Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΖ · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 18

1905.05.07

2.651 στίχοι · 20.094 λέξεις · 2 πίνακες · 186 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1905.05.07
Προεδρεία
ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑ
Περίοδος
ΙΖ
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1909)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18

τῆς 7 Μαΐου 1905.

(Σάββατον).

(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας ἀναφοράς. Τηλεγράφημα τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου Πύργου καὶ πάντων τῶν κτηματιῶν, παρακαλούντων νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ εἰς εἶδος φόρου τῆς σταφίδος, καὶ νὰ ληφθῇ ἕτερον μέτρον, σωστικὸν ὑπὲρ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Τηλεγράφημα τοῦ Συλλόγου τῶν καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου Μεσολογγίου, ἐκδηλοῦντος τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτοῦ τῇ Κυβερνήσει διὰ τὴν πατρικὴν μέριμνάν της ὑπὲρ τῆς ἐπὶ τὰ βελτίω διαρρυθμίσεως τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς μονιμότητος τῶν λειτουργῶν αὐτῆς, καὶ εὐχομένου ὑπὲρ τῆς κυρώσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Ἀναφορὰν τοῦ καλλιτέχνου Λαζάρου Σώχου, τοῦ προσενεγκόντος τὸ πρόπλασμα τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Κολοκοτρώνη τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν, παραπονουμένου ὅτι μέχρι σήμερον δὲν ἀπεζημιώθη διὰ τὰ περικοσμοῦντα τὴν βάσιν τοῦ ἀνδριάντος ἀνάγλυφα. Τηλεγράφημα τῆς κοινοτικῆς ἐπιτροπῆς Κορωπίου, παρακαλούσης νὰ τῇ ἀποσταλῶσι χρήματα, φάρμακα καὶ νοσοκόμοι πρὸς περίθαλψιν τῶν πασχόντων, ἅτε ἐξαντληθέντων τῶν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς τοῦτο διατεθέντων. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας, συνελθόντος ἐν συλλαλητηρίῳ καὶ διαμαρτυρομένου διὰ ψηφίσματός του διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας, καὶ παρακαλοῦντος τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Ἀναφορὰν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἀκροναυπλίας στρατιωτικῶν καταδίκων, παραπονουμένων κατὰ τοῦ δεσμοφύλακος καὶ τῆς φρουρᾶς τῶν φυλακῶν. Τηλεγράφημα διαφόρων πολιτῶν Καρπενησίου, παραπονουμένων διὰ τὴν ζητουμένην κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῆς Νομαρχίας Εὐρυτανίας. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Α. Καρτάλης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν: 1) Ποῖον τὸ ἐτησίως παραχθὲν ἐν τῷ Κράτει ποσὸν καπνοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν. 2) Ποία ἡ ἀναλογία παραγωγῆς κατ’ ἐπαρχίαν. 3) Ποῖον τὸ ποσὸν καπνοῦ, τὸ ἐτησίως ἐξ Ἑλλάδος ἐξαχθὲν κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν, καὶ ἰδίως εἰς Αἴγυπτον.» Ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Φούφας.

§2ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, τίς ὁ λόγος τῆς σπουδῆς τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῆς εἰς εἶδος φορολογίας τῆς σταφίδος. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαρρυθμίσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ ἐπὶ τούτου οὐδεμίαν ἔχομεν ἀντίρρησιν, ἢ μᾶλλον πάντες ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίσωμεν, πῶς σκοπιμώτερον νὰ διαρρυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· ἐν τούτοις ὅμως, προκειμένου νὰ μὴ γεννηθῇ εἰσέτι τὸ ζήτημα τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, καλὸν ἤθελεν εἶσθαι ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, μέχρις ὅτου ἴδωμεν, ἂν πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ πρότασίς τις ὑπὲρ τῆς σταφίδος. Σήμερον βεβαίως ὡς ἐκ τῆς ἐποχῆς δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ ἐξαγωγὴ τῆς σταφίδος, ὥστε νὰ εἰσπραχθῶσιν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου χρήματα ἐκ τοῦ φόρου αὐτῆς, καταργουμένης τῆς εἰς εἶδος φορολογίας. Ἡ ἐξαγωγὴ πρόκειται νὰ γείνῃ πολὺ ἀργὰ, ἔχομεν δὲ καιρὸν, ἵνα σκεφθῶμεν περὶ τούτου· οὔτε εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουσι νὰ μὴ καταργηθῇ ἡ εἰς εἶδος φορολογία τῆς σταφίδος, ἔχομεν δὲ καὶ ἀρκετὸν ἀκόμη χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζομένη ἡ Βουλή, ὥστε νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἀποφασίσωμεν, ἂν πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὸν φόρον τοῦτον.

§3Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνεγράφη εἰσέτι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον.

§4ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Δὲν ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κτηματιῶν Πύργου, καὶ ἐκφράζω καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν εὐχὴν, χωρὶς νὰ ἐπιμένω, εἶπον, νὰ μὴ καταργηθῇ ὁ φόρος αὐτός. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι σχετικὸν τὸ ζήτημα, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἔχει πράγματι προτάσεις τινὰς περὶ σταφίδος ὑπ’ ὄψει του, προσέτι δὲ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, πόσον ποσὸν μέχρι τοῦδε παρέλαβεν ἡ Ἑταιρεία, ἡ ἀγοράσασα τὸ παρακράτημα, καὶ πόσον ὑπολείπεται ἀκόμη εἰς λογαριασμὸν τῆς Ἑταιρείας ταύτης μέχρι τέλους τῆς συμφωνίας.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλιφρονᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§6Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς τὸ χωρίον Κορωπὶ τοῦ δήμου Κρωπίας ἐνέσκηψε νόσος ἐξανθηματικοῦ τύφου πρὸ πολλῶν ἡμερῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐλήφθησαν τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς περιστολὴν τῆς νόσου, διότι οἱ κάτοικοι παραπονοῦνται, ὅτι στεροῦνται τῶν πρὸς καταπολέμησιν τῆς νόσου μέσων.

§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἀνηγγέλθη τὸ γεγονός, ὅτι ἐπέσκηψε νόσος εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας, ἔσπευσα δὲ νὰ δώσω ἐντολὴν εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, τὸ ὑγειονομικόν, ἵνα μελετηθῇ ἡ ὑπόθεσις, καὶ μοὶ ὑποβάλῃ τὰς προτάσεις του, ὅπως ληφθῶσι τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς περιστολὴν τῆς νόσου.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.

§9Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἄλλο τί δὲν ἔχω ἢ νὰ εὐχηθῶ, ὅπως τὸ ταχύτερον ληφθῶσιν ἀποφάσεις.

§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὔριον.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαβασιλείου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.

§12Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Μετὰ τὰ λεχθέντα παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.

§14Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§15ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀνακοινωθείσης ἀναφορᾶς τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου Πύργου νὰ συστήσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, συντασσόμενος πρὸς τὴν γνώμην τὴν ἐκφραζομένην ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ, νὰ μὴ ἐπιζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ εἰς εἶδος φόρου τῆς σταφίδος. Καὶ μόνη ἡ διάδοσις, ὅτι πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἤσκησεν ὀλεθρίαν ἐπιρροὴν εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος, καὶ τὴν εὐτελῆ αὐτῆς τιμὴν ἐξηυτέλισεν ἀκόμη περισσότερον. Φρονῶ δὲ, ὅτι, ἀπομένοντος ἀκόμη πολλοῦ χρόνου μέχρι τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ νέου σταφιδοκάρπου, ὑπάρχει καιρὸς νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀφοῦ προηγουμένως, ὡς ἐλπίζω καὶ προσδοκῶ, ληφθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρον τι ὑπὲρ τῆς σταφίδος. Διὰ τοῦτο συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἐπιζητήσῃ τὴν ταχεῖαν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, διότι φρονῶ, ὅτι τοῦτο δὲν θ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ 1904, ἀλλὰ εἰς τὴν τοῦ 1905, ἧς ὁ σταφιδόκαρπος δὲν θὰ ἐξαχθῇ πρὸ τῆς 15 Αὐγούστου.

§16Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐλάβομεν σήμερον τηλεγράφημα ἐκ Γυθείου ἐπιτροπῆς ἐκλεχθείσης πανδήμως ὑπὸ τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας Γυθείου· παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Θ. Τζωρτζάκην, Δ. Πετροπουλάκην, βουλευτὰς Ἀθήνας. Μετὰ τηλεγράφημά μας πρὸς ὅλους τοὺς Βουλευτὰς τοῦ νομοῦ Λακωνικῆς ἐντολῇ τοῦ λαοῦ ἀπευθυνόμεθα ἰδιαιτέρως πρὸς ὑμᾶς καὶ ἀξιοῦμεν παρ’ ὑμῶν, ὅπως ἐπιμείνητε μέχρι παραιτήσεως πρὸς παρακώλυσιν ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως Πρωτοδικείου καὶ Νομαρχίας.» (Ἔπονται αἱ ὑπογραφαί). Κατόπιν τῆς λήψεως τοῦ τηλεγραφήματος τούτου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὀλιγοημέρου ἐν Ἀθήναις διαμονῆς μου ἐσχάτως ἔλαβον σωρείαν ἐπιστολῶν ἐγκρίτων συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι καθιστῶσί μοι δῆλον, ὅτι, ἐὰν τὸ ὑπὸ μελέτην νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως Πρωτοδικείων, ἐν οἷς καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου, ὑποβληθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἅπαντες οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Γυθείου σκέπτονται νὰ τεθῶσιν ἐκτὸς τῶν νόμων (ἀποδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος), νὰ ἄρωσιν ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ τὴν ἐντολὴν αὐτῶν.

§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι ἀντισυνταγματικόν.

§18Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. .. νὰ καταλύσωσι τὰς Ἀρχὰς, καὶ νὰ διακόψωσι πᾶσαν ἑαυτῶν σχέσιν μετὰ τοῦ Κράτους (ἀποδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§19ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν λέγονται αὐτά.

§20Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐὰν ἡ σκέψις αὕτη τῶν συμπολιτῶν μου γείνῃ ἀπόφασις, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ σκέπτηται οὐχὶ πλέον περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Κρήτης, ἐὰν καὶ περὶ τούτων ἐσκέφθη, καὶ περὶ προσαρτήσεως τῆς Κρήτης, ἀλλὰ περὶ ἀνακτήσεως ἀποσπασθέντος μέλους ἐκ τοῦ σώματος τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου, κύριε Πρόεδρε, νὰ καταστήσω ταῦτα γνωστὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἐν καιρῷ, ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἤδη ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καὶ εἰς αὐτὴν ἐναπόκειται νὰ ἀποτρέψῃ τὸ ἐπαπειλούμενον κακόν.

§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἐνδεχόμενον, οὐδ’ ἀμφισβητῶ τοῦτο, νὰ ἀνεκοινώθησαν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Γυθείου ὅσα πρὸ μικροῦ εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ μὲ ἐξέπληξε τὸ θάρρος αὐτοῦ, ἐμφανισθέντος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων καὶ ἀναγγείλαντος εἰς αὐτὴν ἀπειλὰς κατὰ τῶν νόμων καὶ τῆς δημοσίας τάξεως, ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ νὰ ἐπαναγάγῃ, κατὰ τὴν συνείδησιν τῶν κυβερνώντων, οὕτω τὰ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς εἶχον πρότερον, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πτοηθῇ ἀπὸ τὰς ἀπειλὰς τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γυθείου, οὐδὲ ἀπὸ τὰς ἀπειλὰς τῶν ἐντολέων αὐτοῦ (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Οὐδόλως ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ φιλόνομοι λαοὶ τῆς ἐπαρχίας Γυθείου καὶ τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου οὐδέποτε θέλουσιν ἀποφασίσει νὰ πράξωσιν ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνήγγειλε. Νὰ πράξωσι τί; Νὰ ἀντιταχθῶσι κατὰ τῶν νόμων τῆς πατρίδος των! Καὶ τὸ Γύθειον καὶ τὸ Οἴτυλον κατοικοῦνται ὑπὸ Ἑλλήνων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι σέβονται τὴν ἔννομον τάξιν, καὶ οἱ ὁποῖοι συνεισήνεγκον ὑπὲρ αὐτῆς, δὲν θέλουσι δὲ διανοηθῆ, ὅτι δύνανται ν’ ἀνατρέψουν αὐτήν, διότι ὑπολαμβάνουσιν, ὅτι τὰ ἐπαρχιακὰ αὐτῶν συμφέροντα ζημιοῦνται διὰ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐπροτάθησαν. (Χειροκροτήματα).

§22ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, κύριε Πρόεδρε. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τὸ αὐτὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Γυθείου. Ἀναμφιβόλως ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἀναφέρονται αἱ ἀπειλαὶ, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς Γυθείου, εἶχε δὲ ὑποχρέωσιν ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἀναφέρῃ ὅσα ἀνεκοίνωσαν εἰς αὐτὸν, ἀνακοινῶν ξένας γνώμας καὶ βεβαίως οὐχὶ ἰδικάς του. Δὲν ἠπείλησε δὲ τὸ παράπαν τὴν Βουλὴν, οὐδ’ ὑπεστήριξεν, οὔτε ἐβεβαίωσεν, ὅτι θ’ ἀκολουθήσῃ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας τὰ τηλεγραφήματα, τὰ διαβιβασθέντα πρὸς ἡμᾶς, περιέχουσι. Δὲν εὑρίσκω ἑπομένως ὀρθὴν τὴν ἐπίκρισιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἀπευθυνθεῖσαν κατὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἐκ Γυθείου. Βεβαίως δικαίως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πάντες ἡμεῖς ἀγανακτοῦμεν, ἀκούοντες τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγωνται· ἀλλ’ ἐν τῇ ἀγανακτήσει ταύτῃ βεβαίως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ψέγωσιν ἡμᾶς, καὶ μάλιστα τοὺς τὸ πρῶτον εἰσελθόντας εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκτελοῦντας ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραλείψωμεν.

§23Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εὐτυχῶς τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνουσιν οἱ συμπολῖταί μου πρὸς τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι συντεταγμένον κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι συντεταγμένον τὸ ἐκ Γυθείου προερχόμενον τηλεγράφημα· ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ὀλιγώτερον ἔντονον καὶ ὅτι περιέχει ὀλιγώτερον δίκαια παράπονα. Ὅταν ἔλθῃ ὁ χρόνος τῆς συζητήσεως, θέλει τότε καταδειχθῆ ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖται ἡ κατάργησις τῶν ὀκτὼ Πρωτοδικείων καὶ ὃν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Εὐρυτανίας, ἀναγινώσκων τὴν ἔκθεσιν τὴν αἰτιολογικὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνακαλύψῃ.

§24Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν τὴν ἀνέγνωσα.

§25Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν τὴν ἀνεγνώσατε; Ἐγὼ τὴν ἀνέγνωσα, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸν ἀνακαλύψω.

§26Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν διενεμήθη ἀκόμη.

§27Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διενεμήθη. Ἴσως κατὰ προτίμησιν, πρὸς ἐμέ, καὶ ἐγὼ τὴν ἀνέγνωσα, ἀναγνοὺς δὲ ταύτην δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀνακαλύψω τὸν πραγματικὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖται ἡ κατάργησις τῶν Πρωτοδικείων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ λόγοι οἱ φαινόμενοι ἐν τῇ ἐκθέσει εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξερευνηθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ πιστοποιηθῶσι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔφερεν, ἔχομεν ἀνάγκην πολλῶν πληροφοριῶν, καὶ τὰς πληροφορίας ταύτας θὰ σπεύσω νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ καταθέσῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν εὐρέως τὸ ζήτημα καὶ εὕρωμεν τότε ἐν τῇ συζητήσει τὸν ἀληθῆ λόγον, ὁ ὁποῖος παρεκίνησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται Πρωτοδικείων. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρῶτον τὰς ἑξῆς πληροφορίας (ἀναγινώσκει): «1) Πόσοι μάρτυρες ἐκλήθησαν ὑπὸ τῆς Εἰσαγγελίας καὶ τῶν ἀνακριτῶν τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας κατὰ τὰ ἔτη 1902, 1903 καὶ 1904, καὶ πόσον χρηματικὸν ποσὸν ἐπληρώθη πρὸς αὐτούς.» «2) Πόσον ποσὸν εἰσεπράχθη ἐκ τελῶν ἐπισημάνσεως καὶ ἐν γένει ἐκ καταναλώσεως χαρτοσήμου κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας.» Ἀντέγραψα, Κύριοι, τὴν πρότασιν ταύτην ἐξ ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ Βουλευτὴς Ἄρτης εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε προὐτάθη καὶ ἐβεβαιώθη ὅτι θὰ ἐζητεῖτο ἡ κατάργησις τοῦ Πρωτοδικείου Ἄρτης, καὶ ἔχω τὰ ἐπιχειρήματα ὅλα, ὅσα εἶχεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν διατήρησιν τοῦ Πρωτοδικείου Ἄρτης, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι σήμερον μετέβαλεν ἐπιχειρήματα καὶ ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι τοῦτο γίνεται ἁπλῶς πρὸς περιποίησιν τῆς πόλεως Ἄρτης.

§28Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.

§29Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ σημείωμα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν γενομένων μετακινήσεων τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ γραμματέων Εἰρηνοδικείων ἀπὸ τῆς 15 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους μέχρι σήμερον. Ἤτοι πόσοι εἰρηνοδίκαι καὶ γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον μετετέθησαν, πόσα Διατάγματα ἀφορῶντα εἰς τοιαύτας μεταθέσεις ἀνεκλήθησαν, μὴ ἐκτελεσθέντα, ἢ καὶ ἐκτελεσθέντα, καὶ εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχεται ἡ καταβληθεῖσα ἢ καταβληθησομένη δαπάνη εἰς ὁδοιπορικά;» Τὴν πληροφορίαν ταύτην ζητῶ, ἵνα σχετίσω αὐτὴν πρὸς τὴν πρόθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει καὶ καταλήγουσαν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι καὶ λόγοι οἰκονομίας ἐπιβάλλουσι τὴν κατάργησιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται Δικαστηρίων καὶ τὴν ἀποστέρησιν τόσων πληθυσμῶν τῆς σπουδαιοτέρας ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παράσχῃ τὸ Κράτος εἰς τοὺς πολίτας, τὴν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. «Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν ἐμφαίνουσαν πόση εἶναι ἡ ἐτησία δαπάνη, ἐκτὸς τῶν μισθῶν τῶν ἰσοβίων δικαστῶν, ἡ καταβαλλομένη ὑπὸ τοῦ Κράτους πρὸς λειτουργίαν ἑνὸς ἑκάστου τῶν Πρωτοδικείων, ὧν ζητεῖται ἡ κατάργησις, λεπτομερῶς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον.» Ἡ πληροφορία αὕτη, εὐχερῶς κατανοεῖτε, ὅτι θὰ ἦτο περιττὴ εἰς τὸν θέλοντα νὰ ἀναδιφήσῃ τὸν Προϋπολογισμόν, ἑπομένως δὲν θὰ μὲ ἀδικήσητε, νομίζοντες ὅτι δὲν γνωρίζω, πόθεν ἔπρεπε νὰ ζητήσω τὰς πληροφορίας. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ, ἐπειδὴ τόσα ἐλέχθησαν, καὶ ἐπειδὴ κατωρθώθη νὰ δημιουργηθῇ ἴσως ἀτμόσφαιρα τοιαύτη εἰς ὡρισμένα μέρη τῆς Ἐπικρατείας, ὅτι ἐκ τῆς συστάσεως αὐτῶν τῶν Δικαστηρίων μυρία δεινὰ ἐπῆλθον, καὶ λόγῳ τῶν δαπανῶν, εἰς ἃς ὑπεβλήθημεν διὰ τὴν σύστασιν αὐτῶν, κινδυνεύομεν ν’ ἀπολέσωμεν ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἔχει ἐπὶ τῶν ὁμόρων χωρῶν, μὴ δυνάμενοι νὰ συγκροτήσωμεν δύναμιν ἀξιόμαχον καὶ διεκδικήσωμεν τὰ δικαιώματά μας, πρέπει νὰ πιστοποιηθῇ διὰ τῆς ἐπισήμου ὁμολογίας καὶ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πόσα εἶναι τὰ ποσὰ τὰ δαπανηθέντα κατ’ ἔτος διὰ τὴν λειτουργίαν ἑνὸς ἑκάστου τῶν Πρωτοδικείων, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ἡ καταβαλλομένη δαπάνη δι’ αὐτὰ ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ περὶ καταργήσεως αὐτῶν.

§30ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν ἦτο πρόγραμμα τοῦ κόμματός σας ἡ κατάργησις τῶν Πρωτοδικείων;

§31Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό, ἐπειδὴ τὸ ἀνεφέρατε.

§32Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὅταν θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, τότε τὰ λέγομεν.

§33Π. ΚΗΡΥΚΟΣ. Ἂν θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις τώρα, θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγώ.

§34Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχω καὶ ἕνα ἰδιαίτερον λογαριασμὸν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον ἐξοφλῶ διὰ τῆς ὑποβαλλομένης νῦν ἐπερωτήσεως. Διότι ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει παρετήρησα ὅτι δὲν ἀρκεῖται εἰς τὸ κακόν, ὅπερ διὰ τῆς καταργήσεως τῶν Δικαστηρίων

§35ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. «Εἰς τὸ εὐεργέτημα» νὰ λέγητε;

§36Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν κερδίζετε τίποτε μὲ τὰς διακοπάς. Δὲν ἀρκεῖται, λέγω, εἰς τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον εἰς ὡρισμένας πόλεις τῆς Ἑλλάδος κάμνει, ὑποστηρίζων ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἐξευτελίζεται εἰς τὰ μικρὰ κέντρα. Πρέπει αὐτὸς ὁ λογαριασμὸς νὰ λυθῇ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα, πόσα ποσὰ εἰσεπράχθησαν ἐκ φόρων ἐπιτηδευμάτων, ἐκ καταναλώσεως χαρτοσήμου καὶ ἐκ τηλεγραφικῶν τελῶν ἐξ ἑκάστου τῶν νομῶν Βοιωτίας καὶ Ἄρτης, εἰδικῶς δὲ ἐκ τῶν πόλεων Λεβαδείας καὶ Ἄρτης. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. ἐξ Ἄργους συνάδελφος ἐμνήσθη τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ κατέθεσεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ ἰσχυρίσθη ὅτι δι’ ἐκείνου ἐπρόκειτο νὰ καταργηθῶσι τὰ Δικαστήρια ταῦτα, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἀντίτυπα τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, ἅτινα κρατεῖ κλειδωμένα εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου, ὡς καὶ τὰς αἰτιολογικὰς ἐκθέσεις, τὰς συνοδευούσας αὐτὰ, καὶ τοὺς πίνακας τοὺς ὑποβληθέντας ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ τὴν διανομὴν πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ὅλων τούτων τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἓν ὅλον σῶμα. Διότι δὲν ἐπετράπη εἰς τοὺς διευθύνοντας τὰ τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν διάλυσιν αὐτῆς, καίτοι πλεῖστοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τῶν πρὶν καὶ τῶν σήμερον, καὶ πλεῖστοι τῶν δικαστικῶν ἐζήτησαν νὰ λάβωσιν ἀντίτυπα τῶν νομοσχεδίων, δὲν ἐπετράπη, λέγω, εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ν’ ἀποστείλῃ τὰ ἀντίτυπα ταῦτα, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠρνήθη ῥητῶς νὰ παραδώσῃ ταῦτα εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Ἐζήτησεν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δι’ ἐγγράφου του παρὰ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ταῦτα, διότι εἰς αὐτὴν ἀνήκουσι, διότι δαπάναις αὐτῆς ἐκτυποῦνται, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπηγόρευσε τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν. Τότε μετέβην προσωπικῶς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ διατάξῃ τὴν ἀποστολὴν ὑπὸ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιτύπων ἐκείνων. Ὁμολογῶ ὅτι ἐξεπλάγη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τοῦ ἀγγέλματος, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι θὰ δώσῃ διαταγὴν νὰ σταλῶσι τὰ ἀντίτυπα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τούτοις, μὴ δυνηθεὶς καὶ αὐτὸς νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὸ πεῖσμα τοῦ κ. συναδέλφου του, δὲν κατώρθωσε ν’ ἀποσταλῶσι τὰ ἀντίτυπα εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀποσταλῶσι τώρα ταῦτα, καὶ τὸ Προεδρεῖον νὰ διατάξῃ τὴν διανομὴν αὐτῶν εἰς τοὺς Βουλευτάς, ἵνα ἴδωμεν ἐν συγκρίσει, ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ ὁποῖον τὸ σήμερον ὑποβληθὲν, δι’ οὗ ζητεῖται ἡ κατάργησις τῶν Πρωτοδικείων. Τότε θέλομεν συζητήσει μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, καὶ τότε θέλει ἴδει ὁ κ. ἐξ Ἄργους Βουλευτής, ὅτι ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δι’ ἄλλους λόγους εἶχον ἀντίρρησιν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, διὰ λόγους οἰκονομικοὺς καὶ ἐπιστημονικούς, προτιμῶ μυριάκις τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τοῦ σήμερον ὑποβαλλομένου. Διότι βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σύγκρισις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐκείνου, διότι ἐκεῖνο, ἀντὶ νὰ καταργῇ, ἐδημιούργει περισσότερα Δικαστήρια, καὶ παρεῖχε μείζονας εὐκολίας εἰς τοὺς πολίτας, καὶ εὐκολιῶν ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ πολῖται, ἵνα προσέρχωνται εἰς τὰ Δικαστήρια.

§37Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῇ ἐκ τῶν ζητηθέντων διὰ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ θὰ κατατεθῇ.

§38Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅλα εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῶσι.

§39Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ὅμως ὅλως ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐζήτησε τὰ ἀντίτυπα τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶναι διῃρημένον, καὶ τὸ μὲν νομοσχέδιον ἐξετυπώθη ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ, ἡ δὲ ἔκθεσις αὐτοῦ, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ μακροτέρα αὐτοῦ, ἐξετυπώθη εἰς ἰδιωτικὸν τυπογραφεῖον δαπάναις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ὅτε ἐπληροφορήθην ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι οὕτω διεσκορπισμένον, ἐζήτησα νὰ περισυλλεχθῇ καὶ κατατεθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Οὐδέποτε δὲ ἠρνήθην εἴς τινα δικαιούμενον νὰ δώσω ἀντίτυπον. Ὁ εἰσηγητὴς καὶ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ κ. Βασιλείου μοὶ ἐζήτησεν ἀριθμὸν ἀντιτύπων, καὶ ἔδωκα εἰς αὐτόν· ἐπίσης καὶ εἰς Βουλευτάς τινας ζητήσαντας· ἤδη δὲ προετιθέμην ν’ ἀποστείλω τὰ ὑπόλοιπα εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπως ποιήσηται τοῦτο οἱανδήποτε νομίζει χρῆσιν ἀναγκαίαν. Ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ διορθώσω τὰς ἀνακριβείας ταύτας τοῦ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ, διότι οὐδεὶς εἴτε ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐκ μέρους ἄλλου σωματείου, μὴ ἐπισήμου, μοὶ ἐζήτησε τὸ νομοσχέδιον.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.

§41Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ζητήματα, νομίζω ὅτι ταῦτα δέον νὰ λυθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σχετικοῦ.

§42Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς ὑπάρχει ἔγγραφον τοῦ τότε Προέδρου τῆς Βουλῆς, δι’ οὗ ἐζητοῦντο παρὰ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου τὰ ἀντίτυπα τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου καὶ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ἀλλὰ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, οὐχὶ ἐγγράφως, ἀλλὰ προφορικῶς, ἀπήντησεν εἰς τὸν ὑπάλληλον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἔχει διαταγὴν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἀποστείλῃ ταῦτα, συγχρόνως δὲ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἠπειλήθη καὶ ἡ τιμωρία τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου.

§43Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπατᾶσθε.

§44Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τότε μετέβην προσωπικῶς παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν, οὗ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν, καὶ ὑπέδειξα αὐτῷ τὸ ἄτοπον τοῦ πράγματος, καὶ, ἵνα μὴ γεννηθῇ σκάνδαλον καὶ ἐξακολουθήσῃ ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ διατάξῃ τὴν ἀποστολὴν τῶν ἀντιτύπων αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, δεχθεὶς μὲ εὐγενέστατα, ἀνεγνώρισε τὸ ὀρθὸν τῆς παρατηρήσεώς μου, καὶ ὑπεσχέθη ὅτι θέλει φροντίσει διὰ τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ, μεθ’ ὅλην τὴν καλήν του διάθεσιν, βεβαίως δὲν ἠδύνατο πρὸς χάριν μου νὰ ἔλθῃ εἰς ῥῆξιν πρὸς συνάδελφόν του ἐπιμένοντα νὰ κρατῇ τὰ ἀντίτυπα ταῦτα κλειδωμένα, ἵνα μὴ λάβῃ τις γνῶσιν αὐτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, δὲν ἔπρεπε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀρνηθῇ γεγονὸς πιστοποιούμενον ἐγγράφως. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἤθελε τότε ν’ ἀποστείλῃ ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, σήμερον, ὅτε ἔχει πλήρη ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτὴν, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ τὰ ἀποστείλῃ.

§45Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πολλὰ πράγματα ἐννοεῖ ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, ἀλλὰ τὸν βεβαιῶ, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν κακῶς ἐνόησε ταῦτα. Ἡ ἀφορμὴ, ἥτις μὲ ἔκαμε νὰ περισυλλέξω τὰ φυλλάδια ταῦτα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἦτο ὁ φόβος μήπως ἀπολεσθῶσιν. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἑρμηνεύῃ ἐννοίας ἄλλων, θὰ κάμῃ καλὰ νὰ ἀποδίδῃ εἰς αὐτὰς τὸ ἀληθὲς νόημα αὐτῶν, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ ἀποδώσῃ τόσον δικηγορικῶς.

§46ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς ἡ αὐτὴ ἀπορία ἐγεννήθη καὶ εἰς ἐμὲ, ὅτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἐπληροφορήθην ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ οὐχὶ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Μετὰ δὲ τὴν νέαν ἐκλογήν μου ὡς Βουλευτοῦ, ἐπειδὴ πολλοὶ δικαστικοὶ καὶ ἄλλοι μοῦ ἐζήτησαν τὸ νομοσχέδιον, ἵνα μελετήσωσιν αὐτὸ, ἐνῷ ἐδικαιούμην, καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος ἄλλως τῆς Περιόδου ταύτης, νὰ λάβω ἀντίτυπα αὐτοῦ, ἔλαβον ἀπάντησιν, ὅτι, ἐπειδὴ πολλοὶ ζητοῦσιν αὐτὸ, δὲν δύναται νὰ δοθῇ!

§47Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρ’ ἐμοῦ;

§48ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§49Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λησμονεῖτε.

§50ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ εἶπον ὅμως, ὅτι θὰ ληφθῇ μέτρον ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ, καίτοι παρῆλθον ἔκτοτε δύο μῆνες, δὲν ἀπεστάλη. Καὶ διὰ τοῦτο δίδεται ἀφορμὴ εἴς τινας νὰ λέγωσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀφεώρα εἰς τὴν κατάργησιν Πρωτοδικείων, ὡς τὸ ὑποβληθέν, ἐνῷ ἐκεῖνο, μεταβάλλον διατάξεις τινὰς τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἵδρυε ποινικὰ Δικαστήρια οὕτως, ὥστε, ὡς ἐφρόνει ὁ τότε Ὑπουργός, ὁ ποινικὸς δικαστὴς νὰ ἔλθῃ ἐγγύτερον καὶ προλαμβάνῃ καὶ τιμωρῇ τὰ ἀδικήματα. Διὰ τοῦτο δὲν ἀδικῶ τὸν κύριον Φικιώτην, ὅστις, ἀγνοῶν καὶ αὐτὸν τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου, ἐπικρίνει τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν.

§51ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὴν ἐπαινεῖ, διότι κατήργει τὰ Πρωτοδικεῖα.

§52ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὴν ἐπαινέσῃ, διότι διώρθωνε τὴν κατάστασιν. Ἐν τέλει παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας σχετικὰς πρὸς τὸ Πρωτοδικεῖον Κυπαρισσίας, δι’ ἃς ὑποβάλλω ἔγγραφον ἐπερώτησιν.

§53ΑΓΑΜ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας ἀπευθύνω τὸ ἑξῆς ἐρώτημα. Εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως συμπεριελαμβάνετο καὶ νομοσχέδιον καταργοῦν τὰ Πρωτοδικεῖα τὰ συσταθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Θεοτόκη;

§54ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λησμονεῖ μάλιστα ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι δὲν ἐδέχθη νὰ γείνῃ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἕνεκα τοῦ ζητήματος τούτου.

§55ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ, μόλις ἤκουσα τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ, ἐνόμισα ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἔπαυσε ν’ ἀνήκῃ εἰς τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκε, διότι εἶναι γνωστὸν εἰς τὸ Πανελλήνιον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.

§56Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Συνιστῶντο δι’ αὐτοῦ γενικὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα εἶχον ἁρμοδιότητα Πλημμελειοδικείων καὶ πολιτικῶν Δικαστηρίων μέχρις ὡρισμένου βαθμοῦ.

§57ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. συνάδελφος ἀρνεῖται νὰ ἀπαντήσῃ θετικῶς, παρακαλῶ τὸν κ. ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴν ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματός μου, ἂν ὄντως ὑπεβλήθη νομοσχέδιον καταργοῦν τὰ διάφορα Πρωτοδικεῖα.

§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπεβλήθη δικαστικὸν νομοσχέδιον, οὗ θὰ λάβητε γνῶσιν εὐθὺς ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τοῦτο. Ἀφοῦ δ’ εὐαρεστηθῆτε νὰ μελετήσητε αὐτὸ, θὰ ἴδητε ποία εἶναι ἡ ἔννοια αὐτοῦ.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ζητήματος.

§60ΦΩΚΙΩΝ ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εἶπον εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ συνδράμῃ εἰς τὸ δυσχερὲς ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο ἀκριβῶς μὲ φέρει σήμερον ἐπὶ τὸ βῆμα. Συγχαίρω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἀπὸ τοῦ ὑψηλοῦ αὑτοῦ ἀξιώματος δὲν ἐδίστασε νὰ παραστήσῃ τὰ πράγματα, οἷα εἶναι. Συγχαίρω αὐτόν, διότι ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ ἐπισήμως ὅσα ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν δὲν ἔπαυσα διακηρύττων ἐγὼ αὐτὸς εἴτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, εἴτε διὰ τῆς δημοσιογραφίας, ὡς ἁπλοῦς ἰδιώτης. Συγχαίρω αὐτόν, διότι ἔθεσε τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῆς πληγῆς, χωρὶς νὰ ἀποτροπιασθῇ, καὶ οὕτως ὑπάρχει ἐλπὶς θεραπείας. Ἀπὸ πέντε ἐτῶν, Κύριοι, ἔχω ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὰς προκαταβολὰς πρὸς τοὺς δήμους, ὡς ἐπαπειλούσας νὰ φέρωσι τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν τοῦ τόπου. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1900, συζητῶν τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1901, ὑπεδείκνυον τὸν κίνδυνον, ὅτε ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐμειδία διὰ τοὺς φόβους ἐμοῦ, διατεινόμενος ὅτι αἱ προκαταβολαὶ αὗται εἶναι ἁπλαῖ λογιστικαὶ πράξεις, οὐδόλως δυνάμεναι νὰ συνταράξουν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο παρῆλθον τὰ ἔτη, καὶ εἴδομεν τὸν αὐτὸν Ὑπουργὸν προσπαθοῦντα νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τοῦ ἐπαπειλουμένου κινδύνου· τελευταίως δὲ ἠκούσαμεν καὶ τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ, τοῦ διευθύνοντος τὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, λέγοντος ὅτι τὸ αἴτιον τῆς σημερινῆς οἰκονομικῆς κρίσεως εἶναι αἱ προκαταβολαὶ εἰς τοὺς δήμους. Κύριοι, τοῦτο εἶναι θλιβερά, ὁμολογῶ, ἱκανοποίησις ἐμοῦ, ἐπερχομένη ὅτε ἤδη ἡ κρίσις ἐπεδεινώθη, ὅτε ἤδη ἡ θεραπεία ἔσεται ὀδυνηρά. Συνεχάρην τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐπιζητεῖ ἁπάσας τὰς οἰκονομίας, ἃς ἔχω ὑποδείξει, διότι προτείνει ἅπαντα ἐκεῖνα τὰ μέσα, ἅτινα δύνανται νὰ αὐξήσουν ἀβλαβῶς τὰ ἔσοδα, ἤτοι τὴν προμήθειαν ἀτμοτελωνίδων, τὴν ἀνέγερσιν καταλλήλων τελωνείων, καὶ ὑποθέτω, ὅτι κατὰ λάθος παρέλειψε νὰ ὁμιλήσῃ καὶ περὶ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς τελωνοφυλακῆς, ἀπαραιτήτου καὶ ταύτης πρὸς τελεσφόρον καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἀλλά, Κύριοι, ὅπως δυνηθῶμεν καλλίτερον νὰ ἀντιληφθῶμεν τοῦ παρόντος, ὅπως δυνηθῶμεν καλλίτερον νὰ ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τῶν δυσχερειῶν τοῦ μέλλοντος, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐπισκοπήσωμεν τὸ παρελθὸν, καὶ τοῦτο πράττω, οὐχὶ ὅπως κακίσω τινά, (εἰς τί θέλει τοῦτο χρησιμεύσει;) τοῦτο πράττω, οὐχὶ ὅπως ἐπιδείξω ἐμαυτὸν ὡς εἰπόντα τ’ ἀληθῆ (οὐαὶ εἰς τὸν πολιτευτὴν τὸν σκεπτόμενον περὶ ἑαυτοῦ, ὅτε ἡ πατρὶς πάσχει!), ἀλλ’ ὅπως ἐκ τοῦ παρελθόντος ἀρυσθῶμεν διδάγματα διὰ τὸ μέλλον. Καὶ εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι αἱ καταστάσεις, αἱ ἐπίσημοι τοῦ Κράτους παρουσιάζουσι κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901 περισσεύματα 9,515,831 δραχμῶν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός· εἶναι ἀληθὲς ἐπίσης, ὅτι αἱ καταστάσεις παρουσιάζουσι κατὰ τὸ 1902 ἔλλειμμα 6,224,328. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, πῶς εἶναι δυνατὸν ἀπὸ περισσευμάτων ἑκατομμυρίων νὰ περιπέσωμεν ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους εἰς ἔλλειμμα ἑκατομμυρίων; Εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία οὐδὲν νέον νομοθέτημα περὶ δαπάνης εἰσήγαγεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία οὐδεμίαν πίστωσιν ἐχρησιμοποίησε νέας φύσεως, ἀπὸ περισσευμάτων ἑκατομμυρίων ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἐλλείμματα ἑκατομμυρίων; Ἅπαντες ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι τοιοῦτόν τι εἶναι ἀδύνατον, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅτε ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1902 ἀνῆλθεν εἰς τὰ πράγματα, πρώτην ἔσχε φροντίδα νὰ παύσῃ πάντας τοὺς ἀργομίσθους, εἴτε ἐργάτας εἴτε διευθυντὰς καπνεργοστασίων, καὶ τοῦτο μὲ θυσίαν τῶν κομματικῶν αὐτῆς συμφερόντων. Ἀλλ’ ἁπλουστάτη ἐπισκόπησις τοῦ παρελθόντος θὰ μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέστησεν. Κύριοι, εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ 1899 τί βλέπομεν ἀναγραφόμενα; 3,855,092.57, ἀντίτιμον τῶν τεσσάρων δραχμῶν, ἃς τὸ Δημόσιον εἰσέπραττε κατὰ χιλιόλιτρον σταφίδος ἐκ τοῦ παρακρατήματος· ἀλλὰ ποίου παρακρατήματος; τῶν ἐτῶν 1895, 1896, 1897. Εἶναι τοῦτο τακτικὸν ἔσοδον τῆς χρήσεως τοῦ 1899; Δύναταί τις ἐξ ὑμῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἂν ὁ φόρος τῆς σταφίδος τοῦ 1904 δὲν εἰσπραχθῇ ἐντὸς τῆς χρήσεως ταύτης εἰς χρῆμα, ἀλλ’ εἰσπραχθῇ κατὰ τὸ 1906, θὰ ἦναι τακτικὸν ἔσοδον τοῦ 1906; Ἀκριβῶς ὅμοιον τι συμβαίνει ἐνταῦθα μὲ τὰ 3,855,092.57. Βεβαίως εἶναι τοῦτο ἔσοδον, βεβαίως ἔπρεπε νὰ γραφῇ εἰς τὰς καταστάσεις, ἀλλ’ εἶναι ἔσοδον ἔκτακτον. Συμβαίνει μάλιστα ἐνταῦθα καὶ ἕτερόν τι. Τὸ ἔσοδον τοῦτο εἶχεν εἰσπραχθῆ πρὸ τῆς χρήσεως τοῦ 1899, καὶ ἦτο χρῆμα προϋπάρχον ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ· ὥστε μόνον τυπικὴ ἐγένετο ἀναγραφὴ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1899, κατ’ οὐδὲν αὐξήσασα τοὺς πόρους τῆς χρήσεως ταύτης. Τὸ αὐτὸ ἔχω νὰ εἴπω δι’ ἕτερον ποσὸν ἐξ 1,273,122.31 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντίτιμον ἐπίσης φόρου σταφίδος, εἰσπραχθὲν ἐκ τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1898, ἀναγόμενον εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1898, καὶ ὅμως ἀναγραφὲν ὡς ἔσοδον τακτικὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἔκτακτα ἔσοδα ἔχομεν εἰς τὰς χρήσεις ἐκείνας, λογισθέντα ὡς τακτικά. Κατὰ τὸ 1900 εἰσεπράχθησαν 400,000 δραχμαὶ ἐξ ἐντάλματος ἐκδοθέντος κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ, ἐξ οὗ ἐπερίσσευσε τὸ ποσὸν τοῦτο. Τίνα σχέσιν ἔχει τὸ ἔσοδον τοῦτο μὲ τὰ τακτικὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1900; Ἕτερον ποσὸν ἐκ 391,049.46 φράγκων, ἤτοι 625,679 δραχμῶν ὡς ἔγγιστα, ἐπεστράφη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, διότι εἰς βάρος τοῦ ἠγγυημένου δανείου εἶχεν ἐκδοθῆ ἔνταλμα, ὅπως πληρωθῇ ποσόν τι ἀνῆκον εἰς τοὺς κατόχους τῶν tickets (πιστοποιητικῶν τῶν μὴ πληρωθέντων τοκομεριδίων τῶν ὁμολογιῶν). Τὸ ἔνταλμα εἶχεν ἐκδοθῆ διὰ ποσὸν μεγαλείτερον τοῦ χρησιμοποιηθέντος, ὅπερ καὶ ἐπεστράφη. Εἶναι λοιπὸν τοῦτο μέρος τοῦ ἠγγυημένου δανείου, καὶ ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ ὡς μέρος τοῦ δανείου. Ἰδοὺ λοιπόν, Κύριοι, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα, ἅτινα σᾶς ἀνέφερα, ἀνέρχονται ἤδη εἰς 6,153,849 δραχμὰς, καὶ τὸ περίσσευμα τῶν τριῶν χρήσεων τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901 ἐλαττοῦται ἀπὸ 9,515,831 εἰς 3,361,937. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τὰς δαπάνας, μήπως δὲν εἶναι ἅπασαι ἀναγεγραμμέναι. Κατὰ τὴν προτελευταίαν συνεδρίασιν εἶπον ὑμῖν, ὅτι εἰς τὰς δαπάνας ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ 1902 ἀνεγράφη ποσὸν 1,217,258 δραχμῶν, ἀντίτιμον τῶν 2 δραχμῶν τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ, ὅπερ κατατίθεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς ἐγγύησιν τῶν ὑποχρεώσεών μας ἐκ τοῦ δανείου τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων. Ἡ δαπάνη αὕτη ἔπρεπε νὰ γείνῃ τὸ 1900, ἀλλὰ τὸ ἔνταλμα δὲν ἐξεδόθη ἐν καιρῷ, ἀλλὰ μετὰ τὴν χρῆσιν ταύτην, καὶ οὕτως ἐνεγράφη ἡ δαπάνη εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1902, ἐνῷ ἀνήκει εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1900. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἰς τὰ κεφάλαια κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων τοῦ 1902 δὲν εἶναι μόνον τὸ ποσὸν τοῦ 1,217,258, περὶ οὗ ὁ λόγος, ὅπερ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν χρῆσιν ταύτην. Τὰ κεφάλαια ταῦτα παρουσιάζουσιν ἐν συνόλῳ δαπάνας ἐκ δρ. 3,930,723.14, ἐνῷ τὰ ἀντίστοιχα τῶν ἑπομένων χρήσεων παρουσιάζουσι: τοῦ 1903 δραχ. 734,328, τοῦ 1904 δραχ. 668,032, τοῦ 1905 δρ. 862,686. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ τελευταίου δέον ν’ ἀφαιρέσωμεν ποσὸν 851,815.55, προερχόμενον ἐκ τῶν 2 δραχμῶν τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1903, ποσὸν τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ κατατεθῇ ἐκ τῆς χρήσεως ταύτης, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν κατετέθη, οὐδ’ εἶναι κατατεθειμένον, ἀλλὰ ἀναφέρεται ὡς κατατεθησόμενον ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1905 διὰ τοῦ κεφαλαίου κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905. Ἀλλ’ ἐνῷ αἱ χρήσεις τοῦ 1904 καὶ 1905 παρουσιάζουσι τὰς ἄνω σημειωθείσας δαπάνας ἐκ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, ἐννοεῖ πᾶς τις εὐκόλως, ὅτι, ὅταν τὸ 1902 παρουσιάζῃ δαπάνας 3,930,723,14, ἐπλήρωσεν ἁμαρτίας χρήσεων προηγουμένων. Καὶ τῳόντι, ἂν ἐξετάσῃ τις τὰς λεπτομερείας τῶν δαπανῶν τούτων, θέλει εὕρει, ὅτι 3,300,000 δραχ. ὡς ἔγγιστα ἀνάγονται εἰς τὰς χρήσεις τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901, καὶ οὕτως ἐξαλείφονται τὰ περισσεύματα τῶν χρήσεων τούτων. Ἀλλ’ ἤθελέ τις ἐρωτήσει, πόθεν τὰ ἐλλείμματα; Τὰ ἐλλείμματα, μυριάκις εἶπον, προέρχονται ἰδίως ἐκ τῶν προκαταβολῶν εἰς τοὺς δήμους· αἱ προκαταβολαὶ δ’ αὗται ἀνῆλθον:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
κατὰ τὸ 1899εἰς δραχ.1,468,236.83
» » 1900» » 1,137,706.16
» » 1901» » 1,625,573.01
Τὸ ὅλον δραχ. 4,231,516,00

Τὸ ποσὸν τοῦτο ἐδαπανήθη κατὰ τὰς τρεῖς ταύτας χρήσεις, καὶ ἔπρεπε νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, πρὶν διακηρύττωνται περισσεύματα, εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ζητοῦντος τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ δαπανῶν καὶ ἐσόδων. Ἀλλ’ εἰς τὰς δαπάνας τῶν ἀνωτέρω χρήσεων ἔχομεν καὶ ἕτερα ποσὰ νὰ προσθέσωμεν. Ἐδαπανήθησαν εἰς τὴν δημοτικὴν καὶ ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν, κατὰ τὰς καταστάσεις τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, τὰ ἑξῆς ποσά:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Δημοτικὴ ὁδοποιΐα Ἐπαρχιακὴ ὁδοποιΐα
τὸ 1901 δρ. 67,902.55 22,702.35
» 1900 » 243,995.90 44,706.17
» 1899 » 81,674,87 52,926.53
393,573.32 120,335.05

Ἤτοι τὸ ὅλον διὰ τὴν δημοτικὴν καὶ ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν δραχ. 513,908.37. Ἀπέναντι δὲ τούτων ἔχομεν μόνον δρ. 50,000, αἵτινες ἐχρεώθησαν εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1901. Ὥστε μένει δαπάνη μὴ χρεωθεῖσα ἐκ δραχ. 463,908.37. Ἐδαπανήθησαν ἐπίσης, χρεωθείσης ἐν τῇ Γενικῇ Ληψοδοσίᾳ τοῦ Κράτους τῆς μερίδος Γεωργικῶν Σταθμῶν, κατ’ ἀκριβεῖς σημειώσεις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἃς ἔχω ἀνὰ χεῖρας, δραχ. 151,133.87. Καὶ οὕτως, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἅπαντας τοὺς ἀνωτέρω ἀριθμοὺς, αἱ χρήσεις τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901, αἱ παρουσιάζουσαι τυπικῶς περισσεύματα, οὐσιαστικῶς παρουσιάζουν ἐλλείμματα, καὶ δὴ ἄνω τῶν 4,800,000 δραχ. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τὰ μεταγενέστερα ἐπληρώθησαν ἀπὸ περισσεύματα τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901. Καὶ ὀφείλω νὰ μεμφθῶ αὐτόν, λέγοντα ταῦτα. Διότι, κύριε Ὑπουργὲ, ἐρωτῶ, οὐδεὶς ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου σας ἀνέφερεν ὑμῖν περὶ περισσευμάτων, ἅτινα ἔμειναν μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ὑποχρεώσεων διὰ τοῦ ἠγγυημένου δανείου, περισσευμάτων, ἅτινα ἦσαν κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἀλλαχοῦ; Καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑπομνήσω ἐνταῦθα, ὅτι καὶ σήμερον Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἶναι αὐτὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διεσκεύασε τὰ πλεονάσματα τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901, καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμένῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ ἐφίστα τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῶν περισσευμάτων τοῦ ἠγγυημένου δανείου; Ὄχι βεβαίως, διότι τότε θὰ ἐξητμίζοντο τὰ πλεονάσματα τῶν προσφιλῶν αὐτοῦ χρήσεων. Τί ἔγειναν τὰ περισσεύματα τοῦ δανείου; Θὰ ἀκούσητε. Εἰς τὸ τέλος τοῦ 1899—διότι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπληρώνοντο παλαιαὶ ὑποχρεώσεις—ὑπῆρχον, ἐὰν ἀθροίσῃ τις ἅπαντα τὰ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εὑρισκόμενα ποσὰ εἰς διαταγὴν τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς διαταγὴν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ὡς καὶ τὰ ποσὰ τὰ εὑρισκόμενα εἰς χεῖρας τῆς Ἑταιρείας τῆς Διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων, καί τινα ποσὰ εὑρισκόμενα παρ’ ἄλλαις εὐρωπαϊκαῖς Τραπέζαις, κατὰ τοὺς πίνακας τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου διὰ τὸ ἔτος 1899, ἐὰν μετατρέψῃ ταῦτα πάντα τὰ ποσὰ εἰς δραχμὰς, ἐὰν ἀφαιρέσῃ ἐξ αὐτῶν ὅ,τι ἐχρεωστεῖτο εἰς τοὺς δανειστὰς ἐκ τῶν πλεονασμάτων τοῦ 1899, θὰ εὕρῃ ὑπόλοιπον δραχ. 18,095,000 ὡς ἔγγιστα, ἅτινα ἦσαν τὰ περισσεύματα τοῦ Δημοσίου μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐκ τοῦ ἠγγυημένου δανείου. Καὶ ἐνταῦθα δὲν ὑπολογίζω τὰ ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους ὑπόλοιπα, ἅτινα ὀλίγον παραλλάσσουν κατ’ ἔτος. Εἰς ποῖον δὲ σημεῖον εὑρίσκονται σήμερον τὰ ἀποθέματα ταῦτα; Τὴν 31 Δεκεμβρίου 1904, ἐὰν ἐπίσης ὑπολογίσωμεν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἀφαιρέσωμεν πάλιν τὰ ἀνήκοντα εἰς τοὺς δανειστὰς ποσὰ ἐκ τῶν πλεονασμάτων τοῦ 1904, θέλομεν ἴδει, ὅτι δὲν μένουν πλέον ἢ 4,749,000 δραχμαὶ ὡς ἔγγιστα, ἤτοι ὅτι τὰ ἀποθέματα ἠλαττώθησαν ἐν τῷ μεταξὺ κατὰ 13,300,000 δρ. καὶ πλέον. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ ὑπόλοιπον ὠφείλετο, διότι σήμερον ἀκόμη μένουν ἀπλήρωτα τὰ ἱερὰ χρήματα τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης, ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἄλλαι ὑποχρεώσεις, ἃς εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω. Ἰδοὺ, κύριε Ὑπουργὲ, πόθεν ἐπληρώθησαν τὰ ἐλλείμματα. Τὰ ἀποθέματα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς τὸ τέλος τοῦ 1899, ἐξέλιπον· ἔβαινον δὲ ἐλαττούμενα κατ’ ἔτος ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι σήμερον. Ἔστω δὲ τοῦτο ἐπικύρωσις τῶν ἐλλειμμάτων, ἅτινα ἀπέδειξα προηγουμένως. Ἀλλὰ, Κύριοι, ταῦτα πάντα μᾶς ἐχρησίμευσαν, ὅπως ἴδωμεν, ὅτι περισσεύματα δὲν ὑπῆρχον οὐδὲ πρὶν, ὡς δὲν ὑπάρχουν καὶ σήμερον· ὅτι τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν σήμερον, εἶναι συνέπεια τῆς παραλόγου αἰσιοδοξίας, ἥτις κατέλαβε τοὺς κυβερνῶντας μετὰ τὸν πόλεμον. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ πεισθῶμεν περὶ τοῦ μεγέθους τοῦ κακοῦ, καὶ νομίζω ὅτι καλλίτερος τρόπος δὲν ὑπάρχει τοῦ νὰ ἐρευνήσωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1903, ἤτοι τῆς τελευταίας χρήσεως, ἧς ἔχομεν ἀπολογισμόν. Ἀλλὰ πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν ἔρευναν ταύτην δὲν θέλει εἶσθαι ἄσκοπον νὰ παραβάλωμεν τὴν χρῆσιν τοῦ 1902 πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1903, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν ὅτι τὰ ἐλλείμματα τῆς χρήσεως τοῦ 1902 ἀπὸ 6,200,000 κατῆλθον τὸ 1903 εἰς 1,080,000, ἕνεκα τῆς ὅλως ἰδιαιτέρας μερίμνης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ κυβερνήσαντος τὰ κοινὰ καὶ κατὰ τὸ 1903. Μὴ λησμονῶμεν δὲ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 εἶχεν ἐξογκωθῆ μετά τινος ὑστεροβουλίας μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν δραχ. 131,523,810.98. Ἀλλ’ ἔρχεται ὁ ἀπολογισμός, καὶ μᾶς δεικνύει, ὅτι αἱ 131,523,810 δραχμαὶ κατέρχονται εἰς 120,668,000. Ἄς παραβάλωμεν νῦν τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1903. Ἀλλ’ ὅπως ὦμεν δίκαιοι, ἂς ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ ἀμφοτέρας τὰς χρήσεις τὰς δαπάνας ἐκ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Οὕτως ἀφαιρουμένου ἀπὸ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1902 τοῦ ποσοῦ τῶν 3,795,269, ὅσα ἐδαπανήθησαν ἀληθῶς ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου κατὰ τὴν Διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, μένουν ὡς ἔξοδα τοῦ 1902 δραχμαὶ 116,873,538. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἐπίσης ἀπὸ τοῦ 1903 ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς δαπάνας κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, ἤτοι 726,815 δραχμάς, μένουσι δαπάναι ἐν τῷ ὁριστικῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1903 ποσὸν δραχ. 115,504,528. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν ὅ,τι εἴπομεν προηγουμένως, ὅτι κατὰ τὸ 1903 δὲν κατετέθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ποσὸν δραχ. 851,815, ἀντίτιμον τῶν 2 προσθέτων δραχμῶν τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, τοῦ εἰσπραχθέντος κατὰ τὴν χρῆσιν ταύτην. Ἄν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσωμεν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1903, αἱ δαπάναι ἀνέρχονται εἰς 116,356,343. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅπως ἡ παραβολὴ ᾖ δικαία, ὀφείλομεν καὶ τὸ συνάλλαγμα νὰ κανονίσωμεν ὁμοιομόρφως διὰ τὰς δύο χρήσεις. Τὸ 1902 τὰ δάνεια ἡμῶν ἐκανονίσθησαν μὲ μέσην τιμὴν συναλλάγματος 1,6256· τὸ 1903 ἡ μέση τιμὴ ἦτο 1,5645, ὡς τοῦτο ἐμφαίνεται ἐν ταῖς ἐκθέσεσι τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου. Ἐὰν χρεώσωμεν μὲ τὴν ἀντίστοιχον διαφορὰν τὴν χρῆσιν τοῦ 1903, ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς αὐτὴν 1,162,323 ὡς ἔγγιστα. Ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν ἐπίσης ποσὸν 144,480 δραχ. ἐκ τῆς ἀξίας τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς ἐνταλμάτων προξενικῶν, τακτοποιουμένων διὰ συμψηφισμοῦ διὰ πρώτην φορὰν τὸ 1903 (ἴδε σελ. 13 τεύχους χρήσεως τοῦ 1903), ἐνῷ τὸ 1902 ἀναγράφονται μὲ τὴν ἀξίαν των εἰς χαρτίνας δραχμάς. Μὲ τὰς προσθήκας ταύτας ἀνέρχεται τὸ 1903 εἰς 117,711,146 δραχμὰς ἀπέναντι τῶν 116,873,538 τοῦ 1902, ἤτοι κατὰ δραχ. 837,608 περιπλέον. Ἀλλὰ, Κύριοι, οὐδὲν ἀφήρεσα εἰσέτι ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1902, οὐδὲ τὸ φορτίον πετρελαίου ἐξ 633,141 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἀφίχθη τὸ 1903 καὶ ἐπληρώθη τὸ 1903, καὶ μὲ τὸ ὁποῖον ἐχρέωσαν τὸ 1902 ἀντὶ τοῦ 1903. Δὲν ἀφήρεσα τὴν δαπάνην ἀπαλλοτριώσεως τῶν οἰκοπέδων Σταδίου ἐκ 368,371 δραχμῶν.

