1904.06.10
3.154 στίχοι · 24.315 λέξεις · 206 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
τῆς 10 Ἰουνίου 1904.
(Πέμπτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ι. Γιαννακίτσα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 7 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι Μελιγαλᾶ δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ προταχθῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον. Ὁ κ. Ι. Σακελλαρίδης δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ, ἵνα ἡ Βουλὴ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὴν αἴτησίν του, ὅπως τῷ χορηγηθῇ μικρὸν βοήθημα πρὸς ἔκδοσιν πονήματός του περιέχοντος τὰς ἐθνικὰς μελῳδίας. Ὁ βουλευτὴς Δωρίδος κ. Λιδωρίκης ὑποβάλλει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, διὰ τῆς ὁποίας ἐκφράζει τὴν ἀπορίαν του, πῶς συνέβη ὥστε νὰ λειτουργῶσι δύο φαρμακεμπορεῖα ἐπ’ ὀνόματι τοῦ φαρμακοποιοῦ Κ. Λύσσαλη, ἓν ἐν Ἀθήνας καὶ ἕτερον ἐν Αἰγίῳ. Ὁ βουλευτὴς κ. Φλέσσας ὑποβάλλει ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, δι’ ἧς παρακαλεῖ αὐτὸν νὰ προσαγάγῃ ταχέως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν κτηματολογίων τῶν Μονῶν Φανερωμένης καὶ Κλειστῶν. Ἀμφότεραι αἱ ἐπερωτήσεις αὗται θέλουσι διαβιβασθῆ πρὸς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς. Οἱ βουλευταὶ Λοκρίδος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ διαθέσεως χρημάτων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Δρυμίας πρὸς κατασκευὴν δημοτικῶν ὁδῶν, ὑπονόμων καὶ ὀχετῶν ἐντὸς τῆς κωμοπόλεως Δαδίου τοῦ αὐτοῦ δήμου. Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 115). Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Ι. Καλούτσης.
§2Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κηδόμενος τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς, λίαν συνοπτικῶς θὰ ποιήσωμαι σύστασίν τινα πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ εὐμενῶς νὰ μὲ ἀκροασθῇ ἐπ’ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας. Ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ παλαιοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, οὐχὶ τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος, ὑπῆρχε σῶμα ἀξιωματικῶν, ἐπιθεωρητῶν τῶν φορητῶν ὅπλων, συγκείμενον ἐξ ἑνὸς λοχαγοῦ, ἑνὸς ὑπολοχαγοῦ καὶ ἑνὸς ἀνθυπολοχαγοῦ· ἤδη, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐκ τοῦ σώματος τούτου ἔχει ἐναπομείνει εἷς λοχαγός. Ὅτε ἐψηφίσθησαν κατ’ ἐπανάληψιν νόμοι περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ῥητῶς ἐξηρέθησαν, μὴ ὑπαγόμενοι εἰς τὸ ὅριον ἡλικίας, τὸ ὁποῖον καθωρίζετο διὰ τοὺς ἄλλους ἀξιωματικούς. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, οἱ λοχαγοὶ τοῦ σώματος αὐτοῦ, λαμβάνουσι σύνταξιν ταγματάρχου, καὶ ἂν δὲν ἤθελον ἔχει ὑπηρεσίαν ὀκταετῆ ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ λοχαγοῦ. Πολὺ δ’ εὐλόγως ἐλήφθη τοιαύτη πρόνοια διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι κατὰ τὴν σκέψιν τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, καὶ ἂν ἦναι ἀρχιτεχνῖται μόνον, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1887, πάλιν σύνταξιν ταγματάρχου θὰ λάβωσιν, ἐξομοιωθέντων τῶν ἀρχιτεχνιτῶν πρὸς τοὺς λοχαγούς. Διὰ τοῦ ἑτέρου δὲ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ τοῦ ὁρίου ἡλικίας, λαμβάνεται πρόνοια καὶ διὰ τοὺς λοχαγούς αὐτοὺς ἐν τῷ ἄρθρῳ πρώτῳ, ὁρισθέντος κατ’ ἐπέκτασιν δι’ αὐτοὺς οὐχὶ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τῶν 55 ἐτῶν, ὡς εἶναι διὰ τοὺς ἄλλους λοχαγούς, ἀλλὰ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τῶν 58 ἐτῶν. Ἀτυχῶς τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ἐψηφίσθησαν ἔτι, οὔτε ὑπάρχει δυστυχῶς ἐλπὶς ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν Σύνοδον ταύτην νὰ ψηφισθῶσιν. Ἐν τούτοις ὁ ὀργανισμὸς ὁ ψηφισθεὶς κατήργησε τὰς θέσεις ταύτας τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, καὶ συνεπῶς οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἐκ τῆς ἐπελθούσης καταργήσεως τῆς θέσεως αὐτῶν διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ σῶμα τοῦ πυροβολικοῦ... Δὲν ἔχει οὕτω, κύριε Ὑπουργέ;
§3Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα.
§4Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐὰν δ’ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ σῶμα τοῦ πυροβολικοῦ, τότε θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὁρίου ἡλικίας τοῦ νόμου τοῦ κανονίζοντος τὰ τῆς ἡλικίας καὶ ἀποστρατεύσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ. Διατρέχουσι λοιπὸν τὸν κίνδυνον οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, ἐναντίον τῶν ἀρχῶν, ἐναντίον τῶν σκέψεων τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἐναντίον τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, μετ’ ὀλίγους μῆνας ν’ ἀποστρατευθῶσιν ὡς λοχαγοί, ἐνῷ οἱ ἀρχιτεχνῖται, οἱ ἔχοντες βαθμὸν κατώτερον, θ’ ἀποστρατευθῶσιν ὡς ταγματάρχαι. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ πρῶτον ἴσως ἤδη λαμβάνων ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα τοῦτο, θὰ εὕρῃ τὴν σύστασίν μου ταύτην ἐντελῶς δικαίαν, καὶ θὰ σπεύσῃ νὰ ἄρῃ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ προσγένηται εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, νὰ ἄρῃ αὐτὸ διὰ τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου περιλαμβάνοντος τὴν διάταξιν τὴν πρώτην, ἡ ὁποία προβλέπει περὶ τῶν λοχαγῶν, τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν φορητῶν ὅπλων, ἢ καταργοῦντος τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1893. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ ἐπαναλάβω παράκλησιν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὁποίας συνιστᾶτο εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ κανονισθῶσι τὰ κατὰ τὰς παραχωρήσεις τῶν μεταλλείων, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐκ δεδικαιολογημένης δειλίας αἱ μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις δὲν προέβησαν εἰς παραχωρήσεις μεταλλείων δι’ ἐνδεχομένους φόβους παρεξηγήσεων· καὶ εὐλόγως, κατὰ τὴν κρίσιν μου, δὲν εἶχον τὸ σθένος αἱ Κυβερνήσεις νὰ προβῶσιν εἰς παραχωρήσεις, διότι ἔχομεν παραδείγματα, ὅτι εἰς βάρος λίαν ἐντίμων ἀνθρώπων ἀπεδόθησαν πολλάκις αἰτιάσεις διὰ τοιαύτας παραχωρήσεις ἐντελῶς ἀδικαιολόγητοι. Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς εἰσέτι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην νὰ ὑποβληθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν. Καὶ ἵνα μὴ θεωρηθῇ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐπιζητῶ νὰ ὑποβληθῶσι τὴν τελευταίαν ταύτην στιγμὴν νομοσχέδια, ἤθελον τολμήσει νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς γνώμην. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἄρχονται ἀπὸ τῆς ὥρας ταύτης καὶ περατοῦνται περὶ τὸ μεσονύκτιον, καὶ ὅτι διαιροῦνται εἰς δύο τμήματα· τὸ πρῶτον, τὸ μέχρι τῆς διακοπῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑποβάλλονται διάφοροι ἐπερωτήσεις, καὶ τὸ δεύτερον, τὸ μετὰ τὴν διακοπήν, κατὰ τὸ ὁποῖον εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ συζητοῦνται τὰ ἐν αὐτῇ ἀναγεγραμμένα νομοσχέδια. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ στέρξῃ, ἵνα εἰς τὸ πρῶτον τμῆμα γίνωνται αἱ ἐπερωτήσεις καὶ ψηφίζωνται νομοσχέδια μὴ προκαλοῦντα συζήτησιν, ὡς εἶναι τὸ περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου, τὸ περὶ ἀνυποτάκτων κληρωτῶν, τὸ περὶ φαρμακοποιῶν, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ὑποβάλῃ σήμερον, καὶ ἄλλα τινά, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ προκαλέσωσι συζητήσεις,—ἐὰν θελήσῃ δὲ ἡ Βουλή, καὶ τὰ τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος,—δυνάμεθα εἰς τὸ πρῶτον τμῆμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίζωμεν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, εἰς δὲ τὸ δεύτερον τμῆμα νὰ γίνηται ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἄλλων σοβαρωτέρων νομοσχεδίων. Νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη μου αὕτη δύναται νὰ συζητηθῇ, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς.
§5Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπαρατήρητος σχεδὸν παρῆλθεν ἡ ἀναφορά, τὴν ὁποίαν πρὸ μακροῦ ἀνεκοινώσατε εἰς τὴν Βουλήν, τοῦ κ. Ἰωάννου Σακελλαρίδου, καθηγητοῦ τῆς Βυζαντινῆς μουσικῆς. Διὰ τοῦτο, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς. Γνώρισμα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, κύριε Πρόεδρε, ὑπῆρξεν ἡ μουσική, καὶ τὸ μουσικὸν αἴσθημα τῶν Ἑλλήνων ἦτο γνωστὸν πᾶσιν ἀνθρώποις, τοσαύτη δὲ σημασία ἀπεδίδετο εἰς τὴν μουσικήν, ὥστε ἐθεώρουν ταύτην ἀπαραίτητον, καὶ ἀναγνωρίζοντες τὴν μεγίστην ἠθοποιὸν δύναμιν τῆς μουσικῆς, ἐθεώρουν ταύτην ὡς τὸ πρῶτον μάθημα τῆς παιδαγωγήσεως, ὁ δὲ Πλάτων σοφῶς παρετήρησεν, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς μουσικῆς συμπίπτει μὲ τὰς μεγίστας ἐπαναστάσεις τῶν ἠθῶν. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐν τῷ ῥῷ τῶν περιπετειῶν αὐτοῦ ἀπέβαλε μέγα μέρος τῶν μουσικῶν αὐτοῦ προτερημάτων, ἀλλ’ ὡς ὀρθῶς παρατηρεῖται ἐν τῇ ἀναφορᾷ, πιθανὸν εἰς τὰς κλιτύας τοῦ Παρνασσοῦ καὶ τὰς πτυχὰς τοῦ Ὀλύμπου νὰ διεσώθησαν μελῳδίαι τινὲς σημαντικαί, αἵτινες ὑπό τινων τῶν Ἑλλήνων, τῶν δῆθεν ἀνεπτυγμένων, ἴσως θεωροῦνται βάρβαροι καὶ ἀνάξιαι προσοχῆς. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον μουσικὰ πνεύματα, οἷος ὁ Βάγνερ, ἐπέστησαν τὴν προσοχὴν αὐτῶν ἐπὶ τῶν δημοτικῶν τούτων μελῳδιῶν. Μουσικὸν πνεῦμα, ὡς ὁ Βάγνερ, ἐπέστησε τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῶν ἀσμάτων τῶν δημοτικῶν τῆς Ἑλληνικῆς μελῳδίας, καὶ ἐπεχείρησε ταξείδιον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἐρευνήσῃ τὰ περὶ τῶν μελῳδιῶν τούτων, ὅτε δυστυχῶς εὗρεν αὐτὸν ὁ θάνατος ἐν Βενετίᾳ. Ἀλλὰ καὶ Κυβερνήσεις, ὡς ἡ Γαλλική, διέταξαν τὰς ἐνταῦθα Σχολάς των νὰ συλλέξωσι μετ’ ἐπιμονῆς, μετὰ πάθους, καὶ ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τὰ γνήσια Ἑλληνικὰ ἄσματα καὶ τὰς μελῳδίας αὐτῶν. Ἀφοῦ δὲ αἱ ξέναι Κυβερνήσεις, ἰδίως ἡ Γαλλική, καὶ μουσικὰ πνεύματα, ὡς ὁ Βάγνερ, δὲν ἐθεώρησαν ἀναξίας προσοχῆς τὰς μελῳδίας ταύτας, νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, πρέπει νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν των πρὸς συλλογὴν τῶν μελῳδιῶν τούτων, διὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς ἀναψυχήν τινα ὁ ἄνθρωπος, ὅστις ἀπέδειξε τὴν καλλονὴν καὶ τὸ ὕψος τῆς Ἑλληνικῆς μουσικῆς ἐν Μονάχῳ, τῇ κατ’ ἐξοχὴν μουσικῇ ταύτῃ πρωτευούσῃ, ὅπου ἐν μέσῳ πριγκήπων καὶ πριγκηπισσῶν ἔψαλε τὰς δημοτικὰς μελῳδίας μας κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ ἔδρεψε στεφάνους. Ταῦτα θεωρῶ ἀρκετά, καὶ ὑπεραρκετὰ μάλιστα, ἵνα προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς περισυλλογῆς τῶν ἐθνικῶν μελῳδιῶν καὶ τῆς διασώσεως αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἀπειλουμένης ἐξαφανίσεως, τὴν ὁποίαν περισυλλογὴν καὶ διάσωσιν ζητεῖ νὰ κάμῃ ὁ ἀναφερόμενος κ. Σακελλαρίδης.
§6Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί ζητεῖ ὁ ἀναφερόμενος;
§7Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Ζητεῖ μικρὰν συνδρομὴν πρὸς περισυλλογὴν καὶ ἔκδοσιν τῶν μελῳδιῶν τούτων.
§8Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀπάντησιν εἰς τὴν χθεσινὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Πατρῶν κ. Ρούφου.
§9Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω σχέδιον νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 857 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας». Ὡσαύτως σχέδιον νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 305 τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων». Ἐπίσης καταθέτω νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΝΚΒʹ περὶ Ἐφηβείου Ἀβέρωφ».
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλουσιν ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 116–118).
§11Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Οὕτω καὶ ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ὑπέβαλλε νομοσχέδια κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς!
§12Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Πατρῶν κ. Ρούφου. Ἐγένετο χθὲς λόγος περὶ νομοσχεδίου περὶ φαρμακοποιῶν καὶ φαρμακεμπόρων, καὶ εἶχον εἰπεῖ, ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον εἶχε παρασκευασθῆ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐξετάσας σήμερον, εὗρον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε παρασκευασθῆ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ἀποδέχομαι πληρέστατα τὰς ἐν αὐτῷ ἰδέας.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§14Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ὑποβάλω μίαν σύστασιν. Κατὰ τὸ 1902 ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Γ. Κόρπας εἶχε προκαλέσει τοὺς μὴ ἀναγνωρίσαντας τὸν γάμον αὐτῶν ἀξιωματικούς, ἐκείνους δηλαδή, οἵτινες εἶχον τελέσει τοὺς γάμους των ἄνευ ἀδείας τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς, νὰ ὑποβάλωσιν ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος τὰς αἰτήσεις αὐτῶν, ὅπως οἱ γενόμενοι γάμοι αὐτῶν ἀναγνωρισθῶσιν ὡς καλῶς τελεσθέντες καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, ἀνεξαρτήτως καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν ὑπὸ τῶν πολιτικῶν νόμων ἀπαιτουμένην ἔγκυρον καὶ νόμιμον τέλεσιν αὐτῶν, καὶ οὕτως ὑπεισέλθωσιν αἱ οἰκογένειαι τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικῶν εἰς τὰ δικαιώματα τῆς συντάξεως, τὰ ὁποῖα κέκτηται καὶ αἱ οἰκογένειαι τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτέλεσαν ἀδείᾳ τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς τοὺς γάμους αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτην ἔπραξε πρᾶξιν εὐεργετικὴν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, παραδόξως τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ δὲν ἠθέλησε ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως πρὸς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, παραβαῖνον οὕτω καὶ ἀντιτιθέμενον πρὸς τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τὴν εὐεργετικήν, τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσεν ἡ ὑπηρεσία ἡ στρατιωτική. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἴσως ἡ πρᾶξις αὕτη ἡ κυβερνητικὴ δὲν ὑποχρεοῖ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, ὡς ἐκεῖνο νομίζει, εἰς δὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς θὰ ἦναι δύσκολον νὰ προβῶσιν εἰς δικαστικοὺς ἀγῶνας κατὰ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, ἴσως δὲ δὲν εἶναι καὶ ὀρθὸν νὰ προβῶσιν εἰς δικαστικοὺς ἀγῶνας κατὰ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ, ἂν ὄντως ἀποκλείονται τοῦ δικαιώματος τῆς περιθάλψεως, ἀφοῦ διὰ τῆς πράξεως ἐκείνης τῆς κυβερνητικῆς ἀνεγνωρίσθησαν ὡς ἔχοντες τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ τὰ αὐτὰ πλεονεκτήματα μὲ τοὺς ἐγγάμους ἀξιωματικούς, τοὺς τελέσαντας τὸν γάμον αὐτῶν ἀρχικῶς τῇ ἀδείᾳ τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς. Θὰ παρακαλέσω, ἐὰν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νομίζῃ τοῦτο δυνατόν, διὰ μιᾶς διατάξεως συντόμου, ψηφιζομένης ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νὰ διορθωθῇ τὸ ἄτοπον τοῦτο, τὸ ὁποῖον μεγάλας ἀδικίας καὶ πολλὰς ζημίας φέρει εἰς πλείστους τῶν ἀξιωματικῶν. Τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον κρατεῖ παρὰ τῇ Διοικήσει τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, εἶναι πνεῦμα προστατευτικὸν διὰ τοὺς νῦν μετόχους, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ τοιοῦτον πνεῦμα, τὸ τοσοῦτον ἐγωϊστικόν, δὲν θὰ κρατήσῃ παρὰ τῷ κυρίῳ Ὑπουργῷ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ μεριμνήσῃ, ἵνα παρασχεθῶσιν εἰς τοὺς εἰρημένους ἀξιωματικοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δίδονται παρὰ τοῦ Δημοσίου, ὅταν καταστῶσι συνταξιοῦχοι καὶ αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν.
§15Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα προχθὲς τὸν λόγον, ὅτε ὡμίλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ μετὰ τὴν ὁμιλίαν αὐτοῦ ἐπῆλθεν ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως καὶ ἡ χθεσινὴ ἀπουσία αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἔρχομαι σήμερον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα καὶ ἀνασκευάσω τὰς ἀνακριβείας του. Θὰ παρατρέξω τὴν δικαιολογίαν τῆς μακρᾶς αὐτοῦ σιωπῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν διδακτηρίων, διότι, καὶ ὅτε ἔγραφεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἤθελε φέρει τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκ τῶν πρώτων εἰς τὴν Βουλήν, ἐγνώριζεν ὅτι ἤθελε μὲ εὕρει εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἁπλοῦν Βουλευτήν. Θὰ παρατρέξω καὶ τὴν μικρὰν ἀμφισβήτησιν τῆς ἀκριβείας τῶν πινάκων, διότι δὲν πρόκειται ἢ περὶ ὀλίγων σχολείων, μολονότι διὰ τὸ σχολεῖον Γαλάρου τῆς Ζακύνθου ὑπάρχει μία ἀσυμφωνία τῶν δύο πινάκων, οὓς ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός, διότι ἐν τῷ πρώτῳ πινάκι ἀναφέρεται, ὅτι τὸ σχολεῖον τῶν θηλέων ἐν τῷ χωρίῳ Γαλάρῳ ἐνεκρίθη νὰ κατασκευασθῇ κατὰ τὴν 30 Δεκεμβρίου τοῦ 1903, ὅτε ἐγὼ δὲν ἤμην Ὑπουργός, εἰς δὲ τὸν δεύτερον πίνακα ἀναφέρεται, ὅτι ἐνεκρίθη ἡ δημοπρασία τοῦ εἰρημένου σχολείου κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου τοῦ 1903. Εἰς τὸν πίνακα, ὃν μοὶ εἶχε χορηγήσει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς ὑπουργίας μου, ἀναγράφεται ὅτι τὸ σχολεῖον αὐτὸ εἶχεν ἐγκριθῆ κατὰ τὴν 30 Δεκεμβρίου 1900, ἑπομένως δὲν καταλογίζεται εἰς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ἐγκριθέντα. Ἐπίσης ἐν τῷ πίνακι ἐκείνῳ ἀναγράφεται καὶ σχολεῖον τετρατάξιον ἀρρένων ἐν τῷ χωρίῳ Κεραμίδι τοῦ δήμου Κασθαναίας, ἐγκριθὲν κατὰ τὴν 28 Αὐγούστου 1901, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πίνακι. Ἀλλὰ παρατρέχω ταῦτα, διότι εἶναι ὅλως ἐπουσιώδη ἀπέναντι τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, Κύριοι, νὰ πιστεύσητε ἀκραδάντως, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ἑπτάκις τῆς ἡμέρας γονυπετεῖ ἐν κατανύξει καὶ προσφέρει λατρείαν εἰς τὸν βωμὸν τῆς ἀληθείας. Ἐγὼ εἰσῆλθον κατὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἀλλὰ τὴν εὗρον ἀντηχοῦσαν ἀκόμη ἀπὸ τὴν φιλαλήθειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπὸ τῆς πρώτης αὐτοῦ εἰσόδου ἐν αὐτῇ. Ἡ φιλαλήθεια δὲ αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἀποτετυπωμένη καὶ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ ἴδητε ἐν αὐτῇ πολλὰ Διατάγματα μεταθέσεων κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ἐξ ἐκείνων, ἅτινα ὀνομαστὶ σᾶς ἀνέφερα προχθὲς, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναγράφεται, ὅτι αἱ μεταθέσεις αὗται ἐγένοντο τῇ αἰτήσει τῶν μετατιθεμένων. Ἐὰν ζητήσητε ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ ἀμέσως σήμερον τὰς αἰτήσεις αὐτὰς, αἵτινες πρωτοκολλοῦνται ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τοῦ Ὑπουργείου ἅμα τῇ ἐγχειρίσει των, θὰ εὑρεθῇ εἰς δύσκολον θέσιν, διότι πολὺ ὀλίγας θὰ σᾶς προσαγάγῃ. Ἀλλ’ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως θὰ εὕρητε καὶ ἄλλο Διάταγμα, ἐφετεινόν, δι’ οὗ ἀπελύθησαν 4 καθηγηταὶ τοῦ Βαρβακείου Λυκείου, οἱ κ.κ. Μιχαλόπουλος, Μωραϊτίδης, Κώνστας καὶ Παπαδάκης, ὡς αἰτιολογία δὲ ἀναγράφεται, ὅτι οὗτοι ἦσαν πλεονάζοντες, καὶ ὅτι ἀπολύονται καὶ δι’ ἀνεπάρκειαν πόρων τοῦ κληροδοτήματος. Ἀλλὰ μετὰ μίαν ἑβδομάδα θὰ εὕρητε ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως Διάταγμα, δι’ οὗ ἐν τῷ αὐτῷ Βαρβακείῳ Λυκείῳ διορίζονται ὁ κ. Κώνστας καὶ ὁ κ. Στυμφαλιάδης.
§16Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Μήπως ηὔξησαν οἱ πόροι μετὰ μίαν ἑβδομάδα;
§17Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι ἐπλεόναζον οἱ τέσσαρες, πῶς διωρίσθησαν οἱ δύο; Καὶ ἀφοῦ ὁ κ. Κώνστας, ὁ παυθεὶς ὡς πλεονάζων, ἀναδιωρίσθη, διατὶ δὲν τὸν ἀφίνατε ἐν τῇ θέσει του; Ἦσαν οἱ πόροι τοῦ κληροδοτήματος ἀνεπαρκεῖς; Τότε πῶς ἐν διαστήματι μιᾶς ἑβδομάδος εὑρέθησαν ἐπαρκεῖς; Σᾶς ἀφίνω νὰ κρίνητε, ἂν ἐν τῷ πρώτῳ ἢ ἐν τῷ δευτέρῳ Διατάγματι ὑπάρχει ἡ φιλαλήθεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπου θὰ εὕρητε μεγάλην φιλαλήθειαν εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι ἡ διαβεβαίωσις αὐτοῦ, ὅτι οὐδὲ λεπτοῦ ὑπέρβασιν ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργός, ἐγκρίνας πολλῶν διδακτηρίων τὴν κατασκευήν, οὔτε οἱ διάδοχοι αὐτοῦ, καὶ μόνος ἐγὼ ἔκαμον ὑπέρβασιν! Ἐγώ, Κύριοι, ἐδιδάχθην ὀλίγα μαθηματικά, ὅσα διδάσκονται ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς σχολείοις, ἀλλ’ ἐδιδάχθην εἰς τὴν πρόσθεσιν καὶ τὴν ἀφαίρεσιν, ὅτι 2 καὶ 2 κάμνουσι τέσσαρα, καὶ ὅτι 5 ἀφαιρούμενα ἀπὸ τῶν 4 μᾶς δίδουσιν ἔλλειμμα 1. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ἐδίδαξε προχθὲς τὴν ἑσπέραν, ὅτι 2 καὶ 2 κάμνουν 5, 7 δὲ ἀφαιρούμενα ἀπὸ τῶν 5 μᾶς δίδουσι καὶ ὑπόλοιπον 2! Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐσπούδασε πολλὰ μαθηματικά, διότι ἀνηγορεύθη καὶ διδάκτωρ αὐτῶν παρὰ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλ’ ἡ ἀριθμητική, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔκαμε, καταδεικνύει, ὅτι ἐσπούδασε καὶ εἰς τὴν Σχολὴν ἐκείνην, ἥτις γνωρίζῃ νὰ ζωογονῇ τοὺς ἀριθμούς. Ὁ ἔλεγχος ὅμως εἶναι ἁπλούστατος. Δὲν ἔχετε ἢ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν λογαριασμὸν τῆς καταθέσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν παρὰ τῇ Τραπέζῃ καὶ ἀθροίσητε τὰ κατατεθέντα μέχρι τοῦ τέλους τοῦ 1901. Αὐτὰ εἶναι οἱ 6 πρῶτοι ἀριθμοὶ τοῦ πίνακος τούτου, οἵτινες συμποσοῦνται εἰς 3,147,393 δραχμάς. Αὐτὰ εἶναι κατατεθειμένα ἀπ’ ἀρχῆς τῆς καταθέσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν παρὰ τῇ Τραπέζῃ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1901. Σᾶς εἶπον καὶ προχθές, ὅτι ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1 πίνακος, τοῦ κατατεθέντος, ἐξάγεται, ὅτι κατὰ τὸ 1898 ἐνεκρίθησαν σχολεῖα 11, τὸ 1899 σχολεῖα 8, τὸ 1900 σχολεῖα 111, τὸ 1901 σχολεῖα 114. Ἴσως ὑπάρχει μικρὰ διαφορά, ἣν ἀνεῦρον, ἐξελέγξας τὸν πίνακα, ὃν εἶχον κάμει ἐκ τοῦ πίνακος, ὃν μοὶ ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ἐξελέγξας, λέγω, τὸν πίνακα τοῦτον ἐν παραβολῇ πρὸς τὸν πίνακα τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑποβληθέντα ὑπ’ ἀριθ. 1. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι ἐπὶ πλέον, διότι κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν ταύτην εὑρέθη, ὅτι κατὰ τὸ 1900 ἐνεκρίθησαν νὰ κατασκευασθῶσιν 113 διδακτήρια, ἀντὶ τῶν 111, κατὰ δὲ τὸ 1901 διδακτήρια 114, ὅσα καὶ ἐγὼ εἶχον ἐν τῷ πίνακι, διότι πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸν πίνακα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸ τοῦ Κεραμιδίου Ἁγυιᾶς, ἐγκριθὲν τῇ 28 Αὐγούστου 1901. Ἡ διαφορὰ εἶναι μικρὰ, καὶ τὴν παρατρέχω· ἀλλ’ ἡ ἀξία τῶν σχολείων τῶν ἐγκριθέντων κατὰ τὰ ἔτη 1898, 1899, 1900 καὶ 1901 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς 4,256,345 δραχμὰς, ἐξ ὧν τὰ 3,753,574 εἶναι ἡ ἀξία τῶν 214 διδακτηρίων, τὰ ὁποῖα ἐνέκρινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἀφαιρέσατε ἀπὸ τὰ 4,256,345 τὰ 3,147,393, ὅσα ἦσαν κατατεθειμένα μέχρι τοῦ τέλους τοῦ 1901· θὰ ἔχετε ἐξίσωσιν; ἢ σᾶς ἐλλείπουσιν 1,108,952 δραχμαὶ, αἵτινες εἶναι ἡ ὑπέρβασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ κατατεθειμένου ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ; Δὲν εἶχον λοιπὸν δίκαιον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ διδάκτωρ τῶν Μαθηματικῶν σᾶς εἶπεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι 7 ἀφαιρούμενα ἀπὸ τοῦ 5 μᾶς δίδουσιν ἐξίσωσιν, ἢ μᾶς δίδουσι καὶ κέρδος; Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀκούων τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λεγόμενα ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου τοῦ ζητήματος, ἐνόμισα, ὅτι μετεφέρθην εἰς αἴθουσαν ταχυδακτυλουργικῆς παραστάσεως. Καὶ ἀφοῦ ὑπῆρχεν ἡ ὑπέρβασις αὕτη κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1901, φυσικὸν ἦτο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ὑπέρβασις καὶ κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1902 καὶ κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1903, ὅπως προχθές, ἀναφέρων λεπτομερῶς καὶ ἀριθμοὺς, σᾶς ἀπέδειξα. Ἐνθυμοῦμαι προχθές, ὅτε ἀνεγίνωσκον, προκληθεὶς νὰ ἀναγνώσω, πόσα διδακτήρια ἐνέκρινα ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ, ἐξέφρασέ τις θαυμασμὸν, ὅτι ἐνέκρινα 7 διδακτήρια ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Γόρτυνος. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσητε τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πίνακα, θὰ ἴδητε, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Παξῶν κατὰ τὸ 1900 ἐνεκρίθη ἡ κατασκευὴ 5 διδακτηρίων ἐν τῇ μικρᾷ ταύτῃ ἐπαρχίᾳ, ἐν δὲ τῇ ἐπαρχίᾳ Λευκάδος ἐνεκρίθη ἡ κατασκευὴ 6 σχολείων κατὰ τὸ 1901. Δὲν ψέγω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὑτοῦ ἐπαρχίᾳ ἐνέκρινε τὴν κατασκευὴν 6 διδακτηρίων κατὰ τὴν προηγουμένην του ὑπουργίαν, ἀλλ’ ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὸ 1900 καὶ 1901 ἐνέκρινε τὴν κατασκευὴν 16 ὅλων διδακτηρίων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος.
