1904.05.22
1,902 rows · 14,463 words · 163 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
τῆς 22 Μαΐου 1904.
(Σάββατον).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 καὶ 25′ μ. μ., παρόντων 122 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι μέτοχοι τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἐκ Λαμίας δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονοῦνται κατὰ τῆς Διοικήσεως τοῦ ταμείου τούτου.
§2Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Νὰ τὴν καταργήσωμεν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μούρεσι δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισκευασθῇ τὸ ἐν τῷ χωρίῳ αὐτῶν τριτάξιον δημοτικὸν σχολεῖον. Ἡ Μαρία χήρα τοῦ ἐν Ζακύνθῳ φονευθέντος ὑπὸ φυγοδίκων ὑπολοχαγοῦ Ε. Φτέρη δι’ ἀναφορᾶς της παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ ὁ σύζυγός της ἐφονεύθη ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του, νὰ αὐξηθῇ ἡ διδομένη αὐτῇ γλίσχρα σύνταξις. Οἱ κατάδικοι τῶν ἐνταῦθα φυλακῶν Παλαιοῦ Στρατῶνος δι’ ἀναφορᾶς των παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἐπιστάτου Σουρμελῆ, ὡς βαναύσως φερομένου πρὸς αὐτούς. Ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συσταθείσης πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀγροφυλακῆς νὰ συμπληρωθῇ αὕτη διὰ δύο ἔτι μελῶν ἐκ Θεσσαλίας. Πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Γιαννακίτσαν καὶ τὸν κ. Φωτιάδην νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην.
§4Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ροῦφος ᾐτήσατο νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφα ἀφορῶντα εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς τελευταίας Διοικήσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἅπαντα τὰ ἔγγραφα ταῦτα κατατίθενται, μετὰ σημειώματος ἀνακεφαλαιοῦντος τὰ κατατιθέμενα ἔγγραφα. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης κύριος Μερλόπουλος παρεπονέθη ἔν τινι τῶν προηγυμένων συνεδριάσεων κατὰ τοῦ ἐν Μελιγαλᾷ διαχειριστοῦ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Καταθέτω τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ἔγγραφα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιτσάρας ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§6Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ δῆθεν δημοσιογραφία ἐξετράπη τοῦ προορισμοῦ της εἰς πολλὰ ζητήματα, εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι θέματα, κ. Πρόεδρε, τὰ ὁποῖα ὁσάκις πρόκηται νὰ χειρισθῶσιν οἱ διευθύνοντες τὰ δημοσιογραφικὰ φύλλα καὶ οἱ συντάσσοντες αὐτά, νομίζω ὅτι ὀφείλουσι νὰ δεικνύωσι μεγαλείτερον σεβασμὸν καὶ μεγαλειτέραν εὐλάβειαν. Ἠναγκάσθην νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐκ τοῦ ἑξῆς γεγονότος. Σήμερον μοὶ ἐστάλη ὑπό τινος συμπολίτου μου ἡ ἐφημερὶς «ὁ Λόγος», ἐν τῇ ὁποίᾳ περιέχεται περικοπὴ ἄρθρου τῆς ἐν Πάτραις ἐκδιδομένης ἐφημερίδος «Νεολόγου», ἐκ τῆς ὁποίας περικοπῆς ὁ συντάκτης τῆς εἰρημένης ἐφημερίδος τῶν Πατρῶν ἀποδεικνύεται ὡς ὁ χυδαιότερος τῶν ὑβριστῶν τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας καὶ ὁ ἀσεβέστερος παντὸς ἀνθρώπου...
§7Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ συντάκτης;
§8Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν ἠξεύρω. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω μικρὰν περικοπὴν, διὰ νὰ κρίνῃ. Ἀποτείνεται ὁ γράφων πρὸς τοὺς χριστιανοὺς, καὶ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ποῦ πᾶς, ἄθλιε χριστιανέ; Ἐμωράνθης; Δὲν ἐξυπνᾷς; Τόσοι αἰῶνες παρελθόντες δὲν σὲ ἐφώτισαν; Τί θὰ εἴπῃ Χριστός; Εἷς κοινὸς ἄνθρωπος, ἴσος μὲ ἡμᾶς· εἷς ὑβρεολόγος, ὡς ἐγὼ, εἷς προφήτης τῆς Ναζαρὲτ, ὅστις σήμερον ἐταπεινώθη διὰ τῆς φιλοσοφίας τοῦ Καΐρη καὶ τόσων ἄλλων!»
§9Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ποῖος τὰ γράφει αὐτά;
§10Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Αὐτὰ τὰ γράφει κἄποιος συντάκτης τοῦ «Νεολόγου», ἐφημερίδος ἐκδιδομένης ἐν Πάτραις.
§11ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Διατριβὴ εἶναι;
§12Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἄρθρον τῆς ἐφημερίδος «Νεολόγου». Σημειώσατε δὲ, κύριε Πρόεδρε...
§13ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ὁ συντάκτης τοῦ «Νεολόγου,» δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔγραψε τοιαῦτα πράγματα.
§14Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω ποῖος εἶναι ὁ συντάκτης, οὐδὲ ἠξεύρω ποῖος εἶναι· ἐγὼ ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, τί ἐδημοσιεύθη.
§15ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπειδὴ ἡμεῖς γνωρίζομεν τὸν συντάκτην, σᾶς βεβαιοῦμεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον αὐτὸς νὰ ἔγραψε τοιαῦτα πράγματα.
§16Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτὴ ἡ ἐφημερὶς δὲν εἶναι ὁ «Νεολόγος», εἶναι ὁ «Λόγος».
§17Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ «Λόγος» μεταφέρει ἄρθρον τοῦ «Νεολόγου». Ποιοῦμαι δὲ, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἑξῆς δήλωσιν. Διὰ νὰ ἐξακριβώσω, ἂν τὸ γεγονὸς εἶναι ἀληθὲς, κατέφυγον εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, καὶ ἐβεβαιώθην, ὅτι ὄντως ἐστάλη εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον ἡ ἐφημερὶς «Νεολόγος» μὲ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον. Ἠναγκάσθην, κύριε Πρόεδρε, νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι ἐσχάτως πολὺς ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ δημοσιογράφων, οἵτινες παρεκτραπέντες προέβησαν εἰς ὕβρεις κατὰ ἀτόμων ἢ προσώπων κατεχόντων ἀξίωμα, καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην καλῶς ἡ Δικαιοσύνη πράττει, τιμωροῦσα τὸ ἔγκλημα τῆς ἐξυβρίσεως. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ γνωρίζω, ἀφοῦ προκειμένου περὶ ἀτόμων ὑβρισθέντων οἱ παρεκτρεπόμενοι καὶ ὑβρίζοντες τιμωροῦνται, ἆρά γε, προκειμένου περὶ τῆς θρησκείας ἡμῶν, δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ τιμωρηθῇ εἷς ἀσεβέστατος καὶ χυδαιότατος ὑβριστής; Διότι σημειώσατε, ὅτι τὰ ἄρθρα αὐτὰ, καθ’ ἃ μοὶ γράφει ὁ συμπολίτης μου, ἐδημοσιεύθησαν κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν Παθῶν, τὴν Μεγάλην Δευτέραν, Μεγάλην Τρίτην καὶ Μεγάλην Τετάρτην. Ἀφοῦ ἐν μέσῳ τῶν Πατρῶν, εἰς τὴν δευτέραν πόλιν τοῦ Κράτους, κατὰ τὰς ἁγίας ἡμέρας τῶν Παθῶν εὑρίσκεται ἄνθρωπος οὕτω πως ὑβρίζων τὴν θρησκείαν ἡμῶν, ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπολείπεται πλέον τίποτε· πᾶς σεβασμὸς πρὸς τὴν θρησκείαν μας ἐξέλιπε. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. — καίτοι ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι ἐδῶ, — ἐπειδὴ τὸ ἔγκλημα τιμωρεῖται αὐτεπαγγέλτως, τί ἔπραξεν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Πάτραις Πρωτοδικῶν; Προέβη εἰς κατηγορίαν κατὰ τοῦ ὑβριστοῦ τῆς θρησκείας ἡμῶν; Ἐτιμωρήθη ὁ συντάκτης αὐτός; Ἀναμένω πληροφορίας.
§18Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ «Νεολόγος» εἶναι γνωστὴ ἐφημερὶς, ἡ ὁποία ἐκδίδεται ἐν Πάτραις, κυκλοφορεῖ δὲ καὶ ἐνταῦθα. Τὴν ἐφημερίδα ταύτην ἀναγινώσκω συνήθως, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι οὐδέποτε ἀνέγνωσα ἐν αὐτῇ ἰδέας, οἷαι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἀπέδωκεν εἰς αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος...
§19Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὄχι ἐγώ· ἡ ἐφημερίς.
§20Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ἐφημερίδος αὐτῆς... Προσθέτω, ὅτι ὁ κυρίως γράφων τὰ ἄρθρα τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης, ὁ κύριος Σακελλαρίου, ἔχει ἐντελῶς ἰδιαιτέραν θρησκευτικὴν μόρφωσιν. Ὁσάκις ἐπιλαμβάνεται θεολογικοῦ τινος ζητήματος, πραγματεύεται αὐτὸ μετὰ πληρότητος καὶ ἀρτιότητος τῇ ἀληθείᾳ ζηλευτῆς, διαπνέεται δὲ ὑπὸ τοιούτων αἰσθημάτων πρὸς τὴν χριστιανικὴν θρησκείαν, καὶ ὑπηρετεῖ αὐτὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε θὰ ἦτο ὄντως εὐχάριστον, ἂν καὶ πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ ὑπηρετῶσι τὴν θρησκείαν, εἶχον καὶ τὰς γνώσεις καὶ τὴν μόρφωσιν καὶ τὸν ζῆλον αὐτοῦ τὸν θρησκευτικόν. Αὐτοῦ τοῦ ἀνδρὸς αἱ ἰδέαι διαπνέουσι τὴν ἐφημερίδα «Νεολόγον» τῶν Πατρῶν, ἰδίᾳ ὅσον ἀφορᾷ τὰ θρησκευτικὰ ζητήματα, τῶν ὁποίων δὲν ἐπιλαμβάνεται παρὰ μόνον κατὰ τὰς μεγάλας θρησκευτικὰς ἡμέρας, ἵνα ἐξάρῃ τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα τῶν ἀναγνωστῶν αὐτοῦ. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι πραγματικὴν ἔξαρσιν τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος τῶν ἀναγνωστῶν ἐπάγεται ἡ μελέτη τῶν ἐν τῇ ἐφημερίδι ταύτῃ γραφομένων. Ἡ ἐφημερίς, ἡ ὁποία ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπεν, εἶναι ἡ ἐφημερὶς «ὁ Λόγος», ἐκδιδομένη ἐν Ἀθήναις, ἐφημερὶς, ἡ ὁποία καυχᾶται ἐν ἐπικεφαλίδι, ὅτι ἔχει ὡς σκοπὸν «τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἀρχῶν τοῦ ἰσοθέου Λόγου». Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἐφημερίς, ἡ ἔχουσα, καθ’ ἃ βεβαιοῖ, ὡς σκοπὸν «τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἀρχῶν τοῦ ἰσοθέου Λόγου,» λέγει, ὅτι κἄποιος συνδρομητὴς αὐτῆς ἐκ Πειραιῶς γράφει εἰς αὐτὴν περὶ βλασφημιῶν δημοσιευθεισῶν ἐν τῇ ἐφημερίδι «Νεολόγῳ» τῶν Πατρῶν,—δὲν ὁρίζει πότε,—καθορίζει δὲ τὰς βλασφημίας αὑτὰς διὰ φράσεων τῇ ἀληθείᾳ οὐχὶ βλασφήμων, ἀλλ’ αὐτόχρημα ἀνοήτων καὶ βλακωδῶν. Διότι αἱ ἀποδιδόμεναι τῷ «Νεολόγῳ» Πατρῶν φράσεις δὲν εἶναι ὕβρεις καὶ βλασφημίαι κατὰ τῆς θρησκείας, εἶναι ἁπλούστατα ἀποκύημα διανοητικῆς καταστάσεως νοσηρᾶς. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν φράσεων, τὰς ὁποίας ἀνακοινοῖ κἄποιος ἐκ Πειραιῶς καὶ αἱ ὁποῖαι ὑποτίθεται ὅτι ἐγράφησαν ἐν τῷ «Νεολόγῳ» Πατρῶν, γίνεται καὶ ἐν τῇ ἐφημερίδι ταύτῃ, τῷ «Λόγῳ», πράγματι δριμεῖα κατάκρισις τῆς ἐφημερίδος «Νεολόγου» Πατρῶν. Διὰ νὰ μὴ ἀποδώσητε εὐθύνην εἰς ἐφημερίδα, ἡ ὁποία, ὅπως σᾶς εἶπον, ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν της, καθ’ ὃν τρόπον ἐξέθηκα ὅτι τὸν ἐκπληροῖ, ἐνόμισα ἐπιβεβλημένον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ ποῖον τρόπον χειρίζεται ἡ ἐφημερὶς αὕτη τὰ θρησκευτικὰ ζητήματα, ὁσάκις παρουσιάζηται εἰς αὐτὴν εὐκαιρία, ἢ ὁσάκις νομίσῃ ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῶν, διὰ νὰ ἐξάρῃ τὸ θρησκευτικὸν φρόνημα τῶν ἀναγνωστῶν της. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐγράφησάν ποτε ἐν τῇ ἐφημερίδι ταύτῃ φράσεις τοιαῦται· τὸ ἐπ’ ἐμοί, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγράφησαν, ἐκτὸς ἐὰν συνέβη, ἀμαθής τις ἄνθρωπος νὰ κατεχώρισεν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν συντακτῶν αὐτῆς διατριβήν τινα, ἥτις ὅμως καὶ αὐτή εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει καὶ κατακρίνει ἡ ἐφημερὶς «ὁ Λόγος». Πιθανὸν αἱ φράσεις αὗται νὰ παρατίθηνται ὑπὸ τοῦ γράψαντος, ὡς λεγόμεναι ὑπὸ τῶν ἀθέων, ἵνα ἀποκρουσθῶσιν ὑπ’ αὐτοῦ. Ἴσως καὶ ἄλλο τι νὰ συμβαίνῃ. Εἶναι ὅμως ἀδύνατον ἐν ἑλληνικῇ ἐφημερίδι, ὄχι ἐν τῷ «Νεολόγῳ», ἀλλ’ ἐν οἱᾳδήποτε, νὰ ἐδημοσιεύθησαν αἱ φράσεις αὗται ὡς ἐκπροσωποῦσαι τὰς ἰδέας τοῦ γράψαντος περὶ τοῦ χριστιανισμοῦ, διότι κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλώμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ τὴν δημοσίαν δύναμιν, διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν αὐτὸ ἐναντίον ἐπιβουλῶν. Εἶναι γνωστὸν, ὁπόσον ἔχομεν τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα ἀνεπτυγμένον ἐν Ἑλλάδι. Οἱαδήποτε ὑπὲρ αὐτοῦ συνηγορία, οἱαδήποτε ἐπίκλησις πρὸς τὰς Ἀρχὰς πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτοῦ, νομίζω ὅτι εἶναι ματαία, διότι τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα παρ’ ἡμῖν ἔχει πολὺ στερεωτέραν βάσιν, τὴν βάσιν ὅτι ἡ θρησκεία ἐξυπηρέτησεν ἡμᾶς ἀπείρως ἐν τῷ παρελθόντι, καλεῖται δὲ νὰ ἀναπτύξῃ καὶ φωτίσῃ ἡμᾶς καὶ ἐν τῷ μέλλοντι.
§21Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγὼ, διὰ νὰ καταστῇ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περιεχόμενον τῆς ἐφημερίδος «Νεολόγου» τῶν Πατρῶν, ἐπιθυμῶ νὰ προσκομισθῇ τὸ φύλλον τῆς ἐφημερίδος ταύτης. Βεβαίως ἀγνοῶ ποῖος ὁ συντάκτης τοῦ «Νεολόγου», ποῖος ὁ Σακελλαρίου, ποῖα τὰ φῶτα τοῦ ἀνδρὸς, καὶ τὸ θρησκευτικὸν αὐτοῦ αἴσθημα. Ἐγὼ ἀναφέρω τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβήτητον. Εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον, κύριε Πρόεδρε, καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος θὰ λυπηθῇ, ὅταν προσκομισθῇ αὐτὸ τὸ φύλλον τοῦ «Νεολόγου» ἐν τῇ Βουλῇ.
§22Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀπὸ τὴν Διεύθυνσιν τοῦ «Νεολόγου», εἶπον, δὲν δύνανται νὰ προέρχωνται τὰ γραφέντα.