§61ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἐπραγματοποιήθη.

§62Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἐπραγματοποιήθη, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἐχρεώθη ὄχι μόνον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, ὡς δὲν ὤφειλεν, ἀλλ’ ἐχρεώθη καὶ ὁ ἀπολογισμὸς, ἐναντίον τῆς λογικῆς καὶ τῶν νόμων, διότι πᾶν ἔνταλμα μὴ πληρωθὲν ἐντὸς τῆς χρήσεως ἀκυροῦται, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἡ ἐν λόγῳ δαπάνη δὲν ἠκυρώθη. Τὸ πῶς, μὴ ἐρωτᾶτε! Μόνον τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τῆς Ἑλλάδος δύναται νὰ ἐπιδείξῃ τοιαῦτα κατορθώματα! Δὲν ἀφήρεσα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1902 ὅσα προσετέθησαν ἐκ δικαστικῶν δαπανῶν καὶ ἐπιστροφῶν χρημάτων, ἐνταλθεισῶν τὸ 1903, πληρωθεισῶν τὸ 1903 καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἀναγραφεισῶν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1902. Καὶ οὕτω παρουσιάζονται δικαστικαὶ δαπάναι τὸ 1902 ἐκ δραχμῶν 1,256,000 ἀπέναντι 483,561 τὸ 1903. Ἐὰν, Κύριοι, ἀφαιρέσωμεν ὅλα τὰ ποσὰ ταῦτα, ἤτοι 633,141 ἐκ πετρελαίου, 368,371.84 ἐξ ἀπαλλοτριώσεως οἰκοπέδων Σταδίου, 306,000 δρ. ἐκ δικαστικῶν δαπανῶν, 130,000 ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχμὰς 1,437,512.84 ἀπὸ τοῦ 1902, τότε ἡ χρῆσις αὕτη φαίνεται ἔχουσα δαπάνας μικροτέρας ἢ τὸ 1903 κατὰ δραχμὰς 2,275,120. Ἀλλ’ ἂν τὰς ἀνωτέρω δαπάνας, ἃς ἀφῃρέσαμεν ἀπὸ τοῦ 1902, προσθέσωμεν, ὡς εἶναι εὔλογον, (ἐκτὸς ἴσως τῆς ἀποζημιώσεως τῶν οἰκοπέδων Σταδίου) εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1903, ἤτοι προσθέσωμεν τὸ ποσὸν 1,069,141 δραχμῶν, τότε αἱ δαπάναι τῆς χρήσεως ταύτης ὑπερβαίνουσι τὰς τῆς χρήσεως τοῦ 1902 κατὰ 3,344,261 δραχμάς. Ἀλλὰ καὶ κατ’ ἄλλα μειονεκτεῖ τὸ 1902. Ἐνῷ ἐπλήρωσεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἐκ τῶν πλεονασμάτων τῶν ἐσόδων καὶ τῆς διαφορᾶς συναλλάγματος 2,306,515, τὸ 1903 δὲν ἐπλήρωσεν εἰμὴ 1,954,194, ἤτοι 352,321 ὀλιγώτερον. Ἐὰν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφαιρέσωμεν, ὅπως ὦμεν δίκαιοι, ἀπὸ τοῦ 1902, θὰ εἶχεν ἡ χρῆσις αὕτη 3,696,582 δρ. ὀλιγωτέρας ἢ τὸ 1903. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο δὲν ἔχω, Κύριοι, τὴν ἀξίωσιν ὅτι τὸ 1902 διῳκεῖτο καλλίτερον ἢ τὸ 1903. Ὤφειλε τὸ 1903 νὰ ἔχῃ τὰς δαπάνας ταύτας τὰς περιπλέον, καὶ τὰς εἶχε. Τὸ εἶχον ἀναγγείλει, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902. Τὸ 1903 εἶχε ν’ ἀντιμετωπίσῃ περιπλέον βάρη ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους 1,371,960 φρ. χρ. ὡς ἐκ τοῦ χρεωλυσίου τῶν ἐξωτερικῶν δανείων τὸ ποσὸν τοῦτο ἀναλογεῖ εἰς 2,263,731 δρ. ὡς ἔγγιστα. Ἐστερήθη ἐπίσης τὸ 1903 καὶ 1,000,000 δρ. ὡς ἔγγιστα, τὸ ἀντίτιμον τῶν τεσσάρων δραχμῶν, τῶν ἐπιστρεφομένων ἐκ τοῦ παρακρατήματος, ὡς ὑπόλοιπον τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, καὶ οὕτω δικαιολογεῖται κατὰ μέγα μέρος ἡ ἄνω διαφορά. Οὕτω, Κύριοι, ἐλπίζω ὅτι ἐπείσθητε, ὅτι ἡ αὐτὴ φειδὼ τοῦ δημοσίου πλούτου, ἡ ὁποία ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1903, ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὸ 1902, καὶ τὰ 6,200,000 δρ. ἐλλείμματα τῆς χρήσεως ταύτης, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον, δὲν εἶναι ἐλλείμματα αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰδίως μᾶς ἐνδιαφέρει, εἶναι νὰ ἴδωμεν, ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1903 ἔτους, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει δαπάνας κανονικάς. Αἱ δαπάναι τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1903 εἶναι δραχμαὶ 116,231,379, κατὰ τὰς ἐπισήμους καταστάσεις. Εἰς ταῦτα, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν δραχ. 851,815, ὅσαι ὀφείλουν νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ τῆς χρήσεως ταύτης. Ἐὰν προσθέσωμεν καὶ τὰς προκαταβολὰς εἰς τοὺς δήμους ἐκ 2,925,295 δραχμῶν, φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 120,008,491 δραχμῶν. Ἀπέναντι τούτων ἔχομεν εἰσπράξεις δραχ. 114,834,344, ἤτοι ἔλλειμμα 5,174,147. Ταῦτα εἶναι τὰ πράγματα κατὰ τὸ 1903. Καὶ νῦν ἂς ἐπισκοπήσωμεν τὸ 1904. Ὤφειλε τοῦτο νὰ παρουσιάσῃ 1,000,000 ὀλιγώτερον ἐκ τῆς καταβολῆς κατὰ τὸ 1903 καὶ τῆς τελευταίας δόσεως τοῦ δανείου ἐκ δραχ. 3,000,000 πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο, μετὰ τὰς τελευταῖον κατατεθείσας ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904 ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 123,966,471, ἀπέναντι δραχ. 122,592,879 τοῦ 1903, ἤτοι εἰς δραχμὰς 1,373,592 περιπλέον ἢ τὸ 1903. Τοῦτο συμβαίνει, διότι τὸ 1904 εἶχε ν’ ἀντιμετωπίσῃ περιπλέον δαπάνας, ἰδίως τὰς τοῦ Ταμείου Ἀμύνης, καὶ τὰς προερχομένας ἐκ τῶν περιπλέον πλεονασμάτων, τῶν ἀποδιδομένων εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους, δαπάνας, ἃς δὲν ἐκάλυψαν αἱ γενόμεναι οἰκονομίαι. Οὕτω ὁ Προϋπολογισμὸς παρουσιάζει 1,373,592 δραχ. περιπλέον τὸ 1904 ἢ τὸ 1903, καὶ εἶναι λογικὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη θὰ φανῇ καὶ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον. Ἐξ ἄλλου αἱ προκαταβολαὶ θέλουν ἐλαττωθῆ κατὰ δρ. 400,000, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργόν. Τὰ δὲ ἔσοδα θέλουν ἀνέλθει κατὰ τὸν αὐτὸν εἰς 116,000,000, σὺν τῷ φόρῳ τῆς σταφίδος· ἤτοι θέλουσιν ὑπερβῆ τὰ τοῦ 1903 κατὰ 1,200,000. Ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων τούτων τὸ μὲν ἔλλειμμα θέλει αὐξήσει ἐξ ἑνὸς κατὰ 1,373,592, θέλει ἐλαττωθῆ ἐξ ἄλλου κατὰ 1,600,000. Ἄρα θέλει ἐλαττωθῆ ἐν συνόλῳ κατὰ δραχ. 226,408, καὶ θέλει εἶσθαι 5,000,000 δρ. ὡς ἔγγιστα. Ἐὰν εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο προσθέσωμεν καὶ τὸ καθυστέρημα τοῦ φόρου ἐκ σταφίδος, τότε βεβαίως ἀνέρχεται εἰς 9,500,000 καὶ περιπλέον· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἴτε τάχιον εἴτε βράδιον θὰ εἰσπραχθῇ τὸ καθυστέρημα, παραδεχόμεθα ὡς ἔλλειμμα ἀσφαλὲς τῆς χρήσεως τοῦ 1904 τὸ ποσὸν 5,000,000, ἐν ᾧ περιλαμβάνονται καὶ 2,500,000 δραχ. ἐκ προκαταβολῶν εἰς τοὺς δήμους.

§63Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας εἰσπράξεις ὑπολογίζετε πιθανὰς εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως τοῦ 1904;—διότι ἔχομεν ἤδη τ’ ἀποτελέσματα 14 μόνον μηνῶν τῆς χρήσεως ταύτης δημοσιευμένα.

§64Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐλπίζω καὶ εὔχομαι καὶ ὑπολογίζω ὅτι θὰ ἦναι τὰ ἐξ ἐσόδων ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1904 οἷα καὶ τὰ τοῦ 1903· τοὐλάχιστον κατὰ προσέγγισιν αἱ περιπλέον τελωνιακαὶ εἰσπράξεις θέλουσι καλύψει τὴν καταβολὴν τοῦ 10% εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὡς καὶ τὴν καταβολὴν τοῦ ἐσόδου ἐξ οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν εἰς τὸ αὐτὸ ταμεῖον.

§65Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἠρώτησα, πόσα ἔσοδα ἀναφέρονται εἰς εἰσπράξεις τοῦ 1904.

§66Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). 106,000,000 μέχρι τῆς 1 Μαρτίου 1905.

§67Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπολείπονται μῆνές τινες εἰσέτι τῆς χρήσεως, ἐὰν ἦσθε εἰς θέσιν, παρακαλῶ νὰ προσδιορίσητε, πόσαι θὰ ἦναι καθ’ ὑμᾶς εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1904.

§68Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ τονίσω, ὅτι αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις παρουσίασαν περὶ τὰ 2,000,000 δραχ. διαφορὰν ἐπὶ πλέον ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δύνανται ταῦτα νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι εἶναι προωρισμένα νὰ καλύψωσι τὸ 10%, τὸ διδόμενον εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, νὰ καλύψωσι τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὸ αὐτὸ ταμεῖον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν.

§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅτε ἐκάμνετε τοὺς ὑπολογισμούς, ἀφῃρέσατε τὰς δαπάνας τῶν δύο χρήσεων. Διατὶ ὁμιλεῖτε περὶ τῶν ἀποδόσεων ἤδη;

§70Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Ἀγγελόπουλον.

§71Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κατάστασις τοῦ Φεβρουαρίου 1905, περιλαμβάνουσα εἰσπράξεις 14 μηνῶν τῆς χρήσεως, ἀναφέρει, ὅτι εἰς τὸ διάστημα τῶν 14 τούτων μηνῶν εἰσεπράχθησαν 103,000,000, ἐνῷ εἰς τὸ ἀντίστοιχον διάστημα τῆς χρήσεως τοῦ 1903 εἰσεπράχθησαν 106,000,000, δηλαδὴ 3,000,000 περιπλέον ἢ κατὰ τὸ 1903. Ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος ἔδωκε κατὰ τὸ 1903 διαφορὰν 2,857,165 δραχμῶν. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρέσωμεν τὰς εἰσπράξεις ἀπὸ τῆς σταφίδος τοῦ ἀντιστοίχου διαστήματος τοῦ 1903, βλέπομεν ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1904, καὶ μετὰ τὴν αὔξησιν τῆς ἐπιβληθείσης νέας φορολογίας, καὶ μετὰ τὴν αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, ἀκολουθοῦσι τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1903 κατὰ πόδας, καὶ μάλιστα εἶναι κάτω αὐτῶν κατὰ δρ. 88,000 μέχρι τέλους τοῦ Φεβρουαρίου 1905. Θέλω νὰ σᾶς εἴπω διὰ τούτου, ὅτι ἡ αὔξησις ἡ ἐπελθοῦσα τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων οὐδαμῶς ὠφέλησε· διότι, ἐὰν λάβωμεν τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1904 καὶ τὰς τοῦ 1903, καὶ ἀφαιρέσωμεν κατὰ τὴν συμπαραβολὴν τὸν φόρον τῆς σταφίδος ἀπὸ τοῦ 1903, ἔχομεν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα.

§72Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καίτοι τοῦτο εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματός μου, θὰ σᾶς ἀπαντήσω...

§73Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ ἦναι ἐκτὸς τοῦ θέματος· διότι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1904 ὁμοιάσουσι πρὸς τὰς τοῦ 1903, τ’ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι ὀδυνηρά· θὰ ἔχωμεν βεβαίως μέγιστον ἔλλειμμα, ἀφοῦ ἡ ἀπόστασις μεταξὺ προϋπολογισθέντων ἐσόδων τοῦ 1904 καὶ τῶν πραγματοποιηθησομένων θ’ ἀνέλθῃ εἰς 9,000,000.

§74Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Σεῖς θέλετε ν’ ἀποδείξητε, ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν ἀκόμη ὀλιγώτερα.

§75Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν ὅσα τὸ 1903...

§76Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τότε πᾶσα συζήτησις εἶναι περιττή.

§77Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. Καὶ τότε, ἐπειδὴ τὰ ἔξοδα τοῦ 1903 εἶναι βεβαρημένα διὰ μεγάλων δαπανῶν, διὰ τῶν ποσοστῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὰ ὁποῖα θ’ ἀνέλθωσιν εἰς 3,000,000, τότε θ’ ἀναλογισθῆτε, ὅτι δὲν εἶναι ἡ πληγὴ τῶν προκαταβολῶν, ἡ ὁποία λυμαίνεται τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας· εἶναι καὶ τὰ ἐλλείμματα, τὰ ἀπὸ τοῦ 1899 καὶ ἐντεῦθεν.

§78Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θέλετε δηλαδὴ νὰ ἐξογκώσητε εἰσέτι τὰ ἐλλείμματα;

§79Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.

§80Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ποία εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ λέγω, τί δεικνύουν οἱ πραγματικοὶ ἀριθμοί.

§81Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Ἀγγελόπουλε, ἐπειδὴ διετυπώσατε καθαρῶς τὸ ζήτημα, θὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν γνώμην μου ἐπ’ αὐτοῦ. Δὲν φρονῶ ὅτι ἔχομεν νὰ ὑπολογίσωμεν ὀλιγώτερα ἔσοδα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπελόγισεν ὁ κ. Ὑπουργός· διότι εἶναι ἀληθὲς αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὅτι δὲν ἐμφαίνονται μέχρι τέλους Φεβρουαρίου ἀποτελέσματα εὐάρεστα· ἀλλ’ ἐὰν εἴχετε ἐξετάσει τὴν κατάστασιν, ἠθέλετε ἴδει, ὅτι ἐλλείπουσιν ἐξ αὐτῆς πλεῖστοι φόροι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἰσεπράχθησαν ἕνεκα τῶν ἐκλογῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι βεβαίως θὰ εἰσπραχθῶσιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ πείθει, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα θὰ μείνουν οἷα τὰ περιέγραψα.

§82Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, κύριε συνάδελφε, ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος ἀσχολεῖσθε εἰς τὰ οἰκονομικὰ, ὅτι τὰ ⅔ τῶν εἰσοδημάτων ἡμῶν εἰσπράττονται καὶ βεβαιοῦνται κατὰ τοὺς 12 πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως, θὰ ἴδητε ὅτι οἱ ὑπολειπόμενοι μῆνες τοῦ ἔτους δὲν δύνανται νὰ σᾶς φέρωσι διαφορὰν ἢ ἀλλοίωσιν, οὔτε πλάνην εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν ἐσόδων.

§83Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μέχρι τέλους Μαρτίου 1905 εἰσεπράχθησαν 106,000,000· μέχρι τέλους Μαρτίου 1904 εἶχον εἰσπραχθῆ 107,000,000. Ὑπολογίζω ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων τῶν περυσινῶν, καὶ μὴ ἔχων κανένα λόγον νὰ πιστεύω, ὅτι θὰ καθυστερήσωσιν αἱ εἰσπράξεις νῦν, ἤτοι αἱ ἀπὸ 1 Ἀπριλίου μέχρι 31 Ὀκτωβρίου, συμπεραίνω ὅτι δὲν ἔχομεν ἄλλο γνώρισμα, ὅτι αἱ εἰσπράξεις θ’ ἀνέλθωσιν εἰς 111,000,000 σὺν τῷ φόρῳ τῆς σταφίδος.

§84Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνότατοι.

§85Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Συμφωνότατοι.

§86ΣΤΕΦ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Μετρητά;

§87Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. 111,000,000. Καὶ ἂν εἰσήγετο ὁ φόρος τῆς σταφίδος, δὲν θὰ εἴχομεν ἔλλειμμα, ἤ, ἂν ἔχωμεν, θὰ ἔχωμεν περὶ τὸ 1,000,000, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ ὁρίσω.

§88Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατόν.

§89Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1904 θὰ ἦναι, ὡς εἶπον, 5,000,000 δραχμαί. Εἰς ταύτας περιλαμβάνονται αἱ προκαταβολαὶ, δραχ. 2,500,000. Ἐὰν εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, τὸ βέβαιον, θέλητε νὰ προσθέσητε καὶ τὰς καθυστερήσεις ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, τότε βεβαίως ἀνέρχεται εἰς 9,500,000 ὡς ἔγγιστα.

§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τὰ 5,000,000 περιλαμβάνετε καὶ τὰς προκαταβολάς;

§91Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.

§92Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε, κύριε συνάδελφε, διὰ νὰ εὑρεθῇ ἓν ἔλλειμμα, νομίζω ὅτι δὲν ἀρκεῖ ὁ προσδιορισμὸς μόνον τῶν ἐσόδων, πρέπει νὰ προσδιορισθῶσι καὶ τὰ ἔξοδα. Ποῖον ποσὸν ἐξόδων ὑπολογίζετε ὡς πιθανόν;

§93Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Σᾶς εἶπον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ὅτι θὰ ἀλλάξουν. Ἔχομεν τὸ 1,000,000 ἐκ τοῦ δανείου.

§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν θὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν σήμερον.

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ διαλογικὴ συζήτησις.

§96Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπὸν τὸ 1904 θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 5,000,000, ἐκτὸς τῶν καθυστερήσεων τῆς σταφίδος. Ἀλλὰ τί μᾶς ἀναμένει τὸ 1905; Πρῶτον ἐλάττωσις τῶν δικαιωμάτων ἐξ ἀπαλλαγῆς ἐκ δραχμῶν 1,000,000. Δεύτερον, καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα, ἀνεπάρκεια τοῦ ἐσόδου ἐκ τελωνιακῶν εἰσπράξεων κατὰ ἕτερον ποσὸν δραχμῶν 1,500,000 τοὐλάχιστον, ἀνεπάρκεια, λέγω, ὅπως καλυφθῇ διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἡ εἰσφορὰ ἐκ 10% πρὸς τὸ Ταμεῖον Ἀμύνης, καὶ ἡ στέρησις τοῦ ἐσόδου ἐξ οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν, ὡς τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὸ 1904, ὅτε ἡ ἀπόδοσις τοῦ δεκατημορίου δὲν ἐγένετο, εἰμὴ ἀπὸ τῆς 1 Ἰουλίου, ἐνῷ αἱ περιπλέον εἰσπράξεις εἶχον ἀρχίσει ἀπὸ τῆς πρώτης ἑξαμηνίας. Τρίτον αὔξησις δαπανῶν ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς καταβολῆς νομισματικῆς διαφορᾶς διὰ τὴν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια μετατροπὴν τῶν εἰς χρυσὸν κεφαλαίων τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων ἐκ δραχ. 830,000. Καὶ τέταρτον αὔξησις δαπανῶν ὑπὲρ τὰς 200,000, προερχομένη ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ὀφέλους τῶν δανειστῶν ἐκ τῶν πλεονασμάτων καὶ ἐκ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς. Οὕτω τὰ ἐλλείμματα θὰ αὐξήσουν κατὰ τὸ 1905 κατὰ δρ. 3,500,000, καὶ θέλουν εἶσθαι ταῦτα δρ. 8,500,000, ἀφοῦ τὰ τοῦ 1904 ὑπελογίσαμεν εἰς 5,000,000, ἂν δὲν ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὰς προκαταβολὰς εἰς τοὺς δήμους, ὡς ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ εὔχομαι καὶ ἐλπίζω καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιτευχθῇ, ἀνάγκη ἐπιβλητική.

§97Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἄνευ αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τίποτε.

§98Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλὰ καὶ τὰς προκαταβολὰς ἂν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοῦ 1905,—καὶ ἀμφιβάλλω πολὺ, ἂν κατορθωθῇ ν’ ἀφαιρεθῶσι ἅπασαι,—μᾶς μένει ἔλλειμμα ἄνω τῶν 6,000,000 δραχμῶν, καὶ τοῦτο χωρὶς νὰ ἴδωμεν ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν τὰ 3,000,000, τὰ ὁποῖα, κατὰ δήλωσιν τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ, ὁμιλοῦντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, θέλουσιν ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν συνεπείᾳ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁμολογῶ ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ 3,000,000 ταῦτα, ἔχω μεγάλην ἀνησυχίαν, διότι εἶδον γραφόμενα ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905 τὰ ἑξῆς: «Ὁ Προϋπολογισμὸς συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει αὐστηροτάτων οἰκονομιῶν, ἐπιφυλασσομένης τῆς αἰτήσεως ἐν καιρῷ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, ὧν αἱ πιστώσεις ἤθελον ἀποδειχθῆ ἀνεπαρκεῖς.»

§99Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κατὰ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμόν.

§100Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Βεβαίως. Κύριοι, ὄπισθεν αὐτῶν τῶν γραμμῶν ὀφείλομεν πολλὰ νὰ ὑπονοήσωμεν. Δὲν θὰ λησμονήσω, ὅτι πέρυσιν, ὅτε ἀνέλυον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904 διὰ τῶν ἐφημερίδων, —διότι δυστυχῶς δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, —ὅτε ἀνέλυον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, προκειμένου περὶ οἰκονομίας 684,000 δραχ. ἐκ τῆς ὁδοποιΐας, εἶπον ὅτι ἀναβάλλω νὰ ἀποφανθῶ ἕως οὗ ἔλθῃ νέος Ὑπουργὸς, ὅστις δὲν θὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1904 μὲ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Καὶ συμπεραίνων ἔλεγον ὅτι εὔχομαι τοῦτο νὰ μὴ συμβῇ. Ἔκτοτε παρῆλθον 15 μῆνες, καὶ τὴν σήμερον κατετέθησαν νέαι ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦνται ἂν ὄχι 684,000, τὸ στρογγύλον ὅμως ποσὸν τῶν 400,000 δρ. ὡς ἔγγιστα εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἐξ ὁδοποιΐας. Τοῦτ’ αὐτὸ φοβοῦμαι ὅτι βλέπομεν προαναγγελλόμενον διὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905, καὶ ὅτι νέαι μᾶς ἀναμένουσι θλιβεραὶ δηλώσεις μετὰ ἓν ἔτος, νέαι ἀπογοητεύσεις χειρότεραι τῶν σημερινῶν. Ἀπέναντι ἁπάντων τούτων, ἤτοι τῶν 6,000,000 ἐλλείμματος ἀσφαλοῦς, ἄνευ τῶν προκαταβολῶν εἰς τοὺς δήμους, ἄνευ τῶν καθυστερημάτων τῆς σταφίδος καὶ τῶν 3,000,000 τῶν ἐπαπειλουμένων ἐκ τῆς πλήρους ἐφαρμογῆς τῶν νέων περὶ στρατοῦ νόμων, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προβάλλει οἰκονομίας 5,000,000. Δὲν ἐλάβομεν εἰσέτι γνῶσιν αὐτῶν, καὶ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ ἐφαρμοσίμου ἢ μὴ αὐτῶν, περὶ τοῦ σκοπίμου ἢ μὴ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λέγοντος, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσι καὶ 1,000,000 ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Φοβοῦμαι μήπως τὸ 1,000,000 τοῦτο εἶναι, ὡς τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τὸ ἐξ ὁδοποιΐας, περὶ οὗ ὡμίλησα προηγουμένως, καὶ ὅτι σήμερον ἀφαιρεῖται, ὅπως ζητηθῶσιν αὔριον νέαι πιστώσεις. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ὅταν ὀργανικοὶ νόμοι διατάσσουν ὑπηρεσίας τινὰς, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ θέλησις τοῦ Ὑπουργοῦ, αἱ δαπάναι γίνονται ἀναποδράστως, εἴτε εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ ἀρχικῷ προϋπολογισμῷ, εἴτε δὲν εἶναι. Ταῦτα ἰδίως συμβαίνουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς πολλάκις νὰ ᾖναι ὁ Ὑπουργὸς εἰς θέσιν νὰ προΐδῃ τὰς ἀληθεῖς δαπάνας, καὶ οὕτω βλέπομεν τὰς νέας ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἀνερχομένας πολλάκις εἰς ἑκατομμύρια. Καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος νὰ ἐκφράσω καὶ πάλιν εὐχὴν, ὅπως ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ καὶ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, εἰς τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα τοῦ ὁποίου ὅλοι μας ἔχομεν πλήρη ἐμπιστοσύνην, πεισθῇ περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀνεπαρκείας τῆς χώρας, καὶ ἀντιληφθῇ, ὅτι ὀργανισμοὶ, οἵους ἐπέβαλον εἰς τὸ ἔθνος οἱ νέοι νόμοι, εἶναι ὀργανισμοὶ ὑπὲρ τὰς δυνάμεις αὐτοῦ, καὶ ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὀργανισμὸν ὀλιγώτερον δαπανηρὸν, ἄλλως στρατὸν δὲν θὰ ἔχωμεν.

§101ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατὶ αὐτὴ ἡ ἐπίκλησις ἔξω τῶν ὑπευθύνων, κύριε συνάδελφε;

§102Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Διότι ὑπάρχουσιν οἱ νόμοι, καὶ εἰς τοὺς νόμους τούτους ἔχει γράψει ὁ ἴδιος πότε θὰ τοὺς ἔχωμεν ἐπὶ τοῦ τραχήλου ἡμῶν ὡς κλοιόν.

§103ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ Ὑπουργοὶ μετὰ τῆς Βουλῆς νομοθετοῦσι, κύριε συνάδελφε.

§104Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, καὶ κατέρχομαι τοῦ βήματος μὲ τὴν εὐχὴν ταύτην.

§105Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προτιθέμενος νὰ ζητήσω τὸν λόγον καὶ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν εὐθὺς ὡς λάβω γνῶσιν τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιφέρονται μεταβολαὶ εἰς τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905, καὶ προτιθέμενος συγχρόνως νὰ πραγματευθῶ τὰ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, νομίζω ὅτι ἐπίκαιρον ἤθελεν εἶσθαι τότε νὰ ἀποκριθῶ καὶ εἴς τινα τῶν σημείων τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ἐπωφελοῦμαι ὅμως τῆς εὐκαιρίας καὶ πάλιν νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα φροντίσῃ, ὅπως ἐπὶ τέλους κατορθωθῇ νὰ διανεμηθῶσιν αἱ δηλώσεις αὗται τοῦ Ὑπουργοῦ, τοὐλάχιστον τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἵνα δυνηθῶμεν κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ συζητήσωμεν, διότι ἄνευ τῶν δηλώσεων τούτων ἀποβαίνει εἰς ἡμᾶς τὸ ἔδαφος ὀλισθηρὸν, καθόσον δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ ἀγνώστου ἐδάφους. Τὸ πρῶτον νῦν συμβαίνει νὰ μὴ ὑποβάλλωνται τυπωμέναι αἱ δηλώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ εὐθὺς μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἐπειδὴ διὰ τοῦτον ἢ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον ἐβράδυνεν ἡ ἐκτύπωσις αὐτῶν, παρακαλῶ νὰ μὴ βραδύνῃ ἐπὶ πλέον.

§106Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ δικαίωμα ἠδυνάμην νὰ ὑποβάλω τὰ πάντα ἐγγράφως καὶ τὰς δηλώσεις ἐγγράφως, —τοῦτο λέγει ὁ Κανονισμός, — καὶ ἔπειτα νὰ τυπωθῶσι. Πρόκειται περὶ τεύχους ἐκ σελίδων 140, νομίζω δὲ, ὅτι ἀναβολὴ 48 ὡρῶν πρὸς παράδοσιν τοῦ τεύχους δὲν εἶναι μακρά. Ἔδωκα ἐντόνους διαταγὰς ἀπὸ χθὲς, καὶ σήμερον τὴν πρωΐαν καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν διέταξα νὰ ἐργασθῶσιν εἰς τὸ τυπογραφεῖον καὶ αὔριον Κυριακὴν, ἵνα κατορθωθῇ νὰ διανεμηθῶσι τὰ τεύχη τὴν Δευτέραν.

§107Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμένομεν λοιπὸν τὴν Δευτέραν τὸ πρωῒ νὰ διανεμηθῶσι.

§108ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν). Ὡς γνωστὸν, Κύριοι, ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας ἀναβάλλεται τακτικῶς ἡ στρατολογία καὶ ἡ ναυτολογία τῶν νομῶν Λαρίσης, Τρικκάλων, Μαγνησίας καὶ τοῦ νομοῦ Ἄρτης. Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ἡ προθεσμία ἔληξε τὸν Νοέμβριον, τὸ τότε Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διὰ πράξεώς του, κυρωθείσης διὰ Β. Διατάγματος, ἀνέβαλε τὴν στρατολογίαν τῶν νομῶν τούτων. Τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο φυσικῷ τῷ λόγῳ ἔχει ἀνάγκην κυρώσεως νομοθετικῆς. Ἕνεκα τούτου ὑποβάλλω νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ κυρώσεως τοῦ Βασιλικοῦ ἐκείνου Διατάγματος, τοῦ ὑπογραφέντος ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.

§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 121).

§110ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν χθεσινὴν τοῦ βουλευτοῦ Βονίτσης κ. Γρίβα, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Σύρος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ὁ ὁποῖος ἦτο διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου, ἀπηλλάγη τῶν καθηκόντων αὐτοῦ τὴν 15 Μαρτίου ἐ. ἔ., καὶ ἀντικατεστάθη δι’ ἄλλου, διὰ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Καραστάθη, τὴν 3 Ἀπριλίου. Ὥστε ὁ ἀποσπασματάρχης ἐκεῖνος δὲν εὑρίσκεται πλέον ἐκεῖ.

§111Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Παρέμενεν ἐκεῖ μέχρι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν.

§112ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἴσως παρέμενε, διότι δὲν εἶχε μεταβῆ ὁ ἀντικαταστάτης αὐτοῦ. Ὡς γνωρίζετε, ὑπάρχουσι πολλαὶ διατυπώσεις διὰ τὰς τοποθετήσεις, καὶ ἕνεκα τούτου βραδύνουσιν αὗται. Ὁ ἀποσπασματάρχης ὅμως αὐτὸς δὲν εἶναι πλέον ἐκεῖ τοποθετημένος. Ἐὰν παραμένῃ, παραμένει μέχρι τῆς μεταβάσεως τοῦ ἄλλου, τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Καραστάθη. Ἐπίσης, εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Παπαβασιλείου περὶ τῆς συμπλοκῆς τῆς συμβάσης πρό τινος καιροῦ παρὰ τοὺς Ἀμπελοκήπους, πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἐντάλματος τῆς συλλήψεως τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ Οἰκονομοπούλου καθὼς καὶ τοῦ ἐπιλοχίου Κοντοῦ διετάχθη τὴν 3 τρέχοντος μηνὸς Μαΐου. Ὁ ἀξιωματικὸς Οἰκονομόπουλος εὑρίσκεται κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀποσπασματάρχης εἰς τὴν Ἀμαλιάδα. Διὰ χθεσινῆς διαταγῆς, δηλ. τῆς 6 Μαΐου, ἐγένετο ἐπανάληψις τῆς διαταγῆς, ὅπως ἐκτελεσθῇ τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ, ὡς καὶ τοῦ ἐπιλοχίου Κοντοῦ.

§113ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ΦΟΗʹ περὶ ἀδείας πρὸς περιορισμὸν τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ προξενικῶν ἀρχῶν», ἤτοι τῶν Μικτῶν Δικαστηρίων.

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 122). Ὁ κύριος Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον.

§115ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐν τῇ Ἰταλικῇ Βουλῇ, κύριοι Βουλευταὶ, ὡς γνωστὸν, ἐγένετο ἐπ’ ἐσχάτων συζήτησις περὶ τοῦ Μακεδονικοῦ καὶ Κρητικοῦ ζητήματος, προκληθεῖσα ἐξ ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Γκάλλι. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ἀπήντησεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἰταλίας, ἀλλ’ ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του, οἱονεὶ ἐκδικούμενος τὸν Βουλευτὴν, ὅστις ἐτάραξε τοὺς κύκλους τῆς διπλωματίας, καὶ εἰρωνευθεὶς αὐτὸν, παρέβαλε τὸν φιλελληνισμόν του πρὸς τὸν φιλελληνισμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ εὗρεν ὅτι ὁ φιλελληνισμὸς τοῦ κ. Γκάλλι ὑπερηκόντισε τὸν φιλελληνισμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ περίοδος ἐκείνη τοῦ λόγου τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἰταλίας, ὡς διεβιβάσθη, κατὰ τὰ δημοσιευθέντα ἐν ταῖς ἰταλικαῖς ἐφημερίσι πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁ ἀξιότιμος κ. Γκάλλι ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἦναι περισσότερον φιλέλλην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εὐσυνειδήτως ἀνεγνώρισε τοῦτο». Ἐν τῇ ἐννοίᾳ βεβαίως τοῦ διπλωμάτου Ὑπουργοῦ ἡ διαγωγὴ ἢ μᾶλλον ἡ ἐνέργεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τῷ Κρητικῷ δεῖται ἐπαίνων ἀπὸ τῆς ἐπόψεως τῆς διπλωματίας τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ τοῦτο, γνωσθὲν ἐνταῦθα, κατ’ ἀρχὰς ἐκ τηλεγραφήματος, κατόπιν δὲ ἐκ μεταφράσεως τῶν πρακτικῶν τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς, ἐγέννησε δικαίως φόβους, μήπως ἐν τῷ ἐπαίνῳ τούτῳ, τῷ ἀναγομένῳ εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἐπόψεως, ὅπως ἔδει νὰ κριθῇ ἐν Ἑλλάδι ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου στάσις καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος, ἐγέννησε, λέγω, φόβους μήπως ἡ στάσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν γένει ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ συμπεριφορὰ αὐτῆς ἐν τοιούτῳ ζητήματι, θίγοντι ἄμεσα τοῦ Ἑλληνισμοῦ συμφέροντα, δὲν ὑπῆρξεν οἵα ἔδει νὰ ὑπάρξῃ. Καὶ διὰ τοῦτο τὰ τῆς συζητήσεως ταύτης, γενόμενα γνωστὰ ἐν Ἑλλάδι, ἐπήνεγκον κατάπληξιν, πῶς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καταγγέλλεται (διότι καταγγελία εἶναι ἀπὸ τῆς ἐπόψεως τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν) ὡς ἧττον φιλελληνικὴ τοῦ Ἰταλοῦ Βουλευτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο μετ’ ἀγωνίας περιεμένοντο τὰ πρακτικὰ τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς, ἵνα λάβῃ ἕκαστος γνῶσιν ἀκριβῶς τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ Ἰταλοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Κατὰ συνέπειαν, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι, ἐνῷ παρέχω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐκαιρίαν νὰ δώσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς δεούσας ἐξηγήσεις, συγχρόνως φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ, ἵνα ἀκούσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ποίαν στάσιν ἐτήρησε καὶ εἰς ποίαν ἐνέργειαν προέβη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι θ’ ἀνακουφισθῇ, ἐλπίζω, ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος ἐκ τῶν ἐξηγήσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὧν ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω κατόπιν τὸν λόγον.

§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας ἀπεφήνατο ὅσα εἶπε περὶ τοῦ κ. Γκάλλι, στηριζόμενος ἐπὶ τῶν λόγων, οὓς ἐγὼ εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Δραγούμη. Ἐὰν οἱ λόγοι μου οἱ πρὸς τὴν Βουλὴν ἦσαν ἀφορμή, ἥτις ἔπεισε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε, νομίζω ὅτι οὐδεμίαν ἀφορμὴν ἔχω ἐγὼ, ἵνα ἀνησυχήσω, διότι ἐγὼ ἠγόρευσα πρὸς τὴν Βουλὴν, ἡ δὲ Βουλὴ ἔκρινε τοὺς λόγους μου, ὡς ἔδει νὰ κρίνῃ αὐτούς. Ἐὰν δὲ οὗτοι ἀλλαχοῦ κρίνωνται ἄλλως, τοῦτο δὲν εἶναι σφάλμα τοῦ εἰπόντος αὐτούς, οὔτε σφάλμα τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀνεγνώρισεν ἐν τοῖς λόγοις μου ὅσα ἐγὼ ἐνόουν ὅτι ἐνείχοντο ἐν αὐτοῖς. Ἐὰν ὅμως γεννῶνται ὑπόνοιαι, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου εἶπεν, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Τιττόνι, ἀνάγονται εἰς πράξεις ἢ εἰς σκέψεις ἢ εἰς ἀποφάνσεις τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι οἱ φόβοι οὗτοι οὐδεμίαν ἔχουσι βάσιν. Καὶ ἐπειδὴ ὁμιλῶ πρὸς τὴν Βουλήν, ἐνώπιον τῆς ὁποίας εἶναι ὑπεύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον ὅλον, προκαλῶ πάντα νὰ καταγγείλῃ πρᾶξίν τινα ἢ φράσιν τῆς ἐπισήμου γλώσσης τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἤθελεν ὑποληφθῆ, ὅτι δίδει ἀφορμὴν, ἵνα κριθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὡς ἔχουσα ὀλιγώτερον φιλελληνισμὸν τοῦ κ. Γκάλλι.

§117ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἤλπιζον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θὰ ἦτο ἐπαρκεστέρα, διότι οὗτος οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἀναφερθῇ εἰς ὅσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐξέθηκεν ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ἀλλ’ ἐκ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας καὶ ἐκ τῶν δημοσιευμάτων, συνεπείᾳ τῆς συζητήσεως ταύτης, τῶν γενομένων ἐν ταῖς ἰταλικαῖς ἐφημερίσιν, ἐγένετο γνωστόν, ὅτι ἐν ταῖς σκέψεσι τῶν Δυνάμεων ἐπῳάζει θεσμὸς διεθνής, ὡς ὀνομάζουσιν αὐτὸν, μέλλων νὰ ἐγκαθιδρυθῇ ἐν Κρήτῃ, θεσμὸς ἀφορῶν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, τήν τε οἰκονομικὴν καὶ τὴν διοικητικήν, τῆς μεγαλονήσου, ὁ δὲ Ἰταλὸς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀναφερόμενος ἀκριβῶς εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, ὅτι αὕτη ἀνεγνώρισεν, ὅσα ἐκεῖνος, ἀπαντῶν εἰς τὸν Ἰταλὸν Βουλευτήν, ἐξέθηκε.

§118Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν; Δὲν μᾶς ἀναγινώσκετε τὸ κείμενον;

§119ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὸ θὰ πράξω. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. Τιττόνι: «Ὀφείλω μίαν λέξιν καὶ περὶ τῆς Κρήτης εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσα εἶπον οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Γκάλλι καὶ Σαντίνι. Ἡ ἕνωσις, ἡ καὶ πάλιν ζητουμένη, τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἀδύνατος, ἰδίως διὰ τὸν ἀντίκτυπον, ὃν θὰ ἐγέννα ἐν τοῖς Βαλκανίοις. Οἱ Κρῆτες λησμονοῦσι πολὺ ἐλαφρῶς τὴν εὐγνωμοσύνην, ἣν ὀφείλουσι πρὸς τὰς Δυνάμεις, αἵτινες ἔδωκαν εἰς αὐτοὺς ἐλευθερίαν καὶ αὐτονομίαν, δημιουργοῦντες εἰς αὐτὰς στενοχωρίας κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ὁ ἀξιότιμος κ. Γκάλλι ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἦναι περισσότερον φιλέλλην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εὐσυνειδήτως ἀνεγνώρισε τοῦτο.» Τί ἀνεγνώρισε; Διότι ἀκριβῶς τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔφερεν εἰς στενοχωρίαν καὶ εἰς ἀγωνίαν πάντα τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον, ἡ ἀναγνώρισις ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν ἑρμηνεύσωμεν τὸ κείμενον ὡς ἐκτίθεται, βεβαίως ἡ ἀναγνώρισις αὕτη ἀναφέρεται εἰς τὸ ὅτι ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀδύνατος, διότι τοῦτο θὰ φέρῃ ἀντίκτυπον εἰς τὰ Βαλκανικὰ Κράτη, ὅτι οἱ Κρῆτες λησμονοῦσιν ἐλαφρῶς τὴν εὐγνωμοσύνην, ἣν ὀφείλουσι πρὸς τὰς Δυνάμεις, καὶ ὅτι παρέχουσιν εἰς αὐτὰς πράγματα καὶ στενοχωρίας κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Τοῦτο, φαίνεται ἐκ τοῦ κειμένου, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἰταλίας ἐνόει ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε· διότι, ἐὰν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἰταλίας ἀναφέρωνται εἰς ὅσα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἐκ τῶν λεχθέντων ἐκείνων δὲν δύναται νὰ συναχθῇ τοιαύτη ἀναγνώρισις.

§120Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει ν’ ἀνησυχῆτε καθόλου.

§121Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν εἶναι αὐτά;

§122ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶναι μετάφρασις ἐκ τῆς ἰταλικῆς ἐφημερίδος «Τριμπούνας.»

§123Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Περίληψις μᾶλλον.

§124ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μ’ ἐρωτᾶτε διὰ πρᾶγμα, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω.

§125Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Εἶναι οὐσιῶδες.

§126ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ «Τριμπούνα» ἀναφέρει τὰ πρακτικὰ, ὡς πᾶσαι αἱ ἐφημερίδες.

§127ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Εἶναι ἡμιεπίσημον ἰταλικὸν φύλλον.

§128Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως τὰ ἀναφέρει ὡς ἀναφέρουν τὰ ἰδικά μας πρακτικὰ αἱ ἑλληνικαὶ ἐφημερίδες.

§129ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς διαψεύδῃ, ὅτι ἐμεσολάβησέ τι, ἐκτὸς τῶν ἀνακοινώσεων, ἃς πρὸς τὴν Βουλὴν ἐποιήσατο...

§130ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τὸ εἶπε.

§131ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. .. τότε διαψεύδει ἐντελῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, καὶ τοῦτο δέον νὰ πιστοποιηθῇ.

§132ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.

§133Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλοίμονον, ἂν κρίνητε οὕτω!

§134ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν βλέπω ἄλλο τι, διότι δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλήν, λέγει πράγματα μὴ στηριζόμενα εἰς βέβαια γεγονότα, ἐμμέσως προσβάλλον ξένην Κυβέρνησιν.

§135Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλήν;

§136ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὄχι. Ἐγὼ φέρω τὸ κείμενον τῆς συζητήσεως τῆς γενομένης ἐν τῇ Ἰταλικῇ Βουλῇ, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἀντιτάσσει, ὅτι ἴσως τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Ἰταλοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἑρμηνεία τῶν λεχθέντων ὑπ’ αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.

§137Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ἐνδιαφέρει πολὺ ἡ χρονολογία τῆς συνεδριάσεως τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ὡμίλησεν ὁ κ. Τιττόνι. Διότι ἔχομεν δεδομένον, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος εὐηρεστήθη ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Βουλὴ σύσσωμος, ἔκ τε τῆς δεξιᾶς καὶ τῆς ἀριστερᾶς, ἐπεδοκίμασε τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀναφέρω μάλιστα, πρὸς τιμὴν τοῦ τέως κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὑπ’ αὐτοῦ ἐλέχθη, ὅτι ἐπιδοκιμάζει τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι, ὡσεὶ αὕτη ἀπήλαυε τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ. Ἐὰν ἡ ἡμερομηνία τῆς συνεδριάσεως τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς συμπίπτῃ νὰ ᾖναι ὀλίγον μεταγενεστέρα τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναγγελθέντων, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ταράξῃ τινὰ ἡ ἐνέργεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι, ἣν ὑπαινίσσεται ὁ κ. Τιττόνι, διότι ταύτην ἔχομεν γνωστήν, δεδηλωμένην, καθαράν, ἀπερίφραστον, ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὰς ὁποίας ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐθεώρησε πλήρεις, ὡς καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος πορείαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως σύμφωνον πρὸς τὸ καθῆκον αὐτῆς.

§138ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ δὲν ταράσσομαι.

§139Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἐταράχθη ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος.

§140ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαίως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ πιστοποιηθῇ, εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς οὐδὲν ἄλλο διάβημα προέβη ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἐξ ὅσων ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός, πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς καὶ τοῦ ἔθνους.

§141Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ζήτημα τίθεται καθαρώτατα. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας ἀπεκόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἰταλίας ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Πρόκειται περὶ τῆς ἐν τῇ Ἰταλικῇ Βουλῇ ἀγορεύσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἰταλίας εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Galli. Ἐλάβομεν γνῶσιν ἐκ τῶν ἰταλικῶν ἐφημερίδων τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἰταλίας, ἀλλὰ τινὲς τῶν κυρίων Βουλευτῶν διατείνονται, ὅτι τὰ γραφέντα ἐν ταῖς ἰταλικαῖς ἐφημερίσι δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι ταῦτα ἀκριβῆ ἢ δὲν εἶναι; Ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην εἶναι εὐχερής, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν Ρώμῃ δὲν διεβίβασεν ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ κείμενον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας. Ἑπομένως πρὸ πάσης συζητήσεως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἂν ἔχει τὸ κείμενον τοῦτο, καὶ ἂν ἔχῃ τοῦτο, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ τὸ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν ἔχει τὸ κείμενον τοῦτο, εἴτε διότι ἠμέλησεν ἡ ἐν Ρώμῃ Πρεσβεία νὰ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ κείμενον τοῦτο, εἴτε διότι μὴ ἀποσταλέντος τοῦ κειμένου ἠμέλησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ζητήσῃ τηλεγραφικῶς ἀμέσως τοῦτο, προτείνω ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρις οὗ ὑποβληθῇ τὸ κείμενον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας.

§142ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅπως οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες εἶπον, δὲν ἔχομεν βεβαίως τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς, ἔχομεν μόνον διδόμενα ἐκ διαφόρων ἐφημερίδων.

§143Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἷς λόγος ἀκόμη διὰ νὰ καταργηθῶσιν αἱ Πρεσβεῖαι.

§144ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν. Καὶ πῶς περιέγραψαν αὐτὸ αἱ ἐφημερίδες; Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς. Ἡ ἐφημερὶς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν τὰ ἠρανίσθη ὁ ἕτερος τῶν κυρίων προαγορευσάντων, ἔχει τὴν συζήτησιν κατὰ μετάφρασιν ἐκ τοῦ «Ἑσπερινοῦ Ταχυδρόμου» τοῦ Μιλάνου, ἐφημερίδος, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ διαδίδεται ὅτι φίλα φρονεῖ τῇ Ἰταλικῇ Κυβερνήσει, καὶ ἡ ὁποία λέγει κατὰ μετάφρασιν: «Αὐτὴ αὕτη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν ἐπὶ τοῦ παρόντος ὡς ἀδύνατον καὶ ἐπικίνδυνον τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος». Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διότι δύνασθε νὰ νομίσητε ὅτι ἐγὼ, ὡς ἀποτελῶν μέρος αὐτῆς, ἄγομαι ὑπὸ ἐγωϊσμοῦ, ἀλλ’ ἤθελον θεωρήσει κατώτερον ἐμαυτοῦ, ἐὰν ἤθελον νομίσει, ὅτι ἠδύνατο Ὑπουργὸς οἱασδήποτε Κυβερνήσεως Ἑλληνικῆς νὰ εἴπῃ τοιοῦτόν τι. Ἀλλ’ ἤθελον ὁμιλήσει περὶ ἄλλης ἐφημερίδος, ἥτις ἐπίσης θεωρεῖται ὡς φίλα φρονοῦσα τῇ Ἰταλικῇ Κυβερνήσει. Ἔχω τὴν «Τριμπούναν», ἡ ὁποία ἐν μεταφράσει ἰδοὺ τί λέγει: «Ὀφείλω νὰ εἴπω μίαν λέξιν περὶ Κρήτης πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους Γκάλλι καὶ Σαντίνι. Ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης, ἡ νῦν ζητουμένη, πρὸς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἀδύνατος, εἰδικῶς ἕνεκα τοῦ ἀντικτύπου, ὃν θὰ εἶχεν ἐπὶ τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου. Οἱ Κρῆτες λησμονοῦσι πολὺ ἐλαφρῶς τὴν εὐγνωμοσύνην, ἣν ὀφείλουσι πρὸς τὰς Δυνάμεις, αἵτινες ἔδωκαν αὐτοῖς ἐλευθερίαν καὶ αὐτονομίαν, παρέχοντες αὐταῖς τὴν στιγμὴν ταύτην δυσχερείας. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Γκάλλι, ἐλπίζω, δὲν θὰ θέλῃ νὰ ἦναι μᾶλλον φιλέλλην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις μετ’ εὐθύτητος τὸ ἀνεγνώρισε.» Τώρα εἰς τί ἀναφέρεται ἡ κρίσις αὕτη; Ἀναφέρεται εἰς τὴν φράσιν «ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης, ἡ νῦν ζητουμένη, εἶναι ἀδύνατος», ἢ εἰς τὸ ἕτερον κῶλον τῆς παραγράφου ἐκείνης περὶ τοῦ ἀντικτύπου, ὃν θὰ εἶχε νῦν ἐπὶ τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου; Ἀνεγνώρισεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὸ ἀδύνατον τῆς ἑνώσεως, ἢ τὸν ἀντίκτυπον ἐν τῇ Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ; Δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι δὲν παρέλειψα εὐκαιρίαν, ἵνα καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως παραστήσω εἰς τὰς Δυνάμεις, ὅτι ἡ μᾶλλον εὔλογος, ἡ μᾶλλον δικαία, ἡ μᾶλλον πρακτικὴ λύσις, ἥτις ἤθελε λύσει διὰ παντὸς τὰ ἑκάστοτε ἐγειρόμενα ζητήματα, εἶναι ἡ λύσις, ἣν ὑποδεικνύουσιν οὐ μόνον οἱ Κρῆτες, ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες πανταχοῦ, καὶ δὲν παρέλειψα νὰ παραστήσω, ὅτι ὁ ἀντίκτυπος ἐπὶ τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου, τὸν ὁποῖον ὑποδεικνύουσιν ὡς πρόσκομμα εἰς τὴν ἕνωσιν ταύτην, δὲν βασίζεται, ἐπικαλεσθεὶς, ὅτι τὸν ἀντίκτυπον αὐτὸν δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει αἱ Δυνάμεις, ὅτε τὸ 1885 ἐδίδετο ἄλλη λύσις ἐπὶ τῶν Βαλκανικῶν πραγμάτων, ἐνῷ τὸ Κρητικὸν ζήτημα ἦτο καὶ τότε ἐκκρεμές. Αὐτὸ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, καὶ θέλει ἔλθει ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐπισήμως θὰ βεβαιωθῇ.

§145Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξάγονται τὰ ἑξῆς· ὅτι τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη ἐκ τῆς ἰταλικῆς ἐφημερίδος «Τριμπούνας», εἶναι ἀκριβές, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠμφισβήτησε τὴν ἀλήθειαν τοῦ κειμένου, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἐβασίσθη ἐπὶ τοῦ κειμένου τῆς ἐφημερίδος ταύτης, ὅπως συζητήσῃ· ἀλλ’ ἵνα βασισθῇ ἐπὶ τοῦ κειμένου τῆς ἐφημερίδος, ἐγίνωσκεν, ὅτι ἡ ἐφημερὶς τὰ ἀκριβῆ ἔλεγεν. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις περὶ τούτου, λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ πᾶσα συζήτησις, μέχρις ὅτου λάβωμεν γνῶσιν τοῦ ἐπισήμου κειμένου. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις, ἔχομεν δικαίωμα νὰ θεωρήσωμεν ὡς μεταδίδοντα ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν τῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας λεχθέντων ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ἐν μεταφράσει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐν μεταφράσει ἐπανέλαβεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐκ τούτων ἐξάγονται τὰ ἑξῆς· ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Ἰταλικὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης καθίσταται ἀδύνατος λόγῳ τοῦ ἀντικτύπου τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης ἐπὶ τοῦ Μακεδονικοῦ ζητήματος· ἐξάγεται δεύτερον, ὅτι κατ’ αὐτὸν οἱ Κρῆτες ἐδείχθησαν ἀγνώμονες πρὸς τὰς Δυνάμεις, αἵτινες ἔδωκαν αὐτοῖς ἐλευθερίαν καὶ αὐτονομίαν, γεννῶντες εἰς αὐτὰς δυσχερείας· προσθέτει δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, ὅτι τοῦτο ἀνεγνώρισε καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου ἐδήλωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι οὔτε αὐτὸς οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισαν τοιοῦτόν τι... Ἀπέναντι τῆς δηλώσεως ταύτης πᾶσα συζήτησις πρέπει νὰ παύσῃ, διότι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἔχει οὐ μόνον τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀπαραίτητον καθῆκον νὰ δώσῃ πλήρη πίστιν εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος. (Ἐπιδοκιμασίαι).

§146ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἵνα μὴ ὑποληφθῇ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔπραξα πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν, ἵνα ἐξακριβώσω τὰ πραγματικῶς λεχθέντα, προσθέτω ὅτι, ὅτε ἔλαβον αὐτὰ τὰ κείμενα τῶν ἐφημερίδων, ἐζήτησα τηλεγραφικῶς ἀπὸ τὴν ἐν Ρώμῃ Πρεσβείαν πληροφορίας, αὕτη δὲ μοὶ ἐτηλεγράφησεν ὡς ἑξῆς: «Τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τὰ ἐστενογραφημένα δημοσιεύονται συνήθως μεταξὺ 10 καὶ 15 ἡμερῶν κατόπιν, ἀλλὰ κατὰ τὰς διαφόρους ἐφημερίδας, καὶ δὴ κατὰ τὴν «Τριμπούναν», φιλικὸν φύλλον τῆς Κυβερνήσεως, ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι «ὁ κ. Γκάλλι δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ᾖναι μᾶλλον φιλέλλην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις μετ’ εὐθύτητος τὸ ἀνεγνώρισεν...» Ἐννοεῖται, ὅτι καὶ πάλιν εὑρίσκομαι εἰς ἀμφιβολίαν, τί ἐννοεῖ ὁ Ὑπουργὸς ὅτι ἀνεγνώρισεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις· τὸν ἀντίκτυπον ἐν τῇ Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ; ἢ ὅτι οἱ Κρῆτες εἶναι ἀγνώμονες; ἢ ὅτι ἡ ἕνωσις πρὸς τὸ παρὸν εἶναι ἀδύνατος;

§147Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι ἀμφιβολία ἐγείρεται, ἂν ἡ κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἰταλίας ἀναγνώρισις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀναφέρεται εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς παραγράφου ἢ εἰς τὸ δεύτερον, ἂν τουτέστιν ἀναφέρεται εἰς τὸ ἀδύνατον τῆς ἑνώσεως ἢ εἰς τὸν ἀντίκτυπον, ὃν θὰ εἶχεν αὕτη ἐν Μακεδονίᾳ. Τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἀφοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδέποτε ἀνεγνώρισε τὸ ἀδύνατον τῆς ἑνώσεως λόγῳ τοῦ ἀντικτύπου αὐτῆς ἐπὶ τοῦ Μακεδονικοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παρατηρήσω, ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν μου, εὐθὺς ὡς ἀνέγνωσεν εἰς τὴν ἡμιεπίσημον ἐφημερίδα τῆς Ρώμης τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας λεχθέντα, ὤφειλεν ἀμέσως νὰ διατάξῃ τὸν ἐν Ῥώμῃ Ἕλληνα ἐπιτετραμμένον, ἵνα διαμαρτυρηθῇ παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ διὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ἐν τῇ Ἰταλικῇ Βουλῇ λεχθέντα. Διότι τὸ ζήτημα ἔχει ὑψίστην σπουδαιότητα· διότι ἀλλοίμονον, ἂν πιστευθῇ ἐν Εὐρώπῃ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει τὸ ἀδύνατον τῆς ἑνώσεως λόγῳ τοῦ ἀντικτύπου, τὸν ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ ἕνωσις ἐπὶ τοῦ Μακεδονικοῦ ζητήματος! Ἀλλοίμονον, ἂν πιστευθῇ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει, ὅτι ὑπάρχει συνάφεια μεταξὺ τῶν δύο ζητημάτων, καὶ ὅτι ἑπομένως τὸ Κρητικὸν ζήτημα δὲν δύναται νὰ λυθῇ ἀνεξαρτήτως τοῦ Μακεδονικοῦ! Τοῦτο ὤφειλεν εὐθὺς ἀμέσως νὰ πράξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἤλπιζον, ὅτι τοῦτο εἶχεν ἤδη πράξει, ἤλπιζον, ὅτι, ἀφοῦ ἔλαβε γνῶσιν τῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας λεχθέντων, ἤθελεν εἴπει σήμερον πρὸς ἡμᾶς, ὅτι εὐθὺς ὡς ἔλαβε γνῶσιν τούτων ἐποιήσατο τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν ἀνακριβειῶν, καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας ἀνεγνώρισεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ἐπανορθώσῃ τὰς ἀνακριβείας.

