1904.02.17
1,425 rows · 11,013 words · 56 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
τῆς 17 Φεβρουαρίου 1904.
(Τρίτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐξ Ἀμφίσσης, ἐκφράζον εὐχὴν κατοίκων αὐτῆς νὰ μὴ ἐπιβληθῇ οὐδεὶς φόρος ἐπὶ πλέον τῶν ὑπαρχόντων. Ἕτερον τηλεγράφημα κατοίκων Ἀμφίσσης, ἀγγέλλον ὅτι «ἀπόπειρα γενομένη πρὸς συγκρότησιν συλλαλητηρίου ὑπὸ ἀντιπάλων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέτυχεν, ἀποδοκιμασθεῖσα.» Κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἀσπροπύργου τοῦ δήμου Φυλῆς δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι νὰ περιφραχθῇ ἡ σῆραγξ, δι’ ἧς συνδέονται ὑπογείως τὰ ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ Δ. Σούτσου ἀνορυχθέντα ἐν τῷ Θριασίῳ φρέατα, καὶ οὕτω τὸ εἰς τὴν θάλασσαν ἐκρέον ὕδωρ νὰ χρησιμοποιήσωσι πρὸς ποτισμὸν τῶν περιβολίων των, διότι πρὸ τῆς ἀνορύξεως τῶν τοιούτων φρεάτων εἶχον ἄφθονον ὕδωρ, τὸ ὁποῖον ἐστερήθησαν μετὰ τὴν ἀνόρυξιν, καταστραφέντων οὕτω τῶν κτημάτων των. Τέσσαρες καταστηματάρχαι ἐν Πάτραις δι’ ἀναφορᾶς των παραπονοῦνται κατὰ τοῦ δημάρχου Πατρέων, ὡς ἐνοικιάσαντος τὰ καταστήματα τῆς δημοτικῆς Ἀγορᾶς παρανόμως. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Πρεβέντης τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας ζητοῦσι δι’ ἀναφορᾶς των ν’ ἀναγνωρισθῇ αὐτοῖς ἡ κυριότης ἐπὶ τοῦ ὁμωνύμου δάσους. Οἱ ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους γραμματισταὶ δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως διὰ νομοθετήματος γείνωσι συντάξιμοι. Ὁ λαὸς Φιλιατρῶν, συνελθὼν ἐν συλλαλητηρίῳ, ἐκφράζει τὴν εὐχὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπεκταθῇ ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Κυπαρισσίας μέχρι Γαργαλιάνων. Ὁ ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ Αἰγίνης κατάδικος Γεώργ. Σαρρῆς δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξαιτεῖται νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις. Ἐπιτροπὴ κατοίκων Λαμίας δι’ ἀναφορᾶς της παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἀνασταλῇ ἐπὶ δίμηνον ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Οἱ ἐν Καλάμαις, Σπάρτῃ, Τριπόλει καὶ Ἀθήναις ἐμποροβιομήχανοι τῆς μετάξης δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιβάλῃ φόρον τοὐλάχιστον δύο δραχμῶν ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων κουκουλίων. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πετρίδης.
§2Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Προκειμένου κατ’ αὐτὰς νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ εἰσαχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργόν, ἵνα εὐαρεστούμενος προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα ποία θὰ ἦναι ἡ κατάστασις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ εἰσαχθέντος νομοσχεδίου, εἰδικώτερον δὲ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ καταρτισθῇ πίναξ, εἰς ὃν νὰ περιλαμβάνωνται ὀνομαστὶ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἅτινα θέλουσιν ὑποβιβασθῆ εἰς γραμματοσχολεῖα καὶ γραμματεῖα. Προσέτι δὲ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσον προσωπικὸν θέλει ὑπηρετεῖ εἰς ἕκαστον δημοτικὸν σχολεῖον, ἤτοι πόσοι πρωτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι, πόσοι δευτεροβάθμιοι καὶ πόσοι τριτοβάθμιοι, διότι τοῦτο θέλει ἀποτελέσει τὸ κάτοπτρον τῆς ἐπιζητουμένης νέας καταστάσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐξ οὗ θέλει καταδειχθῆ, εἰς ποῖον σημεῖον θέλει περιέλθει ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Φρονῶ ὅτι ὁ καταρτισμὸς τοῦ ζητουμένου πίνακος δὲν θὰ ἦναι δυσχερής· θ’ ἀπαιτήσῃ βεβαίως χρονικὸν διάστημα, ἀλλὰ διὰ τοῦτο σπεύδω ἀπὸ τοῦδε νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ νὰ ἄρξηται ἡ προσήκουσα ἐργασία, ὅπως ἐν καιρῷ προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ πίναξ οὗτος, ὅστις πολὺ θέλει φωτίσει καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, προκειμένου περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, — διότι περὶ καταργήσεως πρόκειται, καὶ οὐχὶ περὶ τροποποιήσεως, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περὶ καταργήσεως νόμου, ὅστις τόσον ἐπωφελῶς ἐλειτούργησε κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ.
§3ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας.
§4Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§5Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω σημείωμα εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καρυστίας κ. Στεφανίδου. Ἐπίσης σημείωμα εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσήνης Βουλευτοῦ περὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Οἰχαλίας. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας βουλευτοῦ κ. Κοκκέβη περὶ γεφύρας τινὸς ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Λάδωνος τῆς Γόρτυνος. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὀλυμπίας βουλευτοῦ κ. Μοσχούλα περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν Τριπόλεως–Πύργου κλπ. Ἐπίσης σημείωμα εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Καραπάνου. «Σύγκρισις δαπανῶν συντηρήσεως κλπ.»
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Βοζίκης κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τοῦ 1903.» Ὁ κύριος Κολιᾶτσος ἔχει τὸν λόγον.
§7ΙΣΙΔ. ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κύριε Πρόεδρε, κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐξέδωκε διακήρυξιν μειοδοτικοῦ διαγωνισμοῦ πρὸς προμήθειαν 30,000 περίπου δεσμίδων σιγαροχάρτου, ὅσον δηλαδὴ ποσὸν ἀναγκαιοῖ διὰ τὸ Μονοπώλιον. Ὁ διαγωνισμός, προκηρυχθεὶς διὰ τὴν 1 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, διεξήχθη συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως, δηλονότι ἐνώπιον τῆς ἐπὶ τούτῳ ὁρισθείσης ἐπιτροπῆς, περὶ τῶν μελῶν τῆς ὁποίας διαλαμβάνει ἡ διακήρυξις· προσθέτως δὲ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, διὰ νὰ λείψωσι τὰ παράπονα τῶν καπνοπωλῶν διὰ τὴν παρατηρουμένην κακὴν ποιότητα τοῦ σιγαροχάρτου, κατήρτισεν ἐπιτροπήν, ἀποτελουμένην ἐκ δώδεκα ἐν Ἀθήναις καπνοπωλῶν, ἵνα ἀποφανθῇ περὶ τῆς ποιότητος τῶν ὑποβληθέντων εἰς αὐτὴν δειγμάτων σιγαροχάρτου. Πρὸς τούτοις ἐγένετο καὶ χημικὴ ἀνάλυσις ὑπὸ τῶν χημικῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξ ἧς προέκυψεν, ὅτι τὰ μὲν γαλλικὰ σιγαρόχαρτα εἰσὶ πάντως ὑπέρτερα κατὰ ποιότητα, ἀλλὰ ταῦτα ἡ ἐπιτροπὴ τῶν καπνοπωλῶν κατ’ ἀρχὴν ἀπέρριψε, διότι ἐθεώρησεν αὐτὰ ἐντελῶς ἀκατάλληλα διὰ τὰ ἑλληνικὰ καπνά. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἀφοῦ ἅπαξ τὰ σιγαρόχαρτα τῆς γαλλικῆς προελεύσεως, καίτοι ὑπέρτερα κατὰ ποιότητα, ἀπέκρουσε, λόγῳ τοῦ ἀκαταλλήλου αὐτῶν, περιωρίσθη νὰ κρίνῃ μόνον τὰ σιγαρόχαρτα τὰ προερχόμενα ἐξ ἐργοστασίων αὐστριακῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν δειγμάτων αὐτῶν ἡ ἐπιτροπὴ μόνον 4 δείγματα ἐξέλεξεν, ἡ δὲ χημικὴ ἀνάλυσις μόνον 2 ἐξ αὐτῶν παρεδέχθη, τὰ δείγματα δηλονότι τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν ἐργοστασίων τοῦ Σμὶθ καὶ Μενιὲ καὶ τοῦ Ὀλλεσάουερ. Ἀλλ’ ἐκ τῶν δύο τούτων προσφορῶν προκύπτει, κύριοι Βουλευταί, μία πολὺ μεγάλη διαφορὰ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἐκ 2 φράγκων χρυσῶν περίπου ἀνὰ δεσμίδα, ἤτοι ποσὸν ἐν ὅλῳ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐκ φράγκων χρυσῶν 60,000 ἢ δραχμῶν 100,000. Κατὰ τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως, καὶ εἰδικῶς κατὰ τὸ ἄρθρον 11 αὐτῆς, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὴν κατακύρωσιν μέχρι τέλους τὸ πολὺ τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, διότι ῥητὴ ἀναγράφεται ἐν αὐτῇ ἡ τοιαύτη τοῦ Ὑπουργοῦ ὑποχρέωσις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ παρῆλθεν ἔκτοτε ἱκανὸν χρονικὸν διάστημα, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μέχρι σήμερον δὲν ἐνέκρινε τὸν γενόμενον μειοδοτικὸν διαγωνισμόν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὸν σχετικὸν φάκελον, τὸν περιέχοντα τὰς ἐκθέσεις τῶν πραγματογνωμόνων καὶ τὰς τῆς χημικῆς ἀναλύσεως, ὡς καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου, καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἐνέκρινε μέχρι σήμερον τὴν μειοδοσίαν, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον, ὅτι προκύπτει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὠφέλεια 100,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Λέγω δὲ κατ’ ἔτος, διότι ἡ προσφορὰ ἐγένετο δι’ ἓν ἔτος, κατὰ τοὺς σχετικοὺς τῆς διακηρύξεως ὅρους.
§8Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ. Παρακαλῶ ὅμως αὐτὸν, καθὼς καὶ τὴν Βουλὴν, νὰ μοὶ παράσχῃ πρὸς τοῦτο ὀλίγον χρόνον, διότι τὸ ζήτημα εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμὲς, τὸ θέμα δὲ τοῦτο σχετίζεται πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γκότσης ἔχει τὸν λόγον.
§10Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ἡμερῶν, ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τινὸς τῶν κυρίων Βουλευτῶν, διεβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι ἔδωκε διαταγὰς πρὸς τὰς ταμιακὰς ἀρχὰς νὰ δέχωνται καὶ ἐκπροθέσμους πληρωμὰς τῶν φόρων, ἄνευ προσθέτων τελῶν καὶ τόκων, ἐφ’ ὅσον ἤθελε βεβαιωθῆ, ὅτι οὐχὶ ἐκ πταίσματος τῶν ὀφειλετῶν ἐβράδυνεν ἡ πληρωμή. Πολλοὶ ἐκ Πατρῶν μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι ἐμπροθέσμως ἐζήτησαν νὰ καταβάλωσι τὸν φόρον των, ἀλλ’ ὁ ταμίας δὲν ἐδέχθη αὐτοὺς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἐστερεῖτο διπλοτύπων, ὅτε δὲ μετά τινας ἡμέρας ἐπανῆλθον, ἵνα πληρώσωσιν, ὁ κ. ταμίας ἐζήτησε νὰ ἐπιβαρύνῃ αὐτοὺς καὶ διὰ προσθέτων τελῶν καὶ τόκων. Φρονῶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἄδικον, καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς καὶ ὁδηγίας, ὅπως μὴ ἀδικηθῶσιν οἱ φορολογούμενοι οὗτοι, ἀφοῦ ἡ καθυστέρησις δὲν προῆλθεν ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτῶν.
§11Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἀληθές, ὅτι, ὅτε τοιοῦτον μοὶ ὑπεβλήθη ἐρώτημα, ἀφορῶν ἐκείνους τοὺς φορολογουμένους, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα ὑπαιτιότητος τῆς ὑπηρεσίας δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πληρώσωσιν ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου, ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ διατάξω τὰ ἁρμόδια ὄργανα ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως νὰ δεχθῶσι καὶ ἐκπροθέσμους πληρωμάς, ἄνευ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ προσθέτου τέλους, ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἔπταιε διὰ τὴν καθυστέρησιν. Τὴν διαταγὴν ἔδωκα πρὸς πάντας τοὺς ταμίας. Εἴς τινα ταμεῖα ἐξηκολούθησεν ἡ εἴσπραξις καὶ ἐπί τινας ἡμέρας τοῦ Φεβρουαρίου. Μετὰ ταῦτα διεκόπη ἡ ὑπὸ τοιούτους ὅρους εἴσπραξις, διότι ὑπελήφθη, ὅτι ἐτελείωσαν αἱ πληρωμαί· ἀλλ’ ἔκ τινων ταμείων μοὶ ἀνηγγέλθη, ὅτι δὲν ἐπετεύχθη τελείως ἡ εἴσπραξις, ἕνεκα ἐλλείψεως εἰσπρακτόρων. Διὰ τοῦτο ἐσκεπτόμην νὰ ὑποβάλω αὔριον νομοσχέδιον, δι’ οὗ θέλει ἐπιτραπῆ εἰς τοὺς ὀφειλέτας νὰ πληρώσωσι μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Μαρτίου, ἄνευ προσθέτου τέλους καὶ ἄνευ τόκου.
§12Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεὶς εἰσπράκτωρ ὑπῆρχε, καὶ ἕνεκα τούτου οὐδεὶς φορολογούμενος ἠδυνήθη νὰ πληρώσῃ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φίλιος ἔχει τὸν λόγον.
