1905.05.09
3.009 στίχοι · 22.650 λέξεις · 199 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
τῆς 9 Μαΐου 1905.
(Δευτέρα).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ τῆς πόλεως Καρπενησίου, διὰ ψηφίσματός του διαμαρτυρομένου κατὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῆς Νομαρχίας Εὐρυτανίας, καὶ παρακαλοῦντος νὰ μὴ ἐπιψηφισθῶσι τὰ σχετικὰ νομοσχέδια ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Παρνασσίδος, διὰ ψηφίσματός του παρακαλοῦντος νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Ἀμφίσσης. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ τοῦ δήμου Ἀγραίων τῆς Εὐρυτανίας, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν προτεινομένην κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου Καρπενησίου, καὶ παρακαλοῦντος νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Κυπαρισσίας, μετὰ παρεπιδημούντων Τριφυλίων καὶ Ὀλυμπίων, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, καὶ παρακαλοῦντος νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τοῦτο. Ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Καρδίτσης, ἐκφράζοντος τὴν εὐχὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῆς Νομαρχίας Καρδίτσης, παρακαλοῦντος δὲ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, καὶ δηλοῦντος, ὅτι ὁ δῆμος Καρδίτσης ἀναλαμβάνει τὴν ἀνέγερσιν φυλακῶν ἰδίᾳ δαπάνῃ, καὶ εἶναι πρόθυμος εἰς πᾶσαν θυσίαν. Ψήφισμα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Κυπαρισσίας, διαμαρτυρομένου κατὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας καὶ παρακαλοῦντος τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ αὐτό. Ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Κυπαρισσίας, καθικετεύοντος τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῆς Νομαρχίας Κυπαρισσίας. Τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου Πατρῶν Γ. Φαρσῆ, παραπονουμένου κατὰ τοῦ ἀστυνομεύοντος Ἀροανείας λοχίου Σπυροπούλου, ὡς πολιορκήσαντος τὴν οἰκίαν του καὶ ἀπειλοῦντος τὴν ζωήν του. Τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πύργου, διαμαρτυρομένου κατὰ τῆς καταργήσεως τῆς εἰς εἶδος φορολογίας τῆς σταφίδος, καὶ ζητοῦντος τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου.
§2Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει κανὲν ἐκ Κορίνθου τηλεγράφημα, κύριε Πρόεδρε;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδὲν τοιοῦτον ἐλήφθη. Ἄν ὑπῆρχε, βεβαίως θ’ ἀνεκοινοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν. Ὁ κύριος Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἔλαβον τὴν τιμὴν κατὰ παρελθοῦσαν συνεδρίασιν νὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ζητῶν πληροφορίας τινὰς, ἀπαραιτήτους δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Εὐρυτανίας καὶ τῶν ἄλλων ὁμοῦ Πρωτοδικείων, διότι βεβαίως ἐν ἀλληλεγγύῃ οἱ Βουλευταὶ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν, ὧν καταργοῦνται τὰ Πρωτοδικεῖα, θέλομεν ὑποστηρίξει τὴν μὴ κατάργησιν αὐτῶν.
§5Π. ΣΑΚΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ποῖος σᾶς ἐδίδαξε τὴν ἀλληλεγγύην αὐτήν;
§6Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὴν ἀλληλεγγύην αὐτὴν μᾶς τὴν ἐδίδαξαν ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς διακόπτουσι.
§7Π. ΣΑΚΚΗΣ. Σᾶς τὴν ἐδίδαξαν, ἀλλὰ δὲν πληρώνετε φόρους, ὅσους ἡμεῖς (θόρυβος).
§8Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτωσιν. Εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ ἀτελεστάτη, ἀπαντῶσα μόνον εἰς ἓν τῶν ὑποβληθέντων ζητημάτων. Βεβαίως οὐδεμίαν εὐθύνην ὑπέχει ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι γνωρίζομεν, ὅτι τὰς ἀπαντήσεις εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τῶν Βουλευτῶν παρασκευάζει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου...
§9Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποίαν ἐπερώτησιν;
§10Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἰς ἐπερώτησιν περὶ τοῦ Δικαστηρίου Εὐρυτανίας.
§11Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πρόκειται περὶ πληροφοριῶν.
§12Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Περὶ πληροφοριῶν. Αἱ δοθεῖσαι ὅμως εἶναι ἀνεπαρκεῖς, καὶ δὲν θὰ μᾶς ἐπιτρέψωσι νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἐκείνου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς τοὐλάχιστον θὰ συζητήσωμεν, ἀποκρούοντες τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Εὐρυτανίας, ἐπὶ τοῦ τοῦ ἐδάφους τοῦ οἰκονομικοῦ. Θέλω νὰ ἀποδείξω δι’ ἀριθμῶν, καὶ νὰ πείσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει, δὲν εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιφέρῃ οἰκονομίας. Πρὸς τοῦτο ἐζήτησα πληροφορίας τινὰς, μοὶ ἐδόθησαν ὅμως ἀτελεῖς. Θὰ παρακαλέσω δὲ, ὑποβάλλων καὶ ἐκ νέου τὴν ἐπερώτησίν μου, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, μετὰ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκε, νὰ συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας.
§13Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐλάβετε γνῶσιν τῶν πινάκων, οἱ ὁποῖοι κατετέθησαν;
§14Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μόνον τῆς πρὸς ἐμὲ ἀπαντήσεως παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ἔλαβον γνῶσιν. Ἐὰν εἰς τοὺς κατατεθέντας πίνακας εὑρίσκωνται καὶ ἄλλαι πληροφορίαι, δὲν θὰ σᾶς ἐνοχλήσω πλέον.
§15Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς δοθῶσιν ὅλαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε.
§16Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εὐχαριστῶ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ κατάργησις τῶν Δικαστηρίων διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου θίγει τόσον τὰ ἠθικὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν, ὅσον καὶ τὰ ὑλικά. Ὅτε ἐδημιουργοῦμεν τὰ Δικαστήρια, ὧν ἤδη ἐπιδιώκεται ἡ κατάργησις, παρείχομεν εἰς ὡρισμένων περιφερειῶν κατοίκους πρὸς τοῖς ἄλλοις εὐκολίαν, ἵνα προσέρχωνται ἀδαπάνως, ἵνα προσέρχωνται ἀκινδύνως εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Ἤδη λόγοι οἰκονομικοὶ, — διότι κυρίως αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον τοὐλάχιστον ἡ Κυβέρνησις τονίζει καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖ τὴν κατάργησιν τῶν Δικαστηρίων.
§17Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχει ἐγκαταλειφθῆ ὁ λόγος αὐτὸς εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§18Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐγκατελείφθη.
§19Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι τόσον σύντομος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ὥστε, ἐὰν ἐγκαταλειφθῇ καὶ ὁ οἰκονομικὸς λόγος, θὰ μείνῃ χάρτης ἄγραφος.
§20Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ἐγκαταλελειμμένος.
§21Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁ λόγος αὐτὸς τῶν οἰκονομιῶν, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἐπανέλθω, ὅτε θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἐντελῶς κενὸς, εἶναι σκιὰ ἁπλῆ, διότι θὰ ἴδητε, ὅτι μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς κειμένης νομοθεσίας, τῶν ὑπαρχόντων, τῶν ὑφισταμένων νῦν Πρωτοδικείων, ἡ διαφορὰ, λέγω, μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου καὶ τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὰ ὀκτὼ καταργούμενα Πρωτοδικεῖα, εἶναι 245,000 δραχμῶν.
§22Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. 190,000.
§23Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§24Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μάλιστα, κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§25Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αἱ σημειώσεις, τὰς ὁποίας εἶχον, δὲν μοὶ ἐπέτρεψαν νὰ φθάσω εἰς αὐτὸν τὸν ἀριθμόν, ἀλλὰ τόσον τὸ χειρότερον διὰ τὴν Κυβέρνησιν.
§26Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐκ τῆς καταργήσεως 8 Πρωτοδικείων μετὰ τῶν παρ’ αὐτοῖς Εἰσαγγελιῶν καὶ φυλακῶν δραχ. 194,896.»
§27Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τὸ 1905.
§28Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τοὺς τέσσαρας μῆνας τοῦ 1905.
§29Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐνῷ πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ καταργήσεως Δικαστηρίων, θέματος σπουδαιοτάτου καὶ χρήζοντος μελέτης, ὑποβάλλεται εἰς ἡμᾶς καθημερινῶς σωρεία νομοσχεδίων, καὶ δὴ νομοσχεδίων σοβαρωτάτων, ἀφορώντων εἰς μεταβολὴν διοικητικῆς διαιρέσεως, μεταβολὴν ἀστυνομικοῦ καθεστῶτος, καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια ὑποβάλλονται μὲ εἰσηγήσεις πολὺ συντόμους, ὑπερβολικῶς συντόμους, καὶ συγχρόνως, ὅπερ τὸ χείριστον, ὑποβάλλονται μὴ συνοδευόμενα ὑπὸ τῶν ἀπαιτουμένων ἐφοδίων, στατιστικῶν πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ἵνα ἐν ἐπιγνώσει ψηφίσωσι τὴν κατάργησιν ἢ τὴν μὴ κατάργησιν τῶν Πρωτοδικείων, ἢ καὶ στέρξωσι τὰς ἄλλας μεταβολάς. Ἐκ τούτου ἀγόμενος ἐζήτησα περισσοτέρας πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω, Κύριοι, ἂν καλῶς ἢ κακῶς, ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἔποψιν, συμφέρει εἰς τὸ Κράτος ἢ εἰς τὴν Δικαιοσύνην, τὰ Δικαστήρια νὰ ἦναι πολλαπλᾶ· τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίζετο ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδημιουργοῦντο τὰ τέσσαρα τελευταῖα Πρωτοδικεῖα, καὶ ὅτε ἐδημιουργοῦντο καὶ τὰ ἄλλα Πρωτοδικεῖα, τῶν ὁποίων νῦν ἐπιδιώκεται ἡ κατάργησις. Μόνον μίαν γνώμην ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι τὰ Δικαστήρια, ὅπου ἂν ἱδρυθῶσι, δὲν καταργοῦνται τόσον εὐκόλως δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου, ὑποβαλλομένου τὴν μίαν ἡμέραν καὶ ἀναγραφομένου εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν ἐπιοῦσαν. Τοιαῦτα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θίγουσιν, ὡς προεῖπον, τὸν δικαστικὸν ὀργανισμόν, τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους, τὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους, ὑποβάλλονται εἰς βάσανον προηγουμένην καὶ εἰς βάσανον πολλῶν καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου εὑρισκομένων ἀνδρῶν, καὶ οὐχὶ τὴν μίαν ἡμέραν νὰ παρουσιάζωνται, νὰ ἐκτυπῶνται δὲ τὴν ἑπομένην καὶ νὰ γίνηται ἡ ἀναγραφὴ αὐτῶν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν μεθεπομένην, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ βάσανος τῶν ἐπιτροπῶν, ἡ ὁποία χρειάζεται καὶ εἶναι ἀναγκαία, καὶ διὰ τοῦτο τὴν καθιέρωσεν ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Καὶ εἰς ἄλλα μέρη, Κύριοι, ὑπῆρχεν ἀνάγκη καταργήσεως Δικαστηρίων. Ἔχομεν παράδειγμα τὴν Ἰταλίαν, εἰς τὴν ὁποίαν μετὰ τὸν ἀγῶνα τοῦ 1859 καὶ μετὰ τὴν τελείαν ἀποκατάστασιν τοῦ 1871, ὁπότε ἠνώθη ἡ Ἰταλία ὁλόκληρος εἰς ἓν ἡνωμένον Βασίλειον, ὑπῆρχον εἰς τέσσαρα ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους, ἐκτὸς τῆς Ρώμης, τέσσαρα Ἀκυρωτικὰ Δικαστήρια. Βεβαίως ἡ δαπάνη ἦτο καὶ εἶναι μεγάλη ἐκεῖ, καὶ βεβαίως ἡ Ἰταλία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν εὑρίσκετο ἐν ἀνθηρᾷ οἰκονομικῇ καταστάσει, ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν διενοήθη κἂν ἡ Κυβέρνησις διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς νὰ καταργήσῃ τὰ Ἀκυρωτικὰ Δικαστήρια, εἴτε τοῦ Παλέρμου, εἴτε τῆς Νεαπόλεως, εἴτε τῆς Φλωρεντίας, εἴτε τοῦ Τουρίνου. Καὶ ἢ ἕνεκα λόγων ἱστορικῶν ἢ ἕνεκα λόγων τοπικῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευον τὴν ἀνάγκην αὐτῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις, ἠναγκάσθη ἀλλοῦ νὰ ζητήσῃ τὰς οἰκονομίας ἐκείνας, ἃς ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ διὰ τῆς καταργήσεως, καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν Δικαστηρίων τῶν ἐπαρχιῶν. Τοιοῦτοι λόγοι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἂν δὲν πρόκειται καὶ εἰς ἡμᾶς διὰ τὰ Δικαστήρια, τῶν ὁποίων προτείνει τὴν κατάργησιν τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Ἐγὼ κυρίως θὰ σᾶς εἴπω ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὸ Δικαστήριον Εὐρυτανίας· δυστυχῶς δὲ ὀλίγιστοι ἐξ ὑμῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ γνωρίζουσι ποῖον εἶναι τὸ ἔδαφος τῆς Εὐρυτανίας, ποία ἡ γεωγραφικὴ θέσις αὐτῆς, καὶ πῶς δύναταί τις νὰ φθάσῃ εἰς αὐτήν. Αὐτὸ δὲ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον μαρτυρεῖ, ὅτι ὁ συντάκτης αὐτοῦ ἥκιστα γνωρίζει τὴν ἐπαρχίαν τῆς Εὐρυτανίας, διότι συντάσσων αὐτὸ διῄρεσε καὶ ἐδιχοτόμησε τὴν Εὐρυτανίαν εἰς δύο μέρη, ἄνευ ἐπιγνώσεως τῶν ὑφισταμένων τοπικῶν ἐμποδίων. Ἡ Εὐρυτανία χωρίζεται ἀπὸ τῆς Φθιώτιδος δι’ ὀροσειρᾶς, ἥτις εἶναι κλάδος τοῦ Τυμφρηστοῦ. Ἐφέτος, κατὰ τὸν βαρὺν χειμῶνα, ἠναγκάσθην μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Καφαντάρη νὰ διέλθωμεν τὸ ὄρος ἐκεῖνο κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν μόνον χάριν τῶν ἐκλογῶν ἠδυνάμεθα νὰ διέλθωμεν αὐτό. Ἡ ἐπαρχία μας ἦτο ἀποκεκλεισμένη ἀπὸ τῆς Φθιώτιδος ἐπὶ τρεῖς μῆνας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβεν ἀλλεπάλληλα τηλεγραφήματα, ἵνα κατορθωθῇ νὰ ἀνοιχθῇ ὁδὸς, ὅπως διέλθωσι πεζοί. Καὶ ἐν τούτοις ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα, ἐνῷ ἔχομεν νωπὸν τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ ἐφετεινοῦ χειμῶνος, ὡρισμένους δήμους τῆς Εὐρυτανίας, ἓξ ἐκ τῶν ἐννέα, ὑπήγαγεν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας, τρεῖς δ’ ἑτέρους εἰς τὸ τοῦ Μεσολογγίου· εὐτυχῶς δὲ, ὅτι καταργεῖται τὸ Πρωτοδικεῖον Καρδίτσης, διότι ἄλλως καὶ εἰς ἐκεῖνο θὰ ὑπῆγεν ἄλλους δήμους. Μεταξὺ τῶν δήμων αὐτῶν ὑπάρχουσί τινες, οἵτινες, ἐὰν ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας, οὐδαμῶς δύνανται νὰ συγκοινωνήσωσι μετ’ αὐτῆς, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀπέχουσιν οὗτοι ἀπὸ τοῦ Μεσολογγίου ὀλιγώτερον κατὰ μίαν ἡμέραν παρ’ ὅ,τι ἀπὸ τὴν Λαμίαν. Δι’ αὐτὸ καταγγέλλω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Εὐρυτανίαν, ἧς ἐγὼ γνωρίζω τὴν γεωγραφίαν, συνετάχθη ἐντελῶς ἀμελετήτως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ ἐν γένει συγκοινωνία τῆς ἐπαρχίας μας εἶναι τοιαύτη, ὥστε, ὁπουδήποτε καὶ ἂν θελήσητε νὰ μᾶς ὑπαγάγητε, δὲν θὰ ἔχωμεν τὰς εὐκολίας, ἃς τὴν σήμερον μᾶς παρέχει τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς Εὐρυτανίας. Ποῖον δὲ τὸ ἀποτέλεσμα, Κύριοι, ἀφοῦ οἱ λόγοι τῶν οἰκονομιῶν θὰ καταδειχθῶσιν ἕωλοι; Ἡ ἀναστήλωσις τῆς Δικαιοσύνης; ὄχι. Τοὐναντίον, ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι ἡ αὔξησις τῶν φυγοδίκων, τῶν φυγοποίνων καὶ τῶν λιπομαρτύρων. Διότι δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ὑποχρεώσητε ἄνθρωπον νὰ ἦναι τόσον φιλόνομος, ὅπως εἶναι πράγματι οἱ συμπολῖταί μου, ὥστε νὰ κινδυνεύσῃ τὴν ζωήν του, ἵνα μεταβῇ καὶ δικασθῇ, διὰ νὰ ἔχῃ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ καταδικασθῇ. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τοὺς μάρτυρας, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ μεταβαίνωσι καὶ μαρτυρῶσι μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς των, καὶ οὕτω δὲν θὰ διεξάγηται ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη πρεπόντως. Ἤθελον μάλιστα καὶ διὰ στατιστικῆς ἐπισήμου νὰ ἐπικυρώσω τὴν ἀλήθειαν τοῦ πράγματος, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐστάλησαν ἐπαρκεῖς πληροφορίαι ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ ἐβλέπετε ὅτι, καταργουμένου τοῦ Δικαστηρίου Εὐρυτανίας, θὰ ἐπανηρχόμεθα, — ἐὰν, ὃ μὴ γένοιτο, ἐπραγματοποιεῖτο ἡ κατάργησις, — εἰς τὸ 1900 ἔτος, ὅτε ὑπῆρχον 3,800 ὑποθέσεις ἐκκρεμεῖς τῆς Εὐρυτανίας, σηπόμεναι εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Μεσολογγίου, διότι οὔτε ἡ ἀνάκρισις ἠδύνατο νὰ περατωθῇ, οὔτε οἱ μάρτυρες νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ, οὔτε αἱ ὑποθέσεις ἠδύναντο νὰ γείνωσιν ὥριμοι, αἱ δὲ περισσότεραι παρεγράφοντο, καὶ οὕτω πως ἀνεστηλοῦτο, κύριε Ὑπουργέ, ἡ Δικαιοσύνη διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φυγοδίκων, τῶν φυγοποίνων καὶ τῶν λιπομαρτύρων καὶ διὰ τῆς παραγραφῆς τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων! Οἱ λόγοι οὗτοι πρὸς τὸ παρὸν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπαρκεῖς, ἵνα δοθῇ ἀφορμὴ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συμπληρώσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, ὅπως λεπτομερέστερον συζητηθῇ τὸ ζήτημα, ὅταν καὶ ἂν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν Πρωτοδικείων. Ὁπωσδήποτε, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι λίαν προώρως καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἀνεγράφησαν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ὅτι, πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς ἀποφανθῇ, ὅτι εἶναι ἐπείγοντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα, θὰ ἦτο καλὸν νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικῶν, ἀποτελεσθησομένην ἐξ ἐπιστημόνων νομικῶν ἐγκρίτων, ἐξ ὧν βρίθει ἡ Βουλή, ἥτις ἐπιτροπὴ ν’ ἀποφανθῇ ἰδίᾳ, ἂν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει καταρτισθῆ ὅπως ἐμπρέπει. Θὰ παρακαλέσω δὲ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τὸ δεύτερον τηλεγράφημα, ὅπερ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ τοὺς δήμους Ἀγραίων καὶ Ἀγράφων, διότι οὗτοι ζητοῦσι, καὶ δικαίως, νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Μεσολογγίου, διαμαρτυρόμενοι διὰ τὸ πλημμελὲς τοῦ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀδικοῦντος ἡμᾶς νομοσχεδίου.
§30Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε φέρετε πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν;
§32Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μάλιστα.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζουσι τὴν πρότασιν ταύτην 15 Βουλευταί;
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§35Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν εἰσήλθομεν ἀκόμη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§36Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι πρόωρον τὸ ζήτημα.
§37Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀγορεύοντος τοῦ κ. Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας, ἀνέφερεν ὅτι ἡ δαπάνη τῶν 195 χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὰ Πρωτοδικεῖα δὲν εἶναι ἐτησία, ἀλλὰ τετράμηνος. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, διότι, κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἡ δαπάνη τῶν 195 χιλιάδων δραχμῶν εἶναι δι’ ὅλον τὸ ἔτος.
§38Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς ἐμέ, καὶ ἐπειδὴ εἰς παρατήρησίν μου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ἡ δαπάνη τῶν 195 χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὰ καταργούμενα Πρωτοδικεῖα εἶναι διὰ 4 μῆνας, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑπενθυμίσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ὑπέβαλε χθὲς τὰς δηλώσεις, ὅτι ἐλησμόνησεν αὐτάς. Διότι ἔγραφε τὰ ἑξῆς ἐν αὐταῖς: «Αἱ οἰκονομίαι αὗται ἀφορῶσιν εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ τρέχοντος ἔτους, καθ’ ὃ τὰ λαμβανόμενα μέτρα πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν. Ἐτησίως δὲ ὑπολογιζόμεναι αἱ ἐν λόγῳ οἰκονομίαι, ὡς ἐν τῷ μέλλοντι θέλουσι λειτουργήσει, παρουσιάζουσιν ἐλάττωσιν δαπανῶν ἐκ δραχμῶν 883,340. Σκόπιμον δὲ θεωρῶ, ἵνα διακρίνω τὰς προτεινομένας οἰκονομίας, πρῶτον εἰς τὰς ἐπιτυγχανομένας διὰ νομοθετικῶν μεταρρυθμίσεων, καὶ δεύτερον εἰς τὰς ἐπερχομένας ἐκ τῆς περιστολῆς τῶν λοιπῶν δαπανῶν. Οὕτως αἱ μὲν τῆς πρώτης κατηγορίας (δηλαδὴ αἱ ἐπιτυγχανόμεναι διὰ νομοθετικῶν μεταρρυθμίσεων) ἀνέρχονται, διὰ μὲν τὸ 1905 εἰς δρ. 213,600, ἐτησίως δὲ εἰς 733,600. Εἰς τὸ ποσὸν δὲ τῶν 733,600 συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν 8 Πρωτοδικείων καὶ τῶν παρ’ αὐταῖς Εἰσαγγελιῶν καὶ φυλακῶν δαπάνη ἐκ δρ. 194,896», ἥτις οὕτως εἶναι ἐτησία, καὶ οὐχί, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τετράμηνος.
§39Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρᾶγμα ἔχει ἀνάγκην διασαφήσεως.
§40ΠΕΤΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ἐπανερχόμενος ἐκ τῆς πατρίδος μου Λευκάδος, ἔλαβον εἰδικὴν ἐντολὴν παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως κατὰ τοῦ ἐπαπειλουμένου κατ’ αὐτῶν ἀδικήματος διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου. Οἱ συμπολῖταί μου, κύριε Πρόεδρε, διατελοῦσιν ἐν μεγάλῳ ἐρεθισμῷ, καὶ μέγισται κατεβλήθησαν προσπάθειαι, ὅπως νομοταγῶς ἐκδηλωθῇ ὁ ἐρεθισμὸς οὗτος, — ὅπερ καὶ ἐπετεύχθη, — ὅστις δὲν εἶναι ἀδικαιολόγητος· διότι, ὡσεὶ μὴ ἤρκει ἡ δήμευσις τῶν ἁλυκῶν καὶ ἡ οἰκονομικὴ δυσπραγία, ὡσεὶ μὴ ἤρκει ἡ κατάργησις τῆς Μοιραρχίας καὶ τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου, ὡς καὶ ἡ ἐπιψηφισθεῖσα ἐμπορικὴ μετὰ τῆς Ἰταλίας σύμβασις, ἥτις κατεδίκασε τὴν ἐπαρχίαν Λευκάδος εἰς τὸν διὰ τῆς πείνης θάνατον, ἐπέπρωτο νὰ ἀπειληθῇ ἡ Λευκὰς καὶ δι’ ἄλλης λοιμώδους καὶ θανατηφόρου νόσου ὑπὸ τοῦ κ. Καραπάνου. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ ὡριμώτερον τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ μὴ παραδώσῃ εἰς τὴν ἀγριότητα ἐπαρχίαν, ἥτις καὶ ὑπὸ ξένους κατακτητὰς εἶχε τὸ προνόμιον τῆς δικαιοσύνης καὶ τὰ λοιπὰ ἀγαθὰ τῆς εὐημερίας, καὶ ἥτις διὰ θυσιῶν ἐπεζήτησε τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἀποβλέπουσα εἰς τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη. Δὲν δικαιοῦται ἑπομένως ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ ἀναιρέσῃ τὰς ἠθικὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀπέναντι τῆς Λευκάδος ἀνέλαβεν, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ τὰς σεβασθῇ καὶ τὰς περιποιηθῇ, κατὰ τὸ δόγμα τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Εἶναι ἐπίκαιρος ἡ στιγμή, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπιδείξῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὸν σεβασμὸν πρὸς τὰς ἠθικὰς αὑτῆς ὑποχρεώσεις καὶ πρὸς ἄλλους δούλους ἀδελφούς, ἀγωνιζομένους τὸν ἔσχατον διὰ τοὺς ἐθνικοὺς πόθους ἀγῶνα.
§41Δ. ΡΑΓΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον τηλεγράφημα τῶν κατοίκων τῶν δήμων Ἀνακτορίων καὶ Σολίου τῆς Βονίτσης, οἵτινες δικαστικῶς ὑπάγονται εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Δικαστηρίου Λευκάδος, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου Λευκάδος, καὶ παρακαλούντων τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁμολογῶ ὅτι τὰ παράπονα αὐτῶν εἶναι δίκαια, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐκτιθέμενα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§42ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνώσω τηλεγράφημα, ὅπερ ἔλαβον χθὲς καὶ τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους συναδέλφους μου καὶ πρὸς τοὺς τρεῖς ἀντιπροσώπους τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἐστάλη μετὰ πάνδημον συλλαλητήριον, λαβὸν χώραν ἐν Λευκάδι, καθ’ ὃ διεμαρτυρήθη ὁ λαὸς τῆς Λευκάδος διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ αὐτόθι Πρωτοδικείου (ἀναγινώσκει): «Λευκάς, 8 Μαΐου, ὥρᾳ 5 μ. μ. Ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος καὶ τῶν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λευκάδος ὑπαγομένων δήμων Ἀνακτορίων, Σολίου καὶ Καρνίων, συνελθὼν εἰς πάνδημον συλλαλητήριον, ψηφίζει: 1) Διαμαρτύρεται ἐντόνως κατὰ τοῦ ἀδίκου μέτρου, τοῦ διὰ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Λευκάδος ἐπιδιωκομένου, παρακαλεῖ δὲ τὴν μὲν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, τὴν δὲ Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων νὰ μὴ καταστήσῃ αὐτὸ νόμον τοῦ Κράτους. 2) Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἐντέλλεται συμφώνως ὁ λαὸς τῆς Λευκάδος πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ κ. κ. Εὐάγγελον Τσαρλαμπᾶν, Περικλῆν Βαλαωρίτην καὶ Πέτρον Φίλιππαν, ἵνα ἀπὸ τοῦδε μὲν ἄρωσι τὴν ἐμπιστοσύνην των ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἅμα δὲ τῇ ἐπιψηφίσει, ὅπερ ἀπεύχεται, τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου οὐ μόνον ἀπόσχωσι τῆς ἐργασίας ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ καὶ ὑποβάλωσι τὴν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παραίτησίν των. Δηλοῖ δὲ, ὅτι οὐδένα τοῦ λοιποῦ ἀντιπρόσωπον θέλει ἀποστείλῃ εἰς τὸ Ἐθνικὸν Συνέδριον. 3) Ἐντέλλεται ἐπίσης, ἐν περιπτώσει ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, πρὸς ἁπάσας τὰς αἱρετὰς ἐξουσίας τῆς ἐπαρχίας, ἤτοι δημάρχους, δημαρχικοὺς παρέδρους καὶ δημοτικοὺς συμβούλους, ὡς καὶ εἰς τὰς λιμενικὰς ἐπιτροπὰς, τὸ Ἀδελφᾶτον τοῦ Νοσοκομείου καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, νὰ παραιτηθῶσι τῶν ἀξιωμάτων των, διερμηνεύοντες οὕτω τὴν ἀγανάκτησιν τῆς ἐπαρχίας κατὰ τοῦ τοιούτου διωγμοῦ. Τὸ παρὸν ψήφισμα θέλει ἐπιδοθῆ εἰς τὸν κ. νομάρχην Λευκάδος καὶ διαβιβασθῆ τηλεγραφικῶς ὅπου δεῖ καὶ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος καὶ Βονίτσης. Τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀνωτέρω ἀναθέτει εἰς ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐκ τῶν κ. κ. Γ. Μαχαιρᾶ, Ι. Καββαδία, Ἀρέθα Σ. Μαυροειδῆ καὶ Σ. Τζεβελέκη.» «Ἡ ἐπιτροπή.» (Ἕπονται αἱ ὑπογραφαί). Ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, ἵνα διαμαρτυρηθῶ ἐντονώτερον ἀφ’ ὅσον διεμαρτυρήθην κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν ὀκτὼ Πρωτοδικείων. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ψηφίσματος τοῦ Λευκαδίου λαοῦ, δι’ ἧς παρακαλεῖ ἡμᾶς, τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Λευκάδος, ἵνα ἀπὸ τοῦδε ἄρωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τοιαύτην δήλωσιν δὲν δύναμαι νὰ κάμω, διότι οὐδέποτε ὑπεστήριξα τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐναπόκειται δὲ εἰς τοὺς δύο συναδέλφους μου, καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὸν γηραιὸν συνάδελφόν μου, ἵνα ἀπὸ τοῦδε κάμῃ τοιαύτην δήλωσιν καὶ ὑποταχθῇ εἰς τὴν ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν τοῦ Λευκαδίου λαοῦ (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μὴ ταράττεσθε! Δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀπαντήσῃ, ἐὰν θέλῃ. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος, ὅτι ὁ Λευκάδιος λαὸς ὁμοφώνως παραγγέλλει ἡμῖν, τοῖς ἀντιπροσώποις του, ἵνα ὑποβάλωμεν τὴν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παραίτησίν μας, δηλῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι, ἐὰν καὶ ὅταν ἐπιψηφισθῇ τὸ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις καταστρεπτικὸν διὰ τὴν Λευκάδα νομοσχέδιον.