§148ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ νομίζετε ὅτι δύναμαι νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον λόγων Ὑπουργοῦ, μὴ ἐπισήμως βεβαιωμένων; Σᾶς ἐβεβαίωσα, ὅτι ἐζήτησα τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, καὶ μοὶ ἀπαντᾷ ὁ ἀντιπρόσωπός μας, ὅτι τὰ ἐπίσημα δὲν δημοσιεύονται, εἰμὴ μετὰ 10 ἢ 15 ἡμέρας κατόπιν τῶν συζητήσεων. Νομίζετε, ὅτι εἶμαι ἐξουσιοδοτημένος νὰ διαμαρτυρηθῶ πρὸς μίαν Κυβέρνησιν, ἐνόσῳ δὲν ἔχω κείμενον ἐπίσημον; Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξα, εἶναι ἐκεῖνο τὸ θετικὸν, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον εἶχον, νομίζω ὅτι ἐδικαιούμην νὰ πράξω.

§149ΣΤΕΦ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἐν Ῥώμῃ ἀντιπροσώπου;

§150ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τῆς προχθὲς, 5 Μαΐου, ὥρᾳ 12½ μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἔφθασε δὲ χθὲς, 6 Μαΐου.

§151Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ πάλιν νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ἐν δικαίῳ, διατεινόμενος ὅτι ἀδύνατον νὰ διαμαρτυρηθῇ, ἐπειδὴ δὲν εἶχε τὸ αὐθεντικὸν κείμενον. Δὲν πρόκειται περὶ ἐγγράφου διαμαρτυρίας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, εὐθὺς ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνέγνωσε τὰ ἐν ταῖς ἰταλικαῖς ἐφημερίσι γραφέντα ὡς λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, — ἔλαβε δὲ γνῶσιν τούτων τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην, μεθ’ ὅλην τὴν δῆθεν ἀμέλειαν τοῦ ἐν Ῥώμῃ ἀντιπροσώπου μας, — ἠδύνατο νὰ διατάξῃ τὸν ἐπιτετραμμένον, ἵνα ἴδῃ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ παρατηρήσῃ αὐτῷ, ὅτι αἱ ἰταλικαὶ ἐφημερίδες, ἀναφέρουσαι τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, μνημονεύουσι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον καιρίως προσβάλλει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, παρακαλέσῃ δὲ τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ, ἂν περιέπεσαν εἰς λάθος αἱ ἐφημερίδες αἱ ἀναγράφουσαι τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως ταύτης, καθ’ ὃν τρόπον ἀνέγραψαν ταῦτα. Καὶ θὰ εἶχε τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, ὁ ὁποῖος ἀπέναντι τῆς δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἣν ἠκούσαμεν σήμερον, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ δεχθῇ, ὅτι περιέπεσαν αἱ ἐφημερίδες εἰς πλάνην. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν ὁποίαν πάντες ἠκούσαμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην, διαψεύδει ἀπολύτως τὴν δήλωσιν, ἣν αἱ ἰταλικαὶ ἐφημερίδες ἀναγράφουσιν ὡς γενομένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας. Ἐπειδὴ δὲ ἀδυνατῶ νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας εἶπεν, ὅτι ἐγένετο δήλωσις ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐδέποτε ἐγένετο, ἕπεται, ὅτι αἱ ἐφημερίδες, καὶ αὐταὶ ἀκόμη αἱ θεωρούμεναι ἡμιεπίσημοι, ἀνέγραψαν ἐσφαλμένως τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς, καὶ τὸ σφάλμα τοῦτο ἤθελε βεβαίως προθύμως ἀναγνωρίσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, καὶ τὸ ζήτημα ἤθελε λάβει τὴν προσήκουσαν λύσιν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ παρατηρήσω αὐτῷ, ὅτι, προκειμένου περὶ ζητήματος ὑψίστης σπουδαιότητος, παρέλειψε νὰ προβῇ εἰς τὸ διάβημα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον οὐ μόνον τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος ὁλοκλήρου ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὸν νὰ προβῇ, ὅπως ἀρθῇ πᾶσα παρεξήγησις.

§152ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, καίτοι ἐπὶ 14 ἔτη συνεχῶς ἐν τῇ Βουλῇ εὑρίσκομαι, καὶ οὐχὶ σπανίως ἀνέρχομαι τὸ βῆμα τοῦτο, οὐδέποτε εὑρέθην εἰς δυσχερεστέραν στιγμὴν ἐν τῷ πολιτικῷ μου σταδίῳ, διότι αἰσθάνομαι τὸν μέγαν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχω, συζητῶν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, νὰ δυσχεράνω ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὀφείλω δὲ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν σκοπῶ νὰ ψέξω τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ δώσω ἑπομένως εἰς αὐτὴν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἔχω τὴν γνώμην μάλιστα, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἐφηρμόζετο τὸ ἄρθρον 33 τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὸ 55 τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἡ Βουλὴ διασκεφθῇ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλοὶ φρονοῦσιν, ὅτι αἱ μυστικαὶ συνεδριάσεις εἶναι ἐπιβλαβεῖς, δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην ταύτην. Πρὸς ἐπίρρωσιν ὅμως τῆς ἐκφρασθείσης γνώμης μου περὶ τοῦ δυσχεροῦς τῆς ἐξετάσεως τοῦ θέματος, παρατηρῶ μετὰ λύπης, ὅτι οὐχὶ μικρὰν βλάβην ἐπέφεραν εἰς τὸ Κρητικὸν ζήτημα πολλοὶ τῶν διαπραγματευθέντων αὐτὸ δημοσίᾳ. Δὲν ἀποκρύπτω δὲ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐκ τοιούτων μελετῶν ἢ ἐξ ἀνακοινώσεων, αἵτινες ἐγένοντο, ἴσως κατ’ ἐντολὴν, ἔλαβεν ἀφορμὴν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας νὰ δηλώσῃ ὅσα ἐδήλωσε τερατώδη κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· διότι καὶ ἐγὼ βεβαίως δὲν παραδέχομαι, ὅτι Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ, οἱαδήποτε, εἶναι δυνατὸν νὰ διαπράξῃ ὅσα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας κατήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 12 Μαΐου, ἡ ὁποία ἀναγράφεται ἐν τῷ φύλλῳ τῆς 13 Μαΐου τῆς «Tribuna», τῆς ἡμιεπισήμου ἐφημερίδος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας. Τὸ Κρητικὸν ζήτημα, Κύριοι, τὴν στιγμὴν ταύτην ἴσως διεξέφυγε τὸν μέγιστον τῶν κινδύνων, οὓς ἀπὸ τοῦ 1898 διέτρεξε. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἔχει γνῶσιν τοῦ γεγονότος, ἀλλὰ, καίτοι διεφύγομεν μέγιστον κίνδυνον, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν νὰ κρίνωμεν τοὺς ὁπωσδήποτε συντελέσαντας νὰ περιαχθῶσι τὰ τῆς Κρήτης εἰς ἣν εὑρίσκονται σήμερον κατάστασιν. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φιλίως διάκεινται καὶ φίλα φρονοῦσι πρὸς τὸν Ὕπατον Ἁρμοστὴν τῶν Δυνάμεων ἐν Κρήτῃ. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον δὲν ἀποδέχομαι τὴν ἀποδοθεῖσαν εἰς αὐτὸν ἀντεθνικὴν ἐνέργειαν. Τοὐναντίον μάλιστα φρονῶ, ὅτι καὶ ὡς Ἕλλην ἐπιθυμεῖ, ἐνεργεῖ καὶ ἐπιδιώκει ὅλαις δυνάμεσι τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἐθνικοῦ πόθου. Ἀλλ’ ἐπίσης δὲν ἀποδέχομαι τὴν μορφὴν, τὴν ἀποδοθεῖσαν εἰς τοὺς θεωρουμένους — κακῶς κατ’ ἐμὲ — ἀντιπάλους αὐτοῦ, διότι καὶ ἐκεῖνοι εἶναι ἐξ ἴσου πατριῶται, καὶ ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν εἰς τὰς ἐνεργείας αὑτῶν ἔχουσι, τὴν ἀποκατάστασιν τὴν ἐθνικήν.

§153Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Διαφωνοῦσιν ὅμως αὐτοὶ πρὸς τὸν Πρίγκηπα.

§154ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν κατάλληλος ἐνέργεια, γινομένη ἐπικαίρως, δὲν ἤθελε τὴν διαφωνίαν ταύτην διασκεδάσει. Δὲν ἠξεύρω, ἂν κατάλληλος ἐνέργεια, γινομένη καὶ νῦν, δὲν ἤθελεν ἔχει εὐχάριστα ἀποτελέσματα. Δὲν νομίζω δὲ ἐγὼ, ὅτι παρῆλθε καὶ ἡ κατάλληλος αὕτη στιγμὴ, τὴν ὁποίαν πάντες εὐχόμεθα. Γινώσκω ὁποῖαι κατεβλήθησαν ἐντεῦθεν προσπάθειαι, ἵνα διαιρεθῇ ἡ Κρήτη εἰς δύο στρατόπεδα, εἰς στρατόπεδον ζητούντων νῦν τὴν ἕνωσιν, καὶ εἰς στρατόπεδον ζητούντων τὴν προσωρινὴν ἀναβολὴν τῆς ἑνώσεως. Μετὰ λύπης δὲ λέγω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶδον ἀντίγραφον ἐπιστολῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἐπισήμως ἐζητεῖτο ἀπὸ τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Κρητικῆς Βουλῆς νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἡ γνώμη τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Κρητικῆς Βουλῆς εὐθὺς μετὰ τὴν ἀπάντησιν τῶν Δυνάμεων εἰς τὸ ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως ψήφισμα αὐτῆς, ἔστω καὶ ἂν ἡ ἀπάντησις αὕτη ἦτο δυσμενὴς διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀποκατάστασιν.

§155Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχετε τὸ ἀντίγραφον;

§156ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ διαβεβαίωσίς μου εἶναι ἀρκετή.

§157ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνόησα τὸ πρᾶγμα.

§158ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἐγώ.

§159ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἐγένοντο ἐνέργειαι ἐντεῦθεν, ὅπως ἡ Κρητικὴ Βουλὴ πεισθῇ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας της. Ἐγένοντο ἐνέργειαι τοιαῦται, ὥστε ὁ νῦν Πρόεδρος αὐτῆς προσῆλθε πρὸς ξένον ἐν Κρήτῃ ἀντιπρόσωπον μιᾶς ἐκ τῶν τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ διεβεβαίωσεν αὐτὸν, ὅτι μετὰ τὴν ἀρνητικὴν ἀπάντησιν τῶν Δυνάμεων ἡ Βουλὴ θὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς! Ἐὰν τὰ ἀτυχῆ ταῦτα διαβήματα δὲν ἐλάμβανον χώραν, ἴσως σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς εὐτυχεῖς στιγμάς. Ἐὰν πείσματα καὶ φόβοι δὲν εἶχον ἐμφιλοχωρήσει εἰς τὸ ὕψιστον τοῦτο τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων, ἴσως εὑρισκόμεθα ταύτην τὴν στιγμὴν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἑνώσεως. Ἀλλὰ, καίτοι ἔλαβον πάντα ταῦτα χώραν, φρονῶ ὅτι ὑπάρχει ἀκόμη στάδιον κατάλληλον ἐνεργείας, οὐ μόνον διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ δι’ ἡμᾶς πάντας καὶ τὸ Ἑλληνικὸν σύμπαν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνονται τοῦ ζητήματος ἀπὸ ἐθνικῆς ἐπόψεως.

§160Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ποίους ὑπονοεῖτε, κύριε Στάη;

§161ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ προσέξητε...

§162Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ἐπρόσεξα.

§163ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. .. καὶ τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ παρακολουθήσητε, θὰ ἐβλέπετε ὅτι πανθ’ ὅσα λέγω εὐκόλως εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῶσιν. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι, καίτοι τὸ Κράτος εὑρίσκεται ὑπὸ οἰκονομικὰς δυσχερείας καὶ περιστάσεις ἀνωμάλους, ἐν τούτοις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συνενώσῃ ἅπασαν τὴν ἐθνικὴν αὑτοῦ δύναμιν, ὅπως δράσῃ ἀποτελεσματικῶς ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης ταύτην τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν πανταχόθεν ἀκούομεν, ὅτι ἡ Κρήτη θὰ δοθῇ ποτὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς ἀντιστάθμισμα κατὰ τὸν διακανονισμὸν τοῦ Βαλκανικοῦ ζητήματος, τουτέστι κατὰ τὴν διανομὴν τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἀλβανίας! Ἡ ἀπαισία αὕτη ἰδέα δὲν ἀκούεται νῦν τὸ πρῶτον. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἠκούσαμεν ἐκ διακεκριμένου Γάλλου διπλωμάτου, φίλα φρονοῦντος πρὸς ἡμᾶς, ὅτι καιρὸς εἶναι νὰ καταβάλῃ πάσας τὰς ἐνεργείας καὶ τὰς δυνάμεις αὐτῆς ἡ Ἑλλάς, ἵνα μὴ τὸ δόγμα τῆς ἰσορροπίας ἐπὶ τοῦ Αἵμου εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος πραγματοποιηθῇ. Ἐγὼ δὲ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐλυπήθην, ὅτε τὸ πρῶτον ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἀκριβῶς, δηλώσαντος, εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Δραγούμη, ὅσα ἐδήλωσε· λυποῦμαι, εἶπον, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐδόθη τραῦμα καίριον κατὰ τοῦ ἐθνικοῦ ἐν Κρήτῃ κινήματος. Ἐνῷ εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν πάντες νὰ ἴδωμεν, ὅτι οἱ ἐν Θερίσῳ δὲν ἀντιπροσωπεύουσι μόνον τοὺς ἐν Θερίσῳ, ἀλλ’ ἅπασαν τὴν ὕπαιθρον τῆς Κρήτης χώραν, ἐνῷ εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἴδωμεν, ὅτι προσπάθειαι κατεβάλλοντο μεγάλαι, ἵνα περιορίσωσι τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ αἰσθήματος τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ ὑπὲρ τοῦ κινήματος τῶν ἐν Θερίσῳ, καὶ ὅτι μολονότι κατεβλήθησαν τοιαῦται προσπάθειαι οὐ μόνον τὰ αἰσθήματα τῶν ἐν τῇ ὑπαίθρῳ χώρᾳ δὲν ἐμειώθησαν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐν αὐταῖς ταῖς πόλεσι καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς Χανίοις, ὅπου εὑρίσκεται ἡ Διοίκησις τῆς Κρητικῆς Πολιτείας, ὅπου τὰ ξένα στρατεύματα κατ’ ἐξοχὴν δρῶσι· δὲν κατωρθώθη νὰ καταπνιγῇ τὸ μέγα ἐθνικὸν αἴσθημα τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον μικροῦ δεῖν ἔρριπτε τοὺς ἀντιφρονοῦντας εἰς τὴν ἐγγὺς κειμένην θάλασσαν. Καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐπωφελήθημεν τῆς εὐκαιρίας ταύτης, καὶ ἐν τούτοις ἐκηρύχθημεν πάντες ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν οὐχὶ τῶν ἐν Θερίσῳ, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀντιπροσωπεύει ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κρητικῆς Βουλῆς! Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις μὴ παρακολουθήσας ἐπισταμένως τὰ ἐν Κρήτῃ λαμβάνοντα χώραν. Δὲν πιστεύω νὰ μὴ ἔλαβον πάντες γνῶσιν, ὅτι ὑπῆρξαν ἐν Κρήτῃ καὶ οἱ φρονοῦντες, ὅτι τὸ κίνημα τῶν ἐν Θερίσῳ ὑπεκινεῖτο ὑπό τινων ἀντιπροσώπων τῶν ξένων Δυνάμεων ἐν Κρήτῃ. Δὲν πιστεύω νὰ ἀγνοῆτε, ὅτι ξένος δάκτυλος θεωρεῖται ὅτι προσπαθεῖ ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ διαιρέσῃ τὴν Κρήτην εἰς δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα. Ἐὰν δὲ τὰς τοιαύτας πληροφορίας συνδέσητε μὲ τὰς δηλώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι σκευωρία μεγίστη πλέκεται κατὰ τῆς Κρήτης, δι’ ἧς θέλουσι νὰ κατατάξωσι τὴν Κρήτην εἰς ἣν κατηγορίαν κατέταξαν τὴν Μακεδονίαν. Δὲν πιστεύω νὰ ἀγνοῆτε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας ἐδήλωσεν, ὅτι πρόκειται ν’ ἀποσταλῶσιν οἰκονομικοὶ καὶ διοικητικοὶ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων παρὰ τῷ Πρίγκηπι, κατὰ τὴν μέθοδον τὴν ἐφαρμοσθεῖσαν ἐν Μακεδονίᾳ. Ἐὰν συμβῇ τοῦτο, ἀπώλετο ἡ Κρήτη διὰ πολλὰς δεκαετηρίδας, ἵνα μὴ εἴπω διὰ παντός! Ἐλπίζω εἰς τὴν ἐγνωσμένην, τὴν ὑπέροχον φιλοπατρίαν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία οὐδέποτε θέλει ἐπιτρέψει τοιοῦτον πραξικόπημα. Δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ Εὐρώπη θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν γενναῖον Κρητικὸν λαόν, εἰς λαὸν 350,000 ψυχῶν, οὐδὲν ἄλλο ζητοῦντα ἢ τὴν ἐλευθερίαν του. Δὲν ἀποδέχομαι τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν ὡς δύναμιν ἀσήμαντον τὴν δύναμιν τῆς κοινῆς γνώμης ἐν Ἑσπερίᾳ, διότι παρετήρησα ὅτι διεταράχθησαν οἱ κύκλοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας εὐθὺς ὡς καὶ εἷς μόνος Βουλευτὴς ἠγέρθη νὰ ὁμιλήσῃ ὑπὲρ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν προαιωνίων πόθων τῶν Κρητῶν, διότι βλέπομεν τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Ἑσπερίας συγκλονουμένην, προκειμένου περὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν λαῶν. Παρήλθον οἱ χρόνοι, κατὰ τοὺς ὁποίους οἱ λαοὶ διηυθύνοντο διὰ σατραπικῶν μέσων. Ἔστε βέβαιοι, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις τῶν λαῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διοικοῦνται κοινοβουλευτικῶς καὶ συνταγματικῶς, δὲν εἶναι διατεθειμέναι νὰ προβῶσιν εἰς πραξικοπήματα, — διότι βεβαίως ἡ παρακώλυσις τῆς ἐκπληρώσεως τῶν προαιωνίων πόθων τῶν Κρητῶν πραξικόπημα εἶναι. — Ἔχομεν ἄλλως τε καὶ ἀποδείξεις, ὅτι ἡ σύμπνοια καὶ ἡ ὁμοφωνία οὐ μόνον τῶν τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων ἐν Κρήτῃ, ἀλλὰ καὶ τῶν ἕξ Εὐρωπαϊκῶν Μεγάλων Δυνάμεων πρὸς ἐπιβολὴν πάσης ἀποφάσεως ἐν Κρήτῃ δὲν εἶναι καὶ τόσον εὐχερὴς, ὥς τινες φαντάζονται. Δὲν θέλω νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δηλώσαντος ἕν τινι συνεντεύξει αὑτοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ὁμοφωνία· δὲν ἔχω ἀνάγκην αὐτῆς, διότι βλέπω αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ λαμβάνοντα χώραν ἐν Κρήτῃ. Ἀλλ’ ἐὰν ταύτην τὴν στιγμήν, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, δὲν ἐπωφεληθῶμεν ἡμεῖς, — δὲν λέγω δὲ μόνον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ, ἀλλὰ σύμπαν τὸ Ἑλληνικόν, — ὑπὲρ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, βεβαίως θὰ διαπράξωμεν σφάλμα μέγιστον. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἀποκρύψω, ὅτι καὶ ἐγὼ ἤμην εἷς ἐκ τῶν φρονούντων κατὰ τοῦ κινήματος τῶν ἐν Θερίσῳ, πρὶν ἢ τοῦτο ἐκραγῇ. Ἔχω μάλιστα ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω καὶ διαβεβαιώσω, ὅτι καὶ συνεβούλευσα, ὅπως τὸ κίνημα μὴ λάβῃ χώραν, διότι αἱ περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος, αἱ οἰκονομικαὶ πρὸ πάντων, δὲν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπιτρέψωσιν αὐτῇ, ἐν ἐνδεχομένῃ περιστάσει, νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς πρὸς πραγματοποίησιν τῶν κοινῶν πόθων. Μετὰ τὴν ἔκρηξιν ὅμως τοῦ κινήματος, μετὰ τὴν ὑποστήριξιν αὐτοῦ ἐκ μέρους τοῦ διακεκριμένου πολίτου τῆς Κρήτης, τοῦ ἰατροῦ κ. Σφακιανάκη, μετὰ τὴν ὑποστήριξιν συμπάσης τῆς ὑπαίθρου χώρας, νομίζω, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς πάντας νὰ ταχθῶσιν ὑπὲρ τῶν ἐν Θερίσῳ, μάλιστα νῦν, ὅτε σκευωρεῖται ἡ μεγίστη καταστροφὴ κατὰ τῶν πόθων τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ καὶ σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ. Ἔχω πληροφορίας, τὰς ὁποίας δυστυχῶς δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ μεταδώσω, ὅτι ἡ σκευωρία αὕτη ματαιοῦται, ὅτι τὰ πράγματα δὲν βαίνουσιν εἰς ὄλεθρον, ὡς ἐφαίνοντο, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται τὴν στιγμὴν ταύτην δρᾶσις καὶ στάσις ἀνδρική.

§164ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐγνωρίζομέν τι περισσότερον περὶ αὐτῶν.

§165ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ μεταδώσω πλείω. Ἀλλ’ ἐγὼ, ὡς ἁπλοῦς πολίτης, οὐδὲν ἐπίσημον καὶ αὐθεντικὸν δύναμαι νὰ μεταδώσω. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ὅσα λέγω ταύτην τὴν στιγμήν, τὰ λέγω, ἵνα ἐνισχύσω τὴν Κυβέρνησιν — καίτοι ἴσως δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐμῆς ἐνισχύσεως — εἰς τὴν μᾶλλον ἐνεργὸν δρᾶσιν, προκειμένου περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἵνα ἐνισχύσω καὶ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ — ἐὰν ἦναι ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι μου — ἐγκαταλιμπάνουσα τὴν διεύθυνσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος εἰς χεῖρας ἄλλων, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὡς ἐλέχθη πρὸ ἡμερῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ εἰς πάντας τὴν γνώμην αὐτῆς, πάντες δὲ πρὸς τὴν γνώμην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ὑποτάξωσι τὰς ἐνεργείας αὐτῶν. Δὲν λησμονῶ δὲ, ὅτι ὁ μέγας ἀνὴρ τῆς Ἀγγλίας, ὁ μέγας φιλέλλην, εὐθὺς μετὰ τὸ καθεστὼς τοῦ 1898 ἐν τῷ περιφήμῳ ἐκείνῳ φυλλαδίῳ ἐγνωμάτευσεν, ὅτι τὸ καθεστὼς τῆς Κρήτης δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ μακρὸν χρόνον νὰ ἰσχύσῃ, ἡ δὲ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν σώφρονα ἐνέργειαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν πατριωτισμὸν τῶν Κρητῶν ἐναπόκειται. Περὶ τοῦ δευτέρου δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία. Περὶ τοῦ πρώτου ἐπιφυλαττόμεθα ἐν καιρῷ νὰ κρίνωμεν.

§166Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ἀνακρίβειά τις τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος μὲ ὑποχρεοῖ ν’ ἀπασχολήσω δι’ ὀλίγων τὴν Βουλήν, διότι παρακολουθῶ τὰ πράγματα τῆς Κρήτης ἐκ τοῦ σύνεγγυς, ὡς πάντες οἱ πολιτευόμενοι ἐν Ἑλλάδι ὀφείλομεν νὰ τὰ παρακολουθῶμεν. Ἠκούσαμεν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ λέγοντος, ὅτι ἐγένοντο ἐντεῦθεν, ὡς μὴ ὤφελε, συμβουλαὶ ἢ ἐγένοντο παρορμήσεις ν’ ἀκολουθήσωσιν οἱ πολιτικοὶ τῆς Κρήτης οὐχὶ τὴν γνώμην τῶν ἐν Θερίσῳ, ἀλλὰ τὴν γνώμην τῶν περὶ τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Κρητικῆς Βουλῆς, τοιοῦτος δὲ εἶναι ὁ ὑπέροχος πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς Κρήτης κ. Μιχελιδάκης. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, τὸν πατριωτισμὸν πάντων τῶν ἐν Κρήτῃ ἐν τῇ πολιτικῇ δρώντων. Πάντες ὁρμῶνται καὶ ἐμπνέονται ἐκ τοῦ ἐνθέου ἐκείνου ἐνθουσιασμοῦ ὑπὲρ τῆς πατρίδος των, τὸν ὁποῖον βλαστάνει ἡ γῆ τῆς Κρήτης, ποτισθεῖσα διὰ χειμάρρων αἱμάτων ἐπὶ σειρὰν ἑκατονταετηρίδων. Τὸ δένδρον τοῦτο φύεται εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν γῆν, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν Κρήτην, ποτιζόμενον διὰ τοῦ αἵματος τῶν ἡρώων, τῶν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας καὶ ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ θυσιαζομένων. Οὐδένα λοιπὸν πρόκειται ν’ ἀδικήσω. Εἰς πάντας ἀναγνωρίζω πατριωτισμόν. Καὶ εἰς τοὺς ἐν Θερίσῳ καὶ εἰς τοὺς διερμηνεύοντας ἐπὶ τὸ νομοταγέστερον τὸ φρόνημα τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Καὶ οἱ περὶ τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Κρητικῆς Βουλῆς, ὡς καὶ οἱ ἐν Θερίσῳ ὁρμῶνται ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ πατριωτικοῦ ἐνθουσιασμοῦ· τοὺς ὠθεῖ ὁ πόθος, τοὺς ὠθεῖ ἡ ἰδέα ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἀποσκορακιστέος λοιπὸν πᾶς ὑπαινιγμός, οἷος ὁ ῥηθείς, ὡς μὴ ὤφελε, καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ὅτι δυνατὸν οἱ πολιτευόμενοι ἐν Κρήτῃ νὰ ἦναι ὄργανα ξένης ἐπιρροῆς, ἢ ὅτι ἐλησμόνησαν τὰ καθήκοντά των πρὸς τὴν Πατρίδα.

§167ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἐλέχθη τοιοῦτό τι.

§168Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Τὰ ὑπηνίχθητε ὡς ὑπ’ ἄλλων λεχθέντα· δὲν τὰ υἱοθετήσατε, ἀλλὰ τὰ εἴπετε.

§169ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μὴ ἐπιμένετε νὰ θέτητε εἰς τὸ στόμα μου λέξεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶπον.

§170Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐλέχθη, ὅτι κακολογοῦνται ὅτι ἴσως ἐχρησίμευσαν ὡς ὄργανα ξένης Δυνάμεως.

§171ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρ’ ἐμοῦ;

§172Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ὄχι· σεῖς δὲν τὰ ἀπεδέχθητε, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐρρήθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, ὅτι ἀδίκως οὕτω κακολογοῦνται οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Κρήτης.

§173Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὄχι· δὲν τὰ εἶπεν.

§174Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Δὲν τὰ υἱοθέτησεν, ἀλλὰ τὰ εἶπε· καί, ὡς προεῖπον, αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνωνται ἐνταῦθα, οὔτε ὡς λεγόμενα ὑπ’ ἄλλων, ὡς ἀνάξια ἀντικρούσεως. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τοῦ ὅτι οἱ διϊστάμενοι ἐν Κρήτῃ εἶναι ὄργανα τοῦ μὲν ἰδιοτελῆ, ἢ μίσθαρνα ὄργανα τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν μέσων πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ κοινοῦ σκοποῦ. Ἰδοὺ κατὰ τί διΐστανται· οἱ μὲν ἀκολουθοῦντες τὰς ὑποδείξεις τῆς νομιμοφροσύνης λέγουσιν, ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς ἐκδηλώσεως τοῦ αἰσθήματος τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη. Ὄχι μόνον ἐν Θερίσῳ, ἀλλ’ ὁπουδήποτε καὶ ἂν γείνῃ λόγος, ὁλόκληρος ἡ Κρήτη, ἡνωμένη, ἀδιάσπαστος ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν μίαν καὶ μόνην δεσπόζουσαν ἰδέαν, τῆς ἑνώσεως. «Ἀδιαφοροῦμεν, λέγουσιν, ἂν ἡ φωνὴ ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως προέρχεται ἐξ ἐπισήμου προσώπου ἢ ἰδιώτου· ὅλοι ἔχομεν τὸν αὐτὸν πόθον, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸν ἐκδηλῶμεν πανταχοῦ καὶ πάντοτε μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς ἡμῶν». Οἱ δὲ, λέγοντες «ἕνωσιν», καὶ ἐργαζόμενοι ὑπὲρ αὐτῆς, ὁλοψύχως προκρίνουσι νὰ λάβωσι καὶ τὰ ὅπλα, ὅπως ἐμφανέστερον καταδηλώσωσι τοὺς πόθους των. Οἱ περὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κρητικῆς Βουλῆς καὶ ἄλλως καὶ ἀπὸ τῶν στηλῶν τῶν ἑλληνικῶν ἐφημερίδων διελάλησαν: «ἀσπαζόμεθα μὲν τὴν ἰδέαν τῆς ἑνώσεως καὶ διαδηλοῦμεν τὸν πόθον ἡμῶν ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλὰ τὴν ἐπιδίωξιν αὐτῆς διὰ τῶν ὅπλων νῦν δὲν τὴν στέργομεν.»

§175Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ἐὰν περιορισθῶμεν εἰς εὐχὰς, θ’ ἀναμείνωμεν ἐπὶ πολύ.

§176Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Λοιπὸν θέλετε πόλεμον! Καὶ κατὰ τίνων θὰ λάβωμεν τὰ ὅπλα;

§177Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Δὲν θέλομεν πόλεμον, θέλομεν ἔνοπλον διαμαρτυρίαν.

§178Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ὅταν ἔχωμεν ὁμόφωνον τὴν θέλησιν τῶν Δυνάμεων, τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν; Θὰ ἐξακολουθήσωμεν κρατοῦντες τὰ ὅπλα; πολεμοῦντες; Τίνας; τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις; ἢ τοὺς ἀδελφούς μας; Διασαλεύοντες τὴν τάξιν; Οὕτως ἐξυπηρετοῦμεν τὸν σκοπόν μας;

§179Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Ὥστε ἐκδίδετε ἀπόφασιν καταδικαστικήν;

§180Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ἐκφράζω τὴν γνώμην μου, ὅτι, ὡς ἀντελήφθην τὰς γνώμας τῶν πολιτικῶν τῆς Κρήτης, οὐχὶ ὁ σκοπὸς, ἀλλὰ τὰ μέσα διαιροῦσιν αὐτούς. Οἱ μὲν λέγουσι «νὰ ἐκδηλῶμεν εἰρηνικῶς τὸ φρόνημά μας», οἱ δὲ προβαίνουσι περαιτέρω: «ναὶ, ἀλλὰ νὰ λάβωμεν καὶ ἔνοπλα μέτρα πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ πόθου μας». Τὸ δεύτερον δὲν τὸ δέχονται οἱ ἄλλοι, μολονότι πάντες, ἐπαναλαμβάνω, ἐμφοροῦνται ἀπὸ τὸ αὐτὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ, χωρὶς νὰ ὁρμῶνται ἀπὸ ἄλλας πλαγίας σκέψεις.

§181ΠΟΛΛΟΙ. Ἡ γνώμη σας εἶναι μοναδική.

§182Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ Κρητικὸν ζήτημα, Κύριοι, εὑρίσκεται εἰς τὸ μᾶλλον κρίσιμον σημεῖον, ὥστε ἀνάγκη ἀναπόδραστος ἐπιβάλλει πρὸς πάντας ἡμᾶς, πρὸς ἅπαντα τὸν Ἑλληνισμόν, ἵνα μίαν καὶ μόνην γνώμην ἔχωμεν, τασσόμενοι παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς ἐπισήμου Κυβερνήσεως, ὅτε ἡ ἐπίσημος Κυβέρνησις τὴν γνώμην ταύτην ἀναμφισβητήτως ἐκπροσωπεῖ. Ὀφείλω ὅμως, Κύριοι, νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀνακινηθὲν ζήτημα ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, διότι, ἂν μή τι ἄλλο, πρέπει, νομίζω, καὶ ἐκ τοῦ ἐπισήμου βήματος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς νὰ ἐγερθῇ φωνὴ διαμαρτυρίας δι’ ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας εἶπε. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσῃ κανεὶς, ὅτι, ὅτε τὸ πρῶτον καθιδρύθη τὸ καθεστὼς τὸ ὑπάρχον σήμερον ἐν Κρήτῃ, ὑπῆρχε μία κοινὴ πεποίθησις καὶ γνώμη παρ’ ἅπασι τοῖς λαοῖς τῆς Εὐρώπης, ὅτι τὸ καθεστὼς τοῦτο ἔδει νὰ ἦναι προσωρινόν, καὶ τὴν πεποίθησιν ταύτην ἐξεδήλωσαν μεγάλοι πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ. Ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ προσωρινοῦ καθεστῶτος, τοῦ ὁποίου ἡ προσωρινότης βεβαίως δὲν ἐξαρτᾶται ἀπολύτως ἐξ ἡμῶν ἢ ἐκ τῶν Κρητῶν, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται πάντως ἐκ τῆς κοινῆς ἐνεργείας ἡμῶν τε καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίζωσιν ἐπὶ τοιούτων θεμάτων. Δὲν γνωρίζω τίνες εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν ἐν Κρήτῃ τελευταίως τὴν γενικὴν ἐξέγερσιν, οὐδὲ θέλω νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους τούτους, διότι οἱ λόγοι οὗτοι ἕνα ἔχουσιν ἅγιον σκοπὸν, τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν ὑπάρχει ἐν Κρήτῃ οὔτε εἷς ἄνθρωπος, εἴτε Κρὴς εἴτε Ἕλλην παρεπιδημῶν ἐν Κρήτῃ, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ αὐτὸν τὸν ἅγιον πόθον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Τὸ ζήτημα ἐγεννήθη, καὶ πάντες ἐλπίζομεν, ὅτι, ἀφοῦ καθιδρύθη ἓν προσωρινὸν καθεστώς, ἔδει ἐπὶ τέλους αὐτὸ τὸ καθεστὼς νὰ λήξῃ, ἔδει νὰ συντρέξωμεν πάντες πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ βλέπωμεν τὸ προσωρινὸν καθεστὼς λῆγον, μανθάνομεν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, ὅτι τὸ καθεστὼς θὰ καθιερωθῇ ὡς διηνεκὲς διὰ τὴν ἀτυχῆ Μεγαλόνησον· διότι, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας σᾶς λέγῃ, ὅτι ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἀδύνατος, διότι ἀνησυχεῖ τὰς μεγάλας Δυνάμεις ὁ τυχὼν ἐγερθησόμενος ἀντίκτυπος κατὰ τὰ Βαλκανικὰ Κράτη, συνδέει τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τοῦ Κρητικοῦ, τὴν λύσιν τοῦ καθεστῶτος, ὅπερ προσωρινῶς ἱδρύθη ἐν Κρήτῃ, πρὸς τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν. Ἀλλά, Κύριοι, ὑπάρχει τις ὁ ἀγνοῶν, ὅτι τοιαύτη λύσις ἔσται πολὺ μακρὰν ἡμῶν; Ὑπάρχει τις ὁ δυνάμενος ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἐπὶ δύο ἔτη ὁλόκληρα καὶ πλέον αἱ Δυνάμεις συσκέπτονται περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικητικῆς ὀργανώσεως τῆς Μακεδονίας, περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς τάξεως ἐν αὐτῇ, καὶ οὐδὲν μέχρι σήμερον κατώρθωσαν; Καὶ δὲν γνωρίζω ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ βλέπωσι τοὺς πόθους αὐτῶν μὴ πραγματοποιουμένους. Ἀλλ’ ἐγένετο ποτὲ σκέψις ἰδία περὶ κανονισμοῦ καὶ διανομῆς τῆς Ἠπειρωτικῆς χώρας, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐγείρουσι ἀξιώσεις τὰ διάφορα Κράτη, αἱ διάφοροι φυλαὶ τῆς Ἀνατολῆς; Οὐδέποτε οὐδ’ ἐγένετο σκέψις, οὐδὲ λίαν προσεχῶς θὰ τεθῇ ἐπὶ τάπητος τοιοῦτον ζήτημα. Ποία εἶναι ἡ συνέπεια τῆς τοιαύτης καταστάσεως; Ἡ συνέπεια τῆς τοιαύτης καταστάσεως εἶναι, ὅτι ἡ Κρήτη, ἡ ὁποία ἐποτίσθη διὰ ποταμῶν αἱμάτων ἀπὸ αἰώνων, θὰ παραμείνῃ εἰς ἣν κατάστασιν ἐτέθη διὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν Δυνάμεων. Καὶ ἀξιοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἰταλίας νὰ ἐκφράζωσι διαρκῶς οἱ Κρῆτες τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῶν διὰ τὸ καθεστὼς, καὶ νὰ παραμένωσιν εὐχαριστημένοι δι’ αὐτό, ἀφοῦ γνωρίζει ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ὑφήλιον λαὸς οὐδὲ ἡρωϊκώτερος, οὐδὲ πατριωτικώτερος τοῦ λαοῦ τῶν Κρητῶν! (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπόν, ὅτε τοιαύτη πρόθεσις γίνεται κατάφωρος, ὁ λαὸς τῆς Κρήτης νὰ ἐξακολουθῇ ἐκφράζων τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτοῦ; Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ κλονισθῇ σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὸ αἴσθημα, ὅταν βλέπῃ, ὅτι χώρα, ἐπὶ τῆς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ ἀξιώσῃ δικαίωμά τι, οὐδεὶς δύναται νὰ προβάλῃ οὐδὲ κατὰ τὸ φαινόμενον ἀξίωσίν τινα, τοιαύτη χώρα παραμένει ὑπὸ τὸ καθεστὼς, καὶ ὅτι αἱ Δυνάμεις ἐπιθυμοῦσιν, ἵνα ἡ προσωρινότης αὕτη ἀρθῇ, ὅταν πρόκηται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις καὶ διὰ τὸ Μακεδονικὸν ζήτημα; Κύριοι, ἐδῶ εἶναι τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξωμεν, καὶ ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, νὰ ὑποδείξῃ τὴν ἀδικίαν, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸν Ἑλληνισμόν, καὶ νὰ παραστήσῃ, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Κρήτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφησυχάσῃ ποτὲ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιβληθῇ ἀσφυκτικῶς διὰ δεσμῶν, ἐφ’ ὅσον αἰσθάνεται, ὅτι ἔχει ἀκόμη καὶ μίαν ῥανίδα αἵματος εἰς τὸ σῶμα, ἵνα χύσῃ ταύτην ὑπὲρ τῆς ἑνώσεώς του μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Δὲν γνωρίζω τίνα ἰδέαν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐν Εὐρώπῃ περὶ τῆς ἐν Κρήτῃ ἐξεγέρσεως· ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν τοὺς ἄνδρας, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν τοὺς Κρῆτας τας, γνωρίζομεν, ὅτι, ἐξ οἱουδήποτε λόγου καὶ ἂν προῆλθεν ἡ ἐξέγερσις, ἡ ἐξέγερσις εἶναι μία ἔντονος ἐκδήλωσις τῆς ἐπιθυμίας τῆς ταχυτέρας πραγματοποιήσεως τῆς ὑποσχέσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν αἱ Δυνάμεις πρὸς τὴν Κρήτην πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἱερῶν πόθων αὐτῆς. Λέγω λοιπόν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρέρχηται ἀπαρατήρητος μία τοιαύτη κατάστασις, καὶ δύναμαι νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἔσπευσεν αὐτοστιγμεί, μόλις ἔλαβε γνῶσιν ἐκ τῶν δημοσιευμάτων, ὅτι τοιαῦτα ἐλέχθησαν ἐν τῇ Ἰταλικῇ Βουλῇ, δι’ ἐγκυκλίου πρὸς ἅπαντας τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος ἐν Εὐρώπῃ νὰ διαμαρτυρηθῇ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ διανοηθῇ καὶ πρὸς στιγμὴν, ὅτι ὁ ἀγὼν, τὸν ὁποῖον διεξάγει ἡ Κρήτη καὶ σήμερον, δὲν εἶναι ἀγὼν, ὁ ὁποῖος συνοδεύεται παρ’ ὅλων τῶν εὐχῶν τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους συγχρόνως. (Χειροκροτήματα).

