1904.01.21
2.057 στίχοι · 15.591 λέξεις · 135 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4
τῆς 21 Ἰανουαρίου 1904.
(Τετάρτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν προέβαλον πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ προσδιορισμοῦ τῆς ὥρας τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, ὡς ἐσφαλμένως ἀναγράφουσι τὰ πρακτικά. Ἔστερξα μόνον εἰς τὴν ὑπ’ ἄλλων προβληθεῖσαν πρότασιν.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 19ης τρέχοντος, ὅτι θὰ συνερχώμεθα κατὰ τὴν τρίτην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, οὐχὶ τὴν τετάρτην.
§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως. Διότι τινὲς συνέστησαν τὴν τρίτην ὥραν, καὶ ἄλλοι τὴν τετάρτην.
§4Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνακοινώσατε, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀπόφασιν, διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅπως συνέρχηται τὴν τρίτην μετὰ μεσημβρίαν ὥραν. Αὐτὴ ἡ διόρθωσις θὰ γείνῃ. Τὰ πρακτικὰ μετὰ τὰς διορθώσεις ταύτας ἐπικυροῦνται. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων πιστώσεων. 1) Περὶ πιστώσεως δραχμῶν 12,914 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1903. 2) Περὶ πιστώσεων δραχ. 1,402,767.59 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων τῆς αὐτῆς χρήσεως. 3) Περὶ πιστώσεων δραχμῶν 330,000 τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 4) Περὶ χορηγίας δύο δωδεκατημορίων διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ 1904. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 28–31). Αἱ ἐκθέσεις αὗται τῆς ἐπιτροπῆς τυπωθεῖσαι θέλουσι διανεμηθῆ τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν.
§6Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διενεμήθησαν, κύριε Πρόεδρε.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Τώρα διανέμονται. Κατὰ λάθος διενεμήθησαν μετὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διότι ἦσαν ἐν τῷ αὐτῷ φύλλῳ. Τὸ κανονικὸν εἶναι, μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ Προεδρείου νὰ διανέμωνται. Οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ τῆς κωμοπόλεως Μελιγαλᾶ διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ μέτρα περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος καὶ ἐκ τῶν πρώτων νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς λύσεως τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Καρατσὸλ τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἀμπέλων τοῦ ἔτους 1903. Τινὲς κατάδικοι τῶν ἐξεταστικῶν φυλακῶν Κορίνθου δι’ ἀναφορᾶς των παραπονοῦνται, ὅτι ἐκτὸς τοῦ χορηγουμένου αὐτοῖς ἄρτου καθυστερεῖται εἰς αὐτοὺς καὶ τὸ κεκανονισμένον δεκάλεπτον ἐπίδομα. Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Κοκκέβης κατέθεσε δύο προτάσεις νόμων, ἐξ ὧν ἡ μὲν μία ἀφορᾷ εἰς μεταρρύθμισιν διατάξεών τινων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἡ δὲ ἑτέρα εἰς τὴν μεταφορὰν ὑδάτων εἰς τὴν παραλίαν Κυπαρισσίας. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 32–33). Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§8Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν κατὰ 20% καὶ περὶ εἰσπράξεως ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐν τοῖς ἀμίσθοις Προξενείοις τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν, ἅτινα συμφώνως πρὸς τοὺς ἐν ἰσχύϊ νόμους οἱ ἄμισθοι πρόξενοι εἰσπράττουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν. Διὰ τῶν προτεινομένων μέτρων τὰ προξενικὰ τέλη, ἐξ ὧν εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1903 ποσὸν 682,000 φράγκων χρυσῶν, θ’ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 900 χιλιάδων φράγκων χρυσῶν περίπου. Καὶ ἐκ μὲν τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν κατὰ 20% προϋπολογίζεται αὔξησις 120 χιλιάδων φράγκων χρυσῶν, ἐκ δὲ τῆς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου εἰσπράξεως τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν, ἅτινα μέχρι τοῦδε εἰσέπραττον πρὸς ἴδιον ὄφελός των οἱ ἄμισθοι πρόξενοι, προϋπολογίζεται αὔξησις 100,000 φράγκων χρυσῶν κατ’ ἔτος. Κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἡ αὔξησις τῶν τελῶν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπερβολική. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ μεγάλας θυσίας παρὰ τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ συμπολιτῶν ἡμῶν, — θυσίας ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τῶν περιστάσεων, — νομίζομεν ὅτι ἐπιτρέπεται ἡμῖν, ὅπως καὶ παρὰ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἑλλήνων ζητήσωμεν ἀναλόγους θυσίας. Οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἕλληνες, οἵτινες διακρίνονται ἐπὶ φιλοπατρίᾳ, δὲν θὰ δυσανασχετήσωσιν, ἀποτίνοντες ἀνώτερα τῶν μέχρι τοῦδε προξενικὰ τέλη. Ἂν λάβωσι πρὸ πάντων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς ἐνεστώσης χρήσεως ἀναγράφεται πίστωσις 800,000 φράγκων χρυσῶν διὰ τὰ ὑπὸ τὸν τίτλον «ἐξωτερικαὶ δαπάναι» γνωστὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα διατίθενται ὑπὲρ ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων, ἀπέναντι 600,000 φρ. χρυσῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ ἔτος 1903, δηλαδὴ διαφορὰ ἐπὶ πλέον 200,000 φράγκων, λίαν προθύμως θέλουσι καταβάλει τὰ προξενικὰ τέλη, ὧν τὴν αὔξησιν προτείνομεν διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Πρὸς τούτοις λαμβάνω τὴν τιμὴν μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου ὑπογραφείσης τὴν 26 Ἰουνίου 1901 συνθήκης περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν». Ἡ συνθήκη αὕτη, ὑπογραφεῖσα ἐπὶ τῆς πρώτης Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ὑπεβλήθη κατὰ τὸ 1902 ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ εἰς τὴν Βουλήν, δὲν κατωρθώθη ὅμως, ἐλλείψει χρόνου, νὰ συζητηθῇ τότε καὶ ψηφισθῇ. Ἐπειδὴ ἐν τῷ τελευταίῳ ἄρθρῳ τῆς συνθήκης ὑπάρχει ὅρος, καθ’ ὃν αἱ ἐπικυρώσεις δέον ν’ ἀνταλλαγῶσιν ἐντὸς ἕξ μηνῶν διὰ προσθέτων πρωτοκόλλων, ὧν τὸ μὲν πρῶτον φέρει ἡμερομηνίαν τῆς 5 Δεκεμβρίου 1901, τὸ δεύτερον τῆς 27 Μαΐου 1902, καὶ τὸ τρίτον τῆς 22 Μαΐου 1903, παρετάθη ἡ προθεσμία αὕτη ἐπὶ 6 ἔτι μῆνας τὸ πρῶτον, ἐπὶ ἓν ἔτος τὸ δεύτερον, καὶ ἐπὶ ἓν ἔτος τὸ τρίτον. Καὶ τὰ μὲν πρῶτα δύο πρωτόκολλα φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, τὸ δὲ τρίτον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς μόνον μετὰ τῆς Ἰταλίας συνδέεται διὰ συνθήκης περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν. Ἐνῷ δὲ ἡ Ἑλλὰς ἔχει αὐτὴν καὶ μόνην τὴν συνθήκην ἐκδόσεως, ἡ Ἀγγλία, παρ’ ᾗ ἐν παρῳχημένοις χρόνοις ἐκράτουν αἱ περὶ παροχῆς ἀσυλίας πρὸς τοὺς ἀλλοδαποὺς ἐγκληματίας θεωρίαι, ἔχει σήμερον πεντήκοντα καὶ πλέον συνθήκας ἐκδόσεως πρὸς διαφόρους Πολιτείας, ἡ Γαλλία ἔχει συνομολογήσει 70 συνθήκας ἐκδόσεως, ἡ Γερμανία καὶ τὰ καθέκαστα Κράτη αὐτῆς 100, ἡ Ἰταλία περὶ τὰς 50, ἡ Ὀλλανδία ὑπὲρ τὰς 60, ἡ Σουηδία ἄνω τῶν 20, ἡ Ἑλβετία περὶ τὰς 35, καὶ τὸ Βέλγιον περὶ τὰς 90. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετίας, ὅτε ἡ μεγάλη αὔξησις τῆς συγκοινωνίας ἐπέβαλλεν ἔτι μᾶλλον τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὰ διάφορα πεπολιτισμένα Κράτη νὰ συνομολογῶσι τοιαύτας συνθήκας, ἀπέφυγε νὰ πράξῃ τοῦτο, ὑπῆρχεν εἰδικὸς περὶ τούτου λόγος. Οἱ γνωρίζοντες τὴν ἱστορίαν τοῦ ζητήματος τούτου γινώσκουσι καὶ τὸν εἰδικὸν ἐκεῖνον λόγον, ὃν θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐξηγήσω, ὅστις ὅμως ἀπὸ τοῦ 1897 ἐξέλιπε, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν δύναται πλέον, κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην, νὰ χρησιμεύσῃ ὡς δικαιολογία, ἵνα τὸ ἡμέτερον Κράτος μὴ συνομολογῇ μετὰ τῶν λοιπῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης συνθήκας περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν. Ἡ συνομολόγησις συνθηκῶν ἐκδόσεως μεταξὺ πάντων τῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, πλὴν τῆς Ἑλλάδος, ἔσχεν ὡς συνέπειαν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι μόνον δύνανται νὰ εὕρωσι καταφύγιον οἱ δυνάμενοι ν’ ἀποδράσωσιν ἐκ τῆς χώρας αὑτῶν ἐγκληματίαι. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἡ μόνη γωνία τῆς Εὐρώπης, εἰς τὴν ὁποίαν, ἐὰν κατορθώσωσι ν’ ἀποδράσωσιν ἐκ τῆς χώρας αὑτῶν οἱ ἀλλοδαποὶ ἐγκληματίαι, εὑρίσκουσιν ἄσυλον. Ὡς ἐκ τούτου, ἐὰν δὲν στέρξωμεν εἰς τὴν συνομολόγησιν συνθηκῶν ἐκδόσεως, παριστάμεθα ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης ὡς οἱ μόνοι μὴ παραδεχόμενοι τὸ καθῆκον τῆς ἀλληλεγγύης, ὅπερ συνδέει ἡμᾶς πρὸς τὰ λοιπὰ πεπολιτισμένα Κράτη καὶ ὡς μὴ θέλοντες νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ παρέχωμεν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν πρὸς κραταίωσιν τοῦ δικαίου καὶ πρὸς καταπολέμησιν τοῦ ἐγκλήματος. Τοιαῦται αἱ σκέψεις, αἵτινες ὡδήγησαν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1901, ὅπως συνομολογήσῃ τὴν μετὰ τοῦ Βελγίου περὶ ἐκδόσεως σύμβασιν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτῆς σήμερον. Διαβεβαιῶ μόνον τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ συνθήκη αὕτη, μετὰ ἐπισταμένην μελέτην ὑπὸ τῶν ἁρμοδιωτέρων παρ’ ἡμῖν ἀνδρῶν, κατηρτίσθη καὶ εἶναι τελειοτέρα τῆς συνθήκης ἐκδόσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν συνομολογήσει κατὰ τὸ 1887 μετὰ τῆς Ἰταλίας, δύναται δὲ ὡς ἐκ τούτου νὰ χρησιμεύσῃ ὡς τύπος τῶν περὶ ἐκδόσεως συνθηκῶν, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς δύναται εἰς τὸ μέλλον νὰ συνομολογῇ μετὰ τῶν λοιπῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Ὑποβάλλοντες τὸ σχετικὸν σχέδιον νόμου σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, παρακαλοῦμεν νὰ ἐπιτρέψῃ αὕτη, ὅπως ἐκ τῶν πρώτων ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 34–35). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§10Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν καὶ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιά τινα, ὀλίγα, καθόσον ἀνέκαθεν ἐπίστευσα καὶ ἐφρόνουν, ὅτι ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν, ὡς καὶ πανταχοῦ, μᾶλλον ὑπάρχει ἀνάγκη τηρήσεως τῶν νόμων ἢ ἀενάου καὶ ἀδιακόπου μεταβολῆς αὐτῶν. Καὶ πρῶτον μὲν νομοσχέδιον, ὅπερ ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ καὶ ἀναγκαῖον καὶ κατεπεῖγον, εἶναι τὸ περὶ καταργήσεως τοῦ λεγομένου τριημέρου, ὅπερ ἀνεγράφη παρ’ ἡμῶν ἐν τῷ Ὀργανισμῷ τῶν Δικαστηρίων ἤδη ἀπὸ τοῦ 1834 ἔτους. Κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων καὶ ἡ ἄλλη νομοθεσία εἰσήγετο εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, οὐδὲ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία ὑφίστατο, οὐδὲ τηλεγραφικὴ, σχεδὸν δὲ παντάπασι συγκοινωνία. Ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία εἰσήχθη εἰς τὴν χώραν ἡμῶν κατὰ τὸ 1859 ἔτος ὑπὸ Αὐστριακῶν ὑπαλλήλων, ἡ δὲ ταχυδρομικὴ εἰσήχθη ἐπὶ τοῦ Καποδιστρίου, ἀλλὰ βεβαίως τότε εὑρίσκετο ἐν νηπιώδει καταστάσει. Ὅτε λοιπὸν καθιεροῦτο ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων καὶ τὸ ἄρθρον 282 αὐτοῦ, καθ’ ὃ οἱ Πρόεδροι καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς ἐν γένει τῶν Δικαστηρίων δύνανται ἄνευ ἀδείας ν’ ἀπομακρύνωνται ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας τῶν θέσεων αὑτῶν, βεβαίως ἡ διάταξις ἐκείνη ἐδικαιολογεῖτο. Ἔκ τινος πολυτίμου σημειώματος, κατατεθέντος ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ, εὑρεθέντος δ’ ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, γνωρίζομεν ἐν οἵᾳ νηπιώδει καταστάσει εὑρίσκετο ἡ συγκοινωνία κατὰ τὸ 1834 ἔτος. Καὶ ἄν εἶχον κατασκευασθῆ ὁδοί τινες μετὰ ταῦτα, καὶ αὗται ἀφέθησαν ἀνεπιτήρητοι, καὶ κατεστράφησαν. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν ἐποχῇ τελείας ἐλλείψεως συγκοινωνίας, ἀνυπαρξίας ταχυδρομικῆς, εὔλογος βεβαίως ἦτο ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 282 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ὅπως κατὰ τὰς ἀναφαινομένας σπουδαίας περιστάσεις οἵ τε Πρόεδροι καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς παντὸς Δικαστηρίου δύνανται νὰ προσέρχωνται πρὸς τοὺς προϊσταμένους αὑτῶν, εἰς τὴν Κεντρικὴν Διοίκησιν. Ἀλλ’ ἐν τῇ παρούσῃ ἐποχῇ τῶν τηλεγράφων καὶ ταχυδρομείων καὶ τῆς μεγάλης, δύναμαι νὰ εἴπω, συγκοινωνίας ἐν τῷ Κράτει, ἡ διατήρησις τῆς διατάξεως ταύτης εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελεῖ, εἰμὴ ἵνα κατὰ πᾶσαν ὑπουργικὴν μεταβολὴν Πρόεδροί τινες καὶ Εἰσαγγελεῖς ἀθρόοι σπεύδωσιν εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅπως κανονίσωσι τὰς ὑποθέσεις αὑτῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου λοιπὸν τούτου τὸ λεγόμενον τριήμερον καταργεῖται, ἐφαρμόζεται δὲ καὶ ἐπὶ τῶν Προέδρων καὶ τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Δικαστηρίων ὅ,τι καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων δικαστικῶν προσώπων. Δεύτερον νομοσχέδιον, ὅπερ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ψῆφον ὑμῶν, εἶναι τὸ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς ποινικῆς διατιμήσεως. Ποικίλαι καταγγέλλονται ὑπερβασίαι καὶ καταχρήσεις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐν σχέσει πρὸς τὸ θέμα τοῦτο. Ὅσοι δὲ τῶν κυρίων συναδέλφων ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνωσι τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, γιγνώσκουσι βεβαίως τὰ κατὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. — Ἐὰν ὑπάρξῃ ἀνάγκη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναπτύξεώς τινος, θέλω ἐξηγήσει τὰ ἁπλῶς σήμερον θιγόμενα. — Αἱ καταχρήσεις δὲ αὗται καὶ ὑπερβασίαι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ὀλεθρίων ἀποτελεσμάτων, συντελοῦσιν εἰς τὴν ὁσημέραι ἐξόγκωσιν τῶν ἐξόδων τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης. Ἰατροὶ ἄνευ πελατείας ζητοῦσι νὰ τοποθετῶνται παρὰ ταῖς Εἰσαγγελίαις, ἐκεῖ δὲ, ἄνευ ἀνάγκης πολλάκις, ἐπισκεπτόμενοι δῆθεν τραυματίας καὶ ἄλλους, παρουσιάζουσι πίνακας, δι’ ὧν ζητοῦσι δικαιώματα ὑπερβολικά. Ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι ἀποσπῶσιν ἐκ τῶν εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν παραγγελίας πρὸς ἐπιτοπίους μεταβάσεις, πολλάκις ἄνευ ἀνάγκης, παρατείνουσι δ’ ἐκεῖ τὴν διαμονὴν αὑτῶν ἐπὶ ἡμέρας ὅλας, μετὰ δὲ ταῦτα ὑποβάλλουσι πίνακας ἐξωγκωμένους, ἐλαττοῦντες οὕτω τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου ταμείου. Χωροφύλακες δὲ καὶ ἄλλοι τῆς ἐνόπλου δυνάμεως καὶ τῆς ἀστυφυλακῆς ἄνδρες, τὴν αὐτὴν μέθοδον μετερχόμενοι, συντελοῦσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ἐξόγκωσιν τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Κατὰ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον περιορίζονται τὰ δικαιώματα τῶν ἰατρῶν, ὡς καὶ τὰ τῶν χωροφυλάκων καὶ ὑπαξιωματικῶν, καταργοῦνται τὰ δικαιώματα διατριβῆς τῶν ἐπιτοπίως μεταβαινόντων ἀνακριτῶν καὶ ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἄλλα τινὰ ἐπίσης προβλέπονται, ἅτινα θέλετε μελετήσει, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω σήμερον.
§11Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Αἱ μηνύσεις πρέπει νὰ γίνωνται ἐπὶ χαρτοσήμου, διὰ νὰ αὐξήσωσι τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου καὶ ἐλαττωθῶσι καὶ αἱ μηνύσεις.
§12Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ φορολογήσωμεν καὶ τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην τώρα;
§13Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑποβάλλω τρίτον νομοσχέδιον, καθ’ ὃ ἡ σύστασις Εἰρηνοδικείων ἢ εἰδικῶν Πταισματοδικείων, ἡ κατάργησις αὐτῶν, ὁ προβιβασμὸς ἀπὸ τάξεως εἰς τάξιν, ἢ οἱαδήποτε μεταβολὴ εἰς τὴν περιφέρειαν ἢ τὴν ἕδραν αὐτῶν ἐπιτρέπονται μόνον διὰ νόμου. Κατὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1882 ἔτους καὶ ὑπὸ στοιχ. ΑΝΕʹ νόμου περὶ Εἰρηνοδικείων καὶ εἰδικῶν Πταισματοδικείων ἐπιτρέπονται πάντα ταῦτα διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου περιστέλλεται τὸ ἄτοπον τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἵνα π. χ. Εἰρηνοδικεῖόν τι προβιβασθῇ, θέλει ἐφεξῆς λαμβάνει προηγουμένως γνῶσιν ἡ Βουλή, ἡ ψηφίζουσα καὶ τὴν πρὸς τοῦτο αὔξησιν τῆς δαπάνης, ἐνῷ σήμερον πάντα ταῦτα ἐνεργοῦνται ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, μετὰ ταῦτα δ’ ἔρχεται ἡ Βουλὴ καὶ κατ’ ἀνάγκην πάντοτε ψηφίζει τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης. Ὑποβάλλω τελευταῖον νομοσχέδιον «περὶ τῶν περιπτώσεων παύσεως ἢ μεταθέσεως γραμματέων πολυμελῶν Δικαστηρίων καὶ Εἰρηνοδικείων».
