1904.06.12
891 rows · 6,769 words · 85 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
τῆς 12 Ἰουνίου 1904.
(Σάββατον).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 7 μ. μ., ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν ὑπηκόων Ἑλλήνων, βιούντων ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ, παρακαλούντων, ὅπως διὰ νομοθετήματος ἐπιβληθῇ εἰς ἅπαντας τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑπηκόους Ἕλληνας φόρος εἰσφορᾶς ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης μιᾶς τουρκικῆς λίρας κατ’ ἄτομον. Ὡσαύτως ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Ροβολιαρίου τῆς Φθιώτιδος, παρακαλούντων τὴν Βουλὴν νὰ ἱδρυθῇ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ διδακτήριον εἰς τὸ χωρίον των. Ὁ βουλευτὴς Φαρσάλων κ. Πλατσῆς ὑποβάλλει τὰς ἑξῆς δύο προτάσεις νόμων: 1) Περὶ διαθέσεως δραχμῶν 19,000 ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιίας τῶν δήμων Φαρσάλων καὶ Εὐυδρίου πρὸς διαρρύθμισιν τῆς κοίτης τοῦ χειμάρρου Ἀϊκλῆ. 2) Περὶ διαθέσεως δραχμῶν 5,500 ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιίας τοῦ δήμου Σκοτούσης τῆς ἐπαρχίας Φαρσάλων πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν τῷ χωρίῳ Δοβλατᾷ, πρωτευούσῃ τοῦ δήμου τούτου. Ἀμφότεραι αἱ προτάσεις νόμων αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 129 καὶ 130). Ὁ κ. Κολιάτσος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2ΙΣΙΔ. ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Πολλοὶ συμπολῖταί μου, κύριε Πρόεδρε, παραπονοῦνται κατὰ τῆς ὑπηρεσίας τῆς τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἡ συγκοινωνία αὕτη τῶν δύο πόλεων εὑρίσκεται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν. Ἐζήτησα νὰ ἐξακριβώσω τὸ βάσιμον τῶν παραπόνων αὐτῶν· ἐὰν δὲ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω, εἶναι ἀκριβεῖς, ἡ οὐχὶ εὐχάριστος, διὰ νὰ μὴ εἴπω τι χειρότερον, κατάστασις τῆς συγκοινωνίας τῆς τηλεφωνικῆς ὀφείλεται κυρίως εἰς δύο λόγους· ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὸ πλημμελὲς τοῦ συστήματος τῆς τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας, νεωτάτου συστήματος, ἀλλὰ πλημμελοῦς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ κυρίως εἰς τὸ ὀλιγάριθμον τῶν γραμμῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἐνεργεῖται ἡ τηλεφωνικὴ συγκοινωνία μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι διὰ τὴν τηλεφωνικὴν συγκοινωνίαν τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, τῶν δημοσίων γραφείων, τῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν τριακοσίων περίπου συνδρομητῶν ὑπάρχουσι μόνον 14 γραμμαί, ἐκ τῶν δεκατεσσάρων δὲ τούτων γραμμῶν αἱ τρεῖς δὲν πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσι, διότι εἶναι ἀδύνατον μὲ τὸ ὑπάρχον σύστημα νὰ μὴ πάθωσι τρεῖς γραμμαὶ καθ’ ἑκάστην καὶ διὰ τὴν ἀτέλειαν τοῦ συστήματος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν ἐπιβλέψεως. Ἐκ τῶν ὑπολειπομένων 11 γραμμῶν αἱ 5 ἀπασχολοῦνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ὑπουργείων, τῶν δημοσίων γραφείων καὶ τῆς ἀστυνομίας, ὥστε διὰ τὴν τηλεφωνικὴν συγκοινωνίαν τῶν 300 συνδρομητῶν δὲν ὑπάρχουσιν ἢ μόνον 6 ἢ 7 ἐν ὅλῳ γραμμαί. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ αὐξήσῃ τὰς γραμμὰς εἰς 25 ἢ 30, ὅσαι θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θέλῃ νὰ αὐξήσῃ ταύτας, λόγῳ ὅτι ἡ αὔξησις ἐπάγεται πρόσθετον δαπάνην, τότε εἶναι προτιμότερον νὰ ἐκχωρηθῇ ἡ τηλεφωνικὴ ὑπηρεσία εἰς μίαν Εὐρωπαϊκὴν ἑταιρείαν, ἀφοῦ τὸ Κράτος εἶναι ἀνίκανον νὰ διεξαγάγῃ τοιαύτην ὑπηρεσίαν.
§3Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἀνέγνωσα σήμερον εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις ἐκδιδομένην ἐφημερίδα «Ἡμερησίαν», ὅτι «προσκαλοῦνται οἱ αἰτησάμενοι νὰ συμμετάσχωσι τοῦ προκηρυχθέντος διαγωνισμοῦ πρὸς κατάληψιν τῆς θέσεως τοῦ ἐπιμελητοῦ ἐν τῷ χημικῷ ἐργαστηρίῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κύριοι Ἀντωνόπουλος, Ζάρπας καὶ Κουτουμάνος, ἵνα προσέλθωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὴν 21 Ἰουνίου ἐ. ἔ., ἡμέραν Δευτέραν καὶ ὥραν 9 π. μ.» Ὡς ἐνθυμεῖσθε, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὰ τέλη παρελθόντος μηνὸς Μαρτίου ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον ΓϚʹ, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, κατόπιν διαγωνισμοῦ νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν ἐπιμελητοῦ χημικοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ τμῆμα τὸ τελωνειακόν. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τούτου προσδιορίζει τὰ προσόντα, διὰ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ περιβάλλωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ γείνωσι δεκτοὶ εἰς τὸν διαγωνισμόν. Ὁ διαγωνισμὸς, ὡς εἴδετε, προεκηρύχθη, θὰ προσέλθωσι δὲ τρεῖς νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις, καὶ βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν ἑνὸς τῶν τριῶν θὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Τὸ ἄρθρον 3, ἐπαναλαμβάνω, προσδιορίζει τὰ προσόντα τῶν διαγωνισθησομένων (ἀναγινώσκει): «Ἐπιμελητὴς τοῦ Χημικοῦ Ἐργαστηρίου διορίζεται, κατόπιν διαγωνισμοῦ, ὁ ἔχων δίπλωμα φυσικῶν ἐπιστημῶν Πανεπιστημίου ἢ πτυχίον χημικοῦ ἀνεγνωρισμένης ἀνωτέρας Ἀκαδημίας ἢ Σχολῆς». Πρέπει δηλαδὴ νὰ ἔχῃ τὸ προσὸν τοῦ διπλώματος Πανεπιστημίου ἢ τὸ προσὸν τοῦ πτυχίου ἀνωτέρας Ἀκαδημίας ἢ Σχολῆς ἀνεγνωρισμένης ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Γνωρίζω μετὰ θετικότητος, ὅτι μεταξὺ τῶν τριῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποστῶσι τὸν προηκρυχθέντα διαγωνισμόν, ὑπάρχει τις, λίαν γνωστὸς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω καὶ ὁ ὁποῖος στερεῖται τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον 3 ἐπιτάσσει, διότι ὁ Κύριος οὗτος δὲν ἔχει δίπλωμα Πανεπιστημίου τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν, δὲν ἔχει πτυχίον Ἀκαδημίας ἢ Σχολῆς ἀνεγνωρισμένης ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ἔχει μόνον πτυχίον τῆς Ἀκαδημίας Ρουσοπούλου. Ἀλλ’ ἡ Ἀκαδημία Ρουσοπούλου δὲν εἶναι Σχολὴ ἢ Ἀκαδημία ἀνεγνωρισμένη ὑπὸ τῆς Πολιτείας, καὶ περὶ τούτου οὐδεμία δύναται νὰ ἐγερθῇ ἀμφισβήτησις· διότι, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ὑπῆρχεν ἐποπτεία καὶ ἂν ἦτο ἀνεγνωρισμένη ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἡ Σχολὴ αὕτη, δὲν θὰ διωρίζετο ἐπιτροπεία, ὅπως παραστῇ εἰς τὰς ἐτησίας ἐξετάσεις τῆς Σχολῆς ταύτης; Δὲν θὰ διωρίζοντο οἱ καθηγηταί, οἱ ὁποῖοι ἐνασκοῦσι τὰ καθήκοντα τοῦ καθηγητοῦ ἢ διδασκάλου ἐν τῇ Σχολῇ ταύτῃ, ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ; Δὲν θὰ περιεβάλλοντο οἱ καθηγηταὶ, οἱ διδάσκοντες εἰς τὴν Ἀκαδημίαν ταύτην, μὲ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος κελεύει, προκειμένου περὶ διορισμοῦ καθηγητῶν ἢ διδασκάλων; Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω σωρείαν ὁλόκληρον καθηγητῶν διδασκόντων ἐν τῇ εἰρημένῃ Ἀκαδημίᾳ, δηλαδὴ διδασκάλων, ἤτοι ἀνθρώπων ἐχόντων γνώσεις, τὰς ὁποίας θέλουσι νὰ μεταδώσωσιν εἰς τοὺς μαθητάς των, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν περιβάλλονται μὲ κανὲν προσὸν, οὐδὲ μὲ δίπλωμα, οὐδὲ μὲ ἄλλο προσὸν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος, προκειμένου περὶ διορισμοῦ καθηγητῶν ἢ διδασκάλων, ἀναγράφει (Ἀναγινώσκει ὀνόματά τινὰ). Εἰς τὸν διορισμὸν αὐτῶν βεβαίως δὲν θὰ προέβη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διότι οὗτοι δὲν ἔχουσι τὰ προσόντα. Ὥστε δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφισβήτησις, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται μέλλων νὰ ὑποστῇ τὸν διαγωνισμὸν στερεῖται τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ὡρισμένως καὶ κατηγορηματικῶς ἀπαιτεῖ. Ὅτε ὁ νόμος οὗτος συνεζητεῖτο, ὁ κ. Δεληγεώργης λίαν δεδικαιολογημένως προσεπάθησε νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι μεταξὺ τῶν μελλόντων νὰ διαγωνισθῶσι διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἐπιμελητοῦ τοῦ χημικοῦ ἐργαστηρίου ἔπρεπε νὰ καταλεχθῶσι καὶ οἱ φαρμακοποιοὶ, οἱ ὁποῖοι καὶ γενικὴν καὶ εἰδικὴν χημείαν σπουδάζουσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Αὕτη ἦτο ἡ γνώμη τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἡ λίαν δεδικαιολογημένη, πρὸς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ συνεφώνουν· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπέρριψε τὴν τροπολογίαν ταύτην, καὶ παρεδέχθη ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ ὑποστῶσι τὸν διαγωνισμὸν πρὸς κατάληψιν τῆς θέσεως τοῦ ἐπιμελητοῦ πρέπει νὰ ἔχωσι μόνον τὸ προσὸν τοῦ διπλώματος τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἢ τοῦ πτυχίου ἀνωτέρας Ἀκαδημίας ἢ Σχολῆς ἀνεγνωρισμένης ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπ’ ὄψιν τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ, καὶ νὰ διατάξῃ ὅ,τι τὸ δίκαιον καὶ ὁ νόμος κελεύει.
