1904.05.31
709 στίχοι · 5.406 λέξεις · 72 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
τῆς 31 Μαΐου 1904.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ι. Γιαννακίτσα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρα 5 καὶ 45′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν πληροφορίαν θὰ ζητήσω παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος χθές, «ἀπαλλάσσονται τοῦ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἐπιβεβλημένου φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903 οἱ φορολογούμενοι τῶν χωρίων ἢ δήμων, ὧν ἡ ἐσοδεία τοῦ 1903 ἐβεβαιώθη ὡς καταστραφεῖσα». Ἐννοεῖ ὁ νόμος καταστροφὴν βεβαιωθεῖσαν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΒΩΞΕʹ τῆς 27 Μαρτίου 1903; Τὸ αὐτὸ θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ ψηφισθέντος χθὲς νόμου;
§3Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως.
§4Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει ν’ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι δίδεται τοιαύτη ἑρμηνεία.
§5Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§6Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ μίαν ἄλλην πληροφορίαν ἤθελον νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι «ἀπαλλάσσονται τοῦ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἐπιβεβλημένου φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1903 οἱ φορολογούμενοι τῶν χωρίων ἢ δήμων, ὧν ἡ ἐσοδεία τοῦ 1903 ἐβεβαιώθη ὡς καταστραφεῖσα». Αὐτὸ τὸ «ἐβεβαιώθη» νομίζω ὅτι χρήζει διασαφήσεως.
§7Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τώρα δὲν δύναται νὰ βεβαιωθῇ, ἂν ἐπῆλθον καταστροφαί. Ἐβεβαιώθησαν. Τώρα εἶναι ἀργὰ πλέον.
§8Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐβεβαιώθη ἡ καταστροφὴ, ἀλλὰ πῶς; ὅταν τηλεγραφεῖ ὁ νομάρχης π. χ., ὅτι κατεστράφη ἡ ἐσοδεία τοῦ δεῖνα χωρίου;
§9Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν «ἤθελε βεβαιωθῆ», διότι τώρα πρόκειται περὶ τῆς ἐσοδείας τοῦ 1903. Ἑπομένως ὅπου ὑπάρχουσιν ἔγγραφοι βεβαιώσεις περὶ τῆς καταστροφῆς θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος.
§10Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως θέλει νὰ διασαφήσῃ ὁ κ. Βουλευτής. Ὁ κ. Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§11Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ; Διότι δὲν ἔληξεν εἰσέτι ἡ συζήτησις.
§12Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι ἐπ’ αὐτοῦ. Τὸ ἐπαναφέρετε.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Βουδούρη.
§14Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὰ πρακτικὰ νὰ διορθωθῶσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσε χθές, ἐπὶ τῇ παρατηρήσει μου, ὅτι ἡ ἀνταλλαγὴ τοῦ χρυσοῦ μὲ χαρτονόμισμα, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῶν χρημάτων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, θέλει φέρει ζημίαν εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ ζημία εἶναι 100,000 δραχμῶν, διότι τὸ συνάλλαγμα τὸ ὑπελόγισε πρὸς 1,33 καὶ ⅛, καὶ σήμερον ἔχει 1,28, δηλαδὴ ὑπάρχει διαφορὰ 5 λεπτῶν καὶ ⅛, ἐπὶ ποσοῦ δὲ 2,000,000 ἡ διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς 100,000 δραχμάς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσε χθές, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐλήφθη συνεπείᾳ αἰτήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ οἰκογενειακὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐσκέφθη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἢ ὄχι. Τοῦτο δὲν τὸ γνωρίζω.
§15ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔκαμεν εἰσήγησιν περὶ τῆς χρήσεως τῶν χρημάτων.
§16Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔκαμε τοῦτο συνεπείᾳ εἰσηγήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Αὐτὸ, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ζήτημα οἰκογενειακὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐπεμβῶ εἰς τοῦτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσε χθές, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ἐλήφθη κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ὅτι, προκειμένου νὰ ζημιωθῇ τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη, ἵνα πᾶσαν ζημίαν ἀποδώσῃ εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἐγὼ ἐζήτησα τότε νὰ σημειωθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικὰ, ἀλλὰ τὰ πρακτικὰ τί λέγουσι, παρακαλῶ; (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην προῆλθε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι, ἐὰν βραδύτερον ἡ τιμὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἤθελε περισσότερον ἐκπέσει, ἠδύνατο διὰ νεωτέρας πράξεως νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἤθελε φανῆ ὡς ζημιούμενον τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.» Ἠδύνατο διὰ νεωτέρας πράξεως. Αὐτὸ τὸ «ἠδύνατο» ὁμοιάζει μὲ μίαν παροιμίαν, ἥτις λέγει: «ἄπιαστα πουλιὰ, χίλια στὸν παρᾶ»! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσε ῥητῶς, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐλήφθη μὲν, ἀλλὰ συνάμα ἐλήφθη καὶ ἡ ἀπόφασις, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἕνεκεν ἐκπεσμοῦ τοῦ συναλλάγματος ἐπέλθῃ ζημία εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τὸ Δημόσιον θέλει ἀποδώσει τὴν ζημίαν ταύτην. Εἶναι ἀληθὲς, κύριε Ὑπουργέ;
§17Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§18Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικά.
§19Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ «ἠδύνατο νὰ ἐγκρίνῃ» νὰ γείνῃ «θέλει ἐγκρίνει.»
§20Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ διορθωθῇ.
§22Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσω μίαν διασάφησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων κλπ. Ἐννοεῖτε τὴν βεβαίωσιν τῆς καταστροφῆς, ὡς ὁ νόμος τοῦ 1903 ὁρίζει, ἢ ὅταν ἁπλῶς μία ἀρχὴ, ὁ νομάρχης, ἀναφέρῃ, ὅτι ἔλαβε χώραν καταστροφή;
§23Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ δὲν εἶπον οὔτε τὸ ἕν οὔτε τὸ ἄλλο. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἐὰν ἐβεβαιώθη μέχρι τοῦδε, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ καταστροφή, βεβαίως θὰ γείνῃ ἔκπτωσις τοῦ φόρου. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, διότι δὲν δύναμαι νὰ γινώσκω, ποῖα ἔγγραφα ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὰ πλεῖστα τούτων ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· εἰς ἐμὲ περιῆλθον ἔγγραφα ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τυρνάβου καὶ εἰς χωρία τινὰ τῶν Πατρῶν καὶ ἴσως καὶ ἄλλων τινῶν μερῶν. Διὰ τοῦτο ἔθεσα γενικώτερον ὅρον, ἵνα μὴ ἀδικηθῶσι φορολογούμενοι χωρίων τινῶν, οἱ ὁποῖοι τῳόντι ἀνέφεραν τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν καὶ προὐκάλεσαν τὴν βεβαίωσιν αὐτῆς. Ὡς πρὸς ἐκεῖνα ὅμως τὰ μέρη, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐγένετο βεβαίωσις τῆς καταστροφῆς ὑπὸ τῶν ἀρχῶν, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος.
