Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΣΤ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 6

1904.01.24

3.540 στίχοι · 25.993 λέξεις · 1 πίνακας · 365 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1904.01.24
Προεδρεία
Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΥ
Περίοδος
ΙΣΤ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1908)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6

τῆς 24 Ἰανουαρίου 1904.

(Σάββατον).

(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 15′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 11,089 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903 πρὸς πληρωμὴν τῶν μισθῶν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου τοῦ 1903». Ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 53). Ὁ δήμαρχος Σπάρτης ὑποβάλλει δι’ ἀναφορᾶς του εὐχὴν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σπαρτιατῶν ὑπὲρ σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας τῆς Λακεδαίμονος μετὰ τῆς λοιπῆς Πελοποννήσου. Ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ του γραμματιστῶν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσιν, ὅπως διὰ νομοθετήματος καταστῶσι συντάξιμοι. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Καγκαδίου, Μπιτόνι καὶ Κώμης δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονοῦνται κατὰ τῶν ἐπιστατῶν τῶν κτημάτων τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου.

§2Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη, κύριε Πρόεδρε.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν. Ἀναφορὰ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν, παρακαλοῦντος νὰ προταχθῶσι τὰ σταφιδικὰ νομοσχέδια. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Τρικκάλων δι’ ἀναφορᾶς του παρακαλεῖ νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ παραγομένης σακχάρεως. Ἡ Σοφία χήρα τοῦ ἀποθανόντος στενογράφου τῆς Βουλῆς Κωνσταντίνου Κασσανδρέως δι’ ἀναφορᾶς της παρακαλεῖ νὰ τῇ χορηγηθῇ διὰ νόμου ἀνωτέρα σύνταξις, διότι ἡ ἀπονεμηθησομένη αὐτῇ εἶναι γλίσχρα. Ὡς γνωστὸν, ὁ στενογράφος Κασσανδρεύς, ὑπηρετήσας ἐπὶ δεκαπενταετίαν, ἀπέθανεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Βουλῆς. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νομίζει ὅτι διερμηνεύει τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἐὰν συστήσῃ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις αὕτη τῆς συζύγου τοῦ ἐργάτου τῆς Βουλῆς. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Γιαννακίτσας ὑποβάλλει προτάσεις νόμων: 1) περὶ ἐκπαιδεύσεως, ὑπηρεσιῶν καὶ προαγωγῆς ἐφέδρων ἀξιωματικῶν· 2) περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ εἰσφορᾶς· 3) περὶ ὑπηρεσίας ἀποστράτων ἀξιωματικῶν ἐν ἐπιστρατεύσει· 4) περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου· 5) περὶ διαιρέσεως τοῦ Κράτους εἰς στρατιωτικὰς περιφερείας καὶ περὶ ἐπιστρατεύσεως τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ· 6) περὶ ἀστυνομίας τοῦ Κράτους καὶ περὶ ἀγροφυλακῆς· 7) περὶ προσκλήσεως στρατευσίμων ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν δήμων τοῦ Κράτους. Αἱ προτάσεις νόμων αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 54–60). Θὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Καγκαδίου, Μπιτόνι καὶ Κώμης κατὰ τῶν ἐπιστατῶν τῶν κτημάτων τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου. (Ἀναγινώσκεται).

§4Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἕν σχεδιογράφημα, τὸ ὁποῖον, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ δωρεᾶς τῶν κτημάτων εἰς τὸν Διάδοχον, περὶ ἧς ποιεῖται μνείαν ἡ ἀναφορὰ, διενεμήθη εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει τὸ σχεδιογράφημα κατατεθειμένον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ προσκομίσῃ τὴν διαταγὴν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀπεσπάσθησαν εἰς τὰ κτήματα τοῦ Διαδόχου, τὰ δωρηθέντα αὐτῷ δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου, 50 ἢ 60 ἄνδρες τῆς χωροφυλακῆς, διὰ νὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῶν ἀπεσπασμένων τούτων ἀνδρῶν. Παρακαλῶ ἀμφοτέρους τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ προσκομίσωσι τὰς πληροφορίας ταύτας λίαν ταχέως, διότι θέλω προκαλέσει συζήτησιν ἐπὶ πολλῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα γίνονται ἐν τοῖς κτήμασι τοῦ Διαδόχου ἐκ μέρους τῶν ἐπιστατῶν.

§5Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πότε ἀπεσπάσθησαν οἱ χωροφύλακες;

§6Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν.

§7Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ νὰ κατατεθῇ ἐγγράφως.

§8Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπίσης καὶ τὸ πρὸς ἐμὲ ἀπευθυνόμενον.

§9ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Τηλεγράφημα τῶν κτηματιῶν τοῦ δήμου Δύμης, παραπονουμένων διὰ τὴν καταδίωξιν, ἡ ὁποία ἐνεργεῖται κατ’ αὐτῶν ἐκ μέρους τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης διὰ τὰ ὀφειλόμενα εἰς αὐτὴν, ἔλαβον ἐντολὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν· διότι οἱ ἀναφερόμενοι δὲν ζητοῦσι νὰ μὴ πληρώσουν τὰ ὀφειλόμενα, ἀλλ’ ἐπικαλοῦνται τὴν παρέμβασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα δεχθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τοὺς τόκους τῶν ὀφειλομένων, καὶ ν’ ἀναμείνῃ ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον εἰς καλλιτέραν ἐποχὴν, διότι εἶναι γνωστὴ ἡ κατάστασίς των ἡ οἰκονομική. Νομίζω, ὅτι εἶναι δικαία ἡ αἴτησίς των αὕτη. Ἀφοῦ οἱ ὀφειλέται πληρώνουν τοὺς τόκους εἰς τὸ πιστωτικὸν αὐτὸ κατάστημα, δὲν πρέπει τὸ κατάστημα νὰ προβαίνῃ εἰς καταναγκαστικὰ μέτρα εἰσπράξεως.

§10ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας τοιαῦται ἐδόθησαν πληροφορίαι εἰς ἐμὲ καὶ πιστεύω καὶ εἰς τοὺς ἄλλους συναδέλφους μου. Ἡ καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐνεργεῖται μεροληπτικῶς, ἐνῷ τώρα ἡ ἐποχὴ εἶναι λίαν ἀκατάλληλος διὰ τὰς εἰσπράξεις. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης νὰ δεχθῇ μέρος τῶν ὀφειλομένων, νὰ λάβῃ δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς πρόνοιαν ἐν τῷ ὑποβληθησομένῳ ὑπ’ αὐτοῦ σταφιδικῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν μέχρι τῆς συγκομιδῆς τοῦ σταφιδοκάρπου.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Σπηλιάδης.

§12Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἕν παράπονον θὰ ἐκφράσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Τὸ Γυμνάσιον Πύργου ἀπὸ ἑνὸς ἤδη μηνὸς εἶναι ἄνευ γυμνασιάρχου· πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἐπαύθη ὁ ἐκεῖ γυμνασιάρχης, ἀνὴρ ἐκ τῶν δοκιμωτέρων καὶ λίαν εὐπαιδεύτων ἐπιστημόνων. Δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, νὰ παύῃ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ κλάδου αὐτοῦ, ὁσάκις νόμος δὲν περιορίζῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλὰ παῦσις γυμνασιάρχου ἀμέμπτου, καὶ δὴ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους, βεβαίως δύναται νὰ ἐγείρῃ παράπονα τοῦ τόπου ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον γίνεται τὸ ἔμμεσον αὐτὸ ἀδίκημα. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ ἀδίκημα τοῦτο προῆλθεν ἐξ ἐσφαλμένων καὶ πεπλανημένων ἐντελῶς πληροφοριῶν, διότι ὁ τέως γυμνασιάρχης Πύργου εἶναι πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔχω πεποίθησιν, ὅτι οὐδεμίαν δεδικαιολογημένην ἀφορμὴν ἔδωκε ποτὲ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα παυθῇ διὰ λόγους ὑπηρεσιακούς. Ἅμα τῇ εἰδήσει τῆς παύσεως αὐτοῦ ὅλη ἡ πόλις τοῦ Πύργου, γνωρίζουσα καλῶς τὴν ἀξίαν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, ἠγανάκτησε, καὶ διάφοροι παραστάσεις ἐγένοντο πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀδικήματος, τοῦ προσγενομένου εἴς τε τὸν παυθέντα καὶ εἰς τοὺς μαθητὰς καὶ τοὺς γονεῖς αὐτῶν. Δὲν θὰ πλέξω τὸν πανηγυρικὸν τοῦ γυμνασιάρχου ἐγὼ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχει ἀνάγκην τούτου. Ἡ ὑπηρεσία γνωρίζει, τί ἀξίζει ὁ ἐπιστήμων αὐτός.

§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται;

§14Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Πέτρος Στυμφαλιάδης. Δὶς ἐστάλησαν ἐπιθεωρηταὶ, ὅτε ἄλλοτε ὑπηρέτει ὁ γυμνασιάρχης αὐτός. Ὁ Διομήδης Κυριακοῦ, ἐλθὼν εἰς τὸ Γυμνάσιον τοῦ Πύργου καὶ ἐπιθεωρήσας αὐτὸ, συνέταξεν ἔκθεσιν, ἐν ᾗ ποιεῖται λίαν εὔφημον μνείαν τοῦ γυμνασιάρχου τούτου. Ἰδοὺ τί γράφει ἐν τῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκθέσει αὐτοῦ ὁ εἰρημένος ἐπιθεωρητὴς (ἀναγινώσκει): «Τὸ Γυμνάσιον Πύργου εὗρον ἐν ἀρίστῃ καταστάσει... Ὁ διευθύνων τὸ Γυμνάσιον γυμνασιάρχης κ. Πέτρος Στυμφαλιάδης καὶ ἐπιστήμων εὐπαίδευτος ἐκ τῶν ἀρίστων εἶναι, καὶ καρποφόρως διδάσκει, καὶ διοικητικὴν ἱκανότητα μεγάλην ἔχει... Τὰ ἐφαρμοσθέντα ὑπὸ τοῦ γυμνασιάρχου τούτου εὐστοχώτατα διοικητικὰ μέτρα ἐπέδρασαν τοσοῦτον ἐπωφελῶς ἐπὶ τῆς διαγωγῆς καὶ τοῦ ἤθους τῶν μαθητῶν, καὶ ἐπήνεγκον τοσοῦτον λαμπρὰ ἀποτελέσματα μορφώσεως καὶ προόδου, ὥστε προτείνω καὶ συνιστῶ εἰς τὸ Σεβ. Ὑπουργεῖον, πρῶτον μὲν νὰ ἐκφρασθῇ ἡ εὐαρέσκεια τοῦ Ὑπουργείου τῷ γυμνασιάρχῃ Πύργου κ. Πέτρῳ Στυμφαλιάδῃ, ὡς ἠθικὴ ἀμοιβὴ διὰ τὸν ζῆλον, τὴν ἱκανότητα καὶ ἐν γένει τὴν ἀρίστην αὐτοῦ διοίκησιν, δεύτερον δὲ, ἵνα τὰ αὐτὰ μέτρα ἐπιβληθῶσιν εἰς τοὺς μαθητὰς πάντων τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων τοῦ Κράτους.» Ὁ δὲ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Μητσόπουλος, ἀποσταλεὶς καὶ αὐτὸς ἐπιθεωρητὴς κατ’ ἄλλο ἔτος, καὶ ἐπιθεωρήσας τὸ αὐτὸ Γυμνάσιον, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ αὐτὸς γυμνασιάρχης διῴκει αὐτὸ, ἰδοὺ τί γράφει ἐν τῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκθέσει αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «... Τὸ Γυμνάσιον τοῦτο, διὰ τὴν τάξιν, τὴν χρηστότητα, τὴν εὐπείθειαν καὶ τὴν πρόοδον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα ἄλλων Γυμνασίων, ὁ δὲ διευθύνων τοῦτο γυμνασιάρχης κ. Πέτρος Στυμφαλιάδης ὡς ὑπόδειγμα Διευθυντοῦ διά τε τὴν ἀρτίαν αὐτοῦ ἐπιστημονικὴν μάθησιν καὶ τὸ διοικητικὸν πνεῦμα.» Μετὰ τοιούτους τίτλους βεβαίως δὲν θὰ ἐπιχειρήσω ἐγὼ νὰ πλέξω τὸν πανηγυρικὸν τοῦ εἰρημένου γυμνασιάρχου. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀφοῦ συλλέξῃ — καὶ θὰ συνέλεξε βεβαίως ἤδη — πληροφορίας, δικαιούσας ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γράφουσιν οἱ δύο ἀνώτεροι ἐπιθεωρηταὶ, θὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν εἰς τὸν ἀξιόλογον αὐτὸν γυμνασιάρχην.

§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχει πολλὰ ἔτη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν;

§16Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς· γνωρίζω ὅμως, ὅτι ὑπηρετεῖ ὡς γυμνασιάρχης ἐν Πύργῳ ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Πρὸ τοῦ τελευταίου ἔτους ἦτο καθηγητὴς ἐν τῷ ἐνταῦθα Πρακτικῷ Λυκείῳ, μεθ’ ὃ μετετέθη πάλιν ὡς γυμνασιάρχης ἐν Πύργῳ.

§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἀπηλλάγη;

§18Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὰ μέσα Δεκεμβρίου, νομίζω, πρὸ τῶν Χριστουγέννων.

§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ ἦτο ἔκφρασις εὐαρεσκείας!

§20Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἂν ὁ γυμνασιάρχης οὗτος, ὁ ὁποῖος συνιστᾶται ὑπὸ τῶν ἐπιθεωρητῶν ὡς ὑπόδειγμα τῶν γυμνασιαρχῶν τοῦ Κράτους, ἔλαβε τοιαύτην τύχην, βεβαίως ἡ παῦσις αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα εἰς πάντα ὑπάλληλον, θέλοντα νὰ ἐκτελῇ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον. Πέποιθα, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει ἐπανορθώσει τὸ γενόμενον ἀδίκημα. Ἤδη μάλιστα τὸν πληροφορῶ, ὅτι ὁ διάδοχος τοῦ παυθέντος γυμνασιάρχου, —ὁ ὁποῖος, ὡς μανθάνω, εἶναι ἄξιος τοῦ προκατόχου του, ἢ δυνατὸν νὰ ἦναι τοιοῦτος, —δὲν μετέβη ἀκόμη εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ἕνεκα τούτου τὸ Γυμνάσιον Πύργου διατελεῖ ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον μηνὸς ἄνευ γυμνασιάρχου. Ἡ ἐπαρχία τῆς Ἠλείας, ἡ ὁποία, μεθ’ ὅλην τὴν δυσπραγίαν αὐτῆς, διατηρεῖ τὸ Γυμνάσιον δι’ ἰδίων τῆς δαπανῶν, μὲ ἐλάχιστον ἐπίδομα, ἐπικουρικόν, τοῦ Δημοσίου, εἶναι ἄδικον νὰ στερῆται γυμνασιάρχου καὶ γνωρίζετε, τί σημαίνει διοίκησις εἰς ἓν Γυμνάσιον, καὶ πόσον χαλαροῦται ἡ ἐκπαίδευσις καὶ τὸ ἠθικὸν τῶν μαθητῶν Γυμνασίου μὴ ἔχοντος γυμνασιάρχην. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ ἐπανορθώσῃ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον ἀδίκημα. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὸ θέμα τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπευθύνω μίαν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Πάντες ἐνθυμούμεθα, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ἐποχὴν προΐστατο τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, διηύθυνε δὲ τὰ τῆς Δικαιοσύνης ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος, συνέβη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ἐπεισόδιον πολὺ σκανδαλῶδες μεταξὺ ἑνὸς ἀνωτέρου δικαστικοῦ λειτουργοῦ καὶ ἑνὸς ἀνωτάτου ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο προὐκάλεσε θόρυβον καὶ εἰς τὸν τύπον, καὶ δικαίως, ἀποτέλεσμα δ’ αὐτοῦ ἦτο ἡ παῦσις τοῦ δικαστικοῦ ἐκείνου λειτουργοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ὁμολογῶ, ὅτι ὑπῆρχεν ἀρίστη ἰδέα μεταξὺ τοῦ δικαστικοῦ κόσμου, ἡ παῦσις δηλαδὴ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν κυρίου Καρμπούνη. Τὸ ἐπεισόδιον καὶ αἱ προκαλέσασαι αὐτὸ αἰτίαι νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλήν, διότι εἰς τὰς αἰτίας τὰς προκαλεσάσας τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο δύναται νὰ ἀνεύρῃ τις ἕνα ἐκ τῶν πολλῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι καθιστῶσι τὴν Δικαιοσύνην μας χωλήν. Ἐγὼ πρὸ παντὸς ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ζητήσω νὰ γείνῃ λόγος περὶ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου, διότι εἰς τὰς αἰτίας τὰς προκαλεσάσας τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο ἀνεμίχθη καὶ ἡ ἰδιαιτέρα μου πατρὶς Ἠλεία. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου, πρὶν ἢ προσκομισθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα λίαν προσεχῶς.

§21Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.

§22Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Νὰ προσαγάγητε πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πιστοποιοῦσιν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ παῦσις τοῦ Εἰσαγγελέως, τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διὰ τὸ ἐπεισόδιον, ἂν ὑπῆρξε τοιαύτη, ἢ ἂν περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον· ἂν δ’ ἔκαμε καὶ ἄλλην ἐνέργειαν, νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τ’ ἀποδεικνύοντα αὐτήν.

§23Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ποίαν ἐνέργειαν ἔπρεπε νὰ κάμῃ;

§24Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἔλθουν τὰ ἔγγραφα, θὰ ἴδητε ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμῃ καὶ ἄλλην τινὰ ἐνέργειαν.

§25Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε ἐγγράφως τὴν αἴτησίν σας.

§26Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Μάλιστα.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γκότσης ἔχει τὸν λόγον.

§28Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀπολυθέντων καὶ μετατεθέντων γραμματέων τῶν πολυμελῶν Δικαστηρίων, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου μέχρι σήμερον.

§29Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1902, παρακαλῶ, διὰ νὰ κάμωμεν τὴν στατιστικήν. Διατὶ πέρυσι δὲν ἐζητήσατε τοιαύτην στατιστικήν; Ἔπρεπε νὰ γείνῃ μία ἐκκαθάρισις σχετική.

§30Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐπίσης πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γενομένων μεταθέσεων πρωτοδικῶν καὶ Εἰσαγγελέων παρὰ πρωτοδίκαις. Ὡσαύτως πληροφορίας περὶ τοῦ τίνες τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ τῶν γραμματέων Εἰρηνοδικείων δὲν μετετέθησαν (κατὰ τὸν ἄλλοτε καθιερωθέντα τρόπον ἐπερωτήσεως ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λεβαδείας). Ταύτας τὰς πληροφορίας παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν εἰδικώτερον δὲ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσοι γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων ἀπελύθησαν ἀφ’ ἧς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ, δι’ οὗ προστατεύονται οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι.

§31Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ στατιστικὴν, ἐμφαίνουσαν πόσοι γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων μετετέθησαν ἀπὸ τῆς 18 Νοεμβρίου 1902 μέχρι τῆς 1 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους. Δεύτερον, πόσοι γραμματεῖς Πρωτοδικείων μετετέθησαν κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, πόσοι Εἰσαγγελεῖς καὶ πόσοι πρωτοδίκαι, καὶ πόσας μεταθέσεις ὑπέστη ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Τραπεζούντιος, καὶ πόσα ἐδαπάνησε τὸ Δημόσιον δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς μεταθέσεις.

§32Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς μὲν τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ θέλω ἀπαντήσει κατά τινα τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, καὶ ὑποθέτω δὲ, λίαν ταχέως· εἰς τὴν ἐπερώτησιν ὅμως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κραναίας συναδέλφου δύναμαι νὰ ἀπαντήσω σήμερον, καὶ κατ’ αὐτὴν μάλιστα τὴν στιγμήν...

§33ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἀφίνετε νὰ σχετίσητε καὶ τὰ δύο;

§34Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.

§36Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπὸ τῆς 24 Δεκεμβρίου 1902 μέχρι τῆς 20 Νοεμβρίου 1903, ἐπὶ ἐφετῶν, Προέδρων Πρωτοδικῶν καὶ πρωτοδικῶν, ἀνερχομένων τῶν προσώπων (καὶ τῶν τριῶν τούτων κατηγοριῶν ἐν συνόλῳ εἰς 205, μετετέθησαν: αʹ) ἐπὶ ἐφετῶν τεσσαράκοντα τεσσάρων, ἐφέται ἐν ὅλῳ 21· βʹ) ἐπὶ Προέδρων Πρωτοδικῶν 26, Πρόεδροι Πρωτοδικῶν 23· καὶ γʹ) ἐπὶ πρωτοδικῶν 135 περίπου, πρωτοδίκαι 75. Ἤτοι, ἐπὶ ἐφετῶν, Προέδρων Πρωτοδικῶν καὶ πρωτοδικῶν 205, τὸ ὅλον 119 μεταβολαί!

§37Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ μεταβολαὶ τοῦ κ. Μερλοπούλου.

§38Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικόν, σᾶς παρακαλῶ νὰ ὁρίσητε τὴν χρονολογίαν τῶν μεταθέσεων, καὶ κατὰ ποίαν ἐποχὴν ἐγένοντο.

§39Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι προσωπικόν. Ἐν τούτοις ἀμέσως θὰ σᾶς εἴπω.

§40Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρ’ ἡμῶν δὲν ἐγένοντο. Ἐγένοντο κατὰ τὰς διακοπὰς παρὰ τοῦ διαδόχου.

§41Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζετε!

§42Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι νομίζω. Τὸ γνωρίζετε πολὺ καλά.

§43Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀκούσατε λοιπόν. Ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 317 φύλλῳ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τῆς 24 Δεκεμβρίου 1902 μετάθεσις ἐφετῶν μία. Ἀριθμὸς 17 φύλλου τῆς 23 Ἰανουαρίου 1903 μεταθέσεις ἐφετῶν 2. Ἀριθμὸς 55 φύλλου τῆς 4 Μαρτίου μεταθέσεις ἐφετῶν 2. Ἀριθμὸς 68 φύλλου τῆς 19 Μαρτίου μεταθέσεις ἐφετῶν 1. Ἀριθμὸς 87 φύλλου τῆς 16 Ἀπριλίου μεταθέσεις ἐφετῶν 2. Ἀριθμὸς 99 φύλλου τῆς 30 Ἀπριλίου μετάθεσις ἐφετῶν 1. Ἀριθμὸς 111 φύλλου τῆς 13 Μαΐου μεταθέσεις ἐφετῶν 2.

§44Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐν Κρήτῃ διαμενόντων.

§45Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι, δὲν ἦσαν ὅλοι ἐν Κρήτῃ.

§46Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ γνωρίζετε πολὺ καλά.

§47Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ὅλον ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη 11 μεταθέσεις ἐφετῶν. Ἐπὶ τοῦ κ. Ράλλη: Ἀριθμὸς 195 φύλλου τῆς 8 Αὐγούστου 1903 μετάθεσις ἐφετῶν 1. Ἀριθμὸς 228 φύλλου τῆς 9 Σεπτεμβρίου μεταθέσεις ἐφετῶν 5. Ἀριθμὸς 266 φύλλου τῆς 17 Ὀκτωβρίου μετάθεσις ἐφετῶν 1. Ἀριθμὸς 294 φύλλου τῆς 12 Νοεμβρίου μεταθέσεις ἐφετῶν 2. Καὶ ἀριθμὸς 303 φύλλου τῆς 20 Νοεμβρίου μετάθεσις ἐφετῶν 1. Τὸ ὅλον ἀπ’ ἀρχῆς μεταθέσεις ἐφετῶν 21. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι πᾶσα ἀντίρρησις αἴρεται. Τὸ ὅλον 21. Προέδρων Πρωτοδικῶν μεταθέσεις: Τῇ 30 Ἰανουαρίου 1903 μία, τῇ 5 Φεβρουαρίου 2, τῇ 24 Φεβρουαρίου 2, τῇ 21 Ἀπριλίου 4, τῇ 24 Ἀπριλίου 4, τῇ 9 Μαΐου 2, τῇ 9 Σεπτεμβρίου 8. Τὸ ὅλον μεταθέσεις Προέδρων Πρωτοδικῶν 23.

§48Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ δόσεις!

§49Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μεταθέσεις τώρα πρωτοδικῶν: 23 Ἰανουαρίου 1903 δύο, 29 Ἰανουαρίου 7, τῇ 10 Φεβρουαρίου 2, τῇ 1 Μαρτίου 15, τῇ 3 Μαρτίου 1, τῇ 4 Μαρτίου 2, τῇ 6 Μαρτίου 2, τῇ 22 Μαΐου 1, τῇ 2 Ἰουνίου 3. Αὗται ἐπὶ κυρίου Δηλιγιάννη. Τῇ δὲ 9 Σεπτεμβρίου, ἐπὶ κυρίου Ράλλη, 40. Τὸ ὅλον μεταθέσεις πρωτοδικῶν 75.

§50Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἰς τὰς διακοπὰς εἶναι αὐταί.

§51Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποίας διακοπάς; Τὸν Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον!

§52Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Προχθὲς ἐδιώξατε 10 ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους! Ἔγεινε ποτὲ αὐτό;

§53Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐγένοντο πολλαὶ μεταθέσεις εἰς τὸ παρελθόν, ἔπρεπεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ προβῇ εἰς καμμίαν! (ἱλαρότης ἐν τῇ δεξιᾷ).

§54Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω: ἐπὶ 44 ἐφετῶν, ἐν τῷ διαστήματι αὐτῷ, ἐν ᾧ ὑπάρχει καὶ ἐκτεταμένη ἐποχή, καθ’ ἣν τὰ Δικαστήρια εἰργάζοντο, ἐγένοντο 21 μεταθέσεις. Ἐπὶ Προέδρων Πρωτοδικῶν 26, ἐγένοντο 23 μεταθέσεις. Ἐπὶ πρωτοδικῶν 135, ἐγένοντο μεταθέσεις 75. Ἑπομένως τὸ ὅλον 119 μεταβολαὶ ἐπὶ 205 προσώπων!

§55Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κατὰ τὸν τρόπον, ὃν ἔχετε σεῖς, εἰς ἓν ἔτος θὰ κάμητε 1500.

§56Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν: Κατὰ τὸ αὐτὸ σύστημα, καὶ ἵνα μὴ μακρηγορῶ, ἀναφέρων τὰς ἡμερομηνίας μίαν πρὸς μίαν, καὶ τὰς μεταθέσεις μίαν πρὸς μίαν, ἐγένοντο μεταθέσεις Εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν ἐν τῷ αὐτῷ διαστήματι καὶ ἐπὶ τῶν αὐτῶν Πρωθυπουργῶν 62 ἐπὶ 26 Εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν. Περίπου τὸ τριπλάσιον!

§57Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πόσαι ἀναλογοῦσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Τραπεζούντιον, παρακαλῶ;

§58Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὁ Τραπεζούντιος ὅπου ἐπήγαινεν ἤθελε νὰ φύγῃ. Πουθενὰ δὲν ἤθελε νὰ μείνῃ! Τὸν ἔπιανε κρύο! (ἱλαρότης).

§59Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μεταβολαὶ εἰς τοὺς Γραμματεῖς τῶν Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων τῶν κ. κ. Δηλιγιάννη καὶ Ράλλη: Ἀπὸ 9 Δεκεμβρίου 1902 μέχρις 7 Νοεμβρίου 1903 ἐπὶ 31 Γραμματέων Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων ἐγένοντο μεταβολαὶ ἐν συνόλῳ 72!

§60Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§61Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τοὺς Γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων, ἀπὸ 29 Νοεμβρίου 1902 ἕως 13 Ἰουνίου 1903, ἐπὶ κ. Δηλιγιάννη, ἐγένοντο μεταβολαὶ, ἐπὶ προσώπων 250, ὅσοι εἶναι οἱ ἐν λόγῳ ὑπάλληλοι, 439!

§62Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Γκότση, τὰ συγχαρητήριά μου!

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Γεράκη.

§64Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὅταν κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι περὶ τῶν ἐνεστωσῶν μεταβολῶν, τότε θὰ ἴδητε.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιττὰ εἶναι αὐτὰ, κύριε Γεράκη. Τὴν αὐτὴν ὑπόμνησιν ποιοῦμαι καὶ εἰς σᾶς, κύριε Γκότση.

§66Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δεχθῆτε ὑμεῖς τὰ συγχαρητήρια, κύριε Πρόεδρε! (ἱλαρότης).

§67Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς, ἀναγινώσκων τὰς χρονολογίας.

§68Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ τὰς ἀναγνώσητε, διὰ νὰ φωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, κύριε Ὑπουργέ.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§70Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν διακόπτω ποτέ.

§71Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αὐτὰ κάμνουν ἐντύπωσιν, κύριε Πρόεδρε, καὶ πρέπει νὰ μελετηθῶσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λογαριάζει: μία ἀπόλυσις, ἡ ὁποία εἶναι καὶ μία μεταβολὴ, γίνονται δύο. Αὐτὴ εἶναι μέθοδος ἐλαστική.

§72Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ θέλω καταθέσει αὐτά. Τοιουτοτρόπως, παρακαλῶ, νὰ ὑπολογίσητε καὶ τοὺς ἰδικούς σας.

§73Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Οἱ ἰδικοί σας εἰς ἓν ἑκατομμύριον θὰ φθάσουν!

§74Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ ἴδωμεν. Λοιπὸν—ἐπαναλαμβάνω τὸν ἀριθμὸν, ἵνα μείνῃ εἰς τὴν μνήμην τῆς Βουλῆς, —ἐπὶ προσώπων τῶν ῥηθέντων ὑπαλλήλων 250, μεταβολαὶ 439! Καὶ ἂν προσθέσητε καὶ τὰς μεταβολὰς, τὰς ἀπὸ 29 Ἰουνίου 1903 μέχρις 24 Νοεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Ράλλη γενομένας ἐπὶ τῶν Γραμματέων Εἰρηνοδικείων, ἐν ὅλῳ διακοσίας δέκα ὀκτὼ, ἔχετε ἐν ὅλῳ αὐτῷ τῷ χρονικῷ διαστήματι 657 μεταβολὰς Γραμματέων Εἰρηνοδικείων ἐπὶ 250 προσώπων!

§75Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Τὸ τριπλάσιον!

§76Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μεταθέσεις εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν. Ἀπὸ 14 Δεκεμβρίου 1902 ἕως 14 Ἰουνίου 1903, ἐπὶ κυρίου Δηλιγιάννη, ἐπὶ προσώπων 250 μεταβολαὶ 300! Καὶ ἀπὸ 30 Ἰουνίου ἕως 24 Νοεμβρίου 1903, ἐπὶ κ. Ράλλη, μεταθέσεις ὅμοιαι 147! Ἤτοι τὸ ὅλον ἐπὶ 250 εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν 447 μεταθέσεις! Δὲν συμπεριλαμβάνω διορισμοὺς καὶ ἀπολύσεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ δώσω εἰς τὸν ἐκ Κραναίας ἀξιότιμον συνάδελφον.

§77Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Διὰ τὸν κύριον Γεράκην εἶναι αὐτά.

§78Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μίαν διακοπὴν, κύριε Ὑπουργέ. Ἐγὼ σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐδώκατε εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν μεταβολῶν αὐτῶν. Βεβαίως πιθανὸν νὰ μὴ εὐχαριστήσωσι τὸν κύριον Γκότσην καὶ τὸν κ. Καλούτσην, ἀλλ’ εἶναι ἀδιάφορον.

§79Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐμὲ δὲν μὲ δυσαρεστοῦσι καθόλου.

§80Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν, πόσην πίστωσιν εἶχε διὰ τὰς μεταθέσεις τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ 1902 καὶ 1903, καὶ ἂν περιωρίσθη εἰς τὴν πίστωσιν ταύτην ἢ ὑπερέβη τὴν πίστωσιν, ὅπως γείνωσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ μεταβολαὶ, καὶ πόσα ἐδαπάνησε δι’ ὅλας αὐτάς.

§81Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος καὶ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὴν γνώμην μου, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, νὰ ἀνέλθω καὶ εἰς ἄλλην ἐποχήν. Κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1895 ἔτους, ἐν διαστήματι τεσσάρων μηνῶν, δηλαδὴ Ἰούνιον, Ἰούλιον, Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον, ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ τότε συναδέλφου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Βάρβογλη, Ὑπουργοῦ ὑπὸ τὸν αὐτὸν κύριον Δηλιγιάννην, ἐν συνόλῳ 806 μεταβολαί. Ἐγὼ, Κύριοι, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, οὐχὶ ἵνα ἀπολογηθῶ, οὔτε ἵνα κατηγορήσω τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφόν μου, ἢ καὶ ἄλλον τινά, ἀκόμη προγενέστερον, ἐπὶ ταῖς πράξεσι ταύταις, διότι δυστυχῶς τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ὥστε ἴσως ἀναπόδραστον εἶναι νὰ γίνωνται αὐταὶ αἱ μεταθέσεις. Ἐὰν ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, ὁ ἐπερωτήσας, θέλῃ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, δὲν ἔχει ἢ νὰ ζητήσῃ τὴν κατὰ προτίμησιν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἐφέραμεν. (Ἄ! ἄ!). Βεβαίως. Διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἀπαλλαγῆ τοιαύτης ὀχληρᾶς τῳόντι ἐργασίας. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον νὰ μοὶ κάμῃ τὴν εὐχαρίστησιν καὶ τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνώσῃ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ κατέθηκα.

§82Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν διενεμήθη.

§83Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διενεμήθη.

§84Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καίτοι ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν διενεμήθη.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διανεμηθῇ.

§86Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως δὲ ταύτης, ἐὰν λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ ἀναγνώσητε αὐτὴν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐγὼ καὶ κατ’ ἐμοῦ αὐτοῦ καὶ κατὰ τῶν συναδέλφων, μεθ’ ὧν συμπράττω, βάλλω τὸν λίθον.

§87Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ἄλλος, ὁ κύριος Ράλλης.

§89Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τίς εἶναι ὑπαίτιος τῆς καταστάσεως ταύτης; Εἶναι ἆρά γε οἱ Ὑπουργοί; εἶναι ἆρά γε οἱ Βουλευταί; Εὐθύνεται ἆρά γε ἡ πτέρυξ αὕτη, ἢ εὐθύνεται ἡ πτέρυξ ἐκείνη; Οὐχὶ, Κύριοι. Ἔχω τὸ θάρρος νὰ ὁμολογήσω τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Οὔτε τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν κατηγορῶ, οὔτε τὸν πρῴην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, τὸν ἐκ Μαντινείας ἄλλοτε Βουλευτὴν, κατηγορῶ, οὔτε τινὰ ἄλλον κατηγορῶ ἐπὶ τῇ καταστάσει ταύτῃ. Ἀλλὰ καὶ οὐδενὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κατηγορήσῃ ἐμοῦ, ἐὰν καὶ ἐγὼ προέβην εἰς τοιαύτας μεταβολὰς καὶ ἐν οἱᾳδήποτε ἀκόμη ὥρᾳ τοῦ ἔτους. Οἱ Βουλευταὶ πιέζονται ἐκ τῆς καταστάσεως. Ποῖος εἶναι ὁ αἴτιος τῆς καταστάσεως ταύτης; Ἄς εὕρῃ αὐτὸν ἡ Ἱστορία, ἂς εὕρῃ αὐτὸν ἡ εἰλικρινὴς γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ κατάστασις ὁμολογουμένως εἶναι ἀφόρητος, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὅπως ἀπαλλαχθῶσιν οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι, οἵτινες καλοῦνται Βουλευταί, οἵτινες καλοῦνται Ὑπουργοί, ἐκ τῆς ἐπιθέσεως ταύτης τῶν διαφόρων θεσιθηρῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι διὰ τῆς ἐπιμονῆς παρὰ τοῖς Βουλευταῖς, διὰ τῆς ἐπιμονῆς παρὰ τοῖς Ὑπουργοῖς δύνανται ν’ ἀποκτήσωσι τὰ ἀγαθὰ, ἅτινα ἐπιζητοῦσιν. Ἐὰν λοιπὸν κατέθηκα τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, κατέθηκα αὐτοὺς, οὐχὶ ἵνα κατηγορήσω τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὑπὸ τὸν Ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, οὔτε ἵνα κατηγορήσω τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἐγκρίτου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου μου, ἥτις ὑπῆρξε συνέχεια τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, οὔτε ἵνα κατηγορήσω τυχὸν προγενεστέρας Κυβερνήσεις, οὔτε ἵνα ὑπεραμυνθῶ τῆς παρούσης ἢ τῶν πράξεων ἐμοῦ. Εἶμαι εὐτυχὴς, διότι ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις αὕτη, καὶ ἀνέβαλλον μέχρι τοῦδε νὰ ἀπαντήσω δημοσίᾳ, διότι ἤμην βέβαιος, ὅτι ἤθελε γείνῃ τοιαύτη ἐπερώτησις ἐν τῷ ἐθνικῷ τούτῳ περιβόλῳ. Ἄλλως ἤθελον ἀπαντήσει εὐθὺς πρὸ ἡμερῶν, ὅτε ἔγκριτον δημοσιογραφικὸν φύλλον, ἡ «Πρωΐα», ἐμέμφετο ἐμοῦ, διότι ἐνήργησα μικράς τινας μεταβολὰς ἐν τῷ Εἰρηνοδικειακῷ κλάδῳ...

§90ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μικράς!

§91Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἢ καὶ μεγάλας, ἔστω· βεβαίως ὅμως μικροτέρας τῶν ἰδικῶν σας πάντοτε. Παρακαλῶ νὰ ἦσθε εἰλικρινεῖς, ὡς ἐγώ. Ὁ ἀναμάρτητος τὸν λίθον βαλέτω. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Οὔτε ἐγὼ πταίω, οὔτε ἡ πτέρυξ αὕτη πταίει, οὔτε ἡ Κυβέρνησις αὕτη πταίει, οὔτε ἡ προηγουμένη, οὔτε κανεὶς ἐξ ὑμῶν. Πταίει ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων.

§92Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πταίετε, διότι δὲν ἔχομεν νόμον.

§93Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ψηφίσατε νόμον προστατευτικὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ζητήσατε νὰ ὑποβάλωμεν νόμον περὶ τοῦ ἀμεταθέτου τῶν πρωτοδικῶν, τῶν ἐφετῶν, τῶν εἰρηνοδικῶν, τῶν γραμματέων τῶν Εἰρηνοδικείων, τῶν γραμματέων τῶν πολυμελῶν Δικαστηρίων. Ἀλλὰ μὴ νομίζετε, ὅτι ἔσεται ὑμῖν ἐπιτετραμμένον νὰ ῥίπτητε βέλη ἐκεῖθεν καθ’ ἡμῶν, ὅταν τὰ βέλη ταῦτα κυρίως στρέφωνται καθ’ ὑμῶν, διότι ἡ πτέρυξ ὑμῶν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἄλλοτε εἶχον—ὁμολογῶ—τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, εἶναι ἐκείνη, ἥτις κατήργησε τοὺς νόμους περὶ προστασίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν καὶ ὑπαλλήλων (χειροκροτήματα καὶ εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Μὴ νομίζετε, ὅτι, διότι κάθημαι ἐκεῖ (δεικνύει τὴν δεξιὰν πτέρυγα), δὲν θέλω ἀμύνεσθαι κατὰ τῶν βελῶν, ἅτινα οὐχὶ βεβαίως πάντες ὑμεῖς, ἀλλά τινες νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ ἐκσφενδονίζωσι κατὰ τοῦ ἐμοῦ στήθους. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θέλω ἀμυνθῆ καὶ τῆς πολιτείας μου καὶ τῆς πολιτείας τῆς παρούσης πτέρυγος, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, κατερχόμενος τοῦ βήματος, δὲν θέλω κατέλθει ἡττημένος, ὡς δὲν κατέρχομαι ἡττημένος κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. (Χειροκροτήματα ζωηρὰ ἐκ δεξιῶν).

§94Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι μόνον ἡττημένος θέλει ἀποδειχθῆ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἀναρμόστως φερόμενος καὶ ἐκ τοῦ ἀξιώματός του καὶ ἐκ τῆς θέσεως, ἣν κατεῖχε πρὸ ὀλίγου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἠθέλησε νὰ συγχίσῃ εὐθύνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠδύναντο νὰ συγχισθῶσι, διότι ἠθέλησε νὰ συγχίσῃ τὰς εὐθύνας τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ μὲ τὰς εὐθύνας τὰς ἰδικάς μου. Πάντες δὲ γνωρίζετε, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὰ κοινὰ, οὐδεμία ἀπαίτησις πρὸς ἱκανοποίησιν κομματικοῦ συμφέροντος ἱκανοποιήθη. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θέλων νὰ δώσῃ στατιστικὰς πληροφορίας πρὸς τὴν Βουλὴν, συγχέει τὰς εὐθύνας τῶν δύο Ὑπουργῶν...

§95Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν συγχέω, κύριε Βουλευτά.

§96Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως τὰς συγχέετε, ὅταν λογαριάζητε τὰς μεταβολὰς ἀπὸ τῆς 25 Δεκεμβρίου 1902 μέχρι τῆς 25 Νοεμβρίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους.

§97Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;

§98Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τί θέλετε νὰ εἴπητε; Δὲν τὰ εἴπετε ἐντεῦθεν; Δὲν ἀνεγνώσατε μεταβολὰς καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα γενομένας;

§99Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπήν. Ἐγὼ δὲν κρατῶ ἀποκρύφους τοὺς πίνακας τούτους. Θέλω τοὺς καταθέσει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.

§100Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠξεύρω τί περιλαμβάνουσιν οἱ πίνακες. Ἤκουσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπετε ἐδῶ.

§101Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ. Ὑμεῖς, ἐὰν ἔχητε εὐθύνην τινὰ, ἔχετε διὰ τὰς μεταθέσεις, τὰς ὁποίας ἐνεργήσατε.

§102Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως.

§103Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐδῶ λοιπὸν, εἰς τοὺς πίνακας αὐτοὺς, εἶναι καθωρισμέναι αἱ μεταθέσεις.

§104Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῶν πινάκων, πρόκειται περὶ τῶν λεχθέντων ἐντεῦθεν.

§105Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τῶν πινάκων πρόκειται.

§106Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ τῶν λεχθέντων. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐκφεύγητε ὅπως ἡ σηπία, καθὼς λέγουσιν οἱ ναυτικοί. Σᾶς γνωρίζω καὶ μὲ γνωρίζετε.

§107Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς γνωρίζω.

§108Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἴπετε ἀρκετά. Νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἴπω. Βεβαιῶ, ὅτι οὐδεμία μετάθεσις πρωτοδίκου ἢ ἐφέτου ἐγένετο πρὸς ἱκανοποίησιν κομματικοῦ συμφέροντος, ὅτε διετέλουν ἐν τῇ ἀρχῇ· βεβαιῶ, ὅτι ὅλαι αἱ μεταθέσεις, αἱ γενόμεναι τότε, κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον, ἐγένοντο ἀκριβῶς πρὸς πλήρωσιν κενῶν θέσεων.

§109Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μήπως εἶπον ἐγὼ τὸ ἐναντίον;

§110Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαιῶ ὅτι, ἐὰν ἐγένοντο μεταθέσεις ἐντεῦθεν πρωτοδικῶν, οὓς ἔσπευσε νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς Ἀθήνας ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐγένοντο πρὸς τὸν σκοπὸν ἱκανοποιήσεως ἀρχαίων δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔτυχον κατὰ τὸ παρελθὸν ἄλλης ἱκανοποιήσεως, ἥτις ὠφείλετο πρὸς αὐτοὺς, τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς προαγωγῆς. Διότι, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς πίνακας τῶν προαχθέντων ἀπὸ τριετίας, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἀπέναντι ἱκανῶν δικαστῶν, ἐχόντων ὑπηρεσίαν 20 ἕως 22 ἐτῶν, προήχθησαν δικασταὶ μὲ ὑπηρεσίαν μόνον ὀκταετῆ, καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν καλλιτέρων. Ἡ ὑπ’ ἐμὲ Κυβέρνησις, εὑρισκομένη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἱκανοποιήσῃ ἀρχαίους δικαστὰς, ἐθεώρησεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν νὰ τοὺς φέρῃ ἐνταῦθα, ὅπως δώσῃ ἄνεσιν καὶ εἰς τοὺς οἰκογενειάρχας αὐτούς. Ὑμεῖς τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀνόδου σας εἰς τὴν ἐξουσίαν τί ἐπράξατε; τοὺς δικαστάς, οἵτινες πρὸ ὀλίγου χρόνου εἶχον μετατεθῆ εἰς τὰς ἐπαρχίας, τοὺς ἐπανεφέρατε ἐνταῦθα, ἀποστείλαντες εἰς τὰς ἐπαρχίας τοὺς πρό τινος ἐνταῦθα μετατεθέντας. Καὶ διατὶ τοῦτο; πρὸς ἱκανοποίησιν συμφερόντων καὶ ἀξιώσεων κομματικῶν, εἰς ἃς ἡμεῖς οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἐπροσέξαμεν. Ἐγὼ δὲν ἔρχομαι νὰ σᾶς κολακεύσω, ἀλλὰ νὰ σᾶς εἴπω κατὰ πρόσωπον, ὅτι, ἐὰν πάσχῃ ἡ Πολιτεία καὶ ὁ τόπος, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ὑμᾶς, ὀφείλεται εἰς τοὺς Ὑπουργούς, τοὺς ἐνδίδοντας εἰς τὰς παρανόμους καὶ πρὸς καταστροφὴ τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀξιώσεις. Ἐὰν θέλητε νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις, θέσατε φραγμὸν κατὰ τῶν ἰδίων ὑμῶν ἀξιώσεων. Ἐὰν δὲ ὑπῆρξε δυσαρέσκειά τις κατ’ ἐμοῦ, αὕτη ὑπῆρξε, διότι δὲν ἀπέβλεψα εἰς ἱκανοποιήσεις ἀξιώσεων, ἀλλ’ ἔθηκα ταύτας κατὰ μέρος, καὶ ἀπέβλεψα πρὸς ἓν μόνον συμφέρον, τὸ ὑπέρτατον, τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας καὶ τῆς ὑπηρεσίας. Διοίκησιν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὑπὸ τοιούτους ὅρους, οὓς ὑμεῖς ἐννοεῖτε νὰ ἐφαρμόζητε· δικαιοσύνην δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὑπὸ τοιούτους ὅρους, οὔτε στρατὸν, οὔτε ναυτικόν. Ἀλλ’ οὔτε οἰκονομίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, οὔτε ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Διευθύνων ἐπὶ ἓξ ὅλους μῆνας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, προέβην εἰς μίαν μόνον ἀπόλυσιν, εἰς τρεῖς μεταθέσεις καὶ εἰς ὀκτὼ προαγωγάς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος καὶ ἐκ τῶν θεωρείων).

§111Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ἔγκριτος συμπολίτης μου ὠργίσθη ἄνευ αἰτίας. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι, ὅταν ἀφήσῃ νὰ ἀκουσθῶ, θέλει πεισθῆ, ὅτι ἐντελῶς ἄνευ αἰτίας ὡμίλησε. Διότι ἐνθυμεῖσθε πάντες ὅσα ἐγὼ ἀνέγνωσα, χρονολογικῶς κατανέμων τὴν εὐθύνην ἑκάστου. Οἱ δὲ πίνακες δὲν εἶναι ἀπόκρυφοι, διότι εὐθὺς μετά τινας στιγμὰς θέλω καταθέσει αὐτοὺς εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐκ τῶν πινάκων δὲ τούτων θέλει ἰδεῖ ὁ εὐγενὴς συμπολίτης μου, ὅτι διαιρεῖται ἡ ἐργασία αὕτη τῶν μεταθέσεων εἰς δύο ὡρισμένας χρονικὰς περιόδους, καὶ οὐ μόνον διαιρεῖται ἡ ἐργασία, ἀλλὰ γίνεται καὶ ἡ πρόσθεσις τῶν δύο αὐτῶν περιόδων. Ἑπομένως δὲν ἐζήτησα διὰ τῆς συγχύσεως νὰ ἀποδώσω εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὑπὸ τὸν ἔγκριτον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφόν μου, διὰ πράξεις ἐνεργηθείσας ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τῆς ὑπὸ τὸν Ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν. Παντάπασιν. Οἱ πίνακες εἶναι συντεταγμένοι κατὰ σύστημα καὶ χρονολογίαν καὶ ἀριθμὸν φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καταθέτω δὲ αὐτοὺς, ὅπως ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου λάβῃ τούτους καὶ φωτισθῇ πλειότερον.

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ πίνακες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 61).

§113Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ συμπληρώσητε τοὺς πίνακας τούτους, καταθέτων σημείωμα περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐτῶν, ἅτινα ἕκαστος τῶν προαχθέντων δικαστῶν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Ράλλη εἶχεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Διότι ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς διετάθη, ὅτι προήγαγε τοὺς ἀρχαιοτέρους· ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ἴδω, ἂν αἱ πληροφορίαι του εἶναι ἀκριβεῖς.

§114Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δύνασθε νὰ ζητήσητε πληροφορίας, ἀλλὰ βεβαίως θὰ πεισθῆτε ἐξ αὐτῶν, ὅτι οἱ κάλλιστοι καὶ ἀρχαιότεροι προήχθησαν ὑπ’ ἐμοῦ.

§115Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Προσεθέσατε τώρα καὶ τὸ κάλλιστον!

§116Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν σεῖς κατηγορῆτε, ὁλόκληρος ὁ δικαστικὸς κόσμος ἀνομολογεῖ τὴν δικαιοσύνην τὴν ἀποδοθεῖσαν αὐτῷ ὑπ’ ἐμοῦ.

§117Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Διαφωνῶ πρὸς ὑμᾶς.

§118Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν πταίωσιν οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ, ἐὰν ὑπεύθυνοι τῆς πραγματικῶς θλιβερᾶς καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλθον τὰ δημόσια πράγματα τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἦναι οἱ Βουλευταὶ, βεβαίως ἔνοχος τῆς καταστάσεως ταύτης εἶναι ὁ ἀλλοπρόσαλλος χαρακτὴρ ἐνίων πολιτευομένων, οἵτινες ἄλλα ἐπαγγέλλονται ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ ἄλλα πράττουσιν ὁσάκις ἀνέρχονται εἰς τὴν ἀρχήν. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μὲ ὕφος Λουθηρανοῦ ἱεροκήρυκος διελάλει εἰς ἡμᾶς τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ περὶ μονιμότητος τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἐνῷ κατὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν τὰ δάκτυλα αὐτοῦ καὶ αἱ χεῖρες ἦσαν μελανωμέναι ἐκ τῆς μελάνης, δι’ ἧς ἐγράφησαν τὰ Βασιλικὰ ἐκεῖνα Διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων ἑκατοστύες δικαστικῶν προσώπων ἐξεσφενδονίζοντο ἀπὸ τῆς μιᾶς ἄκρας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἄλλην. Εἶναι τοῦτο συνεπές; Εἶναί τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἐμπνέῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τῆς χρηστότητος τῆς προαιρέσεως τῶν πολιτευομένων; Καὶ πῶς Θέλετε, ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ πιστεύσῃ, ὅτι σπουδαιολογεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰσάγων νομοσχέδιον περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τῶν δικαστικῶν, ὅταν διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς εἰσάγῃ τὸ νομοσχέδιον, διὰ δὲ τῆς ἄλλης παρουσιάζῃ εἰς τὸν Βασιλέα τὸ Διάταγμα τῆς μεταθέσεως τοσούτων δυστυχῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες ἐν μέσῳ χειμῶνι χορεύουσι τὸν χορὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὁ μακαρίτης Θρασύβουλος Ζαΐμης ἐν τῷ δηκτικῷ αὑτοῦ οἴστρῳ ὠνόμαζε μαζούρκαν τῶν πτωχῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑλλάδος;

§119Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Διατὶ δὲν ἐνεθυμήθητε τοῦτο καὶ ἄλλοτε;

§120Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀπόστασις, ἡ μεγάλη διαφορὰ τῶν γνωμῶν τῶν πολιτευομένων, θὰ καταρρίψῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἀπὸ τῆς περιωπῆς, εἰς ἣν εὑρίσκεται, καὶ θὰ κλονίσῃ μεγάλως τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς πολιτευομένους. Τοῦτο ἔλεγον προχθές, καὶ τοῦτο δυσηρέστησε τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὥστε νὰ ἐγερθῇ ἀποτόμως, ἵνα δικαιολογηθῇ κατὰ τρόπον, ὅστις τῇ ἀληθείᾳ προξενεῖ ἀπορίαν καὶ κατάπληξιν...

§121Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσαι ἀσυνήθιστος!

§122Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ γνῶμαι ἡμῶν δὲν μετεβλήθησαν.

§123Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ αἱ ἰδικαί μας πότε μετεβλήθησαν;

§124Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε εἰσηγάγετε νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐπιβαρύνεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ δέκα καὶ πλέον ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὑμεῖς καὶ ὁ σύντροφος ὑμῶν, οἵτινες ἐπὶ κεφαλῆς διαδηλώσεων ἐσχίζετε τὸν λάρυγγά σας, διαλαλοῦντες εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ὑπερμέτρως ἐπιβαρύνεται οὗτος διὰ φόρων.

§125Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν λέγετε ἀλήθειαν.

§126ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα!

§127Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κάθησε κάτω σύ!

§128ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κάθησε σύ! (Θόρυβος).

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ. Δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί.

§130Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν ἐμπιστοσύνην δύναται νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῆς χρηστότητος τῆς προαιρέσεως τῶν πολιτευομένων ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅστις πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἤκουε τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν σύντροφόν του Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διαλαλοῦντας, ὅτι μία ἰδέα ἥνωσεν ἡμᾶς τοὺς δεκατρεῖς ὑποψηφίους τῆς Ἀττικῆς ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ φιλοπάτριδος ἡμῶν ἀρχηγοῦ, ἡ ἰδέα τοῦ νὰ σώσωμεν τὸν λαὸν καὶ τὸν τόπον ἀπὸ τῆς ὑπερμέτρου φορολογίας καὶ σπατάλης, εἰς τὴν ὁποίαν ἔσυρεν αὐτὸν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τοῦ κ. Θεοτόκη καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη; ὁ λαός, ὅστις ἤκουεν αὐτοὺς λέγοντας, ὅτι «ἄτιμος καὶ κατηραμένος εἶναι ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων, ἡμεῖς δέ, ἐρχόμενοι εἰς τὰ πράγματα, θὰ καταργήσωμεν αὐτόν»;

§131Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σεῖς κατηργήσατε αὐτόν;

§132Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶσθε ὁ Σμολένσκης τοῦ περυσινοῦ Νοεμβρίου;

§133Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Σεῖς δὲν ἐπράξατε ὅ,τι ὑπεσχέθητε, σεῖς ἐγκατελείψατε τὸ πρόγραμμά σας, καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς ἐγκατέλειψα.

§134Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ τὸν μάθω αὐτὸν μετ’ ὀλίγον, κύριε Ὑπουργέ!

§135Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θέλετε νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν εἰς τὴν σπουδαιότητα τῶν φορολογικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον παρακάθηνται δύο σανιδοφόροι Ὑπουργοὶ, οἵτινες ὑπέσχοντο εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ καταργήσουν τὴν σπατάλην καὶ τὴν φορολογίαν τοῦ κυρίου Θεοτόκη; Σπουδαιολογεῖτε, νομίζοντες, ὅτι ἐλησμόνησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ὑπόσχεσίν σας, ὅπως καταργήσητε τοὺς φόρους, καὶ ἤδη προσθέτετε καὶ νέους τοιούτους; Καὶ προσθέτετε νέον φόρον καὶ εἰς τὸ γλεῦκος! Μετὰ ταῦτα δὲ μᾶς λέγετε, ὅτι δὲν μετεβάλετε γνώμην!

§136Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν ἠκολουθήσατε τὸ πρόγραμμά σας.

§137Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τὸ ἠκολουθήσατε;

§138Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἠκολούθησα τὰς ἰδέας μου, τὰς ὁποίας ἀπήγγειλα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος.

§139Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν, ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος, ὅτι δὲν μετεβλήθη καθόλου, διότι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συνέταξεν ὁ ἐπιτελάρχης τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, συμπίπτουσι μὲ τὰς ἰδέας αὐτοῦ περὶ στρατοῦ! Ἐγὼ βεβαίως, ὁ ὁποῖος δὲν εἶμαι στρατιωτικός, ἀλλὰ νομικός, οὐδεμίαν ἠσθάνθην ἔκπληξιν ἢ ἀπορίαν, διότι εἰσήγαγε ξένα νομοθετήματα εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι γνωρίζω, ὅτι καὶ οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι, ὡς ὅλων τῶν ἐξηυγενισμένων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης οἱ νόμοι, εἰς τοὺς ἄπαιδας, εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας ἴδια τέκνα, χορηγοῦσι τὸ δικαίωμα τῆς υἱοθετήσεως ξένων τέκνων. Διὰ τοῦτο δὲν ἐκπλήττομαι, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν υἱοθέτησε τὰ νομοσχέδια ταῦτα, μὴ ἔχων ἰδίαν ἐργασίαν.

§140Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν μὲ πειράζει αὐτό.

§141Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω πρόθεσιν νὰ σᾶς πειράξω, ἀλλ’ ἔχω πρόθεσιν νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πολιτευόμεθά τινες ἐνταῦθα, διότι ὁ τρόπος οὗτος θὰ καταρρίψῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὸ πολίτευμα, ὑφ’ ὃ κυβερνώμεθα, ὥστε θὰ κλονίσῃ ἐκ βάθρων τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν πολιτῶν πρὸς τοὺς πολιτευομένους, πρὸς τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὸν λαὸν ἐνταῦθα.

§142Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἦσο Τρικουπικός· ἔπειτα πῶς ἔγεινες Δηλιγιαννικός; (ἱλαρότης).

§143Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι εὐχαριστημένος μὲ τὸν ἑαυτόν του! Ἐγὼ εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1895 ὡς Δηλιγιαννικός, ἔκτοτε δὲ, ἐπὶ δώδεκα συναπτὰ ἔτη, μένω εἰς τὰς τάξεις τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη. Ὑμεῖς ὅμως ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους, καθ’ ὃ πολιτεύεσθε, ἠλλάξατε τόσας φάσεις, ὅσα δὲν ἠλλάξατε ὑποκάμισα!

§144Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀκολουθῶ κανένα, δὲν σύρομαι ἀπὸ κανένα.

§145Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκολουθεῖτε ὅμως ἐναλλὰξ ἰδέας ἐντελῶς ἀντιθέτους τῶν πρώην ἰδεῶν σας. Ἐλέγετε εἰς τὸν κόσμον πρότερον, ὅτι θὰ καταργήσητε τοὺς ὑπερμέτρους καὶ ἀτίμους φόρους, καὶ τώρα ἔρχεσθε νὰ τοὺς πολλαπλασιάσητε! Τοῦτο εἶναι τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον διαπράττετε, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πταίει, εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῶν πολιτευομένων. Ἔκτροπον εἶναι καὶ σκανδαλῶδες νὰ εἰσάγωνται νομοσχέδια περὶ μονιμοποιήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καθ’ ἣν στιγμὴν ἑκατοστύες τοιούτων ὑπαλλήλων περιοδεύουσιν ἀναγκαστικῶς ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν τῆς Ἑλλάδος! Πῶς θὰ πιστεύσῃ τις τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἀληθῶς σπουδαιολογεῖ καὶ μεριμνᾷ ὑπὲρ τῆς τύχης τῶν ὑπαλλήλων του, ὅταν ἀστόργως ἀποστέλλῃ τοσούτους οἰκογενειάρχας εἰς τὰ πέρατα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου; Ἐὰν ἤγετο ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος, φέρων τὸ νομοσχέδιον περὶ μονιμοποιήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, δὲν θὰ εἶχε μολύνει τὰς χεῖράς του εἰς τοιαύτας μεταβολάς· πράξας δὲ τὸ ἀντίθετον, οὐδεμίαν παρέχει πεποίθησιν, ὅτι μεριμνᾷ σοβαρῶς περὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος καὶ ἐκ τῶν θεωρείων).

§146Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφός μου καὶ φίλος μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡς καὶ ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀπολογηθῶμεν ἐνώπιον τοῦ τελευταίου ἐπιτυχόντος Βουλευτοῦ Ἀττικῆς...

§147Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὑποψηφίου δημάρχου.

§148Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. ὅστις ἐλέῳ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἐλέῳ τοῦ κυρίου Ράλλη καὶ ἐλέῳ ἐμοῦ εἰσῆλθεν ὡς οὐραγὸς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην...

§149Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ διευθύνω τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν μου...

§150Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὔτε ἐγώ.

§151Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐλέῳ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰσῆλθεν εἰς τὴν Βουλήν.

§152Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κόσμος ἀκούει καὶ κρίνει. Ὁμιλῶν ὁ κ. συνάδελφος, ἐὰν ἀνεμέτρει τὸ ἀνάστημά του καὶ τὸ χρῶμά του, δὲν ἤθελεν ἀνίστασθαι αἰωνίως ἐλεγκτὴς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐμοῦ. Ὡμίλησα οὐχὶ βεβαίως περὶ τοῦ φυσικοῦ χρώματος αὐτοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ χρώματος ἐκείνου, ὅπερ προσέδωκαν αὐτῷ 5,000 μαῦραι ψῆφοι κατὰ τὴν τελευταίαν δημοτικὴν ἐκλογήν. Ὅταν διαλυθῇ ἡ Βουλή, —καὶ βεβαίως θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν θέλει διαλυθῆ, —τότε ἡμεῖς θέλομεν δώσει λόγον ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων, καὶ μόνον τῶν ἐκλογέων, καὶ οὐδεὶς ἐνταῦθα, οὔτε ἐξ ὑμῶν οὔτε ἐξ ἐκείνων, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ πολιτικοὺς ἄνδρας, οἵτινες παρακάθηνται ἐνταῦθα ἐπὶ 23 συναπτὰ ἔτη, ὡς ἐγώ, ἐκλεγόμενος διὰ 20,000 ψήφων ἢ πρῶτος ἢ δεύτερος. Πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα ὁ μικρὸς Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὁ ἐλέῳ ἄλλων ἐρχόμενος ἐνταῦθα. Τίς εἶναι ὁ ἐλέγχων; ὁ συντάκτης τῆς «Παλιγγενεσίας», ὅστις, ὅτε ἔβλεπε καταρρέον τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἵστατο ὁ Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος, ἔσπευδε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ πολιτικὸν κόμμα τοῦ Τρικούπη, καὶ ὅτε ἔβλεπεν, ὅτι ἔδυεν ἡ αἴγλη τοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἀοιδίμου Βουλευτοῦ, ἔσπευδε νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸ ταμπάρο τοῦ ἀγαπητοῦ αὐτοῦ θείου κυρίου Κωνσταντοπούλου, καὶ ὅτε ἔβλεπεν, ὅτι ἐτίθετο κατὰ μέρος ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, ὡς μὴ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, ἔσπευδε νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸν μανδύαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ἐλέγχει ἐκεῖνον, ὅστις ἐπὶ εἴκοσι συναπτὰ ἔτη ὑπεστήριξε τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος! Ἐπὶ εἴκοσι συναπτὰ ἔτη καὶ διὰ τοῦ λόγου μου καὶ διὰ τοῦ καλάμου μου ἠγωνίσθην ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ. Ἐὰν σὺ ἔχῃς τὴν ἀνοησίαν νὰ ἀρνηθῇς ταῦτα, βεβαίως ἡ Ἱστορία ἡ σύγχρονος καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δὲν θέλουσιν ἀρνηθῆ πάντα ταῦτα. Καὶ ἐνθυμεῖσθε ποσάκις ἐζητήσατε νὰ σᾶς προστατεύσω...

§153Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς!

§154Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα, ἐγώ. Ὅτε ἤρχεσο εἰς τὴν οἰκίαν μου, μικρὸς καὶ κάτωχρος, ὅτε ἐζήτεις νὰ θέσωμεν ἐν τῷ συνδυασμῷ μικροὺς καὶ ἀσήμους ὑποψηφίους, διότι καὶ σὺ, ἔλεγες, ὅτι ἦσο μικρὸς καὶ ἄσημος, καὶ μόνον οὕτω θὰ ἐπετύγχανες. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§155Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ μίαν λέξιν θὰ ἀπαντήσω. Πάντα τὰ τελευταῖα, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἐλεεινὰ καὶ ἄθλια ψεύδη, ἄξια τοῦ χαρακτῆρός του (Θόρυβος).

§156Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπαξιῶ νὰ σοὶ ἀπαντήσω, ἄθλιε! (θόρυβος).

§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ (κρούων τὸν κώδωνα). Ἡσυχάσατε, Κύριοι.

§158ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε.

§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε κάτω!

§160ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑβρίζει τὴν Βουλήν! Νὰ τ’ ἀνακαλέσῃ (θόρυβος).

§161Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἀνακαλῶ τίποτε. Αὐτὸς ὕβρισε.

§162ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ ἀνακαλέσῃ, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).

§163Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Δὲν ἀνακαλεῖ. Νὰ καθήσῃς κάτω!

§164ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σὺ νὰ καθήσῃς!

§165Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἡ ἀφελὴς ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Πατρῶν, ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι θὰ ἐξέλθῃ νικητὴς κατόπιν τῆς στατιστικῆς, τὴν ὁποίαν θὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔφερε τὴν τρικυμίαν αὐτήν· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ἐν τέλει τοῦ λόγου του, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θὰ κατέλθῃ νικητής. Καὶ ὄντως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατῆλθε νικητὴς, διότι εἰς τὸ μέτωπον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸ μέτωπον τοῦ στρατηγοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν καθαρότητα, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀποδώσῃ μομφὴν εἰς αὐτούς. Ἐτόλμησάν τινες νὰ ζητήσωσι λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, λησμονοῦντες τὸ παρελθόν· ἀλλὰ τὸ παρελθὸν δὲν λησμονεῖται, πολὺ δὲ περισσότερον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν κομμάτων καὶ ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἀρχηγῶν καὶ ἐκ τῶν ἡμιεπισήμων ὀργάνων τῶν ἀρχηγῶν των ἐστιγματίσθησαν. Ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλοῦσι περὶ πατριωτισμοῦ, προσεβάλλοντο ἀκριβῶς ἀπὸ ἐκείνην τὴν μερίδα, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται σήμερον, καὶ διὰ τῶν ὀργάνων τῆς μερίδος ἐκείνης ἀπεδεικνύοντο, ὅτι δὲν ἦσαν καθόλου πατριῶται. Ὅτι δὲ αὐτοὶ δὲν ἦσαν πατριῶται, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι πατριώτης, δὲν στρέφει διαρκῶς τὰ βλέμματά του πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅπως σιτίζηται ἐξ αὐτοῦ, ἐνῷ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐσιτίσθη ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον οὔτε αὐτὸς οὔτε ἡ οἰκογένειά του, δύναται μετὰ θάρρους νὰ ἀνέρχηται ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ καταγγέλλῃ πράξεις ἄλλων. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ποίας πράξεις δύναται νὰ καταγγείλῃ; Ἐλησμόνησες, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ὑπάρχει ἓν μικρὸν Εὐαγγέλιον, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἀπηύθυνε πρὸς ὑμᾶς καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τοῦ ἀρχηγοῦ σου, ἡ «Πρωΐα»; Ἐλησμόνησες, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον τοῦτο ἦτο στερεότυπον εἰς τὴν τότε ἐκδιδομένην «Ἐφημερίδα» τοῦ Κορομηλᾶ, ἥτις ἦτο ἡμιεπίσημον ὄργανον τοῦ νῦν ἀρχηγοῦ σου; Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ λησμονῇς ταῦτα, ἀλλὰ νὰ τὰ ἐνθυμῆσαι, καὶ μάλιστα, ὅταν ἀνέρχησαι εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Ἀναγκάζομαι ὅθεν, ἐπειδὴ τὰ ἐλησμόνησες, νὰ λάβω τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὰ ἀναγνώσω. Καὶ ἄρχομαι, Κύριοι, ἀναγινώσκων ἐκ τῆς ἐπὶ μακαρίτου Ρούκη «Ἐφημερίδος» τοῦ Κορομηλᾶ (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀφιλοκέρδεια τῆς «Παλιγγενεσίας». Ἐπειδὴ ἡ «Παλιγγενεσία» ἐξακολουθεῖ δημοσιεύουσα ψευδῆ, ἀναδημοσιεύομεν καὶ ἡμεῖς τὸν πίνακα τῆς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου τροφοδοτήσεώς της, κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς διόρθωσιν ἔχοντα ὡς ἑξῆς: Αʹ) Ὁ ἀρχισυντάκτης αὐτῆς εἶναι διωρισμένος Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχμῶν 400. Βʹ) Ὁ ἀδελφὸς τοῦ Διευθυντοῦ αὐτῆς εἶναι διωρισμένος ἔκτακτος καθηγητὴς τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου, μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχμῶν 250. Γʹ) Ὁ ἴδιος εἶναι διωρισμένος καὶ καθηγητὴς τοῦ Στρατιωτικοῦ Δικαίου ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Ὑπαξιωματικῶν, μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχ. 60...

§166Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τιμή μου εἶναι, ὅτι ἔχω ἀδελφὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου.

§167Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀδελφοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν σιτίζονται ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐνῷ ἠδύναντο, ὡς ἐκ τῆς ἐπιστημονικῆς των μορφώσεως· ἀντὶ τούτου ὅμως μετέβησαν εἰς τὴν ξένην καὶ ἀνέλαβον ἐπιχειρήσεις ἐντίμους καὶ ἐπωφελεῖς διὰ τὸ ἔθνος των, δι’ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους καὶ διὰ τὴν ἰδιαιτέραν αὐτῶν πατρίδα. Αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ὄντως τιμή, καὶ τιμὴ μεγάλη. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): Δʹ) Ὁ ἄλλος ἀδελφός του ἦτο δικαστὴς, καὶ κατόπιν ἐφέτης, προήχθη δὲ εἰς ἐλεγκτὴν, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα, ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως. Εʹ) Ὁ ἄλλος ἀδελφός του εἶναι διωρισμένος πολιτικὸς μηχανικός, μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχ. 400. Ϛʹ) Ὁ ἴδιος εἶναι διωρισμένος καθηγητὴς ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν, μὲ μηνιαῖον μισθὸν δρ. 150...

§168Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρῃτήθη ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐργάζεται ὡς ἰδιώτης.

§169Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. (ἀναγινώσκει). Ζʹ) Ὁ ἀδελφὸς τοῦ πατρὸς τοῦ Διευθυντοῦ, γέρων ἀνίκανος ἀπὸ 43 ἤδη ἐτῶν διὰ πᾶσαν ὑπηρεσίαν, πάσχων δὲ καὶ ἐκ διανοητικῆς διαταράξεως, ὡς δεικνύει πρόσφατός τις διατριβὴ αὐτοῦ ἐν τῇ «Παλιγγενεσίᾳ», διατηρεῖται Σχολάρχης, μὲ μισθὸν δραχ. 250. Ηʹ) Ὁ ἄλλος ἀδελφὸς τοῦ πατρὸς τοῦ Διευθυντοῦ, φαρμακοποιὸς ὤν, ἔχει ἐπιτύχει παρὰ τῆς Κυβερνήσεως — καίπερ ὑπαρχούσης τῆς Στρατιωτικῆς Φαρμακαποθήκης, δι’ ἧς τὸ Δημόσιον ἔχει εὐθηνότατα φάρμακα, — τὴν προμήθειαν τῶν διὰ τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους φαρμάκων, ἐξ ἧς πορίζεται κέρδος καθαρὸν κατὰ μῆνα δραχ. 500. Θʹ) Ἡ σεσαθρωμένη οἰκία τῶν κληρονόμων τοῦ πατρὸς τοῦ Διευθυντοῦ εἶναι ἐνωκιασμένη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διὰ σχολεῖον μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχ. 300. Ἤτοι ἐν ὅλῳ κατὰ μῆνα δραχ. 2660. Οἱ πατριωτικοὶ λοιπὸν λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ «Παλιγγενεσία» ξεσχίζεται, συκοφαντοῦσα τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ψευδολογοῦσα, στηρίζονται εἰς ἐτήσιον εἰσόδημα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀνερχόμενον εἰς τριάκοντα μίαν χιλιάδα καὶ ἐννεακοσίας εἴκοσι δραχμάς.» Εἰς ἄλλο φύλλον ἡ αὐτὴ ἐφημερὶς δημοσιεύει συμπληρωματικὸν κατάλογον, πεμφθέντα αὐτῇ ὑπό τινος τῶν ἀναγνωστῶν της, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κύριε Διευθυντὰ τῆς «Ἐφημερίδος». Εἰς τὸν κατάλογον τῶν παροχῶν παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς τὸ συγγενολόγι τῆς «Παλιγγενεσίας» πρέπει νὰ προσθέσητε καὶ τὰ ἑξῆς: Ἡ οἰκία, ἥτις χρησιμεύει διὰ τὸ Δʹ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον, καὶ ἥτις εἶναι ἐνῳκιασμένη παρὰ τοῦ Δημοσίου ἀντὶ δραχμῶν κατὰ μῆνα 300, χρησιμεύει κυρίως ὡς κατοικία αὐτοῦ τοῦ διανοητικῶς βεβλαμμένου Ἠλία Ἀγγελοπούλου, καθόσον ἐκ τῶν δώδεκα δωματίων, ἅτινα περιέχει, τὰ 9 χρησιμεύουσιν ὡς κατοικία αὐτοῦ, τὰ δὲ ὑπόλοιπα 3, τὰ καὶ μπουδρούμια, εἰσὶ προωρισμένα διὰ τὰς τρεῖς τάξεις τοῦ Σχολείου, ὡς αἴθουσα δὲ τῶν διδασκάλων εἶναι προωρισμένη μία κουζίνα! Περὶ τοῦ ἀληθοῦς τῶν λόγων μου ἀρκοῦσα εἶναι μία ἁπλουστάτη ἐπίσκεψις εἰς τὸ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ζωοδόχου Πηγῆς Σχολεῖον. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ κὺρ Ἠλία μὲ 150 δραχμὰς κατὰ μῆνα, διότι τόσα θὰ ἐδαπάνα μηνιαίως, ἂν ἐνῳκίαζε πρὸς χρῆσίν του οἰκίαν τινὰ ἐξ 9 δωματίων καὶ εἰς οὕτω κεντρικὸν μέρος. Λοιπὸν ἐτησίως ἔχει ὁ κὺρ Ἠλίας πρόσοδον ἐκ τοῦ πτωχοῦ δημοσίου ταμείου δραχμὰς 1800, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τῆς «Παλιγγενεσίας» ἀναβιβάζεται εἰς δραχμὰς 33,720 κατ’ ἔτος.» Αὐτὰ, κύριοι Βουλευταὶ, ἠναγκάσθην νὰ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς, καὶ νὰ ἀναφέρω συνάμα καὶ τὸν προβιβασμὸν τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι, καίτοι ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνήκει εἰς τὸ κόμμα τοῦ ἀξιοτίμου καὶ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, κατώρθωσεν ἐπὶ ἄλλου Πρωθυπουργοῦ νὰ προβιβάσῃ τὸν ἀδελφόν του εἰς ἐλεγκτὴν τοῦ Συνεδρίου ἄνευ προσόντων.