§183ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, διὰ τίνα λόγον οἱ ἀγορεύσαντες ἐξακολουθοῦσι δεικνυόμενοι τόσον ἐπίμονοι εἰς τὴν ἀνατομὴν τῶν λόγων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Ἰταλίας, λόγων ἤδη κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἀρκούντως ἐστρεβλωμένων ὑπὸ τῶν πρακτικῶν τῶν ἐφημερίδων, ὥστε νὰ μὴ παρέχωσι καὶ τὴν σημασίαν ἄλλως, ἣν θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτούς. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι, ὡς περιέχονται εἰς τὰς ἰταλικὰς ἐφημερίδας, ἀπαραλλάκτως ἐλέχθησαν, ἆρά γε τίνα σημασίαν δύνανται νὰ ἔχωσι τοιοῦτοι λόγοι, ἀφοῦ εἶναι ἀναμφισβητήτως παραδεδεγμένον ὑπὸ πάντων ἐνταῦθα, ὅτι τοιαῦτα, οἷα τυχὸν εἰς τοὺς λόγους τούτους ἐν τῇ ἀοριστίᾳ αὐτῶν ὑπονοοῦνται, εἶναι ἀδύνατον ἐντεῦθεν νὰ προῆλθον; ἀφοῦ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι, κατὰ γενικὴν πεποίθησιν, εἶναι ἀδύνατον ἐντεῦθεν νὰ προῆλθον, ἔχομεν καὶ τὴν ῥητὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τοιαῦτά τινα οὐδὲ διὰ τῆς φαντασίας αὐτῆς διῆλθον; Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, μὴ ἐπιδεικνύων τὴν προσήκουσαν ἄλλως, ἂν εἰς ἄλλην θέσιν εὑρίσκετο, ἀδιαφορίαν περὶ τῶν τοιούτων βελῶν, τῶν ἐπιπιπτόντων ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως ἄνευ προαιρέσεως τοῦ Ἰταλοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ῥίψῃ ταῦτα ἐπ’ αὐτῆς, εἶχε φροντίσει, ὅπως καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἔπρεπεν ἐγκαίρως νὰ πράξῃ, νὰ θέσῃ ἁπλοῦν ἐρώτημα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἰταλίας, ἂν ἐλέχθησαν ἢ δὲν ἐλέχθησαν τοιοῦτοι λόγοι, — οὐχὶ διότι οὗτοι θίγουσι παντελῶς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ διότι ἔπρεπεν εἰς τὸ δημόσιον νὰ ῥιφθῇ, ἀπὸ αὐτῶν τῶν χειλέων τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἰταλίας λαμβανομένη, ἡ ἀναγνώρισις, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν ἐσκέφθη νὰ εἴπῃ, — ἄν, λέγω, οὕτως ἔπραττεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ὤφειλε κατ’ ἐμὲ νὰ πράξῃ, τοῦτο μόνον τὸ κέρδος, τὸ τῆς ἐπισήμου ἀναιρέσεως, ἠθέλομεν ἔχει. Ἀλλὰ κατὰ τί τάχα ἐνδιαφέρουσιν ἡμᾶς ἐνταῦθα ἄλλως οἱ λόγοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἰταλίας; Οἱ λόγοι τοῦ Ὑπουργοῦ τούτου εἶναι λόγοι Ὑπουργοῦ, ὅστις αὐτὸς μόνος κανονίζει τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης; Οἱ λόγοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἰταλίας εἶναι λόγοι ἑνὸς τῶν ἓξ Ὑπουργῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης, οἵτινες συγκανονίζουσι τὰ ζητήματα πάντα, διότι αὐταί, εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς, εἴτε πρὸς δυστυχίαν εἴτε πρὸς εὐτυχίαν τῶν μικρῶν, αὐταὶ συναποτελοῦσι τὸν Ἄρειον Πάγον, τὸν διέποντα τὰς ὑποθέσεις τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν. Πρόκειται περὶ ἑνὸς τῶν ἓξ τούτων Ὑπουργῶν, εἰπόντος λόγους, οἵτινες εἴτε ἔχουσί τινα ἀσάφειαν, εἴτε ἔχουσί τι τὸ δυνάμενον νὰ θίξῃ οἱονδήποτε ἐν Ἑλλάδι. Ἂν, ἐπαναλαμβάνω, ἐλέχθησαν οἱ λόγοι οὗτοι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου καὶ ἐπὶ τῇ ἐπιθυμίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ εἰρωνευθῇ τὸν φιλελεύθερον Ἰταλὸν, τὸν ἀληθῆ Ἰταλὸν, ὅστις διεμαρτύρετο ὑπὲρ τῶν δικαίων τῆς Ἑλληνικῆς Κρήτης, — δικαίων βεβαίως οὐχὶ κατωτέρων τῶν δικαίων τῆς Ἰταλικῆς χώρας, ἥτις ἐζήτησε τὴν ἕνωσιν αὑτῆς, συνταχθεῖσα περὶ τὸ Πεδεμόντιον, — ἔχομεν ἁπλοῦς λόγους ἀγορεύσεως ἑνὸς Ὑπουργοῦ, οὕτως ὁμιλήσαντος ἐπὶ ἐπερωτήσεως, εἰς ἣν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐξαντλήσῃ ἐπιχειρήματα καὶ εἰρωνείαν. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς οὗτος, ὅτε ὡμίλει, εἶχεν ὑπ’ ὄψει ἀπόφασιν τῶν τεσσάρων Δυνάμεων, αἵτινες διοικοῦσιν ὡς κάτοχοι τῆς νήσου διὰ τοῦ Ἁρμοστοῦ· εἶχεν ὑπ’ ὄψει ἀπόφασιν τῶν τεσσάρων Δυνάμεων, αἵτινες ἀποφασίζουσι περὶ τῆς Κρήτης, φροντίζουσαι, ὁσάκις παραστῇ ἀνάγκη, νὰ λαμβάνωσι τὴν συναίνεσιν καὶ τῶν ἑτέρων δύο Δυνάμεων, αἵτινες μένουσι μὲν κατὰ μέρος, ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλετε, πιστεύω, ὅτι παρακολουθοῦσι μετὰ προσοχῆς τὰ ἐν Κρήτῃ συμβαίνοντα. Διότι τὰ ἐν Κρήτῃ συμβαίνοντα ἀνάγονται οὐχὶ μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἰσορροπίας τῆς ἐν τῷ Αἵμῳ, κατ’ ἐκείνους, οἵτινες θέλουσι νὰ συγχέωσι τὸ ζήτημα τὸ Κρητικὸν μετὰ τῶν ἄλλων ζητημάτων τῶν ἠπειρωτικῶν, ἀλλ’ ἀνάγονται ἰδίως εἰς τὸ ζήτημα τῆς Μεσογείου. Καὶ τὸ ζήτημα τῆς Μεσογείου ἴσως εἶναι σπουδαιότερον διά τινας τῶν Δυνάμεων, παρὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐν τῷ Αἵμῳ ἰσορροπίας. Ἔχομεν τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι αἱ Δυνάμεις, προκειμένου περὶ τῆς Κρήτης, ἅμα ὡς ἐξερράγη τὸ κίνημα, ἐξήγγειλαν διὰ τοῦ Ἁρμοστοῦ τότε πρὸς τοὺς Κρῆτας τὴν ἀπόφασιν αὑτῶν ἐπὶ τῶν αἰτημάτων τοῦ Ἁρμοστοῦ, ἅτινα, καίτοι ἀνεπαρκῆ καὶ εἰς τοὺς Κρῆτας καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Ἁρμοστὴν βεβαίως, ἐθεωροῦντο ὅμως ὑπερβολικὰ ἐπί τινα χρόνον ὑπὸ τῶν Δυνάμεων. Ἐν τῇ ἀνακοινώσει ταύτῃ, ἥτις ἐγένετο διὰ τοῦ Ἁρμοστοῦ πρὸς τοὺς Κρῆτας, βλέπομεν ῥητῶς μνημονευόμενον, ὅτι ἐλήφθη καὶ ἡ συγκατάθεσις τῆς Αὐστρίας, τῆς Γερμανίας ἀπεχούσης, ἵνα δηλώσωσι πρὸς αὐτοὺς διὰ τοῦ Ἁρμοστοῦ, — ὅστις ἀνεφέρετο πρὸς τὰς Δυνάμεις, — ὅτι αἱ Δυνάμεις ἕνεκα τῆς ὑφισταμένης συρροῆς περιστάσεων ἀποφασίζουσιν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ τροποποιηθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸ πολιτικὸν τῆς νήσου καθεστώς. Ὑπόσχονται δὲ, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψωσι τὴν προσάρτησιν αὐτῆς εἰς οἱανδήποτε Δύναμιν παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Λοιπὸν ἔχετε ἐνταῦθα δήλωσιν ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης, ἥτις ῥητῶς διαφυλάσσει εἰς τοὺς Κρῆτας τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωσιν εἰς τίνα θέλουσι νὰ ἀνήκωσι. Καὶ περὶ τῶν Κρητῶν ὅτε γίνεται λόγος, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν εἰς ποῖον θὰ εἴπωσιν ὅτι θέλουσι ν’ ἀνήκωσι. Θὰ εἴπωσιν ἐκεῖνο, ὅπερ αἰσθάνονται· θὰ εἴπωσιν ὅ,τι λέγει ἡ θυγάτηρ πρὸς τὴν μητέρα: «θέλομεν ν’ ἀνήκωμεν εἰς τὴν μητέρα ἡμῶν.» Ἀπέναντι τῆς δηλώσεως ταύτης, δι’ ἧς αἱ Δυνάμεις λέγουσιν: «εἰς οὐδένα οἱονδήποτε, οὔτε ἐξ ἡμῶν αὐτῶν, οὔτε εἰς ἄλλον, θέλομεν ἐπιτρέψει νὰ ἀνήκῃ ἡ Κρήτη παρὰ τὴν θέλησιν τῶν Κρητῶν», ἀπέναντι τῆς δηλώσεως ταύτης, τίνα λόγον ἔχομεν νὰ φοβηθῶμεν, ὅτι ἡ Κρήτη κινδυνεύει ν’ ἀποσπασθῇ ἐκ τῶν ἀγκαλῶν ἡμῶν; Εἰποῦσαι ταῦτα αἱ Δυνάμεις πρὸς τὸν Ἁρμοστὴν, ὅπως ἀνακοινωθῶσι πρὸς τοὺς Κρῆτας, καταλήγουσιν εἰς τὴν δήλωσιν περὶ τοῦ τί δύνανται νὰ παραχωρήσωσιν ἐν τῷ παρόντι πρὸς αὐτούς. Πράγματα δι’ ἡμᾶς, διὰ τοὺς Κρῆτας μηδαμινά· ἀλλὰ τόσα δύνανται νὰ παραχωρήσωσι. «Μικρὰ μὲν ταῦτα, ἀλλ’ ὅσα ἔχω», εἶπεν ἄλλοτε καὶ ἡ Ἠλέκτρα. Τόσα δὲ μόνον εἶχον σήμερον νὰ παραχωρήσωσιν εἰς χώραν εὑρισκομένην ὑπὸ διεθνῆ κατοχὴν καὶ κυβερνωμένην ὑπὸ τῶν κατόχων δι’ Ἁρμοστοῦ. Ἐκεῖ ἔκειτο τὸ ζήτημα, ὅτε ἠγέρθη τὸ κίνημα τῶν ἐν Θερίσῳ, κίνημα ὅπερ καὶ αὐτοὶ οἱ φίλτατοι εἰς τοὺς ἐξεγερθέντας δὲν ἐπεδοκίμασαν, διότι ἦτο γνωστόν, ὅτι φίλτατοι πρὸς τοὺς ἐξεγερθέντας, αὐτὸς ὁ Νέστωρ τῆς Κρήτης, ὁ χαρακτὴρ ὁ ἔξοχος ἐν Κρήτῃ, ἄλλο δὲν συνεβούλευσαν, εἰμὴ ὅ,τι ἔτεινεν, ἵνα ἀποτρέψῃ αὐτούς· ἦτο δὲ γνωστὸν, ὅτι καὶ ἐνταῦθα, κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, ὅτε ἦλθον εἰς Ἀθήνας οἱ πρωτοστατοῦντες τοῦ κινήματος ἐν Κρήτῃ, ἀπετράπησαν ἀπὸ ὁμοίου ἐγχειρήματος, πάντων τῶν πολιτευομένων, ὅσοι συγκατένευσαν νὰ δεχθῶσιν αὐτοὺς εἰς ἀκρόασιν, ταύτην τὴν συμβουλὴν δόντων πρὸς αὐτούς. Ὁτὲ δὲ τελευταῖον ἐκινήθησαν, καὶ ἔγραψαν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες δὲν εἶχον πέρυσι κλείσει τὰ ὦτα πρὸς τοὺς ἀνωτάτους τῶν πολιτευομένων ἐν Κρήτῃ, καὶ ἐδήλωσαν ὅτι, μὴ εὑρίσκοντες ἄλλην διέξοδον εἰς τὴν ἐθνικὴν ἐν Κρήτῃ ὑπόθεσιν, προέβησαν εἰς τὸ ἐπαναστατικὸν κήρυγμα ἐπ’ ἐλπίδι λύσεως ἀγαθῆς, πάντες ἀπεδοκίμασαν ὡς ἐπικίνδυνον τὴν ἀπόπειραν. Τὴν πρᾶξιν αὐτῶν ἐχαρακτήρισεν ἐπισφαλῆ ὁ Σφακιανάκης, ὡς ἐπικίνδυνον ἐπέκριναν καὶ οἱ ἐνταῦθα τὸ ἐγχείρημα. Ἀλλὰ τί ταῦτα; Τὸ γεγονὸς ὑπάρχει. Τί ἄλλο συνέβη κατὰ τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν τοῦ 1821; Οἱ ἐγκριτότεροι ἄνδρες τῶν Ἑλλήνων τοῦ καιροῦ ἐκείνου κατεδίκασαν αὐτὴν ὡς ἔργον παράτολμον καὶ ἀνόητον. Ἀλλ’ ἀφοῦ αὕτη ἐξερράγη, αὐτοὶ οἱ καταδικάσαντες τὴν ἐπανάστασιν ἦλθον συναρωγοὶ, καὶ ἄλλως, καὶ αὐτοπροσώπως πολλοὶ σπεύσαντες εἰς βοήθειαν τῶν Ἑλλήνων ἐπαναστατῶν συνειργάσθησαν καὶ ἐπέτυχον ἀπὸ κοινοῦ τὸ εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα. Τὸ ἔργον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, καὶ ἵνα προταχθῇ τὸ προτακτέον, τὸ ἔργον τῆς Ἑλλάδος μετὰ τὴν ἐξέγερσιν, ἣν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐμποδίσωμεν, ἦτο νὰ μεριμνήσωμεν πάντες, ἐπίσημοι καὶ ἀνεπίσημοι, πῶς νὰ κατορθωθῇ, τὸ κίνημα ἐκεῖνο τὸ ἀνώμαλον, τὸ ἐμπνεόμενον ὅμως ὑπὸ ἰδέας, ἣν πάντες καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Κρήτῃ ἀσπάζονται, πῶς νὰ κατορθωθῇ, τὸ κίνημα ἐκεῖνο νὰ περιβληθῇ διὰ τῆς γενικῆς ὁμοφροσύνης, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἐξέγερσις ν’ ἀποσβεσθῇ ἐν τῇ ὁμονοίᾳ. Καὶ ἂν τοῦτο τὸ πρᾶγμα ἐγίνετο, — ἦτο δὲ καιρὸς νὰ πραχθῇ μετὰ τὰς πρώτας ἡμέρας, ἂν δὲν ἐπέπνεον ἐνταῦθα ἔνθεν μὲν αἰσιοδοξία, ἐκεῖθεν δὲ ἀδυσώπητον καὶ πείσματα, — ταύτην τὴν στιγμὴν περὶ τὸ Θέρισον ἤθελεν εὑρίσκεσθαι ὁλόκληρος ἡ Κρήτη, ἐνισχυομένη ὑπὸ τῆς ἐπιδοκιμασίας ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, ἢ μᾶλλον τὸ Θέρισον ἤθελεν ἐξαφανισθῆ, καὶ ἡ Κρήτη ἤθελεν ἀνέλθει εἰς ἣν θέσιν πάντοτε ἀνῆλθε, προκειμένου περὶ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ὅσα καὶ ἂν ἐτελέσθησαν ἄτοπα ἢ ἁπλῶς ἀσυλλόγιστα, ὅσον καὶ ἂν ἐδείχθησαν οἱ ἔχοντες συμφέρον νὰ φροντίζωσι νὰ κατευνάζωσι τὰ πάθη καὶ τοὺς σπαραγμοὺς ἐν τοιαύταις ὥραις, ὅσον καὶ ἂν ἐδείχθησαν, λέγω, μὴ μεριμνήσαντες προσηκόντως πρὸς διόρθωσιν τοῦ κακοῦ, ἐγερθέντος ἤδη τοῦ κινήματος, βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸ κίνημα τοῦτο, συγκλονῆσαν ὅλης τῆς Κρήτης τὸ αἴσθημα, συνεκέντρωσεν ὅλης τῆς ὑπαιθρίου χώρας τὸν λαόν. Καὶ ἐν αὐταῖς δὲ ταῖς πόλεσιν, ὑπὸ τὰς λόγχας τῶν χωροφυλάκων καὶ ὑπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι ἐγγὺς εὑρίσκονται τὰ ἀγήματα τῶν ξένων, πρὸς ἃ ἀπῃτεῖτο ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν εὐλάβεια, τὸ αὐτὸ αἴσθημα ἐπεκράτησε. Τὸ κίνημα, οὕτω γενικευθὲν καὶ ἐπιρρωσθὲν ὑπὸ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς περὶ ἀμέσου ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἐγίνετο κίνημα παγκρητικόν, καὶ ὀλίγη φροντὶς ἀπῃτεῖτο ἐνταῦθα νὰ καταβληθῇ, ὀλίγη αἰσιοδοξία νὰ παραιτηθῇ, ὀλίγα πείσματα ν’ ἀναβληθῶσιν εἰς ἄλλας ὥρας, ἵνα ἔχωμεν ταύτην τὴν ὥραν ἐν Κρήτῃ τὸν συγκρητισμὸν, τὸν συγκρητισμὸν ἐκεῖνον, ὅστις τοὺς παλαιοὺς Κρῆτας, τοὺς διακρινομένους ἐν ἀπαύστοις πρὸς ἀλλήλους μάχαις τῶν ἑκατὸν τῆς Κρήτης πόλεων, κατὰ τῶν ἔξωθεν κινδύνων ἀπεδείκνυε συνισταμένους καὶ διαλύοντας τὰς ἔριδας, ἐν μιᾷ λέξει συγκρητιζομένους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν θεωρείων). Ἂν τοιοῦτό τι κατωρθοῦτο, ταύτην τὴν ὥραν ἠθέλομεν προάγεσθαι ἐν τῇ ἀναγνωρίσει ὅτι τὰ πράγματα τῆς Κρήτης εἰσῆλθον εἰς αἰσιωτέραν ὁδόν. Ἀλλά, καὶ τούτου μὴ γενομένου, πάλιν τὸ κίνημα, ὡς ἐγένετο, ὅπως περιεβλήθη διὰ τῆς συναινέσεως τῶν πλείστων Κρητῶν, πάλιν ἔφερεν ἀποτέλεσμά τι καὶ ἀπέναντι τοῦ θετικοῦ τούτου ἀποτελέσματος δὲν γνωρίζω ἂν ἐπιτρέπεται, στρέφοντες ἀλλαχοῦ τὴν προσοχὴν, νὰ προσηλώσωμεν τὸν νοῦν εἴτε εἰς τοὺς φόβους, οἵτινες ἐξεφράσθησαν περὶ ξένης ἐπεμβάσεως ἢ ἀποστολῆς ἐλεγκτῶν, εἴτε εἰς τὸ εὐτυχὲς ἄγγελμα, ὅπερ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἀνήγγειλε μὲν πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ καθορίσῃ οὔτε ποῖον εἶναι, οὔτε πόθεν ἔμαθεν αὐτό. Εἶπον ὅτι ἔχομεν ἤδη ποῦ νὰ σταθῶμεν. Ἔχομεν ἡμεῖς, οἱ παρακολουθοῦντες ἐναγωνίως τὰ πράγματα τῆς Κρήτης, ἔχομεν ἔδαφος, ἐφ’ οὗ δυνάμεθα νὰ σταθῶμεν, καὶ ἐρχόμενοι εἰς ἐπικουρίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις διευθύνει τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, νὰ συντελέσωμεν πάντες ὁμοῦ εἰς τὸ νὰ ἐπωφεληθῇ καὶ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Κρήτη ἐκ τοῦ ἐδάφους, ὅπερ ἐνεφανίσθη εἰς ἡμᾶς. Καὶ ποῖον τὸ ἔδαφος τοῦτο; Πρὸ μικροῦ ἀνέγνων πρὸς ὑμᾶς τὴν πρώτην παράγραφον τῆς ὑπὸ τοῦ Ἁρμοστοῦ ἀγγελίας πρὸς τοὺς Κρῆτας τῶν ἀποφάσεων τῶν Δυνάμεων ἐπὶ τῶν αἰτημάτων τοῦ Ἁρμοστοῦ. Ἔχομεν σήμερον, μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, —ἧς τὸ γενικὸν κῦρος μένει ἀμείωτον, τεθείσης μόνον ἐκποδὼν τῆς πρώτης παραχωρήσεως, τῆς ἐλαττώσεως δηλονότι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ξένων ἀγημάτων, — ἔχομεν, λέγω, κατέναντι τῆς ἀνακοινώσεως ταύτης τὴν τελευταίαν ἀνακοίνωσιν, ἧς ἀφορμὴ ὑπῆρξε τὸ κίνημα τοῦ Θερίσου. Δὲν γνωρίζω, ἂν πλανῶμαι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εὑρίσκω ἐν αὐτῷ ἀντανάκλασίν τινα τῶν αἰσθημάτων ἐκείνων καὶ τῶν σκέψεων, αἵτινες ὡδήγουν τὰς Δυνάμεις εἰς τὰ περὶ τῆς Κρήτης διαβήματα αὐτῶν, ὅτε ἀπηυθύνοντο, κατὰ τὸ 1897, διὰ τῶν ναυάρχων αὐτῶν πρὸς τοὺς Κρῆτας καὶ ἀνήγγελλον πρὸς αὐτοὺς τὸ πρῶτον θεμέλιον, τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τῆς ἐλευθερίας αὐτῶν. Τί ἔλεγον τότε οἱ ναύαρχοι; (ἀναγινώσκει): «Κρῆτες! Ἀσφαλίζουσιν εἰς ὑμᾶς αἱ Δυνάμεις τελείαν αὐτονομίαν ὑπὸ τὴν ψιλὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, ἔξω παντὸς ἐλέγχου τῶν ἐσωτερικῶν ὑμῶν ὑποθέσεων ὑπὸ τῆς Πύλης. Παρασκευάζουσιν ὀργανισμὸν αὐτονόμου πολιτεύματος πρὸς ἐπανίδρυσιν καταστάσεως πραγμάτων ὁμαλῆς καὶ βαθμιαίαν ἀνάπτυξιν τῶν πόρων τῆς νήσου. Νέος αἰὼν, νέος βίος ἀνοίγεται εἰς τὴν Κρήτην. Καταθέσατε πάντες τὰ ὅπλα.» Ἐνώπιον ἐνόπλων καὶ τότε εὑρισκόμεναι αἱ Δυνάμεις, ἔδωκαν ἐπιταγὴν νὰ καταθέσωσι τὰ ὅπλα, καὶ ἠγγυήθησαν ἀσφάλειαν καὶ τὰ ἄλλα, ὡς πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα ὑμῖν αὐτὰ ἐν περιλήψει. Καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν τί λέγουσιν αἱ Δυνάμεις πρὸς τοὺς Κρῆτας; Προσέξατε! Πρὸς τοὺς Κρῆτας ἀπ’ εὐθείας, — οὐχὶ πρὸς τὸν Ἁρμοστὴν καὶ ἐντολοδόχον αὐτῶν, τὸν ἀναλαβόντα τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης, — ἐπιφυλασσόμεναι νὰ κανονίσωσιν ἔπειτα τὰ περαιτέρω (ἀναγινώσκει): «Κρῆτες! Ἐγνωρίσθη ἤδη εἰς ὑμᾶς, ὅτι αἱ προστάτιδες Δυνάμεις θεωροῦσιν ἀδύνατον ὑπὸ τὰς ἐνεστώσας περιστάσεις τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Πρὸ τοῦ ἐρεθισμοῦ ὅμως, ὅστις παρήχθη ἐν τῇ νήσῳ καὶ ἐξακολουθεῖ ἔτι ὑφιστάμενος χάρις εἰς ἑνωτικὰς παρορμήσεις, ὀφείλομεν καὶ πάλιν ν’ ἀποκρούσωμεν διὰ τῆς παρούσης δηλώσεως πᾶσαν ἰδέαν, ὑπεμφαίνουσαν τὴν μεταβολὴν ταύτην τοῦ πολιτικοῦ καθεστῶτος. Ἐνῷ δ’ ὀφείλομεν ν’ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν τὴν κατηγορηματικὴν ταύτην ἀπόφασιν τῶν Κυβερνήσεων ἡμῶν, εἴμεθα ἐξουσιοδοτημένοι νὰ σᾶς γνωρίσωμεν, ὅτι συμφώνως πρὸς τὸ εὐμενὲς πνεῦμα, ἐξ οὗ γνωρίζετε ὅτι ἐμπνέονται πρὸς ὑμᾶς αἱ προστάτιδες Δυνάμεις, εἶναι αὗται διατεθειμέναι, μόλις οἱ ἐπαναστάται καταθέσωσι τὰ ὅπλα, νὰ μελετήσωσι τὰς διοικητικὰς καὶ οἰκονομικὰς μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας ἤθελον ἀναγνωρίσει ἀναγκαίας πρὸς τὴν πρόοδον καὶ τὴν εὐημερίαν τῆς νήσου.» Παραβάλετε ταῦτα πρὸς τὴν ἀποδοχὴν τῶν αἰτημάτων τοῦ Ἁρμοστοῦ, καὶ εἴπατέ μοι, ἂν ταῦτα δὲν εἶναι εὐρύτερα ἐκείνων τῶν εἰδικῶν, ἅτινα πρὸς αὐτὸν παρεχωροῦντο (ἀναγινώσκει): «Αἱ Κυβερνήσεις ἡμῶν ἐλπίζουσιν, ὅτι ἀπέναντι τῆς νέας ταύτης ἱκανοποιήσεως», — ἐὰν ἔχωσιν ἔννοιαν αἱ λέξεις αὗται τῆς διακοινώσεως, τὸ πρᾶγμα εἶναι σπουδαῖον· ἐὰν δὲν ἔχωσιν ἔννοιαν, δὲν ἁρμόζουσιν εἰς μεγάλας Δυνάμεις, — «ἀπέναντι τῆς νέας ταύτης ἱκανοποιήσεως, τῆς παρεχομένης εἰς τὸν Κρητικὸν λαὸν καὶ προστιθεμένης εἰς τὰ δείγματα τῆς εὐμενείας αὐτῶν, ὧν τηρεῖτε πιστὴν τὴν ἀνάμνησιν, ἡ ἡσυχία, πρὸς στιγμὴν διαταραχθεῖσα, θέλει ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ ἀμέσως ἀποκατασταθῆ ἐν τῇ νήσῳ.» Ἡ αὐτὴ ἐλπίς, ἥτις ὡδήγει καὶ τότε τὰς Δυνάμεις, ὅτε ἔλεγον πρὸς τοὺς Κρῆτας: «καταθέσατε τὰ ὅπλα.» (Ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἐν τούτοις στασιασταί τινες, παραμένοντες κωφοὶ εἰς τὴν φωνὴν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος καὶ τῆς λογικῆς, ἤθελον ἐπιμείνει ἔτι εἰς ἀνταρσίαν, ἡ παράτασις τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλο ἀποτέλεσμα, πλὴν τῆς καταστροφῆς τοῦ τόπου, ὀφείλομεν νὰ γνωρίσωμεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι αἱ Προστάτιδες Δυνάμεις εἶναι στερρῶς ἀποφασισμέναι νὰ προσφύγωσιν εἰς νέα ναυτικὰ καὶ στρατιωτικὰ μέτρα, ἅτινα ἤθελον κρίνει ἀναγκαῖα, ὅπως ἀσφαλισθῇ ὁ σεβασμὸς εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως.» Ἐὰν στασιασταὶ εὑρεθῶσιν. Ἀλλ’ αἱ Δυνάμεις, ταῦτα λέγουσαι πρὸς τοὺς Κρῆτας, οὐδαμοῦ βλέπουσι ταραξίας· βλέπουσιν ἐξεγηγερμένους ὑπὲρ εὐγενοῦς ἰδέας· ἀναγνωρίζουσιν ἐπαναστάτας, καὶ πρὸς αὐτοὺς καὶ τοὺς ἄλλους Κρῆτας καὶ πρὸς ὅλην τὴν νῆσον ἀποτείνουσι τὸ κήρυγμα αὐτῶν. Ἡ ὑπόθεσις περὶ στασιαστῶν εἶναι φυσικὸν ὅτι γίνεται ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ἐν ὥρᾳ ἀνωμαλίας· ἀλλ’ ἡ Κρήτη θέλει καὶ πάλιν ἀποδείξει, ὅτι ταραξίαι, ὅπως ἄλλοτε, οὕτω καὶ σήμερον, δὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖ. (Ἀναγινώσκει): «Κρῆτες, ἡ ἐπίκλησις αὕτη εἰς τὴν φρόνησιν καὶ τὴν ὑπακοὴν εἰς τοὺς νόμους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἰσακουσθῇ, καὶ οὕτως ἐπανερχομένη ἡ χώρα εἰς τὴν ὁδὸν τῆς εἰρηνικῆς προόδου θὰ δυνηθῇ ν’ ἀκολουθήσῃ ἐν τῇ κανονικῇ λειτουργίᾳ τῶν θεσμῶν τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ἀνταποκρινομένην εἰς τοὺς νομίμους αὐτῆς πόθους.» Καὶ πάλιν λέγω· αἱ λέξεις αὗται βεβαίως ἔχουσιν ἔννοιαν, διότι οὕτω μόνον εἶναι λόγοι σπουδαίων πολιτικῶν ἀνδρῶν. Τί βλέπομεν ἐκ τούτου; ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς καθῆκον, οὕτω νὰ ἐργασθῶμεν ἐνταῦθα, ὥστε ἐν Κρήτῃ, περὶ τὸ τετελεσμένον ἤδη γεγονὸς τῆς ἐξεγέρσεως, ὅπερ εἶναι πρᾶγμα, καὶ ἀδύνατον νὰ ἐξαλειφθῇ ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς νήσου, νὰ κατορθωθῇ νὰ τελεσθῇ συγκρητισμός. Οἱ Κρῆτες σύμπαντες ὀφείλουσι νὰ δώσωσι πρὸς ἀλλήλους τὰς χεῖρας, καί, εἰσακουομένης τῆς φωνῆς τῆς Βουλῆς ταύτης καὶ διὰ τῆς ἐργασίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, πρέπει οἱ Κρῆτες πάντες, ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ ἐσχάτου, νὰ πεισθῶσι νὰ ἀφήσωσι κατὰ μέρος τὰς ἔριδας, τὰς ἐπὶ ζητημάτων δευτερευόντων, καὶ νὰ δείξωσι πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὅτι ἀνάγκη ὅπλων εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν δὲν ὑπάρχει. Πρῶτον τότε οἱ ἐν Θερίσῳ, — δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, βλασφημία δὲ ἤθελεν εἶναι ἡ ἐναντία ὑπόθεσις, — θέλουσιν ὑπερηφάνως εἴπει: «ἰδοὺ τὰ ὅπλα ἡμῶν, τὰ ῥίπτομεν κατὰ γῆς!» Καὶ τί θέλει προκύψει ἐκ τούτου; θέλει προκύψει τοῦτο, τὸ οὐχὶ μικρόν, ἀλλὰ σπουδαῖον. Ὄχι ἀμέσως ἡ ἕνωσις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ οἱ ἐν Θερίσῳ τυφλοὶ τὸν νοῦν, ὥστε νὰ νομίσωσιν, ὅτι, ὅτε ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη ἀρνεῖται τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πόθου, ὃν δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς, Κρῆτες καὶ Ἕλληνες, μόνοι νὰ συντελέσωμεν, ὅτι παρ’ ὅλα τὰ τοιαῦτα φρονήματα τῆς Εὐρώπης, ἐχούσης ἴδια συμφέροντα καὶ εὐλαβουμένης παντοίους κινδύνους, ἐν Κρήτῃ θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἐπιτύχωσι σήμερον τοῦ πλήρους ἀποτελέσματος. Ἀλλ’ εἰς αὐτοὺς θέλει ὑπάρχει ἡ παρηγορία, ὅτι, ἂν ἐν ἀρχῇ κατεκρίθη τὸ κίνημα αὐτῶν, διότι ἐγένετο εἰς ὥραν, καθ’ ἣν πάντες διαβλέπομεν αὐτὸ παρακολουθούμενον ὑπὸ κινδύνων, διὰ μέσου τῶν κινδύνων τούτων ἡ τόλμη αὐτῶν κατώρθωσε καὶ προεβίβασε κατὰ μικρόν, ἔστω, τὴν Κρητικὴν ὑπόθεσιν ἀπὸ τοῦ ἐδάφους, εἰς ὃ εὑρίσκετο, ὅτε ἀπήντα ὁ ἐντολοδόχος τῶν Δυνάμεων πρὸς τοὺς Κρῆτας. Καὶ διατὶ τὸ ἔδαφος εἶναι διάφορον; Ἐὰν ἔχωσιν ἔννοιαν αἱ λέξεις, ἃς ἠκούσατε, ὅσα ἐν τῇ προκηρύξει λέγονται περὶ τοῦ διοικητικοῦ καθεστῶτος, συνδυαζόμενα μάλιστα πρὸς τὰς προθέσεις τὰς ἐκδηλωθείσας ἤδη καὶ ἄλλως ὑπὸ τῶν Δυνάμεων καὶ ὑπὸ τῆς Ἁρμοστείας αὐτῆς ἐν Κρήτῃ, ὅσα λέγονται περὶ τῆς διοικητικῆς μεταρρυθμίσεως, προφανὲς εἶναι, ὅτι ἐννοοῦσι τὴν ἀνατροπὴν πασῶν ἐκείνων τῶν ἀνελευθέρων διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, αἵτινες εἶναι καὶ αἱ τελευταῖαι ἀφορμαὶ τῆς ἀνωμαλίας. Ὅτε δὲ γίνεται ἐν τῇ προκηρύξει λόγος περὶ οἰκονομικῆς διαρρυθμίσεως, καὶ αὕτη προσφέρεται, καθὼς καὶ ἡ ἄλλη, ἡ διοικητική, ὡς νέα ἱκανοποίησις, ἐπιπροστιθεμένου ὅτι ἡ οἰκονομικὴ μεταρρύθμισις ἔσται τοιαύτη, ὥστε ν’ ἀνταποκρίνηται πρὸς τοὺς νομίμους πόθους τῶν Κρητῶν, πόθους προαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως αὐτῶν ἐπὶ τὰ πρόσω, τί ἄλλο λέγεται ἢ ὅτι θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κρήτην, κατὰ τὸ νέον χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λήξῃ τῶν Κρητῶν τὸ μαρτύριον, — ἄλλο μαρτύριον τοῦ Ταντάλου, — θὰ ἐπιτραπῇ, λέγω, εἰς αὐτὴν νὰ ζήσῃ οἰκονομικῶς καὶ διοικητικῶς ἐλευθέρα; Ἀλλ’ ἵνα ζήσῃ οἰκονομικῶς ἐλευθέρα, οἱοιδήποτε ἄλλοι πόροι, ἐκτὸς ἐκείνων, οἵτινες εἶναι τεθειμένοι ὑπὸ περιορισμούς, ἕνεκα τῶν προνομιῶν τῶν Δυνάμεων, εἶναι ἀνεπαρκεῖς. Προφανὲς ἄρα, ὅτι αἱ Δυνάμεις ὑπὲρ τῆς ἐπιβολῆς τῆς τάξεως δεικνύονται ἕτοιμοι νὰ θυσιάσωσί τι ἐκ τῶν ὠφελημάτων, ὧν δυνάμει τῶν συνθηκῶν ἀπολαύουσιν ἐν Κρήτῃ. Ἂν τοῦτο ἔχῃ οὕτως, ἂν δὲν πλανῶμαι, ἰδοὺ τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ δυνάμεθα νὰ σταθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ ὑπὲρ τῆς Κρήτης σημερινῇ ἐργασίᾳ, ἰδοὺ τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ καὶ οἱ Κρῆτες συμφρονοῦντες θέλουσι σταθῆ, ἐν κοινῷ πάντες δρέποντες τὴν τιμὴν τοῦ τοιούτου κατορθώματος. Διὰ τῆς τοιαύτης λύσεως ἀναντιρρήτως προβιβάζεται κατὰ ἓν βῆμα τῶν Κρητῶν ἡ πορεία πρὸς τὴν Ἑλλάδα, καὶ δυνάμεθα βεβαίως νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι, ἐὰν σωφρονῶμεν καὶ δεικνύωμεν ὅτι ζῶμεν καὶ ἐργαζόμεθα, πολὺς καιρὸς δὲν θέλει παρέλθει, καὶ ἡ Κρήτη θὰ πέσῃ εἰς τὰς ἀγκάλας ἡμῶν. (Χειροκροτήματα).

§184ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καίτοι ὁμολογῶ, ὅτι τρέφω σεβασμὸν μέγιστον πρὸς τὴν πεῖραν καὶ τὰς γνώσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, τοῦ διατελέσαντος ἐπὶ τόσα ἔτη Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν τούτοις ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διαφωνήσω πρός τινα τῶν πορισμάτων τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ. Εὐτυχῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐστήριξε τὰ συμπεράσματα αὐτοῦ ἐπὶ ὑποθέσεως. Ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ ὑπόθεσις αὕτη, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅπως ἐξαχθῶσι συμπεράσματα, οἷα ἐξήγαγεν ὁ ἔντιμος Βουλευτής, ἐὰν ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ τὸ κύριον ἄρθρον τοῦ ἡμιεπισήμου ὀργάνου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, τὸ γραφὲν δύο ἡμέρας μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς τοιαύτης διακοινώσεως. Ἐν τῷ κυρίῳ ἐκείνῳ ἄρθρῳ θὰ διέβλεπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι αἱ διοικητικαὶ καὶ οἰκονομικαὶ μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας τὸ ἔγγραφον τῶν Προξένων πρὸς τοὺς Κρῆτας ἀναφέρει, ἔχουσι τύπον καὶ μορφὴν καταστρεπτικὴν διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Κρήτης καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ· διότι ῥητῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ ἐκείνῳ λέγεται, ὅτι θ’ ἀποσταλῶσιν ἀντιλήπτορες τοῦ ὑπάτου Ἁρμοστοῦ καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τῆς Κρήτης καὶ διὰ τὴν διοικητικήν. Τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, τὴν ἀποστολὴν τουτέστι βοηθῶν τοῦ Ἁρμοστοῦ τῆς Κρήτης, εἰς οὐδὲν ἄλλο βλέπω συντελοῦσαν ἢ εἰς τὸ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν πρίγκηπα Γεώργιον νὰ ἀπέλθῃ τῆς Κρήτης. Ἐγὼ δὲ δὲν συμφωνῶ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ πρίγκηπος εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν πανελληνίων πόθων. Εἰς τοῦτο δὲ κυρίως ἀποβλέπει ἡ τελευταία αὕτη ἐνέργειά τινων τοὐλάχιστον ἐκ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ τοῦτο πρὸ μικροῦ ὑπηνίχθην ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, λέγων, ὅτι διερχόμεθα στάδιον κρίσεως κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι. Δὲν ἠξεύρω, ἂν τὰ ἐν τῷ κυρίῳ ἄρθρῳ τοῦ ἡμιεπισήμου ὀργάνου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας ἐγένοντο ἀποδεκτὰ ὑπὸ τῶν λοιπῶν Μεγάλων Δυνάμεων, φαίνεται ὅμως, ὅτι ἀπερρίφθησαν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο, βεβαίως μεγίστην χαρὰν ἠθέλομεν πάντες αἰσθανθῆ ἐπὶ τῇ ματαιώσει τοῦ σατανικοῦ τούτου σχεδίου. Δὲν πιστεύω ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ λησμονῇ, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ ἐν Κρήτῃ διαρρυθμίσεις περιλαμβάνουσι καὶ τῶν capitulations τὴν τροποποίησιν· ὁποίαν δὲ σημασίαν ἔχει αὕτη, εἶναι εὔκολον πᾶς τις νὰ ἐννοήσῃ, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ ξενικοῦ οἰκονομικοῦ ἐλέγχου. Ὁποίαν δὲ πάλιν σημασίαν ἔχει ὁ τοιοῦτος ἔλεγχος, δύνανται εὐκόλως νὰ ἐννοήσωσιν οἱ γινώσκοντες τὰς ἑκάστοτε μεγάλας δυσχερείας, εἰς ἃς εὑρίσκονται αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἡμῶν. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς διεθνὴς ἔλεγχος εἶναι ὁ σιδηροῦς κλοιὸς, ὁ ὁποῖος καταπνίγει τὰ ἔθνη, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν ἰδεῶν. Ἐγὼ τοιοῦτον οἰκονομικὸν κλοιὸν διαβλέπω εἰς τὰς προτάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, καὶ διὰ τοῦτο διαρρηγνύω τὰ ἱμάτιά μου κατ’ αὐτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἔλαβε γνῶσιν τῆς τοιαύτης ἐνεργείας, καὶ ἂν ἐποιήσατο τὰς δεούσας παραστάσεις. Εὐτυχὴς λογίζομαι, διότι συμπίπτουσιν αἱ γνῶμαι αἱ ἐμαὶ μετὰ τῶν γνωμῶν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι τὰ τῆς Κρήτης θὰ ἦσαν εἰς πολὺ καλλιτέραν θέσιν σήμερον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἄλλως ἀντελαμβάνετο τοῦ ζητήματος πρὸ δύο μηνῶν, ἢ μᾶλλον ἐὰν ἀντελαμβάνετο τότε τοῦ ζητήματος ὡς ἐβεβαίου ἡμᾶς πρὸ 30 ἡμερῶν, ὅτε ἀνεκοίνου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μετὰ τὸ περὶ τῆς ἑνώσεως ψήφισμα τῆς Κρητικῆς Βουλῆς ἔσπευσε νὰ ἀναγγείλῃ καὶ παραστήσῃ πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, ὅτι μόνη λύσις εἶναι ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν, ὅτι ὅσα λέγω δὲν τὰ λέγω ἵνα κατακρίνω, ἀλλ’ ἵνα ἐνισχύσω τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐθνικὴν ἐνέργειαν, ὅτε βεβαιῶ, ὅτι θὰ ταχθῶ μεταξὺ τῶν ὑποστηριζόντων αὐτήν.

§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης εἶναι ζήτημα ἀφορῶν τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους· ἐπὶ ζητημάτων δὲ ἐθνικῶν δὲν ἐπιτρέπεται διαφωνία· πάντες πρέπει νὰ ἔχωσι τοὺς αὐτοὺς πόθους, πάντες πρέπει νὰ συμπράττωσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἔργον, καὶ νὰ προσδοκῶσι τὸ ποθητὸν ἀποτέλεσμα. Διὰ τοῦτο, ἀγορεύων ταύτην τὴν στιγμήν, δὲν διακρίνω ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς κυρίους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι κάθηνται εἰς τὰς ἀντικρὺ τάξεις. Ἐν Κρήτῃ διερρυθμίσθη κατὰ τὸ 1897 τὸ ὑπάρχον καθεστώς. Συνέπεσε νὰ προεδρεύω τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, δὲν κρύπτω δέ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἤμην ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος τούτου, ἀλλὰ τὸ καθεστὼς τοῦτο ἐγκατέστησεν ἡ Εὐρώπη, καὶ εἰς τὰ νεύματα τῆς Εὐρώπης ὑπήχθημεν πάντες. Τὸ καθεστὼς τοῦτο εἶναι μόνιμον, διαρκές, ἢ εἶναι προσωρινόν; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ γνώμη, ὅτι τὸ καθεστὼς τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι μόνιμον, ὅτι δύναται νὰ ἀποβῇ διαρκές. Πεποίθαμεν, ὅτι εἶναι προσωρινόν, καὶ ὅτι εἶναι προσωρινὸν ἐξήγγειλαν ἄρτι καὶ οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὰς Μεγάλας Δυνάμεις. Ἡ παράτασις τοῦ καθεστῶτος τούτου, καίτοι προσωρινοῦ, βεβαίως δὲν ἀπολήγει εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἕνεκα δὲ τοῦ λόγου τούτου, ἀλλὰ καὶ διότι ἔχομεν συμφέρον νὰ συντελεσθῇ ταχέως τὸ ἔργον τῆς ἑνώσεως, πάντες ἐπιθυμοῦμεν ἀνυπομόνως νὰ λήξῃ τὸ καθεστὼς τοῦτο. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν ἡμῶν, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν Δυνάμεων, καὶ ἐνῷ πάντες ποθοῦμεν νὰ ἐπέλθῃ ὅσον τὸ ταχύτερον τὸ ὁριστικὸν καθεστώς, ἐνῷ πάντες ὀφείλομεν νὰ ἐργαζώμεθα πρὸς τοῦτο, εἴμεθα πρὸς τοῦτο ἠναγκασμένοι νὰ ἐντείνωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν τὴν ὑπομονὴν ἡμῶν· ἐργαζόμενοι δέ, ὅπως τεθῇ τέρμα εἰς τὸ ὑπάρχον προσωρινὸν καθεστώς, πρέπει νὰ ἐργαζώμεθα σκοπίμως, λυσιτελῶς καὶ συνετῶς, διότι αἱ βίαιαι ἐπισπεύσεις δύνανται νὰ μειώσωσι τὰς πιθανότητας ἢ τὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν, ὅτι τὸ καθεστὼς τοῦτο εἶναι προσωρινόν, διαβατικόν. Ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων ἐν πάσαις ταῖς χώραις ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ συγκεντρώνῃ καὶ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας τοῦ ἔθνους, τὰς σκέψεις τοῦ λαοῦ, τὰ φρονήματα τῆς χώρας· ἑπομένως καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐσφαλμένως φρονοῦσιν, ὅτι τὸ καθεστὼς δύναται ν’ ἀποβῇ μόνιμον, καὶ ἀνυπομονοῦσι καὶ ζητοῦσι τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ μίαν ὥραν ἀρχήτερα, διατεθειμένοι καὶ διὰ τῆς βίας νὰ ἀνατρέψωσι τὸ καθεστώς, αὐτοὺς συμβουλεύω νὰ παραιτηθῶσι τοιούτων ἐγχειρημάτων, νὰ ἀναστείλωσι τὴν ὁρμήν των, καὶ ἐν ὅσῳ ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Βασιλέως συντηροῦσι τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον κυβερνᾷ καὶ διαχειρίζεται τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα, προσήκει νὰ ἔχωσι πάντες ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτό, καὶ ν’ ἀφίνωσιν εἰς αὐτὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων. Πρέπει δὲ ἕκαστος, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν φρονῇ, εἰς οἱανδήποτε τάξιν καὶ ἂν ἀνήκῃ, πρέπει ἕκαστος πολίτης Ἕλλην νὰ ᾖναι πεπεισμένος, ὅτι καὶ ἡμεῖς, οἱ κατὰ τύχην κυβερνῶντες νῦν, δὲν εἴμεθα ἀλλοδαποί, εἴμεθα Ἕλληνες, ἔχοντες τὰ αὐτὰ αἰσθήματα καὶ τοὺς αὐτοὺς πόθους· ἀλλὰ διὰ τοῦτο τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ διευθύνῃ ἡ σύνεσις καὶ ἡ ἄγρυπνος πρόνοια, νὰ χειραγωγῇ δὲ ταύτας ἡ ἐπισκόπησις τῶν πραγμάτων τῆς Εὐρώπης, ἡ ἐπισκόπησις τῆς πολιτικῆς καταστάσεως αὐτῆς· ὅταν δ’ αἱ περιστάσεις ἐνδεικνύωσιν ὅτι αὐξάνουσιν αἱ πιθανότητες τῆς ἐπιτυχίας τῶν ἐθνικῶν πόθων, τότε καθῆκον ἔχει πᾶσα Κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι αὕτη, νὰ πράξῃ ὅ,τι δυνηθῇ, μὴ ἀναστέλλουσα, ἀλλ’ ἐνθαρρύνουσα ἐν ἀνάγκῃ τὸν Κρητικὸν λαὸν, ἵνα πράξῃ ὅ,τι πρέπει νὰ πράξῃ καὶ ὅ,τι εἶναι διατεθειμένος νὰ πράξῃ. Συμβαίνει νὰ ᾖμαι ἐπί τινος θέματος σύμφωνος μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων, ἴσως διὰ πρώτην φοράν. Εἶμαι σύμφωνος, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ εἰς τὴν θέσιν, ἣν ἔταξεν αὐτῷ ἡ Εὐρώπη, εἶναι ὁ ἀρραβὼν, εἶναι ἡ ἐγγύησις τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι, ἂν ἤθελεν αὐτὴ ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων μεταβληθῆ, θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ θρηνήσωμεν διὰ τὴν χειροτέρευσιν, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὰς πολιτικὰς περιστάσεις τῆς χώρας, καὶ ἡ ὁποία ἤθελε βεβαίως ἐλαττώσει τὰς πιθανότητας, τὰς ὁποίας ἔχομεν νῦν. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουσι τὰς ἀτελείας των, ἐγὼ δὲ πρῶτος δὲν ὁμολογῶ ἐμαυτὸν τέλειον ὄν, ἀλλὰ πρὸ τῶν μεγάλων κινδύνων, πρὸ τῶν πιθανοτήτων τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων πρέπει πᾶσαι αἱ τοιαῦται σκέψεις νὰ ὑποχωρῶσι, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχωσι κατάλληλοι οἱ θεσμοί, ὑπὸ τοὺς ὁποίους κυβερνᾶται ἡ Κρήτη, ἔχομεν ἀφορμὰς νὰ ἐλπίζωμεν καὶ πιθανότητας νὰ ἐπιτύχωμεν μεταβολὴν αὐτῶν, ἥτις, ὅταν ἐπιτευχθῇ, θὰ ἐνισχύσῃ τὴν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν πρόοδον τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, πρὸς παρασκευὴν βίου ἀνέτου καὶ ἐν τῇ διοικήσει καὶ ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τῆς χώρας. Δὲν γνωρίζω, ἂν πάντα ταῦτα δὲν ἤθελον εἶσθαι συντετελεσμένα, ἐὰν δὲν συνέπιπτε τὸ κίνημα τῆς Θερίσου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἐπεδοκίμασα, οὐδὲ πείθομαι ἀπὸ τὰς μελέτας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων νὰ μεταβάλω τὴν γνώμην μου ταύτην. Ἐλπίζω, ἔχω δὲ καὶ ἀφορμὰς ἐνισχυούσας τὰς ἐλπίδας μου, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὰς συνεννοήσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων προετάθη, ἢ ἐὰν ὑπῆρξε σκέψις περὶ ἐγκρίσεως μέτρων ἐξαιρετικῶν ἐν Κρήτῃ πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς νήσου, ἢ πρὸς διαρρύθμισιν τῆς διοικήσεως αὐτῆς, μέτρων τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἐπικροτήσωμεν, ἐλπίζω, ὅτι αἱ σκέψεις αὗται δὲν προώδευσαν, καὶ ἐξέλιπεν ἴσως μέχρι τοῦδε κίνδυνος τοιοῦτος, ἤ, ἂν δὲν ἐξέλιπεν ἔτι ὁλοτελῶς, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θέλει ἐκλίπει. Ἡμεῖς, ἐν τῇ ἀσθενείᾳ ἡμῶν, δὲν παρελίπομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν καὶ κατὰ τοῦτο τὸ καθῆκον ἡμῶν, καὶ ἂν αἱ προσπάθειαι ἡμῶν δὲν συνετέλεσαν ἔτι τὸ ἔργον, ἐλπίζεται, ὅτι ἐπὶ τέλους θέλει ἐπιτευχθῆ ν’ ἀποσοβηθῇ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐπέκειτο ἐπὶ τῆς ῥάχεως τῆς προσφιλοῦς νήσου. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ ὑπάρχον καθεστὼς δὲν στερούμεθα πιθανοτήτων, ὅτι τέλος καὶ τοῦ προσκαίρου τούτου καθεστῶτος ἡ διάρκεια δὲν θὰ παραταθῇ ἐπὶ πολύ. Οὐδ’ ἔχω ἀφορμὴν νὰ ᾖμαι ἀποτεθαρρημένος κατὰ τοῦτο, ἐὰν τὰ ἐκτὸς τῆς Κρήτης συμβεβηκότα καὶ αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τῆς Εὐρώπης ἐπιτρέψωσι τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Διὰ τοῦτο ἤθελον δώσει γνώμην εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, οὐχὶ κατ’ ἐξαίρεσιν πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς διαδόχους ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἐπράξαμεν πρὸς τοὺς προκατόχους ἡμῶν, ἤθελον δώσει, λέγω, γνώμην, ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων νὰ μὴ ἀντιποιῆται τὴν διεύθυνσιν τῆς διεξαγωγῆς αὐτῶν, νὰ ἐμπιστεύηται δὲ αὐτὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐάν ποτε ἤθελε κριθῆ ἀναγκαῖον, ἡ ὑπάρχουσα Κυβέρνησις νὰ πράξῃ ἄλλο τι ἢ ὅ,τι πράττει σήμερον, καινὸν ἤτοι· ὀφείλει μάλιστα ἡ Κυβέρνησις οὐδὲ νὰ παραλίπῃ τοῦτο, ἂν πείθηται, ὅτι ὑπάρχουσι πιθανότητες, ὅτι ἡ ἔκβασις θέλει εἶσθαι εὐτυχής. Τὸ Κρητικὸν ζήτημα εἶναι ζήτημα μεγάλης σημασίας. Ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι ὑπέθεσαν, ὅτι δύνανται νὰ ἀναμίξωσιν αὐτὸ μετὰ ζητημάτων ἄλλων, ὑπαρχόντων ἐπὶ τῆς Χερσονήσου. Ἀλλὰ τὸ Κρητικὸν ζήτημα τυγχάνει ἰδιοφυές· εἶναι ζήτημα ἀναγόμενον εἰς τὴν Μεσόγειον θάλασσαν· πρόκειται περὶ νήσου, ἥτις ἔχει πολλὰ προτερήματα, ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν τύχην, εἰς ἣν ἴσως ὑπήχθησαν τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ἐπὶ τῆς Χερσονήσου. Ἐπὶ τῆς Χερσονήσου ἐκείνης ὑπάρχει ἀνταγωνισμὸς φυλῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχει φυλὴ, ἡ ὁποία κρατεῖ πασῶν τῶν ἄλλων, καὶ ἡ ὁποία γνωρίζει νὰ διατηρῇ τὴν θέσιν αὐτῆς. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι δὲν θέλει παραλίπει ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, ἐλπίζω δ’ ὅτι ἡ Εὐρώπη θέλει ἀναγνωρίσει τὴν θέσιν αὐτῆς. Ἀλλὰ τὰ ζητήματα ἐκεῖνα δὲν πρέπει νὰ ἀναμιχθῶσι μὲ τὰ ζητήματα τῆς Κρήτης. Ἂς ἔχωμεν πεποίθησιν εἰς τὸν Θεὸν, καὶ ἐλπίζω νὰ μὴ βραδύνῃ πολὺ ἡ ποθητὴ ἡμέρα. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).

