1905.05.06
2.803 στίχοι · 21.167 λέξεις · 167 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
τῆς 6 Μαΐου 1905.
(Παρασκευή).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 50′ μ. μ. παρόντων 122 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
Ἀκολούθως προσελθὼν ὁ βουλευτὴς Σύρου Ἐμμανουὴλ Λαδόπουλος ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα τοῦ λαοῦ Θήρας, παρακαλοῦντος νὰ μὴ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος Θήρας, καὶ ν’ ἀπορριφθῇ συνεπῶς τὸ ψήφισμα τῆς πλειονοψηφίας τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ὡς καταστρεπτικὸν διὰ τὸν τόπον. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σιβιτανίδης.
§2Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, αἱ περὶ τῶν κοινοτικῶν βοσκῶν Μαλακασίου ἀπευθυνθεῖσαι πρὸς τὴν Βουλὴν τηλεγραφικαὶ ἀναφοραί, ἃς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτὴν, θίγουσι δύο ἐντελῶς κεχωρισμένα ἀπ’ ἀλλήλων ζητήματα, διὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν ὁποίων παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπ’ ὀλίγον, ἐν τῷ καθήκοντι, τὸ ὁποῖον ἔχω, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας, εἰς ἣν ἡ κοινότης ἐκείνη ἀνήκει. Τὸ πρῶτον τῶν ζητημάτων τούτων, ἀφορᾷ, Κύριοι, εἰς τὴν αὐθαίρετον ἀληθῶς ἐνέργειαν τῶν ἐν Μετσόβῳ τουρκικῶν ἀρχῶν, αἵτινες προέβησαν εἰς τὴν διὰ δημοπρασίας ἐκμίσθωσιν τῶν κοινοτικῶν τούτων βοσκῶν, αἱ ὁποῖαι, περικοπεῖσαι ὑπὸ τῆς νέας ὁροθετικῆς γραμμῆς, παρέμειναν ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ. Καὶ εἶναι ἀληθῶς αὐθαίρετος τῶν ὀργάνων τῆς τουρκικῆς διοικήσεως ἡ ἐνέργεια αὕτη, διότι αἱ περὶ ὧν πρόκειται βοσκαὶ ἀνήκουσιν ἀποδεδειγμένως καὶ ἀναμφισβητήτως εἰς τὴν κυριότητα τῆς κοινότητος Μαλακασίου, διηνεκῶς καὶ ἀδιαταράκτως νεμομένην ταύτας δι’ ἀλλεπαλλήλων ἐκμισθώσεων καὶ πρὸ τῆς προσαρτήσεως καὶ μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Εἶναι δὲ καὶ παράσπονδος, διότι καὶ κατὰ τὸ γράμμα καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ ἑβδόμου ἄρθρου τῆς τελευταίας περὶ εἰρήνης Ἑλληνοτουρκικῆς συνθήκης οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας ἢ οἱ ἐξ αὐτῆς καταγόμενοι, καὶ οὐ μόνον οὗτοι, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ἱδρύματα, ἀλλὰ καὶ αἱ κοινότητες, αἱ κεκτημέναι ἀκίνητα κτήματα ἐντὸς τῶν διὰ τῆς νέας ὁροθετικῆς γραμμῆς ἐκχωρηθεισῶν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ μερῶν, ἔχουσιν ἀπόλυτον καὶ ἀκώλυτον τὸ δικαίωμα νὰ καλλιεργῶσι, διαχειρίζωνται καὶ ἐκμισθῶσι ταῦτα. Ἐνῷ δὲ, Κύριοι, οἱ ἀληθεῖς καὶ νόμιμοι τῆς κοινότητος τοῦ Μαλακασίου ἀντιπρόσωποι προέβησαν εἰς ἐκμίσθωσιν τῶν κοινοτικῶν τούτων βοσκῶν, αἱ Ὀθωμανικαὶ ἀρχαὶ, παρὰ προσδοκίαν, οὐ μόνον δὲν ἀνεγνώρισαν τὴν μίσθωσιν ταύτην, οὐδ’ ἐπέτρεψαν τὴν ἐν ταῖς μισθωθείσαις βοσκαῖς ἐγκατάστασιν τοῦ μισθωτοῦ, ἀλλὰ καὶ προέβησαν, αὐθαιρέτως καὶ ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος, εἰς τὴν διὰ δημοπρασίας καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ Τουρκικοῦ Δημοσίου ἐκμίσθωσιν αὐτῶν. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κατὰ τῆς ἀδοκήτου ταύτης αὐθαιρεσίας ἔσπευσε ν’ ἀντιταχθῇ μεθ’ ὅλου τοῦ κύρους τῶν διεθνῶν νομίμων ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, κατόπιν τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς τῆς ἀδικουμένης κοινότητος, ἣν ἐγὼ αὐτὸς ἐπέδωκα πρὸς αὐτὸν, καταβάλλων πᾶσαν τὴν παρὰ τοῖς ἁρμοδίοις προσήκουσαν ἐνέργειαν πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν συνεπειῶν τῆς αὐθαιρεσίας ταύτης. Ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἡ διακρίνουσα αὐτὸν διπλωματικὴ δεξιότης θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν εὐόδωσιν τῶν ἐνεργειῶν τούτων, ἀποτρέπουσα τὴν τουρκικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ πεπλανημένης γνώμης, ἥτις ὤθησεν αὐτὴν εἰς προφανῆ τῆς συνθήκης παράβασιν. Καὶ ταῦτα μὲν, Κύριοι, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν Ὀθωμανικῶν ἀρχῶν. Τὸ ἕτερον ζήτημα ἀφορᾷ εἰς τὸ κοινοτικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον οἱ περὶ τοὺς ἀδελφοὺς Μπάρδα σκηνῖται κτηνοτρόφοι ἀντιποιοῦνται ἐπὶ τῶν κοινοτικῶν τούτων βοσκῶν, ὡς μέλη δῆθεν τῆς κοινότητος Μαλακασίου, προβάλλοντες τὴν ἀξίωσιν, ὅπως ἐν ὀνόματι τοῦ δικαιώματος τούτου ἐπιτραπῇ αὐτοῖς νὰ ἐξαγάγωσι τὰ ἐκ χιλιάδων αἰγοπροβάτων, ὡς οἱ ἴδιοι ὁμολογοῦσι, ποίμνια αὐτῶν εἰς τὰς βοσκὰς ταύτας καὶ νὰ νέμωνται ταύτας δωρεὰν, ἀξίωσιν ἄδικον καὶ ἔκνομον, καθ’ ἧς ἐξηγέρθη, διαμαρτυρομένη καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ἀδικουμένη κοινότης, ἡ ἀπὸ μόνου τοῦ εἰσοδήματος τῶν βοσκῶν τούτων συντηρουμένη καὶ θεραπεύουσα τὰς πολλαπλᾶς αὐτῆς κοινοτικὰς ἀνάγκας.
§3Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μὲ σημειώσητε, ἵνα λάβω τὸν λόγον.
§4Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Γνωρίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ δικαιώματος τούτου δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς, ὁ δὲ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἰθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ ἐνέργεια αὕτη ἀπόκειται, ἀποτελεῖ εὐτυχῶς τὴν ἀσφαλεστέραν ἐγγύησιν, ὅτι ἡ ἐξακρίβωσις αὕτη θέλει ἐπιδιωχθῆ καὶ συντελεσθῆ μετὰ πάσης τῆς πρὸς τὸν νόμον καὶ τὸ δίκαιον ὀφειλομένης εὐλαβείας. Ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ εὐκολύνω τὸ ἔργον τῆς ἐξακριβώσεως καὶ διὰ νὰ συντελέσω τὸ ἐπ’ ἐμοὶ εἰς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς, ὡς πρὸς τὴν ἀληθῆ ἐκτίμησιν, ἣν πρέπει ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὰς ψευδεῖς παραστάσεις τῶν ἀντιποιουμένων κοινοτικὰ δικαιώματα, ἅπερ ἀναμφισβητήτως δὲν ἔχουσιν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσαγάγω ὑμῖν ἐπισήμους καὶ ἀναμφισβητήτου κύρους ἀποδείξεις, ἐκ τῶν ὁποίων θέλετε πεισθῆ, ὅτι τὰ δικαιώματα ταῦτά εἰσιν ἐντελῶς ἀνύπαρκτα καὶ ἀνυπόστατα, ὅτι ἐπενοήθησαν δολίως, ὡς μέσον σφετερισμοῦ τῶν κοινοτικῶν τούτων βοσκῶν, ὅπως νέμωνται ταύτας δωρεὰν αἱ ὀρδαὶ τῶν ἐπιδρομέων, καὶ ὅτι ὁ θόρυβος περὶ τῶν καταπατουμένων δῆθεν δικαιωμάτων τούτων, ὃν προσπαθοῦσι νὰ ἐγείρωσι διὰ τῆς πρὸς τὴν Βουλὴν τηλεγραφικῆς αὐτῶν ἀναφορᾶς, εἶναι θόρυβος Ἰουδαϊκὸς, σκοπῶν νὰ συγκαλύψῃ τὰς γοερὰς διαμαρτυρίας τῆς ἀδικουμένης κοινότητος. Καὶ πρώτην, Κύριοι, ἀπόδειξιν προσάγω ὑμῖν ἐπίσημον μισθωτήριον συμβόλαιον, συνταχθὲν τὴν 25 τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου 1896 ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου Τρικκάλων κ. Ἀρσενιάδου, ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει, ὅτι ὁ μὲν πρόεδρος τῆς κοινότητος Μαλακασίου ἐξέθηκεν εἰς πλειοδοτικὴν δημοπρασίαν τὴν ἐνοικίασιν τῆς χορτονομῆς τῶν θερινῶν λιβαδίων τῆς κοινότητος ταύτης, ἐφ’ ὧν παρουσιάζονται σήμερον ἀξιοῦντες κοινοτικὸν δικαίωμα βοσκῆς, ὁ δὲ Χαράλαμπος Μπάρδας, ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιποιουμένης τὸ δικαίωμα τοῦτο ὁμάδος τῶν κτηνοτρόφων σκηνιτῶν, ὑπερθεματίσας ἐμίσθωσε τὴν χορτονομὴν τῶν λιβαδίων τούτων ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως, ὧν πρῶτος εἶναι,—καὶ ἐπικαλοῦμαι, Κύριοι, ὅλων ὑμῶν τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ὅρου τούτου,—ὅτι ὁ ἀναδειχθεὶς ἐνοικιαστὴς Χαράλαμπος Μπάρδας, ὁ ἀξιῶν σήμερον νὰ εἰσβάλῃ εἰς αὐτὰ μετὰ τοῦ μυριοπληθοῦς ποιμνίου τῆς περὶ αὐτὸν ποιμενικῆς ὁμάδος καὶ νὰ νέμηται ταῦτα δωρεὰν κοινοτικῷ δικαιώματι, οὐδὲν ἀπολύτως ἕτερον δικαίωμα ἀπέκτα διὰ τῆς μισθώσεως ἢ μόνην τὴν βοσκὴν τῶν λιβαδίων τούτων...
§5Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριε Σιβιτανίδη, μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§6Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ὁρίστε, παρακαλῶ.
§7Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν μοὶ λέγετε, περίσσευμα εἶναι;
§8Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ὄχι, διόλου.
§9Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, τότε πῶς ἔχει τὸ δικαίωμα μόνον ὁ πρόεδρος νὰ ἐνοικιάζῃ;
§10Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ὁ πρόεδρος τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του ἐξεμίσθωσε τὴν χορτονομὴν τῶν κοινοτικῶν λιβαδίων κατόπιν δημοπρασίας, νομίμως ἐγκριθείσης καὶ διακηρυχθείσης, καθ’ ἣν πλειοδότης ἀνεδείχθη ὁ Χαρ. Μπάρδας, εἰς ὃν ἐξεμισθώθη ἡ χορτονομή. Οὐδὲν βλέπω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, τὸ παράνομον εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ προέδρου. Ἀλλὰ καὶ τοιαύτη ἂν ὑποτεθῇ, ἀναμφισβήτητος παραμένει πάντοτε διὰ τοῦ συμβολαίου τῆς μισθώσεως ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ὁ Μπάρδας, ἐνοικιάζων τὴν χορτονομὴν τῶν κοινοτικῶν λιβαδίων, ἀνεγνώριζεν, ὅτι οὐδὲν εἶχεν ἐπ’ αὐτῶν δικαίωμα εἴτε κυριότητος εἴτε ἄλλης οἵας δήποτε χρήσεως.
§11Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἤθελον νὰ σᾶς ἐρωτήσω ἁπλῶς, διὰ νὰ μάθω τὸ ἑξῆς: πῶς παρίσταται ὁ Μπάρδας; Ὡς τρίτον πρόσωπον ἢ ὡς μέλος τῆς κοινότητος; Διότι δύναται καὶ μέλος τῆς κοινότητος νὰ προσέλθῃ ὡς ἐνοικιαστής.
§12Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν ῥῆσιν τοῦ συμβολαίου ἐμίσθωσε τὰς βοσκὰς ταύτας ὡς κτηνοτρόφος, κάτοικος Τρικάλων, καὶ οὐχὶ ὡς μέλος τῆς κοινότητος. Ἐὰν δὲ εἶχε δικαίωμα νὰ νέμηται αὐτὰς, ὡς σήμερον ἀξιοῖ νὰ τὰς νέμηται δωρεὰν διὰ τῶν 10,000 ποιμνίων τῆς ὁμάδος του, βεβαίως δὲν θὰ προέβαινεν εἰς τὴν μίσθωσιν ταύτην.
§13Α. ΤΑΚΗΣ (πρὸς τὸν Ν. Γαρδικιώτην). Σᾶς ἐρωτῶ, καὶ παρακαλῶ νὰ βεβαιώσητε ἐπὶ λόγῳ τιμῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι ὁ Μπάρδας μέλος τῆς κοινότητος Μαλακασίου;
§14Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Εἶναι μέλος, εἶναι πρόεδρος τῆς Κοινότητος, καὶ ἀπορῶ, πῶς τολμᾶτε σεῖς νὰ τὸ διαμφισβητῆτε.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπὰς, Κύριοι.
§16Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ποίας ἡμερομηνίας εἶναι, παρακαλῶ, τὸ συμβόλαιον;
§17Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Σᾶς τὸ εἶπον ἤδη, τοῦ 1896.
§18Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ποίου μηνός;
§19Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἐγὼ, ὡς Πρόεδρος, δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς· ἑπομένως καὶ σεῖς δὲν ἔχετε, κατὰ τὸν Κανονισμόν, τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντᾶτε εἰς διακοπάς.
§21Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Πρὸ παντὸς δὲν πρέπει νὰ διακόπτωσι, διὰ νὰ μὴ λαμβάνωσι τὰς προσηκούσας ἀπαντήσεις.
§22Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα μίαν ἐξήγησιν.
§23Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Κατὰ τὸν δεύτερον ὅρον, ὅστις δίδει τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα, ὅπερ ὁ ἀγαπητὸς ἐκ Καλαμπάκας συνάδελφός μου ἀπηύθυνε πρὸς τὸν κ. ἐκ Τρικάλων Βουλευτήν, προκαλέσας αὐτὸν νὰ δηλώσῃ, ἂν ὁ Μπάρδας εἶναι μέλος τῆς κοινότητος, κατὰ τὸν δεύτερον, λέγω, τῆς διακηρύξεως καὶ τοῦ συμβολαίου ὅρον, ὁ Μπάρδας, ὁ ἐνοικιαστής, μόνον κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἐνοικιάσεως τῶν εἰρημένων λιβαδίων δικαιοῦται νὰ κατασκηνοῖ μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν ποιμένων ἐντὸς αὐτῶν. Δὲν εἶχε δηλαδή, Κύριοι, οὐ μόνον ἐγκατάστασιν καὶ κατοικίαν μόνιμον, οἵαν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος διὰ τὰ μέλη τῆς κοινότητος, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἁπλῆ ἐν τῇ περιοχῇ τῆς κοινότητος κατασκήνωσις τῷ ἐπετράπη διὰ τοῦ συμβολαίου, μόνον ἐφ’ ὅσον διήρκει ἡ μίσθωσις.
§24Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Σᾶς διαψεύδει ἀπόφασις δικαστική.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀπαντήσητε κατόπιν, κύριε Κριεμάδη.
§26Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Καὶ ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ποίαν ἄλλην θέλετε καταφανεστέραν ἀπόδειξιν, ὅτι οἱ περὶ τὸν Μπάρδαν σκηνῖται κτηνοτρόφοι οὐδὲν ἔχουσιν ἀπολύτως δικαίωμα βοσκῆς ἐπὶ τῶν περὶ ὧν πρόκειται λιβαδίων, ὅταν διὰ τοιούτων ἐπισήμων πράξεων διαπιστῶται, ὅτι ὀλίγους πρὸ τοῦ πολέμου μῆνας, εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ κοινοτικαὶ αὗται βοσκαὶ περιελαμβάνοντο ἀκόμη ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, αὐτοὶ οὗτοι οἱ σήμερον διαμαρτυρόμενοι ὑπὲρ τῶν καταπατουμένων δῆθεν κοινοτικῶν δικαιωμάτων των, ἀναγνωρίζοντες ἑαυτοὺς ξένους καὶ πρὸς τὴν κοινότητα τοῦ Μαλακασίου καὶ πρὸς τὴν περιουσίαν αὐτῆς, προέβαινον ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἐλευθέρων Ἑλληνικῶν νόμων εἰς μίσθωσιν τῶν λιβαδίων τούτων, καταφώρως ἀποδεικνύοντες διὰ τῆς πράξεως ταύτης, ὅτι χιμαιρικαί εἰσιν αἱ ἀξιώσεις καὶ τὰ δικαιώματα, ἅπερ σήμερον ἀντιποιοῦνται; Ἀλλ’ ἡ διὰ τῶν μισθώσεων, ἔστιν ὅτε δ’ ἴσως καὶ τῶν ἐκνόμων βοσκήσεων κάρπωσις τῶν λιβαδίων τούτων ἐξηκολούθησε καὶ μετὰ τὸν πόλεμον, ὁπότε δυστυχῶς ἡ διαρρύθμισις τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν συνόρων μετέστησε τὰς κοινωτικὰς ταύτας βοσκὰς ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους εἰς τὸ Ὀθωμανικόν. Καὶ τοῦτο, Κύριοι, ἐξάγεται αὐθεντικῶς καὶ ἐπισήμως ἐκ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4409 τῆς 17 Αὐγούστου 1901 ἀποφάσεως τῆς Νομαρχίας Τρικκάλων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς κοινότητος Μαλακασίου τοῦ 1901, ἀποφάσεως, διὰ τῆς ὁποίας ὁ τότε νομάρχης κατελόγισε τὸν Μπάρδαν διὰ 4000 δραχμὰς, προερχομένας ἐκ καθυστερουμένων μισθωμάτων βοσκονομῆς, ὀφειλομένων πρὸς τὴν κοινότητα τοῦ Μαλακασίου. Κατελογίσθη δὲ 1800 μὲν δραχμὰς διὰ καθυστέρησιν μισθωμάτων τοῦ 1897 καὶ 1898, ἑτέρας δὲ 1200 δραχμὰς διὰ καθυστέρησιν μισθωμάτων τοῦ 1899, καὶ 1000 διὰ καθυστέρησιν μισθωμάτων τοῦ 1900. Δὲν εἶναι καὶ τοῦτο ἆρά γε μία ἐπὶ πλέον ἀπόδειξις περὶ τοῦ ἀνυποστάτου τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ποιμενικὴ ὑπὸ τὸν Μπάρδαν ὁμὰς ἀντιποιεῖται σήμερον; Ἀλλ’ ἔχω, Κύριοι, καὶ ἄλλην, ἐπίσης αὐθεντικὴν, ἀπόδειξιν, ὅτι τοιαῦτα δικαιώματα οὐδὲ εἶχέ ποτε οὐδ’ ἔχει ἡ περὶ τὸν Μπάρδαν ὁμάς. Αὐτὸς ὁ δήμαρχος Μαλακασίου, ἐπιθυμῶν νὰ προκαλέσῃ ἐπίσημον τὴν γνώμην τῆς ἀνωτάτης τοῦ νομοῦ διοικήσεως, ἂν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος Ἀλβανόβλαχοι σκηνῖται, ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ δημοτολογίῳ καὶ τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ τοῦ δήμου Μαλακασίου, ἔπρεπε νὰ θεωρῶνται ἐπίσης καὶ ὡς μέλη τῆς κοινότητος αὐτῆς, ἀπηύθυνε πρὸς τὸν τότε νομάρχην τὴν ὑπ’ ἀριθ. 353 ἀναφορὰν αὐτοῦ, εἰς ἣν ὁ νομάρχης ἀπήντησε διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 3028 τῆς 22 Μαΐου 1901 διαταγῆς αὐτοῦ, ἀποφαινόμενος, ὅτι, ἀφοῦ κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν ἀναφορὰν τοῦ δημάρχου οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος Ἀλβανόβλαχοι ποιμένες, καίτοι τυγχάνουσιν ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ δημοτολογίῳ καὶ τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ τοῦ δήμου, δὲν εἶναι ὅμως ἐγκατεστημένοι ἐν τῇ περιοχῇ τοῦ χωρίου, οὐδὲ κέκτηνται ἀκίνητον περιουσίαν ἐν αὐτῷ, δὲν θεωροῦνται κεκτημένοι τὰ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΒΡΠ τοῦ 1884 ἀπαιτούμενα προσόντα, καὶ συνεπῶς δὲν δύνανται ν’ ἀπολαύωσι τῶν πλεονεκτημάτων τῶν λοιπῶν πραγματικῶν μελῶν τῆς κοινότητος.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ ἐρωτήσω;
§28Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ὁρίστε, κύριε Πρόεδρε.
§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀκόμη δὲν ἐνόησα τὸν σκοπὸν, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ ὑμᾶς εἰς τὰς παραστάσεις ταύτας. Σκοπεῖτε ν’ ἀπευθύνητε σύστασιν πρὸς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ ὑποθέσεων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχει αὕτη ἁρμοδιότητα, ἢ σκοπεῖτε νὰ ἐπερωτήσητε, νὰ ἐλέγξητε πρᾶξίν τινα τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας; Διότι ἄλλως ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὰ λεγόμενα δὲν θὰ εἶχον θέσιν ἐν τῇ Βουλῇ.
§30Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Σκοπῶ αὐτὸ ἀκριβῶς· νὰ ἀπευθύνω οὐ μόνον σύστασιν, ἀλλὰ καὶ ἐπίκλησιν θερμὴν εἰς τὴν κυβερνητικὴν μέριμναν καὶ ἀντίληψιν ὑπὲρ τῆς ἀδικουμένης κοινότητος, καὶ εἰς ταύτην θέλω καταλήξει ἀμέσως.
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν μας ἀδίκως.
§32Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Δὲν νομίζω ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον, μάλιστα μετὰ τὴν ἐπίκαιρον διακοπὴν τοῦ σεβαστοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὑπομνήσαντός μοι τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν εἶχον, νὰ εὐλαβηθῶ τὸν πολύτιμον ὑμῶν χρόνον, ὑποχρέωσιν, ἧς μικροῦ δεῖν ἐπελανθανόμην ἐν τῇ θέρμῃ τοῦ ὑπὲρ τῶν δικαίων τῆς ἀτυχοῦς ἐκείνης κοινότητος ἐνδιαφέροντός μου· οὐδὲ φρονῶ, ὅτι ἀπαιτεῖται περαιτέρω τοῦ ζητήματος ἀνάπτυξις, ὅπως πεισθῆτε, ὅτι οἱ κατὰ τῶν κοινοτικῶν τοῦ Μαλακασίου βοσκῶν ἐπιδραμόντες σκηνῖται κτηνοτρόφοι οὐδὲν κέκτηνται ἐπ’ αὐτῶν δικαίωμα, καὶ ὅτι οὐ μόνον ἡ τουρκικὴ ἐξουσία δικαιοῦται, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 7 τῆς περὶ εἰρήνης Ἑλληνοτουρκικῆς συνθήκης, ν’ ἀπαγορεύσῃ αὐτοῖς τὴν χρῆσιν τῶν βοσκῶν τούτων, ἐφ’ ὅσον δὲν προσάγουσιν ἐπισήμους περὶ τῆς κυριότητος αὐτῶν τίτλους, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ, εὐλαβουμένη τὰς ἀπὸ τῆς συνθήκης ταύτης διεθνεῖς ὑποχρεώσεις της, καὶ προστατεύουσα τῆς ἀδικουμένης κοινότητος τὰ ἀπεμπολούμενα δίκαια, καθῆκον ἔχει ν’ ἀντιτάξῃ αὐτοῖς τὴν αὐτὴν ἀπαγόρευσιν, ἐφ’ ὅσον δὲν πείθεται ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ τοῦ νόμου περὶ τοῦ ὑποστατοῦ τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἀντιποιουμένων δικαιωμάτων. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπικαλεσθῶ θερμῶς τοῦ σεβαστοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν μέριμναν καὶ ἀντίληψιν, παρακαλῶν αὐτὸν, ὅπως, συγκεντρῶν διὰ τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων τῆς διοικήσεως ὅσα νομίσῃ ὅτι ἀναγκαιοῦσιν αὐτῷ στοιχεῖα πρὸς διαφώτισιν αὐτοῦ, καὶ ἀπὸ τούτων ἀσφαλῆ διαμορφῶν τὴν γνώμην του, σπεύσῃ ν’ ἀποτρέψῃ ἀπὸ τῆς ἀτυχοῦς ἐκείνης κοινότητος τὸν ἀπειλοῦντα αὐτὴν ὄλεθρον τῆς λεηλασίας.
§33Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὁ σκοπὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἔτεινεν ἡ ὁμιλία τοῦ κ. ἐκ Καλαμπάκας συναδέλφου, βεβαίως δὲν διηυκρινίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ σκοπὸς αὐτοῦ ἀκριβῶς ἦτο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀξίωσιν τῆς κοινότητος Μαλακασίου τοῦ ν’ ἀπαγορευθῇ εἰς μέλη τῆς κοινότητος ταύτης νὰ ἐξάγωσι τὰ ζῷα αὐτῶν εἰς τὰ λιβάδια τῆς κοινότητος, ὡς τοῦτο ἐγίνετο μετὰ τὴν Ἑλληνοτουρκικὴν συνθήκην περὶ εἰρήνης. Ἀφ’ ἧς, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ λιβάδια ταῦτα ἀπέμειναν εἰς τὸ Τουρκικὸν Κράτος, ἕνεκα τῆς νέας διαρρυθμίσεως τῶν συνόρων, καὶ ὄχι μόνον τὰ λιβάδια ταῦτα, ἀλλὰ καὶ πλεῖστα ἄλλα κτήματα καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, — καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἠσχολήθη ἡ συνθήκη τῆς εἰρήνης, — οἱ κάτοικοι τοῦ Μαλακασίου ἔχαιρον τὸ δικαίωμα τοῦτο. Καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῆς συνθήκης περὶ εἰρήνης εἰς τοὺς κατοίκους τοὺς παρὰ τὰ σύνορα καὶ Ἕλληνας ὑπηκόους τοῦ νὰ νέμωνται καὶ καρπῶνται τὰ κτήματα τὰ παραχωρηθέντα εἰς τὴν Τουρκίαν ἕνεκα τῆς νέας διαρρυθμίσεως, τῶν ἑλληνοτουρκικῶν συνόρων, ἐνήσκει καὶ ἡ κοινότης Μαλακασίου, ὡς ἐνασκοῦσι πάντες οἱ οὕτω πως ὑποστάντες περικοπὴν τῆς ἀκινήτου περιουσίας των δυνάμει τῆς συνθήκης ταύτης. Διότι ἀτυχῶς ὁλόκληρα τὰ λιβάδια τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν κοινότητα Μαλακασίου ἀπέμειναν εἰς τὸ Τουρκικὸν Κράτος. Ἀπὸ τοῦ 1898 ἢ 1899, ἀφ’ ἧς ἐφηρμόσθη ἡ συνθήκη, διαρκῶς μέχρι σήμερον τὰ μέλη τῆς κοινότητος Μαλακασίου, ἐν οἷς καὶ ὁ Μπάρδας, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, καὶ πάντες οἱ Ἀρβανιτόβλαχοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγκατεστημένοι εἰς τὴν κοινότητα Μαλακασίου, ἐνήσκουν τὸ δικαίωμα τοῦτο χωρὶς οὐδεὶς νὰ φέρῃ ἀντίρρησίν τινα. Πῶς λοιπὸν κατωρθώθη σήμερον, μετὰ ὀκτὼ ἔτη, οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ἀνεγνωρισμένοι δικαστικῶς ὡς μέλη τῆς κοινότητος καὶ ἐνασκοῦντες τὸ κοινοτικὸν δικαίωμα διὰ τῆς βοσκῆς τῶν ζῴων των εἰς τὰ λιβάδια τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν κοινότητα, πῶς κατωρθώθη νὰ μὴ ἦναι μέλη τῆς κοινότητος, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Μέχρι σήμερον καὶ ὁ Μπάρδας καὶ ἡ ποιμενικὴ ὁμάς, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀποτελουμένη ἐξ ἑκατὸν πεντήκοντα ἢ διακοσίων μελῶν, ἐλάμβανον παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς ἀρχῆς τὴν ἄδειαν νὰ μεταβαίνωσι καὶ βόσκωσι τὰ ζῷά των εἰς τὰ λιβάδια ταῦτα. Πῶς λοιπὸν σήμερον θεωρεῖται ὡς μὴ ἔχουσα ἡ ὁμὰς αὕτη τοιοῦτο δικαίωμα; — Διότι ἀρνεῖται ὁ νομάρχης νὰ χορηγήσῃ αὐτῇ διαβατήριον, ὡς ἐπίσης ἀρνεῖται καὶ ὁ τελώνης νὰ ἐπιτρέψῃ αὐτῇ νὰ νεμηθῇ, ὡς ἐνέμετο τὰ λιβάδια ταῦτα μέχρι τοῦδε — Τοῦτο εἰς ἐμὲ εἶναι ἀκατανόητον. Ἀκριβῶς δὲ ἡ ἐπιφυλακτικότης τῶν ἡμετέρων ἀρχῶν ἀπέναντι τῶν μελῶν τῆς κοινότητος ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Βαλῆν τῶν Ἰωαννίνων νὰ καταλάβῃ τὰ κτήματα ταῦτα καὶ τὰ ἐκθέσῃ εἰς δημοπρασίαν, χαρακτηρίζων αὐτὰ ὡς κτήματα τουρκικά. Ἀκριβῶς, διότι οἱ κάτοικοι Μαλακασίου μετέφεραν τὸ ἔδαφος τῆς συζητήσεως ταύτης ἐκ Τρικκάλων, ὅπου ὤφειλε διαρκῶς νὰ ὑπάρχῃ, εἰς Ἰωάννινα. Καὶ ἐνῷ οὐδὲν εἶχον δικαίωμα οὗτοι, ὡς μέλη τῆς κοινότητος, κατὰ τὸν νόμον περὶ κοινοτήτων, ὁ ὁποῖος ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι, νὰ προβαίνωσιν εἰς ἐνοικιάσεις, διότι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον, προέβησαν εἰς ἐκμισθώσεις, τὰς ὁποίας ἐγνώριζεν ὁ Βαλῆς τῶν Ἰωαννίνων ὅτι δὲν εἶναι νόμιμοι, καὶ προέβη καὶ αὐτὸς εἰς τὴν ἐκμίσθωσιν, δι’ ἣν παρεπονέθη ὁ κ. συνάδελφος, παραπονοῦμαι δὲ καὶ ἐγώ. Ἡ ἀμφισβήτησις, ἡ σήμερον μόλις παρουσιαζομένη ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, δὲν ἔχει ἀκόμη ἀποτελέσματα. Ὁ κ. ἐκ Καλαμπάκας συνάδελφος κατέφυγεν εἰς συμβόλαια καὶ εἰς ἔγγραφα διοικητικά, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι καὶ ὁ Μπάρδας καὶ ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ὁμὰς δὲν εἶναι μέλη τῆς κοινότητος. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τίτλους ἀναμφισβητήτους, δι’ ὧν ὑποστηρίζω τὸ ἐναντίον, καὶ ἐλπίζω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ προσέξωσι πολὺ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὥστε νὰ μὴ δοθῇ ἀφορμὴ νὰ γεννᾶται ἀμφισβήτησις ἐκεῖ, ὅπου μόλις χθὲς ἔληξε, προερχομένη ἑτέρωθεν, νὰ γεννᾶται, λέγω, ἀμφισβήτησις καὶ παρερμηνεία τῶν συνθηκῶν παρ’ ἐκείνοις, οἱ ὁποῖοι μέχρι σήμερον ὑπεστήριζον τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τῆς συνθήκης, καὶ δίδηται ἀφορμὴ εἰς τοὺς ἔχοντας συμφέρον νὰ στρεβλῶσι τὴν συνθήκην καὶ ματαιῶσι τὸν σκοπὸν αὐτῆς καὶ παρατείνωσι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα...
