1904.02.27
3.780 στίχοι · 29.520 λέξεις · 398 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
τῆς 27 Φεβρουαρίου 1904.
(Παρασκευή).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ι. Γιαννακίτσα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. παρόντων 138 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Λαρίσης δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσι νὰ τροποποιηθῇ καὶ συμπληρωθῇ ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Τὸ σωματεῖον τῶν παντοπωλῶν τῆς πόλεως Βόλου δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλεῖ νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῆς ἀξίας τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς.
§2ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀνεκοινώθη χθές.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐν Χαλκίδι ἀμπελοκτημόνων παρακαλεῖ νὰ μὴ ψηφισθῇ φόρος ἐπὶ τοῦ γλεύκους. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Στάικος.
§4Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐν πρώτοις, κύριοι Βουλευταὶ, ἔχω καθῆκον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἣν ἀπηύθυνε πρός με κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἐπὶ τῆς λέξεως, τὴν ὁποίαν ἰσχυρίζεται ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἤκουσε λεχθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὁμολογήσω καὶ νὰ μὴ διαψεύσω πᾶν ὅ,τι εἶπον ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἔχω τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίξω πᾶν ὅ,τι λέγω, καὶ πᾶν ὅ,τι φρονῶ. Βεβαιῶ λοιπὸν, ὅτι τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν ἰσχυρίζεται ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι εἶπον, δὲν τὴν εἶπον. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀντίγραφον τοῦ σχετικοῦ μέρους τῆς ὁμιλίας μου ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν· ἐὰν δέ τις ἀμφιβάλλῃ, δύναται νὰ ἴδῃ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ἀπαντῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ κληθῶσι καὶ καταταχθῶσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ οἱ ἄγοντες ἡλικίαν πρεσβυτικήν, 80 ἢ 100 ἐτῶν, εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὑπάρχει νόμος ἀπαλλάσσων τοὺς σωματικῶς ἀνικάνους ὁπλίτας· δηλαδή, ὅτι πρέπει νὰ κατατάσσηται ὁ κληρωτὸς παρελθούσης ἀπογραφῆς, ἔστω καὶ ἂν ἄγῃ ἡλικίαν 100 ἐτῶν, ἀλλὰ ν’ ἀπαλλάσσηται δυνάμει τοῦ νόμου περὶ σωματικῶς ἀνικάνων ὁπλιτῶν. Ἐγὼ δὲ, φρονῶν ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ἑκατονταετεῖς καὶ νὰ μὴ φέρωμεν αὐτοὺς ἐνώπιον τῆς ἀνωτάτης ἐπιτροπῆς, ὁρίζοντες διὰ τοῦ νόμου τὴν ἡλικίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλει πᾶς τις νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, εἶπον (ἀναγινώσκει): «Βεβαίως οἱ σωματικῶς ἀνίκανοι ὁπλῖται ἀπαλλάσσονται δυνάμει τοῦ νόμου, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν· ἀλλὰ τί χρεωστεῖ εἰς τὸ Δημόσιον ὁ σωματικῶς αὐτὸς ἀνίκανος, ὁ ἑκατοντούτης δηλαδή, νὰ περιάγηται ἀνὰ τὸ Κράτος καὶ νὰ φέρηται ἐνώπιον τῆς ἀνωτάτης ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς, διὰ ν’ ἀπαλλαγῇ; Ἡμεῖς, οἱ νομοθετοῦντες σήμερον, οἱ ὁποῖοι ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὴν κοινὴν λογικὴν, πρέπει νὰ παραδεχώμεθα καὶ νὰ ψηφίζωμεν νόμους μὲ τοιαύτας διατάξεις;» Διότι βεβαίως ὁ λαὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς ἡμᾶς, ὅτι δὲν κανονίζομεν τὰ ζητήματα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς λογικῆς, ὅταν παραδεχώμεθα, ὅτι πρέπει νὰ κατατάσσωνται ἄνδρες ἡλικίας 100 ἐτῶν. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὁρίσῃ οἱανδήποτε ἡλικίαν νομίζῃ αὐτὸς ὀρθὸν νὰ ἔχῃ ὁ κατατασσόμενος ἀνυπότακτος κληρωτὸς, διότι δὲν ἔχομεν ἡμεῖς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῶμεν καὶ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ὅπως εἶναι συντεταγμένον· ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κρίνωμεν καὶ ν’ ἀποφασίζωμεν διὰ τῆς λογικῆς.» Αὐτὴ ἦτο, Κύριοι, ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν χθὲς ἔκαμα ἐπὶ τῇ ἀπαντήσει τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἶτα ἐξῆλθον πρὸς στιγμὴν τῆς αἰθούσης ταύτης, ἵνα συντάξω τροπολογίαν τινὰ, ἣν νὰ ὑποβάλω, ὅπως προστεθῇ εἰς τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον. Ἐπὶ τούτοις, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα, κατέκρινεν ἐμὲ καὶ τὴν συμπεριφοράν μου, ὡς στρατιωτικοῦ Βουλευτοῦ, ἐπιζητῶν διὰ τῆς ὁμιλίας του ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν γνωρίζω νὰ συμπεριφέρωμαι καὶ ὡς λοχαγὸς καὶ ὡς Βουλευτὴς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Τὸν λόγον τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εὐτυχῶς ἤκουσα μόλις ἐπανῆλθον ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἵνα ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν· ἐθεώρησα δὲ, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ διακόψω αὐτὸν καὶ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἐνταῦθα δὲν εἶμαι λοχαγὸς, ἀλλὰ Βουλευτὴς, καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ὅπως εἶναι καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν θ’ ἀρνηθῇ πάνθ’ ὅσα εἶπε χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ πρὸς τοῦτο ἔχω ἐνώπιόν μου—ἵνα μὴ παραταθῇ ἡ συζήτησις αὕτη—ἀντίγραφον ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, εἶχον παρεκτραπῆ εἴτε κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν μου, εἴτε κατὰ τὴν προχθεσινὴν, εἶχον καθῆκον νὰ ὁμολογήσω τὸ σφάλμα μου, διότι, ὅταν τις ὑποπέσῃ εἰς σφάλμα καὶ ὁμολογήσῃ αὐτὸ, —καὶ μάλιστα ὅταν τοῦτο δὲν προέρχηται ἐκ προθέσεως, —εἶναι ἄξιος τιμῆς· εἶχε δ’ ἐπίσης τὴν ὑποχρέωσιν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐὰν παρεξετρεπόμην, νὰ μὲ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν, ἐφαρμόζων τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὰς ὁποίας αὐτὸς καὶ μόνον ὀφείλει νὰ τηρῇ, αὐτὸς καὶ μόνον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς ἡμᾶς, τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Ἐγὼ φρονῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι διὰ τῶν λέξεων ἐκείνων ποσῶς δὲν ἠθέλησα νὰ θίξω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδὲ ἔθιξα αὐτόν· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι ὅλως ἀδίκως ἐπετέθη κατ’ ἐμοῦ, κατακρίνας τὴν συμπεριφοράν μου, ὡς λοχαγοῦ Βουλευτοῦ. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὴν λέξιν, ἥν ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ὅτι εἶπον, ἔχω καθῆκον ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς κατ’ ἐμοῦ. Ἀνελθὼν, Κύριοι, τὸ βῆμα ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ἵνα διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ λοχαγοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου, εἶπε πολλὰ, τὰ ὁποῖα θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, διότι ἦσθε χθὲς παρόντες καὶ τὰ ἠκούσατε. Βεβαίως, κατακρίνων τὴν συμπεριφοράν μου ὡς λοχαγοῦ Βουλευτοῦ, ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ λοχαγοῦ Βουλευτοῦ καὶ πολίτου Βουλευτοῦ, ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν ἐνταῦθα, διότι βεβαίως δὲν ἔχουσι πάντες τὸν αὐτὸν βαθμόν· ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ Βουλευταὶ ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναγνωρίζωσιν ἐνταῦθα τοὺς ἄλλους στρατιωτικοὺς Βουλευτὰς ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ, ὃν φέρουσιν. Ἐγὼ, Κύριοι, τοιαύτην ἰδέαν δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἀπέναντι τῶν ὑποδεεστέρων μου ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἔχουσι τὴν τιμὴν νὰ εὑρίσκωνται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Καὶ ἀφοῦ, Κύριοι, ἐγὼ, ὡς λοχαγὸς, δὲν δύναμαι ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος νὰ ἔχω καὶ νὰ ζητῶ τοιαῦτα δικαιώματα παρὰ τῶν ὑποδεεστέρων ἀξιωματικῶν Βουλευτῶν, βεβαίως δὲν δύνανται καὶ οἱ ἀνώτεροί μου νὰ ζητῶσι τοιαῦτα δικαιώματα παρ’ ἐμοῦ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ποσῶς τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ νὰ ὑπάρχωσι στρατιωτικοὶ Βουλευταί· ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν, ὑπάρχοντες ὅμως, δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ στρατιωτικὸν στάδιον· διότι, ἐὰν ἠθέλομεν παραδεχθῆ, ὅτι ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ στρατιωτικὸν στάδιον, τότε βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἐὰν ὁ στρατιωτικὸς Βουλευτὴς νομίζῃ, ὅτι χάνει τὴν θέσιν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ βαθμοῦ του, παραμένων ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, εἶναι ἐλεύθερος νὰ παραιτηθῇ τῆς θέσεως ταύτης, ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς πολιτικῆς καὶ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ στράτευμα, ἵνα διατηρήσῃ ἀμείωτον τὸ γόητρον τῆς θέσεως καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτοῦ. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν). Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, πολλάκις εἶπον ὑμῖν, ὅτι δὲν θεωρῶ ἐμαυτὸν ὑπέχοντα καμμίαν στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν· εἶμαι μὲν ἐγγεγραμμένος εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ἐλέγχους, ἀλλὰ δὲν θὰ ζητήσω ποτὲ προαγωγήν, διότι νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει πλέον νὰ ἐξακολουθήσω ὑπηρετῶν εἰς τὸ στράτευμα. Τοῦτο δὲ τὸ ἐδήλωσα ἐπανειλημμένως καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐνώπιον τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι θὰ πολιτεύωμαι πάντοτε καὶ θὰ ἐξακολουθήσω τὸ στάδιον τοῦ πολιτευομένου, καὶ συνεπῶς οὐδεμίαν ἐντύπωσιν θὰ κάμῃ εἰς ἐμὲ, ἂν θὰ ψηφισθῇ νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου θὰ στερηθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ δικαιώματος νὰ πολιτεύωνται.
§5Β. ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτος νόμος.
§6Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἀναγνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ τι, ὅπερ νὰ συνδέῃ τοὺς στρατιωτικοὺς Βουλευτάς· ἀναγνωρίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς ἀνωτέρους, ἀδιάφορον ἂν πάντες εἶναι ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ἵνα ὑπάρξῃ τοῦτο, φρονῶ, ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει οἱ ἔχοντες μεγαλύτερον βαθμὸν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ νὰ ἀποδείξωσι διὰ τῆς συμπεριφορᾶς των, ὅτι δὲν δύνανται νὰ θεωρῶνται ἀνώτεροι ἀπέναντι τῶν ὑποδεεστέρων των, ἀφοῦ πάντες εἰσὶ Βουλευταὶ (ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν). Ἐὰν αὐτοὶ σχηματίσωσι τὴν πεποίθησιν, καὶ δεχθῶσιν, ὅτι μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν δὲν ὑπάρχει διάκρισις ἀνωτέρου καὶ κατωτέρου, ὅτι ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους εἴμεθα ἴσοι κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ, τότε ἂς ἦναι βέβαιοι, ὅτι θὰ ἔχωσι τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἐκτίμησιν, ἥτις τοῖς ἀνήκει (ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν)· διότι ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ ἐκτίμησις ἀποκτᾶται πάντοτε ἐκ τῆς συμπεριφορᾶς τῶν ἀνωτέρων πρὸς τοὺς ὑποδεεστέρους. Ὅταν οἱ ἀνώτεροι φέρωνται πρὸς τοὺς ὑποδεεστέρους μετὰ τῆς συμπεριφορᾶς, ἣν ὀφείλουσι, λόγῳ τῆς θέσεως αὐτῶν, βεβαίως καὶ οἱ ὑποδεέστεροι ἔχουσι τὴν αὐτὴν ὑποχρέωσιν. Μίαν ἐντολὴν ἔχομεν πάντες οἱ Βουλευταὶ παρὰ τοῦ λαοῦ, ὅστις περιέβαλεν ἡμᾶς διὰ τῆς τιμῆς ταύτης, νὰ λέγωμεν καὶ νὰ ἑρμηνεύωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν ἐλευθέρως· ἀλλ’ ὅταν αἱ γνῶμαι ἡμῶν ἀντίκηνται εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἢ ἑτέρου ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ἐὰν θελήσητε νὰ παραδεχθῆτε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τότε ἡμεῖς, οἱ ὑποδεέστεροι αὐτοῦ, πρέπει νὰ σιωπῶμεν, ὅταν συζητῶνται στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ἢ πρέπει νὰ εὑρισκώμεθα ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, διότι, ἐὰν εὑρισκώμεθα ἐντὸς αὐτοῦ, θὰ ἐρχώμεθα συχνάκις εἰς συγκρούσεις καὶ διαπληκτισμοὺς, ὡς εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, τὸ ὁποῖον ὅμως, φρονῶ, οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ εἴπῃ. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ἐὰν ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντᾷ καὶ νὰ συζητῇ τὴν γνώμην τοῦ Βουλευτοῦ Βάλτου, ἔχει μείζονα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντᾷ καὶ νὰ συζητῇ τὴν γνώμην τοῦ στρατιωτικοῦ Βουλευτοῦ Βάλτου, διότι μὲ τὸν πολίτην Βουλευτὴν τὸν συνδέει μόνον ἡ ἰδιότης τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, ἐνῷ μὲ τὸν στρατιωτικὸν Βουλευτὴν τὸν συνδέει καὶ ὁ δεσμὸς τοῦ στρατεύματος.
§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἐδῶ τὰ ἐχάλασες!
§8Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ καθ’ ὑπαγόρευσιν· ἐγὼ ἐκφράζω τὰς ἰδέας μου. Προκειμένου, Κύριοι, περὶ στρατιωτικῶν ζητημάτων, νομίζω, —καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, —ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου δὲν κατέγειναν, οὐδὲ τὸ ἐνδιαφέρον εἶχον νὰ καταγείνωσιν εἰς τὴν μελέτην αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δέχηται τὴν γνώμην τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν, ἥτις εἶναι πρωτίστως ὑπὲρ τῆς προόδου τοῦ στρατεύματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἔχει ἄμεσον ἐνδιαφέρον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐγώ, Κύριοι, οὐδενὸς Βουλευτοῦ τὴν φιλοπατρίαν ἀρνοῦμαι, δὲν δύνασθε ὅμως καὶ ὑμεῖς νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι πολὺ ὀλίγοι ἐξ ὑμῶν καταγίνονται εἰς τὴν μελέτην τῶν στρατιωτικῶν ζητημάτων. Ὅπως, Κύριοι, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι εἰδικὸς εἰς ἄλλα ζητήματα, οὕτω πως, νομίζω, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ εἷς ἄλλος, ὅτι εἶναι εἰδικὸς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ζητημάτων. Καὶ ἀναγνωρίζω μὲν, ὅτι δὲν εἶμαι βεβαίως τόσον εἰδικὸς, ὅσον ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς καὶ ἄλλοι ἀνώτεροί μου κατὰ τὸν βαθμὸν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι μία γνώμη ἰδική μου πιθανὸν νὰ ἦναι ὠφέλιμος, ἐὰν δὲ δὲν ἦναι τοιαύτη, ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ τὴν ἀπορρίψῃ. Οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ ἀπορρίπτῃ τὴν γνώμην μου καὶ νὰ μὴ ἀπαντᾷ, οὐδὲ νὰ ἐγείρηται τῆς θέσεώς του καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι διὰ τῶν παρατηρήσεων ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν ἐκβιάζεται εἰς ἀπάντησιν. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ ἀπαντᾷ, ἀλλὰ θὰ τὸν παρακαλέσω, ἵνα μὴ τοῦ λοιποῦ ἀπαντᾷ τοιουτοτρόπως, διότι εἶναι προτιμότερον νὰ σιωπᾷ, παρὰ νὰ ἀπαντᾷ πρὸς Βουλευτὰς καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν δέχεται ἐκβιάσεις παρὰ Βουλευτῶν (ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν). Χθὲς, Κύριοι, ἐπανερχόμενος εἰς τὴν αἴθουσαν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε λάβει τὸν λόγον, ἤκουσα αὐτὸν κατακρίνοντα τὴν συμπεριφοράν μου, ὡς λοχαγοῦ, καὶ τονίζοντα τὴν λέξιν λοχαγοῦ. Ἀμέσως ἐζήτησα τὸν λόγον ἀπὸ τὸν κύριον Πρόεδρον, διότι εἶχον καθῆκον νὰ ἀπαντήσω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλεγε περὶ τῆς συμπεριφορᾶς μου, κρίνων με ὡς λοχαγὸν Βουλευτὴν, ὅτι αὕτη «δὲν εἶναι συμπεριφορὰ ἁρμόζουσα». Ἐγὼ εἶπον: «Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ· ἐν πρώτοις ἐδῶ δὲν εἶμαι λοχαγὸς, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ ἀποκαλῇ Βουλευτήν. Οὐδεὶς εἶναι στρατιωτικὸς ἐνταῦθα». Ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς ἐπανέλαβε: «Γνωρίζετε, ὅτι παντοῦ καὶ πάντοτε ὁ εἷς πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἁρμόζουσαν συμπεριφορὰν πρὸς τὸν ἕτερον. Ἀπὸ χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν κάμνει ἄλλο παρὰ νὰ ἐπαναλαμβάνῃ, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔφερα ἐνταῦθα, δὲν ὑποστηρίζονται ὑπὸ τῆς λογικῆς· καὶ ἐπανέλαβε πάλιν αὐτὸ καὶ σήμερον, διότι τὸν ἤκουσα νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ψηφίζῃ παραλογισμούς...» Αὐτὰ βεβαίως τὰ ἔλεγεν ἐκ πεποιθήσεως, ἀφοῦ ἐπέμενε καὶ μετὰ τὴν βεβαίωσιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ κυρίου Προέδρου, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι,—ἐγὼ δὲ δὲν ἠθέλησα νὰ ἀπαντήσω ἀμέσως, ὅτι δὲν εἶπον τοιαύτην λέξιν, διότι εἶχον καθῆκον νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν παρεξήγησιν τῶν λόγων μου, —καὶ προσέθηκεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός: «Ἤκουσα τοιοῦτόν τι πολὺ καλά· σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὸ εἶπεν. Αὐτὸ, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ, διότι ἄνευ τῆς καλῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸν ἕτερον βεβαίως θὰ ἔλθωμεν εἰς διαπληκτισμοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· καὶ μάλιστα, ἂν ἦτο νὰ εἶχε τὴν θέσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἄλλος τις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, δὲν θὰ ἔφερον τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἤξευρον ποῦ νὰ τὸ φέρω.» Ἐπὶ τούτοις, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, — ἀφίνων εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκτιμήσῃ κατὰ πόσον ἡ συμπεριφορά μου ὑπῆρξε καλὴ ἢ κακὴ καὶ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν καὶ κατὰ τὴν προχθεσινήν, — ἐπιβάλλεται, λέγω, εἰς ἐμὲ νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν: θεωρεῖ ἐμὲ ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ὡς λοχαγὸν, ὅτι δὲν δύναται νὰ μὲ συγκρίνῃ πρὸς τὸν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀξιότιμον κ. Βουλευτήν; θεωρεῖ ἐμὲ ὡς μικρὸν τὸ ἀνάστημα καὶ τὴν ἡλικίαν καὶ δὲν δύναται νὰ μὲ συγκρίνῃ πρὸς ἐκεῖνον; θεωρεῖ τὸ οἰκογενειακόν μου ὄνομα ἐκ πατρὸς καὶ μητρός, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὸ τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ; Ἐάν τι ἐξ αὐτῶν δὲν θεωρῇ ὑπάρχον, ἔχει καθῆκον νὰ δώσῃ εἰς ἐμὲ τὴν ἀπάντησιν. Ἐπεθύμουν ὅμως, ὅπως ἡ ἀπάντησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ᾗ τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ παρέχῃ τὸ δικαίωμα εἰς οὐδένα ἐν τῷ μέλλοντι, οὐδὲ εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον, νὰ μὲ θεωρῇ κατώτερον αὐτοῦ, οὐδὲ ὅτι ὑστερῶ κατά τι τῆς θέσεως ἑτέρου Βουλευτοῦ, οἱονδήποτε βαθμὸν καὶ ἂν ἔχῃ· διότι ἐγὼ ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ἀποδείξω, καὶ βεβαίως θὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶμαι κατ’ ἐλάχιστον κατώτερος οἱουδήποτε τῶν Βουλευτῶν ἐνταῦθα. Ἐὰν νομίζῃ ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι μειοῦται τὸ γόητρον τῆς θέσεως καὶ τοῦ βαθμοῦ αὐτοῦ, ὅταν συζητῇ μετὰ λοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, νομίζω, ὅτι ὀφείλει, ἂν δὲν δύναται νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, νὰ ἀποχωρήσῃ τῆς πολιτικῆς καὶ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ στράτευμα, ἵνα συγκρατήσῃ τὸ γόητρον τῆς θέσεως καὶ τοῦ βαθμοῦ του, τὸ ὁποῖον, — ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω τὴν ταπεινήν μου γνώμην — ἀπώλεσεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἀνεμίχθη εἰς τὸν πολιτικὸν ἀγῶνα (εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς), καὶ τὸ ὁποῖον θὰ τηρήσῃ ἀμείωτον, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐπλάσθη, οὐχὶ ἵνα ὑπάρξῃ πολιτικὸς ἀνὴρ καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ στρατιωτικός, δυνάμενος νὰ συγκρατήσῃ τὴν πειθαρχίαν, δι’ ἣν πάντοτε διεκρίθη. (Εὖγε!).
§9Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, τί συνέβη καὶ τί ἐλέχθη χθὲς ἐνταῦθα, τὸ ἠκούσατε βεβαίως πάντες, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλάβω καὶ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἀδίκως. Ἐγὼ εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐλέχθη ἡ φράσις ἐκείνη, δι’ ἣν ἐπεκαλέσθην τὴν ἐφαρμογὴν τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν «οἱ ἀναρμόστως πρὸς τοὺς συναδέλφους συμπεριφερόμενοι, οἱ τραχεῖς περὶ τὸ ὕφος, — ἐπαναλαμβάνω, οἱ τραχεῖς περὶ τὸ ὕφος, — προσκαλοῦνται ὑπὸ τοῦ Προέδρου νὰ δώσωσι τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις, ἢ νὰ ἀναιρέσωσι τὰ λεχθέντα· ἐὰν δὲ ἀρνηθῶσιν, ἀνακαλοῦνται εἰς τὴν τάξιν». Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐδῶ οὐδεμία παρεξήγησις χωρεῖ. Αὐτὸ ἐζήτησα. Τότε ἀμέσως μὲ διέκοψεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ εἶπεν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν Κανονισμόν. Ἐστράφην ἀμέσως πρὸς αὐτὸν, καὶ εἶπον, ὅτι βεβαίως αὐτὸς εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν Κανονισμὸν, — καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπετεινόμην καὶ πρὸς αὐτόν. — Εἶπε τότε, ὅτι δὲν ἤκουσε τὴν φράσιν ταύτην. Φρονῶ, ὅτι δὲν σφάλλω ἕως τώρα.
§10ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§11Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἶπε λοιπὸν, ὅτι δὲν ἤκουσε τὴν φράσιν ταύτην, ἐγὼ δὲ τῷ ἀπήντησα: «Πολὺ καλά· ἐὰν δὲν τὴν ἠκούσατε, σᾶς τὴν λέγω ἐγώ». Καὶ ἀμέσως ἤρχισε νὰ καλῇ τὸν κ. ἐκ Βάλτου Βουλευτὴν καὶ νὰ τῷ λέγῃ... δὲν ἐνθυμοῦμαι τί τῷ ἔλεγεν. Ὥστε οὐδεμία σύγκρουσις ἐγένετο μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§12Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμφισβητήτως.
§13Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Οὐδεμία διαφορὰ, οὐδὲν ζήτημα ἐγεννήθη, ὥστε νὰ ζητηθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς διὰ τὴν μείωσιν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς θέσεως τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, διότι ἐγὼ δὲν ἔθιξα ποσῶς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὡς πάντες ἀντελήφθητε.
§14ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα.
§15Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κατὰ συνέπειαν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γείνῃ πλέον. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ τοῦ κυρίου ἐκ Βάλτου Βουλευτοῦ, καὶ λέγω, ὅτι ἐγὼ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς λέξεως, περὶ ἧς πρόκειται, καὶ εἶπον, ὅτι πρέπει παντοῦ καὶ πάντοτε, εἰς ὅλα τὰ σωματεῖα καὶ τὰ Δικαστήρια καὶ τὴν Βουλὴν, καὶ παντοῦ, ὅπου συνέρχονται ἄτομα, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καλὴ συμπεριφορὰ, διότι ἄνευ τῆς τηρήσεως τῆς καλῆς συμπεριφορᾶς βεβαίως δύναται νὰ ἐπέλθῃ σύγκρουσις, ἥτις δύναται νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἐδῶ καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς διαπληκτισμοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅταν δὲν τηρῆται ἡ καλὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸν ἕτερον. Μοὶ φαίνεται, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὔτε περισσότερα οὔτε ὀλιγώτερα λέγω ἀφ’ ὅσα εἶπον χθὲς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§17Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Καὶ δὲν ἔχω δίκαιον, κύριοι Βουλευταί; Δὲν ἔλαβον χώραν εἰς ἄλλας ἐποχὰς διαπληκτισμοὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Λοιπὸν ἐγὼ, ἵνα προλάβω νὰ μὴ συμβῶσι τὰ ἴδια, ἐπεκαλέσθην τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ ἐζήτησα, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τοῦ χθεσινοῦ γεγονότος, πρὸς πρόληψιν δυσαρέστων. Φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπέπεσα εἰς παράπτωμά τι, συνιστῶν τοιοῦτόν τι.
§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§19Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ κύριον ζήτημα. Ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ὁμολογεῖ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν εἶπε τὴν περὶ ἧς πρόκειται λέξιν, τὸ ζήτημα τελειώνει, καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω ν’ ἀπαιτήσω τι ἐπὶ πλέον. Συνάμα δὲ ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδεμίαν κακὴν πρόθεσιν εἶχον ἐγὼ πρὸς αὐτὸν, διότι ἐγὼ ἐξ ἐναντίας εἶμαι ὁ πρῶτος ἀξιωματικὸς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν καθῆκον ἔχω νὰ συμπεριφέρωμαι πατρικῶς πρὸς πάντας, ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, χωρὶς νὰ ζητήσω νὰ ἐνοχλήσω τινά ποτε. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου, ἐνῷ εἶμαι ὁ πρῶτος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἔχω καὶ τὸ καθῆκον νὰ τηρῶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς θέσεώς μου καὶ ἐμοῦ αὐτοῦ ἀμείωτον. Δι’ αὐτὸ, νομίσας ὅτι ἐλέχθη τι, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ μὲ θίξῃ, ἐπειδὴ, ἐννοεῖται, τὴν ὑπεροχὴν τοῦ βαθμοῦ μου δὲν δύναμαι νὰ ἐξασκήσω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διὰ αὐτὸ ἐζήτησα τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς. Καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶχον ἄδικον, διότι ἐγὼ πάντοτε, ὡς καὶ αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμολόγησεν, εἰργάσθην ὑπὲρ τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ καὶ ἔδωκα τὸ παράδειγμα τῆς πειθαρχίας· διότι, ἂν λάβητε τὸ φύλλον ποιότητός μου, θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ἔχω ποινὰς, ἐκτὸς μιᾶς ἢ δύο ἐλαφρῶν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, ὅστις ἐχρημάτισεν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἔσχεν εἰς χεῖράς του τὸ φύλλον ποιότητός μου, δύναται νὰ τὸ ὁμολογήσῃ. Κατὰ συνέπειαν ἔδωκα πάντοτε τὸ παράδειγμα τῆς πειθαρχίας, καὶ εἰργάσθην ὑπὲρ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐργαζόμενος ὑπὲρ τῆς πειθαρχίας, καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς Ὑπουργὸς, ἐρωτῶ, δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ πράξω ὅ,τι ἔπραξα;—καίτοι ὁμολογῶ, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ στρατηγοῦ καὶ ἀνθυπολοχαγοῦ, διότι καὶ ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ εἶναι Βουλευταὶ καὶ ἔχουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα· ἀλλὰ καὶ ὁ στρατηγὸς καὶ ὁ ἀνθυπολοχαγὸς δὲν ἀποβάλλουσι τὴν ἰδιότητα τοῦ στρατιωτικοῦ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι κατὰ τὰς στρατιωτικὰς συνηθείας καὶ τοὺς κανονισμοὺς ὁ στρατιωτικὸς πανταχοῦ καὶ πάντοτε ὀφείλει νὰ σέβηται τὸν ἀνώτερόν του. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τῆς πειθαρχίας. — Λοιπὸν, συνηθισμένος εἰς τὴν τοιαύτην πειθαρχίαν ἐπὶ 40 ὁλόκληρα καὶ πλέον ἔτη, δὲν ἦτο ἀδύνατον νὰ παραξενευθῶ ἐκ τοῦ ὕφους τοῦ κυρίου λοχαγοῦ πρὸς ἐμέ. Ὑπὸ τοιαύτην λοιπὸν ἰδιότητα εἶπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, καίτοι ὁμολογῶ, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπάρχει ἰσότης μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν, μολονότι οἱ στρατιωτικοὶ ἀφ’ ἑαυτῶν, καὶ οὐχὶ πλέον ἐπιβεβλημένως, ὀφείλουσι νὰ τηρῶσι τὴν ἀπαιτουμένην λεπτότητα ἀπέναντι τῶν ἀνωτέρων των. Διότι πρὸς τοῦτο, Κύριοι, ἡ Βουλὴ κοπιάζει σήμερον, συζητοῦσα περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ πρώτη βάσις τοῦ στρατεύματος εἶναι ἡ πειθαρχία. Ἠκούσατε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βάλτου καὶ λοχαγὸν, τί ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπε. Στρέψατε τώρα τὰ βλέμματα πρὸς τὰ δύο ἐκεῖνα θεωρεῖα (δεικνύει τὰ θεωρεῖα τῶν ἀξιωματικῶν) καὶ ἴδετε τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἤκουσαν καὶ εἶδον, τί ἔλαβε χώραν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἤκουσαν τὸν λοχαγὸν ὁμιλοῦντα ὡς ὡμίλησε περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ στρατηγοῦ καὶ πρώτου ἀξιωματικοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Νομίζετε, ὅτι ἐκεῖνοι δὲν θὰ μεταβιβάσωσιν εἰς τὰ Σώματά των ὅ,τι ἤκουσαν καὶ εἶδον; Νομίζετε, ὅτι ὅσα λαμβάνουσι χώραν ἐνταῦθα δὲν μεταβιβάζονται εἰς τὸ στράτευμα καὶ δὲν ἔχουσιν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ καὶ ἐπὶ τῆς πειθαρχίας αὐτοῦ; Αὐτὰ καὶ μόνον νομίζω ὅτι σᾶς ἀρκοῦσι, κύριοι Βουλευταί. Ἀφοῦ δὲ, Κύριοι, μεριμνᾶτε περὶ βελτιώσεως τοῦ στρατεύματος, ἀφοῦ ἀγωνίζεσθε περὶ αὐτοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον δαπανᾷ τόσα καὶ τόσα τὸ ἔθνος, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ τελευταῖον γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν δὲν εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἢ νὰ φύγωμεν πάντες οἱ στρατιωτικοὶ ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης (εὖγε!), ἢ νὰ μένωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τοσοῦτοι, ὅσους θέλει ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους.
§20ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πάντες, πάντες.
§21Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Σᾶς λέγω, κύριοι Βουλευταὶ, ἐγώ, ὁ ὁποῖος πονῶ τὸ στράτευμα, ὅτι δὲν θέλω νὰ κάμω τι, τὸ ὁποῖον νὰ δυσαρεστήσῃ τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἂν ὀλίγοι Βουλευταὶ μοὶ εἴπωσι φιλικῶς «ὑπόβαλε τοιοῦτο νομοσχέδιον», θὰ ὑποβάλω αὐτὸ αὔριον.
§22ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§23Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Μέχρις ἑνὸς σημείου τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶχον τὸν σκοπὸν νὰ ἐκφράσω πρὸς αὐτὸν τὴν εὐγνωμοσύνην μου, καίτοι δὲν ἀπήντησεν ὡρισμένως ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον θέσει καὶ δι’ ἃ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ.
§24Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἶπον, ὅτι πατρικῶς φέρομαι πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς. Αὐτὸ ἀρκεῖ.
§25Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἀλλ’ ἐνῷ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐὰν ἐσταμάτα, τὸ ζήτημα ἤθελε θεωρηθῇ ὡς μὴ ὑπάρχον, καὶ πάλιν οὗτος ἠθέλησε νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι ὁ στρατιωτικὸς Βουλευτὴς ἔχει ἀνάγκην τῆς Βουλῆς, τῶν θεωρείων, τῶν συνταγμάτων καὶ τοῦ λαοῦ, ἵνα κρατήσῃ τὸ γόητρον τῆς θέσεως καὶ τοῦ βαθμοῦ αὐτοῦ. Πάνθ’ ὅσα λέγονται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διὰ νὰ γείνωσι γνωστὰ ἐκτὸς αὐτοῦ, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τ’ ἀκούωσι τὰ θεωρεῖα, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ διακοινώσωμεν ἡμεῖς, ἀφοῦ εἶναι ἐπιτετραμμένον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νὰ κάθηνται εἰς τὰ θεωρεῖα ἐκεῖνα οἱ δημοσιογράφοι καὶ νὰ μεταφέρωσι διὰ τοῦ δημοσιογραφικοῦ καλάμου ταῦτα, ὄχι μόνον ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Λοιπὸν ποίαν σχέσιν εἶχεν ἡ ὁμιλία μου, ἡ συμπεριφορά μου καὶ ὁ τρόπος μου, ὥστε νὰ στραφῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὰ θεωρεῖα, ὡσεὶ ἡ ὁμιλία μου ἀπέβλεπε τὴν μείωσιν τοῦ γοήτρου τῆς θέσεως καὶ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Ἐγὼ εἶχον καὶ ἔχω τὴν ἀρίστην ἰδέαν δι’ αὐτόν; Ὑπῆρξα πάντοτε συνήγορος αὐτοῦ. Ἀφοῦ τὸ ἔθνος ἀντήμειψεν αὐτὸν διὰ τῆς μεγάλης ἐτυμηγορίας του, ἀφοῦ περιέβαλεν αὐτὸν διὰ τοῦ βαθμοῦ τοῦ στρατηγοῦ κατὰ τὰς μεγάλας ἐκείνας ἐθνικὰς περιστάσεις, δὲν ἔπρεπε νὰ νομίσῃ, ὅτι καὶ ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον πρὸς αὐτὸν τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς ἐμὲ ἡ ἐν τῷ στρατεύματι καὶ τῇ κοινωνίᾳ θέσις μου. Ἐγὼ δὲν θέλω περγαμηνάς, δὲν θὰ εἴπω ποῖος εἶμαι, οὔτε θέλω νὰ μὲ θεωρήσητε, ὅτι εἶμαι κατά τι μεγαλείτερος ὑμῶν. Εἶμαι ἁπλοῦς ἀντιπρόσωπος μιᾶς πτωχῆς καὶ ἀπομεμακρυσμένης ἐπαρχίας, ἔρχομαι δὲ σήμερον νὰ ἐκπληρώσω τὸ ἱερὸν τοῦτο καθῆκον καὶ ἀντιπροσωπεύσω τὴν ἐπαρχίαν μου, χωρὶς νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι εἶμαι στρατιωτικός. Ἐκτὸς ὅμως τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὡμίλησε καὶ περὶ νομοσχεδίου ἀποκλείοντος τοὺς στρατιωτικοὺς ἐκ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν οἱ στρατιωτικοὶ Βουλευταὶ ὑπῆρξαν ἐπιζήμιοι εἰς τὸ ἔθνος ὡς Βουλευταί, εἶναι ἄλλοι ἐκεῖνοι, οἵτινες δύνανται νὰ μεταρρυθμίσωσι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Διότι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, — ἀδιαφορῶ δὲ ποίαν γνώμην δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλος τις, — οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀπομακρῦνον τοὺς στρατιωτικοὺς Βουλευτὰς ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὸν ἐγωϊσμόν, οὔτε τὸ θάρρος αὐτό.