§4Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν;
§5Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐτελείωσα. Θὰ παρακαλέσω, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν προσόντων τῶν διαγωνισθησομένων καὶ ἑπομένως τὴν διαγραφὴν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος προσώπου, — τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα παραλείπω, διότι εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, — καὶ νὰ διαγωνισθῶσι μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ προσόντα καὶ διὰ τοὺς ὁποίους προβλέπει ὁ ψηφισθεὶς νόμος. Διότι, ἐὰν, κύριε Ὑπουργὲ, πρόκηται ἐν τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ ἑνὸς νόμου νὰ παραβιάζωμεν ὡρισμένας διατάξεις αὐτοῦ, νομίζω ὅτι δὲν βαίνομεν ὁδὸν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ὁδηγήσῃ τὸ ἔθνος εἰς τὸ καλόν.
§6Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς ἐμὲ, κύριε Βουλευτὰ, ὁ ἁρμόδιος εἰσηγητὴς προσήγαγε τὰς ὑποβληθείσας αἰτήσεις πρὸς διαγωνισμόν. Ἠρώτησα αὐτὸν, ἂν αἱ αἰτήσεις αὗται συνοδεύονται ὑπὸ τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα δίδουσιν εἰς τοὺς αἰτοῦντας τὸ δικαίωμα νὰ διαγωνισθῶσι, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι οὕτως ἔχουσι κατὰ τὸν νόμον. Ἑπομένως ὑπέγραψα τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου καλοῦνται εἰς διαγωνισμόν. Ἀλλὰ δοθείσης μοι νῦν ἀφορμῆς ἐκ τῶν παρατηρήσεών σας, θὰ ἐξετάσω· ἐὰν δέ τις τῶν μελλόντων νὰ διαγωνισθῶσι δὲν ἔχῃ τ’ ἀπαιτούμενα προσόντα, θὰ πράξω τὸ καθῆκόν μου. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας κ. Στεφανίδης προέβαλεν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἀστυνόμου Σκύρου, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν ποινικὴν καταδίωξιν ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου διά τινας κτηνοτρόφους, μὴ δηλώσαντας ἐγκαίρως τὰ κτήνη των. Ὄντως ὁ εἰρημένος ἀστυνόμος, παρὰ τὰς συστάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, προέβη εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν· ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ λόγον. Ἀλλὰ τὸ κυριώτερον, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ περιστάσει ταύτη ἐνήργησα, ἦτο νὰ διατάξω τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον νὰ μὴ πληρώσουν οἱ μὴ ἐγκαίρως δηλώσαντες. Ἐγένετο ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει λόγος περὶ τοῦ τελωνείου Πατρῶν, δηλαδὴ περὶ συμπληρώσεως τοῦ οἰκοδομήματος τοῦ τελωνείου. Εἶχον εἰπεῖ τότε, ὅτι ἡ Λιμενικὴ ἐπιτροπὴ δὲν εἶχεν ἀποδεχθῆ νὰ ὑποβληθῇ εἰς οὓς ὅρους ὑπεβλήθη διὰ τὸ φιλονεικούμενον ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη, τῶν 400,000 δραχμῶν· ἀλλὰ μετὰ τοῦτο ἡ Λιμενικὴ ἐπιτροπὴ διὰ τηλεγραφήματός της ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὁ κυριώτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν συνήνει νὰ ἀναλάβῃ τὴν καταβολὴν τοῦ ποσοῦ τῶν 270,000 δραχμῶν, εἶναι, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ὁ τόκος ὁ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πληρωνόμενος λόγῳ ἐνοικίου ἀνέρχεται μόνον εἰς 5%, ἐνῷ ἡ ἐπιτροπὴ ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ 6%, ἐζήτησε δέ, ὅπως ἐπὶ τῶν 270,000 δραχμῶν ὁ τόκος ἀναβιβασθῇ ἀπὸ 5% εἰς 6%, καὶ τοῦ προηγουμένου δανείου τῶν 400,000 δραχμῶν ἐπίσης, διότι τοσοῦτον τόκον πληρώνει καὶ ἡ Λιμενικὴ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν Τράπεζαν. Πρὸς δὲ ἐζήτησε νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὴν νὰ ἐκδώσῃ διὰ τὰ δύο ταῦτα δάνεια — ἂς τὰ ὀνομάσω οὕτως — ὁμολογίας. Ἐζήτησε τέλος νὰ ἐγγυηθῇ διὰ τὸ δάνειον τοῦτο τὸ Κράτος. Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον, δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα τοιαύτη ἐγγύησις δοθῇ, διότι τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει ἀπέναντι τῆς Λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, λόγῳ ἐνοικίου, νὰ πληρώνῃ τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον. Ὡς πρὸς τὰς δύο ἄλλας αἰτήσεις, εὗρον ὅτι εἶναι δίκαιαι· διότι, ὅταν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ δανεισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς 5%, ἀλλὰ μόνον πρὸς 6%, δὲν ὑπάρχει λόγος τὸ Δημόσιον νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Λιμενικῆς ἐπιτροπῆς θυσίαν 1%. Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν ὁμολογιῶν, νομίζω ὅτι δὲν θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Λιμενικὴν ἐπιτροπήν· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ θέτει ὡς ὅρον...
§7Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Διὰ τῆς ἐκδόσεως ὁμολογιῶν ἐλπίζω ὅτι θὰ εὕρῃ χρήματα πρὸς 5%.