§34ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἴπετε πρὸ ὀλίγου, ὅτι αἱ ἀρχαὶ ἀρνοῦνται νὰ ἐκδώσωσι διαβατήρια εἰς ὁμάδα ἐκ 200 προσώπων. Εἶναι ἀποδεδειγμένη ἡ ἰδιότης τῶν προσώπων αὐτῶν ὡς Ἑλλήνων πολιτῶν; Διότι τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον.
§35Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Σιβιτανίδης ὡμίλησε περὶ τοῦ Μπάρδα, καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι μέλος τῆς κοινότητος, ἐνῷ ὁ Μπάρδας οὗτος εἰς τὰ 1896 ἐξελέγη διὰ νομίμου ἐκλογῆς μέλος τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, τοῦ διαχειριζομένου τὴν περιουσίαν τῆς κοινότητος, εἶτα δὲ ἐξελέγη καὶ πρόεδρος τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ διεχειρίσθη πάλιν ἐπὶ ἔτη τὴν περιουσίαν τῆς κοινότητος. Ὡμίλησε περὶ αὐτοῦ ὡς μὴ ὄντος μέλους τῆς κοινότητος, ἐνῷ εἶναι σήμερον δήμαρχος Μαλακασίου.
§36Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ τοῦ Μπάρδα, ἀλλὰ περὶ τῆς κοινότητος.
§37Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὡμιλήσατε περὶ τῆς ὁμάδος, ἡ ὁποία εἶναι ἐγκατεστημένη ἐκεῖ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, κατελθοῦσα ἀπὸ τὰ Ὄστρια τῆς Μακεδονίας, ὡς μὴ ἐχούσης δικαίωμα κοινοτικόν, ἐνῷ τὸ Δικαστήριον τῶν Τρικκάλων ἐπὶ ἔτη συνεχῆ ἀσχολεῖται εἰς τὸ ἐπίμαχον καὶ σπουδαιότατον τοῦτο ζήτημα, ἀναγνωρίσαν τὰ πρόσωπα τῆς ὁμάδος ὡς Ἕλληνας ἐκλογεῖς καὶ μέλη τῆς κοινότητος Μαλακασίου.
§38Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἠρνήθην αὐτό.
§39Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ κοινοτήτων δύο τινὰ ἀπαιτοῦνται, ἵνα ᾖ τις μέλος τῆς κοινότητος· νὰ ᾖναι ἐγκατεστημένος ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῆς καὶ νὰ ᾖναι ἐκλογεύς. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔλυσε τὸ Δικαστήριον, διότι αὐτὸ εἶναι ἁρμόδιον. Λοιπὸν ἡ ὁμὰς αὕτη, ἀποτελουμένη τότε ἀπὸ 86 ἄτομα, ἐνεγράφη εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 330 τῆς 17 Ἀπριλίου 1896 ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Τρικκάλων, καὶ ἔκτοτε ἐξασκεῖ τὰ ἐκλογικὰ αὐτῆς δικαιώματα ἐν Μαλακασίῳ. Ὅτε δὲ τὸ πρῶτον ἐξελέγη ὡς πρόεδρος τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Μαλακασίου ὁ Μπάρδας, οἱ ἀντίπαλοι αὐτοῦ ἔφερον ἐνστάσεις κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, καὶ τὰς ἐνστάσεις ταύτας ἐστήριζον εἰς ὅσα ἐπιχειρήματα ἠκούσατε χθές. Ἰδοὺ δὲ πῶς κρίνει τὸ Δικαστήριον ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων αὐτῶν. (Ἀναγινώσκει τὸ σκεπτικὸν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 330 τοῦ 1896 ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Τρικκάλων). Δὲν βλέπω, Κύριοι, τί ἄλλο ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ ὁ Μπάρδας καὶ οἱ λοιποί, διὰ νὰ ἔχωσι δικαίωμα κοινοτικὸν ἐν Μαλακασίῳ. Ἀπαιτοῦσιν ἐγκατάστασιν ἀνεγνωρισμένην δικαστικῶς, ἀπαιτοῦσιν ἀκίνητον κτῆσιν· ἔχουσι καὶ ἐγκατάστασιν καὶ ἀκίνητον κτῆσιν. Ἀπαιτοῦσιν ἐκλογικὸν δικαίωμα· ἔχουσιν ἐκλογικὸν δικαίωμα. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἔρχεται αὐτὴ ἡ κοινότης Μαλακασίου, ἡ ὁποία σήμερον παραπλανᾶται ἀπὸ δύο ἢ τρεῖς ἐνδιαφερομένους ἐναντίον τοῦ Μπάρδα ὡς δημάρχου, ἐκλέγει αὐτὸν μέλος τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, ἐκλέγει εἶτα αὐτὸν πρόεδρον τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, κατόπιν ἐκλέγει αὐτὸν δήμαρχον. Καὶ ἔρχεται σήμερον ὁ κύριος Σιβιτανίδης καὶ ἀπαιτεῖ νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τὸν Μπάρδαν νὰ βόσκῃ τὰ ποίμνιά του εἰς τὰ κοινοτικὰ κτήματα, νὰ διαγραφῇ ὁ Μπάρδας ἀπὸ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, νὰ διαγραφῇ ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ μεταβῇ ποῦ; εἰς τὴν Μακεδονίαν, ἀφ’ ὅπου κατάγεται! Παρακαλῶ λοιπόν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ διατάξητε τὸν νομάρχην νὰ παύσῃ παρεμβάλλων προσκόμματα εἰς τὴν ἔκδοσιν διαβατηρίων διὰ τοὺς τοιούτους κατοίκους Μαλακασίου. Παρακαλῶ δὲ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀναφοράν, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, περὶ ἀπαγορεύσεως εἰς τὸν Μπάρδαν καὶ τὴν ὁμάδα αὐτοῦ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν ποιμνίων των εἰς τὰ κοινοτικὰ λιβάδια, ν’ ἀπορρίψῃ ταύτην, διότι ἐξ ὅσων εἶπον νομίζω ὅτι ἀπεδείχθη ὅτι τὸ δικαίωμα τούτων εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ ὑπὸ τῆς συνθήκης ἀνεγνωρίσθη, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ποσῶς εἰς ἡμᾶς ν’ ἀμφισβητήσωμεν τοιοῦτο δικαίωμα, τὸ ὁποῖον οὐδ’ ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς ἀρχῆς ἀπὸ δωδεκαετίας ἠμφισβητήθη.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον.
§41Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα, κύριοι Βουλευταί, τὸ θέμα τοῦτο, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ λύσις αὐτοῦ νὰ μὴ φέρῃ ἐπηρεασμὸν ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας μου. Γνωστὸν εἶναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἀπὸ πολλῶν μηνῶν ζήτημα ὁμοίας φύσεως ὑφίσταται, εἶναι δὲ δεινὴ ἡ θέσις Ἑλλήνων ὑπηκόων, διότι δὲν ἐδόθη εἰσέτι λύσις εὐνοϊκή, μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ συνθήκη, ἡ ὁποία ἠσφάλισεν εἰς τοὺς κατοίκους τῶν παραμεθορίων μερῶν τὴν ἐλευθέραν νομὴν τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ καταργεῖται, εἶναι δὲ τοῦτο ζήτημα μεγάλης ζωτικότητος διὰ τοὺς κατοίκους τῶν παραμεθορίων ἐπαρχιῶν, διότι δὲν γνωρίζουσιν, ἂν δύνανται νὰ μείνωσιν ἐντεῦθεν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἢ πρέπει νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖθεν, οἱ ἔχοντες ἔξω τὰ κτήματά των. Ἐκεῖθεν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς εἶναι ἡ ἀλλαγὴ τῆς ὑπηκοότητος, εἶναι ἡ ὑπαγωγὴ εἰς τὴν δουλείαν, ἐξ ἧς ἐξῆλθον· ἐντεῦθεν εἶναι ἐπικείμενος ὁ κίνδυνος τῆς πείνης καὶ τοῦ ἐξολοθρευμοῦ! Διὰ τοῦτο πρέπει τὰ ζητήματα ταῦτα μετὰ πλείονος προσοχῆς νὰ θίγωνται. Ἡμεῖς, χρώμενοι τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ μεταβαίνωμεν καὶ νεμώμεθα τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖθεν ἔχομεν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν, ἐὰν δὲν πληρώσωμεν τὰ τέλη πρὸς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν διαφέρει πολὺ τοῦ γεννηθέντος ἐν Μαλακασίῳ. Ἀτόπως δὲ ἤχθη εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα, ἂν ἡ οἰκογένεια τοῦ Μπάρδα εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἑλληνική. Ἡ οἰκογένεια τοῦ Μήτσου Μπάρδα εἶναι οἰκογένεια, ἡ ὁποία ἔχει μεγάλας ῥίζας, καὶ πολλὰς ὑπηρεσίας προσήνεγκεν εἰς τὸν τόπον· ἀλλ’ ἐὰν ἡμεῖς θέλωμεν ν’ ἀποσκορακίσωμεν ἐκ τῆς Ἑλλάδος σήμερον μὲν τοὺς Βλάχους, τοὺς ὁποίους ὀνομάζομεν Ἀρβανιτοβλάχους, αὔριον δὲ ἄλλους, θέλουσι μείνει μόνον οἱ γηγενεῖς ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ φθίνοντες. Διὰ τίνα λόγον ν’ ἀμφισβητῆται ἡ ἰθαγένεια τῶν Ἀρβανιτοβλάχων τούτων; Ἐνεγράφησαν ὡς δημόται, εἶναι ἐκλογεῖς εἰς τὸν δῆμον Μαλακασίου, καὶ ἀσκοῦσι τὰ ἐκλογικά των δικαιώματα ἐν αὐτῷ. Ἐάν τινες ἐξ αὐτῶν δὲν ἔχωσιν ἐγκατάστασιν, ἂς ἀμφισβητηθῇ ἡ ἐγκατάστασίς των, καὶ εἰς ἐκείνους ἂς μὴ ἐπιτραπῇ νὰ βόσκωσι τὰ ποίμνιά των ἐν τῷ κοινοτικῷ Μαλακασίῳ. Ἀλλὰ διὰ τὸν κ. Μπάρδαν πῶς συζητεῖται τοιοῦτο ζήτημα; Εἶναι παράδοξος ὁ τρόπος τῆς ἀντιμετωπίσεως τοιούτων ζητημάτων, πολὺ δὲ πλέον παράδοξος εἶναι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ νομάρχης διεχειρίσθη τὸ ζήτημα. Ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὰς προστριβὰς πρὸς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν, μὴ χορηγοῦντες διαβατήρια πρὸς οὐδένα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νὰ λαμβάνωσι διαβατήρια, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἐγκαταλείπομεν τὰ δικαιώματα ἡμῶν εἰς τὸ ἔλεος τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας. Διὰ τοῦτο ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ὅπερ κατέληξεν εἰς τὸ νὰ ἐνοικιάσῃ τὰ κτήματα ἐκεῖνα ὁ Βαλῆς τῶν Ἰωαννίνων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχήν των, διότι ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ καθίσταται ὁ βίος τῶν οἰκούντων παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν βίος ἀφόρητος.
§42Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνήκω, Κύριοι, εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων, — ἐὰν ὑπάρχωσιν Ἕλληνες τοιοῦτοι, — ὧν αἱ στεναὶ ἐθνικαὶ βλέψεις δὲν ἐκτείνονται πέραν τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους. Ἀπ’ ἐναντίας, καὶ ἀπὸ καταγωγῆς καὶ ἀπὸ πεποιθήσεως φρονῶ, ὅτι ἡ μεγάλη Θύρα τῆς ἐθνικῆς ἰδέας πρέπει νὰ ἀνοίγηται διάπλατος, ὅπως πυκνοτέρα συντελῆται δι’ αὐτῆς ἡ τῶν ἔξω πρὸς τοὺς ἔσω ἐπικοινωνία. Ἀλλ’ ἐὰν, ἀπὸ τοιούτων ὁρμώμενος ἰδεῶν, τείνω πρόθυμος τὴν χεῖρα πρὸς τὴν ὁμάδα τῶν σκηνιτῶν τοῦ Μπάρδα, ἐὰν ἐπικροτῶ τὸν δήμαρχον Μαλακασίου, ἀνοίγοντα εἰς αὐτοὺς τὰς σελίδας τοῦ δημοτολογίου του καὶ τὰς στήλας τοῦ ἐκλογικοῦ του καταλόγου, οὐδέποτε ὅμως θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ οὔτε ἡ καρδία οὔτε ἡ συνείδησις ν’ ἀναγνωρίσω εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα ν’ ἀπογυμνώσωσιν ὁλόκληρον κοινότητα ἐκ τῆς περιουσίας αὐτῆς, περιουσίας, ἣν διὰ μακρᾶς σειρᾶς ὀδυνηρῶν ἀγώνων καὶ θυσιῶν κατώρθωσε μόλις νὰ περισώσῃ ἀπὸ τῆς ἀκορέστου ἀπληστίας τοῦ σατράπου τῶν Ἰωαννίνων, καὶ νὰ διαφυλάξῃ αὐτὴν ἄχρι σήμερον ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§43Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου ἀνεκοινώθη κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τηλεγράφημα τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μεγάλων Καλυβίων τῶν Τρικκάλων, διὰ τοῦ ὁποίου οὗτοι πλὴν τῶν ἄλλων ζητοῦσι νὰ ἀπαλλαγῶσι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ζητοῦσι δὲ τοῦτο ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης καταστροφῆς ὑπὸ τῆς πλημμύρας, ἡ ὁποία συνέβη εἰς τὰ πλεῖστα μέρη τῆς Θεσσαλίας. Ἡ καταστροφὴ αὕτη δὲν περιωρίσθη εἰς ἓν μόνον ἢ δύο χωρία, ἀλλ’ ἐπεξετάθη εἰς ὁλοκλήρους ἐπαρχίας, εἰς τὰς ἐπαρχίας Τρικκάλων, Καλαμπάκας κλπ., ὑπῆρξε δὲ ἡ καταστροφὴ πλήρης. Ἀρκεῖ μία ἁπλῆ ἐπίσκεψις διὰ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, διὰ νὰ ἴδῃ τις τὴν ἀξιοθρήνητον κατάστασιν, ἡ ὁποία βασιλεύει σήμερον ἐν Θεσσαλίᾳ παρὰ τῷ γεωργικῷ κόσμῳ. Ὁ γεωργικὸς κόσμος περιῆλθεν εἰς τοιαύτην ἀπέλπιδα θέσιν, ὥστε εἶναι ζήτημα, ἂν θὰ δυνηθῇ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐξακολουθήσῃ καλλιεργῶν τὴν γῆν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἢ θὰ τραπῇ εἰς μεταναστεύσεις. Τοιαύτη δὲ δυστυχῶς εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασίς του, ὥστε θ’ ἀδυνατήσῃ νὰ προμηθευθῇ καὶ σπόρον ἀκόμη. Πρὸ τοιαύτης λοιπὸν καταστάσεως νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Πολιτείαν, ἐὰν δὲν δύναται δι’ ἄλλων μέτρων νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Κράτους, τοὐλάχιστον νὰ σπεύσῃ ν’ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τὴν ἐνεστῶσαν χρῆσιν τὰς ἐπαρχίας, ὧν κατεστράφη ἡ ἐσοδεία. Ἐὰν δὲ δὲν πράξῃ τοῦτο, ἂς βεβαιωθῇ, ὅτι οὐδὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ εἰσπράξῃ, ἀλλὰ μόνον θὰ στερήσῃ ἐπί τινα χρόνον τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ τὴν γεωργίαν χειρῶν ἐργατικῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον τοὐλάχιστον περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἵτινες ὑπέστησαν καταστροφήν· ἐὰν δὲ ἀδυνατῇ νὰ πράξῃ τοῦτο, τοὐλάχιστον νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς πληρωμῆς εἰς ἄλλην χρῆσιν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§45Α. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω, Κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου συνομολογηθείσης προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως». Ἡ σύμβασις αὕτη, ὑπογραφεῖσα ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, δὲν εἶχε προφθάσει νὰ κυρωθῇ, καὶ ἐπαναφέρεται ἐν ἰσχύϊ, μεῖον ἑνὸς ἄρθρου. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μεγάλης Βρεττανίας συνομολογηθείσης κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συμβάσεως. Ἡ σύμβασις αὕτη, ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον, δὲν ἐπρόφθασεν ἐπίσης νὰ ψηφισθῇ. Πρὸς τῇ συμβάσει ταύτῃ, ἥτις ὑπεγράφη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὑποβάλλω πρόσθετον δήλωσιν, ὑπογραφεῖσαν ὑπὸ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας καὶ ἐμοῦ πρὸ δύο ἡμερῶν. Ἡ πρόσθετος αὕτη δήλωσις ἀφορᾷ εἰς τὸ ἑξῆς· Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐγένετο γνωστὴ διὰ τῆς ὑποβολῆς εἰς τὴν Βουλὴν ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἀγγλίας, περιῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφορὰ τῶν ἐν τῷ Κράτει ζαχαροπλαστῶν, παραπονουμένων ὅτι διὰ τῆς δηλώσεως ἐκείνης οὐ μόνον παραβλάπτεται, ἀλλὰ καὶ ἀπειλεῖται νὰ καταστραφῇ ἐντελῶς ἡ ζαχαροπλαστική, καὶ ἰδίως ἡ κατασκευὴ σοκολάτας, ἡ ὁποία σημαντικὰς προόδους ἔχει ποιήσει ἐν τῷ Κράτει. Καὶ λέγω, ὅτι ἀπειλεῖται νὰ καταστραφῇ, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ κλάσις 139, εἰς ἣν ὑπάγεται μέχρι τοῦδε ἡ σοκολάτα, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται εἰς δασμὸν εἰσαγωγῆς δραχ. 3,50 κατ’ ὀκᾶν, διὰ τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑπογράψει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις μετὰ τοῦ Ἄγγλου πρεσβευτοῦ, θὰ ὑπάγηται εἰς δασμὸν μόνον 38 λεπτῶν. Ἐννοεῖται βεβαίως, ὅτι τοιαύτη μείωσις εἶναι αὐτόχρημα καταστροφὴ τῆς εἰρημένης βιομηχανίας. Πρέπει νὰ δηλώσω, ὅτι, καίτοι, ὑπογεγραμμένης οὔσης συμβάσεώς τινος, εἶναι ἔργον ἀρκετὰ δυσχερὲς νὰ ἐπανέλθῃ τις καὶ ἐπιτύχῃ τὴν βελτίωσιν αὐτῆς, ὀφείλω, λέγω, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εὗρον προθυμότατον τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας, εἰς τὸν ὁποῖον ἐξήγησα, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ἤθελεν ἐπέλθει ὠφέλεια ἐκ τῆς μειώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῆς σοκολάτας καὶ τῶν λεγομένων φοντὰν (ζαχαροπήκτων), ἐνῷ ἤθελον ὠφεληθῆ ἄλλα Κράτη, πλησιέστερον ἡμῶν κείμενα ἢ ἡ Ἀγγλία, καὶ ἑπομένως ἡ Ἀγγλία ἤθελε γείνῃ γέφυρα ζημίας μόνον πρὸς ἡμᾶς, οὐχὶ δὲ ὠφελείας πρὸς ἑαυτήν. Ὁμολογῶ καὶ πάλιν, ὅτι ὁ κ. πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας πολὺ εὐνοϊκῶς ἤκουε τὰς παρατηρήσεις μου, καὶ ὑπέβαλε ταύτας πρὸς τὴν Κυβέρνησίν του, ἡ ὁποία καὶ ἀπεδέχθη αὐτάς. Σήμερον δὲ γίνεται ἡ πρόσθετος δήλωσις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς τὴν τροποποίησιν τῆς σημειώσεως ὑπὸ τὴν κλάσιν 139, δι’ ἧς ἐξαιροῦνται, οὐχί, ὡς μέχρι τοῦδε, μόνον ὁ χαλβᾶς, τὰ λουκούμια, ὡς καὶ ἕτερα παρεμφερῆ, εἰδικῶς ἀναφερόμενα εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ 1904, ἀλλὰ καὶ ἡ σοκολάτα, αἱ κρέμαι ἐκ σοκολάτας, ὀπῶραι σακχαρωμέναι, ὡς καὶ τὰ παντὸς εἴδους φοντάν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια μετὰ τῶν σχετικῶν συμβάσεων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 116 καὶ 117).
§47Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα πρὸς τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἀγγλίας.
§48ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1905», καὶ ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1905». Ταυτοχρόνως δέ, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ψαρῶν κ. Βρατσάνου.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 118 καὶ 119).
§50Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑποβάλλω πίνακα ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λεβαδείας, πληρέστερον ὅμως ἀφ’ ὅσον οὗτος ἐζήτησεν αὐτὸν, καθόσον περιλαμβάνει πάντα τὰ Πρωτοδικεῖα, καὶ οὐχὶ ὡρισμένα, περὶ ὧν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε πληροφορίας, καὶ διὰ τὰς πολιτικὰς καὶ διὰ τὰς ποινικὰς αὐτῶν ὑποθέσεις.
§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§52Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποβάλλω πίνακα εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Εὐρυτανίας κ. Τσάτσου, ὅσον ἀφορᾷ εἰς ἀποζημιώσεις μαρτύρων καὶ ἔξοδα μεταγωγῆς ὑποδίκων τῶν Πρωτοδικείων Εὐρυτανίας καὶ Μεσολογγίου ἀπὸ τοῦ 1901 μέχρι τοῦ 1904. Ὁ βουλευτὴς κ. Ζέρβας ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ κατατεθῇ φάκελος σχετικὸς πρὸς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Λυκοσούρας. Ἐπειδὴ εἶναι ὀγκώδης ὁ φάκελος οὗτος, ὑπέβαλον αὐτὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ὁ βουλευτὴς Λευκάδος κ. Βαλαωρίτης ἐζήτησε νὰ πληροφορηθῇ, ἕνεκα τίνων λόγων δὲν προέβην ἀκόμη εἰς τὴν δημοσίευσιν τῆς ἀπολύσεως τῆς δημοδιδασκαλίσσης Ἑλένης Βουγιουκλῆ τοῦ δήμου Νηριτίων τῆς ἐπαρχίας Ἰθάκης. Ἡ πρᾶξις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δὲν ἦτο σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον, διὰ τοῦτο ἐπέστρεψα αὐτὴν πρὸς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὡρισμένας διατάξεις τοῦ νόμου καὶ ἐπαναλάβῃ τὴν πρότασιν συμφώνως μὲ αὐτάς. Διότι ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπόλυσις διδασκαλίσσης, ἧς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἤθελε θεωρήσει τὴν διαγωγὴν ἐπιδεκτικὴν βελτιώσεως. Τὸ Συμβούλιον ὅμως ὑπέβαλε πρότασιν οὐδὲν περὶ τούτου διαλαμβάνουσαν.
§53ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου περὶ τῆς ἀπολύσεως τῆς περὶ ἧς πρόκειται διδασκαλίσσης.
§54Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν ἐπιστραφῇ ἡ πρότασις, μάλιστα.
§55ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Αἱ προτάσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ὑποβάλλονται αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων.
§56Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ ἐπιθεωρητής, καὶ οὐχὶ βεβαίως ἰδίαν του πρότασιν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γρίβας ἔχει τὸν λόγον.
§58Κ. ΓΡΙΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, περιέστη εἰς σημεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφῇ· τοῦτο μόνον σᾶς λέγω, διὰ νὰ ἐννοήσητε εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται. Ἐντὸς μιᾶς ὥρας ἐφονεύθησαν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τέσσαρες ἄνθρωποι, καὶ ἐντὸς ἓξ ἡμερῶν ἐφονεύθησαν δέκα ἄνθρωποι, ὁ δὲ ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπιτετραμμένος τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας—ὀνομάζεται δέ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, Σύρος, καὶ εἶναι ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ,—οὐ μόνον δὲν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του, διότι εἶναι ἀνεπαρκής, καθόσον ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἀπαιτεῖ εἰδικότητά τινα, ἥν αὐτὸς δὲν ἔχει, ἀλλὰ τοὐναντίον, περιερχόμενος τὰ διάφορα χωρία, διασκεδάζει, τρώγων καὶ πίνων καὶ ὑβρίζων καπηλικῶς τοὺς πολίτας, διότι δὲν ἐψήφισαν τὸν προστάτην αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ν’ ἀντικαταστήσωσι τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν δι’ οἱουδήποτε ἄλλου, ἀρκεῖ οὗτος νὰ ἦναι εἰδικὸς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Διότι σᾶς βεβαιῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἄδικον, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ ὑποφέρωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σήμερον ὑποφέρουσιν. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἀναγκάζονται ὄχι μόνον νὰ μὴ μεταβαίνωσιν εἰς τοὺς ἀγρούς των πρὸς καλλιέργειαν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ κλείωνται εἰς τὰς οἰκίας των, διότι φοβοῦνται τοὺς ὑπερδιακοσίους ληστοφυγοδίκους, οἱ ὁποῖοι περιφέρονται ἀνὰ τὴν ἐπαρχίαν. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀποστείλῃ δύναμιν, εἰ δυνατόν, μεγαλειτέραν τῆς ὑπαρχούσης, διότι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς οἱ ὀκτὼ ἢ ἐννέα εὔζωνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιφορτισμένοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι, ὅταν ἀξιωματικὸς κατάλληλος ἀποσταλῇ ἐκεῖ μὲ δύναμιν μεγαλειτέραν τῆς ὑπαρχούσης, θὰ ἐπέλθῃ τάξις, διότι οἱ κάτοικοι ἐπιθυμοῦσι τὴν τάξιν, καὶ θὰ δυνηθῶσι, συντρέχοντες τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐμπνεύσῃ πεποίθησιν, νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα ταχύτερον. Ἐπειδὴ ἔχω τὸν λόγον, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω μίαν ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἔλαβον, διαφόρων καταδίκων συμπολιτῶν μου, κρατουμένων ἐν Ἀκροναυπλίᾳ (ἀναγινώσκει): «Ἀξιότιμε κύριε Βουλευτά. Χθὲς ἐξ ὑπαιτιότητος καὶ ἀνικανότητος τῆς ὑπηρεσίας συνήφθη συμπλοκὴ μεταξὺ δύο μεθύσων καταδίκων. Ἡ ὑπηρεσία διέταξε πῦρ καθ’ ἡμῶν ἁπάντων! Ὑπερπεντήκοντα πυροβολισμοὶ ἐρρίφθησαν ἐντὸς θαλάμου, ἐν ᾧ μένουσιν ὑπερεκατὸν ἄνδρες! Εἷς ἀθῷος χωροφύλαξ κατάδικος ἐφονεύθη. Οἱ λοχίαι τῆς ὑπηρεσίας καὶ φρουρᾶς, ὡς ἄλλοι Βούλγαροι, γονυπετεῖς καὶ σκοπεύοντες ἐπυροβόλουν καθ’ ἡμῶν! Ποῦ τῆς γῆς ἠκούσθη νὰ πυροβολοῦν δυστυχεῖς καταδίκους ἀόπλους, κεκλεισμένους καὶ μηδένα φόβον ἐμπνέοντας, οὐδὲ κίνημα ποιοῦντας; Καὶ τίνι δικαιώματι πολιορκούμεθα; δολοφονούμεθα; Εἴμεθα υἱοὶ ὑμῶν. Ἔχετε καθῆκον, ἐν ὀνόματι τοῦ ἀνθρωπισμοῦ καὶ πατριωτισμοῦ, νὰ ῥήξητε κραυγὴν διαμαρτυρίας ἐν τῇ Βουλῇ καὶ προκαλέσητε ἐνέργειαν ἀνακρίσεων. Ζητήσατε ἀναφορὰν, ὑποβληθεῖσαν παρ’ ἡμῶν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἐν ᾗ ἐκτίθενται ἐν ἐκτάσει καὶ λεπτομερείᾳ τὰ συμβάντα. Ἐν Ἀκροναυπλίᾳ τῇ 2 Μαΐου 1905.» (Ἔπονται διάφοροι ὑπογραφαὶ συμπολιτῶν μου). Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ αὐστηρὰς ἀνακρίσεις, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποδειχθῶσιν ἀληθῆ τὰ καταγγελλόμενα, νὰ τιμωρήσῃ αὐστηρῶς τὸν ἐπὶ κεφαλῆς ἀξιωματικὸν, ὅστις διέταξε νὰ πυροβολήσωσι· διότι ποῦ ἠκούσθη νὰ πυροβολῶσιν ἀδικαιολογήτως ἐναντίον τοιούτων ἀνθρώπων;
§59Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ ὁμοίαν ἐπιστολὴν, ἔχω δὲ πληροφορίας, ὅτι ὁ φονευθεὶς ἐκ τῶν πυροβολισμῶν τούτων εἶναι συμπολίτης μου, ἐκ τοῦ χωρίου Καλάμου τοῦ δήμου Ὠρωπίων. Εὑρίσκετο ἐν τῷ δωματίῳ του, ἀλλὰ τὸ ὁμαδὸν πῦρ τῶν πυροβολούντων κατὰ τῶν ἀόπλων καταδίκων τὸν ἐφόνευσεν. Εἶναι τερατούργημα πρωτάκουστον αὐτὸ, καὶ πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν αὐστηρότατα οἱ δρᾶσται.