§23Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐκάκισα τὴν Διεύθυνσιν, ἐγὼ ἐκάκισα τὴν ἐφημερίδα, καὶ ἐπιθυμῶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Πλημμελειοδικῶν πληροφορίας, τί ἔκαμε διὰ τὰ ἄρθρα τὰ δημοσιευθέντα ἐν τῷ «Νεολόγῳ» κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν Ἁγίων Παθῶν. Ἐὰν ὄντως ἀποδειχθῇ, ὅτι αὐτὰ ἐγράφησαν, οὐχὶ, ὅπως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, διὰ νὰ ἀναιρέσῃ ὁ συντάκτης ἄλλα παρ’ ἄλλων δῆθεν λεχθέντα, ἀλλὰ διὰ νὰ διαφθείρῃ τὸ θρησκευτικὸν φρόνημα τοῦ λαοῦ, βεβαίως ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἄξιος ἀγχόνης.
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι παράφρων.
§25Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐὰν ἦναι παράφρων, ἂς ὑπάγῃ εἰς τὸ Φρενοκομεῖον, ὄχι νὰ κάθεται νὰ γράφῃ ἄρθρα καὶ νὰ ὑβρίζῃ τὴν θρησκείαν.
§26Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ἐγράφησαν ἀπὸ τὸν Σακελλαρίου.
§27Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐγράφησαν. Δὲν ἔχω δὲ ἀνάγκην νὰ γνωρίζω τὸν Σακελλαρίου. Τὴν ἐφημερίδα γνωρίζω.
§28Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Βεβαίως δὲν παρηκολούθησα τὴν σειρὰν τῶν θρησκευτικῶν ἄρθρων τῆς ἑβδομάδος τῶν Παθῶν, ἀλλ’ ὁ ἀρχισυντάκτης τοῦ «Νεολόγου» Πατρῶν κ. Μιχαὴλ Γ. Σακελλαρίου, ὁ εἰδικῶς ἐπὶ θρησκευτικῶν ζητημάτων ἀρθρογραφῶν, δὲν εἶναι ἄγνωστος ἄνθρωπος οὔτε εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπῆρξεν ἄλλοτε συντάκτης τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν. Ὁ κ. Μιχαὴλ Σακελλαρίου ἐποτίσθη τὰ νάματα τῆς θρησκευτικῆς παιδείας ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ μεγαλειτέρου κληρικοῦ, ὃν παρήγαγε κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνας ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία, τοῦ ἀειμνήστου ἀρχιεπισκόπου Σύρου Λυκούργου Λογοθέτου. Συγγενὴς ἐκείνου, τὰς ἀρχὰς ἐκείνου καὶ ἀσπάζεται καὶ μέχρι κεραίας μετὰ λατρείας ἀκολουθεῖ. Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν τοιαῦται ὕβρεις κατὰ τῆς θρησκείας νὰ διαφύγωσι τοῦ καλάμου τοῦ ἀρχισυντάκτου τοῦ «Νεολόγου». Ἐν Πάτραις δυστυχῶς—καὶ ἐπὶ τούτου ἴσως πρέπει ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ νὰ λάβῃ πρόνοιαν—ὑπάρχουσι διάφορα Σωματεῖα μυστικὰ, ἀντεθνικὰ καὶ ἀντιθρησκευτικά. Εἶδον ὅτι ἐν τῷ «Λόγῳ» φέρεται ἡ καταγγελία. Ὁ «Λόγος» εἶναι ἐφημερὶς ἀνήκουσα εἰς αἵρεσιν, δὲν εἶναι ἐφημερὶς ὀρθόδοξος, συνεπῶς αἱ ἐπιθέσεις αὗται, αἱ ἐκ πλαγίου, πρέπει νὰ περισταλῶσιν. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ὅτι ἡ θρησκεία δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸν Εἰσαγγελέα.
§29Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἔχει καὶ ἡ Κοινωνία μεγάλην ἀνάγκην νὰ τιμωρῶνται αὐτοί.
§30Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν Εἰσαγγελίαν, διότι τοὺς τιμωρεῖ ἡ Κοινωνία, ἁρμοδιωτέρα νὰ τοὺς τιμωρήσῃ ἀπὸ τὴν Εἰσαγγελίαν. Ὁ λαὸς τῶν Πατρῶν πάντοτε περιεφρούρησε τὴν θρησκείαν, καὶ παράδειγμα φέρω, ὅτι ἄλλοτε μετ’ αὐστηρότητος ἐτιμώρησε τοὺς καταπατητὰς τῶν ἱερῶν εἰκόνων.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ραδινὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ζητήματος.
§32Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταὶ, τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου τοῦ εἰσαγομένου ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐγέννησε πολὺν θόρυβον καὶ μεγάλως συνεκίνησε — καὶ δικαίως — τὰς σιτοφόρους ἐπαρχίας, καὶ ἰδίως τὴν Θεσσαλίαν, ἡ ὁποία, ὡς γνωστὸν, εἶναι ἐπαρχία κατ’ ἐξοχὴν σιτοφόρος. Ἡ σιτοπαραγωγὴ, κύριε Πρόεδρε, ὡς καὶ ὑμεῖς γνωρίζετε, διότι ἀντιπροσωπεύετε ἐπαρχίαν γεωργικὴν, διατρέχει δεινὴν κρίσιν, ἐκ τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλαγῇ, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἔστω καὶ προσκαίρως, διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ προστατευτικοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ. Λέγω προσκαίρως, διότι ὑπάρχουσι καὶ οἱ φρονοῦντες, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν σοβαρῶς τὴν κρίσιν καὶ νὰ θεραπεύσωμεν ῥιζικῶς τὴν νόσον, ὑπὸ τῆς ὁποίας κατατρύχεται ἡ παραγωγή. Ἐν ὅσῳ ὁ σῖτος ὁ Θεσσαλικὸς στοιχίζει ἀκριβότερα ἀπὸ τὸν τῆς Ρουμανίας ἢ τῆς Ρωσσίας, δὲν δύναται ὁ παραγωγὸς νὰ πωλήσῃ αὐτὸν καὶ ν’ ἀνταγωνισθῇ εἰς τὴν τιμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν πωλεῖται ὁ σῖτος τῆς Ρωσσίας καὶ τῆς Ρουμανίας, βεβαίως δὲ ἡ ἐγχώριος σιτοπαραγωγὴ εἶναι καταδεδικασμένη εἰς καταστροφὴν βεβαίαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακόψῃ τὸ μέτρον τὸ προτεινόμενον σήμερον ὑφ’ ἡμῶν. Τὴν γνώμην ταύτην, Κύριοι, καὶ ἐγὼ κρίνω ὡς δικαίαν καὶ ὀρθὴν, καὶ παραδέχομαι πληρέστατα, ὅπως βεβαίως παραδέχονται μετ’ ἐμοῦ καὶ πάντες, ὅσοι γνωρίζουσι, πῶς σήμερον καλλιεργεῖται ὁ σῖτος ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ πῶς διεξάγεται σήμερον τὸ ἐμπόριον τοῦ σίτου ἐν αὐτῇ· δὲν δύναμαι ὅμως ἀφ’ ἑτέρου νὰ παρίδω καὶ τὰ πλεονεκτήματα καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ μέτρου τῆς ἐπιβολῆς δασμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου σήμερον μεγάλως θέλει ὠφεληθῆ καὶ θέλει ἀνακουφισθῆ ἡ σιτοπαραγωγή. Τὰ πλεῖστα τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν παρεδέχθησαν καὶ ἐνομοθέτησαν τοιούτους δασμοὺς προστατευτικούς. Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ ἀναπτύξω τὸν λόγον, ἵνα μὴ προκληθῇ συζήτησις, ἥτις ἤθελεν εἶναι μᾶλλον οὐσιαστικὴ, ἔχουσα τὴν θέσιν της, ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὐηρεστεῖτο νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν ἡμῶν τοιοῦτο νομοσχέδιον. Σήμερον ἔλαβον τὸν λόγον, ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ θέσω τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν τὴν δημιουργηθεῖσαν, καὶ παύσωσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν αἱ συγκινήσεις καὶ αἱ προσδοκίαι καὶ αἱ ἐλπίδες τῶν σιτοπαραγωγῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ χρηματιστικὰ παιγνίδια ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰς βάρος ἡμῶν, εἰς βάρος τῆς σιτοπαραγωγῆς καθ’ ἑκάστην κερδοσκοποῦσιν ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος τοῦ ζητήματος, καὶ διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἔρχομαι εὐθὺς εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ ἡμῖν, ἐὰν εὐαρεστῆται, σήμερον, ἢ τὸ πολὺ ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος, ἀλλὰ σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως, νὰ δηλώσῃ, λέγω, ἡμῖν, ἂν σκέπτεται νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, καὶ πότε θὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ· ἂν δηλαδὴ πρόκειται νὰ γείνῃ τοῦτο πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κολιάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§34Ι. ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Διάφοροι συμπολῖταί μου, κύριε Πρόεδρε, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν εἰς τὸ τμῆμα τῆς λεωφόρου Συγγροῦ τὸ εὑρισκόμενον ὑπὸ κατασκευήν, παραπονοῦνται, ὅτι, καίτοι πρὸ πολλοῦ ἀπεπερατώθη ἡ κατεδάφισις τῶν οἰκιῶν, τὰς ὁποίας καταλαμβάνει ἡ ὁδὸς αὕτη, ἐν τούτοις αἱ ἐργασίαι πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς λεωφόρου Συγγροῦ δὲν ἤρχισαν ἀκόμη. Εἶναι ἀληθές, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν μεγάλην πλειονότητα τῶν ἰδιοκτητῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὑπάρχουσι καί τινες, εὐάριθμοι αὐτοί,—5 ἢ 6, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, —οἱ ὁποῖοι εὗρον, ὅτι ἡ ἐκτίμησις δὲν εἶναι δικαία, καὶ προσέφυγον εἰς τὰ Δικαστήρια, ἡ προσφυγὴ ὅμως αὐτῶν εἰς τὰ Δικαστήρια, κατὰ διάταξιν τοῦ νόμου, δὲν ἀναστέλλει τὴν κατάληψιν τῶν γηπέδων καὶ τῶν οἰκιῶν. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιοῦτος λόγος πλέον δὲν συντρέχει, διότι κατ’ αὐτῶν τῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, δύνανται νὰ ληφθῶσι μέτρα διοικητικά, ἐρωτᾶται ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, μήπως ὑπάρχει ἄλλος τις λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου βραδύνουσιν αἱ ἐργασίαι πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ὁδοῦ ταύτης; Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ ἀνακοινώσῃ τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν.
§35Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ σᾶς εἴπω.
§36Δ. ΒΙΝΙΕΡΑΤΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀναφορὰν πολλῶν κτηματιῶν καὶ σταφιδοπαραγωγῶν τῆς ἐπαρχίας Πάλλης. Οἱ ὑπογεγραμμένοι ἐν τῇ ἀναφορᾷ πραγματεύονται διάφορα ζητήματα, ἀφορῶντα τὸ νομοσχέδιον τὸ σταφιδικὸν καὶ τὸ περὶ ἀγροτικῆς ἀστυνομίας. Νομίζω δέ, ὅτι αὐτὰ τὰ δύο νομοθετήματα εἶναι λίαν ἀναγκαῖα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλήν, καὶ ἰδιαιτέρως τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πρὶν ἢ ἐκφέρῃ τὴν τελευταίαν λέξιν ἐπ’ αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων, μελετήσῃ καὶ τὰς σκέψεις τῶν διαφόρων σταφιδοπαραγωγῶν, αἱ ὁποῖαι περιέχονται ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ.
§37Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§38Ν. ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνητησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διότι πράγματι ἡ ἐπαρχία Πάλλης δὲν εἶναι εἰς εὐχάριστον σημεῖον. Καὶ ἡμεῖς ἐλάβομεν ἀναφορὰς πολλάς, καὶ τὰς ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, ὑπάρχει δὲ καὶ ἕν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μένει ἐπὶ τόσον καιρὸν εἰς τὰ βάθη τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορά, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βινιερᾶτος.
§39Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Τὴν αἴτησιν ταύτην, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα. Τοῦτο μόνον θὰ προσθέσω· τὸ εἰσαχθὲν νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀγροφυλακῆς παρεπέμφθη εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἀλλὰ δὲν σχετίζεται μὲ τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῇ αἰτήσει τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς ἐπαρχίας Πάλλης, διότι εἰς τὴν αἴτησιν ταύτην οἱ ἰδιοκτῆται οὗτοι πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἰδιοκτησίας αὑτῶν ζητοῦσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιτρέψῃ δι’ εἰδικοῦ νόμου εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πάλλης νὰ πληρώνῃ αὕτη 2% φόρον ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου διὰ τὴν ἀγροφυλακήν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς ἀντελήφθην, ἀναγνώσας αὐτό, κανονίζει μᾶλλον στρεμματικὴν φορολογίαν· κατὰ στρέμμα δηλαδὴ τίθεται ὁ φόρος οὗτος ἀπέναντι τῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ τιμήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν ἀγροφυλακήν. Ἤδη ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πάλλης καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ οἱ ἰδιοκτῆται αὐτοὶ ζητοῦσιν αὐτὸ καὶ μόνον, νὰ ἐπιβληθῇ 2% φόρος εἰς τὸν σταφιδόκαρπον, καὶ ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ νὰ μεταβιβάζηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, χωρὶς ὅμως ὁ δημόσιος εἰσπράκτωρ νὰ μεταβαίνῃ καὶ νὰ πιέζῃ αὐτοὺς πρὸς πληρωμήν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως εἰσαγάγῃ εἰδικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἅπαντες οἱ ἰδιοκτῆται ἐκεῖνοι ζητοῦσι, νὰ πληρώνωσι δὲ διὰ τοῦ τελωνειακοῦ καταστήματος τὸν φόρον αὐτὸν ἄνευ ἐπεμβάσεως τοῦ δημοσίου εἰσπράκτορος. Ἐπὶ τούτου δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀντίρρησις.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει διαβιβασθῆ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.
§41Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἶναι γνωστὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὰ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κανονίζει ὁ νόμος ΒΠʹ τῆς 5 Αὐγούστου 1892. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσω τὸ θέμα, ἂν ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι δίκαιος ἢ ἴσος, διότι περὶ αὐτοῦ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ πάντες ἔχουσι πεισθῆ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν πρέπει νὰ μεταβληθῇ, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἀπασχολεῖ τὸ ζήτημα τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι αὕτη σκέπτεται νὰ μεταβάλῃ τὸ σύστημα, ἐπανερχομένου ἴσως τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παραγομένου εἰσοδήματος. Ὑπάρχει ὅμως, κύριοι Βουλευταὶ, ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ τοῦ 1892 ἀτέλειά τις, ἥτις ἐπαυξάνει τὴν ἀδικίαν, τὴν προσγινομένην ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Γνωρίζετε πάντες, ὅτι ἡ βεβαίωσις τῶν ἀδηλώτων ζώων γίνεται διὰ πρωτοκόλλων, συντασσομένων ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ὁριζομένων ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ. Εἶναι ὅμως ἀναμφισβήτητον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὰ συντασσόμενα πρωτόκολλα κατὰ τὰ 9/10 εἶναι ψευδῆ. Εἶναι γνωστὸν, καὶ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι ἐκεῖνοι μὲν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδήλωσαν τὰ ζῶα των, διὰ μιᾶς ἀμοιβῆς, ἢ δι’ ἄλλου τρόπου, τὸν ὁποῖον αὐτοὶ γνωρίζουσι, κατορθώνουσι ν’ ἀποφεύγωσι τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, ἐπειδὴ δὲ οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἐντεταλμένοι τὴν βεβαίωσιν τῶν μὴ δηλωθέντων ζώων, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀποστέλλωσιν εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον πρωτόκολλα ἀδηλώτων ζώων, διότι, ὁσάκις τινὲς ἐξ αὐτῶν, ἐξ ἐντιμότητος ὑπερβολικῆς, δὲν ἀποστέλλωσι τοιαῦτα, ἔχουσι τὰς ἐπιπλήξεις τῆς ὑπηρεσίας, ἀναγκάζονται οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ νὰ συντάττωσι πρωτόκολλα ψευδῆ καὶ πλαστὰ κατ’ ἀνθρώπων, οἵτινες ἢ δὲν ἔχουσιν ἀδήλωτα ζῶα, ἢ ἔχοντες τοιαῦτα τὰ ἔχουσι δηλώσει. Ὅτι δὲ τοῦτο οὕτως ἔχει, ἀπόδειξις αἱ ἀποφάσεις αἱ ἐκδιδόμεναι συνεπεία τῶν ἀνακοπῶν κατὰ τῶν πρωτοκόλλων τούτων, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὰ 99 ἑκατοστὰ ἀποβαίνουσι κατὰ τοῦ Δημοσίου· πιστεύω δ’ ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει πεῖραν τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου καθορίζεται, ὅτι αἱ ἀνακοπαὶ κατὰ τῶν πρωτοκόλλων εἰσάγονται εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα τῆς κατοικίας τοῦ ἐνοικιαστοῦ. Ἐννοεῖτε ποίαν κατάθλιψιν ὑφίστανται οἱ δυστυχεῖς κτηνοτρόφοι, ἰδίως ἐκεῖνοι, καθ’ ὧν ἔχουσιν ἐκδοθῆ ψευδῆ πρωτόκολλα. Εἶναι ὑποχρεωμένοι ἐνίοτε, ἀπὸ τοὺς δήμους των, οἵτινες ἀπέχουσι τῆς ἕδρας τοῦ Εἰρηνοδικείου 15 καὶ 20 ὥρας, νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἀνακοπῶν των, καὶ νὰ προσλαμβάνωσι καὶ μάρτυρας κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν πρὸς ἐξέτασιν. Δηλαδὴ ἐκτὸς τῶν ταλαιπωριῶν ὑφίστανται καὶ δαπάνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑπέρτεραι τοῦ φόρου τῶν πρωτοκόλλων. Ἐκ τούτου ἀναγκάζονται ἐνίοτε νὰ μὴ ἀνακόπτωσι τὰ πρωτόκολλα, καὶ οὕτω ταῦτα γίνονται ὁριστικὰ, καὶ εἰσπράττεται παρὰ τῶν φορολογουμένων ἀδίκως ὁ φόρος. Εἰς παρεμφερεῖς περιστάσεις ἡ νομοθεσία προβλέπει περὶ τοῦ ζητήματος. Προκειμένου παραδείγματος χάριν περὶ ἐνστάσεων κατὰ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ταύτας ἐκδικάζει τὸ Εἰρηνοδικεῖον τῆς κατοικίας τοῦ ἐπιτηδευματίου· προκειμένου ἐπίσης περὶ τῶν ἀνακοπῶν τοῦ ἀδηλώτου οἴνου, ὁσάκις γίνηται ἡ εἴσπραξις δι’ ἐνοικιαστοῦ, καὶ ἐκείνας ἐκδικάζει τὸ Εἰρηνοδικεῖον τῆς κατοικίας τοῦ φορολογουμένου ἢ τὸ τῆς ἐναποταμιεύσεως τοῦ οἴνου. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἔργον δικαιοσύνης, ὅπως καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην θεωρηθῇ ἁρμόδιον τὸ Εἰρηνοδικεῖον τῆς κατοικίας τοῦ κτηνοτρόφου, ἵνα παράσχωμεν αὐτῷ τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον ἠθέλησεν ὁ νόμος νὰ τῷ παράσχῃ κατὰ τοῦ ψευδοῦς καὶ πλαστοῦ πρωτοκόλλου. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν νόμου ἐξ ἑνὸς μόνου ἄρθρου, δι’ οὗ ἀντικαθίσταται τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ ͵ΒΠʹ νόμου τῆς 5 Αὐγούστου 1902. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην καὶ προκαλέσῃ τὴν ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν πολὺ ταχέως.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 29).