§170Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ἐπαμεινώνδας Ἀγγελόπουλος εἶχεν ὑπηρετήσει ἐπὶ ἕνδεκα ἔτη ὡς ἐφέτης, καὶ εἶχε δικαίωμα πρὸς προαγωγὴν εἰς ἀρεοπαγίτην, ἐναντίον δὲ τῆς θελήσεώς του καὶ παρὰ τὰς διαμαρτυρίας του ἐγένετο ἐλεγκτής. Εἶναι ὁ ἀρχαιότερος τῶν ἐφετῶν τῶν προαχθέντων.

§171Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠκούσατε, κύριε Γεράκη, τί σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Ράλλης. Σᾶς εἶπεν, ὅτι προήχθη εἰς ἐλεγκτὴν ἄνευ τῆς θελήσεώς του.

§172Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Τὸ ἤκουσα.

§173Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.

§174Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὥστε, κύριοι Βουλευταὶ, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τοιοῦτον παρελθὸν, βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ἀνέρχωνται ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ συζητῶσι περὶ μεταβολῶν, περὶ προβιβασμῶν, περὶ μεταστάσεως ἀπὸ τῆς μιᾶς πτέρυγος εἰς τὴν ἄλλην. Τότε μόνον ἠδύνατο νὰ πράξωσι τοῦτο, ὅταν ἦσαν συνεπεῖς εἰς τὰς ἀρχὰς αὑτῶν, ὅταν οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς αὐτοὺς ἐκεῖνα ἀκριβῶς, τὰ ὁποῖα ἀπευθύνω ἐγὼ πρὸς αὐτοὺς, καὶ ἂν δύνανται, ἂς ἔλθωσιν ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ ἀναιρέσωσιν αὐτά· ἂν δύνανται, ἂς ἔλθωσιν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἂς ἀναπτύξωσιν ἐλευθέρως οἱανδήποτε μομφὴν, τὴν ὁποίαν δύνανται ν’ ἀποδώσωσι πρὸς ἐμέ.

§175Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταὶ, ἠκούσατε, τί ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπε περὶ ἐμοῦ. Βεβαίως, ἐὰν δὲν εἶχε τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸν λαὸν τῆς Ἀττικῆς μὲ ὑποχρεοῖ νὰ τῷ ἀπαντήσω, δὲν ἤθελον ἀπαντήσει· δὲν ἤθελον δὲ ἀπαντήσει, διότι ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον ἔσυραν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ ὠτὸς, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ ζητήσῃ ποτὲ ἱκανοποίησιν, δὲν εἶναι ἄξιος ἀπαντήσεως.

§176Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος;

§177Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὁ κύριος Πετροπουλάκης.

§178Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, εἶναι ψεῦδος! Ἐπαναλαμβάνετε ἓν ἄθλιον καὶ ἐλεεινὸν ψεῦδος, ἀνάρμοστον εἰς ὑμᾶς.

§179Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐμὲ μὲ διεβεβαίωσαν, ὅτι τοῦτο ἐγένετο. Ἐὰν ἀναβαίνω λοιπὸν εἰς τὸ βῆμα, ἵνα σᾶς ἀπαντήσω, σᾶς ἀπαντῶ μόνον ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸν λαὸν τῆς Ἀττικῆς, διότι φέρετε τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ. Εἴπετε, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, — διότι οὕτω μὲ ἐβεβαίωσαν, ἐγὼ δὲν τὸ εἶδον ἰδίοις ὄμμασιν, ἵνα τὸ πιστοποιήσω, — εἴπετε ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές...

§180Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἐβεβαίωσαν, ὅτι τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐρράπισεν ἄλλοτε Βουλευτὴς ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης;

§181Κ. ΓΡΙΒΑΣ. Ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος ἀπέθανε.

§182Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Σᾶς ἀπαντῶ λοιπὸν διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐδήλωσα· διότι ἐπανειλημμένως παρετήρησα, ὅτι προσπαθεῖτε νὰ μὲ διαβάλητε, νὰ μὲ ῥᾳδιουργήσητε, νὰ μὲ συκοφαντήσητε, ὅτι δὲν ἠκολούθησα τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ ἀκολουθήσω.

§183Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν εἴχετε νὰ ἀκολουθήσητε κανένα. Σᾶς παρεκάλεσαν, καὶ ἐπεβλήθητε εἰς τὸν συνδυασμόν· καὶ ἂς τὸ ἀρνηθῇ ὁ ἡγέτης ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἐὰν δύναται... Μᾶς παρεκαλέσατε, κύριε Μαυρομιχάλη, νὰ λάβωμεν μέρος ὁ στρατηγὸς καὶ ἐγὼ εἰς τὸν συνδυασμόν; Παρακαλῶ τὸν κ. Μαυρομιχάλην τὸν Κυριακούλην νὰ βεβαιώσῃ, ἐὰν δὲν ἦλθεν ἐπανειλημμένως εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ λάβω μέρος εἰς τὸν συνδυασμόν.

§184Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἠξεύρει ὅλος ὁ κόσμος.

§185Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ἠξεύρει ὅλος ὁ κόσμος· αὐτὸς μόνον, ὁ τελευταῖος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, δὲν τὸ ἠξεύρει.

§186Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω;

§187Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα.

§188Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι καὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς στρατηγὸς ἔχετε ἄλλα νὰ εἴπητε εἰς τὴν Βουλήν, ἔχετε ἄλλα νὰ πράξητε;

§189Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Βεβαίως.

§190Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι δι’ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ εἴπητε, περὶ οὐδενὸς ἄλλου πρόκειται ἢ περὶ ἀπωλείας χρόνου;

§191Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Βεβαίως.

§192Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅτι πρόκειται μόνον περὶ πραγματικῆς ζημίας τοῦ τόπου διὰ τῆς ἐξακολουθήσεως αὐτῆς τῆς τακτικῆς;

§193Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως.

§194Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ λέγετε «βεβαίως», δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσητε αὐτὴν τὴν τακτικήν. Ἀλλὰ σᾶς γνωρίζω καὶ δὲν θαυμάζω...

§195Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἐγὼ σᾶς γνωρίζω.

§196Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Θαυμάζω μόνον μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ σᾶς κατεβάσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος (θόρυβος).

§197Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐσυνήθισα νὰ μὲ κατεβάζουν ἀπὸ τοῦ βήματος. Δὲν μὲ κατεβάζει ἀπὸ τοῦ βήματος οὔτε σὺ οὔτε ἄλλος οὐδεὶς (θόρυβος).

§198Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λοιπὸν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἴπετε (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Κ. Ι. Ἀγγελόπουλον), τὰ εἴπετε κινούμενος οὐχὶ ἀπὸ ἄλλο τι, εἰμὴ ὑπὸ τῆς αὐθαδείας...

§199ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι αὐθαδείας, κύριε Ὑπουργέ!

§200Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Πῶς θέλετε νὰ τὰ χαρακτηρίσω, ἂν ὄχι ὡς αὐθάδειαν; Θέλετε νὰ τὰ χαρακτηρίσω ὡς κομπλιμέντα; Λοιπὸν ἐξακολουθῶ. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐφοίτα συχνὰ εἰς τὸ θέατρον κατὰ τὰς παραστάσεις τοῦ «Κουρέως τῆς Σεβίλλης», καὶ φαίνεται ὅτι ἐνετυπώθη εἰς τὸν νοῦν αὐτοῦ τὸ ᾆσμα τοῦ Don Basilio, ὅστις ἐπαναλαμβάνει ἐν τῷ ᾄσματι: «συκοφαντεῖτε, συκοφαντεῖτε, καὶ κἄτι θὰ μείνῃ.» Εἶναι ὅμως ἠπατημένος ὁ κ. Βουλευτὴς, διότι ἡ συκοφαντία ποτὲ δὲν θὰ φθάσῃ μέχρις ἐμοῦ, διότι ὁ χαρακτήρ μου εἶναι γνωστὸς, καὶ ποτὲ δὲν θὰ καταδεχθῶ νὰ συγκρίνω τὸν χαρακτῆρα ἐμοῦ πρὸς τὸν ἰδικόν του.

§201Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠρκεῖτο νὰ ὑποβάλῃ τὰς πληροφορίας τὰς ζητηθείσας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Πατρῶν, καὶ ἂν δὲν ἔσπευδε προκαταβολικῶς, — ὑποβάλλων δῆθεν, ἃς ἕτερος Βουλευτὴς, φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἐκ Κραναίας, ἐζήτησε πληροφορίας, — ἐξαπίνης νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς πτέρυγος ταύτης καὶ κατὰ τῶν δύο πρώην Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης, βεβαίως δὲν θὰ ἐλάμβανον χώραν ὅσα συνέβησαν, οὐδὲ θὰ ἐλέγοντο ὅσα ἐλέχθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι λυπηρά. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, τὸν ὁποῖον ἐνταῦθα τόσον συχνὰ ἐπικαλούμεθα, θὰ λυπηθῇ βαθέως, ὅταν μάθῃ τὰ ἐνταῦθα λεχθέντα, καὶ διὰ τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος κατηναλώθη, ἐνῷ οἱ καιροὶ δὲν εἶναι μενετοὶ, ἐπείγουσα δὲ μέριμνα περὶ σπουδαιοτάτων ἐπιβάλλεται, καὶ θὰ οἰκτείρῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἀκόμη δυστυχῶς δὲν ἐνόησεν, ὅτι εἶναι Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι μᾶλλον Βουλευτὴς ἀντιπολιτευόμενος τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς (ἱλαρότης).

§202Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Σεῖς εἶσθε οὕτω συνηθισμένος.

§203Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ζητηθείσας, καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἁπάσας ἀρτίας καὶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ καὶ ἀμεροληψίᾳ, καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τὰς πληροφορίας, ἃς εἶχεν ἤδη ἐν μέρει παρ’ ἑαυτῷ, καὶ αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται πᾶσαι παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ, διότι, ὅτε ἐζητήθησαν πρὸ ὀκτὼ ἢ δέκα μηνῶν ὑπὸ τοῦ ἐκ Λεβαδείας κυρίου Βουλευτοῦ τοιαῦται πληροφορίαι, τότε πλήρης πίναξ εἶχε καταρτισθῆ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης τῶν προσωπικῶν μεταβολῶν, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατόπιν ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ κ. Τοπάλη καὶ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὰς πληροφορίας ταύτας ἄνευ περικοπῶν καὶ παραλείψεων ὤφειλε νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐπληροφορήθη, ἢ θὰ εἶδε καὶ ἐπληροφορήθη, ὅτι ὑπάρχει μακρὰ καὶ λεπτομερὴς κατάστασις τῶν γενομένων μεταβολῶν, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ προσκομίσῃ ταύτην εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ἐνεργήσει 1600 μεταβολὰς κατὰ τὴν προηγουμένην πρωθυπουργίαν του. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου· διότι, ὡς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡμολόγησεν, ὑπάρχουν πιέσεις ἀμοιβαῖαι καὶ κατὰ βαθμίδας. Καὶ εἶναι λυπηρὸν νὰ πιέζωνται οἱ Βουλευταὶ, καὶ οὗτοι νὰ πιέζωσι τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅπως συγκατανεύωσιν εἰς τὰς μεταβολὰς καὶ ὑποκύπτωσιν εἰς τὰς πιέσεις. Νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν θέλησιν νὰ ἀνθίσταται εἰς τὰς πιέσεις ταύτας, νὰ στερῇ δὲ κατὰ πρῶτον λόγον τὸν ἑαυτόν του τῶν παροχῶν τῆς ἐξουσίας, ἵνα δύνηται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ὀλιγάρκειαν καὶ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, καὶ οἱ Βουλευταὶ εἰς τοὺς φίλους των ἀπαιτητάς. Ἀφοῦ δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπεφάσισε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο, ὤφειλε πρῶτος αὐτὸς νὰ σέβηται τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ (εὖγε!). Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον νομοσχέδιον τοιοῦτον, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νομοσχέδιον γενικόν, — οὐχὶ μερικόν, ὡς ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, — περὶ ὅλων τῶν δικαστικῶν προσώπων· ἐφετῶν, πρωτοδικῶν, Εἰσαγγελέων, γραμματέων Πρωτοδικείων, εἰρηνοδικῶν καὶ γραμματέων Εἰρηνοδικείων.

§204ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τότε, ὅτε τὸ ὑπεβάλετε, ἐκάματε μεταβολάς;

§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.

§206Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐσυνήθισα νὰ καυχῶμαι· ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προσωπικὰς μεταβολὰς τῶν ἐφετῶν, Προέδρων Πρωτοδικῶν, πρωτοδικῶν καὶ Εἰσαγγελέων, δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἐν τοῖς Δικαστηρίοις δικαστὴς, ἢ πρόσωπον δικαστικὸν ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ ἢ τοῖς Δικαστηρίοις τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ βεβαιώσῃ, ὅτι αἱ μεταβολαὶ αὗται ἐγένοντο ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῆς. Εἰς οὐδεμίαν πίεσιν ὑπέκυψα, ὅσον ἰσχυρὰ καὶ ἂν ἦτο. Ἐπροστάτευσα τοὺς δικαστάς, ὅσον ἠδυνήθην, μὲ θυσίαν, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε καὶ ἐνθυμεῖσθε...

§207Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ μετάθεσις τοῦ Γαρουφαλιᾶ ἕνεκα λόγων ὑπηρεσίας ἐγένετο;

§208Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μάλιστα. Ὁ Γαρουφαλιᾶς ἔπρεπε νὰ μετατεθῇ, διότι ἡ ὑπηρεσία ἐπέβαλλε τοῦτο.

§209Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ὑβρίζητε δικαστὰς ἐντίμους καὶ ἀκεραίους.

§210ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διατὶ δὲν προστατεύετε τὸν ἀγορεύοντα;

§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν προστατεύω. Τί ἄλλο κάμω, ζητῶν νὰ μὴ διακόπτωσι τὸν ῥήτορα;

§212ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐξακολουθοῦν νὰ διακόπτουν!

§213Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ οὔτε ὕβρισά τινα οὔτε θὰ ὑβρίσω, διότι ἡ ἀνατροφή μου δὲν μοὶ ἐπιτρέπει τοῦτο. Ὁ δικαστής, τὸν ὁποῖον μοὶ ὑπέμνησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, καὶ ἕτερος δικαστὴς ἐκ Πύργου, ἀμφότεροι μετετέθησαν διὰ λόγους καθαρῶς ὑπηρεσιακούς· ἐὰν δὲ, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑπήκουον εἰς πολιτικὰς εἰσηγήσεις καὶ πιέσεις, οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι — οἱ ὁποῖοι εἶχον καὶ οἱ δύο ἀρκετοὺς προστάτας, καὶ δὴ ἰσχυροτάτους, — θὰ ἔμενον ἐκεῖ, ὅπου ἦσαν. Δυστυχῶς οἱ δικασταὶ οὗτοι, ἐπὶ πολὺν χρόνον παραμένοντες εἰς τὰ Δικαστήρια ἐκεῖνα, ἀπέκτησαν σχέσεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλλον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν μετάθεσιν αὐτῶν. Ἐπίσης καὶ ἄλλαι μεταθέσεις ἐγένοντο, πάντοτε γενικῶς, ἐκ λόγων ὑπηρεσιακῶν. Διὰ τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου, ἐπὶ παραδείγματι, μοὶ παρεπονέθησαν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ Δικαστήριον ἕνεκεν ἐλλείψεως δικαστῶν, ὅτι εἶχε 2500 ὑποθέσεις ἐν ἐκκρεμότητι, καὶ ἠναγκάσθην νὰ πέμψω πρόσθετον προσωπικόν, καὶ τὸ Ἐφετεῖον ἐκεῖνο προχωρεῖ ἤδη δραστηρίως εἰς τὴν ἐνημερότητα. Ἐπίσης καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν. Ἐπίσης καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας, τῇ ἀπαιτήσει αὐτοῦ τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ...

§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ σᾶς ἀπῄτησά τι;

§215Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ναί· ἐν τῇ Βουλῇ εἴπετε, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐπαρκὴς ἀριθμὸς δικαστῶν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας, καὶ μετέθεσα ἕνα ἐφέτην, τὸν κ. Δραγούμην· ἔπραξα δὲ ὅ,τι τὸ καθῆκον μοὶ ἐπέβαλλε.

§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἆ! μάλιστα.

§217Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ Πρωτοδικεῖα, ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς ταῦτα ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου. Αἱ μεταθέσεις τῶν πρωτοδικῶν ἐγένοντο τῇ συστάσει τῆς ὑπηρεσίας καὶ μόνον τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ δὲ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας Πρόεδρος ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἐφρόνει ὅτι εἰς τὸ μέσον τοῦ ἔτους δὲν ἦτο ὀρθὸν, οὔτε συμφέρον εἰς τὴν Δικαιοσύνην, νὰ μετατίθηνται ἀθρόοι οἱ δικασταὶ τῇ ἀπαιτήσει Βουλευτῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν προέβη εἰς μεταθέσεις ἐν μέσῳ τοῦ ἔτους. Ἐλπίζω ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντας τοὺς πίνακας· ἐὰν δὲ καὶ ἐγὼ ἔχω ἀντίγραφον τοῦ πίνακος, θέλω φέρει αὐτό. Τότε θὰ ἴδῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, πῶς ἐνεργοῦμεν ἡμεῖς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τίνας ἰδέας ἔχει αὐτὸς, καὶ τίνας ἔχομεν ἡμεῖς περὶ τῶν καθηκόντων τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· θὰ πεισθῇ δὲ καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι δὲν ἐξῆλθε νικητὴς ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης, ἣν αὐτὸς ἀκαίρως καὶ ἐπιθετικῶς προεκάλεσε.

§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Γκότσης.

§219ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα ἐγὼ προηγουμένως τὸν λόγον.

§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Τὸν λόγον ἐζήτησε πρὸ ὑμῶν ὁ κύριος Γκότσης.

§221ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο μόνον λέξεις θὰ εἴπω.

§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§223ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Ἐν ὀνόματι τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὅλοι αἰσθανόμεθα πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐν ὀνόματι τοῦ σεβασμοῦ, ὃν ἐπίσης αἰσθανόμεθα πρὸς τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον κλυδωνίζεται σήμερον καὶ φόβος εἶναι νὰ κλυδωνισθῇ ἔτι περισσότερον, παρακαλῶ καὶ ἱκετεύω τὴν Βουλὴν νὰ καταπαύσωσιν αἱ ἀντεγκλήσεις· διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν ἀσχολούμενοι εἰς τὰ προσωπικὰ ζητήματα, βεβαίως εἰς οὐδὲν καλὸν θὰ καταλήξωμεν. Γνωρίζω, ὅτι καὶ ὁ κύριος Κουντουριώτης, πολὺ δικαίως, θέλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ ὁ κ. Πετροπουλάκης, πολὺ δικαίως, θέλει νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ῥαπίσματος...

§224Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Ἀγγελόπουλε, ἦλθεν ὁ κύριος Πετροπουλάκης.

§225Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐδῶ εἶμαι.

§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι Βουλευταὶ, παρακαλῶ.

§227ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Ἐξεγείρεται, κύριε Πρόεδρε, παντὸς ἀνθρώπου ἡ συνείδησις, ὅταν βλέπῃ ὅτι χάνομεν τὸν καιρόν μας εἰς τοιαῦτα ζητήματα. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀφήσωμεν τὰς συζητήσεις αὐτὰς καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὸ καθῆκόν μας.

§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Γκότσης.

§229Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὀλίγας λέξεις νὰ εἴπω. Πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος.

§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Γκότσης.

§231ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Ἐὰν δὲν θέλητε νὰ γείνῃ ἔνστασις ἀπαρτίας, καταβῆτε τοῦ βήματος, κύριε Γκότση.

§232ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶναι αὐτά!

§233Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα, κύριε Βουλευτὰ, νὰ κάμητε ἔνστασιν ἀπαρτίας· οὐδεὶς σᾶς ἐμποδίζει. Ἐγὼ θέλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Λυποῦμαι δὲ, Κύριοι, διότι ἐγένετο ἀφορμὴ ἡ ἐπερώτησίς μου νὰ προκύψωσι ζητήματα καθαρῶς προσωπικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπὶ πολλὴν ὥραν δυστυχῶς ἀπησχολήθη ἡ Βουλή. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἠθέλησα νὰ ψέξω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὰς μεταθέσεις καὶ τὰς ἀπολύσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε· δὲν θὰ ἔλεγον δέ τι, ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀκριβῶς κανονίζονται τὰ κατὰ τὸ θέμα τοῦτο· δὲν ἤθελον ἐπερωτήσει αὐτὸν, οὐδὲ ἤθελον τὸν παρακαλέσει νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας, περὶ ὧν ὁ λόγος. Δὲν ἤθελον διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου νὰ προκαλέσω λόγον κατὰ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον προσωπικῶς πολὺ ἐκτιμῶ, ἢ νὰ ἐξάρω τὴν διαγωγὴν ἄλλου Ὑπουργοῦ. Ἤθελον ἀκριβῶς νὰ χαρακτηρίσω τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον τοιοῦτον, — εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ ὁποίου μὲ παραπέμπει ἤδη, — δὲν ἔπρεπε νὰ ματαιώσῃ τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, μεταθέτων καὶ ἀπολύων τὴν αὐτὴν ἡμέραν συγχρόνως ἑκατοντάδας δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Διότι εἶναι βέβαιον, Κύριοι, ὅτι αἱ ἐνέργειαι αὗται τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ εἶναι ἐγχείρημα, τὸ ὁποῖον ἄγει εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπεκδεχόμεθα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν τοῦτο ἤθελε γείνῃ νόμος· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν, οἱοσδήποτε ἄλλος, ἐρχόμενος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀνεχθῇ τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν, εἰμὴ διὰ τῆς μιᾶς μὲν χειρὸς νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοὺς ἑαυτοῦ φίλους, διὰ τῆς ἄλλης δὲ νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτοὺς διὰ τὸ μέλλον. Ἐπεθύμουν, ἵνα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, — ὃν, ἐπαναλαμβάνω, ἐκτιμῶ καὶ σέβομαι, — μὴ φέρῃ τοιαύτην ἀνωμαλίαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διὰ τῶν τοιούτων μεταβολῶν, καὶ δὲν ἔπρεπεν αὐτὸς νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα τῆς καταστρατηγήσεως τῶν νόμων, οὓς εἰσάγει εἰς τὴν Βουλὴν, ἔπρεπε δὲ νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς φίλους του Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι ἤθελον τὸν στενοχωρεῖ, ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀπαιτήσεις των, ἀφοῦ εἰσήγαγε νομοσχέδιον, ὅπως θέσῃ τέρμα εἰς κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐξευτελίζει καὶ αὐτὸν, ὡς Ὑπουργὸν, καὶ τὸν τόπον ὁλόκληρον. Ἐὰν τοιαῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλεγεν, ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι οὐδέποτε ἤθελε προκαλέσει παράπονα καὶ σκηνὰς ἐναντίον του, διότι δέον ν’ ἀναγνωρίσῃ καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν, εἶναι μία ἀνακολουθία. Ἀλλ’ ὀφείλομεν, Κύριοι, νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν ἡσυχίαν ἐν τῇ συζητήσει, διότι ὄντως ἡ κατάστασις τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι ἀξιοθρήνητος, ὅπως τὴν ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Μελᾶς καὶ ὅπως τὴν χαρακτηρίζω καὶ ἐγώ.

§234Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε μικρὰν διακοπήν; Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης προῆλθεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς ἀπολύσεις ὑπαλλήλων, τὰς ἀπολύσεις ταύτας προὐκάλεσε τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἡ διαγωγὴ αὐτῶν τούτων τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ μεταβολαὶ αὗται ἦσαν ἀπαραίτητοι. Ὑπάλληλοι ἄπειροι, διορισθέντες ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, φανατικοὶ φίλοι αὐτῆς, ἐπίεζον, πιέζουσι καὶ συκοφαντοῦσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον τοὺς ἡμετέρους φίλους, ὥστε εἶναι ἀδύνατον οἱ φίλοι μας οὗτοι νὰ εὕρωσι παρ’ αὐτοῖς δικαιοσύνην. Συνεπῶς ἦτο ἠναγκασμένος ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ τελευταῖον μέτρον τῆς ἀπολύσεως, διὰ νὰ εὕρωσι δικαιοσύνην καὶ οἱ ἡμέτεροι φίλοι. Δὲν ἠδυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἀνεχθῶμεν τοιαύτην κατάστασιν, ἣν ἐδημιούργησαν οἱ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως διορισθέντες ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ πάθους κομματικοῦ, καὶ ὅπως προσφέρωσιν ὑπηρεσίας εἰς τοὺς διορίσαντας αὐτοὺς, ἠδίκουν καὶ κατεδίωκον τοὺς ἀντιθέτους αὐτῶν· δὲν ἦτο πρέπον ν’ ἀφήσωμεν νὰ ὑφίσταται τοιαύτη κατάστασις, προκαλοῦσα τὴν ἐξέγερσιν τῆς κοινωνίας κατὰ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι τοσοῦτον κακῶς διεχειρίζοντο τὴν ἐξουσίαν, ἣν ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία, παραβαίνοντες τὸ καθῆκόν των. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη, τοῦ Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου, τοῦ Θρασυβούλου Ζαΐμη οἱ ὑπάλληλοι ἐπαύοντο ὄχι συνεπείᾳ σημειώσεων, καὶ ἐπαύοντο πολὺ ὀλίγοι, διότι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι ἐτήρουν σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους, ἀπονέμοντες τὸ δίκαιον εἰς τοὺς προσερχομένους αὐτοῖς καὶ ζητοῦντας δικαιοσύνην. Σήμερον δυστυχῶς γίνεται τὸ ἐναντίον· οἱ διοριζόμενοι ὑπάλληλοι νομίζουσιν, ὅτι ἡ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν τοῖς ἔδωκεν ἡ Πολιτεία, εἶναι κτῆμα τοῦ κόμματός των, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου καὶ μόνου φροντίζουσι, καὶ ὅτι πρέπει νὰ καταδιώκωσι τοὺς ἀντιθέτους. Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ αἰτία, ἡ ὁποία προκαλεῖ καὶ θὰ προκαλῇ πᾶσαν διάδοχον Κυβέρνησιν νὰ προβαίνῃ εἰς ἀπολύσεις ὑπαλλήλων.

§235Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀπόκρουσις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι διϊσχυρίζεσθε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νὰ μὴ μετατίθηνται οἱ ὑπάλληλοι. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἄλλο Ὑπουργεῖον, αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ ἐπιχειρήματα θὰ φέρῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἐὰν θελήσῃ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καταργῆται ὁ ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης προτεινόμενος νόμος· θὰ φέρῃ ἀκριβῶς τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου κ. συνάδελφος. Θὰ εἴπῃ δηλαδή: «πῶς θέλετε νὰ κρατήσω ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, οἱ ὁποῖοι φατριάζουσιν ὑπὲρ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις τοὺς διώρισε;» Διὰ τοῦτο εἶπον ἐξ ἀρχῆς, ὅτι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελε νὰ φανῇ, ὅτι εἰλικρινῶς ἐπιθυμεῖ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, ἔπρεπε νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης, διότι ἄλλως εἶναι ἀνακολουθία φοβερὰ, καθ’ ἣν στιγμὴν εἰσάγει νομοσχέδιον περὶ μονιμοποιήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, αὐτὸς οὗτος νὰ ἀπολύῃ ἢ μεταθέτῃ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους σωρηδόν. Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐξηγῶν τὸν σκοπὸν τῆς ἐπερωτήσεώς μου· διότι μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν δὲν ἔχω κανένα λόγον προσωπικόν.

§236Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μήπως ἐγὼ εἶπον τοιοῦτόν τι;

§237Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Οὐδὲ ἤθελον νὰ ῥίψω κανὲν βέλος ἐναντίον σας.

§238Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ ἦτο μία ἔκφρασις ἁπλῆ, κύριε Βουλευτά.

§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.

§240Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Λυποῦμαι, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις· καὶ προσθέτω τὰς λέξεις ταύτας, διότι μὲ ἀναγκάζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι ν’ ἀκολουθήσω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι εἰς τὰ πολυμελῆ Σώματα εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γεννηθῶσι καὶ ζητήματα τοιαῦτα. Αὐτὰ συμβαίνουν πανταχοῦ, καὶ θὰ συμβαίνουν πάντοτε. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ μᾶς ταράσσουν τὰ τοιαῦτα, καὶ ἕνεκα τῆς συζητήσεως ταύτης νὰ θεωρῶμεν, ὅτι κατερρίφθη τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα.

§241ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Ὄχι ἀνυψώθη!

§242Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Βεβαίως... Αὐτὸ εἶναι κοινοβουλευτικόν, διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου καὶ οἱ Ὑπουργοὶ περιορίζονται καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἵσταται εἰς τὴν περιωπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἵσταται. Ἔρχομαι λοιπὸν εἰς τὸν λόγον τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ὤφειλε καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατεῖχε κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει σήμερον, νὰ ἔχῃ μεμετρημένην τὴν φράσιν, νὰ σκέπτηται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξέλθῃ τοῦ στόματος αὐτοῦ, διότι τὴν στιγμὴν ταύτην ἠδίκησε δικαστὴν ἀκέραιον, ἔντιμον, ἱκανὸν καὶ ἀρχαῖον. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ τῷ ἀπευθύνῃ μομφὴν ἄδικον...

§243Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πῶς;

§244Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ λόγος, αἱ ἐκφράσεις, ὁ τόνος τῆς φωνῆς ὑμῶν ἔδιδον εἰς ἡμᾶς τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι πρόκειται περὶ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνάξιος νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει.

§245Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὄχι. Δὲν ἔχομεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν.

§246Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ὁ δικαστὴς οὗτος μετετέθη διὰ λόγους ὑπηρεσιακούς· ἀλλὰ κατόπιν προσέθηκεν, ὅτι ἡ μακροχρόνιος διαμονὴ αὐτοῦ ἐν Ναυπλίῳ ἀνέπτυξε τοιαύτας σχέσεις ἐν τῷ ἰδιωτικῷ αὐτοῦ βίῳ, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐνασκῶν τὰ ὕψιστα αὐτοῦ δικαστικὰ καθήκοντα. Καὶ νομίζετε, ὅτι ἡ τοιαύτη ἔκφρασις, ὁ τοιοῦτος χαρακτηρισμὸς δὲν εἶναι ὕβρις, δὲν εἶναι μομφὴ ἐναντίον δικαστικοῦ λειτουργοῦ; Εἶχε τὸ καθῆκον ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις, ἐὰν ἐπείθετο εἰς τὰς καταγγελίας, τὰς ὁποίας τῷ ἔκαμαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ ζητήσῃ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἀνακρίσεων νὰ πεισθῇ, ἂν ὄντως ὁ δικαστικὸς οὗτος λειτουργὸς δὲν ἐξετέλει, ὡς ἔδει καὶ ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελῇ, τὰ δικαστικὰ αὐτοῦ καθήκοντα, καὶ τότε νὰ παραπέμψῃ αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἂν ὁ Ἄρειος Πάγος ἔκρινεν αὐτὸν ἀπολυτέον, νὰ ἀπολύσῃ αὐτὸν, καὶ τότε θὰ ἦτο ἄξιος συγχαρητηρίων. Τοῦτο ὤφειλε νὰ πράξῃ, καὶ ὄχι ἀπὸ τοῦ ἀσφαλοῦς σήμερον νὰ ἔρχηται νὰ ἐπιρρίπτῃ μομφὴν ἐναντίον ἐντιμοτάτου ὑπαλλήλου, ὑπηρετοῦντος ἐπὶ 14 ἢ 15 ἔτη, καὶ ὁ ὁποῖος διέτρεξεν ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, ὑπηρέτησεν εἰς ἅπαντα τὰ Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους, καὶ ὑπηρέτει τελευταῖον ἐν Ναυπλίῳ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, εὐόρκως καὶ ἐντίμως ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του· ἀλλὰ πιεσθεὶς ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἕνεκα λόγων πολιτικῶν, ἐξεσφενδόνισεν αὐτόν, ποῦ νομίζετε, κύριε Πρόεδρε; εἰς τὴν Καρδίτσαν!...

§247Ι. ΚΑΦΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ. Καὶ τί ἔχει ἡ Καρδίτσα; (ἱλαρότης).

§248Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. .. Καὶ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ εὐθὺς μετὰ ταῦτα ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὁ Πρόεδρος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἵνα ἀποδώσῃ τὴν ἱκανοποίησιν τὴν ὀφειλομένην εἰς τὸν ἔντιμον τοῦτον δικαστὴν, τὸν ἀδικηθέντα ὑπὸ τοῦ προηγουμένου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὑπὸ τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ. Ἔχει ὑποχρέωσιν τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ κ. Ζυγομαλᾶς νὰ ἐγερθῇ τῆς θέσεώς του, καὶ ἢ νὰ ἀναιρέσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ἢ νὰ καταγγείλῃ δημοσίᾳ τὸν Ὑπουργὸν τὸν διαδεχθέντα αὐτὸν.

§249Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Βεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ἐγὼ οὐδεμίαν μομφὴν ἐξέφερα κατὰ τοῦ δικαστοῦ τούτου. Ἁπλῶς καὶ μόνον εἶπον, ὅτι ὑπηρεσιακοὶ λόγοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ μεταθέσω αὐτὸν, καὶ τίποτε ἄλλο.

§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.

§251Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρὸ μικροῦ, εἰσερχόμενος εἰς τὸ Βουλευτήριον, ἔμαθον, ὅτι εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μὲ ἀπεκάλεσε ψεύστην.

§252ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.

§253Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε; Αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβῆ, καὶ σᾶς ἠπάτησαν, σκοποῦντες νὰ σᾶς ἐκμεταλλευθῶσι.

§254Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἴπετε ψεύδη· δὲν εἴπετε ἀνακριβῆ.

§255Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ἀλήθεια, προκειμένου περὶ τοῦ ἐπεισοδίου ἐκείνου, ἔχει ὡς ἑξῆς.

§256Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαιώσατε ὑμεῖς, ἂν ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος ἀπεκάλεσε τὸν κ. Πετροπουλάκην ψεύστην.

§257Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριε Πετροπουλάκη, ἐγὼ θὰ σᾶς βεβαιώσω. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον μὲ θίγει. Ἐνῷ ὡμίλουν ἐγώ, ὑπέμνησα εἰς τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν ἱστορικόν τι γεγονὸς οὐχὶ εὐχάριστον εἰς αὐτὸν, ὅτι δηλαδὴ τὸν ἐσύρατε ἐκ τοῦ ὠτός.

§258Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὠνομάσατε τὸν κύριον Πετροπουλάκην.

§259Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Βεβαίως.

§260Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀναίσχυντον ψεῦδος.

§261Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ἀνεχθῶ ποτε ἀπὸ κανένα, εἴτε Βουλευτὴν εἴτε ἄλλον τινά, νὰ μὲ ὀνομάσῃ ψεύστην.

§262Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Δὲν εἶπε σᾶς ψεύστην.

§263Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη, εἶναι τὸ ἑξῆς. Κατὰ τὸ 1897, ἢ μετὰ τὸν πόλεμον, — δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, — ἐγεννήθη συζήτησις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, προκειμένου περὶ φυγοστράτων ἢ ἀπαλλαγέντων ἐπιστράτων, καὶ ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ὕβρισε τοὺς Μανιάτας ὡς τοιούτους.

§264Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ;

§265Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὑμεῖς. Σᾶς παραπέμπω εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

§266Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς πλανᾷ ἡ μνήμη. Οὐδέποτε εἶπον περὶ Μανιατῶν ἐγώ.

§267Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην ἀκριβῶς, εἰς τὸ τρίτον ἑδώλιον, ὅπου κάθηται τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ κύριος Νικολαΐδης, καὶ ἐκεῖθεν προεκάλεσα τὸν κ. Ἀγγελόπουλον νὰ ἀνακαλέσῃ, διότι εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ἐν τῷ πολέμῳ ἐκείνῳ, ἂν ἐφονεύθησαν ἄνδρες, ἐφονεύθησαν Μανιᾶται.

§268Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ συνωμολόγησα τοῦτο καὶ συνομολογῶ.

§269Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος εἶπε τότε φράσιν τινὰ ἐναντίον μου, τὴν ὁποίαν δὲν ἤκουσα, διότι μᾶς ἐχώριζεν ἀπόστασις. Ἐγὼ τῷ ἀπήντησα, ὅτι θὰ λογαριασθῶμεν καὶ ὅτι τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐξῆλθον τῆς αἰθούσης καὶ ἀνέμενον τὸν κ. Ἀγγελόπουλον νὰ μοὶ δώσῃ λόγον διὰ τὴν ὕβριν, ἣν ἐξεστόμισε ἐναντίον μου.

§270Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμεῖσθε καλῶς τὰ πράγματα.

§271Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος δὲν γνωρίζω πόθεν ἐξῆλθε τότε ἐντεῦθεν, καὶ δὲν τὸν εἶδον. Τὴν ἐπιοῦσαν συνήντησα τὸν κύριον Ἀγγελόπουλον εἰσερχόμενον μετὰ τοῦ κυρίου Σμολένσκη, — ἐνθυμοῦμαι ἀκριβέστατα, — τοῦ στρατηγοῦ τοῦ ἐνδόξου, καὶ τότε μάλιστα ἦσαν πρόσφατα τὰ πράγματα, καὶ ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἐφρόνει ἴσως, ὅτι ἐγὼ ἦτο δυνατὸν νὰ φοβηθῶ τὸν κ. Σμολένσκην, καὶ νὰ μὴ ἐγγίσω τὸν κ. Ἀγγελόπουλον· ἀλλὰ δι’ ἐμὲ ἦτο τοιαύτη ἡ προσβολή, τὴν ὁποίαν οὗτος μοὶ ἔκαμεν, ὥστε νὰ μὴ σεβασθῶ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸν στρατηγὸν κ. Σμολένσκην, καὶ τότε πιάνω τὸν κ. Ἀγγελόπουλον εἰς τὴν εἴσοδον, ὅπου εἶναι ἡ κλῖμαξ τοῦ θεωρείου τῶν διπλωματῶν, καὶ τοῦ ζητῶ λόγον δι’ ὅσα εἶχεν εἴπει... Ἦσθε παρὼν, κύριε Σμολένσκη, ναὶ ἢ ὄχι;

§272Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὁ κ. Σμολένσκης εἶπε προηγουμένως, ὅτι δὲν ἀντελήφθη ὁ ἴδιος τὸ ἐπεισόδιον.

§273Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν εἶπεν αὐτά.

§274Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τὸ λέγω καὶ τώρα, ὅτι περὶ Λακώνων ἐγὼ οὐδέποτε ὡμίλησα ἀσεβῶς.

§275Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τότε τῷ εἶπον: «ἀφοῦ τὰ ἀρνεῖσθε, δὲν καταδέχομαι νὰ σᾶς ἐγγίσω». Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα καὶ τὰ λέγω καὶ τώρα. Δὲν δίδω ποτὲ ἀφορμὴν εἰς κανένα, καὶ ἡ συμπεριφορά μου εἶναι γνωστή· ἀλλ’ ὅστις μοὶ δώσῃ ἀφορμὴν, τὸν βεβαιῶ, ὅτι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸν ἱκανοποιήσω ἀμέσως.

§276Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα...

§277Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία (θόρυβος).

§278Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἀναγνώσατε τὸν κατάλογον, νὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ἱστορία, κύριε Πρόεδρε.

§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος ἐπρότεινεν ἔνστασιν ἀπαρτίας;

§280Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.

§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἂς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 135 Βουλευταί.

§283Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως διευκρινηθῇ ἐκεῖνα, τὸ ὁποῖον προηγουμένως διηγήθην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐγὼ εἶπον ὅ,τι μοὶ διηγήθησαν, ὅτι τὸν κύριον Ἀγγελόπουλον τὸν ἔσυραν ἐκ τοῦ ὠτός· ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἐγερθεὶς εἶπεν, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, δὲν εἶναι ἀληθῆ. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶδον αὐτὴν τὴν σκηνὴν, ἀλλὰ μοῦ τὴν διηγήθησαν ἄλλοι.

§284Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διότι πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀγνοῶ ἐκ τίνος συμφέροντος καὶ πρὸς τίνα ὠφέλειαν ὑπεκίνησαν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Κατὰ τὸ 1897 ἠγέρθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συζήτησις περὶ φυγοστράτων, προσήγαγε δὲ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἓν σημείωμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο καθαρῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν φυγοστράτων ἑκάστου νομοῦ. Ἐνθυμοῦμαι τότε, ὅτι ὁ κ. Πετροπουλάκης, ὁμιλῶν, εἶπεν, ὅτι οἱ περισσότεροι φυγόστρατοι ἦσαν ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς. Ἐγὼ τότε εἶπον πρὸς αὐτόν: Βεβαίως, διότι εἶναι καὶ ὁ πολυπληθέστερος νομὸς τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι συνεισέφεραν, δόξα τῷ Θεῷ, ἀναλόγως εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν φυγοστράτων, καὶ ὅτι, ἂν προσέξῃ καὶ εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν φυγοστράτων τοῦ νομοῦ Λακωνίας, ἐξ οὗ κατάγεται, θ’ ἀναγνωρίσῃ βεβαίως, ὅτι καὶ εἰς τὸν νομὸν ἐκεῖνον ὑπάρχει ἡ αὐτὴ ἀναλογία. Τοῦτο εἶπον, καὶ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ βεβαίως οὔτε μομφὴν, οὔτε ὕβριν, πολλῷ μᾶλλον ἐναντίον τῶν Λακώνων ἢ ἐναντίον τοῦ κ. Πετροπουλάκη. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι δύο ὅλας ἡμέρας μετὰ ταῦτα συναντήσας μὲ ὁ κ. Πετροπουλάκης εἰς τὴν κλίμακα τῆς Βουλῆς, μὲ ἠρώτησεν, ἂν ἐνόουν νὰ τὸν προσβάλω δι’ ὅσων εἶπον. Ἀπεκρίθην ἠρέμα, ὅτι οὔτε πρόθεσιν τοιαύτην εἶχον οὔτε σκοπὸν, οὔτε τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς προσβλητικὰ, διότι ἐγὼ δὲν χωρίζω τοὺς Ἕλληνας εἰς Λάκωνας καὶ Μεσσηνίους ἢ Ἀθηναίους. Ὑπέθετον λοιπόν, ὅτι οὔτε κἄν ἀφορμὴ ψυχρότητος θὰ ὑπῆρχεν ἔκτοτε κατ’ ἐμοῦ.

§285ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά, κύριε Πρόεδρε.

§286Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καθῆκον εἴπερ τις καὶ ἄλλος νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως τῆς γινομένης ἐν τῇ Βουλῇ. Δυστυχῶς ὅμως, καθ’ ἣν ὥραν ἤρξατο ἡ συζήτησις, δὲν ἤμην παρὼν ἐνταῦθα, μόλις δὲ πρὸ ὀλίγου εἰσελθὼν ἐπληροφορήθην παρά τινων συναδέλφων τὰ λεχθέντα σχετικῶς πρὸς τὰς γενομένας μεταβολὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1902 μέχρι σήμερον, ἔμαθον δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθηκε πίνακας εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἐμφαίνοντας τὰς μεταβολὰς τὰς γενομένας εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ἰσοβίων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ τῶν γραμματέων Εἰρηνοδικείων ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου 1902 μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις, ἧς προΐστατο ὁ κ. Ράλλης, παρῃτήθη τῆς ἀρχῆς. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τούτων, ὡς ἐπληροφορήθην, διεξήχθη εὐρεῖα καὶ μακρὰ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ. Νομίζω ὅμως, ὅτι οὐδόλως ἐζημιώθην, μὴ μετασχὼν τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως, διότι θὰ ἐπεθύμουν, ἵνα ἡ συζήτησις ἡ διεξαγομένη πρὸς καταλογισμὸν τῶν εὐθυνῶν ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ὑπουργικῆς ἐξουσίας διεξαχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων καὶ ἀκριβῶν πληροφοριῶν. Αἱ πληροφορίαι δυστυχῶς, τὰς ὁποίας προσεκόμισεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι τοιαῦται. Περιορίζονται εἰς τὴν ἀναγραφὴν ἀριθμῶν, ἐμφαινόντων μεταβολὰς γενομένας ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1902 μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὸν κ. Ράλλην ἔδωκε τὴν παραίτησίν της ἀπὸ τῆς ἀρχῆς. Ἀλλ’ ὅπως ἡ συζήτησις διεξαχθῇ εὐρεῖα, καὶ δικαίως κατανεμηθῶσιν αἱ εὐθῦναι, εἰς οὓς ἀνήκουσιν αὗται, θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσεκόμιζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν πίνακας, ἐμφαίνοντας τὰς μεταβολὰς τὰς γενομένας, οὐ μόνον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προκατόχου καὶ τῆς ὑπὸ τὸν σεβαστὸν Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς νῦν διεπούσης τὰ κοινὰ, θὰ ἐπεθύμουν δὲ νὰ καταθέσῃ οὐ μόνον στατιστικὰς πληροφορίας κατ’ ἀριθμόν, ἐμφαινούσας τὰς μεταβολὰς καὶ τὰς παύσεις καὶ τὰς προαγωγὰς, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐκθέσεις τὰς συνοδευούσας τὰ Διατάγματα, τὰ ἀφορῶντα μεταθέσεις ἢ παύσεις ἢ προαγωγὰς δικαστικῶν ὑπαλλήλων κατὰ τὴν ὑποβολὴν αὐτῶν εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ἵνα εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς προσαγάγῃ τὰ σχέδια τῶν Διαταγμάτων, τῶν ἀφορώντων τοιαύτας δικαστικὰς μεταβολὰς καὶ ὄχι μόνον ταῦτα, ἀλλὰ μετ’ αὐτῶν καὶ τὰς ἐκθέσεις τὰς συνοδευούσας τὰ Διατάγματα ταῦτα κατὰ τὴν ὑποβολήν των εἰς τὸν Βασιλέα, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ πάντα τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικά, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ καταδειχθῇ, ὅτι πᾶσαι αἱ μεταβολαὶ αἱ ἐνεργηθεῖσαι ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ Ἰουλίου 1902 μέχρι τῆς 6 Δεκεμβρίου ὑπηγορεύθησαν ἐκ τοῦ συμφέροντος τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅταν κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, καὶ νὰ συζητήσω ἐπὶ πραγμάτων δεδομένων καὶ ἀσφαλῶν. Καὶ ἑτέραν παράκλησιν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κύριος Σπηλιάδης, νομίζω, ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Καρβούνη. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Διάταγμα τῆς ἀπολύσεως τοῦ κ. Καρβούνη, καὶ πάντα τὰ σχετικὰ, πρωτίστως δὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ τότε Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἵνα πεισθῇ ἡ Βουλὴ διὰ ποῖον λόγον καὶ αἰτίαν τὰ Συμβούλιον τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου τῆς Πατρίδος, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐποπτεία τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἐγνωμοδότησεν ὑπὲρ τῆς ἀπολύσεως τοῦ κ. Καρβούνη.

§287ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὰς ἐπιστολάς.

§288Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰς ἐπιστολὰς, ἂν ὑπάρχωσι τοιαῦται. Καὶ ἂν τὰς ἔχητε σεῖς, νὰ τὰς προσκομίσητε.

§289Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας.

§290Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.

§292Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐλάμβανον τὸν λόγον σήμερον, διὰ νὰ μὴ γείνω αἴτιος σπατάλης χρόνου, ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος, ἕνεκα τοπικῶν λόγων, νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον θίγει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι σπανίως οἱ συνάδελφοι τῆς Ὕδρας καὶ ἐγὼ ἀπησχολήσαμεν τὴν Βουλὴν μὲ θέμα ἀφορῶν τὰ τοπικὰ ἡμῶν συμφέροντα· ἐπράξαμεν δὲ τοῦτο, εἴτε διότι εἴχομεν πεποίθησιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν δημοσίαν, εἴτε διότι δὲν εἴχομεν πεποίθησιν, καὶ τότε ἐλέγομεν, ὅτι ἦσαν περιττοὶ οἱ λόγοι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ σήμερον πρόκειται περὶ ἀναστατώσεως κυριολεκτικῶς τοῦ τόπου, ὑπὸ ἔποψιν διδασκαλικὴν, καὶ εἶναι τοῦτο ἀκριβῶς ἓν ἐπιχείρημα ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τὸ ἀμετάθετον τῶν ὑπαλλήλων. Πρὶν καθιερώσητε, Κύριοι, τὸ ἀμετάθετον τῶν ὑπαλλήλων, πρέπει νὰ φροντίσητε νὰ μορφώσητε ὑπαλλήλους, πρέπει νὰ φροντίσητε, ἵνα οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι ἔχωσι τοὐλάχιστον στοιχεῖα οἰκογενειακῆς ἀνατροφῆς, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσιν ἐπαξίως τὸ καθῆκον αὐτῶν. Ἀπὸ ἓξ ἤδη μηνῶν τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἐν Ὕδρᾳ εὑρίσκονται εἰς ἀναστάτωσιν, καὶ τοῦτο, διότι ὁ ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως Ἀργολίδος, ἀξιότιμος καὶ ἱκανώτατος ἐπιθεωρητὴς, οὐκ οἶδα τί παθὼν, ἀπεφάσισε νὰ ἐπιφέρῃ μεταβολὰς τοιαύτας ἐπὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων τῶν τε ἀρρένων καὶ τῶν θηλέων, ὥστε νὰ ἀργῶσι ταῦτα, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ πρὸς ὑμᾶς. Ἠθέλησεν, ὡς χοροδιδάσκαλος, νὰ συνηθίσῃ τοὺς μαθητὰς καὶ τὰς μαθητρίας εἰς τὴν μαζούρκαν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, καὶ μετέθεσεν αὐθαιρέτως καὶ αὐτοβούλως ἐναλλὰξ τὰς μαθητρίας τοῦ σχολείου τῶν θηλέων καὶ τοὺς μαθητὰς τοῦ σχολείου τῶν ἀρρένων· διατί; οὔτε αὐτὸς γνωρίζει. Καὶ μεταθέτει, τὰς διδασκαλίσσας ἀπὸ τοῦ ἑνὸς σχολείου εἰς τὸ ἕτερον σχολεῖον, τὸ πλῆρες, διὰ ποῖον λόγον; οὔτε αὐτὸς γνωρίζει. Καὶ ὅτι οὔτε αὐτὸς γνωρίζει, ἀπόδειξις, ὅτι μετὰ ἕνα ἀκριβῶς μῆνα ἐπανέφερε τὰ πράγματα εἰς τὸ πρώην καθεστὼς, ἀλλ’ εὐθὺς ἀμέσως μετέβαλε πάλιν τὰ πράγματα, καὶ μετέβαλεν τοὺς μαθητὰς καὶ τὰς μαθητρίας εἰς σκηνίτας. Ἀλλ’ ἵνα μὴ χάνωμεν καιρόν, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς Ὕδρας. — Εἰς τὰς πράξεις του δὲ ταύτας ἔχει συνένοχον ὁ ἐπιθεωρητὴς καὶ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ τὸν προκάτοχον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀνέφεραν οἱ κάτοικοι δι’ ἀναφορᾶς τὰς πράξεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ ἐζήτησαν τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν κακῶν διαταγῶν του. — Τοιαύτην ἀναφορὰν ὑπέβαλον καὶ εἰς τὸν σήμερον διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας κύριον Στάην, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδεμία ἐλήφθη φροντὶς, καὶ δὲν ἐλήφθη φροντὶς, διότι δυστυχῶς εἶναι ἀνίκανος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ φέρῃ θεραπείαν τοῦ κακοῦ, διότι ὁ κύριος ἐπιθεωρητὴς εἶναι ἀνώτερος καὶ αὐτοῦ τοῦ νόμου. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀκούσητε τὴν ἀναφορὰν ταύτην (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸ Σεβαστὸν Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος. Περὶ προλήψεως τῆς ἐπαπειλουμένης καταστροφῆς τῶν κορασίων τοῦ Βʹ δημοτικοῦ σχολείου τῶν θηλέων Ὕδρας. Ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος κ. Ἰωάννης Μεγαρεὺς ἔκαμεν ἐπὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων Ὕδρας θηλέων καὶ ἀρρένων τὰς ἑξῆς ἄνευ σχεδίου μεταβολάς: 1) Μετὰ τὸν τελευταῖον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμον μετέθεσε τὰς δημοδιδασκαλίσσας ἀπὸ τοῦ Αʹ πλήρους δημοτικοῦ σχολείου τῶν θηλέων εἰς τὸ Βʹ τοιοῦτον, ὅπερ ἔκαμε πλῆρες· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐγνώρισε τὴν ἄσκοπον ταύτην μετάθεσιν, διέταξε τὴν ἐπαναφορὰν αὐτῶν εἰς τὸ πρώην καθεστώς. 2) Μετὰ τὰς ἀνωτέρω ἐνεργείας μετέθεσεν ἐναλλὰξ τὰς μαθητρίας καὶ τοὺς μαθητὰς ἐκ τῶν οἰκημάτων τῶν Αʹ πλήρων δημοτικῶν σχολείων, καὶ ἀφοῦ καὶ τὸ πείραμα τοῦτο ἀπέτυχε, διέταξε τὴν ἐπαναφορὰν τῶν μὲν κορασίων εἰς τὸ πρότερόν των οἴκημα, τῶν δὲ ἀρρένων εἰς τὰ οἰκήματα τοῦ δημοτικοῦ ναοῦ, καὶ ἐκεῖθεν μετὰ μῆνας εἰς τὸ πρότερον καὶ αὐτῶν σχολεῖον· ὥστε οἱ μαθηταὶ οὗτοι ἀμφοτέρων τῶν σχολείων ἔπαθον ὅ,τι οἱ σκηνῖται, οἱ μεταφέροντες τὰς ἀποσκευάς των ἀπὸ βουνοῦ εἰς βουνόν· καὶ αὐτοὶ μετέφεραν τὰ θρανία, πίνακας καὶ λοιπὰ ἔπιπλα τῶν σχολείων ἐπ’ ὤμου ἀπὸ οἰκήματος εἰς οἴκημα. Καὶ 3) διέταξε τὰς αὐτὰς ἐναλλὰξ μεταθέσεις καὶ τῶν μαθητῶν τῶν Βʹ δημοτικῶν σχολείων Ὕδρας ἀρρένων τε καὶ θηλέων, καὶ ἐγένοντο αὗται τὴν 1 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. ἀπὸ τοῦ ἑνὸς οἰκήματος εἰς τὸ ἄλλο. Ἡ μετάθεσις δὲ αὕτη τῶν θηλέων τούτων τείνει πρὸς τὴν καταστροφὴν τῶν μαθητριῶν τῆς δυτικῆς πλευρᾶς Ὕδρας, διὰ τοὺς ἑξῆς σπουδαίους λόγους: αʹ) Διότι τὸ κατάστημα τοῦ ἤδη Βʹ σχολείου τῶν θηλέων, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι πολὺ μακρὰν τῆς συνοικίας Καμινίων, καὶ ὡς ἐκ τοῦ ἀνωμάλου τοῦ ἐδάφους τῆς πόλεως θὰ ὑποφέρουν τὰ κοράσια, τὸν μὲν χειμῶνα ἀπὸ τὰς βροχὰς καὶ τὸ ψῦχος, τὸ δὲ θέρος ἀπὸ τὴν ζέστην, ἀλλὰ καὶ ἠθικῶς θὰ ὑποφέρουν, διότι κεῖται εἰς μέρος ἀπόκεντρον τῆς δημοσίας ἐπιβλέψεως, καὶ τὰ κοράσια θὰ διέρχωνται ἀπὸ στενωπῶν σοκακίων καὶ καμαρῶν, καὶ προαυλίου ὑστερεῖ διὰ τὸ διάλειμμα, καὶ τὰ κοράσια θὰ κάμνουν τοῦτο εἰς τὰς καμάρας καὶ τὰ σοκάκια, καὶ ἐκεῖ θὰ ἐνοχλῶνται ἀπὸ τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα καὶ τοὺς ἀγυιόπαιδας, καὶ τὰ ἀδυνάτου κρίσεως κοράσια, ἅτινα μέλλουν νὰ γείνουν μητέρες πρὸς μόρφωσιν τῆς μελλούσης κοινωνίας, θὰ διαφθαρῶσι. Καὶ ἡ ἀπόπειρα ἐγένετο προχθές, ὅπου ἐσφάλισαν κακοήθεις τὴν θύραν τοῦ σχολείου διὰ σχοινίου, καὶ ἠναγκάσθη ἡ δημοδιδάσκαλος νὰ φωνάξῃ τινὰς τῶν γυναικῶν τῆς γειτονιᾶς, αἱ ὁποῖαι ἔκοψαν διὰ μαχαίρας τὸ σχοινίον τοῦτο, καὶ ἐξῆλθον αἱ μαθήτριαι· καὶ βʹ) διότι θὰ πάθῃ ἡ ὑγεία τῶν κορασίων τούτων, διότι τὸ κατάστημα τοῦτο εἶναι ἀνθυγιεινόν, δηλαδὴ ὑγρότατον, ἀνήλιον καὶ σκοτεινὸν διὰ τὰς ἐργασίας τῶν κορασίων, καὶ ψυχρότατον, διότι εἶναι περικυκλωμένον γύρωθεν ἀπὸ οἰκίας, καὶ μόνον μίαν πρόσοψιν πρὸς ἄρκτον ἔχει ἐλευθέραν, καὶ αὐτὴ εἶναι πεφραγμένη μὲ ὑαλοπίνακας, ὅπως φωτίζηται τὸ ἐσωτερικὸν αὐτοῦ, καὶ τὰ δωμάτια τῶν ἐργοχείρων εἶναι πλακοστρωμένα· κρίνατε δέ, ἂν τοῦτο δύναται νὰ ἦναι κατάστημα διὰ σχολεῖον τῶν θηλέων. Ναὶ μὲν καὶ τὰ ἄρρενα εἶναι ἡμέτερα τέκνα, ἀλλὰ προτιμῶμεν, ταῦτα μᾶλλον νὰ φοιτῶσιν εἰς αὐτὸ, καὶ οὐχὶ τὰ κοράσια, διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους, καὶ διότι αὐτὰ ἀντέχουν, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσίν των ἐκ τοῦ σχολείου τρέχουν εἰς τὰ εὐάερα μέρη τῆς πόλεως καὶ ἀνακουφίζονται, ἐνῷ τὰ κοράσια θὰ ἐξέρχωνται ἀπὸ τὴν φυλακὴν ταύτην καὶ θὰ εἰσέρχωνται κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὰς οἰκίας των πρὸς ἐργασίαν. Ἐνῷ τὸ πρὸ ἑξηκονταετίας συστηθὲν ὑπὸ τῶν πρώην ἀρχῶν Βʹ σχολεῖον τῶν κορασίων τούτων ἦτο καὶ εἶναι τὸ μόνον κατάλληλον ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις διὰ κοράσια. Οἱ λόγοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὸν κύριον ἐπιθεωρητὴν νὰ κάμῃ τὴν μετάθεσιν ταύτην διὰ γυμναστήριον τῶν ἀρρένων, δὲν εἶναι ἰσχυροὶ, διότι καὶ τὰ κοράσια θέλουν νὰ γυμνάζωνται, καὶ διότι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ μισθώσῃ εἰς κεντρικὸν μέρος τῆς πόλεως καὶ κατάλληλον γυμναστήριον, διὰ νὰ γυμνάζωνται πάντα τὰ ἄρρενα ἀμφοτέρων τῶν δημοτικῶν σχολείων, ὡς καὶ τὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ,— διότι καὶ αὐτὰ δὲν ἔχουν μέρος πρὸς γύμνασιν,— ὡς τοῦτο ἔγεινεν εἰς πολλὰς ἐπαρχίας καὶ νομοὺς τοῦ Κράτους. Ταῦτα φέρομεν ὑπ’ ὄψιν τοῦ σεβαστοῦ Συμβουλίου, ὅπερ θεωρεῖται συνυπεύθυνον τῶν ἀνωτέρω ἐνεργειῶν, καίτοι φρονοῦμεν, ὅτι δὲν ἔχει γνῶσιν αὐτῶν, καὶ παρακαλοῦμεν αὐτὸ, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ διατάξῃ τὴν ἐπαναφορὰν τῶν μαθητριῶν τοῦ Βʹ σχολείου τῶν θηλέων εἰς τὸ πρότερον αὐτῶν κατάστημα, ὅπως προληφθῇ ἡ καταστροφὴ τῶν θυγατέρων καὶ συγγενῶν μας, καὶ ἀποφύγωμεν τὰς περαιτέρω ἐνεργείας πρός τε τὴν Βουλὴν, τὴν Βασιλείαν καὶ τὴν δημοσιότητα, διότι καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὶς ἀνεφέρθημεν ἄνευ ἀποτελέσματος. Ἐν Ὕδρᾳ τῇ 24 Δεκεμβρίου 1903. Εὐπειθέστατοι.» (Ἕπονται 35 ὑπογραφαὶ, ὅσας ἡ ἐπὶ χαρτοσήμου ἀναφορὰ περιέλαβε).

§293ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχει γνῶσιν.

§294Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὴν ἀναφορὰν ὑπέβαλον καὶ εἰς τὸν προκάτοχόν σας κ. Φαρμακόπουλον.

§295ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πιθανόν· ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχει γνῶσιν.

§296Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀναφέρουν δηλαδὴ, ὅτι τὸ κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ἐπιθεωρητὴς μετέφερε τὰς μαθητρίας, εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλον, εἶναι ὑγρὸν, εἶναι σκοτεινὸν, εἶναι ἀνθυγιεινόν. Καὶ λέγουσιν οἱ γονεῖς τῶν τέκνων, ὅτι καὶ διὰ τὰ ἄρρενα εἶναι ἀκατάλληλον, πολὺ δὲ περισσότερον διὰ τὰ θήλεα, ἤτοι δι’ ὑπάρξεις ἀσθενεῖς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ λόγος οὗτος μόνον, εἶναι καὶ ἕτερος λόγος, ὁ λόγος ὅτι, ἐπειδὴ τὸ κατάστημα αὐτὸ εὑρίσκεται εἰς ἀπόκεντρον θέσιν, τὰ κοράσια ἐκτίθενται εἰς τὰς ἐνοχλήσεις τῶν ἀγυιοπαίδων καὶ ἄλλων ἀνθρώπων, διερχομένων ἐκεῖθεν, καὶ γεννᾶται ἐκ τούτου σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προλάβωμεν. Τί νὰ ζητήσω, κύριοι Βουλευταὶ, σήμερον ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας; Εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ ἀδυναμίᾳ νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε πράξει οἰκείᾳ βουλήσει, ὑπηρεσιακῶς, ὅτε δὲν θὰ εἴχετε τὴν δυσαρέσκειαν νὰ ἀκούσητε πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε πρέπει νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, τηλεγραφικῶς νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν ἐν Ναυπλίῳ καὶ Ὕδρᾳ, καὶ νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ διατάξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος κελεύει, ἐν ἀνάγκῃ δὲ καὶ νὰ ἐξέλθῃ τοῦ νόμου, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ποθοῦσιν οἱ κάτοικοι τῆς νήσου, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς ἀπόγνωσιν.

§297Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὡς τάχιστα νὰ ἐξακριβώσῃ τὰς περιστάσεις, —διότι αὐτὰ γίνονται ἀπὸ σκοποῦ—καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ περιστείλῃ αὐτὰς τὰς ἀταξίας καὶ ἀτασθαλίας τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστῶμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν τῆς πιέσεως.

§298ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Διαβεβαιῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅτι θέλω ἐξετάσει καὶ θέλω λάβει τὰ κατάλληλα μέτρα ὡς τάχιστα.

§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§300ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν μὲ ἐσημειώσατε, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πότε;

§302ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Πρὸ ὀλίγου.

§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴχετε ζητήσει ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου;

§304ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Ὄχι. Εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον.

§305Π. ΓΚΙΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος τὸν λόγον.

§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§307Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἀφ’ ἧς συνέστησαν δημοτικὰ σχολεῖα ἐν Ὕδρᾳ, τέσσαρα τοιαῦτα λειτουργοῦσιν, ἤτοι δύο ἀρρένων καὶ δύο θηλέων· εἶναι δὲ διατεταγμένα κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε δύο μὲν νὰ λειτουργῶσιν εἰς τὸ ἀνατολικὸν καὶ δύο εἰς τὸ δυτικὸν μέρος τῆς πόλεως, ἤτοι ἀνὰ ἓν ἀρρένων καὶ θηλέων εἰς ἑκάτερον διαμέρισμα. Καὶ τὸ μὲν εἰς τὸ δυτικὸν μέρος τῆς πόλεως λειτουργοῦν σχολεῖον τῶν θηλέων ἔκτοτε ἔχει τοποθετηθῆ εἰς τὸ κέντρον τοῦ διαμερίσματος τούτου, εἰς εὐρὺ δημοτικὸν κτίριον, καὶ τοῦτο, ὅπως προφυλάσσωνται τὰ θήλεα ἀπὸ πάσης ἐνοχλήσεως, διότι ἕνεκα τοῦ ἀνωμάλου τοῦ ἐδάφους τῆς ἰδιαιτέρας ἡμῶν πατρίδος τὰ εἰς τὰ σχολεῖα φοιτῶντα θήλεα διέρχονται διὰ στενωπῶν καὶ διὰ στοῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπόκεινται εἰς τὰς ἐνοχλήσεις τῶν κακοποιῶν στοιχείων, τὸ δὲ τῶν ἀρρένων εἰς τὸ ἄκρον τοῦ μέρους τούτου, μὴ συντρέχοντος τοῦ λόγου, δι’ ὃν τὸ τῶν θηλέων ἐτοποθετήθη εἰς τὸ κέντρον. Καὶ οὕτως ἐξηκολούθουν λειτουργοῦντα τὰ εἰρημένα σχολεῖα ἐπὶ ἑβδομήκοντα σχεδὸν ἔτη. Δυστυχῶς ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς, νομίζων ὅτι εἰς τὸ σχολεῖον τῶν ἀρρένων δὲν ὑπῆρχεν ἱκανὸς χῶρος διὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς γυμναστικῆς, μετέφερε τὸ σχολεῖον τῶν θηλέων ἀπὸ τοῦ κέντρου εἰς τὸ ἄκρον τοῦ δυτικοῦ συνοικισμοῦ τῆς πόλεως, ὡσεὶ μὴ εἶχον ἀνάγκην εὐρέος χώρου τὰ θήλεα καὶ διὰ τὴν γυμναστικὴν καὶ διὰ τὴν ὑγιεινὴν αὐτῶν δίαιταν, κυρίως δὲ διὰ τὴν προφύλαξιν τῆς ἠθικῆς αὐτῶν ἀπὸ προσβολῆς ἐκ μέρους τῶν κακοποιῶν στοιχείων, εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ὁποίων θὰ ἦσαν ἐκτεθειμένα, διανύοντα μακρὸν δρόμον, ὅπως μεταβῶσιν εἰς τὸ ὁρισθὲν ἤδη σχολεῖον. Ἐκ τούτου ἐξηγέρθη ἡ πόλις ὁλόκληρος, καὶ ἀναφοραὶ τῶν γονέων ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, παρακαλούμενον νὰ φροντίσῃ νὰ προληφθῇ τὸ ἄτοπον τοῦτο, καὶ προφορικὰς παραστάσεις ἐποιησάμην ἐγὼ περὶ τούτου εἰς τὸν Ὑπουργὸν, παρακαλέσας αὐτὸν, ἵνα καὶ προφορικῶς παραστήσῃ εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τὸν ἀπειλούμενον κίνδυνον κατὰ τῆς ἠθικῆς τῶν κορασίων ἐκ τῆς τοιαύτης αὐτοῦ ἐνεργείας. Δυστυχῶς ὅμως αἱ παραστάσεις ἡμῶν δὲν εἰσηκούσθησαν. Ἕνεκα τούτου εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγω εἰς αὐτὸν τὸν ἐπιθεωρητὴν, καὶ νὰ παραστήσω αὐτῷ ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτῶν ὄψιν τὰ πράγματα. Οὗτος ὅμως μοὶ ἐδικαιολογήθη, ὅτι προέβη εἰς τοῦτο, εὑρεθεὶς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσῃ χῶρον εἰς τὰ ἄρρενα διὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς γυμναστικῆς’ ἀλλ’ εἰς τοῦτο τῷ παρετήρησα, ὅτι ἡ ἠθικὴ τῶν κορασίων εἶναι ὑπερτέρα τῆς γυμναστικῆς, καὶ ἑπομένως ὤφειλε πρωτίστως νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἠθικῆς αὐτῶν, καὶ ἀκολούθως περὶ τῆς γυμναστικῆς τῶν ἀρρένων. Ἐπειδὴ ὅμως οὗτος εὑρίσκετο πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, καὶ ἐνόμιζεν ὅτι δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ πράξῃ τι, μὲ παρεκάλεσε νὰ συνεννοηθῶ μετὰ τοῦ δημάρχου Ὕδρας, ὅπως ἐνοικιασθῇ ἓν οἴκημα εἰς τὸ μέρος, ὅπου ἦτο πρότερον τὸ δημοτικὸν σχολεῖον τῶν θηλέων, ὅπως μεταφερθῶσιν ἐκεῖ τὰ θήλεα, καὶ ἐκλείψωσιν οὕτω καὶ τὰ παράπονα τῶν γονέων καὶ οἱ κίνδυνοι οἱ ἀπειλοῦντες τὰ τέκνα αὐτῶν· ὅπερ καὶ ἔπραξα. Ἔκτοτε ἀγνοῶ ποία ἐνέργεια ἐγένετο. Νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐφ’ ὅσον ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται, ὥστε νὰ ἐπανέλθωσι τὰ πράγματα εἰς τὸ πρώην καθεστώς· διότι ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι οὐδὲν ἄλλο μᾶς ὠθεῖ εἰς τοῦτο, εἰμὴ ἡ μέριμνα περὶ τῆς ἠθικῆς τῶν κορασίων μας. Τὰ ἄτοπα ὅμως ταῦτα θὰ ἐξέλειπον, ἐὰν ἐλαμβάνετο πρόνοια νὰ οἰκοδομηθῇ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἐν Ὕδρᾳ, ἥτις δικαιοῦται εἰς τοῦτο, ἀφοῦ εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος ἀνηγέρθησαν τοιαῦτα. Ἀλλὰ καίτοι πρὸ τριετίας ἐξεπονήθησαν τὰ πρὸς τοῦτο σχέδια, καίτοι δὶς ἐξετέθη τὸ ἔργον εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν, παρημποδίσθη ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ, ἀγνοῶ διὰ ποῖον λόγον, καὶ ὑπὸ τῆς πρώην καὶ ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἔχει δικαίωμα καὶ ἡ Ὕδρα νὰ ζητῇ τὴν ἀνέγερσιν ἑνὸς σχολείου, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε οὐδ’ ὀβολὸς ἐδαπανήθη δι’ αὐτὴν πρὸς τοῦτο. Ἐπαναλαμβάνω ὅθεν νὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων μου τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.

§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον.