§14Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα πλέον!
§15ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἔμεινε κανεὶς εἰς τὴν θέσιν του!
§16Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἀπαρχὴ γενικωτέρου μέτρου περὶ ἀμεταθέτου, ἐπὶ χρόνον ὡρισμένον, τῶν πρωτοδικῶν καὶ τῶν ἐφετῶν. Διότι πάντες πλέον ἐσχημάτισαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι βεβαίως ὡς πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τὸ ἰσόβιον ἄνευ τοῦ ἀμεταθέτου, μόνον ὅμως ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, δὲν ἐπαρκεῖ πρὸς τὸν σκοπόν, δι’ ὃν ἐνομοθετήθη. Περὶ τῶν εἰρηνοδικῶν τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον βεβαίως δὲν προνοεῖ, καθόσον περὶ αὐτῶν προνοεῖ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ τῆς Ἀστυνομίας τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καιρὸς εἶναι νὰ ψηφισθῇ νόμος, προστατεύων τοὺς γραμματεῖς τῶν τε Εἰρηνοδικείων καὶ τῶν πολυμελῶν Δικαστηρίων, οἵτινες οὕτω θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν μᾶλλον ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης. Διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, μέγα μέρος τῆς εἰρηνοδικειακῆς Δικαιοσύνης ἀσκεῖται διὰ τῶν γραμματέων τῶν Εἰρηνοδικείων. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑποβάλλω, ἀποτελεῖται ἐκ τριῶν ἄρθρων. Καὶ ἐν μὲν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ νομοθετοῦνται οἱ λόγοι, δι’ οὓς παύονται οἱ γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ τῶν πολυμελῶν Δικαστηρίων, ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ γίνεται λόγος περὶ τῆς μεταθέσεως αὐτῶν καὶ περὶ τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς οὗτοι μετατίθενται, καὶ ἐν τῷ τρίτῳ καταργεῖται πᾶσα ἀντικειμένη εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διάταξις. Ὅσοι, Κύριοι, ἐνθυμοῦνται, τί συνέβαινε καὶ ὡς πρὸς τοὺς εἰρηνοδίκας, πρὶν ἢ ὁ νόμος τῆς 27 Ἰουλίου 1895 ἔτους ὑπὸ στοιχ. ͵ΒΤΚΗʹ ψηφισθῇ τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὗτοι θέλουσι κρίνει, ὅτι καιρὸς εἶναι, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ περιφρουρήσῃ καὶ ἀσφαλίσῃ μεγάλην τάξιν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τὴν τάξιν τῶν γραμματέων τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ τῶν πολυμελῶν Δικαστηρίων. Τοῦτο δὲ θέλει συντελέσει ἀφεύκτως καὶ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν. Ὅταν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συζητηθῇ, θέλω εὐαρέστως ἀκούσει τὰς τυχὸν κατ’ αὐτοῦ προταθησομένας ἀντιρρήσεις, θέλω δὲ ἀναπτύξει καὶ ἐγὼ τοῦτο διὰ μακρῶν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 36–39). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸν λόγον.
§18ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ΒΤΜΘʹ νόμου «περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». Καὶ ἄλλοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλον σχέδια νόμου ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, δι’ ὧν ἐτροποποιοῦντο διατάξεις τινὲς τοῦ κειμένου νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὡς εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ ὑπάρχουσιν εὐεργετικαὶ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως διατάξεις, ἐπίσης εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἀτελεῖς διατάξεις. Τῶν ἀτελῶν τούτων διατάξεων διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου ζητῶ τὴν βελτίωσιν. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι πρῶτος ἐγὼ ὁ ζητήσας τοῦτο. Ἄνευ ἐξαιρέσεως πάντες οἱ ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου διατελέσαντες Ὑπουργοὶ τῆς Παιδείας, καὶ αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου, ἐπεδίωξαν τοῦτο διὰ νομοσχεδίων ὑποβληθέντων μὲν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δυστυχῶς μὴ ψηφισθέντων. Δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τὰς πλείστας τῶν διατάξεων, τῶν περιεχομένων εἰς τὸ ὑποβαλλόμενον ὑπ’ ἐμοῦ νομοσχέδιον πρὸς τροποποίησιν τοῦ νόμου τούτου, περιεῖχον καὶ τὰ ἑκάστοτε ὑποβληθέντα ὑπὸ τῶν διαφόρων Ὑπουργῶν νομοσχέδια. Ὑπάρχουσιν ὅμως διατάξεις ἐν τῷ ἐμῷ νομοσχεδίῳ, αἱ ὁποῖαι δὲν περιείχοντο εἰς ἐκεῖνα, διότι δὲν ἦσαν αὗται γνωσταὶ καὶ καθωρισμέναι, ἀλλ’ ἡ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου πεῖρα ἀπέδειξε καὶ ταύτας ἀναποφεύκτους πρὸς βελτίωσιν αὐτοῦ. Μία τῶν σπουδαίων ἀτελειῶν τοῦ νόμου τούτου εἶναι ἡ ἐλευθερία καὶ τὸ ἀνεύθυνον τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων εἰς τοὺς διορισμοὺς τῶν δημοδιδασκάλων καὶ εἰς τὴν προαγωγὴν καὶ τὴν σύστασιν τῶν σχολείων. Τὸ ἀνεύθυνον δὲ τοῦτο ὀλεθρίας ἔσχε συνεπείας εἰς τὴν οἰκονομικὴν τῶν δήμων κατάστασιν, ἐπεβάρυνε δὲ καὶ τὸ Δημόσιον μὲ ἱκανὰ ἑκατομμύρια. Ἕνεκα τῆς ἀτελοῦς ταύτης διατάξεως λειτουργοῦσι σήμερον 680 δημοτικὰ σχολεῖα ἀρρένων παρὰ τὸν κείμενον νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ἱδρυθῇ δημοτικὸν σχολεῖον, μόνον ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν εἶναι ἄνω τῶν ἑβδομήκοντα. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι σαφὴς ἐν τῷ νόμῳ καὶ ὀρθή, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς ἀφέθη εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, τῶν ἀποφάσεων τῶν ὁποίων ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἁπλοῦν ἐκτελεστικὸν ὄργανον. Λειτουργοῦσι ταύτην τὴν στιγμὴν δημοτικὰ σχολεῖα μονοτάξια δύο, μὲ μαθητὰς ἕκαστον δέκα, 23 μὲ μαθητὰς ἕκαστον εἴκοσιν, 73 μὲ μαθητὰς ἕκαστον τριάκοντα, 201 μὲ μαθητὰς ἕκαστον τεσσαράκοντα, 193 μὲ μαθητὰς ἕκαστον πεντήκοντα, καὶ 182 μὲ μαθητὰς ἕκαστον ἑξήκοντα. Τὸ σύνολον τῶν παρανόμως λειτουργούντων τούτων σχολείων ὡς δημοτικῶν εἶναι, ὡς εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ, 680. Ταῦτα ἔπρεπε νὰ λειτουργῶσιν ὡς γραμματεῖα. Ἐπειδὴ δὲ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ μισθοῦ τῶν γραμματιστῶν καὶ τοῦ τῶν δημοδιδασκάλων εἶναι κατὰ μέσον ὅρον δραχμαὶ περίπου 50 κατὰ μῆνα, ἡ ἐκ τῆς παρανόμου ταύτης λειτουργίας τῶν σχολείων τούτων προκύπτουσα ἐτησία ἐπὶ πλέον δαπάνη εἶναι περίπου 400,000 δραχμῶν. Ἔχω ἀκριβῆ σημείωσιν τῶν τόπων, εἰς οὓς λειτουργοῦσι τὰ τοιαῦτα σχολεῖα, τὴν ὁποίαν θέλω καταθέσει ἐν καιρῷ εἰς τὴν Βουλήν.
§19Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ τυπωθῇ, παρακαλῶ, ἡ σημείωσις αὕτη, κύριε Πρόεδρε.
§20ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπίσης ὑπάρχουσι παρανόμως λειτουργοῦντα καὶ σχολεῖα θηλέων, διότι ὁ κείμενος νόμος ἐπιτρέπει τὴν ἵδρυσιν δημοτικῶν σχολείων θηλέων, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητριῶν ἦναι ἄνω τῶν 25. Νῦν λειτουργοῦσι δημοτικὰ σχολεῖα θηλέων 6 μὲ μαθητρίας ἕκαστον 10, καὶ 51 μὲ μαθητρίας ἕκαστον 20. Καὶ ἐντεῦθεν ἄλλη ζημία, ἣν ὑφίστανται οἱ δῆμοι καὶ τὸ Δημόσιον. Σχολεῖα δὲ διτάξια, ἤτοι μὲ δύο διδασκάλους, λειτουργοῦσι παρανόμως 56, καὶ τριτάξια, ἤτοι μὲ τρεῖς διδασκάλους, 49, ὡς καὶ τετρατάξια, ἤτοι μὲ τέσσαρας διδασκάλους, 46. Οὐ μόνον δὲ ὁ ἀριθμὸς τῶν διδασκάλων εἶναι ἀνώτερος τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου, ἀλλὰ καὶ ὁ βαθμὸς αὐτῶν εἶναι παρὰ τὰς ἐκπαιδευτικὰς ἀνάγκας, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν δημοδιδασκάλων τούτων εἶναι πρωτοβάθμιοι ἢ δευτεροβάθμιοι, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἦναι τριτοβάθμιοι. 627 ὑπηρετοῦσι νῦν πρωτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι, ἐνῷ τὸ 1895 ὑπηρέτουν τοιοῦτοι 278, καὶ διδασκάλισσαι 182, ἐνῷ τὸ 1895 μόνον 133. Δευτεροβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι ὑπηρετοῦσι νῦν 924, ἐνῷ τὸ 1895 ὑπηρέτουν μόνον 727, καὶ διδασκάλισσαι δευτεροβάθμιοι 484, ἐνῷ τὸ 1885 μόνον 238. Τριτοβάθμιοι δὲ δημοδιδάσκαλοι, νῦν 646, ἐνῷ τότε 856, καὶ διδασκάλισσαι νῦν 233, ἐνῷ τὸ 1895 ὑπηρέτουν 244. Ἐντεῦθεν ἐπὶ πλέον δαπάνη, βαρύνουσα τοὺς δήμους καὶ τὸ Δημόσιον, δραχμῶν 224,320. Ἡ ἀφόρητος αὕτη κατάστασις προῆλθεν ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, καθ’ ἣν «τὸν βαθμὸν καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τῶν πλειόνων συνυπηρετούντων διδασκάλων κανονίζει τὸ κατὰ νομὸν Ἐποπτικὸν Συμβούλιον». Ἐπίσης ἐπῆλθεν αὔξησις δαπάνης 100,000 περίπου δραχμῶν ἐκ τῆς κακῆς διαβαθμίσεως τῶν γραμματείων, διότι νῦν ὑπηρετοῦσι 290 γραμματισταὶ πρωτοβάθμιοι, ἐνῷ τὸ 1895 ὑπηρέτουν τοιοῦτοι μόνον 5, καὶ δευτεροβάθμιοι 319 τὸ 1895, ἐνῷ νῦν ὑπηρετοῦσι 519. Αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι, ἃς ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι τοῦ σχολικοῦ ἔτους 1901, διότι δὲν κατώρθωσα δυστυχῶς νὰ λάβω ἐγκαίρως παρὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τὰς τηλεγραφικῶς αἰτηθείσας πληροφορίας, τὰς σχετικὰς πρὸς τὸ παρὸν σχολικὸν ἔτος. Ἐκ τῶν λόγων τούτων κυρίως προέκυψε τὸ ἀληθῶς ἀπίστευτον, ὅτι ὅλη ἡ δαπάνη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἥτις ἦτο κατὰ μὲν τὸ 1893 δραχ. 3,534,889, κατὰ δὲ τὸ 1895 δραχ. 4,200,698, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους, ἀνῆλθε τὸ 1902 εἰς δρ. 6,475,465...
§21Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πότε ἦσαν 3,534,889;
§22ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὸ 1893... Ἐδιπλασιάσθη ἑπομένως περίπου ἡ δαπάνη ἐν διαστήματι μιᾶς δεκαετίας. Βεβαίως αὔξησίς τις ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ, διότι ηὐξήθη κατά τι ὁ ἀριθμὸς τῶν σχολείων, ἀλλὰ δὲν δικαιολογεῖται ἡ τοιαύτη μεγάλη αὔξησις τῶν δαπανῶν ἐκ τῆς αὐξήσεως μόνον τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τοῦ μισθοῦ τῶν δημοδιδασκάλων, τῶν δημοδιδασκαλισσῶν καὶ τῶν γραμματιστῶν.
§23Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα σχολεῖα ἦσαν κατὰ τὸ 1893;
§24Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αὐτὰ τὰ ἐπέφερεν ὁ νόμος τοῦ 1892.
§25ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους θὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν, δεικνύουσιν, ὅτι κατὰ τὸ 1896 ὑπῆρχον 1479 σχολεῖα δημοτικὰ ἀρρένων, 432 θηλέων, καὶ 963 γραμματεῖα, κατὰ δὲ τὸ 1901 δημοτικὰ σχολεῖα ἀρρένων 1414, θηλέων 544, καὶ γραμματεῖα 1194. Ἐντεῦθεν ἐξηγεῖται τὸ μέγα ἔλλειμμα, περὶ οὗ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς προχθὲς ὡμίλει. Κατὰ τὸ 1896 πρὸς τὸ 1897 τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 1,202,667, εἰς βάρος τῶν δήμων καὶ τοῦ Δημοσίου καταβληθὲν, κατὰ τὸ 1897 πρὸς τὸ 1898 εἰς δραχ. 834,535, κατὰ τὸ 1898 πρὸς τὸ 1899 εἰς 1,341,425, κατὰ τὸ 1899 πρὸς τὸ 1900 εἰς 1,570,000, κατὰ τὸ 1900 πρὸς τὸ 1901 εἰς 926,561, κατὰ τὸ 1901 πρὸς τὸ 1902 εἰς δραχμὰς 1,570,000, καὶ κατὰ τὸ 1902 εἰς 2,148,942, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς 9,594,130 δραχμάς, εἰς τὰς ὁποίας δὲν περιλαμβάνονται αἱ συνδρομαί, ἃς ἐτησίως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896 τὸ Δημόσιον χορηγεῖ πρὸς τοὺς ἀπόρους δήμους.
§26Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόσαι εἶναι αἱ συνδρομαὶ αὗται;
§27ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Αἱ συνδρομαὶ ἀναγράφονται ἐτησίως ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους. Οὕτω τὸ 1896–97 ἦσαν δρ. 375,033, τὸ 1897–98 δρ. 534,418, τὸ 1898–99 δρ. 696,271, τὸ 1899–900 δρ. 1,025,711, τὸ 1900–01 δρ. 973,644, τὸ 1901–1902 δρ. 950,000, τὸ 1902–03 δρ. 1,000,000, καὶ τὸ 1903–04 δρ. 1,200,000· ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχμαὶ 6,755,077.
§28Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις δὲν ὑπάρχουν ἐπὶ τῶν συνδρομῶν τούτων;
§29ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τελευταῖον ἀνεφάνη καὶ ἡ μάστιξ αὕτη τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, περὶ ὧν θὰ ὁμιλήσω ἄλλοτε. Οὕτω προέκυψε τὸ ἔλλειμμα τῶν δραχ. 9,594,130, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ εἶναι μὲν ὀφειλὴ τῶν δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ εἶναι ἀδύνατος, διότι παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος οὐδὲν δύναταί τις νὰ λάβῃ. Καὶ κατ’ ἄλλας χρονικὰς περιόδους προέκυψαν ἐλλείμματα, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐν οὑτωσὶ μικρῷ χρονικῷ διαστήματι προέκυψεν ἔλλειμμα 16,349,207 δραχμῶν. Κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ΤΛΗʹ τοῦ 1856 προέκυψεν ἔλλειμμα δρ. 7,228,360, κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ΑΜΑʹ τοῦ 1888 προέκυψεν ἔλλειμμα δραχμῶν 6,388,909, καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ΒΠΕʹ τοῦ 1892 προέκυψεν ἔλλειμμα δραχ. 4,310,363. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι πᾶσαν τὴν προσοχὴν ἡμῶν πρέπει νὰ καταβάλωμεν, ὅπως βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ πρὸς τοῦτο ζητῶ τὴν συνδρομὴν πάντων τῶν δυναμένων ὁπωσδήποτε νὰ βοηθήσωσιν. Ἔχω δὲ δι’ ἐλπίδος, ὅτι κατωρθώθη νὰ περιληφθῶσι διατάξεις ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ σήμερον ὑπ’ ἐμοῦ νομοσχεδίῳ, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιτύχωμεν τὸ ζητούμενον. Μία τῶν σπουδαίων ἐλλείψεων τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι καὶ αὕτη, ὅτι τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια ἔχουσι πλήρη ἐλευθερίαν περὶ τὸν διορισμὸν, τὴν παῦσιν καὶ τὴν μετάθεσιν τῶν δημοδιδασκάλων ἐν πάσῃ στιγμῇ τοῦ σχολικοῦ ἔτους. Ἐνῷ ἐνομίζετο, ὅτι διὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου ἤθελεν ἐκλείψει καὶ ἡ μάστιξ τῆς πληθύος τῶν ἀπολύσεων, τῶν μεταθέσεων καὶ τῶν διορισμῶν ἐν πάσῃ στιγμῇ τοῦ σχολικοῦ ἔτους, συνέβη σχεδὸν τὸ ἀντίθετον, καὶ εὑρισκόμεθα σχεδὸν εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς ἣν καὶ πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τοῦ 1895.
§30Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ εἰς ἔτι χειροτέραν.
