1905.05.05
2.031 στίχοι · 15.257 λέξεις · 123 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
τῆς 5 Μαΐου 1905.
(Πέμπτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Ὥρα 4 καὶ 50′ μ. μ. ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 118 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς παρουσιασθὲν ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἐκόμισεν Αὐτῷ τὴν ἀπάντησιν τῆς Βουλῆς εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀντεφώνησεν ὡς ἑξῆς.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Εὐχάριστον μοὶ μεταδίδει ἄγγελμα ἡ πρὸς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἀπάντησις τῆς Βουλῆς, διότι ἡ διάθεσις αὐτῆς νὰ εἰσφέρῃ τὴν συνταγματικὴν αὑτῆς συνδρομὴν εἰς τὰ πρὸς πλήρωσιν ἐθνικῶν ἀναγκῶν προταθησόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεώς μου μέτρα δύναται πάντως νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐξωτερικῶν, Δικαιοσύνης καὶ Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 ἐκ δραχμῶν 570,000. 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαρτίου 1905 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις δρ. 10,300 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1905. 8) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Φεβρουαρίου 1905 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δραχ. 230,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1905. 4) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαρτίου 1905 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δραχ. 62,100 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904. 5) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐκανονίσθησαν προσωρινῶς τὰ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1905 ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ὡς ἐπίσης τὰ διὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, συμφώνως πρὸς τοὺς ὑποβληθέντας περὶ αὐτῶν προϋπολογισμοὺς εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν τῆς ΙϚʹ Περιόδου κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτῆς Γʹ τακτικὴν Σύνοδον. 6) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 23 Δεκεμβρίου 1904 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις 121,000 δρ. ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904. 7) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 ἐκ δρ. 2,018,652.52. Ἅπασαι αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 86–92). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς ἀναφοράς: Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων μεγάλων Καλυβίων τοῦ δήμου Τρικκαίων, παρακαλούντων νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς συγκοινωνίας τοῦ χωρίου των μετὰ τῆς πόλεως τῶν Τρικκάλων, ν’ ἀπαλλαγῶσι δὲ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, διότι κατεστράφη ἡ ἐσοδεία των. Αἴτησιν τοῦ Γεωρ. Δημοπούλου, καταδίκου εἰς θάνατον, παρακαλοῦντος νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις. Τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Μαλακασίου, διαμαρτυρομένων καὶ παραπονουμένων ὅτι παρὰ τὸ ἄρθρον 7 τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς συνθήκης τοῦ 1897 ὁ Βαλῆς τῶν Ἰωαννίνων διέταξε καὶ αἱ Ὀθωμανικαὶ ἀρχαὶ Μετσόβου ἐξέθηκαν εἰς πλειοδοτικὴν δημοπρασίαν βοσκησίμους γαίας τῆς κοινότητος Μαλακασίου, ἐκχωρηθείσας μὲν τῇ Τουρκίᾳ κατὰ τὴν νέαν διαρρύθμισιν τῶν ἑλληνοτουρκικῶν συνόρων, ἐφ’ ὧν ὅμως κατὰ προνόμιον ἔχουσι κεκτημένα δικαιώματα βοσκήσεως τῶν κτηνῶν αὐτῶν οἱ ἀναφερόμενοι, ὡς μέλη τῆς κοινότητος Μαλακασίου. Οὕτω, τῶν ἐν λόγῳ γαιῶν κατακυρωθεισῶν εἰς τελευταῖον πλειοδότην, καταστρέφονται 10 χιλιάδες αἰγοπρόβατα καὶ 200 οἰκογένειαι, καὶ παρακαλοῦσι νὰ ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα, ἵνα ἀκυρωθῇ ἡ δημοπρασία καὶ διατηρηθῇ ἡ μέχρι τοῦδε κατάστασις ὡς πρὸς τὴν νομὴν τῶν κοινωτικῶν λειβαδίων. Ἕτερον τηλεγράφημα τῶν πληρεξουσίων τῆς κοινότητος Μαλακασίου, παραπονουμένων κατὰ τῶν Ἀλβανοβλάχων ἀδελφῶν Μπάρδα κλπ., ὡς ἐπιδρομέων καὶ μὴ δικαιουμένων εἰς κάρπωσιν ἐπανεκχωρηθεισῶν τῇ Τουρκίᾳ γαιῶν τῆς κοινότητος ταύτης, ἀλλὰ βλαχοποιμένων ἐπιδραμόντων ἐξ Ἀλβανίας. Παρακαλοῦσι δὲ οἱ ἀναφερόμενοι νὰ διαταχθῶσιν αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψωσι τὴν εἴσοδον τῶν προβάτων τῶν εἰρημένων Ἀλβανοβλάχων εἰς τὰς γαίας τῆς κοινότητος, ἥτις ἐξουσιοδότησεν ὡρισμένα πρόσωπα νομίμως πρὸς ἐκμίσθωσιν τῶν ὡς εἴρηται γαιῶν. Αἴτησιν τοῦ καταδίκου Ν. Νικοπούλου, παρακαλοῦντος νὰ συμψηφισθῇ εἰς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς του, καταδικασθέντος εἰς δεκαεξαετῆ δεσμά, ὁ χρόνος τῆς ὑποδικίας του. Ἀναφορὰν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου κρατουμένων καταδίκων, παραπονουμένων κατὰ τοῦ ὀψοπώλου καὶ τοῦ χορηγητοῦ τοῦ ἄρτου τῶν φυλακῶν, ὡς χορηγούντων αὐτοῖς κακῆς ποιότητος τρόφιμα καὶ ἀκατάλληλα πρὸς βρῶσιν καὶ εἰς μυθώδεις τιμάς, ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν. Ἀναφορὰν τοῦ Γ. Δημητρίου, ἀποστρατευθέντος ὡς ἐνωμοτάρχου αʹ τάξεως, ζητοῦντος αὔξησιν τῆς μηνιαίας συντάξεώς του. Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Λίμνης καὶ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Αἰγαίων, αἰτουμένων τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου ἐν τῷ λιμένι Λίμνης. Ψήφισμα τοῦ λαοῦ Διστόμου, ἐκφράζοντος εὐχὴν καὶ παρακαλοῦντος τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποπερατώσῃ τὴν ἀπὸ τοῦ 1862 ἀρξαμένην δημοσίαν ὁδὸν ἀπὸ τῆς παραλίας Διστόμου μέχρι τῆς πόλεως Λεβαδείας. Τηλεγράφημα τῶν δικηγόρων Ζαχόλης, παραπονουμένων ὅτι παρέλυσε τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ζαχόλης, ματαιουμένων τῶν συνεδριάσεων ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τοῦ εἰρηνοδίκου. Ψήφισμα τοῦ λαοῦ Γαργαλιάνων, παρακαλοῦντος νὰ ληφθῇ σύντονος μέριμνα πρὸς λύσιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, καὶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ὑποβολὴ νομοσχεδίου καταργοῦντος τὴν εἰς εἶδος φορολογίαν. Τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Ἄστρους, παρακαλούντων νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ ἐν Ἄστρει ἀγροκήπιον. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Καρδίτσης, παρακαλοῦντος νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ ἡ Νομαρχία Καρδίτσης. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τῶν ἐφημερίδων τηλεγραφικῶς ἀνηγγέλθη, ὅτι ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀναχωρήσαντος τοῦ ἐκεῖ πρέσβεως τῆς Ρουμανίας, διεκόπησαν αἱ μεταξὺ Ρουμανίας καὶ Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας σχέσεις. Διὰ τοὺς λόγους, τοὺς περιλαμβανομένους εἰς τὰ τηλεγραφήματα, καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνῃ τις, μὴ γινώσκων καλῶς αὐτὰ τὰ πράγματα, εἰκάζω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ διακοπῆς, ἀλλὰ περὶ ἁπλῆς ψυχράνσεως σχέσεων, ἥτις συνεπήγαγε τὴν ἀναχώρησιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Πρεσβείας, ἀφήσαντος τὴν διεύθυνσιν αὐτῆς εἰς κατώτερον ὑπάλληλον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ θέμα, ἐξ οὗ, κατὰ τὰ τηλεγραφήματα τὰ ἐλθόντα ἔξωθεν, ἐπήγασεν ἡ τοιαύτη διαφωνία καὶ εἴτε διεκόπησαν εἴτε ἐψυχράνθησαν αἱ σχέσεις τῶν δύο Κρατῶν, εἶναι θέμα καιριώτατα θίγον τὰ συμφέροντα, περὶ ἃ ἀπὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν ἰδιαίτατα ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὸν νοῦν προσηλωμένον, θέμα δηλ. καθαρῶς Μακεδονικόν, διὰ τοῦτο θέλω παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ποίας ἔχει εἰδήσεις περὶ τοῦ ἀγγέλματος· ἂν τῳόντι ἐγένετο διακοπὴ ἢ ἁπλῆ ψύχρανσις σχέσεων μεταξὺ τῶν δύο ἐπικρατειῶν, καὶ διὰ τίνας λόγους.
§5ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ ἀναγγείλω εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα καὶ εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι τὸ ἑξῆς. Πρὸ δύο ἡμερῶν εἶχον εἴδησιν τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας ἡμῶν, ὅτι ἡ Ρουμανικὴ Πρεσβεία ἐπέδωκε διακοίνωσιν πρὸς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην, δι’ ἧς ἐζήτει πρῶτον τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ Ἰωαννίνων, διὰ τὴν πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῶν Ρουμανικῶν σχολείων ἐν Ἰωαννίνοις διαγωγήν του, — διότι παρεπονοῦντο οὗτοι, ὅτι τοὺς ἐφυλάκισε καὶ τοὺς κακομεταχειρίσθη, ὡς λέγει ἡ διακοίνωσις, — καὶ δεύτερον τὴν ἀναγνώρισιν τῆς Ρουμανικῆς ἐθνότητος ἐπισήμως ἐν Τουρκίᾳ· ἄλλως, ὑπεδείκνυεν, ὅτι ἡ Ρουμανία ἔβλεπεν ἑαυτὴν ὑποχρεωμένην νὰ διακόψῃ τὰς μετὰ τῆς Τουρκίας σχέσεις της. Ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη μοὶ ἐγένετο πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν. Ἕως τώρα δὲν ἔχω ἀκόμη εἴδησιν, ἂν ἐπῆλθε καὶ ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων, διότι δὲν ἦτο εὔκολον, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐπεδόθη ἡ Ρουμανικὴ διακοίνωσις, ἕως σήμερον νὰ ἔχῃ δοθῇ ἡ ἀπάντησις. Γνωρίζετε δὲ πάντες, ὅτι εἰς τοιοῦτον διάβημα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ τόσον ἀμέσως ἡ ἀπάντησις. Ταῦτα ἔχω νὰ εἴπω μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης.
§6ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιφυλάσσομαι αὔριον νὰ φέρω τὸν λόγον.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρωτίστη, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑποχρέωσις νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους. Τὴν περὶ τούτων ἡμετέραν γνώμην ἡμεῖς, καὶ κατὰ τὰς χρονικὰς περιόδους, καθ’ ἃς ἐτυγχάνομεν ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ ὅτε διήλθομεν διὰ τῆς Κυβερνήσεως πρὸ δύο καὶ πλέον ἐτῶν, κατεδηλώσαμεν πάντοτε, καὶ διὰ τοῦτο αὕτη εἶναι ἤδη γνωστή. Κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν ταύτην, ἀρχὴ πάσης μερίμνης περὶ διαρρυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους πρέπει ἦναι ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Περὶ τούτου ὁ ἐμὸς συνάδελφος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος θέλει μὲ διαδεχθῇ μετ’ ὀλίγον ἐπὶ τὸ βῆμα, θέλει ἀπασχολήσει τὴν Βουλήν, καὶ θέλει ἀνακοινώσει εἰς αὐτὴν τὰς γνώμας τοῦ Ὑπουργείου καὶ τὰς μελέτας, ἃς ἐποιησάμεθα μέχρι τοῦδε. Διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν ἅπτομαι τοῦ ζητήματος. Ἐπειδὴ δὲ τυγχάνω Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὀφείλω νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιά τινα, ἀναγόμενα εἰς τὰς περὶ γενικῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους ἡμετέρας μερίμνας. Οὕτως ἐν πρώτοις καταθέτω νομοσχέδιον, δι’ οὗ μεταβάλλονται αἱ βάσεις, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ἐπέρχεται δὲ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν κατὰ 58 ἢ 59 Βουλευτάς. Δεύτερον νομοσχέδιον καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται ὁ μέχρι τοῦδε ἰσχύων νόμος, ἐπανάγονται δὲ ἐν ἰσχύϊ αἱ διατάξεις τοῦ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους νόμου, ὅστις ἴσχυε πρὶν ἢ οὗτος μεταβληθῇ διὰ τοῦ καταργουμένου νόμου. Νομοσχέδιον εἰσάγω ὡσαύτως περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου μεταβάλλονται τὰ νενομισμένα περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς πολιτευόμενος, πάντοτε ἐδήλωσα γνώμην κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ὁ θεσμὸς ἐγκατεστάθη ἐν τῇ χώρᾳ πρὸ δώδεκα καὶ πλέον ἐτῶν, ὅταν δὲ δώδεκα ἔτη λειτουργῇ νομοθεσία τις, οἱ φρονοῦντες ὅτι πρέπει αὕτη νὰ μεταβληθῇ δὲν πρέπει νὰ προβαίνωσιν ἀμέσως εἰς τὴν κατάργησιν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προτείνω, μεταβάλλονται τὰ νενομισμένα κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ἐν τισι χωρίοις δήμων ἀγροτικῶν, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς ἀνέρχεται εἰς ὡρισμένον ἀριθμόν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπανάγεται ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, ὁποία ἦτο πρὶν ἢ μεταβληθῶσιν οἱ ἀστυνομικοὶ νόμοι τοῦ Κράτους. Ἐν τοῖς δήμοις δὲ, ἐν τοῖς ὁποίοις ὁ πληθυσμὸς τυγχάνει ἀνώτερος τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ, ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία ἀνατίθεται εἰς ἀξιωματικόν. Ὡσαύτως καὶ ἐν τοῖς δήμοις, ἐν οἷς ὑπάρχει πρωτεύουσα νομοῦ. Ἐν τοῖς δήμοις ὅμως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς δὲν μεταβάλλεται τὸ καθεστὼς, διατηροῦνται δὲ οἱ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμοι, οἵτινες ἰσχύουσι μέχρι τοῦδε. Ἀφοῦ ἡ γνώμη ἡμῶν περὶ διαρρυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἀρξώμεθα ἀπὸ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἑπόμενον ἦτο νὰ μελετήσω τὸν νόμον τοῦ 1900 περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας, καὶ νὰ ἐπενέγκω ἐλαττώσεις ἐξόδων· ἐὰν δὲ δὲν σφάλλωμαι, ἐδήλωσε μέριμναν τοιαύτην καὶ ἡ ἐνεστῶσα Ἀντιπολίτευσις, ὅτε ἐτύγχανεν ἐν τῇ ἀρχῇ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προβάλλω ὡσαύτως εἰς τὴν Βουλήν. Καταθέτω ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλονται τέλη τινὰ, οὕτως εἰπεῖν, ἐκπαιδευτικὰ εἰς τοὺς σπουδάζοντας ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν καὶ ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Καλῶν Τεχνῶν. Προβάλλω δὲ καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, δι’ οὗ κανονίζονται σκοπιμώτερον τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων. Κατὰ τοὺς νόμους περὶ δημοσίων ἔργων, ἐν τῇ βαθμολογίᾳ τοῦ σώματος τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν ἐτάχθησαν ἐπὶ τῆς κορυφῆς οἱ νομομηχανικοὶ ἐπιθεωρηταί. Τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὴν τάξιν ταύτην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐκδηλοῖ τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ τάξις αὕτη συνέστη, καὶ τὰ καθήκοντα αὐτῶν, ὁ σκοπὸς δὲ καὶ τὰ καθήκοντα αὐτῶν εἶναι νὰ ἐπιθεωρῶσι τὰ ἐκτελούμενα ἔργα. Ἀλλὰ, κατ’ ἔλλειψιν προνοίας ἴσως, οἱ ἐπιθεωρηταὶ διαμένουσιν ἐν Ἀθήναις καὶ θεωροῦνται κατατεταγμένοι μετὰ τῶν ἄλλων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπαλλήλων. Φρονῶ, ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν πιστοτέραν ἐκπλήρωσιν τοῦ νόμου, ἐὰν διῃρεῖτο ἡ Ἐπικράτεια εἰς διαφόρους περιφερείας, καὶ ἐπὶ ἑκάστης τούτων ἐτάσσετο εἷς τῶν ἐπιθεωρητῶν. Ταῦτα κανονίζει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγω. Προσδιορίζεται δὲ δι’ αὐτοῦ προσέτι καὶ ὅριον ἡλικίας εἴς τινας τάξεις τῶν ἀποτελούντων τὸ σῶμα τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν. Πλὴν τούτων καταθέτω νομοσχέδιον περὶ ἀδείας ὑποθηκεύσεως τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς πρὸς συνομολόγησιν δανείου. Πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἀπηυθύνθησαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 12 Ἀπριλίου ὑπό τινος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἐκ Σύρου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἡ πρώτη τῶν ἐπερωτήσεων τούτων ἀφορᾷ τὴν ἐπισκευὴν τῆς ἐκτὸς τοῦ λιμένος Σύρου παραλιακῆς ὁδοῦ, τῆς ἀγούσης πρὸς τὸ Ὑγειονομεῖον. Ἐπὶ ταύτης καταθέτω ἀπάντησιν. Δευτέρα ἐπερώτησις μοὶ ἐγένετο, ἵνα πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ποίαν φροντίδα ἔλαβεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ἀπὸ Ἑρμουπόλεως διὰ τοῦ χωρίου Ταλάντων εἰς τὸν ὅρμον Γαλισσᾶ ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ. Καὶ ἐπὶ ταύτης καταθέτω ἀπάντησιν. Τρίτη ἐπερώτησις ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτοῦ κ. Τσάτσου, νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, διὰ ποῖον λόγον μετεβλήθη ἡ χάραξις τῆς βατῆς ὁδοῦ ἀπὸ Νοστίμου εἰς Χάνι Καρύτσης. Καὶ ἐπὶ ταύτης καταθέτω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 93–99). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§9Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐρεύνης ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἔννοια τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ποιούμεθα, τροποποιοῦντες τὸν Προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου κ. ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1905, ἐπιβάλλει, ὅπως τὸ παρόν, τὸ ὁποῖον διατελεῖ, καθ’ ἑαυτὸ ἐξεταζόμενον, ἀείποτε ἀκατανόητον, συνδέσω πρὸς τὸ παρελθὸν τὸ οἰκονομικόν, διὰ νὰ καταδείξω πρὸ παντὸς, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ἐστερέωσεν ἐν ἡμῖν τὴν σταθερὰν ἐμμονὴν εἰς τὴν πληρεστάτην ἐκτέλεσιν τῶν ἰδεῶν, μὲ τὰς ὁποίας ἠγωνίσθημεν ὡς κόμμα ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ παρέστημεν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Θὰ ἦτο διδακτικώτατον νὰ ἀνήρχετό τις πολὺ πέραν τοῦ 1905, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον προτίθεμαι, ἐπαρκῆ ὁπωσδήποτε θεωρῶ τὰ τρία πρὸς τὸ 1905 συνδεόμενα ἔτη, ἤτοι τὸ ἔτος 1904, τὸ ἔτος 1903 καὶ τὸ ἔτος 1902. Ὑπάρχουσι προσωρινοὶ ἀπολογισμοί, κατατεθέντες ὑπὸ τῶν προκατόχων μου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τοῦ ἔτους 1902 καὶ τοῦ ἔτους 1903. Κατ’ αὐτοὺς ὑπάρχει ἔλλειμμα ἐκ μὲν τῆς χρήσεως τοῦ 1902 δραχ. 6,624,328, ἐκ δὲ τῆς τοῦ 1903 δραχ. 1,080,681. Ἐν ὅλῳ αἱ δύο αὗται χρήσεις κατέλιπον ἔλλειμμα δραχ. 7,705,009. Ὑπολείπεται ἡ ἀνεύρεσις τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1904. Ἐπροχωρήσαμεν δὲ ἀρκούντως ἐν τῇ χρήσει τοῦ ἔτους τούτου, ὥστε μετὰ τινος πιθανότητος νὰ δυνηθῶμεν νὰ τεκμαρθῶμεν τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐπιπροστίθεται εἰς τὸ ἤδη πιστοποιηθὲν ὑπ’ ἐμοῦ, τῶν ἐτῶν 1902 καὶ 1903. Αἱ εἰσπράξεις καὶ τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἔχουσιν ὡς ἑξῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὑπολογίζων καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἀμέσως θ’ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1904 μέχρι τέλους Μαρτίου 1905, χρήσεως τοῦ ἔτους 1904, εἰσεπράχθησαν δραχ. 106,089,166, πιθανῶς δ’ εἰσπράξεις μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1904, ἤτοι μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1905, ὑπολογίζω δραχ. 5,663,860. Τὴν πιθανότητα τούτων στηρίζω ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἄλλα διδόμενα δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ὅπως μορφώσωμεν ἀσφαλῆ γνώμην περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1904. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τοιούτων ὑπολογισμῶν φαίνεται ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ ἔτους τούτου θ’ ἀνέλθωσιν εἰς δραχ. 111,853,026. Ἐντεῦθεν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1904 θὰ ἦναι ὑπὲρ τὰ 4,000,000, δεδομένου ὄντος καὶ τοῦ στοιχείου τῶν ἐξόδων, τῶν δαπανῶν· διότι μέχρι τῆς 31 Μαρτίου 1905 ἐπληρώθησαν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1904 δρ. 109,718,914. Ἄρα ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς εἰσπράξεις μέχρι τῆς 31 Μαρτίου ἡ χρῆσις τοῦ 1904 ἔλαβε προκαταβολὴν χρημάτων ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1905 κατὰ 3,000,000 περίπου, ἀφοῦ κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα εἰσέπραξεν 106,189,166, καὶ ἐδαπάνησεν 109,718,914. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ αὕτη ἀφορᾷ εἰς ταμειακὴν ἔποψιν τοῦ ζητήματος. Καταλήγων λοιπὸν δηλῶ, ὅτι ὑπὲρ τὰ 4,000,000 καί τι πλέον πιθανῶς ὑπολογίζω τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1904. Πρέπει δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ 1904 προϋπελογίσθησαν εἰς δραχ. 121,224,247, πλὴν τῶν ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, καὶ δὲν δυνάμεθα μετὰ τῆς αὐτῆς πιθανότητος νὰ γνωρίζωμεν τὰς μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1904 πληρωμὰς, ὡς καθωρίσαμεν τὰς εἰσπράξεις τῆς αὐτῆς χρήσεως. Ἐντεῦθεν συνάγεται τὸ πιθανὸν τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1904 ἀπὸ τοῦ ὑπολογιζομένου ὑπ’ ἐμοῦ. Τὸ ἔλλειμμα τῶν 4,000,000 καὶ πλέον προέρχεται ἐκ τῆς φορολογίας εἰς εἶδος τῆς σταφίδος, ἥτις ἴσχυσε διὰ τὴν ἐσοδείαν τοῦ 1904 καὶ ἥτις δὲν ἀπεδόθη εἰς χρῆμα εἰς τὸ Δημόσιον καὶ δὲν θ’ ἀποδοθῇ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1904, ὡς δὲ κατόπιν θὰ εἴπω, οὔτε καὶ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1905. Προσθέτω νῦν, πρὸς εὐχερεστέραν κατανόησιν τῶν πραγμάτων, καὶ ἔπειτα θ’ ἀφαιρέσω ὁλόκληρον τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξωμεν ἐν τῷ μέλλοντι ἐκ τῆς σταφίδος, ἤτοι τὸ ποσὸν τῶν 4,518,000 δραχμῶν, προϋπολογισθὲν ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται ὁ ἐκ τῆς σταφίδος φόρος. Προσθέτω τὸ ποσὸν τοῦτο ὁλόκληρον εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1904, εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν δύο προηγουμένων ἐτῶν, ἤτοι τῶν ἐτῶν 1902 καὶ 1903, καὶ καταλήγω μὲ τὴν προσθήκην τῶν δύο αὐτῶν ἐλλειμμάτων, ἤτοι τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1902 καὶ 1903, πρὸς δὲ τούτοις καὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1904, ὧν ἑκάτερον διάφορον ἔχει βεβαίως χαρακτῆρα, καταλήγω, λέγω, εἰς τὸ ποσὸν τῶν 11,823,563. Αὐτὸ θὰ ἦναι τὸ ἔλλειμμα τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, ἤτοι τοῦ 1902, 1903 καὶ 1904.
