1903.07.05
4.716 στίχοι · 35.530 λέξεις · 506 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
Τῆς 5 Ἰουλίου 1903.
(Σάββατον).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 9 καὶ 30′ π. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν: 1) Τηλεγράφημα πολλῶν κατοίκων Βόλου, παρακαλούντων νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεων διατάξεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου», ἡ ἀφορῶσα τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας τῆς κηριζίνης καὶ παραφίνης. 2) Αἴτησιν τοῦ Γ. Ματθοπούλου χημικοῦ, ζητοῦντος τὴν ἐπιβολὴν εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου θειούχου ἄνθρακος. 3) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Ἀνδανίας, ζητούντων τὴν σύστασιν Εἰρηνοδικείου ἐν Διαβολιτσίῳ, πρωτευούσῃ τοῦ δήμου των. 4) Ἀναφορὰν τῶν ἐν Ἀθήναις ἐκδοτῶν βιβλιοπωλῶν, τυπογράφων καὶ συγγραφέων, παραπονουμένων διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ Ι. Κοφινιώτου ὡς τμηματάρχου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§2Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν πρᾶξιν παράνομον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Πολῖταί τινες παρουσιάσθησαν πρός με καὶ μοὶ κατήγγειλαν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐναντίον τοῦ νόμου διώρισε τμηματάρχην τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἕνα κύριον Κοφινιώτην, ὁ ὁποῖος εἶναι συγγραφεὺς διαφόρων διδακτικῶν βιβλίων. Ἐζήτησα νὰ ἴδω, ἐὰν ἡ καταγγελία αὕτη, ἡ ἀπευθυνομένη κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι ἀκριβὴς, καὶ ἂν ἀληθῶς κατὰ τὸν νόμον δὲν ἠδύνατο νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ τμηματάρχου τὸ περὶ οὗ πρόκειται πρόσωπον, καὶ εὗρον ἐν τῷ περὶ διδακτικῶν βιβλίων νόμῳ τοῦ 1895, τοῦ ὁποίου πατὴρ ἦτο ὁ μακαρίτης Πετρίδης, ἢ μᾶλλον ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, τὴν ἑξῆς διάταξιν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 8. Πρὸς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τεταγμένων ὑπαλλήλων παντὸς βαθμοῦ χαρακτηρίζεται ἀσυμβίβαστος ἡ συγγραφὴ διδακτικῶν βιβλίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς καὶ ἡ ἀναδοχὴ τῆς ἐκδόσεως καὶ ἡ ἐμπορία τοιούτων... Οἱ ἀποκρύπτοντες τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦτο ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας, τιμωροῦνται δὲ καὶ ποινικῶς διὰ χρηματικῆς ποινῆς ἀπὸ 300 μέχρι 500 δραχμῶν.» Μὲ ἐβεβαίωσαν λοιπὸν, ὅτι ὁ Κοφινιώτης αὐτὸς εἶναι συγγραφεὺς τοιούτων βιβλίων, καὶ ὅτι ἀληθῶς κατὰ τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν σχετικὴν διάταξιν, ὁ κ. Κοφινιώτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας. Οἱ διατεινόμενοι δὲ τοῦτο εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ νόμου, καὶ ἀληθῶς τοῦτο εἶναι σκανδαλῶδες καὶ ἐπικίνδυνον διὰ τοὺς λοιποὺς συγγραφεῖς τοιούτων διδακτικῶν βιβλίων, διότι ὁ εἰρημένος τμηματάρχης ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του δύναται νὰ ἀποκλείσῃ τὴν πώλησιν τῶν βιβλίων τούτων εἰς τοὺς λοιποὺς συγγραφεῖς. Μοὶ εἶπον μάλιστα καὶ ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἔχω καθῆκον νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὴν θέσιν ταύτην ὁ Κοφινιώτης εἶχε ζητήσει ἀπὸ τὸν κύριον Δηλιγιάννην, ὅτε ἦτο Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ὁ κ. Δηλιγιάννης, σεβόμενος τὸν νόμον, δὲν τὸν διώρισε.
§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία σας.
