| 1786 | Εἰς τὸ ἐν Ἀθήναις διδασκαλεῖον τῶν νη- | |||
| 1787 | πιαγωγῶν | δραχ. | 5,000 | |
| 1788 | Εἰς τὴν ἐν Ζακύνθῳ Ἰσραηλιτικὴν κοινότητα | |||
| 1789 | διὰ μισθοδοσίαν διδασκάλου | » | 1,200 | |
| 1790 | Ὁμοίως εἰς τὴν ἐν Κερκύρᾳ | » | 1,200 | |
| 1791 | » » » ἐν Ἀθήναις | » | 1,200 | |
| 1792 | » » » ἐν Χαλκίδι | » | 1,200 | |
| 1793 | » » » ἐν Ἄρτῃ | » | 1,200 | |
| 1794 | Εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Ἐπαγγελμ. Σχολὴν | » | 3,000 | |
| 1795 | Ὁμοίως εἰς τὴν ἐν Πάτραις συσταθησομέ- | |||
| 1796 | νην ὁμοίαν Σχολήν, ὡς παράρτημα τῆς | |||
| 1797 | ἐν Ἀθήναις | » | 2,000 | |
| 1798 | Εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Βιοτεχνικὴν Ἑταιρείαν | » | 2,000 | |
| 1799 | » » ἐν Ζακύνθῳ Λαϊκὴν Σχολὴν | » | 500 | |
| 1800 | » » Σχολὴν Ἀπόρων παίδων Πατρῶν | » | 2,000 | |
| 1801 | » » Ἐφημερίδα «τὰ Πάτρια» | » | 2,000 | |
| 1802 | » τὸν Σύλλογον «Παρνασσὸν» | » | 3,000 | |
| 1803 | Εἰς τὴν Ἐθνολογικὴν καὶ Ἱστορικὴν Ἑταιρείαν | δραχ. | 2,000 | |
| 1804 | » τὸν Σύλλογον τῶν Κυριῶν «Ἀνάστασις» | » | 200 | |
| 1805 | » » Σύλλογον πρὸς διάδοσιν ὠφελίμων | |||
| 1806 | βιβλίων | » | 1,000 | |
| 1807 | Διὰ τὴν ἐκτύπωσιν μεσαιωνικῶν μελετῶν | » | 2,000 | |
| 1808 | Εἰς τὴν ἐν Πύργῳ Ἐμπορικὴν Σχολὴν | » | 500 | |
| 1809 | » » ἐν Ἀργοστολίῳ Σχολὴν ἀπόρων παίδων | » | 500 | |
| 1810 | Εἰς τὴν ἐν νέῳ Φαλήρῳ Κολυμβητικὴν Σχολὴν | » | 500 | |
| 1811 | Εἰς τὴν Χριστιανικὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν | » | 1,000 | |
| 1812 | Εἰς τὴν πρὸς παράστασιν ἀρχαίων δραμά- | |||
| 1813 | μάτων Ἑταιρείαν | » | 3,000 |
1904.06.15
1.944 στίχοι · 13.926 λέξεις · 1 πίνακας · 200 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
τῆς 15 Ἰουνίου 1904.
(Τρίτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 7 μ. μ., ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἄστρους δι’ ἀναφορᾶς του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὴν πρότασιν νόμου περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ δήμου Θυρέας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Ὁ ἀπόστρατος ἀνθυπολοχαγὸς Π. Ἀγγελόγιαννης δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ αὔξησιν τῆς συντάξεώς του λόγῳ ἐξαιρετικῆς ἐκτελέσεως τοῦ στρατιωτικοῦ του καθήκοντος. Ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Στελλάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ἡ τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 133). Ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Σερμπᾶνος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ διαθέσεως δραχ. 6,329.48 ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων πρὸς ἀνέγερσιν ἱεροῦ ναοῦ ἐν τῇ κωμοπόλει Ἁγίῳ Βλασίῳ. Καὶ ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 134).
§2ΣΤΑΜ. Δ. ΒΑΦΕΙΑΔΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μὲ πληροφορήσῃ, πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν Πατρῶν καὶ Ἀθηνῶν· καὶ τοῦτο, ἵνα γνωρίζω, ἂν ὁ ἀριθμὸς οὗτος εἶναι ἀρκετὰ ἱκανοποιητικός, ὥστε κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ νέου σχολικοῦ ἔτους νὰ συσταθῶσι καὶ νέαι Ἐμπορικαὶ Σχολαί. Διότι ὁμολογουμένως ἡ Σῦρος, ἡ ὁποία θεωρεῖται κέντρον ἐμπορίου, στερεῖται τοιαύτης Σχολῆς.
§3Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον εἶχεν ὑποσχεθῆ, ὅτι ἀμέσως μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ οἰκείου νόμου ἤθελεν ἐφαρμόσει τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν καὶ ἤθελε συστήσει τοιαύτην καὶ ἐν Σύρῳ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ὑποσχεθῆ τοῦτο πρὸ πενταετίας, ὅτε ἐγὼ ὡμίλουν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀπορῶ, πῶς μέχρι σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν προέβη εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου καὶ πῶς δὲν ἐτήρησε τὴν ὑπόσχεσίν του. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος ἀσχολεῖται πολὺ εἰς τὰ τῆς Παιδείας, δὲν θέλει παραλείψει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἵδρυσιν Ἐμπορικῆς Σχολῆς καὶ ἐν Σύρῳ, διότι ἐν Σύρῳ ἔχομεν τὰ μέσα, ὥστε μόνον τὸ τέταρτον τῆς δαπάνης νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Δημόσιον, διότι ἔχομεν οἴκημα διὰ τὴν Ἐμπορικὴν Σχολὴν, οἱ δὲ καθηγηταὶ, μεθ’ ὧν συνωμίλησα, προσφέρονται μὲ ἐλαχίστην ἀντιμισθίαν νὰ διδάσκωσιν ἐν τῇ Σχολῇ. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου, προκειμένου μόνον περὶ δαπάνης 400 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ποίαν γνώμην ἔχει περὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργός.
§4ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς εὐχαριστήσω.
§5Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ ἔτος 1893 ἡ τότε Κυβέρνησις ἐμερίμνησε πρὸς ἐνίσχυσιν κλάδων τινῶν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Τῇ εἰσηγήσει αὐτῆς ἐψηφίσθη ὁ νόμος ͵ΒΡΝΗʹ, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηλλάγησαν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἀντικείμενα πρώτης ὕλης, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ κατεργασθῶσιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, καὶ οὕτως ὡς προϊόντα κατειργασμένα νὰ ἐξαχθῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τὸν νόμον αὐτὸν τοῦ 1893 ἐπηκολούθησαν πολὺ ὀρθῶς μεταγενέστεροι νόμοι, προβλέψαντες καὶ περὶ ἄλλων εἰδῶν πρώτης ὕλης, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης ἐπρόκειτο νὰ κατεργασθῶσιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ εἶτα νὰ ἐξαχθῶσιν. Ἐπίσης ἐψηφίσθη ὁ νόμος ͵ΒΩΙʹ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεξετάθη ἡ χορηγουμένη ἀτέλεια διὰ τοῦ προγενεστέρου νόμου τοῦ 1893 εἰς διάφορα ἀντικείμενα, ἐν οἷς καὶ τὸ χαρτόνιον καὶ τὸ χαρτὶ τὸ χρωματιστὸν πρὸς κατασκευὴν κυτίων πρὸς ἐναπόθεσιν σταφίδος, σύκων, σμύριδος κλπ. Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον, ἵνα πείσω τὴν Βουλήν, ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ εἶναι ἐπωφελεῖς εἰς τὴν βιομηχανίαν. Θὰ εἰσέλθω δὲ εἰς τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Αἱ διατάξεις τοῦ τελωνιακοῦ νόμου εἶναι νεκραί, διότι, ὡς πληροφοροῦμαι, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ὀρρωδεῖ νὰ χορηγήσῃ ἀδείας πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος ἔλεγχος. Ἡ αἰτιολογία αὕτη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου δὲν εἶναι βάσιμος, διότι δύναται, κοπιάζουσα ὀλίγον περισσότερον, νὰ εὕρῃ τὸν τρόπον τοῦ ἐλέγχου, καὶ συνεπῶς δὲν πρέπει νὰ ἀπορρίπτῃ αἰτήσεις, ὅπερ, ὡς πληροφοροῦμαι, πρόκειται νὰ πράξῃ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ μίαν αἴτησιν ἑνὸς ἐργοστασιάρχου, ἡ ὁποία εἶναι ἐκκρεμὴς ὑπὸ τὰς σκέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ ἐργοστασιάρχης Κωνσταντῖνος Τσοκανέλης ἔχει ἐργοστάσιον κυτιοποιΐας, ἐξάγει δὲ ἀρκετὰ κυτία καθ’ ἑκάστην, ἰδίως εἰς τὸ ἐξωτερικόν, διὰ περιτύλιξιν σακχαροπλαστικῶν ἀντικειμένων, διὰ κουκουλόσπορον, διὰ φαρμακευτικὰ προϊόντα, ὡς καὶ κυτία πρὸς τοποθέτησιν σμύριδος, σταφίδος, σύκων κλπ. Ὁ ἐργοστασιάρχης αὐτὸς βεβαίως, ἀπέναντι τοῦ τέλους, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει τὰ εἴδη ταῦτα, δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ, καὶ δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὸ θέμα, καὶ ἐὰν εὕρῃ, ὅτι πρέπει νὰ προστατευθῇ ἡ βιομηχανία αὕτη, νὰ τὴν προστατεύσῃ, ἐκδίδων τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν.
§6Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν Πάτραις ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, καὶ ἐπέτρεψα ἐκεῖ τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν χαρτονίων πρὸς ἐναπόθεσιν σταφίδων, καθόσον, ὡς εἴπετε, ὁ νόμος προνοεῖ διὰ τὴν κατασκευὴν κυτίων πρὸς τοποθέτησιν σταφίδος, σύκων καὶ σιγαρέττων· ἀλλ’ εἴπετε καί τι ἄλλο, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν προνοεῖ ὁ νόμος...
§7Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὁ αἰτῶν παρακαλεῖ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν εἰδῶν πρὸς κατασκευὴν κυτίων οὐχὶ διὰ τὰ 4 μόνον ταῦτα εἴδη, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ εἴδη τὰ φαρμακευτικὰ καὶ σακχαροπλαστικά.
§8Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτῶν ἀναγνωρίζετε ὅτι δὲν προνοεῖ ὁ νόμος.
§9Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐὰν προσέξητε εἰς τὸν νόμον, θὰ εὕρητε, ὅτι δύνασθε, διαστέλλοντες ὀλίγον τὰς διατάξεις αὐτοῦ, νὰ ἐπιτρέψητε καὶ τοῦτο· ἀλλ’ ἐὰν δὲν εὕρητε τοιαύτην εὐκολίαν ἐν τῷ νόμῳ, δύνασθε νὰ ὑποβάλητε νέον νομοσχέδιον. Πάντως ὅμως εἰς τὸν ἄνθρωπον τοῦτον πρέπει νὰ ἐπιτρέψητε τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν διὰ τὰ τέσσαρα εἴδη, περὶ τῶν ὁποίων προνοεῖ ὁ νόμος.
§10Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὰ ἄλλα εἴδη εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἀπαιτεῖται νόμος· διὰ τὰ τέσσαρα εἴδη ἐπέτρεψα ὑπό τινας προφυλάξεις καὶ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἐπιτρέψω διὰ τὰ εἴδη ταῦτα καὶ εἰς αὐτόν.
§11Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βεβαίως ὑπό τινας προφυλάξεις, διότι ἄνευ τῶν προφυλάξεων αὐτῶν εἶναι φόβος, μὴ γίνωνται καταχρήσεις. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ποιήσωμαι καὶ πρὸς αὐτὸν σύστασίν τινα. Πρόκειται περὶ γνωστῆς ὑποθέσεως, περὶ τῆς ὁποίας καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ. Πρὸ τεσσάρων ἐτῶν κατεδικάσθησαν ὑπὸ τοῦ Κακουργιοδικείου Πατρῶν δύο ἄνθρωποι, ὡς συνεργοὶ ἀπαγωγῆς, ὁ Παπαδημητρίου καὶ ὁ Ἀναγνωστόπουλος, εἰς πέντε ἐτῶν φυλάκισιν, καὶ δικαίως κατεδικάσθησαν, διότι ἡ πρᾶξις ἦτο ἀποδεδειγμένη. Ὁ κύριος δράστης τῆς ἀπαγωγῆς ἐφυγοδίκει κατὰ τὸν χρόνον τῆς καταδίκης αὐτῶν. Μετὰ τὴν καταδίκην ὁ ἀπαγωγεύς μετὰ τῆς ἀπαχθείσης ἦλθον εἰς γάμον, καὶ μετὰ τὸν γάμον παρουσιάσθη εἰς τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἀπήλλαξεν αὐτὸν λόγῳ τοῦ ἐπελθόντος γάμου. Οἱ δύο ὅμως αὐτοὶ, οἱ καταδικασθέντες ὡς συνεργοὶ, διαμένουσιν ἐπὶ τέσσαρα ἤδη ἔτη εἰς τὰς φυλακάς...
§12Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτουργοῦ μὴ ὑπάρχοντος, δὲν ὑπάρχουσι συνεργοί.
§13Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὅτε κατεδικάσθησαν, ὑπῆρχεν αὐτουργὸς, καὶ καλῶς κατεδικάσθησαν· ἀλλ’ ὁ αὐτουργὸς οὗτος κατόπιν ἀπηλλάγη, διότι ἐπῆλθεν ὁ γάμος, καὶ τὸ Δικαστήριον πολὺ εὐλόγως ἀπήλλαξεν αὐτὸν, ἀπὸ κοινωνικῆς ἐπόψεως ἐξετάσαν τὸ πρᾶγμα. Ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως οἱ καταδικασθέντες ὡς συνεργοὶ εἶχον ὑποβάλει ἀναφορὰν, δι’ ἧς ἐξέθετον τὰ πράγματα, ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κύριος Μερλόπουλος ἀπέστειλε τὴν ἀναφορὰν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, ζητῶν πληροφορίας, ἂν τὰ ἐν τῇ αἰτήσει ἀναφερόμενα εἶναι ἀληθῆ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Πατρῶν ἀπήντησεν, ὅτι ἀληθῶς οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα· ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθε κυβερνητικὴ μεταβολὴ, καὶ οὐδὲν ἐγένετο. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι δίκαιον καὶ καθαρὸν, καὶ νὰ προκαλέσῃ τὸ ἔλεος τῆς Α. Μεγαλειότητος ὑπὲρ τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων καταδικασθέντων.
§14Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε σημείωμα.
§15Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Μάλιστα.
§16Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§17Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ προεκάλεσε τὴν γνώμην μου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴς, δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω. Ὄντως καὶ ἐγὼ ἐπεξειργάσθην τὸ ἔργον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐξετέλεσεν ἐπὶ τόπου ὁ ἀπόστρατος ἀντισυνταγματάρχης κ. Δροσινός. Τὸ ἔργον εἶναι πολὺ λαμπρὸν καὶ σαφὲς, περιέχον λεπτομερείας, ἃς δὲν εὑρίσκει τις εἰς ἄλλους χάρτας. Ἐπὶ τούτου εἶμαι σύμφωνος. Δὲν ἔχω ὅμως τὴν γνώμην, ὅτι δέον νὰ παρασχεθῶσιν αὐτῷ τὰ μέσα πρὸς ἐκτύπωσιν τοῦ χάρτου τούτου, ἀλλ’ ἤθελον συστήσει εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, εὐθὺς ὡς ἤθελεν ἐπιτρέψει αὐτῷ ὁ Προϋπολογισμὸς, ν’ ἀποκτήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὸν χάρτην τοῦτον, ὁ ὁποῖος τὴν σημασίαν ταύτην μόνον ἔχει, ὅτι ἐγένετο ἐπὶ τόπου παρ’ ἀξιωματικοῦ, καὶ περιέχει λεπτομερείας τῶν μερῶν. Γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ποῖα μέρη περιέχει· περιέχει δὲ λεπτομερείας μὴ περιεχομένας εἰς ἄλλον χάρτην ἐκδεδομένον. Τὴν δημοσίευσιν τοῦ χάρτου τούτου εὑρίσκω ἀσύμφορον, τὸ μὲν διὰ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν βλέψεις, τὸ δὲ διότι δὲν βλέπω τίνες εἶναι οἱ ἐνδιαφερόμενοι, οἵτινες θ’ ἀγοράσωσι τὸν χάρτην τοῦτον. Στρατιωτικὸς καθαρῶς εἶναι ὁ λόγος τῆς συντάξεως τοῦ χάρτου, καὶ τὸν χάρτην τοῦτον ἀνάγκη νὰ προσκτήσηται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§18Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ συστήσω καὶ ἐγὼ, τὴν ἀπόκτησιν ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τοῦ χάρτου τούτου.
§19Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διάφοροι ἐργασίαι ὑποβάλλονται ἐκ μέρους πολλῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἄλλαι μὲν, ἵνα τυπωθῶσι δι’ ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου, ἄλλαι δὲ, ἵνα τυπωθῶσι δι’ ἐξόδων αὐτῶν τῶν ἰδίων ἀξιωματικῶν. Μοὶ ὑπεβλήθη καὶ ὁ χάρτης αὐτὸς, καὶ μοὶ ἐζητήθη ποσὸν χιλιάδων δραχμῶν πρὸς ἐκτύπωσιν. Τὸ ἔργον ὁμολογῶ ὅτι ἔχει ἀξίαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται, εἶναι πολὺ, ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀνέβαλον νὰ ἐκδώσω τὴν ἀπόφασίν μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ἀπέρριψα τὴν αἴτησιν, τὴν ἔχω ὑπὸ μελέτην.
§20Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν συνέταξε τὸν χάρτην τοῦτον ὁ κ. Δροσινὸς ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἢ ἂν ἔλαβεν ἐντολὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ συντάξῃ τὸν χάρτην. Ἂν τὸ δεύτερον συμβαίνῃ, νομίζω ὅτι ὑπάρχει ὑποχρέωσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.
§21Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐχὶ πρωτοβουλίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, μετέβη ὁ κ. Δροσινὸς ἐπιτοπίως, καὶ συνέταξε τὸν χάρτην.