§8Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω 5% διὰ τὰς 400,000 καὶ 6% διὰ τὰς 270,000... Κατ’ ἐμέ, λέγω, τοῦτο, δὲν θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Λιμενικὴν ἐπιτροπήν· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ἔθεσεν ὡς ὅρον, δὲν εὗρον ὅτι τοῦτο παρουσιάζει δυσκολίας εἰς τὸ νὰ προκαλέσω νόμον ἐπιτρέποντα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προέλθῃ εἰς τοιαύτην σύμβασιν μετὰ τῆς Λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ὥστε νὰ διευκολυνθῇ ἡ οἰκοδομὴ τοῦ τελωνειακοῦ καταστήματος καὶ νὰ δυνηθῇ ἡ πόλις τῶν Πατρῶν νὰ ἔχῃ τελωνεῖον σύμφωνον πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς λιμενικῆς ὑπηρεσίας. Τοιοῦτο νομοσχέδιον ὑποβάλλω νῦν. Κατὰ τὸ 1902 εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς λιμενοβραχίονος ἐν τῇ ἀκτῇ Λευκίμμης, διότι καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς τὰς δαπάνας τῆς μεταφορᾶς τοῦ ἅλατος, καὶ ἡ εὐκολία ἡ ὀφειλομένη εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται πρὸς μεταφορὰν τῶν ἁλάτων ἀπὸ τῆς Λευκίμμης εἰς τὴν πόλιν τῆς Κερκύρας, ἐπιβάλλουσι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπεσκέφθησαν τὴν Λευκίμμην, οἱ ἔχοντες ἀνάγκην νὰ φορτώσωσι τὸ ἅλας τοῦτο εἰς πλοῖα, καὶ διὰ τῶν πλοίων αὐτῶν νὰ μεταφέρωσιν εἰς Κέρκυραν, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ φορτώνωσι τοῦτο φέροντες ἐπ’ ὤμου ἐντὸς τῆς θαλάσσης τὸ φορτίον, καὶ οὕτως ἡ μεταφορὰ τοῦ ἅλατος καὶ δαπανηρὰ καὶ ἐπιβλαβὴς καθίσταται. Εἶχε τότε ἀναγνωρισθῆ ἡ ἀνάγκη καὶ εἶχε συνταχθῆ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐνεκρίνετο ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἔμεινεν ἐκκρεμὲς ἔκτοτε, δι’ ἄλλους λόγους. Μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σήμερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται νὰ κατασκευασθῇ τὸ ἔργον τοῦτο, ὡς καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 131 καὶ 132).
§10Ι. ΡΩΤΑΣ. Πρὸ καιροῦ, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 1 Μαρτίου, εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν ἐπερώτησιν, διὰ τῆς ὁποίας παρεκάλουν αὐτὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν κατὰ Φεβρουάριον ἐ. ἔ. μετάθεσιν τηλεγραφικοῦ ὑπαλλήλου ἐξ Ἀθηνῶν εἰς τὸ τηλεγραφικὸν γραφεῖον Κέας, καίτοι ὑπῆρχε τοιοῦτος ἐκεῖ, καὶ συγχρόνως νὰ μοὶ δώσῃ σχετικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας καθώριζον ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου τότε. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεσχέθη, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου ἤθελεν ἐκπληρώσει τὴν παράκλησίν μου, καὶ ὅτι ἤθελε καταθέσει τὰ ἔγγραφα καὶ παράσχει τὰς πληροφορίας· ἀλλὰ καίτοι διέρρευσεν ἔκτοτε πολὺς χρόνος, ἐσιώπησε. Δὲν γνωρίζω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἔκρινε καλὸν νὰ σιωπήσῃ.
§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶχον φέρει τὴν ἀπάντησιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐζητήσατε πλέον τὰ ἔγγραφα, δὲν τὰ κατέθεσα. Εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν θέλω καταθέσει αὐτά.
§12Ι. ΡΩΤΑΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ σᾶς τὸ ὑπενθυμίσω, διὰ νὰ τὰ καταθέσητε. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ἂν ἐθεώρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπουσιώδη τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ ἐσιώπησεν· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἦτο οὐσιωδεστάτη, διότι ἀφεώρα πρᾶξιν αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ὁποία κακίζεται ὡς μὴ σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον καὶ μὴ συμφέρουσα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι τηλεγραφικὸν γραφεῖον τρίτης τάξεως δὲν ἦτο ἀνάγκη οὔτε ἐπετρέπετο ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ ὑπηρετῆται ἀπὸ δύο τηλεγραφικοὺς βοηθοὺς ά τάξεως. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ σιωπὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προῆλθεν ἐκ προνοίας.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα.
§14Ι. ΡΩΤΑΣ. Πολὺ καλά.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, ἐὰν ἔχητε ἐπὶ ἄλλου ζητήματος νὰ εἴπητε.
§16Ι. ΡΩΤΑΣ. Ἔλεγον λοιπόν, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ διορίσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δεύτερον τηλεγραφικὸν βοηθὸν ά τάξεως εἰς τὸ τηλεγραφικὸν γραφεῖον Κέας, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς συστάσεώς του λειτουργεῖ δι’ ἑνὸς μόνου ὑπαλλήλου, ἐνῷ εἰς ἄλλα γραφεῖα ὑπῆρχεν ἔλλειψις ὑπαλλήλων. Δικαιοῦμαι ὅθεν νὰ ἔχω τὴν ἰδέαν καὶ τὴν γνώμην, καὶ μετ’ ἐμοῦ καὶ ὅσοι γνωρίζουσι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ὅτι ἡ τοποθέτησις τοῦ δευτέρου τηλεγραφικοῦ ὑπαλλήλου ἐν Κέᾳ ἐγένετο σκοπίμως καὶ ἀπὸ σχεδίου, διὰ νὰ ἐξαναγκασθῇ δηλονότι ὁ πρῶτος ὑπηρετῶν ἐκεῖ τηλεγραφικὸς ὑπάλληλος, τοῦ ὁποίου τὴν μετάθεσιν δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιτύχωσι δι’ ἄλλου τρόπου, νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν περὶ μεταθέσεως. Ἕνεκα τούτου ἐτοποθέτησαν ἐκεῖ τὸν δεύτερον τηλεγραφικὸν βοηθὸν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας, διότι οὐδεμίαν ἀπολύτως ἐργασίαν ἐξετέλει, ἀλλ’ ἔμεινεν ἔκτοτε καὶ μένει ἔτι, περιφερόμενος ἐν Κέᾳ ἄεργος. Ἀλλ’ ὁ ἐξαναγκασμὸς οὗτος δὲν ἐπέτυχεν. Ἐπέτυχεν ἴσως εἰς ἄλλα μέρη, ὅπως π. χ. εἰς Κύθηρα καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, διότι καὶ ἀλλαχοῦ μετῆλθον τὰ αὐτὰ τεχνάσματα πρὸς καταδολίευσιν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐν Κέᾳ δὲν ἐπέτυχε, διότι ὁ πρῶτος τηλεγραφικὸς ὑπάλληλος, καίτοι ἀπώλεσεν ὅλας τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας εἶχε, καὶ τὰς ὁποίας ὁ δεύτερος, ὡς ἀρχαιότερος καὶ συνεπῶς προϊστάμενος, ἀφήρεσεν ἀπ’ αὐτοῦ, δὲν ἠθέλησε νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν περὶ μεταθέσεώς του, ἔκτοτε δὲ παρέμειναν καὶ οἱ δύο ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐκείνῃ. Τοιουτοτρόπως τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη ἐπὶ πέντε ἤδη μῆνας τὸν μισθὸν τοῦ δευτέρου ὑπαλλήλου, τοῦ παραμένοντος ἄνευ ὑπηρεσίας καὶ παρανόμως εἰς τὸ ἐν λόγῳ τηλεγραφεῖον. Ἀφοῦ οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν ἐκτόπισιν τοῦ προϋπηρετοῦντος ὑπαλλήλου ἀπέτυχον εἰς τὸ σχέδιον, ὅπερ ἐξέθηκα, ἐτράπησαν εἰς ἄλλην μέθοδον, ἐπίσης παράνομον. Ἐπεδίωξαν δηλονότι καὶ ἐπέτυχον τὴν ἔκδοσιν διαταγῆς τῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτάσσεται ὁ προϋπηρετῶν ἐν Κέᾳ τηλεγραφικὸς ὑπάλληλος νὰ ἐγκαταλείψῃ ἀμέσως τὸ εἰς ὃ ὑπηρετεῖ γραφεῖον καὶ ἔλθῃ ἐνταῦθα, ἵνα ἐργάζηται εἰς τὸ τηλεγραφεῖον Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι καὶ ἡ σοφιστικὴ αὕτη μέθοδος δὲν εἶναι νόμιμος, διότι κατὰ τὴν παράγραφον 12 τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου ΒΨΞΗʹ τοῦ 1900 περὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ἐπιτρέπεται ἡ καθ’ ὡρισμένας ἐποχὰς προσωρινὴ ἀπόσπασις τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων πρὸς ἐνίσχυσιν ἄλλων τηλεγραφικῶν γραφείων εἴτε ἕνεκα δημοσίας ἀσφαλείας, εἴτε ἕνεκα θεομηνίας, εἴτε ἕνεκα συγκομιδῆς καρπῶν, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, ὁριζομένους ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται νὰ γνωματεύσῃ τὸ παρὰ τῇ Γενικῇ Διευθύνσει Συμβούλιον, καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ὁ Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις αὗται ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐτηρήθησαν, εἶναι νόμιμοι; Φρονῶ, ὄχι· καὶ λέγω ὄχι, διότι ὑπάρχει τὸ Διάταγμα τῆς 13 Ἰουλίου 1900, τὸ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ προμνησθέντος νόμου ἐκδοθέν, ὅπερ εἰς τὸ ἄρθρον 5 ὁρίζει, ὅτι ἡ ἐνίσχυσις τῶν γραφείων, τῶν ἐχόντων ἀνάγκην τοιαύτης, γίνεται ἀπὸ τὰς πλησιεστέρας τηλεγραφικὰς διευθύνσεις, ἢ ἀπὸ τὰ πλησιέστερα τηλεγραφικὰ γραφεῖα πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως. Ἀλλὰ τὸ τηλεγραφικὸν γραφεῖον Κέας εἶναι τρίτης τάξεως. Πῶς λοιπὸν ἀποσπᾶται ἐκεῖθεν ὁ προϋπηρετῶν τηλεγραφικὸς ὑπάλληλος καὶ προσκολλᾶται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ γραφείου Ἀθηνῶν; Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη, καὶ ἂν ἐπετρέπετο ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἀποσπασθῇ ἐκ Κέας τηλεγραφικὸς ὑπάλληλος, δὲν νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἦτο νομιμώτερον καὶ προτιμότερον νὰ ἀποσπάσῃ τὸν παρανόμως καὶ περιττῶς τελευταῖον ἐκεῖ τοποθετηθέντα;
§17Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιφυλάσσομαι τὴν Δευτέραν νὰ φέρω τὰ ἔγγραφα, καὶ ἂν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὅπως λέγετε, βεβαίως θὰ διορθώσω τὸ ἄτοπον.