§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν μᾶς ἐξηγεῖτε αὐτὴν τὴν ἰδέαν, παρακαλῶ; Πῶς θὰ προσθέσητε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ ἔλλειμμα, ἐνῷ εἰς τὰς εἰσπράξεις δὲν ὑπολογίζετε τὸ ποσὸν αὐτό;
§11Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶπον,—καὶ ἴσως δὲν ἠκούσατε, ἢ δὲν ἐπροσέξατε περὶ τοῦ ἰδικιτέρου χαρακτηρισμοῦ τοῦ ποσοῦ τούτου,—εἶπον, ὅτι διάφορος εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῶν 4,000,000 καὶ πλέον τοῦ ἐλλείμματος τούτου, τοῦ ἐκ τῆς καθυστερήσεως τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον συγκαταλέγω εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐλλείμματος, διάφορος, λέγω, ὁ χαρακτὴρ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀπὸ τοῦ ἐλλείμματος τῶν 7,705,009 τῶν ἐτῶν 1902 καὶ 1903, καὶ προσέθεσα, ὅτι τοῦτο τὸ ἐκ σταφίδος ποσὸν εἶναι καθυστέρημα.
§12Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω ἐρώτησίν τινα;
§13Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§14Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὡρίσατε τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1904, ὡρίσατε καὶ τὰς ὑποτιθεμένας δαπάνας τῆς χρήσεως ταύτης, καὶ κατελήξατε εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ χρῆσις αὕτη θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα ἔλλειμμα 4,000,000. Εἴπετε ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο δὲν θὰ ὑπῆρχεν, ἐὰν εἶχε πωληθῆ ἡ σταφὶς, ὅτι ἡ σταφὶς, δὲν ἐπωλήθη, ἄρα ὑπάρχει τὸ ἔλλειμμα. Πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο νὰ προσθέσητε τὰ 4,000,000; Τοῦτο δὲν ἐννοῶ.
§15Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶπον ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ καθυστέρημα εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1904. Διότι δὲν θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1904.
§16Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ εἴπητε 7+4 =11, ἀλλ’ ὅτι τὸ ὅλον ἔλλειμμα εἶναι 7,000,000. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προσθέσητε μίαν ἄλλην φορὰν τὰ 4 ἑκατομμύρια αὐτά;
§17Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ....
§18Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Παρακαλῶ. Ἡ παρέμβασις θὰ φέρῃ σύγχυσιν. Εἶναι 7,705,009 δραχμαὶ τὸ ὁριστικὸν ἔλλειμμα. Θέλων νὰ πιστοποιήσω, ὁμιλῶν περὶ ἐλλειμμάτων, ταὐτοχρόνως καὶ τὸ ταμειακὸν ἔλλειμμα, τὴν ἔλλειψιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑφίστανται σήμερον ἐν τῷ ταμείῳ, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1904, διὰ νὰ ὑπολογισθῶσιν ὡς ἔσοδον, εἶπον, ὅτι εἰς τὰ 7,705,009 ταῦτα ὀφείλω νὰ προσθέσω τὰ 4,000,000 καὶ πλέον. Ταυτοχρόνως δ’ ἔδωκα τὸν ἰδιαίτερον χαρακτῆρα αὐτῶν τῶν 4,000,000 καὶ πλέον, τὰ ὁποῖα ἀνωμολόγησα μὲν ὅτι μετὰ βεβαιότητος θὰ λάβωμεν, ἀλλὰ θὰ τὰ λάβωμεν μετὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1905. Ἄρα ὄχι εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1904, ἄρα δὲν θὰ ὑπάρχωσι καὶ δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ταμείῳ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νῦν ὑποχρεώσεών του. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην νομίζω, ὅτι θὰ ἐνοήσατε ἤδη τί θέλω νὰ εἴπω.
§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῶμεν. Ἀνεφέρατε ὡς ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1902 δραχ. 6,000,000, ἀνεφέρατε καὶ ὡς ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1903 δραχ. 1,000,000· γίνονται 7,000,000. Τώρα ἀναφέρετε ὡς ἔλλειμμα πιθανὸν τὰ 4,000,000.
§20Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Καθυστέρημα.
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καθυστέρημα τοῦτο, ἄρα ὄχι ἔλλειμμα.
§22Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, μὴ παίζετε μὲ τὰς λέξεις. Καθυστέρημα, ἤτοι χρῆμα μὴ εἰσελθὸν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ μὴ μέλλον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ 1904, ἄρα ἔλλειμμα τοῦ 1904, πάντα μὲ τὸν ἰδιαίτερον χαρακτῆρα, ὡς ἐπανέλαβον, διότι δὲν εἰσῆλθε μὲν, ἀλλὰ πάντως κατ’ ἐμὲ θὰ εἰσέλθῃ μετὰ τὸ 1904 καὶ 1905. Ἀκολουθῶ, κύριε Βουλευτὰ, εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν ἰδεῶν μου σύστημα, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς εὐχερεστάτης κατανοήσεως τῶν πραγμάτων, ἐφ’ ὧν ἐννοῶ νὰ καταστήσω ἐμαυτὸν ἀντιληπτὸν ὄχι μόνον εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα δυνάμενον νὰ ἀναγνώσῃ ὅ,τι θὰ εἴπω. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι τὸ ὁριστικὸν ἔλλειμμα τοῦ 1902 καὶ τοῦ 1903 εἶναι δρ. 7,705,009, τὸ δὲ καθυστέρημα, τὸ ἐκ 4,000,000 καὶ πλέον, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὑπὸ τὴν στενὴν σημασίαν τῆς λέξεως ἔλλειμμα διαρκὲς καὶ ὁριστικὸν, εἶναι ὅμως ἔλλειμμα τοῦ 1904, προσθέτω, διὰ τὴν εὔκολον κατανόησιν, εἰς τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο. Ἀναμένοντες δὲ, θὰ ἴδητε ποῦ θὰ καταλήξω, καὶ πότε πρέπει νὰ ἀφαιρέσω αὐτό.
§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τώρα εἴμεθα σύμφωνοι.
§24Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Καὶ διατὶ δὲν εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ καὶ τὸ ἐκ τῆς σταφίδος ἔσοδον ὡρισμένως ἐκ 4,518,500, τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος; Διότι, ἀφοῦ τὸ Κράτος ἔγεινεν ἔμπορος, ἑπόμενον εἶναι νὰ ὑφίσταται καὶ τοὺς κινδύνους τοῦ ἐμπορίου. Ἠγγυήθη εἰς τὰς Τραπέζας ὑπὲρ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Αὕτη ἐπώλησε τὸ παρακράτημα, ἀλλὰ νῦν οἱ ἀγορασταὶ βιομήχανοι ἰσχυρίζονται, ὅτι ἀδυνατοῦσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των. Εἴτε δὲ γείνωσι δεκταὶ αἱ προτάσεις αὐτῶν περὶ συμβιβασμοῦ, εἴτε μὴ, τὸ 1904 βεβαίως δὲν θὰ ἔχῃ ὡς ἔσοδον τὸ καθυστέρημα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα καὶ τὸ ὁποῖον συνυπελόγισα εἰς τὸ ἐξ 7,705,009 δραχμῶν οἰκονομικὸν ἔλλειμμα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα βαρύνουσι τὴν τριετίαν τοῦ παρελθόντος, ἤτοι τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,823,563 δραχμῶν. Ἔχομεν καὶ τὰς προκαταβολάς. Αἱ προκαταβολαὶ, τὰς ὁποίας ἐποιήσαμεθα ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀνέρχονται, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ 1904, εἰς δραχ. 11,967,769...
§25Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πόσον εἴπετε;
§26Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, δὲν δέχομαι πλέον διακοπάς. Θέλετε τὸν ἀριθμόν;
§27Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μάλιστα...
§28Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Σᾶς τὸν ἐπαναλαμβάνω· εἶναι 11,967,769.
§29Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μὴ θυμώνετε, διότι ἔχομεν ὑποχρεώσεις καὶ ἡμεῖς.
§30Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μέχρι ποίας ἐποχῆς;
§31Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ 1904 ἀπὸ τοῦ 1899.
§32Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μέχρι πότε τοῦ 1904;
§33Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μέχρι τέλους Μαρτίου 1904. Τὸ τελευταῖον ἔτος, τὸ 1903, εἶχε καθυστέρημα 3,000,000 περίπου· τὸ 1904 εἶχε καθυστέρημα μόνον περὶ τὰ 2½ ἑκατομμύρια. Πῶς τοῦτο ἐγένετο, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν περισσότερα, κατόπιν θὰ ἐξηγήσω. Προστιθεμένων λοιπὸν καὶ τῶν προκαταβολῶν, ἔχομεν ἔλλειμμα 23,791,332. Ταῦτα εἶναι περίπου τὰ βάρη. Μὲ τοιαῦτα βάρη, 23,791,332 δραχμῶν, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1905. Τί ἔπρεπεν ἀπέναντι τῆς καταστάσεως ταύτης νὰ πράξωμεν; Τὰ ἐλλείμματα τῶν τριῶν εἰδῶν εἶπον καὶ ἀρχόμενος, ὅτι φέρουσιν ἕκαστον ἰδιαίτερον χαρακτῆρα. Καὶ τὸ μὲν ἐκ τῆς σταφίδος, καθ’ ἃ προεῖπον, εἶναι καθυστέρημα, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσέλθῃ πάντως εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, — καὶ θὰ ἐξακριβώσω πῶς θὰ εἰσέλθῃ, — τὸ δεύτερον, τὸ τῶν προκαταβολῶν, προέρχεται ἐκ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τοῦτο, κατά τι ἐλάχιστον μέρος, δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι καθυστέρημα, ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον βεβαίως εἶναι ἔλλειμμα πραγματικόν.
§34Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε;
§35Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§36Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἄλλα ἐλλείμματα ἀνάγονται εἰς τὰς χρήσεις τοῦ 1902, 1903 καὶ 1904. Τὸ ἔλλειμμα ἐκ προκαταβολῶν, παρακαλῶ, ἀνάγεται εἰς τὰς αὐτὰς χρήσεις, ἢ εἶναι ἐξ ὑπαρχῆς;
§37Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸ ἔλλειμμα ἐκ τῶν προκαταβολῶν ὑπολογίζω ἀπὸ τοῦ 1899, καὶ προχωρεῖ τοῦτο βαθμηδόν. Οἱ ὑπολογισμοί μου στηρίζονται εἰς τὰ ἔτη 1899, 1900, 1901, 1902, 1903, καὶ 1904 μὲ τὰ 2,500,000.
§38Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ χωρίζετε τὰς χρήσεις;
§39Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ κανονίσητε τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ὁμιλήσω, δὲν θὰ σᾶς εὐχαριστήσω, διότι ἔχω καὶ ἐγὼ τοὺς λόγους μου, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μοῦ ὑποδεικνύητε τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου.
§40Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠρώτησα· διασάφησιν ἐζήτησα.