§22Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ γείνῃ παρὰ οὕτω.
§23Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Προσπάθειαι κατεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπανέλθῃ, διότι διὰ πολλῶν κινδύνων συνετάχθη ὁ χάρτης ἐκεῖνος.
§24Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τὸ πρᾶγμα εὑρίσκεται ὑπὸ ἐξέτασιν.
§25Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀντὶ δημοσιεύσεως μόνον πρόσκτησις τοῦ ἔργου νὰ γείνῃ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§26Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐὰν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν ἐργασίαν ταύτην, ζητήσῃ μόνον τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἔργου ἐκ μέρους τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, φρονῶ ὅτι ἡ ὑπόθεσις εὐκολύνεται.
§27Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας τινὰς, διότι εἶδον, ὅτι εἰς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναγράφονται κονδύλιά τινα, καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω τίνα λόγον ἔχουσι ταῦτα. Τὸν μισθὸν π. χ. τοῦ καθηγητοῦ τῆς χημείας ἐν τῷ σχολείῳ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης ἀπὸ 150 δραχμὰς κατὰ μῆνα αὐξάνει εἰς 250 δραχμάς. Προστίθεται ἐπίσης εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ναυτικῶν δοκίμων εἷς καθηγητὴς τῆς ἠλεκτρολογίας ἐπὶ τέσσαρας μῆνας, μὲ μισθὸν 300 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, αὐτοὶ οἱ καθηγηταὶ πολιτικοὶ θὰ ἦναι;
§28ΣΠΥΡ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐξαρτᾶται.
§29Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι. Διότι ἰδοὺ τί συμβαίνει, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον. Ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ναυτικῷ ἡμῶν ἀξιωματικοὶ, οἵτινες ἔκαμαν εἰδικὰς σπουδὰς εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ κατὰ φυσικὸν λόγον αὐτοὶ πρέπει νὰ προτιμηθῶσι, διότι αὐτοὶ δὲν θὰ λαμβάνωσι μισθὸν, ἀλλ’ ἐπιμίσθιον. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ χρησιμοποιήσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, διότι εἶναι ἄριστοι. Ἄλλως τε καὶ ἐπιβάλλεται νὰ τοὺς χρησιμοποιήσωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν τέλος πάντων, τί κάμνουσιν αὐτοὶ εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπου μεταβαίνουσιν, ἵνα σπουδάσωσιν εἰδικῶς. Συγχρόνως προστίθεται εἰς τὰς δηλώσεις καὶ κονδύλιον 8,640 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἵδρυσιν νοσοκομείου εἰς τὴν Τρίπολιν τῆς Βαρβαρίας διὰ τοὺς ἀσθενοῦντας σπογγαλιεῖς ἢ δύτας. Θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα, διότι οἱ δύται δὲν εἶναι εἰς τὴν Τρίπολιν τῆς Βαρβαρίας· οἱ δύται πάντες ἐργάζονται εἰς τὴν Βεγγάζην, ἡ δὲ ἀπόστασις ἀπὸ Βεγγάζης μέχρι Τριπόλεως τῆς Βαρβαρίας εἶναι 370 μίλια· ἑπομένως δι’ ἄνοδον καὶ κάθοδον ἔχομεν 740 μίλια. Λοιπὸν θὰ φεύγῃ τὸ πλοῖον καθ’ ἑβδομάδα εἰς τὸν κόλπον τῆς Βεγγάζης ἀπὸ τὴν Τρίπολιν, διὰ νὰ παραλαμβάνῃ τοὺς ἀσθενεῖς; Νομίζω ὅτι ὀρθότερον εἶναι νὰ ἱδρυθῇ τὸ νοσοκομεῖον ἐν Βεγγάζῃ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ κήδησθε τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου. Δὲν ἐννοῶ νὰ μὴ παράσχητε ἀρωγὴν εἰς τοὺς ἀσθενοῦντας δύτας, ἀλλὰ νὰ παράσχητε ταύτην εἰς τὸν τόπον, ὅπου ἐργάζονται, ἐὰν θέλητε νὰ φανῆτε ὠφέλιμοι. Θὰ παρακαλέσω λοιπόν, αὐτὸ τὸ κονδύλιον νὰ ἐξετασθῇ.
§30Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἐγώ, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶχον ἀποστείλει εἰς τὴν Εὐρώπην ἀξιωματικόν τινα τοῦ Ναυτικοῦ, ὀνομαζόμενον Μπακόπουλον, ἵνα σπουδάσῃ εἰδικῶς τὴν ἠλεκτρολογίαν. Ὁ νέος αὐτὸς ἔκαμε λαμπρὰς σπουδὰς, ὅτε δὲ ἔδωκε τὰς ἐξετάσεις του, ἔλαβε μεταξὺ πλείστων ἄλλων ξένων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι συνεξητάσθησαν μετ’ αὐτοῦ, τὸν δεύτερον βαθμόν. Νομίζω ὅτι ὁ νέος αὐτὸς πρέπει νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς καθηγητὴς τῆς ἠλεκτρολογίας ἐν τῇ Σχολῇ τῶν δοκίμων. Συμφέρει δὲ ἄλλως καὶ εἰς τὸ Δημόσιον νὰ μὴ διορίζῃ καθηγητὰς πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι θὰ λαμβάνωσι 300 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἐνῷ δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν αὐτὸν τὸν ἀξιωματικόν, τὸν εὐδοκίμως σπουδάσαντα τὰ εἰδικὰ ταῦτα μαθήματα καὶ ὁ ὁποῖος θὰ λαμβάνῃ μόνον 50 δραχμὰς τὸν μῆνα ἐπιμίσθιον.
§31Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐσπούδασαν εἰδικῶς καὶ δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσι.
§32Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πιθανὸν νὰ ᾖναι καὶ ἄλλοι, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τοὺς γνωρίζω. Ἐγὼ περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ κ. Μπακοπούλου γνωρίζω ὅτι ἔκαμε λαμπρὰς σπουδὰς καὶ ἔλαβε τὸν δεύτερον βαθμὸν κατὰ τὰς ἐξετάσεις του.
§33Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω ἐξ ὀνόματος τοῦ ἀξιωματικοῦ Μπακοπούλου· ἀλλ’ ἐπειδὴ φέρει τὸ ὄνομά μου, εὐχαριστῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, διότι ἐποιήσαντο εὔφημον μνείαν τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου. Βεβαιῶ ὅμως, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν μοὶ ὡμίλησεν ἐν ἰδιαιτέρᾳ ὁμιλίᾳ περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ κατὰ τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἤθελον ὁμιλήσει οὔτε ἐγὼ, ἐὰν ἤμην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Τοιαύτην λοιπὸν ἰδέαν ἔχει ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ, ὥστε θὰ τὸν χρησιμοποιήσῃ. Καὶ πάλιν εὐχαριστῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους· νομίζω ὅμως, ὅτι τὰ τῆς διοικήσεως τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθωσιν ἐδῶ.
§34ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐκ Σπετσῶν Βουλευτὴς ἐλάμβανεν ἀνὰ χεῖρας τὰ κατὰ τὰς διαφόρους προμηθείας, εἰς τὰς ὁποίας ἔχομεν μέχρι τοῦδε προβῆ, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι φειδόμεθα πλέον τοῦ δέοντος τοῦ χρήματος τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ δὲν σημαίνει ὅτι φειδὼ εἶναι καὶ ἡ ἐγκατάλειψις ἀναγκῶν. Συνεπῶς ἀναγκαῖαι εἶναι αἱ πιστώσεις ἐκεῖναι, περὶ ὧν ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σπετσῶν Βουλευτὴς, καὶ ζητοῦμεν αὐτὰς, ὄχι διὰ νὰ τὰς μεταχειρισθῶμεν, ἀλλ’ ἵνα ἐν ἐνδεχομένῃ στιγμῇ ὦμεν εἰς θέσιν νὰ πράξωμεν ὅ,τι τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας μᾶς ἐπιβάλλει. Τοιαύτη πρόνοια ἀναγκάζει τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν πιστώσεων αὐτῶν. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰ τοῦ νοσοκομείου τῆς Τριπόλεως τῆς Ἀφρικῆς, τουτέστι ποῦ τοῦτο θὰ συσταθῇ καὶ πῶς θὰ λειτουργήσῃ, τοῦτο δὲν ἔχει ἔτι καθορισθῆ. Αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἡ κατάστασις τῆς σπογγαλιείας θὰ κανονίσωσι τοῦτο. Ἂν τὸ νοσοκομεῖον πρέπῃ νὰ ᾖναι εἰς τὴν Τρίπολιν τῆς Ἀφρικῆς, θὰ τὸ ἀποφασίσωσιν οἱ κυβερνῆται καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκεῖ. Αὐτοὶ εἶναι ἁρμόδιοι νὰ κανονίσωσι τοῦτο. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν οὐδὲν ἔχει νὰ καθορίσῃ. Ἀλλὰ σεῖς ὁμιλεῖτε περὶ Βεγγάζης, καὶ λέγετε ὅτι αὕτη εἶναι πλησιέστερον τῆς Τριπόλεως. Ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι μεταξὺ Τριπόλεως καὶ Βεγγάζης εἶναι τὸ Σφάξ, καὶ ὅτι ἡ Βεγγάζη εἶναι πολὺ μακρύτερα ἀπὸ τὸ Σφάξ. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ λύσω ἐγώ, ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας. Τὰς πιστώσεις ἐζήτησα μόνον διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν κατὰ τὴν στιγμὴν τὴν πρέπουσαν ἄνευ μέσων.
§35Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίον τῶν πιστώσεων, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργὸν, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, διατὶ νὰ ἀναγράφῃ τὰς 300 δραχμὰς μηνιαίως διὰ τὸν καθηγητὴν τῆς ἠλεκτρολογίας, καὶ τὰς 150 ἐπὶ πλέον διὰ τὸν καθηγητὴν τῆς χημείας «διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον», ἀφοῦ δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ ὡς καθηγητὰς τοὺς καταλλήλους πρὸς τοῦτο ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ, οἵτινες δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην μὲ μικρὸν ἐπιμίσθιον.
§36Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν;
§37ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Νὰ σᾶς εἴπω μίαν περίπτωσιν. Ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς γνωρίζετε, ἐφρόντισα νὰ ἐκδοθῇ Διάταγμα περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς ἐξ ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, πλοιάρχων, ὑποπλοιάρχων κλπ. Δυνάμει τοῦ Διατάγματος τούτου ὁ ἀξιωματικὸς κ. Μπακόπουλος, ὁ ὁποῖος ὄντως τιμᾷ τὸ ναυτικὸν καὶ τὸν ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεταχειρισθῇ πρὸ παντὸς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ. Τί θέλετε νὰ γείνῃ;
§38Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ κάμῃ χρῆσιν τοῦ Διατάγματος· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπιμένει νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ Διατάγματος, ἤθελον τὸν παρακαλέσει νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοὺς ὑποπλοιάρχους, διότι δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ ἀρχίσῃ εἰς τὸ ἀριστερὸν ἀπὸ τοὺς ἀνθυποπλοιάρχους καὶ εἰς τὸ δεξιὸν ἀπὸ τοὺς ὑποπλοιάρχους.
§39ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος σᾶς τὸ εἶπεν αὐτό, παρακαλῶ; Ἐὰν ἀνεγινώσκετε τὸ Διάταγμα, θὰ ἐβλέπετε ὅτι τοιαύτη διάκρισις δὲν γίνεται. Θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τοὺς μεγαλειτέρους βαθμούς.
§40Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Χαίρω πολύ, κύριε Ὑπουργέ. Αὐτὴ ἡ δήλωσις μὲ καθησυχάζει.
§41ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ λέγει τὸ Διάταγμα ὡρισμένως.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης θὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ δεύτερον μέρος τοῦ λόγου μου ἀποτελεῖ μελέτας ἐπὶ ἑκάστου τῶν κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως. Ἐὰν ἦναί τις ἄλλος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑποχωρῶ εἰς αὐτὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ὁ κύριος Ράλλης.
§45Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶχον ζητήσει τὸν λόγον μετὰ τὸν κ. Δηλιγιάννην.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κοκκέβη, εἴχετε ζητήσει τὸν λόγον μετὰ τὸν κ. Δηλιγιάννην. Ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν ἐπεράτωσε τὴν ἀγόρευσίν του. Κατόπιν λοιπόν, μετὰ τὸν κ. Δηλιγιάννην.
§47Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης.
§49ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἶναι μία ἡ ὥρα.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§52Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον ὑπολάβει, ὅτι δὲν ἤθελε κατασταθῆ ἀναγκαῖον νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἀγόρευσιν, ἧς ἠρξάμην χθές, διότι εἶχον μὲν παρατηρήσεις νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἀξίας τῆς προσοχῆς αὐτῆς, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἀλλὰ μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ τὰς ἐπελθούσας πρὸς αὐτὸν ἐγκλήσεις ὑπέλαβον ὅτι προσῆκε νὰ μὴ συντελέσω, ἵνα κατασταθῇ τραχυτέρα ἡ συζήτησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅμως, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι δύναται διὰ λόγων νὰ διαψεύδῃ τοὺς ἄλλους, οὐδεμίαν δὲ νὰ προσάγῃ ἀπόδειξιν τῶν διαψεύσεων αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος μάλιστα συνηθίζει οὐχὶ νὰ ἀμύνηται ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ νὰ ἐπιτίθηται κατὰ τῶν ἀντιλεγόντων, ἤρξατο νὰ ἀγορεύῃ, ἔχων χαρτίον εἰς χεῖράς του, καὶ δι’ αὐτοῦ ἰσχυριζόμενος, ὅτι τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διεχειριζόμεθα ἡμεῖς τὰ οἰκονομικά, ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν εἰσπραχθέντων ἐπὶ τῶν προκατόχων ἡμῶν· ἤλπιζε δέ, ὅτι οὕτως ἤθελε καταστήσει ἀποδεκτὴν τὴν γνώμην του, ὅτι ὁ περὶ ταμείων νόμος, τὸν ὁποῖον τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν ἐπεψήφισεν ἡ Βουλή, παρέλυσε τὰς εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ ἰδίως, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐμμίσθων εἰσπρακτόρων παρέλυσε τὰς ἐργασίας τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν. Οὕτω δὲ παρέστησεν ἑαυτὸν κατέχοντα τὸ μυστήριον τῆς ἀκεραίας καὶ ἀρτίας εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων. Καὶ αὐτὸς μὲν εἶναι κύριος νὰ φρονῇ περὶ ἑαυτοῦ ὅ,τι ἂν θέλῃ, οὐδὲ θέλομεν φροντίσει ἡμεῖς νὰ ἀπαλλάξωμεν αὐτὸν τῆς αὐταπάτης ταύτης· ἀλλὰ δὲν στέργομεν νὰ ἀφήσωμεν αὐτὸν νὰ αἰτιᾶται ἡμῶν καὶ νὰ ἐπιρρίπτῃ εἰς ἡμᾶς εὐθύνας ἐπὶ ἀνυπάρκτοις πράξεσιν ἢ παραλείψεσιν· οὐδὲ στέργομεν, ἂν θέλῃ νὰ τὸ πράττῃ λόγοις, νὰ σιωπᾷ καὶ νὰ μὴ προσάγῃ γραπτὰς ἀποδείξεις. Τί ἕτερον ἐζήτησε διὰ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀνεγίνωσκεν, ἢ νὰ παραστήσῃ ὅτι κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1901 μέχρι τέλους Ἰουνίου 1902 διάστημα, καθ’ ὃ ἄλλοι ἦσαν ἐν τῇ ἀρχῇ, εἰσεπράχθησαν περισσότερα ἢ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1902 μέχρι τέλους Ἰουνίου 1903, καθ’ ὃ διῳκοῦμεν ἡμεῖς τὰ οἰκονομικά; Προσάγω πίνακα, ὅστις εἶναι ἀντίγραφον τῶν δημοσιευομένων ἐπισήμων καταστάσεων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἤτοι εἶναι ἔγγραφον ἐπίσημον. Κατ’ αὐτόν, ἀπὸ πρώτης Δεκεμβρίου 1901 μέχρι τέλους Ἰουνίου 1902, καθ’ ὃ διεχειρίζοντο τὰ οἰκονομικὰ ἄλλοι, ἐβεβαιώθησαν δραχμαὶ 17,748,286,87, καὶ εἰσεπράχθησαν δραχ. 20,554,087.33· κατὰ τὸ ἀντίστοιχον δὲ διάστημα, ἤτοι ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1902 μέχρι τέλους Ἰουνίου 1903, καθ’ ὃ ἡμεῖς διεχειριζόμεθα τὰ οἰκονομικὰ, ἐβεβαιώθησαν δραχ. 17,851,343.04, ἤτοι περισσότερα τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὸ προηγούμενον διάστημα κατὰ δραχμὰς 103,056.17, καὶ εἰσεπράχθησαν δραχ. 20,589,432.84, ἤτοι κατὰ δραχμὰς 35,345.51 ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1901 μέχρι τέλους Ἰουνίου 1902 διάστημα, καθ’ ὃ ἄλλοι διῴκησαν τὰ οἰκονομικά. Ἀφοῦ δ’ οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, θαυμάζω ὄντως τὸ θάρρος τοῦ ἀνδρὸς, ἐγερθέντος καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τοιαῦτα ἰσχυρισθέντος, καὶ κρατοῦντος μάλιστα ἐν χειρὶ χαρτίον, ἵνα οἱ ἀκούοντες ὑπολάβωσιν, ὅτι οἱ λόγοι, οὓς κατήγγελλεν, ἀπεδεικνύοντο προχείρως ἐκ τῶν ἐπὶ τοῦ χαρτίου ἐκείνου γεγραμμένων ἀριθμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ὅτι οἱ ἀντίπαλοι αὐτοῦ, ἤτοι ἡμεῖς, προσπαθοῦμεν νὰ δημιουργήσωμεν πλημμελείας, ἵνα ἀποδώσωμεν, ὑποθέτω, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὰς πλημμελείας ταύτας, ἀδικοῦντες, συκοφαντοῦντες ἢ ὑποτιμῶντες αὐτὸν, διὰ νὰ μειώσωμεν τὸ κῦρος αὐτοῦ καὶ ἀνατρέψωμεν τὴν περὶ αὐτοῦ ἀγαθὴν γνώμην τῶν πολλῶν. Καὶ ἔλεγε ταῦτα, ἐνῷ αὐτὸς ἔπραττεν ὅσα πρὸ μικροῦ ἀπεκάλυψα πρὸς τὴν Βουλὴν, καταγγέλλων ἡμᾶς, ὅτι αἱ ἄστοχοι πράξεις ἡμῶν παρέλυσαν τὰς εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων! Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ τακτικὴ αὐτοῦ, καὶ ἂν ἦναι τακτικὴ αἰτιάσεων καὶ ἐγκλήσεων, οἷαι ἦσαν αἱ πρὸ μικροῦ ἐξελεγχθεῖσαι παρ’ ἐμοῦ, ἐγὼ, ἐνῷ εἶχον δικαίωμα νὰ συνεχίσω τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν μου, εἶχον παραιτήσει αὐτὴν, ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν εἶχον δικαίωμα, ἀφοῦ παρέστησαν ζητοῦντες βραβεῖον, διότι εἰσέπραξαν περισσότερα κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διῴκουν τὴν χώραν, δηλαδὴ κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901, δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω αὐτὸν, τί ἐγένοντο αὐτὰ, τὰ πολλὰ, τὰ περισσότερα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξαν; Ποίαν ὠφέλειαν προσεπορίσατε εἰς τὴν χώραν; Μήπως ἐβελτιώσατε τὴν διοίκησιν; καὶ κατὰ τί ἐβελτιώσατε αὐτήν; Μήπως ἐκλαμβάνετε ὡς βελτίωσιν τῆς διοικήσεως διότι τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐξελέξασθε, παραβαίνουσιν αὐθαδῶς καὶ ἀναιροῦσιν ἀξιοποίνως τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἀντὶ νὰ φροντίζωσι νὰ ἐκτελῶνται οἱ νόμοι, διότι πρὸς τοῦτο ἐτάχθησαν καὶ τοῦτο ὤφειλον νὰ πράττωσι; Καὶ ἀντὶ νὰ συμβουλεύωσι τοὺς πολίτας, ἵνα σέβωνται τοὺς νόμους καὶ ἐκτελῶσιν αὐτοὺς, διότι τοῦτο ἦτο τὸ καθῆκόν των, τὰ ὄργανα αὐτὰ καταγγέλλονται ὡς παραβάται τῶν νόμων! Καὶ δὲν παραβαίνουσι τοὺς νόμους, ὅταν οἱ ἀστυνόμοι παύωσι τοὺς ἀγροφύλακας, τοὺς διοριζομένους ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ καλλιεργητὰς κτημάτων πρὸς φύλαξιν τῶν κτημάτων αὐτῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου τοῦ 1856, καὶ παύωσιν αὐτοὺς ἄνευ προτάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου; Καὶ δὲν παραβαίνουσι τοὺς νόμους, ὅταν οἱ ἀστυνόμοι φυλακίζωσι καὶ δέρωσι τοὺς πολίτας, διότι οὗτοι δὲν τυγχάνωσι φίλοι τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου; Δὲν παραβαίνουσι τοὺς νόμους οἱ νομάρχαι, ὅταν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων, τοὺς ἐξελεγχθέντας ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, τοὺς ἐξελεγχθέντας ὑπὸ τῶν νομαρχῶν, καὶ δι’ ἀποφάσεων αὐτῶν τροποποιηθέντας ἢ ἐγκριθέντας, αὐτοὶ, διορισθέντες ἀρτίως καὶ εὑρόντες αὐτοὺς οὕτως ἔχοντας, ἀφοῦ μάλιστα ἀπεφήναντο καὶ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ὅτι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀντίρρησιν, ζητῶσι νὰ μεταβάλωσιν αὐτοὺς ἐκ νέου; Καὶ ὁ περὶ δήμων νόμος διδάσκει ἐν ἄρθρῳ 107, ὅτι ὁ νομάρχης, εἰς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλονται πρὸς ἐξέτασιν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων, ὀφείλει νὰ ἐγκρίνῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνῃ αὐτὸν, ἐκκαλοῦσι δὲ τὴν ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ἂν δι’ αὐτῆς δὲν ἐνεκρίθη ὁ προϋπολογισμός· ἐὰν δὲ ὁ νομάρχης ἐγκρίνῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ δήμαρχος, κατὰ τὸ ἄρθρον 109 τοῦ νόμου, σύμφωνα μὲ αὐτὸν διευθύνει τὰ τοῦ δήμου. Καὶ ἐνῷ τὸ ἄρθρον 117 τοῦ περὶ δήμων νόμου ἐν τῷ ἐδαφίῳ βʹ διατάσσει, ὅτι ὑπόκειται μὲν εἰς τὴν ἐπιτήρησιν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἡ διοίκησις τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ὅμως ἀπηγορευμένον εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, ἐπὶ βαρυτάτῃ εὐθύνῃ, νὰ παρεμβαίνῃ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ἢ νὰ παρεμποδίζῃ ἀθεμίτως τὴν νόμιμον καὶ ἐλευθέραν κίνησιν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, δὲν παρενέβησαν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, δὲν παρημπόδισαν τὴν νόμιμον καὶ ἐλευθέραν κίνησιν αὐτῶν οἱ νομάρχαι, ὅσοι ἀφῄρεσαν ἀπὸ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων, οἵτινες εἶχον ἐγκριθῆ ὑπὸ τῶν προκατόχων αὐτῶν; δὲν παρεκώλυσαν τὴν νόμιμον ἐνέργειαν αὐτῶν, διότι δὲν ἐπέτρεπον αὐτοῖς νὰ διοικήσωσι τὸν δῆμον κατὰ τὸν ἐγκριθέντα προϋπολογισμὸν, καθ’ ἃ διατάσσει ὁ νόμος; δὲν ἀνέστειλαν τὴν ἐλευθέραν κίνησιν αὐτῶν; Καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ εἶχον συνταχθῆ ὑπὸ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, εἶχον ἐξετασθῆ ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, εἶχον ὑποβληθῆ εἰς τοὺς νομάρχας, εἶχον ἐγκριθῆ, τροπολογηθέντες ἔν τισι διὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ νομάρχου, εἶχον κοινοποιηθῆ αἱ ἀποφάσεις αὗται εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, εἶχον δὲ ταῦτα ἀποδεχθῆ τὰ γενόμενα. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ὑπουργικὴ μεταβολὴ, ὁ νομάρχης ἀντικατεστάθη δι’ ἄλλου, ὁ δὲ νέος νομάρχης ἀνακαλεῖ τὰς ἀποφάσεις τοῦ προκατόχου του, καὶ ἄλλας διατάσσει μεταβολὰς τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων! Ὑπάρχει ἀλλαχοῦ τοιαύτη σύγχυσις γλωσσῶν; ὑπάρχουσιν οὕτω δημοτικαὶ ἐλευθερίαι; Καὶ αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι εἶναι ἡ βάσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου, εἶναι ἐλευθερίαι ἐξασφαλίζουσαι τὴν ἐλευθέραν κίνησιν τῶν κοινωνιῶν καὶ ἐνισχύουσαι τὴν πρόοδον αὐτῶν καὶ τὴν ἐξέλιξιν αὐτῶν. Ἀλλὰ μήπως τοιαῦτά τινα δὲν γίγνονται καὶ κατὰ τὴν εἰς τοὺς δήμους ἀπονομὴν τῶν χρηματικῶν βοηθειῶν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Ὁ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμος ἐκανόνισε τὰ περὶ τούτου ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν. Δὲν ἀπασχολῶ ὑμᾶς, ἵνα ἐξετάσω τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ἡ Πολιτεία ἀδικεῖται ἢ ζημιοῦται, διότι εἰσφέρει διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἀξιοῦσιν οὗτοι νὰ εἰσφέρῃ. Ἡ Πολιτεία οὐδόλως ἀδικεῖται, διότι πρώτιστον καθῆκον αὐτῆς εἶναι νὰ φροντίζῃ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπὲρ τῆς διαδόσεως τῶν γραμμάτων εἰς τὰ τέκνα τῶν πολιτῶν. Ἂν δὲ τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκε τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τοὺς δήμους, καὶ ἐπέβαλεν εἰς τὴν Πολιτείαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔρχηται ἐπίκουρος, δὲν διέταξε τοῦτο διότι δὲν ἀνεγνώριζε τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Πολιτείας νὰ ὑπέχῃ τὰς δαπάνας ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ τὸ ἔπραξε, διότι ἡ Συντακτικὴ ἐξουσία ὑπέλαβεν, ὅτι ἐξασφαλίζει περισσότερον τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν τῶν πολιτῶν, ἀποκλείουσα τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ πᾶσαν ἀνάμιξιν, ἵνα μὴ αὕτη παρεμβάλλῃ προσκόμματα καὶ παρακωλύῃ τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τῶν πολιτῶν. Ἡ Συντακτικὴ ἐξουσία καὶ κατὰ τὸ 1843 καὶ κατὰ τὸ 1862 ἀντέγραψε τὴν διάταξιν ταύτην ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ Βελγίου· ἀλλ’ ἐκεῖ ἄλλοι λόγοι ὑπηγόρευσαν τὴν διάταξιν ταύτην, διότι ἐκεῖ τὰ δύο μεγάλα ἀντίθετα κόμματα, τὰ διαιροῦντα τὴν Βελγικὴν κοινωνίαν, τὸ κόμμα τῶν κληρικοφρόνων καὶ τὸ κόμμα τῶν λαϊκῶν, ἀντηγωνίζοντο ποῖον ἐκ τῶν δύο νὰ ἀναλάβῃ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, οἱ κληρικόφρονες δηλαδὴ ἢ οἱ λαϊκοί. Ἕνεκα τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τούτου ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις τοῦ Βελγίου ἀφῆκε τὴν φροντίδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τοὺς δήμους, ὅπως ἐκεῖ, ἔνθα ἐπικρατοῦσιν οἱ κληρικόφρονες, ἔνθα ἡ πλειονοψηφία ἀνήκει εἰς τοὺς κληρικόφρονας, εἰς τούτους ἀποτεθῇ καὶ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, εἰς τοὺς δήμους δὲ, ἐν οἷς ἐκράτει τὸ λαϊκὸν φρόνημα, παραδοθῇ αὕτη εἰς τοὺς λαϊκούς. Ἡ διάταξις αὕτη μετηνέχθη εἰς τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, καὶ ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης προκύπτει ἡ ὑποχρέωσις τῆς Πολιτείας νὰ φροντίζῃ νὰ ἔρχηται ἐπίκουρος εἰς τοὺς δήμους διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι ὁ πνευματικὸς ἄρτος, διὰ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἀνατρέφωνται οἱ πολῖται, ὀφείλει δὲ ἡ Πολιτεία νὰ φροντίζῃ καὶ νὰ δαπανᾷ, ἵνα μὴ παρεμποδίζηται, ἀλλὰ διαδίδηται πανταχοῦ τῆς Ἐπικρατείας ἡ ἐκπαίδευσις αὕτη, ὅπως πάντες οἱ πολῖται, ὅλος ὁ λαὸς ἀπολαύῃ τῶν ἀγαθῶν αὐτῆς. Ἀλλ’ οἱ δῆμοι ἐν Ἑλλάδι εἶναι πτωχοὶ, ἰδιοκτησίας δὲν ἔχουσι παρ’ ἡμῖν, ὡς ἔχουσιν οἱ δῆμοι ἀλλαχοῦ, ἐν ἄλλαις χώραις, πρεσβυτέραις ἡμῶν καὶ ὑπὸ ἄλλους κοινωνικοὺς ὅρους ἀναπτυχθείσαις. Οἱ δῆμοι παρ’ ἡμῖν διατηροῦνται διὰ τῶν ἀμέσων φόρων καὶ τοῦ ἐμμέσου δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων καὶ καταναλισκομένων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων ἐν ἑκάστῳ δήμῳ· ἀλλὰ τὰ ποσὰ τὰ ἐκ τῶν ἀμέσων δημοτικῶν φόρων καὶ τοῦ ἐμμέσου δημοτικοῦ φόρου εἰσπραττόμενά εἰσιν ἀνεπαρκῆ διὰ τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἔρχεται ἀρωγὸν, ἐπίκουρον τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ὑποθέτουσιν οἱ ἑκάστοτε ἐπικρίνοντες τὰς δαπάνας ταύτας, ὅτι δὲν πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ δαπανᾷ ἐν τοῖς ἀπόροις δήμοις ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφοῦ δὲν ἐπαρκοῦσιν οἱ ἄποροι δῆμοι εἰς τὰς δαπάνας αὐτῆς; Δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος, ἵνα ὅλοι οἱ δῆμοι ἔχωσι δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν; ἢ κρίνουσιν οἱ φωνάζοντες, ὅτι δὲν πρέπει οὔτε ἕνα οἱ δῆμοι νὰ ἔχωσι δημοδιδάσκαλον, ἵνα μὴ δαπανᾷ τὸ δημόσιον ταμεῖον; Ἂς παραλίπω ταῦτα, ἵνα ἐξετάσω κατὰ τίνα τρόπον ἀπονέμονται τὰ βοηθήματα διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ὑπάρχουσι δήμαρχοι δήμων τινῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι φίλοι τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου· εἰς τοὺς δημάρχους τούτους δίδονται ἄνευ ἀναβολῆς τὰ χρηματικὰ ταῦτα βοηθήματα, λαμβάνουσιν αἱ ἀρχαὶ τῶν δήμων τὰ χρήματα, καὶ συντηροῦσι τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, πληρώνοντες τοὺς μισθοὺς τῶν δημοδιδασκάλων. Ὑπάρχουσιν ὅμως ἐν πολλοῖς δήμοις καὶ δήμαρχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι φίλοι τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου, εἰς τούτους δὲν δίδονται τὰ βοηθήματα ταῦτα. Οὗτοι ἀναφέρονται, διαμαρτύρονται, ζητοῦσι τὰ χρήματα, ἀλλὰ τὸ ἔνταλμα κρατεῖται διαρκῶς ἐκκρεμὲς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον δὲν προκαλεῖ τὸ ἀπαιτούμενον Β. Διάταγμα, καὶ οὕτως οἱ δῆμοι ἐκεῖνοι περιέρχονται εἰς ἀμηχανίαν, μὴ δυνάμενοι νὰ συντηρήσωσι τὰ δημοτικά των σχολεῖα. Τοιαύτη εἶναι ἡ διοίκησις, ἣν ἐγκατεστήσατε ἐν τῇ χώρᾳ. Διοίκησις μὴ ἐκτελοῦσα τοὺς νόμους, ἀλλ’ ἐκμεταλλευομένη τοὺς νόμους, διὰ νὰ προσπορίσῃ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ταπεινὰ καὶ χυδαῖα κομματικὰ ὀφέλη. Ἡ διοίκησις ἐξέλιπεν, ἐγκατεστάθη δὲ πανταχοῦ ὁ φατριασμός. Ἀλλ’ ὁ φατριασμὸς ἐν τῇ διοικήσει διδάσκει τοὺς πολίτας νὰ μὴ σέβωνται τοὺς νόμους, ἐνῷ ἡ διοίκησις ὤφειλε νὰ ἠθικοποιῇ τοὺς πολίτας, καὶ νὰ διδάσκῃ αὐτοὺς νὰ σέβωνται καὶ νὰ ἐκτελῶσι τοὺς νόμους. Ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἀγροφυλακῆς ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀγροφύλακες διορίζονται ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν κτηματικῶν περιφερειῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων τάσσονται, ἵνα φυλάξωσι τοὺς ἀγρούς. Εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν δὲν ἐδόθη τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ ἀγροφυλάκων, οὔτε τοῦ μεταβάλλειν τὰς ἀποφάσεις τῶν δημοτῶν. Ἐὰν οἱ δημόται δὲν ἤθελον συμφωνήσει νὰ ἐκλέξωσιν ἀγροφύλακας, οἱ ἀγροφύλακες διορίζονται τότε ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ δημάρχου· ἀλλ’ εἴτε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἴτε οἱ ἰδιοκτῆται ἐκλέξωσιν τοὺς ἀγροφύλακας, ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ· δύναται μόνον νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐγγύησιν τῶν ἀγροφυλάκων ἢ εἰς τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Καὶ ὅμως, ὡς σᾶς εἶπον προηγουμένως, οἱ ἀγροφύλακες, οἱ διορισθέντες ὑπὸ τῶν κτηματιῶν πρὸς φύλαξιν τῶν κτημάτων των, παύονται ἀπὸ τοὺς ἀστυνόμους χάριν τῆς συναλλαγῆς! Χάριν τοιαύτης διοικήσεως εἰσεπράττετε παρὰ τῶν πολιτῶν τὰ ἑκατὸν καὶ πλέον ἑκατομμύρια, καὶ χάριν τοιαύτης διοικήσεως προέβητε εἰς τοσαύτας δαπάνας; Ἀλλὰ γνωρίζετε πόσον τὰ εἰσπραχθέντα ἦσαν ὑπέρτερα τῶν πρότερον εἰσπραττομένων, καὶ πόσον ηὐξήθησαν αἱ δαπάναι; Καὶ τὴν πληροφορίαν ταύτην ὀφείλω νὰ σᾶς παράσχω, διότι οὕτω θέλει καταδειχθῆ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων ἡ κατάστασις, θέλει παρασχεθῆ τὸ ἀναγκαῖον φῶς εἰς τὸν λαόν. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 δραχ. 2,195,572.95, κατὰ τὸ 1899 δραχ. 2,261,901.61, κατὰ τὸ 1900 δραχ. 2,349,743.03, κατὰ τὸ 1901 δραχ. 2,731,285.62, καὶ κατὰ τὸ 1902 δραχ. 2,741,410.69. Ἑπομένως κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη 1899, 1900, 1901 καὶ 1902 ἐδαπανήθησαν δρ. 1,332,049.15 περισσότερα ἢ ὅσα ἐδαπανῶντο πρότερον. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 δραχ. 5,144,039.92, κατὰ τὸ 1899 δραχ. 5,564,176.89, κατὰ τὸ 1900 δραχ. 5,876,261.66, κατὰ τὸ 1901 δραχ. 5,979,484.36, καὶ κατὰ τὸ 1902 δρ. 6,169,639.87· ἤτοι δρ. 3,013,403.02 περισσότερα τῶν δαπανωμένων πρότερον. Τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου κατὰ τὸ 1896 ἦσαν δραχμαὶ 12,390,150.11, κατὰ τὸ 1899 δρ. 11,664,376.05, κατὰ τὸ 1900 δρ. 14,078,721.56, κατὰ τὸ 1901 δρ. 14,348,342.13, καὶ κατὰ τὸ 1902 δρ. 17,343,290.03· ἑπομένως ἐδαπανήθησαν κατὰ τὰ ἔτη 1900, 1901 καὶ 1902 δραχ. 8,599,903.39 περισσότερα ἢ ὅσα ἤθελον δαπανηθῆ, ἂν περιωρίζοντο εἰς τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα ποσά. Ἐβελτιώθη ἡ ἐν γένει διοίκησις; Μήπως τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ἀνεπτύχθησαν ἐπὶ τοσοῦτον; Μήπως ἐγένετο ἀποξήρανσις λιμνῶν ἢ τελμάτων; Τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ηὐξήθησαν παραλλήλως. Κατὰ τὸ 1896 εἶχον δαπανηθῆ δρ. 3,774,457.67, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν δρ. 4,734,785.52, κατὰ τὸ 1900 δρ. 4,805,105.66, κατὰ τὸ 1901 δρ. 5,259,009.94, καὶ κατὰ τὸ 1902 δραχ. 5,610,961.32· ἤτοι ἐδαπανήθησαν κατὰ τὴν τετραετίαν δρ. 5,312,031.76 περισσότερα τῶν πρότερον δαπανωμένων. Καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δραχ. 1,377,156.44, κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν δραχ. 2,019,824.70, κατὰ τὸ 1900 δραχ. 2,107,497,85, κατὰ τὸ 1901 δραχ. 2,007,420.07, καὶ κατὰ τὸ 1902 δρ. 3,471,088.24· ἑπομένως ἐδαπανήθησαν δρ. 3,097,205.10 περισσότερα τῶν πρότερον δαπανωμένων. Καὶ οὕτως, ἐὰν ἀθροίσητε τὰ διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν πέντε μὴ στρατιωτικῶν Ὑπουργείων δαπανηθέντα κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900, 1901 καὶ 1902, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι τὰ τότε δαπανηθέντα ὑπερβαίνουσι τὰ δι’ αὐτὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δρ. 21,374.592.42· ἤτοι, ὅτι, ἂν καὶ κατὰ τέσσαρα τελευταῖα ταῦτα ἔτη ἐδαπανῶντο ὅσα εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1896 διὰ τὰ περὶ ὧν πρόκειται πέντε Ὑπουργεῖα, τὸ δημόσιον ταμεῖον ἤθελε δαπανήσει ὀλιγώτερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ δραχμὰς 21,374,592.42. Δὲν ἔχετε λοιπὸν καθῆκον νὰ ἐρωτήσητε αὐτούς, οἵτινες ἐκυβέρνων τὴν Ἐπικράτειαν κατὰ τὰ εἰρημένα τέσσαρα ἔτη, ποῖα ἀγαθὰ, ποῖα ὀφέλη προσεπόρισαν εἰς τὸ Κράτος διὰ τῆς σπατάλης ταύτης τῶν δημοσίων χρημάτων; Καὶ ἐκυβέρνων τότε τὴν χώραν αὐτοὶ οἱ καὶ νῦν κυβερνῶντες αὐτήν. Ἐρωτήσατε λοιπὸν αὐτούς, μήπως ἐβελτίωσαν τὴν διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν; μήπως ἐβελτίωσαν τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν; Κατὰ τί ἐβελτίωσαν ἐκείνην ἢ ταύτην; Ἢ μήπως πρέπει νὰ σιωπήσητε ἢ πρέπει νὰ ἀνεχθῆτε τὴν σπατάλην τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὴν εἰρημένην τετραετίαν ὑπὲρ τὰ δαπανώμενα πρότερον 1,332,049.15 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου, διότι κατὰ τὴν τετραετίαν ταύτην ἀνήγαγον τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς ἀκμήν, ἐκπλήττουσαν τοὺς Ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς καὶ πληροῦσαν τὰς ψυχὰς αὐτῶν δι’ ἐλπίδων; Ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, δὲν προβαίνομεν εἰς ἐπίκρισιν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐνθυμεῖσθε μετὰ πόσης ἀγωνίας ἀπεκρύψαμεν ἐν τοῖς μυχοῖς τῶν καρδιῶν ἡμῶν τὴν θλῖψιν, τὴν ὁποίαν ἤγειραν ἐν αὐταῖς τὰ ἀπαίσια ἀποτελέσματα τῶν διαπραχθεισῶν μωριῶν, ἵνα μὴ καταστήσωμεν τὰς ἐνεργείας ὑμῶν ἀσθενεστέρας ἢ ὅσον καθίστα αὐτὰς ἡ ὁδηγοῦσα αὐτὰς μωρία. Ἐὰν ἐκρίνετο ὑπὸ πάντων, ὅτι δὲν ἦτο καιρὸς νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους, ἵνα ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τῶν δι’ ἀπαισίων ἐγκλημάτων καὶ ἀνηκούστων βανδαλισμῶν καταπολεμουμένων ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν, ἡμεῖς, ὅτε ἐτυγχάνομεν ἐν τῇ ἀρχῇ κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1902 καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1903, ἠδυνήθημεν νὰ κατανοήσωμεν, ὅτι συμπίπτουσι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μὲ τὰ συμφέροντα τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, διότι τὰ ἀπαίσια ἐγκλήματα καὶ οἱ ἀνήκουστοι βανδαλισμοί, οἵτινες ἐμάστιζον τὰς ὑπὸ τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν εἰρημένας χώρας τῆς Χερσονήσου, ἦσαν ἔργα ἀκαταλογίστου φιλοκτημοσύνης μιᾶς τῶν ἐν ταῖς χώραις αὐταῖς κατοικουσῶν φυλῶν, ἥτις ἐδημιούργει τοὺς κατὰ τῶν ὁμοφύλων ἡμῶν κινδύνους καὶ καταστροφάς. Ἑπομένως ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία οὐ μόνον δὲν εἶχε συμφέρον νὰ ὑποβοηθήσῃ ἢ ἐνισχύσῃ τὰς τοιαύτας ἐπιδρομὰς τῆς φιλοκτήμονος φυλῆς, ἀλλ’ εἶχε πλήρη συνείδησιν τῆς ἀνάγκης, ἵνα καταπολεμήσῃ αὐτὴν καὶ τὴν καταστείλῃ ἀπὸ τοιούτων ἀπαισίων ἐπιχειρήσεων. Διὰ τοῦτο τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους τὰ συμφέροντα συνέπιπτον πληρέστατα μετὰ τῶν συμφερόντων τῆς ὁμόρου Αὐτοκρατορίας, τοιαύτην δὲ διερρυθμίσαμεν τὴν πολιτείαν ἡμῶν, ἐνισχύοντες τὴν κυρίαρχον Δύναμιν εἰς τὴν καταστολὴν τοιαύτης καταστάσεως. Ἤθελεν εἶσθαι ἀσυνείδητος, πολιτικὴ ἀντίθετος, διότι αὕτη ἤθελεν ἀφήσει ἐκτεθειμένους τοὺς ὁμοφύλους ἡμῶν εἰς τὰ ἀντίθετα δύο πυρά. Ἐὰν ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἠνέχθη ἡ Εὐρώπη, λησμονήσασα τὰς ἰδίας αὐτῆς ἀποφάσεις, ἀφῆκαν αὐτοὺς ἐκτεθειμένους πρὸ τῶν Βουλγαρικῶν ἐπιδρομῶν, καθῆκον εἴχομεν νὰ μὴ στερήσωμεν αὐτοὺς τῆς προστασίας, ἣν ἡ κυρίαρχος Δύναμις καθῆκον εἶχε νὰ ἐπιδαψιλεύῃ εἰς αὐτούς· ἐξ ἐναντίας ὠφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν, ἵνα καταστήσωμεν αὐτὴν καὶ ἐπαρκεστέραν καὶ θερμοτέραν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ κρίνω, ὅτι ἔπρεπε τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον νὰ μεταμεληθῇ διὰ τὴν πολιτικήν, ἣν τότε ἠσπάσθημεν. Ἀλλὰ τί ἀντικατεστήσατε σεῖς ἀντὶ τῆς πολιτικῆς ταύτης; Ποῦ νῦν εὑρισκόμεθα; Ποίας ἐγγυήσεις προσεπορίσθητε διὰ τὴν τύχην τῶν ὁμοφύλων ἡμῶν; Καὶ ἐνῷ τοιαύτη εἰς τὰ πράγματα ἐδόθη ἀκατανόητος ἢ μᾶλλον εἰπεῖν μωρὰ ὤθησις, ἡμεῖς ἐσιωπήσαμεν. Ἡμεῖς, οἱ μὴ λησμονήσαντες ἔτι τὴν τακτικήν, ἣν ὑμεῖς μετέρχεσθε ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας, καταστρέψαντες δι’ αὐτῆς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Καὶ ἐνῷ πρὸ τοιούτων μωριῶν σιγῶμεν, ἠγέρθη ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, αἰτιώμενος προχθὲς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δημιουργοῦμεν αἰτιάσεις, διὰ νὰ σκιάσωμεν τὴν αἴγλην αὐτοῦ, ἐπαιρομένου ψευδῶς, ὅτι εἰσέπραξε πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν περισσοτέρας ἢ ὅσας ἡμεῖς εἴχομεν εἰσπράξει, ἐνῷ οὐδὲ τοιοῦτόν τι εἶχε πράξει. Ἡμεῖς, οἵτινες μετὰ τοσαύτης ἀνοχῆς ἐπολιτεύθημεν, καθ’ ὃν χρόνον αὐτὸς καὶ οἱ ἑταῖροι αὐτοῦ ἔκτροπα καὶ παρατράγῳδα διέπραττον ἐπὶ ἀνεπανορθώτῳ ἴσως ζημίᾳ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων! Αἱ πλειονοψηφίαι δὲν πρέπει νὰ καταχρῶνται τῆς ἰσχύος αὐτῶν, καὶ μάλιστα, ὅταν αἱ μειονοψηφίαι μετέρχωνται τοσοῦτον σώφρονα καὶ μετὰ ὡρίμου μελέτης διαρρυθμισθεῖσαν πολιτείαν, προηγούμεναι ἴσως τῶν πλειονοψηφιῶν κατὰ τὴν φροντίδα τῆς προασπίσεως τῶν ἐθνικῶν δικαίων καὶ τῆς περικαλύψεως τῶν αἰτιῶν, αἵτινες ζημιοῦσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἂν δὲ διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν εἰς τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργεῖον ὑπαγομένων ὑπηρεσιῶν ἐδαπανήσατε κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900, 1901 καὶ 1902 δραχ. 3,013,403.02 περισσότερα τῶν πρότερον δαπανωμένων, ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγον, ποῖα ἀγαθὰ προσεπορίσατε, ποίας βελτιώσεις ἐπηνέγκατε εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον; κατὰ τί προηγάγετε τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης; Μὴ τοὐλάχιστον κατεστήσατε αὐτὴν εὐθηνοτέραν; μὴ κατεστήσατε αὐτὴν ταχυτέραν; Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν διὰ τὰ Εἰρηνοδικεῖα καὶ Πταισματοδικεῖα, εἰς μισθοὺς καὶ ἔξοδα, δρ. 765,906,35· δυστυχῶς ἀπολογισμὸν τοῦ 1902 δὲν ἔχομεν, οὐδὲ τοῦ 1901, προσφεύγομεν δὲ κατ’ ἀνάγκην εἰς τὸν νομοθετηθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, ἐξ οὗ πληροφορούμεθα, ὅτι αἱ διὰ τὰ Εἰρηνοδικεῖα καὶ Πταισματοδικεῖα δαπάναι προσδιωρίσθησαν εἰς δραχ. 1,048,298.40, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα κατὰ 282,392.05. Ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τῶν προστεθεισῶν τούτων δαπανῶν; Ποῖαι αἱ βελτιώσεις αἱ ἐπενεχθεῖσαι εἰς τὴν Δικαιοσύνην; Μήπως κατεστήσατε τοὺς εἰρηνοδίκας ἢ τοὺς πταισματοδίκας ἀνεξαρτήτους; Μήπως ἀπηλλάξατε αὐτοὺς ἀπὸ τὰς ἐπιδράσεις; Ὑπάρχουσι δὲ δεσμοί, οἱ ὁποῖοι συνδέουσι τοὺς εἰρηνοδίκας μὲ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἡ τοποθέτησις αὐτῶν εἰς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ Εἰρηνοδικεῖον, προσέτι ἡ ἐλπὶς τοῦ προβιβασμοῦ αὐτῶν, διότι αὕτη φέρει μισθὸν ἀνώτερον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπεσχέθη, ὅτι εἶχεν ἓν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς Εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, διότι ἐφρόνει, ὅτι ἔπρεπε νὰ συγχωνεύσῃ τὰ καθήκοντα τοῦ εἰρηνοδίκου μὲ τὰ καθήκοντα τοῦ ἀστυνόμου. Δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ θαυμάσω τὸ ἐπινόημα· ἀλλὰ βαίνομεν εἰς τὸ τέλος τῆς Συνόδου, οὐδὲν δὲ περὶ βελτιώσεως τῆς Εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης προετάθη. Ποῖα δὲ ἀγαθὰ ἐπετεύχθησαν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν ἄλλων δικαστικῶν ὑπαλλήλων; Καὶ ηὔξησαν τοὺς μισθοὺς κατὰ δραχμὰς 50 κατὰ μῆνα πάντων τῶν δικαστικῶν, καὶ αὐτοῦ ἔτι τοῦ μὴ δικαστικοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐτύγχανε διοικητικὸς ὑπάλληλος. Ἂν ἐρευνήσῃ τις τὸ θέμα κεχωρισμένον, μεμονωμένον, οὐδεὶς φρονεῖ ὅτι εἶναι ἐπαρκεῖς οἱ μισθοὶ τῶν δικαστῶν· ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ δημοσίου ταμείου, μὴ λησμονεῖτε τὰς πρὸ τῶν κεκλεισμένων θυρῶν αὐτοῦ κραυγαζούσας ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Εἶχεν ὅμως ἐπινοήσει καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις τὸ αὐτὸ ἐπινόημα, τὸ ὁποῖον καὶ πρὸ μικροῦ ἐφήρμοσεν. Ὁ νέος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ὁ νέος νόμος περὶ στρατολογίας, ὁ νέος περὶ σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν ἐπάγουσιν αὔξησιν δαπανῶν· τὰ ὑπάρχοντα ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν ἐπαρκοῦσιν· ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἐπρότειναν. Δὲν πειράζει! Ἂς ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια, διὰ νὰ μὴ δυσαρεστηθῶσιν οἱ ζητοῦντες αὐτά! ἂς ἀναβάλωμεν δὲ τὴν ἐκτέλεσιν διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος 1905, εἰς βάρος οὗτινος ἀνήκει! Καὶ τότε, ὅτε ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, παραπλήσιον ἐτέθη ἐν ἐφαρμογῇ μέτρον, διότι οἱ αὐτοὶ ἐκυβέρνων καὶ τότε. Κατὰ 12,000 δραχμὰς ηὔξανον οἱ μισθοὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλ’ ἀντὶ 12,000 δραχμῶν ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις μόνον δραχμῶν 3,000, διότι προεβλέφθη ὅτι ἤθελον εἶσθαι κεναὶ θέσεις, καὶ ἤθελον λάβει καὶ ἀδείας ἀπουσίας, ἠλαττώθη δὲ διὰ τοῦτο ἡ πίστωσις κατὰ 9,000 δραχμάς. Κατὰ 30,600 δραχμὰς ηὔξανον οἱ μισθοὶ τῶν μελῶν τῶν Ἐφετείων, ἀλλ’ ἀνεγράφη πίστωσις δραχμῶν 11,000 μόνον, διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους. Κατὰ 4,800 δραχμὰς ηὔξανον οἱ μισθοὶ τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετείων, ἀλλ’ ὑπελογίσθη ἡ αὔξησις εἰς 2,400 δραχμάς, καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὸν αὐτὸν συλλογισμὸν ἔπρεπεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ν’ ἀφαιρεθῶσιν 6,000 δραχμαὶ λόγῳ κενῶν θέσεων, ἤθελε συμβῆ νὰ περισσεύσωσιν ἐκ τῆς πιστώσεως καὶ δρ. 3,600 (ἱλαρότης). Κατὰ 110,400 δρ. ἔπρεπε νὰ αὐξηθῶσιν αἱ διὰ μισθοὺς τῶν μελῶν τῶν Πρωτοδικείων πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἀνεγράφη πίστωσις δρ. 48,000, ἀφῃρέθησαν δὲ καὶ ἐκ ταύτης διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους δραχ. 35,000, καὶ ἡ αὔξησις ἡ ἀναγραφεῖσα περιωρίσθη μόνον εἰς δρ. 13,000. Οὕτω δέ, ἀντὶ αὐξήσεως 117,000 δραχμῶν, ἐπελθούσης ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις μόνον ἐκ δραχμῶν 37,000, ἀφέθη δὲ εἰς τὸ μέλλον ἡ φροντὶς περὶ τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφῆς ἀκεραίων τῶν ἀναγκαίων πιστώσεων. Εἰς τὸ μέλλον καὶ νῦν παραπέμπομεν τὰς διὰ τῶν ψηφισθέντων νομοσχεδίων, τῶν τε στρατιωτικῶν καὶ τῶν ἄλλων, ἐπιγιγνομένας αὐξήσεις τῶν δημοσίων ἐξόδων. Εἰς αὐτὸ ἀνήκει νὰ φροντίσῃ περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ἔτους 1902, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν δημοσιευθέντα προσωρινὸν ἀπολογισμὸν ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 6,224,328.34. Εἰς αὐτὸ ἀνήκει νὰ φροντίσῃ περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1903, τὸ ὁποῖον πάντως θέλει εἶσθαι ἀνώτερον τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1902. Εἰς αὐτὸ ἀνήκει νὰ φροντίσῃ περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1904, διότι, ἂν ἀπὸ τοῦ ἔτους τούτου μετεβιβάσθη εἰς τὸ ἑπόμενον ἡ ἀκεραία πληρωμὴ τοῦ δεκατημορίου τῶν τελωνιακῶν ἐσόδων, ἤτοι ἡ κατὰ 3,500,000 ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων, ἂν εἰς τὸ ἑπόμενον ἔτος μετεβιβάσθησαν ὡσαύτως αἱ αὐξήσεις τῶν ἐξόδων, τὰς ὁποίας ἐπιφέρει τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων ἡ ἐκτέλεσις, θέλουσι κοσμήσει καὶ τὴν ἄφρονα κεφαλὴν τοῦ 1904 οὐ μόνον πολλὰ τῶν ἐξόδων, ἀναγραφέντα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐλάσσονα, αὐξηθησόμενα ὅμως διὰ πιστώσεων χορηγηθησομένων, οὐ μόνον πολλὰ τῶν ἐσόδων, ἀναβιβασθέντα ὑπὲρ τὸ πιθανὸν διὰ συλλογισμῶν ὁμοίων πρὸς ἐκείνους, εἰς οὓς προσφεύγουσιν οἱ ἐν ἀνωμαλίαις οἰκονομικαῖς βιοῦντες, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς εἰς εἶδος εἰσπράξεως τοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος φόρου, καὶ ἡ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ κρατοῦσα ἐν ταῖς χερσὶ τῶν διοικούντων σπατάλη. Τὸ πολίτευμα διαφόρους ἔταξεν ὀφθαλμούς, ἐπισκοποῦντας καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν, καὶ τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, καὶ τῆς Πολιτείας τὰ μεμετρημένα διαβήματα, καὶ τῆς κοινωνίας τὴν ἠθικὴν ἐξέλιξιν, καὶ τῶν μεγάλων ἐθνικῶν συμφερόντων τὴν ἐπιμέλειαν, τὴν προστασίαν καὶ τὴν διεύθυνσιν. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι οὐκ ἔστιν ὀφθαλμὸς ἐπισκοπῶν.