§18Ι. ΡΩΤΑΣ. Λαμβάνων ὑπὸ σημείωσιν τὴν ἐπίσημον ταύτην δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι θὰ ἀρθῇ ἡ παρανομία, ἀφοῦ τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς ἐξέθεσα αὐτά. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἵνα ἀπὸ τοῦδε σπεύσῃ καὶ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς διαταγῆς, ἥτις ἐξεδόθη ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ δι’ ἧς διατάσσεται ὁ τηλεγραφικὸς ὑπάλληλος Ι. Καμπάνης νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ γραφεῖον Κέας καὶ ἔλθῃ ἐνταῦθα διὰ πρώτης θαλασσίας εὐκαιρίας.
§19Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἄλλα γραφεῖα συμβαίνουσι τὰ αὐτά.
§20Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι δά!
§21Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ Αἴγιον.
§22Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τί ἔλεγον προχθὲς περὶ σπείρας προδοτῶν ἐν Κρήτῃ. Βλέπετε τώρα τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐνεργειῶν των. Τὰ ἄρθρα αὐτῶν τὰ ἀντεθνικὰ, τὰ προδοτικὰ, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς καὶ παραδόξως εὗρον χῶρον καὶ ὑποστήριξιν εἰς Ἀθηναϊκὰς ἐφημερίδας, τὰ μετέφεραν οἱ Βούλγαροι εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας, καὶ ὑποστηρίζουσιν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν, ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ Πρίγκηπος ἐν Κρήτῃ ἀπέτυχεν οἰκτρῶς, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Κρήτης ἀποκρούει τὸν Πρίγκηπα ὡς τύραννον, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Κρήτης δὲν ποθεῖ τὴν ἕνωσιν, ἀλλὰ ποθεῖ νὰ ὑπαχθῇ ὑπὸ τὴν προστασίαν μιᾶς Εὐρωπαϊκῆς Δυνάμεως. Ποία βλάβη γίνεται εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἐκ τῶν φρικτῶν αὐτῶν ψευδολογημάτων, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ λάβῃ μέτρα ἡ Κυβέρνησις, διότι τὸ κακὸν γίνεται εὐκόλως, διότι οἱ ὀλίγοι ἐκεῖνοι προδόται δύνανται νὰ φέρωσι καταστροφήν. Δυστυχῶς δύο ἐφημερίδες, αἱ «Ἀθῆναι» καὶ ἡ «Ἑσπερινὴ», ἐξακολουθοῦσι δημοσιεύουσαι τὰ ἄρθρα τῶν προδοτῶν καὶ ὑποστηρίζουσαι αὐτοὺς, μία δ’ ἐξ αὐτῶν ἐδημοσίευσε χθές, ὅτι «ἀφίκετο ἐκ Κρήτης, ἀδίκως καταδιωχθεὶς ἐκεῖ, ὁ ἀγαθὸς πατριώτης Παρθένιος Κελαϊδῆς, ὅστις ἀγαθὰς ὑπηρεσίας προσέφερεν εἰς τὴν πατρίδα», αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἐπὶ 35 ἔτη ἐν Κρήτῃ καὶ Ἀθήναις, καὶ ἰδίως εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὅπου διετέλεσεν ἐπὶ εἰκοσιπέντε ἔτη ἐφημέριος, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξε καὶ πράττει παρὰ νὰ προδίδῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ νὰ ἀντιδρᾷ εἰς τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης καὶ νὰ χρηματίζηται, προσποιούμενος τὸν πατριώτην καὶ ἐκμεταλλευόμενος τὸ ὄνομα Παρθένιος, τὸ ὁποῖον ἔφερε καὶ ἄλλος ἱερεὺς τῆς Κρήτης, ὁ μάρτυς καὶ πρωταγωνιστὴς, ὁ στῦλος ὁ ἀκλόνητος τοῦ ἐν Κρήτῃ ἐθνικοῦ οἰκοδομήματος, τὸ σέμνωμα τῶν ἀγωνιστῶν τῆς Κρήτης, ὁ Παρθένιος Περίδης, ὁ πρὸ μικροῦ ἀποβιώσας...
§23Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν, νομίζω, κύριε Πρόεδρε, νὰ λέγωνται τοιαῦτα ἐν τῇ Βουλῇ.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω τοῦτο.
§25Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, πῶς πρέπει νὰ ὁμιλῶ καὶ πότε ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζετε· ἀλλ’ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρωνται εἰς τὴν Βουλήν.
§27Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Κρήτης θὰ ἐξεγερθῇ κατὰ τῶν ψευδολογημάτων, θὰ συνέλθῃ κατὰ ἐπαρχίας καὶ κατὰ χωρία, διότι τοῦτο ἔπραξε πάντοτε, ὁσάκις ἐπισήμως ἠμφισβητήθη τὸ ἐθνικὸν φρόνημά του, καὶ θὰ διαψεύσῃ τὰ δημοσιευθέντα καὶ θὰ τὰ ἀποδοκιμάσῃ, καὶ θ’ ἀποκηρύξῃ τοὺς προδότας, καὶ θὰ διατρανώσῃ καὶ θὰ διακηρύξῃ τὸν πόθον του ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ θὰ διακηρύξῃ τὴν ἀφοσίωσίν του, τὴν ἐμπιστοσύνην του, τὴν λατρείαν του πρὸς τὸν Πρίγκηπα, ὅστις ἀκαταπονήτως μοχθεῖ καὶ εἰλικρινῶς ὑπὲρ τῆς καλῆς διοικήσεως τῆς Κρήτης καὶ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων.
§28Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ ἔπραξεν ἤδη ὁ Κρητικὸς λαὸς ἐν τῇ περιοδείᾳ, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Πρίγκηψ, ὑποδεχθεὶς αὐτὸν πανηγυρικῶς.
§29Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐγένετο πρὸ τῆς δημοσιεύσεως εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας. Τώρα, μετὰ τὴν δημοσίευσιν, ἔχω πεποίθησιν ὅτι θὰ ἐξεγερθῇ, ὡς εἶπον.
§30Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ Κρὴς μὴ θέλων τὴν ἕνωσιν.
§31Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπον ἐγὼ προχθές. Ὑπάρχουσιν ὅμως ὀλίγοι προδόται, ὑποστηρίζοντες τὸ ἐναντίον.
§32Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Οὐδείς. Ὅλοι θέλουσι τὴν ἕνωσιν.
§33Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τοιαῦται λέξεις περὶ Ἑλλήνων ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέπωνται, ὁ δὲ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει καθῆκον νὰ δηλώσῃ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγωνται τοιαῦτα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, διότι βλάπτουσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Βεβαίως ἔχει καθῆκον νὰ περιστείλῃ τὴν αὐθάδη γλῶσσαν ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος νομίζει ὅτι δύναται νὰ ὑβρίζῃ τοὺς πάντας ἐδῶ, καὶ νὰ μὴ δίδῃ λόγον εἰς κανένα, κλονίζων οὕτω τὴν πεποίθησιν τοῦ εὐρωπαϊκοῦ κόσμου περὶ τῶν Ἑλλήνων τῶν ἔξω.
§34Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ κακὰ κάμνετε, οὕτως ὁμιλοῦντες. Ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω. Ἔχετε ὑπομονὴν νὰ τελειώσω.
