἶναι ἐναντία πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως. Αὐτὴ ἦτο ἡ θέσις των. Διαμαρτυρίας διετύπωσεν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπήντα, ὅτι δὲν εἶναι βάσιμοι αἱ διαμαρτυρίαι αὗται, διότι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πράττομεν, δὲν ἀντίκεινται πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπρόκειτο νὰ λυθῇ· ἐπρόκειτο νὰ καταλήξωμεν εἰς συμφωνίαν, ἐπιτρέπουσαν τὴν ἄρσιν τῶν διαμαρτυριῶν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ τοιούτου στενοῦ ζητήματος, ἔρχεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ λέγει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνύσταξε, διότι δὲν κατώρθωσε νὰ καταργηθῇ τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως τοῦ 1890, τὸ ἀπαγορεῦον τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τῆς σταφίδος!
§128ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦτο εἴπετε. Κατὰ τί λοιπὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἦτο ἄγρυπνος;
§130ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἐπέτυχε τοῦτο, ὅπερ λέγετε καὶ ὅπερ ἐγὼ ἐψήφισα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς κατακρίνω δι’ αὐτὸ, ἠδύνατο νὰ φροντίσῃ, ὥστε νὰ ἐξακριβώσῃ τὸ πᾶν σαφέστερον, καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ μεῖζον, νὰ ἐπιτύχῃ τὴν πλήρη ἐλευθερίαν· ἀλλὰ δὲν τὴν ἐπετύχετε.
§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τί νὰ ἐπιτύχωμεν; Ὅταν λέγητε ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιτύχωμέν τι, πρέπει νὰ ὁρίζητε καὶ τί ἔπρεπε νὰ ἐπιτύχωμεν. Ἔπρεπε τάχα νὰ ἐπιτύχωμεν, ὅπως ἡ Ἀγγλία καταργήσῃ τὸν ὅρον τῆς συμβάσεως τοῦ 1890, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴ Κυβέρνησιν ν’ αὐξήσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος;
§132ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι.
§133Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λέγετε καὶ ὑμεῖς, ὅτι δὲν ἐννοεῖτε τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐννοῆτε τοῦτο, τί ἄλλο ἐννοεῖτε, παρακαλῶ; Μήπως ἡ δήλωσις δὲν εἶναι καθαρά, καθαρωτάτη; Εἶναι τοσοῦτον καθαρά, ὥστε οὐδεμίαν ἔχει ἀνάγκην τῶν ἐπεξηγήσεων, τὰς ὁποίας ζητεῖτε, οὐδ’ ἔχει ἀνάγκην οἱωνδήποτε προσθέτων δηλώσεων. Ἡ σύμβασις λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Βρετανικῆς Μεγαλειότητος, φρονοῦσα ὅτι ὁ νόμος περὶ παρακρατήσεως ὡς καὶ ὁ περὶ τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεως τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὴν διάταξιν τὴν περιεχομένην ἐν ἄρθρῳ 2 § 2 τῆς μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου καὶ τῆς Ἑλλάδος ἐμπορικῆς συμβάσεως τοῦ 1890, εἶναι πρόθυμος ν’ ἀποσύρῃ τὴν ἑαυτῆς διαμαρτυρίαν κατὰ τῶν μέτρων τούτων...» Δύναται νὰ ὑπάρχῃ τι σαφέστερον τούτου; Ἀποσύρονται αἱ διαμαρτυρίαι αἱ διατυπωθεῖσαι δι’ ἐγγράφων ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως δὲν ὑφίστανται πλέον. Δύναται νὰ λεχθῇ τι σαφέστερον καὶ ἀκριβέστερον; Ἢ νομίζετε, ὅτι τὸ σαφὲς τοῦτο καὶ ἀκριβὲς ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ διαπραγματευθεὶς τὴν δήλωσιν, περὶ ἧς πρόκειται, ἐνύσταζεν, ὅτε διεπραγματεύετο, καὶ ὅτι σεῖς μόνον γρηγορεῖτε, προκειμένου περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους; Καλὸν εἶναι νὰ ἤμεθα ὀλίγον ἐπιεικέστεροι πρὸς τοὺς ἀντιπάλους, καὶ νὰ μὴ ποιώμεθα χρῆσιν φράσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἁρμόζουσιν οὐδὲ πρὸς ὑμᾶς, οὐδὲ πρὸς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀποτείνεσθε. Ἐπαναλέγω, ἡ ἔννοια τῆς δηλώσεως εἶναι σαφὴς, σαφεστάτη. Ἐὰν ἐλέγετε, ὅτι ἔσφαλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, μὴ ἐπιτυχοῦσα τὴν ἀκύρωσιν τοῦ ὅρου τῆς συμβάσεως τοῦ 1890, τοῦ ἀπαγορεύοντος εἰς τὴν Ἑλλάδα ν’ αὐξήσῃ τὸν φόρον τῆς σταφίδος, τοῦτο ἤθελεν ἔχει ἔννοιάν τινα. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν ἐν πεποιθήσει καὶ εἰλικρινῶς φρονεῖτε, ὅτι τοῦτο ἦτο κατορθωτόν. Ἐὰν φρονῆτε, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο κατορθωτόν, διατὶ διαμαρτύρεσθε, διατεινόμενοι ὅτι ἡ δήλωσις εἶναι ἀσαφής; Ἡ δήλωσις εἶναι, τὸ ἐπαναλέγω, σαφὴς, σαφεστάτη. Πρέπει νὰ παρίδωμεν τὴν σαφῆ ἔννοιαν τῶν φράσεων, ὅπως γεννήσωμεν ἀμφιβολίαν ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τῆς δηλώσεως. Ἐὰν παρὰ τὴν λογικὴν καὶ τὴν γραμματικὴν θέλωμεν νὰ γεννήσωμεν ἀμφιβολίας, εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἐκ τῆς δηλώσεως γεννῶνται ἀμφιβολίαι.
§134ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας ἐστηρίχθη εἰς τὴν Ἰουδαϊκὴν ἑρμηνείαν τοῦ κειμένου—καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ προσβληθῇ καὶ ἐκ τῆς φράσεως ταύτης· εἶναι ἡ συνήθης ἐν χρήσει παρὰ τοῖς ἑρμηνεύουσι τὰ κείμενα...
§135Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν προσβάλλομαι, ἀλλ’ ἀπαντῶ.
§136ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς Ἰουδαϊκῆς ἑρμηνείας τοῦ κειμένου, ἵνα μεταβάλῃ ἐντελῶς ἐκεῖνα, ἅτινα ἐγὼ εἶπον, νὰ μεταβάλῃ δ’ ἐντελῶς καὶ τὸ θέμα, περὶ ὃ ἐστρέφετο ἡ διαπραγμάτευσις. Τὸ θέμα, περὶ ὃ ἐστρέφετο ἡ διαπραγμάτευσις, ἦτο ὁ φόρος εἰς εἶδος, ἦτο ἡ παρακράτησις ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἵδρυμα τὸ σταφιδικόν. Αἱ ἀφορμαὶ, αἵτινες ἐκίνησαν τὸ ζήτημα, ἦσαν τὰ νομοθετήματα τὰ ἀλλεπάλληλα, ἅτινα περὶ τὸ διπλοῦν τοῦτο θέμα ἐστρέφοντο· ὅτε δὲ διαπραγματεύεται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις περὶ τῆς παρακρατήσεως καὶ περὶ τοῦ φόρου εἰς εἶδος μεθ’ ἑτέρας Κυβερνήσεως, πρέπει τὸ ὅλον τοῦ θέματος νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν, καὶ περὶ τοῦ ὅλου θέματος νὰ ἐργάζηται καὶ ὄχι μόνον ἐν σχέσει πρὸς τὴν παράβασιν τὴν ἐν τῷ παρελθόντι ἢ τὰς πράξεις τὰς ἐν τῷ παρελθόντι. Δὲν ἀνακινεῖται μόνον τὸ ζήτημα τῆς προσβολῆς τῆς προγενεστέρας τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἀγγλίας, ἀνακινεῖται τὸ ὅλον σταφιδικὸν ζήτημα, ἀνακινεῖται τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθερίας τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσῃ περὶ τῆς σταφίδος τοὺς νόμους, οὓς δὲν ἠδύνατο νὰ ψηφίσῃ ὡς ἐκ τῆς πρώτης συμβάσεως. Καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀγρυπνῇ ἐπὶ τοσοῦτον. Δὲν εἶναι ὕβρις νὰ λέγῃ τις εἴς τινα, ὅτι νυστάζει. Καὶ ἡ γραῖα, ἥτις ἐδικάζετο ἐνώπιον τοῦ Φιλίππου, ὅτε εἶδεν αὐτὸν νυστάζοντα, εἶπεν ὅτι ἐκκαλεῖ εἰς τὸν Φίλιππον ἐγρηγοροῦντα. Καὶ δύναται νὰ δεχθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας νὰ παρομοιώσωμεν αὐτὸν πρὸς Φίλιππον τὸν Μακεδόνα.
§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· διότι θὰ λάβω ἀπὸ σᾶς τὸν τίτλον, καὶ δὲν τὸν θέλω.
§138ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν ὤφειλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀγρυπνῇ καὶ νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ μέριμνα αὐτῆς ἔδει νὰ στρέφηται περὶ ὁλόκληρον τὸ θέμα, καὶ ἐπειδὴ ἦτο δυνατὸν νὰ προσκόψῃ εἰς ἀντιθέτους ἰδέας τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, νὰ φροντίσῃ ἐν τῇ διαπραγματεύσει νὰ ἐπιτύχῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα. Ἐπέτυχε τοῦτο; καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος δὲν ὑπαγορεύουσι νὰ σαφηνισθῇ, ὅτι τοῦτο ἐπέτυχε καὶ ὅτι τοῦτο, ὅπερ ἀπέβαλε, δὲν ὑπαγορεύει ἀπόρριψιν τῆς συμβάσεως; Ἀλλὰ ποία ἀξία θὰ ὑπῆρχε καὶ ποῖος ἔπαινος ἤθελεν ὀφείλεσθαι εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἄλλως διαπραγματευομένη ἐπετύγχανε τὸ ὅλον ἢ ἐπετύγχανε μεῖζον ἐκείνου, ὅπερ ἐπέτυχε, καὶ πρὸ πάντων ἂν ἐφρόντιζεν, ὥστε ἐκεῖνα, ἅτινα σήμερον ἀπετέλεσαν ἀντικείμενον συζητήσεως, νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον συζητήσεως; Κείμενα νόμων, κείμενα συμβάσεων ἰδίως, ἅτινα τοιαύτας διχογνωμίας γεννῶσιν, εἶναι κείμενα κακῶς κατεσκευασμένα. Καὶ ἔργον τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων εἶναι, αἱ συμβάσεις νὰ ἔχωσιν οὕτω διατετυπωμένους τοὺς ὅρους, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται περὶ αὐτῶν διχογνωμία. Τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι τοῦτο λέγων κατ’ οὐδὲν ἤγγισα τὴν προσωπικὴν φιλοτιμίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας.
§139Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τουλάχιστον ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ἡμεῖς ἐπετύχομεν ἕνα ὅρον, τὸν ὁποῖον, ὅτε σεῖς εἴχετε κάμει τὴν σύμβασιν τοῦ 1886, ἐλησμονήσατε, καὶ ἠναγκάσθητε ἔπειτα νὰ κάμητε νέον νόμον.
§140ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὰ θίγουσι τὴν μνήμην τοῦ Τρικούπη.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 5′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′ μ. μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Θεοτόκης ἔχει τὸν λόγον.
§142Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπήντησα εἰς τὸν κύριον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν, τὸν κατηγορήσαντα τὸν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε τὴν δήλωσιν, περὶ ἧς ἀσχολεῖται τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ Βουλή, ἀπήντησα εἰς αὐτόν, εἰπόντα ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν μεταξὺ ἀγρυπνοῦντος καὶ νυστάζοντος, ὅτι ἀδίκως κατηγόρησε τὸν ἀπόντα πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὅτι δύναμαι ἐγὼ νὰ εἴπω, ὅτι ἐκοιμᾶτο ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτε ὑπέγραψε τὴν σύμβασιν τοῦ 1886. Ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ταῦτα εἶπον ἁπλῶς ὅπως ἀποδώσω τὴν ὕβριν, ἐπιτρέψατέ μοι ὀλίγας λέξεις νὰ προσθέσω, ὅπως ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου...