§60ΣΤΕΦ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπίσης ἔλαβον ὁμοίαν ἐπιστολὴν, οἱονεὶ ἀντίτυπον τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, καὶ παρακαλῶ νὰ διαταχθῶσιν αὐστηραὶ ἀνακρίσεις.
§61Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τῆς ἐγκυκλίου ταύτης δὲν ἦλθε κανὲν ἀντίτυπον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, ἐὰν ἔλθῃ ἀναφορὰ εἰς τὸ Προεδρεῖον, νὰ τὴν διαβιβάσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐλήφθη τοιαύτη ἀναφορά. Ὅταν ληφθῇ, βεβαίως θέλω τὴν διαβιβάσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἐπιστολὰς τῶν περὶ ὧν πρόκειται καταδίκων, ἐλήφθησαν ἓξ τοιαῦται ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς κ. Κοτσελοπούλου, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ τὰς διανείμῃ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, πρὸς οὓς διηυθύνοντο. Δὲν τὰς ἀπέστειλαν ἀπ’ εὐθείας πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, διότι, φαίνεται, ἐφοβοῦντο, μήπως ὁ ἐπιστάτης τῶν φυλακῶν, βλέπων τὰς ἐπιγραφὰς καὶ μαντεύων τὸ περιεχόμενον τῶν ἐπιστολῶν, τὰς κατακρατήσῃ.
§63Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν λάβητε ἀναφορὰν, παρακαλῶ νὰ τὴν στέλητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιότατα· εἶναι καθῆκόν μου.
§65Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην τῆς ἀναφορᾶς· ἀφοῦ ἐλάβετε γνῶσιν ἐκ τῆς ἐνταῦθα συζητήσεως, δύνασθε νὰ διατάξητε ἀνακρίσεις αὐτεπαγγέλτως.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μαυρομμάτης ἔχει τὸν λόγον.
§67Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις σχετικῶς.
§68Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ σχετικῶς θὰ ὁμιλήσω.
§69Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Γρίβας.
§70Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν σειρὰν, Κύριοι. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Μαυρομμάτης.
§72ΞΕΝΟΦ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Γρίβας, θὰ ἐνόμιζέ τις, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτὰ, ἀπασχολῶν τὴν Βουλήν. Ἡ κατάστασις ὅμως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὄχι μόνον εἰς ἐμὲ, τὸν ἐκ τῆς ἐπαρχίας ταύτης Βουλευτὴν, εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ σᾶς ἀπασχολήσω ὀλίγον, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρους συνεδρίας τῆς Βουλῆς ἐὰν ἀπασχολήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως ἀδιάφορον. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κύριος Γρίβας ἀνέφερεν, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν συνέβη τετραπλοῦς φόνος ἐν Παπαδάταις τοῦ δήμου Ἐχίνου. Τὸ τρομερὸν τοῦτο ἔγκλημα, τοῦ ὁποίου καὶ μόνη ἡ ἀνάμνησις ἐπιφέρει τὴν ἀνατριχίασιν ἐκ τῆς φρίκης, δὲν ἔχει μόνον τέσσαρα θύματα, τοὺς φονευθέντας, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τὰ δέκα ἄλλα θύματα, τὰ θύματα ταῦτα τῆς κακονομίας, τὰ θύματα τῆς ἀστοργίας τῆς Πολιτείας, τοὺς δέκα, λέγω, κατηγορουμένους ὡς φονεῖς, καὶ φυγοδικοῦντας ἤδη. Καθημερινῶς, Κύριοι, ἔχομεν φόνους ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βονίτσης, καθημερινῶς ἔχομεν ζωοκτονίας μεγάλων ζώων, καθημερινῶς ἔχομεν ζωοκλοπὰς μεγάλων ζώων πρὸς ἐμπορίαν. Βλέπετε, ὅτι ἔχομεν τεραστίαν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐγκλήματος τούτου. Καθημερινῶς διαπράττονται ἐκβιάσεις καὶ λῃστεῖαι. Καὶ τὸ σπουδαιότερον εἶναι, ὅτι τὰ θύματα τῶν ἐγκληματικῶν τούτων πράξεων δὲν τολμῶσι νὰ καταγγείλωσιν ἢ νὰ ἀναγγείλωσι κἄν ὅσα πάσχουσιν, ἐκ φόβου μήπως πάθωσι χειρότερα ὑπὸ τῶν δραστῶν τῶν ἐγκλημάτων τούτων. Τοιαύτη, Κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου, ὥστε εἰς ἀπόγνωσιν φέρει τοὺς φιλησυχωτέρους τῶν κατοίκων. Μόνον δὲ ὁ ἀμοιβαῖος φόβος καὶ ἡ καθ’ ὁλοκληρίαν ἐλευθέρα ὁπλοφορία, ἡ ὁποία κατέστη πλέον ἀνάγκη ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ, συγκρατεῖ ὁπωσδήποτε τὸν τέλειον ἐξολοθρευμὸν τῶν κατοίκων αὐτῆς. Οἱ φυγόδικοι, καὶ μετὰ τούτων πολλοὶ δόκιμοι, οὕτως εἰπεῖν, μαθητευόμενοι φυγόδικοι (ἱλαρότης), περιέρχονται πάνοπλοι ἐν πλήρει ἡμέρᾳ ἐν τοῖς χωρίοις καὶ κωμοπόλεσι τῆς ἐπαρχίας, χορεύοντες μάλιστα ἐν ταῖς πανηγύρεσι τῶν κωμοπόλεων. Πολλοὶ εἶναι βεβαίως οἱ κύριοι λόγοι τῆς ἐγκληματικότητος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου· καὶ ἡ γειτνίασις ἴσως πρὸς τὴν Τουρκικὴν Ἐπικράτειαν καὶ ἡ ἀραιότης τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὸ δασῶδες τοῦ τόπου, πρὸς δὲ καὶ ἄλλοι λόγοι, ἀναγόμενοι εἰς τὴν ἔλλειψιν ἠθικῆς διαμορφώσεως καὶ διαπαιδαγωγήσεως τοῦ λαοῦ. Ὁ σπουδαιότερος ὅμως λόγος τοῦ πλεονασμοῦ τῆς ἐγκληματικότητος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου εἶναι ἡ ἀπό τινος παντελὴς ἔλλειψις πάσης καταδιώξεως τοῦ ἐγκλήματος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ταύτῃ. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Γρίβας ἀνέφερε, διοικεῖ τὰ τῆς καταδιώξεως τῶν ἐγκληματιῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ εἷς μέθυσος κυριολεκτικῶς ἀξιωματικός, ὅστις ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας διατελεῖ ἐν μέθῃ.
§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Σύρος;
§74Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Μάλιστα. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιδείξῃ ἰδιάζον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς δημοσίας τάξεως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου, καὶ συστήσῃ εἰς τοὺς διαφόρους ἁρμοδίους μείζονα προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἰδίως δὲ νὰ συστήσῃ τὴν ἀπόσπασιν ἀξιωματικῶν δραστηρίων καὶ δεδοκιμασμένων περὶ τὴν καταδίωξιν τῶν ἐγκληματιῶν, μετὰ πολλῆς δυνάμεως ἀνδρῶν, πρὸς περιστολὴν τοῦ ἐγκλήματος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ, ἡ δὲ ἀποσπασθησομένη δύναμις νὰ ἦναι μονιμωτέρα τῆς συνήθους.
§75Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, οὔτε αἱ παρατηρήσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οὔτε αἱ ἐμαὶ συστάσεις ἐπέχουσι τόπον ἐλέγχου τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου ἐν τῷ ζητήματι τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Εἶναι συστάσεις Βουλευτῶν, κηδομένων τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ των, συστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ μέτρα πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας τάξεως, τῆς ὁποίας ἡ διατάραξις ἀποτελεῖ, δύναμαι εἰπεῖν, μόνιμον καθεστὼς, ἀπὸ πολλοῦ χρόνου κρατοῦν. Ἐν τῇ βορειοδυτικῇ Ἑλλάδι δυστυχῶς ὑπάρχει τοιαύτη κατάστασις δημοσίας ἀσφαλείας, ὥστε ἀπὸ χρόνου μακροῦ, δύναταί τις εἰπεῖν, ἐμονιμοποιήθη ἡ ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς τὴν τάξιν, ἡ ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς τὴν ξένην ἰδιοκτησίαν.
§76Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ὄχι ἐν ὅλῃ τῇ βορειοδυτικῇ Ἑλλάδι.
§77Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σεῖς εἶσθε ἐν τῷ κέντρῳ.
§78Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Οὔτε ἐν Μεσολογγίῳ, οὔτε ἐν Τριχωνίᾳ ἐξέλιπέ ποτε ἡ δημοσία ἀσφάλεια.
§79Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ οὔτε διὰ τὴν ἐπαρχίαν Μεσολογγίου, οὔτε διὰ τὴν τῆς Τριχωνίας· ἐξαιρῶ ὑμᾶς. Ἔχετε ὅλας τὰς ἀρετάς. Ὁρίστε! (ἱλαρότης). Ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν μεγάλη μέριμνα καὶ σύντονος προσοχὴ κατεβάλλετο ὑπὸ τῶν κυβερνώντων ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, διότι ὑπῆρχον τότε ἐγκατεστημέναι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Βάλτου καὶ Ξηρομέρου λῃστοσυμμορίαι περιώνυμοι, ὑπὸ λῃστάρχους, τῶν ὁποίων καὶ μόνον τὸ ὄνομα ἐνέπνεε τὴν φρίκην καὶ τὸν τρόμον εἰς τοὺς πολίτας, ὡς ὁ Τσεκούρας, ὁ Ψητάρας καὶ ἄλλοι. Ἀφ’ ὅτου οὗτοι ἐξέλιπον, ἐνομίσθη ὅτι ἀποκατέστη ἡ τάξις καὶ ἐπαγιώθη ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυστυχῶς ἀκριβές. Διότι, ἐὰν ἔλλειψαν αἱ μεγάλαι καὶ φοβεραὶ ἐγκληματικαὶ πράξεις, αἱ μετὰ φρίκης γινόμεναι γνωσταὶ καὶ προκαλοῦσαι τὴν κοινὴν προσοχήν, ὑπάρχουσιν ὅμως αἱ μικραὶ ἐγκληματικαὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐμβάλλουσιν εἰς καθημερινὴν ἀνησυχίαν τοὺς φιλησύχους πολίτας, καὶ μαρτυροῦσι τὴν ἔλλειψιν πάσης δημοσίας ἀσφαλείας. Δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τρεῖς δήμους τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, εἰς τοὺς δήμους Θυάμου, Ἀμβρακίας καὶ Στράτου, οὐδεμία ὑπάρχει ἀσφάλεια ἰδιοκτησίας. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐνηργοῦντο αἱ ἐκλογαὶ, περιώδευον ἐν τῷ δήμῳ Θυάμου, ἐν μιᾷ δὲ καὶ τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ εἶδον τέσσαρας ἐκ τῶν δημοτῶν προσερχομένους πρός με καὶ καταγγέλλοντας τέσσαρας ζωοκλοπὰς, συμβάσας τὴν αὐτὴν ἑσπέραν· οὔτε ἴχνος δὲ ἀστυνομικῆς ἐξουσίας ὑπῆρχεν ἐκεῖ. Οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ δημοσία ἀσφάλεια εὑρίσκεται εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, εἶναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἔλλειψις καταλλήλων καὶ ἀρκετῶν καταδιωκτικῶν ὀργάνων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ ἀνεπιτηδειότης τῆς διοικήσεως τοῦ ἀποσπάσματος. Πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἤδη μηνὸς ὁ ἀστυνόμος Βάλτου ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του, καὶ ἐγένετο αὕτη ἀποδεκτὴ, ἡ δὲ ἀστυνομία Βάλτου διοικεῖται ἔκτοτε ὑφ’ ἑνὸς λοχίου τῶν εὐζώνων, ὅστις δὲν γνωρίζω πῶς ἀνακατετάχθη, διότι ἔχει καταδικαστικὴν ἀπόφασιν εἰς τὴν ῥάχην του ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ. Καὶ φαντάζεταί τις, τί δύναται νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ὁ ἔχων τοιαύτην ἱστορίαν! Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μεριμνήσωσι περὶ ταχέως διορισμοῦ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ ἐκείνῃ ἀστυνόμου ἀξιωματικοῦ, οὐχὶ ἁπλῶς ἐντίμου, ἀλλ’ ἐντίμου καὶ καταλλήλου. Ἐπίσης πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἀστυνόμος τῶν δήμων Ἰδομένης καὶ Θυάμου ἀπελύθη, δὲν διωρίσθη δ’ ἔτι ἀντικαταστάτης αὐτοῦ, καὶ ἡ ἀστυνομία ἔμεινεν ὑπὸ τὴν διοίκησιν ἑνὸς ὑπενωμοτάρχου, ὑπηρετοῦντος ἐπὶ δεκαετίαν ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ τῶν δήμων ἐκείνων. Ὅταν λοιπὸν ὁλόκληροι ἐπαρχίαι διοικῶνται ἀστυνομικῶς ὑπὸ λοχιῶν τῶν εὐζώνων καὶ ἐνωμοταρχῶν καὶ ὑπενωμοταρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ δεκαετίας καὶ πλέον ὑπηρετοῦσιν ἐν τῇ αὐτῇ ἐπαρχίᾳ καὶ ἔχουσιν ἀποκτήσει ὅλας τὰς ἕξεις τὰς κακὰς, διαμένοντες ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, καὶ ἔχουσι σχέσεις πρὸς τοὺς λαθρεμπόρους καὶ πρὸς τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα, ποία δημοσία ἀσφάλεια θέλετε νὰ ὑπάρξῃ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ; Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐκλέξῃ—καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ὅταν τὴν ἐπιμέλειάν του ἐντείνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, θὰ ἐκλέξῃ τὸν κατάλληλον, — νὰ εὐαρεστηθῇ, λέγω, νὰ ἐκλέξῃ καὶ ἀποστείλῃ ἀξιωματικὸν ἔντιμον, κατάλληλον καὶ δυνάμενον νὰ ἐπιβληθῇ, ἵνα διὰ τοῦ ἀποσπάσματος, ὅπερ εἶναι ἐπαρκὲς κατὰ δύναμιν, κατ’ ἀριθμὸν ἀνδρῶν, δυνηθῇ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν διασαλευθεῖσαν δημοσίαν τάξιν.
§80ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑπάρχει νῦν ἐκεῖ ἀξιωματικὸς διοικητὴς τοῦ ἀποσπάσματος;
§81Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπῆρχεν ὁ κ. Ἀναλογίδης, ὅστις παρητήθη ἢ ἀπηλλάγη, διετάχθη δὲ, ὡς ἐπληροφορήθην, προσωρινῶς ἡ ἀντικατάστασίς του παρὰ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ κ. Μουρκογιάννη. Δὲν συνιστῶ τὴν διαρκῆ διαμονὴν ὡς διοικητοῦ τοῦ ἀποσπάσματος ἐκεῖ τοῦ κ. Μουρκογιάννη, διότι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, ὑπηρετήσας καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ηὐδοκίμησε μὲν ἐν τῷ ζητήματι τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἔν τισιν ὅμως ὑπερέβη τὰ ὅρια, ὧν ἡ ὑπερπήδησις μετατρέπει τὴν αὐστηρότητα εἰς αὐθαιρεσίαν. Νομίζω δ’ ὅτι ἡ αὐστηρότης τῶν ἀξιωματικῶν πρέπει νὰ φθάνῃ μέχρις ἑνὸς σημείου, ἵνα μὴ ἀπαυδᾷ ὁ κόσμος καὶ ἀρχίζῃ νὰ συναισθάνηται ἐνδομύχως, ὅτι εἶναι προτιμότερον τὸ κράτος τῶν φυγοδίκων τῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐκδηλουμένης δράσεως τῶν δημοσίων ἀρχῶν.
§82ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ὀρθῶς ἐγένετο λόγος ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ἐζητήθη ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς παγιώσεως τῆς ἀσφαλείας ταύτης ἐν αἷς ἐπαρχίαις ἀνέφεραν, καίτοι φρονῶ ὅτι ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως δέον νὰ ἐπεκτείνηται καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας. Μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ κατὰ τὴν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου διαμονήν μου νὰ ἴδω, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν ἀστυνομιῶν τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας περιλαμβάνουσι δύο ἕως τρεῖς μόνον ἄνδρας, εἰς ἕνα δὲ δῆμον, τὸν δῆμον Φλεσιάδος, ἐν τῷ ὁποίῳ διαιτῶνται κατάδικοι ἀποδράντες ἐκ τῶν φυλακῶν Πύλου, οἵτινες, ἑνωθέντες μετ’ ἄλλων φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων, ἢ δοκίμων φυγοδίκων, ὡς λίαν προσφυῶς ὠνόμασε τούτους ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος, συλλαμβάνουσι τοὺς πολίτας καὶ ἀφαιροῦσιν ἀπ’ αὐτοὺς πᾶν ὅ,τι ἔχουσιν. Ὁ ἀστυνόμος τοῦ δήμου ἐκείνου, δημοσίᾳ ὁμιλῶν, ἔλεγεν ὅτι ἕνεκεν ἐλλείψεως δυνάμεως οὔτε τὴν τάξιν δύναται νὰ παγιώσῃ, οὔτε τὰ φοβερὰ ἐγκλήματα, ἀπαγωγὰς, φόνους, κλοπὰς κλπ., νὰ προλάβῃ ἢ καταδιώξῃ. Ἕνεκα τούτου οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων ἀναγκάζονται ἀθρόοι νὰ ἐκπατρίζωνται. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας εἶναι ζήτημα ἐνισχύσεως τῶν ἀστυνομιῶν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ μεριμνήσῃ περὶ ἀποσπάσεως ἀνδρῶν· περιπλέον δὲ διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου ὀφείλω νὰ συστήσω τὴν κατάρτισιν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, διότι πλεῖστα ὅσα κακοποιὰ στοιχεῖα ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐκ τῆς ὁμόρου ἐπαρχίας Ὀλυμπίας φυγόδικος Βαλάσης εἶναι τὸ φόβητρον καὶ ἀπειλεῖ καὶ τὴν ἐπαρχίαν Τριφυλίας, ἐλλείπουσι δὲ ἄνδρες ἀρκετοί, καὶ πέντε τῶν ἀστυνομιῶν τῆς ἐπαρχίας μου διοικοῦνται ὑπὸ ἐνωμοταρχῶν ἢ χωροφυλάκων. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῶν ἀστυνομιῶν καὶ τῆς τοποθετήσεως καταλλήλων ἀξιωματικῶν, ὡς προεῖπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου συνάδελφος, δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν μὲ τὴν θέλησιν, τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἱκανότητα τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ἀνδρῶν. Ἐπιβάλλεται ὅθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα σοβαρῶς μεριμνήσῃ περὶ τούτου, διότι ἡ κατάστασις αὕτη προσθέτει καὶ ἄλλα δεινὰ εἰς τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑποφέρει ὁ λαὸς ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καχεξίας.
§83Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, τῆς δημοσίας ἀσφαλείας φρονῶ ὅτι πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν σοβαρῶς. Καὶ λέγω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν σοβαρῶς, διότι ἔχω ἀφορμὴν νὰ πιστεύω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο περιῆλθεν εἰς σημεῖον ἐπισφαλὲς ἕνεκα τῆς ἀστοργίας τῆς Γενικῆς Διοικήσεως...
§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἔχῃ νὰ κάμῃ ἡ Γενικὴ Διοίκησις μὲ τὴν ἀστυνομίαν;
§85Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Ἀγνοῶ τί λαμβάνει χώραν εἰς ἄλλας ἐπαρχίας· ἀλλ’ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ τὸ κράτος τῶν φυγοδίκων ὑπερῆρεν ἐπὶ τοσοῦτον θρασεῖαν τὴν κεφαλήν, ὥστε δὲν ὑπάρχει δημοσία ἀσφάλεια, οἱ δὲ φιλήσυχοι πολῖται ἔχουσι τελείως ἀπελπισθῆ. Ἡ τοιαύτη κατάστασις ἀριθμεῖται ἀπὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἤδη ἔτους. Πεντακόσιοι περίπου φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι λυμαίνονται τὴν ἐπαρχίαν Καλαμῶν, καὶ καθημερινῶς περιφέρονται ἐλευθέρως, περιβεβλημένοι ὀτὲ μὲν στολὰς ἀστυφυλάκων, ὀτὲ δὲ στολὰς στρατιωτῶν τοῦ πεζικοῦ, καὶ ἄλλοτε στολὰς εὐζώνων, καὶ ἐκβιάζοντες τοὺς κατοίκους πρὸς παροχὴν διαφόρων παροχῶν· οὕτω δὲ οἱ φιλήσυχοι πολῖται ἐμποδίζονται ἕνεκα τοῦ φόβου τῶν φυγοδίκων νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς ἐργασίας των, ἢ μεταβαίνοντες εἰς ταύτας εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ συνοδεύωνται ὑπὸ ὁπλοφόρων σωματοφυλάκων, καὶ πολλάκις ὑπὸ φυγοδίκων τοιούτων! Ἔχουσιν ἀπελπισθῆ λοιπὸν τελείως οἱ φιλήσυχοι πολῖται. Γενόμενος Βουλευτὴς, κύριε Πρόεδρε, ἠναγκάσθην πολλάκις καὶ κατ’ ἐπανάληψιν νὰ μεταβῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐνῷ, ὁμολογῶ, κατ’ ἐπανάληψιν ἐκ τοῦ τμήματος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐξεπέμφθησαν διάφορα ἔγγραφα, δι’ ὧν ἐζητεῖτο ἐνίσχυσις τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ, ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἐκώφευσεν εἰς ὅλα τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Πολλάκις διεμαρτυρήθην κατὰ τῆς καταστάσεως, ἀλλ’ εἰς μάτην. Κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἔλαβον χώραν ἐγκλήματα ὑπὸ φύσει ἐγκληματιῶν, ἀνερχομένων εἰς 25, καθ’ ὧν ἐξεδόθησαν μὲν ἐντάλματα συλλήψεως, ἀλλὰ τὰ ἐντάλματα ταῦτα ἔμενον ἀνεκτέλεστα· βλέποντες δὲ οἱ ἐγκληματίαι οὗτοι, ὅτι δὲν καταδιώκονται, ἐλλείψει ὀργάνων καταδιωκτικῶν, ἀπεθρασύνθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε κατὰ τῶν προτεινομένων κατ’ αὐτῶν μαρτύρων διαπράττουσι διαφόρους πράξεις, οἷον ζωοκτονίας, ζωοκλοπὰς, δενδροκοπὰς κλπ., ἵνα διὰ τοῦ φόβου ἐξαναγκάσωσιν αὐτοὺς νὰ μὴ καταθέσωσιν ὅ,τι γνωρίζουσιν. Ἐν γένει δὲ ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὁποίαν οἱ κάτοικοι δὲν ἐνθυμοῦνταί ποτε ὑπάρξασαν. Παρεκάλεσα κατ’ ἐπανάληψιν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἵνα ἀποστείλῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμῶν στρατιωτικῶν ἐπόπτην, ὅστις νὰ καθαρίσῃ τὸ ἔδαφος ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα κακοποιὰ στοιχεῖα, ἀλλ’ οὐδὲν μέχρι σήμερον ἐνηργήθη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ συστήσῃ ἁρμοδίως νὰ σταλῇ δύναμις τοὐλάχιστον 100 εὐζώνων, ἵνα ἐπανέλθῃ ἡ ἡσυχία.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§87Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πάντες βεβαίως ἐνδιαφερόμεθα περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ πάντες εὐχόμεθα ὑπὲρ τῆς παγιώσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, καὶ ἰδίως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου συνάδελφος, ἔχουσι δίκαιον, περιγράφοντες τὴν κατάστασιν ὡς περιγράφουσιν αὐτήν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πρό τινος χρόνου εἶχε διασαλευθῆ ἡ δημοσία τάξις ἐν Βάλτῳ, ἀλλ’ ἐπ’ ἐσχάτων, ἀπὸ δύο μηνῶν καὶ ἐντεῦθεν, τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια σχεδὸν ἀποκατέστη. Ἐὰν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Βάλτου καὶ Βονίτσης ἔλαβον χώραν ἐγκλήματά τινα, ταῦτα εἶναι μεμονωμένα, οὐδεμίαν ἔχοντα σχέσιν πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἧς πολὺ διαφέρει ἡ ἐγκληματικότης. Ἐν Βονίτσῃ ἀληθῶς πρὸ μικροῦ ἔλαβε χώραν φοβερὸν ἔγκλημα, ἀλλὰ τοῦτο, κατ’ ἐμέ, οὐδόλως ἀποτελεῖ διασάλευσιν τῆς δημοσίας τάξεως...
§88Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ δολοφόνος τοῦ Καραντζογιάννη μένει ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσολογγίου ἀκαταδίωκτος!
§89Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω κύριε Πρόεδρε, ποῦ οἱ δολοφόνοι καὶ οἱ ἄλλοι ἐγκληματίαι ἔχουσι τὰ κρησφύγετα αὑτῶν. Ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης γνωρίζῃ τοῦτο, παρακαλῶ νὰ τὸ ὑποδείξῃ εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχάς. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ φρονῶ, ὅτι ἀδικοῦσι πολὺ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν τόπον οἱ περιγράφοντες τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν μὲ τοιαῦτα χρώματα. Διότι συμβαίνουσι βεβαίως, Κύριοι, μικρά τινα ἀδικήματα, ἀλλ’ ἀδικήματα τοιαῦτα, ὥστε νὰ συμπεράνῃ τις ἐξ αὐτῶν, ὅτι δημοσία ἀσφάλεια δὲν ὑπάρχει, βεβαίως ἀπό τινος χρόνου δὲν συμβαίνουσιν. Εἶπον, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βονίτσης ἔλαβε χώραν ὁμολογουμένως ἔγκλημα φοβερόν, ἀλλὰ τοῦτο ὀφείλεται εἰς συμπλοκήν, ἡ ὁποία προεκλήθη ἕνεκα ἐρίδων μεταξὺ δύο οἰκογενειῶν...
§90Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸν δῆμον Παραχελωΐτιδος τί ἔλαβε χώραν;
§91Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσολογγίου λαβόντα χώραν, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν νὰ ἐκθέσῃ ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ βεβαιῶ τὸν κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, ὅτι οὐδεμίαν γνῶσιν τούτων ἔχω. Βεβαίως, ἐὰν καὶ ταῦτα ἐγνώριζον, ἂς εἶναι βέβαιος, ὅτι ἤθελον ἀπαλλάξει αὐτὸν τοῦ κόπου τούτου.
§92Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀποτείνησθε πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ οὐχὶ πρὸς τὸν Βουλευτήν.
§94Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπίσης, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι ἡ ἀποδοθεῖσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀδιαφορία, ὡς πρὸς τὰς ἀστυνομικὰς ἀρχὰς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βάλτου, δὲν εἶναι ἀληθές· διότι ὁμολογουμένως πρό τινος χρόνου μετετέθη ἐκεῖθεν ἢ μᾶλλον παρῃτήθη ὁ ἀστυνόμος Βάλτου, ἀλλ’ ἔχω πληροφορίας, ὅτι οὗτος ἀντικατεστάθη. Ἐπίσης πρὸ δύο ἡμερῶν ἐδημοσιεύθη ἡ ἀπόλυσις τοῦ ἀστυνόμου Ἰδομένης καὶ Θυάμου, δὲν γνωρίζω δέ, ἂν καὶ οὗτος ἀντικατεστάθη μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ἔχω πλήρη τὴν βεβαιότητα, ὅτι καὶ οὗτος ἐντὸς ὀλίγου θ’ ἀντικατασταθῇ. Ἄλλως τε, Κύριοι, δὲν παρῆλθε μακρὸς χρόνος, ὥστε νὰ ἀδικῶμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἐπικρίνωμεν αὐτὴν ὡς ἐπιδεικνύουσαν ἀδιαφορίαν περὶ τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς ἐν Βάλτῳ. Τὸ μόνον, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι νὰ ἐνισχύσῃ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπεσπασμένη εἰς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βάλτου, διότι ὁμολογουμένως πρὸ μικροῦ ἡ δύναμις αὕτη ἐξησθένησεν ἐπὶ πολύ...
§95ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦτο ὅλοι συνέστησαν.
§96Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σεῖς περιεγράψατε τὴν κατάστασιν. Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἐπάναγκες διὰ τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαβασιλείου ἔχει τὸν λόγον.