§24Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ μίαν ἄλλην διασάφησιν, κύριε Ὑπουργέ. Καλὰ ὡς πρὸς ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγένετο ἡ βεβαίωσις, ἀλλ’ ὡς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προὐκάλεσαν τὴν βεβαίωσιν, καὶ ἤρχισε μὲν αὕτη, ἀλλὰ δὲν ἐπερατώθη, δηλ. εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμὴς, τί θὰ γείνῃ;
§25Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δι’ ἐκείνους τὸ πρᾶγμα εἶναι πλέον ἀργά· διότι, ἐὰν ἕως τώρα δὲν ἐβεβαιώθη ἡ καταστροφὴ, δὲν θὰ ὑπάρχωσι πλέον τὰ στοιχεῖα, ἵνα βεβαιωθῇ, καὶ ἑπομένως, ὡς πρὸς αὐτοὺς, ὁ νόμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§26Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Προχθὲς, μετὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Χαλκίδος Βουλευτοῦ, ἐζήτησα καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, καὶ παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν καταβολὴν τῶν καθυστερουμένων εἰσπράξεων ἐκ φαρικῶν τελῶν εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἀλλ’ ἐν τοῖς πρακτικοῖς οὐδὲν ἀναφέρεται.
§27Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἀναφέρεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἀλλ’ ἔλαβον ὑπὸ σημείωσιν τὴν ἐπερώτησίν σας, καὶ ἐξήτασα καὶ εὗρον, ὅτι πράγματι καθυστεροῦνται εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τὰ φαρικὰ καὶ ἀγκυροβολίας τέλη τοῦ Νοεμβρίου, ἀλλὰ καθυστεροῦνται δι’ ἔλλειψιν πιστώσεως, καὶ οὐχὶ ὅλου τοῦ ποσοῦ, ἀλλὰ διὰ ποσόν τι· ἐπὶ τούτῳ δὲ παρεσκεύασα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλω αὔριον εἰς τὴν Βουλήν. Ὥστε μετὰ 3 ἢ 4 ἡμέρας θὰ συμπεριληφθῇ ἡ πίστωσις ὅλου τοῦ ποσοῦ, καὶ θὰ δοθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τὰ καθυστερούμενα.
§28Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Εἶδον κυκλοφοροῦντα ἀντίτυπα τῆς λογοδοσίας περὶ τῆς περιουσίας τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου· ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς δὲν διενεμήθησαν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, κύριε Βουλευτά.
§30Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Εἶναι συναφὲς τὸ ζήτημα μὲ τὸ ταμεῖον, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος. Παρακαλῶ νὰ διανεμηθῶσι καὶ εἰς ἡμᾶς τὰ ἀντίτυπα.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικά, διορθωθέντα συμφώνως πρὸς τὰς γενομένας παρατηρήσεις, ἐπικυροῦνται. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι τῆς ἐπαρχίας Ἀρεοπόλεως παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν δι’ ἀναφορᾶς των νὰ καταργήσῃ τὸν νόμον περὶ τῆς ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ δήμαρχος Φαλάνθου τῆς Τριπόλεως δι’ ἀναφορᾶς του προτείνει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνυποτάκτων κληρωτῶν. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Λαρίσης δι’ ἀναφορᾶς του κηρύσσεται κατὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἑρμηνέως τῆς Τουρκικῆς γλώσσης παρὰ τῷ Ἐφετείῳ Λαρίσης. Ὁ Διονύσιος Καλδέρης ἐκ Καλαβρύτων παραπονεῖται δι’ ἀναφορᾶς του, ὅτι συμπολίτης του, ἀπαγαγὼν τὴν θυγατέρα τοῦ ἀναφερομένου, περιφέρεται ἀκαταδίωκτος. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μαζίου τῆς Λεβαδείας παρακαλοῦσι δι’ ἀναφορᾶς των νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ ἀποπερατώσεως τῆς ἐγκεκριμένης οἰκοδομῆς τοῦ διδακτηρίου ἐν τῷ χωρίῳ αὐτῶν. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἀλήφακα τοῦ Δομοκοῦ δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι νὰ διαταχθῇ ἡ ἐπισκευὴ τοῦ ἐν αὐτῷ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, καταστραφέντος ὑπὸ τῶν Τούρκων κατὰ τὸ 1897. Ἐπιτροπὴ ἐκ δύο ἀτόμων, ἐκπροσωποῦσα, ὡς λέγει, τὸν λαὸν τῆς Κορινθίας, ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς της νὰ συσταθῇ ἐν Κορίνθῳ ἀποθήκη πλεονάσματος σταφιδοκάρπου καὶ ὑποχρεωτικῆς ἀγορᾶς αὐτοῦ πρὸς δραχ. 150 τὴν χιλιάδα. Ὁ κατάδικος Ν. Μετζίτης ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις. Ὁ κατάδικος Γ. Σακαβίστης ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του ἀμοιβὴν δραχμῶν 2,400, ὡς καταδόσας τέσσαρας ληστάς. Πολῖται ἐξ Ἀμφίσσης δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι νὰ μὴ αὐξηθῇ ὁ εἰσαγωγικὸς δεσμὸς ἐπὶ τοῦ σίτου. Ὁμοίαν ἀναφορὰν ὑποβάλλει καὶ ὁ ἐν Αἰγίῳ Ἐμπορικὸς Σύλλογος «Ἑρμῆς». Ὁ βουλευτὴς κ. Γκότσης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα, ὧν τὴν κατάθεσιν ἐζήτησαν ἤδη οἱ βουλευταὶ κ. κ. Καλούτσης καὶ Μελισσηνὸς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τῆς 14 Μαΐου: 1) Τὰς προτάσεις τῶν διαφόρων ἐργοστασίων, θετόντων εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου πυροβόλα χάριν πειραμάτων ἐνταῦθα. 