1904.05.20
3.875 στίχοι · 29.604 λέξεις · 357 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
τῆς 20 Μαΐου 1904.
(Πέμπτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ πίνακες οἱ ψηφισθέντες δὲν ἦτο δυνατὸν μέχρι τῆς ὥρας ταύτης νὰ τυπωθῶσι.
§2Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἰς τὴν σελίδα 6 ἀναφέρεται, ὅτι, προκειμένου νὰ ψηφισθῶσιν οἱ πίνακες τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἐν τῷ συνόλῳ, ἐζήτησαν τὸν λόγον ὁ κ. Καλούτσης, ὁ κ. Μελισσηνὸς καὶ ἐγὼ, καὶ ὅτι «ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πολλοὶ Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔφεραν ἀντίρρησιν, ὅτι οἱ πίνακες, ὡς ἀποτελοῦντες μέρος τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου, δὲν πρέπει νὰ τεθῶσιν εἰς ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ συνόλου.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τυπογραφικὸν λάθος· ἀντὶ «Συμπολιτεύσεως» ἐτέθη «Ἀντιπολιτεύσεως». Θὰ διορθωθῇ.
§4Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου τῶν πινάκων θὰ φέρω μίαν παρατήρησιν. Ἀφοῦ δὲν ἐπεκράτησεν ἡ ὀρθὴ κατ’ ἐμὲ γνώμη, σὺν ἑκάστῳ ἄρθρῳ ψηφιζομένῳ νὰ ψηφίζηται καὶ ὁ σχετικὸς πίναξ, ἀλλ’ ἐθεωρήθη, ὅτι ἔπρεπε κεχωρισμένως νὰ ψηφισθῶσιν οἱ πίνακες, φυσικὸν ἦτο νὰ γεννηθῇ ὡς πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου συζήτησις. Οἱ πίνακες, κύριε Πρόεδρε, εἶναι μέρος τοῦ ὅλου νομοσχεδίου· ἐπὶ τῶν πινάκων προεκλήθη συζήτησις, καὶ οἱ πίνακες ἐψηφίσθησαν κατ’ ἀριθμὸν, ὅπως διετυπώθησαν. Ἀλλ’ ἔπρεπε καὶ πρέπει, ἵνα ἔχωσι κῦρος οἱ πίνακες αὐτοὶ, νὰ ψηφισθῶσιν καὶ εἰς τὸ σύνολον, διότι οἱ πίνακες οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ μέρος τοῦ νομοσχεδίου. Ἠδύνατο μάλιστα νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι κακῶς ἐζητήθη ἡ ψήφισις τοῦ πρώτου μέρους τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ περιλαμβάνοντος τοὺς πίνακας, ἄνευ ψηφίσεως τοῦ συνόλου, διότι τὸ σύνολον εἶναι μετὰ τῶν πινάκων, καὶ τούτου τοῦ συνόλου ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἡ ψήφισις, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 42 τοῦ Κανονισμοῦ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ἵνα δυνηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ψηφισθὲν, νὰ κυρωθῇ καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ· ἐὰν δὲ, κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ σύνολον, δὲν ἀνεγράφη τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δύναται, νομίζω, καὶ σήμερον νὰ ἀναγραφῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ σύνολον, ἢ καὶ νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§5Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας ἀνεγίνωσκε τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, θὰ ἔβλεπε λυομένην τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν δικαίως, στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἔφερεν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς. Ἕκαστον νομοσχέδιον βεβαίως συζητεῖται καὶ ψηφίζεται τρὶς, κατ’ ἀρχὴν, κατ’ ἄρθρον καὶ κατὰ σύνολον, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ὑπέστη τὴν τριπλῆν ταύτην βάσανον, καὶ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, τοῖς χθὲς ἐπικυρωθεῖσιν, ἀνεγράφη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη καὶ ἐν τῷ συνόλῳ. Ἀλλὰ τί συμβαίνει; Ἐν ἑκάστῳ ἄρθρῳ ὡς παράρτημα ὑπάρχει ὁ πίναξ τῶν διαφόρων σωμάτων· καθιερώθη μία τακτικὴ, συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, χάριν τῆς συζητήσεως κεχωρισμένως, ἵνα ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις, καὶ βραδύτερον ἐπὶ ἑκάστου πίνακος γένηται ἡ λεπτομερὴς συζήτησις· ἀλλ’ οἱ πίνακες, παρηρτημένοι εἰς ἕκαστον ἄρθρον, ἔδει νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσιν ἐκεῖ. Τὸ νομοσχέδιον τελειώνει μετὰ τοῦ τελευταίου ἄρθρου, τοῦ καταργοῦντος τοὺς παλαιοὺς νόμους, ἕκαστος δὲ τῶν πινάκων ἀναφέρεται εἰς ὡρισμένον ἄρθρον, καὶ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐτέθη τέρμα διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου, ἐτέθη τέρμα καὶ διὰ τοὺς πίνακας, διότι θὰ ἦτο παράδοξον, ἐπὶ παραδείγματι, σήμερον νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὸ σύνολον τῶν παραρτημάτων. Εἶναι ἓν νομοσχέδιον ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ μετὰ τῶν πινάκων, ἢ εἶναι διακεκριμένοι οἱ πίνακες καὶ ξένοι τοῦ νομοσχεδίου;
§6Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Διακεκριμένοι.
§7Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι διακεκριμένοι· διακεκριμένως ἐγένετο ἡ συζήτησις· ἐγένετο ἡ συζήτησις λεπτομερῶς ἐπὶ τούτων. Κακῶς βεβαίως συνεζητήθησαν οὕτω, διότι ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου συζητουμένου ἔδει νὰ συναναγινώσκηται καὶ νὰ ψηφίζηται καὶ ὁ σχετικὸς πίναξ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴν τὴν γνώμην εἶχον καὶ ἐγώ.
§9Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο τοῦτο, θὰ ἦτο παράχορδον, σήμερον νὰ γένηται συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν πινάκων, ἐνῷ ἐψηφίσθη τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, οἱ πίνακες δὲ εἶναι παράρτημα τοῦ νομοσχεδίου. Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἓν ἄλλο; Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ψηφίζεται κεφαλαιωδῶς, ἀναφέρεται δὲ εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ τεύχους, τὸ ὁποῖον διανέμεται συνήθως, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου γίνεται ὅλη ἡ οἰκονομικὴ ἐργασία, οὐδέποτε δὲ οὐδὲ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς τίθεται. Συνέβη βεβαίως τι οὐχὶ κανονικὸν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ τὸ μὴ κανονικὸν τοῦτο εἰς τὴν συζήτησιν δῆθεν τοῦ συνόλου τῶν πινάκων.
§10Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βεβαίως τὸ ἓν ἄτοπον μᾶς ἤγαγεν εἰς τὸ ἄλλο ἄτοπον, διότι βεβαίως, ἐὰν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐντεῦθεν εἴπομεν, ὅτι ἔπρεπε σὺν τοῖς ἄρθροις νὰ ψηφίζηται ἕκαστος πίναξ, δὲν θὰ εὑρισκόμεθα σήμερον πρὸ τοῦ ἀτόπου αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἤδη, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῶν πινάκων, καὶ ἐπὶ τῇ ἐκδοχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕκαστος πίναξ ἀποτελεῖ μέρος ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τῶν πινάκων αὐτῶν ἐγένετο συζήτησις, ἐγένοντο τροπολογίαι. Συνεπῶς τὰ ἄρθρα τὰ ψηφισθέντα τοῦ νομοσχεδίου ὑπέστησαν τροπολογίας μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου, διότι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συνόλου, ἡ ὁποία ἐγένετο κακῶς, ὡς εἶπον προηγουμένως, — διότι δὲν ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ τὸ σύνολον, — τὰ ἄρθρα τὰ κατὰ μέρος ὑπέστησαν ἀλλοίωσιν, καὶ ἐπὶ τῇ διατάξει τῆς παραπομπῆς εἰς τὸν Α ἢ Β πίνακα ὁ πίναξ αὐτὸς δὲν ἔμεινεν ἀναλλοίωτος, ἀλλ’ ἐτροποποιήθη· συνεπῶς ἐπῆλθεν, οὕτως εἰπεῖν, μία νέα συζήτησις ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον παραπέμπει εἰς τὸν πίνακα, καὶ ἑπομένως φρονῶ, ὅτι εἶναι τὸ ζήτημα κατάδηλον, καὶ πρέπει νὰ προκληθῇ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμολογουμένως ἔλαβε χώραν αὐτὸ τὸ ἀντικανονικόν. Ἐγὼ λοιπὸν, ἐπειδὴ χθὲς ἐγένετο ἡ κατὰ πίνακα ψηφοφορία τῶν πινάκων, ἐν τέλει ἐζήτησα καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ συνόλου, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἐναντίαν γνώμην, εἶναι δὲ ζήτημα ἑρμηνείας τῆς Βουλῆς, ἂν πρέπει μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου νομοσχεδίου νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ σύνολον τῶν πινάκων. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τούτου.
§12Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐξέφρασα χθὲς αὐτὴν τὴν γνώμην, βασιζόμενος ἐπὶ τῶν ἑξῆς σκέψεων. Τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη· προκύπτει δὲ ἐκ τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ἐκυρώθησαν χθές, ὅτι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἐψηφίσθη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἐὰν καὶ πάλιν ψηφίσωμεν ἐπὶ τοῦ συνόλου, θὰ προκύψῃ τὸ ἄτοπον, ὅτι θέλομεν ἔχει ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου δύο ψηφοφορίας ἐπὶ τοῦ συνόλου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ γείνῃ, εἶναι τὸ ἑξῆς· κανονικῶς ἔπρεπεν ἐν ἑκάστῳ ἄρθρῳ νὰ συζητῆται καὶ ψηφίζηται καὶ ὁ πίναξ· ὑπῆρξεν ὅμως μία σιωπηλὴ συμφωνία ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ὅπως οἱ πίνακες ἐξετασθῶσιν μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ὁποῖα παραπέμπουσιν εἰς τοὺς πίνακας. Ψηφιζομένου ἑκάστου ἄρθρου, τί ἐλέγετο; Ὅτι τὸ ἄρθρον ψηφίζεται συμφώνως πρὸς τὸν πίνακα δεῖνα· ὑπῆρχε δὲ μία σιωπηλὴ συμφωνία, ὅτι ὁ πίναξ ἤθελεν ἀργότερα ψηφισθῆ. Ψηφισθέντων τῶν πινάκων, ποία ἡ ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου τῶν πινάκων; Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πίνακος ἐγένετο, ἐπαναλαμβάνω, συνεπείᾳ ἀποφάσεως σιωπηλῆς τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ γείνῃ ἡ συζήτησις ἑκάστου πίνακος μαζὺ μὲ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον εἰς αὐτὸν παραπέμπει, ἀλλὰ νὰ γείνῃ συζήτησις ἀργότερα. Ψηφισθέντων ὅμως τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα παραπέμπουσιν εἰς τοὺς πίνακας, ὑπῆρχεν ἡ σιωπηλὴ συναίνεσις τῆς Βουλῆς, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν πινάκων ἤθελε θεωρηθῆ ὁ νόμος ὡς ψηφισθείς· ἄλλως θέλομεν ἔχει τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἤδη ὑπέδειξα, ὅτι τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ δὶς εἰς τὸ σύνολον, — διότι ὅλοι ἀναγνωρίζουσιν ὅτι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἐψηφίσθη. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ πολύ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ σύνολον τῶν πινάκων, πρὸς ἀποφυγὴν ἀπωλείας χρόνου παρακαλῶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου, καὶ ἑπομένως πᾶσα συζήτησις εἶναι περιττή. Τὸ ζήτημα δὲν ἔχει τοσαύτην σπουδαιότητα, ὥστε νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἐκφρασθεῖσαν γνώμην.
§13Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως. Νομίζω ὅτι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἀποτελεῖται ἐκ τῶν ἄρθρων καὶ ἐκ τῶν πινάκων.
§14Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐξήγησα τοῦτο.
§15Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ ἀποτελεῖται ἐκ τῶν ἄρθρων καὶ ἐκ τῶν πινάκων, διὰ νὰ ἤμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως συνόλου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ σύνολον τῶν πινάκων.
§16Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅπως ψηφισθῇ τὸ σύνολον τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ ὡς πρὸς τοὺς πίνακας, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§18Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§19Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§20Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι κατὰ λάθος πρώτην φορὰν παρουσιάζεται.
§22Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τότε θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν πινάκων.
§23Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν σύνθεσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχει ἀνακρίβεια, διότι μεταξὺ τῶν τμημάτων (προμηθειῶν, πεζικοῦ, οἰκονομικοῦ κλπ.) καταλέγεται καὶ τὸ Στρατιωτικὸν Λογιστήριον. Τὸ Στρατιωτικὸν Λογιστήριον δὲν εἶναι τμῆμα, εἶναι κατηγορία, ἡ ὁποία περιλαμβάνει δύο τμήματα, αʹ) τὸ τμῆμα ἐλέγχου τοῦ χρηματικοῦ, βʹ) τὸ τμῆμα ἐλέγχου τοῦ ὑλικοῦ στρατοῦ καὶ δύο γραφεῖα, αʹ) τὸ γραφεῖον ἐλέγχου ὑλικοῦ πολέμου καὶ βʹ) τὸ γραφεῖον ἐλέγχου τῶν φαρμάκων. Ἑπομένως νὰ μὴ ἐξηγηθῇ, ὅτι ἐψηφίσαμεν καὶ τμῆμα Στρατιωτικοῦ Λογιστηρίου. Ὑποθέτω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου.
§24Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§25Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε δὲν ἀποτελεῖ ἴδιον τμῆμα.
§26ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ὄχι.
§27Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὅπως προσωπικῶς προσέξητε εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν, διότι φοβοῦμαι, ὅτι ἀκόμη διὰ τῆς μεθόδου τῆς διορθώσεως τῶν πρακτικῶν προβάλλονται τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἔγειναν δεκταί. Ἐξηγήθην, τί θέλω νὰ εἴπω.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ νὰ γείνῃ. Τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς τὰ πρακτικά, διωρθώθησαν σήμερον συνεπείᾳ τῶν δηλώσεων τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§29Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὴν σελίδα 12, ἐν τῷ ἄρθρῳ 21 τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ιβʹ ἐκ τοῦ ἐδαφίου τοῦ ἀφορῶντος τὸ Στρατιωτικὸν Λογιστήριον, καὶ ἀντὶ ιβʹ νὰ τεθῇ ὁ ἀριθμὸς 3. Ἤτοι νὰ λέγῃ: «3) Ἐκ τοῦ στρατιωτικοῦ Λογιστηρίου, περιλαμβάνοντος κλπ.»
§30Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κύριος Δεληγεώργης.
§31Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ἐκτὸς τῶν διορθώσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ διαφόρων ἀξιοτίμων συναδέλφων προετάθησαν, ἔγεινε καὶ ἄλλη τις διόρθωσις χωρὶς νὰ προταθῇ.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φικιώρης ἐδήλωσεν, ὅτι παρελείφθη τι ἐκ τῶν χθεσινῶν πρακτικῶν.
§33Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Εἰς ποῖον τὸ ἐδήλωσε;
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸν πρακτικογράφον.
§35Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Φικιώρης χθὲς προέτεινε τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτή. Ὅλη ἡ Βουλὴ γνωρίζει, ὅτι μεγάλη συζήτησις ἐγένετο ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης. Τὰ πρακτικὰ γράφουσιν, ὅτι «ὁ κ. Φικιώρης ἐζήτησε τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ κεφαλαίου περὶ συνθέσεως Κεντρικῆς Φαρμακαποθήκης». Δὲν σημειοῦται ὅμως ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Φικιώρη, ἐνῷ ὅλη ἡ Βουλὴ ἐνθυμεῖται, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη ἐγένετο δεκτή.
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸν πίνακα ποία μεταβολὴ ἐπῆλθε;
§38Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἰδοὺ πῶς εἶχεν ἀρχικῶς ὁ πίναξ Θʹ σελ. 18 τοῦ πίνακος: «Σύνθεσις Κεντρικῆς Φαρμακαποθήκης. Ἀρχιφαρμακοποιὸς διευθυντὴς εἷς, ἐπιφαρμακοποιὸς ὑποδιευθυντὴς εἷς, φαρμακοποιὸς εἷς, ὑποφαρμακοποιοὶ δύο, ἀνθυποφαρμακοποιοὶ τρεῖς.» Συνεπείᾳ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Φικιώρη ἐτροπολογήθη ὁ πίναξ ὡς ἑξῆς: «Ἀρχιφαρμακοποιὸς διευθυντὴς εἷς, ἐπιφαρμακοποιὸς ὑποδιευθυντὴς εἷς, φαρμακοποιοὶ δύο, ὑποφαρμακοποιοὶ δύο, καὶ ἀνθυποφαρμακοποιοὶ δύο». Νομίζω ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ τὸ ἐνθυμεῖται.
§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§40Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τότε, κύριε Πρόεδρε, νὰ προστεθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ παρεδέχθη. Εἶναι σφάλμα τῶν πρακτικῶν.
§42Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ νὰ ἐξηγηθῇ καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Φικιώρη.
§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρέπει νὰ διορθωθῇ τὸ μέρος αὐτὸ, τὸ ἀφορῶν τὴν πρότασιν· ἀλλ’ εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ εἴπῃ, ὅτι διὰ τῆς διορθώσεως πρόκειται νὰ προστεθῶσιν ἐν τοῖς πίναξι διατάξεις, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ δὲν εἶχεν ἀποδεχθῆ.
§44Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκεῖ, ὅπου λέγει: «ἐζήτησε τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ κεφαλαίου περὶ συνθέσεως Κεντρικῆς Φαρμακαποθήκης», ἐγένετο δεκτόν;
§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ὁ κ. Φικιώρης κακῶς ἔπραξε νὰ μὴ εἴπῃ μεγαλοφώνως, ὅτι ζητεῖ τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν.
§46Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἀλλὰ πῶς θὰ προεβαίνομεν εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν, οὕτω διωρθωμένων χωρὶς νὰ ἔχῃ γνῶσιν ἡ Βουλή;
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φικιώρης ἐδήλωσεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ Πρόεδρος εἰς τὸν πρακτικογράφον. Παρέλειψεν ὁ κ. Φικιώρης νὰ ζητήσῃ ἐπισήμως τὴν διόρθωσιν.
§48Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν πρακτικογράφον νὰ διορθοῖ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζει ἡ Βουλή;
§49Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι δύο λέξεις. Ἐγὼ γνωρίζω τὸ ζήτημα.
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§51Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σχέδιον τῶν πρακτικῶν, κύριε Μελισσηνὲ, ἀνεγνώσθη. Τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ εἶναι τὰ ἀναγινωσκόμενα εἰς ἡμᾶς. Ἐὰν γένηται ἡ διόρθωσις πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως, δὲν ἕπεται ὅτι εἰς ὅλα τὰ σχέδια πρέπει νὰ ἀναγραφῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ προσέξωμεν κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν, ἂν ἔχει γείνῃ ἡ προσθήκη αὐτή.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ, ὁσάκις ἦναι σφάλμα τι, ζητῶ τὴν διόρθωσιν παρὰ τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἐγένετο σφάλμα. Ὁ κ. Φικιώρης παρέλειψε νὰ ζητήσῃ ἐπισήμως τὴν διόρθωσιν ταύτην. Τέλος πάντων τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται, ὅπως διωρθώθησαν. Ἔχω ν’ ἀνακοινώσω μίαν ἀναφορὰν διαφόρων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, τῆς τε πρωτευούσης καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, οἵτινες δι’ ὑπομνήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων.
§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα, μάλιστα. Νὰ ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἀναγνωσθῇ;
§55ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Νὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλή.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ὑπόμνημα. Δὲν εἶναι μακρόν.
§57Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νὰ τυπωθῇ. Διότι, καὶ ἐὰν τὸ ἀναγνώσητε, δὲν θὰ τὸ ἐννοήσωμεν.
§58ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
«ΥΠΟΜΝΗΜΑ
Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ͵ΒϠΠΗʹ περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ψηφισθεὶς πέρυσι νόμος ͵ΒϠΠΗʹ, οὗτινος ἡ λειτουργία ὡρίσθη ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1903, ἀνεστάτωσε τὴν τάξιν τῶν ἐνδιαφερομένων, ἕνεκα τῶν ἀδικημάτων, ἅτινα προκύπτουν ἐξ αὐτοῦ καθ’ ὁλοκλήρων τάξεων δημοσίων λειτουργῶν, ὑποχρεουμένων μὲν εἰς χρηματικὴν καταβολὴν ὑπὲρ τῆς ἰδιωτικῆς ταύτης ἑταιρείας, ἀλλ’ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐλπίδος ὅτι θὰ δυνηθῶσι νὰ λάβωσί ποτε ἐξ αὐτῆς τὸ ἐπαγγελλόμενον ἀντισήκωμα τῶν καταβολῶν των. Ὁ νόμος ͵ΒϠΠΗʹ, γενόμενος ἵνα ἐξασφαλίσῃ δῆθεν ἄνετον τὸ μέλλον τῶν δημοσίων λειτουργῶν, ὅταν οὗτοι παύσωσι νὰ ὦσι τοιοῦτοι, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοῦ μισθοῦ τούτων σημαντικὸν μέρος· τοῦτο ὅμως, ἀντὶ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς περίθαλψιν αὐτῶν, δίδεται εἰς αὔξησιν τῶν περιθάλψεων τῶν μέχρι τοῦδε περιθαλψιούχων, οἵτινες ἔχουσιν ἤδη λάβει ἀπὸ τοῦ ταμείου ἐπὶ ὁλόκληρον 25ετίαν πολλαπλάσια τῶν ὅσα κατέθεσαν εἰς αὐτό. Τοῦτο δὲ συμβαίνει, διότι ἄνισοι καὶ ἄδικοι διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ταμείου τούτου περιέβαλον μετὰ μεγάλης καὶ ὅλως ἀδικαιολογήτου εὐνοίας τοὺς πρώτους μετόχους καὶ ἱδρυτὰς τοῦ ταμείου, ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ τῶν κατόπιν ἐγγραφομένων μετόχων, πρὸ πάντων δὲ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἤδη ὑποχρεωτικῶς διὰ τοῦ νόμου καταστάντων τοιούτων. Ἁπλῆ ἐξέτασις διατάξεών τινων τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ταμείου καθιστᾷ καταφανεστάτας τὰς πλημμελείας ταύτας. Τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, λειτουργοῦν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1868, ἔχει ἐν τῷ ὀργανισμῷ του τὰς ἑξῆς διατάξεις. Αʹ) Οἱ καταθέτοντες ἐν αὐτῷ ποσὸν οἱονδήποτε καὶ ἀποσυρόμενοι δι’ οἱονδήποτε λόγον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ ταμείου κατὰ μῆνα, μετὰ ἑξαετίαν μὲν ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς των τὸ τετραπλοῦν τῆς καταβολῆς των, μετὰ ὀκταετίαν δὲ τὸ ἑξαπλοῦν, μετὰ δεκαετίαν δὲ τὸ ὀκταπλοῦν, καὶ μετὰ δωδεκαετίαν τὸ δεκαπλοῦν. Αἱ διατάξεις αὗται, τροποποιηθεῖσαι κατὰ τὸ 1877, ἐλάχιστον ἐβελτίωσαν τὴν θέσιν τοῦ ταμείου. Διὰ τῶν διατάξεων τούτων οἱ περιθαλψιοῦχοι ἐλάμβανον ἐντὸς ἑνὸς ἔτους καὶ μηνῶν τινων ὡς περίθαλψιν πάντα τὰ ὑπ’ αὐτῶν κατατεθέντα, ἐξακολουθοῦσι δὲ κατόπιν ἐκμυζῶντες συνεχῶς ἐπὶ 25ετίαν, καὶ μέχρι σήμερον ἐκμυζῶσι, τὰ τέσσαρα πέμπτα τῶν καταβολῶν τῶν ἄλλων μετόχων καὶ τὰς προσόδους τῶν κεφαλαίων τοῦ ταμείου. Οἱ περιθαλψιοῦχοι οὗτοι, αὐξανόμενοι σὺν τῷ χρόνῳ, ἀνῆλθον ἤδη εἰς μέγαν ἀριθμόν· οὕτω δὲ ὁλόκληρον τὸ ὑπὸ τῶν παλαιῶν καὶ τῶν ὑποχρεωτικῶς διὰ τοῦ νόμου γενομένων μετόχων καταβαλλόμενον ποσὸν δὲν ἐξαρκεῖ, ἵνα λάβωσιν οὗτοι τὰ ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ εἰς αὐτοὺς ὑπεσχημένα. Βʹ) Τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον εἶναι ἰδιωτικὴ ἐπιχείρησις, ἐπαγγελλομένη τὴν ἀνακούφισιν πάντων τῶν συμμετεχόντων εἰς αὐτό. Ἐν τούτοις, ἄν τις ἀπολέσῃ τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ ἢ ἀποθάνῃ πρὸ τῆς παρελεύσεως ὀκταετίας ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς του, ἀπόλλυσι πάντα τὰ ὑπ’ αὐτοῦ καταβληθέντα πρὸς τὸν σκοπὸν περιθάλψεως. Ἀλλὰ πλὴν τῶν προφανῶς ἀδίκων τούτων διατάξεων, καθ’ ἃς τὰ καταβαλλόμενα ὑπὸ τούτων καταβροχθίζονται ὑπ’ ἐκείνων, καὶ τοῦ νόμου ͵ΒϠΠΗʹ αἱ διατάξεις καθιστῶσι τὴν ἀδικίαν ἐμφανεστέραν καὶ ἀπεχθεστέραν εἰς ὁλοκλήρους τάξεις δημοσίων ὑπαλλήλων· ἤτοι: αʹ) Ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς τοὺς ἔχοντας συμπεπληρωμένον τὸν χρόνον τῆς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου συντάξεως, καὶ ἄγοντας ἡλικίαν κατωτέραν τῶν 50 ἐτῶν, νὰ συμμετάσχωσιν ὑποχρεωτικῶς εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον· ἀλλ’ οὗτοι προφανῶς δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ συμπληρώσωσιν ὀκταετίαν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, ἀποσυρόμενοι δ’ ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας πρὸ τῆς παρελεύσεως ὀκταετίας, θὰ ἀπολέσωσι πάσας τὰς εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον καταβολάς των. βʹ) Καὶ οἱ ἔχοντες χρόνον ὑπηρεσίας δημοσίου λειτουργοῦ ὑπερδεκαπενταετῆ θὰ ἀπολέσωσι πάσας τὰς καταβολάς των, τὰς τυχὸν καταβαλλομένας εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, ἂν ἀποσυρόμενοι τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς συντάξεώς των ἔχωσιν ἀσυμπλήρωτον τὴν ὀκταετίαν ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς των εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον. γʹ) Οἱ νῦν πρῶτον διοριζόμενοι ὑπάλληλοι καὶ οἱ ἔχοντες ὀλιγοχρόνιον ὑπηρεσίαν δημοσίου λειτουργοῦ ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλλωσιν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον ἐφ’ ὅλον τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας των, δηλ. ἐπὶ 20 ἔτη μέχρις 25 ἐτῶν, τὰς ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ ταμείου σημειουμένας καταβολὰς, δικαιοῦνται δὲ νὰ λαμβάνωσι περίθαλψιν ἴσην πρὸς τοὺς ἐπὶ 14 μόνον ἔτη καταθέτοντας εἰς αὐτό. Πλὴν τούτων ἡ Πολιτεία, ὑποχρεώσασα τοὺς λειτουργοὺς αὐτῆς νὰ μετάσχωσιν εἰς ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν, ναυαγήσασαν ἤδη ἕνεκα τοῦ ἀνίσου τῶν δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων τῶν συμμετεχόντων εἰς αὐτὴν, ἀφείλετο αὐτοὺς τὴν ἐλευθέραν διαχείρισιν τῆς περιουσίας, θέσασα, οὕτως εἰπεῖν, αὐτοὺς ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τῶν διοικούντων τὰ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου. Ἀλλ’ ἐκ τούτου προκύπτουν, ὡς προγράφομεν, τὰ ἄνω σημειούμενα ἀδικήματα. Ἔτι πλέον καταφανὴς καθίσταται ἡ ἀνισότης τῶν δικαιωμάτων τῶν μετόχων τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, ἂν γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους τὸ ἐσχάτως ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καθ’ ὃ ὁ δημόσιος λειτουργὸς δικαιοῦται εἰς σύνταξιν μετὰ 30ετίαν ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ του, καὶ ἀφοῦ συμπληρώσῃ τὸ 65ον ἔτος τῆς ἡλικίας του· οὕτω δὲ θὰ συμβῇ τὸ ἀλλόκοτον τοῦτο, ὅτι δύο μέτοχοι, ἴσον ποσὸν κατὰ μῆνα καταβάλλοντες εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, ὁ μὲν ἐπὶ 14 ἔτη, ὁ δὲ ἐπὶ 35 ἕως 40 ἔτη, θὰ λαμβάνωσιν ἐκ τοῦ ταμείου τούτου τὴν αὐτὴν περίθαλψιν, καίτοι ὁ δεύτερος κατέβαλε τριπλάσια τοῦ πρώτου. Σημειοῦμεν ἔτι, ὅτι πρόχειρος λογαριασμὸς τῶν καταθέσεων ἐπ’ ἀνατοκισμῷ εἰς τὴν τυχοῦσαν Τράπεζαν ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ ἴσου ποσοῦ πρὸς τὸ εἰς τὸ ταμεῖον διδόμενον παρέχει μέγιστα διὰ τὸν καταθέτην πλεονεκτήματα, ὧν τὸ σπουδαιότατον εἶναι τοῦτο, ὅτι ὁ καταθέτων εἰς Τράπεζαν ἔχει πάντοτε τὰς καταθέσεις του εἰς τὴν κυριότητά του, δυνάμενος εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ κάμῃ χρῆσιν τούτων. Ἕνεκα πάντων τῶν ἀνωτέρω λόγων παρακαλοῦμεν τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν εὐδοκοῦσαν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νέον νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ἀρθῇ τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, ὡς ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν κατάργησιν τοῦ πρώτου τῆς αὐτῆς φύσεως νόμου ᾼϠΙΕʹ, ὃν κατήργησεν ἡ Βουλὴ, εἰσηγουμένου τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη κατὰ τὸ 1892 τὸ πρὸς τοῦτο νομοσχέδιον, ὅπερ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς συμπάσης, τοῦ νόμου χαρακτηρισθέντος τότε ὑπὸ πάντων ὡς ἁρπακτικοῦ καὶ ἀδίκου. (Ἐφημερὶς τῆς Βουλῆς τοῦ 1893, συνεδρ. 47 σελ. 542–550). Ὑποσημειούμεθα μετὰ σεβασμοῦ Οἱ αἰτοῦντες.»
§59Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι πράττει ἔργον χρήσιμον καὶ ἀποδεκτὸν ἀπὸ μέρους τῶν ὑπαλλήλων, ἐψήφισε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν Σύνοδον νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεχρέου τοὺς ὑπαλλήλους τούτους νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβητήτως ἰδιωτικὴ ἐπιχείρησις καὶ ἓν εἶδος Ἑταιρείας ἀλληλοβοηθείας. Ἀπέναντι ὅμως τῆς ἀγανακτήσεως καὶ τῆς μὴ ἀποδοχῆς ἀπὸ μέρους τῶν ὑπαλλήλων τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἥτις πόρρωθεν, ἐὰν θέλητε, σχετίζεται κἄπως καὶ μὲ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἡ Βουλὴ ὑπὲρ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, ὡς ἐκπροσωποῦσα αὐτοὺς, ἡ Βουλή, λέγω, μετὰ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ταύτην ἀγανάκτησιν ὀφείλει νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀκύρωσιν τοῦ νόμου τούτου καὶ τὴν ἐπάνοδον εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, καθ’ ἃς αἱ ἰδιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις, τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, διευθύνονται καὶ διαχειρίζονται συμφώνως μὲν μὲ τοὺς ἰσχύοντας νόμους, ἀλλὰ κατὰ τὰς γνώμας καὶ κατὰ τὴν θέλησιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων. Ἐνταῦθα ὑπάρχει τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον εἶναι, ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἰδιωτικὴ ἐπιχείρησις· ἐν τῇ ἰδιωτικῇ ταύτῃ ἐπιχειρήσει πλεῖστοι τῶν ὑπαλλήλων εὑρίσκουσιν ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ κανονισμῷ καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει ἐν γένει τοῦ ταμείου τούτου ὀργανισμὸς μὴ συμφέρων εἰς αὐτοὺς, ἀπ’ ἐναντίας δὲ παραβλάπτων τὰ συμφέροντά των, ἐὰν καταθέσωσι. Διὰ τοῦτο δὲν κατέβαλον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ κανονισμός, ὅπως συμμετάσχωσιν εἰς τὰ μερίσματα τοῦ ταμείου. Ἀπέναντι τῆς γενικῆς ταύτης ἐκφράσεως τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου καταργοῦντος τὸν ψηφισθέντα πέρυσι νόμον, ψηφισθέντα ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι οὗτος ἤθελεν εἶναι ἀρεστὸς καὶ ἀποδεκτὸς παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων, καὶ τὴν ἐπάνοδον εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, δηλαδὴ εἰς τὴν ἐλευθερίαν ἑκάστου ὑπαλλήλου, ἐὰν θέλῃ, νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὰ βάρη καὶ εἰς τὰς ὠφελείας τοῦ ταμείου τούτου.
§60Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκπλήσσομαι τῇ ἀληθείᾳ δι’ ὅσα ἀκούω καὶ ὑπὸ ἄλλων προβαλλόμενα καὶ κυρίως διὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Καραπάνου. Ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἦτο καὶ τὸ 1891 Βουλευτὴς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ συνειδὼς τὸ δίκαιον καὶ ὀρθὸν ὑπέγραψε μετὰ τῶν ἄλλων συνυπουργῶν καὶ τοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ καὶ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸν νόμον ᾼϠΙΕʹ τῆς 7 Μαρτίου 1891 περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ αὐτὸς ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνυπέγραψε τὸ τῆς 8 Μαΐου 1891 ἐκτελεστικὸν τοῦ ἀνωτέρω νόμου Βασ. Διάταγμα. Ὁ αὐτὸς κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς τὸ παρελθὸν ἔτος, ὡς Ὑπουργὸς, ἐψήφισε κατὰ τὰς δύο ἀναγνώσεις τὴν πρότασιν νόμου περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων πάντων τῶν δημοσίων λειτουργῶν, καὶ ὡς Βουλευτὴς ἐψήφισεν αὐτὴν καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§61Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐψηφίσθη ἐν μέσῳ ἀνεμοζάλης.
