1904.01.23
2.965 στίχοι · 22.762 λέξεις · 256 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5
τῆς 23 Ἰανουαρίου 1904.
(Παρασκευή).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 μ. μ., παρόντων 146 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς γνωστόν, ἡ Βουλὴ ὥρισεν ὥραν ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς τὴν 3ην μετὰ μεσημβρίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ προσέρχωνται ἐγκαίρως, διότι συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, ἐὰν μετὰ ἡμίσειαν ὥραν ἀπὸ τῆς ὡρισμένης πρὸς ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων δὲν καταρτίζηται ἀπαρτία, θὰ προβαίνω εἰς τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως.
§2Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρίσωμεν τὴν 4ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν;
§3ΦΩΝΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§4Π. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Καλλίτερον εἰς τὰς 10 πρὸ μεσημβρίας.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ θέλει νὰ μεταβάλῃ τὴν ὥραν;
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Τὴν 3ην ὥραν ὡρισμένως.
§7Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀφοῦ ἔχομεν ἐργασίαν, διατὶ νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, κύριε Βουλευτά. Κατὰ τὸ ἄρθρον 47 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὡς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ νομοθετικὰ ἔργα τὰ ἀρξάμενα καὶ διακοπέντα κατὰ τὴν λῆξιν τῆς προηγουμένης Συνόδου δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν, ἀναγραφόμενα κατὰ τὴν οἰκείαν σειρὰν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἑπομένης Συνόδου. Ἑπομένως, παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, οἵτινες εἶχον ὑποβάλει προτάσεις νόμων, ἀποβλεπούσας εἰς τοπικὰ αὐτῶν συμφέροντα, ἐὰν ἐπιθυμῶσι, νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ δηλώσωσιν ὅτι θέλουσι ν’ ἀναγραφῶσιν αἱ προτάσεις αὗται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς παρούσης Συνόδου.
§9Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἄλλα νομοσχέδια;
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἄλλα νομοσχέδια, κύριε Ἀγγελόπουλε, τὰ ἔχοντα πολιτικὸν χαρακτῆρα, εἶναι γνωστόν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῶσι σήμερον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τῆς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία ἔχει ἀποδεχθῆ πρόγραμμα ἐναντίον τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος τῆς τότε Κυβερνήσεως. Δύνανται μὲν νὰ ἀναγραφῶσιν, ἀλλ’ οὐδένα σκοπὸν ἡ ἀναγραφὴ αὐτῶν ἔχει.
§11Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ σκοποῦ θὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ, δὲν θὰ κρίνητε ὑμεῖς. Ὑμεῖς ἔχετε καθῆκον νὰ ἀναγράψητε αὐτά.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω καθῆκον νὰ ἀναγράψω ὅλα τὰ νομοσχέδια. Δύνανται, κατὰ τὸν Κανονισμόν, νὰ ἀναγραφῶσι τὰ νομοσχέδια. Ἐὰν οἱ Βουλευταὶ ἢ καὶ οἱ ἡγούμενοι τότε τῆς πλειονοψηφίας θέλωσι ν’ ἀναγραφῶσι ταῦτα, εὐχαρίστως θέλω ἀναγράψει αὐτά.
§13Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ περιορισμὸς, κύριε Πρόεδρε, τὸν ὁποῖον ἐθέσατε, τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς ἀτομικὰ συμφέροντα, ἀποκλείει πᾶν νομοσχέδιον ὑποβεβλημένον, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια ἔχοντα ἀτομικὰ συμφέροντα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοπικὰ συμφέροντα εἶπον, ὄχι ἀτομικά· προτάσεις νόμων ἀφορῶσαι εἰς τοπικὰ συμφέροντα.
§15Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὥστε τὰ ἄλλα ἀποκλείονται;
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀποκλείονται, κύριε Βουλευτά. Δὲν μὲ ἠκούσατε. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν θέλουσι ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν προτάσεις νόμων ἀφορῶσαι εἰς τοπικὰ αὐτῶν συμφέροντα, παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσι καὶ δηλώσωσι τοῦτο εἰς τὸ Γραφεῖον. Δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ὅτι ἀποκλείεται ἡ ἐγγραφὴ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων. Ἀλλ’ εἶπον προηγουμένως, ὅτι τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ἔχοντα πολιτικὸν χαρακτῆρα, καὶ ἂν ἀναγραφῶσι, βεβαίως, ὡς ἔχει σήμερον ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῶσι.
§17Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐννοεῖτε πολιτικὰ νομοσχέδια;
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδένα θέλω νὰ περιορίσω. Πᾶς Βουλευτὴς δύναται νὰ ζητήσῃ ν’ ἀναγραφῶσι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς παρελθούσης Συνόδου. Ἀλλὰ τί ὠφελεῖ νὰ ἔχωμεν μίαν ἡμερησίαν διάταξιν ἐξ ἑκατὸν προτάσεων νόμων καὶ νομοσχεδίων; Ὑποθέσατε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς παρελθούσης Συνόδου καὶ δὲν ἐψηφίσθησαν, ἀναγράφονται καὶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς παρούσης μετὰ τὴν ἀναγραφὴν τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὑποβληθέντων· θὰ ἔχωμεν οὕτω μίαν ἡμερησίαν διάταξιν ἐκ διακοσίων περίπου νομοσχεδίων. Ἔχει τοῦτό τι τὸ πρακτικόν; Ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι πάντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα πρέπει ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχει τὸ Προεδρεῖον νὰ τὰ ἀναγράψῃ.
§19Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βεβαίως πρέπει ν’ ἀναγραφῶσι.
§20Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι πρόκειται περὶ στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, ὑποβληθέντων κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον τῆς Βουλῆς. Νομίζετε, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὑμεῖς δὲν πρέπει οἴκοθεν νὰ ἀναγράψητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; — ἀδιάφορον κατὰ ποίαν σειράν. — Ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ, ἂν ταῦτα θὰ προτιμηθῶσιν, ἢ ἂν θὰ ἕπωνται τῶν ἄλλων νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ὅτι ὑμεῖς πρέπει νὰ τὰ ἀναγράψητε ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, περὶ τούτου οὐδεμία χωρεῖ ἀμφιβολία. Ἐν γένει θ’ ἀναγράψητε πάντα τὰ νομοσχέδια· διότι ὑπάρχουσι καὶ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν εἰς πρώτην ἢ καὶ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ, ἂν θέλει νὰ μεταβάλῃ ταῦτα εἰς νόμους, ἢ οὔ. Δυνατὸν οἱ Βουλευταὶ νὰ μεταβάλωσι περὶ αὐτῶν γνώμην, διότι ἡ μεταβολὴ τῶν γνωμῶν εἶναί τι πολὺ σύνηθες ἐνταῦθα. Λόγου χάριν, δὲν βλέπομεν ὅτι μετεβάλετε γνώμην ὑμεῖς αὐτὸς, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην; Δὲν μετέβαλε γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης;... (Θόρυβος).
§21Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ δὲν μετέβαλον γνώμην.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ ἐμποδίζετε τὸν κύριον Βουλευτήν.
§23Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας θὰ δώσωμεν λόγον (Θόρυβος).
§24ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ διακόπτωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί.
§25Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Σεῖς δὲν πρέπει νὰ διακόπτητε τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ νὰ ὑποστηρίζητε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ὑποστηρίζητε (Θόρυβος).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι. Ἐγὼ εἶπον εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διακόπτωσιν. Ἐξακολουθήσατε, παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά.
§27Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ παραστήσω ἢ τοῦτο μόνον, ὅτι ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἔχετε καθῆκον νὰ ἀναγράψητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Βουλῆς πάντα συλλήβδην τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς προηγουμένης Συνόδου. Ἡ Βουλὴ εἶναι κατόπιν ἁρμοδία ν’ ἀποφανθῇ, ἂν ταῦτα θὰ προηγηθῶσι τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, ἢ ἂν θὰ ἕπωνται· διότι, ἐπαναλαμβάνω, τί τὸ παράδοξον, ἡ σημερινὴ πλειονοψηφία νὰ μεταβάλῃ γνώμην, καὶ ἀντὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, νὰ θελήσῃ μεθαύριον νὰ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον; Δὲν εἴδομεν τὸ θέαμα τοῦτο ἄλλοτε; Δὲν εἴδομεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατεφέροντο κατὰ τῶν ἰδεῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ συμπράττωσι σήμερον μετ’ αὐτῆς; Τί λοιπὸν τὸ παράδοξον;
§28Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, παρακαλῶ.
§29Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένω λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅπως τὰ νομοσχέδια πάντα ἀναγραφῶσιν. Ὑμεῖς μετὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας κανονίσατε τὴν σειρὰν τῶν νομοσχεδίων, ὡς θέλετε· ἀλλὰ θὰ ἀναγράψητε πάντα τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τοῦτο εἶναι ὑποχρέωσις ὑμῶν ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§30Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (ἐγείρεται, ἵνα ὁμιλήσῃ).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ· θὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον. Ὀφείλω ὅμως πρὸ τούτου, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς περὶ τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων. Ἐγὼ νομίζω, κύριε Βουλευτά, ὅτι δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ἀναγράψω πάντα τὰ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἰσαχθέντα νομοσχέδια. Ἐὰν οἱ εἰσαγαγόντες αὐτὰ ἐπιθυμῶσι νὰ ἀναγραφῶσι ταῦτα, ἐγὼ βεβαίως θὰ τὰ ἀναγράψω κατὰ τὴν σειράν, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει ἡ Βουλή.
§32Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν κάμνει καμμίαν διάκρισιν, ἂν θέλουσιν ἢ δὲν θέλουσιν οἱ εἰσαγαγόντες τὰ νομοσχέδια. Λέγει μόνον, ὅτι δύνανται ταῦτα νὰ ἀναγραφῶσιν. Ἐγὼ υἱοθετῶ ὅλα τὰ νομοσχέδια καὶ ὅλας τὰς προτάσεις τὰς ὑποβληθείσας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§33Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, παρακαλῶ. Ἐζήτησε τὸν λόγον προηγουμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν.
§35Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, καίτοι εἶχον ἀπόφασιν νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς πορείας μου ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων...
§36Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς τώρα.
§37Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. .. ἐν τούτοις, ἕνεκα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι δηλ. καὶ ἐγὼ μετέβαλον πορείαν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἄλλοτε εἶχον ἄλλας ἰδέας καὶ σήμερον ἔχω διαφορετικάς, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ πορεία μου εἶναι ἡ αὐτὴ, οἵα ἦτο καὶ κατὰ τὰς προηγουμένας ἄλλας δύο Συνόδους τῆς Βουλῆς. Μοὶ κακοφαίνεται μόνον, διότι, ἂν ἐλάμβανον τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, θὰ ἤμην πολὺ καλλίτερον προητοιμασμένος...
§38Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ ἐπιφυλαχθῆτε, κ. Ὑπουργέ.
§39Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὄχι. Παρακαλῶ... Θὰ ἤμην, λέγω, πολὺ καλλίτερον προητοιμασμένος ἢ ὅ,τι εἶμαι σήμερον, ὅτε θέλω νὰ δώσω ἀπάντησιν αὐτοστιγμεὶ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου, λόγου γενομένου περὶ στρατιωτικῶν ζητημάτων, καθὼς καὶ κατὰ τὴν ἄλλην Περίοδον τῆς Βουλῆς, ὅτε εἶχον ἐπίσης τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι Βουλευτὴς καὶ Ὑπουργὸς, εἶχον ἐκθέσει τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Ἀνέκαθεν λοιπὸν, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν, μέχρι σήμερον, αἱ ἰδέαι μου ἐξακολουθοῦσι νὰ ἦναι αἱ αὐταί· καὶ θέλω σᾶς τὸ ἐξηγήσει. Κατὰ τὸ 1898, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι Βουλευτὴς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, προκειμένου περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ἦναι διηρημένος εἰς τρεῖς μεραρχίας, διότι αἱ τρεῖς μεραρχίαι, διπλασιαζόμεναι διὰ τοῦ διχασμοῦ τῶν στελεχῶν ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας, εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θὰ δεχθῶσι τοὺς ἐφέδρους, οἵτινες ἀνέρχονται, κατὰ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον κατέθηκεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Λιμπρίτης, εἰς 177,000, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Τὰς ἰδέας ταύτας, τὰς ὁποίας ἐπανειλημμένως ὑπεστήριξα τότε, ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω καὶ σήμερον. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτε εἰσήχθησαν τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ἐγὼ ἀνῆκον ἢ μᾶλλον συνέπραττον τότε — διότι ποτὲ δὲν ἀνῆκον — μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, καὶ εἶχον εἰπεῖ εἰς τὸν κ. Λιμπρίτην, ὅτε εἰσήγαγε τὰ νομοσχέδιά του, ὅτι ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτοῦ ἔχω διαφορετικάς τινας ἰδέας, τὰς ὁποίας θὰ ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος Λιμπρίτης τότε, εἰσάγων τὰ νομοσχέδιά του, ὑπεστήριξεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ στρατὸς ἐν εἰρήνῃ πρέπει ν’ ἀποτελῇ μίαν στρατηγίαν. Ἐγὼ τὴν ἰδέαν ταύτην τῆς μιᾶς στρατηγίας δὲν τὴν εἶχον ποτὲ, διὰ τὸν λόγον ὅτι μία στρατηγία διὰ τὸν διχασμὸν τῶν στελεχῶν θ’ ἀποτελέσῃ ἐν ἐπιστρατεύσει δύο στρατηγίας, ἐνῷ κατὰ τὰς ἰδέας τὰς ἰδικάς μου, αἱ ὁποῖαι συμπίπτουν μὲ τὰς ἰδέας τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, αἱ τρεῖς μεραρχίαι διπλασιαζόμεναι ἀποτελοῦσιν ἓξ μεραρχίας, αἱ δὲ ἓξ μεραρχίαι ἀνὰ δύο ἀποτελοῦσι τρεῖς στρατηγίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἱκαναὶ νὰ δεχθῶσι τὰς 177 χιλιάδας ἐφέδρων, ἃς ἔχομεν σήμερον. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἐπὶ τῶν γενικῶν γραμμῶν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, οὐδέποτε διεφώνησα, καθὼς καὶ σήμερον δὲν διαφωνῶ, οὐδὲ θὰ διαφωνήσω· θὰ ὑποστηρίξω δὲ ταῦτα, ἐννοεῖται, μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεώς μου, διότι τοῦτο ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, καὶ τοῦτο θὰ ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ. Ὥστε βλέπετε καὶ πάλιν, ὅτι αἱ ἰδέαι μου δὲν μετεβλήθησαν, αἱ ἰδέαι μου εἶναι αἱ αὐταί. Κατὰ τὰς προηγουμένας δύο Συνόδους, ἐπερωτῶν τὸν μετὰ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, δηλαδὴ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴν, περὶ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων καὶ περὶ τῆς συζητήσεως αὐτῶν, δὲν ἐλάμβανον ἀπάντησιν θετικὴν περὶ τῆς συζητήσεως αὐτῶν, ἀλλὰ πάντοτε ἔβλεπον τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καθημερινῶς κατερχόμενα, οὕτως ὥστε ἐν μικρῷ χρονικῷ διαστήματι κατῆλθον ταῦτα μέχρι τοῦ πυθμένος τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τότε λοιπὸν, βλέπων ὅτι, ἂν ἐξηκολούθουν νὰ συμπράττω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἤθελον ἀπαρνηθῆ τὸν ἑαυτόν μου, ἐγκαίρως τὸν εἰδοποίησα περὶ τούτου, καὶ τῷ ὑπέδειξα, ὅτι δὲν θὰ ἔχω πλέον ὑποχρέωσιν νὰ τὸν ἀκολουθῶ εἰς τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἀκολουθεῖ. Βαθμηδὸν δὲ τὸ πρᾶγμα ἔλαβε διαστάσεις μεγαλειτέρας, αἵτινες ὡς συνέπειαν εἶχον τὴν ψυχρότητα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ, καὶ ἐπὶ τέλους τὴν ῥῆξιν καὶ τὴν παῦσιν πάσης περαιτέρω συνεργασίας. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πάντοτε εἶπον, ὅτι εἶναι τιμὴ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν νὰ ἔχῃ προϊστάμενον αὐτοῦ τὸν μέλλοντα Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος. Ὁ μὴ ἐνθυμούμενος τοῦτο δύναται νὰ προστρέξῃ εἰς τὰ πρακτικὰ, καὶ θὰ τὸ ἀνεύρῃ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁμιλήσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Διαδόχου ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀναγκαιοτάτη, διότι ὁ Διάδοχος, εὑρισκόμενος ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ, συνεκράτησε πάντοτε τὴν πειθαρχίαν καὶ ἐξηφάνισε τὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζοντο πρίν. Δὲν εἴδομεν πλέον οὔτε τὰ προνουντσιαμέντα τῆς Λαρίσης, οὔτε τὰς ἀταξίας τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐν Λαμίᾳ, οὔτε τὰ γεύματα, οὔτε τίποτε ἐξ ὅλων αὐτῶν. Εἴδομεν ὅτι, διοικοῦντος τὸν στρατὸν τῆς Α. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, ἡ πειθαρχία ἦτο πάντοτε ἑδραία ἐν τῷ στρατῷ, ὅπως ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι καὶ σήμερον. Ταῦτα ὑπεστήριξα τότε ἀπὸ τοῦ βήματος, τὰ ὑποστηρίζω δὲ καὶ σήμερον, καὶ θέλω ἐξακολουθεῖ ὑποστηρίζων αὐτά. Ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι εἶμαι ἀσυνεπὴς σήμερον πρὸς τὴν δρᾶσίν μου, πρὸς τὴν ἐνέργειάν μου ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὰς δύο προηγουμένας Συνόδους. Ἄν, Κύριοι, κατέκρινα ἐνίοτε τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τὸν κατέκρινα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συνταγματικότητος, καὶ κατέδειξα εἰς σημεῖά τινα τὴν κακὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, διότι ὑπῆρχε τὸ ἄρθρον 5, τὸ ὁποῖον διέτασσεν, ὅτι ὁ ἐπιτελάρχης τῆς Γενικῆς Διοικήσεως πρέπει νὰ ᾖναι ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικὸς, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἔβλεπον τὸν ἀλλοδαπὸν ἀξιωματικὸν νὰ διευθύνῃ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἑπομένως ὑπεστήριξα, ὅτι κακὴ ἦτο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, καθὼς καὶ εἰς ἄλλα τινὰ σημεῖα, ἀλλ’ οὐδέποτε ὑπεστήριξα, ὅτι ὁ Διάδοχος δὲν ἔπρεπε νὰ ᾖναι Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ. Τοὐναντίον, κατόπιν τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἠγέρθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐδημιουργήθη, Κύριοι, ἓν καθεστὼς, τὸ καθεστὼς δὲ τοῦτο εἶναι ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν ἐψήφισαν ὅλα τὰ κόμματα, καὶ ἡ δεξιὰ καὶ ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ. Ἐπὶ τοῦ νόμου τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ συνεφωνήσαμεν ὅλοι. Ἐπ’ αὐτοῦ λοιπὸν τοῦ καθεστῶτος, Κύριοι, τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε πλέον νὰ ἀρνηθῆτε, διότι ὅλοι τὸ ἐψηφίσατε, ἐπ’ αὐτοῦ, λέγω, τοῦ καθεστῶτος θέλω ὑποστηρίξει τὰ σημερινὰ νομοσχέδια τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἑπομένως βλέπετε, ὅτι εἶμαι συνεπέστατος, ἐναντίον τῶν ὅσα εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής.
§40Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐν πρώτοις θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συγχωρῇ ἡμᾶς τοὺς στρατιωτικοὺς, ὁσάκις λαμβάνωμεν τὸν λόγον, διότι δὲν εἴμεθα πεπειραμένοι περὶ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ. Ἂν ἤμεθα πεπειραμένοι, βεβαίως δὲν ἤθελεν εἶπει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εἰσήγαγε νομοσχέδια συντεταγμένα ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Γνωστότατον εἶναι, ὅτι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν εἰσάγονται νομοσχέδια ἄλλα ἢ μόνον τὰ συντεταγμένα ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ἢ τῶν Βουλευτῶν...
§41Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὰ υἱοθέτησα.
§42Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶσθε μεταξὺ ἐμοῦ καὶ Ἐκείνου, καὶ δὲν εἶναι ἁρμόζον νὰ ἐπικαλῆσθε τὸ ὄνομα τοῦ συντάξαντος τὰ νομοσχέδια, διότι περὶ τούτων καὶ περὶ τῆς ὑποβολῆς αὐτῶν μόνον σεῖς θὰ δώσητε λόγον. Διότι ὑποθέσατε ἐμὲ, ὁ ὁποῖος εἶμαι ἀσθενοῦς χαρακτῆρος, καὶ ἄλλους ὁμοίους πρὸς ἐμὲ, προκειμένου νὰ ψηφισθῶσι τοιαῦτα νομοσχέδια,—καὶ δυστυχῶς πολλοὶ στρατιωτικοὶ παρίστανται ἐνταῦθα,—νομοσχέδια, τῶν ὁποίων ἡ πατρότης δὲν ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου· δὲν γνωρίζω, ἂν ἔχω ὅλην τὴν ἐλευθερίαν νὰ κρίνω ἐπ’ αὐτῶν, τὴν ἐλευθερίαν, μεθ’ ἧς ὀφείλω νὰ κρίνω ὡς Βουλευτὴς καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐπεθύμουν, Κύριοι, πᾶς, ὅστις εἰσέρχεται ἐνταῦθα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλεῖ, νὰ ἐνθυμῆται, ὅτι τὴν εὐθύνην μόνος αὐτὸς φέρει ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λέγει ἢ εἰσάγει εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἦσθε ἐπιεικεῖς πρὸς ἡμᾶς τοὺς στρατιωτικοὺς, διότι δὲν εἴμεθα ἐντριβεῖς περὶ τὰς ἕξεις καὶ τὰ ἔθιμα τὰ συνταγματικά. Δὲν θέλω νὰ ἀνατρέξω εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μνημονεύσας καὶ τῶν ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντων νομοσχεδίων· δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὁποίας ἐξεδήλωσε τότε γνώμας, ἐπαινετικὰς περὶ αὐτῶν καὶ περὶ τοῦ ἀτόμου μου,—δι’ ἃς θὰ τῷ ἦμαι εὐγνώμων πάντοτε.
§43Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐξακολουθῶ νὰ τὰς ἔχω καὶ τώρα· ἀλλ’ ὄχι καὶ διὰ τὰ νομοσχέδιά σας.
§44Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι πάντες ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ, πόσον ἀνησύχει τότε ὁ νῦν κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἤθελε μείνει ἢ δὲν ἤθελε μείνει, καὶ συμπράττοντα ἔχων τὸν νῦν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ἐδόξαζε τὸν Θεὸν, ὅτι εὑρέθη εἷς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν.
§45Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ τὸ συμπέρασμα;
§46Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Καὶ τὸ συμπέρασμα, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σεῖς ἐπεδιώξατε, καὶ τὸ ὁποῖον ἤγαγεν ὑμᾶς εἰς τὸ ἑδώλιον, τὸ ὁποῖον κατέχετε. Αὐτὸ εἶναι τὸ συμπέρασμα. Ἀλλ’ εἶναι δυστύχημα, ὅτι τοιαῦτα συμπεράσματα καθιστῶσιν ἡμᾶς ἐπιλήσμονας τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἔχομεν πρὸς τὸ ἀξίωμα, διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς περιέβαλεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Θὰ ἦτο πολὺ εὐχαριστότερον δι’ ἡμᾶς, ἂν ὁ ἐγωϊσμός μας ἀντιπαρήρχετο, καὶ ἐβλέπομεν μόνον τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν. Ἀνῆλθον μόνον εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὔτε πρέπει νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ὄχι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ἀναγνωριζόμενα ὡς χρήσιμα εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ τῆς Α. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου. Ἂν ἦναι τοῦ Διαδόχου, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς, διότι ἡ ἐλευθερία τῆς γνώμης ἑκάστου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεασθῇ πρὸς στιγμήν. Εὔχομαι καὶ ἐλπίζω νὰ μὴ ἐπηρεασθῇ, ἀλλὰ τοῦτο θὰ τὸ ἴδωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν.
§47Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, ἴσως δὲν ἐνοήθην καλῶς. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐξεπονήθησαν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, θὰ τὰ ὑποστηρίξω. Τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἀπεξεδύθην καὶ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔχω ἀπέναντι ὑμῶν καὶ τοῦ ἔθνους, ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς Ὑπουργός. Τὴν εὐθύνην τὴν ἔχω ἀκεραίαν, καὶ εἶμαι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δέχομαι εὐχαρίστως τὰς εὐθύνας, διότι παιδιόθεν τὸ μέτωπόν μου ὑπῆρξε πάντοτε καθαρόν. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι καὶ ἐγωϊστής. Διότι ὑποθέσατε, ὅτι ἓν νομοσχέδιον στρατιωτικὸν ἠμπορεῖ π. χ. νὰ καταρτισθῇ ἀπὸ τὸν κ. Ρωμᾶνον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι στρατιωτικὸς, καὶ ἐν τούτοις νὰ εὕρω ἐν αὐτῷ ἰδέας λαμπρὰς καὶ νὰ τὸ υἱοθετήσω. Ἐὰν δ’ ἐγὼ ἀναλάβω τὴν ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δὲν ἀναλαμβάνω ταυτοχρόνως καὶ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ;
§48Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον.
§49Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου,
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ λόγος τῆς πατρότητος ἐπηρεάζει.
§51Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, καταρτισθέντα εἰς τὴν Γενικὴν τοῦ στρατοῦ Διοίκησιν, ἀπεστάλησαν εἰς ἐμὲ, καὶ ἐγὼ δὲν τὰ παρουσιάζω μὲν ὡς νομοσχέδια τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἀλλ’ ὡς ἰδικά μου, οὐχ ἧττον ὅμως δὲν θέλω καὶ νὰ σφετερισθῶ ἔργα ξένα. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ υἱοθέτησα, ἀφοῦ πρῶτον τὰ ἐτροποποίησα καὶ τὰ ἔφερα ἐπὶ ἐδάφους συνταγματικοῦ, ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ νόμου περὶ τροποποιήσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
§52Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφῃρέσατε τὸ ἀντισυνταγματικὸν μέρος;
§53Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Σεῖς ὑπεστηρίξατε ἐδῶ ἐπανειλημμένως, ὅτι ὑπῆρχέ τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐτροποποιήσατε τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς κ. Ράλλης, εἶπεν, ὅτι χαίρει, διότι αὐτὸς τέλος πάντων πρῶτος ἔλυσεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ ἐπανέφερε τὰ πράγματα ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ἦναι. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἐψηφίσατε καὶ αἱ δύο πτέρυγες. Τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν πρόκειται τώρα, περιῆλθον εἰς ἐμὲ, καὶ τὰ ἐμελέτησα καὶ κατώρθωσα νὰ τὰ προσαρμόσω εἰς τὸν νόμον τὸν τροποποιήσαντα τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὥστε δὲν βλέπω τί τὸ ἄτοπον, ἂν κάμνω μνείαν, ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ προῆλθον ἐκ τοῦ Γραφείου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Προῆλθον μὲν ἐκ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἦλθον εἰς ἐμὲ, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος τὰ ἐτροποποίησα καὶ οὕτω τὰ εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλήν· δηλαδὴ τὰ εἰσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν ὀνόματί μου, διότι φέρουν τὴν ὑπογραφήν μου· ὅταν δ’ ἐγὼ ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῶν, δὲν βλέπω τί τὸ ἄτοπον, ἂν εἴπω, ὅτι αὐτὰ τὰ νομοσχέδια προῆλθον ἐκ τοῦ Γραφείου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ, σᾶς λέγω καὶ ἓν ἄλλο· ὅτι ὁ κ. Λιμπρίτης συνέταξε καὶ νομοσχέδιον περὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, καὶ αὐτὸ θὰ τὸ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν θὰ εἴπω, ὅτι εἶναι νομοσχέδιον ἰδικόν μου, ἀλλὰ θὰ εἴπω, ὅτι τὸ ἔκαμεν ὁ κ. Λιμπρίτης.