2) Τὸ ἀπὸ 16 Μαρτίου ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν ἐνταῦθα ἀντιπρόσωπον τοῦ Κροὺπ, ὡς καὶ τὴν ἀπάντησιν τούτου. 3) Ἁπάσας τὰς ἐκθέσεις τοῦ ταγματάρχου τοῦ πυροβολικοῦ Παρασκευοπούλου, σταλέντος εἰς διάφορα ἐργοστάσια πυροβόλων κατὰ τὸ 1901 ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ν. Τσαμαδοῦ. 4) Τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ὁπλισμοῦ, τῆς συνιστώσης τὸ πυροβόλον Κρούπ.» Οἱ βουλευταὶ Λοκρίδος κ. Κ. Χαλκιόπουλος, Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς καὶ Γκίκας Μάστορης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ δηλώσεως ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν ὑπὸ τῶν κτησαμένων ταύτας διὰ νέας καλλιεργείας. Οἱ βουλευταὶ Δ. Τερτίπης, Κ. Βελλίνης καὶ Ι. Γιαννακίτσας ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀποδόσεως τῶν ὑπὸ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ὀφειλομένων εἰς τοὺς δήμους Ἰθώμης καὶ Γόμφων, πρὸς ἐπισκευὴν τῶν ἐν ταῖς πρωτευούσαις αὐτῶν ὑδραγωγείων, καὶ εἰς τοὺς δήμους Ἀρμενίου καὶ Φακίου, πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείων εἰς τὰ χωρία Ἀβδουλὰρ καὶ Νεμπεγλέρ.» Ἀμφότεραι αἱ προτάσεις νόμων αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 54 καὶ 55).
§32Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω δι’ ὑμῶν μίαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μαζίου τῆς ἐπαρχίας μου περὶ τοῦ αὐτόθι διδακτηρίου. Ἐνῷ πρὸ τριετίας ἔχει κατακυρωθῆ εἰς τὸν ἐργολάβον Καμινάρην ἡ κατασκευὴ δημοτικοῦ σχολείου, αὐτὸς μόλις πρὸ ἑνὸς ἔτους ἔκαμεν ἔναρξιν, καὶ ἔκτοτε ἐγκατέλιπε πᾶσαν περκιτέρω ἐργασίαν. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, καὶ νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν ἐργολάβον, ἵνα ἐξακολουθήσῃ καὶ περατώσῃ τὴν ἐργασίαν του· ἐὰν δὲ ὁ ἐργολάβος δὲν ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος.
§33Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅπως λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, διότι εἶναι ἄδικον νὰ παραμένῃ ἡμιτελὲς ἐπὶ τόσα ἔτη τὸ σχολεῖον ἐκεῖνο.
§34Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω πληροφορίας, ζητηθείσας δι’ ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Τυρνάβου βουλευτοῦ κ. Λιμπρίτου, περὶ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ἀρχιμουσικοῦ Βίκτωρος Μαυρόχη.
§35Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§36ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἀφορμή, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ τῆς κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ὑποβληθείσης ἐνστάσεως καὶ τῆς ἕνεκα ταύτης λύσεως τῆς συνεδριάσεως, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, δὲν ἦτο ἐπίκαιρος οὔτε εὔστοχος, ἵνα φέρῃ τὴν παρατήρησίν του. Ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα, καθ’ ἣν προχθὲς ἀπουσίαζον οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ἦτο ἡ ἐνάτη τῆς νυκτὸς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπὸ πλείστων Βουλευτῶν ὑποτίθεται, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ διακοπὴ, καὶ ἀπέρχονται οὗτοι, ἵνα δειπνήσωσι, καὶ ἐπανέλθωσι κατόπιν.
§37Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ τώρα δὲν εἶσθε περισσότεροι τῶν 30.
§38ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἐπιτίμησις, ἡ ὁποία ἀποτείνεται πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, δὲν εἶναι δικαία· δύναταί τις μάλιστα νὰ εἴπῃ, ὅτι προσήκει μᾶλλον εἰς τὴν μερίδα ταύτην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), διότι πολλάκις παρέστημεν μάρτυρες τῆς ἀθρόας ἀπουσίας τῶν κυρίων συναδέλφων τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, μάρτυς δὲ παρέστη καὶ ὁλόκληρον τὸ Πανελλήνιον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοιαύτη διάκρισις τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας πτέρυγος δὲν πρέπει νὰ γείνῃ. Πάντες ἔχομεν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος, καὶ ἡμεῖς καὶ ἐκεῖνοι. Ἡμεῖς οὐδένα θέλομεν ν’ ἀδικήσωμεν, ἀλλ’ ἔρχονται νῦν νὰ μᾶς ἐπιρρίψωσι μομφὴν οἱ Κύριοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους ἀπουσίαζον εἰς τὰς ἐπαρχίας των διὰ τὰς ἰδιαιτέρας αὐτῶν ὑποθέσεις, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ὑμᾶς. Νομίζω, ὅτι εἶναι λυπηρὸν νὰ γίνηται τοιοῦτος λόγος ἐνταῦθα, καὶ νὰ ἐπιτιμᾶται ὁλόκληρος πτέρυξ.