§43Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπὶ δύο μῆνας ἡ Βουλὴ εἰργάσθη διὰ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια καὶ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας. Ἤδη ὅμως, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ περὶ στρατολογίας, βλέπω ἓν στρατιωτικὸν νομοσχέδιον, ὅπερ κατ’ ἐμὲ εἶναι τὸ σπουδαιότερον, ἐὰν θέλωμεν νὰ ὀργανώσωμεν τὸν στρατὸν, τὸ περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, κατέχον τὸν ἀριθμὸν 54 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐπεθύμουν νὰ πληροφορηθῶ, εἰ δυνατὸν, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐγκατέλιπε τὸ νομοσχέδιον, ἢ ἐννοεῖ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐρώτησίς σας ἀφορᾷ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς αὐτὴν, δύναται ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἐτέθη τὸ ζήτημα, δὲν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀπαντήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐγκατέλιπε τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ.
§46Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ μίαν ἐρώτησιν ἀκόμη. Ἐπειδὴ πάντοτε ὑποθέτομεν ὅτι σοβαρῶς ἐργαζόμεθα, ἵνα συντάξωμεν τὸν στρατὸν, ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ ὑποβάλῃ νόμον ἀστυνομικόν, ὅστις θὰ τῇ δώσῃ τὴν εὐχαρίστησιν ν’ ἀποσύρῃ ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν 300 ἀξιωματικούς; Διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐφ’ ὅσον τοσοῦτοι ἀξιωματικοὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀσχολοῦνται εἰς ἔργα ἀστυνομικὰ, νομίζω ὅτι σοβαρῶς δὲν σκεπτόμεθα νὰ ὀργανώσωμεν τὸ στράτευμα.
§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁ ψηφισθεὶς νόμος περὶ στρατολογίας θὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ἔχομεν καιρὸν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα, διότι βεβαίως πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ ὁ νέος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον, ὅπως οἱ ἀξιωματικοὶ μὴ ἀσχολῶνται πλέον εἰς τοιαύτας ὑπηρεσίας.
§48Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπῆρξέ τι, τὸ ὁποῖον πανδήμως ἐνεδείχθη ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης μετὰ τὸ πέρας τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, σὺν τῇ ἀναδιοργανώσει τοῦ στρατεύματος, ἦτο καὶ ἡ ἐκκαθάρισις αὐτοῦ. Δὲν ἐλειτούργησεν ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη, καὶ δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἐκκαθάρισις. Δὲν ἐβαδίσαμεν τὴν τακτικωτέραν καὶ ὁμαλωτέραν ὁδὸν πρὸς ἐκκαθάρισιν. Μετὰ τοῦτο ἐπιδιώκεται ἡ ἐκκαθάρισις διὰ τῆς νομοθεσίας περὶ ὁρίου ἡλικίας. Ἡ ἐπίνοια αὕτη ἀνήκει εἰς τοὺς νεωτέρους χρόνους τῆς στρατιωτικῆς ἱστορίας. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς εἰς τίνα ἱστορικῶς ἐποχὴν ἀνατρέχει αὕτη. Ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς ὅμως ἱστορίας γνωρίζω, ὅτι ὑπῆρξαν ὑπέργηροι ἢ ἀνάπηροι τὸ σῶμα στρατηγοὶ, ἄρτιοι δὲ τὴν διάνοιαν, οἱ ὁποῖοι διηύθυνον στρατεύματα. Ὁ Ἀγησίλαος, ἀνάπηρος ὤν, διηύθυνε νικηφόρως τὸν στρατὸν εἰς τὴν Περσίαν, καὶ Ῥωμαῖοι ἀπὸ φορείου διηύθυναν λεγεῶνας. Μέχρι δὲ τοῦ τελευταίου αἰῶνος, ἐπὶ τῆς ἐνδόξου ἐποχῆς τοῦ Ναπολέοντος, γηραιοὶ στρατάρχαι, ἄγοντες τὴν ἡλικίαν αἰῶνος, ὡδήγουν εἰς νίκας τὰ στρατεύματα. Ἡ νεωτέρα ὅμως στρατιωτικὴ νομοθεσία παρεδέχθη, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὅριον ἡλικίας ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ. Κατὰ τεκμήριον ὁ ὑπερβὰς τὴν μέσην ἡλικίαν δὲν ἔχει τὴν σωματικὴν ἀρτιότητα, ἴσως δὲ καὶ τὴν ἐπάρκειαν τὴν διανοητικὴν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν στρατιωτικῶν ἔργων. Ἀλλὰ τὸ τεκμήριον δὲν εἶναι ἀπόδειξις. Ἐν τούτοις εἰς μίαν ἱστορικὴν ἐποχὴν, ἁπτομένην τῶν μυθολογικῶν χρόνων, ὑπῆρξε συμβάν τι, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι εἶναι ἡ ἀφετηρία τοῦ θεσμοῦ περὶ ὁρίου ἡλικίας, καὶ τὸ ὁποῖον τότε ἐκ στοργῆς πρὸς τοὺς γεροντοτέρους ἐγίνετο. Εἰς τὴν Σαρδὼ ὑπῆρξε νόμος, οὐχὶ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ ἐξ ἐθίμου ἀπαραβάτου, καθ’ ὃν, ὅτε ἔφθανον οἱ γέροντες εἰς ὡρισμένην ἡλικίαν, ἔδει, ἐξ ὑπερβαλλούσης στοργῆς πρὸς αὐτοὺς, νὰ φονεύωνται, καὶ ὄχι νὰ φονεύωνται ὑπὸ τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ ὑπ’ αὐτῶν τῶν τέκνων των, τὰ ὁποῖα ἦσαν ὑποχρεωμένα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐφόνευον τοὺς γονεῖς των,—οἱασδήποτε οὗτοι καὶ ἂν εἶχον προσφέρει πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας,— ἦσαν ὑποχρεωμένα νὰ συνοδεύωσιν αὐτοὺς κατὰ τὴν κηδείαν των, οὐχὶ ὀλολύζοντα, ἀλλὰ γελῶντα! Τὸν παράδοξον τοῦτον γέλωτα ἡ ἱστορία ἐκάλεσε σαρδώνιον. Δὲν γνωρίζω διὰ τίνος γέλωτος οἱ νεώτεροι στρατιωτικοὶ θὰ παρακολουθήσωσι τὴν συμβολικὴν ταύτην κηδείαν τοῦ στρατιωτικοῦ βίου τῶν γεροντοτέρων ἀξιωματικῶν. Ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ ἔχει ἐντολὴν νὰ συζητήσῃ, καὶ ἐν καιρῷ θὰ συζητήσῃ σοβαρῶς τὸ περὶ ὁρίου ἡλικίας ἔργον. Ἀλλ’ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου ἡλικίας, καὶ εὕρωμεν ὅτι ἡ ἡλικία ἡ πρεσβυτέρα δέον νὰ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν, διότι ἐπήνεγκε τὰ κακὰ εἰς τὸ στράτευμα καὶ τὴν πατρίδα, τότε νομίζω ὅτι ἐπέστη ὁ καιρὸς νὰ συζητήσωμεν καὶ νομοθετήσωμεν περὶ ὁρίου ἡλικίας καὶ διὰ τὸν δημόσιον καὶ πολιτικὸν βίον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§50Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπειδὴ, κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐκάμετε πρὸ ὀλίγου τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ἐρώτησίς μου διὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐγκατέλειψε τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας καὶ θὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα συναινέσῃ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ 54 τῆς ἡμερησίας διατάξεως λάβῃ θέσιν μεταξὺ τῶν πρώτων, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλῃ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι σοβαρῶς λέγει τοῦτο.
§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ θὰ γείνῃ, ὅταν θὰ καταρτισθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς αὔριον.
§52Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Σᾶς εἶχον παρακαλέσει, κύριε Πρόεδρε, ἰδιαιτέρως, σᾶς παρακαλῶ δὲ νῦν καὶ ἐπισήμως, ὅπως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγράψητε καὶ τὰ ὑπόλοιπα στρατιωτικὰ νομοσχέδια, καὶ δὴ τὰ σπουδαιότερα αὐτῶν, ὡς τὸ περὶ ὁρίου ἡλικίας, ὅπερ εἶναι σπουδαιότατον, καὶ τὸ περὶ προβιβασμῶν. Ἀπευθύνομαι δὲ πρὸς ὑμᾶς, διότι φρονῶ, ὅτι ὑμεῖς εἶσθε ὁ ἁρμόδιος νὰ κανονίσητε τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§53Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ.
Ὄχι.
§54Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Πλανᾶσθε. Ἐγὼ θεωρῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις σοβαρῶς σκέπτεται περὶ βελτιώσεως καὶ ἀναμορφώσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ἑπομένως θεωρῶ, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἐψηφίσαμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τὸ περὶ στρατολογίας καὶ τὸ περὶ ἐπιτελῶν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὰ ὑπόλοιπα νομοσχέδια. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ κανονίσητε τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐὰν ὅμως νομίζητε, ὅτι ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος ἔχει δίκαιον, φρονῶν ὅτι ὑμεῖς δὲν εἶσθε ὁ ἁρμόδιος, τότε παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἐννοεῖται νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ παροῦσα, καὶ ἑπομένως, ἐὰν φρονῆτε ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι παροῦσα, θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν δευτέραν σας σύστασιν δὲν κατενόησα. Ὀφείλω ὅμως νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐπὶ τῆς πρώτης. Ὡς γνωστὸν, ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καταρτίζει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἑπομένως ἡ ἡμερησία διάταξις κατηρτίσθη ὡς γνωρίζετε ἤδη. Ἐὰν ὑμεῖς θέλητε τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δύνασθε νὰ ζητήσητε τοῦτο παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐὰν εὑρεθῶσι 10 Βουλευταὶ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν σας, ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφανθῇ διὰ ψηφοφορίας.
§56Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Θεωρῶ τὸ ζήτημα τῆς προτάξεως τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων σπουδαιότατον. Ἀλλὰ προτοῦ ἔλθω εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλω, οὕτως εἰπεῖν, δι’ ὅσων μέσων μοὶ παρέχει ὁ Κανονισμός, τὴν πρότασίν μου, παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μεριμνήσητε περὶ τοῦ ζητήματος.
§57Π. ΣΑΚΚΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὐδόλως ἐπιλαμβανόμεθα τῶν ζητημάτων μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης προσοχῆς καὶ αὐταπαρνήσεως. Ὄπισθεν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, οὐδὲν ἄλλο ὑποκρύπτεται ἢ προσωπικὰ συμφέροντα, διότι τί ἄλλο ἐπιδιώκεται δι’ αὐτοῦ ἢ νὰ δώσωμεν νέας ἐπωμίδας εἴς τινας τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἄλλο ἔπραξαν ἢ νὰ περιδιαβάζωσιν εἰς τὰς πλατείας καὶ τὰς ὁδοὺς, ἀντὶ νὰ κατατρίβωσι τὸν καιρὸν ἐν τοῖς στρατῶσι καὶ τοῖς πεδίοις τῶν ἀσκήσεων, ἀφοῦ δὲν ἦσαν ἱκανοὶ νὰ πράξωσι τὸ καθῆκόν των ἐν τοῖς πεδίοις τῶν μαχῶν, ν’ ἀποδιώξωμεν δ’ οὕτω ἐκ τοῦ στρατεύματος μίαν ὥραν ταχύτερον τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἵτινες καὶ τὰ στήθη αὐτῶν προέβαλον πρὸ τοῦ ἐχθροῦ καὶ τὸ καθῆκόν των ἐξετέλεσαν; Πρόκεινται, κύριοι Βουλευταί, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἄλλα νομοσχέδια σπουδαιότατα, διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ὁποίων πρωτίστως θὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν δὲν δώσητε ζωὴν εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγὴν, ἐνισχύοντες ὁπωσδήποτε αὐτὴν, ἐὰν δὲν ἐξεύρητε ἕνα τρόπον οἱονδήποτε πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς τοῦ σίτου ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδίως, ἐὰν τὸ Κράτος δὲν σκεφθῇ πρακτικώτερον περὶ τῆς παραγωγῆς ἐν γένει τῆς χώρας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς περὶ στρατοῦ, διότι ἄνευ χρήματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε οὔτε στρατὸν οὔτε ναυτικόν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπιβεβλημένη ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ, ἂς ψηφισθῇ, καίτοι φρονῶ, ὅτι πρὸς τοῦτο οὐδὲν μᾶς βιάζει, ἀφοῦ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Γερμανίᾳ, τῇ ἄριστα στρατιωτικῶς ὠργανωμένῃ χώρᾳ, δὲν ὑφίσταται ὅριον ἡλικίας. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, ἔνθα νομοθετοῦμεν χωρὶς ποσῶς νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν παραδείγματα ὠφέλιμα ἄλλων Κρατῶν, οὐδὲ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς περιστάσεις τῆς χώρας ἡμῶν, τοῦτο νομίζεται χρήσιμον. Ἔστω, ἂς γείνῃ ἡμέραν τινὰ, ἀλλὰ δὲν βλέπω, διατὶ νὰ σπεύσωμεν, ἀφοῦ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους. Ἄς ἀφήσωμεν λοιπὸν τὴν Βουλὴν ἐλευθέραν νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ ἄλλα νομοσχέδια, σπουδαιότερα καὶ χρησιμώτερα καὶ μᾶλλον ἐπείγοντα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ σώσωμεν τὸν τόπον ἀπὸ ἐπικειμένην οἰκονομικὴν καταστροφὴν, καὶ ἄνευ τῶν ὁποίων οὔτε στρατὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν οὔτε ναυτικόν.
§58Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐζήτησα τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου ἡλικίας πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ θεραπεύσω προσωπικὰ συμφέροντα. Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι δὲν ἔχω τὴν εὐτυχίαν νὰ ἦμαι στρατιωτικός.
§59Π. ΣΑΚΚΗΣ. Εἶναι ἄλλοι.
§60Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Λόγῳ τοῦ ὕφους.
§61Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κατὰ συνέπειαν δὲν πρόκειται νὰ ἐπιδιώξω συμφέρον, ἀλλ’ ἐζήτησα τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου, φρονῶν ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ.
§62Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον νὰ προταχθῇ τὸ περὶ ὁρίου ἡλικίας νομοσχέδιον καὶ πρὸ τοῦ σταφιδικοῦ, ἀλλὰ μετ’ αὐτό...
§63Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ μετὰ τὰ ναυτικά.
§64Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ ζητήσατέ το σεῖς... Ἐὰν δὲ πρόκηται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος τὸ περὶ σίτου νομοσχέδιον, δέχομαι καὶ μετ’ αὐτὸ νὰ συζητηθῶσι τὰ ὑπόλοιπα στρατιωτικὰ νομοσχέδια.