§62Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τίνος ἀνεμοζάλης; Οὐδεμία τοιαύτη ὑπῆρξεν, ἀλλ’ ἐν ὁμοφωνίᾳ πάντων τῶν κομμάτων καὶ παμψηφίᾳ, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως, ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος. Λοιπὸν ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ὁ ὡς Ὑπουργὸς προβαλὼν ἄλλοτε νομοσχέδιον ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς, ὁ συντελέσας νὰ μεταβληθῇ τοῦτο εἰς νόμον, ὁ ὑπογράψας τὸν νόμον ἐκεῖνον καὶ τὸ ἐκτελεστικὸν Β. Διάταγμα καὶ συνεργήσας τότε εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, ὁ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δὶς ὡς Ὑπουργὸς καὶ ἅπαξ ὡς Βουλευτὴς ψηφίσας τὸν τελευταῖον νόμον, ἔρχεται παραδόξως σήμερον μὲ γνώμην ἀντίθετον, καὶ θέλει νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ νόμου τούτου δι’ ἄλλου νόμου, ἀναιρῶν ὅσα ἔπραξε πρότερον, καταλείπων τὴν τόσῳ μεμελετημένην ἄλλοτε γνώμην του, καὶ ἀκολουθῶν τὴν γνώμην τῶν ὑπογραψάντων τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον, πρὸ ὀλίγου ἀναγνωσθὲν, ἠκούσατε. Δὲν ἐζήτησεν ὁ κύριος Καραπᾶνος οὐδὲ ἠθέλησε νὰ μάθῃ, ἂν ὁ νόμος ὁ τελευταῖος ἐγένετο ἀποδεκτὸς ὑπὸ τῆς πλειονότητος τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ὅτι ὁ γεννηθεὶς θόρυβος ἀντιδράσεως προῆλθεν ἀπὸ ὀλιγίστους ὑπαλλήλους, περιερχομένους τὰ δημόσια γραφεῖα καὶ συλλέγοντας ὑπογραφὰς, ὑπὸ τὴν δικαιολογίαν ὅτι αὐτοὶ, μόνιμοι ὄντες καὶ σχεδὸν ἰσόβιοι, δὲν εἶχον ἀνάγκην τοιούτου ταμείου. Δὲν ἠθέλησε νὰ ἐρωτήσῃ καὶ μάθῃ ὁ κ. Καραπᾶνος, ὅτι ἄνευ ἐκβιασμοῦ τινος ἐνεγράφησαν οἰκειοθελῶς περὶ τοὺς 1500, τῶν ὁποίων μάλιστα πολλοὶ οὐδὲ ὑποχρεοῦντο ὑπὸ τοῦ νόμου. Πόθεν λοιπὸν ἡ μετατροπὴ τῆς γνώμης καὶ τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι τὸ μὲν παρελθὸν ἔτος ἐπρωτοστάτουν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, σήμερον δ’ ἔχουσιν ἀλλοίαν γνώμην; Οὐδόλως πιστεύω τὸ λάθρᾳ λεγόμενον, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀλλοίωσις καὶ ἀντίδρασις δὲν γίνεται κατὰ τοῦ νόμου, ἀλλὰ κατ’ ἐμοῦ προσωπικῶς, ὡς νὰ ἀφεώρα ὁ νόμος συμφέροντα οὐχὶ τῶν μετόχων πάντων τοῦ ταμείου, ἀλλ’ ἑνὸς μόνου μετόχου, τοῦ Προέδρου τοῦ ταμείου, ὁ ὁποῖος, ἐκλεγόμενος ὑπὸ τῶν μετόχων, προεδρεύει καὶ δύναται νὰ ἐκλεχθῇ καὶ ν’ ἀντικατασταθῇ. Πλὴν τῶν ἄλλων ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ὁ τὰ πάντα ἐρευνῶν καὶ ἐξετάζων καὶ γιγνώσκων, ἔψεξε καὶ τὸ ὅτι ἐπεβλήθη ὑποχρεωτικὴ συμμετοχὴ εἰς ἑταιρείαν ἰδιωτικὴν, οἷον εἶναι τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Τοιαύτη ὑποχρέωσις, ὡς κάλλιον ἡμῶν γινώσκει ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ὑπάρχει πολλαχοῦ τῆς Εὐρώπης, προνοούσης τῆς Πολιτείας νὰ ἔχωσιν ἄνετον κἄπως τὸν βίον ἐν γήρατι καὶ ἀνικανότητι καὶ αὐτοὶ οἱ ἰδιῶται, ὑποχρεούμενοι εἰς συμμετοχὴν εἰς προσόμοια ταμιευτήρια· τοῦτο δὲ γίνεται ἐκεῖ, διὰ νὰ μὴ ἀναγκάζηται τὸ Κράτος νὰ δαπανᾷ πρὸς συντήρησιν τῶν ἀνικάνων τούτων, ἀλλ’ αὐτοὶ οὗτοι νὰ συντηρῶνται δι’ ἰδίων ἐναποταμιευμάτων. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ ζητῶμεν μακρὰν τοιοῦτόν τι, παρατηροῦμεν ὅτι καὶ ἐντὸς τοῦ Κράτους ἡμῶν ἔχομεν τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, ἰδιωτικὴν ἑταιρείαν, εἰς τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦνται νὰ συμμετέχωσι πάντες οἱ ναυτικοὶ, μέχρι τοῦ ἐσχάτου λεμβούχου. Ἔχομεν ἄλλο ταμεῖον ἱδρυμένον, τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦται νὰ μετέχωσιν ὄχι μόνον οἱ ἀξιωματικοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ ἁπλοῖ στρατιῶται ἀκόμη, ἀπὸ τῶν ὁποίων κρατεῖται τὸ δίλεπτον καὶ μονόλεπτον καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τοῦ ὀλιγολέπτου πρὸς αὐτοὺς ἡμερησίου ἐπιδόματος, ἐνῷ εἶναι πασίγνωστον, ὅτι οἱ στρατιῶται μετὰ τὴν λῆξιν τῆς θητείας των ἀπέρχονται χωρὶς νὰ λάβωσί τι οὐδὲ νὰ δύνανται νὰ λάβωσί τι ἀπὸ τῶν τοιούτων κρατήσεων, αἵτινες εἶναι σχεδὸν ἀφαίρεσις ἀπὸ τῆς τροφῆς αὐτῶν. Διοικοῦνται δὲ τὰ ταμεῖα ταῦτα ὑπὸ ἐπιτροπειῶν ὡρισμένων καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Κράτους, ἣν τοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἠδύνατο νὰ ἀσκῇ ἀμεσωτέραν δι’ ἐπιτρόπου καὶ ἐλεγκτῶν. Οὐ μόνον δὲ ἀνεγνώρισε τὸ Κράτος καὶ ἐπέβαλε τὰ δύο ταῦτα ταμεῖα, ἀλλὰ καὶ ποικιλοτρόπως τὰ ἐπροίκισε μὲ παροχὰς ἀποφερούσας μεγάλα ποσὰ, ἐνῷ πρὸς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων οὐδὲν οὐδέποτε παρέσχεν, ὡσεὶ οἱ τοῦτο ἀποτελοῦντες νὰ ἦναι ἀπόκληρα τῆς Πολιτείας τέκνα, ἣν ἐπὶ βίον ὅλον ὑπηρέτησαν μετὰ τῶν περιπετειῶν τῆς ἀστασίας τῆς θέσεως, καὶ ἀπῆλθον, φέροντες ἀσφαλὲς ἐφόδιον τὴν πενίαν καὶ τὴν τοῦ γήρατος καὶ τῶν παθήσεων ἀνικανότητα. Τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων θ’ ἄφινεν εὐχαρίστως τὴν ὑποχρεωτικὴν συμμετοχὴν, ἐὰν ἡ Πολιτεία διὰ νόμου παρεῖχεν εἰς τοῦτο ὠφελήματα παράλληλα καὶ ἴσα πρὸς τὰ παρεχόμενα εἰς τὰ ἄλλα δύο ταμεῖα· θὰ ἠρκούμεθα εἰς τοῦτο καὶ εἰς τὴν λογικὴν ἀποζημίωσιν τῆς ἐπελθούσης εἰς τὸ ταμεῖόν μας μεγίστης ζημίας ἐκ τῆς περιστολῆς τῶν τόκων τῶν ἐθνικῶν δανείων, ἀνερχομένης μέχρι τοῦ νῦν εἰς ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον δραχμῶν περίπου, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὰ ὀκτὼ δέκατα ἀνῆκον εἰς τοὺς περιθαλψιούχους τοῦ ταμείου. Πλὴν τούτου παρεῖδε καὶ ἄλλο ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς καὶ οἱ ἐν τούτῳ συμμαχοῦντες αὐτῷ, ὅτι τὸ ἰδικόν μας ταμεῖον, καίτοι ὑπέστη τὰς γνωστὰς ἐκείνας ἐκ τῆς πτωχεύσεως ζημίας, ἀποδίδει 20 καὶ 25 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν ὑπὸ τῶν μετόχων καταβληθέντων κεφαλαίων, ὅτι ἡ διαχείρισις καὶ διοίκησις εἶναι ἀνεπίληπτος ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν, ὅτι τὰ κεφάλαια πάντα εἶναι κατατεθειμένα πρὸς φύλαξιν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, οὐδέποτε οὐδαμῶς μειούμενα, ἀλλὰ πάντοτε αὐξανόμενα, κατὰ λίαν προνοητικὰς διατάξεις τοῦ καταστατικοῦ. Δὲν βλέπω λοιπὸν, ποῖον εὗρε λόγον ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ὥστε νὰ ψέξῃ τὸ ταμεῖον τοῦτο, ὡς ἀποβλέπον εἰς σκοπὸν ἰδιοτελῆ...
§63Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§64Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. .. χωρὶς νὰ ἴδῃ καὶ νὰ μάθῃ, ὅτι τὸ ταμεῖον τοῦτο ἀποδίδει περὶ τὰς 400,000 δραχμὰς ἐτησίως πρὸς τοὺς ἀπελθόντας τῆς ὑπηρεσίας μετόχους καὶ τὰς ὀρφανικὰς τούτων οἰκογενείας. Ἀνακριβέστατος δὲ ὅλως εἶναι καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς ἐκεῖνος τῶν παραπονουμένων καὶ τῶν ὑποστηρικτῶν αὐτῶν, ὅτι τὸ ταμεῖον λαμβάνει ἀπὸ τῶν ὑποχρεουμένων εἰς συμμετοχὴν χρήματα, καὶ δὲν ἀποδίδει τι· διότι τὸ ταμεῖον ἔχει περιουσίαν 6,500,000 δραχμῶν περίπου ἀσφαλῆ καὶ βεβαίαν, τῆς περιουσίας δὲ ταύτης καθιστᾷ μετόχους τοὺς ὑποχρεουμένους εἰς ἐγγραφὴν, καὶ κατὰ προσθήκην χάριν αὐτῶν θὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ κεφάλαια ταῦτα πεντήκοντα τοῖς ἑκατὸν ἀπὸ τῶν καταθέσεων τούτων ἐπὶ πενταετίαν, ὡς προεῖδεν ὁ νόμος, ὥστε τὰ κεφάλαια θὰ αὐξήσωσι κατὰ ἓν ἀκόμη ἑκατομμύριον περίπου, τὰ τοιαῦτα δὲ κεφάλαια θὰ δύνανται νὰ παρέχωσι διὰ τῶν τόκων ἐπαρκὲς μέρισμα πρὸς τοὺς μετόχους. Ὅλως ἐκ πλάνης προερχόμενον εἶναι καὶ τὸ παράπονον, ὅτι οὐδὲν ἀποδίδει τὸ ταμεῖον πρὸς τοὺς μὴ συμπληρώσαντας ὡρισμένον χρόνον καταθέσεων, διότι τὸ ταμεῖον ἀποδίδει εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν τοιούτων τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῶν κατατεθειμένων...
§65ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ἂν ἀπολυθῶσι;
§66Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαίως δὲν δύνανται νὰ λάβωσι περίθαλψιν, ἐὰν ἀπολυθῶσι πρὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἀπαιτουμένου χρόνου, δύνανται ὅμως νὰ συνεχίσωσι τὴν κατάθεσιν, ὅταν ἐπανέλθωσιν, ἄλλως μετὰ τὸν θάνατον τούτων ἀποδίδονται πρὸς τὰς ὀρφανικὰς οἰκογενείας ὅσα τὸ Καταστατικὸν ὁρίζει, δὲν δύναται δὲ πρότερον νὰ ἀποδίδῃ τι τὸ ταμεῖον, διότι ἡ συμμετοχὴ εἶναι οὐ μόνον τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ζωῆς τοῦ μετόχου ἀσφάλεια. Πάνθ’ ὅσα λοιπὸν ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν προλαλησάντων ἐλέχθησαν ἐκ τοῦ προχείρου καὶ ὅλως ἀβασανίστως παρ’ αὐτῶν, ἀκουόντων τὰ διαβιβασθέντα πρὸς αὐτοὺς παράπονα ὑπ’ ἀνθρώπων ἀγνοούντων ὅλως τὰ κατὰ τὸ ταμεῖον. Φρονῶ δὲ, ὅτι τοιαῦτα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ἐπὶ τριάκοντα ἑπτὰ ὅλα ἔτη, παρέχον φιλανθρωποτάτην ἀρωγὴν πρὸς χιλίους καὶ πλέον ἀπομακρυνθέντας τῆς ὑπηρεσίας δημοσίους λειτουργοὺς καὶ πρὸς πεντακοσίας καὶ πλέον ὀρφανικὰς οἰκογενείας θανόντων μετόχων, τὸ ὁποῖον ταμεῖον ἀντέσχεν εἰς πάσας τὰς οἰκονομικὰς θυέλλας, καὶ ἀπέδιδεν ἐπαρκὲς μέρισμα, ὥστε μέχρι τοῦ ἔτους τούτου ἀπέδωκεν εἰς περιθάλψεις καὶ βοηθήματα περὶ τὰ δέκα ἑκατομμύρια δραχμὰς, ἐνῷ εἰσέπραξεν ἀπὸ τῶν μετόχων μικρόν τι πλέον τῶν ὀκτὼ ἑκατομμυρίων, καὶ ἔχει ἐπὶ πλέον κεφάλαια 6,500,000, χωρὶς οὐδεμίαν οὐδέποτε οὐδὲ λεπτοῦ παροχὴν νὰ λάβῃ ἀπὸ τοῦ Κράτους, ἀπόκληρον τέκνον αὐτοῦ θεωρηθέν. Πλὴν δὲ τούτου τὸ ταμεῖον τοῦτο λειτουργεῖ ἐν πλήρει φωτὶ καὶ ἐλέγχῳ οὐ μόνον διὰ τῆς ἐτησίας λογοδοσίας καὶ τῶν ὑπὸ τῶν μετόχων ἐκλεγομένων ἐλεγκτῶν, ἀλλὰ καὶ ὑφ’ ἑκάστου μετόχου ἰδίᾳ· διότι μόνον τὸ ταμεῖον τοῦτο δημοσιεύει ἐτήσιον ἀπολογισμόν, ἐν ᾧ δι’ ὀνομαστικῶν πινάκων ἀναγράφει ὅ,τι ἕκαστος μέτοχος κατὰ τὸ λῆγον ἔτος καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα κατέβαλε, καὶ ὅ,τι ἕκαστος περιθαλψιοῦχος ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ ταμείου, ὥστε ἕκαστος μέτοχος, λαμβάνων τὸ τεῦχος τοῦ ἀπολογισμοῦ, ἐλέγχει καὶ τὴν ἑαυτοῦ κατάθεσιν καὶ τὴν ἑαυτοῦ περίθαλψιν. Πρὸς τούτοις ἐν τῷ ἀπολογισμῷ περιλαμβάνονται ἐν ἀναλύσει πᾶσαι αἱ χρηματικαὶ πράξεις καὶ αἱ δαπάναι κατὰ προϋπολογισμὸν ἐτήσιον, ὑπὸ τῆς συνελεύσεως τῶν μετόχων ψηφιζόμενον καὶ κατὰ πολὺ φειδωλότερον τῶν ἄλλων ταμείων. Τοιοῦτον εἶναι τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, τόσον εὐεργετικὸν καὶ φιλάνθρωπον εἶναι πρὸς τοὺς ἀπερχομένους τῆς ὑπηρεσίας δημοσίους λειτουργοὺς, τόσον κανονικῶς καὶ ἐν φωτὶ ἐργάζεται, ἔχον κεφάλαια ἐξησφαλισμένα, οὐδόλως θιγόμενα, ἀλλὰ πάντοτε αὐξανόμενα, ὥστε εἶναι ἄξιον οὐχὶ μομφῆς καὶ διωγμοῦ, ἀλλ’ ἐπαίνων καὶ προστασίας ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας. Τοῦτο εἶναι γνώμη κτηθεῖσα διὰ πείρας μακρᾶς, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ θάρρους καὶ πεποιθήσεως τὴν ὑποβάλλω.
§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπόν τι ἐναντίον τῆς διαχειρίσεως τοῦ ταμείου, οὔτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω αὐτὴν, οὔτε ἔχω λόγον τινὰ, ἵνα ἐπικρίνω τὴν διαχείρισιν. Ἡ διαχείρισις τοῦ ταμείου εἶναι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα κανονική. Ὅ,τι εἶπον ἐγὼ εἶναι, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα ἀπόλυτον νὰ ὑποχρεώσωμεν ἄτομα, εἴτε ὑπαλλήλους εἴτε ἰδιώτας, νὰ μετάσχωσι μιᾶς ἰδιωτικῆς ἑταιρείας ἀλληλοβοηθείας. Κατὰ τοῦ νόμου, ὅστις ἐψηφίσθη, εἶχον πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων, καὶ ὅτι οὗτοι εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ταύτην ἐπιχείρησιν ἤθελον λάβει εὐχαρίστως μέρος. Ἀλλ’ ἤδη παρουσιάζεται ἀντίρρησις ἐκ μέρους τῶν ἰδιωτῶν, τῶν ἐχόντων τὸν χαρακτῆρα τοῦ ὑπαλλήλου, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συμμετάσχωσιν εἰς τὸ ταμεῖον, ὡς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν ὑποχρέωσιν εἰς ἰδιώτας νὰ συμμετάσχωσιν εἰς οἱανδήποτε ἐπιχείρησιν. Διότι, ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην, διατὶ δὲν θὰ ἐπιβάλωμεν τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ συμμετάσχωσι καὶ πρὸς σχηματισμὸν μιᾶς ἑταιρείας σιδηροδρομικῆς ἢ γεωργικῆς ἢ ἄλλης τινός;
§68Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον.
§69Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δὲ τὸ ταμεῖον τοῦτο ὅμοιον μὲ τὰ ἄλλα δύο ταμεῖα, τὸ τοῦ στρατοῦ καὶ τὸ τοῦ ναυτικοῦ, διότι ἐκεῖ πρόκειται περὶ ἐργασίας διοικητικῆς, κυβερνητικῆς, ἥτις ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ σύστημα τῶν κρατήσεων, τὰς ὁποίας ποιοῦνται παρὰ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων χάριν τῶν συντάξεων, ἃς δίδουσιν εἰς αὐτούς. Ἔλαβον λοιπὸν τὸν λόγον, ἵνα εἴπω, ὅτι δὲν ἐπέκρινα τὴν διαχείρισιν τοῦ ταμείου, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἓν Κράτος νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς ἰδιώτας συμμετοχὴν εἰς συνεταιρισμοὺς ἰδιωτικούς, ἀνεξαρτήτως τῶν ὠφελειῶν, ἢ τῶν βαρῶν ἢ ὑποχρεώσεων, ἃς ὁ συνεταιρισμὸς οὗτος ἐπιβάλλει εἰς τὰ ἄτομα.
§70Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα οὔτε νὰ ἐλέγξῃ τὴν διαχείρισιν, οὔτε νὰ κρίνῃ, ἂν τὰ μερίσματα καλῶς ἀποδίδονται ἢ οὔ, ἢ ἄλλο τι τοιοῦτον, σχετικὸν πρὸς τὸ ταμεῖον· οὔτε περὶ τοιούτου τινὸς πρόκειται. Σήμερον οἱ ὑπάλληλοι ζητοῦσι νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς πέρυσιν. Ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζητήσωσι τοῦτο; Ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἀπολαμβάνουσιν ὠφελείας. Ἀλλὰ καὶ εἰς ὠφέλειαν δὲν δύναταί τις νὰ ὑποβάλλῃ τὸν ἄλλον ἄκοντα. Κατὰ τὸν προγενέστερον νόμον, οἱ ὑπάλληλοι ἐνεγράφοντο εἰς τὸ ταμεῖον αὐτὸ, ἐὰν ἤθελον. Νῦν ὅμως δυνάμεθα νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτοὺς πάντας νὰ καταστῶσι μέτοχοι; Εἶναι τοῦτο δίκαιον; Βεβαίως ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τὸν νόμον, καὶ τὸν ἐψήφισε, διότι πάντες ἐπίστευον, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι θὰ θελήσωσι νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸ ταμεῖον. Ἀλλὰ καὶ εἷς μόνον ὑπάλληλος ἐὰν ἀποκρούῃ τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν, ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον πρὸς ἀκύρωσιν τοῦ νόμου τούτου. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δι’ ἐγκυκλίου διαταγῆς του παρήγγειλε τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους νὰ κρατῶσιν ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων τὰ ἀναλογοῦντα εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, νὰ πληροφορήσῃ δὲ ἐπίσης τὴν Βουλὴν, ἂν ἔχει σκοπὸν νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον καταργοῦν τὸν νόμον, διότι καθ’ ἑκάστην σχεδὸν συλλαμβανόμεθα καθ’ ὁδὸν παρ’ ὑπαλλήλων, καὶ δὴ διδασκάλων, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται, ὅτι τοῖς ἀφαιροῦμεν οὕτω τὸν μισθόν των. «Ποία ἡ ἀπόδειξις, λέγουσιν, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καταβάλλομεν, θὰ λάβωμεν μίαν ἡμέραν, ἀφοῦ εἶναι πιθανὸν ν’ ἀποθάνωμεν ἢ παυθῶμεν; Ἄλλως τε ἐπαρκεῖ ὁ μισθός μας νὰ τροφοδοτῶμεν καὶ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, ἀδιαφόρως, ἂν καλῶς διαχειρίζεται τὸ χρῆμά μας ἢ ὄχι;» Νομίζω, ὅτι μετὰ τὰς τοιαύτας διαμαρτυρίας ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ προταχθῇ μάλιστα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§71Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ διορθώσω μίαν ἀνακρίβειαν. Δὲν εἶναι τὸ Ταμεῖον τὸ Μετοχικὸν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ὅμοιον πρὸς τὰ λοιπὰ ταμεῖα τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, διότι τὰ ταμεῖα ταῦτα ὑπάγονται εἰς τὸν ἄμεσον ἔλεγχον τοῦ Δημοσίου, ἔχουσι Βασιλικὸν ἐπίτροπον, διορίζεται παρ’ αὐτοῖς ἐλεγκτὴς, ὁ ὁποῖος ἐπιβλέπει καὶ ἐπιτηρεῖ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὴν λειτουργίαν τῶν ταμείων τούτων. Ἡ τοιαύτη ἐπιτήρησις τοῦ Δημοσίου καθιστᾷ τὰ ταμεῖα ταῦτα παραρτήματα οἱονεὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Δημοσίου. Διὰ ταῦτα ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τῆς Βουλῆς ἡ παρομοίωσις τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι ἡ διαφορὰ τῶν ταμείων αὐτῶν εἶναι οὐσιωδεστάτη.
§72Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ὅτι εἰς τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον τοῦ Ναυτικοῦ ὑποχρεοῦνται πάντες οἱ ναυτιλλόμενοι νὰ συμμετάσχωσιν. Οὗτοι εἶναι ἐλεύθεροι, ἐὰν θέλωσι, νὰ συμμετάσχωσιν, ὅτε λαμβάνουσι σύνταξιν, ἢ νὰ μὴ συμμετάσχωσιν, ὅτε δὲν λαμβάνουσι.
§73Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπισφραγίσω τὴν συζήτησιν διὰ μιᾶς παρακλήσεώς μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, ἐμφαίνοντα τὸν μισθὸν ἑκάστου τῶν ὑπαλλήλων, τὸν τόπον τῆς καταγωγῆς αὐτοῦ καὶ ποῦ ἐνασκεῖ ἕκαστος τούτων τὰ πολιτικά του δικαιώματα.
§74Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ ἐν γένει νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς κατάστασιν τῆς περιουσίας τοῦ ταμείου, τῆς δωρεᾶς τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, καὶ κατὰ πόσον ἐκ ταύτης ηὔξησαν αἱ περιθάλψεις.
§75Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, — διότι τὸ ζήτημα δὲν ἔρχεται πρώτην φορὰν εἰς αὐτὴν, — ἂν ἐσχημάτισε γνώμην καὶ ἂν σκέπτεται νὰ καταργήσῃ ἢ ὄχι τὸν νόμον.
§76Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν ἀμέσως.
§77Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου ζητήματος ἠρωτήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τὸ ὁποῖον ἔχει πρόχειρον τὴν ἀπάντησιν, καὶ νομίζω ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον ὑποχρεοῦσαν τοὺς ὑπαλλήλους νὰ καταθέτωσιν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, ἢ οὔ;
§78Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Προκληθεὶς παρ’ ὑπαλλήλων, οἵτινες ἐζήτουν ὁδηγίας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἀπήντησα ὅτι ὁ νόμος εἶναι ὑποχρεωτικός, καὶ δέον νὰ ἐκτελεσθῇ.
§79ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, σὺν ταῖς πληροφορίαις, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής, νὰ ὑποβάλῃ καὶ πίνακα ἐμφαίνοντα τὰς κατ’ ἔτος δαπάνας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου ἀπὸ τοῦ 1885 μέχρι σήμερον.
§80Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νομίζω ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐπιβάλλει τὴν καταβολὴν τῶν ποσοστῶν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου διὰ κρατήσεως ἐπὶ τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Ὁ νόμος καθιστᾷ ὑποχρεωτικὴν τὴν καταβολήν, ἀλλὰ δὲν λέγει, πῶς θὰ ἐκβιασθῶσιν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἰς τὴν καταβολὴν, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Δὲν ἔχει δὲ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ κράτησιν ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Ἐὰν ὁ ὑπάλληλος παραβῇ τὸν νόμον, μὴ καταβάλλων, τότε ὑπάρχει παράβασις τοῦ νόμου, δυναμένη νὰ ἐπιφέρῃ τὴν τιμωρίαν τοῦ ὑπαλλήλου, ἢ τὴν παῦσιν αὐτοῦ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ μέτρον, ὅπερ ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἂν ἀκόμη στηρίζηται εἰς προηγούμενον, ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας, ἣν δίδει ὁ νόμος εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§81Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ἐνῷ ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου εἶναι ὑποχρεωτική, ἀφ’ ἑτέρου τὴν θεωρεῖ ἰδανικήν, διότι λέγει, ὅτι, ἐὰν ὁ ὑπάλληλος δὲν καταβάλῃ, δύναται νὰ παυθῇ, ἢ νὰ ἐγερθῇ κατ’ αὐτοῦ ἀγωγή. Ἀλλ’ ὅταν εἷς νόμος λέγῃ, ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ καταβολὴ τοῦ ὑπαλλήλου, ὑποθέτει ὅτι δύναται ἐκ τοῦ μισθοῦ του νὰ κρατήσῃ ὁ ταμίας τὸ ποσοστὸν διὰ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον.
§82Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Διὰ τοῦ νόμου ὑπεχρεώθησαν οἱ ὑπάλληλοι νὰ καταθέτωσι ποσοστόν τι πρὸς ἀπαρτισμὸν τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ δὲν ὡρίσθησαν τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ ἐξαναγκασθῶσι πρὸς τοῦτο, καὶ ἑπομένως ὑπάγονται εἰς τὰ γενικὰ τῆς ἐκτελέσεως μέσα, διότι ὁ νόμος, ὡς εἶπον, δὲν ὥρισεν εἰδικόν τι μέσον. Ἐὰν ὁ νόμος ὥριζεν εἰδικόν τι μέσον ἐκτελέσεως, τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφαρμόζων τὸν νόμον, ἠδύνατο, νὰ ἐπιβάλῃ τὸ μέσον τοῦτο, τὸ ἐκτελεστικόν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ὥρισεν ὁ νόμος τοιοῦτο μέσον, δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ κάμῃ χρῆσιν ἄλλου μέσου καὶ ἐπιβάλλῃ τὴν κράτησιν, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ῥητῶς διὰ νόμου ἀπαγορεύεται ἡ κατάσχεσις τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Δυνάμεθα λοιπὸν ἤδη νὰ κάμωμεν χρῆσιν μόνον τῶν ἐκτελεστικῶν μέσων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ οὐδενὸς ἄλλου.
§83Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ νόμου καὶ τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος ὡμίλησαν οἱ κύριοι Βουλευταί, διότι τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου λέγει τὰ ἑξῆς: «Διὰ Β. Διατάγματος ὁρισθήσεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου καὶ κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ, καὶ ἰδίᾳ αἱ συνέπειαι τῆς μὴ προσελεύσεως τῶν ὑποχρεουμένων πρὸς ἐγγραφὴν ἢ τῆς διακοπῆς τῶν καταθέσεων αὐτῶν.» Τὸ δὲ Β. Διάταγμα, ὁρίζον τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, λέγει ἐν ἄρθρῳ 7: «Ἡ εἴσπραξις τῶν ὀφειλομένων ἀρχικῶν καταβολῶν ἢ τῶν μετέπειτα καθυστερουμένων τοιούτων ἐνεργεῖται ὑποχρεωτικῶς ἐκ τῆς μισθοδοσίας τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ, τοῦ οἰκείου ταμίου ὀφείλοντος ὑπὸ προσωπικὴν εὐθύνην νὰ παρακρατῇ ἐκ τοῦ πρώτου πληρωτέου μισθοῦ τὰς ὀφειλομένας καταβολάς, κατὰ τὴν περὶ τούτου εἰδοποίησιν τοῦ Προέδρου τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, καὶ νὰ διαβιβάζῃ τὰ παρακρατηθέντα ποσὰ εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον». Ἑπομένως ὁ νόμος ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, αὐτὴ δ’ ἐκανόνισε διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος καὶ ὥρισε κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἰσπράττηται τὸ παρακράτημα. Τοῦτο δὲ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἐγκυκλίου του ἀνακοίνωσεν, ὅτι ὁ νόμος δὲν δύναται ἢ νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ παρήγγειλε τοὺς ταμίας νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τὸν νόμον καὶ τὸ Β. Διάταγμα. Δὲν ἦλθε λοιπὸν νὰ ἐπιβάλῃ ὁ Ὑπουργός· ἀνεκοίνωσε μόνον, τί διατάσσει ὁ νόμος καὶ τὸ Διάταγμα. Τὸ δὲ λεγόμενον, ὅτι γίνεται κατάσχεσις ἢ ἄλλό τι, δὲν εἶναι ἀκριβές.
§84Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλὰ ἐλέχθησαν ἐκτὸς τοῦ θέματος, διότι τοῦτο προῆλθεν ἐκ τῆς ἐκδρομῆς, ἣν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μαντινείας. Ἀλλὰ τὸ κύριον ζήτημα δὲν εἶναι τοῦτο· τὸ κύριον ζήτημα εἶναι, ἂν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν διατήρησιν νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει διὰ τῆς βίας εἰς τοὺς ὑπαλλήλους καταβολὴν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν θέλουσι νὰ ὑποβληθῶσι. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ διατηρήσῃ νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες διαμαρτύρονται, λέγοντες ὅτι δὲν θέλουσι νὰ ἔχωσι τοιαύτην σύνταξιν; ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς αὐτὸν τὸν νόμον ἀκόμη; Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ Πρόεδρος τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, εἶπεν, ὅτι οἱ μὴ θέλοντες εἶναι ὀλίγοι· λοιπὸν τί τὸν μέλει διὰ τοὺς ὀλίγους αὐτούς; Ἄς τοὺς ἀφήσῃ νὰ φύγουν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἴμεθα ὑπόχρεοι, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλωσι νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ παύσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§85Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡμεῖς ὡς Κυβέρνησις, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ εὕρομεν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν· ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως εἶχε ψηφισθῆ εἰς δύο ἀναγνώσεις. Οἱ ἔχοντες ἐκ τῶν συναδέλφων τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος, δύνανται νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν νόμου, καὶ τότε νὰ γείνῃ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βρατσᾶνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ζητήματος.
§87Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἡ ὑπεράσπισις τῶν συμφερόντων τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Βεγγάζῃ τῆς Βαρβαρίας ἔχει ἀνατεθῇ εἰς τὸν Ἰταλὸν πρόξενον, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἐπιρροῆς του καὶ τῶν ὑπερανθρώπων ἐνεργειῶν του πολλὰς ὑπηρεσίας προσέφερε καὶ προσφέρει εἰς τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους. Τοῦτο κατιδὼν ὁ κυβερνήτης τοῦ ὁπλιταγωγοῦ «Κρήτης», ὁ ὁποῖος ἐξετέλεσε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὸν πλοῦν ἀνὰ τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς, συνέστησεν ἐν τῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκθέσει του, ὅπως δοθῇ ἠθική τις ἀμοιβὴ εἰς τὸν εἰρημένον πρόξενον. Ἤδη, ὅτε δύο πολεμικὰ πλοῖα πρόκειται νὰ ἀποπλεύσωσι, νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ δοθῇ ἡ ἠθικὴ αὕτη ἀμοιβή. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ, ἵνα ἐκδοθῶσι τὰ ἐντάλματα τῶν φαρικῶν τελῶν ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου, διότι ἐκ τῆς βραδύτητος τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐνταλμάτων τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ζημιοῦται τοὺς τόκους τῶν χρημάτων τούτων. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸ περὶ προσωπικοῦ τῶν Φάρων καὶ Φανῶν νομοσχέδιον, διότι οἱ διορισθέντες μέχρι τοῦδε ἐπιστάται καὶ φύλακες Φάρων καὶ Φανῶν καὶ οἱ διοριζόμενοι παρανόμως διορίζονται, καὶ ἑπομένως οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσι πρὸς σύνταξιν, ἐὰν εἴτε ἀποθάνωσιν ἐν ὑπηρεσίᾳ εἴτε πάθωσιν ἐν αὐτῇ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὸ περὶ φαρμακεμπόρων νομοσχέδιον, διότι οὗτοι εὑρίσκονται ἐν διωγμῷ.
§88Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Συνιστῶ καὶ καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ διαρρυθμίζον προσωρινῶς τὰ τῶν φαρμακοποιῶν, διότι βεβαίως ἐν τῇ ἐνεστώσῃ Συνόδῳ ἡ ὁριστικὴ λύσις τοῦ ζητήματος δὲν παρέχει ἐλπίδας, ὅτι εἶναι ἐφικτή. Ἕνεκα τούτου δέον νὰ δοθῇ προσωρινὴ λύσις, διότι εἶναι ἀληθές, ὅτι πολλοὶ ἐπιστήμονες, μετ’ ἐπιμελείας ἐπιδοθέντες εἰς τὴν ἐπιστήμην αὐτήν, δὲν δύνανται νὰ ἐργασθῶσι πλέον, ἐπειδὴ δὲ φαίνεται, ὅτι ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα νὰ ἐπέλθῃ ἀφομοίωσις μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων φαρμακεμπόρων πρὸς τοὺς φαρμακοποιούς, θὰ ἦτο πρέπον, ἡ κρατοῦσα αὐτὴ ἰδέα νὰ ἐπραγματοποιεῖτο ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης.
§89Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐν τῷ ὑποβληθησομένῳ νομοσχεδίῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τοῦ τμήματος τῶν Φάρων καὶ Φανῶν. Δὲν παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἦναι τμηματάρχης πολιτικὸς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Φάρων καὶ Φανῶν. Εἰς τὸ σῶμα τοῦ ναυτικοῦ ὑπάρχουσιν ἄνδρες, οἵτινες δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῶν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γεώργ. Μελισσηνός, Ι. Γ. Ροῦφος, Κ. Γκότσης, Π. Σάκκης καὶ Ι. Καλούτσης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ͵ΒϠΠΗʹ περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 25).
§91Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Μετὰ τὴν γενομένην ἀνάπτυξιν ἐθεωρήθη περιττὸν νὰ ὑποβληθῇ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις. Τὴν πρότασιν ταύτην ὑπεβάλομεν, ὁρμηθέντες ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων, ὡς καὶ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§92Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι πρὶν ἢ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι αἱ ζητηθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Μελισσηνοῦ ἡ πρότασις νόμου δὲν πρέπει ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§93ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐν τῷ μεταξὺ βεβαίως θὰ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§94Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἔλαβον ἀφορμὴν καὶ ἄλλοτε νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ζητήματος τῶν φαρμακοποιῶν, ὑπεσχέθη δὲ, ὅτι θέλει φέρει νομοσχέδιον. Σήμερον ἔλαβον τηλεγράφημα, ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τῶν φαρμακεμπόρων καὶ φαρμακοποιῶν Πατρῶν, ὅπερ σημαίνει, ὅτι συνδιηλλάγησαν, ὅτι δηλ. δὲν ὑπάρχει διάστασις μεταξύ των. Πρέπει λοιπὸν νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§95Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Πατρῶν, διὰ τοῦ ὁποίου μὲ παρακαλοῦσιν οἱ φαρμακέμποροι νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλωσιν οἱ φαρμακοποιοὶ καὶ οἱ φαρμακέμποροι. Ὥστε βεβαίως θὰ ἐπῆλθε συμφιλίωσις. Ἐὰν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς διαβεβαιώσῃ, ὅτι αὔριον θὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, εἶναι περιττὸν ν’ ἀπασχολῶμεν τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον αὔριον θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν.
§96Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ κανονίζον τὰς σχέσεις τῶν φαρμακεμπόρων καὶ φαρμακοποιῶν. Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν ἐπαγγελματιῶν αὐτῶν τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἥτις μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ, μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ῥητῶς ὑπεσχέθη αὐτοῖς, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Ἐν τούτοις αἱ ἡμέραι παρέρχονται, καὶ νομοσχέδιον δὲν ὑποβάλλεται. Ἐνῷ ἡμεῖς ἐδῶ ὑποβάλλομεν συστάσεις εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, αὐτὸς πηγαίνει νὰ καπνίσῃ, καὶ ἡ κωμῳδία θὰ ἐξακολουθήσῃ!
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον.
§98Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἀπηνὴς τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου καταδίωξις, γιγνομένη ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν οἱ πολῖται εὑρίσκονται ἐν ἀπολύτῳ ἀδυναμίᾳ ἐκπληρώσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεων αὐτῶν. Ἤλπιζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ εἶχε τὴν καλωσύνην, ἀναγνωρίζων τὸ δίκαιον τῆς αἰτήσεως, νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς πρὸς ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως. Ἔχω ὅμως ἐπιστολὴν, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ καταγγέλλουσιν, ὅτι ὁ ὑποταμίας τοῦ δήμου Δύμης 700 ἐντάλματα ἐξέδωκε κατὰ διαφόρων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Ἑπτακόσια ἐντάλματα εἰς δῆμον μικρὸν σημαίνει πλέον, ὅτι πρόκειται περὶ πιέσεως πρωτοφανοῦς, ἐκμυζώσης καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου καὶ τὸν ἄρτον, ὡς διαδίδεται, πρόκειται ν’ ἀποπειραθῶσι νὰ φορολογήσωσι. Ταυτοχρόνως μὲ πληροφοροῦσιν, ὅτι ὑπεβλήθη καταγγελία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τοῦ ὑποταμίου Δύμης διὰ διαφόρους παραβάσεις αὐτοῦ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ ἡμᾶς, ἂν πράγματι ἐγένοντο τοιαῦται μηνύσεις, καὶ τί ἐπ’ αὐτῶν ἐνηργήθη. Ὑπομιμνήσκω ἐπίσης εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 7 Μαΐου ὑπέβαλον ἐπερώτησιν, ἔχουσαν οὕτως (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ: 1) Πίνακα ἐμφαίνοντα τὰς μεταβολὰς, ἃς ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ἐνήργησε τὸ νῦν Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. 2) Πίνακα ἐμφαίνοντα, πόσοι ἐκ τῶν μὴ παυθέντων ὑπαλλήλων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης διατελοῦσιν ὑπὸ κατηγορίαν. 3) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὴν διαφορὰν δαπανῶν μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους καὶ τῶν δύο προηγουμένων ἐτῶν. 4) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸ ποσὸν τῶν ἀποζημιώσεων τῶν συμβούλων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1903 μέχρι σήμερον, καὶ τὰς καταβληθείσας ἀποζημιώσεις κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τῶν δύο προηγουμένων ἐτῶν. 5) Ἀντίγραφον πρακτικοῦ ψηφίσεως παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δαπάνης διὰ τὴν ἔκθεσιν Ἁγίου Λουδοβίκου, καὶ πληροφορίαν, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐνέκρινε ταύτην. 6) Ἀντίγραφον ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου, δι’ ἧς γίνεται δεκτὴ ἡ ἀγωγὴ τοῦ Διονυσίου Γιαννουλοπούλου, καὶ ἀντίγραφον τῆς ἀγωγῆς αὐτοῦ. 7) Πληροφορίαν, ἂν κατὰ τὴν τελευταίαν τριμηνίαν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου ἐδημιουργήθησαν νέαι θέσεις, ποῖαι αὗται, ποῖος ὁ ὁρισθεὶς μισθὸς, καὶ ἂν διωρίσθησαν εἰς ταύτας ὑπάλληλοι, καὶ ποῖοι. 8) Πληροφορίαν, ἂν ἱδρύθησαν πρατήρια ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πρὸς πώλησιν σταφίδος, ἂν διωρίσθησαν πράκτορες, ἂν οὗτοί εἰσιν ἐκ τῆς ἡμεδαπῆς, ἢ ἐγκατεστημένοι ἐν αἷς χώραις ἱδρύθησαν τὰ πρατήρια, καὶ ποῖος ὁ μισθὸς αὐτῶν.» Ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐπερώτησίν μου, διότι φαίνεται ὅτι διέλαθεν αὕτη τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἡ συζήτησις τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου ἐπίκειται, αἱ δὲ πληροφορίαι αἱ αἰτούμεναι, αἱ τοσοῦτον σπουδαῖαι, αἱ τοσοῦτον διαφωτιστικαὶ διὰ τὴν συζήτησιν, δὲν κατετέθησαν ἔτι.