§143ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν ὕβριν!
§144Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μεγαλειτέρα ὕβρις δὲν δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς Ὑπουργὸν προβάντα εἰς διαπραγματεύσεις ἐπὶ τοσούτου σπουδαίου ἀντικειμένου, παρὰ νὰ λεχθῇ δι’ αὐτὸν, ὅτι ἐνύσταζεν, ὅτε διεπραγματεύετο, ἐνῷ ὁ μεθ’ οὗ διεπραγματεύετο ἦτο ἄγρυπνος. Ἄς ἐξετάσωμεν ὀλίγον τὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1886. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἀνάγκη νὰ ἀσχοληθῶμεν περὶ τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως τοῦ 1890. Ἐγένετο σύμβασις κατὰ τὴν 28 Μαρτίου 1890, ἡ ὁποία φέρει τὴν ὑπογραφὴν «Γεννάδιος. Salisbury». Ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ εὑρίσκομεν τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι «ἡ ἀνωτέρω συμφωνία θέλει διαρκέσει ὅσον καὶ ἡ συνθήκη τῆς 10 Νοεμβρίου (29 Ὀκτωβρίου) 1886.» Ἂς ἐξετάσωμεν, ποία ἡ διάρκεια τῆς συνθήκης τοῦ 1886, ἡ ὁποία φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ τοῦ Horace Rumbold. Ὄλοι ὑποθέτουσι, καὶ πρῶτος βεβαίως ὑπέθετε τοῦτο ὁ ὑπογράψας τὴν σύμβασιν Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἡ διάρκεια τῆς συμβάσεως ἐκείνης εἶναι δεκαετής, ἀλλ’ ἐκ τῆς μελέτης τοῦ ἄρθρου 19 τῆς συμβάσεως ταύτης προκύπτει ἀδιστάκτως, ὅτι δὲν εἶναι δεκαετής, ἀλλὰ διετής. Τὸ ἄρθρον 19 ὁρίζει τὰ ἑξῆς: «Τῆς παρούσης συνθήκης ἡ ἰσχὺς ἄρχεται ἅμα τῇ ἀνταλλαγῇ τῶν ἐπικυρώσεων, ἐξακολουθήσουσα ἐπὶ δέκα ἔτη καὶ πέραν, μέχρι τῆς παρελεύσεως ἔτους ἀφ’ ἧς ἡμέρας τὸ ἕτερον τῶν συμβαλλομένων μερῶν καταγγείλῃ αὐτήν.» Ἐκ τοῦ ἐδαφίου τούτου τοῦ ἄρθρου 19 προκύπτει, ὅτι ἡ διάρκεια τῆς συμβάσεως εἶναι δεκαετής. Ἀλλ’ ἔρχεται ἀμέσως τὸ ἐδάφιον βʹ, τὸ ὁποῖον λέγει: «Οὐχ ἧττον ἑκάτερον τῶν συμβαλλομένων μερῶν ἐπιφυλάσσει ἑαυτῷ τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ τὴν λῆξιν αὐτῆς, κοινοποιοῦν τοῦτο δώδεκα μῆνας πρότερον.» Ἐκ τοῦ ἐδαφίου τούτου, τοῦ ἀντιφάσκοντος πρὸς τὸ αʹ ἐδάφιον, ἐξάγεται, ὅτι ἡ διάρκεια τῆς συμβάσεως εἶναι διετὴς καὶ ὄχι δεκαετής. Τὸ ἐδάφιον τοῦτο τοῦ ἄρθρου 19 ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΑΥΚΔʹ τῆς 4 Ἀπριλίου 1887, ἔχοντος ὡς ἑξῆς: «Τὸ ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 19 τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας συνομολογηθείσης ἐμπορικῆς συνθήκης ἀναγραφόμενον δικαίωμα πρὸς κοινοποίησιν τῆς λήξεως ταύτης δὲν δύναται νὰ ἐνασκηθῇ ὑπὸ τῶν συμβαλλομένων μερῶν πρὸ τῆς παρελεύσεως δεκαετίας κατὰ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου.» Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποίαν ἰσχὺν εἶχεν ὁ νόμος, ὁ δημοσιευθεὶς καὶ κυρωθείς; Ἀπολύτως οὐδεμίαν ὡς πρὸς τὸ ἕτερον τῶν συμβαλλομένων μερῶν, διότι ὁ νόμος ὁ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθεὶς καὶ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κυρωθεὶς δὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν Ἀγγλίαν. Προσεπάθησα νὰ εὕρω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δήλωσίν τινα ἔγγραφον ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως πρὸ τοῦ νόμου τούτου, ἵνα ἴδω, ἂν συνεπείᾳ τῆς δηλώσεως ταύτης ἐπετράπη ἡ ψήφισις τοῦ νόμου, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἀπολύτως τοιαύτην δήλωσιν εὗρον. Ἐκ τούτου δὲν φρονεῖτε, ὅτι προκύπτει ὅτι ἡ σύμβασις ἡ ὑπογραφεῖσα ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, τοῦ τοσοῦτον εὐκόλως τοὺς ἄλλους κατηγοροῦντος, ἀποδεικνύει ὅτι πράγματι ὁ διαπραγματευθεὶς τὴν συνθήκην τοῦ 1886 καὶ ὑπογράψας ταύτην ἐκοιμᾶτο κατὰ τὴν συνομολόγησιν αὐτῆς; — διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ ἐξηγήσῃ τις τὴν ἀντίφασιν τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ τοῦ βʹ ἐδαφίου καὶ τοῦ αʹ. — Ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 19 τῆς συνθήκης τοῦ 1886 ὑπῆρξεν, ὅτι, ὅτε συνεζητήσαμεν καὶ προέβημεν εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς σύνταξιν τῆς δηλώσεως, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, περιέλαβεν ἄρθρον, ἐν ᾧ ἐπανελαμβάνοντο αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα. Εὐθὺς ὡς ἔλαβον τὸ κείμενον τοῦτο παρετήρησα, ἐκ συμφώνου μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τὸ κείμενον τοῦτο δὲν ἐξασφαλίζει τὴν ἐπὶ πέντε ἔτη διάρκειαν τῆς νέας συμφωνίας. Ἔκαμα ἀμέσως παρατήρησιν εἰς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας, ζητῶν τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, καὶ ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι ἀντιγραφὴ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 19 τῆς συνθήκης τοῦ 1886, ὅτι τὸ κείμενον αὐτὸ ἔλαβε παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, καὶ ὅτι δὲν εὕρισκε λόγον, ἵνα μεταρρυθμίσῃ τοῦτο. Ἐπέμενον, παρακαλῶν αὐτὸν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ τηλεγραφικῶς τὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου, διότι κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ἐὰν διετυποῦτο τὸ ἄρθρον τῆς δηλώσεως ὡς διετυπώθη τὸ ἄρθρον 19 τῆς συμβάσεως τοῦ 1886, οὐδεμίαν ἀσφάλειαν θὰ παρεῖχεν εἰς ἡμᾶς περὶ τῆς διαρκείας τοῦ ἠλαττωμένου εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, ὅπερ ἀποτελεῖ, κατὰ τὴν κρίσιν μου, τὸ μέγιστον ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπέτυχε διὰ τῆς δηλώσεως, ἥτις συζητεῖται· διότι, ὅταν φαντασθῇ τις, ὅτι μὴ ὑπαρχούσης συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀγγλίας ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Ἀγγλία εἰς τὸν φόρον τῶν 7 σελλινίων κατὰ ἑκατόλλιτρον, ἀντὶ τῶν 2 σελλινίων τῆς συμβάσεως τοῦ 1890, ἐννοεῖ, ὅτι πρόκειται περὶ καταστροφῆς τῆς σταφίδος. Μεγάλης λοιπὸν σημασίας ἦτο δι’ ἡμᾶς ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἐπὶ πενταετίαν διατηρήσεως τοῦ φόρου τῶν δύο σελλινίων. Μετὰ δύο ἡμέρας ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἔλαβε διαταγὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ τροποποιήσῃ τὸ ἄρθρον, διότι ἡ Κυβέρνησίς του ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου ἦτο λελανθασμένη, καθόσον ὑπῆρχεν ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ ἐδαφίου βʹ καὶ τοῦ ἐδαφίου αʹ τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔκαμον νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν, ἣν μετεχειρίσθην. Ταῦτα ἠναγκάσθην νὰ εἴπω, προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ.