§31ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὰ ἐπίσημα κείμενα δίδουσι τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Κατὰ τὸ 1901 ἐνηργήθησαν διορισμοὶ 601 ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου εἰς κενὰς θέσεις, ὑπὸ τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων 707, ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων 342, καὶ ὑπὸ τῶν νομαρχῶν 106· ἤτοι ἐν ὅλῳ 1756 διορισμοὶ ὑπὸ τῶν διαφόρων αὐτῶν ἀρχῶν. Κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἐνηργήθησαν 697 μεταθέσεις καὶ 1044 ἀπολύσεις, ἐγένοντο δὲ δεκταὶ 261 παραιτήσεις. Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐγένοντο κινήσεις διδασκαλικαὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ σχολικοῦ ἔτους 3,758· ἐννοεῖται δέ, ὅτι ἐπὶ ἀριθμοῦ διδασκάλων 3,000, ἀρρένων καὶ θηλέων, δὲν ἔμεινεν οὔτε εἷς εἰς τὴν θέσιν του. Ἐὰν τοῦτο ἐλάμβανε χώραν κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, δὲν θὰ ἦτο καὶ τόσον μέγα τὸ κακόν, ἀλλ’ ἐγίνετο δυστυχῶς ἐν πάσῃ στιγμῇ, καὶ κατ’ αὐτὸν ἔτι τὸν χρόνον τῶν ἐξετάσεων. Κατὰ τὸ 1902 τῆς αὐτῆς φύσεως μεταβολαὶ ἐγένοντο μόνον 2642· κατὰ τὸ 1903 ἐγένοντο κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ σχολικοῦ ἔτους 2905 τοιαῦται μεταβολαί. Ἀλλ’ ἀριθμὸς 3000 μεταβολῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν σχολείων. Ὅθεν λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως αἱ τοιαῦται μεταβολαὶ ἐκτελῶνται μόνον ἅπαξ τοῦ ἔτους καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν, διότι σήμερον, μεταξὺ τῶν ἄλλων κακῶν, τὰ ὁποῖα προκύπτουσιν ἐκ τῆς τοιαύτης ἐλευθερίας τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἔχομεν καὶ τὰς παραιτήσεις τῶν δημοδιδασκάλων ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοὺς διορισμοὺς αὐτῶν ἀφ’ ἑτέρου ταυτοχρόνως εἰς πλείονας θέσεις. Ἔχω πρόχειρα ὀνόματα δημοδιδασκάλων διορισθέντων εἰς τέσσαρας ταυτοχρόνως θέσεις ὑπὸ διαφόρων Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Θὰ μεταβῶσιν, ἐννοεῖται, καὶ εἰς τὰς τέσσαρας, καὶ θὰ ἐκλέξωσι τὴν καταλληλοτέραν θέσιν, τὰ δὲ σχολεῖα θὰ ἀργῶσιν. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι ἀφόρητος, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως θὰ ζητήσῃ νὰ τροποποιήσῃ τὰς διατάξεις ταύτας. Καὶ ἄλλας τινὰς ἐλλείψεις ἔχει ὁ νόμος, δευτερευούσης σημασίας, τὰς ὁποίας θὰ παραλείψω, διότι δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ κάμω ὅμως μνείαν δύο ἔτι ἐλλείψεων τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ. Ἡ μία εἶναι ἐκείνη, ἕνεκα τῆς ὁποίας καθίσταται ἀδύνατος ἡ λειτουργία Ἐποπτικῶν τινων Συμβουλίων. Οὕτως εἰς τὸν νομὸν Λακεδαίμονος δὲν λειτουργεῖ ἀπὸ μακροῦ χρόνου Ἐποπτικὸν Συμβούλιον· μὴ λειτουργοῦντος δὲ τοιούτου, παύει ἐν τῷ νομῷ πᾶσα κίνησις ἐκπαιδευτική. Ἕνεκα δὲ τούτου ὑπάρχουσι σχολεῖα μὴ λειτουργοῦντα, ὑπάρχουσι δὲ καὶ διδάσκαλοι συμπληρώσαντες τὰ ἔτη τῆς συντάξεως αὐτῶν καὶ καταστάντες ἀνίκανοι πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, ἀδυνατοῦντες ν’ ἀποχωρήσωσι τῆς ὑπηρεσίας, διότι δὲ ὑπάρχει Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ἵνα προτείνῃ τὴν ἀπόλυσίν των. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου διορίζονται ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἐκ τῶν προταθέντων ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια δὲν προτείνουσι τοὺς διοριστέους, ὅταν ἐκ τῶν προτέρων ἦναι βέβαια, ὅτι ὁ νομάρχης δὲν θὰ ἐκλέξῃ ἐκ τῶν προταθέντων τοὺς φίλους αὐτῶν· ἄλλοτε πάλιν προτείνουσι μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ οὕτω καταστρατηγεῖται ὁ σκοπὸς τοῦ θεσμοῦ τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Ἡ δευτέρα ἔλλειψις, ἡ καὶ σπουδαιοτέρα, εἶναι ἡ ἀσάφεια τοῦ νόμου εἰς τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ μέρος, καὶ ἡ ἔλλειψις κυρώσεως τῶν διαφόρων σχετικῶν διατάξεων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ ἐν ἰσχύϊ ͵ΒΤΜΘʹ νόμου «πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν πιστώσεων ἐπιτρέπεται νὰ αὐξηθῶσι, κατὰ τὰς περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν δημοτικῶν ἐσόδων νομίμους διατάξεις, ὅ τε ἐπὶ τῶν πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν εἰσαγομένων δημοτικὸς δασμὸς καὶ οἱ ἄμεσοι δημοτικοὶ μέχρις ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν, κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ ὅρον ἐπιτρέπεται νὰ αὐξηθῶσι καὶ τὰ ἔξοδα τῶν δήμων τῆς Ἑπτανήσου». Ἀλλ’ ἐπειδὴ, ἵνα ἡ διάταξις αὕτη πραγματοποιηθῇ, ἀπῃτεῖτο ἀπόφασις τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα ἀλλαχοῦ μὲν δὲν ὑπῆρχον, ἀλλαχοῦ δὲ δὲν ἐλειτούργουν, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου νὰ εἰσαγάγῃ νέον νομοσχέδιον, ὅπερ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, ὁ ΒΤΞΘʹ τῆς 2 Μαρτίου 1896, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη εἰς τὸν νομάρχην νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης. Ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος οὗτος δὲν ἔφερε τὸ προσδοκώμενον ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα, διότι πλεῖστα Δημοτικὰ Συμβούλια δὲν συνεμορφώθησαν πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου καὶ δὲν ηὔξησαν κατὰ 1% τὸν φορολογικὸν ὅρον. Οὕτως 61 δῆμοι, ὧν οἱ πλεῖστοι εὔποροι, ἀλλ’ ἀνεπαρκεῖς διὰ τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως, δὲν ηὔξησαν τὸν φορολογικὸν ὅρον, καὶ ἕνεκα τούτου καταβάλλει τὸ Δημόσιον ἐτησίως περὶ τὰς 400,000 δραχμὰς, οὐχὶ ὡς συνδρομὴν, ἀλλ’ ὡς προκαταβολὰς, οὐδέποτε εἰσπραχθησομένας. Ὁ δῆμος Τριπόλεως, ὁ μὴ συμμορφωθεὶς πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τοῦ φορολογικοῦ ὅρου, ἔχει ἔσοδα δραχ. 206,203, δαπάνας δὲ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δραχμὰς 49,620, καὶ ἔλλειμμα δραχ. 11,849, ἃς προκαταβάλλει τὸ Δημόσιον. Ἐὰν ἤθελεν αὐξήσει τὸν φορολογικὸν αὑτοῦ ὅρον εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἤθελε καλυφθῆ, καὶ ἤθελεν ἀπαλλαγῆ οὕτω τὸ Δημόσιον τῆς πληρωμῆς τῶν 11,849 δραχμῶν. Ὡσαύτως ὁ δῆμος Ἀστακοῦ τῆς Ἀκαρνανίας ἔχει ἔσοδα δραχ. 42,459, δαπάνην δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δραχμὰς 12,888, καὶ ἔλλειμμα δραχ. 1557, ὅπερ ἤθελε καλυφθῆ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς μνημονευθείσης διατάξεως τοῦ νόμου. Ἐπίσης ὁ δῆμος Εὐρωστίνης τῆς Κορινθίας ἔχει ἔσοδα δραχ. 75,150, δαπάνην δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δραχ. 26,260, καὶ ἔλλειμμα δραχ. 4,466, ὅπερ προκαταβάλλει τὸ Δημόσιον, διότι δὲν ἐφηρμόσθη τὸ ἄρθρον 57 τοῦ νόμου...
§32Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ τί γίνονται αἱ ἄλλαι 160 χιλιάδες δραχμαὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου Τριπόλεως;
§33ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δαπανῶνται εἰς διαφόρους ἄλλας ἀνάγκας τοῦ δήμου Τριπόλεως.
§34ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις τὰ χαρίζῃ εἰς τοὺς δήμους, διατὶ οἱ δήμαρχοι νὰ πληρώνουν;
§35ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ταῦτα θὰ συζητηθῶσι διὰ μακρῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἤδη φέρω ὀλίγα παραδείγματα, ἵνα ἀποδείξω τὴν ἀνάγκην τῆς βελτιώσεως τοῦ κειμένου νόμου. Ὁ δῆμος Θεραπνῶν τῆς Λακεδαίμονος ἔχει ἔσοδα δραχ. 13,480, ἔξοδα δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως 18,038, ἔλλειμμα δὲ δρ. 12,672. Ἐὰν ὁ δῆμος οὗτος ἤθελεν αὐξήσει τὸν φορολογικὸν αὑτοῦ ὅρον, ἀναμφιβόλως ἤθελε καλύψει μέρος τῶν 12,672 δραχμῶν, καὶ οὕτω τὸ Δημόσιον ἤθελε πληρώσει διὰ τῶν προκαταβολῶν καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο. Εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην εὑρίσκονται ἐν ὅλῳ 61 δῆμοι, ὧν τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων ἀνέρχεται εἰς 1,108,468 δραχμὰς, καὶ χάριν τῶν ὁποίων προκατέβαλε τὸ Δημόσιον δραχ. 374,886 διὰ τῶν προκαταβολῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰς ὁποίας φρονῶ ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ μὴ καταβάλῃ ἐν ὅλῳ, ἢ ἐν μέρει τοὐλάχιστον, ἐὰν ὑπῆρχεν ἐν τῷ νόμῳ διάταξις κυροῦσα τὸ 57 ἄρθρον αὐτοῦ. Τοιαύτην διάταξιν εἰσάγω διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπάρχει προσέτι πληθὺς δήμων, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἢ ἐλάχιστα εἰσφέρουσιν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς αὑτῶν ἐκπαιδεύσεως· καὶ περὶ αὐτῶν μὲν δὲν λαμβάνω πρόνοιαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, φρονῶ ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ. Ὑπάρχουσι δῆμοι, τῶν ὁποίων τὰ ἔσοδα εἶναι ἐλάχιστα· π. χ. ὁ δῆμος Παρευηνίων τῆς Τριχωνίας ἔχει ἔσοδα 1457 δραχμάς, ἔξοδα δὲ μόνον δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως 2812· ὁ δῆμος Νωνάκριδος τῶν Καλαβρύτων ἔχει ἔσοδα δραχ. 1680, ἔξοδα δὲ μόνον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δραχ. 2290· ὁ δῆμος Μινώας ἔχει ἔσοδα δραχ. 2480, ἔξοδα δὲ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δρ. 1200· ὁ δῆμος Βερβαίνων ἔχει ἔσοδα δραχ. 1680, ἔξοδα δὲ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δρ. 3902. Διατὶ νὰ ὑπάρχωσι δῆμοι, τῶν ὁποίων τὰ ἔσοδα νὰ μὴ ἐπαρκῶσιν οὐδὲ διὰ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ γραμματέως, νὰ ἀναγκάζηται δὲ νὰ δαπανᾷ τὸ Δημόσιον διὰ τὴν δημοτικὴν αὐτῶν ἐκπαίδευσιν; Οἱ δῆμοι οὗτοι φρονῶ ὅτι πρέπει διὰ νόμου νὰ συγχωνευθῶσι πρὸς τοὺς γειτονικοὺς αὐτῶν δήμους, ἀναμφιβόλως δ’ ἐκ τούτου τὸ Δημόσιον ἤθελε κερδίσει μέγα χρηματικὸν ποσόν. Ἐπίσης ἔλλειψις κυρώσεως πολλῶν διατάξεων τοῦ νόμου ηὔξησε καταπληκτικῶς τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἓν ἐκ τῶν μέσων, κατὰ τὴν γνώμην μου, τῶν ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων, ὅπως προλάβωμεν τὴν καταπληκτικὴν ταύτην αὔξησιν, ἡ ὁποία ἀναμφιβόλως θὰ φέρῃ τὴν χρεωκοπίαν τῶν δήμων, μεγίστην δὲ ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον, εἶναι τὸ ἑξῆς· νὰ θέσωμεν κατὰ τῶν ὑπευθύνων τῆς παραβάσεως τῶν διαφόρων ἄρθρων τοῦ νόμου ποινάς. Οὕτως ἔθηκα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν ποινὴν τῆς προσωρινῆς παύσεως καὶ τῆς ἀπολύσεως τῶν ἐπιθεωρητῶν, διότι αὐτοὶ καὶ μόνοι εἶναι οἱ εἰσηγηταὶ τῶν ὑποθέσεων παρὰ τῷ Ἐποπτικῷ Συμβουλίῳ. Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιλάβηται οὐδενὸς θέματος, ἂν δὲν γένηται εἰσηγητὴς ὁ ἐπιθεωρητής. Πρὸς αὐτὸν λοιπὸν φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ στραφῇ ἡ Πολιτεία, καὶ παρ’ αὐτοῦ νὰ ζητήσῃ τὴν τήρησιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Ἐγὼ ἀσπάζομαι, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, τὰς θεμελιώδεις βάσεις τοῦ κειμένου νόμου· θεωρῶ ὅτι ἡ ἐξασφάλισις τῶν ἐπιθεωρητῶν εἶναι ἐκ τῶν ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων, ὅπως λειτουργήσῃ τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε λειτουργήσει σχολεῖον παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὡς τροποποιεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν ἵδρυσιν καὶ τὴν διαβάθμισιν τῶν σχολείων, ἐπιβάλλεται κατ’ ἐμὲ ἡ ἀπόλυσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἄνευ τῶν διατυπώσεων...
§36Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ ἀπολυθῇ καὶ νὰ καταδιωχθῇ καὶ ποινικῶς.
§37ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ νὰ διατυπώσω τὴν ἰδέαν μου. Νὰ ἀπολύηται, λέγω, ἄνευ τῶν διατυπώσεων τοῦ ἄρθρου 39 τοῦ κειμένου νόμου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ θεωρῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δύναται νὰ καταστήσῃ τὸν ἐπιθεωρητὴν ὄργανον τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἔθηκα διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ παράβασις αὕτη τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ νόμου θὰ βεβαιῶται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν τῆς περιφερείας, ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου νομάρχου καὶ ὑπὸ τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἄλλη τις διάταξις καλλιτέρα, ἐξασφαλίζουσα τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου· ἂν ἤθελεν εὑρεθῇ ἄλλη καλλιτέρα, μετ’ εὐχαριστήσεως θ’ ἀποδεχθῶ αὐτήν, διότι ὁ σκοπὸς πάντων ἡμῶν εἶναι ἡ ἐπίσχεσις τῶν ὑπερβασιῶν τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων.
§38Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, κρατεῖτε στατιστικὴν τῶν ὑπερβασιῶν αὐτῶν ὅλων;
§39ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.
§40Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἐπαρχίας;
§41ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ναί.
§42Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἔχῃ καὶ ἀναδρομικὴν δύναμιν ὁ νόμος. Πρόκειται περὶ 2,000,000.
§43ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Μεταξὺ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας θὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὅλων τῶν δήμων τοῦ Κράτους. Ἰδοὺ, εἰς τὸ τεῦχος τοῦτο εὑρίσκεται πᾶσα σχετικὴ πληροφορία. Ἂς λάβω τὸν τυχόντα δῆμον τοῦ Κράτους, π. χ. τὸν δῆμον Καρυουπόλεως τοῦ νομοῦ Λακωνικῆς· οὗτος ἔχει διδασκάλους τρεῖς τριτοβαθμίους, μὲ μισθὸν 100 δραχμῶν μηνιαίως ἕκαστον, ἐτησίως δὲ 3,600· ἔχει μίαν διδασκάλισσαν τριτοβάθμιον, μὲ μισθὸν 100 δρ. μηνιαίως, καὶ ἐτησίως 1200· ἔχει ἕνα γραμματιστὴν δευτεροβάθμιον, μὲ 65 δραχμὰς μηνιαίως, καὶ ἐτησίως 780· τρεῖς γραμματιστὰς τριτοβαθμίους, μὲ 55 δραχμὰς τὸν μῆνα ἕκαστον, ἐτησίως 1980· ἕνα γραμματοδιδάσκαλον, μὲ 45 δραχμὰς μηνιαίως, καὶ ἐτησίως 540. Ἐκ τῶν διδασκάλων τούτων οἱ τρεῖς ἔχουσι προσαυξήσεις, αἵτινες φέρουσιν ἐτησίως δαπάνην 360 δραχμῶν, ἔχει 4 σχολεῖα μὲ γραφικὴν ὕλην μηνιαίως δραχμῶν 12, ἐτησίως δρ. 576. Ἔχει ἐνοίκιον διδακτηρίων ἐτησίως δραχ. 1200. Ὁλικὴ δαπάνη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ δήμου τούτου 9,728 δραχμαί. Τοῦτο γίνεται εἰς ὅλους τοὺς δήμους τοῦ Κράτους.
§44Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ ἔσοδα;
§45ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πρόκειται περὶ δαπανῶν· πρόκειται νὰ μάθῃ τέλος πάντων τὸ Κράτος, ποία εἶναι ἡ δαπάνη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν ἐγὼ, ὁ ὁποῖος — ἐπιτρέψατε νὰ περιαυτολογήσω — καταγίνομαι εἰς τὰ τῶν ἀριθμῶν τούτων πλειότερον παντὸς ἄλλου, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς εἴπω ἀκριβῶς, ὅτι ἡ δαπάνη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι 6,475,465 δραχμαὶ, ὅση φαίνεται εἰς τοὺς πίνακας, οὓς ἔχω ὑπ’ ὄψει, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ κατεβλήθησαν μισθοὶ ἢ ἄλλαι δαπάναι δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τῶν εἰσπρακτόρων ἢ τῶν ταμιῶν τῶν δήμων, καίτοι ὁ ἰσχύων νόμος δὲν ἐπιτρέπει τὴν καταβολὴν τῶν μισθῶν ἢ τῶν ἄλλων δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τῶν εἰσπρακτόρων ἢ τῶν ταμιῶν τῶν δήμων, καὶ κελεύει ῥητῶς, ὅτι καταβάλλονται ὑπὸ τῶν ταμιῶν τοῦ Δημοσίου· ἀλλ’ οὐδὲν κωλύει τὸν ταμίαν ἢ τὸν εἰσπράκτορα τοῦ δήμου Ἀθηναίων νὰ ἐξαργυρώνῃ τὰς ἀποδείξεις τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων, καὶ νὰ φέρῃ ὡς μετρητὰ εἰς τὸ ταμεῖον αὑτοῦ τὰς ἐξαργυρωθείσας ἀποδείξεις. Εἶναι δυνατὸν ἑπομένως εἰς τὰς δαπάνας ταύτας νὰ προστεθῇ καὶ ἄλλη τις δαπάνη. Ὁπωσδήποτε ἔφερα τὸ παράδειγμα τοῦτο, ἵνα καταδείξω, ὅτι σήμερον ἡ Πολιτεία δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζῃ ἀκριβῶς τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Προκειμένου δὲ περὶ δαπανῶν ἑκατομμυρίων περίπου ἑπτὰ, φρονῶ ὅτι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς αὐτάς. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον συνέταξα τοὺς πίνακας τούτους, οἱ ὁποῖοι φαίνονται μὲν ὀγκώδεις, ἀλλ’ ὅταν ταξινομηθῶσι καταλλήλως, θ’ ἀποτελέσωσι μικρὸν παράρτημα, τὸ ὁποῖον φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπισυνάπτηται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως· πρέπει δὲ ν’ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους νὰ καταβάλλωσι δαπάνην δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως μὴ ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ προσηρτημένῳ τούτῳ τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους παραρτήματι. Οὐδεμία δὲ θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διατάραξις, διότι κατ’ ἄλλο ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου οὐδεμία ἐπιτρέπεται κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ σχολικοῦ ἔτους προσθήκη διδασκάλου ἢ σύστασις σχολείου, πλὴν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ του ἕκαστος δῆμος κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ σχολικοῦ ἔτους θὰ ἐγκρίνῃ· οὕτω δὲ θὰ προληφθῶσι πολλαὶ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι γίνονται καθ’ ὑπέρβασιν καὶ ἐν ἀγνοίᾳ πολλάκις καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῶν δήμων. Ταῦτα νομίζω ἐπαρκῆ πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ ΒΤΜΘʹ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως.