§43Α. ΖΕΡΒΑΣ. Ὠφέλιμον διὰ τὸ ἔθνος.
§44ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. .. εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποταχθῶ εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Λευκαδίου λαοῦ, ὅστις τόσον ἐνθουσιωδῶς καὶ ὑπερηφάνως διὰ πέμπτην φορὰν μοὶ ἀνέθεσε τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ τηλεγραφήματος δὲν θέλω νὰ συζητήσω, κύριε Πρόεδρε, διότι αὕτη ἀφορᾷ τοὺς ἐν Λευκάδι ἄρχοντας τῶν διαφόρων δήμων. Ἀλλὰ θὰ κάμω καὶ ἑτέραν διαμαρτυρίαν πρὸς τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅτι διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ἡ δυστυχὴς ἐπαρχία Λευκάδος προσκολλᾶται εἰς τὴν Νομαρχίαν Μεσολογγίου, ἀπέχουσαν τῆς Λευκάδος πλέον τῶν 24 ὡρῶν, ἐνῷ ἄλλοτε καὶ διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς δι’ ἓν μόνον ἔτος, τὸ 1866, ὑπήγετο εἰς τὴν Νομαρχίαν Κερκύρας. Καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν οὔτε δίκαιον, μὲ τὴν σημερινὴν δυσκολίαν τῆς συγκοινωνίας, νὰ μεταβαίνωσιν οἱ δυστυχεῖς ἀγρόται καὶ κάτοικοι τῆς νήσου Λευκάδος ἀπὸ τόσον ἀπομεμακρυσμένα μέρη εἰς Μεσολόγγιον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἀπὸ τοῦδε ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησίν μου ταύτην, διότι ἴσως δὲν θὰ δυνηθῇ ὁ λαλῶν σήμερον νὰ ὑπερασπισθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας του, διότι ἴσως δὲν θὰ ἦναι πλέον Βουλευτής.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομμάτης ἔχει τὸν λόγον.
§46Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω δύο λέξεις.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θεωρεῖτε τὸ ζήτημα προσωπικόν;
§48Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ἔχω νὰ προσθέσω δύο λέξεις ἐπὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Βαλαωρίτου.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φίλιππας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§50Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη, κύριε Πρόεδρε, ὑπῆρξα στρατιώτης πιστὸς, ὡς γνωρίζει καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βαλαωρίτης, τοῦ ἐθνικοῦ κόμματος, ὑπῆρξα δὲ τοιοῦτος ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑστεροβουλίας, διότι ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὔτε κἄν μὲ ἐγνώριζεν. Ὅτε δὲ ἦλθον εἰς Ἀθήνας ὡς Βουλευτὴς, χωρὶς νὰ ἐπισκεφθῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως οὔτε τοὺς Ὑπουργοὺς, —καὶ ἐπικαλοῦμαι περὶ τούτου τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Καραπάνου, — μόνον διὰ τοῦ κ. Γουναράκη, μετὰ τοῦ ὁποίου εἶχον σχέσεις προσωπικὰς, ἐδήλωσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι θὰ ἦμαι φίλος της, καὶ θὰ ἦμαι τοιοῦτος μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν τὸ Πρωτοδικεῖον Λευκάδος θὰ παύσῃ νὰ ὑπάρχῃ, χωρὶς νὰ ζητήσω οὐδεμίαν παροχὴν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ θέλησις τῶν ἐντολέων μου, καὶ διὰ τὴν πρόσκαιρον παραμονήν μου εἰς τὰς κυβερνητικὰς τάξεις τὸ ἐνοίκιον, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ἔχω πληρωμένον. Ἐὰν ὅμως τὸ Πρωτοδικεῖον Λευκάδος παύσῃ ὑπάρχον, ὄχι πλέον ὡς Βουλευτὴς δὲν θὰ ἦμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄνθρωπος θὰ ἦμαι ξένος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομμάτης ἔχει τὸν λόγον.
§52Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Παρακαλῶ δύο λέξεις, κ. Πρόεδρε.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§54Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Τὸ τηλεγράφημα, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βαλαωρίτης, ἔλαβον καὶ ἐγὼ, δὲν ἔχω ὅμως ἀνάγκην πολιτικῶν διδαγμάτων· πολιτευόμενος ἀπὸ πεντηκονταετίας κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι μὲ γινώσκει καὶ τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἡ Ἑλλάς. Τὸ καθῆκον μοὶ ἐπιβάλλει νὰ ἀντιστῶ εἰς τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον μελετᾶται κατὰ τῆς πατρίδος μου, καὶ εἰς τοῦτο δὲν ἐπηρεάζομαι ἀπὸ τὰς συμβουλὰς τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ἔχω τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ἔχω, προκειμένου τοιούτου ζητήματος. Διότι, Κύριοι, ὅτε ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν μὲ τὰς ἀδυνάτους χεῖράς μου νὰ ὑψώσω τὴν ἐθνικὴν σημαίαν ἐπὶ τοῦ ἱστοῦ τῆς Λευκάδος, ἔρρευσαν τὰ δάκρυά μου, ἀλλὰ ταῦτα ἦσαν δάκρυα χαρᾶς. Δάκρυα ὅμως λύπης καὶ ἀπελπισίας ἔχω νὰ χύσω, ἐὰν ἴδω τὴν πατρίδα μου ἀδικουμένην τώρα καὶ περιφρονουμένην, ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία συνεισέφερε πάντοτε εἰς τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη καὶ αἷμα καὶ χρῆμα καὶ ἄλλας ὑπηρεσίας διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ ἔθνους, μὴ πιεζομένη ὑπ’ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης πρὸς τοῦτο ἢ μόνον ὑπὸ τοῦ ἁγνοῦ τῆς φιλοπατρίας αἰσθήματος. Καὶ εἶναι πράγματι δεινὸν διὰ τὴν Λευκάδα, ἡ ὁποία, καίτοι δὲν ἐπιέζετο ὑπ’ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης, ἐπροτίμησε τὴν ἕνωσιν αὐτῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος, παρὰ τὰς συμβουλὰς τῆς Ἀγγλίας, ἡ ὁποία μᾶς ἔλεγε «βάλετε ὅρους διὰ τὴν ἕνωσιν». Εἶναι κακὸν, λέγω, αὐτό, τὸ ὁποῖον μελετᾶται, διότι, μεθ’ ὅλας τὰς συμβουλὰς τῆς Ἀγγλίας, ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἡμᾶς νὰ ἀμφιβάλλωμεν κἄν περὶ τῶν αἰσθημάτων τῶν τέκνων τῆς Πατρίδος μας καὶ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, καὶ οὐδέποτε ἐτολμῶμεν οὐδὲ κἄν νὰ σκεφθῶμεν ὅτι ἤθελον μᾶς ἀποστερήσει τῶν δικαιωμάτων, ὧν ἀπελαμβάνομεν παρὰ τῶν ξένων, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς ἐθυσιάσαμεν τὸ αἷμά μας. Καὶ ἐν τούτοις ἡ πατρίς μου νῦν τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ μεταβληθῇ εἰς χωρίον. Διότι τί μένει, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν Λευκάδα, ὅταν ἀρθῇ τὸ Δικαστήριον ἀπ’ αὐτῆς; τί ἄλλο μένει ἢ μόνον οἱ εἰσπράκτορες, οἱ ταμίαι καὶ οἱ τελῶναι; Εἰς ποίαν θέσιν θὰ περιέλθῃ ἡ πατρίς μου, εἰμὴ εἰς τὴν θέσιν κτήματος ἐκμεταλλεύσεως; Εἶναι τάχα ἡ Λευκὰς βάρος τοῦ Κράτους; Μήπως δὲν εἰσφέρει εἰς τὸν δημόσιον πλοῦτον; Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀπελπισία μᾶς καταλαμβάνει! Εἶναι πικρὸν νὰ εἴπω τοὺς λόγους τούτους, διότι οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι πικροὶ καὶ δι’ ἐμὲ καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἀκροῶνται. Εἴχομεν τὴν ἐκκλησίαν μας, καὶ ἐνῷ ἀπὸ χιλιετηρίδος καὶ πλέον εἴχομεν ἐν Λευκάδι, θείᾳ χάριτι Ἀρχιερέα, μᾶς ἀφῃρέσατε τοῦτον λόγῳ οἰκονομίας, ὡς νὰ ἦτο ἀστυνομικὸς σταθμὸς, τὸν ὁποῖον συνιστᾶτε καὶ εἶτα καταργεῖτε! Μᾶς κατηργήσατε τὸ Γυμνάσιον, καὶ ὑπεχρεώθημεν νὰ τὸ κάμωμεν ἡμεῖς αὐτοὶ δι’ ἰδίων ἐξόδων. Εἴχομεν διοικητὴν, καὶ τώρα δὲν ἔχομεν ἢ ἕνα εἰρηνοδίκην, διὰ νὰ μᾶς διοικῇ! Ἐπὶ τέλους δὲ μᾶς ἀφαιρεῖτε καὶ τὸ Δικαστήριον, καὶ θέλετε νὰ καταστήσητε χωρίον μίαν πόλιν, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, πολλὰ συνεισέφερε καὶ συνεισφέρει χρήματα εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀφίνω εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ κρίνωσιν, ἂν πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον αὐτῆς, ἀφοῦ ἡ Λευκὰς δὲν εἶναι βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ἀφίνω εἰς τοὺς συναδέλφους νὰ κρίνωσιν, ὅτι τέλος πάντων καὶ ἡ Λευκὰς ἔχει δικαίωμα, ὅπως συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, νὰ ἔχῃ τὴν Δικαιοσύνην προσιτήν. Διότι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, — τὸν ὁποῖον πολὺ σέβομαι — μεριμνῶν περὶ οἰκονομιῶν, ὅπως δικαιολογήσῃ τὰς ἐπαγγελλομένας οἰκονομίας, τί ἀποφαίνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου; ἀποφαίνεται νὰ δοθῶσιν ἑξήκοντα λεπτὰ τὴν ἡμέραν εἰς τὸν μάρτυρα, ὁ ὁποῖος ἐκκινεῖ ἀπὸ τὴν Λευκάδα διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς Μεσολόγγιον! Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται νὰ δαπανήσῃ 60 λεπτὰ τὴν ἡμέραν διὰ τὸν μάρτυρα, διὰ νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι! Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι οἰκονομία· αὐτὸ εἶναι καταστροφὴ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ χρησιμεύωσιν ὡς μάρτυρες, αὐτὸ εἶναι φόρος κεφαλικὸς, εἶναι φόρος, τὸν ὁποῖον αἱ Ὀθωμανικαὶ ἀρχαὶ ἐπιβάλλουσιν εἰς τοὺς ῥαγιάδες! Αὐταὶ δὲν εἶναι οἰκονομίαι, εἶναι καταπιέσεις. Τὸ τοιοῦτον, Κύριοι, ἀνήκει εἰς τὰ βάρβαρα ἔθνη. Ἡ Λευκὰς ἔσχε τὸ ἀτύχημα νὰ διατελέσῃ ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν πολλῶν κατακτητῶν. Μᾶς κατέκτησαν οἱ Καταλᾶνοι, ἀλλ’ ἐσεβάσθησαν τὰ Δικαστήριά μας· μᾶς κατέκτησαν οἱ Τοῦρκοι ἐπὶ ἑκατονταετηρίδας, ἀλλὰ καὶ οὗτοι ἐσεβάσθησαν αὐτά· μᾶς κατέκτησαν οἱ Ἑνετοὶ ἐπὶ ἑκατὸν περίπου ἔτη, ἀλλὰ καὶ οὗτοι ἐσεβάσθησαν τὰ Δικαστήριά μας, ὡς καὶ τὴν Διοίκησιν. Ἐπίσης καὶ οἱ Ἄγγλοι καὶ οἱ Γάλλοι ἐσεβάσθησαν αὐτά. Ἡμεῖς δὲ, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, ὅτι δὲν θὰ χειροτερεύσῃ ἡ θέσις μας διὰ τῆς ἑνώσεως ἡμῶν μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ ζητήσωμεν ταύτην, δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ ἑνωθῶμεν μετ’ αὐτῆς. Ἀλλὰ τί βλέπομεν σήμερον; Βλέπομεν ὅτι ἡ πατρίς μας κατήντησε τιμάριον, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει μόνον, ἵνα εἰσπράττωνται τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐξοδεύει τὸ Κράτος. Καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι ἡ σπατάλη μᾶς ἔφερεν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν· ἀλλὰ δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὑπεύθυνοι διὰ τοῦτο, καὶ εὐελπιστῶ εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τὴν φιλοπατρίαν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι δὲν θὰ θελήσωσι νὰ γείνωσιν αἴτιοι, ὥστε ἐπαρχία, ἡ ὁποία ἔχει τοιαύτην ἱστορίαν καὶ τοιαύτας ἐθνικὰς ἐκδουλεύσεις, νὰ ὑποστῇ τὴν τύχην, ἡ ὁποία τῇ ἐπιφυλάσσεται διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου αὐτῆς. Μᾶς ἀφῃρέσατε τὰς ἁλυκὰς, αἱ ὁποῖαι δίδουσι κατ’ ἔτος 5,700,000 ὀκάδας ἅλατος· ἐζημιώθημεν τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ ὅμως δὲν παρεπονέθημεν, ὅπως δὲν παρεπονέθημεν διότι μᾶς ἐθέσατε τὴν φορολογίαν τῶν κληρονομιῶν, διότι μᾶς ἐθέσατε τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου. Ἀλλὰ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Δικαστηρίου μᾶς ἀφαιρεῖτε τὴν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς, τὴν ἀσφάλειαν τῆς κοινωνίας τοῦ τόπου. Εἶναι κακὸν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον θὰ δώσητε εἰς τοὺς ἄλλους ἀδελφούς μας, τοὺς ὑπὸ δουλείαν εὑρισκομένους. Θὰ ἦναι ἀπελπιστικὸν, ἡ Πρέβεζα, ἡ ὁποία ἀπέχει μόνον ἡμίσειαν ὥραν τῆς Λευκάδος διὰ θαλάσσης, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ δικάζηται ἐντὸς τῆς πόλεως, ἡμεῖς δὲ νὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μεταβαίνωμεν πρὸς τοῦτο εἰς Μεσολόγγιον, τὸ ὁποῖον ἀπέχει ἡμέρας ὁλοκλήρους ἀπὸ τῆς Λευκάδος. Μᾶς ἀφαιρεῖτε οὕτω τὴν περιουσίαν μας, καὶ θέτετε ἐν κινδύνῳ καὶ τὴν ζωήν μας· διότι εἰς τοιοῦτο ταξείδιον, ἐν ὥρᾳ μάλιστα χειμῶνος, καὶ περιπέτειαι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῶσι καὶ ἄλλα δυστυχήματα. Δὲν εἶναι οὔτε φιλόπατρι οὔτε πολιτικὸν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ καὶ θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ εἰς τὴν Λευκάδα, διότι γνωρίζω καὶ εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι οἰκονομία αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται, μὲ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ζητεῖ ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς μάρτυρας, παρέχων εἰς αὐτοὺς ἑξήκοντα λεπτὰ καθ’ ἡμέραν, ἵνα δικαιολογήσῃ τὸ μέτρον, ἐνῷ τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως τοῦ μάρτυρος εἰς τὴν πόλιν, ἔνθα θὰ ἦναι τὸ Δικαστήριον, ἔξοδα ναύλων, ἔξοδα σιδηροδρόμου ἀπὸ τὸ Κρυονέριον εἰς τὸ Μεσολόγγιον, ἔξοδα ἁμαξῶν κλπ. θὰ ἦναι πολὺ περισσότερα...
§55Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν συμπεριλαμβάνεται ὁ ναῦλος εἰς τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην.
§56Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δὲν τὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐὰν ἦναι, δὲν ὑπολογίζετε τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ὁ γεωργὸς, ἀπουσιάζων ἓξ καὶ ὀκτὼ ἡμέρας ἀπὸ τοὺς ἀγρούς του, διὰ νὰ ὑπάγῃ ὡς μάρτυς ἐκεῖ, ὅπου τὸν στέλλετε; δὲν ὑπολογίζετε τὰς ζημίας τὰς γεωργικὰς, τὰς ὁποίας θὰ ἔχητε μόνον καὶ μόνον, ἵνα ἐπιτύχητε τὴν οἰκονομίαν τοῦ γλίσχρου τούτου ποσοῦ, τῶν τριῶν ἔστω καὶ δέκα χιλιάδων δραχμῶν, τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς μὴ καλλιεργείας τῶν κτημάτων λόγῳ τῆς ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἀπουσίας τῶν γεωργῶν; Δὲν ἐνθαρρύνετε τοιουτοτρόπως τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἐπλήρου τὴν καρδίαν τὴν ἰδικήν μας, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἑνωθῶμεν μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος· ἀδικεῖτε τὴν πατρίδα μου, ἀφαιροῦντες ἀπ’ αὐτῆς τὴν εὐημερίαν καὶ τὰ προνόμια, ὧν ἀπήλαυε παρὰ τῶν ξένων κατακτητῶν!
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομμάτης ἔχει τὸν λόγον.
§58Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐλάβομεν ὅμοιον τηλεγράφημα πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λευκάδος συνάδελφος κ. Βαλαωρίτης. Ἐν τῷ τηλεγραφήματι τούτῳ ἀναφέρονται καὶ ἐκφράσεις τολμηραὶ, ἴσως δὲ καὶ ἀνάρμοστοι πρὸς τοὺς ἐν Λευκάδι συνελθόντας χθὲς φιλοπάτριδας καὶ νομιμόφρονας πολίτας. Εἶπον ὅτι τολμηραὶ εἶναι αἱ ἐκφράσεις τοῦ τηλεγραφήματος, διότι οὕτως ἀντιλαμβανόμεθα ἡμεῖς οἱ μακρόθεν καὶ ψυχρῶς κρίνοντες τὰ πράγματα. Ἐὰν ὅμως ἀναλογισθῶμεν, ὁποία καταστροφὴ θέλει ἐπέλθει εἰς τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων, ἐὰν ἀναλογισθῶμεν τὸ ἄδικον τὸ προσγινόμενον διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Λευκάδος εἰς τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως Λευκάδος καὶ εἰς τοὺς μετὰ τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου συνδεομένους πολίτας, δὲν θὰ ἐπικροτήσωμεν βεβαίως αὐτοὺς διὰ τὰς ἐκφράσεις ταύτας, ἀλλὰ καὶ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀδικήσωμεν αὐτοὺς ἀπολύτως. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Λευκάδος πρὸ μηνὸς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Βαλαωρίτου, ὑπέβαλεν ὑπόμνημα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφονται ἀκριβῶς αἱ δαπάναι τοῦ Δημοσίου πρὸς συντήρησιν τοῦ Δικαστηρίου Λευκάδος, τὰ ἐπὶ πλέον ἔσοδα τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς διατηρήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Λευκάδος καὶ τὰ ἐπὶ πλέον ἔξοδα ἐκ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου.
§59Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν τὸ ἔλαβον.
§60Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τῷ εἴπω, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἀνευλάβειαν πρὸς τὴν γνώμην τῶν δικηγόρων πολιτῶν καὶ πρὸς τὸν ὑποβαλόντα τὸ ὑπόμνημα τοῦτο Βουλευτήν.
§61Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν πρόκειται περὶ εὐλαβείας ἢ ἀνευλαβείας. Οὐδὲν τοιοῦτον ὑπόμνημα ἔλαβον.
§62Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Διὰ τοῦ ὑπομνήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάγνωσιν, ἵνα μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, παραλείπω, ἀποδεικνύεται, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ζημιοῦται τὸ Κράτος διὰ τῆς συντηρήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Λευκάδος, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας διὰ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ, ἀσχέτως πρὸς τὴν ἄλλην ζημίαν, τὴν ἠθικὴν καὶ διοικητικὴν, ἐὰν λάβωμεν μᾶλλον ὑπ’ ὄψιν τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, ἡ δαπάνη τοῦ Κράτους οὐ μόνον δὲν θὰ ἐλαττωθῇ, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας θ’ αὐξήσῃ κατὰ δεκάδας πολλὰς χιλιάδων δραχμῶν. Ἀναγνωρίζομεν βεβαίως τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ Κράτους, δὲν ἀντιπολιτευόμεθα μάλιστα κατ’ ἀρχὴν τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ ὅτι μελετᾶται ἡ κατάργησις Δικαστηρίων εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν, ὡς καὶ πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἠκούσαμεν ἀπ’ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οἰκτρὰ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῷ Κράτει, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ἡ κατάργησις αὕτη εἶναί τι ἀκατανόητον. Εἶπον ὅτι ἡ ἀγανάκτησις ἴσως τῶν πολιτῶν Λευκάδος ὡς ἐκ τῶν παραβλεπομένων δικαίων των ἠνάγκασεν αὐτοὺς νὰ ἀνενεχθῶσι τηλεγραφικῶς πρὸς τοὺς Βουλευτὰς τῶν δύο ἐπαρχιῶν διὰ τόσον τολμηρῶν ἐκφράσεων. Δὲν ἔχει βεβαίως ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς δυσχερείας τῶν πόλεων καὶ τῶν ἀτόμων. Ὅταν ὑπάρχῃ ποιά τις ἀναλογία μεταξὺ τῶν συμφερόντων τῶν πόλεων καὶ τῶν ἀτόμων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, τότε βεβαίως δέον νὰ προτιμῶνται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, δηλαδὴ τοῦ ὅλου. Ἀλλ’ ὅταν οὐδεμία ὑπάρχῃ ἀναλογία, τοῦ μὲν Κράτους οὐδαμῶς ὠφελουμένου, τῶν δὲ πόλεων καὶ ἀτόμων καταστρεφομένων, τότε βεβαίως οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔχουσι δίκαιον ν’ ἀνενεχθῶσιν, ὡς ἀνηνέχθησαν, καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶσιν ἐντονώτατα. Βεβαίως, ἐὰν δὲν ἐγνώριζον τὴν ἱστορίαν τῆς Λευκάδος, ἐὰν δὲν ἐγνώριζον τὰ φιλοπάτριδα αἰσθήματα πολλῶν κατοίκων ἐκ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων ἐν Λευκάδι, ἤθελον κρίνει αὐστηρότερον τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἀνηνέχθησαν. Ἐπειδὴ ὅμως γνωρίζω πόση φιλοπατρία κοχλάζει ἐν Λευκάδι, πῶς ἐξηγείρετο ἡ καταδιωκομένη ἐλευθερία ἐν Λευκάδι ἐπὶ αἰῶνας πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως, πόσον ἐρριζοβόλησεν ὁ ῥιζοσπαστισμὸς ἐν Λευκάδι, ἐπειδὴ γνωρίζω ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Λευκάδος οὐδεμίαν παραλείπουσιν εὐκαιρίαν, ὅπως ἀποδείξωσι τὰ πλημμυροῦντα αὐτοὺς αἰσθήματα, — καὶ πρόσφατον παράδειγμα ἔχομεν ἀκόμη τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ὅτε εἰς τὸ Ἄκτιον διὰ τῶν χειρῶν καὶ τῶν ὤμων αὐτῶν ἔσυρον τὰ τοπομαχικὰ πυροβόλα, ὅπως τοποθετήσωσι ταῦτα παρὰ τὸ Ἄκτιον πρὸς ἄμυναν τῆς ἐν κινδύνῳ εὑρισκομένης τότε πατρίδος, — διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι πολὺ κατακριτέοι οἱ ἐκ Λευκάδος ἀνενεχθέντες. Παρακαλῶ δὲ τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν ἐκ Λευκάδος πολιτῶν, καὶ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Δικαστηρίου Λευκάδος.
§63Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχῃ τις ἀδημονῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι ἴσως οὐχὶ ἐγκαίρως γίνεται ἡ συζήτησις, παρακαλῶ νὰ μὴ ἀδημονῇ καθ’ ἡμῶν, οἵτινες εἴμεθα Βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται δικαστικῶς εἰς τὰ καταργούμενα Πρωτοδικεῖα, παρακαλῶ νὰ ἀδημονῇ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος συνοδεύει τὸ νομοσχέδιον δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως λίαν ἀορίστου καὶ λίαν συνοπτικῆς. Τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον δὲν παρακολουθεῖ πίναξ τις ἢ πληροφορία ἀπαραίτητος, ἵνα δυνηθῇ νὰ κρίνῃ τις ἐπ’ αὐτοῦ, οὔτε ἀναφέρεταί τι σχετικὸν ἐν τῇ ἐκθέσει. Ἕνεκα τούτου, κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ζητήσω πληροφορίας τινὰς, χρησιμωτάτας διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν Δικαστηρίων. Ζητοῦμεν, κύριε Πρόεδρε, πληροφορίας, διότι ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρεται, ὅτι «τὰ Δικαστήρια τῶν Πρωτοδικῶν ἀπὸ τῆς πρώτης συστάσεως αὐτῶν μέχρι τοῦ 1867 ἠδυνήθησαν ἐπαρκῶς ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ὑπαρχούσας ἀνάγκας τῆς καλῆς διαχειρίσεως τῆς πολιτικῆς καὶ ποινικῆς Δικαιοσύνης.» Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰς στατιστικὰς ἢ ἄλλας πληροφορίας, ἐξ ὧν καταδεικνύεται ὁποία ἦτο ἡ κατάστασις τῆς πολιτικῆς καὶ ποινικῆς Δικαιοσύνης πρὸ τοῦ 1867, διότι οὐδεμία τοιαύτη πληροφορία συνοδεύει τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον τῆς ἐκθέσεως λόγον δικαιολογητικὸν εἶναι ἀναγκαῖαι αὗται, διότι ἡ ἔκθεσις λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τοῦ 1867 ὅμως καὶ μετέπειτα, καὶ μάλιστα κατὰ τὸ 1899, συνεστάθησαν καὶ ἐν διαφόροις ἐπαρχίαις Πρωτοδικεῖα. Σήμερον δὲ, ὅτε λειτουργοῦσιν ἐν τῷ Κράτει σιδηρόδρομοι, καὶ τὰς πλείστας ἐπαρχίας διασχίζουσιν ἁμαξιταὶ ὁδοὶ, ἐξουδετερώθησαν δὲ ἕνεκα τούτου σχεδὸν αἱ μεγάλαι, μακραὶ καὶ ἐπίπονοι ἀποστάσεις πρὸς μετάβασιν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Πρωτοδικείου διαδίκων καὶ μαρτύρων, δὲν ἐπιβάλλεται πλέον ἡ διατήρησις τῶν μικρῶν Πρωτοδικείων.» Πάντως πρὸς ἀπόδειξιν τῆς βασιμότητος τοῦ τοιούτου δικαιολογητικοῦ λόγου εἶναι ἀνάγκη λεπτομερεστέρων σημειώσεων, εἶναι ἀνάγκη πινάκων, οἵτινες ἔδει νὰ παρακολουθῶσι τὸ νομοσχέδιον, ἀποδεικνύοντες ὁποία ἡ ἀπόστασις τοῦ τελευταίου χωρίου τῆς περιφερείας τῶν καταργουμένων Δικαστηρίων πρὸς τὴν ἕδραν τῶν Δικαστηρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάγονται. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσιν ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἢ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὴν Βουλὴν πίνακες ἐμφαίνοντες πόσα χιλιόμετρα ἁμαξιτῶν ὁδῶν ἢ βατῶν ὑπάρχουσιν ἐν Δωρίδι· διότι, κύριε Πρόεδρε, δὲν τολμῶ νὰ ζητήσω πληροφορίαν τινὰ περὶ σιδηροδρόμων, καθόσον οἱ συμπολῖταί μου γνωρίζουσιν, ὅτι ἔχω γνῶσιν ὑπὲρ πάντα ἄλλον, ὅτι ἡ ἐπαρχία αὕτη διατελεῖ εἰς ἀρχέγονον κατάστασιν, καὶ θὰ μειδιάσωσιν εἰς βάρος μου, ὅταν μάθωσιν ὅτι ἐζήτησα σημείωσιν περὶ τῶν χιλιομέτρων τῶν σιδηροδρόμων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Δωρίδος. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἑτέρα σημείωσις εἶναι ἀπαραίτητος, νομίζω, διὰ τὴν εὐχερῆ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ κατατεθέντος. Ἀναφέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς τέταρτον δικαιολογητικὸν λόγον — περὶ τοῦ τρίτου θὰ κάμω λόγον βραδύτερον — τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὅτι «ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Πρωτοδικείων ἐπέρχεται καὶ οἰκονομία οὐχὶ εὐκαταφρόνητος, ἀναγκαία δὲ εἰς τὰς ὑφισταμένας οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ δημοσίου ταμείου». Καὶ χάριν τοῦ κυρίου τούτου λόγου ἔδει νὰ ἐπισυναφθῇ σημείωσις, ἐξ ἧς νὰ καταφαίνηται ὁποία οἰκονομία ἐπέρχεται εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς καταργήσεως τούτων. Διὰ τοῦτο ζητῶ, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς καταθέσῃ πίνακα ἢ σημείωμα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ ἐμφαίνηται ὁποία οἰκονομία γίνεται, ἢ μᾶλλον ὁποῖα ἔξοδα ἀπαλείφονται ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος, ὡς ἐπίσης καὶ ὁποίας δαπάνας θὰ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον διὰ τῆς ὑπαγωγῆς τῆς περιφερείας Παρνασσίδος εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας, διότι πάντως καὶ τὸ προσωπικὸν τοῦ Δικαστηρίου τούτου θὰ αὐξήσῃ, καὶ ἄλλαι δαπάναι θ’ ἀπαιτηθῶσιν. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμω λόγον καὶ περὶ τοῦ τρίτου δικαιολογητικοῦ λόγου τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Ἄλλως τε δὲ ἡ εἰς μικρὰς κοινωνίας καὶ ἐν αὐτῷ τῷ κέντρῳ τῶν συγκρούσεων τῶν ἐπαρχιακῶν συμφερόντων ἐγκαθίδρυσις Δικαστηρίου δύναται νὰ ἐκθέσῃ, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τοὺς δικαστὰς εἰς μείζονα σχετικῶς κίνδυνον παρεκτροπῆς ἐκ τῆς τοῦ καθήκοντος ἐκπληρώσεως.» Δὲν γνωρίζω πόθεν ἠρύσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἴσως ἔχουσι σχετικὰς πληροφορίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ ἂν πράγματι ἔχωσι, παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσιν αὗται εἰς τὴν Βουλὴν· διότι οἱ ἔχοντες γνῶσιν τῶν δικαστικῶν χρονικῶν γνωρίζουσι καλῶς, ὅτι τοιούτους κινδύνους δὲν διέτρεξαν εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ κέντρα οἱ δικασταὶ, ἀλλὰ διέτρεξαν ἐν μέσαις Ἀθήναις. Πάντως δὲ φρονῶ, ὅτι πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν νομαρχῶν τῶν νομῶν ἐκείνων, ἐν οἷς τὰ καταργούμενα Πρωτοδικεῖα, καθὼς καὶ τὰς τῶν Προέδρων καὶ τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Πρωτοδικείων, τὰ ὁποῖα καταργοῦνται, περὶ τῶν κατ’ αὐτοὺς ἐπιβλαβῶν ἢ ὠφελίμων συνεπειῶν τῆς καταργήσεως· διότι βεβαίως θὰ εἶχε τοιαύτας ἐνώπιον αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ταύτας νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Εὔχομαι δὲ, κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν πληροφοριῶν, περὶ τῶν ὁποίων καὶ ἔγγραφον σημείωσιν θὰ καταθέσω, νὰ ἀποδειχθῇ, χάριν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ ἀνατρέπων δι’ ἐλαφρᾶς χειρὸς σύστημα ὁλόκληρον κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν ὅρων ἀπὸ μακροῦ χρόνου ὑφισταμένων, ἂν δὲν προάγῃ, δὲν παραβλάπτει τοὐλάχιστον τὰ δημόσια συμφέροντα.