§145ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας νὰ λέγῃ ὅ,τι θέλῃ. Εὐτυχῶς ἡ μνήμη ἐπὶ ὑποθέσεων, ἃς διεπραγματεύθην, δὲν μὲ ἐπιλείπει· καὶ δύναμαι νὰ εἴπω εἰς τὸν τέως Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἂν ἠρεύνα κάλλιον, ἤθελεν εὕρει εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὁλόκληρον τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως τοῦ 1886, γεγραμμένον διὰ χειρὸς τοῦ Ἄγγλου πρεσβευτοῦ ἢ τοῦ γραμματέως τοῦ Ἄγγλου πρεσβευτοῦ. Ὁλόκληρον τὸ κείμενον τοῦτο ὑπεβλήθη, ὁποῖον βλέπετε ἐκεῖ, ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἀφοῦ ἐξητάσθη καὶ εὑρέθη ὅτι εἶχε καλῶς,—δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν εἰς καμμίαν λεπτομέρειαν ἐγένετο μεταρρύθμισίς τις,—τὸ κείμενον αὐτὸ μετὰ καὶ τοῦ τελευταίου ἄρθρου, ὅπως ἔχει, μετεφράσθη ἑλληνιστὶ, καὶ οὕτως ἀπετελέσθησαν τὰ δύο πρωτότυπα κείμενα, ἅτινα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἴσως ὁ καταρτίσας τὸ κείμενον ἐνύσταζε, καὶ εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον περιέλαβεν ἀτέλειαν περὶ τῆς δεκαετίας, ἴσως καὶ ὁ Ὑπουργὸς ὁ τότε τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ Ἕλλην, ἐνύσταζε, καὶ δὲν ἀντελήφθη τὴν ἀτέλειαν ἐκείνην. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι, ἀφοῦ ἐψηφίσθη ὁ νόμος, ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, ἐκ τῶν διακεκριμένων διπλωματῶν καὶ ἄριστος φίλος τῆς Ἑλλάδος, ὁ κ. Μόνσων, προσῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὡς φίλος καὶ εἶπεν, ὅτι ταύτην τὴν ἔννοιαν εἶχε τὸ κείμενον, ὅπερ ὑπέβαλε, καὶ ἐζήτησε νὰ εὕρῃ τρόπον, ὅπως τὸ ζήτημα εἰσαχθῇ ὅπου ἥρμοζε πρὸς διόρθωσιν τοῦ πράγματος. Τὸ πρᾶγμα ἦτο εὐκολοδιόρθωτον, καὶ ἀντὶ νέας ἀνταμοιβῆς δηλώσεων, — ὅπερ ἤθελεν εἶναι κανονικώτερον, — ἐνομίσθη ὅτι ὀρθῶς διὰ νομοσχεδίου θὰ εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλὴν τὸ θέμα. Ὁμολογῶ, ὅτι ὁ ἄλλος τρόπος ἦτο ὀρθότερος. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας καὶ τέως Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ τοσαύτας ἐρεύνας ποιησάμενος ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα εὕρῃ ἔγγραφα, πιστοποιοῦντα τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως, ἂν ἠρεύνα εἰς τὸ ἀρχεῖον τῆς Βουλῆς, ἤθελεν εὕρει, ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τότε συνάδελφος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ὑπὸ κοινὸν ἀρχηγὸν τὸν ἀοίδιμον Τρικούπην, ὑπέστη ἐπίθεσιν ἕνεκα τούτου ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Ράλλη, ὅστις παρετήρησε τὸ πρᾶγμα, ἀφοῦ δ’ ἔλαβεν ἐξηγήσεις ἐπ’ αὐτοῦ, ἡ Βουλή, καίτοι ὁ τρόπος τῆς διορθώσεως δὲν ἦτο ἐντελῶς κανονικός, ἐψήφισε τὸν νόμον, ὅστις εὑρίσκεται ἐν ἐκδόσει, γενομένῃ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, τὸ δὲ ψηφισθὲν τότε περιέχεται ἐκεῖ, εἰς συμπλήρωσιν τῆς ἀτελείας τοῦ τελευταίου ἄρθρου τῆς συμβάσεως. Μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἦλθεν ἡ ἀνάγκη συνομολογήσεως νέας συμβάσεως, οὐδεὶς ἐγένετο λόγος περὶ τῆς διαρκείας τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος, διότι οὐδεμία ἐν τῷ θέματι ὑπῆρχεν ἀμφιβολία, ἐδέησε δὲ νὰ μεριμνᾷ ἐκ περισσεῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος διὰ σύμβασιν, ἥτις οὐδένα ἔτρεχε κίνδυνον, μάλιστα δὲ καὶ παρέμεινεν ἐν ἰσχύϊ ἐπὶ πέντε ἐπὶ πλέον ἔτη. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἁπλῶς περὶ τῆς διατάξεως ἐκείνης. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, δι’ ὃ ὀφείλω ἰδιαίτατα νὰ διαμαρτυρηθῶ, εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν χειρίζεται τοιαῦτα ζητήματα ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτής· εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ὡς λεχθὲν ὑπ’ ἐμοῦ, καὶ ὅπερ, ὡς ὑποθέτω, ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Μὲ ἠκούσατε ὅτι εἶπον λέξιν ἐνταῦθα περὶ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν; Οὐδὲ κἂν πόρρωθεν ὑπαινιγμὸν εἶχον οἱ λόγοι μου περὶ αὐτοῦ, περὶ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὀλίγαι ἡμέραι παρῆλθον ἀφ’ ἧς μετ’ εἰλικρινείας, ἣν ὀφείλετε ν’ ἀναγνωρίσητε, ὁμιλῶν τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἐδήλωσα, ὅτι ἡ πορεία τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῷ Ρουμανικῷ ζητήματι ὑπῆρξεν εὐστοχωτάτη. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι μετεχειρίσθην τὴν λέξιν εἰς τὸ ὑπερθετικόν. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμφωλεύσωσιν ἐν ἐμοὶ τὰ ποταπὰ ἐκεῖνα αἰσθήματα, ἅτινα δὲν γνωρίζω ποῦ ἀποβλέπων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ζητεῖ νὰ ἀνεύρῃ παρ’ ἐμοὶ, βεβαίως τοιαῦτα ἐπαινετικὰ δὲν ἤθελον εἴπει, συζητῶν καὶ ἐλέγχων πράξεις κυβερνητικὰς ἀντιθέτων, αὐτὸς δὲ πρὸ παντὸς ὤφειλε νὰ μὴ παρίδῃ, ὅτι τοιαῦτα ποταπὰ αἰσθήματα ἀδύνατον νὰ ἐμφωλεύωσιν ἐν ἐμοί. Ὅταν ἐξετάζω τὰς πράξεις τὰς κυβερνητικὰς, ἐξετάζω αὐτὰς ἀπαθῶς, καὶ ὅπου εὑρίσκω αὐτὰς εὐστόχους, κατὰ τὴν κρίσιν μου, δὲν διστάζω νὰ εἴπω τοῦτο, εἴτε περὶ φίλων πρόκειται εἴτε περὶ ἐχθρῶν πολιτικῶν· ὅταν ἐξετάζω τὰς πράξεις, ἀπέδειξα ὅτι ἔχω τὴν δύναμιν νὰ μὴ ἀποβλέπω εἰς τὰ κόμματα, εἰς ἃ ἀνήκουσιν ἐκεῖνοι, ὧν αἱ πράξεις ἐξετάζονται. Ὅτε ζητοῦμαι νὰ εἴπω ναὶ ἢ ὄχι, καὶ πρόκειται περὶ ἀκυρώσεως π.χ., ὡς πρὸ μικροῦ, ἐκλογῆς ἐνδιαφερούσης εἰς τὸ κόμμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, δὲν λέγω ὄχι, ὅπως ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ τῶν φίλων αὐτοῦ. Σήμερον δ’ ὁμιλήσας, ὡς ὡμίλησα, περὶ τοῦ ζητήματος, οὐδ’ ὑπαινιγμὸν ἐξέφερα περὶ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, προσωπικοῦ μου φίλου, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐφρόντισα νὰ σημειώσω τὴν ἄκραν ἐπιμέλειαν, μεθ’ ἧς τὴν ὑπόθεσιν διεξήγαγεν αὐτὸς ὁ κυρίως εἰς διαπραγμάτευσιν ἁρμόδιος. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος εἰς τὴν αὐτὴν μερίδα ἀνῆκε, καὶ ἴσως καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι πολὺ μακρὰν αὐτῆς, ὅτε δ’ ὡμίλησα ἐνταῦθα, δὲν ἐδίστασα ὅμοια νὰ εἴπω καὶ περὶ αὐτοῦ. Ἄλλο ἦτο ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ ἔψεξα· ὅτι ἡ κυβερνητικὴ ἐνέργεια ἡ Ἑλληνικὴ δὲν ἦτο τόσον ἄγρυπνος, ὅσον ἡ Ἀγγλική· τοῦτο δ’ ὅταν λέγῃ τις, οὐδένα ὑβρίζει. Οὐδεὶς εἶναι ἀναμάρτητος, καὶ οὐδεὶς ἔχει κατὰ πάσας τὰς ὥρας τὴν αὐτὴν δύναμιν ἀγρυπνίας. Ἐνδέχεται καὶ ὁ ἐπιμελέστατος ἐνίοτε νὰ μὴ διακρίνῃ, νὰ μὴ μελετήσῃ καλῶς τὰ πράγματα, καὶ ὑποπέσῃ εἰς σφάλμα. Ὁ δ’ ἐπικρίνων διὰ τοιαῦτα πταίσματα ἐλέγχει πράξεις πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἀλλ’ ὁ τοιοῦτος ἔλεγχος δὲν ἀναφέρεται εἰς τὰ πρόσωπα. Λυποῦμαι δ’ ὅτι εἰς τοιοῦτον ἔδαφος κατεβίβασε τὴν συζήτησιν ἀνὴρ ὑψηλὰ ἱστάμενος.
§146ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§147ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καίτοι μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ φόβος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ δὲν εἶναι βάσιμος, διότι καὶ ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ κειμένου καὶ ἐκ τοῦ ἀγγλικοῦ ἐμφαίνεται καθαρῶς, ὅτι πρόκειται περὶ κλωστῶν διὰ ῥαφὴν, δηλαδὴ τὸ κύριον νόημα εἶναι «διὰ ῥαφὴν», τὰ ὑπόλοιπα εἶναι λεπτομέρειαι τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν εἰσάγεται τοῦτο, εἴτε εἰς τὰς κοινῶς λεγομένας κουβαρίστρας εἴτε εἰς πλοκάμους, τὰ λεγόμενα κοινῶς τσουκλιά· δηλαδὴ δὲν ἀπομένει ἀμφιβολία, ὅτι πρόκειται περὶ κλωστῆς χρησιμευούσης εἰς ῥαφήν...
§148Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἐπίσημον κείμενον δὲν εἶναι τὸ ἑλληνικόν;
§149ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Καὶ τὸ ἑλληνικὸν καὶ τὸ ἀγγλικόν... Ἐν τούτοις, πρὸς ἄρσιν πάσης ὑπονοίας, καίτοι, ὡς εἶπον, τοιαύτην ὑπόνοιαν θεωρῶ ἀβάσιμον, θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς, ζητηθείσας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Δραγούμη περὶ τῆς κλάσεως 139. Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι φοβεῖται μήπως εἰσέλθῃ ἀφορολόγητος, ἢ μᾶλλον ὑπαχθῇ εἰς τὴν φορολογίαν τῶν 38 λεπτῶν ἡ ζάκχαρις. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. συνάδελφος καὶ ἰδοὺ διατί. Θ’ ἀρχίσω, ὅπως ἤρχισε καὶ ὁ κ. συνάδελφος, ἀπὸ τὴν κλάσιν 137 (ἀναγινώσκει): «Ζάκχαρις οἱασδήποτε ποιότητος καὶ κατασκευῆς, ἀμυλοζάκχαρον, τὰ ἐκ τούτου σεράπια κλπ.» ὑπάγονται εἰς τέλος 90 λεπτῶν. Κατόπιν ἔρχεται ἡ κλάσις 138, ἡ ὁποία ὀλιγώτερον μᾶς ἐνδιαφέρει, —καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω διατὶ, —καὶ κατόπιν ἡ κλάσις 139, ἡ ὁποία λέγει: «πᾶν ἄλλο εἶδος ζακχαροπλαστικῆς ἢ ζακχαρόπηκτον, ἢ μελίπηκτον, μὴ εἰδικῶς κατονομαζόμενον». Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ σύγχυσις μεταξὺ ζακχάρεως καὶ ζακχαροπλαστικῆς. Ἡ μὲν ζάκχαρις εἶναι προϊὸν τῆς ζακχαροβιομηχανίας, εἶναι ἰδία βιομηχανία, ἡ κατασκευάζουσα τὴν ζάκχαριν, ἐνῷ ἡ ζακχαροπλαστικὴ εἶναι ἐντελῶς ἄσχετος, ὅλως νέα τέχνη, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐξαρτωμένη βεβαίως ἐκ τῆς ζακχάρεως ὡς βάσεως, ἀλλ’ ὅλως ἄσχετος πρὸς τὴν κατασκευὴν τῆς ζακχάρεως. Καὶ παρ’ ἡμῖν δὲ, ὅταν λέγωμεν «ζακχαροπλαστικὴν», δὲν ἐννοοῦμεν τὴν ζάκχαριν, διότι εἶναι τὸ ἀντίθετον, εἶναι τὸ αἴτιον ἀντὶ τοῦ αἰτιατοῦ. Ἡ ζακχαροπλαστικὴ εἶναι προϊὸν τῆς ζακχάρεως, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ζακχάρεως. Ἄλλως τε δὲ, ὅτε εἶδον τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας καὶ τὸν ἠρώτησα περὶ τούτου, οὗτος ἠπόρησε καὶ μοὶ εἶπεν: «Ἡμεῖς ποτὲ δὲν ἐνοήσαμεν τοιοῦτόν τι ὑπὸ τὴν κλάσιν 139 τοῦ δασμολογίου, ἐπὶ τῆς ὁποίας ζητοῦμεν τὴν μείωσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, καὶ ἐφ’ ἧς ἐπιφέρομεν τὰς προσθήκας ἢ τὰς ἀφαιρέσεις, δὲν ἐνοήσαμεν ποτὲ τὴν ζάκχαριν.» Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὁ φόβος τοῦ κ. συναδέλφου δὲν ἔχει βάσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν παρατήρησιν περὶ τῆς κλάσεως 156 τοῦ δασμολογίου, θὰ προσπαθήσω νὰ ἔχω περισσοτέρας πληροφορίας, διότι ὁμολογῶ ὅτι ἐκείνην τὴν ἡμέραν δὲν ἐγένετο συζήτησις καὶ δὲν εἶχον ταύτην ὑπ’ ὄψει...
§150ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἐδόθησαν εἰσέτι ἐξηγήσεις διὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον κυρίως προὐκάλεσε τὴν καταγγελίαν τῆς συμβάσεως...
§151ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐγένετο καταγγελία.
§152ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Κυρία ἀφορμὴ εἶναι ἡ εἰς εἶδος ἀπόδοσις τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, διότι ἡ παρακράτησις προϋπῆρχεν. Ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κατάργησις τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεως τοῦ φόρου τῆς σταφίδος. Μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεως τοῦ φόρου τῆς σταφίδος τί θὰ γείνῃ; Θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ αὐξήσωμεν τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως κατὰ 15% εἰσέτι; Αὐτὸ κυρίως ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν, διότι μὲ τοῦτο θὰ παύσωμεν ν’ ἀκούωμεν διαμαρτυρίας κατὰ τῶν φόρων ἐπὶ τῆς σταφίδος. Πρόκειται λοιπὸν νὰ διατελῶμεν ἐν γνώσει, τί θὰ ψηφίσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἐὰν ἦναι δυνατόν, ν’ ἀναβληθῇ ἡ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ἕως ὅτου φωτισθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ἂν ἡ Ἀγγλία δέχεται ν’ αὐξήσωμεν τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως εἰς 39%· διότι ἄλλως θ’ ἀρχίσωμεν πάλιν τοὺς ἰδίους θορύβους. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι σοβαρόν. Νομίζω δέ, ὅτι δι’ αὐτὸ κυρίως ἐπιβάλλεται ἡ ἀναβολὴ τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ τὰ κανονίσῃ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου συνομολογηθείσης προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§154Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ζυγομαλᾶς.