§46Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ ζητήσω μίαν πληροφορίαν;
§47ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Λίαν εὐχαρίστως· ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ περατώσω τὴν εἰσήγησίν μου καὶ ἐπὶ ἄλλων τεσσάρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι σύντομα.
§48Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ καλά. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§49ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον σχέδιον νόμου, ἤτοι τὸ περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου σήμερον ἀνὰ πᾶσαν τὴν ὑφήλιον ἀσχολοῦνται, θέμα, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ λύσω, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου, διότι ἡ ἀφόρητος κατάστασις, ἡ ὁποία πληγὰς πολλαπλᾶς εἰς τὴν κοινωνίαν φέρει, ἡ κατάστασις, εἰς ἣν εὑρίσκονται 300 περίπου σχολεῖα, καλούμενα Ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἐνῷ εἶναι ἀνθελληνικώτατα, καὶ ἐν οἷς φοιτῶσιν 24 χιλιάδες περίπου παῖδες, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἀνεκτή. Τρία εἶναι τὰ κύρια μέρη τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβαλλομένου· πρῶτον καταργοῦνται τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα ἀπὸ τοῦ ἀρχομένου σχολικοῦ ἔτους, καὶ καθίσταται ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις ἑξαετὴς ἡ ἐκπαίδευσις. Σχολεῖα δὲ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀναγνωρίζομεν δύο εἰδῶν, τὰ γραμματεῖα, μὲ τέσσαρας τάξεις, καὶ τετραετῆ φοίτησιν εἰς τοὺς μικροὺς συνοικισμούς, ἔνθα ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ποικίλλει ἀπὸ 20 μέχρις 60, — καὶ οὐχὶ 70, ὡς ὁ κείμενος νόμος ἀναγνωρίζει, — καὶ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, μὲ ἓξ τάξεις καὶ μὲ φοίτησιν ἑξαετῆ. Τοὺς ὅρους τοῦ διταξίου, τριταξίου, τετραταξίου, πενταταξίου καὶ ἑξαταξίου σχολείου δὲν ἀναγνωρίζομεν, οἱ ὁποῖοι ἄλλως τε εἶναι καὶ ἐσφαλμένοι· διότι ὁ πολὺς κόσμος, ἀκούων τριτάξιον σχολεῖον, φρονεῖ ὅτι πρόκειται περὶ σχολείου ἔχοντος τρεῖς τάξεις, ἐνῷ πρόκειται περὶ σχολείου ἔχοντες τρεῖς διδασκάλους, ἢ ἀκούων πεντατάξιον, φρονεῖ ὅτι πρόκειται περὶ σχολείου ἔχοντος πέντε τάξεις, ἐνῷ πρόκειται περὶ σχολείου ἔχοντος πέντε διδασκάλους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς διαρκείας ἐν τῇ στοιχειώδει καὶ τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει, διότι ταῦτα εἶναι θέματα ἐπιστημονικὰ, ἅτινα ἀλλαχοῦ ἐλύθησαν. Ἐγὼ ἠκολούθησα τὴν μέσην ὁδὸν, ὡς θὰ ἀποδείξω, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀπὸ τοῦ ἑπομένου σχολικοῦ ἔτους, καταργουμένων τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, ἡ μὲν δευτέρα τάξις αὐτῶν θὰ γείνῃ ἕκτη τάξις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἡ δὲ τρίτη τάξις αὐτῶν θὰ γείνῃ πρώτη γυμνασιακὴ τάξις· θὰ προστεθῇ ἑπομένως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἑπομένου σχολικοῦ ἔτους μία τάξις ἐν τοῖς Γυμνασίοις, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσιν οὕτω πέντε τάξεις καὶ ἕνα ἐπὶ πλέον καθηγητὴν, μετὰ πάροδον δὲ τεσσάρων ἐτῶν θὰ προστεθῇ καὶ ἡ ἕκτη, διότι οἱ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου μαθηταὶ τῶν Γυμνασίων ἀπαλλάσσονται τῆς ἑξαετοῦς φοιτήσεως. Ὁ δεύτερος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅπως τὰ τῆς μεταθέσεως καὶ ἀπολύσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἀνατεθῶσιν εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Μετάθεσιν ἢ ἀπόλυσιν δὲν θὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐνεργήσῃ ἄνευ ἐκθέσεως καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, ὑποδεικνυομένου ὑπ’ αὐτῆς, ὅπως ἐπιθεωρήσῃ καὶ συντάξῃ τὴν ἔκθεσιν, ἥτις θὰ δημοσιεύηται σὺν τῷ Β. Διατάγματι τῆς μεταθέσεως ἢ τῆς ἀπολύσεως. Εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἀφίεται τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ εἰς κενὴν θέσιν· ὁ διοριζόμενος ὅμως πρέπει νὰ ἔχῃ δίπλωμα τῆς Φιλοσοφικῆς ἢ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ πτυχίον τοῦ Διδασκαλείου. Ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κατεδείχθη, ὅτι ἀνάγκη παρίσταται νὰ μὴ στερηθῇ τέλεον ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως τῶν λειτουργῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως· διὰ τοῦτο ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐπιτρέπουσα τὴν ἄνευ ἐκθέσεως ἀπόλυσιν, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ λειτουργὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως ἤθελε τιμωρηθῆ τρὶς πειθαρχικῶς. Ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι θὰ εὑρεθῇ Ὑπουργὸς νὰ τιμωρήσῃ λειτουργὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως τρὶς πειθαρχικῶς, δημοσιευομένης μάλιστα ἠτιολογημένης τῆς τιμωρίας ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου. Οὕτως ἐξασφαλίζομεν τοὺς λειτουργοὺς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἀποφεύγοντες τὴν ἵδρυσιν Συμβουλίου μέσης ἐκπαιδεύσεως, — περὶ τοῦ ὁποίου εἶχον ἄλλοτε τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, — ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν. Ὁ τρίτος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἵδρυσις, οὕτως εἰπεῖν, πρακτικῆς Σχολῆς τῶν μελλόντων λειτουργῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἁπανταχοῦ σήμερον τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου θεωρεῖται ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ ἐξάσκησις εἰς τὸ διδακτικὸν αὐτῶν ἔργον πρὶν ἢ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Πρὸς τοῦτο προορίζομεν τὸ Πρακτικὸν Λύκειον, καταλλήλως μεταρρυθμιζόμενον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ προστεθῇ μόνον εἷς διευθυντής, ἡ μισθοδοσία τοῦ ὁποίου δὲν θὰ βαρύνῃ τὸ Κράτος, διότι τὸ Πρακτικὸν Λύκειον συντηρεῖται ἐκ τῶν πόρων τοῦ κληροδοτήματος Βαρβάκη. Ὡμίλησα ἤδη καὶ περὶ τῶν τριῶν σκοπῶν τοῦ νομοσχεδίου. Ἔρχομαι νῦν εἰς τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα. Ἡ δαπάνη, ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 πρὸς συντήρησιν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, ἀνέρχεται εἰς 1,847,000 δραχμάς. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, εὐθὺς ὡς καταργηθῶσι τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα, θέλει προκύψει οἰκονομία τουλάχιστον 800,000 δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων 231,000 δαπανῶνται δι’ ἐνοίκια, δι’ ἐπιστάτας, διὰ γραφικὰ κλπ. ἔξοδα. Τὸ προσωπικὸν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων ἀπαρτίζεται ἐκ δύο κατηγοριῶν· ἐκ τῶν διδακτόρων καὶ τῶν προλυτῶν τῆς Φιλοσοφικῆς καὶ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἐκ τῶν ἑλληνοδιδασκάλων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὰ πτυχία αὐτῶν ἀπὸ ἐπιτροπὰς ἢ ἀπὸ τὸ Φιλολογικὸν Φροντιστήριον. Ἐκ τῶν τελευταίων τούτων ἀπὸ μακροῦ ἤδη χρόνου δὲν προέρχονται πλέον ἑλληνοδιδάσκαλοι· ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ ἐκ τῶν πρώτων, τῶν διδακτόρων καὶ προλυτῶν, εἶναι 372, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἴτε ὡς σχολάρχαι εἴτε ὡς διδάσκαλοι· ἐκ τῆς βʹ κατηγορίας ὑπηρετοῦσι 350, ἐκ τῶν ὁποίων 100 ἔχουσι συμπεπληρωμένην τὴν σύνταξιν αὐτῶν, καὶ ἑπομένως θὰ ἀπέλθωσι τῆς ὑπηρεσίας. Ἐκ τῶν 372 θὰ προαχθῶσι 40 περίπου εἰς καθηγητάς· κατὰ τὸ ἑπόμενον σχολικὸν ἔτος, θὰ μείνωσι δ’ οὕτω 332, περὶ τῶν ὁποίων κυρίως πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν. Γινώσκω ἐξ ἰδίας πείρας, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα καὶ ὡς Ὑπουργός, ὅτι οἱ διδάκτορες οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἀρίστην λαμβάνουσι μόρφωσιν ἐν τῷ Ἐθνικῷ ἡμῶν Πανεπιστημίῳ, — διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ μετὰ πολλῆς τῆς δυσχερείας ἀπονέμει τὰ διπλώματα εἰς τοὺς φοιτητὰς αὐτῆς, γινώσκω, λέγω, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐξ ἰδίας πείρας, ὅτι ἐν βραχυτάτῳ χρονικῷ διαστήματι εἶναι δυνατὸν οἱ 332 οὗτοι διδάκτορες καὶ προλύται νὰ ἐκμάθωσι τὴν διδακτικὴν μέθοδον, ἡ ἄγνοια τῆς ὁποίας καθιστᾷ ἴσως αὐτοὺς ἐπιβλαβεῖς. Αἱ γνώσεις αἱ πολλαὶ ἄνευ παιδαγωγικῆς καὶ διδακτικῆς μορφώσεως εἰς οὐδὲν ὠφελοῦσι τοὺς μαθητὰς αὐτῶν. Ἀνὰ πᾶσαν τὴν ὑφήλιον σήμερον συζητεῖται, κατὰ τίνα τρόπον θὰ καταστῶσιν ἱκανοὶ οἱ λειτουργοὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως νὰ μεταδώσωσι τὰς γνώσεις αὐτῶν. Ἐν Γαλλίᾳ, εἰς τὸ ἀνώτερον Διδασκαλεῖον αὐτῆς, εἰς τὴν École Normale Supérieure, μόνον τελευταίως κατέληξαν εἰς ὁριστικὰ συμπεράσματα ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου θέματος. Ἐν Γερμανίᾳ ἀπὸ μακροῦ χρόνου παρεδέχθησαν, ὅτι καὶ εἰς τοὺς ἀρίστους τῶν φιλολόγων δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐξάσκησις τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν, ἐὰν δὲν ἀποκτήσωσι τὴν διδακτικὴν ταύτην ἐμπειρίαν, ἣν ἀποδεικνύουσι δι’ ἐξετάσεων. Τοῦτο θὰ καθιερώσωμεν καὶ ἡμεῖς διὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Διδασκαλείου. Βεβαίως εὑρισκόμεθα πρὸ περιστάσεων καὶ ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐπιβάλλουσι τὴν λῆψιν μέτρων ἐκτάκτων. Ἕν ἐκ τῶν μέτρων τούτων εἶναι, ὅπως οἱ διδάκτορες καὶ προλύται, οἱ νῦν σχολάρχαι καὶ διδάσκαλοι, κληθῶσι κατὰ τοὺς τρεῖς μῆνας τῶν διακοπῶν καὶ ἀσκηθῶσιν ὑπὸ διακεκριμένων παιδαγωγῶν εἰς τὴν μέθοδον τὴν διδακτικήν. Ἀντελήφθην ὡς Ὑπουργὸς κατὰ τὸ 1901, ὅτε ἐκάλεσα τοὺς 350 τότε διδάκτορας, ὅπως λάβωσι μαθήματα διδακτικῆς ἐφηρμοσμένης, ὅτι διὰ 40 τοιούτων μαθημάτων οἱ πλεῖστοι τῶν ἀσκηθέντων ἐβελτίωσαν τὴν διδακτικὴν αὐτῶν μέθοδον. Ἤδη τὰ μαθήματα ταῦτα ὁρίζονται εἰς 100· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι διδάκτορες καὶ προλύται ἀρτίας ἐπιστημονικῆς μορφώσεως θὰ καταστῶσιν οἱ ἄριστοι τῶν διδασκάλων. Τοὺς 332 τούτους διορίζομεν ὡς διευθυντὰς δημοτικῶν σχολείων πολυπληθῶν, ἐν οἷς τουτέστιν ὑπάρχουσι δημοδιδάσκαλοι πλείονες τοῦ ἑνός· οὕτω καὶ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις θὰ βελτιωθῇ, θὰ οἰκονομηθῶσι δὲ καὶ οἱ διδάκτορες καὶ οἱ προλύται τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου, τῶν ὁποίων ὁ μηνιαῖος μισθὸς ὁρίζεται εἰς 200 δραχμάς, ὅταν ἦναι διευθυνταί, εἰς 180 δὲ, ὅταν ἦναι διδάσκαλοι τῆς προτελευταίας τάξεως, διότι θὰ διδάσκωσι μόνον εἰς τὰς δύο ἀνωτέρας τάξεις τοῦ ἑξαταξίου δημοτικοῦ σχολείου. Ἐννοεῖται, ὅτι οὕτως ἐπέρχεται ζημία τις εἰς αὐτούς, διότι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἀπολαμβάνουσι σήμερον μηνιαίως ἄνω τῶν διακοσίων δραχμῶν, ἀλλ’ ἀφ’ ἑνὸς ἐξασφαλίζεται ἡ θέσις αὐτῶν, ὡς ἡ τῶν δημοδιδασκάλων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θεραπεύονται αἱ οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι τοῦ τόπου. Ὑπολείπονται οἱ 250 ἑλληνοδιδάσκαλοι, περὶ ὧν ἡ Πολιτεία ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, διότι οἱ πλεῖστοι τούτων ἔχουσιν ὑπηρεσίαν ἄνω τῶν 12 ἐτῶν. Ὡς πρὸς αὐτοὺς δύο μέτρα προτείνω· τὸ μὲν ἓν εἶναι, ὅπως, ὁπουδήποτε ὑπάρχει κενὴ θέσις δημοδιδασκάλου, διορισθῶσι καὶ αὐτοὶ ὡς τοιοῦτοι, ἀφοῦ ὅμως προηγουμένως ἀσκηθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν παιδαγωγικὴν καὶ τὴν διδακτικὴν μέθοδον, ὡς οἱ διδάκτορες. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι ἐνδεχόμενον οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν νὰ μὴ δεχθῶσι τὸν τοιοῦτον, οὕτως εἰπεῖν, ὑποβιβασμόν, ἔθηκα διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ μὴ διοριζόμενοι ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ παρόντος νόμου δύνανται νὰ λάβωσι ποσοστὸν τῆς συντάξεώς των ἀνάλογον πρὸς τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, ἐὰν αὕτη ἦναι δωδεκαετής. Τοιαῦται αἱ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἤδη ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, ἀνάλογον τοῦ ὁποίου καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν εἶχεν ὑποβάλει, περὶ τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Δι’ αὐτοῦ ἡ ὑπὸ τὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν Κυβέρνησις ἐζήτει, ὅπως ἀναλάβῃ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία τὰς σχετικὰς δαπάνας τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ὑπηρεσίας, τὰς ὑπὸ τοῦ Κράτους καταβαλλομένας. Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου ἐπιτρέπομεν, ὅπως, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, μέρος τῶν καθαρῶν κερδῶν τοῦ λαχείου αὐτῆς, διπλασιαζομένων τῶν κλήρων, κατατίθηται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ χρησιμεύῃ αʹ) πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ͵ΒΧΜϚʹ, ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ προέβλεπε, βʹ) πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ͵ΒΤΞΖʹ τοῦ ἔτους 1896 περὶ ἐξαγορᾶς τῶν κτημάτων τῶν πέριξ τῆς Ἀκροπόλεως κειμένων, γʹ) διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν πτερύγων τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου καὶ τὴν ἵδρυσιν Ἐπιγραφικοῦ Μουσείου καὶ ἐκμαγείων ἀντικειμένων τέχνης ἀρχαίας, εὑρισκομένων εἰς ξένα Μουσεῖα, καὶ τέλος, ὅπως χρησιμεύσῃ εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι νὰ εὐκολύνωσι τὴν ἐπίσκεψιν τῶν ἀνὰ τὰς ἐπαρχίας ἀρχαιοτήτων.
§50Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν περιλαμβάνει διάταξιν πρὸς πληρωμὴν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας καθυστερεῖ ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία;
§51ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ περὶ αὐτοῦ λαμβάνει πρόνοιαν.
§52Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τί ποσὸν εἶναι;
§53ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Περὶ τὰς 400,000 δραχμαὶ ἐτησίως.
§54Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς κατεπειγούσας ἄλλας ἀνάγκας.