§54ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν θὰ καταγείνω εἰς ἀριθμούς, οὐδὲ θὰ ἐξετάσω, ἂν κατὰ τὸ ἓν ἔτος εἰσεπράχθησαν τόσα ἑκατομμύρια, ἢ κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον τόσα καὶ κατὰ τὸν ἄλλον τόσα. Ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω κυρίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει καὶ ἡμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους καὶ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τὸ πρῶτον καὶ κύριον ἐλάττωμα τῶν Προϋπολογισμῶν ἡμῶν ὑπῆρξε, Κύριοι, ἀπὸ δεκαετηρίδων ἤδη, ὅτι δι’ αὐτῶν ηὔξανον ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος καταπληκτικῶς τὰ φορολογικὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, χωρὶς οὗτος νὰ ἔχῃ καὶ τὸ ἀνάλογον δι’ αὐτὰ ἀντάλλαγμα. Καὶ πρὸ μὲν τοῦ ἔτους 1893 ἐπεδεικνύετο εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὡς γέρας δῆθεν διὰ τὴν αὔξησιν τῶν φορολογικῶν βαρῶν, ἡ ἀποφυγὴ ἐκ τῆς πτωχεύσεως καὶ ἡ διάσωσις τῆς ἐθνικῆς τιμῆς· ἀφ’ ὅτου ὅμως, μεθ’ ὅλην τὴν αὔξησιν τῶν φορολογικῶν βαρῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός, εὑρέθημεν ἐν ἔτει 1893 εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ κηρύξωμεν τὸ Κράτος ἐν πτωχεύσει, ἀφ’ ὅτου ἐν ἔτει 1898, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς πτωχεύσεως καὶ τῶν ἀτυχημάτων ἡμῶν ἐν τῷ πολέμῳ τοῦ 1897, ὑπεβλήθημεν εἰς τὸν διεθνῆ ἔλεγχον, ἔκτοτε ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν τιμὴ ἐκηλιδώθη, μειωθέντων τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς τοιαύτης καταστάσεως τὰ φορολογικὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ οὐ μόνον δὲν ἠλαττώθησαν, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ ηὔξησαν ἐκ νέου, καὶ τοῦτο καθίσταται πρόδηλον ἐξ ἁπλῆς ἀντιπαραβολῆς τοῦ προκειμένου Προϋπολογισμοῦ πρὸς τὸν τοῦ 1896, ἐξ ἧς ἀποδεικνύεται, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ηὔξησαν ἐν τῷ μεταξὺ κατὰ τὸ ⅕, ἤτοι κατὰ 22,000,000 καὶ πλέον. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐπέστη πλέον ἡ ὥρα νὰ ἐρωτήσωμεν ἡμεῖς, δι’ ἡμῶν δὲ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, πρὸς τί ἡ τοιαύτη αὔξησις τῶν φορολογικῶν βαρῶν; πρὸς τί τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἀπὸ μὲν τοῦ 1896 ηὔξησαν κατὰ δραχ. 22,000,000, ἀπὸ δὲ τοῦ 1883, ἤτοι ἐντὸς μιᾶς εἰκοσαετίας, κατὰ 60,000,000 δραχμάς; Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δικαιοῦται τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἐρωτήσῃ: ἀφοῦ μάτην ἀπέβησαν πᾶσαι αἱ θυσίαι πρὸς ἀποφυγὴν τῆς πτωχεύσεως καὶ πρὸς διάσωσιν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, διατὶ ἐξακολουθεῖ ἔτι ἡ αὔξησις τῶν φορολογικῶν βαρῶν; Διατὶ ὑφίσταμαι ἐγὼ ἔτι καὶ νῦν τὴν ἐπαχθεστάτην πασῶν τῶν φορολογιῶν, τὴν διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καθ’ ἣν πάντα τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα ὑπερτιμῶνται ἐν Ἑλλάδι κατὰ 45% ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλους λαούς, καὶ οὕτως ἀποβαίνει ὁ βίος τοῦ Ἕλληνος ὄντως ἀβίωτος; Ποῖον ἐπὶ τέλους τὸ ἀντάλλαγμα δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς θυσίας, δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ βάρη; Κατὰ τί, μεθ’ ὅλην τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἀπὸ 58,000,000 εἰς 120,000,000, ἐβελτιώθη ἐν τῷ μεταξὺ ἡ κατάστασις τῆς Παιδείας, τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Διοικήσεως ἐν Ἑλλάδι; Κατὰ πόσον ἐπαγιώθη ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια, κατὰ πόσον δὲ ἀνυψώθη τὸ ἐθνικόν μας γόητρον ἀπέναντι τῶν ἀλυτρώτων ἔτι ἀδελφῶν μας, καὶ προσηγγίσαμεν ἡμεῖς εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν μας πόθων; Ἐὰν θέλωμεν, Κύριοι, νὰ ὦμεν εἰλικρινεῖς καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὸ ἀντάλλαγμα δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς θυσίας δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ βάρη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι σήμερον, ὑπῆρξεν ἴσον τῷ μηδενί. Ἐὰν δὲν ἐχειροτέρευσεν ἔκτοτε ἡ κατάστασις τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Παιδείας, τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Διοικήσεως, βεβαίως καὶ δὲν ἐβελτιώθη αὕτη ἐπαισθητῶς. Ἡ δημοσία τάξις ἰδίως καὶ ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας τοῦ Ἕλληνος πολίτου εὕρηνται ἐν ᾧ σημείῳ καὶ πρὸ εἰκοσαετίας, τὸ δὲ ἐθνικόν μας γόητρον ἠμαυρώθη κατὰ πολύ, καὶ ἀπεμακρύνθημεν κατὰ παρασάγγας ὅλους, ἀντὶ νὰ προσεγγίσωμεν εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν μας πόθων. Βεβαίως, Κύριοι, ἡ κατ’ ἐξοχὴν κατάλληλος στιγμή, ἵνα προβῶμεν εἰς τοιαύτην ὁμολογίαν, ἦτο ἡ ὑστεραία τῶν ἐθνικῶν μας ἀτυχημάτων ἐν ἔτει 1897 καὶ τῆς ἐπιβολῆς εἰς ἡμᾶς τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου. Τὰ παθήματα ἐκεῖνα ἔπρεπε νὰ γείνωσιν εἰς ἡμᾶς μαθήματα· ἔπρεπε ν’ ἀναγνωρίσωμεν οὕτω τὰ σφάλματα τοῦ παρελθόντος, τὰ ὁποῖα περιήγαγον ἡμᾶς εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, καὶ νὰ λάβωμεν ἅπαξ διὰ παντὸς ὁριστικὸν καὶ ἀμετάκλητον διαζύγιον ἀπ’ αὐτό· ἔπρεπεν ἔκτοτε νὰ τάμωμεν νέαν ὁδὸν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου, τὴν ὁδὸν τῆς μετανοίας, τὴν ὁδὸν τῆς περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως τῶν πάντων. Ἀλλὰ δυστυχῶς παρῆλθον ἑπτὰ ἔτη ἔκτοτε, χωρὶς ἡμεῖς νὰ πράξωμεν οὐδὲν ἀπολύτως, οὐδὲν τῶν δεόντων γενέσθαι. Ἐξηκολουθήσαμεν τὴν αὐτὴν πολιτικὴν πρὸς τὴν τῆς ἐποχῆς τῆς πρὸ τοῦ 1897, ἐν τελείᾳ παραγνωρίσει τῶν ἐθνικῶν μας ἀτυχημάτων τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἐξηκολουθήσαμεν αὐξάνοντες τὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, χωρὶς οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ βελτιώσεως τῶν κακῶς ἐχόντων παρ’ ἡμῖν, χωρὶς νὰ φροντίσωμεν τὸ παράπαν περὶ ἐνισχύσεως καὶ προαγωγῆς τοὐλάχιστον τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας, διότι, ὡς πρὸ τοῦ πολέμου τοῦ 1897, καὶ μετὰ τοῦτον ἐξηκολουθήσαμεν νὰ θεωρῶμεν τὴν Ἑλλάδα ὡς ἀγελάδα, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμεθα νὰ ἀμέλγωμεν ἐπ’ ἄπειρον, χωρὶς ποτε νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ τῆς διατροφῆς της. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ποῖον ἀντάλλαγμα ἔσχεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τὴν ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι σήμερον αὔξησιν τῶν φορολογικῶν του βαρῶν κατὰ 22 ἐπὶ πλέον ἑκατομμύρια δραχμῶν; Ἐβελτιώθη κατά τι ἔκτοτε ἡ Παιδεία, ἡ Ἐκκλησία, ἡ Δικαιοσύνη καὶ ἡ Διοίκησις παρ’ ἡμῖν; Ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν ἐπὶ πλέον εἰσπραχθέντων ἑκατομμυρίων πόσα ἐδαπανήθησαν πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ προαγωγὴν τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας; Καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα τῶν ἑπτὰ ἐτῶν ἐγένετο καμμία σοβαρὰ ἀπόπειρα πρὸς ἀνασύνταξιν τῶν κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατιωτικῶν μας δυνάμεων; Κατεβλήθη οἱαδήποτε προσπάθεια πρὸς ἀνύψωσιν τοῦ καταπεσόντος ἐθνικοῦ ἡμῶν γοήτρου παρὰ τοῖς ὁμοδούλοις ἀδελφοῖς; Ἔπρεπε, Κύριοι, νὰ ἀναστατωθῇ ἡ Μακεδονία ὑπὸ τῶν Βουλγάρων, ἔπρεπε νὰ σημάνῃ ὁ κώδων τοῦ κινδύνου διὰ τὴν ἑλληνικωτάτην ἐκείνην χώραν πρὸ ἑνὸς ἤδη ἔτους, ὅπως ἀνανήψωμεν ἐπὶ τέλους ἐκ τοῦ ληθάργου. Ἀλλὰ καὶ οὕτω τί ἐπράξαμεν ἔκτοτε, ὅπως ἀντιμετωπίσωμεν τὸν ἐπικρεμάμενον εἰς ἡμᾶς κίνδυνον; Μόλις τελευταῖον προέβημεν σπασμωδικῶς πως εἰς μέτρα τινά, δι’ ὧν ἐπεζητήσαμεν τὴν ἐν τῷ μέλλοντι στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας ἡμῶν. Καὶ δὲν θέλω μὲν νὰ ἐξετάσω τώρα, κατὰ πόσον τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι λυσιτελῆ πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν, κατὰ πόσον δὲ οἱ καιροὶ εἶναι δι’ ἡμᾶς μενετοὶ, οὕτως ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῶμεν ἡμεῖς καὶ πάλιν, ὡς αἱ μωραὶ παρθένοι τοῦ Εὐαγγελίου, ὅλως ἀπαράσκευοι, ὅταν τάχιον ἢ βράδιον τεθῇ ἐπὶ τοῦ τάπητος τὸ Μακεδονικὸν ζήτημα, ἐξ οὗ ἐξήρτηται τὸ μέλλον καὶ ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου. Τῆς Μακεδονίας δὲ χανομένης καὶ οἱ στρατοὶ καὶ οἱ στόλοι μας καὶ οἱ στρατηγοί μας εἶναι ὅλοι περιττοί. Ἀλλὰ προβάλλεται ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ ζήτημα εἰς ἡμᾶς, ἂν καὶ μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιψήφισιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν συναφῶν πρὸς αὐτὰ φορολογικῶν νομοσχεδίων ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἀνορθωθῇ ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῆς σημερινῆς καταπτώσεώς της καὶ νὰ ἐπαρκέσῃ, ὡς Κράτος, καὶ ὑπὸ ἐσωτερικὴν καὶ ὑπὸ ἐξωτερικὴν ἔποψιν. Ἂν, Κύριοι, πρόκηται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἡμᾶς ὡς σφυγμόμετρον, οὕτως εἰπεῖν, ὁ προκείμενος Προϋπολογισμός, τότε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, οὐδεμίαν ἐλπίδα δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν περὶ μέλλοντος αἰσιωτέρου. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904 εἶναι καθ’ ὅλα ὅμοιος καὶ ἀπαράλλακτος πρὸς τοὺς ἀπὸ τοῦ 1897 καὶ ἐντεῦθεν ὑποβληθέντας Προϋπολογισμούς, δι’ ὧν οὐδεμία ἀπολύτως πρόνοια ἐλήφθη ποτὲ περὶ πραγματικοῦ ἰσοζυγίου καὶ περὶ ἐξασφαλίσεως τοῦ Κράτους ἀπέναντι νέας πτωχεύσεως, χείρονος τῆς πρώτης, οὐδεμία ποτὲ πρόνοια ἐλήφθη περὶ ἀνορθώσεως τῶν διαφόρων κλάδων τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου, οὕτως ὥστε ν’ ἀποδειχθῇ καὶ ἡ Ἑλλὰς Κράτος εὐνομούμενον· οὐδεμία ποτὲ ἐλήφθη πρόνοια περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας, δι’ ἧς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ καθίστατο ἱκανὸς νὰ φέρῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἀγογγύστως τὰ μέχρι τοῦδε ἐπιβληθέντα εἰς αὐτὸν φορολογικὰ βάρη. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν βελτιοῦται ἡ κατάστασις, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ ἐπιδεινοῦται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904. Περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν καταλείπει εἰς ἡμᾶς καὶ αὐτὴ ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ γενομένη εἰσήγησις ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Οὗτος εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν τοὐλάχιστον νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι διὰ τοῦ νέου Προϋπολογισμοῦ οὐδεμία ἀπολύτως πρόνοια ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ περὶ ἀνορθώσεως τῶν διαφόρων κλάδων τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου. Πᾶν ἄλλο δὲ ἢ ἀνόρθωσις ἦτο ὅ,τι ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904 περὶ δημοσίας ἀσφαλείας, περὶ δικαιοσύνης καὶ παιδείας. Ἐπηγγέλθη, Κύριοι, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, πλὴν τῶν πρωτευουσῶν πόλεων, θὰ ἀνέθετε τὰ καθήκοντα τῆς ἀστυνομίας εἰς τοὺς ἑκασταχοῦ εἰρηνοδίκας. Ἀλλὰ τίς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι οὕτω θὰ ἐξέλειπε παρ’ ἡμῖν πᾶν ἴχνος πραγματικῆς ἀστυνομίας, ἀδυνάτου ὄντος νὰ ἐπαρκέσωσιν οἱ εἰρηνοδίκαι εἰς τὰ πολλαπλᾶ δικαστικὰ αὑτῶν καθήκοντα καὶ νὰ ἐπαγρυπνῶσι συγχρόνως εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν καθ’ ὅλην τὴν δικαιοδοσίαν των, εἰς ἣν πρέπει νὰ ἦνε, ὡς ἀστυνόμοι, ἀπησχολημένοι νύκτα καὶ ἡμέραν; Ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὕτω πὼς βελτίωσιν καὶ τῆς πρώτης δικαιοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τῆς Εἰρηνοδικειακῆς. Ἀλλὰ τίς ἀγνοεῖ, ὅτι, ἐὰν τῷ ὄντι ἠναγκάζοντο οἱ ἑκασταχοῦ εἰρηνοδίκαι νὰ περισπῶνται εἰς ἀλλότρια τοῦ κυρίου προορισμοῦ των ἔργα, εἰς τὰ ἀστυνομικὰ, θὰ ἔπραττον τοῦτο ἐπὶ προφανεῖ ὀλιγωρίᾳ τῶν κυρίως δικαστικῶν των καθηκόντων; Ἐπηγγέλθη, Κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς παιδείας διὰ τῆς καταργήσεως τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, ὑπαγομένων τῶν δύο κατωτέρων τάξεων αὐτῶν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Πλὴν τοῦτο δὲν εἶναι βελτίωσις, ἀλλ’ αὐτόχρημα ἀνατροπὴ καὶ τῆς μέσης καὶ τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως, ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ ζημίᾳ τοῦ ὅλου ἡμῶν ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος. Καὶ ἡ μέση καὶ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἐπιδιώκουσιν, ὡς γνωρίζομεν ὅλοι, ἴδιον καὶ αὐτοτελῆ σκοπόν, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται τὴν σήμερον νὰ συγχέῃ ὄχι μόνον Πρωθυπουργός, ἀλλ’ οὐδὲ ἁπλοῦς πολίτης, ἔχων ἔννοιάν τινα τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἀναγκῶν τῆς νεωτέρας κοινωνίας. Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἐπιδιώκει τὴν σήμερον ὄχι μόνον τὴν πρώτην μόρφωσιν καὶ θρησκευτικὴν καὶ ἠθικὴν ἀγωγὴν τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν μετάδοσιν εἰς αὐτὰ ὅλων τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων πρακτικῶν γνώσεων, δι’ ὧν ταῦτα θ’ ἀνεδεικνύοντο μίαν ἡμέραν χρηστοὶ πολῖται. Κατὰ ταῦτα πλανᾶται πλάνην μεγάλην ὁ ὑπολαμβάνων τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ὡς ἁπλῆν πρώτην βαθμίδα τῆς μέσης καὶ ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ μέση ἐκπαίδευσις ἐπιδιώκει διττὸν σκοπόν, ἔνθεν μὲν τὴν περαιτέρω μόρφωσιν τῶν τέκνων τῆς μέσης λεγομένης κοινωνικῆς τάξεως, ἔνθεν δὲ τὴν περαιτέρω μόρφωσιν τῶν τέκνων τῆς ἀνωτέρας κοινωνικῆς τάξεως, καθ’ ἣν αὐτὰ θ’ ἀπεδεικνύοντο ἱκανὰ διὰ τὰ ἀνώτερα ἐπαγγέλματα. Διὰ τοῦτο πανταχοῦ τῆς ὑφηλίου τὴν σήμερον ἡ μέση ἐκπαίδευσις ὑποδιαιρεῖται εἰς δύο τμήματα, εἰς τὸ ἀνώτερον καὶ τὸ κατώτερον, τὸ ἀνώτερον τὸ προωρισμένον διὰ τὴν ἀνωτέραν κοινωνικὴν τάξιν, καὶ τὸ κατώτερον τὸ προωρισμένον διὰ τὴν μέσην κοινωνικὴν τάξιν. Τὸ κατώτερον μάλιστα αὐτῶν τμῆμα, τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν ἐκπροσωποῦσι τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἀπολαύει τὴν σήμερον ἀλλαχοῦ ἰδιαιτέρας στοργῆς καὶ μερίμνης, διότι δι’ αὐτοῦ θέτουσιν ἕνα φραγμὸν δυσυπέρβλητον εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἀνωτέραν ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν, καὶ οὕτω καταπολεμοῦσι τὴν πληθώραν τῶν ἐπιστημόνων, ὑφ’ ἧς πάσχει τὴν σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐνῷ συγχρόνως ἐνισχύουσι καὶ προάγουσι τὴν μέσην κοινωνικὴν τάξιν, ἥτις χρησιμεύει πάντοτε ὡς ἄγκυρα σωτηρίας, καθὸ τὸ ὑγιέστερον στοιχεῖον ἐν πάσῃ κοινωνικῇ κρίσει. Διὰ τοῦτο τὸ κατώτερον τμῆμα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἀλλαχοῦ τὴν σήμερον εἶναι τετραετὲς καὶ ἑξαετές, βελτιωθέντος καὶ ἀναπτυχθέντος κατὰ πολὺ τοῦ κύκλου τῶν μαθημάτων. Καὶ ἰδού, εἰς τὴν Αὐστρίαν ἡ μὲν δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι ἑπταετὴς ἢ ὀκταετής, ἡ δὲ μέση ὀκταετής, ὑποδιαιρουμένη εἰς δύο κύκλους τετραετεῖς, ἐξ ὧν ὁ κατώτερος οὐ μόνον παρασκευάζει διὰ τὸν ἀνώτερον, ἀλλὰ καὶ παρέχει τὴν γενικὴν μόρφωσιν εἰς τὴν μέσην τάξιν. Ὁμοίως ἔχουσι τὰ πράγματα καὶ ἐν Βυττεμβέργῃ, ἐν Πρωσσίᾳ, Σαξωνίᾳ καὶ Γαλλίᾳ. Ἐν πάσαις ταύταις ταῖς χώραις ἡ μέση ἢ γυμνασιακὴ παιδεία, οὖσα ἐννεαετής, διαιρεῖται κατὰ τὰ μαθήματα εἰς δύο ὡσαύτως κύκλους. Ἐκ τούτων ὁ κατώτερος, ἑξαετής, οὐ μόνον παρασκευάζει διὰ τὸν ἀνώτερον, ἀλλὰ καὶ ἅμα παρέχει γενικὴν μόρφωσιν εἰς τὴν μέσην τάξιν, διὰ ταύτην δὲ πανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ὑπάρχουσι καὶ ἴδιαι Σχολαί, ἀνεξάρτητοι τῶν Γυμνασίων. Ἐν τῷ μέσῳ δὲ τῆς τοιαύτης στοργῆς καὶ μερίμνης, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύουσι διὰ τὸ κατώτερον τμῆμα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, ἔρχεται ἡ Ἑλλὰς τὴν σήμερον καὶ διακηρύττει διὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας της, ὅτι αὐτὴ δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ τμήματος τούτου, καὶ τὸ καταργεῖ, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ οὕτω πρότυπον Βασίλειον οὐχὶ τῆς Ἀνατολῆς μόνον, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑφηλίου ὁλοκλήρου! Καὶ τὸ κακὸν δὲν περιορίζεται εἰς τοῦτο μόνον· κατὰ τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον ἀποκόπτονται αἱ δύο κατώτεραι τάξεις τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ προστίθενται εἰς τὴν δημοτικήν, ὁμοῦ μετὰ τῶν λειτουργῶν ἐκείνης, οἵτινες οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔννοιαν ἔχουσι τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Ἀδιαφοροῦσιν οἱ εἰσηγηταὶ αὐτοῦ, ἂν ἐκτελοῦντες ἔργον Προκρούστου ἀποκόπτουσι τοὺς πόδας τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ τοὺς θέτουσιν εἰς τὴν κεφαλὴν, εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν! ἀδιαφοροῦσιν, ἂν ἀνατρέπεται ἄρδην κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ σκοπὸς καὶ τῆς μέσης καὶ τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως! Ἐπηγγέλθη τέλος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἰκονομίας τινὰς, αἱ οἰκονομίαι ὅμως αὗται δὲν ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν πληθώραν τῶν Νομαρχιῶν, τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφορειῶν καὶ Ταμείων τοῦ Κράτους, τῶν Ἐφετείων, Πρωτοδικείων, Εἰρηνοδικείων, Ἐπισκοπῶν καὶ Γυμνασίων, οὔτε εἰς τὸ σμῆνος τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες διάγουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον βίον ἀμεριμνομερίμνης καὶ ἐν τοῖς διαφόροις Ὑπουργείοις καὶ ἐν παντὶ ἄλλῳ κλάδῳ τῆς δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας, ὡς πᾶς τις ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ μαρτυρήσῃ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Αἱ οἰκονομίαι, Κύριοι, τὰς ὁποίας ἐπηγγέλθη ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904, περιορίζονται κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὰ πενιχρὰ ἐκεῖνα κονδύλια, τὰ ὁποῖα δίκην ψιχίων κατέπιπτον μέχρι τοῦδε ἐκ τῆς ἄλλης πανδαισίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, διατιθέμενα εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. Τὰ κονδύλια ταῦτα ἦσαν τὰ ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ τῆς ὁδοποιΐας διατιθέμενα. Ἑκατοντάδες μόνον τινὲς χιλιάδων δραχμῶν διετίθεντο μέχρι τοῦδε ὑπὲρ ἑκάστης αὐτῶν, καὶ αὐταὶ περικόπτονται κατὰ πολὺ διὰ τοῦ προκειμένου Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ὅλως ἀδικαιολογήτου καὶ ἀσυγγνώστου οἰκονομίας εἶχε τὴν ἀφέλειαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπαγγελθῇ, ὅτι θὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον τῆς ὁδοποιΐας διὰ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν! Ἀλλὰ τίς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἴσχυε καὶ ἄλλοτε ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ πολλὰ ἔτη, χωρὶς νὰ κατορθωθῇ νὰ κατασκευασθῇ καμμία ὁδός; Τίς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι μετὰ τὴν παντελῆ αὐτοῦ ἀποτυχίαν ἐδέησε νὰ ψηφισθῇ ἐν ἔτει 1867 ὁ νόμος περὶ ὁδοποιΐας, καθ’ ὃν συνιστᾶτο χάριν αὐτῆς ἰδιαίτερον ταμεῖον, καὶ ἐπεβάλλετο πρόσθετος φόρος εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀνερχόμενος ἔκτοτε εἰς πέντε καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια δραχμῶν; Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι ἐν ἔτει 1882 κατηργήθη μὲν τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἐξηκολούθει ὅμως τὸ Κράτος νὰ εἰσπράττῃ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τοὺς ἐκ 5 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρίων δραχμῶν προσθέτους φόρους, μὲ τὴν ῥητὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ ἐξακολουθῇ αὐτὸ κατασκευάζον τὰς ἀναγκαίας ὁδούς; Ἀλλὰ πῶς ἔρχεται τώρα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐπιλήσμων γενόμενος τῆς ῥητῆς ἐκείνης ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους ἐννοεῖ νὰ ἐπιβάλῃ ἐκ νέου τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν διὰ προσωπικῆς ἐργασίας, νὰ εἰσπράττῃ δὲ ἐν ταὐτῷ καὶ ὅλους τοὺς προσθέτους ἐκείνους φόρους τῆς ὁδοποιΐας, ὧν χάριν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπηλλάγη τῆς προσωπικῆς ἐργασίας δι’ αὐτῶν; Ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργόν: «διατὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπαιτεῖς νὰ εἰσπράττῃς παρ’ ἐμοῦ τὰ πέντε καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐτησίως;» Θὰ λάβῃ ὅμως παρ’ αὐτοῦ τὴν αὐτὴν ἴσως ἀπάντησιν, τῆς ὁποίας θὰ τύχῃ, καὶ ἂν ἐρωτήσῃ αὐτὸν, πρὸς τί ἀπαιτεῖ διὰ τοῦ προκειμένου Προϋπολογισμοῦ νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ περὶ τὰ 120,000,000, ἀφοῦ δι’ αὐτοῦ ὄχι μόνον δὲν βελτιοῦται ἡ κατάστασις, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ χειροτερεύει κατὰ πολύ. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901 εἶναι ὁ χείριστος πάντων τῶν μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντων εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν Προϋπολογισμῶν, ὡς τοιοῦτον δὲ, ἔχομεν ἡμεῖς καθῆκον ὑπέρτατον νὰ καταψηφίσωμεν αὐτόν. Ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτὸς, χωρὶς νὰ θεραπεύῃ καμμίαν τῶν ἐπειγουσῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας ἀναγκῶν, χωρὶς ν’ ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς ἐκτάκτους τῆς πατρίδος περιστάσεις, ἀποκόπτει ἀπὸ ἡμᾶς καὶ πᾶσαν ἐλπίδα κρείττονος μέλλοντος. Ἐὰν ἐψηφίζομεν αὐτὸν, θὰ ἀπεδεικνύομεν, ὅτι οὐδεμίαν συνείδησιν ἔχομεν οὔτε τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος οὔτε τῶν κρισίμων περιστάσεων, ἃς αὕτη διέρχεται σήμερον, θὰ ἀπεδεικνύομεν ἐν μιᾷ καὶ μόνη λέξει, ὅτι οὐδεμίαν συνείδησιν ἔχομεν τῆς ὑψηλῆς ἡμῶν ἀποστολῆς, ὡς ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ἄλλος τις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ἐσόδων.
§56Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκτὸς τῶν διὰ τῶν δηλώσεών μου γενομένων τροποποιήσεων παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν ἐν ἄρθρῳ 7 τοῦ κεφαλαίου Αʹ, «ἄμεσοι φόροι», 2885 δραχμαὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζῴων. Κατ’ ἴσον δὲ ποσὸν αὐξάνουσι καὶ τὰ ἔξοδα, διότι εἶναι ὁ εἰσπραττόμενος ἐπὶ τῶν ζῴων φόρος, ὁ ἀποδιδόμενος εἰς τοὺς δήμους. Μόνον αὐτὴ ἡ μεταβολή. Οὐδεμία ἄλλη. (Ἀναγινώσκονται τὰ κεφάλαια τῶν ἐσόδων καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 δραχμαὶ 121,186,246.50. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1904.
§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς, βλέπετε, ἀπέχομεν τῆς συζητήσεως· οὐδὲν πρόσκομμα παρεμβάλλομεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Νομίζω ὅμως, ὅτι, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ μένωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ, πρέπει νὰ τηρῶνται ὅλοι οἱ τύποι.
§59Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, καὶ ἔπειτα νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ ἔξοδα.
§61Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ διορθωθῇ τὸ νομοσχέδιον συμφώνως πρὸς τὰς δηλώσεις.
§62Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων, καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐξόδων. Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 1, «ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους», τροποποιηθὲν συμφώνως πρὸς τὰς ἐντύπους δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 2, 3 καὶ 4, ὡς ἔχουσι). Κεφάλαιον 5. «Βουλὴ τῶν Ἀντιπροσώπων». (Ἀναγινώσκεται).
§64Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς Βουλῆς ἀνέγνωσα ὅτι εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ δὲν ψηφίζεται, τὸ ποσὸν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν.
§65Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ δὶς. Ἐκεῖνο ἐψηφίσθη δι’ ἰδίου νόμου.
§66Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, κατὰ τὴν δήλωσιν.
§67Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ δὶς τὸ αὐτὸ πρᾶγμα. Τὸ προσθέτω τώρα, διὰ νὰ φανῇ ὅτι εἶναι ἔξοδον· ἀλλὰ δύναται δὶς νὰ ψηφισθῇ; Τὸ ἐψηφίσαμεν δι’ εἰδικοῦ νόμου.
§68Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ εἰδικῶν νόμων εἶναι ἐψηφισμέναι ὅλαι αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους. Καὶ αἱ μισθοδοσίαι καὶ τὰ πάντα περιλαμβάνονται εἰς νόμους, διότι ἄνευ νόμου δὲν δύναται νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνη. Λοιπὸν ὁ νόμος ἐξουσιοδότησε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν 454,000 δραχμὰς διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, καὶ πρέπει ν’ ἀναγραφῶσι σήμερον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν.
§69Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι διὰ τοῦ εἰδικοῦ ἐκείνου νόμου ἐχορηγήθη συγχρόνως καὶ πίστωσις. Παρακαλῶ, εἶναι ἐπιτετραμμένον κοινοβουλευτικῶς καὶ λογικῶς, τὸ αὐτὸ ἔξοδον νὰ ψηφίζηται διὰ δύο νόμων; Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, διότι εἰς τὰ ἔξοδα τὸ ἐσημείωσα κεφαλαιωδῶς, διὰ νὰ φαίνηται ἔξοδον, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ψηφισθῇ δὶς.
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ νόμου εἰδικοῦ ἐχορηγήθη πίστωσις;
§71Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί. Ἔκτακτος πίστωσις δραχ. 454,000 εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1904.
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§73Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Δὲν εἶναι τακτικόν.
§74Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συμπεριλαμβάνεται ἐν τῷ συνόλῳ τῶν δαπανῶν.
§75Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ δὶς. Εἶναί τι ἐντελῶς ἄτακτον.
§76Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ ψηφισθῶσι καὶ αἱ δηλώσεις.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ δηλώσεις ψηφίζονται.
§78Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ψηφίζονται αἱ δηλώσεις.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ πρῶτον τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ κατόπιν θ’ ἀναγνωσθῶσιν αἱ δηλώσεις.
§80Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Φυσικώτατα. Ἄλλως ἐμπαίζομεν ἡμᾶς αὐτοὺς ψηφίζοντες.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§82Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δίδω οὐσιαστικήν τινα σημασίαν, διότι βεβαίως, ὅπως ψηφίζεται ταύτην τὴν στιγμὴν ὁ Προϋπολογισμὸς, δὲν ἔχει τι τὸ οὐσιαστικῶς σπουδαῖον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον κατὰ τύπους πρέπει νὰ βαίνωμεν ἐν τάξει.
§83Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ (Γραμματεύς). Ἀφοῦ ἀναγνώσω τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ ἀναγνώσω τὰς δηλώσεις, διὰ νὰ μὴ κρατῶ δύο κείμενα.
§84Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὸς εὐκολίαν, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ δύο κείμενα, ἀναγινώσκει ὁ κ. Γραμματεὺς πρῶτον τὸ τεῦχος, καὶ κατόπιν θ’ ἀναγνώσῃ τὰς δηλώσεις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 5. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται τὰ λοιπὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ αἱ ἐπ’ αὐτῶν δηλώσεις, καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἐτροποποιήθησαν).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δραχμαὶ 26,687,116.29. Προϋπολογισμὸς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. (Ἀναγινώσκεται καὶ ψηφίζεται ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν ἐντύπων δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους δραχμαὶ 35,778,566.08. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν. (Ἀναγινώσκονται τὰ κεφάλαια Αʹ καὶ Βʹ, καὶ γίνονται δεκτά, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν δηλώσεων). Κεφάλαιον Γʹ. «Προξενικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκεται).
§86Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ δεχθῇ τὴν ἀναγραφὴν 8,400 δραχμῶν δι’ ἕνα πάρεδρον δικαστὴν ἐν Σμύρνῃ. Ὑπεβλήθη ἓν ὑπόμνημα καὶ ἐκ μέρους τῶν ἐν Σμύρνῃ δικηγόρων καὶ ἐκ μέρους ἄλλων ὁμογενῶν ἐκεῖ, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται, ὅτι, ἐνῷ ἄλλοτε ὑπῆρχον δύο πάρεδροι δικασταὶ ἐν Σμύρνῃ, ἤδη ἀπὸ ἔτους ὑπάρχει μόνον εἷς, καὶ ὡς ἐκ τούτου καθίσταται δύσκολος ἡ θέσις τοῦ ἑνὸς δικαστοῦ, ὑποχρεωμένου νὰ προσλαμβάνῃ δύο δικηγόρους ὡς παρέδρους.
