1904.05.07
2.828 στίχοι · 21.840 λέξεις · 207 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 2
τῆς 7 Μαΐου 1904.
(Παρασκευή).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 10 καὶ 45′ π. μ.
ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 136 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως τῆς τακτικῆς Συνόδου, ὡς γνωρίζετε, δὲν ἐπεκυρώθησαν, διότι μετὰ μεσημβρίαν τῆς ἡμέρας ἐκείνης δὲν ἐγένετο συνεδρίασις. Σήμερον λοιπὸν, καταρτισθέντος ἤδη τοῦ Σώματος, πρῶτον θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης.
§2Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ νὰ διανεμηθῶσι πρῶτον, κύριε Πρόεδρε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθησαν.
§4ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως τὰ πρακτικὰ ἅμα τῷ καταρτισμῷ τοῦ Σώματος πρέπει νὰ ἐπικυρωθῶσιν. Ἀλλὰ τὸ Σῶμα δὲν κατηρτίσθη εἰσέτι τελείως, ἐλλείποντος ἑνὸς Γραμματέως, διότι ὁ κύριος Καλαντζόπουλος κατὰ τὴν προχθεσινὴν ψηφοφορίαν δὲν ἔλαβεν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν, καὶ δέον ὡς πρὸς τοῦτον νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκλογὴ, διότι ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 165 καὶ ἔλαβε ψήφους μόνον 72. Δὲν εἶναι λοιπὸν κατηρτισμένον τελείως τὸ Σῶμα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἀντίρρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ βεβαίως δὲν δύνανται σήμερον νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως τῆς τακτικῆς Συνόδου. Τὰ πρακτικὰ ὅμως τῆς πρώτης συνεδριάσεως τῆς παρούσης Συνόδου πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσι καὶ ἐπικυρωθῶσι, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Προεδρείου.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ὁ Γραμματεὺς ἀναγινώσκει τὰ πρακτικὰ τῆς πρώτης συνεδριάσεως τῆς 5 Μαΐου 1904).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§8ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὰ πρακτικὰ ἀναφέρουσιν ὡς ἐκλεγέντα Γραμματέα τὸν κ. Ι. Καλαντζόπουλον, ἐνῷ οὗτος δὲν ἐξελέγη, διότι δὲν ἔλαβεν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῶσιν ὡς ἑξῆς: «τοῦ Ἰωάννου Καλαντζοπούλου μὴ τυχόντος ἀπολύτου πλειονοψηφίας». (Τὰ πρακτικὰ οὕτω διορθωθέντα ἐπικυροῦνται).
§10Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὰ ἄλλα πρακτικά;
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ πρέπει νὰ καταρτισθῇ πρῶτον τὸ Σῶμα καὶ κατόπιν νὰ ἐπικυρωθῶσι, μολονότι νομίζω, ὅτι δύνανται καὶ τώρα νὰ ἀναγνωσθῶσι.
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, νὰ ἀναγνωσθῶσιν. (Ἀναγινώσκονται ὑπὸ τοῦ Γραμματέως τὰ πρακτικὰ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως τῆς παρελθούσης Συνόδου).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§14Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ, εἰς τὴν δευτέραν σελίδα τὸ μέρος τῶν πρακτικῶν, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου, νὰ διορθωθῇ: ἀντὶ «ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κόσμου» νὰ τεθῇ «ἐκ τοῦ δικαστικοῦ σώματος τῆς Ἑλλάδος.»
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§16Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἀνεγράφη καλῶς ἐν τοῖς πρακτικοῖς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ. Διότι ἐγὼ δὲν ἠρώτησα τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῇ πρώτῃ σελίδι τῶν πρακτικῶν, ἂν ἐγένετο ἢ ὄχι ὁ διορισμὸς δικαστοῦ, καὶ τίνα θὰ διορίσῃ ἡ Κυβέρνησις δικαστὴν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἀλλ’ ἂν ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπολέσωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, τοῦ νὰ ἔχωμεν καὶ ἕτερον δικαστὴν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ ἄλλον ἐν Μανσούρᾳ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διορθωθῇ ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα τὸ μέρος τοῦτο τῶν πρακτικῶν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Τὰ πρακτικὰ διορθωθέντα συμφώνως πρὸς τὰς γενομένας παρατηρήσεις ἐπικυροῦνται). Τώρα θὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ τετάρτου Γραμματέως, μὴ λαβόντος ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τοῦ κ. Καλαντζοπούλου. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτὰ, ὅπως καταρτισθῇ τὸ ψηφοδέλτιον. (Μετὰ τὴν διακοπὴν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 11 καὶ 5′ π. μ.) Παρακαλῶ νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κύριοι Ραδινὸς καὶ Ἀσημακόπουλος. Ὁ κύριος Καλαντζόπουλος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἐκλογὴν δὲν ἔλαβεν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι Γραμματεὺς, μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ τεθῇ τὸ ὄνομά του ὡς ὑποψηφίου. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Γίνεται μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία πρὸς ἐκλογὴν τοῦ τετάρτου Γραμματέως, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Κανονισμοῦ, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Γ. Ραδινοῦ καὶ Κ. Ἀσημακοπούλου, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 155. Ὁ κ. Μπασδέκης ἔλαβε ψήφους 87, ὁ κ. Σπυρ. Δεληγιάννης 66, καὶ ὁ κ. Καλαντζόπουλος 2. Ἑπομένως Γραμματεὺς ἐξελέγη ὁ κ. Ἠλίας Μπασδέκης. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας ἀναφοράς. Ὁ λαὸς Γαστούνης παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν «Ἑρμῆς» δι’ ὑπομνήματός του ὑποβάλλει πρὸς τὴν Βουλὴν γνώμας του καὶ σκέψεις περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ σίτου. Ἡ Αἰκατερίνη χήρα Γεωργίου Πεφάνη, ἐνωμοτάρχου, παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ αὐξηθῇ ἡ πρὸς αὐτὴν καὶ τὰ τέκνα αὐτῆς ἀπονεμηθεῖσα σύνταξις. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Μεσσαπίων τῆς ἐπαρχίας Χαλκίδος ἐκφράζει διὰ ψηφίσματός του τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως πρὸς οἰνοποίησιν τῆς χλωρᾶς σταφίδος. Τοὐναντίον ὁ Κτηματικὸς Σύλλογος Κορίνθου παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν ἰδέαν τῆς οἰνοποιήσεως τῆς χλωρᾶς σταφίδος. Κάτοικοί τινες τῶν Πατρῶν δι’ ἀναφορᾶς των ὑποδεικνύουσι τὸν κ. Δ. Καραμπάτσον ὡς Διευθυντὴν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐπίσης κάτοικοι Ἐγλυκάδος, προαστείου τῶν Πατρῶν, παρακαλοῦσιν ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ προσώπου. Οἱ ἀδελφοὶ Πετρόπουλοι, ἐργοστασιάρχαι παγοποιΐας ἐν Μεσολογγίῳ, παραπονοῦνται κατὰ τῆς ἀνισότητος τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος καὶ ζητοῦσι τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἐπιβληθείσης αὐτοῖς διττῆς φορολογίας. Οἱ κάτοικοι Λυκουρίας τῶν Καλαβρύτων παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μεριμνήσῃ πρὸς σύστασιν ἐν τῇ κωμοπόλει αὐτῶν ταχυδρομικοῦ γραφείου. Ὁ λαὸς Λαμίας ἐκφράζει πρὸς τὴν Βουλὴν εὐχὴν περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου. Οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Τσάγεζι παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἐργολάβου τῆς ἐπισκευῆς τῆς δημοσίας ὁδοῦ Τσάγεζι–Λασποχωρίου. Οἱ ἐν Ἡρακλείῳ τῆς Κρήτης ὑπήκοοι Ἕλληνες δι’ ὑπομνήματός των παρακαλοῦσι νὰ ληφθῶσι μέτρα πρὸς ἀποζημίωσιν αὐτῶν διὰ τὰς ζημίας, ἃς ἔπαθον ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1896. Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ι. Γ. Ροῦφος ὑποβάλλει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὰς ἑπομένας ἐπερωτήσεις: «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν: 1) Πίνακα ἐμφαίνοντα τὰς μεταβολὰς, ἃς ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ἐνήργησε τὸ νῦν Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. 2) Πίνακα ἐμφαίνοντα, πόσοι ἐκ τῶν μὴ παυθέντων ὑπαλλήλων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης διατελοῦσιν ὑπὸ κατηγορίαν. 3) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὴν διαφορὰν τῶν δαπανῶν μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους καὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δύο προηγουμένων ἐτῶν. 4) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸ ποσὸν τῶν ἀποζημιώσεων τῶν Συμβούλων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1903 μέχρι σήμερον, καὶ τὰς καταβληθείσας ἀποζημιώσεις κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τῶν δύο προηγουμένων ἐτῶν. 5) Ἀντίγραφον πρακτικοῦ ψηφίσεως ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δαπάνης διὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἁγίου Λουδοβίκου, καὶ πληροφορίαν, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐνέκρινε ταύτην. 6) Ἀντίγραφον ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου, δι’ ἧς γίνεται δεκτὴ ἡ ἀγωγὴ τοῦ Διον. Γιαννουλοπούλου, καὶ ἀντίγραφον τῆς ἀγωγῆς αὐτοῦ. 7) Πληροφορίαν, ἂν κατὰ τὴν τελευταίαν τριμηνίαν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐδημιουργήθησαν νέαι θέσεις, ποῖαι αὗται, ποῖος ὁ ὁρισθεὶς μισθὸς καὶ ἂν διωρίσθησαν ὑπάλληλοι εἰς ταύτας, καὶ ποῖοι. 8) Πληροφορίαν, ἂν ἱδρύθησαν πρατήρια ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πρὸς πώλησιν σταφίδος, ἂν διωρίσθησαν πράκτορες, ἂν οὗτοί εἰσιν ἐκ τῆς ἡμεδαπῆς ἢ ἐγκατεστημένοι ἐν αἷς χώραις ἱδρύθησαν τὰ πρατήρια, καὶ ποῖος ὁ μισθὸς αὐτῶν.» Ὁ βουλευτὴς Ὀλυμπίας κ. Μοσχούλας ὑποβάλλει τὴν παραίτησίν του ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν γίνεται δεκτή.
§20ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ ποῖον λόγον, κύριε Πρόεδρε;
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἁπλῶς ἀναφέρει. Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται;
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§23Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναται νὰ γείνῃ δεκτή.
§24ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Κύριε Πρόεδρε. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ἵνα ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς παραίτησίν μου, καθόσον ἕνεκα σπουδαίων οἰκογενειακῶν ἀσχολιῶν ἀδυνατῶ νὰ ἐκτελῶ ἀπροσκόπτως τὰ καθήκοντα τοῦ Ἐφόρου, καὶ παρακαλῶ νὰ γένηται ἀποδεκτὴ αὕτη.»
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔχει οἰκογένειαν. Δὲν γίνεται δεκτὴ ἡ παραίτησις.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἀποδέχεται τὴν παραίτησιν τοῦ Ἐφόρου. Ἐπὶ τῆς ἀνακοινωθείσης ἀναφορᾶς τῶν ἐν Μεσολογγίῳ ἐργοστασιαρχῶν ἀδελφῶν Πετροπούλων ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον. Ἐπὶ ἑτέρας ἀναφορᾶς ἔχει κατόπιν τὸν λόγον ὁ κ. Πετρίδης, καὶ ἐπὶ ἄλλης ὁ κ. Σάκκης.
§28Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ ἀδελφοὶ Πετρόπουλοι εἶναι οἰνοπνευματοποιοὶ ἐν Μεσολογγίῳ, ἔχουσι δὲ ἐντὸς τοῦ οἰνοπνευματοποιείου αὐτῶν καὶ παγοποιεῖον, παράγον ποσὸν πάγου πολὺ μικρὸν, διότι ἡ κατανάλωσις εἶναι μικρά. Ἐν τούτοις φορολογοῦνται διττῶς, καὶ ὡς οἰνοπνευματοποιοὶ καὶ ὡς παγοποιοὶ, ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ὁ νῦν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αὕτη ἐψήφισε τὸ 1900. Ὁ νόμος οὗτος ὁρίζει, ὅτι ὁ ἐνασκῶν δύο ἐπιτηδεύματα ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ καταστήματος πληρώνει τὸν φόρον τοῦ μεγαλειτέρου ἐξ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, — εἰς ὃν ἀνάγκη νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ, — νὰ διατάξῃ τὰς ἁρμοδίους ἀρχὰς, ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, νὰ παύσωσι ζητοῦσαι διπλοῦς φόρους ἐπιτηδεύματος, ἀφοῦ ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ καταστήματος οἱ ἀναφερόμενοι βιομήχανοι ἐξασκοῦσι τὰ δύο ἐπιτηδεύματα· ἂς φορολογηθῶσι μὲ τὸ φορολογούμενον περισσότερον. Σημειωτέον προσέτι, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ νόμος δὲν διακρίνει τοὺς παγοποιοὺς ἀναλόγως τῆς ποσότητος τοῦ πάγου, ὃν παράγουσιν, ἢ ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλὰ τοὺς φορολογεῖ ἐξ ἴσου ἀδιακρίτως, συμβαίνει, ὁ παγοποιὸς τοῦ Μεσολογγίου, ὅστις δὲν παράγει περισσότερον τῶν 1000 ἢ 1500 ὀκάδων καθ’ ἡμέραν, νὰ φορολογῆται μὲ τὸν αὐτὸν φόρον, μὲ τὸν ὁποῖον φορολογοῦνται ἐνταῦθα, παραδείγματος χάριν, ὁ «Ὄλυμπος» καὶ οἱ Κλωναρίδαι, οἱ ὁποῖοι παράγουσι 100 καὶ 150 χιλιάδας ὀκάδας καθ’ ἡμέραν. Τοῦτο εἶναι ἀδικώτατον, καὶ πρέπει μίαν ἡμέραν νὰ μεταβληθῇ ἐπὶ τὸ δικαιότερον. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος ὑπάρχει ὁ ἄλλος λόγος, ὅτι δὲν δύναται νὰ φορολογηθῇ τις παρὰ μόνον δι’ ἓν ἐπιτήδευμα, καὶ τοῦτο τοὐλάχιστον πρέπει νὰ θεραπευθῇ.
§29Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀνεκοινώσατε, κύριε Πρόεδρε, ἀναφορὰν ἢ μᾶλλον τηλεγράφημα τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου Κορίνθου, ἀφορῶν τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον. Νομίζω ὅτι ἡ γνώμη, ἡ ὁποία ἐξηνέχθη ἀπὸ τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, πρέπει νὰ γείνῃ γνωστὴ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα. Εἶμαι ἠναγκασμένος λοιπὸν νὰ ἀναγνώσω τὸ τηλεγράφημα, ὅπως τὸ ἀκούσωσι καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ (ἀναγινώσκει:) «Πρόεδρον Βουλῆς, Κυβέρνησιν, Βουλευτὰς Κορινθίας. Ὁ ἄρτι συσταθεὶς καὶ ἐν Βραχατίῳ ἑδρεύων Κτηματικὸς Σύλλογος Κορινθίας, συνελθὼν εἰς ἔκτακτον συνεδρίαν, ψηφίζει: Παρακαλεῖ Κυβέρνησιν υἱοθετήσῃ οἰνοποίησιν χλωρᾶς σταφίδος. Ἐντέλλεται δὲ τοὺς Βουλευτὰς Κορινθίας ὑποστηρίξαι οἰνοποίησιν, ἐπιβάλλοντες γνώμην των πάσῃ θυσίᾳ. Ἄλλως φιλόνομος καὶ νομοταγὴς σταφιδικὸς λαὸς Κορινθίας, ἐγκαταλειφθεὶς μέχρι τοῦδε, καὶ ὑπὸ τῶν διαφόρων δῆθεν προστατευτικῶν νομοθετημάτων γυμνωθεὶς, ἀποβλέπει εἰς κατάργησιν παντὸς νομοθετικοῦ μέτρου, καὶ ἀνίκανος ἐπαρκέσαι εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων ἀρνηθήσεται πᾶσαν εἰσφορὰν, ἐντελλόμενος ἀπὸ τοῦδε Βουλευταῖς αὐτοῦ ν’ ἀπόσχωσιν ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίων καταστρεπτικῶν τῇ ἐπαρχίᾳ καὶ γυμνούντων αὐτήν.» Ἐπὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ Σύλλογος οὗτος, ἐπιφυλάσσομαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ γνώμη τῆς Κορινθίας ἐπὶ τοιούτου σοβαροῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ὁλοκλήρους τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς.
§30Π. ΣΑΚΚΗΣ. Πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους ἀπέθανε κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας του ὁ ἐνωμοτάρχης Γεώργιος Πεφάνης. Ἐκ τούτου λαμβάνων ἀφορμὴν ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ νόμος περὶ συντάξεων εἶναι ἐπιεικὴς, προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων συνταξιούχων· περὶ τῶν ἀξιωματικῶν ὅμως καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν δυστυχῶς εἶναι λίαν αὐστηρός. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, εἴτε νομοθετικήν, εἴτε ἄλλως πως, ἂν τὸ ἐπιτρέπωσιν οἱ ἰσχύοντες νόμοι περὶ συνταξιούχων τοῦ στρατοῦ, ὅπως ἐξασφαλίζηται ὁ ἄρτος τῶν χηρῶν καὶ τῶν τέκνων ἐκείνων, οἵτινες ἀφιέρωσαν τὸ πλεῖστον τοῦ βίου αὐτῶν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς πατρίδος· διότι μὲ μόνον 16 δραχμὰς τὸν μῆνα μία χήρα μετὰ τέκνων, ὡς ἡ τοῦ περὶ οὗ ὁμιλῶ ὑπαξιωματικοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρήσῃ ἑαυτὴν καὶ τὰ τέκνα της.
§31Ι. ΔΑΜΗΛΑΤΗΣ. Εἶχε συμπεπληρωμένην δεκαετίαν ὁ Πεφάνης ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ἐνωμοτάρχου, καὶ ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ σύνταξιν ἀνθυπομοιράρχου· ἀπέθανε δὲ ἐν ὑπηρεσίᾳ. Εἰς τὴν χήραν αὐτοῦ ἀπενεμήθη σύνταξις 16 δραχμῶν· μὲ αὐτὰς προσπαθεῖ νὰ ζήσῃ ἑαυτὴν καὶ τρία τέκνα. Εὐχῆς ἔργον εἶναι νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις μέτρον τι ὑπὲρ τῆς δυστυχοῦς ταύτης οἰκογενείας.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παραπεμφθῇ ἡ αἴτησις εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον μετὰ συστάσεως.
§33Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφοράν, καὶ νομίζω ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις νὰ συστηθῇ αὕτη. Ὁ Πεφάνης εἶχε δεκαετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, κατὰ τὸν νόμον δὲ περὶ συντάξεων ἐδικαιοῦτο νὰ τύχῃ τῆς συντάξεως τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ, ἤτοι ἀνθυπομοιράρχου· ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀσαφείας τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος δὲν λέγει, ὅτι ἡ σύνταξις αὕτη ἀπονέμεται καὶ εἰς τὴν χήραν, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἐνέκρινε νὰ ἀπονεμηθῇ εἰς τὴν χήραν ἡ σύνταξις τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ, ἤτοι τοῦ ἀνθυπομοιράρχου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις, ἵνα ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν προτίθηται νὰ λάβῃ ἄλλο τι μέτρον, ἱκανοποιοῦν τὴν δικαίαν ἀξίωσιν τῆς αἰτούσης.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§35Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἐνηργήθησαν ἐξετάσεις διαφόρων ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπομοιράρχου, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι κατὰ τὰς ἐξετάσεις ταύτας δὲν ἐτηρήθησαν οἱ νόμιμοι τύποι. Τὸ Β. Διάταγμα τῆς 6 Ἰουνίου 1903 διαγράφει ἐν λεπτομερείᾳ τοὺς τύπους, καθ’ οὓς πρέπει νὰ διεξαχθῶσιν αἱ ἐξετάσεις, ἀλλ’ ἐξ ἀναφορᾶς προσαγομένης ὑπὸ συγγενῶν διαφόρων ὑπαξιωματικῶν, ἣν θέλω καταθέσει, ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ τύποι οὗτοι δὲν ἐτηρήθησαν· καὶ πρῶτον δὲν ἐτηρήθη ὁ σπουδαιότατος τύπος τῶν προσόντων τῶν διαφόρων ὑποψηφίων, δηλαδὴ περιελήφθησαν εἰς ἐξετάσεις καὶ ὑπαξιωματικοὶ μὴ δικαιούμενοι δυνάμει τοῦ νόμου νὰ ἐξετασθῶσι, διότι δὲν εἶχον τὴν ὡρισμένην ὑπηρεσίαν. Περὶ τούτου καὶ ἄλλοτε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἀπεφάνθη, ὅτι τοιοῦτοι ὑποψήφιοι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν, οὔτε νὰ λαμβάνωσι μέρος εἰς ἐξετάσεις, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον νὰ προβιβάζωνται. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὴν ἀναφορὰν ταύτην, τὴν ὁποίαν καταθέτω. Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαβιβάσητε αὐτὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐν γνώσει κρίνῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ προβῇ εἰς τὴν δέουσαν ἐνέργειαν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§37Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς γινώσκει ἡ Βουλή, λειτουργεῖ ἀπὸ τῆς 17 Μαρτίου ἐνεστῶτος ἔτους ὁ νόμος ͵ΓΔʹ «περὶ μεταβολῶν εἰς τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον εἰσαγωγῆς, ἀφορώσης εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια». Ὅτε ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅτε τῇ εἰσηγήσει μου ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος, ἡ ἀξία τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἐκυμαίνετο μεταξὺ 145 καὶ 150 λεπτῶν. Πρὶν ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο συνεβουλεύθην πάντας τοὺς εἰδικώτερον ἀσχολουμένους εἰς τὰ τραπεζικὰ καὶ εἰς τὰ τοῦ συναλλάγματος, πάντες δὲ οὗτοι ἄνευ ἐξαιρέσεως μοὶ μετέδωκαν τὴν γνώμην, ὅτι τὸ συνάλλαγμα τὸ ἐξωτερικὸν, ἢ μᾶλλον ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ, θέλει κυμαίνεσθαι μεταξὺ τῶν λεπτῶν 145 ἕως 150. Ἐπὶ τῇ πιθανότητι δὲ, ὅτι οὕτω τὰ πράγματα εἶχον καὶ οὕτω θὰ παρέμενον μέχρις οὗ συνέλθῃ εἰς ἑτέραν Σύνοδον ἡ Βουλή, προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μετεβλήθη εἰς νόμον. Ἀλλὰ, παρὰ τὰς προσδοκίας πάντων, ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος, ἢ μᾶλλον ἡ τοῦ φράγκου, ἐξέπεσεν εἰς τὰ λεπτὰ 139 καὶ 138, ἡ τιμὴ δ’ αὕτη παραμένει σταθερὰ ἐπὶ πολλὰς ἤδη ἡμέρας. Ὡς ἐκ τῆς τοιαύτης δὲ ἐκπτώσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ἢ μᾶλλον τοῦ χρυσοῦ, τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, ἅτινα ὑπελογίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναγωγῆς τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς λεπτὰ 145, καὶ ἅτινα ἀποτελοῦσι μίαν τῶν σπουδαιοτέρων δημοσίων προσόδων, ὑπέστησαν καὶ ὑφίστανται αἰσθητὴν μείωσιν, καθόσον πάντες οἱ παραλῆπται ἐμπορευμάτων, ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένων, προτιμῶσιν ἀντὶ τραπεζικῶν γραμματίων νὰ πληρώνωσι τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη εἰς μεταλλικόν, ὡς ἐκ τῆς ὑφισταμένης νῦν διαφορᾶς μεταξὺ τῆς τιμῆς τοῦ φράγκου καὶ τῆς διὰ νόμου ὡρισμένης ἀναγωγῆς αὐτοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Φρονῶ, ὅτι, ὡς διετιμήθη ἡ μεταλλικὴ δραχμὴ διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΔʹ τῆς 17 Μαρτίου 1904, καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑπελόγιζον, ὅτι τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἤθελον εἶσθαι ἀνάλογα πρὸς τὴν διατίμησιν τοῦ φράγκου πρὸς λεπτὰ 145. Ἀφοῦ ὅμως, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, εἶναι καταφανὴς ἡ μείωσις τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ ἐξετάσω καὶ σκεφθῶ, ἂν δὲν εἶναι ὀρθότερον, ἅμα δὲ καὶ συμφερώτερον εἰς τὸ Δημόσιον, νὰ περιορίσωμεν τὴν εἰς μεταλλικὸν εἴσπραξιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, μόνον ὡς πρὸς τὰ προϊόντα καὶ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὰς μετὰ ξένων Κρατῶν συμβάσεις, νὰ καθορίσωμεν δὲ διὰ νόμου κατὰ κανόνα τὴν εἴσπραξιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Καὶ κατὰ τοὺς κρατοῦντας ἁπανταχοῦ κανόνας, τὰ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰσπραττόμενα τέλη καὶ δικαιώματα κανονίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εἰς ἕκαστον Κράτος ἰσχυούσης νομίμου νομισματικῆς μονάδος. Παρ’ ἡμῖν ἡ νόμιμος νομισματικὴ μονὰς εἶναι ἡ δραχμὴ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἄλλαι ἐπεκράτουν ἰδέαι κατὰ τὸ 1892, ὅτε διὰ τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου ἐκανονίσθη, ὅπως τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη εἰσπράττωνται εἰς μεταλλικὸν, ἐπιτρεπομένης τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ ὑπολογισμοῦ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἐπὶ τῇ τότε κρατούσῃ τιμῇ αὐτῆς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Τότε τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα ἐτιμᾶτο πρὸς λεπτὰ 132 καὶ 25 ἑκατοστά· βραδύτερον ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος διὰ νόμου μετεβλήθη εἰς λεπτὰ 135, νῦν δὲ διὰ νόμου ἔχομεν 145. Δὲν εἴχομεν εἰσέτι περιέλθει εἰς ἣν περιήλθομεν κατὰ μῆνα Δεκέμβριον τοῦ 1893 κατάστασιν. Εἴχομεν εἰσέτι τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ προλάβωμεν τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους, εἴχομεν τότε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν νὰ εἰσπράττωμεν τὸ ἥμισυ περίπου τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ὅπερ ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιῆται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, διὰ τοῦ μέτρου δὲ τούτου τὸ Δημόσιον δὲν ἤθελεν εὑρίσκεσθαι ἠναγκασμένον ν’ ἀγοράζῃ ἅπαν τὸ ἀναγκαιοῦν αὐτῷ μεταλλικὸν ἐκ τῆς ἀγορᾶς. Τὸ μέτρον τοῦτο εἶχον δεχθῆ καὶ ἄλλα Κράτη. Ὡς ἐκ τούτου ἐκανονίσαμεν τὴν εἴσπραξιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰς μεταλλικόν. Ἐπειδὴ ἀπέβαινεν ἀνεφάρμοστον εἰς πολλοὺς ἐμπορευομένους, καὶ ἰδίως εἰς τοὺς ἀσκοῦντας τὴν ἐμπορίαν μακρὰν τῶν ἐμπορικῶν κέντρων, ἔνθα δὲν ἦτο εὐχερὴς ἡ εὕρεσις τοῦ πρὸς πληρωμὴν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν χρυσοῦ, ἐπετράπη, ἵνα καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια κατὰ τὴν τότε ἰσχύουσαν τιμὴν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς γίνηται ἡ εἴσπραξις τῶν τελωνιακῶν τελῶν. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ καθορίσωμεν ἄνευ ἐξαιρέσεως τὴν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἴσπραξιν πάντων τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, τουτέστι νὰ κανονίσωμεν, ὅπως πάντα τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη εἰσπράττωνται εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, διότι ὡς πρός τινα τούτων δεσμευόμεθα διὰ συμβάσεων μετὰ ξένων Κρατῶν, ὡς μετὰ τῆς Ἀγγλίας, τῆς Γαλλίας, τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Τουρκίας. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι, καὶ ὅπου ῥητὴ δὲν ὑπάρχει μνεία ἐμπορευμάτων ἢ προϊόντων προερχομένων ἐξ ἑνὸς τῶν Κρατῶν τούτων, ἐφαρμόζονται τὰ αὐτὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, κατὰ τὴν κρατοῦσαν ἀρχὴν τῆς ἐπεκτάσεως τῶν κεχορηγημένων πλεονεκτημάτων τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους. Διὰ τοῦτο δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὅσα ἐμπορεύματα ἀναφέρονται εἰς μίαν τῶν συνωμολογημένων μετὰ μιᾶς τῶν μνημονευθεισῶν ἐπικρατειῶν συμβάσεων ὑποβάλλονται εἰς τὰ αὐτὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, ἀνεξαρτήτως τῆς προελεύσεώς των ἐκ ταύτης ἢ ἐκείνης τῶν ἐπικρατειῶν, μεθ’ ὧν συνδεόμεθα διὰ συμβάσεων, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὰ πλεονεκτήματα τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους. Καθ’ ἣν ἐποιησάμην μελέτην ἐπὶ τῶν ἐν ἰσχύϊ συμβάσεων, ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ὑπολογιζομένων κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη εἰς 30,000,000 δραχμὰς περίπου, τὰ 5 ἑκατομμύρια ἀνάγονται εἰς ἐμπορεύματα καὶ προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὰς μετὰ ξένων Κρατῶν συμβάσεις. Ὡς πρὸς ταῦτα δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ διατηρήσωμεν τὴν εἴσπραξιν εἰς μεταλλικόν, ἐπιτρεπομένης καὶ τῆς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἰσπράξεως αὐτῶν ἐπὶ τῇ ἀναγωγῇ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς πρὸς δραχμὴν 1 καὶ 45/00. Δυνάμεθα ὅμως ἄνευ οὐδενὸς κωλύματος νὰ καθορίσωμεν κατὰ κανόνα τὴν εἴσπραξιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὡς πρὸς πάντα τὰ ἐμπορεύματα καὶ προϊόντα, ἅτινα εἰσάγονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, μετὰ μόνης τῆς ἐξαιρέσεως, ἧς ἐμνημόνευσα ἤδη. Ὡς ἐκ τούτου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διαιρούμενον εἰς δύο ἄρθρα καὶ ἔχον οὕτω: «Σχέδιον νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου. Ἄρθρον 1. Τὰ ἐν τῷ διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΑʹ τῆς 30 Δεκεμβρίου 1892 κυρωθέντι δασμολογίῳ καὶ τοῖς τροποποιήσασι τοῦτο μεταγενεστέροις νόμοις ἀναγραφόμενα εἰσαγωγικὰ τέλη εἰσπράττονται εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἀναγομένης εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς δραχμὴν μίαν καὶ λεπτὰ τεσσαράκοντα πέντε, κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου ͵ΓΔʹ τῆς 17 Μαρτίου 1904. Τὰ εἰσαγωγικὰ ὅμως τέλη, τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς τὰ ἐμπορεύματα καὶ προϊόντα, ἅτινα ἀναφέρονται εἰς τὰς μετὰ ξένων Κρατῶν συμβάσεις, εἰσπράττονται εἰς μεταλλικόν, ἐπιτρεπομένης ὡς πρὸς ταῦτα καὶ τῆς διὰ τραπεζικῶν γραμματίων εἰσπράξεως ἐπὶ τῇ διὰ τοῦ εἰρημένου νόμου ͵ΓΔʹ ἀναγωγῇ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς. Ἄρθρον 2. Ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ἄρχεται ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὴν Βουλὴν, συμφώνως ταῖς διατάξεσι τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΑʹ περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου.»