§55ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Οὐδεμίαν ἄλλην ἀνάγκην θεωρῶ μᾶλλον κατεπείγουσαν διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τῶν ἀρχαιολογικῶν ἀναγκῶν. Ἀλλὰ σήμερον δὲν ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν ἵδρυσιν νέου λαχείου, ἢ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ λαχείου τῶν ἀρχαιοτήτων ἀπὸ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν. Πᾶν ὅ,τι πράττομεν στηρίζεται ἐπὶ ἐγγράφου αἰτήσεως τῆς Ἑταιρείας. Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 47 τῆς 14 Ἰανουαρίου τοῦ 1903 ἐγγράφου αὐτῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία προτείνει νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ δαπάνας δι’ ἀρχαιολογικὰς ἀνάγκας ἐκ τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ἐὰν αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν κλήρων τοῦ λαχείου αὐτῆς. Ἐπείγουσα ἀρχαιολογικὴ ἀνάγκη εἶναι ἡ κατασκευὴ ὁδῶν ἀπὸ Μελιγαλᾶ μέχρις Ἰθώμης, ἀπὸ Θηβῶν εἰς Πλαταιὰς, ἀπὸ Μεγαλοπόλεως εἰς Λυκοσούραν καὶ εἰς Λύκαιον ὄρος, ἀπὸ Ἀνδριτσαίνης εἰς τὸν ἐν Φιγαλίᾳ ναὸν τοῦ Ἀπόλλωνος, ἀπὸ τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ καὶ ἐκεῖθεν εἰς Χαιρώνειαν καὶ εἰς πλεῖστα ἄλλα ἀρχαιολογικὰ θαυμάσια κέντρα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς εἰς τὴν πληθὺν τῶν ξένων περιηγητῶν εἶναι σχεδὸν ἀπρόσιτα. Ἄνευ τοῦ συμπλέγματος τῶν ὁδῶν τούτων αἱ ἐτησίως γινόμεναι μεγάλαι δαπάναι τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ Κράτους ὑπὲρ ἀνακαλύψεως ἀρχαιοτήτων εἶναι ἄσκοποι. Ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως θὰ ἀποδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, περιέχοντος ἓν μόνον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν ἀναγκῶν, ὑφ’ ἃς διατελοῦσιν οἱ δῆμοι καὶ τὸ Κράτος. Κατὰ τὸ 1885 ἐψηφίσθη ὁ νόμος ᾼΣΞΓʹ τῆς 26 Ἰουλίου «περὶ καταργήσεως τῶν διδάκτρων ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις». Πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου ἡ μισθοδοσία τῶν δημοδιδασκάλων ἦτο μικρὰ, καὶ ὁ νόμος ηὔξησε τὴν μισθοδοσίαν τῶν δημοδιδασκάλων, καταργήσας τὰ δίδακτρα, τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως ἦσαν ἐπαχθῆ, καὶ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις καθίστατο ἐπαχθεστάτη πρὸ πάντων εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, διότι ὁ δημοδιδάσκαλος, ὡς ἄλλος εἰσπράκτωρ, ἀπήτει τὴν καταβολὴν τῶν διδάκτρων. Εὐεργετικὸς ὁ νόμος ἀναμφιβόλως, καὶ εὐεργετικὴ ἡ διάταξις, ἡ δι’ αὐτοῦ εἰσαχθεῖσα, τῆς προσαυξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δημοδιδασκάλων ἀνὰ πενταετίαν κατὰ δέκα δραχμάς. Ἡ αὔξησις αὕτη ἐπετρέπετο νὰ φθάνῃ μέχρι τοῦ ἡμίσεος τοῦ μισθοῦ τῶν δημοδιδασκάλων· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1892 καὶ πάλιν ηὐξήθησαν οἱ μισθοὶ τῶν δημοδιδασκάλων, χωρὶς ὅμως νὰ ληφθῇ φροντὶς περὶ κανονισμοῦ τῶν προσαυξήσεων· οὕτως ὁ μηνιαῖος μισθὸς τοῦ πρωτοβαθμίου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνέλθῃ εἰς 225 δραχμὰς, ὁ μισθὸς δὲ τοῦ δευτεροβαθμίου εἰς δρ. 180, καὶ ὁ τοῦ τριτοβαθμίου εἰς δρ. 150. Ἄλλοτε αἱ τοιαῦται προσαυξήσεις ἦσαν λογικαὶ καὶ ἀνεκταί, ἀλλ’ ἤδη εἶναι βάρος ἀνυπόφορον. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅπως αἱ προσαυξήσεις τῶν πενταετιῶν περιορισθῶσιν εἰς τρεῖς μόνον, τὴν πρώτην, τὴν δευτέραν καὶ τὴν τρίτην πενταετίαν, νὰ καταργήσωμεν δὲ τὴν τετάρτην καὶ πέμπτην πενταετίαν. Οὐδενὸς θ’ ἀφαιρέσωμεν δικαίωμα, διότι οὐδεὶς εἰσῆλθεν εἰς τὴν τετάρτην πενταετίαν, πολλοὶ ὅμως εὑρίσκονται εἰς τὰ πρόθυρα αὐτῆς· ἅμα τῷ πέρατι τοῦ τρέχοντος ἔτους, κατὰ τὸ 1905, θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν τετάρτην πενταετίαν τόσοι δημοδιδάσκαλοι, ὥστε ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ αὐτῶν θὰ ἦναι δραχμαὶ 23,380, κατὰ τὸ τέλος δὲ τοῦ ἐρχομένου ἔτους θὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν τετάρτην πενταετίαν τόσοι, ὥστε ἡ αὔξησις θὰ ἦναι δραχ. 25,566. Αἱ προσαυξήσεις αὗται ἐν ὅλῳ σήμερον φέρουσι δαπάνην ἐτησίως, ὡς ἠδυνήθην ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὕρω, 258,120 δραχμῶν. Ὑπάρχει σπουδαία διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου καὶ τοῦ ἀριθμοῦ, ὃν εὑρίσκω εἰς τὸ τεῦχος τὸ στατιστικόν, τὸ δημοσιευθὲν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας συναδέλφου κ. Παναγιωτοπούλου, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ εἶναι εἰς βάρος τῶν προσαυξήσεων, ἑπομένως καὶ ἡ δαπάνη τῶν 258,120 δραχμῶν δυνατὸν νὰ ἦναι πολὺ μικροτέρα τῆς πραγματικῆς, ἀλλὰ πάντως εἶναι καταπληκτική. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν διαπράττομεν ἀδικίαν πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους, ἐὰν σταματήσωμεν εἰς τὴν προσαύξησιν τῆς τρίτης πενταετίας. Ὁ νόμος τοῦ 1892 ἀνεγνώρισε καὶ διὰ τοὺς γραμματιστὰς δύο μόνον προσαυξήσεις, τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας πενταετίας. Τελευταῖον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι τὸ περὶ διδακτικῶν βιβλίων τῆς στοιχειώδους καὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ὁ διατελῶν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατυπώσῃ τὰς ἰδέας αὐτοῦ ἐπὶ τοιούτου θέματος εὑρίσκεται πρὸ δυσκολιῶν ἀνυπερβλήτων, αἱ ὁποῖαι ὅμως, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν πρέπει ν’ ἀποθαρρύνωσι τὸν ἐν γνώσει τῆς ἀφορήτου καταστάσεως διατελοῦντα νομοθέτην, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ ἐνισχύσωσιν αὐτὸν, ὅπως συναρμολογήσῃ καὶ καταθέσῃ αὐτὰς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀπεκδεχόμενος τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἡ συζήτησις ἤθελεν ὑποδείξει. Ἔχω τὸ θάρρος, Κύριοι, νὰ εἴπω, ὅτι θέμα σπουδαιότερον τοῦ παρόντος δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὑρεθῇ, ὡς πρὸς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἔπρεπεν ἴσως ἡ ἰδέα αὕτη νὰ λεχθῇ ὡς συμπέρασμα ἐκ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ τὸ πρωθύστερον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἴσως εἶναι ἐπιτετραμμένον. Πολλάκις ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ διάφοροι ἐψηφίσθησαν νόμοι, οἱ ὁποῖοι ὅμως τὴν βιβλιοκαπηλίαν δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐξαλείψωσι, καὶ ὅταν ἀκόμη ὑπῆρχε τὸ ἑνιαῖον τῶν διδακτικῶν βιβλίων. Σήμερον ἔχομεν ἐγκεκριμένα βιβλία, τὰ ὁποῖα πᾶς διδάσκαλος δύναται νὰ εἰσαγάγῃ ἐλευθέρως εἰς τὸ σχολεῖόν του, θρησκευτικὰ διαφόρων συγγραφέων Παλαιᾶς Διαθήκης 20, θρησκευτικὰ Καινῆς Διαθήκης 12, Κατηχήσεις 7, Περικοπὰς τοῦ Εὐαγγελίου 13, Ἱστορίας ἀρχαίας Ἑλλάδος 16, καὶ νέας Ἑλλάδος 16, Γεωγραφίας 10, Ἀριθμητικὰς ἀσκήσεις 28, Ζωολογίας 4, Φυτολογίας 3, Ὀρυκτολογίας καὶ Γεωλογίας 5, Φυσικὰς πειραματικὰς 4, Γεωμετρίας 5, Καλλιγραφίας 9, Ἰχνογραφίας 10, Γεωγραφικοὺς πίνακας 10, ἤτοι ἐν ὅλῳ 173, καὶ ἀναγνωστικὰ βιβλία 64. Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐγκεκριμένα βιβλία 237. Αὕτη εἶναι ἡ πληθὺς τῶν ἐγκεκριμένων βιβλίων, ἐννοεῖτε δὲ, ποῖος ἀγὼν μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων συγγραφέων καὶ τῆς ἄλλης ὅλης ὁμάδος τῶν ἐχόντων συμφέροντα διεξάγεται, ὅπως εἰσαγάγωσι τὰ βιβλία αὑτῶν εἰς τὰ σχολεῖα, καὶ ὅπως εὐθὺς ὡς ἤθελεν εἰσαχθῆ ἕν τῶν βιβλίων τούτων ἀντικατασταθῆ δι’ ἄλλου. Ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν Κυβέρνησις ἐσκέπτετο νὰ εἰσαγάγῃ ὅμοιον νομοσχέδιον, ὑπὸ τὰς βάσεις τουτέστι τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος τοῦ Κράτους, ὅπως χορηγῇ εἰς τοὺς μαθητὰς τὰ διδακτικὰ αὐτῶν βιβλία. Ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἀγγελίᾳ ἐταράχθησαν οἱ κύκλοι τῶν ἐνδιαφερομένων, καὶ συνέταξαν διάφορα ὑπομνήματα, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς χεῖράς μου καὶ ἕν τῶν ὁποίων ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κύριον Θεόδωρον Π. Δηλιγιάννην· ἄλλο ἐκ τῶν ὑπομνημάτων τούτων ἀναβιβάζει τὴν ἐτησίαν ὁλικὴν δαπάνην πρὸς προμήθειαν τῶν διδακτικῶν βιβλίων ὑπὸ τῶν μαθητῶν πάντων τῶν σχολείων εἰς δραχμὰς 379,535, ἄλλο εἰς δραχ. 543,686· ὥστε ὑπάρχει καὶ μεταξὺ αὐτῶν διαφωνία ὡς πρὸς τὰ κέρδη! Ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν δύο τούτων ποσῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ τις πολλά. Ἐγὼ, τῇ βοηθείᾳ διαφόρων εἰδικῶν, κατήρτισα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγκεκριμένων κατὰ τὸν νόμον βιβλίων, πίνακα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται, ὅτι ἡ δαπάνη πρὸς ἀγορὰν τῶν βιβλίων ἑκάστου τῶν μαθητῶν τῆς πρώτης τάξεως τοῦ δημοτικοῦ σχολείου εἶναι λεπτὰ 80· ὁμιλῶ περὶ ἀγορᾶς ἑνὸς βιβλίου, χωρὶς νὰ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ μαθητὴς ἰδίᾳ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου δύο καὶ τρία συνήθως καταστρέφει εἰς τὸ αὐτὸ ἔτος βιβλία· ἡ δαπάνη πρὸς προμήθειαν τῶν βιβλίων τῶν μαθητῶν τῆς δευτέρας τάξεως ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 3,80, διὰ τοὺς μαθητὰς τῆς τρίτης τάξεως ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 5,85, διὰ τοὺς μαθητὰς τῆς τετάρτης τάξεως εἰς 8,40, διὰ τοὺς μαθητὰς τῆς πέμπτης τάξεως εἰς δρ. 21, καὶ διὰ τοὺς μαθητὰς τῆς ἕκτης τάξεως τοῦ δημοτικοῦ σχολείου εἰς δραχμὰς 22. Ὁ μαθητὴς εἶναι ὑπόχρεως νὰ προμηθευθῇ πάντα ταῦτα τὰ βιβλία εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τοῦ σχολικοῦ ἔτους. Μάρτυς πολλάκις αὐτόπτης ἐγενόμην τῆς ἀποπομπῆς ἐκ τοῦ σχολείου πτωχοῦ μαθητοῦ, μὴ δυναμένου ν’ ἀγοράσῃ ὅλον τὸν ὁρμαθὸν τῶν βιβλίων. Συνήθως οἱ δημοδιδάσκαλοι εἶναι καὶ πωληταὶ τῶν βιβλίων. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ποιότητος τῶν βιβλίων καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς τυπώσεως αὐτῶν, ὁ ὁποῖος κυριολεκτικῶς ἀποτυφλοῖ τοὺς ἀτυχεῖς μαθητάς! Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς πνευματικῆς στρεβλώσεως, ἣν καλλιεργοῦσι θαυμασίως. Περιορίζομαι μόνον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως, καίτοι βεβαίως δὲν εἶναι αὕτη ἡ πρωτεύουσα. Μαθηταὶ εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἀρρένων καὶ θηλέων εἶναι περίπου 220,000, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀνέλθωσιν εἰς 300 χιλιάδας μετὰ δύο ἔτη, διότι θὰ λειτουργήσῃ πέμπτη καὶ ἕκτη τάξις, ἐνῷ σήμερον λειτουργοῦσι μόνον τέσσαρες. Ἀλλὰ θὰ κάμω τοὺς ὑπολογισμούς μου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 220,000 μαθητῶν. Ἐκ τούτων, κατὰ βασίμους πληροφορίας, φοιτῶσι μαθηταὶ εἰς τὴν πρώτην τάξιν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου 70,000, εἰς τὴν δευτέραν 60,000, εἰς τὴν τρίτην 50,000, καὶ εἰς τὴν τετάρτην 40,000· εἰς τὴν πρώτην τάξιν, ὡς εἴδομεν, ἡ δαπάνη πρὸς ἀγορὰν τῶν δύο ἀλφαβηταρίων, τοῦ αʹ καὶ τοῦ βʹ μέρους, εἶναι 80 λεπτὰ περίπου δι’ ἕκαστον μαθητὴν ἐτησίως. Ἀλλὰ θὰ ὑπολογίσω τὴν δαπάνην πρὸς μίαν μόνον δραχμήν, διότι ὁ μαθητὴς συνήθως ἀγοράζει δύο ἀλφαβητάρια ἕνεκα τῆς κακῆς ποιότητος τοῦ χάρτου, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι οἱ ἐκδόται τῶν βιβλίων ζητοῦσι παρὰ τῶν χαρτοπωλῶν τὴν χειρίστην ποιότητα τοῦ χάρτου, ἣν καὶ πληρώνουσιν εἰς μεγαλειτέραν τιμὴν, ἵνα καταστρέφωνται εὐκόλως καὶ ταχέως τὰ βιβλία! Ἔχομεν λοιπὸν δαπάνην ἐλαχίστην ἐτησίαν πρὸς ἀγορὰν τῶν ἀλφαβηταρίων, διὰ τὴν αʹ τάξιν τῶν δημοτικῶν σχολείων δραχ. 70,000, διὰ τὴν δευτέραν τάξιν 240,000, διὰ τὴν τρίτην τάξιν 400,000, διὰ τὴν τετάρτην 360,000, ἤτοι ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑβδομήκοντα χιλιάδας δραχμάς! Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλάχιστον ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐτησίως πληρώνουσιν οἱ μαθηταὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων πρὸς ἀγορὰν τῶν βιβλίων αὐτῶν! Ὑπάρχουσιν ἀκόμη τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ τὰ Γυμνάσια. Εἰς τὰ πρῶτα φοιτῶσι μαθηταὶ 24,000 περίπου. Ἡ δαπάνη κατ’ ἐλάχιστον ὅρον πρὸς προμήθειαν τῶν βιβλίων ἑκάστου μαθητοῦ ἑκάστης τάξεως εἶναι 15 δραχμαί· οὕτως ἔχομεν δαπάνην ἐτησίαν 360,000. Εἰς τὰ δημόσια Γυμνάσια φοιτῶσιν 7,000 μαθηταί, —δὲν συνυπολογίζω τὰ ἰδιωτικὰ — ἕκαστος τῶν ὁποίων δαπανᾷ κατὰ μέσον ὅρον ἐτησίως δραχ. 25 πρὸς ἀγορὰν τῶν βιβλίων· ἑπομένως ὁλικὴ ἐτησία δαπάνη δρ. 175,000. Τὰ ποσὰ ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἐν ὅλῳ 1,605,000 δραχμάς. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλάχιστον ποσόν, τὸ ὁποῖον ἡ μαθητιῶσα νεολαία καταβάλλει διὰ τὴν προμήθειαν τῶν διδακτικῶν βιβλίων αὐτῆς ἐτησίως! Ἔχω ἀσφαλεῖς πληροφορίας ἀπὸ εἰδικοὺς ἀνθρώπους, ὅτι τὸ βιβλίον τοῦτο (ἐπιδεικνύει ἀντίτυπον βιβλίου ἐκ τῶν τοῦ «Συλλόγου πρὸς διάδοσιν ὠφελίμων βιβλίων»)— τὸ ὁποῖον περιέχει 105 σελίδας, εἶναι δὲ συντεταγμένον ὡς ἄριστα, ἔχει χάρτην καλῆς ποιότητος, ἔχει στάχωσιν καλὴν καὶ εἶναι ἐκτετυπωμένον καλῶς, —ἀπαιτεῖ δαπάνην, ἵνα παραδοθῇ, ὡς ἔχει, περιλαμβανομένης καὶ τῆς ἀμοιβῆς τοῦ συγγραφέως, λεπτῶν 25...
§56ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. 40 λεπτῶν.
§57ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, 40 πωλεῖται, ἀλλὰ 25 μόνον ἀπαιτοῦνται δι’ ὅσα ἀνέφερα. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ ἀνακοινώσω ἀνακριβείας εἰς τὴν Βουλήν. Πᾶν ὅ,τι λέγω εἶναι μαθηματικῶς ἀκριβές.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ πόσων ἀντιτύπων ὑπολογίζετε τὰ 25;
§59ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως, ἂν ὑπολογίσωμεν ἐπὶ περισσοτέρων ἀντιτύπων, θὰ τὸ ἔχωμεν εὐθηνότερον. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐπιχείρημα ὑπὲρ ἐμοῦ, διότι θὰ ἔχωμεν 200,000 ἀντίτυπα ἐτησίως, ἐὰν πρόκηται περὶ ἀναγνωστικοῦ βιβλίου τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Ἐπὶ τοιούτων λοιπὸν πληροφοριῶν στηριχθείς, γνωρίζω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ δαπάνη διὰ τὴν προμήθειαν ὅλων τῶν διδακτικῶν βιβλίων καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς μέσης, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἀμοιβῆς τῶν συγγραφέων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ τὰς 350,000 δραχμὰς ἐτησίως. Ἂν ἀπαλλάξωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τῆς καταβολῆς ποσοῦ 1,600,000 δραχμῶν, νομίζω ὅτι δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ, ὅπως μέρος τοῦ κέρδους αὐτοῦ διαθέσῃ πρὸς βελτίωσιν τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τοῦτο ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ προστεθῶσι 20% ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ βιβλίου, ὡς ἀμοιβὴ τῶν βιβλιοπωλῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ πωλῶσι τὰ βιβλία ταῦτα, καὶ 80% διὰ φθορὰς, ζημίας κλπ. καὶ διὰ συνδρομὴν ὑπὲρ τῆς μέσης καὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Προστίθεται δὲ ἐπὶ πλέον εἰς τὸ ὑπολογισθὲν δι’ ἕκαστον τυπογραφικὸν φύλλον ποσὸν 20% διὰ τὴν παρεχομένην εἰς τοὺς βιβλιοπώλας ἔκπτωσιν, καὶ 80% διὰ φθορὰς καὶ ζημίας ἐκ τῶν ἀπωλήτων ἀντιτύπων, διὰ μισθοὺς καὶ ἔξοδα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Γραφείου τῶν διδακτικῶν βιβλίων, καὶ διὰ προμήθειαν σκευῶν καὶ ὀργάνων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Τὸ ὑπόλοιπον ἐκ τῶν ὀγδοήκοντα τούτων ἑκατοστῶν διατίθεται ὡς συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῶν δαπανῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀνεπαρκῶν δήμων.» Δὲν πρόκειται ἑπομένως νὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον. Ἐὰν θὰ ὠφεληθῇ τις, θὰ ὠφεληθῇ πρὸ πάντων ὁ λαὸς, καὶ ἰδίᾳ ὁ πτωχὸς λαός! Θὰ στερηθῶσιν ἴσως Κύριοί τινες κέρδη ὑπερβολικὰ, ἀλλ’ οἱ τυπογράφοι, οἱ χαρτοπῶλαι, οἱ στοιχειοχῦται, οἱ βιβλιοπῶλαι καὶ ὅλη ἡ πληθὺς τῶν ἐργατικῶν χειρῶν, τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὴν παρασκευὴν τῶν διδακτικῶν βιβλίων, κατ’ οὐδὲν θὰ ζημιωθῶσι. Κατ’ ἄλλο ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, «τὰ ἐγκεκριμένα βιβλία ἐκτυποῦνται δημοσίᾳ δαπάνῃ ἢ ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ, ἢ διὰ μειοδοτικῆς δημοπρασίας ἐν ἰδιωτικοῖς τυπογραφείοις». Ἴσως ἀκούσωμεν καὶ πάλιν κραυγὰς καὶ διαμαρτυρίας τῶν ζημιουμένων, — συνήθεις ἄλλως τε, προκειμένου νὰ ζημιωθῇ ἔστω καὶ εἷς Ἕλλην, — ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοιαύτης πνευματικῆς καὶ ὑλικῆς ὠφελείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, φρονῶ ἀκραδάντως, ὅτι θὰ σπεύσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ καταστήσῃ νόμον τοῦ Κράτους τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ διδακτικῶν βιβλίων.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 40–44). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§61Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς κατὰ τὸ 1904, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 45). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§63Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχμῶν 11,089 διὰ τοὺς καθυστερουμένους μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου τοῦ 1903.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 46). Ὁ κύριος Παυλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§65ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ λήψεως μέτρων πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ἐπειδὴ ἡ καλλιέργεια τῆς σταφίδος δυσχεραίνεται ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως πεποιθήσεως διὰ τὴν λῆψιν τοιούτων μέτρων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τίνα ἔσονται τὰ μέτρα ταῦτα, καὶ νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ταχεῖαν ὑποβολὴν αὐτῶν.