§98Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων περὶ τοῦ ζητήματος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἴσως θὰ ἦτο περιττὸν νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ γεγονότα ταῦτα ἔλαβον χώραν εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας, ὅπου ἡ ἐπίβλεψις δὲν εἶναι ἄμεσος καὶ ταχεῖα, τί νὰ εἴπωμεν διὰ παρόμοια γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐν μέσαις Ἀθήναις, καὶ δὴ διὰ τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν Ἀμπελοκήποις παρ’ ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος διετέλει ἐν ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ; Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, κύριε Πρόεδρε, χωρὶς νὰ ἔχῃ καμμίαν σχέσιν εἰς τὴν συνοικίαν τῶν Ἀμπελοκήπων, γινόμενος ὄργανον τρίτων, ἦλθεν εἰς ἔριδα μετὰ καταστηματάρχου καὶ ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ, προσεκάλεσε δὲ καὶ ὑπαξιωματικὸν εἰς βοήθειαν αὐτοῦ, καὶ διέπραξε τοιαύτας πράξεις καὶ ταραχὰς ἐν τῇ συνοικίᾳ ἐκείνῃ τὴν ἑσπέραν τῆς 25 Μαρτίου, ὥστε ὁμοιάζουσιν αἱ πράξεις αὗται πρὸς τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁμιλήσαντες περὶ δημοσίας ἀσφαλείας, ἀνέφεραν πρὸ μικροῦ. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο τῶν Ἀμπελοκήπων, τοῦ ὁποίου ἐπελήφθη ἤδη ἡ Δικαιοσύνη, εἰς ἣν ἐπεδόθη ἡ δέουσα καταγγελία, συνδέεται μὲ ἕτερον γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶναι λίαν ἐπίφοβον, καὶ ὀφείλει ἡ Πολιτεία νὰ λάβῃ αὐστηρὰ μέτρα, ἵνα μὴ ἐξακολουθήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν πρὸς τοὺς νόμους εὐπείθειαν καὶ εὐλάβειαν τῶν πολιτῶν ἀπογοητεύει, ἀφ’ ἑτέρου δὲ παριστᾷ τὸν στρατὸν ἐν πλήρει ἀναρχίᾳ. Καὶ ἄλλοτε συνέβησαν ὅμοια γεγονότα, ὧν ἔχω δύο εἰς τὴν μνήμην μου. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο μὲ ἐξέπληξεν, ἤθελον δὲ τὸ καταγγείλει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔλαβε χώραν, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Βουλὴ ἦτο εἰσέτι ἀκατάρτιστος, καὶ μετὰ ταῦτα ἐπῆλθον αἱ ἕνεκα τοῦ Πάσχα διακοπαί. Δὲν θέλω νὰ καταπονήσω τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ γεγονὸς τοῦτο συνδέεται μὲ τὸν στρατὸν, τὸ ἀναφέρω. Ἐνῷ δηλαδὴ ἐπρόκειτο περὶ ἔριδος ἰδιωτικῆς, ἔλαβε μέρος ὁλόκληρος στρατὸς, καὶ δὲν ἔλαβε μέρος μόνον ὁ στρατὸς κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἔριδος, — ὅπερ θὰ ἐδικαιολόγει πως τὴν τοιαύτην ἐπέμβασιν, — ἀλλ’ ὁ ἀξιωματικὸς διέταξεν ἕνα συνοδόν του ὑπαξιωματικὸν, καὶ οὗτος μετέβη εἰς δύο λόχους τοῦ Μηχανικοῦ, παρὰ τὸ Γουδὶ ἐστρατοπεδευμένους δι’ ἄλλον σκοπὸν, δι’ ἀσκήσεις δηλονότι, καὶ ἐζήτησεν ἔνοπλον βοήθειαν παρ’ αὐτῶν ἐν καιρῷ νυκτὸς καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ ἀξιωματικοῦ τῶν λόχων τούτων. Ἐνταῦθα δὲ ἐγείρεται ἡ ἀπορία μου, ἂν ἠδύναντο οἱ στρατιῶται, 60 τὸν ἀριθμὸν, νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸν τόπον τῆς συμπλοκῆς, κατὰ διαταγὴν δὲν γνωρίζω τίνος — διότι ἔχω πληροφορίαν, ὅτι ὁ ἁρμόδιος ἀξιωματικὸς τοῦ λόχου ἔλειπε — καὶ νὰ ἀρχίσουν τὸ πῦρ καὶ ἐπιφέρουν τελείαν καταστροφὴν εἰς τὸ κατάστημα. Μετὰ τὴν καταστροφὴν δὲ ταύτην ἐπετέθησαν καὶ κατὰ τοῦ παρακειμένου ὄπισθεν οἰκήματος, ὅπου κατῴκουν οἰκογένειαι πολυμελεῖς· οὕτω δὲ καθ’ ὅλας τὰς πλευρὰς τῆς οἰκίας ἐπυροβόλουν ἀσυνειδήτως, ὥστε αἱ γυναῖκες καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν μόλις ἠδυνήθησαν νὰ σωθῶσι μεταξὺ τῶν διαμέσων τῶν παραθύρων. Αἱ σφαῖραι διῆλθον ἐξ ὅλων τῶν πλευρῶν τῆς οἰκίας, καὶ ἐνεπάγησαν εἰς τὰς κλίνας, ὑπέστησαν δὲ μεγάλην ἠθικὴν βλάβην καὶ φοβερὸν τρόμον αἱ κατοικοῦσαι οἰκογένειαι, διασωθεῖσαι ὡς ἐκ θαύματος ἀπὸ τῶν πολυαρίθμων βλημάτων τῶν ὅπλων. Ἐπεθύμουν νῦν νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν,—διὰ τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζω διατὶ τόσον ἀνυσυχοῦσί τινες τῶν συναδέλφων,— ἂν ἐλήφθησαν μέτρα παρὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας, ἥτις ὑπέστη τραῦμα σοβαρὸν, ἀνεξαρτήτως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ ὑπόθεσις.
§99ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νέου γεγονότος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται τὴν στιγμὴν ταύτην, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἐπισήμως δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη τίποτε ἀκριβῶς, πρέπει νὰ ἐπανορθώσω ἀνακρίβειάν τινα, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαμῶν συναδέλφου πρὸ μικροῦ λεχθεῖσαν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις κωφεύει εἰς ὅλας τὰς ἐπικλήσεις, τὰς ὁποίας ἀπευθύνομεν πρὸς αὐτὴν πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἀστυνομιῶν τοῦ Κράτους. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ἀναγκαζόμεθα πολλὰς ἐνισχύσεις νὰ ζητῶμεν καθ’ ἑκάστην, καὶ ἡ Γενικὴ Διοίκησις βεβαίως δὲν κωφεύει εἰς τὰς αἰτήσεις ταύτας. Πρέπει ὅμως νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι, ἂν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν ὅλαι αἱ αἰτήσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων περὶ ἐνισχύσεως τῶν διαφόρων σημείων τοῦ Κράτους, ὅπου ἡ ἀσφάλεια ὁπωσδήποτε καθυστερεῖ, τότε ἔπρεπεν ὁλόκληρος ὁ στρατὸς ἡμῶν νὰ χρησιμοποιῆται διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν.
§100Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ποίαν ἄλλην δουλειὰν ἔχει;
§101ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἔχει. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐνισχύσεις στέλλονται, δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ σταλῶσι καὶ ὅλαι αἱ ἐνισχύσεις, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται ἀπὸ τὰ διάφορα σημεῖα τοῦ Κράτους.
§102Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Ἄνευ τῆς ἐνισχύσεως τῶν ἀστυνομιῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ καθαρισθῇ τὸ ἔδαφος ἀπὸ τοὺς φυγοδίκους...
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον, κύριε Δαγρέ. Ὁ κύριος Λιδωρίκης ἔχει τὸν λόγον.
§104Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ γεγονότος, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἔπεσε θῦμα ὁ συμπολίτης μου Καρανίκας, ἀκριβῶς τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Ἐν Ἀμπελοκήποις ὑπάρχει ἓν παντοπωλεῖον, διευθυνόμενον ὑπὸ τοῦ συμπολίτου μου Καρανίκα, ἔχοντος ἐκεῖ καὶ οἰκίαν, τὴν ὁποίαν ἐνοικιάζει εἰς διαφόρους. Μίαν ἑσπέραν εἷς ἀξιωματικὸς καὶ εἷς ἐπιλοχίας εἰσῆλθον ἐντὸς τοῦ καταστήματος καὶ ἐπετέθησαν ἀδοκήτως κατὰ τοῦ καταστηματάρχου. Ἀμυνόμενος ὁ καταστηματάρχης τοῖς ἀφήρεσε τὰ ξίφη. Τοῦτο ἐθεωρήθη παρ’ αὐτῶν ὡς μεγίστη προσβολή· ἔσπευσαν δὲ ἀμφότεροι εἰς τὸν λόχον τῶν τηλεγραφητῶν καὶ ἔλαβον ὑπὸ τὰς διαταγάς των 60 στρατιώτας, τοὺς ὁποίους παρέταξαν καθ’ ὅλους τῆς στρατιωτικῆς τέχνης τοὺς κανόνας πέριξ τοῦ καταστήματος. Μετ’ ὀλίγον ἅπασα ἡ συνοικία εὑρίσκετο ἐν ἀναστατώσει, διότι ὁμαδὸν πυρὰ διηυθύνοντο κατὰ τῆς οἰκίας καὶ τοῦ καταστήματος. Ἐντὸς τῆς οἰκίας τοῦ παντοπώλου κατῴκουν πολλαὶ οἰκογένειαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπῆρχε καὶ μία γυνὴ ἔγκυος, ἡ ὁποία καὶ ἀπέβαλεν ἐκ τοῦ τρόμου. Ἔκτοτε παρῆλθον ἡμέραι 40. Ἴσως ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ, διότι πλὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ ὁ ἀδικηθεὶς Καρανίκας κατήγγειλε καὶ πολίτην τινά, φέρει δὲ τὴν δικαιολογίαν ἡ Γενικὴ Διοίκησις, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως, διότι ἔχει ἤδη ἐπιληφθῆ αὐτῆς ἡ πολιτικὴ Δικαιοσύνη, ὡς συμπράξαντος τοῦ καταγγελθέντος ἀξιωματικοῦ μετὰ πολίτου. Νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἠδύνατο διοικητικῶς νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀλλὰ δύναμαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ παραπονεθῶ καὶ διὰ τὴν βραδύτητα τῆς πολιτικῆς Δικαιοσύνης, ἥτις οὐδὲν μέχρι σήμερον ἔπραξε. Καίτοι ἔκτοτε παρῆλθεν ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα, περιφέρονται ἐλεύθεροι ὅ τε ὑπολοχαγὸς καὶ ὁ ἐπιλοχίας, ἀσχολούμενοι εἰς τὸ νὰ παρασκευάζωσι ψευδομάρτυρας πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἀληθῶς βανδαλικῆς πράξεως, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. ἀνακριτὴν ταχεῖαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐνέργειαν.
§105ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς λέγεται ὁ ἀξιωματικός;
§106Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω.
§107ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ἀκαταλόγιστος!
§108Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν ταῖς λοιπαῖς ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ἐπὶ τὸ ὑπερβολικώτερον παρεστάθησαν τὰ πράγματα ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων, τῶν ὁμιλησάντων περὶ δημοσίας ἀσφαλείας ἐν ταῖς ἰδίαις αὐτῶν ἐπαρχίαις· ἔχω δὲ καὶ λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι ἐπὶ τὸ ὑπερβολικώτερον ἐγένετο ἡ παράστασις τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἐκεῖνο ὅμως, περὶ τοῦ ὁποίου δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, εἶναι, ὅτι πλέον ἢ ὑπερβολικῶς παρεστάθησαν τὰ πράγματα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἐν Μεσσηνίᾳ, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαμῶν Βουλευτοῦ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οὐχὶ 500, ἀλλ’ οὐδὲ 50 φυγόδικοι λυμαίνονται τὴν ἐπαρχίαν Καλαμῶν, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὴς ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον ἀνέφερε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμῶν. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι οὐδέποτε ἐν Μεσσηνίᾳ οἱ φυγόδικοι ἔλειψαν· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐπίσης, ὅτι εἶναι ὅλως ἔκρυθμος ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Μεσσηνίᾳ, καὶ ὅτι χρειάζονται συντονώτατα μέτρα, ὅπως ἐπανέλθῃ καὶ παγιωθῇ ἡ τάξις ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἐνισχύσεως τῶν ἀστυνομιῶν. Καὶ λέγω τοῦτο, ὄχι διότι ἔκτακτόν τι συμβαίνει, ἀλλὰ διότι ἀπό τινος χρόνου ἕνεκα τῆς ἀφυπηρετήσεως πολλῶν ἀστυφυλάκων αἱ ἀστυνομίαι ἔχουσιν ἠλαττωμένην τὴν δύναμιν αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον λόγον, κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐνισχυθῶσιν αἱ ἀστυνομίαι καὶ ἐν Μεσσήνῃ καὶ ἐν ταῖς λοιπαῖς ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους. Ἡ ὥρα τοῦ ἔτους, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, εἶναι ἡ ὥρα, καθ’ ἣν πλεῖσται ἐγκληματικαὶ πράξεις λαμβάνουσι χώραν, εἶναι ἡ ὥρα, καθ’ ἣν οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὴν γῆν, οἱ γεωργοὶ, ἀπερχόμενοι εἰς τὰ κτήματά των, σιδηροφοροῦσιν, εἶναι ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐπέρχεται ἡ συγκομιδὴ τῶν καρπῶν, ἡ δίδουσα ἀφορμὴν εἰς ἔριδας καὶ ἀδικήματα. Ἐντεῦθεν ἔριδες συχνάκις συμβαίνουσι μεταξὺ γεωργῶν ὁπλοφορούντων. Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἐποχὴν τοῦ ἔτους δὲν ὑπάρχῃ ἀρκετὴ στρατιωτικὴ δύναμις, ἵνα καταστέλλῃ τὴν πρὸς τὸ ἀδίκημα ῥοπὴν τῶν διαφόρων ἀτάκτων στοιχείων, θέλομεν ἀφεύκτως ἀριθμήσει πολλοὺς φόνους καὶ ἀναιρέσεις. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, συντάσσομαι πρὸς τὴν γνώμην τῶν κυρίων συναδέλφων, τῶν συστησάντων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἰδιαιτέρως δὲ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἐνισχύσῃ τὰς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους διὰ δυνάμεως, ἣν θὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Οὐχ ἧττον ἐπαναλαμβάνω, κύριε Πρόεδρε, νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Μεσσηνίᾳ δὲν εἶναι τοιαύτη, ὁποίαν ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαμῶν Βουλευτής· διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐν Μεσσηνίᾳ οὐδέποτε ἔλειψαν οἱ φυγόδικοι, ἐὰν δέ τινες φυγοδικῶσιν ἤδη, ἐὰν ὑπάρχωσί τινες, κατὰ τῶν ὁποίων εἶναι ἐκδεδομένα ἐντάλματα συλλήψεως, καὶ ταῦτα δὲν ἐξετελέσθησαν, ἐνδεικνύεται ἐντεῦθεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἐνισχύσεως τῶν ἀστυνομιῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρέπον νὰ παριστάνωμεν τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τόσον ἔκρυθμον, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη τῆς παρουσίας ἑκατοντάδων εὐζώνων, ἵνα κατασταλῶσι τὰ τελούμενα ἐν Μεσσηνίᾳ δῆθεν ἐγκλήματα.
§109Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ αἴτια τὰ ὠθήσαντα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὴν νὰ ἐκφράσῃ ἀμφιβολίας περὶ ὅσων ἐγὼ ἐξέθηκα. Τὰ αἴτια ταῦτα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὴς δύναται νὰ γνωρίζῃ, καὶ δὲν κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἐκθέσω ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὅ,τι ἐγὼ ἰσχυρίσθην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἶναι ἀληθές. Ὁ κ. ἐκ Μεσσήνης Βουλευτής, διαμένων ἐν Ἀθήναις, ἀγνοεῖ τὰ τελούμενα ἐν Μεσσηνίᾳ, ἀγνοεῖ ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις ἐκεῖ. Ἐγὼ ὅμως, κύριε Πρόεδρε, ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζων τὰ πράγματα, ἐν πεποιθήσει ἐξέθηκα ὅσα ἐξέθηκα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ποίαν ἄλλην ἀπόδειξιν τῆς καταστάσεως θέλετε, Κύριοι, ἢ ὅτι οἱ θέλοντες νὰ μεταβῶσιν ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ συνοδεύωνται ὑπὸ δεκάδος ὁπλοφόρων, ὡς συμβαίνει εἰς τὸν ἐμὸν ἀδελφόν; Ὁ κ. Μερλόπουλος βεβαίως ἀγνοεῖ τί γίνεται. Ποίαν μεγαλειτέραν ἀπόδειξιν ὅσων λέγω θέλετε ἢ ὅτι ἐγὼ αὐτὸς κατήγγειλα πράξεις φυγοδίκων ἢ φυγοποίνων, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν πράξεις ἀξιοποίνους, οἷον ζῳοκτονίας, δενδροτομίας κλπ., ἐν αὐτῇ τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι μου, καὶ ὅμως μένουσιν ἀκαταδίωκτοι; Ἐν αὐτῷ τῷ ἰδιαιτέρῳ χωρίῳ μου, εἰς τὸ ὁποῖον κατοικεῖ ὁ ἀδελφός μου, ὑπάρχουσι φυγόδικοι, οἱ ὁποῖοι περιφέρονται ἐλεύθεροι. Ἀμφισβητεῖ τοῦτο ὁ κ. συνάδελφος; Ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀποδείξω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων, οἱ ὁποῖοι λυμαίνονται τὰς ἐπαρχίας Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης, καὶ ἐξ αὐτοῦ θὰ ἀποδειχθῇ ἡλίου φαεινότερον, ὅτι ἡ ἐκεῖ δημοσία ἀσφάλεια οὐδέποτε ἄλλοτε εὑρίσκετο εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκεται ἀπό τινος καιροῦ. Εἰς δὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπαντῶν λέγω ὅτι, ἂν ἡ Γενικὴ Διοίκησις δὲν φέρῃ τὴν εὐθύνην, τότε ποία εἶναι ἡ αἰτία τῆς καταστάσεως ταύτης τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Μεσσηνίᾳ; Ἀπὸ δύο περίπου μηνῶν ἀσχολοῦμαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπανορθώσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Μεσσηνίᾳ, ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδὲν ἠδυνήθην νὰ κατορθώσω, ἕνεκα τῆς ἀδιαφορίας τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας καὶ φωνὰς τῶν συμπολιτῶν μου, συνιστώντων τὴν θεραπείαν τοῦ μεγίστου τούτου κακοῦ τῆς Μεσσηνίας. Ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ δὲν θὰ ἐπέλθῃ, ὡς εἶπεν ὁ κύριος ἐκ Καλαμῶν συνάδελφος, διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῶν ἀστυνομιῶν, διότι εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ὅταν τοποθετῆται ἔν τινι ἀστυνομίᾳ, ὡς ἐκ τῶν σχέσεων, τὰς ὁποίας συνάπτουσι τὰ ὄργανα τῆς ἀστυνομίας μετὰ τῶν πολιτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργήσῃ ἀνεπηρεάστως. Φρονῶ ἀδιστάκτως καὶ ἐκ πεποιθήσεως ὑποστηρίζω, ὅτι μόνον διὰ τῆς ἐγκαταστάσεως ἀποσπασμάτων καὶ διὰ τοῦ διορισμοῦ ἀξιωματικῶν ἱκανῶν καὶ ἀμερολήπτων δύναται νὰ καθαρισθῇ τὸ ἔδαφος τῆς Μεσσηνίας ἀπὸ τῶν φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων, οὐχὶ δὲ διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῶν ἀστυνομιῶν. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης, ἥτις ἔχει φέρει εἰς ἀπελπισίαν τὸν λαὸν ἐν Μεσσηνίᾳ.
§110Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, διότι ἡ Κυβέρνησις βεβαίως θέλει αὐστηρότατα λάβει μέτρα καὶ θέλει περιορίσει τὸ κακὸν κατὰ τὸ δυνατόν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως εἰδικῶς τὸ συμβὰν ἐν Ἀθήναις, περὶ οὗ ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ συμπολίτης μου, εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐξετελέσθη ἡ τοιαύτη πρᾶξις, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα ἐπ’ αὐτῆς. Ἡ πρᾶξις αὕτη κατηγγέλθη, καὶ εὐτυχῶς ἐγένετο ἡ δέουσα ἐνέργεια, καὶ ἡ ἀνάκρισις, δραστηρίως ἐργασθεῖσα, ἐξέδωκεν ἐντάλματα συλλήψεως. Σήμερον εἶδον τὸν παθόντα καταστηματάρχην, ὅστις οὐδὲν ἄλλο παράπονον ἔχει ἢ ὅτι βραδύνει ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἐνταλμάτων. Ἀνησυχητικὸν θὰ ἦτο διὰ τὴν κοινὴν γνώμην, ἐὰν ἐπὶ τοσοῦτον σοβαροῦ ἐγκλήματος δὲν ἐνηργοῦντο δραστηρίως τὰ δέοντα. Συνιστῶ ὅθεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συστήσῃ εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐνταλμάτων.
§111Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Πρὸ πόσων ἡμερῶν ἐξεδόθησαν, ὥστε νὰ ἐκτελεσθοῦν ἀμέσως;
§112ΑΡΙΣΤ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀλλ’ ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ διὰ τὴν κατάστασιν τῆς φυγοδικίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, καὶ νὰ ἐφελκύσω τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει συσταθῶσι μόνιμα ἀποσπάσματα εἰς διαφόρους ἐπαρχίας, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἐπαρχία Αἰγιαλείας. Ὑπάρχουσιν ἐκεῖ φυγόδικοι, καὶ δὴ ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπικινδύνων, οἱ ὁποῖοι ἐλευθέρως περιέρχονται τὰ διάφορα χωρία, λυμαινόμενοι ἀπελπιστικῶς τοὺς χωρικούς. Ἔχω συγγενεῖς εἰς ἕν χωρίον, καὶ ἀπειλοῦνται δι’ ἁρπαγῆς αἱ θυγατέρες αὐτῶν, τὰς ὁποίας ἕνεκα τούτου μεταφέρουσιν οἱ γονεῖς των εἰς τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν πρὸς ἀσφάλειαν...
§113Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἔχετε ἐρωτολήπτους φυγοδίκους! (ἱλαρότης).
§114ΑΡΙΣΤ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τοῦ συμφέροντος φυγοδίκους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐγκληματήσει, ἔχουσι διαπράξει φόνους οἰκογενειῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐλεύθεροι περιέρχονται τὰ χωρία, ἀπειλοῦντες τὰς οἰκογενείας, αἱ ὁποῖαι ὡς ἐκ τούτου ἔπαθον ζημίας καὶ καταστροφὰς, ἀναγκασθεῖσαι νὰ ἐγκαταλίπωσι τὰ κτήματα αὐτῶν τὰ ἀγροτικὰ, καὶ πεινῶσι νὰ καταφύγωσιν εἰς τὴν πόλιν τοῦ Αἰγίου, ἀφοῦ ἀπειλεῖται ἡ ζωὴ αὐτῶν ἐν τοῖς κτήμασί των. Ἐπανειλημμένως ἐγένοντο φόνοι φρικτοὶ καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ μετ’ αὐτάς. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ καὶ, εἰ δυνατὸν, ν’ ἀποστείλῃ ἀπόσπασμα μόνιμον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Αἰγιαλείας πρὸς περιφρούρησιν τῶν χωρικῶν, ὅπως ἐπανερχόμενοι εἰς τὰς ἑστίας των ἐπιδοθῶσιν εἰς τὰ ἔργα αὑτῶν.
§115Π. ΚΗΡΥΚΟΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ θέσω τὴν κατακλεῖδα...
§116ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ κατακλείς.
§117Π. ΚΗΡΥΚΟΣ. ... τῆς περὶ δημοσίας ἀσφαλείας συζητήσεως. Ὡς γνωστὸν, ἡ καταδίωξις τῶν φυγοδίκων καὶ τῶν κακοποιῶν στοιχείων ἀνατίθεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν χωροφυλακὴν καὶ τὴν ἀστυνομίαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα. Προκειμένου ὅμως περὶ ἀστυνομίας, νῦν, ὅτε ἐπίκειται ἡ κατάργησις αὐτῆς, δὲν δύναταί τις ν’ ἀπαιτήσῃ νὰ κάμωμεν νέους ἀστυφύλακας, διότι αὐτοὶ θὰ συγχωνευθῶσιν εἰς ἄλλα σώματα, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νέου νομοσχεδίου. Τὸ μόνον, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ μεριμνήσῃ, εἶναι ἡ ἐνίσχυσις τῶν ἀστυνομιῶν, διότι μέχρι τοῦδε δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνισχύσῃ αὐτὰς ἕνεκα τῶν γυμνασίων καὶ ἄλλων λόγων σχετικῶν. Περὶ τούτου δὲ ἀκριβῶς καὶ ἐγὼ ἐποιησάμην παραστάσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Θηβῶν, ἡ ὁποία ἐνῷ ἤδη τείνει νὰ καταστῇ προάστειον τῶν Ἀθηνῶν, ἐν τούτοις λυμαίνεται ὑπὸ φυγοδίκων, διότι ἔτυχε ν’ ἀποδράσῃ ἐκ τῶν φυλακῶν εἷς κατάδικος εἰς ἰσόβια δεσμά, ἐκεῖθεν καταγόμενος, ὅστις ἀπειλεῖ ὁλόκληρον τὴν ἐπαρχίαν, συνεννοούμενος μετ’ ἄλλων τινῶν κακοποιῶν στοιχείων. Ἡ κατάστασις αὕτη βεβαίως εἶναι παροδική, ὡς ἦτο παροδικὴ καὶ ἡ ἐν Μεσσηνίᾳ, εἰς ἣν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ μεταβῶ ὡς ἀνώτερος ἐπόπτης. Εἶναί τινες ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι ἕνεκα συνθηκῶν συμφυῶν πρὸς τὸ ἔδαφος καὶ τὰς ἕξεις τῶν κατοίκων καὶ ἕνεκα ἄλλων λόγων φιλοξενοῦσι τοιαῦτα στοιχεῖα· ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὕτη παρέρχεται μετὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσιν αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἀστυνομίαν Θηβῶν, ἡ ὁποία ἔχει μόνον 16 ἄνδρας τοῦ μεταβατικοῦ ἀποσπάσματος, πρὸς σύλληψιν ἢ ἐξόντωσιν τῶν κακοποιῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα λυμαίνονται τὴν εὐρεῖαν ἐκείνην ἐπαρχίαν.
§118Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Δι’ ὅσων εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ συμπολίτης μου νομίζω ὅτι ἠδίκησε τὸν παθόντα ἐν Ἀμπελοκήποις καταστηματάρχην κ. Καρανίκαν. Διότι ὁ κ. Καρανίκας δὲν ἔχει παράπονον κατὰ τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ἐγὼ ἐμέμφθην τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς ἢ τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ἀνεφέρθην πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ ἐπεισοδιακῶς ἀνέφερα τὰ τοῦ γεγονότος τῶν Ἀμπελοκήπων, δὲν ἦλθον εἰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας ἕτερος συνάδελφος ἀνέφερε, διότι ἀκριβῶς ἤθελον νὰ χωρίσω τὸ ζήτημα τῶν σκηνῶν αὐτῶν ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ, τὸ καθαρῶς στρατιωτικόν, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσεν ὅτι διατελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ, καίτοι ἡ πρᾶξις ἔλαβε χώραν πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, ἐξεγείρασα τὴν ἀγανάκτησιν τῆς κοινωνίας. Ὁ παθὼν ἐπέδωκε δύο μηνύσεις, μίαν πρὸς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς καὶ ἑτέραν πρὸς τὸ Φρουραρχεῖον. Καὶ γνωρίζω ὅτι ἐγένοντο αἱ ἀπαιτούμεναι ἀνακρίσεις εἰς τὸ Φρουραρχεῖον, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω τὸ πόρισμα τῶν ἀνακρίσεων τούτων. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ἐφορεύων τὰ τοῦ στρατοῦ, δύναται νὰ λάβῃ αὐστηρὰ μέτρα, ὅπως μὴ συμβαίνωσι τοιαῦται πράξεις, καταρρίπτουσαι τὸ γόητρον τοῦ στρατοῦ, διότι βεβαίως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἀξιωματικὸν νὰ προσλαμβάνῃ ἐπικουρίαν ὁλοκλήρου λόχου στρατιωτῶν πρὸς κορεσμὸν ἀτομικῶν παθῶν καὶ διατάραξιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.
§119Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρατηρῶ ὅτι ὁ κ. συμπολίτης μου ἀγνοεῖ μόνον μίαν λεπτομέρειαν, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἐπελήφθη ἡ πολιτικὴ Δικαιοσύνη τῆς ὑποθέσεως ταύτης, δέον νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἐνοχὴ τῶν κατηγορουμένων, ὅπως κατόπιν δυνηθῶσιν αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ νὰ τιμωρήσωσι τοὺς ἐνόχους. Ἀφοῦ δ’ ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως ἡ πολιτικὴ Δικαιοσύνη, ἐκδοῦσα τὰ ἐντάλματα, δέον ν’ ἀποδειχθῇ πρῶτον ἡ ἐνοχὴ τῶν κατηγορουμένων, καὶ μετὰ ταῦτα θὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δεῖ ἡ ποινικὴ Δικαιοσύνη. Ἐγὼ οὔτε ὑπεστήριξα, οὔτε θὰ ὑπεστηρίξω ποτὲ τὴν αὐθαιρεσίαν. Πάντοτε ἐπολέμησα καὶ θὰ πολεμῶ αὐτήν. Ἐγὼ, ὡς καὶ ὁ κ. συνάδελφος, θέλω ἐπιδιώξει τὴν τιμωρίαν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἢ στρατιώτου ἢ πολίτου, τῶν ἀδικησάντων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δέον ν’ ἀναμείνωμεν τὰς νομίμους ἐνεργείας, χωρὶς νὰ προβαίνωμεν εἰς ἐπικρίσεις προώρους. Ἐπειδὴ δὲ σήμερον τυχαίως εἶδον τὸν παθόντα, ὅστις εἶναι ἄξιος συμπαθείας, ἤκουσα παρ’ αὐτοῦ ὅτι ἔχει παράπονον μόνον διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν ἐνταλμάτων.
