1905.05.11
3.618 στίχοι · 26.943 λέξεις · 242 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
τῆς 11 Μαΐου 1905.
(Τετάρτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ῥώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Περικλῆς Λουκίδης ἀπέστειλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα περὶ διαχειρίσεως τῆς Κορινθιακῆς σταφίδος καὶ τῆς σουλτανίνας. Ὁ λαὸς Γυθείου διὰ ψηφίσματος παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ ἡ Νομαρχία Γυθείου. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Σιγουνίου τῶν Καλαβρύτων δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ὑπενωμοτάρχου Στεφ. Μωϋσάκου καὶ τοῦ δημοσίου εἰσπράκτορος Ἀνδρ. Βαρελοπούλου. Ὁ βουλευτὴς Ἄνδρου κ. Μαμάης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ποίαν ἐνέργειαν ἔκαμεν ὁ νομομηχανικὸς Κυκλάδων, ὁ διαταχθεὶς δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 18785 τῆς 1 Νοεμβρίου 1904 διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ κρηπιδώματος τοῦ λιμένος Γαυρίου τῆς ἐπαρχίας Ἄνδρου, ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Γαυρίου, αἰτούσης τὴν ἔγκρισιν δαπάνης δραχ. 20,000 διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἀνωτέρω ἔργου.» Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Δραγούμης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα περὶ τῶν κατ’ ἔτος, ἀπὸ τοῦ 1898 μέχρι τέλους 1904, λόγῳ πενταετοῦς παραγραφῆς τῶν τοκομεριδίων τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, ἐπιστραφέντων εἰς τὸ δημόσιον ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς ποσῶν.» Ὁ κ. Φωτήλας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Σιγουνίου.
§2ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ πρόνοιαν, διότι δυνατὸν νὰ προκληθῶσι σοβαρώτεραι σκηναί, διότι πολλοὶ ἄνθρωποι ἐτραυματίσθησαν.
§3Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του.
§4ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Νὰ διατάξητε νὰ μεταβῇ ἀνακριτής.
§5Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύναται νὰ διατάξῃ τοῦτο ὁ Εἰσαγγελεύς.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων περὶ συμβάντων εἰς τὸν δῆμον Παΐων τῶν Καλαβρύτων κατήγγειλεν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Νέγρης. Διέταξα ἀνάκρισιν, καὶ περιμένω τὸ ἀποτέλεσμα. Θέλω δὲ λάβει ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα.
§7ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§8Γ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Εἶναι ἀναληθῆ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Φωτήλα, διότι ὁ ἀποσπασματάρχης τοῦ δήμου Παίων συνέλαβε φυγόδικον, τὸν ὁποῖον κατόπιν ἠλευθέρωσεν ὁ δήμαρχος. Ὁ ἀποσπασματάρχης κατήγγειλε τὴν πρᾶξιν τοῦ δημάρχου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Πάτραις Πλημμελειοδικῶν.
§9ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου λεχθέντα δὲν εἶναι ἀκριβῆ.
§10Γ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Ἀκριβέστατα.
§11ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν γνωρίζει οὔτε τὰ πρόσωπα, οὔτε τὰ πράγματα. Ὁ λοχίας ἠθέλησε νὰ συλλάβῃ τὸν Νικόλαον Μακρῆν, κλητῆρα τοῦ δημάρχου Φαρσῆ.
§12Γ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Ὅστις εἶναι ζωοκλέπτης πρώτης τάξεως, καὶ ἔχει περάσει πολλάκις ἀπὸ τὸ Κακουργοδικεῖον.
§13ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κατὰ τοῦ Νικολάου Μακρῆ οὐδὲν ἔνταλμα ὑπάρχει.
§14ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπληροφορήθην, ὅτι προτάσει τοῦ νομάρχου Τριφυλίας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν προέβη εἰς ἀπόλυσιν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Αὐλῶνος τῆς Τριφυλίας, χωρὶς πρὸς τοῦτο νὰ ὑπάρχῃ οὔτε πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, οὔτε περίπτωσις στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τοῦ εἰσπράκτορος, οὔτε κἄν ἔλλειψίς τις περὶ τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐζητήσατε τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§16ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε δὲν ὁμιλεῖτε κανονικῶς. Προηγεῖται ὁ κύριος Σιμόπουλος, ἵνα συνεχίσῃ τὴν χθὲς διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν του.
§18ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀλίγων θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παράσχῃ ἐπὶ τούτου πληροφορίας, καὶ, εἰ δυνατὸν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπάρχοντα φάκελον ἐγγράφων, ἐξ οὗ ἐμφαίνονται οἱ λόγοι τῆς ἀπολύσεως τοῦ εἰσπράκτορος.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θέλω καταθέσει τὸν ζητούμενον φάκελον.
§20Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας, Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ͵ΒΤΜΘʹ καὶ ͵ΒΤϞΖʹ περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συμπληροῦνται αἱ διατάξεις τῶν εἰρημένων νόμων, καθιστῶσαι τὴν λειτουργίαν τῶν δημοτικῶν σχολείων εὐρυτέραν τῆς ἐνεστώσης, οὐχὶ ὅμως ἐναντίον τῶν διατάξεων τῶν ἰσχυόντων νόμων, ἀλλὰ διὰ τῆς διορθώσεως ἐλλείψεών τινων, διότι δὲν κατεβλήθη ἡ δέουσα προσοχὴ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων. Συνάμα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κανονίζει τὰ ἀφορῶντα τὰ ἔξοδα τῶν δήμων, οὕτως ὥστε οὐ μόνον νὰ μὴ ἀπορροφᾶται τὸ ὅλον τῶν εἰσοδημάτων τῶν δήμων, ἀλλὰ καὶ νὰ μένῃ καί τι διὰ τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν, νὰ μὴ ἐπιβαρύνηται δὲ καὶ τὸ Δημόσιον διὰ τῶν χορηγημάτων, κυρίως δὲ διὰ τῶν προκαταβολῶν, ἢ διὰ δαπανῶν, ἃς δὲν προέβλεψεν οὔτε θέλει ὁ ἰσχύων νόμος νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς τὸ Δημόσιον. Διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἐπέρχεται οἰκονομία, ὅσον ἀφορᾷ τὰ χορηγήματα, 350,000 περίπου δραχμῶν, διότι ὑπολογίζω, ὅτι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τὰ χορηγήματα δὲν θὰ ὑπερβῶσι τὸ 1,000,000 δραχμῶν, ἐνῷ σήμερον τὰ ποσὰ τὰ καταβαλλόμενα διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην ὑπερβαίνουσι τὸ 1,400,000 δραχμῶν. Ἐπέρχεται δὲ καὶ ἑτέρα οἰκονομία, σπουδαιοτέρα, διὰ τῆς περιστολῆς τῶν προκαταβολῶν, αἵτινες ἀνέρχονται, ὡς ἀνέπτυξε καὶ ὁ συνάδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς δραχμὰς 3,000,000 περίπου κατ’ ἔτος, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζονται μὲν ὡς προκαταβολαὶ, ἀλλ’ εἶναι δαπάναι ἐξερχόμεναι τοῦ δημοσίου ταμείου, αἵτινες ὅμως πολὺ δυσκόλως ἢ οὐδόλως ἐπανέρχονται εἰς αὐτό. Διὰ τῶν διατάξεων τούτων τοῦ νομοσχεδίου καθίσταται δυνατὴ καὶ ἡ κατάργησις σχολείων τινῶν Ἑλληνικῶν, τὰ ὁποῖα, ἕνεκα τῆς ἀτελοῦς λειτουργίας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, λειτουργοῦσιν ὡς μονοτάξια ἢ διτάξια. Ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν περιττῶν, κατ’ ἐμὲ, σχολείων τούτων, ἥν δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου — τὸ ὁποῖον ἐπίσης καταθέτω — προτείνω, ἐπέρχεται οἰκονομία ἄνω τῶν 300,000 δραχμῶν.
§21ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μόνον μονοτάξια καὶ διτάξια καταργεῖτε;
§22Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ θὰ ἴδητε. Λαμβάνω ὡς βάσιν εἰς τὴν κατάργησιν τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν.
§23ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὥστε μεταξὺ αὐτῶν δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ πλήρη Ἑλληνικὰ σχολεῖα.
§24Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πιστεύω· διότι τὰ πλήρη ἔχουσι μαθητὰς ἄνω τῶν 50, τὰ καταργούμενα δὲ πάντα ἔχουσιν ἀριθμὸν μαθητῶν κάτω τῶν 50. Τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια νομίζω ὅτι θὰ φέρωσιν ἀνακούφισιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀνερχομένην εἰς δραχμὰς 4,000,000 περίπου.
§25Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ πάσας τὰς πληροφορίας, ἃς ἄλλοτε ἐζητήσαμεν, νὰ ὑποβάλῃ καταστάσεις περὶ τῶν δημοδιδασκάλων καὶ ἑλληνοδιδασκάλων.
§26ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸ παντὸς πίνακα ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν ἑνὸς ἑκάστου τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 128 καὶ 129).
§28Π. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ἐν σχέσει, Κύριοι, πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας φρονῶ ὅτι ἐξεταστέον εἶναι, οὐχὶ ἂν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Κράτει φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπάναγκες νὰ καταδιωχθῶσι καὶ ἐκλείψωσιν, ὅπως ἐμπεδωθῇ ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἀλλὰ διατὶ νὰ ὑπάρχωσι φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι μετὰ τὴν πυκνότητα τῆς συγκοινωνίας, μετὰ τὴν καθολικὴν πρόοδον, ἐθνικὴν καὶ ἰδιωτικὴν, καὶ μετὰ τὴν ἐξημέρωσιν τῶν ἠθῶν. Τοιαύτην προσδίδων μορφὴν εἰς τὸ ζήτημα, ἐνθαρρύνομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως διατυπώσω παράκλησιν τὸ μὲν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα αὕτη καὶ ἐπὶ τῆς ἐμῆς ἐπαρχίας, τῆς τοῦ Μεσολογγίου, ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της εἰς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· τὸ δὲ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἵνα προέλθῃ εἰς γενικωτέρας σκέψεις καὶ εἰς ῥιζικὰ μέτρα πρὸς παγίωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· διότι περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου, ὅτι ὑπεβλήθη ἔκθεσις, κατά τινα μὲν πληροφορίαν ὑπὸ τοῦ κ. Νομάρχου Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, κατ’ ἄλλην δὲ, ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πλημμελειοδικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, περὶ τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσολογγίου δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ὅτι διὰ τῆς ἐκθέσεως ταύτης δὲν ἐγκρίνεται ὁ τρόπος τῆς ἐνεργείας, τὸν ὁποῖον μετέρχεται ὡς πρὸς τὴν καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων καὶ τῶν φυγοποίνων ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν διοίκησιν τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων ἀνώτερος ἀξιωματικὸς ἢ — διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν γλῶσσαν τῆς ὑπηρεσίας — ὁ στρατιωτικὸς ἐπόπτης. Ἤκουσα μάλιστα ἐσχάτως, ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι μου διατρίβων, — ἀλλὰ δὲν γινώσκω ἂν ἔχεται ἀληθείας, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ ἀναλάβω τὴν περὶ τῆς ἀκριβείας τῆς εἰδήσεως εὐθύνην, — ὅτι ἐν τῇ εἰρημένῃ ἐκθέσει ἀναγράφεται ὡς αἰτία, ἢ ὡς μία τῶν αἰτιῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠστόχησαν αἱ πρὸς βελτίωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου καταβληθεῖσαι προσπάθειαι, ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ εἰρημένου ἀξιωματικοῦ. Καὶ ἐρωτῶ: ἀπὸ πότε ἐγένετο ἀνεπαρκὴς ὁ ἀξιωματικός; Πῶς ἀνεπαρκὴς ἀξιωματικὸς ἐνετάλη νὰ διεξαγάγῃ ἐργασίαν κοπιώδη, βαρεῖαν; Πῶς ἀξιωματικός, ἀνεπαρκὴς κρινόμενος διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς φυγοδικίας, θεωρεῖται — ἀφοῦ παραμένει ἐν τῷ στρατεύματι — ἱκανὸς πρὸς ἔργον εὐρύτερον, πολυπλοκώτερον, κινδυνωδέστερον, οἷον εἶναι ἡ ἐν προσεχεῖ ἢ ἀπωτέρῳ μέλλοντι ἐνδεχομένη σύρραξις ἡμῶν πρὸς τὸν φυσικὸν ἀντίπαλον; Καὶ αἱ γινόμεναι κατ’ ἔτος ἐπιθεωρήσεις, δι’ ἃς οὐκ ὀλίγον ἀναλίσκεται χρῆμα, ὁποίαν ἐνέχουσι σημασίαν; Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχει χρείαν ἡ Βουλὴ, εἰς τὴν ὁποίαν παρακάθηνται αἱ ἐπισημότεραι κορυφαὶ τῆς χώρας, νὰ μάθῃ παρ’ ἐμοῦ, χθὲς εἰσελθόντος εἰς τὸ Βουλευτήριον, ὅτι ἐπὶ παντὸς θέματος ὑπηρεσιακοῦ, ἐγκλείοντος τὴν σοβαρότητα, τὴν ὁποίαν κέκτηται καὶ πρέπει νὰ κέκτηται τὸ κεφάλαιον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, αἱ κεκλημέναι νὰ συμπράττωσιν ἀρχαὶ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔχωσι πρὸς ἀλλήλας ἀμοιβαίαν ἐμπιστοσύνην, διότι ταύτης ἐκλιπούσης συνεκλείπει καὶ ἡ ἁρμονία, ἡ τόσον χρησιμεύουσα μεταξὺ τῶν ἀρχῶν πρὸς πραγμάτωσιν καὶ εὐόδωσιν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκουσιν. Ἐὰν ὅμως ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν τοιαύτην ἀνάγκην, ἐγὼ, ὁ ὁποῖος αὔριον θὰ ζητηθῶ ὑπὸ τῶν συνεπαρχιωτῶν μου νὰ λογοδοτήσω διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀνέθηκαν, θαρραλέως ἀντιμετωπίσαντες πολλοὺς πειρασμοὺς, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς γνώμης ἑνὸς δικαστικοῦ λειτουργοῦ καὶ ἑνὸς διοικητικοῦ ὑπαλλήλου, ὅπως δυνηθῶ νὰ μάθω ἀπὸ ἐκείνους, ἢ νὰ κρίνω, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν, πῶς καὶ ποῦ προσκόπτει ἡ ἀγαθὴ μέριμνα τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία κατόπιν δαπάνης οὐ σμικρᾶς, ἣν τὸ Κράτος ὑφίσταται διηνεκῶς, δὲν κατώρθωσε καὶ δὲν κατορθοῖ ν’ ἀπαλλαγῇ τῶν στοιχείων, τῶν πολεμίων τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας. Οὕτω φρονῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν, περὶ ἧς ἐποιησάμην μνείαν.
§29ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ παραπονεθῶ κατὰ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἢ ἀξιωματικῶν· παραπονοῦμαι μόνον, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὴς ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ἡ τεταγμένη ἐκεῖ πρὸς καταδίωξιν τῶν κακοποιῶν στοιχείων. Δυστυχῶς ἔχουσι πληθυνθῆ τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα, ἐπέρχεται δὲ ἡ ἐποχὴ τῶν ἐργασιῶν, καὶ οἱ κάτοικοι δὲν τολμῶσι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ ἔργα των. Τώρα ἔμαθον, ὅτι ἡ ἀποσταλεῖσα τελευταίως στρατιωτικὴ δύναμις ἐκρίθη περιττὴ, καὶ θ’ ἀνακληθῇ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀφήσῃ ἐκεῖ τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἡ ὁποία τελευταίως ἀπεσπάσθη, νὰ ἀποστείλῃ δὲ καὶ ἑτέραν δύναμιν.
§30ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς καὶ καθ’ ἣν ὥραν ἔλαβε τὸν λόγον ὁ συνάδελφός μου κ. Χλωρός, ἐγὼ ἀπουσίαζον τῆς αἰθούσης. Ὁ κ. Χλωρὸς ἔλαβε τὸν λόγον, ἵνα ἐπερωτήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διὰ τὴν ἀπόλυσιν ἑλληνοδιδασκάλου τινός. Ἐν τῇ ἀναπτύξει τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης ἐξετράπη καὶ εἰς ὕβρεις ἐναντίον μου σοβαρὰς. Ἐγὼ δὲν θ’ ἀπομιμηθῶ τὴν ἀπειρίαν τοῦ κ. συναδέλφου.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤκουσα οὔτε ἀντελήφθην ὕβρεις. Ἐὰν ἤκουον ὕβρεις, δὲν θὰ ἐπέτρεπον εἰς τὸν κ. Χλωρὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§32ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐξ ἀνατροφῆς δὲν θὰ μιμηθῶ τὸν κ. συνάδελφον εἰς τὰς ὕβρεις αὐτάς· εἰς τὰς προσωπικὰς ὕβρεις δὲν θ’ ἀντεπεξέλθω διὰ τῆς ἰδίας μεθόδου. Εἶναι γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπὶ τρεῖς κατὰ σειρὰν Περιόδους, εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς παλαιοτέρους τῶν κυρίων συναδέλφων, ποίαν συμπεριφορὰν κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἔδειξα...
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι συμφέρον νὰ ἀκουσθῆτε. Σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι εἰς τὰς τάξεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεσθε, δὲν ἀκούεσθε.
§34ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνάγκη νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα (ἀνέρχεται τὸ βῆμα). Ὁ ἐκ Δωρίδος συνάδελφος κ. Χλωρὸς ἔλαβε τὸν λόγον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπερωτήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διὰ τὴν ἀπόλυσιν ἑλληνοδιδασκάλου τινός. Ἐν τῇ ἀναπτύξει τῆς ἐπερωτήσεως αὐτοῦ ὁ κ. συνάδελφος, ἐπιλαθόμενος τῆς θέσεώς του, ἐξετράπη εἰς ὕβρεις βαρυτάτας κατ’ ἐμοῦ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ μιμηθῶ τὸν κ. συνάδελφον, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ἐκ τῆς θέσεώς μου καὶ ἐκ τῆς ἀνατροφῆς μου ν’ ἀνταποδώσω τὰ ἴσα. Ἀλλ’ ἐζήτησα δι’ ἄλλου τρόπου ἐξηγήσεις, ἀτυχῶς δὲ δὲν ἔτυχον τῆς προσηκούσης ἀπαντήσεως, τῆς ἐπιβεβλημένης ἄλλως τε εἰς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀξίωσιν ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν ἐπαρχίαν καὶ τὸ ἔθνος. Διότι εὔκολον εἶναι νὰ ὑβρίζῃ τις, ἀλλ’ ὀφείλει καὶ νὰ δίδῃ τὴν προσήκουσαν ἱκανοποίησιν, ἄλλως θὰ δύναται νὰ ὑβρίζῃ πάντα ἄνθρωπον, κατέχοντα θέσιν, καὶ εἰς οὐδένα νὰ δίδῃ λόγον. Ἐλυπήθην, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως ἐκ μέρους γηραιοῦ δικηγόρου, ὁ ὁποῖος τὸν λόγον χειρίζεται κάλλιον ἐμοῦ, διότι ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὸν στρατὸν καὶ δὲν εἶμαι ἐξῳκειωμένος εἰς τοὺς λόγους, εἶναι δὲ μέγα πρᾶγμα δ’ ἐμὲ νὰ ἔλθω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ διατυπώσω τὰς ὀλίγας αὐτὰς λέξεις ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς ταύτης θέσεως. Εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, πολὺ δύσκολον, διότι παρουσιάζομαι ἐνώπιον 230 ἀντιπροσώπων, οἵτινες εἶναι καλλίτεροι ἐμοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ διέκοψε πρὸ ὀλίγου, εἰπὼν ὅτι δὲν ἀντελήφθη τὰς ἀπευθυνθείσας προσωπικῶς ἐναντίον μου ὕβρεις. Δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τούτου, διότι σέβομαι πάντα ἄνθρωπον καὶ δὴ πρωτίστως τὸν κατέχοντα τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἰδιαιτέρως δὲ τιμῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ὡς ἄτομον, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἐὰν ἀντελαμβάνετο τὰς ἐναντίον μου ὕβρεις, ἤθελε καλέσει τὸν κ. συνάδελφον ν’ ἀνακαλέσῃ αὐτὰς, ἢ ἤθελεν ἐπαναφέρει αὐτὸν εἰς τὴν τάξιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς παρῆλθε τὸ πρᾶγμα ἀπαρατήρητον, καὶ τοιαῦται ὕβρεις ἀνεγράφησαν εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνεγράφησαν, καὶ ὄχι εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς.
§36ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐτυπώθησαν.
§38ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν παραπονοῦμαι πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἀποδείξω τὸν συνάδελφον τοῦτον ὡς ἔχοντα ἀπειρίαν μεγίστην τῶν ὑψίστων ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπιβεβλημέναι εἰς τὰ ζητήματα αὐτὰ, τὰ λεγόμενα προσωπικά. Ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἐκθέσω ἀκριβῶς τὰ πράγματα καὶ ἀνασκευάσω ἄνευ ὕβρεων ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου. Ζητῶ δὲ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἀπὸ τοὺς κυρίους συναδέλφους τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων καὶ τὴν γνώμην των, ἂν ὁ κ. συνάδελφος εὑρίσκετο ἐν τῷ δικαίῳ νὰ ἀπευθύνῃ κατ’ ἐμοῦ τὰς ὕβρεις ταύτας, καὶ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ συναδέλφου. Οὐδεμίαν ἐννοῶ νὰ λάβω ἔγγραφον ἢ προφορικὴν διαβεβαίωσιν, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, καὶ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἂς κρίνῃ τὰ πράγματα. Κατηγόρησεν ἡμᾶς ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἔχομεν πάθη καὶ καταγινόμεθα ὄχι εἰς ἔργα ὑψηλὰ, ἀλλὰ πῶς νὰ συκοφαντῶμεν ὑπαλλήλους. Ἄν ἐπιδιώκομεν τὴν πρόοδον τῶν συμπολιτῶν μας ἢ ἀνακόπτομεν τὴν σταδιοδρομίαν αὐτῶν διὰ τῆς ἀπολύσεως τῶν διδασκάλων, εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς κατὰ καιροὺς χρηματίσαντας Ὑπουργοὺς καὶ εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς, τοὺς σήμερον διαχειριζομένους τὰ κοινά. Πᾶν ὅ,τι ἐζητήσαμεν ἀπέβλεπεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς ἐπαρχίας μας· διότι ἡ ἡμετέρα ἐπαρχία εἶναι ἀπόκληρος ἀπέναντι τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν, εἶναι ἀποκεκομμένη τῶν ἑτέρων δύο γειτονικῶν ἐπαρχιῶν, εἶναι ἀποκεκομμένη ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ μας. Ἡ ὁδὸς φθάνει μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου τῆς Παρνασσίδος καὶ σταματᾷ. Νομίζω δὲ, ὅτι τὴν κατάστασιν ταύτην ἀντελήφθη καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Νέγρης, περιοδεύων κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκεῖ, καὶ εἰς ποίαν ἀρχέγονον κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ ἐπαρχία. Δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐλλείψεις δὲν παρέλειψα — εὑρίσκομαι δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμω τὴν παρέκβασιν ταύτην καὶ νὰ δώσω νὰ ἐννοήσῃ ὁ συνάδελφος, ὅτι ἡμεῖς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτὰς δὲν τὰς ἠμελήσαμεν, — δὲν παρέλειψα, λέγω, νὰ ζητήσω τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου μου. Καὶ εἶναι ἀληθὲς καὶ ὀφείλω χάριτας, ὡς καὶ ἄλλοτε ὡμολόγησα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νῦν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν κ. Μαυρομιχάλην, ὅστις, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔδωκε μεγάλην προσοχὴν καὶ εἰς τὴν ἡμετέραν ἐπαρχίαν, καὶ ὄχι μόνον τὴν μελέτην τῆς βατῆς δημοσίας ὁδοῦ, ἥτις ἑνώνει τὰς δύο ἐπαρχίας Παρνασσίδος καὶ Ναυπακτίας διὰ τῆς Δωρίδος διέταξεν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔγκρισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης τοῦ ἔργου ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέτυχε, καὶ οὕτως ἡ ὁδὸς αὕτη περιελήφθη εἰς τοὺς πίνακας ὁδοποιΐας· ἀλλ’ ἀτυχῶς ἐπῆλθε μεταβολὴ πολιτικὴ, καὶ ἔμειναν ἐκκρεμῆ τὰ ἔργα. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας, ἐξηκολούθησεν ὁ μηχανικὸς, ὁ ἐπιτετραμμένος, τὴν ἐργασίαν καὶ τὴν μελέτην τῆς ὁδοῦ, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἑνωθῇ καὶ ἡ ἡμετέρα ἐπαρχία πρὸς τὰς ἐπαρχίας Παρνασσίδος καὶ Ναυπακτίας, ἐπιπροσθέτως δ’ ἐγένετο καὶ μελέτη κατασκευῆς γεφυρῶν, καὶ ἐπραγματοποιήθησαν μερικὰ ἔργα. Ἐπὶ πλέον δὲ καὶ πέντε διδακτήρια ἀνηγέρθησαν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀξιοτίμου κ. Φαρμακοπούλου, ὁ ὁποῖος ἐπείσθη, ὅτι ἡ μόνη ἐπαρχία, ἡ ὁποία ὑστέρει, ἦτο ἡ Δωρὶς, καὶ ἐνέκρινε τὴν ἀνέγερσιν αὐτῶν. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι δυσανάλογος ὑπῆρξε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὡς πρὸς τὴν ἡμετέραν ἐπαρχίαν, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνεγερθέντων διδακτηρίων, ἀλλ’ αὕτη ὑστέρει τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν καθ’ ὅλα τὰ σημεῖα...
§39Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Δὲν τὰ ἐγνώριζεν αὐτὰ ὁ κύριος Χλωρός;
§40ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν). Δὲν τὰ ἐγνώριζεν αὐτὰ ὁ κύριος Χλωρός;
§41ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο περιωρισμένος εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του, καὶ δὲν τὰ ἐγνώριζεν. Ἑλληνικὰ Σχολεῖα, ὅτε τὸ πρῶτον ἦλθον ἐνταῦθα ὡς Βουλευτὴς, ὑπῆρχον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου μόνον δύο. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου συνεστάθησαν πέντε ἕτερα.
§42ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Πόσα;
§43ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πέντε.
§44ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Καταργοῦνται ὅλα τώρα.
§45Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Εἰς ποίαν ἐποχὴν ἐγένοντο τὰ πέντε ταῦτα σχολεῖα, καὶ ποῖα εἶναι;
§46ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπαντήσω· δὲν σᾶς ἀπαντῶ, διότι εἶσθε ἀνάξιος ἀπαντήσεως (θόρυβος).
§47ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε! Ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν (θόρυβος).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ προκαλεῖτε. Ὅταν ἦναι προσωπικὰ τὰ ζητήματα, μὴ προκαλεῖτε.
§49Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Θ’ ἀπαντήσω ἐγὼ ἀμέσως· θὰ ἐκθέσωμεν τὰ ἄπλυτά μας ἐδῶ, διὰ νὰ μᾶς γνωρίσῃ ἡ Βουλή.
§50ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι ἔχει παντελῆ ἄγνοιαν τῆς ἡμετέρας ἐπαρχίας. Δὲν γνωρίζει τὰ συσταθέντα Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ τὰ λειτουργοῦντα ἤδη· ἠγνόει τὴν κατασκευὴν τῶν γεφυρῶν καὶ τὴν μελέτην τῶν ἑτέρων ἔργων. Πρὸς τὸν συνάδελφον αὐτὸν τί νὰ εἴπω πλέον; Δὲν ἔχω νὰ εἴπω ἄλλο τι, κύριοι συνάδελφοι, ἢ ν’ ἀφήσω ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ποῖος ἔχει δίκαιον. Ἐγὼ δὲν σκέπτομαι νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων προσωπικῶν, ἐφ’ ὧν ὁ κ. συνάδελφος ὤφειλε νὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν ἱκανοποίησιν, ἵνα μὴ εὑρεθῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν δι’ ὑπόθεσιν ὅλως προσωπικήν.
§51Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εἶσθε ὑποχρεωμένοι σήμερον νὰ ἐξετάσητε τὴν καταγωγὴν, τὸν βίον, τὴν κοινωνικὴν κατάστασιν καὶ τὴν ἐν γένει ἀξίαν δύο Βουλευτῶν τῆς Δωρίδος...
§52Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι.
§53ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι· αὐτὰ εἶναι ζητήματα ἰδικά σας (θόρυβος).
§54Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι. Ὁ συνάδελφος, ἀνελθὼν τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, ἐζήτησε νὰ τῷ ἐκδώσητε πιστοποιητικὸν καλῆς διαγωγῆς, τουτέστιν ὅτι καλῶς καὶ ἐπαξίως ἀντεπροσώπευσε τὴν ἐπαρχίαν, καὶ ὅτι ἄπειρα εἶναι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐξετέλεσεν, ἐπιλαθόμενος τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν ἀνῆλθε τὸ βῆμα.
§55Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ἀνήρεσεν ὅσα ὑμεῖς εἴπετε.
§56Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Σᾶς εἶπεν, ὅτι εἰσῆλθεν ἐνταῦθα εἰς τρεῖς συνεχεῖς Περιόδους· ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ, κατὰ τίνα τρόπον εἰσῆλθεν ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὴν πρώτην του εἴσοδον εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Τὴν ἀφίνω, διότι...
§57Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε!
§58Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Τί σᾶς εἶπε, παρακαλῶ, Κύριοι;
§59Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ζητήματα αὐτὰ, ἵνα ἀναπτυχθῶσιν ἐνταῦθα· εἶναι ζητήματα προσωπικὰ (θόρυβος).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Χλωρὲ, ἀφήσατε αὐτά.
§61Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Ἀφοῦ ἀκόμη δὲν εἶπον τίποτε, πῶς λέγετε «τί εἶναι αὐτά»;
§62Π. ΚΗΡΥΚΟΣ. Αὐτὰ δὲν ἀφορῶσι τὴν Βουλήν.
§63Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος, ἀφορῶσι τὴν Βουλήν; (θόρυβος).
§64Α. ΖΕΡΒΑΣ. Ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς κάμω ἐρώτησίν τινα...
§65Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Μάλιστα.
§66Α. ΖΕΡΒΑΣ. .. διὰ νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του; Ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος, θεωρήσας ἑαυτὸν προσβεβλημένον διὰ τὰς φράσεις, τὰς ὁποίας ἀπηυθύνατε κατ’ αὐτοῦ εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ἀπέστειλε πρὸς ὑμᾶς δύο συναδέλφους ὡς μάρτυρας;
§67Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Μάλιστα.
§68Α. ΖΕΡΒΑΣ. Τί ἐδηλώσατε πρὸς αὐτούς; Ἐδηλώσατε ὅτι...
§69ΦΩΝΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τί εἶναι αὐτά! (θόρυβος).
§70Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὰ δὲν ἐπιτρέπεται, κύριε Πρόεδρε, νὰ λέγωνται εἰς τὴν Βουλήν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, μὴ ἐξακολουθεῖτε ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος.
§72Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος, κύριε Ζέρβα, συνηθίζει νὰ στέλλῃ μάρτυρας εἰς τὰ πτώματα, καὶ νὰ ζητῇ ἱκανοποίησιν παρ’ αὐτῶν, καὶ οὐχὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται ν’ ἀνταποκριθῶσιν. Ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος διατελεῖ ἐν γνώσει ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ σώματός μου· γνωρίζει, ὅτι ἕνεκα ἀρθρίτιδος χρονίας οὔτε χεῖρας οὔτε πόδας ἔχω· γλῶσσαν καὶ διάνοιαν μόνον ἔχω. Ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος διῆλθε τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, καὶ ἐβεβαίωσεν ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς του, ὅτι τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ τῶν ὀκτὼ καταγγελλόμενα εἶναι ἀληθῆ.
§73ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παῦσε! (θόρυβος).
§74Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Μεταβὰς καὶ ἐγὼ ἐκεῖ, ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου, ἐβεβαίωσα, — διότι ἡ Βιτρινίτσα εἶναι ἰδιαιτέρα μου πατρὶς, καὶ γνωρίζω τὰς λεπτομερείας, — ἐβεβαίωσα, λέγω, καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου, ὅτι τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκείνῃ ἀναγραφόμενα εἶναι μαύρη συκοφαντία, ὅτι οὐδόλως εἶναι ἀληθῆ. Εἶπον εἰς τὸν τμηματάρχην: «καλέσατε τὸν κύριον Ἀναγνωστόπουλον, καὶ ἐρωτήσατε αὐτὸν, τίς τῶν δύο μας λέγει τὴν ἀλήθειαν.» Ἡ ἀποστολὴ τῶν μαρτύρων δέν μοι ἔκαμεν ἐντύπωσιν, διότι ὁ κύριος Ἀναγνωστόπουλος γνωρίζει ὅτι πάσχω. Γινώσκει, ὅτι ἡ καρδία τῶν Χλωρῶν δὲν εἶναι καρδία δυναμένη νὰ συγκριθῇ πρὸς τὴν καρδίαν τὴν ἰδικήν των· ἀλλ’ αἱ χεῖρες καὶ οἱ πόδες δυστυχῶς οἱ ἰδικοί μου εἶναι ἀνίκανοι πρὸς δρᾶσιν.
§75ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε! Αὐτὰ εἶναι ζητήματα προσωπικὰ, δὲν εἶναι ζητήματα ἀφορῶντα τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα. Δὲν ἤλθομεν ἐδῶ διὰ νὰ ἀκούωμεν αὐτὰ (θόρυβος).
§76Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀπολογία· ἀλλὰ δὲν εἶναι τόπος ἐδῶ πρὸς τοιαύτην ἀπολογίαν (θόρυβος).
§77Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ βλέπω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχασε τὸν προορισμόν της, φέρω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§79Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θέλω νὰ εἴπω...
§80Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Τί κατάστασις εἶναι αὐτή! Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας· δὲν δύνασθε ἑπομένως νὰ ὁμιλήσητε. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνοματικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 132 Βουλευτῶν. Παρακαλοῦνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις των.
§82Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Δύο παρακλήσεις θὰ κάμω πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε. Πρῶτον νὰ βεβαιώσητε τὴν Βουλὴν, ἂν ἀντελήφθητε, ὅτι ἐγὼ κατὰ τὴν ὁμιλίαν μου τὴν χθεσινὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔκαμα τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Παιδείας διὰ τὸν ἑλληνοδιδάσκαλον Κουτρούκην, ἐξέφερα φράσεις ὑβριστικὰς ἐναντίον τοῦ κ. συναδέλφου...