§38Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα λεπτομερῆ, ἐμφαίνοντα τὰς εἰσπράξεις τῶν τελωνείων καθ’ ἕκαστον τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους 1904, καὶ διῃρημένως τὰς εἰσπράξεις τοῦ σίτου ἀπὸ τῶν ἄλλων εἰσπράξεων.
§39Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς τετάρτης ὥρας μετὰ μεσημβρίαν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 12 τῆς μεσημβρίας. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§41ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ περιμείνωμεν ὀλίγον, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἔλθουν καὶ οἱ ἄλλοι Βουλευταί.
§42Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐργασθῶμεν, νὰ προβῶμεν· ἐὰν δὲ πρόκηται νὰ γείνῃ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, εἶναι περιττὸν νὰ περιμείνωμεν· ἂς γείνῃ ἡ ἔνστασις, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§43Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ περιμείνωμεν, οὐδὲ πρόκειται περὶ ἐνστάσεως μὴ ἀπαρτίας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῇ ἡ Βουλὴ μὲ κενὰς τὰς ἕδρας τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§44Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὕτως ἐργάζονται τὰ Κοινοβούλια ὅλων τῶν Κρατῶν· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι παρόντες ὅλοι οἱ Βουλευταί.
§45Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νὰ ἐργαζώμεθα καὶ μέχρι τοῦ μεσονυκτίου.
§46Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂς ἀρχίσῃ ἡ Βουλὴ ἐργαζομένη, καὶ δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν καὶ τοῦτο. Εἶναι περιττὸν νὰ περιμένωμεν περισσότερον. Ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἂς γείνῃ ἀμέσως.
§47Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐνστάσεως μὴ ἀπαρτίας. Βεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ὑπάρχει πρόθεσις τοιαύτη, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συνεδριάζωμεν οὕτω, μὲ τῆς γρῃᾶς τὰ δόντια, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον.
§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βλέπετε ὅτι ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ὑπάρχει ἀρκετὸς ἀριθμὸς Βουλευτῶν, ἑπομένως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὑπεύθυνοι τῆς καταστάσεως ταύτης, ἀλλ’ οἱ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), οἵτινες δὲν προσέρχονται.
§49Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Μολονότι ὁ κύριος Πρόεδρος ἐκήρυξε τὴν ἐπανάληψιν τῆς συνεδριάσεως, καίτοι δὲν ὑπάρχει ἀρκετὸς ἀριθμὸς Βουλευτῶν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιμείνωμεν, τοὐλάχιστον χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς.
§50Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ προτείνω νὰ ληφθῇ ἀπόφασις νὰ ἐξακολουθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς καὶ ἀργότερον, διότι μίαν ὥραν τὸ πρωῒ καὶ τρεῖς ὥρας κατόπιν δὲν κάμνομεν τίποτε, καὶ ταλαιπωρούμεθα εἰς μάτην.
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ παρακληθῶσι τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας νὰ προσέρχωνται.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐκήρυξα ἐπανειλημμένην τὴν συνεδρίασιν. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, θὰ εἴπω νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐμπρὸς, κύριε Πρόεδρε.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Ἀλεξάκης.
§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπουσιάζει.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Α. Βιτάλης.
§57Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μίαν ἀναφορὰν ἔλαβον, σταλεῖσάν μοι ὑπὸ συμπολιτῶν μου ἐκ Σύρου, δι’ ἧς ἐπιφορτίζομαι νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς συμβάσεως περὶ σιγαροποιΐας, μολονότι ἐπισήμως ἐδῶ δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν τοιαύτης συμβάσεως.
§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχει σύμβασις, ἀλλ’ οὔτε σκέψις ὑπάρχει, ὅπως συναφθῇ σύμβασις τοιαύτη. Ἑπομένως δύνασθε νὰ καθησυχάσητε, ὡς πρὸς τοῦτο, τοὺς συμπολίτας σας.
§59Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ. Συγχρόνως διαμαρτύρονται διὰ τὰ 20 λεπτὰ, ἅτινα πρόκειται νὰ ἐπιβληθῶσι προσθέτως ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς καπνοῦ.
§60Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς συζήτησιν, λαμβάνετε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάϊκος ἔχει τὸν λόγον.
§62ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἀναβάλετε δι’ αὔριον.
§63Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω, εἶναι σπουδαιότερον ὅλων τῶν ἄλλων, τοὐλάχιστον διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου.
§64Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τί ζήτημα εἶναι;
§65Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τῆς ἐνοικιάσεως τῆς θαλάσσης.
§66Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὁμιλήσατε, κύριε Στάϊκε. Οὐδεὶς δύναται νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ τὸν λόγον.
§67Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολὺ διὰ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἔχει ἐννοήσει ἐκ τῆς πρό τινων ἡμερῶν γενομένης συζητήσεως ἐνταῦθα. Πρόκειται περὶ καταργήσεως τῆς ἐνοικιάσεως τῆς θαλάσσης τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ τὰ αἰτηθέντα ὑπ’ ἐμοῦ ἔγγραφα. Καθῆκον μόνον ἔχω δι’ ὀλίγων νὰ πείσω καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἀμφιβάλλῃ, καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδόλως δικαιολογεῖται ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐκμισθώσεως παρὰ τοῦ Δημοσίου τοῦ ἀνοικτοῦ πελάγους, ἤτοι τῆς θαλάσσης τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, εἰς ἐνοικιαστάς. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1839, τὸ ὁποῖον ἔχει τύπον νόμου, καὶ ὁ νόμος τοῦ 1853, ὅστις ἐπεκύρωσε τὸ Διάταγμα τοῦτο, πραγματεύονται περὶ ἐνοικιάσεως ἰχθυοτρόφων ὑδάτων, θυννείων, λιμνοθαλασσῶν κλπ., τὰ ὁποῖα διαγράφονται ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγνώσω ἀμφότερα, διότι καὶ τὸ Διάταγμα καὶ ὁ νόμος τὰ αὐτὰ ἀκριβῶς γράφουσιν. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ Διάταγμα (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἰχθυοτροφεῖα, θυννεῖα, οἱ ἰχθυοτρόφοι ποταμοὶ ἢ αἱ λίμναι, τὰ ἰχθυοτρόφα ὕδατα, κείμενα εἰς διάφορα μέρη τοῦ Κράτους, ὅσων ἡ ἐνοικίασις ἔληξεν, ἢ ὅσα δύνανται νὰ διατεθῶσι, θέλουσιν ἐκτεθῆ εἰς δημοπρασίαν πενταετοῦς ἐνοικιάσεως καὶ παραχωρηθῆ, κατ’ ἔγκρισιν τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Γραμματείας τῆς Ἐπικρατείας κλπ.» Ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ἀποκλειστικῶς, ἂν ὁ Ἀμβρακικὸς κόλπος, ἤτοι τὸ ἀνοικτὸν πέλαγος, εἶναι ἰχθυοτρόφα ὕδατα ἢ δὲν εἶναι. Βεβαίως, κατὰ τὴν ἀπόλυτον γνώμην μου, δὲν εἶναι. Οὐδαμοῦ διαγράφεται ὁ ὁρισμὸς τῶν ἰχθυοτρόφων ὑδάτων. Ὄχι δ’ ἐγὼ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι, καταλληλότεροι καὶ ἱκανώτεροι ἐμοῦ, προσεπάθησαν παντὶ σθένει νὰ εὕρωσιν ὡρισμένως τὸν ὁρισμὸν τῶν ἰχθυοτρόφων ὑδάτων, καὶ δὲν τὸ κατώρθωσαν. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα ἐξ ἀφηγήσεων ἁλιέων, οἵτινες εἶναι κατάλληλοι πρὸς τοῦτο, καὶ κατὰ τὴν γνώμην ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν τὸ ζήτημα, ἰχθυοτρόφα ὕδατα εἶναι ὡρισμένα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται οἱ ἰχθύες, ἵνα ἐκβάλωσι τὸ αὐγοτάραχον, γονιμοποιηθῶσι τὰ ᾠάρια, καὶ γεννηθῶσιν οἱ μικροὶ ἰχθύες διὰ τῆς γονιμοποιήσεως τῶν ᾠαρίων. Τοιοῦτος ὁρισμὸς δίδεται πάντοτε ὑπὸ τῶν ἁλιέων, καὶ πρὸς τοῦτο εἰς ὡρισμένα μέρη οἱ ἁλιεῖς κατασκευάζουσι τὰ κοινῶς λεγόμενα τζένια, ὅπου δύνανται νὰ τρέφωσι νέους ἰχθῦς. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἰχθυοτρόφα ὕδατα δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι τὰ ἀνοικτὰ πελάγη. Ἐὰν τοῦτο ἐνόει ὁ νόμος, ἔπρεπε βεβαίως νὰ ἐνοικιάζωνται ὡς ἰχθυοτρόφα ὕδατα ὅλα τὰ πελάγη τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅλοι οἱ κόλποι αὐτῆς. Τοῦτο βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ ὁ νομοθέτης, διότι, ἐὰν ἐνόει τοῦτο, δὲν ἤθελε κάμει διάκρισιν μεταξὺ ποταμῶν ἰχθυοτρόφων καὶ θαλασσίων ὑδάτων, διότι ὑπάρχουσι βεβαίως ποταμοὶ, οἵτινες ἔχουσι ψάρια, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ποταμοὶ, οἵτινες δὲν ἔχουσι. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὁ νόμος ἐπέτρεψε τὴν ἐνοικίασιν ἐκεῖ, ὅπου τὰ ψάρια μένουσι στάσιμα, διότι τὰ ψάρια, καίτοι τρέφονται εἰς ποταμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι ῥεῦμα ἰσχυρὸν, δὲν κατέρχονται μέχρι τῆς θαλάσσης, ἀλλὰ μένουσιν ἐπὶ τόπου, ἔνθα τρέφονται καὶ ἁλιεύονται. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὅλοι οἱ κύριοι συνάδελφοι γνωρίζουσι ποταμοὺς ἔχοντας ψάρια, ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω ποταμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάρχει ὁ καλλίτερος ἰχθὺς, ἡ πέστροφα. Τοιοῦτοι ἰχθύες ὑπάρχουσιν εἰς τὸν ποταμὸν Ἀχελῶον ἢ Ἀσπροπόταμον. Ἀπὸ τὰς πηγὰς τοῦ ποταμοῦ τούτου μέχρις ὡρισμένου σημείου, τῆς Βρέσταινας, δύνασθε νὰ εὕρητε τοὺς ἰχθῦς, κάτωθι ὅμως τοῦ σημείου τούτου δὲν εὑρίσκονται οὗτοι. Ἄρα μόνον ἐντὸς τοῦ μέρους ἐκείνου ὑπάρχουσι τὰ ψάρια αὐτά. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι οὐδεμία ἀμφιβολία μένει, ὅτι τὰ ὕδατα τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἰχθυοτρόφα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ἐκδίδωνται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς μίσθωσιν. Δὲν θέλω νὰ παρατείνω πολὺ τὸ ζήτημα· νομίζω ὅμως, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ παρακαλέσω θερμῶς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως, ἐὰν ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, εὐαρεστηθῇ νὰ πείσῃ καὶ ἐμὲ καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὄντως ὁ Ἀμβρακικὸς κόλπος δύναται νὰ θεωρηθῇ ἰχθυοτρόφα ὕδατα, καὶ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἐνοικιάζηται παρὰ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ μᾶς πείσῃ περὶ τούτου. Ἐὰν τὸ κατορθώσῃ, βεβαίως ἔχω καθῆκον νὰ παραιτηθῶ πάσης ἀξιώσεως, καὶ νὰ δεχθῶ, ὅτι ἡ ἐπαρχία μου καὶ τὰ μέρη ἐκεῖνα εὑρίσκονται ἀκόμη ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῆς Τουρκικῆς δουλείας. Πρὸς τούτοις ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι καὶ συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως πολὺ κακῶς ἐνοικιάζονται τὰ ὕδατα ταῦτα. Αἱ διακηρύξεις κατηρτίσθησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1854, καὶ ἀντιγράφονται κατ’ ἔτος αἱ αὐταί. Ἐν ταῖς διακηρύξεσι ταύταις γίνεται μνεία, ὅτι ἰχθυοτρόφα ὕδατα θεωροῦνται ἀπὸ ἑνὸς σημείου μέχρι τοῦ ὁρίου τοῦ διαχωρίζοντος τὴν ἐπαρχίαν Βονίτσης ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου. Οὕτω πως γράφει ἡ διακήρυξις. Ἀτυχῶς ὅμως ἀπὸ τοῦ 1854 καὶ ἐντεῦθεν, ἐνῷ ἐνοικιάζονται ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς διακηρύξεως, συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ ὕδατα τῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας Βάλτου. Καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν μέρος τῆς διακηρύξεως. (Ἀναγινώσκει αὐτό). Ἐνῷ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται ἡ διακήρυξις, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ἐνοικιάζει τὸ Δημόσιον, ἐν τούτοις ὁ ἐνοικιαστὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καρπῶται τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον καὶ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν περιφέρειαν αὐτοῦ μέχρι Καρβασσαρᾶ, ἐνῷ οὐδαμοῦ διαγράφεται τοιοῦτον δικαίωμα, ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα τίθεται ὅριον μέχρι τοῦ ὁρίου τοῦ διαχωρίζοντος τὴν ἐπαρχίαν Βονίτσης ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου. Ἔχω τὸν χάρτην τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, ὅπου φαίνεται ἀκριβῶς τὸ ὅριον τῆς Βονίτσης καὶ τοῦ Καρβασσαρᾶ, ἤτοι τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης καὶ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου. Προεκλήθη ἡ γνώμη τῶν διαφόρων ἀρχῶν ἀμφοτέρων τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ αἱ ἀρχαὶ ἐγνωμάτευσαν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς ἐνοικιάσεως τῆς θαλάσσης. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι αἱ ἀρχαὶ τῆς Βονίτσης τηλεγραφικῶς ἀνέφεραν, ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἐνοικιασθῇ τὸ ἰχθυοτροφεῖον τῆς Πούντας, ἐκτὸς τῆς θαλάσσης, ἀλλὰ τοῦτο, ὑποθέτω, δὲν ἔχει ἐπιρροὴν, διότι προτείνουσι μὲν αἱ ἀρχαὶ τῆς Βονίτσης, ὅτι συμφέρον ἔχει τὸ Δημόσιον νὰ ἐνοικιάσῃ καὶ τὴν θάλασσαν, οὐδεὶς ὅμως ὑφίσταται πρὸς τοῦτο λόγος, ἀφοῦ αἱ ἀρχαὶ τοῦ Καρβασσαρᾶ ἀνέφεραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ συνίστων τὴν κατάργησιν τῆς ἐνοικιάσεως τῆς θαλάσσης διὰ σπουδαιοτέρους λόγους. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀναγνώσω τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, ἵνα μὴ παρατείνω τὴν συζήτησιν. Ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον ἔχω καθῆκον καὶ πάλιν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν, εἶναι, ὅτι τὸ ἐνοίκιον, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἐνοικιαζομένης θαλάσσης μετὰ τοῦ ἰχθυοτροφείου τῆς Πούντας, ἀνήρχετο εἰς 103,000 δραχμὰς, ἐφέτος δὲ, κατόπιν μεγάλης πιέσεως, ἔφθασεν εἰς 106,000, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐπισήμων αὐτῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν τῷ φακέλῳ τούτῳ. Τὸ ἰχθυοτροφεῖον τῆς Πούντας ἐξεμισθοῦτο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς ἀντὶ ποσοῦ 50,000 δραχμῶν διὰ μίαν δεκαετίαν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ὅμως ταύτην δὲν προσέφεραν ποσὸν οἱ ἐνοικιασταὶ, ἵνα ἐνοικιάσωσι κεχωρισμένως τὸ ἰχθυοτροφεῖον τῆς Πούντας ἀπὸ τῆς θαλάσσης, καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἐξαναγκάσωσι τὸ Δημόσιον νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν θάλασσαν, διότι ἐξ αὐτῆς καρποῦνται μέγιστα ὀφέλη, ἐνῷ τὸ Δημόσιον οὐδεμίαν ὠφέλειαν καρποῦται. Ἐὰν ὅμως πρὶν ἐκτεθῶσιν εἰς δημοπρασίαν τὰ ἰχθυοτροφεῖα τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, τὰ ὁποῖα εἶναι ἕξ, ἤθελεν ἐξετασθῆ τοῦτο, ἤθελεν ἀφεθῆ ἐλευθέρα ἡ ἁλιεία εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἤθελε διακηρυχθῆ, ὅτι τὰ ἰχθυοτροφεῖα ἐνοικιάζονται μέχρι τῆς ἀκτῖνος αὐτῆς, βεβαίως τὸ ἐνοίκιον, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει τὸ Δημόσιον, ἤθελεν, ἄν ὄχι διπλασιασθῇ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ὑπερτιμηθῆ κατὰ 20 καὶ 30%. Τοῦτο γνωρίζω, διότι καὶ ἕτεροι ἁλιεῖς μετέβησαν εἰς Καρβασσαρᾶν, ὅπως λάβωσι μέρος εἰς τὴν δημοπρασίαν, διότι ἐγὼ εἶχον βεβαιώσει, ὅτι δὲν δύναται πλέον νὰ ὑπάρξῃ θάλασσα ἐκμισθωμένη, διότι ἡ τοιαύτη ἐκμίσθωσις εἶναι ληστεία, εἶναι ἐκβίασις ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου κατὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν· ἐκ τούτου δ’ ἐπείσθησαν αὐτοὶ νὰ προσφέρωσι τιμὰς μεγαλειτέρας, καὶ ἰχθυοτροφεῖον, τὸ ὁποῖον ἐξεμισθοῦτο διὰ μίαν δεκαετίαν ἀντὶ 2,900 δραχμῶν, ἐξεμισθώθη ἀντὶ 4,500, ὡς ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὸν φάκελον αὐτόν, ἀποδεικνύεται. Ἕτερον ἰχθυοτροφεῖον, ὅπερ ἐξεμισθοῦτο πρὶν ἀντὶ 24,500 δραχμῶν, ἐξεμισθώθη ἀντὶ 25,500. Τὰ ἰχθυοτροφεῖα Βονίτσης παρεχωρήθησαν εἰς τὰς αὐτὰς τιμὰς, διότι δὲν εἶχε προκηρυχθῆ δημοπρασία κεχωρισμένως τῶν ἰχθυοτροφείων ἀπὸ τῆς θαλάσσης, ὅτε δ’ ἐγένετο τοιαύτη διακήρυξις, τὰ ἰχθυοτροφεῖα ταῦτα ἦσαν ἐκμισθωμένα. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐφέτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κερδίσῃ τὰς 5,000 δραχμὰς ἐκ τῶν ἰχθυοτροφείων, θὰ τὰς κερδίσῃ ὅμως ἀσφαλῶς βραδύτερον, μετὰ τὴν λῆξιν δὲ τῆς δεκαετίας θὰ κερδίζῃ μεγαλείτερον ποσὸν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κερδίζει ἐκ τῆς θαλάσσης. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο δὲν ἤθελεν ἐπιτευχθῆ, εἶναι ἐπιτετραμμένον, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπαρχία ἀριθμοῦσα κατοίκους πλέον τῶν 15,000 νὰ ἐξακολουθῇ διατελοῦσα ὑπὸ τοιαύτην δουλείαν; Καὶ τοῦτο συμβαίνει ἐξαιρετικῶς μόνον εἰς τὰς ἐπαρχίας Βάλτου καὶ Βονίτσης. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ τοιαύτη ἐκμίσθωσις τῆς θαλάσσης; Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράττῃ ἐνοίκια ἀπὸ ἀνοικτὰ πελάγη, τότε τὸ μέτρον τοῦτο πρέπει νὰ ἦναι γενικόν· ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκμίσθωσιν ὅλων τῶν κόλπων καὶ θαλασσῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐξ ὧν τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράττῃ ἑκατομμύρια ὁλόκληρα, ἀντὶ τῶν ὀλίγων χιλιάδων, τὰς ὁποίας εἰσπράττει σήμερον μόνον ἐκ τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου. Τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, διότι, ἐνῷ τὸ Δημόσιον ζητεῖ παρὰ τῶν ἁλιέων τοῦ Καρβασσαρᾶ καὶ τῆς Βονίτσης νὰ πληρώνωσιν ἐνοίκιον διὰ τὴν ἀνοικτὴν θάλασσαν, ἐπιτρέπει ἀφ’ ἑτέρου εἰς τοὺς ξένους νὰ ἁλιεύωσιν ἐλευθέρως εἰς τὰ ἀνοικτὰ πελάγη, χωρὶς νὰ πληρώνωσι τίποτε. Διατὶ νὰ ἀφίνωμεν τόσα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον ἀπὸ ὅλα τὰ πελάγη, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν; Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ εἰσπράττωμεν 5,000, καὶ νὰ ἀφίνωμεν 20,000,000. Διότι, ἀφοῦ ὁ Ἀμβρακικὸς κόλπος, ὅστις εἶναι τὸ εἰκοστὸν τοῦ Κορινθιακοῦ, παρέχει εἰς τὸ Δημόσιον 50,000 δραχμὰς κατὰ δεκαετίαν, βεβαίως ὁ Κορινθιακὸς κόλπος θὰ προσφέρῃ 1,000,000. Ἐπίσης καὶ ὁ Ἀργολικὸς κόλπος θὰ δώσῃ καὶ αὐτὸς ἓν ἑκατομμύριον, καὶ οὕτω καθεξῆς ὅλοι οἱ κόλποι τῆς Ἑλλάδος βεβαίως θ’ ἀποδώσωσιν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα. Ἀλλὰ ποῦ ἀλλοῦ ὑπάρχει ἐκμισθωμένη θάλασσα; Παρακαλῶ ὅλους τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας παραλίους ἐπαρχίας, νὰ εἴπωσιν, ἂν ὑπάρχει ἀλλοῦ θάλασσα ἐκμισθωμένη.
§68Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ εἰς τὸν Κορινθιακὸν κόλπον ἔχουσιν ἐκμισθωθῆ μέρη τῆς θαλάσσης.
§69Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἡ θάλασσα δὲν δύναται νὰ ἦναι ἰχθυοτρόφα ὕδατα. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ βεβαιώσῃ καὶ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ θάλασσα εἶναι ἰχθυοτρόφα ὕδατα, βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ζητήσω τὴν κατάργησιν τῆς ἐκμισθώσεως τῆς θαλάσσης τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ μέτρον τοῦτο γενικῶς καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ καὶ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ θάλασσα εἶναι ἰχθυοτρόφα ὕδατα, ἔχω καθῆκον νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν συνδρομὴν πάσης τῆς Βουλῆς πρὸς ἀπελευθέρωσιν ἐκ τῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου δουλείας τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω.