§120Κ. ΓΡΙΒΑΣ. Ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἔθιξε τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἤμην ἐγὼ, καὶ βεβαίως δὲν ἔθιξα αὐτὸ, ἵνα κατηγορήσω τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ παρεκάλεσα καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐνισχύσωσι τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν ὑπὸ ἔποψιν δημοσίας ἀσφαλείας. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὸν λόγον, δι’ ὃν ὁ ἐκ Βάλτου συνάδελφος κ. Β. Καραπᾶνος ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα οὔτε διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ Βάλτου, οὔτε διὰ τὴν κατάστασιν ἄλλης ἐπαρχίας. Ὡμίλησα διὰ τὴν ἰδικήν μου ἐπαρχίαν, καὶ δι’ αὐτὴν παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν πρὸς ἐπαναφορὰν τῆς διασαλευθείσης τάξεως.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§122ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἀπήντησεν ἀμέσως εἰς τὴν χθὲς ὑποβληθεῖσαν πρὸς αὐτὸν ἐρώτησιν, καὶ ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ θέματος, ὅπερ ἐλπίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι σχετίζεται πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν ὑπόθεσιν. Διότι, ἐὰν γενικῶς διακοπὴ σχέσεων μεταξὺ Κρατῶν ἄλλων ἢ ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχῃ λόγον νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς τὴν ἰδιαιτέραν, βεβαίως διακοπὴ σχέσεων, δι’ ὃν λόγον λέγεται ὅτι ἐπίκειται, μεταξὺ Ρουμανίας καὶ Τουρκίας πρέπει πάντως ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Διότι εἶναι ἀδύνατον τοιαύτη διακοπὴ σχέσεων καὶ ἐκ τοιούτων λόγων νὰ μὴ ἀπασχολῇ ἤδη τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ διότι ἡ Βουλὴ ἐν τοιούτῳ θέματι, καθ’ ὃ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐνασχόλησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐξέτασιν καὶ τῶν λόγων, δι’ οὓς γίνεται ἢ ἐγένετο ἡ διακοπὴ, καὶ τῆς τροπῆς, ἣν ἐκ τούτου θέλει λάβει ἡ ὑπόθεσις, ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ἐκφράσῃ εὐχὴν καὶ δηλώσῃ γνώμην, ἐνισχύουσαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸν δυσχερῆ ἀγῶνα, ὃν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἔχει νὰ ἀναλάβῃ, ἢ καὶ ἀνέλαβεν ἤδη. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπληροφόρησε τὴν Βουλήν, ὅτι «ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία ἀνεκοίνωσεν αὐτῷ, ὅτι ἡ Ρουμανικὴ Πρεσβεία ἐπέδωκε διακοίνωσιν πρὸς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην, ἐν ᾗ ἐζητεῖτο: 1) τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τῶν Ἰωαννίνων διὰ τὴν πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῶν Ρουμανικῶν σχολείων διαγωγήν του, διότι, ὡς λέγει ἡ διακοίνωσις, ἐφυλάκισε καὶ κακομετεχειρίσθη αὐτούς, καὶ 2) τὴν ἀναγνώρισιν τῆς Ρουμανικῆς ἐθνικότητος ἐπισήμως ἐν Τουρκίᾳ· ἄλλως ὑπεδείκνυεν, ὅτι ἡ Ρουμανία ἔβλεπεν ἑαυτὴν ὑποχρεωμένην νὰ διακόψῃ τὰς μετὰ τῆς Τουρκίας σχέσεις. Μέχρι τοῦδε ὅμως, προσέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν ἔχει εἴδησιν, ἂν ἐπῆλθε καὶ ἡ διακοπὴ αὕτη.» Αἱ πληροφορίαι αὗται τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔρχονται εὐτυχῶς ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς τελευταίας Κυανῆς Βίβλου, τῆς κατατεθείσης εἰς τὰς Ἀγγλικὰς Βουλὰς, τῆς δευτέρας περὶ Τουρκίας, τοῦ ἔτους 1905. Ἐν τῇ Βίβλῳ ταύτῃ περιέχονται ἔγγραφα, ἅτινα εἶναι ἄξια τοῦ κόπου νὰ διέλθῃ τις, διότι ἐν αὐτοῖς εὑρίσκομεν τὴν ἱστορίαν τοῦ ζητήματος κατὰ τὸ τελευταῖον αὐτοῦ στάδιον, καθ’ ὃ καὶ φαίνεται ὅτι τὰ Ρουμανικὰ αἰτήματα προσέκοψαν εἰς ἄρνησιν, ἥτις καὶ προὐκάλεσε τὸ ἄγγελμα τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας ἡμῶν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ εἰς ἡμᾶς ἐνταῦθα μεταδοθέν. Τῷ ὄντι ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ τοῦ ἀρξαμένου ἔτους 1905 περιέχεται ἔγγραφον, ὑπ’ ἀριθμὸν 62, τῆς 10 Νοεμβρίου 1904, ἐν ᾧ λέγεται, ὅτι ὁ ἐν Λονδίνῳ ἀντιπρόσωπος τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως, κατ’ ἐντολὴν αὐτῆς, ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας τὴν ἐπικουρίαν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἔργον τῆς Ρουμανικῆς, προσπαθούσης νὰ ἔλθῃ εἰς συμφωνίαν μετὰ τῆς Πύλης, ὅπως γένηται χρῆσις τῆς Ρουμανικῆς γλώσσης εἰς τὰ ἐν Μακεδονίᾳ σχολεῖα καὶ τὰς ἐκκλησίας, διότι ὁ Πατριάρχης καταβάλλει ἀγῶνας, ὅπως ἐπιβάλῃ γενικῶς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Ἐζητήθη, κατὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ἡ ἐπικουρία τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἔργον, ὅπερ εἶχεν ἤδη ἀναλάβει ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅπως κατορθώσῃ τὴν ἀναγνώρισιν τὴν ὁριστικὴν Ρουμανικῶν κοινοτήτων καὶ ἀλλαχοῦ μὲν, ἀλλὰ καὶ ἐν Μακεδονίᾳ ἰδιαιτέρως, καὶ τὴν ἄρσιν τῶν ἐμποδίων, ἅτινα ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης παρενέβαλλεν εἰς τοῦτο, ζητῶν — λέγει ὁ πρεσβευτὴς ἀνακριβῶς — νὰ ἐπιβάλῃ γενικῶς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν εἰς τὰς ἐκκλησίας, τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, τὴν ἀπ’ αἰώνων ἐν χρήσει εἰς ἁπάσας τὰς ὀρθοδόξους ἐκκλησίας καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας. Εἰς τὰς περὶ τοιαύτης ἐπικουρίας αἰτήσεις τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας ἀπήντησεν, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο εἶναι ἓν ἐξ ἐκείνων, περὶ ὧν ἐσκόπει νὰ ὁμιλήσῃ μετὰ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας κ. Ὄκονωρ, ὅστις κατὰ σύμπτωσιν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τοῦ ἔτους εὑρίσκετο ἐν Ἀγγλίᾳ. Μετά τινα χρόνον δέχεται ὁ Ἄγγλος Ὑπουργὸς τὰς εὐχαριστίας τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συνῄνεσε νὰ ὁμιλήσῃ μετὰ τοῦ εἰρημένου πρέσβεως, εἰς οὗ τὰς γνώμας ἀποδίδεται μεγάλη βαρύτης, ὁ δὲ Βρεττανὸς Ὑπουργὸς γράφει τὴν 20 Δεκεμβρίου πρὸς τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπιτετραμμένον τῆς Ἀγγλίας, παραγγέλλων αὐτῷ νὰ ἐξετάσῃ παρὰ τοῖς διπλωματικοῖς κύκλοις, εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα, καὶ ἔπειτα νὰ ἐξετάσῃ καὶ παρὰ τῇ Πύλῃ, βλέπων καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὴν δὲ 3 Ἰανουαρίου λαμβάνεται ἀπάντησις ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, καὶ τὴν 19 Ἰανουαρίου ἔρχεται διὰ Κωνσταντινουπόλεως εἰς Λονδῖνον ἡ εἴδησις, ὅτι, ἐπιτρεψάσης τῆς Πύλης ἄδειαν νὰ λειτουργήσῃ παρεκκλήσιον Ρουμανικὸν ἐν Μοναστηρίῳ, ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς Μοναστηρίου ἐξηγέρθη, ὑπῆρξε δὲ ἀνάγκη δραστηριωτάτης προνοίας πρὸς ἀποσόβησιν δεινῶν περιπλοκῶν. Εἶναι ἀληθῶς ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ἐξετάσῃ τις, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἀπάντησις τοῦ ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας ἐν Κωνσταντινουπόλει, μετὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος, κατὰ τὴν παραγγελίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ἐν μεταφράσει νὰ ἀναγνώσω τὸ σύντομον τοῦτο ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 137. Ἐν Κωνσταντινουπόλει τῇ 3 Ἰανουαρίου 1905. Πρὸς ἀπάντησιν εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς Ὑμετέρας Εὐγενείας ὑπὸ χρονολογίαν 20 παρελθόντος μηνὸς, ἐβεβαιώθην, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτῶν ἐποιήσαντο κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον πλατωνικὰς ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Πύλην ἢ τὰ Ἀνάκτορα, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν τελευταίων τούτων μηνῶν, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς αἰτήσεως τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἀποδεχθῇ κανονισμόν, καθ’ ὃν θέλει ἐπιτραπῆ εἰς τοὺς Ρουμανοφώνους λαοὺς τῆς Μακεδονίας νὰ ἔχωσι προσηκόντως ἀνεγνωρισμένας κοινότητας μετὰ δικαιωμάτων ὁμοίων πρὸς ἐκεῖνα, ὧν ἀπολαύουσιν οἱ ἄλλοι χριστιανικοὶ λαοί. Αἱ τοιαῦται κοινότητες θέλουσιν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ποιῶνται χρῆσιν τῆς Ρουμανικῆς γλώσσης ἐν ταῖς ἐκκλησίαις καὶ τοῖς σχολείοις αὐτῶν, ὡσαύτως δὲ καὶ ἐν ταῖς πράξεσι γεννήσεως καὶ θανάτου καὶ τοῖς ἄλλοις ἀστικοῖς ἐγγράφοις. Ἠρώτησα χθὲς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ποῦ εὑρίσκετο τὸ ζήτημα. Ἡ Α. Ἐξ. ἀπεκρίθη, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶχε συζητήσει αὐτὸ τὴν προτεραίαν, ἔπεμψε δὲ μασβατᾶν εἰς τὰ Ἀνάκτορα, συνιστῶν, ὅπως ἡ αἴτησις τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως εἰσακουσθῇ. Πλὴν τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐκληφθῇ ὡς σημεῖον βέβαιον, ὅτι τὸ ζήτημα ἐλύθη, διότι πολλοὶ εὐνοϊκοὶ μασβατάδες περὶ τοῦ ζητήματος τούτου προαπεστάλησαν εἰς τὰ Ἀνάκτορα εἰς προγενεστέρας εὐκαιρίας. Τὸ Πατριαρχεῖον, εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ μεταχειρισθῇ πᾶν τὸ δυνάμενον νὰ ἐπιδράσῃ σοβαρῶς ἐν τοῖς Ἀνακτόροις, ὅπως προληφθῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ ἀναγκαίου ἰραδὲ, ὁ δὲ Τεφὶκ πασσᾶς εἶπε, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χθεσινῆς ἡμῶν συνομιλίας, ὅτι ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις θέλει πράξει καλῶς, ἂν οἱ Κουτσόβλαχοι ἀποδίδωσιν ἀξίαν εἰς τοὺς ἀφορισμοὺς τῶν Πατριαρχείων, νὰ ἐξευμενίσῃ πρῶτον τὴν Αὐτοῦ Παναγιότητα, πρὶν ἢ ζητήσῃ τὴν κοσμικὴν ἔγκρισιν τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως.» Ἐκ τούτου γίνεται καταφανὲς, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν παράκλησιν τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως, ἐπέστησε τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀλλ’ εἰς τὸ θέμα, εἰς ὃ οὕτως ἐπέστησε τὴν προσοχὴν ἐξ ἰδιαιτέρας παρακλήσεως, ἀπὸ καιροῦ ἐνέκυπτεν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις. Καὶ ἀπόδειξις αὐτὸ τοῦτο, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπε πρὸς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ρουμανίας, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἐξ ἐκείνων, περὶ ὧν ἐσκόπει νὰ ὁμιλήσῃ πρὸς τὸν Ἄγγλον ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτήν. Καὶ πρὸς σχηματισμὸν γνώμης ἐνταῦθα περὶ τοῦ ἐν τοῖς κύκλοις τοῖς πολιτικοῖς ἐν Ἀγγλίᾳ κρατοῦντος περὶ τὸ θέμα τοῦτο ἐνδιαφέροντος, καλὸν εἶναι νὰ ἴδωμεν, τί δύναταί τις νὰ πορισθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐν ταῖς Βίβλοις ταῖς ἐκδεδομέναις. Θέλω δὲ παραλάβει ἐκεῖθεν τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα εἰς τὴν συζήτησιν. Ἡ Ἀγγλία, εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι πολὺ πρότερον ἐνέκυπτε περὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ὅτι ἤδη ἐν ἔτει 1903 ἐν συνομιλίᾳ τοῦ Ἄγγλου ἐν Βουκουρεστίῳ πρεσβευτοῦ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Ρουμάνου περὶ τοῦ θέματος τούτου ἀντηλλάγησαν σκέψεις. Τὸ περὶ τούτων ἔγγραφον εἶναι ἐκ τῶν ἐχόντων ἰδίαν ἀξίαν, καὶ πρέπει καὶ τοῦτο νὰ ἀναγνωσθῇ ἀκέραιον (ἀναγινώσκει): «Ἐν Βουκουρεστίῳ τῇ 13 Ἰανουαρίου 1903. Μεγάλη στενοχωρία ἐξακολουθεῖ νὰ βασιλεύῃ ἐν τοῖς κυβερνητικοῖς κύκλοις, λέγει ὁ ἐν Βουκουρεστίῳ πρεσβευτὴς, ὁ Ἄγγλος, πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἔκβασιν τῶν μεταρρυθμίσεων, ἃς αἱ Κυβερνήσεις Αὐστροουγγαρίας καὶ Ρωσσίας προτίθενται νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὸν Σουλτάνον ὑπὲρ τῆς κρείττονος διοικήσεως τῶν τουρκικῶν ἐπαρχιῶν ἐν Μακεδονίᾳ. Ἡ Ρουμανία δὲν δύναται νὰ ἀξιώσῃ ν’ ἀκουσθῇ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ἐν ᾧ βεβαίως ἐνδιαφέρεται, καὶ ἕνεκα τούτου ἐξ ἀνάγκης τὸ πᾶν ἀναμένει ἐκ τῆς εὐμενοῦς προστασίας Γερμανίας καὶ Αὐστρίας. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Κυβέρνησις μένει ἐκτεθειμένη εἰς τὰς ἐπιθέσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις κατηγορεῖ τοῦ κ. Στούρζα καὶ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ ἀμέλειαν τῶν συμφερόντων τοῦ ἐν Μακεδονίᾳ Ρουμανικοῦ λαοῦ. Οἱ Ρουμᾶνοι οὗτοι, ἢ, ὡς συνήθως ἀποκαλοῦνται, Κουτσόβλαχοι, ἤτοι χωλοὶ βλάχοι», — ταῦτα ἑρμηνεύων λέγει ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, — «γενικῶς λογίζονται ὑπὸ τῶν ἐν τῷ Βασιλείῳ Ρουμάνων ἀπὸ 400,000 εἰς 800,000. Ἀλλ’ ἐγὼ μανθάνω ἐκ καλῆς Βουλγαρικῆς πηγῆς, ὅτι ἀριθμοῦνται τὸ πολὺ εἰς 100,000. Ἐξαιρέσει, ὡς μανθάνω, τῆς γείτονος τοῦ Μοναστηρίου περιφερείας, εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ διεσπαρμένοι ἀνὰ τὴν μεσημβρινὴν Μακεδονίαν καὶ ἐν ταῖς περιοχαῖς ταῖς ὁμόροις εἰς τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος. Οὐδεὶς σοβαρὸς πολιτικὸς διατείνεται, ὅτι ἡ ἐν Μακεδονίᾳ ὕπαρξις 100,000 ἢ πλειόνων Ρουμάνων δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τὸ Βασίλειον δικαίωμα ἀξιώσεως ἐδαφικῆς ἐπεκτάσεως ἐν Μακεδονίᾳ. Ἀλλὰ τὸ γενικῶς ἐπικαλούμενον πολιτικὸν σχέδιον εἶναι...» — καὶ παρακαλῶ εἰς τοῦτο νὰ προσέξῃ ἡ Βουλὴ, διότι ἐν τούτῳ κεῖται τὸ πρῶτον ἔδαφος, ὅπερ ἐξέλεξεν ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐνέργειαν αὑτῆς, ἔδαφος πολὺ διάφορον τοῦ σημερινοῦ καὶ προδήλως οὕτω πεπλασμένον, ὅπως ἀσφαλέστερον δυνηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημερινὸν ἔδαφος, τὸ ἀνωτέρω ἐμφανισθέν. — «Ἀλλὰ τὸ γενικῶς ἐπικαλούμενον πολιτικὸν σχέδιον εἶναι ἡ προσπάθεια νὰ ἑνώσωσι τοὺς Ρουμάνους καὶ Ἕλληνας καὶ αὐτὸν τὸν ἐν τῇ χώρᾳ Τουρκικὸν λαὸν ἐναντίον τῶν ἐφόδων τοῦ Σλαυϊκοῦ λαοῦ, καὶ οὕτω νὰ σώσωσι τὴν Μακεδονίαν ἀπὸ ὁλοσχεροῦς ὑπὸ τῶν σλαυϊκῶν φύλων προσαρτήσεως. Ἀναγνωρίζουσιν ὅτι, ἂν ἡ Βουλγαρία ἐπιτύχῃ ἐπέκτασιν ἐδαφικὴν ἐν Μακεδονίᾳ, τὸ πρῶτον μετὰ τοῦτο ἐγχείρημα ἔσται ἡ ἀνάκτησις τῆς Δοβρούτσης, ἥτις, ὡς ἡ Ὑμετέρα Εὐγένεια γινώσκει, ἐδόθη εἰς τὴν Ρουμανίαν ὡς ἀντιστάθμισμα τῆς ἀπωλείας τῆς Βεσσαραβίας μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἐν ἔτει 1877 πολέμου, καὶ ἥτις περιλαμβάνει τὴν Κωνστάντσαν, τὸν μόνον σπουδαῖον ῥουμανικὸν λιμένα.» Ἡ ὁμιλία αὕτη ἐγένετο τὴν 13 Ἰανουαρίου 1903, προφανῶς ἐν γνώσει τοῦ ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας προέκειτο νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς πάσας τὰς Δυνάμεις ἡ διακοίνωσις τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ χρονολογίαν 17 Ἰανουαρίου, δι’ ἧς ἡ Ρουμανία ἐζήτει, παρεμβᾶσα εἰς τὴν συζήτησιν περὶ μεταρρυθμίσεων ἐν Μακεδονίᾳ ὡς ἐνδιαφερομένη Δύναμις, νὰ καταλάβῃ θέσιν ἐν Μακεδονίᾳ ἐν πλήρει ἰσότητι μετὰ τῶν ἄλλων λαῶν ὁ Ρουμανικὸς λαός. Ἕπεται καὶ ἄλλη συνομιλία, ἥτις ὅμως δὲν ἔχει ἰδιαιτέραν σημασίαν. Τὸ Ρουμανικὸν τοῦτο σχέδιον, περὶ οὗ ὁμιλεῖ ὁ ἐν Βουκουρεστίῳ Ἄγγλος πρεσβευτὴς, ἦτο ἐπαρκὲς εἰς τὰς τότε ἀνάγκας. Ἤρκει τότε νὰ παρεμβῇ καὶ ἡ Ρουμανία, ὡς παρενέβαινεν ἡ Σερβία, ὡς παρενέβαινεν ἡ Ἑλλὰς, διαμαρτυρόμεναι διὰ τὰ συμβαίνοντα, ὥστε τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἡ περὶ τὴν ὑπόθεσιν ἀναγκαίως ὑπάρχουσα διαφωνία νὰ εὕρῃ τρόπον, ὅπως ἀπολήξῃ εἰς συμφωνίαν διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, ὅστις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πολλῶν στοιχείων παρεμβαινόντων, ἐπέρχεται κατ’ ἀνάγκην. Καὶ οὕτω τὴν 21 Φεβρουαρίου, ὁμονοησασῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἐξεδόθη τὸ πρῶτον σχέδιον τῶν μεταρρυθμίσεων, τὸ τῆς 21 Φεβρουαρίου 1903, ὑπὸ τῶν δύο Δυνάμεων, ὑποβληθὲν εἰς τὸν Σουλτάνον καὶ ἐγκριθὲν ἐπὶ τέλους ὑπ’ αὐτοῦ. Θὰ ἦτο μακρὸν νὰ προχωρήσῃ τις εἰς τὴν ἔρευναν τῶν γενομένων ἔπειτα, ἵνα προβιβασθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ὑπὸ τῆς Ρουμανίας εἰς ὃ σημεῖον προεβιβάσθη. Ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐν τῷ ζητήματι ηὐμοίρησε προστατῶν, καὶ προστατῶν οὐχὶ πλέον «κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον πλατωνικῶς ἐργασθέντων», — ὅπως εἴδομεν ὅτι λέγει τὸ πρῶτον ἔγγραφον, ὅπερ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς, — ἀλλ’ οἵτινες, παρακολουθήσαντες ἐκ τοῦ πλησίον τὸ ζήτημα, κατώρθωσαν νὰ συντελέσωσιν εἰς τὰς προόδους, ἃς ἀναγκαζόμεθα ταύτην τὴν ὥραν μετὰ λύπης νὰ πιστοποιήσωμεν. Ἐμνήσθην πρὸ ὀλίγου τῆς ἐνεργείας τῆς ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους 1903. Κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1904 (ἓν ἔγγραφον εὑρίσκεται ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ, τῇ τότε ἐκδοθείσῃ, ὁμιλοῦν περὶ τῆς Ρουμανικῆς ὑποθέσεως, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἔγγραφον 182, ἐν ᾧ μεταξὺ ἄλλων εὑρίσκετε ταῦτα) τοιαῦτα λέγει ὁ αὐτὸς πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας, μεταδίδων εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτοὺς τοὺς λόγους τοῦ Ρουμάνου Ὑπουργοῦ: «Ἡ δρᾶσις τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως ηὐνοήθη ὑπὸ τῆς Πύλης, ἥτις τελευταῖον ἐπέτρεψε τὴν ἵδρυσιν Ρουμανικοῦ Προξενείου ἐν Ἰωαννίνοις», — αὐτοῦ ἐκείνου τοῦ Προξενείου, οὗτινος αἱ πράξεις ἐγέννησαν τὸ πρῶτον κεφάλαιον τῆς διαμαρτυρίας τῆς Ρουμανίας. — «Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου ὁ Ἕλλην Πατριάρχης ἠρνήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησιν τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συγχωρηθῇ ἡ τέλεσις τῶν ἱερουργιῶν Ρουμανιστὶ, ἔστω καὶ ὑπὸ Ρουμάνων ἱερέων, ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν»· — δηλαδὴ, ἔστω καὶ ὑπὸ ἀργυρωνήτων καὶ ἀποκηρυχθέντων ἱερέων Ἑλληνοβλάχων, οἵτινες προσηλυτίσθησαν, ἵνα ἀνοίξωσιν ἐκεῖ Ρουμανικὰς ἐκκλησίας καὶ λειτουργήσωσι Ρουμανιστὶ, καὶ ἀφορισθέντων. Ἐνταῦθα καταφαίνεται τὸ ἔδαφος τὸ νέον. Ἐνῷ ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις, ἐν ἔτει 1903, ἐπελαμβάνετο, διὰ τῆς ἀναμίξεως, ἣν ἐζήτει νὰ ἐπιτύχῃ, ἀναγνωριζομένης εἰς αὐτὴν θέσεως ἐν Μακεδονίᾳ, ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῶν Ἑλλήνων καὶ Τούρκων ν’ ἀντιταχθῇ ἐναντίον τῶν ἐφόδων τῶν Σλαύων, ἐνταῦθα ἀποκαλύπτεται ἐξελθοῦσα εἰς πόλεμον κατὰ τῶν συμφερόντων τῶν Ἑλληνικῶν· διότι δὲν πιστεύω, ὅτι εὑρίσκεταί τις οὔτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὔτε ἀλλαχοῦ, ὅστις νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ, ὅτι ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις, ἐπεμβαίνουσα εἰς τὰ ἔργα τοῦ Πατριάρχου, εἰς τὰ δίκαια τοῦ Πατριάρχου, καὶ συντελοῦσα διὰ τῶν ἀποστόλων αὑτῆς εἰς τὴν ἀπόσπασιν ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ ποιμνίου, — τοῦ συμπαγεστάτου ἐν Μοναστηρίῳ καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου ὑπάρχουσιν Ἑλληνικαὶ κοινότητες, — εἰς τὴν ἀπόσπασιν Ἑλλήνων διὰ πλαγίων ἐνεργειῶν, διὰ σκευωριῶν καὶ διὰ τοῦ συνήθους ὀργάνου, δι’ οὗ οἱ τοιοῦτοι ἀπὸ τῶν πατρίων ἀποσπῶνται, μετέρχεται ἐχθρικὴν κατὰ τῶν Ἑλλήνων πολιτείαν· πιστεύω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ θεωρήσῃ, ὅτι τοιαῦται ἐνέργειαι εἶναι προπαρασκευαστικαὶ συμπνοίας μετὰ τῶν Ἑλλήνων καὶ συνεργασίας. — Καὶ ἐκ τούτου κατ’ ἀνάγκην ἀνάγεται ἡ μνήμη ἡμῶν εἰς τὰς ἐπευφημίας τῆς ἀδελφικῆς συμπνοίας καὶ συμπράξεως, ἃς ἀπήχησεν ἡ παραλία τῆς Ἀμπαζίας καὶ ἡ «Τραγιάσκα» τῶν Ἀθηνῶν. — Ἀλλ’ ἐκ τούτων ἐγεννήθη κατ’ ἀνάγκην στενοχωρία τοιαύτη ἐν Ἑλλάδι καὶ παρὰ τοῖς ἐπισήμοις Ἑλληνικοῖς κύκλοις, ὥστε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1904, ὁ Ἕλλην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἠναγκάσθη νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ ἐνταῦθα Ἄγγλου πρεσβευτοῦ ἐπὶ τῶν τελουμένων. Καὶ ἡ νέα Βίβλος, ἣν ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν, περιλαμβάνει, ἐν περιλήψει βεβαίως, τὴν λίαν ἐνδιαφέρουσαν συνέντευξιν τοῦ Ὑπουργοῦ μετὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας. Ὁ Ὑπουργὸς παρέστησε τὰ τελούμενα, καὶ ἐξετύλιξε συντόμως τὰς ῥᾳδιουργίας, τὰς σκευωρίας. Ἠναγκάσθη νὰ ἀναφέρῃ τὸ ὄνομα τοῦ Κωλέττη, τὸ ὄνομα τοῦ Σίνα, — ἠδύνατο νὰ προσθέσῃ τὸ ὄνομα τοῦ Ζαλοκώστα, τὸ ὄνομα τοῦ Ἀβέρωφ καὶ τόσα ἄλλα ὀνόματα πρώτης τάξεως Ἑλλήνων, — ἵνα εἴπῃ, ὅτι σκευωρίαι εἶναι ὅσα γίνονται εἴτε ἐν Ἠπείρῳ εἴτε ἐν Μακεδονίᾳ, — παραφράζω τοὺς λόγους τοῦ Ὑπουργοῦ, — ὅτι Ἕλληνες μόνον εἶναι ἐκεῖνοι, ἀφ’ ὧν ζητοῦσι νὰ ἀγρεύσωσι πολίτας οἱ Ρουμᾶνοι, καὶ ὅτι, ἂν οἱ Ἕλληνες οὗτοι στέργωσιν, ἵνα διακρίνωνται ὑπ’ ἄλλων — διότι αὐτοὶ δὲν διακρίνουσιν ἑαυτοὺς οὕτω — διὰ τοῦ ὀνόματος «Κουτσοβλάχων» εἴτε καὶ «Ἑλληνοβλάχων», οἱ Ἕλληνες οὗτοι εἶναι ἐνθερμότεροι παντὸς ἄλλου Ἕλληνος, προκειμένου περὶ τῶν Ἑλληνικῶν δικαίων (παρατεταμέναι ἐπιδοκιμασίαι).
§123Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀληθέστατον.
§124ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τῇ συνομιλίᾳ ταύτῃ λακωνικὴ ὑπῆρξεν ἡ διακοπὴ ἢ ἡ ἀπάντησις τοῦ ἐνταῦθα Ἄγγλου πρέσβεως. Εἶπεν ὁ κ. πρεσβευτής, ἀπαντῶν εἰς τοὺς λόγους τοῦ Ὑπουργοῦ....
§125ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ποίας ἡμερομηνίας εἶναι;
§126ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τῆς 7 Ὀκτωβρίου 1904. Ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Σήμερον πιέζουσιν οἱ Ρουμᾶνοι τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν σχίσματος, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν χρῆσιν τῆς Ρουμανικῆς γλώσσης εἰς τὰς ἐκκλησίας, καὶ ἡ αἴτησις αὕτη στερρῶς ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ὁ Πατριάρχης ἐμμένει σταθερὸς εἰς τὴν ἀπόρριψιν, καὶ ἐλπίζεται, ὅτι οὕτω θέλει ἐπιμείνει.» Ὁ ἔντιμος ἐν Ἑλλάδι ἀντιπρόσωπος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, ἀνὴρ πολλῆς ἀξίας...
§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Ἔτζερτον;
§128ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ἔλλιοτ... ἀνὴρ πολλῆς ἀξίας καὶ μεγάλης εἰλικρινείας, ἔχων ὅμως γνώμας καὶ καθήκοντα μὴ ἐξαρτώμενα ἐκ τῆς ἡμετέρας ἐγκρίσεως, διέκοψεν, εἰπὼν ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ὑπέβαλον, λέγει, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ προγενεστέρα ἱστορία (ἡ τελευταία ἱστορία) τῆς Βουλγαρικῆς ἐξεγέρσεως ἐνδεικνύει τὸ ἐπίκαιρον ἐπιδιώξεως πολιτικῆς νομιμοφροσύνης (ἢ πολιτικῆς ἀφοσιώσεως)—εἶναι λέξις ἀμετάφραστος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἡ λέξις, ἣν μεταχειρίζονται οἱ Ἄγγλοι, —δι’ ἐκκλησιαστικῆς παραχωρήσεως». Γνώμη ἁπλῆ, ἣν ἐκ τῆς συνομιλίας ἐπείσθη ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκφέρῃ ὁ Ἄγγλος πρεσβευτής, μὴ δεικνύουσα, ὅτι κατ’ ἐντολὴν ἐξεφέρετο, εἰς ἣν νομίζω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔδωκεν ἀρίστην ἀπάντησιν. Ὁ κ. Ρωμᾶνος «ἠρνήθη, ὅτι τὸ μέγα πλῆθος τῶν Κουτσοβλάχων ἐπεθύμει παντάπασι τὴν χρῆσιν τῆς Ρουμανικῆς γλώσσης εἰς τὴν λειτουργίαν, καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ περὶ αὐτῆς αἴτησις ἀπετέλει μέρος τοῦ σχεδίου τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιτύχῃ ἀνεγνωρισμένον ἔδαφος πρὸς νότον τῶν Βαλκανίων». Προσέθηκε δὲ, λίαν εὐστόχως, ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι αὐτὸς οὗτος δὲν θέλει πολὺ λυπηθῆ, ἐὰν ἴδῃ τιθεμένην εἰς ἐκτέλεσιν τὴν ἀπειλὴν τῆς ἀποσχίσεως ἀπὸ τῶν Πατριαρχείων. «Ἐὰν τοῦτο συμβῇ, οὐχὶ πλείονες τῶν 20,000 Κουτσοβλάχων ἐν Μακεδονίᾳ θὰ ὑπάρξῃ δυνατὸν νὰ παρακολουθήσωσι τὴν Σχισματικὴν Ἐκκλησίαν (ν’ ἀποσχισθῶσιν). 100,000 δὲ θέλουσιν ἐμμείνει πιστοί.»