§66Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι προχθὲς σαφῶς ἐξήγησα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ συνεννοουμένη μετὰ τῶν ἁρμοδίων καὶ πράττουσα ὅ,τι εἶναι δυνατὸν, ὅπως ἐξεύρῃ λύσιν συμφέρουσαν εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγήν. Σήμερον οὐδὲν νεώτερον ἔχω νὰ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλήν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§68Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, γνωρίσαν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τὰς ἀνάγκας τῶν ἐφίππων σωμάτων, προέβη εἰς τὴν ἀγορὰν ἵππων. Ἡ προμήθεια ἔφθασεν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ παρελήφθη ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ διαδόσεις ἀνὰ τὴν πόλιν καταγγέλλουσι τὰ περὶ τὴν προμήθειαν ταύτην λαβόντα χώραν, καὶ παριστῶσιν, ὅτι οἱ ἵπποι οἱ ἀγορασθέντες εἶναι ἀνίκανοι διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Μέχρι τοιούτου δὲ σημείου ἔφθασαν αἱ φῆμαι αὗται, ὥστε καὶ ποίημα εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐμπρὸς» ἐδημοσιεύθη σήμερον (ἱλαρότης).
§69Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ποίημα;
§70Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Καὶ ἄλλοι μὲν καταγγέλλουσι τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἄλλοι δὲ καταγγέλλουσι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ σταλεῖσα πρὸς προμήθειαν τῶν ἵππων. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τοσοῦτον σκανδαλῶδες, ὥστε προεκάλεσε τὴν προσοχὴν πολλῶν ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ πολλῶν ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τοῦτο θεωρῶ ὑψίστης σπουδαιότητος, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον αἱ σημεριναὶ περιστάσεις τῆς πατρίδος ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν προμήθειαν διαφόρων ὑλικῶν τοῦ στρατοῦ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ, ἐὰν δύναται, σήμερον πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν τοιούτων καταγγελιῶν, πρὸς δὲ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ διαμειφθέντα, ὡς καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς προμηθείας ταύτης.
§71Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας τῶν ἵππων εἶναι πράγματι σοβαρὸν, ὄχι τόσον διὰ τὴν κακὴν ποιότητα αὐτῶν, διότι αὕτη δὲν ἐξηκριβώθη εἰσέτι λεπτομερῶς, ὅσον διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑπεκινήθη, καὶ διὰ τὸν σκοπὸν ἰδίως, πρὸς ὃν ἀπέβλεψε. Τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Ράλλη ἀπεφάσισεν, ἐκτὸς ἄλλων προμηθειῶν, καὶ τὴν προμήθειαν 300 ἵππων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ. Ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τῇ ὑποδείξει τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐστάλη εἰς Οὑγγαρίαν ἐπιτροπὴ ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία προέβη εἰς προκήρυξιν μειοδοτικοῦ διαγωνισμοῦ διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἵππων, καὶ εἰς τὴν παραλαβὴν αὐτῶν μετὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ μειοδοτικοῦ διαγωνισμοῦ. Κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μειοδοτικοῦ διαγωνισμοῦ πολλὰ δὲ ἀντιπρόσωποι τῶν ἱππεμπόρων, ἔφθασαν μέχρις ἐμοῦ ἐνταῦθα, καὶ μοὶ ἔκαμαν διαφόρους προτάσεις. Ἐννοεῖται ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα παρέπεμψα εἰς τὴν προκήρυξιν περὶ προμηθείας ἵππων, ἵνα, ἐὰν θέλωσι, λάβωσι μέρος κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ μειοδοτικοῦ διαγωνισμοῦ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ παραλάβῃ τοὺς ἵππους εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐδόθησαν ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου αἱ ἀπαιτούμεναι ὁδηγίαι καὶ οἱ ὅροι τῶν συμφωνιῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ συνταχθῇ τὸ συμβόλαιον διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἵππων. Ἐγὼ εὗρον τὰ πράγματα αὐτὰ τετελεσμένα, δηλαδὴ καὶ τὴν προκήρυξιν τοῦ μειοδοτικοῦ διαγωνισμοῦ καὶ τοὺς ὅρους τῶν συμφωνιῶν καὶ ὅλα τὰ προκαταρκτικὰ, τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἵππων. Ὁ μειοδοτικὸς διαγωνισμὸς λοιπὸν ἐνηργεῖτο εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐνηργεῖτο εἰς τὴν Οὑγγαρίαν· ἀλλ’ ὁ μειοδοτικὸς διαγωνισμὸς ἐνεργούμενος ἀπέβλεπε πάντοτε τοὺς ὅρους τῶν συμφωνιῶν, οἱ δὲ ὅροι τῶν συμφωνιῶν ἀπῄτουν πάντοτε πολεμιστηρίους ἵππους καλῆς ποιότητος. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἔχουσα ὁδηγίας καὶ διαταγὰς αὐστηρὰς νὰ συμμορφῶται μὲ τοὺς ὅρους τῶν συμφωνιῶν, παρέλαβε τοὺς ἵππους, καὶ συνεννοήθη μετὰ τοῦ ἱππεμπόρου περὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν εἰς Πειραιᾶ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διευθυνόμενον πλέον ἀπὸ ἐμὲ, ἅμα ὡς ἐπληροφορήθη, ὅτι οἱ ἵπποι ἀνεχώρησαν καὶ διευθύνονται πρὸς τὸν λιμένα τοῦ Πειραιῶς, διέταξε νὰ μεταβῇ εἰς Πειραιᾶ τὴν ἡμέραν τῆς ἀφίξεως τοῦ ἀτμοπλοίου ἡ μόνιμος ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἱππωνίας, συνάμα δὲ νὰ μεταβῶσιν εἰς Πειραιᾶ ἅπαντα τὰ Οἰκονομικὰ Συμβούλια τῶν Σωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ὡρισμένα, ἵνα παραλάβωσι τοιούτους ἵππους. Οἱ ἵπποι, ἅμα ὡς ἔφθασαν εἰς Πειραιᾶ, ἐξηλέγχθησαν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἱππωνίας, —σταλεῖσαν, ὡς προεῖπον, ἐκεῖ πρὸς τοῦτο, —συμφώνως μὲ τοὺς ὅρους τοῦ συμβολαίου καὶ τῶν συμφωνιῶν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοὺς παρέλαβε καὶ τοὺς παρέδωκεν εἰς τὰ Οἰκονομικὰ Συμβούλια τῶν Σωμάτων, ἅτινα μὲ τὰς σχετικὰς ἀγγαρείας τοὺς ὡδήγησεν εἰς τὰ οἰκεῖα συντάγματα. Κατὰ τὴν παραλαβὴν εἰς Πειραιᾶ, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἱππωνίας, ἐξελέγχουσα τοὺς ἵππους, εὗρε μεταξὺ αὐτῶν 19 πάσχοντας, τοὺς ὁποίους καὶ ἀπέρριψε, παρέλαβε δὲ τοὺς 139 ἐκ τῶν ἀφιχθέντων. Οἱ ἱππέμποροι ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, στέλλοντες τοὺς ἵππους ἐνταῦθα κατὰ τὰς συμφωνίας, ὀφείλουσι νὰ στέλλωσι καὶ ἀντιπρόσωπον αὐτῶν. Ὁ ἱππέμπορος λοιπὸν, ὁ ὁποῖος ἐπώλησε τοὺς ἵππους, ἔπρεπε νὰ συνοδεύσῃ αὐτοὺς εἰς Πειραιᾶ δι’ ἑνὸς ἀντιπροσώπου του· τοιοῦτος ὅμως ἀντιπρόσωπος δὲν παρευρέθη ἐκεῖ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἱππωνίας παρέλαβε τοὺς ἵππους, ἔχουσα πάντοτε διαταγὰς ἀπὸ ἐμὲ νὰ συμμορφωθῇ μὲ τοὺς ὅρους τῶν συμφωνιῶν. Τοὺς ἵππους ὅμως παρέδωκεν εἰς αὐτὴν εἷς ἱπποκόμος, κατὰ δὲ τὴν ἐξέλεγξιν, ὡς προεῖπον, ἡ ἐπιτροπὴ παρέλαβε μόνον τοὺς 139, ἀπορρίψασα τοὺς 19, ὡς πάσχοντας, ὡδήγησεν ὅμως εἰς τὰς Ἀθήνας ὅλους τοὺς ἵππους, διότι ὁ ἱπποκόμος ἠρνεῖτο νὰ παραλάβῃ τοὺς ἀπορριφθέντας, μὴ θέλων νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὴν διατροφήν των. Ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν, ἐννοεῖται, ὅτι εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα εὐθύνουσι τὴν ἐπιτροπὴν.
§72Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὴν ἐπιτροπὴν τὴν σταλεῖσαν;
§73Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἀμέσως θὰ σᾶς εἴπω. Διὰ τὴν ἐνταῦθα παραλαβὴν ὁμιλῶ τώρα. Ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἱππωνίας, ὁ συνταγματάρχης κ. Μεταξᾶς, ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ μὲ ἠρώτησε, τί νὰ κάμῃ. Ἐγὼ ἀμέσως τῷ εἶπον, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ ἐμὲ, καὶ ἑπομένως νὰ μεταβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, καὶ νὰ συμμορφωθῇ μὲ τοὺς ὅρους τῶν συμφωνιῶν. Ἀπῆλθε δ’ ἀμέσως ὁ κ. Μεταξᾶς. Τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν ἤρχισαν αἱ ἐφημερίδες τὰ ἄρθρα των περὶ τῆς κακῆς ποιότητος τῶν ἵππων. Πρώτη ἤρχισεν ἡ «Ἑστία».
§74ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Διότι ἔχει φωτιά! (ἱλαρότης).
§75Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μετὰ τὴν «Ἑστίαν» ἤρχισαν αἱ ἄλλαι ἐφημερίδες, «Ἐμπρὸς», «Σκρὶπ», «Ἀθῆναι» κλπ. Ὅτε εἶδον ἐγὼ αὐτὰ τὰ πράγματα, δὲν ἔχασα καιρόν, ἀλλ’ ἀμέσως διέταξα τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ νὰ συστήσῃ ἀμέσως ἐπιτροπὴν ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, εἰς ἣν νὰ λάβωσι μέρος καὶ οἱ ἀπαιτούμενοι κτηνίατροι, ἡ ἐπιτροπὴ δ’ αὕτη νὰ ἐξετάσῃ ταχέως τοὺς παραληφθέντας ἵππους, καὶ νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, αὕτη δ’ εἰς ἐμὲ, ἂν οἱ ἵπποι αὐτοὶ εἶναι κατάλληλοι ἢ ἀκατάλληλοι διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· συνάμα δὲ διέταξα τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ ἵπποι κριθῶσιν ἀκατάλληλοι, νὰ διορισθῇ ἀμέσως ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος νὰ ἐνεργήσῃ ἔνορκον προανάκρισιν, καὶ νὰ ἀναφέρῃ διὰ ποῖον λόγον ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἱππωνίας παρέλαβεν ἐν Πειραιεῖ ἵππους ἀχρήστους διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ διὰ ποῖον λόγον τὰ Οἰκονομικὰ Συμβούλια τῶν Σωμάτων παρεδέχθησαν τοιούτους ἵππους καὶ τοὺς ὡδήγησαν εἰς τοὺς στρατῶνας...
§76Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ τῶν 19;
§77Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Περὶ ὅλων... Ἀφοῦ δ’ ἔγεινεν ἡ ἐνέργεια αὕτη, αἱ ἐφημερίδες ἔπαυσαν ἀμέσως νὰ γράφωσι περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐλησμόνησα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι κατόπιν τῆς ἐνεργείας ταύτης ἐτηλεγράφησα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν ἵππων ἐν Οὑγγαρίᾳ, ὅτι οἱ ἵπποι ἐκρίθησαν, κατὰ τὰ διαδιδόμενα, ὡς ἀκατάλληλοι, ἂν δὲ καὶ οἱ λοιποὶ ἵπποι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ παραληφθῶσιν ἔτι ἐκεῖ, ἦναι τοιοῦτοι, νὰ παύσωσιν ἀμέσως τὴν παραλαβήν των, συνάμα δὲ νὰ μὴ πληρώσωσι τὸν ἱππέμπορον, μέχρις ὅτου ἐξακριβωθῇ, ἂν οἱ ἀφιχθέντες ἐδῶ ἵπποι εἶναι κατάλληλοι διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν...
§78Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐτηλεγραφήσατε πρὶν ἢ λάβητε τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐντεταλμένης νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις;
§79Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μάλιστα. Ἔχετε ὑπομονήν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ σᾶς δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας.
§81Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μετὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ τηλεγραφήματος τούτου, ἐπειδή, καίτοι εἶχον παρέλθει δύο ἔτι ἡμέραι, δὲν ἔλαβον ἀναφορὰν ἐκ μέρους τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἀπέστειλα νέαν διαταγὴν πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, πρὸς τὴν ὁποίαν ἔλεγον, ὅτι, ἐπειδὴ ἐτηλεγράφησα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν νὰ σταματήσῃ ἡ ἀγορὰ τῶν ἵππων, νὰ σταματήσῃ ἡ παραλαβὴ, νὰ σταματήσῃ ἡ πληρωμή, δι’ αὐτὸ νὰ διατάξῃ, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἱππωνίας ἐνεργήσῃ τὴν ἐπιθεώρησιν καὶ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἵππων, καὶ νὰ μοὶ ἀναφέρῃ, ὡς οἷόν τε τάχιον, ἵνα λάβω τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ ἵπποι ἦναι καλοὶ, νὰ διατάξω τὴν ἐξακολούθησιν τῆς παραλαβῆς καὶ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἦναι ἄχρηστοι, νὰ μὴ προβῶμεν καὶ εἰς ἑτέραν ἀγορὰν ἵππων τοιούτου εἴδους. Κατόπιν ὅλων αὐτῶν ἐκάλεσα τὸν νομικὸν σύμβουλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κ. Γλαράκην, πρὸς ὃν διηγήθην ὅλην τὴν ὑπόθεσιν καὶ τὰς ἐνεργείας μου, καὶ ἠρώτησα αὐτὸν, ἂν αἱ ἐνέργειαί μου αὗται εἶναι ἐντελῶς νόμιμοι. Ὁ νομικὸς σύμβουλος μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι ἦσαν νομιμώταται. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἔχω νὰ σᾶς δώσω ἄλλας πληροφορίας. Τοιαύτας θὰ δώσω, ὅταν λάβω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας τῶν ἀνακρίσεων δι’ ἀναφορᾶς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
§82Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποία εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἱππωνίας;
§83Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Πρόεδρος ὁ συνταγματάρχης τοῦ ἱππικοῦ κ. Αἰμίλιος Καρμπούνης, μέλη δὲ ὁ ταγματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ κ. Ζυμβρακάκης καὶ ὁ κτηνίατρος κ. Πιλάβιος, γνωστὸς καὶ ἐξ ἄλλων παραλαβῶν.
§84Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ παραληφθέντες ἵπποι ἔχουσι πληρωθῆ;
§85Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὄχι.
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴπετε ὅτι οἱ ἱππέμποροι ἀπετάθησαν πρὸς ὑμᾶς.
§87Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δι’ ἀντιπροσώπου.
§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπετάθησαν καθ’ ὃν χρόνον ἦσθε Ὑπουργὸς ἢ πρὸ τούτου;
§89Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Καθ’ ὃν χρόνον ἤμην Ὑπουργὸς ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐζήτησαν προτιμήσεις, ἀλλὰ ἐγὼ εἶπον πρὸς αὐτοὺς, ὅτι δὲν συνηθίζω νὰ κάμνω τοιαύτας προτιμήσεις, καὶ τοὺς ἀπέστειλα εἰς τὸ πεδίον τοῦ μειοδοτικοῦ συναγωνισμοῦ.
§90Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπειδὴ ἡ προμήθεια διετάχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι, καὶ ἐντεῦθεν ὑπέχω εὐθύνην διὰ τὴν καλὴν ἢ κακὴν ἐκτέλεσιν τῆς γενομένης προμηθείας, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρόγραμμα τοῦ διαγωνισμοῦ, νὰ πληροφορήσῃ δὲ τὴν Βουλὴν, κατὰ ποίαν ἐποχὴν ἀκριβῶς συνωμολογήθη ἡ πρώτη ἀγορὰ, τῶν 170 ἵππων, τῶν ἀποσταλέντων καὶ παραληφθέντων ἐνταῦθα. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ποῖον μέτρον ἔλαβε διὰ τὴν παράβασιν τοῦ ὅρου τῆς ἱππωνίας, καθ’ ὃν ὤφειλε νὰ συνοδεύσῃ τοὺς ἀποσταλέντας ἵππους ἀντιπρόσωπος τοῦ ἐργολάβου.
§91Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας.
§92Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν κατὰ τὴν παραλαβὴν ἢ ἀγορὰν τῶν ἵππων ὑπάρχῃ τι τὸ ἄτοπον, βεβαίως δὲν ὑπάρχει εἰς τοὺς ὅρους, ἢ δὲν λέγεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἐὰν κατακρίνηται ἡ ἐπιτροπὴ, ἢ ἡ ἐνέργεια αὐτῆς κατὰ τὴν ἀγορὰν τῶν ἵππων, ἡ κατάκρισις δὲν ἀφορᾷ τοὺς ὅρους, ἀλλὰ τὸν τρόπον τῆς ἀγορᾶς, ἣν ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐνταῦθα ἀποστολῆς τῶν ἵππων ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Διότι ὤφειλεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ συνοδεύσῃ δι’ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς τὴν πρώτην ἀποστολὴν τῶν ἵππων εἰς Πειραιᾶ, ἵνα μὴ γείνῃ τὸ ἔκτροπον κατὰ τὴν ἐπιβίβασιν ἐν τῷ ἀτμοπλοίῳ καὶ τὴν ἀποβίβασιν τῶν ἵππων. Τοῦτο δὲ θέλει ἐξετασθῆ, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσαγάγῃ τὰ ἀπαιτούμενα ἔγγραφα. Ὅθεν δὲν ὑπάρχει αἰτία τῆς ὑποψίας, ἣν ἡ ἐπερώτησις διήγειρεν, ὅτι δῆθεν φέρει κατηγορίαν κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.