§54Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν τὸ ἔχω καταθέσει.
§55Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐγὼ τὸ ἀνεύρω, θὰ τὸ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἐργασία ἰδική σας, ἣν παραδέχομαι καὶ ὑποστηρίζω ὑπ’ εὐθύνην μου. Λοιπὸν τὸ ἴδιον εἶναι καὶ περὶ τῶν νομοσχεδίων, περὶ ὧν πρόκειται, τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Τὰ ὑποστηρίζω, διότι τὰ ἐτροποποίησα καὶ τὰ υἱοθέτησα.
§56Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναφέρω, κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ, ὡς ἐτέθη ὑφ’ ὑμῶν, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξήλθομεν συνεπείᾳ τοῦ βέλους, τὸ ὁποῖον ἐρρίφθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ ἔτρωσεν εἰς τὴν πτέρναν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν (ἱλαρότης). Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, ἡμεῖς οἱ μὴ στρατιωτικοὶ θέλομεν ἀκούσει μετὰ προσοχῆς πάντας τοὺς στρατιωτικοὺς Βουλευτὰς, καὶ εὔχομαι, ἵνα κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν πρυτανεύσῃ τὸ συμφέρον μόνον τοῦ στρατοῦ, καὶ ὄχι τὸ τῆς δημοκοπίας. Ἐτέθη, κύριε Πρόεδρε, ὑφ’ ὑμῶν, τὸ ζήτημα, ἂν ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα σήμερον νὰ θέσῃ τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἰς ἣν στάσιν εὑρίσκοντο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ὀρθῶς ὑμεῖς ἠρωτήσατε τοὺς Βουλευτὰς, οἵτινες εἶχον ὑποβάλει προτάσεις νόμων, διότι ἡ καθεστηκυῖα κοινοβουλευτικὴ τάξις αὐτὸ μᾶς διδάσκει μέχρι τοῦδε· εἰς ἑκάστην νέαν Σύνοδον, ὁ Βουλευτὴς, ὁ σχὼν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ μίαν πρότασιν νόμου, ἐγείρεται καὶ ζητεῖ τὴν ἀναγραφὴν αὐτῆς, καὶ ἀναγράφεται αὕτη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἄνευ ἀποφάσεως μάλιστα τῆς Βουλῆς· μόνον ἡ αἴτησις ἀρκεῖ. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι δυνατόν τις νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ἐπὶ τῆς τάξεως ταύτης. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας, θέλων νὰ ἴδῃ τὴν ἀναγραφὴν ἑκατοστύος νομοσχεδίων, λέγει, ὅτι ἀναλαμβάνει αὐτὸς τὴν υἱοθεσίαν ὅλων αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων. Θαυμάζω τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Κυνουρίας διὰ τὴν γενναίαν ταύτην ἀπόφασιν τῆς ἀθρόας υἱοθεσίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας δὲν θέλει ὅμως ἀποδειχθῆ γενναῖος εἰς τὴν πατρότητα ἄλλων τέκνων. Λέγω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι εἶναι παρακεκινδυνευμένον τὸ ἔργον, διότι, ὅταν τις ἀναλαμβάνῃ τὴν υἱοθεσίαν τόσων ἔργων, ἕπεται ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποστηρίξῃ ταῦτα καὶ ἐν τῇ ψηφίσει.
§57Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βεβαίως.
§58Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲ παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ὑπ’ ἄλλων συναδέλφων, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων αὐτὸς ἴσως ῥιζικῶς ἀντίθετον γνώμην ἔχει. Τίνα λοιπὸν λόγον ἔχει; Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἐνταῦθα συζητήσεις ἑώλους, ἔχομεν τόσα θέματα πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ ζητήματα ἀφορῶντα εἰς τὴν τάξιν τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἂς τ’ ἀφήσωμεν μακράν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς δύναται νὰ λάβῃ τὰς παλαιὰς ἡμερησίας διατάξεις, καὶ ἀριθμῶν ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων νὰ λέγῃ: «θέλω τὴν εἰσαγωγὴν τούτου, θέλω τὴν εἰσαγωγὴν ἐκείνου». Ἀλλὰ τοιαύτην χονδρικὴν υἱοθεσίαν οὔτε ἐν τοῖς νόμοις τοῖς ἀστικοῖς οὔτε ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς ἐθίμοις ἐγὼ ἤκουσά ποτε. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπαναλάβητε τὴν ἐρώτησιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς· εἰς δὲ τοὺς τέως ἢ τοὺς πρώην Ὑπουργοὺς εἶναι γνωστὴ ἡ νομοθεσία καὶ ἡ τάξις τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ὁπόταν θέλωσιν, ἀρκεῖ νὰ δηλώσωσι τοῦτο, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Προεδρεῖον ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς νὰ ἀναγράψῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εἰς ἣν τάξιν εὑρίσκοντο κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 47 τοῦ Κανονισμοῦ, ἠρώτησα τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, τοὺς εἰσαγαγόντας νομοσχέδια κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, τὰ ὁποῖα ἔμειναν ἐκκρεμῆ, ἂν θέλουσι ν’ ἀναγραφῶσι ταῦτα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Εἰς παρατήρησιν δὲ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναγράψω πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα φέρουσι πολιτικὸν χαρακτῆρα, ἀπήντησα, ὅτι, μόνον ἂν οἱ εἰσαγαγόντες αὐτὰ ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀναγραφῶσι ταῦτα, θὰ τὰ ἀναγράψω, ἄλλως οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχω. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλήν, ἐὰν θέλῃ, ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§60Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς διέπει τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων· αὐτὸς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, καὶ ὥρισεν, ὅτι «τὰ νομοθετικὰ ἔργα, τὰ ἀρξάμενα καὶ διακοπέντα ἐκ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον τῆς αὐτῆς Περιόδου, καθ’ ἣν εὑρίσκονται στάσιν». Τὸ «δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν» ἐννοεῖ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ δηλωθῇ ὑπό τινος Βουλευτοῦ· τὸ «δύνανται» ἐξαρτᾶται ἀπὸ σᾶς, κύριε Πρόεδρε. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσητε κανένα, διότι ὁ Κανονισμὸς δὲν λέγει τοῦτο.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος.
§62Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει «δύνανται». Ἔχετε ἄρα τὸ καθῆκον νὰ ἀναγράψητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν αὐτά.
§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἆ! ἆ!
§64Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§65ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 10 ἀναγνώσατε.
§66Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 47, ἐπαναλαμβάνω, λέγει, ὅτι «τὰ νομοθετικὰ ἔργα, τὰ ἀρξάμενα καὶ διακοπέντα ἐκ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον τῆς αὐτῆς Περιόδου, καθ’ ἣν εὑρίσκονται στάσιν». Ὅταν «δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσι», δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ζητήσητε τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν συναίνεσιν τῶν εἰσαγαγόντων αὐτά. Ἐὰν εἷς τῶν Βουλευτῶν δηλώσῃ, ὅτι παραιτεῖται τοῦ δικαιώματος τούτου, δύναται πᾶς ἄλλος Βουλευτὴς νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸς τὰ υἱοθετεῖ. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δύνασθε νὰ ἐξαρτήσητε τὴν ἀναγραφὴν ἐξ ἰδίας αὐτοβουλίας καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς τοῦ Βουλευτοῦ.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξ ἰδίας αὐτοβουλίας λέγοντες, ἐννοεῖτε, ὅτι πᾶσαν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς παρελθούσης Συνόδου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναγράψω.
§68Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶμαι καὶ τοιαύτην ἑρμηνείαν δίδω εἰς τὸ ἄρθρον 47 τοῦ Κανονισμοῦ.
§70Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς λέγει «δύνανται».
§71Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἡ συζήτησις εἶναι πρόωρος. Τὸ ἄρθρον 16 λέγει: «Ὁ Πρόεδρος κηρύττει τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων, συναινέσει δὲ τῆς Βουλῆς, τὸ τέλος αὐτῶν. Ἀπαγγέλλων δὲ τὸ τέλος, προσδιορίζει συγχρόνως, ἐπινεύσει τοῦ Σώματος, τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἑπομένης». Προκειμένου λοιπὸν περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς ἑπομένης, —τῆς αὔριον, —ἀφήσατε εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις.
§72ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ διατὶ ἀπησχολήσατε προτήτερα σεῖς τὴν Βουλήν;
§73Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπήντησα.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
§75Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν προεκάλεσα διόλου τοιαύτην συζήτησιν. Τὸ ζήτημα, νομίζω, τὸ ἐθέσατε σεῖς, καὶ ὀρθῶς τὸ ἐθέσατε, διότι φέρετε μίαν εὐθύνην ἁπλῆν· ἐν πρώτοις νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, τί πρέπει νὰ γείνῃ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ῥητῶς τὸ ἄρθρον 47 τοῦ Κανονισμοῦ διατάσσει «δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσι». Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς δύνασθε νὰ πράξητε τοῦτο.
§76Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Νομίζω ὅτι, εἶναι τόσον καθαρὸν τὸ πρᾶγμα, ὥστε δὲν χρήζει συζητήσεως. Ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς, ἑρμηνεύων τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, ποῖα νομοσχέδια πρέπει νὰ ἀναγραφῶσιν. Ὄχι· δὲν ἀποφασίζει περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τῆς σειρᾶς τῶν νομοσχεδίων τῆς ἡμερησίας διατάξεως, περὶ τῆς τάξεως, τὴν ὁποίαν ἕκαστον αὐτῶν θὰ καταλάβῃ. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 47 ἐννοεῖ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλειφθῶσιν, ἀφοῦ παρῆλθεν ἡ Σύνοδος, τελείως ἔκθετα τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, καὶ ἀνέγραψεν, ὅτι «δύνανται νὰ ἀναγραφῶσιν». Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἐκδηλοῦται ἐκ μέρους οἱουδήποτε Βουλευτοῦ ἡ θέλησις τοῦ νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἀναγραφῶσι. Τὴν τάξιν ἑκάστου τούτων θὰ κανονίσῃ κατόπιν ἡ Βουλή. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ καθαρόν.
§77Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τίς ἠρνήθη;
§78Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἰδίως, κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι νὰ ἀναγραφῶσι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων περικόπτονται δαπάναι, τὸ νομοσχέδιον λ. χ. περὶ καταργήσεως νομῶν, τὸ νομοσχέδιον περὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, καὶ τόσα ἄλλα, καὶ ἐπὶ τέλους καὶ ἡ ὑπαγωγὴ τῶν δήμων Θυρέας καὶ Βρασιῶν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Τριπόλεως.
§79Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγε το λοιπόν!
§80Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αὐτὰ θέλω.
§81Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναγραφῶσι.
§82Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐάν τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν δώσῃ σημείωσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναγραφῇ νομοσχέδιόν τι ἐκ τῶν τῆς παρελθούσης Συνόδου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ὁ Πρόεδρος δὲν τὸ ἀναγράψῃ, τότε δικαιοῦται νὰ φέρῃ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ Προέδρου. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν δίδονται τοιαῦται σημειώσεις καὶ ὁμιλοῦμεν περὶ ἀέρων καὶ ὑδάτων καὶ χάνομεν πολύτιμον καιρὸν, — ἐνθυμοῦμαι δ’ ὅτι ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρχίζωσιν αἱ συνεδριάσεις εἰς τὰς 4, ἀλλ’ εἰς τὰς 3, διότι ἔχομεν τόσα σπουδαῖα ζητήματα πρὸς συζήτησιν, — νομίζω ὅτι κωλυσιεργία μᾶλλον εἶναι παρὰ συζήτησις σοβαρά.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἠγέρθη συνεπείᾳ τῆς αἰτήσεως τοῦ Προέδρου, παρακαλῶ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν θέλει ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πάντα τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς παρελθούσης Συνόδου ὑπολειφθέντα νομοσχέδια.
§84ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§86Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν προεκλήθην ἐκ τῆς ὑμετέρας προτάσεως νὰ λάβω τὸν λόγον. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε, νομίζω, νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ ματαίῳ. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ γνωρίζουσι τὸν Κανονισμὸν καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀρύονται ἐξ αὐτοῦ, καὶ δύνανται νὰ ζητήσωσι νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν οἱονδήποτε νομοσχέδιον θέλουσι, καὶ δύνανται νὰ διεκδικήσωσι τὰ δικαιώματα αὑτῶν. Δὲν θὰ ὁμιλήσω λοιπὸν ἐπ’ αὐτοῦ, οὔτε θὰ ἔλθω εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος θὰ εἴπω ὀλίγα. Ἀφίνω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὁμιλῇ περὶ τῶν Ὑψηλοτήτων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ μάλιστα νὰ βεβαιοῖ, ὅτι ἔφερεν ἰδίαν ἐργασίαν αὐτῶν, υἱοθετηθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, οὔτε θέλω παρατηρήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἀναφέρων τὸ ὄνομα τῆς Α. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐμποδίζει ἡμᾶς νὰ ἀπαντήσωμεν εἴς τινα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰπὼν—ἐπανειλημμένως μάλιστα—ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, ἀπὸ τῆς ὁποίας παρέλαβε τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἡ Α. Ὑψηλότης, ὁ στρατὸς ὑπεβλήθη εἰς σιδηρᾶν πειθαρχίαν, ἔφερεν εἰς τὴν ἀνάγκην ἡμᾶς, τοὺς διαφωνοῦντας ἢ τοὺς ἔχοντας παραδείγματα ἀντίθετα τῆς ἰδέας ταύτης, νὰ ὁμιλήσωμεν, καὶ τότε νὰ περιπέσωμεν εἰς μῆνιν, ἢ νὰ σιωπήσωμεν, καὶ τότε νὰ παραλείψωμεν καθῆκον ἱερὸν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς τὸν λαὸν, πρὸς τὴν πατρίδα. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). Μὲ ἔφερε λοιπὸν εἰς τὸ βῆμα ὄχι πλέον ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι καὶ ἀνώτερος εἶναι καὶ γνώσεις καὶ πεῖραν μεγαλειτέραν ἔχει, καὶ ἂν ἡ ῥύμη τοῦ λόγου τὸν ἔφερεν εἰς τοιαύτας ἐκδηλώσεις ἐκεῖθεν, ἴσως θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὰς ἐπαναλάβῃ, ἀλλὰ μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα ὁ ὑπαινιγμὸς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος χειρίζεται τὴν εὐφυΐαν αὐτοῦ καὶ τὴν εὐφράδειαν ἐπὶ βλάβῃ καὶ τῆς πατρίδος καὶ τῆς τιμῆς καὶ τῶν καθηκόντων τοῦ Βουλευτοῦ. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει ἀκούσει μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς τοὺς ἀγορητὰς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, καὶ εὔχεται ὅπως οἱ ἀγορηταὶ ἐκεῖνοι μὴ ὁμιλήσωσι κατὰ τρόπον δημοκοπικόν. Δηλῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος, ὅτι εἶμαι ἀνώτερος τοιούτων ὑπαινιγμῶν καὶ ἐγὼ καὶ ὅλοι οἱ ἐδῶ ἀξιωματικοὶ, καὶ ἀφίνομεν εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφον νὰ χειρίζηται ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὸν λόγον κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἡμεῖς, ἐὰν σχηματίσωμεν ἀντίθετον γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐσχημάτισε περὶ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, θὰ ὁμιλήσωμεν κατ’ αὐτῶν, ἐπιτελοῦντες καθῆκον ἱερὸν, ἀλλὰ θὰ ἐκτεθῶμεν εἰς τὴν μῆνιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ καταστήσωσι τὰς γνώμας αὐτῶν νόμους τοῦ Κράτους. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰς γνώμας ταύτας εἰς νομοσχέδια κατεστρωμένας, εἶναι ἰσόβιοι, εἶναι αὐθαίρετοι, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωμεν εἰς ἑκάστην στιγμὴν ἐνώπιον ἡμῶν. Ἐὰν δὲν ὑποτασσώμεθα εἰς τὰς γνώμας αὐτῶν, καὶ γενναῖον καὶ πατριωτικὸν ἐκπληροῦμεν καθῆκον. Δημοκοποῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τολμηρῶς καὶ ἀβασανίστως παραδέχονται πᾶσαν γνώμην προερχομένην ἐκ τῶν ἄνωθεν, καὶ τὴν ὁποίαν διὰ τοιούτων ὑπαινιγμῶν ὑποστηρίζουσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν, χειροκροτήματα ἔκ τινων ἀκροατηρίων). Ἐὰν τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ἀρχίσωμεν τὰς συζητήσεις, τὰς τόσον σοβαρὰς, εἰς τόσον σοβαρὰν καὶ σπουδαίαν καὶ ἐθνικὴν στιγμὴν, βεβαίως παρακωλυόμεθα ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὑψίστου ἡμῶν καθήκοντος. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, εἰσάγων τὰ νομοσχέδια, εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ σημεριναὶ περιστάσεις ὑποχρεοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ περὶ στρατοῦ, καὶ ἀμέσως, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ Κράτος εἰς δαπάνας, καὶ τὸν λαὸν εἰς θυσίας. Τοιαύτη λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ μέλλον τῆς χώρας ἡμῶν εἰς τοιαύτην ὥραν δεσμεύουσιν ἡμᾶς διὰ τῶν ὑπαινιγμῶν, κύριοι Βουλευταί, καὶ μᾶς ἀπομακρύνουσιν ἀπὸ τὸ καθῆκον ἡμῶν! Ἐγώ, ὁ ὁποῖος τὰ βέλη αὐτὰ τὰ ὑποδέχομαι μετὰ καταφρονήσεως, ἐὰν ἡ μελέτη μὲ φέρῃ εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὰς γνώμας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, θέλω ὁμιλήσει μὲ τὴν δύναμιν καὶ τὸ σθένος, τὸ ὁποῖον ἔχω, καὶ μὲ τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἐπιβάλλει ὁ πατριωτισμός.
§87Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ἡ κατακλεὶς τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἀποδέχεται τὰς ἡμετέρας ἐκφράσεις ἐν τῇ Βουλῇ μετὰ καταφρονήσεως, ἀφεώρα εἰς ἐμὲ, θ’ ἀπέδιδον ἐπίσης καταφρόνησιν εἰς πάντα, ὅστις ἤθελε κάμει οἱανδήποτε ἐκμετάλλευσιν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Βουλήν, ἀφορῶν οὐχὶ εἰς τὴν προσβολὴν προσώπων, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, τοῦ ἀνατεθέντος μοι ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου. Εἰς ἄλλην Σύνοδον, κύριε Πρόεδρε, προκειμένης συζητήσεως περὶ στρατιωτικοῦ νομοσχεδίου, ἀνέφερα τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔφυγεν ἢ ἐδιώχθη ὁ προλαλήσας Βουλευτὴς ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν: εἶπον τότε: «ἂς ἀφήσωμεν εἰς μίαν γωνίαν τοῦ Βουλευτηρίου τὸ θυμιατήριον, καὶ ἂς εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν ἐπὶ τέλους καὶ ἐνταῦθα καὶ εἰς τὸν λαὸν καὶ εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν». Τὴν γνώμην δὲ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὑπεστήριξα μετὰ τοῦ αὐτοῦ σθένους, μετὰ τῆς αὐτῆς πεποιθήσεως καὶ μετὰ τῆς αὐτῆς προσηλώσεως εἰς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας τηρῶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο. Προέκειτο τότε ἡ συζήτησις περὶ τῶν λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠναγκάσθη νὰ ἀπέλθῃ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, καὶ ἐρρίπτοντο διάφοροι λόγοι ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ συνεζητεῖτο, ὅτι ἡ ἀποκάλυψις εἰκονικοῦ τινος ἐλλείμματος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἴσως ἦτο ἡ αἰτία. Ἐγὼ ἀφῆκα εἰς τὸ ἔδαφος τὸ χθαμαλὸν πάντας αὐτοὺς τοὺς λόγους, καὶ ἤρθην εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ἐκεῖνος, διότι οἱ λόγοι, εἶπον, ἕνεκα τῶν ὁποίων τότε ἀπεχώρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἦσαν ἀκριβῶς λόγοι στρατιωτικοὶ, ἦτο ἀκριβῶς τὸ σχέδιον τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἐδέχθη, καὶ εἶπον καὶ συνεφώνησα πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα πλέον μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα πολιτειακόν, καὶ εἶπον, ὅτι τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, — ἀδιάφορον, ἂν οὗτος ἔχει τὸν τίτλον τῆς Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου ἢ ὄχι, — ἔλεγον ὅτι ὁ ὑποβάλλων ταῦτα Ὑπουργὸς ἔδει νὰ ἔχῃ τὸ σθένος καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Βασιλέως, ἂν δ’ ὁ Ὑπουργὸς ἄνευ συνεννοήσεως ἰδίας καὶ χωρὶς νὰ παραδέχηται τὰς γνώμας ταύτας ἀναγκασθῇ νὰ ὑποβάλῃ ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ Βουλὴ, γνωρίζουσα τὴν πηγὴν, ἐξ ἧς ἀπορρέουσι τὰ νομοθετήματα ταῦτα, δὲν θὰ εὑρίσκηται πλέον ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἦναι τὸ ζήτημα ζήτημα Βουλῆς πρὸς Ὑπουργούς, ἀλλὰ θὰ ἦναι ζήτημα Βουλῆς πρὸς Βασιλέα. Ἔλεγον τότε, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο ἠναγκασμένη προδήλως νὰ ψηφίσῃ ἢ ν’ ἀποδοκιμάσῃ τὰ νομοθετικὰ ταῦτα ἔργα, καὶ ἡ ἀποδοκιμασία αὕτη ἤθελεν εἶσθαι ἀποδοκιμασία νομοθετικῶν ἔργων οὐχὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τοῦ Βασιλέως, ἤθελεν εἶσθαι ἀποδοκιμασία τῆς ὑγιοῦς προαιρέσεως καὶ τοῦ ἀγαθοῦ ἔργου. Ταῦτα κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ἔλεγον καὶ ἐφρόνουν, καὶ ταῦτα καὶ ἤδη φρονῶ. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ἀπὸ τῆς περιόδου ἐκείνης μέχρι τοῦδε διέρρευσαν δύο ἢ τρία ἔτη, καὶ τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα μένει ἀκόμη ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐδάφους, χωρὶς νὰ κάμῃ οὐδὲ βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρός. Ἦλθον καὶ παρῆλθον Ὑπουργοί, καὶ τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ὑπ’ αὐτῶν,—εἴτε τὰ ἄξια τοῦ κυρίου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, εἴτε τὰ ἄλλα, — ἢ προεκάλεσαν ἀντιρρήσεις, ἢ ἀφέθησαν εἰς τὸν πυθμένα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὡς εἶπεν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, ἢ εἰς τὰ ἄδυτα τῆς διανοίας τῶν ἐχόντων καὶ καλλιεργούντων τὰ νομοθετικὰ ταῦτα σχέδια στρατιωτικῶν. Οὐδὲν λοιπὸν ἐκ τούτων συνεζητήθη, καὶ ἑπομένως οὐδ’ ἐψηφίσθη. Ὅτε δὲ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν συζητήσεων τῆς παρούσης Συνόδου, ἐξ ἧς ἀπεκδέχεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, τὸ σύμπαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ τε ἔσω καὶ τοῦ ἔξω, τὴν ἀναδιοργάνωσιν ἐπὶ τέλους τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει πολλοὺς ἐχθροὺς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1897, ἀλλ’ ὁ μεγαλείτερος ἐχθρός, ὁ ὁποῖος λυμαίνεται καὶ τὸν τόπον καὶ τὸν στρατόν, εἶναι ὁ ἐσωτερικὸς ἐχθρός, ὁ δὲ ἐχθρὸς οὗτος εἶναι ἡ διαφωνία μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν τῆς σήμερον πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τοὺς παλαιούς, διαφωνία, ἥτις πληροῖ ἡμᾶς πόνου ἐκ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς τὸ στράτευμα, ὅταν κατὰ τὴν ἔναρξιν, λέγω, τῶν συζητήσεων τῆς Συνόδου ταύτης, ἐγώ, ὅστις δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, εἶπον ὅτι μεθ’ ὅλης μου τῆς προσοχῆς θέλω ἀκούσει τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ ἐξέφρασα εὐχὴν εἰλικρινῆ, εὐχὴν ἑλληνικὴν ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος πρυτανεύει, εὐχὴν νὰ μὴ ἐξεγερθῶσιν ἐκ νέου τὰ πάθη καὶ αἱ ἀντιζηλίαι καὶ αἱ δημοκοπίαι, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς ὑψοῦνται ὡς σημαία πρὸ τῶν τυφλωττόντων ὀφθαλμῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τότε ἠγέρθη ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς καὶ μετὰ καταφρονήσεως μοὶ εἶπεν, ὅτι αὐτὸς οὐδέποτε λαμβάνει θυμιατήριον, ἵνα ὑμνήσῃ τινὰ οἱονδήποτε. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κύριος Βουλευτὴς δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ὑμνητὴς, ὑπῆρξεν ὅμως ὑβριστὴς τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Δὲν ἔχω σκοπὸν παρ’ οὐδενὸς νὰ δεχθῶ διδάγματα περὶ τῶν καθηκόντων μου πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ θὰ ηὐχόμην, καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς νὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι οὔτε ὑμνητὴς οὔτε ὑβριστὴς ὑπῆρξεν ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὸ ὄνομα δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρηται τοιουτοτρόπως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§88Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκ τῶν λόγων τοῦ προλαλήσαντος πιστεύετε πλέον πάντες, ὅτι ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ Γενικὸς Διοικητὴς, ἐξ αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος τῆς χώρας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμένῃ ὡς τοιοῦτος. Διότι εἶπεν ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει καταγγελθῶσιν ὡς μὴ ὀρθὰ τὰ μέτρα τὰ ὑποβαλλόμενα ἐκ μέρους τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἢ ἂν τυχὸν οὗτος ἀποτύχῃ ἐν αὐτοῖς, ἡ εὐθύνη στρέφεται πρὸς τὸν μέλλοντα Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς—καὶ εἶναι ἀληθὲς—τὸ λεχθέν, βεβαίως δὲν καταφερόμεθα κατὰ τῶν μέτρων τῶν ὑποβληθέντων, ἢ κατὰ τῆς ἰδέας αὐτῶν, ἀλλὰ ζητοῦμεν νὰ κρατήσωμεν τὴν Α. Ὑψηλότητα εἰς ὃ σημεῖον θέτουσιν αὐτὸν οἱ νόμοι τῆς πατρίδος, ζητοῦμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νόμου, τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας, τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν, ἵνα δυνηθῶμεν τὴν στρατιωτικὴν οἰκογένειαν νὰ ἀναπτύξωμεν μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς περιστάσεις τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο ἀντετάχθημεν κατὰ τοῦ νόμου τοῦ καθεστῶτος, διότι δεσμεύονται καὶ ἡ γλῶσσα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἔπρεπεν οὐδαμῶς νὰ ἀκουσθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι υἱοθετήθησαν ἔργα τῆς Α. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου. Διὰ τοῦτο ἐγὼ κακίζω τὸν νόμον, ὃν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἐπετράπη ἐπισήμως, ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, νὰ ὑπεισέρχηται εἰς τὴν νομοθεσίαν τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ κατὰ συνέπειαν τὰς γνώμας αὑτοῦ, εἴτε ὀρθὰς καὶ ὠφελίμους, εἴτε μή. Καὶ δὲν εἶναι βεβαίως δημοκοπικὸν οὔτε ἐμπαθὲς, ἐὰν εὑρεθῶσι Βουλευταὶ, καὶ δὴ στρατιωτικοὶ, ἀντιτασσόμενοι κατὰ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, καὶ μάλιστα Βουλευταὶ φίλα φρονοῦντες πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὑποστηρικταὶ αὐτῆς θερμότατοι. Δὲν εἶναι τώρα καιρὸς νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων. Ὅταν ἔλθῃ ὁ κατάλληλος χρόνος, ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι ταῦτα εἶναι ἐναντία τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, θέλω κάμει ἔκκλησιν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐγὼ ὁ ὑποστηρίζων αὐτὴν, νὰ ἀποσύρῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ νὰ πείσῃ ἐκείνους, οἵτινες ὑπέβαλον αὐτὰ, ὅτι ἐκ κακῶν σκέψεων τὰ ὑπέβαλον.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λαπαθιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§90Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χάνομεν τὸν καιρόν μας ἀδίκως, διότι δὲν εἶναι καιρὸς κατάλληλος πρὸς τὴν συζήτησιν ταύτην.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ περαιτέρω συζήτησις εἶναι περιττὴ, διότι εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐκ φράσεως τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἠνάγκασε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλὴ ὀρθὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἂς ἐξακολουθήσῃ.