§64Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Δυστυχῶς, κύριε Πρόεδρε, ἡ δικαιολογητικὴ ἔκθεσις δὲν περιῆλθεν εἰς τὴν κατοχήν μας, διὰ νὰ γνωρίζωμεν τοὺς λόγους τοὺς προκαλέσαντας τὴν ὑποβολὴν τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου. Σήμερον μανθάνω, ὅτι ἐκτὸς τοῦ οἰκονομικοῦ λόγου ὑπάρχουσι καὶ ἕτεροι λόγοι· ἀλλὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν λόγων τούτων δὲν ἐπιλαμβάνομαι σήμερον, διότι σήμερον δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἂν τὸ νομοσχέδιον ὑπηρετεῖ καὶ κατὰ πόσον ἐξυπηρετεῖ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Σήμερον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης θὰ ζητήσωμεν νὰ μᾶς χορηγήσῃ τὰ ἐφόδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ μεταχειρισθῶμεν κατὰ τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ πείσωμεν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος οὐ μόνον οἰκονομία δὲν εἶναι, ἀλλ’ εἶναι καὶ σπουδαία σπατάλη καὶ διὰ τὸν δημόσιον καὶ διὰ τὸν ἰδιωτικὸν πλοῦτον. Ἡ ἐπαρχία τῆς Δωρίδος, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ 34 ὁλόκληρα ἔτη ἐστερεῖτο τελείως Δικαιοσύνης. Ἐπὶ 34 ἔτη ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου μέχρι τοῦ 1867 ἡ Δικαιοσύνη διὰ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Δωρίδος ἦτο ἐντελῶς ἀπρόσιτος. Ἀσφάλεια, τάξις, ἡσυχία μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐν τῷ τόπῳ, ὡς καὶ συγκοινωνία, δὲν ὑπῆρχον. Διηύθυνε τὸν τόπον ἡ δικέφαλος ἔχιδνα, ἡ ζωοκλοπὴ καὶ ἡ ληστεία. Ἴσως ἐρωτήσῃ τις: «διατὶ ἦτο ἀπρόσιτος ἡ Δικαιοσύνη εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Δωρίδος;» Εἰς τοῦτο ἀπαντῶ, ὅτι ὁ γινώσκων τὴν γεωγραφικὴν θέσιν τῆς Δωρίδος καὶ τὴν γεωγραφικὴν θέσιν τῆς Φθιώτιδος, ἐν ᾗ κεῖται ἡ Λαμία, καὶ ἐν γένει ἕως τοῦ Πρωτοδικείου, μέχρι τοῦ 1867 δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τῷ εἴπω, διατὶ ἡ Δικαιοσύνη ἦτο ἀπρόσιτος, Τὰ ἀπώτερα σημεῖα τῆς Δωρίδος ἀπέχουσι τῆς Λαμίας 35 ὥρας, ὁ δὲ διερχόμενος τὴν ἀπόστασιν ταύτην διέρχεται αὐτὴν μετ’ ἀπείρων ἐμποδίων· διέρχεται πολλάκις χωρὶς νὰ παρουσιάζηται οὐδαμοῦ δρόμος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δύναται ἄνθρωπος νὰ διέλθῃ. Διέρχεται χαράδρας, ἐν καιρῷ δὲ χειμῶνος διέρχεται καὶ ἐν μέσῳ χιόνων διὰ τῶν βουνῶν. Ὁ ὑποστὰς ἀδίκημα ἔν τινι σημείῳ τῆς Δωρίδος εἰς τοιαύτην ἀπόστασιν οὐδέποτε θὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Δικαιοσύνην ἱκανοποίησιν, διότι ἡ ζήτησις τῆς ἱκανοποιήσεως θὰ ἦναι τόλμημα πολὺ μέγα δι’ αὐτόν. Οὐδέποτε θ’ ἀποφασίσω νὰ καταγγείλω τὸν κλέψαντα τὴν αἶγά μου, ἵνα λάβω ἀποζημίωσιν, διότι ἡ ἀποζημίωσις αὕτη δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς δαπάνας τῆς μεταβάσεώς μου εἰς Λαμίαν· καὶ ἂν θ’ ἀποφασίσω νὰ ὑπάγω, θὰ ὑποστῶ τὰ ἑξῆς κακά. Πρῶτον ἔχω ἀνάγκην νὰ συνομολογήσω δάνειον 50 δραχμῶν, διὰ τὰ ἔξοδα μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου, καὶ μόνον ἂν ἔχω ἄλλην περιουσίαν θὰ δυνηθῶ νὰ συνομολογήσω τὸ δάνειον τοῦτο καὶ προσέλθω εἰς τὸ Δικαστήριον, ἵνα ὑποστηρίξω τὸ δίκαιόν μου· ἐὰν δὲν ἔχω, δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ προσέλθω εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον ἀγαθὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπολαύσω, διὰ νὰ κάμω τὴν ἀπόφασιν τῆς μεταβάσεως! Δεύτερον ἀγαθὸν εἶναι νὰ ὑποστῶ διπλοῦν κίνδυνον, μεταβαίνων εἰς Λαμίαν, καὶ μάλιστα κατὰ τοὺς χειμερινοὺς μῆνας Ὀκτώβριον, Νοέμβριον, Δεκέμβριον, Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον, καθ’ οὓς δὲν δύναταί τις νὰ κινηθῇ πρὸς μετάβασιν εἰς Λαμίαν ἄνευ προφανοῦς κινδύνου, διότι ἡ συγκοινωνία εὑρίσκεται εἰς ἀρχέγονον κατάστασιν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἄλλοτε ἐσκέφθη καὶ περὶ Δωρίδος πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς συγκοινωνίας, καὶ διέθεσεν ἱκανὸν κεφάλαιον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἀλλ’ ἀτυχῶς οἱ τότε ἀντιπρόσωποι τῆς Δωρίδος, μὴ γνωρίζοντες τὴν ἐπαρχίαν ταύτην, διέθεσαν κακῶς τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο, καὶ τοιουτοτρόπως ἐγένετο μία δημοσία ὁδὸς, ἀπὸ Βιτρινίτσης μέχρι Λιδωρικίου, εἰς ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Δωρὶς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ ἁμαξιτὴν ὁδόν. Ἡ Δωρὶς ἔχει ἀνάγκην εἰς ὅλα τὰ ἄλλα μέρη τῆς ἐπαρχίας νὰ ἔχῃ βατὰς ὁδοὺς μετὰ γεφυρῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς ἔχει μόνον μίαν γέφυραν, ἀξίας 8,000 δραχμῶν, εἰς ἓν σημεῖον τῆς ἐπαρχίας. Ἡ Κυβέρνησις ἤρχισε τὴν κατασκευὴν καὶ ἄλλης ὁδοῦ βατῆς, ἀλλὰ μόλις αὕτη ἔφθασε μέχρι τοῦ πέρατος τῶν ὁρίων τῆς Παρνασσίδος, ἐσταμάτησε, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Δωρίδος ἰδίως, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ ἐνδιαφέρον, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης καὶ ἐν Δωρίδι. Εἰς οὐδὲν σημεῖον λοιπὸν τῆς ἐπαρχίας Δωρίδος ὑπάρχει βατὴ ὁδός. Ἀλλ’ ἐκτενέστερον περὶ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως καὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου θέλω ὁμιλήσει, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον. Ἐπὶ τοῦ παρόντος θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, προκειμένου νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ὑπὸ καθαρὰν οἰκονομικὴν ἔποψιν, νὰ ἐφοδιάσῃ ἡμᾶς μὲ τοὺς ἑπομένους ἐπισήμους πίνακας τῶν ἐργασιῶν τῶν Πρωτοδικείων Παρνασσίδος καὶ Λαμίας, ἤτοι πίνακας: 1) Τῶν ἐργασιῶν τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν, τὴν μέχρι τῆς συστάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος, ἤτοι τῶν ἐτῶν 1862–1866 συμπεριλαμβανομένου. 2) Τῶν ἐργασιῶν τοῦ αὐτοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας κατὰ τὴν δευτέραν μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος πενταετίαν, ἤτοι τῶν ἐτῶν 1872–1877 συμπεριλαμβανομένου. 3) Τῶν ἐργασιῶν τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος κατὰ τὴν πρώτην τῆς συστάσεώς του πενταετίαν, μὴ λογιζομένου εἰς αὐτὴν τοῦ ἔτους τῆς συστάσεως 1867, ἤτοι τῶν ἐτῶν 1868–1872 συμπεριλαμβανομένου. 4) Τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ ποινικῶν ἐξόδων, χρηματικῶν ποινῶν καὶ προστίμων κατὰ τὰς ἀνωτέρω τέσσαρας πενταετεῖς χρονικὰς περιόδους ὑπ’ ἀμφοτέρων τῶν Πρωτοδικείων. 5) Τῶν δαπανηθέντων ἐπίσης ὑπ’ ἀμφοτέρων τῶν Πρωτοδικείων κατὰ τὰς αὐτὰς ὡς ἄνω χρονικὰς περιόδους εἰς μαρτυρικὰ καὶ ἐν γένει ἀνακριτικὰ δικαιώματα. 6) Πίνακα τοῦ κατὰ τὰς αὐτὰς ὡς ἄνω χρονικὰς περιόδους καταναλωθέντος ἐνσήμου χάρτου εἰς πολιτικὰς ὑποθέσεις ὑπ’ ἀμφοτέρων τῶν Πρωτοδικείων. Διὰ τῶν πινάκων τούτων θὰ γείνῃ σύγκρισις, ποία ἦτο ἡ κατάστασις τῆς ἀπονομῆς τῆς πολιτικῆς καὶ ποινικῆς δικαιοσύνης, ὅτε ἡ Παρνασσὶς ὑπήγετο εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας, καὶ ποία μετὰ τὴν κατάργησιν καὶ ἀπόσπασιν τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπετέλεσαν τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος. Ἐπιφυλάσσομαι δ’ ἐν ἐκτάσει νὰ συζητήσω, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ κατάργησις τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος εἶναι οἰκονομία εἰς τὸ Κράτος.
§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ ἡ ἀρχὴ τῶν νομοσχεδίων καὶ αἱ διατάξεις αὐτῶν συζητοῦνται ἐν πλήρει ἐκτάσει. Ἡμεῖς δὲν καλούμεθα εἰσέτι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως Πρωτοδικείων, δὲν εἰσήλθομεν δ’ οὔτε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἴμεθα εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, κατὰ τὸ ὁποῖον βεβαίως ἔχει δικαίωμα ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ ἐλέγξῃ τὸν Ὑπουργὸν καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ νὰ δικαιολογήσῃ τὰς πράξεις ἢ παραλείψεις του. Βεβαίως ἕκαστος τῶν κ. Βουλευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ τὸ στάδιον αὐτὸ νὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν πληροφορίας, ἢ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν Ὑπουργῶν, ἵνα δώσωσι πλήρεις ἢ βασίμους πληροφορίας, ὧν ἔχει ἀνάγκην, εἴτε περὶ καταργήσεως Πρωτοδικείου τινὸς, εἴτε περὶ ἄλλων ἀντικειμένων, ἵνα καταθέσωμεν ταύτας ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις κατ’ οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως Πρωτοδικείων, ἥτις δὲν ἐπροτάθη ἀκόμη εἰς τὴν Βουλήν, δημιουργεῖ στάδιον προσυζητήσεως, τὸ ὁποῖον ὁ ὀργανισμὸς δὲν ἀπεδέχθη. Διὰ τοῦτο νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὅσοι ἐπιθυμοῦσι νὰ ζητήσωσι πληροφορίας ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα, οἱασδήποτε πληροφορίας, τὰς ὁποίας κρίνουσιν ἀναγκαίας, διὰ νὰ ἔχωσι πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως Πρωτοδικείων, καλὸν εἶναι νὰ ζητήσωσιν αὐτὰς ἐγγράφως, καὶ παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ καταθέσωσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον τὰς σημειώσεις των, νὰ στείλῃ δ’ αὐτὰς τὸ Προεδρεῖον εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, ὅπως προσκομισθῶσιν αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι. Ἄλλως πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῇ τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως Πρωτοδικείων, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἡμερησία διάταξις ἀναγράφει.
§66ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἐγὼ ἀνεγνώρισα καὶ ἀναγνωρίζω καὶ ἀνακηρύσσω, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἔχουσι πλῆρες καὶ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ ζητήσωσι παρὰ τοῦ Προέδρου, ἵνα ἀνακοινώσῃ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ποίας ζητοῦσι πληροφορίας νὰ δώσωμεν, πληροφορίας οἰκονομικὰς, πληροφορίας περὶ τῆς πορείας τῆς Δικαιοσύνης, πληροφορίας στατιστικὰς, πᾶσαν πληροφορίαν. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀγορεύομεν ἤδη ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ὥρας, ἐκτὸς δὲ τοῦ βουλευτοῦ Δωρίδος κυρίου Λιδωρίκη καὶ ἐκτὸς ἄλλου τινὸς κ. Βουλευτοῦ, οὐδεὶς ἄλλος ἐζήτησε πληροφορίας, διότι πάντες ἐζήτησαν νὰ παραστήσωσιν, ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς πατρίδος των πρέπει νὰ διατηρηθῇ, ὅτι εἶναι ἀνοσιούργημα, ἀσέβεια, νὰ καταργηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς πατρίδος των, καὶ ὅτι αἱ συνέπειαι, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἐπέλθει ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου τῆς πατρίδος των, θέλουσιν εἶσθαι τοιαῦται ἢ τοιαῦται. Ταῦτα νομίζω ὅτι ἀνάγονται εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τοῦτο εἶπον· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν αἴτησιν πληροφοριῶν οὐδενὸς τὸ δικαίωμα ἠμφισβήτησα. Ὑμεῖς, κύριε συνάδελφε ἐκ Κυθήρων, δύνασθε νὰ γράψητε ἐπὶ φύλλου χάρτου 150 ἢ καὶ πλείονας πληροφορίας. Θέλομεν σᾶς χορηγήσει αὐτάς.
§68ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§69Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ τὴν σειράν σας.
§71Α. ΜΑΡΛΑΣ. Παραδέχομαι τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ παροῦσα ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος πρὸς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲ εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου. Ἁπλῶς θέλω καὶ ἐγὼ νὰ δηλώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συγκροτηθέντος συλλαλητηρίου ἐν Ἀμφίσσῃ, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλε καὶ εἰς ἐμὲ τηλεγράφημα. Δηλῶ λοιπὸν, ὅτι συμμερίζομαι τὴν συγκίνησιν, ἥτις κρατεῖ εἰς δύο ἐπαρχίας, εἰς τὴν Παρνασσίδα καὶ τὴν Δωρίδα, ἐπὶ τῇ εἰδήσει ὅτι καταργεῖται τὸ Πρωτοδικεῖον Παρνασσίδος, τοῦ ὁποίου ἡ κατάργησις, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς οὐδεμίαν οἰκονομίαν θὰ προσπορίσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἦναι καταστροφὴ ἀπείρων καὶ ποικίλων συμφερόντων καὶ ζημία εἴς τε τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν ταύτην, ἰδίως δὲ εἰς τὴν πόλιν τῆς Ἀμφίσσης, ἡ ὁποία κυριολεκτικῶς θὰ καταστραφῇ, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον, διότι τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον, κύριε Πρόεδρε, πρόκειται ν’ ἀφαιρεθῇ μέγας πληθυσμὸς ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν Ἄμφισσαν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡμεῖς πάντες ἀναλογιζόμεθα ποῖαι ζημίαι, ποῖαι συμφοραὶ θὰ ἐπακολουθήσωσιν εἰς τὴν πόλιν ταύτην. Ἐπιφυλάσσομαι ἐν τῇ περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συζητήσει νὰ καταδείξω, ὅτι καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συγκοινωνίας καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἄστοχον, καὶ παρακαλῶ καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ ἵνα ἀποσυρθῇ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον, προκειμένου μάλιστα περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος.
§72ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τηλεγράφημα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ τὴν σειράν σας. Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§74ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν θέσιν νὰ κατακριθῶ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς συζητῶν ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, ἐὰν ὑποστηρίξω τὸ τηλεγραφικὸν ψήφισμα τῶν συμπολιτῶν μου, τὸ ψήφισμα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Κυπαρισσίας καὶ τὰ ψηφίσματα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἅτινα πρὸ μικροῦ ἀνεκοινώσατε. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἐκδήλωσις αὕτη τῶν φρονημάτων τοῦ λαοῦ τῆς Τριφυλίας ἐν νομιμότητι ὄντως ἐπαινετῇ γενομένη, τό γε νῦν ἔχον, οὐδὲν ἄλλο ἀπεικονίζει ἢ τὸ ψυχικὸν ἄλγος, ὅπερ κατέχει αὐτὸν, καὶ τὸ δίκαιον παράπονον, ὑφ’ οὗ κατέχεται, διὰ τὴν ἀστοργίαν, μεθ’ ἧς συμπεριφέρεται πρὸς αὐτὸν ἡ Πολιτεία, ἀναχρονιζομένη καὶ ἐπαναφέρουσα αὐτὸν εἰς τὴν πρὸ τοῦ 1867 ἐποχήν. Καὶ τὸ ψυχικὸν τοῦτο ἄλγος ἐκπηγάζει ἔκ τε τῆς ὑλικῆς καὶ τῆς ἠθικῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ὑποστῇ ἡ πόλις τῆς Κυπαρισσίας καὶ ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία τῆς Τριφυλίας, ἥτις, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, καὶ ἔνδοξον ἱστορίαν ἔχει καὶ πολλὰ συνεισέφερεν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Τὸ ψυχικὸν τοῦτο ἄλγος, ὅπερ ἐκδηλοῦται ζωηρῶς ἐν τοῖς ἀνακοινωθεῖσι ψηφίσμασι, δὲν ἐκπηγάζει τόσον ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς ὑλικῆς ζημίας, ἥτις θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς καταστροφῆς καὶ ἐρημώσεως τῆς πόλεως Κυπαρισσίας, ἐπὶ τριακονταπενταετίαν ὁλόκληρον ἐχούσης ἐν τοῖς κόλποις αὐτῆς τὸ Πρωτοδικεῖον, καὶ ἐνθαρρυνθείσης εἰς πρόοδον σημαντικὴν, ἐξ ἧς ἐνθαρρύνσεως οἱ κάτοικοι διὰ μεγάλων θυσιῶν ἀνήγειραν οἰκοδομήματα καὶ συνοικισμοὺς ὁλοκλήρους, δημιουργήσαντας πλοῦτον ἰδιωτικόν, ὅστις σήμερον ἀπειλεῖται διὰ καταστροφῆς, ὅσον ἐκ τῆς ζημίας τῆς ἐκ τῆς διασαλεύσεως τῆς τάξεως, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν συνταράσσει μόνον τοὺς κατοίκους τῆς Τριφυλίας καὶ τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας, συμμετασχούσης τοῦ πανδήμου ἐκείνου συλλαλητηρίου, ὁ ὑπολογισμὸς τῆς ὑλικῆς ζημίας, ὅσον συγκινεῖ αὐτοὺς καὶ ἀποτροπιάζει ἡ ἰδέα, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θὰ εὑρεθῶσιν ἐν ἀπομακρύνσει ἀπ’ αὐτῆς τῆς Δικαιοσύνης, ἄνευ ἀσφαλείας καὶ τάξεως, ὅπερ εἶναι ἀνυπολόγιστος ζημία. Ἀληθῶς, κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναται ἢ νὰ ἐκπλαγῇ τις, ὅταν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον Ὑπουργοῦ, τῇ συντόμῳ ἄλλως τε καὶ οὐχὶ ἐπαρκεῖ, ἵνα συνοδεύῃ τοσαύτης σοβαρότητος νομοσχέδιον, ἀναγινώσκῃ, ὅτι ἡ σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία ἐμείωσε τὰς ἀποστάσεις, καὶ ἐκ τούτου περιττὴ καθίσταται ἡ ὕπαρξίς τινων Πρωτοδικείων. Ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος μόνον ἄκρα τινὰ τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας ἔθιξε, πέντε δὲ δῆμοι αὐτῆς ἀπέχουσι τῆς μὲν Κυπαρισσίας πέντε ὥρας, τῶν δὲ Καλαμῶν δέκα πέντε ἕως δέκα ὀκτώ. Ἄλλως ἡ σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία συνέταμε μόνον τὸν χρόνον, οὐχὶ δὲ καὶ τὰς δαπάνας, ἃς ηὔξησε. Ταῦτα ἐν ὀλίγοις ἠθέλησα νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ἐπὶ τοῦ τάπητος τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ νὰ καταδειχθῇ, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὅλως ἀσύμφορον τῆς καταργήσεως τῶν Πρωτοδικείων, καὶ ἰδίως τοῦ τῆς Κυπαρισσίας, ἐν καιρῷ, ὅτε εὐρύτερον θὰ ἐπανέλθω, πρό τινων ἡμερῶν ᾐτησάμην παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοὶ χορηγήσῃ πληροφορίας, οὐ μόνον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ποινικῶν καὶ πολιτικῶν ἀποφάσεων τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, ἀλλὰ καὶ ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τῶν καταβληθέντων μαρτυρικῶν δικαιωμάτων. Καὶ ἵνα εὐκολύνω τὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ παροχῇ τῶν πληροφοριῶν τούτων, περιωρίσθην εἰς τὰ ἔτη 1902, 1903 καὶ 1904, διότι ἡ τριετία αὕτη θὰ ἀρκέσῃ, ἵνα ἀποδειχθῇ πόσα θὰ ἀπολεσθῶσι κατ’ ἀναλογίαν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἀθῳωτικῶν ἀποφάσεων καὶ βουλευμάτων καὶ τῶν μὴ ἐπανεισερχομένων εἰς αὐτὸ δαπανῶν, τουτέστι πόσην ζημίαν θὰ ὑποστῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀναιροῦσαν τὰς μικρὰς χιμαιρικὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας ἐπαγγέλλεται τὸ νομοσχέδιον. Δὲν πρέπει δὲ νὰ παραλίπωμεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρὸς τῇ συμφορᾷ, τὴν ὁποίαν παρασκευάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς ῥάχεως τῶν ἀτυχῶν τούτων ἐπαρχιῶν, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀπομακρύνει τὴν ποινικὴν κυρίως δικαιοσύνην, τὴν καὶ λυσιτελεστέραν, πρὸς τῇ συμφορᾷ, λέγω, ταύτῃ, ἥτις ἐπέρχεται διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, καὶ ἕτερον τραῦμα καταφέρεται εἰς τὸν λαὸν τῶν ἀπορφανουμένων ἐπαρχιῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ποινικῆς διατιμήσεως. Διὰ τοῦ ὑποβληθέντος τούτου νομοσχεδίου πειρώμενος νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἐκ τῶν ἀποστάσεων δαπάνην ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὑπερακοντίζει τὴν εὐτελῆ διατίμησιν τῶν μαρτυρικῶν ἀποζημιώσεων τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836. Παρὰ πάντων ὁμολογεῖται, ὅτι ἀνεπαρκὴς εἶναι ἡ χορηγουμένη διὰ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου πρὸς τοὺς μάρτυρας ἀποζημίωσις, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν σημερινῶν ἀναγκῶν, τῶν νῦν ὁδοιπορικῶν δαπανῶν καὶ τῆς ἐνεστώσης ἀξίας τοῦ ἡμερομισθίου τοῦ ἀτόμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ μονοκονδυλιᾶς ἀπὸ μιᾶς δραχμῆς καταβιβάζει εἰς 60 λεπτὰ τὴν ἡμερησίαν ἀποζημίωσιν τοῦ μάρτυρος, ἵνα μετριάσῃ τὰς ζημίας τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν ἀποστάσεων. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, εἶναι ἄλλο τι ἢ ἀρνησιδικία ἡ δυὰς αὕτη τῶν νομοσχεδίων; Παρὰ πολλῶν καὶ ἐμπείρων δικαστικῶν προσώπων καθ’ ἑκάστην ἀκούομεν, ὅτι ἡ ὑπάρχουσα διατίμησις εἶναι ἀνεπαρκής, καὶ εἰς αὐτὴν ἀποδοτέος τὸ πλεῖστον ὁ χρονισμὸς τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, ὁ ἐκ τῶν λιπομαρτυριῶν καὶ ἀναβολῶν ἐπερχόμενος. Διότι ὁ δικαστὴς δὲν δύναται νὰ τιμωρήσῃ, ἐξ ἐπιεικείας, τοὺς μὴ προσερχομένους μάρτυρας, ὧν ὑπῆρξεν ἀδύνατος ἡ προσέλευσις ἕνεκα τῶν ἀσχολιῶν εἰς τὰ ἔργα των, ἀναλογιζόμενος τὸ εὐτελὲς τῶν ἀποζημιώσεων. Τοῦτο εἶναι κυρίως ἡ αἰτία τῶν λιπομαρτυριῶν, τῆς ἐκκρεμότητος τῶν ὑποθέσεων, τῆς σηπεδόνος τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Καὶ ἔρχεται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων νὰ βελτιώσῃ αὐτὴν καὶ ἐξυψώσῃ τὸ γόητρον αὐτῆς, ὡς λέγει! Πολὺ ἀμφιβάλλω, ἂν τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης ἐξυψοῦται διὰ τῆς συγκεντρώσεως τῶν ὑποθέσεων καὶ τῆς συσσωρεύσεως αὐτῶν εἰς τὰ κέντρα. Πολὺ δὲ τολμηρὸν εἶναι νὰ λέγῃ τις, ὅτι οἱ Ἕλληνες δικασταὶ εἶναι διάφοροι ἐν Ἀθήναις καὶ διάφοροι ἐν Λεβαδείᾳ, Κυπαρισσίᾳ ἢ Καρπενησίῳ. Εὐτυχῶς—καὶ λέγω τοῦτο πρὸς τιμὴν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης—ἐλάχιστα δεδομένα ἔχομεν ἐπηρεασμοῦ τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν, καὶ ταῦτα ἐκεῖ, ὅπου ὁ ἐπηρεασμὸς εὐχερέστερον δύναται νὰ ἀσκηθῇ, τουτέστιν εἰς τὰ μεγάλα κέντρα, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ δικαστὴς ἐπιθυμεῖ νὰ παραμένῃ. Ἐν ταῖς ἐπαρχίαις οἱ δικασταὶ, ἐὰν δὲν δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς Ὀλύμπιοι θεοὶ, δὲν λέγω ὑπερβολὴν, ἀποκαλῶν αὐτοὺς ἡμιθέους. Ἐπειδὴ περὶ οἰκονομικοῦ κυρίως ζητήματος πρόκειται, δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω νὰ ἐκθέσω σκέψιν μού τινα, ἥτις μὲ κατέχει καὶ μὲ ὑποχρεοῖ νὰ ἀποταθῶ πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν. Ἀναφυλλίζων τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, τυχέως ἀνεῦρον τὸν ὑπὸ στοιχεῖα ͵ΒΨΙΓʹ νόμον τοῦ 1896, οὗ εἰσηγητὴς ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργός, διὰ τοῦ ἄρθρου πρώτου τοῦ ὁποίου ἀναγνωρίζεται εἰς συντελουμένην τότε ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπιχείρησιν σακχαροποιΐας προνόμιον ἀτελείας ἐπὶ πενταετίαν, λῆξαν τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1901. Ἐκ τοῦ νόμου τούτου καὶ τῆς αἰτιολογίας, ἥτις συνώδευε τὸ νομοσχέδιον, ἐξάγεται, ὅτι, διότι ἡ ἐπιχείρησις ἐκείνη, ἀνήκουσα εἰς τὸν μακαρίτην Χρηστάκην Ζωγράφον, εὑρίσκετο ἐν τῇ γενέσει της καὶ ἔχρῃζε τῆς προστασίας τῆς Πολιτείας, εἶχεν ἡ Πολιτεία τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐμψυχώσῃ τὴν βιομηχανίαν. Ἀλλ’ ἔκτοτε παρῆλθον δέκα ἔτη· ἡ βιομηχανία αὕτη ἠνδρώθη, καὶ μάλιστα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε, καθ’ ἃς ἔχομεν θετικωτάτας πληροφορίας, ἅπαν τὸ προϊὸν τῆς σακχαροποιΐας ταύτης καταναλίσκεται ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἐκτοπίζον ὁσημέραι τὸ εὐρωπαϊκὸν σάκχαρον καὶ ὑπερβαῖνον τὸ ἓν ἑκατομμύριον ὀκάδων, καθόσον ἀναβιβάζεται εἰς δώδεκα ἕως δεκατρεῖς χιλιάδας σάκκων ἐτησίως τῶν ἑβδομήκοντα ὀκτὼ ὀκάδων.