§70Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τῆς ἐνοικιάσεως τῶν ἰχθυοτρόφων ὑδάτων τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου ἀπασχολεῖ διὰ δευτέραν φορὰν τὴν Βουλὴν σήμερον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου καὶ συνάδελφός μου ἀνέπτυξε σαφέστατα τὸ ζήτημα καὶ λίαν εὐγλώττως, ὥστε δὲν παρίσταται ἀνάγκη μακρηγορίας ἐμοῦ. Λαμβάνω τὸν λόγον μόνον, ἵνα συστήσω καὶ ἐγὼ μετὰ θέρμης εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως λάβῃ ἓν μέτρον ὁριστικὸν περὶ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν ὑδάτων τούτων. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ Δημόσιον πορίζεται ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν ἰχθυοτρόφων ὑδάτων τοῦ Ἀμβρακικοῦ 5,000 δραχμὰς ἐτησίως, ἀντὶ δὲ τῶν 5,000 τούτων δραχμῶν ὑποβάλλει ὁλόκληρον λαὸν τῶν ἐπαρχιῶν Βάλτου καὶ Βονίτσης εἰς τὴν δουλείαν τῶν ἑταιρειῶν, αἵτινες ἐνοικιάζουσι τὴν ἁλιείαν τῶν ἰχθυοτρόφων ὑδάτων. Ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, ἀπαλλάττουσα τὴν θάλασσαν ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως ταύτης, νὰ ἐνισχύσῃ τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ ἁλιέως καὶ τοῦ ἰχθυοπώλου ἐν Καρβασσαρᾷ καὶ Βονίτσῃ. Δυστυχῶς τώρα ὅλος ὁ ἁλιευτικὸς πληθυσμὸς, ὅλος ὁ ναυτικὸς πληθυσμὸς τῆς παραλίας τοῦ Ἀμβρακικοῦ καταγίνεται εἰς τὴν λαθραλιείαν καὶ τὸ λαθρεμπόριον. Πρὸς εἴσπραξιν λοιπὸν 5,000 δραχμῶν ἐνισχύομεν τὸ ἀδίκημα. Φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ ἐλαττώσῃ τὰς προσόδους τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο,—ὅπερ, δὲν λέγω ὅτι κατὰ παρερμηνείαν ἐκ προθέσεως τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἴσως κατ’ ἐσφαλμένην ἀντίληψιν τῶν ὅρων αὐτοῦ, εἰσπράττει, — ἐὰν, λέγω, ἀποφασίσῃ νὰ ἐλαττώσῃ τὰς προσόδους τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο, βεβαίως θὰ εὐεργετήσῃ ὁλόκληρον πληθυσμὸν καὶ θὰ ἀποδώσῃ τοῦτον εἰς τὴν ἐξάσκησιν ἐπιτηδεύματος νομίμου, ἐξ οὗ θὰ προκύψῃ ἀσφαλὴς ἡ πληρωμὴ ἴσου φόρου ἐπιτηδεύματος πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἐπὶ τούτοις παρακαλῶ καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὡρισμένως μέτρα εὐεργετικὰ ὑπὲρ τοῦ ἁλιευτικοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Βάλτου.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μελισσηνός.
§72Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐξηντλήθη τὸ θέμα; Δὲν θ’ ἀπαντήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργός;
§73Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, εἰς προγενεστέραν συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου βουλευτὴς κ. Στάϊκος ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν ἢ μᾶλλον σύστασιν, ὅπως τὸ Δημόσιον παραιτηθῇ τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τοῦ φόρου τούτου, ἐζήτησε δὲ τὴν κατάθεσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα κατέθηκα πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἔχω πρόχειρον εἰς τὴν μνήμην ὅ,τι ταῦτα ἠδύναντο νὰ παράσχωσιν εἰς ἐμὲ πρὸς μελέτην, ἑπομένως ἐπιφυλάσσομαι βραδύτερον νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου. Περὶ ἑνὸς καὶ μόνου πράγματος νομίζω ἀναγκαῖον σήμερον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ἰχθυοτροφεῖον, περὶ οὗ πρόκειται, ἐνοικιάζεται ἀφ’ ἧς ὑπάρχει ἡ Ἑλλὰς, οὐχὶ ἀπὸ τοῦ 1854 μόνον· δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν εἰς ἐμὲ, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ ταῖς παραστάσεσι τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Βάλτου, νὰ καταργήσω τὸ ἰχθυοτροφεῖον τοῦτο. Ἐκτὸς τούτου δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι μόνον ἐκεῖ ἐνοικιάζεται ἡ θάλασσα, διότι καὶ ἀλλαχοῦ ἐνοικιάζεται ἡ θάλασσα, οὐχὶ ὁλόκληρος, ἀλλὰ μία ἔκτασις τῆς θαλάσσης, χρησιμεύουσα ὡς ἰχθυοτροφεῖον. Κατ’ ἐμὲ, προκειμένου περὶ ἰχθυοτροφείου, τὸ ὁποῖον ἐνοικιάζεται ἀφ’ ἧς ὑπάρχει Ἑλλὰς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταργηθῇ ἡ ἐνοικίασις ἄλλως ἢ διὰ νόμου. Δύνανται λοιπὸν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν νόμου, καὶ ὅταν αὕτη ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν, θὰ σκεφθῶ καὶ θὰ ἐξενέγκω τὴν γνώμην μου.
§74Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§75ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τὰ ἴδια πάλιν!
§76Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ὑπάρχει σημείωμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ὃ ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ Ὑπουργείου ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐχὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἠλευθερώθη ἡ Ἑλλὰς, ἀλλὰ μόνον ἀπὸ τοῦ 1854 εἰσπράττεται ὁ φόρος οὗτος. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι ἡ κατάργησις αὐτοῦ εἶναι δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένῃ, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, δὲν ἀντιλέγω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἴσως εὔκολον νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἀποστέργω καὶ τὴν λύσιν ταύτην, οὐδὲ ἐπιθυμῶ νὰ καταργηθῇ τὸ ἰχθυοτροφεῖον δι’ ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι ἀποκλειστικῶς νὰ καταργηθῇ ἡ ἐνοικίασις τῆς θαλάσσης.
§77Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θὰ καταργηθῇ;
§78Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ.
§79Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ οὕτω. Δὲν εἶναι Σύλλογος, ὁ ὁποῖος ἐκδίδει ἀποφάσεις.
§80Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. .. ἐγὼ εἶμαι προθυμότατος μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ἐκ Βάλτου νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν νόμου· ἀλλὰ παρακαλῶ, τὴν πρότασιν ταύτην νὰ υἱοθετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ψηφισθῇ αὕτη μεταξὺ τῶν πρώτων νομοσχεδίων, διότι σήμερον ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων ἐξακολουθοῦσι νὰ πιέζωνται παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Δημοσίου, διότι τὰ μέρη ἐκεῖνα δὲν ἐμισθώθησαν εἰς ἐνοικιαστάς, ἀλλὰ φυλάσσονται ὑπὸ στρατιωτῶν, φυλάσσονται ὑπὸ τοῦ ἐφόρου, τοῦ τελώνου καὶ ὅλων τῶν ἀρχῶν. Ἐὰν λοιπὸν παραδεχθῆτε, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ νόμος, τοῦτο δέον νὰ γείνῃ ἀμέσως, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παραμένῃ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐκκρεμές. Ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀποδέχηται νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν αὐτῆς μεταξὺ τῶν πρώτων νομοσχεδίων, διότι πρόκειται περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τόπου, εἶμαι πρόθυμος νὰ τὴν ὑποβάλω.
§81ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τί θὰ λέγῃ ἡ πρότασις αὕτη;
§82Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Θὰ σκεφθῶ περὶ τούτου.
§83Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. 50 ἔτη ἐπέρασαν· ἂς περάσῃ καὶ ἓν ἔτος ἀκόμη.
§84Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς ἔτους, πρόκειται περὶ δεκαετοῦς ἐνοικιάσεως, κύριε Κουντουριώτη.
§85Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ νόμος καταργεῖ τὰ συμβόλαια τῶν ἐνοικιάσεων.
§86Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἔχω καὶ ἀναφορὰν ὅλων τῶν κατοίκων Καρβασαρᾶ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν τὸ θεωρῶ ζήτημα ἁπλοῦν, δὲν τὸ θεωρῶ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ μόνον ἐμέ, ὡς Βουλευτὴν καὶ ἀντιπρόσωπον τῆς ἐπαρχίας μου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ πρωτίστως τὴν Κυβέρνησιν· διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζῃ, ὅτι ὄντως μέχρι σήμερον εὑρισκόμεθα ὑπὸ τοιαύτην πίεσιν, ὅτι μέχρι σήμερον εἴμεθα δοῦλοι, καὶ θέλῃ νὰ μᾶς ἀφήσῃ δούλους, τὴν τοιαύτην δουλείαν βεβαίως ἐγώ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας μου, οὐδέποτε θὰ τὴν δεχθῶ.
§87Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Τί θὰ κάμῃς;
§88Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Θὰ κάμω, κύριε Γεράκη, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κάμῃ πᾶς φιλότιμος ἀνήρ, καὶ δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ μὲ διακόπτητε, ὅταν ἐγὼ ὁμιλῶ. Ἐπεθύμουν λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, νὰ εὐαρεστηθῆτε ν’ ἀποφανθῆτε περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§89ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τί ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς;
§90Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ νομίζω καὶ ἐπιμένω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου· νομίζω ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν καὶ δύναται μόνος ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀποφανθῇ περὶ τούτου. Θὰ ὑποβάλω δὲ πρότασιν ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, εἴτε δι’ ἀναστάσεως εἴτε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἂν πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ ἐνοικιάζῃ τὰ ὕδατα ταῦτα ἢ ὄχι.
§91Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοιαύτη πρότασις.
§92Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐὰν ἡ πρότασίς μου δὲν ἦναι νόμιμος, ἂς τὴν ἀπορρίψῃ ἡ Βουλή.
§93ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν παρηκολούθησα ἀπ’ ἀρχῆς τὴν συζήτησιν, διότι μόλις πρὸ ὀλίγου ἔφθασα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν ἐμελέτησα τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ ἴδω, τί εἰδικῶς συμβαίνει ἐν τῇ ὑποθέσει τοῦ Ἀμβρακικοῦ· ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἤκουσα λέγοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος δυναμένου νὰ λυθῇ διὰ νέου νόμου. Ἄν πρόκηται περὶ ἰχθυοτροφείου, καλῶς τοῦτο ἐνοικιάζεται. Ἄν πρόκηται περὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς προσκειμένης εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ἰχθυοτροφείου, δηλ. τῆς ἐκτάσεως τῶν διακοσίων μέτρων ἢ τῆς βολῆς τουφεκίου, ἐπίσης καλῶς ἐνοικιάζεται, διότι τὸ λέγει ὁ νόμος. Ἀλλ’ ἂν πρόκηται περὶ ἐκτάσεως πέραν τῆς βολῆς τουφεκίου, κακῶς ἐνοικιάζεται καὶ κακῶς ἐπιβάλλεται φόρος ἄνευ νόμου. Ἐὰν δὲ τοῦτο γίνεται ἀπὸ εἰκοσαετίας ἢ πεντηκονταετίας, δὲν ἕπεται ὅτι δὲν εἶναι παράνομον, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ σταματήσῃ ἡ παρανομία. Τὸ ζήτημα εἶναι πραγματικὸν, εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως τῶν ἐκτάσεων καὶ ἐκτιμήσεως τῆς ἰδιότητος τῶν ὑδάτων. Ἄν πρόκηται περὶ ἰχθυοτρόφων ὑδάτων, καθ’ ἣν ἔννοιαν ἀποδίδει εἰς τὸν ὅρον τοῦτον ὁ νόμος, καλῶς ταῦτα ἐνοικιάζονται. Ἄν πρόκηται οὐχὶ περὶ ὑδάτων ἰχθυοτρόφων, ἀλλὰ περὶ θαλάσσης γενικῶς, κακῶς ἐνοικιάζεται αὕτη. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λύσῃ. Τί θὰ εἴπῃ ἡ πρότασις νόμου; Ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἐνοικίασις τῆς θαλάσσης; Θὰ ἦτο ἀστεῖον. Θὰ εἴπῃ ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἐνοικίασις τῆς ἐκτάσεως τῶν διακοσίων μέτρων; Θὰ ἦτο ἀδικία καὶ παραίτησις δικαιώματος τοῦ Δημοσίου, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ πράξωμεν. Ἐπὶ τούτου λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀποφήνηται γνώμην.
§94Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας, ὁ ὁποῖος διακρίνεται πάντοτε ἐπὶ εὐφυίᾳ, ἐν τῷ θέματι τούτῳ εἰς ἕν λάθος περιέπεσεν, ὅτι δὲν ἀνέγνωσε τοὺς νόμους τοὺς σχετικούς· διότι, ἐὰν ἀνεγίνωσκε τοὺς νόμους, ἤθελεν εὕρει ἐν αὐτοῖς, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁρισμὸς ἰχθυοτροφείων. Οἱ νόμοι οἱ σχετικοὶ τοῦτο καὶ μόνον ἀναγράφουσιν, ὅτι ἐνοικιάζονται τὰ ἰχθυοτροφεῖα, τὰ θυννεῖα καὶ τὰ ἰχθυοτρόφα ὕδατα. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης αἱ Κυβερνήσεις ἐξέδιδον διὰ δημοπρασίας εἰς ἐνοικίασιν, ἐν ἀρχῇ πέντε ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1854 δὲ καὶ ἐντεῦθεν δέκα ἐτῶν, ὅλα τὰ ἰχθυοτρόφα ὕδατα, ὅσα ἐνόμιζον ὅτι εἶναι τοιαῦτα, καὶ οὕτως ἐχαρακτηρίσθη καὶ τὸ περὶ οὗ πρόκειται ἰχθυοτροφεῖον. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἐν τῷ νόμῳ ὁρισμὸς, καθ’ ὅν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἐλευθερίαν νὰ ἐκτιμήσῃ, ἄν εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἰχθυοτροφεῖον τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἄν εἶναι ἰχθυοτρόφα ὕδατα τὰ ὕδατα τῆς θαλάσσης δεῖνα ἢ δεῖνα, τότε θὰ εἶχε δίκαιον νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τοῦτο ἀπομένει εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκει ἓν καθεστὼς ὑπάρχον ἀφ’ ἧς ὑπάρχει ἡ Ἑλλὰς· λοιπὸν πῶς δύναται νὰ παραχωρήσῃ ἕν δικαίωμα τοῦ Δημοσίου ἄνευ νόμου καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι τὰ ὕδατα τὰ ἰχθυοτρόφα δεῖνα ἢ δεῖνα δὲν θὰ ἐνοικιάζωνται;
§95Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι καὶ ἄλλα ὕδατα τοιαῦτα.
§96Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορον. Περὶ τούτου εἶπον νὰ ὑποβληθῇ πρότασις νόμου, καὶ τότε θὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα εὐρύτερον.
§97ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, ἐκφράζων βαθεῖαν εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἀγαθὴν περὶ ἐμοῦ γνώμην του, νὰ περιαυτολογήσω, καὶ νὰ δηλώσω, ὅτι ἐγὼ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχω μελετήσει δι’ ἄλλους λόγους, οὐχὶ διὰ τὴν ὑπόθεσιν τὴν προκειμένην, εἶμαι δὲ κάτοχος τοῦ ζητήματος, καὶ γνωρίζω τὸ Διάταγμα τοῦ 1839, τοῦ ὁποίου ἡ ἰσχὺς παρετάθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1844 καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐδόθη ἰσχὺς νόμου διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1853. Γνωρίζω δὲ τὸν ὁρισμὸν, τὸν ὁποῖον δίδει ὁ νόμος ἐκεῖνος εἰς τὰ ἰχθυοτροφεῖα καὶ τὰ θυννεῖα καὶ εἰς τὰ ἰχθυοτρόφα ὕδατα, ὁρισμὸν ὅλως ἀόριστον, ἀλλ’ ὁρισμὸν, ὃν δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὁ νομοθέτης νὰ δώσῃ μᾶλλον ὡρισμένον, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι οἱ ἀναγινώσκοντες τὸν νόμον εἶναι κάτοχοι τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ Δικαίου, καὶ δύνανται ἐκ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ Δικαίου νὰ συμπληρώσωσι τὰς ἀοριστίας τοῦ νόμου. Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, προκειμένου περὶ ἰδιωτικῆς κτήσεως τοῦ Δημοσίου. — διότι τὰ ἰχθυοτροφεῖα ἀποτελοῦσιν ἰδιωτικὴν αὐτοῦ κτῆσιν, — νομίζει ὅτι δύναταί τις νὰ ἦναι κύριος ἢ κάτοχος μέρους μὴ ὑποπίπτοντος εἰς τὴν ἄμεσον αὐτοῦ κατοχήν; Νομίζει ὅτι δύναταί τις νὰ ἦναι κύριος τῶν πτηνῶν τοῦ οὐρανοῦ, ἢ δύναται νὰ ἦναι κύριος δὲν ἠξεύρω ποίων ἄλλων ὄντων, ἅτινα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρατήσῃ εἰς τὴν κατοχήν του; Ἀλλὰ προκειμένου περὶ θαλάσσης νομίζω ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν συγχίζει τὸ δυνατὸν ἢ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως τοῦ Κράτους μὲ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Κράτους ἐπὶ τῆς θαλάσσης, καὶ νομίζει ὅτι δύναται νὰ φθάσῃ ἡ ἰδιοκτησία αὐτοῦ εἰς ὅσον φθάνει ἡ βολὴ τοῦ τηλεβόλου, ἐνῷ ἡ ἔκτασις, ἣν καλύπτει ἡ βολὴ τοῦ τηλεβόλου, δὲν εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ Κράτους, εἶναι ἔκτασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐκτείνεται ἡ κυριαρχία τοῦ Κράτους. Ἡ ἰδιοκτησία τοῦ Κράτους εἶναι τὸ μέρος, ὅπερ δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κατοχὴν καὶ τὴν κάρπωσιν αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν ὁμιλῇ ὁ νόμος περὶ ἰχθυοτροφείων, ἐννοεῖ τὰ μέρη τὰ δυνάμενα νὰ περικλεισθῶσι καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐνεργῇ ἀποκλειστικῶς πράξεις κατοχῆς τὸ Δημόσιον. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἀνάγκη, τὰ ἰχθυοτροφεῖα ταῦτα, ὡς περιφράσσονται, νὰ ἔχωσι καὶ ἔκτασιν ἔξω τοῦ περιφράγματος, δυναμένην νὰ τρέφῃ ἢ νὰ προκαλῇ τοὺς ἰχθῦς, διὰ τοῦτο ἐδόθη τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἐνοικιάζῃ καὶ ἔκτασιν ἔξω τοῦ περιφράγματος μέχρι βολῆς τουφεκίου· καὶ «μέχρι βολῆς τουφεκίου», κατὰ τὴν τότε γνωστὴν δύναμιν τῆς βολῆς, σημαίνει μέχρι διακοσίων μέτρων. Ἀλλὰ τί εἶναι ἰχθυοτρόφα ὕδατα; Δὲν τὸ ὁρίζει ὁ νόμος. Τὸ γνωρίζει πᾶς ἁλιεὺς καὶ πᾶς κάτοικος παραλίου μέρους. Πρόκειται περὶ τῶν ὑδάτων, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ ἰχθῦς ἀποθέτουσι τὰ ὠά των, πρόκειται περὶ τῶν μερῶν, εἰς τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀνατραφῶσιν ἰχθῦς. Τὰ θυννεῖα ἀφορῶσιν εἰς ὡρισμένον εἶδος ἰχθύων. Ἐὰν ἡ ἔννοια τῶν ἰχθυοτρόφων ὑδάτων ἦτο γενικὴ καὶ ἠδύνατο νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς ἐννοίας τῆς εὐρείας, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἔλεγον, ὅτι ὁ Ἀμβρακικὸς κόλπος εἶναι ἰχθυοτρόφα ὕδατα, καὶ δύναται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὰ ἐνοικιάζῃ ὡς ἰδιοκτησίαν αὐτοῦ καὶ δύναται ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἁλιείαν· ἀπορῶ δὲ, πῶς δὲν ἔφθασε καὶ εἰς αὐτὸ, ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἁλιείαν ἐν ἀνοικτῇ θαλάσσῃ. Διατὶ ὄχι; Ἡ βολὴ τηλεβόλου μὲ τὰ νέα τηλεβόλα, δὲν ἠξεύρω μέχρι ποίου σημείου δύναται νὰ φθάσῃ. Εἰς ὅλα τὰ μέρη αὐτὰ δύναται ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἁλιείαν, μὲ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ Δημοσίου, διότι ὅλη ἡ θάλασσα αὐτὴ ἀνήκει εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ δὲν ἐνόει τοῦτο ὁ νόμος· ὁ νόμος ἐνόει, ὅτι ἰχθυοτρόφα ὕδατα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ γείνωσιν ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς κτήσεως, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ περικλεισθῶσι. Καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἔφθασε μέχρι τοῦ ὁρισμοῦ τῆς ἰδιότητος τοῦ κτήματος αὐτοῦ· ὅταν ὁ νόμος ὁρίζῃ ὅτι οἱ ἰχθῦς εἶναι ἀκίνητα, ἐφ’ ὅσον περικλείονται ἐν λίμνῃ, χαρακτηρίζει καὶ τὰ θυννεῖα καὶ τὰ ἰχθυοτροφεῖα ὡς ἀκίνητα, ἐφ’ ὅσον δύνανται νὰ περικλεισθῶσι καὶ νὰ δώσωσιν ἀσφαλῶς ὡς εἰσόδημα εἰς τὸ Δημόσιον πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ περικλεισθῇ ἐν αὐτοῖς. Αὐτὰς τὰς ἰδέας ἔχω ἐγὼ περὶ τῶν ὁρισμῶν, καὶ αὐτὰς τὰς γνώμας περὶ τῶν νόμων ἐν γένει τῶν σχετικῶν. Διὰ τοῦτο ὑπεστήριξα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ἐνοικιάζῃ ἰχθυοτροφεῖα, μέρη δηλαδὴ περικεκλεισμένα, καὶ τὴν ἔκτασιν τὴν παρομαρτοῦσαν δυνάμει τοῦ νόμου, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ἐνοικιάζῃ ἰχθυοτρόφα ὕδατα, καθ’ ὃν ὁρισμὸν δίδει ἡ φράσις, καλῶς πράττει καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην νόμου. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ἐνοικιάζῃ ἢ ν’ ἀπαγορεύῃ τὴν ἁλιείαν εἰς τὸ ἀνοικτὸν πέλαγος, δὲν πράττει συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἐνοικίασις τῆς ἀνοικτῆς θαλάσσης. Ἐγώ, ἐὰν ὑποβληθῇ τοιαύτη πρότασις, θὰ γελάσω.
§98Κ. ΓΡΙΒΑΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐνδιαφέρει τὸ ζήτημα τὴν ἐπαρχίαν μου ἐμμέσως, συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν προλαλήσαντα κ. Στάϊκον, καὶ παρακαλῶ νὰ δοθῇ ταχέως νόμιμος καὶ δικαία λύσις.
§99Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐπιφυλασσόμεθα, κύριε Πρόεδρε.
§100Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Μίαν πληροφορίαν, κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ λάβω παρ’ ὑμῶν. Ἀναγινώσκομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ καθ’ ἑκάστην ἀκούομεν ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὑφ’ ὑμῶν διορισθεῖσα διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ στρατολογικοῦ νομοσχεδίου, παρῃτήθη. Τὸ τοιοῦτον εἶναι πραγματικόν;
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ μέχρις αὐτῆς τῆς ὥρας οὐδὲν γνωρίζω.
§102Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Τότε, ἀφοῦ δὲν παρῃτήθη καὶ ἀφοῦ παρίσταται ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης κ. Κωνσταντόπουλος, θὰ τὸν παρακαλέσω, — δι’ ὑμῶν βεβαίως, διότι δὲν δύναμαι ν’ ἀποταθῶ πρὸς τὸν κ. συνάδελφον, — ὅπως ἐν τῇ ἐπεξεργασίᾳ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν μία δικαία αἴτησίς μου. Πολλοὶ ἐκ τῶν δημάρχων διαφόρων μερῶν τῆς Ἑλλάδος κατὰ λάθος διέγραψαν ἐκ τοῦ μητρώου τῶν ἀρρένων κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος πολλοὺς ἐκ τῶν κληρωτῶν ὡς τεθνεῶτας, τοῦτο δὲ συμβαίνει ὄχι μόνον εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα μέρη, καὶ ἐν Πάτραις, ὡς θὰ εἶναι γνωστόν, νομίζω, καὶ εἰς τὸν κ. Γούναρην, τὸν παρακαθήμενόν σας. Εἰς πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος διέγραψαν πολλοὺς τῶν κληρωτῶν ὡς τεθνεῶτας. Βεβαίως οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ὑπάρχουσι, καὶ ἀφοῦ ὑπάρχουσι, θὰ ζητήσωσι τὴν διόρθωσιν, καὶ θὰ ἐγγραφῶσιν ἐν ἀρχῇ τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος τοῦ ἑπομένου ἔτους, συμφώνως πρὸς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας, καὶ θὰ ὑποστῶσι κλήρωσιν· ἀλλὰ δὲν εἶναι σκληρὸν, ἀφοῦ κατὰ λάθος τῆς προϊσταμένης δημοτικῆς ἀρχῆς διεγράφησαν ἐκ τοῦ μητρώου, νὰ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας τοῦ νόμου; Δὲν θὰ ἦναι σκληρὸν, ἄνθρωποι, οἵτινες, κατὰ τὸν νῦν ἰσχύοντα νόμον, ἂν ὑφίσταντο κλήρωσιν, θὰ ἀπηλλάσσοντο τῆς ὑποχρεώσεως, διότι ἦσαν ἢ μονογενεῖς ἢ πρωτότοκοι ζῶντος πατρὸς, δὲν θὰ ἦναι σκληρὸν, ἐνῷ κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον πρωτότοκοι χήρας γυναικὸς ἀπαλλάσσονται ἀντὶ ἀντισηκώματος 50 δραχμῶν, δὲν θὰ ἦτο ἀποτρόπαιον ἕνεκα τοῦ λάθους τοῦ δημάρχου νὰ πληρώσωσι διὰ τὴν ἀπαλλαγήν των δραχμὰς 305; Δύο τοιαῦτα παραδείγματα ἔχω ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι κληρωτῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον θὰ ἀπηλλάσσοντο ἀντὶ ἀντισηκώματος 50 δραχμῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ τὸ κανονίσῃ, διότι θὰ ἦναι λίαν σκληρὸν νὰ ὑποστῶσιν οἱ κληρωτοὶ τὰς συνεπείας τοῦ νόμου ἕνεκα τοῦ λάθους τοῦ δημάρχου.
§103Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος ἐξελέξατο, δὲν παρῃτήθη, ἐργάζεται. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι πολλὰ τῶν μελῶν, τῶν διορισθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, δὲν ἐνεφανίσθησαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, οὐχ ἧττον τέσσαρα ἕως πέντε μέλη ἐξακολουθοῦσιν ἐργαζόμενα συντόνως. Ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς τῆς αὔριον θὰ δυνηθῶμεν νὰ περατώσωμεν τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ δυσχερὲς ἕνεκα τῆς ἐκτάσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῶν διαφόρων γνωμῶν. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συνεζητήθη τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφαίνεται αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐμόρφωσε περὶ τούτου γνώμην, ὅταν δὲ θὰ ὑποβληθῇ ἡ γνώμη αὐτῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ γείνῃ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις.
§104Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐγὼ σύστασιν ἔκαμα.
§105Ι. ΔΑΜΗΛΑΤΗΣ. Ἀπεστάλη εἰς ἐμὲ τηλεγράφημα ἐκ Καλαμῶν, τὸ ὁποῖον καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἔχει δὲ οὕτω: «Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καλαμῶν παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ μεταθέσῃ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου κ. Ἰωάννην Βελιμέζην.»
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σάκκης ζητεῖ ἐγγράφως διαφόρους πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§107Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ Ναξίας σμύριδος, τὸ ὁποῖον πρὸ ἡμερῶν κατέθεσα, καὶ τὸ ὁποῖον ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ, θὰ ἐγγραφῇ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι τὸ νομοσχέδιον «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1904» εἰς τρίτην συζήτησιν.
§109Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, κύριοι Βουλευταί, εἶχον ζητήσει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ νομοσχεδίου καὶ δύο λέξεις, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τοὺς διαθεσίμους. Τοῦτο ἔπραξα, ὡς ἐδήλωσα καὶ τότε, ὅπως σχετισθῇ ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος περὶ στρατολογίας μὲ τὸν ἐπιψηφισθησόμενον νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Τότε μοὶ ἐγένοντο ἀντιρρήσεις, καὶ ἄλλοι μὲν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ἐζήτησαν, ὅπως ἡ διάταξις αὕτη ἀναγραφῇ εἰς τὸν νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἄλλοι δὲ εἰς τὸν νόμον περὶ στρατολογίας, ὄχι δὲ εἰς τὸν νόμον τοῦτον, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ τὴν ἐτησίαν δύναμιν τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ τροπολογία μου πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι εἶναι προσωρινὴ διάταξις, καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι προσωρινόν, εἶναι νόμος ἐτήσιος, ἐνῷ οἱ ἄλλοι νόμοι εἶναι πάγιοι, καὶ προσωρινὴ διάταξις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγραφῇ εἰς πάγιον νόμον. Ἐν τούτοις δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητῶ, νὰ σχετισθῇ δηλ. ὁ νόμος περὶ στρατολογίας μὲ τὸν νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, αὐτὸ τὸ ἔχομεν ἤδη ἐκ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ στρατολογίας. Ἠθέλησα μᾶλλον νὰ δικαιολογήσω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα.