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἐβεβαίωσα, ὅτι δὲν ἀντελήφθην τοιοῦτόν τι, διότι, ἐὰν ἤκουον τοιαύτας φράσεις, ἤθελον σᾶς κάμει τὴν δέουσαν παρατήρησιν.
§84Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Δεύτερον θὰ παρακαλέσω νὰ βεβαιώσητε τὴν Βουλήν, ἂν ἡ σημερινὴ πρὸς ἐμὲ διαγωγὴ τοῦ κυρίου συναδέλφου δὲν ἦτο ἀπρεπὴς καὶ ἀνάρμοστος πρὸς ἀντιπρόσωπον τοῦ ἔθνους.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω. Λοιπόν, Κύριοι, τὸ ἐπεισόδιον ἔληξε. Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Σισίνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου. Παρακαλῶ τὸν κ. Σιμόπουλον νὰ ἔχῃ ὀλίγην ὑπομονὴν, διότι ὁ κ. Σισίνης μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπῃ.
§86Ι. ΣΙΣΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ πρωϊναὶ ἐφημερίδες ἐδημοσίευσαν τηλεγραφήματα ἐκ Πατρῶν, ἀναγγέλλοντα, ὅτι κατ’ εἰδήσεις ἐκ Λονδίνου κατωρθώθη νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ κεφάλαια τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς λειτουργίαν τῆς ἑταιρείας διὰ τὴν ἑνιαίαν διαχείρισιν τῆς σταφίδος. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἔχει εἴδησίν τινα περὶ τούτου, διότι μία εἴδησις τοιαύτη, ἀνακοινουμένη εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, θέλει ἀνακουφίσει αὐτοὺς, καὶ μάλιστα μετὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ὅτι οὐδὲν μέτρον ὑπὲρ τῆς σταφίδος μελετᾷ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ Κυβέρνησις.
§87Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ἃ μοὶ ἀνηγγέλθη ἐκ Λευκάδος, ἐνέσκηψεν εἰς τὰ ἐλαιόδενδρα νόσος καινοφανὴς, ἥτις ἔχει ὡς συνέπειαν τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἄνθους αὐτῶν. Τὸ κακὸν ὁσημέραι λαμβάνει διαστάσεις, καὶ οἱ ἀτυχεῖς κτηματίαι, μὴ γνωρίζοντες τί νὰ πράξωσιν, εὑρίσκονται ἐν ἀπογνώσει. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως τάχιστα ἀποστείλῃ εἰδικὸν ἐπιστήμονα, ὅστις νὰ μελετήσῃ τὴν νόσον καὶ ὑποδείξῃ τὰ πρὸς θεραπείαν αὐτῆς μέσα, ἢ τουλάχιστον κατορθώσῃ τὴν περιστολὴν τοῦ κακοῦ, διότι ἐὰν τὸ κακὸν προχωρήσῃ, οἱ ἀτυχεῖς κτηματίαι θὰ καταστραφῶσιν ἐντελῶς, διότι ἐκ μόνου τοῦ προϊόντος τούτου περιμένουσι νὰ ἀναλάβωσι κἄπως ἐκ τῆς κακῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται.
§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδεμία περὶ τούτου ἔκθεσις μοὶ ἐστάλη. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε σημείωσιν, καὶ θέλω εὐχαρίστως ἐνεργήσει τὰ δέοντα.
§89Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἕνεκα τῆς ἐπειγούσης φύσεως, ἣν ἔχει ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Φωτήλας χθές, ζητήσας τὴν κατάθεσιν διαφόρων ἐγγράφων ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καταθέτω τὰ αἰτηθέντα, καὶ δὴ πρῶτον τὴν σύμβασιν μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῶν βιομηχάνων οἰνοπνευματοποιῶν. Δεύτερον, εἰσέτι δὲν ἐξωφλήθη τελείως τὸ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τῶν 6,500,000 δραχμῶν· ὑπολείπεται ποσὸν 2,271,090 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ὀφείλει εἰσέτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα πρὸς ἐξόφλησιν τῶν 6,500,000, σὺν τοῖς τόκοις, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσι πρὸς 5½% καθ’ ἑξαμηνίαν. Τρίτον, μέχρι τοῦ τέλους Δεκεμβρίου οἱ βιομήχανοι ἦσαν ἐνήμεροι, καὶ ἐδέχοντο νὰ λαμβάνωσι τὸ παρακράτημα, καθ’ ἣν εἶχον ὑποχρέωσιν. Τὸ παρακράτημα παρείχετο εἰς αὐτοὺς κατὰ μῆνα, καὶ κατὰ μῆνα παρεῖχον τὸ ἀντίτιμον, συμποσούμενον εἰς 482,000 δραχμὰς δι’ ἑκάστην δόσιν. Ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου ὅμως καὶ ἐντεῦθεν.
§90ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους.
§91Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα... Ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου, ἢ μᾶλλον ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου καὶ ἐντεῦθεν καθυστέρησαν εἰς τὴν αἴτησιν περὶ παραδόσεως παρακρατήματος.
§92Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Πόσον ποσὸν παρέλαβον, καὶ πόσον ποσόν...
§93Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θ’ ἀπαντήσω εἰς ὅλα τὰ ἐρωτήματά σας, κατὰ σειράν. Μὴ ἀνυπομονεῖτε. Τέταρτον, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν γνωρίζει ποίας ἐνεργείας ἔκαμεν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐν σχέσει πρὸς τὴν καθυστέρησιν τῆς αἰτήσεως αὐτῆς πρὸς λῆψιν τοῦ παρακρατήματος. Ἡ Διεύθυνσις τῆς Τραπέζης τελευταῖον, πρὸ μηνός, ἀπέστειλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μίαν αἴτησιν τῶν βιομηχάνων αὐτῶν, ἰσχυριζομένων ὅτι ἀδυνατοῦσιν, — ἕνεκα διαφόρων λόγων, τοὺς ὁποίους ἀναφέρουσι, — νὰ λάβωσι τὸ παρακράτημα, καὶ ζητοῦσι παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης συμβιβασμὸν, συμβιβασμὸν συνιστάμενον, ὅπως ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα διὰ τὸ ποσὸν τῶν 75,000,000 λιτρῶν, τὰ ὁποῖα ὑπολείπονται πρὸς παράδοσιν, ἐκπέσῃ ἐκ τοῦ τιμήματος τῶν 80 δραχμῶν τὰς 30, καὶ νὰ ἐξακολουθῶσιν αὐτοὶ νὰ λαμβάνωσι τὰς δόσεις κατὰ τὰ συμπεφωνημένα, οὐχὶ ἀντὶ 80 δραχμῶν, ἀλλ’ ἀντὶ 50 δραχμῶν. Πρόκειται περὶ 75,000,000, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα καὶ προχθὲς, ὅτι δικαιοῦνται αὐτοὶ νὰ λάβωσι καὶ ὑποχρεοῦνται. Τὰ 75,000,000 λιτρῶν ἀντιπροσωπεύουσιν ἀξίαν 6,000,000 δραχμῶν· ζητοῦσι λοιπὸν ἔκπτωσιν 30 δραχμῶν κατὰ χιλιόλιτρον. Ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, τί φρονεῖ καὶ τί ἐνδεικνύει ν’ ἀποφασισθῇ. Πρὸ τοιούτου αἰτήματος τῆς Τραπέζης, ἀφορῶντος εἰς τοιούτου εἴδους ὑπόθεσιν, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ καθορίσω τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ. Μελετήσας ἐπείσθην, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς οὐδὲν δικαίωμα ἔχει, οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα, ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ αἰτημάτων συμβιβασμοῦ, καὶ ἡ λύσις τοιούτων ζητημάτων ἀνήκει εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Διὰ τοῦτο εἰς ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀπέστειλαν, ἀπήντησα, ὅτι, οἱανδήποτε καὶ ἂν εἶχον ἀτομικὴν γνώμην, δὲν δύναμαι ὡς Ὑπουργὸς νὰ διαβιβάσω κυβερνητικὴν γνώμην πρὸς αὐτούς.
§94ΧΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς αἰτήσεως τῶν βιομηχάνων δυνάμεθα νὰ λάβωμεν γνῶσιν;
§95Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὄλα εἶναι ἐδῶ. Θὰ κατατεθῶσιν, Ἐν τῇ αἰτήσει αὐτῶν ἔχουσι λόγους, τοὺς ὁποίους ἐκθέτουσι. Λέγουσι π. χ.: «Ἡμεῖς προϋπεθέτομεν ὅτι θὰ ἦτο ἡ ἀγορὰ ἡ ἐξωτερικὴ ὡς ἦτο πρὸ τῆς ἀγορᾶς· ἀλλ’ ἐπελθούσης τῆς ἐκπτώσεως τῶν οἴνων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ διαγωνισθῶμεν. Ἐφρονοῦμεν ὅτι ἡ Ἰταλία θὰ ἐδέχετο τοὺς οἴνους μας· ἀλλὰ μετὰ τὴν τοιαύτην ἐφαρμογὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Ἰταλία, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μετ’ αὐτῆς σύμβασιν, δὲν δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν οἱ οἶνοι». Καὶ ἄλλους τινὰς λόγους ἐπικαλοῦνται· ἐν τέλει δὲ προβάλλουσιν ἀδυναμίαν, ὅπως ἐκτελέσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἐξήνεγκον γνώμην. Καὶ εἶναι ὀρθὸν, τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων οὐδεμίαν νὰ ἔχῃ γνώμην, διότι δὲν εἶναι ὁ προορισμὸς τῶν Κυβερνήσεων νὰ ἀναλαμβάνωσιν ἔργα, τὰ ὁποῖα προσκρούουσιν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀξιώματος, διότι οὐδεὶς Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἐνδεικνύῃ γνώμην, τὴν ὁποίαν τότε μόνον θὰ ἐμόρφωνεν, ἂν ἐξήταζε τὰς δοσοληψίας τὰς ἀτομικὰς ἑνὸς ἑκάστου, εἴτε ἰδιώτου, εἴτε Τραπέζης. Προσῆλθον αὐτοὶ πρὸς ἐμέ, καὶ τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον συνεβούλευσα πρὸς αὐτούς, εἶναι, πρὸ παντὸς νὰ ἐξετάσωσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν αἴτησιν· οὗτοι εἶναι ἡ ἀνώνυμος Ἑταιρεία Ζάννου καὶ Ρὼς, ἡ Ἑταιρεία Χαριλάου καὶ Σα, καὶ ὁ Ἀνδρέας Καμπᾶς. Τὴν αἴτησιν ὑπέγραψαν κατὰ 60%, ἡ Ἑταιρεία Ζάννου καὶ Ρὼς, κατὰ 30% ἡ τοῦ Χαριλάου καὶ Σα, καὶ κατὰ 10% ὁ Ἀνδρέας Καμπᾶς. Προσεῖπον εἰς αὐτούς, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, ὠφέλιμον θὰ ἦτο, ἂν τοὐλάχιστον οἱ προτείνοντες ὅ,τι ἐπρότεινον παρεῖχον ἀσφαλεστάτας ἐγγυήσεις περὶ ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τῶν νέων, ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας ἀνεδέχοντο. Δὲν γνωρίζω, τί ἔπραξαν, καὶ ἂν ἐπιμένουσιν, ὅπως εἶπον, εἰς αὐτὴν τὴν γνώμην. Τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεκοίνωσα τὰς σκέψεις μου πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, τὸ καταθέτω. Καὶ πάλιν ἔγραψε πρὸς ἐμὲ αὕτη, καὶ πάλιν ἀνεφέρθην ἐγὼ εἰς τὸ πρῶτον ἔγγραφον. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα. Δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον ἡ Βουλὴ θ’ ἀντιληφθῇ τοῦ ζητήματος πρὸς εὕρεσιν λύσεως· καὶ λέγω «ἡ Βουλή», διότι δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου.
§96ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἡ Βουλὴ ἐκ τίνος ἔχει δικαίωμα;
§97Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἡ Βουλή, προκληθείσης συζητήσεως, ἠδύνατο ἴσως νὰ χρησιμεύσῃ ἀρωγὸς διὰ συστάσεων εἰς τοὺς ἔχοντας τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ν’ ἀποφασίσωσιν. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ ἠθικὴ δύναμις τῆς ἀναλήψεως τῶν εὐθυνῶν ὡς πρὸς τὴν ἀποδοχὴν τῶν προτάσεων ἢ τὴν ἀπόρριψιν ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§98Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἔχῃ πληροφορίας, νὰ μᾶς εἴπῃ διατὶ ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἀπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἑλληνικῶν οἴνων εἰς Ἰταλίαν.
§99ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει δίκαιον, ἰσχυριζόμενος, ὅτι αὐτὸς οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα κέκτηται, ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τῶν ἐρωτημάτων, ἅτινα ἀπηύθυνε πρὸς αὐτὸν τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὡς πρὸς τὴν αἴτησιν τῶν βιομηχάνων, τῶν ἀναλαβόντων τὴν βιομηχανικὴν κατανάλωσιν τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφίδος. Ἐγὼ τοὐναντίον εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι αὐτὸς κέκτηται πᾶσαν πρὸς τοῦτο ἁρμοδιότητα. Προκειμένου περὶ ἐπαπειλουμένης ζημίας εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἐκ 3,250,000 ὅλων δραχμῶν, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων, ἡ Κυβέρνησις δύναται καὶ αὐτόκλητος νὰ ἐπεμβῇ, καθ’ ὃ κέκτηται γενικὸν δικαίωμα ἐποπτείας καὶ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπό τινα ἔποψιν ἵδρυμα τοῦ Κράτους, εἰς τὸ ὁποῖον αὐτὴ ὀφείλει κυρίως τὴν σύστασίν της καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἴδιον ἐπίτροπον, κατὰ δὲ τὸν τελευταῖον νόμον διορίζει καὶ ἰδίους συμβούλους ἐν αὐτῇ, ἡ Κυβέρνησις κέκτηται ὄχι μόνον ἁρμοδιότητα, ἀλλὰ καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἰδιαίτατον, ἵνα ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος Τραπέζης, ἐὰν μάλιστα ἐπηλήθευον τὰ ὑπὸ τοῦ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιοτίμου συναδέλφου καταγγελθέντα. Ἐν τῇ προκειμένῃ μάλιστα περιπτώσει συντρέχει εἰς τοῦτο καὶ εἷς ἐπὶ πλέον λόγος, ἀφορῶν εἰς αὐτὰ τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν συνομολογηθεῖσαν ἐν ἔτει 1903 μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τῆς Οἰνοποιητικῆς Ἑταιρείας Ζάννου–Ρὼς καὶ συντροφίας, τῆς Ἑταιρείας Χαριλάου καὶ συντροφίας καὶ τοῦ κ. Ἀνδρέου Καμπᾶ, προσέτι δὲ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Κράτους, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἀνέλαβε τὸ ἀναγκαῖον δάνειον πρὸς ἀγορὰν τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφιδικῆς ἐσοδείας τοῦ ἔτους ἐκείνου, ὑπεχρεώθη δὲ τῇ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους νὰ πληρώσῃ αὐτὸ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ πλεονάσματος, ὅπερ ἀνέλαβον ν’ ἀγοράσωσιν ὁλόκληρον οἱ μνησθέντες βιομήχανοι, πρὸς 80 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον, ἐντὸς τεταγμένων προθεσμιῶν. Κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχουσι παραλάβει οὗτοι μέχρι τοῦδε ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὡς 50 ἑκατομμύρια ἑνετικῶν λιτρῶν, καταβαλόντες τὸ ἀντίτιμον τούτων, ὑπελείπετο δὲ νὰ παραλάβωσιν ἔτι περὶ τὰ 75 ἑκατομμύρια, ὅτε αἴφνης ἐγνώρισαν πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ὅτι ἀδυνατοῦσι νὰ παραλάβωσιν αὐτὰ πρὸς 80 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον, καὶ προτείνουσιν ἔκπτωσιν τῆς συμπεφωνημένης τιμῆς κατὰ δραχμὰς 30. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, σημαίνει ἔκπτωσιν ἐν συνόλῳ 2,350,000 δραχμῶν, ποσοῦ δηλ. λίαν ἀξιοσεβάστου, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀδιάφορος ἡ Κυβέρνησις, ἀναλογιζομένη, ὅτι αὐτὴ ἔχει μὲν ἐγγυηθῆ διὰ τὸ δάνειον τῶν Τραπεζῶν πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἔχει δὲ προσέτι νὰ εἰσπράξῃ παρὰ ταύτης καὶ τὸ ἀντίτιμον τοῦ εἰς εἶδος φόρου τῆς σταφιδικῆς ἐσοδείας τοῦ ἔτους 1904, ὅπερ, ὡς γνωστόν, ἀνέρχεται εἰς τὸ στρογγύλον ποσὸν τῶν 4,500,000 δραχμῶν. Κατὰ ταῦτα οὐδεὶς, νομίζω, δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ οὐ μόνον περὶ τῆς ἁρμοδιότητος, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ δικαιώματος καὶ τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἔχει ἡ Κυβέρνησις, καὶ γνώμην νὰ ἐκφέρῃ περὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἐπεμβῇ εἰς περιφρούρησιν τῶν συμφερόντων καὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του ἐφάνη οἱονεὶ προκαλῶν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ ζητήματος, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρατηρήσω πρὸς αὐτὸν, ὅτι κυρίως εἰπεῖν ἡ Βουλὴ, τό γε νῦν ἔχον, δὲν δικαιοῦται νὰ ἐκφέρῃ γνώμην τινά. Ἐὰν ἔπραττε τοῦτο, θὰ ὑποκαθίστα βεβαίως τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν δικαιωμάτων ταύτης, οὕτω δὲ θὰ ἐδυσχεραίνετο ὕστερον τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ὃν αὐτὴ ἔχει νὰ ἐνασκήσῃ ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων καὶ πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ἔμαθον ἐξωδίκως, ὅτι οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος βιομήχανοι ὡς κύριον λόγον τοῦ ὑπερημέρου ἐν ταῖς ὑποχρεώσεσιν αὐτῶν ἀπέναντι τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῆς ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ πλεονάσματος ἐξ 80 εἰς 50 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον προβάλλουσι τὸ γεγονός, καθ’ ὃ, ἀποκλεισθέντων ἐν τῷ μεταξὺ τῶν ἑλληνικῶν οἴνων καὶ μιστελίων ἐκ τῆς κυριωτάτης τὴν σήμερον ἀγορᾶς των, τῆς Ἰταλικῆς, δὲν δύνανται πλέον νὰ οἰνοποιήσωσι τὸ πλεόνασμα, ὁπότε καὶ μόνον θὰ συνέφερεν εἰς αὐτοὺς ἡ τιμὴ τῶν 80 δραχμῶν. Ἐπειδὴ δὲ νομίζουσιν, ὅτι τοῦτο προέρχεται καὶ ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δὲν ἐφρόντισεν ἐγκαίρως νὰ καταστήσῃ εἰς τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν σεβαστὰ τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλληνικῆς οἰνοποιΐας, τὰ ἀπορρέοντα ἐκ τῆς ἐν ἰσχύϊ ἐμπορικῆς ἡμῶν συμβάσεως μετὰ τῆς Ἰταλίας, διὰ τοῦτο θὰ συνίστων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸ πάσης ἀποφάσεώς της περὶ τῶν αἰτημάτων τῶν εἰρημένων βιομηχάνων νὰ σταθμίσῃ καλῶς τὸν λόγον αὐτόν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἢ κατὰ τὴν παροῦσαν ἢ κατ’ ἄλλην αὐτῆς συνεδρίασιν, ποῦ εὕρηται τὸ ζήτημα τῶν διαπραγματεύσεων μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ εἰσαγωγῆς τῶν ἑλληνικῶν οἴνων καὶ μιστελίων εἰς τὴν Ἰταλίαν.
§100Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§101Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν δὲν ἀπατῶμαι, ἐξ ὅσων τοὐλάχιστον ἐνθυμοῦμαι ἀπὸ τὴν συζήτησιν τῆς σχετικῆς συμβάσεως, ἀνεγράφη ὁ ὅρος ἐν τῇ συμβάσει, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ βιομήχανοι οἱ ἀγοράσαντες τὸν σταφιδόκαρπον εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀναβάλωσι τὴν παραλαβὴν καὶ πληρωμὴν ἐπὶ τρίμηνον, πληρώνοντες διὰ τὰς δόσεις τῆς τριμήνου ταύτης προθεσμίας τόκον τινά. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν διεσάφησε μὲ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν, ἂν οἱ βιομήχανοι, καθυστερήσαντες ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου καὶ ἐντεῦθεν, καθυστέρησαν ἐντὸς τοῦ ὅρου, ὁ ὁποῖος ἀναγράφεται ἐν τῇ συμβάσει, ἢ καὶ πέραν τοῦ ὅρου τούτου.
§102Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐὰν ἤρξατο ἡ προθεσμία ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου, βεβαίως αὐτοὶ ἀκόμη δὲν εἶναι ὀπισθήμεροι.
§103Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μὴ χανώμεθα εἰς λεπτομερείας. Εἶναι ἄλλο τὸ ζήτημα.
§104Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα λεπτομεροῦς μελέτης τῆς συμβάσεως.
§105Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ δόσεις εἶναι μηνιαῖαι, καὶ ἡ πληρωμὴ εἶναι μηνιαία. Ἄν πρέπει νὰ παρέλθῃ τὸ τρίμηνον διάστημα, διὰ νὰ ἦναι αὐτοὶ ἔκπτωτοι, αὗται εἶναι λεπτομέρειαι οὐσιώδεις μὲν, ἀλλ’ οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσαι μὲ τὸ ζήτημα. Ἀείποτε καταστρέφομεν τὴν γενικὴν ἔννοιαν παντὸς ζητήματος διὰ μίαν μικρὰν λεπτομέρειαν, καὶ λέγομεν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶπεν αὐτό! Δὲν τὸ εἶπε, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρατήσῃ εἰς τὸν νοῦν του ὅλας τὰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι, ἀντὶ νὰ διαφωτίσωσι τὰ μεγάλα ζητήματα, τὰ καταστρέφουσιν ἐντελῶς.
§106ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§107Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§108Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ. Ἐξωφλήθη τὸ χρέος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν;
§109Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι.
§110Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ Δημόσιον εἶναι ὑπεύθυνον λόγῳ ἐγγυήσεως δοθείσης, ναὶ ἢ ὄχι;
§111Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§112Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπέναντι λοιπὸν αὐτῶν τῶν δύο ἀπαντήσεων, ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα ἐπεμβάσεως; Ἔχετε οὐ μόνον δικαίωμα, ἀλλ’ ἔχετε καὶ καθῆκον ἐπεμβάσεως, καθόσον ἡ σύμβασις ῥητῶς λέγει, ὅτι ἐν περιπτώσει μὴ ἐμπροθέσμου πληρωμῆς δόσεώς τινος μηνιαίας ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα πρὸς εἴσπραξιν τῆς καθυστερουμένης δόσεως δικαιοῦται νὰ ἐκθέσῃ εἰς πλειστηριασμὸν τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὴν δόσιν ποσὸν σταφιδοκάρπου, καὶ τὸ ἐκ τοῦ πλειστηριασμοῦ προκῦπτον καταθέτει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἐπαρκεῖ νὰ καλύψῃ τὴν δόσιν, ἡ Ἀθηναϊκὴ Τράπεζα, ὡς ἐγγυήτρια, ὑποχρέωσιν ἔχει πρὸς καταβολὴν τῆς δόσεως· ἐν ᾗ περιπτώσει δὲ ἡ Ἀθηναϊκὴ Τράπεζα δὲν καταβάλῃ τὴν δόσιν, τὸ Δημόσιον ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλῃ ταύτην, καθόσον ἠγγυήθη πρὸς τὰς Τραπέζας διὰ τὸ δάνειον, τὸ ὑπ’ αὐτῶν γενόμενον εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ἐρωτῶ, δὲν ἔχετε καθῆκον νὰ ἐπιβλέψητε, ὅπως οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως ἐκτελεσθῶσιν, ἵνα μὴ εὑρεθῇ τὸ Δημόσιον ἐκτεθειμένον εἰς τὴν καταβολὴν τῆς ἐγγυήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπὸ ὅρους ὑποχρεοῦται; Καὶ λέγω: πῶς, παρελθούσης τῆς ἐποχῆς, ἐὰν παρῆλθε, καὶ μὴ καταβληθείσης τῆς δόσεως, δὲν ἀπῃτήσατε νὰ προβῇ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εἰς τὸν πλειστηριασμὸν τοῦ ἀντιστοίχου πρὸς τὴν δόσιν ποσοῦ; Διότι, τούτου μὴ γενομένου, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι δυνάμει τῆς συμβάσεως ἡ Ἀθηναϊκὴ Τράπεζα θὰ ἀξιώσῃ ἴσως, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν πρὸς ἐγγύησιν, μόνον ἐὰν δὲν καλυφθῇ τὸ ποσὸν διὰ πλειστηριασμοῦ, τελεσθησομένου διὰ λογαριασμὸν καὶ εἰς βάρος τῶν συμβαλλομένων ἀγοραστῶν τῆς ἀντιστοίχου εἰς τὴν χρηματικὴν μηνιαίαν δόσιν. Ἄρα δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ ὑφ’ ὑμῶν λεχθὲν, ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα ἐπεμβάσεως, καθόσον τὰ τοῦ ζητήματος εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Τραπέζης τῆς Σταφιδικῆς. Ἔχετε δικαίωμα ἐπεμβάσεως ἐκ τοῦ καθήκοντος τῆς ἐπιβλέψεως, τὸ ὁποῖον ἀνήκει μᾶλλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἔχετε καθῆκον ἐπεμβάσεως, ὅπως ἀποφύγητε, ἵνα τὸ Δημόσιον ὑποχρεωθῇ μίαν ἡμέραν εἰς τὴν καταβολὴν μέρους τοῦ εἰς τὰς Τραπέζας ὀφειλομένου ποσοῦ ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, διὰ τὸ ὁποῖον ἠγγυήθη.
§113Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§114Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ἐγγυητὴς δικαιοῦται, τοῦ ὀφειλέτου μὴ ἐκτελοῦντος ὅ,τι πρέπει νὰ ἐκτελέσῃ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς οὗτος ἀνέλαβε, νὰ προβῇ ἐν ὀνόματι τοῦ ἀμελοῦντος ὀφειλέτου εἰς τὰς πράξεις ἐκείνας, εἰς ἃς αὐτὸς δὲν προβαίνει. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ὥστε ἔχετε καθῆκον ἀπαραίτητον ἐπεμβάσεως.
§115ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ περιωρίζετο εἰς τὸ νὰ δώσῃ πληροφορίας μετὰ τῶν προσηκουσῶν ἐξηγήσεων, ἥρμοζε νὰ ἐκτεθῇ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξεν, ἀνεγνώρισεν ὅτι δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος αὐτοῦ ν’ ἀναμιχθῇ, ὄχι εἰς τὰ χρέη τῆς ἐποπτείας, τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις περὶ δωρεᾶς ἢ συμβιβασμοῦ, νομίζω ὅτι σφαλερὸν εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔπειτα προσέθηκε, γενόμενος αὐτὸς ἀφορμὴ τῆς συζητήσεως, εἰπὼν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀδυνατεῖ νὰ δώσῃ γνώμην. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ δώσῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀναμένουσα νὰ ἐνασκήσῃ τὸν ἔλεγχον καὶ ὑποβάλῃ ἑαυτὴν εἶτα εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, κατ’ οὐδένα λόγον ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος, καὶ ἡ εὐθύνη αὐτῆς εἶναι μεγάλη διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ εἶναι ἀνεύθυνος, καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τοῦτο καλῶς: διότι, ὅταν ἀρχίσωμεν νὰ λύωμεν ἐνταῦθα ζητήματα χρηματιστικά, ζητήματα ἀναγόμενα εἰς τὸν κύκλον τοῦ Χρηματιστηρίου, τότε ἡ Βουλὴ αὕτη γίνεται ἀξία σαρώματος. Ἐλέχθη ἐνταῦθα, καὶ ἐλέχθη ὀρθῶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει δίκαιον ἐν τῷ θέματι τούτῳ ν’ ἀναμιχθῇ, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐπόπτις καταστήματος, ὅπερ ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἐνταῦθα διὰ νομοθετήματος τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἐν ταὐτῷ καὶ ἐγγυήτρια. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα ν’ ἀναμιχθῇ, ἀλλ’ εἶναι ὀρθοτάτη ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν καὶ τοὺς μετ’ αὐτῆς συναλλαχθέντας. Καὶ ὄχι μόνον δικαίωμα καὶ καθῆκον, ἀλλὰ καὶ συμφέρον ἔχει νὰ παρακολουθῇ τὰς διαπραγματεύσεις, ὅπως, ὅταν ἡ ὑπόθεσις ἔλθῃ ἐκεῖ, ὅπου καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀντιπροσωπεύεται, ἐνώπιον τῆς Σταφιδικῆς Συνελεύσεως, καὶ γένηται συζήτησις, διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις εἴπῃ ἃς ἔχει γνώμας. Καὶ ἀφοῦ φθάσωσιν, ἀκούοντες τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, εἰς οἱανδήποτε ἀπόφασιν οἱ ἔχοντες συμφέρον νὰ κανονίσωσι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, τότε ἡ Κυβέρνησις θέλει ὑπολειφθῆ, ὅπως εἴπῃ τὴν τελικὴν γνώμην, ἂν συναινεῖ ἢ οὔ, νὰ εἴπῃ αὐτὴν καὶ ὡς Κυβέρνησις καὶ ὡς ἐγγυήτρια. Εἶναι βεβαίως ὀρθὸν νομικῶς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας, ὅτι ὁ ἐγγυητὴς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναλάβῃ αὐτὸς νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντα τὰ παραλειπόμενα ὑπ’ ἐκείνου, ὑπὲρ οὗ ἐγγυᾶται· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ παραλίπωμεν νὰ εἴπωμεν καὶ τοῦτο, ὅτι εἶναι δευτέρα ἐγγυήτρια ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, προηγεῖται δὲ ὡς πρῶτος ἐγγυητὴς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δι’ ἣν ἔχει μέγα δίκαιον τὸ Κράτος νὰ μὴ ἀνησυχῇ, ὅτι, ἂν ὑπάρξῃ ἀνάγκη νὰ πληρώσῃ διὰ τὴν ἐγγύησιν ταύτην, θὰ πληρώσῃ. Διότι, ἐὰν ἦναι ἀνίκανοι οἱ ἐξ εὐλόγων αἰτιῶν παθόντες ζημίας νὰ πληρώσωσιν, εἶναι ἱκανὴ ἡ Τράπεζα, ἡ ἀναμιχθεῖσα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ὡς Τράπεζα, καὶ ἀναμένουσα εὐλόγως ἐξ αὐτῆς κέρδη, καὶ ὀφείλει νὰ ὑποστῇ αὐτὴ καὶ τὴν ζημίαν. Διότι, ὅπως δὲν εἶναι ὑπόχρεος νὰ δώσῃ μέρος ἐκ τῶν κερδῶν εἰς τὴν δευτέραν ἐγγυήτριαν, οὕτω δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀποφύγῃ τὴν ζημίαν, ἵνα πληρώσῃ τὸ Κράτος. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἔχει τόπον ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἀνήκει ἀλλαχοῦ· ὅταν δ’ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν ψῆφον διὰ θετικὴν πρᾶξιν ἐπὶ θετικῆς προτάσεως, τότε μόνον ἔχει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ.
§116Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σπουδαίως καὶ σοβαρῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ἠξίωσε ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις περὶ τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἡ ἐπερώτησις αὐτοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Δὲν ἀμφιβάλλω δέ, ὅτι οὐδεὶς τῶν κυρίων Βουλευτῶν θὰ νομίσῃ ὅτι ἔχει μικρὰν σπουδαιότητα καὶ σοβαρότητα ἡ ὑπόθεσις, προκειμένου περὶ 75 ἑκατομμυρίων λιτρῶν σταφιδοκάρπου, διατεθειμένων, κατὰ τὴν σύμβασιν, ἧς ἐμνήσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς 80 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι σπουδαίως θὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ θ’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου, ἀλλ’ ἀμφίβολον εἶναι, ἂν ἡ πορεία, ἣν ἤρξατο ἀκολουθοῦσα ἡ ὑπόθεσις αὕτη, δύναται νὰ ἀγάγῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν εἰς ἀσφαλῆ πορίσματα πρὸς λύσιν τῆς ὑποθέσεως. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἀφετηρία τῆς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης εἰς λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου εἶναι ἡ ὑποδειχθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λοκρίδος. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ σύμβασις, ἧς ἐμνήσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Οἰνοποιητικὴν Ἑταιρείαν Χαριλάου καὶ Κανελλοπούλου καὶ εἰς τὸν κ. Καμπᾶν νὰ ἀγοράσωσι καὶ καταναλώσωσιν 75,000,000 λίτρας σταφιδοκάρπου, παραλαμβάνοντες ταύτας παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, μέρος δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου πράγματι παρελήφθη ὑπὸ τῶν ἑταιρειῶν τούτων. Εἶναι γνωστόν, πῶς κατηναλίσκετο τὸ παραλαμβανόμενον ποσὸν, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἐλάχιστον διετίθετο πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος· καὶ πρὸς τοιαύτην χρῆσιν διετίθετο τὸ πρᾶγμα, μόνον ὅτε αἱ τιμαὶ τοῦ σταφιδοκάρπου ἦσαν εὐτελεῖς, τὸ πλεῖστον δὲ τοῦ ποσοῦ κατηναλίσκετο πρὸς παραγωγὴν μιστελίου, τὸ ὁποῖον ἀπεστέλλετο εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ἀγοράς, καὶ δὴ εἰς τὴν Ἰταλίαν. Ἀλλ’ ἀπὸ ἕξ μηνῶν καὶ πλέον, ἐπικειμένων μάλιστα βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἐν Ἰταλίᾳ, ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἔκρινε σκόπιμον, ὅπως οὐχὶ διὰ νόμου, οὐχὶ μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οἴκοθεν μεταρρυθμίσῃ τὰ τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως, τῆς καταρτισθείσης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν οἴνων ἐκ μιστελίου προερχομένου ἐξ ξηρᾶς σταφίδος....
§117Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον ἐκ ξηρᾶς σταφίδος, ἀλλ’ οἴνων ἐν γένει.
§118Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ ξηρᾶς σταφίδος, καὶ ἐντεῦθεν ἐγεννήθη ἡ δυσχέρεια τῆς εἰσαγωγῆς τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων τῶν ἑταιρειῶν τούτων.