§92Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω ἀσχέτως πρὸς αὐτό.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν, θὰ προηγηθῶσιν αἱ ἀνακοινώσεις. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατετέθη ἡ ἔκθεσις τοῦ Εʹ τμήματος τῆς Βουλῆς ὑπὲρ ἐπικυρώσεως τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Φθιώτιδος καὶ ἀναγνωρίσεως τοῦ κυρίου Κ. Ἀγαθοκλέους ὡς βουλευτοῦ. Ἐπίσης κατετέθη ἡ ἔκθεσις τοῦ Βʹ τμήματος ὑπὲρ ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς Σπετσῶν καὶ ἀναγνωρίσεως τοῦ κ. Γ. Ν. Μπούμπουλη ὡς βουλευτοῦ. Ἀμφότεραι αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 48 καὶ 49). Ὡσαύτως ἀνακοινῶ τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν κατοίκων τῶν Καλαμῶν, ζητούντων νὰ μετατεθῇ ὁ ἐκεῖ ἀστυνόμος. Ὡσαύτως αἴτησιν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μιτσελάρι τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου περὶ ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἀπὸ τῶν φόρων ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἀμπέλων κατὰ τὸ 1903. Ὡσαύτως ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πύργου, ἀναγνωρίζοντος μὲν τὴν ἀνάγκην νέων φόρων χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος, αἰτουμένου ὅμως τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπιβολῆς αὐτῶν. Ὡσαύτως ἀναφορὰν τοῦ Δημοσθένους Καραμπάτσου, ὑποβάλλοντος διαφόρους γνώμας ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ὡσαύτως εὐχὴν τοῦ λαοῦ Λακεδαίμονος ὑπὲρ σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας τῆς Λακεδαίμονος μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κύριος Θ. Λέκας ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ καθυστερουμένου φόρου τῶν ἀμπέλων τῶν ἀμπελοκτημόνων τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 50).
§94Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκ Καλαμῶν ἀναφορᾶς περὶ τοῦ αὐτόθι ἀστυνόμου.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§96Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιωματικὸς Μιχαλόπουλος, εὐφυὴς ἄνθρωπος, ἐζήτησε καὶ ἐτοποθετήθη ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ Καλαμῶν, ἐνῷ ἐγνώριζε, ὅτι πᾶσα ἡ πόλις, ἀδιακρίτως κομματικῆς ἀποχρώσεως, θὰ ἐξηγείρετο, ὡς καὶ ἐξηγέρθη, κατ’ αὐτοῦ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ σπεύσῃ νὰ ἐξαγάγῃ τὸν λαὸν τῆς πόλεως Καλαμῶν ἐκ τῆς ἕνεκα τούτου ταραχῆς του, καὶ τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν ἐκ δυσκόλου θέσεως, διότι πιθανὸν νὰ συμβῶσι δυσάρεστα.
§97ΗΛΙΑΣ Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς εἶναι ἄριστος ἀστυνόμος. Δύνανται νὰ βεβαιώσωσι τοῦτο πλεῖστοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§98Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Δὲν ὁμιλῶ κατὰ τοῦ κ. ἀξιωματικοῦ.
§99ΗΛ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Χάριν μερικῶν ψαράδων καὶ χασάπηδων γίνεται ὁ θόρυβος! (θόρυβος).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε καὶ οἱ δύο συγχρόνως.
§101Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γνωρίζει κάλλιστα, ὅτι, ἐπὶ τετραετίαν ὑπηρετήσας ὁ κύριος αὐτὸς ἐν Καλάμαις, ἔγεινεν ἀφορμὴ σκανδάλων.
§102ΗΛ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθὲς, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος). Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ ἄλλων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαντᾶτε μετὰ ταῦτα, ἀλλὰ μὴ διακόπτετε τώρα.
§104Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Πᾶσα ἡ πόλις ἀνεφέρθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμένῃ ὁ ἀστυνόμος οὗτος ἐν τῇ πόλει τῶν Καλαμῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γνωρίζει τὰ τῆς ὑποθέσεως.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§106Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχμῶν 217,352.10 εἰς χρυσὸν καὶ 108,676 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1903, διὰ πετρέλαιον ἀγορασθὲν καὶ εἰσκομισθὲν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1903. Ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει δι’ ἐπερωτήσεώς του ἐζήτησε νὰ καταθέσω σημείωμα περὶ τῶν γενομένων ἐργασιῶν πρὸς ἁλιείαν κοραλλίων. Καταθέτω τὸ σημείωμα τοῦτο, ὅπως ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς καὶ πᾶς ἄλλος βουλόμενος λάβῃ γνῶσιν.
§107Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§108Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει μὲ προεκάλεσε νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν ὑποβληθέντων εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος σιτηρῶν ἀπὸ τῆς πρώτης μέχρι τῆς 19 Ἰανουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους. Τὸν πίνακα τοῦτον κατατίθημι, φέροντα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τελώνου Πειραιῶς. Σημειωτέον, ὅτι ἐκ τῶν 120 περίπου ἑκατομμυρίων ὀκάδων σιτηρῶν, ἅτινα εἰσάγονται εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὰ 80 περίπου ἑκατομμύρια εἰσάγονται διὰ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, ἀπὸ τῆς 2 Ἰανουαρίου 1904 —διότι ἡ 1 Ἰανουαρίου δὲν ἦτο ἐργάσιμος—ἐτελωνίσθησαν ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς σιτηρὰ 7,998,000 ὀκάδων. Ἐπειδὴ δὲ ἡ πρόκλησις τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ εἶχε καὶ ἄλλην ἀφετηρίαν, ὅτι εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐγράφη καὶ ἐντεῦθεν κατηγγέλθη, ὅτι, γνωστοῦ γενομένου ὅτι πρόκειται περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν σιτηρῶν, ἔσπευσαν οἱ γνωρίζοντες τοῦτο καὶ ἐτελώνισαν μεγάλα ποσὰ σίτου κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν, ἔπρεπε νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλήν, ἂν ὄντως εἰσήχθη περισσότερος τοῦ συνήθους σῖτος, καὶ εἰς τίνα ποσότητα. Πρὸς τοῦτο δὲ δὲν εἶχον ἄλλο μέσον ἢ νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ τελώνου Πειραιῶς ἀκριβῆ κατάλογον τῶν κατὰ τὸ ἀπὸ 2 μέχρι 19 Ἰανουαρίου χρονικὸν διάστημα τελωνισθέντων σιτηρῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Κατὰ τὸν κατάλογον τοῦτον, κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1903 ὑπεβλήθησαν εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος ὀκάδες σιτηρῶν 4,553,644. Ὥστε εἰσήχθησαν κατὰ τὰς ἀντιστοίχους ἡμέρας τρέχοντος ἔτους 3,444,356 ὀκ. ἐπὶ πλέον. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐπῆλθε ζημία εἰς τὸ Δημόσιον, αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν σιτηρῶν καὶ ἀνέρχεται εἰς 80,000 δραχμὰς περίπου. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τοῦ πόση ὑπῆρξεν ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου, καὶ ἂν ὑπῆρξε τοιαύτη, εἰς ἐμὲ ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσω, κατὰ τίνα τρόπον καὶ ὑπὸ τίνος ἐγένετο γνωστὸν εἰς τοὺς ἐν Πειραιεῖ ἐμπορευομένους, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ τέλος εἰσαγωγικὸν ἀνώτερον τοῦ μέχρι τοῦδε ἐπιβαλλομένου. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀνεκοίνωσα, ὅτι προετιθέμην νὰ διατάξω ἀνακρίσεις· διέταξα τὰς ἀνακρίσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ διεξήχθησαν, ἀλλ’ αὗται ἀτυχῶς εἰς οὐδὲν κατέληξαν ἀποτέλεσμα. Παρέσχον σημεῖά τινα, ἀλλ’ ἀσθενῆ, μὴ δυνάμενα νὰ ὁδηγήσωσι κατὰ συνείδησιν καὶ πείσωσί τινα, πόθεν κυρίως προῆλθεν ἡ ἀνακοίνωσις. Ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθην νὰ καταγγείλω τὴν πρᾶξιν εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ἐπιληφθῇ αὐτὸς ἀνακρίσεων, ὅπως ἀποκαλύψῃ τὸν τυχὸν δημόσιον λειτουργόν, ὁ ὁποῖος παρέβη τὸ καθῆκον αὐτοῦ καὶ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν ὀφειλομένην ἐχεμυθίαν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἐγνώριζεν. Ἐπληροφορήθην δὲ, ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐπεφόρτισε τὸν ἀνακριτὴν κ. Τσιτσεκλῆν νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἀνακρίσεις.
§109Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀξιοποίνου πράξεως;
§110Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἤθελεν ἀποκαλυφθῇ, ὅτι, προκειμένου νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τοῦ σίτου, δημόσιος λειτουργός, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του γνωρίζων, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰσαγωγικὰ τέλη ἀνώτερα, ἀνεκοίνωσε τοῦτο, βεβαίως παρέβη τὴν ὑποχρέωσίν του καὶ τὸ καθῆκόν του ὡς πρὸς τὴν ὀφειλομένην ἐχεμυθίαν τῆς ὑπηρεσίας.
§111Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ποῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, πῶς ἀπεφασίσθη τοῦτο καὶ εἰς ποῖον κύκλον.
§112Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδένα ἔθηκα περιορισμὸν εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα. Κατήγγειλα μόνον τὸ γεγονὸς πρὸς αὐτόν, καὶ εἰς αὐτὸν ἀπόκειται νὰ διεξαγάγῃ τὴν ἀνάκρισιν κατὰ τρόπον, ὥστε ν’ ἀποδειχθῇ, τίς ὁ ἀνακοινώσας.
§113Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ μοὶ εἴπητε, πῶς συνεζητήθη καὶ πῶς ἀπεφασίσθη ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Ποῖος ἦτο παρὼν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ (θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς). Συνήθως εἶναι οἱ Ὑπουργοὶ καὶ ὁ γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἄλλος τις ἔλαβε γνῶσιν; Ἢ εἰς ποῖον τῆς ἐμπιστοσύνης σας πρόσωπον ἐδώκατε ἐντολὴν νὰ συντάξῃ τὸ νομοσχέδιον; Ὑποθέτω, ὅτι μεταξὺ τοῦ κύκλου αὐτοῦ πρέπει νὰ διατάξητε τὸν κ. Εἰσαγγελέα νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀνάκρισιν.
§114Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ καθορίσω εἰς τὸν κύριον Εἰσαγγελέα τὸν κύκλον τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ. Κατήγγειλα τὸ γεγονὸς εἰς αὐτὸν, καὶ παρεκάλεσα, ἵνα διὰ τῆς ἀνακρίσεως ἀνακαλύψῃ τὸν τυχὸν παραβάντα τὸ καθῆκον καὶ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ. Ἡ ἀνάκρισις μετ’ ὀλίγον θὰ περατωθῇ, καὶ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος αὐτῆς θὰ γνωρίσωμεν, — ἂν καταστῇ δυνατὸν, — τὸν ἀνακοινώσαντα, ὅστις, ἂν ἦναι δημόσιος ὑπάλληλος, θὰ τιμωρηθῇ αὐστηρῶς.
§115Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἀνεγράφη, κύριε Ὑπουργὲ, εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι καὶ ἐν Βόλῳ ἐγένετο ἐκτελωνισμὸς σίτου ἀθρόως πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο;
§116Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§117Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Εἰς τὸν Βόλον δὲν εἰσάγεται σῖτος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐξάγεται μόνον· ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο.
§118Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐγράφη εἰς ἐφημερίδας· ἐγὼ δὲν τὸ καταγγέλλω.
§119Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ σιτηρῶν εἰσαγομένων ἔξωθεν. Διὰ νὰ πεισθῆτε δὲ, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Βόλου, ἀρκεῖ νὰ γινώσκητε, ὅτι εἰς τὸν Πειραιᾶ, καὶ μόνον εἰς τὸν Πειραιᾶ, — διότι εἰς τοὺς ἄλλους λιμένας τὰ εἰσαγόμενα σιτηρὰ εἶναι μικρᾶς ποσότητος — εἰς τὸν Πειραιᾶ μόνον εἰσάγονται σιτηρὰ πρὶν ἢ κλεισθῶσιν ὡς ἐκ τοῦ χειμῶνος οἱ λιμένες τῆς ἐξαγωγῆς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Τὰ σιτηρὰ ταῦτα ἀποταμιεύονται εἰς ἀποθήκας καὶ εὑρίσκονται ὑπὸ διαμετακόμισιν, οἱ δὲ ἔμποροι ποιοῦνται χρῆσιν αὐτῶν, ὅταν λαμβάνωσιν ἀνάγκην ἐν τῷ ἐμπορίῳ των. Περὶ τοιούτων σιτηρῶν πρόκειται. Ἀλλ’ εἰς τὴν Θεσσαλίαν δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη εἰσαγωγῆς σίτου, ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς προερχομένου, διότι ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπάρχουσι σιτηρὰ προερχόμενα ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς Θεσσαλίας. Οὕτως ἔχουσι τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν καταγγελίαν τοῦ ἐπεισοδίου τούτου, καὶ εἰς τὰς ἐνεργείας, τῶν ὁποίων ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ἐπιληφθῶ πρὸς ἀνακάλυψιν τοῦ τυχὸν πταίσαντος δημοσίου λειτουργοῦ. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω ὅ,τι πάντες ἀντιλαμβανόμεθα, τουτέστιν ὅτι ἡ διάδοσις, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι, ἀνεγράφετο εἰς ἐφημερίδας μὴ φιλίως διακειμένας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς ταύτας δὲ ἀνεγράφη, ὅτι πρόκειται νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι καὶ εἰς τὸν σῖτον. Ὅλα αὐτὰ ἴσως συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ πείσωσι τοὺς ἔχοντας σιτηρὰ νὰ σπεύσωσι νὰ τελωνίσωσι προώρως. Ἀλλὰ δὲν ἀνῆλθον μόνον πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν ἐπὶ τὸ βῆμα· ἀνῆλθον καὶ πρὸς ἄλλον σκοπόν. Σήμερον καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐνεφανίσθη πολυμελὴς ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἰδίως ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας ἀλευρομύλων καὶ τοὺς σιτεμπόρους ἐν Πειραιεῖ. Αὕτη προέβαλε τρία παράπονα· τὸ πρῶτον τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα προέβαλεν, ἀνάγεται εἰς τὸ γεγονὸς, ὅτι τὸ τέλος τὸ εἰσαγωγικὸν, τὸ ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ἀλεύρων, εἶναι ἀνεπαρκὲς, καὶ ἐπιτρέπει εἰς τὰ ἄλευρα τὰ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγόμενα νὰ συναγωνίζωνται πρὸς τὰ παραγόμενα ἐκ τῶν ἐν Ἑλλάδι ἀλευρομύλων. Τὸ πρᾶγμα παρουσιάζεται εὔλογον, διότι πάντες οἱ ἀλευρόμυλοι, οἱ ἐν Ἑλλάδι λειτουργοῦντες σήμερον, ἔχουσι τοιαύτην πρόοδον, ὥστε ὄχι μόνον εἰς τὴν ἐγχώριον κατανάλωσιν νὰ ἐπαρκέσωσιν, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποστέλλωσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Παραλαμβάνουσι τὸν σῖτον, καὶ ἀλέθοντες αὐτὸν παράγουσιν ἄλευρον καὶ πίτυρα, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 15–20%. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι μείζονα τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, ἵνα μὴ τὰ εἰσαγόμενα ἔξωθεν καθιστῶσιν αὐτὰ ἀδύνατα εἰς τὸν ἀνταγωνισμόν. Περὶ τοῦ εὐλόγου τῆς παρατηρήσεως ταύτης δὲν νομίζω σήμερον ἀναγκαῖον νὰ ἐπεκταθῶ, ἐπιφυλασσόμενος, ὅταν τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὸν δασμὸν τῶν ἀλεύρων ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, νὰ προβάλω αὔξησίν τινα τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους. Προέβαλον καὶ δεύτερον παράπονον οἱ εἰρημένοι ἀλευροβιομήχανοι καὶ σιτέμποροι...
§120Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ εἰς τὰ ζυμαρικὰ νὰ ἐπιβληθῇ.
§121Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δεύτερον παράπονον, τὸ ὁποῖον προέβαλον, ἦτο, ὅτι δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιήσωσιν ἐνταῦθα τὸν σῖτον τῆς Θεσσαλίας, καίπερ πωλούμενον εἰς τιμὴν κατωτέραν τῆς τοῦ εἰσαγομένου ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, διότι διὰ νόμου, ἀφορῶντος τὴν ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐπεβλήθη εἰς ὅλα τὰ σιτηρὰ αὐτῆς δικαίωμα ἐξαγωγῆς, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν δικαίωμα ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῶν ὑδραυλικῶν τούτων ἐργασιῶν, ἑνὸς καὶ ἡμίσεος λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν σίτου, τὰ δὲ ἄλευρα ἀφέθησαν ἐλεύθερα. Οὕτως, ἐὰν οἱ ἀλευρέμποροι Πειραιῶς θελήσωσι νὰ ἀγοράσωσι σῖτον Θεσσαλικόν, δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι τὰ ἐξ αὐτοῦ παραχθησόμενα ἄλευρα πρὸς τὰ παραγόμενα εἰς τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ λειτουργοῦντα ἀτμοκίνητα ἐργοστάσια, ἕνεκα τοῦ δικαιώματος τούτου τοῦ 1½ λεπτοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβαρύνεται ὁ ἐκ Θεσσαλίας ἐξαγόμενος σῖτος. Καὶ τὸ παράπονον τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὸν σχετικὸν ἐκεῖνον νόμον. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι βραδύτερον θὰ λάβω ἀφορμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ προσῆκον νομοσχέδιον. Τὸ σπουδαιότερον ὅμως τῶν παραπόνων ἦτο τοῦτο, ὅτι πρὸ δύο μηνῶν ἀπεταμίευσαν εἰς τὰς ἀποθήκας ἐν Πειραιεῖ σῖτον προωρισμένον νὰ καταναλωθῇ ἐν Πειραιεῖ ἢ τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, καὶ ὅτι, γινώσκοντες ὁπόσον ὁ σῖτος τοῖς κοστίζει καὶ εἰς ποῖον φόρον θὰ ὑποβληθῇ κατὰ τὸ πρώην καθεστὼς, ἐὰν εἰσήγετο εἰς κατανάλωσιν, προέβησαν εἰς προπωλήσεις· ἐκανόνισαν δηλαδὴ τὸ ἐμπόριον αὑτῶν συμφώνως πρὸς τὸ πρώην καθεστώς. Ἔρχεται ὅμως τὸ νομοσχέδιον τὸ αὐξάνον τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος κατὰ 2½ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, τὸ ὁποῖον τοὺς εὑρίσκει ἐκτεθειμένους ἐμπορικῶς καὶ χρηματικῶς κατὰ τὸ πρώην καθεστὼς, καὶ ἀναγκαίως δημιουργεῖ ἀδίκημα, διότι αὐτοὶ προεπώλησαν μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐπρόκειτο ὁ σῖτος ὁ προπωληθεὶς νὰ φορολογηθῇ, συμφώνως πρὸς τὸ πρώην καθεστὼς, πρὸς 5½ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ τώρα θὰ φορολογηθῇ πρὸς 8 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν· παρακαλοῦσι δὲ νὰ συντελεσθῶσι πᾶσαι αὐτῶν αἱ πράξεις, αἱ ἐμπορικαὶ καὶ χρηματικαὶ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τέως φορολογικοῦ καθεστῶτος. Καταλήγουσι δὲ διὰ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν κρατῶ εἰς χεῖράς μου, εἰς τὴν παράκλησιν, ὅτι πρέπει, ὅσοι εἶχον ἀποτεταμιευμένον σῖτον εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς διαμετακομίσεως Πειραιῶς, καθ’ ὃν χρόνον εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ηὐξήθη τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος, νὰ πληρώσωσι τὸ τέλος τὸ μέχρι τότε κρατοῦν. Ὁμολογῶ, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα αὐτῶν ὑπῆρξαν λίαν πειστικὰ, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη, ἂν δὲν πρέπει νὰ προλάβῃ τὸ ἀδίκημα τοῦτο. Ἐὰν συνέβαινε, τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν σιτηρῶν νὰ ληφθῇ ἐν ἐποχῇ ἄλλῃ, μετὰ δύο μῆνας ἐπὶ παραδείγματι, δὲν θὰ ὑπῆρχον ἀποτεταμιευμένα εἰς τὰς ἀποθήκας τοσαῦτα σιτηρὰ, δὲν θὰ ἦσαν συντετελεσμέναι τόσαι πράξεις ἐμπορικαὶ, διότι τότε ἄρχεται ἡ εἰσαγωγὴ σιτηρῶν ἐκ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ παραγομένων, καὶ δὲν θὰ εὑρίσκοντο ὑπὸ διαμετακόμισιν τόσα ποσὰ, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ γείνῃ τοιοῦτον ἀδίκημα. Ἐπὶ τούτων ἐγένετο σκέψις, τῆς ὁποίας σκοπὸς ὑπῆρχε νὰ προληφθῇ τὸ ἀδίκημα, ὅπερ, ἀκούσης τῆς Κυβερνήσεως, ζημιοῖ τοὺς ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι κατὰ νόμον ὑπάγονται εἰς τὸ νέον δασμολόγιον ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὸν ὑπὸ διαμετακόμισιν σῖτον, συνάμα δὲ καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ κερδίσωσι διὰ τῆς τοιαύτης σπουδῆς περὶ τὸν τελωνισμὸν τοῦ σίτου τὰ 2½ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν νὰ καταστῶσιν ἀνώτεροι συναγωνισμοῦ ἀπέναντι τῶν ἄλλων. Νομίζομεν δ’ ὅτι ἐν τῇ ἐπιβολῇ τῶν φόρων δὲν πρέπει πρὸ παντὸς νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἡ ἴση κατανομὴ τῶν φόρων, πρὸ παντὸς δέ, ὅταν πρόκηται περὶ εἰσαγωγικῶν τελῶν, πρέπει νὰ διευκολύνηται ὁ ἐμπορικὸς ἀνταγωνισμός, καὶ ὄχι νὰ καθίσταται ἀδύνατος μεταξὺ τούτων ἢ ἐκείνων τῶν ἐμπόρων. Ὡς ἐκ τούτου ἡ Κυβέρνησις κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τροποποίησιν τοῦ ἤδη ἐνώπιον αὐτῆς ὑποβληθέντος καὶ ὑπάρχοντος νομοσχεδίου περὶ μεταβολῶν εἰς τὸ δασμολόγιον τῆς εἰσαγωγῆς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ εἰσηγμένου ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 1 ἄρχεται ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ νομοσχεδίου, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο προστίθεται νῦν ἐδάφιον δεύτερον, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κατ’ ἐξαίρεσιν ὁ σῖτος καὶ ὁ σμιγὸς ἐκ σίτου καὶ σικάλεως εἰς κόκκους, οἱ εὑρισκόμενοι ὑπὸ διαμετακόμισιν ἐν τοῖς τελωνείοις τοῦ Κράτους κατὰ τὴν πρωΐαν τῆς εἰκοστῆς Ἰανουαρίου 1904, ὑποβληθήσονται εἰς τὰ μέχρι τῆς 19 Ἰανουαρίου 1904 ἰσχύοντα νομίμως τέλη, ἂν εἰσαχθῶσιν εἰς ἀνάλωσιν μέχρι τῆς 15 Φεβρουαρίου 1904.» Δηλαδή, ὅσοι εἶχον κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς 19 Ἰανουαρίου σιτηρὰ ὑπὸ διαμετακόμισιν, ἐὰν τελωνίσωσιν αὐτὰ μέχρι τῆς 15 Φεβρουαρίου, θὰ πληρώσωσι τὸν δασμὸν, ὁ ὁποῖος ἐπεβάλλετο πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου...
§122ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι ποσότητες μεγάλαι ὑπὸ διαμετακόμισιν;
§123Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἴκοσιν ἑκατομμύρια ὀκάδες.
§124Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ... Ὑπέθετον, ὅτι θὰ ἐρωτηθῶ περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ὑπὸ διαμετακόμισιν ἐν τοῖς τελωνείοις τοῦ Κράτους εὑρισκομένων σιτηρῶν καθ’ ἣν ἡμέραν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, καὶ ἐζήτησα περὶ τούτου πληροφορίας ἐπισήμους ἐκ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὰ ἄλλα τελωνεῖα τοῦ Κράτους δὲν παρουσιάζουσιν ἀξίαν μνείας ποσότητα σιτηρῶν διατελούντων ὑπὸ διαμετακόμισιν. Αἱ πληροφορίαι ἔχουσιν οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῆς γενομένης ἐπισταμένης ἐξετάσεως τῶν βιβλίων τῆς παρ’ ἡμῖν Διαμετακομίσεως ἐμφαίνεται, ὅτι τὴν πρωΐαν τῆς 20 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ἔμενεν ὑπὸ διαμετακόμισιν ποσὸν σίτου ὀκάδες δώδεκα ἑκατομμύρια ἑξακόσιαι τριάκοντα δύο χιλιάδες ἑπτακόσιαι δέκα ὀκτὼ (12,632,718), ἐκ τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου παρελήφθησαν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ταύτης μέχρι σήμερον ὀκάδες τετρακόσιαι ἐνενήκοντα μία χιλιάδες ἑπτακόσιαι δέκα ὀκτὼ (491,718), ἑπομένως μένει ὑπόλοιπον σήμερον ὀκάδες δώδεκα ἑκατομμύρια ἑκατὸν τεσσαράκοντα μία χιλιάδες (12,141,000). Ἐν Πειραιεῖ τῇ 23 Ἰανουαρίου 1904. Ὁ τελώνης Πειραιῶς Γ. Ἀνδριόπουλος.»
§125Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἰς τὰς 19 Ἰανουαρίου πόσα ἐτελωνίσθησαν;
§126Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 2½ ἑκατομμύρια ὀκάδες.
§127Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὰς 19 ἢ εἰς τὰς 17 καὶ 19;
§128Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς 19, διότι, ὡς ἤδη εἶπον, ἡ διαφορὰ εἶναι 3½ ἑκατομμυρίων· τὰ ἄλλα ἀνάγονται εἰς τὰς τρεῖς προηγουμένας ἡμέρας, τῆς 16 καὶ 17, διότι τὴν 18 ἦτο Κυριακή. Τώρα εἶναι πιθανὸν νὰ προβληθῇ ἡ ἀπορία, τί θέλει ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον; Κατ’ ἐμέ, δὲν πρόκειται περὶ ζημίας, διότι τὸ τέλος, τὸ καὶ πρότερον ἐπιβαλλόμενον, θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὰ ὑπὸ διαμετακόμισιν σιτηρά. Ὁ πόρος οὗτος, ὡς γνωστόν, ὁ προερχόμενος ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ σίτου, ἀνήκει εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης...
§129Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἡ τροποποίησις θὰ ἰσχύσῃ ἀμέσως;
§130Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἔχει τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἐπείγοντος, τοῦτο εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως φορολογίας τῶν σιτηρῶν· φρονεῖ δ’ ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει τοῦτο τὸ ἐπεῖγον, καὶ παρακαλεῖ ἐπὶ τούτοις τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰσέλθῃ εὐθὺς σήμερον εἰς συζήτησιν, ὥστε μετὰ 2 ἢ 3 ἡμέρας τὸ νομοσχέδιον νὰ λάβῃ τὴν μορφὴν τοῦ νόμου, καὶ κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν νὰ κανονισθῶσι τὰ πράγματα.