§110Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ εἶχον κάμει παρατήρησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ δικαιολογήσω αὐτήν. Ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία ἐγένετο τότε, ἀφεώρα τὸ ἄτακτον τῆς τροποποιήσεως παγίου νόμου περὶ στρατολογίας διὰ τοῦ ἐτησίου νόμου περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Ὁ ἐτήσιος νόμος περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἔχει μόνον ἕνα σκοπὸν, τὸν σκοπὸν τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κληρωτῶν, τοὺς ὁποίους θὰ καλέσωμεν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τροποποιηθῇ ὁ στρατολογικὸς νόμος διὰ τοῦ ἐτησίου νόμου.
§111Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ἐτροποποιεῖτο, ἀλλ’ ὅτι ἐπανελαμβάνετο μία διάταξις ὑπάρχουσα ἐν τῷ νόμῳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1904».)
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ ὀργανισμοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν». (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5, 6 καὶ 7, ὡς ἔχουσιν). Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχουσι τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Ὁ κύριος Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§113Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶμαι εἰδικὸς εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλ’ ἡ σπουδαιότης ἀκριβῶς τοῦ θέματος μὲ ἔκαμε κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, καθ’ ἃς δὲν εἰργάζετο ἡ Βουλὴ, νὰ μελετήσω τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὠργανίζοντο καὶ ὀργανίζονται τὰ Γενικὰ Ἐπιτελεῖα εἰς τὰ διάφορα Κράτη. Καὶ εἶδον, ὅτι ὑπάρχουσι δύο συστήματα, τὸ σύστημα τὸ λεγόμενον τοῦ ἀνοικτοῦ σχηματισμοῦ αὐτῶν διὰ τῆς ἀποσπάσεως ἐκ τῶν διαφόρων σωμάτων, καὶ τὸ σύστημα τοῦ κλειστοῦ σχηματισμοῦ, τοῦ μὴ ἀποσπῶντος, ἀλλ’ ἔχοντος μόνιμον πηγὴν, ἐξ ἧς λαμβάνουσι τοὺς ἐπιτελεῖς. Ἡ μελέτη, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην, μὲ ἔπεισεν, ὅτι καὶ τὸ ἓν σύστημα καὶ τὸ ἄλλο περιέχουσι τὰ πλεονεκτήματά των. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ἓν Βασίλειον συγκείμενον ἐκ δύο Κρατῶν, ἔχει διῃρημένον τὸν στρατόν του, ἡ Νορβηγία καὶ ἡ Σουηδία· καὶ ἡ μὲν Σουηδία παραδέχεται τὸ κλειστὸν σύστημα, ἡ δὲ Νορβηγία τὸ ἀνοικτόν. Δὲν ἔχω νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν Κράτος ἀπήντησα τὸν σχηματισμὸν Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν δι’ ἀποσπάσεως ἀξιωματικῶν, χωρὶς νὰ προσδιορίζωνται προσόντα ὡρισμένα καὶ διαγωνισμοὶ διὰ τοὺς ἀποσπωμένους ἀξιωματικούς· διὰ τὸν ἀρχικὸν σχηματισμὸν Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν παρεδέχθησαν προσόντα ὡρισμένα καὶ δοκιμασίαν. Δὲν εἶχον τότε ἀξιωματικοὺς πτυχιούχους, διελθόντας εἰδικὰς Σχολὰς, ὅπως σήμερον πανταχοῦ οἱ ἐπιτελεῖς διανύουσι χρονικὸν διάστημα ἀρκετὰ μακρὸν εἰς εἰδικὰς Σχολὰς, ὅπου ἀποκτῶσιν εἰδικήν τινα παίδευσιν διὰ τὰς διαφόρους ἀσχολίας, τὰς λίαν εὐρείας καὶ σπουδαίας, τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Πάντες σήμερον οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ εἰς τὸ ἓν καὶ εἰς τὸ ἄλλο σύστημα διανύουσι σπουδὰς καὶ ὑφίστανται ἐξετάσεις ἐν διαγωνισμῷ πρὶν καταταχθῶσιν, εἴτε δι’ ἀποσπάσεως εἴτε ὁριστικῶς, εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἀκόμη δὲν ἔχωσι πτυχιούχους ἢ ἀρκούντως πεπαιδευμένους ἀξιωματικούς, ἵνα καταταχθῶσιν εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον, πάντοτε ἐκλέγουσι μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες κέκτηνται προσόντα ἀνάλογα, ἂν ὄχι ἴσα, πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπέκτων μετὰ τὴν σπουδὴν, καὶ κατατάσσουσιν αὐτοὺς εἰς τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον μετὰ διαγωνισμόν. Καὶ πρὶν ἀκόμη μορφωθῶσι πτυχιοῦχοι, καὶ πρὶν ἀκόμη μορφωθῶσιν εἰδικῶς, πάλιν καὶ τότε ἐκ τοῦ συνόλου τῶν ἀξιωματικῶν κατόπιν δοκιμασίας καὶ συνεπείᾳ ὡρισμένων προσόντων καὶ διὰ διαγωνισμοῦ ἐλαμβάνοντο καὶ κατετάσσοντο εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 δὲν βλέπω τοιοῦτόν τι, διότι τοῦτο λέγει, ὅτι «διὰ τὴν ἀρχικὴν σύνθεσιν τοῦ Σώματος μετατίθενται κατ’ ἀνώτατον ὅρον δώδεκα ἐν ὅλῳ ἀξιωματικοί, ἤτοι τέσσαρες ταγματάρχαι ἢ ἀντισυνταγματάρχαι καὶ ὀκτὼ ὑπολοχαγοὶ καὶ λοχαγοὶ ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ παρόντος νόμου προβλεπομένων ὅπλων.» Ἀλλὰ ποῖα προσόντα θὰ ἔχωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι; ποίαν δοκιμασίαν θὰ ὑποστῶσιν, ἵνα ἀποδείξωσιν ὅτι εἶναι οἱ καταλληλότεροι νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ Σῶμα καὶ ν’ ἀποτελέσωσι τὸν πρῶτον πυρῆνα; Νομίζω ὅτι καὶ ἡμεῖς, ἀκολουθοῦντες τὰ παραδείγματα ὅλων τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ὅταν ταῦτα κατ’ ἀρχὰς συνέστησαν Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν, πρέπει νὰ ὁρίσωμεν προσόντα τινὰ καὶ διαγωνισμόν τινα, ὅπως ἐξευρεθῶσιν οἱ κατάλληλοι, οἱ ὁποῖοι νὰ σχηματίσωσι τὸν πρῶτον πυρῆνα τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῶσι ταῦτα ἐν τῷ ἄρθρῳ 8.
§114Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου μακρὰ ἐγένετο συζήτησις, ὡς ἀφορμὴ δὲ ἐχρησίμευσεν αὐτὸ τοῦτο τὸ ὄγδοον ἄρθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ πολλαὶ ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι. Κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου μακραὶ ἐπίσης ἐπηκολούθησαν συζητήσεις, προσλαβοῦσαι γενικώτερον χαρακτῆρα, καὶ μάλιστα προὐτάθη καὶ ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως. Κατὰ συνέπειαν, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου τοσοῦτον σοβαροῦ, τοσοῦτον σπουδαίου, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον νὰ δώσῃ εἰς τὸ στράτευμα τὴν ἰσχὺν, τὴν ὁποίαν πάντες ἐπιθυμοῦμεν, νομίζω ὅτι θὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς ἐμὲ γενικώτερον ὁπωσδήποτε νὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον, ἀφορμὴν ἔχων πάντοτε τὸ ὄγδοον ἄρθρον. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἔλεγον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συγκιρνᾷ τὰ πλεονεκτήματα δύο συστημάτων, τοῦ Γαλλικοῦ καὶ τοῦ Γερμανικοῦ, καὶ ἀπωθεῖ κατὰ τὸ δυνατὸν τὰ μειονεκτήματα ἀμφοτέρων. Σημειωτέον, ὅτι καὶ ἡ Γαλλία τὸ αὐτὸ εἶχε μετὰ τῆς Γερμανίας σύστημα, ἀλλ’ ἀπεμακρύνθη μετὰ τὸ 1870 ἐκ τοῦ συστήματος τούτου, διότι ἐνόμισεν, ὅτι τὰς ἀποτυχίας της καὶ τὰς συμφοράς της τὰς ἐθνικὰς εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἀποδώσῃ. Τὸ δημιουργούμενον νέον Σῶμα, ἔλεγον τότε, ὅτι τὸ εὑρίσκω τολμηρὸν, διότι δὲν νομίζω, ὅτι τὰ μικρὰ Κράτη πρέπει νὰ προβαίνωσιν εἰς καινοτομίας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὑποχρέωσιν ἔχουσι νὰ λαμβάνωσιν ὡς ὑπόδειγμα ἄλλα μεγάλα στρατιωτικὰ Κράτη, προηγμένα ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικῆς ἐπιστήμης. Ὁπωσδήποτε ὅμως, καὶ τότε ηὐχόμην καὶ τώρα εὔχομαι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ἀποβῇ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ στρατεύματος ἐπιψηφιζόμενον. Ἐγὼ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν δὲν τὴν προσδοκῶ ἀπὸ τὸ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον σύστημα· τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν ἀπεκδέχομαι αὐτούσιον ἀπὸ τὴν ἰδιότητα, τὰ προσόντα, τὰς γνώσεις, καὶ διὰ νὰ ἦμαι περιεκτικώτερος, ἀπὸ τὰ πρόσωπα, ἅτινα θ’ ἀποτελέσουν τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν εἶναι προωρισμένον ν’ ἀποτελέσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ κτίσωμεν στερεὸν καὶ ὑπερύψηλον τὸ στρατιωτικὸν οἰκοδόμημα· οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν εἶναι προωρισμένον νὰ παρασκευάσῃ ἐν εἰρήνῃ στρατὸν καλῶς συντεταγμένον, καὶ νὰ συντελέσῃ ἐν πολέμῳ εἰς τὰς νίκας αὐτοῦ. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν εἶναι προωρισμένον νὰ κανονίσῃ τὴν ὀχύρωσιν τῆς χώρας καὶ νὰ ὁρίσῃ τὸν τόπον καὶ τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον ἀκόμη τῆς ἐνεργείας. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν εἶναι προωρισμένον νὰ δώσῃ τὸ ἔδαφος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ βλαστήσουν οἱ ἡρωϊσμοὶ καὶ τὰ μεγαλουργήματα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, προκειμένου περὶ τοσοῦτον σοβαρᾶς ὑπηρεσίας, ἀναγνωρίζετε σεῖς, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τοιαύτην πεποίθησιν εἰς πρόσωπα, προκειμένου εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἕτερον νὰ ἐφαρμόσωμεν σύστημα; Ἐγὼ τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχομεν. Καὶ τοῦτο μαρτυρεῖ ἡ ἐν γένει στρατιωτικὴ τῆς χώρας ἡμῶν κατάστασις, τὸ βροντοφωνεῖ δὲ ὁ τελευταῖος ἀτυχὴς ἡμῶν πόλεμος. Καὶ σπεύδω νὰ εἴπω, ὅτι ἔχομεν ἀξιωματικοὺς καλοὺς, τελείως μεμορφωμένους, γενναίους ἄνδρας, κεκτημένους ἴσως ἱκανὰ ἐφόδια, ἵνα καταστῶσιν ἱκανοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἐπιτελείου, ἀλλ’ ὅπως φθάσωσιν εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των, εἶναι ἀνάγκη νὰ τύχωσιν ἄλλης ὑψηλοτέρας μορφώσεως, νὰ τύχωσιν ἄλλου περιβάλλοντος. Τὰ μικρὰ Κράτη, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ Ἑλλὰς, οὔτε τὴν μόρφωσιν ἐκείνην εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωσιν, οὔτε τὸ περιβάλλον ἐκεῖνο ἔχουσι, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ἄλλα Κράτη τοῦ Αἵμου, ὡς τὴν Βουλγαρίαν καὶ τὴν Ρουμανίαν, ἡ ὁποία σήμερον παρουσιάζεται ὡς πρότυπον στρατιωτικοῦ Κράτους, αὐτὴν τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν, αὐτὴν τὴν ἡρωϊκὴν Ἰαπωνίαν, ὅτι προσέφυγον, προκειμένου νὰ καταρτίσωσιν ἀξιωματικοὺς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, εἰς ἄλλα Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι προηγμένη ἡ στρατιωτικὴ ἐπιστήμη, προσέφυγον εἰς τὴν Γερμανίαν, προσέφυγον εἰς τὴν Γαλλίαν. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν θὰ ἐπεθύμουν ὡς ἐπικεφαλίδα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ εἶχεν, ὅτι, «προκειμένου ἡ Ἑλλὰς νὰ συστήσῃ Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἐμπιστευθῇ τὰς τύχας της ἐν τῷ μέλλοντι, προσκαλοῦνται οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ κεκτημένοι ὡρισμένα προσόντα νὰ προσέλθωσι καὶ διαγωνισθῶσιν»· ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες ἤθελον ἐπιτύχει ἐν τῷ διαγωνισμῷ, ν’ ἀποσταλῶσι δαπάναις τῆς Πολιτείας ἐκεῖ, ἀφ’ ὅπου ἀσφαλῶς θὰ προσκομίσωσιν ἐνταῦθα τὰς γνώσεις, τὰς ἀπαραιτήτους δι’ ἀξιωματικοὺς τοιαύτης ἀποστολῆς. Διὰ τοῦ ἄρθρου 8, τοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ἀναγραφομένου, τί νομίζετε ὅτι θὰ συμβῇ; Θὰ συγκεντρωθῶσιν οἱ διάφοροι ἀξιωματικοὶ, οἱ διεσπαρμένοι εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας — οἱ ἄλλως τε καλοὶ ἀξιωματικοὶ — καὶ θὰ τοποθετηθῶσιν εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν. Φρονεῖτε σεῖς ἐν πεποιθήσει, ὅτι ἡ τοποθέτησις αὕτη, ἡ μεταλλαγὴ τῆς ἐνδυμασίας, ἡ μεταλλαγὴ τῆς ὀνομασίας, θὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν ἀπαιτουμένην σοφίαν; Βεβαίως ὄχι. Ἀλλὰ τί θὰ συμβῇ; Θὰ συμβῇ ὅλως διόλου τὸ ἀντίθετον· ἤθελε δώσει τὸ ἄρθρον 8 τόπον εἰς παρεξήγησιν, ὅτι δημιουργοῦμεν θέσεις, ὅτι τὰς θέσεις τὰς δημιουργοῦμεν διὰ τὰ πρόσωπα, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο δημιουργοῦμεν, ἵνα μεταθέσωμεν εἰς αὐτὸ ἀξιωματικούς, οἵτινες νὰ καταλάβωσι προϊόντος τοῦ χρόνου τὰς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δημιουργουμένας νέας θέσεις. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἤθελον ἐπιζητήσει ἢ μᾶλλον ἤθελον συστήσει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ τροπολογίαι, αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ στρατηγοῦ, τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας Βουλευτοῦ. Αἱ τροπολογίαι αὗται, αἱ κατὰ τὴν βάσιν μὴ θίγουσαι τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ συντελοῦσαι εἰς τὸ νὰ καταρτισθῇ ἀρτιώτερον καὶ μᾶλλον προσεγγίζον εἰς τὸν σκοπόν του, δέον νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ δημιουργῶμεν Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ἄλλην ὑπηρεσίαν θὰ μᾶς δώσῃ ἢ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδιδον μέχρι τοῦδε οἱ διάφοροι ἀξιωματικοί, οἵτινες θὰ τὸ ἀποτελέσωσι, καὶ οἱ ὁποῖοι πρὶν ὑπηρέτουν εἰς διαφόρους ἄλλας ὑπηρεσίας. Διὰ τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας συναδέλφου τροπολογίας οἱ ἀξιωματικοὶ, οἵτινες θὰ ληφθῶσι κατ’ ἀρχὰς καὶ οἵτινες θ’ ἀποτελέσωσι τὴν πρώτην σύνθεσιν τοῦ Σώματος, — ἀφοῦ εἶναι ἀνάγκη τέλος πάντων νὰ προσληφθῇ εἷς ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν, — οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ τοποθετηθῶσιν ὁριστικῶς εἰς τὸ Σῶμα αὐτό, ἀλλὰ πρέπει νὰ διατελέσωσιν ἀπεσπασμένοι, μέχρις οὗ καταρτισθῶσιν οἱ ἱκανοὶ διὰ τὸ Σῶμα τοῦτο ἀξιωματικοί. Ἡ τροπολογία λέγει: «Εἰς τὸ ἄρθρον 8 προστίθεται δευτέρα παράγραφος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Οἱ ὡς ἀνωτέρω μετατιθέμενοι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ θεωροῦνται ὡς ἀνήκοντες εἰς τὰ ὅπλα, ἐξ ὧν προῆλθον.» Δὲν ἐπέρχεται καμμία μεταβολή· εἶναι πρόσκαιρος ἡ ἀπόσπασίς των, μέχρις ὅτου δημιουργηθῇ τὸ ὑλικὸν τὸ κατάλληλον ν’ ἀποτελέσῃ τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω κανένα, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἔχομεν ἱκανοὺς ἀξιωματικούς, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀξιωματικοὺς κεκτημένους τελείαν μόρφωσιν, ὥστε νὰ δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι τὸ σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Βεβαίως ἔχομεν πολλοὺς ἀξιωματικοὺς συγκεντροῦντας ὅλα τὰ ἐφόδια, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα, ἵνα ἐκπαιδευθῶσιν εἰδικῶς, ὅπως χρησιμεύσωσιν ὡς ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἐπιτελείου. Ἑτέρα τροποποίησις εἶναι ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 προτεινομένη ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐξ Ὕδρας συναδέλφου, ἔχουσα οὕτω: «Τὸ ἄρθρον 10 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου διαγράφεται ἡ λέξις «Κράτους», ἔτι δὲ διαγράφεται τὸ ἐδάφιον βʹ, ὡς καὶ ἡ κατόπιν παράγραφος. «Προστίθενται δὲ αἱ ἀκόλουθοι παράγραφοι: «Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀποστέλλεται κατ’ ἔτος, κατόπιν διαγωνισμοῦ καὶ δαπάναις τοῦ Δημοσίου, ἀνάλογος ἀριθμὸς ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν, ὅπως ἐκπαιδευθῶσιν εἰς τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος ἀνωτέρας ξένας Στρατιωτικὰς Σχολάς. Ἐκ τούτων οἱ εὐδοκιμήσαντες κατὰ τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις καὶ λαβόντες τὸ πτυχίον τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας μετατίθενται, οἱ μὲν ὑπολοχαγοὶ εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν πρὸς πλήρωσιν κενῶν θέσεων, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 9 τοῦ παρόντος νόμου, οἱ δὲ ἀνθυπολοχαγοὶ ἐπανέρχονται εἰς ἃ ἀνήκουσιν ὅπλα.» Κατὰ συνέπειαν αἱ θέσεις αἱ προβλεπόμεναι ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τῶν 2 συνταγματαρχῶν, τῶν 5 ἀντισυνταγματαρχῶν, τῶν 5 ταγματαρχῶν, τῶν 8 λοχαγῶν καὶ τῶν τεσσάρων ὑπολοχαγῶν, μέχρις ὅτου ἐπανέλθωσιν οἱ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐκπαιδευθησόμενοι θὰ μένωσι κεναί· θὰ κατέχωνται μὲν ὑπὸ τῶν ἀπεσπασμένων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ προσωρινῶς. Αὐταὶ θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἔπαθλον τῶν μελετῶν, τῶν κόπων, τῶν γνώσεων, τὰς ὁποίας θ’ ἀξιώσωμεν ἀπὸ τοὺς ἐπανερχομένους ἀξιωματικούς.
§115Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοὺς λοχαγοὺς καὶ ὑπολοχαγοὺς;
§116Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα. Τί θὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς ἐπανερχομένους, ἐὰν πληρώσωμεν τὰς θέσεις ἐκ τῶν προτέρων δι’ ἀξιωματικῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ στράτευμα καὶ μὴ εἰδικῶν εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν; Ἑπομένως, ὅταν ἐπανέλθωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, φέροντες πτυχίον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ φαίνηται ὅτι ἐκρίθησαν ἱκανοί, θὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν ὡς λοχαγοὶ καὶ ὑπολοχαγοί, καὶ προϊόντος τοῦ χρόνου, ἐφ’ ὅσον θ’ ἀποκτῶσι προσόντα, θὰ προάγωνται. Αἱ θέσεις αὗται ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον.
§117Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κατὰ τὴν ἰδέαν σας λοιπὸν, αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθωσι, πρόκειται ἀμέσως νὰ γείνωσιν ἀντισυνταγματάρχαι;
§118Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§119Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐὰν οἱ ἀξιωματικοί, τοὺς ὁποίους λέγετε, ἀφοῦ μετατεθῶσι, θὰ θεωρῶνται ὡς ἀνήκοντες εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, αὐτοὶ θὰ κατέχωσι τὰς θέσεις;
§120Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖτε, τί θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο, ὅτι θὰ θεωρῶνται ἀνήκοντες εἰς τὸ Σῶμά των. Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς των· θὰ προάγωνται κατὰ λόγον τῆς θέσεώς των ἐν τῷ Σώματι, καὶ συμφώνως μὲ τὸν ἰσχύοντα περὶ προβιβασμῶν νόμον, ὅστις καὶ προσόντα καὶ χρόνον ὁρίζει.
§121Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνοήθητε, κύριε.
§122Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προαγωγῆς· διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ εἰσαχθέντες εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ἐπειδὴ τὸ σύστημα εἶναι διττόν, δηλαδὴ μετέχει καὶ τοῦ κλειστοῦ καὶ τοῦ ἀνοικτοῦ, δὲν εἶναι ὁριστικῶς ἀξιωματικοὶ ἀνήκοντες εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν· δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ Σῶμά των· ἑπομένως αὐτό, τὸ ὁποῖον νομίζετε ὅτι ἐπιδιώκετε, τὸ νομοσχέδιον τὸ προβλέπει, περιέχον τοιαύτην διάταξιν, ὅτι δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ Σῶμά των.
§123Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί σᾶς δυσκολεύει λοιπὸν νὰ τοὺς ἀποσπάσητε; Διατὶ αὐτὴ ἡ τάσις, αὐτὴ ἡ μανία νὰ τοὺς τοποθετήσητε ὁριστικῶς ἐκεῖ;
§124Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν μανίαν.
§125Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα.
§126Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὸ Σῶμα, ὅταν τοῖς λέγητε: «σεῖς θὰ ἦσθε εἰς τὸ Σῶμά σας, ἀλλὰ θὰ ἀνήκητε εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν»;
§127Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα φθάνετε εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τοὺς θέλετε ὁριστικῶς εἰς τὸ Σῶμα, μόνον καὶ μόνον ἵνα καρπωθῶσι τοὺς βαθμούς.
§128Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Μήπως καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ ἐξ Εὐρώπης, καὶ ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὸ πτυχίον, τὸ ὁποῖον νομίζετε ὅτι ἔλαβε, θεωρεῖται ὅτι ἔχει πλέον τὰ προσόντα, ἵνα ἀνεκκλήτως ἀνήκῃ εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν;
§129Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον ὄχι. Ἔχετε τὸ ἄλλο δικαίωμα, νὰ τὸν ἐπαναστείλητε εἰς τὸ Σῶμά του.
§130Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Καρπετόπουλε, τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον· δὲν εἶναι δυνατὸν διαλογικῶς νὰ συζητηθῇ· μὴ δέχεσθε διακοπάς.
§131Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀναπτύσσετε τόσον ὡραῖα τὸ θέμα καὶ καταστρώνετε τὰς ἰδέας σας τοσοῦτον πειστικῶς, ὥστε αἱ διακοπαὶ νομίζω ὅτι εἶναι περιτταὶ ἐντελῶς· θὰ σᾶς παρακαλέσω δέ, ἐπειδὴ δίδω πολλὴν προσοχὴν εἰς τὴν ὁμιλίαν ὑμῶν ταύτην, νὰ μὴ ἐπιτρέψητε καμμίαν διακοπήν, διότι τὸ θέμα εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὥστε δὲν ἐπιτρέπει διαλογικὴν συζήτησιν. Ἐάν τις ἔχῃ ἐναντίας ἰδέας, δύναται νὰ ἔλθῃ κατόπιν εἰς τὸ βῆμα, ἵνα σᾶς ἀντικρούσῃ. Αἱ διακοπαὶ καταστρέφουσι τὴν ἐντύπωσιν, διακόπτουσι τὴν σειρὰν τῶν ἰδεῶν, καὶ δὲν δύνανται νὰ δώσωσι τὴν εἰκόνα τὴν πρέπουσαν, ὥστε αἱ γνῶμαί σας, ἐὰν ᾖναι ὀρθαί, νὰ γείνωσιν ἀσπασταὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἰδίᾳ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ διακοπάς.
§132Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ποίας γνώμας ἔχω ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου τὰς διετύπωσ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ηὐτύχησα νὰ καταστῶ καταληπτός. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω, ἵνα ἀκριβῶς ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βονίτσης συνάδελφον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τοποθετηθῶσι μονίμως οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ προσληφθησόμενοι ἀρχικῶς διὰ τὴν σύνθεσιν τοῦ Σώματος, καὶ εἶπον ὅτι δύνανται νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς τὸ Σῶμα,—ὅπως καὶ ἡ τροπολογία ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ στρατηγοῦ λέγει,—ἀλλὰ «οἱ ὡς ἀνωτέρω μετατιθέμενοι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ θεωροῦνται ὡς ἀνήκοντες εἰς τὰ ὅπλα, ἐξ ὧν προῆλθον». Καταληπτὸς εἶναι ὁ στρατηγὸς εἰς ὅ,τι λέγει διὰ τῆς τροπολογίας του, καὶ σεῖς τὸ ἀντιλαμβάνεσθε, καὶ πᾶς στρατιωτικὸς τὸ ἀντιλαμβάνεται· θὰ ἦναι ἐκεῖ, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουσιν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐδημιουργήθησαν, ἐφ’ ὅσον δὲν παρεσκευάσθησαν ἄλλοι, ἀλλὰ προκειμένου περὶ βαθμῶν θὰ λογίζηται ἕκαστος τῶν τοιούτων ἀξιωματικῶν ἀνήκων εἰς τὸ Σῶμά του. Ὄχι νὰ μετατεθῇ εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ὅπου βεβαίως ὁ ταγματάρχης ὁ μετατεθησόμενος, εὐθὺς ὡς συμπληρώσῃ τὸν χρόνον, θὰ ἦναι ἀντισυνταγματάρχης, διότι ἤδη δημιουργοῦνται θέσεις ἐν τῷ Σώματι ἐκείνῳ. Τί δὲ λέγω ἐγώ; Αἱ θέσεις αὗται, αἱ τῶν ἀνωτέρων, αἱ τῶν ταγματαρχῶν, αἱ τῶν λοχαγῶν, νὰ μένωσι κεναί, νὰ ἀποδοθῶσι δὲ εἰς τοὺς ἐλευσομένους ἐξ Ἑσπερίας, οἱ ὁποῖοι ἐκπαιδευθέντες καὶ ἐρχόμενοι ἐδῶ θὰ εἴπωσιν εἰς τὴν Πολιτείαν: «Μᾶς ἔστειλες νὰ ἐκπαιδευθῶμεν καὶ καταστῶμεν ἱκανοὶ διὰ τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ἰδοὺ ἐξεπαιδεύθημεν. Ἡ ἀνωτέρα Σχολή, εἰς τὴν ὁποίαν ἐσπουδάσαμεν, λέγει, ὅτι εἴμεθα ἄξιοι καὶ ἱκανοὶ ἀξιωματικοὶ νὰ καταλάβωμεν τὴν θέσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ Ἐπιτελείου». Δι’ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς ἀξιωματικοὺς εἶναι προωρισμέναι αἱ θέσεις ἐκεῖναι, αἵτινες θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς γέρας, ὡς ἀμοιβή, ὡς ἀντίδοτον τῶν μόχθων, τῶν κόπων καὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν. Ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους, τοὺς ἐξ ἄλλων Σωμάτων μετατεθησομένους, τί σᾶς κωλύει νὰ παραδεχθῆτε, ὡς προλαβόντως εἶπον, τὸ πρόσκαιρον τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν; διατὶ αὐτὴ ἡ προσπάθεια ἡ ἀνεξήγητος, ὁπωσδήποτε νὰ τοποθετηθῆτε ἐκεῖ; Θέλετε νὰ παράσχητε τὴν ὑπηρεσίαν σας; ἡ Πολιτεία τὴν ἀποδέχεται ἀσμένως, ἀλλὰ θὰ σᾶς κρατῇ μόνον ἐφ’ ὅσον ἔχει ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας σας· ὅταν νομίσῃ, ὅτι ἐπωφελέστερον δύναται νὰ σᾶς ἀντικαταστήσῃ, τότε θὰ ἐπανέλθητε εἰς τὸ Σῶμά σας. Θὰ ἦτο ὅμως ἄντικρυς ἀδίκημα πρὸς τοὺς ἄλλους, διὰ τὴν προσωρινήν σας ἐκεῖ διαμονὴν νὰ ἀμειφθῆτε μὲ νέους βαθμούς. Νομίζω, ὅτι τώρα πλέον κατώρθωσα νὰ καταστῶ καταληπτός.