§156Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῶν διαπραγματεύσεων τῆς συνθήκης ταύτης, ὅσα νομίζει ὅτι δύνανται νὰ προσαχθῶσι, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προὐκάλεσε τὴν Βελγικὴν καὶ κατήγγειλε τὴν συνθήκην ταύτην, ἤδη δὲ προβαίνει εἰς νέαν συνθήκην. Διατί; Ἤρθησαν οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἡμεῖς κατηγγείλαμεν τὴν σύμβασιν ταύτην; Βεβαίως ἀντηλλάγησαν ἔγγραφα. Ὅσα ἐξ αὐτῶν δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ, παρακαλῶ νὰ τὰ ἀνακοινώσῃ, ὅπως δυνηθῶμεν ἐν γνώσει νὰ ψηφίσωμεν.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§158ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Σᾶς εἶπον, ὅτι τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀνταλλαγέντα μεταξὺ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν καὶ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, δὲν συμφέρει νὰ καταθέσω, διότι ἐνδεικνύουσιν ὁποῖαι εἶναι αἱ ἰδέαι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες θὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῶν διαπραγματεύσεων μετ’ ἄλλων Κρατῶν, μεθ’ ὧν ἔχομεν πολὺ σπουδαιότερα συμφέροντα, παρὰ μετὰ τοῦ Βελγίου. Ἐὰν ἠκούομεν τὰς προτάσεις τῆς Βελγικῆς Κυβερνήσεως, θὰ εἴχομεν ἤδη διαπραγματεύσεις πρὸς ὁριστικὴν σύμβασιν. Ἀλλὰ δὲν μᾶς συμφέρει νὰ πράξωμεν τοῦτο πρὶν ἢ συνάψωμεν τὰς ἄλλας συμβάσεις, αἵτινες εἶναι πολὺ σπουδαιότεραι δι’ ἡμᾶς. Ἑπομένως, διὰ νὰ μὴ ὑποπέσωμεν εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ γενικοῦ δασμολογίου μὲ τὸ Βέλγιον, ἐνομίσαμεν, ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις, ὅτι συμφέρει νὰ κάμωμεν τὴν προσωρινὴν ταύτην παράτασιν τῆς ἄλλοτε ὑπαρχούσης συνθήκης, μεῖον τοῦ ἄρθρου 16 αὐτῆς, ἤτοι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους. Καὶ λέγω, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ μείνωμεν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ γενικοῦ δασμολογίου, διότι, κατὰ τὸν νόμον τῆς 19 Μαΐου 1902 ἐν Βελγίῳ, διὰ τὰ Κράτη, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ Βέλγιον δὲν ἔχει συνθήκας, ἐφαρμόζει τὸ γενικὸν δασμολόγιον, ἤτοι κατὰ 50% αὔξησιν τοῦ δασμοῦ διὰ τὰ εἴδη, ὅσα ὑπάγονται εἰς δασμὸν, εἰς δὲ τὰ εἴδη τὰ εἰσαγόμενα ἀτελῶς ἐπιβάλλεται δασμὸς 15% ἐπὶ τῆς ἀξίας των. Τοιοῦτόν τι θὰ συνέβαινε διὰ τὰ μεταλλεύματα· καὶ ἐπειδὴ τὰ μεταλλεύματα, τὰ εἰσαγόμενα ἐξ Ἑλλάδος εἰς Βέλγιον, ἀνέρχονται εἰς ποσὸν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, βεβαίως δὲν θὰ ἦτο ὠφέλιμον διὰ τὴν μεταλλευτικὴν βιομηχανίαν ἢ τὴν ἐργασίαν τῶν μεταλλείων, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς κρίσιν παρ’ ἡμῖν, ἐὰν ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς τοιοῦτο διαφορικὸν δασμολόγιον, 15%. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐνόμισε πρέπον καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὡς καὶ αἱ προκάτοχοι νὰ συνομολογήσωσι πρὸς τὸ Βέλγιον συμφωνίαν προσωρινήν.
§159Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφοῦ νομίζει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσκομίσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀνταλλαγέντα μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἠδύνατο νὰ προσκομίσῃ ἄλλα ἔγγραφα, τὸ ἔγγραφον π. χ. τῆς καταγγελίας τῆς συνθήκης.
§160ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτὸ μάλιστα.
§161Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. .. καὶ τὰ ἄλλα τὰ σχετικὰ πρὸς τὰς διαπραγματεύσεις μεταξὺ Βελγίου καὶ Ἑλλάδος, ὅσον ἀφορᾷ τὸν καταρτισμὸν τῆς συμβάσεως ταύτης καὶ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπεκλείσθη τὸ ἄρθρον 16 ἐκ τῆς συνθήκης. Διότι τὸ ἄρθρον 16 περιέχει ἀκριβῶς τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπέναντι τῶν ἄλλων συμβατικῶν ὑποχωρήσεων· ἐδόθη δηλαδὴ ἡ ἀτέλεια τῆς σταφίδος διὰ τὴν βιομηχανικὴν χρῆσιν καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ δασμοῦ ἀπὸ 25 εἰς 20 φράγκα κατὰ ἑκατόλλιτρον διὰ τὸ πολυτιμότερον εἶδος, τῆς εἰς εἶδος καταναλώσεως. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐλλείπει ἀπὸ τὴν σύμβασιν. Ποῖος εἶναι ὁ λόγος; Τὸ Βέλγιον δὲν ὑφίσταται καμμίαν ζημίαν ἐκ τῆς ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου 16, διότι πᾶν ὅ,τι ἐλάμβανε διὰ τοῦ ἄρθρου 16 ὡς ἀντάλλαγμα ἐκ τῶν δασμολογικῶν παραχωρήσεων, κατὰ μέγα μέρος τὸ λαμβάνει διὰ τῆς διατάξεως «τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους». Ἑπομένως πάσης ἀτελείας ἢ ἐλαττώσεως δασμοῦ, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Γερμανία ἢ ἄλλο Κράτος, — ἰδίως ἡ Γερμανία, διότι ἔχει τὴν αὐτὴν βιομηχανίαν μὲ τὸ Βέλγιον, — αὐτῶν πάντων τῶν πλεονεκτημάτων ἀπολαύει καὶ τὸ Βέλγιον. Ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, παρέχουσα ὅλα ταῦτα εἰς τὸ Βέλγιον, δὲν λαμβάνει τίποτε, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρείχετο, ἡ ἀτέλεια τῆς σταφίδος πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ τέλους αὐτῆς, ἐξαλείφεται διὰ τοῦ ἄρθρου 16. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον τῆς τοιαύτης συμβάσεως. Λέγει, νομίζω, ἡ ἔκθεσις, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχωσιν αἱ δασμολογικαὶ αὗται παραχωρήσεις, θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀμοιβαία ὑποστήριξις τῆς ναυτιλίας καὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει μέγα ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ναυτιλίαν τὴν ἑλληνικὴν τὴν εἰς Βέλγιον μεταβαίνουσαν, οὔτε διὰ τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας τὰς ἑλληνικάς, τὰς εἰς Βέλγιον εὑρισκομένας· ἑπομένως νομίζω ὅτι καὶ εἰς τοῦτο ὑπελόγισαν ὀρθῶς οἱ Βέλγοι, καὶ ἀπέκτησαν εὐεργετήματα ἐκ τῆς συνθήκης ταύτης, ἡμεῖς δὲ καὶ εἰς τοῦτο δὲν ἀπολαύομεν τίποτε. Ἐπειδὴ δὲ ὅ,τι σήμερον γίνεται ἄνευ τῆς ἀτελείας τῆς σταφίδος ἀλλαχοῦ δύναται καὶ ἐν Βελγίῳ καὶ ἀλλαχοῦ νὰ γείνῃ εἰς τὸ μέλλον, καὶ ἐπειδὴ τὸ προϊόν αὐτὸ ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ τὸ διαδώσωμεν, διότι εἶναι τὸ κυριώτερον συνετὸν μέσον πρὸς ἐξάπλωσιν τῆς ἀναλώσεως τῆς σταφίδος καὶ τῆς ὁμαλῆς λύσεως τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν νὰ συναλλαττώμεθα ἢ μετ’ ἀπόκτησιν ἀληθῶν εὐεργετημάτων ὑπὲρ τῶν προϊόντων τοῦ τόπου, εἴτε τῆς βιομηχανίας, εἴτε τῶν φυσικῶν προϊόντων. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ μεταλλεύματα, εἶπον καὶ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει καὶ ἐπιμένω, ὅτι οὐδένα κίνδυνον διατρέχομεν νὰ ἀποκλείσῃ τὸ Βέλγιον τὴν εἰσαγωγὴν καὶ κατανάλωσιν αὐτῶν, τοῦ σιδηρολίθου ἰδίως, διότι πολλαὶ ἀγοραὶ ζητοῦσι τοῦτον, πρόκειται δὲ περὶ ἀκατεργάστου προϊόντος, τὸ ὁποῖον τὸ Βέλγιον κατεργάζεται καὶ ἐπιστρέφει κατειργασμένον εἰς ἡμᾶς, ἀφοῦ ἀπολαύσωσιν οἱ ἐργοστασιάρχαι καὶ οἱ ἐργάται αὐτοῦ τὰ κέρδη τῆς βιομηχανίας· ἑπομένως συμφέρει περισσότερον αὐτοὺς ἢ ἡμᾶς. Διὰ τούτους τοὺς λόγους νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης. Δύναται δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν θέλῃ, νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Νομίζω δέ, ὅτι κυρίως πρέπει νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης, διότι οὐδὲν κέρδος, ὡς βλέπετε, ἔχομεν ἐκ ταύτης.
§162ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐὰν ἐγνώριζον, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἤθελεν ἐπιμείνει νὰ ἔχῃ ἔγγραφα ἄνευ σημασίας, τυπικὰ δηλαδή, ἤτοι τὰ περὶ καταγγελίας τῆς συμβάσεως κλπ., θὰ ἤμην πρόθυμος νὰ τὰ φέρω. Ἐνόμιζον, ὅτι ἀπέβλεπεν εἰς ἔγγραφα οὐσιαστικά. Τὰ οὐσιαστικὰ ἔγγραφα εἶπον ὅτι δὲν θεωρῶ ἐπωφελὲς νὰ καταθέσω...
§163Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὅ,τι θεωρεῖτε ἀβλαβές.