§18Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Μόνον;
§19Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας ἀξίας εἶναι ἐν συνόλῳ;
§20Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ κάμω προχείρως τὸν λογαριασμὸν, ἀλλ’ εἶναι, νομίζω, ἀξίας 200,000 περίπου δραχμῶν.
§21Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅλα μικρᾶς ἀξίας.
§22Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δαπάνη δὲν ἔχει σημασίαν.
§23Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρω τοῦτο, διότι ἐθαυμάσθη, ὅτι ἐγὼ ἐν τῇ μεγαλειτέρᾳ ἐπαρχίᾳ τοῦ Κράτους ἐνέκρινα τὴν κατασκευὴν 7 διδακτηρίων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ σᾶς ἀναπτύξῃ τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ τὰ ὁποῖα ἐσκόπει νὰ ἐφαρμόσῃ, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὁποίων ἠμποδίσθη διὰ τῆς ὑπ’ ἐμοῦ ἀθρόας ἐγκρίσεως σχολείων! Θέλω ὅμως ἓν μέρος τῶν ἰδεῶν αὐτοῦ διὰ βραχέων ἀνασκευάσει. Θεωρεῖ δαπανηρὰν τὴν κατασκευὴν διδακτηρίων κατὰ τὸ ἐγκεκριμένον σχέδιον, καὶ θεωρεῖ ὅτι μὲ ὀλιγωτέρας χιλιάδας δραχμῶν, μὲ 8 ἢ 9 χιλιάδας, δύναται νὰ κατασκευάσῃ διδακτήρια· ἀλλὰ λησμονεῖ, ὅτι τὰ διδακτήρια τὰ κατασκευαζόμενα μὲ 8 ἢ 9 χιλιάδας δραχμῶν θὰ ἦναι πενιχροὶ οἰκίσκοι, οἱ ὁποῖοι οὔτε τὸν ἀνθρωπισμὸν θὰ ἐμβάλλουν εἰς τοὺς μικροὺς μαθητὰς διὰ τῆς θέας ἑνὸς κτιρίου καλῶς ᾠκοδομημένου, πολὺ δὲ διαφόρου ἀπὸ τὴν πατρικὴν καλύβην, ἐν ᾗ ἐγεννήθησαν. Λησμονεῖ ὅτι δὲν θὰ διεγείρῃ εἰς τοὺς μαθητὰς τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο τῆς ὑπερηφανείας, τὸ ὁποῖον αἰσθάνονται, ὅταν θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ μέγαρον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία ᾠκοδόμησεν, ἐνῷ οἱ ἄλλοι, οἱ μὴ μαθηταὶ, δὲν δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν. Ἡ ἐντύπωσις αὕτη συντελεῖ εἰς τὸ νὰ προσελκύῃ μαθητὰς ἐν τοῖς σχολείοις. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλο τι μὲ ἔψεξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐνέκρινα δημοπρασίας σχολείων, καθ’ ἣν ἡμέραν ἴσως ἤμην παρῃτημένος, κατὰ τὴν 3 Δεκεμβρίου. Βεβαίως δὲν ἐνέκρινα αὐτὰς μετὰ τὴν παραίτησίν μου, ἀλλ’ ἐνέκρινα αὐτὰς ἐφ’ ὅσον εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελῶ τὰ χρέη τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ μὲ κατέκρινεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς διὰ τοῦτο, ὅτι διέπραξα μίαν πρᾶξιν τῆς τρεχούσης, οὕτως εἰπεῖν, ὑπηρεσίας, αὐτὸς, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε καὶ ἐξελιπάρησε τὴν ὑπογραφὴν Διατάγματος διορισμοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τὴν νύκτα ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔντρομος ἐτρέπετο εἰς φυγὴν, τὸν Νοέμβριον τοῦ 1901!
§24ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). (Ὅρα Παράρτημα).
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ ἀπευθύνω παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἡ ὁποία συντελεῖ καὶ εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ χρόνου, διότι ἐνίοτε ἄνευ ἀνάγκης σπαταλῶμεν χρόνον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἱκανὸς, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μεταβολῆς τοῦ τρόπου τῆς οἰκοδομήσεως τῶν διδακτηρίων, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γένωνται ἀποδεκτοὶ κανόνες ἄλλοι, ὅπως τὰ οἰκοδομούμενα διδακτήρια μὴ οἰκοδομῶνται πολυτελῶς, ἀλλ’ ὦσι λιτὰ, ὦσι μᾶλλον οἰκονομικῶς ᾠκοδομημένα, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἦτο ἁρμόδιος, ἀφοῦ τοιαύτην ἐσχημάτησε πεποίθησιν, νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, ὅπως μεταβληθῶσιν οἱ κρατοῦντες νόμοι...
§26ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἔφερα.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. ἢ νὰ προκαλέσῃ Διατάγματα, δι’ ὧν νὰ μεταβάλλωνται τὰ ὑπὸ ἄλλων Διαταγμάτων διαταχθέντα, ὅπως ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς, δηλαδὴ ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν πρὸς οἰκοδόμησιν τῶν διδακτηρίων. Εἰς τοῦτο κατέληξαν οἱ λόγοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἀνέγνω εἰς ἡμᾶς ἐκθέσεις τῆς Διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων ἢ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ τούτου πραγματευομένας, ἀλλοτρίας δ’ ἐντελῶς τοῦ θέματος, διότι ἐπρόκειτο περὶ θέματος ἀναγομένου εἰς τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. Ἂν δ’ ἐπρόκειτο περὶ τούτου, ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ὑπέχουσι δύο εἰδῶν εὐθύνας, εὐθύνην πολιτικὴν καὶ εὐθύνην ποινικήν. Ἡ εὐθύνη ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἐπιζητοῦσιν οἱ Βουλευταὶ δι’ ἐπερωτήσεων καὶ διὰ συζητήσεων, σκοπεῖ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπευθύνονται αἱ ἐπερωτήσεις, καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου ζητοῦνται πολιτικαὶ εὐθῦναι· ἵνα δὲ πείσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου, ἀναπτύσσει ὁ ἐπερωτῶν, ἀναλύει, ἐκθέτει ἔγγραφα σχετικὰ πρὸς τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ, αἵτινες κατηγγέλθησαν ὡς ἐναντίαι τῶν νόμων, ἢ αἵτινες ζημιοῦσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἢ ἀντιβαίνουσιν εἰς ὑπάρχοντας κανονισμοὺς καὶ Διατάγματα. Ἀλλ’ ὅταν ὁ Ὑπουργὸς δὲν ὑπάρχῃ πλέον ἐν τῇ ἀρχῇ, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς, δι’ ἕνα ἢ δι’ ἄλλον λόγον, εἴτε παρῃτήθη, εἴτε ἐπαύθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, εὐθύνη πολιτικὴ δὲν ὑφίσταται, ἐκλείπει· ὑφίσταται μόνον ἡ ποινικὴ εὐθύνη, τὴν ποινικὴν δὲ εὐθύνην δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ μὴ ὄντος Ὑπουργοῦ. Ὑπουργὸς ὅμως, ἐγκαλῶν ἐπὶ ποινικῇ εὐθύνῃ προκάτοχον αὑτοῦ, τοῦτο εἶναι συμβεβηκὸς μὴ ἐπιτετραμμένον ἐν τῷ κόσμῳ τῷ κοινοβουλευτικῷ, οὐδ’ ἐπιτρέπεται ἐν Εὐρώπῃ οἱ διάδοχοι Ὑπουργοὶ νὰ καταγγέλλωσι τοὺς προκατόχους αὑτῶν. Ἐὰν φρονῶσιν, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ γένηται, διότι συμφέροντα τοῦ Κράτους τὸ ἐπιβάλλουσι, τότε τὸ πράττουσι διὰ φίλων τοῦ Ὑπουργείου, οἵτινες προτείνουσι τὴν σύστασιν εἴτε ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς εἴτε ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Πράττοντες ἄλλως, καταγγέλλοντες οὕτω τοὺς προκατόχους, δὲν πράττομεν μόνον ὅ,τι δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, ἀλλὰ καὶ παριστάμεθα πράττοντες ὅ,τι πράττουσιν οἱ νέοι ὑπηρέται, συκοφαντοῦντες ἐκείνους, πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ὁποίων προσελήφθησαν.
§28Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ὀφείλω νὰ ἀντεπεξέλθω κατ’ εἰρωνικῆς ἀποστροφῆς, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔκαμε πρὸς ἐμέ, σχετικῶς πρὸς τὸ παρεμπεσὸν ζήτημα τῆς ἀνεγέρσεως δημοτικοῦ σχολείου ἐν Ὕδρᾳ, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα περὶ ἀνεγέρσεως δημοτικῶν διδακτηρίων· ἔκαμε δὲ τὴν ἀποστροφὴν ταύτην μὲ τοιοῦτον τόνον...
§29ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν συνήθισα ποτὲ νὰ εἰρωνεύωμαι κανένα, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ὑμᾶς, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἐδώκατε ἀφορμήν. Ἐγὼ εἶπον μόνον, ὅτι θὰ ἀπαντήσω εἰς ὑμᾶς, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμή, καὶ ἀπήντησα διὰ ποῖον λόγον δὲν ἔδωκα τὴν ἔγκρισιν.
§30Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἐκάματε μὲ τοιοῦτον τόνον τὴν παρατήρησιν αὐτὴν, ὥστε προεκαλέσατε τὴν περιέργειαν τῆς Βουλῆς, ὑποπτευσάσης ὅτι ἐγὼ ἄδικόν τι ἢ παράνομον ἐζήτουν παρ’ ὑμῶν, ἐνῷ ἐζήτουν τὴν πραγματοποίησιν δικαίου, χορηγουμένου ὑπὸ τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον δίκαιον ὀφείλουσι νὰ ἐπιδιώκωσι πάντες οἱ Βουλευταὶ διὰ τὰς ἐπαρχίας των, καὶ μάλιστα ὅταν Ὑπουργὸς, ὁποῖος ὑμεῖς, παρεμποδίζῃ τὴν ἀνέγερσιν δημοτικοῦ σχολείου ἐν Ὕδρᾳ ἀπὸ τοῦ 1899, ὅτε βεβαίως ὤφειλον νὰ φροντίσω ἐγὼ νὰ ἀνεγερθῇ δημοτικὴ Σχολὴ ἐν Ὕδρᾳ. Εἴπετε ὅτι εὑρέθη σημείωμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται, ὅτι ὁ βουλευτὴς Ὕδρας Γκίκας ἐζήτει τὴν ἀνέγερσιν δημοτικοῦ σχολείου ἐν Ὕδρᾳ. Βεβαίως σημείωμα δὲν ἔδωκα, καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς εὑρέθη σημείωμα τοιοῦτον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.
§31ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶπον σημείωμα ὑπογεγραμμένον παρ’ ὑμῶν, ἀλλὰ σημείωσιν ἐπὶ τοῦ φακέλου.
§32Π. ΓΚΙΚΑΣ. Τοῦτο λέγων δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἐζήτησα ἐπανειλημμένως παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ κ. Φαρμακοπούλου τὴν ἀνέγερσιν διδακτηρίου. Ἡ σημείωσις ὅμως αὕτη ἔδωκε τὸ ἐνδόσιμον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Στάην νὰ προβῇ εἰς τὴν ματαίωσιν τῆς ἀνεγέρσεως δημοτικῆς Σχολῆς ἐν Ὕδρᾳ, μὴ δυνάμενον νὰ ἐννοήσῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν Βουλευτὴς μὴ φίλα φρονῶν πρὸς τὸ κόμμα, εἰς ὃ ἐκεῖνος ἀνήκει, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Στάη νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀνέγερσιν δημοτικοῦ σχολείου ἐν Ὕδρᾳ. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Στάης, ἐνῷ 96 δημοτικῶν σχολείων εἶχε διαταχθῆ ἡ ἀνέγερσις, ἐματαίωσε τὴν ἀνέγερσιν δέκα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ σχολεῖον τῆς Ὕδρας, τοῦ ὁποίου ἐζήτησα τὴν ἀνέγερσιν ὄχι μόνον δυνάμει τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ διότι ὑπάρχει καὶ ἔκθεσις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ὑπάρχον κτίριον εἶναι ἑτοιμόρροπον, καὶ ὁ πρώην δήμαρχος, ὁ ὁποῖος ἔχει κάτωθι τοῦ σχολείου οἰκίαν, ἐπέδωκε διαμαρτύρησιν εἰς τὸν δῆμον, τὸν ὁποῖον κατέστησεν ὑπεύθυνον ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε καταρρεύσει τὸ δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἤθελε καταστρέψει τὴν οἰκίαν του. Ἐγὼ λυποῦμαι, διότι πολὺ βραδέως ὑπέβαλον τὴν ἀξίωσιν ταύτην εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ λυποῦμαι ἀκόμη περισσότερον, διότι δὲν ἦτο τῆς πρωτοβουλίας τῆς ἐμῆς, ἀλλὰ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων κ. Μεγαρέως. Τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων τῆς περιφερείας, εἰς ἣν ὑπάγεται καὶ ἡ ἐπαρχία μου, δὲν εἶχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ γνωρίζω, ὅτε ἡμέραν τινὰ μοὶ ἐσυστήθη, καὶ μετὰ πολλῆς πικρίας μοὶ παρετήρησεν, ὅτι ἀπορεῖ, πῶς δὲν φροντίζω νὰ ἀνεγερθῇ ἓν σχολεῖον δημοτικὸν καὶ ἐν Ὕδρᾳ, ἀφοῦ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ νόμος ἐπιβάλλει τὸ τοιοῦτον, τὸ δημοτικὸν σχολεῖον τὸ ὑπάρχον εἶναι ἑτοιμόρροπον. Ἐγὼ τῷ εἶπον, ὅτι γνωρίζω ὅτι ἀπὸ τοῦ 1899 παρεμποδίζεται ἡ ἀνέγερσις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, καὶ ὑπέθετον ὅτι δὲν εἶχον καταρτισθῆ τὰ σχέδια. Μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι ἔχουν καταρτισθῆ, ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ παρεμποδίζει τὴν ἀνέγερσιν. Τοῦτο μὲ ἐξηρέθισε, καὶ ἀμέσως μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Φαρμακόπουλον νὰ ἐξετάσῃ εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἀνεγερθησομένων δημοτικῶν σχολείων, ἂν ὑπάρχει καὶ τὸ ἐν Ὕδρᾳ. Παρετήρησα ὅτι δὲν ὑπῆρχε. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω, ὅτι μετὰ μεγάλης προθυμίας ὁ κ. Φαρμακόπουλος κατέγραψεν εἰς τὸν κατάλογον τὸ σχολεῖον Ὕδρας. Ἐνηργήθησαν δύο δημοπρασίαι, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ προσφορὰ ἐθεωρήθη οὐχὶ ἀνάλογος, ἐζήτησε καὶ τρίτην δημοπρασίαν νὰ ἐνεργήσῃ· καὶ ἐγὼ τὸν παρεκάλεσα πρὸς τοῦτο, διότι ἐπεθύμουν, ἵνα εἰς τὴν τιμὴν τὴν πρέπουσαν κατακυρωθῇ τὸ ἔργον. Δυστυχῶς, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, παρημποδίσθη ἡ τρίτη μειοδοτικὴ δημοπρασία νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Τότε μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παρατηρήσῃ τὴν ἀναλογίαν τῆς κατακυρώσεως τῶν ἄλλων διδακτηρίων, καὶ νὰ προσφερθῇ τοιαύτη τιμὴ, ὥστε νὰ κατακυρώσῃ καὶ αὐτήν. Τῷ προσεφέραμεν 8%, καὶ ὑπεσχέθη νὰ κατακυρώσῃ τὸ ἔργον, ἀλλὰ δὲν τὸ κατεκύρωσεν. Ἔκτοτε ἠναγκάσθην νὰ μὴ ἴδω τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ 15 ἡμέρας πρὸ τῆς παραιτήσεώς του, ὁπότε ὁ ἐπιθεωρητὴς πάλιν ἦλθε καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι, ἂν γείνῃ προσφορὰ ἐπὶ ἔλαττον 11%, ὅπως καὶ διὰ τὰ ἄλλα σχολεῖα, ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἀποδεχθῇ ταύτην καὶ θὰ κατακυρώσῃ τὴν δημοπρασίαν. Ἐγὼ ἐνήργησα νὰ δοθῇ προσφορὰ 11%, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ προσφορὰ αὕτη. Μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Φαρμακοπούλου καὶ ἐγὼ εἶδον εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατεκυρώθη τὸ ἔργον μὲ ἔκπτωσιν 12%· ἑπομένως χάριν ἐμοῦ βεβαίως δὲν προέβη εἰς τὴν κατακύρωσιν ὁ κύριος Φαρμακόπουλος, ἀλλὰ προέβη ἐκ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ὅτι ὤφειλε νὰ ἀνεγείρῃ καὶ ἐν Ὕδρᾳ δημοτικὸν σχολεῖον. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Φαρμακόπουλον, διότι μετὰ τοσαύτης προθυμίας ἐδέχθη νὰ ἀνεγερθῇ μία δημοτικὴ Σχολὴ ἐν Ὕδρᾳ. Γνωρίζομεν ὁποῖος κομματικὸς φανατισμὸς διέπει τὰς πράξεις τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἴτε ἐν τῇ ἐξουσίᾳ εἶναι εἴτε ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας. Τὸ σύμβολόν του εἶναι «τὸ κόμμα καὶ τὰ πάντα διὰ τὸ κόμμα». Ἑπομένως, ἂν Βουλευτὴς δὲν ἀνήκῃ εἰς τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ τίποτε, ὅσον νόμιμον καὶ δίκαιον καὶ ἂν ἦναι. Διότι τὸν ἐρωτῶ, διατὶ ἠκύρωσε τὴν ἀνέγερσιν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου Ὕδρας μεταξὺ τῶν 96 δημοτικῶν σχολείων; Ἂν ἡμάρτησεν, ἐπικυρώσας ὁ κ. Φαρμακόπουλος τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας καὶ ἐματαίωσε διὰ τοῦτο ὁ κύριος Στάης τὴν δημοπρασίαν, ὁ κ. Στάης ἐπ’ αὐτοῦ ὤφειλε νὰ φέρῃ μομφὴν κατὰ τοῦ προκατόχου του ἐπὶ παραβάσει ἔστω καὶ μιᾶς διατάξεως τοῦ νόμου, ἐὰν ἡ παράβασις ἠδίκησε τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ τότε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς πράξεως ταύτης. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ὑπῆρχεν· ἑπομένως μόνον ὁ λόγος ὁ κομματικὸς, ὁ ὁποῖος ὤθησε τὸν κ. Στάην ἀπὸ τοῦ 1899 νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνέγερσιν διδακτηρίου ἐν Ὕδρᾳ, τὸν ὤθησε καὶ τώρα εἰς τὴν ματαίωσιν τῆς μειοδοτικῆς δημοπρασίας.
§33Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ ὅλη συζήτησις, ἡ διεξαχθεῖσα ἐπὶ δύο ἡμέρας, νομίζω καὶ ἐγὼ, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἦτο ἄκαιρος καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος καὶ ἄσκοπος. Θὰ ἦτο δὲ εὐχῆς ἔργον, ἵνα καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἐπιδοκιμάζων τὴν γνώμην ταύτην, μὴ ἐκταθῇ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἐπιρρίπτων μομφὴν κατὰ τοῦ πρώην συναδέλφου του, διότι καὶ ἐκεῖνος ὅ,τι ἔπραξε δὲν τὸ ἔπραξε διὰ νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας τῶν ἐπερχομένων μόνον, ἀλλὰ διότι αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τοιαύτας εἶχον ἀξιώσεις, διότι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ πόροι, ἐκ τῶν ὁποίων εἶχον ληφθῆ τὰ χρήματα πρὸς ἀνέγερσιν σχολείων, ἦσαν ἀνεπαρκεῖς. Ὡς πρὸς τὸ θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ὁ κ. Γκίκας. νομίζω ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀδίκῳ, ἐπιρρίπτων εἰς ἡμᾶς μομφὴν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν νὰ πιέσωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, τὸν τότε καὶ νῦν κ. Στάην, νὰ σπεύσῃ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ διδακτηρίου ἐν Ὕδρᾳ. Τοῦτο τὸ ἀποκρούω, καὶ τὸ ἀποκρούω, καθόσον τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐγὼ καὶ ὁ συνάδελφος κύριος Τσαμαδὸς κατ’ ἐπανάληψιν πλειστάκις μετέβημεν παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ τῆς Παιδείας, ὡς καὶ παρὰ τῷ προκατόχῳ αὐτοῦ, καὶ ἐζητήσαμεν τὴν ἀνέγερσιν τοῦ σχολείου, ἀλλ’ αἱ δυσχέρειαι ἦσαν ποικίλαι, μία δ’ ἐκ τῶν μεγίστων δυσχερειῶν εἶναι καὶ ἡ ἐξεύρεσις καταλλήλου γηπέδου· ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ὁ νῦν ἐπιθεωρητὴς Ἀργολίδος κ. Μεγαρεὺς ὡς κατάλληλον, παρουσιάζει δυσχερείας, διότι οἱ περίοικοι ἀρνοῦνται νὰ δεχθῶσι τὴν ἀνέγερσιν σχολείου ἐκεῖ, καὶ ζητοῦσιν ὑπέρογκα ποσὰ πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν οἰκιῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ λόγος αὐτὸς μόνον, εἶναι καὶ ὁ λόγος, ὅτι τὸ γήπεδον αὐτὸ παράκειται τῇ ἀγορᾷ, καὶ ἑπομένως κρίνεται ἀκατάλληλον πρὸς ἀνέγερσιν διδακτηρίου, διότι τὰ διδακτήρια πρέπει κατὰ τὸ νέον σύστημα νὰ εὑρίσκωνται εἰς ἀπόκεντρον μέρος, εἰς μέρος ἐξοχικόν. Ὥστε ἄδικον εἶχεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, θελήσας νὰ ἐπιρρίψῃ ἐμμέσως μομφὴν εἰς ἡμᾶς τοὺς δύο συναδέλφους, διότι ἡμεῖς ἐπράξαμεν ὅ,τι ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς, ἡμεῖς παρεκαλέσαμεν τὸν Ὑπουργὸν, καὶ προέβη ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα...
§34Π. ΓΚΙΚΑΣ. Διατὶ δὲν ἔγεινε;
§35Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μήπως ἔγεινεν ἐπὶ Φαρμακοπούλου; Δὲν τὸ ἐματαίωσεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς, διότι εἶχεν ὅλην τὴν διάθεσιν νὰ μὴ τὸ ματαιώσῃ, ἀλλὰ τὸ ἐματαίωσαν τὰ πράγματα, τὸ ἐματαίωσεν ἡ ἔλλειψις τῶν πόρων· ὁ Ὑπουργὸς ἦτο πρόθυμος νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ σχολείου, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε πίστωσις. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, δὲν εἶναι εὔλογον νὰ ὠθῶμεν τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἀδικῶμεν τοὺς συναδέλφους, διὰ νὰ κερδίσωμεν πολιτικὸν ἔδαφος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἡμῶν. Ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ ζητήσῃ ὁ κύριος ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς σήμερον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐκτελέσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤρξατο ὁ προκάτοχος αὐτοῦ καὶ ὁμόφρων τῷ κ. Βουλευτῇ.
§36Π. ΓΚΙΚΑΣ. Γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω αὔξησιν πολιτικοῦ ἐδάφους ἐν Ὕδρᾳ. Ἐπανειλημμένως δ’ ἀπέδειξα τοῦτο.
§37Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Διατὶ τὰ λέγετε λοιπόν;
§38Π. ΓΚΙΚΑΣ. Δὲν ἐπέρριψα μομφὴν εἰς τοὺς συναδέλφους· εἶπον μόνον, ὅτι ἡ πολιτικὴ παρημπόδισε τὴν ἀνέγερσιν δημοτικῆς Σχολῆς ἐν Ὕδρᾳ ἀπὸ τοῦ 1899.
§39Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ποία πολιτική;
§40Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἡ πολιτικὴ δὲ δὲν ἀνήκει εἰς σας, ἀνήκει εἰς ἄλλους.
§41Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἰς ποίους ἄλλους;
§42Π. ΓΚΙΚΑΣ. Εἰς τοὺς διέποντας τὰ κοινά. Αὐτοὶ διέπουσι καὶ τὴν πολιτικήν. Δὲν ἀντιτείνουσι δὲ οἱ περίοικοι εἰς τὴν ἀνέγερσιν τῆς δημοτικῆς Σχολῆς εἰς τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ ἐπιθεωρητής, ἀλλ’ εἰς περίοικος· καὶ αὐτὸς ὁ περίοικος ἔκαμεν, ὥστε νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἀνέγερσις.
§43Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μὰ τὸ εἶπον!
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§45Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἁρμόδιος δὲ διὰ τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ καταλλήλου γηπέδου δὲν εἶσθε οὔτε ὑμεῖς, οὔτε ἐγώ, οὔτε ὁ Ὑπουργός· ἁρμόδιος εἶναι ὁ ἐπιθεωρητής. Ὁ ἐπιθεωρητὴς λοιπὸν δι’ ἐπανειλημμένων ἐκθέσεών του εἶπεν, ὅτι οὐδεμία καταλληλοτέρα θέσις ὑπάρχει ἐν Ὕδρᾳ τῆς τοποθεσίας ἐκείνης. Ὁ νομομηχανικὸς ἐπίσης εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλο γήπεδον πρὸς ἀνέγερσιν δημοτικῆς Σχολῆς, ἐκτὸς τοῦ μέρους ἐκείνου. Ὁ ἐπιθεωρητὴς καὶ ὁ νομομηχανικὸς εἶπον, ὅτι τὸ κτίριον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι σήμερον ἡ δημοτικὴ Σχολή, εἶναι ἑτοιμόρροπον, καὶ κινδυνεύει νὰ καταπέσῃ καὶ νὰ καταπλακώσῃ τοὺς μαθητάς· τὴν ἀδράνειαν δὲ ἐπιρρίπτουσιν οὐ μόνον εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ φροντίσωσι διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο· ἔπρεπε τὸν Ὑπουργὸν νὰ τὸν πιέσωσιν, ὥστε, ὅπως ἔκαμεν ἕξ διδακτήρια εἰς τὴν ἰδιαιτέραν του πατρίδα, καὶ 16 εἰς τὴν Ἄμφισσαν, νὰ κάμῃ ἓν καὶ εἰς τὴν Ὕδραν.
§46Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Μετὰ περιεργείας, κύριε Πρόεδρε, βλέπω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους οἱονεὶ ἀπολογουμένους, διότι ἐνήργησαν νὰ κατασκευασθῇ ἓν σχολεῖον εἰς τὸν τόπον των, καὶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τὸ αὐτὸ πράττοντας, ὡς νὰ ἀπεδίδετο πρὸς αὐτοὺς κατηγορία, διότι ἐφρόντισαν, ἵνα εἰς τὴν ἐπαρχίαν των ἀνεγείρωσι σχολεῖα, ἐνῷ ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίζωσι περὶ τῶν ἐπαρχιῶν των. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἐὰν οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐφρόντισαν περὶ τῆς ἀνεγέρσεως διδακτηρίων, ἦναι ἄξιοι συγχαρητηρίων, κατὰ μείζονα λόγον εἶναι ἄξιοι συγχαρητηρίων οἱ ἀποτελοῦντες μέρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος ἐφρόντισεν, ἵνα εἰς τὰ μικρὰ Κύθηρα ἀνεγείρῃ ἓξ σχολεῖα κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπουργίας του, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δέκα ἕξ. Ἑπομένως, ἐὰν ἦναι ἄξιοι συγχαρητηρίων οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐφρόντισαν νὰ ἀνεγερθῇ ἓν καὶ μόνον διδακτήριον, εἶναι κατὰ μείζονα λόγον ἄξιοι συγχαρητηρίων ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐφρόντισαν νὰ ἀνεγερθῶσι περισσότερα.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος.
§48ΧΑΡ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι νὰ ὁμιλήσουν. Νὰ διακόψωμεν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τελειώσῃ ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος πρῶτον.