§35Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ ὑπερασπισθῶ ὑπαλλήλους ὑπαγομένους εἰς τὴν δικαιοδοσίαν μου, ὅταν πρόκηται περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντικρούσω κρίσεις ἐκφερομένας περὶ πάντων τῶν Ἑλλήνων τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ.
§36Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὀφείλετε, κύριε Ὑπουργέ, νὰ εἴπητε, ὅτι αὐτὰ βλάπτουσι τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἀφίνετε ἄνευ παρατηρήσεως αὐθάδειαν ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀκινδύνως λέγει ὅ,τι θέλει.
§37Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βλάπτονται τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καθόλου ἐκ τῶν λόγων μου· θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πρῶτον διὰ τῶν ἐν Εὐρώπῃ ἀντιπροσώπων αὐτῆς νὰ διαψεύδῃ τὰ δημοσιευόμενα εἴς τινας ἐφημερίδας ψευδολογήματα περὶ τῶν ἐν Κρήτῃ πραγμάτων, δεύτερον νὰ σκεφθῇ περὶ ποινικῆς καταδιώξεως τῶν δημοσιογράφων, οἵτινες ἐξακολουθοῦσι νὰ δημοσιεύωσιν ἀντεθνικὰ ἄρθρα, τρίτον νὰ κάμῃ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν, διὰ νὰ μὴ ἀπογοητευθῇ ὁ Πρίγκηψ,—διότι σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Πρίγκηψ ἀπογοητευόμενος ἀπέλθῃ τῆς Κρήτης, ἡ Κρήτη θὰ χαθῇ.
§38Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐχάθη ἡ Κρήτη ἐν μέσῳ τῶν αἰώνων.
§39Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο σᾶς τὸ διαβεβαιῶ.
§40Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ λέγετε τοιαῦτα. Οἱ ἄνθρωποι χάνονται, ἀλλὰ λαοὶ, ὅπως οἱ Κρῆτες, δὲν χάνονται.
§41Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲ γνωρίζοντες οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ προδόται, ἐπαναλαμβάνω, ἐκτοξεύουσιν ἀπό τινος χρόνου τὰ βέλη των ὅλα κατὰ τοῦ Πρίγκηπος, ἵνα τὸν ἀπογοητεύσωσι.
§42Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως πρέπει νὰ σταματήσητε τὸν ῥήτορα. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή!
§43Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἐξορίας τοῦ ἱερέως ἐκείνου, ὁ ὁποῖος, καταδιωκόμενος ἐν Κρήτῃ διὰ τὰς προδοτικὰς ἐνεργείας του, μετημφιέσθη εἰς χωρικὸν καὶ ἐδραπέτευσεν ἔκ τινος ἀκτῆς καὶ ἦλθεν ἐδῶ, διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ διὰ χρημάτων τὸ ἀνόσιον ἔργον του, καὶ δύναται νὰ δαπανᾷ, διότι ἔχει χρήματα ἄφθονα, καθόσον ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν κατεχράσθη· ἐσφετερίσθη τὴν περιουσίαν ὅλην τοῦ Ζαμπελίου, κατορθώσας ἐπιτηδείως νὰ γείνῃ ἐκτελεστὴς τῆς διαθήκης αὐτοῦ. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω. Ἀλλ’ εἶμαι ἤδη ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς διακοπάς. Ἐταράχθησαν οἱ Κύριοι, διότι ὠνόμασα τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους προδότας. Καὶ πῶς ἄλλως νὰ τοὺς ὀνομάσω; Διατὶ νὰ νομίζῃ ὁ κόσμος, ὅτι τὰ ψευδολογήματα ἐκεῖνα προέρχονται ἀπὸ ἀνθρώπους ἐχέφρονας καὶ πατριώτας ὁπωσδήποτε, καὶ νὰ μὴ γνωρίζῃ ὁ κόσμος, ὅτι ταῦτα ὑπαγορεύονται ἀπὸ ὀλίγους προδότας; Δὲν συμφέρει νὰ ὁμιλῇ τις περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, μοὶ εἶπον. Διατί; Συμφέρει καὶ παρασυμφέρει. Ἐπιβάλλεται μάλιστα τοῦτο κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, καθ’ ἃς προσπαθοῦσιν οἱ προδόται νὰ πείσωσι τοὺς διέποντας τὰς τύχας τῶν λαῶν, ὅτι ἡ Κρήτη δὲν θέλει τὴν ἕνωσιν, ὅτι ἀποκρούει τὸν Πρίγκηπα! Ἦτο ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ εἴπω ταῦτα, διότι θέλω νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἀντεθνικὸν κόμμα, κόμμα ποθοῦν νὰ μὴ γείνῃ ἡ ἕνωσις, δὲν ὑπάρχει ἐν Κρήτῃ, ἀλλ’ ὑπάρχει μία σπεῖρα προδοτῶν, ἡ ὁποία λέγει ταῦτα. Καὶ ἐφαντάσθητε ὅτι περὶ τοιαύτης ὑποθέσεως σοβαρᾶς θὰ ἠρχόμην ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω ἐπιπολαίως, καὶ νὰ ὀνομάσω τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, ὅπως τοὺς ὠνόμασα, προδότας, χωρὶς νὰ ἦναι ἀναμφισβητήτως τοιοῦτοι; Τριάκοντα πέντε ἐτῶν ἱστορίαν ἔχει ἡ σπεῖρα τῶν ἐν Κρήτῃ προδοτῶν, καὶ τὴν ἱστορίαν ταύτην παρηκολούθησα, καὶ ἀντεπεξῆλθον κατ’ αὐτῶν, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα ἐδημοσίευσα κατ’ αὐτῶν πεντακόσια καὶ πλέον ἄρθρα, καὶ τοὺς ἐπολέμησα καὶ ἐδῶ καὶ ἐν Κρήτῃ, καὶ ὑπέστην πλειστάκις δολοφονικὰς ἀποπείρας παρ’ αὐτῶν. Καὶ ἠθέλετε, αὐτὴν τὴν στάσιν των καὶ καὶ τὴν διαγωγήν των νὰ μὴ τὴν ἐπικρίνω; Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι, ὅτε ὁ Πρίγκηψ ἦλθεν ἐξ Εὐρώπης καὶ κατέρριψε διὰ λακτισμάτων ἐκ τοῦ πρωθυπουργικοῦ ἀξιώματος τὸν Βενιζέλον, νομίζετε ὅτι ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο ὁ Πρίγκηψ, ἐὰν δὲν εἶχεν εἰς χεῖράς του ἐπισήμους ἀποδείξεις περὶ τῆς προδοσίας τοῦ Βενιζέλου, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἐκ τῶν Γραφείων τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν ἐν Εὐρώπῃ Κρατῶν; Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ὁ Πρίγκηψ θὰ ἐνέκρινε τὴν καταδίωξιν καὶ τὴν φυλάκισιν τοῦ Γιάνναρη, ἐὰν δὲν ἐγνώριζε τὴν προδοτικὴν καθ’ ὅλον τὸν βίον του διαγωγὴν αὐτοῦ; Καὶ θὰ ἐπέτρεπε τελευταῖον τὴν καταδίωξιν καὶ τὴν σύλληψιν τοῦ Κελαϊδῆ, ἐὰν οὗτος δὲν εἶχε καταστῆ ἀνυπόφορος ἐν Χανίοις προδότης; Καὶ πῶς θέλετε νὰ μὴ ὁμιλήσω τὴν ἀλήθειαν; Ἡ ἀλήθεια λοιπὸν εἶναι, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Κρήτης εἶναι ὅλος ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως· ἀλλ’ ὑπάρχει ἐκεῖ σπεῖρα προδοτῶν, ἡ ὁποία μεταχειρίζεται αὐτὰ τὰ μέσα πρὸς βλάβην ἐθνικήν. Μοὶ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἐπίκαιρος ἡ ὁμιλία μου, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσω τώρα. Διατί; Εἶναι τοὐναντίον ἐπικαιροτάτη. Τί βλάπτει καὶ τί δὲν βλάπτει, λεγόμενον, ἐγὼ γνωρίζω καλῶς, διότι ἀπὸ παιδικῆς ἡλικίας, ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν ἤδη, ἀσχολοῦμαι εἰς τὰς ἐθνικὰς ὑποθέσεις, καὶ εὑρέθην εἰς πλείστας κρισιμωτάτας ἐν Κρήτῃ πολιτικὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας διηύθυνα, διεξήγαγον, διεπραγματεύθην καὶ τὰς ἐπεράτωσα ἐπιτυχῶς, καὶ γνωρίζω πῶς καὶ πότε πρέπει νὰ ὁμιλῇ τις ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων. Καὶ ὅταν ἐγὼ ἔχω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ναυάρχου τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος μετὰ τῶν ἄλλων Ναυάρχων ἦλθεν εἰς τὴν Κάνδανον, ἵνα διαπραγματευθῶσιν, ὅπως παραδώσωμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς πολιορκουμένους Τούρκους τῆς Κανδάνου, καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι ἡ ἐπίσημος πρὸς τὴν Κυβέρνησίν του ἔκθεσις, καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Κυανῆν Βίβλον, ἐν ᾗ λέγει ὅτι «ἡ ὅλη εἰρηνικὴ διευθέτησις τοῦ σοβαρωτάτου ζητήματος, ὀφείλεται εἰς τὴν καλὴν θέλησιν καὶ τὴν δεξιότητα τοῦ κ. Ἀργυροπούλου». Ὅταν ἀφ’ ἑτέρου ἔχω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἀγγλίας, τὴν ἐπίσημον, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Κυανῆν Βίβλον καὶ λέγει εἰς ἕν μέρος: «Ἡ περίστασις ἐφαίνετο πολὺ πλειότερον περιπεπλεγμένη ὡς ἐκ τῆς παρουσίας τῶν Ἑλλήνων ἐθελοντῶν καὶ πατριωτῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὅλων ἐξεῖχεν ὁ κ. Ἀργυρόπουλος, πρώην βουλευτὴς Ἄνδρου, ὅστις τοὐναντίον τὰ μέγιστα συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἐξομαλυνθῶσιν αἱ παρουσιασθεῖσαι δυσκολίαι», καὶ κατωτέρω, προκειμένου περὶ τῆς ἀξιώσεως ἡμῶν τοῦ νὰ παραλάβωμεν καὶ τῆς τουρκικῆς φρουρᾶς τῆς Κανδάνου τὰ ὅπλα: «Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Ἀργυρόπουλος ἦτο ἐναντίας γνώμης, τὸν παρεκάλεσα θερμότατα, καὶ ἐν ὀνόματι τῶν συμφερόντων τῆς Κρήτης, νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ παραδεχθῇ πάντας τοὺς ὑφ’ ἡμῶν προτεινομένους ὅρους, ἵνα οὕτω τεθῇ τέρμα ἄνευ αἱματοχυσίας εἰς τὸ σπουδαιότατον ἐπεισόδιον τῆς Κανδάνου, τὸ ὁποῖον ἐπεισόδιον ἔδιδε μεγίστας σκέψεις καὶ φροντίδας εἰς ἀμφότερα τὰ μέρη, ἐν οἷς καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁ κ. Ἀργυρόπουλος, ἐνδοὺς εἰς τὰς θερμὰς παρακλήσεις μου, ἔκαμε λαμπρὰν πρὸς τοὺς ἐπαναστάτας προσλαλιάν...» Ὅταν αὐτὰ ἔχω, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ διδαχθῶ ἀπὸ κανένα, πότε καὶ πῶς πρέπει νὰ ὁμιλῶ ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων.