§93Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐν τῷ δικαιώματί του διετύπωσε τὴν ἐπερώτησιν. Ἀλλ’ ὅταν τις διαχειρίζηται τὰ κοινὰ, βεβαίως ὑπέχει εὐθύνην, καὶ ταύτην ἠθέλησα νὰ ἀναλάβω ὁλόκληρον, ὅτε διετύπωσα τὴν ἐπερώτησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Βεβαίως ὑπέχουσιν εὐθύνας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξετέλεσαν τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ διευθύνεται τοῦτο εἴτε ὑπὸ τοῦ προκατόχου του. Ἐὰν δ’ ἔχω ἀκριβῆ ἐνθύμησιν τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς παρηγγέλθη ἡ τελευταία ἱππωνία, νομίζω ὅτι εἷς μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ ὅτι ἡ παράδοσις θὰ ἐγίνετο ἐνταῦθα. Ἑπομένως, ἐὰν ἡ ἐπιτροπή, ἡ ἀποσταλεῖσα πρὸς τὴν προμήθειαν ταύτην, δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της, ἠδύνατο ἡ διαρκὴς ἐπιτροπή, ἡ ἐνταῦθα, νὰ ἐξελέγξῃ τοῦτο.
§94Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους ἐπερωτῶντας νὰ σαφηνίσωσιν, ἂν αἱ ἐπερωτήσεις των ἀποβλέπουσι τὴν ἐνέργειάν μου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ τὴν τῆς ἐπιτροπῆς.
§95Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§96Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγγράφως, παρακαλῶ, νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαλκιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§98Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, κύριοι Βουλευταί, εἶχον παραστήσει ἐνώπιον ὑμῶν τὸ δεινὸν τῆς θέσεως τῶν κατοίκων ἑνὸς χωρίου τοῦ δήμου Ἀταλάντης, ὀνομαζομένου Κυπαρισσίου, οἱ ὁποῖοι εἶχον δηλώσει πρὸ τοῦ καταστρεπτικοῦ σεισμοῦ τοῦ 1894 ἐθνικὰς γαίας, αἵτινες ἕνεκα τῆς καθιζήσεως τοῦ ἐδάφους, τῆς προελθούσης ἐκ τῶν σεισμῶν, κατεκλύσθησαν ὑπὸ τῶν θαλασσίων ὑδάτων. Ἀλλὰ καίτοι αἱ γαῖαι κατεκλύσθησαν ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ἐν τούτοις οἱ δηλωταὶ αὐτῶν παρίστανται ὡς ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου, καὶ καταδιώκονται, ἵνα πληρώσωσι παγίας καὶ ἐτησίας δόσεις. Ἡ τότε Κυβέρνησις, προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ἀναγνωρίσασα τὸ δίκαιον τῶν παραστάσεών μου καὶ τῶν παραπόνων τῶν κατοίκων, εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπερ καὶ ἐψηφίσθη τότε εἰς πρώτην καὶ δευτέραν μόνον ἀνάγνωσιν, ὡς ἐνθυμοῦμαι. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἔφερε τὴν ἐπιγραφὴν «περὶ ἀκυρώσεως παραχωρητηρίων γαιῶν κειμένων ἐν Λοκρίδι καὶ ὑπὸ τῆς θαλάσσης κατακλυσθεισῶν». Θὰ παρακαλέσω τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰσαγάγῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν, διότι εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσιακόν. Παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ κατὰ προτίμησιν, μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεώς τινος. Πρὸς τούτοις θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι παράπονα καὶ αἰτήσεις τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μοδίου τοῦ δήμου Τιθορέας τῆς Λοκρίδος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος πρὸ τῆς συγκομιδῆς τῶν καρπῶν ὑπέστη τελείαν καταστροφὴν ἕνεκα χαλάζης. Τὸ Ὑπουργεῖον τὸ προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ διέταξε καὶ ἐγένετο ἀμέσως τότε ἐξέτασις ἐπιτόπιος ὑπὸ τοῦ τότε νομάρχου Φθιώτιδος κ. Σιβιτανίδου καὶ τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν, καὶ ἡ ἐξέτασις αὕτη παρέσχε τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ὄντως ἡ σπορὰ τῶν δημητριακῶν καρπῶν τοῦ χωρίου ἐκείνου κατεστράφη. Οἱ δυστυχεῖς δὲ ἐκεῖνοι χωρικοὶ πένονται κυριολεκτικῶς καὶ εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν ἀπελπιστικήν. Ἐσχάτως μάλιστα ἠθέλησαν ὅ τε δημόσιος εἰσπράκτωρ καὶ ἐνωμοτάρχης τις, ἐκτελοῦντες ἐντάλματα τοῦ Δημοσίου, νὰ καταδιώξωσι τοὺς ὀφειλέτας καὶ εἰσπράξωσι τὰ ὀφειλόμενα παρ’ αὐτῶν· καίτοι δὲ, ἕνεκα ἐλλείψεως χρημάτων, προελθούσης ἐκ τῆς καταστροφῆς ἐκ τῆς χαλάζης, δὲν ἠδύναντο νὰ πληρώσουν, συνελήφθησαν καὶ μετηνέχθησαν εἰς τὰς φυλακὰς Λαμίας· ἔχει δὲ ἀπαγγελθῆ καὶ κατηγορία κατ’ αὐτῶν ἐπὶ δῆθεν ἀντιστάσει! Εἶναι ἄρα δίκαιον καὶ φιλάνθρωπον νὰ ληφθῇ μέτρον νομοθετικὸν περὶ ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἐκ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει δικαίωμα οὐδὲ νὰ χαρίσῃ τοὺς φόρους, οὐδὲ νὰ ἀναστείλῃ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν, ὡς εἶναι γνωστόν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην καὶ εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ τὰ σχετικά, περὶ ὧν ἐποιησάμην λόγον, ὅπως μελετήσῃ ταῦτα, καὶ θέλει πεισθῆ, ὅτι ὄντως οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὑποφέρουσι δεινῶς. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, παρακαλῶ νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅπως δι’ αὐτοῦ δοθῇ ἀνακούφισις εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους κατοίκους, χαριζομένου αὐτοῖς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἢ διδομένου βοηθήματός τινος, ἀναλόγου πρὸς τὰς ζημίας τῶν παθόντων κατοίκων Μοδίου καὶ τῶν τῆς κωμοπόλεως Δαδίου, διότι καὶ οὗτοι ἔπαθον μεγάλας ζημίας. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, — τρίτην παράκλησιν ταύτην, —νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν νομοσχέδιον, ὅπερ εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 11, ἀφορᾷ δὲ εἰς τὴν διοχέτευσιν ὑδάτων ἐν τῷ δήμῳ Λαρύμνης καὶ ἐν τοῖς χωρίοις Τραγάνα, Μαρτίνῳ καὶ Λοῦτσι διὰ χρημάτων τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, ὅτι αἱ νῦν περιστάσεις δὲν εἶναι κατάλληλοι, ἵνα συζητηθῶσι τοιαῦτα νομοσχέδια, προκειμένου περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας καὶ βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς, ἀλλ’ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλή, ἀναμιμνησκομένη, ὅτι ἡ ἐπαρχία ἐκείνη ὑπέστη ἕνεκα τῶν σεισμῶν παντελῆ καταστροφὴν, καὶ ὅτι ἔχει ἀνάγκην ὑποστηρίξεως καὶ περιθάλψεως, θὰ κρίνῃ ἑαυτῇ ἐπιβαλλόμενον νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἀφοῦ τὸ ποσὸν αὐτὸ ζητεῖται ἐκ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ οἰκείου δήμου, δὲν εἶναι δὲ μέγα τὸ ποσόν. Αἱ κοινότητες ἔχουσιν ἀνάγκην τοιούτων ἔργων, διότι κατεστράφησαν ἐκ τῶν σεισμῶν τὰ ὑδραγωγεῖα αὐτῶν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τὴν σωτηρίαν αὐτῶν τῶν κοινοτήτων, αἱ ὁποῖαι τελείως κατεστράφησαν. Εἶναι δὲ ἐξαιρετικὴ ἡ περίπτωσις, προκειμένου περὶ τῆς σωτηρίας τοσούτων κοινοτήτων.
§99Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα διαλαμβάνον τὸ ποσὸν τοῦ σίτου, τὸ ὁποῖον ἐτελωνίσθη ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς ἀπὸ τῆς πρώτης λήγοντος μηνὸς Ἰανουαρίου μέχρι τῆς προχθὲς ἡμέρας. Ζητῶ τὸ σημείωμα τοῦτο, διότι ἐν Πειραιεῖ γίνεται λόγος πολὺς περὶ σκανδάλου τινός. Λέγεται δηλονότι, ὅτι σιτέμποροι, ἐγκαίρως λαβόντες γνῶσιν τοῦ κατατεθέντος ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχεδίου, δι’ οὗ ηὐξάνοντο τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη τῶν σιτηρῶν, ὡς καὶ ἡ τιμὴ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, ἐτελώνισαν σπουδαῖον ποσὸν σίτου τὴν Παρασκευὴν ἢ τὸ Σάββατον, ἢ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς προθεσμίας. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν εἶναι ἐν γνώσει τοῦ γενομένου σκανδάλου· ἐὰν δ’ ἐκοινολογήθη πραγματικῶς εἰς τοὺς ἐμπόρους ἡ εἴδησις περὶ ἐπιβολῆς δασμοῦ τοσοῦτον σπουδαίου, ποῖα μέτρα ἔλαβε πρὸς τιμωρίαν τῶν ὑπευθύνων τῆς προώρου ταύτης καὶ ἐγκληματικῆς ἀνακοινώσεως;
§100Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸ ἄρθρον 28 τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου, εὐθὺς ὡς κατατίθεται νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ὅταν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ γίνηται ῥητὴ περὶ τούτου μνεία, τοῦτο ἐφαρμόζεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦτο ἐγένετο καὶ διὰ τὰ δύο νομοσχέδια περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου τῶν σιτηρῶν καὶ περὶ διακανονισμοῦ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν προχθές. Κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε κρατήσασαν γνώμην ἡ ἐφαρμογὴ ἔπρεπε κυρίως νὰ ἄρξηται ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νομοσχεδίων, τοιαῦται δὲ καὶ ἐδόθησαν διαταγαὶ εὐθὺς ὡς κατετέθησαν τὰ νομοσχέδια. Ἀλλὰ χθὲς τὸ ἑσπέρας καὶ σήμερον περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐγένοντο τελωνισμοί τινες ὑπό τινων εἰσαγωγέων σίτου ἐν ποσότητι ἀνωτέρᾳ τῆς συνήθους, μάλιστα δὲ ἐπὶ τούτῳ ἐδόθη τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως ἕν σημείωμα ὀνομαστικὸν διὰ τὸν τελωνισμὸν τοῦ σίτου τὸν γενόμενον τὴν 17 τοῦ μηνὸς, τὸ Σάββατον, καὶ τὴν 19, τὴν Δευτέραν. Εὐθὺς ὡς ἔλαβον γνῶσιν τούτου, ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν ἠδυνάμην, ἑρμηνεύων κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ ἄρθρον 28 τοῦ δασμολογίου, νὰ ζητήσω νὰ πληρώσουν τὸν ηὐξημένον δασμὸν οἱ καταθέσαντες ἢ διασαφήσαντες τὴν 19 τοῦ μηνός. Ὁ δικαστικὸς σύμβουλος μοὶ εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν νομικὴν ἑρμηνείαν ἡ ἡμέρα εἶναι ἀδιαίρετος, καὶ ἑπομένως ἀφ’ ἧς ἡμέρας κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῇ ὁ ηὐξημένος εἰσαγωγικὸς δασμός. Διὰ τοῦτο σήμερον διέταξα, ὅπως, ἐὰν τὴν 19 τοῦ μηνὸς ἐγένετο κατάθεσις ἢ διασάφησις πρὸς εἰσαγωγὴν σιτηρῶν, ἢ ἐτελωνίσθησαν σιτηρὰ, νὰ ζητηθῇ νὰ πληρώσουν ηὐξημένον τέλος καὶ κατὰ τὴν μεταλλικὴν δραχμήν. Περαιτέρω πληροφορίας δὲν θεωρῶ ἀναγκαίας.
§101Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ ζητήματος τῆς γενομένης καταχρήσεως καὶ τῆς ἐξ αὐτῆς ζημίας τοῦ Δημοσίου, οὔτε περὶ τοῦ ἂν ὁ νόμος ἐπιτρέπει τοιαύτην ἑρμηνείαν. Πρόκειται κυρίως περὶ τοῦ πῶς ἔμποροι σιτηρῶν ἐπληροφορήθησαν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον αὐξάνον τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη τῶν σιτηρῶν. Βεβαίως τοῦτο θ’ ἀνεκοινώθη αὐτοῖς ὑπὸ προσώπου ἔχοντος γνῶσιν τοῦ νομοσχεδίου πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν.
§102Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἀνεξάρτητον.
§103Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸ προσοχή.
§104Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρήγγειλα νὰ διεξαχθῶσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἀνακρίσεις. Ἐὰν ἐξ αὐτῶν ἀνακαλυφθῶσιν οἱ ἀληθεῖς ἔνοχοι τῆς πράξεως ταύτης, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι θέλω ἐπιβάλει εἰς αὐτοὺς αὐστηροτάτην τιμωρίαν.
§105Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ κρίνωμεν περὶ τῆς τιμωρίας, ὅταν θ’ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πορίσματα τῆς ἀνακρίσεως καὶ ἡ τιμωρία τῶν ἐνόχων.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στρᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§107Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν, ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Σταΐκου, νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς πρότασιν νόμου περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ δήμου Θυάμου τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, ἣν ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύωμεν, εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πρωτοδικείου Ἄρτης. Ἡ ἡμετέρα πρότασις νόμου συνοδεύεται ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως· οἱ λόγοι δὲ, οἱ πείθοντες ἡμᾶς νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν, ὅπως δεχθῇ τὴν ἡμετέραν πρότασιν, εἶναι οἱ ἑξῆς. Ὁ δῆμος Θυάμου κεῖται πρὸς τὸ βόρειον ὅριον τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας, καὶ ἀκριβῶς συνορεύει πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Ἄρτης, οἱ δημόται δ’ αὐτοῦ, ὑπαγόμενοι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, διὰ πᾶσαν αὐτῶν ὑπόθεσιν εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ὁδοιπορῶσιν ἐπὶ διήμερον ὁλόκληρον, ἵνα παραστῶσιν εἰς τὰς πολιτικὰς ἢ ποινικὰς δίκας. Διὰ πᾶσαν μάλιστα ποινικὴν ὑπόθεσιν γίνεται ὁλόκληρος κινητοποίησις, ἵνα μεταβῶσιν οἱ δικαζόμενοι μετὰ τῶν μαρτύρων εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου. Ἡ κατάστασις αὕτη ἀκριβῶς προάγει τὴν ὕπαρξιν τῆς φυγοδικίας καθ’ ὅλον τὸν δῆμον Θυάμου, καὶ δυσχεραίνει τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τὴν ἐπέμβασιν. Πάντα ὅμως ταῦτα θεραπεύονται, ἐὰν ὁ δῆμος Θυάμου ὑπαχθῇ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Ἄρτης, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀπέχει ὁ δῆμος 5 μόνον ὥρας. Θὰ ἐπέλθῃ δὲ διὰ τοῦ μέτρου τούτου καὶ οἰκονομία εἰς τὸ Δημόσιον, ἕνεκα τῆς ἀναγκαίως ἐπελευσομένης μειώσεως τῶν ἐξόδων, τῶν παρομαρτούντων εἰς πᾶσαν ποινικὴν δίκην. Τὸ σπουδαιότερον ὅμως πάντων ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι διὰ τῆς ὑπαγωγῆς τοῦ δήμου Θυάμου εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἄρτης εὐκόλως θὰ δύνανται ἥ τε Εἰσαγγελία τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ αἱ ἄλλαι δικαστικαὶ ἀρχαί, αἱ ἑδρεύουσαι ἐν Ἄρτῃ, νὰ παρεμβαίνωσι πρὸς καταστολὴν πάσης ἀταξίας ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ καὶ ἐμπέδωσιν τῆς ἐν αὐτῷ δημοσίας ἀσφαλείας.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βάλτου ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 47).
§109Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὅπως υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν νόμου ταύτην, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ αὐτήν, δι’ οὓς λόγους ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐξέθηκεν. Ἡ πρότασις νόμου αὕτη, γιγνομένη νόμος τοῦ Κράτους, θέλει καταστῆ ὠφέλιμος καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, καὶ εἰς τὸ Κράτος, διότι ἡ ἀπόστασις τοῦ δήμου Θυάμου ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου Ἄρτης εἶναι ἐλαχίστη. Τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως συγχαίρω διὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς αὐτὸν, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου, καὶ δὴ εἰς τὸν δῆμον Ἀμβρακίας, ὑπάρχουσι πέντε δημοτικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι τοιαῦτα, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου. Ἀπετάθην περὶ τούτου πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων, καὶ ἐζήτησα ν’ ἁπλοποιήσῃ ταῦτα, ἀλλ’ ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς δὲν ἠθέλησε ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παράκλησίν μου ταύτην. Ὁ ἀδελφός μου, ὁ δήμαρχος, ἐζήτησε δι’ ἀναφορᾶς του τὴν μεταβολὴν τῶν δημοτικῶν αὐτῶν σχολείων εἰς γραμματεῖα, ἵνα ἐπέλθῃ οἰκονομία δαπάνης 4700 δραχμῶν, ἧς ἤθελεν ἀπαλλαχθῇ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον εἰσφέρει διὰ τοὺς ἀπόρους δήμους, ἀλλὰ καὶ πάλιν οὐδὲν ἐγένετο. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ λόγον ἀπὸ τὸν κ. ἐπιθεωρητὴν τῶν σχολείων, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ βάσιμος ἡ αἰτίασίς μου, νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ. Ἄν δὲ ὁ νόμος ἐμποδίζῃ τὸν Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν, ἂς προκαλέσῃ πρότασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἓν τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου εἶναι ὁ γυμνασιάρχης, νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τοῦ γυμνασιάρχου, ἵνα καὶ οὗτος ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην ταύτην.
§110ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ γείνῃ.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βρατσάνος ἔχει τὸν λόγον.
§112Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον τῆς ὑποθέσεως τῶν βραχέντων φυσιγγίων τῶν ταχυβόλων συστήματος Καννέ.
