1904.02.04
1.184 στίχοι · 9.081 λέξεις · 101 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
τῆς 4 Φεβρουαρίου 1904.
(Τετάρτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκεται πρῶτον καὶ ἐπικυροῦται τὸ μέρος τῶν πρακτικῶν τῆς 12ης συνεδριάσεως τὸ μὴ ἐπικυρωθὲν κατὰ τὴν 13ην συνεδρίασιν.
Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ προέτεινα, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ χωρισμοῦ τοῦ δήμου Πειραιῶς ἀπὸ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας Ἀττικῆς ἀναγραφῇ πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§3Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς ὅμως ἀντετείναμεν ν’ ἀναγραφῇ πρῶτον.
§4Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, εἰς ὅσα ἀναγράφονται ἐν τοῖς πρακτικοῖς λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ χθὲς νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος, προκειμένου δηλαδὴ περὶ χωρισμοῦ τοῦ Πειραιῶς ἀπὸ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας Ἀττικῆς, καὶ τὸ «ἱδρυομένης νέας ἐπαρχίας». Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ περιφέρεια, ἐὰν δὲν γείνῃ ἐπαρχία.
§5Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μεταξὺ τῶν λαβόντων τὸν λόγον χθὲς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν ἤμην καὶ ἐγώ, ἀλλὰ δὲν ἀναφέρομαι ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Ἀφοῦ δὲ μόνον διά τινας, φαίνεται, τῶν λαμβανόντων τὸν λόγον γίνεται περίληψις ἐν τοῖς πρακτικοῖς, τοὐλάχιστον ἂς μὴ παραλείπωνται τὰ ὀνόματα καὶ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἀξιοῦνται τῆς τιμῆς ταύτης. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρακτικὰ τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως, εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ περιλαμβάνωνται ἐν τοῖς πρακτικοῖς τὰ συμβάντα τὴν προτεραίαν, ὡς λαβόντα χώραν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνῷ πρόκειται περὶ παραβάσεως νόμου. Διότι νὰ γίνεται ἐν τῇ Βουλῇ πρόκλησις καὶ ν’ ἀναφέρηται ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοῦτο ἄνευ τινὸς ἀντιρρήσεως, νομίζω ἄτοπον, διότι οὕτω καθιεροῦται προηγούμενον, καθ’ ὃ δύναταί τις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, ἀκουόμενος παρ’ ὅλων καὶ ἀναγινωσκόμενος παρ’ ὅλων, — διότι ἀναφέρεται τὸ πρᾶγμα ἐν τοῖς πρακτικοῖς, — θεωρήσας ἑαυτὸν προσβεβλημένον, δικαίως ἢ ἀδίκως, νὰ προκαλῇ τινα εἰς μονομαχίαν, ἢ ἀμυνόμενος ν’ ἀποστέλλῃ μάρτυρας. Νομίζω ὅτι εἶναι κακὸν νὰ καθιερωθῇ τοιοῦτον προηγούμενον ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Δὲν φέρω ἀντίρρησιν, καὶ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ πράξῃ ὡς νομίζει ὀρθόν· ἀλλὰ ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ἀνεγνωρισμένην καὶ ἄνευ ἀντιρρήσεων ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἀποδοχὴν τοιαύτης παραβάσεως νόμων καὶ ἐθίμων, δημοσίᾳ γενομένης.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς παρετηρήθη ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, ὅτι κακῶς εἶχε διατυπωθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς τὸ γνωστὸν ἐπεισόδιον, ἀνετέθη δὲ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ διόρθωσις αὐτῶν εἰς ἐμέ. Ἐποιησάμην λοιπὸν κατὰ τὸ δυνατὸν συνοπτικήν, ἀλλ’ ἀκριβῆ περίληψιν τῶν λαβόντων χώραν, ἣν ἀνεκοίνωσα τῷ τε κ. Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῷ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτῇ. Ἀμφότεροι δ’ ἀνεῦρον, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῶν γεγονότων ἦτο ἀκριβής. Ὑμεῖς παρατηρεῖτε νῦν, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς προκλήσεως ἀντίκειται εἰς τὰ κεκανονισμένα. Περὶ τούτου ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία ν’ ἀποφανθῇ, καὶ οὐχὶ μόνον τὸ Προεδρεῖον.
§7Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀκριβῶς νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν σαφῆ δήλωσιν καὶ ἐξήγησιν, ἣν ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐπειδὴ ἐνόμισεν ὅτι ἀπηυθύνθη προσβολὴ κατ’ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, ὑπεχρεοῦτο νὰ ἀμυνθῇ δι’ ἀποστολῆς μαρτύρων, ἥτις δὲν εἶναι πρόκλησις εἰς μονομαχίαν, ἀλλ’ ἐπιζήτησις ἐξηγήσεων, τὸ ζήτημα λύεται, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ προηγούμενον. Διότι, ὡς διετυπώθησαν τὰ τοῦ γεγονότος τούτου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποληφθῇ, ὅτι ἀνεγράφη ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς γεγονὸς θῖγον τὰ ὅρια τοῦ κοινοῦ Ποινικοῦ Νόμου, χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ ταραχθῇ ἢ νὰ συστήσῃ τι ἐπὶ τούτου.
§8Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μεταρρίπτετε δι’ ὅσων λέγετε τὸ βάρος τῆς εὐθύνης εἰς τὸν κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτήν. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ εἴπω, τίς ἦτο ὁ προκαλέσας. Τὸ πρᾶγμα ἀντελήφθην καὶ ἐγώ, ὡς ἐγένετο. Ἀλλὰ συγκαταθέσει τῆς Βουλῆς ἀναγράφεται τὸ ἐπεισόδιον, ὡς ἀναγράφεται. Ἑπομένως εἴτε πρῶτος ὁ κύριος Λιμπρίτης εἴτε ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ὁ προκαλέσας, ἀναγράφεται μία παράβασις κειμένου νόμου. Καλοὶ ἢ κακοὶ οἱ κείμενοι νόμοι, εἴτε περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρόκειται εἴτε περὶ ἄλλου τινός, εἶναι νόμοι, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ παράβασις αὐτῶν συγκαταθέσει τῆς Βουλῆς.
§9Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἂς σημειωθῇ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§10Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποστηρίζω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὠφέλειά τις ἐκ τῆς περιλήψεως τῶν πρακτικῶν ὡς ἔχουσι. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἀκρίβειαν τῶν πρακτικῶν, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως ὑπῆρξεν, ἔστω καὶ πόρρωθεν, πρόκλησις. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, ὑπὸ τίνος προεκλήθη ἡ πρόκλησις πρὸς μονομαχίαν· τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι αὕτη εἶναι πρᾶξις ἀπαγορευομένη ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἀναιρεῖ τὴν ἔννοιαν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, διότι καὶ ἡ ἀποστολὴ τῶν μαρτύρων εἶναι πρόκλησις καὶ αὐτὴ πρὸς μονομαχίαν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι εἶναι ὅλως διόλου ἀνωφελὲς νὰ περιληφθῶσι ταῦτα ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Δύνανται δὲ ν’ ἀποτελέσουν, ἂν ὄχι προηγούμενον, διότι δὲν εἶναί τις ὑποχρεωμένος νὰ μονομαχήσῃ ἢ διαπράξῃ τι ἀπηγορευμένον, πάντως ὅμως κἄτι τι, τὸ ὁποῖον θὰ ᾖναι ἐπιδεκτικὸν ἐπικρίσεως. Οὐδεμίαν ὠφέλειαν βλέπω ἐκ τῆς περιλήψεως ταύτης. Βλέπω μόνον ἐνδεχομένην προσβολὴν ἐξ ἑρμηνείας, ἥτις εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς τὸ μέλλον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μὴ περιληφθῶσι ταῦτα ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει σημειωθῆ ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐποιήσατο. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Οἱ ποτοποιοὶ καὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες Τυρνάβου δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι νὰ γείνωσι δεκταὶ τροποποιήσεις τινὲς, ἃς ὑποβάλλουσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν.
§12Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 77.) Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Καρύστου δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ τὸν διορισμὸν ὑποταμίου καὶ εἰσπράκτορος αὐτόθι, ὅπως καταβάλωσι τοὺς φόρους αὐτῶν οἱ ἀθρόως προσερχόμενοι πρὸς τοῦτο φορολογούμενοι. Ὁ εἰρηνοδίκης Ληξουρίου διαβιβάζει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ληξουρίου, ζητούντων νὰ μὴ ψηφισθῶσι τὰ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντα φορολογικὰ νομοσχέδια. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἁγίου Γεωργίου τῆς Νεμέας δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι νὰ μὴ ψηφισθῶσι τὰ φορολογοῦντα τὸν οἶνον καὶ τὸν σῖτον νομοσχέδια. Ὁ κύριος Παυλόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§14Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔμαθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀδημονίαν, ἥτις κατέχει τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς... (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν). Ἐὰν σεῖς δὲν ἀδημονῆτε διὰ τὴν ἐπιβολὴν φόρων ἐπὶ τοῦ σίτου καὶ τοῦ οἴνου, ἡμεῖς ἀνεχόμεθα τὴν ψήφισίν των, καίτοι διαμαρτυρόμενοι, μόνον διότι ἀπεκδεχόμεθα τὴν θεραπείαν τῆς κατατρυχούσης ἡμᾶς καταστάσεως, ἕνεκα τοῦ ζητήματος τῆς σταφίδος.
§15Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Ὥστε μόνον διὰ τὴν σταφίδα εἶναι ἡ Ἑλλάς!
§16Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ἤρχισεν ἡ καλλιέργεια, οἱ δὲ κεφαλαιοῦχοι δὲν παρέχουσι δάνεια δι’ αὐτὴν, ἐν ὅσῳ δὲν μάθωσι, τί γίνεται διὰ τὴν σταφίδα. Ἄλλως τε εἶναι πολλὰ τὰ λεγόμενα καὶ διαδιδόμενα, καὶ δὲν συμφέρει νὰ παραμένῃ αὐτὴ ἡ ἐκκρεμότης.
§17Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ζητήσῃ κανεὶς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν· ἡ Κυβέρνησις ἐνδιαφέρεται ὅσον καὶ ἡμεῖς, καὶ ἐργάζεται ὑπὲρ τῆς σταφίδος.
§18Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἐργάζεται.
§19Π. ΣΑΚΚΗΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ὀσμάναγα ὑπέβαλον δύο ἀναφορὰς, μίαν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἑτέραν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τῆς πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθείσης ἀναφορᾶς ζητοῦσι νὰ μὴ ἐνοικιασθῇ τὸ ἰχθυοτροφεῖον Νταλιάνη τοῦ δήμου Πυλίων, διότι ἐκ τῶν λιμναζόντων πέριξ αὐτοῦ ὑδάτων τὰ παρακείμενα χωρία πάσχουσιν ἐξ ἑλωδῶν πυρετῶν. Τὸ Δημόσιον δὲν ἀπολαμβάνει πλέον τῶν 10,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ ἰχθυοτροφείου τούτου, ἐνῷ, ἐὰν ἐγίνετο ἡ ἀποξήρανσις αὐτοῦ καὶ τῶν πέριξ τελματωδῶν μερῶν, τὸ Δημόσιον βεβαίως ἤθελεν ἀποκτήσει περιουσίαν ἑκατομμυρίου, διότι θὰ ἀπεδίδοντο πρὸς καλλιέργειαν ὑπὲρ τὰς 10,000 στρέμματα. Καὶ οἱ ἕτεροι δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Πυλίας γνωρίζουσι πόσον πάσχουσι τὰ πέριξ τοῦ εἰρημένου ἰχθυοτροφείου χωρία καὶ οἱ πέριξ αὐτοῦ ἐν γένει οἰκοῦντες, καὶ δύνανται νὰ μαρτυρήσωσι περὶ αὐτοῦ. Ἐάν τις ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, ἤθελε περιέλθει τὰ χωρία ἐκεῖνα, θὰ ἔβλεπε τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν ἑκατοντάδων ἀνθρώπων, πασχόντων ἐξ ἑλειογενῶν πυρετῶν, ἐξ ὧν οὐκ ὀλίγοι κατ’ ἔτος λαμβάνουσι τὴν πρὸς τὸν Ἅδην ἄγουσαν, οὐδεμία δὲ Κυβέρνησις ἐμερίμνησε ποτὲ νὰ ἐξετάσῃ, κατὰ τίνα τρόπον θὰ κατωρθοῦτο ἡ ἀποξήρανσις τοῦ ἰχθυοτροφείου Νταλιάνη. Κατὰ τὸ παρελθὸν μάλιστα ἔτος ἐψηφίσθη καὶ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου λαμβάνεται πρόνοια περὶ τοιούτων ζητημάτων. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐνοικίασιν τοῦ ἰχθυοτροφείου Νταλιάνη, ἀλλὰ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀποξήρανσιν αὐτοῦ. Νομίζω δ’ ὅτι ἡ ἀποξήρανσις, παρὰ τὰς περὶ τοῦ ἐναντίου γνώμας τινῶν μηχανικῶν Ἑλλήνων, εἶναι πολὺ εὔκολος, διότι διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς κοίτης τοῦ καταρρέοντος ἐκεῖ χειμάρρου, ἢ δι’ ἀνορύξεως χανδάκων εἰς τινα μέρη τῶν λιμναζόντων ἐκεῖ ὑδάτων, ἢ καὶ διὰ τῆς ἀνορύξεως πρὸς τὴν θάλασσαν διώρυγος δύνανται τὰ ἑλώδη ταῦτα μέρη ν’ ἀποξηρανθῶσι, καὶ νὰ σωθῶσιν οὕτω πληθυσμοὶ ὁλόκληροι ἀπὸ τῆς καθ’ ἑκάστην προσβαλλούσης αὐτοὺς βροτολοιγοῦ νόσου. Παρακαλῶ ὅθεν καὶ πάλιν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δὲν ἐπεκύρωσεν ἔτι τὴν ἐνεργηθεῖσαν δημοπρασίαν, νὰ μὴ ἐπαναλάβῃ ταύτην· τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλῶ νὰ ἀποστείλῃ μηχανικοὺς ἱκανούς, ἵνα μελετήσωσι τὰ τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ εἰρημένου ἰχθυοτροφείου.
§20Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Εἶναι ἀληθές, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ἰχθυοτροφεῖον, περὶ οὗ ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, κατακλυζόμενον τὸν χειμῶνα ὑπὸ πολλῶν ὀμβρίων ὑδάτων, γίνεται ἑστία μολύσματος, εἶναι δὲ ὁμολογουμένως ἀναγκαῖον νὰ μελετηθῶσι τὰ περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τούτου, διότι οἱ κάτοικοι τῳόντι πολὺ ὑποφέρουσιν ἐκ τῶν μιασμάτων τούτων. Ἂς ᾖναι βέβαιος ὅμως ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δυστυχῶς δὲν ἐλήφθη μέριμνα περὶ τούτου· ἂς ᾖναι ὅμως βέβαιος, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος νόμου περὶ ἀποξηράνσεως λιμνῶν καὶ τελμάτων ἡ Κυβέρνησις, τῇ θερμῇ συστάσει μου καὶ τῇ πλήρει ἐπιγνώσει τῶν ὠφελίμων, θέλει μεριμνήσει περὶ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἤδη δὲν δυνάμεθα νὰ παραπονώμεθα, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις αὕτη πρὸ δύο μόλις μηνῶν ἀνέλαβε τὴν ἀρχήν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§22ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. ᾘτησάμην, κύριοι Βουλευταί, παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων τὸ ζήτημα τῆς ἕδρας τῆς Παιδιατρικῆς ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ. Ὁ κύριος Ὑπουργός, μεριμνῶν καὶ ἐνεργῶν περὶ διορισμοῦ καθηγητοῦ τῆς Παιδιατρικῆς, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὸ συμφέρον τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὸ συμφέρον τῆς σπουδαζούσης νεολαίας, ἀλλ’ εἶχεν ὑπ’ ὄψει μόνον συμφέροντα προσωπικά, συμφέροντα τρίτων. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀπηύθυνεν ἐρώτημα πρὸς τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν τῇ 22 Δεκεμβρίου λήξαντος ἔτους, ἵνα ἡ Σχολὴ αὕτη προτείνῃ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον νομίζει κατάλληλον, ὅπως καταλάβῃ τὴν ἕδραν ταύτην. Ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ ἀπήντησεν εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἡ Σχολὴ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τοὺς διαφόρους ὑποψηφίους καὶ ὅτι ἡ ἕδρα τῆς Παιδιατρικῆς δὲν εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδῶν, τῶν ἀπαιτουσῶν ταχεῖαν τὴν πλήρωσιν αὐτῆς, νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρωθῇ ἡ ἕδρα αὕτη, ἀλλὰ νὰ ἀνατεθῇ ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῆς Παιδιατρικῆς εἰς καθηγητὴν παθολόγον. Ὁ κ. Ὑπουργός, καίτοι τοιαύτην ἔλαβεν ἀπάντησιν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, —ἀπάντησιν δηλοῦσαν κατηγορηματικῶς, ὅτι δὲν νομίζει ἡ Σχολή, ὅτι εἶναι κατάλληλός τις ἐκ τῶν προτεινομένων ὑποψηφίων καὶ τῶν ἐπιδιωκόντων νὰ καταλάβωσι τὴν ἕδραν ταύτην, —οὐχ ἧττον προέβη εἰς δεύτερον ἐρώτημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτάσσει τὴν Σχολὴν, ὡς εἰ ἔχει δικαίωμα τοιοῦτον. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργός πρὸς τὴν Σχολήν: «ἄνευ ἀναβολῆς νὰ ἀποφανθῆτε»· εἶναι λοιπὸν ἡ φράσις αὕτη φράσις ἐπιτακτική, τοιοῦτον δὲ δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει. Καὶ πρὸς τί, Κύριοι, ἡ σπουδὴ αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα πληρωθῇ ἡ ἕδρα τῆς Παιδιατρικῆς; καὶ πρὸς τί ὁ κ. Ὑπουργός, μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τῆς σπουδαζούσης νεολαίας, τὸ συμφέρον τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἐπιζητεῖ τὴν πλήρωσιν τῆς ἕδρας ταύτης, ἣν ἡ Ἰατρικὴ Σχολή, ἡ μόνη ἁρμοδία νὰ κρίνῃ περὶ τούτου, θεωρεῖ ὡς μὴ οὐσιώδη; Πρὸς τί δὲν ἀποτείνει ἐρώτημα τοιοῦτον πρὸς τὴν Νομικὴν Σχολὴν, πρὸς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν, ἐν ταῖς ὁποίαις χηρεύουσιν ἕδραι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου σπουδαιοτάτων μαθημάτων;
§23Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§24ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ ζῆλος, τὸν ὁποῖον δεικνύει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, δὲν εἶναι ξένος πρὸς τὰς κυκλοφορούσας φήμας καὶ διαδόσεις, δὲν εἶναι ξένος πρὸς τὰ γραφόμενα καθ’ ἑκάστην ἐν ταῖς ἐφημερίσι, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός, παραβλέπων τὴν ἀνάγκην τῆς πληρώσεως ἄλλων ἑδρῶν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ, θεωρουμένων ὑπὸ πάντων ὡς λίαν οὐσιωδῶν, ὡς λίαν χρησίμων, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν ὁποίων ἐπέρχεται ζημία σημαντικὴ εἰς τὴν σπουδάζουσαν νεολαίαν, δὲν προβαίνει νὰ ἐρωτήσῃ τὰς Σχολὰς περὶ τῆς πληρώσεως τῶν ἑδρῶν τούτων, ἀλλὰ ἐπιμένει νὰ ἐρωτᾷ τὴν Σχολὴν τὴν Ἰατρικὴν περὶ τῆς πληρώσεως τῆς ἕδρας τῆς Παιδιατρικῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναγνωρίζει διὰ Διατάγματος, ὅτι ἡ κλινικὴ τῆς Παιδιατρικῆς κατηργήθη· πρέπει λοιπὸν νὰ συνδυάσητε τὴν κατάργησιν τῆς κλινικῆς τῆς Παιδιατρικῆς μὲ τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὸ νὰ πληρωθῇ ἡ ἕδρα αὕτη, καὶ θὰ φθάσητε εἰς τὸ συμπέρασμα τὸ ἀσφαλὲς, ὅτι τὸν κ. Ὑπουργόν δὲν τὸν ὠθεῖ ὁ ζῆλος πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ τὸν ὠθεῖ ἡ ἐπιθυμία νὰ εὐχαριστήσῃ πρόσωπα ξένα τοῦ Πανεπιστημίου.
§25Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Πότε ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα;
§26ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Ὑπῆρχε, Κύριοι, ἐν τῷ Δημοτικῷ Νοσοκομείῳ κλινικὴ τῆς Παιδιατρικῆς ἀπὸ εἴκοσι καὶ πέντε ἐτῶν, ὑπῆρχεν ἐπιμελητὴς ἐν τῇ κλινικῇ ἐκείνῃ, ἀλλ’ ὁ ἐπιμελητὴς φαίνεται, ὅτι δὲν ἦτο ἀρεστὸς, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν πρακτικὸν τοῦ Ἀδελφάτου τοῦ Βρεφοκομείου, —καὶ οὐχὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ἀδελφάτου, ἀλλὰ μέρους μόνον αὐτοῦ, διότι ἐκ τῶν πέντε μελῶν τρεῖς μόνον ἔλαβον μέρος εἰς τὸ πρακτικὸν ἐκεῖνο, ὁ κ. Δήμαρχος, ὡς Πρόεδρος, καὶ δύο μέλη, —διὰ τοῦ ὁποίου πρακτικοῦ φαίνεται, ὅτι καταργεῖται ἡ κλινική. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τίς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταργῇ τὰς κλινικάς; Εἶναι δικαίωμα τοῦ Ἀδελφάτου; Καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι δικαίωμα τοῦ Ἀδελφάτου, δὲν τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἐξυπνήσωμεν πρωΐαν τινὰ καὶ νὰ μὴ εὕρωμεν καμμίαν κλινικὴν ὑφισταμένην; Δὲν εἶναι δικαίωμα λοιπὸν τοῦ Ἀδελφάτου νὰ καταργῇ τὰς κλινικὰς, εἶναι δικαίωμα, καὶ δικαίωμα ἀποκλειστικόν, τῆς Συγκλήτου τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Καὶ ὅμως, ἐνῷ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀναγνωρίζει ὡς καταργηθεῖσαν τὴν κλινικὴν τῆς Παιδιατρικῆς, προβαίνει κατ’ ἐπανάληψιν ἐρωτῶν τὴν Σχολὴν καὶ προκαλῶν αὐτὴν νὰ προτείνῃ τὸν κατάλληλον ἐκ τῶν ὑποψηφίων, ἵνα καταλάβῃ τὴν ἕδραν τῆς Παιδιατρικῆς! Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὑπάρχει παράδειγμα εἰς τὸν κόσμον νὰ ὑπάρχῃ καθηγητὴς διδάσκων ἀπὸ τῆς ἕδρας χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κλινική;
§27Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἅμα διορισθῇ ὁ καθηγητὴς, θ’ ἀνοίξῃ πάλιν ἡ κλινική.