§129ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσοι; 20,000;
§130ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Στρογγύλος ἀριθμὸς, στηριζόμενος εἰς τὴν στατιστικὴν, ἥτις τοὺς πλείονας προσηλύτους παρέχει εἰς τοὺς Ρουμάνους. Ὁ ἀκριβέστερος ἀριθμὸς κεῖται μεταξὺ τῶν δώδεκα καὶ δεκατριῶν χιλιάδων· ἀλλὰ καὶ οὗτοι δὲν φρονῶ, ὅτι, ἐὰν πρόκηται ν’ ἀντιμετωπίσωσι σχίσμα καὶ ἀφορισμὸν, ἤθελον παρακολουθήσει τοὺς πλάνους ἐκείνους, τοὺς παραπλανῶντας αὐτοὺς ἔξω τῆς ποίμνης. Ἡ συνομιλία αὕτη ἐγένετο τὸν Ὀκτώβριον...
§131ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοῦ 1904;
§132ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα τοῦ 1904, καὶ ἡ διακοπή, ἡ ἀπάντησις, ἣν ἐποιήσατο εἰς τοὺς λόγους τοῦ Ὑπουργοῦ ὁ κ. Ἔλλιοτ, ἔθεσε τὸν δάκτυλον ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Τὸ ζήτημα εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, περὶ οὗ ἐξήνεγκε γνώμην, ὅτι θὰ ἦτο ἴσως ἐπίκαιρον νὰ σκεφθῇ τις περὶ παραχωρήσεων, ἵνα λυθῇ ἡ δυσχέρεια. Ἐκ τούτου μετὰ τινα χρόνον προέκυψεν ἡ σημερινὴ ἀνάγκη. Ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις, μὴ ἐπιτυγχάνουσα περισσότερον, ὡς ἐκ τοῦ ὅτι, ὡς παρετηρήσατε, οἱ περίφημοι μασβατάδες, οἱ στελλόμενοι εἰς τὰ Ἀνάκτορα, εἶχον τὴν τύχην περίπου ὁμοίαν πρὸς τοὺς ἄλλους συνήθεις μασβατάδες ἐπὶ παντὸς ζητήματος ἐν Τουρκίᾳ, προῆλθεν εἰς τὴν πρόκλησιν, οἵαν ἠκούσαμεν χθὲς ὁρίζοντα τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, καὶ ἥτις βεβαίως ἐν τῇ διατυπώσει τῇ συντόμῳ τῶν δύο κεφαλαίων περιλαμβάνει πάντα ἐκεῖνα τὰ θέματα, ἅτινα ἀνεγνώσαμεν λεπτομερῶς ἐν τοῖς τηλεγραφήμασι, τοῖς περιγράφουσι τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐγένετο ἢ γίνεται ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων. Πρόκλησιν κατὰ τῆς Πύλης, ἐνέχουσαν κεκρυμμένην ἀπειλὴν ἀπειλὴν κατὰ τοῦ Πατριαρχείου. Διότι τίποτε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξῃ ἡ Πύλη, ἐὰν δὲν θίξῃ, ἐὰν δὲν μειώσῃ τὰ δικαιώματα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἐὰν δὲν ἐπεμβῇ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς, καὶ μόνης αὐτῆς. Διότι τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι ἀπολύτως ζήτημα ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ, ζήτημα ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ ἀπ’ αἰώνων τεθειμένου ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Μεγάλης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας· ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Μεγάλης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μεθ’ ἧς ἡμεῖς εἴμεθα συνδεδεμένοι διὰ δεσμῶν ἀρρήκτων, — «ἀναποσπάστων», λέγει τὸ Σύνταγμα, — καὶ ἀφ’ ἧς, πρὸς ἐκδήλωσιν τῆς ἑνότητος, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λαμβάνωμεν τὸ Μῦρον. Λοιπὸν, ἀπειλὴν κατὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις, ἂν ἐγίνετο ἐπὶ ἐδάφους ἐλευθέρου, ἤθελεν ἔχει σημασίαν ἀξίαν μειδιάματος, ἀλλὰ γινομένη ἐν τόπῳ, γινομένη ἐν χώρᾳ, ἐν ᾗ τὸ πᾶν κερδαίνεται διὰ σκευωριῶν παντοίων καὶ δι’ ἐπιδείξεως δυνάμεως, δυναμένης ὁριστικῶς νὰ ἐπιβληθῇ, γεννᾷ τὸν κίνδυνον, μήπως, παραβλεπομένου τοῦ δικαίου, ἡ Πολιτικὴ Ἀρχὴ ἔλθῃ καὶ λύσῃ αὐθαιρέτως αὐτὴ ζητήματα καθαρῶς ἐκκλησιαστικά. Εἶναι ἐκ τούτου, Κύριοι, προφανὲς, ὅτι ἡμεῖς ἐκ διπλοῦ λόγου ἔχομεν καθῆκον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου τῆς Μακεδονικῆς ὑποθέσεως, ὅπερ ταύτῃ τῇ στιγμῇ εὑρίσκεται ὑπὸ κρίσιν, δυναμένην νὰ ἔχῃ ὁριστικὰ ἀποτελέσματα. Ὤφειλον νὰ δείξω δι’ ὀλίγων λέξεων, κατὰ τίνα τρόπον, μικρὸν κατὰ μικρὸν, λύονται τὰ ζητήματα, τὰ συναποτελοῦντα ὅλα ὁμοῦ τὴν περιπλοκὴν, ἧς τὴν λύσιν ἀνέλαβον αἱ δύο Δυνάμεις, κατ’ ἐντολὴν καὶ τῶν ὑπολοίπων τεσσάρων, ἧς τὴν λύσιν, καθὼς καὶ τὰ κατὰ μέρος ζητήματα, ἐπιβλέπουσι καὶ αἱ τέσσαρες ἄλλαι Δυνάμεις καὶ παρακολουθοῦσι μετὰ ζήλου, φαινομένου μάλιστα, ὅτι ταύτην τὴν στιγμὴν καὶ αὐταὶ ἔρχονται εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ οἰκονομικοῦ ἐλέγχου. Ἡ τελευταία Βίβλος περιέχει τόσα μόνον ἔγγραφα καὶ ἐκεῖνα μόνον τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἀρκοῦσιν, ὅπως κατανοήσωσιν οἱ εἰς οὓς παραδίδονται τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ποῖα ζητήματα ἐλύθησαν ἢ ἔφθασαν πλησίον τῆς λύσεως. Καὶ ἐν ταύτῃ τρία μόνον ζητήματα θίγονται εἰδικῶς: τὸ ζήτημα τῆς παλιννοστήσεως τῶν Βουλγάρων προσφύγων εἰς τὸν νομὸν Ἀδριανουπόλεως, — ζήτημα διαρκοῦν ἀπὸ μακρῶν μηνῶν, καὶ ἐν ᾧ ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἀπαύστως ἔλεγεν ὄχι, ἐλύθη τὸ ζήτημα, καὶ ὑπεχώρησεν ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἤρξατο ἡ παλιννόστησις τῶν ὀλίγων ὑπολειπομένων προσφύγων τοῦ νομοῦ Ἀδριανουπόλεως: — τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ξένων ἀξιωματικῶν, — καθ’ ἧς πεισματώδη ἀντέταξεν ἄρνησιν, καὶ μετ’ ἀγερωχίας τινὸς ἴσως παραδόξου ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις: καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔληξεν, ἀναγνωρισθείσης καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἀνάγκης τῆς προσθήκης νέων ἀξιωματικῶν, οἵτινες καὶ ἐστάλησαν, καὶ πρὶν ἢ τὸ ζήτημα λυθῇ ἐπισήμως· — καὶ τρίτον τὸ ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν Ρουμάνων ἐν Μακεδονίᾳ, περὶ οὗ τὸ προτελευταῖον ἔγγραφον, τὸ περιλαμβανόμενον ἐνταῦθα, δεικνύει, ὅτι ὑπῆρχε πεποίθησις παρὰ τῇ Ἀγγλικῇ Κυβερνήσει, ὅτι προσήγγισεν εἰς τὸ τέρμα. Ἂν δὲ δὲν ἤρχετο τελευταῖον ἀπροσδόκητον τηλεγράφημα τοῦ ἐν Μοναστηρίῳ Ἄγγλου ὑποπροξένου πρὸς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ὅπερ θέλει ἀναγνωσθῆ ἐνταῦθα, τὸ ζήτημα θὰ ἦτο ἴσως ἐκείνην τὴν ὥραν εἰς ὁδὸν λύσεως καθ’ ἡμῶν. Τοιοῦτο τοὐλάχιστον εἶναι τὸ συμπέρασμα, ὅπερ ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα ἐγὼ συνάγω. (Ἀναγινώσκει): «19 Ἰανουαρίου». (Τηλεγραφεῖ ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς Λονδῖνον). Ἔλαβον τὸ ἑπόμενον τηλεγράφημα τοῦ ἐκπληροῦντος καθήκοντα ὑποπροξένου ἐν Μοναστηρίῳ. «Τῆς Πύλης δούσης ἄδειαν εἰς τοὺς Βλάχους νὰ ἐγκαινίσωσι τόπον λατρείας, ὅπως ἐν αὐτῷ τελῶσι τὰς ἱερουργίας αὐτῶν Ρουμανιστί, οἱ Ἕλληνες χθὲς καὶ σήμερον ἔκλεισαν τὰ καταστήματα αὐτῶν εἰς διαμαρτυρίαν. Μέχρι τοῦδε ἡ πόλις εἶναι ἥσυχος, ἀλλ’ ἐκ συμφώνου μετὰ τοῦ Ρώσσου συναδέλφου μου ὑπέδειξα εἰς τὸν Βαλῆν, ὅτι ἐξαιρετικαὶ προφυλάξεις πρέπει νὰ ληφθῶσι, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὰς ὁδοὺς διαδηλώσεις γεννῶσαι περαιτέρω δυσχερείας.»
§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Ἄγγλος ὑποπρόξενος τηλεγραφεῖ ταῦτα;
§134ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, ὁ Ἄγγλος ὑποπρόξενος. Καὶ εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ἴσως, καθ’ ἣν ἔγγραφον διπλωματικόν, ἀναγόμενον εἰς τὸ θέμα, —μηδ’ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων τοῦ προξένου, ὅστις ταύτην τὴν στιγμὴν τηλεγραφεῖ, ἐξαιρουμένων, —ἀναφέρει Ἕλληνας ἐν Μοναστηρίῳ. Οἱ Βούλγαροι οὐδ’ ἕνα δέχονται ὑπάρχοντα Ἕλληνα ἐν Μοναστηρίῳ· οἱ Ρουμᾶνοι, ὅτε ὁμιλοῦσι περὶ Ἑλληνοβλάχων, οὓς ὀνομάζουσι «Ρουμάνους», ἐνίοτε δὲ, ὅπως ἐπεξηγῶνται καὶ καθίστανται καταληπτοὶ (διότι δὲν ἐννοοῦσιν οἱ ἀκούοντες τὸ ὄνομα Ρουμᾶνοι ἢ προσποιοῦνται, ὅτι δὲν ἐννοοῦσι), συγκαταβαίνουσι νὰ ὀνομάσωσιν αὐτοὺς ἐπιβοηθητικῶς «Κουτσοβλάχους», ἀρνοῦνται εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ὀνομάζωνται «Ἕλληνες», καὶ διὰ τρόπου ὑβριστικοῦ, οὗ ἕνεκα ἡ χρῆσις τῆς λέξεως μετεβιβάσθη μετέπειτα καὶ εἰς τοὺς Βουλγάρους, τοὺς τοιούτους Ἕλληνας, τοὺς ἐπιμένοντας νὰ ὀνομάζωνται μόνον «Ἕλληνες», ἀποκαλοῦσι «Γραικομανεῖς» ἢ «Ἑλληνομανεῖς». Ἀλλ’ ὅταν οἱ Γραικομανεῖς ἢ Ἑλληνομανεῖς οὗτοι, ὡς θέλουσι νὰ τοὺς λέγωσι, φθάσωσιν εἰς ὃ σημεῖον εὑρέθησαν ἐν Μοναστηρίῳ, καὶ δείξωσιν, ὅτι δὲν ἀστεΐζονται, ὅτι ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ ἐγερθῶσιν εἰς χιλιάδας, σύσσωμοι, ἐν μιᾷ πόλει, καὶ νὰ κλείσωσι τὰ καταστήματα αὐτῶν, νὰ ἐμπνεύσωσι δὲ φόβους δυσιάτων ταραχῶν, τότε ἀναγκάζονται ν’ ἀποκαλέσωσιν αὐτοὺς «Ἕλληνας». Ποῦ λοιπὸν εὑρέθησαν οἱ Ἕλληνες, ἐν πόλει, ἐν ᾗ μετὰ θάρρους διεκηρύττετο, ὅτι Βούλγαροι μόνον καὶ Ρουμᾶνοι ὑπάρχουσιν; Ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς: «Ἔχετε κἄν μίαν ἀπόδειξιν, ὅτι ὑπάρχουσιν Ἕλληνες ἐκεῖ; Καὶ ποῦ φαίνονται οἱ ὑμέτεροι Ἕλληνες;» Δυνάμεθα νῦν ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν πρὸς πάντας, ἐπὶ διπλωματικῶν ἐπισήμων ἐγγράφων στηριζόμενοι: «Ἔχετε ἀνάγκην ἄλλης ἀποδείξεως, πλὴν ταύτης; Ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις!» Εἶναι μέγας ἀτυχῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀφωτίστων ἢ τῶν μὴ θελόντων νὰ φωτισθῶσιν Εὐρωπαίων, οἵτινες ἀρνοῦνται ν’ ἀναγνωρίσωσιν εἰς τοὺς Βλάχους τὸ δικαίωμα νὰ λέγωσιν ἑαυτοὺς Ἕλληνας, ἐνῷ μόνον Ἕλληνες πρέπει νὰ λέγωνται, διότι αἰσθανόμενοι καὶ φρονοῦντες ὡς Ἕλληνες εἶναι καθαυτὸ Ἕλληνες. Οὐδ’ εἰς τοὺς κοινῶς ὀνομαζομένους Βουλγαροφώνους θέλουσι ν’ ἀναγνωρίσωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐνῷ καὶ οὗτοι, φρονοῦντες καὶ αἰσθανόμενοι ὡς Ἕλληνες, εἶναι Ἕλληνες, μόνον κατὰ τὴν οἰκογενειακὴν γλῶσσαν, ἰδίωμα σύμμικτον Ἑλληνοσλαυικόν, οὐχὶ Βουλγαρικόν, διακρινόμενοι. Τοιαύτη δὲ δήλωσις ξένης ἐπισήμου ἀρχῆς, ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ τηλεγραφήματος αὐτῆς περιλαμβανομένη, ἐξερχομένη τοῦ στόματος αὐτῆς, εἶναι ἀξία πολλῆς προσοχῆς. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐπιμείνω περισσότερον. Ἐξ ὅσων ἀπέδειξα ἐνταῦθα, ἐξ ὅσων εἶναι κοινῶς γνωστά, — καὶ εἶναι πάμπολλα τὰ κοινῶς γνωστά, — ἐξ ὅσων ἀκούομεν καὶ θὰ ἀκούσωμεν τὰς ἡμέρας ταύτας, εἶναι προφανές, ὅτι κινδυνεύει ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τῶν Πατριαρχείων, κινδυνεύει τὸ ἀξίωμα αὐτῶν, τὸ κῦρος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, κινδυνεύει ὁ Πατριάρχης, ἐκτεθειμένος εἰς παντοίας στενοχωρίας, ἐπισήμους καὶ ἀνεπισήμους, κινδυνεύει νὰ μὴ γνωρίζῃ ποῦ νὰ στηριχθῇ. Ἐν τῇ στενοχωρίᾳ ταύτῃ πᾶν τὸ Ἑλληνικὸν ἔχει καθῆκον νὰ συντάξῃ ἑαυτὸ εἰς ἓν σῶμα, καὶ ἕκαστος ἀπὸ πάσης ἄκρας, ὅπου ἂν εὑρίσκηται, καθῆκον ἔχει νὰ δώσῃ τὸ καθ’ ἑαυτὸν στήριγμα εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης Ἐκκλησίας· ἐκείνην τὴν ὑποστήριξιν, ἥτις δύναται νὰ προσδώσῃ εἰς αὐτὸν ἐπὶ πλέον δύναμιν, ὅπως ἀντιστῇ τελεσφόρως κατὰ τῆς δυσχερείας. Ἐν τῷ καθήκοντι δὲ τούτῳ ἡ ἐλευθέρα Ἑλλάς, πρώτη μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων πάντων, καθῆκον ἔχει νὰ φροντίσῃ νὰ μὴ ὑστερήσῃ. Καὶ ἡ Ἑλλάς, τοιαύτην ἔχουσα συναίσθησιν, τοιαύτην δηλοῦσα γνώμην, ἀνακηρυττομένην μάλιστα ἐν ὀνόματι πάντων ἐκ τοῦ περιβόλου τούτου ὑπὸ τοῦ Ἐθνικοῦ τούτου Συνεδρίου, θέλει βεβαίως καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν προσδώσει δύναμιν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἐπιτελοῦσα τὸ καθῆκον αὐτῆς μετὰ τῆς δραστηριότητος ἐκείνης καὶ τοῦ τόνου, ὃν εὐαρέστως ἀνεγνώρισα εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ τέως Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, θέλει παράσχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν εὐκολίαν, ἵνα παραστήσῃ εἰς τοὺς ξένους, ὅτι αἴτημα τοιοῦτον, ὁποῖον τὸ Ῥουμανικόν, οὕτω συγκινοῦν ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικόν, εἶναι ἀδύνατον νὰ συντελέσῃ εἰς ἄλλο τι ἢ μόνον εἰς τὸ νὰ περιπλέξῃ περισσότερον τὰ ἤδη ἀρκούντως δυσχερῆ πράγματα ἐν Μακεδονίᾳ. Αἱ Δυνάμεις πανηγυρικῶς ἐξεδήλωσαν τὴν ἐπιθυμίαν, ἐπεμβαίνουσαι εἰς τὰ τῆς Μακεδονίας, ἵνα συντελέσωσιν εἰς τὴν ἄρσιν τῶν ἐκεῖ μεγάλων ἀνωμαλιῶν καὶ εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τῆς εἰρήνης. Ἀλλὰ τοιαῦται ἐνέργειαι, ἀντὶ νὰ συντελῶσιν εἰς τὴν ἄρσιν τῶν ἀνωμαλιῶν καὶ εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τῆς εἰρήνης, τοὐναντίον ἀναρριπίζουσι πάθη καὶ μίση, ἀναρριπίζουσι τὸ αἴσθημα τῆς αὐτοσυντηρησίας, καὶ γεννῶσι μείζονα τὴν συναίσθησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμύνης. Ἐκ τοιούτων ἐπεμβάσεων, εἶναι προφανές, ὅτι ἡ εἰρήνη ἐν Μακεδονίᾳ δὲν θὰ πορισθῇ τὴν ὠφέλειαν, ἣν προσδοκῶσιν ἐκ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν ὅσοι τυχὸν τοιαύτας ἐνεργείας εὐνοοῦσιν. Ἡ ἐνέργεια κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ὑπεράνω αὐτῆς ἀκοντίζεται κατὰ τῶν ἐθνικῶν δικαίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐθνικῶν δικαίων, ἅτινα οὐδὲν ἄλλο ζητοῦσι ταύτην τὴν ὥραν ἢ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὰ ἐλευθέρα ἡ εἰρηνικὴ αὐτῶν ἀνάπτυξις, ἧς χάριν καὶ ἡ Ἑλλὰς προθύμως ἐδήλωσε πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὅτι πᾶσαν θέλει παράσχει συνδρομὴν εἰς ἐπαναφορὰν τῆς τάξεως ἐν Μακεδονίᾳ. Τὰ δίκαια ταῦτα προστατεύουσα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, τῶν δικαίων τούτων κηδομένη ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, κήδεται ἐν ταὐτῷ καὶ τῶν δικαίων τῶν Πατριαρχείων, τῶν προαιωνίων. Καὶ ἂν καλῶς χειρισθῇ τὸ Ἑλληνικὸν γένος σύσσωμον τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι, καίτοι τελευταῖον προσήγγισεν εἰς λύσιν ἀπαισίαν τὸ ζήτημα, ἐν τούτοις εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνασταλῇ ἐγκαίρως τὸ κακόν. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων).
§135ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν πιστεύω—καὶ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος ἐν ταῖς λεπτομερείαις—δὲν πιστεύω, λέγω, νὰ ἔχῃ ἀφορμήν τινα ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας.
§136ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τουναντίον, κύριε Ὑπουργέ, εἶπον, ὅτι ἔχω πεποίθησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§137ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν πιστεύω, λέγω, νὰ ἐδόθη ἀφορμή, ἐξ ἧς νὰ εἰκάζῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετέβαλε γνώμην ἢ ἤλλαξε πορείαν. Ὅταν δὲ δημοσιευθῶσιν ἔγγραφα, θὰ ἴδῃ, ὅτι ἐνέμεινεν, ἐφ’ ὅσον ἦτο αὐτῇ δυνατὸν, καὶ διὰ πάντων τῶν ἀποκειμένων αὐτῇ μέσων ἐνεργεῖ ὅ,τι ὀφείλει καὶ ὅ,τι πρέπει.
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι δήλωσιν, μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἵνα μὴ τυχὸν ὑπολειφθῇ, ὅτι ὑπάρχει κενόν τι. Ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ὑπάρχον συνταγματικὸν Ὑπουργεῖον, δὲν θέλομεν ποτὲ λησμονήσει τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ μείνωμεν εὐλαβεῖς καὶ πιστοὶ φρουροὶ τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θέλει ἐπὶ τούτῳ μᾶς παράσχει πάντοτε τὴν συνδρομήν της. (Χειροκροτήματα).