§309ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Οὐ μόνον, Κύριοι, ἐκ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ καὶ ἐκ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἠκούσθη ἐντεῦθεν ἡ γνώμη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι χώρα κατ’ ἐξοχὴν γεωργική. Περὶ τούτου οὐδεὶς, νομίζω, ἔχει ἀλλοίαν γνώμην. Οὐδεμία ὅμως, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἠκούσθη ἐντεῦθεν γνώμη περὶ ὑποβολῆς νομοσχεδίων δυναμένων νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν, ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον οὐ μόνον τῆς γεωργίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τῆς βιομηχανίας αὐτῆς· διότι νομίζω, Κύριοι, ὅτι μεταξὺ τῶν σπουδαιοτέρων καὶ κυριωτέρων παραγόντων, οἵτινες συμβάλλουσιν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν, ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον καὶ εἰς τὴν καθόλου εὐημερίαν πάσης χώρας, δύναταί τις νὰ διακρίνῃ τὸν τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας. Ἐπὶ τῶν σπουδαίων τούτων θεμάτων, τῶν ἐνεχόντων σπουδαίαν σημασίαν, θέλω ὁμιλήσει λίαν συνοπτικῶς, ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ δώσω ἀφορμήν, ἵνα πραγματευθῶσι ταῦτα οἱ ἔξοχοι τοῦ Κοινοβουλίου τούτου ἄνδρες. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸν τῆς γεωργίας παράγοντα, νομίζω ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον, ὅπως ἐκτὸς τῶν ἤδη λειτουργούντων Γεωργικῶν σταθμῶν ἐπιζητηθῇ ἡ ἵδρυσις καὶ ἑτέρων τοιούτων εἰς ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους, ἵνα οὕτω δυνηθῶμεν νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, ὅπως διὰ τῶν καταλλήλων μεθόδων κατορθώσωσι νὰ κάμωσι χρῆσιν τῶν ἀπαιτουμένων μέσων πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας καὶ ἐπίτευξιν μεγαλειτέρας παραγωγικότητος τῆς χώρας. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι πρὸς ἐπίτευξιν μεγαλειτέρας παραγωγικότητος τῆς χώρας καὶ ἀνάπτυξιν τῆς καθόλου ἐθνικῆς παραγωγῆς σπουδαίως καὶ σοβαρῶς ἐπιδρᾷ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν καλλιεργούντων τὴν γῆν καὶ δὴ τῶν καλλιεργούντων αὐτὴν διὰ τῶν ἀροτριώντων βοῶν, καὶ συνεπῶς εἰς τοῦτο δέον νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ ἡμῶν. Ἐπειδὴ δὲ σοβαρῶς ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τούτου ἡ δυνάμει τοῦ ΒΠʹ νόμου τῆς 5 Αὐγούστου 1892 ἐπιβεβλημένη φορολογία ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, δέον νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ ἡμῶν, δι’ οὓς ἐξέθηκα λόγους, ἐπὶ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τούτου, ἵνα οὕτως, αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν τῶν καλλιεργητῶν, συντελέσωμεν, ὡς εἶπον, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παραγωγῆς. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ, Κύριοι, τὸν ἕτερον τῶν δύο τούτων παραγόντων, τὴν βιομηχανίαν, θέλω θίξει συνοπτικῶς ἕνα μόνον κλάδον αὐτῆς, τὸν μεταλλευτικόν, ἵνα ἐρευνῶντες ἐξετάσωμεν, ἂν ὑπάρχουσι στοιχεῖα ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν μεταλλευτικά, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ἐκμεταλλευθῶμεν πρὸς πλουτισμὸν καὶ εὐημερίαν τῆς χώρας· εἰ δὲ τοὐναντίον ὑπάρχουσιν ἐμπόδιά τινα, ὡς πρὸς τὴν ἐκμετάλλευσιν, δυνάμενα νὰ παρακωλύσωσι τὸν πλουτισμὸν καὶ τὴν εὐημερίαν τῆς χώρας, νὰ σκεφθῶμεν, κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν ταῦτα ἐκ τοῦ μέσου. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι τὰ πρωτεῖα ἐν τῇ Ἀνατολῇ κατέχει ἡ Ἑλλὰς, ὡς χώρα μεταλλειοφόρος, εἶναι δὲ γνωστὸς ὁ πλοῦτος αὐτῆς, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων, εἰς ὀρυκτὰ καὶ εἰς μέταλλα, ὡς τοῦτο δύναται ν’ ἀποδειχθῇ διὰ τῶν διαφόρων μεταλλευτικῶν φαινομένων καὶ στοιχείων, διὰ τῆς στατιστικῆς καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑποβληθεισῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν αἰτήσεων πρὸς παραχώρησιν μεταλλείων, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ἀνέρχεται, κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἐχόντων ἁρμοδιότητα νὰ βεβαιώσωσι τοῦτο, εἰς 2000 περίπου. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, χωρὶς νὰ κουράσω ὑμᾶς, νὰ ἀναφέρω διάφορα μεταλλευτικὰ προϊόντα τοῦ καθόλου ὀρυκτοῦ πλούτου τῆς χώρας ἡμῶν, ὡς π. χ. διάφορα ἐκμεταλλεύματα ἀργύρου, μολύβδου, ψευδαργύρου, χαλκοῦ, σιδήρου, μαγγανίου καὶ τόσων ἄλλων, ἅτινά εἰσι γνωστὰ ὑμῖν, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται ἡ μεταλλευτικὴ ἀξία τῆς χώρας ἡμῶν, ἡ ὁποία ἐτησίως ἀνέρχεται εἰς 25 περίπου ἑκατομμύρια χρυσῶν φράγκων. Τ’ ἀποτελέσματα δὲ ταῦτα δύνανται νὰ δεκαπλασιασθῶσι καὶ ἑκατονταπλασιασθῶσιν, ἐὰν τὸ Κράτος ἤθελε δώσει ἐργασίαν εἰς τὸν ἐργαζόμενον λαόν, ἥτις ἐργασία εἶναι ἡ βάσις καὶ ἡ ζωτικότης τοῦ ἔθνους. Ἡ μεταλλευτικὴ βιομηχανία παρ’ ἡμῖν, Κύριοι, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἤρξατο ἀναπτυσσομένη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1861, ὅτε τὸ πρῶτον ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν ὁ περὶ μεταλλείων νόμος, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν διατάξεων τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου συνέρχεται τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον καὶ κρίνει περὶ τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα πρὸς παραχώρησιν αὐτοῖς μεταλλείων. Ἀλλὰ δέον νὰ ἐξετάσωμεν, διατὶ ἐλάχιστος μέχρι τοῦδε ἀριθμὸς τοιούτων παρεχωρήθη, ὁποῖα εἶναι τὰ ἀποδοθέντα ἐκ τῶν λειτουργούντων μεταλλείων κέρδη, καὶ ὁποῖαι αἱ ἐκ τῆς μὴ χρήσεως καὶ λειτουργίας τούτων ζημίαι, αἱ ἐπερχόμεναι εἰς τὸ Κράτος. Ἐκ τῶν μεταλλείων Λαυρίου ἀπὸ τοῦ ἔτους 1865 μέχρι τοῦ 1899, ἤτοι ἐπὶ 34 συναπτὰ ἔτη, ἀπεδόθησαν εἰς τὸ Δημόσιον 314,389,900 φράγκα χρυσᾶ. Ἤτοι ἐκ τῶν μεταλλείων μόνον τῆς Ἀττικῆς καὶ ἐκ τοῦ ἐλαχίστου φόρου, ὅστις πληρώνεται εἰς τὸ Δημόσιον, τῶν τριῶν λεπτῶν μόνον κατὰ στρέμμα, καὶ 5 λεπτῶν μόνον ἐπὶ τοῦ καθαροῦ κέρδους, ἔχουσιν ἀποδοθῆ εἰς τὸ Δημόσιον 300,000 φράγκα χρυσᾶ ἐτησίως. Βλέπομεν λοιπόν, Κύριοι, ἐκ τῶν ὀλίγων τούτων, ἅτινα ὁμιλοῦσι λίαν εὐγλώττως, ὅτι ἓν τῶν στοιχείων, ἅτινα συμβάλλουσι σοβαρῶς εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας, μένει ἐν ἀχρηστίᾳ καὶ ἀδρανείᾳ. Ἐπειδὴ δὲ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρατείνω τὸν λόγον μου, ἵνα μὴ κουράσω τὴν Βουλήν, θέλω ἐν συντομίᾳ ἐκθέσει τοὺς ἐπιβεβλημένους λόγους, ὧν ἕνεκα δέον ἡ Πολιτεία νὰ μεριμνήσῃ πρὸς εὕρεσιν πόρων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἤθελέ τις ἴσως ἰσχυρισθῆ, ὅτι ἡ ἀδράνεια ἡμῶν πηγάζει οὐχὶ ἐξ ἄλλου λόγου, ἀλλ’ ἴσως ἐκ τῶν ἀτελειῶν τοῦ νόμου τοῦ μεταλλευτικοῦ, τοῦ χορηγοῦντος τὸ δικαίωμα πρὸς δήλωσιν ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ μεταλλείου εἰς πλείονας τοῦ ἑνὸς δηλωτάς. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ ἀτέλεια ἐν τῷ νόμῳ, περὶ τῆς διορθώσεως αὐτῆς τίς ἄλλος ἔχει ἁρμοδιότητα, ἢ ἡ Βουλή; Περὶ τῶν προσώπων οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ὁμιλήσω, οὔτε περὶ τῶν δηλωτῶν, ἀλλὰ γενικῶς περὶ τῶν πραγμάτων, ἅτινα δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὸ τῆς Πολιτείας καὶ παράσχωσι τῷ Κράτει ἡμῶν εὐημερίαν καὶ πολιτισμόν. Διότι οὕτω δυνάμεθα νὰ παρακωλύσωμεν ἀπὸ τῆς μεταναστεύσεως τοὺς συγγενεῖς, συμπολίτας καὶ φίλους ἡμῶν, οἵτινες ἀπέρχονται εἰς τὴν ξένην, ὅπως κερδήσωσι τὸν ἄρτον αὐτῶν, ἐγκαταλείποντες τὰς οἰκογενείας καὶ τὴν πατρίδα αὐτῶν, Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῶν σκέψεων τούτων δέον νὰ ὁδηγηθῇ οὐ μόνον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ οἱαδήποτε ἄλλη, καὶ ἐκ τῶν πηγῶν αὐτῶν δέον νὰ ἀντλήσῃ ἑκάστη τῶν Κυβερνήσεων τὴν πολιτικὴν αὐτῆς δύναμιν, ἵνα, ἐξευρίσκουσα οὕτω πόρους διὰ τὸ Κράτος πρὸς πλουτισμὸν καὶ εὐημερίαν τοῦ λαοῦ, ἔχῃ τὸ δικαίωμα, — οὐδεμίαν Κυβέρνησιν ὑπαινίσσομαι, ὁμιλῶ γενικῶς καὶ ἀκαδημαϊκῶς, — νὰ ἀνέρχηται εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ νὰ λέγῃ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἡ «Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ καὶ θὰ ζήσῃ·» ἄλλως καταδικάζει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἀναγκάζει αὐτὸν διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρων νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι «πᾶσα Κυβέρνησις προώρισται ν’ ἀποθάνῃ τὸν πολιτικὸν θάνατον, καὶ θ’ ἀποθάνῃ».

§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 11,089 ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 5, ἄρθρου 2, τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903 πρὸς πληρωμὴν τῶν μισθῶν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου τοῦ 1903». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν τῆς αὐτῆς χρήσεως ζητουμένων πιστώσεων, καὶ περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν καὶ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς ἰδίας χρήσεως». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 10,402,767.59 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 330,000 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 12,914, χορηγηθείσης διὰ τοῦ ἀπὸ 20 Νοεμβρίου 1903 Β. Διατάγματος ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903, καὶ περὶ χαρακτηρισμοῦ αὐτῆς ὡς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, καταλογισμοῦ δὲ ταύτης ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 5, ἄρθρον 3, τοῦ ῥηθέντος προϋπολογισμοῦ». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου συνομολογηθείσης συνθήκης περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν καὶ τῆς τηρητέας πρὸς ἔκδοσιν διαδικασίας». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;

§311Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ὡς εἶναι γνωστόν, πρὸ τριῶν ἐτῶν ἔχει ὑπογραφῆ ἡ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου συνομολογηθεῖσα συνθήκη περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν, ἧς ἡ κύρωσις σήμερον ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς. Τὴν πραγματοποίησιν τῆς συνθήκης ταύτης, γνωρίζω καλῶς, ὅτι περὶ πολλοῦ ποιεῖται ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις, διότι ἀτυχῶς ἐν τῷ ἔθνει ἐκείνῳ λαμβάνουσι χώραν πολλὰ ἐγκλήματα σοβαρά, ὧν οἱ δράσται κατορθώνουσι νὰ δραπετεύωσι καὶ καταφεύγωσιν εἰς ξένας Ἐπικρατείας. Κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῶν τοιούτων συμβάσεων δὲν δύναται ἢ νὰ ἦναι πᾶς Βουλευτὴς πεπολιτισμένου Κράτους. Καὶ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου ἀναγράφεται, καὶ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν γνωρίζουσιν, ὅτι πάντα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη συνῆψαν τοιούτου εἴδους συνθήκας μεταξύ των, ἐξ ὧν μάλιστα πλεῖσται κατὰ δεκάδας ἀριθμοῦνται. Ἀλλὰ διὰ τὸ ἡμέτερον Κράτος συνομολόγησις συνθήκης τοιαύτης ἄνευ ἀνταλλάγματός τινος, ὅπερ σπουδαίως ἤθελεν ἐπιδράσει ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας ἡμῶν, νομίζω ὅτι εἶναι δῶρον, ὅπερ οὐδένα σκοπὸν πρακτικὸν ἔχει, εἶναι δῶρον, ὅπερ δίδομεν εἰς τὴν Βελγικὴν Κυβέρνησιν ἐξ ἁβρότητος, ἁπλῶς καὶ μόνον, ἵνα ἱκανοποιήσωμεν τὴν ἀξίωσιν αὐτῆς ταύτην, φαινόμενοι ὠφέλιμοι εἰς αὐτὴν, χωρὶς ὅμως νὰ τύχωμεν καὶ ἡμεῖς τῆς ἀπαιτουμένης ἀνταμοιβῆς. Ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις, μετὰ μεγάλου πόθου, ὡς προεῖπον, ἐπιδιώκουσα τὴν πραγματοποίησιν τῆς τοιαύτης συνθήκης, ἠδύνατο νὰ φανῇ λίαν ἐνδοτικὴ εἰς παροχὴν ἀνταλλάγματος, ἂν καταλλήλως καὶ ἐπικαίρως εἰργάζετο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Τὸ ἀντάλλαγμα δὲ τοῦτο εἶναι ἡ συνομολόγησις συγχρόνως ἐμπορικῆς συνθήκης μετὰ τοῦ Βελγίου, δι’ ἧς θὰ κατωρθοῦτο ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐν Βελγίῳ εἰσαγωγικοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος δασμοῦ, ὅστις εἶναι τοσοῦτον ἐπαχθὴς, ὥστε ἡ κατανάλωσις τοῦ προϊόντος τούτου ἐν τῷ Κράτει ἐκείνῳ ἀπεκλείσθη, δύναμαι νὰ εἴπω, τελείως, διότι ἡ εἰσαγομένη ἐκεῖ ποσότης εἶναι ἴση τῷ μηδενί. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν φρονῶ ὅτι δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν σύναψιν τῆς τοιαύτης συνθήκης. Καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ συναινέσῃ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ κυροῦντος τὴν συζητουμένην συνθήκην, νὰ ἐξακολουθήσῃ δὲ τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς σύναψιν καὶ ἐμπορικῆς συνθήκης μετὰ τοῦ Βελγίου, καὶ ἀφοῦ ἐπιτύχῃ ταύτην, νὰ συνυποβάλλῃ καὶ αὐτὴν μετ’ ἐκείνης, καὶ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς πρὸς κύρωσιν ἀμφοτέρων. Οὐδόλως δ’ ἐκ τούτου θὰ φανῇ, ὅτι δὲν πράττει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅ,τι ὀφείλει νὰ πράττῃ πᾶν πεπολιτισμένον Κράτος, ζητοῦσα νὰ προασπίσῃ τὰ ἴδια αὐτῆς συμφέροντα.

§312ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶναι δῶρον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ κάμῃ πρὸς τὴν Βελγικὴν, συνάπτουσα μετ’ αὐτῆς συνθήκην περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν τοῦ κοινοῦ δικαίου· εἶναι ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὡς Κυβέρνησις πεπολιτισμένου Κράτους, πρὸς τὴν Βελγικὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς πᾶσαν ἄλλην Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀποτείνεται πρὸς αὐτήν, ζητοῦσα τὴν βοήθειαν αὐτῆς πρὸς κραταίωσιν τοῦ δικαίου καὶ πρὸς καταδίωξιν τοῦ ἐγκλήματος, ὁπουδήποτε καὶ ἂν τοῦτο τελῆται. Ὑπὸ τοιούτων σκέψεων ἐνεπνεύσθη ἡ Κυβέρνησις, συνομολογοῦσα συνθήκην ἐκδόσεως μετὰ τοῦ Βελγίου. Οὐδ’ ὑπάρχει πλέον συγγραφεύς, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς συνθήκης τῆς Βεστφαλίας, ὅστις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι εἶναι χαριστικὴ πρᾶξις μιᾶς Πολιτείας ἡ συνομολόγησις συνθήκης περὶ ἐκδόσεως, ἀλλὰ πάντες παραδέχονται, ὅτι τοῦτο εἶναι καθῆκον ἐπιβεβλημένον εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου δὲν ἐζητήσαμεν ἀνταλλάγματα παρὰ τῆς Βελγικῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν τοιαῦτα ἀνταλλάγματα. Ποίαν δὲ μεγάλην ὠφέλειαν θὰ προσπορισθῇ ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις ἐκ τῆς συνθήκης ταύτης; ὅτι θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρ’ ἄλλου πεπολιτισμένου Κράτους, παρὰ τῆς Ἑλλάδος, νὰ βοηθήσῃ αὐτὴν πρὸς καταδίωξιν τοῦ ἐγκλήματος. Ἐπειδὴ λοιπὸν τοιαύτην εἴχομεν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, οὔτε ἐζητήσαμεν ἀνταλλάγματα, οὔτε ἐλάβομεν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλήν, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς συνθήκης, ἀλλ’ ἀπαντῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τῆς συμβάσεως.

§313Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶχον ζητήσει πληροφορίας τινάς.

§314Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς κατέθηκε χθὲς σημείωμα, ζητῶν πληροφορίας, ἀλλὰ δὲν ἔτυχε νὰ ἦμαι ἐνταῦθα κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμήν. Σήμερον, μόλις ἀνέγνωσα αὐτό, ἐζήτησα τὰς πληροφορίας, καὶ θέλω προσκομίσει αὐτὰς τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Τρίτην. Εἰς τὴν ἐπερώτησιν ὅμως περὶ τῶν ἐν Βελγίῳ τελῶν ἐπὶ τῆς σταφίδος δύναμαι ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως. Μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς περὶ ἐμπορίου συνθήκης δὲν ὑπεβλήθη τέλος ἐν Βελγίῳ ἐπιβαρῦνον τὴν σταφίδα, ἀλλὰ πρὸ τῆς συνθήκης. Ἀνακριβῶς δὲ τοιοῦτόν τι ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἐκ τούτου περιττεύει ἡ τετάρτη ἐρώτησις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ.

§315Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ἔχει Ὑπουργὸς πεπολιτισμένου Κράτους νὰ συνάπτῃ τοιαύτας συνθήκας· λέγω ὅμως, ὅτι Κράτος, ὡς ἡ Ἑλλάς, στερούμενον βιομηχανίας ἐπαρκοῦς, εὐλόγως ἠδύνατο νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν συνομολόγησιν συνθήκης, δι’ ἧς θὰ ἐπετύγχανεν ἀνταλλάγματά τινα, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς καταναλώσεως ἐν Βελγίῳ πολυτίμου ἑλληνικοῦ προϊόντος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως, τῆς ὑποβληθείσης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ζητήσῃ εἰς εὐθετώτερον χρόνον τοῦτο, ὅπως τῷ δοθῇ οὕτω καιρὸς νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν καὶ ἐμπορικῆς συμβάσεως.

§316Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μετὰ τοῦ Βελγίου, Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς συνῆψε δύο συνθήκας, συνθήκην ἐμπορικὴν καὶ τῆς ναυτιλίας, καὶ συνθήκην ἐκδόσεως. Ἡ συνθήκη ἐκδόσεως, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Σάκκης, ἐζητήθη καὶ ζητεῖται ὑπὸ τῆς Βελγικῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως ἡ Ἑλλὰς, ὡς πεπολιτισμένον Κράτος, δὲν θέλει ἀποβλέψει μόνον εἰς ταπεινὸν καὶ ὑλικὸν συμφέρον, προκειμένου νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν καταδίωξιν τῶν κακουργούντων καὶ παραβαινόντων τοὺς νόμους εἰς ἄλλα Κράτη. Τοῦτο ἐπιβάλλουσιν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἠθικοὶ λόγοι, καὶ περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἐπίμονος ἀντιλογία νῦν, καίτοι σοβαρώτατοι καὶ μεγίστου κύρους συγγραφεῖς ἀμφισβητοῦσι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ὡς διεθνῆ. Ὅτι ὅμως καὶ ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις ἔχει μεγάλην ἀνάγκην τῆς συνθήκης ταύτης, εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον. Καὶ κατὰ τὴν συνθήκην τὴν ἐμπορικὴν, τὴν ὁποίαν συνῆψεν ἡ Ἑλλὰς μετὰ τοῦ Βελγίου κατὰ τὸ 1895, ἡ Ἑλλὰς παρέσχε μεγάλα καὶ πολλὰ ἀνταλλάγματα πρὸ πάντων ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας, ἤτοι τῆς σιδηροβιομηχανίας τοῦ Βελγίου καὶ ἄλλων προϊόντων αὐτοῦ, χάριν κυρίως τοῦ πολυτίμου προϊόντος ἡμῶν, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο τότε καὶ νῦν ἔτι εὕρηται εἰς πολὺ δεινὴν κρίσιν, τῆς σταφίδος. Καὶ δὲν ἐπέτυχε μὲν πολλὰ τότε ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ, ἐπέτυχεν ὅμως τὴν ἐλάττωσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῆς σταφίδος εἰς τὸ Βέλγιον ἀπὸ 25 φράγκων εἰς 20 τὸ ἑκατόλλιτρον, συγχρόνως δὲ ἐπέτυχέ τι, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν κατεστρατηγεῖτο, βεβαίως θὰ προεκάλει μεγάλην εἰσαγωγὴν σταφίδος καὶ κατανάλωσιν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἐπέτυχε τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος εἰς Βέλγιον πρὸς παραγωγὴν οἴνου. Ῥητῶς ἀναφέρεται ἐν τῇ συνθήκῃ ἐκείνῃ, ὅτι ἡ σταφὶς ἡ εἰσαγομένη εἰς Βέλγιον, εἴτε εἰς βαρέλια, χωρητικότητος τοὐλάχιστον 200 χιλιογράμμων, εἴτε εἰς σάκκους, χωρητικότητος τοὐλάχιστον 100 χιλιογράμμων, ἡ ποιότης ἡ προωρισμένη πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν, παραγωγὴν οἴνου κλπ., εἶναι ἀτελής. Νομίζω μάλιστα, ὅτι καὶ ἰδιαιτέρα ὑποχρέωσις — προφορικὴ ἴσως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης — ἀνελήφθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Βελγικῆς, ὅπως οὐδὲν πρόσθετον τέλος, οὐδεμία μεταβολὴ, ἢ τελωνιακὴ ἢ δασμολογικὴ, εἴτε τέλους εἴτε φόρου οἱουδήποτε, δημοσίου ἢ δημοτικοῦ, ἐπιβληθῇ ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου, προκειμένου περὶ βιομηχανικῆς καταναλώσεως. Αἱ πληροφορίαι, περὶ ὧν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν βεβαιοῖ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, αἵτινες ὅμως δυστυχῶς διὰ τὸ προϊόν ἡμῶν βεβαιοῦνται, κατὰ τὰς ὑπ’ ὄψει ἡμῶν στατιστικὰς, εἶναι, ὅτι ἡ ἐξαγωγὴ τῆς σταφίδος, ἡ ὁποία ἤρξατο ἀμέσως ἀθρόα ἅμα τῇ διαπράξει τῆς συνθήκης, ἔπαυσεν αἰφνιδίως. Ἄλλοτε ἡ εἰς Βέλγιον εἰσαγωγὴ τῆς σταφίδος ἦτο ἀρκετὰ μεγάλη, τεσσάρων ἕως πέντε ἑκατομμυρίων λιτρῶν, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1894 καὶ 1895 κατῆλθε σημαντικῶς. Ἀλλ’ ἐνῷ κατὰ τὸ 1895 σημειοῦται εἰσαγωγὴ μόνον 9,560 λιτρῶν, τὸ 1896 παρουσιάζει αὔξησιν σημαντικὴν, ἀνελθόντος τοῦ ποσοῦ εἰς 566,683 λίτρας. Μικρὸν βεβαίως τὸ εἰσαχθὲν ποσόν, ἀλλὰ σχετικῶς μὲ τὸ τοῦ προηγουμένου ἔτους εἶναι μέγιστον, εἶναι περίπου ἑξηκονταπλάσιον. Αἰφνιδίως ὅμως μετὰ τὸ 1896 ἡ εἰσαγωγὴ ἐκπίπτει, καὶ βλέπομεν εἰς τὰς στατιστικὰς — τὰς μὴ ὑποβληθείσας ἔτι ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἃς ὅμως ἐγὼ εὗρον ἐξ ἄλλης πηγῆς ἐπισήμου καὶ ἔχω ἐν τοῖς ἐγγράφοις μου, — ὅτι εἰς τὸ Βέλγιον δὲν εἰσάγεται ἢ ποσὸν ἐλάχιστον. Κατὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, τὸ 1895 εἰσήχθησαν ἐκεῖ σταφίδος λίτραι 9,560, τὸ 1896 λίτραι 566,683, τὸ 1897 λίτραι 53,460, κατὰ τὸ 1898 μηδὲν, τὸ 1899 λίτραι 92,774, τὸ 1900 λίτραι 34,272, τὸ 1901 λίτραι 10,420. Οὕτω λοιπὸν ἀποδεικνύεται, ὅτι, ἐνῷ ἐγένετο ἀπόπειρα αὐξήσεως καὶ ἐπετεύχθη ἡ αὔξησις αὕτη τῆς εἰσαγωγῆς σταφίδος ἐν Βελγίῳ κατὰ τὸ 1896, ἀνεμένετο δὲ κατόπιν ἀσφαλῶς καὶ εὐλόγως μείζων ἐτησία αὔξησις, αἴφνης ἐσταμάτησε σχεδὸν πᾶσα εἰσαγωγή. Κἄτι βεβαίως ἐμεσολάβησε, τὸ ὁποῖον ἐσταμάτησε τὴν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν, δηλαδὴ τὸ μόνον εἶδος, τὸ ὁποῖον εἴχομεν κατορθώσει, παρασχόντες πλεῖστα ἀντισηκώματα, νὰ ἔχωμεν ἐν τῇ συμβάσει ἀτελὲς ἐν Βελγίῳ. Ἡ ἰσχὺς τῆς συνθήκης ἐκείνης ἔληξεν εὐτυχῶς· διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἡ συνθήκη ἐκείνη δὲν ὑπῆρξεν εὐτυχὴς δι’ ἡμᾶς, ἐζημίωσε τὴν βιομηχανίαν ἡμῶν, τὴν σιδηροβιομηχανίαν ἰδίως, οὐδὲν δ’ ὄφελος παρέσχεν ἡμῖν, ἀπ’ ἐναντίας δὲ, ὡς εἶπον, ζημίας ἐπήνεγκεν. Ὅσον ἀφορᾷ ἑπομένως τὴν ἁβρότητα, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐπιδεικνύῃ ἡ μία Κυβέρνησις πρὸς τὴν ἄλλην, ταύτην τὴν ἁβρότητα ἐπέδειξεν ἐπαρκῶς ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ παροῦσα καὶ ἡ ἄλλη, ἡ ἀποδεξαμένη τὴν συνθήκην ταύτην καὶ ὑπογράψασα τὸ κείμενον αὐτῆς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὴν ἀπόλυτον ὑποχρέωσιν τῆς ἄκρας διπλωματικῆς ἁβρότητος· νομίζω ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ πᾶσα ἄλλη Βουλὴ ὀφείλει προσεκτικώτερον νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὰ πράγματα, νὰ ἐρευνᾷ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ νὰ προστατεύῃ αὐτὰ, ὅσον δύναται, διὰ τῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διαδόσεως τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων, καὶ πρὸ πάντων τῆς σταφίδος....

§317Π. ΣΑΚΚΗΣ. Εἴδετε τὴν Γερμανίαν, ποίαν ἁβρότητα δεικνύει;

§318Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μόνον ἡ Γερμανία; Καὶ αὐτὴ ἡ Γαλλία, τὸ ἱπποτικώτερον τῶν ἐθνῶν, πᾶσαν παραχώρησιν πρὸς ἕτερον Κράτος τὴν ἐμπορεύεται μετὰ λεπτολόγου ὑπὲρ τῶν γαλλικῶν προϊόντων μερίμνης, διότι τοῦτο εἶναι καθῆκον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ τὸ ἐκ τῆς ὀφειλομένης ἁβρότητος καθῆκον δὲν ὑπάρχει, τελεσθὲν ἤδη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐπιτελέσωμεν ἕτερον καθῆκον, νὰ ἀναβάλωμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερον, τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης, ἕως ὅτου κατορθωθῇ ἡ σύγχρονος διάπραξις τῆς συνθήκης τῆς ἐμπορικῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ πλέον ἡ Ἑλλὰς, ἐλευθέρα, χωρὶς νὰ παρεξηγηθῇ, θὰ δυνηθῇ νὰ διαπραγματευθῇ καὶ ὑποστηρίξῃ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, καὶ θὰ κατορθώσῃ νὰ ἀπολαύσῃ τὰ ὠφελήματα, ὧν ἔχει ἀνάγκην πρὸς ὑποστήριξιν καὶ τῆς σταφίδος καὶ ἄλλων ἑλληνικῶν προϊόντων, οἷον σύκων, μεταλλευμάτων, καπνῶν, σπόγγων κλπ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ συνθήκη αὕτη δὲν εἰσάγεται ἁπλῆ, ἡ συνθήκη αὕτη εἰσάγεται συνοδευομένη καὶ ἀπὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγει νέον σύστημα διαδικασίας καὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τοῦ ἀρχικοῦ περὶ ἐκδόσεως καὶ τῆς συνθήκης περὶ ἐκδόσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐκτὸς τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν πολλαπλῶν ἑκατοντάδων συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μεταξὺ διαφόρων Κρατῶν, λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὅτι εἷς μόνον λόγος ὑπῆρχε, τὸν ὁποῖον γνωρίζομεν, ὅστις ἐπὶ ἔτη πολλὰ παρεκώλυε καὶ ἠμπόδιζε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ διαπράξῃ τοιαύτην συνθήκην, ὁ δὲ λόγος αὐτὸς ἐξέλιπεν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1897. Ναὶ, Κύριοι, δυστυχῶς ἀπὸ τοῦ 1897 ὡς συνέπειαν τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου ἔσχομεν μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀτυχημάτων καὶ τοῦτο· καὶ ἀτύχημα ἐθεώρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ μέγα ἀληθῶς ἀτύχημα εἶναι διὰ τὸν τόπον, ὅτι ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπογράψῃ συνθήκην ἐκδόσεως μετὰ τῆς ὁμόρου χώρας....

§319Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ὑπέγραψεν ἡ Ἑλλὰς συνθήκην.

§320Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν, εἶπον. Ἐὰν λάβητε τοὺς προκαταρκτικοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης, ἐὰν λάβητε τὴν ὁριστικὴν συνθήκην μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, θὰ ἴδητε ὅτι μεταξὺ τῶν ὑποχρεώσεων, τῶν ἀναμφισβητήτων, τῶν ἐπιβεβλημένων δυστυχῶς διὰ τῆς λόγχης, εἶναι καὶ ἡ ὑπογραφὴ τοιαύτης συνθήκης· ὅταν δ’ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ὁ Ὑπουργὸς ἑνὸς Κράτους, δὲν πρέπει νὰ σπεύδῃ εἰς διάπραξιν συνθηκῶν, καὶ μάλιστα συνθηκῶν, τὰς ὁποίας ὑπόδειγμα ἀποκαλεῖ· διότι ταύτην traité modèle ἀποκαλεῖτε, καὶ ὑποδεικνύετε ὅτι, ἐάν ποτε Κράτος τι ζητήσῃ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ διαπράξῃ συνθήκην ἐκδόσεως, ἡμεῖς ἔχομεν ἐδῶ τὸ μοντέλο, τὸ ὑπόδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συνταχθῇ αὕτη! Τῆς συνθήκης ὅμως τῆς ὑπὸ συζήτησιν καὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ συνοδεύει αὐτὴν, οἱ ὅροι εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ καὶ δηλῶ ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον συμφέρει εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἔχῃ τοιοῦτον ὑπόδειγμα· διότι οὐδὲν Κράτος, ὅσον μέγα καὶ ἂν ἦναι, καὶ ὅσας εὐεργεσίας καὶ ἂν ἔχῃ ἐπιδαψιλεύσει εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἴτε ἡ Γαλλία, εἴτε ἡ Ρωσσία, εἴτε ἡ Ἀγγλία, οὐδὲν Κράτος ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Ἑλλάδος τὴν ὑπογραφὴν συνθήκης ἐκδόσεως· εἷς καὶ μόνος ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὁ τῆς γείτονος χώρας κυρίαρχος. Ἀλλ’ ἡ διάπραξις τοιαύτης συνθήκης εἶναι ζήτημα λεπτεπίλεπτον, ζήτημα δυσκολώτατον, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐγείρῃ μεγάλας δυσχερείας, μακροτάτας διαπραγματεύσεις, καὶ ἴσως ἀνεπανορθώτους ζημίας. Διότι ἔχομεν ὁλοκλήρους πληθυσμοὺς, τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν νὰ προστατεύσωμεν· ἐὰν δ’ ἀποβλέψητε εἰς τὰς διατάξεις τῆς συνθήκης καὶ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἴδητε, ὅτι, ἐάν ποτε αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς γείτονος χώρας μεταβληθῶσι, καὶ δὲν εἶναι τοῦτο ἀδύνατον, — εὐτύχημα βεβαίως θὰ ἦναι νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἀγαθαὶ αἱ σχέσεις, πρὸς τὸ συμφέρον ἀμφοτέρων, — ἐὰν, λέγω, μεταβληθῶσιν αἱ σχέσεις αὗται, καὶ ἂν σιδηρᾶ ἀνάγκη ἀναγκάσῃ ἡμᾶς νὰ ὑπογράψωμεν συνθήκην ἐκδόσεως μὲ σχέσεις οὐχὶ εὐχαρίστους μετὰ τῆς γείτονος χώρας, εἶναι δυνατὸν διὰ τοιούτου ὑποδείγματος νὰ ὑπερασπίσωμεν τοὺς ὁμοφύλους ἐκείνους, οἵτινες θὰ καταφύγωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα; Πῶς θὰ προστατευθῶσιν Ἕλληνες ὑπὲρ Ἑλλήνων, ὑπὲρ γνωμῶν, ἰδεῶν καὶ συμφερόντων ἑλληνικῶν ἀγωνισθέντες; Ἐὰν τούτους ζητήσῃ ἡ γείτων χώρα νὰ τῇ ἐκδοθῶσι, θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκδώσωμεν αὐτούς, διότι οὐδέποτε θὰ λείψῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας μία ἀπόφασις Πλημμελειοδικείου, καταδικάζουσα εἰς τρίμηνον φυλάκισιν Ἕλληνά τινα, Ὀθωμανὸν ὑπήκοον, δι’ οἱονδήποτε ἔγκλημα, διὰ δωροδοκίαν ὑπαλλήλου, παραδείγματος χάριν. Ὁ ἴδιος ὁ Διοικητής, ἢ οἱοσδήποτε ὑπάλληλος Ὀθωμανὸς, θὰ πιέζῃ τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον πολίτην, κατὰ τοῦ ὁποίου θὰ τεκταίνηταί τι διὰ τὰς ἰδέας ἢ τὰς ἐθνικὰς ἐνεργείας αὐτοῦ, θὰ τὸν πιέζῃ, ὅπως τὸν δωροδοκήσῃ, ἅμα δὲ τὸν δωροδοκήσῃ, ἀμέσως ὁ Ἕλλην αὐτὸς θὰ καταγγέλληται καὶ θὰ καταδικάζηται ἐπὶ δωροδοκίᾳ. Ἐὰν καταφύγῃ ὁ δυστυχὴς αὐτὸς Ἕλλην εἰς τὴν Ἑλλάδα, δι’ ἄλλους λόγους γενικωτέρους, ὁ πρέσβυς τῆς Τουρκίας δὲν θὰ ἔχῃ νὰ πράξῃ ἄλλο τι ἢ νὰ διαβιβάσῃ τὴν ἀπόφασιν τὴν καταδικαστικὴν ἐπὶ δωροδοκίᾳ ὑπαλλήλου, καὶ οὕτως ὁ δυστυχὴς Ἕλλην θὰ ἐκδίδηται παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει ἄλλους λόγους νὰ τὸν ζητῇ καὶ τὸν καταδιώκῃ. Μεταβολὰς φέρει τὸ νομοσχέδιον καὶ εἴς τινα θέματα, τὰ ὁποῖα καλλίτερον νομίζω θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐτίθεντο. Νομίζω, ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ μείνῃ ὅπως ἡ συνθήκη ἡ Ἰταλικὴ ἔχει, νὰ μὴ μεταβληθῶσι δηλαδὴ τὰ κείμενα καὶ ὁ τρόπος τῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως. Τὸ νομοσχέδιον ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν τὸ δικαίωμα τοῦ διατάσσειν τὴν σύλληψιν καὶ ἐκδίδειν τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως κατὰ τοῦ ζητουμένου ἀλλοδαποῦ, καὶ τὸ ἀναθέτει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἰς τοιαῦτα ζητήματα λεπτεπίλεπτα, ζητήματα διπλωματικῶν σχέσεων καὶ ἀξιώσεων, καθ’ ἃς αἱ Κυβερνήσεις εὑρίσκονται πιεζόμεναι ἀπὸ ἄλλας Κυβερνήσεις, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἔρχηται ὁ Ὑπουργὸς καὶ νὰ τίθηται ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν ξένην Κυβέρνησιν. Ἔχομεν τὸ κείμενον τοῦ ἰσχύοντος νόμου, τὸ ὁποῖον ἀφίνει τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι νόμιμον. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν παντὶ τῷ πεπολιτισμένῳ κόσμῳ εἶναι σεβαστὴ καὶ ἀνεγνωρισμένης ἀνεξαρτησίας. Ἑπομένως δύναται ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ προτάσσῃ πάντοτε τὸ κῦρος τὸ ἀναμφισβήτητον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας πρὸ τῶν δικαστικῶν δὲ ἀρχῶν, πρὸ τῶν δικαστικῶν βουλευμάτων, πρὸ τῶν ἀποφάσεων τῶν δικαστικῶν κύπτουσι καὶ οἱ ἰσχυρότεροι, διότι, ὅσον δήποτε καὶ ἂν θελήσῃ μία Δύναμις νὰ ἐπιδράσῃ καὶ νὰ πιέσῃ, ὅταν ἀντιταχθῇ κατ’ αὐτῆς, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ εὑρίσκει, ὅτι δὲν εἶναι τὸ ζητούμενον πρόσωπον, ὡς πρὸς τὴν ταυτότητα, ἢ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἐκδοτέον, ὅτι δὲν εἶναι συλληπτέον, δὲν δύναται ὁ πρέσβυς νὰ ἐπιμείνῃ. Διότι βεβαίως, καὶ ἂν θελήσῃ ἐκ πείσματος νὰ ἐπιμείνῃ, δὲν θὰ ἔχῃ τῶν ἄλλων συναδέλφων του τὴν ὑποστήριξιν, διότι ὑπάρχει ἀμέσως ἡ ἠθικὴ ἀντίρρησις, ἡ μεγάλη ἀρχή, ἡ ἀνεγνωρισμένη παρὰ παντὸς πεπολιτισμένου ἀνθρώπου, ὅτι πρὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς πρέπει νὰ σταματῶσι πάντες. Δυσχερείας δημιουργεῖ εἰς ἑαυτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἀναλάβῃ νὰ ἀποφαίνηται αὐτὸς, ἂν πρέπει νὰ συλληφθῇ ἢ μὴ ὁ ζητούμενος, ἐὰν ἐρευνᾷ αὐτὸ τὸ ἔγκυρον ἢ ἄκυρον τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, τὸ ἔγκυρον ἢ ἄκυρον ἐνταλμάτων συλλήψεως ἢ βουλευμάτων, καὶ νὰ διαβιβάζῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἐντολήν, ὅπως οὗτος διατάσσῃ τὴν σύλληψιν οἱουδήποτε ἀλλοδαποῦ, ὁ ὁποῖος ζητεῖται καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἄγνωστος, ἀμφισβητουμένης ταυτότητος, ἀρνούμενος ὅτι ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον καταδιώκεται, καὶ τὸ ὁποῖον, καὶ ἂν ἐτελέσθη παρ’ αὐτοῦ, παρεγράφη, καὶ δὲν ὑπέχει πλέον οὗτος εὐθύνην. Εἶναι ὀρθὸν, εἶναι δίκαιον νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην παραχώρησιν, εἰς τοιαύτας μεταβολάς; Ἀφαιρεῖ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφαίνηται περὶ τῆς ἐκδόσεως, καὶ ἀναθέτει αὐτὸ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Πρωτοδικῶν. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐγγύησις τῶν πέντε ἐφετῶν καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τοὺς ξένους εἶναι ἀνωτέρα τῆς τῶν τριῶν πρωτοδικῶν, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποφαίνωνται, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, εἰς ὡρισμένας περιστάσεις. Ἀλλὰ πᾶσαι αὐταὶ αἱ μεταβολαί, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πρὸς τὴν γείτονα χώραν, νομίζω ὅτι χρήζουσι μελέτης πολλῆς, καὶ ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ συμφωνήσωσιν, ὅπως καὶ ἡ συνθήκη καὶ τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, ἢ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, καὶ ἐκεῖ ἐξονυχισθῶσι, καὶ κατορθωθῇ νὰ συνταχθῇ νομοσχέδιον πλῆρες καὶ ἄρτιον. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο θὰ ἔχῃ τὸν χρόνον καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διαπραγματευθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Βελγίου περὶ συνομολογήσεως τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης, ἧς αἱ διαπραγματεύσεις εἶναι ἐκκρεμεῖς καὶ σχεδὸν ἐν τῷ περατοῦσθαι. Ἐὰν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται συνεχισθῶσι μετὰ ζήλου, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ μᾶς φέρωσιν εἰς τὴν συνθήκην. Νομίζω, ὅτι καθῆκον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ζητήσῃ παμψηφεὶ τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς συνθήκης εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν ἢ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν ἐπιβάλλουσι τοῦτο.

§321ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Αἱ μεταβολαὶ, αἵτινες ἐγένοντο διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐγένοντο, ὅπως τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εὑρίσκηται εἰς καλλιτέραν θέσιν ἀπέναντι ἄλλου Κράτους, ὅπερ ἤθελε ζητήσει ποτὲ τὴν συνομολόγησιν τοιαύτης συνθήκης. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἤθελε λάβει τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ ἐπισταμένως τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ κάμῃ παραβολὴν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐκτελοῦνται αἱ πρὸς τὴν Ἰταλίαν ἐκδόσεις, καὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ γίνηται ἡ ἔκδοσις πρὸς τὸ Βέλγιον ἢ πρὸς ἄλλο Κράτος, ἤθελεν ἐννοήσει, τίς ἦτο ἡ πρωτεύουσα σκέψις κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διότι ὁ νόμος, δι’ οὗ ἐκυρώθη κατὰ τὸ 1878 ἡ μετὰ τῆς Ἰταλίας συνθήκη περὶ ἐκδόσεως, δὲν σαφηνίζει τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐκδίδῃ ἢ νὰ μὴ ἐκδίδῃ ἐγκληματίας τοῦ κοινοῦ δικαίου. Διὰ τῶν διατάξεων ὅμως τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ὁρίζεται, ὅτι, ἐὰν μὲν τὸ Δικαστήριον ἀποφανθῇ κατὰ τῆς ἐκδόσεως, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐκδώσῃ τὸν ἐγκληματίαν, ἐὰν δ’ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς ἐκδόσεως, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἢ νὰ μὴ ἐκδώσῃ αὐτόν. Ὥστε πολὺ μείζονα ἐλευθερίαν ἐνεργείας θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἐκείνης, ἣν ἔχει δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τὴν μετὰ τῆς Ἰταλίας συνθήκην. Ἐκτὸς τούτου ἐν τῇ συνθήκῃ ταύτῃ, ἧς τὴν κύρωσιν ζητοῦμεν διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, καὶ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὠνόμασε συνθήκην «type modèle», ἐλήφθη φροντὶς, ὥστε νὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, τροποποιουμένη—καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔχει πάντοτε ἡ Ἑλλὰς—ὡς ὑπόδειγμα πρὸς συνομολόγησιν συνθηκῶν μετ’ ἄλλων Ἐπικρατειῶν. Οὐδόλως ὅμως ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως τὴν αὐτὴν συνθήκην συνομολογήσῃ καὶ μετὰ Κράτους, ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν ὑπάρχουσι πᾶσαι αἱ ἐγγυήσεις περὶ ἀπονομῆς δικαιοσύνης κατὰ τρόπον ἀνεπηρέαστον. Ὅταν θὰ πρόκηται νὰ συνομολογηθῶσι συνθῆκαι περὶ ἐκδόσεως μετ’ ἄλλων Κρατῶν, θὰ ἐξετάσῃ ἡ Κυβέρνησις, πρὸς ἣν τοιαῦται θὰ γείνωσι προτάσεις, ἂν ἐν ταῖς Ἐπικρατείαις ἐκείναις ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης παρέχει ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, ἃς Κράτος πεπολιτισμένον καὶ φιλελεύθερον, οἷον ἡ Ἑλλὰς, δικαιοῦται ν’ ἀπαιτήσῃ. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν νομίζομεν, ὅτι ἡ σύμβασις, ἣν ὑπέγραψεν ἡ Κυβέρνησις, δύναται νὰ ὑπογραφῇ μεθ’ οἱουδήποτε ἄλλου Κράτους.

§322Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο λέγετε.

§323Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὄχι, δὲν λέγω τοῦτο. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ μετὰ τοῦ Βελγίου ὑπογραφεῖσα σύμβασις ... ἐμερίμνησε διὰ καταλλήλων διατάξεων, ὅπως ἔν τισι μὲν περιπτώσεσιν ᾖ δυνητικὴ μόνον ἡ ἔκδοσις (ἄρθρον 9, ἐδάφιον βʹ, ἄρθρον 10), ὡς ἐπίσης καὶ περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἀνακοινώσεως ὑπὸ τῆς ἐκζητούσης Πολιτείας πάσης πληροφορίας καὶ παντὸς ἐγγράφου, δυναμένων, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς μελλούσης νὰ ἐκδώσῃ Πολιτείας, νὰ διαφωτίσωσι τὴν συνείδησιν αὐτῆς ἐπὶ τῆς φύσεως τῆς ἐφ’ ἧς ζητεῖται ἡ ἔκδοσις πράξεως, ὅπως οὕτως ἐπιτυγχάνηται ὄντως ἡ ἔκδοσις μόνον ἐντὸς τῶν στενῶν σχετικῶς ὁρίων τῆς συμβάσεως (ἄρθρον 6, ἐδάφιον αʹ, ἄρθρον 10, ἐδάφ. δʹ, καὶ ἐπιστολὴ ἀνταλλαγεῖσα).» Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἤθελε λάβει τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ οὐχὶ μόνον τὴν συνθήκην, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν πρέσβυν τοῦ Βελγίου, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ ὁρίζεται, ὅτι (ἀναγινώσκει): «... τὸ ἐκζητοῦν Κράτος, παρέχον πρὸς τὸ εἰς ἔκδοσιν καλούμενον τὰς ὑπ’ αὐτοῦ αἰτουμένας ἐξηγήσεις, θέλει ταυτοχρόνως θέτει εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ ἅπαντα τὰ ἀναγκαιοῦντα ἢ χρήσιμα ἔγγραφα πρὸς διαφώτισιν τῆς γνώμης αὐτοῦ». Δηλαδὴ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βελγικῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀποστολὴν ὁλοκλήρου τῆς δικογραφίας, δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἐκ τῆς μετὰ τῆς Ἰταλίας συνομολογημένης συνθήκης περὶ ἐκδόσεως. Καὶ ἄλλαι διατάξεις περιέχονται ἐν τῇ συνθήκῃ ταύτῃ, παρέχουσαι τοιαύτας ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις εὔλογον νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βελγικῆς Κυβερνήσεως, εὗρε δὲ ταύτην προθυμοτάτην εἰς τὴν παροχὴν τῶν δικαιωμάτων τούτων, διότι ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει συνομολογήσει συνθήκας περὶ ἐκδόσεως μεθ’ ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης, ἔχει συμφέρον, ὅπως καὶ εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην γωνίαν, τὴν ὁποίαν ἀποτελεῖ τὸ Κράτος ἡμῶν, μὴ δύνανται εἰς τὸ ἑξῆς οἱ Βέλγοι ἐγκληματίαι νὰ καταφεύγωσι πρὸς ἀποφυγὴν τῆς νομίμου τιμωρίας. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἔχομεν περὶ τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης μετὰ τοῦ Βελγίου, ταύτην ἐξεδηλώσαμεν, καταγγείλαντες τὴν συνθήκην, τὴν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ ψηφισθεῖσαν, ἅμα τῇ λήξει αὐτῆς, κατὰ τὴν 27 Μαρτίου τοῦ 1901. Τὴν κατηγγείλαμεν δέ, ἀφοῦ ἐπείσθημεν, ὅτι ἡ παράτασις τῆς μετὰ τοῦ Βελγίου ἐμπορικῆς συνθήκης δὲν ἦτο συμφέρουσα εἰς ἡμᾶς. Δὲν ἦτο ὅμως δυνατὸν νὰ συνδυάσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης πρὸς τὸ ζήτημα τῆς κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν ὀφειλομένης εἰς τὰ ξένα Κράτη συνδρομῆς πρὸς καταδίωξιν τοῦ ἐγκλήματος, δὲν ἠδυνάμεθα τὴν παροχὴν τῆς συνδρομῆς ταύτης νὰ συνδυάσωμεν πρὸς παροχὴν ὠφελημάτων ἐμπορικῶν. Τὴν αὐτὴν γνώμην περὶ τῆς ὀφειλομένης συνδρομῆς εἰς ξένα Κράτη πρὸς καταδίωξιν τοῦ ἐγκλήματος διετύπωσε καὶ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, τῇ συνοδευούσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν, περὶ κυρώσεως τῆς Ἀγγλογαλλικῆς συνθήκης περὶ ἐκδόσεως. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δύναται νὰ πεισθῇ περὶ τούτου, ἀναγινώσκων τὴν σχετικὴν ἔκθεσιν.

§324ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία Κυβέρνησις κατήγγειλε τὴν μετὰ τοῦ Βελγίου ἐμπορικὴν συνθήκην;

§325Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν.

§326Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ἀποδέχομαι πληρέστατα τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἡ συνομολόγησις τοιαύτης συμβάσεως, οἵα ἡ προκειμένη, εἶναι ὑποχρέωσις ἐπιβαλλομένη εἰς πᾶν πεπολιτισμένον Κράτος χάριν τῆς δικαιοσύνης καὶ χάριν καὶ αὐτῶν τῶν Κρατῶν. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι πάσης ὑποχρεώσεως ἡ ἐκπλήρωσις δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ συνδυασθῇ καὶ μὲ τὴν ἱκανοποίησιν ἄλλων δικαίων ἀπαιτήσεων, τὰς ὁποίας δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἡ ἀποδεχομένη τὴν συνομολόγησιν τοιαύτης συμβάσεως Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τοῦτο ἀπόκειται εἰς τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν ἱκανότητα τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσπαθήσῃ νὰ τὸ ἐπιτύχῃ. Ἐγὼ ἐνταῦθα θέλω ἐπιληφθῆ τῆς ἐξετάσεως τῆς προκειμένης συμβάσεως, αὐτῆς καθ’ ἑαυτὴν, ἵνα ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλὴ, κατὰ πόσον ἡ σύμβασις αὕτη καὶ ὁ νόμος ὁ πρὸς ἐπικύρωσιν αὐτῆς δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ὑπόδειγμα, ὡς ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ θέμα τοῦτο δὲν εἶναι νέον. Καὶ ἄλλοτε ἡ Ἑλλὰς συνωμολόγησε τοιαύτην συνθήκην, τὴν πρὸς τὴν Ἰταλίαν, καὶ ἐξεδόθη νόμος, ἐπικυρῶν τὴν συνθήκην ταύτην καὶ κανονίζων τὸν τρόπον τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῆς. Ἐάν τις παραβάλῃ τὴν τότε συνομολογηθεῖσαν σύμβασιν πρὸς τὴν νῦν συνομολογουμένην, τὸν τότε ψηφισθέντα νόμον πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νῦν ὑποβάλλεται, θέλει πεισθῆ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὅτι ἐντελεστέρα ἦτο καὶ ἡ πρώτη συνθήκη καὶ ὁ πρῶτος νόμος, καὶ ὅτι ἡ προκειμένη ἔχει τὰς ἀτελείας μείζονας ἢ ἐκείνη. Διὰ νὰ πείσω δὲ περὶ τούτου τὴν Βουλὴν, ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω τὸ τελευταῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐστηρίχθη, ὅτι δηλαδὴ ἐν τῇ συνθήκῃ ταύτῃ μένει ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις νὰ παραδεχθῇ ἢ ὄχι τὴν ἔκδοσιν καὶ μετὰ τὴν ὑπὲρ τῆς ἐκδόσεως ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου, τὸ ὁποῖον ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως. Ἀληθῶς, Κύριοι, ἐν τῷ νόμῳ ἀναγράφεται ῥητῶς τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεστήριξεν, ὅτι μένει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, καὶ ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου, νὰ κρίνῃ, ἂν πρέπει νὰ ἐκδώσῃ ἢ νὰ μὴ ἐκδώσῃ τὸν ἐγκληματίαν· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ μὴ ἐκδώσῃ τὸν ἐγκληματίαν, καίτοι τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἐπέτρεψε τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ, δὲν περιέχεται εἰς τὴν συνθήκην...

§327Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ συνθήκη λέγει «συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ κυρώσῃ τὴν συνθήκην». Ἑπομένως, ὅταν ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφισθῇ, ἀναφέρῃ τοῦτο, ἡ δὲ δι’ αὐτοῦ κυρουμένη συνθήκη ἀναφέρηται εἰς τὸν νόμον, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦτο. Οὐδέποτε τίθενται εἰς συνθήκας τοιαῦται λεπτομέρειαι. Συνεζήτησα τὸ ζήτημα μετὰ διαφόρων εἰδικῶν εἰς τοιαῦτα θέματα, καὶ εὑρέθημεν σύμφωνοι, ὅτι, ἀφοῦ ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ νομοσχεδίῳ περὶ κυρώσεως τῆς συνθήκης ὑπάρχει διάταξις περὶ τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ συνθήκη ἀναφέρεται εἰς τὸν κυροῦντα αὐτὴν νόμον, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ἐν τῇ συνθήκῃ τοιαύτη διάταξις.

§328Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἀντικρούω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τώρα ὑποστηρίζετε. Εἶπον ὅτι μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία συνῆψε μεθ’ ἡμῶν τοιαύτην συνθήκην καὶ ἔχει ὑπὲρ ἑαυτῆς ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου, ἐπιτρέπουσαν τὴν ἔκδοσιν, θὰ δύναται νὰ κάμῃ σπουδαίας παραστάσεις καὶ ζητήσῃ τὸν λόγον τῆς ἀρνήσεως.

§329Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, εἶναι ὅμοιον πρὸς τὸν νόμον, τὸν κυροῦντα τὴν μετὰ τῆς Ἰταλίας συνθήκην περὶ ἐκδόσεως. Ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκ τῶν νόμων αὐτῆς νὰ ἀποφασίσῃ εἴτε νὰ ἐκδώσῃ τὸν ζητούμενον, εἴτε νὰ μὴ ἐκδώσῃ αὐτόν. Παρ’ ἡμῖν δὲν ἐγένετο τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ διάταξις αὕτη ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ Βελγικῷ νόμῳ καὶ εἰς πλείστους ἄλλους δὲν ἔχει ἐφευρεθῆ ὑπὸ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως.

§330Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Ὑπουργὲ, λέγω ταῦτα, διότι νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ δύναται νὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν δύσκολον. Καλλίτερον θὰ ἦτο, ἡ συνθήκη νὰ τὸ ὥριζε ῥητῶς· ἀλλ’ ἐὰν ὑμεῖς νομίζητε ὅτι αὐτὸ ἀρκεῖ, δὲν ἐπιμένω. Δὲν ἀντιλέγω κατ’ ἀρχὴν, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ παρούσῃ συνθήκῃ, ἐὰν παραβάλῃ τις ταύτην πρὸς τὴν μετὰ τῆς Ἰταλίας, ὑπάρχουσι μεταβολαί τινες καί τινες ὅροι ἐπὶ βελτιώσει τῶν πραγμάτων· ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἐλλείψεις, διὰ τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, τί συμβαίνει. Ἡ μετὰ τῆς Ἰταλίας συνθήκη προβλέπει, ἐκτὸς τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐγκληματιῶν, — περὶ ἧς καὶ ἡ παροῦσα προβλέπει, — καὶ περὶ προσκλήσεως μαρτύρων ἐκ τῆς μιᾶς Ἐπικρατείας εἰς τὴν ἄλλην, ἵνα μαρτυρήσωσι περὶ τῆς δίκης, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ ὁ ἐκδοθησόμενος. Περὶ τοιαύτης περιστάσεως ἡ παροῦσα συνθήκη σιωπᾷ. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἡ μετὰ τῆς Ἰταλίας συνθήκη περιέχει πολὺ περισσότερα ἀδικήματα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ἡ παροῦσα συνθήκη, δι’ ἃ δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκδοσις. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ὡς ἐπιχείρημα ὑπὲρ τούτου λέγει, ὅτι ἐφρόντισε νὰ περιλάβῃ ἐν τῇ συνθήκῃ τῇ παρούσῃ τὰ σπουδαιότερα. Ἀλλὰ πολλὰ τῶν παραλειφθέντων ἀδικημάτων εἶναι σπουδαιότερα τῶν περιληφθέντων· περιλαμβάνει ἡ συνθήκη πλημμελήματα, ἐνῷ παραλείπει κακουργήματα· παραλείπει π. χ. τὸν βιασμὸν, τὴν λῃστείαν, τὴν πειρατείαν κλπ. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, μίαν διαφορὰν μεταξὺ τῶν δύο συνθηκῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀδικήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων τῶν ἀτελειῶν ἡ παροῦσα συνθήκη δὲν ἐπιτρέπει καὶ τὴν ἐξέτασιν μαρτύρων, ὅταν πρόκηται περὶ πολιτικῶν ἀδικημάτων. Κατὰ πρῶτον ὁ περιορισμὸς οὗτος δὲν ἔχει κανένα λόγον. Ὅταν μία Κυβέρνησις ζητῇ τὴν ἐξέτασιν μαρτύρων, δὲν ἔχει λόγον ἡ ἑτέρα Κυβέρνησις νὰ ἐρευνήσῃ, διατὶ θὰ ἐξετασθῶσιν οἱ μάρτυρες. Ἐκτὸς ὅμως τούτων ὑπάρχει, Κύριοι, ἐν τῇ παρούσῃ συνθήκῃ καί τις — ἐκ κακῆς μεταφράσεως ἴσως — ἀσάφεια. Ἐὰν ἐξετάσητε τὸ ἄρθρον 9 τῆς συνθήκης, δὲν θὰ ἐννοήσητε περὶ τίνος πρόκειται, καὶ ἂν δὲν παραβάλῃ τις τὸ Γαλλικὸν κείμενον πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν μετάφρασιν, ἢ δὲν ἔχῃ τριβὴν περὶ τὰ ζητήματα, περὶ ὧν πρόκειται, δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ, τί γράφει ἡ συνθήκη. Νομίζω ὅτι τοῦτο δύναται νὰ διορθωθῇ, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐαρεστηθῇ νὰ προσέξῃ εἰς τὴν μετάφρασιν.

§331Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ποῖον εἶναι τὸ ἀσαφές;

§332Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρήσατε τὸ Γαλλικὸν κείμενον. Ἐγὼ, Κύριοι, ἔλαβον τὸν λόγον, οὐχὶ ἵνα ὑποδείξω μόνον τὰς ἀτελείας ταύτας καὶ ἄλλας τινὰς μικροτέρας, τὰς ὁποίας εὗρον εἰς τὴν συνθήκην, ἀλλὰ κυρίως ἵνα ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, ὅτι ἡ παροῦσα συνθήκη πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, ἵνα ἐν λεπτομερεῖ καὶ διαλογικῶς διεξαγομένῃ συζητήσει γείνῃ ἡ διόρθωσις τῶν ἐλλείψεων. Τοῦτο, πιστεύω, θέλει κριθῆ ὑπὸ πάντων ὡς ἀναγκαῖον, ἐὰν παραβληθῇ ὁ νόμος ὁ ἰσχύων πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται διὰ τῆς παρούσης συνθήκης. Ὁ νόμος ὁ ἰσχύων ὀρθότατα ἀναθέτει τὰ πάντα εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου· τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον θέλει νὰ κάμῃ διάκρισιν ἐκτὸς τῶν περιστάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ αἰτήσεις περὶ ἐκδόσεως στηρίζονται ἐπὶ ἀποφάσεων ἢ βουλευμάτων δικαστικῶν παραπομπῆς, προσθέτει καὶ περιστάσεις, καθ’ ἃς αἱ αἰτήσεις δύνανται νὰ στηρίζωνται καὶ ἐπὶ ἄλλων ἐγγράφων,—καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ἠξεύρῃ ποῖα τὰ ἄλλα αὐτὰ ἔγγραφα.—Καὶ δι’ ἑνὸς τοιούτου ἐγγράφου, Κύριοι, ὅπως συνωμολογήθη ἡ προκειμένη συνθήκη, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τὴν σύλληψιν τοῦ ἀτόμου, οὗτινος ζητεῖται ἡ ἔκδοσις, ἐνῷ ὁ ἰσχύων νόμος ἀναθέτει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, νὰ διατάξῃ καὶ τὴν σύλληψιν καὶ τὴν ἔκδοσιν. Αὗται εἶναι ἀτέλειαι, τὰς ὁποίας ὑποδεικνύω, οὐχὶ ἵνα συζητήσω ταύτας ἐν ὅλῃ τῇ εὐρύτητι, ἀλλ’ ἵνα καταδείξω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀπόλυτος ἀνάγκη εἶναι νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν, ἔνθα ἕκαστον τῶν ζητημάτων τούτων νὰ συζητηθῇ, καὶ εἶτα ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐν πλήρει γνώσει τῶν πραγμάτων. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, ἂς ἀποφασίσῃ.

§333ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι Βουλευταί, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, διότι ἀπετέλεσα μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβαλλόμενον σήμερον ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ παράσχω πληροφορίας τινάς, αἵτινες θὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ λυθῶσιν αἱ γεννηθεῖσαι ἀπορίαι. Πρὸ παντὸς δὲ πρέπει νὰ ἐννοηθῶμεν μετὰ τῶν ἀντιλεγόντων εἰς διατάξεις τινὰς τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τῆς φύσεως τῆς πράξεως τῆς ἐκδόσεως· διότι ἡ ἀνάμιξις τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς φέρει ποιάν τινα σύγχυσιν, καὶ δυνατὸν νὰ γεννηθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ ἔκδοσις ἐγκληματίου ἀνήκει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τὴν ἀποκλειστικὴν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Ἡ ἀνάμιξις, Κύριοι, τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἐκδόσεως οὐδὲν ἄλλο ἐννοεῖ ἢ ἐγγύησίν τινα, προκειμένου περὶ βεβαιώσεως τοῦ ἀδικήματος, ὅτι τὸ ζήτημα θὰ ἐξετασθῇ ἁρμοδιώτερον καὶ ἄνευ τινὸς προκαταλήψεως. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς ἐκδόσεως δὲν εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πρᾶξις κυβερνητική· διότι ἡ αἴτησις δὲν ἀπευθύνεται πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον καλεῖται πρὸς ἔκδοσιν, ἡ αἴτησις ἀπευθύνεται ὑπὸ Κυβερνήσεως εἰς Κυβέρνησιν, καὶ μόνον ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐκζητουμένου Κράτους εἶναι ἁρμοδία νὰ κρίνῃ, ἂν ὀφείλει ἢ δὲν ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ τὸν ἐκζητούμενον. Τοῦτο φρονῶ ὅτι λύει τὴν ἀπορίαν τὴν γεννηθεῖσαν. «Ἀλλὰ πῶς, λέγουσιν οἱ ἀντιλέγοντες, ἀφοῦ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἀποφανθῇ, ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ ὅροι τῆς ἐκδόσεως, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἔκδοσιν;» Μάλιστα, ἀπαντῶ· διότι τὸ ἐκζητοῦν Κράτος οὐδὲν δικαίωμα ἀπέκτησεν ἐκ τῆς ἀποφάνσεως τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, διότι τὰ τῆς διαδικασίας τῆς ἐκδόσεως ἀφορῶσιν εἰς τὸν ἐσωτερικὸν κανονισμὸν τῆς χώρας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ζητεῖται ἡ ἔκδοσις, καὶ δέον νὰ ἐπιφυλαχθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως εἰς τὸ ἐκζητούμενον Κράτος, διότι μόνον αὐτὸ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τοὺς λόγους καὶ τὰς περιστάσεις καὶ νὰ κρίνῃ, ἂν ὀφείλει ἢ μὴ νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν αἴτησιν περὶ ἐκδόσεως· διότι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ δὲν ἔχει ἄλλο τι νὰ ἐξετάσῃ, εἰμὴ ἂν τὰ ἔγγραφα εἶναι ἐν τάξει, ἂν τὸ ἔνταλμα ἢ τὸ βούλευμα ἐξεδόθη ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν δικαστικὴν ἀρχὴν τοῦ ἐκζητοῦντος Κράτους, καὶ νὰ κρίνῃ, ἂν τὸ ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἡ ἔκδοσις, περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν ἀδικημάτων, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ἡ συνθήκη, ἂν ὁ χαρακτηρισμὸς ὁ δοθεὶς εἶναι ὁ νομικὸς χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως, ἂν δὲν ἐνεφιλοχώρησε παραγραφή, καὶ ἑπομένως, ἂν οὐδεμίαν ἔχει ἀντίρρησιν νόμιμον, ἵνα ὁ ἐκζητούμενος ἐγκληματίας ἢ ὁ ὑπαίτιος ἐκδοθῇ· ἀλλὰ μένει πάντοτε εἰς τὸ ἐκζητούμενον Κράτος νὰ κρίνῃ, ἂν ὀφείλει ἢ μὴ νὰ τὸν ἐκδώσῃ. Διότι μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι πολλάκις ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ κοινοῦ ἀδικήματος δύναται νὰ ὑποκρύπτηται ἀδίκημα πολιτικόν. Δυνατὸν αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας τὸ ἀδίκημα ἐγένετο, νὰ μὴ ἐπιτρέπωσιν εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐκδώσῃ τὸν κατηγορούμενον· διότι μὴ λησμονῶμεν τέλος, ὅτι ἡ ἔκδοσις εἶναι πρᾶξις χαριστικὴ, πρᾶξις προκαλουμένη ἐκ τῆς ἁβρότητος τῶν ἐθνῶν.

§334Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τῆς συντάξεως τῆς συμβάσεως εἶναι χαριστικὴ, ἀλλὰ κατόπιν ὄχι, διότι εἶναι ὑποχρέωσις ἐκ τῆς συμβάσεως.

§335ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὑποχρέωσις ἐκ τῆς συμβάσεως κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἐσωτερικοῦ νόμου· διότι τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ ἔννοια τῆς συμβάσεως, διότι ἡ σύμβασις ἀναγνωρίζει, — καὶ ἡ προκειμένη, ὅπως καὶ ἡ Ἰταλικὴ, — ὅτι ἡ ἔκδοσις θὰ λαμβάνῃ χώραν κατὰ τὸν ἰσχύοντα ἐν τῷ Κράτει νόμον, δὲν ἀπαλλοτριοῦται δὲ τὸ Κράτος τοῦ δικαιώματος τοῦ νομοθετεῖν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐσωτερικὴν διαδικασίαν. Εἶναι δὲ βέβαιον, Κύριοι, ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν δύο νόμων, τοῦ νόμου τοῦ κυρώσαντος τὴν Ἰταλικὴν σύμβασιν καὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σημερινοῦ, ὅτι πᾶσαι αἱ μεταβολαὶ ἐγένοντο ἐπὶ τὸ βέλτιον, καὶ ἐγένοντο ἐπὶ τὸ βέλτιον οὐ μόνον κατὰ τὴν διαρρύθμισιν τῆς διαδικασίας, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅσον ἐπιφυλάσσεται πάντοτε τὸ δικαίωμα τῆς Πολιτείας, τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, νὰ κρίνῃ μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀποφασίσῃ τὴν ἔκδοσιν, περὶ τοῦ προσφόρου ἢ μὴ τῆς ἐκδόσεως. Ἀλλ’ ἀντιτάσσεται, ὅτι θὰ γεννηθῶσι διπλωματικαὶ περιπλοκαί. Ἂν οἱ λόγοι, οἱ μέλλοντες νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τόσον ἰσχυροὶ, δὲν δυνάμεθα νὰ ὀπισθοχωρήσωμεν καὶ ἀπέναντι διπλωματικῶν περιπλοκῶν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους. Ἐλέχθη, Κύριοι, ὅτι καὶ ἡ σύμβασις καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ εἰσαγόμενον πρὸς κύρωσιν αὐτῆς χρησιμεύουσιν, οὕτως εἰπεῖν, ὡς ὑπόδειγμα, ἐν ᾗ περιπτώσει καὶ ἄλλα Κράτη ζητήσωσι τὴν συνομολόγησιν τοιούτων συμβάσεων. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν ἀλλοδαπῶν, ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐγκληματησάντων καὶ καταφυγόντων εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ἐπῆλθε καὶ εἰς τὸν νομοθέτην τοῦ 1834, δηλαδὴ εἰς τὸν νομοθέτην τῆς Ποινικῆς ἡμῶν Δικονομίας, διότι ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις ἐν αὐτῇ, προβλέπουσα τὴν ἔκδοσιν νόμου γενικοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐξεδίδοντο οἱ ἐγκληματίαι, οἱ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καταφεύγοντες· ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος ἁπλῶς καὶ μόνον εἶναι προωρισμένος νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς διαδικασίας τῆς ἐκδόσεως, οὐχὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως, διότι τοῦτο ἐθεωρήθη ὅτι ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς μεταξὺ τῶν ἐθνῶν ἀλληλεγγύης. Ὥστε καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ὑπάρξεως νόμου ἡ ἔκδοσις δὲν ἀπαγορεύεται. Ὅπως καὶ σήμερον μεταξὺ τῶν Κρατῶν τῶν μὴ ἐχόντων συμβάσεις δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ἔκδοσις ἐπὶ ἁπλῇ ὑποσχέσει ἀμοιβαιότητος, οὕτω καὶ ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ἐκδώσῃ πρὸς Κράτη, μετὰ τῶν ὁποίων δὲν συνδέεται διὰ συνθήκης, ἐὰν κρίνῃ τοῦτο πρόσφορον, καὶ χωρὶς ἡ ἔκδοσις αὕτη νὰ περιβληθῇ τοὺς τύπους τῆς ἐξώσεως. Εἶχε λοιπὸν τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἔκρινε καταλληλότερον, νὰ ἐκδώσῃ, ὅπως καὶ ἄλλα Κράτη ἔπραξαν, — τὸ Βέλγιον, ἡ Ἰταλία, ἡ Ἀγγλία, ἐν σχεδίῳ δὲ καὶ ἡ Γαλλία, — νόμον γενικὸν περὶ ἐκδόσεως, ἀλλὰ νόμον μεταβλητὸν, νόμον τροποποιούμενον κατὰ τὰς ἀνάγκας καὶ κατὰ τὰς περιστάσεις τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως τῆς χώρας. Δὲν ἔπραξε τοῦτο· καὶ ἐπειδὴ μίαν μόνον συνθήκην συνωμολόγησεν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ ἔτος 1877 μετὰ τῆς Ἰταλίας, ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἐκανόνισε τὰ τῆς διαδικασίας τῆς ἐκδόσεως. Δὲν κωλύεται ὅμως καὶ νὰ μεταβάλῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅπως σήμερον προτείνει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μεταβληθῶσι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὅμως ἐπεσείσθη καὶ τὸ φόβητρον, ὅτι σήμερον, ἔχοντες ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας νὰ συνομολογήσωμεν μετ’ αὐτῆς σύμβασιν περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν, ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν καὶ νὰ ἔχωμεν πάντοτε ὑπ’ ὄψει, ὅτι δύναται νὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ἤμεθα παρεσκευασμένοι, ἵνα μὴ ἀντιταχθῇ ἡμῖν σύμβασις ἢ συμβάσεις ὑφιστάμεναι μετ’ ἄλλων Κρατῶν. Ἀκριβῶς δὲ τοῦτο, Κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον εἶχεν ὑπ’ ὄψει. Φρονῶ δέ, ὅτι ἐλήφθησαν πάντα τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα, ὥστε νὰ μὴ προκληθῶσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ φέρωσιν εἰς δυσχέρειαν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅταν θὰ ἐπιστῇ ἡ στιγμὴ νὰ συνομολογήσῃ τὴν συνθήκην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀτυχεῖς περιστάσεις ἐπέβαλον. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον μόνον νὰ ὑποβάλω. Ἐπιφυλάττομαι δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν νὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον.

§336ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶμαι κατὰ τῆς συμβάσεως. Κατὰ θεωρίαν εἶμαι ὑπὲρ τῆς συνομολογήσεως συμβάσεως, καὶ δὲν θὰ εἰσέλθω σήμερον — ἀφοῦ ἄλλως τε ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, — εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς συμβάσεως. Ἓν μόνον θὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀσπάζομαι τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ σταλῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν, διότι παρατηρῶ μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συνθήκης μίαν ἀντίφασιν, ἡ ὁποία δύναται ἐν τῇ ἐκτελέσει νὰ παρουσιάσῃ πολλὰς δυσχερείας. Τὸ ἄρθρον 4 ἐδάφ. βʹ τοῦ νομοσχεδίου λέγει (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν περὶ ταυτότητος ἐξέτασιν καὶ μετ’ ἀκρόασιν τοῦ συλληφθέντος, ἐὰν ἐνεφανίσθη, καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν γνωμοδοτεῖ ἠτιολογημένως περὶ τοῦ βασίμου τῆς περὶ ἐκδόσεως αἰτήσεως. Τὸ βάσιμον ὅμως τοῦ ἀποδιδομένου εἰς τὸν συλληφθέντα ἐγκλήματος δὲν ἐξετάζεται ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου. Ὁ συλληφθεὶς δύναται νὰ παρασταθῇ καὶ διὰ συνηγόρου.» Κατόπιν ἔρχεται τὸ ἄρθρον 6 τῆς συνθήκης, τὸ ὁποῖον λέγει ἐν ἐδαφίῳ αʹ (ἀναγινώσκει): «Ἔκδοσις δὲν χωρεῖ, ἂν ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν ζητεῖται, θεωρῆται ὑπὸ τοῦ εἰς ἔκδοσιν καλουμένου Κράτους ὡς πολιτικὸν ἀδίκημα ἢ πρᾶξις συναφὴς πρὸς τοιοῦτον ἀδίκημα, ἢ ἂν ὁ ἐκζητούμενος ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ περὶ ἐκδόσεως αἴτησις ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καταδιώξεως αὐτοῦ ἐπὶ τοιαύτῃ τινὶ πράξει.»

§337Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι προσβλητικὸν καὶ διὰ τὰς Δυνάμεις, τὰς ὁποίας ὑποχρεοῖ. Ὑποθέτει δηλαδὴ, ὅτι θὰ ζητήσωσι τὴν ἔκδοσιν δι’ ἄλλον σκοπόν.