§99Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν διαιρεῖται εἰς τρία μέρη. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ σύστασιν αὐτοῦ, ὅπως διαταχθῇ ἀναστολὴ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων εἰς τὸν δῆμον Δύμης. Ὡς γνωστὸν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχει. Σύστασιν μόνον ἐποιησάμην πρὸς χρῆσιν ἠπιωτέρων μέσων περὶ τὴν εἴσπραξιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς κατηγορίας κατὰ τοῦ ὑποταμίου Δύμης, προχείρως δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν τοιαῦται ὑπεβλήθησαν. Ἂν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἀμφιβολίαν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον θὰ διέταξε νὰ γείνωσιν ἀνακρίσεις ἀμέσως. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ τρίτον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν, πρόκειται περὶ πολλῶν πληροφοριῶν, σχετικῶν πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Εὐθὺς ὡς διὰ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς περιῆλθεν εἰς ἐμὲ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διέταξα νὰ συλλεχθῶσι πᾶσαι αἱ αἰτούμεναι πληροφορίαι, καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τελευταίως ὑπέμνησα τὴν σύστασιν πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν· ὑποθέτω δὲ, ὅτι αὐτὰς τὰς ἡμέρας θὰ ὑποβληθῶσι.
§100Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διατάσσῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι συνέστησε τὴν ἠπιωτέραν εἴσπραξιν αὐτῶν. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἡ σύστασίς του αὕτη παρήγαγε τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα, διότι ὁ ὑποταμίας τῆς Δύμης ἔδωκε πρὸς ἐκτέλεσιν 800 ἐντάλματα διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει, ὅτι οἱ ὀφείλοντες ἐκ τοῦ φόρου τούτου δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν τώρα νὰ καταβάλωσι τὸν φόρον τοῦτον, διότι εὑρίσκονται εἰς τὰς παραμονὰς τῆς συγκομιδῆς. Μετὰ ἕνα μῆνα βεβαίως θὰ ἦναι εἰς καλλιτέραν κατάστασιν, καὶ τότε θὰ ἦναι ἡ καταλληλοτέρα ἐποχὴ διὰ τὴν εἴσπραξιν τοιούτου φόρου. Νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μεριμνήσῃ περὶ καταλληλοτέρου τρόπου εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· δέον νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο δόσεις ὁ φόρος, καὶ ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ νὰ γίνηται κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συγκομιδῆς τῶν καρπῶν.
§101Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διδομένην πληροφορίαν, ὅτι ἐξεδόθησαν 800 ἐντάλματα, βεβαίως θέλω προβῆ εἰς τὰς ἀπαιτουμένας συστάσεις πρὸς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸν καθορισμὸν τῶν δόσεων, δηλῶ, ὅτι ὄχι μόνον περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ ἄλλων φόρων ἐγένετο φροντὶς, καὶ περὶ τούτου εἶναι ἕτοιμον νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, τὸ ὁποῖον θέλω εἰσαγάγει εἰς αὐτὴν τὴν Σύνοδον, ὅπως αἱ εἰσπράξεις κανονισθῶσι κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε οἱ φορολογούμενοι νὰ εὐκολύνωνται ἐκ τῆς συγκομιδῆς τῶν προϊόντων αὐτῶν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέστησα πάντοτε εἰς τὰ ταμειακὰ ὄργανα, καὶ θέλω ἐπαναλάβει καὶ πάλιν, εἶναι νὰ ζητῶσι τὴν πληρωμὴν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλῶν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν οἱ φορολογούμενοι εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωσι.
§102Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν γνωρίζω εἰς τί θὰ χρησιμεύσωσιν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι παρὰ τοῦ ἐντίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἶναι νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, διότι νομίζω, ὅτι οἱ κύριοι σύμβουλοι τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, καθόσον μάλιστα δύο ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἵνα ἡ διαχείρισις αὐτῶν μηδὲν ἀφίνῃ κενὸν, οὔτε πρέπει δὲ νὰ ἐπιτρέψωσιν, ἵνα οἱοσδήποτε ὑπαινιγμὸς εὕρῃ θέσιν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐπειδὴ ἔλαβον τὸν λόγον ἐν σχέσει πρὸς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, θὰ παρακαλέσω τον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ, ἐὰν ἐπιτρέπηται ὑπὸ τοῦ νόμου, τὸν Διευθυντὴν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ν’ ἀποστείλῃ ἐπιθεωρητὴν εἰς τὸ Πρακτορεῖον Ἀγουλινίτσης, διότι ἐξ ἐπιστολῆς ἐπιστήμονος, τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ παραδώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πληροφοροῦμαι, ὅτι ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος τοῦ ἐν λόγῳ πράκτορος ὑπάρχουσιν ἀνωμαλίαι τινὲς, αἵτινες βαρύνουσι τοὺς συναλλασσομένους μετὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Δὲν λέγω, ὅτι πρόκειται περὶ καταχρήσεων, διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποδειχθῇ δι’ ἀκριβοῦς ἐξετάσεως ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων ἡ ἀνωμαλία, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλῶ, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ καταγγείλω τὸν ἐν λόγῳ πράκτορα, τὸν ὁποῖον ἄλλως τε δὲν γνωρίζω.
§103Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Πότε διωρίσθη αὐτὸς ὁ πράκτωρ; Εἶχε διορισθῆ πρὸ πολλοῦ; Προσέτι σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε καὶ πόθεν κατάγεται.
§104Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Διωρίσθη τώρα τελευταίως. Πόθεν κατάγεται, δὲν γνωρίζω. Λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ ποιήσωμαι τὴν παράκλησιν ταύτην, διότι ἐπληροφορήθην, ὅτι καὶ ὁ προκάτοχος πράκτωρ, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτει προτοῦ διορισθῇ ὁ ὑπάρχων, ἐστερεῖτο τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, διότι εἶχεν ὑποπέσει εἰς ἔγκλημα καὶ εἶχε δι’ αὐτὸ καταδικασθῆ. Οὐδένα ὑπαινιγμὸν θέλω ν’ ἀφήσω ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑπάρχοντος πράκτορος, ἀλλ’ ἐπειδὴ καταγγέλλεται ὑπὸ φίλου μου δικηγόρου, ἐκεῖ διαμένοντος, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀνωμαλίαι τινὲς ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ, δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τοὺς ἁρμοδίους ν’ ἀποστείλωσιν ἐπιθεωρητὴν πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας, χάριν αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος τοῦ πράκτορος.
§105Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ἐντὸς τοῦ ἔτους 1904 θέλει ἀρχίσει ἡ ἐργασία πρὸς οἰκοδόμησιν τῆς Γεωργικῆς Σχολῆς ἐν Λαρίσῃ, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἱδρυθῇ διὰ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου Ἀβέρωφ. Πρὸ πολλῶν μηνῶν ἀπεστάλη ἐπιτροπὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ καθώρισε τὸ μέρος, ἔνθα πρέπει νὰ ἱδρυθῇ ἡ Γεωργικὴ Σχολή· ἔκτοτε ὅμως οὐδεμία ἐργασία ἐγένετο, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἂν σκέπτεται νὰ διατάξῃ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐργασίας ταύτης, πρὸς οἰκοδόμησιν ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον μεγάλως θὰ ὠφελήσῃ τὸν τόπον.
§106Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καίτοι ἀπουσιάζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οὐχ ἧττον εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν σχετικὴν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν του, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἐπερώτησίς μου δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς πρόληψιν πολλῶν ἀτόπων. Ἄλλως τε ὑπάρχει καὶ πλήρης ἀλληλεγγύη μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίως μεταξὺ ἑκάστου αὐτῶν καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐκπροσωποῦντος τὸ πνεῦμα ἐν γένει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὅστις, νομίζω, ὅτι δύναται ν’ ἀκούσῃ καὶ τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην. Πρὸ ἡμερῶν ἐγένετο πολὺς λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τῶν ἐξετάσεων τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς. Διάφοροι συγγενεῖς καὶ ἐνδιαφερόμενοι παρουσιάσθησαν καὶ ὑπέβαλον ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τῆς ὁποίας καταγγέλλουσιν, ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν αἱ νόμιμοι διατυπώσεις, αἱ διαγραφόμεναι ἐν τῷ Β. Διατάγματι, κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐν λόγῳ ὑπαξιωματικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παραδόξως, ἐνῷ ἡ ἀναφορὰ αὐτῶν ἐπέχει τόπον καταγγελίας, διότι ὡρισμέναι αἰτιάσεις ἀπευθύνονται κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἰδίως ἐναντίον τοῦ Προέδρου τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ἀναφορὰν ταύτην τῶν ἐνδιαφερομένων ἀπέστειλεν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν καθ’ οὗ ἐγένετο ἡ καταγγελία, διὰ ν’ ἀπολογηθῇ ὁ καθ’ οὗ ἐγένετο ἡ καταγγελία, ἂν τὰ καταγγελλόμενα ἔχονται ἀληθείας ἢ οὔ. Νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἐξετάσεως τῶν παραπόνων, ἐχόντων μορφὴν καταγγελίας, δὲν εἶναι ὁ προσήκων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε, νομίζω, τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ καθῆκον δι’ ἄλλου μέσου νὰ προβῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν καταγγελλομένων πράξεων, καὶ ἐξετάσῃ, ἂν τὰ παράπονα τῶν ἐνδιαφερομένων ἦσαν ἀκριβῆ ἢ μή· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,—ὁ ὁποῖος βεβαίως, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει πάντα λόγον νὰ φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται τελείως οἱ ὑφιστάμενοι νόμοι, —νὰ συντελέσῃ καὶ αὐτός, ὥστε ἡ ἐξέτασις τῶν παραπόνων νὰ γένηται κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον, δηλαδὴ νὰ διαταχθῇ ἡ ἐξακρίβωσις, πρῶτον ἂν ἔλαβον μέρος εἰς τὰς ἐξετάσεις τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς ὑπαξιωματικοὶ μὴ ἔχοντες τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, μὴ ἔχοντες δηλαδὴ ὡρισμένην ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, δεύτερον νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὅλα τὰ καταγγελλόμενά εἰσιν ἀκριβῆ, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσῃ, ταῦτα οὐχὶ ἀπευθυνόμενος εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ νὰ ἀναθέσῃ εἰς ἀνώτερον ἀξιωματικὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὰς δεούσας ἀνακρίσεις, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ἂν πράγματι ἔλαβον χώραν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καταγγέλλονται ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τῆς ὑποβληθείσης αἰτήσεώς των.
§107Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον, φύσεως καθαρῶς ὑπηρεσιακῆς, περὶ τῆς ἰσχύος τοῦ ἐν ἔτει 1903 ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Γυθείῳ Πρωτοδικῶν κηρυχθέντος ὁριστικοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων καὶ διὰ τὸ 1905 ἔτος. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑποβάλλω καὶ νομοσχέδιον περὶ καταρτισμοῦ τῶν Δικαστηρίων τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐκ τριῶν δικαστῶν ἀντὶ πέντε. Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, ἄλλοτε τὰ Στρατοδικεῖα συνεκροτοῦντο ἐξ 7 δικαστῶν, μετὰ δὲ ταῦτα —ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, — ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, καὶ ἐγένετο τοῦτο νόμος, καθ’ ὃν τὰ Στρατοδικεῖα ἀποτελοῦνται ἐκ 5 δικαστῶν. Ἐκ τῆς μεταρρυθμίσεως ταύτης οὐ μόνον δὲν ἐβλάβη ἡ ἀπονομὴ τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ταχυτέρα κατέστη. Ὑπάρχει, Κύριοι, κοινὴ συνείδησις παρὰ τῷ δικαστικῷ κόσμῳ, ὅτι ὑπερβολικὸς εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν πέντε πλημμελειοδικῶν πρὸς ἐκδίκασιν πλημμελημάτων, ἅτινα δὲν εἶναι καὶ σπουδαῖα συνήθως. Ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει συντελέσει καὶ εἰς ταχυτέραν ἀπονομὴν τῆς τε ποινικῆς καὶ τῆς ἀστικῆς δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν πλείστων δικαστῶν ἀπὸ ἐφεσιῶν, αἵτινες ἐπίσης καλῶς θέλουσιν ἐκτελεῖσθαι ὑπὸ τῶν τριῶν μελῶν τῶν Πλημμελειοδικείων.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 26 καὶ 27).
§109Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη καταθέτω τρεῖς πίνακας, ἀναγομένους εἰς τὰς εἰσπράξεις τῶν καπνοκοπτηρίων καὶ τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ᾐτήσατο πρὸ ἡμερῶν συμπληρωματικὰς πληροφορίας· αἱ πληροφορίαι αὗται δίδονται σήμερον διὰ τῆς καταθέσεως τῶν ἀρτιωτέρων τούτων πινάκων. Ὁ βουλευτὴς Καρυστίας κ. Στεφανίδης εἰς μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ᾐτήσατο νὰ κατατεθῶσι πληροφορίαι περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων τῶν διαλελυμένων μονῶν Γερμανοῦ, Μυρναγίου, Κουτσούρου καὶ Καταρράκτου τοῦ δήμου Αὐλῶνος τῆς Καρυστίας. Καταθέτω σήμερον τὰς πληροφορίας ταύτας.
§110Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνθυμεῖται σύστασίν τινα, γενομένην ὑπ’ ἐμοῦ πρὸ ἡμερῶν διὰ παρόμοιον ζήτημα.
§111Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐνθυμοῦμαι τὴν σύστασιν ὑμῶν, κύριε Βουλευτὰ, καὶ θὰ ἀπαντήσω.
§112Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔν τινι τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως ἕνεκα τῆς ἀρνήσεως τῆς ἐνταῦθα ἐπιτροπῆς τοῦ Διδασκαλείου νὰ δεχθῇ εἰς ἐξέτασιν τοὺς ἐλθόντας δημοδιδασκάλους, ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ προκαλέσῃ Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ὁρισθῇ χρόνος, καθ’ ὃν οἱ δημοδιδάσκαλοι ἐκεῖνοι θὰ ὑποστῶσιν τὰς προαγωγικάς των ἐξετάσεις. Ἀλλὰ καίτοι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον παρῆλθε χρόνος ἀρκετὸς, τοιοῦτον Διάταγμα δὲν ἐδημοσιεύθη. Ἐπειδὴ δὲ τὸν προσεχῆ Αὔγουστον, κατ’ ἄλλο Β. Διάταγμα, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, πρόκειται νὰ γείνωσιν αἱ ἐτήσιαι προαγωγικαὶ ἐξετάσεις τῶν δημοδιδασκάλων, καλὸν εἶναι, οἱ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος κριθέντες ὡς μετεξεταστέοι διά τινα μαθήματα νὰ δώσωσιν ἐντὸς τοῦ Ἰουνίου τοὐλάχιστον ἐξετάσεις, διὰ ν’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ κόπου καὶ τῆς βασάνου, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῶσι κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἔχει σκοπὸν νὰ ἐκδώσῃ ἢ μὴ τοιοῦτον Διάταγμα.
§113ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τοιαύτην ὑπόσχεσιν ἐγὼ δὲν ἔδωκα εἰς τὴν Βουλὴν, εὑρίσκω ὅμως ὀρθὴν τὴν παρατήρησιν, ὅπως τροποποιηθῇ τὸ ἰσχῦον Διάταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον μόνον τὸν Αὔγουστον ἐπιτρέπεται ἡ ἐπανεξέτασις τῶν διά τινα μαθήματα παραπεμφθέντων πρὸς μετεξέτασιν δημοδιδασκάλων. Εὐθὺς ὡς τὰ μαθήματα τοῦ Διδασκαλείου λήξωσιν, ὁ σύλλογος τῶν καθηγητῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἐξέτασιν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τροποποιηθῇ τὸ Διάταγμα, καὶ νὰ ὁρισθῇ ὡς χρόνος τῶν τοιούτων ἐξετάσεων τὰ τέλη τοῦ μηνὸς Ἰουνίου.
§114Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι αἱ ἐξετάσεις πρέπει νὰ γίνωνται κατ’ Αὔγουστον, εἶναι τῆς 11 Μαρτίου 1886, καὶ λέγει ἐν ἄρθρῳ 1: «Αἱ ἐξετάσεις ἐπὶ προαγωγῇ τῶν δημοδιδασκάλων γίνονται ἅπαξ τοῦ ἔτους ἐν Ἀθήναις κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον». Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ Διάταγμα ἐν ἄρθρῳ 12, παραγράφῳ βʹ λέγει: «πᾶς ὁ ἀξιωθεὶς τοῦ πρώτου ἢ τοῦ δευτέρου βαθμοῦ ἐν τοῖς μαθήμασι τούτοις (ἱεροῖς, παιδαγωγικοῖς κλπ.), τυχὼν δὲ ἐν τοῖς λοιποῖς, εἴτε ἐν ἑνὶ, εἴτε ἐν πλείοσι, βαθμοῦ κατωτέρου τοῦ καλῶς, δὲν προάγεται, μέχρι τοῦ χρόνου, ὅστις ἤθελεν ὁρισθῆ αὐτῷ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπείας, ἵνα ἐξετασθῇ εἰς τὰ μαθήματα ταῦτα καὶ ἀποδείξῃ διὰ τῶν ἐξετάσεων, ὅτι ἐκτήσατο τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα.» Κατὰ συνέπειαν ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ ὁρίσῃ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐντὸς τοῦ ἔτους οἱ εἴς τινα μαθήματα μετεξεταστέοι δικαιοῦνται καὶ ὑποχρεοῦνται νὰ ὑποστῶσιν ἐνώπιον τῆς ἐπὶ τούτῳ ἐπιτροπῆς τὰς προαγωγικάς των ἐξετάσεις, Λέγει δὲ κατωτέρω τὸ Διάταγμα ἐν ἄρθρῳ 15, τὰ ἑξῆς: «Εἰς τοὺς ἐκ τῶν νέων Διδασκαλείων ἀπολυθέντας διδασκάλους δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ βαθμολογία τοῦ ἀπολυτηρίου των, καὶ νὰ ἐξετασθῶσιν εἰς ἐκεῖνα τὰ μαθήματα μόνον, εἰς ἃ θέλουσι νὰ βελτιώσωσι τὸν βαθμόν των. Τοῦτο ἀποφασίζεται ὑπὸ τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπείας.» Κατὰ συνέπειαν οἱ ὑποστάντες προαγωγικὰς ἐξετάσεις κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἐν μηνὶ Αὐγούστῳ, κατὰ τὸ προμνημονευθὲν Β. Διάταγμα, καὶ μὴ κριθέντες καθ’ ὅλα ἱκανοὶ ἔμειναν πρὸς μετεξέτασιν, εἰς τὴν τάξιν δὲ ταύτην τῶν μετεξεταστέων περιελήφθησαν περὶ τοὺς 15.
§115ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Περὶ τοὺς 25.
§116Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μάλιστα, περὶ τοὺς 25 ἔμειναν μετεξεταστέοι, ἄλλοι εἰς ἓν μάθημα καὶ ἄλλοι εἰς δύο μαθήματα, ὡρίσθη δὲ χρόνος ὑπὸ τῆς τότε ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ὁ μὴν Ἀπρίλιος. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης οἱ μετεξεταστέοι δημοδιδάσκαλοι ἐζήτησαν ἀμέσως παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας νὰ τοῖς δοθῇ ἡ ἀπαιτουμένη ἄδεια, καὶ πράγματι τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀπαιτουμένην ἄδειαν· ἀλλ’ ἐλθόντες ἐνταῦθα οἱ δημοδιδάσκαλοι εὗρον τὰς πύλας τοῦ Διδασκαλείου κεκλεισμένας, διότι ὁ Διευθυντὴς τοῦ Διδασκαλείου εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἔχει καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ αὐτοὺς, καὶ ἂς ἐπιστρέψωσιν ἐκεῖ, ὁπόθεν ἦλθον. Τοῦτο εἶναι ἔκτροπον, διότι ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ Διευθυντὴς τοῦ Διδασκαλείου καὶ ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ νὰ δεχθῇ αὐτοὺς, συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς τότε ἐπιτροπῆς, πρὸς μετεξέτασιν. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ καλέσῃ τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ὁρίσῃ ἰδιαιτέρως τὸν χρόνον, διὰ νὰ ὑποστῶσιν ἐντὸς τοῦ Ἰουνίου τοὐλάχιστον τὰς ἐξετάσεις των, καὶ νὰ μὴ ὑποστῶσιν αὐτὰς κατὰ τὸν Αὔγουστον, ὅτε ἄλλοι δημοδιδάσκαλοι θὰ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις εἰς ὅλα τὰ μαθήματα.
§117ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἴμεθα σύμφωνοι.
§118Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Νὰ προσκληθῶσι λοιπὸν αὐτοὶ εἰς ἐξετάσεις. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη Β. Διατάγματος.
§119ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὑπάρχει ἀνάγκη Β. Διατάγματος, ὅπως τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Διατάγματος τοῦ 1886.
§120Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἀφορᾷ εἰς ἐξετάσεις προαγωγικάς.
§121ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Προαγωγικαὶ εἶναι καὶ αὐταὶ αἱ ἐξετάσεις. Ἡ ὀρθὴ γνώμη εἶναι νὰ ἐκδοθῇ Βασ. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μεταβληθῇ ὁ χρόνος ὁ ὁριζόμενος διὰ τὴν προσέλευσιν τῶν δημοδιδασκάλων εἰς ἐξετάσεις προαγωγικάς.
§122Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὀρθὴ γνώμη εἶναι νὰ τηρῆται ὁ νόμος. Αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν ἔχετε· καὶ ὅτι ἔχετε αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν, τὸ ἀνεγνωρίσατε καὶ ὑμεῖς, ὡς Ὑπουργὸς, διότι τοῖς ἐδώκατε τὴν ἄδειαν νὰ προσέλθωσιν εἰς Ἀθήνας, ὅπως ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς ἐξετάσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁρίσει ἡ ἐπιτροπή. Τὸ παλαιὸν Διάταγμα παρέχει τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῆτε αὐτοὺς εἰς ἐξετάσεις. Αὐτὴ ἡ ἀντίληψις περὶ τοῦ κράτους τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν ἔχετε καὶ ὑμεῖς καὶ ἄλλος τις τῶν ἀξιοτίμων Ὑπουργῶν, εἶναι πολὺ περίεργος! Ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ὁ νόμος, εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ τὸν ἐφαρμόσητε.
§123ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ ἰδική μας ἀντίληψις εἶναι, ὅτι ἡ γνώμη, ἣν ἔχετε περὶ τῆς ἀντιλήψεως ἡμῶν, εἶναι ἐσφαλμένη· ἐγὼ, καὶ μετ’ ἐμοῦ καὶ ἡ ὑπηρεσία, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι αἱ προαγωγικαὶ ἐξετάσεις ἅπαξ τοῦ ἔτους γίνονται· ἡ μετεξέτασις ἢ ἐπανεξέτασις εἶναι προαγωγικὴ ἐξέτασις· διὰ τοὺς εἰς ἓν ἢ πλείονα μαθήματα μετεξεταστέους ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ ὁρίσῃ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θὰ προσέλθωσι νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις· μετὰ 1, 2, 3 ἢ 6 μῆνας· ἀλλ’ ὁ σύλλογος τῶν καθηγητῶν τοῦ Διδασκαλείου μόνον ἅπαξ τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ Διάταγμα, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας ἐξετάσεις. Συνεζητήθη καὶ ἄλλοτε διὰ μακρῶν τὸ ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐζητήθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ὑπὸ 25 δημοδιδασκάλων ἢ ἄδεια, ὅπως ἔλθωσιν ἐνταῦθα καὶ ὑποβληθῶσιν εἰς προαγωγικὰς ἐξετάσεις...
§124Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι προαγωγικὰς ἐξετάσεις· μὴ ἀποπλανᾶτε τὴν Βουλήν· δὲν πρόκειται περὶ προαγωγικῶν ἐξετάσεων, πρόκειται περὶ μετεξεταστέων...
§125ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε· ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα ὁμιλοῦντα.
§126Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. τὸ δὲ πρακτικὸν τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀνέκκλητον.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριε Ἀγγελόπουλε.
§128ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον συζητεῖτε, δὲν εἶναι ὁ πρέπων· δὲν πρόκειται νὰ ἐξαπατήσωμέν τινα. Σεῖς πάντοτε ἀπάτας, πλάνας καὶ ψεύδη φαντάζεσθε καὶ ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν σας· ἐὰν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι συνεζήτουν τοιουτοτρόπως, τὰ ἀποτελέσματα βεβαίως δὲν θὰ ἦσαν εὐχάριστα. Δύνασθε νὰ ἀναπτύξητε τὴν γνώμην σας· ἀλλὰ καὶ ὁ Ὑπουργὸς δικαιοῦται νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἰδικήν του, ἡ δὲ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ. Συνεζητήθη, ἐπαναλέγω, κατ’ ἐπανάληψιν τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι ἅπαξ τοῦ ἔτους μόνον γίνονται προαγωγικαὶ ἐξετάσεις, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Διατάγματος τοῦ 1886, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ ἐξ Εὐρυτανίας κ. Βουλευτής. Ἐγὼ δὲ εἶπον, ὅτι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι αἱ ἐξετάσεις αὗται δὲν πρέπει νὰ γίνωνται μόνον κατὰ τὸν Αὔγουστον, ἀλλὰ κατὰ τὸν χρόνον τῶν διακοπῶν. Ἐπειδὴ δὲ τὰ μαθήματα τοῦ Διδασκαλείου λήγουσι τὴν 15 Ἰουνίου ἑκάστου ἔτους, πρέπει ἀπὸ τοῦ χρόνου τούτου μέχρι τοῦ πέρατος τῶν διακοπῶν αἱ προαγωγικαὶ ἐξετάσεις τῶν δημοδιδασκάλων νὰ λαμβάνωσι χώραν· ἐν καιρῷ δὲ θέλω προκαλέσει τὸ σχετικὸν Βασ. Διάταγμα.
§129ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι πάλιν βλέπω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναι συνεπὴς πρὸς ὅσα λέγει ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς διεβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι ἔχει τὴν γνώμην, τὴν ἀσφαλῆ, ὅτι ἅπαξ τοῦ ἔτους προσέρχονται οἱ δημοδιδάσκαλοι εἰς ἐξετάσεις προαγωγικάς. Ἀλλ’ ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ κ. Τσιτσάρα δὲν ἀφορᾷ εἰς ἐξετάσεις προαγωγικάς, ἀλλ’ ἀφορᾷ εἰς ἐξετάσεις δημοδιδασκάλων, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν μετεξεταστέοι εἰς ἓν ἢ δύο μαθήματα, καὶ κατὰ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, τὸ πρακτικὸν τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀνέκκλητον. Ὅταν λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ ἀποφαίνηται, ὅτι μετὰ 6 μῆνας ἔχουσι δικαίωμα νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις, καὶ ὁρίζηται ὡς ἐποχὴ τῶν ἐξετάσεων τούτων ὁ μὴν Ἀπρίλιος, διὰ τὸν Ὑπουργὸν πλέον εἶναι ὑποχρεωτικὸν νὰ δεχθῇ αὐτοὺς εἰς ἐξέτασιν. Ὅτε οἱ δημοδιδάσκαλοι ἐκεῖνοι, 25 τὸν ἀριθμόν, εἶχον ὑποβάλει αἴτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, καὶ ἐζήτουν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος ἄδειαν, ἵνα ἔλθωσιν εἰς Ἀθήνας πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ὁ κ. Ὑπουργὸς εὕρισκε νόμιμον, νομιμωτάτην τὴν αἴτησιν ταύτην, καὶ ἐχορήγει εἰς αὐτοὺς ἄδειαν, καὶ ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου συνεκεντροῦντο εἰς τὰς Ἀθήνας, ἵνα ὑποστῶσι τὴν δοκιμασίαν, ὡς ὥριζε τὸ πρακτικὸν τῆς ἐπιτροπῆς· ἀλλ’ ἀφοῦ τοὺς ἐμάζευσεν ἐδῶ ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος, ὑποβληθέντας, ὡς ἐκ τῆς πράξεως ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰς δαπάνας μεγάλας, καὶ κλείσαντας τὰ σχολεῖά των πρὸς ζημίαν τῶν μαθητῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῖς εἶπεν: «ἐπιστρέψατε εἰς τὰς θέσεις σας, καὶ ἐπανέλθετε, ὅταν θὰ δώσωσι καὶ οἱ ἄλλοι τὰς ἐνιαυσίους ἐξετάσεις των.» Ἀλλὰ νομίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο ἐτήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὸ αὐτὸ μέτρον; Ὁ κ. Ὑπουργὸς διέταξε καὶ ἔδωκεν εἷς ἐκ τῶν 25 αὐτῶν ἐξετάσεις. Πῶς λοιπὸν ἔπραξε τοιαύτην πρᾶξιν; Παρέβη τὸν νόμον, ἐὰν ἔχῃ τοιαύτην γνώμην.
§130ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τοῦτο δὲν τὸ γνωρίζω ἐγώ.
§131Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀκριβέστατον· δημοδιδάσκαλος ἐκ Πειραιῶς ἔδωκεν ἐξετάσεις.
§132ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τοῦτο δὲν τὸ γνωρίζω ἐγὼ θὰ τὸ ἐξετάσω.
§133ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως βεβαιοῖ σήμερον πάλιν τὴν Βουλὴν, ὅτι τοῦτο δὲν τὸ γνωρίζει. Ἀλλ’ ὅτε τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, καὶ ὅτε καὶ ἐγὼ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐπ’ αὐτοῦ βασισθεὶς, εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ὤφειλε νὰ διατάξῃ, ἵνα καὶ οἱ 24 ἄλλοι δημοδιδάσκαλοι προσέλθωσι καὶ δώσωσι τὰς ἐξετάσεις των, διότι ἄλλως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διδάσκει τὴν ἀνισότητα.
§134ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν ἔγεινε δι’ ἕνα, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι θὰ γείνῃ τὸ αὐτὸ δι’ ὅλους. Ἀμέσως θὰ διαταχθῇ ὁ σύλλογος τῶν καθηγητῶν τοῦ Διδασκαλείου νὰ δεχθῇ ὅλους.
§135ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀφοῦ τοιοῦτόν τι ἐγένετο, τότε, πῶς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον δὲν ἐλάβετε τὴν περιέργειαν νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, ἀφοῦ βεβαιοῦτε ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ σας ἐγένετο τοῦτο, πληροφορίας, καὶ νὰ μάθητε, ἂν πράγματι εἶναι ἀληθὲς τοῦτο ἢ ὄχι; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνθυμοῦμαι ὅτι προέβαλε τότε καὶ ἄλλον λόγον, ὅτι οἱ καθηγηταὶ τοῦ Διδασκαλείου σήμερον ἀπασχολοῦνται εἰς τὴν διδασκαλίαν τῶν μαθητῶν των, οἱ ὁποῖοι μετ’ οὐ πολὺ θὰ προσέλθωσιν εἰς ἐξετάσεις, καὶ ἔλεγε: «πῶς θέλετε νὰ διακόψωσι τὰ μαθήματα αὐτῶν, καὶ νὰ ἐνεργήσωσι πράξεις ἄλλας, ἀπασχολούμενοι εἰς τὰς ἐξετάσεις τῶν δημοδιδασκάλων, ἀφοῦ ἐπείγει ὁ καιρὸς καὶ πρόκειται νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις οἱ μαθηταί;» Εἶναι ὅμως βεβαιωμένον, Κύριοι, ὅτι πρὸ ἑβδομάδος τὸ Διδασκαλεῖον ἐκλείσθη ἐπὶ ἡμέρας, διότι ἐξένιζε συναδέλφους ἄλλου Διδασκαλείου, τοῦ Διδασκαλείου Θεσσαλίας, καὶ ἠδύναντο οἱ καθηγηταὶ εἰς δύο ἢ τρεῖς τὸ πολὺ ἡμέρας νὰ ἐξετάσωσι τοὺς 25 αὐτοὺς δημοδιδασκάλους, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν μετεξεταστέοι εἰς ἓν ἢ δύο μαθήματα, καὶ νὰ μὴ παραμελήσωσι τὰ κύρια ἔργα τῆς διδασκαλίας τῶν μαθημάτων κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐξετάσεων. Ἀλλὰ τοῦτο μὲ φέρει καὶ εἰς ἄλλην ἐνθύμησιν. Ἀφοῦ τοιαύτην εἶχε γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ τοῦ ἔτους οἱ διδάσκαλοι πρέπει ἡμέρας καὶ νυκτὸς νὰ διδάσκωσι, παρασκευάζοντες τοὺς μαθητὰς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἵνα διδάσκωσι τοὺς Ἑλληνόπαιδας, πῶς, ἐρωτῶ, τὸ Διδασκαλεῖον Θεσσαλίας περιώδευεν ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, χθὲς ἀκόμη, ἐπὶ ἡμέρας καὶ ἑβδομάδας, ἴσως καὶ ἐπὶ πλείονα τῶν ἑβδομάδων χρόνον; Τί ἔπραττον, περιερχόμενοι κώμας, πόλεις καὶ χωρία, δίδοντες συναυλίας εἰς τὰ χωρία, ἀπὸ τὰ ὁποῖα διήρχοντο;—συναυλίας, Κύριοι, τὸ τονίζω διότι εἶμαι μάρτυς αὐτόπτης, — συναυλίας δι’ εἰσιτηρίων, καὶ εἰσπράττοντες καὶ χρῆμα;
§136ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὄχι δά!
§137ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τέλος πάντων δι’ εἰσιτηρίων. Λοιπὸν, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοιαύτην γνώμην εἶχε περὶ τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπασχοληθῶσιν οἱ καθηγηταὶ, ἵνα ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας πράξωσι καθῆκον ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτοὺς, ὅπως μὴ μείνωσιν οἱ μαθηταὶ τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν ἄνευ διδασκαλίας, πῶς ἐπέτρεψεν, ἵνα ἐπὶ ἑβδομάδας ὁλοκλήρους οἱ μαθηταὶ καὶ οἱ καθηγηταὶ τοῦ Διδασκαλείου Λαρίσης περιέρχωνται ἀνὰ τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία τῆς Πελοποννήσου; Δὲν ἐπήρχετο ζημία ἠθικὴ ὡς πρὸς ἐκείνους; Καὶ δύναμαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ βεβαιώσω καὶ ἄλλο τι γεγονὸς, σχετικῶς πρὸς τὸ Διδασκαλεῖον Λαρίσης. Ἔλαβον ἐπιστολὰς ἐκεῖθεν, ὑπογεγραμμένας παρὰ πολλῶν γονέων μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι διεμαρτύροντο, λέγοντες, ὅτι ἐξηναγκάσθησαν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς δαπάνας, διότι οἱ καθηγηταὶ τοῦ Διδασκαλείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐσπούδαζον τὰ τέκνα των, ἐπέβαλον εἰς τοὺς μαθητὰς νὰ καταβάλωσι χρηματικὸν ποσὸν, ἵνα ταξειδεύσωσιν ἀνὰ τὴν Πελοπόννησον, οἱ δὲ πτωχοὶ γονεῖς, εὑρισκόμενοι ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν καθηγητῶν, διότι οὗτοι εἶπον εἰς τοὺς μαθητὰς, ὅτι, ἐὰν δὲν καταβάλωσι τὸ ποσὸν αὐτὸ, δὲν θὰ προβιβασθῶσι κατὰ τὰς ἐξετάσεις, ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποθηκεύσωσι καὶ ἐνεχυριάσωσι τὰ πράγματά των, ἵνα ἐξοικονομήσωσι τὸ ποσὸν αὐτὸ διὰ τὸ ταξείδιον. Ἔχει γνῶσιν τῶν τοιούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως;
§138Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§139ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ἂν ἔλαβε γνῶσιν, τί ἔπραξε; Καὶ πῶς νομίζει, ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀπασχοληθῶσιν εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐξεταστικῆς ἐπὶ 2 ἢ 3 ἡμέρας οἱ καθηγηταὶ τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν; Πῶς οἱ καθηγηταὶ καὶ οἱ μαθηταὶ τοῦ Διδασκαλείου Λαρίσης ἀπασχολοῦνται ἐπὶ ἑβδομάδας εἰς ἔργα ἀλλότρια; Ἐπὶ τούτων περιμένω νὰ λάβω πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§140Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, προφανῶς παρερμηνεία γίνεται τοῦ Διατάγματος, ἢ ἐπίτηδες θέλει νὰ τὸ παρερμηνεύῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Εἷς τῶν δύο πταίει· ἢ τὸ Ὑπουργεῖον, ἢ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐξεταστική. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ παρέβη τὸ καθῆκόν της, ὤφειλε νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ πράξῃ κατ’ αὐτῆς, καὶ νὰ διορθώσῃ τὸ ἄδικον· διότι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται ὑπὲρ ἑαυτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι ἐναντίον του. Ὡρισμένως αἱ προαγωγικαὶ ἐξετάσεις ἐνεργοῦνται κατ’ Αὔγουστον ἑκάστου ἔτους. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τῶν ἐξετάσεων, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ διὰ πρωτοκόλλου ὁρίζει, ὅτι θὰ γείνωσιν ἐντὸς τόσου χρόνου. Δηλαδὴ μένουσι μαθηταὶ μετεξεταστέοι εἰς ἓν ἢ δύο ἢ τρία μαθήματα· ἡ ἐπιτροπὴ ὁρίζει ὡρισμένον χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δεχθῇ τούτους. Ἦλθον αὐτοὶ, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἠρνήθη νὰ τοὺς δεχθῇ. Ἐδέχθη ὅμως ἕνα μόνον, καὶ τὸν ἐξήτασε. Τί ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργός; Διατὶ τὸν ἕνα τὸν ἐδέχθη; Δι’ αὐτὸν δὲν παρενόμησε; Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ διορθώσῃ τὸ σφάλμα, καὶ νὰ δεχθῇ ὅλους νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις.