§26Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μόνον Ἐθνοσυνέλευσις.
§27Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ Βουλὴ δύναται.
§28Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ποσῶς.
§29Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Μέγα λοιπὸν θὰ ἦναι τὸ θάρρος ἐκείνου, ὅστις θὰ τολμήσῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀνατρέπον τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἴσως ὑπάρχει τις λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου τινὲς δὲν βλέπουσι μὲ καλὸν βλέμμα ἡμᾶς τοὺς ὀλίγους στρατιωτικοὺς Βουλευτάς. Ἀλλὰ μήπως οἱ στρατιωτικοὶ Βουλευταὶ σήμερον δὲν ἐκπληροῦσιν ἐξ ἴσου — ἵνα μὴ εἴπω τι περισσότερον — πρὸς τοὺς ἄλλους Βουλευτὰς τὸ καθῆκόν των; Ἄλλως τε δὲν μένει ὄφελος εἰς τὸ Δημόσιον ὁ μισθός, τὸν ὁποῖον χορηγεῖ τὸ Κράτος εἰς αὐτούς; Ἐὰν ἀπομακρύνητε τοῦ Κοινοβουλίου 30 ἢ 40 ἀξιωματικούς, δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Δημόσιον μὲ 100,000 δραχμάς, ἃς κερδίζει σήμερον ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν Βουλευτῶν; Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι, ἐὰν ἀντιπρόσωπός τις τοῦ ἔθνους ζητήσῃ νὰ ὑποβληθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, εἶναι πρόθυμος νὰ τὸ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργός....
§30Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὄχι νὰ τὸ ὑποβάλῃ.
§31Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον αὐτὸ ἤκουσα ὅτι εἶπεν. Ἐὰν ἀνακαλέσῃ ὅ,τι εἶπεν, ἐὰν δηλώσῃ, ὅτι δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι, οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω. Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, τοιαῦται ἰδέαι ἐπεκράτησαν; ἐνθυμεῖσθε δὲ, νομίζω, πάντες πολὺ καλῶς, ὅτι ὁ ἀείμνηστος ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτὴς εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον, ὅπερ καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐγένετο νόμος, δι’ οὗ ἐκανόνιζε προσόντα, καὶ ἐπέβαλλε τοιαύτας ὑποχρεώσεις, ὥστε ἠναγκάσθησαν πολλοὶ τῶν στρατιωτικῶν νὰ παραιτηθῶσι τοῦ πολιτικοῦ σταδίου. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐλθὼν κατόπιν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, ἀνεγνώρισεν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀντέκειτο εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ δι’ ἑτέρου νόμου κατήργησεν αὐτόν. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἥτις κατήργησε τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὡς ἀντισυνταγματικόν, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ μεταβληθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ αἱ ἐλευθερίαι αἱ χορηγούμεναι ὑπ’ αὐτοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς σήμερον νὰ πράξωμεν τὸ ἀντίθετον; Ἐλέχθη, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἐκλογὴ μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν· ἀλλὰ πῶς θὰ γείνῃ τοιαύτη ἐκλογή; Πρέπει νὰ θέσωμεν κληρωτίδα, διὰ νὰ ἐκλέξωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες πρέπει νὰ μένωσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον; Ἐγὼ, Κύριοι, λέγω, ὅτι ὅσοι δὲν ἐπιθυμοῦσι νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅσοι νομίζουσιν, ὅτι χάνεται τὸ γόητρον τοῦ βαθμοῦ καὶ τῆς θέσεως αὐτῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, εἶναι ἐλεύθεροι νὰ παραιτηθῶσι, διότι οὐδεὶς ὑποχρεοῖ αὐτοὺς νὰ πολιτεύωνται, ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι περιέρχονται καὶ ζητοῦσι τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν των, ἵνα ἐκλεχθῶσι Βουλευταί. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι μᾶλλον οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπιζητοῦσι τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν των, ἵνα ἔλθωσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἢ ἡμεῖς οἱ ὑποδεέστεροι. Ἐν τέλει, Κύριοι, δὲν ἔχω ἄλλο τι ἢ νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὰς δηλώσεις, ἃς ἐποιήσατο, καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι θεωρῇ καὶ ἐμὲ ἴσον πρὸς τοὺς ἄλλους ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους.
§32Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Χαίρω, διότι τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο ἔληξε, χαίρω δὲ πολύ, διότι αἱ δοθεῖσαι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐξηγήσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν γεννηθεῖσαν ὑπόνοιαν ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐλέχθη τι δυνάμενον νὰ μειώσῃ τὸ γόητρον αὐτοῦ, αἱ δοθεῖσαι, λέγω, ἐξηγήσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἀπέδειξαν, ὅτι οὐδέποτε ἐφαντάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἴπῃ τι ἐναντίον τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πᾶν ἐπεισόδιον, σχετιζόμενον μὲ τὰ χθὲς λεχθέντα ἐντεῦθεν, ἔληξε.
§33Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ἔδωκε σήμερον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ λαβόντος χώραν χθὲς ἐπεισοδίου μεταξὺ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς καὶ αὐτοῦ, ἃς ἐξηγήσεις καὶ χθὲς ἐποιήσατο, καθ’ ἣν ὥραν, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐνασκῶν τὰ καθήκοντά μου, διέκοπτον αὐτὸν, νομίζων ὅτι ἐμέμφθη ἐμμέσως τὸ Προεδρεῖον διὰ τὴν στάσιν αὐτοῦ, ἀλλ’ αἵτινες ἐξηγήσεις τὴν ἑσπέραν τῆς χθὲς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς, καθόσον μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας ἐζήτησε ψῆφον ἐμπιστοσύνης παρὰ τῆς Βουλῆς, ἣν ψῆφον δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ, διότι ἀντέκειτο τοῦτο εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, καὶ τῆς ὁποίας αἰτήσεώς του σήμερον παρῃτήθη, κατανοήσας ὅτι παρηρμηνεύετο ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, καὶ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ πλέον νὰ ζητήσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, καθόσον ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πορείας μου οὐδεμίαν ἔδωκα ἀφορμὴν εἰς οὐδένα τῶν κ. Βουλευτῶν νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν στάσιν μου, ὡς Προέδρου τῆς Βουλῆς, διότι ὑπεράνω πάσης ἄλλης σκέψεως ὡς μόνον ὑπογραμμὸν τῆς διευθύνσεως τῶν συνεδριάσεων ἔχω τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μου. (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων).
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἐξηγήσεις, αἱ δοθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸς διασάφησιν τῶν χθὲς γενομένων, ἦσαν ἀναγκαῖαι, διότι ἔπρεπε ν’ ἀνορθωθῇ τὸ γόητρον τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἀπροσέκτως ἔθιξαν χθές, κατὰ τὴν γενομένην ἐπὶ τούτου συζήτησιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διερμηνεύων τὸ φρόνημα τῆς πλειονοψηφίας, διερρύθμισε τῳόντι τὰ χθὲς γενόμενα, καὶ ἐξεδήλωσεν ἐν ὀνόματι τῆς πλειονοψηφίας τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ἡμεῖς πάντες ἔχομεν πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν εὐθύτητα καὶ τὸ ἀμερόληπτον τοῦ κ. Προέδρου, καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως εἴδομεν ἀνορθούμενον τὸ κῦρος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ταῦτα οὕτως ἔχουσιν, ἀφοῦ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διερρύθμισαν καὶ ταῦτα τὰς μεταξὺ αὐτῶν σχέσεις, χρεωστῶ νὰ μὴ σιωπήσω ἐπὶ ἄλλου τινὸς, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἰδίως ἡμᾶς, τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἤτοι ἐπὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Εἶναι δευτέρα ἢ τρίτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν στρατιωτικὰ ἤθη ὤθησάν τινας νὰ μὴ ἀποφύγωσι τρόπους καὶ πράξεις, οἱ ὁποῖοι περιορίζουσιν ὄντως τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου· αὐτὸ δὲ τοῦτο καὶ χθὲς ἐπανελήφθη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὰς ἐργασίας αὐτῆς, καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὰς ἐργασίας τῆς πλειονοψηφίας, νὰ τακτοποιήσωσιν οὕτω τὰ καθ’ ἑαυτοὺς ἑκάτερος, ὥστε ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου νὰ διατηρῆται ἀμείωτος καὶ ἀπόλυτος.
§35ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καταθέτω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας περὶ τοῦ πλοίου «Σφακτηρίας». Τὴν 16 Μαΐου 1900 διετάχθησαν προπαρασκευαστικαὶ ἐργασίαι, ἤτοι ἐξαγωγὴ λεβήτων, ἐπισκευὴ καὶ τοποθέτησις τῶν νέων, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ ἡ γενικὴ ἐπισκευὴ τοῦ σκάφους αὐτοῦ. Ἡ δαπάνη τῶν δύο μεγάλων λεβήτων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 180,000 περίπου, δι’ ἐπισκευὴν, ὑλικὰ, ἡμερομίσθια ἐργατῶν κλπ. Κατὰ τὸ 1901 δραχ. 41,167, κατὰ τὸ 1902 δραχ. 64,776, κατὰ τὸ 1903 δραχ. 71,404, καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι σήμερον, δραχ. 6,036, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 364,418.
§36Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δὲν θὰ δαπανηθῶσιν ἄλλα;
§37ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἴσως 4 ἕως 5 χιλιάδες δραχμαὶ ἀκόμη.
§38Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Μόνον;
§39ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐλπίζω, διότι αἱ ἐπισκευαὶ εἶναι ἐντελῶς περατωμέναι, καὶ πρόκειται μόνον νὰ γείνῃ ἡ ἐγκατάστασις τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός. Ἡ «Σφακτηρία» ἔσεται ἑτοίμη τὸ δεύτερον δεκαήμερον τοῦ προσεχοῦς Μαρτίου.
§40Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ἑκάστοτε προϋπολογισμοὺς, τοὺς ζητηθέντας ἀπὸ τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου, πρὸς ἐπισκευὴν τῆς «Σφακτηρίας», καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον ἐνέκρινε τὰς δαπάνας ταύτας, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν πράγματι ὑπεβλήθησαν οἱ προϋπολογισμοί, ἂν ἐπὶ τῇ βάσει τούτων ἐγένετο ἡ ἐπισκευή, καὶ ἂν τὸ Ὑπουργεῖον ἐνέκρινεν αὐτούς.
§41ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησεν ὡσεὶ μὴ ἦτο ναυτικός, ἐνῷ γνωρίζει καλῶς, πῶς οἱ προϋπολογισμοὶ ἑκάστου ἔργου γίνονται. Εἰς τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν ἐμπεριέχονται αἱ γενικαὶ δαπάναι, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτῶν γίνεται μέχρι σήμερον ἡ κατασκευὴ ὅλων τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἀναγκαῖα. Εἰς τοὺς γενικοὺς προϋπολογισμοὺς δύνασθε νὰ ἴδητε τὰς δαπάνας ὅλων τῶν ἐτῶν. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ νομίζῃ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι, ὅταν διαταχθῇ ἡ ἐπισκευὴ ἑνὸς πλοίου καὶ ἀρχίσουν αἱ ἐργασίαι, θὰ ὑπάρξῃ Ὑπουργός, ὅστις θὰ θελήσῃ νὰ διακόψῃ αὐτὰς ἐν τῷ μέσῳ. Ἐγὼ ἄλλως τε ἔπραξα ὅ,τι ἔπραξαν οἱ προκάτοχοί μου Ὑπουργοί.
§42Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι εἰς τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἀναγράφονται τὰ διάφορα κονδύλια τῆς ἐπισκευῆς τῶν πλοίων, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου καὶ ὁ Ναύσταθμος δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν κονδυλίων τούτων. Διὰ νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε ἐπισκευὴν οἱουδήποτε πλοίου, πρέπει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον προϋπολογισμὸν λεπτομερῆ, τὸν ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐγκρίνῃ· ἐὰν τοιοῦτον προϋπολογισμὸν δὲν ὑποβάλῃ, δὲν δύναται νὰ ζητηθῇ πίστωσις.
§43Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ποία εἶναι ἡ χρησιμότης τοῦ πλοίου αὐτοῦ;
§44Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τοῦτο γνωρίζει ἡ ὑπηρεσία. Ἐγὼ τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ δηλώσω, ὅτι τὸ πλοῖον αὐτὸ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ διὰ πολεμικὸν σκοπόν.
§45Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποία εἶναι ἡ χρησιμότης τοῦ πλοίου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν 400,000 δραχμαὶ πρὸς ἐπισκευὴν μόνον. Διότι νομίζω, ὅτι τὸ πλοῖον αὐτὸ οὔτε πολεμικὸν εἶναι, οὔτε δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς πρόσκοπος· εἶναι πλοῖον μεταγωγικόν, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ δαπάνη τῶν 400,000 δραχμῶν πρὸς ἐπισκευὴν εἶναι ἀληθῶς τεραστία.
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλήν, μὲ ἀναγκάζουσι νὰ φέρω παρατηρήσεις τινάς, οὐχὶ μετὰ τῆς προαιρέσεως τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος μόλις δύο μῆνας διατελεῖ Ὑπουργός, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐλέγξω τὴν ἀταξίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀταξίαν, ἣν εὔχομαι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ σταματήσῃ, νομίζω δέ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀπαιτήσῃ νὰ παύσῃ ἡ ἀταξία αὕτη. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναγράφονται πιστώσεις διὰ ποικίλα δημόσια ἔργα, οἷον δι’ ἔργα ὁδοποιΐας, δι’ ἐπισκευὴν κτιρίων, διὰ κατασκευὴν οἰκοδομῶν. Ἀλλ’ ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δικαίωμα νὰ δίδῃ παραγγελίαν, ἵνα οἰκοδομῶσιν οἰκίαν ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ἄνευ μελέτης τινός; Ἐξ ἐναντίας ὑπάρχει νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν δύναται νὰ γείνῃ δαπάνη ὑπερβαίνουσα τὰς 10,000 δραχμάς, εἰμὴ δι’ εἰδικοῦ νόμου. Καὶ ἐὰν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἤθελεν ἀπαιτήσει τὴν ἐπισκευὴν τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ πλοίου, εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ μὴ ζητήσῃ προϋπολογισμὸν ἐφ’ ἑκάστης τῶν δαπανῶν, ὅταν μάλιστα ἡ ἐπισκευὴ αὕτη πρόκηται νὰ ἀπαιτήσῃ δαπάνην 400,000 δραχμῶν; Αὐτὸ εἶναι ἀταξία τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ἀταξία δ’ αὕτη ἐπιφέρει καὶ ἄλλο ἄτοπον· διότι ἄρχεται ἐργασία τις καὶ δαπανῶνται π.χ. ἐπὶ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, 15,000 δραχμαί· ἀλλ’ ὁ διάδοχος αὐτοῦ, συνεχίζων τὸ ἔργον, δαπανᾷ 100,000 δραχμάς, ἕτερος δὲ, τρίτος, δαπανᾷ 50,000 δραχμὰς, καὶ οὕτω δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, πόσα θὰ δαπανηθῶσι, διὰ νὰ τελειώσῃ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἤρχισε διὰ δαπάνης 15,000 δραχμῶν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ἀταξίαν ταύτην.
§47ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εὐχαρίστως δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ παρασκευαζόμενον νομοσχέδιον περὶ Ναυστάθμου λαμβάνει πρόνοιαν περὶ τούτου.
§48Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον βλέπετε ἀνάγκην νόμου, ἐνῷ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ὑπάρχων λογιστικὸς νόμος καὶ οἱ ἄλλοι σχετικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφουσι τὰς διαφόρους δαπάνας, αἱ ὁποῖαι γίνονται διὰ τὸ Ναυτικόν. Ἰδίως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μεταβάλληται ἡ φύσις καὶ ὁ προορισμὸς τῶν πλοίων ἄνευ συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς εἰδικῆς, ἡ ὁποία δύναται νὰ δοθῇ, ὅταν ὑποβληθῇ ὁ τοῦ ἔργου προϋπολογισμός, προκειμένου περὶ δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπερβαίνουσι τὸ ποσὸν τῶν 10,000 δραχμῶν. Ἐδῶ βλέπομεν, ὅτι ἐδαπανήθησαν 400,000 δραχμαί...
§49ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ ἐμέ.
§50Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ἀφορᾷ ὑμᾶς. Νομίζω πλὴν τούτου, ὅτι τὸ γινόμενον εἶναι παράνομον, καὶ πρέπει νὰ παύσῃ ἡ παρανομία. Νομίζω ὅτι ἰδιαίτατα πρέπει νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Τὴν ἄλλην φορὰν, ὅτε ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν συνωμολόγησε μεθ’ ἡμῶν, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ συναίνεσις τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐκποιηθῇ πλοῖον ἄχρηστον· ἐὰν τοῦτο ἀπαιτῆται διὰ πλοῖον ἄχρηστον, πολὺ περισσότερον δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς διὰ δαπάνην διακοσίων ἢ τριακοσίων χιλιάδων δραχμῶν πρὸς μεταβολὴν πλοίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἴσως οἰκονομικώτερον, ἂν ἐτίθετο μεταξὺ τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διατηρεῖ ἐπὶ καταβολῇ δαπανῶν, τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ εὐκόλως.
§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, διότι ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει, ὅτι ἀρχίζουσιν αἱ ἐργασίαι ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι μικρὰ ποσὰ θὰ δαπανηθῶσι, καὶ ἔπειτα, ἀφ’ οὗ ἀρχίσωσιν αἱ ἐργασίαι, αὐξάνουσιν αὗται, καὶ βλέπομεν, ὅτι, ἐνῷ ἤρχισεν ἡ ἐργασία μὲ δαπάνην π.χ. 50,000 δραχμῶν, ἐφθάσαμεν ἤδη εἰς δαπάνην σχεδὸν 400,000. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι πρέπει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν νὰ καθιερώσῃ τὸ σύστημα νὰ ἀπαιτῇ γενικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔργου, εἰς τὸ ὁποῖον προβαίνει, διότι τότε μόνον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις, ἂν εἶναι φρόνιμον νὰ προβῇ εἰς τὴν δαπάνην. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε καθιερώθη, προφανῶς εἶναι ἐσφαλμένον. Ἀρχίζει μία ἐργασία χωρὶς ὁ Ὑπουργός, ὁ ἐγκρίνων ταύτην, νὰ ἔχῃ ἰδέαν ἀκριβῆ περὶ τῆς ὁλικῆς δαπάνης, ἡ ὁποία θ’ ἀπαιτηθῇ περὶ τῆς δαπάνης λ. χ. πρὸς συντήρησιν ἢ ἀλλαγὴν λεβήτων. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι πρέπει τὰ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ ῥυθμισθῶσιν ἐπὶ βάσεων ἀσφαλῶν.
§52Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον βεβαίως συζητήσεως, διότι ἀφορᾷ εἰς δαπάνην, ἥτις γίνεται. Ἀλλ’ ἂν ἡ δαπάνη αὕτη γίνεται νομίμως, εἶναι δεύτερον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχω ἀντίθετον γνώμην πρὸς ὅλους τοὺς ἐντίμους προαγορεύσαντας. Ὁ νόμος ὁ λογιστικὸς ἐπὶ τῆς δαπάνης πρὸς ἐπισκευὴν πλοίων δὲν ἐφηρμόσθη, οὐδ’ ἐφαρμόζεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅπως δὲν ἐφαρμόζεται, προκειμένου περὶ τῆς κατασκευῆς δημοσίων ἔργων. Ὑπεβάλλετο π. χ. προϋπολογισμὸς δημοσίων ἔργων μὲ ποσὸν 100,000 δραχμῶν, καὶ ἤρχοντο κατόπιν συμπληρωματικοὶ προϋπολογισμοί, οἱ ὁποῖοι ἀνεβίβαζον τὸ ποσὸν εἰς δρ. 500,000, ἢ καὶ εἰς ἓν ἑκατομμύριον. Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην ἔθηκε τέρμα ὁ νόμος τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, διὰ τοῦ ὁποίου καθωρίζετο, ὅτι οὐδὲν δημόσιον ἔργον ἢ κτίριον ἀξίας ἄνω τῶν 10,000 δραχμῶν δύναται νὰ κατασκευασθῇ ἄνευ εἰδικοῦ νόμου, ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζομένου, μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης, προσηρτημένου εἰς τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι τοῦ 1894. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἤτοι ὡς πρὸς τὴν ἐπισκευὴν πλοίων ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, τὸ ζήτημα διαφέρει. Τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Σπετσῶν, εἶναι τοῦτο· γίνονται δαπάναι πρὸς ἐπισκευὴν πλοίων ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, αἱ δαπάναι αὗται γίνονται ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμοῦ; Ἀναμφισβητήτως· ὁ δὲ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔδωκε σαφῆ ἐξήγησιν τοῦ θέματος. Προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης γίνεται, καὶ διατάσσεται ἡ κατασκευὴ τοῦ ἔργου ὑπὸ τοῦ Ναυστάθμου δι’ ἐργατῶν ἢ δι’ ἐργατοτεχνιτῶν. Τοῦτο οὐδὲν παρουσιάζει τὸ ἔκτακτον. Τὸ ζήτημα εἶναι, δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ νόμου ἡ δαπάνη αὕτη; Βεβαίως· διότι τὰ πλοῖα δὲν ἐθεωρήθησαν ὅτι περιλαμβάνονται εἰς τὸν εἰδικὸν νόμον, τὸν ἀφορῶντα δημόσια ἔργα ἄνω τῶν 10,000 δραχμῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐγένοντο δαπάναι πρὸς ἐπισκευὴν πλοίων ἀνελθοῦσαι εἰς 500,000 καὶ 600,000 δραχμὰς, δαπάναι, αἵτινες ἄλλοτε ἀπησχόλησαν τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ προβῇ αὕτη εἰς σύστασιν εἰδικῶν ἐπιτροπῶν πρὸς μελέτην τούτων καὶ ἔρευναν. Ἡ Βουλὴ δὲ, συζητήσασα τὸ θέμα τοῦτο, δὲν εὗρεν, ὅτι τοιαύτη δαπάνη ἦτο ἐκτὸς τοῦ νόμου. Σήμερον ὅμως, ὅτε ἐπαναλαμβάνεται τὸ ζήτημα τοῦτο, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη πρέπει νὰ νομιμοποιηθῇ, πρέπει ἡ δαπάνη αὕτη νὰ γίνεται ἐν γνώσει καὶ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς προηγουμένῃ. Ἀλλὰ νὰ προβάλληται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ δαπάνη αὕτη, διότι ἐμποδίζεται ὑπὸ τοῦ γνωστοῦ νόμου περὶ δημοσίων ἔργων, τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον συζητήσεως, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὑποβάλῃ εἰδικὸν νομοθέτημα, ὅμοιον πρὸς τὸν νόμον περὶ δημοσίων ἔργων, προκειμένου περὶ δαπάνης ὑπερβαινούσης τὰς 10,000 δραχμάς.
§53Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διακρίνωμεν εἰς τὰς δαπάνας, περὶ ὧν πρόκειται, δύο κατηγορίας· τὴν δαπάνην τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς ἐπισκευῆς τῶν πλοίων, ἥτις δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ ἐκ τῶν προτέρων, καὶ χάριν τῆς ὁποίας ὑφίσταται ὁ Ναύσταθμος, καὶ τὴν δαπάνην τῆς ἀνακαινίσεως τῶν πλοίων. Ἡ δαπάνη τῆς ἀνακαινίσεως τῶν πλοίων βεβαίως παρουσιάζει ἀναλογίαν τινὰ πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων ὑπερβαινόντων ὡρισμένην δαπάνην, πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων ὑποχρεοῦται πᾶσα Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν εἰδικὸν νόμον. Ἐὰν ὅμως πρόκηται νὰ ἀνακαινισθῇ οἱονδήποτε ἐκ τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἔχει σήμερον ἡ Ἑλλὰς, βεβαίως τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γίνηται, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ γενικὸς προϋπολογισμὸς ἐκ τῶν προτέρων μελετημένος καὶ ἐγκεκριμένος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅπως δὲν γίνεται καὶ διὰ τὰ δημόσια ἔργα. Καὶ τοῦτο εἶναι εὔκολον, καὶ ὄχι μόνον εὔκολον, ἀλλὰ καὶ ἐπιβαλλόμενον· διότι, ὅπως πολλάκις ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, ἔχομεν πλεῖστα πλοῖα, τὰ ὁποῖα χρήζουσιν οὐχὶ ἁπλῆς συντηρήσεως καὶ ἐπισκευῆς, ἀλλ’ ἀνακαινίσεως. Ὅπως δὲ συντάσσεται ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν καὶ ὅπως ἀνέκαθεν καθιερώθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, στηριζόμενος ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῆς συντηρήσεως πλοίων καὶ τῆς ἐπισκευῆς αὐτῶν, νὰ διατάξῃ τὴν ἀνακαίνισιν οἱουδήποτε τῶν πλοίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι χρήσιμα σήμερον. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ βεβαίως νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ λαμβάνῃ ἐκ τῶν προτέρων γνῶσιν ἡ Βουλή, ἂν πρέπει νὰ ἀνακαινισθῇ οἱονδήποτε ἐκ τῶν πλοίων τῶν μὴ χρησίμων σήμερον, ἢ ἂν πρέπει τοῦτο νὰ τεθῇ εἰς ἀχρηστίαν καὶ νὰ πωληθῇ, τὸ δὲ τίμημα αὐτοῦ, ἢ καὶ κατά τι μεῖζον, νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ πλοίου τούτου δι’ ἀγορᾶς ἄλλου πλοίου. Τὸ ζήτημα τοῦτο, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ κανονισθῇ διὰ νομοθετήματος, καὶ συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον εἰδικὸν, δι’ οὗ νὰ γίνηται διάκρισις τῆς ἁπλῆς συντηρήσεως τῶν πλοίων, ἥτις θὰ δύνηται νὰ ἐκτελεσθῇ ὑπὸ τοῦ Ναυστάθμου καὶ ἄνευ προηγουμένης ὑποβολῆς προϋπολογισμοῦ δαπάνης εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τῆς ἀνακαινίσεως τῶν πλοίων, ἥτις πρέπει νὰ γίνηται κατόπιν προϋπολογισμοῦ γενικοῦ, ὑποβαλλομένου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐγκρινομένου ὑπ’ αὐτῆς.
§54Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ πρὸ ἑνὸς ἔτους ἀκριβῶς ἀπηύθυνα τὴν ἰδίαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνω καὶ σήμερον. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, αὐτὴ ἡ Ναυτικὴ Σχολή, τέλος πάντων, πότε θὰ τελειώσῃ; Ἐτέθη ὁ θεμέλιος λίθος τὸν Ἀπρίλιον, νομίζω, τοῦ 1901· ὁ ἀναλαβὼν τὴν κατασκευὴν ἐργολάβος ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραδώσῃ τὴν Σχολὴν τὴν 1 Σεπτεμβρίου τοῦ 1902· εὑρισκόμεθα εἰς τὸν Μάρτιον τοῦ 1904, καὶ ἡ Σχολὴ ἀκόμη δὲν δύναται νὰ παραδοθῇ πρὸς χρῆσιν, οἱ δὲ δόκιμοι ἕνεκα τούτου διαμένουσιν ἐντὸς σεσηπότος πλοίου, τὸ ὁποῖον ἐμπεριέχει ὅλα τὰ μικρόβια τοῦ κόσμου, ἐκ τῆς καταστάσεως δὲ ταύτης πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἠσθένησαν ὅλοι οἱ μαθηταὶ τῆς Σχολῆς, καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ μεταβῶσιν εἰς τοὺς οἴκους των, ὅπως νοσηλευθῶσι. Διὰ ποῖον λόγον ἡ Σχολὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνω, ἦτο ὑποχρεωμένος ὁ ἐργολάβος νὰ παραδώσῃ τὴν 1 Σεπτεμβρίου τοῦ 1902, δὲν δύναται ἀκόμη νὰ τελειώσῃ; Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, — τὸν ὁποῖον βεβαίως δὲν αἰτιῶμαι, διότι οὐδόλως εὐθύνεται διὰ τὴν παράλειψιν ταύτην, — νὰ δώσῃ ἓν πέρας εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο.
§55ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐλπίζω, ὅτι πολὺ ταχέως θὰ περατωθῇ ἡ Ναυτικὴ Σχολή. Ὁμολογῶ, ὅτι παρουσιάζονται δυσκολίαι τινές...
§56Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐκ μέρους τίνος;
§57ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκ μέρους τῶν ὑπεργολάβων... Ἀρκετὰ δὲ αὗται μὲ ἀπησχόλησαν. Δὶς μέχρι τοῦδε μετέβην εἰς τὴν Σχολὴν, καθ’ ἑκάστην δὲ παρακαλῶ τὸν ἐργολάβον, ὁ ὁποῖος προθύμως ἔρχεται καὶ μοὶ δίδει τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, ὡς καὶ ὁ κ. τμηματάρχης, καὶ ἐπισπεύδω τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς Σχολῆς· ἐλπίζω δὲ, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἑβδομάδας θ’ ἀποπερατωθῇ αὕτη.
§58Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὴ ἦναι τόσον καλὸς, ὥστε νὰ παρακαλῇ.
§59ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι περὶ τὸ τέλος ἡ Σχολή.
§60Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νὰ μὴ παρακαλῇ, ἀλλὰ νὰ διατάσσῃ καὶ νὰ ἀπαιτῇ καὶ νὰ ἐπιβάλληται.
§61ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ παραδοθῇ τὸ 1902, καὶ ἤδη, κατὰ τὸ 1904, ὅτε ἐγὼ εἶμαι Ὑπουργὸς, δὲν παρεδόθη ἀκόμη, νομίζω, ὅτι δύναμαι, προκειμένου περὶ ὀλίγου ἔτι χρόνου, νὰ ἦμαι συγκαταβατικός, ἀφοῦ οἱ προκάτοχοί μου, καίτοι μὴ συγκαταβατικοὶ, δὲν κατώρθωσαν νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἐπὶ τοσοῦτον ἡ ἀποπεράτωσις τοῦ ἔργου τούτου.
§62Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, σᾶς παρακαλῶ. Λυποῦμαι, ὅτι καὶ πάλιν μὲ παρεξηγεῖτε.
§63ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν σᾶς παρεξηγῶ.
§64Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶπον, ὅτι δὲν σᾶς αἰτιῶμαι.
§65ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴπετε ὅτι πρέπει νὰ ἦμαι αὐστηρός. Νομίζω, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ μὴ ἦμαι τόσον αὐστηρὸς, προκειμένου περὶ ἐργασίας ἐλαχίστου ἔτι χρόνου!
§66Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ γνῶσιν ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνα κατὰ Μάϊον, νομίζω, τοῦ 1903 πρὸς τὸν ἐργολάβον. Διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου καθίστων ὑπεύθυνον τὸν ἐργολάβον διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον παράδοσιν, ἔδιδον δ’ εἰς αὐτὸν τελευταίαν προθεσμίαν μέχρις Ἰουλίου τοῦ 1903, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, καὶ ἠπείλουν, ἐν περιπτώσει μὴ παραδόσεως τοῦ ἔργου, ὅτι θὰ ἐπιβάλω εἰς αὐτὸν τὸ πρόστιμον, τὸ ὁποῖον ἡ σύμβασις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Δημοσίου ὁρίζει, ἐν περιπτώσει μὴ ἐκτελέσεως τῶν ὑποχρεώσεών του. Ἐπρόκειτο τὸ ἔργον νὰ παραδοθῇ πρὸ τοῦ 1903, ἀλλ’ ἕνεκα ἐλλείψεών τινων ἐγένετο δεκτὸν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου νὰ δοθῇ παράτασις ὡρισμένων μηνῶν. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ὡρισμένων μηνῶν ὁ ἐργολάβος δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ παραδώσῃ τὸ ἔργον, παρουσίαζε δὲ δικαιολογούμενος ἀορίστους δικαιολογίας, ἀλλὰ κυρίως ἤθελε νὰ ἀποφύγῃ αὔξησίν τινα δαπάνης ἀπὸ μέρους αὐτοῦ.
§67Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀκούσῃ αὐτά.
§68Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο παρουσιάσθη καὶ ἐπ’ ἐμοῦ, ὅτε διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, συνιστῶ δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ γνῶσιν ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνα κατὰ Μάϊον ἢ Ἀπρίλιον, νομίζω, τοῦ 1903 πρὸς τὸν ἐργολάβον, τὸν ἀναλαβόντα τὴν κατασκευὴν τῆς Σχολῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγγράφου εἰδοποίουν τὸν ἐργολάβον, ὅτι θὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτὸν τὸ πρόστιμον, τὸ ὁποῖον ἡ σύμβασις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὥριζε· διότι ὁ ἐργολάβος ὄχι μόνον ἐντὸς τῆς ἀρχικῆς προθεσμίας δὲν παρέδωκε τὸ ἔργον, ἀλλὰ καὶ πρόσθετον προθεσμίαν, δοθεῖσαν αὐτῷ ἕνεκα τροποποιήσεών τινων, αἱ ὁποῖαι ἐκρίθησαν ἀναγκαῖαι εἰς τὴν Σχολὴν, καὶ ταύτην ὑπερέβη. Αἱ δικαιολογίαι, τὰς ὁποίας προέβαλλεν ὁ ἐργολάβος ἀφεώρων μόνον εἰς αὔξησίν τινα δαπάνης, βαρύνουσαν αὐτὸν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν· ἐν τούτοις, πρὸς ἄρσιν καὶ τῆς προφάσεως ταύτης, δύναται ἴσως, ἐὰν θέλῃ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐξοικονομήσῃ ποσόν τι. Ὅπως δήποτε δέον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ αὐστηρὰ μέτρα κατὰ τοῦ ἐργολάβου, ἐπιβάλλον εἰς αὐτὸν καὶ τὸ νόμιμον πρόστιμον, ὅπως τὸν ἐξαναγκάσῃ νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον· διότι εἰς ἐμὲ ὑπεσχέθη ὁ ἐργολάβος, ὅτι τὸ πολὺ κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1903 ἤθελε παραδώσει τὸ ἔργον. Παρῆλθον ἔκτοτε 7 μῆνες, καὶ ἀκόμη τὸ ἔργον δὲν παρεδόθη. Φοβοῦμαι δὲ μήπως παρέλθωσι πολλοὶ ἔτι μῆνες. Ὅπως δήποτε συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς τὸν ἐργολάβον τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, ἐπιβάλλει δὲ συνάμα ὑποχρεώσεις καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν.
§69Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἐργολάβος;
§70Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§71Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀνεγέρσεως τῆς Σχολῆς, τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐν γένει ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· διότι παρατηρῶ, ὅτι ἐπιρρίπτεται ὅλον τὸ σφάλμα εἰς τὸν ἐργολάβον, ἐνῷ ἐγὼ ἔχω πληροφορίας, ὅτι ὁ ὀλιγώτερον πταίων εἶναι ὁ ἐργολάβος. Καὶ ἐξηγοῦμαι.
§72ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ἐργολάβον, εἶπον ὑπεργολάβους.
§73Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν διανοοῦμαι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον νὰ μεμφθῶ ὑμᾶς.
§74ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς δίδω μίαν ἐξήγησιν.