§41Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ἐπαναλέγω, ὑπάρχουσι λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν τὰ λέγω καθ’ ὃν τρόπον σεῖς τὰ θέλετε. Λοιπὸν εἰσέρχομαι εἰς τὸ 1905. Εἶναι βάρη πρόδηλα τὰ 23,791,332 περίπου. Εἶναι τὸ καθυστέρημα ἐκ τῆς σταφίδος, εἶναι αἱ προκαταβολαὶ τῶν 11,967,769 δραχ. περίπου, αἱ ἀπὸ τοῦ 1899, ἐξ ὧν τὰ πλεῖστα εἶναι καθαρὸν ἔλλειμμα, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ λάβητε παρὰ δήμων, οἵτινες ἐπαναλαμβάνουσι κατ’ ἔτος τὰς ἐτησίας ἀνάγκας των, ἃς δὲν δύνανται εὐχερῶς νὰ θεραπεύσωσι. Θὰ ἤμεθα εὐτυχεῖς, ἄν, καθ’ ὃν χρόνον θεραπεύουσιν οὗτοι τὰς νέας ἀνάγκας των, ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν τὰς νέας προκαταβολὰς καὶ παύσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἔχωμεν τοιαύτας, αἵτινες μεταβάλλονται εἰς πραγματικὰ ἐλλείμματα. Εἶναι ἐπὶ τέλους τὸ τρίτον εἶδος τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ἔλλειμμα τῶν 7,705,009. Πρὸ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ τριπλοῦ χαρακτῆρος πῶς ἐνηργήσαμεν, ὅπως μὴ ἐπανέλθωσι τὰ ἐλλείμματα ταῦτα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905 καὶ εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ μέλλοντος; Ἀναλόγως τοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος προεκάλεσεν ἕκαστον τῶν ἐλλειμμάτων, ἐξελέξαμεν καὶ τὸ μέσον τῆς μὴ ἐπαναλήψεως αὐτῶν ἐν τῷ μέλλοντι. Ὁ λόγος τοῦ ἐλλείμματος τῆς σταφίδος ὑπῆρξε μία πολιτικῶς παθολογικὴ συμπάθεια ὑπὲρ τῆς δῆθεν ὑποστηρίξεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπανέρχεται ὁ φόρος εἰς χρῆμα διὰ τὴν σταφίδα, δηλαδὴ ἐπανέρχεται τὸ προηγούμενον νόμιμον καθεστώς· διότι, ἐὰν τοῦτο δὲν γείνῃ, εἶναι φύσει ἀδύνατον νὰ θέσωμεν στερεὰς βάσεις πρὸς μεταρρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐλλείμματα, τὰ καθυστερήματα, μὲ τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον προσέδωκα εἰς ταῦτα, τὰ τῶν προκαταβολῶν, ταῦτα προῆλθον ἐκ μοιρολατρικῆς, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀδιαφορίας περὶ τῆς ἐννοίας τῶν δημοσίων καθηκόντων ἐκ μέρους τῆς Διοικήσεως. Τὸ 1895 ἐψηφίσθη εἷς νόμος ἄρτιος, κατὰ τὰς ἀρχὰς, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζετο, καὶ κατὰ τὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι ἐκπορεύονται ἐξ αὐτῶν. Ἔθεσεν ὁ νόμος οὗτος δύο μεγάλας ἀρχὰς, καὶ διεμόρφωσεν ἐπιστημονικώτατα πάσας τὰς συνεπείας. Ὥρισεν ὁ νόμος, συμφώνως καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα, ὅτι τὴν ἐκπαίδευσιν παρέχει ὁ δῆμος. Ἐθεώρησε τοῦτο καὶ ὡς δικαίωμα καὶ ὡς καθῆκον τοῦ δήμου, ὅπως ὁ δῆμος δώσῃ τὸ πρῶτον φῶς εἰς τὸν δημότην πρὸς μόρφωσιν καὶ πρὸς κτῆσιν τῶν μέσων, ἵνα βιώσῃ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Κατόπιν ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ ὁ νόμος τὴν ἀπρόσκοπτον τῆς ἐκπαιδεύσεως λειτουργίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέλαβε τὸ Κράτος νὰ προκαταβάλλῃ, νὰ προπληρώνῃ, οὐχὶ ὅμως νὰ καταβάλλῃ, οὐχὶ νὰ πληρώνῃ. Καὶ ὁ νόμος δικαίως ὑπέθετε νομάρχας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξήλεγχον τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τῶν δημοτικῶν προϋπολογισμῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐμορφοῦτο ἡ ἔννοια τῶν ἀνεπαρκῶν δήμων. Διότι μόνον μὲ τοιαύτην προϋπόθεσιν δὲν θ’ ἀνεπτύσσετο, εἰς τοιοῦτον μάλιστα βαθμόν, τὸ βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τῶν προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἀπέτυχεν ὁ νόμος, διότι ἐστηρίχθη εἰς προϋπόθεσιν ἀνύπαρκτον. Τοῦτο μεταρρυθμίζομεν. Ὅταν καθορισθῶσι νομοθετικῶς τὰ ἔξοδα τῶν δήμων τὰ ἀναγκαῖα, τότε δὲν ἔχομεν φόβον νὰ προστίθηνται ἐν τοῖς δημοτικοῖς προϋπολογισμοῖς πολλὰ ἔξοδα πολυτελείας, ἀνέσεως, εὐμαρείας τῶν δήμων, τὰ ὁποῖα ἔξοδα νὰ πραγματοποιῶνται πρὸ τῆς ἀποδόσεως εἰς τὸ Δημόσιον τῶν προκαταβολῶν. Καθορίζομεν διὰ τοῦτο νομοθετικῶς, ποῖα εἶναι τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα τοῦ δήμου. Μετὰ τὰ τοιαῦτα ἔξοδα γεννᾶται ἡ ὑποχρέωσις τοῦ δήμου, ὅπως τὰ πλέον τοῦ ποσοῦ τῶν ἀναγκαίων ἐξόδων ἔσοδά του διαθέσῃ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὅ,τι ἐπὶ πλέον ἀπομένει, ἐκεῖνο δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς εὐμάρειαν ἢ ἄλλους σκοποὺς τοῦ δήμου, ἐκεῖνο θὰ ὑπόκηται, κατὰ τὰ ἰσχύοντα, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν νομαρχῶν. Αἱ ἀναγκαῖαι λοιπὸν δαπάναι καθορίζονται νομοθετικῶς. Τοῦτο ὅμως δὲν ἀρκεῖ. Νομοθετικῶς καθορίζεται καὶ ὁ τρόπος τῆς συντάξεως, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, τῶν δημοτικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐσόδων· ἤτοι τὰ ἔσοδα θὰ προϋπολογίζωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων τῆς τελευταίας δημοτικῆς χρήσεως. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ νομοθετικῶς ὁρίζεται καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπέφευγον μέχρι τοῦδε πολλὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἐκ συμφέροντος νὰ πράξωσιν. Ὁ ἰσχύων νόμος λέγει, ὅτι ἱδρύεται σχολεῖον δημοτικὸν ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσι δημοτικοὶ πόροι πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν, ἐὰν δὲ δὲν ἐπαρκῇ ὁ δῆμος, ἀναβιβάζεται ὁ δημοτικὸς φόρος μέχρι 3%, προτεινομένης τῆς αὐξήσεως ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ὑπῆρχον ὅμως δῆμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνεβίβαζον τὸν φόρον. Νομοθετικῶς διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται ἡ αὔξησις τοῦ φόρου τοῦ δημοτικοῦ μέχρι 3–4%, ὅταν τὰ δημοτικὰ ἔξοδα δὲν ἐπαρκῶσι πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ μέχρι μὲν 3% ἐπιβάλλεται ἡ αὔξησις ὑποχρεωτικῶς, μεταξὺ δὲ τῶν 3 ἕως 4% κατ’ ἐκτίμησιν τῆς ἀνάγκης ὑπὸ τῆς διοικήσεως. Ἀλλὰ προέβημεν καὶ ἔτι περαιτέρω διὰ τὴν σκόπιμον ἐφαρμογὴν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος μεταρρυθμίσεων. Διὰ τοῦτο προτείνομεν, εὐθὺς ὡς γείνῃ ἡ προκαταβολή, ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς δημοτικῆς χρήσεως, ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ Φεβρουαρίου, νὰ βεβαιῶται τὸ προκαταβαλλόμενον ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους, καὶ νὰ καταστέλληται ὁ δῆμος δι’ ὅλων τῶν καταναγκαστικῶν μέτρων, ὅπως καταδιώκηται πᾶς ὀφειλέτης βεβαιωθέντος ἐσόδου· διότι, ἐὰν ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὡς νῦν ἔχουσιν, εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως νὰ ἐνεργῶμεν τοὺς λογαριασμοὺς μετὰ τῶν δήμων, βεβαίως οὐδέποτε θὰ εὕρωμεν, καθ’ ὃν χρόνον ἐνεργοῦμεν τοὺς λογαριασμοὺς, ἔσοδα, ὅπως λάβωμεν. Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι μὲ τὰς τροποποιήσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν ἐμὴν ἁρμοδιότητα, μὲ τὰς προσθέτους τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας φέρει εἰς τὸ κυρίως ἐπιστημονικὸν μέρος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ ὑποβληθησομένῳ νομοσχεδίῳ, ἤτοι εἰς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὰ τῆς συστάσεως, καταργήσεως καὶ καθορισμοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων, θὰ δυνηθῶμεν ἀσφαλῶς νὰ μὴ ἔχωμεν πλέον προκαταβολάς. Καὶ δύναται μὲν κατά τι ν’ αὐξήσῃ ἡ ἐτησία χορηγία εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους, ἡ ἀναγραφομένη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐν τούτοις καὶ αὕτη ἀντιθέτως καὶ ἐξ ἑτέρου λόγου θὰ μειωθῇ, ἐκ τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον προεῖπον, ἐκ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ τρόπου τῆς συστάσεως, τῆς καταργήσεως καὶ τοῦ καθορισμοῦ τῶν σχολείων, ἕνεκα τοῦ ὁποίου βεβαίως δὲν θὰ ἔχωμεν τὰς συχνὰς καὶ καταχρηστικὰς συστάσεις τῶν σχολείων, θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ καταργήσεις, ὅπου αὗται ἐνδεικνύονται. Μάλιστα οὐδὲ κατὰ τὸ 1904 θὰ ἔχωμεν τοσοῦτον καθυστέρημα προκαταβολῶν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὸ 1903, καὶ τὸ ὁποῖον, ἀνελθὸν τότε εἰς 3,000,000 περίπου, ἔπρεπε κατὰ τὸ 1904, τῶν αὐτῶν καὶ ἔτι μᾶλλον ὑπαρχόντων δυσμενῶν ὅρων διὰ τὴν αὔξησιν τῶν προκαταβολῶν, νὰ ἀνέλθῃ κατ’ ἀνάγκην εἰς 3,200,000, ἢ καὶ πλέον. Καὶ διατὶ δὲν θὰ ἔχωμεν τὸ καθυστέρημα τοῦτο; Διότι, ἅμα ἀνελθόντες ἐπὶ τὴν ἀρχήν, διοικητικῶς ἐλάβομεν μέτρα, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἓν μέτρον εἶχε τὴν ἀρχὴν αὑτοῦ ἐκ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶχε διατάξει τοὺς ταμίας νὰ μὴ κάμνωσι προκαταβολὴν εἰς τοὺς δήμους ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰσπράξεων ἐσόδων τῶν δήμων. Εἰς οὐδένα δῆμον προκατέβαλον εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, καίτοι ὑπῆρχον ἐκλογαὶ, καίτοι ὑπῆρχον ἐπίμονοι ἀπαιτήσεις, κατὰ γενικὸν δὲ κανόνα, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως, προκατέβαλον τόσον ποσόν, ὅσον δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπερβῇ τὸ δικαίωμα τοῦ δήμου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν, ἐφ’ ἧς ὑπελόγισα τί ἔχει λαμβάνειν ἕκαστος δῆμος. Ἐζήτησα τὰς ἐγγράφους ληψοδοσίας τῶν δήμων μετὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅτε προσήγοντο εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον, ὅπου ἐξηλέγχετο καὶ ἐξηκριβοῦτο τί ἐδικαιοῦτο ἕκαστος δῆμος νὰ λάβῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν, αἵτινες καθωρίζοντο ἐν νομίμῳ μέτρῳ, τότε ἐλάμβανεν ἐκεῖνο, ὅπερ ἔπρεπε νὰ λάβῃ. Ἕνεκα τῆς διοικητικῆς ταύτης ἐνεργείας δὲν ὑπερέβημεν ἐφέτος, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος 1904, τὰ 3,000,000, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας κατήλθομεν εἰς τὰ 2,500,000, μετὰ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι μέχρι τοῦ τέλους τῆς χρήσεως τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ εἰσπράξῃ καὶ ἐξ αὐτῶν ὄχι πολλά, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε θὰ εἰσπράξῃ, καὶ θὰ μειώσῃ τὸ καθυστέρημα τῆς χρήσεως τοῦ 1904 κατὰ ἑκατοστύας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν. Περὶ τοῦ ἔτους 1905, κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ πλέον λόγος περὶ προκαταβολῶν. Τοιουτοτρόπως ἐκαθαρίσθη τὸ ἔδαφος, διότι δὲν θὰ ἐπαναληφθῶσι καθυστερήματα ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος καὶ ἐκ τῶν προκαταβολῶν. Καὶ ὅταν ταῦτα οὕτως ἐγένοντο, ὑπελείφθη ἡμῖν ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ εὕρεσις καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνεργοῦντες θὰ ἠδυνάμεθα νὰ μὴ ἔχωμεν ἐν τῷ μέλλοντι τὰ κυρίως ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα τὸ παρελθὸν ἐκληροδότει εἰς τὸ μέλλον. Εἶπον, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1902, ἀνελθὸν εἰς δραχμὰς 6,224,328, κατῆλθε τὸ 1903 εἰς 1,080,681. Ἀλλὰ διατὶ κατῆλθε; Διότι τότε εἰσήχθη Προϋπολογισμὸς μὲ ἠλαττωμένα ἔξοδα, μὲ ἔξοδα δρ. 117,000,000, οὐχὶ μὲ ἔξοδα, ὡς τὸ ἑπόμενον ἔτος, δρ. 121,224,000. Καὶ κατὰ 1,000,000 μὲν δὲν ἐδαπανήθησαν ταῦτα ἐν τῇ ἐκτελέσει τὸ 1903, κατὰ τὰ λοιπὰ ὅμως εἰσεπράχθησαν τὰ προσδοκώμενα, καὶ οὕτως ἔμεινε μόνον 100,080,000 δραχ. ἔλλειμμα. Ἀλλὰ τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον εἶχεν ὑποβάλει τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὑπὸ τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον καὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως...
§42ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸν ἐτροποποίησεν ὅμως ἡ διάδοχος Κυβέρνησις.
§43Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτροποποιήθη παρ’ ἡμῶν ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος.
§44Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἰσήχθη μὲ ἔξοδα 117,000,000. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ βεβαίως ἐγένοντο αἱ τροποποιήσεις τῆς ἐκτελεσάσης ταύτας Κυβερνήσεως. Εἶναι δυσκολώτερον νὰ αὐξηθῶσι τὰ ἔξοδα, ὅταν προϋπάρχῃ εἷς Προϋπολογισμὸς ἐνδεικνύων τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν, ἢ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ εἰσηγμένος τοιοῦτος Προϋπολογισμός. Ἡ ἐλευθερία ἐν τῇ τελευταίᾳ περιπτώσει εἶναι ἀνωτέρα πρὸς καθορισμὸν τῶν ἐξόδων. Ἀλλὰ διὰ τὸ 1904 ζητοῦνται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ 121,224,247 δραχ. ὡς ἔξοδα. Βεβαίως μὲ τὰς διαρκεῖς εἰσπράξεις, αἵτινες ἐπὶ μακρὸν διατελοῦσιν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον τῶν 114,000,000 περίπου, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα, ἢ ἂν δὲν ἔχωμεν αἰσθητὸν ἔλλειμμα, ἐξαιρέσει τοῦ τῆς σταφίδος, τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τὴν φορολογίαν τῶν 3,000,000, τὴν ἐπιβληθεῖσαν τὸ 1904, ἤτοι τὴν φορολογίαν κατὰ 7% ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ποτῶν. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι ἀπέδωκαν πλείονα τῶν προσδοκωμένων. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁμολογῶ τοῦτο, ταυτοχρόνως πιστοποιῶ, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1904 κατῆλθον τῶν τακτικῶν εἰσπράξεων τῶν ἄλλων ἐτῶν, ὡς θὰ σᾶς εἴπω. Ὅταν δὲ μὲ τὴν ἐπιμονὴν τῶν αὐτῶν ἐτησίων εἰσπράξεων ἐρχώμεθα τὸ 1905 καὶ ὑποβάλλωμεν Προϋπολογισμὸν μὲ ἔξοδα 121,747,013, καὶ μὲ τοιαύτην κατάστασιν, οἵαν παρέστησα εἰς ὑμᾶς, μὲ ἔλλειμμα δραχμῶν 23,791,330, βεβαίως τὸ ἔλλειμμα θὰ ἀνήρχετο εἰς δραχ. 6,000,000 καὶ 7,000,000, ἐὰν ἐξετελεῖτο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1905, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡμεῖς, ἀνελθόντες ἐπὶ τὴν ἀρχήν, πῶς ἐσκέφθημεν, ἀναγκασθέντες μὲν μέχρι τοῦδε νὰ διοικήσωμεν μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὑποβληθέντα διὰ τὸ 1905, ἤδη δὲ ὑποβάλλοντες τροποποιήσεις; Εἶπον ὅτι ἡ φορολογικὴ ἀντοχὴ τοῦ λαοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑφιστάμενον καθεστὼς τῆς φορολογίας καταδεικνύεται ἀσφαλῶς ἐκ μόνων τῶν εἰσπράξεων καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν εἰκονικῶν ὑπολογισμῶν, εἰκονικῶν οὐχὶ! ἐκ προαιρέσεώς τινος ἄλλης ἕνεκα χαρακτῆρος ὑπερβαλλούσης αἰσιοδοξίας. Ἐσκέφθην ὅτι τὸ σταθερώτερον ἔδαφος πρὸς κατάρτισιν Προϋπολογισμοῦ εἶναι αἱ εἰσπράξεις. Ὁμολογουμένως δὲ αἱ εἰσπράξεις παρ’ ἡμῖν δεικνύουσι μίαν διαρκῆ σταθερότητα, τὴν ὁποίαν οὐδαμοῦ βλέπει τις, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν ἐπὶ τέσσαρα ἤδη ἔτη συνεχῶς τὰς αὐτὰς εἰσπράξεις. Ὅτε περὶ τούτου ἐπείσθημεν, εἴπομεν, ὅτι τὸ ἀσφαλέστερον ἔδαφος, ὅπως θέσωμεν τὰ θεμέλια τοῦ οἰκοδομήματος τοῦ μέλλοντος Προϋπολογισμοῦ, εἶναι αἱ εἰσπράξεις καὶ οὐχὶ ἡ φαντασία. Τὸ ἔτος 1901 εἴχομεν εἰσπράξεις δραχ. 114,701,631, τὸ 1902 δραχ. 114,444,480, τὸ 1903 δρ. 114,834,349, τὸ 1904 ὑπολογίζομεν, ὡς εἶπον, περὶ τὰ 116,000,000, καὶ δὴ ὑπὸ τὸν ἀμφίβολον ὅρον ἂν εἰσπραχθῶσιν ἀναλόγως ὅσα εἰσεπράχθησαν καὶ κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1904. Ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 116,000,000, τῶν οὐχὶ μετὰ βεβαιότητος, ἀλλ’ ἁπλῆς πιθανότητος εἰσπραχθησομένων, καὶ ἂν ἐπαληθεύσῃ ἡ πιθανότης, μὴ ἐκλάβητε ὅτι ἔχομεν αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων. Ὄχι. Ἀπ’ ἐναντίας εἶναι κατάπτωσίς τις τῶν εἰσπράξεων, διότι, ἐὰν ἦτο αὔξησις, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι σὺν ταῖς εἰσπράξεσι τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν μέσος ὅρος δρ. 114,640,000, ἔδει νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ 3,000,000 ἔτι περίπου, ἤ, ἐπειδὴ δὲν ἐφηρμόσθησαν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος οἱ νέοι φορολογικοὶ νόμοι, τὰ 2,500,000. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου ὑπολογισμοῦ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἐφέτος εἰσπράξεις ὑπὲρ τὰ 117,000,000, ἐνῷ ἔχομεν μόνον 116,000,000, καὶ ταῦτα ἂν εἰσπραχθῶσι πράγματι ὅσα ὑπελογίσαμεν ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1904. Ὥστε ὁ ἀριθ. 116,000,000 δὲν ὑπερτερεῖ τὰ 114,640,000 ἐπὶ ἴσοις ὅροις, δὲν εἶναι ἀριθμὸς μεγαλείτερος, εἶναι ἀριθμὸς μικρότερος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν φορολογικῶν μέτρων. Καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι μόνον ἡ αὔξησις αὕτη ἐγένετο, καὶ προσκαίρως κατ’ ἐμὲ ἐγένετο, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν 7% τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων καὶ ἕνεκα τοῦ φόρου τοῦ ζύθου καὶ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν. Λέγω λοιπόν, ὅτι πρὸ τοιαύτης στασίμου εἰσπράξεως, πρὸ τοιαύτης φορολογικῆς ἀντοχῆς τοῦ λαοῦ δὲν δυνάμεθα ἤ, ζητοῦντες ἰσοζυγιζούμενον Προϋπολογισμόν, νὰ κατερχώμεθα ἐκ τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα, οὐχὶ δὲ νὰ ἀνερχώμεθα ἐκ τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ κατὰ βούλησιν ἔξοδα. Κατεβάλομεν πᾶσαν προσπάθειαν, τὴν δυνατὴν ἐπιμονὴν, καὶ κατελήξαμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, ὅπως ἔχωμεν οἰκονομίας δραχ. 5,038,279, οἰκονομίας ἀφορώσας οὐχὶ εἰς τὸ σύνολον τοῦ ἔτους, ἀλλ’ εἰς τὸ ἥμισυ ἔτος. Ἐντεῦθεν δὲν δύναται νὰ συναγάγῃ τις, ὅτι, ἐὰν ὑπὲρ τὰ 5,000,000 οἰκονομίαι ἦναι διὰ τὸ ἥμισυ ἔτος, κατ’ ἀναλογίαν 10 ἑκατομμύρια θὰ ἦναι διὰ τὸ ὅλον ἔτος, διότι εἶναι πολλαὶ οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους 1905 ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ ἐγένοντο, καὶ ἰδίως αἱ οἰκονομίαι τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων, τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν...
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατ’ ἀκριβολογίαν οὐχὶ οἰκονομίαι, ἀλλ’ ἐλαττώσεις ἐξόδων.
§46Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐλαττώσεις ἐξόδων, μάλιστα. Καὶ αἱ ἐλαττώσεις αὗται τῶν ἐξόδων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα μόνον, ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν δρ. 206,463, Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης 344,330, Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν 1,541,283, Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν 192,755, Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν 1,234,972, Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν 641,955. Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατ’ ἀριθμὸν βεβαίως φαίνονται ὅτι εἶναι ἐλάχισται, καὶ εἶναι δρ. 51,040, ἀλλὰ τοῦτο προέρχεται ὄχι διότι δὲν ἐγένοντο ἐλαττώσεις ἐξόδων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐγένοντο ἐπαρκεῖς, ἀλλὰ διότι προσετέθησαν εἰς τὰς δαπάνας ἐπὶ πλέον τῶν προϋπολογισθεισῶν δύο κονδύλια, τὸ τοῦ πετρελαίου δρ. 100,000, καὶ 250,000 δραχ. διὰ νομισματικὴν διαφορὰν τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ–Συνόρων ἕνεκα τῆς ἐκπτώσεως τοῦ χρυσοῦ. Διότι, ὡς γνωστόν, κατὰ τὴν σύμβασιν εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀγοράζωμεν τὸν χρυσὸν τὸν ἐκ τοῦ δανείου ἀντὶ 1,46, ἐνῷ σήμερον ἡ ἀξία αὐτοῦ εἶναι 1,25. Καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν ἐλαττώσεων τῶν ἐξόδων ἀνέρχεται εἰς δραχ. 5,038,279. Ἐπαναλέγω, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀναφέρεται εἰς τὸ δεύτερον ἑξάμηνον, οὐχὶ εἰς τὸ ὅλον τοῦ ἔτους, πολλαὶ ὅμως ἐλαττώσεις ἐξόδων ἐξικνοῦνται καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, διότι ἐπραγματοποιήθησαν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους.