§131Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν αὔριον θελήσῃ τις νὰ εἰσαγάγῃ καὶ ἐκτελωνίσῃ σιτηρά, τί θὰ ἰσχύσῃ;
§132Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐξαιροῦνται τὰ ὑπὸ διαμετακόμισιν σιτηρά. Ὅταν εἰς τὴν Βουλὴν εἰσάγηται νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τελῶν εἰσαγωγικῶν, δύναται τὸ νομοσχέδιον νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ἅμα τῇ εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγῇ αὐτοῦ, ὅταν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ γείνῃ μνεία περὶ αὐτοῦ. Ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ ἐγένετο ἡ μνεία αὕτη.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον καὶ ἡ τροπολογία θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 51 καὶ 52).
§134Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ πολὺ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ὅστις εὐαρεστηθεὶς κατέθεσε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἐκτελωνισμοῦ τοῦ σίτου ἐν Πειραιεῖ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐκόμισεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀποδεικνύουσιν ἀληθῶς, ὅτι ἐτελέσθη κατάχρησις 80,000 δραχμῶν εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι, φαίνεται, ὡρισμένα ἄτομα, ἐμπορευόμενα τὸν σῖτον ἐν Πειραιεῖ, γνώσται τῆς εἰδήσεως ἐγκαίρως, ἔσπευσαν καὶ ἐτελώνισαν μέγα καὶ δυσανάλογον πρὸς τὴν κατανάλωσιν ποσὸν κατὰ τὰς δύο ἡμέρας, τὰς προηγουμένας τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ αὐτὸς συνεκινήθη ἐκ τῶν διαδόσεων τῶν σκανδαλωδῶν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ διέταξε τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν νὰ ἐνεργήσῃ σχετικὰς ἀνακρίσεις, ὅπως ἐξακριβωθῇ τὸ πρόσωπον ἢ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μετέδωκαν εἰς τοὺς ἐμπόρους Πειραιῶς τὴν εἴδησιν. Δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχή, βοηθουμένη καὶ ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀνακρίσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θέλει εὕρει τοὺς ἐνόχους, διότι πράγματι ὑπάρχουσιν ἔνοχοι εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνόησα ἐκ τῶν ἀναπτύξεων, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι τὸ νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ κατόπιν τῶν παραστάσεων τῶν ἐμπόρων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔμποροι ἔχοντες μεγάλα ποσὰ ὑπὸ διαμετακόμισιν, μετὰ τὸν ἐκτελωνισμόν, ὁ ὁποῖος ἐγένετο μὲ τὸ παλαιὸν σύστημα, πρόκειται νὰ ζημιωθῶσιν, ὅτι αὐτοὶ ἔχουσιν ἤδη ἀναλάβει ὑποχρεώσεις, ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις αὐτῶν ἐκανονίσθησαν συμφώνως πρὸς τὸ παλαιὸν δασμολόγιον, καὶ συνεπῶς περιέρχονται εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐνεργήσωσι τὰς ἐμπορικὰς αὐτῶν πράξεις ἀζημίως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνωμολόγησε τὸ δίκαιον τῶν παραστάσεων τούτων, καὶ ἠθέλησε νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν θεραπείαν τοῦ πράγματος· τὴν θεραπείαν δ’ εὑρίσκει εἰς τὴν ἄδειαν τοῦ νὰ ἐκτελωνισθῇ ἅπαν τὸ ποσὸν τῶν 12,000,000 ὀκάδων σίτου μὲ τὸ παλαιὸν δασμολόγιον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο θὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας ἐπὶ τοῦ λαοῦ· διότι ναὶ μὲν τὸ Δημόσιον θὰ ζημιωθῇ τὰς 300,000 δραχμὰς, ἢ τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, μὲ τὸ ὁποῖον συνεδύασε τὰ φορολογικά του νομοσχέδια ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἀλλὰ τὰς δραχμὰς ταύτας πάντοτε θὰ πληρώσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, διότι ἤδη ἀπὸ σήμερον ἡ τιμὴ τοῦ ἄρτου ἐκανονίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δασμολογίου τοῦ νεωστὶ ἐπιβληθέντος, καὶ ἡ τιμὴ τοῦ ἄρτου, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ηὐξήθη κατὰ 5 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν.
§135ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§136ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, ὑπερετιμήθη.
§137Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς λοιπὸν θέλει πληρώνει τὸν νέον φόρον· ἡ διαφορὰ μόνον εἶναι, ὅτι, ἐνῷ θὰ πληρώσωμεν 300,000 δραχμὰς, αἱ 300,000 αὗται θὰ εἰσέλθωσιν οὐχὶ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, οὐχὶ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἰς τὰ θυλάκια τῶν σιτεμπόρων καὶ ἀλευροπωλῶν τοῦ Πειραιῶς. Οὐδεὶς ἔμπορος θὰ πωλήσῃ τὸν σῖτον, τὸν ὁποῖον θὰ τελωνίσῃ ἤδη, μὲ τὰς τιμὰς τὰς παλαιάς. Δὲν εἶναι λοιπὸν προτιμότερον νὰ λάβωμεν ἄλλο φρονιμώτερον μέτρον, ὥστε τοὐλάχιστον νὰ μὴ ζημιώσωμεν τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀφοῦ θέλομεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἐπιβαρύνωμεν; Τὸ προτιμότερον εἶναι, κατ’ ἐμὴν ταπεινὴν κρίσιν, νὰ πράξωμεν ἄλλο τι, νὰ εἴπωμεν, ὅτι οἱ τελωνίσαντες σῖτον τὴν 16, 17 καὶ 19 Ἰανουαρίου πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ πρόσθετον τέλος· διότι αὐτὰ τὰ ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐξετελώνισαν αὐτὸν τὸν σῖτον, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἀνάγκη, πρέπει νὰ τ’ ἀναγκάσωμεν νὰ πληρώσωσι τὰς 80,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας διὰ δολίου τρόπου ἐλαφυραγώγησαν, ὥστε ἡ θυσία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ἀποβῇ τοὐλάχιστον πρὸς ὄφελος τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Νὰ εἰσαγάγωμεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ εἴπωμεν, ὅτι οἱ τελωνίσαντες σῖτον κατὰ τὴν 16, 17 καὶ 19 Ἰανουαρίου θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ προσθέτου τέλους.
§138Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Αὐτοὶ ὅλοι θὰ προβῶσι δικαστικῶς κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ θὰ κερδίσωσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, διότι ὁ νόμος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν.
§139Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θελήσωμεν, ὡς συμβουλεύει ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ δώσωμεν εἰς τὴν κατανάλωσιν 12,000,000 ἔτι ὀκάδας σίτου ἐκτελωνισμένου μὲ τὸ παλαιὸν δασμολόγιον, θὰ δώσωμεν εἰς τοὺς σιτεμπόρους Πειραιῶς 300,000 δραχμῶν κέρδος, τὰς ὁποίας θὰ ζημιωθῶσι τὰ βαλάντια τῶν πολιτῶν. Παραδεχόμενοι τὸ νέον νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὡς νὰ λέγωμεν ἀναφανδὸν καὶ ἐνώπιον ὅλων: «Ἐγένετο μία καθαρὰ κλοπὴ ἐκ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς 80,000 δραχμῶν διὰ τοῦ ἐκτελωνισμοῦ μὲ τὸ παλαιὸν δασμολόγιον 4–5 ἑκατομμυρίων ὀκάδων σίτου. Δεῦτε ἀνοίξωμεν τὰς πύλας τοῦ τελωνείου καὶ τελωνίσωμεν ἄλλα 12 ἑκατομμύρια ὀκάδων μὲ τὸ αὐτὸ σύστημα, διὰ νὰ ὠφεληθῶσι καὶ ἄλλοι σιτέμποροι καὶ ἐπέλθῃ οὕτως ἰσότης εἰς τὰ κέρδη τῶν σιτεμπόρων». Ἀλλὰ τὰ κέρδη τοῦ Κράτους; Ἀλλὰ τὸ συμφέρον τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης, ὑπὲρ οὗ δὰ κόπτεσθε τοσοῦτον, ποῦ θὰ εὑρεθῇ καὶ ποῦ θ’ ἀναζητηθῇ;
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λαπαθιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§141Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Κύριοι, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, κυρίως διὰ νὰ ζητήσω πληροφορίας τινὰς, τὰς ὁποίας ἐλπίζω ὅτι θὰ εὐαρεστηθῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν νὰ μοὶ παράσχωσιν. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἀναγινώσκων τὴν ἐπερώτησίν μου, καταθέτω αὐτὴν ἐγγράφως, καὶ παρακαλῶ, εἰ δυνατὸν, νὰ μοὶ παρασχεθῶσι ταχέως αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι.
§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περίληψιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ζητεῖτε, δύνασθε ν’ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλήν.
§143Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Εἶναί τινες πληροφορίαι στρατολογικαὶ, λ. χ. περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ὡς ἀνακατατεταγμένοι. Ἐπίσης ἐπιθυμῶ νὰ λάβω τινὰς διασαφήσεις ἐπὶ τινων σημείων τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, διασαφήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι λίαν ἀναγκαῖαι κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐλπίζω ὅτι θὰ γείνῃ εὐρυτάτη, περὶ τῶν στρατιωτικῶν μέτρων. Εἶμαι πεπεισμένος, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν εὐρεῖαν ταύτην συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν μέτρων θὰ ἀκουσθῶσι πάντων τῶν στρατιωτικῶν αἱ γνῶμαι, ὅσοι δύνανται εὐτυχῶς νὰ ἐξωτερικεύσωσι ταύτας. Καὶ εἶμαι ἐπίσης πεπεισμένος, γνωρίζων τὸν χαρακτῆρα τῶν στρατιωτικῶν συναδέλφων, τῶν εὑρισκομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ κανείς, ὅστις θὰ παραβῇ τὸ καθῆκόν του καὶ πρὸς τὴν χώραν καὶ πρὸς τὸν στρατὸν, ἀποβλέπων εἴτε εἰς εὐνοίας εἴτε εἰς δυσμενείας οἱασδήποτε. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, Κύριοι, οὐδεμίαν δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐκφέρω γνώμην περὶ τῶν στρατιωτικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ κρίνω κατὰ πόσον ταῦτα λύουσι τὸ ἀπὸ πολλοῦ ὑφιστάμενον στρατιωτικὸν ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας καὶ ὑπὸ τὴν τῆς οἰκονομικῆς ἀντοχῆς τοῦ τόπου. Ἐξ ὅσων ὅμως ἤκουσα κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑποβάλλων τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ἐπείσθην, ὅτι ἡ ἐργασία ἡ στρατιωτικὴ, ἥτις ὑπεβλήθη ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, εἶναι ἐργασία μεμελετημένη καὶ συστηματικὴ, ἐργασία προωρισμένη νὰ ἀνυψώσῃ τὴν συζήτησιν περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας εἰς ἐπιστημονικὴν περιωπήν· δηλῶ δὲ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι, ἂν σχηματίσω γνώμην περὶ τῆς χρησιμότητος, τῆς ὠφελιμότητος, τῆς ἐπαρκείας καὶ τοῦ ἀπαραιτήτου τῶν στρατιωτικῶν καὶ οἰκονομικῶν τούτων μέτρων, θέλω παράσχει ἀμέριστον τὴν ὑποστήριξίν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν δύναμαι ἢ νὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις υἱοθέτησε μίαν τοιαύτην συστηματικὴν ἐργασίαν καὶ ὑπέβαλεν αὐτὴν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο ἀνεξαρτήτως τῆς ἐσωτερικῆς διασκευῆς τῶν στρατιωτικῶν μέτρων καὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν, διότι περὶ αὐτῆς θὰ ὁμιλήσω, ὅταν μελετήσω τὰ νομοσχέδια, διότι, ἀτυχῶς, μόλις πρὸ ὀλίγου ἔλαβον ἓν τῶν σπουδαιοτέρων, τὸ στρατολογικόν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἔχω μίαν παράκλησιν νὰ κάμω. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτάξῃ πάσης ἄλλης συζητήσεως τὴν συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν αὐτῶν μέτρων, διότι φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη προηγουμένως ἡ Βουλὴ νὰ φωτισθῇ περὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, διὰ νὰ δύνηται κατόπιν νὰ κρίνῃ ἀσφαλῶς περὶ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα συνεπάγουσι τὰ στρατιωτικὰ μέτρα αὐτῆς. Ἐλπίζω δ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐκπληρώσει τὴν παράκλησίν μου ταύτην.
§144Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν χρήματα, πῶς θὰ κάμωμεν στρατόν;
§145Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· σοβαρὰ ἐργασία,— ἀπαντῶ εἰς τὴν διακοπὴν, ἡ ὁποία μοὶ ἐγένετο, —σοβαρὰ ἐργασία περὶ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας ἐπιβάλλει προηγουμένως νὰ καθορίσωμεν τὰς στρατιωτικὰς καὶ πολεμικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, νὰ ἀνεύρωμεν μετὰ τοῦτο τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην, καὶ ἀκολούθως νὰ ἴδωμεν, ἂν τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα προτείνει ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἐπαρκῆ, ἵνα πληρώσωσι τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι δυνάμεθα νὰ λαμβάνωμεν ἓν οἱονδήποτε ποσὸν καὶ νὰ κατανέμωμεν αὐτὸ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε· πρέπει νὰ ἔχωμεν προηγουμένως πλήρη τὴν ἐπίγνωσιν τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτάξῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων πάσης ἄλλης συζητήσεως. Παρακαλῶ ἐπίσης τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ παράσχῃ σχετικάς τινας πληροφορίας, ὅπως ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, καὶ ἐπί τινων σημείων. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, προκειμένου περὶ τῶν στρατιωτικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε, ποία βάσις ἐτέθη, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν· διότι, ὅπως γνωρίζετε, ὑπάρχει καθωρισμένη σχέσις μεταξὺ τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως καὶ τῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους καλοῦμεν πρὸς κατάταξιν· ἑπομένως προτοῦ κρίνωμεν περὶ τῆς στρατολογίας, πρέπει νὰ ἔχωμεν πλήρη γνῶσιν τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως, ἥτις θεωρεῖται ἐπαρκὴς διὰ τὴν χώραν. Ἐκ τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἡ στρατολογία, ἐκ τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως ἐξαρτᾶται καὶ ὁ ἐφοδιασμὸς καὶ ὁ ὁπλισμὸς, ἑπομένως ἐξαρτῶνται αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, ἵνα πληρώσωσι τὰς ἀνάγκας τὰς πολεμικάς. Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον ἔχω μεγίστην ἀνάγκην νὰ γνωρίζω, ποία εἶναι ἡ ἐμπόλεμος δύναμις ἡ ἐπαρκὴς διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Καὶ ἐπειδὴ ὁμιλῶ περὶ ἐμπολέμου δυνάμεως, ἐννοῶ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ εὐρύτερον. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως τῆς χερσαίας, τῆς κατὰ ξηρὰν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν τὴν κατὰ θάλασσαν, διότι, Κύριοι, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, δὲν ἐννοῶ ὅτι δύναται ἡ πολεμικὴ παρασκευὴ τῆς χώρας νὰ ἐπεκτείνηται ἀδιακρίτως καὶ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν· διότι φοβοῦμαι, ὅτι ἡ χώρα, οὕτως ἐνεργοῦσα, θὰ συντριβῇ οἰκονομικῶς. Ὑπάρχει λοιπὸν ἀνάγκη, προκειμένου περὶ τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως, νὰ καθορισθῇ ἀκριβῶς ἡ σχέσις μεταξὺ τῶν πολεμικῶν δυνάμεων τῆς χώρας τῶν χερσαίων καὶ τῶν πολεμικῶν δυνάμεων τῆς χώρας τῶν ναυτικῶν, ἐνῷ, ὡς γίνεται σήμερον, γίνεται ἐργασία ἐντελῶς ἀνεξάρτητος, καὶ βεβαίως, ἂν εἴχομεν ἀφθόνους τοὺς πόρους, τότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ δαπανῶμεν καὶ διὰ τὴν ἐξόγκωσιν τῆς ναυτικῆς πολεμικῆς δυνάμεως καὶ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς στρατιωτικῆς, τῆς κατὰ ξηράν.
§146ΣΠΥΡ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὡς ἐγίνετο μέχρι τῆς σήμερον.
§147Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ παρελθόντος· διότι, ὡς ἐγίνετο μέχρι σήμερον, ἐβλέπομεν ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ἐπιφέρει σύγχυσιν μεγίστην, καὶ τὸ ἄτοπον αὐτὸ παρατηρεῖται καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης. Τὸ ναυτικὸν σήμερον διατηρεῖ σχεδὸν τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν ὡς πρὸς τὰ στελέχη. Διπλασία δύναμις ἀνδρῶν δίδει πλήρη τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν, τὴν κατὰ τοὺς ὑπάρχοντας ὀργανισμοὺς ὡρισμένην, καὶ βλέπομεν, ὅταν γίνηται ἐπιστράτευσις, ὅτι συσσωρεύονται ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, συσσωρεύονται ἐν τοῖς στρατολογικοῖς γραφείοις οἱ ἔφεδροι, καὶ ἡ ναυτικὴ ὑπηρεσία καὶ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἀγνοοῦσι, τί νὰ πράξωσι, διότι, ὡς γνωρίζετε, μέχρι τοῦδε κατατάσσονται κατ’ ἔτος ἐν τῷ Ναυτικῷ περὶ τοὺς 900. Ἐννεακόσιοι κατατασσόμενοι κατ’ ἔτος δίδουσι, συμφώνως πρὸς τὸν ἰσχύοντα στρατολογικὸν νόμον, δεκαπλασίαν περίπου δύναμιν ἐμπόλεμον, καὶ ἑπομένως συγκεντροῦται ἄχρηστος πληθυσμὸς, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ὄφελος δύναται νὰ παράσχῃ. Ἔχετε λοιπὸν ἀνάγκην, διὰ νὰ κανονίσητε τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν, ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐλαττώσητε τὴν ναυτολογίαν, διότι ὑπάρχει, ὡς εἶπον, ὡρισμένη σχέσις μεταξὺ τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως ἐν γένει, εἴτε τῆς στρατιωτικῆς εἴτε τῆς ναυτικῆς, καὶ τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι κατατάσσονται. Ἂν λάβωμεν μάλιστα ὑπ’ ὄψιν τὸν σήμερον ἰσχύοντα στρατολογικὸν νόμον, εἰς χιλίους ἄνδρας ναυτικῆς ἢ στρατιωτικῆς δυνάμεως ἀνταποκρίνονται περίπου 95 ἄνδρες, κατατασσόμενοι κατ’ ἔτος. Ἑπομένως ἔχετε ἀνάγκην 4,000 ἀνδρῶν διὰ τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν τοῦ ναυτικοῦ κατὰ τὸν ὑφιστάμενον ὀργανισμόν. Φυσικῶς πρέπει νὰ κατατάσσωνται ἐκ τῆς στρατολογίας ὅσοι ἀναγκαιοῦσιν, ἵνα ἀποτελεσθῇ ἡ ἐμπόλεμος αὕτη δύναμις, καὶ οὐχὶ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε. Τὸ αὐτὸ ἄτοπον συμβαίνει μέχρι τοῦδε καὶ ἐν τῷ στρατῷ. Ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζωμεν, ποία εἶναι ἡ ἀναγκαία στρατιωτικὴ ἐμπόλεμος δύναμις, καθὼς καὶ ποία εἶναι ἡ ἀναγκαία ναυτικὴ ἐμπόλεμος δύναμις, διὰ νὰ δυνηθῶμεν ἐξ αὐτῆς τῆς βάσεως νὰ κρίνωμεν τὴν στρατολογίαν τὴν ἀφορῶσαν τὸν στρατὸν καὶ τὴν ἀφορῶσαν τὸ ναυτικόν. Ἀλλ’ ὄχι μόνον ὁ ὁπλισμὸς, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐφοδιασμὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἴσης σπουδαιότητος διὰ τὸν στρατὸν καὶ διὰ τὸ ναυτικόν, ἐξαρτᾶται ἀκριβῶς καὶ αὐτὸς ἐκ τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἀναλογία μεταξὺ τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως καὶ τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὸν ὁπλισμὸν καὶ τὸν ἐφοδιασμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἑπομένως ἡ βάσις αὕτη εἶναι βάσις σπουδαιοτάτη, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ συζήτησις ἀφορῶσα τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας, κρινομένην καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν καὶ ὑπὸ ναυτικὴν ἔποψιν. Ἐπίσης ἐπιθυμῶ νὰ λάβω πληροφορίας καὶ ἐπὶ ἑτέρου στοιχείου, ἐπιθυμῶ νὰ λάβω τὴν πληροφορίαν, τίς εἶναι ὁ λόγος, ὅστις ἠνάγκασεν ἡμᾶς νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐτησίως κατατασσομένων, νὰ αὐξήσωμεν τὴν ἐν εἰρήνῃ δύναμιν τοῦ στρατοῦ. — Δὲν κατακρίνω κανὲν μέτρον· ζητῶ τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις. — Καὶ τρίτον ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ποία βάσις ἐτέθη καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀπαιτουμένας δαπάνας, τὰς ἀποκλειστικῶς χρησιμευούσας διὰ τὸν στρατιώτην· διότι καὶ ἡ ἀποκλειστικῶς ἀπαιτουμένη διὰ τὸν στρατιώτην δαπάνη εἶναι μία βάσις, διὰ νὰ κρίνωμεν τὰς οἰκονομικὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας συνεπάγονται τὰ στρατιωτικὰ μέτρα, ἅτινα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις. Μετὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, αἱ ὁποῖαι ἐλπίζω ὅτι θὰ μοὶ δοθῶσι ταχέως, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν κοινωνικῶν συνεπειῶν, ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν συνεπειῶν καὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν συνεπειῶν τῶν στρατιωτικῶν μέτρων, διὰ νὰ ἤμεθα παρεσκευασμένοι εἰς τὸ νὰ κρίνωμεν τὰ μέτρα, ἅτινα ἀντιμετωπίζουσι τὰς συνεπείας ταύτας. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἄλλου ζητήματος θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπάρχει ὡμολογημένη καὶ ὀφθαλμοφανὴς εἰς πάντας νοσηρά τις κατάστασις, καχεξία τις ἐν τῷ στρατῷ, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ τῶν στελεχῶν. Λέγων στελέχη, ἐννοῶ καὶ τὰ ἀνώτερα καὶ τὰ κατώτερα, ὡς καὶ τὰ κατώτατα, τοὺς ὑπαξιωματικούς· διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, Κύριοι, ὅτι περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἀτυχῶς οὐδὲν οὐδέποτε σοβαρὸν μέτρον εἴτε περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεώς των εἴτε περὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῶν ἐλήφθη, καίτοι, ὡς γνωρίζετε, οἱ ὑπαξιωματικοὶ εἶναι οἱ μυῶνες τοῦ στρατεύματος, οἱ ἐκτελεσταὶ παντὸς θεσμοῦ καὶ κανονισμοῦ στρατιωτικοῦ, εἶναι δὲ γνωστόν, ποῖα σπουδαῖα μέτρα λαμβάνονται περὶ αὐτῶν εἰς τοὺς ἄλλους στρατούς. Ἐφελκύω λοιπὸν καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ ἀναπτύξω σήμερον τὸ ζήτημα, διότι δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως· ἐφελκύω τὴν προσοχὴν αὐτῆς, ὅπως λάβῃ μέτρα σοβαρὰ περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς εἶναι ἐγκαταλελειμμένοι εἰς τὴν τύχην των. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι γνωστά, καὶ θὰ προτείνω τοιαῦτα, ὅταν ἐπιστῇ ἡ στιγμὴ τῆς συζητήσεως. Δευτέρα αἰτία καχεξίας ἐν τῷ στρατεύματι εἶναι ἡ μακρὰ παραμονὴ ἐν τοῖς κατωτέροις βαθμοῖς. Εἰς πάντας τοὺς στρατοὺς θεωρεῖται, ὅτι τοὺς βαθμοὺς τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ τοῦ ὑπολοχαγοῦ πρέπει νὰ διέλθωσιν οἱ κατέχοντες αὐτοὺς εἰς μικρὸν ἀριθμὸν ἐτῶν, διότι εἶναι μεγίστη ἡ ζημία, ὅπως παραδέχονται πάντες οἱ στρατοί, μεγίστη ἡ ζημία, ἥτις ἐπέρχεται ἐκ τῆς μακρᾶς παραμονῆς εἰς τοὺς κατωτάτους βαθμοὺς τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρχίας, εἰς τοὺς βαθμοὺς τῶν λεπτομερειῶν. Ὑπάρχει μάλιστα ἡ γνώμη πάντων, ὅτι καταστρέφεται τελείως τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα καὶ κλονίζεται ἡ πειθαρχία, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι πάντες οἱ στρατιωτικοὶ συνάδελφοι γνωρίζουσι ποία καχεξία δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς τοιαύτης μακρᾶς παραμονῆς καὶ τῆς ἐκ τῆς μακρᾶς παραμονῆς δημιουργουμένης ψυχολογικῆς καταστάσεως εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν κατωτάτων βαθμίδων τῆς ἱεραρχίας. Ἐννοῶ λοιπόν, καὶ περὶ αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἄμεσα καὶ σύντονα μέτρα, ἵνα προαγάγῃ αὐτούς. Δὲν ἀρκεῖ, προκειμένου περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, ν’ ἀπευθυνώμεθα διαρκῶς εἰς τὴν φιλοτιμίαν των καὶ εἰς τὴν φιλοπονίαν των· δὲν ἀρκεῖ νὰ τοὺς τιμωρῶμεν, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ μεριμνῶμεν περὶ αὐτῶν, καὶ τὴν μέριμναν ταύτην παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνστερνισθῇ. Ἔρχομαι εἰς τὴν τρίτην αἰτίαν τῆς καχεξίας ἐν τῷ στρατεύματι. Ἡ τρίτη αἰτία ἀφορᾷ εἰς τὰ ἀνώτερα στελέχη· ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ περὶ αὐτῶν νὰ μὴ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ νὰ εἴπω μόνον ὅσα ὁ ἀρχηγὸς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ὁ στρατηγὸς Βοσέρ, εἶπε, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἄμεσα μέτρα καὶ περὶ τούτων, διότι πρέπει ν’ ἀνακαινισθῇ τὸ στράτευμα, πρέπει νὰ δοθῇ ὤθησις εἰς τοὺς νεωτέρους ἄνδρας. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη πάντων, καὶ περὶ αὐτῆς πάντες μεριμνῶσι σπουδαίως. Περὶ τοῦ ζητήματος δὲ τούτου δὲν ἐννοῶ νὰ ὑπάρξωσιν ἡμίμετρα, διότι τὰ ἡμίμετρα θὰ καταστήσωσιν ἀνωφελὲς πᾶν οἱονδήποτε μέτρον περὶ τοῦ στρατοῦ. Ὡς ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ ἐκ πρώτου βλέμματος, ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας, ὁ ὑποβληθείς, εἶναι ἀνεπαρκέστατος, καὶ ἑπομένως ἐφελκύω ἐπὶ τούτου τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Διὰ νὰ ἴδητε δέ, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν ἐγεννήθησαν μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἐγεννήθησαν εἰς πάντας τοὺς στρατούς... Μὴ δυσανασχετῆτε, κύριε Ὑπουργέ, διότι ἡ συζήτησις εἶναι καθαρῶς ἐπιστημονικὴ καὶ θὰ διεξαχθῇ πλήρως.
§148Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν δυσανασχετῶ, διότι εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Οὐδέποτε δυσανασχετῶ.