§164ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτὰ θὰ σᾶς τὰ φέρω. Εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ὁμιλίας του, διατὶ ἀφαιροῦμεν τὸ ἄρθρον 16, τὸ ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος ὑπέθεσεν ὅτι ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν παροχὴν τῆς μειώσεως τῆς ἀτελείας τῆς σταφίδος ὑπὲρ ἡμῶν καὶ εἶναι καθαρὸν ἀντάλλαγμα ὑπὲρ τοῦ Βελγίου, ἐπωφελουμένου, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἄλλο τι, νομίζω ὅτι περιέπεσεν εἰς πλάνην. Τὸ ἄρθρον 16 εἶναι ἁπλούστατον· ἀναφέρει δέκα κλάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων γίνονται ἐκπτώσεις διὰ τὰ Βελγικὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος συνάδελφος νομίζει ὅτι τὸ Βέλγιον θὰ ἔχῃ ἐπὶ τῷ αὐτῷ δασμῷ δυνάμει ἄλλης συνθήκης. Ἐδῶ εἶναι ἡ πλάνη· διότι ἡ σύμβασις μὲ τὴν Γερμανίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας νομίζει ὅτι δύναται νὰ βασισθῇ, ἔχει ψηφισθῆ πρὸ ἕνδεκα ἐτῶν πρὶν ἢ γένηται ἡ σύμβασις μὲ τὸ Βέλγιον. Ἡ σύμβασις ἐκείνη ἔχει γείνῃ τὸ 1884, ἐνῷ ἡ σύμβασις μὲ τὸ Βέλγιον ὑπεγράφη τὸ 1895, μετὰ ἕνδεκα ὁλόκληρα ἔτη. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθον τόσαι μεταβολαὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ εἰς τὸ εἶδος τοῦ ἐμπορίου τοῦ Βελγίου μὲ τὴν χώραν ἡμῶν, ὥστε ἠναγκάσθη τὸ Βέλγιον νὰ ζητήσῃ καὶ ἐπιτύχῃ τὴν μείωσιν ἐπ’ αὐτῶν τῶν δέκα κατηγοριῶν. Ὥστε, ὅταν ἐξαιρῶμεν τὸ ἄρθρον 16, δὲν εἶναι, ὡς νομίζει ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἡμεῖς ζημιούμεθα· ἀπ’ ἐναντίας. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ σᾶς ἐξήγησα, ὅτι εἶναι πρὸς προστασίαν τῶν λοιπῶν προϊόντων, ἵνα μὴ ὑποπέσωμεν καὶ ἡμεῖς ἐν Βελγίῳ καὶ οἱ Βέλγοι ἐδῶ εἰς τὸ γενικὸν δασμολόγιον.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§166ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διαγράψῃ τὰς λέξεις «καὶ γαλλιστὶ», διότι δὲν ὑπάρχει γαλλικὸν κείμενον.
§167ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν.) Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Ἐξωτερικῶν, Δικαιοσύνης καὶ Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 ἐκ δραχμῶν 570,000».
§169ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. Βλέπομεν ἐνταῦθα, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ζητεῖται πίστωσις 90,000 δραχμῶν δι’ ἔξοδα διατροφῆς ὑποδίκων καὶ καταδίκων. Ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ὑπέμνησεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, ἐνῷ ἐζητήθη ἡ πίστωσις αὕτη διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1904, ἐκπίπτει αὐτὴν ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1905, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς εἴπῃ, διατὶ νομίζει, ὅτι αἱ δαπάναι τῆς διατροφῆς τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων θέλουσιν εἶσθαι ὀλιγώτεραι κατὰ τὸ 1905 ἢ τὸ 1904.
§170Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ αὔξησις τῆς δαπάνης τῆς ἀναγραφείσης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1905 προῆλθεν ἕνεκα τῶν διαφόρων συμβολαίων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο πρὸς διατροφὴν τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων...
§171Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι αὔξησις, εἶναι ἐλάττωσις τοῦ ποσοῦ.
§172Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1905, συμπεριλαμβάνει ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγραφέντος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ τὴν ἀναπληρωματικὴν ταύτην πίστωσιν. Ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, ἀναγράφει 90,000 δρ. περισσοτέρας, διότι ὑπελόγισε καὶ τὴν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν. Τὰ διάφορα συμβόλαια, τὰ ὁποῖα μέχρι πρὸ μικροῦ ἐγένοντο διὰ τὴν προμήθειαν τῶν τροφίμων εἰς τὰς φυλακὰς, ἔπεισαν καὶ ἐμὲ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι δὲν θὰ παρουσιασθῇ διὰ τὸ 1905 ἡ ἀνάγκη τῆς προσθήκης τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως.
§173Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Βλέπομεν εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ζητουμένην πίστωσιν δραχ. 170,000 δι’ ἐπιστροφὴν χρημάτων δικαστικῶν ἀποζημιώσεων. Τὰ ἐντάλματα πρὸς πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν τούτων ἀποζημιώσεων ἐξεδόθησαν ἐντὸς τοῦ 1905; Νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀλλάσσῃ τὸν τρόπον, τὸν καθιερωμένον μέχρι τοῦδε. Δι’ ὅσας δαπάνας δικαστικὰς ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ πιστώσεις πέραν τοῦ ἔτους 1904 ὀφείλει νὰ ζητήσῃ αὐτὰς διὰ τὴν ἑπομένην χρῆσιν. Σήμερον, ἀντὶ νὰ χρεώνωμεν τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1905, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκδίδεται τὸ ἔνταλμα, χρεώνομεν ἀτόπως τὴν χρῆσιν τοῦ προηγουμένου ἔτους. Νομίζω ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς ἀναγραφῆς δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 ἐκ δραχμῶν 2,018,623.52». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§175ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§177Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὑπέβαλον δύο σημειώματα, ζητῶν πληροφορίας ἀναγομένας εἰς τὰ δύο Ὑπουργεῖα Δικαιοσύνης καὶ Ἐσωτερικῶν. Εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας;
§178Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως.
§179Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε θὰ λάβωμεν γνῶσιν αὐτῶν;
§180Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐλπίζω, τὴν Δευτέραν.
§181Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως παρακαλῶ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπάντησιν. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου).
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαρτίου 1905 Βασ. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δραχ. 62,100 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 23 Δεκεμβρίου 1904 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις δραχ. 421,200 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς Ἐπικρατείας». Ὁ κύριος Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ προτείνω μεταβολάς τινας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου;
§184ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ ἐκ τῆς παραγράφου εʹ, τῆς κανονιζούσης τὰ τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἡ ἐπαρχία Λευκάδος, διότι κατὰ τὰς γενομένας μοι νῦν παραστάσεις προτιμότερον εἶναι νὰ προσαρτηθῇ ἡ ἐπαρχία Λευκάδος εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας. Ὡσαύτως καὶ ἡ ἐπαρχία Ἰθάκης ἐκ τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας. Προσέτι ἡ ἐπαρχία Κυθήρων ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ νομοῦ Λακωνίας καὶ νὰ προσαρτηθῇ εἰς τὸν νομὸν Ἀργολίδος, εἰς ὃν καὶ ἄλλοτε ἀνῆκε. Διὰ τῶν τροποποιήσεων τούτων ὁ νομὸς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος θὰ ἔχῃ οὕτως (ἀναγινώσκει): «ιʹ) Ὁ νομὸς τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, περιλαμβάνων τὴν ἐπαρχίαν Πατρῶν, τὴν ἐπαρχίαν Ἠλείας, τὴν ἐπαρχίαν Αἰγιαλείας, τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, τὴν ἐπαρχίαν Λευκάδος καὶ τὴν ἐπαρχίαν Ἰθάκης.» Ἐπίσης ὁ νομὸς Ἀργολίδος θὰ ἔχῃ οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ὁ νομὸς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, περιλαμβάνων τὴν ἐπαρχίαν Ναυπλίας, τὴν ἐπαρχίαν Ἄργους, τὴν ἐπαρχίαν Κορινθίας, τὴν ἐπαρχίαν Κυθήρων, τὴν ἐπαρχίαν Σπετσῶν, τὴν ἐπαρχίαν Ἑρμιονίδος, τὴν ἐπαρχίαν Ὕδρας καὶ τὴν ἐπαρχίαν Τροιζηνίας.» Ἑπομένως θὰ διαγραφῇ ἡ ἐπαρχία Ἰθάκης ἀπὸ τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπήγετο κατὰ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἡ ἐπαρχία Λευκάδος ἀπὸ τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, καὶ ἡ τῶν Κυθήρων ἀπὸ τοῦ νομοῦ Λακωνίας.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 140).
§187ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ συζήτησιν ὑπέστη τροποποιήσεις καὶ ἀλλοιώσεις τινὰς, ὑποδειχθείσας ὑπὸ τοῦ εἰσαγαγόντος αὐτὰς κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, δι’ αὐτῶν ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον 6, ἀπαλειφθείσης τῆς πρώτης παραγράφου αὐτοῦ· καθ’ ἃ δὲ χθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐδήλωσεν, ἀπαντῶν εἰς ἐρώτησίν μου, ἐτροποποιήθη καὶ τὸ ἄρθρον 13, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς ἐκκλησιαστικὰς διοικήσεις καὶ Ἐπισκοπάς. Σήμερον δὲ καὶ ἕτεραι τροποποιήσεις ὑπὸ τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προὐτάθησαν. Εἶναι καθιερωμένον ἐν τῇ Βουλῇ, τὰ νομοσχέδια τὰ εἰσαγόμενα, ὅταν ὑποστῶσι τροποποιήσεις καὶ ἀλλοιώσεις κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀνατυπούμενα νὰ διανέμωνται εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς, καὶ ἡ Βουλή, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὸ νέαν πλέον μορφὴν φέρον νομοσχέδιον, συζητεῖ ἐπ’ αὐτοῦ. Νῦν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ πρῶτον εἰσαχθὲν νομοσχέδιον. Πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν ἀγνοοῦσι τὰς γενομένας τροποποιήσεις καὶ προσθήκας, καὶ ἑπομένως ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν καθίσταται ἀδύνατος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὴν καθιερωμένην συνήθειαν εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ ἀνατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἡ ἐκ νέου διανομὴ αὐτοῦ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ δέον νὰ τηρηθῇ καὶ ἑτέρα διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, ἥτις δὲν φαίνεται τηρηθεῖσα κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου, δηλαδὴ νὰ συνοδευθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ὡς τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἀπαιτεῖ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ δεχθῇ τὴν προτεινομένην ὑπ’ ἐμοῦ ἀναβολὴν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ, ὅπως διαρρυθμιζόμενον τὸ νομοσχέδιον συμφώνως πρὸς τὰς γενομένας προσθήκας καὶ τροποποιήσεις ἀνατυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἵνα ἡ Βουλή, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὸ νέον διανεμηθησόμενον νομοσχέδιον, συζητήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ σοβαρῶς.
§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ μεταβολαὶ δὲν εἶναι τόσον αἰσθηταί, ὥστε νὰ συγχισθῇ τις περὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς μελέτας εἰδικὰς ἐπὶ τῶν μεταβολῶν. Τὸ νομοσχέδιον θὰ ἀνατυπωθῇ, καὶ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ἔχετε καιρὸν νὰ προτείνητε οἱανδήποτε τροποποίησιν θέλετε.
§189ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε τὸ νομοσχέδιον θὰ συζητηθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν οὐχὶ οἷον εἶναι, ἀλλ’ οἷον ἦτο, ἐνῷ πρέπει ἐν τῇ δευτέρᾳ ἀναγνώσει νὰ συζητηθῇ ὁποῖον πράγματι εἶναι. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι δίκαιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτείνω, καὶ σύμφωνον μὲ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς.
§190Κ. ΖΩΤΟΣ. Πολὺ ὀρθῶς.
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς τὸ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τῆς Δευτέρας.
§193ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἂν θ’ ἀνατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν δύο παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ φέρω ἐπὶ τῶν ἄρθρων 3 καὶ 4, διότι ὑποθέτω ὅτι εἶναι ὀρθαί. Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 3 γίνεται λόγος περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ἀλλ’ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια δὲν ὑπάρχουσι...
§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλω.
§195ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πολὺ καλά. Τότε ἀποσύρω τὴν παρατήρησίν μου.
§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια κατηργήθησαν διὰ νόμου τῇ προτάσει τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὑπολαβούσης ὅτι δύνανται ταῦτα ν’ ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων· ἀλλὰ τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια κατηργήθησαν ἤδη διὰ νόμου, πρέπει δὲ νὰ πληρωθῇ τὸ κενὸν διὰ νέου νόμου περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων.
§197ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὴν αὐτὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω ἐν σχέσει πρὸς τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, ἐν ἀρχῇ, ὅπου περιελήφθη διάταξις ἐκ προηγουμένου νόμου, ὅτι «ἕκαστος νομὸς ἀποτελεῖ ἴδιον νομικὸν πρόσωπον», τοῦτο εἶχε σημασίαν, ὅτε ὑπὸ Κυβερνήσεως προηγουμένης εἶχε περιληφθῆ ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ νόμῳ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως· ἀλλὰ συγχρόνως καθιερώθη δι’ ἄλλου νόμου καὶ ἡ σύστασις τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Ἱδρύθη ὁ νομὸς ὡς νομικὸν πρόσωπον, καὶ ὑπεδείχθησαν πόροι πρὸς ἀποτέλεσιν τῆς περιουσίας τοῦ νομοῦ. Σήμερον ὁ νόμος ἐκεῖνος περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων κατηργήθη. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον, καὶ ἂν ἐγκριθῇ, ἂς ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τοῦ Σταματίου Παπαλεονάρδου, ἰδιοκτήτου τῆς ἐν Πειραιεῖ ἑδρευούσης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἀτμοπλοΐα Παπαλεονάρδου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ͵ΒΨΞΗʹ νόμου περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας».