§338ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Καὶ μήπως καθ’ ἡμέραν δὲν συμβαίνει νὰ χαρακτηρίζηται πρᾶξις συναφὴς πρὸς πολιτικὸν ἔγκλημα ὡς κοινὸν ἔγκλημα, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἔκδοσις; Βλέπετε λοιπόν, ποία ἀντίθεσις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συνθήκης· διότι, ἀφοῦ ὁ ἐκζητούμενος δὲν ἐκδίδεται, ἐὰν ὁ ἐκζητούμενος ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ περὶ ἐκδόσεως αὐτοῦ αἴτησις ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καταδιώξεως αὐτοῦ ἐπὶ τοιαύτῃ πράξει, πῶς θέλετε νὰ ἀσκηθῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἀμύνης τοῦ ἐκζητουμένου, ὅταν εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου λέγητε, ὅτι «τὸ βάσιμον ὅμως τοῦ ἀποδιδομένου εἰς τὸν συλληφθέντα ἐγκλήματος δὲν ἐξετάζεται ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου; Πῶς θὰ ἐξετάσῃ τὸ Συμβούλιον τὰ τῆς ὑπερασπίσεως τοῦ ἐκζητουμένου, ἀφοῦ τῷ ἀποκλείετε τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ βασίμου τοῦ ἐγκλήματος;

§339Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βάσιμον εἶναι, ἂν εἶναι ἔνοχος ἢ ἀθῶος. Αὐτὸ θὰ ἐξετάσῃ.

§340ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλὰ σᾶς λέγει, ὄχι μόνον διὰ πολιτικὸν ἔγκλημα (ἀναγινώσκει): «Ἔκδοσις δὲν χωρεῖ, ἐὰν ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν ζητεῖται, θεωρῆται ὑπὸ τοῦ εἰς ἔκδοσιν καλουμένου Κράτους ὡς πολιτικὸν ἀδίκημα ἢ πρᾶξις συναφὴς πρὸς τοιοῦτον ἀδίκημα, ἢ ἂν ὁ ἐκζητούμενος ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ περὶ ἐκδόσεως αἴτησις ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καταδιώξεως αὐτοῦ ἐπὶ τοιαύτῃ τινὶ πράξει». Πῶς θέλετε, ὁ ἐκζητούμενος νὰ ἀποδείξῃ αὐτὸ, ἀφοῦ λέγετε εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου: «τὸ βάσιμον ὅμως τοῦ ἀποδιδομένου εἰς τὸν συλληφθέντα ἐγκλήματος δὲν ἐξετάζεται ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου»; Πῶς θ’ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον, ἂν ἡ πρᾶξις εἶναι πολιτικὸν ἔγκλημα, ἢ συναφὴς πρὸς πολιτικὸν ἔγκλημα; Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι πρακτικὸν εἶναι νὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας συναδέλφου, νὰ παραπεμφθῇ δηλαδὴ τὸ νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν κατόπιν πρὸ ἀντιφάσεως· διότι, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις δὲν πρέπει νὰ χωρῇ καμμία ἀμφιβολία, δὲν πρέπει ν’ ἀφίνηται καμμία θύρα ἀνοικτὴ, διὰ τῆς ὁποίας δύνανται νὰ χωρήσωσι περιπλοκαί. Ταῦτα κατ’ ἀρχήν. Ἐπιφυλάττομαι δ’ ἐν ἀνάγκῃ νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις.

§341Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου νομίζω ὅτι δὲν ἔχει ὑπόστασιν. Μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίφασις· διότι τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου λέγει τι, τὸ ὁποῖον εἶναι φυσικώτατον καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ οὕτως, ὅτι δηλ. τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐξελέγχει, ἂν ὑπάρχουσιν οἱ ὅροι τῆς ἐκδόσεως, δὲν δικάζει ἂν ὁ ἐκζητούμενος ἐγκληματίας εἶναι ἔνοχος τῆς ἀποδιδομένης αὐτῷ πράξεως ἢ ὄχι, διότι τότε ἔπρεπε νὰ γείνῃ διαδικασία, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ μετενεχθῇ διὰ τῆς ἐκδόσεως. Τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐξετάζει ἂν πρέπει νὰ γείνῃ ἢ μὴ ἡ ἔκδοσις, ἐξετάζει ἂν ὑπάρχουσι τὰ τυπικὰ στοιχεῖα τῆς ἐκδόσεως, δηλαδὴ ἂν τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἀποδίδεται εἰς τὸν ἐγκληματίαν, εἶναι ἐξ ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ἡ σύμβασις, ἂν ἡ βεβαίωσις τῆς κατηγορίας στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἐγγράφων, περὶ ὧν προβλέπει ἡ σύμβασις κλπ. Ἂν εἶναι ἔνοχος τῆς πράξεως ἢ ὄχι, τοῦτο εἶναι ἔργον ἄλλων, εἶναι ἔργον τῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ζητεῖ τὴν ἔκδοσιν. Τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως τί λέγει; «Δὲν χωρεῖ ἔκδοσις, ἂν ἡ πρᾶξις θεωρῆται ὑπὸ τοῦ εἰς ἔκδοσιν καλουμένου Κράτους ὡς πολιτικὸν ἀδίκημα ἢ πρᾶξις συναφὴς πρὸς τοιοῦτον ἀδίκημα, ἢ ἂν ὁ ἐκζητούμενος ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ περὶ ἐκδόσεως αἴτησις ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καταδιώξεως αὐτοῦ ἐπὶ τοιαύτῃ τινὶ πράξει». Βεβαίως ταῦτα δὲν εἶναι ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τῆς ἐνοχῆς ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἔκδοσις· ταῦτα εἶναι ἐξέτασις, ἂν ὑπάρχουσιν οἱ ὅροι τῆς ἐκδόσεως. Ἀποδίδεται δηλαδὴ εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ἓν ἀδίκημα· δὲν θὰ ἐξετάσῃ τὸ Δικαστήριον, ἂν βασίμως ἀποδίδεται εἰς αὐτὸν τὸ ἀδίκημα, ἤτοι ἂν διέπραξεν αὐτὸς τὸ ἀδίκημα, θὰ ἐξετάσῃ ὅμως, μήπως τυχὸν τὸ ἀδίκημα εἶναι πολιτικὸν, θὰ ἐξετάσῃ, μὴ τυχὸν ἡ αἴτησις περὶ ἐκδόσεως γίνεται μὲν λόγῳ ἀδικήματος μὴ ὄντος πολιτικοῦ, ἀλλὰ γίνεται πράγματι ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ συλληφθῇ ὁ ἐκζητούμενος καὶ δικασθῇ διὰ πολιτικὸν ἀδίκημα. Ἂν ὅμως αὐτὸς εἶναι ἔνοχος ἢ ὄχι, ἂν εἶναι βάσιμος ἡ κατ’ αὐτοῦ κατηγορία ἢ ὄχι, τοῦτο δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τὸ Δικαστήριον. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου δὲν ὑπάρχει ἀντίφασις, οὐδὲ κἂν ἀσάφεια.

§342ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλὰ ποῦ θὰ ἀποδείξῃ ὁ ἐκζητούμενος, ὅτι ἡ αἴτησις περὶ ἐκδόσεως ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καταδιώξεως αὐτοῦ ἐπὶ τοιαύτῃ πράξει;

§343Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἑτέρα διαφορὰ μεταξὺ τῆς συμβάσεως Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας καὶ τῆς παρούσης εἶναι, ὅτι ἡ Ἰταλικὴ σύμβασις προβλέπει καὶ τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ὁ ἀλλοδαπὸς, ἐλθὼν ἐδῶ, ἀπέκτησε τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Τί γενήσεται τότε; Προβλέπει ἡ σύμβασις ἡ μετὰ τῆς Ἰταλίας, σιωπᾷ ὅμως ἡ παροῦσα σύμβασις. Εἶναι ἀνάγκη καὶ περὶ τούτου νὰ ληφθῇ πρόνοια· εἶναι δὲ καὶ τοῦτο εἷς ἀκόμη λόγος παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.

§344Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὴ ἡ ἁψιμαχία, ἡ ἔναρξις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως ἡμῶν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν, βλέπετε ὅτι ἀπέδειξεν ἐπαρκῶς, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξονυχισθῇ λέξιν πρὸς λέξιν καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ σύμβασις, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μεταβάλλει τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα. Ἁπλῶς μία περίστασις, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κωνσταντόπουλος, ἀρκεῖ, νομίζω, νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δεῖται ἐπεξεργασίας. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ αὐτὸς διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν σύλληψιν προσώπου, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἔκδοσις διὰ τῆς ὑποβολῆς μόνον ἑνὸς βουλεύματος, τὸ ὁποῖον δὲν διατάσσει τὴν σύλληψιν ἢ τὴν προφυλάκισιν, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν περίπτωσιν νὰ συλλαμβάνωνται ἄνθρωποι ἄνευ ἐντάλματος συλλήψεως, οἱουδήποτε, παρὰ τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 5 ῥητῶς διατάσσει, ὅτι «οὐδεὶς συλλαμβάνεται οὐδὲ φυλακίζεται ἄνευ ᾐτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ τῆς προφυλακίσεως». Ποῖον ἔνταλμα θὰ παρουσιάσῃ ὁ ἀστυφύλαξ εἰς τὸν συλλαμβανόμενον ξένον, — διότι καὶ περὶ τῶν ξένων ὁμιλεῖ τὸ Σύνταγμα, καὶ τούτους προστατεύει φιλανθρώπως κατὰ πάσης αὐθαιρεσίας, λέγον ὅτι οὐδεὶς ἄνθρωπος συλλαμβάνεται ἐν Ἑλλάδι ἄνευ νομίμου ἐντάλματος, ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας δικαστικῆς ἀρχῆς ἐκδεδομένου. — Ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ ἔχητε διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν ἀστυνόμον, πρὸς τὸν ἀστυφύλακα. Εἶναι νόμιμον τοῦτο; εἶναι πρέπον; Ποῦ ἀγόμεθα; Πόσους αἰῶνας ὀπισθοδρομοῦμεν; Εἶπον ὅτι εἶναι ἔναρξις συζητήσεως· ἀλλ’ ὅταν προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ, — ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνῃ, — τότε βεβαίως διὰ μακρῶν θὰ συζητηθῶσι ταῦτα. Ἓν μόνον ἔχω νῦν νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἀκριβῶς ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον προέταξεν, ὅτι καθῆκον τοῦ Κράτους εἶναι νὰ παρέχῃ εἰς ἄλλα Κράτη τὸ δικαίωμα τῆς καταδιώξεως τῶν κακουργούντων, ἀναιρεῖται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, εἰπόντος ὅτι προσὸν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι, καὶ ἂν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, ἡ ἀνωτάτη, ἀποφασίσῃ, ὅτι εἶναι καταδιώξιμος καὶ ἐκδοτέος ὁ ἐκζητούμενος, ἔχει τὴν εὐκολίαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ ἢ μὴ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, δύναται δηλ. νὰ περιφρονήσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου καὶ νὰ μὴ ἐκτελέσῃ αὐτήν. Βλέπετε, ὅτι αἱ διαφωνίαι εἶναι ῥιζικαὶ, εἶναι μεγάλαι, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικὴν πολυμελῆ, ἥτις νὰ βελτιώσῃ αὐτὸ κατὰ τὰς ὑποδείξεις ἡμῶν.

§345Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἂν αἱ διαφοραὶ ἦναι ῥιζικαὶ καὶ μεγάλαι, ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, βεβαίως δὲν θὰ τὰς λύσῃ. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος λεχθέντα, νομίζω ὅτι παρενόησε ταῦτα ὁ κύριος Βουλευτής. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ ἢ νὰ μὴ ἐκδίδῃ τὸν ἐκζητούμενον ἐγκληματίαν· ἀλλὰ ποῖος θὰ ἦναι ὁ λόγος, ὁ ἐπιβάλλων εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐκδίδῃ; ὁ μόνος λόγος θὰ ἦναι, ὅταν ὑπὸ τὸ πρόσχημα κοινοῦ ἐγκλήματος ὑπάρχῃ ἄλλο ἔγκλημα, φέρον πολιτικὸν χαρακτῆρα.

§346Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως δύναται ὁ ἐκζητούμενος νὰ ποιήσηται ἔκκλησιν καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ προτεινόμενον ἔγκλημα, δι’ ὃ καταζητεῖται, τὸ προβλεπόμενον ὑπὸ τῆς συνθήκης, δὲν εἶναι ἀληθές. Ἂν λοιπὸν δυνηθῇ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπὸ τὸ ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἡ ἔκδοσις αὐτοῦ, κρύπτεται ἄλλο ἔγκλημα, πολιτικὸν, δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἔκδοσιν. Ἐὰν π. χ. κατηγορῆται ἐπὶ ψευδομαρτυρίᾳ καὶ παρουσιάσῃ ἀπόδειξιν, ὅτι ὄπισθεν τῆς κατηγορίας ἐπὶ ψευδομαρτυρίᾳ κρύπτεται κατηγορία ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι, δύναται ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς ἐκδόσεως.

§347ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ πάντοτε εἶχον τὴν γνώμην ὅτι καθῆκον τῆς χώρας ἡμῶν, ὡς πεπολιτισμένης χώρας, ἦτο ἡ σύναψις συμβάσεων περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν τοῦ κοινοῦ δικαίου μετὰ τῶν ἄλλων πεπολιτισμένων χωρῶν. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1898, ἀμέσως μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς μετὰ τῆς Τουρκίας συνθήκης εἰρήνης, ἐζήτησα παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὴν ἄδειαν ν’ ἀποδεχθῶ προτάσεις, γενησομένας τυχὸν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν παρὰ Κυβερνήσεων πεπολιτισμένων Κρατῶν, περὶ συνάψεως τοιούτων συμβάσεων. Μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες ἐζήτησαν τοῦτο, ἦτο καὶ ἡ Βελγική. Πρὸς τὴν Βελγικὴν Κυβέρνησιν ἐδήλωσα ἀμέσως τότε, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δέχεται νὰ ἄρξηται διαπραγματεύσεων. Δὲν ἐζητήσαμεν τότε ἀνταλλάγματα, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ μεγαλείτερον ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ ἀπαιτήσῃ, τὸ ἀπέκτα διὰ τῆς συνομολογήσεως τῆς προκειμένης συμβάσεως· ἀπηλλάσσετο δηλ. τὸ Κράτος ἡμῶν ἀπὸ πληθύος ἐγκληματιῶν, οἱ ὁποῖοι συνηθροίζοντο ἐν τῇ χώρᾳ. Τοιαύτας γνώμας εἶχον κατὰ τὸ παρελθόν, τοιαύτας ἐξακολουθῶ ἔχων καὶ σήμερον. Διὰ τοῦτο θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς συμβάσεως. Ἤκουσα λεγόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἡ χώρα τρέχει μέγαν κίνδυνον ἕνεκα τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ περὶ εἰρήνης συνθήκη, ἥτις, ὡς γνωστὸν, εἶναι ἀντίγραφον τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ὑπέγραψαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἕξ Μεγάλων Δυνάμεων καὶ τῆς Τουρκίας ἐν Κωνσταντινουπόλει. Κατὰ τὴν ὁριστικὴν συνθήκην, ἡ Ἑλλὰς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ συνάψῃ μετὰ τῆς Τουρκίας σύμβασιν περὶ ἐκδόσεως τῶν ἐγκληματιῶν· φοβεῖται δὲ ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὅτι, ἂν ἡμεῖς ψηφίσωμεν τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν μετὰ τοῦ Βελγίου, θέλομεν δώσει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τουρκίαν νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ αὐτὴ ἐπιθυμεῖ νὰ συνάψῃ μεθ’ ἡμῶν τοιαύτην συνθήκην. Ἐγὼ δὲν εὑρίσκω βασίμους τοὺς φόβους αὐτοῦ· διότι, ἂν ἡ Τουρκία ἐπεθύμει νὰ στηριχθῇ ἐπὶ προηγουμένου, εὐχερῶς θὰ ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο, ὑπομιμνήσκουσα πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἔχομεν συνθήκην μετὰ τῆς Ἰταλίας, νὰ ζητήσῃ δὲ καὶ ἐκείνη τὴν σύναψιν τοιαύτης τινὸς συνθήκης. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἔχομεν τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συνάψωμεν συνθήκην μετὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε αὐτὴ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις νὰ νομίζῃ, ὅτι συνθήκη περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν τοῦ κοινοῦ δικαίου μετ’ αὐτῆς δύναται νὰ στηριχθῇ ἐπὶ κειμένου συνθήκης ὁμοίας πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς συνῆψε μετ’ ἄλλων Κρατῶν χριστιανικῶν, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν τοῦτο, διότι καὶ αὐτὴ ἡ Τουρκία θ’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς νομοθεσίας αὐτῆς πρὸς τὴν ἡμετέραν, ὥστε ἀνάγκη καὶ ἐν τῇ συμβάσει περὶ ἐκδόσεως ἄλλοι νὰ ἀναγραφῶσιν ὅροι ἢ οἱ ἐν ταῖς συμβάσεσι μετὰ χριστιανικῶν Κρατῶν. Σημειώσατε ὅμως, ὅτι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Τουρκία ἤθελεν ἔχει τοιαύτας ἀξιώσεις, οὐδένα, κατ’ ἐμὲ, διατρέχομεν κίνδυνον, διότι καὶ σύμβασις τοιαύτη μετὰ τῆς Τουρκίας θέλει ὑποβληθῆ, ἂν ἡ Ἑλλὰς ζητήσῃ, εἰς τὴν διαιτησίαν τῶν Δυνάμεων, δὲν δύναμαι δὲ νὰ πιστεύσω, ὅτι αἱ εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις θὰ ἐξαναγκάσωσιν ἡμᾶς εἰς ὑπογραφὴν συμβάσεως οὕτως ἀδίκου. Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐν τῇ Βουλῇ διεξαχθείσης συζητήσεως ἐπείσθην, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν δὲν ἠσχολήθησαν ἀρκούντως εἰς τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ συνοδεύοντος τὴν σύμβασιν· ἂν δὲ δὲν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ἵνα τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, αἱ συζητήσεις θέλουσι καταναλώσει πολὺν χρόνον. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας.

§348Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δυστυχῶς εὑρίσκομαι ἐν πλήρει διαφωνίᾳ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἔχω δὲ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἢ κοσμοπολιτικὴ, ἣν αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μετέδωκαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, πρέπει νὰ γένηται ἀποδεκτὴ, καὶ μάλιστα ὑποχρεωτικῶς, καὶ ἰδίως εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν διακρίνονται οὔτε ἐπὶ τῇ ἠθικῇ οὔτε ἐπὶ τῇ ὑλικῇ ἰσχύϊ αὐτῶν. Ὁμολογῶ μάλιστα, ὅτι ἄλλοτε, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτε εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἡ ἐμπορικὴ σύμβασις μετὰ τῆς Ἰταλίας καὶ συγχρόνως καὶ ἡ σύμβασις περὶ ἐκδόσεως, μολονότι ἡ σύμβασις περὶ ἐκδόσεως προεβάλλετο ὡς ἀντάλλαγμα παραχωρήσεων, τὰς ὁποίας τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐζήτει παρὰ τῆς Ἰταλίας, καὶ τὰς ὁποίας παραχωρήσεις ἠρνεῖτο ἡ Ἰταλία, σιωπῶσα ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς τὰς πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως ἐμπορικῆς προτάσεις ἡμῶν, μολονότι ἡ ἄρνησις αὕτη τῆς Ἰταλίας παρῆγεν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ τέλη διαφορικὰ, καὶ νὰ πιέζῃ οὕτω καὶ τὴν ναυτιλίαν καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν παραγωγὴν τὴν ἑλληνικὴν, ἡ δὲ σύμβασις περὶ ἐκδόσεως, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινε τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἦρε τὰς δυσκολίας ταύτας, καὶ ἦτο εὔκολον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως, παρ’ ὅλα ταῦτα ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἠρνήθην νὰ στέρξω, ὅπως συνομολογηθῇ ἡ εἰρημένη σύμβασις. Ὅτε δὲ κατὰ τὸ 1878 ἐπανῆλθον ἐκ Βερολίνου, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἠρνήθην νὰ δεχθῶ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας πρέσβεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων μοὶ ἀπηύθυνον πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως περὶ ἐκδόσεως, καὶ ἠρνήθην πρὸς τὸν κ. Ράδοβιτς, πρέσβυν τότε τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας, καίτοι πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Γερμανίας καὶ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν εἴχομεν ὑποχρεώσεις διὰ τὴν εὐμένειαν, τὴν ὁποίαν κατεδήλωσαν ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Ἠρνήθην εἰς τὸν μακαρίτην Τισσὼ, πρέσβυν τῆς Γαλλίας, μολονότι τὴν αὐτὴν εἴχομεν ὑποχρέωσιν καὶ πρὸς τὴν Γαλλίαν, τῆς ὁποίας, ὡς ἐνθυμεῖσθε, οἱ πληρεξούσιοι ἐπρότεινον ἐν τῷ Συνεδρίῳ τὸ πρωτόκολλον ΙΓʹ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου περὶ διαρρυθμίσεως τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος. Ἠρνήθην τὴν πρότασιν τοῦ κόμητος Δούμπσκυ, πρέσβεως τῆς Αὐστρίας, τὴν πρότασιν τοῦ πρέσβεως τῆς Ἰταλίας, καὶ εἶπον εἰς πάντας, ὅτι δὲν κρίνω τὸ Κράτος ὑπόχρεον νὰ συνομολογήσῃ συμβάσεις περὶ ἐκδόσεως, καὶ ὅτι, μόνον ἂν διὰ τῆς συνομολογήσεως τοιαύτης συμβάσεως παρείχοντο συμφέροντα εἰς τὸ Κράτος, ἠδυνάμην νὰ προβῶ εἰς διαπραγμάτευσιν τοιαύτην. Τὰ Κράτη ὁμοιάζουσι τὰς οἰκογενείας, ἑκάστη δὲ οἰκογένεια ἔχει καθῆκον νὰ προνοῇ περὶ ἑαυτῆς, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ τῶν ἄλλων. Ἂν ὀφείλωμεν νὰ καταδιώκωμεν τοὺς ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν ἐγκληματίας, ἐκπληροῦμεν καθῆκον· ἀλλ’ ἂν θέλωμεν νὰ δειχθῶμεν ἠθικολόγοι, διῶκται πάντων τῶν ἐγκληματούντων ἐν πάσαις ταῖς χώραις τῆς ὑφηλίου, ζητοῦμεν νὰ μετέλθωμεν πολιτικὴν κοσμοπολιτικὴν, ἐνῷ ἕκαστον Κράτος ἔχει τὸ αὐτὸ δικαίωμα καὶ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν καὶ ἡμεῖς. Ἑπομένως ἐφρόνουν τότε, ὅτι ἡ ἔκδοσις τῶν ἐγκληματιῶν συνομολογεῖται διὰ συνεννοήσεως, ὅταν ἡ συνεννόησις ἤθελε παρέχει εἰς τὸ ἡμέτερον Κράτος συμφέροντα ἢ ὠφελείας. Διὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὁμιλήσω, διότι σήμερον ἡ ὥρα παρῆλθε καὶ εἶμαι κεκμηκώς. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ συνδρομὴ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας δὲν παρέχει εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφαίνηται ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς ἐκδόσεως, διότι τοῦτο εἶναι δικαίωμα κυβερνητικὸν, εἶναι ὀρθή. Οὐδεὶς διενοήθη, ὅτε παρενεβλήθη εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ 1877 ἡ περὶ τούτου διάταξις, οὐδεὶς διενοήθη, ὅτι ἡ ἀνάμιξις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἶναι πρόκλησις αὐτῆς, ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ ξένου Κράτους, τὸ ὁποῖον προβάλλει τὴν αἴτησιν περὶ ἐκδόσεως· ἀλλ’ ἡ γνώμη τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἶναι συμβουλὴ πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ εἶχεν ὄντως ἀνάγκην ἡ Κρβέρνησις τῆς συμβουλῆς ταύτης, πρῶτον διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ αἴτησις τοῦ ξένου Κράτους στηρίζεται ἐπὶ λόγων βασίμων, δεύτερον διὰ νὰ περιορισθῇ καὶ αὐτὴ ἡ αὐθαιρεσία τοῦ κυβερνήτου, ἵνα μὴ οὗτος ποτὲ μὲν παρέχῃ, ποτὲ δὲ μὴ παρέχῃ τὴν ὑπὸ τοῦ ξένου Κράτους ζητουμένην ἔκδοσιν. Ἐνῷ ὅμως νομίζω τοῦτο, ἐπεθύμουν ἵνα ἡ διαχείρισις τῆς ἐξουσίας τῶν κυβερνητῶν τῆς Ἑλλάδος ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκριβής, ὅπως μὴ ὑποληφθῇ ποτε, ὅτι δὲν τηροῦνται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Τοιαύτας δ’ ἀμφισβητήσεις ἐπεθύμουν ν’ ἀποφύγωμεν, διότι ἐσμὲν Κράτος ἀσθενὲς καὶ μικρὸν, ἐὰν δ’ ἤθελον προκύψει διαφωνίαι μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἄλλου Κράτους, μετὰ τοῦ ὁποίου συνηλλάγημεν, δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους θέλομεν προβάλει, νὰ μὴ γένωνται ἀποδεκτοὶ καὶ ἀπὸ τὴν διαιτησίαν, ἡ ὁποία ἤθελε πρὸς τοῦτο συστηθῆ. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι αἱ ῥῆτραι τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου κυροῦται ἡ σύμβασις, δὲν πρέπει νὰ ἀναγράφωσι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ συνθήκῃ. Οἱ νόμοι, οἱ κυροῦντες τὰς συμβάσεις, κανονίζουσι τὰς σχέσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας μετὰ τῆς νομοθετικῆς, δὲν κανονίζουσι δὲ τὰς σχέσεις τῶν Κρατῶν τῶν συμβληθέντων, τὰς ὁποίας κανονίζουσι μόνον αἱ συμβάσεις τῶν δύο συμβαλλομένων Κρατῶν. Ἑπομένως δὲν θὰ ἦναι ἀδύνατον ν’ ἀμφισβητηθῇ ποτε, ἂν αἱ ῥῆτραι τῶν νομοσχεδίων, τὰς ὁποίας ἐπεκαλέσθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀρκοῦσιν, ἵνα ἀναγνωρισθῇ τὸ ἐν τῷ νόμῳ μόνῳ ἀναγραφὲν δικαίωμα τῆς Ἑλλάδος, ὅπως προβῇ εἰς πράξεις, τὰς ὁποίας τὸ κείμενον τῆς συνθήκης δὲν ἀναγράφει. Ταῦτα λέγω ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ἀγορεύσαντας μέχρι τοῦδε. Συμφωνῶ δὲ, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ μελέτη τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς συμβάσεως ὑπὸ ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἠθέλετε σχηματίσει, διότι τοῦτο δὲν ἐπάγει ἀναβολὴν ἢ μιᾶς ἢ δύο μόνον ἡμερῶν, οὐδὲ θέλει προσκόψει ἡ κατεργασία τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Ἐν τοσούτῳ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ πᾶσαν ἐνδεχομένην περίπτωσιν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ, ἵνα ἐκτεθῶσιν ἐν φύλλῳ χάρτου αἱ ἑπόμεναι πληροφορίαι: «Πόσον ποσὸν σταφίδος εἰσήχθη εἰς τὴν Βελγικὴν καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1893, 1894, 1895 καὶ 1896, καὶ πόσα τὰ τελωνιακὰ τέλη τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν κατὰ τὰς διατάξεις τῆς μετὰ τοῦ Βελγίου ἐμπορικῆς συνθήκης, εἴτε ἀτελῆ εἴτε ἐπὶ ἠλαττωμένῳ τελωνιακῷ τέλει εἰσαγωγῆς.»

§349Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἀπεκάλεσε τὴν πολιτικὴν, ἡ ὁποία ἐνέπνευσε τὴν σύμβασιν, πολιτικὴν κοσμοπολιτικὴν, ἐδήλωσε δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ὀπαδὸς τῆς κοσμοπολιτικῆς πολιτικῆς. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω πρὸς αὐτόν, ὅτι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, εἶναι κοσμοπολιτικὴ, ἀλλ’ ὑπὸ κακὴν ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς γίνεται κέντρον τῶν κακούργων τῆς ὑφηλίου. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εὑρίσκω, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡ παρ’ αὐτοῦ ὑποστηριζομένη εἶναι κοσμοπολιτική. Λέγω δὲ, ὅτι κοσμοπολιτικὴ πολιτικὴ δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει σκοπὸν, ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἐξέλθῃ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, εὑρίσκεται, μόνη ἴσως αὐτὴ μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς προσέθηκε καὶ ἕτερόν τι, ὅτι, κατ’ αὐτόν, τὸ ζήτημα τῆς συμβάσεως περὶ ἐκδόσεως εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει πάντοτε νὰ συνδέηται μὲ ὠφελείας, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἐπιδιώκῃ ἐν τῇ συνομολογήσει τῶν συμβάσεων τούτων· ἀλλὰ καὶ τὴν ἀρχὴν ταύτην μᾶς εἶπεν εὐθὺς ἀμέσως, ὅτι δὲν ἀποδέχεται, διότι, ἐνῷ τῆς ἀρχῆς ταύτης ὀπαδὸς ἐδείχθη, ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, καίτοι ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἔδιδεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν πρὸς σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως ὠφελήματα πολλὰ, καὶ τότε δὲν ἐδέχθη, διαφωνήσας πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ὑπεστήριζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ σύμβασις ἡ τότε μετὰ τῆς Ἰταλίας. Δὲν πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἄρνησις αὐτοῦ ἐβασίζετο ἐπὶ τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς εἶπε· διότι, ἂν πράγματι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἀπέτρεπεν αὐτὸν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἰταλίας, ἦτο ὁ λόγος τῶν ὠφελειῶν, ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ Ἰταλία παρεχώρει τοιαύτας ὠφελείας, φθάνει εἰς τὸ ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα, ὅτι δὲν εἶναι βεβαίως ὁ λόγος τῆς ἐλλείψεως τῶν ὠφελειῶν, ὁ ὁποῖος ἀπέτρεπεν αὐτὸν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν σύμβασιν. Ὑποθέτω μᾶλλον, ὅτι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἔπεισε τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν μετὰ τῆς Ἰταλίας σύμβασιν, νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὰς πολλὰς προτάσεις, περὶ ὧν εἶπεν, ὅτι ἐγένοντο αὐτῷ ὑπὸ τῆς Γερμανίας, Αὐστρίας καὶ Γαλλίας, ἦτο ὁ λόγος μήπως καθιερωθῇ ἀρχή, ἡ ὁποία θὰ ἠνάγκαζεν ἀργότερα τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς συνομολόγησιν συμβάσεως ἐκδόσεως μετὰ τοῦ Κράτους ἐκείνου, μετὰ τοῦ ὁποίου πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος μέχρι τοῦ 1897 ἀπέφυγον νὰ συνομολογήσωσι σύμβασιν ἐκδόσεως, ἀλλ’ ἀτυχῶς, ὅπως ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτής, ἔχομεν πρὸς τοῦτο ὑποχρέωσιν. Ἑπομένως ὁ λόγος οὗτος δὲν ὑφίσταται πλέον. Βεβαίως ἡ παραδοχὴ συμβάσεως ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον, εἴτε ὑπὸ τὸν τύπον τῆς Ἰταλικῆς, εἴτε ὑπὸ τὸν τύπον τῆς σήμερον συνομολογουμένης συμβάσεως, δὲν δύναται νὰ ὑποχρεώσῃ ἡμᾶς, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτής, ν’ ἀποδεχθῶμεν τυχὸν πρὸς τὸ ὅμορον Κράτος τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους καθιεροῖ ἡ σύμβασις ἡ Ἰταλικὴ ἢ ἡ Βελγική. Ὁπωσδήποτε δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὡς πρός τινας τῶν ὅρων ἡ σύμβασις μετὰ τοῦ Βελγίου ἀποτελεῖ πρόοδον ἀπέναντι τῆς συμβάσεως τῆς Ἰταλικῆς. Φρονῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ Κράτος ἡμῶν καθῆκον ἔχει ἵνα συμβάσεις ἐκδόσεως ἀποδεχθῇ, καὶ ὅτι ἀποδεχόμενον τὴν ἀρχὴν τῆς προκειμένης συμβάσεως περὶ ἐκδόσεως δὲν πρέπει νὰ συνδέσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην μετὰ τῆς ἐπιδιώξεως ὑλικῶν συμφερόντων. Ἡ ἀρχὴ τῆς ἐκδόσεως ἐπιβάλλεται ὑπὸ ἠθικῶν καθηκόντων μεταξὺ Κρατῶν, ἄσκησις δὲ ἠθικοῦ καθήκοντος μεταξὺ Κρατῶν δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τῆς ἐπιδιώξεως ὑλικῶν συμφερόντων. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη δέον νὰ ψηφισθῇ, ἡ δὲ πρότασις περὶ παραπομπῆς αὐτῆς εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἡ συζήτησις ἐγένετο μέχρι τοῦδε εὐρεῖα· εὐρυτέρα βεβαίως θὰ γείνῃ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἔχομεν δὲ ἐκ πείρας πιστοποιημένον, ὅτι οὐδὲν προῆλθέ ποτε ἐκ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὰς ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης νὰ συζητηθῶσιν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀπορρίψῃ τὴν πρότασιν τῆς παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν, ἐὰν τυχὸν διατυπωθῇ τοιαύτη, νὰ ψηφίσῃ δὲ τὴν σύμβασιν.

§350Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συνέβη τι, τὸ ὁποῖον εὐχαρίστως ἤκουσα. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεῦρεν, ὅτι ἐγὼ ἤμην ἐν ἀντιφάσει, διότι, ἐνῷ ἀνεγνώριζον, ὡς εἶπον, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἓν Κράτος νὰ συνομολογῇ ὑποχρεώσεις ἐκδόσεως ἀμοιβαίας πρὸς ἄλλο Κράτος, ἐὰν παράγηται ἐκ τῆς ἐκδόσεως ταύτης συμφέρον τι ἢ ὠφέλημα, ἠρνήθην ὅμως νὰ στέρξω ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ κατὰ τὸ 1877 τὴν μετὰ τῆς Ἰταλίας σύμβασιν περὶ ἐκδόσεως, καίτοι αὕτη παρεῖχε συμφέροντα ἢ ὠφελήματα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ, καταλήγων τὸν λόγον, ἐδικαιολόγησε τὴν ἀντίφασιν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ προβαλὼν τὴν ἀντίφασιν, διότι εἶπεν, ὅτι ἐνδεχόμενον τότε, ὅτε συνωμολογεῖτο ἡ σύμβασις περὶ ἐκδόσεως μετὰ τῆς Ἰταλίας, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος 1877, νὰ ἔκρινα ἐπικίνδυνον τὴν συνομολόγησιν αὐτῆς μετ’ ἄλλου Κράτους, διότι ἦτο πιθανὸν τοιαύτη σύμβασις νὰ ἐζητεῖτο καὶ ἀπὸ ἄλλα Κράτη, μεθ’ ὧν περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐπέτρεπον νὰ συνομολογήσῃ τοιαύτην σύμβασιν. Ἑπομένως δὲν ἤμην ἐγὼ ἐν ἀντιφάσει, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀρχόμενος τοῦ λόγου του εἶπεν, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ἀπέδειξεν, ὅτι ἤμην ἐν συνεπείᾳ πρὸς ἐμαυτόν, διότι ἡ ἄρνησίς μου ἐκείνη εἶχε λόγον ἐθνικοῦ συμφέροντος. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι θὰ ηὐχόμην, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην νὰ μὴ ἐγίνετο παντάπασι λόγος περὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης. Αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβε, βεβαίως ἐπιβαρύνουσι τὴν Ἑλλάδα, καὶ βεβαίως, ὅταν ζητηθῇ ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν, θέλει ἐκπληρώσει αὐτάς· κρίνω ὅμως, ὅτι εἶναι πρόωρον, καὶ ἴσως καὶ ἀκροσφαλὲς, νὰ λέγηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τότε, καὶ τί μᾶς συμφέρει ἢ δὲν μᾶς συμφέρει νὰ πράξωμεν. Ἐγὼ δὲ τοσοῦτον ἐφρόνουν τότε, κατὰ τὸ 1877, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιλάβωμαι θεμάτων τοιούτων, ὁποῖον εἶναι ἡ ἀμοιβαία ἔκδοσις τῶν καταδιωκομένων ὡς ἐγκληματιῶν, ὥστε εἶχον ἀρνηθῆ κατὰ τὸ 1864 ν’ ἀνανεώσω τὴν σύμβασιν περὶ καταδιώξεως λῃστείας, ἡ ὁποία πρὸ ἐμοῦ εἶχε συνομολογηθῆ μετὰ τῆς ὁμόρου χώρας, σύμβασιν, ἡ ὁποία ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραδίδῃ εἰς τὴν Τουρκίαν τοὺς λιποτάκτας στρατιώτας. Τῇ ἀληθείᾳ ἐφρόνουν τότε τοιαῦτα, οὐδὲ μοὶ εἶχε ἐπέλθει ἡ ἰδέα, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ περιπέσωμεν εἰς τὸ δυστύχημα, τὸ ὁποῖον μᾶς κατέστησεν ὑποχρεωμένους νὰ συνομολογήσωμεν τοιαύτην συνθήκην. Περὶ τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης τοῦ Κράτους, ἵνα δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ Βελγίου, ἢ νὰ προκαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Βελγίου νὰ προβάλῃ προτάσεις περὶ συνομολογήσεως συμβάσεως ἐκδόσεως, θέλω πραγματευθῆ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.

§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐκ Βουλευτῶν ἐπιτροπήν. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅπως τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ πρότασις ἀπερρίφθη.

§352ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι 15 οἱ ζητοῦντες τοῦτο;

§354ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα, μάλιστα.

§355ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Ἀλαμάνου καὶ Ἐπ. Ν. Δηλιγιάννη, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Λέων Μελᾶς ΟΔημήτρ. Γ. Ράλλης
Στέργ. Μ. Καρανίκας ΟἈλέξ. Γ. Σκουζὲς Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Κωνστ. Σμολένσκης Ο
Κ. Ἀσημακόπουλος Νικόλαος Λεβίδης Ο
Εὐάγγ. Καναβαριώτης ΟἈθαν. Μουτσόπουλος
Γεώργιος Μπαλτατζῆς ΟἈντώνιος Ζυγομαλᾶς Ν
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΟΚυριάκος Λιγυνός
Δημήτριος Γ. Μωραΐτης ΟΛάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς
Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος ΟἈνδρέας Ψύλλας
Γεώργ. Πολυγένης Νικόλαος Γουναράκης
Γεώργ. Καρπετόπουλος ΟΘεόδωρος Λέκας
Ἰωάννης Ζωγράφος ΟἸσίδωρος Κολιάτσος
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος ΝΚωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος
Ἰωάννης Γ. Καραπᾶνος Νικόλαος Α. Στρᾶτος Ο
Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Ο
Κωνστ. Β. Κοττίκας ΟΚωνσταντῖνος Τοπάλης Ν
Φίλιππος Γιαννακόπουλος Α. Βασαρδάνης Ο
Νικόλαος Σταματιάδης ΟΚ. Ζωγλοπίτης
Δημ. Καρακίτης Νικόλ. Μπαλάφας
Κωνστ. Φιλιππίδης Νικόλ. Σταματιάδης
Ἀντ. Καρτάλης Μιχ. Στεφανίδης
Νικ. Γουλιμῆς ΟΝικόλ. Νικολαΐδης Ν
Κωνσταντῖνος Γρίβας ΟΘεμιστοκλῆς Κόλλιας
Κωνστ. Παπανικολῆς Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Ο
Θ. Π. Δηλιγιάννης ΝἸωάννης Κ. Ρώτας
Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης ΝΓεώρ. Ν. Θεοτόκης Ο
Περ. Ἀλεξάκης Μιχ. Ν. Θεοτόκης Ο
Π. Ταμπακόπουλος Νικόλ. Σ. Μαρκέτης Ο
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Ἀλκίνοος Σ. Ζερβὸς Ο
Χαρίλ. Τζαννετάκης Γουλιέλμος Ι. Σκάρπας
Γεώργ. Λ. Πετροπουλάκης Σπυρίδων Α. Ἀγάθος
Μιχ. Φωτιάδης ΟΠερικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος Ο
Βασ. Μαστραπᾶς ΟἨλίας Α. Πολίτης Ο
Κ. Α. Λιδωρίκης Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης
Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος Παναγιώτης Δ. Πετρίδης
Μιχ. Ι. Στελλάκης ΝἈθανάσιος Α. Γκράβας Ο
Γ. Π. Καπιτσίνης ΟἈναστάσ. Στυμφαλιάδης
Πάϊκος Λ. Ρίτσος Ἀπόστολος Σ. Ζούζουλας Ο
Σταμάτιος Μήτσας Κωνστ. Β. Χρηστόπουλος
Δημ. Τσιτσάρας Ἄθως Ι. Ρωμᾶνος Ο
Δημ. Χατζόπουλος ΝΔιονύσιος Π. ΒενιεράτοςΟ
Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Κωνσταντ. Α. Γεράκης Ο
Ἰωάν. Σερμπᾶνος Δημήτριος Β. Τραυλὸς Ο
Κ. Δ. Ἄργας. Λομβάρδος ΟΣπυρίδων Ε. Στάης Ο
Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας Διονύσιος Καλούτσης
Γεώργιος Ι. Μελισσηνός Νικόλαος Τσοῦχλος Ο
Διονύσιος Π. Στεφάνου ΟΠαναγ. Σπυράκης
Χρῆστος Ι. ΣτεφανόπουλοςΟἸωάννης Καλούτσης Ν
Ἀνδρέας Ι. ΣτεφανόπουλοςΟΧαράλαμπος Βοζίκης Ν
Ἰωάννης Ν. Σισίνης Γ. Λ. Μαυρομιχάλης
Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης Πέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης Ο
Διονύσιος Π. ΠαυλόπουλοςΝΣτέφανος Κοπανίτσας
Ἰωάννης Θ. Ψημένος Γεώργιος Δ. Φικιώρης Ο
Γεώργιος Λ. Κρεστενίτης Δημοσθ. Ματάλας
Δημοσθένης Γ. Δόγκας Ἰωάννης Φίλιος Ν
Νικόλαος Δαούτης ΝΚωνσταντῖνος Καρακίτης
Ἰωάννης Κόλλιας Ἰωάννης Γιαννακίτσας
Λουκᾶς Γ. Μπέλλος Νικόλαος Μπουφίδης Ο
Χριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς Ἰωάννης Γ. Λάππας
Πέτρος Ν. Δελένδας Περικλῆς Σ. Βαλαωρίτης
Β. Μαρκεζίνης ΟΓεώργιος Σκληρὸς
Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς ΟΕὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς
Γεώργιος Ν. Καλλίνικος ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς ΟἈχιλλεὺς Παπαλουκᾶς
Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης ΝΓκίκας Μάστορης Ο
Ἀλέξανδρος Φωτήλας ΝἸωάννης Μπακόπουλος
Γεώρ. Χ. Παπαδημητρίου Νικόλ. Τριανταφυλλᾶκος
Βασιλάκης Κ. Γιαννουσίου Κωνστ. Κωνσταντόπουλος
Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Παναγ. Παπαναστασίου Ο
Κωνσταντῖνος Κρίτσας Παναγιώτης Μανέτας Ν
Ἰωάννης Δαμηλάτης Ἀθαν. Πετρόπουλος Ο
Κωνστ. Ι. Φλέσσας ΟἈθαν. Ζέρβας
Ἠλίας Π. Μαυρομιχάλης ΟΓ. Ἀναστασόπουλος Ο
Κίμων Βελλίνης Γεώργιος Νικολαΐδης
Ι. Καφταντζόγλου ΟΚωνσταντ. Τρικούπης Ο
Ι. Παλάσκας ΟΛεωνίδας Δεληγεώργης Ν
Δ. Τερτίπης ΟΠερικλῆς Μποῦτος
Ι. Καζαμπάκας Παναγ. Δ. Μερλόπουλος
Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος ΟἸωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Ο
Ἰωάννης Νικολαΐδης Νικόλαος Γ. Λεωνίδας
Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης
Ἀριστομέν. Προβελέγγιος Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης
Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης ΟΣταμ. Δ. Βαφειαδάκης
Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος Κωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς Ο
Νικόλαος Κ. Κρίσπης ΟἘμμαν. Ε. Λαδόπουλος Ο
Δημ. Ι. Φαρμάκης ΟἈντώνιος Π. Βιτάλης
Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος ΟἸωάννης Ν. Σιγάλας Ο
Ἰωάννης Ν. Καναβός Κάρολος Μ. Βιτάλης
Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Κων. Εὐθ. Χατζηπέτρος Ο
Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος Σωτήριος Ι. Χατζηγάκης
Κωνσταντ. Χριστοδούλου ΟΓεώργιος Ραδινὸς Ο
Ἀθαν. Πετσάλης Ἀπόστολος Ζάππας Ο
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ἠλίας Μπασδέκης Ο
Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος ΟΣπυρίδων Γεωργόπουλος Ο
Κυρ. Λ. Μαυρομιχάλης Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς
Φώτιος Π. Μοσχούλας Εὐστάθιος Κοκκέβης Ο
Νικόλ. Α. Παπαλέξης ΝἈλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Ο
Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος Δημ. Ἀναστασόπουλος
Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος ΝἈθαν. Νικολίτσας Ο
Νικόλαος Γ. Μάντζαβῖνος ΟἈλέξ. Στάικος Ο
Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης Γεώργιος Κορυζῆς Ο
Ἀνάργυρος Σιμόπουλος ΟΘεόδωρος Λυμπρίτης
Ἰωάννης Δελιμοῦζος ΟΛεων. Λαπαθιώτης Ν
Δημήτριος Π. Νίκας ΟΠαντελῆς Γκίκας Ν
Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Ο
Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς Νικόλαος Μ. Τσαμαδὸς Ο
Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης Νικόλαος Πλατσῆς Ο
Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος Ν. Χατζῖσκος Ο
Κωνσταντῖνος Γκότσης Χαρ. Εὐταξίας
Δημήτριος Π. Γούναρης ΟΔ. Δεδούσης Ο
Δ. Ἀνδρικόπουλος ἢ Μπου-
καούρης ΟΝ. Κοντογιάννης
Γεώργιος Ράλλης ΝΒασίλειος Βουδούρης Ν
Παναγιώτης Π. Σάκκης Γεώργιος Ἀβέρωφ
Νικόλαος Α. Μισυρλῆς ΟΝικόλαος ΚαλογερόπουλοςΟ
Νικόλ. Δ. Ραφτόπουλος Νικόλαος Μαμούνης
Ἰωάννης Α. Βρυώνης Ἰωάννης Θ. Βρατσᾶνος

§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 119. Ἐκ τούτων 95 κατὰ τῆς προτάσεως περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν, καὶ 24 ὑπὲρ τῆς προτάσεως. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).

§357Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προχωρήσωμεν μέχρι τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 4, διότι, ὡς πρὸ μικροῦ ἀνεπτύχθη, τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἕτερον ἄρθρον τῆς συμβάσεως, χρῄζει δὲ μακρᾶς συζητήσεως τὸ θέμα τοῦτο, διότι καταδήλως εἶναι εἰς ἀντίφασιν, καὶ φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα, ἵνα ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 4, ἐκτὸς ἂν θέλητε νὰ τὸ ψηφίσωμεν τώρα καὶ νὰ τὸ μεταβάλωμεν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.

§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως τὰς παρατηρήσεις ταύτας δύνασθε νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.

§359Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν ἠκούσαμεν ὅμως ἐπὶ τούτου τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. (Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐφώτισεν εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, δὲν εἶπε τίποτε περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.

§360Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ ἀπαντήσω, καίτοι ἀπάντησιν ἐπὶ τούτου ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν κύριος Γούναρης. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ θὰ ἀπαντήσω.

§361Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ περαιτέρω ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου.

§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένητε, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ, νὰ ἐξακολουθήσωμεν.

§363ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα, μάλιστα.

§364Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.