§14Ι. ΦΙΛΙΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§15Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Δὲν γνωρίζω — καὶ τὸ βεβαιῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ — ἐὰν ὁ κύριος νομάρχης Λαρίσης ἐνήργησε καθ’ ὃν τρόπον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξέθηκε πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ νόμιμον ἢ ἔκνομον τῶν ἐνεργειῶν τοῦ νομάρχου ἐπαφίημι τελείως εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐγὼ ἓν μόνον λέγω, ὅτι ὁ κ. Σιβιτανίδης εἶχεν ἐγκρίνει, ὡς νομάρχης, τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν τεσσάρων δήμων, καθ’ ὅσον γνωρίζω· μετὰ τὸν κ. Σιβιτανίδην, ἀπελθόντα τῆς Λαρίσης, ἐνομάρχευσεν ὁ γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας κ. Μαλοκίνης, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωρίζει καλῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, φιλίως πρὸς ἐμὲ δὲν διάκειται, καὶ ὁ ὁποῖος ἐνήργησεν ὅ,τι ἐνόμισεν ὅτι τῷ ἐπέβαλλε τὸ καθῆκον· ἵνα δὲ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐνήργησε κατὰ συνείδησιν, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ ἀντίγραφα τῶν μεταρρυθμισθεισῶν ἀποφάσεων τοῦ κ. Σιβιτανίδου. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ δώσω εἰκόνα τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὸν κύριον Μαλοκίνην νὰ προβῇ εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν τεσσάρων τούτων δήμων. Ἀκούσατε, Κύριοι, τί μοὶ γράφουσιν ἐκ Λαρίσης περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑνὸς τῶν δήμων, τοῦ δήμου Ἀρμενίου, — καὶ ὁμιλῶν περὶ τοῦ δήμου Ἀρμενίου, ὁμιλῶ ὄχι διὰ δῆμον μικρόν, ἀλλὰ δι’ αὐτὴν ἰδίᾳ τὴν πρωτεύουσαν αὐτοῦ, περὶ τῆς ὁποίας ἰδιάζουσαν μέριμναν λαμβάνει ὁ κ. δήμαρχος. — Θὰ ἴδητέ τι, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ προξενήσῃ ὑμῖν ἔκπληξιν. Ἀκούσατε τίνα προϋπολογισμὸν ὑπέβαλεν ὁ δήμαρχος. — Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν συνήθων ἐξόδων. — Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Ἔκτακτα ἔξοδα δραχμαὶ 1,000. Ἔξοδα παραστάσεως τοῦ δημάρχου δραχμαὶ 1,000. Ἁμαξαγώγια νομάρχου δραχμαὶ 300...»
§16ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἁμαξαγώγια νομάρχου!
§17Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Μάλιστα· εἶναι ἐπίσημον, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ καὶ καταθέσῃ ἀντίγραφον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου, διὰ νὰ ἐκπλαγῆτε ἀκόμη περισσότερον. Ἀλλ’ ἀκούσατε καὶ τὴν συνέχειαν (ἀναγινώσκει): «Ἔξοδα δημοτικοῦ ταχυδρομείου — καὶ σημειώσατε ὅτι τὸ ταχυδρομεῖον εὑρίσκεται ἐντὸς τοῦ χωρίου, διότι τὸ χωρίον εἶναι σταθμὸς σιδηροδρομικός—δραχμαὶ 760. Ἔξοδα δενδροκομίας, —δενδροκομίας διὰ τὸ χωρίον Γκερλῆ, περιλαμβάνον ἐνενήκοντα μόνον οἰκογενείας! — πόσα παρακαλῶ; 2,000 δραχμαί! Διὰ καλλωπισμὸν — μάλιστα, κύριοι συνάδελφοι, διὰ καλλωπισμὸν εἰς τὸ χωρίον Γκερλῆ! — δραχμαὶ 4,000. Δι’ ἀπόρους φοιτητὰς δραχ. 2,500. Διὰ βοηθήματα ἀπόρων δραχμαὶ 1500. Διὰ μαίας δραχμαὶ 840. Διὰ κλητῆρα δραχ. 180. Καὶ διὰ γεφύρας καὶ ὑπονόμους δραχμαὶ 4,000.» Αὐτή, Κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. συνάδελφος εἶναι ἄξιος τῆς εὐγνωμοσύνης μου, διότι μὲ προεκάλεσε νὰ ὁμιλήσω. Ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ὁ νομάρχης, μεταρρυθμίσας τοιοῦτον προϋπολογισμόν, ἀπόκειται εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε.
§18Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου Ἀρμενίου, ἀλλ’ ἐγὼ ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς προϋπολογισμοὺς τεσσάρων δήμων, ἐν οἷς καὶ τὸν τοῦ δήμου Ἀρμενίου.
§19Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἐγώ, ἐξ ὅσων εἴπετε λαβὼν ἀφορμήν, ὡμίλησα περὶ τοῦ δήμου Ἀρμενίου. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τοὺς προϋπολογισμούς, περὶ ὧν ὡμιλήσατε, θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§20Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐγὼ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τεσσάρων δήμων. Ὁ κ. συνάδελφος ἐπιμένει μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Ἀρμενίου. Ἐὰν τὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἐζητοῦντο διὰ δενδροκομίαν, ἦσαν ὑπερβολικὰ, καὶ περιωρίζετο ὁ κύριος νομάρχης εἰς τὸ νὰ περικόψῃ τὰ κονδύλια ἐκεῖνα, τίς θὰ ἐτόλμα ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ψέξῃ τὸν κύριον γραμματέα τῆς Νομαρχίας διὰ τὴν πρᾶξίν του ταύτην; Ἀλλ’ ἐνῷ ἐγὼ ἀνέφερα, ὅτι εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τεσσάρων δήμων περιέκοψε τὰ ἔξοδα τοῦ δημογραμματέως καὶ τῶν βοηθῶν του καὶ τὰ τοῦ φωτισμοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον, ὡς καὶ διὰ τὴν καθαριότητα, ἀφῆκε 400 μόνον δραχμάς, ἔρχεται σήμερον ὁ κύριος συνάδελφος νὰ συναρπάσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς διὰ τῶν κονδυλίων καλλωπισμοῦ τοῦ δήμου Ἀρμενίου! Πιθανὸν οἱ προϋπολογισμοὶ νὰ ἦσαν ὑπερβολικοὶ καὶ ἔπρεπε νὰ περικοπῶσιν· ἀλλ’ ἐὰν εἰς τοῦτο ἤθελε περιορισθῆ ὁ κύριος νομαρχῶν, αἱ πράξεις του θὰ ἦσαν ἄξιαι ἐπαίνου. Ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι οὗτος ἠθέλησε νὰ ἐνασκήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκλήθη νὰ ἐνασκήσῃ, ἀλλ’ ἐκλήθη ἵνα ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους. Ἀφοῦ ἅπαξ οἱ κύριοι νομάρχαι Λαρίσης ἐνέκριναν τοὺς προϋπολογισμούς, δὲν ὤφειλε διὰ τοιαύτης ὁδοῦ ὁ κ. νομαρχῶν νὰ φθάσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ φθάσῃ· ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἠδύνατο ν’ ἀποφανθῇ ὁ Ὑπουργὸς ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τοῦ νομάρχου, ὁ ὁποῖος ἐνέκρινε προϋπολογισμοὺς ψευδεῖς, καὶ οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας ὁ γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας ν’ ἀνακαλῇ ἀποφάσεις, ἀναιρῶν καὶ νόμους καὶ καθεστῶτα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι συζήτησις ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, συνεπείᾳ συζητήσεως προκληθείσης χθὲς κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ».
§22Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε δύο λέξεις ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Δὲν ἀπορῶ, ὅτι χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅπου ἀναγράφονται πάντα τὰ συζητητέα θέματα, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, στηριζόμενος εἰς τὰ χθεσινὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, λέγει ὅτι ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως σήμερον εἶναι ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Στηρίζομαι εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§24Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι δὲν συνηθίζω ποτὲ νὰ λεπτολογῶ ἐπὶ τῶν ἐπουσιωδῶν καὶ νὰ στηριχθῶ ἁπλῶς εἰς τὸ ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις δὲν περιέχει αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· αὐτὴ ἡ ἀπόφασις βεβαίως ὑπάρχει, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐν πάσῃ περιπτώσει δύναται νὰ τὴν μεταβάλῃ, ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτου παρεμπίπτοντος, καὶ δὴ περὶ τῆς σειρᾶς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντα αὐτῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἔχω ἀπορίαν τινὰ, ἣν ἐπεθύμουν, ἐν τῇ ἄκρᾳ εὐλαβείᾳ, ἣν ἔχω οὐ μόνον πρὸς τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ πρὸς μίαν ἑκάστην τῶν μεγάλων αὐτῆς μερίδων, νὰ ἴδω λυομένην. Δὲν θεωρῶ ἀδικαιολόγητον ὅλως τὴν πρόκλησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ χθεσινῇ συζητήσει καὶ τῇ σφοδρότητι, μεθ’ ἧς διεξάγονται τοιαῦται συζητήσεις, ἔκαμε, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ὅταν ἐπαναλαμβάνωνται λόγοι περὶ τῶν οἰκονομικῶν σχεδίων τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ, εὔλογον εἶναι ν’ ἀναφερθῇ παρατήρησις εἴτε τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἴτε ἄλλου, καὶ νὰ εἴπῃ τις ἐπὶ τέλους: «συζητήσατε λοιπὸν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα τὰ πάντα ἐκθέσητε πλέον ἅπαξ διὰ παντός». Οὕτω καὶ συνέβη ἀληθῶς, ὡς νὰ ἔρριπτεν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ χειρόκτιον πρὸς μέγα τμῆμα τῆς Βουλῆς ταύτης, καὶ τὸ τμῆμα τοῦτο ἀπεδέχθη τὴν πρόκλησιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πιστεύω οὐδεὶς νὰ ἦναι ἐπιλήσμων τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς ἐργαζόμεθα, καὶ νομίζω ὅτι πᾶσα ἐργασία τῆς Βουλῆς, καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν. Συζητοῦμεν, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ λέγομεν ὅτι σπουδαίως συζητοῦμεν περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀφηρέθη πᾶσα ἐξάρτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐκ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως τῶν ὡρισμένων, αἴφνης λέγομεν «ἂς συζητήσωμεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως»...
§25Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἀφῃρέθη πᾶς δεσμὸς τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὰ οἰκονομικὰ μέτρα;
§26Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ ἴδητε. Λέγομεν αἴφνης «νὰ συζητήσωμεν πρὸ τῆς συζητήσεως περὶ τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως». Τί ἐστὶ τὸ συζητεῖν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν μιᾶς Κυβερνήσεως; Εἶναι τὸ συζητεῖν τὰ πάντα. Λοιπὸν τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης πρέπει νὰ μένῃ κεκλεισμένον ἐντελῶς μέχρις ὅτου συζητηθῶσιν οὐ μόνον ὅλα τὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ καὶ ὁ Προϋπολογισμός! Λοιπὸν θὰ προταχθῇ προκαταρκτικὴ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ κατόπιν πάλιν γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀκόμη συζήτησις ὅλων τῶν νομοσχεδίων προκαταβολικῶς, πάντων τῶν νομοσχεδίων, ὅσα συνδέονται μὲ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως! Ποῖος ἐμποδίζει ἢ ποῖος δύναται νὰ ἐμποδίσῃ, ὅπως πᾶς τις λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκαταβολικῆς ταύτης συζητήσεως, ἵνα τὰ πάντα λυθῶσι πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν σκέψιν περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης; Καὶ ποίαν ἐντύπωσιν θὰ ἐμποιήσωμεν εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὁμοφύλους ἡμῶν, ὅταν ἀνακοινώσωμεν εἰς αὐτούς: «Κύριοι, ἡσυχάσατε· ἡμεῖς θὰ συζητήσωμεν πρότερον ὅλα μας τὰ συμφέροντα τὰ οἰκονομικὰ, καὶ εἶτα θέλομεν σκεφθῆ περὶ ἐθνικῆς ἀμύνης! Σεῖς οἱ σφαζόμενοι παρακαλέσατε, ἐὰν θέλητε, τοὺς κυρίους Βουλγάρους νὰ μᾶς περιμένουν»! Καὶ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος: «πῶς δὲν σχετίζεται τὸ νομοσχέδιον καὶ πῶς ἀφῃρέθη ὁ δεσμὸς μὲ τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια;» Καὶ ἐγὼ ἀπορῶ, πῶς σχετίζεται, κατὰ τὸν κ. συνάδελφον, τώρα, ὅτε δὲν πρόκειται πλέον περὶ εἰδικοῦ πόρου, ἀμέσως χρησιμοποιουμένου διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, οἷος ἦτο ὁ πρόσθετος ἐπὶ τοῦ σίτου φόρος, ἀλλὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης θὰ λαμβάνῃ ἤδη ποσοστὸν ἐκ τοῦ συνόλου τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Καὶ ὑπενθυμίζω, Κύριοι, ὅσα εἶπον, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ ἐπιτάξεως ἢ προτάξεως τῶν νομοσχεδίων τῶν στρατιωτικῶν. Εἶπον τότε, ὅτι τὰ Κράτη πράττουσιν ἀντιστρόφως παρ’ ὅ,τι τὰ ἄτομα, διότι τὰ Κράτη κατ’ οὐσίαν ὑπολογίζουσι πρῶτον τὰς ἀνάγκας, αἵτινες ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὰ, καὶ κατόπιν τὸ πόθεν θ’ ἀντλήσωσι τοὺς πόρους. Καὶ ἀδιάφορον, τίς ἡ τάξις τῆς συζητήσεως. Παρ’ ἡμῖν ἀληθῶς ἐγένετο δεκτὸν, ὅτι συζητοῦνται πρῶτον τὰ ἔσοδα ἐν τῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ κατόπιν τὰ ἔξοδα, ἀλλὰ κατὰ θεωρίαν βεβαίως λογικὴν καὶ κατ’ οὐσίαν τὰ Κράτη δὲν σκέπτονται ὅπως τὰ ἄτομα. Προτάσσουσι τὰς ἀνάγκας, διότι ὑποτίθεται, ὅτι τὰ μέσα αὐτῶν δὲν εἶναι περιωρισμένα ὑπὸ ἀνυπερβλήτων ὁρίων, ὅπως εἶναι τὰ οἰκονομικὰ μέσα τῶν ἀτόμων. Ὑποτίθεται, ὅτι ἓν Κράτος δύναται νὰ προσφύγῃ ἐν μιᾷ ἐκτάκτῳ στιγμῇ καὶ ἀνάγκῃ εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν πολιτῶν του, καὶ ἑπομένως νὰ εὕρῃ πόρους, τοὺς ὁποίους ἄνευ τῶν ἀναγκῶν ἐκείνων δὲν ἤθελε κρίνει σκόπιμον νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν πολιτῶν. Καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρέπει πάντοτε ἴσως νὰ χρησιμεύῃ ὡς κανὼν, ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ σήμερον πρωτίστως παρ’ ἡμῖν, ὅτε πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Θὰ ἦτο ἀληθῶς ἀπαίσιον καὶ ἀπελπιστικὸν, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει κἄν ἀνάγκη, τὸ νὰ δηλώσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν σύμπαντα, ὅτι θὰ ἐξετάσωμεν προηγουμένως, ἂν ἔχομεν δύο ἢ τρία ἑκατομμύρια νὰ θυσιάσωμεν διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ τότε νὰ ψηφίσωμεν αὐτό. Ἔπρεπεν ἀπ’ ἐναντίας νὰ προτάξωμεν τὴν ψήφισιν αὐτοῦ καὶ ν’ ἀφήσωμεν ἐξυπακουόμενον, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς σύμπας ἢ τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν δὲν θὰ δειλιάσῃ διὰ 3 ἑκατομμύρια, ἀφοῦ σπαταλᾷ μυριάδας ἑκατομμυρίων εἰς ἄλλα, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζομεν. Ἀλλ’ ὅπως εἶχε πρὶν τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐγὼ αὐτὸς εἶχον παρακαλέσει ἁπλῶς, χωρὶς βεβαίως νὰ μεμφθῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ προβῇ κανονικῶς, διότι, ὡς εἶχε πρὶν, ὡρισμένος φόρος, μήπω ψηφισθεὶς, ὡρίζετο ὡς ὁ πρῶτος πόρος τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ ὁπωσδήποτε προεδικάζετο ὁ φόρος, προεδικάζετο ἠθικῶς, διότι ἔλεγε τότε τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ὁ πρῶτος πόρος τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης θὰ ἦναι ὁ πρόσθετος φόρος ἐπὶ τοῦ σίτου, φόρος μήπω ψηφισθείς. Τοῦτο βεβαίως ἦτο πρωθύστερον καὶ οὐχὶ κανονικόν. Ἀλλὰ σήμερον ποία μεταβολὴ ἐγένετο; ἀκριβῶς ἐγένετο ἐκείνη ἡ μεταβολὴ, ἡ ὁποία ἥρμοζε νὰ γείνῃ. Δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς προϋποτιθεμένης ἢ τῆς ἐνδεχομένης νέας φορολογίας, τῆς προσθέτου· ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἡ ψήφισις αὐτοῦ δὲν προϋποθέτει ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀντληθῇ ἐξ οὐδενὸς εἰδικοῦ πόρου ἡ διατήρησις αὐτοῦ τοῦ ταμείου. Τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης θὰ ἀντλῇ τὴν ζωήν του ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐκ τοῦ ταμείου τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἐὰν προσδιορίζηται εἷς κλάδος ἐσόδων, ὁ τῶν τελωνιακῶν, τοῦτο γίνεται διὰ τὴν ταχυτέραν εἴσπραξιν, διότι πρόκειται τὰ χρήματα αὐτὰ, τὰ ἐκ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· ἀλλὰ φυσικῷ τῷ λόγῳ θὰ προκύψῃ ἔλλειμμα. Λοιπὸν περὶ τῆς πληρώσεως τοῦ ἐλλείμματος θὰ γείνῃ κατόπιν σκέψις· οὐδὲν προδικάζεται. Ἀλλὰ σήμερον τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης προδικάζει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πᾶσαι αἱ μερίδες ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἀνακηρύττουσιν, ὅτι οὐδεὶς ἀντιλέγει κατὰ τῆς συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Καὶ λοιπὸν, ἀφοῦ οὐδεὶς ἀντιλέγει, μήπως πρόκειται τὸ ταμεῖον τοῦτο νὰ διατηρηθῇ ἐξ ἄλλων πόρων παρὰ ἐκ τῶν πόρων, ἐκ τῶν ὁποίων πληροῦνται καὶ ἅπασαι αἱ ἄλλαι ἀνάγκαι τοῦ Κράτους; Καὶ πῶς δυνάμεθα, Κύριοι, νὰ εἴπωμεν, ὅτι θὰ ἐξετάσωμεν τὰ οἰκονομικὰ μέσα ἡμῶν προηγουμένως, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν τὰ μέσα ταῦτα μᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ ὑπάρχωμεν ὡς Κράτος; Διότι αὐτὸ ὑπονοεῖ ἡ ἀναγνώρισις τῆς ὑπάρξεως περιστάσεων κρισίμων καὶ ἡ ψήφισις Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Πρόκειται, κατὰ τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἤδη συνιστῶσί τινες, νὰ κηρύξωμεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι θέλομεν μὲν νὰ ὑπάρχωμεν ὡς Κράτος, καὶ δὴ νὰ μεγαλουργήσωμεν, ἀλλὰ προηγουμένως θέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἔστω καὶ προκειμένου περὶ ὑπάρξεως, ἂν ἔχομεν χρήματα διὰ νὰ ὑπάρχωμεν. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ συζητήσητε τοῦτο, ἂν ἔχομεν 3,000,000 διὰ νὰ ὑπάρξωμεν, κηρύξατε ἀπὸ τοῦδε μὴ ὑπάρχον τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικόν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Τίς ἐμποδίζει, Κύριοι, κατόπιν διὰ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον—καὶ οὕτω πρέπει νὰ λέγωμεν τὰ πράγματα, διὰ νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς—θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τῶν 3,000,000, πᾶς τις νὰ προτείνῃ τὰ μέσα τὰ οἰκονομικὰ, διὰ τῶν ὁποίων τὸ ἔλλειμμα τοῦτο θὰ πληρωθῇ; Καὶ τὰ μέσα τὰ οἰκονομικὰ ἐν γένει εἶναι βεβαίως δύο εἰδῶν· ἢ οἰκονομίαι, ἢ φόροι. Καὶ εἴμεθα, Κύριοι, σύμφωνοι κατ’ ἀρχὴν,—καὶ δὲν ἠξεύρω διατὶ παριστάμεθα ὡς διαφωνοῦντες,—σύμφωνοι κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα πάντες, ὅτι πρέπει νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι· ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρέπει ὡς πρὸς τοῦτο νὰ περιστρεφώμεθα εἰς φράσεις γενικάς· πρέπει ἕκαστος, προτείνων ἵνα προηγηθῶσιν αἱ οἰκονομίαι, νὰ καταστρώσῃ ἕνα πίνακα, —διότι τὰ τοιαῦτα δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην πολλῶν λόγων,— νὰ καταστρώσῃ ἕνα πίνακα τῶν οἰκονομιῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, αἱ ὁποῖαι κατ’ αὐτὸν δύνανται νὰ γείνωσι. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν εἴτε ἡ Κυβέρνησις εἴτε ἄλλη τις μερὶς, ὅταν παρίστανται δυναταὶ αἱ οἰκονομίαι, νὰ ἀποκρούσῃ τὴν πρότασιν τῶν οἰκονομιῶν; Ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν λέγῃ ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ἄλλο τι κόμμα, δὲν ὑποθέτω ὅτι λέγει καὶ ἀποφασίζει ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως, ὅτι θ’ ἀποκρούσῃ πᾶσαν οἰκονομίαν προτεινομένην, ἢ θὰ ἀξιώσῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανὲν κενόν. Τοιαύτη προαπόφασις, Κύριοι, ὡς ὁριστικὴ καὶ ἀμετάκλητος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ. Κατόπιν, ὅταν ἴδωμεν πόσας δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν οἰκονομίας, ἂν δὲν εὕρωμεν ταύτας ἐπαρκεῖς, θὰ συζητήσωμεν βεβαίως καὶ περὶ τῶν φορολογικῶν συστημάτων—καὶ φορολογικὰ συστήματα ὑπάρχουσι διάφορα. — Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, ὁ ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, βεβαίως ἐκφράζει τὴν βαρυθυμίαν αὐτοῦ διὰ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιτίθενται εἰς τὸν λαὸν, διότι βεβαίως πᾶσα φορολογία ἐκ τῶν ἰσχυουσῶν παρ’ ἡμῖν, ὁπουδήποτε καὶ ἂν θίξητε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι ἀφίνει ἄθικτον τὸν λαόν. Ὑπάρχουσιν ὅμως φορολογίαι εἰς ἄλλα Κράτη ἰσχύουσαι, αἱ ὁποῖαι ἀφίνουσιν ἀληθῶς ἄθικτον τὸν πολὺν λαόν, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κύριος Καραπάνος, μετ’ ἀγαλλιάσεως ἤθελεν ἀκούσει προτεινομένην τὴν εἰσαγωγὴν καὶ παρ’ ἡμῖν τῶν τοιούτων φορολογιῶν, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἄλλα Κράτη· ἐὰν λ. χ. προταθῇ εἷς φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς θὰ ἐπικροτήσῃ εἰς τοῦτον καὶ θὰ ἐπινεύσῃ, καὶ θ’ ἀνασάνῃ, οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ τὴν βαρυθυμίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται διὰ τὰ ἀπειλούμενα νὰ ἐπιτεθῶσιν εἰς τὸν πτωχὸν λαὸν βάρη (ἱλαρότης).
§27Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὰ ἠμπορεῖτε νὰ τὰ συντάξητε;
§28Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν εὐθύνην δὲν τὴν ἀναλαμβάνομεν.
§29Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἔθνη, ἅτινα εὑρίσκονται εἰς οὐχὶ πολὺ διαφόρους περιστάσεις ἐκείνων, εἰς ἃς περιήχθημεν ἡμεῖς, ἐσκέφθησαν, καὶ ἐνεκλιμάτισαν, οὕτως εἰπεῖν, τὸν θεσμὸν αὐτόν. Τὸ ἔθνος ἰδίως τὸ Ἀγγλικὸν εἰς κρισίμους περιστάσεις τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τοῦ ἔθνους καὶ ἐν καιροῖς πολέμου ἐχρησιμοποίει τὸν γνωστὸν εἰς πάντας ὑμᾶς φόρον, τὸν πρόσθετον ἐκεῖνον καὶ κατὰ ποσοστὸν ἐλαφρὸν, ἐλαφρότατον, ὁ ὁποῖος δὲν θίγει, ἀλλ’ ἐξαιρεῖ τὰ μικρὰ εἰσοδήματα, διότι ἅπτεται μόνον τοῦ πλούτου, τὸν φόρον τὸν θεωρούμενον συμπληρωτικόν. Καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν εἰς ἄλλα Κράτη, εἰς ἄλλας κοινωνίας παρατηρεῖται ἔδαφος ἀπρόσφορον πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν τοιαύτης φορολογίας, δὲν ἠξεύρω, ἂν καὶ ἡ Ἑλλὰς ἀποτελεῖ ἔδαφος ἀπρόσφορον εἰς τὴν τοιαύτην φορολογίαν, εἰς ἣν κατάστασιν ἀπὸ τίνων ἐτῶν περιέρχεται, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας, ὁ τόπος ἡμῶν. Ἐὰν εἰς τὴν Γαλλίαν λ. χ. ὁ καταμερισμὸς ὁ μέγας τοῦ πλούτου, ὁ καταμερισμὸς καὶ ἐν τῇ ἀκινήτῳ κτήσει καὶ ἐν τῷ ἐμπορίῳ καὶ ἐν τῇ βιομηχανίᾳ δὲν παρουσιάζῃ τὸ ἔδαφος πρόσφορον, ὅπως εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἡ συγκέντρωσις τοῦ πλούτου καὶ ἐν τῇ ἀκινήτῳ κτήσει καὶ ἐν τῷ ἐμπορίῳ καὶ ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, δὲν ἠξεύρω πρὸς ποῖον Κράτος πλησιάζει κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ἡ Ἑλλὰς, ἂν δὲν πλησιάζῃ πρὸ τὸ Κράτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παριστᾷ ἀφ’ ἑνὸς μὲν πλοῦτον μέγαν καὶ ἀφ’ ἑτέρου πενίαν ἄκραν. Λοιπὸν καθ’ ὑπόθεσιν, ὡς ἐν παραδείγματι, ἀναφέρω τοῦτο· ὅταν καὶ ἐδῶ ἤθελεν ἐξαιρεθῆ καθαρὸν εἰσόδημα, μὴ ἄξιον νὰ θιχθῇ, ἓν εἰσόδημα λ. χ. 3,000 δραχμῶν, καὶ ἤθελεν ἀρχίσει ἡ φορολογία κλιμακωτὴ καὶ εἰς ἐλάχιστον βαθμὸν εἰς τὰς κατωτέρας βαθμίδας, ἀνυψουμένη, ἐφ’ ὅσον προβαίνει πρὸς τὰ ἄνω τοῦ πλούτου, δὲν ἠξεύρω, ἂν δὲν ἤθελον εὐχαριστηθῆ πρῶτοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἤθελον θιχθῆ ἐκ τῆς τοιαύτης φορολογίας, καὶ συγχρόνως ἂν δὲν ἤθελεν ἀναπνεύσει καὶ ὁ λαός, δίδων τὸν ὀβολόν του μετὰ χαρᾶς, διότι δὲν θὰ βλέπῃ τοὺς πλουσίους ἀδιαφοροῦντας ἢ μὴ ἐπιβαρυνομένους, ὅταν πρόκηται περὶ ἐθνικῶν ἀναγκῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἄπειρα τοιαῦτα δύνανται νὰ προταθῶσι κατόπιν, ὅταν συζητηθῶσιν ἐν δέοντι χρόνῳ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἤθελον μόνον τοῦτο παρακαλέσει, νὰ μὴ φαινώμεθα ἀνυπομονοῦντες καὶ σπεύδοντες πάντοτε εἰς τὴν πάλην αὐτήν, τὴν ἅμιλλαν τὴν πονηρὰν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀρεσκόμεθα νὰ καταναλισκώμεθα, ἀλλὰ πρέπει, Κύριοι, καὶ γενικώτερον καὶ ἴσως τάχιστα νὰ μεριμνήσωμεν, κατὰ τίνα τρόπον διοικεῖται τὸ Κράτος, καὶ ἂν εἶναι διοίκησις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπὸ πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἂν οἱ διοικητικοὶ νόμοι δὲν πρέπει τάχιστα νὰ μεταβληθῶσιν, ἂν δύναται νὰ ὑπάρξῃ κοινοβουλευτικὸν Κράτος μὲ τὴν κατ’ ἀνάγκην ἐπιβαλλομένην ἀναστάτωσιν τὴν ἀέναον τῆς ὑπαλληλίας. Καὶ τόσῳ μᾶλλον, προκειμένου περὶ τῶν οἰκονομικῶν, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἐν γένει διοικήσεως, καθόσον τὸ μεγαλείτερον κακὸν ἐν τῇ φορολογίᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἀκριβῶς τοῦτο· ὅτι πληρώνων οὐδὲν ἀπολαμβάνει ὁ λαὸς ἀπολαμβάνει μόνον κακοδαιμονίαν. Περὶ αὐτῶν βεβαίως θὰ συζητήσωμεν. Ἀλλά, πρὸς Θεοῦ, Κύριοι, ἐν ὅσῳ τοὐλάχιστον εὑρισκόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῆς σκέψεως περὶ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὴν ἰδέαν τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης, ἂς παραμερίσωμεν ὀλίγον τὴν περὶ ἄλλων ἀνυπομονησίαν ἡμῶν, ἂς θυσιάσωμεν ἐν μέρει καὶ τὰς γνώμας τὰς ἄλλας τὰς πολιτικὰς ἡμῶν, διότι ἐπιβάλλεται βεβαίως καὶ θυσία γνωμῶν, ὅταν πρόκηται νὰ παραστήσωμεν, ὅτι ἐννοοῦμεν πάντες, ὅτι πρόκειται ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τοὺς κινδύνους τοὺς ἐθνικούς· ἂς παραμερίσωμεν τὰ ἄλλα, καὶ ἐξ εὐλαβείας τοὐλάχιστον πρὸς τὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ὅλου ἔθνους ἂς σπεύσωμεν νὰ συζητήσωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς αὐτὴν τὴν ἰδέαν, κατόπιν δ’ ἔχομεν καιρὸν νὰ συζητήσωμεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου καὶ ὅλα τὰ προγράμματα.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί προτείνετε;
§31Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τίποτε!