§39Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Φαίνεται, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ τόπος οὗτος εἶναι ὁ τόπος, εἰς ὅν εἶναι ἐπιβεβλημένον ἐκ τῆς κακῆς μοίρας τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀκούωνται οἱ παραδοξότεροι τῶν λόγων. Ἐκ τῶν μᾶλλον δὲ παραδοξοτέρων εἶναι ἡ πρὸ ὀλίγου γενομένη ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακεδαίμονος, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα, καὶ ᾐσθάνετο ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ, ὅτι εἶχε καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐπικρίνῃ τοὺς ἄλλους κ. Βουλευτὰς, καὶ δὴ τοὺς εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἀνήκοντας, ὡς δῆθεν μὴ ἐργαζομένους καὶ μὴ παρακαθημένους ἐνταῦθα συνεχῶς, ὅπως ἀποτελῶσιν ἐν τῷ συνόλῳ τὴν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτουμένην ἀπαρτίαν, ἵνα τὸ Σῶμα λειτουργῇ. Ἀλλ’ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξεφράσθη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, πρὸ πάντων ὅμως ἡ στάσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, οὐδαμῶς ἐδικαίουν αὐτὸν πρὸς τὴν ὑποβολὴν τοιούτων παρατηρήσεων. Εἰς οὐδένα εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποβάλλῃ τοιαύτας παρατηρήσεις, καὶ δὴ κατὰ τρόπον ἐπιτιμητικόν, πρὸς τοὺς ἄλλους συναδέλφους, διότι τὰ δικαιώματα ταῦτα καὶ ἐκ τῶν κειμένων νόμων καὶ ἐκ τῶν κοινοβουλευτικῶν παραδόσεων ἀνήκουσιν εἰς ἄλλους, καὶ οἱ ἄλλοι ἐκεῖνοι ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλωσι παρατηρήσεις, πάντοτε δὲ αὗται ὑποβάλλονται κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ὦσιν ἀνεκταὶ, καὶ ὅταν ἀκόμη ὑποβάλλωνται παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅστις ἔρχεται εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅταν νομίσῃ ὅτι ἔχει καιρὸν νὰ ταξειδεύσῃ, διὰ νὰ ἀλλάξῃ τὸν ἀέρα του, ἐνόμισεν ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα, καθ’ ὅλων τῶν ἄλλων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι παραμένουσιν ἐνταῦθα, ἐργαζόμενοι συνεχῶς ἐπὶ μῆνας, νὰ ὑποβάλῃ παρατηρήσεις, διότι συνέπεσε ν’ ἀπουσιάζωσί τινες καθ’ ὡρισμένην ἡμέραν καὶ ὥραν· ὑπέβαλε δὲ τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὁ κ. Βουλευτὴς κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρεπόμενον ὄχι μόνον ὑπὸ τῆς λογικῆς, ἀλλ’ οὐδὲ ὑπὸ τῆς εὐπρεπείας. Διότι, κύριε Πρόεδρε, ποῦ εὗρεν ὁ κ. Βουλευτὴς αὐτὴν τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησε μεταξὺ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας πτέρυγος; Ποῦ εὗρεν, ὅτι καθήκοντα μὲν ἔχουσιν οἱ τῆς μιᾶς πτέρυγος Βουλευταὶ, οἱ δὲ τῆς ἄλλης πτέρυγος ἔχουσι μόνον δικαιώματα, ἢ μᾶλλον ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ματαιώνωσι τὰ καθήκοντα τῶν ἄλλων καὶ τὰς ἐργασίας αὐτῶν, ὁσάκις αὐτοὶ νομίζωσιν, ὅτι ἔχουσι συμφέρον νὰ ματαιώσωσι ταύτας; Καὶ οἱ τῆς πτέρυγος ταύτης καὶ οἱ τῆς πτέρυγος ἐκείνης Βουλευταὶ ἔχουσι τὸ καθῆκον νὰ ἐργάζωνται, νὰ ἐργάζωνται δὲ ὅσον εἶναι δυνατὸν καὶ ὅσον αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουσι. Οὐδεὶς λοιπὸν τῶν Κυρίων ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτιμήσῃ τοὺς μὲν ἢ τοὺς δὲ ἐπὶ ἀπουσίᾳ κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐκ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, ἔχει μόνον ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ εἶναι ἀσέβεια ἡ ἀνάμιξις εἰς τὰ δικαιώματα ἄλλων καὶ ἀσεβὴς οἰκειοποίησις δικαιωμάτων ἀπέναντι τῶν συναδέλφων ἡ τοιαύτη τοῦ κ. Βουλευτοῦ, κατὰ τρόπον ἀπρεπῆ γενομένη, κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην παρατήρησις. Αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος σχεδὸν πάντοτε ἀπουσιάζει, πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι, ἐὰν θέλῃ νὰ ποιῆται χρῆσιν τοιούτων δικαιωμάτων, πρέπει νὰ σέβηται τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων, καὶ ὅταν θέλῃ νὰ ἐνθυμίζῃ τὰ καθήκοντα τῶν ἄλλων, πρέπει αὐτὸς πρῶτος νὰ δεικνύῃ τὸ παράδειγμα, ὅτι ἐννοεῖ νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του, ὡς ἐπιβάλλεται εἰς αὐτόν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐξ ὅλων ἡμῶν ἴσως ὁ ὀλιγώτερον δικαιούμενος νὰ ὑποβάλῃ παρατηρήσεις εἶναι ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος εἰς ἑκάστην Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἀναφαίνεται ὡς κομήτης ἐπὶ 3 ἢ 4 ἡμέρας, διὰ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτιμᾷ τοὺς κυρίους συναδέλφους ὡς μὴ ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκόν των!
§40Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§41Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, κατὰ πόσον ἡ φρασεολογία τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτοῦ ὑπῆρξε δυσάρεστος πρός τινας· ἀλλ’ ἐάν τις σκοπιμώτερον ἀπέβλεπεν εἰς τὰ ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων λεχθέντα, ἤθελε γνωρίσει τὰ πορίσματα τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακεδαίμονος. Τὰ πορίσματα τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακεδαίμονος εἶναι τὰ ἀκόλουθα· ὅτι, καθ’ ὅσον ὁ χρόνος προχωρεῖ, καθ’ ὅσον εἰς τὸ θέρος εἰσερχόμεθα, ἡ ἐργασία καθίσταται δυσχερεστέρα. Ἐὰν ἐννοῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅπως ἀκριβέστερον ἐκτελῶνται αὗται· διότι, ἐνῷ ἔχει ἀποφασισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς ὥρα ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων ἡ πέμπτη μετὰ μεσημβρίαν, ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου ἄρχεται μόλις τὴν ἕκτην ὥραν, καὶ ὑπάρχουσι μέν τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οἵτινες ἐξ ἰδιοσυγκρασίας ἔρχονται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπὸ τῆς πέμπτης ὥρας, συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι περιμένουσι νὰ καταρτισθῇ πρῶτον ἀπαρτία, καὶ ἔπειτα νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας συνάδελφος κ. Πονηρόπουλος εἶπε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἀπουσίασαν προχθὲς πολλοὶ Βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ δὲν εὑρέθη ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ περὶ τὴν ἐνάτην ὥραν, διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ εἶχον μεταβῆ, ἵνα δειπνήσωσιν. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἡ πρὸς τὸ φαγητὸν ἐπιθυμία τῆς Συμπολιτεύσεως ἀνωτέρα τῆς πρὸς τοῦτο ἐπιθυμίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Δὲν θέλομεν τάχα καὶ ἡμεῖς νὰ ὑπάγωμεν νὰ φάγωμεν;
§42Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι τὸ ῥοκάνισμα, τὸ ὁποῖον γεννᾷ τὴν ὄρεξιν εἰς τὴν Συμπολίτευσιν.