§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω τὴν συζήτησιν περατωμένην. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 καὶ 50′ μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
2τῆς 7 Μαΐου 1905.
3(Σάββατον).
4(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ
6ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης
7συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας
9ἀναφοράς.
10Τηλεγράφημα τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου Πύργου καὶ
11πάντων τῶν κτηματιῶν, παρακαλούντων νὰ ἀναβληθῇ ἡ
12ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ εἰς εἶ-
13δος φόρου τῆς σταφίδος, καὶ νὰ ληφθῇ ἕτερον μέτρον, σω-
14στικὸν ὑπὲρ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς.
15Τηλεγράφημα τοῦ Συλλόγου τῶν καθηγητῶν τοῦ Γυμνα-
16σίου Μεσολογγίου, ἐκδηλοῦντος τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτοῦ τῇ
17Κυβερνήσει διὰ τὴν πατρικὴν μέριμνάν της ὑπὲρ τῆς ἐπὶ τὰ
18βελτίω διαρρυθμίσεως τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς μο-
19νιμότητος τῶν λειτουργῶν αὐτῆς, καὶ εὐχομένου ὑπὲρ τῆς
20κυρώσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου.
21Ἀναφορὰν τοῦ καλλιτέχνου Λαζάρου Σώχου, τοῦ προσ-
22ενεγκόντος τὸ πρόπλασμα τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Κολοκο-
23τρώνη τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν, παραπονουμένου ὅτι μέχρι
24σήμερον δὲν ἀπεζημιώθη διὰ τὰ περικοσμοῦντα τὴν βάσιν
25τοῦ ἀνδριάντος ἀνάγλυφα.
26Τηλεγράφημα τῆς κοινοτικῆς ἐπιτροπῆς Κορωπίου,
27παρακαλούσης νὰ τῇ ἀποσταλῶσι χρήματα, φάρμακα καὶ
28νοσοκόμοι πρὸς περίθαλψιν τῶν πασχόντων, ἅτε ἐξαντληθέν-
29των τῶν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς τοῦτο διατεθέντων.
30Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας, συνελ-
31θόντος ἐν συλλαλητηρίῳ καὶ διαμαρτυρομένου διὰ ψηφίσμα-
32τός του διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας,
33καὶ παρακαλοῦντος τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν
34ἐπιψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου.
35Ἀναφορὰν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἀκροναυπλίας στρα-
36τιωτικῶν καταδίκων, παραπονουμένων κατὰ τοῦ δεσμοφύ-
37λακος καὶ τῆς φρουρᾶς τῶν φυλακῶν.
38Τηλεγράφημα διαφόρων πολιτῶν Καρπενησίου, παραπο-
39νουμένων διὰ τὴν ζητουμένην κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου
40καὶ τῆς Νομαρχίας Εὐρυτανίας.
41Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Α. Καρτάλης ὑποβάλλει τὴν
42ἑξῆς ἐπερώτησιν:
43«Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
44μικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν:
45»1) Ποῖον τὸ ἐτησίως παραχθὲν ἐν τῷ Κράτει ποσὸν
46καπνοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν.
47»2) Ποία ἡ ἀναλογία παραγωγῆς κατ’ ἐπαρχίαν.
48»3) Ποῖον τὸ ποσὸν καπνοῦ, τὸ ἐτησίως ἐξ Ἑλλάδος
49ἐξαχθὲν κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν, καὶ ἰδίως εἰς
50Αἴγυπτον.»
51Ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Φούφας.
52§2ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, τίς ὁ λό-
53γος τῆς σπουδῆς τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταρ-
54γήσεως τοῦ φόρου τῆς εἰς εἶδος φορολογίας τῆς σταφίδος.
55Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαρρυθμίσῃ
56τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ ἐπὶ τούτου οὐδεμίαν ἔχο-
57μεν ἀντίρρησιν, ἢ μᾶλλον πάντες ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
58φροντίσωμεν, πῶς σκοπιμώτερον νὰ διαρρυθμίσωμεν τὰ οἰ-
59κονομικὰ τοῦ Κράτους· ἐν τούτοις ὅμως, προκειμένου νὰ
60μὴ γεννηθῇ εἰσέτι τὸ ζήτημα τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου
61ἐπὶ τῆς σταφίδος, καλὸν ἤθελεν εἶσθαι ν’ ἀναβληθῇ τὸ
62νομοσχέδιον τοῦτο, μέχρις ὅτου ἴδωμεν, ἂν πρόκειται νὰ
63ὑποβληθῇ πρότασίς τις ὑπὲρ τῆς σταφίδος. Σήμερον βε-
64βαίως ὡς ἐκ τῆς ἐποχῆς δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ ἐξαγωγὴ
65τῆς σταφίδος, ὥστε νὰ εἰσπραχθῶσιν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου
66χρήματα ἐκ τοῦ φόρου αὐτῆς, καταργουμένης τῆς εἰς εἶ-
67δος φορολογίας. Ἡ ἐξαγωγὴ πρόκειται νὰ γείνῃ πολὺ ἀργὰ,
68ἔχομεν δὲ καιρὸν, ἵνα σκεφθῶμεν περὶ τούτου· οὔτε εἶμαι
69ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουσι νὰ μὴ καταργηθῇ ἡ εἰς
70εἶδος φορολογία τῆς σταφίδος, ἔχομεν δὲ καὶ ἀρκετὸν ἀκόμη
71χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζομένη ἡ
72Βουλή, ὥστε νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἀποφασίσωμεν, ἂν πρέπει
73νὰ καταργήσωμεν τὸν φόρον τοῦτον.
74§3Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνεγράφη εἰσέτι
75εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον.
76§4ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Δὲν ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· ὁμιλῶ
77ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κτηματιῶν Πύργου, καὶ ἐκφράζω καὶ
78ἐγὼ τὴν αὐτὴν εὐχὴν, χωρὶς νὰ ἐπιμένω, εἶπον, νὰ μὴ καταρ-
79γηθῇ ὁ φόρος αὐτός.
80Ἐπειδὴ δὲ εἶναι σχετικὸν τὸ ζήτημα, θὰ παρακαλέσω
81τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφο-
82ρήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἔχει πράγματι προτάσεις τινὰς περὶ
83σταφίδος ὑπ’ ὄψει του, προσέτι δὲ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ,
84πόσον ποσὸν μέχρι τοῦδε παρέλαβεν ἡ Ἑταιρεία, ἡ ἀγορά-
85σασα τὸ παρακράτημα, καὶ πόσον ὑπολείπεται ἀκόμη εἰς
86λογαριασμὸν τῆς Ἑταιρείας ταύτης μέχρι τέλους τῆς συμ-
87φωνίας.
88§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλιφρονᾶς ἔχει τὸν λόγον.
89§6Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωστὸν,
90ὅτι εἰς τὸ χωρίον Κορωπὶ τοῦ δήμου Κρωπίας ἐνέσκηψε νό-
91σος ἐξανθηματικοῦ τύφου πρὸ πολλῶν ἡμερῶν. Θὰ παρακα-
92λέσω τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουρ-
93γὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν
94ἐλήφθησαν τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς περιστολὴν τῆς νό-
95σου, διότι οἱ κάτοικοι παραπονοῦνται, ὅτι στεροῦνται τῶν
96πρὸς καταπολέμησιν τῆς νόσου μέσων.
97§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἀνηγ-
98γέλθη τὸ γεγονός, ὅτι ἐπέσκηψε νόσος εἰς τὸν δῆμον Κρω-
99πίας, ἔσπευσα δὲ νὰ δώσω ἐντολὴν εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα,
100τὸ ὑγειονομικόν, ἵνα μελετηθῇ ἡ ὑπόθεσις, καὶ μοὶ ὑποβάλῃ
101τὰς προτάσεις του, ὅπως ληφθῶσι τὰ προσήκοντα μέτρα
102πρὸς περιστολὴν τῆς νόσου.
103§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
104§9Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
105ἄλλο τί δὲν ἔχω ἢ νὰ εὐχηθῶ, ὅπως τὸ ταχύτερον ληφθῶ-
106σιν ἀποφάσεις.
107§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὔριον.
108§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαβασιλείου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ
109τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
110§12Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Μετὰ τὰ λεχθέντα παραιτοῦ-
111μαι τοῦ λόγου.
112§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
113§14Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
114§15ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε,
115λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀνακοινωθείσης ἀναφορᾶς τοῦ Κτη-
116ματικοῦ Συλλόγου Πύργου νὰ συστήσω πρὸς τὴν Κυβέρνη-
117σιν, συντασσόμενος πρὸς τὴν γνώμην τὴν ἐκφραζομένην ἐν
118τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ, νὰ μὴ ἐπιζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ
119νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ εἰς εἶδος φόρου τῆς στα-
120φίδος. Καὶ μόνη ἡ διάδοσις, ὅτι πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ
121τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἤσκησεν ὀλεθρίαν ἐπιρροὴν εἰς τὸ ἐμπό-
122ριον τῆς σταφίδος, καὶ τὴν εὐτελῆ αὐτῆς τιμὴν ἐξηυτέλι-
123σεν ἀκόμη περισσότερον. Φρονῶ δὲ, ὅτι, ἀπομένοντος ἀκόμη
124πολλοῦ χρόνου μέχρι τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ νέου σταφιδοκάρ-
125που, ὑπάρχει καιρὸς νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀφοῦ
126προηγουμένως, ὡς ἐλπίζω καὶ προσδοκῶ, ληφθῇ ὑπὸ τῆς
127Κυβερνήσεως μέτρον τι ὑπὲρ τῆς σταφίδος.
128Διὰ τοῦτο συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ
129παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἐπι-
130ζητήσῃ τὴν ταχεῖαν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ σχετικοῦ
131νομοσχεδίου, διότι φρονῶ, ὅτι τοῦτο δὲν θ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν
132παραγωγὴν τοῦ 1904, ἀλλὰ εἰς τὴν τοῦ 1905, ἧς ὁ στα-
133φιδόκαρπος δὲν θὰ ἐξαχθῇ πρὸ τῆς 15 Αὐγούστου.
134§16Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐλάβομεν σή-
135μερον τηλεγράφημα ἐκ Γυθείου ἐπιτροπῆς ἐκλεχθείσης παν-
136δήμως ὑπὸ τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας Γυθείου· παρακαλῶ δὲ
137νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ (ἀναγινώσκει):
138«Θ. Τζωρτζάκην, Δ. Πετροπουλάκην, βουλευτὰς
139Ἀθήνας.
140»Μετὰ τηλεγράφημά μας πρὸς ὅλους τοὺς Βουλευτὰς τοῦ
141νομοῦ Λακωνικῆς ἐντολῇ τοῦ λαοῦ ἀπευθυνόμεθα ἰδιαιτέρως
142πρὸς ὑμᾶς καὶ ἀξιοῦμεν παρ’ ὑμῶν, ὅπως ἐπιμείνητε μέχρι
143παραιτήσεως πρὸς παρακώλυσιν ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου
144περὶ καταργήσεως Πρωτοδικείου καὶ Νομαρχίας.»
145(Ἔπονται αἱ ὑπογραφαί).
146Κατόπιν τῆς λήψεως τοῦ τηλεγραφήματος τούτου λαμ-
147βάνω τὴν τιμὴν νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
148τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατὰ τὸ διά-
149στημα τῆς ὀλιγοημέρου ἐν Ἀθήναις διαμονῆς μου ἐσχάτως
150ἔλαβον σωρείαν ἐπιστολῶν ἐγκρίτων συμπολιτῶν μου, οἱ
151ὁποῖοι καθιστῶσί μοι δῆλον, ὅτι, ἐὰν τὸ ὑπὸ μελέτην νομο-
152σχέδιον περὶ καταργήσεως Πρωτοδικείων, ἐν οἷς καὶ τὸ
153Πρωτοδικεῖον Γυθείου, ὑποβληθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βου-
154λῆς, ἅπαντες οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Γυθείου σκέπτον-
155ται νὰ τεθῶσιν ἐκτὸς τῶν νόμων (ἀποδοκιμασίαι ἐκ τῆς δε-
156ξιᾶς πτέρυγος), νὰ ἄρωσιν ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν
157ἐν τῇ Βουλῇ τὴν ἐντολὴν αὐτῶν.
158§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι ἀντισυνταγματικόν.
159§18Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ... νὰ καταλύσωσι τὰς Ἀρ-
160χὰς, καὶ νὰ διακόψωσι πᾶσαν ἑαυτῶν σχέσιν μετὰ τοῦ Κρά-
161τους (ἀποδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
162§19ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν λέγονται αὐτά.
163§20Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐὰν ἡ σκέψις αὕτη τῶν συμ-
164πολιτῶν μου γείνῃ ἀπόφασις, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
165σεως καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν δυσά-
166ρεστον θέσιν νὰ σκέπτηται οὐχὶ πλέον περὶ τῶν πραγμά-
167των τῆς Κρήτης, ἐὰν καὶ περὶ τούτων ἐσκέφθη, καὶ περὶ
168προσαρτήσεως τῆς Κρήτης, ἀλλὰ περὶ ἀνακτήσεως ἀποσπα-
169σθέντος μέλους ἐκ τοῦ σώματος τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου.
170Ἐθεώρησα καθῆκόν μου, κύριε Πρόεδρε, νὰ καταστήσω
171ταῦτα γνωστὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἐν καιρῷ, ἵνα προκαλέσω τὴν
172προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἤδη
173ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καὶ εἰς αὐτὴν ἐναπόκειται νὰ
174ἀποτρέψῃ τὸ ἐπαπειλούμενον κακόν.
175§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἐνδε-
176χόμενον, οὐδ’ ἀμφισβητῶ τοῦτο, νὰ ἀνεκοινώθησαν εἰς τὸν
177κ. Βουλευτὴν Γυθείου ὅσα πρὸ μικροῦ εἶπε πρὸς τὴν Βου-
178λήν. Ἀλλὰ μὲ ἐξέπληξε τὸ θάρρος αὐτοῦ, ἐμφανισθέντος
179ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων καὶ ἀναγγείλαντος
180εἰς αὐτὴν ἀπειλὰς κατὰ τῶν νόμων καὶ τῆς δημοσίας τά-
181ξεως, ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ νὰ ἐπανα-
182γάγῃ, κατὰ τὴν συνείδησιν τῶν κυβερνώντων, οὕτω τὰ τῆς
183Δικαιοσύνης, ὡς εἶχον πρότερον, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀπο-
184νομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων δὲν
185ἦτο δυνατὸν νὰ πτοηθῇ ἀπὸ τὰς ἀπειλὰς τοῦ κ. Βουλευ-
186τοῦ Γυθείου, οὐδὲ ἀπὸ τὰς ἀπειλὰς τῶν ἐντολέων αὐτοῦ
187(ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Οὐδόλως ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ
188φιλόνομοι λαοὶ τῆς ἐπαρχίας Γυθείου καὶ τῆς ἐπαρχίας
189Οἰτύλου οὐδέποτε θέλουσιν ἀποφασίσει νὰ πράξωσιν ὅ,τι ὁ
190κ. Βουλευτὴς ἀνήγγειλε. Νὰ πράξωσι τί; Νὰ ἀντιτα-
191χθῶσι κατὰ τῶν νόμων τῆς πατρίδος των! Καὶ τὸ Γύθειον
192καὶ τὸ Οἴτυλον κατοικοῦνται ὑπὸ Ἑλλήνων πολιτῶν, οἱ
193ὁποῖοι σέβονται τὴν ἔννομον τάξιν, καὶ οἱ ὁποῖοι συνεισή-
194νεγκον ὑπὲρ αὐτῆς, δὲν θέλουσι δὲ διανοηθῆ, ὅτι δύνανται
195ν’ ἀνατρέψουν αὐτήν, διότι ὑπολαμβάνουσιν, ὅτι τὰ ἐπαρ-
196χιακὰ αὐτῶν συμφέροντα ζημιοῦνται διὰ νομοσχεδίων, τὰ
197ὁποῖα ἐπροτάθησαν. (Χειροκροτήματα).
198§22ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, κύριε Πρόεδρε.
199Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τὸ αὐτὸ τηλεγράφημα,
200τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Γυθείου. Ἀναμ-
201φιβόλως ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἀναφέρονται αἱ ἀπειλαὶ,
202περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς Γυθείου, εἶχε
203δὲ ὑποχρέωσιν ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἀναφέρῃ ὅσα ἀνεκοίνωσαν
204εἰς αὐτὸν, ἀνακοινῶν ξένας γνώμας καὶ βεβαίως οὐχὶ ἰδικάς
205του. Δὲν ἠπείλησε δὲ τὸ παράπαν τὴν Βουλὴν, οὐδ’ ὑπε-
206στήριξεν, οὔτε ἐβεβαίωσεν, ὅτι θ’ ἀκολουθήσῃ τὰς γνώμας,
207τὰς ὁποίας τὰ τηλεγραφήματα, τὰ διαβιβασθέντα πρὸς
208ἡμᾶς, περιέχουσι. Δὲν εὑρίσκω ἑπομένως ὀρθὴν τὴν ἐπίκρι-
209σιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἀπευ-
210θυνθεῖσαν κατὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἐκ Γυθείου. Βεβαίως
211δικαίως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πάντες
212ἡμεῖς ἀγανακτοῦμεν, ἀκούοντες τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα βεβαίως
213ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγωνται·
214ἀλλ’ ἐν τῇ ἀγανακτήσει ταύτῃ βεβαίως δὲν εἶναι ἐπιτε-
215τραμμένον νὰ ψέγωσιν ἡμᾶς, καὶ μάλιστα τοὺς τὸ πρῶτον
216εἰσελθόντας εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκτελοῦντας ὑποχρέωσιν, τὴν
217ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραλείψωμεν.
218§23Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εὐτυχῶς τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον
219ἀπευθύνουσιν οἱ συμπολῖταί μου πρὸς τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι
220συντεταγμένον κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι
221συντεταγμένον τὸ ἐκ Γυθείου προερχόμενον τηλεγράφημα·
222ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ὀλιγώτερον ἔντο-
223νον καὶ ὅτι περιέχει ὀλιγώτερον δίκαια παράπονα. Ὅταν
224ἔλθῃ ὁ χρόνος τῆς συζητήσεως, θέλει τότε καταδειχθῆ ὁ
225λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖται ἡ κατάργησις τῶν
226ὀκτὼ Πρωτοδικείων καὶ ὃν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Εὐρυτα-
227νίας, ἀναγινώσκων τὴν ἔκθεσιν τὴν αἰτιολογικὴν τοῦ κυρίου
228Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνακαλύψῃ.
229§24Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν τὴν ἀνέγνωσα.
230§25Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν τὴν ἀνεγνώσατε; Ἐγὼ τὴν
231ἀνέγνωσα, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸν ἀνα-
232καλύψω.
233§26Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν διενεμήθη ἀκόμη.
234§27Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διενεμήθη. Ἴσως κατὰ προτίμησιν,
235πρὸς ἐμέ, καὶ ἐγὼ τὴν ἀνέγνωσα, ἀναγνοὺς δὲ ταύτην δὲν
236ἠδυνήθην ν’ ἀνακαλύψω τὸν πραγματικὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ
237ὁποίου ἐπιζητεῖται ἡ κατάργησις τῶν Πρωτοδικείων.
238Ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ λόγοι οἱ φαινόμενοι ἐν τῇ ἐκθέσει εἶναι
239ἀνάγκη νὰ ἐξερευνηθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ εἶναι
240ἀνάγκη νὰ πιστοποιηθῶσι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα πρὸς
241ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δι-
242καιοσύνης ἔφερεν, ἔχομεν ἀνάγκην πολλῶν πληροφοριῶν,
243καὶ τὰς πληροφορίας ταύτας θὰ σπεύσω νὰ ζητήσω παρὰ
244τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω
245νὰ καταθέσῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύ-
246τερον, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν εὐρέως τὸ ζήτημα
247καὶ εὕρωμεν τότε ἐν τῇ συζητήσει τὸν ἀληθῆ λόγον, ὁ
248ὁποῖος παρεκίνησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ
249ζητήσῃ τὴν κατάργησιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται Πρωτοδι-
250κείων. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
251Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρῶτον τὰς ἑξῆς
252πληροφορίας (ἀναγινώσκει):
253«1) Πόσοι μάρτυρες ἐκλήθησαν ὑπὸ τῆς Εἰσαγγελίας
254καὶ τῶν ἀνακριτῶν τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας κατὰ τὰ
255ἔτη 1902, 1903 καὶ 1904, καὶ πόσον χρηματικὸν ποσὸν
256ἐπληρώθη πρὸς αὐτούς.»
257«2) Πόσον ποσὸν εἰσεπράχθη ἐκ τελῶν ἐπισημάνσεως καὶ
258ἐν γένει ἐκ καταναλώσεως χαρτοσήμου κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη
259ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας.»
260Ἀντέγραψα, Κύριοι, τὴν πρότασιν ταύτην ἐξ ἐπερωτή-
261σεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
262καὶ Βουλευτὴς Ἄρτης εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε
263προὐτάθη καὶ ἐβεβαιώθη ὅτι θὰ ἐζητεῖτο ἡ κατάργησις
264τοῦ Πρωτοδικείου Ἄρτης, καὶ ἔχω τὰ ἐπιχειρήματα ὅλα,
265ὅσα εἶχεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ὑποστη-
266ρίξῃ τὴν διατήρησιν τοῦ Πρωτοδικείου Ἄρτης, μὲ τὴν δια-
267φορὰν ὅτι σήμερον μετέβαλεν ἐπιχειρήματα καὶ ἐβεβαίωσε
268τὴν Βουλὴν, ὅτι τοῦτο γίνεται ἁπλῶς πρὸς περιποίησιν τῆς
269πόλεως Ἄρτης.
270§28Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
271§29Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. (ἀναγινώσκει).
272«Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ
273καταθέσῃ σημείωμα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν γενομένων
274μετακινήσεων τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ γραμματέων Εἰρηνοδι-
275κείων ἀπὸ τῆς 15 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους μέχρι σή-
276μερον. Ἤτοι πόσοι εἰρηνοδίκαι καὶ γραμματεῖς Εἰρηνοδι-
277κείων κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον μετετέθησαν, πόσα Διατάγ-
278ματα ἀφορῶντα εἰς τοιαύτας μεταθέσεις ἀνεκλήθησαν, μὴ
279ἐκτελεσθέντα, ἢ καὶ ἐκτελεσθέντα, καὶ εἰς πόσον ποσὸν
280ἀνέρχεται ἡ καταβληθεῖσα ἢ καταβληθησομένη δαπάνη εἰς
281ὁδοιπορικά;»
282Τὴν πληροφορίαν ταύτην ζητῶ, ἵνα σχετίσω αὐτὴν πρὸς
283τὴν πρόθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ἀναγε-
284γραμμένην ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει καὶ καταλήγουσαν εἰς
285τὸ συμπέρασμα, ὅτι καὶ λόγοι οἰκονομίας ἐπιβάλλουσι τὴν
286κατάργησιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται Δικαστηρίων καὶ τὴν
287ἀποστέρησιν τόσων πληθυσμῶν τῆς σπουδαιοτέρας ὑπηρε-
288σίας, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παράσχῃ τὸ Κράτος εἰς τοὺς
289πολίτας, τὴν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης.
290«Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης
291νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν ἐμφαίνουσαν πόση
292εἶναι ἡ ἐτησία δαπάνη, ἐκτὸς τῶν μισθῶν τῶν ἰσοβίων δι-
293καστῶν, ἡ καταβαλλομένη ὑπὸ τοῦ Κράτους πρὸς λειτουρ-
294γίαν ἑνὸς ἑκάστου τῶν Πρωτοδικείων, ὧν ζητεῖται ἡ κατάρ-
295γησις, λεπτομερῶς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον.»
296Ἡ πληροφορία αὕτη, εὐχερῶς κατανοεῖτε, ὅτι θὰ ἦτο
297περιττὴ εἰς τὸν θέλοντα νὰ ἀναδιφήσῃ τὸν Προϋπολογισμόν,
298ἑπομένως δὲν θὰ μὲ ἀδικήσητε, νομίζοντες ὅτι δὲν γνωρίζω,
299πόθεν ἔπρεπε νὰ ζητήσω τὰς πληροφορίας. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ,
300ἐπειδὴ τόσα ἐλέχθησαν, καὶ ἐπειδὴ κατωρθώθη νὰ δημιουρ-
301γηθῇ ἴσως ἀτμόσφαιρα τοιαύτη εἰς ὡρισμένα μέρη τῆς
302Ἐπικρατείας, ὅτι ἐκ τῆς συστάσεως αὐτῶν τῶν Δικαστη-
303ρίων μυρία δεινὰ ἐπῆλθον, καὶ λόγῳ τῶν δαπανῶν, εἰς ἃς
304ὑπεβλήθημεν διὰ τὴν σύστασιν αὐτῶν, κινδυνεύομεν ν’ ἀπο-
305λέσωμεν ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ Ἑλληνικὸν
306ἔθνος ἔχει ἐπὶ τῶν ὁμόρων χωρῶν, μὴ δυνάμενοι νὰ συγκρο-
307τήσωμεν δύναμιν ἀξιόμαχον καὶ διεκδικήσωμεν τὰ δικαιώ-
308ματά μας, πρέπει νὰ πιστοποιηθῇ διὰ τῆς ἐπισήμου ὁμο-
309λογίας καὶ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιο-
310σύνης, πόσα εἶναι τὰ ποσὰ τὰ δαπανηθέντα κατ’ ἔτος διὰ
311τὴν λειτουργίαν ἑνὸς ἑκάστου τῶν Πρωτοδικείων, ἵνα ἴδω-
312μεν, ἂν ἡ καταβαλλομένη δαπάνη δι’ αὐτὰ ἐπιτρέπει εἰς
313τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ περὶ καταργήσεως αὐτῶν.
314§30ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν ἦτο πρόγραμμα τοῦ κόμματός σας
315ἡ κατάργησις τῶν Πρωτοδικείων;
316§31Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό, ἐπειδὴ τὸ
317ἀνεφέρατε.
318§32Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὅταν θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, τότε τὰ
319λέγομεν.
320§33Π. ΚΗΡΥΚΟΣ. Ἂν θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις τώρα, θὰ ὁμι-
321λήσω καὶ ἐγώ.
322§34Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχω καὶ ἕνα ἰδιαίτερον λογαρια-
323σμὸν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον
324ἐξοφλῶ διὰ τῆς ὑποβαλλομένης νῦν ἐπερωτήσεως. Διότι ἐν
325τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει παρετήρησα ὅτι δὲν ἀρκεῖται εἰς τὸ
326κακόν, ὅπερ διὰ τῆς καταργήσεως τῶν Δικαστηρίων
327§35ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. «Εἰς τὸ εὐεργέτημα» νὰ λέγητε;
328§36Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν κερδίζετε τίποτε μὲ τὰς διακο-
329πάς.
330Δὲν ἀρκεῖται, λέγω, εἰς τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον εἰς ὡρι-
331σμένας πόλεις τῆς Ἑλλάδος κάμνει, ὑποστηρίζων ὅτι ἡ
332Δικαιοσύνη ἐξευτελίζεται εἰς τὰ μικρὰ κέντρα. Πρέπει αὐ-
333τὸς ὁ λογαριασμὸς νὰ λυθῇ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
334τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμ-
335φαίνοντα, πόσα ποσὰ εἰσεπράχθησαν ἐκ φόρων ἐπιτηδευ-
336μάτων, ἐκ καταναλώσεως χαρτοσήμου καὶ ἐκ τηλεγραφι-
337κῶν τελῶν ἐξ ἑκάστου τῶν νομῶν Βοιωτίας καὶ Ἄρτης,
338εἰδικῶς δὲ ἐκ τῶν πόλεων Λεβαδείας καὶ Ἄρτης.
339Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. ἐξ Ἄργους συνάδελφος ἐμνήσθη τοῦ νο-
340μοσχεδίου, ὅπερ κατέθεσεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ
341ἰσχυρίσθη ὅτι δι’ ἐκείνου ἐπρόκειτο νὰ καταργηθῶσι τὰ Δι-
342καστήρια ταῦτα, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
343σύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἀντίτυπα
344τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, ἅτινα κρατεῖ κλειδωμένα εἰς τὸ
345γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου, ὡς καὶ τὰς αἰτιολογικὰς ἐκθέ-
346σεις, τὰς συνοδευούσας αὐτὰ, καὶ τοὺς πίνακας τοὺς ὑπο-
347βληθέντας ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ
348παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ τὴν δια-
349νομὴν πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ὅλων τούτων τῶν ἔρ-
350γων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἓν ὅλον σῶμα. Διότι δὲν ἐπε-
351τράπη εἰς τοὺς διευθύνοντας τὰ τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν διά-
352λυσιν αὐτῆς, καίτοι πλεῖστοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τῶν
353πρὶν καὶ τῶν σήμερον, καὶ πλεῖστοι τῶν δικαστικῶν ἐζήτη-
354σαν νὰ λάβωσιν ἀντίτυπα τῶν νομοσχεδίων, δὲν ἐπετράπη,
355λέγω, εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ν’ ἀποστείλῃ τὰ ἀντί-
356τυπα ταῦτα, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠρνήθη
357ῥητῶς νὰ παραδώσῃ ταῦτα εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς.
358Ἐζήτησεν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δι’ ἐγγράφου του
359παρὰ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν
360Βουλὴν ταῦτα, διότι εἰς αὐτὴν ἀνήκουσι, διότι δαπάναις
361αὐτῆς ἐκτυποῦνται, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
362ἀπηγόρευσε τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν. Τότε μετέβην προσω-
363πικῶς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρεκά-
364λεσα αὐτὸν νὰ διατάξῃ τὴν ἀποστολὴν ὑπὸ τοῦ Ἐθνικοῦ
365Τυπογραφείου εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιτύπων
366ἐκείνων. Ὁμολογῶ ὅτι ἐξεπλάγη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
367νομικῶν ἐκ τοῦ ἀγγέλματος, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι θὰ δώσῃ
368διαταγὴν νὰ σταλῶσι τὰ ἀντίτυπα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν
369τούτοις, μὴ δυνηθεὶς καὶ αὐτὸς νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὸ πεῖ-
370σμα τοῦ κ. συναδέλφου του, δὲν κατώρθωσε ν’ ἀποσταλῶσι
371τὰ ἀντίτυπα εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀπο-
372σταλῶσι τώρα ταῦτα, καὶ τὸ Προεδρεῖον νὰ διατάξῃ τὴν
373διανομὴν αὐτῶν εἰς τοὺς Βουλευτάς, ἵνα ἴδωμεν ἐν συγκρί-
374σει, ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ ὁποῖον τὸ σήμερον
375ὑποβληθὲν, δι’ οὗ ζητεῖται ἡ κατάργησις τῶν Πρωτοδι-
376κείων. Τότε θέλομεν συζητήσει μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ
377ἄλλου, καὶ τότε θέλει ἴδει ὁ κ. ἐξ Ἄργους Βουλευτής, ὅτι
378ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δι’ ἄλλους λόγους εἶχον ἀντίρρησιν κατὰ τοῦ
379νομοσχεδίου ἐκείνου, διὰ λόγους οἰκονομικοὺς καὶ ἐπιστημο-
380νικούς, προτιμῶ μυριάκις τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τοῦ σήμερον
381ὑποβαλλομένου. Διότι βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σύγκρι-
382σις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐκείνου, διότι ἐκεῖνο, ἀντὶ νὰ καταρ-
383γῇ, ἐδημιούργει περισσότερα Δικαστήρια, καὶ παρεῖχε μεί-
384ζονας εὐκολίας εἰς τοὺς πολίτας, καὶ εὐκολιῶν ἔχουσιν
385ἀνάγκην οἱ πολῖται, ἵνα προσέρχωνται εἰς τὰ Δικαστήρια.
386§37Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
387Ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῇ ἐκ τῶν ζητηθέντων διὰ
388τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ θὰ κατατεθῇ.
389§38Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅλα εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῶσι.
390§39Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ὅμως ὅλως ἀκριβὲς ἐκεῖνο,
391τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς
392Βουλῆς ἐζήτησε τὰ ἀντίτυπα τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβλη-
393θέντος εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ.
394Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶναι διῃρημένον, καὶ τὸ μὲν νομο-
395σχέδιον ἐξετυπώθη ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ, ἡ δὲ ἔκθε-
396σις αὐτοῦ, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ μακροτέρα αὐτοῦ, ἐξετυ-
397πώθη εἰς ἰδιωτικὸν τυπογραφεῖον δαπάναις τοῦ Ὑπουρ-
398γείου τῆς Δικαιοσύνης. Ὅτε ἐπληροφορήθην ὅτι τὸ νομο-
399σχέδιον εἶναι οὕτω διεσκορπισμένον, ἐζήτησα νὰ περισυλ-
400λεχθῇ καὶ κατατεθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
401Οὐδέποτε δὲ ἠρνήθην εἴς τινα δικαιούμενον νὰ δώσω ἀντί-
402τυπον. Ὁ εἰσηγητὴς καὶ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ
403κ. Βασιλείου μοὶ ἐζήτησεν ἀριθμὸν ἀντιτύπων, καὶ ἔδωκα
404εἰς αὐτόν· ἐπίσης καὶ εἰς Βουλευτάς τινας ζητήσαντας·
405ἤδη δὲ προετιθέμην ν’ ἀποστείλω τὰ ὑπόλοιπα εἰς τὸ
406Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπως ποιήσηται τοῦτο οἱανδήποτε
407νομίζει χρῆσιν ἀναγκαίαν.
408Ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ διορθώσω τὰς ἀνακριβείας ταύ-
409τας τοῦ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ, διότι οὐδεὶς εἴτε ἐκ
410μέρους τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐκ μέρους ἄλλου σωματείου, μὴ ἐπι-
411σήμου, μοὶ ἐζήτησε τὸ νομοσχέδιον.
412§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
413§41Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ζητήματα,
414νομίζω ὅτι ταῦτα δέον νὰ λυθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
415νομοσχεδίου τοῦ σχετικοῦ.
416§42Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Γραφείου τῆς
417Βουλῆς ὑπάρχει ἔγγραφον τοῦ τότε Προέδρου τῆς Βουλῆς,
418δι’ οὗ ἐζητοῦντο παρὰ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου τὰ ἀντί-
419τυπα τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου καὶ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέ-
420σεως. Ἀλλὰ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, οὐχὶ ἐγγράφως,
421ἀλλὰ προφορικῶς, ἀπήντησεν εἰς τὸν ὑπάλληλον τῆς Βου-
422λῆς, ὅτι ἔχει διαταγὴν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύ-
423νης νὰ μὴ ἀποστείλῃ ταῦτα, συγχρόνως δὲ, ἂν δὲν ἀπα-
424τῶμαι, ἠπειλήθη καὶ ἡ τιμωρία τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνι-
425κοῦ Τυπογραφείου.
426§43Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπατᾶσθε.
427§44Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τότε μετέβην προσωπικῶς παρὰ τῷ
428κ. Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν, οὗ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυ-
429ρίαν, καὶ ὑπέδειξα αὐτῷ τὸ ἄτοπον τοῦ πράγματος, καὶ,
430ἵνα μὴ γεννηθῇ σκάνδαλον καὶ ἐξακολουθήσῃ ἀλληλογραφία
431μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπο-
432γραφείου, παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ διατάξῃ τὴν ἀποστολὴν τῶν
433ἀντιτύπων αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, δεχθεὶς μὲ εὐγενέ-
434στατα, ἀνεγνώρισε τὸ ὀρθὸν τῆς παρατηρήσεώς μου, καὶ
435ὑπεσχέθη ὅτι θέλει φροντίσει διὰ τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν
436εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ, μεθ’ ὅλην τὴν καλήν
437του διάθεσιν, βεβαίως δὲν ἠδύνατο πρὸς χάριν μου νὰ ἔλθῃ
438εἰς ῥῆξιν πρὸς συνάδελφόν του ἐπιμένοντα νὰ κρατῇ τὰ ἀντί-
439τυπα ταῦτα κλειδωμένα, ἵνα μὴ λάβῃ τις γνῶσιν αὐτῶν.
440Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, δὲν ἔπρεπε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
441Δικαιοσύνης νὰ ἀρνηθῇ γεγονὸς πιστοποιούμενον ἐγγράφως.
442Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἤθελε τότε ν’ ἀποστείλῃ ταῦτα εἰς τὴν
443Βουλὴν, σήμερον, ὅτε ἔχει πλήρη ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτὴν,
444παρακαλῶ αὐτὸν νὰ τὰ ἀποστείλῃ.
445§45Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
446Πολλὰ πράγματα ἐννοεῖ ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς,
447ἀλλὰ τὸν βεβαιῶ, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν κακῶς
448ἐνόησε ταῦτα. Ἡ ἀφορμὴ, ἥτις μὲ ἔκαμε νὰ περισυλλέξω
449τὰ φυλλάδια ταῦτα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἦτο ὁ φόβος μή-
450πως ἀπολεσθῶσιν. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἑρμηνεύῃ ἐννοίας
451ἄλλων, θὰ κάμῃ καλὰ νὰ ἀποδίδῃ εἰς αὐτὰς τὸ ἀληθὲς
452νόημα αὐτῶν, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ ἀποδώσῃ
453τόσον δικηγορικῶς.
454§46ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς ἡ αὐτὴ ἀπορία
455ἐγεννήθη καὶ εἰς ἐμὲ, ὅτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω τὸ
456νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἐπληροφορήθην ὅτι εὑρίσκεται εἰς
457τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ οὐχὶ εἰς τὸ
458Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Μετὰ δὲ τὴν νέαν ἐκλογήν μου ὡς
459Βουλευτοῦ, ἐπειδὴ πολλοὶ δικαστικοὶ καὶ ἄλλοι μοῦ ἐζήτη-
460σαν τὸ νομοσχέδιον, ἵνα μελετήσωσιν αὐτὸ, ἐνῷ ἐδικαιούμην,
461καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος ἄλλως τῆς Περιόδου ταύτης, νὰ λά-
462βω ἀντίτυπα αὐτοῦ, ἔλαβον ἀπάντησιν, ὅτι, ἐπειδὴ πολλοὶ
463ζητοῦσιν αὐτὸ, δὲν δύναται νὰ δοθῇ!
464§47Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
465Παρ’ ἐμοῦ;
466§48ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
467§49Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λησμονεῖτε.
468§50ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ εἶπον ὅμως, ὅτι θὰ ληφθῇ μέ-
469τρον ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ, καίτοι
470παρῆλθον ἔκτοτε δύο μῆνες, δὲν ἀπεστάλη. Καὶ διὰ τοῦτο
471δίδεται ἀφορμὴ εἴς τινας νὰ λέγωσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον
472ἐκεῖνο ἀφεώρα εἰς τὴν κατάργησιν Πρωτοδικείων, ὡς τὸ
473ὑποβληθέν, ἐνῷ ἐκεῖνο, μεταβάλλον διατάξεις τινὰς τοῦ Ὀρ-
474γανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας,
475ἵδρυε ποινικὰ Δικαστήρια οὕτως, ὥστε, ὡς ἐφρόνει ὁ τότε
476Ὑπουργός, ὁ ποινικὸς δικαστὴς νὰ ἔλθῃ ἐγγύτερον καὶ προ-
477λαμβάνῃ καὶ τιμωρῇ τὰ ἀδικήματα. Διὰ τοῦτο δὲν ἀδικῶ
478τὸν κύριον Φικιώτην, ὅστις, ἀγνοῶν καὶ αὐτὸν τὸν τίτλον τοῦ
479νομοσχεδίου, ἐπικρίνει τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν.
480§51ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὴν ἐπαινεῖ, διότι κατήργει τὰ
481Πρωτοδικεῖα.
482§52ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὴν ἐπαινέσῃ, διότι διώρθωνε
483τὴν κατάστασιν.
484Ἐν τέλει παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης
485νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας σχετικὰς πρὸς
486τὸ Πρωτοδικεῖον Κυπαρισσίας, δι’ ἃς ὑποβάλλω ἔγγραφον
487ἐπερώτησιν.
488§53ΑΓΑΜ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ
489Λεβαδείας ἀπευθύνω τὸ ἑξῆς ἐρώτημα. Εἰς τὸ πρόγραμμα
490τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως συμπεριελαμβάνετο καὶ νομο-
491σχέδιον καταργοῦν τὰ Πρωτοδικεῖα τὰ συσταθέντα ὑπὸ τῆς
492Κυβερνήσεως τοῦ κ. Θεοτόκη;
493§54ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λησμονεῖ μάλιστα ὁ κ. Βουλευ-
494τὴς, ὅτι δὲν ἐδέχθη νὰ γείνῃ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἕνεκα
495τοῦ ζητήματος τούτου.
496§55ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ, μόλις ἤκουσα τὰ λεχθέντα ὑπ’
497αὐτοῦ, ἐνόμισα ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἔπαυσε ν’ ἀνήκῃ εἰς τὸ
498κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκε, διότι εἶναι γνωστὸν εἰς τὸ Πα-
499νελλήνιον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τῆς προκατόχου Κυβερνή-
500σεως.
501§56Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Συνιστῶντο δι’ αὐτοῦ γενικὰ Δικα-
502στήρια, τὰ ὁποῖα εἶχον ἁρμοδιότητα Πλημμελειοδικείων
503καὶ πολιτικῶν Δικαστηρίων μέχρις ὡρισμένου βαθμοῦ.
504§57ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. συνάδελφος ἀρνεῖται νὰ
505ἀπαντήσῃ θετικῶς, παρακαλῶ τὸν κ. ἐκ Κερκύρας πολι-
506τευτὴν ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματός μου, ἂν ὄντως
507ὑπεβλήθη νομοσχέδιον καταργοῦν τὰ διάφορα Πρωτοδικεῖα.
508§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπεβλήθη δικαστικὸν νομοσχέδιον,
509οὗ θὰ λάβητε γνῶσιν εὐθὺς ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
510σύνης εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τοῦτο. Ἀφοῦ δ’ εὐαρεστη-
511θῆτε νὰ μελετήσητε αὐτὸ, θὰ ἴδητε ποία εἶναι ἡ ἔννοια
512αὐτοῦ.
513§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλ-
514λου ζητήματος.
515§60ΦΩΚΙΩΝ ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εἶπον εἰς προη-
516γουμένην συνεδρίασιν, ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει ὑποχρέωσιν
517νὰ συνδράμῃ εἰς τὸ δυσχερὲς ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
518τοῦτο ἀκριβῶς μὲ φέρει σήμερον ἐπὶ τὸ βῆμα. Συγχαίρω δὲ
519τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἀπὸ τοῦ ὑψη-
520λοῦ αὑτοῦ ἀξιώματος δὲν ἐδίστασε νὰ παραστήσῃ τὰ πράγ-
521ματα, οἷα εἶναι. Συγχαίρω αὐτόν, διότι ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ
522ἐπισήμως ὅσα ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν δὲν ἔπαυσα διακη-
523ρύττων ἐγὼ αὐτὸς εἴτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, εἴτε
524διὰ τῆς δημοσιογραφίας, ὡς ἁπλοῦς ἰδιώτης. Συγχαίρω
525αὐτόν, διότι ἔθεσε τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῆς πληγῆς, χωρὶς νὰ
526ἀποτροπιασθῇ, καὶ οὕτως ὑπάρχει ἐλπὶς θεραπείας.
527Ἀπὸ πέντε ἐτῶν, Κύριοι, ἔχω ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν
528τῆς Βουλῆς εἰς τὰς προκαταβολὰς πρὸς τοὺς δήμους, ὡς
529ἐπαπειλούσας νὰ φέρωσι τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν τοῦ
530τόπου.
531Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1900, συζητῶν τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς
532χρήσεως τοῦ 1901, ὑπεδείκνυον τὸν κίνδυνον, ὅτε ὁ τότε
533Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐμειδία διὰ τοὺς φόβους
534ἐμοῦ, διατεινόμενος ὅτι αἱ προκαταβολαὶ αὗται εἶναι ἁπλαῖ
535λογιστικαὶ πράξεις, οὐδόλως δυνάμεναι νὰ συνταράξουν τὰ
536οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο παρῆλθον τὰ
537ἔτη, καὶ εἴδομεν τὸν αὐτὸν Ὑπουργὸν προσπαθοῦντα νὰ ἀν-
538τεπεξέλθῃ κατὰ τοῦ ἐπαπειλουμένου κινδύνου· τελευταίως
539δὲ ἠκούσαμεν καὶ τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ, τοῦ διευθύνοντος
540τὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, λέγοντος ὅτι τὸ
541αἴτιον τῆς σημερινῆς οἰκονομικῆς κρίσεως εἶναι αἱ προκα-
542ταβολαὶ εἰς τοὺς δήμους.
543Κύριοι, τοῦτο εἶναι θλιβερά, ὁμολογῶ, ἱκανοποίησις ἐμοῦ,
544ἐπερχομένη ὅτε ἤδη ἡ κρίσις ἐπεδεινώθη, ὅτε ἤδη ἡ θερα-
545πεία ἔσεται ὀδυνηρά.
546Συνεχάρην τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν,
547διότι ἐπιζητεῖ ἁπάσας τὰς οἰκονομίας, ἃς ἔχω ὑποδείξει,
548διότι προτείνει ἅπαντα ἐκεῖνα τὰ μέσα, ἅτινα δύνανται νὰ
549αὐξήσουν ἀβλαβῶς τὰ ἔσοδα, ἤτοι τὴν προμήθειαν ἀτμοτε-
550λωνίδων, τὴν ἀνέγερσιν καταλλήλων τελωνείων, καὶ ὑπο-
551θέτω, ὅτι κατὰ λάθος παρέλειψε νὰ ὁμιλήσῃ καὶ περὶ τῆς
552ἀναδιοργανώσεως τῆς τελωνοφυλακῆς, ἀπαραιτήτου καὶ
553ταύτης πρὸς τελεσφόρον καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου.
554Ἀλλά, Κύριοι, ὅπως δυνηθῶμεν καλλίτερον νὰ ἀντιλη-
555φθῶμεν τοῦ παρόντος, ὅπως δυνηθῶμεν καλλίτερον νὰ ἀντε-
556πεξέλθωμεν κατὰ τῶν δυσχερειῶν τοῦ μέλλοντος, εἴμεθα
557ἠναγκασμένοι νὰ ἐπισκοπήσωμεν τὸ παρελθὸν, καὶ τοῦτο
558πράττω, οὐχὶ ὅπως κακίσω τινά, (εἰς τί θέλει τοῦτο χρησι-
559μεύσει;) τοῦτο πράττω, οὐχὶ ὅπως ἐπιδείξω ἐμαυτὸν ὡς
560εἰπόντα τ’ ἀληθῆ (οὐαὶ εἰς τὸν πολιτευτὴν τὸν σκεπτόμε-
561νον περὶ ἑαυτοῦ, ὅτε ἡ πατρὶς πάσχει!), ἀλλ’ ὅπως ἐκ τοῦ
562παρελθόντος ἀρυσθῶμεν διδάγματα διὰ τὸ μέλλον.
563Καὶ εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι αἱ καταστάσεις, αἱ ἐπί-
564σημοι τοῦ Κράτους παρουσιάζουσι κατὰ τὰ ἔτη 1899,
5651900 καὶ 1901 περισσεύματα 9,515,831 δραχμῶν, ὡς
566εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός· εἶναι ἀληθὲς ἐπίσης, ὅτι αἱ κατα-
567στάσεις παρουσιάζουσι κατὰ τὸ 1902 ἔλλειμμα 6,224,328.
568Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, πῶς εἶναι δυνατὸν ἀπὸ περισσευμάτων
569ἑκατομμυρίων νὰ περιπέσωμεν ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους εἰς
570ἔλλειμμα ἑκατομμυρίων; Εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῆτε,
571ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία οὐδὲν νέον νομοθέτημα περὶ δα-
572πάνης εἰσήγαγεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία οὐδεμίαν πί-
573στωσιν ἐχρησιμοποίησε νέας φύσεως, ἀπὸ περισσευμάτων
574ἑκατομμυρίων ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἐλλείμματα ἑκατομμυρίων;
575Ἅπαντες ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι τοιοῦτόν τι εἶναι ἀδύνατον,
576τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἐνθυμεῖσθε ὅτι,
577ὅτε ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1902 ἀνῆλθεν εἰς τὰ πράγματα, πρώ-
578την ἔσχε φροντίδα νὰ παύσῃ πάντας τοὺς ἀργομίσθους, εἴτε
579ἐργάτας εἴτε διευθυντὰς καπνεργοστασίων, καὶ τοῦτο μὲ θυ-
580σίαν τῶν κομματικῶν αὐτῆς συμφερόντων.
581Ἀλλ’ ἁπλουστάτη ἐπισκόπησις τοῦ παρελθόντος θὰ μᾶς
582ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν ὅπως ὁ κ. Ὑπουρ-
583γὸς παρέστησεν.
584Κύριοι, εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ 1899 τί βλέπομεν
585ἀναγραφόμενα; 3,855,092.57, ἀντίτιμον τῶν τεσσάρων
586δραχμῶν, ἃς τὸ Δημόσιον εἰσέπραττε κατὰ χιλιόλιτρον στα-
587φίδος ἐκ τοῦ παρακρατήματος· ἀλλὰ ποίου παρακρατήμα-
588τος; τῶν ἐτῶν 1895, 1896, 1897. Εἶναι τοῦτο τακτικὸν
589ἔσοδον τῆς χρήσεως τοῦ 1899; Δύναταί τις ἐξ ὑμῶν νὰ
590εἴπῃ, ὅτι, ἂν ὁ φόρος τῆς σταφίδος τοῦ 1904 δὲν εἰσπρα-
591χθῇ ἐντὸς τῆς χρήσεως ταύτης εἰς χρῆμα, ἀλλ’ εἰσπραχθῇ
592κατὰ τὸ 1906, θὰ ἦναι τακτικὸν ἔσοδον τοῦ 1906; Ἀκρι-
593βῶς ὅμοιον τι συμβαίνει ἐνταῦθα μὲ τὰ 3,855,092.57.
594Βεβαίως εἶναι τοῦτο ἔσοδον, βεβαίως ἔπρεπε νὰ γραφῇ εἰς
595τὰς καταστάσεις, ἀλλ’ εἶναι ἔσοδον ἔκτακτον. Συμβαίνει
596μάλιστα ἐνταῦθα καὶ ἕτερόν τι. Τὸ ἔσοδον τοῦτο εἶχεν εἰσ-
597πραχθῆ πρὸ τῆς χρήσεως τοῦ 1899, καὶ ἦτο χρῆμα προ-
598ϋπάρχον ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ· ὥστε μόνον τυπικὴ ἐγένετο
599ἀναγραφὴ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1899, κατ’ οὐδὲν αὐ-
600ξήσασα τοὺς πόρους τῆς χρήσεως ταύτης.
601Τὸ αὐτὸ ἔχω νὰ εἴπω δι’ ἕτερον ποσὸν ἐξ 1,273,122.31
602δραχμῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντίτιμον ἐπίσης φόρου σταφίδος,
603εἰσπραχθὲν ἐκ τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1898, ἀναγόμενον
604εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1898, καὶ ὅμως ἀναγραφὲν ὡς ἔσοδον
605τακτικὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1900.
606Ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἔκτακτα ἔσοδα ἔχομεν εἰς τὰς χρήσεις
607ἐκείνας, λογισθέντα ὡς τακτικά. Κατὰ τὸ 1900 εἰσεπρά-
608χθησαν 400,000 δραχμαὶ ἐξ ἐντάλματος ἐκδοθέντος κατὰ
609τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ, ἐξ οὗ
610ἐπερίσσευσε τὸ ποσὸν τοῦτο. Τίνα σχέσιν ἔχει τὸ ἔσοδον
611τοῦτο μὲ τὰ τακτικὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1900;
612Ἕτερον ποσὸν ἐκ 391,049.46 φράγκων, ἤτοι 625,679
613δραχμῶν ὡς ἔγγιστα, ἐπεστράφη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ
614Ἐλέγχου, διότι εἰς βάρος τοῦ ἠγγυημένου δανείου εἶχεν
615ἐκδοθῆ ἔνταλμα, ὅπως πληρωθῇ ποσόν τι ἀνῆκον εἰς τοὺς
616κατόχους τῶν tickets (πιστοποιητικῶν τῶν μὴ πληρωθέν-
617των τοκομεριδίων τῶν ὁμολογιῶν). Τὸ ἔνταλμα εἶχεν ἐκδοθῆ
618διὰ ποσὸν μεγαλείτερον τοῦ χρησιμοποιηθέντος, ὅπερ καὶ
619ἐπεστράφη. Εἶναι λοιπὸν τοῦτο μέρος τοῦ ἠγγυημένου δα-
620νείου, καὶ ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ ὡς μέρος τοῦ δανείου.
621Ἰδοὺ λοιπόν, Κύριοι, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα, ἅτινα σᾶς
622ἀνέφερα, ἀνέρχονται ἤδη εἰς 6,153,849 δραχμὰς, καὶ τὸ
623περίσσευμα τῶν τριῶν χρήσεων τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901
624ἐλαττοῦται ἀπὸ 9,515,831 εἰς 3,361,937.
625Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τὰς δαπάνας, μήπως δὲν εἶ-
626ναι ἅπασαι ἀναγεγραμμέναι.
627Κατὰ τὴν προτελευταίαν συνεδρίασιν εἶπον ὑμῖν, ὅτι εἰς
628τὰς δαπάνας ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ 1902 ἀνεγράφη
629ποσὸν 1,217,258 δραχμῶν, ἀντίτιμον τῶν 2 δραχμῶν τοῦ
630προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ, ὅπερ κατατίθεται εἰς τὴν
631Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς ἐγγύησιν τῶν ὑποχρεώσεών μας ἐκ
632τοῦ δανείου τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων. Ἡ δαπάνη αὕτη
633ἔπρεπε νὰ γείνῃ τὸ 1900, ἀλλὰ τὸ ἔνταλμα δὲν ἐξεδόθη ἐν
634καιρῷ, ἀλλὰ μετὰ τὴν χρῆσιν ταύτην, καὶ οὕτως ἐνεγράφη
635ἡ δαπάνη εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1902, ἐνῷ ἀνήκει εἰς τὴν
636χρῆσιν τοῦ 1900.
637Ἀλλὰ, Κύριοι, εἰς τὰ κεφάλαια κεκλεισμένων καὶ δια-
638γεγραμμένων χρήσεων τοῦ 1902 δὲν εἶναι μόνον τὸ ποσὸν
639τοῦ 1,217,258, περὶ οὗ ὁ λόγος, ὅπερ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνα-
640γραφῇ εἰς τὴν χρῆσιν ταύτην. Τὰ κεφάλαια ταῦτα παρου-
641σιάζουσιν ἐν συνόλῳ δαπάνας ἐκ δρ. 3,930,723.14, ἐνῷ τὰ
642ἀντίστοιχα τῶν ἑπομένων χρήσεων παρουσιάζουσι: τοῦ 1903
643δραχ. 734,328, τοῦ 1904 δραχ. 668,032, τοῦ 1905 δρ.
644862,686. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ τελευταίου δέον ν’ ἀφαιρέσωμεν
645ποσὸν 851,815.55, προερχόμενον ἐκ τῶν 2 δραχμῶν τοῦ
646προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1903, ποσὸν
647τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ κατατεθῇ ἐκ τῆς χρήσεως ταύτης, τὸ
648ὁποῖον ὅμως δὲν κατετέθη, οὐδ’ εἶναι κατατεθειμένον, ἀλλὰ
649ἀναφέρεται ὡς κατατεθησόμενον ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ
6501905 διὰ τοῦ κεφαλαίου κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ Ὑπουρ-
651γείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ
652τοῦ 1905. Ἀλλ’ ἐνῷ αἱ χρήσεις τοῦ 1904 καὶ 1905 πα-
653ρουσιάζουσι τὰς ἄνω σημειωθείσας δαπάνας ἐκ κεκλεισμέ-
654νων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, ἐννοεῖ πᾶς τις εὐκόλως,
655ὅτι, ὅταν τὸ 1902 παρουσιάζῃ δαπάνας 3,930,723,14,
656ἐπλήρωσεν ἁμαρτίας χρήσεων προηγουμένων. Καὶ τῳόντι,
657ἂν ἐξετάσῃ τις τὰς λεπτομερείας τῶν δαπανῶν τούτων, θέ-
658λει εὕρει, ὅτι 3,300,000 δραχ. ὡς ἔγγιστα ἀνάγονται εἰς
659τὰς χρήσεις τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901, καὶ οὕτως ἐξα-
660λείφονται τὰ περισσεύματα τῶν χρήσεων τούτων.
661Ἀλλ’ ἤθελέ τις ἐρωτήσει, πόθεν τὰ ἐλλείμματα; Τὰ
662ἐλλείμματα, μυριάκις εἶπον, προέρχονται ἰδίως ἐκ τῶν προ-
663καταβολῶν εἰς τοὺς δήμους· αἱ προκαταβολαὶ δ’ αὗται
664ἀνῆλθον:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
665κατὰ τὸ 1899εἰς δραχ.1,468,236.83
666» » 1900» » 1,137,706.16
667» » 1901» » 1,625,573.01
668Τὸ ὅλον δραχ. 4,231,516,00
669Τὸ ποσὸν τοῦτο ἐδαπανήθη κατὰ τὰς τρεῖς ταύτας χρή-
670σεις, καὶ ἔπρεπε νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, πρὶν διακηρύτ-