§365ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 10 μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6
2τῆς 24 Ἰανουαρίου 1904.
3(Σάββατον).
4(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 15′ μ. μ. ἀναγινώσκονται
6καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης
7συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους
9ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
10χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 11,089 ἐπὶ
11τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου
12τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903 πρὸς πλη-
13ρωμὴν τῶν μισθῶν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Γραφείου τῆς Βου-
14λῆς τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου τοῦ 1903».
15Ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ εἰς τοὺς
16κυρίους Βουλευτάς. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 53).
17Ὁ δήμαρχος Σπάρτης ὑποβάλλει δι’ ἀναφορᾶς του εὐχὴν
18τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σπαρτιατῶν ὑπὲρ σιδηροδρομι-
19κῆς συγκοινωνίας τῆς Λακεδαίμονος μετὰ τῆς λοιπῆς Πελο-
20ποννήσου.
21Ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ νομοῦ Φθιώ-
22τιδος ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ του γραμ-
23ματιστῶν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσιν, ὅπως διὰ νομοθετήματος κατα-
24στῶσι συντάξιμοι.
25Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Καγκαδίου, Μπιτόνι καὶ Κώ-
26μης δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονοῦνται κατὰ
27τῶν ἐπιστατῶν τῶν κτημάτων τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου.
28§2Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη, κύριε
29Πρόεδρε.
30§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν.
31Ἀναφορὰ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν, παρακα-
32λοῦντος νὰ προταχθῶσι τὰ σταφιδικὰ νομοσχέδια.
33Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Τρικκάλων δι’ ἀναφορᾶς του
34παρακαλεῖ νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολο-
35γίας τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ παραγομένης σακχάρεως.
36Ἡ Σοφία χήρα τοῦ ἀποθανόντος στενογράφου τῆς Βουλῆς
37Κωνσταντίνου Κασσανδρέως δι’ ἀναφορᾶς της παρακαλεῖ νὰ
38τῇ χορηγηθῇ διὰ νόμου ἀνωτέρα σύνταξις, διότι ἡ ἀπονε-
39μηθησομένη αὐτῇ εἶναι γλίσχρα.
40Ὡς γνωστὸν, ὁ στενογράφος Κασσανδρεύς, ὑπηρετήσας
41ἐπὶ δεκαπενταετίαν, ἀπέθανεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Βουλῆς.
42Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νομίζει ὅτι διερμηνεύει τὴν γνώ-
43μην τῆς Βουλῆς, ἐὰν συστήσῃ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴ-
44τησις αὕτη τῆς συζύγου τοῦ ἐργάτου τῆς Βουλῆς.
45Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Γιαννακίτσας ὑποβάλλει προ-
46τάσεις νόμων: 1) περὶ ἐκπαιδεύσεως, ὑπηρεσιῶν καὶ προαγω-
47γῆς ἐφέδρων ἀξιωματικῶν· 2) περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου
48περὶ εἰσφορᾶς· 3) περὶ ὑπηρεσίας ἀποστράτων ἀξιωματικῶν
49ἐν ἐπιστρατεύσει· 4) περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ στρατο-
50λογίας νόμου· 5) περὶ διαιρέσεως τοῦ Κράτους εἰς στρατιω-
51τικὰς περιφερείας καὶ περὶ ἐπιστρατεύσεως τοῦ ἐνεργοῦ στρα-
52τοῦ· 6) περὶ ἀστυνομίας τοῦ Κράτους καὶ περὶ ἀγροφυλα-
53κῆς· 7) περὶ προσκλήσεως στρατευσίμων ἐν ταῖς πρωτευού-
54σαις τῶν δήμων τοῦ Κράτους.
55Αἱ προτάσεις νόμων αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ
56εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 54–60).
57Θὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Καγ-
58καδίου, Μπιτόνι καὶ Κώμης κατὰ τῶν ἐπιστατῶν τῶν κτη-
59μάτων τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου. (Ἀναγινώσκεται).
60§4Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
61Οἰκονομικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἕν σχεδιογρά-
62φημα, τὸ ὁποῖον, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ δωρεᾶς τῶν
63κτημάτων εἰς τὸν Διάδοχον, περὶ ἧς ποιεῖται μνείαν ἡ ἀνα-
64φορὰ, διενεμήθη εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει τὸ
65σχεδιογράφημα κατατεθειμένον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰ-
66κονομικῶν.
67Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
68Ὑπουργὸν νὰ προσκομίσῃ τὴν διαταγὴν, δυνάμει τῆς ὁποίας
69ἀπεσπάσθησαν εἰς τὰ κτήματα τοῦ Διαδόχου, τὰ δωρηθέντα
70αὐτῷ δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου, 50 ἢ 60 ἄνδρες τῆς χω-
71ροφυλακῆς, διὰ νὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῶν ἀπε-
72σπασμένων τούτων ἀνδρῶν.
73Παρακαλῶ ἀμφοτέρους τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ προσ-
74κομίσωσι τὰς πληροφορίας ταύτας λίαν ταχέως, διότι θέλω
75προκαλέσει συζήτησιν ἐπὶ πολλῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα γί-
76νονται ἐν τοῖς κτήμασι τοῦ Διαδόχου ἐκ μέρους τῶν ἐπι-
77στατῶν.
78§5Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
79Πότε ἀπεσπάσθησαν οἱ χωροφύλακες;
80§6Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν.
81§7Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
82Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ νὰ κατατεθῇ ἐγγράφως.
83§8Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
84κῶν). Ἐπίσης καὶ τὸ πρὸς ἐμὲ ἀπευθυνόμενον.
85§9ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Τηλεγράφημα τῶν κτηματιῶν τοῦ δή-
86μου Δύμης, παραπονουμένων διὰ τὴν καταδίωξιν, ἡ ὁποία
87ἐνεργεῖται κατ’ αὐτῶν ἐκ μέρους τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης
88διὰ τὰ ὀφειλόμενα εἰς αὐτὴν, ἔλαβον ἐντολὴν νὰ καταθέσω
89εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
90Οἰκονομικῶν νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν· διότι οἱ ἀναφερόμενοι δὲν
91ζητοῦσι νὰ μὴ πληρώσουν τὰ ὀφειλόμενα, ἀλλ’ ἐπικαλοῦνται
92τὴν παρέμβασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα δεχθῇ
93τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τοὺς τόκους τῶν
94ὀφειλομένων, καὶ ν’ ἀναμείνῃ ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον εἰς
95καλλιτέραν ἐποχὴν, διότι εἶναι γνωστὴ ἡ κατάστασίς των
96ἡ οἰκονομική. Νομίζω, ὅτι εἶναι δικαία ἡ αἴτησίς των αὕτη.
97Ἀφοῦ οἱ ὀφειλέται πληρώνουν τοὺς τόκους εἰς τὸ πιστωτι-
98κὸν αὐτὸ κατάστημα, δὲν πρέπει τὸ κατάστημα νὰ προ-
99βαίνῃ εἰς καταναγκαστικὰ μέτρα εἰσπράξεως.
100§10ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας
101τοιαῦται ἐδόθησαν πληροφορίαι εἰς ἐμὲ καὶ πιστεύω καὶ
102εἰς τοὺς ἄλλους συναδέλφους μου. Ἡ καταδίωξις τῶν ὀφει-
103λετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐνεργεῖται μεροληπτικῶς,
104ἐνῷ τώρα ἡ ἐποχὴ εἶναι λίαν ἀκατάλληλος διὰ τὰς εἰσπρά-
105ξεις. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν
106νὰ συστήσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης νὰ δεχθῇ μέ-
107ρος τῶν ὀφειλομένων, νὰ λάβῃ δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς πρό-
108νοιαν ἐν τῷ ὑποβληθησομένῳ ὑπ’ αὐτοῦ σταφιδικῷ νομο-
109σχεδίῳ περὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τῶν ὀφειλομένων εἰς
110τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν μέχρι τῆς συγκομιδῆς τοῦ στα-
111φιδοκάρπου.
112§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον
113ἔχει ὁ κύριος Σπηλιάδης.
114§12Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἕν παράπονον θὰ ἐκφράσω πρὸς τὸν
115κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Τὸ Γυμνάσιον
116Πύργου ἀπὸ ἑνὸς ἤδη μηνὸς εἶναι ἄνευ γυμνασιάρχου· πρὸ ἑνὸς
117μηνὸς ἐπαύθη ὁ ἐκεῖ γυμνασιάρχης, ἀνὴρ ἐκ τῶν δοκιμωτέ-
118ρων καὶ λίαν εὐπαιδεύτων ἐπιστημόνων. Δὲν θέλω ν’ ἀμφι-
119σβητήσω τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
120Παιδείας, νὰ παύῃ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ κλάδου αὐτοῦ,
121ὁσάκις νόμος δὲν περιορίζῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλὰ παῦ-
122σις γυμνασιάρχου ἀμέμπτου, καὶ δὴ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους,
123βεβαίως δύναται νὰ ἐγείρῃ παράπονα τοῦ τόπου ἐκείνου, εἰς
124τὸν ὁποῖον γίνεται τὸ ἔμμεσον αὐτὸ ἀδίκημα.
125Εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ ἀδίκημα τοῦτο προῆλθεν ἐξ ἐσφαλ-
126μένων καὶ πεπλανημένων ἐντελῶς πληροφοριῶν, διότι ὁ τέως
127γυμνασιάρχης Πύργου εἶναι πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔχω πε-
128ποίθησιν, ὅτι οὐδεμίαν δεδικαιολογημένην ἀφορμὴν ἔδωκε
129ποτὲ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα παυθῇ διὰ λόγους ὑπηρεσια-
130κούς.
131Ἅμα τῇ εἰδήσει τῆς παύσεως αὐτοῦ ὅλη ἡ πόλις τοῦ
132Πύργου, γνωρίζουσα καλῶς τὴν ἀξίαν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου,
133ἠγανάκτησε, καὶ διάφοροι παραστάσεις ἐγένοντο πρὸς τὸν κ.
134Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ μεγάλου αὐ-
135τοῦ ἀδικήματος, τοῦ προσγενομένου εἴς τε τὸν παυθέντα καὶ
136εἰς τοὺς μαθητὰς καὶ τοὺς γονεῖς αὐτῶν. Δὲν θὰ πλέξω τὸν
137πανηγυρικὸν τοῦ γυμνασιάρχου ἐγὼ, διότι, ἐπαναλαμβάνω,
138δὲν ἔχει ἀνάγκην τούτου. Ἡ ὑπηρεσία γνωρίζει, τί ἀξίζει ὁ
139ἐπιστήμων αὐτός.
140§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται;
141§14Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Πέτρος Στυμφαλιάδης.
142Δὶς ἐστάλησαν ἐπιθεωρηταὶ, ὅτε ἄλλοτε ὑπηρέτει ὁ γυ-
143μνασιάρχης αὐτός. Ὁ Διομήδης Κυριακοῦ, ἐλθὼν εἰς τὸ
144Γυμνάσιον τοῦ Πύργου καὶ ἐπιθεωρήσας αὐτὸ, συνέταξεν ἔκ-
145θεσιν, ἐν ᾗ ποιεῖται λίαν εὔφημον μνείαν τοῦ γυμνασιάρχου
146τούτου. Ἰδοὺ τί γράφει ἐν τῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκθέσει
147αὐτοῦ ὁ εἰρημένος ἐπιθεωρητὴς (ἀναγινώσκει):
148«Τὸ Γυμνάσιον Πύργου εὗρον ἐν ἀρίστῃ καταστάσει...
149Ὁ διευθύνων τὸ Γυμνάσιον γυμνασιάρχης κ. Πέτρος Στυμ-
150φαλιάδης καὶ ἐπιστήμων εὐπαίδευτος ἐκ τῶν ἀρίστων εἶναι,
151καὶ καρποφόρως διδάσκει, καὶ διοικητικὴν ἱκανότητα μεγά-
152λην ἔχει... Τὰ ἐφαρμοσθέντα ὑπὸ τοῦ γυμνασιάρχου τούτου
153εὐστοχώτατα διοικητικὰ μέτρα ἐπέδρασαν τοσοῦτον ἐπωφε-
154λῶς ἐπὶ τῆς διαγωγῆς καὶ τοῦ ἤθους τῶν μαθητῶν, καὶ
155ἐπήνεγκον τοσοῦτον λαμπρὰ ἀποτελέσματα μορφώσεως καὶ
156προόδου, ὥστε προτείνω καὶ συνιστῶ εἰς τὸ Σεβ. Ὑπουρ-
157γεῖον, πρῶτον μὲν νὰ ἐκφρασθῇ ἡ εὐαρέσκεια τοῦ Ὑπουρ-
158γείου τῷ γυμνασιάρχῃ Πύργου κ. Πέτρῳ Στυμφαλιάδῃ, ὡς
159ἠθικὴ ἀμοιβὴ διὰ τὸν ζῆλον, τὴν ἱκανότητα καὶ ἐν γένει
160τὴν ἀρίστην αὐτοῦ διοίκησιν, δεύτερον δὲ, ἵνα τὰ αὐτὰ μέ-
161τρα ἐπιβληθῶσιν εἰς τοὺς μαθητὰς πάντων τῶν Γυμνασίων
162καὶ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων τοῦ Κράτους.»
163Ὁ δὲ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Μητσόπουλος,
164ἀποσταλεὶς καὶ αὐτὸς ἐπιθεωρητὴς κατ’ ἄλλο ἔτος, καὶ
165ἐπιθεωρήσας τὸ αὐτὸ Γυμνάσιον, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ αὐτὸς
166γυμνασιάρχης διῴκει αὐτὸ, ἰδοὺ τί γράφει ἐν τῇ πρὸς τὸ
167Ὑπουργεῖον ἐκθέσει αὐτοῦ (ἀναγινώσκει):
168«... Τὸ Γυμνάσιον τοῦτο, διὰ τὴν τάξιν, τὴν χρηστό-
169τητα, τὴν εὐπείθειαν καὶ τὴν πρόοδον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ,
170δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα ἄλλων Γυμνασίων,
171ὁ δὲ διευθύνων τοῦτο γυμνασιάρχης κ. Πέτρος Στυμφαλιά-
172δης ὡς ὑπόδειγμα Διευθυντοῦ διά τε τὴν ἀρτίαν αὐτοῦ ἐπι-
173στημονικὴν μάθησιν καὶ τὸ διοικητικὸν πνεῦμα.»
174Μετὰ τοιούτους τίτλους βεβαίως δὲν θὰ ἐπιχειρήσω ἐγὼ
175νὰ πλέξω τὸν πανηγυρικὸν τοῦ εἰρημένου γυμνασιάρχου. Εἶ-
176μαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀφοῦ συλλέξῃ — καὶ
177θὰ συνέλεξε βεβαίως ἤδη — πληροφορίας, δικαιούσας ἐκεῖνα,
178τὰ ὁποῖα γράφουσιν οἱ δύο ἀνώτεροι ἐπιθεωρηταὶ, θὰ ἐπα-
179νορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν εἰς τὸν ἀξιόλογον
180αὐτὸν γυμνασιάρχην.
181§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχει πολλὰ ἔτη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν;
182§16Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς· γνωρίζω ὅμως,
183ὅτι ὑπηρετεῖ ὡς γυμνασιάρχης ἐν Πύργῳ ἐπὶ πολλὰ ἔτη.
184Πρὸ τοῦ τελευταίου ἔτους ἦτο καθηγητὴς ἐν τῷ ἐνταῦθα
185Πρακτικῷ Λυκείῳ, μεθ’ ὃ μετετέθη πάλιν ὡς γυμνασιάρχης
186ἐν Πύργῳ.
187§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἀπηλλάγη;
188§18Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὰ μέσα Δεκεμβρίου, νομίζω,
189πρὸ τῶν Χριστουγέννων.
190§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ ἦτο ἔκφρασις εὐαρεσκείας!
191§20Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἂν ὁ γυμνασιάρχης οὗτος, ὁ ὁποῖος
192συνιστᾶται ὑπὸ τῶν ἐπιθεωρητῶν ὡς ὑπόδειγμα τῶν γυμνα-
193σιαρχῶν τοῦ Κράτους, ἔλαβε τοιαύτην τύχην, βεβαίως ἡ
194παῦσις αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα
195εἰς πάντα ὑπάλληλον, θέλοντα νὰ ἐκτελῇ τὸ ἑαυτοῦ κα-
196θῆκον.
197Πέποιθα, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει ἐπα-
198νορθώσει τὸ γενόμενον ἀδίκημα. Ἤδη μάλιστα τὸν πληροφο-
199ρῶ, ὅτι ὁ διάδοχος τοῦ παυθέντος γυμνασιάρχου, —ὁ ὁποῖος,
200ὡς μανθάνω, εἶναι ἄξιος τοῦ προκατόχου του, ἢ δυνατὸν νὰ
201ἦναι τοιοῦτος, —δὲν μετέβη ἀκόμη εἰς τὴν θέσιν του, καὶ
202ἕνεκα τούτου τὸ Γυμνάσιον Πύργου διατελεῖ ἀπὸ ἑνὸς καὶ
203πλέον μηνὸς ἄνευ γυμνασιάρχου. Ἡ ἐπαρχία τῆς Ἠλείας,
204ἡ ὁποία, μεθ’ ὅλην τὴν δυσπραγίαν αὐτῆς, διατηρεῖ τὸ
205Γυμνάσιον δι’ ἰδίων τῆς δαπανῶν, μὲ ἐλάχιστον ἐπίδομα,
206ἐπικουρικόν, τοῦ Δημοσίου, εἶναι ἄδικον νὰ στερῆται γυμνα-
207σιάρχου καὶ γνωρίζετε, τί σημαίνει διοίκησις εἰς ἓν Γυμνά-
208σιον, καὶ πόσον χαλαροῦται ἡ ἐκπαίδευσις καὶ τὸ ἠθικὸν
209τῶν μαθητῶν Γυμνασίου μὴ ἔχοντος γυμνασιάρχην. Ἐλπίζω
210ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ ἐπανορθώσῃ καὶ τὸ ἓν
211καὶ τὸ ἕτερον ἀδίκημα.
212Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὸ θέμα τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέ-
213ψητε νὰ ἀπευθύνω μίαν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν
214τῆς Δικαιοσύνης. Πάντες ἐνθυμούμεθα, ὅτι κατὰ τὸ διά-
215στημα τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ἐποχὴν προΐ-
216στατο τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττι-
217κῆς Βουλευτής, διηύθυνε δὲ τὰ τῆς Δικαιοσύνης ὁ ἀξιότιμος
218ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος, συνέβη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δι-
219καιοσύνης ἐπεισόδιον πολὺ σκανδαλῶδες μεταξὺ ἑνὸς ἀνωτέ-
220ρου δικαστικοῦ λειτουργοῦ καὶ ἑνὸς ἀνωτάτου ὑπαλλήλου
221τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο
222προὐκάλεσε θόρυβον καὶ εἰς τὸν τύπον, καὶ δικαίως, ἀποτέ-
223λεσμα δ’ αὐτοῦ ἦτο ἡ παῦσις τοῦ δικαστικοῦ ἐκείνου λει-
224τουργοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ὁμολογῶ, ὅτι ὑπῆρχεν ἀρίστη ἰδέα
225μεταξὺ τοῦ δικαστικοῦ κόσμου, ἡ παῦσις δηλαδὴ τοῦ Εἰσ-
226αγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν κυρίου Καρμπούνη. Τὸ ἐπει-
227σόδιον καὶ αἱ προκαλέσασαι αὐτὸ αἰτίαι νομίζω ὅτι πρέπει
228ν’ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλήν, διότι εἰς τὰς αἰτίας τὰς
229προκαλεσάσας τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο δύναται νὰ ἀνεύρῃ τις
230ἕνα ἐκ τῶν πολλῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι καθιστῶσι τὴν Δικαιο-
231σύνην μας χωλήν. Ἐγὼ πρὸ παντὸς ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ζη-
232τήσω νὰ γείνῃ λόγος περὶ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου, διότι εἰς
233τὰς αἰτίας τὰς προκαλεσάσας τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο ἀνεμί-
234χθη καὶ ἡ ἰδιαιτέρα μου πατρὶς Ἠλεία. Δὲν δύναμαι ὅμως
235νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου, πρὶν ἢ προσκομισθῶ-
236σιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα. Διὰ τοῦτο παρα-
237καλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ τὰ
238ἔγγραφα ταῦτα λίαν προσεχῶς.
239§21Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
240Μάλιστα.
241§22Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Νὰ προσαγάγητε πάντα τὰ ἔγγρα-
242φα, τὰ ὁποῖα πιστοποιοῦσιν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ἐπεισόδιον
243τοῦτο, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ παῦσις τοῦ
244Εἰσαγγελέως, τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύ-
245νης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διὰ τὸ ἐπεισόδιον, ἂν ὑπῆρξε τοι-
246αύτη, ἢ ἂν περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἐγγρά-
247φων εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον· ἂν δ’ ἔκαμε καὶ ἄλλην ἐνέρ-
248γειαν, νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τ’ ἀποδεικνύοντα αὐτήν.
249§23Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ποίαν ἐνέργειαν ἔπρεπε νὰ κάμῃ;
250§24Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἔλθουν τὰ ἔγγραφα, θὰ ἴδητε
251ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμῃ καὶ ἄλλην τινὰ ἐνέργειαν.
252§25Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
253Παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε ἐγγράφως τὴν αἴτησίν σας.
254§26Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Μάλιστα.
255§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γκότσης ἔχει τὸν λόγον.
256§28Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς
257Δικαιοσύνης νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ
258τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀπολυθέντων καὶ μετατεθέντων γραμμα-
259τέων τῶν πολυμελῶν Δικαστηρίων, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διοί-
260κησιν τοῦ Ὑπουργείου μέχρι σήμερον.
261§29Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1902, παρα-
262καλῶ, διὰ νὰ κάμωμεν τὴν στατιστικήν. Διατὶ πέρυσι δὲν
263ἐζητήσατε τοιαύτην στατιστικήν; Ἔπρεπε νὰ γείνῃ μία
264ἐκκαθάρισις σχετική.
265§30Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐπίσης πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ
266τῶν γενομένων μεταθέσεων πρωτοδικῶν καὶ Εἰσαγγελέων
267παρὰ πρωτοδίκαις. Ὡσαύτως πληροφορίας περὶ τοῦ τίνες
268τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ τῶν γραμματέων Εἰρηνοδικείων δὲν
269μετετέθησαν (κατὰ τὸν ἄλλοτε καθιερωθέντα τρόπον ἐπε-
270ρωτήσεως ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λεβαδείας).
271Ταύτας τὰς πληροφορίας παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
272τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν εἰδικώτε-
273ρον δὲ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσοι
274γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων ἀπελύθησαν ἀφ’ ἧς ὑπεβλήθη εἰς
275τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ, δι’ οὗ προστατεύονται
276οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι.
277§31Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουρ-
278γὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ στατιστικὴν, ἐμφαίνουσαν
279πόσοι γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων μετετέθησαν ἀπὸ τῆς 18
280Νοεμβρίου 1902 μέχρι τῆς 1 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους.
281Δεύτερον, πόσοι γραμματεῖς Πρωτοδικείων μετετέθησαν
282κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, πόσοι Εἰσαγγελεῖς καὶ
283πόσοι πρωτοδίκαι, καὶ πόσας μεταθέσεις ὑπέστη ὁ Εἰσαγ-
284γελεὺς κ. Τραπεζούντιος, καὶ πόσα ἐδαπάνησε τὸ Δημόσιον
285δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς μεταθέσεις.
286§32Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
287Εἰς μὲν τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευ-
288τοῦ θέλω ἀπαντήσει κατά τινα τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων,
289καὶ ὑποθέτω δὲ, λίαν ταχέως· εἰς τὴν ἐπερώτησιν ὅμως τοῦ
290ἀξιοτίμου ἐκ Κραναίας συναδέλφου δύναμαι νὰ ἀπαντήσω
291σήμερον, καὶ κατ’ αὐτὴν μάλιστα τὴν στιγμήν...
292§33ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἀφίνετε νὰ σχετίσητε καὶ τὰ
293δύο;
294§34Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι.
295§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
296§36Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπὸ τῆς 24 Δεκεμβρίου 1902 μέχρι
297τῆς 20 Νοεμβρίου 1903, ἐπὶ ἐφετῶν, Προέδρων Πρωτοδικῶν
298καὶ πρωτοδικῶν, ἀνερχομένων τῶν προσώπων (καὶ τῶν τριῶν
299τούτων κατηγοριῶν ἐν συνόλῳ εἰς 205, μετετέθησαν: αʹ) ἐπὶ
300ἐφετῶν τεσσαράκοντα τεσσάρων, ἐφέται ἐν ὅλῳ 21· βʹ) ἐπὶ
301Προέδρων Πρωτοδικῶν 26, Πρόεδροι Πρωτοδικῶν 23· καὶ γʹ)
302ἐπὶ πρωτοδικῶν 135 περίπου, πρωτοδίκαι 75. Ἤτοι, ἐπὶ
303ἐφετῶν, Προέδρων Πρωτοδικῶν καὶ πρωτοδικῶν 205, τὸ ὅλον
304119 μεταβολαί!
305§37Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ μετα-
306βολαὶ τοῦ κ. Μερλοπούλου.
307§38Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι προσωπι-
308κόν, σᾶς παρακαλῶ νὰ ὁρίσητε τὴν χρονολογίαν τῶν μετα-
309θέσεων, καὶ κατὰ ποίαν ἐποχὴν ἐγένοντο.
310§39Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι προσωπικόν. Ἐν τούτοις
311ἀμέσως θὰ σᾶς εἴπω.
312§40Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρ’ ἡμῶν δὲν ἐγένοντο. Ἐγένοντο
313κατὰ τὰς διακοπὰς παρὰ τοῦ διαδόχου.
314§41Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζετε!
315§42Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι νομίζω. Τὸ γνωρίζετε πολὺ
316καλά.
317§43Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀκούσατε λοιπόν. Ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ.
318317 φύλλῳ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τῆς 24
319Δεκεμβρίου 1902 μετάθεσις ἐφετῶν μία. Ἀριθμὸς 17 φύλ-
320λου τῆς 23 Ἰανουαρίου 1903 μεταθέσεις ἐφετῶν 2. Ἀριθ-
321μὸς 55 φύλλου τῆς 4 Μαρτίου μεταθέσεις ἐφετῶν 2. Ἀριθ-
322μὸς 68 φύλλου τῆς 19 Μαρτίου μεταθέσεις ἐφετῶν 1. Ἀριθ-
323μὸς 87 φύλλου τῆς 16 Ἀπριλίου μεταθέσεις ἐφετῶν 2. Ἀριθ-
324μὸς 99 φύλλου τῆς 30 Ἀπριλίου μετάθεσις ἐφετῶν 1. Ἀριθ-
325μὸς 111 φύλλου τῆς 13 Μαΐου μεταθέσεις ἐφετῶν 2.
326§44Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐν Κρήτῃ διαμενόντων.
327§45Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι, δὲν ἦσαν ὅλοι ἐν Κρήτῃ.
328§46Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ γνωρίζετε πολὺ καλά.
329§47Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ὅλον ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ
330κ. Δηλιγιάννη 11 μεταθέσεις ἐφετῶν. Ἐπὶ τοῦ κ. Ράλλη:
331Ἀριθμὸς 195 φύλλου τῆς 8 Αὐγούστου 1903 μετάθεσις
332ἐφετῶν 1. Ἀριθμὸς 228 φύλλου τῆς 9 Σεπτεμβρίου μετα-
333θέσεις ἐφετῶν 5. Ἀριθμὸς 266 φύλλου τῆς 17 Ὀκτω-
334βρίου μετάθεσις ἐφετῶν 1. Ἀριθμὸς 294 φύλλου τῆς 12
335Νοεμβρίου μεταθέσεις ἐφετῶν 2. Καὶ ἀριθμὸς 303 φύλλου
336τῆς 20 Νοεμβρίου μετάθεσις ἐφετῶν 1. Τὸ ὅλον ἀπ’ ἀρ-
337χῆς μεταθέσεις ἐφετῶν 21. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι πᾶσα
338ἀντίρρησις αἴρεται. Τὸ ὅλον 21.
339Προέδρων Πρωτοδικῶν μεταθέσεις: Τῇ 30 Ἰανουαρίου
3401903 μία, τῇ 5 Φεβρουαρίου 2, τῇ 24 Φεβρουαρίου 2, τῇ
34121 Ἀπριλίου 4, τῇ 24 Ἀπριλίου 4, τῇ 9 Μαΐου 2, τῇ
3429 Σεπτεμβρίου 8. Τὸ ὅλον μεταθέσεις Προέδρων Πρωτοδι-
343κῶν 23.
344§48Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ δόσεις!
345§49Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μεταθέσεις τώρα πρωτοδικῶν: 23
346Ἰανουαρίου 1903 δύο, 29 Ἰανουαρίου 7, τῇ 10 Φεβρουα-
347ρίου 2, τῇ 1 Μαρτίου 15, τῇ 3 Μαρτίου 1, τῇ 4 Μαρτίου
3482, τῇ 6 Μαρτίου 2, τῇ 22 Μαΐου 1, τῇ 2 Ἰουνίου 3. Αὗ-
349ται ἐπὶ κυρίου Δηλιγιάννη. Τῇ δὲ 9 Σεπτεμβρίου, ἐπὶ
350κυρίου Ράλλη, 40. Τὸ ὅλον μεταθέσεις πρωτοδικῶν 75.
351§50Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἰς τὰς διακοπὰς εἶναι αὐταί.
352§51Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποίας διακοπάς; Τὸν Ἰανουάριον
353καὶ Φεβρουάριον!
354§52Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Προχθὲς ἐδιώξατε 10 ἐν τῷ μέσῳ
355τοῦ ἔτους! Ἔγεινε ποτὲ αὐτό;
356§53Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐγένοντο πολλαὶ μετα-
357θέσεις εἰς τὸ παρελθόν, ἔπρεπεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
358σύνης νὰ μὴ προβῇ εἰς καμμίαν! (ἱλαρότης ἐν τῇ δεξιᾷ).
359§54Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω: ἐπὶ 44
360ἐφετῶν, ἐν τῷ διαστήματι αὐτῷ, ἐν ᾧ ὑπάρχει καὶ ἐκτε-
361ταμένη ἐποχή, καθ’ ἣν τὰ Δικαστήρια εἰργάζοντο, ἐγέ-
362νοντο 21 μεταθέσεις. Ἐπὶ Προέδρων Πρωτοδικῶν 26, ἐγέ-
363νοντο 23 μεταθέσεις. Ἐπὶ πρωτοδικῶν 135, ἐγένοντο μετα-
364θέσεις 75. Ἑπομένως τὸ ὅλον 119 μεταβολαὶ ἐπὶ 205
365προσώπων!
366§55Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κατὰ τὸν τρόπον, ὃν ἔχετε σεῖς, εἰς
367ἓν ἔτος θὰ κάμητε 1500.
368§56Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν: Κατὰ τὸ
369αὐτὸ σύστημα, καὶ ἵνα μὴ μακρηγορῶ, ἀναφέρων τὰς ἡμερο-
370μηνίας μίαν πρὸς μίαν, καὶ τὰς μεταθέσεις μίαν πρὸς μίαν,
371ἐγένοντο μεταθέσεις Εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν ἐν τῷ αὐτῷ
372διαστήματι καὶ ἐπὶ τῶν αὐτῶν Πρωθυπουργῶν 62 ἐπὶ 26
373Εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν. Περίπου τὸ τριπλάσιον!
374§57Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πόσαι ἀναλογοῦσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα
375Τραπεζούντιον, παρακαλῶ;
376§58Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὁ Τραπεζούντιος ὅπου ἐπήγαινεν
377ἤθελε νὰ φύγῃ. Πουθενὰ δὲν ἤθελε νὰ μείνῃ! Τὸν ἔπιανε
378κρύο! (ἱλαρότης).
379§59Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μεταβολαὶ εἰς τοὺς Γραμματεῖς τῶν
380Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων τῶν κ. κ.
381Δηλιγιάννη καὶ Ράλλη: Ἀπὸ 9 Δεκεμβρίου 1902 μέχρις
3827 Νοεμβρίου 1903 ἐπὶ 31 Γραμματέων Πρωτοδικείων καὶ
383Ἐφετείων ἐγένοντο μεταβολαὶ ἐν συνόλῳ 72!
384§60Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
385§61Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τοὺς Γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδι-
386κείων, ἀπὸ 29 Νοεμβρίου 1902 ἕως 13 Ἰουνίου 1903, ἐπὶ
387κ. Δηλιγιάννη, ἐγένοντο μεταβολαὶ, ἐπὶ προσώπων 250,
388ὅσοι εἶναι οἱ ἐν λόγῳ ὑπάλληλοι, 439!
389§62Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Γκότση, τὰ συγχαρητήριά μου!
390§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Γεράκη.
391§64Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὅταν κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι περὶ
392τῶν ἐνεστωσῶν μεταβολῶν, τότε θὰ ἴδητε.
393§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιττὰ εἶναι αὐτὰ, κύριε Γεράκη. Τὴν
394αὐτὴν ὑπόμνησιν ποιοῦμαι καὶ εἰς σᾶς, κύριε Γκότση.
395§66Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δεχθῆτε
396ὑμεῖς τὰ συγχαρητήρια, κύριε Πρόεδρε! (ἱλαρότης).
397§67Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὸν χρόνον
398τῆς Βουλῆς, ἀναγινώσκων τὰς χρονολογίας.
399§68Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ τὰς ἀναγνώσητε,
400διὰ νὰ φωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, κύριε Ὑπουργέ.
401§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
402§70Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν διακόπτω ποτέ.
403§71Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αὐτὰ κάμνουν ἐντύπωσιν, κύριε
404Πρόεδρε, καὶ πρέπει νὰ μελετηθῶσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λο-
405γαριάζει: μία ἀπόλυσις, ἡ ὁποία εἶναι καὶ μία μεταβολὴ,
406γίνονται δύο. Αὐτὴ εἶναι μέθοδος ἐλαστική.
407§72Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ θέλω καταθέσει αὐτά. Τοιου-
408τοτρόπως, παρακαλῶ, νὰ ὑπολογίσητε καὶ τοὺς ἰδικούς σας.
409§73Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Οἱ ἰδικοί σας εἰς ἓν ἑκατομμύριον θὰ
410φθάσουν!
411§74Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ ἴδωμεν.
412Λοιπὸν—ἐπαναλαμβάνω τὸν ἀριθμὸν, ἵνα μείνῃ εἰς τὴν
413μνήμην τῆς Βουλῆς, —ἐπὶ προσώπων τῶν ῥηθέντων ὑπαλ-
414λήλων 250, μεταβολαὶ 439! Καὶ ἂν προσθέσητε καὶ
415τὰς μεταβολὰς, τὰς ἀπὸ 29 Ἰουνίου 1903 μέχρις 24 Νοεμ-
416βρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Ράλλη
417γενομένας ἐπὶ τῶν Γραμματέων Εἰρηνοδικείων, ἐν ὅλῳ δια-
418κοσίας δέκα ὀκτὼ, ἔχετε ἐν ὅλῳ αὐτῷ τῷ χρονικῷ διαστή-
419ματι 657 μεταβολὰς Γραμματέων Εἰρηνοδικείων ἐπὶ
420250 προσώπων!
421§75Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Τὸ τριπλάσιον!
422§76Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μεταθέσεις εἰρηνοδικῶν καὶ πται-
423σματοδικῶν. Ἀπὸ 14 Δεκεμβρίου 1902 ἕως 14 Ἰουνίου
4241903, ἐπὶ κυρίου Δηλιγιάννη, ἐπὶ προσώπων 250 μεταβο-
425λαὶ 300! Καὶ ἀπὸ 30 Ἰουνίου ἕως 24 Νοεμβρίου 1903,
426ἐπὶ κ. Ράλλη, μεταθέσεις ὅμοιαι 147! Ἤτοι τὸ ὅλον ἐπὶ
427250 εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν 447 μεταθέσεις!
428Δὲν συμπεριλαμβάνω διορισμοὺς καὶ ἀπολύσεις.
429Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ δώσω
430εἰς τὸν ἐκ Κραναίας ἀξιότιμον συνάδελφον.
431§77Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Διὰ τὸν κύριον Γεράκην εἶναι αὐτά.
432§78Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μίαν διακοπὴν, κύριε Ὑπουργέ. Ἐγὼ
433σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐδώ-
434κατε εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν μεταβολῶν αὐτῶν. Βεβαίως
435πιθανὸν νὰ μὴ εὐχαριστήσωσι τὸν κύριον Γκότσην καὶ τὸν
436κ. Καλούτσην, ἀλλ’ εἶναι ἀδιάφορον.
437§79Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐμὲ δὲν μὲ δυσαρεστοῦσι καθόλου.
438§80Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ,
439νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν, πόσην πίστωσιν εἶχε διὰ τὰς
440μεταθέσεις τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ 1902
441καὶ 1903, καὶ ἂν περιωρίσθη εἰς τὴν πίστωσιν ταύτην ἢ
442ὑπερέβη τὴν πίστωσιν, ὅπως γείνωσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ μετα-
443βολαὶ, καὶ πόσα ἐδαπάνησε δι’ ὅλας αὐτάς.
444§81Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, πρὶν κατέλθω τοῦ
445βήματος καὶ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὴν γνώμην
446μου, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ,
447νὰ ἀνέλθω καὶ εἰς ἄλλην ἐποχήν.
448Κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1895 ἔτους, ἐν διαστήματι τεσ-
449σάρων μηνῶν, δηλαδὴ Ἰούνιον, Ἰούλιον, Αὔγουστον καὶ Σε-
450πτέμβριον, ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ τότε συναδέλφου Ὑπουργοῦ ἐπὶ
451τῆς Δικαιοσύνης κ. Βάρβογλη, Ὑπουργοῦ ὑπὸ τὸν αὐτὸν κύ-
452ριον Δηλιγιάννην, ἐν συνόλῳ 806 μεταβολαί.
453Ἐγὼ, Κύριοι, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τοὺς ἀριθ-
454μοὺς τούτους, οὐχὶ ἵνα ἀπολογηθῶ, οὔτε ἵνα κατηγορήσω
455τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφόν μου, ἢ καὶ ἄλλον τινά,
456ἀκόμη προγενέστερον, ἐπὶ ταῖς πράξεσι ταύταις, διότι δυσ-
457τυχῶς τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις ἐν τῷ ζητήματι τού-
458τῳ, ὥστε ἴσως ἀναπόδραστον εἶναι νὰ γίνωνται αὐταὶ αἱ
459μεταθέσεις.
460Ἐὰν ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, ὁ ἐπερωτήσας, θέλῃ
461νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, δὲν ἔχει ἢ νὰ ζη-
462τήσῃ τὴν κατὰ προτίμησιν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ
463ἐφέραμεν. (Ἄ! ἄ!). Βεβαίως. Διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ
464νομοσχεδίου ἐκείνου καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἀπαλλαγῆ τοιαύτης
465ὀχληρᾶς τῳόντι ἐργασίας.
466Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον νὰ
467μοὶ κάμῃ τὴν εὐχαρίστησιν καὶ τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνώσῃ τὴν
468αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ κατέθηκα.
469§82Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν διενεμήθη.
470§83Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διενεμήθη.
471§84Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καίτοι ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν
472διάταξιν, δὲν διενεμήθη.
473§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διανεμηθῇ.
474§86Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως δὲ ταύτης, ἐὰν
475λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ ἀναγνώσητε αὐτὴν, θέλετε ἰδεῖ,
476ὅτι ἐγὼ καὶ κατ’ ἐμοῦ αὐτοῦ καὶ κατὰ τῶν συναδέλφων,
477μεθ’ ὧν συμπράττω, βάλλω τὸν λίθον.
478§87Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
479§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ἄλλος, ὁ κύριος Ράλλης.
480§89Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τίς εἶναι ὑπαίτιος τῆς
481καταστάσεως ταύτης; Εἶναι ἆρά γε οἱ Ὑπουργοί; εἶναι
482ἆρά γε οἱ Βουλευταί; Εὐθύνεται ἆρά γε ἡ πτέρυξ αὕτη,
483ἢ εὐθύνεται ἡ πτέρυξ ἐκείνη; Οὐχὶ, Κύριοι. Ἔχω τὸ θάρ-
484ρος νὰ ὁμολογήσω τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Οὔτε
485τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν κατηγορῶ, οὔτε τὸν
486πρῴην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, τὸν ἐκ Μαντινείας
487ἄλλοτε Βουλευτὴν, κατηγορῶ, οὔτε τινὰ ἄλλον κατηγορῶ
488ἐπὶ τῇ καταστάσει ταύτῃ. Ἀλλὰ καὶ οὐδενὶ εἶναι ἐπιτετραμ-
489μένον νὰ κατηγορήσῃ ἐμοῦ, ἐὰν καὶ ἐγὼ προέβην εἰς τοιαύ-
490τας μεταβολὰς καὶ ἐν οἱᾳδήποτε ἀκόμη ὥρᾳ τοῦ ἔτους. Οἱ
491Βουλευταὶ πιέζονται ἐκ τῆς καταστάσεως. Ποῖος εἶναι ὁ
492αἴτιος τῆς καταστάσεως ταύτης; Ἄς εὕρῃ αὐτὸν ἡ Ἱστο-
493ρία, ἂς εὕρῃ αὐτὸν ἡ εἰλικρινὴς γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου.
494Ἡ κατάστασις ὁμολογουμένως εἶναι ἀφόρητος, καὶ εἶναι
495ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὅπως ἀπαλλαχθῶσιν οἱ δυστυ-
496χεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι, οἵτινες καλοῦνται Βουλευταί, οἵτινες
497καλοῦνται Ὑπουργοί, ἐκ τῆς ἐπιθέσεως ταύτης τῶν διαφό-
498ρων θεσιθηρῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι διὰ τῆς ἐπιμονῆς
499παρὰ τοῖς Βουλευταῖς, διὰ τῆς ἐπιμονῆς παρὰ τοῖς Ὑπουρ-
500γοῖς δύνανται ν’ ἀποκτήσωσι τὰ ἀγαθὰ, ἅτινα ἐπιζητοῦσιν.
501Ἐὰν λοιπὸν κατέθηκα τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, κατέθηκα
502αὐτοὺς, οὐχὶ ἵνα κατηγορήσω τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὑπὸ τὸν
503Ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
504τὴν, οὔτε ἵνα κατηγορήσω τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἐγκρίτου ἐξ
505Ἀττικῆς συναδέλφου μου, ἥτις ὑπῆρξε συνέχεια τῆς Κυ-
506βερνήσεως ἐκείνης, οὔτε ἵνα κατηγορήσω τυχὸν προγενεστέ-
507ρας Κυβερνήσεις, οὔτε ἵνα ὑπεραμυνθῶ τῆς παρούσης ἢ τῶν
508πράξεων ἐμοῦ.
509Εἶμαι εὐτυχὴς, διότι ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις αὕτη, καὶ
510ἀνέβαλλον μέχρι τοῦδε νὰ ἀπαντήσω δημοσίᾳ, διότι ἤμην
511βέβαιος, ὅτι ἤθελε γείνῃ τοιαύτη ἐπερώτησις ἐν τῷ ἐθνικῷ
512τούτῳ περιβόλῳ. Ἄλλως ἤθελον ἀπαντήσει εὐθὺς πρὸ ἡμε-
513ρῶν, ὅτε ἔγκριτον δημοσιογραφικὸν φύλλον, ἡ «Πρωΐα»,
514ἐμέμφετο ἐμοῦ, διότι ἐνήργησα μικράς τινας μεταβολὰς ἐν
515τῷ Εἰρηνοδικειακῷ κλάδῳ...
516§90ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μικράς!
517§91Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἢ καὶ μεγάλας, ἔστω· βεβαίως ὅμως
518μικροτέρας τῶν ἰδικῶν σας πάντοτε.
519Παρακαλῶ νὰ ἦσθε εἰλικρινεῖς, ὡς ἐγώ. Ὁ ἀναμάρτητος
520τὸν λίθον βαλέτω. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Οὔτε ἐγὼ
521πταίω, οὔτε ἡ πτέρυξ αὕτη πταίει, οὔτε ἡ Κυβέρνησις
522αὕτη πταίει, οὔτε ἡ προηγουμένη, οὔτε κανεὶς ἐξ ὑμῶν.
523Πταίει ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων.
524§92Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πταίετε, διότι δὲν ἔχομεν νόμον.
525§93Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ψηφίσατε νόμον προστατευτικὸν τῶν
526δημοσίων ὑπαλλήλων. Ζητήσατε νὰ ὑποβάλωμεν νόμον περὶ
527τοῦ ἀμεταθέτου τῶν πρωτοδικῶν, τῶν ἐφετῶν, τῶν εἰρηνοδι-
528κῶν, τῶν γραμματέων τῶν Εἰρηνοδικείων, τῶν γραμματέων
529τῶν πολυμελῶν Δικαστηρίων. Ἀλλὰ μὴ νομίζετε, ὅτι ἔσε-
530ται ὑμῖν ἐπιτετραμμένον νὰ ῥίπτητε βέλη ἐκεῖθεν καθ’ ἡμῶν,
531ὅταν τὰ βέλη ταῦτα κυρίως στρέφωνται καθ’ ὑμῶν, διότι
532ἡ πτέρυξ ὑμῶν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἄλλοτε εἶχον—ὁμο-
533λογῶ—τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, εἶναι ἐκείνη, ἥτις κατήργησε
534τοὺς νόμους περὶ προστασίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν καὶ
535ὑπαλλήλων (χειροκροτήματα καὶ εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
536Μὴ νομίζετε, ὅτι, διότι κάθημαι ἐκεῖ (δεικνύει τὴν δε-
537ξιὰν πτέρυγα), δὲν θέλω ἀμύνεσθαι κατὰ τῶν βελῶν, ἅτινα
538οὐχὶ βεβαίως πάντες ὑμεῖς, ἀλλά τινες νομίζουσιν, ὅτι δύ-
539νανται νὰ ἐκσφενδονίζωσι κατὰ τοῦ ἐμοῦ στήθους. Ἐν πάσῃ
540περιπτώσει θέλω ἀμυνθῆ καὶ τῆς πολιτείας μου καὶ τῆς
541πολιτείας τῆς παρούσης πτέρυγος, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι,
542κατερχόμενος τοῦ βήματος, δὲν θέλω κατέλθει ἡττημένος,
543ὡς δὲν κατέρχομαι ἡττημένος κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην.
544(Χειροκροτήματα ζωηρὰ ἐκ δεξιῶν).
545§94Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι μόνον ἡττημένος θέλει ἀποδει-
546χθῆ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἀναρ-
547μόστως φερόμενος καὶ ἐκ τοῦ ἀξιώματός του καὶ ἐκ τῆς θέ-
548σεως, ἣν κατεῖχε πρὸ ὀλίγου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἠθέ-
549λησε νὰ συγχίσῃ εὐθύνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠδύναντο νὰ συγ-
550χισθῶσι, διότι ἠθέλησε νὰ συγχίσῃ τὰς εὐθύνας τοῦ προ-
551κατόχου μου Ὑπουργοῦ μὲ τὰς εὐθύνας τὰς ἰδικάς μου.
552Πάντες δὲ γνωρίζετε, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἔσχον τὴν τιμὴν
553νὰ διευθύνω τὰ κοινὰ, οὐδεμία ἀπαίτησις πρὸς ἱκανοποίησιν
554κομματικοῦ συμφέροντος ἱκανοποιήθη. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς
555τῆς Δικαιοσύνης, θέλων νὰ δώσῃ στατιστικὰς πληροφορίας
556πρὸς τὴν Βουλὴν, συγχέει τὰς εὐθύνας τῶν δύο Ὑπουρ-
557γῶν...
558§95Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
559Δὲν συγχέω, κύριε Βουλευτά.
560§96Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως τὰς συγχέετε, ὅταν λογα-
561ριάζητε τὰς μεταβολὰς ἀπὸ τῆς 25 Δεκεμβρίου 1902 μέχρι
562τῆς 25 Νοεμβρίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους.
563§97Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
564§98Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τί θέλετε νὰ εἴπητε; Δὲν τὰ εἴπετε
565ἐντεῦθεν; Δὲν ἀνεγνώσατε μεταβολὰς καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ
566διάστημα γενομένας;
567§99Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν
568διακοπήν. Ἐγὼ δὲν κρατῶ ἀποκρύφους τοὺς πίνακας τού-
569τους. Θέλω τοὺς καταθέσει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
570§100Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠξεύρω τί περιλαμβάνουσιν οἱ πί-
571νακες. Ἤκουσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπετε ἐδῶ.
572§101Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ. Ὑμεῖς, ἐὰν ἔχητε εὐθύ-
573νην τινὰ, ἔχετε διὰ τὰς μεταθέσεις, τὰς ὁποίας ἐνεργή-
574σατε.
575§102Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως.
576§103Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐδῶ λοιπὸν, εἰς τοὺς πίνακας αὐ-
577τοὺς, εἶναι καθωρισμέναι αἱ μεταθέσεις.
578§104Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν. Ἀλλὰ
579δὲν πρόκειται περὶ τῶν πινάκων, πρόκειται περὶ τῶν λε-
580χθέντων ἐντεῦθεν.
581§105Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τῶν πινάκων πρόκειται.
582§106Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ τῶν λεχθέντων. Εἶναι περιττὸν
583νὰ ἐκφεύγητε ὅπως ἡ σηπία, καθὼς λέγουσιν οἱ ναυτικοί.
584Σᾶς γνωρίζω καὶ μὲ γνωρίζετε.
585§107Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς γνωρίζω.
586§108Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἴπετε ἀρκετά. Νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ
587ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἴπω.
588Βεβαιῶ, ὅτι οὐδεμία μετάθεσις πρωτοδίκου ἢ ἐφέτου
589ἐγένετο πρὸς ἱκανοποίησιν κομματικοῦ συμφέροντος, ὅτε διε-
590τέλουν ἐν τῇ ἀρχῇ· βεβαιῶ, ὅτι ὅλαι αἱ μεταθέσεις, αἱ γε-
591νόμεναι τότε, κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον, ἐγένοντο ἀκριβῶς
592πρὸς πλήρωσιν κενῶν θέσεων.
593§109Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μήπως εἶπον ἐγὼ τὸ ἐναντίον;
594§110Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαιῶ ὅτι, ἐὰν ἐγένοντο μεταθέσεις
595ἐντεῦθεν πρωτοδικῶν, οὓς ἔσπευσε νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς Ἀθήνας
596ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐγένοντο πρὸς τὸν σκο-
597πὸν ἱκανοποιήσεως ἀρχαίων δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔτυχον
598κατὰ τὸ παρελθὸν ἄλλης ἱκανοποιήσεως, ἥτις ὠφείλετο πρὸς
599αὐτοὺς, τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς προαγωγῆς. Διότι, ἐὰν λά-
600βητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς πίνακας τῶν προαχθέντων ἀπὸ τριετίας,
601θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἀπέναντι ἱκανῶν δικαστῶν, ἐχόντων ὑπηρε-
602σίαν 20 ἕως 22 ἐτῶν, προήχθησαν δικασταὶ μὲ ὑπηρεσίαν
603μόνον ὀκταετῆ, καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν καλλιτέρων. Ἡ ὑπ’ ἐμὲ
604Κυβέρνησις, εὑρισκομένη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἱκανοποιήσῃ
605ἀρχαίους δικαστὰς, ἐθεώρησεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν νὰ
606τοὺς φέρῃ ἐνταῦθα, ὅπως δώσῃ ἄνεσιν καὶ εἰς τοὺς οἰκογε-
607νειάρχας αὐτούς. Ὑμεῖς τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀνόδου σας εἰς
608τὴν ἐξουσίαν τί ἐπράξατε; τοὺς δικαστάς, οἵτινες πρὸ ὀλί-
609γου χρόνου εἶχον μετατεθῆ εἰς τὰς ἐπαρχίας, τοὺς ἐπανεφέ-
610ρατε ἐνταῦθα, ἀποστείλαντες εἰς τὰς ἐπαρχίας τοὺς πρό
611τινος ἐνταῦθα μετατεθέντας. Καὶ διατὶ τοῦτο; πρὸς ἱκα-
612νοποίησιν συμφερόντων καὶ ἀξιώσεων κομματικῶν, εἰς ἃς
613ἡμεῖς οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἐπροσέξαμεν.
614Ἐγὼ δὲν ἔρχομαι νὰ σᾶς κολακεύσω, ἀλλὰ νὰ σᾶς εἴπω
615κατὰ πρόσωπον, ὅτι, ἐὰν πάσχῃ ἡ Πολιτεία καὶ ὁ τόπος,
616τοῦτο ὀφείλεται εἰς ὑμᾶς, ὀφείλεται εἰς τοὺς Ὑπουργούς,
617τοὺς ἐνδίδοντας εἰς τὰς παρανόμους καὶ πρὸς καταστροφὴ
618τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀξιώσεις. Ἐὰν θέλητε
619νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις, θέσατε φραγμὸν κατὰ τῶν
620ἰδίων ὑμῶν ἀξιώσεων. Ἐὰν δὲ ὑπῆρξε δυσαρέσκειά τις
621κατ’ ἐμοῦ, αὕτη ὑπῆρξε, διότι δὲν ἀπέβλεψα εἰς ἱκανοποιήσεις
622ἀξιώσεων, ἀλλ’ ἔθηκα ταύτας κατὰ μέρος, καὶ ἀπέβλεψα
623πρὸς ἓν μόνον συμφέρον, τὸ ὑπέρτατον, τὸ συμφέρον τῆς
624Πολιτείας καὶ τῆς ὑπηρεσίας. Διοίκησιν δὲν δυνάμεθα νὰ
625ἔχωμεν ὑπὸ τοιούτους ὅρους, οὓς ὑμεῖς ἐννοεῖτε νὰ ἐφαρμό-
626ζητε· δικαιοσύνην δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὑπὸ τοιούτους
627ὅρους, οὔτε στρατὸν, οὔτε ναυτικόν. Ἀλλ’ οὔτε οἰκονομίαν
628δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, οὔτε ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Διευθύ-
629νων ἐπὶ ἓξ ὅλους μῆνας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν,
630προέβην εἰς μίαν μόνον ἀπόλυσιν, εἰς τρεῖς μεταθέσεις καὶ
631εἰς ὀκτὼ προαγωγάς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς
632πτέρυγος καὶ ἐκ τῶν θεωρείων).
633§111Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ὁ ἀξιότιμος
634συνάδελφος καὶ ἔγκριτος συμπολίτης μου ὠργίσθη ἄνευ αἰ-
635τίας. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι, ὅταν ἀφήσῃ νὰ ἀκουσθῶ, θέλει πει-
636σθῆ, ὅτι ἐντελῶς ἄνευ αἰτίας ὡμίλησε. Διότι ἐνθυμεῖσθε πάν-
637τες ὅσα ἐγὼ ἀνέγνωσα, χρονολογικῶς κατανέμων τὴν εὐθύ-
638νην ἑκάστου. Οἱ δὲ πίνακες δὲν εἶναι ἀπόκρυφοι, διότι εὐ-
639θὺς μετά τινας στιγμὰς θέλω καταθέσει αὐτοὺς εἰς τὸ
640Προεδρεῖον. Ἐκ τῶν πινάκων δὲ τούτων θέλει ἰδεῖ ὁ εὐγε-
641νὴς συμπολίτης μου, ὅτι διαιρεῖται ἡ ἐργασία αὕτη τῶν
642μεταθέσεων εἰς δύο ὡρισμένας χρονικὰς περιόδους, καὶ οὐ
643μόνον διαιρεῖται ἡ ἐργασία, ἀλλὰ γίνεται καὶ ἡ πρόσθεσις
644τῶν δύο αὐτῶν περιόδων. Ἑπομένως δὲν ἐζήτησα διὰ τῆς
645συγχύσεως νὰ ἀποδώσω εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὑπὸ
646τὸν ἔγκριτον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφόν μου, διὰ πράξεις ἐνερ-
647γηθείσας ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τῆς ὑπὸ τὸν
648Ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν.
649Παντάπασιν. Οἱ πίνακες εἶναι συντεταγμένοι κατὰ σύστημα
650καὶ χρονολογίαν καὶ ἀριθμὸν φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς
651Κυβερνήσεως, καταθέτω δὲ αὐτοὺς, ὅπως ὁ ἔντιμος συνά-
652δελφός μου λάβῃ τούτους καὶ φωτισθῇ πλειότερον.
653§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ πίνακες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμη-
654θῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 61).
655§113Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ
656συμπληρώσητε τοὺς πίνακας τούτους, καταθέτων σημείωμα
657περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐτῶν, ἅτινα ἕκαστος τῶν προαχθέν-
658των δικαστῶν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Ράλλη εἶχεν
659εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Διότι ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς
660διετάθη, ὅτι προήγαγε τοὺς ἀρχαιοτέρους· ἐπιθυμῶ δὲ νὰ
661ἴδω, ἂν αἱ πληροφορίαι του εἶναι ἀκριβεῖς.
662§114Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δύνασθε νὰ ζητήσητε πληροφορίας,
663ἀλλὰ βεβαίως θὰ πεισθῆτε ἐξ αὐτῶν, ὅτι οἱ κάλλιστοι καὶ
664ἀρχαιότεροι προήχθησαν ὑπ’ ἐμοῦ.
665§115Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Προσεθέσατε τώρα καὶ τὸ κάλ-
666λιστον!
667§116Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν σεῖς κατηγορῆτε, ὁλόκληρος ὁ
668δικαστικὸς κόσμος ἀνομολογεῖ τὴν δικαιοσύνην τὴν ἀποδο-
669θεῖσαν αὐτῷ ὑπ’ ἐμοῦ.
670§117Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Διαφωνῶ πρὸς ὑμᾶς.
671§118Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν πταίωσιν οἱ ἑκά-
672στοτε Ὑπουργοὶ, ἐὰν ὑπεύθυνοι τῆς πραγματικῶς θλιβερᾶς
673καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλθον τὰ δημόσια πράγματα τῆς
674Ἑλλάδος, δὲν ἦναι οἱ Βουλευταὶ, βεβαίως ἔνοχος τῆς κατα-
675στάσεως ταύτης εἶναι ὁ ἀλλοπρόσαλλος χαρακτὴρ ἐνίων πο-
676λιτευομένων, οἵτινες ἄλλα ἐπαγγέλλονται ὡς ἀντιπολι-
677τευόμενοι, καὶ ἄλλα πράττουσιν ὁσάκις ἀνέρχονται εἰς τὴν
678ἀρχήν. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ κύριος
679Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μὲ ὕφος Λουθηρανοῦ ἱεροκήρυ-
680κος διελάλει εἰς ἡμᾶς τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ περὶ μονιμό-
681τητος τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἐνῷ κατὰ τὴν αὐτὴν
682στιγμὴν τὰ δάκτυλα αὐτοῦ καὶ αἱ χεῖρες ἦσαν μελανωμέ-
683ναι ἐκ τῆς μελάνης, δι’ ἧς ἐγράφησαν τὰ Βασιλικὰ ἐκεῖνα
684Διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων ἑκατοστύες δικαστικῶν προσώ-
685πων ἐξεσφενδονίζοντο ἀπὸ τῆς μιᾶς ἄκρας τῆς Ἑλλάδος
686εἰς τὴν ἄλλην. Εἶναι τοῦτο συνεπές; Εἶναί τι, τὸ ὁποῖον νὰ
687ἐμπνέῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τῆς
688χρηστότητος τῆς προαιρέσεως τῶν πολιτευομένων; Καὶ
689πῶς Θέλετε, ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ πιστεύσῃ,
690ὅτι σπουδαιολογεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰσάγων
691νομοσχέδιον περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τῶν δικαστι-
692κῶν, ὅταν διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς εἰσάγῃ τὸ νομοσχέδιον, διὰ
693δὲ τῆς ἄλλης παρουσιάζῃ εἰς τὸν Βασιλέα τὸ Διάταγμα
694τῆς μεταθέσεως τοσούτων δυστυχῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες ἐν
695μέσῳ χειμῶνι χορεύουσι τὸν χορὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὁ μα-
696καρίτης Θρασύβουλος Ζαΐμης ἐν τῷ δηκτικῷ αὑτοῦ οἴστρῳ
697ὠνόμαζε μαζούρκαν τῶν πτωχῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑλλάδος;
698§119Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Διατὶ δὲν ἐνεθυμήθητε τοῦτο καὶ ἄλλοτε;
699§120Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀπόστασις,
700ἡ μεγάλη διαφορὰ τῶν γνωμῶν τῶν πολιτευομένων, θὰ καταρ-
701ρίψῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἀπὸ τῆς περιωπῆς, εἰς
702ἣν εὑρίσκεται, καὶ θὰ κλονίσῃ μεγάλως τὴν ἐμπιστοσύνην
703τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς πολιτευομένους.
704Τοῦτο ἔλεγον προχθές, καὶ τοῦτο δυσηρέστησε τὸν κύριον
705Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὥστε νὰ ἐγερθῇ ἀποτό-
706μως, ἵνα δικαιολογηθῇ κατὰ τρόπον, ὅστις τῇ ἀληθείᾳ προ-
707ξενεῖ ἀπορίαν καὶ κατάπληξιν...
708§121Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσαι ἀσυνήθιστος!
709§122Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ γνῶμαι ἡμῶν δὲν μετε-
710βλήθησαν.
711§123Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ αἱ ἰδικαί μας πότε μετεβλή-
712θησαν;
713§124Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε εἰσηγάγετε νομοσχέ-
714δια, δι’ ὧν ἐπιβαρύνεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ δέκα καὶ
715πλέον ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὑμεῖς καὶ ὁ σύντροφος ὑμῶν,
716οἵτινες ἐπὶ κεφαλῆς διαδηλώσεων ἐσχίζετε τὸν λάρυγγά σας,
717διαλαλοῦντες εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ὑπερμέτρως ἐπι-
718βαρύνεται οὗτος διὰ φόρων.
719§125Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν λέγετε ἀλήθειαν.
720§126ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα!
721§127Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κάθησε κάτω σύ!
722§128ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κάθησε σύ! (Θόρυβος).
723§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ. Δὲν ἐπιτρέπον-
724ται διακοπαί.
725§130Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν ἐμπιστοσύνην δύναται
726νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῆς χρηστότητος τῆς προαιρέσεως τῶν πολιτευο-
727μένων ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅστις πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἤκουε τὸν
728κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν σύντροφόν του
729Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διαλαλοῦντας, ὅτι μία ἰδέα
730ἥνωσεν ἡμᾶς τοὺς δεκατρεῖς ὑποψηφίους τῆς Ἀττικῆς ὑπὸ
731τὴν ἀρχηγίαν τοῦ φιλοπάτριδος ἡμῶν ἀρχηγοῦ, ἡ ἰδέα τοῦ
732νὰ σώσωμεν τὸν λαὸν καὶ τὸν τόπον ἀπὸ τῆς ὑπερμέτρου φο-
733ρολογίας καὶ σπατάλης, εἰς τὴν ὁποίαν ἔσυρεν αὐτὸν ἡ προ-
734κάτοχος Κυβέρνησις τοῦ κ. Θεοτόκη καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις
735τοῦ κ. Ζαΐμη; ὁ λαός, ὅστις ἤκουεν αὐτοὺς λέγοντας, ὅτι
736«ἄτιμος καὶ κατηραμένος εἶναι ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων, ἡμεῖς
737δέ, ἐρχόμενοι εἰς τὰ πράγματα, θὰ καταργήσωμεν αὐτόν»;
738§131Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σεῖς κατηργήσατε αὐτόν;
739§132Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν
740Στρατιωτικῶν, εἶσθε ὁ Σμολένσκης τοῦ περυσινοῦ Νοεμβρίου;
741§133Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Σεῖς δὲν ἐπράξατε ὅ,τι ὑπεσχέ-
742θητε, σεῖς ἐγκατελείψατε τὸ πρόγραμμά σας, καὶ δι’ αὐτὸ
743σᾶς ἐγκατέλειψα.
744§134Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ τὸν μάθω αὐτὸν μετ’ ὀλίγον,
745κύριε Ὑπουργέ!
746§135Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θέλετε νὰ ἔχωμεν πε-
747ποίθησιν εἰς τὴν σπουδαιότητα τῶν φορολογικῶν μέτρων,
748τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν
749βλέπωμεν, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον παρακάθηνται
750δύο σανιδοφόροι Ὑπουργοὶ, οἵτινες ὑπέσχοντο εἰς τὸν Ἑλ-
751ληνικὸν λαὸν νὰ καταργήσουν τὴν σπατάλην καὶ τὴν φορολο-
752γίαν τοῦ κυρίου Θεοτόκη; Σπουδαιολογεῖτε, νομίζοντες, ὅτι
753ἐλησμόνησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ὑπόσχεσίν σας, ὅπως
754καταργήσητε τοὺς φόρους, καὶ ἤδη προσθέτετε καὶ νέους
755τοιούτους; Καὶ προσθέτετε νέον φόρον καὶ εἰς τὸ γλεῦκος!
756Μετὰ ταῦτα δὲ μᾶς λέγετε, ὅτι δὲν μετεβάλετε γνώμην!
757§136Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν ἠκολουθήσατε τὸ πρόγραμμά
758σας.
759§137Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τὸ ἠκολουθήσατε;
760§138Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἠκολούθησα τὰς ἰδέας μου, τὰς
761ὁποίας ἀπήγγειλα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος.
762§139Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
763τιωτικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν, ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος,
764ὅτι δὲν μετεβλήθη καθόλου, διότι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα
765συνέταξεν ὁ ἐπιτελάρχης τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, συμπί-
766πτουσι μὲ τὰς ἰδέας αὐτοῦ περὶ στρατοῦ! Ἐγὼ βεβαίως,
767ὁ ὁποῖος δὲν εἶμαι στρατιωτικός, ἀλλὰ νομικός, οὐδεμίαν
768ἠσθάνθην ἔκπληξιν ἢ ἀπορίαν, διότι εἰσήγαγε ξένα νομοθε-
769τήματα εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
770κῶν, διότι γνωρίζω, ὅτι καὶ οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι, ὡς ὅλων
771τῶν ἐξηυγενισμένων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης οἱ νόμοι, εἰς τοὺς
772ἄπαιδας, εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας ἴδια τέκνα, χορηγοῦσι τὸ δι-
773καίωμα τῆς υἱοθετήσεως ξένων τέκνων. Διὰ τοῦτο δὲν ἐκ-
774πλήττομαι, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
775υἱοθέτησε τὰ νομοσχέδια ταῦτα, μὴ ἔχων ἰδίαν ἐργασίαν.
776§140Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν μὲ πειράζει αὐτό.
777§141Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω πρόθεσιν νὰ σᾶς
778πειράξω, ἀλλ’ ἔχω πρόθεσιν νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸν τρό-
779πον, καθ’ ὃν πολιτευόμεθά τινες ἐνταῦθα, διότι ὁ τρόπος
780οὗτος θὰ καταρρίψῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὸ πολίτευμα, ὑφ’ ὃ κυ-
781βερνώμεθα, ὥστε θὰ κλονίσῃ ἐκ βάθρων τὴν ἐμπιστοσύνην
782τῶν πολιτῶν πρὸς τοὺς πολιτευομένους, πρὸς τοὺς ἀντι-
783προσωπεύοντας τὸν λαὸν ἐνταῦθα.
784§142Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἦσο Τρικουπικός· ἔπειτα πῶς
785ἔγεινες Δηλιγιαννικός; (ἱλαρότης).
786§143Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν
787Στρατιωτικῶν εἶναι εὐχαριστημένος μὲ τὸν ἑαυτόν του!
788Ἐγὼ εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1895 ὡς
789Δηλιγιαννικός, ἔκτοτε δὲ, ἐπὶ δώδεκα συναπτὰ ἔτη, μένω
790εἰς τὰς τάξεις τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη. Ὑμεῖς ὅμως ἀπὸ
791τοῦ πρώτου ἔτους, καθ’ ὃ πολιτεύεσθε, ἠλλάξατε τόσας φά-
792σεις, ὅσα δὲν ἠλλάξατε ὑποκάμισα!
793§144Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀκολουθῶ κανένα, δὲν
794σύρομαι ἀπὸ κανένα.
795§145Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκολουθεῖτε ὅμως ἐναλλὰξ
796ἰδέας ἐντελῶς ἀντιθέτους τῶν πρώην ἰδεῶν σας. Ἐλέγετε
797εἰς τὸν κόσμον πρότερον, ὅτι θὰ καταργήσητε τοὺς ὑπερμέ-
798τρους καὶ ἀτίμους φόρους, καὶ τώρα ἔρχεσθε νὰ τοὺς πολ-
799λαπλασιάσητε! Τοῦτο εἶναι τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον διαπράτ-
800τετε, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
801πταίει, εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῶν πολιτευομένων.
802Ἔκτροπον εἶναι καὶ σκανδαλῶδες νὰ εἰσάγωνται νομοσχέ-
803δια περὶ μονιμοποιήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καθ’
804ἣν στιγμὴν ἑκατοστύες τοιούτων ὑπαλλήλων περιοδεύουσιν
805ἀναγκαστικῶς ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν τῆς Ἑλλάδος! Πῶς
806θὰ πιστεύσῃ τις τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι
807ἀληθῶς σπουδαιολογεῖ καὶ μεριμνᾷ ὑπὲρ τῆς τύχης τῶν
808ὑπαλλήλων του, ὅταν ἀστόργως ἀποστέλλῃ τοσούτους οἰκο-
809γενειάρχας εἰς τὰ πέρατα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου; Ἐὰν
810ἤγετο ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος, φέρων τὸ νομοσχέδιον περὶ
811μονιμοποιήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, δὲν θὰ εἶχε μο-
812λύνει τὰς χεῖράς του εἰς τοιαύτας μεταβολάς· πράξας δὲ τὸ
813ἀντίθετον, οὐδεμίαν παρέχει πεποίθησιν, ὅτι μεριμνᾷ σοβα-
814ρῶς περὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς
815ἀριστερᾶς πτέρυγος καὶ ἐκ τῶν θεωρείων).
816§146Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελ-
817φός μου καὶ φίλος μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡς
818καὶ ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀπολογηθῶμεν ἐνώ-
819πιον τοῦ τελευταίου ἐπιτυχόντος Βουλευτοῦ Ἀττικῆς...
820§147Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὑποψηφίου δημάρχου.
821§148Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ... ὅστις ἐλέῳ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος
822Βουλευτοῦ, ἐλέῳ τοῦ κυρίου Ράλλη καὶ ἐλέῳ ἐμοῦ εἰσῆλ-
823θεν ὡς οὐραγὸς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην...
824§149Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ διευθύνω τὰς
825ψήφους τῶν συμπολιτῶν μου...
826§150Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὔτε ἐγώ.
827§151Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐλέῳ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰσῆλθεν
828εἰς τὴν Βουλήν.
829§152Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κόσμος ἀκούει καὶ κρίνει.
830Ὁμιλῶν ὁ κ. συνάδελφος, ἐὰν ἀνεμέτρει τὸ ἀνάστημά
831του καὶ τὸ χρῶμά του, δὲν ἤθελεν ἀνίστασθαι αἰωνίως ἐλεγ-
832κτὴς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐμοῦ.
833Ὡμίλησα οὐχὶ βεβαίως περὶ τοῦ φυσικοῦ χρώματος αὐ-
834τοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ χρώματος ἐκείνου, ὅπερ προσέδωκαν
835αὐτῷ 5,000 μαῦραι ψῆφοι κατὰ τὴν τελευταίαν δημοτικὴν
836ἐκλογήν. Ὅταν διαλυθῇ ἡ Βουλή, —καὶ βεβαίως θὰ ἔλθῃ
837ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν θέλει διαλυθῆ, —τότε ἡμεῖς θέλομεν δώ-
838σει λόγον ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων, καὶ μόνον τῶν ἐκλογέων,
839καὶ οὐδεὶς ἐνταῦθα, οὔτε ἐξ ὑμῶν οὔτε ἐξ ἐκείνων, ἔχει τὸ
840δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ πολιτικοὺς ἄνδρας, οἵτινες παρακάθην-
841ται ἐνταῦθα ἐπὶ 23 συναπτὰ ἔτη, ὡς ἐγώ, ἐκλεγόμενος διὰ
84220,000 ψήφων ἢ πρῶτος ἢ δεύτερος. Πολὺ δὲ ὀλιγώτερον
843ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα ὁ μικρὸς Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὁ
844ἐλέῳ ἄλλων ἐρχόμενος ἐνταῦθα.
845Τίς εἶναι ὁ ἐλέγχων; ὁ συντάκτης τῆς «Παλιγγενεσίας»,
846ὅστις, ὅτε ἔβλεπε καταρρέον τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἵστατο ὁ
847Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος, ἔσπευδε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ πο-
848λιτικὸν κόμμα τοῦ Τρικούπη, καὶ ὅτε ἔβλεπεν, ὅτι ἔδυεν
849ἡ αἴγλη τοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἀοιδίμου Βουλευτοῦ, ἔσπευδε
850νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸ ταμπάρο τοῦ ἀγαπητοῦ αὐτοῦ θείου κυρίου
851Κωνσταντοπούλου, καὶ ὅτε ἔβλεπεν, ὅτι ἐτίθετο κατὰ μέρος
852ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, ὡς μὴ κοινοβου-
853λευτικὴ Κυβέρνησις, ἔσπευδε νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸν μανδύαν τοῦ
854ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ.
855Ἐλέγχει ἐκεῖνον, ὅστις ἐπὶ εἴκοσι συναπτὰ ἔτη ὑπε-
856στήριξε τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος! Ἐπὶ εἴκοσι
857συναπτὰ ἔτη καὶ διὰ τοῦ λόγου μου καὶ διὰ τοῦ καλάμου
858μου ἠγωνίσθην ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ.
859Ἐὰν σὺ ἔχῃς τὴν ἀνοησίαν νὰ ἀρνηθῇς ταῦτα, βεβαίως ἡ
860Ἱστορία ἡ σύγχρονος καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
861τὴς δὲν θέλουσιν ἀρνηθῆ πάντα ταῦτα.
862Καὶ ἐνθυμεῖσθε ποσάκις ἐζητήσατε νὰ σᾶς προστα-
863τεύσω...
864§153Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς!
865§154Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα, ἐγώ. Ὅτε ἤρχεσο εἰς τὴν
866οἰκίαν μου, μικρὸς καὶ κάτωχρος, ὅτε ἐζήτεις νὰ θέσωμεν ἐν
867τῷ συνδυασμῷ μικροὺς καὶ ἀσήμους ὑποψηφίους, διότι καὶ
868σὺ, ἔλεγες, ὅτι ἦσο μικρὸς καὶ ἄσημος, καὶ μόνον οὕτω θὰ
869ἐπετύγχανες. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
870§155Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ μίαν λέξιν θὰ ἀπαντή-
871σω. Πάντα τὰ τελευταῖα, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
872Δικαιοσύνης, εἶναι ἐλεεινὰ καὶ ἄθλια ψεύδη, ἄξια τοῦ χαρα-
873κτῆρός του (Θόρυβος).
874§156Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπαξιῶ νὰ σοὶ ἀπαντήσω, ἄθλιε!
875(θόρυβος).
876§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ (κρούων τὸν κώδωνα). Ἡσυχάσατε, Κύ-
877ριοι.
878§158ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ
879κ. Ὑπουργὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε.
880§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε κάτω!
881§160ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑβρίζει τὴν Βουλήν! Νὰ τ’ ἀνα-
882καλέσῃ (θόρυβος).
883§161Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἀνακαλῶ τίποτε. Αὐτὸς ὕβρισε.
884§162ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ ἀνακαλέσῃ, κύριε Πρόεδρε
885(θόρυβος).
886§163Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Δὲν ἀνακαλεῖ. Νὰ καθήσῃς κάτω!
887§164ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σὺ νὰ καθήσῃς!
888§165Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἡ ἀφελὴς ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου
889Βουλευτοῦ Πατρῶν, ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι θὰ ἐξέλθῃ νικητὴς
890κατόπιν τῆς στατιστικῆς, τὴν ὁποίαν θὰ καταθέσῃ ὁ κ.
891Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔφερε τὴν τρικυμίαν αὐτήν·
892διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ἐν τέλει τοῦ
893λόγου του, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θὰ κατέλθῃ νικη-
894τής. Καὶ ὄντως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατῆλθε νικητὴς,
895διότι εἰς τὸ μέτωπον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης
896καὶ εἰς τὸ μέτωπον τοῦ στρατηγοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν
897Στρατιωτικῶν οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν καθαρό-
898τητα, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀποδώσῃ μομφὴν εἰς αὐτούς.
899Ἐτόλμησάν τινες νὰ ζητήσωσι λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος
900τούτου, λησμονοῦντες τὸ παρελθόν· ἀλλὰ τὸ παρελθὸν δὲν
901λησμονεῖται, πολὺ δὲ περισσότερον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