§75Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Αἱ πληροφορίαι σας ὄχι μόνον δὲν εἶναι θετικαὶ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐντελῶς ἀβάσιμοι.
§76Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω, πρὸς πίστωσιν αὐτῶν, τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ ἀκριβῆ στατιστικὸν πίνακα τοῦ ποσοῦ τῆς ἐτησίας παραγωγῆς τῆς σακχάρεως ταύτης.
§77Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὄχι μόνον δὲν ἠνδρώθη ἡ βιομηχανία αὕτη, ἀλλὰ καὶ διατρέχει κίνδυνον κρισιμώτατον.
§78Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται, Κύριοι, ὡς βλέπετε, περὶ σπατάλης εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ἐνῷ δὲ προτιθέμεθα σήμερον νὰ διασαλεύσωμεν τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν, τὸ μόνον ἀγαθὸν, ὅπερ ζητεῖ ὁ πολίτης, ἀφίνομεν νὰ διαδιδράσκῃ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς ὄφελος ἀτόμων, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ καὶ καταθέσῃ πληροφορίας ἐν τῇ αὔριον ἢ μεθαύριον συνεδριάσει.
§79Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἵνα κατανοήσω καλλίτερον, εἴπατέ μοι, ἐκ τίνος ἀφορμῆς ζητεῖτε τὰς πληροφορίας ταύτας;
§80Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ νὰ σκεπτώμεθα περὶ καταργήσεως Πρωτοδικείων καὶ Νομαρχιῶν καὶ νὰ στερῶμεν τοὺς Ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς τῆς δικαιοσύνης, εἶναι προτιμότερον νὰ φορολογῶμεν τὰ παραγωγικὰ κεφάλαια τῶν πλουσίων.
§81Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θέλετε λοιπὸν τὰς πληροφορίας, ἵνα μοὶ ὑποδείξητε τρόπον φορολογίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ;
§82Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι. Μᾶς συγχωρεῖτε.
§83Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ φορολογίας τοῦ λαοῦ, διότι οὗτος πληρώνει τὸ σάκχαρον τῆς παραγωγῆς ταύτης ὅσον καὶ τὸ εὐρωπαϊκὸν, ἀλλὰ περὶ φορολογίας τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ σακχαροποιείου, γνωστῶν κληρονόμων τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου, οἵτινες ἀποκερδαίνουσι περὶ τὸ ἑκατομμύριον. Εἶναι ἐπιτετραμμένον, νομίζω, νὰ ὑποδείξω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἀντὶ τῶν καταστρεπτικῶν τοῦ λαοῦ νομοσχεδίων, δύναται νὰ ζητήσῃ ἐκεῖνο, ὅπερ δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ὅπερ πληρώνει ὁ καταναλωτὴς λαὸς εἰς ὄφελος τῶν κληρονόμων Χρηστάκη Ζωγράφου.
§84Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Φωνάζουσιν ἐπαρχίαι, αἵτινες ἔχουσι τὰ περισσότερα καθυστερήματα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ πίνακας τῶν καθυστερημάτων τῶν ἐπαρχιῶν Κυπαρισσίας καὶ Καρδίτσης.
§85Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, οὔτε ἀσφαλεῖς πληροφορίας, κύριε Βουλευτά. Ἐν καιρῷ θὰ ἴδωμεν, τίνες φορολογοῦνται περισσότερον. Συμπεραίνω λοιπόν, ὅτι ἡ σάκχαρις τοῦ σακχαροποιείου τῶν κληρονόμων Χρηστάκη Ζωγράφου, ἀνερχομένη εἰς ἓν ἑκατομμύριον καὶ πλέον ὀκάδων, πωλεῖται ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ἀγορᾷ πρὸς μίαν δραχμὴν καὶ 68 λεπτὰ, ἐνῷ ἡ αὐστριακὴ σάκχαρις πωλεῖται πρὸς μίαν δραχμὴν καὶ 73 λεπτά. Ἡ διαφορὰ εἶναι πέντε λεπτῶν ἐν τῇ χονδρικῇ πωλήσει, ἐνῷ ἡ μὲν πρώτη μένει ἀτελὴς, ἡ δὲ δευτέρα φορολογεῖται διὰ δασμοῦ εἰσαγωγικοῦ πρὸς δραχμὴν μίαν περίπου, ἄρα διαφεύγει τὸ δημόσιον ταμεῖον πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Ἐκ τῆς ἀξίας ταύτης τῆς σακχάρεως ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ βιομηχανία αὕτη ἠνδρώθη καὶ προώδευσεν. Ἐπειδὴ δὲ μὲ προεκαλέσατε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἐσχάτως εἶχε λάβει πρόνοιαν περὶ τούτου ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, πρῴην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 19 Ἰανουαρίου 1904 νομοσχέδιον, δι’ οὗ προετείνετο ἡ ἐπιβολὴ φόρου εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος σάκχαριν, οὐχὶ βεβαίως ἴσου πρὸς τὸν ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τῆς ἔξωθεν εἰσαγομένης, ἀλλὰ περίπου τοῦ ἡμίσεος αὐτοῦ, ἤτοι λεπτῶν πεντήκοντα κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς, τῆς ὑπὸ τοῦ καταναλωτοῦ πληρωνομένης, εἶναι ἐλαχίστη, καὶ ὑπελογίζετο πρόσοδος πεντακοσίων χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως. Τοιαῦτα νομοσχέδια νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἐκ τῶν περιστάσεων εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς ἡμᾶς. Καὶ ἰδοὺ ἐπιμαρτυρούμενον ἐκεῖνο, ὅπερ πρὸ μικροῦ ὁ ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι καταστρέφομεν τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν διοίκησιν, χάριν φαινομενικῆς καὶ ἀσημάντου οἰκονομίας, χωρὶς νὰ βλέπωμεν ἄλλας περιττὰς δαπάνας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ περικοπτομένας, καὶ ἄλλους πόρους προτεινομένους, τοὺς ὁποίους δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν, καὶ οἵτινες, χωρὶς νὰ βαρύνωσι τὸν φορολογούμενον λαὸν, θὰ ἐπιβαρύνωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποκερδαίνουσιν εἰς βάρος αὐτοῦ, ἐπωφελούμενοι τῶν πλεονεκτημάτων, ἅτινα ἀνέχεται, ὡς μὴ ὤφελεν, ἡ Πολιτεία. Περαίνων τὸν λόγον, ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν ὑποβάλῃ ἐπισήμους πίνακας περὶ τῆς παραγομένης σακχάρεως ἐκ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ σακχαροποιείου, καὶ περὶ τῆς τιμῆς, εἰς ἣν αὕτη πωλεῖται ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ἀγορᾷ, διότι θέλω ἐπανέλθει ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου θέματος.
§86ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ ὅμοιον τηλεγράφημα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Παρνασσίδος, παρακαλοῦντος τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ τὸ κατατεθὲν καὶ ἐγγραφὲν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος. Ἡμεῖς δὲν ἀνεμένομεν βεβαίως τὸ τηλεγράφημα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, ἵνα κάμωμεν παραστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἦτο γνωστὸν καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἦτο διατεθειμένη νὰ καταργήσῃ ὄχι μόνον τὰ τέσσαρα νεοσύστατα Πρωτοδικεῖα, ἀλλ’ ὀκτὼ τοιαῦτα. Ἡμεῖς παρεκαλέσαμεν ἰδιαιτέρως τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ Πρωτοδικεῖον Παρνασσίδος, τὸ ἀποσύρῃ, διότι αἱ δύο ἐπαρχίαι Παρνασσίδος καὶ Δωρίδος εἶναι ὀρειναὶ, οἱ δὲ πληθυσμοὶ αὐτῶν εὑρίσκονται εἰς ἐξοχὰς καὶ ὄχι εἰς πόλεις, καὶ ἑπομένως ἔχουσιν ἀνάγκην τοῦ Δικαστηρίου. Ἐλπίζομεν δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἰσακούουσα τὰς παραστάσεις ἡμῶν τὰς δικαίας, θ’ ἀποφασίσῃ ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος, τὸ ὁποῖον πρωτίστως ὀφείλει νὰ διατηρήσῃ, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα, καὶ ἰδίως διότι ὡς ἐκ τῆς ἀποστάσεως τῆς ἐπαρχίας Δωρίδος καὶ τῆς ἐλλείψεως συγκοινωνίας εἶναι πολὺ δύσκολον οἱ συμπολῖταί μου νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν Φθιώτιδα, πεζοποροῦντες τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας. Διὰ τοῦτο θερμῶς παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, εἰ δυνατὸν, ἐξεύρῃ τρόπον, δι’ οὗ τὴν οἰκονομίαν, ἣν ἤθελε φέρει διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος, φέρῃ ἄλλοθεν· εἶναι δὲ πρόθυμοι οἱ συμπολῖται ἡμῶν νὰ ὑπαχθῶσι καὶ εἰς φορολογίαν τινὰ χάριν τῆς διατηρήσεως τοῦ Πρωτοδικείου.
§87Κ. ΓΡΙΒΑΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ὅμοιον τηλεγράφημα πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλαβον οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Λευκάδος, ἔλαβον καὶ ἐγώ· ἐπιφυλάσσομαι δ’ ἐν καιρῷ νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ ἐλπίζω ὅτι θ’ ἀποδειχθῇ τότε, ὅτι καὶ ὁ λαὸς τῆς Λευκάδος καὶ ὁ τῆς Ἀκαρνανίας ἔχουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα μὲ τὸν λαὸν τῆς Ἄρτης, ἵνα ἔχωσι Πρωτοδικεῖον.
§88Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς τηρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσω, ὅτι τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐνέπνευσε πρὸς αὐτὸν ἡ ἰδική μου ἀγόρευσις.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§90Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀριθμήσας τοὺς ὁμιλήσαντας περὶ τῶν Δικαστηρίων καὶ ὀνομάσας αὐτοὺς, παρέλειψε μόνον ἐμὲ, ἐνῷ ἐγὼ ἐσεβάσθην τὸν Κανονισμὸν, περιορισθεὶς ἁπλῶς νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἀποδείξω ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος οὐ μόνον οἰκονομίας δὲν παρέχει, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀποτελεῖ σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου, καὶ ἀμέσως ἠρίθμησα τὰς πληροφορίας, ἃς ἠθέλησα νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐφ’ ὧν στηριζόμενος θ’ ἀποδείξω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω.
§91Π. ΚΗΡΥΚΟΣ. Αὐτὰ δύνασθε νὰ τὰ εἴπητε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§92Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τοῦ ἀπασχολήσαντος τὴν Βουλὴν, ἂν ἐφαρμόζεται ὁ Κανονισμὸς ἢ ὄχι, καὶ θεωρῶ ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ὀρθόταται, μὲ τὴν ἁπλῆν παρατήρησιν, ὅτι, ἐὰν οὗτος ἐγκαιρότερον προέβαινεν εἰς ταύτας, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸ σημεῖον νὰ καταναλώσωμεν δύο ἢ τρεῖς ὥρας, συζητοῦντες ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐξεπλάγην δὲ, κύριε Πρόεδρε, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων καὶ φίλος μου ἐξανέστη, λέγων ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ διὰ τῶν παρατηρήσεών του νὰ περιορίσῃ τὴν συζήτησιν καὶ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔχει, νὰ ζητῇ πληροφορίας, ὅπως ἀναπτύξῃ τὰ θέματα, ἐφ’ ὧν εἰς ἄλλην περίστασιν πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ. Ἐὰν αἱ συζητήσεις προβαίνωσιν οὕτω, δὲν θὰ κατορθώνωμεν νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον θὰ παρέλθῃ καὶ ὁ Ἰούνιος καὶ ὁ Ἰούλιος χωρὶς νὰ συζητήσωμεν σπουδαιότατα νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς καίρια συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§93Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡμεῖς ἐλάβομεν τηλεγραφήματα ἐκ τῆς πόλεως Καρδίτσης, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω ταῦτα, διότι κατ’ ἴδιον τρόπον διαμαρτύρονται οἱ ἐν Καρδίτσῃ (ἀναγινώσκει): «Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Καρδίτσης, ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως Πρωτοδικείου καὶ Νομαρχίας Καρδίτσης, συνελθὸν ἐκτάκτως, τῇ προσκλήσει τοῦ κ. Προέδρου αὐτοῦ, καὶ ἀκοῦσαν τοῦ δημάρχου, ὅστις ὑπεστήριξε νὰ ἐκφρασθῇ εὐχὴ πρὸς τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, καθόσον ἐξ αὐτοῦ μεγάλη προσγίγνεται τῇ πόλει ζημία. Τὸ Συμβούλιον, λαβὸν ἀφ’ ἑνὸς ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τοῦ δημάρχου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τῆς καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Καρδίτσης, ὅπερ ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα λειτουργεῖ, θέλει ἐπέλθει τέλειος οἰκονομικὸς ὄλεθρος εἰς τὴν πόλιν Καρδίτσης, κτηματικαὶ περιουσίαι καὶ οἰκοδομαὶ, δημιουργηθεῖσαι ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑπάρξεως Πρωτοδικείου καὶ Νομαρχίας ἐν Καρδίτσῃ θέλουσι μειωθῆ εἰς τὸ ἥμισυ, αἱ δὲ ἐκ τούτου ζημίαι θὰ ἀνέλθωσιν εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, προσέτι δὲ τὸ ἐμπόριον τῆς πόλεως θέλει τελείως σταματήσει, καθόσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ μειωθῇ εἰς τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον ἡ κίνησις αὐτοῦ ἐν Καρδίτσῃ, διότι πολλαὶ οἰκογένειαι θὰ μετοικήσωσιν ἐκ Καρδίτσης ἅμα τῇ καταργήσει τοῦ Πρωτοδικείου, ὅπερ εἶναι τὸ μόνον ἀντιστάθμισμα, ὅπερ ἔχει ὁ νομὸς Καρδίτσης ἀπέναντι τοῦ 1,000,000 δρ. κλπ. κλπ. Διὰ ταῦτα, δεχόμενον τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου δημάρχου, ἐκφράζει τὴν εὐχὴν καὶ ἱκετεύει τὴν Α. Μ. τὸν λαοφιλῆ καὶ σεπτὸν ἡμῶν Βασιλέα, ὅπως εὐαρεστηθῇ ἐν τῇ μερίμνῃ του νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, ἵνα μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως Πρωτοδικείου καὶ Νομαρχίας Καρδίτσης. Παρακαλεῖ δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ τὸ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, τὴν δὲ Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τοῦτο. Δηλοῖ δὲ ὁ δῆμος Καρδίτσης, ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν ἀνέγερσιν δημοσίων φυλακῶν ἐπὶ ἰδίᾳ αὐτοῦ δαπάνῃ, ἃς παραχωρεῖ εἰς τὸ Δημόσιον πρὸς χρῆσιν ἄνευ μισθώματος, καὶ ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ ὑποστῇ πᾶσαν θυσίαν πρὸς συντήρησιν τοῦ Πρωτοδικείου Καρδίτσης.» (Ἕπονται αἱ ὑπογραφαὶ τοῦ Προέδρου καὶ τῶν μελῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου). Ὁ λαὸς τῆς Καρδίτσης ἀφ’ ἑτέρου, συνελθὼν εἰς πάνδημον συλλαλητήριον καὶ γενναιοφρόνως φερόμενος, ἔρχεται νὰ ὑποβληθῇ εἰς θυσίας πρὸς διατήρησιν τοῦ Πρωτοδικείου του. Καὶ εἶναι μοναδικὴ ἡ περίστασις αὕτη, διότι ὁ λαὸς τῆς Καρδίτσης ζητεῖ νὰ φορολογηθῇ δι’ εἰδικῆς φορολογίας πρὸς ἀποσόβησιν τῆς καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῆς Νομαρχίας. Καὶ ἰδοὺ τὸ ψήφισμα τοῦ λαοῦ (ἀναγινώσκει): «Ὁ λαὸς Καρδίτσης, ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῆς Νομαρχίας Καρδίτσης, ἐξηγέρθη σύσσωμος, καὶ συνελθὼν εἰς πάνδημον συλλαλητήριον, μετὰ γενικὸν κλείσιμον πάντων τῶν καταστημάτων, εἰς ἔνδειξιν πρώτης διαμαρτυρίας, καὶ ἀκούσας τοῦ ἀγορεύσαντος δικηγόρου Χρήστου Ἀλαμάνη, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκ τῆς μελετωμένης καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῆς Νομαρχίας Καρδίτσης θέλει ἐπέλθει τελεία ἔλλειψις πάσης δημοσίας ἀσφαλείας ἐκ τῆς ἐντεῦθεν ἀπομακρύνσεως τῶν ἀρχῶν καὶ οἱονεὶ δικαιοστάσιον καὶ ἀρνησιδικία ἕνεκα τῶν μεγάλων ἀποστάσεων καὶ τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως συγκοινωνίας, πρὸς δὲ τέλειος οἰκονομικὸς ὄλεθρος εἰς πληθυσμὸν ἑκατὸν χιλιάδων κατοίκων, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὴν πόλιν Καρδίτσης, ἧς αἱ κτηματικαὶ περιουσίαι θὰ μειωθῶσιν εἰς τὸ τρίτον τῆς ἀξίας, ὡς ὑφιστάμεναι ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ὑπάρξεως τοῦ Πρωτοδικείου, καὶ ὅτι αἱ φαινόμεναι οἰκονομίαι τῶν 15,000 δραχμῶν ἐκ τῆς καταργήσεως δὲν εἶναι πραγματικαί· τοὐναντίον μάλιστα ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου εἶναι προφανὴς, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς μειώσεως τῶν φόρων οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων καὶ τοῦ χαρτοσήμου, καὶ ὅτι δι’ οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ τῆς μεταφορᾶς τῶν γραφείων τῆς Εἰσαγγελίας καὶ τοῦ Πταισματοδικείου εἰς τὸ εὐρὺ δικαστικὸν μέγαρον, ὅπου μέχρις ἐσχάτων ἦσαν, ὡς καὶ τῆς δαπάνης τοῦ δήμου Καρδίτσης πρὸς ἀνέγερσιν οἰκήματος φυλακῶν, παρασχεθησομένου δωρεὰν εἰς τὸ Δημόσιον, ὡς ἐψηφίσατο σήμερον τὸ οἰκεῖον Συμβούλιον, εἰς τὸ Δημόσιον θέλει ἐπέλθει οἰκονομία περὶ τὰς 10,000 δραχμῶν. Ἐπὶ πλέον δὲ, ὅτι θέλει ἐπέλθει ἐμπορικὸς κλονισμὸς καὶ ἀνυπολόγιστοι ζημίαι ἐξ ἀφεύκτων πτωχεύσεων. Ἀποφαίνεται: 1) Καθικετεύει τὸν σεπτὸν Βασιλέα του, τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, ὅπως διατηρήσωσι Πρωτοδικεῖον καὶ Νομαρχίαν Καρδίτσης πρὸς πρόληψιν καταστροφῶν. 2) Ἀποδέχεται πᾶσαν θυσίαν, καὶ ἐν ἀνάγκῃ ἴδιον φόρον ἐν τῷ νομῷ Καρδίτσης πρὸς συντήρησιν Πρωτοδικείου καὶ Νομαρχίας Καρδίτσης. 3) Ἐντέλλεται τὴν διαβίβασιν τοῦ παρόντος ψηφίσματος πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ νομάρχου Καρδίτσης.» «Ἡ Ἐπιτροπή.» (Ἕπονται αἱ ὑπογραφαί.) Ἐπειδὴ δὲν εἶναι κατάλληλος ὥρα νὰ ἀναπτύξωμεν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ Πρωτοδικεῖον Καρδίτσης δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ, ἐπιφυλασσόμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο κατὰ τὸν χρόνον τῆς συζητήσεως.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπούσδρας ἔχει τὸν λόγον σχετικῶς.
§95Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§97Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καίτοι βεβαίως θὰ παραπέμψητε τὴν πρὸ ὀλίγου ἀνακοινωθεῖσαν ὑφ’ ὑμῶν ἀναφορὰν τοῦ δημάρχου Παΐων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἀνάγκη, ἕνεκα τοῦ κατεπείγοντος, νὰ εἴπω δύο λέξεις, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα. Ἰδοὺ τί τηλεγραφεῖ ὁ δήμαρχος, παραπονούμενος κατὰ τοῦ ἐν Ἀροανείᾳ ἀστυνομεύοντος λοχίου Σπυροπούλου, πολιορκήσαντος τὴν οἰκίαν τοῦ δημάρχου καὶ ἀπειλοῦντος τὴν ζωὴν αὐτοῦ. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα).
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε παρακαλῶ, τὸ τηλεγράφημα;
§99Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εὐχαρίστως, κύριε Πρόεδρε, καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ δώσητε προσοχὴν, διότι πρόκειται περὶ προσώπου ἐντιμοτάτου.
§100Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνων ἀφορμήν, κύριε Πρόεδρε, ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πύργου, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἀνακοινώσατε, περὶ τῆς μελετωμένης καταργήσεως τῆς φορολογίας εἰς εἶδος τῆς σταφίδος, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, οὗτινος εἶναι γνωστὴ ἡ σπουδαιότης, ἀπαραίτητος δὲ ἡ ἐπὶ τούτου γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἅπασαι αἱ μέχρι τῆς σήμερον Κυβερνήσεις, ὄχι μόνον δὲν παρέλειψαν νὰ εἴπωσι τὴν γνώμην των, ἀλλὰ καὶ μέτρα προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ἄνευ τῶν ὁποίων βεβαίως θὰ ὑφίστατο ἄφευκτος ἐξευτελισμὸς τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος. Τοῦτο συμβαίνει καὶ σήμερον. Ἐπὶ τῇ διαδόσει ὅτι καταργεῖται ἡ εἰς εἶδος φορολογία τῆς σταφίδος ἐπῆλθεν ἐξευτελισμὸς τῶν τιμῶν αὐτῆς, τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ προλάβωμεν, μόνον ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποδείξῃ ὅτι ἔχει ἐργασθῆ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαμῶν συνάδελφος καὶ Διευθυντὴς τῆς Ἀθηναϊκῆς Τραπέζης κύριος Πεσμαζόγλου ἔρριψεν εἰς τὴν δημοσιότητα ζητήματά τινα περὶ προστασίας τῆς σταφίδος, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ σχεδίου τούτου ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐξευρέσεως κεφαλαίων καὶ τοῦ καταρτισμοῦ Ἑταιρείας, ἡ ὁποία ν’ ἀναλάβῃ τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ. Δὲν ἔχομεν ἐπισήμους εἰδήσεις περὶ τοῦ ἂν αἱ προσπάθειαι αὐτοῦ ἐστέφθησαν ὑπὸ ἐπιτυχίας,—ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τοιαύτας. — Ὡς ἐκ τούτου καὶ διότι ἐγγίζει ὁ χρόνος τῆς νέας ἐσοδείας, ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενοι ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ποίαν γνώμην ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἂν δηλαδὴ ἐπιμένει εἰς τὴν κατάργησιν τῆς εἰς εἶδος φορολογίας, ἢ ἂν τὸ σχέδιον τοῦ κυρίου Πεσμαζόγλου τυγχάνει τῆς ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως.
§101Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱ παραγωγοὶ δικαιοῦνται νὰ γνωρίζωσιν ἐκ τῶν προτέρων τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διακανονίζωσι τὰ τῆς διαθέσεως τῆς παραγωγῆς. Διὰ τοῦτο ἀπαντῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπερωτήσαντα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς εἰς εἶδος φορολογίας τῆς σταφίδος. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμείνῃ τελείως, ὅπως μὴ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ ἐλλείμματα, ἀφ’ ὧν ζητοῦμεν νὰ ἐξέλθωμεν. Ἐὰν ἄλλη πολιτικὴ κατισχύσῃ καὶ θελήσῃ πάλιν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν φορολογίαν εἰς εἶδος τῆς σταφίδος, τοῦτο εἶναι ζήτημα ἀφορῶν τὴν Βουλὴν. Ἐπαναλέγω ῥητῶς, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀντὶ πάσης θυσίας θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς φορολογίας εἰς εἶδος, διότι ἄνευ τῆς καταργήσεως ταύτης εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπανέλθωσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἰς τὴν κανονικήν των πορείαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέτρα, περὶ τῶν ὁποίων ζητοῦνται πληροφορίαι, ἂν σκέπτεται νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῆς σταφίδος μέτρα, καὶ τίνα, δηλῶ, ὅτι τὸ Κράτος ἕν μέτρον ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ, τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως, τὸ ἀτυχὲς αὐτὸ μέτρον, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὸ ἀτυχὲς κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ, τὸ ἀτυχέστερον καταστὰν ἀφ’ οὗ χρόνου ἐμονιμοποιήθη ὡς καθεστὼς παραγωγικὸν ἡ παρακράτησις. Ἀτυχῶς, ὡς συνηθίσαμεν τὴν παραγωγὴν, δὲν δυνάμεθα νῦν νὰ προβῶμεν διὰ μιᾶς εἰς τὴν κατάργησιν τῆς παρακρατήσεως. Τὸ Κράτος οὐδὲν ἄλλο μέτρον ὑπὲρ τῆς σταφίδος δύναται νὰ ἔχῃ. Πᾶν τὸ δυνατὸν ἐξηντλήθη, καὶ ἑπομένως οὐδὲν ὑπολείπεται μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ βοηθήσῃ τὴν σταφίδα. Ὁμολογουμένως ὑπάρχουσι προτάσεις τινὲς, γενόμεναι ὑπὸ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον κατωνόμασεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, προτάσεις ὅμως μὴ δοθεῖσαι ἐπισήμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, προτάσεις δοθεῖσαι εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων δὲν δύναμαι νὰ στηριχθῶ, διότι αἱ προτάσεις αὗται εἶναι προτάσεις προφορικαί, δὲν δύναμαι δὲ ἢ ἐπὶ ἐγγράφων προτάσεων, ἔστω καὶ διὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὑποβαλλομένων, στηριζόμενος νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τί γνωρίζω ἰδιαιτέρως καὶ τί προφορικῶς, τοῦτο δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἐμέ, ὅπως στηριζόμενος ἐπ’ αὐτοῦ πληροφορήσω τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐπιμένω εἰς τοῦτο καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι βεβαίως θὰ ἐπιμείνωμεν νὰ ψηφισθῇ ἡ κατάργησις τοῦ εἰς εἶδος φόρου τῆς σταφίδος.
§102ΑΓΑΜ. ΣΛΗΜΑΝ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἁγυιᾶς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς φόρων κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἕνεκα τῶν καταστροφῶν, αἵτινες ἐπῆλθον εἰς τὴν περιουσίαν τῶν ἐκ τῶν τελευταίων σεισμῶν καὶ τῶν ἀσυνήθων πλημμυρῶν καὶ ἐν γένει τοῦ βαρέος χειμῶνος, ὁ ὁποῖος ἐπεκράτησεν ἐφέτος ἐν Θεσσαλίᾳ. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἔκαμα τὰς δεούσας παραστάσεις, μοὶ ὑπεσχέθη ὅτι τάχιστα θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ θὰ λαμβάνηται πρόνοια περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ ὑποβάλλῃ τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ τὴν συζήτησιν δὲ τοῦ νομοσχεδίου θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ. Παρακαλῶ ὅμως ἀπὸ τοῦδε τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ταμίαν Ἁγυιᾶς νὰ μὴ ἐκδώσῃ ἐντάλματα προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ τῶν ὀφειλετῶν κατοίκων διὰ φόρους, οἱ ὁποῖοι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ χαρισθῶσι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλῃ ὁ κύριος Ὑπουργός.