§28ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔχομεν παράδειγμα εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι ὑπάρχει κλινικὴ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καθηγητὴς τοῦ μαθήματος τοῦ σχετικοῦ πρὸς τὴν κλινικήν;
§29Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὑφίσταται ἡ κλινικὴ ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ καθηγητοῦ;
§30ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§31Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ποῖος ἦτο ὁ καθηγητής;
§32ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω τίποτε ἀπ’ αὐτά. Ἡ κλινικὴ ὑφίσταται καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καθηγητὴς διδάσκων, δύναται δὲ νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐπιτήρησις καὶ ἡ ἐπίβλεψις αὐτῆς εἰς καθηγητὴν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἁρμοδίων. Ἀλλ’ ἡ μέριμνα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ περιορίζεται εἰς τὴν Ἰατρικὴν ἰδίᾳ Σχολήν· διότι τίς ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, λησμονεῖ, ὅτι ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ, μὴ ἀπεχούσῃ πολὺ τῆς σημερινῆς, ὅτε ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν ἐκυλίετο εἰς τὸ αἷμα ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κοραῆ, νύκτωρ καὶ λάθρα ἐλαμβάνετο ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ἄνακτος, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε παραιτηθῆ, καὶ διωρίζετο διὰ τοιούτου τρόπου καθηγητὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ; Καὶ Ὑπουργὸς τότε ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἦτο αὐτὸς οὗτος, ὁ καὶ σήμερον Ὑπουργός!
§33Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ καθηγητὴς ἐκεῖνος τιμᾷ τὸ Πανεπιστήμιον.
§34ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι σέμνωμα τοῦ Πανεπιστημίου.
§35ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οὐδένα προτίθεμαι νὰ κατηγορήσω, οὔτε τὸν καθηγητὴν, ὁ ὁποῖος διωρίσθη· ἔρχομαι μόνον νὰ κατηγορήσω τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον διωρίσθη.
§36Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶχε προταθῆ παμψηφεὶ ὑπὸ τῆς Σχολῆς.
§37ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ὁ κ. Κατερινόπουλος εἶχε προταθῆ παμψηφεὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν.
§38ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι γεγονός, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἶχε παραιτηθῆ, εἶχεν ὑποβάλει παραίτησιν, καὶ ἐνῷ εἶχεν ὑποβάλει παραίτησιν, ὑπέβαλλε Διάταγμα εἰς τὰ Ἀνάκτορα, καὶ τρίτοι ἀνελάμβανον νὰ λάβωσι καὶ ἔλαβον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἄνακτος ἐπὶ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου. Αὐτὰ εἶναι γεγονότα, εἶναι ἀναμφισβήτητα. Οὐδεὶς δύναται νὰ τ’ ἀμφισβητήσῃ. Ἐὰν ὁ κ. Κατερινόπουλος, ἐὰν ὁ διορισθεὶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ᾖναι καθηγητὴς κατέχων ἐπαξίως τὴν θέσιν, ἐγὼ οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω, οὔτε ἐξετάζω τὸ ποιὸν αὐτοῦ. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιμένω, εἶναι ὁ τρόπος τοῦ διορισμοῦ ἐκείνου. Καὶ ἐννοῶ τὴν ταραχήν τινων ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, καὶ ἐννοῶ τὰς διακοπὰς, τὰς ὁποίας ἀπευθύνουσι πρὸς ἐμὲ, διότι γνωρίζω, ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι εὐσεβῆ πόθον ἔχουσιν, ἵνα πληρώσωσι τὴν ἕδραν τῆς Παιδιατρικῆς ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ζητοῦμεν θυσίας παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπιβάλλομεν δυσβαστάκτους φόρους εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ εἴπῃ: «ἂς προβῶμεν καὶ εἰς δαπάνας τινὰς διὰ μίαν ἕδραν καθηγητοῦ, τὴν ὁποίαν ἡ Σχολὴ δὲν θεωρεῖ οὐσιώδη, διὰ μίαν ἕδραν, ἡ ὁποία, φρονεῖ καὶ πιστεύει ἡ Σχολὴ, δύναται ν’ ἀναπληρωθῇ παρὰ καθηγητοῦ ὑπάρχοντος. Καὶ μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ὑπερπλήρης εἶναι ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ, διότι πρέπει νὰ μάθητε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι καθηγηταὶ τῆς χειρουργικῆς εἶναι πέντε. Θέλετε ἀκόμη νὰ πληρώσητε τὴν Ἰατρικὴν Σχολήν; Καὶ δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα αἱ ἄλλαι Σχολαὶ τοῦ Πανεπιστημίου νὰ διαμαρτυρηθῶσι; καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶσι καὶ οἱ ἐν αὐτῷ σπουδάζοντες; Εἰς τὴν Νομικὴν Σχολὴν ἡ ἕδρα τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου καὶ ἡ ἕδρα τοῦ καθηγητοῦ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας εἶναι κεναί· ἐχήρευσαν πρὸ χρόνου πολλοῦ. Καὶ δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ νεολαία ἡ ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ σπουδάζουσα νὰ στραφῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ λόγον, διότι προβαίνει εἰς τὰ ἐπουσιώδη καὶ ἀφίνει τὰ οὐσιώδη, καὶ μὲ τόσον μάλιστα ζῆλον καὶ τόσην ταχύτητα, ὥστε τὰ ἐρωτήματα νὰ ἐπαναλαμβάνωνται; Νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τοιαῦτα ἐνεργήσας ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἶχεν ὑπ’ ὄψει οὐχὶ τὸ συμφέρον τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν συμφερόντων ἐντελῶς προσωπικῶν.
§39ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἵνα ἀνασκευάσω ἀνακριβείας τινάς, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐξέθηκεν. Ἀναμφιβόλως τὸ θέμα εἶναι ἄξιον σπουδαιοτέρας συζητήσεως καὶ σπουδαιοτέρας μελέτης· ἀλλ’ ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι θὰ ἔλθῃ κατάλληλος στιγμὴ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα τὸ σπουδαῖον τοῦτο θέμα εὐρέως συζητήσωμεν, προκειμένου, ἐννοεῖται, περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον σήμερον ἔχουσιν αἱ Σχολαὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου νὰ προτείνωσι τοὺς διοριστέους ἐν αὐτῷ καθηγητάς. Σήμερον μίαν ἔχω ὑποχρέωσιν, νὰ ἀναφέρω, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐνήργησα ὡς Ὑπουργὸς, τὸ ἐνήργησα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου νόμου. Ποίαν γνώμην ἔχει ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ περὶ τῆς σπουδαιότητος τῆς ἕδρας τῆς Παιδιατρικῆς, βεβαίως δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐξετάσω. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι πᾶσαι αἱ ἕδραι ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ εἶναι σπουδαῖαι, καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ θεωρῇ τὴν μίαν σπουδαιοτέραν τῆς ἄλλης. Ἐκ ταύτης τῆς ἀρχῆς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὁρμώμενον, προέβη εἰς τὸ ἐρώτημα πρὸς τὴν ἁρμοδίαν Σχολὴν, ἵνα προτείνῃ ὃν ἂν ἤθελε κρίνει ἱκανὸν νὰ πληρώσῃ τὴν σχολάζουσαν ἕδραν τῆς Παιδιατρικῆς. Ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ συνελθοῦσα ἀπεφήνατο ὅτι (ἀναγινώσκει) «ἐπὶ τοῦ παρόντος θὰ ἦναι δυνατὸν ν’ ἀνατεθῇ ἡ διδασκαλία εἴς τινα τῶν καθηγητῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς...»
§40ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Προηγεῖται κἄτι ἄλλο, κύριε Ὑπουργέ.
§41ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δύνασθε κατόπιν νὰ λάβητε τὸν λόγον καὶ νὰ συμπληρώσητε τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ἐὰν παραλείψω τι... Προσέθηκε δὲ ἡ ἁρμοδία Σχολὴ, ὅτι τὴν ἕδραν ταύτην δὲν θεωρεῖ οὐσιώδη. Τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς καὶ πρὸ μικροῦ εἶπον, ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐξήσκησε τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ νόμου ἔχει. Δυνάμει τοῦ γνωστοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «χηρευσάσης οἱασδήποτε καθέδρας τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἀναγκαίας θεωρουμένης παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς πληρώσεως αὐτῆς, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς προσκαλεῖ διὰ τῆς Πρυτανείας τὴν οἰκείαν Σχολὴν, ἵνα δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως, ἐν ᾗ θέλουν λαμβάνεσθαι κατὰ πρῶτον λόγον ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐπιστημονικὰ ἔργα τοῦ ὑποψηφίου ἐν τῷ κλάδῳ τῆς ἐπιστήμης, ἣν πρόκειται νὰ διδάξῃ, προτείνει ὃν ἂν ἤθελε κρίνει ἱκανὸν νὰ πληρώσῃ τὴν τακτικοῦ, ἐκτάκτου ἢ ἐπιτίμου καθηγητοῦ σχολάζουσαν ἕδραν. Ἂν ὁ εἰρημένος Ὑπουργὸς ἐγκρίνῃ τὴν πρότασιν, προτείνει Ἡμῖν τὸν διορισμὸν, ἄλλως προσκαλεῖ τὴν Σχολὴν νὰ ὑποβάλῃ νέαν πρότασιν· ἂν δὲ καὶ ταύτην μὴ ἀποδέξηται, ἢ ἂν ἡ Σχολὴ ἐντὸς τριῶν ἑβδομάδων κατὰ τὴν πρώτην, ἢ ἐν τῇ ἐνδεχομένῃ δευτέρᾳ προκλήσει ἐντὸς δύο ἑβδομάδων, δὲν ὑποβάλῃ πρότασιν, καθίσταται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου διαγωνισμὸς δημόσιος, τοῦ ὁποίου τὰ καθέκαστα ὁρίζονται δι’ εἰδικοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος.» Ἐπειδὴ ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ δὲν ἀπήντησε κατηγορηματικῶς εἰς τὸ ἐρώτημα, ὡς ὤφειλε, τὸ Ὑπουργεῖον ἐπανέλαβε τὸ ἐρώτημα, ὡς εἶχε δικαίωμα.
§42Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο ὁμόφωνος ἡ γνώμη τῆς Σχολῆς;
§43ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ὁμοφωνία ἐν τῇ γνώμῃ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς· δι’ ἰσοψηφίας ὑπεδείχθη ν’ ἀνατεθῇ εἴς τινα τῶν καθηγητῶν ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῆς Παιδιατρικῆς· τὸ ἥμισυ τῶν παρευρεθέντων καθηγητῶν ἐπρότεινε τὴν γνώμην ταύτην· ἐπειδὴ δὲ μεταξὺ αὐτῶν κατελέγετο καὶ ὁ κοσμήτωρ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, ἐθεωρήθη ὅτι ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ἡ τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἐζήτησε καὶ πάλιν τὴν γνώμην τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, συμφώνως τῷ νόμῳ. Μόνον ἐὰν ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ δὶς κατ’ ἐπανάληψιν ἤθελε προτείνει τὸν αὐτὸν ὑποψήφιον, ὑποχρεοῦται ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ αὐτόν. Εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὡς πρὸς τὸν ζῆλον τοῦ Ὑπουργείου, δὲν νομίζω ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω. Ἐπαναλέγω, ὅτι ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι θὰ δυνηθῶ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν.
§44Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§45Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ, εἰπόντος πρὸ μικροῦ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ κρίνῃ, ποία ἐκ τῶν Σχολῶν πρέπει νὰ προτιμηθῇ εἰς τὸν διορισμὸν τῶν καθηγητῶν, καὶ ποία ὄχι. Ἀκριβῶς τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, νὰ κρίνῃ ὁποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τῶν διαφόρων Σχολῶν...