§43Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ ὥρα ἐκείνη εἶναι κατάλληλος, ἵνα γευματίζῃ τις, πρέπει, ἐὰν θεωρηθῇ τοῦτο ἀναγκαῖον, νὰ θεωρηθῇ ἀναγκαῖον διὰ πάντας, καὶ νὰ διακόπτηται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ὅλοι μεταβαίνωσι νὰ τρώγωσιν. Ἰδοὺ τὸ ἕτερον πόρισμα, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτοῦ προκύπτει. Ἀλλ’ ἐγὼ ἤθελον παρατηρήσει καὶ ἄλλο. Εἶπόν τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι αἱ αὐταὶ εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐγὼ λέγω, ὅτι, ἐάν τις θελήσῃ ν’ ἀκριβολογήσῃ, δὲν δύναται νὰ ἀξιώσῃ τοῦτο. Ὑπάρχουσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ζητήματα ἀριθμῶν, καὶ ὑπάρχουσιν ἕτερα ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ζητήματα σκέψεων· ὅταν ἔχωμεν τὴν ἐκφώνησιν τοῦ καταλόγου, ὅταν ζητῆται νὰ εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, τότε εἶναι ζήτημα ἀριθμῶν. Ἰδοὺ λοιπόν, πῶς ὑμεῖς πλείονας ἔχετε ὑποχρεώσεις, διότι δὲν εἶναι ὁμοία ἡ θέσις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τῆς Συμπολιτεύσεως μὲ τὴν θέσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὅταν πρόκηται περὶ σκέψεων, δύναμαι ἐγὼ π. χ. νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς συνέβη προχθές, καὶ νὰ ἔχωσιν ἀντίθετον γνώμην ἕτεροι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ. Διότι δὲν ἐννοῶ, ὅτι δεσμεύεται ἡ γνώμη τῶν Βουλευτῶν, λόγῳ ὅτι ἀνήκουσιν εἰς ταύτην ἢ εἰς ἐκείνην τὴν πτέρυγα. Εἰς τὰ ζητήματα λοιπὸν τῶν ἀριθμῶν αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Συμπολιτεύσεως εἶναι πλειότεραι τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὡς πρὸς τὰ ζητήματα τῶν σκέψεων, αἱ γνῶμαι εἶναι ἀνεξάρτητοι, ἀδιαφόρως τοῦ ἂν ἀνήκει τις εἰς τὴν μίαν ἢ εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα. Ἡ Συμπολίτευσις ὅμως ἔχει ἀνάγκην τοῦ ἀριθμοῦ, ἵνα ἀποτελῇ ἀπαρτίαν καὶ διαχειρίζηται τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν συμφώνως πρὸς τὰς κοινοβουλευτικὰς συνηθείας καὶ τὸ Σύνταγμα, ἀνεξαρτήτως τῶν γνωμῶν, αἵτινες δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν εἴς τινας διάφοροι μεταξὺ τῶν ἀποτελούντων τὴν ὁμάδα τῆς Συμπολιτεύσεως. Ὁ ἀριθμὸς ἄρα εἶναι ὑποχρέωσις, καὶ πρέπει νὰ σέβηται ἡ Συμπολίτευσις τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἐὰν θέλῃ νὰ μένῃ ἐν τῇ ἀρχῇ.
§44Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ τώρα δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Συμπολίτευσις. Δὲν φέρω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἀλλὰ λέγω τοῦτο, ἵνα πιστοποιήσω τὸ ἀκριβὲς τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ λεχθέντων.
§45Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§46Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν προτίθεμαι, οὐδ’ ὑποχρεοῦμαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐκτὸς τοῦ θέματος τῆς ἐπερωτήσεως παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Χαλκίδος Βουλευτοῦ. Περιορίζομαι δὲ νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας ἐπὶ τῆς ἀφετηρίας τῶν παρατηρήσεων τούτων, ἤτοι ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Ὡς ἀφετηρία τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ὑπῆρξεν ἡ διάδοσις, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν συγκατετέθη ἢ μᾶλλον ἠρνήθη νὰ θεωρήσῃ τὸ εἰς αὐτὸ ἀποσταλὲν χρηματικὸν ἔνταλμα περὶ πληρωμῆς τῆς ἀποζημιώσεως τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἡ διάδοσις εἶναι ἀνακριβεστάτη, διότι τοιοῦτον χρηματικὸν ἔνταλμα δὲν ἐξεδόθη ἀκόμη, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν ἐστάλη εἰς τὸ Συνέδριον.