§119ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπεκλείσθη ἐν τούτοις καὶ οἶνος προερχόμενος ἐκ χλωρᾶς σταφίδος καὶ φέρων τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ Ἰταλοῦ προξένου.
§120Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀρκεῖ ἡ πιστοποίησις τοῦ οἰκείου προξένου τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα εἰσαχθῇ ὁ οἶνος· χρειάζεται καὶ ἐπιστημονικὴ πιστοποίησις, ὅτι προέρχεται ἐκ χλωρᾶς σταφίδος, χρειάζεται ἡ βεβαίωσις χημικοῦ διωρισμένου ὑπὸ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως. Ἀποκλεισθείσης λοιπὸν τῆς Ἰταλικῆς ἀγορᾶς, ὑπολείπεται μόνον ἡ ἀγορὰ τῆς Μάλτας, ἥτις καταναλίσκει ἐλάχιστα ποσά. Ἐντεῦθεν ἐπῆλθεν ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῶν ἑταιρειῶν ἐκείνων, αἵτινες ἀνέλαβον τὴν κατανάλωσιν τῶν 75,000,000 λιτρῶν, καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἀδυναμία πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν διὰ σταφιδοκάρπου διατιμωμένου πρὸς 80 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον. Διὰ τοῦτο καὶ ὑπεβλήθη αἴτησις πρὸς συμβιβασμὸν, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς δωρεὰν, ὡς ἠξίωσεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Καλαβρύτων. Τὸ πρᾶγμα κατ’ οὐσίαν εἶναι τὸ αὐτό. Ἡ δωρεὰ δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὅρος συμβιβασμοῦ, ἐὰν ἡ ὑπόθεσις περιέλθῃ εἰς τὸ στάδιον τῆς δικαστικῆς διενέξεως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ μόνη ὁδὸς, ἡ ἄγουσα πρὸς ἀσφαλῆ λύσιν τῆς ὑποθέσεως, εἶναι αὕτη. Ἐξεταστέον, ἂν αἱ ἑταιρεῖαι, αἱ ἀναλαβοῦσαι τὴν κατανάλωσιν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, εἶναι εἰς δυσχέρειαν, ἂν ὄχι μετὰ συμφέροντος, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἄνευ ζημίας, νὰ καταναλώσωσιν αὐτὸ, ὥστε νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ τοιαύτη αὐτῶν αἴτησις. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ προτοῦ λυθῇ τὸ προέχον ζήτημα, ἤτοι τὸ ζήτημα κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν, τὸ μέτρον, ὅπερ ἔλαβεν ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, ἀποκλείσασα ἀπὸ τὰς Ἰταλικὰς ἀγορὰς τοὺς ἑλληνικοὺς οἴνους, διὰ διαπραγματεύσεων μεταξὺ Ἑλληνικῆς καὶ Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀρθῇ. Ἐὰν τὸ πρᾶγμα τοῦτο ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ λυθῇ διὰ διαπραγματεύσεων, τὰς ὁποίας νομίζω ὅτι ὀφείλει νὰ ἐπιχειρήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, τότε θὰ ἔλθῃ νὰ ἐξετασθῇ τὸ δεύτερον ζήτημα, ἂν οἱ βιομήχανοι, οἱ ἀναλαβόντες νὰ καταναλώσωσιν ἐφ’ αἷς τιμαῖς εἶπον τὸ ἀγοραζόμενον ὑπ’ αὐτῶν ποσὸν σταφιδοκάρπου παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, δὲν δύνανται νὰ πράξωσι τοῦτο ἀζημίως. Ἐκεῖ δὲ ἐρχομένου τοῦ ζητήματος, νομίζω, ὅτι οὐ μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον εἶναι τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, νὰ ἐπεμβῇ καὶ ἀποφασίσῃ. Ἐξεταστέον λοιπὸν εἶναι ἀπὸ δύο ἐπόψεων τὸ ζήτημα, ὅπως διφυὴς εἶναι καὶ ἡ θέσις τοῦ Δημοσίου, καὶ ὡς συμβαλλομένου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, τῶν χορηγησασῶν τὸ δάνειον τῶν 6½ ἑκατομμυρίων πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, καὶ ὡς ἐφόρου καὶ ἐπιτηρητοῦ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀνωνύμου μὲν ἑταιρείας, ἀλλ’ ὅλως ἰδιορρύθμως καταρτισθείσης καὶ κατ’ ἴδιον τρόπον ἐργαζομένης, ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπίβλεψιν τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι πολλαὶ πράξεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι κῦρος οὔτε νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἐὰν δὲν περιβληθῶσι διὰ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τῶν πράξεων δὲ τούτων εἶναι καὶ αὕτη, περὶ ἧς πρόκειται.
§121Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὁ συμβιβασμὸς ὄχι.
§122Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο τὸ ζήτημα τῆς ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου, νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἐγγυᾶται διὰ τὰ 6½ ἑκατομμύρια, ἔχει δὲ συμφέρον, ἀλλὰ καὶ δικαίωμα, ἐκ τῶν γενικῶν διατάξεων τῶν νόμων πηγάζον, ἵνα ἐπεμβῇ καὶ ἐξασκήσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ ὀφειλέτου του, ἐὰν ὁ ὀφειλέτης, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, δὲν ἐξασκήσῃ αὐτά. Ἐπανερχόμενος λοιπὸν εἰς τὴν ἀφετηρίαν τοῦ λόγου μου, ἐπαναλέγω ὅτι προέχει ἡ ὑποχρέωσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ διαπραγματευθῇ τὴν ἄρσιν τῶν ἐμποδίων, τὰ ὁποῖα παρεμβάλλονται εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἑλληνικῶν οἴνων εἰς Ἰταλίαν. Δὲν ἀμφιβάλλω δέ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, φιλοστόργως μεριμνῶσα καὶ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ περὶ τῶν τοῦ ἱδρύματος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ πρὸ παντὸς ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἅτινα διακυβεύονται καὶ διακινδυνεύουσιν, ἔχει ἐπιληφθῆ τοῦ ζητήματος τούτου. Διότι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της, ὅτι, ἂν ἐπὶ τοῦ παρόντος οἱ βιομήχανοι, οἱ ἀγοράσαντες 125 ἑκατομμύρια λίτρας σταφιδοκάρπου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πωλήσωσι τὰ ἐξ αὐτῶν προϊόντα των, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ὡς τανῦν ἔχουσιν, εἰς τὸ μέλλον θὰ ἦναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ παραλάβωσιν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῆς Τραπέζης τὸ εἰσαγόμενον λόγῳ παρακρατήματος ποσὸν, εἰμὴ ἐπὶ εὐτελεστάταις τιμαῖς καὶ πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν τὸ πρᾶγμα δὲν ἀντίκηται πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καὶ ἔχῃ ἐπιληφθῆ διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, νὰ προβῇ εἰς τὰς ἀναγκαίας πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει, παρακαλῶ αὐτὸν, ὅπως, ὅταν ἐπέλθῃ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου, ποιήσηται πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας ἀνακοινώσεις, ἵνα καὶ αὕτη κρίνῃ ἐντεῦθεν περὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ περὶ τοῦ ἂν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησις τῶν βιομηχάνων, ἢ νὰ ἀπορριφθῇ. Καὶ τότε, ὑποθέτω, ὅτι καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἠθικὴν ἐνίσχυσιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵν’ ἀποφασίσῃ.
§123Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις πρὸς τοῦτο.
§124ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν οἴνων, Κύριοι, ἐν Ἰταλίᾳ ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Τὸ 1899 μετεβλήθη τὸ τότε ὑπάρχον καθεστὼς διὰ νέας τροποποιηθείσης συμβάσεως, ἥτις ὥρισε τὸ εἰσαγωγικὸν δικαίωμα διὰ τοὺς οἴνους ἐν Ἰταλίᾳ κατὰ ἑκατόλλιτρον ἀπὸ 5 λιρῶν ἰταλικῶν καὶ 77/00, ἤτοι φράγκων 5,77, ὡς ἦτο πρότερον, εἰς 12 φράγκα χρυσᾶ, ἐπὶ τῷ ὅρῳ 15 βαθμῶν ἀλκὸλ περιεκτικότητος τοῦ οἴνου. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὅτε τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1904 ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἐξέδωκε Διάταγμα κανονιστικόν, κατ’ αὐτήν, περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐξακριβώσεως τῆς περιεκτικότητος τῶν οἴνων εἰς οἰνόπνευμα. Κατὰ τὸ Διάταγμα αὐτὸ, ὅπως ἀκριβέστερον βεβαιῶται τὸ περιεχόμενον τοῦ οἰνοπνεύματος ἐν τῷ οἴνῳ, θέλει λογίζεσθαι τὸ περιεχόμενον ἐν τῷ οἴνῳ εἰς σάκχαρον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ περιεχομένου εἰς οἰνόπνευμα καὶ σάκχαρον, τρεπομένου τοῦ εἰς σάκχαρον περιεχομένου εἰς οἰνόπνευμα, θὰ ὑπολογίζηται ποῖον εἶναι ἀκριβῶς τὸ οἰνόπνευμα. Ἐκανονίσθη δὲ, ὅτι τὸ περιέχον μέχρις 26 βαθμῶν σάκχαρον καὶ οἰνόπνευμα θὰ ἀντιστοιχῇ εἰς τοὺς 15 βαθμοὺς οἰνοπνεύματος, καὶ ὅτι, ἅμα ὡς ὁ οἶνος περιέχῃ σάκχαρον 26 βαθμῶν, εἶναι ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, κατὰ τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν, ἑπομένως θὰ ὑπάγηται εἰς τὸν ἁπλοῦν δασμὸν τῶν 12 φράγκων. Ὅταν περιέχῃ ὁ οἶνος περισσότερον τῶν 26 βαθμῶν σάκχαρον, τότε καθ’ ἕκαστον βαθμὸν οἰνοπνεύματος ἐπὶ πλέον θὰ πληρώνῃ ἐπὶ πλέον τῶν 12 φρ. χρ. πρόσθετον δασμὸν ἀνὰ 2,04 φράγκα χρυσᾶ κατὰ βαθμόν. Δηλαδή, ἐὰν περιέχῃ 15 βαθμῶν ἀλκόλ, πληρώνει 12 φρ. τὸ ἑκατόλλιτρον, ἐὰν περιέχῃ 16 βαθμῶν, πληρώνει 12+2,04, ἤτοι φράγκα 14,04, καὶ οὕτω καθεξῆς, προστιθεμένων φράγκων 2,04 καθ’ ἕκαστον ἐπὶ πλέον βαθμόν...
§125Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ βιομήχανοι, παραπονούμενοι, λέγουσιν, ὅτι ὁ δασμὸς ἀπὸ 12 φράγκων ηὔξησεν εἰς 24.
§126ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δύναται νὰ φθάσῃ καὶ εἰς 30· τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς περιεκτικότητος τοῦ οἴνου εἰς οἰνόπνευμα ἢ σάκχαρον. Τὸ Διάταγμα τοῦτο ἔφερεν ἐπαισθητὴν ἐπιβάρυνσιν εἰς τοὺς δασμοὺς τῶν εἰσαγομένων εἰς τὴν Ἰταλικὴν ἐπικράτειαν ἑλληνικῶν οἴνων· ἤρχισαν τὰ παράπονα τῶν εἰσαγόντων οἴνους, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἤρχισε τὰ διαβήματά του πρὸς τὴν Ἰταλίαν, παραπονούμενον, ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τοῦτο. Ἀπὸ παραστάσεως εἰς παράστασιν ἐφθάσαμεν νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν κ. πρέσβυν τῆς Ἰταλίας ἐνταῦθα, ὅτι, ἐὰν οὕτως ἐξακολουθῇ ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόζῃ τὴν σύμβασιν, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ καταγγείλωμεν αὐτήν.
§127Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρούσης ἐγένετο ἡ δήλωσις αὕτη;
§128ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα· ὅτε ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, θέλετε εὕρει, ὅτι ἐγένετο λόγος περὶ καταγγελίας τῆς συμβάσεως καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· καὶ ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ καταθέσητε τὰς ἐκθέσεις ταύτας, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ τῶν ἐνεργειῶν καὶ τῆς νῦν καὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.
§130ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα. Ἐγένετο καὶ πρότερον παρατήρησις. Εἰς τὴν παρατήρησιν τὴν ἐμὴν ὁ πρέσβυς τῆς Ἰταλίας μοὶ ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν, δι’ ἧς μὲ παρεκάλει νὰ μὴ προβῶμεν εἰς καταγγελίαν τῆς συμβάσεως, διότι αὐτὸς ἔκαμε τὰ προσήκοντα διαβήματα πρὸς τὴν Κυβέρνησίν του, παραστήσας μεθ’ ὅσης ἠδύνατο ἐπισημότητος τὰ παράπονα ἡμῶν, καὶ μοὶ προσέθεσεν, ὅτι δύο τινὰ ὑπέδειξε πρὸς τὴν Κυβέρνησίν του ἐπὶ τῇ αἰτήσει μας. Ἡμεῖς ἐζητοῦμεν νὰ ἀρθῇ τὸ Διάταγμα τοῦ Σεπτεμβρίου 1904, αὐτὸς δὲ προσέθηκεν, ἂν ἡ Κυβέρνησίς του δὲν ἀποδέχηται τὴν ἄρσιν τοῦ Διατάγματος, καθ’ οὗ ἡμεῖς παραπονούμεθα, νὰ ἀναβιβάσῃ τὸν ὅρον τῆς περιεκτικότητος τοῦ σακχάρου ἀπὸ 26 εἰς 32 ἑκατοστά, «διότι τότε, μοὶ ἔλεγεν, οἱ περισσότεροι οἶνοί σας θὰ εἰσέρχωνται ἀκωλύτως ὡς καὶ πρίν». Παρέστησα εἰς τὸν κύριον πρέσβυν τῆς Ἰταλίας, ὅτι ἡμεῖς κατ’ ἀρχὴν ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος, καὶ ὅτι, ἐὰν αὐτὸς μοὶ ἐκοινοποίει ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ ἀναβιβάσῃ τὸν ὅρον τῆς περιεκτικότητος, τότε ἠθέλομεν σκεφθῆ καὶ ἀνταπαντήσει, ἂν τοῦτο ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς οἰνοπαραγωγῆς μας.
§131ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ ποίαν ἐποχὴν σᾶς ἀπηύθυνε τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ὁ πρέσβυς;
§132ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Πρὸ δύο περίπου μηνῶν. Εἰς αὐτὸ λοιπὸν τὸ σημεῖον εὑρισκόμεθα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἰταλικὴ δὲν ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ὑποδείξεις, τὰς ὁποίας μοὶ ἔκαμεν ὁ πρέσβυς, τότε θέλομεν σκεφθῆ καὶ ἡμεῖς, τί ἀπομένει ἡμῖν νὰ πράξωμεν. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, καταθέτω τὰ ἔγγραφα τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. συναδέλφου ἐπὶ τῇ συνομολογήσει τῆς Ἀγγλοελληνικῆς δηλώσεως. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπῆρχε καιρὸς νὰ ἀντιγράψω τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καταθέτω τὰ πρωτότυπα, 19 τὸν ἀριθμὸν, καὶ παρακαλῶ τοὺς συναδέλφους νὰ τὰ μελετήσωσιν ἐν τῷ Προεδρείῳ, ἵνα μὴ παραπέσωσιν.
§133Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν μετὰ τοῦ Βελγίου σύμβασιν.
§134ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπὶ τούτου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἦμαι ὀλίγον τι ἐπιφυλακτικώτερος. Εἰς τὴν μετὰ τοῦ Βελγίου συμφωνίαν δὲν πρόκειται περὶ νέας συμβάσεως, πρόκειται περὶ παρατάσεως τῆς προϋπαρχούσης. Θὰ σᾶς παρακαλέσω δὲ νὰ μὴ ἐπιμένητε νὰ καταθέσω ὅλα τὰ ἔγγραφα, διότι ἐν τοῖς ἐγγράφοις τούτοις περιέχονται καὶ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διατὶ δὲν μᾶς συμφέρει νὰ προβῶμεν εἰς ὁριστικὴν σύμβασιν πρὸς τὸ Βέλγιον, ἀλλὰ μόνον εἰς προσωρινήν. Ὥστε, ἐπειδὴ θὰ ἤμην ἠναγκασμένος νὰ περικόψω πολλὰς περιόδους, θεωρῶ καλλίτερον νὰ μὴ ἐπιμένητε εἰς τὴν κατάθεσιν.
§135Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, κύριε Ὑπουργέ, νὰ καταθέσητε μόνον ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς φρονεῖτε ὅτι δύνασθε νὰ καταθέσητε.
§136ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχω, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀπευθύνω παρατηρήσεις τινὰς πρὸς τὰς δηλώσεις, ἃς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀξιεπαίνως πάνυ, ἔσπευσε νὰ κάμῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην πρὸς τὴν Βουλήν, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς εἰσαγωγῆς ἑλληνικῶν οἴνων καὶ μιστελίων εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἀπαντῶν πρὸς τὴν σχετικὴν ἐπερώτησίν μου. Πρὸ τούτου ὅμως εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀνταπαντήσω ὀλίγα τινὰ πρὸς ὅσα εἶπον ἤδη, ἀπαντῶντες πρὸς ἐμὲ, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὅ τε κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Ὑπουργός.
§137Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ποτὲ δὲν ἔγεινα μέχρι τοῦδε Ὑπουργός! (ἱλαρότης).
§138ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ δὲν ἔπρεπε νὰ σᾶς πειράξῃ. «Καλομελέτα καὶ ἔρχεται», κατὰ τὸ γνωστὸν δημῶδες λόγιον (ἱλαρότης). Ἤθελον νὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἔγγραφον ἀπάντησιν πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ἔχουσι παρέλθει ἤδη αἱ ὑπὸ τῆς συμβάσεως τεταγμέναι εἰς τοὺς βιομηχάνους προθεσμίαι, ὅτι δὲ οὗτοι, ὄντες ἤδη ὑπερήμεροι, ἔγνωσαν ν’ ἀπευθύνωσι τὰ γνωστὰ αἰτήματά των πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, δι’ ὧν ζητοῦσι κυρίως παράτασιν προθεσμιῶν καὶ ἔκπτωσιν τῆς τιμῆς ἐξ 80 εἰς 50 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐνόμισε τότε ἐπάναγκες, πρὶν ἢ προέλθῃ εἰς οἱασδήποτε διαπραγματεύσεις πρὸς τοὺς βιομηχάνους, πρὶν ἢ γείνῃ δηλαδὴ λόγος τίς περὶ συμβιβασμοῦ ἢ δωρεᾶς τῶν 2,350,000 δραχμῶν, περὶ τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ ἠσχολήθησαν ὅ τε ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, νὰ ὑποβάλῃ τὰ αἰτήματα τῶν βιομηχάνων εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον, τὴν ἀμέσως προϊσταμένην ἀρχήν της κατὰ τὸν νόμον περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην του περὶ αὐτῶν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, κύριε Πρόεδρε, ὁμολογῶ, ὅτι οὐδὲν φυσικώτερον δύναμαι νὰ ἀνεύρω τοῦ τοιούτου διαβήματος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠδύνατο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς ὅλας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ὧν θὰ ἐστερεῖτο ἴσως αὐτός, ὡς ἐκ τῆς μὴ εἰδικῆς του ἀσχολίας περὶ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν μορφώσῃ καὶ ἐξενέγκῃ ἀσφαλῆ γνώμην περὶ τοῦ πράγματος. Δὲν ἐδικαιοῦτο ὅμως νὰ ἀρνηθῇ κατ’ ἀρχὴν τὴν τοιαύτην γνώμην, ἀξιῶν παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὅπως αὐτὴ προβῇ εἰς ἀπόφασιν περὶ τῶν αἰτημάτων τῶν βιομηχάνων, καὶ σπεύσῃ μάλιστα εἰς αὐτήν, καὶ ἐπιφυλαττόμενος, ὡς ἰσχυρίσθη τώρα, μετ’ αὐτὴν νὰ ἐξενέγκῃ αὐτὸς γνώμην περὶ τοῦ πράγματος. Μία ἐσπευσμένη ἀπόφασις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἠδύνατο ν’ ἀποβλέπῃ μονομερῶς εἰς τὰ συμφέροντά της, ἢ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, καὶ ὡς τοιαύτη νὰ παράσχῃ ἴσως ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις πολλὰς, τὰς ὁποίας, ὡς παρατηρεῖτε, δὲν ἀπέφυγεν αὐτὴ καὶ τώρα, ὅτε, νομοταγῶς φερομένη κατ’ ἐμέ, ἠθέλησε νὰ συμβουλευθῇ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου πρὸ πάσης ἀποφάσεώς της. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲ, ἐξ ὑψηλοτέρας ἐπόψεως κρῖνον τὰ πράγματα, καὶ λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν ἐξ ἴσου τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς καὶ τῆς βιομηχανίας, θὰ ἐξέφερε πάντως διγνώμην δικαιοτέραν. Ἀλλὰ τὸ κύριον καὶ προέχον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοῦ προκειμένου μένει πάντοτε ἀκέραιον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, μεθ’ ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καὶ ἄμεσον καὶ ἔμμεσον συμφέρον, καὶ ὡς ἐγγυήτρια ὑπὲρ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀπέναντι τῶν δανεισασῶν αὐτὴν Τραπεζῶν, καὶ ὡς ἔχουσα νὰ λάβῃ καὶ ἡ ἰδία παρ’ αὐτῆς 4,500,000 δραχμάς, ἀντίτιμον τοῦ εἰς εἶδος φόρου τῆς σταφιδικῆς ἐσοδείας τοῦ 1904, ἡ Κυβέρνησις, λέγω, ὡς ἔχουσα καὶ ἄμεσον καὶ ἔμμεσον πρὸς τοῦτο ἐνδιαφέρον, κέκτηται οὐ μόνον τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον, νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐξενέγκῃ περὶ αὐτῆς γνώμην, καθοδηγοῦσα οὕτω καὶ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν εἰς ὀρθὴν καὶ δικαίαν ἀπόφασιν. Συμφωνῶ δὲ, κύριε Πρόεδρε, πληρέστατα πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἐξ κ. Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, καθ’ ἣν προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ ἀποφύγωμεν ὅλως τὴν γενομένην τὴν ἑσπέραν ταύτην συζήτησιν περὶ τῶν σχέσεων τῶν βιομηχάνων πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν καὶ τὴν σταφιδοπαραγωγὴν, παριστῶντες ἐπὶ τὸ τραγικώτερον καὶ τὰ μυθώδη κέρδη ἐκείνων, καὶ τὴν ἐπαπειλουμένην τελείαν καταστροφὴν ταύτης, καὶ τὰ μεγάλα πλεονάσματα καὶ ἀποθέματα τῆς σταφίδος, τὰ ἐπαπειλοῦντα δῆθεν τὴν σταφιδαγοράν. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν τοιαύτην συζήτησιν, καὶ δι’ οὓς λόγους ὑπηνίξατο ἤδη ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, καὶ δι’ ἄλλους λόγους, τοὺς ἑξῆς. Ἐν πρώτοις εἶμαι τῆς γνώμης, ὡς καὶ πρὶν παρετήρησα, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης συζητήσεως ἐπεμβαίνομεν εἰς τὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, σφετεριζόμενοι οὕτως ἡμεῖς, ὡς Νομοθετικὸν Σῶμα, τὰ ἀναφαίρετα αὐτῆς δικαιώματα. Ἡ Βουλὴ δικαιοῦται, ὅταν ἔχῃ ἐνώπιόν της τετελεσμένα γεγονότα, νὰ ἐνασκήσῃ τὸν ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὴν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Δεύτερον δὲ διὰ τῆς τοιαύτης ἀκαίρου συζητήσεως δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ παραβλάψωμεν ζωτικώτατα συμφέροντα καὶ τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς καὶ αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου. Εἴδομεν ἤδη, ὁποίας ζημίας ἐγένετο πρόξενος καὶ αὐτὴ ἡ ἀναγγελία τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τῆς σταφίδος εἰς εἶδος διὰ τοῦ φόρου αὐτῆς εἰς χρήματα. Ἤρκεσε μόνη ἡ ἰδέα, ὅτι θὰ ἐρρίπτοντο ὡς 40 ἑκατομμύρια ἑνετικῶν λιτρῶν σταφιδοκάρπου, εἰς ὅσον ποσὸν ἀνέρχεται ὁ φόρος εἰς εἶδος, εἰς τὰς σταφιδαγοράς, ὅπως γεννηθῇ ὁ πανικὸς ἐν αὐταῖς καὶ ἐπέλθῃ ῥαγδαία ἔκπτωσις εἰς τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος, ἣν μόλις καὶ μετὰ βίας ἀνεχαίτισεν ἡ περὶ ἑνιαίας διαχειρίσεως τῆς σταφίδος διάδοσις. Ἐντεῦθεν ἕκαστος δύναται νὰ εἰκάσῃ ὁποία ζημία δύναται νὰ προέλθῃ τώρα ἐν συζητήσει, καθ’ ἣν διακηρύττεται ὅτι ἡ βιομηχανία ἡμῶν εἶναι ἀνίκανος νὰ καταναλώσῃ τὸ πλεόνασμα τῆς σταφίδος, ὅτι δὲ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ῥιφθῇ διὰ πλειστηριασμοῦ τὸ ὑπόλοιπον πλεόνασμα ἐξ 75 ἑκατομμυρίων ἑνετικῶν λιτρῶν εἰς τὴν ἀγορὰν, εἰς ἣν ἐπισείονται μάλιστα καὶ ἄλλα κολοσσιαῖα ποσὰ ἐκ τοῦ παρακρατήματος. Εἶναι καιρὸς, νομίζω, κ. Πρόεδρε, νὰ κατανοήσωμεν τὴν μέχρι τοῦδε ἀναπτυχθεῖσαν ἀλληλεγγύην μεταξὺ βιομηχανίας, σταφιδοπαραγωγῆς καὶ Δημοσίου, καὶ νὰ πεισθῶμεν, ὅτι πᾶς κλονισμὸς τῶν συμφερόντων ἐκείνης θὰ συνεπαγάγῃ κατ’ ἀνάγκην τὸν κλονισμὸν τῶν συμφερόντων καὶ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐπὶ τῇ ἐλπίδι δὲ ὅτι θὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν τοιαύτην συζήτησιν, καὶ θ’ ἀφεθῇ ἐλευθέρα καὶ θὰ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνασκήσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου προσηκόντως τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς αὐτὴν δικαιώματα καὶ καθήκοντα, μεταβαίνω νῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν ἑτέρου ζητήματος, ὅπερ θέτουσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αἱ δηλώσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Καθ’ ἃς, κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἐγὼ πληροφορίας, αἱ δυσκολίαι, αἱ παρεμβαλλόμεναι ὑπὸ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἑλληνικῶν οἴνων καὶ μιστελίων εἰς τὰς χώρας αὐτῆς δὲν χρονολογοῦνται ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μηνὸς τοῦ 1904, ὡς παρέστησεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφ’ ὅτου δηλαδὴ ἐδημοσιεύθη ἐν Ἰταλίᾳ τὸ ἐν ἰσχύϊ Διάταγμα, καθ’ ὃ ἔγεινεν ἀναγωγὴ τῶν κατὰ τὴν σύμβασιν βαθμῶν τοῦ περιεχομένου ἐν τοῖς οἴνοις ἡμῶν οἰνοπνεύματος εἰς τὸ σάκχαρον αὐτῶν, καὶ δὴ κατὰ τρόπον καθιστῶντα ἀδύνατον ὅλως τὴν εἰσαγωγὴν τῶν οἴνων καὶ μιστελίων ἡμῶν εἰς τὴν Ἰταλίαν. Αἱ δυσκολίαι αὗται ἀνάγονται εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ ἰδιωτεύων ἠδυνάμην νὰ πληροφορηθῶ ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι εἶχε γείνῃ ἤδη λόγος ἐν τῇ Βουλῇ ἡμῶν περὶ τοῦ πράγματος κατὰ τὴν προτελευταίαν Σύνοδον τῆς παρελθούσης Βουλευτικῆς Περιόδου.
§139ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§140ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τρανοτέραν ταύτης ἀπόδειξιν περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου δὲν ἠδυνάμην βεβαίως νὰ παράσχω ὑμῖν. Πολὺ λοιπὸν πρὸ τοῦ Διατάγματος τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1904 ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἤρξατο παρεμβάλλουσα προσκόμματα δυσυπέρβλητα εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν οἴνων καὶ μιστελίων μας, ἐξ ὧν ἀναφέρω ἐνταῦθα ἓν καὶ μόνον. Κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1899 ἐδικαιοῦτο αὐτὴ νὰ εἰσπράττῃ τέλος εἰσαγωγικὸν ἐπὶ τῶν οἴνων καὶ μιστελίων μας 12 ἰταλικὰς λίρας ἢ φράγκα χρυσᾶ τὸ ἑκατόλλιτρον ἐπὶ περιεκτικότητος 15 βαθμῶν οἰνοπνεύματος. Ὅπως δ’ ἐξακριβώσῃ τὴν τοιαύτην περιεκτικότητα, ἐζήτει καὶ ἐλάμβανε δείγματα αὐτῶν πρὸς ἀνάλυσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέβαλλε συνήθως ἀπὸ ἑβδομάδος εἰς ἑβδομάδα καὶ ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα, ζημιοῦσα οὕτω πολλάκις τοὺς εἰσαγωγεῖς τῶν ἑλληνικῶν οἴνων καὶ μιστελίων, οἵτινες, ἐναποταμιεύοντες αὐτὰ εἰς τὰς ἰταλικὰς γενικὰς ἀποθήκας, ὑπεβάλλοντο εἰς πολλὰς δαπάνας χάριν τῆς ἐναποθηκεύσεως αὐτῶν καὶ χάριν πολλῶν συνήθως ταξειδίων εἰς Ρώμην καὶ παραμονῆς ἐν αὐτῇ. Καὶ τὸ τέλος ὅλης αὐτῆς τῆς χρονοτριβῆς καὶ ὅλων αὐτῶν τῶν δαπανῶν ποῖον ἦτο; ὅτι ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἀπεφαίνετο ἄνευ δικαιολογίας τινὸς, ὅτι οἱ ἀναλυόμενοι οἶνοι δὲν ἀνταπεκρίνοντο πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, καθόσον δὲν ἔφερον τὸν τύπον ἐκεῖνον, ὃν αὐτὴ ἠξίου διὰ τοὺς οἴνους τοὺς δυναμένους νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς Ἰταλίαν. Οἱ εἰσαγωγεῖς ἀνηνέχθησαν τότε εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καταγγέλλοντες εἰς αὐτὴν τὴν τοιαύτην καταστρατήγησιν τῆς συμβάσεως ἐκ μέρους τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀξιοῦντες, ὅπως παρεμβῇ αὐτὴ εἰς προστασίαν τῶν συμφερόντων αὐτῶν, ἀπαιτοῦσα παρὰ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως τὴν αὐστηρὰν τήρησιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, καθ’ οὓς αὐτὴ οὐδὲν ἄλλο εἶχε νὰ ἐξακριβώσῃ διὰ τῆς ἀναλύσεως τῶν ἑλληνικῶν οἴνων καὶ μιστελίων ἢ τὴν περιεκτικότητα 15 βαθμῶν οἰνοπνεύματος. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προέβη τῳόντι εἰς παραστάσεις, πρὸς ἃς ἡ Ἰταλικὴ ἀντεπεξήρχετο πάντοτε διὰ διαφόρων ὑπεκφυγῶν, διαιωνίζουσα οὕτω τὸ ζήτημα. Ἀπελπισθέντες οἱ εἰσαγωγεῖς ἡμῶν ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως ἠναγκάσθησαν νὰ φέρωσι τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς: ὅτε δὲ εἶδον, ὅτι καὶ οὕτω τὸ ζήτημα ἐξηκολούθει διαιωνιζόμενον, ἠναγκάσθησαν νὰ προσφύγωσι διὰ τῶν ἐν Ἰταλίᾳ μεγάλων βιομηχάνων, τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τοὺς οἴνους καὶ τὰ μιστέλια ἡμῶν, εἰς τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν, ἀξιοῦντες παρ’ αὐτῆς, ὅπως καθορίσῃ ἐπὶ τέλους ἐπισήμως τὸν τύπον, ὑφ’ ὃν αὐτὴ ἐνόει νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰσαγωγήν των εἰς Ἰταλίαν. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐδημοσιεύθη ἐν Ἰταλίᾳ τὸ Διάταγμα τοῦ Σεπτεμβρίου 1904, δι’ οὗ ἐγένετο αὐθαιρέτως ὅλως ἀναγωγὴ τῶν 15 βαθμῶν οἰνοπνεύματος εἰς 26 βαθμοὺς σακχάρου, καὶ μόνον ὑπὸ τοιοῦτον περιεχόμενον ἐπιτρέπεται ἡ εἰσαγωγὴ τῶν οἴνων καὶ μιστελίων ἡμῶν εἰς Ἰταλίαν· ἄλλως ἐπιβάλλεται αὐτοῖς εἰσαγωγικὸν τέλος πλέον τῶν κατὰ τὴν σύμβασιν 12 ἰταλικῶν λιρῶν κατὰ ἑκατόλλιτρον 2 ἔτι ἰταλικῶν λιρῶν καὶ 4 λεπτῶν δι’ ἕκαστον βαθμὸν ἐπὶ πλέον τῶν 15 βαθμῶν οἰνοπνεύματος. Διὰ τῆς τοιαύτης ὅμως αὐθαιρέτου ἀναγωγῆς τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐν Ἰταλίᾳ διὰ τοὺς οἴνους καὶ τὰ μιστέλια ἡμῶν ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὰ 20 χρ. φρ. κατὰ ἑκατόλλιτρον, ὅπερ ἰσοφαρίζει πρὸς πλήρη ἀπαγόρευσιν αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς διεβεβαίωσεν, ὅτι κατὰ τοῦ ἀνωτέρω μέτρου τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως προέβη εἰς ἐπανειλημμένας παραστάσεις, ἕως οὗ μετὰ μῆνας πολλοὺς, ἀναγκασθεὶς ἐν τῷ μεταξὺ ν’ ἀπειλήσῃ καταγγελίαν τῆς συμβάσεως, κατώρθωσεν ἤδη πρὸ δύο μηνῶν ν’ ἀποσπάσῃ παρὰ τοῦ ἐνταῦθα πρεσβευτοῦ τῆς Ἰταλίας ἐπιστολὴν, δι’ ἧς ἔλαβε τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι οὗτος θὰ συνηγόρει παρὰ τῇ Κυβερνήσει του, ἵνα ἀναβιβάσῃ τὸ περιεχόμενον τοῦ σακχάρου τῶν ἡμετέρων οἴνων καὶ μιστελίων εἰς 32 βαθμοὺς, ὑφ’ ὃ ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσιν οἱ οἶνοι καὶ τὰ μιστέλιά μας εἰς Ἰταλίαν. Ἀλλὰ, καθ’ ἃς ἐγὼ ἔχω πληροφορίας, ὑπὸ τοιοῦτον περιεχόμενον εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαχθῶσιν ἐξ Ἑλλάδος οἶνοι καὶ μιστέλια, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν ἀντέχουσιν ὑπ’ αὐτὸ εἰς τὴν μεταφοράν. Κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τῶν μεγάλων οἰνοπαραγωγῶν μας πρέπει νὰ ἀνέρχηται τὸ σάκχαρον αὐτῶν εἰς 36 βαθμοὺς τοὐλάχιστον. Κατὰ ταῦτα ἡ ὑπόσχεσις τοῦ ἐνταῦθα Ἰταλοῦ πρεσβευτοῦ οὐδόλως θὰ ὠφέλει ἡμᾶς, καὶ ἐὰν ἐπραγματοποιεῖτο αὕτη. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ἡ ὑπόσχεσίς του αὕτη δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ πραγματοποιηθῇ ποτε. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι θὰ ἤρκουν καὶ δύο μόνον ἑβδομάδες, ἵνα τύχῃ ἀπαντήσεως ὁ κ. πρεσβευτὴς παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του καὶ ἀνακοινώσῃ αὐτὴν πρὸς τὸν ἡμέτερον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν, Ἀλλ’ ἀφοῦ καὶ μετὰ δύο μῆνας καθυστερεῖ ἡ τοιαύτη ἀπάντησις, δὲν εἶναι τοῦτο τρανὴ ἀπόδειξις, δυναμένη νὰ πείσῃ καὶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ Ἰταλία ἐξακολουθεῖ ἐπ’ ἄπειρον τὴν αὐτὴν τακτικὴν τῆς διὰ διαφόρων ὑπεκφυγῶν καὶ ἀναβολῶν διαιωνίσεως τοῦ ζητήματος, ἐπὶ ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ τῆς οἰνοπαραγωγῆς ἡμῶν; Δὲν νομίζει ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἀνδρικωτέραν στάσιν ἀπέναντι τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐγκαταλείπουσα τὸ στάδιον τῶν ἀπειλῶν νὰ προβῇ τέλος πάντων εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς καταγγελίας τῆς συμβάσεως, ἐξ ἧς ἡμεῖς μὲν οὐδὲν ἄξιον λόγου καρπούμεθα ὄφελος, ἔχοντες νὰ ἐπιδείξωμεν εἰσαγωγὴν ἐν Ἰταλίᾳ μόλις ἀνερχομένην εἰς 1½–2 ἑκατομμύρια φράγκων χρυσῶν, ἐνῷ ἡ Ἰταλία καρποῦται μὲν ἐξ αὐτῆς ἱκανὰ ὀφέλη ἤδη διὰ τῆς ἐν Ἑλλάδι ἀκτοπλοΐας τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων της, ἔχει δὲ νὰ ἐπιδείξῃ παρ’ ἡμῖν εἰσαγωγὴν τριπλασίαν περίπου τῆς ἡμετέρας;
§141ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει δὲν καταγγέλλεται μία σύμβασις, ἐὰν προηγουμένως δὲν ἐξαντληθῶσιν ὅλα τὰ μέσα. Εἴπετε, ὅτι πλὴν τῶν οἴνων μικρὰ εἶναι τὰ ἐκ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἰταλίαν εἰσαγόμενα προϊόντα, ἀξίας δραχ. 1,500,000. Εἶσθε ἐν ἀπάτῃ. Τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῆς Ἰταλίας κατὰ τὴν διαρρεύσασαν τετραετίαν, ἤτοι κατὰ τὸ 1900, 1901, 1902 καὶ 1903, ἀνέρχονται εἰς πέντε καὶ ἥμισυ ἕως ἕξ ἑκατομμύρια δραχμῶν κατ’ ἔτος, τὰ δ’ εἰσαγόμενα ἐξ Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἰταλίαν εἶναι ἀξίας 4,000,000–4,500,000.