§141Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, ὅρος πάσης εὐκόσμου συζητήσεως εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην εἶναι ἡ καλὴ πίστις. Ἀλλὰ καλὴν πίστιν δὲν μαρτυρεῖ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίσθη ὅτι πρόκειται περὶ συνήθων προαγωγικῶν ἐξετάσεων. Ἐλέχθη καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι πρόκειται περὶ ἐξετάσεων μετεξεταστέων, περὶ τῶν ὁποίων πρακτικὸν ἐγένετο ὑπὸ τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς νὰ προσέλθωσιν εἰς ὡρισμένην ἡμέραν πρὸς μετεξέτασιν. Ὁ νόμος, τὸ Β. Διάταγμα λέγει, ὅτι τὸ πρακτικὸν τοῦτο εἶναι ἀνέκκλητον, ὅτι δηλαδὴ ἀπέκτησαν δικαίωμα οἱ μετεξεταστέοι νὰ παρουσιασθῶσι τὴν ὡρισμένην ἡμέραν καὶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς ἐξετάσεις αὐτῶν ἐπὶ τῶν μαθημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκρίθησαν μετεξεταστέοι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι πρόκειται περὶ συνήθων προαγωγικῶν ἐξετάσεων· ἐὰν δὲ ἰσχυρίζηται τοῦτο, δύναμαι νὰ ἀνατρέψω πάντα ἰσχυρισμόν του, διότι ἔδωκε τὴν ἄδειαν εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους τούτους νὰ προσέλθωσι τὴν ὡρισμένην ἡμέραν, ἀπέστειλε δὲ πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ὑποβάλῃ αὐτοὺς εἰς ἐξετάσεις. Ὅτε δὲ ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρευνήσωμεν ἐνταῦθα, δὲν ἠθέλησε νὰ ἀσχοληθῇ καὶ ἐξετάσῃ αὐτούς, τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐμόρφωσε τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ τὸ Β. Διάταγμα. Καὶ ἐμόρφωσε τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ τὸ Διάταγμα, ἀφοῦ ἄλλος δημοδιδάσκαλος τοῦ Πειραιῶς ἐκ τῶν αὐτῶν μετεξεταστέων ὑπεβλήθη εἰς τὰς ἐξετάσεις ἐπιτυχῶς καὶ ἔτυχε τῆς προαγωγῆς του. Ἂς κρίνῃ λοιπὸν ἡ Βουλή, ἂν τοιαύτη συζήτησις εἶναι ἀνεκτή, κατὰ τοιοῦτον τρόπον γινομένη, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, προφανῶς μὴ διατελῶν ἐν καλῇ πίστει, ἔρχηται καὶ διαβεβαιοῖ τὴν Βουλήν, ὅτι πρόκειται περὶ συνήθων προαγωγικῶν ἐξετάσεων.
§142Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ, κύριε Πρόεδρε, δι’ ὅσα ἐλέχθησαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος συναδέλφου διὰ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Διδασκαλείου Λαρίσης. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Διδασκαλείου καὶ οἱ καθηγηταὶ αὐτοῦ εἶναι — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω — ἐκ τῶν ὀλίγων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκον αὐτῶν. Ἰδίᾳ δὲ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν μομφήν, ἡ ὁποία ἐξετοξεύθη, ὅτι οἱ καθηγηταὶ ἠπείλησαν τοὺς μαθητάς, ὅτι δὲν ἤθελον προβιβάσει αὐτοὺς, ἐὰν δὲν ἤθελον καταβάλει τὴν δαπάνην διὰ τὴν περιοδείαν, τὴν ὁποίαν ἀνὰ τὴν Πελοπόννησον ἐνήργησε τὸ Διδασκαλεῖον, νὰ βεβαιώσω δὲ, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές. Αἱ δαπάναι τῆς περιοδείας ἐκείνης κατεβλήθησαν ἐκ τῶν εἰσπράξεων συναυλιῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκε τὸ Διδασκαλεῖον ἐν Λαρίσῃ· τὸ λοιπὸν τῶν δαπανῶν κατέβαλεν ὁ δῆμος Λαρίσης, ἴσως δὲ καί τινες τῶν μαθητῶν τῶν εὐπόρων. Ἀλλὰ καὶ πολλοὶ τῶν ἰδιωτῶν ἐκ Λαρίσης παρηκολούθησαν τὸ Διδασκαλεῖον. Μὲ τοῦτο δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὑπεχρέωσαν οἱ καθηγηταὶ τοὺς ἰδιώτας νὰ καταβάλωσι τὰς δαπάνας; Δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, νὰ ἦναι ἀκριβεῖς. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἦσαν αἱ πληροφορίαι ὡρισμέναι, νὰ ὡρίζοντο μᾶλλον αἱ κατηγορίαι κατὰ τῶν καθηγητῶν τούτων.
§143ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν οἱ συμπολῖται τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μοὶ ἀνήγειλαν ἀνακριβῆ, ἢ ψευδῆ γεγονότα, εὐθύνονται καὶ πταίουσιν οἱ συμπολῖταί του.
§144Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Δὲν γνωρίζω ποῖοι εἶναι· εἴπατέ τους, ὀνομάσατέ τους.
§145ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὅμως ἐζήτησα πληροφορίας καὶ ἄλλοθεν, καὶ εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ἡ ὑπεράσπισις τῶν καθηγητῶν, ἣν ἀνέλαβε, δὲν εἶναι δικαία, διότι δυστυχῶς αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἀκριβεῖς. Ἀκριβῶς δὲ δι’ αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠρκέσθην εἰς τὰς ἐπιστολὰς, τὰς ὁποίας ἔλαβον, — καὶ ἔλαβον τρεῖς τοιαύτας ἐκ Λαρίσης, — διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἴσως κρύπτεταί τι ἐν ταῖς πληροφορίαις, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδιδον, καὶ ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω πληροφορίας παρ’ ἀνθρώπων λίαν ἀξιοπίστων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀδύνατον νὰ διανοηθῶσι νὰ ψευσθῶσι. Δυστυχῶς μοὶ ἐπεβεβαίωσαν τὰ γενόμενα. Ἀλλὰ νὰ δίδουν συναυλίας, εἶναι ἐπιτετραμμένον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὡς προσὸν ὁ κ. συνάδελφος; Ποῦ ἠκούσθη αὐτό; μαθηταὶ δηλ. νὰ περιέρχωνται τὰς πόλεις, νὰ δίδουν συναυλίας, νὰ εἰσπράττουν χρήματα, καὶ νὰ ἐξακολουθοῦν ἔπειτα περιοδείας καὶ διασκεδάσεις; Νομίζετε, κύριε συνάδελφε, ὅτι τοιαύτη τακτικὴ εἶναι ἡ ἐμπρέπουσα εἰς τοιαῦτα σωματεῖα;
§146Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτου σκοποῦ, βεβαίως.
§147ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι καὶ τοῦτο εἶναι κατ’ αὐτῶν, κύριε συνάδελφε. Ἐγὼ θὰ ἤμην πρόθυμος νὰ φέρω αὔριον τὰς ἐπιστολὰς, καὶ δὲν θὰ ἐδυσκολευόμην εἰς τοῦτο, ἂν μὴ μὲ παρεκάλουν εἰς τὰς ἐπιστολάς των καὶ μὲ ἐξώρκιζον νὰ μὴ γνωσθῶσι τὰ ὀνόματα αὐτῶν· καὶ γνωρίζετε τὸ αἴτιον· διότι, ὅταν μάθωσιν οἱ καθηγηταὶ, τίνες εἶναι οἱ γονεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μεταδίδουσι τοιαύτας πληροφορίας, δύνασθε νὰ φαντασθῆτε τὰς συνεπείας κατὰ τῶν τέκνων αὐτῶν. Οὐχ ἧττον δύναμαι ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. συνάδελφον νὰ ἐπιδείξω τὰς ἐπιστολὰς, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ γείνῃ χρῆσις τῶν ὀνομάτων τῶν ἀποστειλάντων αὐτάς.
§148Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. συνάδελφον, ὅπως ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ συστήσῃ μᾶλλον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα τὸ μέτρον τὸ ληφθὲν παρὰ τῶν καθηγητῶν τοῦ Διδασκαλείου Λαρίσης ἐφαρμόζηται παρ’ ὅλων τῶν Διδασκαλείων ἐν Ἑλλάδι, διότι οὕτω θὰ ἐδίδετο ἐπὶ τέλους μία εὐκαιρία εἰς τοὺς Ἑλληνόπαιδας, εἰς οὓς αὔριον θὰ ἀνατεθῇ ἡ διδασκαλία καὶ ἡ μόρφωσις τῆς νεωτέρας ἡμῶν γενεᾶς, νὰ γνωρίσωσι τὴν Ἑλλάδα τοὐλάχιστον ἐκ τοῦ πλησίον.
§149ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§150Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριε Πρόεδρε, τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἀνέφερεν, ὅτι οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν τῶν σχολείων τῆς Θεσσαλίας κατέφυγον εἰς τὸ νὰ δώσωσιν ἐνέχυρα, ἢ νὰ ὑποθηκεύσωσι τὰ κτήματά των, ὅπως τοιουτοτρόπως προσπορισθῶσι τὰ μέσα, δι’ ὧν ἔκαμαν οἱ υἱοὶ αὐτῶν τὸ ταξείδιον, διὰ τὸ ὁποῖον τόσος γίνεται — κατ’ ἐμὲ ὅλως ἀτόπως — ἐνταῦθα λόγος, ἀρκεῖ νὰ διαβεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ὅλη δαπάνη τοῦ ὀκταημέρου αὐτοῦ ταξειδίου ἀνῆλθε μόνον εἰς 22–25 δραχμὰς δι’ ἕκαστον μαθητὴν, χάρις εἰς τὰ εὔστοχα μέτρα, ἅπερ ἐγκαίρως ἔλαβεν ἡ Διεύθυνσις τοῦ Διδασκαλείου Λαρίσης· ὡς λ. χ. πλὴν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατέβαλεν ὁ δῆμος Λαρίσης, πάνυ εὐγενῶς, ὑπὲρ ἑνὸς τοιούτου σκοποῦ, ἐδόθη παράστασις ἐν Λαρίσῃ ὑπὸ τῶν μαθητῶν, ἐκ τῆς ὁποίας προσεπορίσθησαν σχεδὸν πάντα τὰ ἔξοδα, χωρὶς οὐδεὶς τῶν μαθητῶν νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ καταβάλῃ τι, ἐὰν καὶ ἁπλῆν δυσκολίαν ἐξεδήλου. Ἐπεθύμουν ὅμως, ὅπως ὁ κύριος συνάδελφος λάβῃ τὴν καλωσύνην, αὐτὰς τὰς ἰδιαιτέρας ἐπιστολὰς, τὰς ὁποίας, ὡς εἶπεν, ἔχει, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐπιρρίπτονται μομφαὶ, καὶ τὰς ὁποίας ὑπεσχέθη νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Λαρίσης συνάδελφόν μου, εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνακοινώσῃ καὶ εἰς ἐμέ.
§151ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὰς ἀνακοινώσω καὶ εἰς ὑμᾶς.
§152Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἀλλὰ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὴ δίδῃ πίστιν εἰς τοιαύτας πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι καμμίαν ἀξίαν, καὶ τίς οἶδεν, ἐκ τίνων ἀφορμῶν πέμπονται. Θὰ παρακαλέσω δὲ ἐν τέλει καὶ πάλιν τὸν κύριον συνάδελφον νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα τοιαύτας πράξεις, τοιαῦτα ταξείδια μαθητῶν πάντα τὰ Διδασκαλεῖα, πάντα τὰ Γυμνάσια τῆς Ἑλλάδος διατάξῃ νὰ ἐκτελῶσιν ἐτησίως, καὶ, εἰ δυνατόν, νὰ διαρκῶσι ταῦτα οὐχὶ ὀκτὼ ἡμέρας μόνον, ἀλλὰ μῆνα ὅλον, διότι οὕτω θὰ κατορθωθῇ νὰ παύσῃ ἡ νεωτέρα τουλάχιστον γενεὰ νὰ ᾖναι ἀγεωγράφητος, καὶ νὰ νομίζῃ ὅτι τὸ θωρηκτὸν εἶναι φρούριον, ἢ ὅτι ὁ Ἀχελῷος ἢ ὁ Παρνασσὸς εὑρίσκονται οὐχὶ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ.
§153ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν κατακρίνω τὸ μέτρον αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, οὐδὲ ἐξήνεγκον γνώμην περὶ τοῦ μέτρου τῆς περιοδείας τῶν μαθητῶν μετὰ τῶν καθηγητῶν αὐτῶν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐξετάσεων ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἴσως ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἔχῃ δίκαιον, ὅτι πρέπει τὸ μέτρον αὐτὸ νὰ γενικευθῇ. Καὶ διατὶ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα νὰ μὴ κάμνουν τοιαύτας ἐκδρομάς; διατὶ τὰ Γυμνάσια, διατὶ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἵνα ἐπὶ τόπου κατὰ τὸν κ. συνάδελφον μάθωσι καὶ μελετήσωσι τὴν Ἑλλάδα; Ἐγώ, δι’ ὅσων εἶπον, ἠθέλησα νὰ ἀποδείξω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι δὲν ἦτο ἀκριβὴς ὁ ἰσχυρισμός, ὃν προέβαλεν, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀσχολίας τῶν καθηγητῶν τοῦ ἐνταῦθα Διδασκαλείου, ἵνα μὴ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διακόψωσι καὶ ἐπὶ μίαν ἡμέραν τὴν διδασκαλίαν τῶν μαθητῶν, δὲν ἠθέλησεν, ὡς εἶπε τότε, νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἵνα δεχθῇ τοὺς μετεξεταστέους δημοδιδασκάλους εἰς ἐξετάσεις. Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοιαύτην ἐξήνεγκε γνώμην τοῦ νὰ μὴ διακοπῶσιν οὐδ’ ἐπὶ μίαν ἡμέραν τὰ μαθήματα τοῦ ἐνταῦθα Διδασκαλείου, ἵνα ἐπιτελέσῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἄλλο καθῆκον, ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτήν, πῶς ἐπέτρεψεν εἰς ἄλλο Διδασκαλεῖον ἐπὶ ἑβδομάδας ὁλοκλήρους...
§154Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας μόνον.
§155ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές. Ἀφ’ ἧς ἡμέρας οἱ καθηγηταὶ μετὰ τῶν μαθητῶν τοῦ Διδασκαλείου ἔφυγον ἐκ Λαρίσης μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐπανῆλθον, παρῆλθον τουλάχιστον 15 ἡμέραι, κύριε συνάδελφε.
§156Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθές.
§157ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἦλθον ἐδῶ, ἐπῆγαν εἰς τὸν Βόλον. Πότε ἔφυγον; Γνωρίζετε;
§158Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἔφυγον εἰς τὰς 21 Ἀπριλίου.
§159ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἀλλὰ δὲν ἔχει κἀμμίαν ἀξίαν τοῦτο. Ἐγὼ πρὸς χάριν σας δέχομαι, ὅτι εἶναι 7 ἡμέραι μόνον. Ἡμεῖς ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐζητοῦμεν ἐκτέλεσιν νόμου, ἐπιβεβλημένην εἰς αὐτόν, διὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀπασχοληθῆ ἡ ἐπιτροπὴ 2 ἢ 3 ἡμέρας. Αὐτὴ εἶναι ἡ σύγκρισις, καὶ διὰ τοῦτο ἐψέξαμεν τὴν κατάστασιν ἐκείνην.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἕτερος τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Γιαννακίτσας).
§161Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετ’ οὐ πολὺ πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, ὅπερ εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τρίτον. Ἐν ἐφημερίσιν ἀνέγνων, ὅτι ὡς ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ αἱ εἰσπράξεις ἠλαττώθησαν σπουδαίως, καὶ ὅτι εἰσεπράχθησαν ἐπὶ ἔλαττον ἐπὶ ἕνα μόνον μῆνα 700,000 δραχμαί. Ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὴν πληροφορίαν, ἂν ὄντως ἐξ ὑποτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ προῆλθεν ἡ ἐλάττωσις αὕτη, ἢ ἐκ καμάτου τοῦ ἐμπορίου. Δεύτερον, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς μεταβολὴν τῆς τιμῆς τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, ἥτις εἶχε προσδιορισθῆ εἰς 1,50, καὶ νῦν περιορίζεται εἰς 1,40 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀφορᾷ δὲ εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, μετὰ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει ἡ Ἑλλὰς σύμβασιν, καὶ δὲν ἀφορᾷ εἰς ἐκεῖνα, μεθ’ ὧν ἡ Ἑλλὰς ἔχει σύμβασιν. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς πόσα ἑκατομμύρια ἀνέρχονται τὰ εἰσαγόμενα ἐκ τῶν Κρατῶν ἐκείνων, μεθ’ ὧν δὲν ἔχομεν σύμβασιν, καὶ εἰς πόσα τὰ εἰσαγόμενα ἐξ ἐκείνων, μεθ’ ὧν ἔχομεν σύμβασιν. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργόν, εἰ δυνατόν, αὔριον ἢ μέχρι τῆς Δευτέρας νὰ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, διὰ νὰ ἔχωμεν αὐτὰς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§162Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε σημείωσιν γραπτήν, διότι δὲν δύναμαι νὰ τὰ ἐνθυμηθῶ ὅλα.
§163Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, εἰ δυνατόν, σημείωμα τῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους πληρωνομένων εἰς χρυσὸν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§165Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα εἶναι περασμένη. Καλὸν εἶναι νὰ διακόψωμεν ἐπὶ μίαν ὥραν, νὰ μεταβῶμεν νὰ γευματίσωμεν καὶ νὰ ἐπιστρέψωμεν.
§166Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὅστις θέλει νὰ μεταβῇ ἂς μεταβῇ.
§167ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ποῖος θὰ μείνῃ ἐδῶ; Μὲ τὰ καθίσματα κενὰ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις;
§168Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἀποτείνομαι εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§169Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνετε, Κύριοι, ν’ ἀλλάξωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιερώθη, τοῦ νὰ μὴ γίνηται διακοπή· ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ὅτι διακοπτομένης τῆς συνεδριάσεως δὲν ἐπαναλαμβάνεται αὕτη πρὸ τῆς ἑνδεκάτης.
§170Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὰς 9½.
§171Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν· ἐγὼ ἀποβλέπω εἰς τὴν κανονικότητα τῆς ἐργασίας. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη ἐκ τῆς πείρας, εἶναι, ὅτι, ὁσάκις ἐγένετο διακοπή, δὲν ἐπανελήφθη ἡ συνεδρίασις παρὰ εἰς τὰς ἕνδεκα· ἐπαναλαμβανομένης δὲ τῆς συνεδριάσεως τόσον ἀργὰ, πρέπει νὰ παρατείνωμεν ταύτην μέχρι πρωΐας.
§172Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς κάμωμεν μίαν δοκιμήν.
§173Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν ὡς δοκιμὴ θὰ γείνῃ.
§174Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον αὔριον δὲν θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν.
§175Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλὰ· ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἀπεφασίσθη εἰς τὰς 9½, θ’ ἀρχίσωμεν εἰς τὰς 9½, καὶ ἂν δὲν ἤμεθα ὅλοι παρόντες.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνυποτάκτων κληρωτῶν». Ἔχει τις τὸν λόγον;
§178Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, κύριε Πρόεδρε.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§180Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σκοπός, κύριοι Βουλευταί, τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἶναι, ὅπως καὶ ἀπὸ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ ἐξάγεται, νὰ προκαλέσῃ τὴν εἰς τὴν πατρίδα ἐπάνοδον καὶ ἐν γένει τὴν ταχυτέραν εἰς τὰς ἀρχὰς προσέλευσιν ὅλων τῶν κληρωτῶν, τῶν καταστάντων ἀνυποτάκτων μέχρι τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1902 συμπεριλαμβανομένης. Τοιοῦτος, λέγω, εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἐτροποποιήθη, ἐπιβάλλει μὲν πραγματικὴν ὑπηρεσίαν ἕξ μηνῶν, ἐπιτρέπει ὅμως εἰς τοὺς ἐκπληρώσοντας τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην νὰ ἐξαγοράσωσι διετῆ τακτικὴν ὑποχρέωσιν, καὶ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους πρόσθετον ἐπὶ καταβολῇ χρημάτων. Περιέχει δὲ καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 ὅρον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπιφυλάσσεται ἡ ποινικὴ ἐπὶ ἀνυποταξίᾳ ἐν καιρῷ πολέμου καταδίωξις μόνον τῶν κληρωτῶν τοῦ 1895 καὶ 1896. Τοιοῦτον εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν. Ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν ἐνέκυψεν εἰς τὰς σπουδαίας διαφορὰς, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν κληρωτῶν τῶν μέχρι τοῦ ἔτους 1902, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι, ὅπως συνετάχθη, δὲν ἐπιτυγχάνει τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Οἱ κληρωτοὶ μέχρι τοῦ 1902 συμπεριλαμβανομένου πρέπει νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τρεῖς οὐσιωδῶς διαφερούσας κατηγορίας· οἱ μὲν εἶναι κληρωτοὶ ἀνυπότακτοι ἐν ὥρᾳ πολέμου, οἱ δὲ εἶναι ἀνυπότακτοι κληρωτοὶ ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας, οἱ δὲ εἶναι ἀνυπότακτοι κληρωτοὶ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης. Ποῖαι τώρα αἱ συνέπειαι, ἃς ἑκάστη τῶν κατηγοριῶν τούτων συνεπάγεται κατὰ τοὺς κειμένους νόμους; Οἱ ἀνυπότακτοι ἐν καιρῷ πολέμου ὑποβάλλονται εἰς ποινὴν φυλακίσεως 2 ἕως 5 ἐτῶν, καὶ εἰς ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἐκ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἔχουσι, δηλαδὴ εἰς ὑποχρέωσιν διετοῦς ὑπηρεσίας καὶ προσθέτου ὑπηρεσίας μέχρις ἑνὸς ἔτους. Οἱ ἀνυπότακτοι κληρωτοὶ ἐν περιπτώσει ἐπιστρατείας ὑποβάλλονται εἰς ποινὴν ἑνὸς μέχρι δύο ἐτῶν, καὶ εἰς τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν. Οἱ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης ὅμως κληρωτοὶ δὲν ὑπάγονται εἰς καταδίωξίν τινα, ὀφείλουσιν ὅμως πρόσθετον ὑπηρεσίαν τὸ πολὺ μέχρις ἑνὸς ἔτους, ἀναλόγως τοῦ χρόνου τῆς ἀνυποταξίας. Ταῦτα ἤδη ἰσχύουσι κατὰ τὸν κείμενον νόμον. Τίνες τώρα ἐκ τῶν κληρωτῶν ὑπάγονται εἰς ἑκάστην τῶν τριῶν τούτων κατηγοριῶν; Εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν, τὴν τῶν ἀνυποτάκτων ἐν ὥρᾳ πολέμου, ὑπάγονται οὐχὶ μόνον οἱ ἀνυπότακτοι τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1895 καὶ 1896, ὅπως φαίνεται ὑπολαμβάνον τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὑπόκεινται πάντες οἱ ἀνυπότακτοι καθ’ ὃν χρόνον ἤρχισεν ὁ πόλεμος, διότι, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, καὶ οἱ ἐν εἰρήνῃ ἀνυπότακτοι καὶ οἱ ἐν ἐπιστρατείᾳ ἀνυπότακτοι, ἐπελθόντος πολέμου, μὴ προσερχόμενοι ἐγκαίρως, θεωροῦνται πάντες ὡς ἀνυπότακτοι ἐν ὥρᾳ πολέμου. Πάντες λοιπὸν οἱ μέχρι τοῦ 1896 ἀνυπότακτοι κληρωτοὶ εἶναι ἀνυπότακτοι ἐν καιρῷ πολέμου, καὶ πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν ὡς ἀνυπότακτοι ἐν ὥρᾳ πολέμου. Τὸ 1897 ἔπαυσεν ὁ πόλεμος, ἡ κατάστασις ἡ ἐμπόλεμος, ἀλλ’ ἐξηκολούθησεν ἡ κατάστασις τῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ ἐξηκολούθησε μέχρι τοῦ 1900· ἑπομένως οἱ ἀνυπότακτοι τῶν ἐτῶν 1897, 1898 καὶ 1899 εἶναι ἀνυπότακτοι ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας. Τιμωροῦνται λοιπὸν καὶ αὐτοὶ μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μέχρι δύο ἐτῶν, καὶ ἔχουσιν ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις τῆς θητείας, ἡ ὁποία τοῖς ἐπιβάλλεται.
§181Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πραγματεύεται περὶ κληρωτῶν ἀνυποτάκτων.
§182Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕως τώρα περὶ αὐτῶν ὁμιλῶ· περὶ ἀνυποτάκτων ἐφέδρων θὰ ὁμιλήσω μετ’ ὀλίγον. Τέλος, Κύριοι, οἱ ἀνυπότακτοι τῶν ἀπογραφῶν τῶν ἐτῶν 1900, 1901 καὶ 1902 εἶναι ἀνυπότακτοι ἐν ὥρᾳ εἰρήνης. Τώρα, ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι δίκαιον περὶ πάντων αὐτῶν τῶν ἀνυποτάκτων τῶν διαφόρων κατηγοριῶν νὰ λάβωμεν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ μέτρον; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ βαρύτερα παραπτώματα, νὰ λάβωμεν αὐστηρότερα μέτρα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέτρια παραπτώματα, ἧττον αὐστηρὰ μέτρα, καὶ ἔτι ἐπιεικέστερα διὰ τὰ ἐλαφρότερα. Τώρα μεταξὺ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ληφθῶσιν, εἶναι τὸ μέτρον τῆς ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἀπὸ τῆς ποινικῆς καταδιώξεως. Τὸ μέτρον τοῦτο τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀποκρούει ῥητῶς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀνυποτάκτους τῶν ἐτῶν 1895 καὶ 1896. Ἀφοῦ ὅμως, ὡς εἶπον, ὅλοι οἱ ἀνυπότακτοι μέχρι τοῦ 1896 εἶναι ἐν ὥρᾳ πολέμου ἀνυπότακτοι, τίς ὁ λόγος νὰ περιορίσωμεν τὴν καταδίωξιν μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰ 1895 καὶ 1896 ἐκλήθησαν, νὰ μὴ ἐπεκτείνωμεν δὲ αὐτὴν καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν προηγουμένων ἀνυποτάκτων; Ἐὰν πρόκηται, Κύριοι, νὰ προβῶμεν εἰς διάκρισιν, νομίζω, ὅτι μᾶλλον ὑπὲρ τῶν τοῦ 1895 καὶ 1896 πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τοιαύτην, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τῶν προηγουμένων, διότι ἐκεῖνοι, ἀνυπότακτοι ὄντες πρὸ χρόνων, οὔτε ὅτε ἡ πατρὶς περιῆλθεν εἰς κίνδυνον ἐσκέφθησαν νὰ προσέλθωσιν, ἵνα ὑπηρετήσωσιν, ἑπομένως εἶναι εἰς βαρυτέραν ἀκόμη θέσιν. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, ὀρθὸν, εἶναι συμφέρον νὰ λάβωμεν τὸ μέτρον αὐτὸ τῆς ποινικῆς καταδιώξεως κατὰ τοιούτων ἀνυποτάκτων κληρωτῶν; Βεβαίως ὑπὲρ τῆς ἰδέας ταύτης δύνανται νὰ προταθῶσι, καὶ ἐπροτάθησαν, ὑποθέτω, λόγοι γενικοῦ συμφέροντος, ὅτι εἶναι ἀνάγκη οἱ τοιοῦτοι ἀνυπότακτοι, οἱ ἐν ὥρᾳ πολέμου μὴ προσελθόντες νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα, νὰ τιμωρηθῶσι παραδειγματικῶς, ἵνα τοῦ λοιποῦ οἱ εἰς ὁμοίας περιπτώσεις εὑρεθησόμενοι δεικνύωνται προθυμότεροι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Ἀλλὰ κατ’ ἐμὴν γνώμην οἱ λόγοι αὐτοὶ δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Βεβαίως ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων, ἡ ἀσφαλὴς τιμωρία πάσης παραβάσεως αὐτῶν, δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων παντὸς πολίτου, καὶ εἰς τὴν πρόληψιν ἑπομένως τῆς ἐπαναλήψεως τῶν τοιούτων παραβάσεων, ἀλλὰ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ἐπέρχονται, ὅταν ἅπαντες οἱ νόμοι τηρῶνται ἀκριβῶς, καὶ ὅταν πάντες οἱ παραβαίνοντες αὐτοὺς ὑποβάλλωνται εἰς τὰς νομίμους συνεπείας· διότι, ὅταν τινὲς μόνον τῶν νόμων τηρῶνται, καὶ τινὲς τῶν παραβαινόντων αὐτοὺς καταδιώκωνται, ἐνῷ πλεῖστοι ἄλλοι οὐδεμίαν ὑπέχουσιν εὐθύνην, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὄχι μόνον δὲν κρατύνεται ἡ περὶ τῆς ἰσχύος τοῦ δικαίου συνείδησις τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ τοὐναντίον διαταράσσεται, καὶ οὐδόλως ἡ τοιαύτη αὐστηρότης δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀκριβεστέραν τήρησιν τῶν νόμων. Κατὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ πόλεμον πολλὰ διεπράχθησαν ἀτοπήματα, καὶ πλεῖστοι τῶν συμμετασχόντων τοῦ πολέμου τούτου περιέπεσαν εἰς βαρύτατα παραπτώματα, καὶ ὅμως δὲν γνωρίζω, ἄν τις αὐτῶν ὑπέστη εὐθύνην τινὰ διὰ τὰ παραπτώματα ταῦτα.
§183Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἄν δὲν ἐπροβιβάσθη!
§184ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ἐπροβιβάσθησαν!
§185Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρχόμεθα δὲ ἅπασαν τὴν αὐστηρότητα νὰ τὴν ἐπιδείξωμεν, προκειμένου περὶ τῶν μὴ προσελθόντων εἰς τὰς σημαίας ἀνυποτάκτων. Ἕνεκα τούτων φρονῶ, ὅτι ἡ τοιαύτη αὐστηρὰ διάκρισις καὶ ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως δύναται νὰ θεωρηθῇ μὴ ἀρκούντως ἠτιολογημένη, ἀλλὰ κυρίως καὶ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως θὰ γείνῃ παραίτιος ἐπιβλαβῶν ἀποτελεσμάτων. Οἱ τοιοῦτοι ἀνυπότακτοι ἐν ὥρᾳ πολέμου ἀνέρχονται, Κύριοι, εἰς χιλιάδας, πλεῖστοι δ’ ἐξ αὐτῶν ἀπεδήμησαν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ ποθοῦσι μὲν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρίδα, ἀλλὰ δειλιῶσιν ἀπέναντι τῶν ἐνδεχομένων ἀποτελεσμάτων τῆς καταδιώξεως αὐτῶν. Ἡ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ περαιτέρω ἀποδημία αὐτῶν δὲν νομίζω ὅτι θὰ γείνῃ πρόξενος ἀγαθοῦ τινος εἰς τὸ Κράτος· τοὐναντίον ἡ ἐπάνοδός των καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν θέλει ἀποβῆ ὠφέλιμος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης θέλει παράσχει ἕνα πόρον σπουδαῖον. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, Κύριοι, ποῖα τάχα ἔσονται τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς ποινικῆς καταδιώξεως; Πληροφοροῦμαι, ὅτι πολλοὶ τῶν προσελθόντων καὶ ὑποβληθέντων εἰς δίκην ἠθωώθησαν κατὰ ὁμάδας, καὶ ὅσον παρέρχεται, Κύριοι, ὁ χρόνος, τόσον ἡ ἐκδίκασις αὐτῶν τῶν ὑποθέσεων δύναται νὰ γεννήσῃ ἀμφιβολίας περὶ τοῦ ἀποτελέσματος. Ἴσως λοιπὸν κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς μάτην καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὰς δαπάνας καὶ τὰς περιπετείας τῆς καταδιώξεως, καὶ τὸ Κράτος θέλει δαπανᾷ, καὶ τὰ Στρατοδικεῖα τοῦ Κράτους ἐπὶ μακρὸν χρόνον θέλουσιν ἀπασχολεῖσθαι, χωρὶς ἐπὶ τέλους πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς καταδιώξεως αὐτῆς. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου νομίζω, ὅτι ἡ ἀντικατάστασις τῆς καταδιώξεως διὰ χρηματικῶν ποινῶν, ἐπιβαλλομένων εἰς αὐτούς, εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον καὶ ἀπὸ θεωρητικῆς καὶ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως εἶναι ἀξιοσύστατον. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ πολέμου αὐτοῦ τοῦ ἀτυχοῦς παρῆλθε χρόνος ἀρκετός, καθιστῶν ματαίαν τοῦ λοιποῦ πᾶσαν περὶ τῶν ἐξ αὐτοῦ εὐθυνῶν ἐξέτασιν. Φρονῶ, ὅτι τὴν προθυμοτέραν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν, οὐχὶ δι’ αὐστηρῶν τιμωριῶν τινῶν ἐκ τῶν παρεκτραπέντων, ἀλλὰ διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς ἀνατροφῆς τῆς νεολαίας, καὶ πρὸ πάντων διὰ τῆς ἀκριβοῦς τηρήσεως τῶν νόμων ἐν ὅλαις ταῖς σχέσεσι τοῦ τε δημοσίου καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου. Ἐκ τοιαύτης ἐννόμου καταστάσεως κρατύνεται ἡ ἰδέα τοῦ καθήκοντος, καὶ ἐπιβάλλεται ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅτι ἀντὶ τῆς ἀπειλουμένης ποινικῆς καταδιώξεως, ἥτις, ἐὰν γείνῃ δεκτή, πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ οὐ μόνον εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους τῶν ἐτῶν 1895 καὶ 1896, ἀλλὰ καὶ εἰς ἅπαντας τοὺς προηγουμένους, διότι ἅπαντες εἶναι ἀνυπότακτοι ἐν ὥρᾳ πολέμου, προτιμότερον εἶναι νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἀνάλογος χρηματικὴ τιμωρία, καὶ κατορθωθῇ οὕτω καὶ αὐτοὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρίδα, ἀλλὰ καὶ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης νὰ λάβῃ ἕνα πόρον σπουδαῖον.
§186ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἔχετε καὶ ἀνυποτάκτους ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ, ἔχετε ἀνυποτάκτους, οἱ ὁποῖοι δὲν προσῆλθον ἐγκαίρως· ὅλοι αὐτοὶ διὰ μιᾶς λέξεως χαρακτηρίζονται. Τότε ποῦ θὰ εὕρωμεν ἄκρην;
§187Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, ν’ ἀποκλείσωμεν τοὺς ἐν τῇ ἡμεδαπῇ διαμένοντας ἀνυποτάκτους. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ παρέλευσις τοσούτου χρόνου, ἡ ἀποφυγὴ πάσης εὐθύνης ἐκ μέρους πάντων τῶν ἀναμιχθέντων εἰς αὐτὸν τὸν πόλεμον, ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν ἀνυποτάκτων καὶ ἡ δυσκολία καὶ τὸ μάταιον τῆς καταδιώξεως εἶναι λόγοι ἐπαρκεῖς, ἵνα περὶ πάντων λάβωμεν τὸ μέτρον, ἀντὶ ποινικῆς καταδιώξεως, νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτοὺς χρηματικὴν τιμωρίαν.
§188Κ. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ. Νὰ τοὺς ἀμνηστεύσωμεν ὅλους, διὰ νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα.