§65Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ συναδέλφου κ. Λαπαθιώτου. Συναντώμεθα ἐν τῷ ἐδάφει πολλῶν ἰδεῶν μετ’ αὐτοῦ, ὡς καὶ διϊστάμεθα ἐν ἄλλοις, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διϊστάμεθα εἰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ἐφ’ ὧν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις. Ὑπέλαβον ὅτι ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον σήμερον, ἀλλ’ ἡ τελευταία ἐξήγησίς του αἴρει τὴν τοιαύτην ὑπόθεσιν. Ἀλλ’ ἐζήτησεν ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς σήμερον ἢ τῆς ἑπομένης τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας, καὶ ἀπηυθύνθη πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅπως κανονίσητε τὸ ζήτημα. Ἐγὼ εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ τὸν διακόψω, εἰπὼν, ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ Προέδρου, ἀλλὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς μοὶ εἶπεν, ὅτι πλανῶμαι, καὶ ἐγὼ τῷ ἀπήντησα, ὅτι εἶχον δίκαιον. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται νὰ μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς σήμερον, τοῦτο δέον νὰ ζητηθῇ καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν.
§67Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς ἑπομένης. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Κανονισμοῦ «ἐπινεύσει τοῦ Σώματος, προσδιορίζει ὁ Πρόεδρος τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἑπομένης». Καὶ πότε γίνεται τοῦτο; «Ἀπαγγέλλων τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως κλπ.» Ἐνῷ δὲ σεῖς οἱ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ στρατιωτικὸν ὕφος ἔχοντες τηρεῖτε τὰ τῶν Κανονισμῶν, πῶς ἐπιμένετε νὰ μὴ τηρηθῇ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς;
§68Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀφοῦ εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δύναται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ γείνῃ πρότασις περὶ μεταβολῆς αὐτῆς.
§69ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ συζήτησις γίνεται ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§70Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπαινῶ τὴν σπουδὴν νὰ ψηφισθῶσι νομοσχέδιά τινα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ πρὸ πάντων δύο, τὸ νομοσχέδιον περὶ καταρτισμοῦ λαχείου ὑπὲρ τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ τὸ περὶ φαρικῶν τελῶν, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσιν αὐξήσει αἱ πρόσοδοι τοῦ ταμείου τούτου. Καίτοι δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος, οὐδ’ εὔπορος, ἔχω ἀρκετὴν τῆς ἀξίας τοῦ χρήματος ἀντίληψιν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ χρῆμα εἶναι ἀπαραίτητον, ἐὰν θέλωμεν νὰ μορφώσωμεν εἴτε ναυτικὸν εἴτε στρατόν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι ἔχω τὴν γνώμην ταύτην, διὰ τοῦτο ἀντιτίθεμαι κατὰ τῆς γνώμης, ἣν προέβαλεν ὁ ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου βουλευτὴς κ. Λαπαθιώτης. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει συγκατατεθῆ, μετὰ τὰς αὐξήσεις, τὰς ὁποίας ἀναμφισβητήτως θὰ φέρῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἡ ψήφισις στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, ὡς τοῦ περὶ στρατολογίας, τοῦ περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀλλὰ πρὸ παντὸς τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, νομίζω, λέγω, ὅτι δὲν θέλει συγκατατεθῆ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ δὲν φαντάζομαι ποτέ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις τοσοῦτον ν’ ἀδιαφορῇ περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, εἰς τοσαύτας ὑποβαλλομένης ὑποχρεώσεις καὶ βάρη, ὥστε νὰ σκέπτηται, ὅπως διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἐτέθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τοῦ περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἐπιβαρύνῃ ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Τὸ ὅριον ἡλικίας, Κύριοι, εἶναι διὰ τοὺς ἐπισπεύδοντας προαγωγήν, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἀρκοῦνται εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ πατρὶς ἠδυνήθη νὰ παράσχῃ αὐτοῖς, ἡ ἐπίσπευσις αὐτοῦ εἶναι ἁπλῶς ἐπιβάρυνσις τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Οὗτοι δὲν θέλουσι ζητήσει τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἥτις οὐ μόνον ἀδικήματα θέλει γεννήσει εἰς τὸν στρατὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Δημόσιον θέλει ἐπενέγκει ζημίας χρηματικάς. Διὰ τοῦτο νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τό γε νῦν ἔχον ἐπαρκῆ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νομοσχέδια, ἅτινα ἐξ ἀρχῆς ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς νομοσχέδια σκοπὸν ἔχοντα τὴν ἀληθῆ κατάρτισιν στρατιωτικῆς δυνάμεως. Ἀδιαφορῶ, ἂν αἱ γνῶμαι αἱ περιεχόμεναι ἐν τοῖς νομοσχεδίοις ἐκείνοις δὲν ἦσαν σύμφωνοι μὲ τὰς ἰδικάς μου· εἶχον μάλιστα τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι προσωπικὸν νομοσχέδιον ἐθεώρουν καὶ αὐτὸν τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Εἶπον δὲ, ὅτι ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ θεωρῶ τὴν κωδικοποίησιν μιᾶς ἑκάστης τῶν ὑπηρεσιῶν. Ὅταν, Κύριοι, τοῦ μηχανικοῦ τὴν ὀργάνωσιν ἔχωμεν μελετήσει, ὅταν πάσας τὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ ἔχωμεν μελετήσει, ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ κωδικοποίησις ὅλων τῶν διατάξεων περὶ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ τί ἐπράξαμεν; Ὀργανισμοὺς μὴ ὑποβληθέντας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ φανταστικοὺς, τοὺς ἐμελέτησαν κατ’ ἰδίαν οἱ συντάξαντες τὰ νομοσχέδια, ἐπορίσθησαν δὲ πίνακας τῶν προσώπων, ἅτινα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν ἐκείνων, καὶ τοὺς ἔφεραν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ τοὺς ἐψηφίσαμεν, καὶ τοὺς ὠνομάσαμεν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ! Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τόσον ἀτελὴς εἶναι ὁ ὀργανισμὸς οὗτος, ὥστε ὑπηρεσίαι παμμέγισται ἐλλείπουσιν ἐξ αὐτοῦ, καὶ ὅταν θὰ τὸν ἐφαρμόσητε, θὰ τὸ ἴδητε· ἀλλὰ θὰ εἴπητε, ὅτι ἔχομεν πάντοτε τὸν καιρὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς συζήτησιν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὀργανισμοῦ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οἱ ἐπισπεύδοντες τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου ἡλικίας ἐργάζονται ὑπὲρ προσωπικῶν ζητημάτων· ἀλλ’ ὅταν ἦναι καιρὸς νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ σημαντικωτέρων, γενικωτέρων ζητημάτων, δὲν πρέπει νὰ ἐργαζώμεθα ἐπὶ προσωπικῶν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ταύτην τὴν στιγμὴν ψιθυρίζεται καὶ λέγεται, ὅτι ἱεράρχης, προτάξας ἑαυτὸν καὶ τὴν ζωήν του ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Μακεδονίᾳ, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἐπισκοπήν του, διότι ὁ ἀγὼν δι’ αὐτὸν εἶναι ἄπελπις. Καὶ ὅταν τοιοῦτος ἱεράρχης νομίζῃ, ὅτι δι’ ἑαυτὸν πλέον δὲν ὑπάρχῃ ἔδαφος ἐργασίας ὑπὲρ σωτηρίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὑπὲρ σωτηρίας τοῦ ποιμνίου του, ἔρχεσθε ὑμεῖς ἐδῶ νὰ διαπληκτίζησθε ἀκόμη περὶ τῶν λειψάνων τῆς δυστυχοῦς αὐτῆς χώρας, ζητοῦντες ὅριον ἡλικίας, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ ταχύτερον θέλετε προαχθῆ!
§71Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ συζητήσεως τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου ἡλικίας, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προσωπικοῦ νομοσχεδίου, θ’ ἀποδειχθῇ ὅτι οἱ ἐπισπεύδοντες τὴν ψήφισιν αὐτοῦ δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπισπεύδουσι τὴν ψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου δι’ ἑαυτούς, καὶ θ’ ἀποδειχθῇ ἀκόμη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας καὶ αἱ διατάξεις αὐτοῦ εἶναι ἐγκατεστημέναι καὶ παραδεδεγμέναι εἰς πάντας τοὺς στρατούς, ὅτι πρωτίστως ἀφορῶσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ.
§72Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Βάζει κ’ ἡ κοσκινοῦ τὸν ἄνδρα της μὲ τοὺς πραγματευτάδες!
§73Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις, ὑποβαλοῦσα τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἐσκόπει βεβαίως νὰ δείξῃ, ὅτι θεωρεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σοβαρὸν καὶ μέλλον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ. Δὲν γνωρίζω, τί θὰ πράξῃ ἡ Βουλή. Εἶναι κυρία νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ τὸ παραδεχθῇ, ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψῃ. Εἰς περίστασιν ὅμως καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἀπορρίψῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀφήσῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, τὸ ὑπάρχον σήμερον εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ὑποβάλῃ ἄνευ ἀναβολῆς νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρίσῃ καὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης τὸ αὐτὸ ὅριον ἡλικίας. Διότι δὲν νομίζω δίκαιον, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ὑπάρχουν δύο ὅρια ἡλικίας, ἄλλο ὅριον ἡλικίας διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ξηρᾶς καὶ ἄλλο διὰ τοὺς τῆς θαλάσσης. Νομίζω ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς θαλάσσης ἀδικοῦνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἂν θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς, τότε πρέπει ν’ ἀφομοιωθῇ καὶ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τῆς θαλάσσης πρὸς τὸ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς. Αὐτὸ νομίζω ὅτι ἀπαιτεῖ ἡ δικαιοσύνη, καὶ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον ἐξισοῦν τὸ ὅριον ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τῆς θαλάσσης πρὸς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς.
§74ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁμολογῶ ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Χαλκίδος, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἐξίσωσις μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ θαλάσσης ὡς πρὸς τὸ ὅριον ἡλικίας. Τὸν βεβαιῶ δὲ, ὅτι θέλω πράξει ὅ,τι οἱ προκάτοχοί μου, καίτοι ἐπὶ πολλὰ ἔτη διηύθυναν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, δὲν ἔπραξαν.
§75Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ χαίρω, διότι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπραξαν οἱ προκάτοχοί του Ὑπουργοί, οἵτινες ἐπὶ ἔτη διηύθυναν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις τὸ διηύθυνε πολὺ περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους.
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφορᾷ ἐμὲ, διότι ἐγὼ ἐπρότεινα τότε τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Ἀλλ’ ἂν ὑμεῖς εἴχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ ὅριον ἐκεῖνο ἀπετέλει μειονέκτημα διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, πῶς ἐπὶ 32 μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους διετελέσατε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, δὲν ἐφροντίσατε νὰ φέρητε νομοσχέδιον περὶ διορθώσεως τοῦ μειονεκτήματος;
§77Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ φέρω νομοσχέδιον καὶ νὰ ἔλθω εἰς ἀντίκρουσιν πρὸς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Πρωθυπουργὸς, τοῦ ὁποίου ἤμην Ὑπουργὸς καὶ τὸν ὁποῖον ἐτίμων καὶ ὑπεληπτόμην.
§78Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καίτοι καταναλίσκεται χρόνος εἰς τοιαύτας ἀκαίρους συζητήσεις, οὐχ ἧττον ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ ὁρίου ἡλικίας. Ἐπροτάθη ἡ ἰδέα τῆς προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἐγὼ ἀνέκαθεν ἤμην κατὰ τοῦ ὁρίου ἡλικίας, καὶ κατὰ τὸ 1896, ὅτε συνεζητεῖτο καὶ ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ κατά τινα ἔτη, ἐγὼ ἀντέταξα τὴν γνώμην μου, καὶ διὰ μακρῶν ἠγόρευσα. Ἀλλὰ δυστυχῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ γνώμη μου δὲν ἐγένετο δεκτή. Καὶ σήμερον δ’ ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην· δὲν νομίζω δὲ, ὅτι τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας κρατεῖ τελείως, εἶναι ηὐχαριστημένα ἀπὸ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, καὶ ἰδίως ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία ἀναντιρρήτως μετεμελήθη πολὺ, διότι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποστρατεύσῃ ἕνεκα ὁρίου ἡλικίας στρατηγοὺς σημαντικοὺς καὶ δυναμένους ἔτι ἐπὶ μακρὸν νὰ ὑπηρετήσωσιν. Ἂν εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ τοιοῦτον συνέβη, πολὺ περισσότερον θὰ συμβῇ εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν καὶ τὸ δεδομένον, ὅτι ὁ κατέχων ἡλικίαν μεγαλειτέραν εἶναι καὶ ἀνικανώτερος τοῦ νεωτέρου. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπισπευσθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς παρασύρῃ εἰς ἀγῶνα ἀδιέξοδον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τέλους θὰ ἦναι καὶ ἐπὶ βλάβῃ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τοῦ στρατοῦ. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ μὴ σπεύδωμεν εἰς αὐτὸ, ἀφίνοντες ἄλλα πολὺ χρησιμώτερα καὶ πολὺ σπουδαιότερα, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην.
§79Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπίστευον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οἱ ἀνθρωποφάγοι ἤθελον χορτασθῆ ἀπὸ τὰ πτώματα, τὰ ὁποῖα ἔφαγον μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, διότι ἀληθῶς τὰ ψηφισθέντα νομοσχέδια, ὡς εἶπεν ὁ κ. Λιμπρίτης, ἦσαν προσωπικά· δι’ αὐτῶν ἐζήτουν νὰ θέσουν ἐκποδών τινας, καὶ νὰ ὠφελήσουν ἄλλους. Τὸ νομοσχέδιον δὲ περὶ ὁρίου ἡλικίας εἶναι ἔτι χεῖρον καὶ καταστρεπτικὸν ὑφ’ ὅλας τὰ ἐπόψεις. Ἂν δὲ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ καταδειχθῇ, ὅτι εἶναι προσωπικὸν, σκοπὸν ἔχον νὰ δώσῃ εὐρεῖαν τὴν πρόοδον εἴς τινας, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι καὶ ῥιψάσπιδες. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὅτι θὰ δώσῃ βαθμοὺς εἴς τινας τοιούτους, ἀλλὰ θὰ καταστρέψῃ καὶ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀποζῶσιν αἱ χῆραι καὶ τὰ τέκνα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐθυσιάσθησαν διὰ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος. Πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θ’ ἀφήσῃ σοβαρὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν ἄμυναν τῆς χώρας καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν αὐτῆς, ἵνα προτάξῃ νομοσχέδιον παναίσχυντον, καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας.
§80Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐλησμόνησα προηγουμένως νὰ προσθέσω, ὅτι μεταξὺ τῶν ναυτικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα κρίνω ἀναγκαῖα νὰ ψηφισθῶσιν, εἶναι καὶ τὸ περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἀχρήστων πλοίων. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ προτάξῃ αὐτό.
§81ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι προταχθῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν πρότασίν σας, κύριε Λαπαθιώτη, περὶ τροποποιήσεως τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§83Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Εἶπον νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν μετὰ τὸ σταφιδικόν.
§84Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ νὰ τεθῇ πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεως τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, καὶ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης νόμων».
§86Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Πρόκειται, Κύριοι, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ θεωρῶ, ὅτι ἔχω καθῆκον, πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν γεγονότα τινά, ὧν ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην, ὅπως ἐπιληφθῇ δεόντως τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ πρόκειται. Ἐρωτηθεὶς πρὸ δύο περίπου μηνῶν, ἂν ὑπῆρχον διπλωματικαὶ δυσκολίαι, σχετιζόμεναι πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀπήντησα, ὅτι ὑπῆρχον δυσκολίαι τινὲς, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν πεποίθησιν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπερνικηθῶσιν. Ἠρωτήθην μετὰ παρέλευσιν ἡμερῶν τινων ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, καὶ ἀπήντησα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει λόγον νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὑπάρχουσι δυσκολίαι διπλωματικαὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα αὐτό. Νῦν εἶναι καιρὸς νὰ ἐξηγήσω τὴν ἔννοιαν τῶν δηλώσεών μου ἐκείνων, καὶ ν’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν γεγονότα τινὰ, ἐπελθόντα μετὰ τὰς δηλώσεις ταύτας. Περὶ τὰ μέσα Μαρτίου ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σταφιδικοῦ ἀπηυθύνθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐζήτησε πληροφορίας τινάς, καὶ ἐξέφρασεν ἀπορίας ὡς πρὸς τὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβαλλόμενον φόρον. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ καθῆκον ἐζήτησεν ἀμέσως ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ὅπως προβῇ εἰς τὴν λύσιν τῶν ἀποριῶν τοῦ κ. πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας. Συμφώνως πρὸς τὰς πληροφορίας, τὰς δοθείσας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ σημειώματος ἀπευθυνθέντος πρὸς τὸν κ. πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας ἐξήγησεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος δὲν ἐπέρχεται αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ὁ κ. πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας διετείνατο, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ φόρου εἰς 15% καὶ 20%, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἀπετέλει φορολογίαν ἀνωτέραν ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο καὶ ἐπιβάλλεται σήμερον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ σημειώματος, τοῦ ὁποίου θέλω καταθέσει ἀντίγραφον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπήντησεν, ἀποδεικνύων, ὅτι ὁ φόρος, ὁ ἐπιβαλλόμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀνώτερος τοῦ ἰσχύοντος, καθόσον ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, ὅστις θέλει παραδοθῆ ἀντὶ τοῦ εἰς χρῆμα φόρου, δὲν θέλει πιθανῶς, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν τιμῶν τῆς πωλήσεως, λάβει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον λαμβάνει διὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου. Κατόπιν τῆς ἀπαντήσεως ταύτης ὁ κ. πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας ἔθετο καὶ ἕτερον ἐρώτημα, πάντοτε πρὸς τὸ αὐτὸ σχετιζόμενον θέμα. Εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο ἀπήντησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τὴν λῆψιν τῶν πληροφοριῶν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· θέλω δὲ καταθέσει καὶ τὴν εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο τοῦ κ. πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας ἀπάντησιν, τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ μᾶς ἀνακοινώσητε καὶ τὰ δύο.