902καὶ ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν κομμάτων καὶ ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν
903ἀρχηγῶν καὶ ἐκ τῶν ἡμιεπισήμων ὀργάνων τῶν ἀρχηγῶν
904των ἐστιγματίσθησαν. Ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν ἐκεῖνοι, οἱ
905ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλοῦσι περὶ πατριωτι-
906σμοῦ, προσεβάλλοντο ἀκριβῶς ἀπὸ ἐκείνην τὴν μερίδα, εἰς
907τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται σήμερον, καὶ διὰ τῶν ὀργάνων τῆς
908μερίδος ἐκείνης ἀπεδεικνύοντο, ὅτι δὲν ἦσαν καθόλου πα-
909τριῶται. Ὅτι δὲ αὐτοὶ δὲν ἦσαν πατριῶται, οὐδεὶς δύναται
910ν’ ἀμφισβητήσῃ, διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι πατριώτης,
911δὲν στρέφει διαρκῶς τὰ βλέμματά του πρὸς τὸ δημόσιον
912ταμεῖον, ὅπως σιτίζηται ἐξ αὐτοῦ, ἐνῷ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος
913δὲν ἐσιτίσθη ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον οὔτε αὐτὸς οὔτε ἡ
914οἰκογένειά του, δύναται μετὰ θάρρους νὰ ἀνέρχηται ἐπὶ
915τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ καταγγέλλῃ πράξεις ἄλλων.
916Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ποίας πράξεις
917δύναται νὰ καταγγείλῃ; Ἐλησμόνησες, κύριε Βουλευτὰ
918ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ὑπάρχει ἓν μικρὸν Εὐαγγέλιον, τὸ ὁποῖον
919ἄλλοτε ἀπηύθυνε πρὸς ὑμᾶς καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ
920ἡμιεπίσημον ὄργανον τοῦ ἀρχηγοῦ σου, ἡ «Πρωΐα»; Ἐλη-
921σμόνησες, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον
922τοῦτο ἦτο στερεότυπον εἰς τὴν τότε ἐκδιδομένην «Ἐφημε-
923ρίδα» τοῦ Κορομηλᾶ, ἥτις ἦτο ἡμιεπίσημον ὄργανον τοῦ
924νῦν ἀρχηγοῦ σου; Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ λησμονῇς ταῦτα,
925ἀλλὰ νὰ τὰ ἐνθυμῆσαι, καὶ μάλιστα, ὅταν ἀνέρχησαι εἰς
926τὸ βῆμα τοῦτο. Ἀναγκάζομαι ὅθεν, ἐπειδὴ τὰ ἐλησμόνη-
927σες, νὰ λάβω τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὰ ἀναγνώσω.
928Καὶ ἄρχομαι, Κύριοι, ἀναγινώσκων ἐκ τῆς ἐπὶ μακαρί-
929του Ρούκη «Ἐφημερίδος» τοῦ Κορομηλᾶ (ἀναγινώσκει):
930«Ἡ ἀφιλοκέρδεια τῆς «Παλιγγενεσίας».
931» Ἐπειδὴ ἡ «Παλιγγενεσία» ἐξακολουθεῖ δημοσιεύουσα
932ψευδῆ, ἀναδημοσιεύομεν καὶ ἡμεῖς τὸν πίνακα τῆς ἐκ τοῦ
933δημοσίου ταμείου τροφοδοτήσεώς της, κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς
934διόρθωσιν ἔχοντα ὡς ἑξῆς:
935»Αʹ) Ὁ ἀρχισυντάκτης αὐτῆς εἶναι διωρισμένος Διευ-
936θυντὴς τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχ-
937μῶν 400.
938»Βʹ) Ὁ ἀδελφὸς τοῦ Διευθυντοῦ αὐτῆς εἶναι διωρισμέ-
939νος ἔκτακτος καθηγητὴς τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου, μὲ μη-
940νιαῖον μισθὸν δραχμῶν 250.
941»Γʹ) Ὁ ἴδιος εἶναι διωρισμένος καὶ καθηγητὴς τοῦ Στρα-
942τιωτικοῦ Δικαίου ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Ὑπαξιωματικῶν, μὲ
943μηνιαῖον μισθὸν δραχ. 60...
944§166Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τιμή μου εἶναι, ὅτι ἔχω ἀδελ-
945φὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου.
946§167Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀδελφοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν σι-
947τίζονται ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐνῷ ἠδύναντο, ὡς ἐκ
948τῆς ἐπιστημονικῆς των μορφώσεως· ἀντὶ τούτου ὅμως μετέ-
949βησαν εἰς τὴν ξένην καὶ ἀνέλαβον ἐπιχειρήσεις ἐντίμους καὶ
950ἐπωφελεῖς διὰ τὸ ἔθνος των, δι’ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους καὶ διὰ
951τὴν ἰδιαιτέραν αὐτῶν πατρίδα. Αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ὄντως
952τιμή, καὶ τιμὴ μεγάλη. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων):
953»Δʹ) Ὁ ἄλλος ἀδελφός του ἦτο δικαστὴς, καὶ κατόπιν
954ἐφέτης, προήχθη δὲ εἰς ἐλεγκτὴν, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὰ προσόν-
955τα, ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως.
956»Εʹ) Ὁ ἄλλος ἀδελφός του εἶναι διωρισμένος πολιτικὸς
957μηχανικός, μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχ. 400.
958»Ϛʹ) Ὁ ἴδιος εἶναι διωρισμένος καθηγητὴς ἐν τῇ Σχολῇ
959τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν, μὲ μηνιαῖον μισθὸν δρ. 150...
960§168Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρῃτήθη ἀπὸ τῆς θέ-
961σεως τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐργάζεται ὡς ἰδιώτης.
962§169Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. (ἀναγινώσκει).
963»Ζʹ) Ὁ ἀδελφὸς τοῦ πατρὸς τοῦ Διευθυντοῦ, γέρων ἀνί-
964κανος ἀπὸ 43 ἤδη ἐτῶν διὰ πᾶσαν ὑπηρεσίαν, πάσχων δὲ
965καὶ ἐκ διανοητικῆς διαταράξεως, ὡς δεικνύει πρόσφατός τις
966διατριβὴ αὐτοῦ ἐν τῇ «Παλιγγενεσίᾳ», διατηρεῖται Σχο-
967λάρχης, μὲ μισθὸν δραχ. 250.
968»Ηʹ) Ὁ ἄλλος ἀδελφὸς τοῦ πατρὸς τοῦ Διευθυντοῦ, φαρ-
969μακοποιὸς ὤν, ἔχει ἐπιτύχει παρὰ τῆς Κυβερνήσεως — καί-
970περ ὑπαρχούσης τῆς Στρατιωτικῆς Φαρμακαποθήκης, δι’ ἧς
971τὸ Δημόσιον ἔχει εὐθηνότατα φάρμακα, — τὴν προμήθειαν
972τῶν διὰ τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους φαρμάκων, ἐξ ἧς πορίζε-
973ται κέρδος καθαρὸν κατὰ μῆνα δραχ. 500.
974»Θʹ) Ἡ σεσαθρωμένη οἰκία τῶν κληρονόμων τοῦ πατρὸς
975τοῦ Διευθυντοῦ εἶναι ἐνωκιασμένη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διὰ
976σχολεῖον μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχ. 300.
977» Ἤτοι ἐν ὅλῳ κατὰ μῆνα δραχ. 2660.
978»Οἱ πατριωτικοὶ λοιπὸν λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ «Πα-
979λιγγενεσία» ξεσχίζεται, συκοφαντοῦσα τὴν Ἀντιπολίτευσιν
980καὶ ψευδολογοῦσα, στηρίζονται εἰς ἐτήσιον εἰσόδημα ἐκ τοῦ
981δημοσίου ταμείου ἀνερχόμενον εἰς τριάκοντα μίαν χιλιάδα
982καὶ ἐννεακοσίας εἴκοσι δραχμάς.»
983Εἰς ἄλλο φύλλον ἡ αὐτὴ ἐφημερὶς δημοσιεύει συμπληρω-
984ματικὸν κατάλογον, πεμφθέντα αὐτῇ ὑπό τινος τῶν ἀναγνω-
985στῶν της, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
986«Κύριε Διευθυντὰ τῆς «Ἐφημερίδος».
987»Εἰς τὸν κατάλογον τῶν παροχῶν παρὰ τοῦ δημοσίου
988ταμείου εἰς τὸ συγγενολόγι τῆς «Παλιγγενεσίας» πρέπει νὰ
989προσθέσητε καὶ τὰ ἑξῆς:
990» Ἡ οἰκία, ἥτις χρησιμεύει διὰ τὸ Δʹ Ἑλληνικὸν Σχο-
991λεῖον, καὶ ἥτις εἶναι ἐνῳκιασμένη παρὰ τοῦ Δημοσίου ἀντὶ
992δραχμῶν κατὰ μῆνα 300, χρησιμεύει κυρίως ὡς κατοικία
993αὐτοῦ τοῦ διανοητικῶς βεβλαμμένου Ἠλία Ἀγγελοπούλου,
994καθόσον ἐκ τῶν δώδεκα δωματίων, ἅτινα περιέχει, τὰ 9
995χρησιμεύουσιν ὡς κατοικία αὐτοῦ, τὰ δὲ ὑπόλοιπα 3, τὰ
996καὶ μπουδρούμια, εἰσὶ προωρισμένα διὰ τὰς τρεῖς τάξεις
997τοῦ Σχολείου, ὡς αἴθουσα δὲ τῶν διδασκάλων εἶναι προωρι-
998σμένη μία κουζίνα!
999»Περὶ τοῦ ἀληθοῦς τῶν λόγων μου ἀρκοῦσα εἶναι μία
1000ἁπλουστάτη ἐπίσκεψις εἰς τὸ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ζωοδόχου Πη-
1001γῆς Σχολεῖον.
1002»Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ κὺρ
1003Ἠλία μὲ 150 δραχμὰς κατὰ μῆνα, διότι τόσα θὰ ἐδαπάνα
1004μηνιαίως, ἂν ἐνῳκίαζε πρὸς χρῆσίν του οἰκίαν τινὰ ἐξ 9 δω-
1005ματίων καὶ εἰς οὕτω κεντρικὸν μέρος.
1006»Λοιπὸν ἐτησίως ἔχει ὁ κὺρ Ἠλίας πρόσοδον ἐκ τοῦ πτω-
1007χοῦ δημοσίου ταμείου δραχμὰς 1800, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς
1008τῶν ἐσόδων τῆς «Παλιγγενεσίας» ἀναβιβάζεται εἰς δραχμὰς
100933,720 κατ’ ἔτος.»
1010Αὐτὰ, κύριοι Βουλευταὶ, ἠναγκάσθην νὰ ἀναγνώσω πρὸς
1011ὑμᾶς, καὶ νὰ ἀναφέρω συνάμα καὶ τὸν προβιβασμὸν τοῦ ἀδελ-
1012φοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι, καίτοι ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνή-
1013κει εἰς τὸ κόμμα τοῦ ἀξιοτίμου καὶ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος
1014πολιτευτοῦ, κατώρθωσεν ἐπὶ ἄλλου Πρωθυπουργοῦ νὰ προ-
1015βιβάσῃ τὸν ἀδελφόν του εἰς ἐλεγκτὴν τοῦ Συνεδρίου ἄνευ
1016προσόντων.
1017§170Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ἐπαμεινώνδας Ἀγγελόπουλος
1018εἶχεν ὑπηρετήσει ἐπὶ ἕνδεκα ἔτη ὡς ἐφέτης, καὶ εἶχε δι-
1019καίωμα πρὸς προαγωγὴν εἰς ἀρεοπαγίτην, ἐναντίον δὲ τῆς
1020θελήσεώς του καὶ παρὰ τὰς διαμαρτυρίας του ἐγένετο ἐλεγ-
1021κτής. Εἶναι ὁ ἀρχαιότερος τῶν ἐφετῶν τῶν προαχθέντων.
1022§171Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠκούσατε, κύριε Γεράκη,
1023τί σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Ράλλης. Σᾶς εἶπεν, ὅτι προήχθη εἰς
1024ἐλεγκτὴν ἄνευ τῆς θελήσεώς του.
1025§172Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Τὸ ἤκουσα.
1026§173Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.
1027§174Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὥστε, κύριοι Βουλευταὶ, ἐκεῖνοι, οἱ
1028ὁποῖοι ἔχουσι τοιοῦτον παρελθὸν, βεβαίως δὲν δύνανται νὰ
1029ἀνέρχωνται ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ συζητῶσι περὶ
1030μεταβολῶν, περὶ προβιβασμῶν, περὶ μεταστάσεως ἀπὸ τῆς
1031μιᾶς πτέρυγος εἰς τὴν ἄλλην. Τότε μόνον ἠδύνατο νὰ πρά-
1032ξωσι τοῦτο, ὅταν ἦσαν συνεπεῖς εἰς τὰς ἀρχὰς αὑτῶν, ὅταν
1033οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς
1034αὐτοὺς ἐκεῖνα ἀκριβῶς, τὰ ὁποῖα ἀπευθύνω ἐγὼ πρὸς αὐ-
1035τοὺς, καὶ ἂν δύνανται, ἂς ἔλθωσιν ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ ἀναι-
1036ρέσωσιν αὐτά· ἂν δύνανται, ἂς ἔλθωσιν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ
1037ἂς ἀναπτύξωσιν ἐλευθέρως οἱανδήποτε μομφὴν, τὴν ὁποίαν
1038δύνανται ν’ ἀποδώσωσι πρὸς ἐμέ.
1039§175Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
1040Κύριοι Βουλευταὶ, ἠκούσατε, τί ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευ-
1041τὴς εἶπε περὶ ἐμοῦ. Βεβαίως, ἐὰν δὲν εἶχε τὸ ἀξίωμα τοῦ
1042Βουλευτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸν λαὸν τῆς Ἀτ-
1043τικῆς μὲ ὑποχρεοῖ νὰ τῷ ἀπαντήσω, δὲν ἤθελον ἀπαντή-
1044σει· δὲν ἤθελον δὲ ἀπαντήσει, διότι ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον
1045ἔσυραν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ ὠτὸς, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ ζητή-
1046σῃ ποτὲ ἱκανοποίησιν, δὲν εἶναι ἄξιος ἀπαντήσεως.
1047§176Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος;
1048§177Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὁ κύριος Πετροπουλάκης.
1049§178Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον,
1050εἶναι ψεῦδος! Ἐπαναλαμβάνετε ἓν ἄθλιον καὶ ἐλεεινὸν ψεῦ-
1051δος, ἀνάρμοστον εἰς ὑμᾶς.
1052§179Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐμὲ μὲ διεβεβαίωσαν, ὅτι τοῦτο
1053ἐγένετο. Ἐὰν ἀναβαίνω λοιπὸν εἰς τὸ βῆμα, ἵνα σᾶς ἀπαν-
1054τήσω, σᾶς ἀπαντῶ μόνον ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸν λαὸν τῆς
1055Ἀττικῆς, διότι φέρετε τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ. Εἴπετε,
1056ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, — διότι οὕτω μὲ ἐβεβαίωσαν,
1057ἐγὼ δὲν τὸ εἶδον ἰδίοις ὄμμασιν, ἵνα τὸ πιστοποιήσω, —
1058εἴπετε ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές...
1059§180Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἐβεβαίωσαν, ὅτι τὸν
1060νῦν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐρράπισεν ἄλλοτε Βουλευτὴς
1061ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης;
1062§181Κ. ΓΡΙΒΑΣ. Ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος ἀπέθανε.
1063§182Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Σᾶς ἀπαντῶ λοιπὸν διὰ τὸν λό-
1064γον, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐδήλωσα· διότι ἐπανειλημμένως παρε-
1065τήρησα, ὅτι προσπαθεῖτε νὰ μὲ διαβάλητε, νὰ μὲ ῥᾳδιουρ-
1066γήσητε, νὰ μὲ συκοφαντήσητε, ὅτι δὲν ἠκολούθησα τὴν πο-
1067λιτικήν, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ ἀκολουθήσω.
1068§183Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐ-
1069δεμίαν ὑποχρέωσιν εἴχετε νὰ ἀκολουθήσητε κανένα. Σᾶς
1070παρεκάλεσαν, καὶ ἐπεβλήθητε εἰς τὸν συνδυασμόν· καὶ ἂς
1071τὸ ἀρνηθῇ ὁ ἡγέτης ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἐὰν
1072δύναται... Μᾶς παρεκαλέσατε, κύριε Μαυρομιχάλη, νὰ
1073λάβωμεν μέρος ὁ στρατηγὸς καὶ ἐγὼ εἰς τὸν συνδυασμόν;
1074Παρακαλῶ τὸν κ. Μαυρομιχάλην τὸν Κυριακούλην νὰ βε-
1075βαιώσῃ, ἐὰν δὲν ἦλθεν ἐπανειλημμένως εἰς τὴν οἰκίαν μου
1076καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ λάβω μέρος εἰς τὸν συνδυασμόν.
1077§184Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἠξεύρει ὅλος ὁ κόσμος.
1078§185Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ἠξεύρει ὅλος ὁ κόσμος· αὐτὸς μό-
1079νον, ὁ τελευταῖος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, δὲν τὸ ἠξεύρει.
1080§186Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς
1081διακόψω;
1082§187Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
1083Μάλιστα.
1084§188Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι καὶ ὡς Ὑπουργὸς
1085καὶ ὡς στρατηγὸς ἔχετε ἄλλα νὰ εἴπητε εἰς τὴν Βουλήν,
1086ἔχετε ἄλλα νὰ πράξητε;
1087§189Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Βεβαίως.
1088§190Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι δι’ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα
1089θέλετε νὰ εἴπητε, περὶ οὐδενὸς ἄλλου πρόκειται ἢ περὶ ἀπω-
1090λείας χρόνου;
1091§191Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Βεβαίως.
1092§192Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅτι πρόκειται μόνον περὶ πραγματι-
1093κῆς ζημίας τοῦ τόπου διὰ τῆς ἐξακολουθήσεως αὐτῆς τῆς
1094τακτικῆς;
1095§193Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
1096Βεβαίως.
1097§194Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ λέγετε «βεβαίως», δὲν πρέπει
1098νὰ ἐξακολουθήσητε αὐτὴν τὴν τακτικήν. Ἀλλὰ σᾶς γνωρίζω
1099καὶ δὲν θαυμάζω...
1100§195Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
1101Καὶ ἐγὼ σᾶς γνωρίζω.
1102§196Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Θαυμάζω μόνον μὲ τὸν κ. Πρόεδρον
1103τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ σᾶς κατεβάσῃ ἀπὸ
1104τοῦ βήματος (θόρυβος).
1105§197Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐσυνήθισα νὰ μὲ κατεβάζουν ἀπὸ
1106τοῦ βήματος. Δὲν μὲ κατεβάζει ἀπὸ τοῦ βήματος οὔτε σὺ
1107οὔτε ἄλλος οὐδεὶς (θόρυβος).
1108§198Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
1109Λοιπὸν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἴπετε (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ.
1110Κ. Ι. Ἀγγελόπουλον), τὰ εἴπετε κινούμενος οὐχὶ ἀπὸ ἄλλο
1111τι, εἰμὴ ὑπὸ τῆς αὐθαδείας...
1112§199ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι αὐθαδείας, κύριε Ὑπουργέ!
1113§200Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Πῶς θέλετε νὰ τὰ χαρακτηρίσω,
1114ἂν ὄχι ὡς αὐθάδειαν; Θέλετε νὰ τὰ χαρακτηρίσω ὡς κομ-
1115πλιμέντα;
1116Λοιπὸν ἐξακολουθῶ. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
1117Ἀττικῆς ἐφοίτα συχνὰ εἰς τὸ θέατρον κατὰ τὰς παραστά-
1118σεις τοῦ «Κουρέως τῆς Σεβίλλης», καὶ φαίνεται ὅτι ἐνετυ-
1119πώθη εἰς τὸν νοῦν αὐτοῦ τὸ ᾆσμα τοῦ Don Basilio, ὅστις
1120ἐπαναλαμβάνει ἐν τῷ ᾄσματι: «συκοφαντεῖτε, συκοφαντεῖτε,
1121καὶ κἄτι θὰ μείνῃ.» Εἶναι ὅμως ἠπατημένος ὁ κ. Βουλευ-
1122τὴς, διότι ἡ συκοφαντία ποτὲ δὲν θὰ φθάσῃ μέχρις ἐμοῦ,
1123διότι ὁ χαρακτήρ μου εἶναι γνωστὸς, καὶ ποτὲ δὲν θὰ κατα-
1124δεχθῶ νὰ συγκρίνω τὸν χαρακτῆρα ἐμοῦ πρὸς τὸν ἰδικόν του.
1125§201Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
1126νης ἠρκεῖτο νὰ ὑποβάλῃ τὰς πληροφορίας τὰς ζητηθείσας
1127ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Πατρῶν, καὶ ἂν δὲν ἔσπευδε
1128προκαταβολικῶς, — ὑποβάλλων δῆθεν, ἃς ἕτερος Βουλευτὴς,
1129φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἐκ Κραναίας, ἐζήτησε πληροφο-
1130ρίας, — ἐξαπίνης νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς πτέρυγος ταύτης καὶ
1131κατὰ τῶν δύο πρώην Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης, βεβαίως
1132δὲν θὰ ἐλάμβανον χώραν ὅσα συνέβησαν, οὐδὲ θὰ ἐλέγοντο
1133ὅσα ἐλέχθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι λυπηρά. Ὁ
1134Ἑλληνικὸς λαὸς, τὸν ὁποῖον ἐνταῦθα τόσον συχνὰ ἐπικα-
1135λούμεθα, θὰ λυπηθῇ βαθέως, ὅταν μάθῃ τὰ ἐνταῦθα λε-
1136χθέντα, καὶ διὰ τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος κατηναλώθη, ἐνῷ οἱ
1137καιροὶ δὲν εἶναι μενετοὶ, ἐπείγουσα δὲ μέριμνα περὶ σπου-
1138δαιοτάτων ἐπιβάλλεται, καὶ θὰ οἰκτείρῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν
1139τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἀκόμη δυστυχῶς δὲν ἐνόησεν, ὅτι
1140εἶναι Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι μᾶλλον Βουλευ-
1141τὴς ἀντιπολιτευόμενος τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς (ἱλαρότης).
1142§202Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
1143Σεῖς εἶσθε οὕτω συνηθισμένος.
1144§203Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
1145ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ζητηθείσας, καὶ
1146νὰ ὑποβάλῃ ἁπάσας ἀρτίας καὶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ καὶ
1147ἀμεροληψίᾳ, καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τὰς πληρο-
1148φορίας, ἃς εἶχεν ἤδη ἐν μέρει παρ’ ἑαυτῷ, καὶ αἱ ὁποῖαι εὑ-
1149ρίσκονται πᾶσαι παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ, διότι, ὅτε ἐζητήθη-
1150σαν πρὸ ὀκτὼ ἢ δέκα μηνῶν ὑπὸ τοῦ ἐκ Λεβαδείας κυρίου
1151Βουλευτοῦ τοιαῦται πληροφορίαι, τότε πλήρης πίναξ εἶχε
1152καταρτισθῆ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης τῶν προσω-
1153πικῶν μεταβολῶν, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ
1154νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατόπιν ἐγέ-
1155νοντο ὑπὸ τοῦ κ. Τοπάλη καὶ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργῶν τῆς Δι-
1156καιοσύνης, καὶ τὰς πληροφορίας ταύτας ἄνευ περικοπῶν καὶ
1157παραλείψεων ὤφειλε νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλ’ ὁ
1158κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐπληροφορήθη, ἢ θὰ εἶδε
1159καὶ ἐπληροφορήθη, ὅτι ὑπάρχει μακρὰ καὶ λεπτομερὴς κατά-
1160στασις τῶν γενομένων μεταβολῶν, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ
1161προσκομίσῃ ταύτην εἰς τὴν Βουλήν.
1162Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει
1163ἐνεργήσει 1600 μεταβολὰς κατὰ τὴν προηγουμένην πρωθυ-
1164πουργίαν του. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου·
1165διότι, ὡς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡμολόγησεν,
1166ὑπάρχουν πιέσεις ἀμοιβαῖαι καὶ κατὰ βαθμίδας. Καὶ εἶναι
1167λυπηρὸν νὰ πιέζωνται οἱ Βουλευταὶ, καὶ οὗτοι νὰ πιέζωσι
1168τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅπως συγκατανεύωσιν εἰς τὰς μεταβολὰς
1169καὶ ὑποκύπτωσιν εἰς τὰς πιέσεις. Νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς
1170πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν θέλησιν νὰ ἀνθίσταται εἰς τὰς πιέσεις
1171ταύτας, νὰ στερῇ δὲ κατὰ πρῶτον λόγον τὸν ἑαυτόν του
1172τῶν παροχῶν τῆς ἐξουσίας, ἵνα δύνηται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν
1173ὀλιγάρκειαν καὶ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, καὶ οἱ Βου-
1174λευταὶ εἰς τοὺς φίλους των ἀπαιτητάς. Ἀφοῦ δὲ ὁ κύριος
1175Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπεφάσισε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν
1176Βουλὴν νομοσχέδιον ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο, ὤφειλε πρῶτος
1177αὐτὸς νὰ σέβηται τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ τὴν ὑπογραφὴν
1178αὐτοῦ (εὖγε!).
1179Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον νομοσχέδιον τοιοῦτον, καὶ
1180παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,
1181νομοσχέδιον γενικόν, — οὐχὶ μερικόν, ὡς ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς
1182τῆς Δικαιοσύνης, — περὶ ὅλων τῶν δικαστικῶν προσώπων·
1183ἐφετῶν, πρωτοδικῶν, Εἰσαγγελέων, γραμματέων Πρωτοδι-
1184κείων, εἰρηνοδικῶν καὶ γραμματέων Εἰρηνοδικείων.
1185§204ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τότε, ὅτε τὸ ὑπεβάλετε, ἐκάματε
1186μεταβολάς;
1187§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
1188§206Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐσυνήθισα νὰ καυχῶμαι· ἀλλὰ
1189ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι, ὅσον
1190ἀφορᾷ τὰς προσωπικὰς μεταβολὰς τῶν ἐφετῶν, Προέδρων
1191Πρωτοδικῶν, πρωτοδικῶν καὶ Εἰσαγγελέων, δὲν πιστεύω νὰ
1192ὑπάρχῃ ἐν τοῖς Δικαστηρίοις δικαστὴς, ἢ πρόσωπον δικα-
1193στικὸν ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ ἢ τοῖς Δικαστηρίοις τοῦ
1194Κράτους, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ βεβαιώσῃ, ὅτι αἱ μεταβολαὶ αὗ-
1195ται ἐγένοντο ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐν τῷ συμφέροντι αὐ-
1196τῆς. Εἰς οὐδεμίαν πίεσιν ὑπέκυψα, ὅσον ἰσχυρὰ καὶ ἂν ἦτο.
1197Ἐπροστάτευσα τοὺς δικαστάς, ὅσον ἠδυνήθην, μὲ θυσίαν,
1198τὴν ὁποίαν γνωρίζετε καὶ ἐνθυμεῖσθε...
1199§207Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ μετάθεσις τοῦ Γαρουφαλιᾶ
1200ἕνεκα λόγων ὑπηρεσίας ἐγένετο;
1201§208Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μάλιστα. Ὁ Γαρουφαλιᾶς ἔπρεπε
1202νὰ μετατεθῇ, διότι ἡ ὑπηρεσία ἐπέβαλλε τοῦτο.
1203§209Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ὑβρίζητε
1204δικαστὰς ἐντίμους καὶ ἀκεραίους.
1205§210ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διατὶ δὲν προστα-
1206τεύετε τὸν ἀγορεύοντα;
1207§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν προστατεύω. Τί ἄλλο κάμω, ζητῶν
1208νὰ μὴ διακόπτωσι τὸν ῥήτορα;
1209§212ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐξακολουθοῦν
1210νὰ διακόπτουν!
1211§213Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ οὔτε ὕβρισά τινα οὔτε θὰ ὑβρί-
1212σω, διότι ἡ ἀνατροφή μου δὲν μοὶ ἐπιτρέπει τοῦτο.
1213Ὁ δικαστής, τὸν ὁποῖον μοὶ ὑπέμνησεν ὁ κύριος Βουλευ-
1214τὴς ἐξ Ὕδρας, καὶ ἕτερος δικαστὴς ἐκ Πύργου, ἀμφότεροι
1215μετετέθησαν διὰ λόγους καθαρῶς ὑπηρεσιακούς· ἐὰν δὲ,
1216ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑπήκουον εἰς πολιτικὰς
1217εἰσηγήσεις καὶ πιέσεις, οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι — οἱ ὁποῖοι εἶχον
1218καὶ οἱ δύο ἀρκετοὺς προστάτας, καὶ δὴ ἰσχυροτάτους, — θὰ
1219ἔμενον ἐκεῖ, ὅπου ἦσαν. Δυστυχῶς οἱ δικασταὶ οὗτοι, ἐπὶ
1220πολὺν χρόνον παραμένοντες εἰς τὰ Δικαστήρια ἐκεῖνα, ἀπέ-
1221κτησαν σχέσεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλλον εἰς τὴν
1222ὑπηρεσίαν τὴν μετάθεσιν αὐτῶν. Ἐπίσης καὶ ἄλλαι μετα-
1223θέσεις ἐγένοντο, πάντοτε γενικῶς, ἐκ λόγων ὑπηρεσιακῶν.
1224Διὰ τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου, ἐπὶ παραδείγματι, μοὶ παρεπο-
1225νέθησαν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ Δικαστή-
1226ριον ἕνεκεν ἐλλείψεως δικαστῶν, ὅτι εἶχε 2500 ὑποθέσεις
1227ἐν ἐκκρεμότητι, καὶ ἠναγκάσθην νὰ πέμψω πρόσθετον προσω-
1228πικόν, καὶ τὸ Ἐφετεῖον ἐκεῖνο προχωρεῖ ἤδη δραστηρίως
1229εἰς τὴν ἐνημερότητα. Ἐπίσης καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πα-
1230τρῶν. Ἐπίσης καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας, τῇ ἀπαιτή-
1231σει αὐτοῦ τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ...
1232§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ σᾶς ἀπῄτη-
1233σά τι;
1234§215Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ναί· ἐν τῇ Βουλῇ εἴπετε, ὅτι δὲν
1235ὑπῆρχεν ἐπαρκὴς ἀριθμὸς δικαστῶν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Κερκύ-
1236ρας, καὶ μετέθεσα ἕνα ἐφέτην, τὸν κ. Δραγούμην· ἔπραξα
1237δὲ ὅ,τι τὸ καθῆκον μοὶ ἐπέβαλλε.
1238§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἆ! μάλιστα.
1239§217Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ Πρωτοδικεῖα, ἐπί-
1240σης καὶ ὡς πρὸς ταῦτα ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου. Αἱ μετα-
1241θέσεις τῶν πρωτοδικῶν ἐγένοντο τῇ συστάσει τῆς ὑπηρεσίας
1242καὶ μόνον τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ δὲ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας
1243Πρόεδρος ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἐφρόνει
1244ὅτι εἰς τὸ μέσον τοῦ ἔτους δὲν ἦτο ὀρθὸν, οὔτε συμφέρον εἰς
1245τὴν Δικαιοσύνην, νὰ μετατίθηνται ἀθρόοι οἱ δικασταὶ τῇ
1246ἀπαιτήσει Βουλευτῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν προέβη εἰς μετα-
1247θέσεις ἐν μέσῳ τοῦ ἔτους.
1248Ἐλπίζω ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς
1249Δικαιοσύνης θὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντας τοὺς
1250πίνακας· ἐὰν δὲ καὶ ἐγὼ ἔχω ἀντίγραφον τοῦ πίνακος, θέλω
1251φέρει αὐτό. Τότε θὰ ἴδῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, πῶς ἐνεργοῦμεν
1252ἡμεῖς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τίνας ἰδέας ἔχει αὐτὸς, καὶ τίνας
1253ἔχομεν ἡμεῖς περὶ τῶν καθηκόντων τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δι-
1254καιοσύνης· θὰ πεισθῇ δὲ καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι δὲν ἐξῆλθε νικητὴς
1255ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης, ἣν αὐτὸς ἀκαίρως καὶ ἐπιθετι-
1256κῶς προεκάλεσε.
1257§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Γκότσης.
1258§219ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα ἐγὼ προηγου-
1259μένως τὸν λόγον.
1260§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Τὸν λόγον ἐζήτησε πρὸ ὑμῶν ὁ κύ-
1261ριος Γκότσης.
1262§221ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο μόνον λέξεις θὰ εἴπω.
1263§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
1264§223ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Ἐν ὀνόματι τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον
1265ὅλοι αἰσθανόμεθα πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐν ὀνόματι τοῦ σεβασμοῦ,
1266ὃν ἐπίσης αἰσθανόμεθα πρὸς τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον κλυδωνίζε-
1267ται σήμερον καὶ φόβος εἶναι νὰ κλυδωνισθῇ ἔτι περισσότερον,
1268παρακαλῶ καὶ ἱκετεύω τὴν Βουλὴν νὰ καταπαύσωσιν αἱ ἀν-
1269τεγκλήσεις· διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν ἀσχολούμενοι εἰς τὰ
1270προσωπικὰ ζητήματα, βεβαίως εἰς οὐδὲν καλὸν θὰ κατα-
1271λήξωμεν. Γνωρίζω, ὅτι καὶ ὁ κύριος Κουντουριώτης, πολὺ
1272δικαίως, θέλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ ὁ κ. Πετροπουλά-
1273κης, πολὺ δικαίως, θέλει νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ῥα-
1274πίσματος...
1275§224Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1276κῶν). Κύριε Ἀγγελόπουλε, ἦλθεν ὁ κύριος Πετροπουλάκης.
1277§225Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐδῶ εἶμαι.
1278§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι Βουλευταὶ, παρα-
1279καλῶ.
1280§227ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Ἐξεγείρεται, κύριε Πρόεδρε, παντὸς
1281ἀνθρώπου ἡ συνείδησις, ὅταν βλέπῃ ὅτι χάνομεν τὸν καιρόν
1282μας εἰς τοιαῦτα ζητήματα. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀφήσωμεν
1283τὰς συζητήσεις αὐτὰς καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὸ καθῆκόν μας.
1284§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Γκότσης.
1285§229Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὀλί-
1286γας λέξεις νὰ εἴπω. Πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
1287§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Γκότσης.
1288§231ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Ἐὰν δὲν θέλητε νὰ γείνῃ ἔνστασις
1289ἀπαρτίας, καταβῆτε τοῦ βήματος, κύριε Γκότση.
1290§232ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶναι αὐτά!
1291§233Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα, κύριε Βουλευτὰ,
1292νὰ κάμητε ἔνστασιν ἀπαρτίας· οὐδεὶς σᾶς ἐμποδίζει. Ἐγὼ
1293θέλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς
1294Δικαιοσύνης. Λυποῦμαι δὲ, Κύριοι, διότι ἐγένετο ἀφορμὴ ἡ
1295ἐπερώτησίς μου νὰ προκύψωσι ζητήματα καθαρῶς προσωπι-
1296κὰ, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπὶ πολλὴν ὥραν δυστυχῶς ἀπησχολήθη
1297ἡ Βουλή.
1298Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἠθέλησα νὰ ψέξω τὸν κύριον Ὑπουργὸν
1299ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὰς μεταθέσεις καὶ τὰς ἀπολύ-
1300σεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε· δὲν θὰ ἔλεγον δέ τι, ἐὰν ὁ κύριος
1301Ὑπουργὸς δὲν εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου
1302ἀκριβῶς κανονίζονται τὰ κατὰ τὸ θέμα τοῦτο· δὲν ἤθελον
1303ἐπερωτήσει αὐτὸν, οὐδὲ ἤθελον τὸν παρακαλέσει νὰ φέρῃ
1304τὰς πληροφορίας, περὶ ὧν ὁ λόγος. Δὲν ἤθελον διὰ τῆς
1305ἐπερωτήσεώς μου νὰ προκαλέσω λόγον κατὰ τοῦ νῦν Ὑπουρ-
1306γοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον προσωπικῶς πολὺ ἐκτιμῶ,
1307ἢ νὰ ἐξάρω τὴν διαγωγὴν ἄλλου Ὑπουργοῦ. Ἤθελον ἀκρι-
1308βῶς νὰ χαρακτηρίσω τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος,
1309ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον τοιοῦτον, — εἰς
1310τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ ὁποίου μὲ παραπέμπει ἤδη, —
1311δὲν ἔπρεπε νὰ ματαιώσῃ τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, μεταθέτων
1312καὶ ἀπολύων τὴν αὐτὴν ἡμέραν συγχρόνως ἑκατοντάδας δι-
1313καστικῶν ὑπαλλήλων. Διότι εἶναι βέβαιον, Κύριοι, ὅτι αἱ
1314ἐνέργειαι αὗται τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ εἶναι ἐγχείρημα, τὸ
1315ὁποῖον ἄγει εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ
1316ὁποῖα ἀπεκδεχόμεθα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν τοῦτο ἤθελε
1317γείνῃ νόμος· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν, οἱοσδήποτε ἄλλος,
1318ἐρχόμενος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀνεχθῇ τὸ καθεστὼς, τὸ
1319ὁποῖον ἐδημιούργησεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς,
1320ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν, εἰμὴ διὰ τῆς μιᾶς μὲν χειρὸς
1321νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοὺς ἑαυτοῦ φίλους, διὰ τῆς
1322ἄλλης δὲ νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτοὺς διὰ τὸ μέλλον.
1323Ἐπεθύμουν, ἵνα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, —
1324ὃν, ἐπαναλαμβάνω, ἐκτιμῶ καὶ σέβομαι, — μὴ φέρῃ τοιαύτην
1325ἀνωμαλίαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διὰ τῶν τοιούτων μεταβολῶν, καὶ
1326δὲν ἔπρεπεν αὐτὸς νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα τῆς καταστρα-
1327τηγήσεως τῶν νόμων, οὓς εἰσάγει εἰς τὴν Βουλὴν, ἔπρεπε δὲ
1328νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς φίλους του Βουλευτὰς,
1329οἱ ὁποῖοι ἤθελον τὸν στενοχωρεῖ, ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ
1330ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀπαιτήσεις των, ἀφοῦ εἰσήγαγε νομοσχέδιον,
1331ὅπως θέσῃ τέρμα εἰς κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐξευτελίζει καὶ
1332αὐτὸν, ὡς Ὑπουργὸν, καὶ τὸν τόπον ὁλόκληρον.
1333Ἐὰν τοιαῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλεγεν, ἂς ἦναι βέβαιος,
1334ὅτι οὐδέποτε ἤθελε προκαλέσει παράπονα καὶ σκηνὰς ἐναν-
1335τίον του, διότι δέον ν’ ἀναγνωρίσῃ καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι αὐτὸ,
1336τὸ ὁποῖον ἔπραξεν, εἶναι μία ἀνακολουθία.
1337Ἀλλ’ ὀφείλομεν, Κύριοι, νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν ἡσυχίαν
1338ἐν τῇ συζητήσει, διότι ὄντως ἡ κατάστασις τὴν στιγμὴν
1339ταύτην εἶναι ἀξιοθρήνητος, ὅπως τὴν ἐχαρακτήρισεν ὁ κ.
1340Μελᾶς καὶ ὅπως τὴν χαρακτηρίζω καὶ ἐγώ.
1341§234Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε μικρὰν δια-
1342κοπήν; Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης προῆλ-
1343θεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς ἀπολύσεις ὑπαλλήλων,
1344τὰς ἀπολύσεις ταύτας προὐκάλεσε τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρε-
1345σίας καὶ ἡ διαγωγὴ αὐτῶν τούτων τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ
1346δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ μεταβολαὶ αὗται
1347ἦσαν ἀπαραίτητοι. Ὑπάλληλοι ἄπειροι, διορισθέντες ἀπὸ
1348τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, φανατικοὶ φίλοι αὐτῆς, ἐπίε-
1349ζον, πιέζουσι καὶ συκοφαντοῦσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον τοὺς
1350ἡμετέρους φίλους, ὥστε εἶναι ἀδύνατον οἱ φίλοι μας οὗτοι
1351νὰ εὕρωσι παρ’ αὐτοῖς δικαιοσύνην. Συνεπῶς ἦτο ἠναγκα-
1352σμένος ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ τελευταῖον
1353μέτρον τῆς ἀπολύσεως, διὰ νὰ εὕρωσι δικαιοσύνην καὶ οἱ
1354ἡμέτεροι φίλοι.
1355Δὲν ἠδυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἀνεχθῶμεν τοιαύτην κατάστα-
1356σιν, ἣν ἐδημιούργησαν οἱ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως
1357διορισθέντες ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ πάθους κομματικοῦ,
1358καὶ ὅπως προσφέρωσιν ὑπηρεσίας εἰς τοὺς διορίσαντας αὐτοὺς,
1359ἠδίκουν καὶ κατεδίωκον τοὺς ἀντιθέτους αὐτῶν· δὲν ἦτο πρέ-
1360πον ν’ ἀφήσωμεν νὰ ὑφίσταται τοιαύτη κατάστασις, προκα-
1361λοῦσα τὴν ἐξέγερσιν τῆς κοινωνίας κατὰ τῶν ὑπαλλήλων
1362αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι τοσοῦτον κακῶς διεχειρίζοντο τὴν ἐξουσίαν,
1363ἣν ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία, παραβαίνοντες τὸ
1364καθῆκόν των.
1365Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη, τοῦ Ἀλε-
1366ξάνδρου Κουμουνδούρου, τοῦ Θρασυβούλου Ζαΐμη οἱ ὑπάλ-
1367ληλοι ἐπαύοντο ὄχι συνεπείᾳ σημειώσεων, καὶ ἐπαύοντο πολὺ
1368ὀλίγοι, διότι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι ἐτήρουν σεβασμὸν πρὸς
1369τοὺς νόμους, ἀπονέμοντες τὸ δίκαιον εἰς τοὺς προσερχομέ-
1370νους αὐτοῖς καὶ ζητοῦντας δικαιοσύνην. Σήμερον δυστυχῶς
1371γίνεται τὸ ἐναντίον· οἱ διοριζόμενοι ὑπάλληλοι νομίζουσιν,
1372ὅτι ἡ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν τοῖς ἔδωκεν ἡ Πολιτεία, εἶναι
1373κτῆμα τοῦ κόμματός των, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου καὶ μόνου φρον-
1374τίζουσι, καὶ ὅτι πρέπει νὰ καταδιώκωσι τοὺς ἀντιθέτους.
1375Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ αἰτία, ἡ ὁποία προκαλεῖ καὶ θὰ
1376προκαλῇ πᾶσαν διάδοχον Κυβέρνησιν νὰ προβαίνῃ εἰς ἀπο-
1377λύσεις ὑπαλλήλων.
1378§235Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀπόκρουσις τοῦ νομοσχεδίου
1379τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι διϊσχυρίζεσθε, ὅτι
1380δὲν πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νὰ μὴ μετατίθηνται οἱ
1381ὑπάλληλοι. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἄλλο Ὑπουργεῖον, αὐτὰ ἀκρι-
1382βῶς τὰ ἐπιχειρήματα θὰ φέρῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἐὰν θελήσῃ νὰ
1383ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καταργῆται ὁ ὑπὸ
1384τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης προτεινόμενος νόμος·
1385θὰ φέρῃ ἀκριβῶς τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ ἀξιό-
1386τιμος ἐξ Οἰτύλου κ. συνάδελφος. Θὰ εἴπῃ δηλαδή: «πῶς
1387θέλετε νὰ κρατήσω ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν ἀπὸ
1388τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, οἱ ὁποῖοι φατριάζουσιν ὑπὲρ τῶν
1389φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις τοὺς διώρισε;»
1390Διὰ τοῦτο εἶπον ἐξ ἀρχῆς, ὅτι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
1391Δικαιοσύνης ἤθελε νὰ φανῇ, ὅτι εἰλικρινῶς ἐπιθυμεῖ νὰ θέσῃ
1392τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, ἔπρεπε νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ
1393τῆς στιγμῆς ταύτης, διότι ἄλλως εἶναι ἀνακολουθία φο-
1394βερὰ, καθ’ ἣν στιγμὴν εἰσάγει νομοσχέδιον περὶ μονιμο-
1395ποιήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, αὐτὸς οὗτος νὰ ἀπο-
1396λύῃ ἢ μεταθέτῃ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους σωρηδόν.
1397Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
1398σύνης, ἐξηγῶν τὸν σκοπὸν τῆς ἐπερωτήσεώς μου· διότι μὲ
1399τὸν κ. Ὑπουργὸν δὲν ἔχω κανένα λόγον προσωπικόν.
1400§236Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μή-
1401πως ἐγὼ εἶπον τοιοῦτόν τι;
1402§237Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Οὐδὲ ἤθελον νὰ ῥίψω κανὲν βέλος ἐναν-
1403τίον σας.
1404§238Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ ἦτο μία ἔκφρασις ἁπλῆ, κύριε
1405Βουλευτά.
1406§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
1407§240Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Λυποῦμαι, διότι εἶμαι ἠναγ-
1408κασμένος νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις· καὶ προσθέτω τὰς λέ-
1409ξεις ταύτας, διότι μὲ ἀναγκάζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττι-
1410κῆς. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι ν’ ἀκολουθήσω τὴν γνώ-
1411μην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει
1412μου, ὅτι εἰς τὰ πολυμελῆ Σώματα εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ
1413γεννηθῶσι καὶ ζητήματα τοιαῦτα. Αὐτὰ συμβαίνουν παν-
1414ταχοῦ, καὶ θὰ συμβαίνουν πάντοτε. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ
1415μᾶς ταράσσουν τὰ τοιαῦτα, καὶ ἕνεκα τῆς συζητήσεως
1416ταύτης νὰ θεωρῶμεν, ὅτι κατερρίφθη τὸ κοινοβουλευτικὸν
1417πολίτευμα.
1418§241ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Ὄχι ἀνυψώθη!
1419§242Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Βεβαίως... Αὐτὸ εἶναι κοινο-
1420βουλευτικόν, διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου καὶ οἱ Ὑπουργοὶ
1421περιορίζονται καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἵσταται
1422εἰς τὴν περιωπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἵσταται.
1423Ἔρχομαι λοιπὸν εἰς τὸν λόγον τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ
1424Ἀττικῆς, τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιο-
1425σύνης. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ὤφειλε καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεως, τὴν
1426ὁποίαν κατεῖχε κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεως,
1427τὴν ὁποίαν κατέχει σήμερον, νὰ ἔχῃ μεμετρημένην τὴν
1428φράσιν, νὰ σκέπτηται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξέλθῃ
1429τοῦ στόματος αὐτοῦ, διότι τὴν στιγμὴν ταύτην ἠδίκησε
1430δικαστὴν ἀκέραιον, ἔντιμον, ἱκανὸν καὶ ἀρχαῖον. Δὲν ἦτο
1431ἀνάγκη νὰ τῷ ἀπευθύνῃ μομφὴν ἄδικον...
1432§243Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πῶς;
1433§244Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ λόγος, αἱ ἐκφράσεις, ὁ τό-
1434νος τῆς φωνῆς ὑμῶν ἔδιδον εἰς ἡμᾶς τὸ ἐνδόσιμον νὰ πι-
1435στεύσωμεν, ὅτι πρόκειται περὶ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι
1436ἀνάξιος νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει.
1437§245Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὄχι. Δὲν ἔχομεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν.
1438§246Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευ-
1439τὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ὁ δικαστὴς οὗτος μετετέθη διὰ λό-
1440γους ὑπηρεσιακούς· ἀλλὰ κατόπιν προσέθηκεν, ὅτι ἡ μα-
1441κροχρόνιος διαμονὴ αὐτοῦ ἐν Ναυπλίῳ ἀνέπτυξε τοιαύτας
1442σχέσεις ἐν τῷ ἰδιωτικῷ αὐτοῦ βίῳ, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν
1443νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐνασκῶν τὰ ὕψιστα αὐτοῦ δικαστικὰ κα-
1444θήκοντα. Καὶ νομίζετε, ὅτι ἡ τοιαύτη ἔκφρασις, ὁ τοιοῦτος
1445χαρακτηρισμὸς δὲν εἶναι ὕβρις, δὲν εἶναι μομφὴ ἐναντίον
1446δικαστικοῦ λειτουργοῦ; Εἶχε τὸ καθῆκον ὁ τότε Ὑπουργὸς
1447τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις, ἐὰν ἐπείθετο εἰς
1448τὰς καταγγελίας, τὰς ὁποίας τῷ ἔκαμαν εἰς τὸ Ὑπουρ-
1449γεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ ζητήσῃ ἐκ τοῦ ἀποτελέσμα-
1450τος τῶν ἀνακρίσεων νὰ πεισθῇ, ἂν ὄντως ὁ δικαστικὸς οὗ-
1451τος λειτουργὸς δὲν ἐξετέλει, ὡς ἔδει καὶ ὡς εἶχεν ὑποχρέω-
1452σιν νὰ ἐκτελῇ, τὰ δικαστικὰ αὐτοῦ καθήκοντα, καὶ τότε
1453νὰ παραπέμψῃ αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἂν ὁ
1454Ἄρειος Πάγος ἔκρινεν αὐτὸν ἀπολυτέον, νὰ ἀπολύσῃ αὐ-
1455τὸν, καὶ τότε θὰ ἦτο ἄξιος συγχαρητηρίων. Τοῦτο ὤφειλε
1456νὰ πράξῃ, καὶ ὄχι ἀπὸ τοῦ ἀσφαλοῦς σήμερον νὰ ἔρχηται
1457νὰ ἐπιρρίπτῃ μομφὴν ἐναντίον ἐντιμοτάτου ὑπαλλήλου, ὑπη-
1458ρετοῦντος ἐπὶ 14 ἢ 15 ἔτη, καὶ ὁ ὁποῖος διέτρεξεν ὁλό-
1459κληρον τὴν Ἑλλάδα, ὑπηρέτησεν εἰς ἅπαντα τὰ Πρωτο-
1460δικεῖα τοῦ Κράτους, καὶ ὑπηρέτει τελευταῖον ἐν Ναυπλίῳ
1461ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, εὐόρκως καὶ ἐντίμως ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν
1462του· ἀλλὰ πιεσθεὶς ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης,
1463ἕνεκα λόγων πολιτικῶν, ἐξεσφενδόνισεν αὐτόν, ποῦ νομίζετε,
1464κύριε Πρόεδρε; εἰς τὴν Καρδίτσαν!...
1465§247Ι. ΚΑΦΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ. Καὶ τί ἔχει ἡ Καρδίτσα; (ἱλα-
1466ρότης).
1467§248Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ... Καὶ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ εὐθὺς
1468μετὰ ταῦτα ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὁ Πρόεδρος
1469τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἵνα ἀποδώσῃ τὴν ἱκανοποίη-
1470σιν τὴν ὀφειλομένην εἰς τὸν ἔντιμον τοῦτον δικαστὴν, τὸν
1471ἀδικηθέντα ὑπὸ τοῦ προηγουμένου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιο-
1472σύνης, ὑπὸ τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ. Ἔχει ὑποχρέωσιν τὴν στιγ-
1473μὴν ταύτην ὁ κ. Ζυγομαλᾶς νὰ ἐγερθῇ τῆς θέσεώς του, καὶ
1474ἢ νὰ ἀναιρέσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ἢ νὰ καταγγείλῃ
1475δημοσίᾳ τὸν Ὑπουργὸν τὸν διαδεχθέντα αὐτὸν.
1476§249Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Βεβαιῶ
1477τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ἐγὼ οὐδεμίαν μομφὴν ἐξέφερα
1478κατὰ τοῦ δικαστοῦ τούτου. Ἁπλῶς καὶ μόνον εἶπον, ὅτι
1479ὑπηρεσιακοὶ λόγοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ μεταθέσω αὐτὸν, καὶ
1480τίποτε ἄλλο.
1481§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
1482§251Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρὸ μικροῦ, εἰσερχόμενος εἰς
1483τὸ Βουλευτήριον, ἔμαθον, ὅτι εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων
1484μὲ ἀπεκάλεσε ψεύστην.
1485§252ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
1486§253Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε; Αὐτά, τὰ ὁποῖα
1487σᾶς εἶπον, εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβῆ, καὶ σᾶς ἠπάτησαν, σκο-
1488ποῦντες νὰ σᾶς ἐκμεταλλευθῶσι.
1489§254Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἴπετε ψεύδη· δὲν εἴπετε ἀνα-
1490κριβῆ.
1491§255Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ἀλήθεια, προκειμένου περὶ
1492τοῦ ἐπεισοδίου ἐκείνου, ἔχει ὡς ἑξῆς.
1493§256Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαιώσατε ὑμεῖς, ἂν
1494ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος ἀπεκάλεσε τὸν κ. Πετροπουλάκην
1495ψεύστην.
1496§257Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριε Πετροπουλάκη, ἐγὼ θὰ σᾶς
1497βεβαιώσω. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον μὲ θίγει. Ἐνῷ ὡμίλουν
1498ἐγώ, ὑπέμνησα εἰς τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν ἱστορικόν
1499τι γεγονὸς οὐχὶ εὐχάριστον εἰς αὐτὸν, ὅτι δηλαδὴ τὸν ἐσύ-
1500ρατε ἐκ τοῦ ὠτός.
1501§258Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὠνομάσατε τὸν κύριον Πε-
1502τροπουλάκην.
1503§259Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Βεβαίως.
1504§260Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀναί-
1505σχυντον ψεῦδος.
1506§261Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ἀνεχθῶ ποτε ἀπὸ
1507κανένα, εἴτε Βουλευτὴν εἴτε ἄλλον τινά, νὰ μὲ ὀνομάσῃ
1508ψεύστην.
1509§262Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Δὲν εἶπε σᾶς ψεύστην.
1510§263Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη,
1511εἶναι τὸ ἑξῆς. Κατὰ τὸ 1897, ἢ μετὰ τὸν πόλεμον, — δὲν
1512ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, — ἐγεννήθη συζήτησις ἐν τῇ αἰθούσῃ
1513ταύτῃ, προκειμένου περὶ φυγοστράτων ἢ ἀπαλλαγέντων ἐπι-
1514στράτων, καὶ ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ὕβρισε τοὺς Μανιάτας ὡς
1515τοιούτους.
1516§264Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ;
1517§265Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὑμεῖς. Σᾶς παραπέμπω εἰς
1518τὰ πρακτικὰ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
1519§266Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς πλανᾷ ἡ μνήμη. Οὐδέ-
1520ποτε εἶπον περὶ Μανιατῶν ἐγώ.
1521§267Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Εὑρισκόμην
1522εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην ἀκριβῶς, εἰς τὸ τρίτον ἑδώλιον, ὅπου
1523κάθηται τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ κύριος Νικολαΐδης, καὶ
1524ἐκεῖθεν προεκάλεσα τὸν κ. Ἀγγελόπουλον νὰ ἀνακαλέσῃ,
1525διότι εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ἐν τῷ πολέμῳ ἐκείνῳ, ἂν ἐφο-
1526νεύθησαν ἄνδρες, ἐφονεύθησαν Μανιᾶται.
1527§268Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ συνωμολόγησα τοῦτο
1528καὶ συνομολογῶ.
1529§269Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος
1530εἶπε τότε φράσιν τινὰ ἐναντίον μου, τὴν ὁποίαν δὲν ἤκουσα,
1531διότι μᾶς ἐχώριζεν ἀπόστασις. Ἐγὼ τῷ ἀπήντησα, ὅτι θὰ
1532λογαριασθῶμεν καὶ ὅτι τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐξῆλθον
1533τῆς αἰθούσης καὶ ἀνέμενον τὸν κ. Ἀγγελόπουλον νὰ μοὶ
1534δώσῃ λόγον διὰ τὴν ὕβριν, ἣν ἐξεστόμισε ἐναντίον μου.
1535§270Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμεῖσθε καλῶς τὰ
1536πράγματα.
1537§271Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος δὲν
1538γνωρίζω πόθεν ἐξῆλθε τότε ἐντεῦθεν, καὶ δὲν τὸν εἶδον. Τὴν
1539ἐπιοῦσαν συνήντησα τὸν κύριον Ἀγγελόπουλον εἰσερχόμενον
1540μετὰ τοῦ κυρίου Σμολένσκη, — ἐνθυμοῦμαι ἀκριβέστατα, —
1541τοῦ στρατηγοῦ τοῦ ἐνδόξου, καὶ τότε μάλιστα ἦσαν πρόσ-
1542φατα τὰ πράγματα, καὶ ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἐφρόνει ἴσως,
1543ὅτι ἐγὼ ἦτο δυνατὸν νὰ φοβηθῶ τὸν κ. Σμολένσκην, καὶ νὰ
1544μὴ ἐγγίσω τὸν κ. Ἀγγελόπουλον· ἀλλὰ δι’ ἐμὲ ἦτο τοι-
1545αύτη ἡ προσβολή, τὴν ὁποίαν οὗτος μοὶ ἔκαμεν, ὥστε νὰ
1546μὴ σεβασθῶ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸν στρατηγὸν κ. Σμολέν-
1547σκην, καὶ τότε πιάνω τὸν κ. Ἀγγελόπουλον εἰς τὴν εἴσο-
1548δον, ὅπου εἶναι ἡ κλῖμαξ τοῦ θεωρείου τῶν διπλωματῶν,
1549καὶ τοῦ ζητῶ λόγον δι’ ὅσα εἶχεν εἴπει... Ἦσθε παρὼν,
1550κύριε Σμολένσκη, ναὶ ἢ ὄχι;
1551§272Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὁ κ. Σμολένσκης εἶπε προηγουμέ-
1552νως, ὅτι δὲν ἀντελήφθη ὁ ἴδιος τὸ ἐπεισόδιον.
1553§273Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος μοὶ
1554ἀπήντησεν, ὅτι δὲν εἶπεν αὐτά.
1555§274Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τὸ λέγω καὶ τώρα, ὅτι
1556περὶ Λακώνων ἐγὼ οὐδέποτε ὡμίλησα ἀσεβῶς.
1557§275Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τότε τῷ εἶπον: «ἀφοῦ τὰ
1558ἀρνεῖσθε, δὲν καταδέχομαι νὰ σᾶς ἐγγίσω».
1559Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα καὶ τὰ λέγω καὶ τώρα. Δὲν
1560δίδω ποτὲ ἀφορμὴν εἰς κανένα, καὶ ἡ συμπεριφορά μου εἶναι
1561γνωστή· ἀλλ’ ὅστις μοὶ δώσῃ ἀφορμὴν, τὸν βεβαιῶ, ὅτι εἶ-
1562μαι εἰς θέσιν νὰ τὸν ἱκανοποιήσω ἀμέσως.
1563§276Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶναι
1564προσωπικὸν τὸ ζήτημα...
1565§277Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρ-
1566χει ἀπαρτία (θόρυβος).
1567§278Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἀναγνώσατε τὸν κατάλογον, νὰ
1568τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ἱστορία, κύριε Πρόεδρε.
1569§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος ἐπρότεινεν ἔνστασιν ἀπαρτίας;
1570§280Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
1571§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἂς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
1572(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλο-
1573γος. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
1574§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες
1575135 Βουλευταί.
1576§283Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1577κῶν). Κύριοι Βουλευταί, ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ εἴπω
1578ὀλίγας λέξεις, ὅπως διευκρινηθῇ ἐκεῖνα, τὸ ὁποῖον προηγου-
1579μένως διηγήθην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐγὼ εἶπον ὅ,τι
1580μοὶ διηγήθησαν, ὅτι τὸν κύριον Ἀγγελόπουλον τὸν ἔσυραν
1581ἐκ τοῦ ὠτός· ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἐγερθεὶς εἶπεν, ὅτι αὐτὰ
1582τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, δὲν εἶναι ἀληθῆ. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ
1583βεβαιώσω, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶδον αὐτὴν τὴν σκηνὴν, ἀλλὰ μοῦ
1584τὴν διηγήθησαν ἄλλοι.
1585§284Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ
1586νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διότι πρόκειται περὶ προσωπικοῦ
1587ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀγνοῶ ἐκ τίνος συμφέροντος καὶ πρὸς
1588τίνα ὠφέλειαν ὑπεκίνησαν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Κατὰ
1589τὸ 1897 ἠγέρθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συζήτησις περὶ φυ-
1590γοστράτων, προσήγαγε δὲ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
1591τικῶν ἓν σημείωμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο καθαρῶς ὁ ἀριθ-
1592μὸς τῶν φυγοστράτων ἑκάστου νομοῦ. Ἐνθυμοῦμαι τότε, ὅτι
1593ὁ κ. Πετροπουλάκης, ὁμιλῶν, εἶπεν, ὅτι οἱ περισσότεροι
1594φυγόστρατοι ἦσαν ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς. Ἐγὼ τότε εἶπον
1595πρὸς αὐτόν: Βεβαίως, διότι εἶναι καὶ ὁ πολυπληθέστερος
1596νομὸς τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι συνεισέ-
1597φεραν, δόξα τῷ Θεῷ, ἀναλόγως εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν φυγο-
1598στράτων, καὶ ὅτι, ἂν προσέξῃ καὶ εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν φυ-
1599γοστράτων τοῦ νομοῦ Λακωνίας, ἐξ οὗ κατάγεται, θ’ ἀνα-
1600γνωρίσῃ βεβαίως, ὅτι καὶ εἰς τὸν νομὸν ἐκεῖνον ὑπάρχει ἡ
1601αὐτὴ ἀναλογία. Τοῦτο εἶπον, καὶ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ βε-
1602βαίως οὔτε μομφὴν, οὔτε ὕβριν, πολλῷ μᾶλλον ἐναντίον τῶν
1603Λακώνων ἢ ἐναντίον τοῦ κ. Πετροπουλάκη. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι
1604δύο ὅλας ἡμέρας μετὰ ταῦτα συναντήσας μὲ ὁ κ. Πετροπου-
1605λάκης εἰς τὴν κλίμακα τῆς Βουλῆς, μὲ ἠρώτησεν, ἂν ἐνόουν
1606νὰ τὸν προσβάλω δι’ ὅσων εἶπον. Ἀπεκρίθην ἠρέμα, ὅτι
1607οὔτε πρόθεσιν τοιαύτην εἶχον οὔτε σκοπὸν, οὔτε τὰ ὑπ’ ἐμοῦ
1608λεχθέντα ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς προσβλητικὰ, διότι
1609ἐγὼ δὲν χωρίζω τοὺς Ἕλληνας εἰς Λάκωνας καὶ Μεσσηνίους
1610ἢ Ἀθηναίους. Ὑπέθετον λοιπόν, ὅτι οὔτε κἄν ἀφορμὴ ψυ-
1611χρότητος θὰ ὑπῆρχεν ἔκτοτε κατ’ ἐμοῦ.
1612§285ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά, κύριε Πρόεδρε.
1613§286Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καθῆκον εἴπερ τις καὶ ἄλ-
1614λος νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως τῆς γινομένης ἐν τῇ Βου-
1615λῇ. Δυστυχῶς ὅμως, καθ’ ἣν ὥραν ἤρξατο ἡ συζήτησις, δὲν
1616ἤμην παρὼν ἐνταῦθα, μόλις δὲ πρὸ ὀλίγου εἰσελθὼν ἐπληρο-
1617φορήθην παρά τινων συναδέλφων τὰ λεχθέντα σχετικῶς πρὸς
1618τὰς γενομένας μεταβολὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιο-
1619σύνης ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1902 μέχρι σήμερον, ἔμαθον
1620δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθηκε πίνακας εἰς τὸ Προεδρεῖον
1621τῆς Βουλῆς, ἐμφαίνοντας τὰς μεταβολὰς τὰς γενομένας
1622εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ἰσοβίων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τῶν
1623εἰρηνοδικῶν καὶ τῶν γραμματέων Εἰρηνοδικείων ἀπὸ τοῦ Νο-
1624εμβρίου 1902 μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις, ἧς
1625προΐστατο ὁ κ. Ράλλης, παρῃτήθη τῆς ἀρχῆς. Ἐπὶ τῇ
1626βάσει τῶν πληροφοριῶν τούτων, ὡς ἐπληροφορήθην, διεξήχθη
1627εὐρεῖα καὶ μακρὰ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ. Νομίζω ὅμως,
1628ὅτι οὐδόλως ἐζημιώθην, μὴ μετασχὼν τῆς μέχρι τοῦδε συ-
1629ζητήσεως, διότι θὰ ἐπεθύμουν, ἵνα ἡ συζήτησις ἡ διεξαγο-
1630μένη πρὸς καταλογισμὸν τῶν εὐθυνῶν ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς
1631ὑπουργικῆς ἐξουσίας διεξαχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων καὶ
1632ἀκριβῶν πληροφοριῶν. Αἱ πληροφορίαι δυστυχῶς, τὰς ὁποίας
1633προσεκόμισεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι
1634τοιαῦται. Περιορίζονται εἰς τὴν ἀναγραφὴν ἀριθμῶν, ἐμφαι-
1635νόντων μεταβολὰς γενομένας ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1902
1636μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὸν κ. Ράλ-
1637λην ἔδωκε τὴν παραίτησίν της ἀπὸ τῆς ἀρχῆς. Ἀλλ’ ὅπως
1638ἡ συζήτησις διεξαχθῇ εὐρεῖα, καὶ δικαίως κατανεμηθῶσιν
1639αἱ εὐθῦναι, εἰς οὓς ἀνήκουσιν αὗται, θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσε-
1640κόμιζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν πίνακας, ἐμφαίνοντας
1641τὰς μεταβολὰς τὰς γενομένας, οὐ μόνον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
1642τῆς προκατόχου καὶ τῆς ὑπὸ τὸν σεβαστὸν Βουλευτὴν ἐκ
1643Γόρτυνος, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς νῦν διεπούσης τὰ κοινὰ, θὰ ἐπε-
1644θύμουν δὲ νὰ καταθέσῃ οὐ μόνον στατιστικὰς πληροφορίας
1645κατ’ ἀριθμόν, ἐμφαινούσας τὰς μεταβολὰς καὶ τὰς παύσεις
1646καὶ τὰς προαγωγὰς, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐκθέσεις τὰς συνοδευού-
1647σας τὰ Διατάγματα, τὰ ἀφορῶντα μεταθέσεις ἢ παύσεις ἢ
1648προαγωγὰς δικαστικῶν ὑπαλλήλων κατὰ τὴν ὑποβολὴν αὐ-
1649τῶν εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα.
1650Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν,
1651ἵνα εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς προσαγάγῃ τὰ σχέ-
1652δια τῶν Διαταγμάτων, τῶν ἀφορώντων τοιαύτας δικαστι-
1653κὰς μεταβολὰς καὶ ὄχι μόνον ταῦτα, ἀλλὰ μετ’ αὐτῶν
1654καὶ τὰς ἐκθέσεις τὰς συνοδευούσας τὰ Διατάγματα ταῦτα
1655κατὰ τὴν ὑποβολήν των εἰς τὸν Βασιλέα, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ
1656πάντα τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικά, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ κατα-
1657δειχθῇ, ὅτι πᾶσαι αἱ μεταβολαὶ αἱ ἐνεργηθεῖσαι ἀπὸ τῶν
1658ἀρχῶν τοῦ Ἰουλίου 1902 μέχρι τῆς 6 Δεκεμβρίου ὑπηγο-
1659ρεύθησαν ἐκ τοῦ συμφέροντος τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας.
1660Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅταν κατατεθῶσιν αἱ
1661πληροφορίαι αὗται, νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, καὶ νὰ
1662συζητήσω ἐπὶ πραγμάτων δεδομένων καὶ ἀσφαλῶν.
1663Καὶ ἑτέραν παράκλησιν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν
1664τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κύριος Σπηλιάδης, νομίζω, ἐζήτησε
1665πληροφορίας περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Καρ-
1666βούνη. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης
1667νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Διάταγμα τῆς ἀπολύσεως
1668τοῦ κ. Καρβούνη, καὶ πάντα τὰ σχετικὰ, πρωτίστως δὲ
1669τὴν ἔκθεσιν τοῦ τότε Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου
1670τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἵνα
1671πεισθῇ ἡ Βουλὴ διὰ ποῖον λόγον καὶ αἰτίαν τὰ Συμβούλιον
1672τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου τῆς Πατρίδος, εἰς τὸ ὁποῖον
1673εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐποπτεία τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων,
1674ἐγνωμοδότησεν ὑπὲρ τῆς ἀπολύσεως τοῦ κ. Καρβούνη.
1675§287ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὰς ἐπιστολάς.
1676§288Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰς ἐπιστολὰς, ἂν ὑπάρ-
1677χωσι τοιαῦται. Καὶ ἂν τὰς ἔχητε σεῖς, νὰ τὰς προσκομί-
1678σητε.
1679§289Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρα-
1680καλῶ νὰ καταθέσητε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας.
1681§290Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
1682§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
1683§292Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐλάμβα-
1684νον τὸν λόγον σήμερον, διὰ νὰ μὴ γείνω αἴτιος σπατάλης
1685χρόνου, ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος, ἕνεκα τοπικῶν λόγων, νὰ
1686φέρω τὸν λόγον ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον θίγει τὸ Ὑπουρ-
1687γεῖον τῆς Παιδείας.
1688Εἶναι γνωστὸν, ὅτι σπανίως οἱ συνάδελφοι τῆς Ὕδρας
1689καὶ ἐγὼ ἀπησχολήσαμεν τὴν Βουλὴν μὲ θέμα ἀφορῶν τὰ
1690τοπικὰ ἡμῶν συμφέροντα· ἐπράξαμεν δὲ τοῦτο, εἴτε διότι
1691εἴχομεν πεποίθησιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν δημοσίαν, εἴτε
1692διότι δὲν εἴχομεν πεποίθησιν, καὶ τότε ἐλέγομεν, ὅτι ἦσαν
1693περιττοὶ οἱ λόγοι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ σήμερον πρό-
1694κειται περὶ ἀναστατώσεως κυριολεκτικῶς τοῦ τόπου, ὑπὸ
1695ἔποψιν διδασκαλικὴν, καὶ εἶναι τοῦτο ἀκριβῶς ἓν ἐπιχείρημα
1696ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει νὰ καθιε-
1697ρώσωμεν τὸ ἀμετάθετον τῶν ὑπαλλήλων. Πρὶν καθιερώσητε,
1698Κύριοι, τὸ ἀμετάθετον τῶν ὑπαλλήλων, πρέπει νὰ φροντί-
1699σητε νὰ μορφώσητε ὑπαλλήλους, πρέπει νὰ φροντίσητε, ἵνα
1700οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι ἔχωσι τοὐλάχιστον στοιχεῖα οἰκογε-
1701νειακῆς ἀνατροφῆς, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσιν ἐπα-
1702ξίως τὸ καθῆκον αὐτῶν.
1703Ἀπὸ ἓξ ἤδη μηνῶν τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἐν Ὕδρᾳ εὑρί-
1704σκονται εἰς ἀναστάτωσιν, καὶ τοῦτο, διότι ὁ ἐπιθεωρητὴς
1705τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως Ἀργολίδος, ἀξιότιμος καὶ ἱκα-
1706νώτατος ἐπιθεωρητὴς, οὐκ οἶδα τί παθὼν, ἀπεφάσισε νὰ ἐπι-
1707φέρῃ μεταβολὰς τοιαύτας ἐπὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων τῶν
1708τε ἀρρένων καὶ τῶν θηλέων, ὥστε νὰ ἀργῶσι ταῦτα, καθ’ ἣν
1709στιγμὴν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ πρὸς ὑμᾶς. Ἠθέλησεν, ὡς
1710χοροδιδάσκαλος, νὰ συνηθίσῃ τοὺς μαθητὰς καὶ τὰς μαθη-
1711τρίας εἰς τὴν μαζούρκαν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττι-
1712κῆς, καὶ μετέθεσεν αὐθαιρέτως καὶ αὐτοβούλως ἐναλλὰξ τὰς
1713μαθητρίας τοῦ σχολείου τῶν θηλέων καὶ τοὺς μαθητὰς τοῦ
1714σχολείου τῶν ἀρρένων· διατί; οὔτε αὐτὸς γνωρίζει. Καὶ
1715μεταθέτει, τὰς διδασκαλίσσας ἀπὸ τοῦ ἑνὸς σχολείου εἰς τὸ
1716ἕτερον σχολεῖον, τὸ πλῆρες, διὰ ποῖον λόγον; οὔτε αὐτὸς
1717γνωρίζει. Καὶ ὅτι οὔτε αὐτὸς γνωρίζει, ἀπόδειξις, ὅτι μετὰ
1718ἕνα ἀκριβῶς μῆνα ἐπανέφερε τὰ πράγματα εἰς τὸ πρώην
1719καθεστὼς, ἀλλ’ εὐθὺς ἀμέσως μετέβαλε πάλιν τὰ πράγμα-
1720τα, καὶ μετέβαλεν τοὺς μαθητὰς καὶ τὰς μαθητρίας εἰς
1721σκηνίτας.
1722Ἀλλ’ ἵνα μὴ χάνωμεν καιρόν, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἀνα-
1723φορὰν τῶν κατοίκων τῆς Ὕδρας. — Εἰς τὰς πράξεις του δὲ
1724ταύτας ἔχει συνένοχον ὁ ἐπιθεωρητὴς καὶ τὸ Ἐποπτικὸν
1725Συμβούλιον καὶ τὸν προκάτοχον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημο-
1726σίας Ἐκπαιδεύσεως, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀνέφεραν οἱ κάτοικοι
1727δι’ ἀναφορᾶς τὰς πράξεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ ἐζήτησαν
1728τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν κακῶν διαταγῶν του. — Τοιαύτην ἀνα-
1729φορὰν ὑπέβαλον καὶ εἰς τὸν σήμερον διευθύνοντα τὸ Ὑπουρ-
1730γεῖον τῆς Παιδείας κύριον Στάην, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς
1731ταύτης οὐδεμία ἐλήφθη φροντὶς, καὶ δὲν ἐλήφθη φροντὶς,
1732διότι δυστυχῶς εἶναι ἀνίκανος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ
1733φέρῃ θεραπείαν τοῦ κακοῦ, διότι ὁ κύριος ἐπιθεωρητὴς εἶναι
1734ἀνώτερος καὶ αὐτοῦ τοῦ νόμου.
1735Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀκούσητε τὴν ἀναφορὰν ταύτην
1736(ἀναγινώσκει):
1737«Πρὸς τὸ Σεβαστὸν Ἐποπτικὸν Συμβούλιον
1738τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος.
1739»Περὶ προλήψεως τῆς ἐπαπειλουμένης καταστροφῆς
1740τῶν κορασίων τοῦ Βʹ δημοτικοῦ σχολείου
1741τῶν θηλέων Ὕδρας.
1742»Ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ νομοῦ Ἀρ-
1743γολίδος κ. Ἰωάννης Μεγαρεὺς ἔκαμεν ἐπὶ τῶν δημοτικῶν
1744σχολείων Ὕδρας θηλέων καὶ ἀρρένων τὰς ἑξῆς ἄνευ σχεδίου
1745μεταβολάς:
1746»1) Μετὰ τὸν τελευταῖον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως
1747νόμον μετέθεσε τὰς δημοδιδασκαλίσσας ἀπὸ τοῦ Αʹ πλή-
1748ρους δημοτικοῦ σχολείου τῶν θηλέων εἰς τὸ Βʹ τοιοῦτον,
1749ὅπερ ἔκαμε πλῆρες· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐγνώρισε τὴν ἄσκοπον ταύτην
1750μετάθεσιν, διέταξε τὴν ἐπαναφορὰν αὐτῶν εἰς τὸ πρώην κα-
1751θεστώς. 2) Μετὰ τὰς ἀνωτέρω ἐνεργείας μετέθεσεν ἐναλ-
1752λὰξ τὰς μαθητρίας καὶ τοὺς μαθητὰς ἐκ τῶν οἰκημά-
1753των τῶν Αʹ πλήρων δημοτικῶν σχολείων, καὶ ἀφοῦ καὶ τὸ
1754πείραμα τοῦτο ἀπέτυχε, διέταξε τὴν ἐπαναφορὰν τῶν μὲν
1755κορασίων εἰς τὸ πρότερόν των οἴκημα, τῶν δὲ ἀρρένων εἰς τὰ
1756οἰκήματα τοῦ δημοτικοῦ ναοῦ, καὶ ἐκεῖθεν μετὰ μῆνας εἰς
1757τὸ πρότερον καὶ αὐτῶν σχολεῖον· ὥστε οἱ μαθηταὶ οὗτοι ἀμ-
1758φοτέρων τῶν σχολείων ἔπαθον ὅ,τι οἱ σκηνῖται, οἱ μεταφέ-
1759ροντες τὰς ἀποσκευάς των ἀπὸ βουνοῦ εἰς βουνόν· καὶ αὐτοὶ
1760μετέφεραν τὰ θρανία, πίνακας καὶ λοιπὰ ἔπιπλα τῶν σχο-
1761λείων ἐπ’ ὤμου ἀπὸ οἰκήματος εἰς οἴκημα. Καὶ 3) διέταξε
1762τὰς αὐτὰς ἐναλλὰξ μεταθέσεις καὶ τῶν μαθητῶν τῶν Βʹ
1763δημοτικῶν σχολείων Ὕδρας ἀρρένων τε καὶ θηλέων, καὶ ἐγέ-
1764νοντο αὗται τὴν 1 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. ἀπὸ τοῦ ἑνὸς οἰκήματος
1765εἰς τὸ ἄλλο.
1766»Ἡ μετάθεσις δὲ αὕτη τῶν θηλέων τούτων τείνει πρὸς
1767τὴν καταστροφὴν τῶν μαθητριῶν τῆς δυτικῆς πλευρᾶς
1768Ὕδρας, διὰ τοὺς ἑξῆς σπουδαίους λόγους: αʹ) Διότι τὸ
1769κατάστημα τοῦ ἤδη Βʹ σχολείου τῶν θηλέων, ἐκτὸς τοῦ ὅτι
1770εἶναι πολὺ μακρὰν τῆς συνοικίας Καμινίων, καὶ ὡς ἐκ τοῦ
1771ἀνωμάλου τοῦ ἐδάφους τῆς πόλεως θὰ ὑποφέρουν τὰ κορά-
1772σια, τὸν μὲν χειμῶνα ἀπὸ τὰς βροχὰς καὶ τὸ ψῦχος, τὸ δὲ
1773θέρος ἀπὸ τὴν ζέστην, ἀλλὰ καὶ ἠθικῶς θὰ ὑποφέρουν, διότι
1774κεῖται εἰς μέρος ἀπόκεντρον τῆς δημοσίας ἐπιβλέψεως, καὶ
1775τὰ κοράσια θὰ διέρχωνται ἀπὸ στενωπῶν σοκακίων καὶ κα-
1776μαρῶν, καὶ προαυλίου ὑστερεῖ διὰ τὸ διάλειμμα, καὶ τὰ
1777κοράσια θὰ κάμνουν τοῦτο εἰς τὰς καμάρας καὶ τὰ σοκάκια,
1778καὶ ἐκεῖ θὰ ἐνοχλῶνται ἀπὸ τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα καὶ
1779τοὺς ἀγυιόπαιδας, καὶ τὰ ἀδυνάτου κρίσεως κοράσια, ἅτινα
1780μέλλουν νὰ γείνουν μητέρες πρὸς μόρφωσιν τῆς μελλούσης
1781κοινωνίας, θὰ διαφθαρῶσι. Καὶ ἡ ἀπόπειρα ἐγένετο προχθές,