§133Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ν’ ἀπαντήσητε καὶ προσωπικῶς.
§134Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ περισσότερον τὴν Βουλήν, διότι νομίζω, ὅτι ἁρμοδιώτερος εἶναι ὁ ὑποβαλὼν τὰς τροπολογίας στρατηγός, ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι αὐταὶ εἶναι αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἔχω, καὶ οὔτε ἀξιῶ νὰ ῥυμουλκηθῇ κανεὶς ἀπὸ τὰς γνώμας μου. Ἐγὼ ἀπ’ ἐναντίας εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὑποχωρήσω εἰς τὴν γνώμην τῶν πολλῶν. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχωσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πληροῖ ὅλας τὰς ἀνάγκας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ἵνα ἐν καιρῷ τῷ δέοντι ἐπανέλθω εἰς δύο τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, ἐξ ὧν ἡ μὲν μία ἀφορᾷ τὴν γενίκευσιν τοῦ ἄρθρου 8, ἡ δὲ ἑτέρα τείνει νὰ κλείσῃ μίαν πύλην, διανοιγομένην διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 13, ἥτις φέρει εἰς τὴν λεωφόρον τῶν παραπόνων καὶ τῶν ἀδικιῶν. Περιορίζομαι ἕως ἐδῶ, ἐπιφυλασσόμενος, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 13, νὰ ἐπανέλθω.
§135Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐννοῶ, Κύριοι, τὴν διαφωνίαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ὑπάρξῃ, προκειμένου περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ἐκ τῶν συστημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι παραδεδεγμένα διὰ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ἀντιρρήσεις, προκειμένου περὶ τῆς ἀρχικῆς συνθέσεως τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ὡς εἶναι γνωστόν, δύο συστήματα ὑπάρχουσιν· ἢ ἐκτελεῖται ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ διὰ τῆς συστάσεως εἰδικοῦ Σώματος, ἢ θεωρεῖται εἰδικὴ ὑπηρεσία, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποσπῶνται ἐκ περιτροπῆς διάφοροι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, ἐννοεῖται ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων προσόντων. Δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ λόγους, ἢ τοὐλάχιστον μέχρι τοῦδε ἠδύνατο ν’ ἀνεύρῃ λόγους ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ ὑπὲρ τοῦ ἑτέρου συστήματος, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι σήμερον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη, γνώμη ἀντιτιθεμένη πρὸς τὴν ἵδρυσιν Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν, καὶ οὐχὶ ὑπηρεσίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποσπῶνται ἐκ περιτροπῆς οἱ ἀξιωματικοί. Τὸ μόνον Κράτος, — ἐννοῶ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χρησιμεύωσιν ὡς ὑπόδειγμα, — ὅπερ παρεδέχθη τὸ σύστημα τῆς ἐπιτελικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ὑπηρεσίας δι’ ἀποσπάσεως ἐκ περιτροπῆς ἀξιωματικῶν, εἶναι ἡ Γαλλία, οὐδὲν δ’ ἕτερον Κράτος ἐκ τῶν κατ’ ἐξοχὴν στρατιωτικῶν Κρατῶν παρεδέχθη τὸ σύστημα τοῦτο.
§136Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Καὶ ἐκ τῶν μὴ κυρίως στρατιωτικῶν Κρατῶν.
§137Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἠσχολήθην περὶ αὐτῶν. Ἀλλὰ προτοῦ ἐξετάσω ἑκάτερον τῶν συστημάτων τούτων, — καίτοι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς δύναται νὰ συναγάγῃ τις τὸ συμπέρασμα, ὡς ἐκ τῆς ὁμοφωνίας τῆς ὑπαρχούσης, προκειμένου περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν, — προτοῦ, λέγω, ἐξετάσω τὰ δύο ταῦτα συστήματα, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, προκειμένου περὶ τῆς ἀρχικῆς καταρτίσεως τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ἐξεφράσθησαν φόβοι, ὅτι δημιουργοῦνται θέσεις, ἃς πρόκειται νὰ καταλάβωσιν, ἀγνοῶ τίνες εὐνοούμενοι. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι, προκειμένου περὶ νομοθετήματος σπουδαιοτάτου, προκειμένου περὶ ὑπηρεσίας σπουδαιοτάτης, ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ δέον νὰ τεθῶσι τὰ προσωπικὰ ζητήματα, καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, κατὰ τίνα τρόπον, ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι εἶναι ὠφέλιμον νὰ ἱδρύσωμεν Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὸ Σῶμα τοῦτο ἀντάξιον τοῦ προορισμοῦ του, καὶ μετὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτήν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσι καὶ μέτρα παρεμποδίζοντα ἴσως καὶ ἀποσοβοῦντα τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους παρουσιάζουσι καὶ φοβοῦνται, τότε εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν καὶ αὐτὰ τὰ μέτρα. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς ἀρχικῆς καταρτίσεως τοῦ Σώματος, αὐτὴ ἡ πρακτικὴ ἐξέτασις μᾶς ἀναγκάζει νὰ δεχθῶμεν τὴν αὐθαίρετον συγκρότησιν τοῦ Σώματος. Ὡμίλησαν περὶ διαγωνισμοῦ κατὰ τὴν πρώτην σύνθεσιν τοῦ Σώματος. Ἀλλ’ ὁ διαγωνισμός, ὁ ὁποῖος σκοπὸν ἔχει νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ προσόντα, προκειμένου περὶ ἀρχικῆς συνθέσεως τοῦ Σώματος, ἔχει τὸ ἄτοπον, ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἱκανὸς ν’ ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ Σώματος, ἔχει, λέγω, τὸ ἄτοπον, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν οἱ ἄνδρες, οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκτιμήσωσι τὰ προσόντα ταῦτα. Διότι, ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ ὑπάρχουσι, πρέπει αὐτοὶ πρῶτοι ν’ ἀποτελέσωσι τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ἑπομένως αὐτὴ ἡ ἀρχικὴ σύνθεσις τοῦ Σώματος ἐπιβάλλει, οὕτως εἰπεῖν, τὴν αὐθαίρετον μετάθεσιν εἰς τὸ Σῶμα αὐτό. Ἀλλ’ ὑπηνίχθησάν τινες, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος, ὅτι εἰς τὸ Σῶμα αὐτὸ ἀρχικῶς ἴσως θὰ μετατεθῶσιν ἀκατάλληλοι. Νομίζω ὅτι ἡ τοιαύτη ἐκδοχὴ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη, διότι ἡ εὐθύνη τῶν ἐφαρμοσόντων τὸν νομοθέτημα τοῦτο εἶναι τόσον βαρεῖα, ὥστε φρονῶ, ὅτι αὕτη εἶναι ἀρκετὴ ἐγγύησις, ὅτι τὸ Σῶμα θ’ ἀποτελεσθῇ ἐκ τῶν καταλληλοτέρων καὶ ἱκανωτέρων ἀξιωματικῶν. Καὶ ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως γενέσθαι,—ἐκτὸς ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι θὰ ἱδρύσωμεν τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ὅταν παρασκευάσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι τοὺς καταλλήλους νὰ μετατεθῶσιν εἰς αὐτὸ, ἀλλὰ τότε πλέον δὲν πρόκειται περὶ ἀμέσου συστάσεως Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ἀλλὰ περὶ ἀναβολῆς τῆς συστάσεως τοιούτου Σώματος διὰ τὸ μέλλον, ἐνῷ πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν ἢ ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας εἶναι καὶ ἐπιτακτικὴ καὶ ἐπείγουσα, διότι, ἐὰν δὲν δυνηθῶμεν ἀπὸ τῆς αὔριον ἔτι νὰ ἔχωμεν Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν, πᾶν, ὅ,τι ψηφίζομεν, τὸ θεωρῶ περιττὸν, διότι τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν θὰ ἦναι τὸ ὄργανον τῆς προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται ἀκριβῶς μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν στρατιωτικῶν νομοθετημάτων, ἐκτὸς τῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ πολεμικὴν ἐνέργειαν, ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν, εἰ δυνατὸν, ἀπὸ σήμερον Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν, καὶ ὑποθέτω ὅτι περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης δὲν θὰ ὑπάρξῃ δευτέρα, γνώμη, —ἀφοῦ, λέγω, δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως γενέσθαι, διότι ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι ἐπιβεβλημένη, πρέπει νὰ ἀνεύρωμεν πάντας τοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦνται, ἵνα καταστῇ ἀληθῶς τὸ Σῶμα αὐτὸ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἱδρύσεώς του Σῶμα ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του, χωρὶς νὰ διστάσωμεν πρὸς τοῦτο, οὔτε προνόμια νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι θὰ μετατεθῶσιν εἰς τὸ Σῶμα αὐτό. Διότι, ἐὰν, Κύριοι, ἐξακολουθήσωμεν νὰ συζητῶμεν διαρκῶς περὶ προσωπικῶν ζητημάτων, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδὲν ὠφέλιμον εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωμεν. Ὁ πρῶτος ὅρος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται, εἶναι νὰ καταστήσωμεν τὸ Σῶμα προνομιακὸν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν Σῶμα ἀποτελούμενον ἐξ ἱκανῶν ἀξιωματικῶν, διότι οὐδεὶς ἀξιωματικὸς ἱκανὸς θὰ δεχθῇ νὰ μετατεθῇ εἰς τὸ Σῶμα αὐτὸ, ἐὰν δὲν εὑρίσκῃ ὠφελήματά τινα ἠθικά.
§138Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ.
§139Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Προκειμένου περὶ τῆς συστάσεως Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν, οὐδένα δύνασθε νὰ λάβητε ἀκουσίως αὐτοῦ κατὰ τὴν πρώτην σύστασιν τοῦ Σώματος, διότι, ἐὰν τοῦτο πράξητε, δὲν θὰ ἔχητε οἷον ἐννοεῖτε Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Δὲν λέγω, ὅτι θὰ δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀξιωματικὸν νὰ ἀρνηθῇ, ἐν ᾗ περιπτώσει διαταχθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβητε ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε εἰσερχόμενος οὗτος εἰς τὸ Σῶμα νὰ εἰσέρχηται εὐχαρίστως, διότι ἄλλως οὐδένα ζῆλον δύναται νὰ ἔχῃ, καὶ ἑπομένως ματαιοπονεῖτε, ἐὰν θέλητε διὰ τῆς βίας νὰ καταρτίσητε Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ παράσχητε πάντα τὰ προνόμια...
§140ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ποῖα προνόμια;
§141Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Μεταχειρίζομαι τὸν ὅρον, ὁ ὁποῖος εἶναι πανταχοῦ γνωστός. Τὰ Σώματα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν θεωροῦνται, οὕτως εἰπεῖν, προνομιακά.
§142Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ εἶναι τοιαῦτα.
§143Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Καὶ πρέπει νὰ ἦναι, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσελκυσθῶσιν εἰς τὰ Σώματα αὐτὰ οἱ ἱκανοὶ ἀξιωματικοί. Λοιπὸν ἂς μὴ ἐκφράζωμεν διαρκῶς φόβους, καὶ ἂς μὴ σκεπτώμεθα διαρκῶς ὑπὸ προσωπικὴν ἔποψιν, διότι, ἐὰν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον σκεπτώμεθα, εἶναι φρονιμώτερον νὰ μὴ ἱδρυθῇ τὸ Σῶμα τοῦτο. Ἀλλὰ γεννᾶται ἡ διαφωνία μεταξὺ τῶν δύο συστημάτων, ἂν συμφέρει νὰ ἱδρύσωμεν Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ἢ εἶναι προτιμότερον νὰ ἱδρύσωμεν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐγὼ συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐξ Οἰτύλου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἱδρυθῇ Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν, καὶ οὐχὶ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία. Καὶ ἵνα ἐξηγήσω διατὶ φρονῶ τοῦτο, θὰ ἐξετάσω ἐν ὀλίγοις τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ Σῶμα καὶ ἐν γένει ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία. Ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἀσχολεῖται κυρίως, θεμελιωδῶς, εἰς τρία ζητήματα· πρῶτον προπαρασκευάζει τὴν πολεμικὴν ἐνέργειαν ἐν εἰρήνῃ, καὶ ἑπομένως προπαρασκευάζει ἐν εἰρήνῃ τὸ στράτευμα, ἵνα ᾖ κατάλληλον καὶ ἀξιόμαχον ἐν πολέμῳ, ὅπερ ἀπαιτεῖ διαρκῆ τὴν μέριμναν πρὸς βελτίωσιν αὐτοῦ· δεύτερον προπαρασκευάζει ἀξιωματικοὺς διὰ τὰς ἀνωτέρας διοικήσεις, ἵνα καταστῶσιν ἱκανοὶ ἡγήτορες, κατάλληλοι διοικηταὶ μεγάλων μονάδων, καὶ τρίτον παρέχει τὰ ὄργανα τὰ ἐπικουρικὰ ἐν εἰρήνῃ καὶ πολέμῳ εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν στρατιωτικῶν μονάδων, τὰ ὁποῖα ὄργανα, ἐνδιάμεσα μεταξὺ ἀρχηγοῦ καὶ στρατεύματος, συμπληροῦσι διὰ τῶν ἀναγκαίων λεπτομερειῶν καὶ διατυποῦσι εἰς διαταγὰς τὰς ἰδέας τοῦ ἀρχηγοῦ. Ἐκ τῶν καθηκόντων αὐτῶν διεκρίθησαν τὰ δύο συστήματα, ἅτινα δυνάμεθα πρὸς διάκρισιν νὰ ὀνομάσωμεν, τὸ μὲν Πρωσσικόν, τὸ δὲ Γαλλικόν. Ἐν Πρωσσίᾳ ὡς κυρίαν ἀποστολὴν τοῦ Ἐπιτελείου ἐθεώρησαν τὴν ἐν εἰρήνῃ παρασκευὴν τῆς πολεμικῆς ἐνεργείας, ἐνῷ ἐν Γαλλίᾳ ὡς κυρίαν ἀποστολὴν αὐτοῦ ἐθεώρησαν τὴν μόρφωσιν διοικητῶν, ἡγητόρων ἀνωτέρων στρατιωτικῶν μονάδων. Ἐκ τῶν δύο αὐτῶν βάσεων προέκυψαν τὰ δύο συστήματα. Διότι, ἵνα ᾖ δυνατὸν τὸ Ἐπιτελεῖον νὰ προπαρασκευάζῃ ἐν εἰρήνῃ τὴν πολεμικὴν ἐνέργειαν, καὶ πάντα τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ συμπαρομαρτοῦντα τῇ ἐργασίᾳ ταύτῃ, πρέπει νὰ ᾖ Ἐπιτελεῖον μόνιμον καὶ ἑπομένως ν’ ἀποτελῇ ἴδιον Σῶμα, ἔχον συνέχειαν ἐν τῇ ἐργασίᾳ. Ἐὰν δὲ τὸ Ἐπιτελεῖον πρόκηται ἁπλῶς νὰ ἔχῃ κυρίαν ἀποστολὴν τὴν παρασκευὴν ἡγητόρων τῶν ἀνωτέρων στρατιωτικῶν μονάδων, τότε δύναται νὰ ἦναι ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον σύστημα παρουσιάζει μεγάλα μειονεκτήματα, ἀκριβῶς ὑπὸ τὴν προσωπικὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐξετάζουσι τὸ ζήτημα. Ἐκ περιτροπῆς ἐν Γαλλίᾳ προσελάμβανον ἀξιωματικοὺς, οἵτινες ὑπηρέτουν ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον ἐν τῷ Ἐπιτελείῳ, ἐν τῇ ἐπιτελικῇ ὑπηρεσίᾳ, μετὰ τὴν ἐπάνοδον δ’ αὐτῶν εἰς τὰ Σώματά των προσελαμβάνοντο ἕτεροι ἀξιωματικοί, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλὰ τοῦτο ἤγειρε μεγάλας διαμαρτυρίας καὶ μεγάλα παράπονα εἰς τὸν Γαλλικὸν στρατόν, διότι ἦτο φυσικὸν οἱ οὕτως ἐκ περιτροπῆς εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ὑπηρετοῦντες ἀξιωματικοί, ἀφοῦ αὐτὸς ἦτο ὁ κύριος σκοπὸς τῆς ἱδρύσεως, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἡ προπαρασκευὴ τουτέστιν ἡγητόρων ἀνωτέρων στρατιωτικῶν μονάδων, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, ἐπανερχόμενοι εἰς τὰ Σώματά των, ἦτο φυσικὸν νὰ προτιμῶνται κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς καὶ νὰ καταλαμβάνωσι τὰς θέσεις, ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ὑπηρετήσει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καὶ οἱ ὁποῖοι ἐν τούτοις ἦσαν ἱκανώτατοι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ. Διότι αἱ δύο ὑπηρεσίαι, ἡ ὑπηρεσία ἡ ἐπιτελικὴ καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ, εἶναι ὑπηρεσίαι ἐντελῶς διακεκριμέναι. Δύναταί τις νὰ ᾖ ἄριστος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, κακὸς δὲ τοῦ Ἐπιτελείου, καὶ ἀντιστρόφως ἄριστος ἀξιωματικὸς τοῦ Ἐπιτελείου, κακὸς δὲ τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦτο παρεδέχθησαν μικτὸν σύστημα, τὸ τῆς ἐναλλαγῆς τῆς ὑπηρεσίας, ἀκριβῶς ἵνα ἀποφύγωσι τὰ ἄτοπα ταῦτα. Καίτοι εἰς τὸν Γαλλικὸν στρατὸν ὑπῆρχον ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ καταλάβωσι τὰς ἀνωτάτας βαθμίδας τῆς ἱεραρχίας τῆς στρατιωτικῆς, ἐν τούτοις ἐρχόμενοι οἱ ἐκ τοῦ Ἐπιτελείου ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὅλα τὰ προσόντα, κατελάμβανον τὰς θέσεις αὐτῶν· ἐκ τούτου ἠναγκάσθησαν ἐν Γαλλίᾳ, ἐπειδὴ δὲν ἠδύναντο ἄλλο τι νὰ πράξωσιν, ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν προλήψεων τοῦ παρελθόντος περὶ τοῦ Σώματος τῶν Ἐπιτελῶν, διότι κυρίως εἰς τὰς προλήψεις ὀφείλεται τὸ σύστημα αὐτὸ, ἠναγκάσθησαν, λέγω, ἐν Γαλλίᾳ νὰ νομοθετήσωσι καὶ νὰ διανείμωσιν, οὕτως εἰπεῖν, καθ’ ὡρισμένην ἀναλογίαν τὰς θέσεις μεταξὺ τῶν ἐκ τοῦ Ἐπιτελείου ἐρχομένων εἰς τὸ στράτευμα καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς αὐτό. Οὕτω πως τὸ πρᾶγμα διωρθώθη κατά τι, χωρὶς ὅμως νὰ διορθωθῇ κατὰ τὸ ὅλον ὑπὸ τὴν προσωπικὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐξήτασαν καὶ ἐνταῦθα τὸ ζήτημα, φρονῶ δὲ, ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα, ὅτι τάχιστα θὰ καταργηθῇ τὸ σύστημα τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἐν Γαλλίᾳ, καὶ θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ ἱδρύσωσι καὶ ἐκεῖ μόνιμον Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν, καίτοι κατ’ οὐσίαν μόνιμον Σῶμα ἔχουσι, διότι, ἐπειδὴ ἡ ἐναλλαγὴ αὕτη ἔφερε τὰ ἄτοπα ταῦτα τὰ προσωπικὰ, κατ’ οὐσίαν ἐμονιμοποίησαν τὸ Σῶμα, καὶ μόνον κατὰ τύπους ὑπάρχει ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία. Κατ’ οὐσίαν προσλαμβάνουσι μεθ’ ὡρισμένην ὑπηρεσίαν πάλιν τὰ αὐτὰ ἄτομα, ὥστε τὸ Σῶμα εἶναι μόνιμον. Διότι, ἐὰν προσελάμβανον ἄλλα πρόσωπα, διαρκῶς θ’ ἀπεστέλλοντο εἰς τὸ στράτευμα πρόσωπα μὲ ἀνωτέρους βαθμοὺς, τὰ ὁποῖα θὰ κατελάμβανον τὰς θέσεις ἐπὶ ζημίᾳ τῶν λοιπῶν ἀξιωματικῶν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι καὶ οἱ ἐξετάζοντες τὸ ζήτημα νομοθετικῶς ὑπὸ τὴν προσωπικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, καλῶς θὰ πράξωσιν νὰ παραιτηθῶσι τοῦ συστήματος τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας καὶ νὰ δεχθῶσι τὸ σύστημα ἱδρύσεως Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ἀφοῦ ἅπαξ ἐτέθη ἡ βάσις αὕτη, ἥτις κατ’ οὐσίαν, ὡς εἶπον, ἐφαρμόζεται σχεδὸν καὶ ἐν Γαλλίᾳ, μένει νὰ ἐξετασθῇ, κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ συγκροτηθῇ σήμερον ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν, καὶ τίνες εἶναι οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ πληροῖ ἡ ἵδρυσις τοιούτου Σώματος. Τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι πλέον γνωστὰ, καὶ ἀποφεύγω, φειδόμενος τοῦ χρόνου, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς γνώμας, ἃς διετύπωσαν περὶ τούτων μεγάλαι στρατιωτικαὶ αὐθεντίαι. Ἀπαιτεῖται προπαρασκευὴ τῶν ἀξιωματικῶν εἰς Σχολὴν πολεμικὴν ἀνωτέραν, καὶ μετὰ τοῦτο προκαταρκτικὴ δοκιμασία ἐν τῷ Ἐπιτελείῳ, πρὶν δεχθῶσι τούτους ὁριστικῶς, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ ὑπηρεσία νὰ προσλαμβάνῃ καὶ ἄνευ οὐδενὸς προσόντος καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς προπαρασκευῆς ἀξιωματικοὺς ἐκ τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν, διότι ὑπάρχουσιν ὑπέροχοι ἀξιωματικοὶ, οἵτινες δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διέλθωσι δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν δοκιμασιῶν, ἢ οἵτινες ἀνέπτυξαν βραδύτερον τὰς ἐξόχους αὑτῶν ἰδιότητας. Διὰ τοῦτο ἓν νομοθέτημα ἄρτιον περὶ τοῦ Σώματος τῶν Ἐπιτελῶν ἀπαιτεῖ ἀπαραιτήτως καὶ τὸν ὅρον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος, ἀκριβῶς διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἐξέφρασαν οἱ προλαλήσαντες, ἐγὼ δὲν θὰ συνεβούλευον πρὸς τὸ παρὸν νὰ γείνῃ δεκτὸς, διότι θὰ ἐγείρῃ θύελλαν διαμαρτυριῶν. Ἐν τούτοις ὅμως εἰς τὸ Γερμανικὸν Ἐπιτελεῖον οὐδένα περιορισμὸν ἔχουσι. Ναὶ μὲν παρασκευάζουσι τοὺς ἀξιωματικοὺς, τοὺς ὁποίους προσλαμβάνουσιν εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν μετὰ πολλὰς δοκιμασίας, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ τὸ δικαίωμα νὰ προσλαμβάνωσι καὶ οἱονδήποτε. Συνήθως προτείνονται ὑπὸ τοῦ διοικητοῦ τῆς Πολεμικῆς Ἀκαδημίας οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ κατάλληλοι διὰ τὸ Ἐπιτελεῖον, καὶ αὐτοὺς προσλαμβάνουσι, καίτοι οὐχὶ πάντοτε, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον, ὑποβάλλοντες προηγουμένως εἰς δοκιμασίαν μονοετῆ, ἢ καὶ διετῆ, πρὸ τῆς ὁριστικῆς κατατάξεώς των· δικαιοῦται ὅμως ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία νὰ κατατάσσῃ καὶ ἀξιωματικοὺς ἐπιδείξαντας ἐξαιρετικὴν ἱκανότητα καὶ ἰδιοφυΐαν, καίτοι οὗτοι οὐδεμίαν δοκιμασίαν συνήθη ὑπέστησαν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου τὸ Ἐπιτελεῖον συγκεντροῖ ὅ,τι ὑπέροχον ὑπάρχει ἐν τῷ στρατῷ. Ἐπίσης, ἐπειδὴ πάντως καὶ ὁ σκοπὸς τῶν Ἐπιτελείων εἶναι νὰ παρασκευάζωσι καὶ τοὺς βαθμοφόρους τοὺς προωρισμένους διὰ τὰς ἀνωτέρας διοικήσεις, ὅπως καθίστανται οὗτοι ἐνήμεροι τῶν λεπτομερειῶν καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Σωμάτων, ἕτερος ὅρος, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται, εἶναι ἡ ἐναλλαγὴ τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Ἐπιτελείῳ καὶ τῷ στρατεύματι. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἐπιτελείου μεταβαίνουσιν εἰς τὸ στράτευμα καὶ ἐκτελοῦσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσι καὶ οἱ λοιποὶ ἀξιωματικοί, καὶ διὰ τῆς ἐπικοινωνίας μετὰ τοῦ στρατοῦ ἀποκτῶσι πλήρη γνῶσιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἕτερος ὅρος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ πληρῶται, εἶναι ὁ ὅρος τοῦ νὰ δύνηται νὰ ἀποστελῆται εἰς τὸ στράτευμα, ἀξιωματικὸς ἀποδειχθεὶς οὐχὶ κατάλληλος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἐπιτελικήν· διότι, ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ἔχῃ ἡ ἀνωτέρα στρατιωτικὴ ἱεραρχία, τότε θὰ ἦτο κίνδυνος νὰ καταντήσῃ τὸ Ἐπιτελεῖον εἶδος Πρυτανείου σιτίσεως ἀνικάνων. Ἄλλως τε καὶ ὁ φόβος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει παρὰ τοῖς ἀξιωματικοῖς, ὅτι δύνανται, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἀποδειχθῶσιν ἄξιοι νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ εἰδικὰ καθήκοντα τῶν Ἐπιτελῶν, ὅτι δύνανται νὰ ἀποσταλῶσι πάλιν εἰς τὸ στράτευμα, αὐτὸ συντελεῖ, ὅπως ἀναπτύσσῃ ἐπὶ μᾶλλον τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἀφοσίωσιν αὐτῶν πρὸς τὸ καθῆκόν των. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὅροι, οὓς πρέπει νὰ πληροῖ ἓν τέλειον νομοθέτημα. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πάντας τοὺς ὅρους τούτους πληροῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοθέτημα, καὶ τοὺς πληροῖ μᾶλλον πλεονεκτικῶς ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλα ὅμοια νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ τὰς αὐτὰς βάσεις ἔχουσι. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ἐὰν θέλωμεν καὶ θεωρῶμεν ἀναγκαῖον νὰ ἱδρύσωμεν Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ἄξιον τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ, πρέπει νὰ βύσωμεν τὰ ὦτα πρὸς ὅλους αὐτοὺς τοὺς φόβους, τοὺς ἐκφραζομένους, καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοθέτημα, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ κακὴ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοθετήματος δὲν παραβλάπτει τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐδὲν μέσον ἔχομεν, ἵνα πράξωμεν ἄλλως καὶ διὰ τὴν ἀρχικὴν κατάταξιν καὶ διὰ τὴν κατόπιν κατάταξιν. Καίτοι τὸ νομοσχέδιον προβλέπει περὶ τῆς κατόπιν κατατάξεως, τῆς μονίμου, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ὄχι τῆς ἀρχικῆς, πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τῆς χώρας καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συμφερόντων τῶν προσωπικῶν, καὶ νὰ παράσχωμεν, εἰ δυνατόν, καὶ εἰς τοὺς ἀρχικῶς προσληφθησομένους ἀξιωματικοὺς καὶ εἰς τοὺς κατόπιν πάντα τὰ προνόμια, ὡς παρέχονται εἰς τοὺς ἄλλους στρατοὺς, διὰ νὰ ἱδρύσωμεν ἀληθῶς Σῶμα Ἐπιτελῶν, ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του.