§88Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπανέρχεται ὁ κ. πρεσβευτὴς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, προσπαθῶν νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἀνώτερος. Ταῦτα ἐλάμβανον χώραν τὴν 23 Μαρτίου 1904. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν, τὴν δοθεῖσαν εἰς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα, οὐδεμία διετυπώθη παρὰ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας παρατήρησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπέθετε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐθεωρήθησαν παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἐπαρκεῖς αἱ δοθεῖσαι πρὸς αὐτὴν πληροφορίαι, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ὑπῆρχε διάθεσις ἐκ μέρους αὐτῆς, ὅπως φέρῃ παρατηρήσεις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἢ ἀντιστῇ κατὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο μετὰ παρέλευσιν ἡμερῶν τινων ἀπὸ τῆς 22 Μαρτίου, ὅτε οὐδεμία πλέον παρατήρησις εἶχε γείνῃ, καίτοι πρὸ ἡμερῶν εἶχον δοθῆ αἱ ἀπαντήσεις εἰς τὰ ἐρωτήματα, εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ὑπῆρχον δυσκολίαι διπλωματικαί, παρεμβαλλόμεναι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, Κύριοι, μέχρι τῆς προπαρελθούσης Παρασκευῆς, ὅτε ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας ἀπηύθυνε τὸ ἑξῆς ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀνακοινώσω πρὸς αὐτὴν (ἀναγινώσκει): «Ἐν Ἀθήναις τῇ 14)27 Μαΐου 1904. Κύριε Ὑπουργέ. Δὲν ἠμέλησα νὰ πέμψω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Α. Μεγαλειότητος μετάφρασιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν τῇ 12)25 Μαρτίου, «περὶ τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεως τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης νόμων», καὶ μεταδώσω αὐτῇ τὴν προφορικῶς γενομένην μοι ὑπὸ τῆς Ὑμετέρας Ἐξοχότητος τῇ 22 Μαρτίου)4 Ἀπριλίου δήλωσιν, ὅτι οὐδὲν ἀφίσταται πλειότερον τῶν διαθέσεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἢ τὸ νὰ παραβῇ ὁπωσδήποτε τὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, τὰς περιεχομένας ἐν τῇ συμφωνίᾳ τοῦ 1890, καὶ ὅτι εἶναι πεπεισμένη ὅτι αἱ προτάσεις αὐτῆς δὲν θὰ ἔχωσι τοιοῦτον ἀποτέλεσμα. Ἐπὶ τούτοις ἀνακοινῶ ὑμῖν μετὰ λύπης, ὅτι ἐνετάλην νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κατόπιν ἐνδελεχοῦς ἐρεύνης τοῦ ζητήματος ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μεγαλειότητος εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου εὑρίσκονται ἐν συγκρούσει πρὸς ἐκείνας τῆς Ἀγγλοελληνικῆς συμφωνίας τοῦ 1890. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις πάντοτε διετήρησε τὴν γνώμην, ὅτι οἱ διάφοροι περὶ παρακρατήσεως νόμοι κατέληξαν εἰς παράβασιν τῆς συμφωνίας, καὶ φρονεῖ, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἐὰν ψηφισθῇ, ἤθελεν ἐπιφέρει ἔτι μείζονα διάστασιν πρὸς τὴν συμφωνίαν ταύτην καὶ μείζονας ἀντιρρήσεις ἐκείνων, αἵτινες ἐπηνέχθησαν ἄλλοτε, προκειμένου περὶ προγενεστέρων νομοθετημάτων. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μεγαλειότητος ἀσμένως ἐν τούτοις ἤθελε διαπραγματευθῆ ἀναθεώρησιν τῆς συμφωνίας τοῦ 1890 ἐπὶ ἀνταποδόσει ἀποδεκτῶν παραχωρήσεων. Ἐφ’ ᾧ εἶμαι ἐντεταλμένος νὰ ἐρωτήσω τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἂν εἶναι διατεθειμένη νὰ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἐν καταφατικῇ δὲ περιπτώσει ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις θέλει τότε ὑποδείξει ὁριστικὰς προτάσεις ὡς πρὸς τὰς δασμολογικὰς παραχωρήσεις, ἃς εἶναι διατεθειμένη ν’ ἀπαιτήσῃ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Ἀγγλικοῦ ἐμπορίου. Δέξασθε κλπ. Φ. Ἔλλιοτ.» Εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπήντησεν, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην αὐτῆς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν καὶ τὰ μέτρα τὰ ληφθέντα πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδόλως ἀπετέλουν παράβασιν τῶν ὅρων τῆς συμφωνίας τοῦ 1890, ὅτι ὅμως ἀπέναντι τῆς ἐκδηλωθείσης ἐπιθυμίας τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διαπραγματευθῇ τὴν μεταρρύθμισιν τῶν ὅρων τῆς συμφωνίας ταύτης, δὲν ἀρνεῖται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν αὐτήν· ἐπειδὴ ὅμως αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῶσιν ἐπὶ πολὺν χρόνον, θὰ ἦναι ἀπολύτως ἀδύνατον, ὅπως αἱ διαπραγματεύσεις ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν τῆς ὑφισταμένης συμφωνίας ἀπολήξωσιν ἐντὸς μικροῦ χρόνου καὶ δυνηθῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς τ’ ἀποτελέσματα τῶν διαπραγματεύσεων τούτων, ἐὰν τυχὸν ἤθελον καταλήξει εἰς αἴσιον πέρας. Ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὅτι ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος καὶ τῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσι τὴν παραγωγὴν τοῦ ἔτους 1904, ἐπιβάλλεται ἡ λῆψις μέτρων πρὸς πρόληψιν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν δὲν ἀποσοβηθῶσι, θὰ γεννήσωσιν ἀθυμίαν μεγάλην παρὰ τοῖς πληθυσμοῖς τοῖς σταφιδικοῖς, τὰ συμφέροντα δὲ αὐτῶν θὰ διακυβευθῶσι, πιθανῶς δὲ καὶ αὐτὴ ἡ δημοσία τάξις, ὡς ἐκ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον ὕψιστα συμφέροντα διατρέχουσι, νὰ κινδυνεύσῃ, καὶ τὰ συμφέροντα δὲ τοῦ Κράτους ἐπίσης θέλουσιν εὑρεθῆ ἐν κινδύνῳ. Ὅτι ἀπέναντι ὅλων τούτων ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι ἡ συζήτησις καὶ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ μὴ ἀνασταλῇ, καὶ ὅτι ἔχει δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις θέλει ἀναγνωρίσει τὴν σοβαρότητα τῶν λόγων τούτων, δὲν θὰ φέρῃ δυσκολίαν εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ τυχὸν ψηφισθησομένου νομοσχεδίου καὶ δὲν θέλει ἀντιστῆ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἐπιφυλασσομένη, ὅπως ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κανονίσῃ τὰ τῶν ἀνταλλαγμάτων, καὶ ἐπιφυλασσομένης τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς, ἵνα ἐν προσεχεῖ Συνόδῳ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς τὰ πορίσματα τῶν διαπραγματεύσεων, αἵτινες θέλουσι διεξαχθῆ. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐστάλη εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν. Καταθέτω τοῦ ἐγγράφου τούτου ἀντίγραφον, ὅπως οἱ κύριοι Βουλευταὶ λάβωσι γνῶσιν αὐτοῦ. Ἐκφράζω δὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡ ταχεῖα ψήφισις μέτρου, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται παρὰ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν ὡς δυνάμενον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ σπουδαιοτέρου τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων, ἐκφράζω, λέγω, τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις θέλει ἀποδεχθῆ τὴν γενομένην πρὸς αὐτὴν πρότασιν, καὶ ὅτι ἑπομένως, ἐὰν τυχὸν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, δὲν θέλουσι παρεμβληθῆ παρ’ αὐτῆς προσκόμματα εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς εἶναι εὔκολον ν’ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ ποῖον χρόνον λήγει ἡ διάρκεια τῆς ἰσχύος τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μεγάλης Βρεττανίας ἐμπορικῆς συμφωνίας;
§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῶσιν. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ δύνανται νὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τούτων εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς.
§91Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἂν νομίζει πρέπον, πρὸ τῆς ἀπαντήσεως τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ τελευταῖον ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§92Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ, Κύριοι, βασιζόμενος ἐπὶ τῶν εὐμενῶν διαθέσεων τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ὑπάρχει δυσκολία, ὅπως ἡ Βουλὴ προβῇ, διότι πιστεύω ὅτι μετὰ τὴν δοθεῖσαν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἔγγραφον τὸ ἀνακοινωθὲν παρὰ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῆς θέλει πεισθῇ, ὅτι τὰ συμφέροντα αὐτῆς οὐδένα διατρέχουσι κίνδυνον. Ἡ διάθεσις, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις ἐπὶ τῶν ζητηθησομένων παραχωρήσεων, χωρίς, ἐννοεῖται, νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, διότι δὲν γνωρίζει ποῖαι εἶναι αἱ παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις θέλει ζητήσει, ἡ διάθεσις, λέγω, ἡ ἐπιδειχθεῖσα ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρατείνῃ ἐπὶ πολὺ τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς, θέλουσι πείσει τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου οὐδόλως βλάπτονται τὰ συμφέροντα αὐτῆς.
§93Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰς ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, αἱ ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας προέβαλεν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἐνταῦθα πρεσβευτοῦ αὐτῆς, ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τὸ εἰσαχθὲν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 12 Μαρτίου ἐ. ἔ. περὶ τῆς ἀποδόσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος εἰς εἶδος, ἐστρέφοντο περὶ δύο τινά· πρῶτον μὲν εἰς τὸ ὅτι ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐπεβλήθη εἰσφορὰ εἰς εἶδος ἀπὸ τοῦ 1899, ἥτις παρεβίασε τοὺς ὅρους τῆς συμφωνίας τοῦ 1890, καὶ δεύτερον, ὅτι ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος ἤδη πρόκειται νὰ καταβάλληται εἰς εἶδος, ἀντὶ τοῦ φόρου τοῦ καταβαλλομένου μέχρι τοῦδε εἰς χρῆμα, ἐπαυξάνει καὶ ἐπιβαρύνει τὴν φορολογίαν τοῦ εἴδους εἰς τρόπον, ὥστε καὶ πάλιν ἡ συνθήκη τοῦ 1890 νὰ παραβιάζηται. Καὶ ὅσον μὲν, κύριε Πρόεδρε, ἀφορᾷ τὴν εἰς εἶδος εἰσφοράν, ὁ νόμος ὁ κανονίσας αὐτὴν ἰσχύει ἀπὸ τοῦ 1899, ὁ νόμος δηλαδή, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ὑπερβῇ ἡ εἰσφορὰ τὰ 15%. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, ὡς πρὸς τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον πρόκειται διὰ τοῦ εἰσαχθέντος νομοσχεδίου ν’ ἀντικαταστήσωμεν διὰ τῆς καταβολῆς αὐτοῦ εἰς εἶδος, εὐκταῖον θὰ ἦτο, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρεῖχεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις προέβαλεν ἆρά γε τὴν ἀντίρρησιν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος παραβιάζεται ἡ συνθήκη τοῦ 1890, διότι εὗρεν ἐπαύξησιν φόρου διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου; Ἢ ἀντετάχθη ἀπολύτως κατὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μετατροπῆς τοῦ φόρου ἀπὸ χρηματικοῦ εἰς φόρον εἰς εἶδος;
§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνέγνωσα τὸ ἔγγραφον.