§142Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Συμπεριλαμβανομένων τῶν οἴνων;
§143ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα.
§144Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἄνευ τῶν οἴνων πόσα εἶναι;
§145ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὅταν λέγω, ὅτι ἡ ἀξία τῶν εἰσαγομένων ἐντεῦθεν εἰς τὴν Ἰταλίαν προϊόντων καὶ ἐμπορευμάτων εἶναι 4,500,000, καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἀξία τῶν εἰσαγομένων οἴνων εἶναι περίπου 1,500,000, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τοῦτο, μένει ὑπόλοιπον 3,000,000 δραχ. ὡς ἀξία τῶν εἰσαγομένων ἐντεῦθεν εἰς τὴν Ἰταλίαν λοιπῶν ἐμπορευμάτων. Δὲν εἶναι λοιπὸν μικρὸν τὸ ποσὸν, οὔτε πρέπει ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει νὰ λέγωμεν ἀριθμοὺς, διότι θὰ μείνωμεν μὲ τοὺς ἀριθμούς. Εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ καταγγείλῃ τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ συγχρόνως εἶπον, ὅτι ἔπρεπε νὰ μετέλθωμεν πᾶν μέσον, πρὶν ἢ πράξωμεν τοῦτο, διότι ἔχομεν καὶ ἄλλα συμφέροντα ἐν Ἰταλίᾳ, συμφέροντα παντοίας φύσεως, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ σταθμίσωμεν καλῶς πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν καταγγελίαν. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον, ὅτι ἀνήγγειλα εἰς τὸν κύριον πρέσβυν τῆς Ἰταλίας, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ καταγγείλῃ τὴν σύμβασιν ἀλλ’ ἀπὸ τούτου μέχρι τῆς καταγγελίας εἶναι ἀκόμη στάδιον, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταγγείλωμεν τὴν σύμβασιν.
§146ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, εἶπεν ὅτι δὲν πρέπει ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν καταγγελίαν τῆς συμβάσεως ἡμῶν μετὰ τῆς Ἰταλίας, διότι εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι αὕτη εἰσάγει εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐμπορεύματα ἀξίας 5½ — 6 ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν, οὐχ ἧττον εὐθὺς μετὰ τοῦτο δὲν ὤκνησε νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ καταγγείλῃ τὴν σύμβασιν, ἀφοῦ ὅμως σταθμίσῃ καλῶς τὰ πράγματα, καὶ οὐχὶ ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει. Δὲν ἠξεύρω, πόθεν ἀρύεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς στατιστικάς του πληροφορίας. Ἐὰν εἶχε τοιαύτας ἐπισήμους, ὤφειλε, νομίζω, νὰ τὰς καταθέσῃ προηγουμένως εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὕστερον νὰ ἐπικαλεσθῇ αὐτὰς ὑπὲρ τῆς γνώμης του. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω ἰδιωτικὰς πληροφορίας, προερχομένας ὅμως ἐξ Ἰταλίας καὶ ἐρειδομένας εἰς τὰς ἐκεῖ ἐπισήμους στατιστικὰς πληροφορίας. Κατ’ αὐτὰς δὲ, ἡ ἄλλη εἰσαγωγή μας εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἀφαιρέσει τῆς ἐκ τοῦ οἴνου, ἥτις ἔπαυσε λήγοντος τοῦ ἔτους 1903, δὲν ὑπερβαίνει τὰ 2 ἑκατομμύρια, ἐνῷ ἡ τῆς Ἰταλίας παρ’ ἡμῖν εἶναι ὑπερτριπλασία, ὑπερβαίνει δηλαδὴ τὰ 6 ἑκατομμύρια φράγκων χρυσῶν, πλὴν τῆς ὠφελείας αὐτῆς ἐκ τῆς ἐν Ἑλλάδι ἀκτοπλοΐας τῶν ἰταλικῶν ἀτμοπλοίων. Αἱ πληροφορίαι μου προέρχονται ἐκ μεγάλων ἐν Ἰταλίᾳ βιομηχάνων τοῦ βέρμουθ, οἵτινες προτιμῶσιν εἰς παραγωγὴν τούτου τὸ ἑλληνικὸν μιστέλιον, οὗ ἄνευ εἶναι ἠναγκασμένοι αὐτοὶ νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὴν χρῆσιν ἐγχωρίου οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, ἐξ οὗ τὸ παραγόμενον βέρμουθ εἶναι κατωτέρας ποιότητος. Ἀνέγνων ἐπιστολὴν τοιούτου βιομηχάνου ἐν Ἰταλίᾳ, ὅστις ἔγραφε πρός τινα ἀνταποκριτήν του ἐν Πάτραις: «Εἶναι καιρὸς νὰ ἐννοήσῃ ἐπὶ τέλους ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις χάριν προστασίας τῆς ἐγχωρίου οἰνοπαραγωγῆς θὰ προσπαθήσῃ ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ματαιώσῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἑλληνικῶν οἴνων καὶ μιστελίων εἰς Ἰταλίαν. Διὰ παραστάσεων καὶ συζητήσεων διπλωματικῶν οὐδὲν θὰ κατορθώσῃ ποτὲ ἡ Ἑλλάς. Μόνον διὰ τῆς καταγγελίας τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἰταλίας θὰ ἐπιβάλῃ αὐτῇ τὴν αὐστηρὰν τήρησιν τῶν ὅρων της εἰς τὴν Κυβέρνησίν μας· διότι ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῆς τοιαύτης καταγγελίας θὰ ἐξαναστῶσι καὶ αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι καὶ ὅλοι οἱ βιομήχανοί μας, οἱ εἰσάγοντες τὰ προϊόντα των εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τῆς Κυβερνήσεώς μας, καὶ θὰ ἐξαναγκάσωσιν αὐτὴν εἰς ὑποχώρησιν. Τὰ ἐμπορικά μας συμφέροντα ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνώτερα τῶν ἰδικῶν σας ἐν Ἰταλίᾳ.» Αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε, ἐγράφοντο πρὸ ἔτους περίπου, ἔκτοτε δ’ ἐξακολουθεῖ ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις καταστρατηγοῦσα καὶ καταδολιευομένη τὴν σύμβασιν, πρὸς ζημίαν ἡμῶν μεγάλην, καὶ ἐμπαίζουσα τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν μὲ ἀτελευτήτους διαπραγματεύσεις καὶ συζητήσεις. Καὶ ἐνῷ ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν ἔχει περιέλθει ἤδη εἰς κρίσιμον θέσιν ἡ οἰνοπαραγωγή μας, σὺν αὐτῇ δὲ καὶ ἡ σταφιδοπαραγωγὴ καὶ ἡ ἀμπελουργία μας, ἐνῷ οὐδεμία ἀπολύτως ἐλπὶς ὑποφώσκει περὶ μεταβολῆς σκέψεων καὶ ἀποφάσεων τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, δικαιούμεθα, νομίζω, ἡμεῖς, οὐχὶ μὲ ἐλαφρὰν, ἀλλὰ μὲ βεβαρημένην τὴν συνείδησιν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν μετὰ θάρρους τὸ ζήτημα, θέτοντες τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν πρὸ τοῦ διλήμματος, καθ’ ὃ ἢ θὰ ἐπιτρέψῃ αὐτὴ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν οἴνων καὶ μιστελίων μας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 15 βαθμῶν οἰνοπνεύματος, ἢ θὰ καταγγελθῇ ἡ μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Ἑλλάδος σύμβασις, ἐξ ἧς ἡμεῖς ὑπὸ τοιούτους ὅρους μόνον ζημίαν καὶ ζημίαν μεγάλην ἀποκομίζομεν.
§147ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φωτήλας προτείνει νὰ τυπωθῶσι τὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατατεθέντα ἔγγραφα. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῶσι;
§149ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 130). Ὁ κύριος Παπαβασιλείου ἔχει τὸν λόγον.
§151Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καλογερόπουλος.
§153Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἐγερθεῖσαν, Κύριοι, συζήτησιν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῶν οἰνοπνευματοποιῶν θεωρῶ καθῆκον νὰ παρεμβῶ, οὐχὶ βεβαίως ἵνα κατακρίνω τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ὁμολογίαν εἰς οὐδεμίαν θετικὴν πρᾶξιν προέβη, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, διότι διττὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου τίθενται ἐν κινδύνῳ. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, μοὶ παρουσιάσθη τὸ καθυστέρημα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Δημόσιον ἐξ 1,000,000 δραχμῶν ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1903, λαβὼν δὲ ὑπ’ ὄψιν μου, διὰ τὴν κατάστρωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1905 καὶ τὰς πιθανὰς εἰσπράξεις ἐκ τῆς σταφίδος συνεπείᾳ τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου περὶ καταβολῆς εἰς εἶδος τοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος φόρου, διὰ νὰ ἐκτιμήσω τὴν πιθανότητα τῶν εἰσπράξεων καὶ ἀναγράψω ὅ,τι ἀνέγραψα εἰς τὸν ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905, παρεκάλεσα τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν νὰ μοὶ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα καὶ πίνακα ἀκριβῆ τῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συνωμολογημένων συμβάσεων παραληφθεισῶν ποσοτήτων σταφίδος ὑπὸ τῆς Οἰνοποιητικῆς Ἑταιρείας καὶ ἐκείνων, ἃς κατὰ τὰς συμβάσεις ὀφείλει νὰ παραλάβῃ ἐκ τοῦ πρὸς αὐτὴν πωληθέντος ποσοῦ. Ἐὰν ἡ μνήμη μου εἶναι ἀκριβὴς, — καὶ ἔχω πάντα λόγον νὰ ἦμαι πεπεισμένος ὅτι ἦναι ἀκριβὴς, — οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς ὁ νόμος παρεῖχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγυηθῇ τὸ ποσὸν τῶν 6,500,000 δραχμῶν, κυρῶν συγχρόνως καὶ τὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καταρτισθεῖσαν σύμβασιν ἐπὶ τούτῳ, ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ ἡ σύμβασις κατηρτίσθησαν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀσφαλείας τοῦ Δημοσίου κατὰ τρόπον τιμῶντα τὴν πρόνοιαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τότε, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ δώσῃ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου διὰ τοσοῦτο ποσόν, ἔλαβε πρόνοιαν ἀσφαλείας τοιαύτης, ὥστε οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς συνεβλήθη, τηρούμενοι ἀπαρεγκλίτως, εἰς οὐδένα κίνδυνον δύνανται νὰ ἐμβάλωσι τὸ Δημόσιον· ἐὰν ὅμως δὲν τηρηθῶσιν οἱ ὅροι, ἐὰν τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, σκεπτόμενον ἄλλως καὶ ἀφιέμενον ἐλεύθερον ν’ ἀποφασίσῃ, δὲν σεβασθῇ τοὺς ὅρους, τότε τὸ Δημόσιον κινδυνεύει νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταβάλῃ δι’ ἐγγύησιν πρὸς τὰς δανεισάσας τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν Τραπέζας τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τοῦ δανείου παραμένον ἀνεξόφλητον, ἤτοι τὸ ποσὸν τῶν δρ. 6,500,000, ἠλαττωμένον κατὰ τὰς γενομένας καταβολάς· κατὰ τὰς ἐμὰς δὲ πληροφορίας ἐκ τῶν 6,500,000 δραχμῶν ὑφίσταται εἰσέτι ὑπόλοιπον 2,150,000 δρ. περίπου ἀνεξόφλητον, καὶ τὸ ὑπόλοιπον αὐτὸ αἱ Τράπεζαι, ἐὰν ἐγκαίρως δὲν πληρωθῶσι, θέλουσι βεβαίως ζητήσει παρὰ τοῦ Δημοσίου. Τοιαύτη εἶναι ἡ μετ’ αὐτῶν σύμβασις. Ποία εἶναι ἡ προθεσμία; Ὁ προσεχὴς Αὔγουστος. Πῶς ὅμως ἡ ἐγγύησις τοῦ Δημοσίου ἐδόθη; ἐδόθη, ἀφοῦ ἐλήφθη φροντὶς, ὅπως τὸ τίμημα τοῦ ὑπολοίπου καὶ μήπω παραληφθέντος ὑπὸ τῶν ἀγοραστῶν σταφιδοκάρπου χρησιμεύῃ πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῶν Τραπεζῶν καὶ ἦναι ἀπολύτως ἀσφαλές. Τῳόντι οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐγένετο ἡ σύμβασις μεταξὺ Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Οἰνοποιητικῆς Ἑταιρείας, εἶναι ἁπλούστατοι. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐπώλησε πρὸς τὴν Οἰνοποιητικὴν Ἑταιρείαν καὶ τοὺς μετ’ αὐτῆς συμπράξαντας ποσὸν σταφίδος, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς πόσον. Ὑπὲρ τὰ 120,000,000 νομίζω.
§154Ι. ΣΙΣΙΝΗΣ. 125,000,000.
§155Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Κατὰ τὰ ποσὰ τῆς παραλαβῆς ἦτο καὶ ἡ κλῖμαξ τοῦ τιμήματος, διότι, ὅσον μεγαλείτερα ἦσαν τὰ παραλαμβανόμενα ποσὰ, τοσοῦτον κατήρχετο καὶ τὸ τίμημα τῆς σταφίδος, μέχρι τοῦ νὰ φθάνῃ εἰς 81 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον, ἐὰν τὸ ἀνώτατον ποσὸν παρελαμβάνετο ὑπὸ τῆς Οἰνοποιητικῆς Ἑταιρείας. Ἡ Οἰνοποιητικὴ Ἑταιρεία ὤφειλε νὰ καταθέσῃ καὶ κατέθηκε πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς μετὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης συμβάσεως ἐγγύησιν 500,000 δραχμῶν· ἐκτὸς ὅμως τῆς ἐγγυήσεως ταύτης, παρέσχε καὶ πρόσθετον ἐγγύησιν, ἐγγύησιν ἀναμφισβητήτου φερεγγυότητος, τὴν ἐγγύησιν τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν. Ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν ἠγγυήθη πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ὅτι ἡ Οἰνοποιητικὴ Ἑταιρεία θέλει ἐκτελέσει ἀκριβῶς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς καὶ θέλει παραλάβει τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβε νὰ παραλάβῃ. Ἀλλὰ τὴν ἐγγύησιν αὐτῆς ἐν περιπτώσει μὴ παραλαβῆς δὲν τὴν ἔδωκεν ἄμεσον, ὅπως ὑποκατασταθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἀγοραστῶν. Τὴν ἐγγύησιν τὴν ἐξήρτησεν ἐκ δύο ὅρων. Πρῶτον ἐκ τοῦ συμψηφισμοῦ εἰς πᾶν καθυστέρημα τιμήματος τοῦ ποσοῦ τῆς ἐγγυήσεως τῶν 500,000 δραχμῶν, δεύτερον ἐκ τῆς πραγματικῆς διζήσεως τοῦ ποσοῦ σταφίδος, τὸ ὁποῖον δὲν ἤθελε παραλάβει ἡ Οἰνοποιητικὴ Ἑταιρεία, οὕτως ὥστε μετὰ τὴν πώλησιν διὰ πλειστηριασμοῦ τοῦ μήπω παραληφθέντος ποσοῦ νὰ ἔρχηται ἡ ἐγγυήτρια Τράπεζα Ἀθηνῶν, ὅπως συμπληροῖ τὸ ἐκπλειστηρίασμα μέχρι συμπληρώσεως τῶν καθυστερουμένων ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχ. 6,500,000, ὅπερ ἤθελε δανεισθῆ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Τοιαύτη πρόνοια, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὀρθότατα βεβαίως, μεριμνῶν περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἔλαβεν, ὅπως μὴ ἐκθέσῃ τὸ Δημόσιον εἰς ζημίας, κατόπιν τῶν θυσιῶν, χάριν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ λησμονῆται. Τώρα ἀκούω συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πράγματος. Δὲν ἤμην ἐγὼ παρὼν, ὅτε ἡ συζήτησις ἤρξατο· ἀλλὰ παρὰ συναδέλφων, παρὰ τῶν ὁποίων ἐζήτησα πληροφορίας, ἤκουσα νὰ λέγηται, ὅτι ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν εἶναι ὑπόλογος διὰ μόνην τὴν ἐγγύησιν τῶν 500,000 δραχμῶν.
§156ΦΩΝΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§157Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποῖος σᾶς τὸ εἶπεν;
§158Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτω μὲ ἐπληροφόρησαν. Ἤκουσα λεγόμενον ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἴσως θὰ ἦτο ὀλέθριον διὰ τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, ἐὰν γείνῃ πλειστηριασμὸς ἀθρόου μεγάλου ποσοῦ σταφίδος, καὶ θὰ ἐπέλθῃ κατακλυσμὸς ἴσως εἰς τὰς τιμάς. Ἐδῶ δὲν πρόκειται νὰ κανονίσωμεν πράγματα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει προνοήσει ἡ σύμβασις. Εἶναι ὑποχρεωμένος, κατ’ ἐμὲ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, προκειμένου περὶ σωματείου, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τὸν ἄμεσον τοῦ Κράτους διατελοῦντος, καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος ἔδωκεν ἐγγύησιν 6,500,000 δραχμῶν, νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης νὰ προβῇ εἰς ἀποφάσεις κατὰ τὰς ἰδίας του ἐμπνεύσεις. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀδιαφορήσῃ περὶ τοιούτων συμφερόντων, καὶ νὰ ἀφήσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης νὰ κανονίσῃ τὰ πράγματα αὐτὸ καὶ μόνον. Ἡ ἐνέργειά του πρέπει νὰ παρακολουθῇ τὰ πράγματα ἐκ τοῦ σύνεγγυς μέχρι τοῦ προσεχοῦς Αὐγούστου, ὁπότε ἡ προθεσμία τῆς ἐξοφλήσεως λήγει, καθ’ ἃ προκύπτει ἐκ τῆς συμβάσεως τῆς μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Οἰνοποιητικῆς Ἑταιρείας, οὐ μόνον διὰ τὸ δάνειον, ὑπὲρ οὗ τὸ Δημόσιον ἠγγυήθη, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ καθυστερούμενα πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ φόρων σταφίδος.
§159Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§160Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἀντίρρησις, ἡ γενομένη περὶ τῆς παραδόσεως εἰς κατανάλωσιν ἀθρόου ποσοῦ σταφίδος ἐν περιπτώσει ἐκτελέσεως, πρέπει νὰ κατανοηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὅτι δὲν ἔχει περισσὴν σοβαρότητα, διότι ἡ ἐκτέλεσις περιορίζεται μόνον εἰς τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔχει παραληφθῆ ἐγκαίρως ὑπὸ τῆς Οἰνοποιητικῆς Ἑταιρείας, καὶ τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἶναι ὡς ἐκ τῶν πραγμάτων ὑπόχρεος ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν νὰ ἀγοράσῃ. Διότι δὲν ὑποθέτω ὅτι οἱ διευθύνοντες τὰ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν νοημονέστατοι ἄνδρες θ’ ἀφήσουν νὰ κατακυρωθῇ ἀντὶ εὐτελεστάτου τιμήματος τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τῆς μὴ παραληφθείσης σταφίδος, ὅπως ἔχωσι τὴν εὐχαρίστησιν, ἵνα πᾶν τὸ ὑπόλοιπον τῆς ὀφειλῆς πληρώσωσιν ἐκ τῶν ἰδίων. Ὁ κίνδυνος λοιπὸν αὐτός, ὁ προβαλλόμενος ὑπὸ τῶν ἀντιλεγόντων κατὰ τῆς γνώμης ταύτης, νομίζω ὅτι εἶναι ὅλως χιμαιρικός, καὶ ὅτι ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κράτους, παρακολουθοῦσα τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, ὅπως πάντα βεβαίως τὰ μέτρα, τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐγκαίρως ληφθέντα, τελεσφορήσωσι, θέλει ἀπομακρύνει πᾶσαν τυχὸν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου δυναμένην νὰ προκύψῃ ζημίαν. Αὐταὶ εἶναι αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἐθεώρησα εἰλικρινῶς ὅτι ἠδυνάμην νὰ διατυπώσω.
§161Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω τὸν διαπρεπῆ συνάδελφον διὰ τὸ ἐνδιαφέρον του ὑπὲρ προϊόντος, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν πληθυσμόν, σχετικῶς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἑλληνικῶν οἴνων εἰς Ἰταλίαν. Ὀφείλει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἡ προσωρινὴ σύμβασις λειτουργῇ κανονικῶς, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ προέλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις καὶ μετὰ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ὡς καὶ μετὰ τῆς Ἑλβετίας καὶ ἄλλων Κρατῶν, εἰς τὰ ὁποῖα εἰσάγονται καὶ ἐξοδεύονται οἱ ἑλληνικοὶ οἶνοι, ἀλλ’ ὑπὸ τύπον ἰταλικῶν οἴνων.
§162Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θέλω εἴπει, ὅπως συμπληρωθῇ ἡ συζήτησις ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ σταφιδικά. Δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν περιστάσεις τινὲς, αἵτινες ἐπηρεάζουσι τὴν διέξοδον ἐκ τῆς θέσεως τῆς δυσχεροῦς, εἰς τὴν ὁποίαν φέρουσι τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν οἱ βιομήχανοι. Ἡ σύμβασις μεταξὺ τῶν βιομηχάνων καὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐκυρώθη διὰ νόμου, διότι συνεκυρώθη μετὰ τῆς συμβάσεως, ἥτις συνωμολογήθη μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Τραπεζῶν πρὸς συνομολόγησιν τοῦ δανείου. Εὑρίσκω λοιπὸν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρετήρησεν εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀναφορᾶς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὅτι δηλαδὴ πρέπει τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ν’ ἀποφασίσῃ προηγουμένως, καὶ τὴν ἀπόφασιν ταύτην νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα λάβῃ καὶ αὐτὸς ἀπόφασιν τότε, δὲν εἶναι ὀρθόν. Νομίζω ὅτι ἡ σύμβασις μεταξὺ τῶν βιομηχάνων καὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ, εἰμὴ τῇ συναινέσει τῶν Τραπεζῶν, διότι παρεχωρήθησαν ἐκ τῆς συμβάσεως ταῦτα τὰ δικαιώματα εἰς τὰς Τραπέζας, τὰς παραχωρησάσας τὸ δάνειον τῶν 6,500,000 δραχμῶν. Διὰ νόμου ἐκυρώθη ἡ σύμβασις μετὰ τῶν Τραπεζῶν. Ἰδίᾳ δὲ ἐκχωρεῖ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα πάντα τὰ δικαιώματα αὐτῆς, τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς ἀπὸ 9 Αὐγούστου ἐ. ἔ. συμβάσεως, ἥτις συνωμολογήθη μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, τῆς Ἑταιρείας Χαριλάου καὶ Σας καὶ τοῦ Α. Καμπᾶ, ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἀπὸ 9 Αὐγούστου συμβάσεως. Κατ’ ἐμὲ, ὅταν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἢ τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀπευθύνηται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβάλλουσα πρὸς αὐτὸν τὴν ἀναφορὰν τῶν βιομηχάνων, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν Σταφιδικὴ Τράπεζαν, ὅτι πρὶν ἢ ἔλθῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔπρεπεν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν Τραπεζῶν καὶ τῶν βιομηχάνων. Ἐὰν αὗται στέρξωσιν εἰς συμφωνίαν τινὰ, τότε ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ ταύτην πρὸς κύρωσιν ἢ νὰ μὴ τὴν φέρῃ. Τότε ἔχει γνώμην ἡ ἰδία. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη πορεία, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν δὲ ἡ ὁμὰς τῶν βιομηχάνων ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τιμήματος, καὶ ἂν αἱ Τράπεζαι ἐγκρίνωσι τυχὸν τὴν πρότασιν καὶ συναινῶσιν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ παρακρατήματος, τότε ν’ ἀποταθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι εἰς ἡμᾶς ἐπιβεβλημένον νὰ σκεπτώμεθα περὶ πραγμάτων τὰ ὁποῖα θ’ ἀποφασισθῶσιν ἐκτὸς ἡμῶν ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους. Ὅταν δ’ ἡ πρᾶξις ἐκείνη τῶν ὑπευθύνων ἐνεργηθῇ, τότε καὶ μόνον ἡμεῖς θὰ κληθῶμεν νὰ ἀποφασίσωμεν ὡς νομοθετικὴ ἐξουσία. Αὐτὴν καὶ μόνην τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ ὑποβάλω, κύριε Πρόεδρε, ἵνα συμπληρωθῇ ἡ συζήτησις.
§163ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Συντελεσθείσης οἱασδήποτε λύσεως διὰ τοὺς ἀγοραστὰς τοῦ παρακρατήματος, πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἡ ἀπόφασις. Αἱ Τράπεζαι πάντως θὰ συναινέσωσιν, ἐὰν πρόκηται νὰ λάβωσι τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς αὐτὰς, καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ τὸ λάβωσι, διότι ἡ ὠφέλεια εἶναι πιθανή.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας, ὁπότε ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Σιμόπουλος, ἵνα συνεχίσῃ τὴν χθὲς διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν του. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 45′ μ. μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§165Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ προηγουμένῃ συνεδριάσει εἶχον σταματήσει εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προτείνει μείωσιν τῆς πιστώσεως, τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπὸ τὸν τίτλον «ἔξοδα διατροφῆς ὑποδίκων καὶ καταδίκων», κατὰ δραχ. 92,000. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ πίστωσις ἡ ἀναγραφομένη ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους δι’ ἔξοδα ὑποδίκων καὶ καταδίκων δὲν δύναται ἐκ τῶν προτέρων νὰ καθορισθῇ, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι συνήθως αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς πιστώσεις ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν Προϋπολογισμῶν ἀποδεικνύονται ἀνεπαρκεῖς, πάντοτε δὲ ζητοῦνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις κατώρθωσε νὰ ἐλαττώσῃ τὴν τροφὴν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένων· εἶναι δὲ ἄλλως τε γνωστὸν, ὅτι τὰ τρόφιμα δὲν ὑπετιμήθησαν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ παρελθόν. Ἑπομένως ἡ ἐλάττωσις τῶν πιστώσεων κατὰ 92,000 δραχμὰς δύναται νὰ θεωρηθῇ καθαρῶς φαινομενική. Ἐν ταῖς δηλώσεσι περὶ ἐπενεκτέων ἐλαττώσεων εἰς τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένας πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης παρατηρεῖταί τι περίεργον. Ἐνῷ προβάλλεται ἐλάττωσις τῶν πιστώσεων τῶν ἀναγεγραμμένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905, ὑπεβλήθη συγχρόνως νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προβάλλεται ἡ χορηγία ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1904. Ἐχορηγήθησαν πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐθεωρήθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904 ἐπαρκέσταται, καὶ ὅμως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης αἰτεῖται νῦν τὴν χορηγίαν ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904. Ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὸ κεφάλαιον 14, ἄρθρον 5, «ἀποζημίωσις μαρτύρων», ἐχορηγήθη πίστωσις 628,000, καὶ ζητεῖται νῦν ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δρ. 5,000. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 14, ἄρθρ. 6, «ἀποζημίωσις ἰατρῶν», ἐχορηγήθη πίστωσις δραχ. 80,000, ὁ δὲ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ζητεῖ ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν δραχ. 10,000. «Δικαιώματα χωροφυλάκων». Ἐχορηγήθη πίστωσις ἐκ δραχ. 55,000, ζητεῖται δὲ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 40,000. Δι’ ἀποζημίωσιν δικαστικῶν κλητήρων ἐχορηγήθη πίστωσις δραχ. 170,000, καὶ ζητεῖται νῦν ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δραχ. 5,000. Μεταξὺ τῶν πιστώσεων τῶν ἀναπληρωματικῶν, τῶν νῦν ζητουμένων, εἶναι καὶ ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων· διότι, ἐνῷ ἐχορηγήθη πίστωσις 40,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία ἐκρίθη ἐπαρκὴς διὰ τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα, ἢ μᾶλλον διὰ τὰ ἔξοδα τῆς μεταθέσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, νῦν ζητεῖται καὶ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904 ἐκ δρ. 48,000.
§166Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ποῖος τὴν ζητεῖ;
§167Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§168Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τὸ 1904.
§169Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως ἡ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις τῶν 48,000 προέρχεται ἐκ τῶν μεταθέσεων, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνήργησεν ἐν τῷ κλάδῳ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§170Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰς δέκα τελευταίας ἡμέρας τοῦ 1904;
§171Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1904 ἐθεωρήθη ὡς δυναμένη νὰ βαστάσῃ καὶ τὸ βάρος τῶν γενομένων ὑφ’ ὑμῶν μεταθέσεων πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως ἀπό τινος χρόνου, μάλιστα ἀπὸ τῆς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἀναρρήσεως τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, εἶναι πλήρης πάντοτε μεταθέσεων καὶ μεταβολῶν.
§172ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω σχετικὴν πληροφορίαν;
§173Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ εὐχαρίστως.
§174ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τὸ δίμηνον διάστημα, καθ’ ὃ διετέλεσεν Ὑπουργὸς, ἀπὸ τῆς 12 Δεκεμβρίου 1904 μέχρι τῆς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν, διενήργησε μεταθέσεις 357, διορισμοὺς 167, ἀπολύσεις 182, καὶ ἀνακλήσεις 27. Ἐν ὅλῳ 732 ἐπὶ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν ἀνέρχεται εἰς τὸν αὐτὸν ἀριθμόν.
§175Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐζητήθη σημείωσις, καὶ θὰ κατατεθῇ. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀφορᾷ μεταθέσεις μὴ ἐνεργηθείσας ὑπ’ ἐμοῦ.
§176ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἄρα θὰ ζητήσητε ἄλλην διὰ τὰς ὑφ’ ὑμῶν ἐνεργηθείσας.