§46ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§47Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. .. καὶ ἐπὶ τῶν ἀναγκῶν τούτων νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ, καὶ νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν τῶν καθηγητῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖ ἡ Σχολή, τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖ ἡ σπουδάζουσα νεολαία. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἔχωσιν οἱ Ὑπουργοὶ τὴν γνώμην ταύτην, καὶ διὰ νὰ νομίζωμεν ὅτι αἱ Σχολαὶ τοῦ Πανεπιστημίου πρέπει νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τὸν διορισμὸν τοῦ Α ἢ τοῦ Β ὡς καθηγητοῦ, διὰ τοῦτο ἔχομεν τὸ Πανεπιστήμιον εἰς τὴν ἐλεεινὴν καὶ ἀξιοθρήνητον κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον. Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παραστήσω ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς, καὶ πρέπει νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν ἀπεριφράστως, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῶν προσώπων, διότι μόνον κατὰ τοιοῦτον τρόπον δύναται νὰ ἐπέλθῃ τὸ εὐχάριστον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰγιαλείας, νὰ σχηματισθῇ ἡ νεολαία, νὰ σχηματισθῇ ὁ πυρὴν, ὁ ὁποῖος, ἐξερχόμενος τῆς πρωτευούσης καὶ μεταβαίνων εἰς τὰς κώμας καὶ τὰς πόλεις, ἐξ ὧν προῆλθον, νὰ διαδώσῃ τὴν ἀλήθειαν, νὰ γείνῃ ὁ σκαπανεὺς τῆς παιδείας καὶ τοῦ πρὸς τοὺς νόμους σεβασμοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τὰ καθιερωθέντα, δυστυχῶς, δὲν βλέπομεν νὰ συμβαίνωσιν ἢ πράγματα, διὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐρυθριῶμεν, καὶ τῶν ὁποίων ταχίστη πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις. Τὸ Πανεπιστήμιον εὑρίσκεται τὴν στιγμὴν ταύτην ἐστερημένον τῶν σπουδαιοτέρων αὑτοῦ ἑδρῶν· ἡ δὲ Νομικὴ Σχολή, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε μεγάλην νὰ δώσωμεν προσοχὴν, στερεῖται τῆς διδασκαλίας τῶν δύο σπουδαιοτέρων μαθημάτων, τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου. Καὶ νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι τὰ δύο ταῦτα μαθήματα, τὰ σπουδαιότατα, πρέπει νὰ μένωσιν ἄνευ διδασκαλίας; Καὶ εἶναι δυνατὸν ὁ καθηγητὴς τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου νὰ διδάσκῃ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν; ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἵνα παρασκευάσῃ ἑαυτὸν, ὅπως καρποφόρως διδάξῃ τὴν σπουδάζουσαν νεολαίαν; Καὶ εἶναι δυνατὸν ἕτερος καθηγητὴς, διδάσκων δὲν γνωρίζω ὁποῖον μέρος τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, νὰ διδάσκῃ καὶ τὸ Ποινικὸν Δίκαιον; Ταῦτα εἶναι γνωστὰ εἰς πάντας ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι, εἶναι ὅτι, ἐνῷ πάντες σχεδὸν ἡμεῖς εἴμεθα τρόφιμοι τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, δὲν ἐγειρόμεθα σύσσωμοι νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ὅλη ἡ στοργὴ καὶ ὅλη ἡ μέριμνα τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων περιωρίσθη, κατὰ περίεργον καὶ πρωτοφανῆ τρόπον, εἰς τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν, καὶ βλέπομεν τὸ περίεργον θέαμα εἰς τὸν κόσμον ὁλόκληρον, ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου τῶν Ἀθηνῶν νὰ ἔχῃ πέντε καθηγητὰς τῆς χειρουργικῆς! Καὶ παρακαλῶ τοὺς γνωρίζοντας νὰ εἴπωσιν, ἂν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τῆς Βιέννης ὑπάρχουσι πέντε καθηγηταὶ τῆς χειρουργικῆς, καὶ ἂν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τῶν Παρισίων ὑπάρχουσι πέντε καθηγηταὶ τῆς χειρουργικῆς· καὶ ἐνῷ ὁ ἀριθμὸς τῶν καθηγητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου ἀνέρχεται, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, εἰς 53 ἢ 52, καὶ διὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ προτεινομένου κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην συμπληροῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν καθηγητῶν...
§48ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὄχι.
§49Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. .. καὶ ἑπομένως, ἐὰν συμπληροῦται, ἀποκλείεται ἡ Νομικὴ Σχολὴ, καὶ τὰ μαθήματα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ τὸ μάθημα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου θὰ μένῃ ὡς ἔχει σήμερον...
§50Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ τῆς Παιδαγωγικῆς, τὸ σπουδαιότερον τῶν μαθημάτων!
§51Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. .. εἶναι ὀρθὸν, Κύριοι, πρὸ τοιαύτης καταστάσεως ἄφωνοι νὰ παριστάμεθα μάρτυρες, καὶ νὰ μὴ ἐγειρώμεθα, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, ἵνα ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώσῃ τὰς δύο ταύτας κενὰς ἕδρας; Καὶ εἶναι πρέπον νὰ μὴ ζητῶμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἀνυψώσεως τοῦ γοήτρου τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου; Ἔχομεν ὑποχρέωσιν ἅπαντες νὰ ἐντείνωμεν τὰς προσπαθείας ἡμῶν, νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ὄχι μόνον διὰ λόγων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἔργων νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀναγκαῖα νομοθετήματα, ὅπως τὸ Πανεπιστήμιον καταλάβῃ τὴν πρέπουσαν αὐτῷ θέσιν, τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸ δεκαπενταετίας· διότι, Κύριοι, καθ’ ὅσον προβαίνομεν εἰς τὸν χρόνον, κατὰ τοσοῦτον καὶ τοῦ Πανεπιστημίου τὸ γόητρον καταρρίπτεται, κατὰ τοσοῦτον τοῦ Πανεπιστημίου ἡ θέσις ἐξευτελίζεται, διότι εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι ἡ διδασκαλία, ἥτις ἐγίνετο κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἡμεῖς ἐφοιτῶμεν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, βεβαίως δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ σήμερον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα τῶν Σχολῶν, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν· εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου, ἥτις εἶναι ἐκτεθειμένη, καὶ περὶ τῆς ὁποίας οὐδεὶς οὐδέποτε ἔλαβε μέριμναν καὶ φροντίδα. Πρέπει νὰ εἰσέλθητε εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, διὰ νὰ ἴδητε τὴν ἀθλίαν αὐτοῦ κατάστασιν, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς πρώτης Δυναστείας, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς οἰκοδομήσεως αὐτοῦ οὐδὲ ἧλος προσετέθη, οἱ τοῖχοι δὲ γέμουσιν ἐπιγραφῶν, τὰς ὁποίας αἰσχύνομαι νὰ ἀναφέρω, τὰ δὲ πατώματα κατήντησαν ὄχι μόνον σεσαθρωμένα, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰ μέρη νὰ μὴ ὑπάρχωσι ποσῶς! Πανεπιστήμιον λοιπόν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἰδίαν περιουσίαν, Πανεπιστήμιον, διὰ τὸ ὁποῖον τὸ ἔθνος ἁδρότατα δαπανᾷ, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εὑρίσκηται εἰς κατάστασιν τοιαύτην, ὥστε νὰ προκαλῇ τὸν οἶκτον καὶ τὴν ἀηδίαν τοῦ εἰσερχομένου εἰς αὐτό; Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ πρέσβυς τῆς Σερβίας, εἰσελθὼν ἡμέραν τινὰ, πρὸ ὀλίγων ἤδη μηνῶν, εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, ὅπως ἀκροασθῇ μαθήματός τινος, παρετήρησεν εἰς τὸν τοῖχον γεγραμμένην ἐπιγραφὴν καταφανῆ, τῆς ὁποίας ἡ σημασία δὲν ἦτο βεβαίως ἠθικὴ, καὶ ἐδέησε νὰ κάμῃ παρατηρήσεις. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ τοιοῦτον οὐδ’ ἐπαινετικόν εἶναι οὐδὲ συνᾴδει πρὸς τὰ στοιχεῖα τῆς καλῆς ἀνατροφῆς. Ἀλλὰ τὴν αἰτίαν τῶν ἀτόπων τούτων δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν φοιτῶσαν νεολαίαν· ὀφείλομεν ν’ ἀποδώσωμεν εἰς ἐκείνους, οἵτινες διευθύνουσι τὸ Πανεπιστήμιον. Ὅταν οἱ διευθύνοντες τὸ Πανεπιστήμιον δὲν ἔχωσιν οὐδὲ χαρακτῆρα οὐδὲ σθένος οὐδὲ τὰ ψυχικὰ ἐκεῖνα προσόντα, διὰ τῶν ὁποίων καὶ αὐτοὶ νὰ ἀνυψωθῶσι καὶ τὴν θέσιν αὑτῶν νὰ ἀνυψώσωσι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀτενίζωμεν εἰς μέλλον λαμπρόν· καὶ ἂν δὲν θελήσῃ ἡ Πολιτεία νὰ ἐπέμβῃ μετὰ θάρρους, ὅπως κανονίσῃ τὰ κακῶς κείμενα, μὴ ἀναμένετε βελτίωσιν· θὰ εὑρισκώμεθα πάντοτε πρὸ καταστάσεως οἰκτρᾶς, ἥτις θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν, ὄχι μόνον τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ καὶ τὴν διαφθορὰν τῶν χαρακτήρων τῆς σπουδαζούσης ἐν αὐτῷ νεολαίας.
§52Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Λυπηρὸν τῳόντι εἶναι νὰ ἐκτυλίσσωνται τοιαῦτα γεγονότα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον ἐν γένει τοῦ λαοῦ. Δυστυχῶς ὅμως ὁ ἔλεγχος οὗτος ἐπιβάλλεται εἰς πάντα Βουλευτὴν, καὶ ἐπιβάλλεται, διότι μόνον διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν τοὺς κυρίους καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν πρέπει νὰ ἵστανται. Τὸ ἐκτυλιχθὲν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην γεγονὸς βεβαίως κατέπληξε πάντας, καὶ εἴχομεν πάντες τὸ συμφέρον μετὰ προσοχῆς ν’ ἀκούσωμεν τὰ λεχθέντα, καὶ τίνι τρόπῳ πληροῦνται αἱ κεναὶ ἕδραι τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τίνι τρόπῳ ἐπληρώθη ἢ θὰ πληρωθῇ ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἕδρα τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ τῆς Παιδιατρικῆς. Ἡ ὁμιλία ὅμως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ μοὶ ὑπενθύμισε γεγονὸς, ὅπερ μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ζητήσω πληροφορίας τινάς. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν δὲ τούτων, ὅταν κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν κατατεθῇ ὁ φάκελος παρὰ τῶν ἀξιοτίμων κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας θὰ μᾶς δώσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ πεισθῆτε πάντες, ὅτι ὁ καθηγητὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος οὐ μόνον διδάσκει ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἀλλὰ καὶ διευθύνει τὸ Νοσοκομεῖον τῶν μεταδοτικῶν νοσημάτων, δὲν πρέπει νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην...
§53ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι;
§54Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ τὸν μάθητε. Μὴ βιάζεσθε... Καὶ δὲν πρέπει νὰ μένῃ εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ἀφοῦ ἡ Δικαιοσύνη ἔθεσε τὴν χεῖρα αὑτῆς ἐντὸς τοῦ καταστήματος ἐκείνου. Θὰ παρακαλέσω ὅθεν τὸν ἀξιότιμον καὶ σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὡς οἷόν τε τάχιον δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, ἂν διέταξε νὰ ἐνεργηθῶσιν ἀνακρίσεις διοικητικαὶ κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Νοσοκομείου τῶν μεταδοτικῶν νοσημάτων, καὶ ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῶν. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τίνι τρόπῳ διωρίσθη καθηγητής, πότε διωρίσθη...