§103Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ τῶν σεισμοπαθῶν πρόκειται;
§104ΑΓΑΜ. ΣΛΗΜΑΝ. Μάλιστα.
§105Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Λαμβάνεται πρόνοια περὶ αὐτῶν διὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλω.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γάτσος ἔχει τὸν λόγον σχετικῶς.
§107Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ἐνισχύω τὴν παράκλησιν, τὴν τόσον δικαίαν, τῶν κατοίκων Ἁγυιᾶς. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα, ἐν τῇ μερίμνῃ τῇ πατρικῇ, ἣν ὀφείλει νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν κατοίκων Ἁγυιᾶς, συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Βοίβης τῆς ἐπαρχίας Βόλου, ἐπίσης παθόντες ἐκ τῶν τελευταίων σεισμῶν, καὶ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ληφθῇ ὑπὲρ τῶν κατοίκων Ἁγυιᾶς, νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ δήμου Βοίβης.
§108Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγώ.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιαννακίτσας ἔχει τὸν λόγον.
§110Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ Δικαστήρια Λαρίσης πρό τινων μηνῶν ἐπυρπολήθησαν, τὰ Δικαστήρια ἀπὸ τοῦ Ἐφετείου μέχρι τοῦ Πταισματοδικείου, ὅσα ἦσαν συγκεντρωμένα ἐν δημοσίῳ καταστήματι. Ἡ τοιαύτη συγκέντρωσις τῶν Δικαστηρίων τούτων ἀληθῶς παρεῖχε πολλὰς εὐκολίας εἰς τοὺς ἔχοντας σχέσεις πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, διότι εὕρισκον παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτῶν πάσας τὰς ἀρχὰς τὰς δικαστικάς. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ τύχη τοῦ ἑνὸς τῶν γραφείων τούτων ἦτο ἀναποσπάστως συνδεδεμένη πρὸς πάντα τὰ γραφεῖα, καὶ ἰδοὺ σήμερον ἡ πυρκαϊὰ τοῦ ἑνὸς συμπαρέσυρε καὶ τὰ λοιπὰ γραφεῖα, εἰς ἃ μεγίστας ζημίας ἐπήνεγκε. Τίς ὁ αὐτουργὸς τῆς πράξεως ταύτης, εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς ἀπόκειται νὰ ἐξακριβώσωσι καὶ ἀνεύρωσιν. Ἡμεῖς μίαν παράκλησιν ἔχομεν ν’ ἀπευθύνωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μεριμνήσῃ νομοθετικῶς περὶ τῶν ληπτέων μέτρων διὰ τὰς δικογραφίας, τὰς ἀναφερομένας εἰς ὑποδίκους, διὰ τοὺς ὁποίους τὰ βουλεύματα τὰ ἐκδοθέντα στεροῦνται σήμερον πλήρων τῶν στοιχείων τῆς κατηγορίας καὶ ἐνοχῆς αὐτῶν· ἵνα δὲ τὰ στοιχεῖα ταῦτα ἐκ νέου συλλεγῶσιν, ὅπως καταρτισθῶσιν αἱ δικογραφίαι, βεβαίως ἀπαιτεῖται καὶ χρόνος πολὺς καὶ ἐργασία ἀνακριτικὴ μεγάλη. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τί θὰ γείνῃ περὶ τῶν ὑποδίκων τούτων, καθ’ ὧν δὲν ἐξεδόθησαν ἀκόμη βουλεύματα, ἢ ἐξεδόθησαν τοιαῦτα, ἀλλὰ στεροῦνται τῶν στοιχείων τῆς ἐνοχῆς καὶ κατηγορίας; Βεβαίως εὔκολος θὰ ἦτο ἡ ἀπάντησις· οἱ ὑπόδικοι οὗτοι θὰ παραμένωσιν ἐν ὑποδικίᾳ καὶ θὰ ἐξακολουθήσωσι κρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐπὶ ἓν ἢ καὶ δύο ἔτη, — διότι ὑπάρχουσι καὶ ὑπόδικοι, οἱ ὁποῖοι παραμένουσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς καὶ ἐπὶ πλείονα ἀκόμη ἔτη, — ἤτοι μέχρι τοῦ πλήρους καταρτισμοῦ τῶν νέων δικογραφιῶν, τῶν ὁποίων τὰ πορίσματα ἴσως θὰ ἦναι διάφορα τῶν τῶν καταστραφεισῶν δικογραφιῶν ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς, εἴτε λόγῳ ἐκλείψεως οὐσιωδῶν μαρτύρων, εἴτε λόγῳ μεταβολῆς τῆς πεποιθήσεως αὐτῶν, μεταπεισθέντων ἐκ γεγονότων ἴσως μεταγενεστέρων, ἅτινα δὲν ἐγνώριζον ἢ δὲν εἶχον λάβει ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν προτέραν ἐξέτασίν των, ὡς πρὸς τὴν ἐνοχὴν τῶν κατηγορουμένων. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἄδικον εἶναι, οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι ὑπόδικοι νὰ ἐξακολουθῶσιν εὑρισκόμενοι ἐν ὑποδικίᾳ, παρατεινομένῃ ἕνεκα τοῦ ἐκτάκτου συμβάντος τῆς πυρκαϊᾶς. Τοῦτο δὲ πάντες ἀναγνωρίζομεν. Διὰ τοῦτο ἀπεκδέχομαι τὴν λῆψιν μέτρων, εἴτε διοικητικῶν εἴτε νομοθετικῶν, ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑποθέσεων τούτων καὶ τεθῇ τέρμα εἰς αὐτὰς καὶ τὰ δεινὰ τῶν δυστυχῶν ὑποδίκων, ὧν πλεῖστοι βεβαίως εἶναι ἀθῷοι. Ἀλλ’ ἡ πυρκαϊὰ αὕτη, κύριε Πρόεδρε, ἀπεστέρησε τὴν Λάρισαν ἑνὸς ὁμολογουμένως μεγαλοπρεποῦς κτιρίου, τὸ ὁποῖον ἐκληρονόμησεν ἡ Λάρισα ἐκ τῆς Τουρκικῆς διοικήσεως, ἥτις τότε ἐχρησιμοποίει αὐτὸ ὡς Διοικητήριον. Τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἐκ προνοίας κατέστησεν ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του, διότι ἐσκέφθη πολὺ καλῶς, ὅτι ἔπρεπε νὰ τύχῃ ἰδιαιτέρων — κατὰ τὴν καθιερωθεῖσαν ἄλλως τε ἔκφρασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης — περιποιήσεων ἡ Λάρισα, ὡς ἐκ τῆς γειτνιάσεως αὐτῆς πρὸς τὴν Μακεδονίαν, πρὸς ἣν καθ’ ἑκάστην ἐπικοινωνεῖ, καὶ ἥρμοζεν εἰς αὐτὴν νὰ ὑπάρχωσιν δημόσια μέγαρα περίλαμπρα καὶ μεγαλοπρεπῆ, ὥστε καὶ ἐπὶ τῇ θέᾳ τοιούτων κτιρίων νὰ ἐξαίρηται τὸ ἐθνικὸν φρόνημα τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν Μακεδόνων, καὶ νὰ ἐμπνέηται εἰς αὐτοὺς τὸ αἴσθημα τῶν ἀγαθῶν, ἅπερ ἡ ἐλευθερία ἀπεργάζεται, καὶ νὰ διατρανῶται τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ ἡ μήτηρ Ἑλλὰς ἔχει, ὥστε εἰς τοιαῦτα μεγαλοπρεπῆ κτίρια νὰ ἐγκαθιστᾷ τὰ δημόσια γραφεῖα αὐτῆς καὶ διὰ τοιαύτης ἰδιαιτέρας μερίμνης νὰ περιβάλλῃ τὴν Δικαιοσύνην. Διὰ τοῦτο καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἡ πυρκαϊὰ τῆς Λαρίσης ἀπετέλεσε μέγα κακὸν ἐθνικόν. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπισκευάσῃ τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον κατὰ τοὺς εἰδικοὺς αἱ τέσσαρες πλευραὶ αὐτοῦ εἰσιν ἀρκετὰ στερεαί, καὶ δὲν ἀπαιτεῖται ἢ ἡ ἐσωτερικὴ μόνον διασκευὴ καὶ ἡ διαίρεσις εἰς δωμάτια, ὅπως τὸ μέγαρον τοῦτο ἀνακτήσηται τὴν προτέραν μεγαλοπρέπειαν καὶ χρησιμεύσῃ πρὸς ὃν καὶ πρότερον σκοπόν. Ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς καταστροφῆς τῶν ἀρχείων καὶ τὸ Κακουργιοδικεῖον Λαρίσης, κύριε Πρόεδρε, δὲν λειτουργεῖ, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ὁ κατάλογος τῶν ἐνόρκων, ὅστις θὰ καταρτισθῇ ἐφέτος, θὰ ἰσχύσῃ διὰ τὸ 1906. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀποδεχθῇ τροπολογίαν, ἣν σκοπῶ νὰ ὑποβάλω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων Λαμίας καὶ διὰ τὸ 1906», ὅπως καὶ ὁ κατάλογος τῶν ἐνόρκων Λαρίσης διὰ τὸ 1906 ἰσχύσῃ ἐξαιρετικῶς, ἕνεκα τῆς ἐκτάκτου ταύτης περιστάσεως, ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ Λάρισα μὴ στερηθῇ τοῦ εὐεργετήματος τοῦ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ Κακουργιοδικεῖον αὐτῆς λειτουργοῦν. Ἐλπίζω δέ, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ εὐαρεστηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σημείωσιν, ἣν πρὸ μικροῦ ἐνεχείρισα αὐτῷ, καὶ νὰ ἐπενέγκῃ τὴν προσήκουσαν μεταβολὴν ἐν τῷ εἰρημένῳ νομοσχεδίῳ.
§111ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκούσας τὴν σύστασιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Λαρίσης συναδέλφου ἀνεμνήσθην ὅτι ἀκριβῶς σήμερον ἔλαβον ἐπιστολὴν ἐκ Λαρίσης παρὰ προσώπου ἔχοντος κοινωνικὴν θέσιν ἀξίαν σεβασμοῦ, ἐν ᾗ πρός τισιν ἄλλοις, ἅτινα ἤκουσα ἐκτιθέμενα ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου, γίνεται λόγος καὶ περὶ τῆς μικρᾶς προνοίας, ἡ ὁποία κατεβλήθη καὶ καταβάλλεται πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς αἰτίας τῆς πυρκαϊᾶς, πυρκαϊᾶς πολλαχῶς καταστρεπτικῆς, ὄχι μόνον διότι ἐπήνεγκεν ὑλικὴν ζημίαν μεγάλην εἰς τὸ Κράτος, ὑπερβαίνουσαν τὰς 100,000 δραχμάς, ὡς μοὶ γράφει, ἀλλὰ καὶ διότι συνεπήγαγεν ἀπώλειαν δικογραφιῶν μεγάλην, ἰδίως διότι ἡ προσοχὴ τῶν καταγινομένων ὑπὲρ τῆς διασώσεως τοῦ καταστήματος ἐστράφη ὁλόκληρος πρὸς τὸ Ταμεῖον, καὶ ἐνῷ κατεγίνοντο νὰ σώσωσι τὸ Ταμεῖον παρημέλουν καὶ Ἐφετεῖον καὶ Πρωτοδικεῖον καὶ ὅλα τὰ ἀρχεῖα. Ὁ γράφων λέγει, ὅτι πεποίθησις ἐν Λαρίσῃ κρατεῖ, ὅτι τὸ πῦρ ἐτέθη ὑπὸ κακούργου χειρός, ὅτι ὅμως δὲν φαίνεται κρατοῦσα ἡ αὐτὴ πεποίθησις καὶ εἰς κύκλους ἀμεσώτερον συνδεδεμένους πρὸς τὴν καταδίωξιν τοῦ ἐγκλήματος. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν τῶν δικαστικῶν, ὅπως τὰ τῆς ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως μετὰ δραστηριότητος ἐπιδιωχθῶσιν.
§112Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ζήτημα τῆς πυρκαϊᾶς τῶν Δικαστηρίων Λαρίσης ἀναμφισβητήτως παρουσιάζεται ὡς ζήτημα μεγάλης σπουδαιότητος. Ὄχι μόνον αἱ ποινικαὶ ὑποθέσεις, αἱ ἀφορῶσαι τοὺς ὑποδίκους, εὑρίσκονται σήμερον ἐν ἀνωμάλῳ καταστάσει, ἀλλὰ καὶ πλεῖσται πολιτικαὶ ὑποθέσεις, ὡς δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς Λαρίσης, σήμερον ὑπάρχουσιν ἐν ἐκκρεμότητι. Διὰ τὸν διακανονισμὸν πασῶν τῶν ὑποθέσεων τούτων, τῶν τε ποινικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ συστήσω ἐπιτροπὴν ἐκ νομομαθῶν, ἵνα μελετήσῃ τοὐλάχιστον τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ δυνατὴ διόρθωσις τῶν ἐπελθόντων δυστυχημάτων. Μεταξὺ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα εἰργάσθησαν καὶ τὰ ὁποῖα ἐξακολουθοῦσιν ἐργαζόμενα, εἶναι καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν Λαρίσης, ὅστις εἶναι πλησιέστερον καὶ γνωρίζει καλλίτερον παντὸς ἄλλου τὰ καθέκαστα. Ἐλήφθη ἑπομένως φροντὶς, καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ μελέτη περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὰς ὑποθέσεις τὰς ἐκκρεμεῖς, αἵτινες ἐβλάβησαν οὐσιωδῶς ὑπὸ τοῦ δυστυχήματος τῆς πυρκαϊᾶς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ οἰκοδόμημα, τὸ Ὑπουργεῖον ἐφρόντισεν ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ ἐνοικιάσῃ οἴκημα, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται κατάλληλον σχετικῶς. Βεβαίως δὲν εἶναι μέγαρον, ὡς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε πρότερον, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε θεωρεῖται κατάλληλον. Ἀσχολεῖται δὲ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν μελέτην τῆς ἐγκαταστάσεως πάλιν τῶν Δικαστηρίων, εἰ δυνατὸν, ἐν τῷ καταστήματι τοῦ Διδασκαλείου, καὶ κατὰ μελέτην πρόχειρον, ἥτις ἐγένετο, ὑποτίθεται ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐγκατασταθῶσι τὰ Δικαστήρια ἐκεῖ συγκεντρούμενα. Δὲν ἐτελείωσεν ὁριστικῶς ἡ μελέτη αὕτη οὐδὲ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ, οὐδὲ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν δαπανῶν. Εὑρίσκομαι ἑπομένως εἰς τὴν μελέτην ταύτην, καὶ ἐλπίζω νὰ καταλήξω εἰς συμπέρασμα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, δύναμαι νὰ τὸν βεβαιώσω, ὅτι ἐπανειλημμένως καὶ ἐντόνως διετάχθησαν καὶ ἡ Εἰσαγγελία τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ ἡ Εἰσαγγελία τῶν Ἐφετῶν Λαρίσης νὰ ἐνεργήσωσι πρὸς ἀνακάλυψιν τοῦ ἐνόχου, ἂν ὑπάρχῃ τοιοῦτος· διότι πράγματι κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ πυρκαϊὰ, ὑπῆρχε τοιαύτη διάδοσις, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε ἀπέβησαν μάταιαι πᾶσαι αἱ ἐνέργειαι, ἐνέργειαι δραστηριώταται, διότι ἡ ἀγανάκτησις τῶν δικαστικῶν προσώπων εἶναι ἀνωτέρα τῆς ἀγανακτήσεως παντὸς ἄλλου προσώπου. Καὶ ἐνήργησαν τὰ δικαστικὰ πρόσωπα μετὰ πάσης δραστηριότητος πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν ἐνόχων, ἀλλὰ δὲν εὑρέθη τοιαύτη τις ἐνοχὴ μέχρι σήμερον. Βεβαίως, ἂν καταστῇ δυνατὸν ν’ ἀνακαλυφθῇ ἔνοχός τις, οὗτος θὰ ἦναι ἔνοχος μεγίστου κακουργήματος.
§113ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου καταργοῦνται δύο Διδασκαλεῖα. Ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ποῖα εἶναι τὰ καταργούμενα Διδασκαλεῖα· ἀλλ’ ἐκ φράσεώς τινος, τὴν ὁποίαν εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργός, ἐνόησα ὅτι ἓν τῶν καταργουμένων Διδασκαλείων εἶναι καὶ τὸ τῆς Λαρίσης, ἀφοῦ πρόκειται ἐν αὐτῷ νὰ ἐγκαθιδρυθῶσι τὰ Δικαστήρια. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν τῶν διαφόρων Διδασκαλείων, τῶν τε ἐκ τῆς ἐλευθέρας καὶ τῶν ἐκ τῆς δούλης Ἑλλάδος.
§114ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἠξεύρω ποία φράσις μου ἐγέννησε τὴν ὑπόνοιαν ταύτην· ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ καταστήματος τοῦ Διδασκαλείου δὲν συνδέεται μὲ τὴν λειτουργίαν τοῦ Διδασκαλείου. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀπόφασις ὡς πρὸς τὰ Διδασκαλεῖα, τῶν ὁποίων ἡ λειτουργία θ’ ἀναβληθῇ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ καταθέσω τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ζητεῖτε, καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως θὰ καταθέσω αὐτόν. Παρακαλῶ μόνον νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ δώσητε σημείωσιν, ἥτις νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§115ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἁπλοῦν τὸ πρᾶγμα. Ζητῶ πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν τῶν Διδασκαλείων τῶν τε ἐκ τῆς ἐλευθέρας καὶ ἐκ τῶν τῆς δούλης Ἑλλάδος.
§116Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑμεῖς, ὁ φίλος τῆς τάξεως, δὲν θὰ ἀρνηθῆτε νὰ συμμορφωθῆτε μὲ τὴν τάξιν τοῦ νὰ κατατίθωνται ἐγγράφως αἱ ἐπερωτήσεις καὶ νὰ πέμπωνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ γνωρίζω, τί ζητεῖ ἕκαστος Βουλευτής.
§117Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἡ βεβαίωσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ καθησυχάζει καὶ ἐμέ, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τοῦ Διδασκαλείου Λαρίσης. Ἐάν ποτε τὸ ζήτημα τοῦτο ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, ἐλπίζω ὅτι μὲ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς, θὰ βεβαιωθῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Διδασκαλεῖον τῆς Λαρίσης νὰ καταργηθῇ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ ἐγερθησομένου ἢ ἀνοικοδομηθησομένου δικαστικοῦ μεγάρου Λαρίσης. Ὀφείλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσης Βουλευτοῦ διακαῶς ποθῶ νὰ ἴδω ἀνεγειρόμενον καὶ πάλιν τὸ μέγαρον τῆς Δικαιοσύνης ἐν Λαρίσῃ, ἀλλ’ ἐπεθύμουν συνάμα νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ προλήψεως παντὸς κινδύνου νέας πυρκαϊᾶς. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀμελεστέρα κατασκευὴ κτιρίου, ἐν ᾧ διαφυλάσσεται ἡ περιουσία τόσων ἰδιοκτητῶν καὶ ἐμπόρων καὶ ἄλλων πολιτῶν, δὲν ἦτο δυνατόν ποτε νὰ γείνῃ, καθόσον τὸ πυρποληθὲν κτίριον εἶχε δυστυχῶς κατασκευασθῆ ὡσανεὶ ἤθελον νὰ παρασκευάσωσιν ἓν πυροτέχνημα εἰς τοὺς κατοίκους Λαρίσης. Ἐὰν πρόκηται, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀνοικοδομηθῇ τὸ κτίριον καθ’ ὃν τρόπον ἦτο κατεσκευασμένον καὶ ὡς μαρτυροῦσι τὰ ὑπάρχοντα θεμέλια αὐτοῦ, θὰ ἦτο λυπηρόν. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πολὺ πρέπει νὰ προσέξωσιν οἱ μέλλοντες νὰ ἐνεργήσωσι τὴν ἀνοικοδόμησιν τοῦ κτιρίου τούτου, ἵνα ᾖ ἀπρόσβλητον ὑπὸ τοῦ πυρός. Εἶναι ἐντροπὴ καὶ τὴν ἐποχὴν ἀκόμη ταύτην νὰ κατασκευάζωνται τὰ δημόσια ἡμῶν κτίρια καθ’ ὃν τρόπον κατασκευάζονται. Ἔδει νὰ περιορίζωνται ταῦτα μόνον εἰς ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖα, καὶ νὰ μὴ γίνηται συσσώρευσις γραφείων ἐν τῷ αὐτῷ κτιρίῳ, νὰ λαμβάνηται δὲ πρόνοια, ὅπως τὸ πῦρ μὴ δύνηται νὰ μεταδοθῇ εἰς τὰ ἐν αὐτῷ ἐγκλειόμενα ἔγγραφα. Ἄλλως καὶ αἱ Τράπεζαι θὰ ἐκινδύνευον καθ’ ἑκάστην στιγμὴν νὰ ἴδωσι πυρπολούμενα τὰ ἔγγραφα αὐτῶν καὶ τὸν πλοῦτον, τὸν ὁποῖον περικλείουσι, τόν τε ἴδιον καὶ τὸν τῶν ἰδιωτῶν. Δὲν δυνάμεθα τέλος πάντων νὰ διδαχθῶμεν ἐκ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσιν οἱ ἰδιῶται, ἵνα ὦσιν ἀσφαλεῖς κατὰ παντὸς κινδύνου; Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν, τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν θὰ τεθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀνοικοδομήσεως τοῦ κτιρίου, νὰ ὁρισθῇ σαφέστερον τὸ δέον γενέσθαι διὰ τὰς σχετικὰς μόνον ὑπηρεσίας, καὶ νὰ περιορισθῇ τὸ κτίριον εἰς ὅ,τι διὰ ταύτας εἶναι μόνον ἀναγκαῖον. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ συστήσω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς Ἀβερωφείου Γεωργικῆς Σχολῆς. Εἶδον μὲ πολλήν μου θυμηδίαν ἓν σχέδιον κτιρίου ἐκ τεσσάρων ὀρόφων, ἔχον μέτωπον περίπου οἷον εἶναι τὸ μέτωπον τῶν Ἀνακτόρων τοῦ Βασιλέως, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς Γεωργικὴ Σχολὴ τῆς Λαρίσης. Οἱ μαθηταὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ κατώκουν εἰς τὸ τέταρτον πάτωμα, βεβαίως θὰ ἦσαν προωρισμένοι διὰ τὴν ἀστρονομίαν καὶ οὐχὶ διὰ τὴν γεωργίαν· οἱ μαθηταὶ αὐτοὶ ἤθελον διδαχθῆ τὴν πολυτέλειαν, ἤθελον διδαχθῆ, ὅτι αἱ ἀποθῆκαι πρέπει νὰ ἦναι οὕτω πως κατεσκευασμέναι, ὥστε ὁ καρπὸς νὰ στοιχίζῃ δι’ ἀποθηκευτικὰ τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας του, ἤθελον διδαχθῆ, ὅτι οἱ σταῦλοι θὰ ἦναι τοιοῦτοι, ὥστε τὸ γάλα καὶ ὁ τυρὸς νὰ ἦναι ἀξίας 2 καὶ 5 δραχμῶν. Εἶναι ἀκατανόητος ἡ ἀπροσεξία, μεθ’ ἧς ἐννοοῦμεν νὰ κατασκευάζωμεν τὰ κτίριά μας. Διὰ τοῦτο ἑνῶν τὴν φωνήν μου μετὰ τῆς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ὑπὲρ ταχείας ἀνοικοδομήσεως τοῦ κτιρίου, σπεύδω συγχρόνως νὰ συστήσω, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ κτιρίου χρησίμου, οὐχὶ δὲ ὡς κατασκευάζονται μέχρι σήμερον πάντα σχεδὸν τὰ κτίρια τοῦ Δημοσίου.
§118Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Χάριτας, κύριε Πρόεδρε, ὁμολογουμένως ὀφείλομεν πάντες οἱ ἐκ τῆς Θεσσαλίας καταγόμενοι εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴν, διότι ἐγκαίρως ἔφερε τὸ ζήτημα τοῦ Διδασκαλείου Λαρίσης εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Διδασκαλείων, δικαιολογούμενος, ὅτι τὴν ἐλάττωσιν ταύτην ἐπιβάλλουσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἰκονομικοὶ λόγοι, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ αὔξουσα πληθὺς τῶν διδασκάλων. Σήμερον εἶναι πρόωρον νὰ συζητήσω τὴν βασιμότητα ἢ μὴ τῶν λόγων τῆς καταργήσεως, τῶν ἀναφερομένων ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει. Ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι μόλις διεδόθη εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἡ εἴδησις αὕτη, ἀνησυχία κατέλαβε πάντας ἐν Θεσσαλίᾳ, μήπως ἓν τῶν καταργουμένων Διδασκαλείων εἶναι τὸ τῆς Λαρίσης. Καὶ ἡ ἀνησυχία αὕτη ἐγεννήθη εἰς τὰς καρδίας τῶν Θεσσαλῶν, οὐχὶ ἀμυνομένων ὑπὲρ συντηρήσεως ἁπλῶς ἱδρύματος ὠφελίμου, ἀλλ’ ὑπὲρ συντηρήσεως ἱδρύματος ἔχοντος ἐθνικὴν σημασίαν ἕνεκα τῆς γειτνιάσεως αὐτοῦ πρὸς τὴν Μακεδονίαν. Ἐζήτησε παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λοκρίδος τὴν κατάθεσιν πίνακος, ἐμφαίνοντος τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν καὶ τὴν πατρίδα, ἐξ ἧς κατάγεται ἕκαστος τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τὸ μαθητολόγιον τοῦ Διδασκαλείου Λαρίσης. Ἀλλὰ συμβαίνει, κύριε Πρόεδρε, —καὶ προλαμβάνω νὰ τὸ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν,— ὅτι ἐκ τοῦ μαθητολογίου δὲν θὰ ἀποδειχθῇ ἡ πραγματικὴ πατρὶς τῶν μαθητῶν, διότι πολλοὶ τῶν μαθητῶν τῶν καταγομένων ἐκ Μακεδονίας, διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὸν ἔλεγχον ὅτι σπουδάζουσιν εἰς τὸ Διδασκαλεῖον Λαρίσης, ἐγγράφονται ὡς καταγόμενοι ἐκ Βόλου ἢ ἐξ οἱασδήποτε ἄλλης πόλεως τῆς Ἑλλάδος.
§119ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Διδασκαλείου, ὑπ’ εὐθύνην του νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο. Αὐτὸς βεβαίως γινώσκει κάλλιστα, τίνες ἐκ τῶν μαθητῶν εἶναι ἐκ τῆς ἔσω καὶ τίνες ἐκ τῆς ἔξω Ἑλλάδος. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σημειοῖ ἰδιαιτέρως τὴν πατρίδα ἑκάστου· δύναται ἁπλῶς νὰ σημειοῖ «ἐκ τῆς ἀλυτρώτου Ἑλλάδος».
§120Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Μάλιστα. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὸ ἓν τρίτον τοὐλάχιστον τῶν μαθητῶν εἶναι ἐκ τῶν γειτνιαζουσῶν ἐπαρχιῶν τῆς Μακεδονίας. Εἶναι περιττὸν δὲ νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ποίαν σημασίαν ἔχουσι διὰ τὰ ἐθνικὰ ζητήματα οἱ μαθηταὶ τοῦ Διδασκαλείου, οἱ μέλλοντες νὰ ἐκπαιδευθῶσιν ἐν Ἑλλάδι, νὰ ἴδωσι τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐλευθερίας, νὰ ἐμποτισθῶσιν ὅλα τὰ ἰδεώδη τοῦ ἔθνους, ἅτινα κατόπιν διὰ τῆς διδασκαλίας των θὰ μεταγγίσωσιν εἰς τὰς ἁπαλὰς ψυχὰς τῶν τέκνων τῆς Μακεδονίας. Καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ἔχω δὲ καὶ ἀκράδαντον πεποίθησιν εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ καταργηθῇ τὸ Διδασκαλεῖον Λαρίσης.
§121Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν εἶπον οὐδὲ ὅτι πρόκειται οὐδὲ ὅτι δὲν πρόκειται.
§122Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν γνωρίζω τί θὰ κάμῃ ὁ Ὑπουργὸς τοῦ μέλλοντος, διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ τεθῇ ὡρισμένη διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅτι οὐδ’ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ καταργηθῇ τὸ Διδασκαλεῖον Λαρίσης. Τοῦτο θὰ καθησυχάσῃ τὴν ἐξεγερθεῖσαν ἐθνικὴν συνείδησιν.