1782ὅπου ἐσφάλισαν κακοήθεις τὴν θύραν τοῦ σχολείου διὰ σχοι-
1783νίου, καὶ ἠναγκάσθη ἡ δημοδιδάσκαλος νὰ φωνάξῃ τινὰς τῶν
1784γυναικῶν τῆς γειτονιᾶς, αἱ ὁποῖαι ἔκοψαν διὰ μαχαίρας τὸ
1785σχοινίον τοῦτο, καὶ ἐξῆλθον αἱ μαθήτριαι· καὶ βʹ) διότι θὰ
1786πάθῃ ἡ ὑγεία τῶν κορασίων τούτων, διότι τὸ κατάστημα
1787τοῦτο εἶναι ἀνθυγιεινόν, δηλαδὴ ὑγρότατον, ἀνήλιον καὶ
1788σκοτεινὸν διὰ τὰς ἐργασίας τῶν κορασίων, καὶ ψυχρότατον,
1789διότι εἶναι περικυκλωμένον γύρωθεν ἀπὸ οἰκίας, καὶ μόνον
1790μίαν πρόσοψιν πρὸς ἄρκτον ἔχει ἐλευθέραν, καὶ αὐτὴ εἶναι
1791πεφραγμένη μὲ ὑαλοπίνακας, ὅπως φωτίζηται τὸ ἐσωτερι-
1792κὸν αὐτοῦ, καὶ τὰ δωμάτια τῶν ἐργοχείρων εἶναι πλακο-
1793στρωμένα· κρίνατε δέ, ἂν τοῦτο δύναται νὰ ἦναι κατάστημα
1794διὰ σχολεῖον τῶν θηλέων. Ναὶ μὲν καὶ τὰ ἄρρενα εἶναι ἡμέ-
1795τερα τέκνα, ἀλλὰ προτιμῶμεν, ταῦτα μᾶλλον νὰ φοιτῶσιν
1796εἰς αὐτὸ, καὶ οὐχὶ τὰ κοράσια, διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους,
1797καὶ διότι αὐτὰ ἀντέχουν, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσίν των ἐκ
1798τοῦ σχολείου τρέχουν εἰς τὰ εὐάερα μέρη τῆς πόλεως καὶ
1799ἀνακουφίζονται, ἐνῷ τὰ κοράσια θὰ ἐξέρχωνται ἀπὸ τὴν φυ-
1800λακὴν ταύτην καὶ θὰ εἰσέρχωνται κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὰς οἰ-
1801κίας των πρὸς ἐργασίαν. Ἐνῷ τὸ πρὸ ἑξηκονταετίας συ-
1802στηθὲν ὑπὸ τῶν πρώην ἀρχῶν Βʹ σχολεῖον τῶν κορασίων
1803τούτων ἦτο καὶ εἶναι τὸ μόνον κατάλληλον ὑφ’ ὅλας τὰς
1804ἐπόψεις διὰ κοράσια. Οἱ λόγοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὸν
1805κύριον ἐπιθεωρητὴν νὰ κάμῃ τὴν μετάθεσιν ταύτην διὰ
1806γυμναστήριον τῶν ἀρρένων, δὲν εἶναι ἰσχυροὶ, διότι καὶ τὰ
1807κοράσια θέλουν νὰ γυμνάζωνται, καὶ διότι δύναται ἡ Κυ-
1808βέρνησις νὰ μισθώσῃ εἰς κεντρικὸν μέρος τῆς πόλεως καὶ
1809κατάλληλον γυμναστήριον, διὰ νὰ γυμνάζωνται πάντα τὰ
1810ἄρρενα ἀμφοτέρων τῶν δημοτικῶν σχολείων, ὡς καὶ τὰ τοῦ
1811Ἑλληνικοῦ,— διότι καὶ αὐτὰ δὲν ἔχουν μέρος πρὸς γύμνα-
1812σιν,— ὡς τοῦτο ἔγεινεν εἰς πολλὰς ἐπαρχίας καὶ νομοὺς τοῦ
1813Κράτους.
1814»Ταῦτα φέρομεν ὑπ’ ὄψιν τοῦ σεβαστοῦ Συμβουλίου, ὅπερ
1815θεωρεῖται συνυπεύθυνον τῶν ἀνωτέρω ἐνεργειῶν, καίτοι φρο-
1816νοῦμεν, ὅτι δὲν ἔχει γνῶσιν αὐτῶν, καὶ παρακαλοῦμεν αὐτὸ,
1817ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ διατάξῃ τὴν ἐπαναφορὰν τῶν μαθητριῶν
1818τοῦ Βʹ σχολείου τῶν θηλέων εἰς τὸ πρότερον αὐτῶν κατά-
1819στημα, ὅπως προληφθῇ ἡ καταστροφὴ τῶν θυγατέρων καὶ
1820συγγενῶν μας, καὶ ἀποφύγωμεν τὰς περαιτέρω ἐνεργείας πρός
1821τε τὴν Βουλὴν, τὴν Βασιλείαν καὶ τὴν δημοσιότητα, διότι
1822καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὶς ἀνεφέρθημεν ἄνευ ἀποτελέσματος.
1823»Ἐν Ὕδρᾳ τῇ 24 Δεκεμβρίου 1903.
1824»Εὐπειθέστατοι.»
1825(Ἕπονται 35 ὑπογραφαὶ, ὅσας ἡ ἐπὶ χαρτοσήμου ἀνα-
1826φορὰ περιέλαβε).
1827§293ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
1828παιδεύσεως). Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχει γνῶσιν.
1829§294Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὴν ἀναφορὰν ὑπέβαλον καὶ εἰς
1830τὸν προκάτοχόν σας κ. Φαρμακόπουλον.
1831§295ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πιθανόν· ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν
1832ἔχει γνῶσιν.
1833§296Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀναφέρουν δηλαδὴ, ὅτι τὸ
1834κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ἐπιθεωρητὴς μετέφερε τὰς μα-
1835θητρίας, εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλον, εἶναι ὑγρὸν, εἶναι
1836σκοτεινὸν, εἶναι ἀνθυγιεινόν. Καὶ λέγουσιν οἱ γονεῖς τῶν
1837τέκνων, ὅτι καὶ διὰ τὰ ἄρρενα εἶναι ἀκατάλληλον, πολὺ
1838δὲ περισσότερον διὰ τὰ θήλεα, ἤτοι δι’ ὑπάρξεις ἀσθενεῖς.
1839Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ λόγος οὗτος μόνον, εἶναι καὶ ἕτερος λό-
1840γος, ὁ λόγος ὅτι, ἐπειδὴ τὸ κατάστημα αὐτὸ εὑρίσκεται
1841εἰς ἀπόκεντρον θέσιν, τὰ κοράσια ἐκτίθενται εἰς τὰς ἐνοχλή-
1842σεις τῶν ἀγυιοπαίδων καὶ ἄλλων ἀνθρώπων, διερχομένων
1843ἐκεῖθεν, καὶ γεννᾶται ἐκ τούτου σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον πρέ-
1844πει νὰ προλάβωμεν.
1845Τί νὰ ζητήσω, κύριοι Βουλευταὶ, σήμερον ἀπὸ τὸν κύριον
1846Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας; Εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ ἀδυνα-
1847μίᾳ νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε πράξει οἰκείᾳ βουλή-
1848σει, ὑπηρεσιακῶς, ὅτε δὲν θὰ εἴχετε τὴν δυσαρέσκειαν νὰ
1849ἀκούσητε πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε πρέπει νὰ ἔρχων-
1850ται εἰς τὴν Βουλὴν.
1851Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, τηλε-
1852γραφικῶς νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν
1853ἐν Ναυπλίῳ καὶ Ὕδρᾳ, καὶ νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ δια-
1854τάξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος κελεύει, ἐν ἀνάγκῃ δὲ καὶ νὰ
1855ἐξέλθῃ τοῦ νόμου, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις ἐκείνη, τὴν
1856ὁποίαν ποθοῦσιν οἱ κάτοικοι τῆς νήσου, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται
1857εἰς ἀπόγνωσιν.
1858§297Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ θὰ παρακα-
1859λέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὡς τάχιστα νὰ ἐξακριβώσῃ τὰς περι-
1860στάσεις, —διότι αὐτὰ γίνονται ἀπὸ σκοποῦ—καὶ ὅσον τὸ
1861δυνατὸν νὰ περιστείλῃ αὐτὰς τὰς ἀταξίας καὶ ἀτασθα-
1862λίας τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστῶ-
1863μεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν τῆς πιέσεως.
1864§298ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
1865δεύσεως). Διαβεβαιῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅτι θέλω ἐξε-
1866τάσει καὶ θέλω λάβει τὰ κατάλληλα μέτρα ὡς τάχιστα.
1867§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1868§300ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον,
1869ἀλλὰ δὲν μὲ ἐσημειώσατε, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
1870§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πότε;
1871§302ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Πρὸ ὀλίγου.
1872§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴχετε ζητήσει ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικει-
1873μένου;
1874§304ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Ὄχι. Εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον.
1875§305Π. ΓΚΙΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος
1876τὸν λόγον.
1877§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
1878§307Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἀφ’ ἧς συνέστησαν δημοτικὰ σχολεῖα ἐν
1879Ὕδρᾳ, τέσσαρα τοιαῦτα λειτουργοῦσιν, ἤτοι δύο ἀρρένων
1880καὶ δύο θηλέων· εἶναι δὲ διατεταγμένα κατὰ τρόπον τοι-
1881οῦτον, ὥστε δύο μὲν νὰ λειτουργῶσιν εἰς τὸ ἀνατολικὸν καὶ
1882δύο εἰς τὸ δυτικὸν μέρος τῆς πόλεως, ἤτοι ἀνὰ ἓν ἀρρένων
1883καὶ θηλέων εἰς ἑκάτερον διαμέρισμα. Καὶ τὸ μὲν εἰς τὸ δυ-
1884τικὸν μέρος τῆς πόλεως λειτουργοῦν σχολεῖον τῶν θηλέων
1885ἔκτοτε ἔχει τοποθετηθῆ εἰς τὸ κέντρον τοῦ διαμερίσματος
1886τούτου, εἰς εὐρὺ δημοτικὸν κτίριον, καὶ τοῦτο, ὅπως προφυ-
1887λάσσωνται τὰ θήλεα ἀπὸ πάσης ἐνοχλήσεως, διότι ἕνεκα τοῦ
1888ἀνωμάλου τοῦ ἐδάφους τῆς ἰδιαιτέρας ἡμῶν πατρίδος τὰ
1889εἰς τὰ σχολεῖα φοιτῶντα θήλεα διέρχονται διὰ στενωπῶν
1890καὶ διὰ στοῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπόκεινται εἰς τὰς ἐνο-
1891χλήσεις τῶν κακοποιῶν στοιχείων, τὸ δὲ τῶν ἀρρένων εἰς τὸ
1892ἄκρον τοῦ μέρους τούτου, μὴ συντρέχοντος τοῦ λόγου, δι’ ὃν
1893τὸ τῶν θηλέων ἐτοποθετήθη εἰς τὸ κέντρον. Καὶ οὕτως ἐξη-
1894κολούθουν λειτουργοῦντα τὰ εἰρημένα σχολεῖα ἐπὶ ἑβδομή-
1895κοντα σχεδὸν ἔτη.
1896Δυστυχῶς ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς, νομίζων ὅτι εἰς τὸ σχολεῖον
1897τῶν ἀρρένων δὲν ὑπῆρχεν ἱκανὸς χῶρος διὰ τὴν διδασκαλίαν
1898τῆς γυμναστικῆς, μετέφερε τὸ σχολεῖον τῶν θηλέων ἀπὸ τοῦ
1899κέντρου εἰς τὸ ἄκρον τοῦ δυτικοῦ συνοικισμοῦ τῆς πόλεως,
1900ὡσεὶ μὴ εἶχον ἀνάγκην εὐρέος χώρου τὰ θήλεα καὶ διὰ τὴν
1901γυμναστικὴν καὶ διὰ τὴν ὑγιεινὴν αὐτῶν δίαιταν, κυρίως δὲ
1902διὰ τὴν προφύλαξιν τῆς ἠθικῆς αὐτῶν ἀπὸ προσβολῆς ἐκ
1903μέρους τῶν κακοποιῶν στοιχείων, εἰς τὴν διάκρισιν τῶν
1904ὁποίων θὰ ἦσαν ἐκτεθειμένα, διανύοντα μακρὸν δρόμον, ὅπως
1905μεταβῶσιν εἰς τὸ ὁρισθὲν ἤδη σχολεῖον.
1906Ἐκ τούτου ἐξηγέρθη ἡ πόλις ὁλόκληρος, καὶ ἀναφοραὶ
1907τῶν γονέων ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας
1908Ἐκπαιδεύσεως, παρακαλούμενον νὰ φροντίσῃ νὰ προληφθῇ
1909τὸ ἄτοπον τοῦτο, καὶ προφορικὰς παραστάσεις ἐποιησάμην
1910ἐγὼ περὶ τούτου εἰς τὸν Ὑπουργὸν, παρακαλέσας αὐτὸν, ἵνα
1911καὶ προφορικῶς παραστήσῃ εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τὸν ἀπει-
1912λούμενον κίνδυνον κατὰ τῆς ἠθικῆς τῶν κορασίων ἐκ τῆς
1913τοιαύτης αὐτοῦ ἐνεργείας. Δυστυχῶς ὅμως αἱ παραστάσεις
1914ἡμῶν δὲν εἰσηκούσθησαν. Ἕνεκα τούτου εὑρέθην εἰς τὴν
1915ἀνάγκην νὰ καταφύγω εἰς αὐτὸν τὸν ἐπιθεωρητὴν, καὶ νὰ
1916παραστήσω αὐτῷ ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτῶν ὄψιν τὰ πράγματα.
1917Οὗτος ὅμως μοὶ ἐδικαιολογήθη, ὅτι προέβη εἰς τοῦτο, εὑ-
1918ρεθεὶς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσῃ χῶρον εἰς τὰ ἄρρενα διὰ τὴν
1919διδασκαλίαν τῆς γυμναστικῆς’ ἀλλ’ εἰς τοῦτο τῷ παρετή-
1920ρησα, ὅτι ἡ ἠθικὴ τῶν κορασίων εἶναι ὑπερτέρα τῆς γυμνα-
1921στικῆς, καὶ ἑπομένως ὤφειλε πρωτίστως νὰ φροντίσῃ περὶ
1922τῆς ἠθικῆς αὐτῶν, καὶ ἀκολούθως περὶ τῆς γυμναστικῆς
1923τῶν ἀρρένων. Ἐπειδὴ ὅμως οὗτος εὑρίσκετο πρὸ τετελεσμέ-
1924νου γεγονότος, καὶ ἐνόμιζεν ὅτι δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ πρά-
1925ξῃ τι, μὲ παρεκάλεσε νὰ συνεννοηθῶ μετὰ τοῦ δημάρχου
1926Ὕδρας, ὅπως ἐνοικιασθῇ ἓν οἴκημα εἰς τὸ μέρος, ὅπου ἦτο
1927πρότερον τὸ δημοτικὸν σχολεῖον τῶν θηλέων, ὅπως μεταφερ-
1928θῶσιν ἐκεῖ τὰ θήλεα, καὶ ἐκλείψωσιν οὕτω καὶ τὰ παρά-
1929πονα τῶν γονέων καὶ οἱ κίνδυνοι οἱ ἀπειλοῦντες τὰ τέκνα
1930αὐτῶν· ὅπερ καὶ ἔπραξα. Ἔκτοτε ἀγνοῶ ποία ἐνέργεια
1931ἐγένετο. Νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια παρὰ
1932τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐφ’ ὅσον
1933ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται, ὥστε νὰ ἐπανέλθωσι τὰ πράγματα εἰς
1934τὸ πρώην καθεστώς· διότι ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι οὐδὲν ἄλλο
1935μᾶς ὠθεῖ εἰς τοῦτο, εἰμὴ ἡ μέριμνα περὶ τῆς ἠθικῆς τῶν
1936κορασίων μας.
1937Τὰ ἄτοπα ὅμως ταῦτα θὰ ἐξέλειπον, ἐὰν ἐλαμβάνετο
1938πρόνοια νὰ οἰκοδομηθῇ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ἐν Ὕδρᾳ,
1939ἥτις δικαιοῦται εἰς τοῦτο, ἀφοῦ εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς Ἑλ-
1940λάδος ἀνηγέρθησαν τοιαῦτα. Ἀλλὰ καίτοι πρὸ τριετίας
1941ἐξεπονήθησαν τὰ πρὸς τοῦτο σχέδια, καίτοι δὶς ἐξετέθη τὸ
1942ἔργον εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν, παρημποδίσθη ἡ ἐκτέ-
1943λεσις αὐτοῦ, ἀγνοῶ διὰ ποῖον λόγον, καὶ ὑπὸ τῆς πρώην
1944καὶ ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι
1945ἔχει δικαίωμα καὶ ἡ Ὕδρα νὰ ζητῇ τὴν ἀνέγερσιν ἑνὸς
1946σχολείου, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε οὐδ’ ὀβολὸς ἐδαπανήθη δι’ αὐ-
1947τὴν πρὸς τοῦτο.
1948Ἐπαναλαμβάνω ὅθεν νὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν
1949ἄλλων συναδέλφων μου τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ
1950τοῦ ζητήματος τούτου.
1951§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον.
1952§309ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Οὐ μόνον, Κύριοι, ἐκ στόματος τοῦ ἀξιο-
1953τίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ κατὰ τὴν ὑποβολὴν
1954τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ καὶ ἐκ στόματος τοῦ
1955ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν
1956εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἠκούσθη ἐντεῦθεν ἡ γνώμη,
1957ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι χώρα κατ’ ἐξοχὴν γεωργική. Περὶ τούτου
1958οὐδεὶς, νομίζω, ἔχει ἀλλοίαν γνώμην. Οὐδεμία ὅμως, ἂν δὲν
1959ἀπατῶμαι, ἠκούσθη ἐντεῦθεν γνώμη περὶ ὑποβολῆς νομοσχε-
1960δίων δυναμένων νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν, ἀνάπτυ-
1961ξιν καὶ πρόοδον οὐ μόνον τῆς γεωργίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ
1962καὶ τῆς βιομηχανίας αὐτῆς· διότι νομίζω, Κύριοι, ὅτι με-
1963ταξὺ τῶν σπουδαιοτέρων καὶ κυριωτέρων παραγόντων, οἵτι-
1964νες συμβάλλουσιν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν, ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον
1965καὶ εἰς τὴν καθόλου εὐημερίαν πάσης χώρας, δύναταί τις
1966νὰ διακρίνῃ τὸν τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας. Ἐπὶ
1967τῶν σπουδαίων τούτων θεμάτων, τῶν ἐνεχόντων σπουδαίαν
1968σημασίαν, θέλω ὁμιλήσει λίαν συνοπτικῶς, ἐπὶ μόνῳ τῷ
1969σκοπῷ τοῦ νὰ δώσω ἀφορμήν, ἵνα πραγματευθῶσι ταῦτα οἱ
1970ἔξοχοι τοῦ Κοινοβουλίου τούτου ἄνδρες.
1971Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸν τῆς γεωργίας παράγοντα,
1972νομίζω ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον, ὅπως ἐκτὸς τῶν ἤδη λει-
1973τουργούντων Γεωργικῶν σταθμῶν ἐπιζητηθῇ ἡ ἵδρυσις καὶ
1974ἑτέρων τοιούτων εἰς ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους, ἵνα οὕτω δυ-
1975νηθῶμεν νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς
1976τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, ὅπως διὰ τῶν καταλλήλων με-
1977θόδων κατορθώσωσι νὰ κάμωσι χρῆσιν τῶν ἀπαιτουμένων
1978μέσων πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας καὶ ἐπίτευξιν μεγαλει-
1979τέρας παραγωγικότητος τῆς χώρας.
1980Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι πρὸς ἐπίτευξιν μεγα-
1981λειτέρας παραγωγικότητος τῆς χώρας καὶ ἀνάπτυξιν τῆς
1982καθόλου ἐθνικῆς παραγωγῆς σπουδαίως καὶ σοβαρῶς ἐπιδρᾷ
1983καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν καλλιεργούντων τὴν γῆν καὶ δὴ τῶν καλ-
1984λιεργούντων αὐτὴν διὰ τῶν ἀροτριώντων βοῶν, καὶ συνε-
1985πῶς εἰς τοῦτο δέον νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ ἡμῶν. Ἐπειδὴ
1986δὲ σοβαρῶς ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τούτου ἡ
1987δυνάμει τοῦ ΒΠʹ νόμου τῆς 5 Αὐγούστου 1892 ἐπιβεβλη-
1988μένη φορολογία ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, δέον νὰ στραφῇ
1989ἡ προσοχὴ ἡμῶν, δι’ οὓς ἐξέθηκα λόγους, ἐπὶ τῆς καταργή-
1990σεως τοῦ φόρου τούτου, ἵνα οὕτως, αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν
1991τῶν καλλιεργητῶν, συντελέσωμεν, ὡς εἶπον, εἰς τὴν ἀνά-
1992πτυξιν καὶ πρόοδον τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παραγωγῆς.
1993Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ, Κύριοι, τὸν ἕτερον τῶν δύο τούτων
1994παραγόντων, τὴν βιομηχανίαν, θέλω θίξει συνοπτικῶς ἕνα
1995μόνον κλάδον αὐτῆς, τὸν μεταλλευτικόν, ἵνα ἐρευνῶντες ἐξε-
1996τάσωμεν, ἂν ὑπάρχουσι στοιχεῖα ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν μεταλ-
1997λευτικά, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ἐκμεταλλευθῶμεν πρὸς πλου-
1998τισμὸν καὶ εὐημερίαν τῆς χώρας· εἰ δὲ τοὐναντίον ὑπάρχου-
1999σιν ἐμπόδιά τινα, ὡς πρὸς τὴν ἐκμετάλλευσιν, δυνάμενα νὰ
2000παρακωλύσωσι τὸν πλουτισμὸν καὶ τὴν εὐημερίαν τῆς χώ-
2001ρας, νὰ σκεφθῶμεν, κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν
2002ταῦτα ἐκ τοῦ μέσου.
2003Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι τὰ πρωτεῖα ἐν τῇ Ἀνατολῇ
2004κατέχει ἡ Ἑλλὰς, ὡς χώρα μεταλλειοφόρος, εἶναι δὲ γνω-
2005στὸς ὁ πλοῦτος αὐτῆς, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν ἀρχαιοτάτων
2006χρόνων, εἰς ὀρυκτὰ καὶ εἰς μέταλλα, ὡς τοῦτο δύναται
2007ν’ ἀποδειχθῇ διὰ τῶν διαφόρων μεταλλευτικῶν φαινομένων
2008καὶ στοιχείων, διὰ τῆς στατιστικῆς καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
2009ὑποβληθεισῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν αἰτήσεων
2010πρὸς παραχώρησιν μεταλλείων, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ἀνέρ-
2011χεται, κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἐχόντων ἁρμοδιότητα νὰ βε-
2012βαιώσωσι τοῦτο, εἰς 2000 περίπου.
2013Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, χωρὶς νὰ κουράσω ὑμᾶς, νὰ ἀνα-
2014φέρω διάφορα μεταλλευτικὰ προϊόντα τοῦ καθόλου ὀρυκτοῦ
2015πλούτου τῆς χώρας ἡμῶν, ὡς π. χ. διάφορα ἐκμεταλλεύ-
2016ματα ἀργύρου, μολύβδου, ψευδαργύρου, χαλκοῦ, σιδήρου,
2017μαγγανίου καὶ τόσων ἄλλων, ἅτινά εἰσι γνωστὰ ὑμῖν, ἐξ
2018ὧν ἀποδεικνύεται ἡ μεταλλευτικὴ ἀξία τῆς χώρας ἡμῶν, ἡ
2019ὁποία ἐτησίως ἀνέρχεται εἰς 25 περίπου ἑκατομμύρια χρυ-
2020σῶν φράγκων. Τ’ ἀποτελέσματα δὲ ταῦτα δύνανται νὰ δεκα-
2021πλασιασθῶσι καὶ ἑκατονταπλασιασθῶσιν, ἐὰν τὸ Κράτος
2022ἤθελε δώσει ἐργασίαν εἰς τὸν ἐργαζόμενον λαόν, ἥτις ἐργα-
2023σία εἶναι ἡ βάσις καὶ ἡ ζωτικότης τοῦ ἔθνους.
2024Ἡ μεταλλευτικὴ βιομηχανία παρ’ ἡμῖν, Κύριοι, εἶναι
2025γνωστόν, ὅτι ἤρξατο ἀναπτυσσομένη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1861,
2026ὅτε τὸ πρῶτον ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν ὁ περὶ μεταλλείων νό-
2027μος, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν διατάξεων τοῦ Γαλλικοῦ νό-
2028μου, δυνάμει τοῦ ὁποίου συνέρχεται τὸ Μεταλλευτικὸν Συμ-
2029βούλιον καὶ κρίνει περὶ τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα πρὸς παρα-
2030χώρησιν αὐτοῖς μεταλλείων. Ἀλλὰ δέον νὰ ἐξετάσωμεν,
2031διατὶ ἐλάχιστος μέχρι τοῦδε ἀριθμὸς τοιούτων παρεχωρήθη,
2032ὁποῖα εἶναι τὰ ἀποδοθέντα ἐκ τῶν λειτουργούντων μεταλ-
2033λείων κέρδη, καὶ ὁποῖαι αἱ ἐκ τῆς μὴ χρήσεως καὶ λειτουρ-
2034γίας τούτων ζημίαι, αἱ ἐπερχόμεναι εἰς τὸ Κράτος.
2035Ἐκ τῶν μεταλλείων Λαυρίου ἀπὸ τοῦ ἔτους 1865 μέ-
2036χρι τοῦ 1899, ἤτοι ἐπὶ 34 συναπτὰ ἔτη, ἀπεδόθησαν εἰς
2037τὸ Δημόσιον 314,389,900 φράγκα χρυσᾶ. Ἤτοι ἐκ τῶν
2038μεταλλείων μόνον τῆς Ἀττικῆς καὶ ἐκ τοῦ ἐλαχίστου φό-
2039ρου, ὅστις πληρώνεται εἰς τὸ Δημόσιον, τῶν τριῶν λεπτῶν
2040μόνον κατὰ στρέμμα, καὶ 5 λεπτῶν μόνον ἐπὶ τοῦ καθαροῦ
2041κέρδους, ἔχουσιν ἀποδοθῆ εἰς τὸ Δημόσιον 300,000 φράγκα
2042χρυσᾶ ἐτησίως. Βλέπομεν λοιπόν, Κύριοι, ἐκ τῶν ὀλίγων
2043τούτων, ἅτινα ὁμιλοῦσι λίαν εὐγλώττως, ὅτι ἓν τῶν στοι-
2044χείων, ἅτινα συμβάλλουσι σοβαρῶς εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς
2045βιομηχανίας, μένει ἐν ἀχρηστίᾳ καὶ ἀδρανείᾳ.
2046Ἐπειδὴ δὲ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρατείνω τὸν λό-
2047γον μου, ἵνα μὴ κουράσω τὴν Βουλήν, θέλω ἐν συντομίᾳ ἐκ-
2048θέσει τοὺς ἐπιβεβλημένους λόγους, ὧν ἕνεκα δέον ἡ Πολι-
2049τεία νὰ μεριμνήσῃ πρὸς εὕρεσιν πόρων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν
2050λαόν. Ἤθελέ τις ἴσως ἰσχυρισθῆ, ὅτι ἡ ἀδράνεια ἡμῶν πη-
2051γάζει οὐχὶ ἐξ ἄλλου λόγου, ἀλλ’ ἴσως ἐκ τῶν ἀτελειῶν τοῦ
2052νόμου τοῦ μεταλλευτικοῦ, τοῦ χορηγοῦντος τὸ δικαίωμα πρὸς
2053δήλωσιν ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ μεταλλείου εἰς πλείονας τοῦ ἑνὸς
2054δηλωτάς. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ ἀτέλεια ἐν τῷ νόμῳ, περὶ τῆς
2055διορθώσεως αὐτῆς τίς ἄλλος ἔχει ἁρμοδιότητα, ἢ ἡ Βουλή;
2056Περὶ τῶν προσώπων οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ὁμιλήσω, οὔτε περὶ
2057τῶν δηλωτῶν, ἀλλὰ γενικῶς περὶ τῶν πραγμάτων, ἅτινα
2058δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὸ τῆς Πολιτείας καὶ παρά-
2059σχωσι τῷ Κράτει ἡμῶν εὐημερίαν καὶ πολιτισμόν. Διότι
2060οὕτω δυνάμεθα νὰ παρακωλύσωμεν ἀπὸ τῆς μεταναστεύσεως
2061τοὺς συγγενεῖς, συμπολίτας καὶ φίλους ἡμῶν, οἵτινες ἀπέρ-
2062χονται εἰς τὴν ξένην, ὅπως κερδήσωσι τὸν ἄρτον αὐτῶν, ἐγ-
2063καταλείποντες τὰς οἰκογενείας καὶ τὴν πατρίδα αὐτῶν,
2064Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῶν σκέψεων τούτων δέον νὰ ὁδη-
2065γηθῇ οὐ μόνον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ οἱαδήποτε
2066ἄλλη, καὶ ἐκ τῶν πηγῶν αὐτῶν δέον νὰ ἀντλήσῃ ἑκάστη
2067τῶν Κυβερνήσεων τὴν πολιτικὴν αὐτῆς δύναμιν, ἵνα, ἐξευρί-
2068σκουσα οὕτω πόρους διὰ τὸ Κράτος πρὸς πλουτισμὸν καὶ
2069εὐημερίαν τοῦ λαοῦ, ἔχῃ τὸ δικαίωμα, — οὐδεμίαν Κυβέρ-
2070νησιν ὑπαινίσσομαι, ὁμιλῶ γενικῶς καὶ ἀκαδημαϊκῶς, — νὰ
2071ἀνέρχηται εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ νὰ λέγῃ πρὸς τὸν Ἑλ-
2072ληνικὸν λαόν, ὅτι ἡ «Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ καὶ θὰ
2073ζήσῃ·» ἄλλως καταδικάζει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἀναγ-
2074κάζει αὐτὸν διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρων νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς καὶ
2075νὰ εἴπῃ, ὅτι «πᾶσα Κυβέρνησις προώρισται ν’ ἀποθάνῃ τὸν
2076πολιτικὸν θάνατον, καὶ θ’ ἀποθάνῃ».
2077§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
2078ταξιν.
2079Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀνα-
2080πληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 11,089 ἐπὶ τοῦ κε-
2081φαλαίου 5, ἄρθρου 2, τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξό-
2082δων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ
2083ἔτους 1903 πρὸς πληρωμὴν τῶν μισθῶν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ
2084γραφείου τῆς Βουλῆς τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου
2085τοῦ 1903».
2086(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
2087κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
2088Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας πιστώ-
2089σεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ Προϋπο-
2090λογισμοῦ τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 καὶ τοῦ
2091προϋπολογισμοῦ τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν τῆς αὐ-
2092τῆς χρήσεως ζητουμένων πιστώσεων, καὶ περὶ βεβαιώσεως
2093καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, τοῦ Ταμείου τῶν
2094Φάρων καὶ Φανῶν καὶ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου
2095τῆς ἰδίας χρήσεως».
2096(Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρ-
2097θρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
2098Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Δια-
2099ταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώ-
2100σεις ἐκ δραχμῶν 10,402,767.59 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολο-
2101γισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων τῆς χρήσεως
2102τοῦ ἔτους 1903».
2103(Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ
2104ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
2105Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Δια-
2106ταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐκ
2107δραχμῶν 330,000 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξό-
2108δων τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν τῆς
2109χρήσεως τοῦ ἔτους 1903».
2110(Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ
2111ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
2112Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως πιστώ-
2113σεως ἐκ δραχμῶν 12,914, χορηγηθείσης διὰ τοῦ ἀπὸ 20
2114Νοεμβρίου 1903 Β. Διατάγματος ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπο-
2115λογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς
2116χρήσεως τοῦ ἔτους 1903, καὶ περὶ χαρακτηρισμοῦ αὐτῆς
2117ὡς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, καταλογισμοῦ δὲ ταύτης
2118ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 5, ἄρθρον 3, τοῦ ῥηθέντος προϋπολογι-
2119σμοῦ».
2120(Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ
2121ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
2122Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς
2123μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου συνομολογηθείσης συνθήκης
2124περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν καὶ τῆς τηρητέας
2125πρὸς ἔκδοσιν διαδικασίας».
2126Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
2127§311Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ὡς εἶναι γνωστόν, πρὸ τριῶν ἐτῶν ἔχει
2128ὑπογραφῆ ἡ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου συνομολογηθεῖσα
2129συνθήκη περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν, ἧς ἡ κύρω-
2130σις σήμερον ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς. Τὴν πραγματοποίη-
2131σιν τῆς συνθήκης ταύτης, γνωρίζω καλῶς, ὅτι περὶ πολ-
2132λοῦ ποιεῖται ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις, διότι ἀτυχῶς ἐν τῷ
2133ἔθνει ἐκείνῳ λαμβάνουσι χώραν πολλὰ ἐγκλήματα σοβαρά,
2134ὧν οἱ δράσται κατορθώνουσι νὰ δραπετεύωσι καὶ καταφεύ-
2135γωσιν εἰς ξένας Ἐπικρατείας.
2136Κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῶν τοιούτων συμβάσεων δὲν δύναται ἢ
2137νὰ ἦναι πᾶς Βουλευτὴς πεπολιτισμένου Κράτους. Καὶ εἰς
2138τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου ἀναγράφεται, καὶ
2139πολλοὶ ἐξ ἡμῶν γνωρίζουσιν, ὅτι πάντα τὰ πεπολιτισμένα
2140Κράτη συνῆψαν τοιούτου εἴδους συνθήκας μεταξύ των, ἐξ ὧν
2141μάλιστα πλεῖσται κατὰ δεκάδας ἀριθμοῦνται. Ἀλλὰ διὰ τὸ
2142ἡμέτερον Κράτος συνομολόγησις συνθήκης τοιαύτης ἄνευ
2143ἀνταλλάγματός τινος, ὅπερ σπουδαίως ἤθελεν ἐπιδράσει ἐπὶ
2144τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας ἡμῶν, νομίζω ὅτι
2145εἶναι δῶρον, ὅπερ οὐδένα σκοπὸν πρακτικὸν ἔχει, εἶναι δῶρον,
2146ὅπερ δίδομεν εἰς τὴν Βελγικὴν Κυβέρνησιν ἐξ ἁβρότητος,
2147ἁπλῶς καὶ μόνον, ἵνα ἱκανοποιήσωμεν τὴν ἀξίωσιν αὐτῆς
2148ταύτην, φαινόμενοι ὠφέλιμοι εἰς αὐτὴν, χωρὶς ὅμως νὰ τύ-
2149χωμεν καὶ ἡμεῖς τῆς ἀπαιτουμένης ἀνταμοιβῆς. Ἡ Βελγικὴ
2150Κυβέρνησις, μετὰ μεγάλου πόθου, ὡς προεῖπον, ἐπιδιώκουσα
2151τὴν πραγματοποίησιν τῆς τοιαύτης συνθήκης, ἠδύνατο νὰ
2152φανῇ λίαν ἐνδοτικὴ εἰς παροχὴν ἀνταλλάγματος, ἂν καταλ-
2153λήλως καὶ ἐπικαίρως εἰργάζετο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις.
2154Τὸ ἀντάλλαγμα δὲ τοῦτο εἶναι ἡ συνομολόγησις συγχρόνως
2155ἐμπορικῆς συνθήκης μετὰ τοῦ Βελγίου, δι’ ἧς θὰ κατωρθοῦτο
2156ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐν Βελγίῳ εἰσαγωγικοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος
2157δασμοῦ, ὅστις εἶναι τοσοῦτον ἐπαχθὴς, ὥστε ἡ κατανάλω-
2158σις τοῦ προϊόντος τούτου ἐν τῷ Κράτει ἐκείνῳ ἀπεκλείσθη,
2159δύναμαι νὰ εἴπω, τελείως, διότι ἡ εἰσαγομένη ἐκεῖ ποσότης
2160εἶναι ἴση τῷ μηδενί. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν φρονῶ ὅτι δύνα-
2161ται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν σύνα-
2162ψιν τῆς τοιαύτης συνθήκης. Καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω
2163αὐτὸν νὰ συναινέσῃ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομο-
2164σχεδίου, τοῦ κυροῦντος τὴν συζητουμένην συνθήκην, νὰ ἐξα-
2165κολουθήσῃ δὲ τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς σύναψιν καὶ ἐμπο-
2166ρικῆς συνθήκης μετὰ τοῦ Βελγίου, καὶ ἀφοῦ ἐπιτύχῃ ταύτην,
2167νὰ συνυποβάλλῃ καὶ αὐτὴν μετ’ ἐκείνης, καὶ ζητήσῃ τὴν
2168ψῆφον τῆς Βουλῆς πρὸς κύρωσιν ἀμφοτέρων. Οὐδόλως δ’ ἐκ
2169τούτου θὰ φανῇ, ὅτι δὲν πράττει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις
2170ὅ,τι ὀφείλει νὰ πράττῃ πᾶν πεπολιτισμένον Κράτος, ζη-
2171τοῦσα νὰ προασπίσῃ τὰ ἴδια αὐτῆς συμφέροντα.
2172§312ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν).
2173Δὲν εἶναι δῶρον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρόκειται
2174νὰ κάμῃ πρὸς τὴν Βελγικὴν, συνάπτουσα μετ’ αὐτῆς συνθή-
2175κην περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν τοῦ κοινοῦ δι-
2176καίου· εἶναι ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ Κυ-
2177βέρνησις, ὡς Κυβέρνησις πεπολιτισμένου Κράτους, πρὸς τὴν
2178Βελγικὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς πᾶσαν ἄλλην Κυβέρνησιν, ἡ
2179ὁποία ἀποτείνεται πρὸς αὐτήν, ζητοῦσα τὴν βοήθειαν αὐ-
2180τῆς πρὸς κραταίωσιν τοῦ δικαίου καὶ πρὸς καταδίωξιν τοῦ
2181ἐγκλήματος, ὁπουδήποτε καὶ ἂν τοῦτο τελῆται.
2182Ὑπὸ τοιούτων σκέψεων ἐνεπνεύσθη ἡ Κυβέρνησις, συνο-
2183μολογοῦσα συνθήκην ἐκδόσεως μετὰ τοῦ Βελγίου. Οὐδ’ ὑπάρ-
2184χει πλέον συγγραφεύς, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς συνθήκης τῆς
2185Βεστφαλίας, ὅστις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι εἶναι χαριστικὴ πρᾶ-
2186ξις μιᾶς Πολιτείας ἡ συνομολόγησις συνθήκης περὶ ἐκδό-
2187σεως, ἀλλὰ πάντες παραδέχονται, ὅτι τοῦτο εἶναι καθῆκον
2188ἐπιβεβλημένον εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη. Ἕνεκα τοῦ λό-
2189γου τούτου δὲν ἐζητήσαμεν ἀνταλλάγματα παρὰ τῆς Βελ-
2190γικῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν τοιαῦτα
2191ἀνταλλάγματα. Ποίαν δὲ μεγάλην ὠφέλειαν θὰ προσπορι-
2192σθῇ ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις ἐκ τῆς συνθήκης ταύτης; ὅτι
2193θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρ’ ἄλλου πεπολιτισμένου
2194Κράτους, παρὰ τῆς Ἑλλάδος, νὰ βοηθήσῃ αὐτὴν πρὸς κατα-
2195δίωξιν τοῦ ἐγκλήματος. Ἐπειδὴ λοιπὸν τοιαύτην εἴχομεν
2196γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, οὔτε ἐζητήσαμεν ἀνταλλάγμα-
2197τα, οὔτε ἐλάβομεν.
2198Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλήν, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς
2199τὰς λεπτομερείας τῆς συνθήκης, ἀλλ’ ἀπαντῶν πρὸς τὸν
2200ἀξιότιμον προλαλήσαντα, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προβῇ εἰς τὴν
2201συζήτησιν καὶ ψήφισιν τῆς συμβάσεως.
2202§313Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶχον ζητήσει πληροφορίας τινάς.
2203§314Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς κατέθηκε
2204χθὲς σημείωμα, ζητῶν πληροφορίας, ἀλλὰ δὲν ἔτυχε νὰ
2205ἦμαι ἐνταῦθα κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμήν. Σήμερον, μόλις
2206ἀνέγνωσα αὐτό, ἐζήτησα τὰς πληροφορίας, καὶ θέλω προσ-
2207κομίσει αὐτὰς τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Τρίτην.
2208Εἰς τὴν ἐπερώτησιν ὅμως περὶ τῶν ἐν Βελγίῳ τελῶν ἐπὶ
2209τῆς σταφίδος δύναμαι ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως. Μετὰ τὴν συν-
2210ομολόγησιν τῆς περὶ ἐμπορίου συνθήκης δὲν ὑπεβλήθη τέλος
2211ἐν Βελγίῳ ἐπιβαρῦνον τὴν σταφίδα, ἀλλὰ πρὸ τῆς συνθή-
2212κης. Ἀνακριβῶς δὲ τοιοῦτόν τι ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημερί-
2213δας. Ἐκ τούτου περιττεύει ἡ τετάρτη ἐρώτησις τοῦ κυρίου
2214Βουλευτοῦ.
2215§315Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ὑποχρέωσιν,
2216ἣν ἔχει Ὑπουργὸς πεπολιτισμένου Κράτους νὰ συνάπτῃ τοι-
2217αύτας συνθήκας· λέγω ὅμως, ὅτι Κράτος, ὡς ἡ Ἑλλάς, στε-
2218ρούμενον βιομηχανίας ἐπαρκοῦς, εὐλόγως ἠδύνατο νὰ ἐπι-
2219διώξῃ τὴν συνομολόγησιν συνθήκης, δι’ ἧς θὰ ἐπετύγχανεν
2220ἀνταλλάγματά τινα, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς καταναλώσεως ἐν
2221Βελγίῳ πολυτίμου ἑλληνικοῦ προϊόντος.
2222Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
2223Ἐξωτερικῶν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως, τῆς
2224ὑποβληθείσης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ζητήσῃ εἰς εὐθετώ-
2225τερον χρόνον τοῦτο, ὅπως τῷ δοθῇ οὕτω καιρὸς νὰ ἐξακολου-
2226θήσῃ τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν καὶ ἐμπορι-
2227κῆς συμβάσεως.
2228§316Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μετὰ τοῦ Βελγίου, Κύριοι, ἡ Ἑλ-
2229λὰς συνῆψε δύο συνθήκας, συνθήκην ἐμπορικὴν καὶ τῆς ναυ-
2230τιλίας, καὶ συνθήκην ἐκδόσεως. Ἡ συνθήκη ἐκδόσεως, ὡς
2231εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Σάκκης, ἐζητήθη καὶ ζη-
2232τεῖται ὑπὸ τῆς Βελγικῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως ἡ Ἑλ-
2233λὰς, ὡς πεπολιτισμένον Κράτος, δὲν θέλει ἀποβλέψει μόνον
2234εἰς ταπεινὸν καὶ ὑλικὸν συμφέρον, προκειμένου νὰ ἐπιτρέψῃ
2235τὴν καταδίωξιν τῶν κακουργούντων καὶ παραβαινόντων τοὺς
2236νόμους εἰς ἄλλα Κράτη. Τοῦτο ἐπιβάλλουσιν, ὡς εἶπεν ὁ κ.
2237Ὑπουργὸς, ἠθικοὶ λόγοι, καὶ περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει
2238ἐπίμονος ἀντιλογία νῦν, καίτοι σοβαρώτατοι καὶ μεγίστου
2239κύρους συγγραφεῖς ἀμφισβητοῦσι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ὡς
2240διεθνῆ. Ὅτι ὅμως καὶ ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις ἔχει μεγάλην
2241ἀνάγκην τῆς συνθήκης ταύτης, εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτη-
2242τον. Καὶ κατὰ τὴν συνθήκην τὴν ἐμπορικὴν, τὴν ὁποίαν
2243συνῆψεν ἡ Ἑλλὰς μετὰ τοῦ Βελγίου κατὰ τὸ 1895, ἡ Ἑλ-
2244λὰς παρέσχε μεγάλα καὶ πολλὰ ἀνταλλάγματα πρὸ πάντων
2245ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας, ἤτοι τῆς σιδηροβιομηχανίας τοῦ Βελ-
2246γίου καὶ ἄλλων προϊόντων αὐτοῦ, χάριν κυρίως τοῦ πολυτίμου
2247προϊόντος ἡμῶν, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο τότε καὶ νῦν ἔτι εὕρη-
2248ται εἰς πολὺ δεινὴν κρίσιν, τῆς σταφίδος. Καὶ δὲν ἐπέτυχε
2249μὲν πολλὰ τότε ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ, ἐπέτυχεν ὅμως
2250τὴν ἐλάττωσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῆς σταφίδος εἰς τὸ
2251Βέλγιον ἀπὸ 25 φράγκων εἰς 20 τὸ ἑκατόλλιτρον, συγχρόνως
2252δὲ ἐπέτυχέ τι, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν κατεστρατηγεῖτο, βεβαίως
2253θὰ προεκάλει μεγάλην εἰσαγωγὴν σταφίδος καὶ κατανάλωσιν
2254εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἐπέτυχε τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν τῆς στα-
2255φίδος εἰς Βέλγιον πρὸς παραγωγὴν οἴνου. Ῥητῶς ἀναφέρεται
2256ἐν τῇ συνθήκῃ ἐκείνῃ, ὅτι ἡ σταφὶς ἡ εἰσαγομένη εἰς Βέλγιον,
2257εἴτε εἰς βαρέλια, χωρητικότητος τοὐλάχιστον 200 χιλιο-
2258γράμμων, εἴτε εἰς σάκκους, χωρητικότητος τοὐλάχιστον 100
2259χιλιογράμμων, ἡ ποιότης ἡ προωρισμένη πρὸς βιομηχανικὴν
2260χρῆσιν, παραγωγὴν οἴνου κλπ., εἶναι ἀτελής. Νομίζω μάλι-
2261στα, ὅτι καὶ ἰδιαιτέρα ὑποχρέωσις — προφορικὴ ἴσως πρὸς τὸν
2262Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης — ἀνελή-
2263φθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Βελγικῆς, ὅπως οὐδὲν πρόσθε-
2264τον τέλος, οὐδεμία μεταβολὴ, ἢ τελωνιακὴ ἢ δασμολογικὴ,
2265εἴτε τέλους εἴτε φόρου οἱουδήποτε, δημοσίου ἢ δημοτικοῦ,
2266ἐπιβληθῇ ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου, προκειμένου περὶ βιομηχανι-
2267κῆς καταναλώσεως. Αἱ πληροφορίαι, περὶ ὧν ὁ κ. Ὑπουργὸς
2268ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν βεβαιοῖ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, αἵτινες
2269ὅμως δυστυχῶς διὰ τὸ προϊόν ἡμῶν βεβαιοῦνται, κατὰ τὰς
2270ὑπ’ ὄψει ἡμῶν στατιστικὰς, εἶναι, ὅτι ἡ ἐξαγωγὴ τῆς στα-
2271φίδος, ἡ ὁποία ἤρξατο ἀμέσως ἀθρόα ἅμα τῇ διαπράξει τῆς
2272συνθήκης, ἔπαυσεν αἰφνιδίως. Ἄλλοτε ἡ εἰς Βέλγιον εἰσα-
2273γωγὴ τῆς σταφίδος ἦτο ἀρκετὰ μεγάλη, τεσσάρων ἕως πέντε
2274ἑκατομμυρίων λιτρῶν, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1894 καὶ 1895 κα-
2275τῆλθε σημαντικῶς. Ἀλλ’ ἐνῷ κατὰ τὸ 1895 σημειοῦται εἰσ-
2276αγωγὴ μόνον 9,560 λιτρῶν, τὸ 1896 παρουσιάζει αὔξησιν
2277σημαντικὴν, ἀνελθόντος τοῦ ποσοῦ εἰς 566,683 λίτρας. Μι-
2278κρὸν βεβαίως τὸ εἰσαχθὲν ποσόν, ἀλλὰ σχετικῶς μὲ τὸ τοῦ
2279προηγουμένου ἔτους εἶναι μέγιστον, εἶναι περίπου ἑξηκοντα-
2280πλάσιον. Αἰφνιδίως ὅμως μετὰ τὸ 1896 ἡ εἰσαγωγὴ ἐκπί-
2281πτει, καὶ βλέπομεν εἰς τὰς στατιστικὰς — τὰς μὴ ὑποβλη-
2282θείσας ἔτι ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἃς ὅμως ἐγὼ εὗρον ἐξ
2283ἄλλης πηγῆς ἐπισήμου καὶ ἔχω ἐν τοῖς ἐγγράφοις μου, — ὅτι
2284εἰς τὸ Βέλγιον δὲν εἰσάγεται ἢ ποσὸν ἐλάχιστον. Κατὰ τὰς
2285πληροφορίας ταύτας, τὸ 1895 εἰσήχθησαν ἐκεῖ σταφίδος
2286λίτραι 9,560, τὸ 1896 λίτραι 566,683, τὸ 1897 λίτραι
228753,460, κατὰ τὸ 1898 μηδὲν, τὸ 1899 λίτραι 92,774, τὸ
22881900 λίτραι 34,272, τὸ 1901 λίτραι 10,420. Οὕτω λοι-
2289πὸν ἀποδεικνύεται, ὅτι, ἐνῷ ἐγένετο ἀπόπειρα αὐξήσεως καὶ
2290ἐπετεύχθη ἡ αὔξησις αὕτη τῆς εἰσαγωγῆς σταφίδος ἐν Βελ-
2291γίῳ κατὰ τὸ 1896, ἀνεμένετο δὲ κατόπιν ἀσφαλῶς καὶ εὐ-
2292λόγως μείζων ἐτησία αὔξησις, αἴφνης ἐσταμάτησε σχεδὸν
2293πᾶσα εἰσαγωγή. Κἄτι βεβαίως ἐμεσολάβησε, τὸ ὁποῖον ἐστα-
2294μάτησε τὴν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος πρὸς βιομηχανικὴν
2295χρῆσιν, δηλαδὴ τὸ μόνον εἶδος, τὸ ὁποῖον εἴχομεν κατορθώ-
2296σει, παρασχόντες πλεῖστα ἀντισηκώματα, νὰ ἔχωμεν ἐν τῇ
2297συμβάσει ἀτελὲς ἐν Βελγίῳ. Ἡ ἰσχὺς τῆς συνθήκης ἐκείνης
2298ἔληξεν εὐτυχῶς· διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἡ συνθήκη ἐκείνη δὲν
2299ὑπῆρξεν εὐτυχὴς δι’ ἡμᾶς, ἐζημίωσε τὴν βιομηχανίαν ἡμῶν,
2300τὴν σιδηροβιομηχανίαν ἰδίως, οὐδὲν δ’ ὄφελος παρέσχεν ἡμῖν,
2301ἀπ’ ἐναντίας δὲ, ὡς εἶπον, ζημίας ἐπήνεγκεν.
2302Ὅσον ἀφορᾷ ἑπομένως τὴν ἁβρότητα, τὴν ὁποίαν πρέπει
2303νὰ ἐπιδεικνύῃ ἡ μία Κυβέρνησις πρὸς τὴν ἄλλην, ταύτην
2304τὴν ἁβρότητα ἐπέδειξεν ἐπαρκῶς ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ πα-
2305ροῦσα καὶ ἡ ἄλλη, ἡ ἀποδεξαμένη τὴν συνθήκην ταύτην καὶ
2306ὑπογράψασα τὸ κείμενον αὐτῆς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ
2307δὲν ἔχει τὴν ἀπόλυτον ὑποχρέωσιν τῆς ἄκρας διπλωματικῆς
2308ἁβρότητος· νομίζω ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ πᾶσα ἄλλη
2309Βουλὴ ὀφείλει προσεκτικώτερον νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὰ πράγ-
2310ματα, νὰ ἐρευνᾷ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ νὰ προστα-
2311τεύῃ αὐτὰ, ὅσον δύναται, διὰ τῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διαδό-
2312σεως τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων, καὶ πρὸ πάντων τῆς στα-
2313φίδος....
2314§317Π. ΣΑΚΚΗΣ. Εἴδετε τὴν Γερμανίαν, ποίαν ἁβρότητα
2315δεικνύει;
2316§318Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μόνον ἡ Γερμανία; Καὶ αὐτὴ ἡ
2317Γαλλία, τὸ ἱπποτικώτερον τῶν ἐθνῶν, πᾶσαν παραχώρησιν
2318πρὸς ἕτερον Κράτος τὴν ἐμπορεύεται μετὰ λεπτολόγου ὑπὲρ
2319τῶν γαλλικῶν προϊόντων μερίμνης, διότι τοῦτο εἶναι καθῆ-
2320κον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ.
2321Ἑπομένως νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ τὸ ἐκ τῆς ὀφειλομένης
2322ἁβρότητος καθῆκον δὲν ὑπάρχει, τελεσθὲν ἤδη ὑπὸ τοῦ κ.
2323Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐπιτελέ-
2324σωμεν ἕτερον καθῆκον, νὰ ἀναβάλωμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν
2325περισσότερον, τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης, ἕως
2326ὅτου κατορθωθῇ ἡ σύγχρονος διάπραξις τῆς συνθήκης τῆς
2327ἐμπορικῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ πλέον ἡ Ἑλλὰς, ἐλευθέρα, χωρὶς
2328νὰ παρεξηγηθῇ, θὰ δυνηθῇ νὰ διαπραγματευθῇ καὶ ὑπο-
2329στηρίξῃ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, καὶ θὰ κατορθώσῃ νὰ
2330ἀπολαύσῃ τὰ ὠφελήματα, ὧν ἔχει ἀνάγκην πρὸς ὑποστή-
2331ριξιν καὶ τῆς σταφίδος καὶ ἄλλων ἑλληνικῶν προϊόντων,
2332οἷον σύκων, μεταλλευμάτων, καπνῶν, σπόγγων κλπ.
2333Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ συνθήκη αὕτη δὲν εἰσάγεται ἁπλῆ, ἡ
2334συνθήκη αὕτη εἰσάγεται συνοδευομένη καὶ ἀπὸ νομοσχέ-
2335διον, τὸ ὁποῖον εἰσάγει νέον σύστημα διαδικασίας καὶ ἐκτε-
2336λέσεως τοῦ νόμου τοῦ ἀρχικοῦ περὶ ἐκδόσεως καὶ τῆς συνθή-
2337κης περὶ ἐκδόσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐκτὸς
2338τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν πολλαπλῶν ἑκατοντάδων συνθηκῶν,
2339αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μεταξὺ διαφόρων Κρατῶν, λέγει ἐν τῇ
2340ἐκθέσει του, ὅτι εἷς μόνον λόγος ὑπῆρχε, τὸν ὁποῖον γνωρί-
2341ζομεν, ὅστις ἐπὶ ἔτη πολλὰ παρεκώλυε καὶ ἠμπόδιζε τὸ
2342Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ διαπράξῃ τοιαύτην συνθήκην, ὁ δὲ
2343λόγος αὐτὸς ἐξέλιπεν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1897.
2344Ναὶ, Κύριοι, δυστυχῶς ἀπὸ τοῦ 1897 ὡς συνέπειαν τοῦ
2345ἀτυχοῦς πολέμου ἔσχομεν μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀτυχημάτων
2346καὶ τοῦτο· καὶ ἀτύχημα ἐθεώρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ μέ-
2347γα ἀληθῶς ἀτύχημα εἶναι διὰ τὸν τόπον, ὅτι ἀνέλαβε τὴν
2348ὑποχρέωσιν νὰ ὑπογράψῃ συνθήκην ἐκδόσεως μετὰ τῆς ὁμό-
2349ρου χώρας....
2350§319Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν
2351ὑπέγραψεν ἡ Ἑλλὰς συνθήκην.
2352§320Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν, εἶπον. Ἐὰν
2353λάβητε τοὺς προκαταρκτικοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης, ἐὰν λάβη-
2354τε τὴν ὁριστικὴν συνθήκην μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας,
2355θὰ ἴδητε ὅτι μεταξὺ τῶν ὑποχρεώσεων, τῶν ἀναμφισβητή-
2356των, τῶν ἐπιβεβλημένων δυστυχῶς διὰ τῆς λόγχης, εἶναι
2357καὶ ἡ ὑπογραφὴ τοιαύτης συνθήκης· ὅταν δ’ ἔχῃ τὴν ὑπο-
2358χρέωσιν ταύτην ὁ Ὑπουργὸς ἑνὸς Κράτους, δὲν πρέπει νὰ
2359σπεύδῃ εἰς διάπραξιν συνθηκῶν, καὶ μάλιστα συνθηκῶν,
2360τὰς ὁποίας ὑπόδειγμα ἀποκαλεῖ· διότι ταύτην traité mo-
2361dèle ἀποκαλεῖτε, καὶ ὑποδεικνύετε ὅτι, ἐάν ποτε Κράτος
2362τι ζητήσῃ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ διαπράξῃ
2363συνθήκην ἐκδόσεως, ἡμεῖς ἔχομεν ἐδῶ τὸ μοντέλο, τὸ ὑπό-
2364δειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συνταχθῇ αὕτη!
2365Τῆς συνθήκης ὅμως τῆς ὑπὸ συζήτησιν καὶ τοῦ νομοσχε-
2366δίου, ὅπερ συνοδεύει αὐτὴν, οἱ ὅροι εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε ἐγὼ
2367σᾶς ὁμολογῶ καὶ δηλῶ ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι κατ’ οὐδένα λό-
2368γον συμφέρει εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἔχῃ τοιοῦτον ὑπόδειγμα·
2369διότι οὐδὲν Κράτος, ὅσον μέγα καὶ ἂν ἦναι, καὶ ὅσας εὐερ-
2370γεσίας καὶ ἂν ἔχῃ ἐπιδαψιλεύσει εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἴτε ἡ
2371Γαλλία, εἴτε ἡ Ρωσσία, εἴτε ἡ Ἀγγλία, οὐδὲν Κράτος ἔχει
2372δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Ἑλλάδος τὴν ὑπογραφὴν
2373συνθήκης ἐκδόσεως· εἷς καὶ μόνος ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο,
2374ὁ τῆς γείτονος χώρας κυρίαρχος. Ἀλλ’ ἡ διάπραξις τοιαύ-
2375της συνθήκης εἶναι ζήτημα λεπτεπίλεπτον, ζήτημα δυσκο-
2376λώτατον, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐγείρῃ μεγάλας δυσ-
2377χερείας, μακροτάτας διαπραγματεύσεις, καὶ ἴσως ἀνεπα-
2378νορθώτους ζημίας. Διότι ἔχομεν ὁλοκλήρους πληθυσμοὺς,
2379τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν νὰ προστατεύσωμεν· ἐὰν δ’ ἀποβλέ-
2380ψητε εἰς τὰς διατάξεις τῆς συνθήκης καὶ τοῦ νομοσχεδίου,
2381θὰ ἴδητε, ὅτι, ἐάν ποτε αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς γείτονος
2382χώρας μεταβληθῶσι, καὶ δὲν εἶναι τοῦτο ἀδύνατον, — εὐ-
2383τύχημα βεβαίως θὰ ἦναι νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἀγαθαὶ αἱ
2384σχέσεις, πρὸς τὸ συμφέρον ἀμφοτέρων, — ἐὰν, λέγω, μετα-
2385βληθῶσιν αἱ σχέσεις αὗται, καὶ ἂν σιδηρᾶ ἀνάγκη ἀναγ-
2386κάσῃ ἡμᾶς νὰ ὑπογράψωμεν συνθήκην ἐκδόσεως μὲ σχέσεις
2387οὐχὶ εὐχαρίστους μετὰ τῆς γείτονος χώρας, εἶναι δυνατὸν διὰ
2388τοιούτου ὑποδείγματος νὰ ὑπερασπίσωμεν τοὺς ὁμοφύλους
2389ἐκείνους, οἵτινες θὰ καταφύγωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα; Πῶς
2390θὰ προστατευθῶσιν Ἕλληνες ὑπὲρ Ἑλλήνων, ὑπὲρ γνωμῶν,
2391ἰδεῶν καὶ συμφερόντων ἑλληνικῶν ἀγωνισθέντες; Ἐὰν τού-
2392τους ζητήσῃ ἡ γείτων χώρα νὰ τῇ ἐκδοθῶσι, θὰ ἤμεθα ὑπο-
2393χρεωμένοι νὰ ἐκδώσωμεν αὐτούς, διότι οὐδέποτε θὰ λείψῃ
2394ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας μία ἀπό-
2395φασις Πλημμελειοδικείου, καταδικάζουσα εἰς τρίμηνον φυ-
2396λάκισιν Ἕλληνά τινα, Ὀθωμανὸν ὑπήκοον, δι’ οἱονδήποτε
2397ἔγκλημα, διὰ δωροδοκίαν ὑπαλλήλου, παραδείγματος χά-
2398ριν. Ὁ ἴδιος ὁ Διοικητής, ἢ οἱοσδήποτε ὑπάλληλος Ὀθω-
2399μανὸς, θὰ πιέζῃ τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον πολίτην, κατὰ τοῦ
2400ὁποίου θὰ τεκταίνηταί τι διὰ τὰς ἰδέας ἢ τὰς ἐθνικὰς ἐνερ-
2401γείας αὐτοῦ, θὰ τὸν πιέζῃ, ὅπως τὸν δωροδοκήσῃ, ἅμα δὲ
2402τὸν δωροδοκήσῃ, ἀμέσως ὁ Ἕλλην αὐτὸς θὰ καταγγέλληται
2403καὶ θὰ καταδικάζηται ἐπὶ δωροδοκίᾳ. Ἐὰν καταφύγῃ ὁ
2404δυστυχὴς αὐτὸς Ἕλλην εἰς τὴν Ἑλλάδα, δι’ ἄλλους λό-
2405γους γενικωτέρους, ὁ πρέσβυς τῆς Τουρκίας δὲν θὰ ἔχῃ νὰ
2406πράξῃ ἄλλο τι ἢ νὰ διαβιβάσῃ τὴν ἀπόφασιν τὴν καταδι-
2407καστικὴν ἐπὶ δωροδοκίᾳ ὑπαλλήλου, καὶ οὕτως ὁ δυστυχὴς
2408Ἕλλην θὰ ἐκδίδηται παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως
2409εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει ἄλλους λόγους νὰ τὸν ζητῇ καὶ τὸν
2410καταδιώκῃ.
2411Μεταβολὰς φέρει τὸ νομοσχέδιον καὶ εἴς τινα θέματα, τὰ
2412ὁποῖα καλλίτερον νομίζω θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐτίθεντο. Νομίζω,
2413ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ μείνῃ ὅπως ἡ συνθήκη ἡ Ἰταλικὴ
2414ἔχει, νὰ μὴ μεταβληθῶσι δηλαδὴ τὰ κείμενα καὶ ὁ τρόπος
2415τῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως. Τὸ νομοσχέδιον ἀφαιρεῖ
2416ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν τὸ δικαίωμα τοῦ διατάσ-
2417σειν τὴν σύλληψιν καὶ ἐκδίδειν τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως
2418κατὰ τοῦ ζητουμένου ἀλλοδαποῦ, καὶ τὸ ἀναθέτει εἰς τὸν
2419Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἰς τοι-
2420αῦτα ζητήματα λεπτεπίλεπτα, ζητήματα διπλωματικῶν
2421σχέσεων καὶ ἀξιώσεων, καθ’ ἃς αἱ Κυβερνήσεις εὑρίσκονται
2422πιεζόμεναι ἀπὸ ἄλλας Κυβερνήσεις, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἔρχη-
2423ται ὁ Ὑπουργὸς καὶ νὰ τίθηται ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν ξέ-
2424νην Κυβέρνησιν. Ἔχομεν τὸ κείμενον τοῦ ἰσχύοντος νόμου, τὸ
2425ὁποῖον ἀφίνει τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι νό-
2426μιμον. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν παντὶ τῷ
2427πεπολιτισμένῳ κόσμῳ εἶναι σεβαστὴ καὶ ἀνεγνωρισμένης
2428ἀνεξαρτησίας. Ἑπομένως δύναται ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλλη-
2429νικὴ καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ προτάσσῃ πάντοτε τὸ κῦ-
2430ρος τὸ ἀναμφισβήτητον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας πρὸ τῶν
2431δικαστικῶν δὲ ἀρχῶν, πρὸ τῶν δικαστικῶν βουλευμάτων,
2432πρὸ τῶν ἀποφάσεων τῶν δικαστικῶν κύπτουσι καὶ οἱ ἰσχυ-
2433ρότεροι, διότι, ὅσον δήποτε καὶ ἂν θελήσῃ μία Δύναμις νὰ
2434ἐπιδράσῃ καὶ νὰ πιέσῃ, ὅταν ἀντιταχθῇ κατ’ αὐτῆς, ὅτι ἡ
2435δικαστικὴ ἀρχὴ εὑρίσκει, ὅτι δὲν εἶναι τὸ ζητούμενον πρόσω-
2436πον, ὡς πρὸς τὴν ταυτότητα, ἢ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἐκδο-
2437τέον, ὅτι δὲν εἶναι συλληπτέον, δὲν δύναται ὁ πρέσβυς νὰ
2438ἐπιμείνῃ. Διότι βεβαίως, καὶ ἂν θελήσῃ ἐκ πείσματος νὰ
2439ἐπιμείνῃ, δὲν θὰ ἔχῃ τῶν ἄλλων συναδέλφων του τὴν ὑπο-
2440στήριξιν, διότι ὑπάρχει ἀμέσως ἡ ἠθικὴ ἀντίρρησις, ἡ με-
2441γάλη ἀρχή, ἡ ἀνεγνωρισμένη παρὰ παντὸς πεπολιτισμένου
2442ἀνθρώπου, ὅτι πρὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς πρέπει νὰ σταμα-
2443τῶσι πάντες.
2444Δυσχερείας δημιουργεῖ εἰς ἑαυτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δι-
2445καιοσύνης, ἐὰν ἀναλάβῃ νὰ ἀποφαίνηται αὐτὸς, ἂν πρέπει
2446νὰ συλληφθῇ ἢ μὴ ὁ ζητούμενος, ἐὰν ἐρευνᾷ αὐτὸ τὸ ἔγκυ-
2447ρον ἢ ἄκυρον τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, τὸ ἔγκυρον ἢ
2448ἄκυρον ἐνταλμάτων συλλήψεως ἢ βουλευμάτων, καὶ νὰ δια-
2449βιβάζῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἐντολήν,
2450ὅπως οὗτος διατάσσῃ τὴν σύλληψιν οἱουδήποτε ἀλλοδαποῦ,
2451ὁ ὁποῖος ζητεῖται καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἄγνωστος, ἀμφισβητου-
2452μένης ταυτότητος, ἀρνούμενος ὅτι ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἔγκλημα,
2453διὰ τὸ ὁποῖον καταδιώκεται, καὶ τὸ ὁποῖον, καὶ ἂν ἐτελέσθη
2454παρ’ αὐτοῦ, παρεγράφη, καὶ δὲν ὑπέχει πλέον οὗτος εὐθύ-
2455νην. Εἶναι ὀρθὸν, εἶναι δίκαιον νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην
2456παραχώρησιν, εἰς τοιαύτας μεταβολάς;
2457Ἀφαιρεῖ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον τὸ δικαίωμα
2458νὰ ἀποφαίνηται περὶ τῆς ἐκδόσεως, καὶ ἀναθέτει αὐτὸ εἰς τὸ
2459Συμβούλιον τῶν Πρωτοδικῶν. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐγγύησις τῶν
2460πέντε ἐφετῶν καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τοὺς ξένους εἶναι ἀνωτέρα
2461τῆς τῶν τριῶν πρωτοδικῶν, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποφαίνωνται, κατὰ
2462τὸ νομοσχέδιον, εἰς ὡρισμένας περιστάσεις. Ἀλλὰ πᾶσαι
2463αὐταὶ αἱ μεταβολαί, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν ὑπο-
2464χρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πρὸς τὴν γείτονα χώραν, νομίζω
2465ὅτι χρήζουσι μελέτης πολλῆς, καὶ ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ
2466τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ συμφωνή-
2467σωσιν, ὅπως καὶ ἡ συνθήκη καὶ τὸ νομοσχέδιον παραπεμ-
2468φθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, ἢ εἰς εἰδικὴν ἐπιτρο-
2469πήν, καὶ ἐκεῖ ἐξονυχισθῶσι, καὶ κατορθωθῇ νὰ συνταχθῇ
2470νομοσχέδιον πλῆρες καὶ ἄρτιον.
2471Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο θὰ ἔχῃ τὸν χρόνον καὶ ὁ Ὑπουρ-
2472γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διαπραγματευθῇ μετὰ τῆς Κυβερνή-
2473σεως τοῦ Βελγίου περὶ συνομολογήσεως τῆς ἐμπορικῆς συν-
2474θήκης, ἧς αἱ διαπραγματεύσεις εἶναι ἐκκρεμεῖς καὶ σχεδὸν
2475ἐν τῷ περατοῦσθαι. Ἐὰν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται συνεχι-
2476σθῶσι μετὰ ζήλου, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ μᾶς φέρωσιν εἰς
2477τὴν συνθήκην.
2478Νομίζω, ὅτι καθῆκον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς εἶναι νὰ
2479ζητήσῃ παμψηφεὶ τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ
2480τῆς συνθήκης εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν ἢ εἰς εἰδικὴν ἐπι-
2481τροπήν. Τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, τὰ συμφέροντα τῶν παρα-
2482γωγῶν ἐπιβάλλουσι τοῦτο.
2483§321ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν).
2484Αἱ μεταβολαὶ, αἵτινες ἐγένοντο διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐγέ-
2485νοντο, ὅπως τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εὑρίσκηται εἰς καλλιτέ-
2486ραν θέσιν ἀπέναντι ἄλλου Κράτους, ὅπερ ἤθελε ζητήσει ποτὲ
2487τὴν συνομολόγησιν τοιαύτης συνθήκης. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος
2488Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἤθελε λάβει τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ
2489ἐπισταμένως τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ κάμῃ παραβολὴν τοῦ
2490τρόπου, καθ’ ὃν ἐκτελοῦνται αἱ πρὸς τὴν Ἰταλίαν ἐκδό-
2491σεις, καὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομο-
2492σχεδίου τούτου θὰ γίνηται ἡ ἔκδοσις πρὸς τὸ Βέλγιον ἢ πρὸς
2493ἄλλο Κράτος, ἤθελεν ἐννοήσει, τίς ἦτο ἡ πρωτεύουσα σκέψις
2494κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διότι ὁ νόμος,
2495δι’ οὗ ἐκυρώθη κατὰ τὸ 1878 ἡ μετὰ τῆς Ἰταλίας συν-
2496θήκη περὶ ἐκδόσεως, δὲν σαφηνίζει τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον
2497εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐκδίδῃ ἢ νὰ μὴ ἐκδίδῃ ἐγκληματίας
2498τοῦ κοινοῦ δικαίου. Διὰ τῶν διατάξεων ὅμως τοῦ συζητου-
2499μένου νομοσχεδίου ὁρίζεται, ὅτι, ἐὰν μὲν τὸ Δικαστήριον
2500ἀποφανθῇ κατὰ τῆς ἐκδόσεως, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ
2501ἐκδώσῃ τὸν ἐγκληματίαν, ἐὰν δ’ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς ἐκδό-
2502σεως, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἢ νὰ μὴ
2503ἐκδώσῃ αὐτόν. Ὥστε πολὺ μείζονα ἐλευθερίαν ἐνεργείας θὰ
2504ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου,
2505τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν,
2506ἐκείνης, ἣν ἔχει δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τὴν μετὰ
2507τῆς Ἰταλίας συνθήκην.
2508Ἐκτὸς τούτου ἐν τῇ συνθήκῃ ταύτῃ, ἧς τὴν κύρωσιν ζη-
2509τοῦμεν διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, καὶ τὴν ὁποίαν
2510ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὠνόμασε συνθήκην «type mo-
2511dèle», ἐλήφθη φροντὶς, ὥστε νὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ,
2512τροποποιουμένη—καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔχει πάντοτε ἡ
2513Ἑλλὰς—ὡς ὑπόδειγμα πρὸς συνομολόγησιν συνθηκῶν μετ’
2514ἄλλων Ἐπικρατειῶν. Οὐδόλως ὅμως ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρ-
2515νησις τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως τὴν αὐτὴν συνθήκην συνομολο-
2516γήσῃ καὶ μετὰ Κράτους, ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν ὑπάρχουσι πᾶ-
2517σαι αἱ ἐγγυήσεις περὶ ἀπονομῆς δικαιοσύνης κατὰ τρόπον
2518ἀνεπηρέαστον. Ὅταν θὰ πρόκηται νὰ συνομολογηθῶσι συν-
2519θῆκαι περὶ ἐκδόσεως μετ’ ἄλλων Κρατῶν, θὰ ἐξετάσῃ ἡ
2520Κυβέρνησις, πρὸς ἣν τοιαῦται θὰ γείνωσι προτάσεις, ἂν ἐν
2521ταῖς Ἐπικρατείαις ἐκείναις ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης
2522παρέχει ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, ἃς Κράτος πεπολιτισμένον καὶ
2523φιλελεύθερον, οἷον ἡ Ἑλλὰς, δικαιοῦται ν’ ἀπαιτήσῃ. Βε-
2524βαίως ἡμεῖς δὲν νομίζομεν, ὅτι ἡ σύμβασις, ἣν ὑπέγραψεν ἡ
2525Κυβέρνησις, δύναται νὰ ὑπογραφῇ μεθ’ οἱουδήποτε ἄλλου
2526Κράτους.
2527§322Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο λέγετε.
2528§323Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὄχι, δὲν λέγω τοῦτο. Ἐκεῖνο, τὸ
2529ὁποῖον λέγω ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι τὸ ἑξῆς
2530(ἀναγινώσκει):
2531«Ἡ μετὰ τοῦ Βελγίου ὑπογραφεῖσα σύμβασις ... ἐμε-
2532ρίμνησε διὰ καταλλήλων διατάξεων, ὅπως ἔν τισι μὲν περι-
2533πτώσεσιν ᾖ δυνητικὴ μόνον ἡ ἔκδοσις (ἄρθρον 9, ἐδάφιον βʹ,
2534ἄρθρον 10), ὡς ἐπίσης καὶ περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἀνα-
2535κοινώσεως ὑπὸ τῆς ἐκζητούσης Πολιτείας πάσης πληροφο-
2536ρίας καὶ παντὸς ἐγγράφου, δυναμένων, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς
2537μελλούσης νὰ ἐκδώσῃ Πολιτείας, νὰ διαφωτίσωσι τὴν συν-
2538είδησιν αὐτῆς ἐπὶ τῆς φύσεως τῆς ἐφ’ ἧς ζητεῖται ἡ ἔκδο-
2539σις πράξεως, ὅπως οὕτως ἐπιτυγχάνηται ὄντως ἡ ἔκδοσις
2540μόνον ἐντὸς τῶν στενῶν σχετικῶς ὁρίων τῆς συμβάσεως
2541(ἄρθρον 6, ἐδάφιον αʹ, ἄρθρον 10, ἐδάφ. δʹ, καὶ ἐπιστολὴ
2542ἀνταλλαγεῖσα).»
2543Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἤθελε λάβει τὸν κό-
2544πον νὰ ἀναγνώσῃ οὐχὶ μόνον τὴν συνθήκην, ἀλλὰ καὶ τὴν
2545ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν πρέσβυν τοῦ Βελ-
2546γίου, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ ὁρίζεται, ὅτι
2547(ἀναγινώσκει): «... τὸ ἐκζητοῦν Κράτος, παρέχον πρὸς
2548τὸ εἰς ἔκδοσιν καλούμενον τὰς ὑπ’ αὐτοῦ αἰτουμένας ἐξηγή-
2549σεις, θέλει ταυτοχρόνως θέτει εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ ἅπαντα
2550τὰ ἀναγκαιοῦντα ἢ χρήσιμα ἔγγραφα πρὸς διαφώτισιν τῆς
2551γνώμης αὐτοῦ». Δηλαδὴ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἔχει τὸ
2552δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βελγικῆς Κυβερνήσεως τὴν
2553ἀποστολὴν ὁλοκλήρου τῆς δικογραφίας, δικαίωμα, τὸ ὁποῖον
2554δὲν ἔχει ἐκ τῆς μετὰ τῆς Ἰταλίας συνομολογημένης συν-
2555θήκης περὶ ἐκδόσεως.
2556Καὶ ἄλλαι διατάξεις περιέχονται ἐν τῇ συνθήκῃ ταύτῃ,
2557παρέχουσαι τοιαύτας ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἐνόμισεν ἡ Κυ-
2558βέρνησις εὔλογον νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βελγικῆς Κυβερνή-
2559σεως, εὗρε δὲ ταύτην προθυμοτάτην εἰς τὴν παροχὴν τῶν
2560δικαιωμάτων τούτων, διότι ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις, ἥτις
2561ἔχει συνομολογήσει συνθήκας περὶ ἐκδόσεως μεθ’ ὅλων ἀνεξ-
2562αιρέτως τῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης, ἔχει συμφέρον, ὅπως
2563καὶ εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην γωνίαν, τὴν ὁποίαν ἀποτε-
2564λεῖ τὸ Κράτος ἡμῶν, μὴ δύνανται εἰς τὸ ἑξῆς οἱ Βέλγοι
2565ἐγκληματίαι νὰ καταφεύγωσι πρὸς ἀποφυγὴν τῆς νομίμου
2566τιμωρίας.
2567Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἔχομεν
2568περὶ τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης μετὰ τοῦ Βελγίου, ταύτην
2569ἐξεδηλώσαμεν, καταγγείλαντες τὴν συνθήκην, τὴν ἐπὶ τῆς
2570Κυβερνήσεως τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ ψηφισθεῖσαν,
2571ἅμα τῇ λήξει αὐτῆς, κατὰ τὴν 27 Μαρτίου τοῦ 1901. Τὴν
2572κατηγγείλαμεν δέ, ἀφοῦ ἐπείσθημεν, ὅτι ἡ παράτασις τῆς
2573μετὰ τοῦ Βελγίου ἐμπορικῆς συνθήκης δὲν ἦτο συμφέρουσα
2574εἰς ἡμᾶς. Δὲν ἦτο ὅμως δυνατὸν νὰ συνδυάσωμεν τὸ ζήτημα
2575τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης πρὸς τὸ ζήτημα τῆς κατὰ τὴν
2576γνώμην ἡμῶν ὀφειλομένης εἰς τὰ ξένα Κράτη συνδρομῆς
2577πρὸς καταδίωξιν τοῦ ἐγκλήματος, δὲν ἠδυνάμεθα τὴν παρο-
2578χὴν τῆς συνδρομῆς ταύτης νὰ συνδυάσωμεν πρὸς παροχὴν
2579ὠφελημάτων ἐμπορικῶν. Τὴν αὐτὴν γνώμην περὶ τῆς ὀφει-
2580λομένης συνδρομῆς εἰς ξένα Κράτη πρὸς καταδίωξιν τοῦ ἐγ-
2581κλήματος διετύπωσε καὶ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐν τῇ αἰ-
2582τιολογικῇ ἐκθέσει, τῇ συνοδευούσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑπο-
2583βληθὲν εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν, περὶ κυρώσεως τῆς Ἀγ-
2584γλογαλλικῆς συνθήκης περὶ ἐκδόσεως. Ὁ κύριος Βουλευτὴς
2585ἐξ Ἀττικῆς δύναται νὰ πεισθῇ περὶ τούτου, ἀναγινώσκων
2586τὴν σχετικὴν ἔκθεσιν.
2587§324ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία Κυβέρνησις κατήγγειλε τὴν
2588μετὰ τοῦ Βελγίου ἐμπορικὴν συνθήκην;
2589§325Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
2590ρικῶν.
2591§326Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ,
2592ἀποδέχομαι πληρέστατα τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ
2593τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἡ συνομολόγησις τοιαύτης συμβάσεως,
2594οἵα ἡ προκειμένη, εἶναι ὑποχρέωσις ἐπιβαλλομένη εἰς πᾶν
2595πεπολιτισμένον Κράτος χάριν τῆς δικαιοσύνης καὶ χάριν καὶ
2596αὐτῶν τῶν Κρατῶν. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι πάσης ὑποχρεώ-
2597σεως ἡ ἐκπλήρωσις δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ συνδυασθῇ καὶ μὲ
2598τὴν ἱκανοποίησιν ἄλλων δικαίων ἀπαιτήσεων, τὰς ὁποίας
2599δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἡ ἀποδεχομένη τὴν συνομολόγησιν τοιαύτης
2600συμβάσεως Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τοῦτο ἀπόκειται εἰς τὴν ἐπι-
2601μέλειαν καὶ τὴν ἱκανότητα τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσπαθή-
2602σῃ νὰ τὸ ἐπιτύχῃ.
2603Ἐγὼ ἐνταῦθα θέλω ἐπιληφθῆ τῆς ἐξετάσεως τῆς προ-
2604κειμένης συμβάσεως, αὐτῆς καθ’ ἑαυτὴν, ἵνα ἐκτιμήσῃ ἡ
2605Βουλὴ, κατὰ πόσον ἡ σύμβασις αὕτη καὶ ὁ νόμος ὁ πρὸς
2606ἐπικύρωσιν αὐτῆς δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ὑπόδειγ-
2607μα, ὡς ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν.
2608Τὸ θέμα τοῦτο δὲν εἶναι νέον. Καὶ ἄλλοτε ἡ Ἑλλὰς συν-
2609ωμολόγησε τοιαύτην συνθήκην, τὴν πρὸς τὴν Ἰταλίαν, καὶ
2610ἐξεδόθη νόμος, ἐπικυρῶν τὴν συνθήκην ταύτην καὶ κανονίζων
2611τὸν τρόπον τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῆς. Ἐάν τις παρα-
2612βάλῃ τὴν τότε συνομολογηθεῖσαν σύμβασιν πρὸς τὴν νῦν
2613συνομολογουμένην, τὸν τότε ψηφισθέντα νόμον πρὸς τὸ νομο-
2614σχέδιον, τὸ ὁποῖον νῦν ὑποβάλλεται, θέλει πεισθῆ, κατ’ ἐ-
2615μὴν γνώμην, ὅτι ἐντελεστέρα ἦτο καὶ ἡ πρώτη συνθήκη καὶ
2616ὁ πρῶτος νόμος, καὶ ὅτι ἡ προκειμένη ἔχει τὰς ἀτελείας
2617μείζονας ἢ ἐκείνη. Διὰ νὰ πείσω δὲ περὶ τούτου τὴν Βου-
2618λὴν, ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω τὸ τελευταῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ.
2619Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐστηρίχθη, ὅτι δηλαδὴ ἐν τῇ
2620συνθήκῃ ταύτῃ μένει ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις νὰ παραδεχθῇ
2621ἢ ὄχι τὴν ἔκδοσιν καὶ μετὰ τὴν ὑπὲρ τῆς ἐκδόσεως ἀπόφα-
2622σιν τοῦ Ἐφετείου, τὸ ὁποῖον ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως.
2623Ἀληθῶς, Κύριοι, ἐν τῷ νόμῳ ἀναγράφεται ῥητῶς τοῦτο,
2624τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεστήριξεν, ὅτι μένει εἰς τὴν
2625Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, καὶ ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τοῦ
2626Ἐφετείου, νὰ κρίνῃ, ἂν πρέπει νὰ ἐκδώσῃ ἢ νὰ μὴ ἐκδώσῃ
2627τὸν ἐγκληματίαν· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνή-
2628σεως, τοῦ νὰ μὴ ἐκδώσῃ τὸν ἐγκληματίαν, καίτοι τὸ Συμ-
2629βούλιον τῶν Ἐφετῶν ἐπέτρεψε τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ, δὲν περι-
2630έχεται εἰς τὴν συνθήκην...
2631§327Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ
2632συνθήκη λέγει «συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ κυρώ-
2633σῃ τὴν συνθήκην». Ἑπομένως, ὅταν ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ
2634ψηφισθῇ, ἀναφέρῃ τοῦτο, ἡ δὲ δι’ αὐτοῦ κυρουμένη συνθήκη
2635ἀναφέρηται εἰς τὸν νόμον, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἐν τῇ
2636συνθήκῃ τοῦτο. Οὐδέποτε τίθενται εἰς συνθήκας τοιαῦται
2637λεπτομέρειαι.
2638Συνεζήτησα τὸ ζήτημα μετὰ διαφόρων εἰδικῶν εἰς τοιαῦ-
2639τα θέματα, καὶ εὑρέθημεν σύμφωνοι, ὅτι, ἀφοῦ ἐν τῷ ὑπο-
2640βαλλομένῳ νομοσχεδίῳ περὶ κυρώσεως τῆς συνθήκης ὑπάρχει
2641διάταξις περὶ τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ
2642δὲ συνθήκη ἀναφέρεται εἰς τὸν κυροῦντα αὐτὴν νόμον, δὲν
2643εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ἐν τῇ συνθήκῃ τοιαύτη διάταξις.
2644§328Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἀντι-
2645κρούω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τώρα ὑποστηρίζετε. Εἶπον
2646ὅτι μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία συνῆψε μεθ’ ἡμῶν τοιαύτην
2647συνθήκην καὶ ἔχει ὑπὲρ ἑαυτῆς ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου,
2648ἐπιτρέπουσαν τὴν ἔκδοσιν, θὰ δύναται νὰ κάμῃ σπουδαίας
2649παραστάσεις καὶ ζητήσῃ τὸν λόγον τῆς ἀρνήσεως.
2650§329Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ
2651νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, εἶ-
2652ναι ὅμοιον πρὸς τὸν νόμον, τὸν κυροῦντα τὴν μετὰ τῆς
2653Ἰταλίας συνθήκην περὶ ἐκδόσεως. Ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις
2654ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκ τῶν νόμων αὐτῆς νὰ ἀποφασίσῃ εἴτε
2655νὰ ἐκδώσῃ τὸν ζητούμενον, εἴτε νὰ μὴ ἐκδώσῃ αὐτόν. Παρ’ ἡ-
2656μῖν δὲν ἐγένετο τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο ὁρίζεται ἐν τῷ νομο-
2657σχεδίῳ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
2658Ἡ διάταξις αὕτη ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ Βελγικῷ νόμῳ καὶ
2659εἰς πλείστους ἄλλους δὲν ἔχει ἐφευρεθῆ ὑπὸ τῆς ἡμετέρας
2660Κυβερνήσεως.
2661§330Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Ὑπουργὲ, λέ-
2662γω ταῦτα, διότι νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ
2663δύναται νὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν δύσκολον. Καλλίτερον θὰ ἦτο, ἡ