§32Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν κανονικὴν, νὰ ἀναβάλωμεν δὲ τὰς συζητήσεις αὐτὰς, αὐτὴν τὴν παρεμπεσοῦσαν οἰκονομικὴν συζήτησιν, αὐτὴν τὴν συζήτησιν τῆς λεγομένης οἰκονομικῆς πολιτικῆς, νὰ ἀφήσωμεν ταύτην, διότι ἔχομεν καιρὸν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων νὰ συζητῶμεν ταῦτα. Πῶς θὰ προδικάσωμεν αὐτὰ ἀπὸ τοῦδε;
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, αὐτὴ εἶναι μία γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς προβάλλετε· ἡ Βουλὴ χθὲς ἀπεφάσισε νὰ ἐξετάσῃ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν σήμερον θέλῃ νὰ μεταβάλῃ γνώμην, οὐδὲν ἐμποδίζει.
§34Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον σκέψεις, κύριε Πρόεδρε· δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ κάμω, οὐδὲ κάμνω καμμίαν πρότασιν πρὸς ψηφοφορίαν, ὅπως μεταβάλῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἀπόφασίν της.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐξετάσεως τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως;
§36Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§38Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον; Δὲν ὑπάρχει ἄλλος. Κηρύσσομεν περατωμένην τὴν συζήτησιν.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσῃ κανεὶς ἄλλος;
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει κανείς.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ διαφωνία, ἡ ὁποία κατεδηλώθη μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡμῶν τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἀφ’ ἑτέρου, δὲν εἶναι νέον ἄγγελμα, διότι ἀνηγγέλθη πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνηγγέλλετο συνεχῶς ἐπὶ τρία συναπτὰ ἔτη. Ὅταν λέγωμεν σήμερον, ὅτι δυνάμεθα καὶ πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ νὰ περιορίσωμεν αὐτὰ εἰς τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα, δὲν λέγομεν καινόν τι, ἀλλὰ λέγομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπομεν καὶ κατὰ τὸ 1900 καὶ κατὰ τὸ 1901 καὶ κατὰ τὸ 1902, διότι τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον συνετελέσθη κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην, καὶ τοῦ ὁποίου ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ ἐνεστῶσα οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου, κατηγγέλλομεν καθ’ ἕκαστον τῶν τριῶν ἐτῶν, καὶ κατηγγέλλομεν αὐτὸ ἡμεῖς καὶ οἱ μεθ’ ἡμῶν συμπράττοντες τότε, μεταξὺ τῶν ὁποίων πολλοὶ ἀνήκουσι νῦν εἰς τὰς τάξεις τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων. Ἐὰν κατηγγέλλομεν τότε, ὅτι αἱ δαπάναι ηὐξάνοντο ἀλογίστως καὶ ἄνευ ἀνάγκης, ἐὰν κατηγγέλλομεν, ὅτι ἡ τοσαύτη αὔξησις τῶν δαπανῶν ἐξαντλεῖ τὰ οἰκονομικὰ μέσα τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ θέλει περιαγάγει αὐτὸ εἰς ἐλλείμματα, ἑπομένως θέλει ἐπιφέρει οἰκονομικὴν δυσφορίαν, ἐὰν κατηγγέλλομεν, ὅτι ἡ ἔντασις τῆς φορολογικῆς λειτουργίας τοῦ Ὑπουργείου μειώνει τὰ μέσα τῶν παραγωγῶν, ὅτι ἐντεῦθεν θέλει περιπέσει ἡ παραγωγὴ εἰς κάματον, καὶ μετὰ τὸν κάματον θέλει ἐπέλθει ἡ μείωσις αὐτῆς, τί ἄλλο τότε ἐλέγομεν, εἰμὴ ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ κακόν τι, τὸ ὁποῖον τότε ἐγίνετο, καὶ τὸ ὁποῖον συντελεσθὲν μᾶς ἄγει σήμερον εἰς τὴν ἀμηχανίαν ταύτην; Ἀλλὰ ἐλέγομεν τότε τὰ ἀληθῆ, ἢ μήπως ἐπὶ μὴ ἀληθῶν συμβεβηκότων στηρίζομεν ἤδη προτάσεις, αἱ ὁποῖαι διὰ τοῦτο εἶναι ἀβάσιμοι; Θέλω ἀναγκασθῆ, Κύριοι, νὰ προσαγάγω ἀποδείξεις. Τὸ ἔργον μου θέλει εἶσθαι ἀνιαρόν, διότι θέλω ἀναδράμει εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος, θέλω ἀναγκασθῆ νὰ ἀναφέρω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀριθμούς, εἶναι δὲ πιθανὸν πολλοὶ ἐξ ὑμῶν νὰ στενοχωρῶνται, ἀκούοντες ἀριθμούς, καὶ μὴ ἔχοντες τὴν διάθεσιν νὰ ἀσχοληθῶσι περὶ αὐτούς. Κατὰ τὸ 1896 — ἀναγκάζομαι νὰ λαμβάνω τοῦτο ὡς σημεῖον, ἐκ τοῦ ὁποίου προβαίνω, συνάγων συλλογισμούς, διότι τοῦτο εἶναι τὸ τελευταῖον ἔτος πρὸ τοῦ πολέμου — τὰ ἔξοδα τῆς δημοσίας διοικήσεως, ἤτοι τὰ ἔξοδα τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐξωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν Ναυτικῶν, τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, αἱ ἐπιστροφαὶ χρημάτων, αἱ δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις, ἀνήρχοντο εἰς δρ. 60,111,250.93. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1899 αὐτὰ ταῦτα τὰ ἔξοδα ἀνεβιβάσθησαν εἰς 66,374,367.35, δηλαδὴ ηὔξησαν κατὰ 6,263,116.42. Κατὰ τὸ 1900 τὰ ἔξοδα ταῦτα ηὔξησαν εἰς 67,598,711.87, δηλαδὴ ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ ἔτος 1899 δαπανηθέντα κατὰ δραχμὰς 1,224,344.52, τὰ δὲ κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχμὰς 7,487,460.94. Κατὰ τὸ 1901 τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 71,992,468.03, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ τοῦ ἀμέσως προηγηθέντος ἔτους 1900 κατὰ δραχμὰς 4,393,756.16, τὰ δὲ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα κατὰ δραχ. 11,881,217.10. Κατὰ τὸ 1902 ἐδαπανήθησαν διὰ τὰς εἰρημένας ὑπηρεσίας δραχ. 82,741,945.33, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1901 δαπανηθέντα κατὰ 10,749,477.30, καὶ τὰ κατὰ τὸ 1896 κατὰ 22,630,694.40. Ἠκούσατε τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, τοὺς ἀριθμούς, κατὰ τοὺς ὁποίους καθ’ ἕκαστον ἔτος ἐπὶ ὅλην τετραετίαν ηὔξανον οὕτω τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, ἐλπίζω δ’ ὅτι θέλετε ἐκπλαγῆ, μανθάνοντες ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐδαπάνησε κατὰ τὰ τέσσαρα εἰρημένα ἔτη διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐπιστασίας καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐπιστροφῆς χρημάτων 48,262,488.86 περισσότερα ὅσων εἶχε δαπανήσει κατὰ τὸ τελευταῖον πρὸ τοῦ πολέμου ἔτος. Καὶ ἂν ἀπὸ τοῦ εἰρημένου ποσοῦ τῶν 48,262,488.86 ἀφαιρέσητε τὰ 3,000,000, τὰ ὁποῖα εἶναι ἔκτακτα ἔξοδα, δοθέντα εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ὡς δάνειον, καὶ τὰ πληρωθέντα διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ 3,777,306, τὸ ὅλον 6,777,306, τὰ διὰ τὰς συνήθεις ἀνάγκας τῆς διοικήσεως δαπανηθέντα κατὰ τὴν τετραετίαν ὑπερέβησαν κατὰ 41,485,182.86 τὰ δαπανώμενα πρὸ τοῦ πολέμου, ἤτοι καθ’ ἕκαστον ἔτος 10,371,295.71 περισσότερα τῶν δαπανωμένων πρὸ τοῦ πολέμου. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ὡς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ὡς πολίτας Ἕλληνας, πονοῦντας τὴν πατρίδα, τί προσεπόρισαν εἰς τὸ Κράτος ἐπὶ τὴν τετραετίαν ταύτην, δαπανήσαντες κατ’ αὐτὴν 41,485,182.86, ἤτοι αὐξήσαντες τὰς δαπάνας τοῦ δημοσίου ταμείου κατὰ 10,371,295 καὶ 71/00 καθ’ ἕκαστον ἔτος; Ἠκούσατε πρὸ μικροῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης, ἠκούσατε κατὰ τίνα τρόπον διοικοῦνται οἱ πολῖται ἐν τῷ νομῷ ἐκείνῳ, κατὰ τίνα τρόπον ἡ δημοσία διοίκησις ἐπιτηρεῖ τὴν ὑπὸ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν γιγνομένην διαχείρισιν τῶν δημοτικῶν χρημάτων, κατὰ τίνα τρόπον εὐλαβεῖται τὴν αὐτοδιοίκησιν, τὴν ὁποίαν ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ 1863 κατέστησε διὰ τοῦ νέου συστήματος τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, ὅπερ εἶχε τότε νομοθετήσει. Πῶς νομάρχης τολμᾷ νὰ ἀνατρέπῃ ἀπὸ τῆς βάσεως τὸ νομοθετηθὲν σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύεται εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν νὰ παρακωλύῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν δήμων, νὰ πιέζῃ αὐτούς; Ἠκούσατε ὅτι αὐτὰς τὰς πράξεις τῆς Διοικήσεως, τὰς ἐπισήμους, τὰς δημοσιευθείσας, τὰς κοινοποιηθείσας εἰς τὸν δῆμον, τὰς ὁποίας ἀπεδέχθησαν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, αὐτὰς ταύτας ἔρχεται νομάρχης καὶ ἀνατρέπει, ἐνῷ ὁ νόμος οὐδὲν παρέχει αὐτῷ τοιοῦτον δικαίωμα! Ἤξευρον ὅτι ὑπῆρχε δόγμα περὶ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ πράξῃ τὰ πάντα, ἀλλὰ δὲν πράττει τὰ πάντα· δὲν εἶχον ὅμως ἀκούσει, ὅτι ἡ Διοίκησις δύναται νὰ πράττῃ τὰ πάντα· διότι βεβαίως ὁ νομάρχης Λαρίσης ὑπέλαβεν ὅτι δύναται νὰ πράττῃ τὰ πάντα. Καὶ σᾶς ἔφερα τὸ παράδειγμα τοῦτο, διότι εἶναι ἔναυλοι ἀκόμη εἰς τὰ ὦτα ὑμῶν οἱ λόγοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσης, τοῦ ἀπευθύναντος ἐπερώτησιν περὶ τούτων. Ἀλλ’ εἶναι τάχα ἔναυλος εἰς τὰς ἀκοὰς ὑμῶν καὶ ἡ φήμη, ἡ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων βεβαιωμένη, ὅτι νομάρχης τῆς Ἀττικῆς, ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ, ἐφορολόγει τὸν δῆμον Πειραιῶς διὰ 3,600 δραχμῶν κατ’ ἔτος; Διὰ ποῖον σκοπόν; Διότι ὑπεχρέου αὐτὸν νὰ τῷ ἀποδίδῃ ἔξοδα ἐπιθεωρήσεως δημοσίας ἀσφαλείας! Φαντασθῆτε τὸν δῆμον Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖται ἀπὸ μίαν πόλιν καὶ δὲν ἔχει ἐξοχικὰς περιφερείας, φαντασθῆτε τὸν νομάρχην Ἀττικῆς, ὅστις ἔχει ἀτέλειαν, ἵνα μεταβαίνῃ ἐκεῖ διὰ τοῦ σιδηροδρόμου δωρεάν, φαντασθῆτε νομάρχην, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου μεμισθωμένον εἰς τὴν διάθεσίν του ὄχημα, νὰ λαμβάνῃ 300 δραχμὰς κατὰ μῆνα παρὰ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου Πειραιῶς, διότι μεταβαίνει εἰς τὸν Πειραιᾶ! διὰ νὰ πράττῃ τί; διὰ νὰ ἐπιθεωρῇ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν! Δηλαδή; νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸ ἐν τῇ πόλει τοῦ Πειραιῶς ἀστυνομικὸν κατάστημα! Διότι δὲν εἶναι γνωσταὶ ἄλλαι ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας προσέφερε, μεταβαίνων εἰς Πειραιᾶ. Τὸ τελευταῖον συμβεβηκὸς μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀναμνησθῶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσης. Ἀλλὰ πρέπει τάχα νὰ σᾶς εἰκονίσω τὴν διοίκησιν πῶς ἐνασκεῖται; ποίαν ἔχει βάσιν; Τὸ συμβὰν ἐν Λαρίσῃ συνέβη ἐν πολλοῖς δήμοις. Οἱ δημοτικοὶ προϋπολογισμοί, οἱ ὑποβαλλόμενοι εἰς τοὺς νομάρχας, δὲν ἐτύγχανον ἐξελέγξεως ἐν τοῖς ἀναγραφομένοις ἐν αὐτοῖς ποσοῖς τῶν γενομένων δαπανῶν εἴτε τῶν εἰσπραχθέντων ἢ μὴ εἰσπραχθέντων ἐσόδων, ἀλλ’ ἐξηλέγχοντο κατὰ τὴν πολιτικὴν ἀπόχρωσιν τῶν δημάρχων. Τὰ ποσά, τὰ προωρισμένα ν’ ἀποδίδωνται εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους ὡς συνδρομὴ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἀπεδίδοντο εἰς αὐτούς, ἐὰν οἱ δήμαρχοι ἦσαν ἀντιθέτου πολιτικῆς ἀποχρώσεως· εἰς τοιαύτην δὲ εἶχε περιέλθει κατάστασιν ἡ διοίκησις, ὥστε οἱ πολῖται δὲν ἠδύναντο νὰ προσέρχωνται εἰς τὰ γραφεῖα τῶν δημοσίων ἀρχῶν, οὐδὲ νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας ἀρχῆς, ἐὰν δὲν ἐτύγχανον φίλοι τῶν ὑπουργικῶν Βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἐβελτιώθη ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ἰδίως τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, διὰ τὴν ὁποίαν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανῶντο δραχμαὶ 765,906.35, κατὰ τὸ 1902 τὰ δι’ αὐτὴν ἔξοδα ἀνεβιβάσθησαν εἰς 1,023,298.40, δηλαδὴ ηὔξησαν κατὰ 257,392.05; Ἤκουσα τελευταῖον ἐπερώτησιν συναδέλφου περὶ τῶν μετακινήσεων τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ τῶν ἄλλων εἰρηνοδικειακῶν ὑπαλλήλων, καὶ εἶδον τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης θλιβόμενον διὰ τὰς πολλὰς μετακινήσεις τῶν δικαστικῶν τούτων ὀργάνων, ὁμολογοῦντα δὲ, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ, καὶ ὑπισχνούμενον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει εἰσαγάγει εἰς αὐτὴν νομοθετήματα, δι’ ὧν θέλει περιστείλει τὸ κακόν. Δὲν γνωρίζω ποῖα θέλουσιν εἶσθαι τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα θέλει προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μάλιστα διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ἀστυνομικοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, καθ’ ὃ ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία ἀνατίθεται εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας. Εὔχομαι, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσαγάγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ἠθῶν καὶ τῆς ἱκανότητος τῶν εἰρηνοδικῶν, νὰ ἐξασφαλίζῃ δὲ τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῶν, διότι νῦν, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, οἱ εἰρηνοδίκαι κατεστάθησαν ὄργανα τῆς πολιτικῆς. Ἡ ἐλπὶς τῆς μεταθέσεως, ἡ ἐλπὶς τοῦ προβιβασμοῦ ἐξασθενίζει τὸ σθένος καὶ τὴν ἀντοχὴν, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος περὶ τῆς μονιμότητος αὐτῶν ἐσκόπει νὰ ἐμποιήσῃ εἰς αὐτούς. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τὰς μετακινήσεις, τὰς ὁποίας διέπραξε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὑπάρχοντος Ὑπουργοῦ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κυρίου ἐκ Μεσσήνης Βουλευτοῦ, ὅτι αἱ μετακινήσεις, ἃς διέπραξε τοῦτο, ὑπάρχοντος Ὑπουργοῦ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κυρίου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι αὐταί εἰσιν ἀληθῶς τοσαῦται, ὥστε νὰ καταπλήξωσιν ἡμᾶς; Ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς, ὅστις ἐν διαστήματι ἐννέα μηνῶν προέβη εἰς μετακινήσεις ὑπερβαινούσας τὰς χιλίας, ὡς βεβαιοῦσι πίνακες, οἵτινες εὕρηνται ἐν τοῖς ἐγγράφοις μου. Ἐὰν ἡ κατάστασις τῆς διοικήσεως, ἐὰν ἡ κατάστασις τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης ἦναι τοιαύτη, ποῖαι τάχα νομίζετε ὅτι εἶναι αἱ βελτιώσεις αἱ ἐπενεχθεῖσαι εἰς τὴν ἄλλην διοίκησιν; Ἂν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν 1,423,385 καὶ 93/00, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη κατὰ τὸ 1896 διὰ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, τὰ προϋπολογισθέντα δι’ αὐτὰ κατὰ τὸ 1902 ἀνῆλθον εἰς 1,923,392, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα κατὰ δραχμὰς 500,006.07, ἐπῆλθε διὰ τοσαύτης δαπάνης βελτίωσις ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει; ἢ αἱ αὐξήσεις αὗται ἐγένοντο διὰ νὰ ἐκπληρωθῶσιν αἱ ἐπιθυμίαι καὶ ἀξιώσεις τῶν φίλων των, ζητούντων σύστασιν σχολείων, ἵνα ἀρέσωσιν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς των; Ἀφοῦ δὲ οὐδεμίαν ἔφεραν βελτίωσιν, ἀφοῦ, ἐὰν δὲν ἐχειροτέρευσεν ἡ κατάστασις ἀπὸ τοῦ 1896, εὑρίσκεται ὅμως τοιαύτη, οἵα ἦτο κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, διατὶ δὲν ἠρκέσθησαν νὰ δαπανῶσι τόσα ποσά, ὅσα ἐδαπανῶντο κατὰ τὸ 1896, ἵνα μὴ ἐξαντλήσωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἵνα μὴ ἐπιβαρύνωμεν αὐτὸ καὶ ἐξαναγκάσωμεν τοὺς φορολογουμένους εἰς πληρωμὴν φόρων ὑπὲρ τὰς δυνάμεις αὐτῶν, καὶ ὑπαγάγωμεν τὴν παραγωγὴν εἰς τὸν κάματον, εἰς τὸν ὁποῖον ἤδη εὑρίσκεται; Σᾶς ἀνέφερα ἤδη αὐξήσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων. Ἀλλ’ ἐὰν ἔλθω εἰς λεπτομερείας, ἐὰν σᾶς εἰσαγάγω εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Ὑπουργείων, εἰς τὸ γραφεῖον, φέρ’ εἰπεῖν, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ μάθητε τὴν τεραστίαν αὔξησιν τῶν διὰ γραφικὰ ἔξοδα δαπανηθέντων, τὰ ὁποῖα ὑπερέβησαν κατὰ 60,000 δραχμὰς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν παραρτημάτων αὐτοῦ, ἤτοι τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἀλλ’ ὑπῆρξε κλάδος, ὑπῆρξεν ἐργασία, ὑπῆρξε γραφεῖον, τοῦ ὁποίου τὰ ἔξοδα δὲν ηὔξησαν τυφλῶς, μὲ τὰς δύο χεῖρας προστεθεισῶν τῶν αὐξήσεων; Ἡ γνώμη ἀληθῶς, τὴν ὁποίαν συνηγάγομεν ἡμεῖς ὡς πόρισμα τῶν μελετῶν μας, εἶναι, ὅτι εἰσέδυσεν ἐν τῇ διοικήσει ἡ σπατάλη, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ διοίκησις τῶν τριῶν ἐτῶν ἦτο διοίκησις σπάταλος, καὶ ὅτι ηὔξησαν τὰ ἔξοδα οὐ μόνον ὑπὲρ πᾶσαν ἀνάγκην, ἀλλὰ καὶ τεραστίως. Ἀλλὰ διὰ νὰ αὐξήσωσι τὰ ἔξοδα, ἔπρεπε νὰ εὑρεθῶσι καὶ χρήματα διὰ νὰ πληρώνωσι. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ἔσοδα. Ἐὰν κατὰ τὸ ἔτος 1896 εἰσεπράχθησαν ἐξ ἀμέσων φόρων δραχμαὶ 18,546,130.82, κατὰ τὸ 1901 εἰσεπράχθησαν 21,587,409.61, ἤτοι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1901 ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ. 3,041,278.79. Ἐὰν εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1896 ἐκ προσόδων δημοσίων κτημάτων δραχμαὶ 3,762,228.85, κατὰ τὸ 1901 εἰσεπράχθησαν 6,096,521.53, ἤτοι περισσότερα κατὰ δραχμὰς 2,334,192.68. Ἐὰν εἰσεπράχθησαν ἐξ ἐκποιήσεως κτημάτων κατὰ τὸ 1896 δραχ. 867,018.12, κατὰ τὸ 1901 εἰσεπράχθησαν 1,097,704.95, ἤτοι περισσότερα κατὰ δραχμὰς 230,686.83. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 εἰσεπράχθησαν ἐξ ἀμέσων φόρων, ἐκ φόρων καταναλώσεως, ἐκ τελῶν καὶ δικαιωμάτων, ἐκ μονοπωλίων, ἐκ προσόδων δημοσίων κτημάτων, ἐξ ἐκποιήσεως δημοσίων κτημάτων καὶ ἐκ διαφόρων ἐσόδων τῆς τρεχούσης καὶ παρῳχημένων χρήσεων δραχ. 92,510,652.53, κατὰ τὸ 1901 εἰσεπράχθησαν δραχ. 112,434,010.77, ἤτοι περισσότερα κατὰ 19,923,358.24. Τοσαύτη διαφορὰ εἰσπράξεων ἀποδεικνύει μὲν τὴν φιλοπονίαν καὶ τὴν δραστηριότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις κατώρθωσε νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα εἴκοσιν ἑκατομμύρια, δὲν βεβαιοῖ ὅμως καὶ τὴν οἰκονομικὴν πρόνοιαν αὐτοῦ, ἐντείναντος τὰς εἰσπρακτικὰς ἐνεργείας τῶν ὀργάνων του τοσοῦτον, ὥστε νὰ παραγάγῃ τοσαύτην ὑπερβολὴν ἐσόδων. Διότι, ἐὰν ὑπολογίσητε τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὰ τρία ἔτη, 1899, 1900 καὶ 1901, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ταῦτα ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 εἰσπραχθέντα κατὰ δραχ. 46,552,772.90, ὅπερ καταγγέλλει, ὅτι καθ’ ἕκαστον τῶν τριῶν ἐτῶν εἰσεπράχθησαν ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1896 δραχ. 15,517,590.97· ὅτι ἐκ φόρων καταναλώσεως εἰσεπράχθησαν κατὰ τὰ εἰρημένα τρία ἔτη ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1896 δραχ. 21,353,704.06, ἤτοι καθ’ ἕκαστον τῶν τριῶν ἐτῶν δραχ. 7,117,901.35 ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1896· ὅτι ἐκ τελῶν καὶ δικαιωμάτων εἰσεπράχθησαν κατὰ τὰ αὐτὰ τρία ἔτη ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ. 7,585,605.37, ἤτοι καθ’ ἕκαστον τῶν τριῶν ἐτῶν δραχμαὶ 2,528,535.12 ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1896· ὅτι ἐκ μονοπωλίων εἰσεπράχθησαν κατὰ τὴν αὐτὴν τριετίαν ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1896 δραχ. 4,706,361.01, ἤτοι καθ’ ἕκαστον τῶν τριῶν ἐτῶν δραχ. 1,568,787 ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1896· ὅτι ἐκ προσόδων νομημάτων καὶ κτημάτων εἰσεπράχθησαν κατὰ τὴν τριετίαν δραχ. 3,494,750.70 ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1896, ἤτοι καθ’ ἕκαστον τῶν τριῶν ἐτῶν δραχ. 1,164,916.90· ὅτι ἐξ ἐκποιήσεως κτημάτων καὶ νομημάτων εἰσεπράχθησαν κατὰ τὰ τρία ἔτη δραχ. 397,262.74 ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1896, ἤτοι καθ’ ἕκαστον τῶν τριῶν ἐτῶν δραχ. 132,420,91· ὅτι ἐκ διαφόρων ἐσόδων τρεχούσης καὶ παρελθουσῶν χρήσεων εἰσεπράχθησαν ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1896 δραχ. 4,439,683.75, ἤτοι καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων τριῶν ἐτῶν δραχ. 1,479,894.58. Ἀφοῦ λοιπὸν προέβημεν εἰς τοιαύτην ἔντασιν ἐργασίας πρὸς εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ μεγαλειτέρα ἔντασις, ἐὰν δὲν σκοποῦμεν νὰ φορολογήσωμεν τὰ παραγωγικὰ κεφάλαια; Ἀλλὰ φορολογία ἐπὶ τῶν παραγωγικῶν κεφαλαίων ἐλαττώνει τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς τοὺς παραγωγοὺς κεφάλαια πρὸς παραγωγήν, καὶ οὐ μόνον δὲν θέλουσι δύνασθαι νὰ αὐξήσωσι τὰς ἐργασίας των, ἵνα ἐντείνωσι τὴν παραγωγικὴν αὐτῶν ἐνέργειαν, ἀλλὰ καὶ θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ μειώσωσι τὰς παραγωγικὰς ἐργασίας των, οὕτω δὲ θέλουσι πάντως ἐλαττωθῆ τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι τὰ παραχθησόμενα προϊόντα θέλουσιν εἶσθαι ὀλιγώτερα τῶν παραγομένων νῦν. Διὰ τοῦτο πεποιθότως ἐφρόνουν, ὅτι ἡ ὑπέρμετρος αὔξησις τῶν ἐξόδων δὲν ἐπάγει μόνον τὴν βλάβην, τὴν ὁποίαν ἐπάγει ἡ σπατάλη τῶν δημοσίων χρημάτων, ἀλλὰ διαφθείρει καὶ τοὺς πολίτας, καὶ δύναται νὰ ἐνασκήσῃ πονηρὰν ὄντως ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν πολιτειακῶν λειτουργιῶν, πανταχοῦ ἔνθα ἰσχύουσι κοινοβουλευτικοὶ θεσμοί, ἑπομένως καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἐπάγει καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων. Ἀληθῶς, ἐὰν ηὔξησαν τὰ ἔξοδα κατὰ τὰ τρία ἔτη ἐπὶ τοσοῦτον, ἐπῆλθε νῦν ἡ ἀνάγκη νὰ αὐξήσωσι καὶ τὰ ἔσοδα διὰ φόρων, διότι δὲν ἀποβαίνει πλέον δυνατὸν νὰ ἐπαρκῶσι τὰ τακτικὰ ἔσοδα εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας κατέστησαν ἀναγκαίας. Ταῦτα ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τῆς πολιτικῆς ἡμῶν γνώμης, τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐνεκρίναμεν καὶ προετείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν τελευταῖον, ὅτε ἐκλήθημεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Τὸ σύστημα δὲ τοῦτο εἶναι ὅλως ἀντίθετον πρὸς τὸ σύστημα τὸ ἐφαρμοσθὲν ὑπὸ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου κατὰ τὴν εἰρημένην τριετίαν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον, εἶναι δὲ καὶ ἐν τῇ ἀρχῇ τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον τῆς παρελθούσης τριετίας, πλὴν δύο ἐξαιρέσεων, εἰργάζοντο δὲ ὑπὸ τὴν αὐτὴν σημαίαν, καὶ τὸ αὐτὸ πρόγραμμα ἐφήρμοζον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν. Ὅθεν ἡμεῖς ἀξιοῦμεν, τὰ χρήματα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, ὅπως ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τὸ ἔθνος, ν’ ἀναζητήσωμεν ἐν τῇ ἐλαττώσει τῶν ἐξόδων, ἡ ἐλάττωσις δὲ αὕτη τῶν ἐξόδων φρονοῦμεν καὶ ἀπαιτοῦμεν νὰ ἦναι τοσαύτη, ὥστε ν’ ἀποκόψωμεν οὐ μόνον τὰς καταφανῶς περιττὰς δαπάνας, ἀλλὰ καὶ πάσας τὰς δαπάνας, αἵτινες δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι. Εἶναι ἀληθές, ὅτι κατὰ τὸ 1902, ὅτε συνετάσσομεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1903, καὶ εἰργαζόμεθα περὶ τὴν σύνταξιν τῶν νομοσχεδίων, δι’ ὧν μετεβάλλοντο οἱ κατὰ τὴν τριετίαν νομοθετηθέντες πολυτελεῖς ὀργανισμοί, καὶ ἐτίθεντο αἱ νέαι βάσεις τοῦ εἰσαχθέντος παρ’ ἡμῶν Προϋπολογισμοῦ, δὲν ἐζητοῦμεν νὰ προβῶμεν ἀμέσως τότε εἰς ἐλαττώσεις μείζονας ἐκείνων, τὰς ὁποίας προετείναμεν, καίτοι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γένωνται ἐλαττώσεις μεγαλειτέρων ποσῶν, καὶ φρονοῦμεν καὶ νῦν ἔτι, ὅτι δύναται τοῦτο νὰ γένηται. Φρονοῦμεν ὄντως, ὅτι δύνανται νὰ γένωνται μεγαλείτεραι οἰκονομίαι, διότι, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, καὶ ἡ προσθήκη τῶν Δικαστηρίων δὲν ὑπηρετεῖ τὴν Δικαιοσύνην, ἀλλὰ παραβλάπτει καὶ διαφθείρει αὐτήν, καὶ πᾶσα ἕνεκα αὐτῆς προστεθεῖσα δαπάνη εἶναι ματαία· δὲν προεβάλομεν ὅμως τότε νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν Πρωτοδικείων, — καὶ ἴσως οὐχὶ καταργήσεως μόνον τῶν προστεθέντων, ἀλλὰ καὶ ἐγχειρήσεως εὐρυτέρας, περιλαμβανούσης καὶ ἄλλων τὴν κατάργησιν, — διότι πρὸ τούτου ἐκρίνομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὁποίου ἤροντο πάντες οἱ λόγοι, οὓς οἱ θερμοὶ συνήγοροι τῆς αὐξήσεως τῶν Δικαστηρίων προέβαλλον τότε πρὸς δικαιολογίαν αὐτῆς. Ἡ μεγάλη ἀπόστασις, ἡ ὁποία ἐχώριζε τοὺς δικαζομένους ἀπὸ τὸ Δικαστήριον, ἰδίως τοὺς πελάτας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης μὲ τὴν ἀνακριτικὴν ἀρχὴν καὶ μὲ τὸ Δικαστήριον, προεβάλλετο πρὸς δικαιολογίαν τῆς προσθήκης τῶν νέων Πρωτοδικείων, ἡμεῖς δ’ εἴχομεν παρασκευάσει καὶ ἐσκοποῦμεν νὰ εἰσαγάγωμεν ἄλλο σύστημα εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, θέλομεν δὲ εἰσαγάγει αὐτὸ, ἐάν ποτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤθελεν ἐνδείξει ἡμᾶς εἰς τὸ Στέμμα διὰ νὰ ἀναλάβωμεν τὴν ἀρχήν· διὰ τοῦ συστήματος δ’ ἐκείνου οὐ μόνον θέλει βελτιωθῆ ἡ Δικαιοσύνη καὶ κατὰ τὴν ἱκανότητα καὶ χρηστότητα καὶ ἀνεξαρτησίαν τῶν εἰρηνοδικῶν, καὶ κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς πολιτικῆς καὶ ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ αἴρονται ὅλως καὶ οἱ λόγοι, οὓς προέβαλλον, ἵνα δικαιολογήσωσι τῶν νέων Πρωτοδικείων τὴν σύστασιν· ἐσκοποῦμεν δὲ, ὅταν προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, νὰ προτείνωμεν καὶ τὴν κατάργησιν τῶν προστεθέντων Πρωτοδικείων, καὶ ἴσως καὶ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ ἐν γένει τῶν Δικαστηρίων, ἀφοῦ μάλιστα τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, τοσοῦτον ἀναπτυχθέντα, κατήργησαν τὰς ἀποστάσεις. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν μᾶς ὁρίζει οὐδὲ τὰ ὅρια ἀκριβῶς τῶν διαφόρων γνωμῶν, ἃς ἐπρότεινε νὰ διακρίνωμεν· καὶ ἠκούσατε αὐτοῦ ἰσχυριζομένου, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῶσιν οἰκονομίαι, καὶ ὅτι ἑπομένως ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ σύστημα τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων ἢ προσθήκης νέων φόρων, ἀλλ’ ἀμέσως μετ’ ὀλίγον προσφεύγοντος εἰς τὸ σύστημα τῆς ἐλαττώσεως τῶν περιττῶν δαπανῶν, δηλαδὴ τῆς διαπράξεως οἰκονομιῶν. Τίς δύναται πλέον νὰ αἰτιαθῇ τοῦ κυρίου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι δῆθεν δὲν θέλει οἰκονομίας, ἀφοῦ ἰσχυρίζεται ὅτι διέπραξε τοιαύτας; Ἀλλὰ διέπραξεν ἀληθῶς τοιαύτας οἰκονομίας; Ἐὰν ὄντως εἶχε διαπράξει τοιαύτας οἰκονομίας, ἤθελον συστήσει εἰς αὐτὸν νὰ ἀνοίξῃ περισσότερον τὴν ψαλίδα του, ἵνα περιλάβῃ καὶ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς προετείνομεν. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν διέπραξεν οἰκονομίας, οὐδ’ εἶναι ἀκριβῆ ὅσα περὶ τούτων ἔλεγε. Καὶ ἀνέγνων ὄντως ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ βεβαίωσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον διέπραξεν οἰκονομίας, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 5,035,162, ἡ ἀνάλυσις ὅμως τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ ἀποδεικνύει ποῖαι εἶναι αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων ἐπήνεγκεν. Ἀναφέρει, φέρε εἰπεῖν, ἐν τῇ σελίδι 67 τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἠλάττωσε κατὰ 430,165 δραχμὰς τὴν διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πίστωσιν, ὅτι ἠλάττωσε κατὰ δραχμὰς 117,320 τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ὅτι ἠλάττωσε κατὰ 133,246 δραχμὰς τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἠλάττωσε κατὰ 543,384 δραχ. τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἐν γένει, ὅτι ἠλάττωσε κατὰ δραχ. 69,205 τὴν διὰ διαφόρους πληρωμὰς πίστωσιν, ὅτι ἠλάττωσε κατὰ δρ. 3,582,053 τὰς δι’ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πιστώσεις, ὅτι ἠλάττωσε κατὰ δραχ. 159,789 τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ αἱ ἀφαιρέσεις ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν πιστώσεων τούτων εἶναι ἐλαττώσεις δαπανῶν ὑποχρεωτικῶν, ἀναγεγραμμένων ὑπὸ τῶν νόμων, αἵτινες ἤθελον πληρωθῆ, ἂν δὲν ἠλαττώνοντο, δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν δὲν ἀφῃροῦντο, ἔμελλον νὰ πραγματοποιηθῶσι κατὰ τὸ 1904; ἢ αἱ ἀφαιρέσεις τῶν πιστώσεων, ὧν ἐμνημονεύσαμεν, ἦσαν διαγραφὴ πιστώσεων, αἵτινες δὲν ἤθελον δαπανηθῆ, διότι δὲν ἦσαν πλέον ἀναγκαῖαι, καὶ ἤθελον πάντως ἐλαττωθῆ, διότι δὲν ὑπῆρχε πλέον ἡ ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἠλάττωσεν οὕτω τὰς δι’ ἔξοδα τῆς Βουλῆς πιστώσεις κατὰ δραχ. 486,603, διότι ἐφέτος δὲν συνεκλήθη ἡ Βουλὴ εἰς ἔκτακτον Σύνοδον· ἐὰν δὲ κατωρθοῦτο νὰ μὴ παραστῇ ἀνάγκη νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, καὶ ἂν διετηρεῖτο ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡ ἀφαιρεθεῖσα πίστωσις ἐκ δραχμῶν 486,603, δὲν ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἡ δαπάνη, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πληρωθῶσιν ἔξοδα ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε συγκληθῆ εἰς ἔκτακτον Σύνοδον. Ἠλάττωσε τὰς δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων πιστώσεις κατὰ δραχ. 133,246.08· ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ βεβαιωθέντα μετὰ τὸ κλείσιμον τῶν χρήσεων ἔξοδα ἦσαν ἐλάσσω τῶν κατὰ τὸ 1903 βεβαιωθέντων μετὰ τὸ κλείσιμον τῆς χρήσεως, ἡ ἀφαιρεθεῖσα πίστωσις δὲν ἦτο ἀναγκαία, καὶ ἂν διετηρεῖτο ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν ἤθελε παρασταθῆ ἀνάγκη νὰ διατεθῇ. Ἠλάττωσε κατὰ 40,000 δραχμὰς τὴν πίστωσιν πρὸς ἀγορὰν πλακῶν καὶ ἔξοδα κατασκευῆς γραμματοσήμων, διότι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ν’ ἀγορασθῶσι πλάκες, ὑπῆρχε δ’ ἱκανὸν ποσὸν γραμματοσήμων, ἐπαρκοῦν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ 1904. Ἠλάττωσε κατὰ δραχμὰς 275,176.94 τὴν πίστωσιν πρὸς ἀγορὰν πετρελαίου, διότι τὸ κατὰ τὸ 1903 ἀγορασθὲν πετρέλαιον μετὰ τοῦ ἀγορασθέντος κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1902 θέλει ἐπαρκέσει εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ 1904. Ἠλάττωσε κατὰ δραχ. 54,515 τὴν πίστωσιν διὰ δικαιώματα καὶ προμήθειαν χαρτοσήμου, διότι ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἤθελε καταναλωθῆ τοσοῦτον χαρτόσημον. Ἠλάττωσε κατὰ δρ. 48,000 τὴν πίστωσιν δι’ ἔξοδα ἐξορύξεως σμύριδος, διότι ὑπελόγισεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξορυχθῶσιν 120,000 στατῆρες σμύριδος, καὶ ὅτι ὑπῆρχε νὰ ἐξορυχθῶσιν 100,000 στατῆρες μόνον. Ἀφήρεσε τὴν πίστωσιν τῶν 100,000 δραχμῶν πρὸς ἀπόδοσιν εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν· ἀλλ’ ὅταν ἀρνηθῇ τις νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος, τὸ ὁποῖον ἔχει, τοῦτο δὲν εἶναι οἰκονομία, ἂν ὄντως τὸ δημόσιον ταμεῖον τυγχάνῃ ἔτι θεματοφύλαξ κεφαλαίων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἀφοῦ ταῦτα ἔχει εἰσπράξει ἐν ὀνόματι τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Δὲν ἔπρεπε βεβαίως νὰ διαγραφῇ ἡ πίστωσις τῶν 100,000 δραχμῶν, ἂν ὀφείλῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν, διότι εἰσέπραξε χρήματα δι’ αὐτήν. Ἀφήρεσε τὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 ἀναγεγραμμένην πίστωσιν 75,000 δραχμῶν δι’ ἀγορὰν βοῶν διὰ τοὺς συνοικισθέντας Καμαριναίους καὶ Ἠπειρώτας· οἱ ἀναγκαιοῦντες εἰς αὐτοὺς βόες ἠγοράσθησαν τὸ 1903, δὲν ὑπῆρχε δὲ ὑποχρέωσις ν’ ἀγορασθῶσι τοιοῦτοι δι’ αὐτοὺς καὶ ἐκ δευτέρου. Ἀφήρεσε τὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 πίστωσιν ἐκ 30,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀνερεύνησιν τῶν παραλίων πρὸς ἀνεύρεσιν κοραλλίων, διότι ἐγένετο ἤδη ἡ ἐργασία αὕτη. Ἠλάττωσε κατὰ δραχμὰς 117,319.75 τὴν πίστωσιν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, διότι κατὰ τοὺς γενομένους ὑπολογισμοὺς δὲν ὀφείλεται νὰ πληρωθῇ κατὰ τὸ 1904 τόσον ποσόν, ὅσον ἐπληρώθη κατὰ τὸ 1903. Ἠλάττωσε κατὰ δραχμὰς 125,360.51 τὴν πίστωσιν διὰ τὴν νομισματικὴν διαφοράν, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης μειώσεως τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς. Διέγραψε τὴν πίστωσιν τῶν δραχμῶν 4,167 δι’ ἐνοίκιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον μετεκομίσθη ἤδη εἰς δημόσιον οἴκημα, δὲν πληρώνεται δ’ ἐνοίκιον κατὰ τὸ 1904, εἶχε δὲ ἀναγραφῆ ἡ πίστωσις κατὰ τὸ 1903, διότι δι’ αὐτῆς ὠφείλετο νὰ πληρωθῇ ἐνοίκιον τοῦ Συνεδρίου ἐπὶ 5 καὶ ἥμισυν μῆνας. Ἡ ἐπενεχθεῖσα λοιπὸν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904 ἐλάττωσις τῶν διὰ τὸ 1903 προϋπολογισθέντων ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου κατὰ δρ. 1,176,000.53 προῆλθεν ἐκ διαγραφῆς ἢ ἐλαττώσεως πιστώσεων, αἵτινες δὲν προσῆκε ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διότι, καὶ ἂν ἀνεγράφοντο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904 αἱ πιστώσεις αὗται, δὲν ἤθελε παρουσιασθῆ ἀνάγκη νὰ διατεθῶσι. Μετὰ τὴν ἀνάλυσιν ταύτην τῶν ἐλαττώσεων, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου, ἐπιλαμβάνομαι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπὶ τούτου οὐ μόνον δὲν ἐπηνέχθησαν ἐλαττώσεις, ἀλλὰ προσετέθη καὶ αὔξησις δραχ. 61,092. Ἠδυνάμην ὅμως, ἐὰν δὲν ἤθελεν ἐξαντληθῆ ἡ ὑπομονὴ ὑμῶν, νὰ σᾶς ἀναμνήσω, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, τὸν ὁποῖον εἰσηγησάμην εἰς τὴν Βουλήν, καὶ διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα μετ’ αὐτοῦ προεβάλομεν εἰς αὐτήν, ἡμεῖς εἴχομεν προτείνει ἐλαττώσεις καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνερχομένας εἰς δραχ. 405,686.87. Ἡ Βουλὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ συζητήσῃ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ ψηφίσῃ τὰ περὶ τούτου νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐψήφισεν εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἀντέστη δὲ τότε ἐρρωμένως ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὡς μαχητὴς ἄλκιμος προέταξε τὰ στήθη αὐτοῦ, ἵνα ἀποσοβήσῃ τὸν ὄλεθρον, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐπενεχθῆ εἰς τὴν διπλωματικὴν καὶ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, ἕως οὗ ἄλλα συμβεβηκότα, ἐπελθόντα, — δὲν γνωρίζω ἂν ἐν γνώσει ἢ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ, — ἐπήνεγκον τὴν παραίτησιν τοῦ Ὑπουργείου, ὅτε ἐγκατελείφθησαν τὰ περὶ τούτου νομοσχέδια. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς 5,862,739, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους, τὸν ὁποῖον ἐπεψήφισεν ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ διαδεχθέντος ἡμᾶς Ὑπουργείου, ἀνεβίβασε τὰ ἔξοδα εἰς 5,910,794, καὶ ὁ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904 ἀνεβίβασεν αὐτὰ εἰς 5,949,043.05, ἤτοι ὑπερβαίνει τὸν παρ’ ἡμῶν εἰσαχθέντα κατὰ δραχμὰς 86,304.05, ὑπερβαίνει δὲ κατὰ δραχ. 38,249.05 τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1903 ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ διαδεχθέντος ἡμᾶς ἐπὶ τὴν ἀρχὴν κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1903 Ὑπουργείου. Καὶ ἕνεκα μὲν τῆς ἀναγραφῆς τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν Προέδρων τῶν Ἐφετείων καὶ τῶν μελῶν τῶν Ἐφετείων, τῶν παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων, τῶν μισθῶν τῶν Προέδρων Πρωτοδικείων, τῶν πρωτοδικῶν καὶ τῶν μισθῶν τῶν παρὰ Πρωτοδίκαις Εἰσαγγελέων, καὶ τῶν μισθῶν τοῦ Προέδρου, τοῦ ἀντιπροέδρου καὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ τοῦ παρ’ αὐτῷ Εἰσαγγελέως καὶ ἀντεισαγγελέως, τῶν ὁποίων αὐξήσεων τὴν ἀναστολὴν εἴχομεν ἡμεῖς προτείνει, ἤθελον προστεθῆ εἰς τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου πιστώσεις ἀνερχόμεναι εἰς δραχμὰς 64,800. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη τις αὔξησις προσετέθη, τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναφέρω, εἶναι δὲ ἡ αὔξησις αὕτη οὐ μόνον ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπηγόρευσεν ἡ εὐλαβὴς πρόνοια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δι’ ἀγορὰν Εὐαγγελίων, συνισταμένη ἐκ 2,300 δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ ἑτέρα τις αὔξησις 10,960 δραχμῶν διὰ προσθήκην βοηθητικοῦ προσωπικοῦ ἐν τοῖς γραφείοις Εἰσαγγελιῶν τινων Πρωτοδικῶν καὶ τινων Πρωτοδικείων. Τοιουτοτρόπως ἐδόθη εὐκαιρία νὰ προστεθῶσι καὶ δέκα ἔτι ὑπάλληλοι εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον προστεθῆ. Ἡμεῖς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἴχομεν εἰσαγάγει, ἐπροτείναμεν τὴν κατάργησιν θέσεων, διότι εἶχον προστεθῆ ὑπάλληλοι περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν κατὰ τὸ 1896, ἐπροτείναμεν δὲ τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατὰ δραχμὰς 481,413.47. Ὁ συντάξας τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· διὰ τῆς ἐκθέσεως δὲ ταύτης ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι συνετάχθη ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐστηρῶν καὶ ἐφικτῶν οἰκονομιῶν, καὶ ὅτι δὲν παρέλιπεν, ἐννοεῖται, νὰ ἀναγράψῃ καὶ αὔξησιν πιστώσεων, διότι, ὡς ἀναφέρει ἐν τῇ ἐκθέσει, «ἄνευ αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἀπρόσκοπτος καὶ κανονικὴ τῆς ὑπηρεσίας λειτουργία». Διὰ τούτου μᾶς προανήγγειλεν, ὅτι αἱ ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἐπενέγκῃ, ἦσαν μόνον ἐπί τινων κονδυλίων, ἀλλ’ ἐπὶ ἄλλων ἠναγκάσθη νὰ αὐξήσῃ τὰς δι’ αὐτὰ πιστώσεις, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ ὑπηρεσία νὰ λειτουργῇ ἀπροσκόπτως καὶ κανονικῶς. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, ὁ παρ’ ἡμῶν εἰσαχθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1902, ἀνεβίβαζε τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς δραχμὰς 14,619,061, ἀλλ’ ὁ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθεὶς Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 κατὰ τὴν μεσολαβήσασαν περίοδον τοῦ διαδεχθέντος ἡμᾶς Ὑπουργείου ἀνεβίβασε τὰς πιστώσεις εἰς δραχμὰς 16,528,115, ἤτοι ὑπερέβαλε τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ δραχ. 1,909,054, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904, ὁ εἰσαχθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, περιορίζει αὐτὰς εἰς 13,332,094, ἑπομένως ἠλάττωσε τὰς πιστώσεις τοῦ ψηφισθέντος Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 κατὰ δρ. 3,196,021 καὶ τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος κατὰ δρ. 1,286,967. Ἐξαιρετικὸν δ’ ὄντως τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι, ἀντὶ νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔξοδα, ὅπως οἱ συνάδελφοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ηὔξησαν αὐτὰ ἕκαστος ἐν τῷ ἰδίῳ προϋπολογισμῷ, ἠλάττωσε τὰ ἔξοδα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ἐλαττώσεις ταύτας. Μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ ἐκ Κερκύρας κ. Βουλευτής, εὑρίσκω τὰς ἑπομένας διαφοράς. Ηὔξησε τὰ ἔξοδα τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου κατὰ 720 δραχμάς, τοὺς μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τῶν Νομαρχιῶν κατὰ 67,920 δραχμάς, τὸ ποσὸν τῶν ἐπιμισθίων τῶν νομαρχῶν κατὰ 27,225 δραχμάς, τὰ ἔξοδα ὑπηρεσίας τῶν Νομαρχιῶν κατὰ 20,979 δραχμάς, τὰς δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας τῶν Νομαρχιῶν πιστώσεις κατὰ 3,000 δραχμάς, τὰς δι’ ὁδοιπορικὰ ἀποζημιώσεις αὐτῶν κατὰ 3,000 δραχμάς, τὰς διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν κατὰ δραχ. 822,776. Οὕτω δὲ μόνον ἐπὶ τῶν πιστώσεων δι’ ἔξοδα τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, διὰ τὴν διοίκησιν τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν καὶ διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα κατὰ δραχ. 945,620. Ἐπηνέχθησαν δ’ ἐλαττώσεις καὶ αὐξήσεις ἐπὶ τῶν ἑπομένων κεφαλαίων. Οὕτως ἠλάττωσαν τὰς πιστώσεις διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοσίας ὑγείας ἀπὸ δρ. 377,900 εἰς 289,500· ἀλλ’ αἱ πλεῖσται τῶν ἐλαττώσεων τούτων δὲν ἀποτελοῦσιν οἰκονομίας, ὡς φέρ’ εἰπεῖν ἡ ἐλάττωσις τῆς δι’ ἔκτακτα ὑγειονομικὰ ἔξοδα πιστώσεως ἐκ δρ. 100,000 εἰς δραχμὰς 30,000 δὲν εἶναι οἰκονομία, διότι, ἂν συμβῇ νὰ μὴ ἐπαληθεύσῃ ἡ ὑπόθεσις, ὅτι δὲν θέλουσιν ἀναφανῆ ἐπιδημικαὶ νόσοι, ὡς ἡ εὐλογία ἢ ἄλλαι παραπλήσιαι, θέλουσι ζητηθῆ καὶ χορηγηθῆ κατ’ ἀνάγκην ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Ἡ ἐλάττωσις ἀπὸ δρ. 711,000 εἰς δρ. 5,000 τῆς πιστώσεως δι’ ἔξοδα ἐκτελέσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς οἰκονομία, διότι κατὰ τὸ 1904 δὲν πρόκειται νὰ γένωνται δημοτικαὶ ἐκλογαί, ἀφοῦ αὗται ἐγένοντο τὸ 1903, οὐδὲ προεβλέπετο ἀνάγκη, ἵνα γένηται χρῆσις πιστώσεως τοσαύτης, ὅση εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903· ὡς καὶ ἡ ἐλάττωσις τῶν κατὰ τὸ 1903 χορηγηθεισῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 131,540 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων εἰς δρ. 72,496, ὅσαι ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904, διότι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ποσοῦ τῶν πιστώσεων τούτων δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς φειδοῦς ἢ ἐγκρατείας τῶν διοικούντων, ἀλλ’ ἐκ τῆς ταχείας ἢ βραδείας ἐπαληθεύσεως τῶν ἀξιώσεων τῶν πιστωτῶν τοῦ Δημοσίου· οὐδ’ ἡ ἐλάττωσις τῆς πιστώσεως δι’ ἔξοδα ἀπογραφῆς τοῦ πληθυσμοῦ ἀπὸ δραχ. 32,900 εἰς 1000, ἤτοι ἐλάττωσις κατὰ δραχ. 31,900, εἶναι οἰκονομία, ἀλλὰ παράλειψις καθήκοντος τῆς Διοικήσεως, ἥτις ἐγκαταλείπει τὴν ἀπογραφὴν τοῦ πληθυσμοῦ. Ὡσαύτως αἱ ἐλαττώσεις τῶν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας πιστώσεων ἀπὸ 255,690 δρ. εἰς 150,800 εἶναι παράλειψις καθήκοντος, διότι διὰ πιστώσεως 20,000 δραχμῶν, εἰς ὅσας περιώρισαν τὴν δι’ ἵδρυσιν νέων Γεωργικῶν σταθμῶν πίστωσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱδρυθῶσι σταθμοὶ τόσοι, ὅσων ἔχει ἀνάγκην ἡ χώρα. Ἡ ἐλάττωσις τῶν βοηθημάτων ὡσαύτως ἀπὸ 10,000 δραχ. εἰς 5,000 εἶναι ἐλάττωσις μὴ βεβαία, διότι τὰ χρήματα ταῦτα χρησιμεύουσιν εἰς ἔξοδα κηδείας εἴτε ἀνδρῶν ἐχόντων δικαιώματα, ἵνα τύχωσι τῆς τιμῆς ταύτης, εἴτε πενήτων στερουμένων τῶν ἐξόδων κηδείας...
§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει εἰδικὴ πίστωσις διὰ κηδείας. Αὐτὰ εἶναι μικρὰ βοηθήματα, τὰ ὁποῖα δίδονται κατὰ 10 ἕως 15 ἢ καὶ περισσοτέρας δραχμάς.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀληθῶς ὑπάρχει κονδύλιον δι’ ἔξοδα κηδείας, ἀλλ’ ἡ πίστωσις τῶν 5,000 δραχμῶν δὲν θέλει ἐπαρκέσει διὰ βοηθήματα, θέλει δὲ πιθανῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς τυχὸν παρουσιασθησομένας ἀνάγκας ἀναγκασθῆ νὰ πληρώσῃ ἐξ ἄλλων πόρων, βεβαίως ὅμως εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔτους δὲν θέλει ἐπαρκέσει ἡ πίστωσις τῶν 5,000 δραχμῶν διὰ βοηθήματα. Ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν κατεδηλώθη ἐνίοτε ὑπερβολὴ εἴτε φιλανθρωπίας εἴτε ἐπιθυμίας πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς καλαισθησίας τοῦ λαοῦ, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐδίδετο ἐπιχορήγησις εἰς δέκα καὶ ἕξ, κατὰ δὲ τὸ 1902 εἰς εἴκοσι καὶ δύο Φιλαρμονικὰς Ἑταιρείας, ἑκάστη δ’ ἐπαρχία ἐνήσκει τὴν εὔλογον ἀξίωσιν νὰ λάβῃ καὶ αὐτὴ ποσόν τι, ὅπως συστήσῃ Φιλαρμονικὴν Ἑταιρείαν· εἶχον δὲ συγκεφαλαιωθῆ αἱ πρὸς τοῦτο χορηγηθεῖσαι πιστώσεις εἰς δραχμὰς 8,700. Βεβαίως, ἐὰν ὁ λαὸς γένηται μουσικώτερος, συμπληροῦται ἡ πνευματικὴ ἀνάπτυξις καὶ ἡ ἠθικὴ μόρφωσις αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐν ᾗ καταστάσει εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναβληθῇ ἡ χορηγία τοιούτων συνδρομῶν ἐπ’ ἄλλους κρείττονας καιρούς, νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσι δὲ αἱ κατὰ τὸ ἔτος 1902 διαδραματισθεῖσαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ σκηναί, καθ’ ἃς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διενέμοντο βοηθήματα, ἐπωφελοῦντο δὲ πάντες, φίλοι καὶ μή, διότι καὶ τίνες τῶν φίλων μου ἐζήτησαν, καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐλευθέριος φύσει, ἔδιδε καὶ εἰς αὐτούς, διὰ νὰ ἱδρύσωσι Φιλαρμονικὰς Ἑταιρείας...
§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄνευ διαμαρτυριῶν ἐκ μέρους ὑμῶν.
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐνθυμεῖσθε ποία ἦτο ἡ κατάστασις τότε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἂν ἠδύνατο νὰ ἀκουσθῇ φωνή τις. Ἀλλ’ ἡ κατὰ 340,050 δραχμὰς ἐλάττωσις τῶν πιστώσεων, τῶν προοριζομένων πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν κλάδων τῆς παραγωγῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ ἀφαίρεσις τοῦ ἐπιδόματος τῶν σπουδαζόντων τὴν γεωργίαν ἐν Εὐρώπῃ, αἱ ἐλαττώσεις καὶ ἀφαιρέσεις αὗται δὲν φαίνονται εἰς ἡμᾶς εὔλογοι. Ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε ν’ αὐξήσωμεν τὰς πιστώσεις τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένας πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας καὶ τῆς παραγωγῆς· διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἐπηγγέλθημεν ἐλαττώσεις καὶ εἰσηγάγομεν ἐλαττώσεις πολλῶν ἄλλων πιστώσεων διὰ δαπάνας τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, τῶν δαπανῶν τῆς γεωργίας ἐπροτείναμεν αὔξησιν, καὶ αὔξησιν ποσοῦ ἀρκετὰ στρογγύλου· ἐνῷ δ’ ἡμεῖς ηὐξάνομεν τὰς πιστώσεις διὰ τὰς τοιαύτας δαπάνας, τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἠλάττωσεν αὐτὰς κατὰ δραχμὰς 340,050. Κρίνω δὲ τὰς ἐλαττώσεις ταύτας μὴ εὐλόγους, διότι τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργασίας, φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ ἡ ἐθνικὴ παραγωγή, θέλομεν δ’ ἐνισχύσει τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν διὰ τῆς προστασίας τῆς γεωργίας, διὰ τῆς βελτιώσεως αὐτῆς, διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, διὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων, διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῆς δενδροκομίας κλπ. Πάσας ταύτας τὰς πιστώσεις εἰσηγάγομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐνῷ ἐπηγγέλθημεν οἰκονομίας καὶ ἐφηρμόζομεν ὄντως οἰκονομίας διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903. Διὰ τοῦτο δὲν στέργω τὰς ἐλαττώσεις ταύτας.