§47Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§48Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ χρηματικὸν ἔνταλμα δὲν ἐξεδόθη ἕνεκα λόγου, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸς εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἤρκει μόνον ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅπως γείνῃ ἡ πληρωμὴ τῆς ἀποζημιώσεως· ἀπῃτεῖτο καὶ ἡ δι’ εἰδικοῦ νόμου παροχὴ τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως. Διὰ τοῦτο ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον. Ἕνεκεν ὅμως τῆς ἀπουσίας τοῦ Βασιλέως τὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθὲν νομοσχέδιον δὲν ἐκυρώθη εἰσέτι ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν ἐδημοσιεύθη ὁ περὶ τούτου νόμος εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς ἐκ τούτου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ χρηματικὸν ἔνταλμα. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐπανελθὼν ὑπέγραψεν ἤδη τὸ περὶ κυρώσεως Β. Διάταγμα, ὅπερ δημοσιευθήσεται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, μεθ’ ὃ θὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα. Τότε δὲ, ἐὰν παρουσιασθῇ ἄρνησις ἐκ μέρους τοῦ Συνεδρίου, ἔσομαι εἰς θέσιν νὰ γινώσκω τὸν λόγον τῆς ἀρνήσεως, καὶ τότε θέλω προέλθει εἰς πᾶσαν ἐπιβαλλομένην μοι ἀπόφασιν. Ἐκ τῶν προτέρων δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὸ Συνέδριον ἀντίρρησιν ἐπὶ τῆς θεωρήσεως τοιούτου ἐντάλματος, ἀφοῦ τόσα ὑπάρχουσι προηγούμενα θεωρήσεως ἐνταλμάτων δι’ ἐκτάκτους Συνόδους ἄνευ οὐδεμιᾶς παρατηρήσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἀφοῦ εἶναι ἀναμφισβήτητον τὸ ἐκ τοῦ Συντάγματος κεχορηγημένον τῇ Βουλῇ δικαίωμα τοῦ κανονίζειν τὰς ἑαυτῆς δαπάνας. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἄνευ τινὸς ἀφορμῆς καὶ ἀνάγκης εἶναι πρέπον νὰ συζητῶμεν ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς ἐνδεχομένην ἢ μέλλουσαν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὅταν δοθῇ ἀφορμή, μόνον αὕτη δικαιολογεῖ ἐπικρίσεις καὶ παρατηρήσεις. Δοθείσης ἀφορμῆς δικαιοῦται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Χαλκίδος, ὡς καὶ οἱοσδήποτε ἕτερος Βουλευτὴς, νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Χαλκίδος ᾐτιάθη πως τὴν Κυβέρνησιν ὡς μὴ εὐλαβουμένην τὴν Βουλὴν, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι πάντα τὰ μέλη τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ πολιτικὸν κόμμα, ὅπερ αὕτη ἐκπροσωπεῖ, ἐπεδείξαντο πάντοτε ἀμέριστον εὐλάβειαν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ἐκ τοῦ πολιτεύματος κεχορηγημένα δικαιώματα. Ἐπειδὴ δὲ ἰδιαιτέρως ᾐτιάθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπολαμβάνω καθῆκόν μου νὰ παρατηρήσω, ὅτι, καὶ ὡς μέλος τῆς Βουλῆς καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδέποτε παρέσχον τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν, ὅπως ἐκληφθῶ ὡς καθυστερήσας τῆς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῆς ὀφειλομένης εὐλαβείας, ἢ ὡς παρασχὼν ἀφορμήν τινα πρὸς κατάκρισιν ἢ αἰτίασιν κατὰ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν. Ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καλῶς γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς Χαλκίδος, εἶναι γνήσιον προϊὸν τοῦ πολιτεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην γνώμην ἢ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποτελεῖ ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν τὸ μόνον καὶ τὸ σεβαστότερον νομοθετικὸν καὶ ἀντιπροσωπευτικὸν Ἐθνικὸν Συνέδριον.
§49Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ Βουλὴ, νομίζω, κύριε Πρόεδρε, μὲ ἤκουσε, καὶ, ὡς ἀντελήφθην, μετά τινος προσοχῆς οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἤκουσαν ὅ,τι εἶπον. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι διεδόθη ὅτι τὸ Συνέδριον φέρει ἀντιρρήσεις διὰ τὴν θεώρησιν τοῦ ἐντάλματος. Δὲν γνωρίζω, οὔτε βεβαιῶ, ἂν ἡ διάδοσις εἶναι ἀκριβής. Εἶπον προσέτι, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάδοσις, ὅτι τὸ Συνέδριον δὲν ἔφερε καμμίαν ἀντίρρησιν, ἀλλ’ ὅτι δὲν ὑπεβλήθη τὸ ἔνταλμα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν...
§50Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξεδόθη.
§51Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐξεδόθη καὶ συνεπῶς δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Δὲν ἐβεβαίωσα ἐγὼ οὔτε τὴν ἀλήθειαν τῆς διαδόσεως, ὅτι τὸ Συνέδριον δὲν ἐγκρίνει, οὔτε ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐξέδωκε τὸ ἔνταλμα. Εἶπον ὅτι ταῦτα λέγονται καὶ διαδίδονται, καὶ ἐπὶ τῶν διαδόσεων αὐτῶν στηριζομένη ἡ κακολογία γράφει καὶ ὁμιλεῖ ἐναντίον τῶν Βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ παραστήσῃ ὡς ἅρπαγας τοῦ δημοσίου χρήματος. Αὐτὰ εἶπον. Προσέθεσα δὲ, καὶ τοῦτο δύνανται νὰ ὁμολογήσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι δὲν ἐπιτιμῶ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ ὁμιλῶ γενικῶς, καὶ λέγω, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις πρέπει νὰ ἐννοήσωσιν ἐπὶ τέλους, ὅτι δὲν δύνανται νὰ συμπεριφέρωνται πρὸς τοὺς Βουλευτὰς, καθ’ ὃν τρόπον συμπεριφέρονται, καὶ ὅτι νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπρεπὲς νὰ λέγῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἑκάστοτε, εἰς τὸν Βουλευτὴν, τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ ἔθνους, ὁ ὁποῖος δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὴν ἀποζημίωσιν, ὅτι θὰ τῷ δώσῃ τὴν ἀποζημίωσιν κατὰ δόσεις, ὡς ἐλεημοσύνην. Αὐτὸ, νομίζω, εἶναι ἀπρεπέστατον, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι αὐτὸ δυστυχῶς ἀπὸ πολλοῦ γίνεται, καὶ εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ. Καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν γίνεται τὸ ἴδιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐβεβαίωσεν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι δὲν ἐξεδόθη τὸ ἔνταλμα....