§50Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν καὶ ἐγὼ καὶ ὁ συνάδελφός μου κ. Μπακόπουλος παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, τί γίνεται τὸ ζήτημα τῆς ἀνεγέρσεως τῶν φυλακῶν Τριπόλεως· ἀλλὰ καίτοι παρῆλθον τόσαι ἡμέραι, οὐδεμίαν ἀπάντησιν εὐηρεστήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μᾶς δώσῃ. Τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ ἀναβάλῃ ἐπὶ πλέον, διότι πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῇ πίστωσις, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἡ δὲ χρῆσις τοῦ 1903 λήγει μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας, καὶ ἡ ἀναβολὴ θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου.
§51Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ φροντίσω.
§52Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904 εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Σήμερον ὅμως, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῶν μεταβολῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰς ὁποίας τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς διένειμεν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, καὶ παραβαλὼν ταύτας πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, εἶδον ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν οὔτε λεπτὸν ἔχει ἀναγραφῆ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος τὸ 1887. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναγράψωσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἀνάλογον πίστωσιν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κύριος Ἀλαμᾶνος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου, ὑπογεγραμμένην καὶ ὑπ’ ἄλλων Βουλευτῶν, «περὶ ἐκ νέου ἐξετάσεως τῶν δηλώσεων τῶν συνεισφορέων πρὸς τὰ ἐν Κερκύρᾳ τιμάρια Φιομάχου, Ράλλη Φραγκόνη Βαρβάρου καὶ Ἁγίου Γεωργίου Σορωνιοῦ». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 119). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς δεκάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 45′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 40′ μ. μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Στεφανίδης ἔχει τὸν λόγον.
§54ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐπὶ τέλους εὑρέθη οἰκόπεδον ἐν Σκύρῳ πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους ἀποφασισθέντος νὰ κατασκευασθῇ ἐκεῖ διδακτηρίου τῶν ἀρρένων. Ἡ ἱστορία τῆς κατασκευῆς τοῦ διδακτηρίου τούτου εἶναι μεγάλη καὶ παλαιὰ, φαίνεται δὲ, ὅτι θὰ ἔχῃ συνέχειαν ἄνευ τέλους, διότι, ἐνῷ, ὡς εἶπον, εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ κατασκευὴ αὐτοῦ πρὸ ἔτους, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ σεβαστοῦ μοι ἀρχηγοῦ κ. Δηλιγιάννη, καὶ προεκηρύχθη δημοπρασία, ἡ διαδεχθεῖσα αὐτὸν Κυβέρνησις τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ ἀνεκάλεσε τὴν διακήρυξιν καὶ ἐματαίωσε τὴν δημοπρασίαν αὐτοῦ κατὰ τὸ ὀλιγοήμερον διάστημα τῆς διαμονῆς της ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, θεωρήσασα τὴν παρεμπόδισιν τοῦ ἔργου τούτου ἐκ τῶν πρώτων αὐτῆς μελημάτων. Ἀλλ’ ἡ μετὰ τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἀναλαβοῦσα τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Ράλλην ἀπεφάσισε καὶ αὖθις τὴν κατασκευήν του, καὶ προεκήρυξε δημοπρασίαν νέαν, καθ’ ἣν ἀνεδείχθη τελευταῖος μειοδότης ἐργολάβος τις, ὅστις μετὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς δημοπρασίας καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ οἰκείου συμβολαίου ἐγκατέστη ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ Καρυστίας εἰς τὸ προσδιορισθὲν ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων οἰκόπεδον, ἐφ’ οὗ ἔκειτο καὶ τὸ παλαιὸν διδακτήριον, οὗτινος ἐγένετο καὶ ἡ ἐκποίησις, καὶ ἐπὶ τοῦ οἰκοπέδου τούτου συνεκέντρωσε τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς οἰκοδομὴν ὑλικὰ, καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ ἀρχίσῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ διδακτηρίου· ἀλλὰ καὶ νέος τρόπος ματαιώσεως τοῦ ἔργου ἐπενοήθη, ὅπως ἐγκαταλειφθῇ τὸ δωρεὰν παρεχόμενον, ὡς ἀνῆκον κατὰ νόμον εἰς τὸ Δημόσιον, οἰκόπεδον, καὶ ἀνευρεθῇ ἄλλο, δῆθεν καταλληλότερον. Τοιοῦτον ἦτο τὸ ἐπινοηθὲν πρόσχημα, ὅπερ ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν διὰ τηλεγραφικῆς διαταγῆς, ἣν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπηύθυνεν ὁ μηχανικὸς Καρυστίας τῷ ἐργολάβῳ Ι. Φραγκούλῃ καὶ ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Συνεπείᾳ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 466 ἐ. ἔ. τηλεγραφικῆς διαταγῆς τοῦ νομομηχανικοῦ Εὐβοίας παραγγέλλομεν ὑμῖν, ὅπως μὴ προβῆτε εἰσέτι εἰς τὴν μεταφορὰν τῶν ὑλικῶν ἐπὶ τοῦ ὁρισθέντος γηπέδου πρὸς ἀνέγερσιν τετραταξίου δημοτικοῦ σχολείου τῶν ἀρρένων, μέχρι τοῦ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ τῆς θέσεως, ἐφ’ ἧς ἀνεγερθήσεται τοῦτο, προκειμένου λίαν προσεχῶς νὰ ἔλθωμεν αὐτόσε πρὸς καταμέτρησιν καὶ ἐκλογὴν τοῦ καταλλήλου γηπέδου.» Νομίζω ὅτι λίαν δικαίως ὁ ἐργολάβος θὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν, τὸ μὲν ὡς παρεμποδιζόμενος νὰ κατασκευάσῃ ταχέως τὸ ἀναληφθὲν παρ’ αὐτοῦ ἔργον, τὸ δὲ ὡς ἀναγκαζόμενος νὰ μεταφέρῃ τὰ ὑλικὰ αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἕτερον γήπεδον μέχρι τοῦ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ, ὅστις πολὺ βραδέως, ὡς φαίνεται, θὰ γείνῃ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ δώσῃ ἓν τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διατάσσων νὰ γείνῃ ὅσον ἔνεστι ταχύτερον ὁ ὁριστικὸς κανονισμὸς τῆς θέσεως, ἐφ’ ἧς θὰ ἐγερθῇ σχολεῖον. Ἡ νῆσος Σκῦρος ἔχει μεγάλην ἔκτασιν, καὶ δύναται, πιστεύω, νὰ εὑρεθῇ ὁ ἀπαιτούμενος μικρὸς χῶρος τοῦ γηπέδου τοῦ σχολείου...
§55Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Εὑρέθη τὸ οἰκόπεδον.
§56ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ὁ ἐργολάβος εἰσέτι δὲν ἐγκατεστάθη, καὶ διεμαρτυρήθη ἕνεκα τούτου. Ὡσαύτως θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐν τῷ δήμῳ Σκυρίων τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας τινὲς τῶν κτηνοτρόφων, μὴ δυνηθέντες νὰ δηλώσωσιν ἐμπροθέσμως τὰ ζῷα των, ᾐτήσαντο νὰ ἐπιτραπῇ αὐτοῖς νὰ δηλώσωσι ταῦτα ἐκπροθέσμως, καταβάλλοντες διπλάσιον φόρον, καὶ ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον ἐχορήγησεν αὐτοῖς προθεσμίαν καὶ ἐπέτρεψε νὰ δώσωσιν ἐκπροθέσμους δηλώσεις, ὁ ἀστυνόμος καὶ ὁ εἰρηνοδίκης Σκύρου, μὴ συμμεριζόμενοι, ὡς φαίνεται, τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ, μολονότι ἔλαβον γνῶσιν τῆς διαταγῆς του περὶ παροχῆς προθεσμίας πρὸς ὑποβολὴν ἐκπροθέσμων δηλώσεων, καὶ διετάχθησαν νὰ μὴ εἰσάγωσιν εἰς δίκην τοὺς ἐν λόγῳ κτηνοτρόφους καὶ μὴ ἐπιβάλλωσιν αὐτοῖς πρόστιμον καὶ δικαστικὰ ἔξοδα, ἐξακολουθοῦσιν ἀπηνῆ κατ’ αὐτῶν καταδίωξιν. Φαίνεται ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει Κράτος ἐν Κράτει, καὶ οἱ ἐν τῇ νήσῳ ἐκείνῃ ὑπάλληλοι δὲν λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως· διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω διατί, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ μόνον ἁρμόδιον νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν καὶ ἐπιτρέψῃ τὴν ὑποβολὴν ἐκπροθέσμων δηλώσεων, διέταξε τὰς οἰκείας ἀρχὰς νὰ δεχθῶσι τοιαύτας δηλώσεις καὶ ἐδέχθησαν αὐτάς, ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ὁ ἀστυνόμος Σκύρου ἐξακολουθοῦσι τὴν καταδίωξιν τῶν εἰρημένων κτηνοτρόφων. Ὑποθέτω ὅτι οἱ κύριοι οὗτοι πράττουσι τοῦτο ἢ πρὸς ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν συμφερόντων, ἢ πρὸς ἰδιοτελεῖς σκοπούς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν διατάξῃ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον καὶ τὸν ταμίαν Καρυστίας νὰ μὴ προβῶσιν εἰς βεβαίωσιν τῶν ἐπιβληθέντων εἰς κτηνοτρόφους προστίμων καὶ δικαστικῶν ἐξόδων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τιμωρήσῃ παραδειγματικῶς τοὺς ἐκτροχιασθέντας ὑπαλλήλους, εἰρηνοδίκην καὶ ἀστυνόμον Σκύρου.
§57Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς κ. Δεληγεώργης ἐπηρώτησεν ἐν προγενεστέρᾳ τινὶ συνεδριάσει, κατὰ δὲ τὴν προτελευταίαν συνεδρίασιν ἔκαμε παρατήρησίν τινα ἐπὶ τῆς δοθείσης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἑρμηνείας ὡς πρὸς τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος ποτοποιοῦ τινος ἐν Μεσολογγίῳ, μετερχομένου συνάμα καὶ τὸν παγοποιὸν καὶ ὑποβληθέντος εἰς τὸν διὰ τὰ δύο ταῦτα ἐπιτηδεύματα φόρον. Ἐπὶ τούτῳ καταθέτω γνωμοδότησιν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, ἐξ ἧς ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐπιτηδεύματος ἐπιβαλλομένου εἰς τὸν ἐν τῷ αὐτῷ καταστήματι ἀσκοῦντα δύο ἐπιτηδεύματα, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐξασκήσεως δύο ἐπιτηδευμάτων, ὧν ἑκάτερον εἶναι αὐτοτελές. Τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον καταθέτω, παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὅπως λάβῃ γνῶσιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ἀγγελόπουλος ᾐτήσατο νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν διαμειφθεῖσαν ἀλληλογραφίαν μεταξὺ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Ὑπουργείου ὡς πρὸς τὸ αἰτηθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου μου δάνειον τῶν 12,000,000 φράγκων, ὅπερ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐθεώρησε περιττόν. Κατατίθενται τὰ σχετικὰ ἔγγραφα γαλλιστὶ καὶ ἑλληνιστὶ, διότι, ὡς γνωστὸν, ἡ ἀλληλογραφία μετὰ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς διεξάγεται γαλλιστί. Τὸ πρῶτον ἔγγραφον, ὅπερ ἀπηύθυνεν ὁ κ. προκάτοχός μου εἰς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπὴν διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, φέρει χρονολογίαν 22 Νοεμβρίου 1903. Δι’ αὐτοῦ προετάθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἐζητήθη δὲ καὶ διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ γένωνται τὰ προσήκοντα διαβήματα πρὸς τὰς Κυβερνήσεις τῶν τριῶν Δυνάμεων, Ἀγγλίας, Γαλλίας καὶ Ρωσσίας, αἵτινες ἠγγυήθησαν τὸ ἡμέτερον δάνειον τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως, ὅπως ἡ προθεσμία πρὸς ἔκδοσιν τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τούτου ἐκ φρ. 20,000,000 παραταθῇ μέχρι τέλους τοῦ 1904. Τὸ δεύτερον ἔγγραφον εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ Προέδρου τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, ὅστις ἀναγγέλλει, ὅτι αὐτός τε καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοί του ὑπέβαλον εἰς τὰς Κυβερνήσεις των τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀναμένουσιν ὁδηγίας. Ἐν τῷ μεταξὺ, ὡς φαίνεται, διεξήχθη διὰ ζώσης συνεννόησις, μεταξὺ τοῦ προκατόχου μου καὶ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, ἥτις παρέστησεν, ὅτι ὑπῆρχον συνταγματικαὶ δυσκολίαι πρὸς ἀποδοχὴν τῆς γενομένης ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως προτάσεως περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς ἔκδοσιν τοῦ δανείου τούτου. Ὡς ἐκ τούτου ὁ προκάτοχός μου ἀπηύθυνεν ἕτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ ἐζήτει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου μέχρι 12 ἑκατομμυρίων φράγκων, συνώδευσε δὲ τὴν πρότασιν ταύτην διὰ πίνακος, ὃν ἀπέστειλε πρὸς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπήν. Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου ἀποδεικνύονται τὰ ἑξῆς. Ἀναγράφονται τὰ ἀποτελέσματα τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1898 μέχρι τοῦ 1902. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον ἡ χρῆσις τοῦ 1899 κατέλιπε πλεόνασμα δραχμῶν 6,621,707, κατὰ τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμόν. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον ἀφαιρεῖται ἐκ τοῦ περισεύματος τούτου ποσὸν δραχ. 1,343,165 λόγῳ τῶν γενομένων προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐννοούμενον εἶναι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν γενομένων καταβολῶν ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων, ἀλλὰ περὶ προκαταβολῶν, αἵτινες, γενόμεναι ὑπὲρ τῶν μὴ ἀπόρων δήμων, δὲν ἀπεδόθησαν εἰς τὸ Δημόσιον. Οὕτω τὸ περίσσευμα τῆς χρήσεως τοῦ 1889 περιορίζεται εἰς δραχμὰς 5,278,000.
§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1899 κατέλιπε περίσσευμα, ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, δραχ. 10,784,109.09. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἐσόδων τούτων ὑπάρχουσι καὶ ἔκτακτα ἔσοδα ἐκ δρ. 4,162,400.15, προερχόμενα ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς ἐσόδων ἐξ ἐκτάκτων πόρων καὶ δανείων. Ἑπομένως τὸ περίσσευμα τοῦτο κατέρχεται εἰς 6,621,708.94.
§59Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν ἀνέγνων καὶ ἐγώ.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ μετὰ τοῦ ποσοῦ τούτου περιλαμβάνεται ἔσοδον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήκει εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, τὸ ἔσοδον τοῦ ἰσοτίμου σταφιδοκάρπου ἐκ φόρου εἰς εἶδος τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1899.
§61Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εἰσπράττονται πάντα τὰ ἔσοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ τὸ ποσὸν 3,855,092.57· περιορίζεται δὲ τὸ περίσσευμα εἰς 2,766,615.97.
§63Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ διεξήχθη καὶ ἄλλοτε συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, προεβλήθη δὲ ὑφ’ ὑμῶν ὅ,τι καὶ σήμερον προβάλλεται. Παρετηρήθη ὅμως, ὅτι τὸ γενόμενον τότε δὲν ἦτό τι νέον, διότι πάντοτε, προκειμένου περὶ ἐσόδων ἐκ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, τὸ ἐκ τούτων εἰσπραττόμενον ποσὸν καταλέγεται μεταξὺ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως, καθ’ ἣν εἰσπράττεται, καὶ δι’ αὐτὸ εἰς ἕκαστον ἀπολογισμὸν ἀναγράφεται ἔσοδον ὑπὸ τὸ κεφάλαιον «ἔσοδον ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων», εἰς τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται καὶ τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν ἐκ τιμήματος τῆς σταφίδος. Ἀλλὰ πάντως ἡ χρῆσις τοῦ 1899 παρουσίασε περίσσευμα ἄξιον λόγου. Κατὰ τὸν αὐτὸν πίνακα, τὸν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου συνταχθέντα, καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1900 παρουσίασε περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 2,278,000, καίτοι, ὡς γνωστὸν, ἡ χρῆσις τοῦ 1900 ἦτο μία τῶν ἀτυχεστέρων χρήσεων ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, καθόσον κατὰ τὸ ἔτος 1900 ἐνέσκηψεν ὁ περονόσπορος, ὅστις κατέστρεψε κατὰ τὸ πλεῖστον τὰς σταφιδαμπέλους καὶ ἀμπέλους, ἐξ ὧν καταστροφῶν τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου ὑπέστησαν μείωσιν ἐκ δραχμῶν 7,000,000 περίπου.
§64Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἐπῆλθεν ἡ ζημία αὕτη;
§65Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἠλαττώθη κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, διότι ἀπηλλάγησαν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας αἱ ἄμπελοι, αἵτινες ἔπαθον ἐκ τοῦ περονοσπόρου, καὶ διότι ὡς ἐκ τῆς δυσπραγίας, εἰς ἣν περιέστησαν αἱ σταφιδοφόροι καὶ ἀμπελοφόροι ἐπαρχίαι, καθυστέρησεν ἡ πληρωμὴ τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλῶν ἐκ δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ ἑτέρων φόρων. Ἐκ τῆς δυσπραγίας καὶ τῆς οἰκονομικῆς στενοχωρίας τῶν πολυπληθεστέρων ἐπαρχιῶν ἐπῆλθεν ἀναγκαίως καὶ μείωσις εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, μειωθέντος τοῦ ποσοῦ τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων.
§66Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀνέρχεται ἡ ζημία εἰς τοσοῦτον ποσόν;
§67Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐγίνωσκον, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ προέλθητε εἰς τοιαύτας παρατηρήσεις ἐκ πνεύματος ἀντιρρήσεως, ἤθελον σᾶς προσκομίσει ἀκριβὲς σημείωμα, ἵνα πεισθῆτε, ὅτι ὅσα λέγω εἶναι ἀκριβῆ. Ἀρκοῦμαι δὲ νῦν νὰ σημειώσω, ὅτι κατὰ τὰς γενομένας ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 πάντες σχεδὸν οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνεβίβαζον τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1900 εἰς δέκα μέχρι δέκα καὶ πέντε ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1901 παρουσίασε κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν καὶ τὸν πίνακα τοῦ προκατόχου μου πλεόνασμα ἐκ δραχμῶν 745,000. Κατὰ τὸν πίνακα ὅμως αὐτόν, ἀφαιροῦνται τὰ καταβληθέντα ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὕτω δὲ ἡ χρῆσις τοῦ 1901 παρίσταται ὡς ἔχουσα ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 170,000. Ἄρα ἡ χρῆσις τοῦ 1900, κατὰ τὸν πίνακα τοῦ προκατόχου μου, ἔκλεισεν ἐν ἰσοζυγίῳ.
§68Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τὸ 1900 λέγετε;
§69Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πραγματικὸν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν πλεόνασμα ἀνέρχεται εἰς δραχ. 2,278,519· ὁ προκάτοχός μου ἀφαιρεῖ ἐκ τούτων δραχ. 1,570,430 λόγῳ προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἑπομένως τὸ πλεόνασμα περιορίζεται εἰς 708 χιλιάδας.
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ συζητήσεως.
§71Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ ἠπόρησα, ἵνα μὴ εἴπω ἐξεπλάγην, ἐπὶ ταῖς παρατηρήσεσι τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐξ Ἄρτης καὶ Ἀττικῆς. Τὸ 1902 παρουσιάζει ἔλλειμμα, ὅπερ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν ἀνέρχεται εἰς 6,214,000. Εἰς τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ προστίθενται καὶ δρ. 2,954,352, προερχόμεναι ἐκ προκαταβολῶν ὑπὲρ τῶν δήμων, οὕτω δὲ παρεστάθη διὰ τοῦ πίνακος, τοῦ σταλέντος εἰς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπήν, τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1902 ἀνώτερον. Δὲν νομίζω ἐπίκαιρον ἐπὶ τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1902 νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ χρῆσις αὕτη ἐπεβαρύνθη ἀδικαιολογήτως μὲ ποσὸν ὑπερβαῖνον τὰς δραχ. 1,500,000, ποσὸν ὅπερ ἔδει νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1903 ὑπὸ τὸ κεφάλαιον τῶν ἐξόδων παρελθουσῶν χρήσεων, καὶ ὅπερ ἐπεβάρυνε τὴν τοῦ 1902 διὰ τοῦ ἐπινοηθέντος συστήματος τῶν εἰδικῶν πιστώσεων. Ἐπανέρχομαι εἰς τὰ τοῦ πίνακος, ὃν καταθέτω, καὶ ὃν ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου ἀπέστειλε πρὸς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπήν. Κατ’ αὐτὸν τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1902 ἀναβιβάζεται, μὲ τὴν προσθήκην τῶν προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰς δραχ. 9,178,000. Δὲν νομίζω ἄσκοπον νὰ παρατηρήσω, ὅτι αἱ προηγούμεναι χρήσεις λόγῳ προκαταβολῶν ὑπὲρ τῶν εὐπόρων δήμων ἐπεβαρύνθησαν διὰ ποσοῦ ἀσυγκρίτως ἐλάσσονος. Ἡ χρῆσις τοῦ 1899 ἐπεβαρύνθη μὲ ποσὸν δρ. 1,300,000, ἡ τοῦ 1900 μὲ ποσὸν 1,500,000, καὶ ἡ τοῦ 1901 μὲ ποσὸν 745,000. Ἀποτόμως ὅμως ἀπὸ τοῦ 1902 τὸ ποσὸν τῶν προκαταβολῶν ὑπὲρ τῶν εὐπόρων δήμων ἀνεβιβάσθη εἰς 2,954,000, εἰς τοσοῦτον δὲ ποσὸν θὰ ἀνέλθῃ καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1903. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα κατατίθημι, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ ἡ Βουλή. Κατατίθημι καὶ ἰδιαίτερον πίνακα, ὅστις ἀφορᾷ εἰς τὸ ὑπολογιζόμενον ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1903. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, ὁ προκάτοχός μου ὑπελόγισε τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1903 εἰς 2,416,300. Εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦτον προῆλθεν ὑπολαμβάνων, ὅτι αἱ αἰτηθησόμεναι εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1903 ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἐκ τῆς χρήσεως ταύτης ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἤθελον εἶσθαι ἐλάχισται, ἐνῷ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ βαρύνουσαι τὴν χρῆσιν τοῦ 1903 ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, αἵτινες ἐπεψηφίσθησαν ἤδη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὑπερέβησαν τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 3,000,000. Μετ’ αὐτῶν καταθέτω τελευταῖον τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπήν, κατόπιν τοῦ τελευταίου ἐγγράφου, ὅπερ ὁ προκάτοχός μου εἶχεν ἀπευθύνει πρὸς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπήν, ζητῶν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκδοσις δανείου μέχρι φράγκων 12,000,000. Τὸ ἔγγραφον φέρει χρονολογίαν 8 Δεκεμβρίου, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τὴν 6 Δεκεμβρίου. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς: «Κατόπιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 598 τῆς 5 τρέχοντος μηνὸς ἐγγράφου τοῦ προκατόχου μου λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω ὑμῖν, ὅτι μετὰ ἐπισταμένην μελέτην τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἡ Κυβέρνησις ἐπείσθη, ὅτι οὐδεμία ὑφίσταται ἀνάγκη δανείου διὰ τῆς ἐκδόσεως ὁμολογιῶν ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 150,000,000, τοῦ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῶν τριῶν Δυνάμεων Ἀγγλίας, Γαλλίας καὶ Ῥωσσίας». Οὕτως ἔληξεν ἡ ὑπόθεσις. Ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ἐξέδοτο τὴν ἐτησίαν αὑτῆς ἔκθεσιν ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1903, ἐν ᾗ εὔφημον ποιεῖται μνείαν τῆς δηλώσεως τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν ἀνεκάλεσε τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου πρότασιν περὶ χορηγίας τοῦ δανείου. Πλὴν τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως παρὰ τῇ Διεθνεῖ Ἐπιτροπῇ ὑπέβαλεν, ὡς εἴθισται, εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν ἔκθεσιν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἐν ᾗ καὶ οὗτος ἐπαινεῖ τὸ μέτρον τοῦτο, φρονῶν καὶ αὐτὸς, ὅτι δύναται ν’ ἀποφύγῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν αἴτησιν περὶ χορηγίας δανείου. Δὲν νομίζω ἀπαραίτητον νὰ ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν ταύτην· περιορίζομαι μόνον νὰ σημειώσω, ὅτι καὶ οὗτος ποιεῖται εὐφημοτάτην μνείαν τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Ὅτε ἀνελάβομεν τὴν ἀρχὴν καὶ εὕρομεν ἐκκρεμῆ τὴν πρότασιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἤλθομεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, πρὶν ἢ ἀκόμη προέλθωμεν εἰς τὴν δήλωσιν περὶ παραιτήσεως τῆς αἰτήσεως περὶ χορηγίας τοῦ δανείου. Τὴν συνεννόησιν ταύτην ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαίαν, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ χορηγηθῇ τὸ δάνειον τοῦτο τῶν φρ. 12,000,000 ἄνευ ἀσκήσεως ἐλέγχου περὶ τῆς χρήσεως αὐτοῦ. Ἀνεχωρήσαμεν ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ἦτο δυνατὸν, ἐὰν ἐχορηγεῖτο τὸ δάνειον ἄνευ ἐλέγχου, ἀφορῶντος εἰς τὴν χρησιμοποίησιν αὐτοῦ, ἐὰν τουτέστι δὲν ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῶν χορηγησόντων τὸ δάνειον ἡ ὑποχρέωσις νὰ χρησιμοποιηθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς κάλυψιν ἐλλειμμάτων, θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ δάνειον τοῦτο πρὸς ἄλλον σκοπὸν, συνδεόμενον πρὸς ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα.
§72Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου δὲν ἐδέχθη;
§73Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς συνεντεύξεως, ἣν ἐλάβομεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐγὼ μετὰ δύο μελῶν τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, ἐπείσθημεν, ὅτι αὕτη ἐννοεῖ νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὑπῆρχον ἐλλείμματα, καὶ ἂν πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τούτων ἐπρόκειτο νὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ δάνειον τῶν 12,000,000 φράγκων. Ἡ γενομένη συζήτησις, καίτοι προσπάθεια κατεβλήθη, ὅπως πεισθῶσι τὰ δύο μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ὑφίσταντό τινα ἐλλείμματα, δὲν ἔπεισεν αὐτοὺς, ὅτι ὄντως ὑπῆρχον τοιαῦτα ἐλλείμματα. Ἐνεδείχθη δὲ ἐκ τῆς συνεντεύξεως ταύτης, ὅτι ἰδίως ὁ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἀντιπρόσωπος ἐν τῇ Διεθνεῖ Ἐπιτροπῇ ἐπεθύμει νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἐν γένει οἰκονομικὴ κατάστασις, ἢ μᾶλλον τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν ἐν γένει, ὄχι μόνον τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν προηγουμένων. Ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν κατατιθεμένων ἐγγράφων προκύπτει, ὅτι δὲν ὑπῆρχον πράγματι ἐλλείμματα, καθόσον ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀπολογισμῶν ὅλων τῶν ἐτῶν συνάγεται, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1902 καλύπτεται ἐκ τῶν πλεονασμάτων τῶν προηγουμένων ἐτῶν.
§74Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι εἴχετε εἰπεῖ πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐζητήσατε παρὰ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς νὰ σᾶς χορηγηθῇ δάνειον ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου.