§189Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, κύριοι Βουλευταί, οὕτω λύσωμεν τὸ ζήτημα, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀνυποτάκτους κληρωτούς, τότε τὴν λύσιν αὐτὴν πρέπει νὰ τὴν ἐπεκτείνωμεν καὶ ἐπὶ τῶν ἀνυποτάκτων ἐφέδρων, περὶ τῶν ὁποίων οὐδὲν ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ ἀναγράφεται. Οἱ τοιοῦτοι ἔφεδροι, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, ὑποβάλλονται, ὡς εἶπον, εἰς ποινὴν φυλακίσεως 2 ἕως 5 ἐτῶν, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς πρόσθετον ἄλλην ὑπηρεσίαν· ἑπομένως, ἐὰν καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς ἐφαρμόσωμεν τὸ μέτρον τῆς διὰ χρημάτων ἀπαλλαγῆς, μετὰ τὴν καταβολὴν τοῦ χρηματικοῦ αὐτοῦ τιμήματος οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πρόσθετόν τινα ὑπηρεσίαν, διότι οὔτε ὁ κείμενος νόμος ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς τοιαύτην, ἐὰν μάλιστα αὐτοὶ εἶχον ἀφυπηρετήσει καὶ ἐτάχθησαν εἰς τὴν ἐφεδρείαν, ἢ μετὰ τὴν ὑπηρεσίαν των ὡς κληρωτῶν οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ἵνα λόγῳ ἐξασκήσεως κρατήσωμεν αὐτοὺς περαιτέρω εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ἕτερον, Κύριοι, μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται, ὡς εἶπον, εἰς ἅπαντας τοὺς ἀνυποτάκτους κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, εἶναι ἡ ὑποχρέωσις αὐτῶν εἰς ἑξάμηνον πραγματικὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ μέτρον τοῦτο ἐγκρίνω πληρέστατα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀνυποτάκτους ἐν ὥρᾳ εἰρήνης, τῶν ἐτῶν δηλαδὴ 1900, 1901 καὶ 1902, καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἀκόμη τοὺς ἀνυποτάκτους ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας τῶν ἐτῶν 1897, 1898 καὶ 1899, δὲν ἐγκρίνω ὅμως τὸ μέτρον τοῦτο, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀνυποτάκτους μέχρι καὶ τοῦ ἔτους 1896. Ἡ πραγματικὴ αὐτὴ ὑπηρεσία ἕνα σκοπὸν ἔχει, τὴν ἐξάσκησιν τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν, ἵνα χρησιμεύσωσιν ἐν δεούσῃ στιγμῇ ἐν τῷ μέλλοντι· ἀλλ’ ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὴν ἡλικίαν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων — διότι εἶναι ἀνυπότακτοι καὶ ἀπὸ τοῦ 1880, καὶ ἐγὼ δὲν ἠξεύρω ἀπὸ πότε, — ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔκτοτε σχεδὸν παρῆλθε δεκαετία, θὰ συμπεράνῃ, ὅτι ἡ ἐξάσκησις τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν δὲν θέλει χρησιμεύσει εἰς τὴν Πολιτείαν, καὶ μόνον ματαίαν δαπάνην αὐτῆς θὰ προκαλέσῃ. Διὰ τοῦτο τὸ μέτρον τῆς πραγματικῆς ὑπηρεσίας δὲν τὸ ἐγκρίνω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀνυποτάκτους μέχρι τοῦ ἔτους 1896. Ἀντὶ τῆς τοιαύτης ὑπηρεσίας δυνάμεθα μείζονα χρηματικὴν ποινὴν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτοὺς πρὸς ἀντιστάθμισιν. Τώρα, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐν καιρῷ εἰρήνης ἀνυποτάκτους, εἶπον, ὅτι ὁ κείμενος νόμος ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν των, καὶ πρὸς τούτοις ἑνὸς ἔτους τὸ πολὺ πρόσθετον ὑπηρεσίαν. Ἐὰν λοιπὸν συμφώνως μὲ τὰς ἰδέας μου αὐτὰς θέλῃ τις νὰ διατυπώσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, περὶ μὲν τῶν ἐφέδρων θὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἀντὶ γενναίου χρηματικοῦ τιμήματος — τετρακοσίων δραχμῶν — αὐτοὶ ἀπαλλάσσονται πάσης ἄλλης ὑπηρεσίας, διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἰς αὐτοὺς δὲν ἐπιβάλλεται πρόσθετος ὑπηρεσία κατὰ τοὺς κειμένους νόμους· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ἀνυποτάκτους κληρωτοὺς μέχρι τοῦ 1896, θὰ ἐπιβληθῇ ἐπίσης χρηματικὸν τίμημα διὰ τὴν ἀπαλλαγήν των ἀπὸ τῆς ἐπὶ ἀνυποταξίᾳ κατηγορίας. Θὰ ἐπιβληθῇ ὅμως εἰς αὐτοὺς καὶ χρηματικὸν τίμημα διὰ τὴν ἐξαγορὰν τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ὀφείλουσιν εἰς τὸ Κράτος, τῆς διετοῦς, καὶ τῆς μονοετοῦς κατὰ προσθήκην. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κληρωτοὺς τοὺς ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας, καὶ εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ χρηματικόν τι τίμημα, διότι ἀπαλλάσσονται τῆς ἐπὶ ἀνυποταξίᾳ ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας κατηγορίας, πρέπει δὲ εἰς αὐτοὺς ἐπίσης νὰ ἐπιβληθῇ καὶ χρηματικὸν τίμημα διὰ τὴν ἐξαγορὰν τῆς ὑπηρεσίας. Εἰς τοὺς ἐν καιρῷ εἰρήνης ἀνυποτάκτους πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγορὰ τῆς ὑπηρεσίας των, μετὰ πραγματικὴν ὅμως ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν, ὡς ἐπετράπη τοῦτο καὶ εἰς τοὺς ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας. Συμφώνως μὲ αὐτὰς τὰς ἰδέας συνέταξα καὶ νομοσχέδιον, περιέχον τέσσαρα ἄρθρα, ἕκαστον τῶν ὁποίων πραγματεύεται περὶ μιᾶς ἑκάστης τῶν κατηγοριῶν· τὸ πρῶτον περὶ ἐφέδρων, τὸ δεύτερον περὶ τῶν ἀνυποτάκτων μέχρι τοῦ 1896, τὸ τρίτον περὶ τῶν ἀνυποτάκτων ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας, καὶ τὸ τέταρτον περὶ τῶν ἀνυποτάκτων ἐν καιρῷ εἰρήνης.
§190Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τροπολογία δηλαδή.
§191Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πλήρης διασκευὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐν εἴδει τροπολογίας.
§192Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν τὸ ἀναγινώσκετε;
§193Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ (ἀναγινώσκει τὰς τροπολογίας).
§194Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους ἀποκαλεῖτε ἀνυποτάκτους κληρωτοὺς μέχρι τοῦ 1896, δὲν εἶναι ἐν ὥρᾳ πολέμου ἀνυπότακτοι;
§195Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ὥρᾳ πολέμου ὅλοι αὐτοὶ εἶναι ἀνυπότακτοι.
§196Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μέχρι τοῦ 1900 εἶναι ὅλοι ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας καὶ πολέμου ἀνυπότακτοι.
§197Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Μάλιστα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 149 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου.
§198Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης ἀνυπότακτοι, κηρυχθέντος τοῦ πολέμου, καὶ μὴ προσελθόντες, θεωροῦνται καὶ τιμωροῦνται ὡς ἀνυπότακτοι ἐν ὥρᾳ πολέμου. Λοιπὸν ὅλοι οἱ μέχρι τοῦ 1896 εἶναι ἀνυπότακτοι ἐν ὥρᾳ πολέμου. Διὰ τοῦτο ὅλους αὐτοὺς τοὺς συμπεριλαμβάνω. Δὲν ὑποχρεοῦνται εἰς πραγματικὴν ὑπηρεσίαν, διότι θὰ ἦναι ἤδη μεγάλης ἡλικίας, καὶ ἑπομένως ἡ ἐξάσκησίς των δὲν θέλει χρησιμεύσει εἰς τὸ Κράτος πιθανῶς, ἀλλ’ ὑποβάλλονται εἰς μεγαλείτερον τίμημα. Ἐπίσης οἱ ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας ἔφεδροι ὑποχρεοῦνται εἰς πραγματικὴν ὑπηρεσίαν, διότι αὐτοὶ θὰ χρησιμεύσωσιν. Ἐπίσης καὶ οἱ ἐν καιρῷ εἰρήνης. Ἡ ἀναλογία τῶν τιμωριῶν μειοῦται, καθ’ ὅσον προβαίνομεν ἀπὸ τὰς βαρυτέρας περιπτώσεις εἰς τὰς ἐλαφροτέρας. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον συνέταξα.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 28).
§200Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω πρότασιν ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου μέχρις οὗ τυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύναται ἡ Βουλὴ καὶ ἄνευ τῆς τυπώσεως νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν.
§202Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν.
§203Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὡς ἐγένετο διὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας, ὅπερ παραπεμφθὲν εἰς ἐπιτροπὴν παρουσιάσθη ἀρτιώτερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ καὶ διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, μετὰ τὰς τροπολογίας τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, καὶ νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἴτε εἰς τὴν αὐτὴν εἴτε εἰς ἄλλην ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τῶν τροπολογιῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πνεύματος, ὅπερ ἐπικρατεῖ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως φέρῃ τὸ νομοσχέδιον ἀρτιώτερον.
§204ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατὶ δὲν ἐπροτείνατε τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια;
§205Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη δι’ αὐτά.
§206Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τὴν περὶ ἀρτιότητος γνώμην ἡμεῖς δὲν ἀναγνωρίζομεν ἀπὸ τοῦδε. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς συζητήσεως, τότε θὰ κρίνωμεν, ἂν τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄρτιον ἢ οὔ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον ν’ ἀφήσωμεν νὰ προχωρήσῃ κατά τι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, καὶ κατόπιν νὰ γείνῃ σκέψις περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν, ἢ περὶ ἀναβολῆς.
§207Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐξ ὅσων ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐκ Μαντινείας συνάδελφος ἀποδεικνύεται ὅτι ὑπάρχουσιν ἀτέλειαι εἰς τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἐὰν παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν, ἤθελεν αὕτη παρουσιάσει τοῦτο ἄρτιον, ἀσχέτως πρὸς τὴν γνώμην, ἣν ἐπρότεινεν ὁ κ. ἐκ Βονίτσης Βουλευτὴς περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς στρατολογίας, τὸ ὁποῖον θὰ ἴδωμεν, ἂν παρουσιάσθη ἄρτιον ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς. Πρέπει λοιπόν, ἵνα μὴ χάνωμεν χρόνον ἐπὶ ματαίῳ, νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν.
§208Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ ὅτι ἡ παραπομπὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν ἐπιβάλλεται, διότι ἡ τροπολογία τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ ἐμπνέεται ὑπὸ πνεύματος ἐντελῶς διαφόρου ἐκείνου, ὅπερ ἐνέπνευσε τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν.
§209Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ὡς πρὸς ἓν ζήτημα.
§210Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ ῥιζική. Ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι καὶ οἱ ἀνυπότακτοι κληρωτοὶ τῶν ἐτῶν 1895 καὶ 1896 πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τὰς εὐεργετικάς, καὶ ὅτι δύνανται νὰ ἐξαγοράσωσι τὴν ὑπηρεσίαν, ἣν ὤφειλον πρὸς τὸ Κράτος ἐν ὥρᾳ πολέμου. Βλέπετε, ὅτι ἡ βάσις εἶναι ἐντελῶς διάφορος, καὶ δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι πρόκειται περὶ ὅλως νέου νομοσχεδίου, ὅπερ ὑποβάλλεται κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Θεωρῶ ἑπομένως, ὅτι ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας φρόνιμον εἶναι νὰ παραπέμψωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ τὰς ὑποβληθείσας τροπολογίας εἰς ἐπιτροπὴν, ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θέλει ὁρίσει, τάσσων εἰς αὐτὴν μικρὰν προθεσμίαν, μέχρι τῆς Δευτέρας, ὅπως ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῶν σκέψεών της. Δυνάμεθα δὲ καὶ ἡμεῖς μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τῆς τροπολογίας ὑμῶν, ἥτις, ἐπαναλαμβάνω, ἔχει βάσιν ὅλως διάφορον τῆς βάσεως, ἐφ’ ἧς στηρίζεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Πρὸς ἀποφυγὴν ἀπωλείας χρόνου, διότι, ἐὰν προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν σήμερον, θέλομεν κατ’ ἀνάγκην συζητήσει ἐπὶ δύο ἐντελῶς διαφόρων νομοσχεδίων, ὀρθὸν εἶναι νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ὑποβάλῃ αὕτη τὴν ἔκθεσίν της μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας.
§211Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ προτείνεται ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἡ παραπομπὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν, βεβαίως θὰ γείνῃ δεκτή. Ἀλλὰ θεωρῶ ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι πρόωρον, διότι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, Ἡ ἐπιτροπὴ, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἐπιλαμβάνεται νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπεβλήθη, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς. Ἐννοεῖ ὁ Κανονισμὸς, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀκούσῃ τὰ ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐργάζεται ἔπειτα ἡ ἐπιτροπὴ, ὅπως διατυπώσῃ αὐτὸ καλλίτερον καὶ συμφωνότατον πρὸς τὰς ἰδέας, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου ὑπεβλήθη, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἐχαρακτήρισε νέον νομοσχέδιον, ἐφ’ οὗ δὲν ἠκούσθη ἡ γνώμη οὐδενὸς τῶν κ. Βουλευτῶν. Ἀλλὰ ποίας τότε ὁδηγίας ἔχει ἡ ἐπιτροπή; — διότι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι νομοθετικὸν σῶμα ἀνεξάρτητον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶναι τμῆμα αὐτῆς, ὅπερ ἀντιπροσωπεύει τὰς γνώμας τὰς ἀναπτυχθείσας ἐπί τινος νομοσχεδίου καὶ τὰς διατυπώνει εἰς ἕτερον νομοσχέδιον. — Λοιπὸν νομίζω, ὅτι προτιμότερον θὰ ἦναι νὰ μὴ μεταφερθῶσιν ἀπὸ τοῦδε εἰς βραδυτέραν ἐποχὴν αἱ συζητήσεις, ἀλλὰ νὰ γείνωσι νῦν.
§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπρότεινα τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν, διότι τὸ ζήτημα, ὅπερ χωρίζει τὰ δύο νομοσχέδια, συνεζητήθη διὰ μακρῶν κατὰ τὰς δύο ἀναγνώσεις τοῦ νομοσχεδίου. Διότι, ὡς κάλλιστα γινώσκει ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, συζήτησις μεγάλη ἐγένετο ἐπὶ τῆς ἐξαιρέσεως τῶν κατὰ τὸν πόλεμον ἀνυποτάκτων, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ παρ’ ἡμῶν προταθὲν νομοσχέδιον, καὶ γνῶμαι ἀντηλλάγησαν καὶ ὑπὲρ τῆς ἐξαιρέσεως καὶ κατ’ αὐτῆς. Ἑπομένως τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ νέον, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα, ὅπερ ἐπιβάλλει τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν, ἥτις, ἐκλεγομένη ἐκ μελῶν ἀνηκόντων εἰς διαφόρους ἀποχρώσεις τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ συζητήσῃ αὐτὸ, καὶ νὰ παρασκευάσῃ ἔδαφος, τὸ ὁποῖον θὰ καταστήσῃ εὐχερεστέραν τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἄλλως τε ὁμολογητέον, ὅτι, ἐὰν πρόκηται νῦν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, δὲν εἴμεθα παρεσκευασμένοι, ἵνα ἐκφέρωμεν γνώμας. Πάντως ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξαγοράζηται ἡ ὑπηρεσία ἡ ἐν πολέμῳ ἀντὶ χρημάτων.
§213Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὑπεστήριξέ τις τὸ ἐναντίον.
§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Γίνεται λόγος ἀκριβῶς, ὅπως δικαιολογηθῇ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἐξαιροῦσα τὰς δύο ταύτας ἀπογραφάς. Νομίζω ὅτι καθιεροῦμεν... Ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι ἀναγκάζομαι συζητῶν νὰ ἐκφέρω γνώμην, καίτοι ἐπεθύμουν ν’ ἀποφύγω τοῦτο.
§215Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πρέπει ν’ ἀκουσθῇ καὶ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν δύναται νὰ ἐξαγορασθῇ ἡ ἐν πολέμῳ ὑπηρεσία.
§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τίποτε δὲν εἶναι ἐπικίνδυνον πλειότερον τῆς διατάξεως ταύτης. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐὰν ἠθέλετε νὰ διασείσητε τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας δι’ αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων, τοῦτο κατορθοῦται. Διότι ἀλλοίμονον, ἂν εἰς τὸ μέλλον ἦναι γνωστὸν, ὅτι ὅστις δὲν προσέρχεται, ὅπως ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ὁ νόμος ἐπιβάλλει, δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὴν ποινὴν, ἣν ἐπάγεται ἡ μὴ ἐκτέλεσις τῶν ὑποχρεώσεων τούτων, διὰ καταβολῆς χρηματικοῦ ποσοῦ! Τίποτε λυπηρότερον, τίποτε ἀπελπιστικώτερον, καὶ τίποτε περισσότερον ἀντιστρατευόμενον πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος, ἥτις πρέπει νὰ ἐπικρατῇ παρὰ τῷ λαῷ, ὅταν οὗτος γνωρίσῃ, ὅτι ὁ πλούσιος, καταβάλλων ποσόν, δύναται ν’ ἀπαλλαγῇ ὅλων τῶν ὑποχρεώσεων. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσητε, διατὶ ὑπὸ τὸ κράτος τοιούτων ἰδεῶν ἐπετρέψατε τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου; Γινώσκει ἡ Βουλὴ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι τὸ πρῶτον, ὅπερ κανονίζει τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Καὶ ἄλλοτε, ἕνεκα λόγων κοινωνικῶν, σχετιζομένων κυρίως πρὸς τοὺς μετανάστας, πρὸς τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἔχει, ὅπως προσπαθήσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτοὺς εἰς τοὺς κόλπους τῆς πατρίδος, ἠναγκάσθη ἡ Πολιτεία νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτον μέτρον. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ὑπάρχει σημεῖον, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβῶμεν. Φρονῶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι καὶ αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς κατὰ τὸν χρόνον τοῦ πολέμου δύναταί τις διὰ χρημάτων νὰ ἐξαγοράσῃ. Ἀλλ’ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐγὼ προκληθεὶς ἐξέφερα τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω. Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὥστε ὠφέλεια θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συζητήσεως, ἥτις δὲν ἀποκλείει τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν, ἀλλὰ παρασκευάζει ταύτην καὶ τὴν καθιστᾷ εὐκολωτέραν.
§217Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττομεν, εἶναι ἀναγνώρισις τῆς ἀρχῆς τοῦ ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς ἐν πολέμῳ μὴ προσελθόντας.
§218ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§219Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἐδήλωσα ποίαν ἔχω γνώμην ἐπὶ τῆς τροπολογίας. Ἡ παραπομπὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς τροπολογίας εἰς ἐπιτροπὴν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτην σημασίαν, μετὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προσθέσω, ὅτι ἐκτὸς τῆς διατάξεως ταύτης ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι διατάξεις, περὶ ὧν ἐποιήσατο μνείαν ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτής, καὶ ἐπὶ τῶν διατάξεων τούτων ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ἦναι ἀναγκαία. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ παραπομπὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν εἶναι ἡ παραδοχὴ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἐπολέμησα ἀκριβῶς, ὅπως μὴ δοθῇ τοιαύτη ἑρμηνεία εἰς τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν.
§220Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐὰν τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν ἀντέκειτο εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς ὃ θὰ καταλήξω ἐγώ, δὲν ἤθελον ζητήσει τὸν λόγον· διότι εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶμαι σύμφωνος, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι καταλήγω εἰς ἀντίθετα συμπεράσματα τῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀφεθῶμεν ὀλισθαίνοντες ἐπὶ ἐδάφους, ὅπερ θέλει μᾶς φέρει εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε οἱ 16,000 καὶ ἔτι πλέον ἀνυπότακτοι τοῦ τελευταίου πολέμου νὰ φθάσωσιν εἰς 26,000 ἢ καὶ 36,000. Βεβαίως πάντες οἱ κυβερνήσαντες τὴν χώραν καὶ οἱ νῦν κυβερνῶντες καὶ πάντες, ὅσοι ἐν τῷ μέλλοντι θέλουσι κυβερνήσει αὐτήν, αἰσθάνονται εἰς τὴν ψυχήν των δισταγμούς, ἂν δύνανται νὰ παράσχωσι τὴν συνδρομήν των εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν ἡ ἀναβολὴ σκοπὸν ἔχῃ ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν χρόνον νὰ συνέλθῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἐντυπώσεως, ἣν ἔσχε, τῆς ἐντυπώσεως τῆς φιλανθρωπίας...
§221Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ τῆς ἀνάγκης.
§222Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. .. καὶ ν’ ἀναβάλῃ τὴν περὶ τούτου σκέψιν εἰς ἄλλον χρόνον, ὅτε μᾶλλον ἤρεμος καὶ περισσότερον εὔκαιρος ἔσεται πρὸς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐὰν ὅμως δὲν ἔχῃ τοῦτον τὸν σκοπὸν, εἰμὴ μόνον τὴν βελτίωσιν τῶν διατάξεων αὐτοῦ, τότε νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, διότι πιθανὸν καὶ τρίται γνῶμαι νὰ ὑποβληθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, αἵτινες θέλουσι μεταβάλει τὰ θέματα, τὰ νῦν συζητούμενα, προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Εὑρίσκω ὅτι ὄντως τὰ θέματα, ἅτινα ἔθηκεν ὁ ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς κ. Κωνσταντόπουλος, εἶναι σοβαρά, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ταῦτα ἔχουσι τὴν συνέχειαν καὶ τὴν σειρὰν τῶν ἰδεῶν, ἃς περιέχει καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Εἶναι βεβαίως βελτίωσις διὰ τοὺς φιλανθρώπως σκεπτομένους, ἴσως εἶναι καὶ διευκόλυνσις διὰ τὸ ὀλίσθημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐξολισθαίνομεν κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅταν ἓν κακὸν ἐπανειλημμένως παρουσιάζηται, πάντες προσπαθοῦσι ν’ ἀνεύρωσι τὰς ῥίζας του ἢ εἰς ἔλλειψιν τῆς κρατούσης νομοθεσίας, ἢ εἰς ἄλλους λόγους, οὓς παρελείψαμεν νὰ παρεμβάλωμεν πρὸς βελτίωσιν τῆς νομοθεσίας, ὅτε αὕτη ἐνομοθετεῖτο. Εἶναι μακρὰ ἡ ὑπηρεσία ἡ διετὴς διὰ τὸν λαόν. Ἰδοὺ ὁ πρῶτος λόγος τῶν ἀνυποτάκτων καὶ τῶν φυγοστράτων. Σπεύσατε τὸ ταχύτερον νὰ καθιερώσητε διὰ τὸν πτωχὸν Ἑλληνικὸν λαὸν σύστημα στρατολογίας ἐνεχούσης μικροτέρας ὑποχρεώσεις, ἵνα ἴδητε, πόσον θέλει ἐλαττωθῆ ὁ ἀριθμὸς τῶν φυγοστράτων καὶ ἀνυποτάκτων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀφοῦ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ κρατεῖ ἡ γνώμη νὰ παράσχωμεν εὐκολίαν ἀναβολῆς κατατάξεως διὰ τοὺς σπουδάζοντας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ τοὺς σπουδάζοντας ἐν ταῖς Μηχανικαῖς Σχολαῖς τῆς Εὐρώπης, ἆρά γε — καὶ ἂς μὴ καγχάσῃ τις ἐπὶ τῇ γνώμῃ μου — δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ δώσωμεν ἀναβολὴν κατατάξεως εἰς ἄλλας τάξεις ἀνθρώπων; Ἐὰν δίδωμεν αὐτὴν εἰς ἐκείνους, οἵτινες μᾶς κομίζουσι τὰ φῶτα ἐκ τῶν Σχολῶν τῶν εἰδικῶν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δώσωμεν ἀναβολὴν κατατάξεως εἰς ἐκείνους, οἵτινες μᾶς κομίζουσι τὸ χρῆμα ἐκ τῆς Ἀμερικῆς; Ἐκεῖνοι, μεταβαίνοντες εἰς Ἀμερικὴν καὶ μεταφέροντες χρῆμα ἐκεῖθεν, μεταβάλλουσιν ὅλας τὰς σχέσεις τὰς ἐμπορικὰς, ὡς συμβαίνει σήμερον, ὅτε κατωρθώθη νὰ κατέλθῃ ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ φράγκου ἀπὸ 1 καὶ 70 εἰς 1 καὶ 30. Καὶ τί προσφέρουσι πλειότερον οἱ ἐν ταῖς ξέναις Σχολαῖς ἢ οἱ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ σπουδάζοντες ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες προσφέρουσι τοὺς βραχίονάς των πρὸς τὴν ἐργασίαν, καὶ τοὺς ὁποίους ἐξετίμησεν ἡ Ἀμερικὴ καὶ πληρώνει αὐτοὺς ἁδρῶς, ἵνα μεταβάλωσιν ἄρδην τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας; Καὶ διατὶ νὰ μὴ δώσωμεν ἀναβολὴν κατατάξεως καὶ εἰς αὐτούς; Ἰδοὺ εἷς κανονισμὸς τοῦ ζητήματος πολὺ σοβαρὸς καὶ δυνάμενος νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν φυγοστράτων καὶ ἀνυποτάκτων. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, διὰ τοὺς ἀπερχομένους εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐπεβάλλομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐφοδιάζωνται μὲ διαβατήριον, τὸ ὁποῖον οἱ κείμενοι νόμοι ἐπιβάλλουσιν, ἐὰν ἠθέλομεν δώσει σύστασιν πρὸς τὰς εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα προξενικὰς ἀρχὰς, καὶ προσεθέτομεν παρ’ αὐταῖς 5 ἕως 10 ὑπαλλήλους, ἀξίζοντας τὸν κόπον, ἵνα ἀσχολῶνται πρὸς προστασίαν τῶν μεταναστῶν καὶ δι’ ὅλας τὰς ἀνάγκας καὶ δυστυχίας αὐτῶν, ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ συγκρατῶμεν στενώτερον εἰς τὰς χεῖρας ἡμῶν τοὺς ἀποδημοῦντας ἐκ τῆς ἔσω Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς δούλης, πρὸς πλουτισμόν. Ἐὰν πρὶν ἢ ἀναχωρήσωσιν, ὡς θὰ ἐδίδεμεν εἰς αὐτοὺς μετὰ πάσης εὐκολίας διαβατήρια, ἠθέλομεν παράσχει, ὑπό τινας ἐγγυήσεις χρηματικὰς ἢ ἄλλας, καὶ ἀναβολὴν κατατάξεως ἐπὶ δύο ἔτη, ἠθέλεμεν πράξει δικαιότατα. Οὗτοι, ἀπερχόμενοι πρὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν πρὸ τῆς ἐνηλικιώσεώς των εἰς τὴν Ἀμερικὴν, καὶ ἔχοντες καὶ τὰ δύο ἔτη ἀναβολῆς κατατάξεως, θὰ δύνανται κατὰ τὸ τετραετὲς ἢ καὶ πλέον διάστημα νὰ δημιουργήσωσι θέσιν τινά, καὶ τότε θὰ καθίστανται ἐκ τούτου μᾶλλον ὑπερήφανοι, καὶ θὰ ἐνθυμῶνται τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑποχρεώσεις των, καὶ θὰ σπεύδωσι πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα ἐκτελέσωσι τὴν ὑπηρεσίαν των· ἄλλως θὰ πιέζῃ αὐτοὺς καὶ ἡ ἐγγύησις. Τότε παρέχομεν εἰς αὐτοὺς τὴν εὐκολίαν νὰ πληρώσωσι τὸ ὑπόλοιπον τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα ἐπανέλθωσι ταχύτερον εἰς τὰς ἐργασίας των. Δὲν θέλω νὰ εἴπω διὰ τῶν ὀλίγων λέξεων καὶ ὑποδείξεων, ἃς ἔφερα, ὅτι ἔλυσα τὸ ζήτημα, διότι τοῦτο εἶναι δύσλυτον. Γνωρίζω τὰς πολλαπλᾶς προλήψεις, τὰς πολλαπλοτέρας ἀνάγκας καὶ τὰ πολλαπλότερα τεχνάσματα πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ὑποχρεώσεων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐν τῇ ψυχῇ παντὸς ὑποχρέου πρὸς στράτευσιν ὑπάρχει ἡ σκέψις, ὅταν πρόκηται περὶ ὑπηρεσίας πρὸς τὴν πατρίδα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραλείψῃ αὐτήν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ· πρέπει νὰ μεταδώσωμεν καὶ τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι κηδεμονεύομεν αὐτὸν ἐπ’ ἀγαθῷ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πατρίδος. Ἰδοὺ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐγὼ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ διαρρυθμισθῇ εὐρύτερον τὸ περὶ ἀποδημίας καὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τῶν κληρωτῶν πρὸς τὸ Κράτος θέμα. Ἐξετάζων δὲ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, θεωρῶ ὅτι ἡ ἄσκησις ἡ ἑξάμηνος εἶναι ἀρκετὴ δι’ ὅλους ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ ἡλικία δὲν ὑπερβαίνει τὸ τριακοστὸν ἔτος· δι’ αὐτοὺς αὕτη εἶναι ἐπιβεβλημένη· ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν εἶχον ὑπηρετήσει, ἤθελον μεταγραφῆ εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν, εἶναι χαμένος κόπος· εἰς αὐτοὺς δυνάμεθα νὰ χαρίσωμεν τὸ ἑξάμηνον τῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ ὡρισμένῳ ἀντισηκώματι. Νομίζω, ὅτι συμφωνῶ ἐν πολλοῖς μὲ τὰς ἰδέας τοῦ ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ. Μόνον ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, καὶ ἄλλοι, ἂν ἐπεθύμουν, ν’ ἀγορεύσωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ ν’ ἀκούσωμεν αὐτοὺς, διότι ἴσως αἱ γνῶμαι αὐτῶν μᾶς καθοδηγήσωσιν εἰς τὴν σύνταξιν νομοσχεδίου πληρεστέρου, τὸ ὁποῖον νὰ προλάβῃ καὶ ἄλλας ἀνάγκας. Σκεφθῆτε, κύριε Πρωθυπουργέ, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω, ὅτι μεγάλας ἔχομεν ὑποχρεώσεις πρὸς τὸν ἐργάτην, ἔχομεν πλείονας ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς ἐργαζομένους τὴν γῆν, πρὸς τοὺς εἰσφέροντας τὸ χρῆμα ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ ἀφ’ ὅσας ἔχομεν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσφέρουσι τὰ φῶτα αὐτῶν τὰ πνευματικὰ, τὰ ὁποῖα κατέστησαν παρὰ πολὺ κοινὰ, καὶ ἴσως οὐχὶ πλήρη. Αἱ ἐπιστῆμαι κατέκλυσαν ἡμᾶς, εἶναι δὲ καιρὸς ν’ ἀναχαιτίσωμεν τὴν πρὸς τὰς ἐπιστήμας ῥοπὴν καὶ νὰ καταργήσωμεν τὴν ἀναβολὴν τὴν διδομένην εἰς τοὺς φοιτητὰς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, διὰ νὰ εὐεργετήσωμεν αὐτοὺς καὶ ὄχι διὰ νὰ τοὺς βλάψωμεν. Εἶναι καιρὸς πλέον, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι πᾶσαι αἱ τοῦ Κράτους ὑπηρεσίαι εἰς ἕνα σκοπὸν δέον νὰ ἀποβλέπωσιν, εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὐ μόνον ὡς Κράτους ἢ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀτόμου, εἰς τὴν προάσπισιν δὲ αὐτῶν ἔν τε τῇ ἡμεδαπῇ καὶ τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅλως τὸ ἀντίθετον δυστυχῶς συμβαίνει, καὶ διὰ τοῦτο οὐχὶ ἀδίκως οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι, οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαμένοντες, προσπαθοῦσι τίνι τρόπῳ θέλουσιν ἀποφύγει τὰ Προξενεῖα, ἴσως διότι παρ’ αὐτῶν μόνον δικαιώματα πληρωμῆς διαμονητηρίου ἐκζητοῦνται, καὶ οὐδεμία προστασία τῶν συμφερόντων αὐτῶν παρέχεται. Οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ὑπῆρξαν ἀποδημικοὶ, κατεκάλυψαν δὲ τὴν Μεσόγειον δι’ ἀποικιῶν, καὶ μετεβλήθη αὕτη εἰς Ἑλληνικήν. Ὡς ἀποδημίαν θεωρήσατε καὶ τὴν κατάκτησιν τῆς Ἀσίας καὶ μέρους τῆς Ἀφρικῆς διὰ τῶν στρατευμάτων τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου· εἰς τοῦτο δὲ κατέληξεν ὄντως, ἀφοῦ δικαίως ἐλέχθη, ὅτι κατέσπειρε τὴν Ἑλλάδα ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ἐρημώσας αὐτήν. Καὶ ὅτε βραδύτερον δὲν ἠδύναντο οἱ Ἕλληνες νὰ ἱδρύωσι βασίλεια, κατακτῶντες τὰς χώρας τῶν βαρβάρων, κατέκτων τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν αὐτῶν διὰ τοῦ πνεύματος· τὸ ἀποδημικὸν τῶν Ἑλλήνων οὐδέποτε ἐπαύσατο παντοιοτρόπως ἐκδηλούμενον. Ἀλλὰ, Κύριοι, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι αἱ Μητροπόλεις κατὰ τὴν ἀρχαιότητα περιέθαλψαν τὰς ἀποικίας, καὶ βραδύτερον τὸ πνεῦμα τοῦ τοπικισμοῦ, δύναμις ἀκατάβλητος, φέρουσα τὴν ὀνομασίαν τοῦ πατριωτισμοῦ, ἐστήριξε τὰς Ἑλληνικὰς ἀποικίας. Χιακαὶ ἐμπορικαὶ ἀποικίαι ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐξ Εὐρυτανίας ἐν Τουρκίᾳ, Κεφαλλήνων ἐν Ῥουμανίᾳ, καὶ ἄλλων ἄλλοθι. Ἤδη, Κύριοι, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς ἡ πάλαι κατέστη Κράτος, ὡς Μητρόπολις ἂς κηδεμονεύσῃ τοὺς ἀποίκους, τοὺς μετανάστας· ἂς ἦναι δὲ βέβαιον τὸ Κράτος, ὅτι πολλαπλάσια θέλουσιν οὗτοι ἀποδώσει τὰ τροφεῖα. Ὑποβοηθήσατε αὐτοὺς, ἵνα συμπηχθῶσιν εἰς κοινότητας, πέμψατε ἱερεῖς καὶ ὅ,τι ἄλλο νομίζετε συντελοῦν εἰς παγίωσιν τῶν ἀποικιῶν τούτων. Τὸ θέμα εἶναι εὐρὺ, καὶ τοιαύτης ἔχει ἀνάγκην συζητήσεως· ἀλλ’ ἐὰν διὰ τῆς συζητήσεως ἀσφαλῶς φθάνωμεν εἰς ὀρθὰς σκέψεις, διὰ τῆς πρωτοβουλίας τῶν Κυβερνήσεων εὐθέως καὶ ταχέως ἐφαρμόζονται τὰ δέοντα.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀνυποτάκτων κληρωτῶν» εἰς ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ χορηγήσῃ ἡ Βουλὴ διάστημα μέχρι πέρατος τῆς συνεδριάσεως, ὅπως ὁρίσω τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας». Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἔχει ψηφισθῆ· ὥστε θ’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τῆς συζητήσεως τοῦ πρώτου ἄρθρου.
§224Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἐγένετο ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§226Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν ἐπιθυμῶ νὰ λάβω ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐννοεῖτε ὅτι οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ συμπληροῦται τὸ 21 ἔτος, ἐζήτησαν νὰ ἐγγραφῶσιν ἐν τῷ μητρῴῳ, οὐχὶ δ’ οἱ αἰτήσαντες μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς 31 Δεκεμβρίου, ὅτε θεωροῦνται ὑπὸ τοῦ νόμου ὅτι συμπληροῦσι τὴν ἡλικίαν των; Διότι τὸ ἄρθρον λέγει «οἱ συμπληροῦντες». Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ συμπληροῦντες; Εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου κατὰ τὸν νόμον συμπληροῦσι τὴν ἡλικίαν τοῦ 21 ἔτους, διότι, ὡς γνωστὸν, κατὰ τὸν στρατολογικὸν νόμον, ἡ 1 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ἐγεννήθη τις, θεωρεῖται ὡς ἡμέρα γεννήσεώς του, ἄρα, καὶ ἂν ἐγεννήθη τὴν 31 Δεκεμβρίου, θεωρεῖται, ὅτι ἔχει ἓν ἔτος εἰς τὸ τέλος τῆς 31 Δεκεμβρίου, θεωρεῖται ἀριθμῶν ἓν ἔτος, κατόπιν δὲ θὰ προσθέσητε 20 ἔτη, ὅπως καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη τὴν 21 Ἰανουαρίου, θεωρεῖται εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη, ὡς συμπληρώσας ἐπίσης τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας του. Λοιπὸν συμπληροῦντες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται δηλωθέντες πρὸ τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον συμπληροῦσι τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των. Ἐννοεῖτε ὅτι, ἐὰν αἰτήσωνται μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους τὴν ἐγγραφήν των, δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν. Αὐτὴ εἶναι, ὑποθέτω, ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις.
§227Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν λύσιν δύναται νὰ εὕρῃ ὁ ἔντιμος προλαλήσας κύριος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 1, ἡ ὁποία λέγει: «Οἱ ὑπερβάντες τὸ 22 ἔτος τῆς ἡλικίας καὶ μὴ ἐγγεγραμμένοι εἰς τὰ μητρῷα τῶν ἀρρένων δύνανται νὰ αἰτήσωσι τὴν εἰς αὐτὰ ἐγγραφήν των συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου 22 τῆς στρατολογίας, ἐγγράφονται δὲ ἐν ἀρχῇ τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος ἐπιμελείᾳ καὶ εὐθύνῃ τοῦ νομάρχου.» Ἀλλὰ πότε γίνεται ἡ κλήρωσις τῶν συμπληρούντων τὸ 21 ἔτος; Τὸ λέγει ἡ διάταξις τῆς πρώτης παραγράφου. Ἡ διάταξις αὕτη θέτει τὸ ὅριον, διότι ὁ συμπληρῶν τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας του δύναται νὰ αἰτήσηται τὴν ἐγγραφήν του μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, δύναται μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἄρξηται τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον τῶν ἐργασιῶν του, νὰ αἰτήσηται τὴν ἐγγραφήν του, ἡ δ’ αἴτησις ἀποτελεῖ τὸ τεκμήριον, ὅτι ἐν ἀγαθῇ προαιρέσει εὑρίσκετο, ὅτι δὲν ὑπῆρχε δόλος, καὶ τότε δι’ αὐτῆς τῆς αἰτήσεως ἀποκτᾷ δικαίωμα ἐγγραφῆς, καὶ συγκληροῦται μετὰ τῶν ἄλλων. Ὅτι αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου, ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς παραγράφου αʹ, ἡ ὁποία λέγει «οἱ συμπληροῦντες τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των». Πρόκειται περὶ συμπληρούντων, δηλ. μέχρι καὶ τῆς συμπληρώσεως τοῦ 21 ἔτους τῆς ἡλικίας των.