§149Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Τὰ ζητήματα ταῦτα ἐγεννήθησαν εἰς πάντας τοὺς στρατούς, ὁσάκις ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς ἀνασυντάξεως τοῦ στρατοῦ κατόπιν διαφόρων γεγονότων. Λοιπὸν ἁπλῶς ζητῶ τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως· ὡς δὲ καὶ προηγουμένως ἐδήλωσα, μᾶλλον ὑποστηρικτὴς θὰ ἦμαι τῶν στρατιωτικῶν μέτρων αὐτῆς, διότι ἐπὶ τέλους πρέπει, Κύριοι, κἄτι νὰ γείνῃ εἰς αὐτὸν τὸν τόπον ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Δὲν ἔχω ἐπιθετικὰς διαθέσεις, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ ἐμποδισθῶ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἀδιαφορῶν ἐν γένει περὶ τῶν ἀντιρρήσεων, αἵτινες δυνατὸν νὰ γεννηθῶσι. Καὶ ἀκριβῶς ἀναγινώσκω τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἐν γένει πᾶσα μέριμνα, πᾶν στρατιωτικὸν μέτρον πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἐπερατώθη τὸ ἔργον; — ἐρωτᾷ ὁ στρατηγὸς — καὶ δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς ὅλων τῶν προτεινομένων μέτρων» — λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀρκετὰ σπουδαῖα στρατιωτικὰ μέτρα ἐπρότεινε — «θὰ ἀνασυνταχθῇ τὸ στράτευμα; Μόνα ταῦτα θὰ ἦσαν ἀνίσχυρα.» «Εἰργάσθημεν διὰ τὸ μέλλον, προπαρεσκευάσαμεν τὸν ἀγρόν...», λέγει ὁ στρατηγὸς Βοσέρ, — ὁ ὁποῖος σημειοῖ ἐνταῦθα τὰς γνώμας τὰς ἐπικρατούσας εἰς ὅλους τοὺς στρατούς· δὲν εἶναι οὐδὲ ἰδικαί του γνῶμαι, εἶναι ἀπάνθισμα ὅλων αὐτῶν τῶν γνωμῶν. — «Προπαρεσκευάσαμεν τὸν ἀγρὸν, ὅστις θὰ παραγάγῃ καλὴν συγκομιδὴν, ἀλλ’ ὅπως αὕτη ὡριμάσῃ, ὅπως αἱ προσπάθειαι μὴ ἀποβῶσιν ἄκαρποι, ἀπομένει ἀκόμη νὰ ἐργασθῶμεν. Δὲν πρέπει ἡ ἦρα νὰ πνίγῃ τὸν σῖτον, πρέπει νὰ ἀποσπάσωμεν διὰ τομῶν πᾶν ὅ,τι σταματᾷ καὶ διακινδυνεύει τὴν ἀνάπτυξιν τῆς καρποφόρου σπορᾶς. Τί θ’ ἀπογείνωσιν ὅλοι οἱ νέοι οὗτοι ἀξιωματικοὶ, τοὺς ὁποίους κατεβάλομεν τόσους κόπους ἵνα μορφώσωμεν, ὅταν ἐντὸς τῶν Σωμάτων τῶν ἦναι ἐγκαταλελειμμένοι εἰς ἑαυτοὺς, ὅταν οἱ ἀρχηγοί των δὲν γνωρίζωσιν ἢ δὲν δύνανται νὰ παρακολουθήσωσι τὴν στρατιωτικήν των ἀνάπτυξιν, ὅταν ὁ κύκλος τῶν γνώσεων, ἃς ἀπέκτησαν κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ σταδίου των, ἦναι διὰ παντὸς κεκλεισμένος; Ποῖον ζῆλον θὰ ἔχωσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, ποίαν ὄρεξιν διὰ τὸ ἐπάγγελμά των, ὅταν οὐδεμία ὤθησις δύναται νὰ δοθῇ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν φαντασίαν των, ὅταν ὑπολογίζοντες τὰς πιθανότητας τοῦ μέλλοντός των ἀναγνωρίζωσιν, ὅτι ὁ ὁρίζων εἶναι περιωρισμένος, ὅτι θὰ χρειασθῶσιν ἔτη ἐργασίας ἀχάριτος καὶ μονοτόνου, ἐργασίας ἐπιμόχθου, ὅπως ἀποκτήσωσι μετὰ κόπου βαθμόν τινα, καὶ ὅτι μόνον ἐν τῇ παρακμῇ τῆς ἀνδρικῆς των ἡλικίας θὰ προσπελάσωσιν εἰς τὰς ἀνωτέρας βαθμίδας; Καλοὶ ἀνθυπολοχαγοὶ θὰ γείνωσι μέτριοι ὑπολοχαγοί, θὰ φθάσωσιν ἀποτεθαρρημένοι εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, καὶ θ’ ἀποβάλωσι πᾶσαν ζέσιν καὶ ἐνεργητικότητα, ὅταν φθάσωσιν εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμούς. Ποῖοι θὰ ἦναι οἱ σπάνιοι χαρακτῆρες, οἵτινες θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀντιστῶσιν εἰς τὰ σπέρματα ταῦτα τῆς ἠθικῆς ἀποσυνθέσεως; Τίποτε ἢ σχεδὸν τίποτε δὲν θὰ κάμητε, ἂν δὲν ἀποφασίσητε νὰ καταφέρητε τὸν πέλεκυν τοῦ κατεδαφιστοῦ εἰς τὰς ἀνωτέρας σφαίρας τοῦ στρατοῦ. Πρέπει νὰ ἀνοίξητε ῥήγματα, ὅπως ἀφήσητε νὰ εἰσέλθωσιν ἄτομα νεώτερα καὶ θερμότερα, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θέλουσι νὰ ἐργασθῶσιν ἐξ ἔρωτος πρὸς τὸ ἐπάγγελμα, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐμψυχοῦνται ὑπὸ τῆς εὐγενοῦς φιλοδοξίας τοῦ νὰ πράξωσί τι πλέον τῶν ἄλλων, τοῦ νὰ φθάσωσιν ὑπεράνω ὅλων.» Θέλω νὰ εἴπω δι’ αὐτῶν, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ὤθησις εἰς τὰ νεώτερα στελέχη, ὅτι ἡ παραμονὴ ἡ μακρὰ εἰς τοὺς μικροτέρους βαθμοὺς καταστρέφει καὶ τὴν πειθαρχίαν, καταστρέφει καὶ αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τοῦ στρατεύματος. Καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ καὶ περὶ αὐτῶν ἄμεσον πρόνοιαν.
§150Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐννοῶ ν’ ἀμφισβητήσω τὰς γνώμας τοῦ προλαλήσαντος· τὰς θεωρῶ λίαν ὀρθὰς, πολλὰς δ’ ἐξ αὐτῶν καὶ ἐγὼ ἀπὸ καιροῦ ἔχω. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ὁμιλοῦντες κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τοῦ τόπου, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι πρὸς δύο παρασκευὰς εἴμεθα ἠναγκασμένοι ν’ ἀποδυθῶμεν. Πρώτη παρασκευὴ εἶναι ἐκείνη, ἣν ἀπ’ ἀρχῆς ἠθέλησε τὸ ἔθνος, ἀλλ’ οὐδέποτε κατώρθωσε ν’ ἀποκτήσῃ, καὶ τῆς ὁποίας ἐξακολουθεῖ ἀκόμη τὸ πρόβλημα, λαβὸν ἤδη νέαν διεύθυνσιν διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις πρὸ μικροῦ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι σήμερον δὲν πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς παρασκευῆς, μολονότι οὐδόλως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ παύσῃ ἀσχολουμένη περὶ αὐτῆς. Ἄλλη εἶναι ἡ παρασκευὴ ἐκείνη, ἡ ἐπιβαλλομένη μὲν ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων καὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ ἡμετέρου ἔθνους, ἀλλὰ εἰς μᾶλλον ἢ ἧττον μεμακρυσμένην ἐποχὴν ἀποβλέπουσα, καὶ ἄλλη ἡ παρασκευὴ, τὴν ὁποίαν αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουσιν, ἀλλ’ ἡ ὁποία δυστυχῶς δὲν εἶναι ἐκείνη, ἣν ἐπιδιώκουσι τὰ νομοσχέδια ἢ οἱονδήποτε ἄλλο μέτρον ἢ γνώμη ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας καθ’ ἡμέραν προβάλλουσιν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς στρατιωτικοὶ ἢ μὴ στρατιωτικοί. Ἡ χώρα σήμερον ἀπαιτεῖ φανερῶς παρ’ ἡμῶν, — καὶ πᾶς, ὅστις σιωπᾷ, εἴτε Βουλευτὴς εἶναι εἴτε Κυβέρνησις, δὲν βλέπει τοὺς κινδύνους, — ἡ χώρα ἀπαιτεῖ ταχίστην τὴν δυνατὴν παρασκευὴν τοῦ ἔθνους κατὰ τῶν κινδύνων, οἵτινες νῦν ἀπειλοῦσι τὸν τόπον. Μὴ νομίσωμεν, ὅτι ἐνασχολούμενοι μὲ τὰς αἰωνίους μεγάλας παρασκευὰς τῆς χώρας, ἐνασχολούμενοι μὲ τὰς παρασκευὰς τὰς κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν, ἀνταποκρινόμεθα εἰς τὴν φωνὴν, ἥτις ἐκ τῶν ἔξω ἰδίως, εἴτε Ἑλλήνων εἴτε ξένων, ἀπευθύνεται πρὸς τὸ ἔθνος. Εἶναι τάχα ἀνάγκη ν’ ἀποκαλύψωμεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς τοὺς κινδύνους, τοὺς ἀπειλοῦντας σήμερον τὸν τόπον, ἀφοῦ εἶναι γνωστοὶ εἰς πάντας, ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς ἐλευθέρας καὶ τῆς δούλης Ἑλλάδος μέχρι τοῦ ἄλλου; Περὶ αὐτῶν περιμένομεν πάντες νὰ ἀκούσωμεν, ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν καὶ λαμβάνονται. Σήμερον δὲν δύναμαι, βλέπων ὅτι δὲν γίνεται περὶ αὐτῶν ἰδιαίτερος λόγος, νὰ μὴ φέρω ἐπ’ αὐτῶν τὸν λόγον, καίτοι ἀναγνωρίζω, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ὑποβαλοῦσα στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Ἀλλ’ αἱ παρασκευαὶ, αἵτινες προτείνονται, εἶναι διάφοροι ἐκείνων, ἃς αἱ περιστάσεις ἀπαιτοῦσιν. Ἄλλως παρασκευάζεταί τις, ὅτε ὁ ἐχθρὸς ἤρξατο τὰς ἐπιθέσεις, καὶ ἄλλως, ὅταν ὁ ἐχθρὸς ἡσυχάζῃ. Ἐν πρώτοις ὡμίλησε — καὶ πολὺ δικαίως — ὁ προλαλήσας περὶ παρασκευῶν, καὶ ναυτικῶν καὶ κατὰ ξηράν. Μολονότι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μεγίστην σημασίαν δίδουσιν εἰς τὰς παρασκευὰς τὰς ναυτικὰς, καὶ θεωροῦσιν, ὅτι ἄνευ τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν αἱ κατὰ ξηρὰν εἶναι ἀνεπαρκεῖς, ὡς ἄνευ τῶν κατὰ ξηρὰν ἀπεπαρκεῖς αἱ κατὰ θάλασσαν, φρονῶ ἐν τούτοις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη, ὅτι σήμερον δὲν ὀφείλομεν νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῶν μεγάλων ναυτικῶν παρασκευῶν, καὶ αὐτὰς νὰ ἐπιδιώξωμεν νῦν. Δὲν πρόκειται σήμερον, ἐπὶ τῷ προσεχεῖ κινδύνῳ, ὅστις ἐπίκειται καὶ ἀπειλεῖ ἡμᾶς, διὰ τῶν ναυτικῶν δυνάμεων, ἃς δὲν ἔχομεν παρασκευάσει, νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἀποσόβησιν αὐτοῦ. Οἱ κίνδυνοι δὲν μᾶς ἀναμένουσιν. Αἱ ναυτικαὶ δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν σήμερον, καλῶς καταρτιζόμεναι, εἶναι ἀρκεταί. Πρόκειται ἄλλως περὶ παρασκευῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως ἐπαρκοῦς, ὅπως μὴ εὑρεθῶμεν ἐν τῇ ὥρᾳ τοῦ κινδύνου εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἀνέτοιμοι, ὥστε νὰ ἔχωμεν καὶ ἐσωτερικοὺς κινδύνους, ἐκτὸς τῶν ἐξωτερικῶν. Λοιπὸν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν ἐπειγουσῶν παρασκευῶν, καὶ ἐπὶ τούτων ἐπιθυμῶ, φέρων τὸν λόγον, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Δὲν ἀποκαλύπτω νέα πράγματα, οὔτε νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ἐξοπλιζόμενοι νὰ διεγείρωμεν τὴν μῆνιν καὶ τὴν ἔχθραν τῶν ξένων Δυνάμεων, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὗται. Ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀμυνθῶμεν, διότι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, πάντες γνωρίζομεν, ὅτι εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, δισυπόστατον· εἶναι τὸ ἔθνος τὸ ἐλεύθερον, τὸ ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, ἀλλὰ εἶναι καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος τὸ ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τῆς Α. Μ. τοῦ Σουλτάνου. Ὅταν δὲ τμήματα αὐτοῦ ἑλληνικὰ, μὴ διαφέροντα τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, ἀπειλῶνται, πρέπει νὰ αἰσθανώμεθα τὴν αὐτὴν εὐθύνην καὶ ὑποχρέωσιν πρὸς ὑπεράσπισιν αὐτῶν, τὴν ὁποίαν θὰ ᾐσθανόμεθα διὰ τὰς χώρας τὰς ἀποτελούσας μέρος τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου. Ἂν αὐταὶ κινδυνεύουν, φρονεῖ τις, ὅτι ὑπάρχει πολιτικὴ ἢ σχέδιον, καθ’ ὃ νὰ πρόκηται μηδὲν νὰ πράξῃ ἡ Ἑλλὰς, καὶ ν’ ἀφήσῃ τὰ πράγματα νὰ μεταβληθῶσιν; Ὁ σκεπτόμενος οὕτω θὰ ἦτο βεβαίως μωρός. Πιθανὸν αὔριον νὰ μεταβληθῶσι τὰ πράγματα, καὶ ἐκεῖ, ὅπου φοβούμεθα σήμερον διατάραξιν, δηλ. ἐν τῇ Βαλκανικῇ, καὶ ἀπειλὴν πολέμου μεταξὺ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, νὰ μὴ ἐπέλθῃ τίποτε, νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ μεταρρυθμίσεις, καὶ νὰ ἐπανέλθῃ τάξις καὶ εἰρήνη. Ἀλλ’ εἶναί τις εἰς κατάστασιν νὰ βεβαιώσῃ σήμερον, ὅτι ταῦτα θὰ ἐπέλθωσιν; Αὐταὶ αἱ ἕξ Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν μεγαλειτέραν δύναμιν, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ φαντασθῇ, Κύριος οἶδε, ἂν θὰ ἦναι τόσον ἰσχυραὶ, ὥστε νὰ ἐμποδίσουν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀπειλοῦνται. Οὐδεὶς λοιπὸν δύναται νὰ μᾶς κατηγορήσῃ, οὔτε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Δύναμις, ἥτις νὰ μᾶς καταστήσῃ ὑπευθύνους λόγῳ τῶν παρασκευῶν, ἃς ἡ Ἑλλὰς ἀνέλαβεν, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τοὺς ἀπειλοῦντας ἡμᾶς κινδύνους, οὔτε ἡ γείτων χώρα, διότι ἐννοεῖ ἄριστα τὴν φιλικὴν θέσιν, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι αὐτῆς, τοῦτο πράττοντες, διότι ἀναγνωρίζει, ὅτι εἰς ὅ,τι δήποτε ἠθέλομεν πράξει οὐδόλως ὑπάρχει διάθεσις ἐχθρικὴ, ἀλλὰ τοὐναντίον δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ ἐξοπλισμὸς σήμερον, ὁ ἐκ τῶν ἐνόντων, ὁ ταχύτερος, τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶναι μᾶλλον μία ἐγγύησις ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ καθεστῶτος, ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς εἰρήνης ἐν τῇ Βαλκανικῇ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, κύριε Πρόεδρε, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, ἀναγκῶν κατεπειγουσῶν, τὰς ὁποίας οὔτε αὐτὴ οὔτε οἱαδήποτε δύναμις ἄλλη ἐντὸς τοῦ τόπου εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀναστείλῃ. Εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ ἐπέλθῃ, νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ οὐδεὶς τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους πάντες βλέπομεν, ἀλλὰ δυνατὸν καὶ νὰ πραγματοποιηθῶσι. Γνωρίζομεν πάντες καλῶς τὴν ἀνεπάρκειαν τὴν στρατιωτικὴν, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα σήμερον, καὶ τὰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας, ὑφ’ ὧν στενοχωρούμεθα. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ἐπιχειρήσωμέν τι ὑπὲρ τὰς δυνάμεις μας. Δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου τινὸς, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἀπολύτως δυνατοῦ εἰς ἡμᾶς. Δὲν πρόκειται νὰ παρασκευάσωμεν ὅ,τι νὰ ἀπαιτεῖ μακρὸν χρόνον, οὐδὲ νὰ ἀναλάβωμεν πολυτελῆ διεύθυνσιν πρὸς παρασκευὰς ναυτικάς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν ἐνόντων δυνάμεθα ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, ὅσον ὀλίγον καὶ ἂν ἦναι, αὐτὸ νὰ ἐπιδιώξωμεν καὶ ἀποκτήσωμεν. Ἀπέναντι τῶν ἐνδεχομένων νὰ ἐπέλθωσι θὰ ἦναι ὁπωσδήποτε περισσότερόν τι ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἔδιδε μακροῦ χρόνου παρασκευή. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα καλὸν, μετὰ τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, τοῦ ὁποίου αἱ γνῶμαι βεβαίως, ὑπὸ ἔποψιν γενικωτέρων παρασκευῶν, στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν, τῆς χώρας, εἶναι ὀρθαὶ, νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις, ἃς πρὸ μικροῦ ὑπέβαλον, ὅπως μὴ μένωμεν, μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι, ὑποβληθέντων ἅπαξ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὁμολογῶ ὅτι περιλαμβάνουσι κύκλον ἐξαντλοῦντα τὰ πλεῖστα τῶν στρατιωτικῶν ζητημάτων, ἐπαύσαμεν πλέον ἔχοντες ἀνάγκην σκέψεων καὶ ἐνεργειῶν περὶ ἄλλου τινὸς, καὶ πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν, ἵνα προμηθευθῶμεν δι’ αὐτὰ χρήματα καὶ ψηφίσωμεν τοὺς ἀναγκαίους νόμους. Τοιαύτη ἀντίληψις τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος τῆς σήμερον θὰ ἦτο πεπλανημένη, διότι δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰς πέριξ ἀπειλάς. Ἡ μεγάλη παρασκευὴ εἶναι τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχει ἡ χώρα, ἀλλὰ πρὸ τούτου ἔχει τὸ καθῆκον νὰ παρασκευασθῇ ταχέως ἐκ τῶν ἐνόντων πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν κινδύνων, οὓς πάντες βλέπομεν καὶ τοὺς ὁποίους πάντες πρέπει νὰ φοβώμεθα.
§151Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, φρονῶ, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι ἐντελῶς πρόωρος, διότι εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτὰς θὰ εἰσέλθωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, καὶ φρονῶ, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης καλλίτερον θὰ εἶχον τὴν θέσιν των κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων. Ἂν πρόκηται δὲ νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων ἢ τῶν οἰκονομικῶν, τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή. Ἐν τούτοις, κύριοι Βουλευταί, εἰς ὅσα εἶπεν ὁ προλαλήσας κ. Βουλευτὴς Τυρνάβου θὰ δώσω ἀπαντήσεις ἐπὶ τῶν γενικῶν γραμμῶν τῶν νομοσχεδίων, διότι διὰ τὰς λεπτομερείας ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῶν. Κατὰ τὸν πόλεμον, Κύριοι, ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ στρατὸς, τὸν ὁποῖον τὸ ἔθνος ἠδυνήθη νὰ παρατάξῃ, ἦτο ὀλίγος ἀπέναντι τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, τὰς ὁποίας παρέταξεν ὁ ἀντίπαλος. Κατὰ συνέπειαν τὰ νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, ἀποβλέπουν ἰδίως εἰς τὴν αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ὁ στρατὸς, διὰ νὰ ἦναι ἀξιόμαχος, ἀπαιτεῖ δύο τινά: καλὴν ποιότητα καὶ ἀριθμόν· διότι μέχρις ἀκόμη πρὸ δεκάδος ἐτῶν ἡ καλὴ ποιότης τοῦ στρατοῦ ἠδύνατο εἰς πολλὰς περιστάσεις νὰ ἀντισταθμίζῃ τὴν μικρὰν ἀριθμητικὴν ὑπεροχὴν τοῦ ἀντιπάλου, ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἡ ὑπηρεσία εἰς τοὺς στρατοὺς κατέστη ὑποχρεωτικὴ δι’ ὅλους τοὺς πολίτας, οἱ στρατοὶ ἔλαβον ἀριθμητικὴν δύναμιν μεγάλην, καὶ συνεπῶς πρέπει καὶ ἡμεῖς διὰ τῶν νομοθετημάτων ἡμῶν νὰ κατορθώσωμεν νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὸ μέλλον εἰς τὴν δυσαναλογίαν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Ἡ καλὴ ποιότης βεβαίως ἀντισταθμίζει πολλάκις τὴν ἀριθμητικὴν ὑπεροχήν· ἀλλ’ ὅταν ἡ ἀριθμητικὴ ὑπεροχὴ τοῦ ἀντιπάλου εἶναι τοιαύτη, ὥστε τὸ στράτευμα νὰ ἐκτίθηται εἰς ὑπερκεράσεις, τότε καὶ ὁ καλλίτερος στρατὸς, βλέπων ὅτι περικυκλοῦται ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ὑποχωρήσῃ. Ἡ ἱστορία τῶν πολέμων μᾶς δίδει πολλὰ παραδείγματα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὅσα λέγω...
§152Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔχομεν ἀνάγκην ὅπλων πρωτίστως. Περὶ αὐτῶν πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν, καὶ τὰ σχέδια τὰ πολεμικὰ τὰ κάμνομεν καὶ ἐν πολέμῳ.
§153Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Πρόκειται τώρα περὶ νομοσχεδίων στρατολογικῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς ἐζήτησε τὸν ἀριθμὸν τοῦ μέλλοντος στρατεύματος κατόπιν τῶν νέων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλήν. Παρετηρήθη λοιπὸν, ὅτι αἱ 65 χιλιάδες ἀνδρῶν, τὰς ὁποίας ἠδυνήθημεν νὰ παρατάξωμεν, ἦσαν ἐντελῶς ἀνεπαρκεῖς, καὶ τούτου ἕνεκα ἐπῆλθον τὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὅλοι γνωρίζομεν. Διὰ τοῦτο διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, ἐπαναλέγω, πρόκειται νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν. Ὁ νέος ὀργανισμὸς ἀποβλέπει εἰς τὴν διαίρεσιν τοῦ στρατοῦ εἰς τρεῖς μεραρχίας· αἱ τρεῖς μεραρχίαι ἐν ἐπιστρατεύσει διὰ τοῦ διχασμοῦ τῶν στελεχῶν θὰ γίνωνται ἓξ μεραρχίαι, αἵτινες, ἑνούμεναι ἀνὰ δύο, θ’ ἀποτελῶσι τρεῖς στρατηγίας. Γνωρίζομεν δὲ, ὅτι ἡ δύναμις ἑκάστης στρατηγίας εἶναι περίπου 35 ἕως 40 χιλιάδες ἀνδρῶν. Κατὰ συνέπειαν διὰ τῶν νομοσχεδίων μας ἐπιδιώκομεν στρατὸν τῆς πρώτης γραμμῆς 100,000 ἀνδρῶν τοὐλάχιστον· κατόπιν ἔρχεται ὁ στρατὸς τῆς δευτέρας γραμμῆς, ὁ ὁποῖος θ’ ἀποτελεσθῇ ἐκ 50,000, καὶ τέλος ἔρχεται καὶ ἡ ἐθνοφρουρὰ, ἡ ὁποία θὰ ἦναι περίπου 25,000 ἄνδρες.
§154Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ δηλώσητε εἰς τὴν Βουλὴν, πότε θὰ ἔχητε τ’ ἀποτελέσματα αὐτά· τὸν Μάρτιον ἢ μετὰ τρία ἔτη;
§155Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὄχι δὰ τὸν Μάρτιον· ἀλλὰ προβλέπομεν καὶ περὶ τούτου, καὶ χωρίζομεν τὴν ἐργασίαν εἰς ἐργασίαν διὰ τὸν Μάρτιον ἢ τὸν Ἀπρίλιον, καὶ εἰς ἐργασίαν διὰ τὸν στρατὸν τοῦ μέλλοντος· δηλαδὴ περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χώρας. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι ἐκ τῶν 100,000 τῆς πρώτης γραμμῆς, 50,000 τῆς δευτέρας καὶ 25,000 τῆς ἐθνοφρουρᾶς θὰ ἔχωμεν 175,000 ἄνδρας, οἵτινες εἶναι ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους τὸ ἔθνος ἠμπορεῖ νὰ διαθέσῃ διὰ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν. Ἰδοὺ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν κύριον ἐκ Τυρνάβου Βουλευτήν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ, τὴν κινητοποίησιν αὐτοῦ κλπ., εἶναι διὰ μὲν τὴν μόρφωσιν αἱ Στρατιωτικαὶ Σχολαὶ, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπουσι τὰ νομοσχέδια, εἶναι τὰ σχολεῖα τῶν συνταγμάτων, εἶναι ἡ ἐκπαίδευσις, ἡ ὁποία γίνεται μετὰ τὴν κατάταξιν τῶν νεοσυλλέκτων, εἶναι αἱ γενικαὶ ἀσκήσεις, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὸν ἔλεγχον τῆς ἱκανότητος τῶν ἀνωτέρων ἡγητόρων, τῶν ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων στελεχῶν τοῦ στρατοῦ, περὶ ὧν ἠρώτησεν ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτής. Τὰ νομοσχέδια προβλέπουσιν ἐπίσης περὶ ἐπιμελητείας, περὶ ὑγιειονομικῆς ὑπηρεσίας, περὶ καταρτισμοῦ σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, καὶ περὶ διαφόρων ἄλλων ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ὅλα τὰ ἐλατήρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καθιστῶσιν ἕνα στρατὸν ἀξιόμαχον. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ὁπλισμοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Πετροπουλάκης, τοῦτο εἶναι ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου προβλέπει ἕτερον νομοσχέδιον. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι δι’ ὅσων εἶπον ἔδωκα ἀπάντησιν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτής. Πλειότερα θέλει μάθει ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, ὁπότε θέλουσι συζητηθῆ ὅλαι αἱ λεπτομέρειαι.
§156Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω παρὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ δώσῃ τὰς σχετικὰς πληροφορίας, ἀναμένω δὲ τὰς λοιπὰς κατὰ τὴν συζήτησιν.