§75Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο. Εἶπον μόνον, ὅτι εὗρον τὴν διαπραγμάτευσιν ταύτην ἐκκρεμῆ, τὰ δὲ δύο μέλη τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς ἦλθον πρὸς ἡμᾶς, ζητοῦντα μείζονας ἐξηγήσεις. Ἐδέχθημεν τὴν συνέντευξιν, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ προὐτίθετο νὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον ὡς πρὸς τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ δανείου. Ὁ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ψηφισθεὶς περὶ ὑποταμείων νόμος ἐπήνεγκε λίαν δυσάρεστα ἀποτελέσματα ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἡ κατάργησις τῶν ὑποταμείων ἢ μᾶλλον ὁ ὑποβιβασμὸς αὐτῶν εἰς τὴν θέσιν τῶν εἰσπρακτόρων, ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰσπρακτόρων ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα, ἀναμφισβήτητον πλέον καταστὰν διὰ τοὺς διαχειριζομένους τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ, ὅτι δὲν δύναται διὰ τοῦ νόμου τούτου νὰ ἐπιτευχθῇ ἀνελλιπῶς ἡ εἴσπραξις τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἐπὶ τούτῳ παρεσκεύασα τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τούτου· 2) περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ ποσοστὰ τῶν εἰσπράξεων· 3) περὶ τροποποιήσεως τοῦ κρατοῦντος νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων· 4) περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ· 5) περὶ εἰσπράξεως τῶν ποινικῶν τελῶν. Πάντα ταῦτα τὰ νομοσχέδια εἶχον παρασκευάσει πρὸ πολλοῦ, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις, ἐν αἷς εὑρίσκετο ἡ Βουλή, καὶ ἡ ἐκ τούτων μορφωθεῖσα πεποίθησις, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν τὰ νομοσχέδια ταῦτα νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι, μ’ ἐκώλυσαν νὰ ὑποβάλω ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ ὅμως εὑρισκόμεθα εἰς τὰς τελευταίας τῆς Συνόδου ταύτης συνεδριάσεις, καὶ ἐπειδὴ ἐμόρφωσα τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν ὁπωσδήποτε δὲν ληφθῶσι μέτρα νομοθετικὰ πρὸς ἄρσιν τῶν ἐκ τοῦ τελευταίου νόμου δημιουργηθεισῶν δυσχερειῶν, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ μεγάλης καθυστερήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ὡς ἐκ τούτου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἐκ δύο ἄρθρων, διὰ τοῦ ὁποίου καταργοῦνται τὰ ὑποταμεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπεδείχθησαν, τὸ γε νῦν ἔχον, ἄχρηστα, διότι ὑπεβιβάσθησαν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν εἰσπρακτόρων, διότι οἱ ταμίαι εἰσὶ νῦν ὑποχρεωμένοι καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὑποταμίας νὰ ὑποβάλλωνται εἰς πάντας τοὺς κόπους καὶ εἰς πάσας τὰς εὐθύνας, ὅσας ὑπέχουσιν ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν εἰσπρακτόρων. Ἐνόμισα, ὅτι ἠδυνάμην νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον σύντομον, διότι ἀποτελεῖται ἐκ δύο ἄρθρων, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλήν, ἵνα περιβάλῃ τοῦτο διὰ τῆς ψήφου της. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μεταβαλλομένου εἰς νόμον, καταργοῦνται τὰ ὑποταμεῖα, συνιστῶνται δὲ πέντε ἐπαρχιακὰ ταμεῖα, ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη ἐνδεδειγμένη. Ἐπὶ παραδείγματι, ἀντὶ νὰ ὑπάρχωσιν ἐν Ἀθήναις ὑποταμεῖα τρία ἢ τέσσαρα, προτείνεται νὰ συσταθῶσιν ἀκόμη δύο ἐπαρχιακὰ ταμεῖα, καὶ νὰ μερισθῇ ἡ ἐργασία τῆς εἰσπράξεως — ἥτις εἶναι νῦν ἀνατεθειμένη εἰς ἕνα ταμίαν — εἰς τρεῖς ταμίας. Διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου προτείνεται νὰ προστεθῇ ἓν ἐπαρχιακὸν ταμεῖον εἰς τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν, ἓν ἕτερον ἐπαρχιακὸν ταμεῖον εἰς τὴν πόλιν τοῦ Βόλου, καὶ ἓν ἐπαρχιακὸν ταμεῖον εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἠλείας, μὲ τὰς ἀποδοχὰς τῶν ταμιῶν γʹ τάξεως καὶ μὲ τὴν εὐθύνην τῶν ταμιῶν. Διὰ τῆς συστάσεως τούτων τῶν ἐπαρχιακῶν ταμείων θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ὡς οἷόν τε ἀνελλιπὴς τῶν δημοσίων ἐσόδων εἴσπραξις. Παραστάσεις πρὸς τοῦτο μοὶ ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῶν ταμιῶν, πρὸ πάντων δὲ ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἑδρεύουσιν εἰς τὰ κέντρα, ὧν προεμνήσθην. Συγχρόνως ὅμως μοὶ παρεστάθη, ὅτι διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων, ὧν ὁ ἀριθμὸς ὡρίσθη διὰ τοῦ τελευταίου νόμου εἰς 120, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ εἴσπραξις τῶν δημοσίων ἐσόδων ἀνελλιπῶς. Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσπρακτόρων ἀναβιβάζεται ἀπὸ 120 εἰς 180, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος θὰ καθορισθῶσιν αἱ περιφέρειαι τῶν εἰσπρακτόρων, ὡς καὶ τὰ ἔσοδα τὰ ὑπ’ αὐτῶν εἰσπρακτέα, διότι, ὡς ἔχει νῦν ὁ νόμος, οἱ εἰσπράκτορες δὲν ἔχουσιν ὡρισμένην δικαιοδοσίαν, οὐδὲ εἶναι καθωρισμένα τὰ ἔσοδα, τὰ ὑπ’ αὐτῶν εἰσπρακτέα, ἐξαρτῶνται δὲ ἀπολύτως ἀπὸ τῆς βουλήσεως τοῦ ταμίου, ὁ ὁποῖος εἴς τινας τῶν εἰσπρακτόρων δίδει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττωσιν ἔσοδα εὔκολα καὶ νὰ εἰσπράττωσιν εἰς ὡρισμένας περιφερείας μᾶλλον παραγωγικάς, εἰς ἄλλους δὲ δὲν δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὰς ὀλίγας συνεδριάσεις, αἵτινες ὑπολείπονται, ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θέλει προσφέρει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰσπράξεων τῶν δημοσίων ἐσόδων πολύτιμον ὑπηρεσίαν.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον ἀκούσει ἄλλοτε τὴν ἀπόφανσιν ὑμῶν, ὅτι κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διηυθύνοντο τὰ οἰκονομικὰ παρ’ ἡμῶν, παρέλυσεν ἡ ὑπηρεσία τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἦτο τὸ ἄγγελμα, τὸ ὁποῖον μετεδόθη εἰς τὴν κοινωνίαν ἡμέρας τινὰς μετὰ τὴν ἄνοδον ὑμῶν εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἄγγελμα τοιοῦτον εἶχε μεταδώσει καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τοῦ προκατόχου του, ὅτι τουτέστι καὶ αὐτὸς ἐσπατάλησε τὰ χρήματα τὰ προωρισμένα εἰς ἀνέγερσιν διδακτηρίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἔχουσι, φαίνεται, τινὲς τὴν συνήθειαν ν’ ἀκολουθῶσι τὸ σύστημα τοῦτο. Τοῦτο μοὶ ἔδωκε τὴν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τὰ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ διετελέσαμεν ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἡμεῖς ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ τέλος Νοεμβρίου τοῦ 1902, κατελίπομεν δὲ τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ δεύτερον δεκαήμερον τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1903. Ἠσχολήθην δὲ νὰ εὕρω ἐν τοῖς πίναξι τῶν εἰσπραττομένων ἐσόδων, τά τε ποσὰ τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα, τὸ ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1902 μέχρι τέλους Ἰουνίου 1903, καὶ τὰ ποσὰ τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων, παρέβαλον δὲ τὰ ποσὰ ταῦτα πρὸς τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1901 μέχρι τέλους Ἰουνίου 1902, καὶ εὗρον, ὅτι κατὰ τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα, καθ’ ὃ ἡμεῖς ἤμεθα ἐν τῇ ἀρχῇ, ἐβεβαιώθησαν περισσότερα ἢ ὅσα εἶχον βεβαιωθῆ κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1901 μέχρι τέλους Ἰουνίου τοῦ 1902. Τοὺς ἀριθμοὺς θέλω καταθέσει, ὅταν μετ’ ὀλίγον λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ ἄρω τὰς ἀνυποστάτους διαδόσεις, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§77Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ οὐδὲν εἶπον αἰτιώμενος τῶν προκατόχων μου· εἶπον τοῦτο μόνον, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον διέπει τὰ κοινὰ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ὑπῆρξαν ἀνώτεραι, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ ἀντιστοίχου χρονικοῦ διαστήματος τοῦ παρελθόντος ἔτους. Δὲν ἐφρόνουν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη, κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ πίναξ αὐτὸς νὰ κατατεθῇ, ἀλλ’ ὁ πίναξ αὐτὸς εἶναι κατηρτισμένος μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1904, ἀφορᾷ δὲ τὰς εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1903, ἑπομένως ἀφορᾷ εἰς τοὺς μῆνας Δεκέμβριον τοῦ 1903 μέχρι τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου τοῦ 1904. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διηύθυνε τὰ κοινὰ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, εἰσεπράχθησαν ἔσοδα μείζονα τῶν κατὰ τὸ ἀντίστοιχον χρονικὸν διάστημα τοῦ παρελθόντος ἔτους εἰσπραχθέντων κατὰ δραχ. 1,500,000. Τοῦτο εἶναι γεγονός, βεβαιούμενον δι’ ἀριθμῶν. Τὸ γεγονὸς δὲ τοῦτο σημειῶ οὐχὶ πρὸς αἰτίασιν τῶν προκατόχων μου. Ὅτε τὸ πρῶτον ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἐμὲ παρουσιάσθη τὸ πρῶτον ὁ κεντρικὸς ταμίας, ὁ ὁποῖος μοὶ παρέστησεν, ὅτι τὸ ταμεῖόν του εἶναι κενόν, ὅτι οὐδεμία ἄλλη ὑπῆρχε σωτηρία παρὰ ἢ νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν ἐντόκων γραμματίων, καθ’ ὃ εἴχομεν δικαίωμα, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπετρέπετο ἡ ἔκδοσις, ἢ νὰ ἐκλιπαρήσωμεν τὴν Διεθνῆ Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπήν, ἵνα πρὸ τῆς ὡρισμένης ὥρας ἐπιτρέψῃ νὰ λάβωμεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ποσόν τι ἐκ τοῦ πλεονάσματος πρὸς πλήρωσιν τῶν δημοσίων ἀναγκῶν. Εἰς αὐτὸν ἀπήντησα, ὅτι οὐδέτερον τῶν μέτρων τούτων δύναται νὰ ληφθῇ, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν ἐν ἐνεργείᾳ τὴν μηχανὴν τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν ἐντόκων γραμματίων, οὔτε νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν Διεθνῆ Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπήν, ὅπως πρὸ τῆς κεκανονισμένης ὥρας ἀποδοθῇ εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον ποσόν τι ἐκ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένων πλεονασμάτων. Τοῦτο δὲ καὶ ἐπετεύχθη, τὰ δὲ πλεονάσματα ἀπεδόθησαν ἡμῖν κατὰ τὸν Μάρτιον· μέχρι τοῦ Μαρτίου αἱ θύραι τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου δὲν ἦσαν κεκλεισμέναι. Ὅτε δὲ πρὸς τὰ ὄργανα τῶν εἰσπράξεων ἀπηύθυνα τὴν παρατήρησιν ἐπὶ τῇ καθυστερήσει τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, τὰ ὄργανα ταῦτα μοὶ παρέστησαν, ὅτι τοῦτο προῆλθε, διότι τὰ ἐδέσμευεν ὁ νόμος περὶ ὑποταμείων, ὁ ψηφισθεὶς τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, διότι πρῶτον ἦτο ἀνεπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν 120 εἰσπρακτόρων, καὶ δεύτερον δὲν εὑρίσκοντο εἰσπράκτορες νὰ ὑπηρετῶσιν ἄνευ ὡρισμένου μισθοῦ, καὶ ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῶν πρώτων ὑποταμείων καὶ διὰ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν νῦν ὑποταμείων, τὰ ὁποῖα κατ’ οὐδὲν διαφέρουσιν ἀπὸ τοὺς εἰσπράκτορας, πᾶσαν τὴν εὐθύνην τὴν ἔχει ὁ ταμίας, καθότι αὐτὸς ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ χρεώνῃ καὶ νὰ πιστώνῃ τοὺς ὀφειλέτας καὶ νὰ ὑποβάλληται εἰς πάντα κόπον, ὅτι, ἐπαναλαμβάνω, πάντα ταῦτα ὑπῆρξαν ἡ ἀφορμὴ τῆς καθυστερήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ὅτε δὲ τέλος ἐζήτησα λόγον παρὰ τοῦ ἐνταῦθα ταμίου τῶν εἰσπράξεων, διατὶ εὑρίσκονται ἐν καθυστερήσει αἱ εἰσπράξεις τῶν ἐσόδων τῆς δικαιοδοσίας του, μοὶ εἶπεν, ὅτι αὐτὸς μόνος ἀποβαίνει ἀνεπαρκὴς διὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὰς εἰσπράξεις τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, διότι οἱ ὑποταμίαι ἔπαυσαν νὰ ἔχωσιν ἰδίαν εὐθύνην, ἰδίαν αὐτοτέλειαν ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῶν καὶ ἐν τῇ σφαίρᾳ αὐτῶν, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ὡς εἰσπράκτορες ἀπέναντι αὐτῶν, καὶ ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπανέλθῃ ὁ νόμος περὶ ὑποταμείων, ὁ πρότερον λειτουργήσας, καὶ ἐὰν δὲν προστεθῶσι μετ’ αὐτοῦ δύο ἄλλα ταμεῖα, θὰ κλείσῃ ἡ χρῆσις τοῦ 1903 τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1904 μετὰ μεγίστου ἐλλείμματος. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἠνάγκασε νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιησάμην μνείαν. Θὰ ἔχω τὴν εὐκαιρίαν, ὅταν συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμός, καὶ προβάλητε ὅσας καὶ πρότερον προεβάλετε παρατηρήσεις, νὰ φέρω τοὺς πίνακας τούτους, ἐκ τῶν ὁποίων θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι 1,500,000 δραχμῶν ἔσοδα δὲν κατωρθώθη νὰ εἰσπραχθῶσι κανονικῶς ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ ταμείου τῶν εἰσπράξεων. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εἶναι τοῦτο τὸ θέμα. Ὅταν προβληθῶσι κανονικώτερον αἱ παρατηρήσεις ὑμῶν, ἐλπίζω, ὅτι διὰ τῶν γενησομένων συζητήσεων θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξεν εἰσηγητὴς ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, δὲν ὠφέλησε τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου, δὲν προσήνεγκεν ὑπηρεσίας διὰ τὴν ταχυτέραν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐγένετο κώλυμα δυσυπέρβλητον εἰς τὴν ἐν γένει ὑπηρεσίαν.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀξιῶ νὰ ἔχητε οἵαν ἐγὼ ἔχω γνώμην περὶ τοῦ νόμου περὶ ὑποταμείων. Δυνατὸν νὰ ἔχητε ἰδίαν γνώμην, ἀφοῦ διηυθύνατε πολλάκις τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ γνώμη δ’ ὑμῶν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔχουσα κῦρος· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον σκοπῶ, εἶναι νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον εἰσηγησάμην εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐμμίσθων εἰσπρακτόρων, δὲν ἐπήνεγκε παράλυσιν τῶν εἰσπράξεων τῶν δημοσίων ἐσόδων, διὰ τῶν 120 δὲ τούτων ἐμμίσθων εἰσπρακτόρων εἰσεπράξαμεν κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἤμεθα ἐν τῇ ἀρχῇ, τόσον ποσὸν, ὅσον δὲν εἶχεν εἰσπραχθῆ ἐπὶ τῶν προκατόχων ὑμῶν διὰ τῶν 200 εἰσπρακτόρων, τοὺς ὁποίους εἶχον ἐν ἐνεργείᾳ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρόκειται ν’ ἀποδείξω ἐγὼ νῦν διὰ λόγων, θέλω τὸ ἀποδείξει δι’ ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους θέλω προσκομίσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν μετ’ ὀλίγον θέλω λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§79Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εὐχάριστον εἶναι, ὅτι ἡ σύγκρισις, τὴν ὁποίαν θὰ ποιήσητε, δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸν χρόνον, καθ’ ὃν διηύθυνα ἐγὼ τὸ Ὑπουργεῖον.
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἀμύνομαι ὑπὲρ ἐμαυτοῦ.
§81Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν συγκρίνητε τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διηύθυνα ἐγὼ τὸ Ὑπουργεῖον, θέλετε πεισθῆ, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἦσαν πολὺ ἀνώτεραι τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τοῦτο εἶναι παρέκβασις ἐκ τοῦ θέματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος ὥρα, τότε θὰ συζητήσωμεν εὐκρινέστερον, λεπτομερέστερον καὶ σκοπιμώτερον. Ἐπειδὴ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἐγένετο λόγος γενικώτερος ὑπὸ ἔννοιαν πολιτικὴν ἐν συζητήσει μεταξὺ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλη, ὧν ἕνεκεν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει πρόσκομμά τι, ἵνα μὴ εἴπω ἐκτροχίασις, εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ ἐπειδὴ ὀρθῶς παρετηρήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὁ φραγμὸς, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ τεθῇ εἰς τὴν κατάστασιν τὴν σημερινὴν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, διὰ τῆς ψηφίσεως νόμου καθιεροῦντος τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἐπειδὴ, ἐπαναλαμβάνω, ἀκριβῶς ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι ἰδέα, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ ὁ ἀείμνηστος ἡμῶν ἀρχηγὸς, καὶ τὴν ὁποίαν ἐξακολουθεῖ νὰ πρεσβεύῃ τὸ πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον διευθύνει ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος Βουλευτὴς, εἶχον δὲ καὶ ἐγὼ πάντοτε τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ νόμου νὰ περιορισθῇ ἡ διακριτικὴ ἐξουσία τῶν Ὑπουργῶν, ὡς πρὸς τοὺς διορισμοὺς καὶ τὰς παύσεις, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἄκαιρον ἀπολύτως νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶχον παρασκευάσει, ἀφορῶν εἰς τὰ προσόντα τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων καὶ εἰς τὴν μονιμότητα αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ ὑπῆρξαν αἰτιάσεις κατὰ τοῦ νόμου, ὅστις τὸ 1884 ἐψηφίσθη, περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἀπεκλείσθησαν πάντες οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν οἱ φίλοι τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ἐνόμισα, ὅτι θὰ ἠδυνάμην καὶ τὴν πρόφασιν ταύτην νὰ καταστήσω ἐκποδὼν, ἂν ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ περιελάμβανον διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρὶν ἢ ὁ νόμος οὗτος τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτάτων ὑπαλλήλων ἀποτελουμένη θὰ βεβαιώσῃ, ἂν οἱ ὑπάρχοντες ὑπάλληλοι δύνανται ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἀνατεθειμένης αὐτοῖς ὑπηρεσίας καὶ δέον νὰ παραμείνωσιν ἐν αὐτῇ, καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην ἐπιθεώρησιν, τότε καὶ μόνον, ἀφοῦ ἀπολυθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀποδειχθῆ ἀνίκανοι, τότε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου συνιστᾶται Σχολὴ ἐν τῷ Πολυτεχνείῳ, ἐν ᾗ θὰ παρασκευάζωνται οἱ μέλλοντες νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν. Μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰσάγεται καὶ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν ἐχόντων ψῆφον μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1895, ὅτε κατηργήθη ὁ προϋπάρχων νόμος περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, εἶχε καταργηθῆ, ὑποσχεθέντος τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, ὅπερ ὅμως δὲν εἰσήγαγεν, οὕτω δὲ οἱ διοριζόμενοι εἰς θέσιν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἰσάγονται ἄνευ προσόντων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τέσσαρα νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων, τῶν ὁποίων ἕκαστον ἀπαιτεῖ δαπάνην ἀνωτέραν τῶν 10,000 δραχμῶν, καὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1894.
§82Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τίνων ἔργων πρόκειται;
§83Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ δημοσίων ὁδῶν καὶ ἄλλων ἔργων, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος, ἐγκρίνων τοὺς προϋπολογισμούς, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν θὰ ἐκτελεσθῶσι καὶ πόσα θὰ ἐκτελεσθῶσιν, ὅπερ ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν πιστώσεων.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 120–126). Ὁ κ. Μοσχούλας ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ διαθέσεως δραχμῶν 8,500 ἐκ τῶν χρημάτων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιίας τοῦ δήμου Ἀρήνης πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν τοῖς χωρίοις Γολέμι καὶ Τρύπαις τοῦ δήμου Ἀρήνης». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 127). (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Νικολαΐδης).
§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν ἐρώτησιν ἐπεθύμουν ν’ ἀποτείνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει περὶ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1904 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν ψηφισθέντα νόμον περὶ ὑποταμείων ὑπάρχει ἀντίφασίς τις. Ἐὰν ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς καὶ ἰσχύων ἦτο τόσον κακός, ὥστε παρέλυσε τὰς εἰσπράξεις τῶν ὑποταμείων, πῶς ἐγένετο δυνατόν, διὰ τοῦ νόμου τούτου, τοῦ παραλύσαντος τὰς εἰσπράξεις, νὰ ἔχωμεν ἀνωτέρας εἰσπράξεις κατὰ τὸ 1904;
§86Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται πάντοτε περὶ εἰσπράξεων τῆς χρήσεως τοῦ 1903, ὅτε κατεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τοιαῦται προσπάθειαι, τοιαῦται μέριμναι καὶ κόποι, ὥστε ὅλα τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα παρενεβάλλοντο ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου, νὰ ὑπερνικηθῶσι.
§87Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε ἦτο Ἡράκλειος ἐργασία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία ἀνεπλήρωσε τὴν ἀτέλειαν ὅλων τῶν ταμείων τοῦ Κράτους!
§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅλοι οἱ λόγοι καὶ αἱ περιαυτολογίαι εἶναι ἄχρηστοι· θ’ ἀποδειχθῶσιν ὅλα διὰ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§89Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν πρώτοις θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ συμπληρώσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ κατατεθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, σχετικῶς πρὸς τὴν ἔναρξιν τῶν διαπραγματεύσεων διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 12,000,000, διότι μόνον διὰ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων τῶν εὑρισκομένων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ πλήρη καὶ τελείαν ἀντίληψιν τῶν τότε γενομένων. Ὅταν κατατεθῶσι καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τότε θὰ ἔχω τὴν εὐκαιρίαν νὰ πραγματευθῶ περὶ τοῦ ζητήματος ἐκείνου, καὶ τότε θ’ ἀποδειχθῇ, ἂν ἐγώ, ὡς εἶπε προχθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔτρεχον ὡς ἐπαίτης ὄπισθεν τῶν μελῶν τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ζητῶν τὰ 12,000,000, ἢ ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ τὰ μέλη αὐτῆς ἔτρεχον ὄπισθεν ἐμοῦ, προσφέροντα τὰ 12,000,000 αὐτά. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν κατατεθησομένων παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ προκύψῃ ἡ ἀλήθεια. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπραγματεύθη τὸ ζήτημα τῶν ὑποταμείων, καὶ εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατέθηκε πρὸ ὀλίγου εἰς τὸ Προεδρεῖον, τὸ τροποποιοῦν τὸν νῦν ὑφιστάμενον νόμον, ἐβεβαίωσεν ὅτι εὗρεν εἰς τελείαν παραλυσίαν τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀνόδου του εἰς τὴν ἀρχήν.
§90Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι εὗρον εἰς τελείαν παραλυσίαν τὰς εἰσπράξεις, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι δὲν εὗρον χρήματα.
§91Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προχθὲς ἐπανέλαβε τὰ αὐτὰ, καὶ φαίνεται ὅτι ὡς διὰ μαγείας, εὐθὺς ὡς ἀνῆλθον ἐπὶ τὴν ἐξουσίαν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατώρθωσαν νὰ εἰσρεύσωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον, ὅλα ἐκεῖνα τὰ χρήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔρριψαν κατὰ πρόσωπον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου τὴν προσφορὰν αὐτῆς εἰς τὴν χορηγίαν τοῦ δανείου τῶν 12,000,000, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἄνευ δανείου, ἄνευ τῆς ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων τοῦ Δημοσίου κατώρθωσαν μέχρι σήμερον νὰ ἔχωσι τὸ δημόσιον ταμεῖον πλῆρες. Ἐν πρώτοις, εἶναι ἀληθές, ὅτι εἶχον ὑστερήσει αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ καὶ παρ’ ἐμοῦ; Ἔχετε τοὺς πίνακας, καὶ ἠδύνασθε σεῖς ὁ ἴδιος νὰ ἐξακριβώσητε τοῦτο, καὶ πρὶν εἴπητέ τι, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀνακριβές, δὲν εἴχετε παρὰ νὰ συμβουλευθῆτε τοὺς πίνακας, καὶ θὰ ἐβλέπετε εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν, τὴν δημοσιευθεῖσαν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τὴν 2 Μαρτίου ἐ. ἔ. καὶ περιλαμβάνουσαν τ’ ἀποτελέσματα μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1903, τοὺς ἑξῆς ἀριθμούς. Κατὰ τὸ 1903 μέχρι Δεκεμβρίου καὶ ἐντὸς τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου 1903 εἰσεπράχθησαν δρ. 98,271,184.94, ἐνῷ κατὰ τὴν αὐτὴν κατάστασιν τὰ εἰσπραχθέντα τῆς χρήσεως τοῦ 1902 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1902 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1902 ἀνήρχοντο εἰς δραχμὰς 97,883,151, δηλαδὴ εἰσεπράχθησαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1903 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1903 — καὶ ὁ χρόνος αὐτὸς βαρύνει τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴν καὶ ἐμὲ — εἰσεπράχθησαν ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ 1902 δραχ. 400,000. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἴσως πάντες ἐνθυμεῖσθε, διότι σεῖς οἱ ἴδιοι ἐξεφέρετε κραυγὰς γοεράς, ἀπαιτοῦντες παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐμῆς, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνῆλθον εἰς τὴν ἀρχὴν, ἀπαιτοῦντες, λέγω, τὴν ἀναστολὴν τῶν φόρων. Καὶ δὲν εἶναί τις ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, καὶ δὲν εἶναί τις ἐκ τῶν σιτοφόρων ἐπαρχιῶν, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐζήτει ἀναστολὴν τῶν φόρων. Ἐν τούτοις, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιεικῆ ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1903 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου—καὶ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θελήσῃ νὰ οἰκειοποιηθῇ τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ, διότι ἀνελθὼν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τὴν 6 Δεκεμβρίου δὲν ἠδύνατο μέχρι τῆς 15 ἢ 20 Δεκεμβρίου, ὅτε ἄρχονται αἱ ἑορταὶ, νὰ εἰσπράξῃ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν, —ἐν τούτοις, λέγω, κατ’ αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα, μεθ’ ὅλας τὰς φωνὰς, τὰς ὁποίας ἐξεφέρετε πάντοτε ὑπὲρ τῆς ἀναστολῆς τῆς καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων τὴν πληρωμὴν φόρων, εἴχομεν ἀποτελέσματα κατὰ 400,000 δραχμὰς ὑπὲρ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1902. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡμίλησε καὶ περὶ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, καὶ ἐθεώρησεν ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔφερε κάκιστα ἀποτελέσματα εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου. Ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶχεν ἕνα σκοπὸν, τὸν σκοπὸν νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπολόγων ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὁ σκοπὸς οὗτος ἐπετεύχθη διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου· ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἠδύνατο ἀμέσως νὰ φέρῃ τ’ ἀποτελέσματά του, καὶ ἴσως λόγῳ τῆς καταγωγῆς τοῦ νόμου νὰ ἔχῃ ἀπέχθειάν τινα κατὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ ὅμως, καίτοι ὑπέστην τὰς συνεπείας τῆς μεταβατικῆς καταστάσεως, τῆς δημιουργηθείσης ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου,—διότι ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠναγκάσθην νὰ θέσω εἰς ἐφαρμογὴν τὸν νόμον ἐκεῖνον,—δὲν ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην. Ἐὰν τὰ ἔσοδα μέχρι τῆς καθόδου μου ἐκ τῆς ἀρχῆς δὲν ὑπερέβησαν τὰ ἔσοδα τοῦ ἔτους 1902 κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ἢ κατὰ 400,000 δραχμὰς, τοῦτο βεβαίως ὀφείλεται εἰς τὴν μεταβατικὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἐκ τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου εἰσηγητὴς ὑπῆρξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς, περὶ καταργήσεως τῶν ὑποταμείων. Διότι ἄμεσος συνέπεια τοῦ νόμου ἐκείνου, τοῦ καταργήσαντος τὰ ὑποταμεῖα, ἦτο ἡ ἀναγκαία ἀναστολὴ ὅλων τῶν εἰσπράξεων, τῶν ἐνεργουμένων παρὰ τῶν ὑποταμείων, διότι δυνάμει τοῦ νόμου ἀπελύθησαν ὅλοι οἱ ὑποταμίαι, καταργηθέντων τῶν ὑποταμείων, ὤφειλον δὲ, πρὶν ἀνασυσταθῶσι τὰ ὑποταμεῖα ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ νέου νόμου, νὰ παραδώσωσιν οἱ ὑποταμίαι πρὸς τοὺς ταμίας τὴν διαχείρισιν, καὶ οὕτω παρῆλθε καὶ ὁ Αὔγουστος καὶ ὁ Σεπτέμβριος καὶ ὁ Ὀκτώβριος καὶ ὁ Νοέμβριος, κατὰ τὸν μῆνα δὲ Νοέμβριον ὠργανώθη ἡ νέα ὑπηρεσία συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, τὸν ψηφισθέντα τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῆς νέας ὑπηρεσίας εἶναι αὐτὰ ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα καυχᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔκτοτε, διὰ τῆς ἀνόδου εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἰσπίπτουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς τὸ μάννα εἰς τοὺς Ἑβραίους· ἀλλ’ εἰσπίπτουσι, διότι ἐπήνεγκε μεταβολήν τινα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Τμηματάρχην τοῦ ταμιακοῦ τμήματος ἔχει ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον διώρισα ἐγὼ, καὶ τὸν ἔχει μέχρι σήμερον, ὑποθέτω δὲ, ὅτι εἶναι εὐχαριστημένος ἐκ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ κ. Μπάσδελης· ἐκεῖνος διηύθυνε τὸν ταμιακὸν κλάδον ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου, ἐκεῖνος διευθύνει αὐτὸν καὶ μέχρι σήμερον. Τί ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἐὰν ἔπαυσε μερικοὺς εἰσπράκτορας καὶ διώρισεν ἄλλους, τοῦτο ἔπραξε κατὰ λόγον τῶν ἀξιώσεων τῶν φίλων του. Ἀλλ’ ὅλη αὐτὴ ἡ ἐνέργεια, ἡ λαβοῦσα χώραν ἔκτοτε, ἀπὸ τῆς ἀνόδου του εἰς τὴν ἀρχήν, καὶ τ’ ἀποτελέσματα αὐτὰ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὀφείλονται ταῦτα εἰς τὴν Διοίκησιν, ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω ἐγώ. Τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα ἐκληρονόμησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐγὼ ὑπέστην μόνον τὴν μεταβατικὴν κατάστασιν· καὶ δύναται μὲν νὰ καυχᾶται διὰ τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καυχώμενος ὀφείλει ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ταῦτα ὀφείλονται εἰς τὸν νέον νόμον. Δὲν γνωρίζω καὶ δὲν δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλ’ οὐχ ἧττον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον εἰσηγήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ηὐκόλυνε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τοῦτο, ὅτι περιώρισε τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπολόγων ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργείου. Τώρα διὰ τῆς προσθήκης τινῶν ἐμμίσθων εἰσπρακτόρων εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῶν εἰσπράξεων, ἀλλ’ αἱ ἐπιτευχθεῖσαι εἰσπράξεις, ὡς ἀποδεικνύεται ἀκριβῶς ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀποτελεσμάτων, ὀφείλονται εἰς τὸ σύστημα τὸ ἰσχῦον σήμερον, αἱ εἰσπράξεις αὗται ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ σύστημα τὸ ἐγκαθιδρυθὲν ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1903 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ τοῦ ὁποίου τ’ ἀποτελέσματα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κριθῶσι πρότερον, ἔδωκε κάλλιστα ἀποτελέσματα. Δὲν θέλω νὰ μακρύνω τὸν λόγον περισσότερον, διότι φθάνομεν εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλα θὰ ἐξελεγχθῶσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον, ἐθεώρησεν ὅτι οἱ προκάτοχοί του ἠσχολοῦντο εἰς ζητήματα σπουδαιότερα, γενικώτερα, καὶ οὕτως ἠμέλησαν τὸ ζήτημα τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Τίνα ἦσαν τὰ ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἠσχολούμεθα, γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὰ πάντα ἐνεπιστεύθην εἰς τὸν διάδοχόν μου, ὡς εἶχον καθῆκον, καὶ ὑποθέτω ὅτι, ἐὰν ἤθελε νὰ εἰρωνευθῇ...