§47Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε εἰς πόσον ἤθελον ἀνέλθει αἱ οἰκονομίαι, ἐὰν ἠθέλετε τὰς ἀναγάγει εἰς ὁλόκληρον τὸ ἔτος;
§48Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι ζήτημα ἁπλοῦ ὑπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ἔχω πρόχειρον. Ἀλλ’ εἶναι πρόδηλον τὸ πρᾶγμα. Πλεῖσται καταργήσεις εἶναι καταργήσεις προσωπικαί. Αἱ ἐκ τῶν καταργήσεων τῶν θέσεων ἐλαττώσεις δὲν δύνανται ἢ νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου καὶ ἐντεῦθεν. Μέχρι τῆς σήμερον βεβαίως δὲν ἐγένετο κατάργησις, ἑπομένως οἱ ὑπάλληλοι, ὧν αἱ θέσεις καταργοῦνται, πληρώνονται μέχρι σήμερον, καὶ θὰ πληρωθῶσι μέχρι τέλους Ἰουνίου, ἀλλὰ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος τὸ ἐπιὸν δὲν θὰ πληρώνωνται. Τοιουτοτρόπως ἔχομεν ἔξοδα διὰ τῶν τροποποιήσεων εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1905 δραχ. 116,658,081. Ταῦτα δὲ τὰ ἔξοδα ἔχοντες, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905, τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ, ἔχομεν περίσσευμα 5,089,932 δραχμῶν. Ἐγὼ δὲν πιστεύω εἰς τὸ περίσσευμα τῶν ἑκατομμυρίων τούτων, καίτοι τὰ ἔξοδα εἶναι ἀσφαλέστατον ὅτι θὰ πραγματοποιηθῶσι. Καὶ διατὶ δὲν πιστεύω; Διότι οἱ Προϋπολογισμοί, ὡς καὶ ὁ τοῦ 1905, συνετάσσοντο μετὰ μεγάλης αἰσιοδοξίας, μετὰ περιφρονήσεως πρὸς τὰς εἰσπράξεις, μετὰ καταφρονήσεως πρὸς τὰ πράγματα, καὶ διότι ἤρχισαν νὰ κάμπτωνται καὶ αὐταὶ αἱ εἰσπράξεις, αἱ μέχρι τινὸς στάσιμοι, ἀλλὰ σταθεραὶ εἰς ὡρισμένον ἀριθμόν, καὶ κάμπτονται ὄχι ἀπὸ τοῦ ἔτους τούτου, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1904. Ἦτο δὲ ἑπόμενον νὰ καμφθῶσιν αἱ εἰσπράξεις, καὶ προήγγειλα ἐγὼ αὐτὸς τὴν ἔκπτωσιν τῶν εἰσπράξεων. Ἐγὼ αὐτὸς ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης κατὰ τὸν παρελθόντα Φεβρουάριον ἔλεγον, κρίνων τὰ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ 1904, περίπου τὰ ἑξῆς: «Ἐλπίζω νὰ ἤμεθα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἀκόλουθον ἔτος, καὶ θὰ λογαριασθῶμεν, ἐὰν θὰ δυνηθῆτε κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος νὰ ἔχητε τὰς εἰσπράξεις κατὰ τὸν μῆνα Φεβρουάριον τοῦ 1905, τὰς ὁποίας εἴχετε κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1904.» Ἕνεκα τῆς καταδήλου ὑποχωρήσεως τῶν συνήθων εἰσπράξεων ὑπελόγισα τὰς εἰσπράξεις διὰ τῶν ὑποβαλλομένων τροποποιήσεων ὑφ’ ἡμῶν ἔτι ὀλιγωτέρας· ὑπελόγισα ταύτας κατὰ δραχμὰς 2,685,272 μικροτέρας, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ πλεῖστον μέρος προέρχεται ἐκ τῆς ἐμῆς ἐνεργείας, διότι κατ’ ἄλλο μέρος προέρχεται ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς, πρὸς τὴν ὁποίαν βεβαίως ἡ ἐνέργεια ἡ ἐμὴ οὐδὲν κοινὸν ἔχει. Τί ὑπελόγισα ὀλιγώτερον; Ὑπελόγισα ὀλιγώτερον τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων κατὰ 200,000 δραχμάς, ὑπελόγισα ὀλιγώτερον τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ κατὰ δραχμὰς 400,000, τὰ τηλεγραφικὰ τέλη κατὰ δραχμὰς 200,000, τὸ πετρέλαιον κατὰ δραχ. 420,000, τὸ σιγαρόχαρτον κατὰ δραχ. 101,000, ἀφῄρεσα δὲ ἀπὸ τὰς κεκλεισμένας χρήσεις τὸ ποσὸν τοῦ 1,018,000 δραχμῶν, ποσὸν προερχόμενον ἐξ ὀφειλῆς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Δημόσιον, ὀφειλῆς τὴν ὁποίαν βεβαίως μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη θέλει δυνηθῆ νὰ καταβάλῃ ἡ Τράπεζα πρὸς τὸ Κράτος...
§49Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα!
§50Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Βεβαίως θέλει δυνηθῆ νὰ καταβάλῃ, διότι εἶναι ἀσφαλής. Πρὸς βλάβην ἴσως τοῦ ὑποτιθεμένου συμφέροντός μου, ὡς εἰσηγητοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, λέγω ὅτι εἶναι ἀσφαλής... Ηὔξησα ὅμως τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν κατὰ δραχ. 200,000, καὶ ηὔξησα καὶ τὸν φόρον τῶν σφαζομένων ζῴων κατὰ 80,000 δραχμάς. Θὰ εἴπω τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπελόγισα οὕτω, διότι οἱ λόγοι οὗτοι δὲν ἀνάγονται εἰς λεπτομέρειαν, εἶναι λόγοι, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἐνδεικνύουσι τὸν κίνδυνον τοῦ μέλλοντος, τὸν κίνδυνον τοῦ μέλλοντος, ἐὰν ἐξακολουθῶμεν νὰ ὑπολογίζωμεν ἀδιαφοροῦντες παντελῶς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ νομίσματος. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν διοικοῦντα τὰ οἰκονομικὰ Κράτους, τὸ ὁποῖον διατελεῖ ὑπὸ τοιαύτην ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, μὲ τοὺς κινδύνους τῆς διακυμάνσεως τοῦ νομίμου νομίσματος, εἰς τὸν Ὑπουργόν, λέγω, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει συνείδησιν τῆς ἐννοίας αὑτοῦ τοῦ νομίσματος. Πατεῖ ἐπὶ ἀσταθοῦς ἐδάφους, δὲν ἔχει τὴν σταθερότητα τοῦ νομίσματος, καὶ μὴ ὑπολογίζων τὴν ἀστάθειαν βλέπει ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἴσοι κατὰ τὸ φαινόμενον, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν εἶναι διάφοροι. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐπεβάλλετο νὰ μειωθῇ, διότι εἶναι φόρος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει προσαυξήσεις κατ’ ἔτος, ἀλλ’ ἔχει μειώσεις ἀπὸ τοῦ 1900 καὶ ἐντεῦθεν. Καὶ ἐὰν ἤθελέ τις νὰ μεταβάλῃ, ἔδει νὰ μεταβάλῃ μειώνων ἀντὶ νὰ αὐξάνῃ τὸ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔσοδον. Διότι κατὰ τὸ ἔτος 1900 εἰσεπράττομεν δραχ. 3,419,697, κατὰ τὸ ἔτος 1901 δραχ. 3,229,534, κατὰ τὸ ἔτος 1902 δραχμὰς 3,032,185, κατὰ τὸ ἔτος 1903 δραχ. 2,914,034· κατὰ τὸ ἔτος 1904 δὲν γνωρίζομεν ἐπακριβῶς τί θὰ εἰσπράξωμεν, ἀπέναντι ὅμως τῶν 2,914,000 δρ. τῆς χρήσεως τοῦ 1903 ἐνόμισα ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ μείνω εἰς τὰ 3,200,000 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος, καὶ διὰ τοῦτο ἐσταμάτησα εἰς τὸν κατήφορον, καὶ ἀντὶ 3,200,000 ὑπελόγισα, λίαν αἰσιοδόξως μάλιστα, τὸ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔσοδον εἰς δραχ. 3,000,000 μόνον. Ὁ καπνὸς — καὶ ἐδῶ ὁ λόγος τῆς μειώσεως ἔχει γενικωτέραν σημασίαν — ὁ καπνὸς εἶχε συνεχῆ αὔξησιν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1900, ἀλλὰ τὸ 1904 δεικνύει μείωσιν 105,000 δρ. ἀπὸ τοῦ ἔτους 1904, μὴ σχετιζομένων τῶν πραγμάτων· ἡ μείωσις αὕτη δὲν θὰ ἔδιδε καθ’ ἑαυτὴν ἀφορμὴν εἰς σοβαρὰς σκέψεις περὶ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ ἐσόδου ἐκ τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ἡ μείωσις αὕτη ἐπῆλθεν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1904, ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαΐου, ἐξακολουθεῖ δὲ τρομακτικὴ καὶ αὐξανομένη. Δὲν θὰ εἴπῃ τις βεβαίως, ὅτι, διότι ἄλλοι κυβερνῶσι, δὲν ὑπάρχει ἡ ἐπίβλεψις, ἡ ὁποία ἄλλοτε ὑπῆρχε, διότι παρατηροῦμεν, ὅτι κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1904 ὑπελείφθησαν αἱ εἰσπράξεις ἀπὸ τὰς τοῦ ἀντιστοίχου μηνὸς τοῦ προηγουμένου ἔτους κατὰ δραχ. 6,231, τὸν Ἰούνιον 17,724, τὸν Ἰούλιον 19,791, τὸν Σεπτέμβριον 42,392, τὸν Ὀκτώβριον 77,337, τὸν Νοέμβριον 19,285, τὸν Δεκέμβριον 25,332. Μόνον ὁ Αὔγουστος ἀπετέλεσεν ἐξαίρεσιν. Ἐξακολουθεῖ δὲ κατὰ τὸν Ἰανουάριον, Φεβρουάριον, Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον τοῦ 1905 ἡ καθυστέρησις αὕτη, καὶ ἀνέρχεται κατὰ τὴν τριμηνίαν τὴν πρώτην εἰς 194,550 δραχμάς. Ὥστε, ὡς ἐνδεικνύουσι τὰ πράγματα, ὡς ἀποδεικνύουσιν αἱ γενικαὶ προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ μᾶς φέρωσιν εἰς τὴν πρόβλεψιν τῶν μελλόντων συμβῆναι, ἡ μείωσις τοῦ ἐσόδου ἐκ τοῦ καπνοῦ κατὰ 400,000 δραχμὰς δὲν εἶναι μεγάλη, εἶναι ἴσως μικροτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσω. Κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον, καὶ ἕνεκα τῶν αὐτῶν αἰτιῶν, τὸ σχετικὸν ἔσοδον τοῦ σιγαροχάρτου θέλει ἐκπέσει κατὰ 100,000 δραχμάς. Ἀλλὰ καὶ τὸ πετρέλαιον, καίτοι κατὰ τὸ ἔτος 1904 ἀποδίδει εἰσπράξεις κατά τι πλειοτέρας τῶν τοῦ 1903, ἐκπίπτει ὅμως, καὶ ἤρχισεν ἡ ἔκπτωσις ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σεπτεμβρίου, καὶ ἔχομεν νῦν ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μέχρι τοῦ Μαρτίου 1905 καθυστέρημα 156,000 δραχμῶν ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1904. Ἂν δὲ ὑπολογίσωμεν ἑτέρας 156,000 δραχμὰς διὰ τοὺς χειμερινοὺς μῆνας τοῦ 1905, καὶ ἑτέρας 156,000 διὰ τοὺς μῆνας τοὺς θερινοὺς τοὺς ἕξ, ἔχομεν ὑπὲρ τὰς 400,000 δραχμὰς καθυστέρημα. Δὲν εἶναι δὲ ἐκ τῶν ἐσόδων ἐκείνων τὸ πετρέλαιον, τὰ ὁποῖα ἔχουσι διακυμάνσεις μεγάλας ἕνεκα ἐτησίας καλῆς τῆς χώρας παραγωγῆς, διότι δὲν εἶναι τὸ πετρέλαιον κυρίως ἀπόλαυσις, εἶναι μᾶλλον ἀνάγκη καθωρισμένη ἐν χρόνῳ ὡρισμένῳ ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ οἰκογενείᾳ, δὲν εἶναι ὡς τὰ ἄλλα ἀντικείμενα τῆς ἀπολαύσεως, τῶν ὁποίων ἡ κατανάλωσις ἑκάστοτε αὐξάνει ἀμέσως, ἀναλόγως τῆς εὐπορίας, καὶ διὰ τοῦτο μείζων ὑπάρχει ἐν τούτῳ ὁ κίνδυνος τῆς ἔτι μείζονος ἐκπτώσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑπελόγισα, ἤτοι τῆς ἐκπτώσεως κατὰ 400,000 δραχμάς. Ἐσταμάτησα μέχρις ἐδῶ, καίτοι καὶ τὰ πυρεῖα καὶ τὸ χαρτόσημον δεικνύουσι μικρὰν μείωσιν. Καὶ τὰ πυρεῖα αὐτά, μὲ ὅλους τοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι ἐνδεικνύουσι τὴν μείωσιν εἰς τὰ ἄλλα εἴδη, δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχωσι μειώσεις, διότι ὑπάρχουσιν οἱ ἐξουδετεροῦντες τὴν μείωσιν τὴν ἐπερχομένην εἰς τοὺς ἄλλους φόρους λόγοι, διότι ἡ ἀνάγκη τῶν πυρείων παρ’ ἡμῖν μάλιστα εἶναι ἐπιδεικτικὴ μείζονος διὰ τοῦ χρόνου καὶ μόνου ἐπεκτάσεως ἢ οἱ λοιποὶ φόροι. Ἕνεκα τῶν λόγων αὐτῶν ἐμείωσα τὰ εἰρημένα ἔσοδα, πρὸς δὲ τούτοις καὶ ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων ἐκ δραχ. 1,018,449, προερχόμενα ἐξ ὀφειλῆς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦ 1903, τὰ ὁποῖα, ὡς ἐλέχθη, δὲν θὰ εἰσαχθῶσιν ὡς ἔσοδα τοῦ 1905, καὶ διὰ τοῦτο ἀντὶ τῶν 5,000,000 δρ. περίπου, τὰ ὁποῖα φαίνονται περίσσευμα, ἐὰν ὑπελογίζομεν, ὅπως ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑπελογίσθησαν, ἔσοδα, κατερχόμεθα εἰς περίσσευμα μόνον 2,932,480. Δὲν εἶναι τάχα τοῦτο τὸ περίσσευμα βέβαιον καὶ ἀσφαλές; Διστάζω, τοὐλάχιστον καθ’ ὁλοκληρίαν, νὰ πιστεύσω εἰς τοῦτο, ἐὰν μάλιστα διατηρηθῇ ἡ ἔκπτωσις τοῦ νομίσματος· ἂν ὑπερτιμηθῇ ἔτι μᾶλλον τὸ ἐγχώριον νόμισμα, ἀσφαλῶς καὶ ἀδιστάκτως πρέπει νὰ ἀναμένωμεν ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν καὶ τὸ περίσσευμα αὐτό. Κύριοι Βουλευταί, ὀφείλω, στηριζόμενος ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τὰς ὁποίας ἐξήγγειλα πρὸς ὑμᾶς, νὰ ἐκθέσω ὡρισμένως τοὺς λόγους τῆς γνώμης μου περὶ τῆς σημασίας τῆς ἐκπτώσεως τοῦ νομίσματος. Εἰς τὰ 1889, εἰς τὰ 1900, εἰς τὰ 1901 ὑπῆρξαν πλεονάσματά τινα, πλεονάσματα ἀφ’ ἑαυτῶν προελθόντα, τὰ ὁποῖα δὲν προεβλέποντο, διότι, ἐὰν καὶ ταῦτα ἐγκαίρως προεβλέποντο, βεβαίως δὲν θὰ ἐπήρχοντο. Πόθεν κατὰ τὸ πλεῖστον προῆλθεν ἐκεῖνο τὸ αὐτόματον τῶν πλεονασμάτων; Προῆλθε διότι τὰ ἔτη ἐκεῖνα ἀπέδωκαν μεγάλας εἰσπράξεις ἐν σχέσει πρὸς τὸ παρελθὸν αὐτῶν, αἵτινες ἐπῆλθον ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τῆς μεγάλης τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος μέχρι 1,40 ἀπὸ 1,70 καὶ 1,80 ἐπὶ μακρὸν χρόνον. Καὶ ἀπέδωκαν τὴν αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων εἰς τὴν κατὰ τὸν αὐτὸν βαθμὸν οἰκονομικὴν πρόοδον τῆς χώρας, ἀλλ’ ἐπλανήθησαν. Μία ἀπόδειξις τοῦ φαινομένου τούτου εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ὀνομαστικῶς αἱ εἰσπράξεις ηὔξησαν κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900, 1901, ἐν τούτοις αἱ εἰσπράξεις αὗται μένουσι σταθεραὶ καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ νόμισμα ἔχει περίπου τὴν αὐτὴν ὑποτίμησιν. Καὶ εἶναι πασιφανὲς τοῦτο. Αἱ πρόοδοι δὲν ποιοῦνται ἅλματα, διὰ νὰ σταματήσωσιν ἀμέσως. Αἱ εἰσπράξεις αὗται ἐγέννησαν τὴν αἰσιοδοξίαν, αὗται ἐκέντησαν τὴν ὄρεξιν πρὸς αὔξησιν τῶν ἐξόδων, αὗται ἐξώγκωσαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ ἔξοδα. Καὶ ὅτε ἐπῆλθεν ἡ ἀντίστροφος τροπὴ νῦν, ὅτε ἐπῆλθεν ἁλματικὴ καὶ ὁρμητικὴ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος, ὅτε ἐχάθη ἡ μεγάλη τύχη τῶν μεγάλων εἰσπράξεων, εὑρέθημεν πρὸ ἀνεξηγήτου φαινομένου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνεξήγητον τὸ φαινόμενον. Ὁ φόρος εἶναι ἕν ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν ἀπὸ τὴν ἐτησίαν παραγωγὴν τῆς χώρας· ἡ ἐτησία παραγωγὴ τῆς χώρας ἐκτιμᾶται εἰς χρῆμα, καὶ ἕν ποσοστὸν εἰς χρῆμα λαμβάνει τὸ Κράτος διὰ τῶν φόρων. Ἂν ἡ ἐτησία αὕτη παραγωγὴ ἐκτιμηθῇ εἰς ἕν δισεκατομμύριον δραχμῶν, μὲ ἀξίαν τοῦ χρυσοῦ 1,50, βεβαίως, ὅταν ἐκτιμηθῇ μὲ δραχμὰς, μὲ νόμισμα ἐγχώριον ἴσον πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ χρυσοῦ, ὅταν ἰσοτιμηθῇ τὸ ἐγχώριον νόμισμα πρὸς τὸν χρυσὸν, τότε ἡ ἴση κατὰ ποσὸν ἐτησία παραγωγὴ θὰ ἐκτιμηθῇ εἰς 750 χιλιάδας. Ἀλλὰ προσέξατε εἰς τοῦτο, ὅτι καὶ κατὰ τὰς δύο περιπτώσεις, εἴτε ἐκτιμηθῇ εἰς 1 δισεκατομμύριον μὲ ἐκπεσμένον ἐγχώριον νόμισμα, εἴτε εἰς 750,000 μὲ ἀνατετιμημένον ἐγχώριον νόμισμα, τὸ Δημόσιον τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν εἰς νόμισμα λαμβάνει. Ἀλλ’ ἐν μὲν τῇ πρώτη περιπτώσει ἐπὶ ἑνὸς δισεκατομμυρίου ἐσόδων λαμβάνει 10%, ὅταν δηλαδὴ ἦναι ὑποτίμησις τοῦ νομίσματος εἰς 1,50, ἐν τῇ δευτέρα δὲ περιπτώσει λαμβάνει 15%. Διότι τὰ 100 ἑκατομμύρια εἶναι τὸ δέκατον τοῦ ἑνὸς δισεκατομμυρίου, καὶ ὅμως εἶναι τὸ δέκατον πέμπτον τῶν 750 ἑκατομμυρίων. Ἄρα αὐξάνει τὸ φορολογικὸν βάρος, ὑποτιμωμένου τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος. Ἀλλ’ εἶναι φανερὸν, ὅτι, ὅσον ἡ φορολογία εἶναι βαρυτέρα, τόσον αἱ εἰσπράξεις μειοῦνται. Ταῦτα πάντα εἶναι ἀκριβέστατα, καὶ δὴ κατὰ βαθμὸν μαθηματικὸν, ἀκριβῆ ἐν τῇ θεωρίᾳ· ἐν τῇ πρακτικῇ, ἀντιδρῶσι ἄλλαι αἰτίαι, κατὰ βαθμὸν μόνον μεταβάλλουσι τὰ πράγματα. Ἡ ἀλήθεια τῆς ἀρχῆς εἶναι ἀναμφισβήτητος. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις σοβαρῶς τὰς δυσχερείας τῶν Κρατῶν, ἐκεῖ, ὅπου ἐπέρχεται ὑπερτίμησις τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος; Παλαίουσι τὰ Κράτη ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τῆς μεταβατικῆς καταστάσεως κατὰ δυσχερειῶν μεγάλων, καὶ ἀντὶ πολλῶν ἀγώνων καὶ μακρῶν καὶ μεγάλων θυσιῶν καὶ ἀκρωτηριασμῶν ἐν τοῖς ἐξόδοις, οἱ ὁποῖοι πλήττουσι βαθέως πρόσωπα καὶ αἱμάσσουσι καρδίας, κατορθοῦσι ν’ ἀντεπεξέλθωσι κατὰ τοῦ κινδύνου, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ αὐτὰ, ὡς ἀπειλεῖ οὗτος προδήλως καὶ ἡμᾶς. Καὶ ὁ κίνδυνος οὗτος δὲν ἐξεδηλώθη τελείως εἰσέτι, διότι δὲν ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ νομίμου νομίσματος, ὡς εἶναι σήμερον τοῦτο, καθόσον τὰ ἀποτελέσματα τὰ δυσάρεστα δὲν ἐπέρχονται ἀμέσως καὶ συγχρόνως ἅμα τῇ ὑπερτιμήσει. Τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα ἐπέρχονται, ὅταν διατηρηθῇ ἐπί τινα χρόνον, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον μακρὸν, ἡ ὑπερτίμησις τοῦ νομίσματος. Καὶ ἀκόμη δὲν ἐπῆλθον ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ νομίσματος μέχρι 1,25 ἢ 1,26. Ἀλλοίμονον δ’ ὁμολογουμένως, ἀπὸ τῆς ἐπόψεως ταύτης, ἀλλοίμονον εἰς τὸ Κράτος, ἂν τὸ νόμισμα ἔτι μᾶλλον ὑποτιμηθῇ! Καὶ βεβαίως κατάρα εἶναι δι’ ἡμᾶς, ὅτι μᾶς ἀφήρεσαν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὡς Κράτος ἐδικαιούμεθα νὰ ἔχωμεν, τὸ δικαίωμα ἐπὶ τοῦ νομισματικοῦ μας συστήματος· διότι, ἐὰν εἴχομεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ, ἠδυνάμεθα ἄλλα μέτρα καὶ σήμερον ἔτι νὰ λάβωμεν πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κινδύνου, ὁ ὁποῖος δυσχεραίνει τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων νομίζω, ὅτι, καίτοι οἱ ἀριθμοὶ δύνανται ν’ ἀνακουφίσωσι τὸν βλέποντα αὐτοὺς, ἀλλ’ ἡ ἔννοια ἡ ἐμπεριεχομένη ἐν τοῖς ἀριθμοῖς πρέπει νὰ καταστήσῃ αὐτὸν προσεκτικὸν, καὶ νὰ τὸν πείσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ μεγάλου κινδύνου. Βεβαίως θὰ ἐξαγγείλω καὶ τοῦτο. Δὲν μᾶς ἀναμένουσιν οἱ καιροὶ, διότι εἶναι καὶ δυσχερὲς εὐθὺς νὰ φορολογήσῃ τις ἐπὶ πλέον ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν. Διότι ἡ κατάστασις αὕτη τῆς ἀνατιμήσεως τοῦ χαρτονομίσματος φέρει καὶ κρίσιν. Αὕτη ἡ κρίσις ἐπιδρᾷ καὶ ζημιοῖ τὸν παραγωγὸν, εὐνοεῖ δὲ τὸν κεφαλαιοῦχον, ἐνῷ τὰ ἀντίθετον φέρει ἀποτέλεσμα ἡ ὑπερτίμησις, ἥτις εὐνοεῖ τὸν παραγωγὸν, καὶ στενοχωρεῖ τὸν δανειστὴν καὶ τὸν κεφαλαιοῦχον. Λέγω ταῦτα, οὐχὶ διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὠφέλιμον εἶναι νὰ εὑρισκώμεθα διαρκῶς εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀλλὰ λέγω ταῦτα, διὰ νὰ πιστοποιήσω τὸν κίνδυνον, ὃν ἐνέχει ἡ μεταβατικὴ κατάστασις, εἰς ἣν διατελοῦμεν. Μέχρις ὅτου ἐπανέλθωμεν εἰς ὑγιὲς καθεστὼς, εἰς τὸ χρυσοῦν καθεστὼς, διατρέχομεν ἀσθένειαν, κρίσιν, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ ἠθικὸν σθένος, ὅπως ἀντεπεξέλθωμεν κατ’ αὐτῆς, μέχρις οὗ φθάσωμεν, ἀλλὰ καὶ ἐγκατασταθῶμεν εἰς τὸ ὑγιὲς καὶ σταθερὸν ἔδαφος τοῦ χρυσοῦ. Διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι διὰ τῶν μέτρων, διὰ τῶν τροποποιήσεων τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλομεν, ἐλύσαμεν τὸ ζήτημα. Ἐπράξαμεν ὅμως ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ πραχθῇ. Διεγνώσαμεν, ὡς φρονοῦμεν, κυρίως τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ παρέσχομεν διὰ τῶν μέτρων μας τὰς πρώτας βοηθείας εἰς τοὺς τετραυματισμένους Προϋπολογισμοὺς τοῦ παρελθόντος, διευκολύνοντες τὴν κατάστασιν, καὶ ὁδηγὸν πρὸς τοῦτο ἔχοντες τὰς ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων, τὰς ὁποίας ἐποιησάμεθα. Οὔτε θὰ σταματήσωμεν μέχρις ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐντὸς ὀλίγου, ἐὰν ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς παρακολουθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νέας ἐλαττώσεις ἐξόδων θὰ ὑποβάλωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ αἱ δεύτεραι αὗται ἐλαττώσεις ἀπήτουν χρόνον, ἀπήτουν μέριμναν, ἀπήτουν προσοχὴν, διότι διὰ μὲν τῶν πρώτων ἐλαττώσεων, τῶν μέχρι σήμερον συντελεσθεισῶν, ἐγένοντο περικοπαὶ ἀναγόμεναι καὶ εἰς τὴν πολυτέλειαν, ἀλλ’ αἱ ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων, αἱ πέραν τῶν γενομένων παρ’ ἡμῶν, θίγουν πλειότερον τὴν χρησιμότητα, καὶ πρέπει νὰ ἦναί τις λίαν προσεκτικὸς ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα μειοῖ, νὰ ἦναι προσεκτικὸς ἐν τῇ ἐκλογῇ τῆς τάξεως τῶν ἐξόδων κατὰ χρησιμότητα, ἐκτιμῶν τὰ καθέκαστα κονδύλια, τὰ ὁποῖα καταργεῖ. Καὶ βεβαίως, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη, καὶ μέχρι τῶν χρησιμωτάτων δαπανῶν θὰ προχωρήσωμεν, διότι καὶ αὗται, ἐφ’ ὅσον καταστρέφουσι τὸ παρὸν, εἶναι ἐνδεδειγμένον νὰ μὴ ὑπάρξωσιν. Ἐπιβάλλεται ὁ περιορισμὸς εἰς τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἔξοδα. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα προτιθέμεθα ἔτι νὰ πράξωμεν, λαμβάνομεν πρόνοιαν περὶ μέτρων τινῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐλπίζομεν ὅτι ἀφ’ ἑαυτῶν θ’ αὐξηθῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Τὸ λαθρεμπόριον δὲν εἶναι γέννημα Ἑλληνικόν. Ὑπάρχει καὶ ἀλλαχοῦ, ὡς ὑπάρχει καὶ ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἀλλαχοῦ καταδιώκεται πραγματικῶς, ἐνῷ ἐνταῦθα καταδιώκεται ἀνεπαρκέστατα, διότι δὲν ὑπάρχουσι τὰ μέσα, τὰ ἐργαλεῖα τῆς πραγματικῆς καταδιώξεως. Χώρα, ὡς ἡ ἰδική μας ἀναπεπταμένη, μὲ ὅρμους τοσούτους, μὲ τόσα καταφύγια, μὲ πληθυσμὸν τολμηρόν, βεβαίως πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀπαιτουμένην, τὴν δυνατὴν ἄμυναν κατὰ τοῦ λαθρεμπορίου. Τὰ μικρὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν πρὸς καταδίωξιν, εἶναι βραδυκίνητα, εἶναι ἀκάτια, πρὸ τῶν ὁποίων γελῶσιν ἐμπαικτικῶς οἱ λαθρέμποροι, διότι ἐκεῖνοι ἀνάγονται εἰς τὸ πέλαγος μὲ τρικυμίας, ὅταν τὰ ἰδικά μας ἀκάτια πρὸ ταύτης καταφεύγωσιν εἰς τοὺς λιμένας, καὶ ἐξέρχωνται εἰς τὸ πέλαγος ἐν γαλήνῃ, ὅταν ἀποχωρῶσι τὰ λαθρεμπορικά. Διὰ τοῦτο εἶναι ἐπιβεβλημένη ἀνάγκη πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου καὶ αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων ἡ κατασκευὴ ἀτμοτελωνίδων. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν εἶναι ἰδική μου ἡ ἐπίνοια. Δύο ἢ τρεῖς προκάτοχοί μου εἰργάσθησαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀλλὰ δὲν ἐπραγματοποίησαν τὰς σκέψεις των. Ὑπάρχει δὲ ἑτοίμη ἡ ἐργασία των ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ὁσονδήποτε ἀδαὴς καὶ ἂν ἦναί τις τῶν πραγμάτων, κατερχόμενος ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς, ὅπου τοσαύτη συνεκεντρώθη εἰσαγωγή, καὶ τὸ ὁποῖον θ’ ἀπορροφήσῃ σχεδὸν πάντα τὰ ἄλλα τελωνεῖα, θὰ ἀπορήσῃ, θὰ ἐκπλαγῇ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται καὶ αὐταὶ αἱ εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται. Ὅταν διὰ τῶν παμμεγέθων ὄγκων, οἱ ὁποῖοι ἐγείρονται πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ καὶ ἀνὰ πᾶν βῆμα ἐν τῷ καταστήματι, ὅταν ζυγίζωνται εἰς τὰς πλάστιγγας καὶ ἐπιθεωρῶνται τὰ ἐμπορεύματα παρ’ ἁπλῶν ὑπαλλήλων, κρυπτομένων καὶ καλυπτομένων ὑπὸ τῶν τοσούτων ὄγκων τῶν ἐμπορευμάτων, ἀτάκτως ἐρριμμένων, ἄνευ ἐλέγχου, ἀδυνάτου ὄντος, καὶ ἄνευ ἀμοιβαίου ἐλέγχου, καὶ οὕτως ἐλεγχόμενα παραδίδωνται πρὸς τὸν παραλήπτην τοῦ ἐμπορεύματος, βεβαίως καταλήγει νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἅγιός τις προφυλάσσει ἡμᾶς, ὥστε νὰ ἔχωμεν καὶ αὐτὰς τὰς εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν. Κατὰ προφανῆ ἐκτίμησιν βεβαίως, ἐὰν εἴχομεν τελωνεῖον ἁπλοῦν, μέγα ὅμως καὶ εὐρύχωρον, ἐν τῷ ὁποίῳ μετ’ ἀμοιβαίου ἐλέγχου τῶν ὑπαλλήλων πρὸ τῶν ὀμμάτων πάντων νὰ τελωνίζωνται τὰ ἐμπορεύματα, θὰ εἴχομεν εἰσπράξεις προδήλως ἀνωτέρας καὶ οὐσιωδῶς ἀνωτέρας καὶ ἐκ μόνου τούτου τοῦ λόγου. Καὶ περὶ τούτου λοιπὸν ἐμεριμνήσαμεν, καὶ θὰ ζητήσωμεν πίστωσιν, ἀνεξάρτητον τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ, ὅπως οἰκοδομήσωμεν τελωνεῖον καὶ κατασκευάσωμεν ἀτμοτελωνίδας. Τελωνεῖον, λέγω, ἢ τελωνεῖα. Δὲν προδικάζω τὸ ζήτημα, οὐδ’ εἶμαι ὥριμος ἐν ταῖς σκέψεσί μου, ὅπως ἐκφέρω τὴν ἀπόφασίν μου ταύτην τὴν στιγμήν, διότι καὶ οἱ ἔμποροι τῶν Ἀθηνῶν ἐπιθυμοῦσι νὰ ἔχωσι τελωνεῖον ἐνταῦθα, καὶ οἱ ἔμποροι τοῦ Πειραιῶς ἀνθίστανται. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ κανονισθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων. Ὑπολείπεται ἓν ἕτερον ζήτημα, καὶ μετ’ αὐτὸ καταπαύω, ὅπως μὴ κουράσω ὑμᾶς πλειότερον. Ἔχομεν ὑπὲρ τὰ 23,000,000 ἔλλειμμα. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ὁσονδήποτε διάφορον καὶ ἂν ἔχῃ οἰκονομικὸν χαρακτῆρα κατὰ τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὸ μέρη, ἐν σχέσει ὅμως πρὸς τὴν ταμειακὴν ὑπηρεσίαν εἶναι ἔλλειμμα ὁμοειδές, εἶναι ἔλλειμμα πραγματικόν. Ἐλλείπουσι τελείως ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον ὑπὲρ τὰ 23,000,000 δραχ. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: πῶς ζῶμεν νῦν καὶ τί θὰ πράξωμεν; Παρελάβομεν τὸ ταμεῖον τὸ δημόσιον, ὅτε ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, μὲ 100 χιλιάδας δραχμάς, καὶ ἐλάμβανον ἐπιταγὴν κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν νὰ πληρώσωμεν περὶ τὰ 2,000,000 δραχμάς· ἀνέμενον ἡμᾶς αἱ ἑορταὶ τῶν Χριστουγέννων, κατὰ τὰς ὁποίας πληρώνονται οἱ ὑπάλληλοι πρὸ τοῦ τέλους τοῦ μηνός. Εὐτυχῶς, μετὰ δυσχερείας μὲν, ἐγένοντο ὅμως αἱ πληρωμαὶ τοῦ Κράτους τακτικῶς μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ τακτικαὶ πληρωμαὶ, διότι τὰ πάντα προεξωφλήθησαν, τὰ πάντα διετέθησαν. Ἐνόμισα καθῆκόν μου, — καίτοι ἴσως θεωρηθῇ, ὅτι δὲν εἶναι πολιτικὸν ὅ,τι εἶπον, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ἄλλας ἰδέας περὶ τῆς πολιτικῆς ἀντιλήψεως τοῦ πράγματος, — ἐνόμισα, λέγω, καθῆκόν μου ν’ ἀνακοινώσω δημοσίᾳ καθαρὰν καὶ ἀπερίφραστον τὴν ἀλήθειαν, ἀναδεχόμενος τὴν εὐθύνην τῶν ἐκ τῆς ὁμολογίας ταύτης συνεπειῶν, καὶ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον, διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς περαιτέρω πληρωμάς του, πρέπει νὰ λάβῃ εἰς χρῆμα τὸ ποσὸν τῶν ἐλλειμμάτων, περὶ ὧν ὡμίλησα. Ἐλλείπουσιν ὑπὲρ τὰ 23,000,000. Ἀλλ’ ἂς μὴ καταλάβῃ ὑμᾶς ὁ τρόμος, τὸν ὁποῖον ἐμπνέει ὁ ἀριθμός. Θὰ ἐξηγήσω ὑμῖν, πῶς δύνανται τὰ πράγματα νὰ ἔχωσι λύσιν δυνατὴν, λύσιν ὁμαλήν. Εἶπον περὶ τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901. Οἱ ὁριστικοὶ ἀπολογισμοὶ φέρουσι πλεονάσματα, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς ἀρκετὰ σημαντικὸν ποσόν, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῶν 23,000,000. Οὕτω τὸ μέγα ἔλλειμμα τὸ οἰκονομικὸν τῶν ἐτῶν 1902, 1903, 1904 μετριάζεται οὐσιωδῶς, καὶ ὑπολείπεται ταμειακὸν ἔλλειμμα ἐν τῷ παρόντι μόνον δραχ. 14,285,529. Διότι οἱ ἀπολογισμοὶ τοῦ μᾶλλον μεμακρυσμένου παρελθόντος δεικνύουσι τὰ πλεονάσματα ἐκεῖνα ἀνερχόμενα εἰς τὸ ποσὸν τῶν 9,505,803 δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 9,505,803, ἀφαιρούμενον ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν 23,000,000, ἀπολείπει ἡμῖν ἔλλειμμα 14,285,529, περὶ οὗ ὀφείλομεν ἀμέσως νὰ προνοήσωμεν...
§51Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ αὐτὰ προέρχονται ἐκ τῶν προκαταβολῶν.
§52Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ προέλευσις, διὰ νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα; Μήπως τὰ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως προκαταβληθέντα δὲν ἐλλείπουσι; Φέροντες δὲ σεῖς Προϋπολογισμὸν διὰ τὸ 1905, πῶς κατεστήσατε ἐπαρκῆ αὐτὸν, μὴ ὑπολογίσαντες τὰ κενὰ ἐκ τῶν προκαταβολῶν; Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν, χωρὶς νὰ δοθῇ ὁ ὁριστικὸς χαρακτηρισμὸς τοῦ πραγματικοῦ ἐλλείμματος εἰς τὰς ἐλλειπούσας προκαταβολὰς, εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν ἐν τῇ ἀληθεῖ διαρρυθμίσει τῶν οἰκονομικῶν; Οὐδεμίαν ἄρα σημασίαν ἔχει ἡ αἰτία, πῶς προῆλθε τὸ ἐλλεῖπον ποσὸν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀρκεῖ ὅτι ἐλλείπει. Καὶ περὶ τοῦ ἐλλείμματος ἄμεσον καὶ ἐπιτακτικὸν ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ μεριμνήσωμεν. Ἢ μὴ ὑπάρχει κἄν δικαιολογία τοῦ ἐλλείμματος διὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ ὅτι προῆλθεν ἐκ τῶν προκαταβολῶν; Μὴ τοὐλάχιστον αἱ προκαταβολαὶ ἐδόθησαν ὑπὲρ χρησίμου ἔργου διὰ τοὺς δήμους, διὰ νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἀντάλλαγμα; Ἀλλ’ αἱ προκαταβολαὶ προῆλθον καὶ διετέθησαν ὑπὲρ τῶν πολυτελῶν τῶν δήμων ἀναγκῶν. Ἐλλείπουσι λοιπὸν 14,285,529 δραχμαὶ, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο πρέπει νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν νῦν ἄλλως ἢ διὰ δανείου. Θὰ γελάσητε, κύριοι Βουλευταὶ, ἀκούοντες νὰ ἐξαγγέλλω δάνειον. Εὐλόγως λέγετε καθ’ ἑαυτούς: «τίς θὰ μᾶς δανείσῃ;» Ἠναγκάσθην τελευταῖον νὰ καταφύγω εἰς διάθεσιν εἰσέτι 2,000,000 δραχ. ἐντόκων γραμματίων, καὶ νὰ ἀναβιβάσω ταῦτα εἰς 6,500,000, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ὑπῆρξε δυσχέρεια εἰς τὴν τοποθέτησιν τῶν δύο τελευταίων ἑκατομμυρίων...