671τωνται περισσεύματα, εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ζητοῦν-
672τος τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ δαπανῶν καὶ ἐσόδων.
673Ἀλλ’ εἰς τὰς δαπάνας τῶν ἀνωτέρω χρήσεων ἔχομεν
674καὶ ἕτερα ποσὰ νὰ προσθέσωμεν. Ἐδαπανήθησαν εἰς τὴν
675δημοτικὴν καὶ ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν, κατὰ τὰς καταστά-
676σεις τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, τὰ ἑξῆς ποσά:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
677Δημοτικὴ ὁδοποιΐα Ἐπαρχιακὴ ὁδοποιΐα
678
679τὸ 1901 δρ. 67,902.55 22,702.35
680» 1900 » 243,995.90 44,706.17
681» 1899 » 81,674,87 52,926.53
682 393,573.32 120,335.05
683Ἤτοι τὸ ὅλον διὰ τὴν δημοτικὴν καὶ ἐπαρχιακὴν ὁδο-
684ποιΐαν δραχ. 513,908.37.
685Ἀπέναντι δὲ τούτων ἔχομεν μόνον δρ. 50,000, αἵτινες
686ἐχρεώθησαν εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1901. Ὥστε μένει
687δαπάνη μὴ χρεωθεῖσα ἐκ δραχ. 463,908.37.
688Ἐδαπανήθησαν ἐπίσης, χρεωθείσης ἐν τῇ Γενικῇ Ληψο-
689δοσίᾳ τοῦ Κράτους τῆς μερίδος Γεωργικῶν Σταθμῶν, κατ’
690ἀκριβεῖς σημειώσεις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἃς ἔχω ἀνὰ
691χεῖρας, δραχ. 151,133.87.
692Καὶ οὕτως, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἅπαντας τοὺς ἀνωτέρω
693ἀριθμοὺς, αἱ χρήσεις τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901, αἱ πα-
694ρουσιάζουσαι τυπικῶς περισσεύματα, οὐσιαστικῶς παρου-
695σιάζουν ἐλλείμματα, καὶ δὴ ἄνω τῶν 4,800,000 δραχ.
696Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
697σᾶς εἶπεν, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τὰ μεταγενέστερα ἐπληρώ-
698θησαν ἀπὸ περισσεύματα τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901.
699Καὶ ὀφείλω νὰ μεμφθῶ αὐτόν, λέγοντα ταῦτα. Διότι, κύριε
700Ὑπουργὲ, ἐρωτῶ, οὐδεὶς ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου σας
701ἀνέφερεν ὑμῖν περὶ περισσευμάτων, ἅτινα ἔμειναν μετὰ τὴν
702ἐξόφλησιν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ὑποχρεώσεων διὰ τοῦ ἠγγυη-
703μένου δανείου, περισσευμάτων, ἅτινα ἦσαν κατατεθειμένα
704εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἀλλαχοῦ; Καὶ εἶμαι ἠναγ-
705κασμένος νὰ ὑπομνήσω ἐνταῦθα, ὅτι καὶ σήμερον Διευθυντὴς
706τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἶναι αὐτὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διε-
707σκεύασε τὰ πλεονάσματα τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901,
708καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμένῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ ἐφί-
709στα τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῶν περισσευμάτων τοῦ ἠγγυη-
710μένου δανείου; Ὄχι βεβαίως, διότι τότε θὰ ἐξητμίζοντο τὰ
711πλεονάσματα τῶν προσφιλῶν αὐτοῦ χρήσεων.
712Τί ἔγειναν τὰ περισσεύματα τοῦ δανείου; Θὰ ἀκούσητε.
713Εἰς τὸ τέλος τοῦ 1899—διότι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης
714ἐπληρώνοντο παλαιαὶ ὑποχρεώσεις—ὑπῆρχον, ἐὰν ἀθροίσῃ
715τις ἅπαντα τὰ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εὑρισκόμενα
716ποσὰ εἰς διαταγὴν τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς διαταγὴν τῆς
717Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ὡς καὶ τὰ ποσὰ τὰ εὑρισκόμενα
718εἰς χεῖρας τῆς Ἑταιρείας τῆς Διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων
719προσόδων, καί τινα ποσὰ εὑρισκόμενα παρ’ ἄλλαις εὐρω-
720παϊκαῖς Τραπέζαις, κατὰ τοὺς πίνακας τῆς ἐκθέσεως τῆς
721Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου διὰ τὸ ἔτος 1899, ἐὰν μετα-
722τρέψῃ ταῦτα πάντα τὰ ποσὰ εἰς δραχμὰς, ἐὰν ἀφαιρέσῃ ἐξ
723αὐτῶν ὅ,τι ἐχρεωστεῖτο εἰς τοὺς δανειστὰς ἐκ τῶν πλεο-
724νασμάτων τοῦ 1899, θὰ εὕρῃ ὑπόλοιπον δραχ. 18,095,000
725ὡς ἔγγιστα, ἅτινα ἦσαν τὰ περισσεύματα τοῦ Δημοσίου
726μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐκ τοῦ ἠγγυημένου δανείου. Καὶ
727ἐνταῦθα δὲν ὑπολογίζω τὰ ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους
728ὑπόλοιπα, ἅτινα ὀλίγον παραλλάσσουν κατ’ ἔτος. Εἰς ποῖον
729δὲ σημεῖον εὑρίσκονται σήμερον τὰ ἀποθέματα ταῦτα;
730Τὴν 31 Δεκεμβρίου 1904, ἐὰν ἐπίσης ὑπολογίσωμεν κατὰ
731τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἀφαιρέσωμεν πάλιν τὰ ἀνήκοντα εἰς
732τοὺς δανειστὰς ποσὰ ἐκ τῶν πλεονασμάτων τοῦ 1904,
733θέλομεν ἴδει, ὅτι δὲν μένουν πλέον ἢ 4,749,000 δραχμαὶ
734ὡς ἔγγιστα, ἤτοι ὅτι τὰ ἀποθέματα ἠλαττώθησαν ἐν τῷ
735μεταξὺ κατὰ 13,300,000 δρ. καὶ πλέον. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο
736τὸ ὑπόλοιπον ὠφείλετο, διότι σήμερον ἀκόμη μένουν ἀπλή-
737ρωτα τὰ ἱερὰ χρήματα τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης, ὑπάρ-
738χουσι δὲ καὶ ἄλλαι ὑποχρεώσεις, ἃς εἶναι περιττὸν νὰ ἀνα-
739φέρω.
740Ἰδοὺ, κύριε Ὑπουργὲ, πόθεν ἐπληρώθησαν τὰ ἐλλείμ-
741ματα.
742Τὰ ἀποθέματα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς τὸ τέλος τοῦ
7431899, ἐξέλιπον· ἔβαινον δὲ ἐλαττούμενα κατ’ ἔτος ἀπὸ
744τοῦ 1899 μέχρι σήμερον. Ἔστω δὲ τοῦτο ἐπικύρωσις τῶν
745ἐλλειμμάτων, ἅτινα ἀπέδειξα προηγουμένως.
746Ἀλλὰ, Κύριοι, ταῦτα πάντα μᾶς ἐχρησίμευσαν, ὅπως
747ἴδωμεν, ὅτι περισσεύματα δὲν ὑπῆρχον οὐδὲ πρὶν, ὡς δὲν
748ὑπάρχουν καὶ σήμερον· ὅτι τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἔχο-
749μεν σήμερον, εἶναι συνέπεια τῆς παραλόγου αἰσιοδοξίας,
750ἥτις κατέλαβε τοὺς κυβερνῶντας μετὰ τὸν πόλεμον.
751Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ πεισθῶμεν περὶ τοῦ μεγέθους τοῦ
752κακοῦ, καὶ νομίζω ὅτι καλλίτερος τρόπος δὲν ὑπάρχει τοῦ
753νὰ ἐρευνήσωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1903,
754ἤτοι τῆς τελευταίας χρήσεως, ἧς ἔχομεν ἀπολογισμόν.
755Ἀλλὰ πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν ἔρευναν ταύτην δὲν θέλει εἶ-
756σθαι ἄσκοπον νὰ παραβάλωμεν τὴν χρῆσιν τοῦ 1902 πρὸς
757τὴν χρῆσιν τοῦ 1903, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκο-
758νομικῶν ἐδήλωσεν ὅτι τὰ ἐλλείμματα τῆς χρήσεως τοῦ
7591902 ἀπὸ 6,200,000 κατῆλθον τὸ 1903 εἰς 1,080,000,
760ἕνεκα τῆς ὅλως ἰδιαιτέρας μερίμνης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
761τοῦ κυβερνήσαντος τὰ κοινὰ καὶ κατὰ τὸ 1903. Μὴ λη-
762σμονῶμεν δὲ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 εἶχεν ἐξογ-
763κωθῆ μετά τινος ὑστεροβουλίας μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν δραχ.
764131,523,810.98. Ἀλλ’ ἔρχεται ὁ ἀπολογισμός, καὶ μᾶς
765δεικνύει, ὅτι αἱ 131,523,810 δραχμαὶ κατέρχονται εἰς
766120,668,000. Ἄς παραβάλωμεν νῦν τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς
767τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1903. Ἀλλ’ ὅπως ὦμεν δίκαιοι, ἂς
768ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ ἀμφοτέρας τὰς χρήσεις τὰς δαπάνας ἐκ
769κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Οὕτως ἀφαι-
770ρουμένου ἀπὸ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1902 τοῦ ποσοῦ τῶν
7713,795,269, ὅσα ἐδαπανήθησαν ἀληθῶς ἐκ τοῦ κεφαλαίου
772τούτου κατὰ τὴν Διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου,
773μένουν ὡς ἔξοδα τοῦ 1902 δραχμαὶ 116,873,538.
774Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἐπίσης ἀπὸ τοῦ 1903 ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς
775δαπάνας κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, ἤτοι
776726,815 δραχμάς, μένουσι δαπάναι ἐν τῷ ὁριστικῷ ἀπολο-
777γισμῷ τοῦ 1903 ποσὸν δραχ. 115,504,528. Ἀλλὰ μὴ λη-
778σμονῶμεν ὅ,τι εἴπομεν προηγουμένως, ὅτι κατὰ τὸ 1903 δὲν
779κατετέθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ποσὸν δραχ. 851,815,
780ἀντίτιμον τῶν 2 προσθέτων δραχμῶν τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ,
781τοῦ εἰσπραχθέντος κατὰ τὴν χρῆσιν ταύτην. Ἄν καὶ τὸ
782ποσὸν τοῦτο προσθέσωμεν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1903, αἱ δα-
783πάναι ἀνέρχονται εἰς 116,356,343.
784Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅπως ἡ παραβολὴ ᾖ δικαία, ὀφείλομεν
785καὶ τὸ συνάλλαγμα νὰ κανονίσωμεν ὁμοιομόρφως διὰ τὰς
786δύο χρήσεις. Τὸ 1902 τὰ δάνεια ἡμῶν ἐκανονίσθησαν μὲ
787μέσην τιμὴν συναλλάγματος 1,6256· τὸ 1903 ἡ μέση τιμὴ
788ἦτο 1,5645, ὡς τοῦτο ἐμφαίνεται ἐν ταῖς ἐκθέσεσι τῆς
789Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου. Ἐὰν χρεώσωμεν μὲ τὴν ἀντί-
790στοιχον διαφορὰν τὴν χρῆσιν τοῦ 1903, ἔχομεν νὰ προσθέ-
791σωμεν εἰς αὐτὴν 1,162,323 ὡς ἔγγιστα. Ἔχομεν νὰ προσ-
792θέσωμεν ἐπίσης ποσὸν 144,480 δραχ. ἐκ τῆς ἀξίας τῆς
793συναλλαγματικῆς διαφορᾶς ἐνταλμάτων προξενικῶν, τακτο-
794ποιουμένων διὰ συμψηφισμοῦ διὰ πρώτην φορὰν τὸ 1903
795(ἴδε σελ. 13 τεύχους χρήσεως τοῦ 1903), ἐνῷ τὸ 1902
796ἀναγράφονται μὲ τὴν ἀξίαν των εἰς χαρτίνας δραχμάς. Μὲ
797τὰς προσθήκας ταύτας ἀνέρχεται τὸ 1903 εἰς 117,711,146
798δραχμὰς ἀπέναντι τῶν 116,873,538 τοῦ 1902, ἤτοι κατὰ
799δραχ. 837,608 περιπλέον.
800Ἀλλὰ, Κύριοι, οὐδὲν ἀφήρεσα εἰσέτι ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ
8011902, οὐδὲ τὸ φορτίον πετρελαίου ἐξ 633,141 δραχμῶν,
802τὸ ὁποῖον ἀφίχθη τὸ 1903 καὶ ἐπληρώθη τὸ 1903, καὶ μὲ
803τὸ ὁποῖον ἐχρέωσαν τὸ 1902 ἀντὶ τοῦ 1903. Δὲν ἀφήρεσα
804τὴν δαπάνην ἀπαλλοτριώσεως τῶν οἰκοπέδων Σταδίου ἐκ
805368,371 δραχμῶν.
806§61ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἐπραγματοποιήθη.
807§62Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἐπραγματοποιήθη, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο
808ἐχρεώθη ὄχι μόνον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, ὡς δὲν ὤφει-
809λεν, ἀλλ’ ἐχρεώθη καὶ ὁ ἀπολογισμὸς, ἐναντίον τῆς λογι-
810κῆς καὶ τῶν νόμων, διότι πᾶν ἔνταλμα μὴ πληρωθὲν ἐντὸς
811τῆς χρήσεως ἀκυροῦται, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἡ ἐν λόγῳ δα-
812πάνη δὲν ἠκυρώθη. Τὸ πῶς, μὴ ἐρωτᾶτε! Μόνον τὸ Γενι-
813κὸν Λογιστήριον τῆς Ἑλλάδος δύναται νὰ ἐπιδείξῃ τοι-
814αῦτα κατορθώματα!
815Δὲν ἀφήρεσα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1902 ὅσα προσετέθη-
816σαν ἐκ δικαστικῶν δαπανῶν καὶ ἐπιστροφῶν χρημάτων,
817ἐνταλθεισῶν τὸ 1903, πληρωθεισῶν τὸ 1903 καὶ μ’ ὅλον
818τοῦτο ἀναγραφεισῶν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1902. Καὶ οὕτω
819παρουσιάζονται δικαστικαὶ δαπάναι τὸ 1902 ἐκ δραχμῶν
8201,256,000 ἀπέναντι 483,561 τὸ 1903.
821Ἐὰν, Κύριοι, ἀφαιρέσωμεν ὅλα τὰ ποσὰ ταῦτα, ἤτοι
822633,141 ἐκ πετρελαίου, 368,371.84 ἐξ ἀπαλλοτριώσεως
823οἰκοπέδων Σταδίου, 306,000 δρ. ἐκ δικαστικῶν δαπανῶν,
824130,000 ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχμὰς
8251,437,512.84 ἀπὸ τοῦ 1902, τότε ἡ χρῆσις αὕτη φαίνε-
826ται ἔχουσα δαπάνας μικροτέρας ἢ τὸ 1903 κατὰ δραχμὰς
8272,275,120.
828Ἀλλ’ ἂν τὰς ἀνωτέρω δαπάνας, ἃς ἀφῃρέσαμεν ἀπὸ τοῦ
8291902, προσθέσωμεν, ὡς εἶναι εὔλογον, (ἐκτὸς ἴσως τῆς
830ἀποζημιώσεως τῶν οἰκοπέδων Σταδίου) εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ
8311903, ἤτοι προσθέσωμεν τὸ ποσὸν 1,069,141 δραχμῶν,
832τότε αἱ δαπάναι τῆς χρήσεως ταύτης ὑπερβαίνουσι τὰς τῆς
833χρήσεως τοῦ 1902 κατὰ 3,344,261 δραχμάς.
834Ἀλλὰ καὶ κατ’ ἄλλα μειονεκτεῖ τὸ 1902. Ἐνῷ ἐπλή-
835ρωσεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἐκ τῶν πλεονασμάτων τῶν ἐσόδων
836καὶ τῆς διαφορᾶς συναλλάγματος 2,306,515, τὸ 1903 δὲν
837ἐπλήρωσεν εἰμὴ 1,954,194, ἤτοι 352,321 ὀλιγώτερον.
838Ἐὰν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφαιρέσωμεν, ὅπως ὦμεν δί-
839καιοι, ἀπὸ τοῦ 1902, θὰ εἶχεν ἡ χρῆσις αὕτη 3,696,582
840δρ. ὀλιγωτέρας ἢ τὸ 1903. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο δὲν ἔχω,
841Κύριοι, τὴν ἀξίωσιν ὅτι τὸ 1902 διῳκεῖτο καλλίτερον ἢ τὸ
8421903. Ὤφειλε τὸ 1903 νὰ ἔχῃ τὰς δαπάνας ταύτας τὰς
843περιπλέον, καὶ τὰς εἶχε. Τὸ εἶχον ἀναγγείλει, ὡς Ὑπουρ-
844γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς
845κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902. Τὸ
8461903 εἶχε ν’ ἀντιμετωπίσῃ περιπλέον βάρη ἐκ τοῦ δημο-
847σίου χρέους 1,371,960 φρ. χρ. ὡς ἐκ τοῦ χρεωλυσίου τῶν
848ἐξωτερικῶν δανείων τὸ ποσὸν τοῦτο ἀναλογεῖ εἰς 2,263,731
849δρ. ὡς ἔγγιστα. Ἐστερήθη ἐπίσης τὸ 1903 καὶ 1,000,000
850δρ. ὡς ἔγγιστα, τὸ ἀντίτιμον τῶν τεσσάρων δραχμῶν, τῶν
851ἐπιστρεφομένων ἐκ τοῦ παρακρατήματος, ὡς ὑπόλοιπον τοῦ
852φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, καὶ οὕτω δικαιολογεῖται κατὰ
853μέγα μέρος ἡ ἄνω διαφορά.
854Οὕτω, Κύριοι, ἐλπίζω ὅτι ἐπείσθητε, ὅτι ἡ αὐτὴ φειδὼ
855τοῦ δημοσίου πλούτου, ἡ ὁποία ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1903,
856ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὸ 1902, καὶ τὰ 6,200,000 δρ. ἐλλείμ-
857ματα τῆς χρήσεως ταύτης, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον,
858δὲν εἶναι ἐλλείμματα αὐτῆς.
859Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰδίως μᾶς ἐνδιαφέρει, εἶναι νὰ
860ἴδωμεν, ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1903 ἔτους, τὸ
861ὁποῖον παρουσιάζει δαπάνας κανονικάς.
862Αἱ δαπάναι τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1903 εἶναι δραχμαὶ
863116,231,379, κατὰ τὰς ἐπισήμους καταστάσεις. Εἰς
864ταῦτα, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν δραχ.
865851,815, ὅσαι ὀφείλουν νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν
866Τράπεζαν ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ τῆς χρήσεως
867ταύτης. Ἐὰν προσθέσωμεν καὶ τὰς προκαταβολὰς εἰς τοὺς
868δήμους ἐκ 2,925,295 δραχμῶν, φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν
869τῶν 120,008,491 δραχμῶν. Ἀπέναντι τούτων ἔχομεν
870εἰσπράξεις δραχ. 114,834,344, ἤτοι ἔλλειμμα 5,174,147.
871Ταῦτα εἶναι τὰ πράγματα κατὰ τὸ 1903.
872Καὶ νῦν ἂς ἐπισκοπήσωμεν τὸ 1904. Ὤφειλε τοῦτο νὰ
873παρουσιάσῃ 1,000,000 ὀλιγώτερον ἐκ τῆς καταβολῆς κατὰ
874τὸ 1903 καὶ τῆς τελευταίας δόσεως τοῦ δανείου ἐκ δραχ.
8753,000,000 πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–
876Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο, μετὰ τὰς τελευ-
877ταῖον κατατεθείσας ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ὁ Προϋπο-
878λογισμὸς τοῦ 1904 ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 123,966,471,
879ἀπέναντι δραχ. 122,592,879 τοῦ 1903, ἤτοι εἰς δραχμὰς
8801,373,592 περιπλέον ἢ τὸ 1903. Τοῦτο συμβαίνει, διότι
881τὸ 1904 εἶχε ν’ ἀντιμετωπίσῃ περιπλέον δαπάνας, ἰδίως
882τὰς τοῦ Ταμείου Ἀμύνης, καὶ τὰς προερχομένας ἐκ τῶν
883περιπλέον πλεονασμάτων, τῶν ἀποδιδομένων εἰς τοὺς δανει-
884στὰς τοῦ Κράτους, δαπάνας, ἃς δὲν ἐκάλυψαν αἱ γενόμεναι
885οἰκονομίαι. Οὕτω ὁ Προϋπολογισμὸς παρουσιάζει 1,373,592
886δραχ. περιπλέον τὸ 1904 ἢ τὸ 1903, καὶ εἶναι λογικὸν νὰ
887παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη θὰ φανῇ καὶ ἐν τῷ
888ἀπολογισμῷ, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον. Ἐξ ἄλλου αἱ
889προκαταβολαὶ θέλουν ἐλαττωθῆ κατὰ δρ. 400,000, κατὰ
890τὸν κ. Ὑπουργόν. Τὰ δὲ ἔσοδα θέλουν ἀνέλθει κατὰ τὸν
891αὐτὸν εἰς 116,000,000, σὺν τῷ φόρῳ τῆς σταφίδος· ἤτοι
892θέλουσιν ὑπερβῆ τὰ τοῦ 1903 κατὰ 1,200,000. Ὡς ἐκ τῶν
893περιστάσεων τούτων τὸ μὲν ἔλλειμμα θέλει αὐξήσει ἐξ ἑνὸς
894κατὰ 1,373,592, θέλει ἐλαττωθῆ ἐξ ἄλλου κατὰ 1,600,000.
895Ἄρα θέλει ἐλαττωθῆ ἐν συνόλῳ κατὰ δραχ. 226,408, καὶ
896θέλει εἶσθαι 5,000,000 δρ. ὡς ἔγγιστα.
897Ἐὰν εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο προσθέσωμεν καὶ τὸ καθυ-
898στέρημα τοῦ φόρου ἐκ σταφίδος, τότε βεβαίως ἀνέρχεται
899εἰς 9,500,000 καὶ περιπλέον· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἴτε τάχιον
900εἴτε βράδιον θὰ εἰσπραχθῇ τὸ καθυστέρημα, παραδεχόμεθα
901ὡς ἔλλειμμα ἀσφαλὲς τῆς χρήσεως τοῦ 1904 τὸ ποσὸν
9025,000,000, ἐν ᾧ περιλαμβάνονται καὶ 2,500,000 δραχ.
903ἐκ προκαταβολῶν εἰς τοὺς δήμους.
904§63Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας εἰσπράξεις ὑπολογί-
905ζετε πιθανὰς εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως τοῦ 1904;—διότι
906ἔχομεν ἤδη τ’ ἀποτελέσματα 14 μόνον μηνῶν τῆς χρήσεως
907ταύτης δημοσιευμένα.
908§64Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐλπίζω καὶ εὔχομαι καὶ ὑπολογίζω ὅτι
909θὰ ἦναι τὰ ἐξ ἐσόδων ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1904
910οἷα καὶ τὰ τοῦ 1903· τοὐλάχιστον κατὰ προσέγγισιν αἱ
911περιπλέον τελωνιακαὶ εἰσπράξεις θέλουσι καλύψει τὴν κατα-
912βολὴν τοῦ 10% εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης,
913ὡς καὶ τὴν καταβολὴν τοῦ ἐσόδου ἐξ οἰνοπνευματούχων
914ὑγρῶν εἰς τὸ αὐτὸ ταμεῖον.
915§65Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἠρώτησα, πόσα ἔσοδα
916ἀναφέρονται εἰς εἰσπράξεις τοῦ 1904.
917§66Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
918κῶν). 106,000,000 μέχρι τῆς 1 Μαρτίου 1905.
919§67Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπολείπονται μῆνές
920τινες εἰσέτι τῆς χρήσεως, ἐὰν ἦσθε εἰς θέσιν, παρακαλῶ
921νὰ προσδιορίσητε, πόσαι θὰ ἦναι καθ’ ὑμᾶς εἰς τὸ τέλος
922τῆς χρήσεως αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1904.
923§68Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ τονίσω, ὅτι αἱ τελωνιακαὶ
924εἰσπράξεις παρουσίασαν περὶ τὰ 2,000,000 δραχ. διαφορὰν
925ἐπὶ πλέον ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ· ἀλλὰ δυστυχῶς
926δὲν δύνανται ταῦτα νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι εἶναι προ-
927ωρισμένα νὰ καλύψωσι τὸ 10%, τὸ διδόμενον εἰς τὸ Τα-
928μεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, νὰ καλύψωσι τὸ ὀφειλόμενον
929εἰς τὸ αὐτὸ ταμεῖον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν
930οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν.
931§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅτε ἐκάμνετε τοὺς ὑπολογισμούς,
932ἀφῃρέσατε τὰς δαπάνας τῶν δύο χρήσεων. Διατὶ ὁμιλεῖτε
933περὶ τῶν ἀποδόσεων ἤδη;
934§70Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Ἀγγελόπουλον.
935§71Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κατάστασις τοῦ Φεβρουα-
936ρίου 1905, περιλαμβάνουσα εἰσπράξεις 14 μηνῶν τῆς χρή-
937σεως, ἀναφέρει, ὅτι εἰς τὸ διάστημα τῶν 14 τούτων μηνῶν
938εἰσεπράχθησαν 103,000,000, ἐνῷ εἰς τὸ ἀντίστοιχον διά-
939στημα τῆς χρήσεως τοῦ 1903 εἰσεπράχθησαν 106,000,000,
940δηλαδὴ 3,000,000 περιπλέον ἢ κατὰ τὸ 1903. Ἐκ τῆς
941καταστάσεως ταύτης θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς στα-
942φίδος ἔδωκε κατὰ τὸ 1903 διαφορὰν 2,857,165 δραχμῶν.
943Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρέσωμεν τὰς εἰσπράξεις ἀπὸ τῆς σταφίδος
944τοῦ ἀντιστοίχου διαστήματος τοῦ 1903, βλέπομεν ὅτι αἱ
945εἰσπράξεις τοῦ 1904, καὶ μετὰ τὴν αὔξησιν τῆς ἐπιβλη-
946θείσης νέας φορολογίας, καὶ μετὰ τὴν αὔξησιν τῶν τελωνια-
947κῶν δασμῶν, ἀκολουθοῦσι τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1903 κατὰ
948πόδας, καὶ μάλιστα εἶναι κάτω αὐτῶν κατὰ δρ. 88,000
949μέχρι τέλους τοῦ Φεβρουαρίου 1905. Θέλω νὰ σᾶς εἴπω διὰ
950τούτου, ὅτι ἡ αὔξησις ἡ ἐπελθοῦσα τῶν τελωνιακῶν εἰσ-
951πράξεων οὐδαμῶς ὠφέλησε· διότι, ἐὰν λάβωμεν τὰς εἰσπρά-
952ξεις τοῦ 1904 καὶ τὰς τοῦ 1903, καὶ ἀφαιρέσωμεν κατὰ
953τὴν συμπαραβολὴν τὸν φόρον τῆς σταφίδος ἀπὸ τοῦ 1903,
954ἔχομεν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα.
955§72Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καίτοι τοῦτο εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματός
956μου, θὰ σᾶς ἀπαντήσω...
957§73Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ ἦναι ἐκτὸς
958τοῦ θέματος· διότι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ εἰσπρά-
959ξεις τοῦ 1904 ὁμοιάσουσι πρὸς τὰς τοῦ 1903, τ’ ἀποτελέ-
960σματα θὰ ἦναι ὀδυνηρά· θὰ ἔχωμεν βεβαίως μέγιστον ἔλ-
961λειμμα, ἀφοῦ ἡ ἀπόστασις μεταξὺ προϋπολογισθέντων ἐσό-
962δων τοῦ 1904 καὶ τῶν πραγματοποιηθησομένων θ’ ἀνέλθῃ
963εἰς 9,000,000.
964§74Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Σεῖς θέλετε ν’ ἀποδείξητε, ὅτι θὰ εἰσ-
965πράξωμεν ἀκόμη ὀλιγώτερα.
966§75Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι θὰ εἰσπρά-
967ξωμεν ὅσα τὸ 1903...
968§76Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τότε πᾶσα συζήτησις εἶναι περιττή.
969§77Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ... Καὶ τότε, ἐπειδὴ τὰ
970ἔξοδα τοῦ 1903 εἶναι βεβαρημένα διὰ μεγάλων δαπανῶν,
971διὰ τῶν ποσοστῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὰ ὁποῖα θ’ ἀνέλ-
972θωσιν εἰς 3,000,000, τότε θ’ ἀναλογισθῆτε, ὅτι δὲν εἶναι
973ἡ πληγὴ τῶν προκαταβολῶν, ἡ ὁποία λυμαίνεται τὰ οἰκο-
974νομικὰ τῆς χώρας· εἶναι καὶ τὰ ἐλλείμματα, τὰ ἀπὸ τοῦ
9751899 καὶ ἐντεῦθεν.
976§78Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θέλετε δηλαδὴ νὰ ἐξογκώσητε εἰσέτι τὰ
977ἐλλείμματα;
978§79Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουρ-
979γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
980§80Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ποία εἶναι ἡ
981γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ λέγω, τί
982δεικνύουν οἱ πραγματικοὶ ἀριθμοί.
983§81Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Ἀγγελόπουλε, ἐπειδὴ διετυπώ-
984σατε καθαρῶς τὸ ζήτημα, θὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν γνώμην
985μου ἐπ’ αὐτοῦ. Δὲν φρονῶ ὅτι ἔχομεν νὰ ὑπολογίσωμεν ὀλι-
986γώτερα ἔσοδα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπελόγισεν ὁ κ. Ὑπουρ-
987γός· διότι εἶναι ἀληθὲς αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὅτι δὲν
988ἐμφαίνονται μέχρι τέλους Φεβρουαρίου ἀποτελέσματα εὐά-
989ρεστα· ἀλλ’ ἐὰν εἴχετε ἐξετάσει τὴν κατάστασιν, ἠθέλετε
990ἴδει, ὅτι ἐλλείπουσιν ἐξ αὐτῆς πλεῖστοι φόροι, οἱ ὁποῖοι
991δὲν εἰσεπράχθησαν ἕνεκα τῶν ἐκλογῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι βε-
992βαίως θὰ εἰσπραχθῶσιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ
993πείθει, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα θὰ μείνουν οἷα τὰ περιέγραψα.
994§82Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, κύ-
995ριε συνάδελφε, ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος ἀσχολεῖσθε εἰς τὰ οἰκονο-
996μικὰ, ὅτι τὰ ⅔ τῶν εἰσοδημάτων ἡμῶν εἰσπράττονται καὶ
997βεβαιοῦνται κατὰ τοὺς 12 πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως, θὰ
998ἴδητε ὅτι οἱ ὑπολειπόμενοι μῆνες τοῦ ἔτους δὲν δύνανται νὰ
999σᾶς φέρωσι διαφορὰν ἢ ἀλλοίωσιν, οὔτε πλάνην εἰς τὸν ὑπο-
1000λογισμὸν τῶν ἐσόδων.
1001§83Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1002Μέχρι τέλους Μαρτίου 1905 εἰσεπράχθησαν 106,000,000·
1003μέχρι τέλους Μαρτίου 1904 εἶχον εἰσπραχθῆ 107,000,000.
1004Ὑπολογίζω ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων τῶν περυσινῶν,
1005καὶ μὴ ἔχων κανένα λόγον νὰ πιστεύω, ὅτι θὰ καθυστερή-
1006σωσιν αἱ εἰσπράξεις νῦν, ἤτοι αἱ ἀπὸ 1 Ἀπριλίου μέχρι
100731 Ὀκτωβρίου, συμπεραίνω ὅτι δὲν ἔχομεν ἄλλο γνώρισμα,
1008ὅτι αἱ εἰσπράξεις θ’ ἀνέλθωσιν εἰς 111,000,000 σὺν τῷ
1009φόρῳ τῆς σταφίδος.
1010§84Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνότατοι.
1011§85Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Συμφωνότατοι.
1012§86ΣΤΕΦ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Μετρητά;
1013§87Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. 111,000,000. Καὶ ἂν εἰσήγετο ὁ
1014φόρος τῆς σταφίδος, δὲν θὰ εἴχομεν ἔλλειμμα, ἤ, ἂν ἔχω-
1015μεν, θὰ ἔχωμεν περὶ τὸ 1,000,000, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι
1016ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ ὁρίσω.
1017§88Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατόν.
1018§89Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1904 θὰ ἦναι, ὡς εἶπον,
10195,000,000 δραχμαί. Εἰς ταύτας περιλαμβάνονται αἱ προ-
1020καταβολαὶ, δραχ. 2,500,000. Ἐὰν εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο,
1021τὸ βέβαιον, θέλητε νὰ προσθέσητε καὶ τὰς καθυστερήσεις
1022ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, τότε βεβαίως ἀνέρχεται εἰς
10239,500,000 ὡς ἔγγιστα.
1024§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τὰ 5,000,000 περιλαμβάνετε
1025καὶ τὰς προκαταβολάς;
1026§91Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.
1027§92Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε, κύριε συνάδελφε, διὰ
1028νὰ εὑρεθῇ ἓν ἔλλειμμα, νομίζω ὅτι δὲν ἀρκεῖ ὁ προσδιορι-
1029σμὸς μόνον τῶν ἐσόδων, πρέπει νὰ προσδιορισθῶσι καὶ τὰ
1030ἔξοδα. Ποῖον ποσὸν ἐξόδων ὑπολογίζετε ὡς πιθανόν;
1031§93Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Σᾶς εἶπον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ὅτι θὰ
1032ἀλλάξουν. Ἔχομεν τὸ 1,000,000 ἐκ τοῦ δανείου.
1033§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν θὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογι-
1034σμὸν σήμερον.
1035§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ
1036διαλογικὴ συζήτησις.
1037§96Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπὸν τὸ 1904 θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα
10385,000,000, ἐκτὸς τῶν καθυστερήσεων τῆς σταφίδος.
1039Ἀλλὰ τί μᾶς ἀναμένει τὸ 1905; Πρῶτον ἐλάττωσις
1040τῶν δικαιωμάτων ἐξ ἀπαλλαγῆς ἐκ δραχμῶν 1,000,000.
1041Δεύτερον, καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα, ἀνεπάρκεια τοῦ ἐσό-
1042δου ἐκ τελωνιακῶν εἰσπράξεων κατὰ ἕτερον ποσὸν δραχμῶν
10431,500,000 τοὐλάχιστον, ἀνεπάρκεια, λέγω, ὅπως καλυ-
1044φθῇ διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἡ εἰσ-
1045φορὰ ἐκ 10% πρὸς τὸ Ταμεῖον Ἀμύνης, καὶ ἡ στέρησις
1046τοῦ ἐσόδου ἐξ οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν, ὡς τοῦτο ἐγένετο
1047κατὰ τὸ 1904, ὅτε ἡ ἀπόδοσις τοῦ δεκατημορίου δὲν ἐγέ-
1048νετο, εἰμὴ ἀπὸ τῆς 1 Ἰουλίου, ἐνῷ αἱ περιπλέον εἰσπρά-
1049ξεις εἶχον ἀρχίσει ἀπὸ τῆς πρώτης ἑξαμηνίας. Τρίτον αὔξη-
1050σις δαπανῶν ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς καταβολῆς νομισμα-
1051τικῆς διαφορᾶς διὰ τὴν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια μετα-
1052τροπὴν τῶν εἰς χρυσὸν κεφαλαίων τῶν Ἑλληνικῶν Σιδη-
1053ροδρόμων ἐκ δραχ. 830,000. Καὶ τέταρτον αὔξησις δαπα-
1054νῶν ὑπὲρ τὰς 200,000, προερχομένη ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ
1055ὀφέλους τῶν δανειστῶν ἐκ τῶν πλεονασμάτων καὶ ἐκ τῆς
1056συναλλαγματικῆς διαφορᾶς.
1057Οὕτω τὰ ἐλλείμματα θὰ αὐξήσουν κατὰ τὸ 1905 κατὰ
1058δρ. 3,500,000, καὶ θέλουν εἶσθαι ταῦτα δρ. 8,500,000,
1059ἀφοῦ τὰ τοῦ 1904 ὑπελογίσαμεν εἰς 5,000,000, ἂν δὲν
1060ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὰς προκαταβολὰς εἰς τοὺς δήμους, ὡς
1061ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ εὔχο-
1062μαι καὶ ἐλπίζω καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιτευχθῇ, ἀνάγκη
1063ἐπιβλητική.
1064§97Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἄνευ αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1065γείνῃ τίποτε.
1066§98Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλὰ καὶ τὰς προκαταβολὰς ἂν ἀφαι-
1067ρέσωμεν ἀπὸ τοῦ 1905,—καὶ ἀμφιβάλλω πολὺ, ἂν κατορ-
1068θωθῇ ν’ ἀφαιρεθῶσι ἅπασαι,—μᾶς μένει ἔλλειμμα ἄνω
1069τῶν 6,000,000 δραχμῶν, καὶ τοῦτο χωρὶς νὰ ἴδωμεν
1070ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν τὰ
10713,000,000, τὰ ὁποῖα, κατὰ δήλωσιν τοῦ τέως Πρωθυπουρ-
1072γοῦ, ὁμιλοῦντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, θέλουσιν ἐπιβα-
1073ρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτι-
1074κῶν συνεπείᾳ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁμολογῶ
1075ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ 3,000,000 ταῦτα, ἔχω μεγάλην ἀνη-
1076συχίαν, διότι εἶδον γραφόμενα ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Ὑπουρ-
1077γείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ
1078τοῦ 1905 τὰ ἑξῆς:
1079«Ὁ Προϋπολογισμὸς συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει αὐστηρο-
1080τάτων οἰκονομιῶν, ἐπιφυλασσομένης τῆς αἰτήσεως ἐν καιρῷ
1081ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, ὧν αἱ
1082πιστώσεις ἤθελον ἀποδειχθῆ ἀνεπαρκεῖς.»
1083§99Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κατὰ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπο-
1084λογισμόν.
1085§100Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Βεβαίως.
1086Κύριοι, ὄπισθεν αὐτῶν τῶν γραμμῶν ὀφείλομεν πολλὰ
1087νὰ ὑπονοήσωμεν. Δὲν θὰ λησμονήσω, ὅτι πέρυσιν, ὅτε ἀνέ-
1088λυον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904 διὰ τῶν ἐφημερίδων,
1089—διότι δυστυχῶς δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι εἰς
1090τὴν αἴθουσαν ταύτην, —ὅτε ἀνέλυον τὸν Προϋπολογισμὸν
1091τοῦ 1904, προκειμένου περὶ οἰκονομίας 684,000 δραχ. ἐκ
1092τῆς ὁδοποιΐας, εἶπον ὅτι ἀναβάλλω νὰ ἀποφανθῶ ἕως οὗ
1093ἔλθῃ νέος Ὑπουργὸς, ὅστις δὲν θὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν χρῆσιν
1094τοῦ 1904 μὲ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Καὶ συμπεραί-
1095νων ἔλεγον ὅτι εὔχομαι τοῦτο νὰ μὴ συμβῇ. Ἔκτοτε παρῆλ-
1096θον 15 μῆνες, καὶ τὴν σήμερον κατετέθησαν νέαι ἀναπλη-
1097ρωματικαὶ πιστώσεις, διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦνται ἂν ὄχι
1098684,000, τὸ στρογγύλον ὅμως ποσὸν τῶν 400,000 δρ. ὡς
1099ἔγγιστα εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἐξ ὁδοποιΐας.
1100Τοῦτ’ αὐτὸ φοβοῦμαι ὅτι βλέπομεν προαναγγελλόμενον
1101διὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ
1102τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905, καὶ ὅτι νέαι μᾶς ἀναμέ-
1103νουσι θλιβεραὶ δηλώσεις μετὰ ἓν ἔτος, νέαι ἀπογοητεύσεις
1104χειρότεραι τῶν σημερινῶν.
1105Ἀπέναντι ἁπάντων τούτων, ἤτοι τῶν 6,000,000 ἐλ-
1106λείμματος ἀσφαλοῦς, ἄνευ τῶν προκαταβολῶν εἰς τοὺς δή-
1107μους, ἄνευ τῶν καθυστερημάτων τῆς σταφίδος καὶ τῶν
11083,000,000 τῶν ἐπαπειλουμένων ἐκ τῆς πλήρους ἐφαρμογῆς
1109τῶν νέων περὶ στρατοῦ νόμων, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκο-
1110νομικῶν προβάλλει οἰκονομίας 5,000,000. Δὲν ἐλάβομεν
1111εἰσέτι γνῶσιν αὐτῶν, καὶ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν
1112περὶ τοῦ ἐφαρμοσίμου ἢ μὴ αὐτῶν, περὶ τοῦ σκοπίμου ἢ μὴ
1113αὐτῶν. Ἀλλ’ ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λέγοντος, ὅτι με-
1114ταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσι καὶ 1,000,000 ἐκ τοῦ Ὑπουργείου
1115τῶν Στρατιωτικῶν. Φοβοῦμαι μήπως τὸ 1,000,000 τοῦτο
1116εἶναι, ὡς τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τὸ ἐξ ὁδοποιΐας, περὶ οὗ ὡμίλησα
1117προηγουμένως, καὶ ὅτι σήμερον ἀφαιρεῖται, ὅπως ζητηθῶ-
1118σιν αὔριον νέαι πιστώσεις. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι
1119ὅταν ὀργανικοὶ νόμοι διατάσσουν ὑπηρεσίας τινὰς, οἱαδή-
1120ποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ θέλησις τοῦ Ὑπουργοῦ, αἱ δαπάναι
1121γίνονται ἀναποδράστως, εἴτε εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ
1122ἀρχικῷ προϋπολογισμῷ, εἴτε δὲν εἶναι. Ταῦτα ἰδίως συμ-
1123βαίνουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς πολ-
1124λάκις νὰ ᾖναι ὁ Ὑπουργὸς εἰς θέσιν νὰ προΐδῃ τὰς ἀλη-
1125θεῖς δαπάνας, καὶ οὕτω βλέπομεν τὰς νέας ἀναπληρωματι-
1126κὰς πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἀνερχομένας πολλά-
1127κις εἰς ἑκατομμύρια.
1128Καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος
1129νὰ ἐκφράσω καὶ πάλιν εὐχὴν, ὅπως ὁ Γενικὸς Διοικητὴς
1130τοῦ στρατοῦ καὶ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, εἰς τὰ πατριωτικὰ
1131αἰσθήματα τοῦ ὁποίου ὅλοι μας ἔχομεν πλήρη ἐμπιστοσύ-
1132νην, πεισθῇ περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀνεπαρκείας τῆς χώρας,
1133καὶ ἀντιληφθῇ, ὅτι ὀργανισμοὶ, οἵους ἐπέβαλον εἰς τὸ
1134ἔθνος οἱ νέοι νόμοι, εἶναι ὀργανισμοὶ ὑπὲρ τὰς δυνάμεις
1135αὐτοῦ, καὶ ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν, πρέπει νὰ
1136ἔχωμεν ὀργανισμὸν ὀλιγώτερον δαπανηρὸν, ἄλλως στρατὸν
1137δὲν θὰ ἔχωμεν.
1138§101ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατὶ αὐτὴ ἡ ἐπίκλησις ἔξω
1139τῶν ὑπευθύνων, κύριε συνάδελφε;
1140§102Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Διότι ὑπάρχουσιν οἱ νόμοι, καὶ εἰς τοὺς
1141νόμους τούτους ἔχει γράψει ὁ ἴδιος πότε θὰ τοὺς ἔχωμεν
1142ἐπὶ τοῦ τραχήλου ἡμῶν ὡς κλοιόν.
1143§103ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ Ὑπουργοὶ μετὰ τῆς Βουλῆς
1144νομοθετοῦσι, κύριε συνάδελφε.
1145§104Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, καὶ κατέρχομαι
1146τοῦ βήματος μὲ τὴν εὐχὴν ταύτην.
1147§105Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προτιθέμενος νὰ ζητήσω τὸν λόγον
1148καὶ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν εὐθὺς ὡς λάβω γνῶσιν τῶν
1149δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιφέρονται
1150μεταβολαὶ εἰς τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905,
1151καὶ προτιθέμενος συγχρόνως νὰ πραγματευθῶ τὰ τῶν οἰκο-
1152νομικῶν ἡμῶν ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν, ἐν σχέσει πρὸς τὰ
1153ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν,
1154νομίζω ὅτι ἐπίκαιρον ἤθελεν εἶσθαι τότε νὰ ἀποκριθῶ καὶ
1155εἴς τινα τῶν σημείων τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀτ-
1156τικῆς Βουλευτοῦ.
1157Ἐπωφελοῦμαι ὅμως τῆς εὐκαιρίας καὶ πάλιν νὰ παρα-
1158καλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα
1159φροντίσῃ, ὅπως ἐπὶ τέλους κατορθωθῇ νὰ διανεμηθῶσιν αἱ
1160δηλώσεις αὗται τοῦ Ὑπουργοῦ, τοὐλάχιστον τὴν ἑσπέραν
1161ταύτην, ἵνα δυνηθῶμεν κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ
1162συζητήσωμεν, διότι ἄνευ τῶν δηλώσεων τούτων ἀποβαίνει
1163εἰς ἡμᾶς τὸ ἔδαφος ὀλισθηρὸν, καθόσον δὲν δυνάμεθα νὰ
1164συζητήσωμεν ἐπὶ ἀγνώστου ἐδάφους.
1165Τὸ πρῶτον νῦν συμβαίνει νὰ μὴ ὑποβάλλωνται τυπωμέ-
1166ναι αἱ δηλώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ εὐθὺς μετὰ τὴν ὑποβολὴν
1167τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἐπειδὴ διὰ
1168τοῦτον ἢ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον ἐβράδυνεν ἡ ἐκτύπωσις αὐτῶν,
1169παρακαλῶ νὰ μὴ βραδύνῃ ἐπὶ πλέον.
1170§106Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1171Κατὰ δικαίωμα ἠδυνάμην νὰ ὑποβάλω τὰ πάντα ἐγγράφως
1172καὶ τὰς δηλώσεις ἐγγράφως, —τοῦτο λέγει ὁ Κανονισμός, —
1173καὶ ἔπειτα νὰ τυπωθῶσι. Πρόκειται περὶ τεύχους ἐκ σελί-
1174δων 140, νομίζω δὲ, ὅτι ἀναβολὴ 48 ὡρῶν πρὸς παράδοσιν
1175τοῦ τεύχους δὲν εἶναι μακρά. Ἔδωκα ἐντόνους διαταγὰς
1176ἀπὸ χθὲς, καὶ σήμερον τὴν πρωΐαν καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν
1177διέταξα νὰ ἐργασθῶσιν εἰς τὸ τυπογραφεῖον καὶ αὔριον Κυ-
1178ριακὴν, ἵνα κατορθωθῇ νὰ διανεμηθῶσι τὰ τεύχη τὴν Δευ-
1179τέραν.
1180§107Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμένομεν λοιπὸν τὴν Δευτέραν
1181τὸ πρωῒ νὰ διανεμηθῶσι.
1182§108ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1183Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν). Ὡς γνωστὸν, Κύριοι, ἀπὸ
1184τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας ἀναβάλλεται τακτικῶς ἡ
1185στρατολογία καὶ ἡ ναυτολογία τῶν νομῶν Λαρίσης, Τρικ-
1186κάλων, Μαγνησίας καὶ τοῦ νομοῦ Ἄρτης. Ἐπειδὴ ὅμως
1187κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ἡ προθεσμία ἔληξε τὸν
1188Νοέμβριον, τὸ τότε Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διὰ πράξεώς
1189του, κυρωθείσης διὰ Β. Διατάγματος, ἀνέβαλε τὴν στρατο-
1190λογίαν τῶν νομῶν τούτων. Τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο φυσικῷ τῷ
1191λόγῳ ἔχει ἀνάγκην κυρώσεως νομοθετικῆς. Ἕνεκα τούτου
1192ὑποβάλλω νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ κυρώσεως τοῦ
1193Βασιλικοῦ ἐκείνου Διατάγματος, τοῦ ὑπογραφέντος ὑφ’ ὁλο-
1194κλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
1195§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
1196Παράρτημα, ἀριθ. 121).
1197§110ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτη-
1198σιν χθεσινὴν τοῦ βουλευτοῦ Βονίτσης κ. Γρίβα, πληροφορῶ
1199τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Σύρος, περὶ τοῦ ὁποίου
1200ὡμίλησε χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ὁ ὁποῖος ἦτο διοικητὴς
1201τοῦ μεταβατικοῦ τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου,
1202ἀπηλλάγη τῶν καθηκόντων αὐτοῦ τὴν 15 Μαρτίου ἐ. ἔ.,
1203καὶ ἀντικατεστάθη δι’ ἄλλου, διὰ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ
1204Καραστάθη, τὴν 3 Ἀπριλίου. Ὥστε ὁ ἀποσπασματάρχης
1205ἐκεῖνος δὲν εὑρίσκεται πλέον ἐκεῖ.
1206§111Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Παρέμενεν ἐκεῖ μέχρι πρὸ ὀλί-
1207γων ἡμερῶν.
1208§112ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἴσως παρέμενε, διότι
1209δὲν εἶχε μεταβῆ ὁ ἀντικαταστάτης αὐτοῦ. Ὡς γνωρίζετε,
1210ὑπάρχουσι πολλαὶ διατυπώσεις διὰ τὰς τοποθετήσεις, καὶ
1211ἕνεκα τούτου βραδύνουσιν αὗται. Ὁ ἀποσπασματάρχης
1212ὅμως αὐτὸς δὲν εἶναι πλέον ἐκεῖ τοποθετημένος. Ἐὰν παρα-
1213μένῃ, παραμένει μέχρι τῆς μεταβάσεως τοῦ ἄλλου, τοῦ
1214ἀνθυπολοχαγοῦ Καραστάθη.
1215Ἐπίσης, εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ
1216Ἀττικῆς κ. Παπαβασιλείου περὶ τῆς συμπλοκῆς τῆς συμ-
1217βάσης πρό τινος καιροῦ παρὰ τοὺς Ἀμπελοκήπους, πληρο-
1218φορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἐντάλματος τῆς
1219συλλήψεως τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ Οἰκονομοπούλου
1220καθὼς καὶ τοῦ ἐπιλοχίου Κοντοῦ διετάχθη τὴν 3 τρέχοντος
1221μηνὸς Μαΐου. Ὁ ἀξιωματικὸς Οἰκονομόπουλος εὑρίσκεται
1222κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀποσπασματάρχης εἰς τὴν Ἀμα-
1223λιάδα. Διὰ χθεσινῆς διαταγῆς, δηλ. τῆς 6 Μαΐου, ἐγένετο
1224ἐπανάληψις τῆς διαταγῆς, ὅπως ἐκτελεσθῇ τὸ ἔνταλμα
1225τῆς συλλήψεως τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ, ὡς καὶ τοῦ ἐπιλο-
1226χίου Κοντοῦ.
1227§113ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
1228κῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ
1229παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ΦΟΗʹ περὶ ἀδείας πρὸς
1230περιορισμὸν τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ
1231προξενικῶν ἀρχῶν», ἤτοι τῶν Μικτῶν Δικαστηρίων.
1232§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
1233Παράρτημα, ἀριθ. 122).
1234Ὁ κύριος Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον.
1235§115ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐν τῇ Ἰταλικῇ Βουλῇ, κύριοι
1236Βουλευταὶ, ὡς γνωστὸν, ἐγένετο ἐπ’ ἐσχάτων συζήτησις
1237περὶ τοῦ Μακεδονικοῦ καὶ Κρητικοῦ ζητήματος, προκλη-
1238θεῖσα ἐξ ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Γκάλλι.
1239Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ἀπήντησεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξω-
1240τερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἰταλίας, ἀλλ’ ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λό-
1241γου του, οἱονεὶ ἐκδικούμενος τὸν Βουλευτὴν, ὅστις ἐτάραξε
1242τοὺς κύκλους τῆς διπλωματίας, καὶ εἰρωνευθεὶς αὐτὸν, πα-
1243ρέβαλε τὸν φιλελληνισμόν του πρὸς τὸν φιλελληνισμὸν τῆς
1244Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ εὗρεν ὅτι ὁ φιλελληνισμὸς τοῦ
1245κ. Γκάλλι ὑπερηκόντισε τὸν φιλελληνισμὸν τῆς Ἑλληνικῆς
1246Κυβερνήσεως. Ἡ περίοδος ἐκείνη τοῦ λόγου τοῦ Ὑπουργοῦ
1247τῆς Ἰταλίας, ὡς διεβιβάσθη, κατὰ τὰ δημοσιευθέντα ἐν
1248ταῖς ἰταλικαῖς ἐφημερίσι πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἔχει ὡς
1249ἑξῆς: «Ὁ ἀξιότιμος κ. Γκάλλι ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ
1250νὰ ἦναι περισσότερον φιλέλλην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως,
1251ἥτις εὐσυνειδήτως ἀνεγνώρισε τοῦτο». Ἐν τῇ ἐννοίᾳ βε-
1252βαίως τοῦ διπλωμάτου Ὑπουργοῦ ἡ διαγωγὴ ἢ μᾶλλον ἡ
1253ἐνέργεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τῷ
1254Κρητικῷ δεῖται ἐπαίνων ἀπὸ τῆς ἐπόψεως τῆς διπλωμα-
1255τίας τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ τοῦτο, γνωσθὲν ἐνταῦθα, κατ’
1256ἀρχὰς ἐκ τηλεγραφήματος, κατόπιν δὲ ἐκ μεταφράσεως τῶν
1257πρακτικῶν τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς, ἐγέννησε δικαίως φόβους,
1258μήπως ἐν τῷ ἐπαίνῳ τούτῳ, τῷ ἀναγομένῳ εἰς τὴν εὐσυνει-
1259δησίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν
1260ἐπόψεως, ὅπως ἔδει νὰ κριθῇ ἐν Ἑλλάδι ἡ ἐπὶ τοῦ προκει-
1261μένου στάσις καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλά-
1262δος, ἐγέννησε, λέγω, φόβους μήπως ἡ στάσις τῆς Ἑλληνι-
1263κῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν γένει ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ συμπεριφορὰ
1264αὐτῆς ἐν τοιούτῳ ζητήματι, θίγοντι ἄμεσα τοῦ Ἑλληνισμοῦ
1265συμφέροντα, δὲν ὑπῆρξεν οἵα ἔδει νὰ ὑπάρξῃ. Καὶ διὰ τοῦτο
1266τὰ τῆς συζητήσεως ταύτης, γενόμενα γνωστὰ ἐν Ἑλλάδι,
1267ἐπήνεγκον κατάπληξιν, πῶς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κα-
1268ταγγέλλεται (διότι καταγγελία εἶναι ἀπὸ τῆς ἐπόψεως
1269τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν) ὡς ἧττον φιλελληνικὴ τοῦ Ἰταλοῦ
1270Βουλευτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο μετ’ ἀγωνίας περιεμένοντο τὰ
1271πρακτικὰ τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς, ἵνα λάβῃ ἕκαστος γνῶσιν
1272ἀκριβῶς τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ Ἰταλοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1273Ἐξωτερικῶν.
1274Κατὰ συνέπειαν, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι, ἐνῷ παρέχω εἰς τὴν
1275Κυβέρνησιν τὴν εὐκαιρίαν νὰ δώσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς
1276δεούσας ἐξηγήσεις, συγχρόνως φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει
1277δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ, ἵνα ἀκούσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως,
1278ποίαν στάσιν ἐτήρησε καὶ εἰς ποίαν ἐνέργειαν προέβη ἐπὶ
1279τοῦ ζητήματος τούτου, διότι θ’ ἀνακουφισθῇ, ἐλπίζω, ὁ
1280Ἑλληνικὸς κόσμος ἐκ τῶν ἐξηγήσεων τῆς Κυβερνήσεως,
1281ἐφ’ ὧν ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω κατόπιν τὸν λόγον.
1282§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω
1283ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας ἀπεφήνατο
1284ὅσα εἶπε περὶ τοῦ κ. Γκάλλι, στηριζόμενος ἐπὶ τῶν λόγων,
1285οὓς ἐγὼ εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτη-
1286σιν τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Δραγούμη. Ἐὰν οἱ λόγοι
1287μου οἱ πρὸς τὴν Βουλὴν ἦσαν ἀφορμή, ἥτις ἔπεισε τὸν κ.
1288Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε,
1289νομίζω ὅτι οὐδεμίαν ἀφορμὴν ἔχω ἐγὼ, ἵνα ἀνησυχήσω, διότι
1290ἐγὼ ἠγόρευσα πρὸς τὴν Βουλὴν, ἡ δὲ Βουλὴ ἔκρινε τοὺς
1291λόγους μου, ὡς ἔδει νὰ κρίνῃ αὐτούς. Ἐὰν δὲ οὗτοι ἀλλα-
1292χοῦ κρίνωνται ἄλλως, τοῦτο δὲν εἶναι σφάλμα τοῦ εἰπόν-
1293τος αὐτούς, οὔτε σφάλμα τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀνεγνώρισεν
1294ἐν τοῖς λόγοις μου ὅσα ἐγὼ ἐνόουν ὅτι ἐνείχοντο ἐν αὐτοῖς.
1295Ἐὰν ὅμως γεννῶνται ὑπόνοιαι, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύν-
1296θου εἶπεν, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Τιττόνι, ἀνάγονται
1297εἰς πράξεις ἢ εἰς σκέψεις ἢ εἰς ἀποφάνσεις τῆς Ἑλληνικῆς
1298Βουλῆς, νομίζω, ὅτι οἱ φόβοι οὗτοι οὐδεμίαν ἔχουσι βάσιν.
1299Καὶ ἐπειδὴ ὁμιλῶ πρὸς τὴν Βουλήν, ἐνώπιον τῆς ὁποίας
1300εἶναι ὑπεύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον ὅλον, προκαλῶ πάντα νὰ
1301καταγγείλῃ πρᾶξίν τινα ἢ φράσιν τῆς ἐπισήμου γλώσσης
1302τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἤθελεν ὑποληφθῆ, ὅτι δίδει ἀφορ-
1303μὴν, ἵνα κριθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὡς ἔχουσα ὀλιγώ-
1304τερον φιλελληνισμὸν τοῦ κ. Γκάλλι.
1305§117ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἤλπιζον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι
1306ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θὰ ἦτο ἐπαρκεστέρα,
1307διότι οὗτος οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἀναφερθῇ εἰς ὅσα ἐνώ-
1308πιον τῆς Βουλῆς ἐξέθηκεν ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Βου-
1309λευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ἀλλ’ ἐκ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ
1310Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας καὶ ἐκ τῶν δη-
1311μοσιευμάτων, συνεπείᾳ τῆς συζητήσεως ταύτης, τῶν γενο-
1312μένων ἐν ταῖς ἰταλικαῖς ἐφημερίσιν, ἐγένετο γνωστόν, ὅτι
1313ἐν ταῖς σκέψεσι τῶν Δυνάμεων ἐπῳάζει θεσμὸς διεθνής, ὡς
1314ὀνομάζουσιν αὐτὸν, μέλλων νὰ ἐγκαθιδρυθῇ ἐν Κρήτῃ, θε-
1315σμὸς ἀφορῶν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, τήν τε οἰκονο-
1316μικὴν καὶ τὴν διοικητικήν, τῆς μεγαλονήσου, ὁ δὲ Ἰταλὸς
1317Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀναφερόμενος ἀκριβῶς εἰς τὴν
1318εὐσυνειδησίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, ὅτι
1319αὕτη ἀνεγνώρισεν, ὅσα ἐκεῖνος, ἀπαντῶν εἰς τὸν Ἰταλὸν
1320Βουλευτήν, ἐξέθηκε.
1321§118Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1322κῶν). Τὰ εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν; Δὲν μᾶς ἀναγινώσκετε τὸ
1323κείμενον;
1324§119ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὸ θὰ πράξω. Ἰδοὺ τί λέγει
1325ὁ κ. Τιττόνι:
1326«Ὀφείλω μίαν λέξιν καὶ περὶ τῆς Κρήτης εἰς ἀπάντησιν
1327τῶν ὅσα εἶπον οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Γκάλλι καὶ Σαντίνι.
1328Ἡ ἕνωσις, ἡ καὶ πάλιν ζητουμένη, τῆς Κρήτης μετὰ τῆς
1329Ἑλλάδος, εἶναι ἀδύνατος, ἰδίως διὰ τὸν ἀντίκτυπον, ὃν θὰ
1330ἐγέννα ἐν τοῖς Βαλκανίοις. Οἱ Κρῆτες λησμονοῦσι πολὺ ἐλα-
1331φρῶς τὴν εὐγνωμοσύνην, ἣν ὀφείλουσι πρὸς τὰς Δυνάμεις,
1332αἵτινες ἔδωκαν εἰς αὐτοὺς ἐλευθερίαν καὶ αὐτονομίαν, δη-
1333μιουργοῦντες εἰς αὐτὰς στενοχωρίας κατὰ τὴν στιγμὴν ταύ-
1334την. Ὁ ἀξιότιμος κ. Γκάλλι ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ
1335νὰ ἦναι περισσότερον φιλέλλην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνή-
1336σεως, ἥτις εὐσυνειδήτως ἀνεγνώρισε τοῦτο.»
1337Τί ἀνεγνώρισε; Διότι ἀκριβῶς τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο, τὸ
1338ὁποῖον ἔφερεν εἰς στενοχωρίαν καὶ εἰς ἀγωνίαν πάντα τὸν
1339Ἑλληνικὸν κόσμον, ἡ ἀναγνώρισις ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὴν
1340Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν ἑρμηνεύσωμεν τὸ κείμενον ὡς
1341ἐκτίθεται, βεβαίως ἡ ἀναγνώρισις αὕτη ἀναφέρεται εἰς τὸ
1342ὅτι ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀδύνα-
1343τος, διότι τοῦτο θὰ φέρῃ ἀντίκτυπον εἰς τὰ Βαλκανικὰ