§75Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἐργολάβος;
§76Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι ὁ κύριος Ἀπέργης. Ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων θ’ ἀποδειχθῇ, ἂν ὁ ἐργολάβος εἶναι ὁ πταίων, ἢ κατὰ τὸ πλεῖστον πταίει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἡ Σχολὴ αὕτη στρώνεται ὅλη μὲ πλάκας τσιμέντου. Γνωρίζω, ὅτι ὁ ἐργολάβος παρουσίασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς ὁ κύριος Κόρπας, διάφορα δείγματα πλακῶν,—διότι αἱ πλάκες ἔχουσι διαφόρους τιμάς—μετέφερε λοιπὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διάφορα δείγματα, καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἐκλέξῃ ποῖον εἶδος θέλει, δηλώσας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι θὰ ἀπαιτηθῶσι τοὐλάχιστον δύο μῆνες πρὸς παραγγελίαν καὶ παραλαβὴν τῶν πλακῶν. Καὶ ἐν τούτοις παρῆλθον 4 ὁλόκληροι μῆνες, διὰ νὰ ἐκλέξῃ τὸ Ὑπουργεῖον τὰς πλάκας τὰς καταλλήλους διὰ τὴν στρῶσιν τῆς Σχολῆς! Ὁ ἐργολάβος μετέβη πολλάκις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ζητῶν ἀπάντησιν, ἀλλὰ παρῆλθον, ὡς προεῖπον, 4 ὁλόκληροι μῆνες, διὰ νὰ λάβῃ τὴν ἀπάντησιν, συνεπῶς ἐκάθητο ἄεργος ἐπὶ 4 μῆνας! Ἡ Σχολὴ εἰς τὸ κέντρον δέον νὰ ἔχῃ ἕνα φεγγίτην μέγαν, σιδηροῦν, τὸν ὁποῖον ὁ ἐργολάβος ἐπρόκειτο νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸ Βέλγιον· ἀλλὰ παρῆλθον μῆνες ὁλόκληροι, διὰ νὰ δυνηθῇ ὁ ἐργολάβος νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ σχέδιον καὶ τὸ στείλῃ εἰς τὸ Βέλγιον. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ κατατεθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ ὀλιγώτερον πταίων εἶναι ὁ ἐργολάβος, ὁ περισσότερον δὲ πταίων εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
§78Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§79Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).— Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ φίλος μου κ. Βουλευτὴς Λακεδαίμονος ὑπέλαβεν εὐλόγως, ὅτι ὡς ἐκ τῶν πολλῶν ἀσχολιῶν μου βεβαίως δὲν ἔχω τὸν καιρὸν, ἵνα ἀναγινώσκω ἐφημερίδας. Ἀλλ’ ἀπὸ μακροῦ χρόνου κατέστη εἰς ἐμὲ συνήθεια, καθ’ ἑκάστην πρωΐαν, ἀπὸ τῆς ἕκτης μέχρι τῆς ἑβδόμης καὶ ἡμισείας, νὰ ἀναγινώσκω πάσας τὰς ἐφημερίδας. Φρονῶ δὲ, ὅτι εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας εἶναι καὶ καθῆκον νὰ ἀναγινώσκωσιν αὐτάς. Ἴσως ὑπάρχουσί τινες, οἵτινες δὲν ἀναγινώσκουσιν ἐφημερίδας. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι δόγμα. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἀναγινώσκω αὐτάς· καὶ ἵνα ἀποδείξω τοῦτο εἰς τὸν συνάδελφον, δὲν ἔχω, εἰμὴ νὰ ἀνακοινώσω ἀπαντήσεις τινὰς εἰς τὰς εὐλόγους ἐπερωτήσεις αὐτοῦ, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι αὐτό, ὅπερ λέγω, εἶναι ἀκριβές. Ἀμέσως ἐζήτησα παρὰ τῆς ὑπηρεσίας νὰ μάθω, τί συμβαίνει. Κατὰ τὸ ἀπὸ 14 Σεπτεμβρίου 1903 Βασ. Διάταγμα ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν Σπάρτῃ πρωτοδικῶν ὡρίζετο εἰς πέντε. Ἕνεκα τῶν νέων Πρωτοδικείων ἀληθῶς ὑπάρχει δυσαναλογία τις περὶ τὸν πλήρη καταρτισμὸν τῶν Δικαστηρίων, μέχρι δὲ τῆς χθὲς ἡ ἔλλειψις αὕτη ἦτο ἐπαισθητοτέρα, ἀπὸ τῆς χθὲς ὅμως, ὅτε κατηρτίσθη ὁ κατάλογος τῶν νέων δικαστῶν, προβιβασθέντων ὡς δικαστῶν τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, ἡ ἔλλειψις αὕτη θέλει ἐξαλειφθῆ. Τοιουτοτρόπως ἐν τῷ Δικαστηρίῳ Σπάρτης ὑπῆρχον δυσκολίαι περὶ τὴν συγκρότησιν τοῦ Δικαστηρίου, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον εἶναι εὔλογα τὰ παράπονα τοῦ κ. συναδέλφου. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πολλάκις ἦλθε καὶ μοὶ ἔκαμε παραστάσεις. Μετὰ τὸν διορισμὸν ἑνὸς δικαστοῦ, ὅστις θέλει γείνῃ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, ἡ δύναμις τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης θέλει ἀναβιβασθῆ εἰς τέσσαρας δικαστάς. Ἐπειδὴ δὲ ἐλέχθη, ὅτι ἐν Κορίνθῳ ὑπάρχει εἷς δικαστὴς ὑπεράριθμος, ἀμέσως σήμερον παρήγγειλα, ὅπως ὁ ὑπεράριθμος οὗτος μετατεθῇ εἰς Σπάρτην· τοιουτοτρόπως ἡ δύναμις τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης θέλει ἀναβιβασθῆ εἰς πέντε, δηλαδὴ εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ Διατάγματος ὁριζόμενον ἀριθμόν. Τώρα συμβαίνει καί τι ἄλλο· ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι δύο θέσεις Εἰσαγγελέων κεναί, φυσικῷ τῷ λόγῳ ἔν τινι τῶν Πρωτοδικείων θέλει ὑπάρχει ἔλλειψις Εἰσαγγελέως. Ἐλπίζω, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου χρόνου θέλομεν κατορθώσει νὰ πληρώσωμεν τὰ κενὰ, καὶ τότε θέλει κατορθωθῆ, ὥστε καὶ τὸ Δικαστήριον Σπάρτης καὶ ἄλλο τι Δικαστήριον, ὅπερ ἔχει ἀνάγκην Εἰσαγγελέως, νὰ συμπληρωθῶσιν. Ἤδη παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ καταθέσω ἔγγραφά τινα, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Μεσσήνης συναδέλφου κ. Μπούτου, ἀφορῶντα εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ συμβολαιογράφου Παμίσου Ἰωάννου Μαρκάκη. Καταθέτω αὐτά.
§80Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησε καὶ ἄλλα τινὰ ἔγγραφα ὁ κ. συνάδελφος...
§81Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν ἐκ Γόρτυνος καὶ Ἀττικῆς κ. κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη καὶ Ἀλεξ. Σκουζὲ ζητηθέντας πίνακας.
§82Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ τυπωθῶσι.
§83Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Λαμβάνω ὡσαύτως τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω σημείωσιν εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ κυρίου ἐκ Καρδίτσης Βουλευτοῦ...
§84Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται, εἶναι ἀντικανονικόν. Ὑπάρχει συζήτησις ἐκκρεμὴς, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖ νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα ἐπὶ ἄλλων ἀντικειμένων. Παρακαλῶ νὰ ἀναμείνῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Μερλόπουλον, ὁ ὁποῖος ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ καὶ διεκόπη.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργός.
§86Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ διακόπτῃ συζήτησιν ἀρξαμένην. Παρακαλῶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἡ ἀρξαμένη, διότι κατὰ τὸν τρόπον, ὃν ζητεῖτε νὰ καθιερώσητε, οὐδεμία συζήτησις εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῇ.
§87Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ Κανονισμὸς δὲν λέγει τοιοῦτόν τι. Πᾶς Ὑπουργὸς δικαιοῦται, ὁσάκις ζητήσῃ, νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ ἀρξαμένης συζητήσεως. Ὅταν ὁ Κανονισμὸς λέγῃ ἀρξαμένην συζήτησιν, γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, τί ἐννοεῖ, πότε θεωρεῖται ἀρξαμένη ἡ συζήτησις. Ποία συζήτησις ἐπρόκειτο ἐδῶ; Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατέθεσεν ἔγγραφα· συζήτησις οὐδεμία ὑπῆρχεν. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς θελήσῃ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων καὶ νὰ ὁμιλήσῃ κατόπιν, — πάντοτε κατὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ κατὰ συνήθειαν ἐπιτετραμμένην, — τότε θὰ ὁμιλήσῃ. Ἑπομένως ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν οὐδεμίαν συζήτησιν διέκοψε, μολονότι ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦτο τὸ δικαίωμα ἔχει, ὅταν πρόκηται νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα.
§88Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἤρξατο συζήτησις συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λακεδαίμονος. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐζήτησε δὲ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Ἐγείρεται ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῷ μέσῳ τῆς συζητήσεως, καὶ καταθέτει πίνακας. Βεβαίως δὲν τὸ ἔκαμεν ἐκ προθέσεως, ἀλλὰ τοῦτο καθιστᾷ ἀνωμαλίαν κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ὁ ὁποῖος ἔχει ἱκανὴν πεῖραν, ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον, ὅπερ, ἐὰν ἐπετρέπετο, ἤθελε φέρει τελείαν σύγχυσιν εἰς τὰς συζητήσεις ἡμῶν· διότι ἀλλοίμονον, ἂν εἰς τὸ μέσον τῆς συζητήσεως, ἐπειδὴ λέγει τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἀκούονται, ὁσάκις ζητήσωσι τὸν λόγον, ἀλλοίμονον, ἂν ἠδύναντο νὰ παρεμβάλλωσι πᾶσαν ἄλλην συζήτησιν! Τότε θὰ ἐματαίουν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ συζητήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἠθέλησε νὰ καταθέσῃ ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν.
§90Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπρόκειτο περὶ συζητήσεως, τὴν ὁποίαν διέκοψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑποβάλλων πίνακας. Τοὺς πίνακας τούτους ἠδύνατο νὰ καταθέσῃ μετ’ ὀλίγον, χωρὶς νὰ ζημιωθῇ οὔτε ἡ ὑπηρεσία οὔτε ἡ Βουλή.
§91Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως στηριζόμενος εἰς τὴν πεῖράν μου εἶπον ὅσα εἶπον, διότι ταῦτα εἶναι τὰ ἀκριβῶς καὶ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἐπιβαλλόμενα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως δὲν ἐπρόκειτο περὶ συζητήσεως, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατέθεσεν ἔγγραφα συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Μπούτου, ὁ δὲ κ. Μποῦτος εἶχε ζητήσει νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀκόμη εἰς χεῖράς του τὰ ἔγγραφα. Ἀλλὰ καὶ ὅταν πρόκηται περὶ συζητήσεως, ὁ Ὑπουργὸς, ὁσάκις ζητήσῃ τὸν λόγον, ἀκούεται· ὅταν δὲ καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς λέγωσιν, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἀκούονται, ὁσάκις ζητήσωσι τὸν λόγον, προϋποθέτουσιν ἀμφότερα, ὅτι πάντες διατελοῦμεν ἐν καλῇ πίστει, καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν θὰ θελήσῃ νὰ διακόψῃ τὴν συζήτησιν, ἵνα παραλύσῃ αὐτὴν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὸ Σύνταγμα ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἀκούηται, ὁσάκις ζητήσῃ τὸν λόγον, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τὸ Σύνταγμα ἢ ὁ Κανονισμὸς, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ ποτε Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος, δι’ οὓς λόγους εἶπεν ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, θὰ θελήσῃ νὰ διακόψῃ τὴν συζήτησιν, ἵνα ζητήσῃ τὸν λόγον. Ὁ Ὑπουργὸς, καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς συζητήσεως, διακόπτων αὐτὴν, δύναται νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον, ἵνα ἀνακοινώσῃ σοβαρόν τι εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, θέλων νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπονέμεται εἰς τοὺς Ὑπουργούς. Τοῦτο λέγω, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑπάρξῃ προηγούμενον. Ὁσάκις ὁ Ὑπουργὸς ζητήσῃ τὸν λόγον, δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πάντοτε προϋποτίθεται ὅτι θέλει ζητήσει τὸν λόγον, ὅταν πρέπῃ καὶ ὅταν ἔχῃ σοβαρόν τι ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§92Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι οἱ ὅροι τοῦ Συντάγματος ὑπηγορεύθησαν ἀπὸ τὴν κοινὴν λογικήν, τὴν ὁποίαν παρατρέχει ἐν τούτοις ὁ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, κατὰ τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα ἐπεκράτησαν παρ’ αὐτῷ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς διηύθυνε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἀκούεται, ὁσάκις ζητήσῃ τὸν λόγον, ἐννοεῖ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἀκούεται, ὁσάκις ζητήσῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ἡ συζήτησις. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ συζητήσεως ἐπὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης, καὶ ἀναπτύσσῃ τὴν ἐπερώτησίν του ὁ Βουλευτὴς Λακεδαίμονος, καὶ ἀπαντᾷ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ καταθέτῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ζητῇ δὲ ὁ κ. Μερλόπουλος τὸν λόγον καὶ ἐγείρηται, ἵνα ὁμιλήσῃ, ἐγείρηται δὲ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι δὲν εἶδε τὸν κύριον Μερλόπουλον, καὶ ζητῇ νὰ καταθέσῃ πίνακας ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου, νομίζετε ὅτι αὐτὸ ὑπαγορεύει τὸ Σύνταγμα διὰ τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν οἱ Ὑπουργοὶ ἀκούονται, ὁσάκις ζητήσωσι τὸν λόγον; Βεβαίως ἀκούονται, ὁσάκις ζητήσωσι τὸν λόγον, διότι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι δοσίλογοι, διότι πᾶν ὅ,τι διαπράττεται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, καὶ ἔχουσιν οὗτοι δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ διαφωτίζωσι τὴν Βουλὴν, ν’ ἀπολογῶνται, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι δικαίωμα καὶ νὰ διακόπτωσι τὰς συζητήσεις, διότι διακόπτοντες τὰς συζητήσεις φέρουσι καιρίαν σύγχυσιν εἰς αὐτάς. Ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπ’ ἐμοῦ, ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν τάξιν, τὴν ἀταξίαν δὲ ἐννοεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς Λεβαδείας νὰ ἐγκαταστήσῃ ἐνταῦθα, ἐνῷ ἡμεῖς πάντοτε συνηγοροῦμεν ὑπὲρ τῆς τάξεως.
§93Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 78 τοῦ Συντάγματος λέγει ῥητῶς, ὅτι «οἱ Ὑπουργοὶ ἀκούονται, ὁσάκις ζητήσωσι τὸν λόγον». Ποία ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Συντάγματος, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγεννήθη τὸ πρῶτον ἐνώπιον ἡμῶν σήμερον, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς ἄλλας Βουλὰς καὶ εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν πολλάκις παρουσιάσθη, καὶ ἐλύθη ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι καὶ τὴν συζήτησιν τὴν ἀρξαμένην δύναται νὰ διακόψῃ ὁ Ὑπουργός. Ὑπεστήριξαν δέ τινες, ὅτι καὶ τὸν ἀγορεύοντα ἀκόμη δύναται νὰ διακόψῃ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο δεκτόν· καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, ἂν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀκουσθῇ, διακόπτων τὴν συζήτησιν, οὐδεμία ἠγέρθη ἀμφιβολία, καὶ πάντοτε τὸ ζήτημα ἐλύθη καταφατικῶς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος, ἥν καὶ ὁ κ. Μπουφίδης ὑπεστήριξε. Δυνάμεθα δὲ νὰ ἐπικαλεσθῶμεν καὶ συγγραφεῖς.
§94Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§95Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν τολμᾶτε, φέρετε τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ· διότι ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε τολμήσει οἱοσδήποτε διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ νὰ περιορίσῃ τὸν λόγον, δὲν θὰ εὕρῃ τὴν θύραν, ἵνα ἐξέλθῃ ἐντεῦθεν (εἰρωνικαὶ ἐπιφωνήσεις ἐκ δεξιῶν). Τὸ ἐπεχειρήσατε καὶ ἄλλοτε.
§96Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀπὸ ποῖον;
§97Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀπὸ ἡμᾶς. (Οἱ κύριοι Α. Βιτάλης καὶ Κ. Γεράκης, ἐγειρόμενοι ἐκ τῶν ἑδωλίων των, ὁρμῶσι κατ’ ἀλλήλων, ἀλλὰ παρεμβάντες πλεῖστοι Βουλευταὶ ἑκατέρωθεν διαχωρίζουσιν αὐτούς. Θόρυβος μέγας καὶ ἀντεγκλήσεις ἐπακολουθοῦσι. Μετὰ συνεχεῖς δὲ κωδωνοκρουσίας καὶ παρακλήσεις ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου ἀποκαθίσταται ἡ τάξις).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, καθήσατε. Ἐξακολουθεῖ ἡ συνεδρίασις. Οἱ μὴ Βουλευταὶ νὰ ἐξέλθωσι.
§99Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐξέλθωσιν οἱ μὴ Βουλευταί.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιττὸν νὰ μοὶ τὸ συστήσητε· τὸ διέταξα ἐπανειλημμένως. Ὁ κύριος Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§101Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἐπεχείρησαν, λέγω, καὶ ἄλλοτε, ἀλλ’ ἐβωβάθησαν, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ βωβαθῶσι· δὲν θὰ συμβουλεύσω δὲ αὐτοὺς νὰ ἐπαναλάβωσι τὴν ἀπόπειραν. Αἱ θεωρίαι αὐτῶν καὶ αἱ θεωρίαι τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας ἰδοὺ εἰς τίνα ἀποτελέσματα ἔφεραν! Τὸ δικαίωμα τοῦ διακόπτειν ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν συζητήσεις ἀρξαμένας δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ φέρῃ παράλυσιν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, τὴν ἔξαψιν, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησε, καὶ ὅλας τὰς παρομαρτούσας ἀταξίας, τὰς λαβούσας χώραν ἐνταῦθα. Τὸ Σύνταγμα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι ἄλογον, ὅπως ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν αὐτὸ οἱ προαγορεύσαντες κύριοι Βουλευταί, ὁ κύριος ἐκ Λεβαδείας καὶ ὁ κ. ἐκ Μαντινείας καὶ ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας. Ἐὰν ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον, τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ ἔδωκεν, ὅπως οἱ Ὑπουργοὶ δύνωνται νὰ ἀπολογῶνται, δύνωνται νὰ συνεισφέρωσι τὰ φῶτά των κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ὑποθέσατε, Κύριοι, μὲ τὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος συνεισφέρει τὰ φῶτά του ταύτην τὴν στιγμὴν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι εὐτυχῶς ὀλίγον εὔγλωττος, ἐγείρεται καὶ ἀρχίζει ὁλόκληρον συζήτησιν, ἢ ὅτι Βουλευτὴς ἄλλος, διατελῶν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἢ ἄλλου Ὑπουργείου ἐγείρεται καὶ ἀρχίζει νέαν συζήτησιν, ἐν τῷ μέσῳ τῆς συζητήσεως τῆς ἀρξαμένης. Εἰς τίνα ἀποτελέσματα ἠθέλομεν καταλήξει; Θὰ ἦτο εὐπρεπὴς ἡ τοιαύτη διεξαγωγὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς; Βεβαίως ὄχι. Δύνανται νὰ νομίζωσιν, ὅτι δύνανται νὰ μεταρρυθμίσωσι τὸ Σύνταγμα, μεταρρυθμίζοντες τὸν Κανονισμόν, καὶ δύνανται νὰ ἐκπλήσσωνται, διότι εἶναι δυνατὸν εἷς Βουλευτὴς νὰ προβάλλῃ τὴν ἔνστασιν τῆς ἀπαρτίας, ὅταν τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ συζητήσητε καὶ ἀποφασίσητε, ἀπαιτῇ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν· ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἐκπλήσσωνται, ὅσον καὶ ἂν θέλωσι νὰ μεταβάλωσι τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν δύνανται νὰ ἐκφύγωσιν ἐκ τῆς διατάξεως ἐκείνης τοῦ Συντάγματος, διότι ἐκφεύγοντες ἐξ αὐτῆς θὰ καταστήσωσι παρασυναγωγήν, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Λεβαδείας γνωρίζει ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα φθάνουσιν αἱ παρασυναγωγαὶ καὶ οἱ στηλῖται. Λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησα, εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ Σύνταγμα, εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν Κανονισμόν, εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν εὐπρέπειαν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς. Καὶ παρακαλῶ, περὶ ματαιοσχολιῶν ἐπρόκειτο, ὥστε νὰ ἐγερθῇ ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς καὶ χύσῃ ὅλην τὴν χολήν του, συντελῶν μόνον εἰς τὴν παρέλκυσιν τῶν συζητήσεων; Ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Χάρις εἰς τὸν κομματισμὸν ἔχομεν Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἀργοῦσι. Καὶ ἠγέρθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος καὶ ἔρρηξε φωνὴν ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν του καὶ ὑπὲρ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἦτο ὀχληρὰ ἡ συζήτησις αὕτη, διότι ὁ κ. ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὴς προὐτίθετο βεβαίως νὰ ἐρωτήσῃ, πῶς, ἐνῷ ἡ δύναμις τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης ἦτο ἐκ πέντε δικαστῶν, κατωρθώθη νὰ μείνωσι μόνον δύο ἢ τρεῖς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, ζητοῦντες νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ φατριασμοῦ ἐπὶ τῶν δικαστῶν, δὲν ἔπραξαν ἢ τὸ καθῆκόν των. Ἠθέλησαν ἀκριβῶς νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τὴν εὐπρέπειαν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν εἰς χεῖράς των.
§102Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, πρὶν ἢ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Λακεδαίμονος κ. Φικιώρην, ἤκουσα παρ’ αὐτοῦ, ἤκουσε δὲ καὶ σύμπασα ἡ Βουλή, ὅτι οὐχὶ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης, οὕτως εἰπεῖν, ἐχώλαινεν, ἀλλὰ, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἤδη ἀπὸ τριετίας... Τὸ εἴπετε, ἢ δὲν τὸ εἴπετε;
§103Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μάλιστα.
§104Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τοῦ ἐπερωτήσαντος, εἶναι ἀρκοῦσα ἀπάντησις πρὸς τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου ἐξ Ἀττικῆς. Βεβαίως ἡ δημιουργία πλειόνων Δικαστηρίων, ἡ βραδύτης περὶ τὸν διορισμὸν τῶν ὀκτὼ παρέδρων εἰς δικαστάς, καὶ ἄλλαι τινὲς περιστάσεις, ταῦτα πάντα συνετέλεσαν ἴσως, ἵνα, ἀντὶ ἐπὶ τρία ἔτη, παραταθῇ ἡ τοιαύτη ἔλλειψις τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης ἐπὶ τρία ἔτη καὶ 2½ μῆνας. Ἐὰν ἡ εὐθύνη αὕτη ἐμοῦ ἦναι πολὺ μεγάλη, ἐγὼ ἀναδέχομαι τὸ βάρος αὐτῆς. Ἀλλὰ νὰ ἐκφέρωμεν γενικὰς μομφὰς κατὰ τῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐκφέρωμεν ἀορίστους κατηγορίας περὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, καὶ αἱ κατηγορίαι αὗται ν’ ἀπευθύνωνται καθ’ ἡμῶν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, πληροφορούμενος τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Φικιώρη, ἅτινα ἴσως δὲν ἤκουσεν, ὡς καθήμενος πολὺ μακράν, θέλει πεισθῆ, ὅτι πολὺ ἀδίκως ἠγέρθη, ἵνα μεμφθῇ ἐμοῦ ἐπὶ τῇ πολιτείᾳ μου.
§105Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§106Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ὁ κύριος Χατζόπουλος εἶχε ζητήσει προηγουμένως τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐνόμιζον ὅτι ἦτο ἀπὼν, καὶ ἔδωκα πρὸς ὑμᾶς τὸν λόγον. Συνεπῶς τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Χατζόπουλος.
§108Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δικαίωμα τὸ ἀπέκτησα, ὅτε ἐζήτησα παρ’ ὑμῶν τὸν λόγον, καὶ τὸν ἐζήτησα πολὺ προτοῦ ὁ κ. Χατζόπουλος ἀναβῇ τὸ βῆμα. Δὲν ἔχω λοιπὸν τὸ δικαίωμά μου ἐκ τῆς φράσεως, ὅτι ἔχω τὸν λόγον;
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἐζητήσατε τὸν λόγον, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατέθηκε πληροφορίας τινὰς περὶ τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης.
§110Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ ταῦτα ἠγέρθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἠθέλησε νὰ καταθέσῃ πληροφορίας ζητηθείσας ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ὅτε ὁ κ. Ράλλης ἐπενέβη, εἰπὼν ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν πρέπει νὰ διακόπτωσι τὰς συζητήσεις. Ἐγεννήθη ἐπὶ τούτου συζήτησις, ἥτις ἐξακολουθεῖ ἀκόμη. Ἐπὶ τῆς συζητήσεως ταύτης ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Χατζόπουλος. Μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ζητήματος τούτου, θὰ δώσω τὸν λόγον πρὸς ὑμᾶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκρίβεια τῶν γεγονότων.
§112Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐννοῶ τὴν προνομίαν τῶν Ὑπουργῶν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν τὴν ἐπεκτείνωμεν, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ὁ κύριος Χατζόπουλος δὲν ἔγεινεν ἀκόμη Ὑπουργὸς, καὶ τὸν παρακαλῶ, μέχρις ὅτου λάβῃ τὸ ἀξίωμα τοῦτο, ν’ ἀφήσῃ τὸν κύριον Μερλόπουλον, ὁ ὁποῖος ἔχει ζητήσει πολὺ πρὸ αὐτοῦ τὸν λόγον, νὰ ὁμιλήσῃ.
§113Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω τὰ προσόντα.
§114Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῇ διακοπῇ τοῦ κυρίου Μερλοπούλου ἐγένετο ἀκριβῶς ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις, καὶ ἑπομένως ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν λόγον του· διότι σήμερον πρόκειται περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, πρὸ παντὸς δὲ παύουν αἱ προνομίαι αὗται.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ οὐδέποτε ἐξήσκησα προνομίας.
§116Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν δ’ ἐπιμένητε, θὰ ζητήσω, ἵνα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Χατζόπουλος ἢ ὁ κύριος Μερλόπουλος.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, γνωρίζετε καλῶς, διότι διετελέσατε καὶ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι οἱ ζητοῦντες τὸν λόγον ἐπὶ σχετικοῦ ζητήματος πρὶν ἐξαντληθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο λαμβάνουσι τὸν λόγον, καὶ μετὰ ταῦτα ἔρχονται οἱ ἐγγεγραμμένοι ἵνα ὁμιλήσωσι πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι σχετικόν. Θέλετε νὰ παραβῶ τὸν κανόνα, καθ’ ὃν πᾶς Βουλευτὴς λαμβάνει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος; Ἀλλάσσει. Ἀλλὰ ἡ τακτικὴ ἡ μέχρι τοῦδε εἶναι, ὅτι εἰς πᾶν σχετικὸν ζήτημα ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις.
§118Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις αὕτη γίνεται ἐκ τοῦ ὅτι ἐπῆλθε μία παράτυπος καὶ παρὰ τὸν Κανονισμὸν διακοπὴ, καὶ ὅτι ἑπομένως ὁ μόνος τρόπος, καθ’ ὃν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν τάξιν τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸν ἐζήτησε.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναὶ, ἀλλὰ δὲν ἐξηντλήθη τὸ ζήτημα.
§120Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό· δὲν ὑπάρχει δεύτερον ζήτημα, διότι τὸ ζήτημα εἶναι περὶ τῆς διακοπῆς τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπ’ αὐτοῦ δὲ τοῦ ζητήματος ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κύριος Μερλόπουλος. Λοιπὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν τάξιν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Μερλόπουλον). Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ζητεῖτε τὸν λόγον; ἐπὶ τῆς διακοπῆς;
§122Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε παρακαλῶ, κύριε Χατζόπουλε προηγεῖται ὁ κ. Μερλόπουλος. Θὰ ὁμιλήσητε, κύριε Χατζόπουλε, κατόπιν.
§124Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον τόσην ὥραν κατηνάλωσε, δὲν ἔχω ἢ ἐλάχιστα νὰ εἴπω· διότι, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν, καὶ ἐπράχθησαν ἀκόμη, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ περαιτέρω συζήτησις. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη προσθέτει κῦρος καὶ μαρτυρεῖ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, καὶ κυροῖ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν τῆς ἐννοίας αὐτῶν. Βεβαίως οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον, ὁσάκις ζητήσωσιν αὐτὸν, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτωσιν ἀρξαμένην συζήτησιν, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτωσι τὸν ἀγορεύοντα, ἵνα λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ζητήματος, ὡς ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὁ ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, ὅστις μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἡ προνομία αὕτη, ὅτι καὶ τοῦτο εἶναι ἐπιτετραμμένον τοῖς Ὑπουργοῖς. Ἀλλ’ ὁποῖαι θὰ ὦσιν αἱ συνέπειαι, ἐὰν καθιερωθῇ — καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ καθιερωθῇ — τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἐναντία πρὸς τὸ Σύνταγμα, διάταξις ἐπιτρέπουσα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ διακόπτωσι τὴν ἀρξαμένην συζήτησιν εἰς τὸ καιριώτατον σημεῖον αὐτῆς, καὶ τοὺς ἀγορεύοντας ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἀγορεύσεώς των; Ὁ Ὑπουργὸς βεβαίως δύναται νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον, ὁσάκις ζητήσῃ αὐτόν· δὲν εἶναι ὅμως ἐπιτετραμμένον νὰ διακόπτῃ τινὰ, περὶ ἄλλου ἀντικειμένου ὁμιλοῦντα, διότι δύναται νὰ ἐγγραφῇ, ἵνα ὁμιλήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὁπόταν δὲ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς ἐγγραφῆς του, δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἀλλὰ δύναται νὰ λάβῃ αὐτὸν καὶ ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ζητήματος προτοῦ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς ἐγγραφῆς του, ἢ καὶ προτοῦ περατώσῃ τὸν λόγον ὁ ἐπ’ αὐτοῦ ἀγορεύων, ἵνα δώσῃ ἐξηγήσεις. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ γείνωσι πάντα ταῦτα ἀντικείμενον ἐρεύνης τῆς Βουλῆς, καὶ ν’ ἀσχολῆται ἡ Βουλὴ περὶ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ ἢ τοῦ Συντάγματος, θὰ ἐφθάνομεν σκοπιμώτερον καὶ συντομώτερον εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ἐὰν δὲν παρενέπιπτεν ἡ ἄκαιρος παρέμβασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις οὐχὶ βεβαίως ἐκ προθέσεως, ἀλλὰ μὴ γνωρίζων ἢ μὴ ἀντιληφθεὶς ὅτι ἄλλος ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν προὐκάλεσεν ὁ κύριος ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτής, ἠγέρθη καὶ κατέθηκε πίνακας εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον ἀμέσως μόλις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συνεπλήρωσεν ὅσα εἶχε ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτοῦ. Καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς ἀντελήφθη τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κυρίου Μπούτου, καὶ ὅτι οὐχὶ πλήρη τὰ ἔγγραφα κατέθηκε.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσέρχεσθε εἰς ἄλλο ζήτημα.
§126Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, κύριε Πρόεδρε. Εἶναι σχετικὸν, καὶ θὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἢ λήξῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἑνὸς θέματος, δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ἑτέρου.
§128Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπ’ αὐτοῦ.
§129Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομίζω ὅτι ἐκ πλάνης ἢ ἀβλεψίας παρεῖδε τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§130Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐγγεγραμμένος πρὸ τοῦ κ. Μερλοπούλου, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος.
§132Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀξιῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναδράμῃ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς 25 Φεβρουαρίου, ἵνα ἴδῃ ὁποῖα ἔγγραφα ἠξίωσεν ὁ κύριος ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὴς νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν.
§133Π. ΜΠΟΥΤΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§134Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν.
§135Π. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐγὼ πιθανὸν νὰ ἀποσύρω τὴν ἐπερώτησίν μου.
§136Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀποσύρητε σεῖς αὐτήν, δύναμαι ἐγὼ νὰ τὴν υἱοθετήσω.
§137Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν σᾶς ᾖναι εὔκολον, μοὶ δίδετε τὰ πρακτικὰ αὐτά;
§138Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§140Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§142Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δυνατόν· τοὐναντίον δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ μοῦ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον.
§143Χ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παραβαίνει τὸν Κανονισμὸν ὁ κ. Βουλευτής. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ ἄλλου ζητήματος πρὶν λυθῇ τὸ ἐκκρεμές.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐπέτρεψα νὰ ὁμιλήσητε, κύριε Βουλευτά, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος.
§145Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα ἐτέθη, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψω νὰ ἐξακολουθήσετε, διότι εἰσέρχεσθε εἰς ἄλλο θέμα.
§147Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε λάθος, κύριε Πρόεδρε, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπαντῶν ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος, ὡμίλησε κατ’ οὐσίαν.
§148Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, ἐτέθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα νὰ λάβω τὸν λόγον. Οὐδεμία δὲ δύναμις, οὔτε ἡ ὑμετέρα, εἶναι ἱκανὴ νὰ καταλύσῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ Σύνταγμα. Ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος συναδέλφου. Εἶναι ἀληθές, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος συνάδελφος ἐκάκισε τὴν διοίκησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐπὶ δύο ἢ τρία ἔτη χωλαίνουσι καὶ ἐξακολουθοῦσιν ἔτι χωλαίνουσαι αἱ ἐργασίαι τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὰ τρία ταῦτα ἔτη περιλαμβάνεται καὶ τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ ἐγὼ διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὀφείλω νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. ἐκ Λακεδαίμονος συνάδελφον, καὶ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης ἦτο πλῆρες καὶ ἄρτιον κατά τε τοὺς δικαστὰς καὶ τὴν Εἰσαγγελίαν αὐτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς γνωρίζει βεβαίως, ὅτι τὰ Δικαστήρια, τά τε Ἐφετεῖα καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα, δὲν ἔχουσιν αὐθαίρετον ἀριθμὸν δικαστῶν. Δὲν δύναται δὲ ὁ Ὑπουργὸς αὐθαιρέτως νὰ τοποθετῇ τόσους δικαστὰς εἰς τὸ ἓν Δικαστήριον καὶ τόσους εἰς τὸ ἕτερον, κατ’ ἀρέσκειάν του. Τὰ περὶ τούτου ἐκανονίσθησαν διὰ νόμου, ὅστις πάλιν διαλαμβάνει, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος, ἰσχύοντος ἐπὶ διετίαν, κανονίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν, τῶν ὑπηρετούντων παρ’ ἑκάστῳ Δικαστηρίῳ. Ὅτε ἐκλήθην εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εὗρον ἐν ἰσχύϊ τὸ Διάταγμα, δι’ οὗ ὡρίζετο καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν Σπάρτῃ δικαστῶν, ὅστις ἔμεινεν ἀπαραμείωτος μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐξεδόθη ἄλλο Διάταγμα, τὸ τῆς 14 Αὐγούστου 1903. Κατὰ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, εἰς 5 ὡρίζετο ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν Σπάρτῃ δικαστῶν. Πέντε λοιπὸν δικασταὶ ἐξηκολούθησαν ὑπηρετοῦντες ἐν Σπάρτῃ μέχρι τοῦ τέλους σχεδὸν τῆς ὑπουργίας μου, ὥστε διὰ τὸν χρόνον τοῦτον οὐδὲν παράπονον δύναται νὰ ἔχῃ ὁ κ. Βουλευτής. Ὀλίγον ὅμως πρὸ τῆς 6 Δεκεμβρίου 1903, ὅτε ἀπεχώρησα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀνάγκη μεγάλη ὑπηρεσιακὴ, ἀνάγκη ἐπιβεβλημένη ἐκ τῶν πραγμάτων, μοὶ ἐπέβαλε νὰ μεταθέσω ἕνα τῶν ἐν Σπάρτῃ δικαστῶν. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Τὸ Πρωτοδικεῖον Καλαμῶν, κατὰ τὸ Διάταγμα τῆς 14 Αὐγούστου τοῦ 1903, συνεκροτεῖτο ἐξ 8 δικαστῶν καὶ τοῦ Προέδρου αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑπηρετούντων ἐν Καλάμαις 8 δικαστῶν ὁ μὲν κύριος Φατσέας, κράτιστος πολιτικὸς καὶ ποινικὸς δικαστὴς, κατὰ κακὴν τύχην ἠσθένησεν ἐπὶ δύο μῆνας, εἰς βαθμὸν μὴ ἐπιτρέποντα αὐτῷ νὰ παρέχῃ ὑπηρεσίαν τινὰ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Καλαμῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τρεῖς δικασταὶ ἐκ τῶν ὀκτὼ ἀπησχολοῦντο, καὶ ἀπασχολοῦνται ἔτι, εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ἀνακρίσεως, καὶ ἐκτὸς τούτου καὶ ἕτερος δικαστὴς, ἱκανώτατος καὶ αὐτὸς, ὁ Θεόδωρος Σακελλαρόπουλος, —ὁ προώρως δυστυχῶς ἐκλιπὼν ἀπὸ τοῦ κόσμου,—ὅστις ἦτο κόσμημα καὶ ἐγκαλλώπισμα τοῦ Δικαστηρίου τῶν Καλαμῶν, ἀπέθανεν ἐν Καλάμαις. Οὕτως ἡ δύναμις τοῦ Πρωτοδικείου Καλαμῶν, τὸ ὁποῖον ἐκδίδει κατ’ ἔτος πλέον τῶν 2,000 πολιτικὰς ἀποφάσεις καὶ τῶν 6,000 ποινικὰς, ἐμειώθη εἰς βαθμὸν, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν τὸ παράπαν νὰ προχωρῶσιν αἱ ἐργασίαι τοῦ Δικαστηρίου. Ἀλλεπάλληλοι ἀναφοραὶ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἀπευθυνόμεναι, ὑπεδείκνυον τὴν ἀνάγκην τῆς ταχείας τοποθετήσεως δικαστῶν καὶ τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἐν Καλάμαις Δικαστηρίου. Εἰς τὰς συστάσεις ταύτας πειθόμενος ἠναγκάσθην ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ μεταθέσω ἕνα τῶν δικαστῶν τῶν ἐν Σπάρτῃ ὑπηρετούντων, τὸν κ. Σακελλαριάδην, εἰς Καλάμας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ προκαλέσω, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, καὶ νὰ ὑποβάλω πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν Καλάμαις ὑπηρετούντων δικαστῶν ἀνεβιβάζετο εἰς ἐννέα διὰ τὸ μέλλον, ἠλαττοῦτο δὲ κατὰ ἕνα ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν Κορίνθῳ δικαστῶν, ἐκ τῶν ὁποίων εἷς θὰ μετετίθετο εἰς Σπάρτην, ἀντὶ τοῦ Σακελλαροπούλου, ἂν μὴ ἐπήρχετο ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Βλέπετε λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, οὐδεμία μεταβολὴ οὐδαμοῦ ἐγένετο, εἰμὴ ἐκεῖ, ὅπου ἀπόλυτος ἀνάγκη ἐπέβαλλε τοῦτο. Ἐπὶ τούτου ἐποιήσατο παρατήρησιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὀφείλω καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους εἶχεν ἔστω καὶ ἕνα πλεονάζοντα δικαστὴν, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐν ᾧ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις διευθύνει αὐτὸ ἀπὸ τῆς 6 Δεκεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν, οὐχὶ ἕνα, ἀλλὰ καὶ πλείονας δικαστὰς ἔχει εἰς Δικαστήρια, καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ. Δὲν δικαιολογεῖται δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, προβάλλων ἐν τῇ ἀπαντήσει του πρὸς τὸν κύριον ἐκ Λακεδαίμονος συνάδελφον τὴν δυσχέρειαν τὴν προκύπτουσαν ἐκ τῆς ὀλιγότητος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν. Ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν ἦναι ὀλίγος καὶ δὲν ἀντιστοιχῇ πρὸς τὸν ὅλον ἀριθμὸν τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1903, ὤφειλε πρωτίστως ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ μεταθέτῃ δικαστὰς ἐκ Δικαστηρίων, ἅτινα ἔχουσιν ἥσσονα τοῦ δέοντος ἀριθμὸν, ἵνα τοποθετῇ αὐτοὺς εἰς τὰ ἔχοντα πλήρη τὸν ἀριθμόν. Καὶ δύναμαι ἐκ τοῦ προχείρου νὰ ἀναφέρω Δικαστήριά τινα, εἰς τὰ ὁποῖα πλεονάζει ὁ ἀριθμὸς τοῦ κεκανονισμένου, καὶ ἄλλα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἐλλιπής. Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, οὐδέποτε ἀφῆκα τὸ Δικαστήριον τῆς Σπάρτης ἄνευ Εἰσαγγελέως καὶ ἄνευ Προέδρου...