§53Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο ἑκατομμύρια μόνον; Δύο καὶ ἥμισυ εἴπετε πρότερον.
§54Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ἣν ἡμέραν ἀπεχώρησα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον ὑπῆρχον 4½ ἑκατομμύρια δραχ. ἔντοκα γραμμάτια, χωρὶς διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου νὰ προσθέσω οὔτε λεπτόν.
§55Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἠκούσατε, φαίνεται. Σπεύδετε.
§56Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξεφράσθητε τελείως.
§57Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶπον, ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἠθέλησα νὰ τοποθετήσω δύο εἰσέτι ἑκατομμύρια δραχμὰς ἔντοκα γραμμάτια, καὶ νὰ ἀναβιβάσω τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς 6,500,000, καὶ εἶπον, ὅτι εὗρον δυσχερείας εἰς τὴν τοποθέτησιν τῶν δύο τελευταίων ἑκατομμυρίων. Ἠναγκάσθην δὲ νὰ δώσω ὑποθήκην, ὄχι ὑποθήκην κυριολεκτικῶς, ἀλλ’ ἐνέχυρον, διὰ νὰ λάβω τὰ 2,000,000 ταῦτα πρὸς πληρωμὴν καθυστερήσεως ὑποχρεώσεως, γεννηθείσης ἐπὶ καὶ ἐκπληρωτέας ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ὅπως λάβω δηλαδὴ ταῦτα, παρεχώρησα τὸ δικαίωμα, ἵνα ἐκ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων τῶν κατὰ τὸν προσεχῆ Ἰούλιον, τὰ ὁποῖα θὰ δώσῃ ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπή, προαφαιρεθῶσι τὰ δύο ταῦτα ἑκατομμύρια πρὸς ἐξόφλησιν τῶν κατὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐντόκων γραμματίων. Ὥστε δὲν ὑπάρχει πλέον πίστις οὐδὲ πρὸς διάθεσιν ἑνὸς εἰσέτι ἑκατομμυρίου δραχμῶν δι’ ἐντόκων γραμματίων. Καὶ ὅμως ὑπάρχει ἀνάγκη τοῦ δανείου. Ἀνεγνώρισα καὶ ἀναγνωρίζω τὰς δυσχερείας τῆς συνομολογήσεως δανείου, ἀλλ’ ἐπείσθην ἐπὶ τέλους, ὅτι θὰ κατανικηθῶσιν αἱ δυσχέρειαι. Μάλιστα θὰ εἴπω καὶ τοῦτο. Ἐβολιδοσκόπησα ἁρμοδίως περὶ τοῦ ζητήματος ἐνδεχομένου δανείου, καὶ εὑρέθην κατ’ ἀρχὰς πρὸ πλήρους καὶ κατηγορηματικῆς ἀρνήσεως. Ἀλλ’ ἐσυζήτησα. Ἐξέθηκα δηλονότι τὰ δημόσια πράγματα, πῶς ἔχουσιν· ἀνέπτυξα τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα σήμερον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, διηυκρίνησα τὴν οἰκονομικὴν σημασίαν ἐν τοῖς ἀποτελέσμασι τῶν μέτρων τούτων, καὶ ἐπὶ τέλους συναπεκόμισα τὴν ἐλπίδα, ὅτι, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀποδοχῆς τῶν μέτρων τούτων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὸ ἀπαιτούμενον δάνειον θὰ εὑρεθῇ. Ὅταν λοιπὸν θελήσωμεν νὰ νομοθετήσωμεν τὰ μέτρα ταῦτα, ὅταν ἀποδεχθῶμεν τὰς θυσίας τὰς ἐκ τῆς μεγάλης ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅταν κατέλθωμεν εἰς τὰς συνήθεις εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου, αἵτινες καταδηλοῦσι τὰς δυνάμεις τὰς φορολογικὰς τῆς χώρας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑφισταμένης φορολογίας, ἀλλὰ καὶ ὅταν εἰλικρινῶς ἐκθέτωμεν τὴν κατάστασιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, ὅταν καταστήσωμεν δυνατόν, ὅπως ἕκαστος πολίτης εὐχερῶς ἀντιλαμβάνηται καὶ γνωρίζῃ ἀληθῶς ταύτην, τότε ἀμέσως, αὐθωρεὶ ἀναγεννᾶται ἡ πίστις· διότι ἡ πίστις τοῦ Κράτους, πλὴν τῶν λοιπῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ἀναδείκνυται, ἐπιδιώκει τὸ φιλάληθες καὶ εἰλικρινὲς, φεύγει δὲ τὴν συγκάλυψιν καὶ τὸ σκότος. Καὶ διατὶ ὑπὸ τοιούτους βεβαίους καὶ ἀσφαλεῖς ὅρους νὰ μὴ εὕρωμεν ὅ,τι ζητοῦμεν; Καὶ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκ τῶν 14,000,000, τὰ ὁποῖα θὰ ζητήσω ὡς δάνειον, τὰ 7,000,000 περίπου δὲν εἶναι δάνειον πραγματικὸν, εἶναι μία εὐκολία, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν παρὰ τῆς πίστεως, εἶναι μία τακτοποίησις τῆς τακτικῆς μας καταστάσεως τοῦ παρόντος, διότι ἀσφαλῶς θὰ λάβωμεν τὰ 4,500,000 ἐκ τῆς σταφίδος, τὰ ὁποῖα καθυστεροῦνται· διότι θὰ λάβωμεν καὶ τὸ 1,018,449 δραχμὰς ἐκ τῶν τεσσάρων δραχμῶν τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1903, καὶ ὅταν ταῦτα λάβωμεν, ἔχομεν δάνειον πραγματικὸν, 8,748,000. Ἔχομεν δ’ ἀσφαλὲς τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς σταφίδος.
§58Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. 4,500,000 ἐκ τῆς σταφίδος, πολὺ καλά. Ἀλλὰ τὸ ἐκ τῶν τεσσάρων δραχμῶν δὲν εἶναι.
§59Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θέλετε νὰ εἴπητε ὅτι δὲν εἶναι 995,796 ἀκριβῶς.
§60Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι κάτω τοῦ ἑκατομμυρίου. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἴπετε, εἶναι ἔλλειμμα τοῦ 1903.
§61Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι τόσον καὶ εἰς ἐμὲ, βλέπετε, γνωστὰ πράγματα αὐτά. Σᾶς εἶπον καὶ προσθέτω, ὅτι τὸ λεχθὲν ὑπ’ ἐμοῦ 1,018,449 εἶναι ἀληθῶς 995,796 ἀκριβῶς. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐκ σφάλματος τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἀνεβιβάσθη τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀπὸ 995,796 εἰς 1,018,449. Τὸ σφάλμα αὐτὸ διηυκρίνησεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις ὡς καὶ εἰς σᾶς ἐβεβαίωσε τοῦτο, οὕτω καὶ εἰς ἐμέ. Ἀλλ’ ἂν ἀπήγγειλα τὸν ἀριθμὸν 1,018,449, ὅστις εἶναι ἀναγεγραμμένος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, πράττω τοῦτο, διὰ νὰ μὴ ἐπιφέρω σύγχυσιν. Δὲν εἶναι ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος νὰ διορθωθῇ τὸ μικρὸν αὐτὸ σφάλμα ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐν τῷ παρόντι ἡ παρεμβολὴ τοιούτων λεπτομερειῶν διὰ διακοπῶν ἐξαδυνατίζει τὴν προσοχὴν ἐπὶ τὰ οὐσιώδη τοῦ ζητήματος, τὰ ὁποῖα ἔχων ὑπ’ ὄψει μου ἐκθέτω τὰς ἀρχὰς, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ ἔκθεσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ κύριον ζήτημα λέγω, ὅτι τὸ ἐκ τῆς σταφίδος ἔσοδον εἶναι ἀσφαλέστατον. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα μέχρι τοῦδε διὰ τῶν πληρωμῶν τῶν οἰνοπνευματοποιῶν ἐκ τοῦ παρ’ αὐτῶν ἀγορασθέντος παρακρατήματος τοῦ 1904 μένει ὑπόχρεος πρὸς τὰς Τραπέζας τὰς δανεισάσας εἰς αὐτὴν 6,500,000—ὅπερ ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 7,098,000 περίπου μετὰ τῶν μέχρι τοῦδε τόκων—ποσοῦ μόνον 2,491,000. Ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ χρέους καὶ τοῦ χρέους πρὸς τὸ Δημόσιον ἔχει ἐνεργητικὸν περὶ τὰ 75,000,000 παρακρατήματος, τὸ ὁποῖον δὲν παρέδωκεν εἰσέτι εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς, ἔχει ἀδιάθετον ὑπόλοιπον τοῦ παρακρατήματος 1904 ἐκ λιτρῶν 75,000,000, ὡς καὶ τὸ ὑπολειφθὲν παρακράτημα τοῦ 1903 ἐξ 21,000,000. Ἂν εἰς ταῦτα προστεθῇ τὸ παρακράτημα τοῦ 1905, τὸ ὁποῖον πιθανῶς θ’ ἀνέλθῃ εἰς 52 ἑκατομμύρια, ἔχει ἐν γένει παρακράτημα περὶ τὰ 223,000,000. Ὑπὸ τὰς δυσμενεστάτας περιστάσεις, πρὸς 35 δραχ. κατὰ χιλιόλιτρον πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος ἂν πωλήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ὑπερεξοφλεῖ τὰ χρέη αὐτῆς, ἀφοῦ τὸ ἀντίτιμον ἀνέρχεται εἰς 7,805,000 δραχμάς.
§62Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα ὀφείλονται εἰς τὰς Τραπέζας;
§63Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐκ τῶν ὀφειλομένων 6,500,000, ἅτινα ἀνῆλθον εἰς 7,098,000 δραχμὰς, κατεβλήθησαν περὶ τὰ 4,607,000, ὑπολείπονται ἑπομένως 2,491,000 πρὸς πλήρη ἐξόφλησιν.
§64Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς;
§65Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐκ τοῦ πωληθέντος εἰς τοὺς βιομηχάνους οἰνοπνευματοποιοὺς ποσοῦ τῶν 125,000,000 λιτρῶν σταφίδος παρεδόθησαν εἰς αὐτοὺς μόνον...Ἂν δ’ αὐτοὶ νῦν ἀδυνατῶσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, καὶ ὑπὸ τοὺς δυσμενεστάτους ὅρους ἂν γείνῃ ἡ ἐκκαθάρισις, τὸ ὑπολειπόμενον ποσὸν ὑπεραρκεῖ καὶ πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῶν 6,500,000, τῶν ὀφειλομένων εἰς τὰς Τραπέζας, ὡς καὶ τοῦ πρὸς τὸ Κράτος χρέους. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ τὰ καθυστερούμενα ἐκ τῶν πρὸς τοὺς δήμους γενομένων προκαταβολῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Καὶ ἐκ τούτων εἶναι πιθανὸν ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι τοὐλάχιστον 1,050,000, καὶ τοιουτοτρόπως ὡς δάνειον κυρίως θὰ ζητήσωμεν 7,000,000. Λέγω ὡς δάνειον κυρίως στηριζόμενον ἐπὶ τῆς καθαυτὸ πίστεως τοῦ Κράτους, διότι τὸ ἕτερον μέρος, τὸ καλυπτόμενον μὲ βέβαιον ἔσοδον, εἰς εἶδος εὑρισκόμενον εἰς χεῖρας τοῦ Κράτους καὶ ἀσφαλῶς πραγματοποιηθησόμενον, δὲν ἔχει τι κοινὸν πρὸς τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, διότι τοῦτο παρέχει πράγματι ἐξασφάλισιν. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἕτερα 7,000,000 δὲν ἔχομεν ἀνάγκην πίστεως. Εἶναι τοποθετημένα 6,500,000 εἰς ἔντοκα γραμμάτια. Τὴν ἀντικατάστασιν ταύτην ζητοῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ τὰ 7,000,000. Τὸ δάνειον τῶν 14,000,000 δὲν θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἀνάγκην τοῦ μέλλοντος, οὔτε διὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ παρόντος, ἀλλὰ θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν τακτοποίησιν τοῦ παρελθόντος, διὰ νὰ λάβωμεν ὀπίσω τὰ ἔντοκα γραμμάτια, δηλαδὴ νὰ ἀντικαταστήσωμεν χρέος, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν θὰ λάβωμεν κυρίως δάνειον. Καὶ διατὶ θέλομεν νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν ἀντικατάστασιν τῶν ἐντόκων γραμματίων; Διότι τὰ ἔντοκα γραμμάτια δὲν ἔχουσι τὸν σκοπὸν τῶν κυρίως δανείων. Τὰ ἔντοκα γραμμάτια πρέπει ἀείποτε νὰ ὑπάρχωσιν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Κράτους, καὶ μόνον ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ πρὸς διευθέτησιν τῶν ἐτησίων ἀνωμαλιῶν ἐν ταῖς εἰσπράξεσι καὶ τοῖς ἐξόδοις τοῦ Προϋπολογισμοῦ δέον νὰ διατίθηνται. Ἐν πάσῃ περιπτώσει Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὴν πίστιν νὰ διαθέσῃ οὔτε ἔντοκα γραμμάτια, βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς Κράτος, τὸ ὁποῖον σταθερὸν καὶ εὔελπι χωρεῖ ἐπὶ τὸ μέλλον. Ἀλλὰ τὸ περὶ δανείου, τὸ περὶ ἀτμοτελωνίδων καὶ τελωνείου θέλομεν διακανονίσει δι’ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ, ὃν προσεχῶς θὰ ὑποβάλωμεν πρὸς τὴν Βουλήν. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς. Βεβαίως φρονοῦμεν, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἠδυνήθημεν ἐπράξαμεν, ὅπως καταλήξωμεν εἰς τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκα ἐνώπιον ὑμῶν. Ἠρχίσαμεν ὁμολογουμένως ἀπὸ δυσχεροῦς, δυσχερεστάτου ἔργου. Καὶ τὸ λεχθὲν ὅτι οἱ μὲν λαοὶ ζητοῦσιν οἰκονομίας, αἱ δὲ Βουλαὶ προτιμῶσι τοὺς φόρους, τὸ ἐγνωρίζομεν, ἀλλ’ ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐμφανιζόμενοι ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, παριστῶντες αὐτῇ τὴν κατάστασιν, πρὸ τῆς ὁποίας διατελοῦμεν, καταδηλοῦντες εἰς αὐτὴν τὴν συνείδησιν τῆς ἀνάγκης, θὰ εἴχομεν βοηθὸν τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιτελέσωμεν τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐπαγγελλόμεθα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ τῶν θεωρείων). Ἤδη καταθέτω καὶ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς ἐλαττώσεις ἐξόδων τοῦ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείου. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ εἰς εἶδος φόρου τοῦ σταφιδοκάρπου. Ὡσαύτως νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ χορηγήματος τοῦ παρεχομένου εἰς ὑπαλλήλους τινὰς τῶν οἰκονομικῶν ἐφοριῶν, ταμείων καὶ ὑποταμείων. Διότι δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ δι’ ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ἐλαχίστην καὶ ἡ ὁποία γίνεται ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν τῶν γραφείων, νὰ δίδωνται εἰς τοὺς διευθυντὰς αὐτῶν τοιαῦτα χορηγήματα εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μεταβάλλονται διατάξεις τινὲς τοῦ νόμου τοῦ 1903 περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ ταμείων καὶ ὑποταμείων, καὶ καταργοῦνται θέσεις τινές. Ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως ἐφοριῶν τινων καὶ θέσεων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων. Ὡσαύτως ὑποβάλλω νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τὴν διαρρύθμισιν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Γνωρίζετε ὅτι τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον ἦτο μία ἀποθήκη ἀνθρώπων μὴ ἐργαζομένων καὶ ἐνοχλούντων πάντας ἡμᾶς, ἐκείνων δηλαδὴ τοὺς ὁποίους κοινῶς καλοῦμεν ἀργομίσθους. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ καθορίσωμεν καὶ ἐπιβάλωμεν προσόντα εἰς αὐτοὺς καὶ καθορίσωμεν μικρότερον τὸν ἀριθμόν. Τοῦτο καὶ διοικητικῶς καθώρισα, καὶ ἀπέλυσα τοὺς κατ’ ἐμὲ περιττούς, καὶ ἔχω καλλίτερα ἀποτελέσματα ἐργασίας ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πολλῶν. Ἐπίσης καταθέτω νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως θέσεών τινων τελωνειακῶν καὶ συστάσεως ἑτέρων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συνιστῶνται θέσεις τινὲς ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς, καὶ καταργοῦνται θέσεις τινὲς ἄλλων τελωνείων. Τὸ τεῦχος τῶν δηλώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ σχεδὸν εἶναι τυπωμένον καὶ θὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς εἰς ἄλλην ἡμέραν.
§66Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον;
§67Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ διανεμηθῇ σήμερον. Ἔχω ἐδῶ χειρόγραφον τὴν ἀνακεφαλαίωσιν, τὴν ὁποίαν καταθέτω. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν ὀλίγα μόνον σώματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905, νὰ διανεμηθῶσι ταῦτα εἰς τοὺς νέους Βουλευτάς, τοὺς μὴ ἔχοντας τοιαῦτα, παρακαλῶ δὲ τοὺς ἔχοντας νὰ δηλώσωσι τοῦτο, ἵνα μὴ γείνῃ ἐκ νέου ματαία δαπάνη πρὸς νέαν ἐκτύπωσιν αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ τῶν θεωρείων).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 100–105). Ἔχει ἄλλος τις νὰ ὁμιλήσῃ;
§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δύο λέξεις ἔχω νὰ εἴπω.
§70ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἔχω νὰ ὑποβάλω ἓν νομοσχέδιον.
§71Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπαναφέρει τὸν φόρον τῆς σταφίδος εἰς χρῆμα, ἀλλ’ οὐδὲν μέτρον λαμβάνει περὶ τοῦ πῶς θὰ δυνηθῶσιν οἱ σταφιδοκτήμονες νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τοῦτον. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ λάβητε, διότι θὰ ἀκούσητε παρὰ πάντων τὸ τοῦ Μενίππου «οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος.»
§72ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ τῆς Κεντρικῆς Διπλωματικῆς καὶ Προξενικῆς ὑπηρεσίας νόμων.» Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπέρχονται ἐν τῷ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείῳ αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 106.) Ὁ κ. Θεοτόκης ἔχει τὸν λόγον.
§74Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν προτίθεμαι ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ πράξω τοῦτο, πρὶν ἢ μελετήσω τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα νομοσχέδια καὶ τὰς ὑποβληθείσας δηλώσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905. Ἔχω ὅμως καθῆκον ὀλίγας νὰ εἴπω λέξεις, ὅσον ἀφορᾷ τὰς κρίσεις αὐτοῦ περὶ τῶν χρήσεων, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου διεχειρίσατο. Διὰ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πολλαὶ διαδόσεις ἀπεδείχθησαν ἀβάσιμοι. Ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἠκούσαμεν, ὅτι ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου Κυβέρνησις εἶχε προβῆ εἰς σπατάλας, ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ κυρία αἰτία τῆς ἐπιδεινώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Καὶ ἔρχεται σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀνομολογεῖ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι σήμερον μόνον αἱ χρήσεις, τὰς ὁποίας διεχειρίσθη ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου Κυβέρνησις, ἀφῆκαν περισσεύματα. Καὶ ἀνωμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ χρήσεις τοῦ 1889, τοῦ 1900 καὶ τοῦ 1901 ἀφῆκαν περισσεύματα 9,500,000 δραχμῶν. Καὶ ἀνωμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1904, ἡ ὁποία παρίστατο ὡς προωρισμένη ν’ ἀφήσῃ ἐλλείμματα ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἑκατομμυρίων, ἀφίνει καὶ αὐτὴ περίσσευμα, διότι ἀνωμολόγησεν, ὅτι, ἐὰν προσθέσωμεν εἰς τὸ ὄχι ἔλλειμμα, εἰς τὸ καθυστέρημα τῆς χρήσεως ταύτης, — ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, — ἐὰν προσθέσωμεν τὰ 4,500,000 δρ. ἐκ τῆς φορολογίας τῆς σταφίδος, τὰ ὁποῖα ἀνωμολόγησεν, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ, ἡ χρῆσις αὕτη θ’ ἀφήσῃ περίσσευμα. Αὐτὰ εἶναι τὰ πορίσματα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐνόμισα δὲ, ὅτι εἶχον καθῆκον τὰ πορίσματα ταῦτα νὰ τὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγώ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε καὶ παρατήρησίν τινα, ἡ ὁποία κυρίως μὲ ὤθησε νὰ λάβω τὸν λόγον. Ὁμιλῶν περὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1904 εἶπεν, ὅτι ἡ χρῆσις αὕτη ἤθελεν ἀφήσει ἔλλειμμα ἀντὶ περισσεύματος, ἐὰν δὲν εἶχον προστεθῆ εἰς τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως ταύτης αἱ εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι προῆλθον ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ χρῆσις αὕτη ἐπεβαρύνθη μὲ ἀποδόσεις πρὸς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ, εἰς ὃ ἀνέρχεται ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων, ἡ προελθοῦσα ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων. Ἐλησμόνησε καὶ ἄλλο τι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐλησμόνησε νὰ προσθέσῃ, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1904 ἐν τοῖς Ὑπουργείοις τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν εἶχεν αὔξησιν δαπανῶν κατὰ 3,000,000. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως ταύτης ὁποῖον ἔσεται, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Περίσσευμα. Αὐτά, Κύριοι, εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν ἡ διαχείρισις τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου Κυβερνήσεως. Καὶ ἐρωτῶ, ἦτο ἐπιτετραμμένον, εἶχε δικαίωμα ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ἀπέναντι τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου Κυβερνήσεως οἱ Προϋπολογισμοὶ συνετάσσοντο μὲ φανερὰν περιφρόνησιν τῶν πραγμάτων; Τοιοῦτον δικαίωμα δὲν εἶχεν, ἀλλ’ εἶχεν ὑποχρέωσιν, ὑπὸ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ὡμολόγησεν, ὁδηγούμενος, ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ ἡμῶν ἦσαν ἡ ἀληθὴς ἀπεικόνισις τῶν πραγμάτων, διότι οἱ Προϋπολογισμοὶ οὗτοι κατέληξαν, κατὰ τὴν ἐπίσημον αὐτοῦ ὁμολογίαν, εἰς περισσεύματα. Ἀνεξαρτήτως τῶν παρατηρήσεων τούτων, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἀνακοινωθέντας ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀριθμοὺς, φρονῶ, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν νὰ παραστήσῃ τὴν εἰκόνα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους τοσοῦτον ἀπελπιστικήν, λέγων εἰς ἡμᾶς, ὅτι εἰς τοιαύτην εὑρίσκονται κατάστασιν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὥστε δὲν δύναται τοῦτο ἄνευ ὑποθήκης ἢ ἐνεχύρου νὰ δανεισθῇ οὔτε 1,000,000. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξετάζων τὰ πράγματα, ἔφθανεν εἰς τὰ ὑπὸ τῶν πραγμάτων ὑποδεικνυόμενα συμπεράσματα, ἤθελε παραστήσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι τοῦ 1905 δὲν ἀφῆκαν ἐλλείμματα, ἀλλ’ ἀφῆκαν περισσεύματα, διότι ὡμολόγησε μὲν, ὅτι τῶν χρήσεων τοῦ 1902 καὶ 1903 τὰ ἀποτελέσματα παριστῶσιν ἔλλειμμα 7,000,000, ἠναγκάσθη ὅμως νὰ πρασθέσῃ, ὅτι αἱ χρήσεις τοῦ 1899, τοῦ 1900 καὶ 1901 ἀφῆκαν περισσεύματα ἀνερχόμενα εἰς 9,500,000, καὶ ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1904 θέλει καταλήξει εἰς περίσσευμα. Ἐὰν ἀπὸ τὰ περισσεύματα ταῦτα, τὰ ἀνερχόμενα κατὰ τὴν ὁμολογίαν του εἰς 9,500,000, ἀφαιρέσωμεν τὰ ἐλλείμματα τῶν ἐτῶν 1902 καὶ 1903, διὰ τὰ ὁποῖα, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, δὲν ἐνέχεται ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου Κυβέρνησις, καὶ τὰ ὁποῖα πάλιν κατὰ τὴν ὁμολογίαν του ἀνέρχονται εἰς 7,000,000, ἔχομεν ὁλικὸν περίσσευμα ἀνερχόμενον εἰς δρ. 2,500,000. Αὐτὰ εἶναι λοιπὸν τὰ ἐλλείμματα τῶν Προϋπολογισμῶν, τὰ ὁποῖα καθιστῶσι δυσχερῆ τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου! Ποία λοιπὸν εἶναι ἡ αἰτία τῆς καταστάσεως ταύτης; Ἡ αἰτία εἶναι, ἂς τὸ εἴπωμεν εἰλικρινῶς, ἡ αἰτία εἶναι αἱ προκαταβολαὶ αἱ διδόμεναι χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἐὰν δὲν εἴχομεν τὸ βάρος τῶν προκαταβολῶν χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἀνέρχονται εἰς 11,000,000 δραχμὰς, αἱ χρήσεις ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι τοῦ 1905 ἤθελον ἀφήσει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον περισσεύματα 2,500,000 δραχμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἡ προκύπτουσα ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω, ὅτι τὰ πορίσματα ταῦτα ἔπρεπεν εὐθὺς νὰ καταδείξω. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ἀφοῦ λάβω γνῶσιν τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθεισῶν δηλώσεων, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν συζήτησιν.
§75ΦΩΚΙΩΝ ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁμολογουμένως ἡ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι πολλοῦ λόγου ἀξία. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔδειξεν ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις, καὶ τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι παρουσίασε τὴν εἰκόνα μὲ τὰ χρώματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ τὴν παρουσιάσῃ. Συγχαίρω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶπεν, ὅτι ὅλοι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐργασθῶμεν πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας, καὶ ὅτι πρῶτος αὐτὸς δίδει τὸ παράδειγμα. Βεβαίως τὴν σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ συζήτησις νὰ ἐξακολουθήσῃ πρὶν ἢ δημοσιευθῇ ὁ λόγος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ λάβωμεν ἐντελῆ γνῶσιν τῶν ὅσα εἶπεν. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς σήμερον ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν προσεπάθησεν ἐν τῇ ἀναπτύξει, ἣν ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ μὴ τὸν διαφύγωσι σημεῖά τινα, βεβαίως τὸν διέφυγον. Δὲν ἔχω βεβαίως, Κύριοι, πρόχειρα νὰ εἴπω ὅσα ἔπρεπε νὰ εἴπω, ἀλλ’ ἀρκοῦσι δύο τινὰ, ἅτινα θὰ ἀναφέρω, ἵνα ἀποδείξωσιν, ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην συμπληρώσεως ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις, ἐλπίζω, θὰ ὁμολογήσῃ τοῦτο. Ταῦτα ἤμην ἠναγκασμένος νὰ εἴπω, διότι ἀνέκαθεν ἔχω ἀποδείξει, ὅτι καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1900 καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1901 ἀφῆκαν ἐλλείμματα. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις τοῦ 1902 ἀναγράφονται περὶ τὰ 4,000,000 δαπάναι, πόθεν προέρχονται αὗται; Τὴν σήμερον ἀρκοῦμαι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας εἰς μίαν ἐξ αὐτῶν, τὴν ἐξ 1,217,000 δραχμῶν· εἶναι τὸ ποσὸν τὸ μὴ κατατεθὲν ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ κατὰ τὸ 1900 καὶ τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ κατατεθῇ κατὰ τὴν χρῆσιν ἐκείνην χάριν τῶν δανείων τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων. Τίνα σχέσιν ἔχει ἡ χρῆσις τοῦ 1902 πρὸς τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ κατατεθῇ τὸ 1900 καὶ τὸ ὁποῖον τὴν σήμερον παρουσιάζεται ὡς περίσσευμα τῆς χρήσεως ταύτης; Ποίαν λοιπὸν παραβολὴν δύνασθε νὰ κάμητε, ὅταν αἱ ἐγγραφαὶ γίνωνται οὕτως ἀνωμάλως; Ἐπιφυλάσσομαι, Κύριοι, ἂν ὄχι αὔριον, ἴσως μεθαύριον, νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ θέλω τότε συμπληρώσει τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας σήμερον λαμβάνομεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§76Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον διὰ τὴν εὐμενῆ κρίσιν, ἣν περὶ ἐμοῦ ἐξέφρασεν. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ παρατηρήσω, ὅτι μετὰ πολλῆς σπουδῆς ἠθέλησεν ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργὸς κύριος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς νὰ λάβῃ ἀμέσως τὸν λόγον, διὰ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, καὶ στηριζόμενος ἐπὶ τῶν ἐμῶν πορισμάτων νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, καὶ νὰ κατακρίνῃ ἐμέ, διότι ὑπῆρξα εἰλικρινὴς καὶ φιλαλήθης, καὶ παρέσχον ὅλα τὰ στοιχεῖα, τῶν ὁποίων ἐστερεῖτο καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἀπέδειξε τὰ πλεονάσματα, τὰ ὁποῖα ἔφερον δῆθεν αἱ χρήσεις τῶν ἐτῶν, τὰς ὁποίας διεχειρίσθη. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ τὸ ἔτος 1904, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ 116,000,000 δραχ. εἰσπράξεις, — ἐὰν ἔχωμεν καὶ αὐτάς, διότι εἰσέτι εἶναι λίαν ἀμφίβολον, — ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπὲρ τὰ 117 ἑκατομμύρια, ἐὰν ἐτηροῦντο αἱ ἀναλογίαι. Ποῖαι ἀναλογίαι; τῆς εἰσπράξεως τῶν 114,640,000 τῶν ἐτησίων κατὰ μέσον ὅρον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1901, 1902 καὶ 1903. Καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπὲρ τὰ 117 ἑκατομμύρια, διότι προσετέθησαν φόροι, οἱ ὁποῖοι ἀνήρχοντο μὲν εἰς 3 περίπου ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐφηρμόσθησαν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ἔπρεπε νὰ ἦναι ὑπὲρ τὰ 2 ἑκατομμύρια, καὶ νὰ ἀνέλθωμεν εἰς τὰ 117 ἑκατομμύρια. Ὥστε δὲν ἔδειξέ τι πλεῖον εἰς τὰς εἰσπράξεις τὸ ἔτος 1904, ἔδειξέ τι μεῖον, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον οἱ δύο φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν, ἀπέδωκαν πράγματι ὅ,τι ἐζητεῖτο δι’ αὐτῶν, καὶ μάλιστα πλεῖόν τι ἀπέδωκεν ὁ φόρος τοῦ ζύθου καὶ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν. Ἄρα ἤμην ἐν τῷ δικαίῳ, εἰπὼν, ὅτι τὸ 1904 κατέρχεται καὶ τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπράξεων τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν. Πεπλανημένως ἄρα ὁ κύριος πρώην Πρωθυπουργὸς φρονεῖ τὰ ἐναντία. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐπιτίμησιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρ’ αὐτοῦ, ὅτι δὲν ἦτο πολιτικὸν ἐκ μέρους μου ὅ,τι ἔπραξα, ἀνομολογήσας καὶ ἐκθέσας, ὡς ἐξέθηκα ὑμῖν, τὴν κατάστασιν, προέβλεπον τὴν ἐπιτίμησιν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ἐν τῇ ὁμιλίᾳ μου, ὅτι ἄλλοι δύνανται νὰ φρονῶσι τἀναντία, ἀλλ’ ἐγὼ ἄλλην ἔχω ἰδέαν περὶ τούτου, καὶ ἐθεώρησα καὶ πολιτικὸν νὰ ζωγραφήσω μὲ τὰ προσήκοντα χρώματα τὴν κατάστασιν. Ποῖα χρώματα; τὰ χρώματα, τὰ ὁποῖα παρέσχον οἱ ἀριθμοὶ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἰσχυρίζεται ὁ ἀξιότιμος κ. πρώην Πρωθυπουργός, ὅτι εἶχε πλεονάσματα εἰς τὰς χρήσεις αὐτάς; Ἀλλ’ εἶπον εἰς αὐτόν, ὅτι ἡ τύχη πολλάκις εἶναι ἀνωτέρα τῆς προνοίας τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι τὰ πλεονάσματα ἐκεῖνα τῶν ἐτῶν 1899–1901, καθ’ ὅσον ἦσαν πλεονάσματα, δὲν προσεδόκων. Καὶ ἐξήγησα εἰς αὐτόν, πῶς ηὔξησαν, καὶ ἐπὶ τούτων ἀνέμενα ἀπάντησιν πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ προκληθέντων αἰτίων τῆς ἀπροσδοκήτου καὶ αἰφνιδίου αὐξήσεως τῶν εἰσπράξεων. Ἐξήγησα εἰς αὐτὸν, πῶς παρὰ τὴν ἐλπίδα αὐτῶν ηὔξησαν τὰ ἔσοδα, καὶ διατὶ παρὰ τὴν ἐλπίδα αὐτῶν μειοῦνται καὶ θὰ μειῶνται τὰ ἔσοδα εἰς τὸ μέλλον. Οὐδὲν κοινὸν ἔχει ἡ πρόνοια πρὸς τὰ πλεονάσματα ἐκεῖνα. Μάλιστα, ἀφοῦ τὰ ἀντελήφθησαν, ἀμέσως ηὔξησαν τὰς δαπάνας, καὶ ἐματαίωσαν τὰ ἀγαθὰ αὐτῶν εἰς τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐδῶ φαίνεται ὁ κυβερνήτης. Τὴν τύχην τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος, τὴν τύχην τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν περιστάσεων θὰ τὴν ἀποδώσωμεν εἰς τὴν κυβερνητικὴν πρόνοιαν; Ὄχι. Ἐγὼ προτιμῶ Προϋπολογισμοὺς, οἱ ὁποῖοι νὰ ἦναι ἐν ἐλλείμματι, τὸ ὁποῖον ἐν συνειδήσει παρασκευάζει περίσσευμα, ἢ Προϋπολογισμοὺς μὲ τυχαῖον περίσσευμα, τὸ ὁποῖον παρασκευάζει ἔλλειμμα. Καὶ τοιαῦτα περισσεύματα παρεσκεύασαν τὰ ἐλλείμματα, καὶ ἀπὸ τοιούτων ἀποτελεσμάτων ἐρχόμεθα ἡμεῖς νὰ σώσωμεν τὸ οἰκονομικὸν οἰκοδόμημα, καὶ νὰ ἐγκαταστήσωμεν καθεστὼς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγμάτων, οἰκονομικὸν καθεστὼς, τὸ ὁποῖον καὶ μόνον θὰ σώσῃ τὸν τόπον. (Χειροκροτήματα).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§78Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οἰκονομικὴν συζήτησιν, διότι, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αἱ γνῶμαι ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, μία ὑπάρχει γνώμη, γενικῶς παραδεδεγμένη, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εἶναι πλέον ἢ ἀσθενῆ, ὅτι ταῦτα δὲν εὑρίσκονται εἰς καλὴν κατάστασιν, καὶ ὅτι πρὸς διόρθωσιν αὐτῶν ἐπιβάλλονται οἰκονομίαι, καὶ οἰκονομίαι μεγάλαι. Τοιαύτην εἶχον καὶ ἔχω γνώμην, καὶ ἐπὶ τοιαύτης στηριζόμενος γνώμης προέβην καὶ ἐγὼ εἰς οἰκονομίας εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἀφετηρία ἑπομένως τῆς ἐργασίας μου ἦτο ἡ ἀνάγκη ἡ ἐπιβαλλομένη οἰκονομιῶν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, τὴν ἀνάγκην δὲ ταύτην ἠθέλησα νὰ συνδυάσω, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατόν, μὲ τὴν μὴ βλάβην τῆς λειτουργίας τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καταστήσωμεν οἰκονομικωτέρας. Οἰκονομίαι εἰς τὰς δαπάνας τῶν Ὑπουργείων τούτων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυόντων νόμων ὀλίγαι ἦσαν δυναταί, καὶ ὀλίγας καὶ ἐγὼ ἐπήνεγκον. Ἐπεδίωξα ὅμως οἰκονομίας διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως ὀργανισμῶν. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, καταθέτων τὰ νομοσχέδια. Ἁπλῶς ὀλίγας λέξεις περὶ ἑνὸς ἑκάστου θὰ εἴπω. Ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ καὶ οἰκονομίαν καὶ τακτοποίησιν ὑπηρεσίας, εἶναι τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς ποινικῆς διατιμήσεως καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ πληρωμῆς τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων». Ἐν τῇ ἐκθέσει, ἥτις συνοδεύει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀναπτύσσω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους καὶ βελτίωσις ἐπέρχεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καὶ οἰκονομία εἰς τὸ Δημόσιον...
§79Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βάσις εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων;
§80Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἡ τακτοποίησις τῆς πληρωμῆς αὐτῶν, ἥτις καθιστᾷ τὴν ἐλάττωσιν οὐχὶ πραγματικήν, διότι καθιστᾷ δυνατὴν τὴν λῆψιν ὑπὸ τῶν μαρτύρων ποσοῦ ἀνωτέρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον λαμβάνουσι σήμερον διὰ τῶν προεξοφλήσεων, ἃς γνωρίζετε πάντες.
§81Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐξάνει λοιπὸν ἡ ἀποζημίωσις.
§82Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σήμερον ὁ μάρτυς λαμβάνει πολὺ ὀλιγώτερα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος δίδει εἰς αὐτόν, διότι ἡ πληρωμὴ τῶν μαρτυρικῶν γίνεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἀναγκάζεται τὸ πλεῖστον τῶν μαρτύρων, ἢ καὶ τὸ ὅλον, νὰ προεξοφλῇ τὰ δικαιώματα αὑτοῦ καὶ νὰ λαμβάνῃ τὸ ἥμισυ, ἴσως καὶ ὀλιγώτερον. Ἐκανόνισα τὴν πληρωμὴν αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ τούτου στηριζόμενος ἐπεδίωξα καὶ ἐλάττωσίν τινα. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἕτερον νομοσχέδιον εἶναι τὸ ἀφορῶν τὴν κατάργησιν Εἰρηνοδικείων τινῶν καὶ Πταισματοδικείων, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν μαρτυρίαν εἰδικῶν καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι καὶ περιττὰ καὶ ἄχρηστα...
§83ΠΟΛΛΟΙ. Ποῖα εἶναι;
§84Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ τὰ ἴδητε.
§85ΠΟΛΛΟΙ. Πόσα εἶναι;
§86Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τὰ 85.
§87Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Καθορίζονται;
§88Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· δὲν καθορίζονται.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ θὰ τὸ ἴδητε.
§90Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τρίτον νομοσχέδιον εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν κατάργησιν Πρωτοδικείων τινῶν. Ἐγένοντο πολλαὶ καὶ μακραὶ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν Πρωτοδικείων. Ἡ γνώμη ἡμῶν ἦτο πάντοτε ὑπὲρ τῆς καταργήσεως ἐκείνων τῶν Πρωτοδικείων, τὰ ὁποῖα δὲν θεωροῦνται ἀπολύτως ἀναγκαῖα, καὶ δι’ οἰκονομικοὺς λόγους καὶ διὰ λόγους τελειοτέρας καὶ πληρεστέρας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης...