§92Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§93Δ. ΡΑΛΛΗΣ. .. βεβαίως ἔσφαλε.
§94Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλέγω ὄχι· δὲν τὸ εἶπον πρὸς εἰρωνείαν, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ πιστεύσητε.
§95Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν τὸ εἶπε πρὸς εἰρωνείαν, ἔσφαλε καὶ πρὸς ἑαυτὸν καὶ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι μία καὶ ἑνιαία καὶ ὅτι οὐδὲν ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ἐξερχόμενος τῆς ἀρχῆς, ὀφείλει ν’ ἀποκρύψῃ εἰς τὸν διάδοχόν του. Ἐὰν περιστάσεις δυσμενεῖς, ἀνεξάρτητοι τοῦ Κράτους, παρεκώλυσαν τὴν ἐπιτυχίαν τῶν σκοπῶν ἐκείνων, δὲν δύναται τοὺς σκοποὺς ἐκείνους νὰ τοὺς εἰρωνεύηται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τοὺς ἀνεγνώρισε καὶ τοὺς ἀπεδέχθη, χάριν δὲ ἐκείνων τῶν σκοπῶν εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὴν ἀρχὴν, διότι ἄλλως ἡ Βουλὴ ἤθελε διαλυθῆ.
§96Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὑπάρχουσι τοσαῦται αὐξήσεις τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου κατὰ τοὺς μῆνας τοῦ 1904, ὥστε ἐνόμισεν ὅτι δικαιοῦται νὰ προσθέσῃ αὐξήσεις εἰς διαφόρους φόρους, ἰδίως δὲ εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν, — καὶ δυστυχῶς δὲν ἔχομεν τοιαύτας ἡ μέχρι τέλους Φεβρουαρίου, διότι ἡ κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους μόνον μέχρι τέλους Φεβρουαρίου ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως— τὰ ἔσοδα τοῦ 1904, καὶ ἰδίως τὰ τῶν ἀμέσων φόρων, εἶναι κατώτερα τῶν ἐσόδων τοῦ 1903 καὶ 1902. Δὲν ἠξεύρομεν, ποῖα εἶναι τὰ ἔσοδα τῶν μηνῶν Μαρτίου, Ἀπριλίου καὶ Μαΐου, διὰ νὰ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἔχουσι βάσιν τινὰ αἱ αὐξήσεις αἱ προτεινόμεναι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω ὅτι εἶναι καθῆκον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῶν μηνῶν Μαρτίου, Ἀπριλίου καὶ Μαΐου, ἰδίως τοῦ Ἀπριλίου, διὰ νὰ ἴδωμεν, πόσαι εἶναι αἱ αὐξήσεις αὗται, ὥστε νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς μόνον τοὺς ἐμμέσους φόρους προσθήκην δραχ. 1,500,000.
§97Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω καταθέσει ταύτην.
§98Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι μετὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ δὲν μᾶς χρειάζεται.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1904. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§100Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§102Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἄρχεται σήμερον, κατὰ τὸ πλεῖστον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπολογισμὸς, διότι κατὰ τὸ πλεῖστον αὐτοῦ ἐτέθη διὰ τῶν δωδεκατημορίων ἐν ἰσχύϊ, ἀφοῦ ἤδη εἰσήλθομεν εἰς τὸν ἕκτον μῆνα τοῦ ἔτους 1904. Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἀνωμαλία, ἀλλ’ ἡ ἀνωμαλία αὕτη ἔχει καὶ τὸ καλόν της, διότι δυνάμεθα ἀσφαλέστερον καὶ πληρέστερον νὰ ἐξετάσωμεν τὸ λογιστικὸν μέρος αὐτοῦ. Εἴθισται ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐξετάζηται καὶ ἡ γενικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὴν ἔρευναν ταύτην θέλει βεβαίως προβῆ διεξοδικώτερον καὶ μετὰ περισσοτέρας ἀκριβείας ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, οὗτινος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τυγχάνω μέλος, καὶ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. Δηλιγιάννης. Ἐγὼ ὅμως, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας αὐτοῦ, ὀφείλω κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ ποιήσωμαι παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν καθέκαστα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐξετάζων αὐτὸν ἐπὶ τῶν σημείων ἐκείνων, ἐφ’ ὧν τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας κατὰ τὴν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἔρευναν αὐτοῦ διεφώνησαν πρὸς τὰ ἀποτελοῦντα τὴν πλειονοψηφίαν μέλη, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθησαν ἰδίαν νὰ συντάξωσιν ἔκθεσιν, ἥτις ὑπεβλήθη ὑπ’ ἐμοῦ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπεκτείνω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπὶ ταύτης βασιζόμενος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς, ὅστις ἡγεῖται τοῦ κόμματος, ὅπερ σήμερον διευθύνει τὰ κοινὰ, συνέταξε τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμόν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι ἡ διοίκησις τῆς χώρας ἡμῶν εἶναι πλημμελής. Τοῦτο ἄρχεται ἀπὸ μακροῦ χρόνου. Τὴν αἰτίαν ὅμως τῆς κακοδιοικήσεως ταύτης δὲν πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὔτε εἰς τὸ πολίτευμα ἐν γένει, ὡς ἠθέλησάν τινες, ἀποβλέποντες εἰς ἰδίους σκοποὺς καὶ ἔχοντες ἴδια συμφέροντα, νὰ εἴπωσι· διότι τοῦτο οὐδὲν ἔχει τὸ θετικόν. Τὴν αἰτίαν δέον νὰ ἀναζητήσωμεν εἰς τὴν οὐχὶ εἰλικρινῆ καὶ κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτειακοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ· ἀμφότεροι δὲ οἱ πολιτειακοὶ ἡμῶν παράγοντες συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀνωμαλίαν τῆς διοικήσεως. Καὶ δυνατὸν νὰ μετέχῃ ἐν μέρει τῆς ἀληθείας, ὅτι καὶ ὁ ἄκρατος κοινοβουλευτισμὸς, ἡ βουλευτοκρατία, ὡς ἠθέλησάν τινες νὰ τὴν ὀνομάσωσι, συνετέλεσεν ἱκανῶς εἰς τοῦτο, διότι συνέπεια τοῦ ἀκράτου κοινοβουλευτισμοῦ εἶναι ἡ συναλλαγὴ, ἡ ἀνήθικος ὅμως, ὅταν αὕτη ἐνεργῆται πρὸς ἐπηρεασμὸν τῶν συνειδήσεων τῶν Βουλευτῶν ἢ τῶν ἐκλογέων,—τὴν τοιαύτην δὲ ὁδὸν τῆς συναλλαγῆς ἠκολούθησε δυστυχῶς ὁ νῦν ἡγούμενος τῆς πλειονοψηφίας κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, καὶ τοιαύτην ἐξακολουθεῖ ἀκολουθῶν καὶ σήμερον,—ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μόνη ἡ Βουλὴ, ἔστω καὶ ὅταν ἡ διοίκησις τῶν κοινῶν παραδίδηται εἰς χεῖρας φιλάρχου πολιτευτοῦ, εἶναι ἡ αἰτία τῆς κακοδιοικήσεως τοῦ Κράτους. Καὶ ἵνα ἀνεύρωμεν, τίς ὁ δείξας μείζονα ἀνειλικρίνειαν πρὸς τὸ πολίτευμα, τοῦθ’ ὅπερ ἐπήνεγκε τὴν ἔκρυθμον ταύτην διοικητικὴν κατάστασιν, δέον νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων καὶ ἐξετάσωμεν τὴν καταγωγὴν αὐτῶν. Ἐκεῖ θὰ ἀνεύρωμεν, τίς τῶν παραγόντων τοῦ πολιτεύματος ἐδείχθη εἰλικρινέστερος πρὸς αὐτό. Ἐξετάσατε ἐπὶ τίνων Κυβερνήσεων ἡ συναλλαγὴ ἤγειρε θρασεῖαν τὴν κεφαλὴν, καὶ θέλετε εὕρει, ὅτι ἐπὶ τῶν μεταβατικῶν ἐκείνων Κυβερνήσεων περιῆλθεν αὕτη ἐντελῶς εἰς σημεῖον εὐτελὲς καὶ ἀσυνείδητον. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, Κύριοι, ὅτι καὶ οἱ Βουλευταί εἰσιν ἄνθρωποι, ἔχοντες τὰς ἀδυναμίας των, ἀντιπροσωπεύουσι δὲ λαὸν μὴ λαβόντα εἰσέτι πλήρη πολιτικὴν διάπλασιν, ἐξελθόντα ἐκ δουλείας μακρᾶς καὶ κληρονομήσαντα πολλὰ κακὰ τῆς τουρκικῆς τυρανίας· ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἐκλεγόμενοι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ τούτου δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μὴ ἐπηρεασθῶσι, πιεζόμενοι ὑπ’ αὐτοῦ, καὶ ἐνδώσωσιν ἐνίοτε εἰς ἀξιώσεις μὴ ὀρθὰς, μὴ νομίμους, παραβλάπτοντες οὕτω τὴν διοίκησιν οὐσιωδῶς. Τὴν τοιαύτην ὅμως κατάστασιν δύνανται νὰ περιστείλωσι καὶ περιορίσωσι τοὐλάχιστον ἀγαθοὶ κυβερνῆται. Ἀλλὰ σήμερον, Κύριοι, δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμὴ νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τὰ τοιαῦτα· ὀφείλω ὅμως νὰ συστήσω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ διδαχθῶμεν ἐκ τῶν τοιούτων σφαλμάτων τοῦ παρελθόντος, ἐπαναφέροντες δὲ τὸ πολίτευμα εἰς τὴν κανονικὴν αὐτοῦ τροχιὰν, καὶ ἀποκαθιστῶντες τὴν διοίκησιν τῆς χώρας ὁμαλὴν, νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας. Ἵνα ὅμως ἐπιτύχωμεν τοῦτο, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προνοήσωμεν πρὸ παντὸς περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀρτιότητος αὐτῆς, διότι ἄνευ ταύτης οὐδὲν ἀγαθὸν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἐν τῇ χώρᾳ. Δυστυχῶς ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904, οὗτινος εἰσηγητὴς τυγχάνει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, συντάκτης δὲ αὐτοῦ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, οὐδεμίαν ἐλπίδα παρέχει ἡμῖν πρὸς τοῦτο· εἶναι ἐπανάληψις τῆς οὐχὶ φειδωλῆς πολιτικῆς, ἵνα μὴ εἴπω σπατάλης, τοῦ παρελθόντος. Ἐπειδὴ δὲ ἔκαμα λόγον καὶ περὶ τῆς μὴ ἀρτίας πολιτικῆς μορφώσεως τοῦ ἔθνους ἡμῶν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην, ἣν ἔχω, ὅτι ἡ ἔλλειψις αὕτη ἐπ’ ἐλάχιστον ἐπέδρασεν ἐπὶ τῆς κακῆς διοικήσεως τῆς χώρας. Διότι εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῆς πολιτειακῆς, οὕτως εἰπεῖν, μηχανῆς μεγάλως συμβάλλει καὶ ἡ πολιτικὴ ἀνατροφὴ ἑνὸς ἔθνους, καὶ τὸ ἔθνος ἡμῶν βεβαίως δὲν εὑρίσκεται εἰσέτι, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, ἐν πλήρει ἀρτιότητι, ἀλλ’ αἱ ἐλλείψεις τῆς διοικήσεως τῆς χώρας ἡμῶν δὲν εἶναι, ἐπαναλέγω, ἀπόρροια μόνον τῆς ἐλλιποῦς πολιτικῆς ἀνατροφῆς ἡμῶν ἢ καὶ τῶν ἄλλων μνημονευθέντων λόγων. Ἐπανερχόμενος πάλιν λέγω, ὅτι εἰς τοῦτο μεγάλως συνετέλεσε καὶ ὁ ἀνώμαλος σχηματισμὸς πολλῶν Κυβερνήσεων. Εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη ὁ σχηματισμὸς τῶν Κυβερνήσεων δέον νὰ ἀπορρέῃ κατ’ ἀρχὴν ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ λαοῦ. Βεβαίως ὁ πολιτικὸς ἡμῶν ὀργανισμὸς δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπόλυτον πρὸς τὸ Στέμμα, ἀλλ’ ἡ βούλησις τοῦ Ἡγεμόνος δὲν δύναται ἢ νὰ ἦναι ἡ βούλησις αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, καὶ ὅταν εἰλικρινῶς ἑρμηνεύηται τὸ συμβόλαιον, ὅπερ συνήφθη μετ’ αὐτοῦ, ἤτοι ὁ συνταγματικὸς ἡμῶν χάρτης, τὸ Στέμμα ὀφείλει νὰ προσβλέψῃ πρὸς τὰς διαθέσεις τοῦ λαοῦ, ἀντιληφθὲν δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας δὲν ἐκπροσωπεῖ τὴν θέλησιν τῆς πλειονότητος αὐτοῦ, ἀπευθύνεται πρὸς αὐτὸν διὰ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ζητεῖ τὴν γνώμην αὐτοῦ διὰ τῶν νέων ἐκλογῶν, εἰς τίνα νὰ ἐμπιστευθῇ τὰς τύχας τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ἆρά γε ἐτηρήθη ὁ κανὼν οὗτος; Καὶ δὲν ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν, ὅτε προηγουμένως εἶπον, ὅτι ἐσχηματίσθησαν ἐνίοτε Κυβερνήσεις μὴ ἀπορρέουσαι ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ; Ποῖα δὲ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ σχηματισμοῦ τοιούτων Κυβερνήσεων; Τὰ ἀποτελέσματα ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐπιφέρωσι χαλάρωσιν τῆς συνταγματικῆς ἡμῶν μηχανῆς, διότι κατετμήθησαν αἱ ἐν τῇ Βουλῇ δυνάμεις τῶν κομμάτων, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐξησθένησαν ταῦτα, καὶ κατέστη δύσκολος ὁ σχηματισμὸς Κυβερνήσεων κοινοβουλευτικῶς ἰσχυρῶν, τοῦτο δὲ ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ παραμένῃ ἐν τῇ ἀρχῇ μία Κυβέρνησις ἐπὶ μακρὸν, ἵνα δυνηθῇ νὰ δράσῃ ἀποτελεσματικώτερον ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, ἐὰν ἐμφορῆται ὑπὸ ἀγαθῶν προθέσεων. Βεβαίως οἱ συμβουλεύσαντες ἢ συμβουλεύοντες τὴν τοιαύτην πολιτικὴν εἶναι ἐχθροὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ ἐχθροὶ τῆς Βασιλείας καὶ ἐχθροὶ τοῦ λαοῦ, μέγιστον δὲ τραῦμα κατεργάζονται κατὰ τοῦ ἔθνους ἡμῶν, οὕτω σκεπτόμενοι. Εὐτυχῶς διὰ τὸ ἔθνος, τὸν Ἡγεμόνα ἡμῶν διακρίνει ἱκανὴ εὐφυΐα καὶ ἄκρα διορατικότης, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπῆρξε πάντοτε ἄγρυπνος φύλαξ τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ. Ἀλλὰ περὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐσχηματίσθη ἀντικοινοβουλευτικῶς· οὗτος κατὰ τὸ παρελθὸν παρέστη ἐνώπιον ἡμῶν μὲ πλειονοψηφίαν κραταιὰν, σχηματισθεῖσαν ὡς ἐσχηματίσθη. Εἶχε προαγγείλει τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ· ὅ,τι ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς, τὸ ἔλαβε, καὶ ἐκληροδότησεν εἰς τὰς διαδόχους Κυβερνήσεις τὰς νέας Νομαρχίας καὶ τὰ νέα Δικαστήρια. Τὰ ἀτυχήματα τοῦ τελευταίου πολέμου δὲν τὸν συνεκίνησαν καὶ τόσον, ἑπομένως ἡ στρατιωτικὴ ἀναδιοργάνωσις τῆς χώρας ἀνεβάλλετο· ἀδιάφορον, ἂν ἐδίδετο καιρὸς εἰς τοὺς Βουλγάρους κομιτατζῆδες νὰ παρασκευάσωσι τὸ ἀπαίσιον αὐτῶν ἔργον κατὰ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν Μακεδόνων, καὶ εἰς τὸν Κιαμὴλ πασσᾶν τῆς Σμύρνης νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ ἐξευτελισμοῦ τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν γοήτρου. Ἐὰν τὸ κακὸν τῆς συναλλαγῆς, ὡς ἐνεργεῖται ἰδίᾳ ὑπὸ τῆς ἰσχυούσης πολιτικῆς, εἶναι τὸ αἴτιον τῆς ἀνωμάλου διοικήσεως, εἶναι δυνατὸν ὅμως, ὅταν ὑπάρξωσιν ἀγαθοὶ κυβερνῆται, νὰ περισταλῇ διὰ τῆς σώφρονος αὐτῶν διοικήσεως καὶ τῆς περισυλλογῆς, ἢ καὶ διὰ τῆς ψηφίσεως σχετικῶν νόμων, ὅταν ὅμως οὗτοι καλῶς καὶ εἰλικρινῶς ἐφαρμόζωνται. Μήπως τάχα δὲν ἔχομεν νόμους τινάς, οἱ ὁποῖοι θέτουσι φραγμοὺς κατὰ τῆς συναλλαγῆς εἴς τινας κλάδους τῆς ὑπηρεσίας; Σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὸν νόμον περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, διὰ τοῦ ὁποίου καθηγηταὶ καὶ ἑλληνοδιδάσκαλοι δὲν μετατίθενται ἐντὸς τοῦ ἔτους. Εἰς τί ὅμως ἐχρησίμευσεν; Ἐξευρέθη ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὁ τρόπος τῆς καταδολιεύσεως τοῦ νόμου τούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐν μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους ἑκατοντάδας ὅλας μεταβολῶν ἐνήργησε διὰ τῆς μεθόδου τῆς αἰτήσεως δῆθεν ἀμοιβαίων μεταθέσεων, ἢ τῆς ἀπολύσεως καὶ τοῦ ἐπαναδιορισμοῦ, ἀδιαφορῶν ἂν παραβλάπτεται ἡ ἐκπαίδευσις καὶ καταστρέφονται τὰ τέκνα λαοῦ ὁλοκλήρου. Ἐὰν λοιπὸν ἀπὸ τοιαύτης ἀρχῆς ὁρμώμεθα, εἶναι περιττὸν νὰ εἰσάγωμεν τοιαῦτα νομοθετήματα. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν τοιαῦτα νομοθετήματα καὶ εἰλικρινῶς νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, θὰ ἦμαι ὁ πρῶτος ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιδοκιμάσωσι τὰ μέτρα ταῦτα καὶ θὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ αὐτῶν· καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι οὐδεὶς Βουλευτὴς θὰ ὑπάρξῃ, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτων νομοθετημάτων, διότι καὶ ἡ κατάστασις, Κύριοι, σήμερον τῶν Βουλευτῶν εἶναι ἀνιαρά. Τολμῶ δὲ νὰ εἴπω, ὅτι ἐλάχιστοι ἴσως εἶναι οἱ Βουλευταὶ, ἂν μὴ οὐδεὶς, οἱ ἐπιδιώκοντες διὰ τῆς συναλλαγῆς ἴδια συμφέροντα. Ἡ χώρα ἡμῶν, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἔχει ἀνάγκην πολλῶν· ἀλλ’ ἵνα μεριμνήσωμεν περὶ πάντων τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, δέον πρωτίστως νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀρτιότητος αὐτῆς. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἶναι ὁ καθρέπτης, οὕτως εἰπεῖν, τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πολιτικῆς ἐν γένει αὐτῆς. Ἐξετάζοντες λοιπὸν τὸν Προϋπολογισμόν, ὀφείλομεν, ἐμβαθύνοντες εἰς αὐτόν, νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν οὗτος ἀνταποκρίνεται πρῶτον εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀντοχὴν τῆς χώρας καὶ δεύτερον εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται διὰ τὴν διατήρησιν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὸ ἐθνικὸν αὐτοῦ ἰδεῶδες. Ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς φρονεῖ, ὅτι ὁ εἰσαχθεὶς Προϋπολογισμὸς οὐδόλως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἰδέας ταύτας, καὶ διὰ τοῦτο, διαφωνήσασα πρὸς τὰ μέλη τὰ ἀποτελοῦντα τὴν πλειονοψηφίαν, συνέταξεν ἰδίαν ἔκθεσιν, ἣν ἔχει ἐνώπιον αὑτῆς ἡ Βουλή. Ὁ Προϋπολογισμὸς, ὡς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ἐν ἀρχῇ, ἀναγράφει ἔσοδα μὲν δραχ. 118,966,017, ἔξοδα δὲ 117,826,428· διὰ τῶν δηλώσεων ὅμως, ἃς χθὲς ἐποιήσατο ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, τὰ ἔσοδα αὐξανόμενα θὰ ἀνέλθωσιν εἰς 121,183,361, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 120,181,417, ἤτοι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904, ὡς εἰσήχθη καὶ εἶτα ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἀφήσῃ περίσσευμα 1,001,944 δραχμῶν. Ἐξετάσωμεν ἤδη, κατὰ πόσον οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ὦσιν ἀσφαλεῖς. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν μένει ὡς εἰσάγεται, διότι ναὶ μὲν θὰ ἔχωμεν καὶ ἀδιαθέτους πιστώσεις, ἔρχονται ὅμως κατόπιν καὶ αἱ ἀναπληρωματικαὶ τοιαῦται, αἵτινες καλύπτουσι τὸ ἐκ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων ποσόν, ἢ ὑπερβάλλουσι τοῦτο. Καὶ πρῶτον ἄρχομαι τῆς ἐρεύνης αὐτοῦ ἐκ τοῦ κεφαλαίου Αʹ τῶν ἐσόδων, ἤτοι τῶν ἀμέσων φόρων. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 1, «φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν», ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, καίτοι ἀνεγράφετο τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν 2,350,000 δραχμῶν καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, ἐν τούτοις ἀπὸ ἐτῶν παρετηρήθη, ὅτι ἕνεκα ποικίλων λόγων, καὶ ἰδίως ἕνεκα τῆς βελτιώσεως τῶν μέσων τῆς καλλιεργείας διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τελειοτέρων ἀρότρων, καὶ ἰδίᾳ μηχανικῶν τοιούτων, ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐμειώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν οὐσιωδῶς. Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῶν δύο τελευταίων προσωρινῶν ἀπολογισμῶν τοῦ 1900, οὓς ἔχω ὑπ’ ὄψει. Λαμβάνων δὲ τὸν μέσον ὅρον τῶν κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς τούτους εἰσπραχθέντων φρονῶ, ὅτι τὸ ἀναγεγραμμένον ποσὸν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν θὰ εἰσπραχθῇ. Καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν τὰ ἀποτελοῦντα τὴν μειονοψηφίαν μέλη νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ἔσοδον κατὰ 250,000 δραχμάς.
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖον ἔσοδον;
§104Π. ΣΑΚΚΗΣ. Τὸ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῶν χθεσινῶν δηλώσεων προσθέτει ἑτέρας 150,000 δραχμάς. Οἱ τρεῖς ὅμως ἀπολογισμοί, οὓς ἀνέφερα, φρονῶ, ὅτι θὰ ἀποδείξωσιν ἐν καιρῷ τὴν ἀλήθειαν τῶν προβλέψεων ἡμῶν καὶ ὄχι τῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δεινὸς χειριστὴς τῶν ἀριθμῶν, δύναται, ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, νὰ ἀποπειραθῇ νὰ ἀνατρέψῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ περὶ τὰ οἰκονομικὰ τὸ πρῶτον ἤδη ἀσχολοῦμαι καὶ μικροτέραν πεῖραν ἔχω τῶν ἀριθμῶν· τὴν ἀλήθειαν ὅμως τῶν ἰσχυρισμῶν μου δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνατρέψῃ. Ἀφίνω δὲ κατὰ μέρος τὸν ἰσχυρισμόν, ὅτι ἐπῆλθε κάματος εἰς τὸ μέρος τοῦτο τῶν παραγωγῶν...
§105Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Διὰ ποῖον λόγον φρονεῖτε τοῦτο;
§106Π. ΣΑΚΚΗΣ. Διότι ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν δὲν ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, «φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων», κατὰ τὸ 1903 ἀνεγράφετο ὡς εἰσπρακτέον ποσὸν δραχ. 1,000,000, ἐν δὲ τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904 ἀναγράφεται ποσὸν εἰσπρακτέον ἐκ τοῦ φόρου τούτου δραχ. 1,125,000, διὰ τῆς δηλώσεως δὲ προστίθενται ἕτεραι 275,000. Ὥστε θὰ ἀνέλθῃ τὸ ποσὸν εἰς 1,400,000. Οὐδένα λόγον ἠδυνήθην νὰ εὕρω δικαιολογοῦντα τὴν τοιαύτην αὔξησιν τοῦ ἐσόδου τούτου. Ἡ μειονοψηφία δὲ δὲν ἐδέχθη οὔτε τὸ ἀρχικῶς ἀναγραφὲν ποσὸν νὰ μείνῃ ὡς ἔχει, διότι, ὡς ἀπέδειξε πενταετὴς πεῖρα τῶν τελευταίων ἐτῶν, αἱ προσδοκίαι τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς φορολογίας ταύτης δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, πολλῷ δὲ μᾶλλον σήμερον, ὅτε ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων ἠλαττώθη κατὰ τὸ ἥμισυ διὰ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. Δηλιγιάννη. Διὰ τοῦτο ἡ μειονοψηφία ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ἐσόδου τούτου, ὡς ἀνεγράφετο, καὶ ἐζήτησε τὸν περιορισμὸν αὐτοῦ κατὰ 375,000 δραχμάς.
§107Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέπετε, κύριε Βουλευτά;
§108Π. ΣΑΚΚΗΣ. Εὐχαρίστως.
§109Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων ἤδη ἐβεβαιώθη, ἀνέρχεται δὲ εἰς 1,900,000 δραχμάς. Λοιπὸν κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἀποτελέσματα τῶν καθυστερήσεων εἶναι ἀδύνατον ποτὲ νὰ ὑπάρξῃ καθυστέρησις μείζων τῶν 300,000 δραχμῶν, ἐὰν ὑποτεθῇ βεβαίως, ὅτι καταβάλλεται στοιχειώδης προσπάθεια πρὸς εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἐκ τούτου προεκλήθη ἡ αὔξησις τοῦ εἰρημένου ἐσόδου.
§110Π. ΣΑΚΚΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἡμεῖς βασιζόμεθα ἐπὶ τῶν προσωρινῶν ἀπολογισμῶν τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν. Εὔχομαι οἱ ὑπολογισμοὶ οἱ ἰδικοί σας νὰ ἦναι ἀληθεῖς, καὶ λελανθασμένοι οἱ ἰδικοί μας.
§111Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν διαφορὰν τῶν βεβαιωθέντων πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1902;
§112Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ 1902 ἐγένετο ἔκπτωσις, ἑπομένως τὸ ἔτος τοῦτο δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις.
§113Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον ἔτος λαμβάνετε ὡς γνώμονα τῆς διαφορᾶς;
§114Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 1901.
§115Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε εἴχομεν κλίμακα φορολογικὴν διπλασίαν.
§116Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σημερινῆς φορολογίας τὸ ποσὸν τῶν βεβαιώσεων ἀνέρχεται εἰς 1,900,000. Δὲν ἐλπίζω δὲ, ὅτι θὰ ἔχωμεν καθυστέρησιν μείζονα τῶν 300,000 δραχμῶν.