§95Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξηγήσω ἀμέσως τὸν λόγον τῆς διακρίσεως. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ὑπολογίζουσα ἴσως τὴν τιμὴν τῆς σταφίδος, εὑρίσκει, ὅτι τὸ 15% εἰς εἶδος εἶναι αὔξησις τῆς φορολογίας τῆς κρατούσης ἤδη, διὰ δὲ τῆς συνθήκης τοῦ 1890 ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα μὴ ἐπαυξάνῃ τὸν φόρον τὸν ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῆς σταφίδος, καθ’ ὃ ἔτος συνεβλήθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς, ἦτο διὰ τὰς ἐπαρχίας Καλαμῶν, Μεσσήνης, Πυλίας, Τριφυλίας, Ὀλυμπίας καὶ Λακεδαίμονος 16½ δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, διὰ δὲ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου, 19 δραχ. κατὰ χιλιάδα. Ταύτην δὲ τὴν ὑποχρέωσιν ἀνέλαβεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἵνα μὴ τὸν φόρον τὸν ὑπάρχοντα κατὰ τὸ 1890 αὐξήσῃ ἐπὶ πλέον. Καὶ δυνάμεθα, κύριε Πρόεδρε, λαμβάνοντες μίαν δεδομένην τιμὴν τῆς σταφίδος, νὰ εὕρωμεν εἰς ποῖον ποσὸν φόρου ἀντιστοιχεῖ ὁ φόρος εἰς εἶδος τῶν 15%. Ἆρά γε ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἰς εἶδος προβάλλει τὰς ἀντιρρήσεις της, ἢ προβάλλει ταύτας κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἀπολύτως; Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου δώσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Διότι, ἐὰν αἱ ἀντιρρήσεις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως στρέφωνται εἰς τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου εἰς εἶδος, τότε δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν· ἐὰν ὅμως αἱ ἀντιρρήσεις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως στρέφωνται κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου βάσις εἶναι ἡ καταβολὴ τοῦ φόρου εἰς εἶδος, τότε νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐλπίζῃ, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις θέλει ἐνδώσει εἰς τὰς παραστάσεις αὐτῆς, καλὸν, νομίζω, εἶναι νὰ προβῶμεν καὶ εἰς συζήτησιν καὶ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§96Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνακοινῶν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ μικροῦ τὰς ἀξιώσεις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπιμείνῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος σήμερον πρόκειται πρὸς συζήτησιν, εἶναι διατεθειμένη νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὰ μέτρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα καὶ πρὶν καὶ νῦν ἔλαβεν ὑπὲρ τῆς σταφίδος, ὑπὸ τὸν ὅρον διαπραγματεύσεων πρὸς ἀναθεώρησιν τῆς συμφωνίας τοῦ 1890 ἐπὶ ἀνταποδόσει ἀποδεκτῶν παραχωρήσεων, ὑπέδειξεν, ὅτι θὰ ἦτο διατεθειμένη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ εἰσέλθῃ εἰς τοιαύτας διαπραγματεύσεις, ἐπιφυλαττομένη βεβαίως νὰ κρίνῃ, ἂν αἱ ἀξιώσεις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀποδεκταί. Ἐὰν ἀποδεχθῶμεν τὰς ἀξιώσεις ταύτας χάριν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ κατ’ ἐμὲ θεωρῶ ἐπικίνδυνον τὴν ὁδὸν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν σήμερον νὰ εἰσέλθωμεν, καὶ ἤθελον ἐκφράσει τὴν ἰδέαν ἀπὸ τοῦδε,— καίτοι ἠδυνάμην νὰ ἐκφράσω ταύτην κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου,—ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν τοιαύτην ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα καθωρίσαμεν ἀπὸ τοῦ 1895, νομίζω, καὶ τὰ ὁποῖα μετὰ ταῦτα ηὐξήσαμεν, καὶ νῦν αὐξάνομεν, ὥστε νὰ εἰσέλθωμεν χάριν τῶν μέτρων αὐτῶν εἰς ὑποχρεώσεις δασμολογικὰς καὶ παραχωρήσεις τοιαύτας, ὅπως διατηρήσωμεν ἀπέναντι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐρχόμεθα νὰ δημιουργήσωμεν διὰ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς. Λέγω ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ πράξωμεν τοῦτο, διότι οὔτε τὰ τῆς παρακρατήσεως ἄχρι τοῦδε ἐπέτυχον, οὔτε αὐτά, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου ζητοῦμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν, παρέχουσι τὴν ἐλπίδα μεγαλειτέρας ἐπιτυχίας, διότι αὐξάνοντες τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος δι’ εἰσφορᾶς εἰς εἶδος ἀντὶ χρήματος τοῦ φόρου τοῦ Δημοσίου, αὐξάνοντες, λέγω, τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μένῃ ἐν τῷ τόπῳ, καὶ ἐλαττοῦντες οὕτω τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος τὸ ἐξαγόμενον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἡ ἐκ τούτου ὠφέλεια θὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ θεωρῶμεν ὅτι θὰ πορισθῶμεν μεγάλα καὶ βέβαια κέρδη, λύοντα τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικὸν καὶ ἀσφαλίζοντα εἰς τοὺς παραγωγοὺς τὰ ὠφέλη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οὗτοι περιμένουσιν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου τούτου, καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ὑποστῶμεν θυσίας, νὰ ὑποστῶμεν τὰς δασμολογικὰς παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνης ζητεῖ. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον αὐξάνει βεβαίως τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον παρακρατεῖται, διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ πρὸς τὸ Δημόσιον φόρου εἰς εἶδος ἀντὶ χρήματος, ἀλλὰ συγχρόνως περιλαμβάνεται διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διὰ τῆς ὁποίας ἀποκλείεται ἡ μεταποίησις τῆς χλωρᾶς σταφίδος εἰς οἶνον. Τοῦτο δὲ λέγω, διότι ἀντιτίθεται εἰς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρέπει περισσότερον ποσὸν σταφίδος νὰ παρακρατῆται ἐν τῷ τόπῳ. Τὸ ποσὸν ὅμως αὐτὸ περιοριζόμεθα νὰ τὸ καταναλώσωμεν διὰ τῶν κειμένων νόμων, δυνάμει τῶν ὁποίων ἀπαγορευομένης τῆς μεταποιήσεως εἰς οἶνον τῆς χλωρᾶς σταφίδος δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ διαθέσωμεν ὅλον τὸ ποσὸν τοῦτο μὲ τιμὰς ἀνταποκρινομένας εἰς τὰς δαπάνας. Τοῦτο ἐδέχθη μὲν ἡ Βουλὴ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν ἐλύθη διότι ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν οὕτω. Τὸ ζήτημα ὑφίσταται ἀκόμη ἀπειλητικόν. Δὲν εἶναι δυνατόν, ποσὸν 100,000,000 ἢ 120,000,000 λιτρῶν σταφίδος, τὸ ὁποῖον θὰ μένῃ ἐν τῷ τόπῳ, νὰ τὸ διαθέσῃ, μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Ἑλλὰς, διὰ διαφόρους βιομηχανικὰς χρήσεις. Θὰ ᾖναι φόβος νὰ μεταμεληθῶμεν, ὅτι τόσον ποσὸν παρακρατοῦμεν, ἐὰν περιορίσωμεν, καταργοῦντες μίαν τῶν τριῶν μεθόδων τῆς καταναλώσεως αὐτοῦ, τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ καταναλωθῇ ἐν τῷ τόπῳ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εὕρωμεν, ὅτι αἱ παραχωρήσεις πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν εἶναι πλέον περιτταί. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, μολονότι δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπικρίνω τὰς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διαπραγματευθῇ μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν δασμολογικῶν αὐτῶν μεταβολῶν, ἐπεθύμουν νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει καὶ νῦν καὶ ὅτε βραδύτερον θὰ ἄρξηται ἡ διαπραγμάτευσις, ὅτι δὲν συνηγορεῖτε ὑπὲρ καθεστῶτος γενομένου ἀποδεκτοῦ, ἀναμφισβητήτως ὠφελίμου, ὥστε νὰ διατηρήσωμεν τοιοῦτον, ὁποῖον θὰ ᾖναι διὰ τοῦ νέου νόμου. Τοῦτο δὲν λέγω ἀπολύτως, διότι βεβαίως καὶ ἄλλας παραχωρήσεις δύναται καὶ πρέπει μία Κυβέρνησις νὰ ποιήσηται, ἐν ᾗ περιπτώσει θεωρεῖ, ὅτι ἔλυσε τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικὸν ὁριστικῶς καὶ ἀναμφισβητήτως καὶ δύναται νὰ παραχωρήσῃ πολλὰς ὠφελείας, διότι ἐξησφάλισε σπουδαῖα ὠφελήματα ὑπὲρ τῆς χώρας· ἀλλ’ ἐὰν τὸ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου σύστημα καθιερώσητε, αὐτὸ δὲν εἶναι οὔτε μόνιμον, οὔτε βιώσιμον, οὔτε ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Ἕνεκα τούτου, λαβὼν ἀφορμὴν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτε ἀνήγγειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι πιθανῶς ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ θὰ εἰσέλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων σήμερον ἢ διευθετηθησομένων διὰ τοῦ νέου νόμου, συνεβούλευσα νὰ μὴ προβῇ εἰς παραχωρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἴσως βραδύτερον θ’ ἀποδειχθῶσι τοιαῦται, ὥστε νὰ μεταμεληθῶμεν δι’ αὐτάς.
§97Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ὅπως βραχείας τινὰς παρατηρήσεις ὑποβάλω εἰς αὐτήν, σχετιζομένας μὲ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἄγει εἰς τὰ ἑξῆς συμπεράσματα. Θέτει ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθησαν αἱ Βουλαὶ πρὸ δεκαετίας, δηλαδὴ τὴν ἀρχὴν τῆς παρακρατήσεως, καὶ λέγει, ὅτι, ἀφοῦ ἡ παρακράτησις δὲν ἀπεδείχθη λυσιτελὴς, δὲν φρονεῖ ὅτι εἶναι σκόπιμον, ὅτι εἶναι καὶ φρόνιμον νὰ προβῶμεν εἰς παραχωρήσεις πρὸς διατήρησιν συστήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπεδείχθη λυσιτελές...
§98Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§99Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, αὐτὸ εἴπετε· οὕτως ἀντελήφθην ἐγὼ τοὐλάχιστον τὰ λεχθέντα παρ’ ὑμῶν.
§100Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Ἐὰν θέλητε, νὰ τὸ διασαφήσω.
§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ.
§102Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐκηρύχθην ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τῆς παρακρατήσεως, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἀπ’ ἀρχῆς συνηγόρησα. Εἶπον μόνον, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς τὴν παρακράτησιν προσετέθησαν μεγάλα πλεονάσματα. Νῦν πρόκειται νὰ προστεθῇ τὸ ποσὸν τὸ εἰς εἶδος καταβαλλόμενον ἀντὶ τῶν χρημάτων ἐκ φόρου πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ εἶπον, ὅτι τόσον μέγα ποσόν, μένον ἐν τῷ τόπῳ, διπλάσιον ἴσως ἐκείνου, τὸ ὁποῖον παρεκρατεῖτο διὰ τῆς παρακρατήσεως, καὶ παρακρατεῖται ὑπὸ περιορισμούς, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν μεταποίησιν τῆς χλωρᾶς σταφίδος εἰς οἶνον, ἔχω τοὺς φόβους, καὶ μετ’ ἐμοῦ τοὺς φόβους τούτους ἔχουσι καὶ πλεῖστοι ἄλλοι, ὅτι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ διατεθῇ ἐν τῷ τόπῳ οὕτως ἐπικερδῶς, οὕτως ἐπωφελῶς, ὥστε νὰ ἀποδώσῃ τοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους ἀπέδιδε τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον παρεκρατεῖτο πρίν, καὶ τὸ ὁποῖον σήμερον δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν οὔτε εἰς οἰνοπνεύματα, διότι δὲν θὰ δύνανται ταῦτα νὰ ἀνταγωνίζωνται πρὸς τὰ οἰνοπνεύματα τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐκτὸς ἐὰν πωλήσωμεν πρὸς 30 δραχμὰς ἐπὶ ἔλαττον τὴν σταφίδα, ἀλλὰ καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ κατασκευάζοντες οἴνους, διότι καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ μᾶς ἐμποδίζουσι πρὸς τοῦτο, καὶ μᾶς λέγουσιν, οἱ μὲν τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅτι οἶνον ἐκ ξηρᾶς σταφίδος δὲν δέχονται, οἱ δὲ τοῦ ἐσωτερικοῦ, ὅτι μεταποίησιν εἰς οἶνον τῆς χλωρᾶς σταφίδος δὲν ἐπιτρέπουσιν. Ἐζητήσαμεν νὰ δανείζηται ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ποσὸν χρημάτων μέχρι 5,000,000, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν θὰ δύναται νὰ εὕρῃ, διότι θὰ ἦναι τόσον εὐτελεῖς αἱ τιμαὶ ὅλου αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἕνεκα τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ὥστε καὶ αἱ ἀσφάλειαι, τῶν ὁποίων θὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἐκεῖνος, ὅστις θὰ πρόκηται νὰ δώσῃ πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν τὸ ποσὸν αὐτό, δὲν θὰ ἦναι τοιαῦται, ὥστε νὰ δώσῃ αὐτὰ τὰ χρήματα. Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι ὁ ἐπ’ αὐτῶν συζητῶν δὲν ἔχει βάσιν ἀσφαλῆ. Αὐτὰς τὰς ἀμφιβολίας ἔχων, ἐξέφρασα τὴν γνώμην, ὅτι, ἐὰν ἦσθε ἠναγκασμένοι, ὅπως βλέπω ὅτι εἶσθε ἠναγκασμένοι, νὰ εἰσέλθητε εἰς διαπραγματεύσεις, δέον νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι δὲν ἐφθάσαμεν δυστυχῶς εἰς τὸ τέρμα τοῦ ἀγῶνος, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ θεωρήσητε, ὅτι ἐξησφαλίσατε τὸ ζήτημα, ὥστε νὰ δώσητε παραχωρήσεις πρὸς τὰς ξένας Κυβερνήσεις διὰ τὴν ἐξασφάλισιν αὐτοῦ, καὶ ἰδίως πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ὁποία εἶναι ὁ μεγαλείτερος καταναλωτὴς τῆς σταφίδος, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον, εἶπον, αὐτὸ, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου θὰ κάμωμεν τὰς παραχωρήσεις, νὰ ἦναι ἀσταθές, καὶ ἴσως ἀποβῇ ἐπιζήμιον, ὅπως σήμερον γίνεται, διότι σήμερον πρόκειται περὶ ποσοῦ σταφίδος διπλασίου, παρακρατουμένου ἐν τῷ τόπῳ, εἰς τὸ ὁποῖον περιορίζομεν τὴν διέξοδον. Εἶναι δυνατὸν λοιπὸν αὐτὸ νὰ θεωρηθῇ ἀντάξιον παραχωρήσεων νέων; Αὐτὰς τὰς ἀμφιβολίας ἐκφράζω, χωρὶς νὰ ἐννοῶ νὰ ἐπικρίνω κατά τι ἢ τὰς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἰσέλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις, ἢ τὰς παραχωρήσεις, ἃς θὰ ποιήσηται, διότι τὰς ἀγνοῶ.
§103Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἐξακολουθήσω τὴν σειρὰν τῶν ἰδεῶν μου. Καὶ ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα ὁμιλία τοῦ κ. Βουλευτοῦ, κατ’ ἐμὲ, ἀφορᾷ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, οἵα διατυποῦται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερεν, ἡ Βουλὴ δὲ θὰ σχηματίσῃ γνώμην, ἂν πρέπει νὰ δεχθῇ ἢ νὰ μὴ δεχθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Τὸ ζήτημα τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως σχετίζεται ἀκριβῶς μὲ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν ᾗ περιπτώσει ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τότε θὰ γεννηθῇ ἡ ἀνάγκη διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως περὶ τροπολογιῶν, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσιν εἰς τὴν συμφωνίαν τοῦ 1890. Ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῶν διαπραγματεύσεων. Ἑπομένως καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἴσως θὰ ἦναι ἐσφαλμένη ἡ ὁδὸς, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ἐὰν τυχὸν αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας μοὶ ἐφάνη ἀναπτύξας ὁ κ. Βουλευτὴς, γείνωσιν ἀσπασταὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ποῖον θὰ ἦναι τὸ συμπέρασμα τῆς παραδοχῆς αὐτῶν; Ἢ καταψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ἢ ἐγκατάλειψις τοῦ νομοσχεδίου· διότι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἔχῃ τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐὰν ὡς ἐκ τοῦ μεγάλου ποσοῦ τοῦ παρακρατήματος, ὅπερ μένει εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸ ὁποῖον ποσὸν θὰ προστεθῇ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τοῦ εἰς εἶδος ἀντὶ χρημάτων ἀποδιδομένου εἰς τὸ Δημόσιον, πρόκειται νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ποσοῦ σταφίδος τοσούτου, ὥστε ἡ κατανάλωσις αὐτοῦ νὰ ἀποβῇ ἀδύνατος, ὅλα αὐτὰ, τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀναπτυχθέντα, φαίνονταί μοι ἀντιστρατευόμενα πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τότε τίθεται τὸ ζήτημα: Ὑπάρχει ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον δύναται μᾶλλον ἐπιτυχῶς ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ παρ’ ἡμῶν προταθέν; Ἴσως θεωρητικῶς ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐνομοθετήθη ἡ παρακράτησις, εἰσήλθομεν εἰς ὁδὸν, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἔπρεπε νὰ φέρῃ εἰς δυσάρεστα ἀποτελέσματα, διότι ἡ ἀρχὴ ἦτο ἐσφαλμένη, καὶ ἐσφαλμένης οὔσης τῆς ἀρχῆς βεβαίως τὰ ἀποτελέσματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὦσιν εὐχάριστα. Ἀλλὰ σήμερον, ἀπέναντι τῆς κρίσεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, ὑπάρχει μέσον ἀντιμετωπίσεως τῶν κινδύνων, ὑφ’ ὧν ἀπειλούμεθα, ἄλλο καλλίτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον προτείνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, εἶναι τὸ συζητητέον ζήτημα. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ ἕτερον μέσον, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπορριφθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ νὰ ἀφεθῶσι τὰ πράγματα εἰς τὴν τύχην των; Τοῦτο θεωρῶ ἀδύνατον. Δέον λοιπὸν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ψηφιζομένου ὅμως τοῦ νομοσχεδίου, εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς ἄλλης δυσκολίας, πρὸ τῆς θελήσεως τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλῃ τὴν ὑπάρχουσαν σύμβασιν, καὶ ἑπομένως νὰ προβῇ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας τῆς σταφίδος. Θεωρουμένου τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἀποτελοῦντος τὸ μόνον μέσον, ἂν ὄχι πρὸς θεραπείαν, ἀλλὰ βεβαίως πρὸς προσωρινὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κύρωσιν αὐτοῦ ἐναντίον τῆς θελήσεως τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, διότι τοῦτο πράττοντες ἐκτιθέμεθα εἰς τὸν κίνδυνον αὐξήσεως τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἦναι διατεθειμένη ἡ Βουλὴ, ὅπως τοιοῦτον διατρέξῃ κίνδυνον. Πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κινδύνου τούτου ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ τὴν ἀρχὴν τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς τροπολογίαν τῆς συμφωνίας τοῦ 1890, χωρὶς βεβαίως νὰ ἀποδεχθῇ ἐκ τῶν προτέρων ὅλας τὰς αἰτήσεις, αἵτινες θὰ διατυπωθῶσι παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἀπεδέχθη τὴν ἀρχὴν τῶν διαπραγματεύσεων ἡ Κυβέρνησις, ἀπεδέχθη ἑπομένως τὴν ἀρχὴν, ὅπως τροπολογίαι τινὲς ἐπενεχθῶσιν εἰς τὴν συμφωνίαν τοῦ 1890, ἐπιφυλασσομένη νὰ συζητήσῃ τὰ τῶν τροπολογιῶν. Τούτου γενομένου, εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ ἑτέρου ζητήματος: Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου μέχρις οὗ αἱ διαπραγματεύσεις αὗται ἀπολήξωσι; Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι, καίτοι τὸ ζήτημα ἀνεκινήθη ὑπὸ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας τὴν 22 Μαρτίου, μόνον τὴν 14 Μαΐου διετυπώθησαν αἱ ἀξιώσεις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἐννοεῖται ὅτι διὰ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος δὲν ἔχει τὴν σπουδαιότητα, ἣν ἔχει διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὸ ζήτημα τοῦτο. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν θὰ διατυπωθῶσιν αἱ ἀξιώσεις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῶσι διαπραγματεύσεις ἐπὶ τούτων, καὶ ὅτι θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ καταλήξωσιν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται εἰς συμπέρασμά τι. Ἑπομένως, ἐὰν ἤθελε γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ παρ’ ὑμῶν ὑποδειχθεῖσα λύσις, ποῖον θὰ ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα; ὅτι δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς παρούσης ἐκτάκτου Συνόδου, νὰ ψηφισθῇ τὸ πόρισμα τοῦτο τῶν διαπραγματεύσεων, καὶ ἑπομένως ὅτι δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην νὰ συζητηθῇ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον. Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ μὴ ληφθῇ μέτρον τι πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἀπειλούντων τὴν σταφιδοπαραγωγὴν κινδύνων; Λέγω μέτρον τι, διότι, ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου προταθῶσι μέτρα προσφορώτερα ἀπὸ ἐκεῖνα, ἅτινα προτείνονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα θὰ γείνωσιν ἀποδεκτά. Ἐρωτῶ καὶ πάλιν, εἶναι δυνατὸν, ἕνεκα διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ διαρκέσωσι καὶ ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἐπὶ πόσον χρόνον, νὰ ἀναβληθῇ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου μέχρι τοῦ πέρατος αὐτῶν; Ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ τοῦτο ἀσύμφορον, θεωρεῖ τοῦτο καταστρεπτικὸν, καὶ διὰ τοῦτο προέβη εἰς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο. Νομίζω ὅτι αἱ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τοσοῦτον δεδικαιολογημέναι, ὥστε πᾶσα ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις οὐδὲν ἕτερον ἀποδεικνύει ἢ τὸ βάσιμον αὐτῶν.