§44Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της, ἂν νομίζει ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα, ὅπως γένηται συζήτησις περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Κρήτης. Λυποῦμαι, διότι ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος—ὁ ὁποῖος, ὁμολογῶ, πολλὰς παρέσχεν ὑπηρεσίας ἑκάστοτε εἰς τοὺς ἀγῶνας τῆς Κρήτης—ἐφανατίσθη ἐπὶ τοσοῦτον, ἴσως ἐκ συμπαθείας καὶ ἐκ τῆς στενῆς φιλίας καὶ τοῦ συνδέσμου, δι’ ὧν συνδέεται μετὰ οἰκογενείας ὁμολογουμένως ἐπιφανοῦς καὶ μεγάλας παρασχούσης ὑπηρεσίας εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης, τοῦ ἀειμνήστου στρατηγοῦ τῆς Κρήτης Κριάρη, οὗ ὁ υἱὸς ἐσχάτως διωρίσθη σύμβουλος, καὶ τούτου ἕνεκα μονομερῶς κρίνει τὰ πράγματα καὶ τὰ πρόσωπα, ἐν τῷ φανατισμῷ του δὲ εὑρίσκει, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν Κρήτῃ νὰ ὑπάρχωσι προδόται, νὰ ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι διαφωνοῦντες ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἔχω καθῆκον, Κύριοι, νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ ἡρωϊκῇ νήσῳ οὔτε εἷς προδότης· ὑπάρχει φανατισμὸς μέγας ἐκ κομματικῆς ἴσως διαπάλης, τὸν ὁποῖον θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ ἔβλεπον δημιουργηθέντα οὐδὲ συντηρούμενον. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ κανονίσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, τότε θὰ λεχθῶσι καὶ θὰ ἐκτεθῶσι πολλὰ καὶ τὰ δέοντα. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως, ὅτι ἡ Κρήτη, ἡ ὁποία πολλοὺς παρέσχε, παρέχει καὶ θὰ παρέχῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν ἥρωας, εὐτυχῶς ἀκόμη οὐδένα ἐγέννησε προδότην. (Εὖγε! εὖγε!).
§45Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς εἰς θέσιν νὰ δώσωμεν διδάγματα εἰς τοὺς Κρῆτας· τοὐναντίον ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν διδάγματα παρ’ αὐτῶν.
§46Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§47Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε, κύριε Πρόεδρε... (Διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους πολλῶν Βουλευτῶν, ζητούντων νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν).
§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καιρὸς εἶναι νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις αὕτη.
§49Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποχωρῶ εἰς τὴν θέλησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἄλλως ἠδυνάμην νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, εἶναι ἀληθῆ.
§50Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, θὰ ὑποβάλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στεφανίδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου θέματος.
§52ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Καρυστίων, καὶ ἀναφορὰν τοῦ δημάρχου τοῦ αὐτοῦ δήμου, δι’ ὧν παρακαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ψηφίσῃ τὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καρυστίας συναδέλφου κ. Νικολαΐδου ὑποβληθεῖσαν πρότασιν νόμου, δι’ ἧς ζητεῖται ἡ κατάργησις τοῦ μέχρι τοῦδε ἀπὸ τεσσαρακονταετίας λίαν ἐπιτυχῶς λειτουργοῦντος ἐν Καρύστῳ εἰδικοῦ νόμου ΧΜΑʹ περὶ κατασκευῆς λιμένος ἐν Καρύστῳ. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, οὗτινος ἡ ἰσχὺς εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ ἐπεξετείνετο εἰς πάντα τὰ λοιπὰ λιμενικὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, ἡ διευθύνουσα τὸ λιμενικὸν ταμεῖον ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο μέλη, ἐκλεγόμενα ὑπὸ τοῦ οἰκείου Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκλεγόμενον καὶ διοριζόμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν ᾧ κατὰ τὸν διὰ τὰ λοιπὰ λιμενικὰ ταμεῖα ἰσχύοντα νόμον, ὡς τυγχάνει γνωστόν, ἡ Λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ πέντε μέλη, ὧν τὰ δύο ἐκλέγει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ τὰ λοιπὰ δύο, ὡς καὶ τὸν πρόεδρον αὐτῆς, εἰρηνοδίκην ἢ νομάρχην, ἡ Κυβέρνησις. Ὁ πρῶτος, ὡς παρατηρεῖτε, νόμος εἶναι μᾶλλον ἀποκεντρωτικός, καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἐφηρμόσθη, ὡς καὶ ἐν Καρύστῳ, ἔφερεν ἐξαίσια ἀποτελέσματα. Διὰ τῆς δυνάμει τοῦ νόμου τούτου καταρτιζομένης ἐπιτροπῆς διεκανονίσθη καλῶς τὸ Λιμενικὸν ταμεῖον Καρύστου, καὶ ἀπέδωκεν εἰς τὸν τόπον καλὸν λιμένα· δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν, τοιοῦτον νόμον νὰ τροποποιήσῃ ἡ Βουλή. Ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, θὰ λάβω καὶ αὖθις τὸν λόγον καὶ θὰ ἀναπτύξω ἐκτενέστερον τὰ πλεονεκτήματα τοῦ νόμου τούτου. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του συστάσεις τινὰς περὶ ἀπονομῆς βασιλικῆς χάριτος εἴς τινας καταδίκους συμπολίτας μου, αἵτινες ἀπὸ μακροῦ χρόνου διατελοῦσιν ἐκκρεμεῖς εἰς τὸ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ οἰκεῖον τμῆμα τῶν χαρίτων, ἰδίᾳ δὲ τὴν ὑπὲρ τοῦ συμπολίτου μου Ἰωάννου Γ. Σταματούρου, ὅστις κατεδικάσθη εἰς δεκαετῆ εἱρκτὴν ἐπὶ ἀναιρέσει καὶ ἔχει διανύσει ἤδη τὰ ἐννέα δέκατα τῆς ποινῆς του· μολονότι δὲ ὑπάρχουσιν ἐπανειλημμέναι ὑπὲρ αὐτοῦ συστάσεις τῶν ἁρμοδίων δικαστικῶν ἀρχῶν, ἐν τούτοις δὲν ἠδυνήθη νὰ συστηθῇ καὶ οὗτος εἰς τὸ ἔλεος τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος. Ὡσαύτως δὲ καὶ τὴν ὑπὲρ τοῦ Π. Ζωγράφου, διότι τὸ ἴδιον Δικαστήριον τῶν Συνέδρων, διὰ τῆς αὐτῆς ἀποφάσεώς του, δι’ ἧς τῷ ἐπέβαλε τετραετῆ φυλάκισιν, ἀναγνωρίσαν ὅτι ἡ ἐπιβληθεῖσα αὐτῷ ποινὴ ἦτο βαρεῖα, συνέστησε τὸν μετριασμὸν τῆς ποινῆς του κατὰ τὸ ἥμισυ. Οὗτος ἔχει διανύσει ἤδη πλέον τοῦ ἡμίσεος τῆς ποινῆς του, ἀλλ’ οὐδεμία δι’ αὐτὸν ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν Βασιλέα σύστασις. Ὡσαύτως καὶ τὰς συστάσεις ὑπὲρ ἄλλων τινῶν συμπολιτῶν μου, ἀναφερομένων ἐν τῇ ἐγγράφως ὑποβαλλομένῃ ἐπερωτήσει μου. Καταθέτω προσέτι καὶ ἑτέραν πρὸς τὸν ἴδιον Ὑπουργὸν ἔγγραφον ἐπερώτησίν μου, ἀφορῶσαν τὴν ἀνασύστασιν τοῦ εἰδικοῦ ὑποθηκοφυλακείου Κύμης, καὶ τὴν μὴ σύστασιν τετάρτου Συμβολαιογραφείου ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Εἰρηνοδικείου Κύμης, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν.