§87Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀπαραίτητος ἡ προσθήκη αὕτη, κύριε Πρόεδρε.
§88ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§89Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀποδεχόμεθα ν’ ἀναγραφῇ ποσὸν δραχμῶν 4,200 διὰ τοὺς ἓξ μῆνας.
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Γʹ μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσθήκης καὶ ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν δηλώσεων).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δραχμαὶ 3,247,717.15. Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Κεφάλαιον 1. «Κεντρικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκεται).
§92Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει καὶ πρόσθετος δήλωσις περὶ προσθήκης ἑνὸς γραμματέως βʹ τάξεως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δρ. 1140 διὰ μισθὸν αὐτοῦ ἐπὶ ἓξ μῆνας. Τῆς προσθήκης τοῦ γραμματέως τούτου ἡ ἀνάγκη ὑφίσταται διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι μεταχειριζόμεθα τοὺς γραφεῖς τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, οὗτοι δὲ καθ’ ἑκάστην μεταβάλλονται, καὶ δὲν δύνανται νὰ μορφωθῶσι.
§93Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει νόμος διὰ τὴν θέσιν τοῦ γραμματέως τούτου;
§94Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ὀργανικὸς νόμος, δὲν θὰ γείνῃ ὁ διορισμός. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 1 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης καὶ ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν ἐντύπων δηλώσεων. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 2, «Ἄρειος Πάγος», ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 3. «Ἐφετεῖα». (Ἀναγινώσκεται).
§96Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, «βοηθητικὸν προσωπικὸν Ἐφετείου Ἀθηνῶν», δραχ. 1920 δι’ ἕνα ὑπογραμματέα, πρὸς δραχμὰς 100 μηνιαίως, καὶ δι’ ἕνα γραφέα πρὸς δραχμὰς 60. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 3 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 4, «ἔξοδα ὑπηρεσίας Ἐφετείων», ὡς ἔχει).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 5. «Εἰσαγγελίαι Ἐφετῶν». (Ἀναγινώσκεται).
§98Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν ἄρθρῳ 4, «μισθὸς βοηθητικοῦ προσωπικοῦ Εἰσαγγελίας Πατρῶν», παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι δραχ. 500. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 5 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης). Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 6, «ἔξοδα ὑπηρεσίας Εἰσαγγελιῶν Ἐφετῶν», ὡς ἔχει).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 7. «Πρωτοδικεῖα». (Ἀναγινώσκεται).
§100Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν ἄρθρῳ 19, «βοηθητικὸν προσωπικὸν Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας», παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι δραχ. 540 δι’ ἕνα ἔτι ὑπογραμματέα ἐπὶ 6 μῆνας, πρὸς δραχ. 90 κατὰ μῆνα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 7 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 8 καὶ 9, ὡς ἔχουσι).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 10. «Ἔξοδα ὑπηρεσίας Εἰσαγγελιῶν Πρωτοδικῶν. (Ἀναγινώσκεται).
§102Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν ἄρθρῳ 1, ἐδαφίῳ ιθʹ, παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι 400 ἔτι δραχμαὶ διὰ γραφικὴν ὕλην τῆς Εἰσαγγελίας Λαρίσης.
§103Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ τὴν προσθήκην δραχ. 100 διὰ γραφικὴν ὕλην τῆς Εἰσαγγελίας Λεβαδείας, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς παραπονεῖται, ὅτι ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν ὑποθέσεων δὲν ἐπαρκεῖ ἡ ὑπάρχουσα πίστωσις.
§104Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Ὑπουργὲ, παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τούτου· πρόκειται περὶ αἰτήσεως δικαιοτάτης.
§105Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Ἐγὼ ἤθελον προτείνει, μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας τῆς σιδηροδρομικῆς, χάρις εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Λεβαδεία κατέστη προάστειον τῶν Ἀθηνῶν, νὰ καταργηθῇ ἐντελῶς τὸ Πρωτοδικεῖον Λεβαδείας, καὶ χάριν τῆς Λεβαδείας καὶ χάριν τῆς Δικαιοσύνης.
§106Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δεχόμεθα τὴν αὔξησιν 100 δραχμῶν διὰ γραφικὰ τῆς Εἰσαγγελίας Λεβαδείας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 10 μετὰ τῶν ἀνωτέρω προσθηκῶν ἐν ταῖς Εἰσαγγελίαις Λαρίσης καὶ Λεβαδείας).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 11. «Εἰρηνοδικεῖα καὶ Πταισματοδικεῖα». (Ἀναγινώσκεται).
§108Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν ἄρθρῳ 1 παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι δραχ. 1440 διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ ἔτους, λόγῳ προαγωγῆς τεσσάρων Εἰρηνοδικείων βʹ τάξεως εἰς αʹ. Ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ 2 δραχ. 172 καὶ 80/00 δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας τῶν Εἰρηνοδικείων τούτων.
§109Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ποῖα εἶναι τὰ Εἰρηνοδικεῖα, τὰ ὁποῖα προάγονται;
§110Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἀπεφάσισα ἀκόμη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 11 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσθήκης).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 12. «Σωφρονιστικαὶ φυλακαί». (Ἀναγινώσκεται).
§112Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ δήλωσις περὶ προσθήκης εἰς τὸ Ἀβερώφειον εἰς τί ἀφορᾷ;
§113Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ Ἀβερώφειον προσετέθη μία πτέρυξ, ἥτις ἔχει ἀνάγκην φυλάκων καὶ ἑνὸς διδασκάλου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ προστεθῇ πίστωσις δραχμῶν 420 δι’ ἕνα διδάσκαλον ἐπὶ ἕξ μῆνας, πρὸς δραχ. 70 μηνιαίως.
§114Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίσθη.
§115Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον δὲν ψηφισθῇ, δὲν θὰ λειτουργήσῃ ἡ πτέρυξ αὕτη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 12 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσθήκης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 13 καὶ 14, ὡς ἔχουσι).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 15. «Διάφορα ἔξοδα». (Ἀναγινώσκεται).
§117Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν ἄρθρῳ 2, ἐδαφ. αʹ, «δι’ ἀγορὰν εἰκόνων τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ δι’ ἔξοδα ἀποσκευῶν Πρωτοδικείων καὶ διὰ βιβλιοδέτησιν ἀποφάσεων καὶ πρακτικῶν», παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι δραχ. 3000· ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ 10 νὰ προστεθῶσι δραχ. 600 διὰ δύο ὑπηρέτας κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ ἔτους, πρὸς δραχ. 50 δι’ ἑκάτερον μηνιαίως, διὰ τὸν καθαρισμὸν τῶν γραφείων τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 15 μετὰ τῶν ἀνωτέρω προσθηκῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 16, «ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων», ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν ἐντύπων δηλώσεων).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δραχμαὶ 5,985,801.89. Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν. Κεφάλαιον 1. «Κεντρικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκεται).
§119Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν ἄρθρῳ 1, «προσωπικὸν Ὑπουργείου», ἀντὶ Γενικοῦ Γραμματέως, μὴ ὑπάρχοντος, νὰ προστεθῇ εἷς τμηματάρχης βʹ τάξεως δι’ ἕξ μῆνας, πρὸς δραχ. 320 κατὰ μῆνα, ἤτοι ποσὸν ἐν ὅλῳ δραχ. 1920. Ὡσαύτως ἐν ἄρθρῳ 3, ἐδαφίῳ αʹ, «φωτισμὸς δι’ ἠλεκτρικοῦ καὶ φωταερίου», νὰ προστεθῶσι δραχ. 3000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 1 μετὰ τῶν ἀνωτέρω προσθηκῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 2 καὶ 3, ὡς ἔχουσι, καὶ τὸ κεφάλαιον 4, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν ἐντύπων δηλώσεων).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. «Ἐκτέλεσις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. (Ἀναγινώσκεται).
§121Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν ἄρθρῳ 1, «σύνταξις καὶ ἀνατύπωσις ἐκλογικῶν καταλόγων κλπ.», παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ποσὸν δραχ. 1000. Ὡσαύτως ἐν ἄρθρῳ 2, «ὁδοιπορικὰ καὶ ἀποζημιώσεις δικαστικῶν ἀντιπροσώπων», νὰ προστεθῶσι δραχ. 5000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 5 μετὰ τῶν προσθηκῶν τούτων. Μεθ’ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 6 καὶ 7, ὡς ἔχουσι, τὸ κεφάλαιον 8, «ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων», ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν ἐντύπων δηλώσεων, καὶ τὰ κεφάλαια 9 καὶ 10, ὡς ἔχουσι).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 11. «Γεωργία». (Ἀναγινώσκεται).
§123Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν ἄρθρῳ 3, ἐδαφ, έ, «ἔκδοσις διδακτικῶν γεωργικῶν βιβλίων καὶ ἄλλων δημοσιευμάτων», παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι δραχ. 800. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 11 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 12. «Γεωργικὰ ἱδρύματα». (Ἀναγινώσκεται).
§125Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν ἄρθρῳ 1, «προσωπικὸν διοικητικῶν γεωργικῶν ἱδρυμάτων κλπ.», παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἐδάφιον δέκατον, ὡς ἑξῆς: «ἐργοδηγοὶ 10 ἐπὶ μῆνας δύο, πρὸς δραχμὰς 150 μηνιαίως ἕκαστος, ἐν ὅλῳ δραχ. 3000.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 12 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 13. «Ἔξοδα ἐγκαταστάσεως Γεωργικῶν Σχολῶν κλπ.» (Ἀναγινώσκεται).
§127Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐν ἄρθρῳ 1 παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἐδάφιον ιγʹ, ὡς ἑξῆς: «Συμπλήρωσις ὑδραγωγείου ἀγροκηπίου Ἄστρους δραχ. 9,500.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 13 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 14, 15 καὶ 16, ὡς ἔχουσι, τὸ κεφάλαιον 17, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν ἐντύπων δηλώσεων, καὶ τὸ 18, ὡς ἔχει).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 19. «Ἔξοδα ὑπηρεσίας Διευθύνσεως καὶ λοιπῶν ἐν γένει γραφείων δημοσίων ἔργων». (Ἀναγινώσκεται).
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πλὴν τῆς διὰ τῶν ἐντύπων δηλώσεων τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 11 παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἐν ἄρθρῳ 6, ἐδάφ. αʹ, ποσὸν δραχ. 5,000 δι’ ἡμερομίσθια ἐργατῶν, ὡς βοηθῶν τῶν μηχανικῶν εἰς μελέτας ἔργων κλπ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 19, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν ἀνωτέρω προσθηκῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 20, ὡς ἔχει).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 21. «Σχέδια πόλεων». (Ἀναγινώσκεται).
§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐν ἄρθρῳ 1, «ἔξοδα μελέτης καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ σχεδίων», παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι δραχ. 2000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 21 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 22. «Ὑδραυλικὰ ἔργα». (Ἀναγινώσκεται).
§133Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἔχω ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐψηφίσθη νόμος περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Νεζεροῦ. Ἡ δημοπρασία εἶχεν ἐπαναληφθῆ τρὶς, ἀλλ’ ὅτε ἐπερατώθη ἡ δημοπρασία, ἔληξεν ἡ χρῆσις. Παρακαλῶ νὰ ἀναγράψητε ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τούτου δραχ. 60,000.
§134Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Συναινῶ νὰ ἀναγραφῇ ποσὸν 30,000 δραχ.
§135Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἔστω 30,000.
§136Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δυνάμει νόμου ἔχει ἐγκριθῆ ἡ κατασκευὴ προχώματος ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης τοῦ ποταμοῦ Κηφισοῦ, κατὰ τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου Βελῆ τοῦ νομοῦ Βοιωτίας, διότι κατὰ τὰς ἐπερχομένας κατ’ ἔτος βροχὰς καταστρέφονται καταπλημμυρούμεναι μεγάλαι ἐκτάσεις ἀγρῶν. Ἡ πίστωσις ὅμως δὲν ἀνεγράφη, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῶσι 16,000 δραχμαὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου.
§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 22 μετὰ τῶν ἀνωτέρω προσθηκῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὸ κεφάλαιον 23, ὡς ἔχει, τὰ κεφάλαια 24 καὶ 25, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν ἐντύπων δηλώσεων, καὶ τὸ κεφάλαιον 26, ὡς ἔχει).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 27. «Ὁδοποιΐα». (Ἀναγινώσκεται.
§139Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν ἄρθρῳ 6, ἐδαφίῳ βʹ, ζητεῖται διὰ τῶν ἐντύπων δηλώσεων ἡ ἀναγραφὴ πιστώσεως δρ. 30,000 «δι’ ἔξοδα κατασκευῆς ὁδῶν καὶ γεφυρῶν κατὰ τοὺς περὶ αὐτῶν εἰδικοὺς προϋπολογισμοὺς ἐκ δραχ. 2–10 χιλιάδων ἕκαστος». Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ καὶ ἐν τῷ ἐδαφίῳ βʹ τοῦ ἄρθρου 3, «ἐπισκευὴ ὁδοστρωτήρων», ποσὸν δραχ. 10,000.
§140Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν διάθεσιν τοῦ κονδυλίου τῶν 30,000 δραχμῶν ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ὁδὸς Πλαταιῶν, διότι ὑπάρχει ἀνάγκη ἀπόλυτος αὐτῆς.
§141Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Γνωρίζετε ὅτι εἰς τὸ κεφάλαιον, ἔνθα ἐγγράφεται ἡ πίστωσις τῆς ὁδοποιΐας, δὲν ὁρίζονται αἱ ὁδοί. Ἐὰν ψηφισθῇ νόμος, θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ σύστασίς σας.
§142Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζωμεν, εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχεται τὸ σύνολον τῶν προστιθεμένων δαπανῶν διὰ τῶν διαφόρων δηλώσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἀπόψε.
§143Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς ἀνέλυσα ταύτας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 27 μετὰ τῶν ἀνωτέρω προσθηκῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 28 καὶ 29, ὡς ἔχουσι, καὶ τὸ κεφάλαιον 30, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν ἐντύπων δηλώσεων).
§144Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ νέον κεφάλαιον ὑπ’ ἀριθ. 31, ὑπὸ τὸν τίτλον «Συνδρομαὶ ὑπὲρ ἐκτελέσεως ἔργων», ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 1. Συνδρομὴ εἰς τὸν δῆμον Μεσολογγίου διὰ τὸν καλλωπισμὸν τοῦ κήπου τῶν Ἡρώων καὶ τοῦ πέριξ αὐτοῦ χώρου δραχ. 5,000. Ἄρθρον 2. Συνδρομὴ ὑπὲρ τοῦ ἐν Ἄργει ἱεροῦ ναοῦ «Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος» πρὸς ἀνακαίνισιν αὐτοῦ δρ. 5,000.»
§145Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μετὰ λύπης μου βλέπω, ὅτι εἰς τὸ σχετικὸν κεφάλαιον περὶ χορηγημάτων ἐλλείπει ἡ χορηγία, ἡ ὁποία ἀπὸ εἰκοσαετίας παρέχεται εἰς τὸν Φιλολογικὸν Σύλλογον «Παρνασσόν».
§146Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀναγράφεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας.
§147Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Νὰ ἀναγραφῇ καὶ εἰς τὰ δύο Ὑπουργεῖα, ὅπως ἐγίνετο καὶ ἄλλοτε.
§148ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ὅ,τι ἦτο καὶ εἰς τὰ δύο Ὑπουργεῖα.
§149Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόσον ποσὸν σκέπτεται νὰ ἀναγράψῃ ἐπὶ τῆς χορηγίας ταύτης...
§150ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, θὰ σᾶς εἴπω.
§151Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. .. Διότι μέχρι τοῦδε ἐτηρεῖτο ἡ τάξις, καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀναγράφηται τὸ σχετικὸν κονδύλιον.
§152ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἰς τὰς Πάτρας ἐδίδετο πρὸ ἐτῶν συνδρομὴ διὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς Βιοτεχνικῆς Ἑταιρείας. Παρακαλῶ καὶ ἐφέτος νὰ ὁρισθῇ ἓν ποσόν.
§153Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι· διότι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ δώσωμεν εἰς μίαν πόλιν, πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς ὅλας τὰς πόλεις. Κατηργήθησαν ὅλα αὐτά· εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτά.
§154Ι. ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὑπὲρ τοῦ συνδέσμου τῶν συντακτῶν τῶν Ἑλληνικῶν ἐφημερίδων πρέπει νὰ ἀναγραφῇ χορηγία 3,000 δραχμῶν. Εἶναι δικαιοτάτη ἡ αἴτησις αὕτη.
§155Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§156Σ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Γεωργικὸς Σύλλογος Τρικκάλων εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος συντάσσει τὴν στατιστικὴν τῶν σιτηρῶν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν χορηγία τις.
§157Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· οὔτε εἰς αὐτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ὡς ἀνωτέρω προστεθὲν νέον κεφάλαιον 31).
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δραχ. 13,589,259.50. Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§159Ι. ΠΑΛΑΣΚΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη εἰς τὸν περυσινὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἐκκλησίας εἰς τὴν κωμόπολιν Ἀσλανάρ. Ἀπὸ τοῦ 1897 ἡ κωμόπολις αὕτη στερεῖται ἐκκλησίας.
§160ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ σχετικὸν κεφάλαιον. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 1 καὶ 2, ὡς ἔχουσι).
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 3. «Ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις». (Ἀναγινώσκεται).
§162ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἐκτὸς τῶν ἐντύπων δηλώσεων ἔχω καταθέσει εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ δηλώσεις τινὰς ἐγγράφους· παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Γραμματέα νὰ ἀναγνώσῃ αὐτὰς, ἀντὶ νὰ τὰς ἀναγνώσω ἐγὼ, ὡς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§163Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καλλίτερον νὰ τὰς ἀναγνώσητε ὑμεῖς, διότι ὁ Γραμματεὺς τρέχει εἰς τὴν ἀνάγνωσιν καὶ δὲν ἀκούεται.