§123Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Μοὶ ἀπεστάλη ἀναφορὰ, ἀπευθυνομένη καὶ πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης οἱ γονεῖς τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐξελθόντων ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τῆς Κερκύρας παραπονοῦνται διὰ τὸ προσγενόμενον εἰς τοὺς υἱοὺς αὐτῶν ἀδίκημα ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ζητοῦσι τὴν διόρθωσιν αὐτοῦ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ἐξελθόντες τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν εἰσῆλθον εἰς τὴν Σχολὴν ταύτην κατὰ τὸ ἔτος 1903, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι θὰ στεγασθῶσιν ὑπὸ τὸ στέγασμα τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ ἔτος 1887, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἀποφοιτῶντες ἐκ τῆς Σχολῆς ταύτης, ἐὰν μὲν ἐπιτύχωσι κατὰ τὰς ἐξετάσεις, κατατάσσονται εἰς τὸν στρατὸν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐὰν δ’ ἀποτύχωσι, κατατάσσονται μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχίου. Πολλοὶ δὲ τούτων εἰσῆλθον καὶ μὲ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ διατηρήσωσι τὴν θέσιν αὐτῶν ἐν τῷ στρατῷ. Ἀλλ’ ὁ τέως ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς φαίνεται ὅτι ἠδίκησεν αὐτούς, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας ὥρισεν ἄλλως τὰ πράγματα ἢ ὡς ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1887 ὁρίζει: ὥρισε δηλαδή, ἵνα οἱ μὲν ἐπιτυγχάνοντες κατὰ τὰς ἐξετάσεις κατατάσσωνται ἐν τῷ στρατῷ ὡς ἀξιωματικοί, οἱ δὲ ἀποτυγχάνοντες κατατάσσωνται ὡς ἁπλοῖ στρατιῶται. Καίτοι δὲν εἶμαι εἰδικὸς εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, φρονῶ ὅτι παρηρμήνευσε τὸν νόμον ὁ τέως ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός. Κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον, εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡ ἐγκύκλιος τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὥρισεν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον δὲν ἔχει ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν, ἑπομένως δὲν ἠδύνατο ν’ ἀφαιρέσῃ κεκτημένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχον οἱ μαθηταὶ τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Δὲν ὑπάρχει δὲ διάταξις ἐν τῷ τελευταῖον ψηφισθέντι νόμῳ, ἡ ὁποία νὰ δίδῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν εἰς τὸν νόμον. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠδίκησε τοὺς μαθητὰς αὐτούς, διότι ἔδωκεν ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τοιαύτην διάταξιν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν νομιμοφροσύνῃ καὶ εὐθυδικίᾳ νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ διαλαμβανόμενα καὶ νὰ ἄρῃ τὸ εἰς τοὺς μαθητὰς τούτους προσγενόμενον ἀδίκημα, ἀποδίδων τὸ δίκαιον εἰς αὐτούς. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ, εἰ δυνατόν, νὰ σταλῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐγκαίρως.
§124Κ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν καὶ ἄρῃ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ὄντως προσγίνεται εἰς τοὺς ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ ἀναφερομένους καὶ τοὺς ἐξομοιουμένους μὲ τούτους. Ὡς γνωστόν, κατὰ τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1887 καὶ διαγράφοντα τὰ τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τῆς Σχολῆς ταύτης καὶ ἐπιτυγχάνοντες κατὰ τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις των προάγονται εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ, οἱ δὲ ἀποτυγχάνοντες ἐπανέρχονται εἰς τὰ σώματά των μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχίου. Οὕτως εἶχον τὰ περὶ τούτου, ὅτε ὑπὸ τῆς πρὸ ὀλίγου διαλυθείσης Βουλῆς ἐψηφίσθη νόμος, ὅστις ἐδημοσιεύθη περὶ τὰ τέλη Μαΐου παρελθόντος, τροποποιῶν τὸν προηγούμενον καὶ κανονίζων, ὅτι οἱ ἐπιτυγχάνοντες κατὰ τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις μαθηταὶ τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν προάγονται εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ μετὰ τρίμηνον ὑπηρεσίαν στρατιώτου καὶ ὑπαξιωματικοῦ, τῇ προτάσει τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, οἱ δὲ ἀποτυγχάνοντες κατὰ ταύτας ἐπανέρχονται εἰς τὰ σώματά των ὡς ἁπλοῖ στρατιῶται. Εἰς τὸ προτελευταῖον ὅμως ἄρθρον τοῦ ψηφισθέντος τούτου νόμου ἀναφέρεται, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος ἐκδοθησομένου θέλουσι κανονισθῆ τὰ τῆς ἐσωτερικῆς λειτουργίας τοῦ σχολείου, τὰ τῶν ἐξετάσεων, ὡς καὶ πᾶσα λεπτομέρεια ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου. Ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη· παρῆλθεν ὁ Μάϊος, παρῆλθεν ὁ Ἰούνιος, καὶ οὐδὲν Β. Διάταγμα ἐξεδόθη. Ὡς γνωστόν, κατὰ τὸν Ἰούλιον οἱ μαθηταὶ ὑφίστανται τὰς ἐξετάσεις των· οὗτοι, διακούσαντες τὰ μαθήματά των κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, ὅτι δὲν ἐξεδόθη κανονιστικὸν Διάταγμα, ὅσοι ἐξ αὐτῶν ἤθελον νὰ διαμένωσιν ὁριστικῶς ἐν τῷ στρατεύματι, ἀπέτυχον ἑκουσίως εἰς τὰς ἐξετάσεις, διὰ νὰ λάβωσι τὸν βαθμὸν τοῦ λοχίου, συμφώνως τῷ παλαιῷ νόμῳ. Ἐπερατώθησαν αἱ ἐξετάσεις, καὶ κατηρτίσθησαν οἱ πίνακες ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐνῷ ἀνεμένετο ἡ ἔκδοσις τοῦ Β. Διατάγματος, δι’ οὗ θὰ προήγοντο εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ οἱ ἐπιτυχόντες, καὶ ἡ ἔκδοσις τῆς ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ἧς θὰ ἐπανήρχοντο ὡς λοχίαι εἰς τὰ σώματά των οἱ ἀποτυχόντες, οὐδὲν τοιοῦτον ἐγένετο, καὶ ἔμενον τὰ πράγματα ἐν ἐκκρεμότητι. Παρῆλθεν ὁ Ἰούλιος, παρῆλθεν ὁ Αὔγουστος, καὶ περὶ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, κανονίζον τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Διὰ τοῦ Διατάγματος τούτου ἐθεσπίσθη, ὅτι καὶ οἱ μαθηταὶ οἱ διακούσαντες τὰ μαθήματα τῆς Σχολῆς κατὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1903–1904 ἔπρεπε νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα τελευταῖον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου ἐξεδόθη ἐγκύκλιος διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τῆς ὁποίας οἱ ἀποτυχόντες κατὰ τὰς ἐξετάσεις ἐπανῆλθον εἰς τὰ σώματά των ὡς ἁπλοῖ στρατιῶται. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, τοῦ ψηφισθέντος πέρυσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν ἀναφέρεται εἰς τοὺς ἐξελθόντας τότε ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Καὶ ὅτι δὲν ἀφορᾷ τούτους, ἐξάγεται ῥητῶς ἐκ τοῦ τροποποιηθέντος 13 ἄρθρου τοῦ νόμου τοῦ 1887, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἐπιτυγχάνοντες κατὰ τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις μετὰ ἐνιαύσιον μαθητείαν ἐκτελοῦσιν ἐπὶ τρεῖς μῆνας τὰ καθήκοντα ἁπλοῦ στρατιώτου καὶ ὑπαξιωματικοῦ, ἔπειτα δὲ, τῇ προτάσει τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, προάγονται εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ, καὶ ἐκτελοῦσιν ἐπὶ τρεῖς μῆνας τὰ καθήκοντα τοῦ βαθμοῦ τούτου. Ἑπομένως ὁ νομοθέτης εἶχεν ἐν τῷ νῷ, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου θὰ ἤρχιζε μὲ τὸν νέον νόμον περὶ στρατολογίας· καὶ πραγματικῶς τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ ἔχουσι νὰ διανύσωσιν ἐν τῷ στρατῷ δυνάμει τοῦ νόμου τούτου, εἶναι 18 μηνῶν, ἤτοι 12 μῆνας ὡς μαθηταί, τρεῖς ὡς στρατιῶται καὶ ὑπαξιωματικοί, καὶ τρεῖς ὡς ἀνθυπολοχαγοί, ὅτε λαμβάνουσι καὶ τὸν μισθὸν τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ. Ἑπομένως ὁ ψηφισθεὶς νόμος δὲν ἀφορᾷ τοὺς διακούσαντας μαθήματα κατὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1903–1904. Νομίζω δὲ, ὅτι θὰ εὑρεθῇ εἰς δυσχερῆ θέσιν καὶ ἡ ὑπηρεσία ἐκ τοῦ νόμου τούτου, διότι εἶναι ὑποχρεωμένη ν’ ἀπολύσῃ τοὺς νῦν ὑπηρετοῦντας μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ, ὡς ἔχοντας διανύσει 18 μηνῶν ὑπηρεσίαν, ἐνῷ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ διανύσωσι διετῆ θητείαν. Ἐκ τούτων νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἵνα μὴ ὑποβάλῃ καὶ τὸ Δημόσιον εἰς ζημίας, διότι εὐθὺς ὡς ἀφυπηρετήσωσιν οἱ νῦν ὡς ἁπλοῖ στρατιῶται κακῶς ὑπηρετοῦντες, βεβαίως θὰ ἐγείρωσιν ἀγωγὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ὑποθέτω, ὅτι θὰ κερδίσωσι, διότι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ· προσθέτω μάλιστα, ὅτι οὔτε διὰ τοὺς νῦν μαθητὰς τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς νόμος, ἀλλ’ ὅτι δέον ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τοὺς δυνάμει τοῦ νέου νόμου περὶ στρατολογίας κληθησομένους.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§126Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δηλώσεων περὶ τῶν ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὸν ὑποβληθέντα ὑφ’ ἡμῶν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905, νὰ συζητήσω δὲ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ γενικώτερον ἐπὶ τοῦ προγράμματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, καὶ ἴσως ἤθελον καταπονήσει τὴν Βουλήν, ἐὰν ἀγορεύσω ταύτην τὴν στιγμήν. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς τὴν Βουλὴν διάθεσις νὰ παρατείνῃ τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ δύο ὥρας, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ λάβω καὶ τώρα τὸν λόγον.
§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἀναβάλετε δι’ αὔριον.
§129Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Παρακαλῶ ὅμως νὰ μὲ ἐγγράψητε πρῶτον δι’ αὔριον.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§131ΣΠ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς τὸν νομὸν Κερκύρας διωρίσθη παρανόμως ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων εἷς Κύριος, ὀνομαζόμενος Τραυλαντώνης· ἐθεώρησε δ’ οὗτος καθῆκόν του νὰ καταδιώκῃ πάντας τοὺς μὴ φίλα φρονοῦντας πρὸς τὸ Θεοτοκικὸν κόμμα. Ἤρχισε λοιπὸν καταδιώκων μερικοὺς συμπολίτας μου ἐργολάβους δημοσίων ἔργων. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ ἕνδεκα ὅλων μηνῶν, ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἰουνίου, διέταξε τὸν νομομηχανικὸν καὶ τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων νὰ μεταβῶσι καὶ παραλάβωσι τὰ ἀνεγερθέντα τέσσαρα δημοτικὰ σχολεῖα ἐν Παξοῖς, ὁ κ. Τραυλαντώνης παρελκύει τὸ ζήτημα, καὶ ἐπὶ 11 ἤδη μῆνας δὲν μεταβαίνει νὰ παραλάβῃ τὰ σχολεῖα. Προσεκλήθη ὑπὸ τοῦ νομάρχου Κερκύρας νὰ μεταβῇ καὶ παραλάβῃ τὰ σχολεῖα, ἀλλὰ δὲν μετέβη, προβάλλων ὅτι εἶναι μακρὰν οἱ Παξοί, καὶ δὲν δύναται νὰ μεταβῇ, ὡσεὶ οἱ Παξοὶ ἀπεῖχον τῆς Κερκύρας ἡμέρας ὅλας, καὶ οὐχὶ τρεῖς ὥρας, ὅσον ἀπέχουσι. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως τηλεγραφικῶς προσκαλέσῃ τὸν ἐπιθεωρητὴν εἰς ἀπολογίαν, διατὶ δὲν μετέβη νὰ παραλάβῃ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, τὸν δὲ ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ λόγον ἀπὸ τὸν νομομηχανικὸν Κερκύρας περὶ τούτου.
§132Π. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ νομοῦ Κερκύρας, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι συμπολίτης μου, ὀνομάζεται δὲ καὶ Χρυσικός· εἶναι ἄνθρωπος εὐσυνείδητος, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπέπεσεν εἰς τὸ σφάλμα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κύριος συνάδελφος. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ ἐξετασθῇ, ἂν πράγματι ὑπέπεσεν εἰς τὸ σφάλμα τοῦτο, διότι δὲν θέλω νὰ ἀποδοθῇ μομφὴ κατὰ συμπολίτου μου.
§133ΣΠ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὑπάρχουσιν αἱ διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν ὁποίων ἔχω τοὺς ἀριθμούς. Ἀπὸ 11 μηνῶν διατάσσεται νὰ μεταβῇ καὶ παραλάβῃ τὰ σχολεῖα, καὶ δὲν μετέβη. Οἱ Παξοὶ ἀπέχουσι τρεῖς ὥρας ἀπὸ τὴν Κέρκυραν.
§134Π. ΚΑΨΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ βεβαιωθῇ, ἂν ὑπέπεσεν εἰς τοιοῦτον σφάλμα.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον σχετικῶς.
§136Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, αἱ ἐκ προσωπικῆς γνωριμίας πληροφορίαι δύνανται νὰ ἔχωσι σχέσιν πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ κ. ἐκ Παξῶν συνάδελφος, δύναμαι νὰ παράσχω τὴν πληροφορίαν, στηριζομένην εἰς προσωπικὴν γνωριμίαν καὶ ἀντίληψιν, ὅτι ὁ κύριος Τραυλαντώνης εἶναι ἐκ τῶν χρηστοτάτων καὶ ἐντιμοτάτων ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· εἶναι ἀνὴρ, ὅστις ἀμερολήπτως καὶ μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας καὶ ζήλου ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του· εἶναι ἀνὴρ, ὅστις θυσιάζει τὰς ἰδικάς του ὑποθέσεις καὶ τὰ ἴδια συμφέροντα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του· εἶναι δὲ τοιοῦτος, ὥστε, εἴτε ὡς καθηγητὴν διδάσκοντα, ὅτε ἦτο καθηγητὴς, εἴτε ὡς ἐπιθεωρητὴν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὐδεὶς δύναται νὰ ψέξῃ τὸν κ. Τραυλαντώνην, ἄνδρα ἀνώτερον παντὸς ψόγου, ἀλλὰ καὶ παντὸς ἐπαίνου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαν σχετικὴν πρὸς τὸ θέμα πληροφορίαν, ἵνα πεισθῇ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν καὶ ἡ Βουλὴ, ὅτι οὐδόλως ἔσφαλεν ὁ ἐπιθεωρητὴς οὗτος ἐν οὐδεμιᾷ περιστάσει.
§137ΣΠ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριε συνάδελφε, νὰ διαφωνήσω πρὸς ὑμᾶς, διότι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐπιθεωρητὴς ὑπηρετεῖ τὸ Θεοτοκικὸν κόμμα ἐκεῖ, καὶ ἐπειδὴ γνωρίζει ὅτι ἐγὼ δὲν ἤμην Θεοτοκικὸς, διὰ τοῦτο δὲν μετέβη νὰ παραλάβῃ τὰ σχολεῖα, ὁ δὲ μηχανικὸς, ὁ κ. Φιρφιρῆς, εἶναι ἔντιμος ἄνθρωπος· δεκαπεντάκις τὸν παρεκάλεσε νὰ μεταβῶσιν, ἵνα παραλάβωσι τὰ σχολεῖα, καὶ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ τὸν πείσῃ, ἵνα μεταβῶσιν. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ οἱ ἐργολάβοι δὲν δύνανται νὰ λάβωσι τὰ χρήματά των, τὰ ὁποῖα εἶχον δανεισθῆ καὶ διὰ τὰ ὁποῖα πληρώνουσι τόκους. Συνεπῶς, ὅταν ἐπὶ ἕνδεκα μῆνας δὲν ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι τηρητὴς τοῦ καθήκοντος.
§138ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται λειτουργὸς, ὁ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τούτου, εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων ἐπιθεωρητῶν, οὐ μόνον πιστὸς τοῦ καθήκοντος ἐκτελεστὴς, ἀλλὰ καὶ διακεκριμένος ἀπὸ πάσης ἀπόψεως λειτουργὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον σχετικῶς.
§140ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνόμιζον ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶχε καθῆκον, ὡς προϊστάμενος τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου, νὰ λάβῃ αὐτὸν ὑπὸ τὴν προστασίαν του· ἀλλ’ ἐσιώπησε. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος ἐγὼ, — περὶ τοῦ ὁποίου βεβαίως δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν συνάδελφος, ὅτι διάκειμαι συμπαθῶς πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν ἢ πρὸς τὸ Θεοτοκικὸν κόμμα ἐν Κερκύρᾳ, — εἶμαι ἠναγκασμένος, λέγω, νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ διακηρύξω, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ ἐπιθεωρητὴς κ. Τραυλαντώνης εἶναι εἷς τῶν ἀρίστων καὶ ἐντιμοτάτων λειτουργῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἦτο καθηγητὴς Γυμνασίου, ὅπου δήποτε δὲ καὶ ἂν ὑπηρέτησε, διεκρίθη ὄχι μόνον ἐπὶ ἱκανότητι, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ χρηστότητι καὶ ἐντιμότητι περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του.
§141Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ λάβω ὑπὸ τὴν προστασίαν μου τὸν περὶ οὗ πρόκειται ἐπιθεωρητήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν καταγγέλλει ὡρισμένον γεγονός, περὶ τοῦ ὁποίου ἔλαβον σημείωσιν, ἵνα ἐξετάσω, ἂν πράγματι ὁ ἐπιθεωρητὴς οὗτος, διαταχθεὶς πρὸ ἕνδεκα μηνῶν, δὲν ἐξετέλεσε τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ γεγονὸς τοῦτο θὰ ἐξετασθῇ· δὲν ἐπροτάθη κατηγορία τις κατὰ τοῦ ἐν λόγῳ ἐπιθεωρητοῦ, ἵνα λάβω ἐντεῦθεν ἀφορμὴν νὰ ὑπερασπίσω αὐτὸν, ἢ ν’ ἀποκρούσω τὴν κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαν.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στράτος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§143Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν τακτικὴν Σύνοδον τῆς ληξάσης Βουλευτικῆς Περιόδου ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν ὑποβάλει σχέδιον νόμου περὶ τῶν ἀνυποτάκτων κληρωτῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896 καὶ ἐπέκεινα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου προεβλέπετο ἡ ἀντὶ χρηματικοῦ τιμήματος ἐξαγορὰ τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας, τῆς ὡς ποινῆς ἐπιβαλλομένης εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους τούτους κληρωτούς. Τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν, προκειμένου δὲ νὰ ψηφισθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπὴν, ἔτυχε τροποποιήσεών τινων ὑπὸ ταύτης, καὶ κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν τὴν δευτέραν τακτικὴν Σύνοδον τῆς Περιόδου ἐκείνης ἔκτακτον Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ληξάσης αἰφνιδίως τῆς Συνόδου, ἔμεινεν ἀψήφιστον. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν αἱ γνῶμαι αὐτοῦ συμπίπτωσι πρὸς τὰς γνώμας τοῦ τότε κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον τυγχάνῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας του, ἤθελον παρακαλέσει, λέγω, αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τὸ ταχύτερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, γινομένου νόμου, οὐ μόνον παρέχονται εὐεργετήματα εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους κληρωτοὺς ὁλοκλήρων ἀπογραφῶν, ἀλλὰ συγχρόνως ἐνισχύεται καὶ τὸ Ταμεῖον Ἀμύνης τοῦ στρατοῦ, καθόσον τὰ χρήματα τὰ ὑπὸ τῶν ἀνυποτάκτων κληρωτῶν καταβληθησόμενα πρὸς ἐξαγορὰν τῆς προσθέτου αὐτῶν ὑπηρεσίας θὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ Ταμεῖον Ἀμύνης, τὸ προνοοῦν περὶ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Προτίθεμαι ἐπίσης ἕτερον ἐρώτημα νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφορῶν ἕτερον ζήτημα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου εἰς ἕκαστον διαμέρισμα στρατιωτικῆς περιφερείας συνιστᾶται ἓν Στρατολογικὸν Γραφεῖον, δυνάμενον ἐν ἀνάγκῃ νὰ σχηματίσῃ παράρτημα. Ἐν συνεχείᾳ τοῦ ἄρθρου τούτου διαγράφονται πᾶσαι αἱ ἐργασίαι τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου, τῶν ὁποίων τὴν ἀνάγνωσιν παραλείπω, ἵνα μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν. Ἐν ἄρθρῳ δὲ 35 ὁρίζεται, ὅτι «ἡ στρατολογικὴ ὑπηρεσία ἐνεργεῖται διὰ δώδεκα Στρατολογικῶν Γραφείων καὶ τῶν ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας ἱδρυομένων παραρτημάτων Στρατολογικῶν Γραφείων, ὧν τὸ προσωπικὸν λαμβάνεται δι’ ἀποσπάσεως.» Ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν ἄρθρων τούτων τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου συνάγεται, ὅτι τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα εἶναι δώδεκα, καὶ ὅτι ἕκαστον τούτων ἀνταποκρίνεται πρὸς ἕκαστον τῶν δώδεκα διαμερισμάτων, εἰς ἃ ὑποδιαιροῦνται αἱ τρεῖς στρατιωτικαὶ περιφέρειαι τοῦ Κράτους. Ἐκ τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου ἐπίσης ἐξάγεται, ὅτι ἕκαστον διαμέρισμα στρατιωτικῆς περιφερείας ἀντιστοιχεῖ πρὸς ἕν σύνταγμα πεζικοῦ ἐκ τῶν ἐν τῷ διαμερίσματι δήμων τοῦ Κράτους στρατολογούμενον. Πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἐξεδόθη βραδύτερον Βασιλικὸν Διάταγμα, ὑπὸ χρονολογίαν 13 Σεπτεμβρίου 1904, τιτλοφορούμενον «περὶ συστάσεως, μετασχηματισμοῦ, μετονομασίας καὶ καταργήσεως σωμάτων καὶ ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατοῦ». Κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦτο, ἐν ἄρθρῳ 9, διαλαμβάνοντι περὶ στρατολογικῆς ὑπηρεσίας, ὁρίζεται ὅτι «ἐκ τῶν ὑφισταμένων 26 Στρατολογικῶν Γραφείων διατηροῦνται δώδεκα, ἅτινα μετασχηματίζονται εἰς Στρατολογικὰ Γραφεῖα διαμερισμάτων, ταῦτα δ’ εἰσὶ τὰ ἑξῆς: 1) τὸ τῶν Τρικκάλων, 2) τὸ τῆς Λαρίσης, 3) τὸ τῆς Φθιώτιδος, 4) τὸ τῆς Εὐβοίας, 5) τὸ τῆς Ἀττικῆς, 6) τὸ τῆς Κορινθίας, 7) τὸ τῆς Ἀργολίδος, μετονομαζόμενον εἰς Ζʹ Στρατολογικὸν Γραφεῖον Ναυπλίου κλπ. Μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1905 τὸ βραδύτερον θέλουσι καταργηθῆ τὰ ἑξῆς Στρατολογικὰ Γραφεῖα κλπ». Ἐκ τοῦ Διατάγματος τούτου ἐξάγεται, ὅτι τὸ μὲν Στρατολογικὸν Γραφεῖον Ἀργολίδος διατηρεῖται, μετονομαζόμενον εἰς Ζʹ Στρατολογικὸν Γραφεῖον Ναυπλίου, τὰ δὲ Στρατολογικὰ Γραφεῖα Λακεδαίμονος καὶ Λακωνικῆς καταργοῦνται. Ἐν ἄρθρῳ 4 δὲ τοῦ ἀπὸ 13 Σεπτεμβρίου 1904 Β. Διατάγματος περὶ ἑδρῶν τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων καὶ καταστημάτων ὁρίζεται ὡς ἕδρα τοῦ ἑβδόμου Στρατολογικοῦ Γραφείου Ναυπλίου τὸ Ναύπλιον. Τὸ ἕβδομον τοῦτο Στρατολογικὸν Γραφεῖον ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ἕβδομον στρατιωτικὸν διαμέρισμα, ἀνῆκον τῇ δευτέρᾳ στρατιωτικῇ περιφερείᾳ, περιλαμβάνον δὲ τὰς ἐπαρχίας Ναυπλίας, Κυνουρίας, Λακεδαίμονος, Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, Οἰτύλου, Γυθείου καὶ Κυθήρων. Ἐν τῇ ἕδρᾳ δὲ τοῦ Στρατολογικοῦ τούτου Γραφείου, τῷ Ναυπλίῳ, ἑδρεύει ταξιαρχία ὅλη πεζικοῦ, συγκειμένη ἐκ δύο συνταγμάτων, ὧν τὸ μὲν ὄγδοον στρατολογεῖται ἐκ τοῦ ἑβδόμου διαμερίσματος, τὸ δὲ ἑνδέκατον ἐκ τοῦ ὀγδόου διαμερίσματος. Ὑποθέτω ὅτι ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ τότε κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ἐκδόντος τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ἀναγνωσθὲν Β. Διάταγμα, ὑπῆρχεν ἡ ἔννοια, ὅτι πρὸς τὴν φύσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τῶν ὀργανικῶν νόμων τοῦ στρατοῦ συμφωνεῖ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ὡς ἕδρα τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου δέον νὰ ὁρίζηται ἡ πόλις, ἐν ᾗ ἑδρεύει τὸ σύνταγμα τὸ στρατολογούμενον ἐκ τοῦ διαμερίσματος, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὁποίου τάσσεται τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον, τούτου δ’ ἕνεκα ὥρισεν ὡς τοιαύτην ἕδραν τὸ Ναύπλιον, ἐν ᾧ ἑδρεύει καὶ τὸ στρατολογούμενον ἐκ τοῦ διαμερίσματος τούτου ὄγδοον σύνταγμα πεζικοῦ. Πρόσθετος δὲ πρὸς τοῦτο λόγος ἦτο, ὅτι ὡρίζετο διὰ τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος τὸ Ναύπλιον ἕδρα ταξιαρχίας τοῦ πεζικοῦ, ἤτοι, ὡς εἶπον, δύο συνταγμάτων πεζικοῦ. Συνεπῶς ἐκρίθη ἀπαραίτητον, ἵνα ἐν τῇ ἕδρᾳ μιᾶς ὅλης ταξιαρχίας παρεδρεύῃ καὶ τὸ ἕτερον τοὐλάχιστον τῶν Στρατολογικῶν Γραφείων, τὸ ἐξυπηρετοῦν τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἑτέρου τῶν διαμερισμάτων, ἐξ οὗ στρατολογεῖται ἓν τῆς ταξιαρχίας σύνταγμα. Μετὰ πάροδον χρόνου τινὸς, τὴν 26 Μαρτίου 1905, ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἁπλῶς διατάσσεται ὅτι ἕδρα τοῦ ἑβδόμου Στρατολογικοῦ Γραφείου ἀντὶ τοῦ Ναυπλίου ὁρίζεται ἡ Σπάρτη. Εἰς τὸν ἀναγινώσκοντα τὸ Διάταγμα τοῦτο γεννᾶται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ ἀπορία, διατὶ τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον, τοῦ ὁποίου ἕδρα ἔχει ὁρισθῆ τὸ Ναύπλιον, — ἕδρα τῆς ταξιαρχίας τοῦ πεζικοῦ, — μετατίθεται ἀμέσως εἰς τὴν Σπάρτην, ἐν ᾗ οὐδὲν στρατιωτικὸν σῶμα ἑδρεύει. Βεβαίως δὲ διὰ πάντα ἀποροῦντα ὁ πρῶτος δισταγμὸς θέλει γεννηθῆ, ἂν ὑπάρχουσι στρατιωτικοὶ λόγοι ἐπιβάλλοντες τὴν τοιαύτην μετάθεσιν τῆς ἕδρας τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου. Καὶ ἐν ἐμοὶ εὐλόγως ἠγέρθη ἡ ἀπορία, ἂν εὑρίσκετο ἐν πλάνῃ ὁ τότε Ὑπουργὸς, ὁρίσας τὴν ἕδραν τοῦ Γραφείου ἐν Ναυπλίῳ, καὶ τὴν πλάνην ταύτην ἔσπευσε νὰ διορθώσῃ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ ἂν εὑρίσκεται ὁ νῦν κατέχων τὴν ἕδραν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐν πλάνῃ. Ἀλλὰ τὴν ἀπορίαν ταύτην εὐθὺς ἔρχεται νὰ περιπλέξῃ νέον Διάταγμα τῆς 7 Ἀπριλίου 1905. Διὰ τοῦ Διατάγματος τούτου συνιστᾶται ἐν Ναυπλίῳ παράρτημα τοῦ ἑβδόμου Στρατολογικοῦ Γραφείου πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς στρατολογικῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπλίας, Κυνουρίας καὶ Κυθήρων τοῦ ἑβδόμου στρατιωτικοῦ διαμερίσματος. Οὕτως ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς τὸ μετατεθὲν εἰς Σπάρτην Στρατολογικὸν Γραφεῖον Ναυπλίου ἀναβιοῖ ὑπὸ τύπον παραρτήματος πλέον, ἱδρυομένου ἐν Ναυπλίῳ. Ἡ ἵδρυσις δ’ αὕτη τοῦ παραρτήματος ἐν Ναυπλίῳ ἁπλοποιεῖ τὰς γεννηθείσας ἀπορίας, διότι τὴν ὀρθότητα τῆς σκέψεως τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ, ἱδρύσαντος ἐν Ναυπλίῳ τὸ ἕβδομον Στρατολογικὸν Γραφεῖον, ἀναγνωρίζει ἡ πρᾶξις τοῦ νῦν ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ, ἱδρύοντος ἐν τῇ πόλει ταύτῃ παράρτημα πλέον τοῦ ἑβδόμου Στρατολογικοῦ Γραφείου. Γεννᾶται ὅμως ἐντεῦθεν ἡ ἀνάγκη ἑνὸς ἐρωτήματος πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως φωτίσῃ καὶ ἐμὲ καὶ τὴν Βουλὴν, ἂν ὑπάρχουσι στρατιωτικοὶ λόγοι, οἵτινες ἐπιβάλλουσιν, ὅπως τὸ ἕβδομον Στρατολογικὸν Γραφεῖον, ὅπερ πρότερον ἦν Στρατολογικὸν Γραφεῖον Ἀργολίδος, καὶ διετηρήθη ὡς τοιοῦτον ὑπὸ τῶν νεωτέρων νόμων, ἐξακολουθῇ νὰ τιτλοφορῆται Στρατολογικὸν Γραφεῖον Ναυπλίου, ἐνῷ κυρίως εἶναι πλέον Στρατολογικὸν Γραφεῖον Σπάρτης, καὶ ἂν ὑπάρχουσι στρατολογικοὶ λόγοι ἐπιβάλλοντες, ἵνα ὡς ἕδρα αὐτοῦ ὁρισθῇ ἡ Σπάρτη, ὡς ἕδρα δὲ τοῦ παραρτήματος τὸ Ναύπλιον, οὐχὶ δὲ ἀντιστρόφως, ὅπως κατ’ ἐμὲ θὰ ἦτο ὀρθότερον, ἢ δὲν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι στρατιωτικοὶ λόγοι. Ὁμολογῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ Στρατολογικὰ γραφεῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ ἑδρεύωσι πλησίον ἐντελῶς, νὰ πρόσκηνται πρὸς τὰς πόλεις καὶ τὰς κώμας, ἐξ ὧν γίνεται ἡ στρατολογία. Τότε ὤφειλεν ἡ Πολιτεία νὰ ἱδρύσῃ τόσα Στρατολογικὰ Γραφεῖα, ὅσαι καὶ κῶμαι ἢ τοὐλάχιστον πόλεις ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι. Τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα σκοποῦσι τὴν κατάταξιν τῶν κληρωτῶν καὶ τῶν ἐφέδρων τοῦ διαμερίσματος, ὅπερ ἐξυπηρετοῦσιν. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἑδρεύωσιν ἐγγὺς τῶν συνταγμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα γίνεται ἡ κατάταξις τῶν κληρωτῶν, ὅπως διευκολύνηται ἡ ὑπηρεσία. Δὲν πρέπει δὲ νὰ συμβαίνῃ σύγχυσις μεταξὺ Στρατολογικῶν Γραφείων καὶ Στρατολογικῶν Συμβουλίων. Οἱ παραστάντες κατὰ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν λήξασαν Περίοδον ἐν σχέσει πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τὸν στρατολογικὸν νόμον, ἐνθυμοῦνται, ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι ἐν συνδυασμῷ περιελάμβανον τόσα Στρατολογικὰ Συμβούλια, ὅσα καὶ Γραφεῖα. Ἀλλὰ κατόπιν τῆς γενομένης τότε συζητήσεως ὡρίσθησαν τόσα Στρατολογικὰ Συμβούλια, ὅσοι καὶ νομοί. Ὡρίσθη δηλαδή, ὅτι δέον νὰ ὦσι μόνιμα τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα, νὰ ἑδρεύῃ ἕκαστον τούτων ἐντὸς τοῦ οἰκείου στρατιωτικοῦ διαμερίσματος περιφερείας. Χάριν δὲ τῆς εὐκολίας τῶν κληρωτῶν ὡρίσθησαν τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια πλείονα τῶν Στρατολογικῶν Γραφείων, οὕτως ὥστε δύο ἢ καὶ τρία Στρατολογικὰ Συμβούλια νὰ ἐξυπηρετῶσιν ἓν Στρατολογικὸν Γραφεῖον, ἀφέθη δ’ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ὁρίσῃ τὴν ἐξάρτησιν τῶν πλειόνων Στρατολογικῶν Συμβουλίων ἀπὸ τοῦ οἰκείου Στρατολογικοῦ Γραφείου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον λοιπόν, ὅτι αἱ συνδεδυασμέναι διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου καὶ τὸ πνεῦμα ἀμφοτέρων τῶν νόμων τούτων συντελοῦσι νὰ πιστεύσω ἀκρανδάντως, ὅτι δύναται τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον καὶ πρέπει νὰ ἐργάζηται εὑρισκόμενον ἐγγύτερον πρὸς τοὺς κληρωτοὺς, ἀλλὰ καὶ πρέπει ἀπαραιτήτως τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον νὰ ἑδρεύῃ ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ στρατιωτικοῦ διαμερίσματος, εἰς ἣν προσέρχονται πρὸς κατάταξιν οἱ κληρωτοὶ, διὰ ν’ ἀποβαίνῃ εὔκολος ἡ συσχέτισις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου τοῦ διαμερίσματος πρὸς τὸ ἐξ αὐτοῦ στρατολογούμενον σύνταγμα. Θέλω παρακαλέσει λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος παράσχῃ τὰς πληροφορίας, αἵτινες ἤθελον συντελέσει εἰς τὴν λύσιν καὶ τῆς ἐμῆς ἀπορίας καὶ τῆς ἀπορίας ἄλλων ἴσως ἀκροατῶν. Βεβαίως, ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχουσι στρατιωτικοὶ λόγοι ἐπιβάλλοντες τὴν τοιαύτην λύσιν τοῦ στρατολογικοῦ ζητήματος τῶν νομῶν Λακεδαίμονος καὶ Ἀργολίδος, καὶ ὄχι ἄλλην, δὲν ἤθελον καὶ ἐγὼ ἀδικήσει τὰς πόλεις Ναυπλίου καὶ Σπάρτης, ἐπιζητούσας τὴν διατήρησιν ἐν αὐταῖς δημοσίων καταστημάτων, ἀπαραιτήτων εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Πρὸ ὀλίγης ὥρας παρέστημεν μάρτυρες τῆς συζητήσεως περὶ τῶν Δικαστηρίων, ἥτις εἶχε κύριον λόγον τὴν ἀπόκρουσιν τῆς καταργήσεως δημοσίων καταστημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνισχύουσι τὴν κοινωνικὴν πρόοδον τῶν πόλεων, ἐν αἷς ἑδρεύουσι. Βεβαίως εἶναι σκληρὸν νὰ ἀπολέσῃ ἡ Σπάρτη τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον, ὡς ἀπώλεσε τοῦτο πρό τινος τὸ Ναύπλιον. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἱδρύσεως ἐν Σπάρτῃ κέντρου τῆς στρατολογικῆς ὑπηρεσίας, ἦτο δυνατὴ ἡ ἵδρυσις αὐτόθι παραρτήματος, διατηρουμένου τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου Ναυπλίου. Ἡ μετάθεσις ὅμως τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου Ναυπλίου εἰς Σπάρτην καὶ ἡ ἐπανίδρυσις παραρτήματος ἐν Ναυπλίῳ, καθ’ ὃν τρόπον ἐγένοντο, προδίδουσι τὴν ὕπαρξιν λόγων οὐχὶ στρατιωτικῆς, ἀλλὰ πολιτικῆς ἀνάγκης. Εἶναι εὔλογος ἡ ἀξίωσις πάσης πόλεως, ὅπως περικλείῃ ἐν ἑαυτῇ κέντρα δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δι’ ὀργανικῶν νόμων καὶ διὰ τῶν ἐκτελεστικῶν τούτων Διαταγμάτων ἔχει λυθῆ τὸ ζήτημα τῶν ἑδρῶν τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων καὶ καταστημάτων, ἀπαιτεῖται φειδὼ πρὸς πᾶσαν μεταβολὴν, διότι εἶναι ἐπικίνδυνος ἡ θύρα, ἡ ὁποία διάπλατος ἀνοίγεται, ὡς ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, καθόσον τότε ὅλαι αἱ πρωτεύουσαι τῶν νομῶν θὰ ζητήσωσι ν’ ἀποκτήσωσι παραρτήματα Στρατολογικῶν Γραφείων.