§177Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν προσαχθῇ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἐζήτησα παρ’ ὑμῶν, νομίζω ὅτι θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις συνετέλεσεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων ὡς ἐκ τοῦ ὑπερβάλλοντος ἀριθμοῦ τῶν ἐνεργηθεισῶν ὑπ’ αὐτῆς μεταθέσεων. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1905 ἀνεγράφη μία πίστωσις ἐκ δραχμῶν 5,000 διὰ τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἀσχολουμένην εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος. Προτείνεται νῦν ἡ ἀπάλειψις αὐτῆς. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐνόμιζε περιττὴν, ὑποθέτω, ὅτι ἠδύνατο νὰ μὴ ποιήσηται χρῆσιν τῆς πιστώσεως ταύτης· δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς πιστώσεως. Ἔχω ὅμως τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀνακοπῇ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἔχει ἐπιφορτισθῆ τὴν σύνταξιν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος. Ἀλλ’ ἄλλως ἔδοξε τῷ κ. Ὑπουργῷ. Ἐσημείωσα τὰ σπουδαιότερα τῶν ποσῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖται ἡ ἐλάττωσις τῶν πιστώσεων, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ αὕτη κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἔχωμεν ὅ,τι εἴχομεν πάντοτε ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν Προϋπολογισμῶν, τουτέστιν ἀδιαθέτους πιστώσεις. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς φειδοῦς, μετὰ τῆς ὁποίας ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐνεργεῖ τὰς δημοσίας δαπάνας· ὁ φειδωλὸς καὶ προσεκτικὸς Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ποιήσηται πλήρη καὶ ὁλοσχερῆ χρῆσιν τῶν πιστώσεων τῶν κεχορηγημένων. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως μικρῶν τινων θέσεων, ἰδίᾳ δὲ περὶ μειώσεως τῶν χορηγουμένων νῦν μισθῶν εἰς τοὺς ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν του ὑπαλλήλους. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐπιδομάτων, ἅτινα χορηγοῦνται εἴς τινας τῶν πρεσβευτῶν, τὸ ἐπ’ ἐμοί, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν μείωσιν τῶν μισθῶν τῶν χορηγουμένων εἰς τοὺς προξενικοὺς ὑπαλλήλους, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω ἀντίθετον πρὸς τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ γνώμην. Νομίζω ὅτι εἶναι παραδεδεγμένον, ὅτι οἱ ἐκπροσωποῦντες τὴν Ἑλλάδα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑπάλληλοι δὲν ἀμείβονται ὡς οἱ συνάδελφοι αὐτῶν τῶν ξένων Ἐπικρατειῶν, καὶ δὲν δύνανται νὰ τηρῶσιν ἐπαρκῶς ἀξιοπρεπῆ θέσιν ἀπέναντι τῶν συναδέλφων τῶν, τοῦτο δὲ δὲν συντελεῖ εἰς τὴν σκοπιμωτέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἐν τούτοις ὁ κύριος Ὑπουργὸς ζητεῖ τὴν μείωσιν τῶν χορηγουμένων πρὸς αὐτοὺς μισθῶν. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐντύπωσιν μοὶ προὐξένησεν ἡ ἐλάττωσις τοῦ μισθοῦ τοῦ πολιτικοῦ πράκτορος ἐν Καΐρῳ. Συνέπεσε πρὸ τριῶν ἐτῶν νὰ ἐπισκεφθῶ τὴν Αἴγυπτον, παρ’ ὅλων δὲ ἤκουσα, ὅτι αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ ἡμετέρου πράκτορος εἶναι γλίσχραι. Ἴσως ἤθελε μοὶ προβληθῆ ὁ λόγος, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα εὑρίσκεται εἰς τιμὴν κατωτέραν τῆς πρότερον κρατούσης, ἐκ τούτου οἱ μισθοὶ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων βεβαίως ηὐξήθησαν κατά τι. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ ἦναι ἀσφαλὴς, ὅτι ἡ ὑποτίμησις αὕτη τοῦ χρυσοῦ, ἡ κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ἐπελθοῦσα, θὰ διατηρηθῇ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ὅπως προβῶμεν εἰς ἐλάττωσιν τοῦ μισθοῦ αὐτῶν; Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἐλαττώσεων τῶν προερχομένων ἐκ τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων προτείνεται καὶ ἐλάττωσις πιστώσεων αὐθαιρέτως. Διὰ τὸν φωτισμὸν καὶ θέρμανσιν τοῦ Ὑπουργείου προτείνεται ἐλάττωσις τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεως κατὰ δραχ. 4,000. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ κατορθώσῃ νὰ θερμάνῃ καὶ φωτίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ δαπάνης ἐλάσσονος τῆς κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη καταβληθείσης. Προτείνεται ἐλάττωσις δραχ. 500 εἰς τὴν πίστωσιν τὴν ἀναγραφομένην διὰ τὰ ταχυδρομικά, καὶ ἑτέρα ἐλάττωσις ἐκ δραχ. 1500 διὰ τηλεγραφήματα. Ἐὰν κατορθώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μειώσῃ τὰ τηλεγραφήματα καὶ ἔγγραφα τὰ στελλόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, — δύναται δὲ νὰ κατορθώσῃ τοῦτο, διότι οὐδεὶς τὸν βιάζει νὰ στέλλῃ τοιαῦτα, — τότε μόνον θὰ καταβάλῃ τὸ Δημόσιον ταχυδρομικὰ τέλη ἐλάσσονα. Προτείνεται ἡ ἐλάττωσις τῆς πιστώσεως δι’ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως ἐκ 1500 δραχμῶν. Προτείνεται ὡσαύτως ἡ κατὰ δραχ. 30,000 ἐλάττωσις τῆς ὑπὸ τὸ κεφάλαιον Γʹ τοῦ ἄρθρου 2 πιστώσεως διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, λόγῳ κενῶν θέσεων. Προτείνεται ἡ ἐλάττωσις τῆς ἀναγραφείσης πιστώσεως δι’ ἐνοίκια προξενικῶν γραφείων κατὰ δραχ. 7,500. Προτείνεται ὡσαύτως ἡ ἐλάττωσις τῆς δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας πιστώσεως κατὰ δρ. 1000. Προτείνεται ὡσαύτως ἡ ἐλάττωσις τῆς δι’ ἔξοδα κινήσεως τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων πιστώσεως κατὰ δραχμὰς 2,500. Ὡσαύτως τῆς διὰ τηλεγραφικὰ τέλη τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας κατὰ δρ. 1500. Ἐπίσης τῆς δι’ ἐπίπλωσιν τῶν προξενικῶν γραφείων πιστώσεως κατὰ δρ. 1000. Ὡσαύτως τῆς δι’ ἔξοδα μεταθέσεως πιστώσεως κατὰ δρ. 5,000. Προτείνεται ἐπίσης ἡ ἐλάττωσις τῆς διὰ νομισματικὴν διαφορὰν ἀναγεγραμμένης πιστώσεως κατὰ δραχ. 57,500 λόγῳ τῆς ἐπελθούσης ὑποτιμήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ οἰκονομίαι διὰ νομοσχεδίων, τροποποιούντων ὀργανικοὺς νόμους. Πλὴν ὅμως αὐτῶν προτείνονται καὶ ἐλαττώσεις πιστώσεών τινων ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἡ διὰ θρανία τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων πίστωσις μειοῦται κατὰ 1000 δραχμάς. Ἡ δι’ ἐνοίκια τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων πίστωσις ἐλαττοῦται κατὰ 10,000 δραχμάς. Προετάθη διὰ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων πιστώσεων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ δραχμὰς 629,000. Ἡ δικαιολογία τῆς ἐλαττώσεως ἀνάγεται εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς. Ὁ συντάξας τὸν Προϋπολογισμὸν ὑπελόγισε τὸ φράγκον πρὸς λεπτὰ 135, διότι τοιαύτη ἦτο ἡ τιμὴ αὐτοῦ ἐν τῇ χρηματιστικῇ ἀγορᾷ καθ’ ὃν χρόνον συνετάσσετο ὁ Προϋπολογισμός. Ὁ νῦν Ὑπουργὸς ὑπολογίζει τὸ φράγκον πρὸς λεπτὰ 130. Ἐν τούτοις καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν δραχ. 629,000 περιλαμβάνεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἐπιδεικνυομένων οἰκονομιῶν ἐκ δραχ. 5,030,000.
§178Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πῶς νὰ τὴν ὀνομάσω; Δὲν εἶναι ἐλάττωσις ἐξόδων αὕτη;
§179Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Προφανῶς δὲν εἶναι οἰκονομία.
§180Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ἐξ ἀντιθέτου ἕνεκα τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς προσετέθησαν διάφορα ποσὰ εἰς τὰ ἔξοδα, καὶ δὴ διὰ τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου τῶν συνόρων, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε πρόνοιαν νὰ καθορίσῃ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος εἰς 1,46.
§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε πρόνοιαν, ὅπως καθορίσῃ τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν εἰς 1 καὶ 46. Τί ἐννοεῖτε; Κατηγορεῖτε ἢ ὄχι;
§182Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θὰ διακόψωμεν τὸν ῥήτορα. Ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι, καθ’ ὃν λόγον αὐξάνω τὰ ἔσοδα κατὰ τὴν νομισματικὴν διαφοράν, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον φέρω τὴν ἐλάττωσιν καὶ εἰς τὰ ἔξοδα. Ὅ,τι ζητεῖτε εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ μακρὰν συζήτησιν.
§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι ὡς πρὸς τοῦτο, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐξ οὗ νὰ ἐμφαίνηται, τί ὠφελήθη τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ ὁρισμοῦ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς εἰς 1,46, καὶ ὁποίαν ζημίαν ὑπέστη ἐκ τοῦ ὁρισμοῦ τούτου. Δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ δαπάναι πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, ὅσον ἀφορᾷ τὸ εἰς δραχμὰς μέρος, ἐκανονίσθησαν ἐπὶ τῇ προϋποθέσει συναλλαγματικῆς διαφορᾶς δραχ. 1 καὶ 46 καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅπερ δὲν θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ πραγματοποιηθέντος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κέρδους, ὅτε ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ ἦτο ἀνωτέρα τῆς 1 καὶ 46, καὶ τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον ὑπέστη, ὅτε ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ ἦτο κατωτέρα τῆς 1,46. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἰρωνευθῆτε τὴν ληφθεῖσαν ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως πρόνοιαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν λέξιν «οἰκονομίαι», τῆς ὁποίας ἐκάμετε χρῆσιν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἴσως ἠδύνασθε ν’ ἀκολουθήσητε τὸ παράδειγμά μου. Ἐγώ, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905, ἐδήλωσα ῥητῶς εἰς τὴν Βουλὴν, ὁποῖα ποσὰ ἠδυνάμην νὰ χαρακτηρίσω ὡς οἰκονομίας, καὶ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀποτελοῦντα οἰκονομίας, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐλάττωσιν δαπάνης, ἡ ὁποία ἤθελε πραγματοποιηθῆ ὑπὸ οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ.
§184Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν πιστοποιητικὸν παρ’ ἄλλου, εἰ μὴ παρ’ αὐτοῦ τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, κανονίσας τὸ συνάλλαγμα ὡς ἐκ τῆς συνωμολογημένης ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως συμβάσεως, πρὸς 1 καὶ 46, ἠλάττωσε τὰς ἀναγραπτέας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας τιμῆς τοῦ συναλλάγματος δαπάνας τοῦ Δημοσίου κατὰ ποσὸν ὑπερβαῖνον τὰς 900,000 δραχμάς. Δὲν δύναται δὲ νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ὅτι τὸ Δημόσιον ὠφελήθη ἐν τῷ παρελθόντι ἐκ τῆς τοιαύτης διατιμήσεως τοῦ συναλλάγματος ἀσυγκρίτως πλείονα τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ὑποχρεοῦται νῦν τὸ Δημόσιον νὰ καταβάλῃ. Ἄλλως τε ἠδύνατό τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι κατὰ τὸ 1905 ἠθέλομεν ἔχει τοιαύτην τοῦ χρυσοῦ ὑποτίμησιν, ὁποία σήμερον παρατηρεῖται; Συμπτώσεις καὶ συρροὴ πολλῶν περιστάσεων ἔσχον ὡς ἀποτέλεσμα νὰ κατέλθῃ νῦν τὸ συνάλλαγμα εἰς 1 καὶ 26. Καθ’ ὃν χρόνον συνωμολογήθη ἡ σύμβασις, καὶ οἱ αἰσιοδοξότεροι ἐφρόνουν, ὅτι τὸ συνάλλαγμα δὲν ἠδύνατο νὰ κατέλθῃ κάτω τῆς 1 καὶ 50.
§185Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις προὐκάλεσε.
§186Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, διότι αἱ δαπάναι τῆς Ἑταιρείας διαιροῦνται εἰς δύο κατηγορίας· αἱ μέν εἰσιν εἰς χρυσόν, διὰ τὴν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς προμήθειαν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ κλπ., οἱ δὲ εἰς δραχμὰς, ἤτοι εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, διὰ τὰς ἐνταῦθα δαπάνας. Ὡς ἐκ τούτου ἀνεγράφη ἡ διάκρισις αὕτη ἐν τῇ συμβάσει, καὶ ἐκρίθη ὑπὸ πάντων τῶν δυναμένων νὰ ἔχωσι γνώμην ἐπὶ τοιούτου θέματος ὡς ἐπιτυχία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Αὐταὶ αἱ δηλώσεις περὶ τῶν ἐπενεκτέων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν μεταβολῶν ἀποδεικνύουσι τοῦτο. Ἀναγράφουσιν αὗται αὔξησιν πιστώσεων ἐκ δραχ. 229,940 λόγῳ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος μεταξὺ 1,46 καὶ 1,30. Εἰς τὸν ὑποβεβλημένον τῇ Βουλῇ Προϋπολογισμὸν ἀνεγράφη πίστωσις δι’ ἔξοδα ἐκκαθαρίσεως, ἀνανεώσεως καὶ διαγραφῆς τῶν παλαιῶν χρεῶν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1900· τῆς πιστώσεως ταύτης προτείνεται ἡ ἐλάττωσις κατὰ ποσὸν δραχμῶν 18,000. Τῆς πιστώσεως ταύτης εἶναι γνωστὸς ὁ δικαιολογικὸς λόγος. Ἐκ τῆς δυνάμει τοῦ ψηφισθέντος τῇ εἰσηγήσει μου νόμου γενομένης ὑπὸ ἐκτάκτου προσωπικοῦ ἐκκαθαρίσεως τὸ Δημόσιον εἶχε πρόσοδον κατὰ μὲν τὸ πρῶτον ἔτος δραχ. 500,000, τὸ ἑπόμενον δὲ ἔτος δρ. 400,000. Ὅταν ὅμως μειωθῇ τὸ ἐπὶ τούτῳ ἐργαζόμενον προσωπικὸν, μειωθήσεται καὶ ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου.
§187Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, θὰ πεισθῆτε, ὅτι περιτταὶ ἦσαν αἱ θέσεις αὗται.
§188Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης προτείνεται ἡ κατὰ δραχμὰς 21,838 μείωσις εἰς τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν δι’ ἀμοιβὴν τῆς Ἑταιρείας τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Βεβαίως τοῦτο ἦτο φυσικὸν, διότι, ὅταν αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι ὑπολογίζωνται εἰς ποσὸν κατώτερον, αἱ ἀμοιβαὶ τῆς Ἑταιρείας ἔσονται κατώτεραι.
§189Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πῶς! Νὰ μὴ τὸ ἀναγράψω οὕτω;
§190Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μέμφομαι ὑμᾶς ἐπὶ τῇ ἐλαττώσει τῆς πιστώσεως. Σημειῶ ὅμως ταύτην, ἵνα ἀποδείξω ποῖαι εἶναι αἱ πραγματικαὶ οἰκονομίαι, καὶ ποῖαι δὲν εἶναι τοιαῦται.
§191Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ, ὁμιλῶν περὶ οἰκονομιῶν, εἶπον πολλάκις, ὅτι αὐταὶ εἶναι πραγματικαὶ ἐλαττώσεις, τοῦτο δὲ δὲν προέρχεται ἐξ ἡμῶν, ὥστε ἡ ἔννοια τῶν ἐλαττώσεων ἦτο καταφανὴς ἐξ ἐμοῦ. Ἄλλως τε πᾶς τις βλέπει τὸ τεῦχος, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐννοεῖ τὰ πράγματα. Ἐγὼ ἤμην ὑπόχρεος νὰ ἐγγράψω ὡς ἐνέγραψα τὰ ποσά. Διότι, ὅταν ἀκούῃ τις ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγετε, καὶ μάλιστα μὲ τοιοῦτον ὕφος, νομίζει ὅτι κἄτι παρέλειψα.
§192Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὕφος εἶναι ἁπλοῦν· οὐδεμίαν ὑστεροβουλίαν ὑποκρύπτει. Καθ’ ἣν ἡμέραν εἰσηγάγετε τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἀπηυθύνεσθε πρὸς τὴν Βουλὴν, ἰσχυρίσθητε, ὅτι πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν κατωρθώσατε νὰ ἐπενέγκητε εἰς τὸν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν οἰκονομίας ἀνερχομένας εἰς τὸ ποσὸν δραχμῶν 5,030,000. Μετὰ τοιαύτην πρὸς τὴν Βουλὴν δήλωσιν, παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν ἀπέμεινεν εἰς πάντας τοὺς ἀκούσαντας ἡμῶν ἡ ἰδέα, ὅτι κατωρθώσατε πραγματικῶς οἰκονομίαν 5,000,000. Ἐὰν ἐλέγετε, ὅτι ἐκ τῶν 5,030,000, καθ’ ἃ διὰ τῶν δηλώσεών σας ἐλαττοῦνται αἱ διὰ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ ζητηθεῖσαι πιστώσεις, αἱ πραγματικαὶ οἰκονομίαι ἀνέρχονται εἰς 1,400,000, τὰ δὲ 3,600,000 εἶναι ἐλαττώσεις πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἤθελον πραγματοποιηθῆ ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἐξέλιπον αἱ ἀνάγκαι, πρὸς θεραπείαν τῶν ὁποίων εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τότε δὲν ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσω τὰς πληροφορίας ταύτας πρὸς τὴν Βουλήν, ἵνα πείσω ταύτην, ὅτι δὲν ἐπετεύχθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως οἰκονομίαι 5,000,000, ἀλλὰ μόνον 1,400,000, αἱ ὁποῖαι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῶσι δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος, ἤθελον ἀνέλθει εἰς 3,000,000. Μεθ’ ἣν ἔδωκα ἀπάντησιν εἰς τὸν διακόψαντά με κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξακολουθῶ σημειῶν τὰς μὴ ἀποτελούσας πραγματικὴν οἰκονομίαν ἐλαττώσεις πιστώσεων. Εἰς τὴν διὰ προμήθειαν βιβλίων, ἐντύπων κλπ. πίστωσιν προτείνεται ἐλάττωσις 3,000 δραχμῶν. Εἰς τὴν διὰ μικρὰς ἐπισκευὰς τῶν καπνοκοπτηρίων πίστωσιν προτείνεται ἐλάττωσις δραχ. 1000. Εἰς τὴν δι’ ἔξοδα ζυγίσεως καπνοῦ πίστωσιν προτείνεται ἐλάττωσις δραχ. 500. Εἰς τὴν πίστωσιν δι’ ἔξοδα καθαρισμοῦ καπνοκοπτηρίων καὶ φωτισμὸν φυλακείων προτείνεται ἐλάττωσις δρ. 2,000. Εἰς τὴν πίστωσιν δι’ ἀντίτιμον χάρτου διὰ τὰ ἔντυπα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ τοῦ ζύθου προτείνεται ἐλάττωσις δραχ. 1500. Εἰς τὴν πίστωσιν πρὸς ἐγκατάστασιν Χημικοῦ Ἐργαστηρίου, ὅπερ ἐκρίθη ἀπαραίτητον πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τῶν οἰνοπνευμάτων, προτείνεται ἐλάττωσις δραχ. 5,000. Εἰς τὴν ἀναγεγραμμένην πίστωσιν δι’ ἀντίτιμον χάρτου πρὸς τύπωσιν χαρτοσήμου προτείνεται ἐλάττωσις ἐκ δραχ. 40,000. Ἐρωτῶ, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, προϊούσης τῆς καταναλώσεως τοῦ χαρτοσήμου, νὰ προμηθευθῆτε χάρτην, ἡ δὲ πίστωσις, τὴν ὁποίαν περιωρίσατε κατὰ 40,000 δραχμὰς, δὲν ἐπαρκῇ, θὰ σταματήσητε τὴν ἐκτύπωσιν χαρτοσήμου;
§193Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἔχομεν ἀσφαλεῖς πληροφορίας, ὅτι διὰ δύο ἔτη ὑπάρχει χαρτόσημον. Δὲν ἠξεύρω διατὶ ἐπρομηθεύοντο τοσοῦτο ποσόν.
§194Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα δὲν εἶναι πραγματικὴ οἰκονομία. Πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ σιγαροχάρτου, ἤτοι δι’ ἀντίτιμον χάρτου, ἀνεγράφη ἡ ἀναγκαία πίστωσις, ταύτης δὲ προτείνεται ἡ ἐλάττωσις κατὰ δραχ. 30,000. Εἶναι τοσοῦτον μεγάλη ἡ ὑπάρχουσα προμήθεια, ὥστε πίστωσις 30,000 δραχμῶν νὰ ἐξαλείφηται ἄνευ τῆς σκέψεως, ὅτι ἐνδέχεται νὰ μὴ ἐπαρκέσῃ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν τῆς πιστώσεως; «Ἀμοιβαὶ καὶ ἀποζημιώσεις τῆς Ἑταιρείας τῶν ὑπεγγύων προσόδων διὰ τὴν πώλησιν τοῦ πετρελαίου». Ἀνεγράφη ἡ ἀναγκαία πίστωσις, ταύτης δὲ προτείνεται ἡ ἐλάττωσις κατὰ δραχ. 34,650. Τῆς πιστώσεως, ἥτις ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δι’ ἔξοδα σφραγίσεως καὶ ἐκτυπώσεως σφραγιστοῦ χάρτου καὶ ἐπισημάτων, προτείνεται ἡ ἐλάττωσις κατὰ δρ. 15,000. Τῆς ἀναγραφείσης πιστώσεως δι’ ἀπόδοσιν τηλεγραφικῶν τελῶν πρὸς ξένας Ἑταιρείας προτείνεται ἐλάττωσις κατὰ δραχ. 61,253. Τῆς πιστώσεως, ἥτις ἀνεγράφη διὰ νομισματικὴν διαφορὰν τῶν ὑπὲρ τῶν ξένων Ἑταιρειῶν εἰσπράξεων ἐξωτερικῶν τηλεγραφημάτων εἰς χρυσόν, προτείνεται ἐλάττωσις κατὰ δραχμὰς 59,745. Τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεως διὰ νομισματικὴν διαφορὰν τῶν εἰς χρυσὸν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου εἰσπράξεων προτείνεται ἐλάττωσις δρ. 41,000. Οὕτως αἱ προτεινόμεναι ἐλαττώσεις πιστώσεων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέρχονται εἰς δρ. 350,000. Εἰς τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο περιλαμβάνονται, πλὴν τῶν ἤδη σημειωθέντων, καὶ ἕτεραί τινες ἐν ποσῷ κατωτέρω. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἀνεγράφησαν εἰς τὸν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905, προτείνεται ἐλάττωσις δρ. 642,000 ἐν ὅλῳ. Ἤτοι: Διὰ τὸν ἱματισμὸν ἀνεγράφη πίστωσις εἰς τὸν ὑποβεβλημένον Προϋπολογισμὸν ἐκ δραχ. 235,000, προτείνεται δὲ νῦν ἡ ἐλάττωσις αὐτῆς κατὰ δρ. 40,000. Διὰ τὴν συντήρησιν τῶν πλοίων ἀνεγράφη πίστωσις ἐκ δραχμῶν 250,000, καὶ προτείνεται ἐλάττωσις αὐτῆς κατὰ δραχ. 35,000. Διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν πλοίων ἀνεγράφη πίστωσις ἐκ δρ. 340,000, προτείνεται δ’ ἐλάττωσις αὐτῆς κατὰ 84,200, δραχμάς. Διὰ τὸν ὁπλισμὸν ἀνεγράφη πίστωσις ἐκ δρ. 425,200, προτείνεται δ’ ἐλάττωσις κατὰ δραχ. 129,200. Ἐπὶ τῶν ἀναγραφεισῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεων διὰ συντήρησιν, ἐπισκευὰς, μεταρρυθμίσεις καὶ ἀνακαινίσεις τῶν πλοίων προτείνεται ἐλάττωσις κατὰ δραχμὰς 13,600. Δι’ ἔξοδα νοσηλείας ἀνεγράφη πίστωσις ἐκ δρ. 58,900, προτείνεται δ’ ἐλάττωσις αὐτῆς κατὰ δραχ. 3,320. Δι’ ἔξοδα ἐκπαιδεύσεως ἀνεγράφη πίστωσις ἐκ δραχμῶν 49,300, καὶ προτείνεται ἐλάττωσις τῆς πιστώσεως κατὰ δραχ. 14,000. Δι’ ἔξοδα ναυαγίων ἀνεγράφη πίστωσις ἐκ δραχ. 4,000, προτείνεται δ’ ἐλάττωσις κατὰ δραχ. 500. Δι’ ἔξοδα ναυτολογίας ἀνεγράφη πίστωσις ἐκ δρ. 2,500, προτείνεται δ’ ἐλάττωσις κατὰ δραχ. 500. Διὰ λέβητας καὶ μηχανὰς ἀνεγράφη πίστωσις δραχμῶν 427,000, προτείνεται δ’ ἐλάττωσις κατὰ δραχ. 120,000. Διὰ νομισματικὴν διαφορὰν ἀνεγράφη πίστωσις ἐκ δραχ. 567,878, καὶ προτείνεται ἐλάττωσις κατὰ δρ. 210,635. Ἤτοι τὸ ὅλον τῶν προτεινομένων ἐλαττώσεων εἰς τὰς ἀναγεγραμμένας εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905 πιστώσεις ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν δραχ. 650,955. Ἐκ τούτων ἀφαιροῦνται αἱ προστεθεῖσαι εἰς τὴν διὰ τοὺς γαιάνθρακας πίστωσιν ἐκ δραχ. 9,000. Οὕτω δὲ τὸ ποσὸν τῶν προτεινομένων ἐλαττώσεων περιορίζεται εἰς δραχ. 641,955. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὴν ἐν τῷ ὑποβεβλημένῳ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένην πίστωσιν διὰ τροφὰς ἐκ δραχμῶν 1,380,000 προτείνεται ἐλάττωσις κατὰ δραχ. 50,000. Εἰς τὴν ἀναγραφεῖσαν πίστωσιν δι’ ἱπποφορβὴν ἐκ δραχ. 1,110,000 προτείνεται ἐλάττωσις κατὰ δραχμὰς 94,627. Εἰς τὴν διὰ τὸν ἱματισμὸν ἀναγραφεῖσαν πίστωσιν ἐκ δρ. 2,300,000 προτείνεται ἐλάττωσις ἐκ δραχ. 494,000. Εἰς τὴν δι’ ὁπλισμὸν ἀναγραφεῖσαν πίστωσιν ἐκ δραχ. 342,500 προτείνεται ἐλάττωσις ἐκ δραχ. 21,076. Εἰς τὴν διὰ στρατωνισμὸν πίστωσιν ἐκ δρ. 380,000 προτείνεται ἐλάττωσις κατὰ δραχ. 180,000. Εἰς τὴν πίστωσιν διὰ σαγὴν ἐκ δραχ. 216,000 προτείνεται μείωσις δραχ. 81,000. Εἰς τὴν διὰ μουσικὰ ὄργανα πίστωσιν ἐκ δραχ. 80,000 προτείνεται μείωσις δραχ. 65,000. Εἰς τὴν δι’ ὑλικὸν στρατοπεδείας πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 231,500 προτείνεται ἐλάττωσις ἐκ δραχ. 115,000. Εἰς τὴν δι’ ἱππωνίαν πίστωσιν ἐκ δρ. 200,000 προτείνεται μείωσις ἐκ δραχ. 150,000. Εἰς τὴν διὰ φωτισμὸν πίστωσιν ἐκ δρ. 90,000 προτείνεται μείωσις ἐκ δραχ. 6,500. Εἰς τὴν διὰ νοσηλείαν πίστωσιν ἐκ δρ. 670,000 προτείνεται ἐλάττωσις ἐκ δραχ. 95,000. Εἰς τὴν πίστωσιν, ἥτις ἀνεγράφη δι’ ἔξοδα χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας, ἐκ δρ. 127,600 προτείνεται ἐλάττωσις δραχ. 55,600. Εἰς τὴν δι’ ἱματισμὸν τῆς χωροφυλακῆς πίστωσιν ἐκ δρ. 300,000 προτείνεται ἐλάττωσις ἐκ δραχ. 7,000. Εἰς τὴν πίστωσιν διὰ γραφικὰ καὶ γενικὰ ἔξοδα Μοιραρχιῶν ἐκ δρ. 82,000 προτείνεται ἐλάττωσις ἐκ δρ. 10,000. Εἰς τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως Προϋπολογισμὸν ἀνεγράφη, ὅπως καὶ εἰς τὸν τοῦ προηγουμένου ἔτους, πίστωσις διὰ γενικὰς ἀσκήσεις τοῦ στρατοῦ ἐκ δραχμῶν 500,000. Ταύτης δὲ προτείνεται ἡ ὁλοσχερὴς ἀπάλειψις. Ἀφαιρουμένων ὅμως τῶν πιστώσεων, αἵτινες προσετέθησαν διὰ τῶν δηλώσεων ἐπὶ τῶν ἀναγεγραμμένων πιστώσεων διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν τοῦ πεζικοῦ, δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, δι’ ἔξοδα προσθηκῶν εἰς στρατιωτικὰ κτίρια, διὰ μετακομίσεις καὶ ὁδοιπορίας καὶ διὰ μισθοὺς στρατιωτῶν τῆς χωροφυλακῆς ἐκ δρ. 690,831, αἱ προτεινόμεναι ἐλαττώσεις πιστώσεων ἀνέρχονται εἰς δραχ. 1,233,972. Ἀνέφερα ἤδη ἐν δυνατῇ λεπτομερείᾳ τὰς προταθείσας διὰ τῶν δηλώσεων τῆς νῦν Κυβερνήσεως ἐλαττώσεις τῶν πιστώσεων, αἵτινές εἰσιν ἀναγεγραμμέναι εἰς τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905. Κρίνω ὅμως ἐπάναγκες νὰ ἑλκύσω τὴν ἰδιαιτέραν ὑμῶν προσοχὴν ἐπὶ τῶν ἐλαττώσεων, αἵτινες προτείνονται εἰς τὰς πιστώσεις τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, Ναυτικῶν καὶ Στρατιωτικῶν. Ὅσοι καλῶς γινώσκουσι τὰς ὑφισταμένας ἀνάγκας καὶ ἐλλείψεις τοῦ τε στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν παρετήρησαν βεβαίως, ὅτι αἱ προταθεῖσαι ἐλαττώσεις ἐπὶ τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφεισῶν πιστώσεων πᾶν ἄλλο εἰσὶν ἢ πραγματικαὶ οἰκονομίαι. Ὡς ἐκ τῶν ἐλαττώσεων τούτων θ’ ἀναβληθῶσι διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος αἱ ἀναγκαῖαι ἐπισκευαὶ τῶν πλοίων, τῶν λεβήτων καὶ μηχανῶν, ὁ ὁπλισμὸς ἔν τε τῷ ναυτικῷ καὶ ἐν τῷ στρατῷ. Ἕνεκα τῶν προταθεισῶν ἐλαττώσεων ἀπομένουσιν ἀνεπαρκεῖς αἱ ὑπολειφθεῖσαι πιστώσεις διὰ τὸν ἱματισμὸν, τὴν ἱππωνίαν κλπ. ὡς ἐκ τούτου δὲ ἢ θὰ ζητηθῶσι βραδύτερον ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, ἢ θὰ ἐξαντληθῶσιν αἱ ἀποθῆκαι τοῦ ἱματισμοῦ καὶ θ’ ἀναβληθῇ ἡ προμήθεια ἵππων. Οὕτω δὲ θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἀνεξαρτήτως δὲ τῆς παρατηρήσεως ταύτης, ἐὰν ἐξετασθῇ μετὰ προσοχῆς ἑκάστη τῶν προτεινομένων ἐλαττώσεων εἰς τὰς πιστώσεις τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, προκύπτει τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐν τῷ νῷ καὶ ταῖς βλέψεσι τῆς νῦν Κυβερνήσεως πᾶν ἄλλο ὑπάρχει ἢ εἰλικρινὴς πρόθεσις τῆς συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ἡ προκάτοχος τῆς παρούσης Κυβέρνησις, εἰλικρινῶς πρεσβεύουσα, ὅτι ὀφείλομεν ἐπὶ τέλους νὰ προβῶμεν εἰς τὴν διοργάνωσιν καὶ συμπλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, πλὴν τῆς ληφθείσης προνοίας πρὸς σύστασιν Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ πλὴν τῆς αὐξήσεως, ἣν θέλει ἐπαγάγει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου περὶ στρατολογίας νόμου, ὀφείλει νὰ διασκευάσῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων κατὰ τρόπον ὁδηγοῦντα καὶ διευκολύνοντα τὴν στρατιωτικὴν διοργάνωσιν. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος 1903 ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δραχμαὶ 18,677,000, ἀνέγραψεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904 πιστώσεις ἐκ δραχ. 20,755,000. Εἰς δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905 ἀνέγραψε πιστώσεις ἐκ δρ. 20,396,000. Ἡ ἀναγραφὴ πιστώσεων ἐν ποσότητι ἀνωτέρᾳ δὲν ἐγένετο ἄνευ λόγου. Ἡ αὔξησις ἐπεβάλλετο ἐκ τῆς ἐπιβαλλομένης μερίμνης, ὅπως τὰ τοῦ στρατοῦ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀναδιοργανώσεως. Καὶ αἱ διὰ τὸν ἱματισμὸν καὶ αἱ διὰ τὴν ἱππωνίαν καὶ αἱ διὰ τὴν στρατοπέδευσιν, ἰδίᾳ δὲ αἱ διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις πιστώσεις ἀνεγράφησαν ἐπὶ τῷ ὑπολογισμῷ, ὅτι μετ’ ὀλίγον χρόνον θὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νέοι στρατιωτικοὶ νόμοι, καὶ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐφοδιασθῶσιν αἱ ἀποθῆκαι τοῦ ἱματισμοῦ προσηκόντως, νὰ γένηται προμήθεια νέων ἵππων, καὶ ν’ ἀρχίσωσιν αἱ γενικαὶ ἀσκήσεις τοῦ στρατοῦ. Καίτοι δὲν δύναμαι νὰ ἔχω κρατοῦσαν γνώμην εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, οὐχ ἧττον γινώσκω, ὅτι αἱ γενικαὶ ἀσκήσεις τοῦ στρατοῦ ἀποβαίνουσιν ἀπαραίτητοι, ὅπως ἐξ αὐτῶν γίνωνται γνωσταὶ αἱ ἐλλείψεις καὶ ἀναδεικνύωνται οἱ ἔχοντες τὴν ἱκανότητα νὰ ὁδηγήσωσι τὸν στρατὸν ἐν ὥρᾳ ἐθνικῆς ἀνάγκης. Δι’ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος 1903 δραχμαὶ 6,432,000. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὅμως τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἀνεγράφησαν πιστώσεις ἐκ δρ. 8,588,000, εἰς δὲ τὸν τοῦ 1905 ἀνεγράφησαν πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 7,445,000. Ἡ κατὰ τὸ 1905 ἐλάττωσις τῶν πιστώσεων προῆλθεν ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἐξέλιπον ἀνάγκαι τινὲς τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας, αἵτινες ὑφίσταντο κατὰ τὸ 1904. Πῶς ὅμως δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ προταθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐλάττωσις τοῦ ἀναγραφέντος εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905 ποσοῦ πιστώσεων κατὰ δραχ. 642,000; Δύναται ν’ ἀνασταλῇ ὁ ἱματισμὸς, ἡ συντήρησις καὶ ἐπισκευὴ τῶν πλοίων, ὁ ὁπλισμὸς καὶ τὰ ἔξοδα τῆς νοσηλείας καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἡ ἐπισκευὴ τῶν λεβήτων καὶ τῶν μηχανῶν; Εἰς τὴν προταθεῖσαν ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως διασκευὴν τῶν πιστώσεων τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων δὲν δύναταί τις νὰ διαβλέψῃ πρόθεσιν συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ἐὰν ἐν τῷ ἀπαγγελθέντι κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Βουλῆς Βασιλικῷ Λόγῳ δὲν ἀνεγράφετο ὡς ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως ἡ προσήκουσα σύνταξις τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, καὶ ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀνέγραφεν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ αὐτοῦ περὶ τῶν μεταβολῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905 ἐκθέσει, ὅτι αἱ πιστώσεις διεσκευάσθησαν οὕτως, ὥστε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νέος περὶ στρατολογίας νόμος, ἠδύνατό τις νὰ ὑποπτευθῇ, ὅτι ἐγκατελείφθη ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐθνικὴ πολιτική. Ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ μεταξὺ ὑμῶν οἱ φρονοῦντες, ὅτι πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἐπικληθεῖσαν ἄλλοτε οἰκοκυριστικὴν πολιτικήν. Τὴν πολιτικὴν ταύτην δὲν ἀσπάζομαι, διότι δὲν τὴν ἀσπάζεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, εὐλαβοῦμαι ὅμως ταύτην, διότι ἔχει ἕνα σκοπὸν, τὸν σκοπὸν τῆς ἀφοσιώσεως τοῦ Κράτους εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὴν οἰκονομίαν μεγάλου ποσοῦ τῶν δημοσίων δαπανῶν. Κατὰ τὴν γνώμην ταύτην πρέπει νὰ περιορίσωμεν ἢ μᾶλλον νὰ καταργήσωμεν τὸ πλεῖστον τῶν δαπανῶν τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, καὶ νὰ περιορίσωμεν τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν ἡμῶν εἰς μόνον τὸν ἀριθμὸν τὸν ἐπαρκοῦντα πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐὰν ὅμως γένηται δεκτὴ ἡ γνώμη αὕτη, τὸ ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν Βασίλειον οὐδὲν δύναται νὰ ἔχῃ μέλλον, καὶ θὰ θεωρηθῇ ὡς μηδένα ἔχον προορισμόν. Ὅταν ἄλλως τε ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Βουλὴ διερμηνεύει πιστῶς τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀποβαίνουσιν ἄσκοποι αἱ συζητήσεις περὶ τῆς γνώμης τῶν ὑποστηριζόντων τὴν οἰκοκυριστικὴν πολιτικήν. Ἐπιβάλλεται βεβαίως νὰ μὴ ὑπερβαίνωσιν αἱ διὰ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας δαπάναι τὰ χρηματικὰ μέσα τοῦ Κράτους. Δὲν πρέπει ὅμως τὰ μέσα ταῦτα ν’ ἀναζητῶμεν μόνον εἰς τὰς οἰκονομίας, καὶ μάλιστα εἰς οἰκονομίας, αἵτινες, ἀναγόμεναι εἰς ἐλαττώσεις πιστώσεων, δὲν εἶναι πραγματικαί. Ὀφείλομεν πλὴν τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσι δι’ εὐστόχου τροποποιήσεως τῶν ἐν ἰσχύϊ ὀργανικῶν νόμων, νὰ μεριμνήσωμεν καὶ διὰ τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ νὰ παρασκευάσωμεν κατάστασιν οἰκονομικῶν σταθερὰν καὶ τοιαύτην, ὥστε καὶ ἡ ἐσωτερικὴ διοίκησις τῆς χώρας νὰ ἦναι προσήκουσα καὶ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ ψηφισθέντες στρατιωτικοὶ νόμοι. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Νέγρης ἔλεγεν ἐντεῦθεν πρὸ δύο ἡμερῶν, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδεχθῶμεν πτωχότερον στρατιωτικὸν ὀργανισμόν. Ἀποταθεὶς μάλιστα ἀτόπως, οὐχὶ πρὸς τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ηὐχήθη, ὅπως ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἦναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ προκαλῇ ἐλάσσονας τῶν σημερινῶν δαπάνας. Μὴ ἔχων εἰδικὰς στρατιωτικὰς γνώσεις, δὲν δύναμαι νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ θέματος, ἂν δύναται παρ’ ἡμῖν νὰ ἐφαρμοσθῇ πτωχότερος τοῦ ὑπάρχοντος στρατιωτικοῦ ὀργανισμὸς. Ἐλέχθη, ὅτι δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ὀργανισμὸν παρεμφερῆ πρὸς τὸν κρατοῦντα ἐν Ἑλβετίᾳ καὶ Σουηδίᾳ, ἴσως δὲ καὶ ἀλλαχοῦ, ἔνθα ἐθεωρήθη ἐπαρκὴς ἡ ἑξάμηνος θητεία πρὸς στρατιωτικὴν ἐκγύμνασιν τῶν ἀνδρῶν τῆς ἀπογραφῆς, συμβαλλόντων πρὸς τοῦτο καὶ ἑτέρων παραγόντων, ἤτοι τῆς γενικῆς ἀσκήσεως εἰς τὴν γυμναστικὴν καὶ τὴν σκοποβολήν. Ἐπὶ τοῦ τοιούτου ὅμως συστήματος δὲν κρίνω προσῆκον οὐδ’ ἀναγκαῖον νὰ συζητήσω σήμερον. Ἡ εἰσηγητήριος ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀποτελεῖ τὸ κάτοπτρον, ἐν τῷ ὁποίῳ κατοπτρίζεται ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰσηγησαμένου τὰς δηλώσεις τῶν ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905, παρέχουσι σπουδαιότατον θέμα συζητήσεως ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου του ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν: «Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐρεύνης τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἐπιβάλλει ἐμοὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συνδέσω τὸ παρὸν πρὸς τὸ παρελθόν, ἤτοι πρὸς τὰ ἔτη 1904, 1903 καὶ 1902, ὅπως καταδείξω τίς εἶναι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἥτις ἐστερέωσεν ἐν ἡμῖν τὴν σταθερὰν ἐμμονὴν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἰδεῶν, μὲ τὰς ὁποίας ἠγωνίσθημεν ὡς κόμμα ἐν τῇ Βουλῇ καὶ παρέστημεν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἐνώπιον τοῦ λαοῦ.» Ἡ πρόθεσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ πρὸς σύνδεσιν τοῦ παρόντος πρὸς τὸ παρελθὸν εἶναι ὄντως ἀξιέπαινος. Ἀλλὰ πρὸς ἔρευναν καὶ γενικωτέραν ἐξέτασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους δὲν δύναταί τις ν’ ἀποσπάσῃ μόνον δύο ἢ τριῶν τελευταίων χρήσεων τ’ ἀποτελέσματα· ὀφείλει νὰ συνδέσῃ ταῦτα ἐν γένει πρὸς τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ὅτε καὶ μόνον ἡ κρίσις δύναται νὰ ἦναι ἀσφαλής. Προτιθέμενος νὰ μεταδώσω διὰ βραχέων εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους μελέτην μου ἀρτίαν, ὑποχρεοῦμαι νὰ συμπληρώσω ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς παρέλειψε, τουτέστι νὰ ἐξετάσω τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τὴν σημερινὴν, συνδέων ταύτην οὐχὶ πρὸς τὰς χρήσεις τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀλλὰ πρὸς τ’ ἀποτελέσματα ἐν γένει τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Οὕτω δυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν συμπεράσματα δυνάμενα νὰ ὁδηγήσωσιν ἡμᾶς εἰς τὴν μελέτην τῶν ἐπιβαλλομένων ἡμῖν διὰ τὸ μέλλον μέτρων. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, εὑρισκόμενος ἐν τῇ κατοχῇ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἠδύνατο νὰ γινώσκῃ, ὁποῖα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι σήμερον. Κατὰ τὸ πλεῖστον ταῦτα ἀνεγράφησαν εἰς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν ἄλλοτε, διευθύνων τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἰς πίνακα, ὁ ὁποῖος βραδύτερον, διορθωθέντων τῶν παρεισφρησάντων λαθῶν, κατηρτίσθη ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ. Ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν ἐκράτησεν ἡ ἰδέα, ὅτι ἔπρεπεν οἱ ἀπολογισμοὶ νὰ διακριθῶσιν εἰς χρονικὰς περιόδους. Ἡ πρώτη περίοδος ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 1833, καὶ λήγει εἰς τὸ 1844, καθ’ ὃ ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν πολιτεύματος. Ἡ δευτέρα ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 1845, καὶ λήγει εἰς τὸ 1881, καθόσον κατ’ αὐτὸ εἴχομεν τὴν μεταβολὴν τοῦ νομισματικοῦ ἡμῶν συστήματος καὶ τὴν ἕνωσιν τῆς Θεσσαλίας. Τῶν ἑπομένων ἐτῶν ἀναγράφονται τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν διακεκριμένα κατὰ χρῆσιν. Ἡ πρώτη περίοδος εἶχε παρουσιάσει πλεόνασμα ἐκ δραχμῶν 6,683,459· ἡ δευτέρα περίοδος εἶχε παρουσιάσει μείωσιν δραχ. 62,701,635· ἡ τρίτη περίοδος παρουσίασε πλεόνασμα ἐκ δρ. 6,952,558. Ἡ χρῆσις τοῦ 1896 παρουσίασε πλεόνασμα ἐκ δραχμῶν 6,041,119. Τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1897 ἐκ δραχ. 40,806,959 ἐκαλύφθη ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ ἠγγυημένου ὑπὸ τῶν Δυνάμεων δανείου. Ἡ χρῆσις τοῦ 1898 παρουσίασεν ἔλλειμμα ἐκ δρ. 5,578,799. Αἱ χρήσεις τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901 παρουσίασαν πλεόνασμα ἐκ δραχμῶν 9,099,571. Οὕτω κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ 1901 εἴχομεν, κατὰ τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν, ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 39,473,727...
§195ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ ἀριθμοὶ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς διαφωνοῦσι. Τοὺς ἔχω ἐδῶ.
§196Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γινώσκω, ἂν καὶ κατὰ πόσον διαφωνοῦσιν οἱ ἀριθμοὶ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Γνωρίζω μόνον, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, οὓς ἀνέφερα, ἐξάγονται ἀκριβῶς ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ θεωροῦνται ἀκριβεῖς. Δέον ὅμως νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ν’ ἀναγραφῇ εἰς πίστωσιν τῶν ἀπολογισμῶν καὶ τὸ προϊόν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι τοῦτο δὲν εἶχεν εἰσαχθῆ ὡς ἔσοδον ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς, λόγῳ ὅτι ἦτο εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμὸν, καὶ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον δὲν εἶχεν ὡρισμένον τὸ ποσὸν, ἵνα ἀναγράψῃ τοῦτο εἰς τὰ δημόσια βιβλία εἰς πίστωσιν τῶν ἀπολογισμῶν. Ἐὰν πιστωθῶσιν οἱ ἀπολογισμοὶ μὲ τὸ προϊόν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐκ δραχμῶν 73,777,770, ἔχομεν κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ 1901 πλεόνασμα ἐκ δραχμῶν 34,304,043. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δέον νὰ ἐκπέσωμεν τὰ ἐλλείμματα τῶν χρήσεων 1902 καὶ 1903 ἐκ δρ. 7,304,328, οὕτω δὲ τὸ κατὰ τοὺς μέχρι τοῦ 1903 ἀπολογισμοὺς πλεόνασμα περιορίζεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 26,999,715. Σημειωτέον, ὅτι ἐκ τοῦ σημειωθέντος ἀνωτέρω ποσοῦ δρ. 73,777,770, προελθόντος ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἰσήχθησαν τυπικῶς εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους διὰ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν 5,000,000. Ἡ τοιαύτη ὅμως τυπικὴ ἐγγραφὴ οὐδεμίαν ἐπάγεται οὐσιαστικὴν μεταβολὴν εἰς τ’ ἀναγραφέντα ἀνωτέρω ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν. Προβάλλεται ἐνταῦθα εὐλόγως τὸ ἐρώτημα: ὑπῆρχεν ὄντως κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ 1903 τὸ ποσὸν τῶν 27,000,000 ἐν μετρητοῖς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον; Βεβαίως δὲν ὑπῆρχε. Διατί; Διότι κατὰ τὴν ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δοσοληψίαν καὶ τοὺς διαφόρους λογαριασμοὺς ἐπληρώθησαν ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου ἄξια λόγου ποσὰ, ἅτινα δὲν ἀναγράφονται ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς. Τὸ πλεῖστον τοῦ πλεονάσματος τούτου ἀπερρόφησαν αἱ ὑπὲρ τῶν δήμων προκαταβολαὶ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν ἰσολογισμὸν τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ δημοσίου ταμείου, θέλετε ἴδει, ὅτι ἐγένοντο καταβολαὶ εἰς τοὺς δήμους δυνάμει τοῦ νόμου ΤΛΗʹ τοῦ 1856 ἐκ δρ. 7,228,360. Ἐγένοντο ὡσαύτως καταβολαὶ ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ δρ. 4,503,236. Ἐγένοντο δὲ προκαταβολαὶ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, δυνάμει τῶν νόμων ͵ΒΤΜΘʹ τοῦ 1895, ͵ΒΤϞΖʹ καὶ ͵ΒΥΑϚʹ τοῦ 1896 ἐκ δρ. 13,203,081, ἐξ ὧν ἀπηλείφθησαν, δωρηθέντα εἰς τοὺς δήμους, δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΒΧϞΔʹ τοῦ 1900, δρ. 2,346,384. Σημειωτέον ἐνταῦθα, ὅτι δυνάμει τῶν σημειωθέντων ἀνωτέρω νόμων τῶν ἐτῶν 1895 καὶ 1896 ἐπληρώθησαν πρὸς τοὺς δήμους διὰ συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου δραχ. 7,207,843. Τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο ἀνεγράφη ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἕτεραι προκαταβολαὶ ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Προκαταβολαὶ εἰς λογαριασμὸν τῶν δήμων τῆς Θεσσαλίας δυνάμει τῶν ͵ΒΦΚΒʹ καὶ ͵ΒΦΚΕʹ νόμων τοῦ 1897 ἐκ δραχ. 697,319. Προκαταβολαὶ διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα Παμίσου, Νέδοντος καὶ Εὐρίπου. Ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ εἰς χρέωσιν τῆς γενικῆς ληψοδοσίας αἱ διάφοροι παρακαταθῆκαι. Ἅπασαι αὗται αἱ ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καταβολαὶ τοῦ Δημοσίου μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως τοῦ 1903 ἀπερρόφησαν τὰ πλεονάσματα τῶν ἀπολογισμῶν. Κατὰ τὴν λῆξιν ὅμως τῆς χρήσεως τοῦ 1901 ὑπῆρχεν εἰσέτι πλεόνασμα. Τοῦτο προδήλως ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι, ὅτε κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1901 παρητήθην τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀφῆκα εἰς ἔντοκον κατάθεσιν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καὶ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ποσὸν δραχ. 10,000,000 περίπου. Ὅπως δὲ ὑπάρχῃ τοσοῦτο ποσὸν διαθέσιμον, πρόκειται ἀποδεδειγμένον, ὅτι εἶχον καλυφθῆ πᾶσαι αἱ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως προκαταβολαὶ μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ 1901. Τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο ἀπερρόφησαν τὰ ἐλλείμματα τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1902 καὶ 1903 καὶ αἱ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως προκαταβολαὶ τῶν αὐτῶν.
§197Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ παρακολουθήσω, διὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Τὰ λέγετε πολὺ ταχέως, καὶ εἶναι ἀριθμοί. Πρέπει νὰ τὰ γράψω. Πῶς θὰ σᾶς ἀπαντήσω; Ἐγὼ δὲν θὰ τὰ βγάλω πέρα! (γέλωτες).
§198Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀγορεύων προσπαθῶ νὰ γίνωμαι καταληπτός. Ὅταν εὑρίσκωμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀναφέρω ἀριθμοὺς, δέχομαι πᾶσαν διακοπὴν ἢ ἐρώτημα, οὗ σκοπὸς εἶναι ἡ παροχὴ διασαφήσεων. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ἀριθμοὶ, οὓς πρὸ στιγμῆς ἀνέφερα, εἰσὶν εἰλημμένοι ἐξ ἐπισήμων πηγῶν, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ δώσω ὑμῖν τὰ ὁποῖα ἔχω ἀνὰ χεῖρας σημειώματα. Ὅπως δὲ καὶ ἄνευ αὐτῶν ὁδηγηθῆτε, δύνασθε νὰ ζητήσητε τὴν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δεδημοσιευμένην κατάστασιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς 31 Ὀκτωβρίου τοῦ 1901...
§199Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ δὲν ἐπήγατε εἰς τὰ 1898;
§200Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, παρακαλῶ.
§201Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ θὰ ἴδητε, ὅτι, πλὴν τῶν καταθέσεων, τῶν ἀναγομένων εἰς καταθέσεις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, εἰς καταθέσεις πρὸς ἐκτέλεσιν ἑτέρων νόμων, ὑπάρχει κατάθεσις εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμὸν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ δραχ. 10,000,000. Πλὴν ταύτης ὑπῆρχεν ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ τῇ 31 Ὀκτωβρίου 1901 ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ἠναγκάσθην νὰ ἀναφέρω τὴν ὁποίαν κατέλιπον εἰς τὸν διάδοχόν μου χρηματικὴν κατάθεσιν, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μνημονεύων τὰς προκαταβολὰς ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, περιέλαβε πάσας τὰς προκαταβολὰς ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι τοῦ Μαρτίου τοῦ 1905. Διέκοψα αὐτὸν, ζητῶν διασάφησιν, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπανέλαβεν, ὅτι πάσας τὰς ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1905 προκαταβολὰς χαρακτηρίζει ὡς ἔλλειμμα. Τὸ γεγονὸς ὅμως, ὅτι ἀποχωρῶν τοῦ Ὑπουργείου κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1901 ἀφῆκα ἀπόθεμα χρηματικὸν ἐκ δραχ. 11,000,000, ἀποδεικνύει, ὅτι εἶχον καλυφθῆ πᾶσαι αἱ τοῦ δημοσίου ταμείου ὀφειλαὶ, καὶ αἱ ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἄρχονται λοιπὸν τὰ ἐλλείμματα τὰ ἐκ προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τὰ ἐπιβαρύνοντα τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀπὸ τοῦ 1902 καὶ ἐντεῦθεν. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, συνδέων τὸ παρὸν πρὸς τὸ παρελθόν, ἠρκέσθη μόνον νὰ πραγματευθῇ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1902, 1903 καὶ 1904. Ἡ χρῆσις τοῦ 1902 ἀφῆκεν ἔλλειμμα δρ. 6,224,328. Ἡ χρῆσις τοῦ 1903 ἀφῆκεν ἔλλειμμα δραχ. 1,080,000. Ἤτοι αἱ δύο χρήσεις ἀφῆκαν ἔλλειμμα δραχ. 7,304,328. Αἱ χρήσεις ὅμως τῶν προηγουμένων τριῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901 παρουσίασαν πλεόνασμα ἐκ δρ. 9,069,571. Ὥστε ἡ σύγκρισις τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1902 καὶ 1903 πρὸς τοὺς τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν παρουσιάζει πλεόνασμα ἐκ δραχ. 1,765,243. Εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γένηται συζήτησις περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1904. Ὁμολογῶ, ὅτι ὡς πρὸς ταῦτα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρέσχεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπαρκῆ στοιχεῖα, ὅπως κρίνωμεν περὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1904, ἥτις, ὡς γνωστὸν, λήγει τῇ 31 Ὀκτωβρίου 1905. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπληροφόρησε τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1904 εἶχον προϋπολογισθῆ ὡς ἀνελευσόμενα εἰς τὸ ποσὸν τῶν 121,133,164 δραχμῶν, θέλουσιν ὅμως ὑπολειφθῆ τοῦ ποσοῦ τούτου οὐσιωδῶς. Κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰσεπράχθησαν μέχρι τῆς 31 Μαρτίου 1905 δρ. 106,089,166. Ὅπως δὲ ὑπολογίσῃ τὰ πιθανῶς εἰσπραχθησόμενα ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1904 μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς γενομένας εἰσπράξεις ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1903 κατὰ τὸ ἀντίστοιχον χρονικὸν διάστημα, ἤτοι ἀπὸ πρώτης Ἀπριλίου 1904 μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 1904, καὶ προσδιώρισε ταῦτα εἰς δραχ. 5,663,860, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ ταύτῃ ὑπελόγισε τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως 1904 εἰς δραχμὰς 111,853,026. Ὑποθέτω, ὅτι περιέπεσεν εἰς σφάλματα ἀριθμητικὰ, ἅτινα ὀφείλω νὰ διορθώσω. Κατὰ τὴν ἐπίσημον κατάστασιν, εἰσεπράχθησαν ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1904 μέχρι 31 Μαρτίου 1905 ἐκ δραχ. 106,189,166, ὅπως δὲ ὑπολογίσωμεν τὰ πιθανῶς εἰσπραχθησόμενα μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως, δέον νὰ εὕρωμεν, κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ἰδίου κ. Ὑπουργοῦ παραδεχθεῖσαν βάσιν, τὰς εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1903 ἀπὸ 1 Ἀπριλίου μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 1904. Τὸ ὅλον τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1903 μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 1904 ἀνῆλθε κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 114,834,344. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δέον ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα μέχρι τῆς 31 Μαρτίου 1904 ἐκ δραχ. 107,709,748. Ἤτοι εἰσεπράχθησαν ἀπὸ 1 Ἀπριλίου μέχρι 31 Ὀκτωβρίου δρ. 7,124,596. Ἵνα ὅμως εὑρίσκωμαι ἐν ἀκριβείᾳ, ὀφείλω νὰ ἐκπέσω τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα ἐξ ἐγγείου φόρου σταφίδος, ὅστις κατὰ τὸ σταφιδικὸν ἔτος 1904 εἰσπράττεται εἰς εἶδος, ἤτοι δραχ. 333,344. Τουτέστι τὸ ποσὸν δραχ. 6,791,252 εἶναι τὸ πιθανῶς εἰσπράξιμον ἀπὸ 1 Ἀπριλίου μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 1905 ἐξ ἐσόδων τῆς χρήσεως 1904, καὶ οὐχὶ τὸ ὑπολογισθὲν ἐσφαλμένως ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ποσὸν τῶν δρ. 5,663,860. Κατ’ ἐμὲ, πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἕτερόν τι ποσὸν, ἀναγόμενον εἰς τὰ εἰσπράξιμα ἐκ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, διότι αἱ εἰσπράξεις ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔσονται κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1904 ἀνώτεραι. Αἱ βεβαιώσεις τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν μέχρι τοῦ μηνὸς Μαρτίου τοῦ 1903 ἀνήρχοντο εἰς 3,766,000. Αἱ βεβαιώσεις τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἀνέρχονται κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα εἰς 4,124,000 δρ. Εἶναι δὲ γνωστὸν ἄλλως τε, ὅτι ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπὸ τοῦ 1901 συνταχθέντος διὰ μίαν πενταετίαν φορολογικοῦ καταλόγου ἔσται ἀνωτέρα κατὰ 1,000,000 περίπου δραχμῶν, καθόσον νέαι οἰκοδομαὶ ἐγένοντο, καὶ οἱ κατάλογοι συνετάχθησαν μετὰ μείζονος ἐπιμελείας. Κατ’ ἀκολουθίαν δικαιούμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς τὰ εἰσπράξιμα ἔσοδα τοῦ 1904 μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως ποσὸν τοὐλάχιστον δραχ. 400,000. Οὕτω, κατὰ τοὺς σημειωθέντας ἀριθμοὺς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῇ γενομένῃ δεκτῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ εἰσπράξεις ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἀνελεύσονται εἰς τὸ ἑξῆς ποσόν: Εἰσεπράχθησαν μέχρι τῆς 31 Μαρτίου τοῦ 1905 δραχ. 106,089,166. Εἰσεπράχθησαν μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως, ἤτοι ἀπὸ 1 Ἀπριλίου μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 1905 δραχμαὶ 6,791,252. Εἰσπραχθήσονται ὡσαύτως ἐπὶ πλέον ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν δραχ. 400,000. Ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 113,270,418. Ὅταν δὲ εἰσπραχθῇ ὁ ἐπὶ τῆς σταφίδος ἔγγειος φόρος ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀποτεταμιευμένου σταφιδοκάρπου ἐκ δραχμῶν 4,800,000, τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1904 θέλουσιν ἀνέλθει εἰς δρ. 118,070,418. Σημειώσας ὡς εἰσπράξιμα ἀπὸ 1 Ἀπριλίου μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 1905 τὰ ἀνωτέρω ποσὰ δρ. 6,791,252 καὶ δραχ. 400,000, στηρίζομαι εἰς τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν θὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς εἴσπραξιν, ὡς ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διὰ τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1903. Πόσα εἶναι τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1904; Καθωρίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς δραχ. 120,200,247, ὀφείλομεν ὅμως νὰ προσθέσωμεν καὶ τὰς χορηγηθείσας εἰς βάρος τῆς αὐτῆς χρήσεως πιστώσεις: 1) δραχ. 454,000, πίστωσιν χορηγηθεῖσαν διὰ τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος γενομένην ἔκτακτον Σύνοδον τῆς Βουλῆς δυνάμει τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΓΚΑʹ νόμου τῆς 1 Ἰουνίου 1904 2) δραχ. 570,000, πίστωσιν χορηγηθεῖσαν διὰ Β. Διατάγματος ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, καὶ 3) δραχ. 2,018,628, πίστωσιν ζητουμένην διὰ νομοσχεδίου ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλήν. Οὕτως αἱ κεχορηγημέναι πιστώσεις τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν δραχ. 123,242,870. Ἐκ τούτων δέον ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης χρήσεως ἀπομένουσαι ἀδιάθετοι πιστώσεις. Κατὰ τὰς παρελθούσας χρήσεις τὸ ποσὸν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων ὑπερέβη πάντοτε τὰ 6 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Δυνάμεθα ὅμως νὰ ὑπολογίσωμεν ὡς ἀδιαθέτους πιστώσεις διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1904 τὸ ποσὸν δραχ. 5,000,000. Οὕτω δὲ τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως ταύτης βασίμως δύνανται νὰ ὑπολογισθῶσιν ὡς ἀνελευσόμενα εἰς τὸ ποσὸν δραχ. 118,242,870. Ὑπελογίσαμεν ἤδη τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ὡς ἀνελευσόμενα εἰς τὸ ποσὸν δρ. 118,070,418. Κατὰ ταῦτα ἡ χρῆσις τοῦ 1904 δὲν θὰ παρουσιάσῃ ἔλλειμμα. Περιελάβομεν ὅμως εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1904 τὸ ἐξ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος εἰσπραχθησόμενον ποσὸν ἐξ ἀντιτίμου τοῦ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀποτεταμιευμένου σταφιδοκάρπου. Καὶ κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατ’ ἐμὲ εἰσπραχθήσεται βεβαίως τὸ εἰς τὸ Δημόσιον ὀφειλόμενον ἐξ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος ποσὸν ἐσόδων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μόνον διαφωνεῖ πρὸς ἐμὲ κατὰ τοῦτο, ὅτι δὲν θέλει εἰσπραχθῆ μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως τοῦ 1904. Κατὰ τὸν νόμον, οὗ δυνάμει ἐπετράπη ἡ εἰς εἶδος ἀπόδοσις τοῦ ἐγγείου φόρου, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εἶναι ὑπόχρεος νὰ ἀποδώσῃ ὁλόκληρον τὸ εἰς τὸ Δημόσιον ὀφειλόμενον ποσὸν τοῦ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος. Πρὸ ὀλίγου εἶχε προκληθῆ συζήτησις ἀφορῶσα εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διαθέσῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία, πλὴν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, ἔχει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ δάνειον τῶν 6,500,000 δραχμῶν πρὸς τὰς Τραπέζας, ἐκ τῶν ὁποίων ὅμως μένει ὀφείλουσα ποσὸν 2,200,000 δραχμῶν. Εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὑπάρχουσιν ἀδιάθετοι ἐκ τῆς παραγωγῆς τῶν δύο σταφιδικῶν ἐτῶν 1902 καὶ 1903 περίπου ἑνετικαὶ λίτραι 75,000,000. Μέχρι τῆς λήξεως τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους τοῦ 1904 θέλουσιν εἶσθαι ἀποτεταμιευμένα 90,000,000, ὥστε θὰ ἔχωμεν περίπου 165,000,000–170,000,000. Ἐὰν εἰς ἣν τιμὴν προέτειναν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν οἱ ἀγορασταὶ ἐργοστασιάρχαι ἀγοράσωσι τὴν σταφίδα, ἤτοι πρὸς 50 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον, θὰ εἰσπραχθῶσιν 8,000,000–9,000,000 δρ. Διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ τὸ χρέος πρὸς τὰς Τραπέζας θὰ ἐξοφληθῇ καὶ τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι τὸ χρέος πρὸς τὰς Τραπέζας ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα μειοῦται, διότι συναινέσει τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης οἱ βιομήχανοι, οἵτινες ἠγόρασαν τὸν ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῆς εὑρισκόμενον σταφιδόκαρπον, ἔχοντες ἄλλως τε καὶ ἐκ τῆς συμβάσεως δικαίωμα, μετεβίβασαν εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς Πειραιῶς ποσὸν 35,000,000 λιτρῶν πρὸς 80 δραχμάς, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποχρεώσει νὰ πληρώσωσι τοῦτο εἰς 21 δόσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπλήρωσαν, νομίζω, τὰς τέσσαρας, καὶ ὑπολείπονται 17, πληρώνουσι δὲ οὗτοι τακτικῶς, ὡς ἐπληροφορήθην. Ἐκ μόνης τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ Πειραιῶς, τὸ ποσὸν τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὰς Τραπέζας θέλει ἐξοφληθῆ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συζητῶν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῶν δηλώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905 περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1904, ἔλεγεν: «Αἱ μέχρι τῆς 31 Μαρτίου 1905 εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἀνῆλθον εἰς δραχ. 106,089,166. Ἐπληρώθησαν ὅμως ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἐκ δραχμῶν 109,718,914. Ἄρα ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς εἰσπράξεις μέχρι 31 Μαρτίου ἡ χρῆσις τοῦ 1904 ἔλαβε προκαταβολὴν χρημάτων ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1905 δρ. 3,000,000 περίπου.» Ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἤγειρεν ἔκπληξιν οὐ μόνον εἰς ἐμέ, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντας τοὺς παρακολουθοῦντας τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· διότι ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δηλώσει ἐσκέφθην, ὅτι, ἐὰν αἱ δαπάναι κατὰ τὸν Μάρτιον ἀνῆλθον εἰς 109,000,000 δραχμάς, εἶναι κίνδυνος, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ παρελθόντος, νὰ φθάσωσι μέχρι τῆς λήξεως τοῦ ἔτους εἰς δραχμὰς 130,000,000. Κατέφυγον εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τῆς 28 Φεβρουαρίου 1905, τὴν δημοσιευθεῖσαν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκ ταύτης εἶδον, ὅτι μέχρι τέλους Φεβρουαρίου εἶχον πληρωθῆ ἔξοδα δραχ. 67,843,856. Καὶ πάλιν ἡ ἀπορία μου δὲν διελύετο, διότι μεταξὺ 67,000,000 καὶ 109,000,000 ὑπῆρχεν ἓν ποσὸν μέγιστον, ἤτοι 42 ἑκατομμύρια. Πρὸς ἐξήγησιν τῆς ἀπορίας μου ταύτης ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων, ἔμαθον δὲ, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν μέχρι τῆς 31 Μαρτίου 1905 εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1904 κατηρτίσθη καὶ εἶναι ὑπὸ τύπωσιν. Κατὰ τὴν κατάστασιν λοιπὸν ταύτην ἐπληρώθησαν ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1904 μέχρι τῆς 31 Μαρτίου 1905 ἐν ὅλῳ δραχ. 70,399,000· ἡ διαφορὰ ὅμως τοῦ ποσοῦ πρὸς ἐκεῖνο, ὅπερ ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι ἀξία μνείας...
§202Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖτε τάχα, πῶς ἔχει τὸ ζήτημα; Γνωστὸν εἶναι, καὶ μάλιστα εἰς ὑμᾶς, κύριε Σιμόπουλε, ὅτε ἐπληρώθησαν ἤδη καὶ τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ὀφειλόμενα ποσὰ ἐκ δρ. 35,000,000 περίπου.