§104Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θεωρῶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπικίνδυνον, ἐὰν ζητηθῶσι παραχωρήσεις περισσότεραι, ἰδίως ὅταν αἱ ἀντιρρήσεις γίνωνται παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐδὲν ἄλλο μέσον εἶναι δυνατὸν πρὸς θεραπείαν.
§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον αὐτό· ἀπ’ ἐναντίας ἐδήλωσα, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου προταθῶσι μέτρα, τὰ ὁποῖα νὰ θεωρηθῶσι προσφορώτερα πρὸς ἐπίλυσιν τῶν ὑποβληθέντων ζητημάτων, τῶν σχετιζομένων μὲ τὸ σταφιδικὸν, θὰ ἦμαι προθυμότατος νὰ δεχθῶ αὐτά. Δὲν ἀπέκλεισα πᾶν ἄλλο μέτρον.
§106Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὰ εἶναι θεωρητικῶς ὀρθὰ μᾶλλον παρὰ πρακτικῶς· διότι, ἐὰν ἔχητε τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱανδήποτε πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε προτείνει τις ὡς πρακτικωτέραν, ὡς ἐξασφαλίζουσαν περισσότερον τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, τὴν ἀποδέχεσθε, τότε διατὶ δὲν ἀπεδέχθητε τὴν γνώμην, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως εἶναι ἡ ἀναγκαία γνώμη μετὰ τὴν γνώμην, ἣν τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ, τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ παρακρατουμένου διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου εἰς εἶδος, δηλαδὴ τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ ἐξοδεύηται καὶ διὰ μεταποιήσεως τῆς χλωρᾶς σταφίδος εἰς οἶνον; Θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι εἶναι πολλαὶ ἐπαρχίαι ἐναντίαι τῆς οἰνοποιήσεως τῆς χλωρᾶς σταφίδος. Ἀλλ’ ἐὰν ἠθέλομεν ἀφαιρέσει μέγα ποσὸν σταφίδος διὰ τὴν οἰνοποίησιν, ἠθέλομεν λύσει τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ ἀφίνωμεν μέγα ποσὸν σταφίδος νὰ παρακρατῆται, ἐν τῷ τόπῳ, καὶ μόνον ἐλάχιστον ποσόν, ποσὸν τὸ ὁποῖον καταναλίσκεται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, νὰ ἐξάγηται, δὲν λύεται τὸ ζήτημα. Ἐὰν λοιπὸν δυνάμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν τὴν οἰνοποίησιν τῆς χλωρᾶς σταφίδος, τότε δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν ἀπέναντι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ζητήσωμεν νὰ μάθωμεν, τίνας παραχωρήσεις ζητεῖ, καὶ ἐὰν τὰς εὕρωμεν ἀναλόγους πρὸς τὰ κέρδη, ἃ θὰ πορισθῶμεν ἐκ τῆς ἐπικερδοῦς καταναλώσεως, τῆς ἰδιαιτέρας, μεγάλου ποσοῦ σταφίδος, τότε νὰ δεχθῶμεν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσωμεν τὸ ποσὸν τῆς παρακρατήσεως, ἀλλὰ συγχρόνως ἀπαγορεύσωμεν τὴν ἐξόδευσιν αὐτοῦ διὰ τῆς μεταποιήσεως τῆς χλωρᾶς σταφίδος εἰς οἶνον, δὲν λύεται τὸ ζήτημα, ἀλλὰ δυσχεραίνεται, διότι βεβαίως καλλιτέρα θὰ ἦτο ἡ θέσις τοῦ ζητήματος, ἐὰν μόνον τὴν παρακράτησιν καὶ τὸ πλεόνασμα εἴχομεν νὰ ἀγοράζωμεν, παρὰ ἐὰν προσθέσωμεν ἀκόμη 40,000,000 ἢ 50,000,000 σταφίδος, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου ὡς φόρος εἰς εἶδος, ἐὰν δὲν αὐξήσωμεν τὰ μέσα τῆς καταναλώσεως τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ διὰ τῶν γνωστῶν μέσων, δηλαδὴ τῆς μεταποιήσεως αὐτοῦ εἰς τὰ εἴδη τὰ ἐπιτρεπόμενα. Ἀλλὰ δυστυχῶς οὐ μόνον δὲν αὐξάνονται τὰ μέσα τῆς καταναλώσεως ταύτης, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐλαττωθῶσι, διότι, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ἐκ τῶν ἀγορῶν καταναλώσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ ἡ Ἰταλία δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ δέχηται πλέον οἶνον ἐκ ξηρᾶς σταφίδος. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, πόθεν οἱ οἶνοι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀπηγορεύθησαν, προήρχοντο, ἀλλ’ αὐτὴ ἰσχυρίζεται, ὅτι αὐτοὶ οἱ οἶνοι ἦσαν οἶνοι κατεσκευασμένοι ἐκ ξηρᾶς σταφίδος, καὶ δὲν δύναται νὰ δεχθῇ αὐτούς. Ὅταν λοιπὸν περιορίζωνται αἱ ἀγοραὶ τῆς χρησιμοποιήσεως οἴνων ἐκ ξηρᾶς σταφίδος, ἐρχόμεθα καὶ προσθέτομεν 40 ἕως 50 ἑκατομμύρια ἀκόμη, καὶ ζητοῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος· ἀλλὰ δὲν ὑποθέτω, ὅτι, ἐπειδὴ πρέπει νὰ δώσωμεν μίαν λύσιν, πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι αὐτὴ εἶναι πρέπον νὰ θεωρηθῇ ἡ καλλιτέρα. Καὶ ἐπειδὴ δὲν πρέπει νὰ ἐρχώμεθα εἰς ῥῆξιν μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ γινώμεθα παραίτιοι δασμολογικῶν ἐπιβαρύνσεων μετὰ τῆς Ἀγγλίας, πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὰς παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ζητεῖ παρ’ ἡμῶν. Θὰ ἔχωμεν τότε διπλοῦν κακόν· θὰ ἐλαττώσωμεν καὶ τὰς ἐλευθερίας τὰς τελωνιακὰς, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀπέναντι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν λύσιν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐγένοντο αἱ παραχωρήσεις αὗται. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, διότι πιθανὸν ἡ Βουλὴ νὰ διατεθῇ ἄλλως καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ ἡ χλωρὰ σταφὶς πρέπει νὰ οἰνοποιηθῇ, καὶ τότε τὸ πρᾶγμα μεταβάλλεται· ἂν ὅμως μέλλωσι νὰ ψηφισθῶσι τὰ προτεινόμενα ὡς ἔχουσι καὶ ὡς κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θεωρῶ ὅτι εἶναι χειροτέρευσις τοῦ ζητήματος, καὶ ὅτι χειροτερεύοντος τοῦ ζητήματος δὲν πρέπει νὰ προέλθωμεν εἰς παραχωρήσεις πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ κάμωμεν μόνον καθ’ ἣν περίπτωσιν τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικὸν ἐξασφαλίσῃ λύσιν διαρκῆ.
§107Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ προλαλήσας εἰσῆλθεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου, καὶ συνεζήτησε μίαν ἀπὸ τὰς μᾶλλον ἀμφισβητουμένας διατάξεις αὐτοῦ, τὸ ζήτημα τῆς οἰνοποιήσεως τῆς χλωρᾶς σταφίδος. Τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, γενομένης δὲ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ψηφοφορίας, ἀπερρίφθη ἡ οἰνοποίησις ἡ ἐκ τῆς χλωρᾶς σταφίδος. Ἀλλ’ ἐν ταῖς συζητήσεσιν, αἵτινες τὴν ἑσπέραν ταύτην θὰ γένωνται, πάλιν τὸ ζήτημα θὰ συζητηθῇ, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποίαν σχέσιν ἔχει τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἀσχολούμεθα; Ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι ἀπορρίπτεται ἡ οἰνοποίησις τῆς χλωρᾶς σταφίδος· νομίζει ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συναινέσωμεν εἰς διαπραγματεύσεις περὶ τροπολογιῶν τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀγγλίας, καὶ ὅτι πρέπει νὰ τρέξωμεν τὸν κίνδυνον αὐξήσεως τῆς φορολογίας τῆς σταφίδος ἐν Ἀγγλίᾳ; Τὸ ζήτημα τῆς οἰνοποιήσεως, τῆς χλωρᾶς σταφίδος δὲν σχετίζεται μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Ἀγγλίας, διότι ἡ Ἀγγλία θεωρεῖ, ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, βλάπτει τὰ συμφέροντα αὐτῆς· «δι’ αὐτὸ, λέγει, ζητῶ ἀνταλλάγματα ἀπέναντι τῆς βλάβης». Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου θὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τῆς οἰνοποιήσεως τῆς χλωρᾶς σταφίδος, εἶσθε δὲ ἐλεύθερος τότε νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι, ἂν δὲν γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς οἰνοποιήσεως τῆς χλωρᾶς σταφίδος, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Τότε δὲν γίνεται λόγος περὶ νομοσχεδίου, τότε δὲν γίνεται λόγος περὶ διαπραγματεύσεων πρὸς τροπολογίαν τῆς ὑφισταμένης συμβάσεως. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ συζητηθῇ· διότι, ἂν ὑπάρχωσιν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς οἰνοποιήσεως τῆς χλωρᾶς σταφίδος, εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐπιχειρήματα καὶ κατὰ τῆς οἰνοποιήσεως. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι τῆς στιγμῆς ταύτης, καὶ νομίζω ὅτι πᾶσα συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι ἐντελῶς πρόωρος. Βεβαίως τὸ ζήτημα τοῦτο εὐρέως θὰ συζητηθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ ὅμως τὴν Βουλὴν νὰ μὴ συζητήσῃ τοῦτο τὴν στιγμὴν ταύτην, διότι κατ’ ἐμὴν κρίσιν εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον, καὶ εἶναι ἄσχετον διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλὴ ἐμμείνῃ εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐξήνεγκε, καὶ ἀπορρίψῃ τὴν οἰνοποίησιν τῆς χλωρᾶς σταφίδος, θέλετε φθάσει εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ νομοσχεδίου ἢ τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου;
§108Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως.
§109Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ τοῦτο ἂν παραδεχθῆτε, πάλιν πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν πορείαν τὴν ὑποδειχθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ἂν θὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν ἢ τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου, πρὸς τί νὰ παραδεχθῶμεν ἐκ τῶν προτέρων τροπολογίαν τῆς συμβάσεως τῆς ὑφισταμένης; Ὥστε ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὅλα τὰ λεχθέντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἴδωμεν, ποία ἡ τύχη αὐτοῦ, καὶ μάθωμεν, ἂν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τροπολογίας, ἵνα ἄρωμεν τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι· διότι, ἐὰν πρόκηται περὶ ἐγκαταλείψεως τοῦ νομοσχεδίου, οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ προβῶμεν εἰς τροπολογίας.
§110Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρέεδρε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπηυθύνετο πρὸς ἐμέ, καὶ εἶναι ἀνάγκη ἀπαντήσεως.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικόν...
§112Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι προσωπικόν· ἀλλ’ ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἦναι ἀκεραία.
§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγώ, κύριε Βουλευτά, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἐλέγξω ὑμᾶς. Νομίζω ὅτι εἶναι συζήτησις περὶ ἰδεῶν, καὶ ὄχι περὶ προσώπων.
§114Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρεστήσατε πράγματα, ἅτινα ἐγὼ δὲν εἶπον. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, θεωρῶ, ὅτι ὁ κίνδυνος ἔγκειται ἐν τούτῳ· ὅτι ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχει, χωρὶς νὰ μεταβληθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς καὶ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μὴ οἰνοποιήσεως τῆς χλωρᾶς σταφίδος. Εἶπον ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀποτυχία. Ἑπομένως αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐὰν νομίζητε ὅτι μετὰ τὴν ἀπόρριψιν τῆς διατάξεως περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς μετατροπῆς τῆς χλωρᾶς σταφίδος εἰς οἶνον δὲν πρέπει νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, δύνασθε νὰ μὴ τὸ ψηφίσητε, τοῦτο δὲν θὰ ἐπέλθῃ, διότι ἡ Βουλὴ καὶ μετὰ τὴν ἀπόρριψιν τῆς διατάξεως θὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις θὰ διαπραγματεύηται μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως περὶ παραχωρήσεων δασμολογικῶν, θὰ ἐπέλθῃ ἡ καταστροφὴ, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐκ τῆς ἐπισωρεύσεως τοσοῦτον μεγάλου ποσοῦ σταφίδος ἐν τῷ ἐσωτερικῷ.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέλος πάντων αὐτὴ εἶναι μία γνώμη, κύριε Βουλευτά. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον συζήτησις ἐπὶ τῶν δηλώσεων αὐτοῦ εἶναι πρόωρος.
§116Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι. Δὲν εἶναι πρόωρος.
§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐδήλωσα αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε· ἀπ’ ἐναντίας ἔκαμα δήλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑπέδειξα ποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχωσιν οἱ φρονοῦντες τὰ ἐναντία καὶ ἑπομένως νομίζοντες ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν, πρέπει νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των.
§118Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι καὶ δὲν γνωρίζω ποῖοι οἱ ἔχοντες ἐναντίας γνώμας, διὰ τοῦτο θ’ ἀκολουθήσω τὴν σειράν.
§120Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κατὰ σειράν, κύριε Πρόεδρε.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ σειράν ὁ κ. Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§122Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἡ σπουδαιότης τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως οὐδένα ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν δύναται νὰ διαφύγῃ· διότι, ἐνῷ ἐφρονοῦμεν ὅτι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ἐπρόκειτο ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος νὰ λυθῇ, αἴφνης εὑρέθημεν πρὸ τῆς ὀξυτέρας αὐτοῦ φάσεως...
§123Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐὰν εἴχομεν πρόνοιαν, ἠθέλομεν τὸ ἐννοήσει ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτε ἀπὸ πέρυσι μᾶς ἀπηγόρευσαν. Ἔπρεπε νὰ μεριμνήσωμεν ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον.
§124Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα βεβαίως δὲν εἴμεθα ἐν καιρῷ.
§125Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἀποδώσω ἀβελτηρίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἠθέλησε νὰ ἀποφύγῃ τὸν σκόπελον τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος.
§126Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προαιρέσεως.
§127Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος ἀπέδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀβελτηρίαν;
§128Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶπεν ὁ κ. Γουναράκης, ὅτι ἔπρεπεν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπεν αὐτὸ ὁ κ. Γουναράκης.
§130Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι, ἀφοῦ πέρυσιν ἐπενέβη ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἀγγλικὴ, καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῶν συζητήσεων τῶν πολλῶν εἶπεν εἰς ἡμᾶς: «σταθῆτε! διότι ἀπαγορεύω», ἐφέτος, παρόμοιον ἐγχείρημα ἐπιχειροῦντες, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὴν πρόνοιαν νὰ βολιδοσκοπήσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν, κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν, νὰ εἴπωσιν εἰς ἡμᾶς: «κάτω τὰς χεῖρας!». Τοῦτο θεωρῶ ἀπρονοησίαν ἢ μᾶλλον ἔλλειψιν προνοίας κυβερνητικῆς.
§131Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς θεωρεῖτε ὡς ἀπρονοησίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ τὸ θεωρῶ ὡς πρόνοιαν· διότι ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι ἐκ τῆς συμβάσεως τοῦ 1890 ἐδικαιοῦτο νὰ μετατρέψῃ τὸν φόρον εἰς εἰσφορὰν εἴδους χωρὶς ἐκ τούτου νὰ ἔλθῃ εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὴν συμφωνίαν μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἐθεώρουν δὲ ἀπρονοησίαν, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνεγνώριζε τοιοῦτο δικαίωμα εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν χωρὶς αὕτη νὰ ἀρνῆται τοῦτο ἐκ τῆς συμβάσεως.
§132Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Νὰ μὴ τὸ ἀναγνωρίσητε, παρακαλῶ.