§164Π. ΣΑΚΚΗΣ. Πρὸ τῶν δηλώσεων ἔχω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἐὰν ἀρχίσῃ ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ προτείνῃ προτάσεις ἀφορώσας ἴδια συμφέροντα, ἐγὼ θὰ ὑποβάλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§165ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν ἄρθρῳ 1, «προσωπικὸν Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου», ἐδαφ. αʹ, παρακαλῶ νὰ προστεθῇ: «Εἷς καθηγητὴς ἐπίτιμος ἐπὶ 4 μῆνας, ἐπὶ ἐπιμισθίῳ δραχμῶν 100 κατὰ μῆνα, δραχ. 400». Ἐν ἄρθρῳ 3 νὰ προστεθῇ: «Μισθὸς ἐπιμελητοῦ τῆς τοξικολογίας καὶ ἰατρικῆς κλινικῆς ἐπὶ 6 μῆνας, πρὸς δραχ. 200 κατὰ μῆνα, ἐν ὅλῳ δραχ. 1200». Ἐπίσης: «Μισθὸς βοηθοῦ τῆς ἰατρικῆς κλινικῆς ἐπὶ 6 μῆνας, πρὸς δραχ. 90 κατὰ μῆνα, ἐν ὅλῳ δραχ. 540». Ἐν τέλει τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῇ: «Μισθὸς ἐπιμελητοῦ τῆς φρενολογικῆς κλινικῆς ἐπὶ 4 μῆνας, πρὸς δραχ. 150 κατὰ μῆνα, ἐν ὅλῳ δραχ. 600». Ἐν ἄρθρῳ 4 νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς τροποποίησις: «Μισθὸς κλητῆρος τοῦ Παθολογικοῦ Ἀνατομείου, διὰ μὲν τὸ πρῶτον ἑξάμηνον πρὸς δραχ. 60, διὰ δὲ τὸ δεύτερον πρὸς δραχ. 90, ἐν ὅλῳ δραχ. 900». Ἐν τέλει τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῇ: «Μισθὸς κλητῆρος φρενολογικῆς κλινικῆς ἐπὶ 4 μῆνας, πρὸς δραχ. 40 κατὰ μῆνα, ἐν ὅλῳ δραχ. 160.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 3, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν ἐντύπων καὶ τῶν προφορικῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 4, «Ἀστυκλινικὴ», ὡς ἔχει)
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 5. «Βιβλιοθῆκαι». (Ἀναγινώσκεται).
§167ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατὰ τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα τὸ λῆξαν ἔτος, περὶ Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, ὁ ὑπηρετῶν ἐκεῖ βιβλιοφύλαξ ἐπὶ βαθμῷ τμηματάρχου βʹ τάξεως προβιβάζεται εἰς τμηματάρχην αʹ τάξεως, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία του. Διὰ τοῦτο διὰ προφορικῆς δηλώσεως προτείνω τὴν τροποποίησιν τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κεφαλαίου πέμπτου τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὡς ἑξῆς: «Βιβλιοφύλαξ αʹ τάξεως, κατὰ μὲν τὸ πρῶτον ἑξάμηνον πρὸς δραχ. 320 κατὰ μῆνα, κατὰ δὲ τὸ δεύτερον πρὸς δραχ. 400, ἐν ὅλῳ δραχ. 4,320.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 5 μετὰ τῶν ἀνωτέρω τροποποιήσεων. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 6, 7 καὶ 8, ὡς ἔχουσι).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 9. «Ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία καὶ Μουσεῖον Καλῶν Τεχνῶν». (Ἀναγινώσκεται).
§169ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν τῷ κεφαλαίῳ 9, ἐπὶ τῇ βάσει προφορικῶν δηλώσεων, ζητῶ νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ἄρθρον 13 τὰ ἑξῆς δύο νέα ἐδάφια: «Μισθὸς γραμματέως βʹ τάξεως ἐπὶ μῆνας 6, πρὸς δραχ. 190 κατὰ μῆνα, ἐν ὅλῳ δραχ. 1,140. Μισθὸς κλητῆρος ἐπὶ μῆνας 6, πρὸς δραχμὰς 60 κατὰ μῆνα, ἐν ὅλῳ δραχ. 360.» Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν ἐντύπων δηλώσεων νὰ προστεθῶσιν εἰς μὲν τὸ ἄρθρον 9 δρ. 8,000, εἰς δὲ τὸ κεφάλαιον τοῦτο τὰ ἐφεξῆς δύο νέα ἄρθρα: «Ἄρθρον 14. Ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ἰδιωτικῶν περὶ τὴν Ἀκρόπολιν ἐκτάσεων, συμφώνως τῷ ἀπὸ 16 Φεβρουαρίου 1893 ΒΡΞΖʹ νόμῳ, δρ. 20,000. Ἄρθρ. 15. Ἐπισκευὴ τοῦ ἐν Ἔσω Γωνίᾳ τοῦ δήμου Καλλίστης τῆς ἐπαρχίας Θήρας κειμένου ἀρχαίου Βυζαντινοῦ ναοῦ «ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου», τοῦ καὶ «Ἐπισκοπὴ» προσονομαζομένου, δρ. 2,276,50.»
§170Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν, ὡς ἐκ τῶν ὀλίγων ἀκόμη συνεδριάσεων, νὰ συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ τὸ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθὲν συνεπείᾳ τῶν συστάσεών μου νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὡρίζετο ποσὸν δραχμῶν 5,000 διὰ τὴν διάσωσιν τοῦ μεγίστης ἐθνολογικῆς ἀξίας ναοῦ τοῦ Τιμίου Προδρόμου τῆς παλαιᾶς καὶ ἱστορικῆς Μητροπόλεως τῆς ἐπαρχίας μου Ἄργους, παρακαλῶ θερμῶς νῦν, ὅτε συζητεῖται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ ἀναγραφῇ τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προβλεπόμενον ποσὸν ὡς βοήθημα εἰς τὸ σχετικὸν κεφάλαιον τῶν βοηθημάτων, καθόσον ἡ ἀνάγκη ἐπείγει, οὐδ’ ἐπιτρέπεται ἔστω καὶ μικρὰ ἀναβολὴ, διότι τὸ κειμήλιον τοῦτο φόβος εἶναι νὰ καταρρεύσῃ, καὶ κατόπιν θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ σκεπτώμεθα περὶ ἀνοικοδομήσεως καὶ οὐχὶ διασώσεως τοῦ ναοῦ.
§171ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νομίζω, ὅτι εἶναι δικαιοτάτη ἡ αἴτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄργους. Θερμῶς ὑποστηρίζω αὐτὴν, ἀφοῦ διὰ δαπάνης ἐλαχίστου ποσοῦ δρ. 5,000 πρόκειται νὰ διασώσωμεν ναὸν ἔχοντα μεγίστην ἱστορικὴν καὶ ἐθνολογικὴν σημασίαν.
§172Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις διὰ τὸ Ἡρῷον Μεσολογγίου.
§173Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Προσετέθη τὸ ποσὸν τῶν 5,000 δραχμῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν κεφαλαίῳ 31, διὰ τὸν ἐν Ἄργει ἱερὸν ναὸν Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, καὶ ἑτέρων 5,000 διὰ τὸ Ἡρῷον Μεσολογγίου.
§174Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 9, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 10. «Νομισματικὸν Μουσεῖον». (Ἀναγινώσκεται).
§176ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ ἄρθρου 3 παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Δημοσίευσις καταλόγων τῶν νομισμάτων τοῦ Μουσείου καὶ ἔξοδα διδασκαλίας τῆς νομισματικῆς». Νὰ αὐξηθῇ δὲ ἡ πίστωσις αὐτοῦ κατὰ δραχμὰς 500. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 10, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 11. «Μέση ἐκπαίδευσις». (Ἀναγινώσκεται).
§178ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐντύπων δηλώσεων παρακαλῶ νὰ αὐξηθῇ ἐν ἄρθρῳ 2 ἡ συνδρομὴ εἰς τὸ ἐν Πύργῳ Γυμνάσιον κατὰ δραχ. 5,000, καὶ ἡ συνδρομὴ εἰς τὸ ἐν Καρδίτσῃ Γυμνάσιον κατὰ δραχ. 8,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11 μετὰ τῶν ἀνωτέρω προσθηκῶν).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 12. «Ἐμπορικαὶ Σχολαί». (Ἀναγινώσκεται).
§180ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν ἄρθρῳ 2, «ἔξοδα ὑπηρεσίας», παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι δραχ. 4,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 12 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 13. «Γυμναστική».
§182ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Συμφώνως πρὸς τὰς ἐντύπους δηλώσεις παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἐν ἐδαφίῳ θʹ τοῦ ἄρθρου 1 ποσὸν δραχ. 2,000 δι’ αὔξησιν μισθοῦ συμπληρούντων ὑπηρεσίαν πενταετῆ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 13 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 14, «Ἑλληνικὰ σχολεῖα», ὡς ἔχει).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 15. «Συνδρομαὶ καὶ βοηθήματα». (Ἀναγινώσκεται).
§184ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 15, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐντύπων καὶ προφορικῶν δηλώσεών μου, παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ἄρθρον 1 τὰ ἐφεξῆς ἐδάφια:
| Εἰς τὸ ἐν Ἀθήναις διδασκαλεῖον τῶν νη- | ||
| πιαγωγῶν | δραχ. | 5,000 |
| Εἰς τὴν ἐν Ζακύνθῳ Ἰσραηλιτικὴν κοινότητα | ||
| διὰ μισθοδοσίαν διδασκάλου | » | 1,200 |
| Ὁμοίως εἰς τὴν ἐν Κερκύρᾳ | » | 1,200 |
| » » » ἐν Ἀθήναις | » | 1,200 |
| » » » ἐν Χαλκίδι | » | 1,200 |
| » » » ἐν Ἄρτῃ | » | 1,200 |
| Εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Ἐπαγγελμ. Σχολὴν | » | 3,000 |
| Ὁμοίως εἰς τὴν ἐν Πάτραις συσταθησομέ- | ||
| νην ὁμοίαν Σχολήν, ὡς παράρτημα τῆς | ||
| ἐν Ἀθήναις | » | 2,000 |
| Εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Βιοτεχνικὴν Ἑταιρείαν | » | 2,000 |
| » » ἐν Ζακύνθῳ Λαϊκὴν Σχολὴν | » | 500 |
| » » Σχολὴν Ἀπόρων παίδων Πατρῶν | » | 2,000 |
| » » Ἐφημερίδα «τὰ Πάτρια» | » | 2,000 |
| » τὸν Σύλλογον «Παρνασσὸν» | » | 3,000 |
| Εἰς τὴν Ἐθνολογικὴν καὶ Ἱστορικὴν Ἑταιρείαν | δραχ. | 2,000 |
| » τὸν Σύλλογον τῶν Κυριῶν «Ἀνάστασις» | » | 200 |
| » » Σύλλογον πρὸς διάδοσιν ὠφελίμων | ||
| βιβλίων | » | 1,000 |
| Διὰ τὴν ἐκτύπωσιν μεσαιωνικῶν μελετῶν | » | 2,000 |
| Εἰς τὴν ἐν Πύργῳ Ἐμπορικὴν Σχολὴν | » | 500 |
| » » ἐν Ἀργοστολίῳ Σχολὴν ἀπόρων παίδων | » | 500 |
| Εἰς τὴν ἐν νέῳ Φαλήρῳ Κολυμβητικὴν Σχολὴν | » | 500 |
| Εἰς τὴν Χριστιανικὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν | » | 1,000 |
| Εἰς τὴν πρὸς παράστασιν ἀρχαίων δραμά- | ||
| μάτων Ἑταιρείαν | » | 3,000 |
(Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 15, ὡς ἀνωτέρω ἐτροποποιήθη).
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 16. «Στοιχειώδης ἢ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις». (Ἀναγινώσκεται).
§186ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν τῷ κεφαλαίῳ 16 διὰ προφορικῶν δηλώσεων παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν εἰς μὲν τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ τρίτου ἄρθρου δραχ. 3,000, εἰς δὲ τὸ ἄρθρον 12 τὸ ἑξῆς νέον ἐδάφιον: «Ἔξοδα Ὑποδιδασκαλείου πρὸς ἐπισκευὴν θρανίων κλπ. ἐπὶ σκοπῷ ἀνασυστάσεως ἑτέρων δύο Ὑποδιδασκαλείων δρ. 3,000». Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 13, μετὰ τὸ πρῶτον ἐδάφιον νὰ προστεθῇ νέον ἐδάφιον, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἕλλην δευτεροβάθμιος δημοδιδάσκαλος πρὸς δραχ. 120 κατὰ μῆνα, ἐν ὅλῳ δραχ. 1440.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 16 μετὰ τῶν ἀνωτέρω προσθηκῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 17, ὡς ἔχει).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 18. «Ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων».
§188ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἰς τὸ κεφάλαιον 18 διὰ τῶν ἐντύπων καὶ προφορικῶν δηλώσεών μου παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν εἰς μὲν τὸ ἄρθρον 1, «ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων», δρ. 216,724.37, εἰς δὲ τὸ ἄρθρον 2, «ἔξοδα διαγεγραμμένων χρήσεων», δραχ. 5,157. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 18, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§189Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δυνάμεθα νὰ μάθωμεν, εἰς τί ποσὸν ἀνέρχεται τὸ σύνολον τῶν νέων προσθέτων δηλώσεων;
§190ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἰς τὸ τέλος.
§191Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ποιήσωμαι μίαν δήλωσιν, ἡ ὁποία ἔρχεται εἰς ὑποστήριξιν τῶν ὅσα ἀνέπτυξα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τὰ ὁποῖα ἀπεκρούσθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες ἐβεβαίωσαν τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου. Διὰ τῶν γιγνομένων ἀπόψε προσθηκῶν ἐπέρχεται αὔξησις δαπανῶν ἀγόνων καὶ εὑρισκομένων εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἐπιβαλλόμενον καθῆκον τῶν οἰκονομιῶν, ὅπως δι’ αὐτῶν ἐξευρεθῇ ὅ,τι ποσὸν εἶναι δυνατὸν χάριν μεγάλων ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ τῶν σήμερον ὑφισταμένων ἐκτάκτων ἀναγκῶν. Ἀπόψε διὰ τῶν προσθέτων δηλώσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε δὲν ἐγνωρίζομεν, ἐπέρχεται αὔξησις δαπανῶν τοὐλάχιστον δραχμῶν 360,000.
§192Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι τόσων δραχμῶν 180,000.
§193Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 180,000 διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μόνον.
§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι. Εἶναι 50,000 ὑπὲρ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ δοθῶσιν· ἀφ’ ἑτέρου δὲ διαγράφονται ὅλα τὰ βοηθήματα, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο εἰς Συλλόγους τῆς Θεσσαλίας.
§195Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἂν θελήσητε τὰς 50,000 αὐτὰς τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας νὰ τὰς ἀφαιρέσητε, βεβαίως μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὸ ποσὸν τῶν αὐξήσεων τῶν δαπανῶν θ’ ἀνῆλθεν ἀπόψε εἰς 350,000 δραχμάς. Αἱ 350,000 αὗται ἔρχονται εἰς ἐπικύρωσιν τῶν λεχθέντων ὑπ’ ἐμοῦ, ὅτι δὲν ἐπεδιώχθησαν οἰκονομίαι διὰ περικοπῶν τῶν μὴ ἐπιβαλλομένων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε καὶ πρέπει, Κύριοι, νὰ γίνωνται ἐν εἰλικρινείᾳ, ἐὰν πράγματι ἐργαζώμεθα ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἔπρεπε νὰ συναισθανθῶμεν, ὅτι πρέπει νὰ περικόψωμεν τὰς δαπάνας καὶ ὄχι νὰ προσθέσωμεν ἀπόψε 350,000 δραχμάς· διότι, διὰ νὰ καλύψωμεν καὶ τὰς νέας ταύτας δαπάνας, πρέπει ἴσως νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι δέον νὰ ψηφίσωμεν οἱονδήποτε νόμον φορολογικὸν, εἴτε ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων εἴτε ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ἢ ἐπὶ οἱουδήποτε ἄλλου, ὥστε νὰ πορισθῶμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ, κατὰ τὸ ὁποῖον ηὐξήσαμεν ἀπόψε τὰς δαπάνας. Ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ποιήσωμαι τὴν δήλωσιν ταύτην μετὰ τὰ γενόμενα, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὅσα ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δραχ. 5,518,577.87. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν. (Ἀναγινώσκονται τὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν δηλώσεων). Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δραχ. 20,755,498.06. Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν. (Ἀναγινώσκονται τὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν δηλώσεων). Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δραχ. 8,587,710.40. Ταμεῖον Φάρων καὶ Φανῶν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν ἐκ δραχ. 725,000). Ταμεῖον Ἐθνικοῦ Στόλου. (Ἀναγινώσκονται τὰ κεφάλαια Αʹ καὶ Βʹ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι). Κεφάλαιον Γʹ. «Φαρικὰ καὶ τέλη ἀγκυροβολίας». (Ἀναγινώσκεται).
§197ΣΠΥΡ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἄρθρον 4, ὡς ἑξῆς: «Διὰ τὴν ἀπὸ 10 εἰς 30% αὔξησιν τῶν φαρικῶν τελῶν δραχ. 100,000.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Γʹ μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια Δʹ, Εʹ καὶ Ϛʹ, ὡς ἔχουσι).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Ζʹ. «Ἐκποίησις ἀχρήστου ὑλικοῦ».
§199ΣΠΥΡ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν εἰς δραχμὰς 300,000. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ προστεθῇ κεφάλαιον Ηʹ, ὡς ἑξῆς: «Πρόσοδος λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου δραχμαὶ 200,000». Τὸ δὲ κεφάλαιον Ηʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ γείνῃ Θʹ, μετὰ τῆς ἑξῆς προσθήκης: «Ἄρθρον 4. Καταβολαὶ τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης Ἀβέρωφ δραχ. 800,000.» (Γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια Ζʹ, Ηʹ καὶ Θʹ, ὡς ἐτροποποιήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου διὰ τὸ ἔτος 1904 δραχ. 2,057,392.80 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ 53,710 εἰς χρυσόν. Προβαίνομεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, δραχ. 120,200,247.84 διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, καὶ δραχ. 725,000 διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 4 πρὸ μεσημβρίας τῆς ἐπιούσης).