§203Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρων τὰ πληρωθέντα ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1904 εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὴν ἐπίσημον κατάστασιν, καθ’ ἣν ταῦτα ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 70,399,000. Ἐπειδὴ ὅμως ὑμεῖς, πρὸς δικαιολόγησιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπικαλεῖσθε νῦν τὰ πληρωθέντα ἔξοδα τοῦ δημοσίου χρέους, εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ σημειώσω, ὅτι κατὰ τὴν κατάστασιν τῆς 31 Μαρτίου 1905 ἡ μὴ τακτοποιηθεῖσα τυπικῶς ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου δι’ ἔξοδα τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 32,782,380. Ἐὰν δὲ εἰς τὸ ποσὸν τῶν πληρωθέντων ἐξόδων μέχρι 31 Μαρτίου 1904 κατὰ τὴν ἐπίσημον κατάστασιν προσθέσωμεν καὶ τὸ ποσὸν δρ. 32,782,380, ἔχομεν ποσὸν πληρωθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἐκ δρ. 103,181,380, καὶ οὐχὶ δρ. 109,718,914, ὡς ἐσφαλμένως ὑμεῖς ἀνεφέρατε. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν προελθόντων ἐκ προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι «τὰ ἐλλείμματα ταῦτα προῆλθον ἐκ μοιρολατρικῆς ἀδιαφορίας περὶ τῆς ἐννοίας τῶν δημοσίων καθηκόντων ἐκ μέρους τῆς Διοικήσεως.» Ἡ φράσις, καίτοι ὀλίγον δυσκατάληπτος, ἀποτελεῖ μομφὴν κατὰ τῶν μέχρι τοῦδε διαχειρισαμένων τὰ κοινά. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ παρελθόντι μετέσχον ὁπωσδήποτε καὶ ἐγὼ τῆς διοικήσεως, ὁμολογῶ, ὅτι οὐδέποτε ἤκουσα νὰ μοὶ ἀποδοθῇ «μοιρολατρικὴ ἀδιαφορία περὶ τῆς ἐννοίας τῶν δημοσίων καθηκόντων». Καὶ ἂν ὄντως μόνον ἡ προκάτοχος τῆς παρούσης Κυβέρνησις εἶχε διαχειρισθῆ τὰ κοινὰ ἀπὸ τοῦ 1895 διαρκῶς μέχρι τῆς 31 Μαρτίου 1905, ἤθελον ὑπολάβει, ὅτι ἡ μομφὴ ἔχει πολιτικὴν ἔννοιαν. Ἀλλ’ ἐν τῷ χρονικῷ τούτῳ διαστήματι ἐμεσολάβησεν ἡ διοίκησις τῶν κοινῶν ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐμεσολάβησεν ἡ διοίκησις ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτήν, καὶ ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν. Ἄρα ταύτην τὴν μοιρολατρικὴν ἀδιαφορίαν περὶ τῆς ἐννοίας τῶν δημοσίων καθηκόντων ἀπέδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐ μόνον εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντας τοὺς διαχειρισαμένους τὰ δημόσια ἀπὸ τοῦ 1895 μέχρι τοῦ 1905.
§204ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατ’ ἀναλογίαν.
§205Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπομιμνήσκω ὅμως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι περὶ τοῦ θέματος τούτου ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὸ παρελθόν, ἡμεῖς δὲ καὶ διὰ τῶν ἀγορεύσεών μας καὶ δι’ ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων ἐπεζητήσαμεν τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1895. Πολλάκις δ’ ἐπανελάβομεν τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου ἡ Διοίκησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θεραπεύσῃ τὴν γεννηθεῖσαν ἀσθένειαν, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος τὴν ἐστέρησε παντὸς ὅπλου, ὅπως καταστείλῃ τὸ κακόν. Ὁ νόμος οὗτος ἀφῄρεσε πᾶσαν ἐξουσίαν ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους Ὑπουργοὺς, καὶ τὴν μετεβίβασεν εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, οὐδὲν δὲ δικαίωμα ἐχορήγησεν ὁ νόμος εἰς τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργόν, ὅπως ἀρνῆται τὴν σύστασιν σχολείων, ἀρνῆται τὴν σύστασιν γραμματοδιδασκαλείων, ἀρνῆται τὴν ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ σχολείῳ ἐγκατάστασιν 6 δημοδιδασκάλων αʹ τάξεως. Αὐτὰ τὰ μέτρα, τῶν ὁποίων ἐγένετο νῦν εἰσηγητὴς ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, αὐτὰ, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν διοικητικῶς νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἐφηρμόσθησαν ὑφ’ ἡμῶν. Ἂν ἐξετάσητε, ὁπόσα εἶναι τὰ ἐλλείμματα ἐκ προκαταβολῶν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, θέλετε ἴδει, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ διαχειριζώμεθα ἡμεῖς τὰ κοινὰ κατωρθώσαμεν νὰ περιορίσωμεν τὸ ποσὸν τῶν προκαταβολῶν καὶ μέχρι δραχ. 1,000,000. Ἀλλ’ ἀπὸ πότε τὸ ποσὸν τῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως προκαταβολῶν ἀνῆλθεν εἰς ὕψος δυσθεώρητον; εἰς τὰ 3,000,000; Ἀπὸ τοῦ 1902 καὶ ἐντεῦθεν. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκαυχήθη ὅτι κατώρθωσε διὰ τῶν προσπαθειῶν του κατὰ τὸ 1904 νὰ περιορίσῃ τὰς προκαταβολὰς εἰς μόνον 2,500,000, δραχμάς. Δὲν θέλω ν’ ἀφαιρέσω τὸν προσήκοντα εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔπαινον ἐπὶ τῇ προσπαθείᾳ του ταύτῃ· ἀλλὰ δύναμαι ν’ ἀπευθύνω εἰς αὐτὸν τὸ ἐρώτημα, ἂν τοιαύτη προσπάθεια δὲν εἶχε καταβληθῆ καθ’ ὅλον τὸ 1904 ὑπὸ τῶν προκατόχων του.
§206Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸ εἶπον.
§207Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, ἂν κατὰ τὸ 1905 μόνον ἐλαμβάνετο τοιαύτη πρόνοια, βεβαίως δὲν ἤθελε κατορθωθῆ ἡ μείωσις τοῦ ποσοῦ τῶν προκαταβολῶν.
§208Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸ εἶπον ῥητῶς, ὅτι εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.
§209Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ λοιπὸν τὰ μέτρα, τὰ αὐθαιρέτως, δύναμαι νὰ εἴπω, διοικητικῶς ληφθέντα κατὰ τὸ παρελθόν, ὅπως περιορισθῶσιν αἱ προκαταβολαί, σήμερον ἀναγράφονται εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τοῦ συναδέλφου του ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, σήμερον κατατεθὲν, δὲν ἐγένετο γνωστὸν ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς· ἀλλ’ ἐξ ὅσων ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπείσθην, ὅτι αὐτὰ ταῦτα τὰ μέτρα ἀναγράφονται ἐν νόμῳ, ὥστε νὰ ὦσιν ὑποχρεωτικὰ εἰς τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως, ἤτοι ὁ καθορισμὸς τῶν ἀπαραιτήτων δαπανῶν δι’ ἕκαστον τῶν ἀπόρων δήμων, καὶ ὁ πέραν τῶν ἀπαραιτήτων δαπανῶν καθορισμὸς τῶν δημοτικῶν προσόδων πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως τοῦτο ἀναγράφει τὴν ὑποχρέωσιν τῶν ἀπόρων δήμων, ὅπως αὐξήσωσι τούς τε ἀμέσους καὶ ἐμμέσους δημοτικοὺς φόρους μέχρι 4%. Ἐγὼ συμφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ δαπάναι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, ἐπιβαρύνουσι τοὺς δήμους. Διαφωνεῖ ὅμως πρὸς αὐτὸν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι, ὅτε ἄλλοτε περὶ τούτου ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι εἶναι μὲν ἀναγεγραμμένη ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ Συντάγματι, ληφθεῖσα ἐκ Συντάγματος ἰσχύοντος ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ὅτι τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν συνδρομήν του διὰ τὴν λειτουργίαν, τὴν πλήρη καὶ ἀπρόσκοπτον, τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται βεβαίως φορολογία. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι εὑρίσκει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν βεβαρημένον μὲ φορολογίαν ἐπαχθεστάτην, καὶ δὲν εὑρίσκει δικαιολογουμένην νέαν τινὰ ἐπιβάρυνσιν.
§210Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ποῦ τὸ εἶπον αὐτό; Ἔχετε τὴν ἀγόρευσίν μου. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν εἶναι γεγραμμένον ποῦ. Δὲν ἐκφράζω τώρα γνώμην, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι οὐσιώδης ἔννοια, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, πότε τὴν ἐξέφρασα.
§211Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε, ὅτι, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τοῦ νομίσματος ἡ κατάστασις...
§212Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ μάλιστα.
§213Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐλαττώσῃ τὴν πρόσοδον τῆς χώρας, ἐκ τῆς ἐλαττώσεως δὲ τῆς προσόδου τῆς χώρας ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ σκεφθῶμεν, ἂν πρέπει τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον θὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς χώρας, νὰ ἦναι ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐζητοῦμεν, θέλομεν εὕρει, ὅτι διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς προσόδου τῆς χώρας κατέστη τοῦτο δυσκολώτερον. Λοιπόν, ἐνῷ ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, προκειμένου περὶ μέτρων ἀφορώντων εἰς αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, περιωρίσθη εἰς δύο τινά· εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν μετὰ τόνου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, σκεφθεῖσα κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ αὐξήσῃ τὰ δημόσια ἔσοδα, εὗρεν, ὅτι τοῦτο θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς κατασκευῆς ἀτμοτελωνίδων πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, καὶ διὰ τῆς κατασκευῆς νέου τελωνειακοῦ καταστήματος ἐν Πειραιεῖ, ἐντεῦθεν δὲ, ἔλεγε, βεβαίως θέλομεν ἔχει αὔξησιν τῶν ἐσόδων· προσέθηκε δὲ, ὅτι εἶναι τὰ μόνα μέτρα, τὰ ὁποῖα κρίνει πρόσφορα πρὸς αὔξησιν τῶν δημοσίων προσόδων. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ καταδίωξις τοῦ λαθρεμπορίου βεβαίως θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, τὴν αὔξησιν τῆς προσόδου ἐκ μονοπωλιακῶν εἰδῶν. Ὁμολογῶ συνάμα, ὅτι ἡ κατασκευὴ νέου τελωνειακοῦ καταστήματος ἐν Πειραιεῖ θὰ συντελέσῃ ὄχι μόνον εἰς τὴν διευκόλυνσιν τοῦ ἐμπορίου τοῦ Πειραιῶς καὶ τῆς πρωτευούσης, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς: ἵνα προμηθευθῶμεν ἀτμοτελωνίδας, ἵνα κατασκευάσωμεν νέον τελωνεῖον, ἔχομεν ἢ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τοὐλάχιστον τριῶν ἐτῶν; Ἐὰν δὲ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἔχωσιν ὡς παρεστάθησαν, δυνάμεθα νὰ ἀντίσχωμεν, ἐπὶ τριετίαν ἀναμένοντες τὴν διὰ τῶν ἀτμοτελωνίδων καὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ τελωνείου Πειραιῶς αὔξησιν τῶν δημοσίων προσόδων; Μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑφεστῶτος νόμου περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζει ὅτι ἐπιβάρυνσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δημιουργεῖται μόνον διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δημοσίων φόρων, ἢ δημιουργεῖται καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δημοτικῶν φόρων; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διαφορά, διότι καὶ αὕτη καὶ ἐκείνη ἐπιβαρύνει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν· ἐὰν μάλιστα ἐλαμβάνετο πρόνοια, ὅπως προαχθῶσι τὰ οἰκονομικὰ ὅλων τῶν δήμων τῆς Ἑλλάδος μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ μὴ εὑρίσκηται τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προέρχηται εἰς ἀρωγὴν ὑπέρ τινων δήμων χαρακτηριζομένων ὡς ἀπόρων, νομίζω ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο εὐχάριστον. Εἰς ἡμᾶς, ὅτε διετελοῦμεν ἐν τῇ ἀρχῇ, ἐγεννήθη ἡ σκέψις, ἂν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ δημιουργήσωμεν εἰδικοὺς πόρους διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Διότι καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ λειτουργοῦσα καὶ βελτιουμένη ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις· δὲν ἐπαγγελλόμεθα τὸν φωτοσβέστην, οὐδὲ λησμονοῦμεν τὰ πλεονεκτήματα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ὀφείλομεν ὅμως, πλὴν τῆς λειτουργίας καὶ προόδου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, νὰ μὴ λησμονῶμεν καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῶν δήμων. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν: «Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1902, ἀνελθὸν εἰς 6,200,000, κατῆλθε τὸ 1903 εἰς 1,000,000. Ἀλλὰ διατὶ κατῆλθε; Διότι τότε εἰσήχθη ὁ Προϋπολογισμὸς μὲ ἠλαττωμένα ἔξοδα, μὲ ἔξοδα δραχ. 117,000,000, καὶ οὐχὶ μὲ ἔξοδα 121,000,000, ὡς ἐγένετο τὸ ἑπόμενον ἔτος». Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἐπίνοια αὕτη τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἤρεσε πολύ, διότι ἐσκέφθην, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ πάντες ἔχομεν καθῆκον, ὅταν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἐλλείμματα ὅσον οἷόν τε ἐλάσσονα, πρέπει νὰ συντάσσωμεν τοὺς Προϋπολογισμοὺς μὲ ἔξοδα ὡς οἷόν τε ὀλιγώτερα. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολαμβάνει ὡς ἔξοδα μόνον τὰς πιστώσεις τὰς ἀναγραφομένας εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, δὲν λαμβάνει δὲ ὑπ’ ὄψιν του τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι συμπληροῦσι τὰς πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ἐλάμβανε καὶ ταύτας ὑπ’ ὄψιν, ἤθελεν εὕρει, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 δὲν ἔχει πιστώσεις μόνον 117,000,000, ἀλλ’ ἔχει πιστώσεις 122,000,000, τουτέστι διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1903 ἐχορηγήθησαν τόσαι πιστώσεις, ὅσας ἔχουσι καὶ οἱ ἄλλοι Προϋπολογισμοί...
§214Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἰσήχθη δι’ 117,000,000, ἐξετελέσθη δὲ παρ’ ὑμῶν δι’ 122,000,000.
§215Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν τὸ ἀναγραφόμενον εἰς ἕνα Προϋπολογισμὸν ποσὸν πιστώσεων. Ὡς πρὸς τὸν εἰσαχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, ὀφείλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες διετέλουν τοιοῦτοι κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν καὶ συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου. Πάντες ἐνθυμοῦνται, ὅτι πρὶν ἢ ψηφισθῇ οὗτος προεκαλοῦντο διὰ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης αὐξήσεις τῶν ἀναγραφεισῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεων. Διατὶ προεκαλοῦντο τοιαῦται; Προεκαλοῦντο ἕνεκα λόγου γνωστοῦ. Ὁ Προϋπολογισμὸς εἶχε συνταχθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μετ’ αὐτοῦ συνυποβληθέντων νομοσχεδίων, ἡ δὲ ἐκτέλεσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐχώρει χωρὶς τὰ νομοσχέδια ταῦτα νὰ μεταβληθῶσιν εἰς νόμους. Ὅτε δὲ οὗτος ἐπεψηφίσθη, εἶχον ἤδη αἱ ἐν αὐτῷ ἀναγραφεῖσαι πιστώσεις αὐξήσει οὐσιωδῶς. Οὕτω δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 ἐξῆλθε τῆς αἰθούσης ταύτης μὲ πιστώσεις δραχ. 122,090,000. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εὑρίσκω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸς ὁ συλλογισμὸς, ὅτι, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσήχθη μὲ 117,000,000, διὰ τοῦτο εἶχε καὶ ἔλλειμμα ὀλιγώτερον τοῦ προηγουμένου ἔτους. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν περὶ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1904, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν: «Ἀφοῦ κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη εἴχομεν μέσον ὅρον εἰσπράξεων 114,640,000, ἔδει νὰ ἔχωμεν κατὰ τὸ 1904 εἰσπράξεις περὶ τὰ 117,000,000, τοῦτο δὲ διότι ἐκ τοῦ κανονισμοῦ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς καὶ ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ζύθου καὶ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν ηὔξησαν τὰ ἔσοδα τοῦ 1904 κατὰ 2,500,000 δραχμάς. Ἔχομεν ὅμως μόνον 116,000,000, ἂν εἰσπραχθῶσι τὰ ὀφειλόμενα ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος. Τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χαρτονομίσματος.» Πρὸς ὑπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1904 ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐποιήσατο δύο προϋποθέσεις· αʹ) ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως τοῦ 1994 ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ ἀντίστοιχον χρονικὸν διάστημα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1903, καὶ βʹ) ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι τὰ ὀφειλόμενα ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐξ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος τῆς παραγωγῆς τοῦ 1904. Ὑπὸ τὰς δύο ὅμως ταύτας προϋποθέσεις ὑπελόγισα ἤδη βασίμως καὶ ἀνέφερα πρὸς ὑμᾶς, ὅτι τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1904 θέλουσιν ἀνέλθει εἰς τὸ ποσὸν δρ. 118,070, 418. Οὕτως ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1904 ἔδει νὰ ὑπερβῶσι τὰ 117,000,000, κυροῦται ἐκ τῶν πραγμάτων, διότι τὸ πλεόνασμα τῶν ἐσόδων τοῦ 1904 ὑπερβαίνει τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν κατὰ 3,000,000 καὶ πλέον. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐκ τῆς διατιμήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς καὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ τοῦ ζύθου προῆλθεν αὔξησις δρ. 3,000,000, ἢ τουλάχιστον 2,500,000, διότι ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη ἐξ ἀρχῆς τοῦ ἔτους· ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ κανονισμὸς τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς δὲν ἐπιβάλλεται ἐφ’ ὅλου τοῦ ποσοῦ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, καθόσον μέρος αὐτῶν ἀπομένει πάντοτε ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ πρότερον κρατοῦντος κανονισμοῦ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ὡς πρὸς τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα προστατεύονται ὑπὸ τῶν μετὰ ξένων Κρατῶν συμβάσεων. Καθ’ ὑπολογισμὸν ἀσφαλῆ, ἡ αὔξησις ἡ προελθοῦσα ἐκ τοῦ κανονισμοῦ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν κατὰ 1,200,000 δραχμὰς κατὰ τὸ 1904. Ἔχομεν δὲ καὶ αὔξησιν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ζύθου καὶ τῶν οἰνοπνευμάτων περίπου 400,000 δραχμῶν. Ὥστε τὸ ποσὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον ηὔξησαν ἐκ τῶν δύο τούτων νόμων αἱ εἰσπράξεις, ἀνέρχεται εἰς ποσὸν ὀλιγώτερον τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπολογισθέντος. Δέον ὅμως νὰ μὴ λησμονηθῇ, ὅτι αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις ὑπελείφθησαν τῶν εἰσπράξεων τῶν προηγουμένων ἐτῶν κατὰ 1,400,000 δραχμὰς ὡς ἐκ τῆς ἐλάσσονος εἰσαγωγῆς τῶν σιτηρῶν. Ἐὰν δὲν ἠλαττοῦτο ἡ εἰσαγωγὴ τῶν σιτηρῶν, τότε αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις θὰ ἦσαν ἀνώτεραι κατὰ 1,400,000 δραχμάς.
§216Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἤκουσα πολλάκις λεχθὲν, ἐπαναλαμβανόμενον δὲ νῦν καὶ παρ’ ὑμῶν, ὅτι, ὅταν ἐξάγηται σῖτος, πάντως πρέπει νὰ ἔχωμεν κατωτέρας εἰσπράξεις, καὶ ὅταν εἰσάγηται, ἀνωτέρας. Τοῦτο δὲν εἶναι καθόλου ἀκριβές· εἶναι λίαν πεπλανημένον. Αἱ εἰσπράξεις ἀείποτε εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὴν ἀντοχὴν τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς, τῆς προωρισμένης πρὸς ἐξαγωγὴν διὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου, καὶ ἑπομένως, καθ’ ὃ ἔτος δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ τόπος νὰ εἰσαγάγῃ σῖτον, τὸ ἐλλεῖπον τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ σίτου ἀναπληροῦται διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἄλλων ἐμπορευμάτων. Ὥστε μὴ ὑπολογίζετε ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ σίτου, ὡς ὑπολογίζετε.
§217Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαιοῦσθε νὰ ὑποστηρίζητε τὰς ὁποίας ἔχετε θεωρίας, δὲν δικαιοῦσθε ὅμως νὰ χαρακτηρίζητε τὰς γνώμας τῶν ἄλλων ὡς πεπλανημένας. Ἐξεταστέον περὶ τίνος ἐνταῦθα πρόκειται. Ἰσχυρίσθητε, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1904 ἔδει νὰ ἦναι ἀνώτεραι τῶν εἰσπράξεων τῶν προηγουμένων ἐτῶν ἕνεκα τῆς εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἐπελθούσης αὐξήσεως ὡς ἐκ τοῦ νέου κανονισμοῦ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς. Ἐκ τῆς ἀκριβοῦς συγκρίσεως τοῦ 1904 πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῶν δύο παρελθόντων ἐτῶν φαίνεται, ὅτι κατὰ ταῦτα εἶχον εἰσπραχθῆ εἰσαγωγικὰ τέλη ἐκ σιτηρῶν ἀνώτερα τῶν κατὰ τὸ 1904 κατὰ 1,400,000 δραχμάς. Τοῦτο ἐσημείωσα, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι αἱ τοῦ 1904 εἰσπράξεις εἰσὶ βεβαίως ἀνώτεραι τῶν εἰσπράξεων τῶν δύο προηγουμένων ἐτῶν, ἤθελον δ’ εἶσθαι ἔτι ἀνώτεραι, ἐὰν εἰσήγοντο κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ὅσα σιτηρὰ εἰσήχθησαν κατὰ τὰ δύο προηγούμενα ἔτη. Δὲν ἐχαρακτήρισα ὡς κακόν τι τὴν μείωσιν τῆς εἰσαγωγῆς τῶν σιτηρῶν. Τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον αὐξάνει ἡ παραγωγὴ τῶν ἐγχωρίων σιτηρῶν, ἐπὶ τοσοῦτον βελτιοῦται ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς ἐλάσσονος ποσοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος.
§218Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θὰ ἐξαχθῇ; Ἐδῶ διαφωνοῦμεν· Θὰ ἐξαχθῇ δι’ ἄλλα ἐμπορεύματα.
§219Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δέον νὰ μὴ λησμονῆτε, ὅτι οἱ παράγοντες τὰ σιτηρὰ συμπολῖται ἡμῶν περιβάλλονται ὑπὸ βιοτικῶν ἀναγκῶν καὶ ὑποχρεώσεων τοιούτων, ὥστε, καὶ ὅταν ἡ παραγωγὴ τῶν ἀγρῶν ἦναι κρείσσων τῆς τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἀποφεύγουσι νὰ χρησιμοποιήσωσι τὸ τίμημα τοῦ προϊόντος των εἰς ἀγορὰν τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων, οἷον μπλοντῶν καὶ δαντελλῶν ἢ ἄλλων εἰδῶν πολυτελείας.
§220Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θὰ φκιάξουν ὅμως φουστανέλλας.
§221Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰσήλθομεν εἰς συζήτησιν θεωρητικὴν, κρίνω ἐπίκαιρον νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς σπουδαίως ὑποστηριχθείσης ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θεωρίας, καθ’ ἣν «αἱ εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1904 κατέπεσαν ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χαρτονομίσματος. Τὰ ἔσοδα τῶν χρήσεων τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901 ἀνέδειξαν πλεονάσματα αὐτομάτως ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ χαρτονομίσματος». Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυσάρεστον νὰ συζητῶνται ἐνίοτε ἐν τῇ Βουλῇ θεωρίαι οἰκονομολογικαί. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἐντριβὴς εἰς τὰ θέματα τῆς οἰκονομολογικῆς ἐπιστήμης, διετέλεσε δὲ καὶ καθηγητὴς τῆς πλουτολογίας καὶ δημοσιονομίας ἐν τῷ ἡμετέρῳ Πανεπιστημίῳ. Εἶναι κατ’ ἀκολουθίαν φυσικὸν ν’ ἀκούωμεν παρ’ αὐτοῦ θεωρίας. Ἐδίδασκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κἄτι τι, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς τὸν ἄκρῳ δακτύλῳ γευσάμενον τῶν οἰκονομολογικῶν θεμάτων εἶναι γνωστόν, τουτέστιν, ὅτι ὁ φόρος εἶναι ποσοστόν, τὸ ὁποῖον λαμβάνει τὸ Κράτος ἀπὸ τὸ εἰσόδημα τῆς χώρας. Κατ’ αὐτόν, αἱ χρήσεις τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901 εἶχον περισσεύματα, διότι ἦτο ὑποτετιμημένον τὸ χαρτονόμισμα. Ἀλλ’ ἡ ὑποτίμησις τοῦ χαρτονομίσματος δὲν ὑφίστατο μόνον κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα, ἀλλ’ ὑπῆρχεν ὁμοία ἀπὸ τοῦ 1893. Διατὶ κατὰ τὰ προηγούμενα τοῦ 1899 ἔτη εἴχομεν ἐλλείμματα; Διατὶ καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη 1902 καὶ 1903 εἴχομεν ἐλλείμματα;
§222Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω καὶ αὐτά.
§223Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ θεωρία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ εἰς μόνην τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐξεβιάζετο ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χαρτονομίσματος διὰ τεχνητῶν μέσων.
§224ΑΡ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἴπετε «ὑπερτίμησις τοῦ χαρτονομίσματος»· τοῦτο εἶναι, ἢ εἶναι ὑποτίμησις τοῦ χρυσοῦ;
§225Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταχειρίζομαι τὸν πρῶτον ὅρον, διότι μετεχειρίσθη αὐτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἄλλως τε ὑπερτίμησις τοῦ χαρτονομίσματος καὶ ὑποτίμησις τοῦ χρυσοῦ εἶναι τὸ αὐτό. Παρ’ ἡμῖν δὲν ἐξεβιάσθη διὰ τεχνητῶν μέσων ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χαρτονομίσματος. Ἐάν τις ἐπισκοπήσῃ τὰς περιστάσεις τῆς χώρας, θὰ πεισθῇ, ὅτι βεβαίως ὑπῆρξε ποιά τις βελτίωσις εἰς τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς, αὐξηθέντος τοῦ ἐν τῇ χώρᾳ χρηματικοῦ ἀποταμιεύματος. Πλὴν δὲ ταύτης, συνέβαλεν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χαρτονομίσματος συρροὴ πολλῶν περιστάσεων. Κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἐξήγετο ἄξιον λόγου χρηματικὸν ποσὸν πρὸς ἀγορὰν ἀτμοπλοίων. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὰ ἀτμόπλοια ταῦτα ὄχι μόνον δὲν ἀπερρόφησαν ἐκ τῆς ἡμεδαπῆς μεταλλικόν, ἀλλὰ καὶ εἰσήγαγον τοιοῦτον. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μεταναστῶν ηὔξησε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἑπομένως καὶ τὸ ποσὸν τοῦ ἀποστελλομένου ὑπ’ αὐτῶν μεταλλικοῦ νομίσματος ἀπέβη ἄξιον λόγου, εἶναι δὲ πολὺ μεῖζον τοῦ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ἀποστελλομένου. Ἡ προσοχὴ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ξένων τραπεζικῶν ἱδρυμάτων ἐστράφη τελευταίως εἰς τὰς παρ’ ἡμῖν ἐπιχειρήσεις, ἰδίᾳ δὲ τὰς τραπεζικάς· πεισθέντα δέ, ὅτι δύνανται ἀσφαλῶς νὰ τοποθετήσωσι τὰ κεφάλαιά των εἰς ἀξίας ἑλληνικὰς, ἔσπευσαν ν’ ἀγοράσωσιν ἑλληνικὰς ἀξίας, ἰδίᾳ δὲ Ἑταιρειῶν καὶ Τραπεζῶν. Συνετέλεσε δὲ σπουδαίως καὶ ἡ μείζων παραγωγὴ τῶν ἐγχωρίων σιτηρῶν. Παραλείπω τὰς δευτερευούσης σημασίας περιστάσεις, αἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὴν ὑποτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Ὅπως δήποτε ἔχομεν μίαν σταθερὰν τιμὴν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἐπὶ πολλοὺς ἤδη μῆνας, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ περιστάσεις αἱ προκαλέσασαι τὴν ὑποτίμησιν τοῦ χρυσοῦ δὲν ἦσαν τεχνηταὶ, δὲν ἦσαν βεβιασμέναι. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐπιρροῆς, ἣν ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἀσκεῖ ἐπὶ τῶν φορολογουμένων, ἰδίᾳ δὲ ἐπὶ τῶν ἀποδιδόντων εἰς τὸ Δημόσιον τοὺς ἀμέσους φόρους. Βεβαίως οἱ φορολογούμενοι, τῶν ὁποίων τὰ προϊόντα ἐξάγονται εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ὑφίστανται ποιάν τινα τοῦ προϊόντος αὐτῶν ὑποτίμησιν. Τοῦτο δὲ δύναται νὰ λεχθῇ διὰ τοὺς σταφιδοκτήμονας, διότι τούτων τὸ προϊόν, ἐξαγόμενον εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ὑφίσταται ὑποτίμησίν τινα ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος...
§226Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Καὶ οἱ καπνοπαραγωγοί.
§227Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν οὗτοι πληρώνουσιν ἄμεσόν τινα φόρον.
§228Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ὄχι.
§229Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἄμεσον, οὔτε φόρον ἐξαγωγῆς. Ἑπομένως οὐδεμίαν οὗτοι σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Οἱ ἔχοντες ἀροτριῶντα κτήνη βεβαίως δὲν ἐπηρεάζονται ἐκ τῆς τιμῆς τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος.
§230ΑΓΑΜ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Οἱ μετανάσται εἰσάγουσι χρῆμα, χωρὶς νὰ πληρώνωσί τι. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὸν καπνόν.
§231Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ καπνὰ ἀποτελοῦσι μίαν σπουδαίαν πηγὴν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου· ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν καπνοπαραγωγήν, ὅπως εἰσάγηται μεῖζον ποσὸν μεταλλικοῦ νομίσματος εἰς τὴν χώραν. Συζητῶ ὅμως νῦν περὶ τῆς σχέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ τιμὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἤρθη παρ’ ἡμῖν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, συνέπεσε μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κυρίου Νέγρη νὰ διατελῶμεν, οὗτος μὲν ὡς Γενικὸς Διευθυντής, ἐγὼ δὲ ὡς Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρείας τῶν Μεταλλουργείων. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐπῆλθε βλάβη εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑταιρείας ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι ἕνεκα ταύτης ἡ Ἑταιρεία εἰσέπραττεν ὀλιγώτερον εἰς δραχμὰς ποσὸν ἐκ τοῦ μολύβδου. Κατὰ πρότασιν τοῦ κυρίου Νέγρη τὸ Συμβούλιον τῆς Ἑταιρείας προέβη εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων, τῶν πληρωνομένων εἰς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἐργάτας. Ἀλλ’ ὅτε τοῦτο ἐγνώσθη, εἴχομεν ἀπεργίαν, διότι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας οὐδεμίαν ἐπήνεγκε μείωσιν τῶν τιμῶν, εἰς ἃς οἱ ἐργάται ἐπρομηθεύοντο τὰ πρὸς τροφὴν καὶ ἐνδυμασίαν των εἴδη.
§232Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἐπιχειρήσεως ὅμως ἤσκησε. Δὲν εἴχετε ὅμως τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβληθῆτε, καὶ σᾶς ἠνάγκασαν νὰ πληρώσητε ἐν τῷ αὐτῷ ἀριθμῷ μεγαλειτέραν δύναμιν νομισματικήν.
§233Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠλαττώθη βεβαίως κατά τι ἡ πρόσοδος τῆς Ἑταιρείας. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὅμως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους οὐδεμίαν ἐπήνεγκε μείωσιν. Οἱ ἐν Λαυρίῳ πληρώνοντες φόρον ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν ἐξηκολούθουν νὰ πληρώνωσιν ἀνελλιπῶς τοὺς φόρους τοῦ Δημοσίου. Ὅταν συζητῶμεν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἤτοι περὶ τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, ἐπὶ τῶν φόρων, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τοὺς ἀμέσους φόρους, διότι ἐπὶ τῶν ἐμμέσων φόρων, οἷον ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, οὐδεμίαν ἀσκεῖ ἐπιρροὴν ἡ τιμὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Τοὐναντίον δὲ, ὅταν ὑποτιμᾶται ὁ χρυσὸς, αὐξάνει ἡ εἰσαγωγή.
§234Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι καλλίτερον νὰ λάβητε τὰ μονοπώλια.
§235Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ πετρελαίου ἡ τιμή, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ τὸ φράγκον, δὲν μεταβάλλεται. Ἐρωτῶ ὅμως ὑμᾶς, ἐκ τῆς τοιαύτης ὑπερτιμήσεως τοῦ χαρτονομίσματος δὲν ὠφελήθη τὸ Δημόσιον;
§236Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλοίμονον, ἐὰν δὲν ἔχῃ καὶ μικρὰν ὠφέλειαν!
§237Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι μικρά. Κατὰ τὰ ἔτη 1901, 1902 καὶ 1903 τὸ Δημόσιον ἐπλήρωσε λόγῳ ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους 9,500,000 δρ. περίπου κατ’ ἔτος. Τί ἐπλήρωσε τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ 1904, ὅτε ὑπερετιμήθη τὸ χαρτονόμισμα; 6,967,000. Τί ὑπολογίζετε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905; 5,295,000. Τὸ Δημόσιον ὠφελήθη 4,000,000 περίπου.
§238Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ αὐτό.