§117Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἐξακολουθῶν, Κύριοι, προβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἄρθρου 5, δηλαδὴ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου. Ἐνόμισεν ἡ μειονοψηφία, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ συντάκτου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θὰ φθάσωσι τὸ προσδοκώμενον ὑπ’ αὐτοῦ ἀποτέλεσμα· διότι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τοὐλάχιστον κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν, ἡ ἐσοδεία ἦτο ἐκ τῶν μᾶλλον εὐφόρων εἰς τὰς πλείστας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, κατὰ τὸ τρέχον δὲ ἔτος ἡ ἐσοδεία ὄχι μόνον θὰ ἦναι μικροτέρα εἰς τὰς πλείστας ἐλαιοφόρους ἐπαρχίας, ἀλλ’ εἴς τινας δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἐσοδεία, ἢ θὰ ὑπάρξῃ ἐλαχίστη τοιαύτη. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ τόσον αἰσιόδοξος ὡς πρὸς τοὺς προϋπολογισμούς του πάντοτε, ἐζήτησε καὶ τὴν αὔξησιν αὐτοῦ διὰ τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν ἐποιήσατο, κατὰ 200,000 δραχμάς. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἀμφισβητοῦμεν τὴν αὔξησιν ταύτην τοῦ ἐσόδου τούτου ὡς πιθανὴν, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ νὰ μείνῃ τὸ ποσὸν, τὸ μέλλον νὰ εἰσπραχθῇ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ὡς ἔχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12, ἤτοι τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, οὐδὲν δύναται νὰ παρατηρήσῃ τις ὡρισμένως, διότι διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, τοῦ εὑρισκομένου ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐζητήθη ἡ φορολογία εἰς εἶδος. Τὴν γνώμην ταύτην ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐξέφρασα τὸ πρῶτον ἐγὼ, καὶ τὴν γνώμην ταύτην ἐξεδήλωσα ἐν τῇ Βουλῇ ἐπανειλημμένως καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλὰ ταύτην ὑπέβαλον τότε ἐπὶ ἄλλων βάσεων στηριζόμενος, διότι ἐφρόνουν, ὅτι θὰ ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τρόπου τινὸς, τὸν ὁποῖον ἤθελεν ἐξεύρει, ἵνα διαχειρίζηται τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσέπραττεν ἐκ τῆς τοιαύτης φορολογίας, καὶ θὰ εἶχεν ἀσφαλῶς οὕτω τὸ νῦν εἰσπραττόμενον ποσὸν ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου. Φρονῶ ὅμως, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι καὶ νῦν, ἂν ψηφισθῇ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ ἔσοδον τοῦτο κατὰ τὸ πλεῖστον, ἂν οὐχὶ κατὰ τὸ ὅλον, διότι καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ὅτι 30,000,000 σταφιδοκάρπου, εἰσπραττομένου ἐκ τῆς φορολογίας εἰς εἶδος, εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῶσιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐν τῇ ἐσωτερικῇ τοῦ Κράτους βιομηχανίᾳ τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, καὶ νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000, ἀντὶ τῶν 3,800,000, τῶν εἰσπραττομένων συνήθως κατὰ τὴν ἐν ἰσχύϊ φορολογίαν, βραδύτερον δὲ ἴσως καταστῇ δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ μέγα μέρος ἐκ τοῦ ὑπολειπομένου ποσοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο, ὡς πρὸς τὸ ἔσοδον τοῦτο, ἐγὼ τοὐλάχιστον διαφωνῶ καὶ πρὸς τὰ λοιπὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, φρονῶν ὅτι θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ εἴσπραξις τοῦ ποσοῦ τούτου, ἂν ὄχι κατὰ τὸ ὅλον, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 13, ἤτοι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν σύκων, δὲν ἔχω τὴν αὐτὴν ἰδέαν. Τὰ σῦκα, ὡς γνωστὸν, κατὰ τὸ πλεῖστον παράγονται ἐν τῷ νομῷ Μεσσηνίας, καὶ ἰδίως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Μεσσήνης καὶ Καλαμῶν, ἐγὼ δὲ, ὅστις ἔχω τὴν εὐτυχίαν νὰ κατάγωμαι ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, γνωρίζω ἀσφαλῶς, ὅτι ἡ ἐσοδεία τοῦ παρελθόντος ἔτους ἦτο ἐκ τῶν μᾶλλον πλουσίων. Δὲν εἶναι δὲ πιθανὸν, κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἡ ἐσοδεία τῶν σύκων, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ἰδιαιτέρας, ἃς ἔχω, νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ποσὸν, εἰς ὃ κατὰ τὸ παρελθὸν ἀνῆλθε· θὰ ἦναι ἴσως ἐλάσσων κατὰ 25 ἢ 30%. Διὰ τοῦτο τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν, ὡς εἰσπρακτέον ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου, δέον νὰ μειωθῇ κατά τι, καὶ διὰ τοῦτο ἡ μειονοψηφία προτείνει τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τούτου κατὰ 100,000 δραχμάς. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19, ἤτοι τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου τοῦ παραγομένου ἐν Ἑπτανήσῳ, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἠμφισβήτησε τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ποσοῦ, ὡς ἔχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, φρονοῦσα ὅτι ἕνεκα τῶν αὐτῶν καιρικῶν περιστάσεων καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ ἡ παραγωγὴ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἔσεται μικροτέρα τῆς περυσινῆς.
§118Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
§119Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ὑμεῖς στηρίζεσθε ἐπὶ πληροφοριῶν ἐπισήμων, τὰς ὁποίας ἡ σχετικὴ ὑπηρεσία σᾶς μεταδίδει. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν μὲν ἐπισήμους πληροφορίας, καὶ ἴσως οἱ ὑπολογισμοὶ ἡμῶν ἀποδειχθῶσιν ἀνακριβεῖς, φρονοῦμεν ὅμως τὸ ἐναντίον, καὶ δι’ αὐτὸ ἐζητήσαμεν μικρὰν ἐλάττωσιν τοῦ ἀναγραφομένου ποσοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατὰ 138,500, δηλ. ἐζητήσαμεν νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς 1,000,000. Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, νομίζω ὅτι αἱ προσδοκίαι τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ὡς πρὸς τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων δὲν δύνανται νὰ ἦναι ἀσφαλεῖς, καὶ φρονῶ, ὅτι δέον ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τὸ μέρος τοῦτο αὐτοῦ, καὶ νὰ ἀναγραφῇ ἐν αὐτῷ, ὅτι τὸ εἰσπρακτέον πιθανῶς ποσὸν θὰ ἀνέλθῃ εἰς 20,189,000 δραχμὰς, ἀντὶ τῶν ἀναγραφομένων 21,052,500, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ δρ. 863,500, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς δηλώσεις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἃς ἔτι μᾶλλον θεωροῦμεν ὡς ἀπραγματοποιήτους. Νῦν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Βʹ κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, «ἔμμεσοι ἐπὶ τῆς καταναλώσεως φόροι». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, «τελωνιακὸς δασμὸς εἰσαγωγῆς», παρατηροῦμεν τὰ ἑξῆς. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων κυρίως ὀφείλεται εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τῆς χώρας. Τὸ παρελθὸν ἔτος, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἦτο ἐκ τῶν μᾶλλον εὐφόρων ἐτῶν διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις ἀνῆλθον εἰς εὐχάριστον σημεῖον· δὲν δύναται ὅμως νὰ προσδοκᾷ τις, ὅτι καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος θέλει συμβῆ τὸ αὐτὸ, διότι ποικίλοι λόγοι θέλουσιν ἀναγκάσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ περιορίσῃ τὰς προσδοκίας αὑτῆς ὡς πρὸς τοῦτο. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι προϊόντα τινὰ δύνανται νὰ παρουσιάσωσι βελτίωσίν τινα, ἀλλὰ τὰ κυριώτερα προϊόντα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ βασισθῇ ἡ ἔμμεσος φορολογία, εἶναι τὸ προϊόν τῆς σταφίδος καὶ τοῦ σίτου. Καὶ τὸ μὲν προϊόν τῆς σταφίδος δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν, ὅτι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος δύναται νὰ ἀποδώσῃ τὰ ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα ἔδωκε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καθόσον ὡς ἐκ τῆς δευτέρας μεγάλης ἐσοδείας αὐτοῦ αἱ τιμαὶ θέλουσι καταπέσει εἰς σημεῖον, ὥστε οὔτε τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας τοῦ προϊόντος τούτου νὰ καλύψωσιν· ἑπομένως τὸ εἰσαγωγικὸν ἐμπόριον εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας θέλει περιορισθῆ, διότι τὸ χρῆμα θὰ σπανίζῃ ἐκεῖ, ὡς ἐκ τούτου δὲ καὶ αἱ εἰσπράξεις αἱ τελωνιακαὶ θέλουσιν ἐλαττωθῆ. Ἕτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐλαττωθῇ ἡ εἴσπραξις, εἶναι ἡ μικροτέρα εἰσαγωγὴ τοῦ σίτου κατὰ τὸ ἐρχόμενον ἔτος. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ παραγωγὴ σιτηρῶν καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἰδίᾳ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὑπῆρξε μεγάλη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὑπάρχει δὲ σήμερον παρακαταθήκη ἐν Θεσσαλίᾳ μόνον, κατὰ τὰς στατιστικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον, ὑπὲρ τὰ 50,000,000 ὀκάδων, ἡ παραγωγὴ δὲ τῆς Θεσσαλίας θὰ ἀνέλθῃ ἐπίσης κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχω, εἰς 4,000,000 ἕως 5,000,000 κοιλά, διότι συνήθως τὰ ἔτη τῆς εὐφορίας μέχρις αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ φθάνουσι, καὶ τὸ τρέχον ἔτος εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον εὐφόρων ἐτῶν διὰ τὴν Θεσσαλίαν. Ἄν λοιπὸν ὑποθέσητε, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ἀποθέματος τοῦ περυσινοῦ θὰ ἔχωμεν καὶ 100,000,000 ὀκάδας παραγωγὴν ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἄλλα σιτοφόρα μέρη, τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ σίτου, ὅπερ θὰ εὑρίσκηται ἐν Θεσσαλίᾳ, θὰ ἀνέλθῃ εἰς 150,000,000 ὀκάδας· ἐὰν δ’ ἀφαιρέσωμεν ὀκάδας 50,000,000 διὰ τὴν κατανάλωσιν αὐτῆς, ἢ ἔστω καὶ 100,000,000, θὰ περιορισθῇ ἡ ἔξωθεν εἰσαγωγὴ σιτηρῶν κατὰ 50,000,000 ὀκάδας, ὅπερ θὰ φέρῃ ἐλάττωσιν μόνον ἐκ τούτου τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων κατὰ 3,000,000 δρ.
§120Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἕως τώρα δὲν παρετηρήθη τὸ τοιοῦτον.
§121Π. ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκόμη ἡ ἐποχὴ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν σιτηρῶν τῆς νέας ἐσοδείας· ἀπὸ τὸν Σεπτέμβριον κυρίως θὰ ἀρχίσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν τελωνιακῶν πινάκων, τῶν δημοσιευομένων, δὲν βλέπω καμμίαν αὔξησιν μεγάλην ἐν συνόλῳ· μᾶλλον ἐλάττωσιν ἢ τοὐλάχιστον στασιμότητα βλέπω.
§122Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μεγάλη ἐκ τῶν ἄλλων εἰδῶν, ἐλάσσων δὲ ἐκ τῶν δημητριακῶν καρπῶν.
§123Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἕνεκα λοιπὸν τῶν λόγων τούτων νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι πολὺ αἰσιόδοξος ὡς πρὸς τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ποσοῦ τῶν 35,000,000 ἐκ τελωνιακῶν εἰσπράξεων, καὶ διὰ τοῦτο ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι τὸ ἐκ τελωνιακῶν εἰσπράξεων ἔσοδον δέον νὰ περιορισθῇ εἰς 32,000,000, ἀντὶ τῶν 35,000,000, τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ δρ. 3,000,000. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 3, ἤτοι τὸν φόρον καταναλώσεως καπνοῦ, ἡ αὔξησις εἶναι κανονική, καὶ ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶχε νὰ παρατηρήσῃ τι. Βεβαίως ὅμως ἡ κανονικὴ αὔξησις τοῦ φόρου τούτου ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς καλῆς ἐπιβλέψεως ἐπὶ τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ διενεργουμένου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον Γ, «τέλη χαρτοσήμου», ἡ μειονοψηφία οὐδὲν παρετήρησε, διότι βεβαίως τοῦ ἐσόδου τούτου ἡ εἴσπραξις εἶναι κανονική· ἐξεφράσθη ὅμως ἰδέα τις, ἡ ὁποία κυρίως δὲν ἔχει μὲν σκοπὸν ταμιευτικόν, ἔχει ὅμως σκοπὸν προληπτικὸν καταχρήσεως, ἡ ὁποία λαμβάνει χώραν εἰς τὰς μηνύσεις. Τὴν ἰδέαν ταύτην ἐξέφερα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐγώ, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἅπασα ἀπεδέχθη τὴν γνώμην μου ταύτην. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, διότι ὅλοι γνωρίζετε, πόσον εὐκόλως γίνεται χρῆσις τῶν μηνύσεων διὰ μηδαμινὰς πράξεις, ἔστιν ὅτε καὶ δι’ ἀνυπάρκτους τοιαύτας, τὸ κακὸν δὲ τοῦτο ὑπερεπλεόνασεν εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους ἰδίως, διότι ἐκεῖ, ὅταν τις ὑποπέσῃ εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, ἥτις δυνατὸν νὰ ἐπισύρῃ κατ’ αὐτοῦ ποινικὴν καταδίωξιν, ἵνα ἐξουδετερώσῃ, οὕτως εἰπεῖν, ἢ ἐλαφρύνῃ τὴν κατάστασιν αὐτοῦ, ὑποβάλλει καὶ αὐτὸς μήνυσιν κατὰ τοῦ μηνυτοῦ δι’ ἀνύπαρκτον ἔγκλημα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ καὶ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρισθῇ, ὅτι αἱ μηνύσεις θὰ γράφωνται ἐπὶ ἐνσήμου χάρτου τοὐλάχιστον μιᾶς δραχμῆς. Τοῦτο φρονῶ ὅτι θὰ συντελέσῃ εἰς περιστολὴν τοῦ κακοῦ. Τὸ ἔσοδον ὅμως τοῦτο δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀποθεματικὸν, οὕτως εἰπεῖν, κεφάλαιον πρὸς κατασκευὴν δικαστικῶν κτιρίων, καὶ ἰδίως εἰρηνοδικειακῶν τοιούτων, ὅπως χρησιμεύει τὸ ἔσοδον τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν διὰ τὴν ἀνέγερσιν δημοτικῶν σχολείων. Νομίζω ὅτι ἡ γνώμη αὕτη, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀσπαστὴ παρ’ ὁλοκλήρου τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι συζητητέα, καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ ταύτην ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν. Ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον Δʹ, «ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ τέλη», ἐν γένει μὲν οὐδὲν ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς παρετηρήθη· ἀσάφειά τις ὅμως ἢ μᾶλλον ἀπορία παρατηρεῖται ὡς πρὸς τὰ τηλεγραφικὰ τέλη τὰ παραμένοντα εἰς τὸ Δημόσιον, ὧν τὸ ἔσοδον ἀνέρχεται εἰς 1,400,000 δρ., καὶ εἶναι διπλάσιον τοῦ ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς ἀναγραφομένου ἐν τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ ποσοῦ, ἐνῷ τοὐναντίον τὸ ἀναγραφόμενον ὡς ἀποδοτέον εἰς ξένας ἑταιρείας ποσὸν δραχ. 640,000 εἶναι κατὰ πολὺ ἔλασσον τοῦ πράγματι ἀναγραφέντος ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς καὶ ἀποδοθέντος. Ἴσως εἶναι λογιστικὸν λάθος. Ἐνόμισεν ὅμως ἡ μειονοψηφία, ὅτι ὤφειλε νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν, ἵνα τὰ τηλεγραφήματα τὰ ἀποστελλόμενα παρὰ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἑλληνικῆς ἀποστέλλωνται τακτικώτερον καὶ ταχύτερον, διὰ νὰ μὴ προτιμῶνται αἱ ξέναι ἑταιρεῖαι. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσοῦ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου ὡς εἰσπρακτέου τὸ θεωρεῖ ὑπερβολικόν, διότι ἐκ τῶν τελευταίων τριῶν ἀπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν, ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐτῶν τούτων δὲν ἀνέρχεται εἰς τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσόν. Διὰ τοῦτο ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς συνιστᾷ νὰ ἀναγραφῇ ἐπὶ ἔλαττον ποσὸν κατὰ δραχ. 500,000. Ἴσως οἱ ὑπολογισμοὶ ἡμῶν νὰ ἦναι ἐσφαλμένοι, ἀλλ’ οἱ ἀπολογισμοὶ μᾶς ἐνθαρρύνουν εἰς τὴν σκέψιν ταύτην. Πολὺ ἐξωγκωμένην εὗρεν ἡ μειονοψηφία καὶ τὴν ἀναγραφὴν ὡς πιθανῶς εἰσπρακτέου τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐν τῷ κεφαλαίῳ Εʹ «τέλη καθυστερήσεως». Τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχει καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο ἡ μειονοψηφία συνιστᾷ, ὅπως τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον ἐξ 720,000 δραχμῶν περιορισθῇ εἰς 500,000 μόνον, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 220,000 δραχμάς. Εἰς τὸ κεφάλαιον Ζʹ, «τέλη καὶ δικαιώματα δικαστικά», ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι ἀνεγράφη πολὺ μεγαλείτερον ποσὸν ἐκείνου, ὅπερ θέλει εἰσπραχθῆ, διότι καὶ οἱ ἀπολογισμοὶ τοῦ 1900, 1901 καὶ 1902 καὶ ἡ προσωρινὴ κατάστασις, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τρ. ἔ. ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἔπεισαν τὴν μειονοψηφίαν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ εἴσπραξις τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904 ποσοῦ. Διὰ τοῦτο συνιστᾷ τὴν ἀναγραφὴν ποσοῦ κατὰ 346,000 δραχ. ὀλιγωτέρου, ἤτοι νὰ ἀναγραφῶσιν ὡς εἰσπρακτέαι 1,200,000 δραχμαί. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Ηʹ, «δικαιώματα ἐξ ἀνταλλαγῆς ὑποχρεώσεων», ἡ μειονοψηφία, μὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψει αὐτῆς τὸν ἐσχάτως ψηφισθέντα περὶ στρατολογίας νόμον, οὐδεμίαν ἐξήνεγκεν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου γνώμην. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Ιʹ, «μονοπώλια ἐν γένει», οὐδεμίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω, διότι τὴν αὔξησιν ταύτην τὴν θεωρῶ κανονικήν. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου ΙΒʹ, «πρόσοδοι δημοσίων νομημάτων», ἡ μειονοψηφία ἐπίσης ἔφερε παρατηρήσεις διαφόρους, διότι φρονεῖ, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904 εἶναι λίαν ὑπερβολικόν, καθόσον τὸ παρελθὸν δὲν μᾶς ἐνθαρρύνει πρὸς τοῦτο, οἱ ἀπολογισμοὶ δὲ τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν μᾶς ἐπιβάλλουσι νὰ συστήσωμεν τὸν περιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐσόδου τούτου εἰς 3 ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 386,670. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ὅμως τοῦ ἀφορῶντος τὰ μεταλλεῖα εὑρέθη σύμφωνος ἡ μειονοψηφία πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ συνιστᾷ νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ τοιαύτη, ὥστε νὰ διευθετηθῶσιν ἐπὶ τὰ βελτίω τὰ περὶ μεταλλείων ἰσχύοντα, διότι οὐ μόνον τὸ Κράτος δύναται νὰ ἔχῃ πολὺ μεγαλειτέρας προσόδους ἐκ τούτων, ἀλλὰ καὶ ἡ πλουτοπαραγωγικὴ δύναμις τῆς χώρας σημαντικῶς θὰ ἐπηρεασθῇ. Ἐπιβάλλεται ὅθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τάχιστα σχετικὰ νομοσχέδια. Καὶ ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον ΙΓʹ, «πρόσοδοι δημοσίων καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων», τὰς αὐτὰς ἰδέας ἔχουσα ἡ μειονοψηφία, καὶ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν τελευταίων τριῶν ἐτῶν ἔχουσα ὑπ’ ὄψει, συνιστᾷ νὰ μειωθῇ τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον ποσὸν κατὰ δραχ. 183,210. Ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον ΙΗʹ, «καθυστεροῦντα ἔσοδα παρελθουσῶν χρήσεων», οὐδὲν συντρέχει, ὅπως ἡ μειονοψηφία πεισθῇ, ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσόν. Οἱ ἀπολογισμοὶ δὲν μᾶς ἐνθαρρύνουσι πρὸς τοῦτο. Εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1900 παρουσιάζεται εἴσπραξις σχεδὸν ἴση πρὸς τὸ ποσὸν τὸ ἀναγεγραμμένον τότε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1899 ἐψηφίσθη ὁ εὐεργετικὸς λεγόμενος νόμος περὶ καθυστερουμένων, καὶ ἕνεκα τούτου ἡ εἴσπραξις κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ὑπῆρξεν ἀθρόα, οὕτω δ’ ἐπετεύχθη, ὥστε τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ νὰ ἦναι ἴσον σχεδὸν πρὸς τὸ εἰσπραχθὲν τοιοῦτον, τὰ ἑπόμενα ὅμως ἔτη παρουσιάζουν μεγάλην διαφορὰν μεταξὺ ἀναγραφέντων καὶ εἰσπραχθέντων ποσῶν. Τοῦτο ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ἡ μειονοψηφία, ζητεῖ τὴν ἀναγραφὴν ἐλάσσονος ποσοῦ. Καίτοι ἠδύνατο νὰ ἀξιώσῃ πολὺ μεγαλειτέραν ἐλάττωσιν, περιορίζεται ὅμως εἰς τὸ νὰ συστήσῃ τοιαύτην κατὰ 402,000 δραχμάς. Ἐκ τούτων ὅλων συνάγεται, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους θὰ ἀνέλθωσιν εἰς 113,095,137 δραχμάς· ἐὰν δ’ εἰς ταῦτα προσθέσωμεν καὶ τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ποσὸν ἐκ 3,200,000 περίπου, δυνατὸν νὰ ἀνέλθωσιν εἰς 116,295,137 δραχμάς, ἀντὶ τῶν 121,183,000, ὅσα κατὰ τὰς δηλώσεις ὑπολογίζονται. Ἤδη εἰσερχόμεθα εἰς τὰ ἔξοδα. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904 τὰ ἔξοδα προβλέπονται ὅτι θ’ ἀνέλθωσιν εἰς δραχμὰς 117,836,428· διὰ τῶν δηλώσεων δέ, ἃς χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ἔξοδα θὰ ἀνέλθωσιν εἰς 120,181,417. Αἱ δηλώσεις αὗται βεβαίως αὐξάνουσιν ἔτι μᾶλλον τὰς ὑπονοίας τῆς μειονοψηφίας ὡς πρὸς τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ θὰ ἀφήσῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904. Ὁ Προϋπολογισμός, ὁ ὁποῖος εἰσήχθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀνέγραφεν ἔξοδα δραχμὰς 114,151,539. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἐστηρίζετο ἐπὶ οἰκονομιῶν, ἀλλὰ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης δὲν ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἀπολέσασα — γνωστόν κατὰ τίνα τρόπον — τὴν πλειονοψηφίαν, κατέλιπε τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸν Ἰούνιον παρελθόντος ἔτους. Ἑπομένως τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἡ δὲ διάδοχος Κυβέρνησις τοῦ κ. Ράλλη, ἡ ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ κόμματος ἐκείνου ἐξελθοῦσα, ἠναγκάσθη, πιεζομένη ὑπὸ τῶν περιστάσεων, νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν Προϋπολογισμοῦ πολὺ διαφόρου τοῦ ὑποβληθέντος τότε. Ἦτο λοιπὸν δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ διοικηθῇ μὲ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ εἰσαχθέντι κατὰ τὸ 1903 ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, Πρωθυπουργοῦ ὄντος τότε, ἐὰν τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα τότε εἰσήχθησαν, ἐγίνοντο νόμοι τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲ αἱ οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι προὐτάθησαν τότε, ἐπραγματοποιοῦντο καὶ ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἔξοδα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπερβῶσι τὰ 114 ἢ 115 τὸ πολὺ ἑκατομμύρια, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ποσὸν τῶν 117 ἑκατομμυρίων, τὸ ἐγγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904 καὶ ἤδη αὐξηθὲν διὰ τῶν δηλώσεων εἰς 120 ἑκατομμύρια καὶ πλέον, ἀντίκειται πρὸς τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ εἰς τοῦτο διεφώνησε καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ζητήσασα νὰ περιορισθῶσι ταῦτα εἰς τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἤτοι εἰς 114,000,000 ἢ 115,000,000. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904, ὁ εἰσαχθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ καὶ συνταχθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πόρρω ἀπέχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, καὶ οὐδόλως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἀντοχὴν τῆς χώρας καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Ἔδει λοιπὸν νὰ συνταχθῇ οὗτος ἐπὶ οἰκονομικωτέρων βάσεων. Εἶναι γνωστὸν σήμερον, ὅτι ἡ οἰκονομία τῆς χώρας εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται τὸ Κράτος ἡμῶν ν’ ἀνθέξῃ εἰς νέα βάρη· εἶναι ἐπίσης γνωστόν, ὅτι αἱ πύλαι τῶν δανείων μᾶς ἔχουσι κλεισθῆ, τὰ δὲ ἐλλείμματα τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ τὸ πιθανὸν ἔλλειμμα τοῦ τρέχοντος ἔτους, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνέλθῃ, κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμούς, εἰς 6 ἕως 7 ἑκατομμύρια δραχμῶν, θέλουσι καταστήσει ἔτι χείρονα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ δυσχερεστέραν τὴν διοίκησιν αὐτοῦ. Τὸ ἔλλειμμα θὰ ἀνέλθῃ ἴσως καὶ εἰς μεγαλύτερον ποσόν, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, πρὸς δὲ καὶ τὰς προκαταβολὰς τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς δήμους διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἄλλας τινὰς ἀπροβλέπτους δαπάνας· θὰ φθάσῃ ἴσως εἰς 10 ἑκατομμύρια. Μὲ τοιοῦτον λοιπὸν Προϋπολογισμὸν ζητεῖτε τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ψηφισθέντων νομοθετικῶν μέτρων διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας; Παραλείπω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβε περὶ βελτιώσεως τῆς διοικήσεως, οὐδεμίαν τοιαύτην περὶ δικαιοσύνης, οὐδὲν μέτρον πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως, οὐδὲν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς. Οὐδὲν ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις αὕτη περὶ διαρρυθμίσεως τῶν ἐκλογικῶν νόμων, οὐδὲν περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν καὶ τῆς γνησιωτέρας ἐκλογῆς αὐτῶν. Οὐδεμίαν σκέψιν ἔκαμε περὶ δήμων καὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν πόρων αὐτῶν ἐκ παντοειδῶν καταχρήσεων. Ἀλλὰ πρὸς περιστολὴν τῆς συναλλαγῆς τί ἔκαμε; Οὐδέν! Τοὐναντίον ἐσυστηματοποίησε ταύτην· εἰσήγαγε δὲ νομοθετήματά τινα, ἀφορῶντα κλάδους τινὰς τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ὧν ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς φίλους αὐτῆς εἰς τὰς δημοσίας θέσεις, ἃς τόσον δαψιλῶς παρέσχεν αὐτοῖς. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὴν πλήρη ἀναδιοργάνωσιν τοῦ Κράτους, ἔχομεν ἀνάγκην θυσιῶν, ἀφοῦ ὅμως πᾶσα συνετὴ Κυβέρνησις ἐξαντλήσῃ πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν, διότι πᾶσα πρόωρος ἐπιβάρυνσις τοῦ λαοῦ διὰ νέων φόρων, ἢ τοῦ Κράτους διὰ δανείων, θὰ ἐπιφέρῃ ἐξάντλησιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Αἱ θυσίαι δὲ ἑνὸς Κράτους, ἵνα ὦσιν ἀποτελεσματικαί, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἦναι μόνον ὑλικαί, ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι καὶ ἠθικαί. Δέον πρῶτον οἱ πολιτειακοὶ παράγοντες νὰ τεθῶσιν ἕκαστος εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος ν’ ἀποκαταστῇ ἀρτία. Ὁ λαὸς εἶναι ὁ ἀληθὴς κύριος, ὁ οἰκοδεσπότης, οἱ δὲ ἄρχοντες οἱ ἐντολοδόχοι αὐτοῦ· ἀλλοίμονον δὲ εἰς τοὺς ἄρχοντας ἐκείνους, οὓς ὁ λαὸς θὰ θεωρήσῃ ἀναξίους τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ καὶ ἀναγνωρίσῃ ὅτι δὲν ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον αὑτῶν εἰς τὰ ἔργα, εἰς ἃ ἐτάχθησαν ὑπ’ αὐτοῦ! Ἐν τῷ τυφῶνι τὰ πάντα συστρέφονται καὶ καθίστανται ἀφανῆ· ἐν τῇ τρικυμίᾳ, τῷ κλύδωνι, τῷ στροβίλῳ καὶ τῇ καταιγίδι ἀναστρέφονται καὶ ἀναρπάζονται καὶ βυθίζονται πλοῖα, ἐκριζοῦνται δένδρα καὶ ἀναρπάζονται οἰκίαι. Οὕτω παρωμοίασε τὴν λαϊκὴν ἐξέγερσιν σοφός τις. Ἡ ἱστορία ἀναγράφει πλείστας τοιαύτας λαϊκὰς ἐξεγέρσεις. Τῶν τοιούτων λαϊκῶν ἐξεγέρσεων ὡς σημεῖον ἀλάνθαστον προηγεῖταί τις ἀθυμία, ἐνίοτε τὴν ἀθυμίαν διαδέχεται καὶ προσπεποιημένη τις ἀναλγησία καὶ φαινομένη ἀδιαφορία, ὑφ’ ἣν λανθάνει κρυπτόμενον ἡφαίστειον. Παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ εὔχομαι καὶ ἐλπίζω, ὅτι τοιαῦται ἰδέαι καὶ σκέψεις οὔτε ἐνεφιλοχώρησαν οὔτε θὰ ἐμφιλοχωρήσουν. Ἀλλὰ τὰ πάντα ἔχουσιν ὅρια. Τὸ ἀνάστημα ἐμοῦ βεβαίως δὲν εἶναι τοῦ ὕψους ἐκείνων, οἵτινες δύνανται μετὰ περισσοτέρας ἀκριβείας καὶ αὐστηρότητος καὶ μείζονος κύρους νὰ ἐλέγχωσι τὰς πράξεις μιᾶς Κυβερνήσεως, καὶ ὧν ὁ ἔλεγχος, οὕτω γινόμενος, δύναται νὰ ἔχῃ μεγίστην ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς. Περαίνων ὅμως τὸν λόγον δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι αἱ ἔννοιαι, αἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν σύνταξιν τοῦ παρόντος Προϋπολογισμοῦ τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ἔννοιαι, ἃς ἐπιβάλλουν συνετὴ οἰκονομία καὶ δημοσιονομικοὶ κανόνες· ἑπομένως δὲν ἀνταποκρίνεται οὔτε πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, οὔτε πρὸς τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν ὑποχρεώσεις, ἃς ἐπιβάλλει τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ἰδεῶδες. Διὰ τοῦτο ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τῆς ὑποβληθείσης ὑπ’ ἐμοῦ ἐκθέσεως αὐτῆς συνιστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἔχει συνταχθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὴν ἐπιστροφὴν τούτου εἰς αὐτήν, σὺν τῇ συστάσει νὰ συντάξῃ αὐτὸν ἐπὶ ἄλλων βάσεων, δι’ ὧν ν’ ἀνταποκρίνηται οὗτος πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τῆς χώρας.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§125Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει ν’ ἀκούσωμεν τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν πρόκειται νὰ κάμωμεν μονολόγους.