§149Κ. ΑΛΑΜΑΝΟΣ. Δὲν μοὶ λέγετε, σᾶς παρακαλῶ...
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§151Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ προέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν δυσχέρειαν πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν διοριστέων. Εὔχομαι νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ αὐτὴ μόνον ἡ δυσχέρεια, καὶ οἱ διορισθησόμενοι νὰ ἦναι ἄξιοι τῆς θέσεως. Ἀλλὰ πρὸ τῆς πληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων ὁ κ. Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ σκεφθῇ, ὅτι τὸ Δικαστήριον τῆς Σπάρτης δὲν ἐπετρέπετο νὰ μένῃ ἄνευ Εἰσαγγελέως οὐδ’ ἐπὶ μίαν ἡμέραν, καὶ ὅτι ἡ ἔλλειψις αὕτη εἰς ἄλλο Δικαστήριον θὰ ἦτο ὀλιγώτερον αἰσθητή. Τὴν προσοχὴν πρὸς τούτοις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὤφειλε νὰ ἐφελκύσῃ καὶ ἕτερον ζήτημα. Ὁ κύριος ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴς ἐβεβαίωσεν, ὅτι εἷς μόνον ἐκ τῶν ἐν Σπάρτῃ ὑπηρετούντων δικαστῶν ἐὰν ἀπελείπετο, ἐματαιοῦτο ἡ συνεδρίασις. Ἀλλὰ τοῦτο τί σημαίνει; Σημαίνει, ὅτι τρεῖς μόνον δικασταὶ ὑπηρετοῦσιν ἐν Σπάρτῃ· διότι, ἂν ἦσαν πλείονες τῶν τριῶν, δὲν θὰ ἐματαιοῦντο αἱ συνεδριάσεις. Ἐκ τῆς ἀφετηρίας ταύτης ὁρμώμενος, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα, εἰ δυνατὸν, αὔριον—διότι δὲν εἶναι δυσχερὲς τὸ πρᾶγμα—προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν τῶν ὑπηρετούντων παρ’ ἑκάστῳ Πρωτοδικείῳ καὶ Ἐφετείῳ, καὶ δὴ τῶν ὑπηρετούντων ἀπὸ τῆς 6 Δεκεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν, δηλῶ δὲ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου θέλω ζητήσει καὶ λάβει τὸν λόγον.
§152Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§153Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ βουλευτὴς κύριος Μερλόπουλος ἐξήνεγκε παράπονον κατ’ ἐμοῦ, ὅτι, ἐνῷ ὁ συνάδελφος αὐτοῦ κύριος Μποῦτος ἐζήτησε διὰ τῆς ἐπερωτήσεως αὐτοῦ τῆς 25 φθίνοντος μηνὸς πλειοτέρας τῆς μιᾶς πληροφορίας, ἐγὼ περιωρίσθην νὰ καταθέσω μίαν καὶ μόνην...
§154Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπόμνησιν ἁπλῶς ἔκαμα εἰς ὑμᾶς, παράπονον δὲν διετύπωσα.
§155Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Ἀληθῶς δὲν κατέθηκα πάσας τὰς ὑπὸ τοῦ κυρίου Μπούτου ζητηθείσας πληροφορίας, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἐδύνατο ἴσως ὁ κύριος Μποῦτος νὰ παραπονεθῇ. Πλὴν καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἀπὸ τῆς 25 φθίνοντος μηνὸς μέχρι τῆς 27, δηλαδὴ ἐντὸς δύο ἡμερῶν, νὰ καταθέσω ὅλας ἐκείνας τὰς πληροφορίας, αἵτινες ἀπαιτοῦσι ν’ ἀναδιφηθῶσι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὁλόκληρον καὶ τὰ Συμβολαιογραφεῖα τοῦ Κράτους, διότι κατὰ τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Μπούτου ζητεῖται «πόσα πληρεξούσια συμβόλαια κατὰ τὸ ἔτος 1902 συνέταξεν ὁ συμβολαιογράφος Οἰχαλίας Φώτιος Φωτόπουλος», καὶ τὰ παρόμοια. Ἐννοεῖται, ὅτι, ἂν ἐπερίμενον νὰ ἔλθωσι πᾶσαι αἱ αἰτηθεῖσαι πληροφορίαι, ἤθελον πολὺ βραδύνει, ἵνα καταθέσω τὰς ἀπαντήσεις εἰς τὰ λοιπὰ θέματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης. Οὐδεμία δὲ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ ὑπάρχει, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑποχρεῶται νὰ καταθέτῃ ἢ πάσας τὰς πληροφορίας, ἢ οὐδεμίαν. Βεβαίως ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, ὅταν συγκεντρώσω τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, θέλω καταθέσει καὶ ταύτας. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ συνάδελφος ἐκ Μεσσήνης κύριος Μερλόπουλος ἔχει λόγον νὰ ἀνησυχῇ, διότι κατετέθη ἡ τελευταία πληροφορία, χωρὶς νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἄλλαι. Περὶ τούτου ἂς συζητήσωσιν οἱ δύο συνάδελφοι, καὶ τότε ἡμεῖς θέλομεν ἀκούσει τὴν συζήτησιν, καὶ ἡ Βουλὴ θέλει σχηματίσει γνώμην περὶ τοῦ τελευταίου θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἐπερώτησις ὑπὸ τοῦ συναδέλφου ἡμῶν. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, διότι πρέπει ἑκάτερος αὐτῶν νὰ μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τοῦ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ κατατεθῇ καὶ πίναξ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν παρ’ ἑκάστῳ τῶν Πρωτοδικείων, σήμερον μόνον τοῦτο ἐζητήθη κατὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς τινος. Δὲν θέλω δὲ παραλείψει, αὔριον, ἢ τὸ πολὺ τῇ Δευτέρᾳ, νὰ καταθέσω καὶ τὸν πίνακα τοῦτον, ἐξ οὗ θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι μετὰ τὸν διορισμὸν — ὅστις σήμερον ἢ αὔριον δημοσιεύεται — τῶν παρέδρων εἰς τακτικοὺς δικαστὰς, σχεδὸν πάντα τὰ Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους θέλουσιν εἶσθαι πλήρη, μόνον δὲ ὡς πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς θέλουσι μείνει δύο θέσεις κεναὶ, μέχρις ὅτου διορισθῶσι καὶ οὗτοι. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις, εἰς ἣν ἐπέμεινε, δὲν ἠξεύρω διατὶ, ὁ κύριος Μερλόπουλος, δὲν εἶχε λόγον. Ἂν ἐννοῇ, ὅτι εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν ὑπάρχουσι πλεονάζοντές τινες δικασταὶ, εἰς τοῦτο ἔχει δίκαιον· ἀλλ’ ἀπαντῶ, ὅτι εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Πλημμελειοδικῶν, κατ’ ἀνακοίνωσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς δικογραφίαι 9,500. Ἐπειδὴ δὲ ἐξακολουθοῦσι βεβαίως τὰ πλημμελήματα καθ’ ἑκάστην, ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν κινδυνεύει νὰ ὑπερβῇ τὰς δεκακισχιλίας. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἐξαντληθῇ ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς τῶν πλημμελημάτων, ἂν δὲν κατορθωθῇ νὰ συγκροτῶνται πλείονες συνεδριάσεις ἐν Ἀθήναις τῶν σήμερον γιγνομένων, κινδυνεύουσι δὲ τὰ ἀδικήματα νὰ παραγραφῶσι, καὶ ἡ ἀδικία νὰ ἀνορθωθῇ εἰς ὑψηλὴν στήλην ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν. Διότι βεβαίως, ἀφοῦ μόλις 40 ἕως 50 πλημμελήματα δύνανται νὰ συζητηθῶσιν ἐν ἑκάστῃ τῶν τεσσάρων καθ’ ἑβδομάδα συνεδριάσεων τοῦ Πλημμελειοδικείου, μένει τὸ ἀποθεματικὸν τοῦτο τῶν 9,500 ὑποθέσεων, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαττωθῇ. Κατόπιν προτάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν ἀπεφασίσαμεν νὰ ἱδρυθῇ καὶ δεύτερον τμῆμα Πλημμελειοδικείου ἐν Ἀθήναις. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεδριάζῃ τοῦτο ἐν τῷ καταστήματι τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, διότι γίνονται ἐκεῖ καὶ συνεδριάσεις διὰ πολιτικὰς ὑποθέσεις, ἀπεφασίσθη, ἵνα ἀπὸ τῆς 20 ἑκάστου μηνὸς μέχρι τῆς 30 ἐργάζηται τὸ τμῆμα αὐτὸ ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Κακουργοδικείου Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ ἵνα τοσαῦται καὶ τηλικαῦται ἴσως ὑποθέσεις ἐκδικασθῶσι, βεβαίως οἱ δικασταὶ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Διὰ τοῦτο, ἀπὸ κοινοῦ συσκεφθέντες, ἀπεφασίσαμεν νὰ ἱδρύσωμεν καὶ δεύτερον τμῆμα Πλημμελειοδικείου. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Ἀθηνῶν ὑπάρχουσι δύο ἢ τρεῖς δικασταὶ ὑπεράριθμοι. Λέγω ταῦτα, οὐχὶ βεβαίως ἵνα ἀπολογηθῶ, διότι δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπολογηθῶ, ὅπως δὲν εὑρίσκω καὶ τὴν ἀνάγκην ἑκάστοτε ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ν’ ἀπολογῆται ὁ πρώην Ὑπουργός. Ἀμύνομαι. Ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ψέγει τὸν δικαστικὸν τοῦτον Ἡρακλέα. Ἐγὼ μάλιστα καὶ ἐν ἄλλῃ περιστάσει ἐδήλωσα πρὸς αὐτὸν, ὅτι οὐδόλως ἔχω ὄρεξιν, οὐδὲ ἀναλαμβάνω τὸν ἀγῶνα νὰ ἐπικρίνω τὸν συνάδελφον, ἢ νὰ ἐλέγξω αὐτόν. Μόνον θέλω πράξει τοῦτο ἀμυνόμενος, διότι βεβαίως δὲν θέλω ἐπιτρέψει τινὶ, ὅσον καὶ ἂν ἦναι Ἡρακλῆς, νὰ θίξῃ τὴν πολιτείαν μου, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Πολιτείας. Ὅταν ὁ συνάδελφος εὐαρεστηθῇ νὰ μὲ κατηγορήσῃ, τότε θέλω ἀπαντήσει εἰς αὐτὸν, ἐπαναλαμβάνω, ἀμυνόμενος.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.
§157Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, ἂν ἐξακολουθῇ ὁ λόγος, θέλω φέρει παρατηρήσεις τινάς. Νομίζω, ὅτι περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς πρὸς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, δὲν πρέπει νὰ ἐπικρατῇ ἀμφιβολία, διότι ὁ Κανονισμὸς εἶναι ὁ διέπων καὶ νομιμοποιῶν τὰς συζητήσεις, καὶ πρέπει περὶ αὐτοῦ νὰ ἔχωμεν ὅλοι σαφῆ ἰδέαν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι περὶ τοῦ δικαιώματος τῶν Ὑπουργῶν τοῦ λαμβάνειν, ὁπόταν ζητήσωσι, τὸν λόγον πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ ὁριστικὴν γνώμην, ἥτις καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς Βουλευτὰς νὰ ὁδηγῇ, διότι καλὸν νὰ μὴ παρεμβάλλωνται ἑκάστοτε ἐμπόδια καὶ ἀντιρρήσεις ἐκ τοιούτων ἑρμηνειῶν, μὴ συμφώνων πρὸς τὴν γνώμην τῶν πλειοτέρων. Ὑπεστηρίχθη ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἀπολύτως ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ λαμβάνειν τὸν λόγον, ὅταν τὸν ζητῶσιν, εἴτε ὅπως ἀνακοινώσωσιν ἔγγραφα, εἴτε ὅπως δώσωσι πληροφορίας ἢ συζητήσωσι. Τοῦτο ἐν τούτοις δὲν ἐξάγεται τόσον ἀπόλυτον ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ Κανονισμός, ὡς καὶ τὸ Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου ὁ Κανονισμὸς εἶναι ἀντίγραφον, κατὰ τοῦτο ἐνόησαν βεβαίως νὰ καθιερώσωσι σειρὰν τῶν λαλούντων λυσιτελῆ χάριν τῶν συζητήσεων· ἐνόησεν ὁ Κανονισμός, ὅτι ἔπρεπε πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν νὰ χορηγήσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ἵνα λαμβάνωσιν, ὁσάκις ζητῶσι, τὸν λόγον, διότι οἱ Ὑπουργοί, λαμβάνοντες τὸν λόγον, οὐ μόνον δικαιολογοῦνται καὶ ἀπολογοῦνται κατὰ παρατηρήσεων, ἢ μομφῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιρρίπτονται αὐτοῖς, ἀλλὰ χορηγοῦσιν εἰς τοὺς Βουλευτὰς καὶ πληροφορίας, δι’ ὧν καὶ αἱ συζητήσεις δύνανται νὰ διευκρινίζωνται καὶ νὰ συντομεύωνται, καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῶν συζητήσεων νὰ ἦναι ἀσφαλέστερα. Ἄλλως ἠδύναντο νὰ ἦναι Ὑπουργοὶ καὶ μὴ Βουλευταί, καὶ ἔπρεπεν εἰς αὐτοὺς νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ λαμβάνωσιν, ὁπόταν ζητῶσι, τὸν λόγον. Ἀλλὰ ποία ἡ ἔκτασις τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Κανονισμοῦ; Ἔν τινι συζητήσει, ἥτις ἐπί τινος θέματος ἐγείρεται, νὰ δίδηται τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὁσάκις ζητῶσι τὸν λόγον, νὰ λαμβάνωσιν αὐτόν, χωρὶς νὰ ὑποχρεῶνται νὰ περιμένωσι τὴν σειράν των μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ὁμιλησόντων Βουλευτῶν ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, καὶ πολὺ ὀρθῶς ἐχορηγήθη τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ὅταν ὅμως δὲν πρόκηται περὶ συζητουμένου θέματος, εἴτε ἐξ ἀφορμῆς νομοσχεδίου εἴτε ἐξ ἀφορμῆς ἐπερωτήσεως, δὲν εὑρίσκω, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἐννοεῖ τοιοῦτον δικαίωμα νὰ χορηγήσῃ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, νὰ διακόπτωσι δηλ. τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ παρεμβάλλωσιν ἄλλο τι· διότι, ἂν ἀναγνωρίσωμεν καὶ τοιοῦτον δικαίωμα διακοπῆς εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, δὲν ἔχομεν ὅριον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ σταματήσωμεν. Οὕτω πρὶν διέκοψεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ ἀνακοινώσῃ ἀπαντήσεις ἐπὶ ζητηθεισῶν πληροφοριῶν...
§158Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὄχι δά! Νὰ καταθέσω δύο πίνακας.
§159Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ, διατὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ὁμιλήσῃ καὶ ἐπὶ ἄλλου θέματος; Ἑπομένως, λαμβάνων ὁ Ὑπουργὸς ἀφορμὴν ἐξ ἄλλης τυχὸν αἰτίας, δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ ἐπὶ ὥραν διακόπτων ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἄλλου θέματος. Ἐὰν αὐτὸ ἐννοῇ ὁ Κανονισμὸς, δύναται νὰ τὸ πράξῃ· ἀλλὰ διατὶ, ἐὰν ἐννοῇ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, δὲν ἐννοεῖ αὐτὸ καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λαλοῦντα ῥήτορα; Διότι, ἐὰν ἐννοῶμεν, ὅτι ἀπολύτως, ὅταν ζητήσῃ τὸν λόγον ὁ Ὑπουργὸς, δύναται νὰ τὸν λάβῃ, τότε δύναται ν’ ἀπευθυνθῇ καὶ διακόψῃ καὶ αὐτὸν τὸν λαλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ νὰ τῷ εἴπῃ: «Κύριε, παρακαλῶ νὰ διακόψητε, διότι ἔχω ν’ ἀνακοινώσω τι», ἢ «νὰ δώσω πληροφορίαν τινὰ πρὸς τὴν Βουλήν». Συναινέσει τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ λαλοῦντος δύναται. Ἄλλως, ἐὰν τοιοῦτον καθιερωθῇ ἀπόλυτον δικαίωμα διακοπῆς ὑπὲρ τῶν Ὑπουργῶν, καθιεροῦται ἄτοπος ἐργασία καὶ ἀταξία καὶ παραλυσία τῶν συζητήσεων, διότι καὶ ὁ λαλῶν ῥήτωρ θὰ περισπᾶται, καὶ θὰ μετατρέπηται εἰς ἄλλα ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς. Βεβαίως ἔκτακτος σπουδαιότης δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τοιαύτας διακοπὰς ἢ προτιμήσεις τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως ἀκουσθῶσι, διακοπτομένης τῆς συζητήσεως, καὶ ἀναγκαζομένου τοῦ λαλοῦντος νὰ σταματήσῃ, ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαλῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἐν συζητήσει τινὶ ὁ Ὑπουργὸς, ὁποτεδήποτε ζητήσῃ, λαμβάνει τὸν λόγον, διακόπτων τὴν ἐν τῷ πίνακι σειρὰν τῶν ἄλλων· δὲν δύναται ὅμως νὰ διακόπτῃ τὰς ὁμιλίας, διὰ νὰ παρεμβάλλῃ εἴτε ἀπαντήσεις ἐπὶ ζητηθεισῶν πληροφοριῶν, εἴτε καὶ οἱονδήποτε ἄλλο θέμα, ὅπερ ἤθελε κρίνει ἀναγκαῖον, διότι τυχὸν βιάζεται ν’ ἀπέλθῃ τῆς Βουλῆς. Δύναται νὰ ποιήσηται τὰς ἀνακοινώσεις αὑτὰς διά τινος τῶν συναδέλφων του, ἢ ὅταν διακοπῇ ἡ ὁμιλία δύναται νὰ τὰς δώσῃ ὁ ἴδιος, ἢ δύναται νὰ τὰς καταθέσῃ ἐγγράφως εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ὅταν κατέλθῃ ὁ ῥήτωρ, δύνασθε ν’ ἀνακοινώσητε αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν. Ἄλλως πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ καὶ ὁ ῥήτωρ, ὅπως διακόψῃ καὶ παραχωρήσῃ τὸν λόγον εἰς τὸν Ὑπουργόν. Τοιουτοτρόπως οἰκονομεῖται καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τοῦτο.
§160Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω δύο λέξεις, οὐχὶ διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἀποδοὺς εἰς ἐμὲ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἀτάκτου, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐγὼ καὶ ἐξ ἰδιοσυγκρασίας καὶ ἐκ χαρακτῆρος εἶμαι ἄτακτος ἄνθρωπος, εὔτακτος δὲ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἐπειδὴ δὲ περὶ γνωστῶν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσω, θεωρῶ ἐντελῶς περιττὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτόν. Ἔχω ὅμως ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ἑρμηνεύων τὸν Κανονισμὸν, ἴσως δὲ νὰ εἴπω καὶ δύο λέξεις, ἀπαντῶν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς κατὰ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως δικαιολογήσω τοὐλάχιστον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καὶ συνέταξαν καὶ ἐψήφισαν αὐτὸν τὸν Κανονισμὸν, διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, καὶ εἰς τὸν ἅπαξ μόνον ἀναγνώσαντα τὸν Κανονισμὸν, ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς κάθε ἄλλο ἐννοεῖ, παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐννοοῦμεν καὶ πράττομεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Τὸ Σύνταγμα, ἀναγράφον τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ λαμβάνειν τὸν λόγον, τοῦ ἀκούεσθαι, ὁσάκις ζητήσῃ τὸν λόγον, δὲν διαγράφει διαδικασίαν συζητήσεως, ὥστε νὰ ἦναι ἐπιδεκτικὸν ἑρμηνείας. Ἡ διάταξις εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Κανονισμῷ ἐξ ἀντιγραφῆς τοῦ Συντάγματος· ἀλλ’ ἵνα ἴδωμεν τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως, πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ἐν τῷ Κανονισμῷ ἀναγράφεται ἡ διάταξις μεταξὺ τῶν διατάξεων τῶν ἄλλων, αἵτινες ἀφορῶσι τὴν διαδικασίαν τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἐν τῷ Συντάγματι δὲν ἀναγράφεται μεταξὺ τοιούτων διατάξεων, εἶναι ἀπόλυτος καὶ ἀναγράφεται μεταξὺ τῶν προνομιῶν, ὡς δικαίωμα δὲ, ὡς προνόμιον τοῦ Ὑπουργοῦ, καθιεροῖ τὸ νὰ λαμβάνῃ οὗτος τὸν λόγον, ὁσάκις ζητήσῃ τοῦτον παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως οὐδεμιᾶς ἑρμηνείας εἶναι ἐπιδεκτικὸν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ θεωρηθῇ ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ· πάντα ὅμως ταῦτα, διότι καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσωσιν Ὑπουργὸν, οἷον ὑπέθεσαν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Καὶ ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος καὶ ὁ νομοθέτης τοῦ Κανονισμοῦ καὶ πᾶς νομοθέτης οἱουδήποτε νόμου προϋποθέτει Ὑπουργὸν ἱστάμενον εἰς τὴν περιωπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ τὸν ἀναβιβάζει, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι Ὑπουργὸς, δι’ οἱονδήποτε λόγον, εἴτε κομματικὸν εἴτε ἐξ ἰδιοτροπίας ἁπλῆς, θὰ ζητήσῃ νὰ διακόψῃ τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ εἴπῃ τι ἄχρηστον καὶ ἕωλον εἰς τοὺς Βουλευτάς· προϋποθέτει ὅτι, διὰ νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον καὶ λάβῃ αὐτὸν ὁ Ὑπουργὸς, ἔχει ἰσχυρὸν λόγον, καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν βεβαίως παρεχώρησεν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον, ὁσάκις ζητήσῃ τοῦτον, ὁ Ὑπουργός. Ἀλλὰ, Κύριοι, τί ἔμεινεν ἐν τῷ Κανονισμῷ ὄρθιον, ὥστε νὰ μείνῃ καὶ ἡ διάταξις αὕτη; Καὶ ταύτην ζητοῦσι σήμερον, τὴν στηριζομένην εἰς τὸ Σύνταγμα, νὰ καταργήσωσι! Μήπως ὁ Κανονισμός, κατὰ τοῦ ὁποίου τόσα παράπονα ἐξήνεγκεν ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς, ἐπιτρέπει ἢ ἀναγράφει αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς διαδικασίας; Εἰς ποῖον μέρος τοῦ Κανονισμοῦ εὕρετε, ὅτι ἐπὶ σχετικοῦ ζητήματος δύνανται νὰ ἀγορεύσωσιν 20, 30, 40, παραβλέποντες τὸν ἐρχόμενον δεύτερον κατὰ τὴν ἐγγραφὴν δι’ ἰδίαν ἐπερώτησιν; Κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσαμεν, δύναται ὁ δεύτερος ἐγγραφεὶς, ἵνα ἀνακοινώσῃ τι εἰς τὴν Βουλήν, νὰ μὴ λάβῃ ποτὲ τὸν λόγον, διότι ὁ πρῶτος δύναται νὰ προκαλέσῃ διὰ τοῦ συστήματος τοῦ «σχετικοῦ» τοιαύτην συζήτησιν, ὥστε νὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ μίαν, ἐπὶ δύο, ἐπὶ τρεῖς συνεδριάσεις, καὶ ὁ δυστυχὴς ὁ δεύτερος ἐγγραφεὶς νὰ ἀναμένῃ ἐπὶ τρεῖς συνεδριάσεις, μέχρις ὅτου περατωθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις, διὰ νὰ ζητήσῃ νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι ἔχει νὰ εἴπῃ. Λέγει τοιαῦτα ὁ Κανονισμός; Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι «ἕκαστος λαμβάνει τὸν λόγον κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς του». Ἐφηρμόσθη ποτὲ ἡ διάταξις αὕτη; Κατὰ τίνα τρόπον ἐνοήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ διάταξις αὕτη; Καθ’ ὃν τρόπον βλέπομεν καθ’ ἑκάστην ἐφαρμοζόμενον, καὶ οὕτω συμβαίνει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς, νὰ ἀγορεύω ἐγὼ ταύτην τὴν στιγμὴν ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἀγορεύω, διότι βεβαίως παρὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ Κανονισμοῦ συζητοῦμεν τὴν στιγμὴν ταύτην, διότι πάντες συνεζήτησαν παρὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ Κανονισμοῦ. Ὑποθετέον, ὅτι ἄλλος εἶναι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ ἔχει νὰ ἀνακοινώσῃ τι εἰς τὴν Βουλήν· ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ εὕρῃ σειράν, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις αὕτη ἐπ’ ἄπειρον. Λοιπὸν τοιαῦτά τινα δὲν λέγει ὁ Κανονισμός. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς, τοῦ παλαιοῦ. Καὶ ἐκεῖ δυστυχῶς παρεξηγήθησαν, παρηρμηνεύθησαν, παρεβιάσθησαν αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ· ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ἀληθεῖς μύσται τῆς ἐλευθερίας, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνόησαν ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἐκεῖνοι συνησθάνθησαν ὅτι ἔπρεπε πρῶτον εἰς ἑαυτοὺς νὰ ἐπιβάλωσι χαλινὸν, καὶ διὰ τοῦτο συνέστησαν ἐπιτροπὴν, ἐκ συνεννοήσεως πάντες, εἰς τὴν ὁποίαν περιελήφθησαν ἓξ διατελέσαντες Πρωθυπουργοὶ, τέσσαρες διατελέσαντες Πρόεδροι τῆς Βουλῆς καὶ δύο ἄλλα μέλη ἐπιφανῆ τοῦ Κοινοβουλίου, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸν Κανονισμὸν, τὸν ἔχοντα ὁμοίας διατάξεις πρὸς τὸν Κανονισμὸν τὸν ἰδικόν μας, καὶ συνέταξεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη Κανονισμὸν, διὰ τοῦ ὁποίου προσδιώρισε κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα οὔτε ἑρμηνείαν οὔτε ἀμφισβήτησιν, τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Παρατηρεῖτε, ὅτι γίνεται τόση συζήτησις περὶ τῆς ἐνστάσεως τῆς ἀπαρτίας. Τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας τὴν καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα, καὶ δύναται εἷς Βουλευτὴς βεβαίως νὰ τὴν προτείνῃ· ἀλλὰ λέγει που ὁ Κανονισμὸς, ὅτι λύεται ἡ συνεδρίασις, ἐὰν δὲν εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ; Οὐδαμοῦ. Δὲν εὑρέθη ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ; Ποῖον εἶναι τὸ λογικόν; νὰ περιμένωσι νὰ γείνῃ ἀπαρτία. Τοῦτο δὲ λέγει ἤδη ὁ Κανονισμὸς τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν αὐτὴν διάταξιν, ἀντιγεγραμμένην ἐκ τοῦ Ἰταλικοῦ Συντάγματος. Δὲν εἶναι ἀπαρτία; Βεβαίως δὲν δύναται νὰ συνεδριάσῃ ἡ Βουλὴ· θὰ ἀναμείνῃ ὅμως νὰ γείνῃ ἀπαρτία. Οἱ ἄνθρωποι δὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τοιαύτας διατάξεις ἐψήφισαν, βεβαίως αἰσθάνονται περισσότερον ἡμῶν τὰ δικαιώματα τῆς ἐλευθερίας· δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ, ὁμιλοῦντες περὶ τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Γαλλίας, νὰ παριστάμεθα ἡμεῖς ὡς θερμότεροι ἐκείνων λάτραι τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λόγου ἢ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου. Ὅταν δὲ ἐκεῖνοι κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐνόησαν νὰ μεταρρυθμίσωσι τὸν Κανονισμόν, δὲν νομίζω ὅτι ἡμεῖς θὰ προσκρούσωμεν εἰς τὸ ὁμοούσιον, ἐὰν οὕτω θελήσωμεν νὰ μεταρρυθμίσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸν ἡμέτερον Κανονισμόν. Δυστυχῶς δὲν ἠθέλησεν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ μέχρι τοῦδε νὰ μεταρρυθμίσῃ οὕτω τὸν Κανονισμόν, καὶ παραμένει ὁ Κανονισμὸς παρερμηνευόμενος καὶ ἐφαρμοζόμενος καθ’ ὃν τρόπον ἐφαρμόζεται. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν πάντες θὰ συναισθανθῶμεν, ὅτι τὰ τοῦ Κανονισμοῦ ἡμῶν πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῶσι κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ πολιτεύματος ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα, περὶ τοῦ ὁποίου τόσον εὐγλώττως ὡμίλησεν ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτής· διότι ἐπὶ τέλους θὰ ἀπαυδήσῃ ὁ λαὸς, καὶ πὺξ καὶ λὰξ θὰ μᾶς ἐκδιώξῃ ἐντεῦθεν, ὅταν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐννοῶμεν νὰ ἐκπληρῶμεν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς ψήφου αὑτοῦ ἀνέθηκεν εἰς ἡμᾶς.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μποῦτος ἔχει τὸν λόγον.
§162Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ὀκτὼ ἡ ὥρα. Νὰ διακόψωμεν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ εἴπῃ δύο λέξεις ὁ κύριος Μποῦτος, καὶ διακόπτομεν.
§164ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Μερλόπουλος, ἐὰν ἦτο παρὼν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25 τρέχοντος, ὅτε ἐγὼ ἐποιησάμην τὴν ἐπερώτησιν, βεβαίως δὲν ἤθελεν ἐκθέσει ὅσα ἐξέθηκε, βεβαίως δὲν ἤθελεν ὑψώσει τὴν φωνήν του, ἵνα μᾶς δείξῃ τὸ ἀνάστημά του, καὶ βεβαίως περιπλέον δὲν ἤθελεν ἔχει τὴν τόλμην νὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἂν ἐγὼ παραιτοῦμαι τῆς ἐπερωτήσεώς μου, αὐτὸς υἱοθετεῖ αὐτήν, διὰ νὰ ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα. Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέθηκε σήμερον εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ περιπλέον εἶπον, ὅτι περὶ τῶν ἄλλων ἀντικειμένων καὶ θεμάτων ἀναγκαῖον εἶναι νὰ προσαχθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ ταῦτα. Ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, ἦτο παρὼν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης, βεβαίως δὲν ἤθελεν εἴπει ὅσα εἶπε, βεβαίως δὲν ἤθελε μεμφθῆ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν κατέθηκε τὰ ἔγγραφα. Ἀλλὰ δὲν ἦτο ὁ σκοπός του αὐτός. Ἠθέλησε νὰ λάβῃ ἀφορμὴν ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος νὰ συνεχίσῃ μίαν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸ ἡμερῶν διακόψει τὸ ἐπεισόδιον τὸ μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, καὶ νὰ μᾶς ἐπαναλάβῃ ὅ,τι τότε εἶπε, δικαιολογῶν τὴν μετάθεσιν 26 Εἰσαγγελέων, διότι μεταθέτων τὸν δεῖνα Εἰσαγγελέα ἀπὸ τὸ δεῖνα Πρωτοδικεῖον ἄφινε κενόν, καὶ μετὰ τοῦτο, μεταθέτων ἄλλον, ἵνα ἀναπληρώσῃ τὸ κενὸν ἐκεῖνο, ἄφινεν ἄλλο κενόν, καὶ οὕτω καθεξῆς, καταλήξας νὰ δικαιολογήσῃ τὰς πολυπληθεῖς μεταθέσεις, τὰς ὁποίας ἐνήργησε. Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης θὰ τὸν παρακαλέσω ἐγὼ νὰ καταθέσῃ—βεβαίως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον—καὶ τὰ λοιπὰ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὰς ἄλλας ἐπερωτήσεις μου, ἀλλὰ προσθέτω καὶ τοῦτο ἀκόμη, ὅτι αὔριον θὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων, καὶ θὰ βεβαιωθῇ τότε ἡ Βουλή, πῶς διεξήγαγε τὴν ὑπηρεσίαν του, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου κ. Μερλόπουλος.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κύριος Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§166ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ ἀναμιχθῶ ποσῶς εἰς τὴν συζήτησιν, ἥτις ἀπασχολεῖ ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα φέρω παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς λόγον αἰτιολογικὸν τοῦ νὰ φέρῃ δικαστὰς πλείονας τῶν κεκανονισμένων εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν, προέβαλεν, ὅτι ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἐργασία ποινικὴ μεγάλη ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Ἀθηνῶν, καὶ διὰ τοῦτο, ἐναντίον τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, ὅσοι πρέπει νὰ ἦναι εἰς ἕκαστον τῶν Πρωτοδικείων, ἔφερε πλείονας ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ τούτῳ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἐζήτει πληροφορίας παρὰ τῶν διαφόρων Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους, ἢ μᾶλλον ἐὰν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἐνώπιόν του, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι μεγάλη ποινικὴ ἐργασία, μεγαλειτέρα τῆς τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, διπλασία ἴσως, ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Τριπόλεως. Καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν δύναμιν τοῦ Πρωτοδικείου ἐκείνου δύο δικαστάς! Πῶς συμβιβάζονται λοιπὸν οἱ λόγοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Διότι ὑπάρχει πληθώρα ποινικῆς ἐργασίας παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Ἀθηνῶν, ὑπερβαίνομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν κεκανονισμένον ὑπὸ τοῦ Διατάγματος! διότι ὑπάρχει μεγαλειτέρα πληθώρα παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Τριπόλεως, ἐλαττοῦμεν ἐκεῖ τοὺς δικαστάς! Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι εἰς πλήρη ἀντίφασιν, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ὁ λόγος, ὃν εἶπεν, ὁ ὁποῖος τὸν ἔκαμε νὰ συγκεντρώσῃ μείζονα ἀριθμὸν δικαστῶν ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Ἀθηνῶν· διότι, ἐὰν ὑπῆρχεν ὁ λόγος αὐτός, οὐ μόνον δὲν ἤθελε μειώσει τοὺς πρωτοδίκας παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Τριπόλεως, ἀλλ’ ἤθελε τηρήσει τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ ἐκεῖ, αὐξάνων τοὺς πρωτοδίκας.