§133Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Βεβαίως ἔχω τὴν γνώμην αὐτὴν, καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὼ, νομίζω ὅτι τὴν ἔχουσιν ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι.
§134Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀπὸ τῆς 13 Μαρτίου ἦτο μωρία δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν ὅτι θὰ σταματήσωσι τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν.
§135Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐγκαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἀπρονοησίᾳ. Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, φρονῶ, ὅτι οἱ κίνδυνοι τοῦ νομοσχεδίου βεβαίως ἤρξαντο ἐπιφαινόμενοι ἀφ’ ἧς ἐποιήσατο τὴν δήλωσιν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις διεμαρτυρήθη διὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, δὲν ἐδήλωσεν ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ποία εἶναι ἡ γνώμη αὐτοῦ, ἂν πρέπει δηλαδὴ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἢ ἂν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἄλλου τινὸς μέτρου. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅτι δυνάμεθα βεβαίως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ συγχρόνως ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν θὰ ὑποβληθῇ τοῦτο πρὸς κύρωσιν εἰς τὸν Βασιλέα, ἐὰν δὲν ἤθελον καταλήξει εἰς ἀποτέλεσμα αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως...
§136Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶπεν αὐτό.
§137Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶπεν ὅτι ἔχει τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν θὰ φέρῃ ἀντιρρήσεις ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις.
§138Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἔχει τὴν ἐλπίδα, εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν θὰ φέρῃ ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμφωνίας τοῦ 1890.
§139Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὄχι· ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ.
§140Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε· ἀφήσατε νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου, καὶ κατόπιν μὲ διαδέχεσθε. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ κίνδυνοι καὶ διὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ἄρχονται ἀφ’ ἧς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον· διότι, ὅταν ἔχωμεν ἐψηφισμένον νομοσχέδιον σταφιδικὸν, βεβαίως ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις θὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς παραχωρήσεις πολὺ μεγαλειτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας θὰ κερδίσῃ ἐκ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου τούτου· διότι, ὅταν ἔχητε ἐψηφισμένον νομοσχέδιον, καὶ εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς εἴπητε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναμένωσι τὴν ὑποβολὴν τούτου εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως ὅταν τελειώσωσιν αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὸ τὸ κράτος ἑνὸς χαλινοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ ἐπιβάλῃ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις (θόρυβος).
§141Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Θέλετε νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ νομοσχέδιον;
§142Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶπεν, ὅτι, καὶ ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τῆς Βουλῆς. δὲν θὰ ὑποβάλῃ τοῦτο εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως μέχρις ὅτου αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀναθεώρησιν τῆς τελωνιακῆς συμβάσεως τοῦ 1890 περατωθῶσι διὰ τοῦ καταρτισμοῦ νέας τελωνιακῆς συμβάσεως καὶ κυρωθῇ αὕτη διὰ νόμου. Ἕτερόν τι εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· εἶπεν, ὅτι ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις, μεθ’ ὅσας προέβαλε παρατηρήσεις περὶ τῶν συνεπειῶν τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ νομοσχεδίου, συνεπειῶν, αἵτινες θέλουσι καιρίως βλάψει τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς καὶ θέλουσιν ἐπηρεάσει τὴν οἰκονομικὴν ὑπόστασιν τῆς χώρας ἡμῶν, παρεκάλεσε τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἄρῃ τὰς ἀντιρρήσεις αὑτῆς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, ἵνα τοῦτο οὐ μόνον ἐπιψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὰς ὑπολειπομένας δύο συζητήσεις, ἀλλὰ καὶ κυρωθὲν λειτουργήσῃ ὡς νόμος τοῦ Κράτους. Ἀπεδέχθη ἐν τούτοις τὴν ἀρχὴν νὰ ἄρξωνται αἱ πρὸς ἀναθεώρησιν τῆς συμβάσεως τοῦ 1900 διαπραγματεύσεις εὐθὺς ὡς προβληθῶσιν ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως αἱ ὁριστικαὶ αὐτῆς προτάσεις περὶ τελωνιακῶν παραχωρήσεων, καὶ συζητηθῶσιν αὗται ἐν τῷ μεσολαβήσοντι χρόνῳ μέχρι τῆς προσεχοῦς Βουλευτικῆς Συνόδου, εἰς ἣν ὑποβληθήσεται ἡ τυχὸν συνομολογηθησομένη ἐπὶ τούτῳ τελωνιακὴ σύμβασις, λειτουργοῦντος ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὑποτιθεμένου ὅτι ἐψηφίσθη τοῦτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν ἀνεπίδεκτον διαφόρων ἑρμηνειῶν δήλωσιν ταύτην τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου οὐδεμίαν ἀπολύτως βλάβην ἐπιφέρει εἰς τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, ἐνῷ τοὐναντίον ἡ ἐγκατάλειψις ἢ ἡ ματαίωσις τοῦ νομοσχεδίου ἀπειλεῖ μέγιστον κατ’ αὐτῶν κίνδυνον.
§143Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καταφατικὴ ἀπάντησις, κύριε Πρόεδρε. (Διάλογοι).
§144Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι μεγάλης σπουδαιότητος. Λοιπὸν νὰ παύσουν αἱ διακοπαὶ καὶ αἱ διαλογικαὶ συζητήσεις.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ προσπαθῶ νὰ κάμω.
§146Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου αὐτῆς ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, θὰ κυρωθῇ τοῦτο...
§147Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεκάλεσε τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν.
§148Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Συγγνώμην.
§149Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐξεφράσθην σαφέστατα.
§150Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ.
§152Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω ὅτι πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ ἐπαναλάβω τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα. Πρὸς ἐντελεστέραν μάλιστα ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως θὰ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐστάλη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐγγράφου τοῦ ἀποσταλέντος αὐτῇ παρὰ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. Πρωτ. 8381.
»ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
Πρὸς τὴν Β. Πρεσβείαν τῆς Μ. Βρεττανίας Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Μαΐου 1904. Κύριε πρεσβευτά. Ἔλαβον τὴν διακοίνωσιν, ἣν ἡ Ὑμετέρα Ἐξοχότης εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ τὴν 14/27 τρέχοντος. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὑποβάλλουσα εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ νέον νομοσχέδιον περὶ τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεως τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, εἶχε τὴν σταθερὰν πεποίθησιν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδόλως ἀντέκειντο εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἀναληφθείσας ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτοῦ Βρεττανικῆς Μεγαλειότητος διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1890. Πράγματι, κύριε πρεσβευτά, ἐν τοῖς σημειώμασιν, ἅτινα ἔσχον τὴν τιμὴν, νὰ διαβιβάσω ὑμῖν κατὰ τὸν παρελθόντα Μάρτιον, ὁ ἐμὸς συνάδελφος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέπτυξε τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐθεώρει, ὅτι ὁ ἔγγειος φόρος, ὁ μέχρι τοῦδε εἰς χρῆμα εἰσπραττόμενος καὶ ἐκτιμηθεὶς εἰς 15% ἀποδόσεως εἰς εἶδος, οὐδόλως ἐπηυξάνετο διὰ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου. Ἐν τούτοις ἔχω τὴν τιμὴν νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Ὑμετέρας Ἐξοχότητος, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, συμμορφουμένη πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν εὐηρεστήθητε νὰ μοὶ ἐκφράσητε ἐν τῇ διακοινώσει τῆς 14/27 τοῦ μηνὸς τούτου, εἶναι ἑτοίμη νὰ ἄρξηται διαπραγματεύσεων, προτιθεμένων τὴν ἀναθεώρησιν τῆς συμβάσεως τοῦ 1890 καὶ τὴν παραχώρησιν νέων δασμολογικῶν ἐκπτώσεων ὑπὲρ τοῦ βρεττανικοῦ ἐμπορίου, ἐν ᾧ μέτρῳ ἐπιτρέπουσι τοῦτο τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν εὐμενῆ προσοχὴν τῆς Ὑμετέρας Ἐξοχότητος ἐπὶ τῶν ἑπομένων σκέψεων. Γινώσκετε, κύριε πρεσβευτά, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς παρούσης Συνόδου τῆς Βουλῆς ἐγγίζουσιν εἰς τὸ τέρμα αὐτῶν, τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους μὴ δυναμένων νὰ παρατείνωσι τὴν ἐν Ἀθήναις διαμονὴν αὐτῶν πέραν τῆς 15 προσεχοῦς Ἰουνίου. Ἐὰν, ὡς δύναταί τις νὰ προεικάσῃ, ἐντὸς τοῦ μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος, τοῦ ὑπολειπομένου μέχρι τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, δὲν ἤθελον τυχὸν ὁριστικῶς καταρτισθῆ οἱ ὅροι τῆς νέας ἐμπορικῆς συμφωνίας, καὶ ἐὰν, ὡς ἐκ τούτου, ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεως τοῦ ἐγγείου φόρου ἀνεβάλλετο διὰ τὴν Σύνοδον τοῦ προσεχοῦς Νοεμβρίου, οἰκονομικὴ κρίσις ἔσεται ἄφευκτος. Κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, μέχρι τῆς παρούσης ἐποχῆς τοῦ ἔτους, τὸ ποσὸν τῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξαχθείσης σταφίδος ἀνήρχετο εἰς 260 ἑκατομμύρια ἑνετικῶν λιτρῶν. Κατὰ τὴν αὐτὴν περίοδον τοῦ τρέχοντος ἔτους τὸ ποσὸν τῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξαχθείσης σταφίδος δὲν ὑπερέβη τὰ 240 ἑκατομμύρια λίτρας. Ἐκτὸς τῶν ποσῶν τῆς σταφίδος (125,000,000 λ.), ἅτινα εἰσήχθησαν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δυνάμει τοῦ περὶ παρακρατήσεως νόμου, καὶ τῶν ἀγορῶν, εἰς ἃς προέβη ἡ εἰρημένη Τράπεζα, ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς τοῖς παραγωγοῖς, ποσῶν σταφίδος, ὧν ἡ βιομηχανικὴ ἐν τῷ τόπῳ ἐπεξεργασία θέλει διαρκέσει μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1905, ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ ἀπόθεμα ἀνερχόμενον εἰς 35 ἑκατομμύρια ἑνετικὰς λίτρας, ἐν δὲ ταῖς ξέναις ἀγοραῖς διαθέσιμον ποσὸν 22,500,000 ἑνετικῶν λιτρῶν, ἐνῷ ἐξ ἄλλου ἡ παραγωγὴ τοῦ ἔτους τούτου ὑπολογίζεται εἰς 360–400 ἑκατομμύρια ἑνετικὰς λίτρας. Ἐνώπιον καταστάσεως πραγμάτων τοσοῦτον ἐπισφαλοῦς οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ τρέφουσι τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἠδύναντο, ἐὰν ὁ ἔγγειος φόρος κατεβάλλετο εἰς εἶδος, νὰ καλύψωσι τοὐλάχιστον κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας. Ἐξ ἄλλου τὸ Δημόσιον εἰσπράττει ἐκ τῶν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος καταβαλλομένων δασμῶν τὸ ποσὸν δραχ. 4,800,000 περίπου ἐτησίως. Ἡ Ὑμετέρα Ἐξοχότης γινώσκει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς εἰς εἶδος καταβολῆς τοῦ ἐγγείου φόρου ἐψηφίσθη ἤδη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἐὰν συνεπεία τῶν διαπραγματεύσεων τῆς καταρτισθησομένης νέας ἐμπορικῆς συμφωνίας ἡ ὁριστικὴ ἐπιψήφισις ἢ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νόμου ἀνεβάλλετο εἰς τὸ προσεχὲς ἔτος, οὐχὶ μόνον ἡ τελεία καταστροφὴ τῶν παραγωγῶν θὰ ἦτο ἀναπόδραστος, καὶ ἡ γενικὴ ἡσυχία δυνατὸν σοβαρῶς νὰ διεκινδύνευεν, ἀλλὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς ὅλης χώρας ἤθελον δεινῶς διασαλευθῆ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, πεποιθυῖα ἐπὶ τοῖς αἰσθήμασιν εὐμενείας, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Βρεττανικῆς Μεγαλειότητος ἀείποτε ἐξεδήλωσε πρὸς τὴν Ἑλλάδα, παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Βασιλέως νὰ μὴ ἀντιστῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ὅπερ ὁσονούπω θέλει ψηφισθῆ εἰς δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐπικαλουμένη τὰ αἰσθήματα ταῦτα τῆς εὐμενείας, ἔχει τὴν σταθερὰν ἐλπίδα, ὅτι ἡ αἴτησις αὐτῆς γενήσεται ἀποδεκτή, τὸ καθ’ ἑαυτὴν δὲ ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἅμα τῇ συγκλήσει αὐτῆς κατὰ τὸν προσεχῆ Νοέμβριον, τὴν νέαν ἐμπορικὴν συμφωνίαν, ἧς αἱ διαπραγματεύσεις ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος θέλουσι βεβαίως ἀχθῆ εἰς αἴσιον πέρας. Παρακαλῶν τὴν Ὑμ. Ἐξοχότητα, ὅπως εὐαρεστουμένη μοὶ γνωστοποιήσῃ ὅσον ἔνεστι ταχύτερον τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ τοσοῦτον σοβαροῦ διὰ τὴν Ἑλλάδα ζητήματος τούτου, δράττομαι τῆς εὐκαιρίας κτλ. (Ὑπογρ.) Α. Ρωμᾶνος.»
§153Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Μοσχούλα, δὲν ἀφίνετε νὰ ἀναγνώσωμεν τὰ ἔγγραφα, νὰ τὰ ἐννοήσωμεν, καὶ τότε νὰ κάμωμεν συζήτησιν;
§154Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τότε ζητεῖτε ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως;
§155Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§156Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγγραφον τὸ σταλὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§157Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὸ ἔγγραφον τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας;
§158Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἀνέγνωσα. Ἐγὼ κατέθεσα τὰ ἔγγραφα ὅλα, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ τὸ ἀναγνώσω καὶ πάλιν. Δόσατε, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἔγγραφον εἰς τὸν κ. Καραπάνον. Αὐταὶ εἶναι αἱ δηλώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· πιστεύω δὲ, ὅτι προφορικῶς ἔμεινα πιστότατος εἰς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐγγράφως ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις.
§159Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις δίδει μίαν ὑπόσχεσιν, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως θέλουσιν ἔλθει εἰς πέρας. Τοῦτο ἀποτελεῖ ὑπόσχεσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχῃ ἐπιφυλάξεις τινάς. Δηλαδὴ καθιστάμεθα ὑποχείριοι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ψηφίζοντες.
§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. «Ἧς αἱ διαπραγματεύσεις ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος θέλουσι βεβαίως ἀχθῆ εἰς αἴσιον πέρας». Ἐννοεῖται ὅτι, ὅταν λέγῃ ἡ Κυβέρνησις τοῦτο, ὑπονοεῖται, ὅταν μάλιστα λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὴν παράγραφον τὴν προηγουμένην, ἐν τῇ ὁποίᾳ γίνεται λόγος περὶ παραχωρήσεων «ἐν τῷ μέτρῳ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας», ὅτι δὲν καθιστάμεθα ὑποχείριοι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῇ οἱανδήποτε τροπολογίαν ἤθελε προτείνει ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, διότι τότε δὲν θὰ ἐγίνετο λόγος περὶ διαπραγματεύσεων. Ἡ ἔννοια τοῦ ἐγγράφου εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὑπάρχει διάθεσις ἐκ μέρους ἡμῶν, ὅπως εἰσέλθωμεν εἰς διαπραγματεύσεις, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι πρόκειται περὶ διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ γείνωσι πρὸς τὸ συμφέρον τῶν δύο Κρατῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα οἱανδήποτε πρότασιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἀποδεχθῇ· διότι, ἐὰν αἱ προτάσεις, — πρᾶγμα ὅπερ δὲν πιστεύομεν, — ἦναι τοιαῦται, ὥστε τὸ συμφέρον τῆς χώρας ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς νὰ μὴ δεχθῶμεν ταύτας, θὰ ἐγκαταλειφθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις. Ἐγὼ ἤθελον προτείνει τι, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἴσως συντελέσει εἰς τὴν διευκόλυνσιν τῆς συζητήσεως· ἤθελον προτείνει, ἵνα διακόψωμεν ἐπὶ δύο ὥρας τὴν συζήτησιν, ὅπως οἱ βουλόμενοι λάβωσι γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, ἤ, ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἀμέσως, ἐπειδὴ ἀπώλειαν χρόνου θ’ ἀποτελέσῃ συζήτησις ἐπὶ ἀγνώστων ἐγγράφων, δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν Δευτέραν, ἵνα δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων.
§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δύο ὡρῶν δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ μελετήσωμεν τὰ ἔγγραφα αὐτά· ἑπομένως ἀνάγκη νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν Δευτέραν.
§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως λέγῃ ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα, ἵνα ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν, ἀδύνατον εἶναι ἐγὼ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν παρέχω τὸν ἀναγκαιοῦντα χρόνον, ὅπως μελετηθῶσι τὰ ἔγγραφα. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.)