§52Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§53Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. .. καὶ σᾶς εἶπε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐξεδόθη τὸ ἔνταλμα. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ τὸ ἔνταλμα δὲν ἐξεδόθη, πῶς διέταξε τὸν ταμίαν νὰ δώσῃ τὸ ἥμισυ τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς Βουλευτάς, καὶ ἀρνεῖται νὰ δώσῃ τὸ ἄλλο ἥμισυ; Διὰ ποῖον λόγον; Ἐπεθύμουν νὰ μάθω. Ὑπάρχει τις, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις αὕτη δὲν θὰ πληρωθῇ εἰς τοὺς Βουλευτάς; Αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ἐξευτελιστικὸν ἐντελῶς. Μεταβαίνει ὁ Βουλευτὴς εἰς τὸν Κεντρικὸν ταμίαν, ἵνα λάβῃ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἀποζημιώσεως, καὶ ὁ ταμίας τῷ λέγει: «Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς πληρώσω, διότι δὲν ἔχω διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν». Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ὃν τρόπον διέταξε νὰ δοθῇ τὸ ἥμισυ τῆς ἀποζημιώσεως, ἠδύνατο νὰ διατάξῃ νὰ δοθῇ καὶ τὸ ὑπόλοιπον αὐτῆς εἰς τοὺς Βουλευτάς, καὶ νὰ μὴ ἀναγκάζωνται οἱ Βουλευταὶ νὰ ἐξευτελίζωνται ἐνώπιον τοῦ Κεντρικοῦ ταμίου.
§54Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως δύναταί τις νὰ αἰτιαθῇ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι παρήγγειλε τὸν Κεντρικὸν ταμίαν, ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ, νὰ καταβάλῃ τὸ ἥμισυ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Κατὰ τοὺς νομίμους τύπους ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοιοῦτο δικαίωμα δὲν εἶχε πρὶν ἢ ὁ νόμος δημοσιευθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὶν ἢ ἀκόμη ἐκδοθῇ τὸ προσῆκον χρηματικὸν ἔνταλμα καὶ θεωρηθῇ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου...
§55Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τοιαύτην εὐθύνην, κύριε Ὑπουργὲ, ἕκαστος τὴν ἀναλαμβάνει, καὶ δύναται νὰ κοιμᾶται ἥσυχος.
§56Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω ὅτι ἀνησυχῶ, ὁπωσδήποτε ὅμως ἀπέναντι τοῦ νόμου ὑπέχω ποιάν τινα εὐθύνην ἐφ’ ᾗ ἔδωκα εἰς τὸν Κεντρικὸν ταμίαν διαταγῇ, ὅπως πληρώσῃ τὸ ἥμισυ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Πιστεύω δὲ, ὅτι οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ αἰτιαθῇ ἐμέ, ὅτι δὲν ἔδωκα εἰς τὸν Κεντρικὸν ταμίαν ἐντολὴν νὰ πληρώσῃ τὸ ὅλον. Τοῦτο θὰ γείνῃ, ὅταν θὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα, θὰ ἐκδοθῇ δὲ τοῦτο εὐθὺς ὡς νόμος δημοσιευθῇ εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως». Ἐκδοθέντος τοῦ ἐντάλματος διὰ τὸ ὅλον τῆς ἀποζημιώσεως, ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα, προσερχόμενος εἰς τὸν ταμίαν, νὰ λάβῃ, ἐὰν μὲν ἔλαβε τὸ ἥμισυ, τὸ ὑπολειπόμενον ἥμισυ, ἐὰν δὲ δὲν ἔλαβε τὸ ἥμισυ, νὰ λάβῃ τὸ ὅλον τῆς ἀποζημιώσεως.
§57Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§58Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς λοιπὰς ἰδέας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, συμφωνῶ μετ’ αὐτοῦ. Ἠπόρησα ὅμως διὰ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἡ πληρωμὴ ἄνευ πιστώσεως, κεκυρωμένης διὰ νόμου. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ πίστωσις πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς νόμον; Ἄνευ τούτου δὲν δύναται ποτὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα. Ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθην, ἅμα τῇ ψηφίσει τῆς προτάσεως περὶ παροχῆς δύο χιλιάδων δραχμῶν δι’ ἔξοδα ἐλεύσεως καὶ ἐπανόδου ἑκάστῳ τῶν Βουλευτῶν, νὰ ὑποβάλω νόμον πρὸς κύρωσιν τῆς πιστώσεως. Κατὰ τύπους ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ νόμος χορηγῶν τὴν πίστωσιν.
§59Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀκριβείᾳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι ὅλαι αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους πληρώνονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ νόμου περὶ δωδεκατημορίων. Πᾶσα λοιπὸν δαπάνη περιλαμβανομένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πληρώνεται, ὅταν ὑπάρχῃ νόμος περὶ δωδεκατημορίων. Ἐὰν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ δαπάνη, διὰ μιᾶς δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περιλαμβάνεται ἀμέσως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ κατὰ συνέπειαν ὑπόκειται εἰς τὸν νόμον περὶ δωδεκατημορίων. Διὰ τοῦ δωδεκατημορίου πληρώνονται ὅλαι αἱ δαπάναι· θὰ πληρωθῇ λοιπὸν καὶ ἡ δαπάνη αὕτη τῆς Βουλῆς, ἐὰν διὰ δηλώσεως ζητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§60Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας κατὰ τοῦτο εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ, ὅτι δὲν παρηκολούθησε τὰ τῶν πιστώσεων τῶν δωδεκατημορίων. Ὅτε ἐγένετο ἀπόφασις νὰ πληρωθῶσι δύο χιλιάδες δραχμαὶ δι’ ἀποζημίωσιν ἑκάστου τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τὸ δωδεκατημόριον τῶν δύο μηνῶν εἶχε ψηφισθῆ, ἔπρεπε δὲ ἐν τῷ νόμῳ περὶ δωδεκατημορίων νὰ μνημονευθῇ καὶ τοῦτο ἀκόμη, ὅτι ἐγκρίνεται ἡ πληρωμὴ τοῦ δωδεκατημορίου κατὰ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν μετὰ τῶν ὑποβληθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεων. Τοιαύτη δήλωσις, ὅτε ὑπεβλήθη τὸ δωδεκατημόριον, δὲν ὑπῆρχε, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι αὔριον θὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ οὔσης ἐφικτῆς τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομοσχέδιον περὶ δωδεκατημορίων, καὶ συνάμα ἐγένοντο καὶ δηλώσεις, ὅτε δ’ ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ δωδεκατημορίων, ῥητῶς ἐγίνετο μνεία, ὅτι τὸ δωδεκατημόριον χορηγεῖται ὄχι μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων.