§167Π. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως πόσοι δικασταὶ ἦσαν;
§168ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πλείονες κατὰ δύο τῶν νῦν ὑπαρχόντων.
§169Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο πλῆρες τὸ Δικαστήριον.
§170ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἦτο πλῆρες τὸ Δικαστήριον, ἐνῷ τώρα τὸ Δικαστήριον δὲν εἶναι πλῆρες. Τί θὰ γείνῃ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἐρωτῶ, ἡ πληθώρα αὕτη τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων τῶν ἐκκρεμῶν; Δὲν θὰ ὑποπέσωσιν εἰς παραγραφήν;
§171Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς εἶπον, ὅτι εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς δικογραφίαι ποινικαὶ 9,500. Ἐὰν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι ἀληθὲς, εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Τριπόλεως πρέπει νὰ ὑπάρχωσι 19,000.
§172ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑπάρχουσι 12,000.
§173Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ ἐρωτήσω καὶ θὰ μάθω, ἂν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, καὶ τότε, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ δύο ἢ τριῶν πρωτοδικῶν, θὰ ζητήσω διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ.
§174ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ πράξητε πρὶν ἢ προβῆτε μονομερῶς· διότι, ἐὰν ἐνομίζετε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχητε περισσοτέρους δικαστάς, πρῶτον ἔπρεπε νὰ ζητήσητε τὴν μεταβολὴν τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος, τοῦ κανονίζοντος τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν. Πρὶν ἢ προβῆτε εἰς τοῦτο, οὐδὲν δικαίωμα εἴχετε νὰ αὐξήσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν εἰς βάρος τῶν ἄλλων Δικαστηρίων. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§175Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἦτο μέτρον διοικητικόν.
§176Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα τὸ δεύτερον ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἐλέχθησαν ἀπόψε ἐν τῇ Βουλῇ ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. ἐκ Λακεδαίμονος συναδέλφου. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης ἐπικαλοῦμαι καὶ ἐγὼ, ἵνα δευτερολογήσω ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Καὶ εἶναι ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον τὸ δικαίωμα τοῦτο. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἀναγνωρίζω, ὅτι κατεπόνησε τὴν Βουλὴν ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ὑπερέβη ἀληθῶς τὰ ὅρια τῆς ἐπερωτήσεως, ἔρχομαι ἐν τούτοις νὰ δευτερολογήσω ἐν τῷ δικαιώματι τῆς ἀμύνης. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ὑπαινιγμοί τινες ἐρρίφθησαν δι’ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῶν ὑπ’ ἐμοῦ πεπραγμένων καθ’ ἣν ἐποχὴν διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ οὐ μόνον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοῦ συμπολίτου μου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης ὑπαινιγμοὶ ἐρρίφθησαν καὶ ἀπόψε καὶ χθές. Εἰς ταῦτα ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω καὶ χωρὶς νὰ περιμείνω τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἅτινα θέλει προσκομίσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ ἀληθῶς δὲν ἤλεγξα — καὶ ἐπιμαρτύρομαι τὴν ἀντίληψιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς — τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν ἀπήντησε συγχρόνως περὶ ὅλων, περὶ ὅσων ἐπηρωτήθη, καὶ δὲν κατέθηκε πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Μπούτου, διότι εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς, ἵνα, καθ’ ὅσον παρασκευάζονται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἔγγραφα, προσάγῃ ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδ’ ἰσχυρίσθην, ὅτι εἶναι ὑπόχρεως ὁ Ὑπουργὸς, τὰ ἔγγραφα τὰ ζητηθέντα δι’ ἐπερωτήσεων τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ προσκομίζῃ πάντα διὰ μιᾶς. Ἤθελεν εἶσθαι ὁ ἔσχατος παραλογισμὸς, ἐὰν ἰσχυρίζετό τις τοῦτο. Ἠρκέσθην νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ συμπολίτου μου ἔγγραφα, καὶ νὰ υἱοθετήσω τὴν ἐπερώτησίν του, ἐὰν ὁ συμπολίτης μου παρῃτεῖτο ταύτης, διότι προετιθέμην εὐρεῖαν νὰ διεξαγάγω συζήτησιν ἐπὶ τῶν θεμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀπόψε καὶ κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν ἐδήλωσε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν αἰτιᾶται ἐμοῦ, οὔτε ἐλέγχει τὴν πολιτείαν μου καθ’ ὃν χρόνον διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης· θὰ ἠρκούμην δὲ εἰς τὴν ὁμολογίαν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐὰν παρ’ ὅλα ταῦτα καὶ ὑπαινιγμοὶ δὲν ἐρρίπτοντο ὑπ’ αὐτοῦ, ὡς πρὸς τὴν πολιτείαν μου ταύτην. Ὀφείλω ὅμως νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀδιαφορῶ τελείως πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦτο, οὐχὶ διότι δὲν τρέφω τὴν πρέπουσαν ἐκτίμησιν πρὸς αὐτὸν, ἀλλὰ διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν καὶ τὸ θάρρος νὰ εἴπω δημοσίᾳ, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν προαίρεσιν αὐτοῦ, δὲν θὰ εὕρῃ νὰ ψέξῃ τι ἐν τῇ πολιτείᾳ μου, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ προαίρεσις, ὅπως ἐλέγξῃ τι, ἐλλείπει παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ, ἢ ἐλλείπουσι τὰ στοιχεῖα καὶ ἡ ὕλη ἡ ἀξία ἐλέγχου. Ἐγὼ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ δεύτερον τοῦτο συμβαίνει, ὅτι ἐλλείπει ἡ ὕλη καὶ τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν νὰ ἐνεργήσῃ ἔλεγχον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐλλείπουσι τὰ τοιαῦτα πρὸς ἔλεγχόν μου στοιχεῖα, ἐγὼ δύναμαι προχείρως νὰ εὕρω ὕλην πρὸς τοιοῦτον ἔλεγχον καὶ πρὸς αἰτιάσεις κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ πληθώρα τῶν ἐκκρεμῶν ποινικῶν ὑποθέσεων ἐν τῷ Δικαστηρίῳ τῶν Ἀθηνῶν, ἀνερχομένων εἰς 9,500, κατὰ τὰς παραστάσεις τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, ἔπεισεν αὐτὸν νὰ παραβῇ τὸ Διάταγμα τῆς 14 Αὐγούστου 1903, τὸ ὁρίζον τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν τῶν ἐν Ἀθήναις ὑπηρετούντων...
§177Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Πόσοι εἶναι οὗτοι;
§178Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δεκαεννέα... Ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἔλαβεν ἀπάντησιν παρὰ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, εἰπόντος ὅτι οὐχὶ ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Ἀθηνῶν μόνον εὑρίσκονται ἐκκρεμεῖς 9,500 ὑποθέσεις, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλοις Δικαστηρίοις πολὺ ἀνώτερος τούτου ἀριθμός. Ἀλλὰ καὶ περὶ ἐκείνων τῶν Δικαστηρίων ὤφειλε, στοιχειῶδες καθῆκον ἐκτελῶν, νὰ μεριμνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ἵνα ἀπροσκόπτως βαίνῃ ἡ λειτουργία αὐτῶν· ἀλλ’ οὐ μόνον δὲν ἐμερίμνησε περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐμείωσε τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν ἀκριβῶς τῶν Δικαστηρίων τούτων. Ἐπεκαλέσθη σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς παραστάσεις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν. Ἀλλ’ αἱ παραστάσεις ὄχι μόνον αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους δὲν ἀρκοῦσι νὰ δικαιολογήσωσι τὸ μέτρον, εἰς ὃ προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς παραβὰς τὸ Διάταγμα τῆς 14 Αὐγούστου 1903. Ἐὰν ὑπῆρχε τοιαύτη ἀνάγκη ὑπηρεσιακή, ἐνδεικνύουσα τὴν μεταβολὴν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν παρά τινι Δικαστηρίῳ, ὁ νόμος τοῦ 1887, ὁ κανονίσας τὰ περὶ τούτου, προέβλεψε κατὰ τίνα τρόπον λαμβάνεται μέριμνα πρὸς θεραπείαν τῆς ἀνάγκης. Δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν αὐθαίρετον ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τῇ παραστάσει τοῦ Εἰσαγγελέως δύναται ὁτὲ μὲν νὰ αὐξάνῃ, ὁτὲ δὲ νὰ ἐλαττοῖ τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, ἀλλὰ προσδιώρισε κατὰ τίνα τρόπον θέλουσιν ἐνεργεῖσθαι αἱ τοιαῦται μεταβολαὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1887, ὑπὸ στοιχ. ΑΦΝΔʹ, «ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφετῶν καὶ τῶν πρωτοδικῶν παρ’ ἑκάστῳ Δικαστηρίῳ ὁρίζεται τὸ πρῶτον δεκαπενθήμερον τοῦ Αὐγούστου κατὰ διετίαν, ἀρχομένην ἀπὸ τῆς 1 Αὐγούστου 1887, διὰ Βασ. Διατάγματος καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διὰ τοῦ ἐτησίου Προϋπολογισμοῦ ὁριζομένου ὁλικοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐφετῶν καὶ τῶν πρωτοδικῶν». Ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ τῆς διετίας προκύψῃ ἀνάγκη, ἵνα ὁ ἀριθμὸς ὁ ἅπαξ κανονισθεὶς διὰ Β. Διατάγματος, μεταβληθῇ, καὶ μὴ μείνῃ μέχρι τέλους τῆς διετίας ὁ αὐτὸς ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν, ὁ νόμος προὐνόησε καὶ περὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης, καὶ λέγει ἐν τῷ ἑπομένῳ ἐδαφίῳ: «Καὶ ἐντὸς τῆς διετίας δύναται νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφετῶν ἢ πρωτοδικῶν Δικαστηρίου τινός, καὶ ν’ αὐξηθῇ ἑτέρου διὰ Βασιλικοῦ ὡσαύτως Διατάγματος, ἂν ὑποβληθῶσι, προκειμένου μὲν περὶ Πρωτοδικείων, σύμφωνοι γνωμοδοτήσεις τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, εἰς ὧν τὴν περιφέρειαν ὑπάγονται τὰ Πρωτοδικεῖα, παρ’ οἷς γενήσεται ἥ τε προσθήκη καὶ ἡ ἐλάττωσις, προκειμένου δὲ περὶ Ἐφετείων, γνωμοδότησις τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Εἰσαγγελέως.» Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη νόμιμος ὁδὸς, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἔβλεπεν ἀνάγκην αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν ἐν Ἀθήναις. Ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ τοὺς ἁρμοδίους Εἰσαγγελεῖς, ἵνα γνωμοδοτήσωσι περὶ τούτου, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ προκαλέσῃ Διάταγμα μεταρρυθμίζον τὸ Διάταγμα τῆς 14 Αὐγούστου τοῦ 1903, καὶ μόνον μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νέου Διατάγματος νὰ μεταθέσῃ τοὺς μεταθετέους κατ’ αὐτὸν δικαστὰς· δὲν ἠδύνατο δὲ αὐθαιρέτως, ἐπὶ μόναις ταῖς παραστάσεσι, ταῖς προφορικαῖς ἴσως, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν νὰ προβῇ εἰς ἀνατροπὴν τοῦ Διατάγματος.
§179Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει ἔκθεσις λεπτομερεστάτη.
§180Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἔκθεσις αὕτη. Κατὰ τὸν νόμον ἐχρειάζοντο καὶ γνωμοδοτήσεις σύμφωνοι τῶν παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέων, καὶ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἔπρεπε νὰ προκαλέσητε Διάταγμα μεταρρυθμίζον τὸ Διάταγμα τὸ ὑπάρχον.
§181Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ ἐκδοθῇ.
§182Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρις οὗ ἐκδοθῇ ὑπάρχει παράβασις τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἀναθέτει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὴν ἔκδοσιν Διατάγματος, καθορίζοντος τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν.
§183Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πόσοι δικασταὶ ἦσαν πέρυσι;
§184Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξετάζω τοῦτο· ἐξετάζεται ἡ πολιτεία ὑμῶν. Ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου θὰ ὁμιλήσω.
§185Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ σεῖς παρέβητε τὸν νόμον.
§186Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε. Ἀναφέρατέ μοι τὴν περίστασιν. Προκαλῶ πάντα γνωρίζοντα τοιοῦτόν τι νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§187Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διατὶ δὲν ἀπαντᾶτε εἰς τὸν κύριον Ὑπουργόν;
§188Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλετε σεῖς, ὁ ἰσχυριζόμενος ὅτι παρέβην τὸν νόμον, νὰ καθορίσητε τὴν παράβασιν, ἂν σπουδαιολογῆτε. Ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν θὰ ἀπαντήσω ἀμέσως. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ὀνομάσῃ τις Δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον δικαστὰς πλεονάζοντας.
§189ΗΛ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Εἰς τὴν Κέρκυραν ἐπὶ ἕξ μῆνας δὲν ὑπῆρχον δικασταί. Καὶ εἴχετε ἀναφορὰν τοῦ νομάρχου.
§190Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβῆ. Καὶ τὸ Ἐφετεῖον καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον Κερκύρας ἦσαν πλήρη, καὶ οὐδεμία σχετικὴ ἀναφορὰ τοῦ νομάρχου ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν εἰσήχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τῆς 28 Ἰουνίου μέχρι τῆς 6 Δεκεμβρίου 1903 ἀναφορὰ οἱασδήποτε ἀρχῆς, σχετικὴ πρὸς τὴν λειτουργίαν τοῦ Ἐφετείου καὶ τοῦ Πρωτοδικείου Κερκύρας, νὰ προσαγάγῃ ταύτην εἰς τὴν Βουλήν. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι εἶχον μίαν ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας, δι’ ἧς ἐζητεῖτο ἡ μετάθεσις ἑνὸς ἐφέτου εἰς Κέρκυραν, ὄχι διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἐφετῶν ἦτο ἐλλιπής, ἀφοῦ τέσσαρες ὁρίζονται ἐν τῷ Διατάγματι, καὶ τοσοῦτοι ὑπηρέτουν ἐν Κερκύρᾳ, ἀλλὰ διότι, προκειμένου νὰ δικασθῇ ἔφεσις κατ’ ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ἀκυρωσάσης τὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου Θηναίας, τὸ Ἐφετεῖον, κατὰ τὸν νόμον περὶ δημαιρεσιῶν, ἔπρεπε νὰ συγκροτηθῇ ἐκ τακτικῶν ἐφετῶν. Καὶ διὰ τοῦτο μετέβη εἰς Κέρκυραν ὁ ἐφέτης κ. Ἀλεξάνδρου.
§191Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς παρακαλῶ νὰ βεβαιώσητε, ὅτι, ἐφ’ ὅσον διετελέσατε Ὑπουργός, εἰς οὐδὲν Πρωτοδικεῖον ὑπῆρξαν δικασταὶ πλείονες ἢ ἐλάσσονες τῶν κεκανονισμένων.
§192Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πλείονες οὐχὶ, ἐλάσσονες ναί.
§193Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§194Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον, καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω.
§195ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ ἦναι καὶ θέσεις κεναί.
§196Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ Διατάγματι, τῷ κατὰ διετίαν ἐκδιδομένῳ καὶ ὁρίζοντι τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν παρ’ ἑκάστῳ Δικαστηρίῳ, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν, ὁ ἀναγραφόμενος ἐν τῷ ἐτησίῳ τοῦ Κράτους Προϋπολογισμῷ, δι’ οὗ δίδεται καὶ ἡ ἀνάλογος πίστωσις διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν δικαστῶν τούτων, καὶ ὁ ἀριθμὸς οὗτος κατανέμεται εἰς τὰ Ἐφετεῖα καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα κατὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1900, ὁρίζον τὴν δύναμιν τῶν δικαστῶν παρ’ ἑκάστῳ Δικαστηρίῳ, εἶχεν ὑπ’ ὄψει του 134 πρωτοδίκας. Ἀλλὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1903, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκα ἐγώ, 136 πρωτοδίκας εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, διότι διὰ τοσούτους πρωτοδίκας ἀνεγράφετο πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· ἀλλ’ ἐκ τούτων, καθ’ ὃν χρόνον ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τοῦ 1903, εὑρίσκοντο ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μόνον 131, ἔλειπον δὲ οἱ ἕτεροι πέντε πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ τῶν 136 πρωτοδικῶν, καὶ τοὺς ἐλλείποντας δὲν ἠδυνάμην νὰ δημιουργήσω ἐκ τοῦ προχείρου, ἵνα συμπληρώσω τὴν δύναμιν τῶν Πρωτοδικείων, ἀφοῦ, ὡς γνωρίζετε, μόνον μετὰ δοκιμασίαν ἐν τῇ θέσει τοῦ παρέδρου γίνονται οἱ πρωτοδίκαι. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν οἱ ἐλλείποντες ἐκ τοῦ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ τῶν πρωτοδικῶν πέντε πρωτοδίκαι ἔλειπον ἀπὸ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο Δικαστήριον.
§197Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀρκεῖ αὐτό.
§198Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐπεβάλλετο ἐκ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης τῶν πραγμάτων ἡ τοιαύτη ἔλλειψις, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως. Ἀλλὰ βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς οὐδὲν τῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους εἶχον ἔστω καὶ ἕνα πλεονάζοντα δικαστήν, καὶ προκαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ βεβαιώσῃ τὸ ἐναντίον, ἂν δύναται.
§199Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς δίδομεν ἓν βραβεῖον, καὶ τελειώνει!
§200Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρ’ ὑμῶν δὲν τὸ δέχομαι. Σεῖς δ’ ἔχετε ἐν Ἀθήναις ἐφέτας 18, ἐνῷ πρέπει νὰ ἦναι δεκαέξ.
§201Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λησμονεῖτε τοὺς εἰς Κρήτην ἀπόντας.
§202Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποσῶς. Ἄνευ τῶν δύο ἀπόντων ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν ἐν τῷ Κράτει εὑρισκομένων ἐφετῶν εἶναι 44, καὶ ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου ὡρίσθησαν διὰ τοῦ Β. Διατάγματος 16 ἐφέται διὰ τὰς Ἀθήνας. Ἀλλ’ ἵνα ἔχητε 18 ἐφέτας ἐν Ἀθήναις, ἠλαττώσατε κατὰ ἕνα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφετῶν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν καὶ τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο ἐνδεδειγμένον ἐξ ἀπολύτου ἀνάγκης νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφετῶν εἰς 11, εἰς ὅσους ηὐξήθη διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 14 Αὐγούστου 1903. Καὶ ὑμεῖς δέ, κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν ἐγνωρίζετε τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰς τὸ Δικαστήριον αὐτὸ δικαζομένων ὑποθέσεων, ἢ μᾶλλον ἐὰν ἠθέλετε νὰ γνωρίζητε αὐτὸν καὶ τὴν βαρύνουσαν τὰ πινάκια τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου ἐκκρεμῆ ἐργασίαν, βεβαίως δὲν ἠθέλετε ἀποτολμήσει νὰ ἐλαττώσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν αὐτοῦ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Δικαιοσύνης, καταστρέφοντες ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐκερδήθη ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ, καὶ ματαιοῦντες τὴν ἐλπίδα περὶ τῆς προσεχοῦς ἐνημερότητος τοῦ Ἐφετείου τούτου, δι’ ἣν ἐνδιαφέρονται πληθυσμοὶ Ἑλλήνων πολιτῶν, ὑπαγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν ἑπτὰ ὅλων Πρωτοδικείων. Ἀλλὰ προέβητε καὶ εἰς ἕτερόν τι· ἀφῃρέσατε ἕνα δικαστὴν ἐκ τῶν τὰ μάλα σημαινόντων διὰ τὰς ἐργασίας τῶν Δικαστηρίων ἐκ τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, τοῦ ὁποίου ἠλαττώσατε τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, ἐναντίον τοῦ Διατάγματος, ἀπὸ 9 εἰς 8, καὶ τοῦτο, διὰ νὰ αὐξήσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας, ἐνῷ ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ἐφέτης, διότι οἱ ὑπάρχοντες τέσσαρες τοιοῦτοι ἐπαρκοῦσιν, ὡς καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσης. Ἀλλ’ ἔχομεν ἤδη τὰς ἐλλείψεις ταύτας εἰς τὰ Ἐφετεῖα, ἐνῷ ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν 44 ἐφετῶν εἶναι πλήρης, καὶ οὐδεμία ἔλλειψις δικαιολογεῖται. Ἐπανέρχομαι ἤδη εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ εἶναι δεδικαιολογημένη, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν 136 πρωτοδικῶν, περὶ ὅσων προβλέπεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, κατ’ ἀνάγκην τότε θὰ ὑπάρξῃ μείωσις ἔν τισι Πρωτοδικείοις. Ἀλλὰ δὲν δικαιολογεῖται παντάπασιν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ τῶν πρωτοδικῶν ὁ πλεονασμὸς δικαστῶν ἔν τισι Πρωτοδικείοις· τοὐναντίον μάλιστα ἡ παράβασις τοῦ νόμου ἀποβαίνει βαρυτέρα. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἔχομεν τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχουσιν, ἐπαναλαμβάνω, δικασταὶ ὑπερβαίνοντες τοὺς κεκανονισμένους 19, καὶ τὸ κάκιστον, ἔχομεν ὑπέρβασιν δικαστῶν, ἀποσπωμένων ἀπὸ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μεγαλειτέραν ἀνάγκην δικαστῶν. Ἐπίσης ἔχομεν πλεονασμὸν δικαστῶν καὶ εἰς ἄλλα Πρωτοδικεῖα, οἷον τὸ τῆς Κορίνθου καὶ τὸ τῆς Λεβαδείας. Αὐτά, Κύριοι, εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς διοικήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ! Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν διάφορα ἀποτελέσματα, ὅταν βλέπωμεν δικαστὰς ἐντὸς ἑνὸς ἢ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς μετατιθεμένους ἀστοχάστως δὶς καὶ τρίς, τοὺς εἰρηνοδίκας δὲ καὶ γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων μὴ προφθάνοντας νὰ ἀναπνεύσωσιν ἐκ τῶν ἀλλεπαλλήλων μεταθέσεων. Καὶ ὡς παράδειγμα τῆς ἀκριβείας τῶν λόγων μου τούτων δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω τινά...
§203Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς αὐτὸ τὸ θέμα θὰ ἐκάμνετε καλλίτερον νὰ μὴ εἰσέλθητε.
§204Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τολμῶ νὰ εἰσέλθω, καὶ σᾶς προκαλῶ νὰ εἴπητε, ἐὰν δύνασθε, ὅτι καὶ ἐγὼ προέβην εἰς τοιαύτας πράξεις, οἷαι αἱ ὑμέτεραι. Ἀναφέρω τοὺς πρωτοδίκας: Λίγδαν, μετατεθέντα ἀπὸ Καλαμῶν εἰς Σπάρτην, καὶ ἀπὸ Σπάρτης εἰς Βόλον· Πασχαλίγκον, ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Τρίπολιν, καὶ ἐκ Τριπόλεως εἰς Ἀθήνας· Παπαζαχαρίου, ἀπὸ Βόλου εἰς Τρίκκαλα, καὶ ἀπὸ Τρικκάλων εἰς Βόλον· Βαλασσόπουλον, ἐξ Ἠλείας εἰς Εὐρυτανίαν, ἐξ Εὐρυτανίας εἰς Τρίπολιν, καὶ ἐκ Τριπόλεως εἰς Σῦρον· Χαλκιόπουλον, ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Τρίκκαλα, καὶ ἐκ Τρικκάλων εἰς Κόρινθον· Τζουλάτην, ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Παρνασσίδα, καὶ ἐκ Παρνασσίδος εἰς Βόλον. Τρὶς δὲ ἐντὸς μηνός, νομίζω, μετετέθη ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Καζακόπουλος, ἐξ Ἠλείας εἰς Ζάκυνθον, καὶ ἐκ Ζακύνθου εἰς Εὐρυτανίαν, τελευταῖον δὲ ἐξ Εὐρυτανίας δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῦ. Ἐὰν δὲ τοιαῦτά τινα γίνωνται διὰ τοὺς ἐφέτας καὶ πρωτοδίκας, δύνασθε νὰ φαντασθῆτε ὁποῖα εἶναι τὰ παθήματα τῶν εἰρηνοδικῶν! Ἐπὶ παραδείγματι, χθὲς ἔμαθον παρά τινος δυστυχοῦς εἰρηνοδίκου, ὅτι μετατεθεὶς ἐκ Πεταλιδίου εἰς Πάνορμον, νομίζω, καὶ μεταβαίνων εἰς τὴν θέσιν του, ἔμαθε καθ’ ὁδόν, ὅτι μετετέθη ἐκ νέου ἐκ Πανόρμου εἰς ἄλλο ἄκρον τῆς Ἑλλάδος.
§205Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐχάλασεν ὁ κόσμος!
§206Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν ἐχάλασεν ὁ κόσμος, ἀλλ’ ἐχάλασαν 500 δραχμαί, ἃς θὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον δι’ ὁδοιπορικὰ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, καὶ — ὅπερ τὸ σπουδαιότερον — αἱ τοιαῦται μεταθέσεις παρήγαγον τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ τῆς Δικαιοσύνης δὲν διευθύνονται λελογισμένως, ἀλλὰ κατὰ τὰς ὀρέξεις τοῦ κόμματος. Καὶ ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης διευθύνσεως. Ἐγὼ δὲν εἶχον, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, Εἰρηνοδικεῖα μὲ δύο εἰρηνοδίκας, ὡς ἔχει τοιαῦτα ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης... Ἐρωτᾶτε, ποῖον; Ἐὰν θέλητε, θὰ εἴπω, διὰ νὰ τὸ μάθητε, ἀφοῦ τὸ ἀγνοεῖτε. (Θόρυβος ἐκ δεξιῶν).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ θορυβεῖτε, Κύριοι.
§208ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ ἐπιβάλητε ἡσυχίαν, κύριε Πρόεδρε, ἢ νὰ τὴν ἐπιβάλωμεν ἡμεῖς;
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε καὶ σεῖς, διὰ νὰ γείνῃ ἡσυχία.
§210Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετετέθη τὴν 10 Ἰανουαρίου ἐκ τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἄστρους εἰς τὸ τῆς Κιμώλου ὁ εἰρηνοδίκης Θ. Δουρδούμας, καὶ ἐκίνησεν ὁ ἄνθρωπος, ἵνα μεταβῇ ἐκεῖ μετὰ τὴν κοινοποίησιν τῆς μεταθέσεως· ἀλλ’ ἐλθὼν εἰς Ἀθήνας ἔμαθεν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος εἰρηνοδίκης ἐν Κιμώλῳ, ὁ Βάγιαννης, μὴ μετατεθεὶς ἐκεῖθεν. Καὶ δὲν ἐγνώριζε τί νὰ πράξῃ ὁ δυστυχὴς, καὶ ἦλθε καὶ μὲ ἠρώτησε, τί ὤφειλε νὰ κάμῃ, καὶ ἂν ἔπρεπε νὰ μεταβῇ εἰς Κίμωλον, ἀφοῦ ὑπῆρχεν ἐκεῖ καὶ ἕτερος εἰρηνοδίκης...
§211ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ ἕτερος θὰ ἦτο ἀστυνόμος.
§212Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μέλλων ἀστυνόμος... Παρέμεινεν ἐνταῦθα ἐπί τινας ἡμέρας, καὶ μόνον ὅτε ἀνήγγειλε τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐλήφθη πρόνοια πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀτόπου, καὶ ἐδέησε μετὰ ἑβδομάδα ὅλην νὰ ἴδῃ Διάταγμα, δημοσιευθὲν τὴν 19 Φεβρουαρίου, διὰ τοῦ ὁποίου τέλος πάντων ἐτοποθετήθη ὁ Βάγιαννης, δὲν ἠξεύρω ποῦ. Ταῦτα ἀναφέρω ἐπὶ παραδείγματι καὶ ὡς ὀλίγα ἐκ τῶν πολλῶν, διὰ νὰ καταδείξω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ἐν σπουδῇ καὶ ἀστοχάστως ἐνεργοῦσα, περιπίπτει εἰς τοιαῦτα λάθη, τὰ ὁποῖα καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐπανελαμβάνοντο πλέον. Εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι ἐλλείπουσι δύο Εἰσαγγελεῖς, καὶ ὅτι κατ’ ἀνάγκην δύο ἐκ τῶν Δικαστηρίων θὰ μείνωσιν ἄνευ Εἰσαγγελέως. Δὲν θέλω νὰ ψέξω τὸν κύριον Ὑπουργὸν, διότι δὲν ἔσπευσε νὰ προβῇ εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν τούτων θέσεων, διότι ἡ πλήρωσις αὐτῶν ἴσως σχετίζεται πρὸς ἄλλας βλέψεις καὶ ἀνάγκας συγκρουομένας, τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνήθη ἀκόμη νὰ συμβιβάσῃ, μολονότι τοσούτου χρόνου ἀναβολὴ δὲν ἐπετρέπετο. Ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως ἐξ ἀνάγκης ἐπεβάλλετο, ὅπως δύο Δικαστήρια μείνωσιν ἄνευ Εἰσαγγελέως, δὲν ἠδύνατο νὰ προνοήσῃ, ὥστε νὰ μείνωσιν ἄνευ Εἰσαγγελέως τοὐλάχιστον ἐκεῖνα, εἰς ἃ δὲν λειτουργεῖ τακτικῶς κατὰ μῆνα Κακουργοδικεῖον; Τοιοῦτον δὲ δὲν εἶναι τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης, διότι ἐκεῖ κατὰ μῆνα συνιστᾶται Κακουργοδικεῖον, καὶ δὲν εἶναι πρέπον νὰ στερῆται Εἰσαγγελέως, καὶ ν’ ἀναγκάζηται ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ἐγκαταλείπων τὰς ἄλλας αὑτοῦ ἐργασίας, νὰ μεταβαίνῃ εἰς Σπάρτην, διὰ νὰ κατηγορήσῃ τὰς εἰσαγομένας εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον ὑποθέσεις. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ἐκουράσθη ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς τοιαύτης συζητήσεως· ὀφείλω ὅμως, καταπαύων τὸν λόγον, ν’ ἀπαντήσω εἴς τινα ὑπαινιγμὸν τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου καὶ συναδέλφου κ. Μπούτου. Καὶ ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ βεβαιώσω αὐτὸν, ὅτι δὲν μεριμνῶ ποσῶς περὶ τοῦ ἀναστήματός του, οὔτε συγκρίνω τὸ ἀνάστημά μου μὲ τὸ ἀνάστημα τοῦ συμπολίτου μου, διότι ἡ τοιαύτη σύγκρισις εἰς οὐδὲν θὰ ὠφέλει οὔτε ἐμὲ οὔτε αὐτὸν, διὰ διαφόρους ὅμως λόγους. Ὀφείλω ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦδε νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλὴν μίαν ὁμολογίαν, ἐπιφυλασσόμενος, ὅταν προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ζητηθέντα διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του, καὶ ὑπ’ ἐμοῦ δὲ ἀπόψε ἐπίσης ζητηθέντα, ἐπιφυλασσόμενος, λέγω, τότε διεξοδικῶς νὰ ὁμιλήσω, διὰ ν’ ἀποδείξω ὁποῖαι ὑπῆρξαν αἱ πράξεις μου, αἵτινες ἔθιξαν τὸν κ. Βουλευτήν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι λυποῦμαι, διότι ἐγενόμην ἀφορμὴ, ὅπως ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου καὶ συνάδελφος δοκιμάσῃ τὴν θλῖψιν, ἣν ἐδοκίμασε, βλέπων ἀπολυόμενα ἐκ δημοσίων θέσεων, τοσοῦτον καλῶν καὶ προσοδοφόρων, πρόσωπα φίλτατα αὐτῷ, οἷος εἶναι ὁ ἀδελφός του κ. Ι. Μποῦτος, τέως ὑποθηκοφύλαξ Οἰχαλίας, ὁ ἐπ’ ἀδελφῇ ἀνεψιός του κ. Π. Λυμπερόπουλος, τέως συμβολαιογράφος Μελιγαλᾶ, ὁ ἕτερος ἀνεψιός του κ. Γ. Λυμπερόπουλος, πρώην βουλευτὴς καὶ συνάδελφος ἡμῶν, ὅστις, διορισθεὶς ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Οἰχαλίας δημοτικὸς εἰσπράκτωρ τοῦ δήμου τούτου, ἀπώλεσε τὴν θέσιν ταύτην, διότι εὐτυχῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς ἠκύρωσε, καὶ δικαίως, τὰ ψηφίσματα τὰ παράνομα τοῦ Δημοτικοῦ ἐκείνου Συμβουλίου ἐξ ἀφορμῆς ἰδικῆς μου ἐπερωτήσεως· λυποῦμαι, διότι ἐγενόμην ἀφορμὴ νὰ θλιβῇ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ συμπολίτης μου, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον λυποῦμαι, καθόσον ἡ θλῖψίς του ἐπὶ τοῖς ἀτυχήμασι τούτοις θὰ ἦτο μεγάλη, ὡς φαντάζομαι, διότι ἐπρόκειτο περὶ προσώπων φιλτάτων, περὶ μελῶν αὐτῆς τῆς οἰκογενείας του. Ἀλλὰ θὰ προσπαθήσω νὰ μεταδώσω διὰ τῆς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου συζητήσεως — ἣν προὐκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου — εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐξ ἀπολύτου ἀνάγκης ἐπεβάλλετο ἡ ἀπόλυσις καὶ τοῦ κ. Ι. Μπούτου, καὶ τοῦ κυρίου Π. Λυμπεροπούλου, ἃς ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, ὑπέγραψα, ἵνα χρησιμοποιηθῇ ἡ πεποίθησις αὕτη ὡς παρηγορία εἰς τὰ ἀτυχήματα ταῦτα τὰ οἰκογενειακά. Εἶπον, ὅτι φαντάζομαι τὴν θλῖψιν αὐτοῦ μεγάλην, διότι ἐγὼ δὲν εἶχον ποτὲ καὶ δὲν ἔχω οὔτε ἀδελφούς οὔτε ἀνεψιοὺς διωρισμένους εἰς δημοσίας θέσεις, διὰ νὰ γνωρίζω ἐξ ἀτομικῆς πείρας, ὁποία εἶναι ἡ θλῖψις, ἡ ἐκ τῆς ἀπολύσεως αὐτῶν προερχομένη. Καὶ ἐντεῦθεν ἄγομαι εἰς τὴν σκέψιν νὰ δώσω μίαν συμβουλὴν καὶ νὰ συστήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου νὰ μεριμνᾷ εἰς τὸ μέλλον, ὥστε νὰ μὴ διορίζωνται εἰς τὰς δημοσίας θέσεις μέλη τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ καὶ φίλτατα αὐτῷ πρόσωπα, ἀλλ’ ἄλλοι συμπολῖται αὐτοῦ, διότι ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ ὑφίσταται παρομοίας θλίψεις καὶ εἰς τὸ μέλλον, βλέπων ἀπολυομένους τοὺς φιλτάτους αὐτῷ.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάϊκος ἔχει τὸν λόγον.
§214ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις, διότι τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικόν.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάϊκος εἶναι ἐγγεγραμμένος πρὸ ὑμῶν.
§216Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὑποχωρῶ, κύριε Πρόεδρε.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Μποῦτος.