§144ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ πρέπει νὰ γείνῃ.
§145Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ὡς γνωστὸν, τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον τοῦ νομοῦ Κυκλάδων κατηργήθη. Εἶναι γνωστὴ ἡ σύστασις τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, τοῦ ὁποίου ἡ συγκοινωνία μεταξὺ τῶν διαφόρων νήσων ἐκτελεῖται μετὰ μεγάλης δυσχερείας. Δὲν ἀρκεῖ δὲ, ὅτι ὑπάρχει ἡ δυσχέρεια αὕτη τῆς συγκοινωνίας μεταξὺ τῶν διαφόρων νήσων καὶ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, ἀλλὰ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου οἱ ἔχοντες ἀφορμὴν νὰ ἀπευθύνωνται πρὸς τὴν στρατολογικὴν ὑπηρεσίαν παρεπέμφθησαν νὰ μεταβαίνωσιν ἀκόμη ἀπωτέρω, εἰς τὴν Χαλκίδα. Ἐγεννήθησαν ἐκ τούτου πλεῖσται δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι δίκαιον νὰ ἀρθῶσι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως, ἀποβλέπων εἰς τὴν διευκόλυνσιν τῶν κατοίκων τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, ἄρῃ τὸ προσγενόμενον ἀδίκημα.
§146Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσέξῃ εἰς παράκλησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὸν, καὶ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ τὸν παρακαλέσω. Κατὰ τὸ ἔτος 1904 ἔν τινι θέσει τῆς περιφερείας τοῦ δήμου Λεβαδέων ἐνέσκηψε περονόσπορος, καταστρέψας τὰς ἀμπέλους, εἰς θέσιν δέ τινα μικραὶ ἐκτάσεις ἐξηφανίσθησαν ἐξ ὁλοκλήρου. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ἵνα ἀπαλλάξῃ τοὺς φορολογουμένους τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρώσωσιν. Ἑτέραν παράκλησιν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν συνέπεσε νὰ ταξειδεύσῃ μὲ τὸν σιδηρόδρομον τῶν Ἑλληνικῶν συνόρων, τὸν ἰδικόν μας δηλαδὴ, ἑπομένως δὲν γνωρίζει ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γεγονός τι, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπάναγκες εἶναι νὰ ληφθῇ ἐπείγουσα πρόνοια. Ἡ Ἑταιρεία τῆς κατασκευῆς ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ Βαγίων καὶ ἐκεῖθεν μέχρις, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ σταθμοῦ Δαδίου, πρὸς εὐκολίαν της ἐλάμβανε τὸ ἀναγκαιοῦν χῶμα διὰ τὰς ἐπιχωματώσεις ἑκατέρωθεν τῆς γραμμῆς ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς, ἀνοίγουσα οὕτω λάκκους μεγάλους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν χειμῶνα ἐπληροῦντο ὑδάτων· ἐφέτος μάλιστα, ὅτε ὑπῆρξε πολυομβρία, ἐπληρώθησαν κατὰ τρόπον, ὥστε μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁμιλῶ, εἶναι πλήρεις ὑδάτων. Αὐταὶ εἶναι μεγάλαι ἐκτάσεις καὶ πολλαὶ ποσότητες· ἀνὰ 10 καὶ 15 μέτρα ὑπάρχει εἷς τοιοῦτος λάκκος. Ἐκ τούτου ἀνεπτύχθησαν ἀνωφελεῖς κώνωπες, καὶ προσεβλήθησαν ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀπὸ ἑλώδεις πυρετοὺς, ἠναγκάσθη δὲ ἡ ἐκμετάλλευσις νὰ ἔχῃ εἰς τὸν σταθμὸν τῆς Λεβαδείας ἅμαξαν, ἡ ὁποία παρελάμβανε τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς ἔφερε νὰ κοιμῶνται ἐν Λεβαδείᾳ, ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν τοὺς ἔσωζε, διότι καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν παρέμενον εἰς τὸν σταθμὸν καὶ προσεβάλλοντο. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ περὶ αὐτῶν πρόνοια, διότι ἐφέτος τὸ κακὸν θὰ ἐπεκταθῇ, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ παραβλάψῃ ἐκτὸς τῶν ὑπαλλήλων τῆς γραμμῆς καὶ τὰ πέριξ χωρία, ἴσως καὶ τὰς πόλεις, καὶ τὴν Λεβάδειαν καὶ τὰ ὀρεινὰ χωρία ἀκόμη, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐπὶ τοῦ Παρνασσοῦ καὶ τοῦ Ἑλικῶνος. Ἡ Ἑταιρεία τῆς κατασκευῆς εἶναι ὑπόχρεος νὰ πληρώσῃ αὐτοὺς τοὺς λάκκους, δὲν εἶναι δὲ δύσκολον τὸ πρᾶγμα, διότι τέλος πάντων δύναται νὰ μεταφέρῃ διὰ τῶν βαγονίων της χῶμα ἀλλαχόθεν, ἂν δὲν σκέπτηται νὰ κάμῃ ἔργα ἄλλα, ὅπως διοχετευθῇ τὸ ὕδωρ ἀλλαχόσε. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, διότι ἐνδέχεται ἕνεκα τῶν πυρετῶν καὶ νὰ σταματήσῃ ἡ συγκοινωνία, διότι ἐπίκειται τὸ θέρος.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως θὰ λάβω ταχίστην πρόνοιαν.
§148Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Οἱ ἰδιοκτῆται δὲν ἀπεζημιώθησαν;
§149Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἀπεζημιώθησαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν· πρόκειται περὶ τῆς δημοσίας ὑγείας. Τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ παρακαλέσω καὶ περὶ ἑνὸς ἑτέρου θέματος· ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ μοὶ δώσῃ τὴν πληροφορίαν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τῆς προεκτάσεως τῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου μέχρι Λεβαδείας, διότι εἶναι ζήτημα ζωτικώτατον διὰ τὸν τόπον, ὁ ὁποῖος ζημιοῦται ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς συγκοινωνίας αὐτῆς καὶ ὁ ὁποῖος προσηνέχθη νὰ ἀναλάβῃ ὁλόκληρον τὴν δαπάνην τῆς κατασκευῆς τῆς προεκτάσεως.
§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη μένει ἀκόμη ἐκκρεμής.
§151Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπισπεύσῃ, διότι πολλαὶ ζημίαι προσγίνονται εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν ἕνεκα τοῦ σταθμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπέχει ἕξ ὅλα χιλιόμετρα. Εἶναι δὲ εὔκολος ἡ πραγματοποίησις τούτου, ἀφοῦ τὰς δαπάνας προσφερόμεθα ἡμεῖς νὰ καταβάλωμεν.
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἐξετάσω.
§153Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος ἔθιξε δύο ζητήματα, τὸ τῆς δημοσίας ὑγείας, διὰ τὸ ὁποῖον εἶχον ζητήσει πρὸ ὀλίγου τὸν λόγον, καὶ τὸ τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ δεύτερον, τὸ ἀφορῶν τὸν σιδηρόδρομον, ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ ὑποβάλω σύστασιν πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, προερχομένην ἐκ τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Ὠρωπίων, ὅπως ἐνεργήσῃ παρὰ τῇ οἰκείᾳ Ἑταιρείᾳ καὶ ἱδρύσῃ αὕτη στάσιν εἰς τὴν θέσιν «Βούλλα», πέραν τῶν Κιούρκων, ὅπου ὑπάρχει ἤδη ἕν φυλακεῖον, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ συγκοινωνία διὰ τὸ Μαρκόπουλον καὶ τὸν Κάλαμον. Ἀφοῦ ὑφίσταται ἤδη τὸ φυλακεῖον, δὲν χρειάζεται ἄλλο ἢ μόνον ὀλίγη καλὴ θέλησις, ἵνα πραγματοποιηθῇ ἡ σύστασις αὕτη.
§154Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ ἵδρυσις τῆς στάσεως, περὶ ἧς ὁμιλεῖ ὁ κύριος Βουλευτής, ἔχει ἀποφασισθῆ. Τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον συνέστησεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦτο, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ πραγματοποιηθῇ.
§155Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τόσον τὸ καλλίτερον τότε.
§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τοιοῦτόν τι· οὐχ ἧττον θὰ μεριμνήσω.
§157Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τότε λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, λάβετε τώρα τοὐλάχιστον πρόνοιαν περὶ τῆς δικαίας παρακλήσεως τῶν κατοίκων Μαρκοπούλου καὶ Καλάμου. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ὑγείας, εἶχον ζητήσει προηγουμένως τὸν λόγον, ἀλλ’ ἀφοῦ ἔδωκεν ἀφορμὴν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, νομίζω ὅτι θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦδε ὀλίγας λέξεις. Πρόκειται περὶ τοῦ κινδύνου τῆς δημοσίας ὑγείας, ὅστις ἐπικρέμαται δυστυχῶς εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας καὶ δύναται νὰ λάβῃ μεγαλειτέρας ἴσως διαστάσεις. Ἐν τῷ ὑγιεινοτάτῳ δηλονότι χωρίῳ Κορωπὶ ἐνέσκηψεν ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τρέχοντος ἔτους νόσος ἐπιδημική, ἥτις ἔσχε μέχρι τοῦδε πολλὰ κρούσματα, ὧν τινα θανατηφόρα. Τὸ πρᾶγμα ἔγεινε γνωστὸν διὰ τῶν ἰατρῶν εἰς τὰς τοπικὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ἀνηνέχθησαν πρὸς τὰς ἐνταῦθα κεντρικὰς ἀρχάς. Ἀλλ’ ἡ φύσις τοῦ νοσήματος δὲν εἶχε γνωσθῆ, εἰς ἐμὲ δὲ, ὅτε ἔγεινε γνωστὸν τὸ πρᾶγμα, ἐπεβάλλετο καὶ ἐξ ἐνδιαφέροντος ἐπιστημονικοῦ καὶ ἐκ καθήκοντος βουλευτικοῦ νὰ σπεύσω εἰς τὸν τόπον τῆς ἐπιδημίας, διότι νομίζω, ὅτι οἱ Βουλευταί, ὄχι μόνον ἐν καιρῷ περιοδειῶν ἐκλογικῶν καὶ πανηγύρεων πρέπει νὰ ἐπισκέπτωνται τοὺς ἐκλογεῖς των, ἀλλ’ ὅταν κυρίως αὐτοὶ κατατρύχωνται ὑπὸ δυστυχίας. Μετέβην ὅθεν εἰς τὸν τόπον τῆς ἐπιδημίας τὴν 26 παρελθόντος μηνός, καὶ ἐν τῷ σιδηροδρομικῷ σταθμῷ ἐπληροφορήθην, ὅτι ἤδη οἱ μαθηταί, ἰδίᾳ δὲ οἱ ἐκ τῶν πέριξ χωρίων, εἶχον ἐγκαταλίπει τὸ σχολεῖον ἐκ φόβου προσβολῆς ὑπὸ τῆς νόσου. Κατόπιν τῶν πληροφοριῶν, ἃς εἶχον περὶ τῆς νόσου ταύτης, ἤμην ἐφωδιασμένος μὲ τὰ μέσα τῆς ἐρεύνης κοιλιακοῦ τύφου, ἢ τυφικῆς γρίππης· ἀλλ’ ὅτε προεχώρησα εἰς τὴν ἔρευναν καὶ ἐπεσκέφθην ἀσθενεῖς τινας, ἀντελήφθην ὅτι εὑρισκόμην ἐνώπιον ἄλλης νόσου, πολὺ σοβαρωτέρας. Εἶδον δηλαδή, ὅτι εὑρισκόμην ἐνώπιον ἐξανθηματικοῦ τύφου, καὶ εὐθὺς ἀμέσως ὑπέδειξα εἰς τὰς τοπικὰς ἀρχὰς τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διέτρεχον ὄχι μόνον οἱ πάσχοντες, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ συγχρωτιζόμενοι μὲ αὐτούς. Μεταξὺ τῶν ἐκεῖ ἰατρῶν ὑπῆρχε διαφωνία ὡς πρὸς τὴν φύσιν τοῦ νοσήματος. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐξετάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν προέβην ἐγώ, ἤχθην εἰς συμπεράσματα ἀσφαλῆ, καὶ ἔδωκα τὸν πραγματικὸν ὁρισμὸν τῆς νόσου. Τότε ὁ ἀστυνόμος Κρωπίας μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς διαγνώσεως τῆς νόσου καὶ τῶν φόβων, οἱ ὁποῖοι ἠπείλουν τὸ Κορωπὶ καὶ τὰ παρακείμενα χωρία, ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ ἔκθεσιν ἰατρικήν, τὴν ὁποίαν καὶ ὑπέβαλον ἀμέσως. Ἡ νόσος, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἦτο τοπική, ἀλλὰ προῆλθεν ἐκ Λαυρίου, ὅπου μετέφεραν αὐτὴν πλοῖα ἀγγλικά, κατὰ τὴν ἀνθράκευσιν τῶν ὁποίων μία ἐργάτις ἐκ Κορωπίου προσβληθεῖσα ὑπὸ τῆς νόσου μετέφερε ταύτην εἰς τὸ χωρίον της. Συμβαίνει, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ λοιμώδη νοσήματα ἡ διάγνωσις νὰ μὴ γίνεται ἀμέσως· διὰ τοῦτο ἐπῆλθε βραδύτης περὶ τὸν καθορισμὸν καὶ τῆς προκειμένης νόσου, ἐντεῦθεν δὲ προέκυψε βραδύτης καὶ περὶ τὴν λῆψιν τῶν καταλλήλων μέτρων. Ὁ ἐξανθηματικὸς τῦφος ὑπάγεται εἰς τὰ λοιμώδη νοσήματα, καὶ θεωρεῖται μάλιστα ὡς μία τῶν βαρυτέρων λοιμωδῶν νόσων, αἱ ὁποῖαι εἶναι αἱ φοβερώτεραι μάστιγες τῆς ἀνθρωπότητος. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ τὰ Κράτη ἐφρόντισαν νὰ λάβωσιν ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς πρόληψιν καὶ περιστολὴν τῶν τοιούτων νόσων· καὶ τὸ κατώρθωσαν. Πρὸς τοῦτο ὅμως διαθέτουσιν ἀλλαχοῦ μεγάλα χρηματικὰ ποσὰ καὶ χάριν ἐπιστημονικῶν ἀποστολῶν καὶ χάριν ὅλων τῶν προληπτικῶν καὶ κατασταλτικῶν τῶν λοιμωδῶν νόσων μέτρων, τὰ ὁποῖα συνιστᾷ ἡ ἐπιστήμη τὴν σήμερον. Αἱ θυσίαι, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται τοιουτοτρόπως τὰ Κράτη, δὲν εἶναι τίποτε ἀπέναντι τῶν κινδύνων καὶ καταστροφῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν οὕτω πως νὰ προληφθῶσιν. Ἐκ τῶν λοιμωδῶν νόσων ἔχει νὰ θρηνήσῃ τις τὴν ἀπώλειαν πολλῶν ὑπάρξεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι πολύτιμοι εἰς πᾶσαν χώραν. Πλὴν τούτου καὶ τὸ ἐμπόριον ὑφίσταται μεγάλας ζημίας, καὶ ἡ συγκοινωνία προσκόπτει πολύ, καὶ ὁ καθόλου ἐθνικὸς πλοῦτος ὑφίσταται κλονισμόν. Διὰ τοῦτο παντοῦ καὶ πάντοτε τὴν σήμερον θεωροῦσιν ὡς βάσιν καὶ κρηπῖδα τῆς κοινωνικῆς εὐημερίας τὴν δημοσίαν ὑγείαν, ἡ ὁποία εἶναι τὸ πρώτιστον καὶ κυριώτατον μέλημα πάσης εὐνομουμένης Πολιτείας. Δυστυχῶς ὅμως παρ’ ἡμῖν ἡ πολιτειακὴ μέριμνα περὶ τῆς δημοσίας ὑγείας καθυστερεῖ πολύ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εὕρηται αὕτη ἀκόμη εἰς ἐμβρυώδη κατάστασιν, καίτοι οἱ ἰατροὶ καὶ πάντες οἱ ἔχοντες ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον περὶ τοῦ ζωτικωτάτου τούτου ζητήματος πολλάκις ὑπέδειξαν καὶ συνέστησαν εἰς τὸ Κράτος τὴν λῆψιν ὅλων τῶν μέτρων, τῶν ἐνδεικνυομένων ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, χωρὶς ὅμως νὰ εἰσακουσθῶσιν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει τὸ Ἰατροσυνέδριον, εὐθὺς ὡς ἐπληροφορήθη ὅτι μετέβην εἰς Κορωπὶ πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς φύσεως τοῦ κατατρύχοντος τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου τούτου νοσήματος, μὲ ἐκάλεσε καὶ ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ ὅλας τὰς δεούσας πληροφορίας. Δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ τὴν ταραχήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνέβαλον αἱ πληροφορίαι μου τὸ Ἰατροσυνέδριον, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως ἔσπευσε τότε νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅλα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μέτρων τούτων συνέβησαν ἄτοπά τινα, ὀφειλόμενα ἰδίως εἰς τὸν ὑπέρμετρον ζῆλον τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἔσπευσαν σὺν ἄλλοις νὰ ἐκτοπίσωσιν ἐντεῦθεν θορυβωδῶς πάντας τοὺς προσελθόντας εἰς Ἀθήνας ἀσθενεῖς πρὸς νοσηλείαν, ἐξ ὧν μάλιστα καὶ ἀπέθανέ τις. Ἀλλ’ αἱ λοιμώδεις νόσοι συνήθως ἔχουσι δυστυχῶς αὐτὰς τὰς θλιβερὰς συνεπείας. Διὰ τοῦτο ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον ἀπαραίτητον, εὐθὺς ὡς φανῇ ἕν κροῦσμα, νὰ καταπολεμῇ αὐτὸ ἐκ παντὸς τρόπου καὶ ἀντὶ πάσης θυσίας, διότι ἄλλως ἡ νόσος δύναται νὰ ἐξαπλωθῇ καὶ φέρῃ καταστροφάς. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην δυστυχῶς ἡ νόσος παρεωράθη ἐπὶ μακρόν, ὅτε δ’ ἐγὼ ἔφθασα εἰς τὴν ἑστίαν τοῦ νοσήματος, οἱ ἰατροὶ μ’ ἐπληροφόρησαν, ὅτι ὑπῆρχον ἤδη 112 κρούσματα, ἐξ ὧν 15 θανατηφόρα. Ἐγὼ συνέστησα πρὸ παντὸς τὰ μέτρα τῆς ἀπομονώσεως τῶν πασχόντων καὶ τῆς ἀπολυμάνσεως τῶν οἰκιῶν των. Ἤλπισα ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέτρων αὐτῶν καὶ ἄλλων θὰ περιεστέλλετο ὁλοσχερῶς ἡ νόσος, καὶ πράγματι παρετηρήθη ἐν ἀρχῇ περιστολή τις τοῦ κακοῦ, εἰς ἣν ἔπρεπε νὰ συντελέσῃ οὐκ ὀλίγον καὶ ἡ παροῦσα ὥρα τοῦ ἔτους, ἥτις δὲν εὐνοεῖ τόσον τὴν νόσον, ὅσον ὁ χειμών. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἀποστολή, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε καὶ τῆς ὁποίας ἔργον ἦτο ἡ ἀπολύμανσις καὶ ὁ περιορισμὸς τῆς νόσου, κινδυνεύει ν’ ἀποτύχῃ δι’ ἔλλειψιν μέσων. Καὶ τὰ μέσα ταῦτα ἠξίωσε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ κοινότης Κορωπίου, ἀπαιτήσασα καὶ παρ’ ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς, ἵνα ὑποστηρίξωμεν τὴν αἴτησίν της. Ἀλλ’ ἡ κοινότης Κορωπίου πλὴν τῶν μέσων αὐτῶν, ἤτοι τῶν χρημάτων καὶ φαρμάκων, ἐζήτησε καὶ νοσοκόμους. Ὡς γνωστὸν ὅμως, προκειμένου περὶ ἐξανθηματικοῦ τύφου, πρὸ παντὸς οἱ νοσοκόμοι καὶ οἱ ἰατροὶ εἶναι ἐκτεθειμένοι εἰς τὸν κίνδυνον, διότι ἡ νόσος δὲν φείδεται αὐτῶν. Καὶ ἰατρῶν μὲν δὲν στερεῖται τὸ χωρίον, ἰατρῶν ἱκανῶν καὶ ἐπιδεικνυόντων πᾶσαν αὐταπάρνησιν πρὸς σωτηρίαν τῶν συμπολιτῶν των· ὑπάρχει ὅμως σπάνις παντελὴς νοσοκόμων πεπειραμένων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐχρησιμοποιήθησαν μέχρι τοῦδε ὡς νοσοκόμοι οἱ ἅπαξ ὑποστάντες τὴν νόσον καὶ θεραπευθέντες ἐξ αὐτῆς, ὡς κεκτημένοι ἤδη ἀνοσίαν· οὗτοι ὅμως εἶναι καὶ ἄπειροι καὶ ἀκατάλληλοι πρὸς νοσηλείαν. Πάντες, κύριε Πρόεδρε, ἐπιστεύσαμεν τελευταῖον, ὅτι ἡ νόσος εἶχε περισταλῆ καὶ δὲν ὑπῆρχε πλέον κίνδυνος περαιτέρω ἐξαπλώσεως. Ἀλλ’ ἡ ζήτησις νοσοκόμων ἐκ Κορωπίου ἐνέβαλεν εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι αἱ πρῶταί μας ἐλπίδες θὰ διεψεύδοντο. Δυστυχῶς δὲ ἐπῆλθε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ ἰατροῦ τοῦ Σπάτα...