§157Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ μὲ ἐλύπησε, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀγόρευσις τοῦ προαγορεύσαντος κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, ἰδίως ὡς πρὸς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὸν στρατηγὸν Βοσέρ. Ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς μᾶς ἀνεκοίνωσε περικοπὴν τῆς ἐκθέσεως τοῦ στρατηγοῦ Βοσὲρ, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἠθέλησε νὰ στηρίξῃ τὴν γνώμην, ὅτι ὀφείλει ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία τῆς πατρίδος νὰ προβῇ εἰς καταστροφὴν τῶν στελεχῶν τῶν ἀνωτέρων μονάδων, τῶν γενικῶν μονάδων. Βεβαίως ὁ στρατηγὸς Βοσὲρ δὲν εἶχε τὴν αὐθαίρετον γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ προαγορεύσας κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτής, διότι ὁ στρατηγὸς Βοσὲρ βεβαίως πιστεύει, ὅτι ἡ πεῖρα μετὰ τῆς παιδεύσεως ἀποτελοῦσι τὴν ἀποκατάστασιν παντὸς ἀτόμου. Διὰ νὰ γνωρίσωμεν λοιπὸν ἀκριβῶς τὸ πνεῦμα τοῦ στρατηγοῦ, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἔκθεσιν πᾶσαν καὶ νὰ μελετήσωμεν αὐτὴν, ἵνα κατανοήσωμεν τὰς ἰδέας αὐτοῦ, καὶ ἴδωμεν, ἂν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, αὐτὴν καὶ ὑποστηρίζει διὰ τῆς ἐκθέσεώς του ταύτης ὁ στρατηγός. Ἀλλὰ μὲ ἐλύπησεν, εἶπον, ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο· καὶ θὰ ἐξηγήσω διατὶ μὲ ἐλύπησε, καὶ θὰ ἐξηγήσω ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν ὁ λόγος αὐτός. Καὶ λέγω, Κύριοι, ὅτι ἐλυπήθην, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο κατάλληλος ἡ στιγμή, διὰ νὰ ῥίψῃ εἰς τὴν πυρὰν ἔλαιον. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς εἶναι μέλος τοῦ στρατοῦ, καὶ γνωρίζει ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὰς συνθήκας ταύτας, διετέλεσε καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὰ ἔγκατα τῶν συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι συγκροτοῦσιν ἢ καὶ συγκρούουσι τὴν οἰκογένειαν ταύτην. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐπετρέπετο αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τυρνάβου νὰ ὑποδείξῃ εἰς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς, ὅτι ἓν πρόγραμμα πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις, πῶς νὰ θέσῃ ἐκποδὼν τοὺς ἀνωτέρους, διὰ νὰ δώσῃ ὤθησιν εἰς τοὺς κατωτέρους.
§158Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἐργασίαν τοῦ Κρόνου!
§159Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐδαμοῦ, εἰς κανένα στρατὸν τοῦ κόσμου, τοιαύτη τις ἐργασία ὄχι δὲν ἐπῆλθεν, ἀλλ’ οὔτε ἐμελετήθη κἄν. Εἰς τοὺς στρατοὺς τῆς Εὐρώπης ἀπομακρύνονται οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκ τῶν τάξεων αὐτῶν, ἀλλ’ ὑπὸ κατάστασιν καὶ κατηγορίαν τοιαύτην, τὴν ὁποίαν νόμος ἐπιβάλλει καὶ νόμος διατυποῖ. Τὴν αὐθαίρετον ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ κατὰ τῶν βαθμῶν εἰς οὐδένα ἐκ τῶν στρατῶν τοῦ κόσμου βλέπομεν,—καὶ προκαλῶ τὸν συνάδελφον νὰ μοῦ φέρῃ ἓν παράδειγμα ἀντίθετον—εἰς οὐδένα στρατὸν ὑπάρχουσιν αὐθαιρέτως ἐνεργοῦντες. Ἐκεῖ πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν μετὰ μίαν ἐπιθεώρησιν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῶν ἀσκήσεων ἀπομακρύνονται τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ τοῦτο γίνεται μετὰ δοκιμασίαν, ὡς ἐν πολέμῳ, ἐκτὸς τῶν ἐκθέσεων τῶν σωματαρχῶν, ἐκτὸς τῶν ἐκθέσεων τῶν ταξιάρχων καὶ τῶν μεράρχων. Εἶχον τὴν τιμὴν, ὅτε διετέλουν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ συντάξω νομοσχέδιον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ γνωρίσω εἰς αὐτὴν τὰ καθέκαστα. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας βεβαίως ἡ σύγκρουσις τῶν συμφερόντων ἐν τῷ στρατεύματι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πρυτανεύσῃ, διότι πρυτανεύει ἡ δικαιοσύνη, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ πέλεκυς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν οὐδεμίαν ἀγανάκτησιν ἢ ἀδικίαν ἐπιφέρει. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο, ἦτο ἀκροβολισμὸς, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τὴν παράταξιν εἰς μάχην, καὶ εἴδομεν ὅλον τὸ σχέδιον ἀναπτυσσόμενον ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης. Εἰς τὸ σχέδιον αὐτὸ θ’ ἀντισταθῶμεν ἐν λόγοις, καὶ θὰ προσπαθήσωμεν νὰ πείσωμεν τοὺς πάντας, ὅτι τοιαύτη ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἦναι ἐπιβλαβὴς, καὶ ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ ἐγκαθιδρυθῇ, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ ἐξαλειφθῇ ἀπὸ τὴν κεφαλὴν παντὸς ἀνθρώπου, ἐὰν θέλωμεν νὰ συγκροτήσωμεν τὸν στρατὸν ἐν πειθαρχίᾳ καὶ νὰ ἑτοιμάσωμεν αὐτὸν πρὸς τὴν ἀνάγκην, διὰ τὴν ὁποίαν ἀνεγνωρίσθησαν οἱ στρατοὶ εἰς ὅλα τὰ ἔθνη.
§160Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν ἐξηγήθην καλῶς, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἴσως ἔλαβεν ἀφορμὴν ὁ κύριος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς νὰ ὁμιλήσῃ περὶ μαχῶν καὶ παρατάξεων καὶ σχεδίων. Ἀκριβῶς ζητῶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ καὶ ὁ κύριος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, ἤτοι νόμον· νὰ λάβῃ δηλαδὴ μέριμναν ἡ Κυβέρνησις διὰ νόμου περὶ ὅλων τῶν θεμάτων, περὶ ὧν ὡμίλησα. Δὲν ἐννοῶ κανὲν αὐθαίρετον. Ἐννοῶ μάλιστα νόμον παρέχοντα καὶ ἐγγυήσεις προσωπικάς· διότι, ὡς ἠκούσατε, τὴν ὁμιλίαν μου ἐσχέτισα πρὸς τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, περὶ ὁρίου ἡλικίας. Ὥστε περὶ νόμου πρόκειται, καὶ ἂς ἦναι ἥσυχος ὁ κύριος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, καὶ ἂς ἐπιφυλαχθῇ νὰ ἀντιμετωπίσῃ, ἐὰν τυχὸν παρουσιασθῇ περίπτωσις, ἄλλον τινὰ, καὶ ἂς ἀναπτύξῃ τότε τὰς γνώμας του. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ αὐθαιρέτων ἐνεργειῶν.
§161Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὸ ἀποδεικνύει.
§162Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου εἰς πολλὰ ἐκ τῶν ζητημάτων, ἰδίως δὲ εἰς δύο ἐκ τῶν κυριωτέρων, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου. Καὶ πρῶτον ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. συνάδελφος ὡμίλησε, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἴσως παρενοήθη ἀπὸ τὸν κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτήν. Εἶναι θλιβερόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ βλέπῃ τις ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πάντα τὰ στοιχεῖα τῆς μαθήσεως, τῆς δραστηριότητος, τῆς ἀγάπης πρὸς τὸ ἐπάγγελμα, νὰ μένωσιν ἐπὶ 14 ἔτη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ.
§163Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τίς ἀρνεῖται τοῦτο;
§164Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἑπομένως περὶ αὐτῶν ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, ὅτε εἶπεν, ὅτι πρέπει μέριμνα νὰ ληφθῇ περὶ τοιούτων ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἀπογοητεύονται τέλεον καὶ σκέπτονται νὰ ἀπέλθωσι τοῦ στρατεύματος, ὅπως ἤρχισαν ἀπό τινος χρόνου ἀπερχόμενοι· ἴσως μερικοὶ ἐκ τῶν ἀρίστων ἐξ αὐτῶν. Τοιοῦτόν τινα σκοπὸν εἶχεν ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, ὅτε ἐτόνισε τὸν πόνον του, βλέπων ἀξιωματικοὺς τῶν κατωτέρων βαθμῶν μένοντας ἐπὶ τόσα ἔτη εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν καὶ ἀπογοητευομένους. Δεύτερον θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον συμφωνῶ πληρέστατα, εἶναι τὸ περὶ κατεπειγούσης συζητήσεως τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων καὶ περὶ τῆς προτάξεως αὐτῶν. Νομίζω ὅτι τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, ὅπως ἀρκετὰ εὐρέως τὸ ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε πρέπει πρῶτον αὐτὸ νὰ λυθῇ, διότι, ἐὰν ἅπαξ τεθῶσιν αἱ ἀρχαὶ τῶν θυσιῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατόπιν νὰ προσκληθῇ, ὅπως δώσῃ τοὺς πόρους, τότε θὰ ἦναι καὶ εἰς θέσιν νὰ συζητήσῃ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια. Προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προταχθῶσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια τῶν φορολογικῶν καὶ πάσης ἄλλης ἐργασίας.
§165Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁμιλοῦσι περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἐνῷ ὑπάρχει φυτώριον ἀξιωματικῶν μέγα, διότι ἔχομεν Σχολὰς, αἱ ὁποῖαι δίδουσιν ὑπεραρίθμους ἀξιωματικοὺς κατ’ ἔτος. Ἔχομεν πληθώραν ὑπεραρίθμων ἀξιωματικῶν. Ἑπομένως οἱ νεώτεροι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι προαγωγὴν, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει αὐτὸ τὸ φυτώριον. Τοῦτο δὲ δυστυχῶς ἤρχισε νὰ συμβαίνῃ καὶ εἰς τὸ ναυτικόν, διότι εἰς τὴν πρώτην, δευτέραν καὶ τρίτην τάξιν τῆς Σχολῆς τῶν δοκίμων ὑπάρχουσιν ἤδη ὑπεράριθμοι. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ φροντίσῃ νὰ παύσῃ ἡ λειτουργία τῶν Σχολῶν, διότι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσιν ὑπεράριθμοι, οἱ κατώτεροι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι προαγωγήν.
§166Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ φοβοῦμαι, Κύριοι, μήπως ἡ ἄκαιρος καὶ πρόωρος στρατιωτικὴ συζήτησις ἡ ἀρξαμένη βλάψῃ αὐτὸ τοῦτο τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα· πολὺ φοβοῦμαι, μήπως αὐτὰ ταῦτα τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, τὰ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἀναμενόμενα καὶ ἤδη ὑποβληθέντα, ἐρχόμενα ἐξαίφνης καὶ ἀμελέτητα εἰς συζήτησιν, πάθωσι τύφλωσιν, ἀφοῦ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἐβίωσαν ἐν τῷ σκότει. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐγώ, ὁ οὐδέποτε εἰς εὐνοίας ἀποβλέψας, ἀλλὰ πάντοτε πρὸς τὸ καθῆκον ὁδεύσας, νομίζω ὅτι οὐδεμία ὑφίσταται ἀνάγκη νὰ ποιήσωμαι δήλωσιν περὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Τὴν γνώμην μου ἐπιφυλάσσομαι, ἐν τῷ μέτρῳ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων, νὰ διατυπώσω κατὰ τὴν γενησομένην συζήτησιν ἐπ’ αὐτῶν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀρκοῦμαι νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτήν, τὸν σεβαστὸν κ. συνταγματάρχην, τὸ στρατιωτικὸν ἀξίωμα, προκειμένου περὶ τῆς προτάξεως τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις πάσης χώρας βαίνει παραλλήλως πρὸς τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν, καὶ διὰ τοῦτο πολὺ ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις, σφυγμομετροῦσα τοὺς οἰκονομικοὺς πόρους τοῦ Κράτους, ἐκανόνισεν ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, καὶ τὰ ὑπέβαλε. Θὰ ἦτο δὲ ἄντικρυς ἄλογον, νὰ προταχθῶσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, νὰ ἐπιψηφισθῶσι, καὶ κατόπιν ἡ Κυβέρνησις νὰ εὑρεθῇ εἰς οἰκονομικὴν ἀδυναμίαν νὰ τὰ ἐφαρμόσῃ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς γενικὰς ἰδέας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου, διὰ ταύτας ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν. Τώρα θὰ παρατηρήσω μόνον τὸ ἑξῆς. Ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς εὐηρεστήθη νὰ ἀναμνησθῇ τῶν ὑποδεεστέρων ἀξιωματικῶν, καὶ νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδιαιτέρως τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, σεβαστοῦ στρατηγοῦ, ἐπὶ τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι μέχρι τοῦδε οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη ὑπὸ τῆς Πολιτείας περὶ τῶν κατωτέρων στελεχῶν τῶν τε ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀξιωματικῶν. Ἡ Πολιτεία μέχρι τοῦδε ἐδείχθη ἀνάλγητος, ἀδιάφορος· μετὰ πάροδον δὲ τόσων ἐτῶν, ἐρχομένη σήμερον νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν αὐτῶν, προβάλλει πρὸς συζήτησιν νομοσχέδια ἐμπεριέχοντα διατάξεις οὐδόλως ἀσφαλιζούσας εἰς τὸ ἑξῆς πάντας τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς. Τὸ νομοσχέδιον περὶ προβιβασμῶν ἐμπεριέχει διάταξίν τινα, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται ἡ κατ’ ἐκλογὴν προαγωγὴ τῶν ἀνθυπολοχαγῶν καὶ ὑπολοχαγῶν. Φαντασθῆτε, Κύριοι, μετὰ πάροδον 14 ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν οἱ κατώτεροι ἀξιωματικοί, — καὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν κατωτέρων ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ, — φαντασθῆτε σήμερον νὰ πρόκηται νὰ προαχθῶσί τινες ἐξ αὐτῶν κατ’ ἐκλογὴν! Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ τοιαύτη διάταξις τοῦ περὶ προβιβασμῶν νόμου εἶναι διάταξις συνηγοροῦσα ὑπὲρ τῶν ἀτόμων, νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι διάταξις ἀνοίγουσα εὐρεῖαν τὴν λεωφόρον εἰς τὰς εὐνοίας. Εἰς τὰς εὐνοίας αὐτὰς νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον ἔχει ν’ ἀντιταχθῇ δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν τῆς ὀρθῆς συζητήσεως μέτρων. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἀδιαφορῶν εἰς τὰς εὐνοίας, ἀδιαφορῶν ἂν θὰ γένωμαι κακὸς εἰς οἱονδήποτε, θὰ ὑψώσω, ὅση μοι δύναμις, τὴν φωνήν μου καὶ θὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅ,τι δὲν συμφέρει εἴτε εἰς τὸ στράτευμα εἴτε εἰς τὰ ἄτομα.
§167Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, φοβοῦμαι ὅτι ἡ συζήτησις ἡ ἀφορῶσα τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, καὶ δὴ τὸν ἐξοπλισμὸν τοῦ στρατεύματος, θὰ ματαιώσῃ τὸν σκοπὸν τοῦτον, διότι αἱ μακραὶ συζητήσεις, τὰ σχέδια καὶ οἱ ὀργανισμοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προλάβωσι μόνα αὐτὰ τὸν κίνδυνον. Τὸν κίνδυνον θὰ τὸν προλάβῃ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἡ σοβαρότης, μετὰ τῆς ὁποίας αὕτη πρέπει νὰ ἐργασθῇ, ἐπιψηφίζουσα τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, διὰ νὰ ἴδωμεν ὁποῖον χρῆμα δύναται νὰ συγκεντρωθῇ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ τίνα ἀριθμὸν ὅπλων δυνάμεθα νὰ ἀγοράσωμεν. Διότι, ὅταν δὲν ἔχητε ὅπλα εἰς τὰς ἀποθήκας, εἰς τί θὰ σᾶς χρησιμεύσῃ ὁ λαμπρότερος τῶν ὀργανισμῶν στρατοῦ; Εἰς τίποτε. Εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος, ἐάν τις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες ἐπαγγέλλονται τὸν οἰκονομολόγον, ἢ καὶ εἶναι οἰκονομολόγοι, ἔχῃ νομοσχέδιόν τι ἕτοιμον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, δι’ οὗ θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξεύρωμεν χρήματα, καὶ μάλιστα μὴ ἐπιβάλλοντες νέαν φορολογίαν, εἶναι ἀνάγκη νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ, καὶ ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ προθύμως θέλει τὸ ψηφίσει, θεωροῦσα αὐτὸ εὐεργέτημα. Ἐὰν ὅμως τοιαῦτα νομοσχέδια δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν, ἂς ἀφήσωμεν τὰς ἀντεγκλήσεις καὶ τὰ κομματικὰ πάθη, ὅπως οὕτω δυνηθῶμεν νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὰ ἐπείγοντα ἐκεῖνα νομοσχέδια, δι’ ὧν θὰ ἐξεύρωμεν τὰ χρήματα, ἵνα ἀγοράσωμεν ὅπλα πρὸς ἐξοπλισμὸν τοῦ στρατοῦ. Πρέπει λοιπὸν νὰ προβῶμεν εἰς ταῦτα, καὶ νὰ μὴ κατατριβώμεθα εἰς λόγους καὶ σχέδια· νὰ προβῶμεν δὲ μετὰ ταῦτα εἰς τὴν διοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, ψηφίζοντες τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, καὶ ἂν ταῦτα ἀποδειχθῶσιν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐλαττωματικά, νὰ προβῶμεν κατόπιν εἰς τὴν διόρθωσιν αὐτῶν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προβιβάζωνται οἱ ἀξιωματικοὶ ἐγκαίρως, ἵνα μὴ ἀπογοητεύωνται, οὔτε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀμείβωνται καλῶς οἱ ὑπαξιωματικοὶ, ἡ ψυχὴ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν κυρίως ἔχομεν ἀνάγκην ὅπλων, καὶ πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι, διὰ νὰ ἐξεύρωμεν ταῦτα, εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα, διότι πρὸ παντὸς δεῖ δὴ χρημάτων, ὡς ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι.
§168Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Αἰσθάνομαι τὴν θέσιν μου, κύριοι Βουλευταί, εὑρισκόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει ν’ ἀναβαίνωσιν οἱ κατέχοντες μεγάλας γνώσεις. Ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους καὶ τῆς ἐπαρχίας μου νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν πρακτικάς τινας σκέψεις μου. Τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἀσχολεῖται ἡ Βουλὴ, εἶναι βεβαίως τὸ κυριώτερον ζήτημα· ἀλλὰ δὲν προηγεῖται αὐτοῦ τὸ ζήτημα τῶν μεταναστεύσεων, αἵτινες εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς οἰκονομικῆς στενοχωρίας; Πῶς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν, ἀφοῦ τόσος πληθυσμὸς κατ’ ἔτος μεταναστεύει εἰς τὴν Ἀμερικήν;
§169ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εὖγε!
§170Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Τὴν ἰδέαν μου ἦλθον νὰ ἐκφράσω. Ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λέγῃ προχθές, ὅτι πολλοὶ ἄνδρες ἑκάστης ἀπογραφῆς δὲν προσέρχονται· ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον δὲν προσέρχονται; Ἕνεκα τῆς μεταναστεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τοὺς ἀναγκάζει ἡ στενοχωρία καὶ ἡ πεῖνα. Πρέπει, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ νέων φόρων, οἵτινες θὰ ἀναγκάσωσι καὶ τοὺς μένοντας ἀκόμη ἐν Ἑλλάδι νὰ μεταναστεύσωσιν, ἀλλὰ πρέπει πρῶτοι ἡμεῖς νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας καὶ νὰ χαρίσωμεν τὸ ἥμισυ τῆς βουλευτικῆς μας ἀποζημιώσεως εἰς τὸ Κράτος, ἀφοῦ βλέπομεν, ὅτι τὸ Κράτος πτωχεύει ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς. Πρέπει αὐτὸς ὁ Ἄναξ, τὸν ὁποῖον σέβομαι, ὡς πάντες οἱ Ἕλληνες καθῆκον ἔχομεν νὰ σεβώμεθα, νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξεν ὁ Βασιλεὺς τῆς Ρουμανίας, ὁ ὁποῖος εἰς οἰκονομικὴν στενοχωρίαν τοῦ ἔθνους του ἐχάρισεν εἰς τὸ Δημόσιον τὰ ἓν τρίτον τῆς βασιλικῆς του χορηγίας, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας. Πρέπει κατόπιν νὰ ἐπιβληθῇ ἐλάττωσις τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου ἕως τοῦ κατωτάτου, κατὰ εἴκοσι τοὐλάχιστον τοῖς ἑκατόν, διὰ νὰ μὴ ὑποβληθῇ εἰς τὸ βασανιστήριον τῶν φόρων ὁ δυστυχὴς λαός. Αὐτὰ πρῶτον πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ πράξωμεν, κύριοι Βουλευταί. Πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ἂν θὰ δυνηθῇ πλέον ὁ λαὸς ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς νέαν φορολογίαν καὶ ἂν δὲν θ’ ἀναγκασθῇ νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλα μέρη. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριοι Βουλευταί, ἐὰν δὲν δύναμαι ὁμιλῶν νὰ τοποθετήσω καλῶς τὰς λέξεις. Σᾶς βεβαιῶ ὅμως, ὅτι ἔχω καρδίαν καὶ πονῶ, ὅταν βλέπω τὸν λαὸν πάσχοντα καὶ ἐπιβαρυνόμενον, ὅταν βλέπω ἐπιβαρυνόμενον τὸν ἐργάτην, τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ, τὴν μέλισσαν, ἥτις ἐξάγει τὸ μέλι, τὸ χρῆμα, καὶ τὸ παραδίδει εἰς ἡμᾶς. Εἶδον, Κύριοι, πτωχὸν ἐργάτην φιλονεικοῦντα πρὸς ἕνα ἀρτοπώλην διὰ πέντε λεπτά, καὶ σεῖς θέλετε νὰ τῷ ἐπιβάλητε νέους φόρους! Ἀντὶ τῶν φόρων δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ὅ,τι σᾶς εἶπον, ἵνα οὕτω καὶ τὴν συνείδησίν μας ἔχωμεν ἀναπαυμένην καὶ τοὺς ἐργάτας νὰ μὴ πιέσωμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Σεῖς ἀποφασίσατε ὅ,τι θέλετε.
§171Θ. ΛΕΚΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας ἡ ὑπόθεσις τῶν προφυλακισθέντων φοιτητῶν. Ὑποθέτω ὅτι ἀρκετὸς παρῆλθε χρόνος, καὶ πρέπει νὰ ἐξέλθωσιν οἱ φοιτηταὶ ἐκ τῶν φυλακῶν. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ καὶ τὸν σχετικὸν φάκελον, διότι πρέπει νὰ πεισθῶσιν ὅλοι, ἂν ὑπῆρξεν ἔγκλημα.
§172Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Χθὲς μοὶ ἀνεκοινώθη, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐπεράτωσε τὴν μελέτην του, ἣν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Συμβούλιον, ὅπερ δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του.
§173Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καταθέτω τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ὑπουργοὺς νὰ καταθέσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: «αʹ) Πόσον εἶναι τὸ ποσὸν τῆς εἰσαχθείσης εἰς Βέλγιον σταφίδος κατὰ τὰ ἔτη 1890–1900 καὶ καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τούτων. βʹ) Ποία ἡ ἀξία καὶ τὸ εἶδος τῶν εἰς Βέλγιον εἰσαχθέντων ἑλληνικῶν προϊόντων ἐν γένει καὶ τῶν ἐκ Βελγίου εἰς Ἑλλάδα ἐπίσης εἰσαχθέντων κατὰ τὴν ἄνω δεκαετίαν. γʹ) Νὰ καταθέσουν τὴν πληροφορίαν, ἂν μετὰ τὴν συνθήκην τὴν ἐμπορικὴν μετὰ τοῦ Βελγίου ἐπεβλήθη ἐν Βελγίῳ τέλος τι, ἢ φόρος δημόσιος ἢ δημοτικός, βαρύνων τὴν σταφίδα ἢ τὰ ἐκ σταφίδος παραγόμενα, οἷον, οἰνόπνευμα κλπ. δʹ) Ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διεμαρτυρήθη διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν βαρῶν τούτων, καὶ τί ἀπήντησεν ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις.»
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§175Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πολὺς λόγος, κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο ἐν τῷ τύπῳ διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν λεβήτων τῶν θωρηκτῶν. Συνεπείᾳ ἐκθέσεως τῶν ἁρμοδίων ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Ράλλην Κυβέρνησις εἶχεν ἐπιληφθῆ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ μετὰ σπουδῆς μεγάλης εἶχεν ἐργασθῇ, διότι εἶχε παρασταθῇ, ὅτι ἐν δεδομένῃ στιγμῇ τὰ θωρηκτὰ ἤθελον εὑρεθῆ ἐν ἀχρηστίᾳ, ἕνεκα τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν λεβήτων. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε προχωρήσει ἐπὶ τοσοῦτον εἰς τὰς ἐργασίας της, ὥστε ἐπέκειτο ἡ ὑπογραφὴ συμβάσεως, δι’ ἧς τὸ Κράτος ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν δαπάνης ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου δραχμῶν διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῶν λεβήτων τῶν θωρηκτῶν. Ὁ κ. τότε Πρωθυπουργός, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, ἔσπευσε ν’ ἀναστείλῃ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ συμβολαίου. Ἐὰν ἐπ’ ὀλίγον ἐβράδυνε, τὸ συμβόλαιον θὰ ὑπεγράφετο, τὸ δὲ Κράτος ἤθελεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν μεγίστου ποσοῦ διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῶν λεβήτων. Ἡμέραν τινὰ ἦλθον εἰς τὴν οἰκίαν μου πρὸς ἐπίσκεψίν μου μηχανικοὶ ὑπηρετοῦντες εἰς τὰ θωρηκτὰ, καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσαν, ὅτι οἱ λέβητες τῶν θωρηκτῶν εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν, ὅτι ἡ ἀνανέωσίς των δὲν ἐπιβάλλεται, καὶ ὅτι μὲ μικρὰς ἐπισκευὰς ἠδύναντο νὰ λειτουργήσωσιν ἐπ’ ἀρκετὸν ἀκόμη χρόνον· μοὶ ἐξέφρασαν δὲ τὴν ἀπορίαν των, διατὶ ἡ Κυβέρνησις σπεύδει εἰς τὴν ἀνανέωσιν τῶν λεβήτων. Μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἡμερῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐπισκεφθῶ τὸν νῦν κύριον Πρωθυπουργὸν, ὀλίγας ἡμέρας πρὶν ἢ ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, λόγου δὲ γενομένου περὶ τῶν λεβήτων τῶν θωρηκτῶν, εἶπον πρὸς αὐτὸν ὅσα εἶχον μάθει, προσέθεσα δὲ, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν, ἐὰν μετέβαινε τὸ θωρηκτὸν «Ψαρὰ» ἵνα καθαρισθῇ εἰς τὴν δεξαμενὴν τῆς Μελίτης, νὰ ἐλαμβάνετο πρόνοια, ὅπως τὸ Ἀγγλικὸν Ναυαρχεῖον συστήσῃ ἐπιτροπὴν Ἄγγλων μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν λεβήτων τοῦ θωρηκτοῦ.—Νομίζω, δ’ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνθυμεῖται τὴν συνομιλίαν μας.—Μετ’ ὀλίγας ἀπὸ τότε ἡμέρας ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὸν κ. νῦν Πρωθυπουργὸν, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνθυμηθεὶς τὴν ὁμιλίαν, ἣν ἐκάμαμεν.—λέγων δὲ ταῦτα, δὲν θέλω νὰ οἰκειοποιηθῶ τὴν δόξαν,—ἔλαβε μέτρα, ὅπως τὸ Ἀγγλικὸν Ναυαρχεῖον συστήσῃ ἐπιτροπὴν ἐξ Ἄγγλων μηχανικῶν πρὸς ἐξέτασιν. Καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον δ’ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν καὶ τέως Πρωθυπουργὸν εἶχον ἀνακοινώσει ὅσα εἶχον μάθει. Ἤδη μανθάνω ἐξ ὅσων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος τὰ νομοσχέδιά του, εἶπε περὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅτι ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ μηχανικοὺς τοῦ Ἀγγλικοῦ ναυτικοῦ, τῇ διαταγῇ τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου συσταθεῖσα, ἐξήτασε τοὺς λέβητας καὶ εὗρεν, ὅτι δὲν ἦσαν κατεστραμμένοι, καὶ ὅτι ἠδύναντο ἐπὶ μίαν ἔτι τετραετίαν νὰ λειτουργήσωσι, μετά τινας ἐπισκευὰς, ἀναπτυσσομένου μάλιστα ἀτμοῦ, δι’ οὗ νὰ διανύωσι τὴν ἀρχικὴν αὐτῶν παχύτητα τῶν 17½ μιλίων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔκθεσιν τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου, ὡς καὶ τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, οἱ ὁποῖοι παρέστησαν, ὅτι τὰ θωρηκτὰ δὲν δύνανται νὰ διανύσωσι πλέον τῶν 12 μιλίων, καὶ ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀνανέωσις τῶν λεβήτων. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν θέλει σπεύσει νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις ταύτας· διότι, ἂν πράγματι ἀποδειχθῇ, ὅτι ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶναι ἀκριβῆ, καὶ ὅτι ἡ ἔκθεσις τῶν Ἄγγλων μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ διαψεύδει ὅσα οἱ ἰδικοί μας ἀνέφεραν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐλπίζω ὅτι θὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του.