§113Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἑξῆς γεγονότων. Ὡς μοὶ γράφουσιν ἐκ Φθιώτιδος, αἱ αὐτόθι ἀρχαὶ ἀνέφεραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ ποταμὸς Βίστριτσα, ἕνεκα τῶν τελευταίων συνεχῶν βροχῶν πλημμυρήσας μέχρι σημείου ὑπερόγκου, μετέβαλε κοίτην. Ἐκ τούτου δὲ πλὴν τῆς καταστροφῆς, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τοὺς γεωργοὺς τῶν χωρίων Ἁγίου Σώστη καὶ Χαλίλης, ἔμεινε καὶ ἡ γέφυρα «Καστρὶ», — διὰ τῆς ὁποίας συγκοινωνοῦσιν ὁλόκληρον διαμέρισμα τῶν δυτικῶν δήμων τῆς Φθιώτιδος, πολλὰ χωρία τῆς Εὐρυτανίας καὶ ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία Ναυπακτίας μετὰ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος, — εἰς τὸ ἀντίθετον μέρος, καὶ πᾶσα συγκοινωνία διεκόπη τελείως. Συνάμα μοὶ γράφουσιν, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ ἠδύνατο δι’ ἐλαχίστης δαπάνης νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν κοίτην αὐτοῦ τὸν ποταμόν, καὶ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συγκοινωνία, ἐργαζομένων πρὸς τοῦτο καὶ τῶν κατοίκων. Συνιστῶν τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ δώσῃ τηλεγραφικὰς ὁδηγίας εἰς τὸν νομομηχανικὸν Φθιώτιδος, ἵνα ἐξετάσῃ, ἂν δύνανται οἱ κάτοικοι καὶ οἱ χωρικοί, ὁδηγούμενοι ὑπ’ αὐτοῦ, νὰ προσφέρωσι τὴν πρὸς τοῦτο ἐργασίαν αὐτῶν.
§114Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἅμα τῇ λήψει τῆς εἰδήσεως ἐδόθησαν τοιαῦται διαταγαί· ἐπιφυλάσσομαι δὲ αὔριον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπάντησιν, ἣν ὁ νομομηχανικὸς ἔδωκεν, ἐὰν τοιαύτην ἔδωκε, νὰ ὑπενθυμίσω δ’ αὐτῷ τὴν διαταγήν, ἐὰν ἀπάντησις αὐτοῦ δὲν ἐλήφθη εἰσέτι.
§115Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ «περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου» περιλαμβάνεται διάταξις ἐν ἄρθρῳ 24, κατὰ τὴν ὁποίαν «οἱ καθυστεροῦντες τὴν πληρωμὴν τοῦ στρεμματικοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τῶν ἐτῶν 1899–1902 ἀπαλλάσσονται τῶν προσθέτων τελῶν καὶ τῶν τόκων τῆς ὑπερημερίας, ἐὰν καταβάλωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰ καθυστερούμενα παρ’ αὐτῶν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου τοῦ 1904, ὁ δὲ πληρωτέος παρ’ αὐτῶν κατὰ στρέμμα ἔγγειος φόρος μειοῦται ἐπὶ τῇ καταβολῇ αὐτοῦ ἐντὸς τῆς ἄνω προθεσμίας, κατὰ τὰ διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΩΟϚʹ τοῦ 1903 ὡρισμένα». Ἐπειδὴ ὅμως πολλοὶ τοιοῦτοι ὀφειλέται καταδιώκονται ἤδη δυνάμει ἐνταλμάτων διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τούτου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων τοιοῦτον φόρον.
§116Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ διὰ νόμου εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν ταύτην.
§117Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκ τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων ῥητῶς ἀπαγορεύεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοιαύτη ἀναστολὴ καταδιώξεως. Ἐὰν ἤθελον πράξει ὅ,τι ζητεῖτε, φοβοῦμαι, ὅτι ὑμεῖς ὁ ἴδιος ἠθέλετε μὲ ἐγκαλέσει. Ἡ μόνη λύσις εἶναι νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ταχεῖα τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου ψήφισις.
§118Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Σημειώσατε δέ, ὅτι δὲν περιλαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν, ὥστε νὰ τοῖς ἐπιστραφῶσι τὰ πληρωθέντα, καὶ εἶναι ἄδικον, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, νὰ καταδιώκωνται ἐν τῷ μεταξὺ οἱ ὀφείλοντες τοιοῦτον φόρον, καὶ νὰ ἐξαναγκασθῶσι νὰ πληρώσωσι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παλαιοῦ νόμου.
§119ΑΝΔΡ. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Ἐπειδή, κύριε Πρόεδρε, δὲν παρευρέθην ἐγκαίρως κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἤκουσα τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ ἀποσταλέντος πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μου ἐπαρχίας τηλεγραφήματος περὶ παύσεως τῆς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, λαμβάνω σήμερον τὸν λόγον, ἵνα συστήσω τὴν δικαίαν ταύτην αἴτησιν τοῦ λαοῦ Πάλλης καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ καὶ εἰς τὸ κεντρικὸν κατάστημα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὰ ὑποκαταστήματα αὐτῆς νὰ ἀναστείλωσι τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν της, διότι, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ἡ σταφὶς εὑρίσκεται εἰς ἐξευτελιστικὰς τιμὰς, καὶ πάντες οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ πάσχουσιν. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ οἱ πενόμενοι ἐκεῖνοι σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ἀναμένουσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων τὴν σωτηρίαν των, νὰ φέρῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, ὅπως λάβῃ καιρὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ ψήφισις τοιούτου μονοπωλίου ἐμποδίζεται ἐκ τῶν ὑπαρχουσῶν συμβάσεων ἢ ἐξ ἄλλων λόγων.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν τῆς αὐτῆς χρήσεως ζητουμένων πιστώσεων, καὶ περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν καὶ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς ἰδίας χρήσεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Βασιλικῶν Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 1,402,767.59 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903».
§121Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν ἀμφιβολίαν ἔχω περὶ τῆς νομιμότητος τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τῆς ἀναγομένης κατὰ τὸν πίνακα εἰς τὸ κεφάλαιον Δʹ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν «διάφοροι ἐξωτερικαὶ δαπάναι, μὴ εἰδικῶς προβλεπόμεναι, ὁριζόμεναι δὲ διὰ Β. Διατάγματος κατὰ τὸν νόμον ΒΚΔʹ τοῦ 1892». Κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον, ὡς γνωστὸν, ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἀπούσης τῆς Βουλῆς ἐπιτρέπονται, ὅταν αἱ πιστώσεις αἱ ἀναγραφεῖσαι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν δὲν ἐπήρκεσαν, ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας, συγχρόνως δὲ ἀνάγωνται εἰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ῥητῶς ἐν τῷ ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων σημειοῦνται μεταξὺ ἐκείνων, δι’ ἃς ἐπιτρέπεται ἀπούσης τῆς Βουλῆς αὔξησις διὰ Β. Διατάγματος. Πραγματικῶς αἱ ἐξωτερικαὶ δαπάναι ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 μεταξὺ τῶν δαπανῶν, δι’ ἃς ἐπιτρέπεται ἀπούσης τῆς Βουλῆς ἐπέκτασις τῶν πιστώσεων, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ κατισχύσῃ νόμου εἰδικοῦ, ὅστις ἐνομοθετήθη καὶ ὅστις ῥητῶς ἀπηγόρευσε νὰ γίνεται αὔξησις τῶν δαπανῶν αὐτῶν πέραν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ψηφισθέντος ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον: «Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ἀναγράφεται κατ’ ἔτος εἰδικὴ πίστωσις εἰς ἐξωτερικὰς δαπάνας. Ἡ πίστωσις αὕτη διατίθεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν δι’ ὃν ἀναγράφεται σκοπὸν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, ἐκδιδομένων ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ εἰδικὸν προϋπολογισμὸν προψηφισμένον ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ἀνεπίδεκτον αὐξήσεως διὰ μεταγενεστέρων πιστώσεων πέραν τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου ἀναγεγραμμένης.» Ὁ νόμος εἶναι τοῦ 1892, ἑπομένως ἐπῆλθε μετὰ τὸν λογιστικὸν νόμον. Συνεπῶς δὲν δύναται, κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν κανονίζει ὁ λογιστικὸς νόμος, νὰ γείνῃ αὔξησις τῶν δαπανῶν τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ. Ὁ μεταγενέστερος νόμος ἀπηγόρευσε τὴν διὰ παντὸς μέσου αὔξησιν τοῦ κονδυλίου αὐτοῦ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς οὐσίας· καὶ ἐγὼ, ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ἴδιον πιθανῶς ἤθελον πράξει, ἀλλ’ ἀναφέρω τοῦτο, ἵνα προκαλέσω, ἐὰν συμφωνῇ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τροποποίησιν τοῦ νόμου τοῦ 1892. Ὁ νόμος τῆς 18 Ἰουλίου τοῦ 1892 εἶναι εἰδικὸς νόμος, τοῦτο κυρίως σκοπῶν, ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν αὔξησιν τοῦ ἅπαξ ψηφισθέντος διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ποσοῦ. Ἡ ἀναγραφὴ καὶ τῆς πιστώσεως ταύτης μεταξὺ τῶν πιστώσεων, δι’ ἃς ἐπιτρέπεται ἀπούσης τῆς Βουλῆς ἡ αὔξησις διὰ Β. Διατάγματος, εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ ἀνίσχυρος. Νόμους δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ ὁ Προϋπολογισμός. Τοὐναντίον στηρίζεται καὶ πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῶν κειμένων νόμων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα θεραπευθῇ εἰς τὸ μέλλον τὸ ἄτοπον τοῦτο, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχῃ ἕτερος νόμος, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν γνωρίζω, μετὰ τὸ 1892, ὅστις ἐπιτρέπει τὴν τοιαύτην ἐπέκτασιν τῶν πιστώσεων διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων.
§122Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ ἀφορᾷ εἰς ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, δοθεῖσαν τῇ προτάσει μου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι κατὰ τὸ 1892 ἐψηφίσθη νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀναπληρωματικὴ πίστωσις διὰ Β. Διατάγματος δὲν ἐπιτρέπεται πέραν τῶν ἐν τῷ ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἀναγεγραμμένων πιστώσεων, καὶ ἠρώτησε κατὰ πόσον ὁ νόμος αὐτὸς ἰσχύει καὶ κατὰ πόσον ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ νόμῳ περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους δύναται νὰ κατισχύσῃ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Κατ’ ἐμὲ, οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ οἱουδήποτε ἑτέρου νόμου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ ἄλλοι νόμοι ψηφίζονται τρὶς καὶ εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, ἐνῷ ὁ νόμος ὁ κυρῶν τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ψηφίζεται ἅπαξ· ἀλλ’ εἰδικῶς ὡς πρὸς τὸν νόμον τοῦτον ἔχει προβλέψει τὸ Σύνταγμα καὶ ἐχαρακτήρισεν αὐτὸν ὡς νόμον. Ἡ μόνη διαφορὰ τοῦ νόμου τούτου πρὸς τοὺς λοιποὺς δὲν εἶναι ὡς πρὸς τὴν ἰσχὺν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἰσχύει. Ἐνῷ πᾶς ἄλλος νόμος ὑφίσταται ἐφ’ ὅσον δὲν καταργεῖται διὰ νεωτέρου, ὁ νόμος περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους ὑφίσταται μόνον διὰ τὸ ἔτος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ φέρω ἐνώπιον τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, διότι διεφώνησε τὸ εἰδικὸν Λογιστήριον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸ εἰδικὸν Λογιστήριον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ δὲ Νομικὸν Συμβούλιον ἐξέδωκε γνώμην σύμφωνον πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ δὲ ὡς Ὑπουργὸς οὐδόλως ἐδίστασα ἀπέναντι τῆς εὐθύνης νὰ προκαλέσω τὸ Διάταγμα αὐτὸ τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, διότι ἐπρόκειτο περὶ λίαν ἐπειγουσῶν καὶ ἐπιβεβλημένων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους.
§123Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ταῦτα ἐκράτουν μέχρι τοῦ 1892, μετὰ τὸν νόμον ὅμως τοῦ 1892 φανερὸν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται οὕτω. Βεβαίως πρόκειται περὶ ἀναγκῶν, αἵτινες δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, πρόκειται περὶ ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους νὰ ὁρίσῃ κατὰ ποσὸν, οὐδὲ νὰ βεβαιώσῃ, ἂν καὶ πότε θὰ ἐπέλθουν. Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ νόμος περιορίζων τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μόνη εἶναι εἰς θέσιν ἑκάστοτε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι πρέπει τοιαῦται δαπάναι καὶ πόσαι νὰ ἐκτελεσθῶσι, διότι ἄλλως, παρερχομένου τοῦ χρόνου, ἀποβαίνουσιν ἀνωφελεῖς. Δὲν ἐξελέγχω λοιπὸν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς νομιμότητος, καὶ διὰ τοῦτο ἐποιησάμην τὰς παρατηρήσεις. Φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη ἡ ἐξομοιοῦσα τὸν νόμον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς καθαυτὸ νόμους, τοὺς εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις ψηφιζομένους. Ὁ Προϋπολογισμὸς μόνον ἅπαξ ψηφίζεται, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ τρὶς, διότι δὲν εἶναι καθαυτὸ νόμος, ἀλλ’ ἀναγραφὴ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα στηρίζονται ἐπὶ ἐψηφισμένων νόμων, καὶ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐπίσης στηρίζονται ἐπὶ ἐψηφισμένων νόμων. Ἀφοῦ λοιπὸν ἁπλῶς ὁ νόμος περὶ κυρώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρόκειται νὰ κυρώσῃ ἔσοδα καὶ ἔξοδα στηριζόμενα ἐπὶ νόμων, οἵτινες ἐψηφίσθησαν ἤδη, θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ψηφίζηται εἰς τριπλῆν ἀνάγνωσιν. Πρέπει λοιπὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν διαφέρει τοῦ νόμου; Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, καὶ ἂν οὕτω τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἀπεφάνθη, ἂν ἐξωμοίωσεν ἐντελῶς τὸν νόμον τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς τοὺς ἄλλους νόμους, δὲν εἶμαι ποσῶς διατεθειμένος νὰ συμμερισθῶ ὡς ὀρθὴν τὴν γνώμην ταύτην. Διὸ ἐπιμένω, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ κανονισθῇ ἄλλως τὸ τῶν πιστώσεων αὐτῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι πολλάκις, εἰς τὰς σημερινὰς μάλιστα περιστάσεις, δύναται νὰ παραστῇ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τοῦ κονδυλίου τούτου διὰ Β. Διατάγματος, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι παροῦσα, καὶ ὁ Ὑπουργὸς πιθανῶς δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην νὰ ὑπερβῇ τὰς ἀπαγορεύσεις τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δύναται νὰ ἐπέλθῃ ζημία.
§124Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἡ θεωρία τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ νόμου περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους εἶναι ὀρθή, τότε ἔπρεπεν ὅλαι αἱ ἄλλαι διατάξεις αὐτοῦ νὰ θεωρηθῶσιν ἄκυροι. Ἐὰν πραγματικῶς ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶχεν ἄλλον σκοπὸν ἢ μόνον νὰ κυρώσῃ τὰς διαφόρους ἀναγραφὰς τῶν πιστώσεων τῶν χορηγηθεισῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν δυνάμει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις Βασιλικῶν Διαταγμάτων περὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, οὐδένα σκοπὸν ἔχουσι καὶ οὐδὲν κῦρος καὶ νομιμότητα. Ἐὰν ἡ πίστωσις ἡ σχετικὴ ἀποδειχθῇ ἀνεπαρκὴς, καὶ ὑπάρχῃ ἐν τῷ νόμῳ περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων ἡ ἄδεια τῆς ἐκδόσεως Διατάγματος ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἀνταποκρινομένη εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ τοιούτου Διατάγματος.
§125Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ παρατήρησις, ἥτις ἐγένετο. Ἐπὶ τοῦ παραδείγματος τῶν ἄλλων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ἐν τῷ νόμῳ τῷ κυροῦντι τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους ὡς δεκτικαὶ αὐξήσεως, συμβαίνει τοῦτο, διότι στηρίζεται ἐπὶ ῥητοῦ ἄρθρου τοῦ λογιστικοῦ νόμου· διότι ὁ λογιστικὸς νόμος λέγει ῥητῶς, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς, ἀπούσης τῆς Βουλῆς καὶ προκειμένου περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία δὲν ζητεῖται λόγῳ ἐπεκτάσεως ὑπηρεσίας, ἐπιτρέπεται, λέγω, αὔξησις διὰ Β. Διατάγματος, ἂν ἦναι ἡ πίστωσις ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ νόμῳ τῷ κυροῦντι τὸν Προϋπολογισμὸν μεταξὺ τῶν πιστώσεων, δι’ ἃς ἐπιτρέπεται αὔξησις διὰ Β. Διατάγματος. Ἀφοῦ λοιπὸν ὑπάρχει ὁ νόμος τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ, ἐπιτρέπων αὐτό, δὲν εἶναι ἀνάγκη τριπλῆς ἀναγνώσεως, διότι γίνεται δυνάμει ἀδείας τοῦ νόμου καὶ διότι ὑπάρχει νόμος εἰδικὸς περὶ τῶν δαπανῶν αὐτῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
§126Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολλάκις προετάθη ἡ ἀντίρρησις, ὅτι ὁ νόμος ὁ κυρῶν τὸν Προϋπολογισμὸν δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν ἰσχὺν, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ ἄλλοι νόμοι, διὰ τὸν λόγον ὅτι, ἐνῷ οἱ νόμοι οὗτοι ψηφίζονται τρίς, ἐκεῖνος ἅπαξ μόνον ψηφίζεται. Ἀλλ’ ἡ παρατήρησις αὕτη δὲν εἶναι βάσιμος, διότι ὁ νόμος οὐδεμίαν κάμνει διάκρισιν. Ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ὁ νόμος τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐφαρμόζει τοὺς κειμένους νόμους δὲν εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀκριβὴς, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει πολλάκις πλείστας δαπάνας, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχουν νόμοι. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν χορήγησιν τοῦ ποσοῦ τούτου. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Βασιλικῶν Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 330,000 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἅρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§128Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ μᾶς φωτίσῃ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς γενομένης ἐξερευνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς θαλάσσης πρὸς ἀνεύρεσιν κοραλλίων, καθ’ ἃ ἀναφέρει τὸ ἄρθρον τοῦτο.
§129Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς παρακαλῶ, εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§130Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 12,914, χορηγηθείσης διὰ τοῦ ἀπὸ 20 Νοεμβρίου 1903 Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903, καὶ περὶ χαρακτηρισμοῦ αὐτῆς ὡς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, καταλογισμοῦ δὲ ταύτης ὑπὸ τὸ Κεφάλαιον 5, ἄρθρον 3 τοῦ ῥηθέντος προϋπολογισμοῦ». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταβολῶν εἰς τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον εἰσαγωγῆς».
§132Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ ἔχωσι νὰ ἀναβάλωσι τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι νομοσχέδιον σπουδαιότατον, ὡς καὶ τῶν ἑπομένων. Ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων τούτων ἀπαιτεῖ τὴν συγκέντρωσιν καὶ μελέτην διαφόρων πληροφοριῶν· νομίζω δὲ, ὅτι μόλις χθὲς τὴν ἑσπέραν—τὴν νύκτα μάλιστα—διενεμήθησαν τὰ νομοσχέδια, τούτου δ’ ἕνεκα οὐδεὶς τῶν κυρίων συναδέλφων θὰ εἶχε καιρὸν νὰ μελετήσῃ ταῦτα.
§133Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ν’ ἀναβληθῶσι.
§134Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναβληθῶσι τὰ ὑπόλοιπα νομοσχέδια τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἡμερησίας διατάξεως δι’ αὔριον. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἀντικειμένου πρὸς συζήτησιν, λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 καὶ 30′ μ. μ.)