§228Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπληροῦντας τὸ 21 ἔτος θεωροῦμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους πρόκειται νὰ κληρωθῶσι. Περὶ αὐτῶν πραγματεύεται τὸ ἄρθρον. Ἐὰν λοιπὸν αὐτοὶ προσέλθωσι κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς κληρώσεώς των καὶ μάθωσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι, αὐτοὶ ὀφείλουσι νὰ κάμωσιν αἴτησιν. Ἐὰν τὴν κάμωσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, κληροῦνται τὸ ἴδιον ἔτος, καθ’ ὃ πρέπει νὰ κληρωθῶσιν· ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, τότε κληροῦνται τὸ ἑπόμενον, χωρὶς νὰ ὑποστῶσι τὴν ποινήν, τὴν ὁποίαν εἶχε πρότερον τὸ νομοσχέδιον.
§229Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, δὲν εἶναι σύμφωνον οὔτε μὲ τὸν μηχανισμὸν οὔτε μὲ τὴν οἰκονομίαν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Ὁ νόμος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν νόμιμον ἡλικίαν, διότι καὶ ἡ ἔλλειψις ληξιαρχικῶν βιβλίων καὶ ἡ ἔλλειψις ὁμοίων μέσων ἐπιτρέπουν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν πραγματικὴν ἡλικίαν ἑκάστου κληρωτοῦ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, εἰς οἱονδήποτε χρόνον καὶ ἂν γεννηθῇ κληρωτός τις, θεωρεῖται γεννηθεὶς τὴν 1 Ἰανουαρίου. Ὅταν λέγωμεν τοῦτο, ἐννοοῦμεν τότε, ὅτι συμπληροῖ τὸ ἓν ἔτος τὴν 31 Δεκεμβρίου. Ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐγεννήθη τις τὸ 1883 οἱανδήποτε ἡμέραν· τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1883 ἔχομεν ἓν ἔτος· καὶ ἐὰν ἐγεννήθη ἀκόμη τὴν 20 Δεκεμβρίου, πάλιν θὰ προσθέσητε 20 πλήρη ἔτη, θὰ φθάσωμεν δὲ εἰς τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1903, διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1903 συμπληροῖ ὁ κληρωτὸς τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας του. Αὐτὸ εἶναι πασιφανές, ὅτι αὐτὸς θεωρεῖται συμπληρῶν τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος διατρέχει αὐτὸ κατὰ τὸ 1903, ἑπομένως τὴν 31 Δεκεμβρίου 1903· ἀφίνω καὶ ἐὰν δὲν ἔχῃ πραγματικῶς συμπληρώσει τὴν ἡλικίαν τοῦ 21 ἔτους καὶ ἐὰν εἰσέρχηται εἰς τὴν ἡλικίαν τοῦ 22 ἔτους. Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος, ὅτι οἱ ὑπερβάντες τὸ 22 ἔτος εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπερβῶσι τὴν 31 Δεκεμβρίου 1904, διότι ὑπολογίζεται ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους εἰς 31 Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους, εἶναι ἐσφαλμένον. Λέγει λοιπὸν ὁ νόμος, ὅτι «οἱ συμπληροῦντες τὸ 21 ἔτος πρέπει νὰ ζητήσωσι νὰ ἐγγραφῶσιν»· ἐννοεῖται, πρὶν ἢ παρέλθῃ ἡ 31 Δεκεμβρίου 1903, διότι ἅμα παρέλθῃ ἡ 31 Δεκεμβρίου 1903 δὲν εἶναι πλέον συμπληροῦντες, διότι κατὰ τὸν νόμον εἰσέρχονται πλέον εἰς τὸ 22 ἔτος τὴν 31 Δεκεμβρίου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἦναι ὀρθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι πρέπει ἐντὸς τοῦ ἔτους 1903 νὰ ζητήσωσι τὴν ἐγγραφήν των ἐν τῷ μητρῴῳ. Καὶ ἰδοὺ διατί. Διότι κατὰ τὸν νόμον τὴν 15 Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους ὁ νομάρχης ὀφείλει νὰ καταρτίσῃ τὸν στρατολογικὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον θ’ ἀποστείλῃ εἰς τὸν δήμαρχον καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ὑποστῇ τὴν δέουσαν ἐξέτασιν ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς. Ποία λοιπὸν εἶναι ἡ ὑποχρέωσις αὐτῶν; Ἐὰν δὲν ἦναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ μητρῷον ὁ συμπληρώσας τὸ 21 ἔτος, θὰ ὑποβάλῃ δεόντως εἰς τὸν οἰκεῖον νομάρχην τὴν ἐπὶ τούτῳ αἴτησιν. Καὶ ἐὰν μὲν ζητήσῃ ἐγκαίρως τὴν ἐγγραφήν του, ἐγγράφεται εἰς τὸν στρατολογικὸν κατάλογον, καὶ συγκληροῦται μετὰ τῶν ἄλλων, ἐὰν ὅμως ζητήσῃ τὴν ἐγγραφήν του μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου, ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη, ὅτι αὐτὸς δὲν ἀπολαμβάνει τοῦ αὐτοῦ δικαιώματος.
§230Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 129 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου καθορίζεται, ὅτι «ἀνὰ πᾶν ἔτος μέχρι τῆς 15 Δεκεμβρίου ἡ διοικητικὴ ἀρχή, ἀντιγράφουσα ἐκ τοῦ παρ’ αὐτῇ κατατεθειμένου μητρῴου τῶν ἀρρένων ἑκάστου δήμου τὸ τμῆμα τοῦ μητρῴου, τὸ περιέχον τοὺς κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος συμπληροῦντας τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των, συντάσσει ἴδιον δι’ ἕκαστον δῆμον πίνακα, ὃν πέμπει εἰς τὸν οἰκεῖον δήμαρχον κλπ.» Ἑπομένως ἡμεῖς λαμβάνομεν τοὺς συμπληροῦντας τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, τοῖς δίδομεν δὲ τὴν προθεσμίαν καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου. Μακρὰ συζήτησις ἐγένετο ἐνταῦθα, ἂν πρέπει νὰ ἐκταθῇ ἡ προθεσμία τοῦ ἄρθρου 29· ἐγένετο μακρὰ συζήτησις, διότι προεβλήθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι δύναταί τις, ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εὑρισκόμενος, νὰ προσέλθῃ, ἔχων ὅλην τὴν διάθεσιν νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα του· γνωρίζων ὅτι συμπληροῖ τὴν ἡλικίαν του καὶ ὅτι πρέπει νὰ προσέλθῃ εἰς τὸν δῆμον καθ’ ὡρισμένην ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ μεταβῇ ἐκεῖ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον πρὸς ἐνέργειαν τῆς κληρώσεως, τὴν 10 Μαΐου π. χ., προσέρχεται τὴν 10 Μαΐου εἰς τὸν δῆμόν του, καὶ βλέπει ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ ὄνομά του ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ καταλόγῳ, καὶ τοῦτο ἄνευ ἰδίου πταίσματος βεβαίως. Ἐκπλήσσεται τότε δικαίως, καὶ ὑποβάλλει ἀμέσως αἴτησιν, ἵνα ἐγγραφῇ ἐν τῷ μητρῴῳ. Πάντα ταῦτα ἐνδεικνύουσι τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν τοῦ ἀνδρός· ἔχομεν ἀμέσως τὸ τεκμήριον τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως τοῦ ἀνδρὸς τούτου, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε δι’ αὐστηρῶν διατάξεων νὰ κλείηται ἡ θύρα τῆς εἰς τὸν στρατὸν ὑπηρεσίας τῶν ἀνδρῶν τούτων, ἀλλὰ μᾶλλον διὰ καταλλήλων διατάξεων νὰ διευκολύνηται ἡ προσέλευσις αὐτῶν εἰς τὸν στρατὸν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐν αὐτῷ ὑπηρεσίας, ἔθεσεν ὡς τελευταῖον ὅριον τὴν ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου. Τίνες εἶναι οἱ ἄνδρες οὗτοι; Τὸ λέγει καὶ ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ τὸ ἄρθρον 29 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα προεκηρύχθησαν ἀπὸ τῆς 15 Δεκεμβρίου ὑπὸ τῆς οἰκείας διοικητικῆς ἀρχῆς. Νομίζω ὅτι μετὰ τὰς διδομένας ταύτας ἐξηγήσεις δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ πλέον παρανόησις.
§231Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας ὑποστηρίζουσι τὴν διατήρησιν τοῦ ἄρθρου τοῦ παλαιοῦ νόμου. Ἐκεῖνο ἐξέρχεται τῆς 31 Δεκεμβρίου, καὶ εἰσέρχεται εἰς τὸν Ἰανουάριον ἐπιόντος ἔτους καὶ τὸν Φεβρουάριον τοῦ ἐπιόντος ἔτους, μέχρις οὗ καταρτισθῶσιν οἱ ὁριστικοὶ κατάλογοι. Ἐπανέρχεται ὁ νέος ἐκεῖνος εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ μένει αὐτὸ τὸ ζήτημα, αὐτὴ ἡ ἀπορία, τὴν ὁποίαν προέταξα ἐξ ἀρχῆς.
§232Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Οὐδεμία ἀπορία γεννᾶται· εἶναι ἐπιεικέστερον τὸ ἄρθρον.
§233Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἀπαίτησις τῆς συντάξεως τοῦ στρατολογικοῦ καταλόγου περιλαμβάνει ὅλον τὸν χρόνον ἀπὸ 15 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ὁ κληρωτὸς συμπληροῖ τὴν ἡλικίαν τοῦ 21 ἔτους, μέχρις Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου ἐπιόντος ἔτους. Ἑπομένως ἔχει τὸ καθῆκον, ἔχει τὸ δικαίωμα κατ’ αὐτὸν τὸν χρόνον νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησιν.
§234Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ δικαίωμα τὸ ἔχει κατὰ τὸ ἔτος τῆς συντάξεως τοῦ καταλόγου, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ προηγούμενον τῆς συμπληρώσεως τῆς ἡλικίας του. Τὸ ἄρθρον 29 τοῦ νόμου τί λέγει; «Ἀνὰ πᾶν ἔτος μέχρι τῆς 15 Δεκεμβρίου ἡ διοικητικὴ ἀρχή, ἀντιγράφουσα ἐκ τοῦ παρ’ αὐτῇ κατατεθειμένου μητρῴου ἀρρένων ἑκάστου δήμου τὸ τμῆμα τοῦ μητρῴου, τὸ περιέχον τοὺς κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος συμπληροῦντας τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των, συντάσσει ἴδιον δι’ ἕκαστον δῆμον πίνακα κλπ.» Ἑπομένως μέχρι τῆς 15 Δεκεμβρίου 1904 ἐπὶ παραδείγματι, δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ θὰ ἀναγράψῃ τοὺς συμπληροῦντας τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των κατὰ τὸ 1905. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἀναγράφει μέχρι τῆς 15 Δεκεμβρίου τοῦ 1904 τοὺς συμπληροῦντας τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των κατὰ τὸ 1905. Τώρα εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἦναί τις ἐγγεγραμμένος εἰς τὰ μητρῷα τῶν ἀρρένων μέχρι τῆς 15 Δεκεμβρίου, καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ μεταρρυθμισθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς διατάσσει (ἀναγινώσκει): «Οἱ συμπληροῦντες τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των, μὴ ἐγγεγραμμένοι δὲ εἰς τὰ μητρῷα τῶν ἀρρένων, δύνανται νὰ αἰτήσωσι τὴν εἰς αὐτὰ ἐγγραφήν των, ἥτις καὶ διατάσσεται παρὰ τοῦ νομάρχου, ἐὰν οὗτοι ἔχωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπόμενα προσόντα. Καὶ ἐὰν μὲν ἡ ἐγγραφή των γένηται πρὸ τῆς ὁριστικότητος τοῦ ἐτησίως συντασσομένου στρατολογικοῦ καταλόγου, οὗτοι συμπεριλαμβάνονται εἰς τὸν κατάλογον τοῦτον, ἵνα συγκληρωθῶσι μετὰ τῶν λοιπῶν στρατευσίμων τῆς ἀπογραφῆς, ἐὰν δὲ ἡ ἐγγραφὴ γένηται μετὰ τὴν ὁριστικότητα τοῦ στρατολογικοῦ καταλόγου, οὗτοι ἐγγράφονται ἐν τῷ στρατολογικῷ καταλόγῳ τοῦ ἐπιόντος ἔτους, συγκληρούμενοι μετὰ τῶν λοιπῶν ἀνδρῶν τῆς ἀπογραφῆς, ἐὰν ᾐτήσαντο τὴν ἐγγραφήν των πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου.» Εἶναι τόσον σαφὲς, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις. Ὁ σκοπὸς τῆς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι νὰ ἄρῃ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον παρετηρήθη ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, τουτέστιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμέλεια ἐκ μέρους τοῦ νομάρχου περὶ τὴν ἐγγραφὴν, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ τιμωρήσωμεν τὸν κληρωτὸν ἕνεκα τῆς ἀμελείας τοῦ νομάρχου, τάσσοντες αὐτὸν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἡ τροπολογία ὁρίζει, ὅτι ὁ κληρωτὸς οὗτος συγκληροῦται μετὰ τῶν ἄλλων τῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς. Νομίζω ὅτι εἶναι σαφὲς τὸ πρᾶγμα, ἐὰν μάλιστα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἄρθρον 29 τοῦ παλαιοῦ νόμου.
§235Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον 29 τοῦ παλαιοῦ νόμου ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐννοεῖ, ὅτι τὴν 15 Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους ὀφείλουσιν οἱ νομάρχαι νὰ σημειῶσι πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὴν 31 Δεκεμβρίου συμπληροῦσι τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των καὶ κληρώνονται κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος. Ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς λέγει, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 21 ἔτους συμπεπληρωμένου. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 21 ἔτους συμπεπληρωμένου, ἐννοεῖται ὅτι κατὰ τὸ ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον συμπληροῦσι τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των, δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ νὰ ὑπηρετήσωσι. Σεῖς, μὲ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἰσχυρίζεσθε, ὑποστηρίζετε ὅτι θὰ κληρωθῶσι, καὶ θὰ ἀρχίσῃ ἡ κλήρωσίς των καὶ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία των ἐντὸς τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον συμπληροῦσι τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των.
§236Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ παλαιοῦ.
§237Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι διάταξις τοῦ παλαιοῦ νόμου, διότι πῶς θὰ δικαιολογήσητε τὴν ἄλλην διάταξιν, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι κληροῦταί τις, ὅταν ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ 31 Δεκεμβρίου, μετὰ 21 ἔτη ἀπὸ τῆς γεννήσεώς του;
§238Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὸ 22 ἔτος τῆς ἡλικίας του καθ’ ὑμᾶς.
§239Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἡ στρατιωτικὴ ἄρχεται κατὰ τὸν στρατολογικὸν νόμον, τὸν ἰσχύοντα διὰ πάντα, ὅταν ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας του. Εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι ἄρχεται μετὰ μίαν ἡμέραν μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ 21 ἔτους τὸ 22 ἔτος;
§240Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ λύει τὸ ζήτημα τὸ ἄρθρον 29 τοῦ ἰσχύοντος νόμου.
§241Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον τί λέγει; Πρόκειται νὰ κληρωθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους συμπληροῦσι τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των. Ὁ νόμος, διὰ νὰ μὴ ἐξετάζῃ ποίαν ἡμέραν συμπληροῖ ἕκαστος τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των, λέγει ὅτι θεωροῦνται ὅλοι οἱ ἐντὸς τοῦ ἔτους συμπληροῦντες τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των ὡς συμπληρώσαντες τοῦτο τὴν 1 Ἰανουκρίου.
§242Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὑπολογίζομεν ἑνὸς ἔτους ἡλικίαν εἰς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἡλικίαν καὶ μιᾶς ἡμέρας.
§243Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο ὁ νόμος ἐννοεῖ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐντὸς τοῦ ἔτους συμπληροῦσι τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των, καὶ ὄχι ποτὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνεπλήρωσαν τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος. Τί λέγει ὁ νόμος διὰ τοὺς καταλόγους; Πρόκειται νὰ γείνῃ ἐφέτος ἡ κλήρωσις· πῶς θὰ ἑτοιμασθῶσι τὰ τῆς κληρώσεως; Ὁ νομάρχης ὀφείλει μέχρι τῆς 15 Δεκεμβρίου νὰ κάμῃ τὸν κατάλογον· ὁ κατάλογος ἐκτίθεται ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους, καὶ ἀφοῦ γείνῃ ὁριστικός, — ὅπερ θὰ γείνῃ ἐντὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους, — γίνεται ἡ κλήρωσις. Λέγει ὅμως τὸ νομοσχέδιον, ὅτι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐντὸς τοῦ ἔτους κληροῦται, ἐὰν δὲν ἐνεγράφη, αἰτήσηται δὲ πρὸ τῆς ὁριστικότητος τοῦ καταλόγου τὴν ἐγγραφήν του, θεωρεῖται καλῆς πίστεως, ἐγγράφεται εἰς τὸν κατάλογον τοῦτον, καὶ θὰ συγκληρωθῇ μετὰ τῶν λοιπῶν στρατευσίμων τῆς ἀπογραφῆς· ἐὰν δὲ ἡ ἐγγραφή του γένηται μετὰ τὴν ὁριστικότητα τοῦ καταλόγου, ἐγγράφεται εἰς τὸν στρατολογικὸν κατάλογον τοῦ ἐπιόντος ἔτους ἄνευ βλάβης.
§244Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον ἐπετρέπετο μέχρι τῆς 15 Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους νὰ γένηται ἡ αἴτησις. Συνεπῶς, ἐπειδὴ ἐπετρέπετο ἡ αἴτησις μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, ἔλεγεν «οἱ συμπληροῦντες τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των», διότι αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνεπλήρωσαν τὸ 21 ἔτος. Λοιπὸν ἔγραψε τὸ ἄρθρον «οἱ συμπληροῦντες». Ἤδη ἡ ἐπιτροπὴ εὑρέθη πρὸ διλήμματος, καὶ εἶπεν ὅτι εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος συνεπλήρωσε τὴν 1 Ἰανουαρίου τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας του καὶ εἰσέρχεται εἰς τὸ 22, δίδεται τὸ δικαίωμα μέχρι τοῦ Μαρτίου νὰ κάμῃ τὴν δήλωσίν του. Κατ’ ἀκριβολογίαν γραμματικὴν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ «οἱ συμπληρώσαντες τὸ 21 καὶ εἰσερχόμενοι εἰς τὸ 22», διὰ νὰ ἦναι ἀκριβὴς εἰς τὴν γραμματικὴν ἔννοιαν. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν, ὅτι πάντες κατανοοῦσι, ποία ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, ὅτι δηλ. ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν πρώτην Ἰανουαρίου συνεπλήρωσαν τὸ 21 ἔτος καὶ πρόκειται νὰ κληρωθῶσιν ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ 21 ἔτους, καὶ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ, μέχρι τοῦ Μαρτίου, ἔχουσι τὸ δικαίωμα, εὐθὺς ὡς συμπληρώσωσι τὸ 21 ἔτος, μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς κληρώσεως, ἄγοντες δηλαδὴ τὸ 22 ἔτος τῆς ἡλικίας των, νὰ κάμωσιν αἴτησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου.
§245ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔπρεπε νὰ τὸ γράψητε.
§246Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν εἶναι εὔκολον. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὴν κατάλληλον λέξιν.
§247Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ὅλη τοιαύτην ἔννοιαν δίδει, ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀλλὰ βεβαίως, ὁ κείμενος νόμος ἦτο ἐπιεικέστερος, προστατευτικώτερος. Λύεται τὸ ζήτημα διατί; Διότι παρακολουθοῦμεν τὴν ἐτησίαν σύνταξιν τοῦ στρατολογικοῦ καταλόγου· ἑπομένως μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Μαρτίου, ὅτε καθίσταται ὁριστικὸς ὁ πίναξ, δύνανται νὰ αἰτήσωνται τὴν ἐγγραφήν των καὶ ἐγγραφῶσιν. Ἐὰν ὅμως γραμματικῶς ἐξετάσωσι τοῦτο τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια, δύνανται νὰ εἴπωσιν εἰς τὸν προσερχόμενον κληρωτόν: «Κύριε, σὺ δὲν δύνασαι νὰ κληρωθῇς· συνεπλήρωσας ἤδη τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας τὴν 31 Δεκεμβρίου, καὶ ἔρχεσαι νὰ κληρωθῇς μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ 21 ἔτους». Τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψει ὁ νόμος ὁ παλαιὸς, ὅτι δηλ. θεωρεῖται τελευταία ἡμέρα πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ 21 ἔτους τῆς ἡλικίας ἑκάστου κληρωτοῦ ἡ 31 Δεκεμβρίου, καὶ ὅτι οἱ κατάλογοι οἱ στρατολογικοὶ καταρτίζονται μέχρι τοῦ Μαρτίου, ἔλεγεν ὅτι, ἐν ὅσῳ ἐργάζεται ἡ ἐπιτροπὴ, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ τοιοῦτος κληρωτὸς, ὁ διανύσας τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας του, νὰ ζητήσῃ τὴν ἐγγραφήν του. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπαναλαμβάνω, ὅλοι συμφωνοῦσι, — καὶ τοῦτο βεβαίως θὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, — ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι καὶ μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου δύνανται νὰ αἰτήσωνται τὴν ἐγγραφήν των, καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τούτου συνηγορῶ. Ἀλλὰ βεβαίως ὁ νόμος, ὡς διατυποῦται, δὲν ὑποστηρίζει τοῦτο.
§248Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κείμενος νόμος καὶ τὸ νομοσχέδιον τὴν αὐτὴν ἔννοιαν ἔχουσιν.
§249Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἄλλο ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διευκρινηθῇ, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῶσι δυσχέρειαι. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τοῦ ἐδαφίου πρώτου, ὡς ἐκανονίσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅτι οὕτως ἠδύνατο καὶ ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ. Ὁ νόμος ὁ ἰσχύων εἶναι εὐρύτερος, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον, ἀλλ’ εἰς τὴν πρώτην, διότι δίδει τὸ δικαίωμα τῆς αἰτήσεως καὶ μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου· ἀλλ’ ἐκρίθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἡ εὐκολία αὕτη. Ἀλλ’ ἓν ἄλλο νομίζω ὅτι δύναται νὰ δημιουργήσῃ ζητήματα ἐνώπιον τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, ὅσον ἀφορᾷ τὰς αἰτήσεις τῶν ἀπαλλαγῶν. Ὁ νόμος λέγει: «ἐὰν αἰτήσωνται τὴν ἐγγραφὴν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου». Ἐννοεῖ ὁ νόμος τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, δηλαδὴ τὴν 1 Ἀπριλίου; — διότι αἱ ἐργασίαι τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου θὰ διαρκέσωσι 3 μῆνας, — ἢ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου ἐν τῷ οἰκείῳ δήμῳ, ὅπου θὰ παρουσιασθῇ ὁ κληρωτός; Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον ζήτημα, καὶ καλὸν νὰ σαφηνισθῇ.
§250Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ἐκράτησεν ἡ γνώμη, ὅτι ἕκαστος κληρωτὸς πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν ἐγγραφήν του πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου ἐν τῷ οἰκείῳ δήμῳ.
§251Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Διατὶ δὲν τὸ ἐγράψατε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ;
§252Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τὸ παρετήρησε πρῶτος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ εἶπε νὰ γείνῃ μνεία τούτου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ δὲν ἐγράφη. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον 29 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, θὰ ἴδητε ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς δήμου καὶ οὐχὶ περὶ νομοῦ, καὶ ἑπομένως ὅλη ἡ οἰκονομία τοῦ ἄρθρου δεικνύει, ὅτι πρόκειται περὶ ἐγγραφῆς εἰς τὸν κατάλογον τοῦ δήμου, διότι λέγει, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δημοσιεύει τὸν κατάλογον ἑκάστου δήμου. Ἐν τούτοις δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ προστεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ φράσις «ἐν τῷ οἰκείῳ δήμῳ».
§253Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι «ἐν τῷ οἰκείῳ δήμῳ», διότι δὲν θὰ μεταβῇ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον εἰς ἕκαστον δῆμον.
§254Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγὼ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἤμην ἐναντίας ἰδέας, ὅτι δηλ. δὲν πρέπει νὰ τεθῇ «ἐν τῷ οἰκείῳ δήμῳ», διότι αὐτὸ θὰ φέρῃ μεγάλας διαφωνίας μεταξὺ τῶν κληρωτῶν ἑνὸς νομοῦ. Τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια εἶναι κατὰ νομούς· ἑπομένως, ὅταν ταῦτα ἄρχωνται τῶν ἐργασιῶν των, μέχρις ἐκείνης τῆς ἡμέρας πρέπει νὰ θεωρῆται ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ κληρωτοὶ νὰ ὑποβάλωσι τὴν αἴτησιν.
§255Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον δὲν ἀνήκει εἰς δῆμον, ἀνήκει εἰς τὸν νομόν ὁλόκληρον. Ἐὰν ἐλέγομεν, ὅτι μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐννοοῦμεν τὴν 1 Ἀπριλίου, δὲν ἠθέλομεν προσφέρει μεγάλην ἐκδούλευσιν εἰς αὐτούς. Διότι σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς. Ἰδοὺ τί ἐσκέφθη ἡ ἐπιτροπή. Ἔρχεται εἷς Ἕλλην ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, διὰ νὰ κληρωθῇ· ἔρχεται τὴν ἐνάτην Μαΐου, μεταβαίνει εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον, καὶ ἐκεῖ βλέπει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ κληρωτικῷ πίνακι, δὲν εὑρίσκει τὸ ὄνομά του εἰς τὸν κληρωτικὸν πίνακα. Οὗτος κατ’ οὐδὲν πταίει. Ὑποβάλλει λοιπὸν αἴτησιν περὶ ἐγγραφῆς, καὶ ἐγγράφεται καὶ κληροῦται. Οὐδὲν πταῖσμα ὑπάρχει παρ’ αὐτῷ, οὐδεὶς δόλος, καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν ἡ προστασία αὕτη.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συμφωνήσητε, νομίζω, ἐὰν τεθῇ ἡ φράσις «πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς κληρώσεως».
§257Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. «Πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου διὰ τὸν οἰκεῖον δῆμον» νὰ τεθῇ. Οὐχὶ «ἐν τῷ οἰκείῳ δήμῳ», διότι ὑπάρχουσι δῆμοι, ὅπου δὲν μεταβαίνει τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φικιώρης.
§259Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν θὰ ζητήσω, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ δοθῇ. Εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον, προκειμένου διὰ ὑπερβάντας τὸ 22 ἔτος τῆς ἡλικίας των καὶ ἐγγεγραμμένους ἐν τῷ μητρώῳ, λέγεται (ἀναγινώσκει): «Οἱ ὑπερβάντες τὸ 22 ἔτος τῆς ἡλικίας των καὶ μὴ ἐγγεγραμμένοι εἰς τὰ μητρῷα τῶν ἀρρένων δύνανται νὰ αἰτήσωσι τὴν εἰς αὐτὰ ἐγγραφήν των συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ νόμου τῆς στρατολογίας, ἐγγράφονται δὲ ἐν ἀρχῇ τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος ἐπιμελείᾳ καὶ εὐθύνῃ τοῦ νομάρχου». Ἐὰν οὗτοι κατὰ τὴν πραγματικήν των ἡλικίαν, καθ’ ἣν παρελείφθησαν καὶ δὲν ἐκληρώθησαν, εἶχον λόγους ἀπαλλαγῆς τότε, οἱ λόγοι οὗτοι ἀπαλλαγῆς ἰσχύουσι καὶ νῦν;
§260Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ θὰ τὸ ἐξετάσωμεν, ὅταν συζητήσωμεν περὶ τῶν ἀπαλλαγῶν.
§261Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, θὰ ὁμιλήσω περὶ ὑποθέσεως ὁμοίας καὶ τῆς αὐτῆς φύσεως μὲ τὴν παρατήρησιν τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακεδαίμονος συναδέλφου. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ὅταν θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου περὶ τῶν ἀπαλλαγῶν. Ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναφέρω, εἶναι ἐντελῶς γνωστὴ εἰς ἐμέ, πρόκειται δὲ περὶ ἀνθρώπων μὴ δηλωθέντων ἢ κακῶς διαγραφέντων. Εἰς τὸν δῆμον Ζακύνθου ἐφέτος ὁ δήμαρχος Ζακυνθίων, κατὰ λάθος βεβαίως, — δὲν θέλω δὲ νὰ εἴπω ποτὲ, ἐξ ὑστεροβουλίας, διότι ὁ δήμαρχος Ζακυνθίων εἶναι ἔντιμος καὶ ὑπέρτερος τοιούτων σκέψεων, — διέγραψε τέσσαρας ὡς ἀποθανόντας. Οἱ τρεῖς τούτων εἶχον λόγους ἀπαλλαγῆς, ἢ μᾶλλον καὶ οἱ τέσσαρες εἶχον λόγους ἀπαλλαγῆς. Ἐκ τῶν τριῶν οἱ δύο τυγχάνουσι μονογενεῖς, ὁ τρίτος ἦτο πρωτότοκος υἱὸς ζῶντος πατρὸς, — αὐτὸς, κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν, δὲν θ’ ἀπαλλάσσηται, — ὁ εἷς δὲ, ὁ τέταρτος, ἐτύγχανε πρωτότοκος υἱὸς μητρὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης. Αὐτὸς, ἐὰν ἐκληροῦτο ἐφέτος, θὰ ἀπηλλάσσετο ἀντὶ ἀντισηκώματος 50 δραχμῶν. Εἶναι δίκαιον, αὐτὸς τὸ ἑπόμενον ἔτος κληρούμενος νὰ πληρώσῃ 300 δραχμὰς, ὡς ὁρίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ;
§262Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἂς ἐζήτουν τὴν ἐγγραφήν των.
§263Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Προσῆλθον εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον μὲ τὰ ἔγγραφά των εἰς χεῖρας, ἀλλὰ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον τοῖς εἶπε: «Δὲν θὰ κληρωθῆτε, διότι εἶσθε διαγεγραμμένοι καὶ τεθνεῶτες». Διὰ τίνα λόγον αὐτοὶ νὰ στερηθῶσι τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχον, νὰ ἀπαλλαγῶσιν; Εὑρίσκονται ἐν δόλῳ αὐτοί;
§264Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπεν ἐγκαίρως νὰ ὑποβάλωσι τὴν αἴτησίν των· ἀφοῦ δὲν τὴν ὑπέβαλον πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου...
§265Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Πρέπει νὰ τοὺς τιμωρήσωμεν δι’ αὐτό;
§266Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. διατελοῦσιν ἐν ἀμελείᾳ.
§267Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Καὶ ἑπομένως δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει ν’ ἀπαλλαγῶσι;
§268Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα λύεται διὰ τοῦ κειμένου τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἦτο τοῦτο· νὰ συζητήσωμεν τὰς βάσεις τῶν τοιούτων εὐκολιῶν. Ἐὰν εἷς ᾖναι κληρωτὸς τοῦ 1893 καὶ δὲν προσῆλθεν, ἐὰν εἶχε λόγους ἀπαλλαγῆς, ἀνακαλυφθῇ δὲ βραδύτερον, μετὰ πολλὰ ἔτη, οὗτος κατέχει τὸ τεκμήριον, ὅτι δὲν τὸ ἔκαμεν ἐκ δόλου· αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις ἡ δικαιολογητικὴ, ἡ λογική. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸ ἄρθρον 25 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Οἱ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 22, 23, 24 καὶ 27 ἐγγραφόμενοι εἰς τὸ μητρῷον τῶν ἀρρένων ὑποβάλλονται εἰς ἁπάσας τὰς ὑποχρεώσεις, εἰς ἃς ὑπήχθησαν καθ’ ἣν ἐποχὴν ἦγον τὴν πρὸς στράτευσιν νόμιμον ἡλικίαν οἱ συνηλικιῶται αὐτῶν, ὑπαγόμενοι συγχρόνως καὶ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 30.» Λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον ἐκ τῆς ἀλληλουχίας τῶν ἄρθρων. Εἴτε τις μετὰ τὸ 22 ἔτος τῆς ἡλικίας του ζητεῖ τὴν ἐγγραφὴν, εἴτε ἄγων τὸ 30 ἢ τὸ 27 ἔτος τῆς ἡλικίας του, θὰ λογισθῇ ὁ τρόπος καὶ τὰ ὅρια τῆς ἀπαλλαγῆς συμφώνως μὲ τὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία ἴσχυε καθ’ ὃν χρόνον ἔδει νὰ κληρωθῇ.
§269Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὥστε δὲν τιμωροῦνται αὐτοί;
§270Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ κ. Ἀναστασόπουλος, ὅτι ἐγγράφονται ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος τοῦ ἑπομένου ἔτους.
§271Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ λέγει τὸ ἄρθρον 25 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, ἤτοι μετὰ τῆς προσθήκης τῶν λέξεων «διὰ τὸν οἰκεῖον δῆμον» ἐν τέλει τῆς πρώτης παραγράφου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§273Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ γείνῃ τὸ 41 ἔτος 50. Ὁ παλαιὸς νόμος λέγει, ὅτι μέχρι τοῦ 41 ἔτους ὀφείλουσι νὰ ὑπηρετῶσι. Νομίζω ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ ζητῶμεν ἡμεῖς μέχρι τοῦ 50 ἔτους.
§274Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἰσχύει ὁ ἄλλος νόμος, ὁ περὶ ἐφεδρείας.
§275Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἐφεδρεία τῆς ἐθνοφρουρᾶς δὲν εἶναι στρατός.
§276Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ προηγούμενος νόμος εἶχε 41 ἔτη.
§277Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχομεν μία φαμφαρονάδα—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις.—Θέλομεν νὰ παραστήσωμεν, ὅτι ὑποχρεοῦται ὁ κληρωτὸς μέχρις ἐσχάτου γήρατος, ἐνῷ δὲν ὑποχρεοῦται. Λοιπὸν μὴ ζητῶμεν ὑπερβολάς· ὅλα τὰ ἔθνη ἔχουσι τὸ 41 ἔτος, ὡς τὸ τελευταῖον ὅριον τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἡμεῖς θέλομεν τὸ 50, διὰ νὰ δείξωμεν ὅτι τάχα εἴμεθα στρατιωτικώτερον ἔθνος!
§278Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πάλιν ἡ ἀλληλουχία τῶν ἄρθρων θὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ πάσης συζητήσεως· διότι τὸ ἄρθρον 74 καὶ τὸ ἄρθρον 54 τοῦ ἰσχύοντος νόμου κανονίζουσιν, ὅτι τὸ ὅριον εἶναι 51 ἔτη, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ ἠναγκάσθη νὰ τὸ ἀναγράψῃ ἐκ δευτέρου, διὰ νὰ μὴ δώσῃ στάδιον παρερμηνείας εἰς τὸν κ. Στάϊκον, διότι τὸ ἄρθρον 30 τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, τοῦ τροποποιηθέντος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἔλεγεν ὅτι αὐτοὶ κατατάσσονται μετὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῆς παραλείψεως αὐτῶν, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἦγον ἡλικίαν, καὶ ἂν ἦσαν ἐνενηκοντούτεις, καὶ ἂν ἔτρωγον κουρκοῦτι, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κυρίου Σταΐκου. Λοιπὸν ἠναγκάσθημεν νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καὶ νὰ ὁρίσωμεν τὸ 50 ἔτος συμπεπληρωμένον.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§280ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου «ἀπαλλάσσονται τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἐν εἰρήνῃ: αʹ) ὁ πρεσβύτερος ἀδελφὸς τῶν ἐκ τοῦ αὐτοῦ πατρὸς καὶ τῆς αὐτῆς μητρὸς ὀρφανῶν, βʹ) ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐκ πατρὸς μόνον ὀρφανῶν, ὅταν ἡ μήτηρ αὐτῶν ἐλθοῦσα εἰς ἕτερον γάμον ἀποτελῇ ἰδίαν μετὰ τοῦ νέου αὐτῆς συζύγου κεχωρισμένην οἰκογένειαν, γʹ) ὁ μόνος ἢ ὁ πρεσβύτερος τῶν υἱῶν γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, ἢ ὁ μόνος ἔγγονος ἢ ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐγγόνων μάμμης ἐν χηρείᾳ διατελούσης, μὴ ἐχούσης δὲ οὔτε υἱὸν οὔτε γαμβρόν. Ἄν κατὰ τὰς ἀνωτέρω περιστάσεις ὁ πρεσβύτερος τῶν ἀδελφῶν τύχῃ ὢν τυφλὸς ἢ φέρῃ σωματικὴν βλάβην ἀνίατον, καθιστῶσαν αὐτὸν ἀνίκανον πρὸς ἐνάσκησιν τῶν ἔργων τοῦ ἐπαγγέλματός του, ἀπαλλάσσεται ὁ ἀμέσως ἑπόμενος ἀδελφός, ὑπαγομένου δὲ καὶ τούτου εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις ἀπαλλάσσεται ὁ μετ’ αὐτὸν, καὶ οὕτω καθεξῆς.» Αἱ διατάξεις αὗται, ὑπαγορευθεῖσαι ἐκ τοῦ σκοποῦ τῆς προστασίας τῶν ὀρφανῶν καὶ τῶν ἐν χηρείᾳ διατελουσῶν μητρὸς καὶ μάμμης, εἶναι ὀρθαὶ καὶ δίκαιαι. Ἀλλὰ δὲν ἐτηρήθη τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ διὰ τὴν προστασίαν τοῦ τυφλοῦ ἢ τοῦ φέροντος ἀνίατον σωματικὴν βλάβην, καθιστῶσαν αὐτὸν ἀνίκανον πρὸς ἐνάσκησιν τῶν ἔργων τοῦ ἐπαγγέλματός του, πατρὸς, ἔχοντος ἕνα καὶ μόνον υἱόν, διότι διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τούτου ἀπῄτησεν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τελείαν διὰ πᾶσαν ἐργασίαν ἀνικανότητα τοῦ πατρός. Δίκαιον κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ἦτο ν’ ἀπαλλάσσηται πᾶς μόνος υἱὸς ζῶντος πατρός· ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὁ περιορισμὸς τῶν ἀπαλλαγῶν, καὶ δὲν δύναται νὰ συμπεριλάβῃ μεταξὺ τῶν ἀπαλλασσομένων καὶ τὸν μόνον υἱὸν ζῶντος πατρός, ὅστις εἶναι τὸ μόνον αὐτοῦ στήριγμα, διατὶ νὰ μὴ ἀπαλλάσσῃ αὐτόν, ὅταν ὁ πατήρ του, ὡς προεῖπον, ᾖναι τυφλὸς ἢ ἀνίκανος διὰ τὰ ἔργα τοῦ ἐπαγγέλματός του, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ τελείαν ἀνικανότητα διὰ πᾶσαν ἐργασίαν τοῦ πατρός; Ὁ ἀφομοιούμενος πρὸς πρεσβύτερον, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οὗτος εἶναι τυφλὸς ἢ ἀνίκανος διὰ τὰ ἔργα τοῦ ἐπαγγέλματός του, δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἑτέρους μικροτέρους ἀδελφούς, 19 καὶ 17 ἐτῶν, οἵτινες δύνανται νὰ προστατεύσωσι τὴν οἰκογένειαν τῶν ὀρφανῶν κλπ. καὶ τὸν πρεσβύτερον ἀδελφόν, τυγχάνοντα τυφλὸν ἢ ἀνίκανον διὰ τὰ ἔργα τοῦ ἐπαγγέλματός του· ἀλλ’ ὁ πατήρ, ὅστις ἔχει ὁμοίαν ἀνικανότητα, παρὰ τίνος θὰ προστατευθῇ, ὅταν στερηθῇ τοῦ μόνου υἱοῦ αὐτοῦ, μὴ ἀπαλλασσομένου παρὰ μόνον ὅταν ᾖναι ὁ πατήρ του ἀνίκανος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν; Ἐὰν θέλητε νὰ ἔχητε πολὺν καὶ καλὸν στρατόν, καταργήσατε ἁπάσας τὰς ἀπαλλαγάς· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν πράττετε τοῦτο, φανῆτε ἴσοι καὶ δίκαιοι πρὸς πάντας, καὶ ἐφαρμόσατε τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ διὰ τοὺς ὀρφανοὺς καὶ τοὺς μόνους υἱούς, χορηγοῦντες ἀπαλλαγὴν εἰς ἀμφοτέρους, διὰ τὴν ἀνικανότητα τῶν ἔργων τοῦ ἐπαγγέλματός των τοῦ πρεσβυτέρου ἀδελφοῦ καὶ τοῦ πατρός, καὶ ὄχι μόνον διὰ τὴν τελείαν ἀνικανότητα αὐτῶν.