1344Κράτη, ὅτι οἱ Κρῆτες λησμονοῦσιν ἐλαφρῶς τὴν εὐγνωμο-
1345σύνην, ἣν ὀφείλουσι πρὸς τὰς Δυνάμεις, καὶ ὅτι παρέχουσιν
1346εἰς αὐτὰς πράγματα καὶ στενοχωρίας κατὰ τὴν στιγμὴν
1347ταύτην. Τοῦτο, φαίνεται ἐκ τοῦ κειμένου, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν
1348Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἰταλίας ἐνόει ὅτι ἡ Ἑλλη-
1349νικὴ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε· διότι, ἐὰν τὰ λεχθέντα ὑπὸ
1350τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἰταλίας ἀναφέρωνται εἰς ὅσα ὁ κ. Πρόε-
1351δρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει τῆς
1352Βουλῆς, βεβαίως ἐκ τῶν λεχθέντων ἐκείνων δὲν δύναται νὰ
1353συναχθῇ τοιαύτη ἀναγνώρισις.
1354§120Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει ν’ ἀνησυχῆτε
1355καθόλου.
1356§121Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν
1357εἶναι αὐτά;
1358§122ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶναι μετάφρασις ἐκ τῆς ἰταλι-
1359κῆς ἐφημερίδος «Τριμπούνας.»
1360§123Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Περίληψις μᾶλλον.
1361§124ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μ’ ἐρωτᾶτε διὰ πρᾶγμα, περὶ
1362τοῦ ὁποίου δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
1363§125Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Εἶναι οὐσιῶδες.
1364§126ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ «Τριμπούνα»
1365ἀναφέρει τὰ πρακτικὰ, ὡς πᾶσαι αἱ ἐφημερίδες.
1366§127ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Εἶναι ἡμιεπίσημον ἰταλικὸν
1367φύλλον.
1368§128Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως τὰ ἀναφέρει
1369ὡς ἀναφέρουν τὰ ἰδικά μας πρακτικὰ αἱ ἑλληνικαὶ ἐφη-
1370μερίδες.
1371§129ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς διαψεύδῃ,
1372ὅτι ἐμεσολάβησέ τι, ἐκτὸς τῶν ἀνακοινώσεων, ἃς πρὸς τὴν
1373Βουλὴν ἐποιήσατο...
1374§130ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τὸ εἶπε.
1375§131ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ... τότε διαψεύδει ἐντελῶς τὸν κ.
1376Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, καὶ τοῦτο δέον
1377νὰ πιστοποιηθῇ.
1378§132ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
1379§133Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλοίμονον, ἂν κρίνητε οὕτω!
1380§134ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν βλέπω ἄλλο τι, διότι δὲν δύ-
1381ναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁμι-
1382λῶν πρὸς τὴν Βουλήν, λέγει πράγματα μὴ στηριζόμενα
1383εἰς βέβαια γεγονότα, ἐμμέσως προσβάλλον ξένην Κυβέρνη-
1384σιν.
1385§135Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν
1386ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλήν;
1387§136ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὄχι. Ἐγὼ φέρω τὸ κείμενον τῆς
1388συζητήσεως τῆς γενομένης ἐν τῇ Ἰταλικῇ Βουλῇ, καὶ ὁ κ.
1389Πρωθυπουργὸς μοὶ ἀντιτάσσει, ὅτι ἴσως τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ
1390Ἰταλοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἑρμηνεία τῶν λεχθέντων ὑπ’ αὐ-
1391τοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
1392§137Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ἐνδιαφέρει πολὺ ἡ χρονολογία τῆς
1393συνεδριάσεως τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ὡμίλησεν ὁ
1394κ. Τιττόνι. Διότι ἔχομεν δεδομένον, ὅτι μέχρι τῆς στιγ-
1395μῆς, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος εὐηρεστήθη
1396ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητή-
1397ματος ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Βουλὴ
1398σύσσωμος, ἔκ τε τῆς δεξιᾶς καὶ τῆς ἀριστερᾶς, ἐπεδοκίμασε
1399τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀναφέρω μάλιστα, πρὸς
1400τιμὴν τοῦ τέως κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὑπ’ αὐτοῦ ἐλέχθη, ὅτι
1401ἐπιδοκιμάζει τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Κρητικῷ
1402ζητήματι, ὡσεὶ αὕτη ἀπήλαυε τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ.
1403Ἐὰν ἡ ἡμερομηνία τῆς συνεδριάσεως τῆς Ἰταλικῆς Βου-
1404λῆς συμπίπτῃ νὰ ᾖναι ὀλίγον μεταγενεστέρα τῶν ὑπὸ τοῦ
1405κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναγγελθέντων, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τα-
1406ράξῃ τινὰ ἡ ἐνέργεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ
1407Κρητικῷ ζητήματι, ἣν ὑπαινίσσεται ὁ κ. Τιττόνι, διότι
1408ταύτην ἔχομεν γνωστήν, δεδηλωμένην, καθαράν, ἀπερίφρα-
1409στον, ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὰς ὁποίας
1410ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐθεώρησε πλήρεις, ὡς καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ
1411Κρητικοῦ ζητήματος πορείαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως
1412σύμφωνον πρὸς τὸ καθῆκον αὐτῆς.
1413§138ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ δὲν ταράσ-
1414σομαι.
1415§139Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἐταράχθη ὁ Ἑλληνικὸς
1416κόσμος.
1417§140ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαίως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω
1418νὰ πιστοποιηθῇ, εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς οὐδὲν ἄλλο
1419διάβημα προέβη ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἐξ ὅσων ἀνε-
1420κοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός, πρὸς τὸ συμ-
1421φέρον αὐτῆς καὶ τοῦ ἔθνους.
1422§141Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ζήτημα τίθεται καθαρώτατα. Δὲν
1423πρόκειται περὶ τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας ἀπεκόμισεν ὁ
1424κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἰταλίας ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ δηλώσεων
1425τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ Κρητι-
1426κοῦ ζητήματος. Πρόκειται περὶ τῆς ἐν τῇ Ἰταλικῇ Βουλῇ
1427ἀγορεύσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἰταλίας εἰς ἀπάντησιν τῆς
1428ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Galli. Ἐλάβομεν γνῶσιν ἐκ
1429τῶν ἰταλικῶν ἐφημερίδων τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουρ-
1430γοῦ τῆς Ἰταλίας, ἀλλὰ τινὲς τῶν κυρίων Βουλευτῶν δια-
1431τείνονται, ὅτι τὰ γραφέντα ἐν ταῖς ἰταλικαῖς ἐφημερίσι
1432δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερι-
1433κῶν, εἶναι ταῦτα ἀκριβῆ ἢ δὲν εἶναι; Ἡ ἀπάντησις εἰς
1434τὴν ἐρώτησιν ταύτην εἶναι εὐχερής, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν
1435νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυ-
1436βερνήσεως ἐν Ρώμῃ δὲν διεβίβασεν ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουρ-
1437γεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ κείμενον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ
1438Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας. Ἑπομένως πρὸ
1439πάσης συζητήσεως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξω-
1440τερικῶν νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἂν ἔχει τὸ κείμενον τοῦτο,
1441καὶ ἂν ἔχῃ τοῦτο, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ τὸ καταθέσῃ εἰς τὴν
1442Βουλήν. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν ἔχει τὸ κείμενον τοῦτο, εἴτε
1443διότι ἠμέλησεν ἡ ἐν Ρώμῃ Πρεσβεία νὰ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὸ
1444Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ κείμενον τοῦτο, εἴτε διότι
1445μὴ ἀποσταλέντος τοῦ κειμένου ἠμέλησε τὸ Ὑπουργεῖον
1446τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ζητήσῃ τηλεγραφικῶς ἀμέσως τοῦτο,
1447προτείνω ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρις οὗ ὑποβληθῇ τὸ
1448κείμενον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερι-
1449κῶν τῆς Ἰταλίας.
1450§142ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
1451κῶν). Ὅπως οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες εἶπον, δὲν ἔχο-
1452μεν βεβαίως τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς
1453Ἰταλικῆς Βουλῆς, ἔχομεν μόνον διδόμενα ἐκ διαφόρων
1454ἐφημερίδων.
1455§143Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἷς λόγος ἀκόμη διὰ
1456νὰ καταργηθῶσιν αἱ Πρεσβεῖαι.
1457§144ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν.
1458Καὶ πῶς περιέγραψαν αὐτὸ αἱ ἐφημερίδες; Ἀρκεῖ νὰ σᾶς
1459εἴπω τὸ ἑξῆς. Ἡ ἐφημερὶς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν τὰ ἠρανίσθη ὁ
1460ἕτερος τῶν κυρίων προαγορευσάντων, ἔχει τὴν συζήτησιν
1461κατὰ μετάφρασιν ἐκ τοῦ «Ἑσπερινοῦ Ταχυδρόμου» τοῦ Μι-
1462λάνου, ἐφημερίδος, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ διαδίδεται ὅτι φίλα
1463φρονεῖ τῇ Ἰταλικῇ Κυβερνήσει, καὶ ἡ ὁποία λέγει κατὰ
1464μετάφρασιν: «Αὐτὴ αὕτη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνεγνώ-
1465ρισεν ἐπὶ τοῦ παρόντος ὡς ἀδύνατον καὶ ἐπικίνδυνον τὴν
1466ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος». Δὲν θέλω νὰ ὁμι-
1467λήσω περὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διότι δύνασθε νὰ νο-
1468μίσητε ὅτι ἐγὼ, ὡς ἀποτελῶν μέρος αὐτῆς, ἄγομαι ὑπὸ
1469ἐγωϊσμοῦ, ἀλλ’ ἤθελον θεωρήσει κατώτερον ἐμαυτοῦ, ἐὰν
1470ἤθελον νομίσει, ὅτι ἠδύνατο Ὑπουργὸς οἱασδήποτε Κυβερ-
1471νήσεως Ἑλληνικῆς νὰ εἴπῃ τοιοῦτόν τι.
1472Ἀλλ’ ἤθελον ὁμιλήσει περὶ ἄλλης ἐφημερίδος, ἥτις ἐπί-
1473σης θεωρεῖται ὡς φίλα φρονοῦσα τῇ Ἰταλικῇ Κυβερνήσει.
1474Ἔχω τὴν «Τριμπούναν», ἡ ὁποία ἐν μεταφράσει ἰδοὺ τί
1475λέγει: «Ὀφείλω νὰ εἴπω μίαν λέξιν περὶ Κρήτης πρὸς
1476τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους Γκάλλι καὶ Σαντίνι. Ἡ ἕνωσις
1477τῆς Κρήτης, ἡ νῦν ζητουμένη, πρὸς τὴν Ἑλλάδα εἶναι
1478ἀδύνατος, εἰδικῶς ἕνεκα τοῦ ἀντικτύπου, ὃν θὰ εἶχεν ἐπὶ
1479τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου. Οἱ Κρῆτες λησμονοῦσι πολὺ
1480ἐλαφρῶς τὴν εὐγνωμοσύνην, ἣν ὀφείλουσι πρὸς τὰς Δυνάμεις,
1481αἵτινες ἔδωκαν αὐτοῖς ἐλευθερίαν καὶ αὐτονομίαν, παρέχον-
1482τες αὐταῖς τὴν στιγμὴν ταύτην δυσχερείας. Ὁ ἀξιότι-
1483μος κύριος Γκάλλι, ἐλπίζω, δὲν θὰ θέλῃ νὰ ἦναι μᾶλλον
1484φιλέλλην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις μετ’ εὐθύτη-
1485τος τὸ ἀνεγνώρισε.»
1486Τώρα εἰς τί ἀναφέρεται ἡ κρίσις αὕτη; Ἀναφέρεται εἰς
1487τὴν φράσιν «ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης, ἡ νῦν ζητουμένη, εἶναι
1488ἀδύνατος», ἢ εἰς τὸ ἕτερον κῶλον τῆς παραγράφου ἐκείνης
1489περὶ τοῦ ἀντικτύπου, ὃν θὰ εἶχε νῦν ἐπὶ τῆς Βαλκανικῆς
1490Χερσονήσου; Ἀνεγνώρισεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὸ ἀδύ-
1491νατον τῆς ἑνώσεως, ἢ τὸν ἀντίκτυπον ἐν τῇ Βαλκανικῇ
1492Χερσονήσῳ; Δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι δὲν παρέ-
1493λειψα εὐκαιρίαν, ἵνα καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως παρα-
1494στήσω εἰς τὰς Δυνάμεις, ὅτι ἡ μᾶλλον εὔλογος, ἡ μᾶλλον
1495δικαία, ἡ μᾶλλον πρακτικὴ λύσις, ἥτις ἤθελε λύσει διὰ
1496παντὸς τὰ ἑκάστοτε ἐγειρόμενα ζητήματα, εἶναι ἡ λύσις,
1497ἣν ὑποδεικνύουσιν οὐ μόνον οἱ Κρῆτες, ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες
1498πανταχοῦ, καὶ δὲν παρέλειψα νὰ παραστήσω, ὅτι ὁ ἀντί-
1499κτυπος ἐπὶ τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου, τὸν ὁποῖον ὑπο-
1500δεικνύουσιν ὡς πρόσκομμα εἰς τὴν ἕνωσιν ταύτην, δὲν βασί-
1501ζεται, ἐπικαλεσθεὶς, ὅτι τὸν ἀντίκτυπον αὐτὸν δὲν εἶχον
1502ὑπ’ ὄψει αἱ Δυνάμεις, ὅτε τὸ 1885 ἐδίδετο ἄλλη λύσις ἐπὶ
1503τῶν Βαλκανικῶν πραγμάτων, ἐνῷ τὸ Κρητικὸν ζήτημα ἦτο
1504καὶ τότε ἐκκρεμές. Αὐτὸ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, καὶ
1505θέλει ἔλθει ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐπισήμως θὰ βεβαιωθῇ.
1506§145Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ.
1507Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξάγονται τὰ ἑξῆς· ὅτι τὸ κεί-
1508μενον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη ἐκ τῆς ἰταλικῆς ἐφημερίδος
1509«Τριμπούνας», εἶναι ἀκριβές, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠμ-
1510φισβήτησε τὴν ἀλήθειαν τοῦ κειμένου, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας
1511ἐβασίσθη ἐπὶ τοῦ κειμένου τῆς ἐφημερίδος ταύτης, ὅπως
1512συζητήσῃ· ἀλλ’ ἵνα βασισθῇ ἐπὶ τοῦ κειμένου τῆς ἐφημε-
1513ρίδος, ἐγίνωσκεν, ὅτι ἡ ἐφημερὶς τὰ ἀκριβῆ ἔλεγεν. Ἐὰν
1514ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις περὶ τούτου, λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἀνα-
1515βληθῇ πᾶσα συζήτησις, μέχρις ὅτου λάβωμεν γνῶσιν τοῦ
1516ἐπισήμου κειμένου. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις, ἔχομεν
1517δικαίωμα νὰ θεωρήσωμεν ὡς μεταδίδοντα ἀκριβῶς τὴν ἔν-
1518νοιαν τῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰτα-
1519λίας λεχθέντων ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ἐν μεταφράσει
1520ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐν
1521μεταφράσει ἐπανέλαβεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
1522τερικῶν. Ἐκ τούτων ἐξάγονται τὰ ἑξῆς· ὅτι ὁ Ὑπουργὸς
1523ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Ἰτα-
1524λικὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης καθίσταται ἀδύ-
1525νατος λόγῳ τοῦ ἀντικτύπου τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης ἐπὶ
1526τοῦ Μακεδονικοῦ ζητήματος· ἐξάγεται δεύτερον, ὅτι κατ’
1527αὐτὸν οἱ Κρῆτες ἐδείχθησαν ἀγνώμονες πρὸς τὰς Δυνάμεις,
1528αἵτινες ἔδωκαν αὐτοῖς ἐλευθερίαν καὶ αὐτονομίαν, γεννῶντες
1529εἰς αὐτὰς δυσχερείας· προσθέτει δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
1530τερικῶν τῆς Ἰταλίας, ὅτι τοῦτο ἀνεγνώρισε καὶ ἡ Ἑλλη-
1531νικὴ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
1532τῆς Ἑλλάδος διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου ἐδήλωσεν ἀπὸ
1533τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι οὔτε αὐτὸς οὔτε ἡ Κυβέρνη-
1534σις ἀνεγνώρισαν τοιοῦτόν τι... Ἀπέναντι τῆς δηλώσεως ταύ-
1535της πᾶσα συζήτησις πρέπει νὰ παύσῃ, διότι ἡ Βουλὴ τῶν
1536Ἑλλήνων ἔχει οὐ μόνον τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀπα-
1537ραίτητον καθῆκον νὰ δώσῃ πλήρη πίστιν εἰς τὰς δηλώσεις
1538τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος. (Ἐπι-
1539δοκιμασίαι).
1540§146ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν).
1541Ἵνα μὴ ὑποληφθῇ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔπραξα πᾶν ὅ,τι ἦτο
1542δυνατὸν, ἵνα ἐξακριβώσω τὰ πραγματικῶς λεχθέντα, προσ-
1543θέτω ὅτι, ὅτε ἔλαβον αὐτὰ τὰ κείμενα τῶν ἐφημερίδων,
1544ἐζήτησα τηλεγραφικῶς ἀπὸ τὴν ἐν Ρώμῃ Πρεσβείαν πλη-
1545ροφορίας, αὕτη δὲ μοὶ ἐτηλεγράφησεν ὡς ἑξῆς: «Τὰ ἐπίσημα
1546πρακτικὰ τὰ ἐστενογραφημένα δημοσιεύονται συνήθως με-
1547ταξὺ 10 καὶ 15 ἡμερῶν κατόπιν, ἀλλὰ κατὰ τὰς διαφό-
1548ρους ἐφημερίδας, καὶ δὴ κατὰ τὴν «Τριμπούναν», φιλικὸν
1549φύλλον τῆς Κυβερνήσεως, ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Ὁ Ὑπουργὸς
1550τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι «ὁ κ. Γκάλλι δὲν θὰ θελήσῃ
1551νὰ ᾖναι μᾶλλον φιλέλλην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις
1552μετ’ εὐθύτητος τὸ ἀνεγνώρισεν...» Ἐννοεῖται, ὅτι καὶ
1553πάλιν εὑρίσκομαι εἰς ἀμφιβολίαν, τί ἐννοεῖ ὁ Ὑπουργὸς ὅτι
1554ἀνεγνώρισεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις· τὸν ἀντίκτυπον ἐν τῇ
1555Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ; ἢ ὅτι οἱ Κρῆτες εἶναι ἀγνώμονες;
1556ἢ ὅτι ἡ ἕνωσις πρὸς τὸ παρὸν εἶναι ἀδύνατος;
1557§147Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι ἀμφιβολία
1558ἐγείρεται, ἂν ἡ κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς
1559Ἰταλίας ἀναγνώρισις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀναφέ-
1560ρεται εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς παραγράφου ἢ εἰς τὸ δεύτε-
1561ρον, ἂν τουτέστιν ἀναφέρεται εἰς τὸ ἀδύνατον τῆς ἑνώσεως
1562ἢ εἰς τὸν ἀντίκτυπον, ὃν θὰ εἶχεν αὕτη ἐν Μακεδονίᾳ.
1563Τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἀφοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδέ-
1564ποτε ἀνεγνώρισε τὸ ἀδύνατον τῆς ἑνώσεως λόγῳ τοῦ ἀντι-
1565κτύπου αὐτῆς ἐπὶ τοῦ Μακεδονικοῦ ζητήματος.
1566Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παρατηρήσω,
1567ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν μου, εὐθὺς ὡς ἀνέγνωσεν εἰς τὴν ἡμιε-
1568πίσημον ἐφημερίδα τῆς Ρώμης τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1569Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας λεχθέντα, ὤφειλεν ἀμέσως νὰ
1570διατάξῃ τὸν ἐν Ῥώμῃ Ἕλληνα ἐπιτετραμμένον, ἵνα δια-
1571μαρτυρηθῇ παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ διὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ἐν τῇ
1572Ἰταλικῇ Βουλῇ λεχθέντα. Διότι τὸ ζήτημα ἔχει ὑψίστην
1573σπουδαιότητα· διότι ἀλλοίμονον, ἂν πιστευθῇ ἐν Εὐρώπῃ,
1574ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει τὸ ἀδύνατον τῆς
1575ἑνώσεως λόγῳ τοῦ ἀντικτύπου, τὸν ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ
1576ἡ ἕνωσις ἐπὶ τοῦ Μακεδονικοῦ ζητήματος! Ἀλλοίμονον, ἂν
1577πιστευθῇ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει, ὅτι
1578ὑπάρχει συνάφεια μεταξὺ τῶν δύο ζητημάτων, καὶ ὅτι ἑπο-
1579μένως τὸ Κρητικὸν ζήτημα δὲν δύναται νὰ λυθῇ ἀνεξαρτήτως
1580τοῦ Μακεδονικοῦ! Τοῦτο ὤφειλεν εὐθὺς ἀμέσως νὰ πράξῃ ὁ
1581κ. Ὑπουργὸς, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἤλπιζον, ὅτι τοῦτο εἶχεν
1582ἤδη πράξει, ἤλπιζον, ὅτι, ἀφοῦ ἔλαβε γνῶσιν τῶν ὑπὸ τοῦ
1583Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας λεχθέντων, ἤθε-
1584λεν εἴπει σήμερον πρὸς ἡμᾶς, ὅτι εὐθὺς ὡς ἔλαβε γνῶσιν
1585τούτων ἐποιήσατο τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα πρὸς ἐπανόρ-
1586θωσιν τῶν ἀνακριβειῶν, καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτε-
1587ρικῶν τῆς Ἰταλίας ἀνεγνώρισεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ἐπα-
1588νορθώσῃ τὰς ἀνακριβείας.
1589§148ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
1590κῶν). Καὶ νομίζετε ὅτι δύναμαι νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον
1591λόγων Ὑπουργοῦ, μὴ ἐπισήμως βεβαιωμένων; Σᾶς ἐβε-
1592βαίωσα, ὅτι ἐζήτησα τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, καὶ μοὶ
1593ἀπαντᾷ ὁ ἀντιπρόσωπός μας, ὅτι τὰ ἐπίσημα δὲν δημοσι-
1594εύονται, εἰμὴ μετὰ 10 ἢ 15 ἡμέρας κατόπιν τῶν συζητή-
1595σεων. Νομίζετε, ὅτι εἶμαι ἐξουσιοδοτημένος νὰ διαμαρτυ-
1596ρηθῶ πρὸς μίαν Κυβέρνησιν, ἐνόσῳ δὲν ἔχω κείμενον ἐπίση-
1597μον; Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξα, εἶναι ἐκεῖνο τὸ θε-
1598τικὸν, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον εἶχον, νο-
1599μίζω ὅτι ἐδικαιούμην νὰ πράξω.
1600§149ΣΤΕΦ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει τὸ
1601τηλεγράφημα τοῦ ἐν Ῥώμῃ ἀντιπροσώπου;
1602§150ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τῆς προχθὲς, 5 Μαΐου, ὥρᾳ
160312½ μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἔφθασε δὲ χθὲς, 6 Μαΐου.
1604§151Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ πάλιν νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον
1605νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κ.
1606Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ἐν δικαίῳ, διατεινό-
1607μενος ὅτι ἀδύνατον νὰ διαμαρτυρηθῇ, ἐπειδὴ δὲν εἶχε τὸ αὐ-
1608θεντικὸν κείμενον. Δὲν πρόκειται περὶ ἐγγράφου διαμαρτυ-
1609ρίας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, εὐθὺς ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
1610τερικῶν ἀνέγνωσε τὰ ἐν ταῖς ἰταλικαῖς ἐφημερίσι γραφέντα
1611ὡς λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰτα-
1612λίας, — ἔλαβε δὲ γνῶσιν τούτων τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην, μεθ’
1613ὅλην τὴν δῆθεν ἀμέλειαν τοῦ ἐν Ῥώμῃ ἀντιπροσώπου μας, —
1614ἠδύνατο νὰ διατάξῃ τὸν ἐπιτετραμμένον, ἵνα ἴδῃ τὸν Ὑπουρ-
1615γὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ παρατηρήσῃ αὐτῷ, ὅτι αἱ
1616ἰταλικαὶ ἐφημερίδες, ἀναφέρουσαι τὰ πρακτικὰ τῆς συνε-
1617δριάσεως τῆς Βουλῆς, μνημονεύουσι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον και-
1618ρίως προσβάλλει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, παρακαλέσῃ
1619δὲ τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ, ἂν περιέπε-
1620σαν εἰς λάθος αἱ ἐφημερίδες αἱ ἀναγράφουσαι τὰ πρακτικὰ
1621τῆς συνεδριάσεως ταύτης, καθ’ ὃν τρόπον ἀνέγραψαν ταῦτα.
1622Καὶ θὰ εἶχε τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερι-
1623κῶν τῆς Ἰταλίας, ὁ ὁποῖος ἀπέναντι τῆς δηλώσεως τοῦ
1624Ὑπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἣν ἠκούσαμεν σήμερον, δὲν ἠδύ-
1625νατο ἢ νὰ δεχθῇ, ὅτι περιέπεσαν αἱ ἐφημερίδες εἰς πλάνην.
1626Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν
1627ὁποίαν πάντες ἠκούσαμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην, διαψεύδει
1628ἀπολύτως τὴν δήλωσιν, ἣν αἱ ἰταλικαὶ ἐφημερίδες ἀνα-
1629γράφουσιν ὡς γενομένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερι-
1630κῶν τῆς Ἰταλίας. Ἐπειδὴ δὲ ἀδυνατῶ νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ
1631Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας εἶπεν, ὅτι ἐγένετο
1632δήλωσις ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, ὡς εἶπεν ὁ
1633κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐδέποτε ἐγένετο, ἕπεται,
1634ὅτι αἱ ἐφημερίδες, καὶ αὐταὶ ἀκόμη αἱ θεωρούμεναι ἡμιεπί-
1635σημοι, ἀνέγραψαν ἐσφαλμένως τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριά-
1636σεως τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς, καὶ τὸ σφάλμα τοῦτο ἤθελε
1637βεβαίως προθύμως ἀναγνωρίσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1638κῶν τῆς Ἰταλίας, καὶ τὸ ζήτημα ἤθελε λάβει τὴν προσή-
1639κουσαν λύσιν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς
1640ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ παρατηρήσω αὐτῷ, ὅτι, προκειμέ-
1641νου περὶ ζητήματος ὑψίστης σπουδαιότητος, παρέλειψε νὰ
1642προβῇ εἰς τὸ διάβημα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον οὐ μόνον τὸ
1643συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τὸ συμφέρον τῆς Ἑλ-
1644λάδος ὁλοκλήρου ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὸν νὰ προβῇ, ὅπως ἀρθῇ
1645πᾶσα παρεξήγησις.
1646§152ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι,
1647καίτοι ἐπὶ 14 ἔτη συνεχῶς ἐν τῇ Βουλῇ εὑρίσκομαι, καὶ
1648οὐχὶ σπανίως ἀνέρχομαι τὸ βῆμα τοῦτο, οὐδέποτε εὑρέθην
1649εἰς δυσχερεστέραν στιγμὴν ἐν τῷ πολιτικῷ μου σταδίῳ,
1650διότι αἰσθάνομαι τὸν μέγαν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχω,
1651συζητῶν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, νὰ δυσχεράνω ὕψι-
1652στα ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὀφείλω δὲ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ δη-
1653λώσω, ὅτι δὲν σκοπῶ νὰ ψέξω τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ δώσω
1654ἑπομένως εἰς αὐτὴν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκδήλωσιν
1655τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἔχω τὴν γνώμην μάλιστα,
1656κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, θὰ
1657ἦτο προτιμότερον νὰ ἐφηρμόζετο τὸ ἄρθρον 33 τοῦ Κανονι-
1658σμοῦ καὶ τὸ 55 τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἡ Βουλὴ διασκε-
1659φθῇ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλοὶ φρονοῦ-
1660σιν, ὅτι αἱ μυστικαὶ συνεδριάσεις εἶναι ἐπιβλαβεῖς, δὲν ἐπι-
1661μένω εἰς τὴν γνώμην ταύτην. Πρὸς ἐπίρρωσιν ὅμως τῆς ἐκ-
1662φρασθείσης γνώμης μου περὶ τοῦ δυσχεροῦς τῆς ἐξετάσεως
1663τοῦ θέματος, παρατηρῶ μετὰ λύπης, ὅτι οὐχὶ μικρὰν βλά-
1664βην ἐπέφεραν εἰς τὸ Κρητικὸν ζήτημα πολλοὶ τῶν διαπραγ-
1665ματευθέντων αὐτὸ δημοσίᾳ. Δὲν ἀποκρύπτω δὲ τὴν ὑπό-
1666νοιαν, ὅτι ἐκ τοιούτων μελετῶν ἢ ἐξ ἀνακοινώσεων, αἵτινες
1667ἐγένοντο, ἴσως κατ’ ἐντολὴν, ἔλαβεν ἀφορμὴν ὁ Ὑπουρ-
1668γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας νὰ δηλώσῃ ὅσα ἐδή-
1669λωσε τερατώδη κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· διότι
1670καὶ ἐγὼ βεβαίως δὲν παραδέχομαι, ὅτι Κυβέρνησις Ἑλλη-
1671νικὴ, οἱαδήποτε, εἶναι δυνατὸν νὰ διαπράξῃ ὅσα ὁ Ὑπουργὸς
1672τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας κατήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήμα-
1673τος τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 12
1674Μαΐου, ἡ ὁποία ἀναγράφεται ἐν τῷ φύλλῳ τῆς 13 Μαΐου
1675τῆς «Tribuna», τῆς ἡμιεπισήμου ἐφημερίδος τοῦ Ὑπουρ-
1676γοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας.
1677Τὸ Κρητικὸν ζήτημα, Κύριοι, τὴν στιγμὴν ταύτην ἴσως
1678διεξέφυγε τὸν μέγιστον τῶν κινδύνων, οὓς ἀπὸ τοῦ 1898
1679διέτρεξε. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἔχει γνῶσιν τοῦ γεγονότος,
1680ἀλλὰ, καίτοι διεφύγομεν μέγιστον κίνδυνον, δὲν νομίζω ὅτι
1681εἶναι ἐπιτετραμμένον κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν νὰ κρίνω-
1682μεν τοὺς ὁπωσδήποτε συντελέσαντας νὰ περιαχθῶσι τὰ τῆς
1683Κρήτης εἰς ἣν εὑρίσκονται σήμερον κατάστασιν.
1684Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φιλίως διάκεινται καὶ
1685φίλα φρονοῦσι πρὸς τὸν Ὕπατον Ἁρμοστὴν τῶν Δυνάμεων
1686ἐν Κρήτῃ. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κατ’ οὐδένα
1687λόγον δὲν ἀποδέχομαι τὴν ἀποδοθεῖσαν εἰς αὐτὸν ἀντεθνι-
1688κὴν ἐνέργειαν. Τοὐναντίον μάλιστα φρονῶ, ὅτι καὶ ὡς Ἕλ-
1689λην ἐπιθυμεῖ, ἐνεργεῖ καὶ ἐπιδιώκει ὅλαις δυνάμεσι τὴν
1690πραγματοποίησιν τοῦ ἐθνικοῦ πόθου. Ἀλλ’ ἐπίσης δὲν
1691ἀποδέχομαι τὴν μορφὴν, τὴν ἀποδοθεῖσαν εἰς τοὺς θεωρου-
1692μένους — κακῶς κατ’ ἐμὲ — ἀντιπάλους αὐτοῦ, διότι καὶ
1693ἐκεῖνοι εἶναι ἐξ ἴσου πατριῶται, καὶ ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν
1694εἰς τὰς ἐνεργείας αὑτῶν ἔχουσι, τὴν ἀποκατάστασιν τὴν
1695ἐθνικήν.
1696§153Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Διαφωνοῦσιν ὅμως αὐτοὶ πρὸς τὸν
1697Πρίγκηπα.
1698§154ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν κατάλληλος ἐνέργεια,
1699γινομένη ἐπικαίρως, δὲν ἤθελε τὴν διαφωνίαν ταύτην δια-
1700σκεδάσει. Δὲν ἠξεύρω, ἂν κατάλληλος ἐνέργεια, γινομένη
1701καὶ νῦν, δὲν ἤθελεν ἔχει εὐχάριστα ἀποτελέσματα. Δὲν
1702νομίζω δὲ ἐγὼ, ὅτι παρῆλθε καὶ ἡ κατάλληλος αὕτη στιγμὴ,
1703τὴν ὁποίαν πάντες εὐχόμεθα.
1704Γινώσκω ὁποῖαι κατεβλήθησαν ἐντεῦθεν προσπάθειαι, ἵνα
1705διαιρεθῇ ἡ Κρήτη εἰς δύο στρατόπεδα, εἰς στρατόπεδον ζη-
1706τούντων νῦν τὴν ἕνωσιν, καὶ εἰς στρατόπεδον ζητούντων τὴν
1707προσωρινὴν ἀναβολὴν τῆς ἑνώσεως. Μετὰ λύπης δὲ λέγω
1708πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶδον ἀντίγραφον ἐπιστολῆς, διὰ τῆς
1709ὁποίας ἐπισήμως ἐζητεῖτο ἀπὸ τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Κρητι-
1710κῆς Βουλῆς νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἡ γνώμη τῆς Ἑλληνικῆς
1711Κυβερνήσεως εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς
1712Κρητικῆς Βουλῆς εὐθὺς μετὰ τὴν ἀπάντησιν τῶν Δυνάμεων
1713εἰς τὸ ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως ψήφισμα αὐτῆς, ἔστω καὶ ἂν ἡ
1714ἀπάντησις αὕτη ἦτο δυσμενὴς διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀποκατά-
1715στασιν.
1716§155Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχετε τὸ ἀντίγραφον;
1717§156ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ διαβεβαίωσίς μου εἶναι ἀρκετή.
1718§157ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνόησα τὸ πρᾶγμα.
1719§158ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἐγώ.
1720§159ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἐγένοντο ἐνέργειαι ἐντεῦθεν,
1721ὅπως ἡ Κρητικὴ Βουλὴ πεισθῇ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας
1722της. Ἐγένοντο ἐνέργειαι τοιαῦται, ὥστε ὁ νῦν Πρόεδρος
1723αὐτῆς προσῆλθε πρὸς ξένον ἐν Κρήτῃ ἀντιπρόσωπον μιᾶς
1724ἐκ τῶν τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ διεβεβαίωσεν
1725αὐτὸν, ὅτι μετὰ τὴν ἀρνητικὴν ἀπάντησιν τῶν Δυνάμεων
1726ἡ Βουλὴ θὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς! Ἐὰν τὰ
1727ἀτυχῆ ταῦτα διαβήματα δὲν ἐλάμβανον χώραν, ἴσως σή-
1728μερον εὑρισκόμεθα εἰς εὐτυχεῖς στιγμάς. Ἐὰν πείσματα καὶ
1729φόβοι δὲν εἶχον ἐμφιλοχωρήσει εἰς τὸ ὕψιστον τοῦτο τῶν
1730ἐθνικῶν ζητημάτων, ἴσως εὑρισκόμεθα ταύτην τὴν στιγμὴν
1731εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἑνώσεως.
1732Ἀλλὰ, καίτοι ἔλαβον πάντα ταῦτα χώραν, φρονῶ ὅτι
1733ὑπάρχει ἀκόμη στάδιον κατάλληλον ἐνεργείας, οὐ μόνον διὰ
1734τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ δι’ ἡμᾶς πάντας καὶ τὸ
1735Ἑλληνικὸν σύμπαν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπέ-
1736δειξαν, ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνονται τοῦ ζητήματος ἀπὸ ἐθνικῆς
1737ἐπόψεως.
1738§160Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ποίους ὑπονοεῖτε, κύριε Στάη;
1739§161ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ προσ-
1740έξητε...
1741§162Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ἐπρόσεξα.
1742§163ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ... καὶ τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ παρακο-
1743λουθήσητε, θὰ ἐβλέπετε ὅτι πανθ’ ὅσα λέγω εὐκόλως εἶναι
1744δυνατὸν νὰ νοηθῶσιν.
1745Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι, καίτοι τὸ Κράτος εὑρίσκεται
1746ὑπὸ οἰκονομικὰς δυσχερείας καὶ περιστάσεις ἀνωμάλους, ἐν
1747τούτοις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συνενώσῃ ἅπασαν τὴν ἐθνι-
1748κὴν αὑτοῦ δύναμιν, ὅπως δράσῃ ἀποτελεσματικῶς ὑπὲρ τῆς
1749ἑνώσεως τῆς Κρήτης ταύτην τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν
1750πανταχόθεν ἀκούομεν, ὅτι ἡ Κρήτη θὰ δοθῇ ποτὲ εἰς τὴν
1751Ἑλλάδα, ὡς ἀντιστάθμισμα κατὰ τὸν διακανονισμὸν τοῦ
1752Βαλκανικοῦ ζητήματος, τουτέστι κατὰ τὴν διανομὴν τῆς
1753Μακεδονίας καὶ τῆς Ἀλβανίας!
1754Ἡ ἀπαισία αὕτη ἰδέα δὲν ἀκούεται νῦν τὸ πρῶτον. Πρὸ
1755πολλῶν ἐτῶν ἠκούσαμεν ἐκ διακεκριμένου Γάλλου διπλω-
1756μάτου, φίλα φρονοῦντος πρὸς ἡμᾶς, ὅτι καιρὸς εἶναι νὰ
1757καταβάλῃ πάσας τὰς ἐνεργείας καὶ τὰς δυνάμεις αὐτῆς ἡ
1758Ἑλλάς, ἵνα μὴ τὸ δόγμα τῆς ἰσορροπίας ἐπὶ τοῦ Αἵμου εἰς
1759βάρος τῆς Ἑλλάδος πραγματοποιηθῇ. Ἐγὼ δὲ ὀφείλω νὰ
1760ὁμολογήσω, ὅτι ἐλυπήθην, ὅτε τὸ πρῶτον ἤκουσα τοῦ ἀξιο-
1761τίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πρὸ ἑνὸς μη-
1762νὸς ἀκριβῶς, δηλώσαντος, εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ
1763ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Δραγούμη, ὅσα ἐδή-
1764λωσε· λυποῦμαι, εἶπον, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐδόθη
1765τραῦμα καίριον κατὰ τοῦ ἐθνικοῦ ἐν Κρήτῃ κινήματος.
1766Ἐνῷ εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν πάντες νὰ ἴδωμεν, ὅτι οἱ
1767ἐν Θερίσῳ δὲν ἀντιπροσωπεύουσι μόνον τοὺς ἐν Θερίσῳ,
1768ἀλλ’ ἅπασαν τὴν ὕπαιθρον τῆς Κρήτης χώραν, ἐνῷ εἴχομεν
1769τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἴδωμεν, ὅτι προσπάθειαι κατεβάλλοντο
1770μεγάλαι, ἵνα περιορίσωσι τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ αἰσθήματος
1771τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ ὑπὲρ τοῦ κινήματος τῶν ἐν Θερίσῳ, καὶ
1772ὅτι μολονότι κατεβλήθησαν τοιαῦται προσπάθειαι οὐ μό-
1773νον τὰ αἰσθήματα τῶν ἐν τῇ ὑπαίθρῳ χώρᾳ δὲν ἐμειώθη-
1774σαν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐν αὐταῖς ταῖς πόλεσι καὶ ἐν αὐτοῖς
1775τοῖς Χανίοις, ὅπου εὑρίσκεται ἡ Διοίκησις τῆς Κρητικῆς
1776Πολιτείας, ὅπου τὰ ξένα στρατεύματα κατ’ ἐξοχὴν δρῶσι·
1777δὲν κατωρθώθη νὰ καταπνιγῇ τὸ μέγα ἐθνικὸν αἴσθημα τοῦ
1778Κρητικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον μικροῦ δεῖν ἔρριπτε τοὺς ἀντι-
1779φρονοῦντας εἰς τὴν ἐγγὺς κειμένην θάλασσαν.
1780Καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐπωφελήθημεν τῆς εὐκαιρίας ταύτης,
1781καὶ ἐν τούτοις ἐκηρύχθημεν πάντες ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν οὐχὶ
1782τῶν ἐν Θερίσῳ, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀντιπρο-
1783σωπεύει ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κρητικῆς Βουλῆς!
1784Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις μὴ παρακολουθήσας ἐπιστα-
1785μένως τὰ ἐν Κρήτῃ λαμβάνοντα χώραν. Δὲν πιστεύω νὰ μὴ
1786ἔλαβον πάντες γνῶσιν, ὅτι ὑπῆρξαν ἐν Κρήτῃ καὶ οἱ φρο-
1787νοῦντες, ὅτι τὸ κίνημα τῶν ἐν Θερίσῳ ὑπεκινεῖτο ὑπό τι-
1788νων ἀντιπροσώπων τῶν ξένων Δυνάμεων ἐν Κρήτῃ. Δὲν πι-
1789στεύω νὰ ἀγνοῆτε, ὅτι ξένος δάκτυλος θεωρεῖται ὅτι προσ-
1790παθεῖ ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ διαιρέσῃ τὴν Κρήτην εἰς δύο
1791ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα. Ἐὰν δὲ τὰς τοιαύτας πληρο-
1792φορίας συνδέσητε μὲ τὰς δηλώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξω-
1793τερικῶν τῆς Ἰταλίας, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι σκευωρία μεγίστη
1794πλέκεται κατὰ τῆς Κρήτης, δι’ ἧς θέλουσι νὰ κατατάξωσι
1795τὴν Κρήτην εἰς ἣν κατηγορίαν κατέταξαν τὴν Μακεδονίαν.
1796Δὲν πιστεύω νὰ ἀγνοῆτε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1797κῶν τῆς Ἰταλίας ἐδήλωσεν, ὅτι πρόκειται ν’ ἀποσταλῶσιν
1798οἰκονομικοὶ καὶ διοικητικοὶ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων
1799παρὰ τῷ Πρίγκηπι, κατὰ τὴν μέθοδον τὴν ἐφαρμοσθεῖσαν
1800ἐν Μακεδονίᾳ. Ἐὰν συμβῇ τοῦτο, ἀπώλετο ἡ Κρήτη διὰ
1801πολλὰς δεκαετηρίδας, ἵνα μὴ εἴπω διὰ παντός!
1802Ἐλπίζω εἰς τὴν ἐγνωσμένην, τὴν ὑπέροχον φιλοπατρίαν
1803τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία οὐδέποτε θέλει ἐπιτρέψει
1804τοιοῦτον πραξικόπημα. Δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ Εὐρώπη θὰ
1805θελήσῃ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν γενναῖον Κρητικὸν λαόν, εἰς
1806λαὸν 350,000 ψυχῶν, οὐδὲν ἄλλο ζητοῦντα ἢ τὴν ἐλευθε-
1807ρίαν του.
1808Δὲν ἀποδέχομαι τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν
1809ὡς δύναμιν ἀσήμαντον τὴν δύναμιν τῆς κοινῆς γνώμης ἐν
1810Ἑσπερίᾳ, διότι παρετήρησα ὅτι διεταράχθησαν οἱ κύκλοι
1811τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας εὐθὺς ὡς καὶ
1812εἷς μόνος Βουλευτὴς ἠγέρθη νὰ ὁμιλήσῃ ὑπὲρ τῆς ἐκ-
1813πληρώσεως τῶν προαιωνίων πόθων τῶν Κρητῶν, διότι βλέ-
1814πομεν τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Ἑσπερίας συγκλονουμένην, προ-
1815κειμένου περὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν λαῶν.
1816Παρήλθον οἱ χρόνοι, κατὰ τοὺς ὁποίους οἱ λαοὶ διηυθύ-
1817νοντο διὰ σατραπικῶν μέσων. Ἔστε βέβαιοι, ὅτι αἱ Κυ-
1818βερνήσεις τῶν λαῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διοικοῦνται κοινο-
1819βουλευτικῶς καὶ συνταγματικῶς, δὲν εἶναι διατεθειμέναι
1820νὰ προβῶσιν εἰς πραξικοπήματα, — διότι βεβαίως ἡ παρακώ-
1821λυσις τῆς ἐκπληρώσεως τῶν προαιωνίων πόθων τῶν Κρητῶν
1822πραξικόπημα εἶναι. — Ἔχομεν ἄλλως τε καὶ ἀποδείξεις, ὅτι
1823ἡ σύμπνοια καὶ ἡ ὁμοφωνία οὐ μόνον τῶν τεσσάρων Μεγά-
1824λων Δυνάμεων ἐν Κρήτῃ, ἀλλὰ καὶ τῶν ἕξ Εὐρωπαϊκῶν
1825Μεγάλων Δυνάμεων πρὸς ἐπιβολὴν πάσης ἀποφάσεως ἐν
1826Κρήτῃ δὲν εἶναι καὶ τόσον εὐχερὴς, ὥς τινες φαντάζονται.
1827Δὲν θέλω νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου
1828Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δηλώσαντος ἕν τινι
1829συνεντεύξει αὑτοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ὁμοφωνία· δὲν
1830ἔχω ἀνάγκην αὐτῆς, διότι βλέπω αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ
1831λαμβάνοντα χώραν ἐν Κρήτῃ.
1832Ἀλλ’ ἐὰν ταύτην τὴν στιγμήν, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγ-
1833μάτων, δὲν ἐπωφεληθῶμεν ἡμεῖς, — δὲν λέγω δὲ μόνον ἡ Ἑλ-
1834ληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ, ἀλλὰ σύμπαν τὸ
1835Ἑλληνικόν, — ὑπὲρ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν πόθων τοῦ Ἑλλη-
1836νισμοῦ, βεβαίως θὰ διαπράξωμεν σφάλμα μέγιστον. Δὲν δύ-
1837ναμαι δὲ νὰ ἀποκρύψω, ὅτι καὶ ἐγὼ ἤμην εἷς ἐκ τῶν φρο-
1838νούντων κατὰ τοῦ κινήματος τῶν ἐν Θερίσῳ, πρὶν ἢ τοῦτο
1839ἐκραγῇ. Ἔχω μάλιστα ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω καὶ διαβε-
1840βαιώσω, ὅτι καὶ συνεβούλευσα, ὅπως τὸ κίνημα μὴ λάβῃ
1841χώραν, διότι αἱ περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος, αἱ οἰκονομικαὶ
1842πρὸ πάντων, δὲν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπιτρέψωσιν αὐτῇ,
1843ἐν ἐνδεχομένῃ περιστάσει, νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς πρὸς πραγματο-
1844ποίησιν τῶν κοινῶν πόθων. Μετὰ τὴν ἔκρηξιν ὅμως τοῦ κινή-
1845ματος, μετὰ τὴν ὑποστήριξιν αὐτοῦ ἐκ μέρους τοῦ διακε-
1846κριμένου πολίτου τῆς Κρήτης, τοῦ ἰατροῦ κ. Σφακιανάκη,
1847μετὰ τὴν ὑποστήριξιν συμπάσης τῆς ὑπαίθρου χώρας, νομί-
1848ζω, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς πάντας νὰ ταχθῶσιν ὑπὲρ τῶν ἐν
1849Θερίσῳ, μάλιστα νῦν, ὅτε σκευωρεῖται ἡ μεγίστη κατα-
1850στροφὴ κατὰ τῶν πόθων τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ καὶ σύμπαντος
1851τοῦ Ἑλληνικοῦ.
1852Ἔχω πληροφορίας, τὰς ὁποίας δυστυχῶς δὲν ἔχω τὸ δι-
1853καίωμα νὰ μεταδώσω, ὅτι ἡ σκευωρία αὕτη ματαιοῦται,
1854ὅτι τὰ πράγματα δὲν βαίνουσιν εἰς ὄλεθρον, ὡς ἐφαίνοντο,
1855ἀλλ’ ἀπαιτεῖται τὴν στιγμὴν ταύτην δρᾶσις καὶ στάσις
1856ἀνδρική.
1857§164ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐγνωρίζομέν
1858τι περισσότερον περὶ αὐτῶν.
1859§165ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ μεταδώσω πλείω.
1860Ἀλλ’ ἐγὼ, ὡς ἁπλοῦς πολίτης, οὐδὲν ἐπίσημον καὶ αὐθεντι-
1861κὸν δύναμαι νὰ μεταδώσω. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ὅσα λέγω
1862ταύτην τὴν στιγμήν, τὰ λέγω, ἵνα ἐνισχύσω τὴν Κυβέρνη-
1863σιν — καίτοι ἴσως δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐμῆς ἐνισχύσεως —
1864εἰς τὴν μᾶλλον ἐνεργὸν δρᾶσιν, προκειμένου περὶ τοῦ Κρητι-
1865κοῦ ζητήματος, ἵνα ἐνισχύσω καὶ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ μὴ
1866ἐξακολουθήσῃ — ἐὰν ἦναι ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι μου —
1867ἐγκαταλιμπάνουσα τὴν διεύθυνσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος
1868εἰς χεῖρας ἄλλων, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὡς ἐλέ-
1869χθη πρὸ ἡμερῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευ-
1870τοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ εἰς πάντας τὴν γνώμην
1871αὐτῆς, πάντες δὲ πρὸς τὴν γνώμην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερ-
1872νήσεως εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ὑποτάξωσι τὰς ἐνεργείας αὐτῶν.
1873Δὲν λησμονῶ δὲ, ὅτι ὁ μέγας ἀνὴρ τῆς Ἀγγλίας, ὁ
1874μέγας φιλέλλην, εὐθὺς μετὰ τὸ καθεστὼς τοῦ 1898 ἐν τῷ
1875περιφήμῳ ἐκείνῳ φυλλαδίῳ ἐγνωμάτευσεν, ὅτι τὸ καθεστὼς
1876τῆς Κρήτης δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ μακρὸν χρόνον νὰ ἰσχύσῃ,
1877ἡ δὲ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν σώ-
1878φρονα ἐνέργειαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν πα-
1879τριωτισμὸν τῶν Κρητῶν ἐναπόκειται. Περὶ τοῦ δευτέρου δὲν
1880πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία. Περὶ τοῦ πρώτου ἐπιφυ-
1881λαττόμεθα ἐν καιρῷ νὰ κρίνωμεν.
1882§166Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ἀνακρίβειά τις τοῦ ἀξιοτίμου προα-
1883γορεύσαντος μὲ ὑποχρεοῖ ν’ ἀπασχολήσω δι’ ὀλίγων τὴν
1884Βουλήν, διότι παρακολουθῶ τὰ πράγματα τῆς Κρήτης ἐκ
1885τοῦ σύνεγγυς, ὡς πάντες οἱ πολιτευόμενοι ἐν Ἑλλάδι ὀφεί-
1886λομεν νὰ τὰ παρακολουθῶμεν.
1887Ἠκούσαμεν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ λέ-
1888γοντος, ὅτι ἐγένοντο ἐντεῦθεν, ὡς μὴ ὤφελε, συμβουλαὶ ἢ
1889ἐγένοντο παρορμήσεις ν’ ἀκολουθήσωσιν οἱ πολιτικοὶ τῆς
1890Κρήτης οὐχὶ τὴν γνώμην τῶν ἐν Θερίσῳ, ἀλλὰ τὴν γνώ-
1891μην τῶν περὶ τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Κρητικῆς Βουλῆς, τοι-
1892οῦτος δὲ εἶναι ὁ ὑπέροχος πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς Κρήτης κ.
1893Μιχελιδάκης.
1894Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, τὸν πατριωτισμὸν πάν-
1895των τῶν ἐν Κρήτῃ ἐν τῇ πολιτικῇ δρώντων. Πάντες ὁρμῶν-
1896ται καὶ ἐμπνέονται ἐκ τοῦ ἐνθέου ἐκείνου ἐνθουσιασμοῦ ὑπὲρ
1897τῆς πατρίδος των, τὸν ὁποῖον βλαστάνει ἡ γῆ τῆς Κρήτης,
1898ποτισθεῖσα διὰ χειμάρρων αἱμάτων ἐπὶ σειρὰν ἑκατονταε-
1899τηρίδων. Τὸ δένδρον τοῦτο φύεται εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν
1900γῆν, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν Κρήτην, ποτιζόμενον διὰ
1901τοῦ αἵματος τῶν ἡρώων, τῶν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας καὶ ὑπὲρ
1902τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ θυσιαζομένων. Οὐδένα λοιπὸν
1903πρόκειται ν’ ἀδικήσω. Εἰς πάντας ἀναγνωρίζω πατριω-
1904τισμόν. Καὶ εἰς τοὺς ἐν Θερίσῳ καὶ εἰς τοὺς διερμηνεύοντας
1905ἐπὶ τὸ νομοταγέστερον τὸ φρόνημα τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Καὶ
1906οἱ περὶ τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Κρητικῆς Βουλῆς, ὡς καὶ οἱ ἐν
1907Θερίσῳ ὁρμῶνται ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ πατριωτικοῦ ἐνθουσιασμοῦ·
1908τοὺς ὠθεῖ ὁ πόθος, τοὺς ὠθεῖ ἡ ἰδέα ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς
1909Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἀποσκορακιστέος λοιπὸν πᾶς
1910ὑπαινιγμός, οἷος ὁ ῥηθείς, ὡς μὴ ὤφελε, καὶ ἐν τῷ Κοινο-
1911βουλίῳ τούτῳ, ὅτι δυνατὸν οἱ πολιτευόμενοι ἐν Κρήτῃ νὰ
1912ἦναι ὄργανα ξένης ἐπιρροῆς, ἢ ὅτι ἐλησμόνησαν τὰ καθή-
1913κοντά των πρὸς τὴν Πατρίδα.
1914§167ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἐλέχθη τοιοῦτό τι.
1915§168Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Τὰ ὑπηνίχθητε ὡς ὑπ’ ἄλλων λε-
1916χθέντα· δὲν τὰ υἱοθετήσατε, ἀλλὰ τὰ εἴπετε.
1917§169ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μὴ ἐπιμένετε νὰ θέτητε εἰς τὸ στόμα
1918μου λέξεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶπον.
1919§170Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς
1920ἐλέχθη, ὅτι κακολογοῦνται ὅτι ἴσως ἐχρησίμευσαν ὡς ὄρ-
1921γανα ξένης Δυνάμεως.
1922§171ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρ’ ἐμοῦ;
1923§172Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ὄχι· σεῖς δὲν τὰ ἀπεδέχθητε, ἀλλ’
1924οὐχ ἧττον ἐρρήθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, ὅτι ἀδίκως
1925οὕτω κακολογοῦνται οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Κρήτης.
1926§173Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὄχι· δὲν τὰ εἶπεν.
1927§174Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Δὲν τὰ υἱοθέτησεν, ἀλλὰ τὰ εἶπε·
1928καί, ὡς προεῖπον, αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνωνται
1929ἐνταῦθα, οὔτε ὡς λεγόμενα ὑπ’ ἄλλων, ὡς ἀνάξια ἀντικρού-
1930σεως.
1931Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τοῦ ὅτι οἱ διϊστάμενοι ἐν
1932Κρήτῃ εἶναι ὄργανα τοῦ μὲν ἰδιοτελῆ, ἢ μίσθαρνα ὄργανα
1933τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν μέσων πρὸς ἐπίτευξιν
1934τοῦ κοινοῦ σκοποῦ. Ἰδοὺ κατὰ τί διΐστανται· οἱ μὲν ἀκολου-
1935θοῦντες τὰς ὑποδείξεις τῆς νομιμοφροσύνης λέγουσιν, ὅτι,
1936προκειμένου περὶ τῆς ἐκδηλώσεως τοῦ αἰσθήματος τοῦ Κρη-
1937τικοῦ λαοῦ, δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη. Ὄχι
1938μόνον ἐν Θερίσῳ, ἀλλ’ ὁπουδήποτε καὶ ἂν γείνῃ λόγος, ὁλό-
1939κληρος ἡ Κρήτη, ἡνωμένη, ἀδιάσπαστος ὀφείλει ν’ ἀκο-
1940λουθήσῃ τὴν μίαν καὶ μόνην δεσπόζουσαν ἰδέαν, τῆς ἑνώ-
1941σεως. «Ἀδιαφοροῦμεν, λέγουσιν, ἂν ἡ φωνὴ ὑπὲρ τῆς ἑνώ-
1942σεως προέρχεται ἐξ ἐπισήμου προσώπου ἢ ἰδιώτου· ὅλοι ἔχο-
1943μεν τὸν αὐτὸν πόθον, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸν ἐκδηλῶμεν παν-
1944ταχοῦ καὶ πάντοτε μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς ἡμῶν».
1945Οἱ δὲ, λέγοντες «ἕνωσιν», καὶ ἐργαζόμενοι ὑπὲρ αὐτῆς, ὁλο-
1946ψύχως προκρίνουσι νὰ λάβωσι καὶ τὰ ὅπλα, ὅπως ἐμφανέ-
1947στερον καταδηλώσωσι τοὺς πόθους των. Οἱ περὶ τὸν κ. Πρό-
1948εδρον τῆς Κρητικῆς Βουλῆς καὶ ἄλλως καὶ ἀπὸ τῶν στη-
1949λῶν τῶν ἑλληνικῶν ἐφημερίδων διελάλησαν: «ἀσπαζόμεθα
1950μὲν τὴν ἰδέαν τῆς ἑνώσεως καὶ διαδηλοῦμεν τὸν πόθον ἡμῶν
1951ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλὰ τὴν ἐπιδίωξιν αὐτῆς διὰ τῶν ὅπλων νῦν
1952δὲν τὴν στέργομεν.»
1953§175Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ἐὰν περιορισθῶμεν εἰς εὐχὰς, θ’ ἀναμεί-
1954νωμεν ἐπὶ πολύ.
1955§176Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Λοιπὸν θέλετε πόλεμον! Καὶ κατὰ
1956τίνων θὰ λάβωμεν τὰ ὅπλα;
1957§177Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Δὲν θέλομεν πόλεμον, θέλομεν ἔνοπλον δια-
1958μαρτυρίαν.
1959§178Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ὅταν ἔχωμεν ὁμόφωνον τὴν θέλη-
1960σιν τῶν Δυνάμεων, τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν; Θὰ ἐξακο-
1961λουθήσωμεν κρατοῦντες τὰ ὅπλα; πολεμοῦντες; Τίνας; τὰς
1962Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις; ἢ τοὺς ἀδελφούς μας; Διασαλεύον-
1963τες τὴν τάξιν; Οὕτως ἐξυπηρετοῦμεν τὸν σκοπόν μας;
1964§179Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Ὥστε ἐκδίδετε ἀπόφασιν καταδικαστικήν;
1965§180Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ἐκφράζω τὴν γνώμην μου, ὅτι, ὡς
1966ἀντελήφθην τὰς γνώμας τῶν πολιτικῶν τῆς Κρήτης, οὐχὶ
1967ὁ σκοπὸς, ἀλλὰ τὰ μέσα διαιροῦσιν αὐτούς. Οἱ μὲν λέγουσι
1968«νὰ ἐκδηλῶμεν εἰρηνικῶς τὸ φρόνημά μας», οἱ δὲ προβαί-
1969νουσι περαιτέρω: «ναὶ, ἀλλὰ νὰ λάβωμεν καὶ ἔνοπλα μέτρα
1970πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ πόθου μας». Τὸ δεύτερον δὲν τὸ δέχον-
1971ται οἱ ἄλλοι, μολονότι πάντες, ἐπαναλαμβάνω, ἐμφοροῦν-
1972ται ἀπὸ τὸ αὐτὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ, χωρὶς νὰ ὁρ-
1973μῶνται ἀπὸ ἄλλας πλαγίας σκέψεις.
1974§181ΠΟΛΛΟΙ. Ἡ γνώμη σας εἶναι μοναδική.
1975§182Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ Κρητικὸν ζήτημα, Κύριοι, εὑρί-
1976σκεται εἰς τὸ μᾶλλον κρίσιμον σημεῖον, ὥστε ἀνάγκη ἀνα-
1977πόδραστος ἐπιβάλλει πρὸς πάντας ἡμᾶς, πρὸς ἅπαντα τὸν
1978Ἑλληνισμόν, ἵνα μίαν καὶ μόνην γνώμην ἔχωμεν, τασσό-
1979μενοι παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς ἐπισήμου Κυβερνήσεως, ὅτε ἡ
1980ἐπίσημος Κυβέρνησις τὴν γνώμην ταύτην ἀναμφισβητήτως
1981ἐκπροσωπεῖ.
1982Ὀφείλω ὅμως, Κύριοι, νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐν σχέσει
1983πρὸς τὸ ἀνακινηθὲν ζήτημα ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Ὑπουρ-
1984γοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, διότι, ἂν μή τι ἄλλο,