§199Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ σήμερον, διότι διενεμήθη σήμερον τὴν μεσημβρίαν.
§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά. Ἂς ἀναβληθῇ.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς ποινικῆς διατιμήσεως καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ πληρωμῆς τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων».
§202Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρέπει ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§203Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καλλίτερον ν’ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας τῶν ἐχόντων ἀντίρρησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§204Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νομοσχέδια, κύριε Πρόεδρε, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται ἄνευ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, φαίνεται ὅτι ζητοῦνται αὐθαιρέτως.
§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ἐκτίθενται αἱ διάφοροι γνῶμαι.
§206Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Καὶ ἔκθεσις ὑπάρχει, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ ἐξετασθῇ.
§207ΑΝΑΣΤ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Περ. Μεντζελοπούλου καὶ Δ. Μυλωνᾶ, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή). Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων Βουλευτῶν 119.
§209Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὡς καὶ πολλὰ ἄλλα νομοσχέδια, ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἔχουσι τὸν τύπον τῶν ὀπισθοδρομικῶν νομοσχεδίων, καὶ εἶναι παράδοξον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποβάλλεται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν προοδευτικός, ὑπῆρξε μάλιστα καὶ ἀρχηγὸς τοῦ προοδευτικοῦ κόμματος. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἔχομεν τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ τὸ ἀναμενόμενον ὡς ὑποβληθησόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, θὰ ἐξηγεῖτο καὶ ἡ τοιαύτη διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι νομοσχέδιον δικαστικόν, στηρίζεται, καθ’ ἃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει, εἰς τὴν πεποίθησιν, ὅτι κατὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν διαφόρων μαρτύρων, τῶν προσερχομένων ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, λαμβάνουσι χώραν καταχρήσεις, καὶ ἐθεώρησεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἔπρεπε νὰ μειώσῃ τὴν ἀποζημίωσιν διὰ τὰς ἡμεραργίας, ἵνα οὕτω προλάβῃ τὰς καταχρήσεις. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσω, πῶς δύνανται νὰ προληφθῶσιν αἱ καταχρήσεις διὰ τῆς μειώσεως τῆς ἀποζημιώσεως τῶν προσερχομένων ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων μαρτύρων. Ἡ ποινικὴ ἡμῶν διατίμησις ἐγένετο ἐν ἔτει 1834, σχεδὸν πρὸ ἑνὸς αἰῶνος. Πρὸ ἑνὸς αἰῶνος λοιπὸν ἐφρόνει ἡ Πολιτεία, ὅτι μία δραχμή, διδομένη δι’ ἑκάστην ἡμεραργίαν εἰς τὸν προσερχόμενον εἰς τὰ κέντρα τὰ δικαστικά, ἵνα προσφέρῃ τὴν ὑπηρεσίαν του εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ἦτο ἀρκετή. Τώρα παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, νὰ σκεφθῆτε καὶ νὰ κρίνητε περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ 1834, πρὸ ἑνός, ἐπαναλαμβάνω, αἰῶνος, ἡ μία δραχμὴ ἐξεπροσώπει ἀξίαν τοὐλάχιστον ἴσην πρὸς τὴν σημερινὴν ἀξίαν, πόσην θέλετε; ἂν δὲν θέλητε τῶν 10 δραχμῶν, θὰ δεχθῆτε βεβαίως τῶν 5 δραχμῶν, καὶ μόλις ἐθεωρήθη ὅτι ἐπήρκει ἵνα χορηγηθῇ εἰς τοὺς χάνοντας τὸν καιρόν των, ὅπως, ὑπακούοντες εἰς τὴν φωνὴν τῆς Πολιτείας, σπεύσωσι νὰ προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Σήμερον, μετὰ ἕνα αἰῶνα, ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ λέγει πρὸς αὐτούς: «Σᾶς εἶναι πολὺ ἡ μία δραχμή· 60 λεπτὰ θὰ σᾶς δώσω τὴν ἡμέραν»! Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι δὲν θὰ προσέρχωνται ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ δικάζωσι τὰ Δικαστήρια, καὶ θ’ αὐξήσῃ ἡ λιπομαρτυρία καὶ ἡ φυγοδικία, καὶ οὕτω καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης θὰ προκόψῃ! Εὑρίσκομεν δὲ ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐνεργείᾳ καὶ μίαν μεγάλην ἀντίφασιν· εὐρύνει τὸν κύκλον τῶν Δικαστηρίων ὁ κ. Ὑπουργὸς, δηλαδὴ κάμνει, ὥστε οἱ καλούμενοι ἐνώπιον αὐτῶν νὰ ἔχωσι νὰ διατρέχωσι μεγαλείτερον διάστημα, καὶ δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου ἐλαττοῖ τὴν ἀποζημίωσιν, ἵνα τοὺς κάμνῃ νὰ μὴ προσέρχωνται· διότι κατὰ τὸν ὑφεστῶτα νόμον, οὔσης μικροτέρας τῆς περιφερείας καὶ πλησιέστερον εὑρισκομένου τοῦ κέντρου, ἐπρόκειτο νὰ χάσῃ ὁ καλούμενος μίαν μόνην ἡμέραν, καὶ ἔδιδε τόπον τῇ ὀργῇ, λέγων: «τέλος πάντων μίαν ἡμέραν θὰ χάσω μόνον· ἂς ὑπάγω». Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐφρόντισε νὰ εὐρύνῃ τὸ κέντρον τῶν Δικαστηρίων, καὶ νὰ ἔχῃ νὰ χάσῃ ὁ καλούμενος ἐνώπιον αὐτῶν 3, 4, 5 καὶ 10 ἡμέρας! Ταῦτα δὲ πάντα, διὰ νὰ μειώσῃ καὶ τὴν πίστωσιν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται πρὸς ἀποζημίωσιν ἁπάντων τῶν προσερχομένων ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα παρουσιάσῃ οὕτω μίαν οἰκονομίαν! Θὰ ἴδωμεν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, ὅταν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, — διότι θὰ ψηφισθῇ, — ἢ θὰ ἴδωσιν οἱ μεταγενέστεροι, ἐὰν δὲν ἴδωμεν ἡμεῖς, ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐγὼ δὲν ἐμελέτησα τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἑπομένως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ συζητήσω ταύτην τὴν στιγμὴν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προλαμβάνῃ τις νὰ μελετᾷ τὰς λεπτομερείας τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα οὕτως ὑποβάλλονται καὶ προκαλεῖται ἀμέσως ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις. Θέλω ὅμως μελετήσει καὶ ταύτας, καὶ θέλω συζητήσει αὐτὰς μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ εἶπον ταῦτα, ἵνα δείξω τὴν ἀντίφασιν, εἰς ἣν ὑπέπεσεν ὁ κ. Ὑπουργός, διότι θὰ πολλαπλασιάσῃ ὄχι μόνον τὴν λιπομαρτυρίαν, ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ ἐντεῦθεν παρομαρτοῦντα κακά.
§210Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀκριβῶς ἡ πληρωμὴ τῶν δικαιωμάτων τῶν μαρτύρων εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας καὶ εἰς πάντας τοὺς ἀσχολουμένους εἰς τὰ ποινικὰ, ὅτι σήμερον ἡ πληρωμὴ τῶν μαρτυρικῶν γίνεται κατὰ τρόπον λίαν ἀνώμαλον, ὅτι οἱ μάρτυρες οὐ μόνον δὲν λαμβάνουσι τὴν δραχμὴν, τὴν ὁποίαν ἡ παλαιὰ ποινικὴ διατίμησις ὥρισεν, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ ἥμισυ αὐτῆς· ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ λάβωσι τὸ ἥμισυ, ἀναγκάζονται νὰ δαπανήσωσι ποσὰ ἴσως πλειότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησαν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των, ὡς μαρτύρων, ἵνα εὕρωσι τὸν τοκογλύφον, ὁ ὁποῖος θὰ καταβάλῃ αὐτοῖς τὰ δικαιώματα. Τοῦτο μοὶ ἐβεβαίωσαν πάντες οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι καὶ πολλοὶ δικηγόροι, ἀσχολούμενοι εἰς τὰ ποινικά. Οὔτε ὅτε συνετάχθη ἡ ποινικὴ διατίμησις, οὔτε σήμερον ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ πλήρη ἀποζημίωσιν ἡ Πολιτεία εἰς τὸν μάρτυρα, ὅστις ἐκτελεῖ τὸ καθῆκον τὸ ἐπιβαλλόμενον αὐτῷ ὑπὸ τῆς Πολιτείας· ὑπάρχουσι μάλιστα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ μάρτυς οὐδὲν λαμβάνει διὰ τὰς ἡμεραργίας του, λαμβάνει μόνον τὰ ὁδοιπορικά του ἔξοδα, τὰ ὁποῖα καὶ κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀποδίδονται αὐτῷ, ὅπως καὶ διὰ τῆς ποινικῆς διατιμήσεως. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ τακτοποιηθῶσι πάντα ταῦτα, χωρὶς οὐδεμία νὰ ἐπέλθῃ ἀνωμαλία. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἐλαττώσεις ἐξόδων, αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται. Π. χ., κατὰ τὰ σήμερον κρατοῦντα, διὰ τὴν σύλληψιν τῶν καταδιωκομένων ἐπὶ πταίσματι δίδεται ἀμοιβὴ ὅλως διόλου ἄνευ λόγου· διότι ὁ χωροφύλαξ, ὁ ὁποῖος ἔχει εἰς χεῖράς του ἐντάλματα συλλήψεως, οὐδένα συλλαμβάνει, ἀλλὰ προσέρχονται, ὅσοι θέλουσι νὰ προσέλθωσι, μόνοι των, ὁ δὲ χωροφύλαξ λαμβάνει τὴν ἀμοιβήν, χωρὶς νὰ ἔχῃ παντελῶς ἐργασθῆ. Τὴν διάταξιν ταύτην τροποποιεῖ τὸ νομοσχέδιον. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας, εὐχαρίστως θ’ ἀκούσω τὰς γνώμας τῶν εἰδικῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ θὰ κρίνω, ἂν ὑπάρχει ἀνάγκη τροποποιήσεων.
§211Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι δὲν θὰ διορθώσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου του τὰ ἄτοπα, ἅτινα συμβαίνουσιν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καὶ ὅτι οὐδεμίαν τοῦτο θὰ φέρῃ βελτίωσιν εἰς τὴν μέχρι τοῦδε γινομένην ὁμολογουμένως ἀταξίαν περὶ τὴν πληρωμὴν τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων εἰς τοὺς προσερχομένους νὰ ἐξετασθῶσιν ὡς μάρτυρες ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω προχείρως, διότι εὔκολον εἶναι νὰ φαντασθῶ, τί θὰ συμβῇ καὶ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τί κάμνει τὸ νομοσχέδιον; Πρῶτον πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι κατὰ τὰς ἀταξίας, ὧν ἐμνήσθη, δὲν λαμβάνουσι μέρος οἱ τοκογλύφοι. Δὲν πρόκειται περὶ τοκογλύφων. Λαμβάνουσι μέρος οἱ κατώτεροι ὑπάλληλοι τοῦ Δικαστηρίου καὶ οἱ κλητῆρες τοῦ Δικαστηρίου· ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ τοκογλύφων. Πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐκ παντὸς τρόπου προσπαθοῦσι, πῶς νὰ κατορθώνωσι καὶ αὐτοὶ, ὡς γλίσχρως καὶ ἐλεεινῶς ἀμειβόμενοι, νὰ προσφέρωσιν ὑπηρεσίας εἰς τοὺς διαφόρους προσερχομένους ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης ὡς μάρτυρας, καὶ νὰ ὠφελῶνται ἐντεῦθεν καὶ αὐτοὶ μίαν ἢ μίαν καὶ ἡμίσειαν δραχμὴν τὴν ἡμέραν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται τώρα, θὰ γίνηται πάντοτε. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω διατί. Περὶ τίνος προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον; Τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι μετὰ τὴν προσέλευσιν καὶ τὴν ἐξέτασιν τοῦ μάρτυρος θὰ θεωρῆται ἡ κλῆσις ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἢ τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ θὰ προσέρχηται ὁ μάρτυς εἰς τὸν γραμματέα, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ μίαν προκαταβολὴν, διὰ νὰ πληρωθῇ. Πῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο ἐν τῇ πρακτικῇ; Ὅσοι γνωρίζουσι τὰ δικαστηριακὰ ἐννοοῦσιν ὅτι πᾶσα αὕτη ἡ ἐργασία θὰ γίνηται μετὰ τὸ πέρας τῆς συνεδριάσεως...