§126Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως. Ὁ ἀντιλέγων πρέπει νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§127Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι εἰσηγητής, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι. Ἐὰν ἀντικρουσθῶσι τὰ γεγονότα, τὰ περιεχόμενα ἐν τῇ ἐκθέσει, θὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ὑποστηρίξω τὰς γνώμας ἡμῶν.
§128Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀντεκρούσθησαν.
§129Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν νομίζω.
§130Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπεβλήθησάν τινες μεταβολαὶ διὰ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν γενομένων δηλώσεων. Ἐπὶ τῶν μεταβολῶν τούτων ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας δὲν ἔχει γνώμας νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν;
§131Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν δύναται ὁ εἰσηγητὴς νὰ ἔχῃ γνώμην ἄλλην ἢ πληρεστέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέφρασε χθές, εἰσαγαγὼν τὰς δηλώσεις αὐτάς.
§132Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ μονολόγους δὲν θὰ συζητήσωμεν.
§133Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ὀφείλει τοὐλάχιστον νὰ ἐξηγήσῃ σημεῖά τινα τῆς ἐκθέσεώς του, σχετιζόμενα πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι εἶναι σημεῖά τινα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐνόησα. Καὶ ἐν πρώτοις διατείνεται ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι αἱ καταστάσεις τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, εἶναι καταστάσεις ἐσφαλμέναι, ἐπ’ αὐτῶν δὲ τῶν καταστάσεων, — αἱ ὁποῖαι ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ποσῶς ἐσφαλμέναι, ἀλλ’ ἀκριβεῖς — ἡ ἐπιτροπὴ ἐκφέρει γνώμας. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπολογίζει τὴν δύναμιν, καὶ ἑπομένως θὰ συνυπολογισθῶσι καὶ αἱ δαπάναι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν, οὓς αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ ἐξάγει, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοί, οὓς παρέσχεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ἀναβιβάζει ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ αὐθαιρέτως τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ εἰς 10,000 ἕως 12,000 ἄνδρας, ἐνῷ ἄλλη εἶναι ἡ δύναμις τῶν ἀνδρῶν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξάγει ἐσφαλμένους τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐτησίως κατατασσομένων, προσέτι δὲ συμπεραίνει καὶ περὶ τῆς ἐν πολέμῳ δυνάμεως ἐσφαλμένως· συγκρίνει τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, καθ’ ὃν τρόπον ὑπελόγισεν ἐσφαλμένως, πρὸς τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις ἄλλων Κρατῶν, καὶ δὴ τῆς Ρουμανίας, τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Σερβίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν θεωρητικῶν δεδομένων, καὶ ὄχι τῶν πραγματικῶν δεδομένων. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἐπὶ τῶν σημείων αὐτῶν τοὐλάχιστον, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀντελήφθην, ὀφείλει ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς νὰ παράσχῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς δεούσας ἐξηγήσεις.
§134Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, δηλαδὴ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν κατατασσομένων ἐτησίως, τῶν ἐξαιρουμένων ὡς πρεσβυτέρων υἱῶν ζώντων πατέρων ἢ μόνων υἱῶν ζώντων πατέρων ἢ σωματικῶς ἀνικάνων κλπ., βεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ἐλήφθησαν οἱ ἀριθμοὶ ἐξ ἐπισήμου σημειώματος, κατατεθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν Βουλὴν τῇ αἰτήσει τοῦ βουλευτοῦ Κυνουρίας κ. Καλούτση· συνεπῶς, ἐὰν τὸ σημείωμα ἐκεῖνο δὲν ἦτο ἀκριβές, καὶ οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν παρατήρησιν, τὴν σχετικὴν πρὸς τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τῶν ἄλλων Κρατῶν, ὅτι διὰ μὲν τὴν Ἑλλάδα λαμβάνονται ἀριθμοὶ πραγματικοί, διὰ δὲ τὰ ἄλλα Κράτη λαμβάνονται ἀριθμοὶ θεωρητικοί, δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἐννοήσω.
§135Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν δύνασθε;
§136Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι.
§137Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω κατόπιν.
§138Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἐλάβομεν διὰ τὴν δύναμιν ἐν εἰρήνῃ ἐν Ἑλλάδι, εἶναι οἱ πραγματικοὶ ἀριθμοί, οἱ ὁποῖοι προκύπτουσιν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐὰν λάβητε ἀνὰ χεῖρας τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ ἐξετάσητε ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, ποία εἶναι ἡ δύναμις τῶν ἀνδρῶν, ἐὰν λάβητε ὡς βάσιν τοὺς πίνακας τοὺς λεπτομερεῖς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ οὐχὶ τὸν γενικὸν πίνακα, τὸν ἀναγραφόμενον εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ εὕρητε τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἀναγράφομεν ἐνταῦθα. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους ἀριθμοὺς, αὐτοὶ ἐλήφθησαν ἐξ ἐπισήμων δημοσιευμάτων, τὰ ὁποῖα ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπρομήθευσεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀνεῦρον καὶ εἰς στατιστικὰ δημοσιεύματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, οὐχὶ μόνον τοῦ Βὸλφ, ἀλλὰ καὶ βιβλίου τινὸς, τὸ ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ ἐνεχείρισε, δημοσιευομένου ἐτησίως ἐν Γερμανίᾳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφονται αἱ στρατιωτικαὶ δυνάμεις τῶν διαφόρων Κρατῶν, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξήγαγον τοὺς ἀριθμοὺς αὐτούς. Ὑποθέτω ὅτι πείθεσθε εἰς τὰ λεγόμενά μου. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ προσκομίσω αὐτὰ τὰ κείμενα. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ σᾶς δώσω.
§139Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις, κύριε εἰσηγητὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἐν σελίδι 3 τῆς ἐκθέσεώς σας λέγετε, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ ἡμετέρου στρατεύματος ἀποτελεῖται ἐκ 1877 ἀξιωματικῶν, 1670 ὑπαξιωματικῶν καὶ 15,804 ἀνδρῶν, καὶ κατόπιν λέγετε: «Ἀλλ’ οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι ἀναγράφονται μὲν ἐν τοῖς ἐπισήμοις πίναξι, δὲν εἶναι ὅμως οἱ πραγματικοὶ, ὡς εὐκόλως ἐξάγεται ἐκ τῶν κάτωθι πληροφοριῶν». Καὶ ἀσχολεῖσθε, λαμβάνοντες τοὺς μέσους ὅρους διαφόρων ἀπογραφῶν, καὶ ἐξ αὐτῶν ἐξάγετε σεῖς ἰδίαν δύναμιν, καὶ δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν σᾶς παρέσχεν ἡ ὑπηρεσία.
§140Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἡ δύναμις, τὴν ὁποίαν μοὶ παρέσχεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ἐπίσημος, ἀναγράφεται ἐν τῷ δευτέρῳ πίνακι τῆς σελίδος 3, εἰς τὴν πρώτην ὑποδιαίρεσιν τῆς σελίδος. Εἰς τὴν δευτέραν στήλην τοῦ δευτέρου πίνακος ἀναγράφεται ἡ ὅλη δύναμις ἡ πραγματικὴ τοῦ στρατοῦ, οἵα ἦτο τὴν πρώτην Φεβρουαρίου 1904, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Αὕτη βασίζεται ἐπὶ πίνακος, τὸν ὁποῖον μοὶ παρέσχεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§141Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ.
§142Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἀσχολίαι ἀνδρῶν. Ἀπόντες: ὑπαξιωματικοὶ 142, σαλπιγκταὶ 37, ὑποδεκανεῖς καὶ στρατιῶται 832· ἐν ὅλῳ 1011. Κωλυόμενοι: ὑπαξιωματικοὶ 278, σαλπιγκταὶ 6, ὑποδεκανεῖς καὶ στρατιῶται 1999· ἐν ὅλῳ 2283. Φρουραὶ ἐν ὅλῳ 1290· ἀπεσπασμένοι εἰς ὑπηρεσίας στρατοῦ 1651, εἰς δημοσίαν ἀσφάλειαν 1091. Ἐν συνόλῳ 7,326. Ἀπομένουσι δι’ ἀσκήσεις 6,554. Ἤτοι δύναμις ὁπλιτῶν 13,880, ἐξ ὧν ὑπαξιωματικοὶ 2,850, σαλπιγκταὶ 312, ὑποδεκανεῖς καὶ στρατιῶται 10,718.» Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐπίσημος πίναξ, ὁ ὁποῖος μοὶ ἐδόθη, κατόπιν ἰδιαιτέρας ἀδείας τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπὸ τοῦ προσωπάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ πίναξ εἶναι ἀντιγεγραμμένος ὡς μοὶ ἐδόθη.
§143Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὥστε ἐξ αὐτοῦ ἐξάγετε, ὅτι ὁ ἄλλος πίναξ δὲν εἶναι ἀκριβής;
§144Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ποῖος ἄλλος;
§145Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἡ δύναμις, ἡ ὁποία σᾶς ἐδόθη. Λέγετε ἐδῶ, ὅτι σᾶς ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία τὸν πίνακα, ὁ ὁποῖος περιέχει τὴν δύναμιν, καὶ ἐξακολουθεῖτε: «Ἀλλ’ οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι ἀναγράφονται μὲν ἐν τοῖς ἐπισήμοις πίναξι, δὲν εἶναι ὅμως οἱ πραγματικοί.»
§146Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐν τοῖς πίναξι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῖς ἀρχικοῖς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχει εἷς θεωρητικὸς πίναξ ἀναγεγραμμένος, ὁ ὁποῖος βασίζεται ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁ πίναξ ἐκεῖνος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρονται οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ ἄνδρες, οἵτινες ὤφειλον ν’ ἀποτελῶσι τὴν δύναμιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὀργανισμοῦ, ἀναφέρουσι δύναμιν 21,000, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Λοιπὸν ὁ πίναξ ἐκεῖνος, δὲν ἀποτελεῖ τὴν πραγματικὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ. Ὁ πίναξ ὁ πραγματικός, τῆς πραγματικῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, εἶναι ὁ ἐν τῇ δευτέρᾳ στήλῃ τῆς σελίδος 3 ἀναφερόμενος. Οἱ ἀριθμοὶ δὲ, τοὺς ὁποίους ἀναφέρω ἐδῶ, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀνεγράφησαν διὰ νὰ φανῇ ὅτι ἐπὶ τῶν 25,000 ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἱκανοὶ νὰ ὑπηρετήσωσιν ὡς στρατιῶται, δὲν ὑπηρετοῦσι παρὰ 13,000, ἀνεγράφησαν ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς σημειώματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ μαθηματικὴν ἀκρίβειαν, — διότι τὸ σημείωμα αὐτὸ τὸ κατέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, — εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῶν πέντε τελευταίων ἐτῶν, πόσοι εἶναι οἱ κληρωτοί, πόσοι προσῆλθον, πόσοι ἐξηρέθησαν καὶ πόσοι κατετάχθησαν πραγματικῶς ὡς στρατιῶται. Αὐτὴ δὲ ἡ δύναμις, ὡς βλέπετε, δὲν διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὴν πραγματικὴν, διότι ἀπὸ 13,000, ἃς ἔχομεν εἰς στρογγύλον ἀριθμόν, — διότι ἐκεῖ, ὡς βλέπετε, εἶναι στρογγύλος ὁ ἀριθμός, — ἡ πραγματικὴ δύναμις, ἡ ὁποία μοὶ ἐδόθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀναγράφει 13,880 ἄνδρας.
§147Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὰς πληροφορίας. Ἀλλὰ τότε παρακαλῶ νὰ μὲ πληροφορήσητε, πῶς ἐξηγάγετε, ὅτι ἡ δύναμις ἡ πραγματικὴ κυμαίνεται μεταξὺ δέκα καὶ δώδεκα χιλιάδων;
§148Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ποῦ;
§149Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Τὸ ἀναγράφετε εἰς τὴν ἔκθεσίν σας. Λέγετε 10,000 ἕως 12,000. Αὐταὶ αἱ πληροφορίαι χρειάζονται, διότι ἐξ αὐτῶν θὰ κριθῶσιν αἱ δαπάναι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§150Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Βεβαιότατα. Ἐκ τῶν πινάκων ἐξάγεται, ὅτι εἰς τὸν στρατὸν κατετάχθησαν κατὰ μέσον ὅρον τῆς τελευταίας πενταετίας 6,582 ἄνδρες. Ἐκ τῆς πρώτης στήλης ἐξάγεται αὐτὸ ἐκ τῶν διαφόρων δεδομένων. Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἀπογραφαὶ τῶν πέντε τελευταίων ἐτῶν 1899–1903 περιλαμβάνουσι τῳόντι κατὰ μέσον ὅρον ἐτησίως ἄνδρας 25,613. Ἐκ τούτων ἀπηλλάγησαν νομίμως: ὡς πρεσβύτεροι υἱοὶ ζώντων πατέρων 4,431, ὡς μόνοι υἱοὶ ζώντων πατέρων 1436, ὡς σωματικῶς ἀνίκανοι 414, ἐκ τῶν λοιπῶν λόγων 6,040· ἐν ὅλῳ 12,321. Ἀπέμειναν οὕτως ὑπόχρεοι εἰς ὑπηρεσίαν 13,292, ἐξ ὧν διαθέσιμοι 2,740, ἀνυπότακτοι 3,970, ἐν ὅλῳ 6,710, καὶ κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατὸν 6,582.»
§151Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἡ στρατολογία τοῦ 1903, ἡ ὁποία θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, δεικνύει ὅτι κατετάχθησαν 7,203, ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων δεδομένων.
§152Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐδῶ, ὡς βλέπετε, πρόκειται περὶ μέσου ὅρου, ἀπὸ τοῦ 1899 ἕως τοῦ 1903, ὥστε εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ μέσος ὅρος νὰ μὴ ἦτο οἷα εἶναι ἡ κατάταξις.
§153Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἄρα δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὁ μέσος ὅρος ὡς βάσις πρὸς ὑπολογισμὸν τῆς δυνάμεως.
§154Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται δι’ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα γράφει ἐδῶ, νὰ ὑποδείξῃ ἡ ἐπιτροπὴ ποία εἶναι ἡ δύναμις. Ἐδῶ ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἦτο νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι, εἰς ἣν κατάστασιν διατελεῖ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἡμῶν, ἔχει ἀνάγκην ἀναδιοργανώσεως· πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀνέγραψε τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, βασιζομένη εἰς τοὺς μέσους ὅρους, τοὺς ὁποίους ἔδωκε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ δείξῃ, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἡμῶν ὀργάνωσις σήμερον ὑστερεῖ, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι μέτρα· σκοπὸς αὐτῆς εἶναι νὰ δικαιολογήσῃ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, τὸν κυριώτερον σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ παροῦσα Σύνοδος. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφονται εἰς τὴν σελίδα ταύτην.
§155Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Προκειμένου περὶ Προϋπολογισμοῦ, ὅπου πρέπει νὰ κρίνωμεν τὰς δαπάνας, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὸν ἀκριβῆ ἀριθμόν.
§156Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐκεῖ εἶναι αἱ δαπάναι. Ἐδῶ, εἰς τὸ προοίμιον αὐτὸ, δὲν πρόκειται περὶ δαπανῶν· πρόκειται ἁπλῶς νὰ καταδείξωμεν τὴν ἀτέλειαν τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν ἀναδιοργανώσεως, πρόκειται νὰ καταδείξωμεν, ὅτι ὑστεροῦμεν πολὺ τῶν γειτονικῶν Κρατῶν, πρὸς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν πῶς εἶναι διωργανωμένα, διὰ νὰ διοργανωθῶμεν καὶ ἡμεῖς· πρόκειται ν’ ἀποδείξωμεν διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, ὅτι, ἐνῷ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν 25,000 ἀνδρῶν, δὲν φθάνομεν νὰ ἔχωμεν παρὰ 6 ἕως 7 χιλιάδας. Σκοπὸς τοῦ προοιμίου αὐτοῦ δὲν εἶναι νὰ φθάσωμεν εἰς ὑπολογισμὸν οἰκονομικὸν, ἀλλ’ εἶναι νὰ καταδείξωμεν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἡμῶν ὀργάνωσις εἶναι ἀτελὴς καὶ ὅτι χρήζει μερίμνης· σκοπὸς εἶναι νὰ δικαιολογήσωμεν τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως.
§157Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἤθελον νὰ μάθω, ἂν οἱ ἀριθμοὶ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις, ὅπως κρίνωμεν τὴν δαπάνην.
§158Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Σήμερον; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ!
§159Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὑπέθετον, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ οἱ ἀναγραφόμενοι ἐν τῇ εἰσιτηρίῳ ἐκθέσει ἔδει νὰ ἦναι ἀκριβεῖς.
§160Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἶναι ἀκριβεῖς, διότι εἶναι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§161Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν σᾶς ἔδωκεν ἀκριβεῖς ἀριθμοὺς, ἀλλὰ σεῖς εἴπετε, ὅτι δὲν εἶναι πραγματικοί. Ὑπελογίσατε τοὺς κατατασσομένους κατ’ ἔτος, τῶν ὁποίων τὸν ἀριθμὸν ἤθελον νὰ γνωρίζω ἐπακριβῶς, τοὺς ὑπελογίσατε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέσων ὅρων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσητε αὐτοὺς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐξαγομένων, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν ἡ στρατολογία τοῦ 1903.
§162Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ ἴδητε, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι οὐδαμοῦ λαμβάνονται ὡς βάσις οἰκονομικῶν ὑπολογισμῶν.
§163Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μᾶς πληροφορήσητε, κατὰ τίνα τρόπον ὑπολογίζετε ὅτι ἡ ἐμπόλεμος δύναμις εἶναι 60,000 ἀνδρῶν.
§164Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἔχετε κατὰ μέσον ὅρον ἐτησίως 6 ἕως 7 χιλιάδας ἀνδρῶν, δέκα ἑπομένως ἡλικίαι δίδουσιν 70,000 ἄνδρας. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ἡ πέμπτη ἡλικία, ἡ ἑβδόμη, ἡ ὀγδόη, ἡ ἐνάτη, δὲν θ’ ἀποτελῆται ὅλη κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν θὰ κληθῇ, ἐκ τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατὸν καὶ ὑπηρέτησαν εἰς αὐτόν. Κάμνω λοιπὸν σχετικὴν ἐλάττωσιν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, ὅστις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νῦν γενομένων θὰ εὑρίσκηται γυμνασμένος, ἀπὸ 70,000 εἰς 60,000. Τὸν αὐτὸν ὑπολογισμὸν ἔκαμε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰσάγων τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἐμπόλεμος δύναμις ὑπολογίζεται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων σήμερον εἰς 60,000 ἄνδρας.
§165Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἠσκημένων ὑπερβαίνει τοὺς 70,000 ἄνδρας. Ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἠσκημένων δὲν εἶναι ὁ μόνος ὁ ἀποτελῶν τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν· αὕτη ἀποτελεῖται καὶ ἐκ τῶν ἀνασκήτων. Εἰς ὅλους τοὺς στρατοὺς ἡ ἐμπόλεμος δύναμις δὲν ἀποτελεῖται ἐκ μόνων τῶν ἠσκημένων· ὁ στρατολογικὸς νόμος περιλαμβάνει εἰς τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν καὶ τοὺς ἀνασκήτους.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει ἀπαντήσει μετὰ τὰς ἀγορεύσεις καὶ ἄλλων ἐκ τῶν θελόντων νὰ ἐπικρίνωσι τὸν Προϋπολογισμόν.
§167Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἶπον ὅτι θὰ ἤμην πρόθυμος νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ πλείονας ἰδέας ἐκ τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ δυστυχῶς δὲν ἔχω νὰ παρουσιάσω. Ἐὰν λοιπὸν ἀντικρουσθῶσιν αἱ ἰδέαι, ἃς ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ διετύπωσεν ἐν τῇ ἐκθέσει, τότε θὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ὑπερασπίσω τὴν ἔκθεσιν.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγώ.
§169Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὁ εἰσηγητὴς νὰ δώσῃ πληροφορίας τινάς· ἐκ τῆς συζητήσεως δὲ ἀπεδείχθη ἡ ἀνάγκη.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§171Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλετε νὰ περατώσητε τὴν συζήτησιν;
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ, δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν.
§173Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προσπάθεια, ἡ ὁποία καταβάλλεται, ἵνα ἡ ἀρχὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διέλθῃ ἄνευ συζητήσεως, νομίζω ὅτι ἀντιβαίνει οὐ μόνον εἰς τὰ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἔθιμα τῆς Βουλῆς. Εἴθισται πάντοτε ἡ ἀρχὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ συζητῆται, ἀρχομένης τῆς ἐπ’ αὐτῆς συζητήσεως ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, κατόπιν δὲ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν ἄλλων. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ, διότι δὲν ἐγένετο ἀντίκρουσις ὑπὸ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας ἀξία...
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§175Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὅτι δὲν ἐλέχθησαν κατὰ τῆς ἐκθέσεώς του λόγοι τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀναγκάσωσιν αὐτὸν νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπεν ὅτι ἐξέθηκε τὰς ἰδέας τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ ἐκθέσει, ἐὰν δὲ παραστῇ ἀνάγκη κατὰ τὴν ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν, θὰ ἀπαντήσῃ.
§177Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠκούσαμεν ὅμως πάντες, ὅτι ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας εἶπεν ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι εἰκονικὸς ὡς πρός τε τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, ὅτι αἱ εἰσπράξεις θὰ ἀποβῶσιν ἐπὶ ἔλαττον, τὰ δὲ ἔξοδα ἐπὶ πλέον· ὡμίλησε δὲ διεξοδικῶς περὶ αὐτῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ὁ ὁποῖος εἰργάσθη τῳόντι φιλοπόνως καὶ κατήρτισε τὴν ἔκθεσιν ταύτην καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ ὑποστηρίξῃ τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει του διατυπούμενα; Πρέπει καὶ ἡμεῖς πάντες νὰ φωτισθῶμεν. Ἐπιβάλλεται δὲ εἰς τὸν κύριον εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἔκθεσίν του, διότι ἐν αὐτῇ ἀναγράφονται αἱ βάσεις, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλούμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν. Εἶναι λοιπὸν εἰκὼν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς, τῆς ἐξωτερικῆς, τῆς στρατιωτικῆς. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἄρξηται τῆς συζητήσεως ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας.
§178Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν εἶμαι χειριστὴς τοῦ λόγου. Θὰ ἀντιληφθῆτε δὲ, ἐὰν θὰ λάβω τὸν λόγον, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω. Θὰ ὁμιλήσω μόνον ἐπὶ ἀριθμῶν καὶ ἐπὶ ὡρισμένων γεγονότων. Ἡ ἰδέα, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀναχωρεῖ ὁ κ. συνάδελφος, ἵνα μὲ προκαλέσῃ νὰ λάβω τὸν λόγον, ὁμολογῶ ὅτι ὄχι μόνον δὲν μὲ πείθει, ἀλλὰ τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι ὑποθέτω ὅτι αὕτη προσβάλλει τὴν Βουλήν. Κατόπιν τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε πρὸ τεσσάρων μηνῶν, καὶ ἡ ὁποία ἔκτοτε εἶναι εἰς χεῖρας τῶν κυρίων Βουλευτῶν, δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν ταύτην. Νομίζω ὅτι θὰ ἦναι προβλητικὸν διὰ τὴν Βουλὴν τὸ τοιοῦτον, διότι ὑποθέτω, ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται περὶ τοῦ θέματος τούτου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, ἀνέγνωσαν τὴν ἔκθεσιν. Ἀναμένω λοιπὸν νὰ ἀντικρούσωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ πλειονοψηφία ἐκθέτει ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς, καὶ ὅταν ἀντικρούσωσι ταῦτα, θὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ὑπερασπίσω κατὰ δύναμιν τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει. Ἀλλὰ νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀναπτύξω θέμα πολιτικὸν, εἶμαι ἐντελῶς ἀνίκανος. Δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπερασπίσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πολιτείαν αὐτῆς. Ἐὰν θὰ λάβω τὸν λόγον, θὰ τὸν λάβω ἐπὶ προσθέσεων καὶ ἀφαιρέσεων. Οὐδὲν ἄλλο δύναμαι νὰ πράξω. Ἀναμένω λοιπὸν τὰς ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα λάβω τὸν λόγον καὶ ἀντικρούσω τὰς ἀντιρρήσεις, ἐὰν πεισθῶ ὅτι δὲν εἶναι βάσιμοι, νὰ ὁμολογήσω δὲ τὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσεν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν ἦναι βάσιμοι αἱ ἀντιρρήσεις.
§179Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι βεβαίως ἡ ἔκθεσις τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας εἶναι σαφὴς τόσον, ὥστε νὰ μὴ χρήζῃ περαιτέρω ἀναλύσεως καὶ ὑπερασπίσεως, εἶναι φανερόν. Οὔτε ἡμεῖς ζητοῦμεν παρὰ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ νὰ ἐξηγήσῃ τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν παρ’ αὐτοῦ, ἂν αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνατρέπουσι τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ, εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ ἐπιβάλλωσιν εἰς αὐτὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἐξηγήσῃ τὰς ἰδέας του ἐπὶ τῶν δηλώσεων τούτων. Διότι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχει ὑποχρέωσιν, ἐξ ὀνόματος τῆς πλειονοψηφίας τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ὑποδείξῃ, ἂν αἱ μεταβολαὶ, αἱ γενόμεναι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, εἶναι ἀκριβεῖς, ἂν ἔχουσι βάσιν τινὰ, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐναντίον τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας ἀποφαίνεται...
§180Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι ἐναντίον.
§181Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ εἰσηγητὴς καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἐξετάζοντες καὶ ἐξελέγχοντες τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀπεφάνθησαν, ὅτι καλῶς ἔχει ἡ ἀναγραφὴ ἐσόδου ἐκ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δραχ. 2,350,000. Ἀλλὰ ἔρχεται χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προβάλλει, ὅτι τὸ ἔσοδον τοῦτο πρέπει νὰ αὐξηθῇ κατὰ 150,000 δραχμάς. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν κ. εἰσηγητὴν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἂν ἡ ἀξίωσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν στηρίζεται ἐπὶ ἀληθοῦς τινος καὶ πραγματικῆς ἐκτιμήσεως;
§182Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως ζητεῖτε τὴν παραπομπὴν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§183Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἄλλης μονοκονδυλιᾶς ηὔξησε τὸ ἔσοδον τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων κατὰ δραχ. 275,000, χωρὶς νὰ ἐξηγήσῃ εἰς ἡμᾶς, ποῦ ἐβασίσθη, φέρων τὴν αὔξησιν ταύτην. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας δὲν ἀναγνωρίζει, ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἐξηγήσῃ τὴν ἀπροσδόκητον ταύτην αὔξησιν; Μήπως ἐπῆλθεν ἀνατροπή τις διὰ τῶν ἐπὶ τετράμηνον γενομένων εἰς τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εὕρῃ ἰσοζύγιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, φέρων τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τούτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ τῶν ἀστείων τούτων προσθηκῶν καὶ προσαυξήσεων, διὰ τὰς ὁποίας μόνον ὀλίγη μελάνη καὶ πολὺ θάρρος χρειάζεται; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἄλλης δηλώσεως ηὔξησεν ἕτερον ἔσοδον κατὰ 300,000 δραχμάς. Ἀλλ’ ἐψηφίσαμεν φόρον αὐξάνοντα τὸ ἔσοδον αὐτό; Πῶς ἐπῆλθον αἱ αὐξήσεις αὗται; Ὁ κ. εἰσηγητὴς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μᾶς εἴπῃ τοῦτο.