§176ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Βεβαίως θὰ καταθέσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου τῆς Μελίτης, γνωρίζω ὅμως εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀντίφασις τοιαύτη, οἵα παρίσταται μεταξὺ τῆς ἐκθέσεως τῶν Ἑλλήνων ναυπηγῶν ἢ μηχανικῶν καὶ τῆς τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου, δὲν ὑπάρχει.
§177Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι πολὺ εὐχάριστον.
§178ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω εἰς ποίαν ἐνέργειαν προέβη ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου· ἓν μόνον δύναμαι ἐντεῦθεν νὰ εἴπω· ὅτι ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Ἀγγλικὸν Ναυαρχεῖον διὰ τὴν εὐγενῆ καὶ φιλελληνικὴν προθυμίαν, ἣν ἔδειξαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ συνάμα βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ναυτικὸν ἔχει ἀξιωματικούς, μαχίμους καὶ μὴ, ἀξίους νὰ καταλάβωσιν ἐπίζηλον θέσιν εἰς μεγάλα ναυτικὰ Κράτη.
§179Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ οὐδένα κατηγόρησα, καὶ ἦτο, νομίζω, περιττὸν, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ σπεύσῃ νὰ πλέξῃ τὸ ἐγκώμιον τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ. Τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ ἐγὼ διῴκησα ἐπὶ τριετίαν, τοὺς ἐγνώρισα δὲ καλῶς, καὶ ἔπλεξα τὸ ἐγκώμιόν των πρὶν τοὺς γνωρίσῃ ὁ νῦν κ. Ὑπουργός.
§180Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναγκαῖον εἶναι, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ἐνέργειαν τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν λεβήτων ἐν γένει, ὡς καὶ τὸν πρώην συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν συνταγματάρχην κ. Κωνσταντινίδην, ὁ ὁποῖος δὲν παρευρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐν μέρει εἶναι ἀκριβῆ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἐν μέρει ἀνακριβῆ. Ἡ μελέτη περὶ τῆς ἀλλαγῆς τῶν λεβήτων δὲν ἤρξατο ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προεδρευομένης ὑπ’ ἐμοῦ, αἱ μελέται εἶχον ἤδη ἀρχίσει πρὸ μακροῦ χρόνου, καὶ νομίζω, ὅτι εἶχον φθάσει εἰς τὸ τέλος κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου δὲν ἠρκέσθη εἰς τὰς γενομένας μέχρι τότε μελέτας, ἐθεώρησε δὲ ἀναγκαῖον, πρὶν ἢ προβῇ εἰς ἀπόφασιν, ἐκ τῆς ὁποίας ἤθελον ἐκτεθῆ τὸ Κράτος εἰς δαπάνην πλέον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου διὰ τὴν κατασκευὴν, καὶ ἑτέρου ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου διὰ τὴν τοποθέτησιν, νὰ συστήσῃ καὶ νέαν ἐπιτροπὴν, ἵνα μελετηθῇ ἐκ νέου τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἀμέσου ἀνάγκης τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν λεβήτων. Ἐννοεῖται, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἐγίνοντο αἱ μελέται αὗται συνέρρευσαν ἐνταῦθα ἀντιπρόσωποι διαφόρων καταστημάτων, οἱ ὁποῖοι ἀληθῶς δὲν μᾶς ἄφινον οὔτε στιγμὴν νὰ ἀναπνεύσωμεν, τοῦτο δὲ ἐνέβαλεν εἰς πάντας ἡμᾶς τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἐπίδρασις ἐπὶ τῶν σκέψεων καὶ τῶν μελετῶν τῶν τότε γινομένων, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ἀληθῶς ἔβλεπον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἐπισπευδομένην τὴν ὑπογραφὴν τοῦ συμβολαίου, ἠναγκάσθην νὰ ἐπιβληθῶ μετὰ τοῦ κύρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ σταματήσω τὴν ἐργασίαν, διότι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶχε παρασκευασθῆ ἤδη τὸ συμβόλαιον τῆς παραγγελίας εἰς ἓν τῶν καταστημάτων, εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Dupon. Κατόπιν δὲ, ἐπειδὴ ἐγεννήθησαν καὶ παράπονα ἐκ τοῦ μέτρου αὐτοῦ, τοῦ ὁπωσδήποτε αὐθαιρέτου, τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑπόνοια, ὅτι δὲν εἶχον μελετηθῆ ἀκριβῶς τὰ πράγματα, ὅπως προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῶν λεβήτων, ἔλαβον τὸ μέτρον, ἐπειδὴ ἐμελετᾶτο ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἑνὸς τῶν θωρηκτῶν εἰς Μελίτην πρὸς καθαρισμὸν, νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη μηχανικῶν τοῦ Ἀγγλικοῦ ναυτικοῦ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν λεβήτων. Ἐχάρην δὲ, ἀκούσας, ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις ἠσπάσθη τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τότε ἡμεῖς εἴχομεν, καὶ χαίρω πολὺ, ὅτι ὑπὸ τῶν Ἄγγλων μηχανικῶν ἐκρίθη, ὅτι δὲν ἐπείγει ἡ ἀντικατάστασις τῶν λεβήτων, διότι ὄχι μόνον εἰς μάτην ἠθέλομεν δαπανήσει περὶ τὰ 3,000,000 δραχμὰς, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἠθέλομεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον καταδικάσει εἰς ἀχρηστίαν τὴν κυρίαν δύναμιν τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν.
§181Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅπως ἀκριβῶς εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἡ μελέτη περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν λεβήτων οὐ μόνον τῶν θωρηκτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν τορπιλλοφόρων, ὡς καὶ ἡ μελέτη περὶ σχηματισμοῦ μιᾶς μονάδος ναυτικῆς, δυναμένης νὰ κριθῇ ναυτικῶς καὶ νὰ δράσῃ, ἤρξατο, ὅτε ἐγὼ διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἐπανειλημμένως ἐπεθεωρήθησαν οἱ λέβητες ὑπὸ ναυτικῶν, καὶ δὴ ὑπὸ Ἑλλήνων ναυτικῶν, ἐπεζητήθη δὲ, ἰδιαιτέρως ὅλως, καὶ ἡ γνώμη τοῦ Dupont. Αἱ μελέται δὲ, αἵτινες ἐγένοντο ὑπὸ τῶν εἰδικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ αἱ ἰδιαίτεραι μελέται, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἠδυνήθην νὰ ποιήσωμαι, καίτοι ἀναρμόδιος εἰς τὸ ζήτημα, ἐξ ἀναγνώσεως διαφόρων ἐκθέσεων ἄλλων Κρατῶν, τόσον τῆς Ἀγγλίας, ὅσον καὶ τῆς Γαλλίας, μὲ ἔπεισαν, ὅτι οἱ λέβητες τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν ἔπρεπε ν’ ἀντικατασταθῶσι, καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ διόρθωσις αὐτῶν τοιαύτη, ἡ ὁποία νὰ δώσῃ εἰς τὰ θωρηκτὰ ἡμῶν κίνησιν ταχύτητος ἀνάλογον, — ὄχι βεβαίως τὴν τῶν 24 καὶ 25 μιλίων, ἣν ἔχουσι τὰ θωρηκτὰ ἄλλων Κρατῶν, καὶ τῆς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ τύχωσι τὰ ἡμέτερα, ἀλλ’ οὔτε τὴν τῶν 18 μιλίων, τὴν ὁποίαν ἀρχικῶς εἶχον, διότι ταύτην δὲν ἠδύναντο νὰ ἀναλάβωσιν. — Ἡ μελέτη, ἡ ὁποία μὲ ἀπησχόλει, ἦτο, ἂν πρέπει ν’ ἀντικατασταθῶσιν οἱ λέβητες διὰ λεβήτων σωληνωτῶν ἢ διὰ λεβήτων κυλινδρικῶν, — λέβητας δὲ σωληνωτοὺς κατασκευάζουσι διάφορα ἐργοστάσια, ὡς καὶ κυλινδρικοὺς λέβητας. — Ἔφθασα λοιπὸν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει ν’ ἀντικαταστήσωμεν τοὺς λέβητας τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν διὰ σωληνωτῶν· καὶ ἔφθασα εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο, ὄχι μόνον διότι πλέον ἐξησφαλισμένη θὰ ἦτο ἡ ταχύτης, ἤτοι πλέον ταχυτέρα θὰ ἦτο ἡ κίνησις τῶν καὶ ἡ ταχύτης, ἀλλὰ διότι συνάμα καὶ ἡ ἀντικατάστασις τῶν κυλινδρικῶν λεβήτων τῶν θωρηκτῶν διὰ λεβήτων σωληνωτῶν θὰ ἐγίνετο χωρὶς νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη τῆς ἀφαιρέσεως ὁλοκλήρου ἢ τοῦ πλείστου μέρους τοῦ καταστρώματος, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ ἀντικατάστασις τῶν λεβήτων διὰ λεβήτων κυλινδρικῶν. Εἰς τοῦτο τὸ συμπέρασμα εἶχον φθάσει, καὶ συνεπείᾳ τούτου προεκάλεσα προσφορὰς· πραγματικῶς δ’ ἔλαβον πολλὰς προσφορὰς, καὶ ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ ἀλλαγὴ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν προσφορῶν αὐτῶν καὶ διὰ τῆς συμπληρώσεως τῆς μελέτης ἴσως θὰ κατέληγον εἰς ὁριστικὰ ἀποτελέσματα διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν λεβήτων, οἱ ὁποῖοι λέβητες δὲν δύνανται σήμερον νὰ ἀσφαλίσωσι τὴν κίνησιν τὴν ἀναγκαίαν διὰ θωρηκτά. Ἐὰν μετὰ τὴν μελέτην, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο τὸ Ναυαρχεῖον τῆς Μελίτης, ἀποδειχθῇ, ὅτι ἦτο ἐσφαλμένη ἡ γνώμη μου καὶ αἱ γενόμεναι ἐξετάσεις, βεβαίως θὰ ἦμαι πολὺ εὐχαριστημένος. Φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι δὲν συμβαίνει τοιοῦτόν τι, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἐπιτάχυνσις τῆς θεραπείας τῆς ἀσθενείας τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἀλλαγὴν τῶν λεβήτων συγχρόνως καὶ τῶν τριῶν θωρηκτῶν, διότι τοῦτο θὰ ἦτο, ἂν ὄχι μεγάλη ἀπερισκεψία, τοὐλάχιστον ἐξουδετέρωσις τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν, Ἡ ἀλλαγὴ τῶν λεβήτων πρέπει νὰ γείνῃ χωριστὰ εἰς ἕκαστον τῶν θωρηκτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ ἡ ἐνέργεια, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην. Ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ἀνακοινώσω ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως τάχιστα καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου τῆς Μελίτης, ἐξ ἧς θὰ ἴδωμεν, ἂν οἱ λέβητες τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν ἦσαν ἐπιδεκτικοὶ διορθώσεως ἐπωφελοῦς. Συνάμα δὲ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ἐγένετο ἀντικατάστασις ἢ διόρθωσις τῶν λεβήτων τῶν τορπιλλοφόρων, διότι καὶ ταῦτα δὲν ἠδύναντο νὰ κινηθῶσιν ἀσφαλῶς καὶ ἀποτελεσματικῶς ἄνευ διορθώσεως τῶν λεβήτων.
§182ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἡ ἀντικατάστασις τῶν λεβήτων γίνεται· ἔχουσι παραγγελθῆ οἱ λέβητες, καὶ τεμάχια αὐτῶν μάλιστα ἔχουσιν ἔλθει, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἐντὸς τοῦ Μαρτίου ἡ ἐργασία θὰ ἔχῃ περατωθῆ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς λέβητας τῶν θωρηκτῶν, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ τῶν λεβήτων τοῦ θωρηκτοῦ «Ψαρῶν», διότι μόνον τὸ θωρηκτὸν τοῦτο ἐπεθεωρήθη ὑπὸ τῶν Ἄγγλων· περὶ τῶν ἄλλων θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τῶν Ἄγγλων ναυτικῶν, ὅταν καὶ αὐτὰ καθαρισθῶσιν. Ἀλλ’ αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγουσιν οἱ Ἄγγλοι, λέγουσι καὶ οἱ ἡμέτεροι μηχανικοί, ὅτι δηλαδὴ δύνανται νὰ ἀνθέξωσιν οἱ λέβητες τῶν θωρηκτῶν ἐπὶ μίαν ἀκόμη τετραετίαν, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι οἱ ἡμέτεροι ἰσχυρίζονται, ὅτι τὰ πλοῖα δὲν θὰ δύνανται νὰ πλεύσωσι μὲ ταχύτητα ἀνωτέραν τῶν 14 μιλίων.
§183Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Οἱ Ἄγγλοι δὲν ἠξεύρουν τί λέγουν;
§184Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν ἠξεύρουν, καὶ πρέπει νὰ πεισθῶμεν εἰς τὴν μελέτην, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοί· διότι, ἐὰν ἐπείθεσθε ἄλλοτε (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Βουδούρην) εἰς τὰς μελέτας καὶ τὰς γνώμας τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, δὲν θὰ ἐπήρχετο ἡ ἔκρηξις τοῦ τορπιλλοβόλου.
§185Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ ἔκρηξις τοῦ τορπιλλοβόλου ἐγένετο διότι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἐπιτετραμμένοι ἐγνωμάτευσαν, ὅτι τὸ τορπιλλοβόλον ἦτο εἰς λαμπρὰν κατάστασιν.
§186Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Οὐδόλως.
§187Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ψαρῶν δὲν ἀπετέλει μέλος τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης Περιόδου· διότι, ἂν τότε ἦτο Βουλευτὴς καὶ εὑρίσκετο ἐνταῦθα, βεβαίως δὲν ἤθελεν εἴπει τώρα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν· ἂν ἦτο Βουλευτὴς τότε, ἤθελε λάβει γνῶσιν τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀνεγνώσθησαν καὶ τὰ ὁποῖα οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἤκουσαν τότε.
§188Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Τὰ ἐπίσημα ὅμως ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα συνέταξα ἐγὼ, ὡς ὑποδιευθυντὴς τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, ἔλεγον, ὅτι οἱ λέβητες ἔπρεπε ν’ ἀντικατασταθῶσιν. Ἡ ἔκθεσις ἐκείνη τοῦ διευθυντοῦ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης κυρίου Τομπάζη δὲν ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν.
§189Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἦλθον αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπιθεώρησιν, τῶν μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι παρέδωκαν τὰς μηχανὰς εἰς τοὺς κυβερνήτας, καὶ αἱ ἐκθέσεις ἐκεῖναι ἔλεγον πᾶν ἄλλο ἢ ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίζεται.
§190Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Αἱ ἐκθέσεις ἐκεῖναι εἶναι τυπικαὶ, εἶναι ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν πλοίων, καὶ ὄχι ἐκθέσεις τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν μηχανικῶν.
§191Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ καταθέσητε τὰς ἐκθέσεις.
§192Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ καταθέσητε τὴν ἔκθεσιν τοῦ διευθυντοῦ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναφέρεται ἡ κατάστασις ὅλων τῶν σκαφῶν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὑπάρχει ἡ ἔκθεσις τοῦ Ναυαρχείου τῆς Μελίτης, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι δύνανται οἱ λέβητες νὰ μὴ ἀντικατασταθῶσι, καὶ νὰ ἦναι ἐξησφαλισμένη ἡ ταχύτης τῶν θωρηκτῶν, ἡ τῶν 17 μιλίων, ἐπὶ 4 ἀκόμη ἔτη· ἐν τούτοις ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἐπιστολὴν μηχανικοῦ, ὁ ὁποῖος παρέστη κατὰ τὴν ἐξέτασιν. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν).
§193Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ μηχανικὸς αὐτὸς ἦτο μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ εἶναι ξένος μηχανικός;
§194Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐστάλη κατόπιν. Ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀνάγκην τῆς γνώμης τῶν ξένων ἀξιωματικῶν, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει αὐτὰ τὰ ἔθιμα τῶν ξένων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἐδέχθησαν, ὅτι μετὰ 12 ἔτη πρέπει νὰ ἀντικαθίστανται οἱ λέβητες, οὐδ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ διατρυπηθῶσι τὰ ἐλάσματα, ἵνα ἴδωμεν τὸ πάχος αὐτῶν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μειωθῶσιν αἱ διαστάσεις τῶν ἐλασμάτων, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῶν λεβήτων· ἀρκεῖ μόνον ν’ ἀλλοιωθῇ ἡ σύστασις τοῦ μετάλλου, ὅπως ἔχωμεν ἐκρήξεις τῶν λεβήτων, καὶ συνεπείᾳ τούτων δυστυχήματα ὅμοια πρὸς τὸ συμβὰν ἐσχάτως εἴς τι ἀγγλικὸν εὔδρομον, τὸ ὁποῖον ἐναυπηγήθη συγχρόνως μὲ τὰ ἰδικά μας θωρηκτὰ, τῶν αὐτῶν διαστάσεων, καὶ συνεπείᾳ τῆς ἐκρήξεως ἐκείνης ἐφονεύθησαν 40 ἄτομα.
§195Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡμιλήσατε περὶ 12 ἐτῶν. Δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ μέσος ὅρος τῆς χρήσεως;
§196Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Βεβαίως λαμβάνεται, ἐὰν δὲν ἐργάζωνται· ἀλλὰ τὰ ἡμέτερα θωρηκτὰ ἔχουσι κάμει κατάχρησιν ἐργασίας, ἰδίως δὲ τὰ «Ψαρὰ» ἔχουσι καταπονηθῆ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐξετάζηται τὸ πάχος τῶν ἐλασμάτων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάζηται καὶ αὐτὴ ἡ σύστασις τοῦ μετάλλου, διότι ὁ σίδηρος ἐνέχει ἶνας, αἵτινες σὺν τῷ χρόνῳ ἀλλοιοῦνται, καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ λέβητες ὑπόκεινται εἰς ἔκρηξιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐμπορικὰ πλοῖα, ταῦτα δύνανται τοὺς λέβητας αὐτῶν νὰ συντηρῶσι καὶ πλέον τῶν 12 ἐτῶν, διότι ταῦτα, ἐφ’ ὅσον παλαιοῦνται οἱ λέβητες, δύνανται νὰ ἐλαττώνωσι τὴν ταχύτητα τῆς κινήσεως αὐτῶν· ἀλλὰ τὰ πολεμικὰ πλοῖα πρέπει πάντοτε νὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἀναπτύσσωσι τὴν μεγαλειτέραν ταχύτητα. Ἐπίσης ἔχω καὶ τὰς ἐκθέσεις τοῦ Γαλλικοῦ Ναυαρχείου καὶ ὅλων τῶν Κρατῶν. Κατὰ ταύτας, ἡ μὲν Γαλλία ἀπορρίπτει τοὺς λέβητας μετὰ δέκα ἔτη ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς χρήσεως αὐτῶν, ἡ δὲ Γερμανία μετὰ ὀκτὼ ἔτη. Λοιπὸν πρὸς τί ἡμεῖς νὰ τοὺς κρατῶμεν ἐπὶ πλέον; Καὶ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη, ὅτι δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν οἱ λέβητες τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν ἐπὶ 4 ἀκόμη ἔτη, οὐδὲν σημαίνει τοῦτο· διότι, καὶ ἂν σήμερον παραγγείλωμεν νέους λέβητας, πότε θὰ ἦναι ἕτοιμοι; Πρὸ τῆς παρελεύσεως τριετίας βεβαίως ὄχι. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης βουλευτὴν κ. Καραπάνον καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, μετὰ πόσον χρονικὸν διάστημα θὰ ἦναι οἱ λέβητες ἕτοιμοι.
§197Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τῶν τριῶν θωρηκτῶν μετὰ τρία ἔτη· τοῦ ἑνὸς μετὰ 1½ ἔτος θὰ ἦναι ἕτοιμοι οἱ λέβητες.
§198Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι καὶ τῶν τριῶν θωρηκτῶν ἡ ἀντικατάστασις τῶν λεβήτων πρέπει νὰ γείνῃ συγχρόνως, διότι πλὴν τῶν ἄλλων λόγων πρέπει τὰ θωρηκτὰ νὰ ὦσιν ἰσοταχῆ. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἀρχηγὸν νὰ ἔχῃ ὑπὸ τὰς διαταγάς του πλοῖα ἀνομοίου ταχύτητος.
§199Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ πότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Ὅτε ἦλθον τὰ θωρηκτὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶχον διαφωνήσει πρὸς τὸν ναυπηγόν, ὁ ὁποῖος εἶχε χαρακτηρίσει τὴν κατάστασιν τῶν θωρηκτῶν καλήν. Περὶ τούτου δ’ ὑπέβαλον τότε ἔκθεσιν καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα. Ἀλλὰ δυστυχῶς μετὰ μικρὸν χρονικὸν διάστημα παρῃτήθην. Ὁ διάδοχός μου Ὑπουργὸς τὴν ἔκθεσίν μου ἐκείνην ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ τοῦτο ἀπεφάσισε τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ναυπηγοῦ, τοῦ ἐπιστατήσαντος εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν. Ἐὰν ἡ ἔκθεσις ἐκείνη εὑρίσκηται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν.
§200Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ εἶμαι ναυτικός, ὑποχρεοῦμαι νὰ δώσω πληροφορίας τινάς. Ὅσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς λέβητας τῶν θωρηκτῶν, ἐπειδὴ εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ κυβερνήσω δύο ἐκ τῶν πλοίων τούτων, τὰ «Ψαρὰ» καὶ τὴν «Ὕδραν», ὀφείλω νὰ βεβαιώσω, ὅτι κατὰ τὸ 1900, ὑπουργοῦντος τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Χαλκίδος κ. Βουδούρη, ὅτε ἡ Θωρηκτὴ Μοῖρα εὑρίσκετο ἐν Χαλκίδι, ἐπέβησαν τοῦ πλοίου «Ψαρῶν», τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἐτύγχανον κυβερνήτης, ὁ κύριος Ὑπουργὸς μετὰ τοῦ μηχανικοῦ κ. Τσακάλη καὶ τοῦ ναυπηγοῦ κ. Βίμπου, καὶ ἐκάμαμεν δοκιμὰς ταχύτητος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ πλοῖον τότε ἀνέπτυξε ταχύτητα 16¾ μιλίων τὴν ὥραν,— ἤτοι τὴν ἀρχικὴν ταχύτητα τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν, ὅτε ταῦτα μετὰ τὴν κατασκευήν των παρεδόθησαν, — ἀνεπτύξαμεν θερμοκρασίαν 9½ ἀτμοσφαιρῶν ἀπὸ Χαλκίδος μέχρις Αἰδηψοῦ. Κατόπιν μετετέθην ἀπὸ τὰ «Ψαρὰ» καὶ ἀνέλαβον τὴν κυβέρνησιν τῆς «Ὕδρας». Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ κατήρτισα μίαν ἐπιτροπὴν ἐκ τοῦ μηχανικοῦ τοῦ πλοίου καὶ δύο ὑποπλοιάρχων, ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἐμοῦ, καὶ ἐκάμαμεν δοκιμὰς εἰς τοὺς λέβητας. Διετρήσαμεν τούτους εἰς τὰ πλέον ἐπίκαιρα σημεῖα, καὶ τοὺς εὕρομεν εἰς τὴν ἀρχικήν των κατάστασιν, οὐδ’ ἡμίσεος χιλιοστοῦ διαφορὰν εὑρόντες. Συνετάξαμεν δὲ τότε ἔκθεσιν, καὶ τὴν ἔκθεσιν ταύτην ὑπέβαλον ἐγὼ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀκολούθως ἐπληροφορήθην, ὅτι οἱ λέβητες τῶν θωρηκτῶν, κατόπιν ἐκθέσεως ἐπιτροπῆς, ἐκρίθησαν, ὅτι δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν ν’ ἀναπτύξωσι ταχύτητα οὔτε 12 μιλίων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ λέβητες οὗτοι δὲν εἶναι, ὡς ἦσαν ἀρχικῶς, καὶ χρήζουσιν ἐπισκευῆς καὶ ἄλλων τινῶν συμπληρώσεων. Δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ὅτι παρίσταται ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῶν. Διὰ ν’ ἀντικατασταθῶσιν οἱ λέβητες, χρειάζεται χρονικὸν διάστημα τοὐλάχιστον 16 ἢ 18 μηνῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς τὴν θέσιν των ἀπαιτεῖται καὶ ἕτερον χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον, ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ ἡ ἀντικατάστασις ἐν τῷ ἡμετέρῳ Ναυστάθμῳ, θὰ ἦναι τοὐλάχιστον τεσσάρων ἐτῶν. Ἕνεκα τούτου ἐπιβάλλεται, φρονῶ, καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῶν λεβήτων. Ἀλλὰ δὲν παρίσταται καὶ ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῶν. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν θωρηκτῶν, φρονῶ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου πρέπει καὶ ἀλλαχοῦ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της. Τὰ θωρηκτὰ ἔχουσι καὶ ἄλλας πολλὰς ἐλλείψεις, αἵτινες εἶναι γνωσταὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου ἐκ τῶν διαφόρων ἐκθέσεων τῶν ἑκάστοτε κυβερνητῶν αὐτῶν· παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ ζητήσῃ τὰς ἐκθέσεις ταύτας, καὶ ἀφοῦ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν, νὰ μεριμνήσῃ περὶ διορθώσεως τῶν ἐλλείψεων, τῶν δι’ αὐτῶν ὑποδεικνυομένων. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν λεβήτων τῶν θωρηκτῶν. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν λεβήτων τῶν τορπιλλοφόρων Γερμανικῶν σκαφῶν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς καὶ πρώην Ὑπουργός μου νὰ μὴ συμφωνήσω μαζύ του. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπιβάλλει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ν’ ἀντικαταστήσῃ τοὺς λέβητας, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη, ὡς καὶ τὰς ἄλλας ἐκθέσεις, διότι φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀναχρονισμὸς πλέον νὰ καταγινώμεθα εἰς ἐπισκευὴν πλοίων, τῶν ὁποίων ἡ ἀρχικὴ ταχύτης ἦτο 16 μιλίων, ἐνῷ σήμερον ἡ τελευταία ταχύτης εἶναι 23 μιλίων, 27 καὶ 29. Δὲν γνωρίζω δὲ εἰς τί θὰ χρησιμεύσωσι ταῦτα. Λέγουσί τινες, ὅτι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι διὰ γυμνάσια. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἔχομεν τὰ Γαλλικὰ τορπιλλοφόρα; Μήπως δι’ αὐτῶν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν ταχύτητα πλέον τῶν 7 καὶ 8 μιλίων, διὰ νὰ κάμωμεν γυμνάσια; Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἔσπευσεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀντικαστήσῃ τοὺς λέβητας τῶν τορπιλλοφόρων αὐτῶν σκαφῶν. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἢ οὕτως ἢ ἄλλως τὸ ζήτημα ἐτελείωσεν, ἡ παραγγελία ἐγένετο, τὰ συμβόλαια ὑπεγράφησαν, οἱ λέβητες θ’ ἀφιχθῶσιν...
§201ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ παρᾶς θὰ καταβληθῇ.
§202Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ παρᾶς θὰ καταβληθῇ δυστυχῶς... Ἀλλὰ μανθάνω καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἢ τοῦ πρώην τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου ἐζήτησε ποσὸν ἀρκετὰ ὀγκῶδες διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἐλασμάτων καὶ τὴν τοποθέτησιν τῶν λεβήτων...