§61Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πρὸ τῶν διακοπῶν τοῦ Πάσχα εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὸν διορισμὸν δικαστοῦ εἰς τὰ Μικτὰ Δικαστήρια τῆς Αἰγύπτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσε τότε, ὅτι θέλει καταθέσει τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἀλλὰ, καίτοι ἡ Βουλὴ συνεδριάζει ἤδη πλέον τῶν εἴκοσιν ἡμερῶν, δὲν εἴδομεν τὰ ἔγγραφα ταῦτα κατατιθέμενα. Συνεπῶς εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν παράκλησίν μου, ἵνα καταθέσῃ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔγγραφα.
§62Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅτε ὑπεσχέθην νὰ καταθέσω τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ αἰτούμενα ἔγγραφα, ἐδήλωσα ὅτι θέλω καταθέσει αὐτὰ ἅμα ὡς περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ διορισμοῦ τοῦ Ἕλληνος δικαστοῦ ἐν Αἰγύπτῳ ἦτο ἐκκρεμὴς τότε, παρῆλθον δὲ δύο ἑβδομάδες μετὰ τὴν δήλωσίν μου, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶχε τελειώσει. Ἔκτοτε ἐπερατώθη, παρήγγειλα δὲ νὰ ἀντιγραφῶσι τὰ ἔγγραφα, ἵνα τὰ καταθέσω. Ἐπειδὴ ὁ φάκελος εἶναι ὀγκώδης, ἐβράδυνεν ἡ ἀντιγραφή. Πιστεύω ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θέλει περατωθῆ ἡ ἀντιγραφὴ, καὶ τότε θὰ σπεύσω νὰ ὑποβάλω τὰ ἔγγραφα.
§63Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐμέμφθην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων· τῷ ὑπενθύμισα ἁπλῶς τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε, καὶ παρακαλῶ νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ διατάξῃ, ἵνα τὸ ταχύτερον ἀντιγραφῶσι τὰ ἔγγραφα, διότι τὸ «μετ’ οὐ πολὺ» σηκώνει πολὺ νερό· ἠμπορεῖ νὰ σημαίνῃ καὶ μετὰ ἕνα μῆνα. Ἀλλὰ γνωστὸν εἶναι ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς βαίνουσιν εἰς τὴν λῆξιν αὐτῶν, ἡ δὲ Βουλὴ πρέπει νὰ μάθῃ τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Διὰ τοῦτο τὸν παρακαλῶ νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ἀντιγραφὴν καὶ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐσκόπουν νὰ ἐπερωτήσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ σπεύσῃ, ἵνα ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅσα ἂν δύναται, ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐσκόπουν νὰ προβάλω ἐν σχέσει πρὸς τὰ Μακεδονικὰ πράγματα. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἦτο παρὼν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐκτὸς τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐπειδὴ ὅμως οὗτος δὲν τυγχάνει παρὼν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπευθύνω τὴν ἐπερώτησιν, ὅταν θὰ ἦναι παρών. Ἀναγγέλλω δὲ αὐτὴν ἀπὸ τοῦδε.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§66Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἠγέρθη συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ περὶ ὑποβολῆς νομοσχεδίου πρὸς κατάργησιν τοῦ νόμου, τοῦ ψηφισθέντος πέρυσι, περὶ ἀναγκαστικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ τούτου, καὶ ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη. Ἀλλὰ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον δὲν ἀνταποκρίνεται οὐδὲ πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἀντισυνταγματικῶς φορολογουμένων διὰ τῶν οὕτω πως γενομένων κρατήσεων ἐκ τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν, οὐδὲ πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καταφανῶς ἔδειξεν ὅτι ἔχει περὶ τοῦ νόμου ἐκείνου ἡ Βουλή· τροποποιεῖ μόνον τὸν νόμον ἐκεῖνον κατά τι. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, προτείνω, ὅπως μεταβαλλομένης τῆς ἡμερησίας διατάξεως προταχθῇ ἡ πρότασις νόμου, ἡ ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου περὶ προτάξεως δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§67Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι μετ’ ὀλίγον καὶ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, θὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅμως, ὅτι σπεύδει πολὺ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πατρῶν, ζητῶν νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον ἀπέναντι τόσων ἄλλων σπουδαιοτάτων καὶ ὑψίστου συμφέροντος νομοσχεδίων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Πατρῶν νὰ ἔχῃ ὀλίγην ὑπομονήν, διότι θὰ ἔλθῃ καὶ ἡ σειρὰ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου, καὶ τότε θὰ συζητηθῇ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§68Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ· δὲν εὑρίσκεται ὅμως πράγματι ἐν τῷ δικαίῳ, διότι οἱ ὑπάλληλοι χρεωστοῦν ἤδη τρεῖς τριμήνους καταβολάς. Ἑκατὸν δραχμὰς λαμβάνει εἷς ὑπάλληλος κατὰ μῆνα· ἂν τοῦ κρατήσετε τὰς ἑξήκοντα χάριν τοῦ κ. Παπαναστασίου, ἐπιμένοντος, δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ ζήσῃ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος! Τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, ἀποτελεῖται ἀπὸ ἓν ἄρθρον, συνεπῶς δὲν θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἀπὸ τὴν συζήτησιν τῶν σοβαρῶν θεμάτων. Μία ψηφοφορία θὰ λύσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§69ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ προκαλέσῃ συζητήσεις· ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. Ροῦφος ἔχει τὴν ἰδέαν νὰ προταχθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, μὴ ἔχον μεγάλην ἀξίαν καὶ πολλὴν βαρύτητα, ἀπέναντι τόσων ἄλλων σπουδαιοτάτων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή. Ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου· νὰ τὸ ἐγκαταλείψωμεν καὶ νὰ προτάξωμεν τὸ περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν ὑπαλλήλων; Ἔχομεν τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον· νὰ τὸ ἐγκαταλείψωμεν καὶ αὐτὸ χάριν ἐκείνου; Νομίζω ὅτι, ἂν σκεφθῇ ὀλίγον ὁ κ. Ροῦφος, θ’ ἀποσύρῃ τὴν πρότασίν του.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπιμένετε, κύριε Ροῦφε;
§71Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Βεβαίως ἐπιμένω, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15; (Ἐγείρονται 16). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ρούφου νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ πρότασις νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον» λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ι. Ρούφου καὶ καὶ Κ. Κρίτσα, ἀλλὰ μετὰ τὴν διαλογὴν μὴ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ.μ.)