§184Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν;
§185Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ὀνόματος τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς μᾶς εἶπεν, ὅτι καλῶς ἔχει ἡ ἀναγραφὴ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων εἰς 3,800,000 δραχμάς. Δὲν θὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἵνα μᾶς εἴπῃ, ἂν ἐγκρίνει τὴν προτεινομένην αὔξησιν εἰς τὸν φόρον αὐτόν; Τίνα γεγονότα ἐπῆλθον, δικαιολογοῦντα τὴν αὔξησιν ταύτην; Μήπως δικαιολογεῖ τὰς αὐξήσεις ταύτας μόνη ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεσθε, ἵνα δι’ εἰκονικῆς ἀναγραφῆς ηὐξημένων ὅλων τῶν φόρων φέρητε ἰσοζύγιον, ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ εἴκοσι πέντε ἔτη ἐφέρετε ἐνταῦθα, καὶ τὰ ὁποῖα ἀπεκρυσταλλώθησαν εἰς τὴν πτώχευσιν; Αὐξάνετε τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν κατὰ 500,000 δραχμάς, χωρὶς νὰ ψηφίσωμεν πρὸς τοῦτο νόμον. Ὁ κ. εἰσηγητὴς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ μᾶς φωτίσῃ περὶ τούτου καὶ περὶ ἄλλων. Ἀλλ’ ὁ κ. εἰσηγητὴς σιγᾷ, καὶ μᾶς λέγει μόνον, ὅτι δὲν χειρίζεται καλῶς τὸν λόγον ἢ ἐπὶ ἀριθμῶν. Ἐπὶ ἀριθμῶν καὶ ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἐξηγηθῇ. Ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν, πῶς ηὐξήθησαν διὰ μονοκονδυλιᾶς τόσα ἔσοδα. Ὑπάρχει λόγος τις πραγματικός, ἢ ἡ ἀνάγκη μόνον τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως φθάσωμεν εἰς ἰσοζύγιον, καθ’ ὃν τρόπον συνετάσσοντο ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν ἤδη οἱ Προϋπολογισμοὶ καὶ διελαλοῦντο περισσεύματα ἐκ τῶν Προϋπολογισμῶν, μέχρις ὅτου ἐφθάσαμεν τὴν ἑσπέραν μιᾶς τετάρτης Δεκεμβρίου νὰ εἴπωμεν, ὅτι «δυστυχῶς ἐπτωχεύσαμεν»; Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, καὶ ἐπὶ τοιαύτης καταστάσεως εἷς εἰσηγητής, ὡς ὁ κ. ἐκ Νάξου Βουλευτής, ὀφείλει νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας.
§186Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ὑπέλαβεν ὅτι ἠδύνατο νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν ἀναγραφὴν τῶν προβληθεισῶν προτάσεων περὶ αὐξήσεως τῶν προσόδων ὡς εἰκονικήν, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου κατώρθωσε μόνον νὰ δημιουργήσῃ μίαν εἰκονικὴν ἀγόρευσιν. Διότι δὲν εἶναί τι νέον, ὅταν γινώσκωμεν, ὅτι ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ μέχρι τῆς σήμερον, καθ’ ἣν εἰσέρχεται ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, παρῆλθε χρονικὸν διάστημα πέντε μηνῶν, δὲν εἶναι, λέγω, νέον τι τὸ ὅτι προσβάλλονται τροπολογίαι δικαιολογούμεναι ἐκ τῆς ἀποκτηθείσης πείρας. Ἐὰν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἤθελε προβάλει τὸ ἐρώτημα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πῶς δικαιολογοῦνται αἱ αὐξήσεις αὗται, πρὸς μείζονα ἐξήγησιν, καὶ πάλιν ἤθελον λάβει τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κύριον εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ζητῶν παρ’ αὐτοῦ ἐξηγήσεις καὶ ἐπιδοκιμασίαν ἢ ἀποδοκιμασίαν τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τροπολογιῶν, νομίζω ὅτι πράττει ἀσύνηθες τι καὶ πρωτοφανές. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκεῖ καὶ μόνον περιορίζωνται αἱ ἀπορίαι τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ τῷ εἴπω, διὰ τίνα λόγον ἐφ’ ἑκάστου τῶν ἐσόδων προεβλήθησαν αἱ αὐξήσεις αὗται. Πρὶν ὑποβάλω ὅσας ὑπέβαλον τροπολογίας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, προεκάλεσα βεβαίωσιν τῆς ὑπηρεσίας, ζητήσας νὰ μοὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν περὶ τῆς ἀποδόσεως ἑκάστου φόρου· ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς ἐκθέσεως ταύτης ὑπέβαλον ὅσας ὑπέβαλον τροπολογίας. Καὶ ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ ἔκθεσις τῆς ὑπηρεσίας. (Ἀναγινώσκει ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης). Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ἀμέσους φόρους. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ τῶν ἐμμέσων φόρων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὀλιγώτερα, δικαιολογεῖται ἡ αὔξησις ἐκ τῆς εἰσπράξεως τῶν τεσσάρων μηνῶν. Τὴν ἔκθεσιν ταύτην θέλω καταθέσει.
§187Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι κύριος, ἐὰν θέλῃ, νὰ μελετήσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰ συνδεόμενα ἀμέσως μὲ τὸν Προϋπολογισμόν, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐξετάσωμεν τοῦτο· νομίζομεν ὅμως, ὅτι ἔπρεπε νὰ μελετηθῶσιν ὑπ’ αὐτοῦ, καὶ μάλιστα ἔπρεπε καὶ περαιτέρω νὰ προβῶμεν, νὰ μελετηθῶσι τὰ ζητήματα ταῦτα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Βεβαίως δὲν ποιοῦμαι πρότασιν, ἀναμφισβητήτως ὅμως, ὅταν κατὰ τὰ καθιερωθέντα καὶ πιστώσεις ἀκόμη ἐκ χιλίων δραχμῶν, ὑποβαλλόμεναι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς παρὰ μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, φυσικῷ τῷ λόγῳ ἔπρεπεν αἱ πιστώσεις αἱ ἀνερχόμεναι εἰς 2,500,000 δραχμὰς νὰ διέλθωσιν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε τὴν φιλοτιμίαν, ἵνα εἴπω οὕτω, βεβαίως ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς αὐτὴν αἱ τροποποιήσεις αἱ θεμελιώδεις, αἱ γενόμεναι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν θέλομεν ὅμως νὰ φανῶμεν, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ παρατείνωμεν τὴν ἐργασίαν ταύτην, καίτοι θεωρῶ ἐπιβαλλόμενον τοῦτο. Ἐν τούτοις νομίζω, ὅτι ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας...
§188Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ νομολογία τῆς Βουλῆς εἶναι ἐναντία.
§189Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑμεῖς βασίζεσθε εἰς τὴν νομολογίαν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἡ λογικὴ ἔχει δικαιώματα.
§190Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι σταθερὰ ἡ λογικὴ ἡ ἄρχουσα ἐνταῦθα.
§191Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ βιάσωμεν τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας νὰ μελετήσῃ τὰ οὐσιώδη ζητήματα, τὰ συνδεόμενα μὲ τὸν Προϋπολογισμόν, δὲν δυνάμεθα ὅμως καὶ νὰ σχηματίσωμεν ὁριστικὴν καὶ θετικὴν γνώμην ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐνδεχόμενον νὰ φέρωμεν γνώμην ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν δὲν ἔχωμεν προηγουμένως πληροφορίας τινάς. Ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰπὼν καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ταύτας· εἶπον, ὅτι μοὶ φαίνεται κάπως ὑπερβολικὴ ἡ αὔξησις τῶν ἀμέσων φόρων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς σήμερον βασίζεται ἐπὶ τῆς πείρας, δὲν δύναται δὲ νὰ ὑποβάλῃ τὴν κατάστασιν τῶν μηνῶν Μαΐου καὶ Ἀπριλίου, διὰ νὰ ἴδωμεν πραγματικῶς, τί δεικνύει ἡ πεῖρα, διότι ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐκ τῶν καταστάσεων τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, τοὐναντίον ἀποδεικνύει· πρέπει νὰ ἴδωμεν, ἂν ἡ πεῖρα αὕτη δίδει βάσεις εἰς τὰς προτάσεις τῶν αὐξήσεων, τὰς ὁποίας προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, εἶναι εἰκασίαι, εἶναι θεωρίαι, θεωρίαι αἱ ὁποῖαι δὲν δυσκολεύονται καὶ νὰ διπλασιάσωσιν, ἐὰν θελήσωμεν, ἀκόμη τὸν Προϋπολογισμόν· διότι τίς θὰ ἐμποδίσῃ οἱονδήποτε ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος, βασιζόμενος εἰς τὸ ὅτι εἰσὶ κανονικαὶ αἱ δηλώσεις τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ὅτι τὰ ἀροτριῶντα κτήνη παρουσιάζουσιν αὔξησιν, ἀντὶ 2,300,000 δρ. νὰ προτείνῃ, ὅπως ὑποστηριχθῇ μία οἱαδήποτε αὔξησις καὶ ἐγγραφῇ αὔξησις 3,000,000; Εἰς οὐδένα ἔχει νὰ δώσῃ λόγον· δὲν θὰ ὑποστῇ οὔτε πρόστιμον οὔτε ποινήν, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν εἶναι ἀσφαλεῖς αἱ εἰκασίαι αὐτοῦ. Πῶς θὰ ἐμποδίσῃ τις ἕνα ὑπάλληλον, ἐπειδὴ θὰ ἔχῃ νέους καταλόγους φορολογικοὺς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, νὰ εἰκάσῃ, ὅτι οἱ νέοι αὐτοὶ κατάλογοι θὰ δώσωσι τὸ ἐνδόσιμον, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσιν ἕτεραι 500,000 δραχμαὶ εἰς τὰς εἰσπράξεις ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν; Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι βάσις· θὰ ἴδωμεν, τί εἰσπράττει τὸ Δημόσιον, τί εἰσέπραξε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, — καὶ τοῦτο εἰς πᾶσαν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς πᾶσαν Βουλὴν χρησιμεύει ὡς ὁδηγός, διὰ νὰ κανονίσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, — καὶ ἐὰν ἡ πεῖρα τῶν τελευταίων ἐτῶν ἦναι ἀντίθετος πρὸς τὰς εἰκασίας οἱουδήποτε ὑπαλλήλου, βεβαίως αἱ εἰκασίαι τοῦ ὑπαλλήλου τούτου πρέπει νὰ παραμερισθῶσι, καὶ νὰ βασισθῶμεν εἰς τὰ πράγματα, διότι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ἐκτὸς τῶν καταλόγων τούτων τῆς πενταετίας τῆς τελευταίας ὑπάρχουσι καὶ πρόσθετοι κατάλογοι, οἱ ὁποῖοι φορολογοῦσι τὰς οἰκοδομὰς τὰς κατασκευαζομένας ἐντὸς τῆς πενταετίας. Ἑπομένως, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦται αὐξήσεις, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ προσθήκη 500,000 δραχμῶν, ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ τὸ μέγιστον μέρος αὐτῶν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν πενταετίαν. Πρὶν ἢ ἔχωμεν τὰς βάσεις αὐτάς, ἢ μᾶλλον τὰς πληροφορίας ταύτας, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἐπίσης νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην θετικὴν καὶ βάσιμον ἐπὶ τῶν προταθεισῶν τροποποιήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐξόδων ὑπάρχουσιν. Ὡς παράδειγμα ἀναφέρω τὸν πίνακα τὸν σχετιζόμενον μὲ τὴν προσθήκην τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἴσως δὲν σχετίζονται ἀμέσως μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ἐφαρμοσθησόμενον ἐντὸς τοῦ 1904, αἱ ὁποῖαι ἑπομένως δαπάναι σχετίζονται μὲ τὴν γενικὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς συζήτησιν οἰκονομικὴν τόσον σοβαράν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας διστάζῃ νὰ δώσῃ πληροφορίας, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ λάβωμεν ταύτας ἐπισήμως παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην, βασιζόμενοι ἐπὶ θετικῶν πληροφοριῶν.
§192Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἦτο ἕτοιμος νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ ἑπομένως δὲν εἶχεν ἢ νὰ ζητήσῃ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον· διότι ἐλησμόνησε μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ὤφειλεν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως νὰ γινώσκῃ. Ὡμίλησε περὶ φόρου οἰκοδομῶν καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ ὑπάρχῃ ἐξ αὐτοῦ ἐλπὶς αὐξήσεως, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς προηγουμένης πενταετίας ἔχομεν καὶ τὰς εἰσπράξεις τὰς γενομένας δυνάμει τῶν συμπληρωματικῶν καταλόγων, γινώσκει δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ ὡς φορολογούμενος, διότι εἶναι εἷς τῶν μεγαλειτέρων ἰδιοκτητῶν, καὶ ὡς πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πλὴν τοῦ ὁριστικοῦ καταλόγου συντάσσεται καὶ κατάλογος συμπληρωματικός, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφονται αἱ οἰκοδομαὶ αἱ νέαι. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος φορολογεῖται μὲ ὡρισμένον ἐνοίκιον, ὅταν συνταχθῇ ὁ κατάλογος, ἐξακολουθεῖ νὰ φορολογῆται καθ’ ὅλην τὴν πενταετίαν μὲ τὸ αὐτὸ ἐνοίκιον.
§193Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἦτο ἡ πρόσοδος αὕτη βεβαιωμένη;
§194Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε βεβαίως ὄχι, διότι δὲν εἶχε γείνῃ ἐξακρίβωσις τῶν φορολογητέων οἰκοδομῶν· καὶ ἀκόμη οἱ ὁριστικοὶ κατάλογοι δὲν κατηρτίσθησαν, ἀλλὰ γνωρίζομεν ποῖα θὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα. Ἐὰν νομίζῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀλλαχοῦ ἀκόμη καταρτίζεται μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας, ὑποθέτω ὅτι τοῦτο τὸ λέγει μόνον διὰ νὰ τὸ εἴπῃ. Ἐκ τῆς ἐργασίας λοιπὸν τῆς συντάξεως τοῦ καταλόγου τοῦ φόρου οἰκοδομῶν, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν, ὑπολογίζεται, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις ἄνω τῶν 500 χιλιάδων δραχμῶν, ἐὰν δ’ ἐψηφίζετο τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, θὰ εἴχομεν, ὡς ὑπελόγιζον, αὔξησιν διπλασίαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ὡμίλησε καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἐσόδων, καὶ εὗρεν, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι εἰκασίαι, καὶ ὅτι πρέπει νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὴν κατάστασιν τῶν δύο μηνῶν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει.
§195Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ παρελθὸν ὁλόκληρον.
§196Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλέγω, ὅτι ἀκριβῶς τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα, ἀναφέρει, πόσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὰ ἔτη 1902, 1901, 1900 καὶ 1899, καὶ ἐκ τούτου συνάγω τὸ συμπέρασμα, ὅτι θὰ ὑπάρξωσιν αὐταὶ αἱ εἰσπράξεις. Δὲν ἦτο δὲ δυνατόν, ὑπολογίζοντες τὰ τῶν ἀμέσων φόρων, νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὸ 1902, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο καθυστέρησαν αἱ εἰσπράξεις διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι καιρὸς νῦν νὰ ἀναφέρω.
§197Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπ’ ἐναντίας εἰσεπράχθησαν φόροι περισσότεροι.
§198Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὑπὸ ἔποψιν καθυστερήσεων, διότι, ἐνῷ αἱ καθυστερήσεις κατωρθώθη νὰ περιορισθῶσιν εἰς ἓξ ἑκατομμύρια, ἀνῆλθον πάλιν εἰς 9 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ δικαίωμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης εἶναι νὰ ζητήσῃ ὅσας ἂν θέλῃ πληροφορίας, καὶ ἡ ὑπηρεσία θὰ δώσῃ ὅσας δύναται· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ λέγῃ ὅτι παρουσιάζονται αὐτῷ τόσα νέα, ὥστε ἕνεκα τούτων δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ. Νομίζω ὅτι ἀδικεῖ ἑαυτόν· διότι ποῦ ἐπῆλθον αὐταὶ αἱ τροπολογίαι; Ὡς εἶπον χθές, αὐξάνονται αἱ ἀποδόσεις ἐκ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων κατὰ 1,500,000 δραχμὰς διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ 1904. Αὐξάνει κατὰ 500,000 δραχμὰς τὸ κεφάλαιον τῆς ἀποδόσεως τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἔχομεν ἑτέραν αὔξησιν 100,000 δραχμῶν, διότι ἀναγράφεται πίστωσις ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ὑπάρχει ἀνάγκη αὐξήσεως εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, διότι προστίθενται τὰ ἐκ καθυστερήσεων. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐγένετο προσθήκη 400 χιλιάδων δραχμῶν, διότι αὐξάνει τὸ ποσὸν τῆς ἀποδόσεως. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν αὐξάνει ἐπίσης τὸ ποσὸν τῶν κεκλεισμένων χρήσεων κατὰ 400,000 δραχμάς, καὶ αὐξάνει, νομίζω, καὶ ἕτερον κεφάλαιον, τὸ κεφάλαιον στρατοπεδείας κλπ., κατὰ 50,000 δραχμάς. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν προβάλλονται μικραί τινες αὐξήσεις. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπάρχει ποσὸν 230,000 δραχμῶν, ἀναγόμενον εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, δι’ ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου, αἱ ὁποῖαι, καίτοι ἐξεκαθαρίσθησαν, δὲν ἐπληρώθησαν. Εἶναι λοιπόν τι νέον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται, ἵνα γεννήσῃ ἀπορίαν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτήν; Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδένα λόγον εὑρίσκω, ἵνα ἐξηγήσω τὰς ἀπορίας τοῦ κυρίου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ἢ μόνον, ὅτι θέλει διὰ παντὸς τρόπου κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ μὴ ὁμιλήσῃ.
§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶχε δίκαιον νὰ ἐκφέρῃ παράπονον κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, οὐδὲ ὑπεθέσαμέν ποτε, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ ἠδύναντο νὰ ἐρεθίσωσι τὰ νεῦρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐζήτησε πληροφορίας, ἵνα γνωσθῇ, διὰ τίνας λόγους ζητοῦνται αἱ προβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ αὐξήσεις. Ἐννοῶ τὰς αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπροὐτάθησαν ἔν τισι κεφαλαίοις τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Προέκυψαν ὅπως δήποτε συμβεβηκότα ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ μέχρι σήμερον, τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ τὴν αὔξησιν τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐξόδων; Δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν διασαφήσεις, διατὶ προτείνεται νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅτε οὗτος εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν; Ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ποσὸν διὰ τὴν ἀπόδοσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐννοεῖται ὅτι πρέπει ν’ ἀναγραφῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διότι ἐψηφίσθη νόμος περὶ τούτου μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ὑπῆρξαν ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ μέχρι τοῦδε συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεων, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν, διατὶ ζητεῖται ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοιούτων πιστώσεων; Ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσῆγε δήλωσιν, διὰ τῆς ὁποίας αἰτεῖται τὴν αὔξησιν τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐσόδων ἐπὶ ὡρισμένων ἐσόδων, καὶ ἠρωτήθη διατὶ ζητεῖ τὴν τοιαύτην αὔξησιν, ἐδόθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ αἰτιολογία προφορική, ὅτι, ἐπειδὴ ἐδόθη εἰς αὐτὸν εὔλογος ἀφορμὴ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐλπίσῃ αὔξησιν τῶν ἐσόδων, διὰ τοῦτο ζητεῖ τὴν αὔξησιν. Ζητοῦμεν καὶ ἡμεῖς νὰ εὕρωμεν τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκομεν ταῦτα· ὅθεν ζητοῦμεν νὰ εὕρωμεν μίαν χρῆσιν, τὴν λήξασαν τοῦ ἔτους 1902, ζητοῦμεν τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1903, ὅσαι ἐδημοσιεύθησαν ἤδη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Αὐγούστου τοῦ 1903, διὰ νὰ ἴδωμεν μήπως τυχὸν αὗται μᾶς ὁδηγήσωσιν εἰς τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τῶν ἐσόδων, ἀλλ’ οὐδὲ τοιοῦτόν τι εὑρίσκομεν. Ἀλλὰ τί προβάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Προβάλλει τὸ 1902. Μᾶς λέγει νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐσόδων τοῦ 1902, διότι νομίζει, ὅτι δὲν κατεβλήθησαν αἱ προσήκουσαι προσπάθειαι πρὸς εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων τοῦ 1902. Λοιπὸν οὕτω προβάλλει τὴν ἑπομένην παράδοξον δικαιολογίαν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν φρονεῖ, ὅτι αὐτὸς θέλει εἰσπράξει περισσότερα ἔσοδα ἀπὸ τὰ εἰπραχθέντα κατὰ τὸ 1902. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο φρονεῖ, διατὶ δὲν ἀνέγραφε τὰ ποσὰ ταῦτα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, καθ’ ὃν χρόνον εἰσῆγε τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν; Ἀλλ’ ὅταν ζητῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τοιαύτας προσθήκας ἐσόδων, πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ προέκυψαν γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔπεισαν αὐτόν, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσῃ αὐξήσεις. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν διασαφήσεις περὶ τῶν γεγονότων τούτων; Καὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐρεθίζηται ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐζήτησε τοιαύτας πληροφορίας; Βεβαίως τοιαῦται συζητήσεις εἶναι ἐντελῶς ἄσκοποι. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ὥραν ταύτην, δύναται νὰ τὸ πράξῃ, ἐὰν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ὑποστήριξιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς ὅμως φρονοῦμεν, ὅτι ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀπαιτῶμεν, καὶ ὅτι ὀφείλει ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι θέλει προσκομίσει τὰς πληροφορίας ταύτας αὔριον, δὲν νομίζω, ὅτι πράττομέν τι μὴ προσῆκον, ἢ ἄηθες, ἢ ἀπρεπές, λέγοντες ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες σήμερον.
§200Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν προεβάλλετο τοῦτο ἐξ ἀρχῆς, δὲν θὰ ἐγίνετο τόση συζήτησις.
§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμέν τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐνδείκνυται ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἐζητήσαμεν τοιοῦτόν τι, διότι δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ φέρωμεν προσκόμματα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν πρῶτον νὰ συμπληρώσητε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶπον· ἐπειδὴ δὲ προτείνετε ν’ ἀναγράψητε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὰ ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἴχετε ἀναγράψει ἐν αὐτῷ σεῖς ὁ ἴδιος, ὅτε εἰσήγετε τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ζητοῦμεν πληροφορίας, διατὶ ζητεῖτε τοῦτο, διὰ ποῖον λόγον προτείνετε νὰ ἀναγράψητε ἀνώτερα ποσά. Ὅταν δὲ προβάλλητε, ὅτι ζητεῖτε τὴν ἀναγραφὴν μεγαλειτέρων ποσῶν, διότι ἐλπίζετε νὰ εἰσπράξητε περισσότερα, σᾶς ἐρωτῶμεν, ποῦ στηρίζετε, ἐπὶ τίνων γεγονότων βασίζετε τὰς ἐλπίδας ταύτας; Καὶ τί μᾶς ἀποκρίνεσθε; Μᾶς λέγετε, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου εἶπεν εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἐλπίζει, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ περισσότερα. Λοιπόν, ἀφοῦ οἱ λόγοι οὗτοι δημιουργοῦσιν ἐν ὑμῖν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὑπάρχουσι πιθανότητες νὰ εἰσπραχθῶσι περισσότερα ἢ ὅσα ἀνεγράψατε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἔχομεν δικαίωμα, αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία, ὡς λέγετε, στηρίζει τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἀνώτερα ποσὰ, νὰ ζητήσωμεν νὰ τοὺς μάθωμεν καὶ ἡμεῖς, διότι ἡμεῖς θέλομεν κρίνει, ἂν εἶναι βάσιμοι, ἢ ἂν εἶναι αὐθαίρετοι.
§202Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς αὔριον θέλω προσκομίσει ὅσας πληροφορίας δυνηθῶ νὰ πορισθῶ ἐκ τῶν στοιχείων, ἅτινα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, ὅπως ἐπαναλάβωμεν τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησιν αὔριον. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι, ὅ,τι ἐλέχθη μέχρι τοῦδε πρὸς δικαιολογίαν τῶν ὑποβληθεισῶν προτάσεων, εἶναι τόσον ἀόριστον, ὥστε νὰ τὸ θεωρῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὡς αὐθαίρετον πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· διότι αἱ αἰτιολογίαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ προέβαλον, ἴσως θεωροῦνται ὑπ’ αὐτοῦ ὡς μὴ πλήρεις, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι τοσοῦτον ἀόριστοι, ὥστε νὰ μὴ δοθῇ ἡ ἐλαχίστη προσοχὴ εἰς ταύτας. Διότι, ὅταν ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ἐβεβαιώθη φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κρατοῦντος νόμου, 1,250,000 δραχμῶν, καὶ ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολογίζῃ ὡς ἐνδεχομένην καθυστέρησιν ἐκ τοῦ φόρου τούτου 400,000 ἕως 500,000 δραχμὰς, εὑρίσκω ὅτι τοῦτο εἶναι μία αἰτιολογία πλήρης· διότι πῶς εἶναι δυνατόν, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸ παρελθόν, νὰ ὑπολογίσω εἰς μίαν καθυστέρησιν ἄνω τῶν 25%; Ἐν τούτοις, ἐπαναλαμβάνω, αὔριον θὰ προσκομίσω ὅσας ἄλλας πληροφορίας εἶναι δυνατὸν νὰ πορισθῶ ἐκ τῶν στοιχείων, τῶν εὑρισκομένων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν.
§203Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζητήσαμεν νὰ προσκομίσητε καὶ τὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν μηνῶν Μαρτίου, Ἀπριλίου καὶ Μαΐου ἐνεστῶτος ἔτους.
§204Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ ἐπαναλαμβάνετε νὰ προσκομίσω τὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τοὺς πίνακας κλπ.; Ἐγὼ σᾶς εἶπον διὰ μιᾶς λέξεως, ὅτι θὰ προσκομίσω ὅσας πληροφορίας δυνηθῶ ἐκ τῶν στοιχείων τῆς ὑπηρεσίας νὰ πορισθῶ.
§205ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον, εἶναι ἡ ἀπὸ πολλῆς ὥρας παρατηρουμένη ἀπουσία ἁπάντων τῶν δημοσιογράφων ἐκ τοῦ δημοσιογραφικοῦ θεωρείου. Ἐγεννήθη εἰς ἐμὲ καὶ εἰς ἄλλους συναδέλφους ἡ ἀπορία, πῶς ἐν σώματι ἀπεχώρησαν οἱ δημοσιογράφοι, καὶ ἔμαθον ὅτι ὁ κατέχων τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Νικολαΐδης εἶχεν ἀποστείλει ὑπάλληλόν τινα τῆς Βουλῆς εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα σκοπόν, καὶ ὁ ὑπάλληλος οὗτος προσηνέχθη πρὸς πάντας τοὺς δημοσιογράφους ἀπρεπῶς, καὶ ἕνεκα τούτου ἀπεχώρησαν οὗτοι τοῦ δημοσιογραφικοῦ θεωρείου. Ἐὰν ὄντως τοῦτο συνέβη, ὁ κ. Πρόεδρος ὀφείλει νὰ ἐξεύρῃ τρόπον λύσεως τοῦ ἐπεισοδίου τούτου, τιμωρῶν τὸν ἀπρεπῶς προσενεχθέντα πρὸς τοὺς δημοσιογράφους ὑπάλληλον, καὶ ἱκανοποιῶν αὐτούς, διότι καθ’ ὅλας μὲν τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἰδίᾳ δὲ κατὰ τὰς τῶν ἡμερῶν τούτων, καθ’ ἃς γίνεται συζήτησις ἐπὶ σπουδαιοτάτου θέματος, τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἡ παρουσία τῶν δημοσιογράφων εἶναι ἀναγκαία, ἀφοῦ διὰ τοῦ τύπου θὰ μάθῃ ἅπας ὁ Ἑλληνισμὸς τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ κατοπτρίζεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ αὐτῆς, καὶ τὰς ἐπ’ αὐτοῦ γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ γνωρίσω τὰ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον αὐτῆς· πέπεισμαι δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν εὐθυκρισίᾳ, θέλει ἐξεύρει τὸν καταλληλότερον τρόπον, ὅπως ἱκανοποιηθῶσιν οἱ δημοσιογράφοι.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω ἐξετάσει περὶ τίνος πρόκειται, καὶ ἂν εὕρω ὅτι προσεβλήθησαν οἱ δημοσιογράφοι, θέλω ἐξεύρει ἱκανοποιητικὴν δι’ αὐτοὺς λύσιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 50′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).