§281Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπησχόλησε καὶ τὴν ἐπιτροπήν· ἀλλ’ αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας περὶ ὁμοιότητος τῆς περιπτώσεως τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ ἀνικάνου πρὸς τὸν μόνον υἱὸν ζῶντος πατρός, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι ἐκεῖ πρόκειται περὶ ἀδελφοῦ πρεσβυτέρου ἀνικάνου, ἀλλ’ ὀρφανοῦ πάντως, καὶ ὑπὲρ τῶν ὀρφανῶν τέκνων καὶ ὁ νόμος καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐζήτησαν νὰ ἐπιδείξωσι πλείονα εὐμένειαν. Δὲν δύναμαι τὸν μόνον υἱὸν ζῶντος πατρὸς ἀνικάνου πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν νὰ τὸν ἐξομοιώσω πρὸς τὸν δεύτερον υἱὸν ὀρφανόν, ἔχοντα ἀδελφὸν πρεσβύτερον ἀνίκανον πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του· καὶ περὶ τούτου ἐγένετο συζήτησις. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ὀρφανοῦ· ἐνταῦθα ὅμως, προκειμένου περὶ τοῦ πατρός, ἔνθα ἔχομεν «ὁ μόνος υἱὸς ζῶντος πατρὸς ἀνικάνου πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν», ἐὰν θέσωμεν «ἀνικάνου πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του», δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ ἡμίσεος τῶν κληρωτῶν. Ἰδοὺ διατί· διότι ὅλοι οἱ ἐργαζόμενοι ἐν τοῖς χωρίοις εἶναι γεωργοί, τὸ ἐπάγγελμα αὐτῶν εἶναι ἡ γεωργία. Ὅταν λοιπὸν λόγῳ ὀλίγου γήρατος ἢ ὀκνηρίας εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ἐργασίαν τοῦ ἐπαγγέλματός των, τότε αὐτοὶ πρέπει νὰ ἀπαλλαχθῶσιν; Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ μακρὰ περὶ τούτου ἐγένετο συζήτησις, καὶ χωρὶς νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συζήτησις αὕτη ἐνταῦθα, εἶναι ἀντιληπτὸν εἰς ποίαν ἐκμετάλλευσιν δύναται νὰ δώσῃ χώραν ἡ ἀναγραφὴ διατάξεως περὶ ἀνικανότητος πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος.
§282ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Καὶ διὰ τοὺς πρεσβυτέρους δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὸ αὐτό.
§283Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖ πρόκειται περὶ ὀρφανῶν, καὶ βεβαίως περὶ νέου ἀνθρώπου πρόκειται, καὶ ὅταν οὗτος ᾖναι ἀνίκανος πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του, ἔχομεν τὸ τεκμήριον, ὅτι θὰ ᾖναι ἀνίκανος καὶ πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν.
§284ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀλλ’ αὐτὸς δύναται νὰ ἔχῃ ἀδελφοὺς 19 καὶ 17 ἐτῶν, ἐνῷ ὁ πατὴρ ὁ ἀνίκανος διὰ τὰ ἔργα τοῦ ἐπαγγέλματός του τί θὰ κάμῃ, ὅταν στερηθῇ τοῦ μονογενοῦς αὐτοῦ υἱοῦ;
§285Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ ὀρφανοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ μείζων προστασία. Δὲν δύνανται νὰ ἐξομοιωθῶσιν οἱ ὀρφανοὶ πρὸς τοὺς ἔχοντας πατέρα.
§286Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐποιησάμην λόγον, καὶ νῦν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μίαν πρότασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῶσι πάντες οἱ λόγοι τῆς ἀπαλλαγῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ στηριγμάτων οἰκογενειῶν, νομίζω ὅτι αὐτοὶ πρέπει μετὰ μίαν ὑπηρεσίαν ἑξάμηνον ἢ τρίμηνον νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν διαθεσιμότητα. Βεβαιωθῆτε δὲ, ὅτι μετὰ χαρᾶς θὰ ἀκουσθῇ παρ’ ὅλων τοῦτο, καὶ οὐδεὶς θὰ ὑπάρξῃ ὁ γογγύσων, διότι δὲν θὰ πρόκηται ν’ ἀπαλλάσσηται ὁ μὲν καὶ νὰ μὴ ἀπαλλάσσηται ὁ δέ. Ἐπειδὴ ὅμως τοῦτο εἶναι θέμα, ὅπερ θὰ ἀνατρέψῃ ἄρδην τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λόγων τῆς ἀπαλλαγῆς κανονίζονται τὰ τῶν ἐφεδρειῶν καὶ τῶν ἐθνοφρουρῶν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη δύναται νὰ συζητηθῇ, καὶ φρονῇ ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῇ μέχρι τῆς αὔριον ἢ τῆς Δευτέρας, δυνάμεθα τότε νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα. Ἄλλως εἶναι καλὸν νὰ εἰσαγάγῃ τροποποίησιν, διὰ τῆς ὁποίας οἱ λόγοι τῆς ἀπαλλαγῆς νὰ ἐκλείπωσιν ἐντελῶς. Δυνάμεθα ὅμως νὰ εἴπωμεν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὅτι ἀπαλλάσσονται τῆς περαιτέρω ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας μετὰ τρίμηνον ὑπηρεσίαν. Πάντως ἀπαιτεῖται τρίμηνος ὑπηρεσία. Μέχρι τοῦ 1892, Κύριοι, διῃροῦντο εἰς δύο κατηγορίας οἱ κληρωτοί· εἴχομεν τοὺς κληρωτοὺς τοὺς διετεῖς καὶ τοὺς διαθεσίμους. Πόσον ὑπηρέτουν οἱ διαθέσιμοι; Τρεῖς μῆνας. Τότε δὲν ἐθεωρεῖτο ἀρκετὴ ἡ ὑπηρεσία; Καὶ σήμερον ὑπηρετοῦσι περισσότερον ἀπὸ τρεῖς μῆνας; Μετὰ ἕνα καὶ ἥμισυ μῆνα πηγαίνουν εἰς τὴν χωροφυλακὴν πρὸς ἄγραν ὀρνίθων! Δὲν ἔχουν περισσοτέραν ὑπηρεσίαν, Κύριοι.
§287Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν γνώμην αὐτὴν, κύριε Πρόεδρε...
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μονοκροῦσος ἔχει τὸν λόγον.
§289Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐξετάσωμεν ἀκριβῶς τὸ ζήτημα τῶν ἀπαλλαγῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ὁ νόμος ὁ ἰσχύων σήμερον εἶχεν ἀπαλλαγὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπεξετείνοντο εἰς μέγαν κύκλον· διότι εἶχε τὰς ἀπαλλαγὰς τῶν πρεσβυτέρων, εἶχε τὰς ἀπαλλαγὰς τῶν ὀρφανῶν πατρὸς, ὅταν οἱ πρεσβύτεροι ἦσαν νυμφευμένοι καὶ ἀπετέλουν ἰδίαν οἰκογένειαν, κλπ. Σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, περιωρίσθησαν αἱ ἀπαλλαγαὶ εἰς μόνους τοὺς μονογενεῖς καὶ εἰς τὸν πρεσβύτερον ὀρφανόν. Οἱ μονογενεῖς εἶναι καὶ τὸ μόνον στήριγμα τῆς οἰκογενείας, δὲν θὰ ἦναι δὲ περισσότεροι ἀπὸ 2, 3 ἢ 5% εἰς ἕκαστον δῆμον. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ νόμος προνοεῖ διὰ τοὺς μονογενεῖς καὶ τοὺς πρεσβυτέρους ὀρφανοὺς, δὲν ἐξαιρεῖ τὸν πρεσβύτερον υἱὸν πατρὸς ἐντελῶς ἀνικάνου.
§290Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὸς δὲν ἐξαιρεῖται.
§291Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Αὐτὸ λέγω. Διὰ ποῖον λόγον νὰ μὴ ἐξαιρῆται ὁ πρῶτος υἱὸς, ὅταν ὁ πατὴρ ἦναι ἐντελῶς ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν; Ποῖος εἶναι ὁ προστάτης τῆς οἰκογενείας πλέον; Τοῦ πατρὸς αὐτοῦ τοῦ ἀνικάνου ποῖος εἶναι ὁ προστάτης;
§292Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν τὸν ἀπαλλάσσει.
§293Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Αὐτὸ λέγω. Ἐπειδὴ τὸ ἐδάφιον τέταρτον δὲν τὸν ἀπαλλάσσει, πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅτι, ὅταν ὁ πατὴρ ἦναι ἐντελῶς ἀνίκανος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, πρέπει νὰ ἀπαλλάσσηται ὁ πρεσβύτερος υἱός.
§294Δ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει καὶ ἄλλους υἱοὺς ὁ ἀνίκανος πατήρ.
§295Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἔχω καθῆκον νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, ὅτι, ὅταν ὁ πατὴρ θεωρῆται ἐντελῶς ἀνίκανος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, πρέπει νὰ ἐξαιρῆται ὁ πρωτότοκος.
§296Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐξαιρεῖται, διότι ἔχει καὶ ἄλλους υἱοὺς ὁ ἀνίκανος πατήρ.
§297Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Τὸν πρεσβύτερον ὀρφανὸν διατὶ τὸν ἐξαιρεῖτε;
§298Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ προστατεύσῃ τοὺς νεωτέρους ὀρφανούς.
§299Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Διὰ νὰ προστατεύσῃ τὰ ὀρφανά. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ πατὴρ ἦναι ἀνίκανος, ποῖος θὰ προστατεύσῃ τὸν πατέρα; Ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν, ὅτι, ὅταν ὁ πατὴρ κριθῇ παντελῶς ἀνίκανος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, πρέπει νὰ ἐξαιρῆται ὁ πρωτότοκος υἱός. Αὐτὸ εἶναι λόγος φιλανθρωπίας, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπῆρξέ ποτε νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνικανότητα τοῦ πατρός.
§300Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 33 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ἀποτελεῖ τὸ σοβαρώτερον μέρος τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὴν ἀναίρεσιν τῆς βάσεως τοῦ νόμου τούτου καὶ ἀναίρεσιν τῆς γενικῆς στρατολογίας. Δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ λόγοι τῆς ἀπαλλαγῆς, ὅσοι ἀνεγράφησαν ἐν τῷ ἄρθρῳ, ἀνεγράφησαν ἵνα προστατεύσωσι τὰς οἰκογενείας τῶν ἀπαλλασσομένων. Πρόκειται περὶ διαθέσεως τοῦ περισσεύματος τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, τοῦ περισσεύματος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ διαθρέψῃ τὸ Κράτος, καὶ πρὸς τοῦτο ἐγένετο μία κλῖμαξ, ἀνεγράφησαν διάφοροι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὠνομάσθησαν λόγοι ἀπαλλαγῆς, καὶ τὸ περίσσευμα διατίθεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λόγων τούτων. Οἱ λόγοι αὐτοὶ δὲν εἶναι λόγοι προστασίας τῶν οἰκογενειῶν, διότι δὲν νομίζω ὅτι οἱ ἀπαλλασσόμενοι εἶναι οἱ δυστυχέστεροι τῶν Ἑλλήνων κληρωτῶν· εἶναι πολὺ πιθανὸν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν νὰ ἦναι εὐτυχέστεροι τῶν μὴ ἀπαλλασσομένων, τῶν ἐχόντων τοὺς γονεῖς των, καὶ αὐτοὶ πολλάκις συμβαίνει νὰ μὴ ἔχουν περιουσίαν, νὰ ἐκπατρίζωνται καὶ νὰ ἦναι ἠναγκασμένοι νὰ πληρώνωσι καὶ ποινὰς, ἐνῷ οἱ ὀρφανοὶ συμβαίνει νὰ ἔχωσι περιουσίαν. Εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι, διὰ νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος περὶ γενικῆς στρατολογίας, πρέπει νὰ λείψουν αὐτὰ τὰ φιλανθρωπικὰ αἰσθήματα τῆς Βουλῆς, τὰ καταδηλούμενα διὰ τοῦ ἄρθρου 33, νὰ κληθῶσι δὲ πάντες νὰ ὑπηρετῶσι, καὶ νὰ κανονισθῇ περαιτέρω τὸ ζήτημα τῆς δυνάμεως καὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, νὰ κανονισθῇ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἀναγράφωμεν ἀπαλλαγάς, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐπεκτείνομεν τὸ εὐεργέτημα τὸ χορηγούμενον εἰς τοὺς ἀπαλλασσομένους, μεταθέτοντες αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας εἰς τὴν ἐθνοφρουράν, καὶ ἀπαλλάσσοντες αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν, ἀπαλλάσσοντες αὐτοὺς τῆς ὑποχρεώσεως ἐν καιρῷ πολέμου, ἀλλὰ καὶ πάσης ἄλλης ὑποχρεώσεως τῆς ἐφεδρείας ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἐπὶ τοσοῦτον παραλύομεν τὴν γενικὴν στρατολογίαν, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα εὐάρεστα. Τοὐναντίον θὰ χάσωμεν καὶ ὅ,τι εἴχομεν εὐάρεστον μέχρι τοῦδε ἐκ τοῦ νόμου περὶ γενικῆς στρατολογίας. Νομίζω ὅτι ἡ πρόσφατος πεῖρα ὤφειλε νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα καὶ νὰ μᾶς καθοδηγήσῃ εἰς τὸν ἀρτιώτερον καθορισμὸν τῶν λόγων ἀπαλλαγῆς, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀπάλειψιν παντὸς λόγου ἀπαλλαγῆς. Ἐνθυμεῖσθε, τί ἐγένετο κατὰ τὸ 1897. Ἐκλήθησαν ἐκ τῶν ἀπαλλασσομένων οἱ διαθέσιμοι, οἱ προϋπηρετήσαντες ὁπωσδήποτε, δὲν ἐκλήθησαν δὲ οἱ ἄλλοι, διότι δὲν ἦσαν γεγυμνασμένοι. Ἐχρησίμευσε τοῦτο ὡς λόγος νὰ παραλύσῃ πᾶσα ἐνέργεια καὶ πᾶσα προθυμία τῶν κληθέντων νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸ στράτευμα. Οὐδεὶς προσήρχετο προθύμως, πάντες ἐφρόντιζον ν’ ἀποφύγωσι. Καὶ ὅσοι δὲν εἶχον ἄλλα ἐπιχειρήματα παρουσίαζον ὡς ἐπιχείρημα τοὺς ἀπαλλαγέντας, οἵτινες παρέμενον εἰς τὰς οἰκογενείας των, καὶ οἱ ἀπαλλαγέντες οὗτοι δὲν ἦσαν προστάται οἰκογενειῶν· οἱ περισσότερον ἄξιοι προστασίας ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας ἦσαν οἱ ὁδηγηθέντες εἰς τὸν πόλεμον. Τοῦτο ὄχι μόνον τοὺς κληθέντας κατέστησεν ἀπροθύμους εἰς προσέλευσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ὅλην δρᾶσιν αὐτῶν ἐπέδρασε, καὶ ἂν εἴχομεν ἀνυποταξίας καὶ λιποταξίας, τὰς κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀνακωχῆς, τὰς μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς εἰρήνης, τὰς εἴχομεν καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου, διότι ἐπὶ τέλους εἶχον ἀπαυδήσει οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, παραμένοντες εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ τὰς σκηνὰς, καὶ ἠγανάκτουν, ἀναλογιζόμενοι ὅτι οἱ ἀπαλλαγέντες διεσκέδαζον εἰς τὰ χωρία των καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῶν οἰκείων αὐτῶν. Ἀλλ’ ὡς κανονίζονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὰ τῶν ἀπαλλαγῶν, φθάνομεν καὶ εἰς ἄλλο ἄτοπον· διὰ τῆς μεταθέσεως εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν θέτομεν ἐκτὸς μάχης μίαν ἀρκετὰ μεγάλην δύναμιν, ἡ ὁποία ἠδύνατο ἐν ὥρᾳ πολέμου νὰ χρησιμεύσῃ. Μία μεγάλη μερὶς νέων, ἀνερχομένων εἰς 36,000 ἄνδρας, ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ, ἐνῷ τώρα τίθεται εἰς τὴν τάξιν τῶν γερόντων. Ὁ μέσος ὅρος τῶν ἀπαλλασσομένων τῶν κατηγοριῶν τοῦ ἄρθρου 33 εἶναι κατ’ ἔτος 3,000, ἐπὶ 12 ἔτη εἶναι 36,000. Ἀντὶ τῶν 36 αὐτῶν χιλιάδων ἀνδρῶν, τῶν νέων, τοὺς ὁποίους ἀποστέλλομεν εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν, θὰ καλέσωμεν ποίους πρὸς συμπλήρωσιν τῆς δυνάμεως; Τοὺς ἄγοντας τὸ 31 ἢ 32 ἔτος τῆς ἡλικίας των ἐν ὥρᾳ πολέμου, δηλαδὴ οἰκογενειάρχας ἢ ἀνθρώπους ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας των μὴ δυναμένους νὰ ἐκτελῶσι τὰ καθήκοντά των τόσον καλὰ, ὡς θὰ τὰ ἐξεπλήρουν οἱ νεώτεροι αὐτῶν, οἱ ἀπαλλασσόμενοι· καὶ τοῦτο διατί; Δὲν νομίζω ὅτι θὰ ὑπάρχῃ τις φρονῶν, ὅτι θὰ ἦναι καλλίτερος στρατιώτης ὁ οἰκογενειάρχης ἢ ὁ ὑπερβὰς τὸ 32 ἔτος τῆς ἡλικίας ἀπὸ τὸν συμπληρώσαντα μόνον τὸ 25 ἔτος, ἢ ὅτι ὁ οἰκογενειάρχης θὰ ἦναι γενναιότερος ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν ἄγαμον τὸν νεώτερον. Προβάλλεται ἕν ἐπιχείρημα, ὅτι αὐτοὶ δὲν καλοῦνται, διότι εἶναι ἀγύμναστοι. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον διετύπωσεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Πατρῶν: τί θὰ τοὺς κάμωμεν; Βεβαίως, ἂν τοὺς ἀφήσωμεν ἀγυμνάστους, δὲν ἔχομεν τί νὰ τοὺς κάμωμεν· ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν, διασκευάζοντες κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ τῶν ἀπαλλαγῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας τῶν κληρωτῶν, νὰ ἔχωμεν καιρὸν καὶ χρῆμα νὰ γυμνάσωμεν αὐτοὺς ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, ὅσος θεωρεῖται ἀρκετὸς, ἵνα γείνωσιν ὁπωσδήποτε γεγυμνασμένοι στρατιῶται, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δυνάμεθα νὰ καλέσωμεν αὐτοὺς ἐν ὥρᾳ πολέμου, καὶ τότε νὰ ἔχωμεν τί νὰ τοὺς κάμωμεν. Ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν κατὰ μέσον ὅρον εἶναι 3,000, καὶ ἐνῷ ὁ ἀριθμὸς δὲν εἶναι μέγας, τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τὴν στρατολογίαν ἐν γένει, εἶναι πολὺ μεγαλείτερον, διότι, ὡς εἶπον, παραλύει τὴν στρατολογίαν ἐν γένει. Καὶ ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τριῶν χιλιάδων, ἂν πρόκηται νὰ κατατάξωμεν αὐτοὺς εἰς τὸν στρατὸν, βεβαίως θὰ ἔχωμεν καὶ ἀριθμόν τινα ἀνικάνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξαιρεθῶσιν, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἔχωμεν τοιοῦτον κανένα, καὶ ἔχωμεν τὰς τρεῖς χιλιάδας, δὲν εἶναι τάχα δυνατὸν νὰ καλέσωμεν αὐτοὺς ἐπὶ τρίμηνον, ὅσον ἀρκεῖ διὰ νὰ γυμνασθοῦν, καὶ κατόπιν νὰ τοὺς μεταθέσωμεν εἰς τὴν ἐφεδρείαν; Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ζήτημα, τρεῖς χιλιάδες στρατιῶται, κατατασσόμενοι εἰς τὸν στρατόν, ἵνα γυμνασθῶσιν ἐπὶ τρίμηνον, καὶ μισθοτροφοδοτούμενοι, ἔχουσιν ἀναγκαίως δαπάνας μεγάλας, καὶ ἡ δαπάνη εἶναι πιθανὸν νὰ φθάσῃ τὰς 500,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἐκ τούτου τοῦ νομοσχεδίου ἐξάγω τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους θὰ προτείνω, τῆς οἰκονομίας. Ἡ τρίμηνος πραγματικὴ ὑπηρεσία θεωρεῖται κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐπαρκὴς πρὸς τελείαν ἐκγύμνασιν τοῦ κληρωτοῦ, διότι λέγει, ὅτι «μετὰ τρίμηνον ὑπηρεσίαν πραγματικὴν παραπέμπονται εἰς τὴν ἐφεδρείαν οἱ ἀποκτήσαντες λόγους ἀπαλλαγῆς μετὰ τὴν κατάταξίν των εἰς τὸν στρατόν». Ὑποθέτει δηλαδή, ὅτι οὗτοι ἐξεγυμνάσθησαν, καὶ ὅτι ἐξέλιπον πλέον οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἤθελον χαρακτηρίζεσθαι ὡς ἄχρηστοι ἐν πολέμῳ, κατατάσσονται δὲ εἰς τὴν ἐφεδρείαν. Τοῦτο παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι εἰδικώτερον καταγινόμενοι εἰς τὰ στρατιωτικὰ καὶ στρατολογικὰ ὑπεστήριξαν, ὅτι τρίμηνος ἢ τετράμηνος πραγματικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἀρκετή, ἵνα καταστήσῃ γεγυμνασμένον στρατιώτην τὸν κληρωτόν. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι ἡ περαιτέρω ὑπηρεσία εἰς τὸν στρατὸν συντελεῖ εἰς τὴν τελειοποίησιν τοῦ στρατιώτου· νομίζω τοὐναντίον, ὅτι συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ἀπομάθῃ ὅ,τι εἶχε μάθει ἐν τῷ στρατῷ, καὶ νὰ καταστήσῃ αὐτὸν χειρότερον ἀπὸ ὅ,τι ἦτο, ὅτε κατετάχθη. Λοιπὸν δύνανται νὰ καταταχθῶσι καὶ νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατὸν ἐπὶ τρίμηνον, διότι τοῦτο δέχεται καὶ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀνάγκη νὰ γείνῃ οἰκονομία. Ἐγώ, ἀναπτύσσων τοῦτο, ὅτι ἀρκεῖ δηλ. τὸ τρίμηνον ἢ τετράμηνον διάστημα διὰ τὴν ἐκγύμνασιν αὐτῶν, δύναμαι νὰ προτείνω τοὺς ἄλλους, τοὺς μέχρι σήμερον ἀπαλλασσομένους, ἀνερχομένους εἰς 6,000, τοὺς ὁποίους ὁρίζετε διαθεσίμους καὶ τοὺς καλεῖτε νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ ἑξάμηνον εἰς τὸν στρατὸν, καὶ μετὰ τοῦτο τοὺς ἀποστέλλετε εἰς τὴν ἐφεδρείαν· τοὺς ἄλλους τούτους, λέγω, διατὶ νὰ τοὺς κρατήσητε ἐπὶ ἑξάμηνον; κρατήσατέ τους ἐπὶ τετράμηνον, καὶ κανονίσατε δι’ ὅλους θητείαν τετράμηνον, γυμνάσατέ τους καὶ στείλατέ τους εἰς τὴν ἐφεδρείαν, καὶ τοιουτοτρόπως ἔχετε καὶ συμψηφισμὸν τῶν δαπανῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἀκόμη νομίζητε ὅτι συγκεντροῦντες πάντας αὐτοὺς, ὅσους προσδίδει μία ἀπογραφὴ εἰς τὴν στρατολογίαν κατὰ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, δὲν δύνασθε νὰ τοὺς ἐκγυμνάσητε καλῶς, καλέσατέ τους κατὰ σειράς, ἄλλους εἰς ἄλλην ἐποχὴν, ὡς ἐγίνετο καὶ ἄλλοτε ἐν Ἑλλάδι, νομίζω κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀπογραφήν, ἢ μίαν πρὸ τῆς ἰδικῆς μου, καὶ εἶναι δυνατὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ τοὺς ἐκγυμνάζητε. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ ἀπαλειφθῇ, νὰ ὑποχρεωθῶσι δὲ πάντες εἰς τετράμηνον ὑπηρεσίαν, διορθουμένου καὶ τοῦ ἄλλου ἄρθρου τοῦ σχετικοῦ, καθ’ ὅ οἱ διαθέσιμοι ὑποχρεοῦνται εἰς ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν. Καὶ οὕτω θ’ ἀποφύγωμεν πολλὰ ἄτοπα κατὰ τὴν γενικὴν στρατολογίαν, ἀλλὰ θ’ ἀποφύγωμεν καὶ ὅλας τὰς καταδολιεύσεις, τὰς ἐπὶ βλάβῃ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου γιγνομένας, θ’ ἀποφύγωμεν πολλά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαριθμήσω. Ἐγὼ εἰς τὴν γνώμην αὐτὴν ἐμμένω, ἂν δὲ ἡ γνώμη αὕτη δὲν γείνῃ δεκτή, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη, καίτοι δὲν πρέπει νὰ λεχθῇ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, νομίζω, λέγω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ἄλλη τις πρόνοια περὶ τῶν ἀπαλλασσομένων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν καταβολὴν τῶν ἀντισηκωμάτων. Εἶπον προχθές, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τῇ πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου καταρτισθείσῃ, ὑπῆρξε καὶ μειονοψηφία, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῶν ἀντισηκωμάτων, καὶ μεταξὺ τῶν μειονοψηφούντων εἶμαι καὶ ἐγώ. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, δι’ ὅσους δὲν ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατὸν καὶ δὲν γυμνασθῶσι, τὰ ἀντισηκώματα δέον νὰ ἀναγραφῶσι μεγάλα, διότι δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, ὡς ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· νὰ ἀναγραφῶσι μεγάλα, διότι αὐτοὶ ἐξαγοράζουσιν ὄχι μόνον τὴν ἐν εἰρήνῃ ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἐξαγοράζουσι καὶ τὴν ἐν πολέμῳ ὑπηρεσίαν, ἐξαγοράζουσι καὶ τὴν ἐν εἰρήνῃ ὑπηρεσίαν τῆς ἐφεδρείας, προσποιοῦσι δὲ καὶ μέγα κακὸν εἰς τὴν Πολιτείαν, καὶ εἶναι ἀνάγκη ἀντὶ ἁδροῦ τιμήματος νὰ ἐξαγοράσωσιν ὅλα ταῦτα, ἵνα διὰ τοῦ τιμήματος τοὐλάχιστον τούτου ἐπιδιωχθῇ ἐν ἄλλοις ἡ βελτίωσις τοῦ στρατοῦ.
§301Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ μεγαλείτερος ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ εἶναι τὸ καλλίτερον· προκειμένου δὲ νὰ πράξωμέν τι καλὸν, ἂς μὴ ἐπιζητῶμεν τὸ καλλίτερον. Ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ποία εἶναι ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία. Ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία περιλαμβάνει πλείστας ἀπαλλαγάς· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ μὲ πείσῃ τις, ὅτι διὰ μιᾶς δύνανται ὅλαι αἱ ἀπαλλαγαὶ νὰ καταργηθῶσιν· ἔχετε νὰ παλαίσητε κατὰ συνηθειῶν, κατὰ κεκτημένων ἕξεων, δὲν εἶναι δὲ εὔκολον νὰ εἴπῃ τις: «διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς καταργῶ ὅλας τὰς ἀπαλλαγάς.» Ἀλλὰ καὶ ἐὰν τοῦτο ἦτο δυνατόν, —πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀπολύτως δὲν παραδέχομαι,—δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην, διότι ἀποτέλεσμα τῆς ἀρχῆς ταύτης θὰ ἦτο σπουδαία αὔξησις δαπανῶν· διότι καταργουμένων ὅλων τῶν ἀπαλλαγῶν θὰ εἴχετε ἀριθμὸν μεγαλείτερον κληρωτῶν. Καὶ προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς λύσιν τοῦ ζητήματος, προέτεινε νὰ πλάσωμεν τρίτην κατηγορίαν κληρωτῶν. Μέχρι τοῦδε εἴχομεν δύο κατηγορίας, εἴχομεν τοὺς ὑποχρέους εἰς διετῆ ὑπηρεσίαν ἢ πραγματικὴν δεκαοκτάμηνον, εἴχομεν καὶ τοὺς ὑποχρέους εἰς ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν· προέτεινε δὲ ὁ κύριος Βουλευτὴς τρίτην κατηγορίαν, τὴν τῶν ὑποβαλλομένων εἰς τετράμηνον ὑπηρεσίαν.
§302Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ν’ ἀφομοιωθῶσι.
§303Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δηλαδὴ νὰ ὑπηρετήσωσιν ὅλοι ἐπὶ τετράμηνον, οἱ τῆς δευτέρας καὶ οἱ τῆς τρίτης κατηγορίας. Ἀλλ’ ἐξεταστέον, τετράμηνος ὑπηρεσία εἶναι ἐπαρκής; Ἐθεωρήθη ὑπὸ τῶν εἰδικῶν, ὅτι τετράμηνος ὑπηρεσία δὲν εἶναι ἐπαρκής, ὅτι τὸ κατώτατον ὅριον εἶναι ἑξάμηνος ὑπηρεσία· ἐὰν ὑποβάλωμεν δὲ αὐτοὺς ὅλους εἰς ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν, ἀναντιρρήτως θὰ ἔχωμεν ἐπιβάρυνσιν δαπανῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου ἀπαλλάσσονται ἐντελῶς οἱ ἀπαλλασσόμενοι, δηλαδὴ στέλλονται εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν, ἐνῷ ἄλλοτε ἐστέλλοντο εἰς τὴν ἐφεδρείαν. Ἐὰν ὑπάρχῃ καλόν τι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἀκριβῶς τοῦτο, διότι διὰ τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν ἀποφεύγετε ὅλα ἐκεῖνα τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν κατὰ τὸν πόλεμον. Διότι κατὰ τὸν πόλεμον τί παρουσιάσθη; παρουσιάσθη τὸ ζήτημα τῶν ἀπαλλαγέντων. Ἐνθυμεῖσθε πόσον ἡ λέξις αὕτη ἐχρησίμευσεν, ὅπως γεννήσῃ τὴν δυσθυμίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν. Ἀλ’ ἦτο δυνατὸν οἱ ἀπαλλαγέντες νὰ κληθῶσιν; οἱ ἀπαλλαγέντες ἦσαν ἀγύμναστοι· δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ στρατιωτικός, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ παραδέχηται, ὅτι ἡ πρόσκλησις ἀγυμνάστων, ἀντὶ νὰ προσθέσῃ δύναμιν εἰς τὸν στρατὸν, ἀφαιρεῖ δύναμιν ἀπὸ αὐτόν. Ἀδύνατος λοιπὸν εἶναι ἡ πρόσκλησις κατὰ τὸν πόλεμον ἀγυμνάστων ἀνδρῶν. Ἐγεννήθη ἑπομένως τὸ ζήτημα, τί θὰ γείνωσιν οἱ ἀπαλλαγέντες, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς σημαντικῶς περιορίζεται. Διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι, ἐὰν, κατὰ τὰς σημειώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς ὑμᾶς, οἱ ἐκ τῶν τηρουμένων ἀπαλλαγῶν ἀνέρχονται εἰς 3,000, οἱ ἐκ τῶν καταργουμένων ἀπαλλαγῶν ὑπερβαίνουσι τὰς 7,000. Ὥστε βλέπετε, ὅτι διὰ μιᾶς προστίθενται εἰς τὴν ἐτησίαν ἀπογραφὴν 7,000 ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι πρῶτον δὲν ὑπήγοντο εἰς αὐτήν. Ἤδη καταργοῦντες τὰς ἀπαλλαγὰς δι’ 7,000 ἄνδρας, πράττετέ τι ἐναντίον τῶν κρατουσῶν ἕξεων. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν ἐκεῖ. Δεκτῶν γιγνομένων τῶν ἀπαλλαγῶν, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ, ποῦ πρέπει νὰ σταλῶσιν οἱ ἀπαλλασσόμενοι; Καὶ διὰ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πρέπει νὰ σταλῶσιν οἱ ἄνδρες οὗτοι εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν, ὅπως ἐκ τῶν προτέρων ᾖναι γνωστὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν γεγυμνασμένων. Ἀλλ’ ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους, οἵτινες ἀναγκάζουσιν ἡμᾶς νὰ μὴ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν κατατασσομένων, καὶ πάλιν δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποδεχθῇ τις τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι εἶναι δυσανάλογος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπὶ ἑξάμηνον ὑπηρετούντων πρὸς τοὺς ἐπὶ δεκαοκτάμηνον ὑπηρετοῦντας· ἐὰν δὲ διὰ τοῦ συνδυασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἐξομοιώσωμεν τοὺς ἀπαλλαγέντας πρὸς τοὺς διαθεσίμους αὐτοὺς, θὰ αὐξήσωμεν ἀκόμη τὴν δυσαναλογίαν, τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ τῶν ὑπηρετούντων ἐπὶ 18 μῆνας καὶ τῶν ὑπηρετούντων ἐπὶ 6 μῆνας. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι καλὸν εἶναι ν’ ἀποδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰς ὀλίγας τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν εἰς αὐτὸ ἡ ἐπιτροπή. Ἂς ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος οὗτος, ἂς εἰσέλθῃ εἰς τὰς συνηθείας τοῦ κόσμου, ἂς ἴδωμεν ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τὰ οἰκονομικὰ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, διότι, ὅσον καὶ ἂν φέρητε πίνακας, ὅσον καὶ ἂν ὑπολογίσητε τὰς αὐξήσεις, δὲν θὰ τὰς ὑπολογίσητε ἀκριβῶς παρὰ ὅταν ἐφαρμόσητε τὸν νόμον. Ἂς ἴδωμεν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς ποῖα θὰ ᾖναι τ’ ἀποτελέσματα ὑπὸ ἔποψιν προσελεύσεως· διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι, ἐὰν διὰ μιᾶς θελήσωμεν ὅλας τὰς ἀπαλλαγὰς νὰ καταργήσωμεν, τρέχομεν τὸν κίνδυνον, οἱ μὴ προσερχόμενοι, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς εἶναι ἤδη μέγας, νὰ αὐξήσωσιν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτύχωμεν τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκομεν διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ἀπαλλαγῶν. Ἂς ἴδωμεν, πῶς πάντα ταῦτα θὰ λειτουργήσωσι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, καὶ ἐὰν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἀποδείξῃ, ὅτι δέον νὰ τροποποιηθῶσι διατάξεις τινὲς, θὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ τροποποιήσῃ ταύτας ἐν τῷ μέλλοντι. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐπανερχόμενος εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι ὁ μεγαλείτερος ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ εἶναι τὸ καλλίτερον, καὶ νὰ ἀρκεσθῇ σήμερον εἰς τὸ καλὸν, ψηφίζουσα τὸ νομοσχέδιον.