2664συνθήκη νὰ τὸ ὥριζε ῥητῶς· ἀλλ’ ἐὰν ὑμεῖς νομίζητε ὅτι
2665αὐτὸ ἀρκεῖ, δὲν ἐπιμένω.
2666Δὲν ἀντιλέγω κατ’ ἀρχὴν, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ παρούσῃ
2667συνθήκῃ, ἐὰν παραβάλῃ τις ταύτην πρὸς τὴν μετὰ τῆς
2668Ἰταλίας, ὑπάρχουσι μεταβολαί τινες καί τινες ὅροι ἐπὶ βελ-
2669τιώσει τῶν πραγμάτων· ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἐλλείψεις, διὰ
2670τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, τί συμβαίνει.
2671Ἡ μετὰ τῆς Ἰταλίας συνθήκη προβλέπει, ἐκτὸς τῆς ἐκ-
2672δόσεως τῶν ἐγκληματιῶν, — περὶ ἧς καὶ ἡ παροῦσα προβλέ-
2673πει, — καὶ περὶ προσκλήσεως μαρτύρων ἐκ τῆς μιᾶς Ἐπικρα-
2674τείας εἰς τὴν ἄλλην, ἵνα μαρτυρήσωσι περὶ τῆς δίκης, τὴν
2675ὁποίαν θὰ ὑποστῇ ὁ ἐκδοθησόμενος. Περὶ τοιαύτης περι-
2676στάσεως ἡ παροῦσα συνθήκη σιωπᾷ. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἡ
2677μετὰ τῆς Ἰταλίας συνθήκη περιέχει πολὺ περισσότερα ἀδι-
2678κήματα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ἡ παροῦσα συνθήκη,
2679δι’ ἃ δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκδοσις. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκ-
2680θεσις ὡς ἐπιχείρημα ὑπὲρ τούτου λέγει, ὅτι ἐφρόντισε νὰ
2681περιλάβῃ ἐν τῇ συνθήκῃ τῇ παρούσῃ τὰ σπουδαιότερα. Ἀλ-
2682λὰ πολλὰ τῶν παραλειφθέντων ἀδικημάτων εἶναι σπουδαιό-
2683τερα τῶν περιληφθέντων· περιλαμβάνει ἡ συνθήκη πλημμε-
2684λήματα, ἐνῷ παραλείπει κακουργήματα· παραλείπει π. χ.
2685τὸν βιασμὸν, τὴν λῃστείαν, τὴν πειρατείαν κλπ. Βλέπετε
2686λοιπὸν, Κύριοι, μίαν διαφορὰν μεταξὺ τῶν δύο συνθηκῶν,
2687καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀδικήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπε-
2688ται ἡ ἔκδοσις.
2689Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων τῶν ἀτελειῶν ἡ παροῦσα συνθήκη δὲν
2690ἐπιτρέπει καὶ τὴν ἐξέτασιν μαρτύρων, ὅταν πρόκηται περὶ
2691πολιτικῶν ἀδικημάτων. Κατὰ πρῶτον ὁ περιορισμὸς οὗτος
2692δὲν ἔχει κανένα λόγον. Ὅταν μία Κυβέρνησις ζητῇ τὴν ἐξέ-
2693τασιν μαρτύρων, δὲν ἔχει λόγον ἡ ἑτέρα Κυβέρνησις νὰ ἐρευ-
2694νήσῃ, διατὶ θὰ ἐξετασθῶσιν οἱ μάρτυρες.
2695Ἐκτὸς ὅμως τούτων ὑπάρχει, Κύριοι, ἐν τῇ παρούσῃ συν-
2696θήκῃ καί τις — ἐκ κακῆς μεταφράσεως ἴσως — ἀσάφεια. Ἐὰν
2697ἐξετάσητε τὸ ἄρθρον 9 τῆς συνθήκης, δὲν θὰ ἐννοήσητε
2698περὶ τίνος πρόκειται, καὶ ἂν δὲν παραβάλῃ τις τὸ Γαλ-
2699λικὸν κείμενον πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν μετάφρασιν, ἢ δὲν ἔχῃ
2700τριβὴν περὶ τὰ ζητήματα, περὶ ὧν πρόκειται, δὲν δύναται
2701νὰ ἐννοήσῃ, τί γράφει ἡ συνθήκη. Νομίζω ὅτι τοῦτο δύναται
2702νὰ διορθωθῇ, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐαρεστηθῇ νὰ προσέξῃ εἰς
2703τὴν μετάφρασιν.
2704§331Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
2705Ποῖον εἶναι τὸ ἀσαφές;
2706§332Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρήσατε τὸ Γαλ-
2707λικὸν κείμενον.
2708Ἐγὼ, Κύριοι, ἔλαβον τὸν λόγον, οὐχὶ ἵνα ὑποδείξω μόνον
2709τὰς ἀτελείας ταύτας καὶ ἄλλας τινὰς μικροτέρας, τὰς
2710ὁποίας εὗρον εἰς τὴν συνθήκην, ἀλλὰ κυρίως ἵνα ὑποστηρίξω
2711τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, ὅτι ἡ παροῦσα
2712συνθήκη πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, ἵνα ἐν λεπτο-
2713μερεῖ καὶ διαλογικῶς διεξαγομένῃ συζητήσει γείνῃ ἡ διόρθω-
2714σις τῶν ἐλλείψεων. Τοῦτο, πιστεύω, θέλει κριθῆ ὑπὸ πάν-
2715των ὡς ἀναγκαῖον, ἐὰν παραβληθῇ ὁ νόμος ὁ ἰσχύων πρὸς
2716τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται διὰ τῆς παρούσης συν-
2717θήκης. Ὁ νόμος ὁ ἰσχύων ὀρθότατα ἀναθέτει τὰ πάντα εἰς
2718τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφε-
2719τείου· τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον θέλει νὰ κάμῃ διάκρι-
2720σιν ἐκτὸς τῶν περιστάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ αἰτήσεις
2721περὶ ἐκδόσεως στηρίζονται ἐπὶ ἀποφάσεων ἢ βουλευμάτων
2722δικαστικῶν παραπομπῆς, προσθέτει καὶ περιστάσεις, καθ’ ἃς
2723αἱ αἰτήσεις δύνανται νὰ στηρίζωνται καὶ ἐπὶ ἄλλων ἐγγρά-
2724φων,—καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ἠξεύρῃ ποῖα τὰ ἄλλα αὐτὰ
2725ἔγγραφα.—Καὶ δι’ ἑνὸς τοιούτου ἐγγράφου, Κύριοι, ὅπως
2726συνωμολογήθη ἡ προκειμένη συνθήκη, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν
2727Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τὴν σύλληψιν τοῦ
2728ἀτόμου, οὗτινος ζητεῖται ἡ ἔκδοσις, ἐνῷ ὁ ἰσχύων νόμος ἀνα-
2729θέτει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, νὰ δια-
2730τάξῃ καὶ τὴν σύλληψιν καὶ τὴν ἔκδοσιν.
2731Αὗται εἶναι ἀτέλειαι, τὰς ὁποίας ὑποδεικνύω, οὐχὶ ἵνα
2732συζητήσω ταύτας ἐν ὅλῃ τῇ εὐρύτητι, ἀλλ’ ἵνα καταδείξω
2733εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀπόλυτος ἀνάγκη εἶναι νὰ παραπεμ-
2734φθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν, ἔνθα ἕκαστον τῶν ζη-
2735τημάτων τούτων νὰ συζητηθῇ, καὶ εἶτα ν’ ἀποφασίσῃ ἡ
2736Βουλὴ ἐν πλήρει γνώσει τῶν πραγμάτων.
2737Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, ἂς ἀποφασίσῃ.
2738§333ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι Βουλευταί,
2739νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, διότι
2740ἀπετέλεσα μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ
2741νομοσχέδιον, τὸ ὑποβαλλόμενον σήμερον ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς
2742Βουλῆς, καὶ νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ παράσχω πληροφορίας
2743τινάς, αἵτινες θὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ λυθῶσιν αἱ γεννη-
2744θεῖσαι ἀπορίαι. Πρὸ παντὸς δὲ πρέπει νὰ ἐννοηθῶμεν μετὰ
2745τῶν ἀντιλεγόντων εἰς διατάξεις τινὰς τοῦ νομοσχεδίου, περὶ
2746τῆς φύσεως τῆς πράξεως τῆς ἐκδόσεως· διότι ἡ ἀνάμιξις
2747τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς φέρει ποιάν τινα σύγχυσιν, καὶ δυνα-
2748τὸν νὰ γεννηθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ ἔκδοσις ἐγκληματίου ἀνήκει
2749εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τὴν ἀποκλειστικὴν τῆς δικαστικῆς
2750ἀρχῆς.
2751Ἡ ἀνάμιξις, Κύριοι, τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς εἰς τὰ ζη-
2752τήματα τῆς ἐκδόσεως οὐδὲν ἄλλο ἐννοεῖ ἢ ἐγγύησίν τινα,
2753προκειμένου περὶ βεβαιώσεως τοῦ ἀδικήματος, ὅτι τὸ ζή-
2754τημα θὰ ἐξετασθῇ ἁρμοδιώτερον καὶ ἄνευ τινὸς προκαταλή-
2755ψεως. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς ἐκδόσεως
2756δὲν εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πρᾶξις κυβερνητική· διότι ἡ αἴτη-
2757σις δὲν ἀπευθύνεται πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν τοῦ Κρά-
2758τους, τὸ ὁποῖον καλεῖται πρὸς ἔκδοσιν, ἡ αἴτησις ἀπευ-
2759θύνεται ὑπὸ Κυβερνήσεως εἰς Κυβέρνησιν, καὶ μόνον ἡ Κυ-
2760βέρνησις τοῦ ἐκζητουμένου Κράτους εἶναι ἁρμοδία νὰ κρί-
2761νῃ, ἂν ὀφείλει ἢ δὲν ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ τὸν ἐκζητούμενον.
2762Τοῦτο φρονῶ ὅτι λύει τὴν ἀπορίαν τὴν γεννηθεῖσαν. «Ἀλλὰ
2763πῶς, λέγουσιν οἱ ἀντιλέγοντες, ἀφοῦ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἀπο-
2764φανθῇ, ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ ὅροι τῆς ἐκδόσεως, ἡ Κυβέρνησις
2765δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἔκδοσιν;» Μάλιστα, ἀπαντῶ· διότι
2766τὸ ἐκζητοῦν Κράτος οὐδὲν δικαίωμα ἀπέκτησεν ἐκ τῆς ἀπο-
2767φάνσεως τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, διότι τὰ τῆς διαδικασίας
2768τῆς ἐκδόσεως ἀφορῶσιν εἰς τὸν ἐσωτερικὸν κανονισμὸν τῆς
2769χώρας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ζητεῖται ἡ ἔκδοσις, καὶ δέον νὰ ἐπι-
2770φυλαχθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως εἰς τὸ ἐκζητούμενον
2771Κράτος, διότι μόνον αὐτὸ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τοὺς
2772λόγους καὶ τὰς περιστάσεις καὶ νὰ κρίνῃ, ἂν ὀφείλει ἢ μὴ νὰ
2773ἐνδώσῃ εἰς τὴν αἴτησιν περὶ ἐκδόσεως· διότι ἡ δικαστικὴ
2774ἀρχὴ δὲν ἔχει ἄλλο τι νὰ ἐξετάσῃ, εἰμὴ ἂν τὰ ἔγγραφα εἶ-
2775ναι ἐν τάξει, ἂν τὸ ἔνταλμα ἢ τὸ βούλευμα ἐξεδόθη ἀπὸ
2776τὴν ἁρμοδίαν δικαστικὴν ἀρχὴν τοῦ ἐκζητοῦντος Κράτους,
2777καὶ νὰ κρίνῃ, ἂν τὸ ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἡ
2778ἔκδοσις, περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν ἀδικημάτων, περὶ τῶν
2779ὁποίων προβλέπει ἡ συνθήκη, ἂν ὁ χαρακτηρισμὸς ὁ δοθεὶς
2780εἶναι ὁ νομικὸς χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως, ἂν δὲν ἐνε-
2781φιλοχώρησε παραγραφή, καὶ ἑπομένως, ἂν οὐδεμίαν ἔχει
2782ἀντίρρησιν νόμιμον, ἵνα ὁ ἐκζητούμενος ἐγκληματίας ἢ ὁ
2783ὑπαίτιος ἐκδοθῇ· ἀλλὰ μένει πάντοτε εἰς τὸ ἐκζητούμενον
2784Κράτος νὰ κρίνῃ, ἂν ὀφείλει ἢ μὴ νὰ τὸν ἐκδώσῃ. Διότι μὴ
2785λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι πολλάκις ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ κοι-
2786νοῦ ἀδικήματος δύναται νὰ ὑποκρύπτηται ἀδίκημα πολιτι-
2787κόν. Δυνατὸν αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας τὸ ἀδίκημα
2788ἐγένετο, νὰ μὴ ἐπιτρέπωσιν εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐκδώσῃ τὸν
2789κατηγορούμενον· διότι μὴ λησμονῶμεν τέλος, ὅτι ἡ ἔκδοσις
2790εἶναι πρᾶξις χαριστικὴ, πρᾶξις προκαλουμένη ἐκ τῆς ἁβρό-
2791τητος τῶν ἐθνῶν.
2792§334Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τῆς συντάξεως τῆς
2793συμβάσεως εἶναι χαριστικὴ, ἀλλὰ κατόπιν ὄχι, διότι εἶναι
2794ὑποχρέωσις ἐκ τῆς συμβάσεως.
2795§335ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὑποχρέωσις ἐκ τῆς συμβάσεως
2796κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἐσωτερικοῦ νόμου· διότι τοιαύτη εἶναι
2797καὶ ἡ ἔννοια τῆς συμβάσεως, διότι ἡ σύμβασις ἀναγνωρί-
2798ζει, — καὶ ἡ προκειμένη, ὅπως καὶ ἡ Ἰταλικὴ, — ὅτι ἡ ἔκ-
2799δοσις θὰ λαμβάνῃ χώραν κατὰ τὸν ἰσχύοντα ἐν τῷ Κράτει
2800νόμον, δὲν ἀπαλλοτριοῦται δὲ τὸ Κράτος τοῦ δικαιώματος
2801τοῦ νομοθετεῖν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐσωτερικὴν διαδικασίαν.
2802Εἶναι δὲ βέβαιον, Κύριοι, ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν δύο νό-
2803μων, τοῦ νόμου τοῦ κυρώσαντος τὴν Ἰταλικὴν σύμβασιν
2804καὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σημερινοῦ, ὅτι πᾶσαι αἱ μεταβο-
2805λαὶ ἐγένοντο ἐπὶ τὸ βέλτιον, καὶ ἐγένοντο ἐπὶ τὸ βέλτιον οὐ
2806μόνον κατὰ τὴν διαρρύθμισιν τῆς διαδικασίας, ἀλλὰ καὶ
2807καθ’ ὅσον ἐπιφυλάσσεται πάντοτε τὸ δικαίωμα τῆς Πολι-
2808τείας, τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, νὰ κρίνῃ μέχρι τῆς
2809τελευταίας στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀποφασίσῃ τὴν
2810ἔκδοσιν, περὶ τοῦ προσφόρου ἢ μὴ τῆς ἐκδόσεως. Ἀλλ’ ἀντι-
2811τάσσεται, ὅτι θὰ γεννηθῶσι διπλωματικαὶ περιπλοκαί. Ἂν
2812οἱ λόγοι, οἱ μέλλοντες νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς
2813Κυβερνήσεως, εἶναι τόσον ἰσχυροὶ, δὲν δυνάμεθα νὰ ὀπισθο-
2814χωρήσωμεν καὶ ἀπέναντι διπλωματικῶν περιπλοκῶν, ἔχον-
2815τες ὑπ’ ὄψει τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους.
2816Ἐλέχθη, Κύριοι, ὅτι καὶ ἡ σύμβασις καὶ τὸ νομοσχέδιον
2817τὸ εἰσαγόμενον πρὸς κύρωσιν αὐτῆς χρησιμεύουσιν, οὕτως εἰ-
2818πεῖν, ὡς ὑπόδειγμα, ἐν ᾗ περιπτώσει καὶ ἄλλα Κράτη ζη-
2819τήσωσι τὴν συνομολόγησιν τοιούτων συμβάσεων. Εἶναι γνω-
2820στὸν, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν ἀλλοδαπῶν, ἐν
2821τῇ ἀλλοδαπῇ ἐγκληματησάντων καὶ καταφυγόντων εἰς τὸ
2822Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ἐπῆλθε καὶ εἰς τὸν νομοθέτην τοῦ
28231834, δηλαδὴ εἰς τὸν νομοθέτην τῆς Ποινικῆς ἡμῶν Δικο-
2824νομίας, διότι ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις ἐν αὐτῇ, προβλέπουσα
2825τὴν ἔκδοσιν νόμου γενικοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐξεδίδοντο
2826οἱ ἐγκληματίαι, οἱ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καταφεύγον-
2827τες· ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος ἁπλῶς καὶ μόνον εἶναι προωρισμέ-
2828νος νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς διαδικασίας τῆς ἐκδόσεως, οὐχὶ τὸ
2829δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως, διότι τοῦτο ἐθεωρήθη ὅτι ἐπιβάλ-
2830λεται ἐκ τῆς μεταξὺ τῶν ἐθνῶν ἀλληλεγγύης. Ὥστε καὶ
2831ἀνεξαρτήτως τῆς ὑπάρξεως νόμου ἡ ἔκδοσις δὲν ἀπαγο-
2832ρεύεται. Ὅπως καὶ σήμερον μεταξὺ τῶν Κρατῶν τῶν μὴ
2833ἐχόντων συμβάσεις δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ἔκδοσις ἐπὶ ἁπλῇ
2834ὑποσχέσει ἀμοιβαιότητος, οὕτω καὶ ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ
2835ἐκδώσῃ πρὸς Κράτη, μετὰ τῶν ὁποίων δὲν συνδέεται διὰ
2836συνθήκης, ἐὰν κρίνῃ τοῦτο πρόσφορον, καὶ χωρὶς ἡ ἔκδοσις
2837αὕτη νὰ περιβληθῇ τοὺς τύπους τῆς ἐξώσεως. Εἶχε λοιπὸν
2838τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἔκρινε καταλληλότερον,
2839νὰ ἐκδώσῃ, ὅπως καὶ ἄλλα Κράτη ἔπραξαν, — τὸ Βέλγιον,
2840ἡ Ἰταλία, ἡ Ἀγγλία, ἐν σχεδίῳ δὲ καὶ ἡ Γαλλία, —
2841νόμον γενικὸν περὶ ἐκδόσεως, ἀλλὰ νόμον μεταβλητὸν, νό-
2842μον τροποποιούμενον κατὰ τὰς ἀνάγκας καὶ κατὰ τὰς περι-
2843στάσεις τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως τῆς χώρας. Δὲν ἔπραξε
2844τοῦτο· καὶ ἐπειδὴ μίαν μόνον συνθήκην συνωμολόγησεν ἡ
2845Ἑλλὰς κατὰ τὸ ἔτος 1877 μετὰ τῆς Ἰταλίας, ἐν τῷ νόμῳ
2846ἐκείνῳ ἐκανόνισε τὰ τῆς διαδικασίας τῆς ἐκδόσεως. Δὲν κω-
2847λύεται ὅμως καὶ νὰ μεταβάλῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου
2848ἐκείνου, ὅπως σήμερον προτείνει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βου-
2849λὴν νὰ μεταβληθῶσι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
2850Ἀλλ’ ὅμως ἐπεσείσθη καὶ τὸ φόβητρον, ὅτι σήμερον, ἔχον-
2851τες ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης μετὰ τῆς ὁμό-
2852ρου Ἐπικρατείας νὰ συνομολογήσωμεν μετ’ αὐτῆς σύμβασιν
2853περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν, ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν καὶ
2854νὰ ἔχωμεν πάντοτε ὑπ’ ὄψει, ὅτι δύναται νὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή,
2855καθ’ ἣν πρέπει νὰ ἤμεθα παρεσκευασμένοι, ἵνα μὴ ἀντιτα-
2856χθῇ ἡμῖν σύμβασις ἢ συμβάσεις ὑφιστάμεναι μετ’ ἄλλων
2857Κρατῶν. Ἀκριβῶς δὲ τοῦτο, Κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπεξερ-
2858γασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον εἶχεν ὑπ’ ὄψει. Φρονῶ δέ, ὅτι
2859ἐλήφθησαν πάντα τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα, ὥστε νὰ μὴ προ-
2860κληθῶσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ φέρωσιν εἰς δυσ-
2861χέρειαν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅταν θὰ ἐπιστῇ ἡ στιγ-
2862μὴ νὰ συνομολογήσῃ τὴν συνθήκην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀτυ-
2863χεῖς περιστάσεις ἐπέβαλον.
2864Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον μόνον νὰ ὑποβάλω.
2865Ἐπιφυλάττομαι δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν
2866νὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον.
2867§336ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶμαι κατὰ τῆς
2868συμβάσεως. Κατὰ θεωρίαν εἶμαι ὑπὲρ τῆς συνομολογήσεως
2869συμβάσεως, καὶ δὲν θὰ εἰσέλθω σήμερον — ἀφοῦ ἄλλως τε
2870ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, — εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς συμ-
2871βάσεως. Ἓν μόνον θὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, τὸν λόγον, διὰ
2872τὸν ὁποῖον ἀσπάζομαι τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαν-
2873τινείας Βουλευτοῦ, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ σταλῇ τὸ νομοσχέ-
2874διον εἰς ἐπιτροπήν, διότι παρατηρῶ μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 4
2875τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συνθήκης μίαν ἀντί-
2876φασιν, ἡ ὁποία δύναται ἐν τῇ ἐκτελέσει νὰ παρουσιάσῃ
2877πολλὰς δυσχερείας. Τὸ ἄρθρον 4 ἐδάφ. βʹ τοῦ νομοσχεδίου
2878λέγει (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν περὶ ταυτότητος ἐξέτασιν
2879καὶ μετ’ ἀκρόασιν τοῦ συλληφθέντος, ἐὰν ἐνεφανίσθη, καὶ τοῦ
2880Εἰσαγγελέως, τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν γνωμοδοτεῖ ἠτιο-
2881λογημένως περὶ τοῦ βασίμου τῆς περὶ ἐκδόσεως αἰτήσεως.
2882Τὸ βάσιμον ὅμως τοῦ ἀποδιδομένου εἰς τὸν συλληφθέντα ἐγ-
2883κλήματος δὲν ἐξετάζεται ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου. Ὁ συλλη-
2884φθεὶς δύναται νὰ παρασταθῇ καὶ διὰ συνηγόρου.»
2885Κατόπιν ἔρχεται τὸ ἄρθρον 6 τῆς συνθήκης, τὸ ὁποῖον
2886λέγει ἐν ἐδαφίῳ αʹ (ἀναγινώσκει):
2887«Ἔκδοσις δὲν χωρεῖ, ἂν ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν ζητεῖται, θεω-
2888ρῆται ὑπὸ τοῦ εἰς ἔκδοσιν καλουμένου Κράτους ὡς πολιτι-
2889κὸν ἀδίκημα ἢ πρᾶξις συναφὴς πρὸς τοιοῦτον ἀδίκημα, ἢ ἂν
2890ὁ ἐκζητούμενος ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ περὶ ἐκδόσεως αἴτησις ἐγέ-
2891νετο πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καταδιώξεως αὐτοῦ ἐπὶ τοιαύτῃ
2892τινὶ πράξει.»
2893§337Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι προσβλητικὸν
2894καὶ διὰ τὰς Δυνάμεις, τὰς ὁποίας ὑποχρεοῖ. Ὑποθέτει δη-
2895λαδὴ, ὅτι θὰ ζητήσωσι τὴν ἔκδοσιν δι’ ἄλλον σκοπόν.
2896§338ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Καὶ μήπως καθ’ ἡμέραν δὲν
2897συμβαίνει νὰ χαρακτηρίζηται πρᾶξις συναφὴς πρὸς πολιτι-
2898κὸν ἔγκλημα ὡς κοινὸν ἔγκλημα, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἔκ-
2899δοσις;
2900Βλέπετε λοιπόν, ποία ἀντίθεσις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἄρ-
2901θρου 4 τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συνθήκης·
2902διότι, ἀφοῦ ὁ ἐκζητούμενος δὲν ἐκδίδεται, ἐὰν ὁ ἐκζητούμενος
2903ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ περὶ ἐκδόσεως αὐτοῦ αἴτησις ἐγένετο πρὸς
2904τὸν σκοπὸν τῆς καταδιώξεως αὐτοῦ ἐπὶ τοιαύτῃ πράξει, πῶς
2905θέλετε νὰ ἀσκηθῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἀμύνης τοῦ ἐκζη-
2906τουμένου, ὅταν εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου λέγητε, ὅτι «τὸ
2907βάσιμον ὅμως τοῦ ἀποδιδομένου εἰς τὸν συλληφθέντα ἐγκλή-
2908ματος δὲν ἐξετάζεται ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου; Πῶς θὰ ἐξε-
2909τάσῃ τὸ Συμβούλιον τὰ τῆς ὑπερασπίσεως τοῦ ἐκζητουμέ-
2910νου, ἀφοῦ τῷ ἀποκλείετε τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ
2911βασίμου τοῦ ἐγκλήματος;
2912§339Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βάσιμον εἶναι, ἂν εἶ-
2913ναι ἔνοχος ἢ ἀθῶος. Αὐτὸ θὰ ἐξετάσῃ.
2914§340ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλὰ σᾶς λέγει, ὄχι μόνον διὰ
2915πολιτικὸν ἔγκλημα (ἀναγινώσκει): «Ἔκδοσις δὲν χωρεῖ,
2916ἐὰν ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν ζητεῖται, θεωρῆται ὑπὸ τοῦ εἰς ἔκδο-
2917σιν καλουμένου Κράτους ὡς πολιτικὸν ἀδίκημα ἢ πρᾶξις
2918συναφὴς πρὸς τοιοῦτον ἀδίκημα, ἢ ἂν ὁ ἐκζητούμενος ἀπο-
2919δείξῃ, ὅτι ἡ περὶ ἐκδόσεως αἴτησις ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν
2920τῆς καταδιώξεως αὐτοῦ ἐπὶ τοιαύτῃ τινὶ πράξει». Πῶς θέ-
2921λετε, ὁ ἐκζητούμενος νὰ ἀποδείξῃ αὐτὸ, ἀφοῦ λέγετε εἰς
2922τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου: «τὸ βάσιμον ὅμως τοῦ ἀποδιδομέ-
2923νου εἰς τὸν συλληφθέντα ἐγκλήματος δὲν ἐξετάζεται ὑπὸ
2924τοῦ Συμβουλίου»; Πῶς θ’ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον, ἂν ἡ
2925πρᾶξις εἶναι πολιτικὸν ἔγκλημα, ἢ συναφὴς πρὸς πολιτικὸν
2926ἔγκλημα;
2927Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι πρακτικὸν εἶναι
2928νὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας
2929συναδέλφου, νὰ παραπεμφθῇ δηλαδὴ τὸ νομοσχέδιον εἰς εἰ-
2930δικὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ, ἵνα μὴ εὑρεθῶ-
2931μεν κατόπιν πρὸ ἀντιφάσεως· διότι, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὰς
2932διεθνεῖς σχέσεις δὲν πρέπει νὰ χωρῇ καμμία ἀμφιβολία, δὲν
2933πρέπει ν’ ἀφίνηται καμμία θύρα ἀνοικτὴ, διὰ τῆς ὁποίας
2934δύνανται νὰ χωρήσωσι περιπλοκαί.
2935Ταῦτα κατ’ ἀρχήν. Ἐπιφυλάττομαι δ’ ἐν ἀνάγκῃ νὰ
2936ὁμιλήσω καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις.
2937§341Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ
2938Ἀττικῆς συναδέλφου νομίζω ὅτι δὲν ἔχει ὑπόστασιν. Μετα-
2939ξὺ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νο-
2940μοσχεδίου οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίφασις· διότι τὸ ἄρθρον 4 τοῦ
2941νομοσχεδίου λέγει τι, τὸ ὁποῖον εἶναι φυσικώτατον καὶ τὸ
2942ὁποῖον δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ οὕτως, ὅτι δηλ. τὸ Δικα-
2943στήριον, τὸ ὁποῖον ἐξελέγχει, ἂν ὑπάρχουσιν οἱ ὅροι τῆς ἐκ-
2944δόσεως, δὲν δικάζει ἂν ὁ ἐκζητούμενος ἐγκληματίας εἶναι
2945ἔνοχος τῆς ἀποδιδομένης αὐτῷ πράξεως ἢ ὄχι, διότι τότε
2946ἔπρεπε νὰ γείνῃ διαδικασία, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ εἰς τὸν τό-
2947πον, εἰς τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ μετενεχθῇ διὰ τῆς ἐκδό-
2948σεως. Τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐξετάζει ἂν πρέπει νὰ γείνῃ
2949ἢ μὴ ἡ ἔκδοσις, ἐξετάζει ἂν ὑπάρχουσι τὰ τυπικὰ στοιχεῖα
2950τῆς ἐκδόσεως, δηλαδὴ ἂν τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἀποδίδε-
2951ται εἰς τὸν ἐγκληματίαν, εἶναι ἐξ ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων
2952προβλέπει ἡ σύμβασις, ἂν ἡ βεβαίωσις τῆς κατηγορίας στη-
2953ρίζεται ἐπὶ τῶν ἐγγράφων, περὶ ὧν προβλέπει ἡ σύμβασις
2954κλπ. Ἂν εἶναι ἔνοχος τῆς πράξεως ἢ ὄχι, τοῦτο εἶναι ἔρ-
2955γον ἄλλων, εἶναι ἔργον τῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους, τὸ
2956ὁποῖον ζητεῖ τὴν ἔκδοσιν. Τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως τί
2957λέγει; «Δὲν χωρεῖ ἔκδοσις, ἂν ἡ πρᾶξις θεωρῆται ὑπὸ τοῦ
2958εἰς ἔκδοσιν καλουμένου Κράτους ὡς πολιτικὸν ἀδίκημα ἢ
2959πρᾶξις συναφὴς πρὸς τοιοῦτον ἀδίκημα, ἢ ἂν ὁ ἐκζητούμενος
2960ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ περὶ ἐκδόσεως αἴτησις ἐγένετο πρὸς τὸν
2961σκοπὸν τῆς καταδιώξεως αὐτοῦ ἐπὶ τοιαύτῃ τινὶ πράξει». Βε-
2962βαίως ταῦτα δὲν εἶναι ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τῆς ἐνοχῆς
2963ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἔκδοσις· ταῦτα εἶναι ἐξέτα-
2964σις, ἂν ὑπάρχουσιν οἱ ὅροι τῆς ἐκδόσεως. Ἀποδίδεται δη-
2965λαδὴ εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ἓν ἀδίκημα· δὲν θὰ ἐξετάσῃ
2966τὸ Δικαστήριον, ἂν βασίμως ἀποδίδεται εἰς αὐτὸν τὸ ἀδί-
2967κημα, ἤτοι ἂν διέπραξεν αὐτὸς τὸ ἀδίκημα, θὰ ἐξετάσῃ
2968ὅμως, μήπως τυχὸν τὸ ἀδίκημα εἶναι πολιτικὸν, θὰ ἐξετά-
2969σῃ, μὴ τυχὸν ἡ αἴτησις περὶ ἐκδόσεως γίνεται μὲν λόγῳ
2970ἀδικήματος μὴ ὄντος πολιτικοῦ, ἀλλὰ γίνεται πράγματι
2971ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ συλληφθῇ ὁ ἐκζητούμενος καὶ δικασθῇ
2972διὰ πολιτικὸν ἀδίκημα. Ἂν ὅμως αὐτὸς εἶναι ἔνοχος ἢ
2973ὄχι, ἂν εἶναι βάσιμος ἡ κατ’ αὐτοῦ κατηγορία ἢ ὄχι, τοῦ-
2974το δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τὸ Δικαστήριον. Ἑπομένως φρονῶ,
2975ὅτι μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ ἄρθρου 4
2976τοῦ νόμου δὲν ὑπάρχει ἀντίφασις, οὐδὲ κἂν ἀσάφεια.
2977§342ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλὰ ποῦ θὰ ἀποδείξῃ ὁ ἐκ-
2978ζητούμενος, ὅτι ἡ αἴτησις περὶ ἐκδόσεως ἐγένετο πρὸς τὸν
2979σκοπὸν τῆς καταδιώξεως αὐτοῦ ἐπὶ τοιαύτῃ πράξει;
2980§343Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἑτέρα διαφορὰ μετα-
2981ξὺ τῆς συμβάσεως Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας καὶ τῆς παρού-
2982σης εἶναι, ὅτι ἡ Ἰταλικὴ σύμβασις προβλέπει καὶ τὴν
2983περίστασιν, καθ’ ἣν ὁ ἀλλοδαπὸς, ἐλθὼν ἐδῶ, ἀπέκτησε
2984τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Τί γενήσεται τότε; Προβλέπει
2985ἡ σύμβασις ἡ μετὰ τῆς Ἰταλίας, σιωπᾷ ὅμως ἡ παροῦσα
2986σύμβασις. Εἶναι ἀνάγκη καὶ περὶ τούτου νὰ ληφθῇ πρόνοια·
2987εἶναι δὲ καὶ τοῦτο εἷς ἀκόμη λόγος παραπομπῆς τοῦ νομο-
2988σχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
2989§344Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὴ ἡ ἁψιμαχία, ἡ ἔναρξις τῆς
2990συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως ἡμῶν περὶ παραπομπῆς τοῦ
2991νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν, βλέπετε ὅτι ἀπέδειξεν ἐπαρκῶς,
2992ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξονυχισθῇ λέξιν πρὸς λέξιν καὶ τὸ
2993νομοσχέδιον καὶ ἡ σύμβασις, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὸ νομοσχέ-
2994διον, τὸ ὁποῖον μεταβάλλει τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα. Ἁπλῶς
2995μία περίστασις, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιό-
2996τιμος συνάδελφος κ. Κωνσταντόπουλος, ἀρκεῖ, νομίζω, νὰ
2997σᾶς πείσῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δεῖται ἐπεξεργασίας. Ὁ
2998Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου
2999λαμβάνει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ αὐτὸς διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ
3000τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν σύλληψιν προσώπου, τοῦ ὁποίου ζητεῖ-
3001ται ἡ ἔκδοσις διὰ τῆς ὑποβολῆς μόνον ἑνὸς βουλεύματος, τὸ
3002ὁποῖον δὲν διατάσσει τὴν σύλληψιν ἢ τὴν προφυλάκισιν, καὶ
3003τοιουτοτρόπως θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν περίπτωσιν νὰ συλλαμ-
3004βάνωνται ἄνθρωποι ἄνευ ἐντάλματος συλλήψεως, οἱουδή-
3005ποτε, παρὰ τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 5 ῥητῶς
3006διατάσσει, ὅτι «οὐδεὶς συλλαμβάνεται οὐδὲ φυλακίζεται ἄνευ
3007ᾐτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ
3008κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ τῆς προ-
3009φυλακίσεως». Ποῖον ἔνταλμα θὰ παρουσιάσῃ ὁ ἀστυφύλαξ
3010εἰς τὸν συλλαμβανόμενον ξένον, — διότι καὶ περὶ τῶν ξένων
3011ὁμιλεῖ τὸ Σύνταγμα, καὶ τούτους προστατεύει φιλανθρώπως
3012κατὰ πάσης αὐθαιρεσίας, λέγον ὅτι οὐδεὶς ἄνθρωπος συλ-
3013λαμβάνεται ἐν Ἑλλάδι ἄνευ νομίμου ἐντάλματος, ὑπὸ τῆς
3014ἁρμοδίας δικαστικῆς ἀρχῆς ἐκδεδομένου. — Ἐπὶ τοῦ προ-
3015κειμένου θὰ ἔχητε διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν ἀστυ-
3016νόμον, πρὸς τὸν ἀστυφύλακα. Εἶναι νόμιμον τοῦτο; εἶναι
3017πρέπον; Ποῦ ἀγόμεθα; Πόσους αἰῶνας ὀπισθοδρομοῦμεν;
3018Εἶπον ὅτι εἶναι ἔναρξις συζητήσεως· ἀλλ’ ὅταν προχω-
3019ρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχε-
3020δίου, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ, — ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θὰ
3021ἐπιμείνῃ, — τότε βεβαίως διὰ μακρῶν θὰ συζητηθῶσι ταῦ-
3022τα. Ἓν μόνον ἔχω νῦν νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
3023Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἀκριβῶς ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον προέταξεν,
3024ὅτι καθῆκον τοῦ Κράτους εἶναι νὰ παρέχῃ εἰς ἄλλα Κράτη
3025τὸ δικαίωμα τῆς καταδιώξεως τῶν κακουργούντων, ἀναιρεῖ-
3026ται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, εἰπόντος ὅτι προσὸν τοῦ συζητου-
3027μένου νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι, καὶ ἂν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, ἡ
3028ἀνωτάτη, ἀποφασίσῃ, ὅτι εἶναι καταδιώξιμος καὶ ἐκδοτέος
3029ὁ ἐκζητούμενος, ἔχει τὴν εὐκολίαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις
3030νὰ ἐκτελέσῃ ἢ μὴ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, δύναται δηλ. νὰ
3031περιφρονήσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου καὶ
3032νὰ μὴ ἐκτελέσῃ αὐτήν.
3033Βλέπετε, ὅτι αἱ διαφωνίαι εἶναι ῥιζικαὶ, εἶναι μεγάλαι,
3034καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπι-
3035τροπὴν εἰδικὴν πολυμελῆ, ἥτις νὰ βελτιώσῃ αὐτὸ κατὰ τὰς
3036ὑποδείξεις ἡμῶν.
3037§345Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἂν
3038αἱ διαφοραὶ ἦναι ῥιζικαὶ καὶ μεγάλαι, ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν
3039ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, βεβαίως δὲν
3040θὰ τὰς λύσῃ.
3041Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος λε-
3042χθέντα, νομίζω ὅτι παρενόησε ταῦτα ὁ κύριος Βουλευτής.
3043Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκ-
3044δίδῃ ἢ νὰ μὴ ἐκδίδῃ τὸν ἐκζητούμενον ἐγκληματίαν· ἀλλὰ
3045ποῖος θὰ ἦναι ὁ λόγος, ὁ ἐπιβάλλων εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
3046μὴ ἐκδίδῃ; ὁ μόνος λόγος θὰ ἦναι, ὅταν ὑπὸ τὸ πρόσχημα
3047κοινοῦ ἐγκλήματος ὑπάρχῃ ἄλλο ἔγκλημα, φέρον πολιτικὸν
3048χαρακτῆρα.
3049§346Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ ἄρ-
3050θρου 4 τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως,
3051διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως δύναται ὁ ἐκζητού-
3052μενος νὰ ποιήσηται ἔκκλησιν καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ προτεινό-
3053μενον ἔγκλημα, δι’ ὃ καταζητεῖται, τὸ προβλεπόμενον ὑπὸ
3054τῆς συνθήκης, δὲν εἶναι ἀληθές. Ἂν λοιπὸν δυνηθῇ ὁ ἄν-
3055θρωπος αὐτὸς νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπὸ τὸ ἔγκλημα, διὰ τὸ
3056ὁποῖον ζητεῖται ἡ ἔκδοσις αὐτοῦ, κρύπτεται ἄλλο ἔγκλημα,
3057πολιτικὸν, δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἔκδοσιν. Ἐὰν π. χ.
3058κατηγορῆται ἐπὶ ψευδομαρτυρίᾳ καὶ παρουσιάσῃ ἀπόδειξιν,
3059ὅτι ὄπισθεν τῆς κατηγορίας ἐπὶ ψευδομαρτυρίᾳ κρύπτεται
3060κατηγορία ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι, δύναται ν’ ἀπαλλαγῇ
3061τῆς ἐκδόσεως.
3062§347ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ πάντοτε εἶχον τὴν γνώμην
3063ὅτι καθῆκον τῆς χώρας ἡμῶν, ὡς πεπολιτισμένης χώρας,
3064ἦτο ἡ σύναψις συμβάσεων περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν τοῦ
3065κοινοῦ δικαίου μετὰ τῶν ἄλλων πεπολιτισμένων χωρῶν. Διὰ
3066τοῦτο κατὰ τὸ 1898, ἀμέσως μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς
3067μετὰ τῆς Τουρκίας συνθήκης εἰρήνης, ἐζήτησα παρὰ τοῦ
3068Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὴν ἄδειαν ν’ ἀποδεχθῶ προτάσεις,
3069γενησομένας τυχὸν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν παρὰ
3070Κυβερνήσεων πεπολιτισμένων Κρατῶν, περὶ συνάψεως τοιού-
3071των συμβάσεων. Μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες ἐζήτη-
3072σαν τοῦτο, ἦτο καὶ ἡ Βελγική. Πρὸς τὴν Βελγικὴν Κυβέρ-
3073νησιν ἐδήλωσα ἀμέσως τότε, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δέ-
3074χεται νὰ ἄρξηται διαπραγματεύσεων. Δὲν ἐζητήσαμεν τότε
3075ἀνταλλάγματα, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ μεγα-
3076λείτερον ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ ἀπαι-
3077τήσῃ, τὸ ἀπέκτα διὰ τῆς συνομολογήσεως τῆς προκειμένης
3078συμβάσεως· ἀπηλλάσσετο δηλ. τὸ Κράτος ἡμῶν ἀπὸ πληθύος
3079ἐγκληματιῶν, οἱ ὁποῖοι συνηθροίζοντο ἐν τῇ χώρᾳ.
3080Τοιαύτας γνώμας εἶχον κατὰ τὸ παρελθόν, τοιαύτας
3081ἐξακολουθῶ ἔχων καὶ σήμερον. Διὰ τοῦτο θὰ ψηφίσω ὑπὲρ
3082τῆς παραδοχῆς τῆς συμβάσεως.
3083Ἤκουσα λεγόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς,
3084ὅτι ἡ χώρα τρέχει μέγαν κίνδυνον ἕνεκα τῆς ὑποχρεώσεως,
3085τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ περὶ εἰρήνης συν-
3086θήκη, ἥτις, ὡς γνωστὸν, εἶναι ἀντίγραφον τῶν προκαταρκτι-
3087κῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ὑπέγραψαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἕξ
3088Μεγάλων Δυνάμεων καὶ τῆς Τουρκίας ἐν Κωνσταντινουπό-
3089λει. Κατὰ τὴν ὁριστικὴν συνθήκην, ἡ Ἑλλὰς ἔχει ὑποχρέω-
3090σιν νὰ συνάψῃ μετὰ τῆς Τουρκίας σύμβασιν περὶ ἐκδόσεως
3091τῶν ἐγκληματιῶν· φοβεῖται δὲ ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὅτι, ἂν
3092ἡμεῖς ψηφίσωμεν τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν μετὰ τοῦ
3093Βελγίου, θέλομεν δώσει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τουρκίαν νὰ
3094εἴπῃ, ὅτι καὶ αὐτὴ ἐπιθυμεῖ νὰ συνάψῃ μεθ’ ἡμῶν τοιαύτην
3095συνθήκην. Ἐγὼ δὲν εὑρίσκω βασίμους τοὺς φόβους αὐτοῦ·
3096διότι, ἂν ἡ Τουρκία ἐπεθύμει νὰ στηριχθῇ ἐπὶ προηγουμένου,
3097εὐχερῶς θὰ ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο, ὑπομιμνήσκουσα πρὸς
3098ἡμᾶς, ὅτι ἔχομεν συνθήκην μετὰ τῆς Ἰταλίας, νὰ ζητήσῃ
3099δὲ καὶ ἐκείνη τὴν σύναψιν τοιαύτης τινὸς συνθήκης. Εἶναι
3100ἀληθές, ὅτι ἔχομεν τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
3101συνάψωμεν συνθήκην μετὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυ-
3102νατὸν οὔτε αὐτὴ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις νὰ νομίζῃ, ὅτι
3103συνθήκη περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν τοῦ κοινοῦ δικαίου
3104μετ’ αὐτῆς δύναται νὰ στηριχθῇ ἐπὶ κειμένου συνθήκης
3105ὁμοίας πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς συνῆψε μετ’ ἄλ-
3106λων Κρατῶν χριστιανικῶν, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν τοῦτο, διότι
3107καὶ αὐτὴ ἡ Τουρκία θ’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ δια-
3108φορὰ τῆς νομοθεσίας αὐτῆς πρὸς τὴν ἡμετέραν, ὥστε ἀνάγκη
3109καὶ ἐν τῇ συμβάσει περὶ ἐκδόσεως ἄλλοι νὰ ἀναγραφῶσιν
3110ὅροι ἢ οἱ ἐν ταῖς συμβάσεσι μετὰ χριστιανικῶν Κρατῶν. Ση-
3111μειώσατε ὅμως, ὅτι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Τουρκία ἤθελεν
3112ἔχει τοιαύτας ἀξιώσεις, οὐδένα, κατ’ ἐμὲ, διατρέχομεν κίν-
3113δυνον, διότι καὶ σύμβασις τοιαύτη μετὰ τῆς Τουρκίας θέ-
3114λει ὑποβληθῆ, ἂν ἡ Ἑλλὰς ζητήσῃ, εἰς τὴν διαιτησίαν τῶν
3115Δυνάμεων, δὲν δύναμαι δὲ νὰ πιστεύσω, ὅτι αἱ εὐρωπαϊκαὶ
3116Δυνάμεις θὰ ἐξαναγκάσωσιν ἡμᾶς εἰς ὑπογραφὴν συμβάσεως
3117οὕτως ἀδίκου.
3118Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐν τῇ Βουλῇ διεξαχθείσης συζητή-
3119σεως ἐπείσθην, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν δὲν
3120ἠσχολήθησαν ἀρκούντως εἰς τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου,
3121τοῦ συνοδεύοντος τὴν σύμβασιν· ἂν δὲ δὲν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρό-
3122τασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ἵνα τὸ νομοσχέδιον
3123παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, αἱ συζητήσεις θέλουσι
3124καταναλώσει πολὺν χρόνον. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι καὶ ἐγὼ
3125ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας.
3126§348Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δυστυχῶς εὑρίσκομαι ἐν
3127πλήρει διαφωνίᾳ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν
3128ἔχω δὲ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἢ κοσμοπολιτικὴ, ἣν
3129αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μετέδωκαν εἰς
3130τὸ Κοινοβούλιον, πρέπει νὰ γένηται ἀποδεκτὴ, καὶ μάλιστα
3131ὑποχρεωτικῶς, καὶ ἰδίως εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
3132δὲν διακρίνονται οὔτε ἐπὶ τῇ ἠθικῇ οὔτε ἐπὶ τῇ ὑλικῇ ἰσχύϊ
3133αὐτῶν. Ὁμολογῶ μάλιστα, ὅτι ἄλλοτε, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ
3134τῆς Ἐκπαιδεύσεως, μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτε
3135εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἡ ἐμπο-
3136ρικὴ σύμβασις μετὰ τῆς Ἰταλίας καὶ συγχρόνως καὶ ἡ σύμ-
3137βασις περὶ ἐκδόσεως, μολονότι ἡ σύμβασις περὶ ἐκδόσεως
3138προεβάλλετο ὡς ἀντάλλαγμα παραχωρήσεων, τὰς ὁποίας
3139τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐζήτει παρὰ τῆς Ἰταλίας, καὶ τὰς
3140ὁποίας παραχωρήσεις ἠρνεῖτο ἡ Ἰταλία, σιωπῶσα ἐπὶ πολ-
3141λὰ ἔτη εἰς τὰς πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως ἐμπορικῆς
3142προτάσεις ἡμῶν, μολονότι ἡ ἄρνησις αὕτη τῆς Ἰταλίας
3143παρῆγεν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ τέλη διαφορι-
3144κὰ, καὶ νὰ πιέζῃ οὕτω καὶ τὴν ναυτιλίαν καὶ τὸ ἐμπόριον
3145καὶ τὴν παραγωγὴν τὴν ἑλληνικὴν, ἡ δὲ σύμβασις περὶ ἐκ-
3146δόσεως, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινε τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
3147τερικῶν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἦρε τὰς δυσκολίας
3148ταύτας, καὶ ἦτο εὔκολον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συνομολόγησιν
3149τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως, παρ’ ὅλα ταῦτα ἐν τῷ Ὑπουργι-
3150κῷ Συμβουλίῳ ἠρνήθην νὰ στέρξω, ὅπως συνομολογηθῇ ἡ
3151εἰρημένη σύμβασις. Ὅτε δὲ κατὰ τὸ 1878 ἐπανῆλθον ἐκ
3152Βερολίνου, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἠρνήθην νὰ
3153δεχθῶ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας πρέσβεις τῶν Μεγάλων
3154Δυνάμεων μοὶ ἀπηύθυνον πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως περὶ
3155ἐκδόσεως, καὶ ἠρνήθην πρὸς τὸν κ. Ράδοβιτς, πρέσβυν τότε
3156τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας, καίτοι πρὸς τὸν Αὐτοκρά-
3157τορα τῆς Γερμανίας καὶ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν εἴχο-
3158μεν ὑποχρεώσεις διὰ τὴν εὐμένειαν, τὴν ὁποίαν κατεδήλωσαν
3159ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Ἠρνήθην
3160εἰς τὸν μακαρίτην Τισσὼ, πρέσβυν τῆς Γαλλίας, μολονότι
3161τὴν αὐτὴν εἴχομεν ὑποχρέωσιν καὶ πρὸς τὴν Γαλλίαν, τῆς
3162ὁποίας, ὡς ἐνθυμεῖσθε, οἱ πληρεξούσιοι ἐπρότεινον ἐν τῷ Συν-
3163εδρίῳ τὸ πρωτόκολλον ΙΓʹ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου περὶ
3164διαρρυθμίσεως τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος. Ἠρνήθην τὴν πρό-
3165τασιν τοῦ κόμητος Δούμπσκυ, πρέσβεως τῆς Αὐστρίας, τὴν
3166πρότασιν τοῦ πρέσβεως τῆς Ἰταλίας, καὶ εἶπον εἰς πάντας,
3167ὅτι δὲν κρίνω τὸ Κράτος ὑπόχρεον νὰ συνομολογήσῃ συμβά-
3168σεις περὶ ἐκδόσεως, καὶ ὅτι, μόνον ἂν διὰ τῆς συνομολογή-
3169σεως τοιαύτης συμβάσεως παρείχοντο συμφέροντα εἰς τὸ
3170Κράτος, ἠδυνάμην νὰ προβῶ εἰς διαπραγμάτευσιν τοιαύτην.
3171Τὰ Κράτη ὁμοιάζουσι τὰς οἰκογενείας, ἑκάστη δὲ οἰκο-
3172γένεια ἔχει καθῆκον νὰ προνοῇ περὶ ἑαυτῆς, οὐχὶ δὲ καὶ
3173περὶ τῶν ἄλλων. Ἂν ὀφείλωμεν νὰ καταδιώκωμεν τοὺς ἐν
3174τῇ χώρᾳ ἡμῶν ἐγκληματίας, ἐκπληροῦμεν καθῆκον· ἀλλ’ ἂν
3175θέλωμεν νὰ δειχθῶμεν ἠθικολόγοι, διῶκται πάντων τῶν ἐγ-
3176κληματούντων ἐν πάσαις ταῖς χώραις τῆς ὑφηλίου, ζητοῦ-
3177μεν νὰ μετέλθωμεν πολιτικὴν κοσμοπολιτικὴν, ἐνῷ ἕκαστον
3178Κράτος ἔχει τὸ αὐτὸ δικαίωμα καὶ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχο-
3179μεν καὶ ἡμεῖς. Ἑπομένως ἐφρόνουν τότε, ὅτι ἡ ἔκδοσις τῶν
3180ἐγκληματιῶν συνομολογεῖται διὰ συνεννοήσεως, ὅταν ἡ συν-
3181εννόησις ἤθελε παρέχει εἰς τὸ ἡμέτερον Κράτος συμφέροντα
3182ἢ ὠφελείας.
3183Διὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτε-
3184ρικῶν. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν δευτέραν
3185ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὁμιλήσω, διότι σήμερον ἡ ὥρα
3186παρῆλθε καὶ εἶμαι κεκμηκώς. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι ἡ θεωρία,
3187τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς προέβαλεν εἰς τὴν
3188Βουλὴν, ὅτι ἡ συνδρομὴ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας δὲν παρέ-
3189χει εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφαίνηται ὑπὲρ ἢ κατὰ
3190τῆς ἐκδόσεως, διότι τοῦτο εἶναι δικαίωμα κυβερνητικὸν, εἶ-
3191ναι ὀρθή. Οὐδεὶς διενοήθη, ὅτε παρενεβλήθη εἰς τὴν σύμβα-
3192σιν τοῦ 1877 ἡ περὶ τούτου διάταξις, οὐδεὶς διενοήθη, ὅτι
3193ἡ ἀνάμιξις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἶναι πρόκλησις αὐτῆς,
3194ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ ξένου Κράτους, τὸ ὁποῖ-
3195ον προβάλλει τὴν αἴτησιν περὶ ἐκδόσεως· ἀλλ’ ἡ γνώμη τῆς
3196δικαστικῆς ἐξουσίας εἶναι συμβουλὴ πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν
3197ἐξουσίαν, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ εἶχεν ὄντως ἀνάγκην ἡ
3198Κρβέρνησις τῆς συμβουλῆς ταύτης, πρῶτον διὰ νὰ πεισθῇ,
3199ὅτι ἡ αἴτησις τοῦ ξένου Κράτους στηρίζεται ἐπὶ λόγων βα-
3200σίμων, δεύτερον διὰ νὰ περιορισθῇ καὶ αὐτὴ ἡ αὐθαιρεσία
3201τοῦ κυβερνήτου, ἵνα μὴ οὗτος ποτὲ μὲν παρέχῃ, ποτὲ δὲ μὴ
3202παρέχῃ τὴν ὑπὸ τοῦ ξένου Κράτους ζητουμένην ἔκδοσιν.
3203Ἐνῷ ὅμως νομίζω τοῦτο, ἐπεθύμουν ἵνα ἡ διαχείρισις τῆς
3204ἐξουσίας τῶν κυβερνητῶν τῆς Ἑλλάδος ᾖναι ὅσον τὸ δυνα-
3205τὸν ἀκριβής, ὅπως μὴ ὑποληφθῇ ποτε, ὅτι δὲν τηροῦνται
3206ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Τοιαύ-
3207τας δ’ ἀμφισβητήσεις ἐπεθύμουν ν’ ἀποφύγωμεν, διότι ἐσμὲν
3208Κράτος ἀσθενὲς καὶ μικρὸν, ἐὰν δ’ ἤθελον προκύψει διαφω-
3209νίαι μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἄλλου Κράτους, μετὰ τοῦ
3210ὁποίου συνηλλάγημεν, δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ δίκαια τῆς
3211Ἑλλάδος καὶ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους θέλομεν προβάλει, νὰ
3212μὴ γένωνται ἀποδεκτοὶ καὶ ἀπὸ τὴν διαιτησίαν, ἡ ὁποία
3213ἤθελε πρὸς τοῦτο συστηθῆ.
3214Ἐπίσης νομίζω, ὅτι αἱ ῥῆτραι τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ
3215ὁποίου κυροῦται ἡ σύμβασις, δὲν πρέπει νὰ ἀναγράφωσι δι-
3216καίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ συνθήκῃ. Οἱ νόμοι,
3217οἱ κυροῦντες τὰς συμβάσεις, κανονίζουσι τὰς σχέσεις τῆς ἐκ-
3218τελεστικῆς ἐξουσίας μετὰ τῆς νομοθετικῆς, δὲν κανονίζουσι
3219δὲ τὰς σχέσεις τῶν Κρατῶν τῶν συμβληθέντων, τὰς ὁποίας
3220κανονίζουσι μόνον αἱ συμβάσεις τῶν δύο συμβαλλομένων
3221Κρατῶν. Ἑπομένως δὲν θὰ ἦναι ἀδύνατον ν’ ἀμφισβητηθῇ
3222ποτε, ἂν αἱ ῥῆτραι τῶν νομοσχεδίων, τὰς ὁποίας ἐπεκαλέσθη
3223ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀρκοῦσιν, ἵνα ἀνα-
3224γνωρισθῇ τὸ ἐν τῷ νόμῳ μόνῳ ἀναγραφὲν δικαίωμα τῆς Ἑλ-
3225λάδος, ὅπως προβῇ εἰς πράξεις, τὰς ὁποίας τὸ κείμενον τῆς
3226συνθήκης δὲν ἀναγράφει.
3227Ταῦτα λέγω ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν
3228τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ἀγορεύσαντας μέχρι τοῦδε. Συμφωνῶ
3229δὲ, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ μελέτη τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νο-
3230μοσχεδίου καὶ τῆς συμβάσεως ὑπὸ ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν
3231ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἠθέλετε σχηματίσει, διότι τοῦτο δὲν
3232ἐπάγει ἀναβολὴν ἢ μιᾶς ἢ δύο μόνον ἡμερῶν, οὐδὲ θέλει
3233προσκόψει ἡ κατεργασία τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπιφυλάσσομαι
3234δὲ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
3235Ἐν τοσούτῳ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερι-
3236κῶν, διὰ πᾶσαν ἐνδεχομένην περίπτωσιν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ
3237διατάξῃ, ἵνα ἐκτεθῶσιν ἐν φύλλῳ χάρτου αἱ ἑπόμεναι πλη-
3238ροφορίαι: «Πόσον ποσὸν σταφίδος εἰσήχθη εἰς τὴν Βελγι-
3239κὴν καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1893, 1894, 1895 καὶ 1896,
3240καὶ πόσα τὰ τελωνιακὰ τέλη τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα
3241εἰσήχθησαν κατὰ τὰς διατάξεις τῆς μετὰ τοῦ Βελγίου ἐμ-
3242πορικῆς συνθήκης, εἴτε ἀτελῆ εἴτε ἐπὶ ἠλαττωμένῳ τελω-
3243νιακῷ τέλει εἰσαγωγῆς.»
3244§349Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρ-
3245τυνος Βουλευτὴς ἀπεκάλεσε τὴν πολιτικὴν, ἡ ὁποία ἐνέ-
3246πνευσε τὴν σύμβασιν, πολιτικὴν κοσμοπολιτικὴν, ἐδήλωσε
3247δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ὀπαδὸς τῆς κοσμοπολιτικῆς πολιτικῆς.
3248Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω πρὸς αὐτόν, ὅτι, ἂν δὲν ἀπα-
3249τῶμαι, ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, εἶναι κοσμοπο-
3250λιτικὴ, ἀλλ’ ὑπὸ κακὴν ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ νὰ
3251καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς γίνεται κέντρον τῶν
3252κακούργων τῆς ὑφηλίου. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εὑρίσκω,
3253ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡ παρ’ αὐτοῦ ὑποστηριζομένη εἶναι κοσμο-
3254πολιτική. Λέγω δὲ, ὅτι κοσμοπολιτικὴ πολιτικὴ δὲν δύνα-
3255ται νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει σκο-
3256πὸν, ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἐξέλθῃ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν, ὡς
3257πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, εὑρίσκεται, μόνη ἴσως αὐτὴ μεταξὺ
3258τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης.
3259Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς προσέθηκε καὶ ἕτερόν τι,
3260ὅτι, κατ’ αὐτόν, τὸ ζήτημα τῆς συμβάσεως περὶ ἐκδόσεως
3261εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει πάντοτε νὰ συνδέηται μὲ
3262ὠφελείας, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἐπιδιώκῃ ἐν τῇ
3263συνομολογήσει τῶν συμβάσεων τούτων· ἀλλὰ καὶ τὴν ἀρχὴν
3264ταύτην μᾶς εἶπεν εὐθὺς ἀμέσως, ὅτι δὲν ἀποδέχεται, διότι,
3265ἐνῷ τῆς ἀρχῆς ταύτης ὀπαδὸς ἐδείχθη, ἐδήλωσεν εἰς τὴν
3266Βουλήν, ὅτι, καίτοι ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἔδιδεν εἰς τὴν
3267Ἑλληνικὴν πρὸς σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως ὠφελήματα
3268πολλὰ, καὶ τότε δὲν ἐδέχθη, διαφωνήσας πρὸς ἐκείνους, οἵ-
3269τινες ὑπεστήριζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ σύμβασις ἡ
3270τότε μετὰ τῆς Ἰταλίας. Δὲν πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἄρνησις
3271αὐτοῦ ἐβασίζετο ἐπὶ τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον ὁ κ. ἐκ Γόρτυ-
3272νος Βουλευτὴς εἶπε· διότι, ἂν πράγματι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος
3273ἀπέτρεπεν αὐτὸν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς συμβάσεως μετὰ
3274τῆς Ἰταλίας, ἦτο ὁ λόγος τῶν ὠφελειῶν, ἡ ὁμολογία τοῦ
3275κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ Ἰταλία παρεχώρει τοιαύτας ὠφελείας,
3276φθάνει εἰς τὸ ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα, ὅτι δὲν εἶναι βεβαίως
3277ὁ λόγος τῆς ἐλλείψεως τῶν ὠφελειῶν, ὁ ὁποῖος ἀπέτρεπεν
3278αὐτὸν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν σύμβασιν. Ὑποθέτω μᾶλλον, ὅτι
3279ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἔπεισε τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ μὴ ἀποδεχθῇ
3280τὴν μετὰ τῆς Ἰταλίας σύμβασιν, νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὰς
3281πολλὰς προτάσεις, περὶ ὧν εἶπεν, ὅτι ἐγένοντο αὐτῷ ὑπὸ
3282τῆς Γερμανίας, Αὐστρίας καὶ Γαλλίας, ἦτο ὁ λόγος μήπως
3283καθιερωθῇ ἀρχή, ἡ ὁποία θὰ ἠνάγκαζεν ἀργότερα τὴν Ἑλ-
3284ληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς συνομολόγησιν συμβάσεως
3285ἐκδόσεως μετὰ τοῦ Κράτους ἐκείνου, μετὰ τοῦ ὁποίου πᾶ-
3286σαι αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος μέχρι τοῦ 1897 ἀπέφυ-
3287γον νὰ συνομολογήσωσι σύμβασιν ἐκδόσεως, ἀλλ’ ἀτυχῶς,
3288ὅπως ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευ-
3289τής, ἔχομεν πρὸς τοῦτο ὑποχρέωσιν. Ἑπομένως ὁ λόγος
3290οὗτος δὲν ὑφίσταται πλέον.
3291Βεβαίως ἡ παραδοχὴ συμβάσεως ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον,
3292εἴτε ὑπὸ τὸν τύπον τῆς Ἰταλικῆς, εἴτε ὑπὸ τὸν τύπον τῆς
3293σήμερον συνομολογουμένης συμβάσεως, δὲν δύναται νὰ ὑπο-
3294χρεώσῃ ἡμᾶς, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευ-
3295τής, ν’ ἀποδεχθῶμεν τυχὸν πρὸς τὸ ὅμορον Κράτος τοὺς
3296ὅρους, τοὺς ὁποίους καθιεροῖ ἡ σύμβασις ἡ Ἰταλικὴ ἢ ἡ
3297Βελγική. Ὁπωσδήποτε δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὡς
3298πρός τινας τῶν ὅρων ἡ σύμβασις μετὰ τοῦ Βελγίου ἀπο-
3299τελεῖ πρόοδον ἀπέναντι τῆς συμβάσεως τῆς Ἰταλικῆς.
3300Φρονῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ Κράτος ἡμῶν καθῆκον ἔχει
3301ἵνα συμβάσεις ἐκδόσεως ἀποδεχθῇ, καὶ ὅτι ἀποδεχόμενον τὴν
3302ἀρχὴν τῆς προκειμένης συμβάσεως περὶ ἐκδόσεως δὲν πρέπει
3303νὰ συνδέσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην μετὰ τῆς ἐπιδιώξεως ὑλι-
3304κῶν συμφερόντων. Ἡ ἀρχὴ τῆς ἐκδόσεως ἐπιβάλλεται ὑπὸ
3305ἠθικῶν καθηκόντων μεταξὺ Κρατῶν, ἄσκησις δὲ ἠθικοῦ κα-
3306θήκοντος μεταξὺ Κρατῶν δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ διὰ
3307τῆς ἐπιδιώξεως ὑλικῶν συμφερόντων.
3308Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ σύμβα-
3309σις αὕτη δέον νὰ ψηφισθῇ, ἡ δὲ πρότασις περὶ παραπομ-
3310πῆς αὐτῆς εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ
3311ἔχῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἡ συζήτησις ἐγένετο μέχρι
3312τοῦδε εὐρεῖα· εὐρυτέρα βεβαίως θὰ γείνῃ κατὰ τὴν δευτέραν
3313καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἔχομεν δὲ ἐκ πείρας πιστοποιημέ-
3314νον, ὅτι οὐδὲν προῆλθέ ποτε ἐκ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὰς
3315ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης
3316νὰ συζητηθῶσιν.
3317Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀπορρίψῃ τὴν πρό-
3318τασιν τῆς παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν, ἐὰν τυχὸν διατυ-
3319πωθῇ τοιαύτη, νὰ ψηφίσῃ δὲ τὴν σύμβασιν.
3320§350Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συνέβη τι, τὸ ὁποῖον εὐχαρί-
3321στως ἤκουσα. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
3322ἀνεῦρεν, ὅτι ἐγὼ ἤμην ἐν ἀντιφάσει, διότι, ἐνῷ ἀνεγνώριζον, ὡς
3323εἶπον, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἓν Κράτος νὰ συνομολογῇ ὑπο-
3324χρεώσεις ἐκδόσεως ἀμοιβαίας πρὸς ἄλλο Κράτος, ἐὰν παρά-
3325γηται ἐκ τῆς ἐκδόσεως ταύτης συμφέρον τι ἢ ὠφέλημα,
3326ἠρνήθην ὅμως νὰ στέρξω ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ κατὰ
3327τὸ 1877 τὴν μετὰ τῆς Ἰταλίας σύμβασιν περὶ ἐκδόσεως,
3328καίτοι αὕτη παρεῖχε συμφέροντα ἢ ὠφελήματα εἰς τὴν
3329Ἑλλάδα. Ἀλλὰ, καταλήγων τὸν λόγον, ἐδικαιολόγησε
3330τὴν ἀντίφασιν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
3331Συμβουλίου, ὁ προβαλὼν τὴν ἀντίφασιν, διότι εἶπεν, ὅτι
3332ἐνδεχόμενον τότε, ὅτε συνωμολογεῖτο ἡ σύμβασις περὶ ἐκ-
3333δόσεως μετὰ τῆς Ἰταλίας, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος 1877,
3334νὰ ἔκρινα ἐπικίνδυνον τὴν συνομολόγησιν αὐτῆς μετ’ ἄλλου
3335Κράτους, διότι ἦτο πιθανὸν τοιαύτη σύμβασις νὰ ἐζητεῖτο
3336καὶ ἀπὸ ἄλλα Κράτη, μεθ’ ὧν περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος
3337δὲν ἐπέτρεπον νὰ συνομολογήσῃ τοιαύτην σύμβασιν. Ἑπο-
3338μένως δὲν ἤμην ἐγὼ ἐν ἀντιφάσει, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ
3339Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀρχόμενος τοῦ λόγου του εἶπεν,
3340ἀφοῦ ὁ ἴδιος ἀπέδειξεν, ὅτι ἤμην ἐν συνεπείᾳ πρὸς ἐμαυτόν,
3341διότι ἡ ἄρνησίς μου ἐκείνη εἶχε λόγον ἐθνικοῦ συμφέροντος.
3342Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι θὰ ηὐχόμην, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν
3343ταύτην νὰ μὴ ἐγίνετο παντάπασι λόγος περὶ τῶν ὑποχρεώ-
3344σεων, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς περὶ εἰρήνης
3345συνθήκης. Αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβε, βεβαίως ἐπι-
3346βαρύνουσι τὴν Ἑλλάδα, καὶ βεβαίως, ὅταν ζητηθῇ ἡ ἐκ-
3347τέλεσις αὐτῶν, θέλει ἐκπληρώσει αὐτάς· κρίνω ὅμως, ὅτι
3348εἶναι πρόωρον, καὶ ἴσως καὶ ἀκροσφαλὲς, νὰ λέγηται ἐν τῇ
3349αἰθούσῃ ταύτῃ, τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τότε, καὶ τί
3350μᾶς συμφέρει ἢ δὲν μᾶς συμφέρει νὰ πράξωμεν. Ἐγὼ δὲ
3351τοσοῦτον ἐφρόνουν τότε, κατὰ τὸ 1877, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ
3352ἐπιλάβωμαι θεμάτων τοιούτων, ὁποῖον εἶναι ἡ ἀμοιβαία
3353ἔκδοσις τῶν καταδιωκομένων ὡς ἐγκληματιῶν, ὥστε εἶχον
3354ἀρνηθῆ κατὰ τὸ 1864 ν’ ἀνανεώσω τὴν σύμβασιν περὶ
3355καταδιώξεως λῃστείας, ἡ ὁποία πρὸ ἐμοῦ εἶχε συνομολογη-
3356θῆ μετὰ τῆς ὁμόρου χώρας, σύμβασιν, ἡ ὁποία ἐπέβαλλεν
3357εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραδίδῃ εἰς τὴν Τουρ-
3358κίαν τοὺς λιποτάκτας στρατιώτας.
3359Τῇ ἀληθείᾳ ἐφρόνουν τότε τοιαῦτα, οὐδὲ μοὶ εἶχε ἐπέλ-
3360θει ἡ ἰδέα, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ περιπέσωμεν εἰς τὸ
3361δυστύχημα, τὸ ὁποῖον μᾶς κατέστησεν ὑποχρεωμένους νὰ
3362συνομολογήσωμεν τοιαύτην συνθήκην.
3363Περὶ τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης τοῦ Κράτους, ἵνα δε-
3364χθῇ τὴν πρότασιν τοῦ Βελγίου, ἢ νὰ προκαλέσῃ τὴν Κυβέρ-
3365νησιν τοῦ Βελγίου νὰ προβάλῃ προτάσεις περὶ συνομολογή-
3366σεως συμβάσεως ἐκδόσεως, θέλω πραγματευθῆ κατὰ τὴν
3367δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
3368§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις περὶ παραπομπῆς τοῦ
3369νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐκ Βουλευτῶν ἐπιτροπήν. Θὰ ἐρω-
3370τήσω τὴν Βουλήν.
3371Οἱ παραδεχόμενοι, ὅπως τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ εἰς
3372εἰδικὴν ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρον-
3373ται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ πρότασις ἀπερρίφθη.
3374§352ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομα-
3375στικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
3376§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι 15 οἱ ζητοῦντες τοῦτο;
3377§354ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα,
3378μάλιστα.
3379§355ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραπομπὴν τοῦ
3380νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παρα-
3381δεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3382(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
3383ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Ἀλαμάνου καὶ Ἐπ. Ν. Δη-
3384λιγιάννη, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον
3385ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3386Λέων Μελᾶς ΟΔημήτρ. Γ. Ράλλης
3387Στέργ. Μ. Καρανίκας ΟἈλέξ. Γ. Σκουζὲς Ν
3388Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Κωνστ. Σμολένσκης Ο
3389Κ. Ἀσημακόπουλος Νικόλαος Λεβίδης Ο
3390Εὐάγγ. Καναβαριώτης ΟἈθαν. Μουτσόπουλος
3391Γεώργιος Μπαλτατζῆς ΟἈντώνιος Ζυγομαλᾶς Ν
3392Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΟΚυριάκος Λιγυνός
3393Δημήτριος Γ. Μωραΐτης ΟΛάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς
3394Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος ΟἈνδρέας Ψύλλας
3395Γεώργ. Πολυγένης Νικόλαος Γουναράκης
3396Γεώργ. Καρπετόπουλος ΟΘεόδωρος Λέκας
3397Ἰωάννης Ζωγράφος ΟἸσίδωρος Κολιάτσος
3398Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος ΝΚωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος
3399Ἰωάννης Γ. Καραπᾶνος Νικόλαος Α. Στρᾶτος Ο
3400Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Ο
3401Κωνστ. Β. Κοττίκας ΟΚωνσταντῖνος Τοπάλης Ν
3402Φίλιππος Γιαννακόπουλος Α. Βασαρδάνης Ο
3403Νικόλαος Σταματιάδης ΟΚ. Ζωγλοπίτης
3404Δημ. Καρακίτης Νικόλ. Μπαλάφας
3405Κωνστ. Φιλιππίδης Νικόλ. Σταματιάδης
3406Ἀντ. Καρτάλης Μιχ. Στεφανίδης
3407Νικ. Γουλιμῆς ΟΝικόλ. Νικολαΐδης Ν
3408Κωνσταντῖνος Γρίβας ΟΘεμιστοκλῆς Κόλλιας
3409Κωνστ. Παπανικολῆς Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Ο
3410Θ. Π. Δηλιγιάννης ΝἸωάννης Κ. Ρώτας
3411Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης ΝΓεώρ. Ν. Θεοτόκης Ο
3412Περ. Ἀλεξάκης Μιχ. Ν. Θεοτόκης Ο
3413Π. Ταμπακόπουλος Νικόλ. Σ. Μαρκέτης Ο
3414Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Ἀλκίνοος Σ. Ζερβὸς Ο
3415Χαρίλ. Τζαννετάκης Γουλιέλμος Ι. Σκάρπας
3416Γεώργ. Λ. Πετροπουλάκης Σπυρίδων Α. Ἀγάθος
3417Μιχ. Φωτιάδης ΟΠερικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος Ο
3418Βασ. Μαστραπᾶς ΟἨλίας Α. Πολίτης Ο
3419Κ. Α. Λιδωρίκης Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης
3420Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος Παναγιώτης Δ. Πετρίδης
3421Μιχ. Ι. Στελλάκης ΝἈθανάσιος Α. Γκράβας Ο
3422Γ. Π. Καπιτσίνης ΟἈναστάσ. Στυμφαλιάδης
3423Πάϊκος Λ. Ρίτσος Ἀπόστολος Σ. Ζούζουλας Ο
3424Σταμάτιος Μήτσας Κωνστ. Β. Χρηστόπουλος
3425Δημ. Τσιτσάρας Ἄθως Ι. Ρωμᾶνος Ο
3426Δημ. Χατζόπουλος ΝΔιονύσιος Π. ΒενιεράτοςΟ
3427Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Κωνσταντ. Α. Γεράκης Ο
3428Ἰωάν. Σερμπᾶνος Δημήτριος Β. Τραυλὸς Ο
3429Κ. Δ. Ἄργας. Λομβάρδος ΟΣπυρίδων Ε. Στάης Ο
3430Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας Διονύσιος Καλούτσης
3431Γεώργιος Ι. Μελισσηνός Νικόλαος Τσοῦχλος Ο
3432Διονύσιος Π. Στεφάνου ΟΠαναγ. Σπυράκης
3433Χρῆστος Ι. ΣτεφανόπουλοςΟἸωάννης Καλούτσης Ν
3434Ἀνδρέας Ι. ΣτεφανόπουλοςΟΧαράλαμπος Βοζίκης Ν
3435Ἰωάννης Ν. Σισίνης Γ. Λ. Μαυρομιχάλης
3436Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης Πέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης Ο
3437Διονύσιος Π. ΠαυλόπουλοςΝΣτέφανος Κοπανίτσας
3438Ἰωάννης Θ. Ψημένος Γεώργιος Δ. Φικιώρης Ο
3439Γεώργιος Λ. Κρεστενίτης Δημοσθ. Ματάλας
3440Δημοσθένης Γ. Δόγκας Ἰωάννης Φίλιος Ν
3441Νικόλαος Δαούτης ΝΚωνσταντῖνος Καρακίτης
3442Ἰωάννης Κόλλιας Ἰωάννης Γιαννακίτσας
3443Λουκᾶς Γ. Μπέλλος Νικόλαος Μπουφίδης Ο
3444Χριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς Ἰωάννης Γ. Λάππας
3445Πέτρος Ν. Δελένδας Περικλῆς Σ. Βαλαωρίτης
3446Β. Μαρκεζίνης ΟΓεώργιος Σκληρὸς
3447Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς ΟΕὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς
3448Γεώργιος Ν. Καλλίνικος ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
3449Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς ΟἈχιλλεὺς Παπαλουκᾶς
3450Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης ΝΓκίκας Μάστορης Ο
3451Ἀλέξανδρος Φωτήλας ΝἸωάννης Μπακόπουλος
3452Γεώρ. Χ. Παπαδημητρίου Νικόλ. Τριανταφυλλᾶκος
3453Βασιλάκης Κ. Γιαννουσίου Κωνστ. Κωνσταντόπουλος
3454Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Παναγ. Παπαναστασίου Ο
3455Κωνσταντῖνος Κρίτσας Παναγιώτης Μανέτας Ν
3456Ἰωάννης Δαμηλάτης Ἀθαν. Πετρόπουλος Ο
3457Κωνστ. Ι. Φλέσσας ΟἈθαν. Ζέρβας
3458Ἠλίας Π. Μαυρομιχάλης ΟΓ. Ἀναστασόπουλος Ο
3459Κίμων Βελλίνης Γεώργιος Νικολαΐδης
3460Ι. Καφταντζόγλου ΟΚωνσταντ. Τρικούπης Ο
3461Ι. Παλάσκας ΟΛεωνίδας Δεληγεώργης Ν
3462Δ. Τερτίπης ΟΠερικλῆς Μποῦτος
3463Ι. Καζαμπάκας Παναγ. Δ. Μερλόπουλος
3464Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος ΟἸωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Ο
3465Ἰωάννης Νικολαΐδης Νικόλαος Γ. Λεωνίδας
3466Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης
3467Ἀριστομέν. Προβελέγγιος Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης
3468Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης ΟΣταμ. Δ. Βαφειαδάκης
3469Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος Κωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς Ο
3470Νικόλαος Κ. Κρίσπης ΟἘμμαν. Ε. Λαδόπουλος Ο
3471Δημ. Ι. Φαρμάκης ΟἈντώνιος Π. Βιτάλης
3472Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος ΟἸωάννης Ν. Σιγάλας Ο
3473Ἰωάννης Ν. Καναβός Κάρολος Μ. Βιτάλης
3474Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Κων. Εὐθ. Χατζηπέτρος Ο
3475Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος Σωτήριος Ι. Χατζηγάκης
3476Κωνσταντ. Χριστοδούλου ΟΓεώργιος Ραδινὸς Ο
3477Ἀθαν. Πετσάλης Ἀπόστολος Ζάππας Ο
3478Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ἠλίας Μπασδέκης Ο
3479Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος ΟΣπυρίδων Γεωργόπουλος Ο
3480Κυρ. Λ. Μαυρομιχάλης Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς
3481Φώτιος Π. Μοσχούλας Εὐστάθιος Κοκκέβης Ο
3482Νικόλ. Α. Παπαλέξης ΝἈλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Ο
3483Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος Δημ. Ἀναστασόπουλος
3484Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος ΝἈθαν. Νικολίτσας Ο
3485Νικόλαος Γ. Μάντζαβῖνος ΟἈλέξ. Στάικος Ο
3486Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης Γεώργιος Κορυζῆς Ο
3487Ἀνάργυρος Σιμόπουλος ΟΘεόδωρος Λυμπρίτης
3488Ἰωάννης Δελιμοῦζος ΟΛεων. Λαπαθιώτης Ν
3489Δημήτριος Π. Νίκας ΟΠαντελῆς Γκίκας Ν
3490Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Ο
3491Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς Νικόλαος Μ. Τσαμαδὸς Ο
3492Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης Νικόλαος Πλατσῆς Ο
3493Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος Ν. Χατζῖσκος Ο
3494Κωνσταντῖνος Γκότσης Χαρ. Εὐταξίας
3495Δημήτριος Π. Γούναρης ΟΔ. Δεδούσης Ο
3496Δ. Ἀνδρικόπουλος ἢ Μπου-
3497καούρης ΟΝ. Κοντογιάννης
3498Γεώργιος Ράλλης ΝΒασίλειος Βουδούρης Ν
3499Παναγιώτης Π. Σάκκης Γεώργιος Ἀβέρωφ
3500Νικόλαος Α. Μισυρλῆς ΟΝικόλαος ΚαλογερόπουλοςΟ
3501Νικόλ. Δ. Ραφτόπουλος Νικόλαος Μαμούνης
3502Ἰωάννης Α. Βρυώνης Ἰωάννης Θ. Βρατσᾶνος
3503§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 119. Ἐκ τούτων 95
3504κατὰ τῆς προτάσεως περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς
3505ἐπιτροπήν, καὶ 24 ὑπὲρ τῆς προτάσεως. Ἑπομένως ἡ πρό-
3506τασις ἀπερρίφθη.
3507Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην
3508συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πε-
3509ρισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3510(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2
3511καὶ 3 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως).
3512Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
3513§357Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει
3514νὰ προχωρήσωμεν μέχρι τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 4,
3515διότι, ὡς πρὸ μικροῦ ἀνεπτύχθη, τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔρχεται
3516εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἕτερον ἄρθρον τῆς συμβάσεως, χρῄζει δὲ
3517μακρᾶς συζητήσεως τὸ θέμα τοῦτο, διότι καταδήλως εἶναι
3518εἰς ἀντίφασιν, καὶ φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα,
3519ἵνα ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 4, ἐκτὸς ἂν θέλητε νὰ τὸ ψηφίσωμεν
3520τώρα καὶ νὰ τὸ μεταβάλωμεν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
3521§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως τὰς παρατηρήσεις ταύτας δύνα-
3522σθε νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
3523§359Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν ἠκούσαμεν ὅμως ἐπὶ τούτου τὴν
3524γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. (Ὁ ἀξιότιμος
3525Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐφώτισεν εἰς ὅλα
3526τὰ ζητήματα, δὲν εἶπε τίποτε περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
3527§360Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς
3528τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ ἀπαντήσω, καίτοι ἀπάντησιν
3529ἐπὶ τούτου ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν κύριος
3530Γούναρης. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ θὰ ἀπαντήσω.
3531§361Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ
3532ἡ περαιτέρω ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου.
3533§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι δὲν
3534πρέπει νὰ ἐπιμένητε, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι
3535εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις.
3536Ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ, νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
3537§363ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα, μά-
3538λιστα.
3539§364Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
3540§365ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 10 μ. μ.)