§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος;
§56Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Πρωτόπουλος... Πότε ἐγένετο τὸ ἐρώτημα ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν Σχολήν, πότε ἐγένετο ἡ πρότασις, πότε διωρίσθη καθηγητὴς ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος κύριος, καὶ συγχρόνως νὰ καταθέσῃ καὶ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ του. Προσέτι θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν λεπτομερεῖς πληροφορίας, ποία ἡ ἐνέργεια τῆς Δικαιοσύνης, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ κατὰ τοῦ εἰρημένου καθηγητοῦ, ὡς διευθυντοῦ τοῦ Νοσοκομείου τῶν μεταδοτικῶν νοσημάτων, γενόμεναι ἀνακρίσεις.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§58Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον συμπληρωτικὰς πληροφορίας ἐπὶ τῆς δευτέρας ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ κ. Δεληγεώργη. Ὡσαύτως καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Τυρνάβου κ. Λαπαθιώτου, γενομένην κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 23 Ἰανουαρίου.
§59Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τίνος;
§60Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Περὶ στρατολογίας. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Κυνουρίας κ. Ι. Καλούτση, γενομένην κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 2 Φεβρουαρίου.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μονοκροῦσος ἔχει τὸν λόγον.
§62Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ὅπως αὕτη δώσῃ ἐντολὴν εἰς τὰ ὑποκαταστήματα αὑτῆς περὶ ἀναστολῆς τῆς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τῆς Τραπέζης. Ὡσαύτως εἶχον παρακαλέσει τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν πρότασιν περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος καὶ ἄλλα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς μέχρι σήμερον οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἔδωκεν οὐδ’ εἰς ἐμὲ οὐδὲ εἰς ἄλλους Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν παρομοίας πληροφορίας. Ἴσως, κύριοι Βουλευταί, νομίζετε, ὅτι οἱ λεγόμενοι ὀφειλέται τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἶναι καὶ πράγματι τοιοῦτοι. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω, διότι, ὅταν τις ἔχῃ δανεισθῆ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν π. χ. 50 δραχμὰς, ἐὰν δὲν ἀποδώσῃ αὐτὰς, διαγράφεται ἐκ τοῦ καταλόγου, καὶ δὲν ἔχει πλέον δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νέον δάνειον· ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ νὰ πληρώνῃ τὸ 25% τῆς παρακρατήσεως, καὶ μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου ἐδανείσθη τὰς 50 δραχμὰς, ὄχι μόνον ἔχει ἐξοφλήσει αὐτὰς, ἀλλ’ ἔχει νὰ λάβῃ καὶ ὑπόλοιπον. Ἐν τούτοις δὲν ἐννοῶ, κύριοι Βουλευταὶ, καίτοι δὲν εἶναι ὀφειλέτης, νὰ τοῦ χαρισθοῦν αἱ 50 δραχμαί. Ζητῶ μόνον ἐπιείκειαν. Ἐπειδὴ σήμερον οἱ σταφιδοκτήμονες εὑρίσκονται εἰς δεινὴν θέσιν, διότι αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος εἶναι ἐξηυτελισμέναι, καὶ ὅλαι αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι λιμοκτονοῦν δυστυχῶς, εἶναι δὲ καὶ ἡ ἐποχὴ τῆς καλλιεργείας, ζητῶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως. Ἐκτὸς τούτου θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως ὅλαι αἱ προτάσεις περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος κλπ., ὅσαι ἔχουσιν ὑποβληθῆ, τυπωθῶσι καὶ παραπεμφθῶσιν εἰς εἰδικὴν ἐκ Βουλευτῶν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ τὰς μελετήσῃ καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μελέτης. Διότι πρέπει, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ληφθῇ ταχέως πρόνοια πρὸς σωτηρίαν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς σήμερον λιμοκτονοῦσι. Μιᾷ φωνῇ ὅλοι οἱ Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν πρέπει νὰ ζητήσωμεν νὰ εἰσαχθῇ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ λυθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Ἄλλως δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα Βουλευταὶ, πρέπει νὰ παραιτηθῶμεν. Τώρα ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, καίτοι δὲν τὸν βλέπω ἐδῶ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχεν εἰπεῖ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν σχολείων καὶ τῶν καθηγητῶν ἢ διδασκάλων κανονίζεται ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἰδικήν μου ἐπαρχίαν δὲν συμβαίνει τοῦτο. Εἰς τὸ Ληξοῦρι, ὡς γνωρίζετε, ὑπάρχει Γυμνάσιον, τὸ ὁποῖον συντηρεῖται ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου διὰ δαπάνης 12,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος καὶ διὰ συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου ἐκ δραχμῶν 6,000. Εἰς τὸ Γυμνάσιον αὐτὸ ὑπῆρχον πέντε καθηγηταί· ἀλλὰ τώρα τελευταῖον, καίτοι δὲν ὑπάρχουν μαθηταὶ διὰ τὴν τετάρτην τάξιν, ὁ κύριος Ὑπουργὸς διώρισε καὶ γυμνασιάρχην! Αὐτὴ λέγεται ἐκτέλεσις τοῦ νόμου, αὐταὶ εἶναι αἱ οἰκονομίαι, αὐταὶ εἶναι αἱ βεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως περὶ ἀριθμοῦ σχολείων, καθηγητῶν καὶ μαθητῶν! Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅταν ἔλθῃ, νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§64Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κ. Γκότση, προεκλήθη συζήτησις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, μετέσχε δ’ αὐτῆς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός. Παρεστάθη τότε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἀκαίρως καὶ ἀστόχως διεξήγετο ἡ συζήτησις ἐκείνη, διότι ἡ Βουλὴ καὶ οἱ συζητοῦντες δὲν εἶχον ἐνώπιον αὐτῶν τὰς ἀναγκαίας, ἀναμφισβητήτους καὶ βεβαίας πληροφορίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἠδύνατο τελεσφόρως καὶ ἐπιτυχῶς νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις, καὶ ὅτι, ἐὰν ἐκ τῶν λεχθέντων τότε ἐν τῇ Βουλῇ οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἤθελον κρίνει καὶ ἤθελον σχηματίσει γνώμην περὶ τοῦ ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο, ἡ κρίσις αὕτη καὶ ἡ γνώμη βεβαίως δὲν θὰ ἐβασίζοντο ἐπὶ ἐδάφους ἀσφαλοῦς· καὶ ἐν τούτοις διεξήχθη μακρὰ συζήτησις, ἡ ὁποία μάλιστα ἔλαβε καὶ σφοδρὸν χαρακτῆρα, διότι καὶ διενέξεις καὶ ἀντεγκλήσεις προσωπικαὶ διημείφθησαν. Ἐγὼ εὐτυχῶς τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀπουσίαζον τῆς Βουλῆς, περὶ τὸ πέρας δὲ τῆς συζητήσεως προσελθὼν ἠρκέσθην νὰ ζητήσω νὰ κατατεθῶσι πληροφορίαι, ὧν ἄνευ ἀδύνατον ἦτο νὰ διεξαχθῇ ἐπιτυχῶς καὶ τελεσφόρως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν δικαστικῶν μεταβολῶν. Ἂν ὑπὸ τοιούτους ὅρους διεξήγετο ἡ συζήτησις, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἦτο ὅλως περιττὴ ἡ ὁμολογία, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δηλαδὴ εἶναι ἀνάγκη εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ νὰ τεθῇ φραγμὸς ὑπὸ τῶν νόμων, διότι ἡ ὁμολογία ἐκείνη καὶ σιωπηρῶς θὰ προέκυπτεν ἐκ τῆς συζητήσεως, ἄνευ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ οἴκοθεν ἡ Βουλὴ θὰ ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει τὸ σθένος ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῶν ποικίλων ἐπιθέσεων, αἵτινες προκαλοῦσι τὰς ἁθρόας μεταβολὰς ἐν τῷ προσωπικῷ τῶν διαφόρων λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης, ζημιοῦσαι καὶ τὴν Δικαιοσύνην καὶ ἐν γένει τὰ δημόσια συμφέροντα. Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς μετεῖχεν ἀκαίρως τοιαύτης συζητήσεως, δὲν ἀπέσχεν ἐν τούτοις νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν εὐθὺς ἀμέσως, ὅτε ἠρωτήθη ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Κραναίας κ. Γεράκη, πίνακα ἐμφαίνοντα τὰς γενομένας μεταβολὰς κατὰ τὸ διάστημα τὸ διαρρεῦσαν ἀπὸ τῆς 25 Νοεμβρίου 1902 μέχρι τῆς 6 Δεκεμβρίου 1903. Ἀλλὰ θὰ ἠρώτων ἐπὶ τούτῳ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πόθεν ἔλαβεν ἀφορμήν, προτοῦ ἀκόμη ἐπερωτηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἔχῃ παρασκευάσει καὶ νὰ προσαγάγῃ, ἅμα ὡς ἐπηρωτήθη, πληροφορίας καὶ πίνακας σχετικοὺς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο; Διότι προφανῶς εἶχε προπαρασκευάσει ἤδη τὸν πίνακα, καὶ εὐθὺς ἀμέσως, μόλις προεκλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Γεράκη, κατέθεσεν αὐτὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ὅλως πρωτοφανὲς καὶ παράδοξον, καὶ ἂν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ ἐξηγήσω τὸ γεγονὸς τοῦτο, θὰ ἔλεγον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδεμίαν ἄλλην ἐξήγησιν δύναμαι νὰ δώσω, εἰμὴ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, αἰσθανόμενος βαρύνουσαν ἑαυτὸν τὴν εὐθύνην διὰ τὴν ἀναστάτωσιν τοῦ δικαστικοῦ κόσμου, εἰς τὴν ὁποίαν διαρκῶς ἀσχολεῖται ἀφ’ ἧς διευθύνει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης μέχρι σήμερον, καὶ προβλέπων ὅτι λίαν προσεχῶς θὰ ἐζητεῖτο παρ’ αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ λόγος τῶν πεπραγμένων, παρεσκεύασεν οἱονεὶ ὡς ἀσπίδα ἀμύνης τὸν πίνακα ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐπὶ τῇ προκλήσει τοῦ κ. Γεράκη κατέθεσε, τὸν πίνακα τὸν ἐμφαίνοντα τὰς ἐνεργηθείσας μεταβολὰς ἀπὸ τῆς 25 Νοεμβρίου 1902 μέχρι τῆς 6 Δεκεμβρίου 1903. Καὶ ἐνόμισεν οὕτω ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ὁ πίναξ ἐδικαιολόγει τὰς ὑπ’ αὐτοῦ γενομένας μεταβολάς! ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν ἐνεργησάντων τὰς προτέρας μεταβολὰς καλύπτει τὴν ἰδίαν αὑτοῦ εὐθύνην, ὡσεὶ ἐπετρέπετο νὰ δικαιολογήσῃ τις τὰ ἴδια ἁμαρτήματα διὰ τῶν ἁμαρτημάτων τῶν ἄλλων, ἂν τοιαῦτα διεπράχθησαν. Ἀλλὰ θὰ ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον, κύριε Πρόεδρε, αὐτὰ ταῦτα τὰ Διατάγματα ἐπικαλούμενος, αὐτοὺς τούτους τοὺς πίνακας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι διὰ τὰς μεταβολὰς τὰς ἐπὶ τῆς ἐμῆς ὑπουργίας γενομένας ἀπὸ 25 Ἰουνίου μέχρις 6 Δεκεμβρίου 1893 οὐδεμίαν οὐδαμῶς φέρω εὐθύνην, τοὐναντίον δὲ ὁλόκληρος ἡ εὐθύνη βαρύνει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν ἀναστάτωσιν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ὑπηρετοῦντος τὴν δικαιοσύνην, ἀναστάτωσιν, ἣν ἐνήργησεν ἀφ’ ὅτου διοικεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ δὲν ἠρκέσθη μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ νὰ ἀμυνθῇ ἑαυτοῦ κατὰ τοιοῦτον ἀδέξιον τρόπον, ἀλλὰ προῆλθε καὶ εἰς αἰτιάσεις καὶ εἰς ἔλεγχον τῶν διαχειρισαμένων τὴν ὑπουργικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὰς αἰτιάσεις αὐτοῦ καὶ τὸν ἔλεγχον ἐστήριξεν εἰς ἀριθμοὺς ἀνακριβεῖς. Ἔχων ἀνὰ χεῖρας, κύριε Πρόεδρε, τὰ Διατάγματα τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντα εἰς τὸν Βασιλέα καὶ δημοσιευθέντα διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἀποδείξω τὰς ἀνακριβείας ταύτας, ὡς ἐπίσης θὰ ἀποδείξω, ὅτι πᾶσαι αἱ ὑπ’ ἐμοῦ ἐνεργηθεῖσαι μεταβολαὶ ὑπηγορεύθησαν ἐξ ἀνάγκης καὶ ἐκ τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας. Ἀκολουθῶν δὲ τὴν μέθοδον, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠκολούθησεν ἐν τῷ πίνακι αὐτοῦ, θὰ κατανείμω τὰ πρόσωπα τὰ δικαστικὰ κατὰ τὴν κλίμακα τῆς ἱεραρχίας τῆς δικαστικῆς. Κατὰ τὰ Διατάγματα λοιπὸν ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τῆς 28 Ἰουνίου 1903 μέχρι τῆς 6 Δεκεμβρίου, ὅτε κατέλιπον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐνηργήθησαν αἱ ἑξῆς μεταβολαί. Εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Ἐφετείων, τουτέστι τῶν Προέδρων Ἐφετῶν καὶ ἐφετῶν, ἐνηργήθησαν δέκα καὶ μόνον μεταβολαί, δέκα καὶ μόνον μεταθέσεις. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλήν, διὰ ποῖον λόγον ἐπεχειρήθησαν καὶ ἐνηργήθησαν αἱ μεταβολαὶ αὗται, καὶ θὰ ἴδῃ ἡ Βουλή, διὰ ποῖον λόγον ἐζήτουν πρὸ τινων ἡμερῶν ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσκομίσῃ τὰ Διατάγματα καὶ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, καὶ θὰ πεισθῇ, ὅτι πᾶσαι αἱ μετακινήσεις Προέδρων Ἐφετείων καὶ ἐφετῶν ἦσαν τελείως ἐκ τοῦ νόμου καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς Δικαιοσύνης ἐπιβεβλημέναι. Καὶ δὴ, πρῶτον, ἡ μετάθεσις τοῦ ἐφέτου κ. Χαραλάμπη ἐξ Ἀθηνῶν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν ἐπεβάλλετο ἐξ ἀπολύτου ἀνάγκης. Εἶχε συμπληρωθῆ τὸ ἔτος τῆς δοκιμασίας τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, καὶ ἔδει νὰ συνέλθῃ τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν πλῆρες κατὰ τὰ 4/6, ὡς ὁ νόμος θέλει, ἵνα δυνηθῇ νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν ὡς πρωτοδικῶν. Τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν δὲν ἦτο πλῆρες, διότι ἐν Ἀθήναις εὑρίσκοντο ὑπεράριθμοι ἐφέται, καὶ κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1900 ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν Πάτραις ἐφετῶν ἦτο ἐλλιπὴς κατὰ ἕνα. Ἔδει λοιπὸν νὰ προστεθῇ εἷς ἐφέτης εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν, καὶ τοιοῦτος προσετέθη ἐξ ἀπολύτου ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας ὁ κ. Χαραλάμπης. Κατὰ τὸν νόμον ᾼΦΝΔʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1887, διὰ Διατάγματος Βασιλικοῦ ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν παρ’ ἑκάστῳ Δικαστηρίῳ δικαστῶν, τὸ Διάταγμα δὲ τοῦτο ἰσχύει ἐπὶ μίαν τριετίαν, ἐὰν δὲν τροποποιηθῇ κατὰ τὸ διάστημα αὐτό. Καθ’ ἣν ἐποχὴν μοὶ ἀνετέθη ἡ διεύθυνσις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εὗρον ἔτι ἰσχῦον τὸ Διάταγμα τῆς 28 Φεβρουαρίου 1900, τὸ ὁρίζον τὴν δύναμιν τῶν διαφόρων Δικαστηρίων. Ἀλλὰ συνεπληρώθη ἔκτοτε τριετία, καὶ ἔδει νὰ προκληθῇ νέον Διάταγμα, ὁρίζον τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν παρ’ ἑκάστῳ Δικαστηρίῳ. Συνεπὴς πρὸς τὸν νόμον, προεκάλεσα τὸ ἀπὸ 14 Αὐγούστου 1903 Διάταγμα, τὸ ὁρίσαν διὰ μίαν τριετίαν τὸν ἀριθμὸν τῶν παρ’ ἑκάστῳ Δικαστηρίῳ δικαστῶν. Διὰ τοῦ Διατάγματος τούτου, κύριε Πρόεδρε, ἄλλως ὡρίσθησαν τὰ τῆς δυνάμεως τῶν Ἐφετείων Ἀθηνῶν καὶ Ναυπλίου, διότι ἰδιαιτέρως ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου ἐπὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου. Καθ’ ἃ ἐπανειλημμένως παρεστάθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου σπουδαίως, οὐσιωδῶς καθυστέρει εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, διότι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἤμην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης συνεζητοῦντο ἔτι ὑποθέσεις εἰσαχθεῖσαι εἰς Ἐφετεῖον ἐκεῖνο κατὰ τὸ 1900, τουτέστι πρὸ τριετίας! Ἡ κατάστασις αὕτη τῆς ὀπισθοδρομήσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου ὠφείλετο εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐφετῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀνεπάρκειάν τινων ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου. Ἔδει λοιπὸν καὶ περὶ τῶν δύο τούτων νὰ προνοήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον. Προενόησα δὲ περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐφετῶν τοῦ Ἐφετείου τούτου, εἰς τρόπον ὥστε νὰ διεξάγηται ὁμαλῶς ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ, καὶ ἀντὶ ἐννέα ἐφετῶν, οὓς ὥριζε τὸ Διάταγμα τοῦ 1900, τὸ Διάταγμα τοῦ 1903 ὥρισεν ἕνδεκα ἐφέτας. Τοιαύτη δέ τις ἀνάγκη, κύριε Πρόεδρε, τῆς συμπληρώσεως τῶν δύο θέσεων ἐπέβαλλε τὴν μετάθεσιν δύο ἐφετῶν εἰς Ναύπλιον, καὶ μετέθεσα δύο εἰς Ναύπλιον. Ὁ κ. Ἀλεξάκης, πρὸς πλήρωσιν κενῆς θέσεως, μετετέθη εἰς Λάρισαν, ὁ κύριος Βουλπιώτης, διὰ λόγους ἀξίους σπουδαίας προσοχῆς καὶ δεκτικοὺς τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, μετετέθη εἰς Λάρισαν. Ὁ κ. Τραμουντάνας καὶ ὁ κύριος Δραγούμης ἐξ ὁμοίου λόγου μετετέθησαν ἐξ Ἀθηνῶν, διότι ἐν Ἀθήναις εὑρίσκοντο 18 ἐφέται, ἐνῷ ἔδει νὰ ἦναι 16 μόνον. Πᾶσαι δὲ αὗται αἱ μεταβολαὶ ἐγένοντο οὐχὶ μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ δικαστικοῦ ἔτους, ἀλλὰ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δικαστικῶν διακοπῶν, ὅτε ἀζημίως δύνανται νὰ γίνωνται αἱ μετακινήσεις τῶν δικαστῶν, ὅσας ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας ἐπιβάλλει. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ δικαστικοῦ ἔτους, κύριε Πρόεδρε, ἐγένοντο μετακινήσεις τινὲς ἐφετῶν, καὶ θὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες προεκάλεσαν τὰς μετακινήσεις ταύτας, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ καὶ πεισθῇ, ἐπαναλέγω, ὅτι πᾶσα μετακίνησις δικαστικὴ ἐγένετο ἐξ ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ἀρτίως προβιβασθεὶς καὶ τοποθετηθεὶς ὡς ἐφέτης Πατρῶν κ. Ρούφης μετετέθη μετ’ ὀλίγον εἰς Λάρισαν, καὶ ἴσως εἰς τοὺς πολλοὺς ἡ τοιαύτη μετάθεσις τὸν πρῶτον μῆνα ἀπὸ τῆς τοποθετήσεως αὐτοῦ ἐν Πάτραις θὰ ἦτό τι ἀνεξήγητον, βαρῦνον δυσμενῶς εἰς τὴν κρίσιν τῆς κοινωνίας περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἂν ζητηθῇ ὁ φάκελος ὁ κατατεθεὶς χθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ Προεδρεῖον, θὰ ἐξηγηθῇ ὁ λόγος ὁ ὑπαγορεύσας τὴν μετάθεσιν ταύτην. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Λαρίσῃ Ἐφετῶν παρέστησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς του, ὅτι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Λαρίσῃ Ἐφετῶν, τοῦ μακαρίτου Γκέκα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκροτηθῇ τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσης ἐκ τακτικῶν δικαστῶν, ἵνα, ὡς ὁρίζει ὁ περὶ δημαιρεσιῶν νόμος, δικάσῃ τὰς ἐφέσεις κατ’ ἀποφάσεων Πρωτοδικείων ἀκυρωσασῶν δημοτικὰς ἐκλογάς· εἶχον δὲ γείνῃ τοιαῦται ἐφέσεις κατ’ ἀποφάσεων ἀκυρωτικῶν τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης. Ἔδει λοιπόν, κατ’ ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ἵνα εἷς ἐφέτης μετατεθῇ εἰς Λάρισαν ὡς τάχιστα, — διότι τριακονθήμερον προθεσμίαν τάσσει ὁ νόμος περὶ δημαιρεσιῶν διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐφέσεων, — ἵνα οὕτω δυνηθῇ τὸ Ἐφετεῖον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐκδικάσεως τῶν τοιούτων ἐφέσεων. Τοιαύτη ἀνάγκη πρὸς ἐκτέλεσιν νόμου ἐπέβαλε τὴν μετάθεσιν τοῦ κ. Ρούφη ἐκ Πατρῶν εἰς Λάρισαν. Ἀλλὰ μετετέθη ἐπίσης, κύριε Πρόεδρε, ἐν μέσῳ δικαστικῷ ἔτει καὶ ὁ ἐφέτης Ναυπλίου κύριος Ἀλεξάνδρου εἰς Κέρκυραν. Καὶ ἡ αἰτία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, κύριε Πρόεδρε, εἶναι, ὁμοία πρὸς τὴν προλεχθεῖσαν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν τηλεγραφικῶς ἀνήγγειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι γενομένης ἐφέσεως κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, δι’ ἧς ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου Θηναίας, τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας εὑρίσκετο ἐν παντελεῖ ἀδυναμίᾳ, ἵνα δικάσῃ κατὰ τὸν νόμον τὴν ἔφεσιν, ἐὰν μὴ μετετίθετο εἷς ἐφέτης εἰς Κέρκυραν, καθότι τέσσαρες μόνον ἐφέται ἀπετέλουν τὸ Ἐφετεῖον ἐκεῖνο. Ἐκρίθη λοιπὸν ἀναγκαῖον, ἵνα ἐκ Ναυπλίου μετατεθῇ εἷς, καὶ διὰ τὸ σύντομον τῆς μεταβάσεως, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ἠδυνάμεθα ἀζημίως νὰ στερήσωμεν τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν ἢ τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτοῦ. Τοιοῦτος λόγος ὑπηγόρευσε καὶ τὴν μετάθεσιν τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου. Ἀφοῦ δὲ ἐξέλιπεν ὁ λόγος τῆς μεταθέσεως τοῦ κ. Ρούφη εἰς Λάρισαν, ἐξέλιπε καὶ ὁ λόγος καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς παραμονῆς αὐτοῦ ἐν Λαρίσῃ, καὶ ἐκ τούτου ὑπηγορεύθη ἡ νέα μετάθεσις τοῦ κ. Ρούφη εἰς ὃ εἶχε τοποθετηθῆ ἀρχικῶς Δικαστήριον, εἰς τὸ τῶν Πατρῶν, καὶ οὕτως ἐξηγεῖται ἡ δευτέρα μετάθεσις τοῦ κ. Ρούφη. Ἀλλ’ ἐγένοντο, κύριε Πρόεδρε, καὶ δύο ἀμοιβαῖαι μεταθέσεις Προέδρων Ἐφετείων, τοῦ μακαρίτου Γκέκα καὶ τοῦ κ. Παπαγιαννοπούλου. Πᾶς ὁ ἐκ τῶν συναδέλφων βουλόμενος νὰ ἐρευνήσῃ τὸν φάκελον, τὸν κατατεθέντα παρὰ τῷ κ. Προέδρῳ, θέλει εὕρει ἐκεῖ τὸν λόγον, τὸν ὑπαγορεύσαντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν μεταβολὴν ταύτην, θέλει ἰδεῖ καὶ θέλει πεισθῆ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ βαδίσῃ ἐμπρὸς ἡ ἐργασία τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, ἐὰν μὴ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ ἐτίθετο Πρόεδρος δραστήριος, ἱκανὸς καὶ φερέπονος, ὡς ὁ κύριος Παπαγιαννόπουλος. Δὲν θέλω μὲ τοῦτο νὰ κατακρίνω τὴν μνήμην καὶ νὰ ψέξω τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ μακαρίτου Γκέκα, διότι ἀληθῶς ὁ μακαρίτης Γκέκας ἦτο καὶ χαρακτὴρ ἀδαμάντινος καὶ ἱκανότης ἐξαιρετικὴ ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλὰ γνωρίζουσιν ὅλοι οἱ γνωρίσαντες τὸν ἄνδρα, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τοῦ βίου αὐτοῦ, ἕνεκα τῶν παθήσεών του, ἐξέλιπε τὸ φερέπονον αὐτοῦ, καὶ κατεδείχθη ἀνεπαρκὴς διὰ τὴν διεύθυνσιν τοιούτου Δικαστηρίου, οἷον τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου. Μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν εἰσαγγελικῶν μεταβολῶν. Κατὰ τοῦτο ὁ πίναξ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἐν ἀκριβείᾳ, καθόσον ὡς πρὸς τὰς μεταθέσεις τὰς ἀφορώσας τὸ προσωπικὸν τῶν Εἰσαγγελέων ὁ ἀριθμὸς, ὃν ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ὁ ἀληθής. 26 μεταβολαὶ ἐνηργήθησαν κατὰ τὸ διάστημα τὸ διαρρεῦσαν ἀπὸ τῆς 28 Ἰουνίου μέχρι τῆς 6 Δεκεμβρίου 1903. Ἀλλὰ θὰ ἐξηγήσω μετ’ ὀλίγον εἰς τὴν Βουλὴν, τίνες οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύσαντες τὰς μετακινήσεις ταύτας τῶν κυρίων Εἰσαγγελέων. Ὑπῆρχε κενὴ θέσις, κύριε Πρόεδρε, ἀντεισαγγελέως Ἐφετῶν, καὶ ἦτο αὕτη ἡ ἐν Ἀθήναις, ὅπου ἀναγκαιότατος τυγχάνει ὁ συμπληρῶν τὴν εἰσαγγελικὴν ἐξουσίαν ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Προήχθη λοιπὸν ἐξ ἀπολύτου ἀνάγκης τῶν πραγμάτων εἷς τῶν κυρίων Εἰσαγγελέων παρὰ Πρωτοδίκαις εἰς ἀντεισαγγελέα τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Ἡ μεταβολὴ αὕτη, κύριε Πρόεδρε, ἐδημιούργησεν ἓν κενὸν, τὸ δὲ κενὸν ἐκεῖνο ἔδει νὰ πληρωθῇ καὶ ἐπληρώθη κατ’ ἀνάγκην διὰ τῆς μεταθέσεως ἑτέρου Εἰσαγγελέως εἰς τὴν θέσιν τοῦ προαχθέντος. Ἐκ τῶν πρώτων μεριμνῶν μου, κύριε Πρόεδρε, ἅμα ἀναλαβόντος τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἦτο ἡ εἰς Ἀθήνας μετάθεσις Εἰσαγγελέως ἱκανοῦ καὶ δραστηρίου, ἐμπνέοντος ἐμπιστοσύνην, ὅτι θὰ ἐπιβάλῃ τὸ κράτος τῶν νόμων, καὶ δυναμένου νὰ διευθύνῃ τὰ τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν ἀπροσκόπτως. Ὡς τοιοῦτον ἐξέλεξα τὸν καὶ νῦν διευθύνοντα τὴν Εἰσαγγελίαν Ἀθηνῶν κύριον Δημήτριον Μπενῆ–Ψάλτην, ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν ἠστόχησα εἰς τὴν ἐκλογήν μου ταύτην, διότι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ἅπαξ ἔλαβον ἀφορμὴν, ἵνα αἰτιαθῶ αὐτοῦ, ἵνα εὕρω αὐτὸν οὐδὲ κατὰ μικρὸν ἐλλιπῆ, ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων του. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις καὶ ὁ νῦν κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὴν αὐτὴν μετ’ ἐμοῦ ἔχει γνώμην, διότι τηρεῖ αὐτὸν ἐπὶ δίμηνον ἤδη ἐν ᾗ θέσει ἐγὼ ἔταξα αὐτόν. Ἡ ἐν τῷ νομῷ Τρικκάλων κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἣν εὗρον οὐχὶ καθόλου ὁμαλὴν καὶ εὐχάριστον, μοὶ ἐπέβαλλε τὴν μέριμναν περὶ ἀποστολῆς εἰς Τρίκκαλα Εἰσαγγελέως ἐξόχως δραστηρίου, διότι ἡ ἕνεκα διεθνῶν ἀνωμαλιῶν καὶ μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ Βουλγαρικοῦ κινήματος ἀθρόα εἰσβολὴ ἐκ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας ἐκείνων, οἵτινες δι’ ὀργίων καὶ ἀδικημάτων, διαπραττομένων εἰς τὴν ἑλληνικωτάτην χώραν, τὴν Μακεδονίαν, προσεπάθησαν νὰ κλονίσωσι τὸ πολιτικὸν καθεστὼς αὐτῆς, καὶ ἡ ἐνδεχομένη ἐντεῦθεν διατάραξις τῆς δημοσίας τάξεως ἐν τῷ νομῷ Τρικκάλων ἐπέβαλλον τὴν παρουσίαν Εἰσαγγελέως δραστηρίου καὶ ἀκαμάτου, καὶ τοιοῦτον ἐξέλεξα τὸν μετατεθέντα ἐκεῖ. Ἐν Μεσολογγίῳ καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ ἐκεῖ Δικαστηρίου καὶ ὁλόκληρον τὸ προσωπικὸν αὐτοῦ εἶχον περιέλθει εἰς τοιαύτην διένεξιν καὶ διάστασιν πρὸς τὸν τότε Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πρωτοδικῶν, ὥστε ἐξ ὅσων ἀντελήφθην καὶ ἐξ ὅσων αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πρωτοδικῶν ἐβεβαίωσεν, ἐπείσθην, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ συνεργάζωνται ὁμαλῶς εἰς τὸ αὐτὸ Δικαστήριον τὰ μέλη αὐτοῦ καὶ ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ διεξαχθῇ εὐστόχως καὶ εὐκόσμως ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία ἄνευ τῆς μεταθέσεως ἢ τοῦ Εἰσαγγελέως ἢ ὁλοκλήρου τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Προέκρινα λοιπὸν, χωρὶς κανένα νὰ ἀδικῶ, χωρὶς κανένα νὰ ἐλέγξω διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, ὀφειλομένην εἰς ὑπερβάλλοντα ζῆλον ἑκατέρωθεν, καὶ ἀποβλέπων μόνον εἰς τὴν θεραπείαν αὐτῆς, τὴν ἐκ Μεσολογγίου μετάθεσιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. Ἐν Κερκύρᾳ, ἀπό τινος χρόνου, ἕνεκα γεγονότος ἐνδιαφέροντος ξένην μάλιστα Δύναμιν, προῆλθε τοιαύτη διάστασις μεταξὺ τοῦ ἀνωτέρου προϊσταμένου τῆς Διοικήσεως ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, τοῦ κ. Νομάρχου, καὶ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, ὥστε ἡ περαιτέρω διαμονὴ ἀμφοτέρων τούτων ἐν Κερκύρᾳ καθίστατο ὅλως ἀδύνατος, καὶ ἔδει ὁ εἷς ἐκ τῶν δύο νὰ ἐκτοπισθῇ ἐκεῖθεν, ἵνα ἐμπεδωθῇ τὸ γόητρον καὶ τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκ τῆς ἐρεύνης, ἣν ἐποιησάμην ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἐπείσθην, ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς δὲν ἦτο ἐν πλήρει δικαίῳ κατὰ τὴν διένεξίν του πρὸς τὸν κ. Νομάρχην, καὶ ἔκρινα ἀναγκαίαν τὴν μετάθεσιν αὐτοῦ ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Κερκύρας. Ἡ μετάθεσις αὕτη ἐπέβαλλε τὴν μετάθεσιν καὶ ἑτέρου Εἰσαγγελέως εἰς Κέρκυραν. Ἐὰν δὲ ζητηθῶσιν ἐν τῷ φακέλῳ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν μετάθεσιν ταύτην, θέλει πεισθῆ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐξ ἀπολύτου ἀνάγκης καὶ χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς Δικαιοσύνης ἐπεβάλλετο ἡ μετάθεσις τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τοῦ Πρωτοδικείου Κερκύρας· ἀλλ’ ἐπίσης ὁ ἐρευνῶν τὸν φάκελον θέλει εὕρει ἐκεῖ ἐπιστολὴν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν τότε Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ἡ ἀνάγνωσις τῆς ὁποίας θέλει πείσει πάντα, ὅτι ἐξ ἀπολύτου ἐπίσης ἀνάγκης ἐπεβάλλετο ἡ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Μαροπούλου ζητουμένη μετάθεσίς του ἐκ Τριπόλεως. Ὁ τέως Εἰσαγγελεὺς κύριος Καρμπούνης εἶχε μετατεθῆ εἰς Εὐρυτανίαν, ἀλλὰ προτοῦ μεταβῇ εἰς τὴν νέαν του θέσιν ἐδήλωσεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον — καὶ ἡ δήλωσις εὑρίσκεται κατατεθειμένη μετὰ τοῦ φακέλου τοῦ εὑρισκομένου παρὰ τῷ κ. Προέδρῳ, — ὅτι, ἐπὶ τριετίαν ἀσκήσας τὰ πολιτικὰ αὐτοῦ δικαιώματα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Εὐρυτανίας, ἐκωλύετο κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1875 περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν τῷ Δικαστηρίῳ ἐκείνῳ, καὶ ἐκ τούτου ἀναγκαίως ἐπεβάλλετο ἡ μετάθεσις αὐτοῦ, καὶ ἐγένετο αὕτη εἰς Γύθειον, καὶ συνεπῶς ἡ μετάθεσις ἑτέρου Εἰσαγγελέως εἰς τὸ Δικαστήριον Εὐρυτανίας. Τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Λεβαδείᾳ Πρωτοδικῶν κώλυμα ἠθικὸν ἠμπόδιζε νὰ ἐξακολουθῇ τὴν ἄσκησιν τῶν ἔργων αὐτοῦ ἐν Λεβαδείᾳ, διότι, συνδεόμενος διὰ συγγενείας μετὰ προσώπου πολιτευομένου ἐν Λεβαδείᾳ, ἐνόμιζε — καὶ καλῶς ἐνόμιζεν — ὁ κύριος Εἰσαγγελεύς, ὅτι ἡ δρᾶσις αὐτοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ παρεξηγῆται, καὶ ἤθελεν, ἡ Δικαιοσύνη οὐ μόνον νὰ ἦναι, ἀλλὰ καὶ νὰ πιστεύηται ὅτι εἶναι ἀμερόληπτος καὶ ἀνεπίληπτος· καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἠξίου καὶ ἐζήτει μετάθεσιν, παριστῶν τὴν ἀνάγκην τῆς μεταθέσεως αὐτοῦ ἐκ Λεβαδείας...