§212Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δύναται νὰ γίνηται καὶ διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως.
§213Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, διότι σεῖς εἶσθε νέος δικηγόρος, ἐνῷ ἐγὼ φέρω 60 ἔτη εἰς τὴν ῥάχιν μου, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 38 εἶμαι δικηγόρος.
§214Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Θὰ δύναται νὰ γείνῃ καὶ διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως. Τοὐλάχιστον εἰς τὰ Τρίκκαλα αὐτὸ γίνεται καὶ τώρα.
§215Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί γίνεται εἰς τὰ Τρίκκαλα· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω ἐγὼ καὶ τὸ ὁποῖον γίνεται μέχρι σήμερον εἰς τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα γνωρίζω, θὰ συμβαίνῃ πάντοτε.
§216ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Αὐτὸ δὲν θὰ συμβαίνῃ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, διότι περιέχει διάταξιν...
§217Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὴν διάταξιν ταύτην εἶδον καὶ ἐγὼ, σεῖς δὲ, ὁ ὁποῖος εἶσθε δικηγόρος, θὰ ὁμολογήσητε, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ.
§218ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι, ὅταν αἱ κλήσεις ὑπογράφωνται ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ στέλλωνται πρὸς ἐπίδοσιν, καθορίζονται ἀμέσως τὰ ἔξοδα.
§219Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πολὺ καλά· ἀλλὰ θὰ γείνῃ ἡ βεβαίωσις τῆς προσελεύσεως τοῦ μάρτυρος καὶ τῆς ἐξετάσεως αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἢ τοῦ Εἰσαγγελέως. Πότε θὰ γείνῃ αὕτη;
§220ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Κατὰ τὴν δίκην.
§221Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν δίκην. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον, ὅτι θὰ γίνηται μετὰ τὸ πέρας τῆς συνεδριάσεως.
§222ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὄχι τῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ τῆς δίκης.
§223Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τῆς συνεδριάσεως· διότι βεβαίως ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ νὰ δικάσῃ 150 ὑποθέσεις, δὲν θὰ τοῖς κάμνῃ τὴν χάριν νὰ διακόπτῃ τὴν συνεδρίασιν, ἵνα βεβαιώσῃ τὴν προσέλευσιν καὶ ἐξέτασιν τοῦ μάρτυρος. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο ἦναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι θὰ γείνῃ εἰς μίαν δίκην, βεβαίως δὲν θὰ γείνῃ εἰς τὰς ἄλλας, οὐδὲ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἐπανέλθῃ τὸ πρώην καθεστὼς, διότι ὁ μάρτυς δὲν θὰ μένῃ ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Δικαστηρίου, θὰ ἦναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰς ὑποθέσεις του, θὰ κάμνῃ τὰς οἰκονομίας του καὶ θὰ ἐπανέρχηται εἰς αὐτάς. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι στερεῖται κατὰ τεσσαράκοντα λεπτὰ ὁ μάρτυς, ὁ ὁποῖος ἐλάμβανε μίαν δραχμήν. Αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἐπέλθῃ, καὶ ἡ ζημία θὰ ἦναι εἰς τὸν μάρτυρα. Θὰ ὠφελήσῃ λοιπὸν, ὡς παρετήρησε καὶ ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος συνάδελφος, τοὺς κλητῆρας καὶ τοὺς μικροϋπαλλήλους τοῦ Δικαστηρίου, ποῖος; Τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ὠφελεῖται τὰ τεσσαράκοντα αὐτὰ λεπτά. Λάβετε ὑπὸ σημείωσιν ὅσα λέγω ταύτην τὴν στιγμὴν, καὶ ὅσοι ἔχετε ἀντιρρήσεις, ἐκ τῶν νεωτέρων μάλιστα δικηγόρων, θὰ ἴδητε τ’ ἀποτελέσματα κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ θὰ ἐνθυμηθῆτε ὅ,τι λέγω· θὰ ἴδητε, ὅτι θὰ συμβαίνῃ τὸ αὐτό. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης προσέθεσεν, ὅτι ἔχει καὶ ἄλλας διατάξεις τὸ νομοσχέδιον· καὶ ἀνέφερε τὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας περιορίζονται αἱ ἀμοιβαὶ τῶν χωροφυλάκων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἀποφάσεων τῶν Πταισματοδικῶν ἢ ἐνταλμάτων τῶν δημοσίων κατηγόρων περὶ βιαίας προσαγωγῆς. Αὐτὸ εἶναι ὀρθὸν βεβαίως, καὶ ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ τὸ κακὸν, διότι κατὰ τὸ πλεῖστον οὐδεμία ἐργασία ἐγίνετο ὑπὸ τῶν χωροφυλάκων· προσήρχοντο μόνοι των εἴτε οἱ καταδικασθέντες δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πταισματοδικείου, εἴτε οἱ μάρτυρες, ὧν διετάχθη ἡ βιαία προσαγωγή, ὁ δὲ χωροφύλαξ ἔσπευδε νὰ λαμβάνῃ τὰ δῆθεν σύλληπτρα. Ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ ἕως ἐκεῖ ἡ πρόνοια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ μὴ ἀποστερήσῃ τοὺς μάρτυρας τῆς ἀποζημιώσεως, ἣν ὥρισεν ὁ νόμος τοῦ 1834, διότι ἕνεκα τῆς μεταβολῆς ταύτης θὰ ἐπέλθωσιν ἀναμφιβόλως ζημίαι καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ εἰς τὴν Δικαιοσύνην, διότι οἱ μάρτυρες ἕνεκα τῆς μικρᾶς ἀποζημιώσεως, ἣν ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, θ’ ἀποφεύγωσι νὰ προσέρχωνται καὶ μαρτυρῶσιν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ οὕτω θὰ καταδικάζωνται ἐπὶ λιπομαρτυρίᾳ καὶ θὰ ὑφίστανται τὰς δαπάνας τῆς λιπομαρτυρίας καὶ τὰς καταπιέσεις τῆς λιπομαρτυρίας.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δαγρὲς ἔχει τὸν λόγον.
§225Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ κακὸν, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λεβαδείας, νομίζω ὅτι αἴρεται διὰ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀρνούμενος ἢ ἀναβάλλων ἐφ’ οἱᾳδήποτε προφάσει γραμματεὺς ἢ ἀρχειοφύλαξ νὰ ἐξαργυρώσῃ παραχρῆμα τὰς ἐγχειριζομένας αὐτῷ κλήσεις ἐντὸς τῶν ἄνω ὁριζομένων προθεσμιῶν καὶ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 10 τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως πέντε ἡμερῶν μέχρις ἑνὸς μηνὸς, μὴ ἀποκλειομένης ἐκ τούτου καὶ τῆς πειθαρχικῆς αὐτοῦ καταδιώξεως κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἑπομένου ἄρθρου 21.» Ἑπομένως δὲν δύναται ὁ γραμματεὺς ν’ ἀναβάλλῃ, ἵνα ἐξοφλήσῃ τὰς κλήσεις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι, ν’ ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ ἄρθρου 11 ἡ φράσις...
§226Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς τὸ ἄρθρον 11.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, τότε κάμνετε τὴν σύστασίν σας. Ὁ κύριος Κριεμάδης ἔχει τὸν λόγον.
§228Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ εἴπω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου πληροῦνται σπουδαῖα κενὰ, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς σχετικοῖς ζητήμασι, καὶ ἑπομένως ἐπεβάλλετο ἡ εἰσαγωγὴ τοιούτου νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διαιρεῖται εἰς τρία μέρη. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ εἰς τροποποίησιν διατάξεων τῆς ποινικῆς διατιμήσεως. Νομίζω ὅτι ἡ τροποποίησις αὕτη γίνεται σχετικῶς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ θέλει νὰ συντελέσῃ ὁπωσδήποτε εἰς τὴν ἐξοικονόμησιν ποσοῦ χρημάτων, τὰ ὁποῖα πιθανὸν νὰ ὑπάρχωσι γνῶμαι, ὅτι πρέπει νὰ διατίθηνται κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ σημειώσητε, ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον χρησιμεύουσιν εἰς τὸ νὰ διαφθείρωσι τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, διότι εὑρίσκουσιν ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἀποζημιοῦνται ἀρκούντως, ὥστε νὰ μὴ θεωρῶσιν ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ ἐπιχείρησις ἡ διὰ τῆς μαρτυρίας των ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Ἑπομένως ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ κακοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς πολλάκις παρουσιάζεται ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, διὰ νὰ συντελέσωμεν δὲ, ἔστω καὶ ἐν σμικρῷ, εἰς τὴν ἐλάττωσιν καὶ διαφόρων ἄλλων κακῶν, ἐπιβάλλεται ἡ τροποποίησις τῆς ποινικῆς διατιμήσεως. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται νὰ ληφθῇ πρόνοια. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Ποινικὴ ἡμῶν Δικονομία εἶναι ἀτελεστάτη ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐπιδόσεως τῶν δικογράφων, ὅσοι δὲ τῶν κυρίων συναδέλφων συμβαίνει νὰ δικηγορῶσι γνωρίζουσι κάλλιστα, ὅτι πολλάκις συνέβησαν καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα ἕνεκα τῆς κακῆς ἐπιδόσεως τῶν τοιούτων δικογράφων εἰς κατηγορουμένους, μὴ προσελθόντας ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἕνεκα κακῆς ἐπιδόσεως τῆς κλήσεως αὐτῶν. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν κοινοποιοῦνται τὰ δικόγραφα ὑπὸ τῶν κλητήρων κατὰ τὰς ὑφεστώσας διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἀπέβη πολλάκις ὀλέθριος. Ἑπομένως ἐπιβάλλεται καὶ ἡ διόρθωσις τοῦ κακοῦ τούτου διὰ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, καίτοι νομίζω, ὅτι καὶ πάλιν δὲν διορθοῦνται ἐπαρκῶς αἱ ἐλλείψεις δι’ αὐτοῦ. Ἐπίσης ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ πληρωμῆς τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων αἱ διατάξεις τῆς ποινικῆς ἡμῶν διατιμήσεως εἶναι πλημμελεῖς, καὶ ἕνεκα τούτου λαμβάνουσι χώραν αἱ καταχρήσεις τῶν ὑπαλλήλων, αἱ ὁποῖαι εἶναι παρεμφερεῖς πρὸς ἐκβιάσεις, μὴ ἐπιτρεπομένας εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ὅταν πολῖται προσέρχωνται μετὰ μακροὺς κόπους, ἀπουσιάζοντες τῆς οἰκίας των, ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἵνα προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας αὑτῶν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, οἱ πολῖται οὗτοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ πληρώνωνται ὑπὸ τοῦ ὑπαλλήλου, ὅστις οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ αὐτοὺς εἰς φορολογίαν. Ἑπομένως ἐπιβάλλεται νὰ κανονισθῇ καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ πληρωμῆς τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, εἰς τὴν δικαστικὴν πεῖραν τοῦ ὁποίου ὀφείλω νὰ ἔχω καὶ ἔχω ἄπειρον ὑπόληψιν, νομίζῃ ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ πληρωμῆς τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων δὲν εἶναι κατάλληλος, ὅπως διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καθορίζεται, ἄλλο τὸ ζήτημα· ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ τροποποίησις καὶ ὁ καθορισμὸς τοῦ τρόπου τῆς πληρωμῆς καὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἑπομένως καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Βάλληνδας.