§158Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§159Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ὁ κ. Πρόφης, ὁ ὁποῖος ἀνεκοίνωσεν ὅτι ἤδη τὴν 30 Ἀπριλίου εἶχε δύο κρούσματα εἰς τὸ Σπάτα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησε καὶ τρίτον σήμερον, ἐξ ὧν καταδεικνύεται ἡ ἀνάγκη συντόνου λήψεως καὶ ἄλλων μέτρων, καὶ μάλιστα ἀποστολῆς νοσοκόμων. Τὸ Σπάτα εἶναι γειτονικὸν χωρίον τοῦ Κορωπίου, ὅπως δὲ τὸ νόσημα μετεδόθη εἰς αὐτό, κίνδυνος εἶναι νὰ μεταδοθῇ καὶ εἰς ἄλλα χωρία, καὶ νὰ φθάσῃ ἐπὶ τέλους καὶ εἰς αὐτὴν τὴν πρωτεύουσαν, ὁπότε καὶ θύματα πολλὰ θὰ ἔχωμεν νὰ θρηνήσωμεν, καὶ ζημίας μεγάλας, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, νὰ ὑποστῶμεν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, κύριε Πρόεδρε, τὴν ζήτησιν τῶν νοσοκόμων ἐξήγησα ὡς ἔνδειξιν ἐπιτάσεως τῆς νόσου, συνδυάζων αὐτὴν μὲ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ ἰατροῦ τοῦ Σπάτα· ἀλλ’ εἴθε τὰ πράγματα νὰ διαψεύσωσι τοὺς φόβους μου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ κοινοτικὴ ἐπιτροπὴ Κορωπίου ἐξήντλησεν ἤδη ὅσα μέσα εἶχεν. Ὁ δῆμος Κρωπίας δυστυχῶς οὐδὲν δύναται νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ αὐτῆς, διότι τὰ οἰκονομικά του εὑρίσκονται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὁποία ἀπορροφᾷ σχεδὸν ἁπάσας τὰς προσόδους του. Ἡ φιλανθρωπία, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἐπίκουρος ἐκ τῶν εὐπορωτέρων τοῦ Κορωπίου κατοίκων, ἀδυνατεῖ τὴν σήμερον νὰ πράξῃ τι, διότι εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον ὑφίσταται κρίσις ἀμπελουργική, περὶ τῆς ὁποίας ἐπιφυλάττομαι προσεχῶς νὰ κάμω λόγον. Οἱ κάτοικοι Κορωπίου, ὑπερβαίνοντες ἤδη τὰς 3 χιλιάδας, εἶναι ἀρκετὰ ὑπερήφανοι καὶ φιλότιμοι, ὥστε νὰ μὴ τείνωσι χεῖρα ἐπαίτιδα, χάριν ἑαυτῶν καὶ μόνον, πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Οἱ κάτοικοι Κορωπίου, συνηθισμένοι ὄντες νὰ εἰσφέρωσιν αὐτοὶ ὑπὲρ τῶν πασχόντων, ὁσάκις παρίστατο ἀνάγκη, οἱ κάτοικοι Κορωπίου, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν καθυστέρησαν ὀφειλήν των εἰς τὸ Δημόσιον, ἂν εὑρίσκονται τὴν σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωσι διὰ τῆς Βουλῆς τὴν κυβερνητικὴν ἀρωγήν, πράττουσι τοῦτο χάριν τῆς ἀποσοβήσεως κινδύνου μεγάλου, ὅστις δὲν ἐπαπειλεῖ μόνον αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ ἄλλους, καὶ αὐτὴν τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ ζητουμένη λοιπὸν ἀρωγὴ δὲν ἀφορᾷ αὐτοὺς καὶ μόνον. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἄλλως τόσην προθυμίαν ἐπέδειξεν εἰς τὴν λῆψιν τῶν μέχρι τοῦδε μέτρων, θὰ σπεύσῃ νὰ συμπληρώσῃ αὐτὰ κατὰ τρόπον γενναιότερόν πως, λησμονῶν πρὸς στιγμὴν τὴν ἄλλως πανθομολογουμένην φειδὼ τοῦ δημοσίου χρήματος ὑπ’ αὐτοῦ, ὅπως οὕτως ἀποσοβηθῇ πᾶς κίνδυνος.
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐπικουρίας διὰ τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται, ὅπως περισταλῇ ἡ νόσος, εἴτε δι’ ἀπομονώσεως, εἴτε δι’ εὑρέσεως νοσοκόμων, ἦτο περιττὸν ν’ ἀποταθῇ ἡ κοινότης πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἀντιπροσώπων, οὐχὶ διότι ἡ Βουλὴ τῶν Ἀντιπροσώπων δὲν ἔχει τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ, ἀλλὰ διότι ἐπέρχεται βραδύτης χρόνου. Ἡ κοινότης, ὁ δῆμος Κρωπίας ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπικουρίαν τοῦ Κράτους εἴτε διὰ τοῦ νομάρχου, εἴτε ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἤθελε σπεύσει νὰ παράσχῃ πᾶσαν ἐπικουρίαν καὶ συνδρομήν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὄργανον τῆς ἐπιστήμης, δὲν εἶναι ἐπιστήμη· ἡ ἐπιστήμη εἶναι ὁ σύμβουλος τῆς Διοικήσεως. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἐπιστήμη ἐνδεικνύῃ τὴν ἀνάγκην τῆς λήψεως μέτρων ὑγειονομικῶν, ἡ Διοίκησις θέλει σπεύσει νὰ ἐπέλθῃ ἐπίκουρος πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῶν, θέλω δὲ φροντίσει νὰ μάθω, ποία ἡ ἀνάγκη τῶν χρημάτων καὶ πόσα ἀπαιτοῦνται, ἵνα καὶ περὶ προμηθείας τοιούτων ἐνεργήσω δεόντως.
§161ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχει παρανόησίς τις, διότι τὸ χωρίον ἢ μᾶλλον ἡ κωμόπολις Κορωπὶ ἔχει πληθυσμὸν 3,000 μέχρι 4,000 ψυχῶν, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς δῆμον ἔχοντα περὶ τὰς 11,000 ψυχὰς, ἀποτελεῖ δὲ ἰδίαν κοινότητα, καὶ ὁ δήμαρχος ἑδρεύει εἰς ἄλλην κωμόπολιν. Ἡ κοινότης εἶναι λίαν φιλότιμος, καὶ ἐδαπάνησε πολλὰ ὑπὲρ τοῦ χωρίου τούτου, εἰδικῶς δ’ ἐδαπάνησε ποσόν, νομίζω, 800 δραχμῶν διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, αἵτινες ὑπεδείχθησαν ὑπὸ τῶν μεταβάντων ἐκεῖ κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως. Λόγοι ἕνεκα τῆς ἀσθενείας, —ὡρισμένως δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τίνες, — μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῶν 800 δραχμῶν, ἠνάγκασαν τὴν κοινότητα ν’ ἀποταθῇ πρὸς τοὺς Βουλευτὰς Ἀττικῆς πάντας, ὑποδείξῃ εἰς αὐτοὺς ὅτι ἐξήντλησε τὰ χρήματα καὶ παρακαλέσῃ, εἰ δυνατόν, διὰ τὰ ὑπόλοιπα νὰ ἐπιτελεσθῇ ἡ δαπάνη ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Ὑποθέτω ὅτι τὰ ζητούμενα ὑπόλοιπα εἶναι 500 ἕως 600 δραχμαί.
§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω ἐξετάσει καὶ φροντίσει.
§163Π. ΚΗΡΥΚΟΣ. Ἐσκόπουν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω ἰδίαν παράκλησιν διὰ τὸ ζήτημα, δι’ ὃ θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λεβαδείας βουλευτοῦ κ. Μπουφίδου, τὴν λίαν εὔλογον, περὶ ἐμφανίσεως τῶν ἀνωφελῶν κωνώπων, ἣν προὐκάλεσεν ἡ Ἑταιρεία τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἢ μᾶλλον τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, παρατηρῶ, ὅτι οὐ μόνον κώνωπας ἀνωφελεῖς, ἐπιβλαβεῖς δὲ εἰς τὴν ὑγείαν, προὐκάλεσεν, ἀλλὰ καὶ τὰς γαίας εἰς ἀνωφελεῖς μετέβαλε διὰ τῆς πλημμελοῦς τῆς γραμμῆς χαράξεως, ἐξ ἧς ἔνθεν κἀκεῖθεν ἐπλημμύρησαν τὰ ὕδατα, καὶ ἡ γονιμωτάτη ὑπὸ τὸ βουνὸν τῆς Σφιγγὸς ἔκτασις, περὶ τὰ 6,000 στρέμματα, μετεβλήθη εἰς λίμνην· τοῦτο δὲ δύναται νὰ μαρτυρήσῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κύριος Λάππας, μεθ’ οὗ συνεταξείδευον καὶ ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι οὐδέποτε εἶδεν εἰς τὴν θέσιν ταύτην, «Βαρικὸ» ὀνομαζομένην, τοιαύτην πλήμμυραν. Δυστυχῶς μετὰ τὰς καταστροφὰς, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι, ἰδίως ὁ τοῦ δήμου Θεσπιέων, καὶ τὰς ἐκ τῆς ἄλλης Ἑταιρείας τῆς Κωπαΐδος λίμνης, ἥτις δὲν ἐξεβαθύνθη καλῶς ὡς πρὸς τὸν Μέλανα ποταμὸν, ὡς καὶ ὡς πρὸς τὰ προχώματα αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ παρεμποδίζωσι τὰς ὑπερεκχειλίσεις, ἀλλὰ δὲν ὑψώθησαν ἐπαρκῶς, ἔχομεν μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία κατέστρεψεν ἀπολύτως τοὺς κατοίκους, καὶ τοὺς ἠνάγκασε νὰ ἐκπατρίζωνται εἰς Ἀμερικὴν, διότι μετ’ ὀλίγον ἴσως θὰ ζητήσωσι παρ’ αὐτῶν τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τὰ μέρη, ὅπου ἔσπειραν καὶ δὲν ἐθέρισαν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀποστείλῃ, εἰ δυνατὸν, μηχανικὸν ἐπὶ τόπου, ὅστις νὰ πιστοποιήσῃ τὴν καταστροφὴν, ἣν ἡ Ἑταιρεία τοῦ Σιδηροδρόμου ἐπήνεγκε, καὶ ἀναφέρῃ περὶ τῶν τοιούτων πραγμάτων, τόσον ὡς πρὸς τὰ ἕλη περὶ τὸ «Βαρικὸ» τῶν Βαγίων, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὴν Κωπαΐδα, διότι πρέπει νὰ μελετηθῇ, ἐξευρεθῇ καὶ ἐνεργηθῇ ἔργον πληρέστερον ὑδραυλικὸν, τοιοῦτον, ὥστε νὰ προλάβῃ τὴν ἀπώλειαν τῆς παραγωγικῆς ἐκείνης ἐκτάσεως τῶν πλημμυρησασῶν γαιῶν. Προσδοκῶ δ’ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θέλει μεριμνήσει περὶ ἀμφοτέρων τῶν θέσεων τούτων τοῦ δήμου Θεσπιέων, ἐν αἷς καλλιεργοῦσιν οἱ κάτοικοι τῶν ἄλλοτε εὐπορούντων χωρίων Μαυρομματίου, Καζνεσίου, Παλαιοπαναγιᾶς, Βαγίων, Κασκαβέλιου καὶ Ἐρημοκάστρου.
§164Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Πρὸ δύο μηνῶν, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ παράλια τῆς Καββάλας συνελήφθη ὑπὸ τῶν Ὀθωμανικῶν ἀρχῶν πλοῖον ἑλληνικὸν, παραπλέον ἐκεῖ· ἡ σύλληψις δὲ αὐτοῦ καθὼς καὶ ἡ κατακράτησίς του ἐγένετο παρὰ τὰ κρατοῦντα νόμιμα, παρὰ τὰς διεθνεῖς συνθήκας. Ἡ σύλληψις ἐγένετο ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ὑπονοίᾳ, ὅτι τὸ πλοῖον μετεβίβαζε δῆθεν πυρίτιδα. Πυρῖτις ὅμως οὐδόλως ἀνευρέθη ἐν τῷ πλοίῳ κατὰ τὴν ἔρευναν, ἥτις ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἀρχῶν, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἐξακολουθοῦσιν αἱ Ὀθωμανικαὶ ἀρχαὶ νὰ κατακρατῶσι τὸ πλοῖον καὶ τὸ πλήρωμα αὐτοῦ. Καίτοι εὐελπιστῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ αἱ ἁρμόδιαι προξενικαὶ ἀρχαὶ προέβησαν εἰς τὰς δεούσας παραστάσεις, οὐχ ἧττον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐντείνῃ τὰς ἐνεργείας του καὶ νὰ συστήσῃ ἐκ νέου τὰ δέοντα, ὅπως ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς τὸν δυστυχῆ πλοίαρχον καὶ τὸ πλήρωμα αὐτοῦ.
§165ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ποῖος ὁ πλοίαρχος;
§166Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ὀνομάζεται Ὀκταπόδης.
§167ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Σήμερον ἔμαθον τὴν ὑπόθεσιν, καὶ προέβην εἰς τὰς δεούσας ἐνεργείας· ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν συνέβη πρὸ δύο μηνῶν. Τὴν Μεγάλην Παρασκευὴν ἐγένετο αὐτὴ ἡ σύλληψις. Σήμερον, μόλις ἔμαθον τὸ γεγονός, ἐτηλεγράφησα ἀμέσως εἰς Κωνσταντινούπολιν.
§168Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Εἰς ἐμὲ τοιαύτας πληροφορίας ἔδωκαν, κύριε Ὑπουργέ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, κύριε Πρόεδρε, ποιοῦμαι ἑτέραν σύστασιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Πρὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐγένετο δημοπρασία, δυνάμει τῆς ὁποίας κατεκυρώθη εἰς διαφόρους ἐργολάβους ἡ ἀνέγερσις σχολείων εἰς διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, καίτοι ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των, ἃς ἀνέλαβον πρὸ δύο ἐτῶν περίπου, ἀκόμη δὲν ἐπληρώθησαν. Διεμαρτυρήθησαν ἐπανειλημμένως, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἀναβάλλει τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν. Νομίζω ὅτι δίκαιον καὶ πρέπον εἶναι, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἀνελλιπῶς αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των, νὰ μὴ ἀδικῶνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν γνωρίζω ὅτι ἐδανείσθησαν χρήματα παρ’ ἄλλων, ἵνα φανῶσι συνεπεῖς πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ πληρώνουσι μέχρι σήμερον ὑπερόγκους τόκους. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐξ ἴσου ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φανῇ συνεπὲς εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δέον, ἵνα ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, ἀλλὰ συντόμως.
§169Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐὰν ὑπάρχῃ καθυστέρησις, τοῦτο προέρχεται διότι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη διετάχθη καὶ ἀπεφασίσθη ἡ κατασκευὴ σχολείων, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὰ ἔσοδα τοῦ ἰδιαιτέρου ταμείου τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Οἱ περατώσαντες τὰς ἐργασίας αὐτὰς ἀπετάθησαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ζητοῦντες τὴν πληρωμὴν αὐτῶν, τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως δὲν εἶχε διαθέσιμα χρήματα ἐκ τοῦ ταμείου τούτου. Ἕνεκα τούτου ὑπάρχουσιν αἱ καθυστερήσεις αὗται. Σήμερον πρόκειται νὰ κανονισθῇ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, καὶ νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ ἰδιαίτερον ταμεῖον, τὸ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ὑπάρχον. Ὅταν τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκκαθαρισθῇ καὶ κατατεθῇ, θὰ πληρωθῶσιν οἱ ἐργολάβοι, ἀναλόγως τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐξετέλεσαν. Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως οὐδὲ ἔλλειψις θελήσεως ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου, οὐδὲ δικαίωμα παραπόνου ἐκ μέρους τῶν ἐργολάβων.
§170Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νομίζετε ὅτι τὸ ποσὸν τὸ κατατεθησόμενον εἰς τὸ ἰδιαίτερον ταμεῖον θὰ ἐπαρκέσῃ ἵνα πληρωθῶσιν ὅλοι οἱ ἐργολάβοι;
§171Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω ἀκόμη τὴν ἐκκαθάρισιν, τὴν ὁποίαν ποιεῖται τὸ Γενικὸν Λογιστήριον.
§172ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§173Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἠξεύρω, ἄν τις τῶν προκατόχων μου Ὑπουργῶν διέθεσε μέρος τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ, ἀλλ’ ἐγὼ βεβαίως δὲν διέθεσα κανὲν ποσόν. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διατεθῇ, καὶ ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ προορισμὸς καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον πρέπει νὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος προερχόμενον. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς εἰσπράξεις ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσιν ἰδιαίτερον ταμεῖον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁρμόδιος, ὅστις δύναμαι νὰ εἴπω τί ποσὸν εἰσεπράχθη καὶ τί ποσὸν ὑπολείπεται νὰ κατατεθῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἴσως εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων. Δύναμαι ὅμως νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι δὲν ἠξεύρω, ἂν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς πληρωμὴν τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν ὀφειλομένων, διότι, ὡς εἶπον, ἐγένοντο συμβάσεις μετὰ ἐργολάβων πρὸς κατασκευὴν σχολείων δημοτικῶν ἀξίας πολὺ ἀνωτέρας τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προσεδοκᾶτο νὰ εἰσπραχθῇ ἐντὸς τοῦ 1904 ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν.
§174ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, κύριε Πρόεδρε, ἂν εἶναι ἁρμόδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διὰ τὴν κατάθεσιν τῶν χρημάτων, ἢ ἂν εἶναι ὁ ὑπεύθυνος διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας, πάντως ὅμως εἶναι ἁρμόδιος καὶ ὑπεύθυνος διὰ τὴν διαφύλαξιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει καὶ τὰ ὁποῖα δικαιώματα ἀπορρέουσιν ἀπὸ νόμους. Εἶναι ὁ ἀμέσως ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἐντὸς τῆς προθεσμίας κατάθεσιν τῶν 600,000 δραχμῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει.
§175Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς πληροφορίαν ζητεῖτε, ἂν κατετέθησαν, ἢ ὡς ἔλεγχον, διατὶ δὲν κατετέθησαν; Ἐὰν ζητῆτε ὡς πληροφορίαν, θὰ σᾶς φέρω αὐτὴν αὔριον· ἐὰν ζητῆτε ὅμως πρὸς ἔλεγχον καὶ διὰ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, δύναμαι νὰ σᾶς φέρω πολὺ περισσότερα, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν καὶ δὲν ἐπληρώσαμεν, διότι δὲν ἔχομεν, ἵνα πληρώσωμεν, οἱ δὲ νόμοι μίαν ἔχουσι προϋπόθεσιν, τὸ δυνατὸν γενέσθαι. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τοιαῦται πληροφορίαι, αἰτούμεναι ὑπὸ τὸν τύπον εὐθύνης καὶ ἐλέγχου, προκαλοῦσιν ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγορήθημεν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. τέως Πρωθυπουργὸν ὅτι εἴπομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Μὴ ζητεῖτε ἐπαναλήψεις τούτων.
§176ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμή, ἵνα συζητήσωμεν θέμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ῥίπτει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς εἰ ἦτο ἀντιπολιτευόμενος. Δὲν ἐζητήσαμεν εὐθύνας, ἀλλ’ ἐζητήσαμεν πληροφορίας, σὺν ταῖς πληροφορίαις ὅμως θὰ ζητηθῶσι καὶ εὐθῦναι. Ἐπιφυλάττομαι δὲ, εὐθὺς ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς δώσῃ τὰς πληροφορίας, νὰ ἐξετάσω καὶ τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν.
§177Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Πρὸ 29 ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἐζήτησα ἔγγραφά τινα, σχετικὰ πρὸς τὴν σύμβασιν περὶ ἀγόνων γραμμῶν. Κηδόμενος τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς, δὲν ἠθέλησα οὔτε ὑπόμνησιν νὰ κάμω περὶ προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων, καὶ ἀπετάθην εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὸ Γραφεῖον εὑρέθη ἀναρμόδιον πρὸς τοῦτο. Παρακαλῶ λοιπὸν δι’ ὑμῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως προσκομίσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ χρήσιμα εἰς ἐμέ.
§178Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Εἰς τὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 26 Μαρτίου εἶδον, κύριε Πρόεδρε, δημοσιευόμενον Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπελύετο τῆς ὑπηρεσίας ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος Βιτρινίτσης Ἰωάννης Κουτρούκης. Μετέβην ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐζήτησα πληροφορίαν, διατὶ ὁ διδάσκαλος ἐκεῖνος ἀπελύθη καὶ διατί δὲν ἀντικατεστάθη δι’ ἄλλου. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἔμαθον, ὅτι ὑπάρχει κατηγορία τις ἐναντίον τοῦ διδασκάλου αὐτοῦ. Ἐζήτησα τὴν κατηγορίαν ταύτην, καὶ μοὶ προσήχθη ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου μία ἀναφορὰ ὀκτὼ προσώπων, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναφέρεται μία γενικὴ καὶ ἀόριστος κατηγορία, ὅτι ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος οὗτος κατὰ τὰς ἐκλογὰς εἰς δημόσιον κατάστημα ἐφιλονίκει περὶ τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὅτι διὰ τῆς φιλονικείας αὐτῆς διῄρεσε τοὺς γονεῖς εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ εὐνοουμένους. Κάτωθι φέρονται αἱ ὑπογραφαὶ τῶν ὀκτὼ τούτων μὲ τὸν τίτλον τῶν γονέων καὶ κατοίκων Βιτρινίτσης. Ἡ Βιτρινίτσα εἶναι ἡ πρωτεύουσα τοῦ δήμου Τολοφῶνος, τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, δήμου, ὁ ὁποῖος σύγκειται ἐξ 6,000 ἢ 7,000 ψυχῶν καὶ ἔχει πλῆρες Ἑλληνικὸν σχολεῖον. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκείνῃ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναγράφεται ἡ ἰδιότης τοῦ γονέως, ἔχουσιν ὑπογραφῇ τρεῖς μόνον γονεῖς, ἀλλὰ καὶ οὗτοι δὲν ἔχουσι τὰ τέκνα των εἰς τὸ σχολεῖον· ἔχει κατόπιν ὑπογραφῇ εἷς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄκληρος, τρεῖς ἄγαμοι καὶ δύο ἄλλοι ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μωρὰ παιδιά. Ἠρώτησα τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναφορᾶς προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς νόμους τοὺς διέποντας τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως; Ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης μοὶ εἶπεν, ὅτι ὑπῆρχε διαβεβαίωσις ἐπισήμου τινὸς προσώπου, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς του, ὅτι τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκείνῃ ἀναγραφόμενα ἦσαν ἀληθῆ· ἀλλὰ μετὰ μακρὰν συζήτησιν διεβεβαίωσα τὸν κ. τμηματάρχην, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου, ὅτι τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκείνῃ εἶναι κακοήθη ψεύδη, — καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι τοιαῦτα, διότι ἐγεννήθην εἰς τὴν Βιτρινίτσαν, καὶ γνωρίζω πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα. — Ὑπῆρξαν λοιπὸν παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ δύο διαβεβαιώσεις· ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν δύο ἀντιθέτων διαβεβαιώσεων, ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης ἠθέλησε νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἑτέρου κυρίου, καὶ τέλος πάντων νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἤδη εὑρίσκομαι ἀπέναντι τετελεσμένου γεγονότος. Ἀπὸ τοῦ κ. τμηματάρχου μετέβην παρὰ τῷ κυρίῳ Ὑπουργῷ, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπανέλαβον τὰ αὐτὰ παράπονα. Ὑπέμνησα τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836 καὶ τοῦ νόμου ΥΗʹ τοῦ 1871, κατὰ τὰς ὁποίας διατάξεις, ὁ Ὑπουργὸς, ὅταν τῷ ἐγχειρίζηται κατηγορία κατὰ διδασκάλου, ὀφείλει προηγουμένως νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ κατηγορία αὕτη εἶναι βάσιμος, καὶ πρὸ παντὸς ὀφείλει νὰ καλέσῃ τὸν κατηγορούμενον εἰς ἀπολογίαν. Κατὰ τοὺς διέποντας τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν κανόνας, παρ’ ἑκάστῳ Ἑλληνικῷ σχολείῳ ὑπάρχει ἐφορευτικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία καθῆκον ἔχει νὰ ἐξετάζῃ πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἡσυχίαν, πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ σχολείου· ὑπάρχει προϊστάμενος ὁ σχολάρχης, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἔχει τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἀπόλυσις ἐγένετο χωρὶς οὔτε ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπή νὰ ἐρωτηθῇ, οὔτε μικρά τις ἀνάκρισις, ἡ ὁποία εἴθισται νὰ ἐνεργῆται περὶ τοιούτων ἀντικειμένων, νὰ ἐνεργηθῇ. Οὐδὲ ὁ σχολάρχης ἁπλῶς ἠρωτήθη, οὐδὲ ἐκλήθη εἰς ἀπολογίαν ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι προσεγένετο μεγάλη ἀδικία εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν τοῦ τόπου ἐκείνου, καὶ ἐγένετο συνεπείᾳ ψευδῶν παραστάσεων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐκ καταγωγῆς διατελοῦσιν εἰς ἀδιάλλακτον ἔχθραν πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ ὄχι μόνον πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἠθικὴν τοῦ ἀνθρώπου διάπλασιν, ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο μέλημα ἔχουσιν ἢ τίνι τρόπῳ νὰ κορεννύωσι διὰ τοιούτων μέσων τὸ ἀγενὲς καὶ ποταπὸν πάθος τῆς ἐκδικήσεως τῶν ὑπ’ αὐτοὺς κατ’ ἀνθρώπων, κατὰ τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀφορμὰς, καταχρώμενοι τῆς ἐξουσίας τῆς Πολιτείας, τὴν ὁποίαν διαχειρίζονται.
§179Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
§180Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Δωρίδος Ἀριστοτέλης Ἀναγνωστόπουλος.
§181Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν διαχειρίζεται ἐξουσίαν.
§182Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Διαχειρίζεται τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν.
§183Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχει ἐξουσίαν.
§184Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Λοιπὸν συνεπεία παραστάσεων τούτου τοῦ κυρίου, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ κορέσῃ τὸ κατὰ τῆς οἰκογενείας Κουτρούκη πάθος τῶν φίλων του, ἐγένετο ἡ ἀπόλυσις. Δὲν πιστεύω ποτὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἐτήρησε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου διὰ νὰ παύσῃ τὸν ἑλληνοδιδάσκαλον Βιτρινίτσης. Δὲν εἶδον δὲ, καίτοι ἔκτοτε παρῆλθον δύο σχεδὸν μῆνες, ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἀπολυθέντα ἑλληνοδιδάακαλον δι’ ἄλλου, καὶ οὕτως ἔκλεισε τὴν τάξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδίδασκεν ὁ ἀπολυθεὶς, καὶ οὕτως οἱ μαθηταὶ ἀδικοῦνται, ἀφοῦ ἔκλεισεν ἡ θύρα τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἐκπαιδεύσωσι τὰ τέκνα των. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ προέβη εἰς τοιαύτην ἀπόλυσιν, χωρὶς νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τὸν ἑλληνοδιδάσκαλον, καὶ διατὶ, προβὰς εἰς τὴν τοιαύτην ἀπόλυσιν, δὲν ἀντικατέστησε τὸν ἀπολυθέντα, ἀλλ’ ἀδικεῖ τοὺς μαθητὰς τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος Βιτρινίτσης.
§185Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ νὰ ἀναμιγνύηται εἷς ἑλληνοδιδάσκαλος εἰς τὴν πολιτικὴν κατὰ τρόπον διαιροῦντα τοὺς γονεῖς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, νομίζω ὅτι εἶναι λόγος ἀρκετὸς πρὸς παῦσιν.
§186Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Δὲν ἐβεβαιώθη.
§187Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ πληροφορίαι, ἃς ἠρύσθην, μὲ ἔπεισαν, ὅτι ἡ γενομένη καταγγελία εἶναι βάσιμος· ἐν τῷ καθήκοντι δὲ καὶ τῷ δικαιώματί μου ἔπαυσα τὸν περὶ οὗ πρόκειται ἑλληνοδιδάσκαλον· ἐὰν δὲ δὲν διώρισα ἄλλον, τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πρόχειροι διδάσκαλοι, προσφερόμενοι νὰ μεταβῶσιν εἰς Βιτρινίτσαν. Οὐδεὶς ἄλλος λόγος ὑπάρχει, οὐδὲ παράβασίς τις νόμου.
§188Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν δὲν ἔχετε αἴτησιν 30 ἐντίμων κατοίκων Βιτρινίτσης, διὰ τῆς ὁποίας σᾶς λέγουσιν, ὅτι τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῇ ἀναφορᾷ τῶν ὀκτὼ μὴ γονέων εἶναι μαύρη συκοφαντία.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετὰ, κύριε Χλωρέ.
§190Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Ὑπάρχει ὁ νόμος ΥΗʹ τοῦ 1871, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι οὐδεὶς διδάσκαλος παύεται πρὶν ἢ ἀπολογηθῇ.
§191Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ μεταθέσεως λέγει ὁ νόμος.
§192Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Πολὺ περισσότερον, ὅταν πρόκηται περὶ παύσεως. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἔχω καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν ἀφίνετε δι’ αὔριον, κύριε Βουλευτά;
§194Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Εἰς τὰς 25 Μαρτίου ἔλαβε χώραν ἀπόπειρα φόνου τοῦ αἰσχίστου εἴδους ἐν Ἀμπελοκήποις κατὰ τοῦ Παναγιώτου Καρανίκα, ἐντίμου καὶ φιλησύχου πολίτου καὶ καταστηματάρχου, ἀνθρώπου τῆς προόδου. Ἔχουσι παρέλθει ἔκτοτε 55 ἡμέραι μέχρι σήμερον, καὶ οἱ καπεταναῖοι, οἱ ὁποῖοι ἐπετέθησαν ἀγρίως κατὰ τοῦ εἰρημένου πολίτου, ὑπερακοντίσαντες τοὺς Κούρδους καὶ τοὺς νιζάμιδες, μένουσιν ἀκόμη ἔξω!
§195Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ποῖοι εἶναι οἱ καπεταναῖοι;
§196Δ. ΧΛΩΡΟΣ. Ὁ ὑπολοχαγὸς Ἰωάννης Οἰκονομόπουλος καὶ ὁ ἐπιλοχίας Κοντός.
§197Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀφορᾷ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§198ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, κύριε Πρόεδρε.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 μ. μ.)