§65Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, μοὶ ἐπιτρέπετε;
§66Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ συμπληρώσω τὸ περὶ Εἰσαγγελέων, καὶ ἔπειτα.
§67Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι συνδέεται διὰ συγγενείας πρὸς πολιτευόμενον πρόσωπον ὁ κύριος Καζακόπουλος. Ὁ κ. Καζακόπουλος εἶναι γυναικάδελφος τοῦ μακαρίτου Καραπαύλου· εἷς ἀδελφὸς ἑνὸς δικηγόρου ἐν Λεβαδείᾳ ἔχει σύζυγον τὴν ἀνεψιὰν τοῦ κ. Καζακοπούλου.
§68Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ κυρίου Καζακοπούλου.
§69Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σᾶς λέγω ποῖον εἶναι τὸ πρᾶγμα. Ἐὰν δὲ γράφῃ αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιστολὴν, δὲν γράφει ἀκριβῆ, διότι δὲν συνδέεται.
§70Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὁμιλῶ περὶ ἠθικοῦ κωλύματος καὶ ὄχι νομικοῦ.
§71Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καλὰ τὸ εἴπετε, ἀλλ’ ἐπειδὴ προσεθέσατε, ὅτι συνδέεται διὰ συγγενείας πρὸς πολιτευόμενον πρόσωπον, σᾶς ἔδωκα τὴν ἐξήγησιν.
§72Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν συγγένειαν ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος.
§73Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές.
§74Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀκριβέστατον.
§75Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχει μόνον συμπεθεριὰ μὲ ἕνα δικηγόρον· ἀλλὰ μόνον συμπεθεριά.
§76Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συγγένειαν μετὰ πολιτευομένου ἐν Λεβαδείᾳ, ἥτις ἐδικαιολόγει τὴν μετάθεσιν, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἰδίου.
§77Δ. ΡΑΛΛΗΣ (πρὸς τὸν κ. Μπουφίδην). Ταῦτα πάντα ἀποδεικνύουσι μετὰ πόσης εὐλαβείας ἐξετιμῶντο παρ’ ἡμῖν τὰ τῆς τοποθετήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἐὰν θέλητε δὲ νὰ ψέξητε τὴν ἐνέργειαν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, πρέπει νὰ τὴν παραβάλητε πρὸς τὴν τελευταίαν μετάθεσιν τῶν δύο ἐφετῶν.
§78Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτό. Ἠθέλησα μόνον νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Καζακόπουλος διὰ τὴν μὴ μετάβασίν του εἰς Λεβαδείαν, εἶναι ἀνακριβές. Ὁ Ὑπουργὸς καλῶς ἔπραξεν, ἀφοῦ ἐδήλωσεν αὐτό.
§79Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένοντο καὶ ἄλλαι μετακινήσεις, ἀλλὰ καὶ αὗται εἶναι δεδικαιολογημέναι. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω τὰ περὶ αὐτῶν ἀμέσως.
§80Κ. ΑΛΑΜΑΝΟΣ. Περὶ τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν κ. Ποταμιάνου δὲν μᾶς εἴπετε.
§81Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τούτου...
§82Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπαντήσατε τῷ ἀμέσως. Ὁ Πρόεδρος ἦτο ἀναγκαῖος εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν, διότι εἶναι πρώτης τάξεως δικαστικὸς ὑπάλληλος. Τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας οὐδ’ ἐργασίαν, οὐδὲ λόγον ὑπάρξεως ἔχει· ἐὰν δ’ ἔμενον ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, βεβαίως ἤθελον καταργήσει αὐτό. Νομίζετε ὅτι ἀνεχωροῦμεν ἡμεῖς ἀπὸ πολιτικοὺς λόγους;
§83Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Σπάρτῃ, κύριε Πρόεδρε, εὑρίσκετο ἐξασκῶν εἰσαγγελικὰ καθήκοντα ὁ κ. Γιαμαρέλος, συμπολίτης, νομίζω, τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, Εἰσαγγελεὺς ἐκ τῶν καλῶν ἀληθῶς, διακεκριμένης ἱκανότητος καὶ φιλοτίμου χαρακτῆρος· ἀντιθέτως δὲ, ἐν Χαλκίδι ὑπηρέτει Εἰσαγγελεὺς, ὅστις, καθ’ ἃ κατ’ ἐπανάληψιν παρέστησέ μοι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁποίου ὑπήγετο, ἐδείκνυεν ἀνεπάρκειαν ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ ἐν Χαλκίδι, καὶ ἰδίως ἐδείκνυεν ἀνεπάρκειαν εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς εἰσαγγελικῆς ἐξουσίας κατὰ τὰς δίκας τοῦ Κακουργιοδικείου Χαλκίδος, εἰς τὸ ὁποῖον πολλαὶ καὶ σπουδαιόταται ὑποθέσεις εἰσάγονται κατὰ μῆνα, κατ’ ἐπανάληψιν δὲ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν μὲ παρεκάλει καὶ συνίστα εἰς ἐμὲ, ἵνα ὡς τάχιστα ἀπέλθῃ ἐκεῖθεν ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς ἄλλο Δικαστήριον. Τὰς συστάσεις ταύτας τοῦ ἀμέσου προϊσταμένου τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς ὤφειλον νὰ μὴ παρίδω, καὶ μετέθεσα τὸν κ. Γιαμαρέλον εἰς Χαλκίδα. Τοιαύτη ἀνάγκη, κύριε Πρόεδρε, ἐπέβαλλε τὴν μετάθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Σπάρτῃ Πρωτοδικῶν εἰς Χαλκίδα, καὶ τὴν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ ἐν Χαλκίδι Πρωτοδικείου εἰς Κυπαρισσίαν, ἀντὶ τοῦ ἐν Κυπαρισσίᾳ κ. Εἰσαγγελέως μετατεθέντος εἰς Ναύπλιον, διὰ λόγον φιλανθρώπου ἀνάγκης καὶ μερίμνης περὶ τῆς ὑγείας τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ, καὶ ἰδίως τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, οὗτινος, ἀρτίως ἐξελθόντος τοῦ νοσοκομείου, ἡ ψυχικὴ κατάστασις, κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἰατρῶν, δὲν ἐπέτρεπε τὴν ἐπάνοδον καὶ διαμονὴν ἐν Κυπαρισσίᾳ, ὅθεν εἶχεν ἀποκομίσει τὴν ψυχικὴν νόσον. Τοιοῦτοι ὑπῆρξαν, κύριε Πρόεδρε, ἐν περιλήψει οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὰς διαφόρους μετακινήσεις τῶν κ.κ. Εἰσαγγελέων, οὐδεμία δὲ ἐκ τῶν γενομένων ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου ἀπὸ τῆς 28 Ἰουνίου μέχρι τῆς 6 Δεκεμβρίου μετακινήσεων δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀδικαιολόγητος, ὡς μὴ ὑπαγορευθεῖσα ἐξ ἀπολύτου καὶ ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης τοῦ συμφέροντος τῆς Πολιτείας, τοῦ συμφέροντος τῆς Δικαιοσύνης.
§84Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Σᾶς παρακαλῶ νὰ εἴπητε τοὺς λόγους, οἵτινες προεκάλεσαν τὴν μετάθεσιν ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου τῶν δικαστῶν Πολίτου καὶ Ζήκου.
§85Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμέσως.
§86Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, μοὶ ἐπιτρέπετε;
§87Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§88Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, χωρὶς νὰ θέλω βεβαίως νὰ κολακεύσω ὑμᾶς, ἀναγνωρίζω, ὅτι διεχειρίσθητε πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θέματα λίαν δυσχερῆ, ἅτινα ὁμολογῶ ὅτι τελείως ἐξηγήσατε καὶ ἐπραγματεύθητε, λυποῦμαι δὲ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, διότι διαβλέπω ὅτι ἄνευ αἰτίας προσπαθεῖτε ν’ ἀπολογηθῆτε, ἐν ᾧ οὐδεὶς κατηγόρησεν ὑμᾶς.
§89Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Προσπαθεῖ νὰ σᾶς ἀποδείξῃ ψευσθέντας.
§90Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ φράσις σας εἶναι πολὺ εὐπρεπὴς, καὶ σᾶς συγχαίρω διὰ τὴν εὐπρέπειαν!
§91Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὅταν ἐξέρχωνται, κύριε Πρόεδρε, τοιοῦτοι λόγοι ἀπὸ τοῦ στόματος διαπρεποῦς πολιτευτοῦ, ὡς τοῦ κ. Ράλλη, τί περιμένετε βεβαίως ἀπὸ τοὺς ἄλλους; (Θόρυβος καὶ φωναὶ ἐκ δεξιῶν).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ράλλη, νὰ ἀνακαλέσητε... Περιμείνατε, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἀνακαλέσῃ.
§93ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ ἀνακαλέσῃ.
§94Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ζητῶ νὰ ἀνακαλέσῃ τίποτε... Σᾶς, κ. συνάδελφε, ὅστις ἄλλοτε εἴπετε εἰς ἀείμνηστόν τινα ἡγέτην πολιτικοῦ κόμματος, τὸν μακαρίτην Ἐπαμεινώνδαν Δεληγεώργην, ὅτι θὰ τὸν ἐρραπίζετε, ἐὰν δὲν ἦτο Πρωθυπουργός, βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ σᾶς ξεσυνερισθῇ, δι’ ὅσα εἴπετε. Σεῖς, ὅστις, ἀναβὰς ἄλλοτε τὸ βῆμα, ἐμουντζώσατε σεβαστὸν ἀρχηγὸν πολιτικοῦ κόμματος, τὸν πολὺν ἐκ Γόρτυνος ἡγέτην, βεβαίως εἶσθε ἀνάξιος ἀπαντήσεως, ὅταν ὑβρίζητε ἐμέ, ὅστις οὔτε τὸ ἀνάστημα τοῦ ἀειμνήστου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ οὔτε τὸ τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἔχω. Ἑπομένως περιφρονῶ τὰς ὕβρεις σου ὡς καὶ τὸ πρόσωπόν σου (θόρυβος).
§95Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἄξια σοῦ καὶ τῶν τριόδων, σοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποβλέπεις μόνον εἰς δημιουργίαν σκανδάλων πάντοτε. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν).
§96Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀνακαλέσητε τὸν Ὑπουργὸν εἰς τὴν τάξιν (θόρυβος).
§97Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐξακολουθῶ, κύριε Πρόεδρε.
§98Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε. Ὑποβάλλω ἔνστασιν. (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
§99Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. ἐκ Μεσσήνης Βουλευτοῦ σηκώνεται ὁ κύριος αὐτὸς καὶ κάμνει ἀγόρευσιν! Πρὸς τίνα σκοπόν; Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μετέλθῃ τὴν συνήθη του πολιτικήν, τῆς σηπίας, νὰ χύσῃ τὴν χολήν του, νὰ φέρῃ σύγχυσιν καὶ νὰ γεννήσῃ σκάνδαλα.
§100Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐζήτησα τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν ἀγορεύοντα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτὴς ὑπέβαλεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Δὲν ἐπιτρέπεται πλέον συζήτησις. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Π. Σάκκη καὶ Κ. Ἀλαμάνου, ὡς ψηφολεκτῶν μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή). Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 καὶ 30′ μ. μ.)