§53Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Μέγας καὶ πολὺς ἐγένετο κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας λόγος διὰ τὴν σπατάλην τὴν διέπουσαν τὴν περιουσίαν τοῦ φιλανθρωπικοῦ ἱδρύματος, τοῦ ἐπονομαζομένου «Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων». Παράπονα, κύριοι συνάδελφοι, δικαιότατα ἠκούσθησαν τῶν δυστυχῶν ὑπαλλήλων, ὑποβληθέντα δι’ ἀναφορῶν των, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασάν τινας τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ ἐμὲ νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητήσαμεν τὴν κατάργησιν τοῦ ὄντως ἀντισυνταγματικωτάτου θεσμοῦ περὶ ἀναγκαστικῆς εἰσφορᾶς εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ἡ πρότασις νόμου αὕτη ἠνάγκασε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μετά τινας ἡμέρας ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς αὐτῆς νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον κατά τι περιοριστικὸν τοῦ προνομίου, τὸ ὁποῖον δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἔχει τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου διέκρινα αὐτοστιγμεὶ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ σοβαρᾶς θεραπείας τῶν πασχόντων ὑπαλλήλων. Αἱ διατάξεις τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι συμβουλαὶ ἐμπειρικοῦ ἰατροῦ καὶ ὄχι συνταγαὶ ἐπιστήμονος, σκοποῦντος τὴν ῥιζικὴν θεραπείαν τοῦ ἐπιβληθέντος κακοῦ διὰ τοῦ νῦν ἐν ἰσχύϊ νόμου. Ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διέκρινα ὅτι δὲν ἐπρόκειτο ἢ μόνον νὰ σιγήσωσι ἐπί τινας ἡμέρας τὰ πεινῶντα στόματα τῶν ὑπαλλήλων, διὰ νὰ λήξωσιν αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως λήθη καὶ σιωπὴ νὰ καλύψῃ τὸ ἀναφυὲν ζήτημα. Καὶ πῶς, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὴ ἔχω τοιαύτην πεποίθησιν, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγράφεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 129, ἡ δὲ πρότασις νόμου, ἡ ὑφ’ ἡμῶν ὑποβληθεῖσα, φέρει ἀριθμὸν 130; Πῶς νὰ μὴ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἐνεπαίχθησαν οἱ δυστυχεῖς ὑπάλληλοι, ἀφοῦ, καίτοι πρὸ ἑνὸς καὶ πλέον μηνὸς ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς μου νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσοι ὑπάλληλοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, πόσον μισθὸν ἕκαστος λαμβάνει, εἰς ποῖον τόπον ἐνασκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα καὶ πόθεν κατάγεται, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν γνωρίζω διὰ ποίαν αἰτίαν, μέχρι τοῦδε δὲν κατέθεσε τὰς πληροφορίας ταύτας;
§54Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰς κατέθεσα.
§55Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δὲν τὰς κατεθέσατε.
§56Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατέθεσα σημείωμα, ἐνδεικνῦον πόσοι ὑπάλληλοι εἶναι διωρισμένοι εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, πόσον μισθὸν λαμβάνει ἕκαστος τούτων, ποίαν ἀμοιβὴν λαμβάνουσι τὰ μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ ἐν λόγῳ ταμείου, καὶ ποῖαι εἶναι αἱ εἰσπράξεις τοῦ ταμείου. Ἐν γένει κατέθεσα ὅλας τὰς πληροφορίας.
§57Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Τοιοῦτον σημείωμα δὲν μοὶ ἐνεχειρίσθη. Ἐὰν, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, ἀπὸ τὴν λεχώνα ἕως τὴν μαμὴ ἐχάθη τὸ παιδὶ, δὲν γνωρίζω.
§58Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ κατέθεσα τὸ σημείωμα, διότι εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ Ὑπουργοὶ νὰ καταθέτωσι πληροφορίας, ὅταν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὑποβάλλωσιν ἐπερωτήσεις.
§59Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Νομίζω ὅτι πταίει καὶ τὸ Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον δι’ ὑπαλλήλου πρέπει ν’ ἀνακοινοῖ τὰς ἀπαντήσεις τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, αἵτινες κατατίθενται συνεπείᾳ ἐπερωτήσεων τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§60Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐλάβετε γνῶσιν τοῦ σημειώματος, νομίζω ὅτι δὲν πταίει τὸ Ὑπουργεῖον.
§61Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὑποτίθεται, ὅτι τοῦ σημειώματος, τὸ ὁποῖον περιέχει τὰς πληροφορίας, λαμβάνουσι γνῶσιν μόνον οἱ ἐπερωτῶντες Βουλευταί.
§62Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς Συνόδου ταύτης, ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς συντελεῖται, διότι βεβαίως, μὴ ψηφισθείσης τῆς προτάσεως νόμου, τῆς ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ ἐμοῦ ὑποβληθείσης, οἱ δυστυχεῖς ὑπάλληλοι, οἱ βιοπαλαισταί, κατ’ εὐφημισμὸν δὲ καλούμενοι ὑπάλληλοι δημόσιοι τοῦ Κράτους, θ’ ἀναγκάζωνται νὰ καταβάλλωσι τὸν ὀβολὸν τῆς χήρας, διὰ νὰ διαιτᾶται ἐν εὐμαρείᾳ εἰς τὸ μέγαρον τῆς ὁδοῦ Σταδίου ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου! Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τοὺς γέροντας περιθαλψιούχους οἰκογενειάρχας, ἀνερχομένους εἰς 2,500, τί ἐνήργησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Εὐπειθῶς καὶ μετ’ εὐλαβείας ὑπέβαλον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως οἱ περιθαλψιοῦχοι ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας τί νομίζετε ὅτι ἐζήτουν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἐζήτουν παρ’ αὐτοῦ νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐξελέγξῃ τὴν διαχείρισιν 5,500,000 δραχμῶν· ἐζήτουν παρὰ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ νὰ λύσῃ διὰ τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς ἓν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ὄχι ἐγώ, ἀλλ’ οὔτε ὁ μᾶλλον πεπειραμένος οἰκονομολογικὸς νοῦς δύναται νὰ λύσῃ. Ἐζήτουν διὰ τῆς αἰτήσεώς των οἱ περιθαλψιοῦχοι νὰ γείνῃ ἐξέλεγξις, διὰ νὰ πληροφορηθῶσι, πῶς, ἀφοῦ μέχρι τοῦ θανάτου τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, ἀφοῦ μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς δωρεᾶς τῆς μεγατίμου χήρας αὐτοῦ ἐλάμβανον τὸ ⅓ τῶν ὅσα ἐδικαιοῦντο λαμβάνειν ὡς ἐκ τῶν καταβολῶν των, πῶς ἀφοῦ περιῆλθεν εἰς τὸ ταμεῖον τὸ ποσὸν 1,500,000 δραχμῶν, λαμβάνουσι μόνον τὸ ¼ τῶν ὅσα δικαιοῦνται συνεπείᾳ τῶν καταβολῶν των. Τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἐκ τοῦ νόμου κεκλημένος νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ ἐξελέγχῃ τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα;
§63Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔλαβον καιρὸν μέχρι τοῦδε νὰ διορίσω τὴν ἐπιτροπήν. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν βραδύτης δὲν θέλει φέρει καταστροφὴν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους.