§144Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§145Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. .. Διότι, ὁσονδήποτε τέλειον νομοθέτημα καὶ ἂν ἐκπονήσωμεν, ἐὰν τὸ νομοθέτημα τοῦτο θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν προσωπικὴν ἔποψιν ἢ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐφαρμογῆς, ἐννοεῖται, ὅτι, θέλομεν εὕρει αὐτὸ μειονεκτικόν. Διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν συμβουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀποβλέπουσα εἰς ὕψιστα συμφέροντα τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς χώρας, παραβλέπουσα πάντα τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ καταβιβάσωσι τὸ νομοθέτημα εἰς τὸ προσωπικὸν ἔδαφος. Θεωρῶ δ’ ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω, ὅτι ὑπὸ τὴν τοιαύτην προσωπικὴν ἔποψιν ἐμὲ τὸ νομοθέτημα τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει ποσῶς, οὐδ’ ἔχω κανένα σύνδεσμον πρὸς τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ἢ πρὸς τὸ ἱδρυθησόμενον Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ἂς λάβῃ μόνον ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπαρκὴς ἐγγύησις εἶναι ἡ βαρεῖα εὐθύνη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ προτείνωσι τὴν πρόσληψιν τῶν προσώπων.
§146Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ποῖος ἔδωκε μέχρι σήμερον εὐθύνας; Οὔτε ἡ λέξις «εὐθύνη» πρέπει νὰ ἀναφέρηται ἐν τῇ Βουλῇ.
§147Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Σεῖς μὴ τὴν ἀναφέρετε. Εἶναι δικαίωμά σας νὰ μεταχειρίζησθε οἱανδήποτε λέξιν θέλετε. Ἐὰν ἔχητε ν’ ἀντικρούσητέ τι, πράξατέ το. Ἐγώ, καίτοι ἠδυνάμην νὰ ἐκταθῶ περισσότερον, δὲν ἐκτείνομαι, διότι δὲν θέλω νὰ μηκύνω ἐπὶ πολὺ τὸν λόγον καὶ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν.
§148Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐπιβάλλεται νὰ ἐκταθῆτε.
§149Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Εἶπον ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπω. Ἐνδεχόμενον τώρα νὰ ὑπάρχωσιν ἀντιρρήσεις, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν, διότι εἶναι συμφωνότατος, διὰ τοῦτο δὲν θὰ μηκύνω τὸν λόγον· διότι καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς συνετάξατε, κύριε συνάδελφε, εἶναι ὅμοιον πρὸς τὸ παρὸν, καὶ ἑπομένως ἐλπίζω, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ εὑρεθῶμεν τελείως σύμφωνοι.
§150Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσω.
§151Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐὰν ἔχητε ἐναντίαν γνώμην, ἐγὼ θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι σφάλλεσθε.
§152Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὔχομαι.
§153Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχῇ ἡ Βουλὴ οὔτε περὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς ἐφαρμογῆς οὔτε περὶ τῆς καταλληλότητος ἢ μὴ τῶν προσληφθησομένων προσώπων, διότι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι διεψεύσθημεν τῶν ἐλπίδων καὶ τῶν προσδοκιῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν, ὅτι ἐν τῷ ἱδρυθησομένῳ Σώματι θὰ προσληφθῶσι τὰ κατάλληλα καὶ τὰ ἐμπνέοντα ἐμπιστοσύνην πρόσωπα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀνησυχῇ ἡ Βουλή· διότι, ἐὰν διαψευσθῶμεν τῶν ἐλπίδων καὶ τῶν προσδοκιῶν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ πρὸς τὰ πρόσωπα, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι τότε τὸ ἱδρυθησόμενον ὑπὸ τοιούτους κακοὺς ὅρους Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν θὰ καταποντισθῇ αὔτανδρον, θὰ ἐξαφανισθῇ, καὶ θὰ διαγραφῇ ἀπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὑπὸ τὴν ἀποδοκιμασίαν καὶ τὴν περιφρόνησιν καὶ τῆς ὀρθοφρονούσης κοινῆς στρατιωτικῆς γνώμης καὶ τοῦ ὀρθοφρονοῦντος δημοσίου φρονήματος...
§154Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς θὰ ἦναι ἀργὰ τότε.
§155Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν θὰ ἦναι ἀργὰ, ἀφοῦ μετ’ ὀλίγον θὰ συσταθῇ τὸ Σῶμα... Ἀλλ’ οἱ διακόπτοντες, ἐὰν δέχωνται ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ σχηματισθῇ τὸ Σῶμα, πρέπει νὰ ἔχωσι πρόχειρα καὶ νὰ ὑποδείξωσι καὶ τὰ μέσα, δι’ ὧν τὸ Σῶμα δύναται νὰ σχηματισθῇ ἐπαξίως τοῦ προορισμοῦ του, ἀφοῦ ἀποκρούουσι τὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενα· διότι τὸ μέσον, ὅπερ προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄργους συνάδελφος, ὅτι πρέπει ν’ ἀποσπασθῶσιν ἀξιωματικοὶ ὑπὸ τὸν ὅρον ν’ ἀνήκωσιν εἰς τὰ Σώματά των, εἶναι μέσον, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν συντελεῖ, ὅπως καταρτισθῇ Σῶμα καὶ ὑπηρεσία ἐπιτελικὴ ἀξία λόγου, διότι ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν, ἀλλὰ προσωρινῶς μένει ἐν αὐτῇ, ὅτι ἀνήκει εἰς τὸ Σῶμά του, βεβαίως δὲν θ’ ἀσχοληθῇ εἰς ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ πολλοὺς κόπους καὶ μακρὸν χρόνον, διὰ νὰ καταστῇ τις ἄξιος νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους προτείνω τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἀντιλέγων, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καρπετόπουλος.
§157Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι ἀληθῶς, ὅτι προέκυψε παρεξήγησις, τῆς ὁποίας δημιουργὸς δὲν ὑπῆρξα ἐγώ. Εἰς ἐμὲ δὲν ἐγεννήθησαν φόβοι, μήπως ἐξυπηρετηθῶσι πρόσωπα· εἰς ἐμὲ ἐγεννήθησαν φόβοι, μήπως δὲν ἐξυπηρετηθῆ τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν. Ἐγὼ δὲν ἐξέφερα ἐνδοιασμούς, μὴ τυχὸν προαχθῇ ὁ Α ἢ ὁ Β ἀξιωματικὸς τῶν Ἐπιτελῶν. Ἐγὼ εἶπον νὰ προσέξωμεν, μήπως αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος θὰ παρασκευάσῃ κινδύνους νὰ ἀποτύχῃ αὐτὸ τοῦτο τὸ Σῶμα. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς πλήρη ἀντίθεσιν γνωμῶν, εἰς τοὺς δύο ἀντιθέτους πόλους. Ἐγὼ εἶπον ἀπροκαλύπτως, χωρὶς νὰ κηρυχθῶ κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι καὶ ἐγὼ διαβλέπω τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως ἑνὸς τοιούτου νόμου. Ἐγώ, ἀπροκαλύπτως ἐκφράσας τὴν γνώμην μου, ἔσχον τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε γενικὴ τοῦ στρατεύματος κατάστασις, τὰ συμβάντα τοῦ τελευταίου ἀτυχοῦς πολέμου δὲν ὑπέδειξαν δυστυχῶς οὐδὲ ἕνα ἀξιωματικὸν κατάλληλον, ἵνα ἀναλάβῃ νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίας εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ἔλεγον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταρτίσωμεν τοιουτοτρόπως τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ἐὰν δὲν θέλωμεν καὶ νέα νὰ παρασκευάσωμεν ἀτυχήματα. Τοῦτο εἶπον ἐγώ· οὐδὲ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσω ὅ,τι δὲν εἶπον. Ἐμὲ οἱ βαθμοὶ δὲν μ’ ἐνδιαφέρουσι, καὶ ἴσως δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ λάβω βαθμοὺς, τοὺς ὁποίους δὲν μὲ ηὐνόησεν ἡ τύχη νὰ λάβω· ἐὰν δὲ ἄλλος τις, μᾶλλον ἐμοῦ μεμορφωμένος, δὲν ἀποβλέπῃ εἰς τὴν πρόσληψιν ἑαυτοῦ εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, κατὰ μείζονα λόγον δὲν δύναμαι νὰ ἀποβλέψω ἐγώ, ὅστις οὔτε τὴν ἱκανότητα οὔτε τὴν μόρφωσιν ἐκείνου ἔχω. Ἐγὼ εἶπον ἀπεριφράστως καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, προκειμένου νὰ συστήσωμεν Σῶμα τοιοῦτον προορισμὸν ἔχον, προορισμὸν μέγαν καὶ ὑψηλόν, ὡς σεῖς κάλλιον γνωρίζετε, πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποτελέσωσι τὸν πυρῆνα μὲν τοῦ Σώματος ἐν τῷ παρόντι, τὸν διδάσκαλον δ’ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τοὺς νεωτέρους ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους θὰ ἀποστέλλωμεν ἐκεῖ. Τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἀναιρέσητε. Ποῖον δεδομένον ἔχομεν μέχρι τοῦδε, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ εἰς τὸ ἑλληνικὸν στράτευμα — καὶ σπεύδω νὰ εἴπω, ὅτι ἔχομεν ἀξιωματικοὺς καλούς, πεπροικισμένους μὲ πολλὰ προσόντα, στερουμένους ὅμως τῆς τελείας ἐκείνης μορφώσεως, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται, ἵνα καταστήσῃ αὐτοὺς ἀξίους τοῦ Ἐπιτελείου, — ποῖον, λέγω, δεδομένον ἔχομεν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ δυνάμενοι νὰ ἀναλάβωσι τὸ ἔργον τοῦτο; Τοῦτο εἶπον. Καὶ ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, περατῶν τὸν λόγον του: «πῶς λοιπὸν θὰ συντελεσθῇ ἡ ἀρχικὴ σύνθεσις τοῦ Σώματος, ἀφοῦ δὲν θέλετε νὰ προσληφθῇ ἀριθμός τις ἀξιωματικῶν;» Καὶ μήπως ἠρνήθη τις τὴν πρόσληψιν ἀξιωματικῶν διὰ τὴν ἀρχικὴν σύστασιν τοῦ σώματος; Καὶ ἔλεγον ἐγώ, προκειμένου περὶ τούτου: ἂς προσληφθῇ οἱοσδήποτε ἀξιωματικός, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἠγγυημένη, ἀλλ’ ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἂς παραμένῃ ἀπεσπασμένος οὐδὲν ἔχει νὰ καρπωθῇ· θ’ ἀντικατασταθῇ εὐθὺς ὡς ἄλλοι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι εἰδικῶς θὰ ἐκπαιδευθῶσι, καταστῶσιν ἱκανοὶ νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις. Κατὰ συνέπειαν δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς ἀπεκρούσαμεν τὴν ἀρχικὴν σύστασιν τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ἀπ’ ἐναντίας ἡμεῖς ἐδέχθημεν τὴν τοιαύτην σύστασιν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅμως, οἱ μετατεθησομένοι ἀξιωματικοί, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς, νὰ θεωρῶνται ὡς παραμένοντες εἰς τὰ Σώματά των, διότι εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν τοὺς θεωροῦμεν προσωρινοὺς καὶ ὄχι μονίμους· μόνιμοι θὰ γείνωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰδικῶς θὰ ἐκπαιδευθῶσι καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ προσφύγωσι πρὸς εἰδικὴν ἐκπαίδευσιν εἰς τὰ ξένα Κράτη, διότι καὶ σεῖς κάλλιστα γνωρίζετε, ὅτι ἐκεῖ προσέφυγον καὶ ὅλα τὰ Κράτη, ἡ Ρουμανία, ἥτις ἔχει ὡς ἄριστα ὀργανωθῆ στρατιωτικῶς, ἡ Τουρκία, ἡ Ἰαπωνία αὐτή, τὴν ὁποίαν σήμερον ὅλοι θαυμάζομεν! Τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχετε, τὸ περιβάλλον, τὸ ὁποῖον ἔχετε, δὲν θὰ δημιουργήσωσι Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του, θὰ δημιουργήσωσι Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς δώσῃ ἀποτελέσματα, ὁποῖα καὶ ὁπόσα ἔδωκε μέχρι τοῦδε.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάϊκος ἔχει τὸν λόγον.
§159Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, Κύριοι, τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, καὶ ὑποθέτω, ὅτι πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ὑφίσταται ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ πρό τινων ἡμερῶν ἐκτενῶς ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρατείνω σήμερον τὴν συζήτησιν ταύτην, ἀλλὰ καθῆκον ἔχω νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, μόνον ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου κ. Βουλευτοῦ. Ἡμεῖς βεβαίως, οἱ παραδεχόμενοι κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ἀποκρούοντες ὅμως τὴν γνώμην, ὅπως ὁ πυρὴν τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν καταρτισθῇ διὰ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἐξ ἄλλων Σωμάτων, οὐδὲν προσωπικὸν συμφέρον ἔχομεν· μᾶλλον δ’ ἐπιβάλλεται νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι προσωπικὸν συμφέρον δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπιμένουσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιαύτης διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ ἀποκρούοντες τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, οἱ ἀποκρούοντες τὴν ὁριστικὴν μετάθεσιν ἀξιωματικῶν ἐκ τῶν Σωμάτων αὐτῶν εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι συμφέρον τι. Ἡ λογικὴ καὶ ἡ κρίσις παντὸς ἀνθρώπου αὐτὸ παραδέχεται. Πῶς λοιπὸν — καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος νὰ εἴπω τοῦτο — χαρακτηρίζεται ἡ ἀντίδρασις ἡμῶν ὡς φέρουσα προσωπικὸν χαρακτῆρα; Βεβαίως προσωπικὸν χαρακτῆρα φέρει ἡ πρότασις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὡς ἔχει. Ἐὰν θελήσητε, Κύριοι, νὰ μελετήσητε καλῶς τὴν τρίτην παράγραφον τῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπογράψει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ ἴδητε πῶς πρέπει νὰ καταρτισθῇ τὸ Σῶμα τοῦτο, καὶ θὰ κρίνητε, πῶς θὰ γείνῃ ἡ δοκιμασία αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες θὰ μετατεθῶσιν ἐξ ἄλλων Σωμάτων εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ἡ τρίτη παράγραφος λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ διά τε τοὺς ἀποτελοῦντας ἴδιον Σῶμα ἀξιωματικοὺς καὶ διὰ τοὺς περιοδικῶς ἐκτελοῦντας ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν παντοῦ ἀπαιτοῦνται ὡρισμένα προσόντα διὰ δοκιμασιῶν ἐξακριβούμενα.» Σήμερον λοιπόν, ἐὰν θελήσητε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον γίνεται νόμος τοῦ Κράτους, πῶς θὰ δυνηθῆτε νὰ ἐκτιμήσητε τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες θὰ μετατεθῶσιν εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν; καὶ διὰ ποίας δοκιμασίας θὰ κρίνητε αὐτούς, προκειμένου νὰ καταρτίσητε τὸν πυρῆνα τοῦ ἐπιτελικοῦ Σώματος; Κύριοι, εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ κρίνητε καὶ ν’ ἀποφασίσητε. Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἶναι γνωστοὶ οὐ μόνον εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸ Πανελλήνιον· ὁ ἀτυχὴς πόλεμος, αἱ περιστάσεις αἱ διάφοροι, αἱ παρουσιασθεῖσαι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀπέδειξαν τὴν ἔλλειψιν ἀξιωματικῶν πρὸς καταρτισμὸν Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν καὶ ἐκτέλεσιν ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Ἀφοῦ λοιπὸν στερούμεθα ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ καταρτίσωμεν Σῶμα Ἐπιτελῶν ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἤδη εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν; Ἐγὼ βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ποτέ, ὅτι οἱ ἁρμόδιοι θὰ ζητήσωσι σήμερον ἢ μᾶλλον θὰ προτείνωσι τὴν μετάθεσιν εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν ἀξιωματικῶν ἄλλων ἢ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἐκτελοῦσι τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατεύματος. Διότι, ἂν θελήσητε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ὅστις εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ προτείνῃ τὴν μετάθεσιν ἀξιωματικῶν εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, θὰ ἐκλέξῃ αὐτοὺς ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι σήμερον δὲν εὑρίσκονται εἰς ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν εὑρίσκονται εἰς τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, αἵτινες χρησιμεύουσιν ὡς βάσις τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ, βεβαίως θὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ὑποπίπτει εἰς λάθος, κρατῶν πλησίον ἑαυτοῦ ἀξιωματικούς, ἀκαταλλήλους δι’ ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν.
§160Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ηὐδοκίμησαν, διατὶ νὰ μὴ τοὺς κρατῇ; (ἱλαρότης).
§161Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Πρωτίστως λοιπὸν εἶχε καθῆκον σήμερον ν’ ἀπομακρύνῃ τοιούτους ἀξιωματικούς, ἐὰν παραδεχθῆτε ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι δὲν εἶναι κατάλληλοι, ἵνα μετατεθῶσιν ὁριστικῶς εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν καὶ καταρτίσωσι τὸν πυρῆνα τοῦ Σώματος, καὶ νὰ ἐκλέξῃ ἄλλους ἀξιωματικοὺς ἐκ τῶν διαφόρων ὅπλων, ὅπως προσλάβῃ αὐτοὺς εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Τότε βεβαίως καὶ ἡμεῖς θὰ εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἤθελον διακριθῆ ἐν τῷ μέλλοντι. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκφράσω τὴν εὐχὴν καὶ νὰ παρακαλέσω θερμῶς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὑποβάλλεται, ἀλλὰ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως ὁ πυρὴν τοῦ Σώματος τούτου καταρτισθῇ ἐξ ἀξιωματικῶν ἀποσπωμένων μὲν εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, νὰ παραμένωσιν εἰς τὸ Σῶμα αὐτὸ ἀπεσπασμένοι μόνον ἐπὶ δύο ἔτη· διότι, ἐὰν θελήσητε νὰ παραδεχθῆτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν πρὸ ἡμερῶν συζήτησιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βονίτσης συνάδελφος εἶπεν, ὅτι, ἐὰν οἱ μετατιθέμενοι ἀξιωματικοὶ εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν δὲν ἀποδειχθῶσιν ἱκανοὶ καὶ ἄξιοι τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν, θὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὰ Σώματά των, τοῦτο θὰ ἦναι ὀλέθριον διὰ τὸ στράτευμα, διότι παραδέχεσθε, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀξιωματικοὶ ἀποσπώμενοι ἢ μετατιθέμενοι εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν νὰ μὴ ὦσιν ἱκανοί, καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους προέβλεψε τὸ ἄρθρον 13· ἀλλὰ τί θὰ συμβῇ τότε, Κύριοι; Ναὶ μὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰ Σώματα, ἐξ ὧν προῆλθον, ἀλλὰ πῶς θὰ ἐπανέλθωσι; Βεβαίως θὰ ἐπανέλθωσιν ὡς ὑπεράριθμοι εἰς τὰ Σώματα ἐκεῖνα· καὶ ἰδοὺ διατὶ θὰ ἐπανέλθωσιν ὡς ὑπεράριθμοι, διότι ναὶ μὲν προβλέπει τὸ ἄρθρον 13, ὅτι μετατίθενται πρὸς πλήρωσιν κενῶν θέσεων, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν φροντίζομεν νὰ ἀφήσωμεν κενὰς θέσεις τοιαύτας, ἀλλὰ προσπαθοῦμεν διὰ παντὸς μέσου νὰ συμπληρώσωμεν τὰς θέσεις, καὶ ἰδίως μάλιστα τὰς θέσεις τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι οἱ ἀντιδρῶντες εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, ἔχουσι προσωπικόν τινα λόγον. Μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχει νόμος περὶ διαθεσιμότητος ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, δηλαδὴ συνταγματαρχῶν καὶ ὑποστρατήγων, ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει νόμος τοιοῦτος καὶ παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς αὐτοὺς νὰ τίθηνται εἰς διαθεσιμότητα τῇ αἰτήσει των, μὴ ὑπαρχούσης θέσεως, τοῦτο πράττουσιν ὁσάκις βούλωνται. Ἀλλ’ ἡμεῖς τί κάμνομεν; Συμπληροῦμεν πρῶτον τὰς θέσεις αὐτάς· προβιβάζομεν ὑποστρατήγους, προβιβάζομεν συνταγματάρχας, καὶ κατόπιν θέτομεν αὐτοὺς εἰς διαθεσιμότητα, ὡς μὴ ὑπαρχούσης θέσεως. Τί θὰ κερδίσῃ τὸ Κράτος, ἐὰν σήμερον τοποθετήσωμεν 12 ἢ 20 ἀξιωματικοὺς εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ἐὰν προβιβάσωμεν αὐτοὺς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου καὶ θελήσωμεν βραδύτερον, διότι ἐφάνησαν ἀνίκανοι, νὰ μεταθέσωμεν αὐτοὺς εἰς τὰ Σώματα, ἐξ ὧν προῆλθον, ὡς ὑπεραρίθμους; Ποία θὰ ἦναι ἡ ὠφέλεια; Οὐδεμία. Ἀπ’ ἐναντίας θὰ ἦναι μεγίστη ζημία, θὰ ἦναι ταπείνωσις διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς, θὰ ἦναι ταπείνωσις διὰ τὸ ἔθνος, διότι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ καταρτίσωμεν Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄργους συνάδελφος. Καὶ βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ καταρτίσωμεν Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν, διότι, ὅταν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκηται ν’ ἀποτελέσωσι τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, δὲν ἦναι ἄξιοι ν’ ἀποτελέσωσιν αὐτὸ, πῶς θὰ καταρτισθῇ Σῶμα τοιοῦτον; Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἔχει, χάριν τοῦ ἔθνους. Μὴ θελήσητε νὰ μονιμοποιήσητε ἀξιωματικοὺς εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν ἐκείνους, οἵτινες ἦσαν κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, καὶ οἵτινες ἐξακολουθοῦσι καὶ σήμερον νὰ ἦναι εἰς τὰς θέσεις ταύτας, καὶ τῶν ὁποίων τὴν ὕλην παραλαβόντες ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα αὕτη ψηφίσῃ καὶ μεταβάλῃ αὐτὴν εἰς νόμους τοῦ Κράτους. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν).