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄς μὴ στέργητε.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤκουσα φωνὴν «ἄς μὴ στέργητε»! Δὲν ζητῶ νὰ ἐπιβάλω τὴν ἐμὴν γνώμην, οὐδὲ ζημιῶ τινα. Εἶναι ἐλεύθεροι ἄλλοι νὰ στέργωσιν, ἴσως δ’ εἶναι οὗτοι οἱ περισσότεροι. Ηὔξησαν προσέτι καὶ τὰς δαπάνας τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ δραχ. 3,393,361, εἰς ὅσας ἠδυνήθημεν προχείρως νὰ περιστείλωμεν αὐτὰς, εἰς δραχμὰς 3,670,870, ἤτοι κατὰ δραχμὰς 277,509. Τὰ ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας ηὐξήθησαν τὰ μάλιστα αἰσθητῶς. Ὅτε ἡμεῖς προετείναμεν ἐλαττώσεις τινὰς διὰ νομοσχεδίου εἰδικοῦ, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου ἀνεγράψαμεν καὶ πιστώσεις ἐλάσσονας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, οἱ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου, ἀντιπολιτευόμενοι τότε, ἔπλεξαν πανηγυρικὸν τῆς τελευταῖον διὰ τῶν ἐξογκωθεισῶν δαπανῶν διασκευασθείσης ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας. Λυποῦμαι, διότι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀνομολογήσω καὶ ἐγώ, ὅτι ἐπετεύχθησαν ὄντως διὰ τῶν τοσούτων δαπανῶν βελτιώσεις· ἐξ ἐναντίας γνωρίζω, ὅτι τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα ἀπέστειλα τηλεγράφημα εἰς τὴν Σάμην, συγχαίρων τὸν φίλον μου κύριον Ι. Βρυώνην, διότι ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἐξελέγη δήμαρχος, —μοὶ εἶχε δ’ ἀνακοινώσει διὰ τηλεγραφήματός του, ὅτι εἶχε μάλιστα πλειονοψηφίαν 237 ψήφων, —ἀλλὰ τὸ τηλεγράφημά μου δὲν εἶχε μεταβιβασθῆ ἐκεῖσε μέχρι σήμερον, δηλαδὴ μετὰ ἑπτὰ ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἐπεδόθη εἰς τὸ ἐνταῦθα τηλεγραφεῖον· εἶχον ὡσαύτως γράψει ἐπιστολὰς πρὸς τὸν κ. Βρυώνην καὶ τὸν κ. Ραφτόπουλον, βουλευτὰς, παρακαλῶν αὐτοὺς νὰ ἔλθωσι, διότι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἔμελλον νὰ ἐπαναληφθῶσι τὴν Δευτέραν, ἀλλὰ καὶ αἱ ἐπιστολαί μου αὗται δὲν ἔφθασαν ἔτι εἰς τοὺς συναδέλφους τούτους. Δὲν θέλω δὲ νὰ μνημονεύσω σκανδάλων τινῶν, καταγγελλομένων διὰ τὴν διαβίβασιν διαφόρων ἐπιταγῶν πρὸς πληρωμὴν χρημάτων, ἢ διὰ τὴν ἀπώλειαν ἄλλων ἐπιστολῶν. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀνακράξω, ὅτι τέλος πάντων ἐφθάσαμεν εἰς τὴν τελειότητα, καὶ ὅτι, ἂν δαπανῶμεν νῦν 3,670,870 διὰ τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, τὰ δαπανῶμεν εὐλόγως. Νομίζω μάλιστα, ὅτι πολλαὶ τῶν δαπανῶν τούτων, αἱ ὁποῖαι ἀνῆλθον, ὡς εἶπον, εἰς 3,670,870 δραχμὰς, εἶναι δαπάναι ματαίας, ἐλαφρᾶς ἢ, ἴσως δύναμαι νὰ εἴπω, μωρᾶς ἐπιδείξεως· εἶναι ἐξ ἐκείνου τοῦ εἴδους τῶν ρεκλαμῶν, τὰς ὁποίας μετέρχονται ἐν Εὐρώπῃ βιομηχανικὰ ἢ ἐμπορικὰ καταστήματα, καὶ τὰς ὁποίας εἰσηγάγομεν τελευταῖον καὶ ἐνταῦθα· καὶ ἀπήντησα προχθὲς ὄχημα, τὸ ὁποῖον μοὶ εἶπον ὅτι διατρέχει τὰς ὁδοὺς πρὸς διαφήμισιν, ἤτοι εἶναι ὄχημα ρεκλάμας. Οὕτω καὶ ἡ δημοσία ὑπηρεσία προσέφυγεν εἰς ρεκλάμας, ὅτι δηλαδὴ τῳόντι εἶχεν εἰσαχθῆ σύστημα βελτιώσεων, δικαιολογοῦν τὸ μέγα τοῦτο ποσὸν τῆς δαπάνης. Μοὶ ἀντετάχθη ὑπό τινος πέρυσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι, ἂν ψηφισθῶσιν αἱ ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας προεβάλομεν τότε διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν, θέλει παραλύσει αὐτὸ τὸ ἔργον, ἡ ὑπηρεσία, ἡ τόσον χρήσιμος, ἥτις μᾶς δίδει τὴν ἐλπίδα, ὅτι ταχέως θέλομεν εἰσπράττει ἀπὸ αὐτὴν τόσα, ὅσα δαπανᾷ δι’ αὐτὴν τὸ Δημόσιον, καὶ ὅτι πράττομεν πρᾶξιν ἀνόσιον, ζητοῦντες νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ δι’ αὐτὴν δαπανώμενα! Ταῦτα οὐδόλως συμμερίζομαι. Ἐν τῇ διασκευῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1901 καὶ 1902 τὰ ψηφισθέντα νομοθετήματα δὲν ἀπέβαινον μόνον εἰς ζημίαν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλ’ ἐνήσκουν καὶ ἄλλην τινὰ δυσάρεστον ἐπιρροὴν ἐπὶ τὰ ἤθη τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὸ σύστημα μάλιστα τῆς βαθμιαίας αὐξήσεως τῶν μισθῶν οὐδόλως ἐπιδοκιμάζω παρ’ ἡμῖν, καὶ ἰδίως ὅταν οἱ ἔχοντες βαθμὸν οἱονδήποτε ἔχωσι τὴν εὐκολίαν νὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν, ὅταν συμπληρώσωσιν ὡρισμένην διάρκειαν χρόνου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς πιθανότητος τῆς τοιαύτης προαγωγῆς κατὰ βαθμὸν, ἡ κατὰ πενταετίαν αὔξησις τοῦ μισθοῦ αὐτῶν κατὰ ποσὸν ὡρισμένον — τὸ ποσὸν εἶναι κατὰ πάντα βαθμὸν ἀνώτερον — ἀποτελεῖ ὑπερβάλλουσαν πρόνοιαν ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων, εἰσάγει δὲ καὶ ἀνισότητα μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν ὑπαλλήλων ἄλλων κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως, ἐν οἷς δὲν ἐνομοθετήθη τοιαύτη διάταξις. Ἐγὼ μάλιστα δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς βαθμιαίας αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ οὐδὲ τῶν δικαστῶν· διότι, ὅταν ὁ πρωτοδίκης δὲν στερῆται τῆς εὐκολίας νὰ προβιβασθῇ εἰς ἐφέτην ἢ νὰ γένηται Εἰσαγγελεὺς, ἐὰν βεβαίως ἔχῃ τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ κατὰ τὰ ἔργα τοῦ πρωτοδίκου, τὰ ὁποῖα ἐξεπλήρωσεν, εἶναι ὑπηρεσία, ἡ ὁποία συνιστᾷ αὐτὸν διὰ τὴν νοημοσύνην του ἢ τὴν ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα αὐτοῦ, ἀφοῦ, λέγω, ἔχει τὴν πιθανότητα νὰ προαχθῇ εἰς ἀνώτερον βαθμὸν, ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ μετὰ πενταετίαν μοὶ ἐφάνη ὅτι ἦτο φιλοδώρημα, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ηὐπόρει τὸ Κράτος, δὲν ἤθελον ἀντιτείνει ἵνα δοθῇ, ἀλλ’ ὅταν τὸ Κράτος εὑρίσκηται εἰς τοιαύτην κατάστασιν οἰκονομικὴν, βεβαίως δὲν ἐγκρίνω. Ὁ συντάξας μάλιστα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐπενόησέ τι, τὸ ὁποῖον κατήγγελλε βεβαίως τὴν εὐφυΐαν αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν κατήγγελλε καὶ τὴν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον εἰλικρίνειαν αὐτοῦ. Ἀφοῦ τῇ προτάσει αὐτοῦ ἐνομοθετήθη ἡ κατὰ πενταετίαν αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος δὲν ἀνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὅλον τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως, ἵνα ἀποκρύψῃ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἡ τοιαύτη τῶν μισθῶν αὔξησις ἐπήνεγκεν· εὗρε δὲ δύο μεθόδους, πρῶτον νὰ ἀφαιρῇ ποσόν τι ἐκ τῆς ὅλης πιστώσεως διὰ κενὰς θέσεις, δεύτερον δι’ ἀδείας ἀπουσίας, οὕτω δὲ τῆς δαπάνης ἡ ἐπιγενομένη αὔξησις περιωρίζετο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατὰ τὸ ἥμισυ, ἢ κατὰ τὰ δύο τρίτα αὐτῆς. Τὸ μέτρον ἦτο ἐπινόημα ἐπιτήδειον, διότι τοῦ νομοθετήματος τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων δὲν ἀπεκαλύπτοντο ἀκέραια τ’ ἀποτελέσματα. Ἡ ἀληθὴς αὔξησις τῆς δαπάνης ἦτο πολὺ μεγαλειτέρα, ὅσον δὲν παρέρχονται τὰ ἔτη ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου, τόσον ἡ αὔξησις τῆς δαπάνης θέλει προβαίνει. Αἱ λόγῳ κενῶν θέσεων ἢ ἀδειῶν ἀπουσίας ἐλαττώσεις τῶν πιστώσεων ἀπέκρυπτον τὸ ἀληθὲς ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Κατὰ τὴν ἐμὴν δὲ γνώμην, ὁ συντάσσων Προϋπολογισμὸν δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρῇ ἀπὸ τὰς ἀπαιτουμένας ἀναγκαίας πρὸς μισθοδοσίαν προσώπων πιστώσεις ποσόν τι δι’ ἐνδεχομένην ἐλάττωσιν· λέγω δὲ ἐνδεχομένην, διότι δὲν εἶναι βέβαιαι αἱ ἕνεκα κενῶν θέσεων ἢ ἕνεκα ἀδειῶν ἀπουσίαι. Τὰ κενά, τὰ ὁποῖα ἀφίνουσιν αἱ θέσεις αἱ μὴ πληρωθεῖσαι, ἢ αἱ ἄδειαι ἀπουσίας, εἶναι τυχαῖα, δὲν δύναταί τις δὲ νὰ ἀναγράψῃ αὐτὰ διὰ νὰ μειώσῃ τὰς ἀληθεῖς δαπάνας. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπέστη κατὰ τὴν τριετίαν μεταβολὰς ἀξίας τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Ἐὰν σᾶς ἀριθμήσω τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προσετέθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὰ ἔτη 1900, 1901 καὶ 1902, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι προσετέθη εἰς ἓν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τμηματάρχης, προσετέθησαν τρεῖς ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν δαπανῶν τῆς Ἐκκλησίας, εἷς ἀρχιερεὺς καὶ δύο ἐπίσκοποι, προσετέθησαν 16 θέσεις ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, προσετέθησαν 266 ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει· προσετέθησαν τὸ ὅλον 425 ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται, ηὐξήθησαν δὲ οἱ μισθοὶ κατὰ δρ. 4,920· ἐδόθησαν συνδρομαὶ εἰς Γυμνάσια 14,000 δραχμῶν, καὶ ηὔξησαν τὰ ἐνοίκια τῶν Γυμνασίων κατὰ 11,000 δραχμὰς. Ἡ προσθήκη τῶν 425 ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν προσέθηκεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου δαπάνην δραχ. 765,482, πλὴν τῆς προσθήκης τῆς ἐπελθούσης ἕνεκα τῆς αὐξήσεως μισθῶν καὶ τῆς προσθήκης τῆς ἐπελθούσης διὰ συνδρομὴν Γυμνασίων. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904 προσδιώρισε τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἰς 5,198,020 δραχμὰς, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, ὁ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθεὶς, εἶχε προδιορίσει αὐτὰ εἰς 5,357,809· ἑπομένως τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἐνεστὼς ἠλάττωσε τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1903 σχηματισθέντος Ὑπουργείου ψηφισθέντος Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1903 κατὰ δραχ. 159,789. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὅμως τοῦ 1903, ὃν ἡμεῖς εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλήν, εἴχομεν προσδιορίσει τὰ ἔξοδα εἰς δραχ. 5,249,449. Ἑπομένως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1904, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινε τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον, ἀναγράφει ἔξοδα ἐλάσσω καὶ τοῦ παρ’ ἡμῶν εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου κατὰ δραχμὰς 51,429. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὃν εἰσηγάγομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Βουλήν, εἴχομεν ἐλαττώσει τὰ κατὰ τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1902 ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου κατὰ δραχ. 337,112, ἀλλ’ αἱ αὐξήσεις τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν τριετίαν, ἦσαν πολλῷ μείζονες· δὲν ἠδυνάμεθα ὅμως, κληθέντες εἰς τὴν ἀρχὴν διαρκοῦντος τοῦ σχολικοῦ ἔτους, νὰ ἐπιφέρωμεν ἐλαττώσεις, διότι τοῦ προσωπικοῦ αἱ μεταβολαὶ ἀπηγορεύοντο διαρκοῦντος τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ἀπέκειτο δὲ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον κληθῆ νὰ διοικήσωσι καθ’ ὃν χρόνον τὰ μαθήματα δὲν ἤθελον διδάσκεσθαι, νὰ ἐπιφέρωσιν αὐτάς...
§49Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι 8 ἡ ὥρα.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολὺ ἡ ἀγόρευσις;
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας.
§53ΦΩΝΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, αὔριον.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφασίσθη χθές.
§55ΦΩΝΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, αὔριον.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.)