§139ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ἀφορμὴν λαβὼν ἐκ τῆς περιαδομένης διακοπῆς τῶν διπλωματικῶν σχέσεων μεταξὺ Ρουμανίας καὶ Τουρκίας, κατέδειξεν εἰς ἡμᾶς διὰ τῆς λεπτομεροῦς καὶ ἐξηκριβωμένης ἀγορεύσεώς του πάσας τὰς μέχρι τοῦδε ἐνεργείας τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως, δι’ ὧν αὕτη κατώρθωσε νὰ δημιουργήσῃ ἐν Μακεδονίᾳ, ἐν τῇ περιμαχήτῳ ἐκείνῃ Ἑλληνικῇ χώρᾳ, Ρουμανικὸν ζήτημα, νὰ διεγείρῃ δὲ ἤδη ὑπὲρ αὐτοῦ ζωηρὸν τὸ ἐνδιαφέρον πολλῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ τέλος νὰ καταστήσῃ αὐτὸ ἀντικείμενον διπλωματικῆς ῥήξεως πρὸς τὴν ὅμορον ἡμῶν Ἐπικράτειαν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἀφηγήθη πρὸς ἡμᾶς, ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων ἐγγράφων, εἰλημμένων ἐξ αὐτῶν τῶν Κυανῶν Βίβλων τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, πάσας τὰς σχετικὰς ἐνεργείας τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἐν Βουκουρεστίῳ καὶ ἐν Λονδίνῳ καὶ ἀλλαχοῦ, ἐνεργείας συντόνους καὶ ἐνδελεχεῖς καὶ ἐν πολλοῖς ἀποτελεσματικὰς δι’ ὃν οἱ Ρουμᾶνοι ἐπιδιώκουσι σκοπόν. Ἐπάναγκες ἐνόμισεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος νὰ ἐκθέσῃ πρὸς ἡμᾶς ἐμπεριστατωμένως τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος Ρουμανικὰς ἐνεργείας, δι’ ὧν κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὑπονομεύεται τὸ ἐκκλησιαστικὸν καὶ ἐθνικὸν ἡμῶν καθεστὼς ἐν Μακεδονίᾳ, ὅπως οὕτως ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐξάρῃ τὴν σημασίαν τοῦ ἀγῶνος, ὃν ἀπέναντι αὐτῶν διεξάγει τὴν σήμερον τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀποδείξῃ, ὅτι ἀπέναντι τοῦ ἀγῶνος τούτου δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἀπαθὴς καὶ ἀδιάφορος οὔτε ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους οὔτε τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος καὶ ἡ ἀντιπροσωπεία αὐτοῦ. Καὶ ἔσπευσαν μὲν μετ’ αὐτὸν νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἀλληλοδιαδόχως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ νὰ διατρανώσωσι τὸ μέγα ἐνδιαφέρον, ὅπερ πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἔχῃ διὰ τὸν ἀγῶνα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ συνησθάνθη βεβαίως ἀνακούφισιν ἐπὶ ταῖς δηλώσεσι ταύταις τῶν ἰθυνόντων νῦν τὰς τύχας τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τῆς ἐλευθέρας ταύτης γωνίας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἀνέμενον ν’ ἀκούσω καί τι πλέον παρὰ τε τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀνέμενον ν’ ἀκούσω οὐχὶ τὴν ἀνάγνωσιν μιᾶς καὶ μόνης ἐκθέσεως τοῦ ἐνταῦθα πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὴν Κυβέρνησίν του, ἐν ᾗ γίνεται λόγος περὶ βραχειῶν παραστάσεων τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἡμῶν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα, καὶ περὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἄγγλου πρεσβευτοῦ, ἥτις πᾶν ἄλλο ἦτο ἢ εὐμενὴς πρὸς τὰς ἡμετέρας ἀξιώσεις. Ἀνέμενον ν’ ἀκούσω εἴτε παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἴτε παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἐξ ἀντιθέτου πρὸς τὰς τῆς Ρουμανικῆς, ὡσαύτως διὰ μακρῶν καὶ ἐμπεριστατωμένως ἐκτιθεμένας καὶ τὰς ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ παρὰ τοῖς Ἀνακτοβουλίοις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, εἰς ἀπόκρουσιν μὲν τῶν ὑπερφιάλων καὶ ἀσυστάτων ὅλως Ρουμανικῶν ἀξιώσεων, εἰς περιφρούρησιν δὲ τῶν αἰωνίων καὶ ἀπαραγράπτων δικαίων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους. Οὕτω πως μόνον νομίζω ὅτι θὰ ἦτο πλήρης ἡ ἀνακούφισις ἡμῶν, θὰ καθησύχαζε δὲ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ ἡ ἐξεγηγερμένη ἤδη συνείδησις σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐπὶ τῇ ἐπιβουλῇ καὶ ὑπονομεύσει τῶν τιμαλφεστέρων συμφερόντων αὐτοῦ. Καὶ εἶναι, Κύριοι, αἰώνια καὶ ἀπαράγραπτα τὰ δίκαια τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν ἐν Μακεδονίᾳ, τὰ ὁποῖα, ὡς τοιαῦτα, δὲν δύναται νὰ παρίδῃ αὕτη, εἰμὴ ἐπὶ ἀπαρνήσει ἑαυτῆς, ἐπὶ ἀπαρνήσει αὐτῶν τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν, ἐφ’ ὧν ἑδράζεται ὁλόκληρος ὁ ὀργανισμός της, ὁλόκληρον τὸ θεῖον αὐτῆς οἰκοδόμημα. Ἤδη αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς καὶ θεμελιωτὴς αὐτῆς κατὰ τὴν ἐπὶ γῆς παρουσίαν του διεκήρυξεν, ὅτι ἦλθεν, ἵνα σώσῃ τοὺς πάντας, ἄνευ διακρίσεως φυλῆς καὶ ἔθνους, ὅπως ὦσιν οὕτω πάντες μία ποίμνη καὶ εἷς ποιμήν. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐδίδαξαν καὶ οἱ θεῖοι αὐτοῦ μαθηταὶ καὶ Ἀπόστολοι, καθ’ οὓς ἐν τῷ Χριστιανισμῷ «οὐκ ἔστι διαστολὴ Ἰουδαίου τε καὶ Ἕλληνος· ὁ γὰρ αὐτὸς Κύριος πάντων, ὁ πλουτῶν εἰς πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους αὐτὸν» (Ρωμ. ιʹ 12). Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς ἱδρύθη ἡ ἐπὶ γῆς στρατευομένη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἥτις εἶναι τὸ ἀπαύγασμα τῆς ἐν οὐρανοῖς θριαμβευούσης Ἐκκλησίας. Ὅπως δηλαδὴ ἐν ταύτῃ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ διάκρισις φυλῆς καὶ ἔθνους, οὕτω καὶ ἐν ἐκείνῃ δὲν ἐγχωρεῖ τοιαύτη διαστολή. Κατὰ τὴν πρώτην, Κύριοι, θεμελίωσιν τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἐπὶ γῆς ἡ τότε γνωστὴ Οἰκουμένη διετέλει μὲν κατὰ τὸ πλεῖστον ὑπὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ σκῆπτρον, τὸ τῶν Ρωμαίων αὐτοκρατόρων, ἀλλὰ διεκρίνετο εἰς πολλὰς φυλὰς καὶ ἔθνη. Αἱ διακρίσεις αὐταὶ δὲν εἶχον πάντοτε τοπικὰ ὅρια κεχωρισμένα. Ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ πόλει συνῴκουν οὐχὶ σπανίως διάφοροι λαοί. Οὕτως ἐν Αἰγύπτῳ καὶ τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ συνῴκουν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ Ἕλληνες, Ἰουδαῖοι, Αἰγύπτιοι, Σύροι καὶ παντοῖοι ἄλλοι λαοί, ἐν Ἰταλίᾳ Λατῖνοι καὶ Ἕλληνες, πᾶσαι δὲ σχεδὸν αἱ μεγάλαι πόλεις εἶχον νὰ ἐπιδείξωσι ψηφιδωτὸν τῶν ποικίλων φυλῶν καὶ ἐθνῶν τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Καὶ ὅμως οὐδαμοῦ τότε συνεστάθησαν φυλετικαὶ Ἐκκλησίαι, ἀλλὰ μόνον τοπικαὶ, ἀδιακρίτως ὅλως τῶν συνοίκων ἐν αὐταῖς λαῶν. Αἱ Ἐκκλησίαι ἐκεῖναι ἐκαλοῦντο τότε τῶν Ἱεροσολύμων, τῆς Ἀντιοχείας, τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Ἐφέσου, τῆς Σμύρνης, τῆς Θεσσαλονίκης, τῆς Κορίνθου, τῆς Ρώμης καὶ οὕτως ἐφεξῆς, ἀναλόγως δηλαδὴ τῶν πόλεων, ἐν αἷς αὗται ἱδρύοντο, ἐπεξέτεινον δὲ σὺν τῷ χρόνῳ τὴν δικαιοδοσίαν των ἐφ’ ὅλων τῶν ἄλλων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, αἵτινες ὑπ’ αὐτῶν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἱδρύοντο ἐντὸς τῶν χωρῶν, ὧν Μητροπόλεις ἦσαν αἱ ἕδραι των. Οὕτως ἀπὸ τοῦ πρώτου Ἐπισκοπικοῦ λεγομένου συστήματος διεμορφώθη σὺν τῷ χρόνῳ τὸ Μητροπολιτικὸν λεγόμενον σύστημα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, καθ’ ὅσον δὲ βραδύτερον συνεστάθησαν αἱ μεγάλαι πολιτικαὶ διοικήσεις ἐν τῷ Ῥωμαϊκῷ Κράτει, παρηκολούθησαν εἰς αὐτὰς καὶ αἱ μεγάλαι ἐκκλησιαστικαὶ διοικήσεις, ὑπὸ τὸ λεγόμενον Πατριαρχικὸν σύστημα. Ἔκτοτε, Κύριοι, ἐθεσπίσθη ὡς κανὼν ἀπαράβατος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, καθ’ ὃν αἱ ἐκκλησιαστικαὶ διοικήσεις, διασώζουσαι οὕτως ἀλώβητον τὸν τοπικὸν χαρακτῆρά των, καὶ ἀποφεύγουσαι ἐκ παντὸς τρόπου τὸν φυλετικὸν, ὡς ξένον καὶ ὀθνεῖον πρὸς αὐτὰς τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὤφειλον νὰ παρακολουθῶσι πάντοτε τὰς πολιτικὰς διοικήσεις. Ὁ κανὼν αὐτὸς ἔχει κῦρος οἰκουμενικὸν καὶ ὑποχρεωτικὸν διὰ τὴν ὅλην Ἐκκλησίαν, ὡς τοιοῦτος δὲ ἐθεσπίσθη ὑπὸ δύο Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῆς Δʹ καὶ τῆς Ϛʹ, ἔχων ἐπὶ λέξει ὡς ἑξῆς: «Τὸν ἐκ τῶν πατέρων ἡμῶν τεθέντα κανόνα καὶ ἡμεῖς παραφυλάττομεν, τὸν οὕτω διακελεύοντα, εἴ τις ἐκ βασιλικῆς ἐξουσίας ἐκαινίσθη πόλις ἢ αὖθις καινισθείη, τοῖς πολιτικοῖς καὶ δημοσίοις τύποις καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ἡ τάξις ἀκολουθείτω». (Ϛʹ Οἰκουμ. ληʹ. Παρβλ. καὶ Δʹ, ιζʹ). Συνῳδὰ πρὸς τὸν κανόνα αὐτὸν αἱ Ἐκκλησίαι τῆς πάλαι Βουλγαρίας, Σερβίας καὶ Μολδοβλαχίας, ἐφ’ ὅσον αἱ χῶραι ἐκεῖναι ἦσαν πολιτικῶς ἀνεξάρτητοι ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, διέσωζον ἀνεξαρτησίαν τινὰ, ὑπήχθησαν δὲ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἐκεῖ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅτε αἱ χῶραι αὐτῶν ὑπετάγησαν εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος, ὅπερ εἶχε πρωτεύουσαν τὸ Βυζάντιον. Ὅτε δ’ ἐξ αὐτῶν ἡ Σερβία καὶ ἡ Μολδοβλαχία ἔτυχον τῆς πολιτικῆς ἀνεξαρτησίας των, ὡς καὶ ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς πρὸ αὐτῶν, ἐχειραφετήθησαν καὶ ἐκκλησιαστικῶς ἐκ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Δὲν ἠδύνατο ὅμως, Κύριοι, νὰ συμβῇ τὸ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῆς Βουλγαρίας, ἧς οἱ κάτοικοι πρὸ τῆς πολιτικῆς ἀνεξαρτησίας ἐζήτησαν τὴν σύστασιν ἰδίας Ἐκκλησίας, ἀνεξαρτήτου τῆς ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει κρατούσης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ ταύτης δὲ μὴ περιοριζομένης ἐντὸς τοπικῶν ὁρίων, ἀλλ’ ἐπεκτεινομένης ἁπανταχοῦ, ὅπου ἔζων Βούλγαροι, καὶ συνυφισταμένης οὕτω, δίκην παρασυναγωγῆς, μετὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἠθέλησαν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ παρεισαγάγωσι τὸν φυλετισμὸν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, τὸν ἐκ διαμέτρου ἀντικείμενον πρὸς τὰ ἀνέκαθεν κρατοῦντα ἐν αὐτῇ, ὡς εἴδομεν ἤδη. Ἡ δ’ Ἐκκλησία τότε, ἄγρυπνος φρουρὸς καὶ φύλαξ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ κανονικοῦ της δικαίου οὖσα, δὲν ἠδύνατο ἢ συμμορφουμένη πρὸς τοὺς εἰρημένους κανόνας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων νὰ ἀποκλείσῃ ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας τοὺς φυλετιστὰς Βουλγάρους, καὶ νὰ ἐπικηρύξῃ κατ’ αὐτῶν τὸ σχίσμα. Ἂν δὲ οὕτως ἐπολιτεύθη ἐν ἔτει 1872 καὶ ἔκτοτε ἐξακολουθεῖ θεωροῦσα τὴν παρασυναγωγὴν τῶν Βουλγάρων ὡς σχισματικὴν, πῶς δύναται τώρα ν’ ἀπαρνηθῇ τὰς ἀποφάσεις της ἐκείνας, ἀποφάσεις ἀπορρεούσας ἐξ αὐτῶν τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ διέποντος αὐτὴν πολιτεύματος, προκειμένου περὶ παραπλησίων καὶ μᾶλλον ἴσως ὑπερφιάλων ἀξιώσεων τῶν πέραν τοῦ Ἴστρου Ῥουμάνων; Τί δὲ ζητοῦσιν οὗτοι; Οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον ἢ τὴν ἀναγνώρισιν ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου αὐτοκεφάλου Ῥουμανικῆς Ἐκκλησίας, ἐγκαθιδρυομένης σποραδικῶς καὶ ἀναμὶξ πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἀνὰ τὴν δυσμικὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν κάτω Ἤπειρον, καὶ δὴ ἐκεῖ, ὅπου, κυρίως εἰπεῖν, Ῥουμᾶνοι οὐδόλως ἀπαντῶσιν. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἀξιοῦσι, Κύριοι, οἱ πέραν τοῦ Ἴστρου Ῥουμᾶνοι νὰ δημιουργήσῃ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὁμοφύλους τῶν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Ἠπείρῳ ἐκ τοῦ μηδενὸς δι’ ἀποφάσεως ἀναιρούσης ὁλόκληρον τὸ παρελθόν του, καὶ ἀνατρεπούσης ἄρδην τὸ διέπον τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν δίκαιον. Καὶ ὅπως ἐξαναγκάσωσιν αὐτὸ εἰς τοῦτο, δὲν ὤκνησαν νὰ μετέλθωσι πᾶν μέσον, θεμιτόν τε καὶ ἀθέμιτον. Ἀφοῦ μάτην ἀπεπειράθησαν νὰ παραπείσωσιν αὐτό, εἴτε ἀπ’ εὐθείας εἴτε διὰ τῆς Πύλης ἐνεργοῦντες, ἠθέλησαν νὰ ἐκμεταλλευθῶσι κατὰ τοῦ νῦν εὐκλεῶς διέποντος τὰς τύχας τοῦ τὴν πρὸς αὐτὸν διάστασιν ἐνίων συνοδικῶν, καὶ τούτους καταρραδιουργοῦντες ἐναντίον του, καὶ πρὸς τὴν Πύλην διαβάλλοντες αὐτὸν, ὡς ἀντιστρατευόμενον δῆθεν πρὸς τὰ συμφέροντά της. Ὅτε δὲ εἶδον πάσας τὰς μηχανορραφίας ταύτας ἀποτυγχανούσας, καὶ Ἰωακεὶμ τὸν Γʹ παραμένοντα ἐπὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ὡς βράχον ἀρραγῆ, καθ’ οὗ πᾶσαι αἱ ἐπιβουλαὶ τῶν ὑπεναντίων προσκρούουσαι συντρίβονται, τότε ἐσκέφθησαν νὰ ἐκβιάσωσι τὴν Πύλην ὑπὲρ τῶν σχεδίων των, ἀπευθύνοντες πρὸς αὐτὴν τελεσίγραφα, καὶ ἀπειλοῦντες τὴν διακοπὴν τῶν διπλωματικῶν σχέσεων. Τὸ λυπηρὸν ὅμως, Κύριοι, εἶναι, ὅτι, ὡς ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ἅτινα πρὸ μικροῦ ἀνέγνω πρὸς ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, καὶ ὡς ἐκ τῶν τελευταίων τηλεγραφικῶν εἰδήσεων διαπιστοῦται, οἱ Ρούμανοι κατώρθωσαν ἤδη νὰ παραπείσωσί τινας τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅπως φανῶσιν εὐμενεῖς πως πρὸς τὰς ἀξιώσεις των καὶ παράσχωσιν ἤδη πρόθυμον τὴν συνδρομήν των, μεσιτεύουσαι ὑπὲρ αὐτῶν παρὰ τῇ Πύλῃ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπελπίζῃ. Ἐν ὅσῳ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον εὕρηται ἐν τῷ δικαίῳ καὶ ἀγωνίζεται ὑπὲρ αὐτοῦ μεθ’ ὅλης τῆς περινοίας καὶ εὐσταθείας, ἥτις διακρίνει καὶ τὴν Α. Θ. Π. Ἰωακεὶμ τὸν Γʹ καὶ τοὺς περιστοιχίζοντας Αὐτὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει γεραροὺς ἱεράρχας τῆς Ἐκκλησίας καὶ λογάδας τοῦ Γένους· ἐν ὅσῳ τὸν ἀγῶνα αὐτὸν συμμερίζεται ὁλόκληρος ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, τό τε ἐλεύθερον καὶ τὸ ἀλύτρωτον, καθ’ οὗ κυρίως ἀπευθύνεται ἡ Ρουμανικὴ ἐπιβουλή, ὡς θὰ ἴδωμεν μετ’ ὀλίγον, ἂς ἐλπίσωμεν, ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον θὰ καταγάγῃ νίκην κατ’ αὐτόν, νίκην, τὴν ὁποίαν θὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς αὐτὸ πρὸ παντὸς τὸ δίκαιον καὶ ἡ ἀλήθεια, ὑπὲρ ὧν αὐτὸ ἀμύνεται. Ἀλλὰ πρέπει, Κύριοι, νὰ μὴ ἐπαναπαυθῶμεν εἰς τοῦτο καὶ μόνον. Τὸ δίκαιον εἶναι πάντοτε ὑπὲρ τῶν γρηγορούντων. Πάντες οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ Ἕλληνες ὀφείλομεν νὰ ταχθῶμεν σήμερον παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καὶ νὰ ἐνισχύσωμεν αὐτὸ ἐν τῷ ὑπερανθρώπῳ ἀγῶνι, ὃν διεξάγει ἐναντίον τῶν ἀρχῶν καὶ ἐξουσιῶν τοῦ αἰῶνος τούτου. Ἔχει καθῆκον πρὸ παντὸς ἐν τῷ ἀγῶνι αὐτῷ νὰ προσέλθῃ παραστάτις ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς διὰ τῆς ἐπισήμου ἀντιπροσωπείας της. Ἔχει καθῆκον νὰ διαφωτίσῃ αὐτὰς καὶ πάντας περὶ τῶν δικαίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἅτινα καὶ ἡ Τουρκία ἀνεγνώρισεν ἀνέκαθεν πρὸς τὸν πρῶτον Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην, τὸν Γεννάδιον Σχολάριον, μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, διὰ τοῦ πορθητοῦ τῆς Μωάμεθ τοῦ Βʹ καὶ μέχρι τοῦδε ἐξακολουθεῖ αὐτὴ ἀναγνωρίζουσα διὰ τῶν βερατίων, μεθ’ ὧν ἐφοδιάζει τοὺς ἑκάστοτε Πατριάρχας. Τὰ δίκαια αὐτὰ ἀνεγνωρίσθησαν καὶ ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, τόσον διὰ τῆς συνθήκης τῶν Παρισίων ἐν ἔτει 1856, ὅσον καὶ διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου ἐν ἔτει 1878· διότι ἀμφότεραι αἱ συνθῆκαι αὗται ἐξησφάλισαν εἰς τὰς ἐν Τουρκίᾳ θρησκευτικὰς κοινότητας τὴν πλήρη ἐλευθερίαν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν ἀνέκαθεν καθιερωμένων θρησκευτικῶν δικαιωμάτων των. Ἓν δὲ τῶν πρωτίστων καὶ ἀπαραγράπτων τούτων δικαιωμάτων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἶναι νὰ διατελῶσιν ὑπὸ τὴν πνευματικήν του δικαιοδοσίαν πάντες οἱ ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει ὀρθόδοξοι, ὧν ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης εἶναι ἀνέκαθεν ὑπὸ τοῦ κατακτητοῦ ἀνεγνωρισμένος ὡς ἐθνάρχης, ὡς φυσικὸς δηλαδὴ ἀντιπρόσωπος αὐτῶν παρὰ τῷ κυριάρχῳ, ὑπεραμυνόμενος ἀπέναντι τούτου τῶν δικαίων του καὶ ἐν ταὐτῷ ἐξασφαλίζων τὴν εἰρηνικήν των διαβίωσιν ὑπὸ τὴν αἰγίδα του. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀνέκαθεν καθιερωμένον ἐν τῇ ὁμόρῳ Ἐπικρατείᾳ ἐκκλησιαστικὸν καθεστώς, προσηρμοσμένον εἰς τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ κυριάρχου οὐχ ἧττον ἢ τῶν ὑπηκόων του. Αὐτὸ τὸ καθεστὼς ἔρχεται τώρα νὰ ὑπονομεύσῃ ἡ Ῥουμανικὴ Κυβέρνησις, οὐχὶ βεβαίως πρὸς τὸ ἐκκλησιαστικὸν συμφέρον τῶν ἀνυπάρκτων ἐν Μακεδονίᾳ ὁμοφύλων της, ὡς προφασίζεται αὕτη, ἀλλὰ χάριν πολιτικῶν σκοπῶν, μιμουμένη ἐν τούτῳ τὸ παράδειγμα τῶν Βουλγάρων, οἵτινες, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς χειραφετήσεως, ἐπεδίωξαν καὶ κατώρθωσαν τὴν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτικοῦ καθεστῶτος καὶ ἐξακολουθοῦσιν ἔτι καὶ νῦν ὑπονομεύοντες τοῦτο ἐν τῇ ὁμόρῳ χώρᾳ. Ἔχομεν καθῆκον, Κύριοι, πρὸ τοιούτου κινδύνου νὰ διανοίξωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν γειτόνων μας· διότι ὁ κίνδυνος αὐτὸς εἶναι κοινὸς εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς αὐτούς. Ἐπαπειλοῦνται οὕτω τιμαλφέστατα ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ ἡ ἀνατροπὴ τοῦ πολιτικοῦ καθεστῶτος, ἡ θέτουσα ἐν ἀμφιβόλῳ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας. Εἰς ἀποσόβησιν δὲ τοῦ κοινοῦ κινδύνου ἔχομεν κοινὸν τὸ συμφέρον καὶ Ἕλληνες καὶ Τοῦρκοι, καὶ ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς κοινὴ σύμπραξις· διότι οὕτω πὼς μόνον δυνάμεθα νὰ διασώσωμεν ἀκέραιον ἡμεῖς μὲν τὸ ἐκκλησιαστικὸν καὶ ἐθνολογικόν, οἱ δὲ γείτονες ἡμῶν τὸ πολιτικὸν καθεστὼς ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου. Ἔχομεν καθῆκον νὰ διαφωτίσωμεν καὶ πείσωμεν ἐκ παντὸς τρόπου ἐκείνας τοὐλάχιστον τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, αἵτινες εἰλικρινῶς ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ νῦν καθεστῶτος ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου, ὅτι ἡμεῖς μὲν οὐδὲν ἄλλο ἐπιποθοῦμεν διακαέστερον τούτου, ὅτι δὲ, ἀποκρούοντες τὰς τῶν ἄλλων ἐπιβουλὰς κατ’ αὐτοῦ, ζητοῦμεν νὰ προλάβωμεν οὕτω πᾶσαν διατάραξίν του, δυναμένην νὰ διακυβεύσῃ οὐ μόνον τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ τὴν καθόλου εἰρήνην. Ἔχομεν ἐν μιᾷ λέξει καθῆκον νὰ ὑπεραμυνθῶμεν ἐκ παντὸς τρόπου καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἔθνους ἡμῶν ἐν Μακεδονίᾳ, καθ’ ὧν κυρίως ἀπευθύνονται αἱ Ῥουμανικαὶ ἐνέργειαι. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα ἡμῶν πρὸς τοῦτο, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀπαξιώσῃ προσοχῆς τὰς δικαίας ἡμῶν ἀξιώσεις, ὅταν μάλιστα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὁποίας προσοχῆς ἔχουσι τύχει μέχρι τοῦδε αἱ ῥουμανικαὶ ἀξιώσεις, αἱ ὅλως ἀσύστατοι καὶ ἕωλοι. Ἐν τῇ δυσμικῇ, Κύριοι, Μακεδονίᾳ ἀπαντῶσιν ἐγκατεσπαρμένοι μεταξὺ Βουλγαροφώνων, Ἀλβανοφώνων καὶ Ἑλληνοφώνων ὁμοφύλων ἡμῶν οἱ λεγόμενοι Ἑλληνόβλαχοι, ὧν οἱ συνοικισμοί, ἀρχόμενοι ἀπὸ τῶν νοτίων ὑπωρειῶν τοῦ Σκάρδου, διήκουσι μέχρι τῶν κλιτύων τῆς Πίνδου, τῶν πρός τε τὴν Θεσσαλίαν καὶ πρὸς τὴν κάτω Ἤπειρον ἐξαπλουμένων. Οἱ Ἑλληνόβλαχοι, ὡς αὐτοὶ οὗτοι ἐνασμενίζουσι νὰ καλῶσιν ἑαυτούς, ἔχουσιν ἐν χρήσει γλωσσικὸν ἰδίωμα παραπλήσιον πρὸς τὸ τῶν Ῥουμάνων, ἐντεῦθεν δὲ ὁρμηθέντες οἱ τελευταῖοι οὗτοι ἠθέλησαν νὰ τοὺς χαρακτηρίσωσιν ὡς ὁμοφύλους των. Ἀλλὰ πῶς αὐτοὶ ἐξεσφενδονίσθησαν ἐκ Ῥουμανίας εἰς τὴν Μακεδονίαν, χωρὶς νὰ ἐγκαταλίπωσιν ἴχνη τῆς διαβάσεώς των καθ’ ὅλην τὴν μεταξὺ τοῦ Ἴστρου καὶ τοῦ Αἵμου χώραν, καθ’ ὅλην τὴν Βορειοανατολικὴν καὶ μέσην Μακεδονίαν, ὁπόθεν αὐτοὶ ὤφειλον νὰ διέλθωσιν, ὅπως καταλήξωσιν εἰς τὸ δυσμικὸν της τμῆμα; Ἡ Ἱστορία, Κύριοι, οὐδεμίαν ἀπολύτως Ῥουμανικὴν ἐπιδρομὴν ἀναφέρει ἐκ τῆς πέραν τοῦ Ἴστρου χώρας εἰς τὴν Ἰλλυρικὴν Χερσόνησον. Ἐὰν δὲ ἦτο εἰρηνικὴ ἡ μετανάστευσις τῶν ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλληνοβλάχων ἐκ τῆς πέραν τοῦ Ἴστρου χώρας, — διότι μόνον μία τοιαύτη μετανάστευσις ἠδύνατο νὰ μὴ ἀπομνημονευθῇ ὑπὸ τῆς Ἱστορίας, — ἔπρεπεν αὐτὴ νὰ γείνῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ κατὰ σταθμοὺς, εἰς οὓς ὁπωσδήποτε θὰ διεσώζοντο ἴχνη τῆς διαβάσεώς των, ὡς παρατηρεῖται τοῦτο ἐπὶ τῶν εἰρηνικῶν τῶν Ἀλβανῶν μεταναστεύσεων ἐκ τῆς πάλαι Ἰλλυρίας μέχρι τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς Πελοποννήσου καὶ τινων νήσων τοῦ Αἰγαίου πελάγους. Ἀλλὰ πόθεν τότε ἡ συγγένεια τοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος μεταξὺ Ἑλληνοβλάχων καὶ τῶν Ῥουμάνων; Ἐγὼ, Κύριοι, ἀσχοληθεὶς πάλαι ποτὲ εἰς ἐθνολογικὰς μελέτας ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου καὶ ἰδίᾳ ἐν Μακεδονίᾳ, μίαν καὶ μόνην ἐξήγησιν τοῦ φαινομένου τούτου ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω, τὴν ἑξῆς. Ἡ συγγένεια τοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος τῶν Ἑλληνοβλάχων καὶ Ῥουμάνων ἔχει λόγον οὐχὶ ἐθνολογικὸν, ἀλλὰ καθαρῶς ἱστορικόν. Τὸ γλωσσικὸν αὐτὸ ἰδίωμα εἶναι Λατινικὸν, καὶ ἀνάγει τὴν ἀρχήν του εἰς τοὺς χρόνους τῶν πάλαι Ῥωμαίων αὐτοκρατόρων. Εἰς διάσωσιν τῆς κοσμοκρατορίας τούτων δὲν ἐξήρκουν πλέον αἱ στρατιαὶ τῆς Ῥώμης καὶ τῆς Ἰταλίας. Ἔπρεπε νὰ στρατολογῶνται ἄνδρες ἐξ ὅλων τῶν ὑπὸ τὸ σκῆπτρον αὐτῶν διατελούντων λαῶν καὶ χωρῶν, οἵτινες ὑπηρετοῦντες ἐπὶ μακρὰ ἔτη εἰς τὰς τάξεις τῶν Ῥωμαϊκῶν λεγεώνων, ἐξεμάνθανον ἓν παρεφθαρμένον λατινικὸν ἰδίωμα, ὅπερ ἀντικαθίστα τὴν μητρικήν των γλῶσσαν. Ὡς ἀπόστρατοι ἀπεστέλλοντο αὐτοὶ εἶτα εἰς διάφορα ἐπίκαιρα στρατηγικὰ σημεῖα, ἐν οἷς ἐχορηγοῦντο εἰς αὐτοὺς γαῖαι πρὸς καλλιέργειαν καὶ τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασίν των μέσα, ἐκεῖ δὲ αὐτοὶ ἦσαν ἕτοιμοι πάντοτε νὰ ἀποκρούωσι τὰς πρώτας εἰσβολὰς καὶ ἐπιδρομὰς τῶν βαρβάρων. Οἱ τοιοῦτοι ἀπόστρατοι τῶν Ῥωμαϊκῶν λεγεώνων ἐξαπεστέλλοντο συνήθως εἰς τὰς ἰδιαιτέρας των πατρίδας, ὅταν αὗται ἦσαν μᾶλλον ἐκτεθειμέναι εἰς τὰς βαρβαρικὰς ἐπιδρομάς. Οὕτως οἱ ἐκ τῶν παριστρίων χωρῶν ἕλκοντες τὸ γένος ἀπῳκίζοντο συνήθως παρὰ τὸν Ἴστρον, παρὰ τὸν ὁποῖον ὑπῆρχε σειρὰ ἀποικιῶν ἐξ ἀποστράτων, τεταγμένη εἰς περιφρούρησιν τῆς μεθορίου ἐκείνης γραμμῆς τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Κράτους. Ἄλλοι ἐξ αὐτῶν, ἕλκοντες τὸ γένος ἐκ Μακεδονίας καὶ Ἰλλυρίας, ἀπῳκίζοντο εἰς ἐπίκαιρα στρατηγικὰ σημεῖα τῶν χωρῶν τούτων, εἰς κλεισούρας, ἐξ οὗ καὶ ἡ γνωστὴ ἑλληνοβλαχικὴ Κλεισούρα ἐν Μακεδονίᾳ, ὅπως ἐξ αὐτῶν ὑπεραμύνωνται κατὰ τῶν βαρβαρικῶν ἐπιδρομῶν. Ἀπόγονοι τῶν πάλαι ἐκείνων ἀποστράτων τῶν Ῥωμαϊκῶν λεγεώνων εἶναι οἱ ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλληνοβλάχοι, ἐν πολλοῖς δὲ καὶ οἱ παρὰ τὸν Ἴστρον Ῥουμάνοι. Ἐντεῦθεν, Κύριοι, ἐξηγεῖται ἡ συγγένεια τοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος, ἥτις ὅμως οὐδόλως ἀποδεικνύει καὶ τὸ ὁμόφυλον αὐτῶν. Οἱ ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλληνοβλάχοι δύνανται κατὰ ταῦτα νὰ θεωρηθῶσι γνήσιοι ἀπόγονοι τῶν πάλαι Μακεδόνων, οὓς τόσον στενοὶ συγγενικοὶ δεσμοὶ ἥνουν τόσον ἀρρήκτως πρὸς τοὺς πάλαι Ἕλληνας, ὥστε οὐδεμία σχεδὸν διάκρισις νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ αὐτῶν. Ὡς οἱ πάλαι Μακεδόνες, καὶ οἱ νῦν Ἑλληνοβλάχοι ἔχουσι τὸν χαρακτῆρα ἐν πᾶσιν ἑλληνικόν. Τὸ σχῆμα τῆς κεφαλῆς των, τὸ ὅλον παράστημά των, τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, τὰ πάντα εἶναι ἑλληνικὰ, ἑλληνικώτατα παρ’ αὐτοῖς. Διακρίνονται ἐπὶ νοημοσύνῃ καὶ εὐθύτητι καὶ εἰλικρινείᾳ. Εἶναι ἐπιχειρηματικοί, ἐπιδίδοντες καὶ εὐδοκιμοῦντες εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὰς τέχνας. Τὸ αἴσθημα τῆς οἰκογενειακῆς τιμῆς εἶναι παρ’ αὐτοῖς ἀνεπτυγμένον εἰς ὕψιστον βαθμόν· ἔχουσι δὲ νὰ ἐπιδείξωσι καθόλου σεμνὰ καὶ χρηστὰ τὰ ἤθη καὶ κατ’ ἰδίαν καὶ ἐν τῷ κοινωνικῷ αὐτῶν βίῳ. Διακρίνονται ὡσαύτως διὰ τὸ φιλάλληλον καὶ τὴν ἀφοσίωσίν των εἰς τὸ κοινὸν συμφέρον. Καὶ κατ’ οἶκον καὶ ὁπουδήποτε γῆς ἂν εὑρίσκωνται, πᾶν ὅ,τι διὰ τῆς φιλοπονίας, τῆς ἐπιχειρηματικότητος καὶ τῆς παροιμιώδους οἰκονομίας των ἀποθησαυρίζουσιν ἐννοοῦσι νὰ διαθέσωσιν ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ ὑπὲρ τῆς ἰδιαιτέρας ἢ ὑπὲρ τῆς καθόλου πατρίδος, ἥτις δι’ αὐτοὺς εἶναι μία καὶ μόνη, ἡ Ἑλλάς. Τρανὰ, Κύριοι μαρτύρια τοῦ τοιούτου χαρακτῆρος τῶν Ἑλληνοβλάχων ἔχομεν τοὺς ἀδελφοὺς Ριζάρας, τὸν Σίναν, τὸν Στουρνάραν, τὸν Τοσίτσαν, τὸν Ἀβέρωφ καὶ τόσους ἄλλους μεγάλους τῆς πατρίδος εὐεργέτας, οἵτινες πάντες ὑπῆρξαν Ἑλληνόβλαχοι. Ἀλλὰ τί κοινὸν δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τῶν ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλληνοβλάχων καὶ τῶν πέραν τοῦ Ἴστρου Ρουμάνων; Ὅ,τι κοινὸν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ καὶ μεταξὺ τῶν πάλαι Μακεδόνων καὶ Δακῶν. Ὁ ἐθνολογικὸς χαρακτὴρ τῶν Ἑλληνοβλάχων, ὅστις εἶναι κατὰ πάντα ἑλληνοπρεπὴς, ἑλληνοπρεπέστατος, ἀφίσταται τοῦ ἐθνολογικοῦ χαρακτῆρος τῶν Ρουμάνων, ὅσον ἀνατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν. Ἐφ’ ὅλων σχεδὸν τῶν ἐθνολογικῶν γνωρισμάτων, τῶν περικοσμούντων τοὺς Ἑλληνοβλάχους, οἱ Ρουμάνοι ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσι ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα ἐκείνων. Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις οἱ Ἑλληνόβλαχοι, ἀνέκαθεν ποιούμενοι χρῆσιν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ ἐπ’ ἐκκλησίας καὶ ἐν τοῖς σχολείοις, καὶ γράφοντες αὐτὴν ἀποκλειστικῶς καὶ ὁμιλοῦντες πρὸς τῇ μητρικῇ των γλώσσῃ, διεκρίθησαν ἀείποτε διὰ τὸ Ἑλληνικὸν αὐτῶν φρόνημα, ὅπερ παντοῦ καὶ πάντοτε διετράνωσαν καὶ λόγῳ καὶ ἔργῳ, θεωροῦντες ὡς ἐσχάτην ὕβριν καὶ προσβολὴν καὶ τὸ νὰ διαμφισβητήσῃ τις τὸν Ἑλληνισμόν των. Δυστυχῶς, Κύριοι, εὑρέθη Ἕλλην ἀρνησίπατρις, ὁ ἐπαράτου μνήμης Ἀπόστολος Μαργαρίτης, ὅστις πρῶτος ἐσκέφθη νὰ παραστήσῃ ὡς Ρουμάνους τοὺς ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλληνοβλάχους, καὶ ἀνέλαβε, μὲ τὸ ἀζημίωτόν του, ὡς ἕκαστος ἐννοεῖ, νὰ μυήσῃ αὐτοὺς εἰς τὸν Ρουμανισμὸν, ἀφοῦ πρῶτον παρέπειθεν αὐτοὺς νὰ ἀποσκιρτήσωσιν ἐκ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Πρὸς τοῦτο ἀπελθὼν εἰς Βουκουρέστιον κατώρθωσε νὰ πείσῃ τοὺς ἐκεῖ πολιτικοὺς κύκλους, ὅτι οἱ ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλληνόβλαχοι, οὓς ὑπελόγιζεν εἰς ἓν περίπου ἑκατομμύριον, καίτοι πράγματι αὐτοὶ δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 100 χιλιάδας, οὐδὲν ἄλλο ἦσαν, ὡς ἐμαρτύρει τὸ γλωσσικόν των ἰδίωμα, ἢ ἀδελφοὶ τῶν Ρουμάνων, στένοντες ὑπὸ τὸν διπλοῦν ζυγὸν τῶν Τούρκων καὶ τῶν Ἑλλήνων, ἐξ ὧν μάλιστα οἱ τελευταῖοι, ἀφοῦ εἶχον ἤδη ἀμαυρώσει τὴν ἐθνικήν των συνείδησιν, ἐκινδύνευον νὰ ὑποκαταστήσωσι παρ’ αὐτοῖς καὶ τὴν Ἑλληνικὴν εἰς τὴν μητρικήν των γλῶσσαν! Ὁ Μαργαρίτης παρέστησεν οὕτω τοὺς Ἑλληνοβλάχους ὡς τείνοντας χεῖραν ἐπαίτιδα πρὸς τοὺς ἀδελφούς των Ρουμάνους καὶ ἐκλιπαροῦντας τὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν συνδρομήν των, ὅπως ἀντικαταστήσωσι τὰ Ἑλληνικὰ διὰ τῶν Ρουμανικῶν σχολείων καὶ ἀποτινάξωσιν οὕτω τὸν ἐπαχθῆ τῶν Ἑλλήνων ζυγόν! Εἰς τὰς τοιαύτας τερθρείας τοῦ ἀνθρώπου οἱ ἐν Βουκουρεστίῳ παρέσχον εὐήκοον τὸ οὖς των καὶ πρόθυμον τὴν συνδρομήν των, ἀναγράφοντες ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ἄξιον λόγου ποσὸν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῶν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Ἠπείρῳ ἀδελφῶν των! Ἀλλὰ μεθ’ ὅλα τὰ μέσα, ἅτινα διετέθησαν οὕτως ὑπὲρ τοῦ Μαργαρίτου εἰς ἐκρουμάνισιν τῶν Ἑλληνοβλάχων, μεθ’ ὅλας τὰς καταχθονίους προσπαθείας, ἃς κατέβαλεν αὐτὸς, ἀγωνιζόμενος πάντοτε μὲ τὰ ἐκ Βουκουρεστίου ἀργυρᾶ βέλη εἰς διαφθορὰν τῶν συνειδήσεων καὶ παρὰ τοῖς Τούρκοις καὶ παρὰ τοῖς Ἑλληνοβλάχοις, τὸ ἔργον του προσέκοπτεν ἀνὰ πᾶν βῆμα. Πανταχοῦ, καὶ ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐν Ἠπείρῳ, εὗρεν ἐρρωμένην ἀντίστασιν παρὰ τοῖς Ἑλληνοβλάχοις, οἵτινες ὑπεδέχοντο αὐτὸν διὰ προπηλακισμῶν καὶ ἀρῶν, ἐξαναγκασθέντες διὰ τῆς ἐπιμονῆς του πολλαχοῦ ν’ ἀποπέμψωσιν αὐτὸν καὶ διὰ ξυλοκοπημάτων. Εἶχον ἀρχίσει ἤδη οἱ ἐν Βουκουρεστίῳ ν’ ἀπελπίζωνται περὶ τοῦ ἐγχειρήματος τοῦ Μαργαρίτου, καὶ νὰ σκέπτωνται περὶ ὁλοσχεροῦς ἐγκαταλείψεως αὐτοῦ, ὅτε τὰς ἐλπίδας των ἀνεπτέρωσεν ἡ ἐν ἔτει 1878 ἐπιτευχθεῖσα πλήρης ἀνεξαρτησία τῆς Ρουμανίας καὶ ἡ ἀνακήρυξις αὐτῆς εἰς Βασίλειον. Ἐνόμισαν τότε, ὅτι, ἐὰν ἀντικαθίστων τὴν ἰδιωτικὴν τοῦ Μαργαρίτου ἐνέργειαν διὰ τῆς ἐπισήμου τῶν Ρουμανικῶν Προξενείων δράσεως, ἅτινα ἔσπευσαν ἔκτοτε νὰ ἱδρύσωσιν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ τελευταῖον ἐν Ἰωαννίνοις τῆς Ἠπείρου, χωρὶς οὐδαμοῦ τῶν χωρῶν αὐτῶν ν’ ἀπαντᾷ Ρουμᾶνος ὑπήκοος, θὰ κατευωδοῦτο τὸ ἔργον τῆς ἐκρουμανίσεως τῶν Ἑλληνοβλάχων. Ἔκτοτε τὰ ποσὰ τοῦ δημοσίου ταμείου τῆς Ρουμανίας, τὰ διατιθέμενα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἐπολλαπλασιάσθησαν. Δι’ αὐτῶν δὲν μισθοδοτοῦνται ἁδρῶς μόνοι οἱ ἐκ Βουκουρεστίου ἀποστελλόμενοι διάφοροι πράκτορες καὶ διδάσκαλοι, δὲν δαπανῶνται ἱκανὰ χρήματα μόνον πρὸς ἵδρυσιν καὶ συντήρησιν σχολείων, ἀλλὰ καὶ πρὸς διατήρησιν ὑποτρόφων ἐν αὐτοῖς, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ πρὸς μισθοδοσίαν οἰκογενειῶν ῥουμανιζουσῶν. Οὕτω πως οἱ Ρουμᾶνοι κατώρθωσαν μέχρι τοῦδε νὰ στρατολογήσωσιν ὀπαδοὺς περὶ τὰς 10 χιλιάδας ἐκ τῶν κατωτάτων κοινωνικῶν στρωμάτων, ἐξ ἀνθρώπων ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εὑρισκομένων ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἐνδείᾳ καὶ ἀναγκαζομένων πρὸς πορισμὸν τοῦ ἄρτου των νὰ μετασχηματίζωνται ὁτὲ μὲν εἰς Βουλγάρους, ὁτὲ δὲ εἰς Σέρβους καὶ ὁτὲ εἰς Ρουμάνους. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἰσχυρίσθη, ὅτι, ἐὰν ἐπεκηρύττετο τὸ ἐκκλησιαστικὸν σχίσμα ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου κατὰ τῶν ῥουμανιζόντων ἐν Μακεδονίᾳ, ἀμφίβολον εἶναι, ἂν θὰ ὑπελείποντο τότε πολλοὶ ἐκ τῶν νῦν δεκακισχιλίων τοιούτων. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι, καὶ ἂν ἔπαυεν ἡ ἐκ Βουκουρεστίου γενναία ἐπιχορήγησις διὰ τὴν ἐκρουμάνισιν τῶν Ἑλληνοβλάχων, δὲν εἶναι πλέον ἀμφίβολον, ἀλλὰ βέβαιον, βεβαιότατον, ὅτι οὐδ’ ἴχνος Ρουμανισμοῦ θὰ ὑπελείπετο ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Ἠπείρῳ. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων). Ἀλλὰ, καὶ μεθ’ ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τόσον ἀφειδῶς διαθέτουσι τώρα οἱ Ρουμᾶνοι ἐν Μακεδονίᾳ, μεθ’ ὅλην τὴν δραστηριότητα, ἣν ἔχει ἀναπτύξει μέχρι τοῦδε καὶ ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία καὶ ἡ ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Ἠπείρῳ προξενική των ὑπηρεσία, μεθ’ ὅλην τὴν συνδρομὴν, ἧς ἀπολαύουσιν αὐτοὶ πρὸς τοῦτο καὶ παρ’ ἄλλων Μεγάλων Δυνάμεων, μάλιστα δὲ παρὰ μιᾶς τούτων, ἥτις, ἔχουσα ἰδίας βλέψεις ἐπὶ τῆς Μακεδονίας, νομίζει ὅτι δύναται ἐν ἀνάγκῃ νὰ ὑπολογίσῃ ἐπὶ τὸ Ρουμουνικὸν ἐν αὐτῇ στοιχεῖον, μεθ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, οἱ ἐν Βουκουρεστίῳ ἤρχισαν νὰ πείθωνται ἤδη, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας των ἀδύνατον νὰ κατορθώσωσι μέχρι τέλους πολλὰ πράγματα. Διὰ τοῦτο ἐσκέφθησαν ἀπό τινος νὰ χρησιμοποιήσωσιν ὑπὲρ τῶν σκοπῶν των καὶ αὐτὸ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ἐζήτησαν παρ’ αὐτοῦ νὰ χειραφετήσῃ ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς του δικαιοδοσίας τὰς ἑλληνοβλαχικὰς κοινότητας τῆς Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου, καὶ νὰ ἀναγνωρίσῃ ἰδίαν Ρουμανικὴν Ἐκκλησίαν δι’ αὐτάς. Καὶ τὸ μὲν Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ὡς εἴδομεν ἤδη, ἀδύνατον, ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἀξιώσῃ οἱασδήποτε προσοχῆς τὴν τοιαύτην ἀπαίτησιν, διότι ἀδύνατον νὰ ἐπιλάθηται αὐτὸ ἑαυτοῦ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ν’ ἀπαρνηθῇ χάριν τῶν Ρουμάνων τὸ παρελθόν του καὶ νὰ ἀνατρέψῃ ἄρδην αὐτὰς τὰς βάσεις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, ἐφ’ ὧν ἑδράζεται καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ ἀνωτάτη ἐκκλησιαστικὴ ἡμῶν ἀρχὴ ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι οἱ Ρουμᾶνοι, τοιαύτας ἀξιώσεις ἐγείροντες τώρα ἀπέναντι τοῦ Πατριαρχείου, ὁμολογοῦσιν οὕτω πως τὴν ἰδίαν ἀδυναμίαν νὰ κατορθώσωσιν ἀφ’ ἑαυτῶν τὴν ἐκρουμάνισιν τῶν Ἑλληνοβλάχων; Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ἐννοήσωσι καὶ αὐτοὶ, ὅτι ματαιοπονοῦσιν, ἀναλαβόντες τοσοῦτον ἄστοχον ἀγῶνα, ὅτι δὲ αὐτόχρημα πρὸς κέντρα λακτίζουσιν, ἐξακολουθοῦντες αὐτόν, ἐπὶ ζημίᾳ ὄχι τόσον ἡμῶν, ὅσον αὐτῶν τῶν ἰδίων; Οἱ Ρουμᾶνοι οὐδὲν ἀπολύτως πολιτικὸν κέρδος θὰ προσεπορίζοντο, καὶ ἐάν ποτε κατώρθουν νὰ ἐκρουμανίσωσι καὶ ὅλους τοὺς ἑκατοντακισχιλίους Ἑλληνοβλάχους τῆς Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου, ὅπερ ὅμως εἶναι ἀδύνατον ὅλως, ὡς ἀπεδείχθη μέχρι τοῦδε. Τὸ πολὺ–πολὺ δυνατὸν οὕτω πως νὰ ἐξασθενίσωσι τὴν ἐν Μακεδονίᾳ ἄμυναν ἡμῶν κατὰ τοῦ Πανσλαυϊσμοῦ. Ἀλλ’ ὁ Πανσλαυϊσμὸς εἶναι κοινὸς ἐχθρὸς καὶ ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Ρουμάνων. Ἂν δὲ αὐτὸς ἐπαπειλῇ ἡμᾶς ἐκ βορρᾶ μόνον, τοὺς Ρουμάνους ὅμως περικλείει πανταχόθεν σχεδόν, ὥσπερ σιδηροῦς κλοιός. Ἐκ τῆς ἐνισχύσεως δὲ τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ κατ’ ἀνάγκην, ὡς ἐκ τῆς ἐξασθενήσεως τῆς ἀμύνης ἡμῶν κατ’ αὐτοῦ, οἱ Ρουμάνοι διατρέχουσι τὸν μεγαλείτερον κίνδυνον. Διατὶ λοιπὸν δὲν θέλουσι νὰ ἐννοήσωσι τοῦτο, καὶ νὰ ἀπόσχωσιν ἐγχειρήματος, ἐξ οὗ οὐδὲν μὲν κέρδος ἔχουσι νὰ προσδοκῶσι, τοὐναντίον δὲ ζημίαν μεγάλην ἔχουσι ν’ ἀναμένωσι; Διατὶ δὲν θέλουσι ν’ ἀποκαταστήσωσιν οὕτως ἀγαθὰς τὰς σχέσεις πρὸς ἕνα λαόν, πρὸς ὃν μᾶλλον λόγοι εὐγνωμοσύνης συνδέουσιν αὐτούς, διότι παρ’ αὐτοῦ ἐπεστράφησαν πάλαι ποτὲ εἰς τὴν χριστιανικὴν πίστιν, παρ’ αὐτοῦ ἐδέχθησαν τὰ πρῶτα στοιχεῖα τοῦ πολιτισμοῦ, πρὸς αὐτὸν συνδέονται καὶ διὰ τῆς ταυτότητος τῶν παθημάτων ἐν τῷ παρελθόντι καὶ διὰ τῆς ταυτότητος τοσούτων συμφερόντων ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι; Ἀλλ’ οἱ Ρουμᾶνοι, Κύριοι, εἶναι ἐλεύθεροι νὰ κανονίσωσι τὰ καθ’ ἑαυτοὺς, ὅπως ἂν αὐτοὶ νομίζωσι κάλλιον. Ἡμεῖς ἔχομεν κυρίως νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἡμῶν αὐτῶν καὶ περὶ τῆς σωτηρίας τῶν ζωτικωτάτων ἡμῶν συμφερόντων, ἅτινα τὴν σήμερον διατρέχουσι τὸν ἔσχατον κίνδυνον ἐν Μακεδονίᾳ. Τὸ ζήτημα τὸ Μακεδονικὸν συνοψίζει δι’ ἡμᾶς ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα. Ὡς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐκθέσω ἐν τῇ Βουλῇ, πᾶσαι αἱ τῶν ἐναντίων ἐπιβουλαὶ διευθύνονται νῦν κατὰ τοῦ κεντρικοῦ τῆς Μακεδονίας τμήματος, οὗτινος οἱ κάτοικοι εἶναι μὲν ἑτερόγλωσσοι ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ἀλλ’ ἔχουσι τὸ φρόνημα ἑλληνικόν, ἑλληνικώτερον ἴσως καὶ πολλῶν ἐξ ἡμῶν τῶν ἐλευθέρων Ἑλλήνων. Ἐκεῖ διεξάγεται τὴν σήμερον ὁ περὶ τῶν ὅλων ἀγὼν, καὶ ἐν τῷ ἀγῶνι αὐτῷ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους ἡμῶν πρωτοστατοῦσιν οἱ Ἀλβανόφωνοι Ἕλληνες, οἱ Ἑλληνοβλάχοι καὶ οἱ Βουλγαρόφωνοι Ἕλληνες, τοὺς ὁποίους ἠναγκάσθησαν τελευταῖον καὶ αὐτοὶ οἱ ἐν Σόφιᾳ ν’ ἀποκαλέσουν Ἑλληνομανεῖς Βουλγάρους. Περὶ τοῦ νοτίου τῆς Μακεδονίας τμήματος, τοῦ ἀρχομένου ἀπὸ Καστορίας καὶ διὰ Βοδενῶν διήκοντος μέχρι τῶν ἐκβολῶν τοῦ Ἀξιοῦ, καὶ ἐκ Θεσσαλονίκης διήκοντος διὰ Σερρῶν καὶ Δράμας μέχρι Καββάλας, ὅπερ οἰκεῖται ὑπὸ Ἑλληνοφώνων ἀποκλειστικῶς, οὐδεμία σοβαρὰ ἀμφισβήτησις γίνεται πρὸς ἡμᾶς καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν φανατικωτέρων ἐχθρῶν μας. Κατὰ τοῦ κεντρικοῦ τῆς Μακεδονίας τμήματος ἔχουσι συγκεντρώσει ἤδη πάσας τὰς ἐνεργείας των αἱ ξενικαὶ προπαγάνδαι, ζητοῦσαι ἄλλη μὲν ἐξ αὐτῶν ν’ ἀποσπάσῃ ἐξ ἡμῶν τοὺς Ἀλβανοφώνους, ἄλλη δὲ τοὺς Ἑλληνοβλάχους, καὶ ἄλλη τοὺς Βουλγαροφώνους, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι οὕτω πως, ἐὰν ἔπιπτε τὸ προπύργιον ἡμῶν ἐκεῖνο ἐν Μακεδονίᾳ, οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν θὰ εὕρισκον διέξοδον παρὰ τὸν Θερμαϊκὸν κόλπον μεταξὺ τῶν ἐκβολῶν τοῦ Ἀξιοῦ καὶ τῆς Θεσσαλονίκης. Οὕτω πως θὰ ἐδιχοτομεῖτο ὁ Ἑλληνισμὸς εἰς δύο τμήματα, εἰς τὸ πέραν τῆς Θεσσαλονίκης καὶ εἰς τὸ ἐντεῦθεν τῶν ἐκβολῶν τοῦ Ἀξιοῦ, καὶ θὰ ἐπραγματοποιεῖτο τότε τὸ σχέδιον τοῦ στρατηγοῦ Ἰγνάτιεφ, τοῦ μεγάλου τοῦ Πανσλαυϊσμοῦ ἀποστόλου, ὅστις, ἐπιτυχὼν παρεμφεροῦς τινος ὁροθεσίας τῆς Βουλγαρίας ἐν Μακεδονίᾳ διὰ τῆς προκαταρκτικῆς τοῦ Ἁγίου Στεφάνου εἰρήνης, ἀνεφώνησε: «Καὶ τώρα ἂς μεταβῶσιν οἱ Ἕλληνες κολυμβῶντες εἰς Κωνσταντινούπολιν!» Ἐάν ποτε, ὃ μὴ γένοιτο, ἐπραγματοποιεῖτο αὐτὸ τὸ καταχθόνιον τῶν ἐχθρῶν μας σχέδιον, τότε, Κύριοι, τὸ μὲν ἐκεῖθεν τῆς Θεσσαλονίκης τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ θὰ ἐχάνετο δι’ ἡμᾶς ἀνεπιστρεπτί, τὸ δὲ ἐναπολειπόμενον ἐντεῦθεν τῶν ἐκβολῶν τοῦ Ἀξιοῦ θὰ κατεδικάζετο εἰς βίον ἀβίωτον, εἰς ἐθνικὸν μαρασμόν! (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι).
§140Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν θέλω ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν ἐπὶ μακρὸν περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπραγματεύθησαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες· θέλω μόνον μεταδώσει εἰς τὴν Βουλὴν ἐντυπώσεις τινὰς, τὰς ὁποίας ἀπεκόμισα κατὰ τὴν εἰς Μακεδονίαν μετάβασίν μου.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο τώρα.
§142Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἀλλὰ ποῖον;
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω καλλίτερον νὰ ἀναβάλητε τὴν ἀφήγησιν ὑμῶν, διότι ἔχομεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§144Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Διόλου.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικαίωμά σας.
§146Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ Ἑλληνοβλαχικοῦ στοιχείου, τὸ φρόνημα αὐτοῦ εἶναι τοιοῦτον ἐν Μακεδονίᾳ, ὥστε συγκινεῖ πάντα μεταβαίνοντα εἰς αὐτὴν ἐξ Ἑλλάδος. Εἰς τὸ χωρίον Τύρνοβον τῆς περιφερείας Μοναστηρίου ἔτυχε νὰ μεταβῶ καθ’ ἣν στιγμὴν μεταβᾶσα ἡ Ῥουμανικὴ προπαγάνδα προσεπάθει νὰ καταπείσῃ τοὺς Ἑλληνοβλάχους, ὅπως μεταβάλωσι τὸν ἐθνισμόν των. Καίτοι κατέβαλεν αὕτη πᾶν μέσον, ἵνα ἐξεύρῃ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ν’ ἀποτελέσωσι τὴν Ῥουμανικὴν παροικίαν διὰ τὰ σχολεῖα αὐτῶν, δὲν κατώρθωσε παρὰ μόνον τέσσαρας οἰκογενείας νὰ εὕρῃ, μεταξὺ τῶν ὁποίων αἱ δύο ἦσαν αἱ τῶν διδασκάλων. Πάντες οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου εἶχον φρόνημα Ἑλληνικὸν, καὶ ἐξεδήλωσαν τὸ φρόνημα αὐτῶν οὕτως, ὥστε ἠναγκάσθησαν οἱ μεταβάντες ἐκεῖσε Ῥουμᾶνοι ν’ ἀποχωρήσωσιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, εἶναι, ὅτι, ὅπου ὑπάρχει πληθυσμὸς βλαχόφωνος, ἐκεῖ ποὺς βουλγαρικὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ πατήσῃ, προσπαθοῦσι δὲ οἱ Βούλγαροι διὰ τῆς Ῥουμανικῆς προπαγάνδας νὰ θέσωσι πόδα ἐπὶ τοῦ Ἑλληνοβλαχικοῦ στοιχείου τῆς Μακεδονίας.
§147Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπαναλάβω τὴν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν χθεσινήν μου παράκλησιν, ὅπως διανεμηθῇ τὸ τεῦχος τῶν δηλώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν αὐτοῦ. Ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως θέλει διανεμηθῆ, ἀλλ’ εἰς μάτην ἀναμένομεν.
§148ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Συγχρόνως νὰ διανεμηθῇ καὶ τὸ τεῦχος τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905 εἰς τοὺς Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν τυχὸν μέλη τῆς παρελθούσης Βουλῆς.
§149ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν μίαν παράκλησιν. Σήμερον ἔλαβον ἐπιστολὴν συμπολιτῶν μου καὶ πολιτῶν Ἑλλήνων ἐγκατεστημένων ἐν Χίῳ καὶ ἐξασκούντων τὸ ἐπάγγελμα τοῦ κρεοπώλου, οἱ ὁποῖοι ἐξ ὀνόματος καὶ τῶν ἄλλων ἐκεῖ πολιτῶν Ἑλλήνων, τῶν ἐξασκούντων τὸ αὐτὸ ἐπάγγελμα, παραπονοῦνται ὅτι αἱ ἐκεῖ Ὀθωμανικαὶ ἀρχαὶ παρακωλύουσιν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός των, ἐσχάτως δὲ προέβησαν καὶ εἰς τὸ κλείσιμον τῶν καταστημάτων αὐτῶν, διότι ἀπαιτοῦσι παρ’ αὐτῶν πρόσθετον φόρον σφαγῆς, προωρισμένον, ὡς γράφουσι, διὰ τὴν ἀνίδρυσιν Τουρκικῆς Σχολῆς ἐν Βηρυττῷ, κατὰ Σουλτανικὸν ἰραδέν. Ὁ ἐκεῖ Ἕλλην πρόξενος προέβη εἰς τὰς ἀναγκαίας παραστάσεις καὶ ἔκαμε τὰ ἀπαιτούμενα διαβήματα παρὰ ταῖς Ὀθωμανικαῖς ἀρχαῖς, ἰσχυριζόμενος ὅτι ὁ ἰραδὲς αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὸς παρ’ αὐτῆς μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ αἱ Ὀθωμανικαὶ ἀρχαὶ ἐκώφευσαν εἰς τὰς παραστάσεις τοῦ Ἕλληνος προξένου. Οἱ συμπολῖταί μου ὅμως παραπονοῦνται καὶ δι’ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον εἶναι μᾶλλον δυσάρεστον· ὅτι ὁ Ἕλλην πρόξενος μετὰ τὴν σιωπὴν τῶν Ὀθωμανικῶν ἀρχῶν εἰς τὰς παραστάσεις του ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ ὁδηγίας παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ παρακαλέσῃ αὐτήν, ὅπως ἐργασθῇ, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ ἀποστολὴ διαταγῆς περὶ προσωρινῆς ἀναστολῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Σουλτανικοῦ ἰραδὲ, μέχρις οὗ ἐπέλθῃ συνεννόησις μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας· ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Πρεσβεία σιωπᾷ μέχρι τοῦδε εἰς τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ τηλεγραφήματα τοῦ Ἕλληνος προξένου. Δὲν γνωρίζω, ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ταῦτα καὶ τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος ἀπὸ πάσης ἐπόψεως, καὶ δὴ ἐθνικῆς, καὶ ζητήσῃ πληροφορίας, ὅπως γνωρίσῃ, ἂν ὁ φόρος ὁ ζητούμενος, ὁ πρόσθετος, εἶναι νόμιμος καὶ δικαιολογημένος ἐκ τῶν συνθηκῶν ἢ οὔ· ἐν τῇ τελευταίᾳ δὲ περιπτώσει νὰ προβῇ εἰς τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα, ἵνα ἀρθῇ τὸ πιεστικὸν αὐτὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς καταστρέφει τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, δὲν συντελεῖ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὸ γόητρον τῶν Ἑλληνικῶν προξενικῶν ἀρχῶν.
§150ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τὰ προσήκοντα διαβήματα, ἀλλὰ δὲν ἐτελείωσε τὸ ζήτημα, καὶ συνεπῶς δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τὸ ἀποτέλεσμα.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τροιζηνίας κ. Οἰκονομόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ περὶ κοινοτήτων νόμου ΑΡΠʹ τοῦ 1884 εἰς τὰς κοινότητας τῆς ἐπαρχίας Τροιζηνίας». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 120). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1 καὶ 2 ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 3.
§152ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΑʹ περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου εἰσπραχθέντα ὑπὸ τῶν τελωνειακῶν ἀρχῶν ηὐξημένα τέλη, δυνάμει τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν 7 Μαΐου 1904 νομοσχεδίου, δὲν ἐπιστρέφονται εἰς τοὺς καταβαλόντας αὐτὰ, ἀλλ’ εἰσάγονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς ἔσοδα αὐτοῦ.»
§153Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Οὐδένα, ὑποθέτω, διαφεύγει ἡ περίστασις, ἥτις προεκάλεσε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἐπιφυλασσόμενος νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐν τῷ μεταξὺ νὰ σκεφθῇ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον οὕτως, ὥστε νὰ μὴ φέρῃ τὸν χαρακτῆρα τὸν δημευτικὸν, ὃν φαίνεται ὅτι ἔχει.
§154Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μετὰ σκέψεως διετυπώθη οὕτω πως τὸ ἄρθρον, ὅπως ἀποφύγωμεν μεταγενεστέρας διενέξεις. Οὐδὲν τὸ δημευτικὸν ἔχει ἡ διάταξις αὕτη· νομίμως εἰσεπράξαμεν καὶ νομίμως διακατέχομεν· ἀλλὰ διετυπώσαμεν, ἐπαναλαμβάνω, οὕτω τὸ ἄρθρον, ἵνα ἀποφύγωμεν μεταγεγεστέρας διενέξεις.
§155Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Παρακαλῶ νὰ δοθῇ προσοχὴ εἰς τὸ ἄρθρον, ἵνα μὴ τυχὸν, προνοοῦντες περὶ ἐξασφαλίσεως, δημιουργήσωμεν δικαίωμα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τυχὸν δύνανται νὰ ἔχωσι τοιοῦτον. Καλλίτερον ἴσως θὰ ἦτο, ἂν παρελείπετο ἡ τοιαύτη διάταξις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων τοῦ Κακουργιοδικείου Λαμίας τοῦ ἔτους 1904 καὶ διὰ τὸ ἔτος 1906».
§157ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς, ἂν ἐλειτούργησε Κακουργιοδικεῖον μέχρι τοῦδε ἐν Λαμίᾳ.
§158Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι· διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ἄνευ τοῦ νόμου τούτου.
§159Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ πληροφορία δὲν εἶναι ἀκριβής. Τὸ Κακουργιοδικεῖον ἐν Λαμίᾳ λειτουργεῖ ἤδη, καὶ λάβετε τὰ μέτρα σας.
§160ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν λειτουργῇ, εἶναι ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§161Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀναβολῆς τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1904».
§163Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν σύνταξιν καὶ ὑποβολὴν τῆς παρούσης προτάσεως νόμου ὑπηγόρευσεν ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ὅτε προεβλήθη ἡ μαστίζουσα τὸν κόσμον τῶν ἀμπελοκτημόνων ἀνέχεια καὶ ἡ ἀνάγκη, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τοῦ 1904, εἶχεν ὑποσχεθῆ, ὅτι θέλει ληφθῆ πρόνοια περὶ τούτου. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ Ἀττικῆς ὑπέβαλον πρότασιν νόμου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἂν υἱοθετεῖ τὴν πρότασιν ταύτην, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ μεταβολῆς τοῦ νόμου, ἵνα μὴ προβαίνωμεν καθ’ ἕκαστον ἔτος εἰς τοιαύτας προτάσεις. Δὲν πληροῖ τὴν ἀνάγκην ἡ τοιαύτη πρότασις νόμου, διότι παρατείνει μὲν τὴν προθεσμίαν τῆς πληρωμῆς μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1905, ἀλλὰ δὲν ἀφαιρεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτελέσεως ἀπὸ τοὺς ταμίας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄλλου νόμου, τοῦ ὁρίζοντος τὴν προθεσμίαν κατὰ Φεβρουάριον, Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν σκοπῇ νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον νομοσχέδιον, οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω· ἐὰν ὅμως πρόκηται νὰ χωρήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς τοιαύτης προτάσεως νόμου, τότε εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διετύπωσα.
§164Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀκριβῶς τοῦτο ἤθελον νὰ δηλώσω, πρὶν λάβητε τὸν λόγον. Τὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία περιέχεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀποδέχομαι καθ’ ὁλοκληρίαν, ἐν ἰδιαιτέρῳ δὲ νομοσχεδίῳ θέλω συμπεριλάβει ἁπάσας τὰς λεπτομερείας, ἵνα συζητήσωμεν γενικώτερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχω ἕτοιμον, καὶ θέλω τὸ καταθέσει. Συγχρόνως δὲ διὰ διοικητικῆς ἐνεργείας θέλω προλάβει τὴν καταδίωξιν.
§165Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προκειμένης προτάσεως νόμου ἀναβάλλεται.
§166Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἄλλου θέματος πρὸς συζήτησιν λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 καὶ 30′ μ. μ.)