§218ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, κύριε Πρόεδρε, τίς ὁ λόγος, ὁ ἐξαναγκάσας τὸν ἔντιμον συμπολίτην μου νὰ κατέλθῃ μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ ἐξονοματίζῃ πρόσωπα. Ἔπρεπε νὰ περιμένῃ νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα,— καὶ θὰ προσαχθῶσι βεβαίως,—καὶ τότε θ’ ἀποδείξω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐθλίβην, ὄχι μόνον οὐδεμίαν ἀξίαν ἀπέδωκα εἰς τὰς ἐνεργείας του, ἀλλὰ καὶ ὅτι ὑπῆρξεν ἐμπαθέστατος, καίτοι, ὅτι ὑπῆρξεν ἐμπαθέστατος, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἀποδείξω, διότι τὸ μαρτυρεῖ τὸ πρόσωπόν του, ἐὰν παρατηρήσῃ εἰς τὸ κάτοπτρον... (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν).
§219ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πῶς δέχεσθε, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐκστομίζωνται τοιαῦται φράσεις;
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
§221ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πῶς δέχεσθε, κύριε Πρόεδρε, νὰ λέγωνται ὕβρεις κατὰ προσώπων;
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ θορυβεῖτε, Κύριοι, μὴ διακόπτετε.
§223ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δέχεσθε νὰ λέγωνται ὕβρεις, καὶ παρατηρεῖτε νὰ μὴ διακόπτωμεν!
§224ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν εἶπον ὕβρεις, κύριε Πρόεδρε, οὔτε θὰ τὸν παρακολουθήσω εἰς ὅσα εἶπε προσωπικὰ ἐναντίον μου, διότι βεβαίως, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Βουλευτὴς ὁμιλῇ περὶ τοῦ ἀδελφοῦ μου καὶ τῶν ἀνεψιῶν μου, λέγων ὅτι ἡ ἀπόλυσις αὐτῶν μὲ ἔθλιψεν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ ἔλθω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παραπονεθῶ κατ’ αὐτοῦ, εἰς ταῦτα δὲν δύναμαι νὰ τὸν παρακολουθήσω· ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ὁ ἀδελφός μου περιφρονεῖ καὶ τὰς πράξεις του καὶ τὴν θέσιν του, καὶ οἱ ἀνεψιοί μου ἐπίσης, ὄντες ὑλικῶς ἀνεξάρτητοι, καὶ μὴ ἔχοντες ἀνάγκην νὰ ψωμισθῶσιν ἀπὸ τὰς θέσεις. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἔδει νὰ ἀναμένῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ὅτε θ’ ἀποδείξω, ὅτι ἔδειξεν ἔκτακτον δραστηριότητα, εἰς τί νομίζετε; εἰς τὸ νὰ διορθώσῃ τὴν Δικαιοσύνην καὶ τακτοποιήσῃ τὰ Δικαστήρια; ὄχι. Τηλεγραφικῶς καὶ ἐγγράφως διέτασσε τὸν Εἰσαγγελέα Καλαμῶν νὰ προτείνῃ τὴν τιμωρίαν τοῦ συμβολαιογράφου καὶ τοῦ ὑποθηκοφύλακος Μελιγαλᾶ, ἵνα νομιμοποιήσῃ τὴν ἀπόλυσίν των. Ἀλλὰ νομίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἔδωκα προσοχὴν εἴτε ἐγὼ εἴτε οἱ ἀνεψιοί μου διὰ τὰς θέσεις αὐτάς; Ποτέ! Ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ δικαιολογήσῃ τόσους προβιβασμοὺς ἀνωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἐν οἷς καὶ τὴν τοῦ γαμβροῦ του ἐπ’ ἀδελφῇ...
§225Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν του, τὸ ἴδιον θὰ ἔπραττον.
§226ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ κρίνω περὶ τοῦ δικαίου ἢ τοῦ ἀδίκου τοῦ προβιβασμοῦ· ἀλλ’ ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλῇ ἐδῶ περὶ τοῦ ἀδελφοῦ μου καὶ τῶν ἀνεψιῶν μου Βουλευτής, ὅστις ὡς Ὑπουργὸς προήγαγε τὸν γαμβρόν του;
§227Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ γαμβρός του;
§228Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Εἶναι ὁ δικαστὴς Βερροιόπουλος.
§229Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἶναι ἱκανώτατος δικαστής.
§230Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ προαχθῇ.
§231Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Διατί;
§232Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Διότι εἶναι μέθυσος. Διαψεύσατέ το, ἂν δύνασθε.
§233ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Τίς ἡ ἀνάγκη, κύριε Πρόεδρε, νὰ κάμῃ ὁ ἔντιμος συνάδελφος τοιαύτας ὁμιλίας; Ἐπρόκειτο σήμερον νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων ἐγγράφων τὸ θέμα αὐτό; Θ’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς αὔριον ἡ συζήτησις, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὸ κατέστησεν οἶκον ἀπωλείας, ὅτι ἐκεῖθεν ἐξήρχοντο ἐπιστολαὶ, μὲ τὴν σφραγῖδα μάλιστα τοῦ Ὑπουργείου, πρὸς τοὺς ἐνδιαφερομένους, καὶ εἰς μὲν τοὺς συγγενεῖς τῶν καταδίκων ἐγράφετο, ὅτι ἐμελετήθησαν αἱ δικογραφίαι, καὶ θὰ δοθῶσι χάριτες, εἰς δὲ τοὺς συγγενεῖς τῶν παθόντων ἐγράφετο, ὅτι νὰ μένουν ἥσυχοι, καὶ δὲν θὰ δοθῶσι χάριτες! Καὶ διατὶ ταῦτα; διὰ νὰ καρπωθῇ πολιτικὴν ὠφέλειαν κατὰ τὰς τότε ἐπικειμένας δημοτικὰς ἐκλογάς. Θ’ ἀρχίσῃ, λέγω, ἀπὸ τῆς αὔριον ἡ συζήτησις, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν τὸν κύριον Βουλευτὴν, πῶς ἐπολιτεύθη ὡς Ὑπουργός.
§234Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὴν, ὅστις ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι ὁ μόνος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἐσεβάσθη τὴν θέσιν του, νὰ μᾶς εἴπῃ τοὺς λόγους, οἵτινες προὐκάλεσαν τὴν μετάθεσιν ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου τῶν ἐντιμοτάτων καὶ ἀκεραιοτάτων καὶ ἐργατικωτάτων δικαστῶν Πολίτου καὶ Βλάχου, τὴν μετάθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ραζῆ ἐκ Κερκύρας εἰς Τρίπολιν καὶ ἐκεῖθεν εἰς Σπάρτην, καὶ ἐγένετο οὕτως ἀφορμὴ νὰ ἐξοδεύσῃ τὸ Δημόσιον ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν χιλιάδας ὁλοκλήρους δραχμῶν, διότι εἰς μόνον τὸν Εἰσαγγελέα Ραζῆν ἐπλήρωσε δι’ ὁδοιπορικὰ τῶν ἐπανειλημμένων μεταθέσεων χιλίας δραχμὰς, διότι ὁ κ. Ραζῆς εἶχεν οἰκογένειαν ἐξ ὀκτὼ μελῶν. Τὸν παρακαλῶ ν’ ἀπαντήσῃ, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν, ἂν αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας διέπραξεν ὡς Ὑπουργὸς, εἶναι πᾶσαι ἄξιαι ἐπαίνου. Ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ ἠμπορέσῃ ν’ ἀπαντήσῃ.
§235Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ ἀληθῶς, κύριε Πρόεδρε, διὰ τίνα λόγον ὁ κύριος ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὴς παραπονεῖται, διότι προκαταβολικῶς τρόπον τινὰ ἐπελήφθην τῆς συζητήσεως περὶ ὅσων θεμάτων αὐτὸς ἐπηρώτησε τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐνῷ τὰ ἔγγραφα δὲν κατετέθησαν εἰσέτι. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα αἰτιᾶται κατ’ ἐμοῦ, ἐπεχείρησεν αὐτὸς ὁ ἴδιος συζήτησιν ἐπὶ τῶν θεμάτων, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται. Ἐγὼ οὐδεμίαν δυσκολίαν εἶχον, εὐθὺς ὡς ὑπέβαλε τὴν ἐπερώτησίν του ὁ κύριος Βουλευτής, νὰ ἐπιληφθῶ τῆς συζητήσεως, διότι ἐν ὀλιγίστῳ χρονικῷ διαστήματι ἐπρομηθεύθην ὅλα τὰ ἀντίγραφα τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτής. Καὶ ἐν τούτῳ ἀπαντῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὅστις παρέστησε τοσοῦτον δυσχερῆ τὴν προσκόμισιν τοσούτων ἐγγράφων εἰς τὴν Βουλήν, καὶ βεβαιῶ αὐτόν, ὅτι ἐγὼ ἐπρομηθεύθην ἀντίγραφα πάντων τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἠδυνάμην εὐθὺς νὰ προέλθω εἰς συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτά τινα ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτής, ἐπεχείρει οὐχ ἧττον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν ἐγὼ κατὰ τὸ οὐσιαστικὸν αὐτῆς μέρος οὐδόλως ἔθιξα, καίτοι ἠδυνάμην νὰ πράξω τοῦτο, καὶ παρεπονεῖτο διὰ τὴν σπουδὴν, μεθ’ ἧς ἐνήργησα διὰ τὸν ἀνεψιὸν αὐτοῦ, προκαλέσας οὕτω δι’ ὅσων εἶπε τὴν ἀπάντησιν, ἣν θὰ δώσω. Διατί προέβην, ἔλεγεν ἀπορῶν, μετὰ τόσης σπουδῆς, παραγγείλας τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐνεργήσῃ νέαν ἐπιθεώρησιν, ἀφοῦ ἀρτίως εἶχε γείνῃ ἡ τακτικὴ ἐτησία ἐπιθεώρησις τοῦ γραφείου τοῦ ἀνεψιοῦ αὐτοῦ; Δὲν θὰ ἠπόρει ὁ κ. συνάδελφος καὶ οὐδεὶς τῶν κ. Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν ἐπὶ τούτῳ ἀπορίαν, ἐὰν ἐμάνθανον, διατὶ παρήγγειλα τηλεγραφικῶς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἄμεσον ἐξέλεγξιν τοῦ γραφείου ἐκείνου. Ἰδοὺ ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμή, ὡς τοῦτο θὰ μαρτυρηθῇ ἐκ τῶν ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ μηνύσεως χρονολογουμένης ἀπὸ 15 Μαΐου 1903, περιελθούσης ὅμως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν 1 Ὀκτωβρίου, κατηγγέλθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὁ συμβολαιογράφος Οἰχαλίας Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἧττον, εἰμὴ ὡς πλαστογράφος, εἰμὴ ὡς παραβάτης τοῦ ἄρθρου 255 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Κατηγγέλθη, ὅτι ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς αὑτοῦ, συντάσσων ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του ὤφειλε νὰ συντάσσῃ, ἐβεβαίου ψευδεῖς τόπου προσδιορισμοὺς ἐν τοῖς συμβολαίοις τούτοις· καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἐν πληρεξουσίοις συμβολαίοις, συνταχθεῖσι παρ’ αὐτοῦ τὴν 31 Αὐγούστου 1902, τὸν ἀριθμὸν ἐν ὅλῳ 15, ἀπὸ τοῦ αὔξοντος ἀριθμοῦ τοῦ εὑρετηρίου του 8003 μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ 8017 συμπεριλαμβανομένου, βεβαιοῦται, ὅτι τὰ πληρεξούσια ταῦτα συμβόλαια συνετάχθησαν οὐχὶ ἐν τῇ ἕδρᾳ αὐτοῦ, οὐχὶ ἐν Μελιγαλᾷ, ἔνθα ἡ ἕδρα αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι μετέβη ἐκ περιτροπῆς, ἵνα συντάξῃ τὰ διάφορα αὐτὰ πληρεξούσια, εἰς 15 χωρία τῶν δήμων Οἰχαλίας καὶ Ἀνδανίας, ἀπέχοντα τὸ ἓν τοῦ ἄλλου εἴτε μίαν ὥραν εἴτε μίαν καὶ ἡμίσειαν εἴτε πλέον τῶν δύο καὶ ἡμισείας ὡρῶν· ὅτι τουτέστι μετέβη κατὰ τὴν 31 Αὐγούστου 1902 καὶ συνέταξε τὸ πρῶτον συμβόλαιον εἰς τὸ χωρίον Κωνσταντίνου, τὸ δεύτερον συμβόλαιον συνέταξεν εἰς τὸ χωρίον Ζευγολατεῖον, τὸ τρίτον εἰς τὸ χωρίον Μποῦγα, τὸ τέταρτον εἰς τὸ χωρίον Σκάλα, τὸ πέμπτον εἰς τὸ χωρίον Κωνσταντίνου, τὸ ἕκτον εἰς τὸ χωρίον Μελιγαλᾶ, τὸ ἕβδομον καὶ τὸ ὄγδοον εἰς τὸ χωρίον Τζεφερεμίνι, τὸ ἔνατον εἰς τὸ χωρίον Μποῦγα, τὸ δέκατον εἰς τὸ χωρίον Τζεφερεμίνι, τὸ ἑνδέκατον εἰς τὸ χωρίον Κωνσταντίνου, τὸ δωδέκατον καὶ τὸ δέκατον τρίτον εἰς τὸ χωρίον Μελιγαλᾶ, τὸ δέκατον τέταρτον καὶ τὸ δέκατον πέμπτον εἰς τὸ χωρίον Μάλτα. Ἐὰν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, ὅτι αἱ ἀποστάσεις, αἱ χωρίζουσαι τὰ χωρία ταῦτα τῶν δήμων Οἰχαλίας καὶ Ἀνδανίας, εἶναι κατὰ μέσον ὅρον δύο ὡρῶν, καὶ ἂν κάμῃ τὸν ὑπολογισμὸν τῶν ὡρῶν τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὰς μεταβάσεις, θὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ ἡμέρα τῆς 31 Αὐγούστου διὰ τὸν κ. Παναγιώτην Λυμπερόπουλον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ οὐχὶ 24, ἀλλὰ 48 ὥρας. Ἐὰν δὲ καὶ ἡμίσειαν ὥραν μόνον κατηνάλισκεν ὁ συμβολαιογράφος εἰς τὴν σύνταξιν ἑκάστου τῶν συμβολαίων τούτων, εἰς τὴν ἀνάγνωσιν καὶ βεβαίωσιν αὐτοῦ ἐνώπιον τῶν συμβαλλομένων καὶ τῶν μαρτύρων, θὰ ἐχρειάζετο χρονικὸν διάστημα δύο ἢ καὶ τριῶν ἴσως ἡμερῶν, ἂν ὄχι πλειότερον. Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, ἦτο τόσον καταφανὲς, τόσον ἐξόφθαλμον, ὥστε δὲν ἐπετρέπετο οὐδὲ στιγμὴ ἀναβολῆς διὰ τὴν καταδίωξιν τοιαύτης παραβάσεως, οἵα ἡ τόσον ἀσυστόλως διαπραχθεῖσα. Εἶχον λοιπὸν καθῆκον νὰ παραγγείλω τάχιστα τὸν Εἰσαγγελέα, ἵνα ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως, καὶ διέταξα τηλεγραφικῶς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν νὰ μεταβῇ εἰς Μελιγαλᾶν καὶ ἐπιθεωρήσῃ τὸ γραφεῖον τοῦ εἰρημένου συμβολαιογράφου καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ πόρισμα τῆς ἐρεύνης αὑτοῦ. Αὕτη ὑπῆρξε, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀφορμὴ, ἥτις μὲ ἠνάγκασε νὰ σπεύσω εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον διεπράχθη, διότι εἶχον καθῆκον, καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο ἐξετέλεσα. Περὶ τῶν λοιπῶν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω, ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα.
§236Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἀλλὰ περὶ τῶν δικαστῶν τῶν μετατεθέντων καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως δὲν εἴπετε τίποτε.
§237ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς λεπτομερείας, ἀλλ’ ὅταν προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, τότε θὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. προαγορεύσας εἶναι ἀνακριβῆ· διότι ἐπρόκειτο περὶ πληρεξουσίων διὰ τὴν Σταφιδικὴν Συνέλευσιν, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἔντυπα, καὶ δὲν ἐχρειάζετο παρὰ ἁπλῆ μετάβασις τοῦ συμβολαιογράφου εἰς τὰ χωρία, καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, γνωρίζετε, ἂν τὰ χωρία τῶν δήμων Οἰχαλίας καὶ Ἀνδανίας ἀπέχουσι περισσότερον τῶν 15 λεπτῶν, τὸ πολὺ ἡμίσειαν ὥραν, ἀπ’ ἀλλήλων, καὶ ἂν ἑπομένως ἦτο δύσκολον πρᾶγμα ὁ συμβολαιογράφος νὰ περιέλθῃ ὄχι μόνον αὐτὰ τὰ χωρία, ἀλλὰ καὶ διπλάσια. Ἀλλὰ τίνα λόγον εἶχε, κύριε Πρόεδρε, νὰ συντάξῃ ὁ συμβολαιογράφος πλαστὰ πληρεξούσια; Ἂν δὲ, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, τῷ ἔκαμεν ἐντύπωσιν τὸ πρᾶγμα καὶ ὁ συμβολαιογράφος αὐτὸς ἀπεδείχθη πλαστογράφος, κατηγγέλθη ἡ πρᾶξις; ἐξεδόθη κανὲν βούλευμα κατ’ αὐτοῦ; προέβη ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ κἂν εἰς καταδίωξιν τοῦ ἐγκλήματος, ὅπως τὸ χαρακτηρίζει ὁ κ. προαγορεύσας; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Λοιπὸν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὐδὲν ἄλλο διὰ τῶν ἐνεργειῶν του ἐσκόπει ἢ νὰ προκαλέσῃ τὴν πειθαρχικὴν καταδίωξιν τοῦ εἰρημένου συμβολαιογράφου, καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀπόλυσίν του, τὴν ὁποίαν καὶ ἐπέτυχεν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀπολύσεώς του, οὐδὲ ἀποδίδει ὁ ἀπολυθεὶς καμμίαν ἀξίαν εἰς αὐτὴν, διότι εὐτυχῶς διὰ τὸν ἀπολυθέντα συμβολαιογράφον, καὶ δυστυχῶς διὰ τὸν προλαλήσαντα δὲν εἶναι ἄνθρωπος τῆς ἀνάγκης. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅταν ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα, τότε θὰ προσθέσω καὶ ἄλλα, διὰ νὰ ἀποδείξω ὄχι μόνον ταύτην τὴν παρανομίαν, ἀλλὰ καὶ ἄλλας παρανόμους ἐνεργείας τοῦ κ. προαγορεύσαντος.
§238Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε; Δὲν θὰ ὁμιλήσω πολύ.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιτρέπῃ διὰ τετάρτην φορὰν...
§240Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω ὀλίγα στοιχεῖα ἐκ δημοσίου ἐγγράφου, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἐξηντλημένον.
§242Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου θ’ ἀποδειχθῇ, τί λέγει ὁ Εἰσαγγελεὺς περὶ τῆς ἀποστάσεως τῶν χωρίων.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καναβαριώτης ἔχει τὸν λόγον.
§244Ε. ΚΑΝΑΒΑΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶδον ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀναγραφόμενον, ὅτι ἐπὶ τέλους, μετὰ παρέλευσιν τόσου χρόνου, ἀπενεμήθη μία μικρὰ ἠθικὴ ἀμοιβὴ εἰς τοὺς ὁπωσδήποτε ἀνδραγαθήσαντας κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897 ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας. Δυστυχῶς ὅμως μεταξὺ τῶν οὕτω πως ἀμειφθέντων δὲν εἶδον οὔτε ἓν ὄνομα τῶν ἐφέδρων ἀνθυπολοχαγῶν, οἵτινες εἶχον λάβει μέρος κατὰ τὸν πόλεμον καὶ οἵτινες ἔπραξαν λαμπρῶς τὸ καθῆκόν των. Ὑποθέτω, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἀναφοραὶ καὶ ἐκθέσεις τῶν διαφόρων σωματαρχῶν περὶ πολλῶν ἐφέδρων ἀνθυπολοχαγῶν. Ἐὰν δὲ τοιαῦται ἐκθέσεις δὲν ὑπάρχωσιν, ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἀντελήφθη ὁ ἴδιος εἰς τὴν ταξιαρχίαν του ἐφέδρους ἀνθυπολοχαγούς, οἵτινες ἐπετέλεσαν λαμπρῶς τὸ καθῆκόν των, καὶ τοὺς ὁποίους ἐνώπιον πολλῶν ἀξιωματικῶν ὁ τότε ταξίαρχος καὶ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δημοσίᾳ συνεχάρη; Δὲν εἶδε τὸν Ξηροτύρην; δὲν εἶδε τὸν Παναγόπουλον; Εἰς τὰ Πέντε Πηγάδια δὲν ἐμάχετο ὁ Ζαφειρόπουλος μὲ πληγὰς εἰς τὸ στῆθος; Διερμηνεύων κοινὴν γνώμην τῶν τότε συναδέλφων μου, — διότι μεταξὺ αὐτῶν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταλέγωμαι καὶ ἐγὼ, — παραπονοῦμαι οὐ μόνον κατὰ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ κατὰ πάντων τῶν Ὑπουργῶν, τῶν ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι τοῦδε ἀναλαβόντων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐὰν ἡ Πολιτεία ἐνόμισεν, ὅτι ἅπαντες οἱ ἔφεδροι ἀνθυπολοχαγοὶ εἶναι ἀνάξιοι νὰ λάβωσι καὶ αὐτοὶ μίαν ἠθικὴν ἀμοιβὴν, ἔχομεν ὅμως ὑπὲρ ἡμῶν τὴν κοινὴν γνώμην, ἔχομεν δὲ παράσημα τιμιώτερα, ἔχομεν τὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν ἐκεῖ, ὅπου ἡ πατρὶς καὶ τὸ πρὸς αὐτὴν καθῆκον μᾶς ἔταξαν.
§245Α. ΖΕΡΒΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ κύριος Καρπετόπουλος.
§247Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺς παρῆλθε χρόνος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, ἀρκετοὶ διέρρευσαν ἐνιαυτοί, καὶ τὸ Κράτος, μόλις χθὲς ἔγνω, ὡς μὴ ὤφελε, νὰ ἀμείψῃ τοὺς διακριθέντας κατὰ τὴν ἀλησμόνητον ἐκείνην ἐποχὴν ὁπλίτας διὰ τῆς ἀπονομῆς παρασήμων εἰς αὐτούς. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι καὶ δικαία καὶ ἐπαινετὴ εἶναι ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Πολιτείας. Πολὺ ὅμως φοβοῦμαι, μήπως ἡ ἀδιαφορία, μὲ τὴν ὁποίαν ἀντιπαρῆλθε τὰς τάξεις τῶν ἀξιωματικῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐπίσης εὕρηνται ἔφεδροί τε καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ ἄξιοι ἀμοιβῆς, πολὺ, λέγω, φοβοῦμαι, μήπως ἡ ἀδιαφορία αὕτη ἀποβῇ γενέτειρα παραπόνων καὶ ἀπογοητεύσεως, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ στρατεύματος, καὶ ἀκόμη περισσότερον φοβοῦμαι, μήπως ἡ ἀδιαφορία αὕτη, — ὃ καὶ χειρότερον — διαπιστώσῃ ἐπισήμως, ὅτι πέραν τῆς τάξεως τῶν ὁπλιτῶν οὐδεὶς ἀπολύτως ἐκρίθη ἄξιος ἀμοιβῆς. Καὶ φαντάζεσθε, Κύριοι, τὴν ἐκ τούτου ζημίαν τὴν ἠθικήν. Καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ λάβῃ τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ διὰ τοὺς ἐν γένει συνιστωμένους ἀξιωματικούς, τὸ ὁποῖον ἔλαβε καὶ ἐφήρμοσε διὰ τοὺς ὑπαξιωματικούς.
§248Α. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ ἀνέγνων σήμερον ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι ἀπενεμήθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ πολλὰ καὶ διάφορα παράσημα εἰς στρατιωτικούς, ἀξιωματικούς τε καὶ ὁπλίτας, διὰ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἐν ταῖς μάχαις τοῦ πολέμου τοῦ 1897 ὑπ’ αὐτῶν προσενεχθείσας. Παραδόξως ὅμως καὶ μετὰ λύπης μεταξὺ τῶν ὀνομάτων τούτων δὲν εἶδον καὶ ὀνόματα ἀξιωματικῶν πολεμησάντων κατὰ τὸν εἰρημένον πόλεμον· δὲν ἀνέγνων τὸ ὄνομα τοῦ τότε ταγματάρχου καὶ νῦν ἀντισυνταγματάρχου τοῦ πεζικοῦ κ. Γιαννάρου καὶ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτοῦ, τῶν πολεμησάντων κατὰ τὴν ἐν Ταράτσᾳ μάχην, οἵτινες ἀξιωματικοὶ περιέτρεχον προσωπικῶς καὶ διηύθυνον τὴν γραμμὴν τῆς μάχης, οἵτινες ἀπέκρουσαν ἐρρωμένως καὶ μετ’ ἀπεγνωσμένην ἀντίστασιν τὴν ἐπίθεσιν τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοῦ, ἐπελαύνοντος δι’ ὀγκώδους δυνάμεως κατὰ τῆς Λαμίας. Εἰς πάντας εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐν τῇ μάχῃ ἐκείνῃ 5 ἀξιωματικοὶ ἐπληγώθησαν ἐπικινδύνως, καὶ μετενεχθέντες ἐκεῖθεν ἐνοσηλεύθησαν ἐν τοῖς διαφόροις ἐν Ἀθήναις νοσοκομείοις ἐπὶ 5 ὁλοκλήρους μῆνας. Εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς ὅλους, ὅτι ἡ διάσωσις τῆς Λαμίας ὀφείλεται εἰς τὴν ἐν Ταράτσᾳ μάχην. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ πληγωθέντες καὶ νοσηλευθέντες ἐν τοῖς νοσοκομείοις, φέρουσιν ἀκόμη σήμερον ἐν τοῖς σώμασιν αὐτῶν τὰ βλήματα τῶν ἐχθρικῶν σφαιρῶν. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ἡ ἐν Ταράτσᾳ μάχη ἔσωσεν ἐν γένει τὸ τελευταῖον γόητρον τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Εἶμαι πεπεισμένος, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οὐχὶ ἐν ἐπιγνώσει ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς παρέλειψε τὰ ὀνόματα ἐκεῖνα τῶν ἐχόντων ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ δίκαιον. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ καλέσῃ παρ’ ἑαυτῷ τὸν ἀντισυνταγματάρχην κύριον Γιάνναρον, ὅπως ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πιστοποιούμενον τὸ δίκαιον τῶν εἰρημένων ἀξιωματικῶν, διότι πάντες ἠκούσαμεν, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ γενικῆς στρατολογίας τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν λέγοντα, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ ἐμπεδώσῃ τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, καὶ ἐν παραλληλισμῷ καὶ ἐν συγκρίσει ὑπομιμνήσκοντα τὴν συμπεριφορὰν καὶ τὴν διαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ. Εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ θ’ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον εἰς τοὺς ἔχοντας τοῦτο, καὶ ὅτι δὲν θ’ ἀναγκασθῶ ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἀγορεύσω ἐκτενῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§249Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, ἀδίκως ἀπευθύνονται παράπονα ἐναντίον μου. Ἄν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἐνεθυμοῦντο, τί εἶπον ἐπανειλημμένως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, βεβαίως δὲν θὰ παρεπονοῦντο ἐναντίον μου. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἐλησμόνησαν, καὶ θὰ λάβω πάλιν τὸν κόπον νὰ ἐπαναλάβω ὅσα πεντάκις ἢ ἑξάκις εἶπον μέχρι τοῦδε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι οἱ σωματάρχαι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προτείνουσι τὰς ἀμοιβάς. Προτάσεις πολλαὶ ἐγένοντο, ἴσως πλείονες τοῦ δέοντος, ὅλαι δὲ αἱ προτάσεις αὗται ἀπεστάλησαν εἰς τὴν ἐλεγκτικὴν ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν μέρος καὶ ὁ κ. Γρίβας καὶ ὁ κ. Τερτίπης καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ ἐκ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς προτάσεις ταύτας, ἂν ἦσαν δίκαιαι ἢ οὔ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη εὗρεν, ὅτι αἱ προτάσεις, ἀναλόγως τῶν ἀποτελεσμάτων, ἦσαν πολλαί, πάρα πολλαί. Διὰ τοῦτο ἐγνωμάτευσεν, ὅτι οὐδεμία ἀμοιβὴ πρέπει νὰ δοθῇ. Κατόπιν ἐσχηματίσθη ἄλλη ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὸ ζήτημα ἐκ νέου· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐγνωμάτευσε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε αἱ προτάσεις της δὲν ἐγένοντο παραδεκταί. Ἐπὶ τέλους ἐσχηματίσθη τρίτη ἐπιτροπή, μετὰ 6 ἔτη ἀπὸ τοῦ πολέμου, ὁπότε πλέον εἶχον μελετηθῆ ὅλα τὰ ζητήματα, καὶ εἶχε σχηματισθῆ πεποίθησις περὶ τοῦ τί πράγματι συνέβη. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν ἡ τελευταία ἐγνωμάτευσε νὰ προαχθῶσιν 7 ὑπαξιωματικοὶ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ὡς ἀνδραγαθήσαντες.
§250Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Πόσαι προτάσεις ἔχουσι γείνῃ;
§251Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. 4,000!
§252Κ. ΓΡΙΒΑΣ. 2,385.
§253Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἀκούετε;
§254Κ. ΓΡΙΒΑΣ. Ἐκ τῶν 2,385 ἡ ἐπιτροπὴ ἐπρότεινεν 7 μόνον, ἵνα προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ.
§255Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἡ τελευταία λοιπὸν ἐπιτροπὴ ἐγνωμάτευσεν, 7 ὑπαξιωματικοὶ νὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Ἐπειδὴ δὲ οὗτοι προήχθησαν λόγῳ στρατιωτικῆς ἀρετῆς, κατὰ τὸν νόμον μετὰ ἕν ἔτος ἔπρεπε νὰ γείνουν καὶ ἀνθυπολοχαγοί. Ἐσχάτως ὑπέβαλον Διάταγμα εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ ἡ Α. Μεγαλειότης εὐηρεστήθη νὰ τοὺς προαγάγῃ εἰς ἀνθυπολοχαγούς. Μένουν ἀκόμη ἕτεροι τεσσαράκοντα δύο ὁπλῖται,—ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται,—οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ τιμηθοῦν διὰ τοῦ παρασήμου τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος. Δι’ αὐτοὺς ὑπέβαλον ἐπίσης προτάσεις, καὶ ἀπενεμήθη αὐτοῖς τὸ παράσημον τοῦ Σωτῆρος. Ἐξετέλεσα λοιπὸν κατὰ γράμμα τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἄλλο δικαίωμα δὲν εἶχον. Διὰ τῶν τελευταίων δὲ παρασήμων ἐξηντλήθη πλέον ὁλοσχερῶς τὸ ζήτημα τῶν ἀμοιβῶν.
§256Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§257Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§258ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Καίτοι ἀργὰ ἐπῆλθεν ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ ἀπονείμῃ ἠθικὴν ἀμοιβὴν εἰς τοὺς ἐν τῷ πολέμῳ διακριθέντας, ἐγὼ τὴν θεωρῶ δικαιοτάτην καὶ καλλίστην. Μοὶ δίδει ὅμως τὸ ἐνδόσιμον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἂν δὲν θὰ ἦναι πρέπον, ἀφοῦ ἀπενεμήθησαν ἠθικαὶ ἀμοιβαὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς, τοὺς ἐκτελέσαντας τὸ καθῆκόν των, νὰ ληφθῇ ὁμοία φροντὶς καὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες, ξένοι πρὸς τὸν τόπον, ἀπὸ αἴσθημα εὐγενὲς φερόμενοι, ἦλθον καὶ ἐπολέμησαν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Ἐννοῶ τοὺς φιλλέληνας Γάλλους, Ἄγγλους, Ἰταλοὺς καὶ Γερμανούς, οἱ ὁποῖοι ἦλθον καὶ ἐπολέμησαν. Διότι, ἂν οἱ Ἕλληνες ἐξετέλεσαν ἰδιαζόντως τὸ καθῆκόν των, νομίζω ὅτι καὶ οἱ ξένοι, οἱ ὁποῖοι ἦλθον, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων πολλοὺς πολλοὶ ἐξ ἡμῶν εἴδομεν φέροντας δύο καὶ τέσσαρας πληγὰς εἰς τὸ στῆθος, εἶναι ἄξιοι μεγαλειτέρας προσοχῆς. Καὶ δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι, ἡμεῖς ἐνταῦθα, ὅτι, ὅπως εἰς ἑκάστην περίστασιν, ὅταν πρόκηται νὰ συγκινήσωμεν τὸ αἴσθημα τῶν ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ, ἀπευθυνόμεθα εἰς τὰ φιλελληνικὰ αὐτῶν αἰσθήματα, οὕτω καὶ ὅταν αὐτοὶ ἔρχωνται ἐδῶ, ἵνα πολεμήσωσιν ὑπὲρ ἡμῶν, δὲν πρέπει νὰ παραλείπωμεν ν’ ἀπονέμωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν πρέπουσαν ἠθικὴν ἀμοιβήν. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος εἶδεν αὐτοὺς μαχομένους ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, σκέπτεται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο· ἐν τούτοις θὰ παρακαλέσω νὰ δοθῇ προσοχὴ, διότι ἐπανειλημμένως ἐξεφράσθησαν παράπονα διὰ τὴν ὀλιγωρίαν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας ἐπὶ τούτου.
§259Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§260Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ παρασήμων, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος παντὸς στρατιωτικοῦ εἶναι ἐπιβεβλημένη, κατὰ συνέπειαν πάντες οἱ ἐκτελέσαντες τὸ καθῆκόν των ἔχουν τὴν συνείδησιν ἀναπεπαυμένην, καὶ τοῦτο εἶναι ἀρκετὸν δι’ αὐτοὺς παράσημον. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω διὰ τὸν ἔφεδρον Θεοδωρακάκον, μετὰ τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συνυπηρετήσω εἰς τὸ αὐτὸ σύνταγμα. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐπληγώθη κατὰ τὸν πόλεμον θανασίμως, καὶ ἐσώθη ὡς ἐκ θαύματος, ὑπάρχουσι δὲ ἐκθέσεις ὑπὲρ αὐτοῦ ὅλων τῶν ἐπισκεφθέντων αὐτὸν ἰατρῶν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διαιτᾶται εἰς παραθαλάσσιον μέρος. Ἐκτὸς δὲ τούτων καὶ σύστασις τῆς Α. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου ὑπὲρ αὐτοῦ ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως, εἰ δυνατόν, διότι εἶναι εἷς ἐκ τῶν διακεκριμένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, παραμένῃ εἰς παράλια μέρη. Παραδόξως ὅμως ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἔχει ὑποστῆ δέκα μεταθέσεις ἐντὸς ἑνὸς μηνός. Θέλετε νὰ τὸν ἀποθάνητε αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἰ δυνατὸν, τὸν ὑπάλληλον αὐτόν, τὸν Θεοδωρακάκον, διακεκριμένον εἰρηνοδίκην, νὰ τὸν τοποθετήσῃ εἰς παράλιον μέρος, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ζήσῃ ὀλίγα ἔτη ἀκόμη, καὶ ἂς τοῦ λείψῃ τὸ παράσημον.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§262Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καίτοι, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ ἄλλου ζητήματος ἐζήτησα νὰ λάβω τὸν λόγον, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ἵνα καὶ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματος τὴν γνώμην μου ἐξενέγκω. Μόνον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συνέζησε μετὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὸν πόλεμον, εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀξίαν αὐτῶν καὶ τὴν βαρύτητα τοῦ ζητήματος. Ὅτι οὗτοι δὲν ἱκανοποιήθησαν, ἀποδεικνύεται εὐκόλως· διότι ἓν μόνον βλέμμα ἂν ῥίψῃ τις εἰς τοὺς στρατῶνας, θέλει διαγνώσει τὴν κατήφειαν τῶν ἀδικηθέντων. Σέβομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βονίτσης συναδέλφου, ἀλλὰ τί γίνεται περὶ τοῦ ἄλλου στρατοῦ; Ἐγὼ ηὐτύχησα νὰ ἴδω τοὺς στρατοὺς πασῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, εἶδον δὲ στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι, μόνον διότι ἔλαβον μέρος εἰς μάχας, ἔλαβον μετάλλια. Καὶ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν δύναται ἡ Κυβέρνησις δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου νὰ ἱκανοποιήσῃ πάντας τοὺς λαβόντας μέρος εἰς τὸν πόλεμον, ἰδίως δὲ νὰ ἀπονείμῃ μετάλλια μεγαλειτέρας ἀξίας εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀνέφεραν τόσοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ ἐπιβληθῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ τρόπου· ὅπως δήποτε ὅμως οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῶσιν· ἱκανοποιοῦσα δὲ αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐνεργήσῃ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς χώρας ἡμῶν, διότι οὐδὲν ἄλλο ὀνειρεύεται ὁ ὑπαξιωματικὸς ἢ τὴν ὥραν ἐκείνην τῆς μάχης, καθ’ ἣν θέλει ἱκανοποιηθῆ ἢ φονευθῆ ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ταῦτα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμὴ νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ σοβαρωτέρου ζητήματος. Ἡ βιομηχανία, τὸ ἐμπόριον, ἡ ναυτιλία, ἡ γεωργία εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς τροφὴ εἰς τὴν φορολογικὴν μηχανὴν τῆς Πολιτείας. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περὶ ὅλων τούτων τῶν ζητημάτων. Θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς παράκλησίν τινα σχετικῶς πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ διαπρεποῦς ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κυρίου Ζυγομαλᾶ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, προκειμένου περὶ τῆς ἐπισκευῆς πλοίων τινῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, διότι καὶ ἐν Σύρῳ ὑπάρχει νεώριον, μηχανουργεῖον δηλαδή, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐπισκευάζονται τὰ ἔχοντα ἀνάγκην ἐπισκευῆς πλοῖα. Τὸ νεώριον τοῦτο ἐτίμησαν κατὰ πρῶτον στόλοι ξένων Δυνάμεων, Ρωσσίας, Γαλλίας κλπ. Νομίζω λοιπόν, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἠδύνατο νὰ στείλῃ πλοῖά τινα πρὸς ἐπισκευὴν ἐν τῷ νεωρίῳ τῆς Σύρου. Ὑπάρχουσι τοιαῦται ἐκθέσεις ὑπὲρ τοῦ νεωρίου τούτου, ὥστε δὲν ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς πολύ. Ἡ μόνη δυσκολία, ἡ ὁποία προβάλλεται ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εἶναι, ὅτι ἡ ἐποπτεία τῆς ἐπισκευῆς τῶν πλοίων ἐν Σύρῳ ἀπαιτεῖ δαπάνας μεγάλας, καὶ δὲν συμφέρει ἡ ἐκεῖ ἐπισκευή. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δυνάμεθα νὰ ἐπισκευάσωμεν ἐκεῖ τμήματα τοὐλάχιστόν τινα, τὰ ὁποῖα δὲν χρήζουσιν ἐποπτείας, καὶ περὶ τούτου παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σπυράκης ἔχει τὸν λόγον.