§230ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 ὑπάρχει κενόν τι, τὸ ὁποῖον δεῖται συμπληρώσεως. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 ὁρίζεται, ὅτι «αἱ κλήσεις, τὰ κλητήρια, τὰ βουλεύματα καὶ αἱ ποινικαὶ ἀποφάσεις θέλουσι κοινοποιεῖσθαι ὑπὸ τῶν δικαστικῶν κλητήρων προσωπικῶς πρὸς τοὺς εἰς οὓς ἀφορᾷ ἡ ἐπίδοσις, συντασσομένου ἐπιδοτηρίου, εἰς ὃ θέλουσι προσυπογράφει οὗτοι, ἐὰν δὲ τυγχάνωσιν ἀγράμματοι ἢ ἀδυνατῶσι νὰ ὑπογράψωσιν ἐξ οἱουδήποτε λόγου, ἢ ἀρνῶνται, ἢ ἀπουσιάζωσι, θέλει τοιχοκολλᾶσθαι εἰς τὴν οἰκίαν αὐτῶν τὸ ποινικὸν τοῦτο δικόγραφον ἐπὶ παρουσίᾳ ἑνὸς ἐγγραμμάτου μάρτυρος, προσυπογράφοντος ἐπίσης εἰς τὸ ἐπιδοτήριον. Ἀρνουμένων τυχὸν τῶν ἐγγραμμάτων μαρτύρων νὰ παραστῶσι καὶ προσυπογράψωσιν εἰς τὴν ἐπίδοσιν, ὁ κλητὴρ θέλει προβαίνει μόνος εἰς ταύτην, βεβαιῶν ἐν τῷ ἐπιδοτηρίῳ τὴν ἄρνησιν τῶν προσκληθέντων, κατ’ ὄνομα, κατοικίαν καὶ ἐπάγγελμα.» Ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ ὁρίζονται τὰ πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα κατὰ σειρὰν πρέπει ν’ ἀποταθῇ ὁ κλητήρ, ὅταν ὁ διάδικος ἀρνῆται ἢ δὲν δύναται νὰ ὑπογράψῃ. Εἰς τὸ ἄρθρον ὅμως τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν μαρτύρων τῶν ἐγγραμμάτων, εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει ν’ ἀποταθῇ ὁ κλητὴρ, ἵνα ζητήσῃ τὴν ὑπογραφήν των, ἐὰν ὁ διάδικος δὲν ᾖναι παρὼν ἢ ἀρνῆται τὴν ὑπογραφήν. Διότι τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι «ἀρνουμένων τυχὸν τῶν ἐγγραμμάτων μαρτύρων νὰ παραστῶσι καὶ προσυπογράψωσιν εἰς τὴν ἐπίδοσιν ὁ κλητὴρ θέλει προβαίνει μόνος εἰς ταύτην κλπ.» Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ προσυπογράψωσιν εἰς τὸ ἐπιδοτήριον, διότι εἷς μόνον μάρτυς πρέπει νὰ προσυπογράψῃ, καὶ εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον εἶναι σαφὲς τὸ νομοσχέδιον· πρόκειται περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαρτύρων, εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει — ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ διάδικος δὲν γνωρίζει νὰ ὑπογράψῃ — ν’ ἀποταθῇ ὁ κλητὴρ, ὅπως προσυπογράψωσιν. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ διάδικος δὲν γνωρίζει νὰ ὑπογράψῃ. Ὁ κλητὴρ ἀποτείνεται πρὸς ἕνα μάρτυρα ἐγγράμματον, καὶ ζητεῖ παρ’ αὐτοῦ νὰ ὑπογράψῃ· ἀρνουμένου τούτου, πρέπει νὰ σταματήσῃ ὁ κλητὴρ μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἢ πρέπει ν’ ἀποταθῇ εἰς δύο ἢ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἢ περισσοτέρους; Τοῦτο δὲν ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον, καίτοι δὲν κανονίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν μαρτύρων, ἐν τούτοις ἔχει πάντοτε ὑπ’ ὄψει, ὅτι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶσί τινες νὰ ὑπογράψωσι, καὶ ὁρίζει ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται ὁ κλητὴρ νὰ προβῇ μόνος εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως...
§231Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θ’ ἀποταθῇ εἰς τὸν παρόντα μάρτυρα, ἄλλως εἰς τὸν γείτονα.
§232ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶσθε δικηγόρος, καὶ γνωρίζετε ἐκ τῆς πρακτικῆς, ὡς γνωρίζει καὶ ὁ μὴ νομικὸς, τὰ τῆς ἐπιδόσεως τῶν δικογράφων. Εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι πέντε παρόντες ἐγγράμματοι, καὶ οἱ πέντε νὰ ἀρνηθῶσι νὰ προσυπογράψωσιν· εἶναι ὑποχρεωμένος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ κλητὴρ νὰ ζητήσῃ καὶ ἕτερον μάρτυρα, ὁ ὁποῖος νὰ προσυπογράψῃ τὸ ἐπιδοτήριον; Εἴπετε ὅτι κατὰ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κλητὴρ νὰ ἀποταθῇ πρὸς τὸν σύνοικον ἢ τὸν γείτονα. Περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ γένηται συζήτησις. Ἀλλ’ ὑποθέσατε πρὸς στιγμὴν, ὅτι εἶναι παρόντες πέντε· ἀρκεῖ νὰ βεβαιώσῃ ὁ κλητὴρ ὅτι ἀπετάθη εἰς ἕνα μάρτυρα ἐγγράμματον, ὁ ὁποῖος ἠρνήθη νὰ προσυπογράψῃ, ἢ πρέπει νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ἀπετάθη καὶ εἰς τὸν δεύτερον καὶ εἰς τὸν τρίτον καὶ εἰς τὸν τέταρτον; Ἢ, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐγγράμματος μάρτυς παρὼν, πρέπει νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ κλητὴρ νὰ προσαγάγῃ τὸν ἐγγράμματον μάρτυρα, ὁ ὁποῖος νὰ προσυπογράψῃ, ἢ πρέπει νὰ ζητήσῃ καὶ δεύτερον καὶ τρίτον; Τὸ ἄρθρον, ἐπαναλαμβάνω, περιέχει κενόν τι, τὸ ὁποῖον δεῖται συμπληρώσεως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἢ νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας αἱ σχετικαὶ, ἢ τοὐλάχιστον νὰ καθορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν μαρτύρων, πρὸς τοὺς ὁποίους πρέπει ν’ ἀποτείνηται ὁ κλητήρ. Εἶναι ἀληθὲς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἐμελέτησα ἀκόμη τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχω ἑτοίμην τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου, τὴν ὁποίαν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλήν· παρετήρησα ὅμως προχείρως, ὅτι ὑπάρχει κενόν τι, τὸ ὁποῖον δεῖται συμπληρώσεως, καὶ τὴν παρατήρησίν μου ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ φέρῃ συμπλήρωσιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§233Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποβάλετε τροπολογίαν, καὶ θέλω μελετήσει ταύτην.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κριεμάδης ἔχει τὸν λόγον.
§235Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἔλλειψις, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δύναται νὰ συμπληρωθῇ, ἐὰν τὸ ἄρθρον 4 διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς· μετὰ τὰς λέξεις «ἐπὶ παρουσίᾳ ἑνὸς ἐγγραμμάτου μάρτυρος, προσυπογράφοντος τὸ ἐπιδοτήριον» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «κατὰ τὰς περὶ ἐπιδόσεως διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.»
§236ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§237Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐκεῖνο ὅμως, τοῦ ὁποίου ἡ ἔλλειψις εἶναι οὐσιώδης ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἶναι, ὅτι δὲν περιλαμβάνεται ἐν τῷ ἄρθρῳ ὁ τρόπος τῆς ἐπιδόσεως τῶν κλήσεων, κλητηρίων καὶ ποινικῶν ἀποφάσεων εἰς τοὺς ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένους. Περὶ αὐτοῦ δὲν ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον, καὶ πρέπει νὰ συμπληρωθῇ.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γκότσης ἔχει τὸν λόγον.
§239Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω ὅτι οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες δὲν ἤθελον νὰ ζητήσωσι τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου, ἀλλὰ τὴν ἀπάλειψιν αὐτοῦ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπαλείψῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα θὰ γεννήσῃ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἶπον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, ἐὰν τὸ ἄρθρον τοῦτο μείνῃ ὡς ἔχει, καὶ δὲν λάβῃ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποδείξω πρὸς αὐτόν, τὸ ἄρθρον τοῦτο θὰ ἐγκαταστήσῃ πλῆρες δικαιοστάσιον, καὶ ἐὰν καταστήσῃ ὑποχρεωτικὴν τὴν πρὸς τὸ πρόσωπον ἐπίδοσιν τῶν κλητηρίων καὶ βουλευμάτων, καὶ πρὸ πάντων τῶν βουλευμάτων πρὸς ἐμφάνισιν, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον, ἀκριβῶς εἰς τὸ δικαιοστάσιον.
§240ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐπιτρέπετε; Ὑποθέτετε ὅτι τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει, θὰ συνεπάγηται δικαιοστάσιον, διότι θὰ προσβάλλωνται αἱ ἐπιδόσεις ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, καὶ ἐκ τούτου θὰ γεννῶνται ἐνστάσεις περὶ ἀναβολῆς τῆς δίκης;
§241Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Θὰ ἦναι ὑποχρεωμένος ὁ κλητὴρ νὰ κοινοποιῇ τὰ δικόγραφα προσωπικῶς. Μέχρι τοῦδε ἔχομεν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐπίδοσις δὲν ἐκτελεῖται προσωπικῶς εἰς τὸν κατηγορούμενον· σήμερον θὰ ἦναι ὑποχρεωμένος ὁ κλητὴρ νὰ μεταβαίνῃ πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ κατηγορουμένου, καὶ θὰ βεβαιῶται βεβαίως τὸ γεγονὸς τοῦτο διὰ μαρτύρων.
§242Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τοιχοκολλᾶται εἰς τὴν οἰκίαν του.
§243Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Θὰ εὑρίσκῃ μάρτυρας, διὰ νὰ κάμνῃ αὐτό; Ποῖος θὰ τὸ κάμνῃ; Εἷς κλητήρ; Δὲν εἶναι δυνατὸν εἷς κλητὴρ νὰ ἦναι εἰς τὴν περιφέρειαν ἑνὸς Εἰρηνοδικείου, ὡς γράφει τὸ ἄρθρον. Πρέπει νὰ σκεφθῆτε λοιπόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ αὐτό. Ἐὰν δὲν σκέπτησθε νὰ τὸ τροποποιήσητε, καλλίτερον εἶναι νὰ τὸ ἀπαλείψητε.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5 ἕως 10, ὡς ἔχουσιν). Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§245Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Ἵνα ἀποφύγωμεν τὰ μέχρι τοῦδε λαμβάνοντα χώραν ἄτοπα, πρέπει νὰ προσέξωμεν ἐπὶ τῆς ἐκφράσεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Δέον ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις «μέχρι τῆς ἑσπέρας τῆς ἑπομένης ἡμέρας», καὶ νὰ τεθῇ «μέχρι τῆς ἑσπέρας τῆς ἰδίας ἡμέρας»· διότι ὁ γραμματεύς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑποχρεωμένος πρὸς πληρωμὴν τῶν κλήσεων τούτων, ἔχων καὶ ἄλλην ὑπηρεσίαν, θὰ ἀναβάλλῃ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν διὰ τὴν ἐπιοῦσαν, καὶ οὕτως οἱ μάρτυρες θ’ ἀναγκάζωνται νὰ περιμένωσι, καὶ θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ καὶ σήμερον εὑρισκόμεθα. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ μεταβολὴ αὕτη τῆς φράσεως.
§246Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ γραμματεὺς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀναβάλλῃ. Τὸ δικαίωμα τοῦ μάρτυρος ἐὰν δὲν ἐκτελεσθῇ τὴν ἰδίαν ἡμέραν, θὰ παρουσιασθῇ αὐτὸς τὴν ἐπιοῦσαν, καὶ θὰ ἐκτελεσθῇ.
§247Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ γραμματεὺς νὰ ἀναβάλλῃ μέχρι τῆς ἑπομένης ἑσπέρας.
§248Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 45′ τῆς νυκτός).