§162Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, εἰς ἓν στράτευμα ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἀναγκαιοτάτη, εἶναι ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ῥυθμίζει — βοηθοῦσα, ἐννοεῖται, τοὺς ἡγήτορας τοῦ στρατοῦ — τὰς ἐπιχειρήσεις τοῦ στρατεύματος καὶ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Ἀλλὰ τί δύναται νὰ κάμῃ, Κύριοι, ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἄνευ καλοῦ πεζικοῦ; τί δύναται νὰ κάμῃ ἄνευ καλοῦ πυροβολικοῦ; Τί δύναται νὰ κάμῃ ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία μετὰ ἱππικοῦ μὴ ὄντος εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτελέσῃ οὐδὲ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐρεύνης, οὐδὲ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀσφαλείας, οὐδὲ τὰς ἐπελάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται νὰ γείνωσιν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης; Τί δύναται νὰ κάμῃ ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἀκαταπαύστως, Κύριοι, ἀκούω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ «τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου» καὶ «τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου». Πταίει μόνη ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία διὰ τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου; Βεβαίως δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω ποῖος πταίει περισσότερον ἢ ποῖος πταίει ὀλιγώτερον, διότι δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἀλλ’ ἀκούω τοιαύτας ἰδέας ἐκφερομένας, τοιαύτας γνώμας περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν Ἐπιτελῶν, αἱ ὁποῖαι μοὶ δίδουσι τὸ δικαίωμα νὰ σχηματίσω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐξήλθομεν ὅλως διόλου τοῦ θέματος. Νομίζομεν, ὅτι ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος ἔγκειται τὴν σήμερον εἰς τὸ ζήτημα, ἂν θὰ φέρωμεν ἀξιωματικοὺς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, διὰ νὰ σχηματίσωμεν τὸν πυρῆνα τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ἢ ἂν θὰ προσλάβωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους ἐκ τῶν ἄλλων Σωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἔχωμεν ἀξιωματικούς, Κύριοι, εἰς τὰ πεζικόν, εἰς τὸ ἱππικόν, εἰς τὸ πυροβολικόν, τοὺς ὁποίους νὰ προσλάβωμεν πρὸς καταρτισμὸν τοῦ πυρῆνος τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω τότε, ὅτι φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν ἔχομεν τίποτε, καὶ κατὰ συνέπειαν, ὅταν παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν τίποτε, περιττὸν ὅλως διόλου εἶναι νὰ ἔλθωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθωσιν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, διότι ἐρχόμενοι ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ δὲν θὰ εὕρωσιν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἐργασθῶσι. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγονται σήμερον περὶ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ πυρῆνος· διότι μόνον ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἡ ἀπαιτουμένη ἐμπιστοσύνη, μόνον τότε ἠμποροῦν νὰ λέγωνται ὅλα ταῦτα, καὶ νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις θὰ παραταθῇ ἐπ’ ἄπειρον, χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα. Ὅταν ὅμως παραδεχθῶμεν, ὅτι ἔχομεν ἐμπιστοσύνην ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ἔχωμεν, καὶ ὅταν ἔχωμεν καὶ ὑπομονὴν διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν εἴχομεν δίκαιον νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην ἢ δὲν εἴχομεν δίκαιον, ἐὰν, λέγω, ἔχωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τὴν ὑπομονὴν, τότε τὸ ζήτημα λύεται, καὶ ἡ συζήτησις δὲν θὰ παραταθῇ ὅσον παρετάθη κατὰ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις καὶ παρατείνεται καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Τὸ ζήτημα, λοιπὸν, Κύριοι, εἶναι περὶ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ πυρῆνος τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν· καὶ ἄλλοι μὲν θέλουσι τὸν πυρῆνα σχηματιζόμενον ἐξ ἀξιωματικῶν ἐξελθόντων ἐξ εἰδικῶν Σχολῶν, ἄλλοι δὲ θέλουσι τὸν πυρῆνα σχηματιζόμενον ἐξ ἀξιωματικῶν δεδοκιμασμένων. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον προβλέπει καὶ περὶ αὐτοῦ. Μήπως δὲν ἔχομεν τρεῖς ἀξιωματικοὺς ἐλθόντας ἐσχάτως ἐκ τῆς στρατιωτικῆς Ἀκαδημίας τοῦ Βερολίνου, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξέρχονται οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν τῆς Πρωσσίας; Μήπως δὲν ἔχομεν ἀξιωματικὸν τῶν Ἐπιτελῶν ὑπηρετήσαντα πολλάκις καὶ εἰς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν; Καὶ ὅταν ἓν ἔθνος ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς ἕνα ἀξιωματικὸν, διὰ νὰ διευθύνῃ ἐπανειλημμένως ἓν Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν καὶ ἓν Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν, διατὶ θὰ τῷ ἀμφισβητήσητε ἔπειτα τὸ δικαίωμα, ὅτι ἠμπορεῖ καὶ αὐτὸς νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν; Καὶ περὶ αὐτοῦ προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Λοιπὸν δὲν δύνασθε, Κύριοι, νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι δὲν ἔχετε ἱκανότητας εἰς τὸ πεζικὸν, δὲν δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι δὲν ἔχετε ἱκανότητας εἰς τὸ πυροβολικὸν, δὲν δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι δὲν ἔχετε ἱκανότητας εἰς ἄλλα ὅπλα, διότι τότε θὰ παραδεχθῆτε, ὅτι δὲν ἔχετε τίποτε ἀπολύτως, καὶ ὅλα εἶναι περιττὰ, καὶ τὰ Ἐπιτελεῖα καὶ οἱ πυρῆνες καὶ λοιπὰ, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν σήμερον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται, εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη. Διότι τί θέλετε σήμερον; ἔλεγχον τῆς ἱκανότητος ἐκείνων, οἵτινες θὰ ἀπαρτίζωσι τὸν πυρῆνα. Ὑποθέσατε ὅτι ἔρχονται ἀξιωματικοὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ· μήπως δὲν χρειάζεται καὶ δι’ αὐτοὺς ὁ ἔλεγχος; Μήπως δὲν εἴχομεν ἐδῶ ξένους ἀξιωματικοὺς εἰς ἄλλην ἐποχὴν, καὶ ἐν ταῖς συζητήσεσι τῶν ἀξιωματικῶν μας εὑρέθησάν τινες εἰπόντες ὅτι αὐτοὶ δὲν ἦσαν ἱκανοὶ διὰ νὰ ἔλθωσι νὰ ὀργανώσωσι τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν; Ἐὰν λοιπὸν, Κύριοι, ὑπάρχῃ ἐμπιστοσύνη, τότε δὲν θὰ ἀμφισβητήσητε τὸν ἔλεγχον τῆς ἱκανότητος, καὶ ὁ σχηματισμὸς τοῦ πυρῆνος θὰ ἦναι ἐφικτός. Ἐὰν ἀμφισβητήσητε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, τότε βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ ὁ πυρὴν, καὶ θὰ συζητῶμεν ἀκαταπαύστως, διότι τὰ Ἐπιτελεῖα σχηματίζονται ἀπὸ ἓν ἄτομον. Καὶ ἀρχικῶς, εἰς ἄλλην ἐποχὴν, ἐν Πρωσσίᾳ, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἐκλέκτορος τοῦ Βρανδεμβούργου, ἐσχηματίσθη τὸ Πρωσσικὸν Ἐπιτελεῖον, καὶ βαθμηδὸν ἐβελτιώθη, καὶ κατόπιν, εἰς τοὺς νεωτέρους χρόνους, ἐδόθη πλήρης ἐλευθερία εἰς τὸν ἔνδοξον στρατάρχην τῆς Γερμανίας νὰ μορφώσῃ τὸ Ἐπιτελεῖον, καὶ αὐτὸς εἶχεν ἀπόλυτον δικαιοδοσίαν νὰ κάμνῃ ὅ,τι ἤθελεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐπιτελείου. Σᾶς ἀναγινώσκω μίαν περικοπὴν, διότι ὁ κυριώτερος συγγραφεὺς περὶ ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας εἶναι ὁ στρατηγὸς Βρονσὰρ φὸν Σελενδόρφ. Αὐτὸς γράφει εἰς τὸ σύγγραμμά του περὶ Ἐπιτελείου, καὶ ἰδίως περὶ Πρωσσικοῦ Ἐπιτελείου, τὰ ἑξῆς: «Ἐξετάζων τις προσεκτικῶς τὰ διάφορα γεγονότα, πείθεται, ὅτι αἱ θεμελιώδεις συνθῆκαι διὰ τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς καλοῦ Ἐπιτελείου εἶναι πράγματι ἡ αὐτονομία ἐκείνη, δι’ ἧς ἐμορφώθη βαθμηδὸν τὸ Πρωσσικὸν Ἐπιτελεῖον διὰ τῆς ἐλευθέρας εἰσαγωγῆς ἐν αὐτῷ ἀξιωματικῶν, βασιζομένη ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐλεγχομένης ὑπὸ μόνου τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ὑπὸ τῶν κανονισμῶν ἀπαιτουμένης περιοδικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατεύματι.» Αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ ἐπικρατοῦσιν ἐκεῖ. Λοιπὸν ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ Πρωσσικοῦ στρατοῦ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐμόρφωσε τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς διὰ τοῦ καταλλήλου προσωπικοῦ.
§163Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μείνῃ τὸ σημείωμα αὐτὸ εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§164Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ τὸ ἀφήσω, ἀφοῦ σᾶς ἀνέφερα τὸ σύγγραμμα, ἐξ οὗ ἐλήφθη. Αὐτὸ εἶναι κτῆμα ἰδικόν μου. Διατὶ νὰ τὸ ἀφήσω;
§165Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν θέλητε.
§166Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ ἐρωτήσητε, καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§167Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, εἶναι ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται ἀμέσως· πρέπει νὰ τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου κατὰ τὴν ὥραν τῆς συζητήσεως, διότι ἄλλως θὰ ὑπάγω εἰς τοῦ κυρίου Μπὲκ, ἵνα ζητήσω τὸ σύγγραμμα, καὶ τότε πρέπει νὰ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα. Ἐγὼ σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν θέλητε, νὰ τὸ ἀφήσητε.
§168Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἄλλως τε εἶναι γράψιμον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ σᾶς εὐκολύνῃ, διότι δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ τὸ ἀναγνώσητε.
§169Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐστενογραφημένον εἶναι;
§170Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι ἐγὼ δὲν ἤλλαξα τοὺς λόγους μου ποτέ· δὲν ὑπάρχει περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν δύνασθε νὰ μοὶ ἀποδείξητε, ὅτι ἐγὼ ἤλλαξα ὅ,τι προηγουμένως εἶπον.
§171Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν λέγομεν τοιοῦτον πρᾶγμα, κύριε Ὑπουργέ. Ἐδῶ γίνεται συζήτησις, καὶ θέλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ ἐπιχειρήματά σας, διότι πιθανὸν ἐπ’ αὐτῶν νὰ δημιουργήσωμεν καὶ ἡμεῖς.
§172Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Λοιπὸν τὸ ἐπιχείρημά μου εἶναι, ὅτι εἷς καὶ μόνος ἄνθρωπος ἐμόρφωσε τὸ Ἐπιτελεῖον.
§173Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἦτο ὁ εἷς αὐτός; Ὁ Μόλτκε!
§174Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἤρχισεν, ὡς προεῖπον, ὁ Ἐκλέκτωρ τοῦ Βρανδεμβούργου διὰ στρατιωτικῶν ὑπευθύνων, τοὺς ὁποίους εἶχε κατόπιν τὸ Πρωσσικὸν Ἐπιτελεῖον ἐβελτίωσαν βαθμηδὸν ἕτεροι στρατιωτικοὶ, καὶ ἐπὶ τέλους ὁ ἔνδοξος στρατάρχης τῆς Γερμανίας, ὁ στρατάρχης Μόλτκε. Λοιπὸν ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ πυρὴν θὰ σχηματισθῇ ἐξ ἱκανοτήτων. Ἀλλὰ θὰ τὰς λάβητε ἀπὸ τὴν Γερμανίαν τὰς ἱκανότητας; θὰ τὰς λάβητε ἀπὸ τὴν Γαλλίαν; Θὰ τὰς λάβητε ἐντεῦθεν, ἐκ τοῦ πεζικοῦ, ἱππικοῦ, πυροβολικοῦ. Τί πρόκειται τώρα; Περὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς ἱκανότητος αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀμφισβητεῖται σήμερον, ποῖος θὰ κάμῃ τὸν ἔλεγχον. Ἀλλὰ τότε ἔρχομαι εἰς τὸ σημεῖον νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς. Ἀφοῦ ἀμφότεραι αἱ πτέρυγες ἐψήφισαν τὸν τροποποιημένον νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Ράλλη, καὶ ἀφοῦ λειτουργεῖ ὁ νόμος οὗτος, καὶ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ διευθύνει τὰ τοῦ στρατοῦ, διατὶ νὰ μὴ ἔχῃ αὐτὸς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποτελέσωσι τὸν πυρῆνα τοῦ σχηματισθησομένου Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ἀφοῦ πηγάζει ἐξ ὅσων σᾶς εἶπον, ὅτι τὴν ἱκανότητα τῶν προσώπων, τῶν καταρτιζόντων τὸν ἀρχικὸν πυρῆνα τοῦ Σώματος τῶν ἐπιτελῶν, ἐξελέγχουν οὐχὶ ἐπιτροπαί, ἀλλὰ πάντοτε εἷς ἄνθρωπος, ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ ἔθνος ἔχει ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τοῦ ἀφίνει τὴν ἐνέργειαν, καὶ ἔχει καὶ τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀναμείνῃ καὶ ἴδῃ τὰ ἀποτελέσματα; Ἑπομένως ὅλαι αἱ περιπτώσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὡμιλήσατε, ἐμπεριέχονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ ἡ στρατολογία τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει διαφορὰ γνωμῶν, εἶναι, ἂν οἱ ἀποτελέσοντες τὸν πυρῆνα τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν θὰ ἦναι πρόσκαιροι ἢ μόνιμοι, ἂν θὰ τοὺς λάβωμεν ἐντεῦθεν ἢ ἐκ τῶν σπουδασάντων ἐν Γαλλίᾳ ἢ Γερμανίᾳ. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, δὲν θὰ ἀπησχόλει δὲ αὐτήν, ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ ἐμπιστοσύνη ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ.
§175Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα τὴν οἰκονομίαν ἐν γένει τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὰς τροποποιήσεις, ἃς ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ προτείνω ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Ἑπομένως σήμερον δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἐπαναλαμβάνων ὅσα εἶπον κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Οὐδεὶς ἀμφιβάλλει περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπάρξεως τῶν Ἐπιτελείων, ἑπομένως εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καὶ ἡ ἀναδρομὴ εἰς ἀρχαίας ἐποχὰς, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι τὰ Ἐπιτελεῖα εἶναι χρήσιμα εἰς τοὺς στρατοὺς καὶ ὅτι ἄνευ τούτων οἱ στρατοὶ οὔτε νὰ κινηθῶσιν οὔτε νὰ διατραφῶσιν, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ πολεμήσωσι δύνανται. Ἐκηρύχθην ἐξ ἀρχῆς ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δύναμαι εἰπεῖν ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, τὰς ὁποίας διετύπωσα ἐν ἰδιαιτέραις τροπολογίαις. Διὰ τοῦτο ἄρχομαι εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης τροπολογίας, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 8 πραγματεύεται περὶ τοῦ πρώτου καταρτισμοῦ, ἤτοι περὶ τοῦ πυρῆνος, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ Σώματος τῶν Ἐπιτελῶν. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μεταθέσῃ τὸ ἥμισυ τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν προβλεπομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ οἵτινες μέλλουσι ν’ ἀποτελέσωσι τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν, τὸ ἥμισυ, λέγω, τούτων, ἤτοι τεσσάρων ταγματαρχῶν ἢ ἀντισυνταγματαρχῶν, καὶ ὀκτὼ λοχαγῶν καὶ ὑπολοχαγῶν. Περὶ τούτων βεβαίως ἐγένετο ἡ συζήτησις, περὶ τούτων ἐξηνέχθησαν διάφοροι γνῶμαι. Ἡ ἐμὴ γνώμη ἦτο, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ὄντως πρέπει νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Σῶμα. Εἶπον δὲ περὶ τῆς διατάξεως ταύτης, ὅτι τὸ Σῶμα αὐτὸ πρέπει νὰ ἦναι, ὡς ὁ κ. Καραπᾶνος εἶπε, fermé (κλειστόν), τουτέστι νὰ περιλαμβάνῃ μόνιμον προσωπικόν, καὶ οὐχὶ μεταβλητὸν, μολονότι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον προνοεῖ καὶ περὶ ἀνοικτοῦ Σώματος, διότι παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἀντικαθιστᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οὓς κρίνει ὡς μὴ ἀνταποκρινομένους εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ Σώματος. Ἐγεννήθη λοιπὸν ἐνταῦθα ἡ συζήτησις, τίνι τρόπῳ οἱ ἀποτελέσοντες τὸν πυρῆνα ἀξιωματικοὶ θὰ μετατεθῶσι. Θὰ μετατεθῶσι κατόπιν ἐλέγχου τῆς ὑπηρεσίας; θὰ ζητηθῶσι διὰ τούτους προσόντα; ἢ εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν ὁ Ὑπουργὸς θὰ μεταθέσῃ τούτους; Βεβαίως ἡ γνώμη ἡ ἐμὴ εἶναι, ὅτι θὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, ἵνα ἐκλέξῃ οὓς αὐτὸς νομίζει καταλληλοτέρους διὰ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, ἂν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, οἱ μετατιθέμενοι αὐθαιρέτως τῇ ἐκλογῇ τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν ἦναι οἱ ἄριστοι, τί γενήσεται; Αὐτοὶ θὰ ὑπηρετήσωσιν ἐφ’ ὅρου ζωῆς εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ἀλλὰ γεννᾶται καὶ ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς αὐτῶν ἐν τῷ Σώματι καὶ οὐχὶ εἰς τὰς γενικὰς θέσεις τοῦ στρατοῦ. Νομίζω ὅτι γινώσκετε πάντες, ὁποία ὑπῆρξε καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῷ στρατεύματι καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἡ πάλη περὶ τῶν γενικῶν θέσεων τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ πόσα ἐγεννήθησαν ζητήματα, δυσχερέστατα διὰ τὸν στρατὸν, τὰ ζητήματα τῆς προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὰς γενικὰς θέσεις. Τοῦτο λοιπὸν μὲ ἠνάγκασε νὰ ὑποβάλω τὰς τροπολογίας, καὶ ὄχι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν ἐκλογὴν, καὶ ὅτι δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς προσωπικά. Ἀλλ’ εἰς ποῖα προσωπικά, παρακαλῶ; Δὲν πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, πρόκειται περὶ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ πρόκειται ἀκριβῶς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν νὰ ἱκανοποιήσωμεν, ἐκλέγοντες ἀξιωματικοὺς οὐχὶ τοὺς οὐδεμιᾶς τυχόντας ἐκπαιδεύσεως ἢ μορφώσεως ἐπιτελικῆς, ἀλλ’ ἐκείνους, οἵτινες, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, διότι τὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁποῖοι πρέπει νὰ ἦναι καὶ ὁποίας πρέπει νὰ ἔχωσι γνώσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κίνησιν πρὸ πάντων τοῦ στρατοῦ, τὴν ἐπιστράτευσιν, τὴν ἐπισίτισιν τὴν ἀσφάλειαν καὶ ἐν γένει τὰς κινήσεις τῶν στρατευμάτων εἰς τὰ θέατρα τοῦ πολέμου. Τοιαύτας γνώσεις ἀπέκτησαν οἱ ἡμέτεροι ἀξιωματικοί; Καὶ τίνες ἐδίδαξαν αὐτούς; Διὰ τοῦτο λοιπὸν δὲν νομίζω ὅτι οἱ μετατιθέμενοι ἀξιωματικοί, οἱ μέλλοντες νὰ μεταβάλωσι στολήν, εἶναι καὶ οἱ καταλληλότεροι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἐπιτελικήν. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἠθέλησα νὰ περιφρουρήσω τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὰ προηγούμενα, μὴ τυχὸν καὶ γεννηθῶσι παράπονα, διαμαρτυρίαι, δυσφορίαι μεταξὺ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, καὶ εἶπον νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν τίνες; οἱ προσωρινοί, οὐχὶ οἱ μόνιμοι ἀξιωματικοὶ τῶν Ἐπιτελῶν, διότι περὶ τῶν μονίμων ὁμιλοῦσιν ἄλλα κατωτέρω ἄρθρα, καὶ οὗτοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ προέρχωνται ἀπὸ σχολεῖα, καὶ οἵτινες θὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ Σῶμα φέροντες πάντα τὰ προσόντα καὶ τὸ πτυχίον τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας· αὐτοὶ οὐδένα πλέον θὰ ἔχωσιν ἔλεγχον, πλὴν τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν προαγωγὴν, διότι αὕτη θὰ γίνηται κανονικῶς, καὶ μόνον ἐὰν ὑποπέσωσιν εἰς ἁμαρτήματα ἢ εἰς ὀλιγωρίαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας, τότε καὶ μόνον θὰ ληφθῶσι κατ’ αὐτῶν μέτρα αὐστηρά. Ἔλεγον λοιπὸν περὶ τῶν πρώτων, περὶ τῶν προσωρινῶν δηλαδὴ, ὅτι πρόκειται περὶ προσωρινῆς διατάξεως, καὶ ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου οὗτοι πρέπει νὰ ἀνήκωσι μὲν εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, νὰ φέρωσι τὴν στολὴν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς προαγωγῆς νὰ τηρῆται ἡ ἀρχαιότης αὐτῶν ἡ ἐν τοῖς Σώμασιν, εἰς ἃ ἀνῆκον, καὶ τότε οὐδὲν θὰ γεννηθῇ παράπονον. Αὐτὸ θὰ συμβῇ ἐφάπαξ. Δὲν βλέπω λοιπὸν, ποίαν βάσιν δύνανται νὰ ἔχωσιν αἱ διαμαρτυρίαι τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Τυρνάβου, ὅτι διὰ τοιούτων διατάξεων καταστρέφεται τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο διὰ τοιούτων διατάξεων δὲν ὑφίσταται, ὅτι θάπτεται εὐθὺς ἀμέσως κλπ. Ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι τοιαῦται διατάξεις ἔχουσί τι τὸ παράλογον ἢ ἔκτροπον. Ὅτι δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν ἄλλοτε, ὅτι ἡ κατάταξις ἐν τῷ Σώματι τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν ἀπαιτεῖ γνώσεις καὶ προσόντα, ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ἀκολούθου πράξεως αὐτῆς· ἀπέστειλεν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀξιωματικοὺς δαπάναις τοῦ Δημοσίου, καὶ μάλιστα ἁδροτάταις δαπάναις, διότι ἀπέστειλεν αὐτοὺς μὲ 500 φράγκα χρυσᾶ ἕκαστον κατὰ μῆνα, ὅπως ἐκπαιδευθῶσιν εἰς τὴν Ἀκαδημίαν τοῦ πολέμου ἐν Βερολίνῳ. Καὶ ὄντως οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι ἀπεκόμισαν γνώσεις πλήρεις καὶ ἱκανότητα μεγάλην. Αὐτοὶ βεβαίως, κατατασσόμενοι εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, οὐδὲν ἔχουσι νὰ φοβηθῶσι, διότι αὐτοὶ θὰ ἦναι μορφωταὶ ἐν τῷ μέλλοντι τοῦ Σώματος. Ἐπρότεινα λοιπόν, τοῦτο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπί τινα ἔτη, μέχρις οὗ ἱδρυθῇ ἐν τῷ τόπῳ Σχολὴ εἰδικὴ ἀνωτέρα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τὰ σχολεῖα τὰ ἡμέτερα, εἰς ἃ ἐκπαιδεύονται οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ μηχανικοῦ, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν διδάσκονται σχετικὰ μὲ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι ταῦτα εἶναι ἱκανὰ νὰ δώσωσιν ἀξιωματικοὺς εἰς τὸ Ἐπιτελικὸν Σῶμα ἔχοντας πάντα τὰ προσόντα. Ἐπρότεινα ὅθεν τροπολογίαν, καθ’ ἣν οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ προωρισμένοι διὰ τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν θὰ ἐκπαιδεύωνται εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν δαπάναις τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ συγχρόνως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ γίνεται λόγος περὶ ἀνωτέρας τοῦ Κράτους Σχολῆς, τὴν ὁποίαν ὅμως δυστυχῶς δὲν ἀνεῦρον ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ, καὶ εἶπον νὰ διαγραφῇ, διότι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ. Ἂν ἀναγραφῇ εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, βεβαίως τότε καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος, καὶ μέχρις οὗ ἱδρυθῇ ἡ Σχολὴ αὕτη νὰ ἐξακολουθῶσιν ἀποστελλόμενοι εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν τέσσαρες ἢ πέντε ἀξιωματικοί, ὅσους ἡ ὑπηρεσία θέλει κρίνει ἀναγκαίους, καὶ οὕτω τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν μετ’ οὐ πολὺ θέλει ἀποκτήσει ἀξιωματικοὺς ἱκανοὺς διὰ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς διδάσκαλοι ἐν τῇ ἀνωτέρᾳ Σχολῇ τῶν Ἐπιτελῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ οὐ μόνον αὐτοὶ θὰ ἐκπαιδεύωνται, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, ὅπως καταρτισθῶσι τελειότεροι καὶ εἰς τὰ ὅπλα των καὶ εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Αὐτὰ λοιπὸν ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μὲ ἠνάγκασαν νὰ προτείνω τὴν τροποποίησιν αὐτήν, ὄχι διὰ νὰ μειώσω τὸ γόητρον τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ προσληφθῶσιν εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πολὺ καλὰ ἔπραξε, τηρήσας εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο ἐκείνων, οὓς αὐτὸς ἤθελε κρίνει ἐκ τῆς ὑπηρεσίας καταλλήλους.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γουλιμῆς ἔχει τὸν λόγον.
§177Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολὺ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι δὶς ἤδη ἔλαβον τὸν λόγον κατὰ τὰς προηγουμένας συζητήσεις, καὶ ἄλλοι δὲ τῶν ἀξιοτίμων κ. συναδέλφων μετὰ πολλῆς παρρησίας ὡμίλησαν ἐπ’ αὐτοῦ· ἂν δὲ λαμβάνω τὸν λόγον, τὸ πράττω, διότι δὲν θέλω ν’ ἀφήσω τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν μερικῶν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Ἄργους καὶ Βάλτου προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ἐπί τινων λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζει τις, ἀκούων τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους καὶ μὴ γνωρίζων τὰ πράγματα, ὅτι ἐπρόκειτο σήμερον νὰ συστήσωμεν διὰ πρώτην φορὰν Σῶμα ἐπιτελικὸν ἢ ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν στρατὸν, ὅτι δὲν ἐλειτούργει ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, καὶ ὅτι ἐπρόκειτο σήμερον τὸ πρῶτον νὰ συσταθῇ τοιαύτη, καὶ ἐκρούσθη ὁ κώδων τοῦ κινδύνου, μήπως ἐκ τῆς τοιαύτης μορφώσεως Σώματος ἢ ἱδρύσεως ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἐπαναληφθοῦν ἄλλα ἐπακόλουθα ἀτυχῆ. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, νομίζετε ὅτι δὲν λειτουργεῖ σήμερον ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία; Νομίζετε ὅτι δὲν ἔχομεν Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν; Σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν ἐν τῇ Διοικήσει τοῦ στρατοῦ; Ἐπιτελεῖον ἐν ἑκάστῃ Μεραρχίᾳ; Ὑπάρχει καὶ σήμερον ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία· καὶ ἂν δὲ δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἐξακολουθῇ ὑπάρχουσα αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία· ἐὰν δὲ πρόκηται ἐκ τῆς τοιαύτης ὑπηρεσίας νὰ ἐπέλθωσι δυστυχήματα, θὰ ἐπέλθωσι ταῦτα· δὲν πρόκειται τὰ ἀτυχήματα ταῦτα νὰ προέλθωσι διότι θὰ ἐξακολουθῇ λειτουργοῦσα αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία· τί δὲ πρόκειται; πρόκειται νὰ μειώσωμεν τὰ ἐκ τῆς κακῆς ἐκτελέσεως τῆς τοιαύτης ὑπηρεσίας ἀτυχήματα διὰ τῆς συστάσεως Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν, Σώματος δηλαδὴ, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ δύνανται οἱ ἀξιωματικοί, προπονούμενοι ἐκ τῆς διαρκοῦς ἐνασχολήσεώς των εἰς τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν, νὰ δύνανται νὰ ἐκτελῶσιν ἐπαξίως τοῦ προορισμοῦ καὶ τῆς μεγάλης σπουδαιότητος τῆς τοιαύτης ὑπηρεσίας τὸ καθῆκόν των. Αὐτὸ προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἑπομένως δὲν πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν νέον τι, οὐδὲ πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν θέσεις, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν ὀργανισμὸν τὸν ἰσχύοντα τοῦ στρατοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπάρχουν αἱ θέσεις αὗται τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, θέσεις δηλαδὴ οὐχὶ ἀναγόμεναι εἰς Σώματα, ἀλλὰ καθαρῶς ἀνήκουσαι εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ τῶν Μεραρχιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐκτὸς τοῦ ὀργανισμοῦ, ἐκτὸς τῶν θέσεων δηλαδὴ, τὰς ὁποίας ὁ ὀργανισμὸς προβλέπει διὰ τὰ Σώματα, καὶ ἀνήκουσι καθαρῶς εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ ἰσχύων λοιπὸν ὀργανισμὸς ἔχει τοιαύτας θέσεις, δύο συνταγματάρχας, πέντε ἀντισυνταγματάρχας, ἕνα ἀνώτερον ἀξιωματικόν, ἕνα ταγματάρχην,—ὑπολογίζω αὐτὸν τὸν ἀνώτερον ἀξιωματικόν, διότι οὕτω λέγει ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, —δέκα λοχαγούς, τέσσαρες ὑπολοχαγούς, τὸ ὅλον 23 ἀξιωματικούς. Ἑπομένως δὲν δημιουργοῦνται θέσεις· πρόκειται μόνον, ἂν δύνανται νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις ταύτας, ὅπως ἐκτελῶσι τὴν τοιαύτην σπουδαιοτάτην ὑπηρεσίαν, ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι εἴτε διὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς σημερινῆς, εἴτε διὰ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ὁ νόμος, θὰ δύνανται προπονούμενοι, ὅπως εἶπον, νὰ ἐκτελῶσι τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν, καὶ οὐχὶ νὰ διορίζωνται ἑκάστοτε, ἔστω καὶ ἐπιτελάρχαι ἀκόμη τοῦ στρατοῦ, ὅπως διωρίσθη ποτὲ ἀξιωματικὸς οὐ μόνον τὰ προσόντα τῆς τοιαύτης ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας κατὰ βάθος μὴ ἔχων, ἀλλ’ ἴσως οὔτε τὸ πρῶτον στοιχεῖον, τὸ τῆς ἀναγνώσεως ἑνὸς χάρτου, κατέχων.
§178Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§179Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι σήμερον. Ἦτο πρὸ πολλοῦ χρόνου. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη πλήρης ἐλευθερία εἰς τὸ νὰ καταλαμβάνωσι τὰς θέσεις ταύτας οἱοιδήποτε ἀξιωματικοὶ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ αὐτὰ τὰ ἄτοπα καὶ αὐτὰς τὰς ἐλλείψεις. Τὰ ἄτοπα δὲ ταῦτα προβλέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ μὴ συμβῶσιν εἰς τὸ μέλλον.