§264Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Μετὰ τὸν πόλεμον, κύριε Πρόεδρε, ἀπενεμήθη ἐπαξίως τὸ παράσημον τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος, τῇ προτάσει τοῦ τότε καὶ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς δύο ἀξιωματικοὺς τοῦ πυροβολικοῦ, τοὺς κυρίους Φραντζῆν καὶ Χατζηδημητρίου, οἵτινες ἔκτοτε φέρουσι τὸ παράσημον τοῦτο, ἀπονεμηθὲν αὐτοῖς ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ. Ἀλλὰ μοὶ ἐγεννήθη ἀπορία, διότι σήμερον ἐν τῷ φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέγνων Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου εἰς τοὺς εἰρημένους ἀξιωματικοὺς ἀπονέμεται τὸ αὐτὸ παράσημον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἑξαετίας ἤδη ἐπαξίως φέρουσιν. Ὑποθέτω ὅτι λάθος τι θὰ παρεισέφρησεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ, μήπως συμβαίνει νὰ προεβιβάσθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι εἰς ἀνώτερον παράσημον, καὶ κατὰ λάθος ἐδημοσιεύθη ἡ ἀπονομὴ τοῦ αὐτοῦ παρασήμου, τὸ ὁποῖον, ὡς προεῖπον, ἀπὸ ἑξαετίας φέρουσι.
§265Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ ἀξιωματικοί, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀνέφερεν, ὑπηρέτουν κατὰ τὸν πόλεμον ὑπὸ τὰς διαταγάς μου. Κατὰ τὰς τρεῖς μάχας τοῦ Βελεστίνου πράγματι διεκρίθησαν καὶ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται τῆς Γʹ ταξιαρχίας. Ἐγὼ ἀμέσως ὑπέβαλον τὰς προτάσεις μου εἰς τὸν ἀρχιστράτηγον, κατὰ τὰ κεκανονισμένα, αἱ δὲ προτάσεις μου ἐβασίζοντο ἐπὶ προτάσεων τῶν σωματαρχῶν, διότι, διὰ νὰ ἔχωσι κῦρος αἱ προτάσεις, πρέπει νὰ βασίζωνται ἐπὶ προτάσεων τῶν οἰκείων σωματαρχῶν. Ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων οὐδεμία ἀπόφασις εἶχε ληφθῆ. Ὅτε ὅμως ἐγὼ κατὰ τὸ 1898 εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ συνέστησα τὴν μεγάλην ἐλεγκτικὴν ἐπιτροπήν, ὅλας τὰς προτάσεις, οὐ μόνον διὰ τὴν τρίτην ταξιαρχίαν, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅλον τὸ στράτευμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβε μέρος εἰς τὸν πόλεμον, εἴς τε τὴν Θεσσαλίαν καὶ εἰς τὴν Ἤπειρον, τὰς διεβίβασα εἰς τὴν εἰρημένην ἐπιτροπήν, διὰ νὰ γείνῃ ὁ ἀπαιτούμενος ἔλεγχος. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ὡς καὶ προηγουμένως εἶπον, εἰς οὐδεμίαν προέβη ἀπόφασιν. Ἐν τούτοις ἐν τῇ μνήμῃ μου ἔμενον ζωηρὰ γεγονότα τοῦ πολέμου· ἔμενε τὸ γεγονὸς τῆς 15 Ἀπριλίου 1897, ὅτε ἡ ἐμπροσθοφυλακὴ τῆς τρίτης ταξιαρχίας, μὴ ἀκολουθήσασα τὰς ὁδηγίας μου, διεσκορπίσθη ἀπὸ τὸν ἐχθρόν. Κατὰ τὴν συμπλοκὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἡ πρωτοπορεία, καταληφθεῖσα ἐξαπίνης ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, διεσκορπίσθη, εἷς λόχος καὶ εἷς οὐλαμὸς τοῦ ἕκτου εὐζωνικοῦ τάγματος κατώρθωσαν νὰ συγκρατήσωσι τὸ πεζικὸν τοῦ ἐχθροῦ, ἐκ δὲ τοῦ πυροβολικοῦ ἀξιωματικοί τινες διὰ τῶν χειρῶν των ὤθησαν τὰ πυροβόλα πρὸς πυροβόλησιν, καὶ ἤρχισαν τὸ πῦρ κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, καὶ τὸν ἐσταμάτησαν. Εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην, καὶ κατὰ τὴν μάχην τῆς 18 καὶ κατὰ τὴν μάχην τῆς 23 Ἀπριλίου τοῦ 1897, εἶχον διακρίνει καὶ ἄλλα ἄτομα, ἀλλ’ ἐξ ὅλων αἱ ζωηρότεραι ἐντυπώσεις μου ἦσαν διὰ δύο ἀξιωματικοὺς τοῦ πυροβολικοῦ καὶ δύο ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ. Οἱ δύο ἀξιωματικοὶ τοῦ πυροβολικοῦ ἦσαν οἱ κύριοι Φραντζῆς καὶ Χατζηδημητρίου· ἐκ δὲ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ εἷς ὑπολοχαγὸς ἔλαβε δύο πληγὰς, ἐξ ὧν ἡ δεξιά του χεὶρ κατέστη ἄχρηστος, καὶ οὗτος εἶναι ὁ Δημήτριος Νικηταράκος, ἕτερος δὲ ἀνθυπολοχαγὸς, ὁ Κουρέβελης, ἔλαβε τραῦμα διαμπερὲς εἰς τὸν θώρακα, καὶ ἐγὼ τὸν εἶχον νομίσει νεκρὸν, ἀλλὰ κατόπιν ἐθεραπεύθη. Κατὰ τὸ 1898, ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἔχων ὑποχρέωσιν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἐκτὸς τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἔστειλα εἰς τὴν ἐλεγκτικὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἐκτὸς τῶν ἄλλων προβιβασμῶν, τοὺς ὁποίους ἔκαμα, — διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἔκαμα ἀρκετοὺς προβιβασμοὺς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διὰ τοὺς ὁποίους καὶ κατεκρίθην, ὡς ἐνθυμεῖσθε, — ἠθέλησα νὰ δώσω ἓν δεῖγμα προσωπικῆς ἐκτιμήσεως πρὸς τὸν Νικηταράκον, πρὸς τὸν Κουρέβελην, πρὸς τὸν Φραντζῆν καὶ πρὸς τὸν Χατζηδημητρίου, καὶ ἐπρότεινα τότε εἰς τὸν Βασιλέα νὰ προβιβάσῃ αὐτοὺς κατ’ ἐκλογήν. Ἡ Α. Μεγαλειότης παρεδέχθη μόνον διὰ τοὺς δύο ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ νὰ προαχθῶσι κατ’ ἐκλογὴν, διὰ δὲ τοὺς ἄλλους δύο δὲν ἠθέλησε, διότι εἶχον ἐγερθῆ πολλαὶ ἄλλαι ἀξιώσεις· μοὶ ἔδωκεν ὅμως δύο παράσημα, ἵνα τὰ ἐγχειρίσω ἐγὼ αὐτὸς εἰς τοὺς δύο ἀξιωματικοὺς τοῦ πυροβολικοῦ. Οἱ δύο λοιπὸν ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ, ἤτοι ὁ Κουρέβελης καὶ ὁ Νικηταράκος, προήχθησαν κατ’ ἐκλογὴν, τοὺς ἄλλους δὲ δύο ἀξιωματικοὺς τοῦ πυροβολικοῦ τοὺς ἐκάλεσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τοῖς ἔδωκα τὰ παράσημα αὐτὰ πρὸς ἀμοιβὴν τῶν ὑπηρεσιῶν των, ταυτοχρόνως δ’ ἀπέστειλα τὴν σχετικὴν αἴτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα. Διατὶ δὲν ἐνεργήθησαν ἐγκαίρως τὰ δέοντα, δὲν γνωρίζω. Ἐσχάτως ὅμως παρουσιάσθη ὁ ὑπολοχαγὸς Φραντζῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἔχει τὸ παράσημον ἔκτοτε, ἀλλ’ οὐδὲν Διάταγμα περὶ τούτου ἐκοινοποιήθη. Τότε ἀπέστειλα δευτέραν αἴτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν συνάδελφον κ. Ρωμᾶνον, καὶ οὗτος προεκάλεσε Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεκυρώθη ἡ πρᾶξις ἐκείνη, ἣν ἐγὼ εἶχον ἐκτελέσει.
§266Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἴσως δὲν διετύπωσα καλῶς τοὺς λόγους μου. Ἐγὼ δὲν ἐνόουν νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον προέτεινε τὴν ἀπονομὴν τοῦ παρασήμου εἰς τοὺς δύο εἰρημένους ἀξιωματικοὺς τοῦ πυροβολικοῦ, διότι γνωρίζω κάλλιστα αὐτοὺς, καθόσον συνυπηρέτησα μετ’ αὐτῶν ἐν τῇ αὐτῇ ταξιαρχίᾳ. Ἐγὼ μόνον ἁπλῆν ἐρώτησιν ἔκαμα, καὶ προέταξα τὸν λόγον, ὅτι λίαν ἐπαξίως ἀπενεμήθη εἰς αὐτοὺς τὸ παράσημον· ἀλλ’ ἐκ περιεργείας ἠθέλησα νὰ μάθω, διότι μοὶ ἐφάνη παράδοξον, ὅτι εἶδον σήμερον δημοσιευθὲν Διάταγμα περὶ ἀπονομῆς παρασήμου, τὸ ὁποῖον πρὸ ἑξαετίας εἶχεν ἀπονεμηθῆ εἰς τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος δύο ἀξιωματικούς. Μετὰ τὰς πληροφορίας ὅμως τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§268ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μὴ βιάζεσθε, κύριε Πρόεδρε!
§269Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ἡμερῶν, εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου τοῦ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένου, ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ἐν τῇ εἰσηγητικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει, ἀνέφερεν, ὅτι τὸ κάμνει ἰδίᾳ διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐσωτερικὴν παραγωγὴν τῆς Θεσσαλίας. Ἑπόμενος, φαίνεται, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῇ ἀρχῇ ταύτῃ, τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, προεκήρυξε κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ λήγοντος μηνὸς Φεβρουαρίου μειοδοτικὴν δημοπρασίαν πρὸς προμήθειαν ἑκατὸν χιλιάδων ὀκάδων σίτου. Ἐν τῇ προκηρύξει ταύτῃ ἀναφέρεται, ὅτι ὁ σῖτος, τὸν ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀγοράσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, πρέπει νὰ ἦναι προελεύσεως Ταϊγανίου, ἢ κατὰ τὸ ἥμισυ Ταϊγανίου καὶ κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ ἐγχώριος. Ἐπεθύμουν νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ἡ ἐπιτροπή, εἰς ἣν ὑπεβλήθησαν οἱ σχετικοὶ φάκελοι καὶ τὰ δείγματα, προέβη εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ σίτου, διότι ἔχω πληροφορίας, ὅτι ὑπέκλεψαν τρόπον τινὰ ἐπιτήδειοι ἔμποροι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς παρουσιάσαντες εἰς αὐτὴν σῖτον προελεύσεως οὐχὶ Ταϊγανίου ἢ ἐγχωρίου, ἀλλ’ ἄλλης προελεύσεως, συνεπῶς κατωτέρας ἀξίας, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Δημοσίου. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ μάθω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν γινώσκει τι περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§270Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Γνωρίζω τὸ ἑξῆς, ὅτι μετὰ τὴν προκήρυξιν τῆς δημοπρασίας διάφοροι ἔμποροι ὑπέβαλον δείγματα σίτου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐκ τῶν δειγμάτων αὐτῶν ἡ ἐπιτροπὴ ἐξέλεξεν ὡρισμένα σακκίδια σίτου. Τὰ σακκίδια αὐτὰ ὁ οἰκεῖος τμηματάρχης τὰ ἔφερεν εἰς ἐμέ, ἐγὼ δὲ ἐκάλεσα ἄλλους ὑπαλλήλους ἐκεῖ, καὶ ἠνοίξαμεν τὰ σακκίδια, διὰ νὰ ἐκλέξωμεν τὸν κατάλληλον διὰ τὸν στρατὸν σῖτον. Αἱ τιμαὶ τοῦ σίτου ἦσαν διάφοροι, 30, 38½ καὶ 39 λεπτῶν, νομίζω·—δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἀλλ’ αὔριον δύναμαι νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας ἀκριβεστέρας.— Ἀφοῦ ἔγεινεν ἡ ἐκλογὴ τοῦ σίτου, πρόκειται τώρα νὰ γείνῃ ἡ ἀγορά, καὶ νὰ σταλῇ ὁ σῖτος εἰς τὸν μύλον, ἵνα ἀλεσθῇ καὶ μετατραπῇ εἰς ἄλευρον.
§271Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐκ τῆς ἀπαντήσεως πείθομαι, ὅτι δὲν ἐπροσέξατε, ἢ δὲν σᾶς ὑπέδειξεν ἴσως ἡ ὑπηρεσία ἕνα ὅρον τῆς διακηρύξεως. Ἡ διακήρυξίς σας λέγει ὡρισμένως, ὅτι «ὁ σῖτος ἔσεται ἢ ὁλόκληρος Ταϊγανίου ἢ ἐξ ἡμισείας Ταϊγανίου καὶ ἐγχώριος», ἀλλὰ πιθανὸν τὰ δείγματα, ἀνεξαρτήτως τῆς τιμῆς, νὰ ἦναι προελεύσεως ἄλλης, εἴτε ἐκ Βουλγαρίας, εἴτε ἐξ Ἀμερικῆς κλπ.
§272Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζω. Αὔριον δύναμαι νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν:
§274Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως μίαν παράκλησιν. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι ἀναγεγραμμένον, ὑπ’ ἀριθμὸν 32, νομοσχέδιον «περὶ ἀποσπάσεως τοῦ δήμου Πειραιῶς ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχεν ὑποβληθῆ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ ἐψηφίσθη, ὡς ἐνθυμοῦμαι, εἰς δύο ἀναγνώσεις ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἤδη ὑπολείπεται νὰ ψηφισθῇ καὶ εἰς τρίτην. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι δὲν πρόκειται νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον.
§276Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν.
§277ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Καὶ ἐγὼ συνενῶ τὴν παράκλησίν μου, ἵνα προταχθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε δεκαπέντε;
§279Ι. ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὑπάρχουσι, κύριε Πρόεδρε, δεκαπέντε.
§280Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὑπάρχουσι, πιστεύω, δεκαπέντε.
§281Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα δεκαπέντε.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε δεκαπέντε.
§283Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πλέον τῶν δεκαπέντε. Ἕνδεκα εἶναι ἐξ Ἀττικῆς μόνον.
§284Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προταχθῇ;
§286Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§287Ι. ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε. Ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις τὴν πρόταξιν.
§289Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ζητεῖτε νὰ προταχθῇ;
§290Ι. ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§291Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις τὴν πρόταξιν. Τί ἄλλο θέλετε;
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῇ ἐρώτημα πρὸς τὴν Βουλὴν δι’ ἀναστάσεως. Ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ δι’ ἀναστάσεως, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γείνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία. Δέχεται ἡ Βουλή;
§293ΦΩΝΑΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ προταχθῇ.
§295Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον νὰ ἀναγνωσθῇ.
§296Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνῃ μικρὰ διακοπή, ἵνα μᾶς διανεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§297ΦΩΝΑΙ. Ἆ! ἆ!
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποσπάσεως τοῦ δήμου Πειραιῶς ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς».
§299ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§301ΦΩΝΑΙ. Οὐδείς.
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§303Ν. ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ. Ἔχω τροπολογίαν, κύριε Πρόεδρε, νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἐδάφιον 23 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ΒΧΔʹ νόμου τῆς 6 Ἰουλίου 1899, διότι θέλομεν νὰ γείνῃ τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὴν Κεφαλληνίαν.
§304Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν αὐτό.
§305ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἄλλο νομοσχέδιον αὐτό.
§306Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ αὐτό.
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§308Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμνω μίαν ἐρώτησιν. Ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἀπὸ πότε ἄρχεται; Καὶ ἂν χωρίσωμεν τὸν δῆμον Πειραιῶς εἰς ἰδίαν περιφέρειαν, θὰ διαταχθῶσι νέαι ἐκλογαὶ κατὰ τὸν νέον νόμον; Παρακαλῶ νὰ δοθῇ ἐπὶ τούτου μία ἐξήγησις.
§309Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ὄχι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τρίτην συζήτησιν).
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας». Ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ πρῶτον ἄρθρον ἔχουσι ψηφισθῆ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§311Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑποβάλλω τροπολογίαν ἔγγραφον.
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 106). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται):
§313Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐπὶ ἐλλείψεώς τινος ὑπαρχούσης. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα στρατολογικὸν νόμον πρὸ τῆς τελευταίας μεταρρυθμίσεως αὐτοῦ, ὁ μόνος υἱὸς ζῶντος πατρὸς ἀπηλλάσσετο, καὶ ὅταν ὁ λόγος τῆς ἀπαλλαγῆς ἐπήρχετο μετὰ τὴν κλήρωσιν ἢ μετὰ τὴν κατάταξιν. Ὁ λόγος αὐτὸς τῆς ἀπαλλαγῆς ὑπῆρχεν εἰς τὸ ἐδάφιον γʹ τοῦ ἄρθρου 33· ἔλεγε δὲ τὸ ἄρθρον 34, ὅτι «οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς περιστάσεις τῶν ἐδαφίων αʹ, βʹ καὶ γʹ τοῦ ἄρθρου 33, ὅταν ἐπέρχηται εἰς αὐτοὺς ὁ λόγος τῆς ἀπαλλαγῆς εἴτε μετὰ τὴν κλήρωσιν εἴτε μετὰ τὴν κατάταξιν, πέμπονται ἐπὶ τῇ αἰτήσει των εἰς τὴν ἐφεδρείαν, ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν». Ἀλλὰ κατὰ τὴν τελευταίαν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου τὸ ἐδάφιον γʹ τοῦ ἄρθρου 33 ἐγένετο δʹ διὰ τῆς προσθήκης ἄλλου ἐδαφίου πρὸ αὐτοῦ, ἐλησμονήθη δὲ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 34 καὶ ἡ περίπτωσις τοῦ ἐδαφίου δʹ, καὶ ἔκτοτε δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπαλλαγῇ ὁ μόνος υἱὸς ζῶντος πατρὸς, ὅταν ὁ λόγος τῆς ἀπαλλαγῆς ἐπήρχετο μετὰ τὴν κλήρωσιν ἢ τὴν κατάταξιν. Τὸ λάθος ἢ ἡ παράλειψις αὕτη παρετηρήθη ἀμέσως ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐγένετο ὑπ’ αὐτῆς ἐνέργεια πρὸς συμπλήρωσιν, ἀλλὰ παρετηρήθη, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ διόρθωσις ἄλλως ἢ νομοθετικῶς. Διὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐπεφυλάχθη νὰ λάβῃ τὴν περίστασιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν πρώτην μεταρρύθμισιν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι καὶ εἰς τὰς ὑπὸ συζήτησιν μεταρρυθμίσεις δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ περίστασις αὕτη· εἶναι δὲ ἀνάγκη, εἰς τὸ ἄρθρον 34 νὰ προστεθῇ τὸ ἐδάφιον δʹ, ὥστε ὁ μόνος υἱὸς ἀνικάνου πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν πατρὸς νὰ δύναται ν’ ἀπαλλάσσηται, τιθέμενος εἰς τὴν ἐφεδρείαν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὅταν ὁ λόγος τῆς ἀπαλλαγῆς ἐπέρχηται μετὰ τὴν κλήρωσιν ἢ τὴν κατάταξιν διὰ τῆς ἀποβιώσεως τοῦ ἑτέρου ἀδελφοῦ, ἢ διὰ τῆς κατόπιν ἐπερχομένης ἀνικανότητος τοῦ πατρὸς πρὸς ἐργασίαν.
§314Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατήρησίν τινα ὑποβάλλω εἰς τὸ ἐδάφιον ϛʹ τοῦ νομοσχεδίου, ζʹ τοῦ ἰσχύοντος νόμου τοῦ ἄρθρου 33. Ὁ ἔχων ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης ἀπαλλάσσεται. Εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν δὲ ταύτην περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἔχοντες ἀδελφοὺς ἀξιωματικοὺς, ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ. Ἀλλὰ τὸ εἶναί τινα ἀξιωματικὸν ἀποτελεῖ στάδιον, καὶ οὐχὶ θυσίαν, τὴν ὁποίαν ἡ οἰκογένεια ὑφίσταται διὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ. Ὁ ἀξιωματικὸς ὑπηρετεῖ ἑκουσίως, ὡς ὑπηρετεῖ καὶ ὁ πολιτικὸς ὑπάλληλος. Οὐδὲν λοιπὸν δικαιολογεῖ ν’ ἀπαλλάσσωμεν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα ὡς ἀξιωματικόν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ θέσωμεν δύο λέξεις εἰς τὸ νομοσχέδιον, εἰς τρόπον ὥστε ὁ ἔχων ἀδελφὸν ἀξιωματικὸν ὑπηρετοῦντα ἐν τῷ στρατῷ νὰ μὴ δικαιῶται εἰς ἀπαλλαγήν. Τοῦτο δὲ κατορθοῦται διὰ τῆς προσθήκης τῶν λέξεων «ὡς κληρωτὸν» ἐν τέλει τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἐδαφίου, ἤτοι μετὰ τὰς λέξεις «ὁ ἔχων ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης.»
§315Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τὴν παρατήρησιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὡς ὀρθήν, ἀλλὰ νὰ μὴ τεθῶσιν αἱ λέξεις «ὡς κληρωτὸν», διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῇ τις ὑπηρετῶν ἐπὶ ἐθελουσίᾳ ἀνακατατάξει καὶ νὰ ἦναι ὑπαξιωματικός. Διὰ τοῦτο ὀρθὸν εἶναι νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «ὡς ὁπλίτην».
§316Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὑπηρετῶν ἐθελουσίως δὲν ὑφίσταται θυσίαν, διότι πιθανὸν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἢ ν’ ἀπολαύσῃ ἄλλο τι. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ δικαιολογηθῇ τοῦτο.
§317Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου δʹ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν συνεστήθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ γείνωσιν αἱ ἑξῆς διορθώσεις. «Ἀπαλλάσσεται ὁ μόνος υἱὸς ζῶντος πατρὸς ἀνικάνου πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν» λέγει ὁ νόμος. Ἀλλὰ ὀρθὸν εἶναι νὰ τεθῇ: «πρὸς ἐργασίαν ἐπαγγέλματος, τὸ ὁποῖον ἐξετέλει καθ’ ὃν χρόνον ἦτο ἱκανός.» Ἐπὶ τούτου ἐγένετο συζήτησις καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν εἷς ἐπιστήμων, καταστὰς ἀνίκανος πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του, νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἐπαγγέλληται κατόπιν τὸν ἐπαίτην ἢ ἄλλην τινὰ ἐργασίαν, ἵνα φανῇ χρήσιμος πρὸς τὴν οἰκογένειάν του. Πρέπει νὰ ἦναι ἀνίκανος διὰ τὸ ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον ἐξετέλει, ὅτε ἦτο ἱκανός. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ τεθῇ ἡ προσθήκη, ὅτι «ἀπαλλάσσεται ὁ μόνος υἱὸς ζῶντος πατρὸς ἀνικάνου πρὸς ἐργασίαν ἐπαγγέλματος, τὸ ὁποῖον ἐξετέλει καθ’ ὃν χρόνον ἦτο ἱκανός.»
§318Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἀνικάνου εἰς τὰ ἔργα τοῦ ἐπαγγέλματός του».
§319Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ζητῶ ἐπίσης πληροφορίαν ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Κατὰ τὸ ἐδάφιον εʹ «ἀπαλλάσσεται ὁ πρεσβύτερος δύο ἀδελφῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν αὐτὴν ἀπογραφὴν, ἂν ὁ νεώτερος κριθῇ ἱκανὸς διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν.» Πρέπει νὰ θέσωμεν τὴν διάταξιν, ὅτι, ἂν ὁ δεύτερος ἀδελφός...
§320Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω αὐτὸ τὸ «ὁ πρεσβύτερος δύο ἀδελφῶν». Κάθε ἓξ μῆνας θὰ γεννᾷ αὐτὴ ἡ μήτηρ;
§321ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πιθανὸν νὰ ἦναι δίδυμοι.
§322Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Εἶναι περιστάσεις, καθ’ ἃς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἦναι δίδυμοι, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ δηλωθῆ ὁ εἷς πρὸ 15 ἐτῶν καὶ ὁ ἄλλος, διαφόρου ἡλικίας, εἰς ἄλλην ἐποχὴν, καὶ νὰ φέρωσι τὸ αὐτὸ ἔτος γεννήσεως.
§323ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ ἦναι ψευδὴς ἡ δήλωσις.
§324Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὅταν λέγωμεν «ὁ πρεσβύτερος τῶν δύο ἀδελφῶν», ἕπεται, ὅτι οἱ δύο ἀδελφοὶ συγκληροῦνται, ἀδιάφορον πῶς συγκληροῦνται, εἴτε δι’ ἀναβολῆς κατατάξεως, εἴτε διότι εἶναι δίδυμοι, ἢ δι’ ἄλλο τι. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρέχεται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαλλαγῆς εἰς τὸν πρῶτον, ἐὰν ὁ δεύτερος κριθῇ ἱκανὸς διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἂν ὁ δεύτερος κριθῇ ἀνίκανος, δὲν πρέπει νὰ ἀπαλλάσσηται ὁ πρῶτος. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἐδάφιον εʹ ἡ διάταξις, ὅτι «ἀπαλλάσσεται ὁ πρεσβύτερος δύο ἀδελφῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν αὐτὴν ἀπογραφὴν, ἐὰν ὁ νεώτερος κριθῇ ἱκανὸς διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἢ ἂν οὗτος τυγχάνῃ ἐντελῶς ἀνίκανος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν.»
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγγράφως, παρακαλῶ, νὰ ὑποβάλητε τὴν πρότασίν σας.
§326Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου δʹ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ ν’ ἀναγνωσθῇ αὕτη.
§327ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑποβάλετέ την ἐγγράφως.
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ τροποποιοῦντος τὸ ἄρθρον 33 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὑπεβλήθη τροπολογία ὑπὸ τῶν κ. κ. Μονοκρούσου, Βρυώνη καὶ Ραφτοπούλου, ἡ ὁποία θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§329Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πῶς ἔχει ἡ τροπολογία; Ν’ ἀναγνωσθῇ τοὐλάχιστον.
§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς.
§331ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Εἰς τὸ ἄρθρον 4 νὰ προστεθῶσιν αἱ ἑξῆς ἀπαλλαγαί: «αʹ) Ὁ μόνος υἱὸς ζῶντος πατρός. βʹ) Ὁ πρεσβύτερος τῶν υἱῶν πατρὸς ἀνικάνου ἢ ὑπερβάντος τὸ ἑβδομηκοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του.»
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4;
§333ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν παρετήρησα, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου δʹ τοῦ ἄρθρου 33, ὡς διεμορφώθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ὡς διατυποῦται, θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἀδικίας καὶ παρερμηνείαν. Τὸ ἐδάφιον δʹ λέγει, ὅτι «ἀπαλλάσσεται ὁ μόνος υἱὸς ζῶντος πατρὸς ἀνικάνου πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν». Ἐκεῖνο τὸ «πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν» εἶναι τοσοῦτον ἀόριστον... (Διαλογικαὶ συζητήσεις καὶ συνομιλίαι μεταξὺ πολλῶν Βουλευτῶν).
§334Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐπιβάλετε ἡσυχίαν, κύριε Πρόεδρε· δὲν ἀκούομεν.
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι! Δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή! δὲν ἀκούεται ὁ ἀγορεύων.
§336Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι προφανὴς ὁ κάματος τῆς Βουλῆς· δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ συζήτησις, καὶ πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§337ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ ἐξακολουθήσω, κύριε Πρόεδρε;
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Βουλευτά.
§339ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Βοζίκη, ἡ παρατήρησίς σας εἶναι ὀρθή, καὶ θὰ γείνῃ τοιαύτη τροποποίησις τοῦ νομοσχεδίου. Ὥστε περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσητε.
§340ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ, ὅτι τοιαύτη τροποποίησις πρόκειται νὰ γείνῃ δεκτή, παύω ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου δʹ.
§341ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ν’ ἀκούσωμεν καὶ ἡμεῖς περὶ τίνος πρόκειται.
§342ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐξακολουθῶ λοιπόν. Ἐκεῖνο τὸ «ἀνικάνου πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν», εἶναι τοσοῦτον ἀόριστον, τοσοῦτον γενικόν, ἀφίνον τὴν ἐκτίμησιν περὶ τῆς ἀνικανότητος τοῦ πατρὸς εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γεννηθῶσιν ἀδικήματα. Τὴν διάταξιν ταύτην περιέχει καὶ ὁ ἰσχύων νόμος, καὶ ἐγεννήθησαν ἐξ αὐτῆς πλεῖστα ἀδικήματα, διότι ἡρμηνεύθη τοσοῦτον στενῶς, ὥστε οὐδεὶς τῶν μόνων υἱῶν ζώντων πατέρων ἀνικάνων πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, τῶν αἰτησαμένων ἀπαλλαγὴν διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ἀπηλλάγη, διότι τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια ἀπῄτησαν τελείαν ἀνικανότητα τοῦ πατρὸς, τελείαν ἀδυναμίαν πρὸς ἐργασίαν· ἀπῄτησαν, ὁ ἀνίκανος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν νὰ μὴ δύναται οὐδὲ νὰ βαδίσῃ, ἀλλὰ νὰ μεταφέρηται εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον μὲ τὸ κρεββάτι! Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀνελάμβανε νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἑρμηνευτικὴν ἐγκύκλιον πρὸς πάντα τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ὁρίζῃ, τί ἐστὶν ἀνικανότης πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, τὸ πρᾶγμα θὰ ἐξῳκονομεῖτο· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο. Εἶπον δὲ καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εὑρέθησαν στρατιωτικοὶ ἰατροί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδέχθησαν ἀνικανότητα ἀνθρώπων τελείως ἀνικάνων καὶ μετενεχθέντων ἐν φορείοις ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, διότι ἐσκέπτοντο οἱ κύριοι στρατιωτικοὶ ἰατροί, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, ἂν δὲν ἠδύναντο νὰ κάμωσιν ἄλλην ἐργασίαν, ἠδύναντο νὰ ἐπαιτήσωσι! καὶ τοῦτο ἐθεωρήθη ἐργασία! Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ «ἀνικάνου πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν» πρέπει νὰ διορθωθῇ εἰς «ἀνικάνου πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του», ἢ νὰ τεθῇ οἱοσδήποτε ἄλλος ὅρος, προλαμβάνων αὐτὴν τὴν αὐθαίρετον ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωσι τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια καὶ ἡ ὁποία θὰ ἦναι λίαν στενή, διότι—μὴ ἀμφιβάλλετε—τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια θὰ ἦναι προσηλωμένα εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἐφ’ ὅσον δὲν δίδεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἄλλη τις ἑρμηνευτικὴ ὁδηγία. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐδάφιον εʹ, εὑρίσκω, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προστίθενται περιπτώσεις μὴ περιλαμβανόμεναι εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον. Αἱ περιπτώσεις αὗται εἶναι, ὅτι δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν οἱ παραλειφθέντες ἐκ τῶν στρατολογικῶν καταλόγων καὶ ἕνεκα ἐκπροθέσμου αἰτήσεώς των ἐν ἀρχῇ τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος τοῦ ἐπιόντος ἔτους ἐγγραφέντες. Ἡ τοιαύτη ἐξαίρεσις εἶναι δικαιολογημένη, διότι εἶναι δυνατὸν καὶ ἐπίτηδες νὰ παραλείψῃ τις τὴν δήλωσιν ἐγκαίρως περὶ ἐγγραφῆς του εἰς τὸν στρατολογικὸν κατάλογον, καὶ νὰ κάμῃ τοιαύτην δήλωσιν κατὰ τοιοῦτον χρόνον, ὥστε νὰ συμπέσῃ μὲ τὴν κλήρωσιν τοῦ ἀδελφοῦ του, ἵνα τύχῃ τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀπαλλαγῆς. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τὸν λόγον, δι’ ὃν ἀπαλλάσσεται «ὁ πρεσβύτερος δύο ἀδελφῶν, ἀνηκόντων εἰς τὴν αὐτὴν ἀπογραφὴν, ἂν ὁ νεώτερος κριθῇ ἱκανὸς διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν». Ὁ λόγος τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν δύο ἀδελφῶν, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν αὐτὴν ἀπογραφὴν, νομίζω ὅτι εἶναι λόγος προστατευτικὸς τῆς οἰκογενείας· ἵνα μὴ δύνηται δὲ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι πρὸς καταδολίευσιν τοῦ νόμου παρεσκευάσθη ἡ σύμπτωσις εἰς τὴν αὐτὴν ἀπογραφὴν τῶν δύο ἀδελφῶν, καὶ ἵνα μὴ δίδηται εὐκαιρία τοιαύτης καταστρατηγήσεως τοῦ νόμου, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ «ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ προστατεύσῃ τὴν οἰκογένειαν». Τότε δηλαδὴ θ’ ἀπαλλάσσηται ὁ εἷς, ἵνα μὴ στέλλωμεν ἀμφοτέρους συγχρόνως νὰ ὑπηρετήσωσιν, ὥστε νὰ ἐρημώσωμεν τὴν οἰκογένειαν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ νεώτερος τῶν δύο ἀδελφῶν ἦναι ἀνίκανος προφανῶς, καὶ θεωρηθῇ ὡς τοιοῦτος ἀπὸ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον, ἔχῃ δὲ τὴν ἡλικίαν τὴν συμπίπτουσαν πρὸς τὴν τοῦ ἀδελφοῦ, διατὶ νὰ ἀναγραφῇ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη καὶ νὰ μὴ δίδηται ἀπαλλαγή; Ὑπάρχει ὑπαιτιότης ἐκ μέρους τοῦ κληρωτοῦ; ἢ δὲν ὑπάρχει ὁ λόγος τῆς προστασίας τῆς οἰκογενείας; Ὁ λόγος τῆς προστασίας τῆς οἰκογενείας ὑπάρχει, καὶ ἂν ὁ ἕτερος τῶν δύο ἀδελφῶν ἦναι διαθέσιμος. Καὶ ναὶ μὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ διαθέσιμος δὲν ὑπηρετεῖ ἐπὶ δύο ἔτη ἢ 18 μῆνας, ἀλλ’ ὑπηρετεῖ ἐπὶ 6 μόνον μῆνας, ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ διαθέσιμος νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ 20 μῆνας καὶ πλέον, —καὶ εἶναι περιπτώσεις, καθ’ ἃς οἱ διαθέσιμοι ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ 20 μῆνας καὶ πλέον, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ κρατηθῇ ὁ διαθέσιμος νὰ ὑπηρετήσῃ ἀντὶ τίνος ἐξαιρεθέντος ἢ ἀπαλλαγέντος, —τότε διατὶ νὰ μὴ χορηγῆται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαλλαγῆς;
§343ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι διαθέσιμος.