§239Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ ὑποτίμησις τοῦ χρυσοῦ ἐπηρέασε τὰς προσόδους τῆς χώρας, βεβαίως ὅμως ἐμείωσε τὸ ποσὸν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, διότι ἡ ἐλάττωσις τῶν δημοσίων δαπανῶν κατὰ 4,000,000 δὲν εἶναι ἀναξία λόγου. Ὑπάρχουσιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐπιστήμην πολλὰ θεωρήματα, τοῦτο δὲ γινώσκει κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Γινώσκει ὅμως συνάμα, ὅτι τὰ θεωρήματα ταῦτα μεταβάλλονται κατὰ τόπους. Πρέπει τὰ θεωρήματα ταῦτα νὰ συναρμολογῶνται πρὸς τὰς τοπικὰς συνθήκας καὶ περιστάσεις, τοῦθ’ ὅπερ ἀναγνωρίζουσιν οἱ κράτιστοι τῶν οἰκονομολόγων. Καὶ ἐνταῦθα τοῦτο συμβαίνει ἀκριβῶς. Ἡ θεωρία, ὑπὲρ τῆς ὁποίας τοσοῦτον ἐνθέρμως συνηγόρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τῆς ὁποίας τὸ φάσμα προβάλλει εἰς τὴν Βουλήν, ὡς δυνάμενον νὰ κλονίσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, στερεῖται πρακτικῆς ἀξίας. Ὑποστηρίζων τὴν θεωρίαν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλεγεν: «Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἀκόμη ἐπὶ πλέον ἡ ὑπερτίμησις αὐτὴ τοῦ χαρτονομίσματος! Οὐαὶ εἰς ἡμᾶς, ἐὰν δὲν ὑποτιμηθῇ τὸ χαρτονόμισμα!» Ὑπάρχουσι βεβαίως παρ’ ἡμῖν κοινωνικαί τινες τάξεις, αἵτινες ζημιοῦνται ἐκ τῆς τοιαύτης τοῦ χαρτονομίσματος ὑπερτιμήσεως. Τοιαῦται δέ εἰσιν αἱ παράγουσαι προϊόντα καταναλισκόμενα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Φρονῶ ὅμως, ὅτι, ἐὰν διὰ τῆς ἐξελίξεως τῶν πραγμάτων, διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, καταλήξωμεν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν εἶναι τοῦτο μέγα κοινωνικὸν καὶ ἐθνικὸν δυστύχημα. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δημιουργεῖ ἀνώμαλον κατάστασιν κοινωνικὴν, καθίστησι δυσχερῆ τὴν λειτουργίαν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν συναλλαγῶν ἐν γένει, ἀποτελεῖ δὲ αἰσθητὴν πρόσθετον φορολογίαν. Κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὡς εἶπον ἤδη, ὑπῆρξαν αὐτόματα τὰ πλεονάσματα τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅστις συνειργάζετο μετὰ τῆς κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι αὕτη πάντοτε, ὁσάκις ἐγίνετο ἐνταῦθα συζήτησις περὶ τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, προέβλεπεν ἐλλείμματα, καὶ κατηγόρει ἡμῶν ὡς λίαν αἰσιοδόξων. Περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων δὲ τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἡ Ἀντιπολίτευσις διετείνετο, ὅτι ἡ χρῆσις αὕτη θὰ παρουσιάσῃ ἔλλειμμα 15 ἕως 20 ἑκατομμυρίων. Εἰς τὴν γνώμην δὲ ταύτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προσεχώρησαν καὶ οἱ ξένοι. Καὶ ὅμως ἡ χρῆσις τοῦ 1900 παρουσίασε περίσσευμα. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς παρηκολούθει τὰ δημόσια οἰκονομικὰ κατὰ τὴν τριακοντάμηνον χρονικὴν περίοδον, καθ’ ἣν διεχειρίζετο τὰ κοινὰ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ ἐξήταζε τὰ πράγματα βαθύτερον καὶ μᾶλλον ἐπισταμένως, δὲν ἤθελε προβάλει τὸν ἰσχυρισμόν, ὅτι τὰ πλεονάσματα τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901 προέκυψαν αὐτομάτως, διότι τὰ αὐτόματα καὶ αὐτοκίνητα οὐδὲν ἔχουσι τὸ κοινὸν πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν οἱουδήποτε Κράτους. Ἐὰν λοιπὸν ἐνεβάθυνε πλειότερον, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι κατωρθώθη τότε νὰ περισταλῇ τὸ λαθρεμπόριον, κατωρθώθη δὲ ἰδίως νὰ γείνῃ ὡς οἷόν τε ἀκριβεστέρα ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τῶν φόρων, κατωρθώθη δὲ ἰδίως νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ καθυστερήσεις τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων, διότι ἐφηρμόσαμεν ἀπαρεγκλίτως τὴν ἀρχὴν νὰ μὴ χωρίσωμεν τοὺς φορολογουμένους εἰς κατηγορίας φίλων καὶ ἐχθρῶν, ἀλλὰ νὰ θεωρήσωμεν πάντας τοὺς ὀφειλέτας ἴσους ἀπέναντι τοῦ νόμου, καὶ νὰ καταδιώκωμεν πάντας ἀνεξαιρέτως, ὅπως ἐκπληρώσωσιν ἀνελλιπῶς τὰς πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις των. Εἶναι μάλιστα τοσοῦτον τὸ πρᾶγμα καταφανὲς, ὥστε εἰς σχετικήν τινα συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ τῆς ληξάσης Περιόδου αὐτὸς οὗτος ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐμέμφθη ἡμῶν, διότι κατωρθώσαμεν νὰ εἰσπράξωμεν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ περισσότερα τῶν ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὕρισκεν, ὅτι ἀφῃρέσαμεν ἀπὸ τὰς περιουσίας τῶν ἰδιωτῶν μεγαλείτερον ποσὸν ἀφ’ ὅ,τι ἀφῃρεῖτο ἄλλοτε. Ἡμεῖς, ἐργασθέντες ὅπως εἰργάσθημεν, εἴχομεν ὑπ’ ὄψει οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ ἕτερόν τι, δηλαδὴ νὰ μὴ ὑπάρχωσι προνομιοῦχοι ὀφειλέται ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, διότι, ὅταν τινὲς τούτων κατορθώσωσι διὰ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ μέσου νὰ ὑπεκφεύγωσι τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις των, οὗτοι καθίστανται προνομιοῦχοι ἀπέναντι τῶν ἄλλων, τῶν νομοταγῶν, τῶν ἐκπληρούντων τὰς νομίμους αὑτῶν ὑποχρεώσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔκρινεν, ὅτι τ’ ἀναγεγραμμένα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἔσοδα τοῦ 1905 ἐνεγράφησαν μετὰ περιφρονήσεως πρὸς τὰ πράγματα· ὑπέλαβε δὲ, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν νὰ μειώσῃ ταῦτα κατὰ ποσὸν δραχ. 2,685,272. Ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ποσὸν ἐσόδων ἐκ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων 200,000 δραχμὰς, ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ 400,000, ἐκ τῶν τηλεγραφικῶν τελῶν δρ. 200,000, ἐκ τοῦ πετρελαίου 420,000, ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου 101,000, καὶ ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων 1,018,000. Ἐπειδὴ δὲ προσέθηκεν εἰς τὸν φόρον τῶν σφαζομένων ζώων δραχ. 80,000, καὶ εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν 200,000, περιώρισε τὰς ἐλαττώσεις ἐν τῷ συνόλῳ τῶν ἐσόδων εἰς τὸ ὁποῖον ἐσημείωσα ἤδη ποσὸν τῶν δραχ. 2,685,282. Ἐκ τῆς προταθείσης μειώσεως τῶν ἐσόδων οὐδὲν παράγεται κακὸν, διότι ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴ οὐδεμίαν ἐξασκεῖ ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπραχθησομένων ἐσόδων. Φρονῶ ὅμως, ὅτι, ἐὰν μᾶλλον ἐπισταμένως ἐξήταζε τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκεν κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος παρετηρήθη κατάπτωσίς τις εἰς τὰς εἰσπράξεις ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐκ τοῦ πετρελαίου καὶ ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου, ἤθελε προαχθῆ εἰς σκέψεις περὶ τῶν ληπτέων μέτρων πρὸς ἀνακοπὴν τῆς παρατηρηθείσης καταπτώσεως. Ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἔλεγεν ἐντεῦθεν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου περὶ ἐπιτηδευμάτων νόμου καὶ ἐντεῦθεν ἔχομεν διαρκῶς ἐλαττώσεις, πρὸ πάντων δὲ κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν παρέλιπον νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκεν ἐπῆλθεν ἡ μείωσις τοῦ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων δημοσίου ἐσόδου. Ὁ κατὰ τὸ 1899 ψηφισθεὶς τῇ εἰσηγήσει ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νόμος δὲν παρέμεινεν ἄρτιος, ἀλλ’ ἐτροποποιήθη τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου νῦν Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ, ὑποστηρίξας τὸν νόμον τὸ 1899, ἀνεχώρουν ἐκ τῆς ἀρχῆς, ἥτις καὶ ἀλλαχοῦ κρατεῖ, ὅτι, ἵνα ἀσκήσῃ τις ἐπιτήδευμά τι ἐκ τῶν εἰς φόρον ὑποβαλλομένων, ἔχει ἀνάγκην ἀδείας· ἵνα δ’ ἔχῃ τὴν ἄδειαν ταύτην, πρέπει νὰ πληρώνῃ τὸν φόρον προκαταβολικῶς, τοὐλάχιστον ἐν τῇ ἀρχῇ ἑκάστης τριμηνίας. Οὕτω δὲ καὶ μόνον ὁ ἔλεγχος εἶναι πλήρης, διότι, ὅταν οἱ ἀστυνόμοι ἢ αἱ ἄλλαι ἀρχαὶ ἐπισκέπτωνται ἢ ἐπιθεωρῶσιν οἱονδήποτε κατάστημα, καὶ δὲν εὑρίσκωσι παρ’ αὐτῷ ἄδειαν ἐξασκήσεως τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἐφαρμόζονται κατὰ τοῦ τοιούτου ἐπιτηδευματίου αἱ νόμιμοι ποιναί. Κατὰ τὸν μεταγενέστερον ὅμως νόμον, ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος εἶναι πληρωτέος κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης τριμηνίας. Οὕτως ὁ ἔλεγχος ἐξέλιπε, τὸ δὲ Δημόσιον συνήθως ἀπόλλυσι τὸ τέταρτον τοῦ φόρου, τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὴν μίαν τῶν τεσσάρων τοῦ ἔτους τριμηνιῶν, διότι ὁ ἔλεγχος ἄρχεται ἀπὸ τῆς δευτέρας τριμηνίας. Ἰδοὺ ὁ λόγος, οὗ ἕνεκεν ἐπῆλθεν ἡ ἐλάττωσις τῆς προσόδου ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Ἐὰν ἐψηφίζετο ἢ ἐὰν ἐν τῷ μέλλοντι ψηφισθῇ τὸ εἰσαχθὲν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἐμοῦ νομοσχέδιον, θὰ ἔχωμεν πρόσοδον ἀνωτέραν τῆς τοῦ 1904 κατὰ 700,000 δραχμὰς τοὐλάχιστον. Ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ, δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει τις μεταξὺ ἡμῶν ὁ φρονῶν, ὅτι ἠλαττώθησαν οἱ καπνισταί. Τουναντίον δὲ, κατὰ πάγκοινον ὁμολογίαν, ηὔξησεν ἐπαισθητῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν καπνιζόντων. Διατὶ ἐμειώθησαν αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου; Διότι ἐξέλιπεν ἢ ἐχαλαρώθη ἡ καταδίωξις τοῦ λαθρεμπορίου. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν φορολογικῶν περὶ τοῦ καπνοῦ διατάξεων χρησιμεύουσιν ἰδίως αἱ ἀστυνομικαὶ ἀρχαὶ καὶ τὰ ὄργανα τὰ ἀστυνομικά. Τί δὲ παρετηρήθη κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας; Ἡ πλήρης τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἀδιαφορία, ἐκ τούτου δὲ τὸ λαθρεμπόριον τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου ἔλαβεν ἐπιφόβους διαστάσεις. Συνετέλεσεν ἐν μέρει καὶ ἡ αὔξησις τῆς παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ, καὶ ἡ ἐκ ταύτης αὔξησις τῶν καταχρήσεων ἐν ταῖς καπνοφόροις ἐπαρχίαις, ὅπου ἡ ἐπίβλεψις τῶν ἀρχῶν δέον νὰ ἦναι συντονωτέρα. Ὁ νόμος περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ προβλέπει ποινὰς αὐστηροτάτας· ὁμολογῶ δὲ, ὅτι, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κατηγορήθην, διότι ὑπῆρξα ἀπηνὴς καὶ ἀμείλικτος διώκτης τῶν παραβιαζόντων τὸν νόμον, ἰδίως δὲ διότι προὐκάλεσα τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ποινῆς τῆς ἐκτοπίσεως. Οἱ ἐκτοπισθέντες οἱ ἢ συγγενεῖς αὐτῶν ἢ οἱ λόγῳ τῆς πολιτικῆς προστατεύοντες αὐτοὺς ὑπέβαλλον εἰς ἐμὲ παράπονα, ἐγὼ ὅμως ἐπέμενον, διότι ἀπεδείχθη ἐκ πείρας, ὅτι ἰδίως ἡ ποινὴ τῆς ἐκτοπίσεως καταστέλλει τὰς καταχρήσεις. Τίς ὅμως δύναται εὐλόγως νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ παραβιάζοντος τοὺς νόμους τῆς πατρίδος; Τίς δύναται νὰ παραπονῆται εὐλόγως κατὰ τῆς ποινῆς τῆς ἐκτοπίσεως, ὅταν ὁ νόμος τὴν ποινὴν αὐτὴν ἀναγράφῃ; Ἔχουσι τὸ δικαίωμα αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ νὰ παραλείπωσι τὴν ποινὴν ταύτην κατὰ τῶν παραβατῶν τοῦ νόμου; Ἐὰν λοιπὸν ἔστρεφε τὴν προσοχήν του ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβάλῃ τὴν μείωσιν τοῦ ποσοῦ τῆς ἐκ τοῦ καπνοῦ προσόδου. Ἐὰν δὲ κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ἡ μείωσις τῆς προσόδου ταύτης ὑπῆρξε μᾶλλον αἰσθητὴ, δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰς ἐκλογάς, γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι, ὅταν ἄρχηται ὁ ἐκλογικὸς ὀργασμὸς, ἄρχεται καὶ ἡ ἔκλυσις τῶν δημοσίων ὀργάνων καὶ ἰδίᾳ τῶν ἀστυνομικῶν. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὸ πρὸ τῶν ἐκλογῶν χρονικὸν διάστημα καταναλίσκεται μείζων ποσότης καπνοῦ, παρετηρήθη τελευταίως, ὅτι ἠλαττώθησαν καὶ αὐταὶ αἱ κανονικαὶ ἐκ τοῦ καπνοῦ εἰσπράξεις...
§240Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τοῦτο τὸ φαινόμενον τὸ παρετηρήσατε καὶ εἰς ἄλλας ἐκλογάς;
§241Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· εἰς αὐτὰς μόνον. Ἐνοεῖται, ὅτι πᾶσα μείωσις τῆς προσόδου τοῦ καπνοῦ ἐπάγεται καὶ τὴν μείωσιν τῆς ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου, διότι ταῦτα εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένα. Ὡς πρὸς τὸ πετρέλαιον, ἡ ἐλάττωσις τῆς δημοσίας προσόδου προῆλθεν ἐκ τῆς ἐπιτάσεως τοῦ λαθρεμπορίου, διότι, γνωστὸν εἶναι, ὅτι εἴδη λαθρεμπορικὰ παρ’ ἡμῖν εἶναι ἰδίως τὸ σιγαρόχαρτον, τὸ πετρέλαιον, ἡ ζάκχαρις καὶ ὁ καφές. Τὴν πρώτην θέσιν ἔχει ἡ ζάκχαρις, τὴν δευτέραν τὸ πετρέλαιον, καὶ τὴν τρίτην τὸ σιγαρόχαρτον. Ὅταν βλέπῃ τις, ὅτι πρὸ πάντων τοῦ πετρελαίου ἡ κατανάλωσις εἶναι δυσανάλογος πρὸς τὸν πληθυσμὸν εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου, εἰς τὰς πόλεις τὰς γειτνιαζούσας πρὸς τὴν Χαλκιδικὴν, καὶ εἰς τὰς πόλεις τῆς δυτικῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἑπτανήσου, τὰς γειτνιαζούσας πρὸς τὴν Ἤπειρον, προάγεται εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς τελουμένης λαθρεμπορίας. Τοῦτο δὲ ἀπεδείχθη καὶ ἐκ τοῦ ὅτι, ὅτε ὑπῆρξε σύντονος καὶ ἀδιάλειπτος ἡ καταδίωξις τοῦ λαθρεμπορίου, ηὔξησεν ἡ ἐκ τοῦ πετρελαίου πρόσοδος μέχρι τοῦ διπλασίου. Ὡς πρὸς τὴν ἐκ τοῦ πετρελαίου πρόσοδον, ἔλεγον πρὸ ὀλίγου πρὸς ὑμᾶς καὶ ἕτερόν τι. Ἡ πρόοδος τοῦ φωτισμοῦ δι’ ἄλλων ὑλῶν, τῆς ἀσετυλίνης, τοῦ γκάζ, τῆς γκαζολίνης καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ ῥεύματος, ἐπήνεγκε φυσικῶς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ καταναλισκομένου πρότερον πετρελαίου. Οὐδεὶς ὅμως λόγος ἐπιβάλλει ἡμῖν νὰ μὴ φορολογῶμεν τὰς φωτιστικὰς ταύτας ὕλας, καὶ νὰ ἔχωμεν οὕτω τὸ ἀντισήκωμα τῆς ἐλαττώσεως τῆς προσόδου τοῦ πετρελαίου. Ἡ ἀφαίρεσις δὲ τοῦ ποσοῦ 1,018,000 δραχμῶν ἐκ τῶν ἐσόδων κεκλεισμένων χρήσεων, λόγῳ ὅτι αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς ὀφειλῆς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐξ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους 1903 καὶ δὲν θὰ εἰσπραχθῇ ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1905, δὲν εἶναι, κατ’ ἐμέ, ἀποχρῶν, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ. Ἐὰν τὰ πράγματα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ ἐν γένει τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν σταφίδα δὲν χειροτερεύσωσι, βεβαίως κατὰ τὸ 1905 θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον καὶ τὴν ὀφειλὴν ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος τοῦ 1903 καὶ ὁλόκληρον τὸν ἔγγειον φόρον τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους 1904. Ἀλλὰ τὸ πολιτικὸν ἢ μᾶλλον τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἔπρεπε νὰ καταλήξῃ ὅπου κατέληξε, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀνεπάρκεια αὐτοῦ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν πιεζουσῶν τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀναγκῶν. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Βουλὴν, ἔλεγεν, ὅτι εὑρίσκεται, ἀρχομένου τοῦ 1905, πρὸ ἐλλείμματος 24,000,000, διότι εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν προσέθηκε τὸ ἔλλειμμα τὸ ἐκ προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐκ δραχμῶν 12,000,000 περίπου, οὕτω δὲ ἐλλείπουσιν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον 24,000,000. Ὅταν λάβῃ τις ὑπὸ σημείωσιν, ὅτι ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν ἐτῶν 1902, 1903 καὶ 1904 καὶ ἐκ τῶν προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἀφῃρέθησαν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου 24,000,000, εὑρίσκει ὅτι τῳόντι περιέστημεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Εἶναι μάλιστα θαῦμα, πῶς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἶναι, ἂν ὄχι διαρκῶς, ἀλλὰ κατὰ διαλείμματα, ἀνοικτὸν πρὸς πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου! Ἵνα ὅμως μειώσῃ τὴν ἔκπληξίν μας ὁ κ. Ὑπουργός, προσέθηκεν, ὅτι πρέπει ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τούτου ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ περίσσευμα τῶν χρήσεων τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901 ἐκ δραχ. 9,000,000, καὶ τότε τὸ ἔλλειμμα περιορίζεται εἰς 14,000,000. Πάντως ὅμως ταῦτα ἐλλείπουσι, καὶ πρέπει περὶ τῆς προμηθείας τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ προνοήσωμεν. Πρέπει νὰ προνοήσωμεν, διότι ἐξέλιπε, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἡ πίστις πρὸς τὸ Κράτος, διότι οὔτε 1,000,000 δραχ. ἔντοκα γραμμάτια δύναται τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ διαθέσῃ. Ὅτε ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, εὗρεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον μόνον 100,000 δραχμὰς, συνάμα δὲ καὶ ἐπιταγὴν ἐπὶ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ δύο ἑκατομμυρίων, ἐνῷ ταυτοχρόνως, ἐπικειμένων τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων, ἦτο ἀνάγκη νὰ πληρωθῶσι καὶ οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐνόει, ὅτι 100,000 δραχμαὶ εὑρίσκοντο εἰς πάντα τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους· ἐνόει βεβαίως τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν κατάστασιν τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου τῆς 15 Δεκεμβρίου, διὰ νὰ κρίνω, ἂν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία αὕτη. Ἀφοῦ ὅμως τὴν πληροφορίαν ταύτην παρέσχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὴν ἀποδέχομαι ὡς ἀκριβῆ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προσέθηκεν, ὅτι διέθηκεν ἔντοκα γραμμάτια 4,000,000 δραχμῶν, τουτέστιν εὗρε διατεθειμένα ἔντοκα γραμμάτια ἐκ δραχ. 2,500,000, τὰ ὁποῖα, ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εὗρον καὶ ἀφῆκα ὡς εἶχον, ὡς ἔπραξε καὶ ὁ διάδοχός μου, ηὔξησε δὲ ταῦτα εἰς 6,500,000, ἤτοι ἐδανείσθη 4,000,000. Ἀλλὰ καὶ πάλιν εὑρίσκεται ἐν ἐλλείμματι, καὶ ἠναγκάσθη νὰ αἰτήσηται δάνειον. Προσέθηκε μάλιστα, ὅτι ἀπηυθύνθη πρὸς τοὺς δυναμένους νὰ δανείσωσι τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἔλαβεν ἀπάντησιν ἀρνητικήν· μόνον δὲ ὅτε πρὸς τὸν δόντα τὴν ἀρνητικὴν ἀπάντησιν ἐξήγησε τὰ ἑαυτοῦ σχέδια, μόνον ὅτε ἐβεβαίωσεν αὐτὸν, ὅτι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ προβάλῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους θ’ ἀνορθωθῶσι καὶ θὰ βελτιωθῶσιν οὐσιωδῶς, μόνον τότε ἔλαβε τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ ὄχι πλέον περαιτέρω διάθεσιν ἐντόκων γραμματίων, ἀλλὰ δάνειον δραχ. 14,000,000, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ εἰς 7,000,000, δι’ ὧν θ’ ἀντικαταστήσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδανείσθη ἤδη τὸ Κράτος δι’ ἐντόκων γραμματίων, ὅπως οὕτως ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσίν του τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα σκοπὸν ἔχουσιν, ὡς πάντες γινώσκομεν, τὴν προσωρινὴν θεραπείαν ἐπειγούσης ἀνάγκης τοῦ Δημοσίου, μέχρις οὗ ἔλθῃ ὁ χρόνος τῆς ἐξ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων εἰσαγωγῆς χρημάτων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Εἶναι ἆρά γε τὸ ποσὸν τοσοῦτον, ὅσον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἀνέρχεται δηλαδὴ τὸ ἔλλειμμα εἰς 23,500,000, καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν πλεονασμάτων τῶν χρήσεων 1889, 1900 καὶ 1901 ἀπομένει πάντως ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 14,000,000; Νομίζω, ὅτι παρεισέφρησε λάθος τι ὡς ἐκ τῆς ἀφετηρίας, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, συνδέσας τὸ παρὸν πρὸς τὸ παρελθὸν διὰ μόνης τῆς συγκρίσεως καὶ ἐξετάσεως τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν· τὸ λάθος ἀνάγεται εἰς τὸ ὁποῖον ὑπελόγισεν ἔλλειμμα ἐκ προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἀνεκοίνωσα προηγουμένως τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου μέχρι τοῦ 1903. Ἔλεγον δ’ ὑμῖν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους 1901 οὐδὲν ἔλλειμμα ὑπῆρχεν, ἀλλὰ τοὐναντίον ὑπῆρχε πλεόνασμα, κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον. Ὅλα τὰ ἐλλείμματα, καὶ τὰ ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν οἷς καταλέγονται καὶ αἱ προκαταβολαὶ αἱ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶχον πληρωθῆ. Ἐπληρώθησαν ἀπὸ τὸ πλεόνασμα, τὸ ὁποῖον ἀπέδωκαν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν μέχρι τοῦ 1901 χρήσεων. Ἑπομένως ἐλλείμματα ἐκ προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν μόνον ἀπὸ τοῦ 1902 καὶ ἐντεῦθεν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχομεν ποσὸν ὀλιγώτερον κατὰ 3,600,000 δραχμὰς, ἤτοι τὸ ἔλλειμμα περιορίζεται εἰς 10,000,000. Ἐὰν δὲ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅπως ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν διὰ τὸν ἔγγειον φόρον τῆς σταφίδος τοῦ 1904 καὶ τὴν καθυστέρησιν τοῦ φόρου τοῦ 1903 ἐκ 5,500,000, τότε τὸ ἔλλειμμα κατέρχεται εἰς 4,500,000. Ἀλλὰ διορθῶν τὰ ἀριθμητικὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν κατέχομαι ὑπὸ αἰσιοδοξίας, οὔτε νομίζω, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους εἶναι ἐνθαρρυντική. Τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι, ἐὰν εἰς μόνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις, περιορισθῶμεν, οὐ μόνον δὲν θ’ ἀνορθώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, οὐ μόνον δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τοὺς νόμους, τοὺς ψηφισθέντας ὑπὸ τῆς Βουλῆς, περὶ συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἀλλὰ θὰ εὑρεθῶμεν καὶ πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου. Κατ’ ἐμὲ, τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπάγονται, ὡς ἔλεγον πρότερον, οἰκονομίας διὰ μὲν τὸ ἔτος τοῦτο πραγματικὰς 1,400,000 δραχμῶν, ὑπολογιζομένας δὲ δι’ ἓν ὁλόκληρον ἔτος, 3,000,000. Δὲν εἶναι ὅμως βέβαιον, ἂν πάντα τὰ μέτρα, τὰ προβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ τύχωσι τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, διότι τινὰ ἐκ τούτων, ὅταν ἐκ τῆς συζητήσεως ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ὁδηγοῦσιν εἰς οἰκονομίας καὶ ἐλαττώσεις δαπανῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον δημιουργοῦσιν ἄλλας δαπάνας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅταν ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι τινὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων, μεταβαλλόμενα εἰς νόμους, δύνανται νὰ προκαλέσωσι βλάβας κοινωνικὰς, βεβαίως δὲν θέλουσι ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων προάγομαι εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορισθῶσι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ ὑποβληθέντα ὑπ’ αὐτῆς νομοσχέδια, ἀλλὰ πρέπει ἐπειγόντως νὰ ληφθῶσι καὶ τὰ μέτρα τὰ συμβάλλοντα εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἐξ ὅσων ἐξέθηκα ἤδη πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπείσθητε, φρονῶ, ὅτι τὰ προβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρα εἰσὶν οὐ μόνον ἀνεπαρκῆ, ἀλλὰ καὶ ἄστοχα καὶ ἀπρόσφορα πρὸς ὃν προεβλήθησαν σκοπόν· ἀνεπαρκῆ μὲν, διότι δι’ αὐτῶν προφανῶς δὲν ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἄστοχα δὲ καὶ ἀπρόσφορα, διότι τὰ μέτρα ταῦτα ἀφ’ ἑνὸς μὲν δημιουργοῦσιν ἑτέρας δαπάνας, καὶ μειοῦσι τὰ δημόσια ἔσοδα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ προκαλοῦσιν ἠθικὰς βλάβας καὶ κοινωνικὰς ἐξεγέρσεις. Ἐὰν δὲ ἡ σύγκλησις τῆς παρούσης Βουλῆς ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους εἰς βαθμὸν ἐπιτρέποντα τὴν σύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν τῆς χώρας δυνάμεων, τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὁδηγεῖ εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἐὰν ὄντως τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπιβάλῃ νὰ μὴ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, ἤτοι νὰ μὴ παύσωμεν μεριμνῶντες περὶ τῶν ἐκτὸς τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου οἰκούντων Ἑλλήνων, ὀφείλομεν ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς δύο τινά. Ὀφείλομεν νὰ ἐντείνωμεν τὰς προσπαθείας ἡμῶν, ὅπως ἐπιτύχωμεν δύο τινά. Πρῶτον νὰ ἀνορθώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ κατὰ τρόπον καὶ βαθμὸν, ὥστε διὰ τῶν μέσων τοῦ σταθεροῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπαρκῶμεν εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως καὶ εἰς τὰς δαπάνας τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, βελτιοῦντες συνάμα καὶ πάντας τοὺς κλάδους τῆς δημοσίας διοικήσεως. Διότι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι, ὅταν ὁ ὀργανισμὸς ὁ ἐσωτερικὸς καὶ ἰδίᾳ ὁ οἰκονομικὸς λειτουργῇ ἐπὶ σταθερῶν βάσεων καὶ ᾖναι ὑγιής, τότε καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἐξυπηρετοῦσαν τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Δεύτερον, νὰ ὀργανώσωμεν προσηκόντως τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας ἡμῶν, ἀναλόγως πάντοτε τῶν μέσων ἡμῶν· διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι, ὅταν διατελῶμεν συντεταγμένοι στρατιωτικῶς, τότε μόνον δυνάμεθα νὰ ληφθῶμεν ὑπ’ ὄψιν, ὡς παράγοντες ἐν τῷ διακανονισμῷ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἕνεκα γνωστῶν λόγων περιήλθομεν εἰς ἣν εὑρισκόμεθα σήμερον κατάστασιν, τουτέστι νὰ ἔχωμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἡμῶν ἐν οὐχὶ εὐαρέστῳ καταστάσει, καὶ νὰ μὴ ὦμεν στρατιωτικῶς συντεταγμένοι, ὀφείλομεν νὰ μὴ παρορῶμεν τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, ἃς διερχόμεθα, ὀφείλομεν νὰ μὴ κλείωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμῶν πρὸ τῶν νεφῶν, ἅτινα ὁ πολιτικὸς ὁρίζων ἐνδεικνύει ἡμῖν, καὶ ἅτινά εἰσι λίαν σκοτεινά, καὶ πολλοὺς δι’ ἡμᾶς κινδύνους κρύπτουσιν. Ὅταν δὲ πάντες ἀνομολογῶμεν τοὺς κινδύνους, οἵτινες ἀπειλοῦσι τὰ ὕψιστα τοῦ ἔθνους συμφέροντα, ὀφείλομεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν πεπατημένην ὁδὸν, καὶ νὰ τάμωμεν νέαν ὁδόν. Ὀφείλομεν νὰ ἐξαρθῶμεν εἰς ἀτμόσφαιραν μὴ ἐπηρεαζομένην ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, μὴ ἐπηρεαζομένην ὑπὸ κομματικῶν συμφερόντων, μὴ ἐπηρεαζομένην ὑπὸ τῆς ἐκλογικῆς ἰδιοτελείας. Ἐν τῷ παρελθόντι διεπράχθησαν πολλὰ σφάλματα ὑπὸ πάντων τῶν διαχειρισαμένων τὰ κοινά. Πρῶτον καταλέγω ἐμὲ αὐτὸν μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέπεσαν εἰς σφάλματα, κατὰ τὸ μέτρον τῆς μετοχῆς μου ἐν τῇ διοικήσει Ἀλλὰ τὰ σφάλματα τοῦ παρελθόντος ἀποτελοῦσιν ἐπιβλητικώτατον δίδαγμα καὶ πολύτιμον ἐφόδιον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν διὰ τὸ μέλλον. Ὀφείλω μετ’ ἀνυποκρίτου εἰλικρινείας νὰ ὁμολογήσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, ὁμιλῶν ὡς ὁμιλῶ, δὲν ἐμπνέομαι ἀπὸ πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ὁρμῶμαι ἐκ προθέσεων ἀντιδράσεως κατὰ τῶν πολιτικῶν μου ἀντιπάλων, οὐδένα δὲ αἰσθάνομαι πόθον φιλαρχίας. Ὅταν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ἀπειλῶνται ὑπὸ προφανοῦς κινδύνου, μόνον ἓν αἴσθημα, μόνον ἓν ἐλατήριον πρέπει νὰ ἐμπνέῃ καὶ ὁδηγῇ καὶ ἐμὲ καὶ πάντας ὑμᾶς ἐν τῇ στιγμῇ ταύτῃ, ὁ πόνος ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ὑπὸ τοιούτων ἐμφορούμενος αἰσθημάτων καὶ πεποιθήσεων, νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μίαν γνώμην, μίαν παρατήρησιν. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις διατελεῖ ὑπὸ περιστάσεις καὶ συνθήκας ἐξόχως εὐνοϊκάς, ὑπὸ ἔποψιν κοινοβουλευτικήν. Ὀφείλει λοιπὸν νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς ψυχολογικῆς ταύτης στιγμῆς. Διατὶ, κύριοι Ὑπουργοί, δὲν ἀντιμετωπίζετε τὴν κατάστασιν, οἵα πρὸ ὑμῶν προβάλλεται; Διατὶ δειλιᾶτε πρὸ παντὸς μέτρου, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ μειώσῃ τὴν δημοτικότητα ὑμῶν; Διατὶ ὑποτιμᾶτε τὰς ζωτικὰς καὶ οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας; Διατὶ λησμονεῖτε, ὅτι δὲν ἔπαυσε νὰ θερμαίνῃ τὰς καρδίας τῶν Ἑλλήνων τὸ ἄσβεστον πῦρ τοῦ πατριωτισμοῦ; Διατὶ λησμονεῖτε τὸ παρελθόν, καὶ δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅταν ἐπιδιώκηται ἡ πραγματοποίησις τῶν ἰδεωδῶν αὑτοῦ, ὑποβάλλεται ἀγογγύστως εἰς πᾶσαν θυσίαν, ἀρκεῖ νὰ ἦναι πεπεισμένος, ὅτι πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν θὰ χρησιμοποιηθῶσιν αἱ θυσίαι αὐτοῦ; Διατί, ἀφοῦ ἐπείσθητε, ὅτι διὰ μόνον τῶν οἰκονομιῶν δὲν ἀνορθοῦνται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἐνδοιάζετε νὰ προβῆτε εἰς μέτρα σκοποῦντα εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων; Ἐὰν τὰ μέτρα, τὰ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προβληθέντα, δὲν ἀρέσκωσιν εἰς ὑμᾶς, δύνασθε νὰ εὕρητε ἄλλα, ἀρκεῖ μόνον νὰ μὴ πιέσητε τὰς παραγωγικὰς καὶ τὰς πενεστέρας κοινωνικὰς τάξεις. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὁποία θὰ ἐξασκηθῇ πίεσις ἐπὶ τῶν παραγωγικῶν τάξεων διὰ τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῆς ἐγχωρίου ζακχάρεως, διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ φωτισμοῦ, διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν; Ὁμολογῶ, ὅτι οὐδεμία τάξις ἐκ τῶν παραγωγικῶν δύναται ἐκ τούτων νὰ πιεσθῇ καὶ νὰ ὑποστῇ κάματον ἢ βλάβην. Ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλή, συναισθανομένη τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, ἀναλογιζομένη τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσι καὶ τὴν οἰκονομικὴν ὑπόστασιν καὶ τὸ μέλλον τῆς χώρας ἡμῶν, θέλει ἐξαρθῆ εἰς περιωπὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην ἢ ἄλλην τὴν εἰσήγησιν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων ἔσται δυνατὸν καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἡμῶν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς προόδου, καὶ τὰ ἰδεώδη τοῦ Ἑλληνισμοῦ νὰ πραγματοποιηθῶσιν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 45′ τῆς νυκτός).