§203ΣΠΥΡ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου ὄχι.
§204Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ζητήσητε πληροφορίας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, ἐὰν συνέβη τοῦτο.
§205ΣΠΥΡ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριε Βουλευτὰ, ὡς καὶ ὅλους τοὺς συναδέλφους, τοὺς ζητήσαντας πληροφορίας, νὰ ὑποβάλητε ἐγγράφως τὰς ἐπερωτήσεις σας, ἵνα ἔχων αὐτὰς ὑπ’ ὄψει φροντίσω περὶ τῆς συγκεντρώσεως καὶ προσκομίσεως τῶν πληροφοριῶν.
§206Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τινὲς ἐκ τῶν λόγων τοῦ προαγορεύσαντος μὲ ἀναγκάζουσι ν’ ἀπολογηθῶ, διότι εἶναι κατηγορίαι κατ’ ἐμοῦ καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεώς μου. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀντικαταστάσεως τῶν λεβήτων τῶν τορπιλλοβόλων. Ἀληθῶς δὲν εἶμαι ναυτικός, ἀλλ’ αἱ ἐκθέσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι ἀποδεικνύουσι τὴν ἀνάγκην ταύτην· ἐπειδὴ δ’ εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι πέντε τορπιλλοβόλα, ὅσα εἶναι τὰ Γερμανικὰ, μὲ ταχύτητα 16 ἢ 18 μιλίων, ἀποτελοῦσι δύναμιν πολεμικὴν σχετικὴν, καὶ ἐπειδὴ οἱ λέβητες αὐτῶν ἦσαν καταδεδικασμένοι παρὰ τῶν ἁρμοδίων, διότι ἡ ταχύτης, ἣν ἠδύναντο ν’ ἀναπτύξωσι, τῶν 8 ἢ 10 μιλίων, δὲν ἀπετέλει δύναμιν πολεμικὴν, ἀλλὰ τοὐναντίον κίνδυνον διὰ τὸ ναυτικὸν ἡμῶν, ἠναγκάσθην νὰ δεχθῶ τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων, καὶ παρήγγειλα τὴν ἀντικατάστασιν τῶν λεβήτων εἰς τὸ κατάστημα, τὸ ὁποῖον κατεσκεύασε τὰ τορπιλλοβόλα. Ἐθεώρησα δὲ, ὅτι ἡ παραγγελία αὕτη εἶναι πραγματικὴ ὑπηρεσία, παρασχεθεῖσα εἰς τὸ ναυτικὸν ἡμῶν· διότι, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι οἱ λέβητες αὐτῶν δὲν ἦσαν εἰς ἣν κατάστασιν ἀπέδειξαν αὐτοὺς αἱ κατὰ καιροὺς ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων, μετὰ τὸ δυστύχημα, τὸ ὁποῖον συνέβη, ἔστω καὶ ἐκ σφάλματος τῶν ἀξιωματικῶν, εἰς ἓν ἐκ τῶν εἰρημένων τορπιλλοβόλων, ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς καταδεδικασμένα διὰ τὸ ναυτικὸν ἡμῶν καὶ τὰ λοιπὰ τορπιλλοβόλα. Ἀναγκαίως λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ προβλέψῃ περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν λεβήτων αὐτῶν, ἡ ἀντικατάστασις δὲ πρόκειται νὰ γείνῃ εἰς τὸ κατάστημα, τὸ ὁποῖον κατεσκεύασε τὰ τορπιλλοβόλα ἀρχικῶς, καὶ ἑπομένως οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὑπόνοια, ὅτι ὑπῆρξε χάρις καὶ ὅτι μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ὠφεληθῇ οἱονδήποτε κατάστημα ἐγένετο ἡ ἀντικατάστασις αὕτη· ἀναγκαίως δὲ καὶ ἡ τοποθέτησις τῶν νέων λεβήτων θὰ γείνῃ εἰς τὸ αὐτὸ κατάστημα. Ἐπίσης ἔλαβον πρόνοιαν νὰ περιληφθῶσι τὰ ἡμερομίσθια τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ὄχι διὰ ποσὸν οἱονδήποτε, ἀλλὰ καθ’ ὑπολογισμὸν τῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς τοποθετήσεως τῶν νέων λεβήτων αὐτῶν.
§207Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν ἐμνήσθη δυστυχήματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν εἰς ἓν τορπιλλοβόλον Γερμανικὸν, ὅπερ ἐγένετο αἰτία νὰ φονευθῶσι δέκα ἄνθρωποι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου, καὶ ἴσως μὲ θεωρεῖ καὶ ὑπαίτιον τοῦ δυστυχήματος ἐκείνου. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις διὰ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅσοι δὲν ἦσαν μέλη τῆς παρελθούσης Βουλευτικῆς Περιόδου—διότι ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἦσαν μέλη τῆς Περιόδου ἐκείνης γνωρίζουσι τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐγὼ, Κύριοι, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, διέταξα τότε τὸν σχηματισμὸν τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας, τὴν ὁποίαν διέταξα νὰ κάμῃ γυμνάσια, ὥρισα δὲ ὡς σταθμὸν τῆς Μοίρας τὸν λιμένα τοῦ Βόλου. Διέταξα ἐπίσης καὶ τὰ ἓξ Γερμανικὰ τορπιλλοβόλα νὰ ἑτοιμασθῶσιν, ἵνα μεταβῶσιν εἰς Βόλον πρὸς συνάντησιν τῶν θωρηκτῶν, τῶν ὁποίων ναύαρχος ἦτο ὁ κ. Κριεζῆς. Μετὰ πάροδον 20 ἢ 25 ἡμερῶν τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου εἰδοποίησεν, ὅτι εἶναι καθ’ ὅλα ἕτοιμα τὰ τορπιλλοβόλα. Ἐξέδωκα δὲ τότε τὴν διαταγὴν ν’ ἀναχωρήσωσιν ἀμέσως τὰ τορπιλλοβόλα εἰς Βόλον καὶ λάβωσιν ἐκεῖ τὰς διαταγὰς τοῦ ναυάρχου. Κατὰ τὴν ἀναχώρησιν ἐπῆλθε τὸ δυστύχημα εἰς ἓν ἐξ αὐτῶν, δυστύχημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπώλειαν 10 ἀνθρώπων. Ἐγένετο τότε ἕνεκα τούτου μέγας θόρυβος, καὶ ἐγὼ ἐζήτησα τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα καὶ κατέθεσα εἰς τὴν Βουλήν. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀνεγνώσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἀνεγνώρισεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἔφερεν εὐθύνην. Ποῖα ἦσαν τὰ ἔγγραφα; αʹ) Ἔγγραφον τοῦ τότε Διευθυντοῦ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης πρὸς τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου. βʹ) Διαταγὴ τοῦ Διευθυντηρίου πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Τορπιλλικῆς Μοίρας, ὅπως κάμῃ τὰς ἀναγκαίας δοκιμὰς καὶ ἀναγγείλῃ τὴν ἑτοιμασίαν τῶν πλοίων. γʹ) Ἔκθεσις τῶν μηχανικῶν, τῶν παραλαβόντων τὰς μηχανὰς τῶν πλοίων. δʹ) Ἔκθεσις τῶν κυβερνητῶν, οἱ ὁποῖοι παρέλαβον ἀπὸ τοὺς μηχανικοὺς τὰ πλοῖα. Ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐκθέσεις ἔλεγον.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Βουλευτὰ, νὰ μὴ ἀπομακρύνησθε τοῦ θέματος.
§209ΙΣΙΔ. ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἴχετε ἔγγραφον τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης περὶ τῆς καλῆς καταστάσεως τῶν πλοίων; Κύριε Βρατσᾶνε, νομίζω ὅτι ὑπῆρχεν ἔκθεσις ἀκριβῶς ἀντίθετος.
§210Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ· θὰ σᾶς ἀπαντήσω· μὴ βιάζεσθε. Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἀφεώρων εἰς τὸν κύριον Θεοχάρην, τὸν Διευθυντὴν τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης. Δὲν ἦτο τότε ὁ κύριος Τομπάζης Διευθυντὴς τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης· Διευθυντὴς τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ὁ κύριος Θεοχάρης. Ἡ ἔκθεσις τούτου ἀνεγνώσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ εἴπω, ὅτι τὸν κύριον Θεοχάρην ἔθεσα εἰς ἀργίαν ἕνεκα τούτου. Λοιπὸν ἀνέγνωσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκθέσεις καὶ ἄλλα ἔγγραφα τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, διὰ τῶν ὁποίων ἐκθέσεων καὶ ἐγγράφων τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου εἰδοποίει, ὅτι τὰ τορπιλλοβόλα ἦσαν ἕτοιμα πρὸς ἀπόπλουν, ὅτι τὰ γυμνάσια καὶ αἱ δοκιμαὶ ἐγένοντο, ὅτι καὶ αἱ μηχαναὶ καὶ οἱ λέβητες εὑρέθησαν εἰς καλὴν κατάστασιν, καὶ τὰ πλοῖα ἦσαν ἕτοιμα πρὸς ἀναχώρησιν. Ἀνεγνώσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκθέσεις τοῦ μηχανικοῦ τῶν τορπιλλοβόλων, αἱ ὁποῖαι ἔλεγον, ὅτι ἐγένοντο αἱ δοκιμαί, καὶ αἱ μηχαναὶ καὶ οἱ λέβητες ἐλειτούργουν καλῶς. Ἀνεγνώσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ πρωτόκολλα, ὑπογεγραμμένα ὑπὸ τῶν κυβερνητῶν τῶν παραλαβόντων τὰ πλοῖα,—μεταξὺ δὲ τῶν κυβερνητῶν ἦτο καὶ ὁ φονευθεὶς κατὰ τὴν ἔκρηξιν τοῦ τορπιλλοβόλου κυβερνήτης αὐτοῦ Χρηστομάνος,—καὶ τῶν μηχανικῶν τῶν παραλαβόντων τὰς μηχανάς, καὶ αἱ ἐκθέσεις ἔλεγον, ὅτι παρελήφθησαν αἱ μηχαναὶ μετὰ δοκιμασίαν, καὶ ὅτι ἐλειτούργουν καλῶς. Μετὰ τοῦτο ἐξέδωκα διαταγὴν πρὸς ἀναχώρησιν.
§211Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Πότε ἐγένοντο αὐτά;
§212Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἰς τὰ 1901. Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶπον, διὰ νὰ τὰ ἀκούσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταί, ὅσοι δὲν ἦσαν τότε μέλη τῆς Βουλῆς, διότι ὅσοι ἦσαν μέλη τὰ γνωρίζουσι. Τὰ ἤκουσε καὶ ὁ κύριος Κολιᾶτσος, καὶ πιστεύω ὅτι εἶναι ἱκανοποιημένος.
§213Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ὀλίγα ἀκόμη, κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Χαλκίδος Βουλευτοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος Βουλευτής, καίτοι διετέλεσεν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, δὲν γνωρίζει τὸν εἱρμὸν τῆς ὑπηρεσίας. Ἀγνοεῖ, φαίνεται, πῶς διεξάγεται ἡ ὑπηρεσία ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ, ὡς καὶ ἡ παράδοσις τῶν πλοίων, ὅταν ταῦτα διαταχθῶσι νὰ ἀναχωρήσωσι. Τὰ πρωτόκολλα καὶ αἱ διαταγαί, τὰς ὁποίας ἀνέφερε, δὲν ἀφεώρων ἢ μόνον τὸν ἔκπλουν τῶν τορπιλλοβόλων· δηλαδὴ διέταξε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐκπλεύσωσι τὰ τορπιλλοβόλα, ὥρισε δὲ καὶ τοὺς κυβερνήτας, οἱ ὁποῖοι ἤθελον τὰ παραλάβει· μετέβησαν οὗτοι, τὰ παρέλαβον ἀπὸ τὴν Ὑποβρύχιον Ἄμυναν, καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἀναχωρήσωσιν. Ἡ δοκιμασία ὅμως, ἡ ὁποία γίνεται πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς καταστάσεως τῶν λεβήτων, δὲν εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος Βουλευτής· διότι ἐκεῖ πηγαίνει ὁ ναυπηγός, εἰσέρχεται εἰς τοὺς λέβητας, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἦναι κενοί, τρυπᾷ διὰ τρυπάνης, βλέπει τὸ πάχος τῶν ἐλασμάτων εἰς διάφορα μέρη, καὶ κατόπιν ἀποφαίνεται. Ἐκτὸς ὅμως τούτων λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἡλικίαν τῶν λεβήτων, διότι, ὡς εἶπον, τὰ ἐλάσματα, ὁ σίδηρος δηλαδὴ ὑφίσταται χημικὰς ἀλλοιώσεις, ἤτοι ἀπὸ ἰνῶν μεταβάλλεται εἰς κόκκους. Ὥστε αἱ ἐκθέσεις καὶ τὰ πρωτόκολλα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος Βουλευτής, δὲν εἶναι ἐκθέσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τὴν διαταγὴν νὰ ἐκπλεύσωσι τὰ τορπιλλοβόλα κατόπιν τῆς καταστάσεως αὐτῶν, οἵα ἦτο. Ἐπιφυλάσσομαι μετὰ τὴν κατάθεσιν ὅλων τῶν ζητηθεισῶν ἐκθέσεων καὶ τῶν πρωτοκόλλων νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν τῆς αὐτῆς χρήσεως ζητουμένων πιστώσεων, καὶ περὶ βεβαιώσεως τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν καὶ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς ἰδίας χρήσεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 1,402,767.59 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 330,000 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903».
§215Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶδον νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σημείωσιν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἁλιείας τῶν κοραλλίων, ἵνα ἴδωμεν, κατὰ πόσον ταῦτα ἔχουσι σημασίαν· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι θὰ ἔχωσι σημασίαν, ἂν πράγματι ἔχωσιν ἀξίαν τινά. Θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ψήφισιν τοῦ πέρυσιν ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ κοραλλίων, ἂν οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, τοὐλάχιστον, ὅπως ἀναγνωρισθῇ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ Κράτους.
§216Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀκουσθῶσιν αἱ παρατηρήσεις σας. Ἀφορῶσι πίστωσιν, ἡ ὁποία μὲ εὐθύνει.
§217Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶπον εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ψήφισιν τοῦ πέρυσιν ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ἂν οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, τοὐλάχιστον ὅπως ἀναγνωρισθῶσιν ὡς κτῆσις τοῦ Κράτους τὰ κοράλλια, αἱ θέσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται τὰ κοράλλια, διότι σήμερον κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν ἴσως διεκδικουμένας παρ’ ἰδιωτῶν κοραλλιοφόρους θέσεις ἕνεκα τῆς μὴ ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου.
§218Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος κίνδυνος, διότι πρὸς τὴν ἁλιείαν τῶν κοραλλίων χρειάζεται ὅλως ἰδία τέχνη καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ φέρωμεν ἁλιεῖς ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ὅπως κατορθώσωμεν νὰ συλλέξωμεν τὰ κοράλλια, τὰ ὁποῖα συνελέξαμεν. Εἶναι ἀληθῶς πλοῦτος, ἀλλὰ πλοῦτος, ὁ ὁποῖος, ἐν ὅσῳ δὲν δαπανήσωμεν διὰ τὴν παρασκευὴν αὐτοῦ, δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν. Ἔχομεν κοράλλια εἰς τέσσαρα ὁλόκληρα κιβώτια· ἂν θέλητε νὰ τὰ ἀποταμιεύσητε, ὡς ἔχουσι, δὲν ἔχουσιν ἀξίαν μείζονα τῶν 20,000 ἢ 30,000 φράγκων· ἐὰν δαπανήσητε, δύνανται νὰ φθάσωσι μέχρι τῶν 200,000 καὶ 300,000 φράγκων.
§219Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν συνέστησα τοῦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ συνέστησα, διότι ἤκουσα ὅτι ὑπάρχουσιν ἰδιῶται, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι σκοπὸν νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν κυριότητα ἐπὶ τῶν κοραλλιοφόρων θέσεων. Πρὸς πρόληψιν λοιπὸν πάσης τοιαύτης ἀπαιτήσεως, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει τι τὸ ἐπιβλαβὲς ἂν ἐπιδιώξωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ πέρυσιν ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, νομίζω, ἐψηφίσθη καὶ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§220Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγένοντο τότε πολλαὶ παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§221Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀδιάφορον. Εἶναι καλὸν ν’ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ Κράτους. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν κοραλλίων, βεβαίως τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐξετάσεως. Κατὰ πόσον δυνάμεθα τὴν ἀξίαν τῶν 20,000 φράγκων νὰ τὴν ἀναπτύξωμεν καὶ νὰ τὴν φέρωμεν εἰς 200,000, εἶναι δευτέρα μελέτη, ἐπερχομένη κατόπιν τῆς γενομένης πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν κοραλλίων.
§222Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ πάλιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναγνωρίσεως τῆς κυριότητος τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν παραλίων αὑτοῦ τῶν κοραλλιοφόρων: διότι, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχωσιν ἰδιῶται, ἀξιοῦντες ἰδιοκτησίαν ἐπὶ τῶν παραλίων αὑτῶν, δύνανται ὅμως νὰ ἁλιεύωσι ξένοι, διότι οἱ Ἰταλοὶ ἀξιοῦσιν, ὡς γνωστόν, νὰ ἁλιεύωσιν, ἐκ τῶν συμβάσεων, εἰς τὰ παράλια τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο πρέπει, μολονότι ἀλλαχοῦ δὲν συμβαίνει τοῦτο, ν’ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀπόλυτος ἰδιοκτησία τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν κοραλλίων, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐνασκῇ ὄχι μόνον τὰ ἀστυνομικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται ν’ ἀποκλείσωσι τοὺς Ἰταλούς, ὅσοι ἐπιδίδονται εἰς τὴν ἁλιείαν τῶν κοραλλίων, ἢ ἄλλους οἱουσδήποτε, ἕνεκα τῶν ὑφισταμένων συνθηκῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ ἑπομένως νὰ δύναται τὸ Κράτος ἀπολύτως ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἁλιείαν τῶν κοραλλίων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἀφοῦ μάλιστα βεβαιοῖ ὁ κύριος Ράλλης, ὅτι τὰ ἁλιευθέντα μέχρι τοῦδε, καίτοι εἶναι ἐν τῇ ἀρχῇ, ἔχουσι μεγάλην ἀξίαν, πρέπει νὰ σπεύσωμεν, τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ Κράτους νὰ τὸ διευκρινήσωμεν.
§223ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νομίζω, ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διότι κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν Σύνοδον πρῶτος ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, καὶ διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα τὰ τοῦ θέματος τούτου. Ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τὴν ὁμιλίαν μου ἐκείνην δὲν ἐπέμεινεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κοραλλίων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου προτείνεται καὶ πάλιν ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ἀναγκάζομαι νῦν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἕνεκα λόγων μὴ δυναμένων νὰ λεχθῶσι, δυναμένων ὅμως νὰ ὑπαινιχθῶσι, δὲν ἐπιτρέπεται, ἄνευ βλάβης σπουδαίων συμφερόντων τοῦ Κράτους, νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κηρύσσει ἰδιοκτησίαν τοῦ Κράτους τὰ κοράλλια. Πρόκειται βεβαίως περὶ πλούτου τῆς χώρας, ἀλλὰ δὲν ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος, ἵνα καταστῇ ὁ πλοῦτος οὗτος κτῆμα τοῦ Κράτους, διότι εἶναι τοιοῦτον. Τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀστυνομίας τῶν παραλίων αὐτοῦ, καὶ μόνον δυνάμει τοῦ δικαιώματος τούτου δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἁλιείαν τῶν κοραλλίων. Ὁ ἕτερος τῶν σκοπῶν τοῦ μὴ ψηφισθέντος νομοσχεδίου νομίζω ὅτι ἐπιτυγχάνεται, ἂν ἀκολουθήσωμεν τὸ παράδειγμα τοῦ προκατόχου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ καὶ Πρωθυπουργοῦ κ. Ράλλη, ζητήσαντος πίστωσιν καὶ λαβόντος αὐτήν, πρὸς διερεύνησιν τῶν κοραλλιοφόρων θαλασσῶν. Ἐὰν ἡ ζητηθεῖσα πίστωσις τῶν 30,000 δραχμῶν ἦναι ἀνεπαρκής, ἡ Βουλὴ ἂς ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λαμβάνῃ δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τὸ ἀπαιτούμενον χρηματικὸν ποσόν. Ἂς λυθῇ ἑπομένως τὸ ζήτημα τῆς παροχῆς τῶν δαπανῶν, καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἁλιείας τῶν κοραλλίων, κατ’ ἐμέ, εἶναι λελυμένον.
§224Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω ὅτι δυνάμει τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Κράτος ἐπὶ τῶν παραλίων, δύναται ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς τὴν ἁλιείαν, καθόσον συνδεόμεθα μετ’ αὐτῶν διὰ συμβάσεων, αἵτινες ἐπιτρέπουσι τὴν ἁλιείαν ἐν γένει. Τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ δι’ ἀστυνομικῶν διατάξεων τὰ τῆς ἁλιείας, ἡ ὁποία γίνεται ἐντὸς ἀποστάσεως ὡρισμένης ἀπὸ τῆς ἀκτῆς. Τοῦτο βεβαίως τὸ Κράτος δύναται νὰ πράξῃ καὶ ἄνευ νόμου εἰδικοῦ, ἀλλὰ δὲν δύναται, κανονίζον τὰ τῆς ἁλιείας ἕως εἰς τὴν ἀπόστασιν ταύτην, ὅσον ἀφορᾷ τὰ κοράλλια, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπαγορεύει τὴν ἁλιείαν καὶ εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν ἀλλοδαπῶν, πρὸς οὓς διὰ συνθηκῶν ὑποχρεούμεθα νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζομεν καὶ εἰς πολίτας Ἕλληνας. Πῶς δύναται τὸ Κράτος νὰ ἔλθῃ σήμερον νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς νὰ ἁλιεύωσιν ἐντὸς τῆς ἀποστάσεως αὐτῆς τῶν τριῶν μιλίων ἀπὸ τῆς ἀκτῆς; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, καίτοι τοῦτο ἐξέρχεται τῶν κρατουσῶν συνθηκῶν ὡς πρὸς τὰς ἀξιώσεις τοῦ Κράτους.
§225Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχομεν ἓν ζήτημα ἀνάλογον τούτου, τὸ ζήτημα τῆς σπογγαλιείας...
§226Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, πρῶτον τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔληξε... (Θόρυβος).
§227Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, εἰπέτε εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι δὲν ἔγεινεν ἀκόμη πρωτόσχολος (ἱλαρότης).
§228Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ....
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας.
§230Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔδωκα τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Καραπάνον. Μετὰ τὸν κ. Καραπάνον, ἂν θέλητε, λαμβάνετε τὸν λόγον.
§232Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχομεν τὸ ζήτημα τῆς σπογγαλιείας, καὶ γνωρίζομεν ὅτι ἐχρειάσθη πολλὴ ἐργασία διὰ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ σπογγαλιεία ἐντὸς τῶν τριῶν μιλίων, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται θάλασσα ἀνήκουσα εἰς τὸ Κράτος. Λοιπὸν εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ κυριότης παντὸς Κράτους ἐπὶ τῆς θαλάσσης ἐκτείνεται εἰς ὡρισμένην ἔκτασιν.
§233Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τουλάχιστον ἄς μὴ τὰ λέγωμεν αὐτά.
§234Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι τοῦ διεθνοῦς δικαίου· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τὸ εἴπωμεν.
§235Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἄς μένωσι γραμμένα εἰς τὸ διεθνὲς δίκαιον.
§236Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐντὸς τῶν θαλασσῶν τῶν ἑλληνικῶν ὑπάρχουσιν ὕφαλοι κοραλλιοφόροι. Τὰς ὑφάλους αὐτὰς τὰς κοραλλιοφόρους οὐδεὶς δύναται νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ τὰς κηρύξωμεν ἰδιοκτησίαν τοῦ Κράτους. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαγορεύσωμεν εἰς πάντα ξένον νὰ ἁλιεύῃ κοράλλια, καὶ ἂν ἁλιεύσῃ, ταῦτα θὰ ἦναι ἰδιοκτησία τοῦ Κράτους. Τὸ ζήτημα οὕτω παρέστη εἰς ἐμέ, ὅτε ἔτυχε νὰ μελετήσω καὶ ἐγὼ τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς νομικόν. Νομίζω, ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν, καὶ νὰ μὴ σταματήσῃ ἀπέναντι ἴσως καὶ ἰδιοτρόπων ἰδεῶν καὶ φόβων ἀνυποστάτων, καὶ νὰ ψηφίσῃ νόμον κηρύσσοντα τὰ κοράλλια ἰδιοκτησίαν τοῦ Κράτους, ὅπως παρεμποδίσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν κοραλλίων, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι πλοῦτος, δυνάμενος κατόπιν ἐργασίας θετικῆς παρὰ τοῦ Δημοσίου καὶ κατόπιν φροντίδος ἐν προσεχεῖ μέλλοντι νὰ δώσῃ ἔσοδον ἄξιον λόγου εἰς τὸ Δημόσιον.
§237Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἤθελον νὰ ὑποβάλω μόνον τὰ ἑξῆς πρὸς ὑμᾶς καὶ τὴν Βουλὴν ὅτι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων εἶναι καλόν, νὰ ἀπέχῃ ἡ Βουλὴ τοῦ νὰ συζητῇ λεπτομερείας. Ὑπάρχουν ζητήματα, τὰ ὁποῖα παραβλάπτουσιν ὄχι μόνον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα ὡρισμένων κοινωνικῶν τάξεων· διότι, ἂν ἀποκλεισθῶσιν αὗται ἄλλης ἐργασίας, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω, τότε θὰ μετανοήσουν ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συζητοῦσιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν. Ταῦτα ἤθελον, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποδείξω εἰς ὑμᾶς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἠγέρθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής. Ἡ ἐπίθεσις, ἡ ὁποία ἐγένετο κατ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας συναδέλφου, δὲν ἦτο δικαία.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἐκ μέρους τίνος ἐγένετο ἡ ἐπίθεσις;
§239Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης.
§240Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κάθε ἄλλο παρὰ ἐπίθεσις.
§241Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀπεκάλεσε τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον πρωτόσχολον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς νὰ εἰρωνευθῇ αὐτόν, διότι εὑρίσκετο ἐν τῷ δικαίῳ, διότι ὑπεδείκνυεν ἀκριβῶς ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὡς καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζωνται τοιαῦτα ζητήματα ἐν λεπτομερείᾳ ἐν τῇ Βουλῇ.
§242Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ συγχαίρω τὸν κ. συνάδελφον διὰ τὸν πατριωτισμόν του, καὶ ἀναγνωρίζω τὴν εὐρύτητα τῶν γνώσεων αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω ὅλως διάφορον γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἔχει· ὁσονδήποτε δὲ καὶ ἂν ἦναι ὁ πατριωτισμός του μέγας, δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ τὴν ἀπαίτησιν, ὅτι καὶ αἱ γνώσεις του εἶναι τόσον εὐρεῖαι, ὥστε νὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς πρωτόσχολος καὶ δὲν λέγω τοῦτο εἰρωνευόμενος, τὸ λέγω σπουδάζων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 12,914, χορηγηθείσης διὰ τοῦ ἀπὸ 20 Νοεμβρίου 1903 Β. Διατάγματος, ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903, καὶ περὶ χαρακτηρισμοῦ αὐτῆς ὡς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, καταλογισμοῦ δὲ ταύτης ὑπὸ τὸ Κεφάλαιον 5, ἄρθρον 3 τοῦ ῥηθέντος προϋπολογισμοῦ». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου συνομολογηθείσης συνθήκης περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν».
§245Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ πολὺ τὸ νομοσχέδιον αὐτό;
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε νὰ συζητήσητε;
§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως· ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν πολύ.
§249Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι νομοθέτημα ὁλόκληρον.
§250Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλα. Ἢ προτείνετε νὰ σταματήσωμεν;
§251Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε νὰ σταματήσωμεν ἕως ἐδῶ;
§253Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν πρότασιν ταύτην;
§255Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ.)