§344ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπηρετεῖ ὡς διαθέσιμος ἐπὶ ἕξ μῆνας, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ παρουσιάζεται ἓν κενόν· εἶναι πιθανὸν νὰ ἐπέλθῃ μία ἀπαλλαγὴ μετὰ τὴν κατάταξιν, καὶ πρὸς πλήρωσιν τοῦ κενοῦ νὰ κρατηθῇ ὁ διαθέσιμος, ὁ ὁποῖος οὕτω μετατίθεται ἀπὸ τῆς τάξεως τῶν διαθεσίμων εἰς τὴν τάξιν τῶν κληρωτῶν. Ἐν τούτοις ὁ ἀδελφός του δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαλλαγῆς· ἡ αἴτησίς του ἀπορρίπτεται. Εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα. Ἀλλὰ καὶ ἂν πρόκηται περὶ διαθεσίμου, ὑπηρετοῦντος ἐπὶ ἕξ μῆνας, νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον ν’ ἀναγνωρισθῇ λόγος ἀπαλλαγῆς, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ μὴ συμπέσῃ ἔστω καὶ ἑξάμηνος συγχρόνως ὑπηρεσία δύο ἀδελφῶν εἰς τὸν στρατόν. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω, ἐλπίζω δ’ ὅτι θὰ μελετηθῶσιν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν θὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν γνώμην του.
§345Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ ἐκδοχῇ ἡμεῖς ἔχομεν τροπολογίας ἐφ’ ὅλων τῶν ἄρθρων. Ἡμεῖς ἐνομίζομεν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἤθελε κρατεῖ σημειώσεις, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἡτοιμάσαμεν ἐγγράφως τὰς τροπολογίας μας. Ἕνεκα τούτου ἂς ἀναβληθῇ ἡ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἕως ὅτου ἑτοιμάσωμεν τὰς τροπολογίας, ἵνα καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς λάβῃ καιρὸν νὰ τὰς μελετήσῃ καὶ ἡ Βουλὴ δυνηθῇ νὰ συζητήσῃ μετὰ μελέτην ἀκριβῆ καὶ πλήρη γνῶσιν αὐτῶν.
§346Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγένετο μέχρι τοῦδε συζήτησις γενικὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· τώρα γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ διατυπωθῶσιν ἐγγράφως αἱ τροπολογίαι. Παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ εὐαρεστηθῶσι ν’ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἐπὶ τῶν διαφόρων ἄρθρων, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐπιφυλάσσεται νὰ μελετήσῃ αὐτάς, καὶ ν’ ἀνακοινώσῃ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, τίνες ἐξ αὐτῶν θὰ γείνωσι δεκταί· διότι δὲν δύναται νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἀμέσως, καθόσον, προκειμένου περὶ τροπολογιῶν, πρέπει νὰ μελετήσῃ αὐτὰς, ὅπως ἀποφύγωμεν πᾶσαν τυχὸν ἀντίφασιν μεταξὺ τῶν διαφόρων διατάξεων. Ἑπομένως θ’ ἀκούσωμεν μετὰ προσοχῆς τὰς παρατηρήσεις τῶν κυρίων συναδέλφων, καὶ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ φέρωμεν γνώμην.
§347Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὸ σπουδαιότερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ ἄρθρον 33. Ἐν τούτῳ γίνεται μία καινοτομία πολὺ μεγάλη, χωρὶς νὰ δικαιολογῇ αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργός. Διότι, ὅσον ἀφορᾷ τὸν περιορισμὸν τοῦ λόγου τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ ζῶντος πατρὸς, ἀναφέρει εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ποῖος ὁ λόγος αὐτοῦ· διὰ τὴν ἀφαίρεσιν ὅμως τοῦ τρίτου ἐδαφίου τῆς δευτέρας παραγράφου, τῆς σημαντικῆς αὐτῆς περιπτώσεως, ὅπου μένουσιν ἀπροστάτευτοι τελείως αἱ οἰκογένειαι, διότι ἐξαιρεῖται μόνον ὁ πρῶτος υἱὸς καὶ δὲν ἐξαιρεῖται καὶ ὁ ἑπόμενος, οὐδένα λόγον ἀναφέρει. Καὶ αὐτὸς ὁ αὐστηρότερος τῶν μέχρι τοῦδε νόμων περὶ στρατολογίας, ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ μακαρίτης Τρικούπης, καὶ αὐτὸς, μεθ’ ὅλην τὴν αὐστηρότητά του, πάλιν παρεῖχε τὸ εὐργέτημα, ὁσάκις ὁ πρῶτος υἱὸς ἀπετέλει ἰδιαιτέραν οἰκογένειαν, τῆς ἀπαλλαγῆς διὰ τὸν ἑπόμενον υἱόν· ἀλλὰ σεῖς ἀφίνετε ἄλλας ἀπαλλαγὰς, καὶ ἀφαιρεῖτε αὐτὴν, καὶ οὕτω πως θὰ μείνῃ μία χήρα καὶ μία οἰκογένεια ἐκτεθειμένη καὶ ἀπροστάτευτος.
§348Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤκουσα τὴν παρατήρησίν σας, καὶ ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπ’ αὐτῆς.
§349Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πῶς τὴν δικαιολογεῖ ὁ κ. Ὑπουργός; Ἐὰν τὴν ἐδικαιολόγει, ἴσως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς.
§350Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς εἴπωμεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§351Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐὰν ἀρχίσωμεν πάλιν τὸ αὐτὸ σύστημα, νὰ ἐξαιρῶμεν τὸν δεύτερον, ὅταν ἦναι ἔγγαμος ὁ πρῶτος, τὸν τρίτον, ὅταν ἦναι ἔγγαμος καὶ ὁ δεύτερος, θὰ καταντήσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ εὑρισκόμεθα σήμερον, νὰ ἦναι 7,000 κληρωτοὶ εἰς τὸν στρατὸν κατ’ ἔτος, καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ στρατός. Ἐὰν ὑπάρχωσιν αἱ ἀπαλλαγαὶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ στρατός· ἑπομένως αἱ ἀπαλλαγαὶ πρέπει νὰ παύσωσιν, ἐκτὸς μόνον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατόν. Καὶ ὅταν ἦναι ἔγγαμος ὁ πρῶτος υἱὸς, δὲν θ’ ἀφήσῃ τὴν μητέρα του ἀπροστάτευτον· δὲν ἔχομεν παραδείγματα ἐν Ἑλλάδι, ὅτι στεροῦνται στοργῆς τὰ ἔγγαμα τέκνα, διὰ νὰ ἀφήσωσι τὴν μητέρα των ἀπροστάτευτον, ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ νυμφευθῶσι· δὲν ἔχομεν, ἐπαναλαμβάνω, τοιαῦτα παραδείγματα. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἔχομεν τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη κατὰ τὸν πόλεμον εἰς μίαν οἰκογένειαν νὰ ἦναι τέσσαρες ἀδελφοὶ εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς ἄλλην οἰκογένειαν νὰ ἦναι τέσσαρες ἀδελφοὶ καὶ οἱ τέσσαρες ἀπαλλαγέντες, διότι ἦσαν ὀρφανοὶ καὶ ἔγγαμοι.
§352Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 33 κυρίως σκοπεῖ νὰ περιορίσῃ τὰ θεωρούμενα στηρίγματα οἰκογενείας. Δὲν ἐξετάζει ὁ νόμος, ἂν πράγματι τὰ ἀπαλλασσόμενα πρόσωπα εἶναι στηρίγματα οἰκογενείας· στηρίζεται ἐπὶ τῆς προλήψεως, ὅτι εἶναι στηρίγματα οἰκογενείας πάντες οἱ φέροντες τὰς ἐν τῷ ἄρθρῳ ἰδιότητας. Νομίζω ὅμως, ὅτι αἱ περιπτώσεις, αἱ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προτεινόμεναι, προσκρούουσιν εἰς αὐτὴν τὴν ἀρχήν. Καὶ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν πρώτην περίπτωσιν (ἀναγινώσκει): «Ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐκ τοῦ αὐτοῦ πατρὸς καὶ τῆς αὐτῆς μητρὸς ὀρφανῶν ἀπαλλάσσεται τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἐν εἰρήνῃ». Ὁ παλαιὸς νόμος, οὐχὶ ὁ νῦν ἰσχύων, ἀλλ’ ὁ δι’ αὐτοῦ τροποποιηθεὶς, ἔλεγεν «ὁ πρεσβύτερος τῶν ὀρφανῶν πατρὸς καὶ μητρός». Διατὶ νῦν ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐκ τοῦ αὐτοῦ πατρὸς καὶ τῆς αὐτῆς μητρὸς ὀρφανῶν; Καὶ ἀναφέρω μίαν περίπτωσιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ συμβῇ. Ὑποθέτω, ὅτι ὑπάρχει τις, ὅστις ἐνυμφεύθη μετὰ γυναικός, ἥτις ἀποθνήσκει, ἀφοῦ ἀφῆκε τέκνον· κατόπιν νυμφεύεται ἄλλην, καὶ ἀφοῦ ἀπέκτησε καὶ μετ’ αὐτῆς τέκνα, ἐκλείπει· τοιουτοτρόπως τὸ ἐκ τοῦ πρώτου μὲν γάμου τέκνον εἶναι ὀρφανὸν τοῦ αὐτοῦ πατρὸς καὶ τῆς αὐτῆς μητρός, τὰ ἄλλα ὅμως τέκνα, τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ ᾖναι ἀνήλικα ἢ θήλεα, δὲν εἶναι τοῦ αὐτοῦ πατρὸς καὶ τῆς αὐτῆς μητρός. Διατὶ νὰ μὴ δύναται ὁ πρεσβύτερος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἐξαιρεθῇ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους ὀρφανοὺς ἀδελφούς του δὲν εἶναι καὶ ἐκ τῆς αὐτῆς μητρός, ἐνῷ δύναται καὶ ὀφείλει νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἀδελφούς του, τοὺς ἐξ ἄλλου γάμου τοῦ πατρός του; Δὲν εὑρίσκω λόγον πείθοντα, ἵνα τροποποιηθῇ ἡ παλαιὰ διάταξις, καθ’ ἣν ἁπλῶς ὁ πρεσβύτερος τῶν ὀρφανῶν πατρὸς καὶ μητρὸς ἐξαιρεῖται. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπαιτήσωμεν νὰ ᾖναι τοῦ αὐτοῦ πατρὸς καὶ τῆς αὐτῆς μητρὸς ὀρφανὰ, διότι, καὶ ὅταν δὲν ᾖναι, ἡ αὐτὴ ἀνάγκη προστασίας ὑπάρχει καὶ ἀρκετὸς δεσμὸς συγγενείας μεταξὺ τῶν ὀρφανῶν αὐτῶν ὑφίσταται. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν πρώτην, τὴν ἀρχικὴν διάταξιν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ νὰ προὐτάθησαν σπουδαῖοι λόγοι διὰ τὴν μεταβολὴν ταύτην, οὔτε νῦν βλέπω ὑπάρχοντας σπουδαίους λόγους, δικαιολογοῦντας καὶ ἐπιβάλλοντας τὴν μεταβολήν. Ἡ δευτέρα περίπτωσις λέγει: «Ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐκ πατρὸς μόνον ὀρφανῶν, ὁπόταν ἡ μήτηρ αὐτῶν, ἐλθοῦσα εἰς ἕτερον γάμον, ἀποτελῇ ἰδίαν κεχωρισμένην οἰκογένειαν μετὰ τοῦ νέου αὐτῆς συζύγου.» Ἀφοῦ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀπαλλάσσομεν τὸν μονογενῆ, ὅταν ὁ πατὴρ ᾖναι ἱκανὸς δι’ ἐργασίαν, διατὶ θ’ ἀπαλλάξωμεν τὸν πρεσβύτερον, ὅταν τυχὸν αὐτὸς ἔχῃ ἀδελφὴν ἔγγαμον; Διὰ ποῖον λόγον ν’ ἀπαλλαχθῇ;
§353Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν ἀπαλλάσσεται.
§354Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπαλλάσσεται. Ἀπαλλάσσεται βεβαίως ὁ πρεσβύτερος, ὁ ἔχων ἀδελφὴν ἀποκατεστημένην διὰ γάμου καὶ ἀδελφὸν ἀνήλικον. Ἐννοῶ, αὐτὸς ν’ ἀπαλλάσσηται.
§355Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Διὰ τὸν ἀδελφὸν τὸν ἀνήλικον.
§356Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατὶ ὅμως ν’ ἀπαλλάττωμεν τὸν πρεσβύτερον ἐκ πατρὸς ὀρφανὸν καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν ἁπλῶς ἔχει ἀδελφὴν ἔγγαμον;
§357Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὄχι ἀδελφὸν ἀνήλικον;
§358Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐκ πατρὸς μόνον ὀρφανῶν, ὁπόταν ἡ μήτηρ αὐτῶν, ἐλθοῦσα εἰς ἕτερον γάμον, ἀποτελῇ ἰδίαν κεχωρισμένην οἰκογένειαν μετὰ τοῦ νέου αὐτῆς συζύγου.» Δηλαδή, ἐὰν ἡ μήτηρ ἤθελεν ὑπανδρευθῆ, μένει ὁ πρεσβύτερος ὡς προστάτης.
§359Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸν παλαιὸν νόμον τὸ ἐδάφιον αὐτό.
§360Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διαφέρει· ὄχι ἀπὸ τὸν παλαιὸν νόμον, τὸν ἰσχύοντα νῦν, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν δι’ αὐτοῦ τροποποιηθέντα.
§361Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε· ἐνόμιζον, ὅτι ἐλέγετε, ὅτι ἀπὸ τὸν νῦν ἰσχύοντα διαφέρει.
§362Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον 33 ἐδάφ. αʹ τοῦ νόμου ΒΙϚʹ τοῦ 1892 ἀπήτει, ὅπως ὁ πρεσβύτερος συζῇ μετ’ ἀδελφῆς, ἥτις εἶναι ἄγαμος, ἢ μετ’ ἀδελφοῦ, ὅστις εἶναι ἀνήλικος, διὰ ν’ ἀπαλλαχθῇ. Νομίζετε, ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ διατηρῆται, ὡς εἶχεν ἐν τῷ παλαιῷ ἄρθρῳ, καὶ πρέπει νὰ μεταβληθῇ;
§363Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὑπάρχει διάταξις τοῦ ἐδαφίου δʹ, ἥτις πραγματεύεται περὶ αὐτοῦ.
§364Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀκριβῶς ἡ τετάρτη παράγραφος τοῦ ἐδαφίου δʹ...
§365Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Σπεύδομεν νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν ἔτει 1906!
§366Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό; Ποῦ τὸ ἐμάθετε;
§367Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τοιαύτη διάδοσις κυκλοφορεῖ.
§368Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν συζητοῦμεν διαδόσεις ἐδῶ.
§369Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐκουράσθη ὅμως ἡ Βουλή.
§370Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἀληθῶς ἐκουράσθη ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε, ἂς ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§371ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Δεληγεώργη.
§372Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἐξακολουθῶ, ἀφοῦ ἔχω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Ἐὰν ὅμως ἐκουράσθη ἡ Βουλή, τὸ ζήτημα ἀλλάσσει.
§373Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προφανὴς ὁ κάματος.
§374ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Βουλευτά.
§375Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἐδαφίου δʹ, ἡ ὁποία λέγει: «Τὰ τέκνα τοῦ ἐκ προηγουμένου γάμου συζύγου γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης ἀποτελοῦσιν ἰδίαν οἰκογένειαν, καὶ ἐξ αὐτῶν ἀπαλλάσσεται τὸ πρεσβύτερον τῶν ἐκ πατρὸς καὶ μητρὸς ὀρφανῶν, ἐὰν ἔχῃ ἀδελφὴν ἄγαμον, ἢ ἀδελφὸν ἀνήλικον.» Λοιπόν, πῶς εἶναι δυνατόν, ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν, ὅτι, διὰ νὰ ἀπαλλαχθῇ τὸ ἐκ τοῦ πρώτου γάμου γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης τέκνον, πρέπει νὰ ἔχῃ ἀδελφὴν ἄγαμον ἢ ἀδελφὸν ἀνήλικον, καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει τοῦ ἄρθρου νὰ τίθηται τὸ ἐναντίον; Ἐν τῷ ἐδαφίῳ ζʹ ἐπῆλθεν ἄλλη, ἐπίσης σπουδαία, μεταβολὴ διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου. Τὸ ἐδάφιον ηʹ τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀποθανόντος ἐν τῷ στρατῷ ἢ ἐν ἀναρρωτικῇ ἀδείᾳ, ἢ τοῦ τεθέντος εἰς ἀπόταξιν ἢ εἰς ἀποστρατείαν ἐπὶ τραύματι ἐπενεχθέντι αὐτῷ ἐν διατεταγμένῃ ὑπηρεσίᾳ, ἢ διὰ βλάβας σωματικάς, ἐπισυμβάσας αὐτῷ ἐν τῷ στρατῷ ἕνεκα διατεταγμένης ὑπηρεσίας.» Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατηρεῖται μόνον τὸ πρῶτον μέρος: «Ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀποθανόντος ἐν τῷ στρατῷ.» Ὅλαι αἱ ἄλλαι περιπτώσεις, ἃς ἀνέγνωσα, καταργοῦνται. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον. Πρέπει νὰ διατηρηθῶσιν αἱ παλαιαὶ περιπτώσεις, ὡς εὔλογοι, ἐκτὸς τῆς περὶ τοῦ ἐν ἀναρρωτικῇ ἀδείᾳ· διότι βεβαίως οὐδεμίαν εὐθύνην ἔχει ἡ στρατιωτικὴ Διοίκησις, ὅταν τις ἠσθένησε, ἔλαβεν ἀναρρωτικὴν ἄδειαν, μετέβη εἰς τὴν οἰκογένειάν του, καὶ ἐκεῖ, Κύριος οἶδε τίνος αἰτίας ἕνεκεν, ἀπέθανε.
§376ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πόθεν προῆλθεν ἡ πάθησις καὶ διατὶ ἔλαβεν ἀναρρωτικὴν ἄδειαν;
§377Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἴσως δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι, διὰ νὰ λάβῃ ἀναρρωτικὴν ἄδειαν, ἦτο πλέον καλὰ, καὶ ἐπῆγε διὰ νὰ ἀναλάβῃ ἐντελῶς. Τέλος πάντων αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἐκφράζω, ὅτι αὐτὸ δύναται ἴσως νὰ μὴ ἦναι τόσον δικαιολογημένον, ἀλλὰ τὰ ἄλλα, ἤτοι, ὅταν τις ἐτέθη εἰς ἀπόταξιν ἢ εἰς ἀποστρατείαν ἐπὶ τραύματι ἐπενεχθέντι ἐν διατεταγμένῃ ὑπηρεσίᾳ καὶ λοιπά;
§378Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ μείνῃ ἀμετάβλητον τὸ ἄρθρον.
§379Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Προστιθεμένου ἴσως τοῦ ἑξῆς: «καὶ καταστήσαντι αὐτὸν ἀνίκανον πρὸς ἐργασίαν, πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του»· οὐχὶ δὲ ἁπλῶς, ἐὰν τραυματισθῇ τις ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἕνεκα τούτου τεθῇ εἰς ἀπόταξιν ἢ ἀποστρατείαν, ἐνῷ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ, ν’ ἀπαλλάσσηται ὁ ἀδελφός του. Τοῦτο δὲν πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς λόγος. Αἱ ἀπαλλαγαὶ πρέπει νὰ ἔχωσι σπουδαίους λόγους. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῶσι τὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, προστιθεμένου μόνον τούτου, ὅτι πρέπει νὰ καταστῇ καὶ ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν ὁ τραυματισθείς· δὲν ἀρκεῖ, ὅτι ἐτραυματίσθη δι’ αἰτίαν, ἥτις τὸν τιμᾷ· πρέπει καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ βοηθήσῃ τὴν οἰκογένειαν διὰ τῆς ἐργασίας του. Ἑτέραν παρατήρησιν ἔχω ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἐδαφίου θʹ, ὅπου λέγεται: «Οἱ εἰς τὰς ἀνωτέρω κατηγορίας ὑπαγόμενοι, ἅμα ἐκλείψωσιν οἱ λόγοι τῆς ἀπαλλαγῆς των, καὶ οἱ κληρωτοὶ τῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς, ἐὰν δὲν ἔχωσι διανύσει ἐν τῷ στρατῷ δεκαοκτάμηνον ὑπηρεσίαν, ὀφείλουσι νὰ προσέλθωσι πρὸς κατάταξιν κλπ.» Ἀλλαχοῦ ὁ νόμος λέγει «διετῆ ὑπηρεσίαν». Βεβαίως εἶναι ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τὴν περιορίσῃ εἰς δεκαοκτάμηνον, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο ἐκ τοῦ νόμου ἐπιβεβλημένον, δὲν καθιεροῦται ὁριστικῶς ἡ δεκαοκτάμηνος· δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀναβάλῃ τὴν πρόσκλησιν, ἢ νὰ δώσῃ ἄφεσιν τεσσάρων μηνῶν πρὸ τῆς λήξεως τῆς διετίας, ἀλλὰ δύναται καὶ νὰ μὴ τὸ πράξῃ. Τὸ κανονικὸν ἑπομένως εἶναι ἡ διετία. Πρέπει, ἐν ᾗ περιπτώσει διετίαν ὑπηρετοῦσιν οἱ κληρωτοὶ τῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς, νὰ ὑποχρεῶνται νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ αὐτοὶ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς διετίας.
§380Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου 33 ἐν παραγράφῳ τρίτῃ λέγει, ὅτι «τὰ ἐκ διαφόρων συζύγων τέκνα γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης ἀποτελοῦσιν ἰδίαν ἀδιαίρετον οἰκογένειαν, καὶ ἐξ αὐτῶν ἀπαλλάσσεται τὸ πρεσβύτερον». Ὁ ἰσχύων νῦν νόμος λέγει τὰ αὐτὰ ἐν ἐδαφίῳ εʹ, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ ἐν αὐτῷ καὶ ἑτέρα παράγραφος, λέγουσα, ὅτι «τὸ αὐτὸ ἐφαρμόζεται, καὶ ἂν ἀνὴρ τις ἀπέκτησεν ἐκ διαφόρων συζύγων τέκνα ἐξ αὐτῶν, ὁπότε ἀπαλλάσσεται τὸ πρεσβύτερον». Δὲν βλέπω διατὶ παρελείφθη ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ. Ὑποθέτω ὅτι ἔχει κἄποιον λόγον, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ, δὲν ὑπάρχει δὲ λόγος νὰ ἀπαλειφθῇ.
§381Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἀπαλλαγῶν.
§382Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Διατὶ νὰ ὑπάρχῃ λόγος ἀπαλλαγῆς κατὰ τὸ πρῶτον ἐδάφιον, καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ κατὰ τὸ δεύτερον, ἀφοῦ ὑπάρχουσιν αἱ αὐταὶ ἀκριβῶς περιστάσεις; Αἱ ἀπαλλαγαὶ ἔχουσιν ἕνα λόγον: νὰ ἀνακουφίσωσι τὰς οἰκογενείας τῶν στρατευσίμων ἐφ’ ὅσον ἔχουσιν ἀνάγκην προστασίας. Λοιπὸν, ἐὰν ὁ νομοθέτης ἤχθη εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ ἀπαλλάξῃ τὰ ἐκ διαφόρων συζύγων τέκνα γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἐδαφίου δʹ, ὑπάρχει ὁ αὐτὸς λόγος νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ ἐδαφίῳ δʹ καὶ ἡ παράγραφος ἡ παραλειπομένη τοῦ ἰσχύοντος νόμου.
§383Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι τώρα δὲν ἀπαλλάσσεται ὁ πρεσβύτερος. Ἡ πέμπτη παράγραφος τοῦ ἐδαφίου εʹ τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἔχει οὕτω: «Τὸ αὐτὸ ἐφαρμόζεται, καὶ ἂν ἀνήρ τις ἀπέκτησεν ἐκ διαφόρων συζύγων τέκνα, ὁπότε ἀπαλλάσσεται τὸ πρεσβύτερον.» Ἀλλ’ αὐτὰ δὲν εἶναι τέκνα γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, εἶναι τέκνα πατρὸς ζῶντος. Λοιπὸν σήμερον δὲν ἀπαλλάσσεται ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ζῶντος πατρὸς, καὶ διὰ τοῦτο ἡ διάταξις αὕτη παραλείπεται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου.
§384Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἶναι τέκνα γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης. Δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ ἐδάφιον αὐτό. (Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν δικαιολογεῖται, εἶναι ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τοῦ ἐδαφίου ηʹ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὡς πολὺ ὀρθῶς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει ν’ ἀπομακρυνθῶμεν τῶν διατάξεων τοῦ ἐδαφίου ηʹ· διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ἀδελφὸς τοῦ τεθέντος εἰς ἀπόταξιν συνεπείᾳ τραυμάτων, ἅτινα ἔλαβεν ἐν τῇ στρατιωτικῇ του ὑπηρεσίᾳ καὶ ἅτινα ἐνδεχόμενον νὰ κατέστησαν αὐτὸν ἀνίκανον πρὸς ἐργασίαν, ἔχει μείζονα δικαιώματα νὰ ἀπαλλαγῇ· διότι, ἐὰν ὁ ἀδελφός του ἀπέθνησκεν ἐν τῷ στρατῷ, δὲν θὰ εἶχε τίποτε περιπλέον παρὰ νὰ ὑποστῇ μίαν λύπην, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχε, διότι ἀπεβίωσεν ὁ ἀδελφός του· ἀλλ’ ἐὰν κατέστη ἀνίκανος, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν καὶ νὰ τὸν τρέφῃ. Ὑπάρχει λοιπὸν εἷς λόγος περιπλέον νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀπαλλαγήν. Ἀλλ’ ἐπίσης ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαλλάσσηται καὶ ὁ ἀδελφὸς ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀπεβίωσεν ἐν ἀναρρωτικῇ ἀδείᾳ. Ὅταν λέγωμεν, ὅτι ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀποθανόντος ἐν τῷ στρατῷ ἀπαλλάσσεται, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ μὴ ἀπαλλάσσηται καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀποθανόντος ἐν ἀναρρωτικῇ ἀδείᾳ, ἀφοῦ ἐξηκολούθει νὰ ἦναι στρατιώτης καὶ ἠσθένησεν ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἔπαθεν ἐν τῷ στρατῷ. Νομίζω ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει ν’ ἀπομακρυνθῶμεν τοῦ ἐδαφίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ περιληφθῇ καὶ ἐν τῷ νέῳ νόμῳ, ὡς ἔχει ἤδη ἐν τῷ ἰσχύοντι.
§385Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, εἶναι ἀληθῶς σοβαρώτατον καὶ σπουδαιότατον, διότι θίγει τὴν βάσιν τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιον τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν μέλλοντος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς σπουδαιότητος, τὴν ὁποίαν ἔχει, παρουσιάζει καὶ δυσχέρειάν τινα. Ἡ δυσχέρεια ἔγκειται ἐν τούτῳ ὅτι δὲν ἀποτελεῖ αὐτοτελές τι καὶ πλῆρες καὶ ἀνεξάρτητον σύνολον διατάξεων στρατολογικῶν. Εἶναι ὁρμαθὸς διατάξεων τροποποιουσῶν ἄλλας διατάξεις ἰσχυούσας. Τοῦτο δὲ παρουσιάζει δυσχερείας, διότι ἀπαιτεῖται προσεκτικὴ ἐξέτασις καὶ ἔρευνα καὶ συσχέτισις τῶν τροποποιουμένων διατάξεων πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ παραδεχθῶμεν σήμερον. Ἀλλ’ ἡ ἐξέτασις αὕτη ἀπαιτεῖ προσοχὴν, δὲν δύναται δὲ νὰ καταβληθῇ προσοχὴ, ὅταν ὁ ἐγκέφαλος ἦναι βεβαρημένος ἐξ ὑπερκοπώσεως πραγματικῆς· διότι εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς τετάρτης μ.μ. ὥρας, ἡ τρικυμία δὲ τῶν λόγων, ἥτις προηγήθη, κατεβάρυνε καὶ τὰ ὦτα καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν καὶ τὸν ἐγκέφαλον ἡμῶν. Νομοσχέδιον δὲ τόσον σοβαρόν, ὡς εἶναι τὸ προκείμενον, δὲν εἶναι ἀνεκτὸν νὰ συζητῆται «μεσονυκτίαις ποθ’ ὥραις, ὅτε δέδυκεν ἁ σελάνα καὶ αἱ πλειάδες». Διότι λέγει καὶ μία παροιμία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι «τῆς νύκτας τὰ καμώματα τὰ βλέπει ἡ ἡμέρα καὶ γελᾷ». Λοιπὸν πρέπει νὰ προσέξωμεν καὶ ἐν τούτῳ· μήπως, ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ νομοθετοῦντες, καὶ ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τοιοῦτον κάματον, νομοθετήσωμέν τι, διὰ τὸ ὁποῖον νὰ γελάσῃ αὔριον ὁ κόσμος, καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἴσως. Λοιπὸν καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς νομοθετικῆς ἡμῶν ἐργασίας, ἡ ὁποία εἶναι σπουδαιοτάτη, καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς ὑγείας ἡμῶν ἐπὶ τέλους, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντέχωμεν παραμένοντες μέχρι τῆς πρωΐας, πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε μὲ ἄρτιον τὸν ἐγκέφαλον, χωρὶς νὰ ἦναι βεβαρημένη καὶ ἡ ψυχὴ ἡμῶν ἀκόμη, νὰ συζητήσωμεν τὰς διατάξεις αὐτοῦ.
§386Π. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Δὲν ἀφίνετε μὲ τὰς ἐπερωτήσεις.
§387ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος ἔκαμεν ἐπερωτήσεις;
§388Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἐνδιαφέρει ποῖος ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, καὶ πόθεν προῆλθεν ἡ ἐπιμήκυνσις τῆς συνεδριάσεως· διότι, ἐὰν ἐρευνήσωμεν, θὰ εὕρωμεν, ὅτι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἐδόθη ἀφορμή. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει, εἶναι νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου.
§389Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἤθελε παρακαλέσει ἕνα τῶν συναδέλφων του νὰ κάμῃ τὴν πρότασιν ταύτην, ἴσως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς ἐπ’ αὐτῆς· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἠσχολήθη κυρίως ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ὑπέστη κάματον, καὶ ὅτι ὁ ἐγκέφαλός του εἶναι ἀνθηρότατος, διότι ὡμίλησε μετὰ τοσούτου πνεύματος, ὥστε δὲν ἀπέδειξε διόλου ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν πρώτην μετὰ τὸ μεσονύκτιον ὥραν. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο, δὲν ἐκούρασε διόλου τὸν ἐγκέφαλόν μας, παρακαλῶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§390Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε βεβαίως νὰ παραστήσῃ, ὅτι ὁ ἐγκέφαλος αὐτοῦ εἶναι τοιοῦτος, ὥστε δὲν ἀποκάμνει μετὰ τοιαύτην συζήτησιν καὶ μετὰ τοιαύτην ἐπιμήκυνσιν τῆς συζητήσεως. Τοῦτο βεβαίως τὸ παραδέχομαι· διότι ἐγὼ πρῶτος ἀναγνωρίζω τὴν νοημοσύνην τὴν ἔκτακτον, ὑπὸ τῆς ὁποίας εἶναι πεπροικισμένος ὁ κ. συνάδελφος. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ δῶρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡμεῖς οἱ ἄλλοι θνητοὶ δὲν τὸ ἔχομεν, καὶ ἐπειδὴ δὲν τὸ ἔχομεν, παρακαλῶ νὰ ἀναγνωρίσῃ εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἐκουράσθημεν ὑπερμέτρως, ὅτι ἡ ὥρα αὕτη εἶναι ἀκατάλληλος πρὸς συζήτησιν τόσον σοβαροῦ νομοθετήματος. Πρὸς ἀνταλλαγὴν εὐφυῶν λόγων καὶ πνευματωδῶν φράσεων ἴσως εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα, ἀλλὰ πρὸς συζήτησιν νομοσχεδίου τοιούτου βεβαίως δὲν εἶναι.
§391ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συναινέσῃ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διότι, ἐὰν ὑποθέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι παρετάθη πολὺ ἡ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως συζήτησις, νομίζω ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ μὴ καταλογίσῃ τὴν παράτασιν ταύτην εἰς ἡμᾶς· διότι εἶναι φανερόν, ὅτι ἡ συζήτησις ἡ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως προεκλήθη οὐχὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λοιπὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ αἰτιᾶται ἡμῶν, οἵτινες ἀπὸ τῆς τετάρτης ὥρας παρακαθήμεθα ἐνταῦθα, καὶ μάλιστα δύναμαι νὰ εἴπω, — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς,— ὅτι πρῶτοι ἡμεῖς ἤλθομεν σήμερον τὴν 4ην ὥραν, ἐνῷ οὐδεὶς ἦτο παρὼν ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως, οὐδὲ οἱ κύριοι Ὑπουργοί!
§392Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦναι εἰλικρινὴς ἡ παράκλησις τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, ἑνώνω καὶ τὴν ἐμὴν παράκλησιν (ἱλαρότης).
§393Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ δέον νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 4, ἂς ψηφισθῇ τοῦτο καὶ τὸ ἄρθρον 5, καὶ ἂς λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§394ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 κατετέθησαν τροπολογίαι τῶν κ. κ. Ἀγγελοπούλου καὶ Μονοκρούσου, Βρυώνη καὶ Ραφτοπούλου. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 106). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§395ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Εἰς τὴν παράγραφον βʹ τοῦ ἄρθρου τούτου φρονῶ ὅτι δέον νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις τοιαύτη, ὥστε ἅπαντες οἱ ἀπαλλασσόμενοι δυνάμει τῶν ἐδαφίων αʹ, βʹ καὶ γʹ τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ὡς τροποποιεῖται διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, νὰ πέμπωνται εἰς τὴν ἐφεδρείαν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, καὶ οὐχὶ ἄλλοι μὲν εἰς τὴν ἐφεδρείαν καὶ ἄλλοι εἰς τὴν ἐθνοφρουράν, διότι οὐδεὶς λόγος σοβαρὸς συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς διαιρέσεως τῶν ἀπαλλασσομένων εἰς δύο κατηγορίας καὶ τῆς παραπομπῆς τόσον μεγάλου ἀριθμοῦ νέων ἀνδρῶν εἰς τὴν ἐθνοφρουράν, μὴ δυναμένων νὰ κληθῶσιν εἰς ἀσκήσεις, καὶ ἑπομένως ἀχρήστων καὶ ἐν ἐπιστρατείᾳ καὶ ἐν πολέμῳ, ἐνῷ πάντες οὗτοι, καλούμενοι εἰς ἀσκήσεις καὶ ἐγυμναζόμενοι, ἠδύναντο ἐν πολέμῳ νὰ χρησιμεύσωσι.
§396ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§397Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, βλέπω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει συμμερισθῆ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄρτιον, εἶναι τέλειον, ἑπομένως οὐδεμίαν ἐπιρροὴν ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἀσκήσῃ ἡ γνώμη μου. Τοῦτο μόνον θέλω παρακαλέσει ὑμᾶς, νὰ εὐαρεστηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν μιᾶς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑποβάλει ἐπὶ τριῶν σημείων. Προτείνω νὰ περιορισθῇ τὸ ποσὸν τῶν ἀντισηκωμάτων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ πτωχοὶ νὰ πληρώνουν τὸ ποσὸν αὐτό· ἄλλως οἱ μὲν πλούσιοι δὲν θὰ ὑπηρετῶσιν, οἱ δὲ πτωχοὶ θὰ ὑπηρετῶσιν. Ἐπίσης νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ πρωτότοκοι καὶ ὁ μόνος υἱός. Οὐδὲν ἄλλο.
§398ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 1 καὶ 20′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).