§304Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας ἐπήνεγκε μεγάλας βελτιώσεις εἰς τὸν στρατολογικὸν νόμον, καὶ ἑπομένως εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον ἐπήνεγκε μεγάλας βελτιώσεις, δὲν ἕπεται ὅτι πρέπει νὰ παρασιωπήσῃ ἡ Βουλὴ, ὁσάκις νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ὑποδείξῃ εἴτε παραλείψεις, εἴτε ἐλλείψεις, εἴτε ἐλαττώματα τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος. Κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, ἐκεῖνο, ὅπερ πρέπει νὰ ἐπιδιώξῃ νόμος στρατολογικὸς, εἶναι, πῶς νὰ παρασκευάσῃ νέον στρατὸν, εἴτε ἐκ τῆς ἐφεδρείας, εἴτε ἐξ ἄλλης τινὸς τάξεως, καὶ πῶς αὐτὸν τὸν στρατὸν βεβαίως θὰ τὸν παρασκευάσῃ εἰς ἀριθμὸν, οἷον ἐπιτρέπουσιν οἱ πόροι τοῦ τόπου. Διὰ τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι ἐντελῶς ἐπέτυχεν ὁ νόμος. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ νὰ παρασκευάσῃ νεαρώτερον στρατὸν ἠδύνατο καὶ ἄλλα μέσα νὰ μετέλθῃ· ἀλλὰ δὲν τὰ μετῆλθεν· οὐχὶ βεβαίως διότι τὰ ἠγνόει, ἀλλὰ διότι πρέπει νὰ ἀρκεσθῇ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ καλὸν, τὸ ὁποῖον σήμερον δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν, καλὸν ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι καὶ τὰ οἰκονομικὰ μέσα, καὶ νὰ μὴ ζητήσωμεν καλλίτερον, ὅταν ἀπαιτῇ δαπάνας ἀνωτέρας τῶν μέσων μας. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει αἱ ἰδέαι ἐν τῷ μέλλοντι περὶ βελτιώσεως ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀρχίσωσι. Τὸ κατ’ ἐμὲ, μία ἐκ τῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξῃ νέος νόμος στρατολογικὸς, εἶναι νεαρωτέρα ἡλικία· ἐὰν δ’ εἶχον ἐξουσίαν νὰ ψηφίσω ἐγὼ τὸν νόμον, ἤθελον ὁρίσει οὐχὶ τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας ὡς τὸ ἔτος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἄρχεται ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, ἀλλ’ ἤθελον ὁρίσει τὸ 20 ἔτος. Τοῦτο οὐ μόνον νεαρωτέρους ἄνδρας εἰσάγει ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλὰ καὶ ἄνδρας ὀλιγώτερον πεφορτισμένους μὲ βάρη οἰκογενειακὰ, τὰ ὁποῖα ὅλοι βλέπετε ὅτι λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἕνεκα τούτου προσφεύγομεν εἰς μυρίας ὅσας ἀπαλλαγάς. Ὅταν δὲ εἰσάγωμεν τὸν κληρωτὸν εἰς ἡλικίαν νεαρωτέραν, ἐννοεῖται ὅτι αὐξάνομεν καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἐφεδρείας, διότι νεαρωτέραν ἐφεδρείαν προπαρασκευάζομεν. Εἶναι δὲ ἡ ἡλικία τῶν 20 ἐτῶν ἡλικία, τὴν ὁποίαν ἄλλα ἔθνη, ἴσως οὐχὶ ταχύτερον ἡμῶν ἀναπτυσσόμενα, ὅπως ἡ Γερμανία καὶ ἡ Γαλλία, παρεδέχθησαν. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ Ἕλλην ἐν τῇ εἰκοσαετεῖ ἡλικίᾳ εἶναι ὀλιγώτερον ἀνεπτυγμένος τοῦ Γερμανοῦ καὶ τοῦ Γάλλου. Ἑπομένως, καθιστῶντες αὐτὴν τὴν ἡλικίαν ἀντὶ τοῦ 21, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν σήμερον ὅλοι δέχονται ὡς ἐκεῖ πρὸ πάντων ἀνήκουσαν, ὅπου ὑπάρχει νεαρώτερος στρατὸς, διότι νεαροὶ στρατοὶ περισσότερον εἶναι πρὸς πόλεμον πρόθυμοι, ἐνῷ στρατοὶ ἀποτελούμενοι ἐξ οἰκογενειαρχῶν, βεβαρημένων δι’ οἰκογενειῶν καὶ τέκνων, βεβαίως οὔτε πρόθυμοι νὰ προσέλθωσιν εἶναι, οὔτε, ὅταν προσέλθωσι, μένουσιν ἀφωσιωμένοι εἰς τὰς πολεμικὰς αὐτῶν ἐργασίας, ἀλλ’ ἔχουσιν ἐστραμμένην ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὴν προσοχὴν πρὸς τοὺς οἴκους αὑτῶν. Ὅταν δὲ προσθέσωμεν, ὅτι ὁ στρατὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ἐθνικὸς, —καὶ δὲν εἶναι ἐθνικὸς εἷς στρατὸς, ὅταν ἀφίνῃ μέγα μέρος τῶν πολιτῶν, τῶν ἱκανῶν νὰ ὑπηρετήσωσι, τῶν ἱκανῶν νὰ φέρωσιν ὅπλα, εἰς τὰς κατοικίας αὐτῶν, μηδὲν πράττοντας, — βεβαίως συντελεῖ τοῦτο, ὅπως περισσότερον παραλύῃ τὰς δυνάμεις τοῦ στρατοῦ. Ἄλλο ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἔψεξαν καὶ οἱ προλαλήσαντες, εἶναι, ὅτι τὰς ἀπαλλαγὰς, τὰς ὁποίας εἴδομεν, τὰς ἐθεωρήσαμεν ἀπαλλαγὰς τελείας ἀπὸ πάσης ὑπηρεσίας· ἐθέσαμεν ἕνα πληθυσμὸν νέων Ἑλλήνων, δυναμένων νὰ ὑπηρετήσωσιν, ἐκτὸς πάσης ὑπηρεσίας, καὶ δὲν τοὺς ἐπιφορτίζομεν μὲ κανὲν βάρος. Τοῦτο εἶναι ἐναντίον πάσης ἰδέας περὶ μορφώσεως ἐθνικοῦ στρατοῦ. Καὶ δὲν ἀρκεῖ νὰ τοὺς γυμνάσωμεν, δὲν ἀρκεῖ νὰ μορφώσωμεν ὅλας τὰς ὑπηρεσίας, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχωμεν καὶ ἀρχηγὸν κατάλληλον· πρέπει νὰ στηρίζηται πρὸ παντὸς στρατὸς ἐθνικὸς ἐπὶ τῆς ἰσότητος καὶ τῆς συμμετοχῆς ὅλων, ἄνευ ἐξαιρέσεως, εἰς πάντα τὰ βάρη. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, λόγῳ βαρῶν οἰκογενειακῶν, τὰ στηρίγματα τῶν οἰκογενειῶν, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λαμβάνῃ, μέχρι τινὸς βαθμοῦ ὅμως, ὑπ’ ὄψιν ὁ νόμος· ἀλλ’ ἡ ἀπαλλαγὴ λόγῳ στηριγμάτων δὲν εἶναι ἀπαλλαγὴ ἀπὸ πάσης στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐν εἰρήνῃ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πάσης στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἐν καιρῷ κινδύνου, ἐν καιρῷ πολέμου, καθ’ ὃν καλεῖται ὅλον τὸ ἔθνος ὑπὸ τὰ ὅπλα ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν. Τοῦτο δὲ καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, ἀπαλλάττον περισσοτέρους, παρ’ ὅ,τι ὁ προηγούμενος νόμος τοὺς ἀπαλλαγέντας, πάσης στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ, διότι βεβαίως εἶναι μία κενὴ παρηγορία, κενὴ λέξις, νὰ λέγωμεν, ὅτι πέμπομεν τοὺς ἀπαλλαγέντας εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν, καὶ ὅτι καὶ αὐτοὶ, ὅταν εἰσβάλῃ ποτὲ ὁ ἐχθρὸς εἰς τὴν χώραν, θὰ λάβωσι τὰ ὅπλα, καὶ θὰ χρησιμεύσωσιν. Εἰς τί θὰ χρησιμεύσωσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠσκήθησαν οὔτε μίαν ἡμέραν σχεδὸν, ἵνα κρατήσωσι τὰ ὅπλα; Διότι, ὅταν λέγητε, ὅτι δὶς καλοῦνται κατὰ τετραετίαν, νομίζω ἐπὶ δεκαπενταετίαν, οὐδὲν πράττετε· διότι αὐτὸ οὔτε ἔγεινεν, οὔτε θὰ γείνῃ· καὶ ἀφοῦ δὲν γίνεται εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα καὶ περισσότερα μέσα διαθέτουσι, καὶ στρατιωτικώτερα ἡμῶν εἶναι, μὴ ἐλπίζωμεν, ὅτι τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἐν Ἑλλάδι, καὶ νὰ ἴδωμεν τὰς ἡλικίας αὐτὰς τῆς ἐθνοφρουρᾶς καλουμένας εἰς τὰς ἀσκήσεις. Λοιπὸν παραλύομεν τὴν βάσιν τὴν θεμελιωδεστέραν ἑνὸς στρατοῦ, εἰσάγοντες διὰ τοῦ νόμου τοῦ στρατολογικοῦ ἀπαλλαγὰς, δι’ ὧν ἀπὸ πάσης στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἀπαλλάσσομεν τοὺς κληρωτούς. Τοῦτο δὲ δὲν ἀπαντᾷ καὶ εἰς κανὲν ἄλλο ἔθνος. Ὅταν δὲ ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς ὑποχρεοῖ τοὺς ἀπαλλαγέντας νὰ ὑπηρετήσωσιν ἓν ἔτος, τοὺς ἀπαλλάττῃ δὲ μόνον τῶν δύο ἐτῶν, πέμπων αὐτοὺς μετὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἑνὸς ἔτους εἰς τὴν ἐφεδρείαν, καὶ καλῶν αὐτοὺς μετὰ τῶν ἐφεδρειῶν εἰς γυμνάσια, τότε κατορθοῖ νὰ μορφώσῃ ὁπωσδήποτε καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀπαλλαγέντας εἰς στρατιώτας σχεδὸν τελείους, τοὺς ἀπαλλαγέντας στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι συνήθως τὴν δευτέραν στρατιὰν, τὴν δευτέραν γραμμὴν, ὅπως ὠνομάσθη. Ἐν Γερμανίᾳ δὲν ἀναγνωρίζεται ἀπαλλαγὴ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ εἶναι ἀναβολὴ, διότι πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀπαλλαγαὶ, ἃς ψηφίζομεν, εἶναι προσωριναὶ, καὶ ὅτι αἱ πλεῖσται αὐτῶν παρέρχονται οὐχὶ μόνον ἐντὸς τῆς διετίας, ἀλλὰ συνήθως μετὰ τὴν διετίαν. Λοιπὸν εἶναι πρόληψις, διότι τὸ σύστημα τῶν ἀπαλλαγῶν ἐν τῷ νόμῳ τῷ ἡμετέρῳ στηρίζεται ἐπὶ προλήψεως, τῆς προλήψεως ὅτι, ἐάν τις παραδείγματος χάριν ἦναι πρεσβύτερος ὀρφανῶν, αὐτὸς εἶναι στήριγμα οἰκογενείας, ἀλλὰ τοῦτο δύναται νὰ ἦναι ἀληθὲς εἰς ὀλίγας περιπτώσεις, ἀλλ’ εἰς τὰς πλείστας περιπτώσεις δὲν εἶναι ἀληθές. Δηλαδὴ τί δὲν εἶναι ἀληθές; Ὄχι ὅτι δὲν εἶναι πρεσβύτερος, ἀλλ’ ὅτι δὲν εἶναι στήριγμα· διότι, ὅταν ἐγὼ ἦμαι μὲν πρεσβύτερος, ἀλλ’ ἔχω ἀδελφὰς ἢ ἀδελφοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μεγάλην περιουσίαν καὶ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἐμῆς ἐργασίας, ὅπως ζήσωσι, διὰ ποῖον λόγον νὰ ἀπαλλάσσωμαι; Ἡμεῖς τὸν τοιοῦτον κληρωτὸν ὄχι μόνον τὸν ἀπαλλάσσομεν, μὴ δεχόμενοι ἀνταπόδειξιν, ἀλλὰ τὸν ἀπαλλάσσομεν καὶ τελείως, καὶ ὅταν δηλαδὴ ἔπαυσε πλέον νὰ ἦναι στήριγμα οἰκογενείας. Οὐχὶ μόνον δὲ, κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν πολλὰς ἀπαλλαγὰς, ἀλλὰ διετηρήσαμεν καὶ πολλὰς, καὶ ἔχω μάλιστα τὴν ἰδέαν, ὅτι κατετάξαμεν εἰς ἀπαλλαγὰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἦναι μόνον ἀναβολὴ κατατάξεως. Παραδείγματος χάριν τὸ ἄρθρον 33 τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν, λέγει ὅτι ἀπαλλάσσεται «εʹ) ὁ πρεσβύτερος δύο ἀδελφῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν αὐτὴν ἀπογραφὴν, ἂν ὁ νεώτερος κριθῇ ἱκανὸς διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν». Εἶναι τοῦτο λόγος ἀπαλλαγῆς; Εἶναι λόγος ἀναβολῆς κατατάξεως. Διὰ ποῖον λόγον, ὅταν κατὰ σειρὰν ἐτῶν ἔρχηται ἡ ὑπηρεσία εἰς τὰ τέκνα μιᾶς οἰκογενείας, ὑπηρετοῦσιν ὅλα, ὅταν δὲ τύχῃ νὰ συμπέσωσι κατὰ τὴν αὐτὴν ἀπογραφὴν νὰ ὑπηρετήσωσι δύο ἀδελφοί, ὁ εἷς νὰ ἐξαιρῆται; Νὰ γείνῃ ἀναβολὴ κατατάξεως, διότι ὑποτίθεται, ὅτι, ἐὰν δύο συγχρόνως ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ, πιθανὸν ἡ οἰκία νὰ κενωθῇ ὅλων τῶν χρησίμων χειρῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἀνάγομεν τοῦτο εἰς ἀπαλλαγὴν, ἐνῷ εἶναι μόνον ἀναβολὴ κατατάξεως λόγῳ τῆς ἀπαλλαγῆς, καὶ τοὺς ἀπαλλάττομεν ἐντελῶς πάσης ὑπηρεσίας. Ἐπίσης ἀπαλλάσσεται «ϛʹ) ὁ ἔχων ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης». Τοῦτο δὲν εἶναι λόγος ἀπαλλαγῆς, εἶναι λόγος ἴσως ἀναβολῆς κατατάξεως. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπέλθῃ διατάραξις ἠθικὴ ἐν τῷ στρατεύματι, ὅταν συγκροτῆτε τὸν στρατὸν μὲ τοιαύτας ἀπαλλαγὰς, ὁποίας περιέχει τὸ ἄρθρον 33. Ἀλλὰ βεβαίως ὑπάρχει ἀπέναντι ὅλων αὐτῶν μία ἀντίρρησις σπουδαία, ἡ οἰκονομική. Τοῦτο οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ. Σήμερον, ὡς ἔχουσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν εἴτε νὰ καταργήσωμεν ὅλας τὰς ἀπαλλαγὰς, ἢ νὰ περιορίσωμεν αὐτὰς ἀκόμη περισσότερον παρ’ ὅ,τι περιορίζει τὸ νομοσχέδιον, εἴτε νὰ ὑποβάλωμεν αὐτοὺς εἰς μίαν ὑπηρεσίαν ἑξάμηνον, ὅπως ὑπεβάλομεν καὶ τοὺς ἄλλους ἀπαλλασσομένους διὰ τοῦ νέου νόμου, ἢ εἰς τετράμηνον, νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸν ἐλάχιστον ὅρον στρατιωτικῆς ἀσκήσεως, καὶ διὰ τῶν προσκλήσεων εἰς τὰ ὅπλα συχνότερον νὰ καταρτίζωμεν αὐτοὺς κἄπως τελειοτέρους στρατιώτας διὰ τὴν δευτέραν λεγομένην στρατιάν. Βεβαίως ὅλα αὐτὰ ἀπαιτοῦσι μεγάλην δαπάνην. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν εὑρεθῇ τρόπος, ὅπως ἐξοικονομηθῇ δι’ ἄλλης διευθετήσεως, νὰ μὴ ἀναγράψωμεν τοὐλάχιστον ἐν τῷ στρατιωτικῷ νόμῳ τὴν τελείαν ἀπαλλαγὴν τῶν ἀπαλλασσομένων αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι αὐτοὶ, καὶ ἀφοῦ δὲν θέλομεν νὰ ἀσκηθῶσιν οὔτε τετράμηνον, μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν καὶ εἶναι ὑπὸ τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Τοιουτοτρόπως ἀφίνομεν εἰς τὴν Διοίκησιν τὴν στρατιωτικὴν καὶ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν νὰ ἐξεύρωσιν, ὅταν ὑπάρξῃ δυνατὸν, τὰ μέσα καὶ τὸν χρόνον, ὅπως καλέσωσι καὶ τούτους, ἀλλὰ νέους, κληρωτοὺς νέους, στρατιώτας νέους, ὅπως τοὺς ἐξασκήσωσιν· ἐὰν δὲ αὔριον τὰ μέσα ἡμῶν ἦναι ἀφθονώτερα, δυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν καὶ ὑποχρεωτικὴν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν, ἢ νὰ περιορίσωμεν ἀκόμη περισσότερον τὰς ἀπαλλαγάς. Ἀλλὰ νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι σπουδαῖον νὰ μὴ εἰσαχθῇ εἰς τὸν νόμον, οὔτε καὶ ἂν δὲν πρόκηται κανεὶς ἐξ αὐτῶν νὰ ἀσκηθῇ, ἡ διάταξις, ὅπως ὑπάρχῃ μία σειρὰ ἀπαλλασσομένων, οἱ ὁποῖοι ἐντελῶς ἀπαλλάσσονται πάσης ὑπηρεσίας, ἀλλὰ νὰ τεθῇ διάταξις, ὅπως τοῦτο τοὐλάχιστον διετυπώθη, ὅτι αὐτοὶ, οἱ ἀπαλλαγέντες, δὲν μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ἐθνοφρουράν, ὅπου εἶναι πλέον ἡ ἀνάπαυσις τελεία καὶ ἡ ἀφροντισία, ἡ ἀμεριμνησία τελεία διὰ τὰ πράγματα τῆς πατρίδος, ἀλλὰ μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν καὶ εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Τώρα σημαίνει αὐτὸ τίποτε; Ὄχι· ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἀναγνωρίζομεν, ὅτι οἱ ἀπαλλασσόμενοι δὲν ἀπέκτησαν ἀπέναντι τῆς Πολιτείας τοιοῦτον δικαίωμα, ὥστε ἡ Πολιτεία νὰ ὁμολογῇ ὅτι, καὶ ἐὰν ἡ πατρὶς κινδυνεύῃ, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπηρετήσωσιν αὐτήν. Ἀλλ’ οὐ μόνον αὐτὸ δὲν ἐγένετο, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δὲν ὑπεβάλομεν αὐτοὺς εἰς χρηματικὴν καταβολὴν μεγαλειτέραν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιβάλλεται φόρος στρατιωτικὸς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διὰ λόγους ἀσχέτους πρὸς τὰ οἰκονομικὰ μέσα τῆς χώρας ἀπαλλάσσονται τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, διατὶ, προκειμένου νὰ ἐξαγοράζηται ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία διὰ χρημάτων, νὰ ἐξομοιῶνται ὅλοι οἱ πολῖται, καὶ νὰ πληρώνωσι τὸ αὐτὸ ποσὸν οἵ τε εὔποροι καὶ οἱ ἄποροι; Τοῦτο δὲν εἶναι ἀνάλογον οὐδὲ πρὸς τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν, ὅτι τὰ βάρη εἶναι ἀνάλογα πρὸς τὴν δύναμιν τῶν πολιτῶν. Τοῦτο συνέβη καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ ἐπέβαλον φόρον, ὅστις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ τῶν οἰκοδομῶν διανέμεται προχειρότατα ἐπὶ τῶν διαφόρων ἀπαλλασσομένων. Εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ καλλίτερον βλάπτει τὸ καλὸν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ θεωρῶμεν, ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα, ἅτινα δύναται νὰ παρατηρήσῃ τις ἐν τῷ νόμῳ, εἶναι πλεονεκτήματα. Δὲν συμφωνῶ, ὅτι ἡ παραπομπὴ τῶν ἀπαλλασσομένων εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν εἶναι βελτίωσις τῆς καταστάσεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριζώμεθα πλέον ἐπ’ αὐτῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι μέγα κακόν. Μήπως, ἐὰν ἦναι εἰς τὴν ἐφεδρείαν, θὰ ἦναι γεγυμνασμένοι, ἀφοῦ δὲν τοὺς ὑποβάλλομεν εἰς ὑπηρεσίαν; Οὐχί. Ἀλλ’ ὅταν τοὺς θέσωμεν ἐν ἐφεδρείᾳ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δυνάμεθα ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης νὰ τοὺς καλέσωμεν καὶ τοὺς ἐξασκήσωμεν. Εὐκολώτερον δὲ ἀσκοῦνται οὗτοι ἢ ἐὰν λάβωμεν τοὺς προβεβηκότας τὴν ἡλικίαν καὶ ἀποκατεστημένους. Εἴδομεν ἐν τῷ πολέμῳ ἡμῶν τοῦ 1897, καὶ ἀλλαχοῦ, ὡς ἐν Γερμανίᾳ κατὰ τὸ 1866 καὶ 1870, ὅτι παρουσιάσθησαν μεγάλης ἀπειθείας συμπτώματα, διότι δὲν ἠθέλησαν οἱ ἡλικιωμένοι ἐκ τῶν ἐφέδρων νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Εἶναι δὲ μία ἐκ τῶν σκέψεων, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ τὰ Κράτη τὰ στρατιωτικὰ, πῶς νὰ εὑρεθῶσιν οἱ πόροι διὰ τὴν συντήρησιν τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐφέδρων. Λοιπὸν, ὅταν θέλωμεν νὰ συγκροτῶμεν στρατὸν περιλαμβάνοντα τάξεις πολιτῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι αἱ κατάλληλοι, αἱ ὁποῖαι κατελήφθησαν ἐξ αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν λέγω ὅτι ἀποδιώκουσι τὸ αἴσθημα τῆς πατρίδος, ἀλλ’ ἀποτελοῦσι μίαν μέριμναν, μίαν φροντίδα, ἥτις δὲν ἀφίνει τὸν στρατιώτην νὰ γείνῃ καλὸς, ὡς γίνεται ὁ νέος στρατιώτης, δὲν εὑρίσκω δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπιτυχῆ τὴν λύσιν τῆς δυσκολίας διὰ τῆς παραπομπῆς τῶν ἀπαλλασσομένων εἰς τὰς τάξεις τῆς ἐθνοφρουρᾶς. Ταῦτα λέγω οὐχὶ ἐπιμένων καὶ ζητῶν νὰ εἰσαχθῇ μεταρρύθμισις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει αἱ ἰδέαι καὶ γνῶμαι ἐπὶ τοῦ νέου στρατολογικοῦ νόμου, — ἀφοῦ οὔτε προφορικὴ ἔκθεσις οὔτε ἔγγραφος συνώδευσε τὴν μεγάλην μεταβολὴν τὴν στρατιωτικήν, ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἰς τὸ ἔθνος ἡμῶν, — ὅτι αἱ ἰδέαι αὗται πρέπει νὰ λέγωνται ἐνταῦθα, ὅπως διαμορφωθῶσιν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὀρθότεραι γνῶμαι καὶ ἴδωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρασκευάζουσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ποῖαι αἱ διαθέσεις τοῦ τόπου εἰς θυσίας εἴτε χρηματικὰς εἴτε ἠθικάς. Ὁ λαὸς δύναται νὰ προσφέρῃ, ὅταν ἴδῃ ὅτι γίνεται ἐργασία σοβαρὰ ὄχι μόνον ἐν λόγοις καὶ ἐπιδείξεσιν, ἀλλὰ καὶ ἐν ἔργοις, ὑπὲρ τῆς μορφώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ.
§305ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν γνώμην του ἐπὶ τῆς τροπολογίας μου.
§306Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιμένω νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει.
§307Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Καὶ ὁ πρῶτος υἱὸς πατρὸς ἐντελῶς ἀνικάνου πρὸς ἐργασίαν πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ. Θὰ ἦναι ἔγκλημα, ἐὰν δὲν παραδεχθῆτε τὴν τροπολογίαν ταύτην. Ὅταν ὁ πατὴρ ἦναι παντελῶς ἀνίκανος, εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς ἂν νὰ ἦναι ἀποθαμμένος διὰ τὴν οἰκογένειάν του. Πρέπει νὰ ἐκφράσητε τὴν γνώμην σας, διὰ νὰ τὴν μάθῃ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία.
§308Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἐδαφίου γʹ τοῦ ἄρθρου 4 λέγει: «Ἄν κατὰ τὰς ἀνωτέρω περιστάσεις ὁ πρεσβύτερος τῶν ἀδελφῶν τύχῃ ὢν τυφλὸς ἢ φέρῃ ἀνίατον σωματικὴν βλάβην, καθιστῶσαν αὐτὸν ἀνίκανον πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του, ἀπαλλάσσεται ὁ ἀμέσως ἑπόμενος ἀδελφὸς κλπ.» Ἀντὶ «ἀνίκανον πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του» νὰ τεθῇ «ἀνίκανον πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν». Δὲν βλέπω διατὶ νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ διαφορὰ, ἥτις δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς πολλὰς καταχρήσεις διὰ τὸ ἐπάγγελμα.
§309Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§310ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τότε καὶ ἐγὼ ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου.
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μονοκρούσου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἡ τροπολογία ἀπερρίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Γουλιμῆ, δι’ ἧς ἐν τῷ ἐδαφίῳ γʹ τοῦ ἄρθρου 4, ἀντὶ «ἀνίκανον πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του» τίθεται «ἀνίκανον πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5–9, ὡς ἔχουσιν). Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§312Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τὸ ἄρθρον 10, κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο δεκτὸν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ πλειονοψηφίαν. Ἐγὼ εἶχον ἐναντίαν γνώμην, διότι φρονῶ, ὅτι τὰ αὐτὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια πρέπει νὰ ἐνεργῶσι τὴν κλήρωσιν εἰς ὅλον τὸ διαμέρισμα, διὰ τὸ ἑνιαῖον τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε ζητήσει τὴν διασκευὴν τοῦ ἄρθρου, ὡς διατυποῦται, διότι ὑπεβλήθη ἐν αὐτῇ ἡ ἔνστασις, ὅτι μὴ ψηφισθέντος τοῦ ὀργανισμοῦ δὲν ἐγνώριζεν ἡ Βουλὴ οὔτε διαμερίσματα οὔτε περιφερείας.
§313Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δὲν ἦτο αὐτὸς ὁ λόγος μόνον.
§314Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὀργανισμοῦ δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα μὴ ἀφήσωμεν καὶ δύο ἀξιωματικούς, ὅπως πληρέστερον ἀποφαίνωνται περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν ἀνδρῶν καὶ τῆς κατατάξεως αὐτῶν εἰς ἕκαστον σῶμα, καὶ ὅπως εἰς ὅλον τὸ διαμέρισμα ἀποφαίνωνται τὰ αὐτὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια, διότι ἕκαστον διαμέρισμα δίδει ἓν σύνταγμα πεζικοῦ καὶ τὰ συμπαρομαρτοῦντα μέρη τῆς Μεραρχίας, ὥστε νὰ ᾖναι ἑνιαία καὶ πληρεστέρα ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀνδρῶν.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, χάριν τῆς τάξεως, ὅτι διάφοροι Βουλευταί, οἱ κύριοι Ζυγομαλᾶς, Κωνσταντόπουλος κλπ., οἵτινες εἶχον ὑποβάλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, τὰς ἀπέσυρον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11–27). Ἄρθρον 28 (ἀναγινώσκεται).
§316Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 28, κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει νὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς τοὺς φέροντας ἀπολυτήριον Διδασκαλείου νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν.
§317Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Οὐδεὶς ὑπάρχει τοιοῦτος.
§318Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς προστεθῇ· ὥστε, ἂν ὑπάρχῃ τις τοιοῦτος, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα.
§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 28, μετὰ τὰς λέξεις «ἢ δασονομικῶν Σχολῶν» προστίθενται αἱ λέξεις «ἢ πτυχίον Διδασκαλείου». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 28, ὡς ἐτροποποιήθη. παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 29–32, ὡς ἔχουσιν). Ἄρθρον 33 (ἀναγινώσκεται).
§320Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὸ ἄρθρον 33, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μεταρρυθμισθῇ, προστιθεμένης ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τῆς φράσεως «καὶ ἐρωτώμενοι ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου». Δηλ. ὡς ἑξῆς: «Ἐπίσης ὑποχρεοῦνται εἰς τρίμηνον πρόσθετον ὑπηρεσίαν οἱ κληρωτοί, οἵτινες, προσελθόντες ἐνώπιον τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐρωτώμενοι ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου, ἀπέκρυψαν τὸ ἐπάγγελμά των, ἤτοι ἐπιστήμην, τέχνην καὶ βαθμὸν ἐκπαιδεύσεως.»
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην τοῦ κ. Καλούτση παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 33, ὡς ἐτροποποιήθη). Ἄρθρον 34 (ἀναγινώσκεται).
§322Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Προκειμένου νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην τῆς ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 34, ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους Βουλευτὰς μετὰ πολλῆς προσοχῆς νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Κατὰ τὴν σημερινὴν ἐποχὴν καὶ ἐν τῇ οἰκονομικῇ κρίσει, τὴν ὁποίαν ἅπασαι αἱ ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους διέρχονται, τὸ ἀντισήκωμα τοῦτο τῶν 100 δραχμῶν, ἢ καὶ 50 δραχμῶν, ἂν ὁρισθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ συμπολῖταί μας κληρωτοὶ νὰ καταβάλωσιν. Ὅταν δὲ οἱ διαθέσιμοι δὲν δύνανται τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ καταβάλωσι, θὰ παραμένωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὄχι μόνον ὠφέλειαν δὲν θὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, τῆς ἐπιβαλλούσης τὸ ἀντισήκωμα, ἀλλὰ καὶ δαπάνας μεγάλας θὰ ἔχῃ διὰ τὴν συντήρησιν τοσούτων ἀνδρῶν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ πλέον τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς κληρωτοὺς τούτους νὰ πληρώνωσι τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον 34 ὁρίζει. Βεβαίως ὁ πλούσιος δύναται νὰ πληρώσῃ καὶ τὰς 300 δραχμὰς καὶ τὰς 400 καὶ τὰς 500, ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει περιουσίαν καμμίαν, ἢ δὲν ἔχει περιουσίαν ἄνω τῶν 20,000 δραχμῶν, ἂς μὴ ἐπιβαρυνθῇ μὲ τοιοῦτον ποσόν, διότι οὗτος δὲν εἶναι ἢ ἐργάτης, εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ὁποίου στηρίζονται τὰ θεμέλια τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν νὰ τεθῇ, ὅτι ὁ ἔχων περιουσίαν πλέον τῶν 20,000 δραχμῶν ὑποχρεοῦται νὰ πληρώνῃ 300 δραχμὰς δι’ ἀντισήκωμα· ἐκεῖνος ὅμως, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει περιουσίαν ἄνω τῶν 20,000 δραχμῶν, νὰ μὴ ὑποβάληται εἰς πληρωμήν. Δὲν πρέπει νὰ πληρώνωσιν οἱ ἐργάται, οἱ ὁποῖοι πολλὰ εἰσφέρουσιν εἰς τὸ Κράτος. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω τὴν γνώμην μου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. Ἐὰν ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία θελήσῃ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, εἶναι ἐλευθέρα νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλὰ ψηφίζουσα τοῦτο θὰ καταστρέψῃ τὰς πενομένας τάξεις.
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μονοκρούσου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη, καὶ ἡ τροπολογία ἀπορρίπτεται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 34, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 35). Ἄρθρον 36 (ἀναγινώσκεται).
§324Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Παρακαλῶ, ἐκ τῆς παραγράφου τετάρτης νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις «ὡς καὶ τῶν ἐν Ὀλυμπιακοῖς ἢ Πανελληνίοις ἀγῶσι νικητῶν ἐν ἀγῶσι βολῆς». Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, διότι ἐνίκησέ τις εἰς τοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἢ τοὺς Πανελληνίους ἀγῶνας εἰς τὸν ἀγῶνα βολῆς, νὰ τύχῃ προνομίου, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν ὡς ἐπίσημα τὰ ἀναγραφόμενα ἀποτελέσματα.
§325Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§326Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκρίθη, ὅτι τὸν καλὸν στρατιώτην καταρτίζουσιν ὄχι μόνον τὰ γυμνάσια, ἀλλὰ καὶ ἡ σκοποβολή. Τὸ καλλίτερον ἀπολυτήριον ἑνὸς καλοῦ σκοπευτοῦ εἶναι νὰ ἦναι Ὀλυμπιονίκης εἰς τὸν ἀγῶνα βολῆς.
§327Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἔλθῃ εἰς τὸν στρατὸν καὶ ἦναι καλὸς σκοπευτὴς, θὰ νικήσῃ εἰς τὸν διαγωνισμὸν βολῆς, καὶ θὰ τύχῃ προνομίου.
§328Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε καὶ ἐκ τῶν προηγουμένων νὰ θέσῃ μίαν φιλότιμον ἅμιλλαν, μίαν ὁρμὴν πρὸς τοιαύτας ἀσκήσεις εἰς τοὺς Ἑλληνόπαιδας. Ἐὰν γνωρίζῃ τις, ὅτι γινόμενος Ὀλυμπιονίκης εἰς τὸν ἀγῶνα βολῆς, θὰ τύχῃ ἐν τῷ στρατῷ προνομίας, θὰ ἀσκηθῇ μετὰ περισσοτέρου ζήλου.
§329Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι ὑπάρχῃ τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, θὰ φροντίσῃ νὰ ἐξασκηθῇ, ὥστε εἰς τὸν στρατὸν νὰ νικήσῃ εἰς τὸν διαγωνισμὸν βολῆς καὶ νὰ τύχῃ τοῦ προνομίου.
§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 36, ὡς διωρθώθη, ἀπαλειφθείσης τῆς φράσεως «ὡς καὶ τῶν ἐν Ὀλυμπιακοῖς ἢ Πανελληνίοις ἀγῶσι νικητῶν ἐν ἀγῶσι βολῆς», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 37, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 38 (ἀναγινώσκεται).
§331Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀπαγορευτικῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ ἄρθρον 38 διὰ τοὺς μὴ παρουσιάζοντας πιστοποιητικόν, ὅτι ὑπηρέτησαν εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν, ἀπαγορεύει καὶ εἰς τοὺς ναυτιλλομένους νὰ ναυτολογῶνται ἐπὶ ἑλληνικῶν ἐμπορικῶν πλοίων, «ἐὰν μὴ προσαγάγωσι πιστοποιητικὸν δηλοῦν, ὅτι ἐξεπλήρωσαν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ τὰς ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου ἐπιβαλλομένας ὑποχρεώσεις». Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ναυτιλλόμενοι ἀπαλλαγέντες, ἢ ἔφεδροι ἢ διαθέσιμοι.
§332Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀπαλλαγέντες περιλαμβάνονται· ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των.
§333Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Βεβαίως ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των, καὶ πρέπει νὰ περιλαμβάνωνται.
§334Π. ΓΚΙΚΑΣ. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ αὐτῶν τὸ ἄρθρον.
§335Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν ἰδέαν, νὰ διατυπωθῶσιν αἱ λέξεις, διὰ νὰ μὴ γενῶνται συζητήσεις.
§336Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἐὰν μὴ προσαγάγῃ πιστοποιητικόν, δηλοῦν ὅτι ἐξεπλήρωσε τὰς ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου ἐπιβαλλομένας ὑποχρεώσεις».
§337Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Νὰ διαγραφῶσι δηλ. αἱ λέξεις «ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ».
§338Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· διότι, ὅταν ἀπαλλαγῇ τις τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως, θεωρεῖται ὅτι ἐξεπλήρωσε τὴν ὑποχρέωσίν του.
§339Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Διατὶ νὰ μὴ τὸ εἴπωμεν καθαρώτερα;
§340Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τοιουτοτρόπως νὰ διατυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε· νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «ἢ ὅτι ἀπηλλάγησαν κατὰ τὸν νόμον».
§341Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 38, ὡς ἐτροποποιήθη, ἤτοι μὲ τὴν προσθήκην τῆς φράσεως «ἢ ὅτι ἀπηλλάγησαν κατὰ τὸν νόμον», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 39, ὡς ἔχει).
§343Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ὡς ἄρθρον 40 τὸ ἑξῆς: «Διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος θέλει ὁρισθῆ ἡ ἡμέρα, ἀφ’ ἧς ἄρξεται ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προταθὲν ἄρθρον 40, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατήρτισα τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀνυποτάκτων κληρωτῶν», ἐκ τῶν ἑξῆς κυρίων βουλευτῶν: Κωνστ. Κωνσταντοπούλου, Θ. Λιμπρίτου, Γ. Φικιώρη, Μιχ. Στελλάκη, Κ. Ἀργυροπούλου, Λ. Πετιμεζᾶ, Λ. Λαπαθιώτου, Περ. Ἀλεξάκη, Ι. Καλούτση καὶ Ν. Α. Στράτου.
§345Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰδοποιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι αὔριον δὲν θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν. Τὸ Σάββατον θὰ ἔχωμεν τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον ὡς πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§346Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐκτὸς ἐὰν ἑτοιμάσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνυποτάκτων κληρωτῶν.
§347Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἑτοιμάσῃ τὴν ἔκθεσίν της ἡ ἐπιτροπὴ, δυνάμεθα νὰ προτάξωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ κατόπιν νὰ ᾖναι τὸ σταφιδικόν.
§348Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Δὲν θὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀπόψε, κύριε Πρόεδρε;
§349Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν θέλητε νὰ ἐξακολουθήσωμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§350ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§351Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε.
§352Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ ψηφίσωμεν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον.
§353Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἰς τοιαύτην ὥραν δὲν συζητοῦνται τοιαῦτα νομοσχέδια.
§354Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν ὥραν συζητοῦνται· νὰ τὸ ψηφίσωμεν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§355ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κοπιᾶστε νὰ συζητήσητε εἰς τοιαύτην ὥραν τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον!
§356Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἐπειδὴ ἐδήλωσα ὅτι πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως τοῦ προσεχοῦς Σαββάτου θὰ εἶναι τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, δὲν εἶναι πρέπον νὰ συζητηθῇ κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν, ἔστω καὶ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, διότι ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι εἶναι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι δὲ παρόντες κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ὥστε καλὸν εἶναι νὰ γινώσκωσι καὶ αὐτοὶ, ὅτι τὸ Σάββατον θὰ γένηται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου.
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 30′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).