1985πρέπει, νομίζω, καὶ ἐκ τοῦ ἐπισήμου βήματος τῆς Ἑλλη-
1986νικῆς Βουλῆς νὰ ἐγερθῇ φωνὴ διαμαρτυρίας δι’ ὅσα ὁ κ.
1987Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας εἶπε.
1988Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσῃ κανεὶς, ὅτι, ὅτε
1989τὸ πρῶτον καθιδρύθη τὸ καθεστὼς τὸ ὑπάρχον σήμερον ἐν
1990Κρήτῃ, ὑπῆρχε μία κοινὴ πεποίθησις καὶ γνώμη παρ’ ἅπασι
1991τοῖς λαοῖς τῆς Εὐρώπης, ὅτι τὸ καθεστὼς τοῦτο ἔδει νὰ
1992ἦναι προσωρινόν, καὶ τὴν πεποίθησιν ταύτην ἐξεδήλωσαν
1993μεγάλοι πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ
1994καὶ ἀλλαχοῦ. Ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ προσωρινοῦ καθεστῶ-
1995τος, τοῦ ὁποίου ἡ προσωρινότης βεβαίως δὲν ἐξαρτᾶται
1996ἀπολύτως ἐξ ἡμῶν ἢ ἐκ τῶν Κρητῶν, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται
1997πάντως ἐκ τῆς κοινῆς ἐνεργείας ἡμῶν τε καὶ ἐκείνων,
1998οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίζωσιν ἐπὶ τοιούτων
1999θεμάτων. Δὲν γνωρίζω τίνες εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι προε-
2000κάλεσαν ἐν Κρήτῃ τελευταίως τὴν γενικὴν ἐξέγερσιν, οὐδὲ
2001θέλω νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους τούτους, διότι οἱ λόγοι οὗτοι
2002ἕνα ἔχουσιν ἅγιον σκοπὸν, τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς
2003Ἑλλάδος, διότι δὲν ὑπάρχει ἐν Κρήτῃ οὔτε εἷς ἄνθρωπος,
2004εἴτε Κρὴς εἴτε Ἕλλην παρεπιδημῶν ἐν Κρήτῃ, ὁ ὁποῖος
2005νὰ μὴ ἔχῃ αὐτὸν τὸν ἅγιον πόθον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς
2006αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
2007Τὸ ζήτημα ἐγεννήθη, καὶ πάντες ἐλπίζομεν, ὅτι, ἀφοῦ
2008καθιδρύθη ἓν προσωρινὸν καθεστώς, ἔδει ἐπὶ τέλους αὐτὸ τὸ
2009καθεστὼς νὰ λήξῃ, ἔδει νὰ συντρέξωμεν πάντες πρὸς τοῦτο.
2010Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ βλέπωμεν τὸ προσωρινὸν καθεστὼς λῆγον,
2011μανθάνομεν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτε-
2012ρικῶν τῆς Ἰταλίας, ὅτι τὸ καθεστὼς θὰ καθιερωθῇ ὡς διη-
2013νεκὲς διὰ τὴν ἀτυχῆ Μεγαλόνησον· διότι, ὅταν ὁ Ὑπουρ-
2014γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας σᾶς λέγῃ, ὅτι ἡ ἕνωσις
2015τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἀδύνατος, διότι ἀνη-
2016συχεῖ τὰς μεγάλας Δυνάμεις ὁ τυχὼν ἐγερθησόμενος ἀντί-
2017κτυπος κατὰ τὰ Βαλκανικὰ Κράτη, συνδέει τὴν λύσιν τοῦ
2018ζητήματος τοῦ Κρητικοῦ, τὴν λύσιν τοῦ καθεστῶτος, ὅπερ
2019προσωρινῶς ἱδρύθη ἐν Κρήτῃ, πρὸς τὴν λύσιν τῶν ζητημά-
2020των τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν. Ἀλλά, Κύριοι, ὑπάρχει τις
2021ὁ ἀγνοῶν, ὅτι τοιαύτη λύσις ἔσται πολὺ μακρὰν ἡμῶν;
2022Ὑπάρχει τις ὁ δυνάμενος ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἐπὶ δύο ἔτη
2023ὁλόκληρα καὶ πλέον αἱ Δυνάμεις συσκέπτονται περὶ τοῦ
2024τρόπου τῆς διοικητικῆς ὀργανώσεως τῆς Μακεδονίας, περὶ
2025τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς τάξεως ἐν αὐτῇ, καὶ
2026οὐδὲν μέχρι σήμερον κατώρθωσαν; Καὶ δὲν γνωρίζω ἐπὶ
2027πόσον χρόνον θὰ βλέπωσι τοὺς πόθους αὐτῶν μὴ πραγμα-
2028τοποιουμένους. Ἀλλ’ ἐγένετο ποτὲ σκέψις ἰδία περὶ κανο-
2029νισμοῦ καὶ διανομῆς τῆς Ἠπειρωτικῆς χώρας, ἐπὶ τῆς
2030ὁποίας ἐγείρουσι ἀξιώσεις τὰ διάφορα Κράτη, αἱ διάφοροι
2031φυλαὶ τῆς Ἀνατολῆς; Οὐδέποτε οὐδ’ ἐγένετο σκέψις, οὐδὲ
2032λίαν προσεχῶς θὰ τεθῇ ἐπὶ τάπητος τοιοῦτον ζήτημα. Ποία
2033εἶναι ἡ συνέπεια τῆς τοιαύτης καταστάσεως; Ἡ συνέπεια
2034τῆς τοιαύτης καταστάσεως εἶναι, ὅτι ἡ Κρήτη, ἡ ὁποία
2035ἐποτίσθη διὰ ποταμῶν αἱμάτων ἀπὸ αἰώνων, θὰ παραμείνῃ
2036εἰς ἣν κατάστασιν ἐτέθη διὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν Δυνάμεων.
2037Καὶ ἀξιοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἰταλίας νὰ ἐκφράζωσι
2038διαρκῶς οἱ Κρῆτες τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῶν διὰ τὸ καθε-
2039στὼς, καὶ νὰ παραμένωσιν εὐχαριστημένοι δι’ αὐτό, ἀφοῦ
2040γνωρίζει ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ὑφήλιον λαὸς οὐδὲ ἡρωϊ-
2041κώτερος, οὐδὲ πατριωτικώτερος τοῦ λαοῦ τῶν Κρητῶν! (χει-
2042ροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Πῶς εἶναι δυνατὸν λοι-
2043πόν, ὅτε τοιαύτη πρόθεσις γίνεται κατάφωρος, ὁ λαὸς τῆς
2044Κρήτης νὰ ἐξακολουθῇ ἐκφράζων τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτοῦ;
2045Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ κλονισθῇ σύμπαντος τοῦ
2046Ἑλληνισμοῦ τὸ αἴσθημα, ὅταν βλέπῃ, ὅτι χώρα, ἐπὶ τῆς
2047ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ ἀξιώσῃ δικαίωμά τι, οὐδεὶς δύνα-
2048ται νὰ προβάλῃ οὐδὲ κατὰ τὸ φαινόμενον ἀξίωσίν τινα,
2049τοιαύτη χώρα παραμένει ὑπὸ τὸ καθεστὼς, καὶ ὅτι αἱ Δυ-
2050νάμεις ἐπιθυμοῦσιν, ἵνα ἡ προσωρινότης αὕτη ἀρθῇ, ὅταν
2051πρόκηται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις καὶ διὰ τὸ Μακεδονικὸν ζή-
2052τημα;
2053Κύριοι, ἐδῶ εἶναι τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ
2054προσέξωμεν, καὶ ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἶμαι βέ-
2055βαιος, ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, νὰ ὑποδείξῃ
2056τὴν ἀδικίαν, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸν Ἑλληνισμόν, καὶ νὰ
2057παραστήσῃ, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Κρήτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
2058ἐφησυχάσῃ ποτὲ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιβληθῇ ἀσφυκτι-
2059κῶς διὰ δεσμῶν, ἐφ’ ὅσον αἰσθάνεται, ὅτι ἔχει ἀκόμη καὶ
2060μίαν ῥανίδα αἵματος εἰς τὸ σῶμα, ἵνα χύσῃ ταύτην ὑπὲρ
2061τῆς ἑνώσεώς του μετὰ τῆς Ἑλλάδος.
2062Δὲν γνωρίζω τίνα ἰδέαν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐν Εὐρώπῃ
2063περὶ τῆς ἐν Κρήτῃ ἐξεγέρσεως· ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι γνωρί-
2064ζομεν τοὺς ἄνδρας, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν τοὺς Κρῆτας
2065τας, γνωρίζομεν, ὅτι, ἐξ οἱουδήποτε λόγου καὶ ἂν προῆλθεν
2066ἡ ἐξέγερσις, ἡ ἐξέγερσις εἶναι μία ἔντονος ἐκδήλωσις τῆς
2067ἐπιθυμίας τῆς ταχυτέρας πραγματοποιήσεως τῆς ὑποσχέ-
2068σεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν αἱ Δυνάμεις πρὸς τὴν Κρήτην πρὸς
2069ἐκπλήρωσιν τῶν ἱερῶν πόθων αὐτῆς.
2070Λέγω λοιπόν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρέρχηται ἀπαρατήρη-
2071τος μία τοιαύτη κατάστασις, καὶ δύναμαι νὰ ἐκφράσω τὴν
2072λύπην μου, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν
2073ἔσπευσεν αὐτοστιγμεί, μόλις ἔλαβε γνῶσιν ἐκ τῶν δημο-
2074σιευμάτων, ὅτι τοιαῦτα ἐλέχθησαν ἐν τῇ Ἰταλικῇ Βουλῇ,
2075δι’ ἐγκυκλίου πρὸς ἅπαντας τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλ-
2076λάδος ἐν Εὐρώπῃ νὰ διαμαρτυρηθῇ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι
2077δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν εἶναι
2078δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ διανοηθῇ καὶ πρὸς
2079στιγμὴν, ὅτι ὁ ἀγὼν, τὸν ὁποῖον διεξάγει ἡ Κρήτη καὶ
2080σήμερον, δὲν εἶναι ἀγὼν, ὁ ὁποῖος συνοδεύεται παρ’ ὅλων
2081τῶν εὐχῶν τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ
2082Κράτους συγχρόνως. (Χειροκροτήματα).
2083§183ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, διὰ
2084τίνα λόγον οἱ ἀγορεύσαντες ἐξακολουθοῦσι δεικνυόμενοι τό-
2085σον ἐπίμονοι εἰς τὴν ἀνατομὴν τῶν λόγων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξω-
2086τερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Ἰταλίας, λόγων ἤδη κατὰ πᾶσαν
2087πιθανότητα ἀρκούντως ἐστρεβλωμένων ὑπὸ τῶν πρακτικῶν
2088τῶν ἐφημερίδων, ὥστε νὰ μὴ παρέχωσι καὶ τὴν σημασίαν
2089ἄλλως, ἣν θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτούς. Ἀλλὰ,
2090καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι, ὡς περιέχονται εἰς
2091τὰς ἰταλικὰς ἐφημερίδας, ἀπαραλλάκτως ἐλέχθησαν, ἆρά
2092γε τίνα σημασίαν δύνανται νὰ ἔχωσι τοιοῦτοι λόγοι, ἀφοῦ
2093εἶναι ἀναμφισβητήτως παραδεδεγμένον ὑπὸ πάντων ἐνταῦθα,
2094ὅτι τοιαῦτα, οἷα τυχὸν εἰς τοὺς λόγους τούτους ἐν τῇ ἀορι-
2095στίᾳ αὐτῶν ὑπονοοῦνται, εἶναι ἀδύνατον ἐντεῦθεν νὰ προῆλ-
2096θον; ἀφοῦ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι, κατὰ γενικὴν πεποίθησιν, εἶναι
2097ἀδύνατον ἐντεῦθεν νὰ προῆλθον, ἔχομεν καὶ τὴν ῥητὴν δή-
2098λωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τοιαῦτά τινα οὐδὲ διὰ τῆς
2099φαντασίας αὐτῆς διῆλθον; Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
2100τερικῶν, μὴ ἐπιδεικνύων τὴν προσήκουσαν ἄλλως, ἂν εἰς
2101ἄλλην θέσιν εὑρίσκετο, ἀδιαφορίαν περὶ τῶν τοιούτων βε-
2102λῶν, τῶν ἐπιπιπτόντων ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως ἄνευ
2103προαιρέσεως τοῦ Ἰταλοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ῥίψῃ ταῦτα ἐπ’ αὐ-
2104τῆς, εἶχε φροντίσει, ὅπως καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἔπρεπεν ἐγ-
2105καίρως νὰ πράξῃ, νὰ θέσῃ ἁπλοῦν ἐρώτημα εἰς τὸν Ὑπουρ-
2106γὸν τῆς Ἰταλίας, ἂν ἐλέχθησαν ἢ δὲν ἐλέχθησαν τοιοῦτοι
2107λόγοι, — οὐχὶ διότι οὗτοι θίγουσι παντελῶς τὴν Ἑλληνικὴν
2108Κυβέρνησιν, ἀλλὰ διότι ἔπρεπεν εἰς τὸ δημόσιον νὰ ῥιφθῇ,
2109ἀπὸ αὐτῶν τῶν χειλέων τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἰταλίας λαμ-
2110βανομένη, ἡ ἀναγνώρισις, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν ἐσκέφθη νὰ
2111εἴπῃ, — ἄν, λέγω, οὕτως ἔπραττεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
2112τερικῶν, ὡς ὤφειλε κατ’ ἐμὲ νὰ πράξῃ, τοῦτο μόνον τὸ κέρ-
2113δος, τὸ τῆς ἐπισήμου ἀναιρέσεως, ἠθέλομεν ἔχει. Ἀλλὰ
2114κατὰ τί τάχα ἐνδιαφέρουσιν ἡμᾶς ἐνταῦθα ἄλλως οἱ λόγοι
2115τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἰταλίας; Οἱ λόγοι τοῦ Ὑπουργοῦ
2116τούτου εἶναι λόγοι Ὑπουργοῦ, ὅστις αὐτὸς μόνος κανονίζει
2117τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης; Οἱ λόγοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς
2118Ἰταλίας εἶναι λόγοι ἑνὸς τῶν ἓξ Ὑπουργῶν τῶν Μεγάλων
2119Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης, οἵτινες συγκανονίζουσι τὰ ζητή-
2120ματα πάντα, διότι αὐταί, εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς, εἴτε
2121πρὸς δυστυχίαν εἴτε πρὸς εὐτυχίαν τῶν μικρῶν, αὐταὶ συν-
2122αποτελοῦσι τὸν Ἄρειον Πάγον, τὸν διέποντα τὰς ὑποθέσεις
2123τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν. Πρόκειται περὶ ἑνὸς τῶν ἓξ τού-
2124των Ὑπουργῶν, εἰπόντος λόγους, οἵτινες εἴτε ἔχουσί τινα
2125ἀσάφειαν, εἴτε ἔχουσί τι τὸ δυνάμενον νὰ θίξῃ οἱονδή-
2126ποτε ἐν Ἑλλάδι. Ἂν, ἐπαναλαμβάνω, ἐλέχθησαν οἱ λόγοι
2127οὗτοι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου
2128καὶ ἐπὶ τῇ ἐπιθυμίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ εἰρωνευθῇ τὸν φιλε-
2129λεύθερον Ἰταλὸν, τὸν ἀληθῆ Ἰταλὸν, ὅστις διεμαρτύρετο
2130ὑπὲρ τῶν δικαίων τῆς Ἑλληνικῆς Κρήτης, — δικαίων βε-
2131βαίως οὐχὶ κατωτέρων τῶν δικαίων τῆς Ἰταλικῆς χώρας,
2132ἥτις ἐζήτησε τὴν ἕνωσιν αὑτῆς, συνταχθεῖσα περὶ τὸ Πεδε-
2133μόντιον, — ἔχομεν ἁπλοῦς λόγους ἀγορεύσεως ἑνὸς Ὑπουρ-
2134γοῦ, οὕτως ὁμιλήσαντος ἐπὶ ἐπερωτήσεως, εἰς ἣν εἶχεν
2135ἀνάγκην νὰ ἐξαντλήσῃ ἐπιχειρήματα καὶ εἰρωνείαν.
2136Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς οὗτος, ὅτε ὡμίλει, εἶχεν ὑπ’ ὄψει
2137ἀπόφασιν τῶν τεσσάρων Δυνάμεων, αἵτινες διοικοῦσιν ὡς
2138κάτοχοι τῆς νήσου διὰ τοῦ Ἁρμοστοῦ· εἶχεν ὑπ’ ὄψει ἀπό-
2139φασιν τῶν τεσσάρων Δυνάμεων, αἵτινες ἀποφασίζουσι περὶ
2140τῆς Κρήτης, φροντίζουσαι, ὁσάκις παραστῇ ἀνάγκη, νὰ λαμ-
2141βάνωσι τὴν συναίνεσιν καὶ τῶν ἑτέρων δύο Δυνάμεων, αἵτι-
2142νες μένουσι μὲν κατὰ μέρος, ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλετε, πι-
2143στεύω, ὅτι παρακολουθοῦσι μετὰ προσοχῆς τὰ ἐν Κρήτῃ
2144συμβαίνοντα. Διότι τὰ ἐν Κρήτῃ συμβαίνοντα ἀνάγονται
2145οὐχὶ μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἰσορροπίας τῆς ἐν τῷ Αἵμῳ,
2146κατ’ ἐκείνους, οἵτινες θέλουσι νὰ συγχέωσι τὸ ζήτημα τὸ
2147Κρητικὸν μετὰ τῶν ἄλλων ζητημάτων τῶν ἠπειρωτικῶν,
2148ἀλλ’ ἀνάγονται ἰδίως εἰς τὸ ζήτημα τῆς Μεσογείου. Καὶ
2149τὸ ζήτημα τῆς Μεσογείου ἴσως εἶναι σπουδαιότερον διά
2150τινας τῶν Δυνάμεων, παρὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐν τῷ Αἵμῳ
2151ἰσορροπίας.
2152Ἔχομεν τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι αἱ Δυνάμεις, προκειμένου περὶ
2153τῆς Κρήτης, ἅμα ὡς ἐξερράγη τὸ κίνημα, ἐξήγγειλαν διὰ
2154τοῦ Ἁρμοστοῦ τότε πρὸς τοὺς Κρῆτας τὴν ἀπόφασιν αὑτῶν
2155ἐπὶ τῶν αἰτημάτων τοῦ Ἁρμοστοῦ, ἅτινα, καίτοι ἀνεπαρκῆ
2156καὶ εἰς τοὺς Κρῆτας καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Ἁρμοστὴν βεβαίως,
2157ἐθεωροῦντο ὅμως ὑπερβολικὰ ἐπί τινα χρόνον ὑπὸ τῶν Δυνά-
2158μεων.
2159Ἐν τῇ ἀνακοινώσει ταύτῃ, ἥτις ἐγένετο διὰ τοῦ Ἁρ-
2160μοστοῦ πρὸς τοὺς Κρῆτας, βλέπομεν ῥητῶς μνημονευό-
2161μενον, ὅτι ἐλήφθη καὶ ἡ συγκατάθεσις τῆς Αὐστρίας, τῆς
2162Γερμανίας ἀπεχούσης, ἵνα δηλώσωσι πρὸς αὐτοὺς διὰ τοῦ
2163Ἁρμοστοῦ, — ὅστις ἀνεφέρετο πρὸς τὰς Δυνάμεις, — ὅτι αἱ
2164Δυνάμεις ἕνεκα τῆς ὑφισταμένης συρροῆς περιστάσεων ἀπο-
2165φασίζουσιν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ τροποποιηθῇ ἐπὶ τοῦ πα-
2166ρόντος τὸ πολιτικὸν τῆς νήσου καθεστώς. Ὑπόσχονται δὲ,
2167ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψωσι τὴν προσάρτησιν αὐτῆς εἰς οἱανδή-
2168ποτε Δύναμιν παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Λοι-
2169πὸν ἔχετε ἐνταῦθα δήλωσιν ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης, ἥτις
2170ῥητῶς διαφυλάσσει εἰς τοὺς Κρῆτας τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω-
2171σιν εἰς τίνα θέλουσι νὰ ἀνήκωσι. Καὶ περὶ τῶν Κρητῶν ὅτε
2172γίνεται λόγος, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν εἰς ποῖον
2173θὰ εἴπωσιν ὅτι θέλουσι ν’ ἀνήκωσι. Θὰ εἴπωσιν ἐκεῖνο, ὅπερ
2174αἰσθάνονται· θὰ εἴπωσιν ὅ,τι λέγει ἡ θυγάτηρ πρὸς τὴν μη-
2175τέρα: «θέλομεν ν’ ἀνήκωμεν εἰς τὴν μητέρα ἡμῶν.»
2176Ἀπέναντι τῆς δηλώσεως ταύτης, δι’ ἧς αἱ Δυνάμεις
2177λέγουσιν: «εἰς οὐδένα οἱονδήποτε, οὔτε ἐξ ἡμῶν αὐτῶν, οὔτε
2178εἰς ἄλλον, θέλομεν ἐπιτρέψει νὰ ἀνήκῃ ἡ Κρήτη παρὰ τὴν
2179θέλησιν τῶν Κρητῶν», ἀπέναντι τῆς δηλώσεως ταύτης, τίνα
2180λόγον ἔχομεν νὰ φοβηθῶμεν, ὅτι ἡ Κρήτη κινδυνεύει ν’ ἀπο-
2181σπασθῇ ἐκ τῶν ἀγκαλῶν ἡμῶν;
2182Εἰποῦσαι ταῦτα αἱ Δυνάμεις πρὸς τὸν Ἁρμοστὴν, ὅπως
2183ἀνακοινωθῶσι πρὸς τοὺς Κρῆτας, καταλήγουσιν εἰς τὴν δή-
2184λωσιν περὶ τοῦ τί δύνανται νὰ παραχωρήσωσιν ἐν τῷ πα-
2185ρόντι πρὸς αὐτούς. Πράγματα δι’ ἡμᾶς, διὰ τοὺς Κρῆτας
2186μηδαμινά· ἀλλὰ τόσα δύνανται νὰ παραχωρήσωσι. «Μικρὰ
2187μὲν ταῦτα, ἀλλ’ ὅσα ἔχω», εἶπεν ἄλλοτε καὶ ἡ Ἠλέκτρα.
2188Τόσα δὲ μόνον εἶχον σήμερον νὰ παραχωρήσωσιν εἰς χώραν
2189εὑρισκομένην ὑπὸ διεθνῆ κατοχὴν καὶ κυβερνωμένην ὑπὸ τῶν
2190κατόχων δι’ Ἁρμοστοῦ.
2191Ἐκεῖ ἔκειτο τὸ ζήτημα, ὅτε ἠγέρθη τὸ κίνημα τῶν ἐν
2192Θερίσῳ, κίνημα ὅπερ καὶ αὐτοὶ οἱ φίλτατοι εἰς τοὺς ἐξεγερ-
2193θέντας δὲν ἐπεδοκίμασαν, διότι ἦτο γνωστόν, ὅτι φίλτατοι
2194πρὸς τοὺς ἐξεγερθέντας, αὐτὸς ὁ Νέστωρ τῆς Κρήτης, ὁ χα-
2195ρακτὴρ ὁ ἔξοχος ἐν Κρήτῃ, ἄλλο δὲν συνεβούλευσαν, εἰμὴ
2196ὅ,τι ἔτεινεν, ἵνα ἀποτρέψῃ αὐτούς· ἦτο δὲ γνωστὸν, ὅτι καὶ
2197ἐνταῦθα, κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, ὅτε ἦλθον εἰς Ἀθήνας οἱ
2198πρωτοστατοῦντες τοῦ κινήματος ἐν Κρήτῃ, ἀπετράπησαν
2199ἀπὸ ὁμοίου ἐγχειρήματος, πάντων τῶν πολιτευομένων, ὅσοι
2200συγκατένευσαν νὰ δεχθῶσιν αὐτοὺς εἰς ἀκρόασιν, ταύτην τὴν
2201συμβουλὴν δόντων πρὸς αὐτούς. Ὁτὲ δὲ τελευταῖον ἐκινή-
2202θησαν, καὶ ἔγραψαν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες δὲν εἶχον πέρυσι
2203κλείσει τὰ ὦτα πρὸς τοὺς ἀνωτάτους τῶν πολιτευομένων ἐν
2204Κρήτῃ, καὶ ἐδήλωσαν ὅτι, μὴ εὑρίσκοντες ἄλλην διέξοδον
2205εἰς τὴν ἐθνικὴν ἐν Κρήτῃ ὑπόθεσιν, προέβησαν εἰς τὸ ἐπα-
2206ναστατικὸν κήρυγμα ἐπ’ ἐλπίδι λύσεως ἀγαθῆς, πάντες ἀπε-
2207δοκίμασαν ὡς ἐπικίνδυνον τὴν ἀπόπειραν. Τὴν πρᾶξιν αὐτῶν
2208ἐχαρακτήρισεν ἐπισφαλῆ ὁ Σφακιανάκης, ὡς ἐπικίνδυνον
2209ἐπέκριναν καὶ οἱ ἐνταῦθα τὸ ἐγχείρημα.
2210Ἀλλὰ τί ταῦτα; Τὸ γεγονὸς ὑπάρχει.
2211Τί ἄλλο συνέβη κατὰ τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν τοῦ 1821;
2212Οἱ ἐγκριτότεροι ἄνδρες τῶν Ἑλλήνων τοῦ καιροῦ ἐκείνου κα-
2213τεδίκασαν αὐτὴν ὡς ἔργον παράτολμον καὶ ἀνόητον. Ἀλλ’
2214ἀφοῦ αὕτη ἐξερράγη, αὐτοὶ οἱ καταδικάσαντες τὴν ἐπα-
2215νάστασιν ἦλθον συναρωγοὶ, καὶ ἄλλως, καὶ αὐτοπροσώπως
2216πολλοὶ σπεύσαντες εἰς βοήθειαν τῶν Ἑλλήνων ἐπαναστα-
2217τῶν συνειργάσθησαν καὶ ἐπέτυχον ἀπὸ κοινοῦ τὸ εὐτυχὲς
2218ἀποτέλεσμα.
2219Τὸ ἔργον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, καὶ ἵνα προταχθῇ τὸ
2220προτακτέον, τὸ ἔργον τῆς Ἑλλάδος μετὰ τὴν ἐξέγερσιν,
2221ἣν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐμποδίσωμεν, ἦτο νὰ μεριμνήσωμεν
2222πάντες, ἐπίσημοι καὶ ἀνεπίσημοι, πῶς νὰ κατορθωθῇ, τὸ
2223κίνημα ἐκεῖνο τὸ ἀνώμαλον, τὸ ἐμπνεόμενον ὅμως ὑπὸ ἰδέας,
2224ἣν πάντες καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Κρήτῃ ἀσπάζονται, πῶς
2225νὰ κατορθωθῇ, τὸ κίνημα ἐκεῖνο νὰ περιβληθῇ διὰ τῆς γε-
2226νικῆς ὁμοφροσύνης, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἐξέγερσις ν’ ἀποσβε-
2227σθῇ ἐν τῇ ὁμονοίᾳ. Καὶ ἂν τοῦτο τὸ πρᾶγμα ἐγίνετο, —
2228ἦτο δὲ καιρὸς νὰ πραχθῇ μετὰ τὰς πρώτας ἡμέρας, ἂν δὲν
2229ἐπέπνεον ἐνταῦθα ἔνθεν μὲν αἰσιοδοξία, ἐκεῖθεν δὲ ἀδυσώ-
2230πητον καὶ πείσματα, — ταύτην τὴν στιγμὴν περὶ τὸ Θέρι-
2231σον ἤθελεν εὑρίσκεσθαι ὁλόκληρος ἡ Κρήτη, ἐνισχυομένη
2232ὑπὸ τῆς ἐπιδοκιμασίας ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, ἢ μᾶλλον
2233τὸ Θέρισον ἤθελεν ἐξαφανισθῆ, καὶ ἡ Κρήτη ἤθελεν ἀνέλ-
2234θει εἰς ἣν θέσιν πάντοτε ἀνῆλθε, προκειμένου περὶ τοῦ ἐθνι-
2235κοῦ ζητήματος.
2236Ἀλλ’ ὅσα καὶ ἂν ἐτελέσθησαν ἄτοπα ἢ ἁπλῶς ἀσυλ-
2237λόγιστα, ὅσον καὶ ἂν ἐδείχθησαν οἱ ἔχοντες συμφέρον νὰ
2238φροντίζωσι νὰ κατευνάζωσι τὰ πάθη καὶ τοὺς σπαραγμοὺς
2239ἐν τοιαύταις ὥραις, ὅσον καὶ ἂν ἐδείχθησαν, λέγω, μὴ με-
2240ριμνήσαντες προσηκόντως πρὸς διόρθωσιν τοῦ κακοῦ, ἐγερ-
2241θέντος ἤδη τοῦ κινήματος, βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸ κίνημα
2242τοῦτο, συγκλονῆσαν ὅλης τῆς Κρήτης τὸ αἴσθημα, συνε-
2243κέντρωσεν ὅλης τῆς ὑπαιθρίου χώρας τὸν λαόν.
2244Καὶ ἐν αὐταῖς δὲ ταῖς πόλεσιν, ὑπὸ τὰς λόγχας τῶν
2245χωροφυλάκων καὶ ὑπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι ἐγγὺς εὑρίσκονται τὰ
2246ἀγήματα τῶν ξένων, πρὸς ἃ ἀπῃτεῖτο ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν
2247εὐλάβεια, τὸ αὐτὸ αἴσθημα ἐπεκράτησε. Τὸ κίνημα, οὕτω
2248γενικευθὲν καὶ ἐπιρρωσθὲν ὑπὸ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς περὶ
2249ἀμέσου ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἐγί-
2250νετο κίνημα παγκρητικόν, καὶ ὀλίγη φροντὶς ἀπῃτεῖτο ἐν-
2251ταῦθα νὰ καταβληθῇ, ὀλίγη αἰσιοδοξία νὰ παραιτηθῇ,
2252ὀλίγα πείσματα ν’ ἀναβληθῶσιν εἰς ἄλλας ὥρας, ἵνα ἔχω-
2253μεν ταύτην τὴν ὥραν ἐν Κρήτῃ τὸν συγκρητισμὸν, τὸν συγ-
2254κρητισμὸν ἐκεῖνον, ὅστις τοὺς παλαιοὺς Κρῆτας, τοὺς δια-
2255κρινομένους ἐν ἀπαύστοις πρὸς ἀλλήλους μάχαις τῶν ἑκα-
2256τὸν τῆς Κρήτης πόλεων, κατὰ τῶν ἔξωθεν κινδύνων ἀπεδεί-
2257κνυε συνισταμένους καὶ διαλύοντας τὰς ἔριδας, ἐν μιᾷ λέξει
2258συγκρητιζομένους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν θεωρείων).
2259Ἂν τοιοῦτό τι κατωρθοῦτο, ταύτην τὴν ὥραν ἠθέλομεν
2260προάγεσθαι ἐν τῇ ἀναγνωρίσει ὅτι τὰ πράγματα τῆς Κρή-
2261της εἰσῆλθον εἰς αἰσιωτέραν ὁδόν.
2262Ἀλλά, καὶ τούτου μὴ γενομένου, πάλιν τὸ κίνημα, ὡς
2263ἐγένετο, ὅπως περιεβλήθη διὰ τῆς συναινέσεως τῶν πλεί-
2264στων Κρητῶν, πάλιν ἔφερεν ἀποτέλεσμά τι καὶ ἀπέναντι
2265τοῦ θετικοῦ τούτου ἀποτελέσματος δὲν γνωρίζω ἂν ἐπιτρέ-
2266πεται, στρέφοντες ἀλλαχοῦ τὴν προσοχὴν, νὰ προσηλώσω-
2267μεν τὸν νοῦν εἴτε εἰς τοὺς φόβους, οἵτινες ἐξεφράσθησαν περὶ
2268ξένης ἐπεμβάσεως ἢ ἀποστολῆς ἐλεγκτῶν, εἴτε εἰς τὸ εὐ-
2269τυχὲς ἄγγελμα, ὅπερ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἀνήγ-
2270γειλε μὲν πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ καθορίσῃ οὔτε
2271ποῖον εἶναι, οὔτε πόθεν ἔμαθεν αὐτό.
2272Εἶπον ὅτι ἔχομεν ἤδη ποῦ νὰ σταθῶμεν. Ἔχομεν ἡμεῖς,
2273οἱ παρακολουθοῦντες ἐναγωνίως τὰ πράγματα τῆς Κρήτης,
2274ἔχομεν ἔδαφος, ἐφ’ οὗ δυνάμεθα νὰ σταθῶμεν, καὶ ἐρχόμε-
2275νοι εἰς ἐπικουρίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις διευθύνει τὴν ἐθνι-
2276κὴν ὑπόθεσιν, νὰ συντελέσωμεν πάντες ὁμοῦ εἰς τὸ νὰ ἐπω-
2277φεληθῇ καὶ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Κρήτη ἐκ τοῦ ἐδάφους, ὅπερ
2278ἐνεφανίσθη εἰς ἡμᾶς.
2279Καὶ ποῖον τὸ ἔδαφος τοῦτο;
2280Πρὸ μικροῦ ἀνέγνων πρὸς ὑμᾶς τὴν πρώτην παράγραφον
2281τῆς ὑπὸ τοῦ Ἁρμοστοῦ ἀγγελίας πρὸς τοὺς Κρῆτας τῶν
2282ἀποφάσεων τῶν Δυνάμεων ἐπὶ τῶν αἰτημάτων τοῦ Ἁρμο-
2283στοῦ. Ἔχομεν σήμερον, μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, —ἧς
2284τὸ γενικὸν κῦρος μένει ἀμείωτον, τεθείσης μόνον ἐκποδὼν
2285τῆς πρώτης παραχωρήσεως, τῆς ἐλαττώσεως δηλονότι τοῦ
2286ἀριθμοῦ τῶν ξένων ἀγημάτων, — ἔχομεν, λέγω, κατέναντι
2287τῆς ἀνακοινώσεως ταύτης τὴν τελευταίαν ἀνακοίνωσιν, ἧς
2288ἀφορμὴ ὑπῆρξε τὸ κίνημα τοῦ Θερίσου. Δὲν γνωρίζω, ἂν
2289πλανῶμαι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εὑρίσκω ἐν αὐτῷ ἀντανάκλα-
2290σίν τινα τῶν αἰσθημάτων ἐκείνων καὶ τῶν σκέψεων, αἵτινες
2291ὡδήγουν τὰς Δυνάμεις εἰς τὰ περὶ τῆς Κρήτης διαβήματα
2292αὐτῶν, ὅτε ἀπηυθύνοντο, κατὰ τὸ 1897, διὰ τῶν ναυάρ-
2293χων αὐτῶν πρὸς τοὺς Κρῆτας καὶ ἀνήγγελλον πρὸς αὐτοὺς
2294τὸ πρῶτον θεμέλιον, τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τῆς ἐλευθερίας
2295αὐτῶν. Τί ἔλεγον τότε οἱ ναύαρχοι; (ἀναγινώσκει): «Κρῆ-
2296τες! Ἀσφαλίζουσιν εἰς ὑμᾶς αἱ Δυνάμεις τελείαν αὐτονο-
2297μίαν ὑπὸ τὴν ψιλὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, ἔξω παν-
2298τὸς ἐλέγχου τῶν ἐσωτερικῶν ὑμῶν ὑποθέσεων ὑπὸ τῆς Πύ-
2299λης. Παρασκευάζουσιν ὀργανισμὸν αὐτονόμου πολιτεύματος
2300πρὸς ἐπανίδρυσιν καταστάσεως πραγμάτων ὁμαλῆς καὶ βαθ-
2301μιαίαν ἀνάπτυξιν τῶν πόρων τῆς νήσου. Νέος αἰὼν, νέος
2302βίος ἀνοίγεται εἰς τὴν Κρήτην. Καταθέσατε πάντες τὰ
2303ὅπλα.»
2304Ἐνώπιον ἐνόπλων καὶ τότε εὑρισκόμεναι αἱ Δυνάμεις,
2305ἔδωκαν ἐπιταγὴν νὰ καταθέσωσι τὰ ὅπλα, καὶ ἠγγυήθη-
2306σαν ἀσφάλειαν καὶ τὰ ἄλλα, ὡς πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα ὑμῖν
2307αὐτὰ ἐν περιλήψει. Καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν τί λέγουσιν
2308αἱ Δυνάμεις πρὸς τοὺς Κρῆτας; Προσέξατε! Πρὸς τοὺς
2309Κρῆτας ἀπ’ εὐθείας, — οὐχὶ πρὸς τὸν Ἁρμοστὴν καὶ ἐντο-
2310λοδόχον αὐτῶν, τὸν ἀναλαβόντα τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης,
2311— ἐπιφυλασσόμεναι νὰ κανονίσωσιν ἔπειτα τὰ περαιτέρω
2312(ἀναγινώσκει):
2313«Κρῆτες! Ἐγνωρίσθη ἤδη εἰς ὑμᾶς, ὅτι αἱ προστάτιδες
2314Δυνάμεις θεωροῦσιν ἀδύνατον ὑπὸ τὰς ἐνεστώσας περιστά-
2315σεις τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Πρὸ τοῦ
2316ἐρεθισμοῦ ὅμως, ὅστις παρήχθη ἐν τῇ νήσῳ καὶ ἐξακολουθεῖ
2317ἔτι ὑφιστάμενος χάρις εἰς ἑνωτικὰς παρορμήσεις, ὀφείλομεν
2318καὶ πάλιν ν’ ἀποκρούσωμεν διὰ τῆς παρούσης δηλώσεως πᾶ-
2319σαν ἰδέαν, ὑπεμφαίνουσαν τὴν μεταβολὴν ταύτην τοῦ πολι-
2320τικοῦ καθεστῶτος.
2321»Ἐνῷ δ’ ὀφείλομεν ν’ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν τὴν κατηγο-
2322ρηματικὴν ταύτην ἀπόφασιν τῶν Κυβερνήσεων ἡμῶν, εἴμεθα
2323ἐξουσιοδοτημένοι νὰ σᾶς γνωρίσωμεν, ὅτι συμφώνως πρὸς
2324τὸ εὐμενὲς πνεῦμα, ἐξ οὗ γνωρίζετε ὅτι ἐμπνέονται πρὸς
2325ὑμᾶς αἱ προστάτιδες Δυνάμεις, εἶναι αὗται διατεθειμέναι,
2326μόλις οἱ ἐπαναστάται καταθέσωσι τὰ ὅπλα, νὰ μελετήσωσι
2327τὰς διοικητικὰς καὶ οἰκονομικὰς μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας
2328ἤθελον ἀναγνωρίσει ἀναγκαίας πρὸς τὴν πρόοδον καὶ τὴν
2329εὐημερίαν τῆς νήσου.»
2330Παραβάλετε ταῦτα πρὸς τὴν ἀποδοχὴν τῶν αἰτημάτων
2331τοῦ Ἁρμοστοῦ, καὶ εἴπατέ μοι, ἂν ταῦτα δὲν εἶναι εὐρύ-
2332τερα ἐκείνων τῶν εἰδικῶν, ἅτινα πρὸς αὐτὸν παρεχωροῦντο
2333(ἀναγινώσκει): «Αἱ Κυβερνήσεις ἡμῶν ἐλπίζουσιν, ὅτι ἀπέ-
2334ναντι τῆς νέας ταύτης ἱκανοποιήσεως», — ἐὰν ἔχωσιν ἔν-
2335νοιαν αἱ λέξεις αὗται τῆς διακοινώσεως, τὸ πρᾶγμα εἶναι
2336σπουδαῖον· ἐὰν δὲν ἔχωσιν ἔννοιαν, δὲν ἁρμόζουσιν εἰς με-
2337γάλας Δυνάμεις, — «ἀπέναντι τῆς νέας ταύτης ἱκανοποιή-
2338σεως, τῆς παρεχομένης εἰς τὸν Κρητικὸν λαὸν καὶ προσ-
2339τιθεμένης εἰς τὰ δείγματα τῆς εὐμενείας αὐτῶν, ὧν τη-
2340ρεῖτε πιστὴν τὴν ἀνάμνησιν, ἡ ἡσυχία, πρὸς στιγμὴν δια-
2341ταραχθεῖσα, θέλει ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ ἀμέσως ἀποκατασταθῆ
2342ἐν τῇ νήσῳ.»
2343Ἡ αὐτὴ ἐλπίς, ἥτις ὡδήγει καὶ τότε τὰς Δυνάμεις,
2344ὅτε ἔλεγον πρὸς τοὺς Κρῆτας: «καταθέσατε τὰ ὅπλα.»
2345(Ἀναγινώσκει):
2346«Ἐὰν ἐν τούτοις στασιασταί τινες, παραμένοντες κωφοὶ
2347εἰς τὴν φωνὴν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος καὶ τῆς λογικῆς,
2348ἤθελον ἐπιμείνει ἔτι εἰς ἀνταρσίαν, ἡ παράτασις τῆς ὁποίας
2349δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλο ἀποτέλεσμα, πλὴν τῆς καταστρο-
2350φῆς τοῦ τόπου, ὀφείλομεν νὰ γνωρίσωμεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι αἱ
2351Προστάτιδες Δυνάμεις εἶναι στερρῶς ἀποφασισμέναι νὰ προσ-
2352φύγωσιν εἰς νέα ναυτικὰ καὶ στρατιωτικὰ μέτρα, ἅτινα
2353ἤθελον κρίνει ἀναγκαῖα, ὅπως ἀσφαλισθῇ ὁ σεβασμὸς εἰς
2354τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως.»
2355Ἐὰν στασιασταὶ εὑρεθῶσιν. Ἀλλ’ αἱ Δυνάμεις, ταῦτα
2356λέγουσαι πρὸς τοὺς Κρῆτας, οὐδαμοῦ βλέπουσι ταραξίας·
2357βλέπουσιν ἐξεγηγερμένους ὑπὲρ εὐγενοῦς ἰδέας· ἀναγνωρί-
2358ζουσιν ἐπαναστάτας, καὶ πρὸς αὐτοὺς καὶ τοὺς ἄλλους Κρῆ-
2359τας καὶ πρὸς ὅλην τὴν νῆσον ἀποτείνουσι τὸ κήρυγμα αὐτῶν.
2360Ἡ ὑπόθεσις περὶ στασιαστῶν εἶναι φυσικὸν ὅτι γίνεται ὑπὸ
2361τῶν Δυνάμεων ἐν ὥρᾳ ἀνωμαλίας· ἀλλ’ ἡ Κρήτη θέλει καὶ
2362πάλιν ἀποδείξει, ὅτι ταραξίαι, ὅπως ἄλλοτε, οὕτω καὶ
2363σήμερον, δὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖ. (Ἀναγινώσκει):
2364«Κρῆτες, ἡ ἐπίκλησις αὕτη εἰς τὴν φρόνησιν καὶ τὴν
2365ὑπακοὴν εἰς τοὺς νόμους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἰσακουσθῇ,
2366καὶ οὕτως ἐπανερχομένη ἡ χώρα εἰς τὴν ὁδὸν τῆς εἰρηνικῆς
2367προόδου θὰ δυνηθῇ ν’ ἀκολουθήσῃ ἐν τῇ κανονικῇ λειτουρ-
2368γίᾳ τῶν θεσμῶν τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ἀνταπο-
2369κρινομένην εἰς τοὺς νομίμους αὐτῆς πόθους.»
2370Καὶ πάλιν λέγω· αἱ λέξεις αὗται βεβαίως ἔχουσιν ἔν-
2371νοιαν, διότι οὕτω μόνον εἶναι λόγοι σπουδαίων πολιτικῶν
2372ἀνδρῶν.
2373Τί βλέπομεν ἐκ τούτου; ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς κα-
2374θῆκον, οὕτω νὰ ἐργασθῶμεν ἐνταῦθα, ὥστε ἐν Κρήτῃ, περὶ
2375τὸ τετελεσμένον ἤδη γεγονὸς τῆς ἐξεγέρσεως, ὅπερ εἶναι
2376πρᾶγμα, καὶ ἀδύνατον νὰ ἐξαλειφθῇ ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς
2377νήσου, νὰ κατορθωθῇ νὰ τελεσθῇ συγκρητισμός. Οἱ Κρῆτες
2378σύμπαντες ὀφείλουσι νὰ δώσωσι πρὸς ἀλλήλους τὰς χεῖρας,
2379καί, εἰσακουομένης τῆς φωνῆς τῆς Βουλῆς ταύτης καὶ διὰ
2380τῆς ἐργασίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, πρέπει οἱ Κρῆ-
2381τες πάντες, ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ ἐσχάτου, νὰ πεισθῶσι
2382νὰ ἀφήσωσι κατὰ μέρος τὰς ἔριδας, τὰς ἐπὶ ζητημάτων
2383δευτερευόντων, καὶ νὰ δείξωσι πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὅτι
2384ἀνάγκη ὅπλων εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν δὲν ὑπάρχει. Πρῶτον
2385τότε οἱ ἐν Θερίσῳ, — δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, βλασφημία
2386δὲ ἤθελεν εἶναι ἡ ἐναντία ὑπόθεσις, — θέλουσιν ὑπερηφάνως
2387εἴπει: «ἰδοὺ τὰ ὅπλα ἡμῶν, τὰ ῥίπτομεν κατὰ γῆς!» Καὶ
2388τί θέλει προκύψει ἐκ τούτου; θέλει προκύψει τοῦτο, τὸ οὐχὶ
2389μικρόν, ἀλλὰ σπουδαῖον. Ὄχι ἀμέσως ἡ ἕνωσις. Ἀλλὰ δὲν
2390εἶναι καὶ οἱ ἐν Θερίσῳ τυφλοὶ τὸν νοῦν, ὥστε νὰ νομίσωσιν,
2391ὅτι, ὅτε ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη ἀρνεῖται τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ
2392ἐθνικοῦ ἡμῶν πόθου, ὃν δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς, Κρῆτες καὶ
2393Ἕλληνες, μόνοι νὰ συντελέσωμεν, ὅτι παρ’ ὅλα τὰ τοιαῦτα
2394φρονήματα τῆς Εὐρώπης, ἐχούσης ἴδια συμφέροντα καὶ εὐλα-
2395βουμένης παντοίους κινδύνους, ἐν Κρήτῃ θέλουσι δυνηθῆ νὰ
2396ἐπιτύχωσι σήμερον τοῦ πλήρους ἀποτελέσματος. Ἀλλ’ εἰς
2397αὐτοὺς θέλει ὑπάρχει ἡ παρηγορία, ὅτι, ἂν ἐν ἀρχῇ κατε-
2398κρίθη τὸ κίνημα αὐτῶν, διότι ἐγένετο εἰς ὥραν, καθ’ ἣν
2399πάντες διαβλέπομεν αὐτὸ παρακολουθούμενον ὑπὸ κινδύνων,
2400διὰ μέσου τῶν κινδύνων τούτων ἡ τόλμη αὐτῶν κατώρθωσε
2401καὶ προεβίβασε κατὰ μικρόν, ἔστω, τὴν Κρητικὴν ὑπόθεσιν
2402ἀπὸ τοῦ ἐδάφους, εἰς ὃ εὑρίσκετο, ὅτε ἀπήντα ὁ ἐντολοδό-
2403χος τῶν Δυνάμεων πρὸς τοὺς Κρῆτας.
2404Καὶ διατὶ τὸ ἔδαφος εἶναι διάφορον; Ἐὰν ἔχωσιν ἔννοιαν
2405αἱ λέξεις, ἃς ἠκούσατε, ὅσα ἐν τῇ προκηρύξει λέγονται περὶ
2406τοῦ διοικητικοῦ καθεστῶτος, συνδυαζόμενα μάλιστα πρὸς
2407τὰς προθέσεις τὰς ἐκδηλωθείσας ἤδη καὶ ἄλλως ὑπὸ τῶν
2408Δυνάμεων καὶ ὑπὸ τῆς Ἁρμοστείας αὐτῆς ἐν Κρήτῃ, ὅσα
2409λέγονται περὶ τῆς διοικητικῆς μεταρρυθμίσεως, προφανὲς
2410εἶναι, ὅτι ἐννοοῦσι τὴν ἀνατροπὴν πασῶν ἐκείνων τῶν ἀνε-
2411λευθέρων διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, αἵτι-
2412νες εἶναι καὶ αἱ τελευταῖαι ἀφορμαὶ τῆς ἀνωμαλίας. Ὅτε
2413δὲ γίνεται ἐν τῇ προκηρύξει λόγος περὶ οἰκονομικῆς διαρρυθ-
2414μίσεως, καὶ αὕτη προσφέρεται, καθὼς καὶ ἡ ἄλλη, ἡ διοι-
2415κητική, ὡς νέα ἱκανοποίησις, ἐπιπροστιθεμένου ὅτι ἡ οἰκο-
2416νομικὴ μεταρρύθμισις ἔσται τοιαύτη, ὥστε ν’ ἀνταποκρίνη-
2417ται πρὸς τοὺς νομίμους πόθους τῶν Κρητῶν, πόθους προα-
2418γωγῆς τῆς ὑποθέσεως αὐτῶν ἐπὶ τὰ πρόσω, τί ἄλλο λέγε-
2419ται ἢ ὅτι θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κρήτην, κατὰ τὸ νέον χρο-
2420νικὸν διάστημα, καθ’ ὃ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λήξῃ τῶν Κρη-
2421τῶν τὸ μαρτύριον, — ἄλλο μαρτύριον τοῦ Ταντάλου, — θὰ
2422ἐπιτραπῇ, λέγω, εἰς αὐτὴν νὰ ζήσῃ οἰκονομικῶς καὶ δι-
2423οικητικῶς ἐλευθέρα; Ἀλλ’ ἵνα ζήσῃ οἰκονομικῶς ἐλευ-
2424θέρα, οἱοιδήποτε ἄλλοι πόροι, ἐκτὸς ἐκείνων, οἵτινες εἶναι
2425τεθειμένοι ὑπὸ περιορισμούς, ἕνεκα τῶν προνομιῶν τῶν Δυ-
2426νάμεων, εἶναι ἀνεπαρκεῖς. Προφανὲς ἄρα, ὅτι αἱ Δυνάμεις
2427ὑπὲρ τῆς ἐπιβολῆς τῆς τάξεως δεικνύονται ἕτοιμοι νὰ θυ-
2428σιάσωσί τι ἐκ τῶν ὠφελημάτων, ὧν δυνάμει τῶν συνθηκῶν
2429ἀπολαύουσιν ἐν Κρήτῃ. Ἂν τοῦτο ἔχῃ οὕτως, ἂν δὲν πλα-
2430νῶμαι, ἰδοὺ τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ δυνάμεθα νὰ σταθῶμεν καὶ
2431ἡμεῖς ἐν τῇ ὑπὲρ τῆς Κρήτης σημερινῇ ἐργασίᾳ, ἰδοὺ τὸ
2432ἔδαφος, ἐφ’ οὗ καὶ οἱ Κρῆτες συμφρονοῦντες θέλουσι σταθῆ,
2433ἐν κοινῷ πάντες δρέποντες τὴν τιμὴν τοῦ τοιούτου κατορ-
2434θώματος. Διὰ τῆς τοιαύτης λύσεως ἀναντιρρήτως προβιβά-
2435ζεται κατὰ ἓν βῆμα τῶν Κρητῶν ἡ πορεία πρὸς τὴν Ἑλ-
2436λάδα, καὶ δυνάμεθα βεβαίως νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι, ἐὰν σω-
2437φρονῶμεν καὶ δεικνύωμεν ὅτι ζῶμεν καὶ ἐργαζόμεθα, πολὺς
2438καιρὸς δὲν θέλει παρέλθει, καὶ ἡ Κρήτη θὰ πέσῃ εἰς τὰς
2439ἀγκάλας ἡμῶν. (Χειροκροτήματα).
2440§184ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καίτοι ὁμολογῶ, ὅτι τρέφω σεβασμὸν
2441μέγιστον πρὸς τὴν πεῖραν καὶ τὰς γνώσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ
2442Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, τοῦ διατελέσαντος ἐπὶ τόσα ἔτη
2443Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν τούτοις ἂς μοὶ ἐπιτρα-
2444πῇ νὰ διαφωνήσω πρός τινα τῶν πορισμάτων τῆς ὁμιλίας
2445αὐτοῦ. Εὐτυχῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐστήριξε τὰ συμπεράσματα
2446αὐτοῦ ἐπὶ ὑποθέσεως. Ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ ὑπό-
2447θεσις αὕτη, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ
2448ὑπ’ ὄψιν, ὅπως ἐξαχθῶσι συμπεράσματα, οἷα ἐξήγαγεν ὁ ἔν-
2449τιμος Βουλευτής, ἐὰν ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ τὸ
2450κύριον ἄρθρον τοῦ ἡμιεπισήμου ὀργάνου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
2451Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, τὸ γραφὲν δύο ἡμέρας μετὰ τὴν
2452ἐπίδοσιν τῆς τοιαύτης διακοινώσεως. Ἐν τῷ κυρίῳ ἐκείνῳ
2453ἄρθρῳ θὰ διέβλεπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι αἱ διοικητικαὶ καὶ
2454οἰκονομικαὶ μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας τὸ ἔγγραφον τῶν
2455Προξένων πρὸς τοὺς Κρῆτας ἀναφέρει, ἔχουσι τύπον καὶ
2456μορφὴν καταστρεπτικὴν διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Κρήτης καὶ
2457τοῦ Ἑλληνισμοῦ· διότι ῥητῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ ἐκείνῳ λέγεται,
2458ὅτι θ’ ἀποσταλῶσιν ἀντιλήπτορες τοῦ ὑπάτου Ἁρμοστοῦ
2459καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τῆς Κρήτης καὶ διὰ
2460τὴν διοικητικήν. Τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, τὴν ἀποστολὴν
2461τουτέστι βοηθῶν τοῦ Ἁρμοστοῦ τῆς Κρήτης, εἰς οὐδὲν
2462ἄλλο βλέπω συντελοῦσαν ἢ εἰς τὸ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν πρίγ-
2463κηπα Γεώργιον νὰ ἀπέλθῃ τῆς Κρήτης. Ἐγὼ δὲ δὲν συμ-
2464φωνῶ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις
2465τοῦ πρίγκηπος εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν πανελλη-
2466νίων πόθων. Εἰς τοῦτο δὲ κυρίως ἀποβλέπει ἡ τελευταία
2467αὕτη ἐνέργειά τινων τοὐλάχιστον ἐκ τῶν Μεγάλων Δυνά-
2468μεων, καὶ τοῦτο πρὸ μικροῦ ὑπηνίχθην ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς
2469Βουλῆς, λέγων, ὅτι διερχόμεθα στάδιον κρίσεως κατὰ τὴν
2470στιγμὴν ταύτην ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι.
2471Δὲν ἠξεύρω, ἂν τὰ ἐν τῷ κυρίῳ ἄρθρῳ τοῦ ἡμιεπισήμου
2472ὀργάνου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας ἐγέ-
2473νοντο ἀποδεκτὰ ὑπὸ τῶν λοιπῶν Μεγάλων Δυνάμεων, φαί-
2474νεται ὅμως, ὅτι ἀπερρίφθησαν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο
2475νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο, βεβαίως μεγίστην χαρὰν ἠθέλομεν πάν-
2476τες αἰσθανθῆ ἐπὶ τῇ ματαιώσει τοῦ σατανικοῦ τούτου
2477σχεδίου.
2478Δὲν πιστεύω ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ λησμονῇ, ὅτι αἱ οἰκονο-
2479μικαὶ ἐν Κρήτῃ διαρρυθμίσεις περιλαμβάνουσι καὶ τῶν ca-
2480pitulations τὴν τροποποίησιν· ὁποίαν δὲ σημασίαν ἔχει
2481αὕτη, εἶναι εὔκολον πᾶς τις νὰ ἐννοήσῃ, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν,
2482ὅτι πρόκειται περὶ ξενικοῦ οἰκονομικοῦ ἐλέγχου. Ὁποίαν δὲ
2483πάλιν σημασίαν ἔχει ὁ τοιοῦτος ἔλεγχος, δύνανται εὐκόλως
2484νὰ ἐννοήσωσιν οἱ γινώσκοντες τὰς ἑκάστοτε μεγάλας δυσχε-
2485ρείας, εἰς ἃς εὑρίσκονται αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις
2486ἡμῶν. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς διεθνὴς ἔλεγχος εἶ-
2487ναι ὁ σιδηροῦς κλοιὸς, ὁ ὁποῖος καταπνίγει τὰ ἔθνη, ὁ ὁποῖος
2488εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν
2489ἰδεῶν. Ἐγὼ τοιοῦτον οἰκονομικὸν κλοιὸν διαβλέπω εἰς τὰς
2490προτάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας,
2491καὶ διὰ τοῦτο διαρρηγνύω τὰ ἱμάτιά μου κατ’ αὐτοῦ. Καὶ
2492διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ πλη-
2493ροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἔλαβε γνῶσιν τῆς τοιαύτης ἐνερ-
2494γείας, καὶ ἂν ἐποιήσατο τὰς δεούσας παραστάσεις.
2495Εὐτυχὴς λογίζομαι, διότι συμπίπτουσιν αἱ γνῶμαι αἱ
2496ἐμαὶ μετὰ τῶν γνωμῶν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου Βουλευ-
2497τοῦ. Οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι τὰ τῆς Κρήτης θὰ
2498ἦσαν εἰς πολὺ καλλιτέραν θέσιν σήμερον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις
2499ἄλλως ἀντελαμβάνετο τοῦ ζητήματος πρὸ δύο μηνῶν, ἢ
2500μᾶλλον ἐὰν ἀντελαμβάνετο τότε τοῦ ζητήματος ὡς ἐβεβαίου
2501ἡμᾶς πρὸ 30 ἡμερῶν, ὅτε ἀνεκοίνου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
2502βερνήσεως, ὅτι μετὰ τὸ περὶ τῆς ἑνώσεως ψήφισμα τῆς Κρη-
2503τικῆς Βουλῆς ἔσπευσε νὰ ἀναγγείλῃ καὶ παραστήσῃ πρὸς
2504τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, ὅτι μόνη λύσις εἶναι ἡ ἕνωσις τῆς
2505Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος.
2506Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν, ὅτι ὅσα λέγω
2507δὲν τὰ λέγω ἵνα κατακρίνω, ἀλλ’ ἵνα ἐνισχύσω τὴν Κυβέρ-
2508νησιν πρὸς ἐθνικὴν ἐνέργειαν, ὅτε βεβαιῶ, ὅτι θὰ ταχθῶ με-
2509ταξὺ τῶν ὑποστηριζόντων αὐτήν.
2510§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα
2511τῆς Κρήτης εἶναι ζήτημα ἀφορῶν τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλ-
2512λον τοῦ ἔθνους· ἐπὶ ζητημάτων δὲ ἐθνικῶν δὲν ἐπιτρέπε-
2513ται διαφωνία· πάντες πρέπει νὰ ἔχωσι τοὺς αὐτοὺς πόθους,
2514πάντες πρέπει νὰ συμπράττωσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἔργον, καὶ νὰ
2515προσδοκῶσι τὸ ποθητὸν ἀποτέλεσμα. Διὰ τοῦτο, ἀγορεύων
2516ταύτην τὴν στιγμήν, δὲν διακρίνω ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς κυρίους
2517συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι κάθηνται εἰς τὰς ἀντικρὺ τάξεις.
2518Ἐν Κρήτῃ διερρυθμίσθη κατὰ τὸ 1897 τὸ ὑπάρχον κα-
2519θεστώς. Συνέπεσε νὰ προεδρεύω τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
2520λίου κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, δὲν κρύπτω δέ, ὅτι ἐγὼ δὲν
2521ἤμην ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος τούτου, ἀλλὰ τὸ καθεστὼς
2522τοῦτο ἐγκατέστησεν ἡ Εὐρώπη, καὶ εἰς τὰ νεύματα τῆς
2523Εὐρώπης ὑπήχθημεν πάντες.
2524Τὸ καθεστὼς τοῦτο εἶναι μόνιμον, διαρκές, ἢ εἶναι προ-
2525σωρινόν; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ γνώμη, ὅτι τὸ καθε-
2526στὼς τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι μόνιμον, ὅτι δύναται νὰ
2527ἀποβῇ διαρκές. Πεποίθαμεν, ὅτι εἶναι προσωρινόν, καὶ ὅτι
2528εἶναι προσωρινὸν ἐξήγγειλαν ἄρτι καὶ οἱ ἀντιπροσωπεύοντες
2529τὰς Μεγάλας Δυνάμεις. Ἡ παράτασις τοῦ καθεστῶτος
2530τούτου, καίτοι προσωρινοῦ, βεβαίως δὲν ἀπολήγει εἰς ἐξυ-
2531πηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἕνεκα δὲ
2532τοῦ λόγου τούτου, ἀλλὰ καὶ διότι ἔχομεν συμφέρον νὰ συν-
2533τελεσθῇ ταχέως τὸ ἔργον τῆς ἑνώσεως, πάντες ἐπιθυμοῦμεν
2534ἀνυπομόνως νὰ λήξῃ τὸ καθεστὼς τοῦτο.
2535Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν ἡμῶν, ἐξαρ-
2536τᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν Δυνάμεων, καὶ ἐνῷ πάντες
2537ποθοῦμεν νὰ ἐπέλθῃ ὅσον τὸ ταχύτερον τὸ ὁριστικὸν καθε-
2538στώς, ἐνῷ πάντες ὀφείλομεν νὰ ἐργαζώμεθα πρὸς τοῦτο,
2539εἴμεθα πρὸς τοῦτο ἠναγκασμένοι νὰ ἐντείνωμεν ὅσον τὸ δυ-
2540νατὸν τὴν ὑπομονὴν ἡμῶν· ἐργαζόμενοι δέ, ὅπως τεθῇ τέρμα
2541εἰς τὸ ὑπάρχον προσωρινὸν καθεστώς, πρέπει νὰ ἐργαζώ-
2542μεθα σκοπίμως, λυσιτελῶς καὶ συνετῶς, διότι αἱ βίαιαι
2543ἐπισπεύσεις δύνανται νὰ μειώσωσι τὰς πιθανότητας ἢ τὰς
2544πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν, ὅτι τὸ καθεστὼς τοῦτο
2545εἶναι προσωρινόν, διαβατικόν.
2546Ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων ἐν πάσαις ταῖς χώραις
2547ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ συγκεντρώνῃ καὶ διευθύνῃ τὰς
2548ἐργασίας τοῦ ἔθνους, τὰς σκέψεις τοῦ λαοῦ, τὰ φρονή-
2549ματα τῆς χώρας· ἑπομένως καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐσφαλμέ-
2550νως φρονοῦσιν, ὅτι τὸ καθεστὼς δύναται ν’ ἀποβῇ μόνιμον,
2551καὶ ἀνυπομονοῦσι καὶ ζητοῦσι τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ μίαν
2552ὥραν ἀρχήτερα, διατεθειμένοι καὶ διὰ τῆς βίας νὰ ἀνατρέ-
2553ψωσι τὸ καθεστώς, αὐτοὺς συμβουλεύω νὰ παραιτηθῶσι τοι-
2554ούτων ἐγχειρημάτων, νὰ ἀναστείλωσι τὴν ὁρμήν των, καὶ
2555ἐν ὅσῳ ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ
2556Βασιλέως συντηροῦσι τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον
2557κυβερνᾷ καὶ διαχειρίζεται τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα, προσή-
2558κει νὰ ἔχωσι πάντες ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτό, καὶ ν’ ἀφίνω-
2559σιν εἰς αὐτὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων. Πρέπει δὲ ἕκα-
2560στος, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν φρονῇ, εἰς οἱανδήποτε τάξιν καὶ
2561ἂν ἀνήκῃ, πρέπει ἕκαστος πολίτης Ἕλλην νὰ ᾖναι πεπει-
2562σμένος, ὅτι καὶ ἡμεῖς, οἱ κατὰ τύχην κυβερνῶντες νῦν, δὲν
2563εἴμεθα ἀλλοδαποί, εἴμεθα Ἕλληνες, ἔχοντες τὰ αὐτὰ αἰ-
2564σθήματα καὶ τοὺς αὐτοὺς πόθους· ἀλλὰ διὰ τοῦτο τὰς ἐνερ-
2565γείας τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ διευθύνῃ ἡ σύνεσις καὶ ἡ
2566ἄγρυπνος πρόνοια, νὰ χειραγωγῇ δὲ ταύτας ἡ ἐπισκόπησις
2567τῶν πραγμάτων τῆς Εὐρώπης, ἡ ἐπισκόπησις τῆς πολιτι-
2568κῆς καταστάσεως αὐτῆς· ὅταν δ’ αἱ περιστάσεις ἐνδεικνύω-
2569σιν ὅτι αὐξάνουσιν αἱ πιθανότητες τῆς ἐπιτυχίας τῶν ἐθνι-
2570κῶν πόθων, τότε καθῆκον ἔχει πᾶσα Κυβέρνησις, οἱαδήποτε
2571καὶ ἂν ᾖναι αὕτη, νὰ πράξῃ ὅ,τι δυνηθῇ, μὴ ἀναστέλλουσα,
2572ἀλλ’ ἐνθαρρύνουσα ἐν ἀνάγκῃ τὸν Κρητικὸν λαὸν, ἵνα
2573πράξῃ ὅ,τι πρέπει νὰ πράξῃ καὶ ὅ,τι εἶναι διατεθειμένος νὰ
2574πράξῃ.
2575Συμβαίνει νὰ ᾖμαι ἐπί τινος θέματος σύμφωνος μὲ τὸν
2576κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων, ἴσως διὰ πρώτην φοράν. Εἶμαι
2577σύμφωνος, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ εἰς τὴν
2578θέσιν, ἣν ἔταξεν αὐτῷ ἡ Εὐρώπη, εἶναι ὁ ἀρραβὼν, εἶναι ἡ
2579ἐγγύησις τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ
2580ὅτι, ἂν ἤθελεν αὐτὴ ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων μετα-
2581βληθῆ, θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ θρηνήσωμεν διὰ τὴν χει-
2582ροτέρευσιν, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὰς πολιτικὰς περι-
2583στάσεις τῆς χώρας, καὶ ἡ ὁποία ἤθελε βεβαίως ἐλαττώσει
2584τὰς πιθανότητας, τὰς ὁποίας ἔχομεν νῦν. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουσι
2585τὰς ἀτελείας των, ἐγὼ δὲ πρῶτος δὲν ὁμολογῶ ἐμαυτὸν τέ-
2586λειον ὄν, ἀλλὰ πρὸ τῶν μεγάλων κινδύνων, πρὸ τῶν πιθα-
2587νοτήτων τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων πρέπει
2588πᾶσαι αἱ τοιαῦται σκέψεις νὰ ὑποχωρῶσι, καὶ ἂν δὲν ὑπάρ-
2589χωσι κατάλληλοι οἱ θεσμοί, ὑπὸ τοὺς ὁποίους κυβερνᾶται ἡ
2590Κρήτη, ἔχομεν ἀφορμὰς νὰ ἐλπίζωμεν καὶ πιθανότητας νὰ
2591ἐπιτύχωμεν μεταβολὴν αὐτῶν, ἥτις, ὅταν ἐπιτευχθῇ, θὰ
2592ἐνισχύσῃ τὴν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν πρόοδον τοῦ Κρη-
2593τικοῦ λαοῦ, πρὸς παρασκευὴν βίου ἀνέτου καὶ ἐν τῇ διοι-
2594κήσει καὶ ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τῆς χώρας.
2595Δὲν γνωρίζω, ἂν πάντα ταῦτα δὲν ἤθελον εἶσθαι συντε-
2596τελεσμένα, ἐὰν δὲν συνέπιπτε τὸ κίνημα τῆς Θερίσου, τὸ
2597ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἐπεδοκίμασα, οὐδὲ πείθομαι ἀπὸ τὰς μελέ-
2598τας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων νὰ μεταβάλω τὴν γνώ-
2599μην μου ταύτην. Ἐλπίζω, ἔχω δὲ καὶ ἀφορμὰς ἐνισχυού-
2600σας τὰς ἐλπίδας μου, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὰς συνεννοήσεις τῶν
2601Μεγάλων Δυνάμεων προετάθη, ἢ ἐὰν ὑπῆρξε σκέψις περὶ ἐγ-
2602κρίσεως μέτρων ἐξαιρετικῶν ἐν Κρήτῃ πρὸς βελτίωσιν τῶν
2603οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς νήσου, ἢ πρὸς διαρρύθμισιν τῆς
2604διοικήσεως αὐτῆς, μέτρων τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἴμεθα δια-
2605τεθειμένοι νὰ ἐπικροτήσωμεν, ἐλπίζω, ὅτι αἱ σκέψεις αὗ-
2606ται δὲν προώδευσαν, καὶ ἐξέλιπεν ἴσως μέχρι τοῦδε κίνδυνος
2607τοιοῦτος, ἤ, ἂν δὲν ἐξέλιπεν ἔτι ὁλοτελῶς, κατὰ πᾶσαν
2608πιθανότητα θέλει ἐκλίπει. Ἡμεῖς, ἐν τῇ ἀσθενείᾳ ἡμῶν,
2609δὲν παρελίπομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν καὶ κατὰ τοῦτο τὸ κα-
2610θῆκον ἡμῶν, καὶ ἂν αἱ προσπάθειαι ἡμῶν δὲν συνετέλεσαν
2611ἔτι τὸ ἔργον, ἐλπίζεται, ὅτι ἐπὶ τέλους θέλει ἐπιτευχθῆ
2612ν’ ἀποσοβηθῇ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐπέκειτο ἐπὶ τῆς ῥάχεως
2613τῆς προσφιλοῦς νήσου. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ ὑπάρχον
2614καθεστὼς δὲν στερούμεθα πιθανοτήτων, ὅτι τέλος καὶ τοῦ
2615προσκαίρου τούτου καθεστῶτος ἡ διάρκεια δὲν θὰ παρα-
2616ταθῇ ἐπὶ πολύ. Οὐδ’ ἔχω ἀφορμὴν νὰ ᾖμαι ἀποτεθαρρημέ-
2617νος κατὰ τοῦτο, ἐὰν τὰ ἐκτὸς τῆς Κρήτης συμβεβηκότα καὶ
2618αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τῆς Εὐρώπης ἐπιτρέψωσι τὴν λύ-
2619σιν τοῦ ζητήματος τούτου.
2620Διὰ τοῦτο ἤθελον δώσει γνώμην εἰς τὴν Ἐθνικὴν
2621Ἀντιπροσωπείαν, οὐχὶ κατ’ ἐξαίρεσιν πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ
2622πρὸς τοὺς διαδόχους ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἐπράξαμεν πρὸς
2623τοὺς προκατόχους ἡμῶν, ἤθελον δώσει, λέγω, γνώμην, ἐπὶ
2624τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων νὰ μὴ ἀντιποιῆται τὴν διεύ-
2625θυνσιν τῆς διεξαγωγῆς αὐτῶν, νὰ ἐμπιστεύηται δὲ αὐτὴν
2626εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐάν ποτε ἤθελε κριθῆ ἀναγκαῖον, ἡ
2627ὑπάρχουσα Κυβέρνησις νὰ πράξῃ ἄλλο τι ἢ ὅ,τι πράττει
2628σήμερον, καινὸν ἤτοι· ὀφείλει μάλιστα ἡ Κυβέρνησις οὐδὲ
2629νὰ παραλίπῃ τοῦτο, ἂν πείθηται, ὅτι ὑπάρχουσι πιθανότη-
2630τες, ὅτι ἡ ἔκβασις θέλει εἶσθαι εὐτυχής.
2631Τὸ Κρητικὸν ζήτημα εἶναι ζήτημα μεγάλης σημασίας.
2632Ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι ὑπέθεσαν, ὅτι δύνανται νὰ ἀνα-
2633μίξωσιν αὐτὸ μετὰ ζητημάτων ἄλλων, ὑπαρχόντων ἐπὶ τῆς
2634Χερσονήσου. Ἀλλὰ τὸ Κρητικὸν ζήτημα τυγχάνει ἰδιοφυές·
2635εἶναι ζήτημα ἀναγόμενον εἰς τὴν Μεσόγειον θάλασσαν· πρό-
2636κειται περὶ νήσου, ἥτις ἔχει πολλὰ προτερήματα, ἐλπίζω
2637δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν τύχην, εἰς
2638ἣν ἴσως ὑπήχθησαν τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ἐπὶ τῆς Χερ-
2639σονήσου. Ἐπὶ τῆς Χερσονήσου ἐκείνης ὑπάρχει ἀνταγωνισμὸς
2640φυλῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχει φυλὴ, ἡ ὁποία κρατεῖ
2641πασῶν τῶν ἄλλων, καὶ ἡ ὁποία γνωρίζει νὰ διατηρῇ τὴν
2642θέσιν αὐτῆς. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι δὲν θέλει παραλίπει ἐν
2643ἀνάγκῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, ἐλπίζω δ’ ὅτι ἡ
2644Εὐρώπη θέλει ἀναγνωρίσει τὴν θέσιν αὐτῆς. Ἀλλὰ τὰ ζη-
2645τήματα ἐκεῖνα δὲν πρέπει νὰ ἀναμιχθῶσι μὲ τὰ ζητήματα
2646τῆς Κρήτης. Ἂς ἔχωμεν πεποίθησιν εἰς τὸν Θεὸν, καὶ ἐλ-
2647πίζω νὰ μὴ βραδύνῃ πολὺ ἡ ποθητὴ ἡμέρα. (Χειροκροτή-
2648ματα παρατεταμένα).
2649§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω τὴν συζήτησιν περατωμένην.
2650Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2651Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 καὶ 50′ μ. μ.)