§91ΠΟΛΛΟΙ. Πόσα καταργοῦνται;
§92Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀκτώ.
§93Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποῖα εἶναι, κύριε Ὑπουργέ;
§94Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ τὰ ἴδητε.
§95Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὰ τέσσαρα νέα, καὶ ποῖα ἄλλα;
§96Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ πρὸ αὐτῶν πρὸ ὀλίγου ἱδρυθέντα· τὸ τῆς Ἀμφίσσης, τὸ τῆς Κυπαρισσίας, τὸ τῆς Λευκάδος καὶ τὸ τῆς Καρδίτσης.
§97Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τῆς Ἄρτης;
§98Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θὰ μάθητε διατὶ δὲν περιλαμβάνεται τὸ τῆς Ἄρτης καὶ διατὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθῇ (Θόρυβος).
§99Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Καταργεῖτε τὸ Πρωτοδικεῖον Λευκάδος, τὸ ὁποῖον διετήρησαν ἡ Τουρκία, ἡ Ἑνετία, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἀγγλία!
§100Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θὰ τὰ εἴπωμεν.
§101Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἀφοῦ δὲν εἶναι εἰς βάρος τοῦ Κράτους, διατὶ τὸ καταργεῖτε;
§102Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τέταρτον νομοσχέδιον εἶναι τὸ ἀφορῶν τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως τοῦ παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Τρικκάλων ἑρμηνέως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν νομοσχεδίων, Κύριοι, τὰ ὁποῖα κυρίως σκοποῦσι τὴν ἐλάττωσιν δαπανῶν, ἡ ὀλιγοχρόνιος διαμονή μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ γνώμη εἰδικῶν μὲ ἔπεισαν, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ νομοθέτησις μονιμότητός τινος τῶν δικαστῶν εἰς τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας κατέχουσιν (ἐπιδοκιμασίαι), ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ παύσῃ ἡ συχνὴ καὶ ἐπιβλαβὴς μετακίνησις τῶν δικαστῶν. Τοιοῦτον σκοπὸν προτίθεται ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ μεταθέσεως Προέδρων καὶ δικαστῶν τῶν Ἐφετείων καὶ Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους», τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὴν μὴ αὐθαίρετον μετάθεσιν αὐτῶν. Αὐτὰ εἶναι τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπὸ τοῦ ἰδίου πνεύματος ἐμφορούμενος, συνέταξα διάφορα νομοσχέδια, σχετιζόμενα μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Καὶ πρῶτον εἶναι τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀστεροσκοπείου». Δεύτερον νομοσχέδιον εἶναι τὸ «περὶ τοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ Γυμναστηρίου καὶ τῆς Σχολῆς τῶν γυμναστῶν». Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐπιτρέπουσι μικρὰς μὲν, ἀλλὰ δυνατὰς οἰκονομίας. Ὡσαύτως οἰκονομίαν ἐπιφέρει καὶ ἡ ἀναστολὴ τῆς λειτουργίας δύο ἐκ τῶν ἐν τῷ Κράτει λειτουργούντων Διδασκαλείων, περὶ ὧν ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον. Ἐλπίζω ὅτι εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον μεγαλειτέρας σπουδαιότητος, τὸ σχετιζόμενον μὲ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ὅπως ἐν ἐκτάσει ἀνέπτυξεν ὁ κ. συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη τῆς περιστολῆς οὐ μόνον τῆς κατ’ ἔτος αὐξήσεως τῶν χορηγημάτων, τὰ ὁποῖα δίδει τὸ Δημόσιον εἰς τοὺς δήμους χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ καὶ τῶν προκαταβολῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 3,000,000 περίπου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν δημοτικῶν σχολείων κατὰ τρόπον βελτιοῦντα τὴν λειτουργίαν αὐτῶν καὶ ἐπεκτείνοντα τὴν δρᾶσίν των, καὶ συνάμα ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν κανονισμὸν τῶν δημοτικῶν προσόδων καὶ τῶν δημοτικῶν δαπανῶν ἐπιφέρει τὴν ἐλάττωσιν καὶ τοῦ χορηγήματος τοῦ χορηγουμένου ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν προκαταβολῶν, διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν πράγματι ἐπαρκῶν δήμων ὡς ἐπαρκῶν, ἐνῷ σήμερον πλεῖστοι δῆμοι ἐπαρκεῖς παρίστανται ὡς ἀνεπαρκεῖς, καὶ λαμβάνουσι παρὰ τοῦ Δημοσίου χορηγήματα. Ἐλπίζω, ὡς εἶπον, εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς καὶ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνδυάζεται μετ’ αὐτοῦ καὶ ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν Ἑλληνικῶν τινων σχολείων, τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν βελτίωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καθίστανται ἁπλῆ πολυτέλεια, καὶ πρὸς βλάβην ἴσως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διατηροῦνται.
§103Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Δὲν καταργοῦνται ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα;
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι. Πολὺ ὀλίγα. Ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡ λειτουργία δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντικαθισταμένη διὰ τῆς τῶν δημοτικῶν σχολείων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ζητήματος, Κύριοι, τοῦ καθαρῶς οἰκονομικοῦ εἵλκυσε τὴν προσοχήν μου, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἡ κατάστασις τῶν λειτουργῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, τῶν καθηγητῶν τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν γυμνασιαρχῶν, τῶν σχολαρχῶν καὶ τῶν ἑλληνοδιδασκάλων. Καὶ εἰς αὐτοὺς νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡμῖν τὸ καθῆκον ν’ ἀποδώσωμεν ἀσφάλειάν τινα· ἀλλ’ ἀποδιδομένης τῆς ἀσφαλείας τῆς θέσεως αὐτῶν, δέον νὰ ὑπάρχῃ συγχρόνως καὶ ἐπίβλεψις τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστῶνται Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐπιθεωρηταὶ, καὶ κανονίζεται ὁ τρόπος τῆς τε μεταθέσεως καὶ παύσεως καὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν κλπ. Νομίζω ὅτι καὶ ἡ μέση ἐκπαίδευσις ἔχει δικαίωμα νὰ τύχῃ ἐξασφαλίσεώς τινος, ἀναλόγου ἐκείνης, ἧς ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἔτυχε διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§105Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Σωτήριον νομοσχέδιον.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κλπ. ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 107–115).
§107Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶχον παρακαλέσει, πρὶν ἢ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της ἡ Βουλὴ, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ σημείωμα σχετιζόμενον πρὸς τὴν θρυλουμένην τότε, πραγματοποιηθεῖσαν δὲ σήμερον, ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως διαφόρων Πρωτοδικείων. Παρῆλθον ἔκτοτε, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, 25 ἢ 30 ἡμέραι, καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἦναι ἕτοιμος νὰ καταθέσῃ αὐτὸ τὸ σημείωμα. Ἐὰν δὲν ἡτοιμάσθη ἀκόμη, τὸν παρακαλῶ θερμῶς νὰ ἐπισπεύσῃ νὰ ἑτοιμασθῇ τὸ σημείωμα, ἵνα τὸ καταθέσῃ, διότι, ὅπως ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος βάσιν ἔδωκε τοῦ λόγου τῆς καταργήσεως τὰς οἰκονομίας, εἶναι ἀνάγκη νὰ πεισθῶμεν, ἂν αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὴν κατάργησιν ὡρισμένων Πρωτοδικείων, ἢ εἶναι ἕτεροι λόγοι, δι’ οὓς ζητεῖ νὰ καταργήσῃ μὲν ὡρισμένα Πρωτοδικεῖα, δὲν ἔπραξε δὲ τὸ αὐτὸ διὰ τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς ἐπαρχίας του.
§108Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ὑπενθυμίσω ὅμως εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας μίαν γεωγραφικὴν ἀλήθειαν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐπαρχιῶν τῶν Ἑλληνικῶν, αἱ ὁποῖαι χρῄζουσι περιποιήσεως, εἶναι καὶ ἡ ἐπαρχία ἡ ἰδική μου· δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν νὰ λησμονήσῃ τοῦτο. Λόγος τῆς διατηρήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Ἄρτης δὲν εἶναι ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου· βεβαιῶ δὲ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι οὐδεμίαν ἤθελον δώσει εἰς τοῦτο προσοχὴν, ἐὰν τὸ Πρωτοδικεῖον Ἄρτης εὑρίσκετο ἐν ἑτέρᾳ γεωγραφικῇ θέσει. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ σημείωμα, τὸ ζητηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, εἶναι ἕτοιμον, πληρέστερον μάλιστα τοῦ ζητηθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, θέλω δὲ καταθέσει τοῦτο κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον.
§109Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται βεβαίως σήμερον περὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν θὰ εἰσέλθω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητόν τι, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἶπεν ὅτι «πρέπει νὰ περιποιηθῶμεν τὴν Ἤπειρον»· ἀλλ’ ἐὰν νομίζῃ ὅτι περιποίησις εἶναι ἡ παροχὴ δικαιοσύνης, νομίζω ὅτι δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτὸν, κατὰ τί καθυστεροῦσιν αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν καλούμεθα νὰ περιποιηθῶμεν, καλούμεθα νὰ πράξωμεν ὅ,τι τὸ καθῆκον μᾶς ὑπαγορεύει καὶ ὅ,τι αἱ ἀνάγκαι ἐπιβάλλουσιν. Ἐὰν πρόκηται νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς Δικαιοσύνης χαρίζοντες ἐντεῦθεν Δικαστήρια, καὶ ἀφαιροῦντες ἐκεῖθεν ἄλλα, ἀλλοίμονον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος! Δὲν γνωρίζω, ἂν τοιαῦτα ἠδύνατο νὰ λέγῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἀλλ’ ὡς Ὑπουργὸς δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπῃ ποτὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι «πρέπει νὰ χαρίσωμεν εἰς τὴν Ἄρταν Πρωτοδικεῖον καὶ ν’ ἀφαιρέσωμεν Πρωτοδικεῖα ἀπὸ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας», ὡσὰν αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι δὲν συνεισέφερον εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ δὲν συνεισφέρουσι καὶ σήμερον φόρους εἰς χρήματα καὶ αἷμα ὑπὲρ αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὐτὰ δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητα. Ἀληθῶς δύσκολον πρᾶγμα εἶναι νὰ γνωρίζῃ τις νὰ κάμνῃ τὸν Ὑπουργὸν καὶ νὰ μεταχειρίζηται τὴν γλῶσσαν τὴν προσήκουσαν.
§110Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς εἰσῆλθεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ γενικοῦ θέματος. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ εἰσέλθω εἰς συζήτησιν εὐρυτέραν, καὶ ἂν μετεχειρίσθην τὴν λέξιν «περιποίησις» διὰ τὴν Ἄρταν, νομίζω ὅτι πάντες οἱ συνάδελφοι, οἱ μὴ ἐπηρεαζόμενοι ἐκ στενῶν ἰδεῶν, βεβαίως ἐνόησαν, τί ἤθελον νὰ εἴπω. Λυποῦμαι δὲ, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ὄχι δὲν ἠδυνήθη, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐννοήσῃ.
§111ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ πίνακα ἐμφαίνοντα: αʹ) Πόσαι ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου Κυπαρισσίας κατὰ τὰ ἔτη 1902, 1903 καὶ 1904. βʹ) Πόσαι ἐκ τούτων εἰσὶν ὁριστικαὶ καταδικαστικαὶ, πόσαι ἀθῳωτικαὶ καὶ πόσαι ἀναβλητικαί. γʹ) Πόσα βουλεύματα ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ Πλημμελειοδικῶν κατὰ τὰ ἔτη 1902, 1903 καὶ 1904. δʹ) Πόσα ἐκ τούτων εἰσὶ παραπεμπτικὰ, πόσα ἀπαλλακτικὰ ἢ παύοντα προσωρινῶς τὴν ποινικὴν καταδίωξιν, καὶ πόσα διατάσσοντα περαιτέρω ἀνάκρισιν. εʹ) Πόσα μαρτυρικὰ δικαιώματα κατεβλήθησαν κατὰ τὰ ἔτη 1902, 1903 καὶ 1904 εἰς μάρτυρας προσελθόντας καὶ ἐξετασθέντας ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Κυπαρισσίας. ϛʹ) Πόσα μαρτυρικὰ δικαιώματα ἐπληρώθησαν εἰς μάρτυρας προσελθόντας ἐνώπιον τῶν παρὰ τῷ Πλημμελειοδικείῳ Κυπαρισσίας ἀνακριτῶν κατὰ τὰ ἔτη 1902, 1903 καὶ 1904.
§112Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐκ Λεβαδείας, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ πίνακα ἐμφαίνοντα πόσαι ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, καὶ πόσαι ἀπὸ τῆς συστάσεώς του ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας, ὡς καὶ πόσαι μηνύσεις ἐνεχειρίσθησαν πρὸ καὶ μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι θέλει καταδειχθῆ ἐκ τούτων, ὅτι ἀστοργίαν δεικνύει ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος διὰ τῆς ἐπιμονῆς του ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Πονηρόπουλος, δὲν ἔχω ἢ νὰ τῷ ὑπενθυμίσω, ὅτι τὴν κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας προέτεινε τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ κ. συνάδελφος, ἀφ’ ὅτου διηύθυνεν αὐτὸ ὁ μακαρίτης Τρικούπης.
§113ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς προυτάθη τότε ἡ κατάργησις τῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων, μεταξὺ τῶν ὁποίων περιελαμβάνετο καὶ τὸ τῆς Ἄρτης, ὡς ἔχον τὰς ἐλαχίστας ἐργασίας· ἀλλ’ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κατανοήσας εὐθὺς ἀμέσως τὸ ἀσύμφορον τῆς καταργήσεως τῶν Πρωτοδικείων, ἔσπευσε ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον.
§114ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, θελήσας νὰ περιποιηθῇ τὴν Ἤπειρον, δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ, ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον Λευκάδος ὑπάρχει ἀπὸ αἰῶνος ἐγκατεστημένον. Εἴμεθα καὶ ἡμεῖς πολὺ πλησίον τῆς Ἠπείρου, καὶ ἔχομεν τὴν Πρέβεζαν ἀπέναντί μας, καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ περιποιηθῇ, καθ’ ἃ ὡμολόγησε, μόνον τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἄρτης, ἐνῷ καὶ ἡ Λευκὰς καὶ πρὸ τῆς ἑνώσεως καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν καὶ πάντοτε ἐδείχθη πρόθυμος νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα, καὶ νὰ καταβάλῃ ὑπὲρ αὐτῆς ὅλα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα τῇ ἐπεβλήθησαν. Λυποῦμαι διὰ τὴν ἀπόφασιν, ἣν ἔλαβε κατὰ τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ θέλω κατὰ τὴν συζήτησιν λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλὰ καὶ σήμερον ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑψώσω φωνὴν ἐντόνου διαμαρτυρίας διὰ τὸ μέγα ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τῆς ἐπαρχίας μου διαπράττεται.
§115Π. ΚΗΡΥΚΟΣ. Ἐγὼ βραχύτατα μόνον θέλω προσθέσει καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας ἀνακινηθέν. Ὁ κ. Βουλευτὴς συνέκρινε τὸ Πρωτοδικεῖον Ἄρτης πρὸς τὰ τῆς Λεβαδείας· ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι μόνον οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Ἄρτης, ἀλλ’ εἶναι καὶ λόγοι τῆς ἀποστάσεως τῶν μερῶν τῆς περιφερείας τοῦ Πρωτοδικείου ἐκείνου ἀπὸ τῆς ἕδρας αὐτοῦ· διότι, ἵνα ἔλθῃ τις ἐκ Καλαρρυτῶν εἰς τὴν Ἄρταν ἐν καιρῷ χειμῶνος, ἔχει ἀνάγκην τοὐλάχιστον τριῶν ἡμερῶν, ἐνῷ, ἵνα ἔλθῃ τις ἐκ Λεβαδείας εἰς Ἀθήνας μὲ τὸν σιδηρόδρομον, ἔχει ἀνάγκην μόνον τριῶν ὡρῶν.
§116Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ γραπτὴν ἐπερώτησιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Πρωτοδικεῖον Εὐρυτανίας, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰς ζητουμένας δι’ αὐτῆς πληροφορίας.
§117Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, προκληθεὶς νὰ ὀνομάσῃ τὰ Πρωτοδικεῖα, τὰ ὁποῖα πρόκειται κατὰ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον νὰ καταργηθῶσι, δὲν ἔδωκεν εἰς τοῦτο ἀπάντησιν.
§118ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ ὠνόμασε.
§119Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν τὰ ὠνόμασεν, ἀλλὰ, καθ’ ἃ διεδόθη, μεταξὺ τῶν καταργουμένων εἶναι καὶ τὸ τῆς Εὐρυτανίας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι συντρέχουσιν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Ἄρτης, οἱ αὐτοὶ καὶ ἔτι πλείονες συντρέχουσιν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Εὐρυτανίας.
§120Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μὲ κατέπληξε διὰ τὴν εἰλικρίνειάν του, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι κατεπλάγην ἐπὶ πλέον, διότι δὲν ἤκουσα, ἀφοῦ κατ’ ἀνάγκην ἐπαναφέρει τὸ πρώην καθεστὼς ἐπὶ τῆς φορολογίας τῆς σταφίδος, ἤτοι μεταβάλλει τὸν φόρον εἰς εἶδος εἰς φόρον εἰς χρῆμα, δὲν ἤκουσα νὰ λαμβάνῃ μέτρον τι διὰ τὴν σταφίδα. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην δὲν ληφθῇ μέτρον τι λυσιτελὲς ὑπὲρ τῆς σταφίδος, τὸ δημόσιον ταμεῖον οὐδὲ λεπτὸν θὰ εἰσπράξῃ. Ὅλοι ἐν γένει οἱ σταφιδοκτήμονες δὲν ἀπολαμβάνουσιν ἐκ τῆς σταφίδος οὔτε τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα διαθέτουσι διὰ τὴν καλλιέργειαν, πλὴν δὲ τούτου θ’ ἀκούσητε ἀμέσως, ὅτι αἱ σταφίδες θὰ ὑποτιμηθῶσι, καὶ ἀντὶ νὰ εἰσαγάγωμεν 5,000,000 δραχμὰς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν θὰ εἰσαγάγωμεν οὔτε λεπτόν. Ταῦτα, Κύριοι, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ καταστήσω ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς γνωστὰ εἰς τὴν Βουλήν.
§121ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῶν προκαταβολῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ὑπ’ ἀριθ. 2 καὶ 3 ἐ. ἔ. ἐγκυκλίους τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, αἱ ὁποῖαι σχετίζονται πρὸς τὸ θέμα, διότι σκοπῶ νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ποιήσωμαι χρῆσιν τῶν ἐγκυκλίων τούτων.
§122ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε, καὶ τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἀντελήφθην, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ κανονίζωνται τὰ τῆς φορολογίας τῶν δήμων ἐν σχέσει πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἐπειδὴ δὲ θὰ χρειασθῶσι πληροφορίαι τινὲς, τῶν ὁποίων ἡ παροχὴ δὲν εἶναι δύσκολος, παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα: αʹ) εἰς πόσους ἐκ τῶν δήμων τοῦ Κράτους ὑπάρχει ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων, καὶ κατὰ ποίαν κλίμακα· βʹ) ποῖον τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐκ τοῦ φόρου τούτου ὑφ’ ὅλων τῶν δήμων τοῦ Κράτους. Χρειάζονται αἱ πληροφορίαι αὗται, διότι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν θὰ δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν εἰς πόσον ἀνέρχεται ἡ φορολογία ἡ ἐπιβαλλομένη ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλὰ βλέπω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπιθυμία νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως αὐτῆς. Διὰ τοῦτο λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 καὶ 20′ μ. μ.)