§180Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς περὶ τούτου φροντίζομεν.
§181Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἑπομένως βλέπει ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δημιουργίας θέσεων, πρόκειται μάλιστα νὰ ἀρθῇ καὶ ἓν σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τόσα ἔτη ἴσως δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐχρησίμευε πρὸς διαίρεσιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ· διότι παύουσιν αὐταὶ αἱ γενικαὶ θέσεις, τὰς ὁποίας καταλαμβάνουσιν οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες ἐξ ὅλων τῶν ὅπλων προκαλοῦνται, ὅπως εἰσαχθῶσιν εἰς αὐτὸ τὸ Σῶμα, ἔχοντες τὰ προσόντα τὰ ἀπαιτούμενα, ὑποβαλλόμενοι εἰς δοκιμασίας διὰ νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ Σῶμα, παύει δὲ πλέον νὰ θεωρῆται ἡ τοποθέτησις ἑνὸς ἀξιωματικοῦ εἰς τοιαύτην ἐπιτελικὴν θέσιν ὡς εὔνοια ὑπὲρ τούτου ἢ δυσμένεια κατ’ ἐκείνου τοῦ Σώματος. Δὲν πρόκειται δὲ καὶ περὶ προβιβασμῶν αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν, διότι —καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον καὶ εἰς τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, διότι, ὡς προεῖπον, δὲν θέλω νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον γενικῶς περὶ τοῦ Σώματος τῶν Ἐπιτελῶν, καθόσον ἀρκετὰ ἐλέχθησαν, —δὲν πρόκειται καὶ αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι θὰ εἰσέλθωσι, νὰ προβιβασθῶσι, διότι τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐλησμόνησαν οἱ τὸ τοιοῦτον ἐπιχείρημα προβαλόντες, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ ὑποχρεοῦν τὸν Ὑπουργὸν, ὅπως ἐντὸς τριῶν μηνῶν πληροῖ τὰς θέσεις, ἐξαιρεῖ διὰ τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν τὴν τοιαύτην πλήρωσιν.
§182Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν θὰ προάγωνται ἀμέσως, ἀλλὰ μετὰ ἕξ μῆνας, μετὰ ἓν ἔτος.
§183Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 13 ὅμως δίδει εἰς αὐτὸν δικαιώματά τινα.
§184Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Ἑπομένως βλέπετε, ὅτι δὲν πρόκειται καὶ περὶ προβιβασμοῦ, διότι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου προέβλεψεν, ὥστε ἐὰν τις εἰσέλθῃ π. χ. ὡς ταγματάρχης, —διότι πρόκειται τέσσαρες νὰ ἐκλεχθῶσι ταγματάρχαι ἢ ἀντισυνταγματάρχαι, —καὶ ἔχῃ τυχὸν δύο ἔτη ἢ τρία ἔτη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, νὰ μὴ δύναται ἀμέσως νὰ προβιβασθῇ εἰς ἀντισυνταγματάρχην, ἐπειδὴ θὰ ὑπάρχῃ κενὴ θέσις ἀντισυνταγματάρχου. Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει τοιαύτην περίπτωσιν, καὶ δὲν ὑποχρεοῖ τὸν Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτον προβιβασμόν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι εἰς τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπαφίεται πλήρης ἐλευθερία νὰ μὴ ἀδικήσῃ τυχὸν τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἀδικηθῶσι διὰ τοῦ προβιβασμοῦ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον, ἐὰν τυχὸν ἄλλοι ἀρχαιότεροι εἰς τὸ Σῶμα, ἐξ οὗ προῆλθεν, ὑπάρχωσι μὴ προβιβαζόμενοι. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα προεβλήθη, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοί, δηλαδὴ οἱ δώδεκα, οἱ ὁποῖοι πρόκειται σήμερον νὰ εἰσέλθωσι κατ’ ἐκλογὴν εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον, θὰ ἦναι διαρκῶς εἰς βάρος τοῦ Σώματος, ἐὰν τυχὸν ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν δὲν ἀποδειχθῇ ἀρίστη, ὅτι τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν θὰ ἔχῃ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικοὺς διαρκῶς μονίμους εἰς τὸ Σῶμα, καὶ συνεπῶς δύνανται τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ νὰ ζημιωθῶσι, διότι τυχὸν τοιοῦτος ἀξιωματικὸς ἤθελε τύχει εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον· ἀλλὰ πάλιν λησμονοῦσιν οἱ τὸ τοιοῦτον προβάλλοντες τὸ ἄρθρον 13, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι «οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν ἐν ἑκάστῳ βαθμῷ, ἀποσπώμενοι ἐκ περιτροπῆς, ὑπηρετοῦσι, τοὐλάχιστον ἀνὰ μίαν ἐκπαιδευτικὴν περίοδον, εἰς ἓν ἢ πλειότερα διαδοχικῶς ὅπλα, μετὰ τὸ πέρας δὲ τῆς ὑπηρεσίας των ταύτης μετατίθενται εἰς τὸ Σῶμα τῆς προελεύσεώς των καὶ ὡς ὑπεράριθμοι, ἐὰν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ δὲν ὑπέβαλε πρότασιν περὶ ἐπανόδου αὐτῶν εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν.» Βλέπετε λοιπόν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον προβλέπει καὶ τὴν τοιαύτην τυχὸν κακὴν ἐκλογήν, διότι ἄνθρωποι θὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον, καὶ ἑπομένως ἀνθρώπινον τὸ πλανᾶσθαι, καὶ δύναται ἡ ἐκλογὴ νὰ μὴ ἀποδειχθῇ ἀρίστη.
§185Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν προεβιβάσθησαν ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ Σῶμά των, δὲν καταπατοῦσι τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἄλλων;
§186Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω καὶ εἰς αὐτό, Κύριε. Καὶ σήμερον αὐτὸς ὁ ἀξιωματικός, ὅστις θὰ ἔλθῃ εἴτε ὡς ταγματάρχης, εἴτε ὡς λοχαγός, εἴτε ὡς ἀντισυνταγματάρχης, ἐξ οἱουδήποτε Σώματος καὶ ἂν προέρχηται, εἴτε τοῦ πυροβολικοῦ, εἴτε τοῦ ἱππικοῦ, εἴτε τοῦ πεζικοῦ, — διότι τὸ μηχανικὸν τὸ ἀνάγω εἰς τὸ πεζικόν, ἐπειδὴ εἶναι αἱ αὐταὶ ἀσκήσεις τοῦ πολέμου μὲ τὸ πεζικόν, — αὐτὸς ὁ ἀξιωματικὸς βεβαίως, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, θὰ σταλῇ, ὅπως παρακολουθήσῃ τὰς ἀσκήσεις εἰς τὸ Σῶμά του. Ἐὰν λοιπὸν τυχὸν ἀποδειχθῇ ἡ ἐκλογὴ ἐσφαλμένη, ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς δύναται νὰ μὴ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν. Ὥστε αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκετε διὰ τῆς προτάσεως, ὅπως οἱ τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ μὴ θεωρῶνται ὡς διαρκῶς ἀποτελοῦντες μέρος τοῦ Σώματος τῶν Ἐπιτελῶν, προβλέπεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τρόπον τινὰ θεραπεύεται, διότι οἱ τοιοῦτοι ἀξιωματικοί, ἐὰν ἀποτύχῃ ἡ ἐκλογή των, θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ Σῶμά των. Ἀλλὰ τώρα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς λέγει: «ἐὰν τυχὸν προεβιβάσθησαν;»
§187Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὸ εἶναι.
§188Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Προβλέπει τὸ ἄρθρον 13 εἰς τὸ ἐδάφιον γʹ περὶ τῆς τοιαύτης περιστάσεως. Ἐὰν τυχὸν ὁ τοιοῦτος ἀξιωματικὸς προεβιβάσθη, καὶ ἡ ἐκλογή του ἐθεωρήθη ἐσφαλμένη, — διότι, σᾶς εἶπον, ἀνθρώπινον τὸ πλανᾶσθαι, καὶ δύναται ἡ ἐκλογὴ νὰ ἀποτύχῃ, — ἀφοῦ ὑπηρετήσῃ ἐπί τινα χρόνον, ἐπανέρχεται εἰς τὸ Σῶμά του ὡς ὑπεράριθμος, δὲν δύναται δὲ νὰ προβιβασθῇ, παρὰ ἐὰν οἱ ἔχοντες τὸν κατώτερον βαθμὸν ἐν τῷ αὐτῷ Σώματι προβιβασθῶσιν, ὅτε ἀνακτῶσι καὶ τὴν ἀρχαιότητά των (θόρυβος).
§189Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ τὸ λέγει αὐτό;
§190Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν τὸ λέγει.
§191Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφήσατε, Κύριοι!
§192Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἐδάφιον γʹ, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ὁμιλῶ πρὸς τὴν Βουλὴν μὴ ἀκριβῆ. «... Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἐπροβιβάσθησαν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν καὶ ὑπάρχωσιν ἐκ τῶν πρὸ τῆς μεταθέσεώς των εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων των μὴ προβιβασθέντες, οὗτοι ἀνακτῶσι τὴν προτέραν ἐπὶ τῶν πρώτων ἀρχαιότητά των, ὅταν συμπέσῃ νὰ γείνωσιν ὁμοιόβάθμοί των...» (θόρυβος).
§193Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφήσατε, Κύριοι, νὰ τελειώσῃ.
§194Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι εἷς ταγματάρχης, μετατιθέμενος εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν, προβιβάζεται εἰς ἀντισυνταγματάρχην καὶ εἶτα ἐπανέρχεται εἰς τὸ Σῶμά του, οἱ ὁμοιόβαθμοι αὐτοῦ ταγματάρχαι, ἀλλ’ ἀρχαιότεροι πρὸ τῆς εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν μεταθέσεώς του, ὅταν προβιβασθῶσιν, ἀνακτῶσι τὴν ἀρχαιότητά των ἐπ’ αὐτοῦ, τοῦ ἐπανελθόντος εἰς τὸ Σῶμα. Τὸ λέγει σαφέστατα καὶ ῥητότατα τὸ νομοσχέδιον.
§195Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ὑπάρχωσι.
§196Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐὰν δὲν θὰ ὑπάρχωσιν ἐκείνην τὴν ἡμέραν, θὰ ὑπάρχωσι τὴν μεθαύριον. Δὲν ἕπεται ὅτι διηνεκῶς ὑπάρχουσιν αἱ θέσεις. Μήπως εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν ὑπάρχουσιν ἀμέσως αἱ θέσεις πρὸς προβιβασμόν; Τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν δὲν καταρτίζεται μὲ τὸν σκοπὸν νὰ ἔλθῃ τὸ τάδε ἄτομον διὰ νὰ προβιβασθῇ· καταρτίζεται διὰ νὰ καταστῇ Σῶμα Ἐπιτελῶν ἐργαζόμενον διηνεκῶς, προπονούμενον ἐν εἰρήνῃ, ὅπως καὶ ἐν πολέμῳ καταστῇ ἱκανὸν νὰ παρέχῃ ἐκείνας τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας παρέχουσι τὰ Ἐπιτελεῖα εἰς ὅλους τοὺς εὐρωπαϊκοὺς στρατούς. Δὲν ὑπάρχει στρατὸς ἐν Εὐρώπῃ μὴ ἔχων Ἐπιτελεῖον· καὶ ὄχι μόνον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, τὰ καθαυτὸ στρατιωτικὰ ἔθνη, ἀλλὰ καὶ τὰ μὴ καθαυτὸ στρατιωτικὰ, ὡς π. χ. ἡ Ἑλβετία, — ἐὰν θεωρήσητε αὐτὴν ὡς μὴ στρατιωτικὸν ἔθνος, — καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ μὴ στρατιωτικὰ ἔθνη ἔχουσιν ὅλα Ἐπιτελεῖα.
§197Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Ἑλβετία ἔχει τὸ μόνον πάγιον.
§198Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Καὶ ἀκριβῶς, ὅπως λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, δίδων μοι ἰσχυρότατον ἐπιχείρημα, ἐὰν δὲν διατηρῶσιν ἀξιωματικοὺς τῶν ἄλλων ὅπλων, διατηροῦσι μονίμως τοιούτους τῶν Ἐπιτελῶν.
§199Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὴν χρησιμότητα τῶν Ἐπιτελείων.
§200Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον λοιπόν, αὐτοὺς τοὺς δώδεκα ἀξιωματικούς, ἐὰν ἀποδειχθῶσιν ἀνίκανοι, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος νὰ τοὺς ἔχῃ διαρκῶς καὶ ἀενάως εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον· δύνανται ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ διευθύνωσι τὸ Ἐπιτελεῖον, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι τὴν εὐθύνην τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ, ὅταν κρίνωσιν ὅτι ἡ ἐκλογὴ ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους ἦτο ἀτυχὴς, νὰ ἐπαναφέρωσιν αὐτοὺς εἰς τὰ Σώματά των, καὶ νὰ μὴ προτείνωσι τὴν ἐκ νέου μετάθεσίν των εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν, ὅταν ἀποσπώμενοι ἐκτελέσωσι τὴν ὑπηρεσίαν μιᾶς ἐκπαιδευτικῆς περιόδου ἢ πλειοτέρων εἰς ἓν οἱονδήποτε Σῶμα.
§201Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Στιγματίζονται.
§202Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Βουλευτά, δὲν στιγματίζεται εἷς ἀξιωματικός, ἐὰν, κριθεὶς ὅτι εἶναι ἀνίκανος διὰ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἄριστος π. χ. διὰ τὸ ἱππικόν· αὐτὸς ἐπανέρχεται διὰ νὰ ἀριστεύσῃ εἰς τὸ ἱππικόν. Καὶ σήμερον δὲν ἔχομεν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν; Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς μεταθέσῃ αὐτοὺς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης εἰς τὸ Σῶμά των, ἕπεται ὅτι στιγματίζονται οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι; Καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅταν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπανέρχωνται εἰς τὸ Σῶμά των, δὲν στιγματίζονται. Καὶ νομίζετε ὅτι μόνον ἡμεῖς ἔχομεν αὐτὴν τὴν διάταξιν; Καὶ ἡ Νορβηγία ἔχει τοιαύτην διάταξιν καὶ ἄλλα Κράτη, καὶ ἡ Γαλλία, ἥτις ἔχει ἐντελῶς ἀνοικτὸν τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν. Δὲν θεωρεῖται ἐστιγματισμένος ὁ ἀξιωματικὸς, ὅστις ἐπανέρχεται εἰς τὸ Σῶμά του· διότι δύναται νὰ ἦναι λαμπρὸς μηχανικός, λαμπρὸς πεζὸς, ἄριστος πυροβολητὴς, ἀλλὰ δύναται νὰ μὴ ἔχῃ τὰ στοιχεῖα καὶ τὰ προσόντα ἑνὸς ἀρίστου ἀξιωματικοῦ τοῦ Ἐπιτελείου. Δὲν θεωρεῖται λοιπὸν στίγμα τὸ τοιοῦτον, καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, προβλέπον αὐτὴν τὴν περίστασιν, δὲν εἶναι ἐπάναγκες νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν οὔτε ἀπ’ ἀρχῆς αὐτὸ τὸ Σῶμα ἄλλως παρὰ δι’ ἀποσπάσεως, δι’ ἀνθρώπων δηλαδή, οἱ ὁποῖοι αὔριον θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ Σῶμά των, διότι τότε ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει μέχρι τοῦδε καὶ τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἄρῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν ἀέναον ἐνέργειαν καὶ τὴν διαρκῆ ἐνέργειαν τοῦ Σώματος τῶν ἐπιτελῶν. Πρέπει ὁ ἀξιωματικός, ἐφ’ ὅσον εἶναι εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν, νὰ γνωρίζῃ καὶ νὰ νομίζῃ καὶ νὰ ἔχῃ πεποίθησιν, ὅτι ἀνήκει εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο, καὶ νὰ καταβάλλῃ ἁπάσας τὰς ψυχικὰς καὶ διανοητικάς του δυνάμεις, ὅπως καταστῇ ἄριστος καὶ ἐπιτύχῃ εἰς τὴν ἀποστολήν του καὶ δικαιολογήσῃ τὴν ἐκλογὴν, ἡ ὁποία ἐγένετο δι’ αὐτόν. Ἐὰν ὅμως τυχὸν ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ἔχει τὰ προσόντα, τότε βεβαίως ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσιν τὴν εὐθύνην καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπιτελικοῦ Σώματος, θὰ προτείνωσι τὴν ἐπάνοδόν του εἰς τὸ Σῶμα, ἐξ οὗ προῆλθεν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, διὰ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας περιέχει, ὡς ἄριστα ἐξυπηρετεῖ τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπιδιώκει, αἴρει δὲ καὶ τὰς ἀντιρρήσεις ἐκείνων, οἵτινες ἐναντίαν ἔχουσι γνώμην, καὶ συνεπῶς προτείνω καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ψηφίσῃ.
§203Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ πάσης συζητήσεως τὸ πρώτιστον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει τις, εἶναι νὰ θέση σαφῶς καὶ καθαρῶς τὸ ζήτημα, διότι, ἐὰν τοῦτο δὲν γείνῃ, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν τὴν συζήτησιν περιπλανωμένην, χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει ὁμοφωνία ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος σχηματισμοῦ Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Τὴν ἀνάγκην ταύτην πάντες, ὅσοι ἐπὶ τοῦ θέματος ἠσχολήθησαν, ὑπεστήριξαν. Περὶ τούτου λοιπὸν συζήτησις δὲν δύναται νὰ γείνῃ. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις καὶ ἐπὶ ἑτέρου θέματος, διότι φαίνεται ἐκ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε διεξήχθησαν, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὑπάρχει ὁμοφωνία. Ὁμοφωνία φαίνεται κρατοῦσα, ὅτι τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν δὲν πρέπει ν’ ἀποτελῆται δι’ ἀποσπάσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναι μόνιμον. Συνεφώνησαν ἐπὶ τούτου ἅπαντες, καὶ δι’ αὐτὸ ὁμοφωνία ὑπάρχει ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν τῶν ἄρθρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι τὰ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ μονίμου Ἐπιτελείου. Ποῦ ἄρχεται ἡ διαφωνία, Κύριοι; Ἄρχεται εἰς τὸ ἑξῆς σημεῖον. Σχηματισμὸς μονίμου Ἐπιτελείου, δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ δυνάμει τῶν διατάξεων οἱουδήποτε ἄλλου νομοσχεδίου, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἢ διὰ τῆς παρελεύσεως μακροῦ χρόνου, διότι ἐκ τῶν κατωτέρων βαθμῶν θέλει ἀρχίσει ὁ σχηματισμὸς τοῦ Σώματος τούτου. Ζήτημα λοιπὸν γεννᾶται: μέχρις ὅτου οἱ τοῦ κατωτέρου βαθμοῦ ἀνέλθωσιν εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς, ποία πρόνοια πρέπει νὰ ληφθῇ; Καὶ ἐδῶ ἄρχεται ἡ διάστασις τῶν γνωμῶν. Δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου ἀποσπῶνται μονίμως ἐκ τῶν Σωμάτων τοῦ στρατοῦ οἱ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 8 ὑποδεικνυόμενοι ἀξιωματικοὶ, καὶ ὁρίζεται, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι μονίμως μένουσιν ἐν τῷ ἐπιτελικῷ Σώματι. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐγεννήθησαν διαφωνίαι, καὶ ὑπεβλήθη τροπολογία ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος προτείνει, ὅπως οἱ ἐκ τῶν διαφόρων Σωμάτων μετατιθέμενοι εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον ἀξιωματικοὶ ἐξακολουθήσωσι διατηροῦντες τὰς ἐν τοῖς Σώμασι θέσεις αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν ἡ πρότασις αὕτη ἐγίνετο δεκτὴ, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν τὸν σχηματισμὸν Ἐπιτελικοῦ Σώματος. Ἐὰν πράγματι παραδέχησθε τὴν ἀνάγκην σχηματισμοῦ Σώματος Ἐπιτελικοῦ, ἐὰν τὸ Ἐπιτελικὸν τοῦτο Σῶμα, κατὰ τὴν ὁμολογίαν ὅλων, ὅσοι ἠσχολήθησαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀπαιτῇ ἀξιωματικοὺς ἀνενδότως ἀσχολουμένους καὶ προσπαθοῦντας νὰ ἀποκτήσωσι γνώσεις, τὰς ὁποίας ἐν τοῖς Σώμασιν αὐτῶν δὲν ἀπέκτησαν, πρέπει ἀναμφισβητήτως νὰ φθάσητε εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, οἱ ἐκ τῶν Σωμάτων αὐτῶν λαμβανόμενοι, δέον μονίμως νὰ μείνωσιν ἐν τῷ Σώματι τῷ Ἐπιτελικῷ, ὅπως — ἀργὰ, ἔστω, — ἀποκτήσωσι τὰς γνώσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι, ἵνα διευθύνωσι τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ὅπως δὲ τὰς γνώσεις ταύτας ἀποκτήσωσιν, ὅπως ἐπιδοθῶσιν εἰς μελέτας καὶ ὑποβληθῶσιν εἰς κόπους, πρέπει νὰ δώσητε εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους ἀμοιβήν τινα ἠθικήν. Καὶ ἐλέχθησαν πολλὰ περὶ τῆς ἀμοιβῆς ταύτης· ἐλέχθη ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ ἀποσπώμενοι εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἀξιωματικοὶ νὰ προβιβασθῶσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ προσληφθησόμενοι ταγματάρχαι, μόλις παρέλθῃ ὁ πρὸς προβιβασμὸν ἀπαιτούμενος τῆς ὑπηρεσίας χρόνος, νὰ προβιβασθῶσιν εἰς κενὴν θέσιν ἀντισυνταγματάρχου. Καὶ ἐρωτῶ, τί κακὸν εἶναι, ἐὰν ταγματάρχης λαμβανόμενος ἐκ τοῦ στρατοῦ καὶ ἀσχολούμενος ἀνενδότως, ὅπως καταστῇ καλὸς ἀξιωματικὸς τοῦ Ἐπιτελείου, τί κακὸν εἶναι, ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος προβιβασθῇ; Ἀλλ’ ἐλέχθη ἀκόμη, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος, ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀξιωματικῶν νὰ μὴ ἦναι κατάληλος, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μὴ διορισθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν οἱ καταλληλότεροι τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς τοιαύτην ὑπηρεσίαν. Ἐδῶ σταματῶ, καὶ λέγω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι γενικώτερον, διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν ἐκ μέρους τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου δυνάμει τοῦ κρατοῦντος νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ θὰ προέλθῃ ἡ γνωμοδότησις, ἔλλειψιν τῆς συναισθήσεως τῆς εὐθύνης, ἡ ὁποία εἶναι ἀνωτέρα παντὸς νόμου. Δὲν δύναμαι ἀφ’ ἑτέρου νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποβάλῃ Διάταγμα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, δὲν θὰ ἔχῃ τὴν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ ταύτῃ τοῦ Διατάγματος, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ τὴν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀπέναντι ὑμῶν, δὲν δύναμαι, λέγω, νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς οὗτος, ἐὰν τυχὸν ὑποβληθῇ γνωμοδότησις, ἡ ὁποία νὰ μὴ θεωρηθῇ ὑπ’ αὐτοῦ ὡς ἡ πρέπουσα, θέλει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης ὑποβάλει τὸ Διάταγμα. Ἑπομένως διατὶ ταρασσόμεθα καὶ νομίζομεν, ὅτι ἡμεῖς μόνον ποθοῦμεν καλὸν σχηματισμὸν τοῦ Σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, καὶ ὅτι ὁ πόθος οὗτος δὲν εἶναι κοινὸς εἴς τε τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν; Ἀλλ’ ἐλέχθη ἀκόμη: «ἐὰν λάθος τι γείνῃ περὶ τὴν ἐκλογήν, ποῖα ἔσονται τ’ ἀποτελέσματα τοῦ λάθους;» Ὑπάρχει, Κύριοι, ῥητὴ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κανονίζουσα τὸ ζήτημα τοῦτο. Διότι, ἐὰν τυχὸν λάθος γείνῃ περὶ τὴν ἐκλογὴν καὶ ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι τις τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ἀκατάλληλος διὰ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς, ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ὁριζομένου, θέλει ἐπανέλθει εἰς τὸ Σῶμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐλήφθη, θέλει μείνῃ εἰς τὸ Σῶμά του καὶ δὲν θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἐλέχθη, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος δύναται νὰ παραμείνῃ εἰς τὸ Σῶμά του, ἀφοῦ λάβῃ πρότερον προβιβασμὸν εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὅτι ὁ κίνδυνος εἶναι μέγας, ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Σῶμά του μὲ βαθμὸν ἀνώτερον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποίαν ἰδέαν ἔχετε περὶ τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν; Νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Σῶμά του μὲ τὸν κίνδυνον νὰ ἴδῃ τοὺς συναδέλφους του, ὧν κατεπάτησε τὴν ἀρχαιότητα, προβιβασθεὶς πρὸ αὐτῶν, νὰ ἴδῃ, λέγω, αὐτοὺς προβιβαζομένους καὶ καταπατοῦντας τὴν ἀρχαιότητα αὐτοῦ; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἀξιωματικὸς φιλότιμος θέλει μείνῃ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐν τῷ στρατεύματι; Εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις αὐτό; Ἐγὼ δὲν τὸ παραδέχομαι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὸ ἀτύχημα τοῦτο, θὰ ζητήσῃ νὰ ἀποστρατευθῇ, ὅπως μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν τόσον δυσάρεστον δι’ αὐτὸν θέσιν.
§204Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ ἦναι σκάνδαλον.
§205Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σκάνδαλον δὲν θὰ ὑπάρχῃ· ἁπλῶς θέλει γείνῃ διόρθωσις τοῦ γενομένου περὶ τὴν ἐκλογὴν λάθους. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἀπέναντι τοῦ κινδύνου λάθους, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παραδεχθῆτε, ὅτι εἰς ἀξιωματικοὺς μετατιθεμένους εἰς τὸ Σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι πρέπει, ἐὰν θέλωσι νὰ δείξωσιν ἑαυτοὺς ἀξίους τῆς κατατάξεώς των ἐν τῷ Σώματι τούτῳ, νὰ καταβάλωσι κόπους μεγάλους, ὅπως καταστῶσιν ἱκανοὶ πρὸς ἐπιτέλεσιν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν πρόκειται ν’ ἀναλάβωσιν, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παραδεχθῆτε, ὅτι εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους πρέπει νὰ δώσητε τὴν ἐλπίδα ἠθικῆς τινος ἀμοιβῆς; Διατὶ λοιπὸν ταρασσόμεθα ἐκ διατάξεως, ἥτις εἶναι ὅλως προσωρινή; Καὶ εἶναι προσωρινὴ ἡ διάταξις αὕτη, διότι πρόκειται νὰ κανονίσωμεν μόνον διὰ τὸν διάμεσον χρόνον, μέχρις οὗ οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν κατωτέρων βαθμῶν, οἱ λαβόντες πτυχίον πολεμικῆς Σχολῆς, — καὶ ἔχομεν σήμερον τοιούτους τέσσαρας, θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ ἄλλους ἐν τῷ μέλλοντι, — μέχρις οὗ, λέγω, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι φθάσωσιν εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμούς. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ σύστασις τοῦ Ἐπιτελείου, οὗ τὴν ἀνάγκην πάντες ἀναγνωρίζετε, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι θὰ λάβωσι τοὺς ἀνωτέρους βαθμούς; Εἶναι δυνατὸν νὰ μείνωμεν ἐπὶ 15 ἔτη ἄνευ Ἐπιτελείου, οὗ πάντες ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην; Νομίζω, ὅτι αἱ σκέψεις αὗται θέλουσι πείσει τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ψηφίσει τὰς διατάξεις ταύτας.
§206Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ὀλυμπίας κ. Μοσχούλας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Στυμφαλιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας. Ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 2 καὶ 3). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 45′ μ. μ.)