§64Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ διορισμοῦ μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἀπὸ δικαστικὰ πρόσωπα, ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ ἀπὸ δύο μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἔστω δὲ βέβαιος ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι κατόπιν τῆς ἐξελέγξεως, ἣν θὰ ἐνεργήσῃ ἡ ἐπιτροπή, θ’ ἀνακουφισθῶσι πράγματι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον τὸν πολυχρόνιον ἱδρῶτα τῆς ὑπηρεσίας των εἰς τὸ ταμεῖον καὶ οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦνται σήμερον. Ἐὰν προβῇ ὡς τάχιστα, θὰ πράξῃ πρᾶξιν δικαιοτάτην, δι’ ἣν καὶ ἐγὼ θὰ καυχῶμαι, ὅτι διὰ τῆς ἀσθενοῦς μου φωνῆς συνετέλεσα.
§65Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Οἱ μέτοχοι νομίζω ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν ἐξέλεγξιν, νὰ ζητήσωσιν ἑπομένως, ὅπως συσταθῇ ἐξελεγκτικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ ἐξελέγξῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς μόνον ἐν περιπτώσει καταγγελίας περὶ καταχρήσεως ἢ κλοπῆς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς ἐνέργειαν.
§66Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὁ ὁποῖος μοὶ παρέχει ἀφορμὴν νὰ κάμω νὰ ἀκουσθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἀναγραφόμενα, ὄχι πλέον ἡ σπατάλη, ἀλλὰ τὰ ὄργια τὰ λαμβάνοντα χώραν ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου.
§67Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Οἱ μέτοχοι δύνανται νὰ λάβωσι γνῶσιν καὶ νὰ ἐξελέγξωσι τὴν διαχείρισιν.
§68Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι ὁ ἁρμόδιος, δὲν εἶναι ὁ τεθειμένος ὑπὸ τοῦ νόμου, ἵνα ἐξελέγχῃ ὅλας τὰς ἑταιρείας καὶ τὰ τοιαῦτα καταστήματα;
§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ ὁρίσῃ ἐξελεγκτικὴν ἐπιτροπήν.
§70Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὥστε ἡ ἔννοια τῶν λεγομένων σας εἶναι, ὅτι θέλετε προβῆ τάχιστα εἰς τὸν διορισμὸν ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην ὅλων ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὴν φωνὴν ἤκουσα.
§71Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἅπασα ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ...
§72ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχετε πολὺ λάθος.
§73Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸ πλεῖστον τῆς Βουλῆς τουλάχιστον εἶναι σύμφωνον. Σήμερον πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἀδικοῦνται οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι· ἑπομένως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν καὶ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου, τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εὐαρεστηθῇ νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν ὑπαλλήλων, νομίζω, ὅτι καὶ αἱ διαμαρτυρίαι θέλουσι παύσει καὶ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι θὰ ἱκανοποιηθῶσι.
§74Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§75Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὄχι. Μετὰ τὸν Προϋπολογισμόν.
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§77ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸ μηνὸς καὶ πλέον νομίζω, κύριε Πρόεδρε, παρεκάλεσα δι’ ὑμῶν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Φθιώτιδι, ἡ ὁποία ἔχει διασαλευθῆ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου μέχρι τοῦ ἄλλου. Καὶ μέχρι μέν τινος οἱ κάτοικοι αὐτῆς ἐπλήρωνον τὸν λεγόμενον πρόσθετον φόρον πρὸς τοὺς ζωοκλέπτας, — καὶ ἐξήγησα τότε ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ πρόσθετος φόρος, — σήμερον ὅμως ἐπαπειλεῖται ἡ ζωή, ἡ τιμὴ καὶ ἡ περιουσία αὐτῶν ὑπὸ μεγαλειτέρων κινδύνων. Ὑπάρχουσι δύο ληστρικαὶ συμμορίαι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἡμῶν, ἡ μία ἐν τοῖς ἀνατολικοῖς καὶ ἡ ἄλλη ἐν τοῖς δυτικοῖς δήμοις, αἱ ὁποῖαι μέχρι τινὸς περιωρίζοντο νὰ συλλαμβάνωσιν ἀνθρώπους καὶ νὰ λαμβάνωσι παρ’ αὐτῶν χρήματα, ἢ δι’ ἐπιστολῶν νὰ ἐκβιάζωσι τὴν πρὸς αὐτοὺς ἀποστολὴν χρημάτων· πρὸ ὀλίγων ὅμως ἡμερῶν, — καὶ τοῦτο ἴσως γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, διότι ἔχετε τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύητε τὴν ἐπαρχίαν ἡμῶν, — πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν συνέβη τὸ ἑξῆς· εἷς πτωχὸς πολίτης, τοῦ ὁποίου εἶχον κλέψει τὴν ἡμίονον, μετέβη εἰς Λαμίαν καὶ κατήγγειλεν ὡς δράστας ἓν πρόσωπον γνωστὸν καὶ δύο ἄλλους ἀγνώστους· μόλις ἐπέστρεψεν εἰς τὸ χωρίον του, μετὰ τρεῖς ἡμέρας, μετέβη ὁ γνωστὸς αὐτὸς μετὰ τριῶν ἄλλων ἀγνώστων, καὶ τὸν κατέστησαν ἐλεεινὸν καὶ ἀξιοδάκρυτον ἀπὸ τὰ διάφορα τραύματα, τὰ ὁποῖα τῷ κατήνεγκον, λέγοντες πρὸς αὐτόν: «Αὐτὰ σοῦ τὰ κάμνομεν, διότι ἐτόλμησες νὰ μεταβῇς καὶ ἐπιδώσῃς καταγγελίαν· καὶ ἂν δὲν μεταβῇς πάραυτα νὰ ἀποσύρῃς τὴν καταγγελίαν, ἡ ζωή σου κρέμαται ἀπ’ αὐτὸ τὸ γιαταγάνι!». Ἡ κατάστασις νομίζω ὅτι ἐγένετο γνωστὴ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐκ μέρους τῶν δημάρχων καὶ ἐκ μέρους τοῦ νομάρχου, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ πολλαί του ἀσχολίαι, ὡς εἶπε πρὸ ὀλίγου, — διότι μένει ἐνταῦθα μέχρι πρωΐας, — τὸν ἠμπόδισαν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἡμῶν. Σᾶς παρακαλῶ λοιπόν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ διατάξητε νὰ μεταβῇ ἐκεῖ ἀξιωματικὸς ἱκανὸς μετὰ εἴκοσιν εὐζώνων, ὅπως καταδιώξωσι τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα. Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπάρχουσι τώρα ἐκεῖ καὶ ξένοι, οἱ ἐργαζόμενοι εἰς τὸν Σιδηρόδρομον Λαρίσης, καὶ δέον νὰ σπεύσητε εἰς πᾶσαν ἐνέργειαν, ἵνα μὴ συμβῇ τι ἀπευκταῖον.
§78Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως ἐλήφθησαν μέτρα δραστήρια. Εὐθὺς ὡς ἐγνώσθη ἡ κακὴ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῷ νομῷ Φθιώτιδος, ἐζητήθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ σταλῇ μεταβατικὸν ἀπόσπασμα ὑπὸ τὴν διοίκησιν ἱκανοῦ ἀξιωματικοῦ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰς αἰτήσεις, τὰς ὁποίας τῷ ἀπηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Διὰ τηλεγραφημάτων μου δ’ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν ὅλων τῶν ἐν Φθιώτιδι διοικητικῶν καὶ ἀστυνομικῶν ἀρχῶν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῶν καὶ τοῦ ἀποσπάσματος ἡ κατάστασις θέλει βελτιωθῆ.
§79ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εὐχαριστῶ πολύ, κύριε Πρόεδρε.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς δεκάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 45′ μ. μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§81Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχομεν ἤδη εἰσέλθει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ συνεπῶς ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως θὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζω ὅτι κατὰ πρώτιστον λόγον πρέπει νὰ ἤμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, ὅπως καταστῇ δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις.
§82Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἂς περιμείνωμεν ἀκόμη ὀλίγον.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τῶν λεγομένων σας ὑποθέτετε ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ;
§84Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα ἀντιλήψεως τοῦ Προεδρείου. Ἐὰν τὸ Προεδρεῖον νομίζῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω τὴν καλὴν πίστιν τοῦ Προεδρείου. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἠλ. Μπασδέκη καὶ Ἐπ. Ν. Δηλιγιάννη, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή). Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Παρόντες 108. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 11 καὶ 30′ μ. μ.)