§4Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ ἐβεβαίωσα· εἶπον ὅτι μοὶ τὸ ἀνεκοίνωσαν. Ἄπορον εἶναι λοιπὸν, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ τὸ πρῶτον νῦν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν ἀξίωμα ἀνελθὼν, προέβη εἰς τὴν παράνομον ταύτην πρᾶξιν. Ἴσως δικαιολογεῖ αὐτὸν, ὅτι πρώτην φορὰν ἐγένετο Ὑπουργὸς καὶ ὅτι δὲν τῷ ἐγένετο γνωστὸν ὅτι ὁ Κοφινιώτης εἶναι συγγραφεὺς διδακτικῶν βιβλίων. Γνωρίζω λοιπὸν ἐγὼ τοῦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλει μεριμνήσει νὰ βεβαιωθῇ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν πληροφοριῶν μου, καὶ ὅτι βεβαιούμενος περὶ ταύτης, θέλει προβῆ ἀμέσως εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Κοφινιώτη. Τοιοῦτόν τι ἔπραξεν ἄλλοτε καὶ ὁ κ. Εὐταξίας διὰ τὸν Παπαμάρκου, νομίζω, ἢ ἄλλον συγγραφέα, τὸν ὁποῖον διώρισεν εἰς θέσιν τινὰ, καὶ ὑπεχρεώθη νὰ τὸν ἀπολύσῃ ἀμέσως, διότι εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην δὲν ἐπετρέπετο ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ διορισθῇ. Ἐλπίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θέλει συμμορφωθῆ πρὸς τὸν νόμον, ἀφοῦ πληροφορηθῇ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν παρ’ ἐμοῦ ἐκτεθέντων.
§5Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καὶ εἰς ἐμὲ ἐστάλη διατριβή τις, δημοσιευθεῖσα ἐν τῇ ἐφημερίδι «Καιροὶ», περὶ τοῦ θέματος τούτου διαλαμβάνουσα. Ἀμέσως ἔδωσα τὴν δέουσαν διαταγὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα μοὶ προσκομίσῃ ἅπαντα τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ θέμα στοιχεῖα, ὅπως ἐξετάσω καὶ κρίνω, ἐὰν ὄντως κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου ἐγένετο ὁ διορισμὸς τοῦ περὶ οὗ πρόκειται τμηματάρχου. Ἐλπίζω ὅτι εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν θὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἐπερωτήσαντα ἀξιότιμον Βουλευτήν.
§6Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λυποῦμαι διότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής, ὁ ὁποῖος κατέχει διαπρεπῆ θέσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἔσπευσε νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν ὑποθέσεως, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἔχει πλήρη γνῶσιν. Ὡμίλησε δὲ περὶ τοῦ κ. Κοφινιώτου, εἰπὼν «κἄποιος Καφινιώτης», ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἀσημοτέρου ἀνθρώπου.
§7Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστος.
§8ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ ἐξέχοντος ἐν τῇ κοινωνίᾳ προσώπου, καὶ ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνέλαβε νὰ κατηγορήσῃ αὐτό, νομίζω ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον, χάριν τοῦ ἰδίου ἑαυτοῦ του, νὰ ἐξετάσῃ τίς εἶναι ὁ Κοφινιώτης, καὶ κατόπιν ν’ ἀναλάβῃ τὴν κατ’ αὐτοῦ καταγγελίαν. Πληροφορῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ὁ κ. Κοφινιώτης εἶναι ἐκ τῶν διακεκριμένων, λόγῳ μορφώσεως, διαπρέψας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ὑπὸ τῆς Πολιτείας τῷ ἀνετέθη, καὶ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν εὐδοκίμως διδάξας τὴν Ἑλληνικὴν νεολαίαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νῦν περὶ τούτου. Ἐδήλωσεν ἄλλως τε ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅτι θέλει ἐξετάσει, ἵνα βεβαιωθῇ, ἐὰν εἶναι ἀληθῆ τὰ καταγγελλόμενα, ὁπότε θέλει πράξει τὸ καθῆκόν του. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἀναφέρω ἓν γεγονός. Γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Κοφινιώτης πρὸ διετίας διὰ συμβολαιογραφικῆς πράξεως ἐξεχώρησεν ἅπαντα τὰ δικαιώματά του ἐπὶ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ συγγραφέντων διδακτικῶν βιβλίων. Ἐντεῦθεν λοιπὸν δὲν δύνανται νὰ παραβλαβῶσι τὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων συγγραφέων καὶ ἐκδοτῶν, ἀφοῦ κύριος διδακτικῶν βιβλίων δὲν εἶναι πλέον ὁ κ. Κοφινιώτης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὡς πληροφοροῦμαι, ὁ κ. Κοφινιώτης ἔκαμε καὶ δήλωσιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ὅτι παρῃτήθη παντὸς δικαιώματος ἐπὶ τῶν διδακτικῶν του βιβλίων, παρακαλέσας μάλιστα, ὅπως δι’ ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου ἀπαγορευθῇ πᾶσα εἰσαγωγὴ τῶν βιβλίων του τούτων εἰς τὰ διάφορα σχολεῖα. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι τὰ γεγονότα ταῦτα θέλει ἐξετάσει ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ θέλει ἐκτιμήσει τὴν ὑπόθεσιν ἐν δικαίῳ.
§9Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρατηρῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας συνάδελφος, θέλων νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ κ. Κοφινιώτου, ἀπέτυχε κατὰ τρόπον οἰκτρόν. Διότι ἐγὼ ὁμιλῶν οὐδόλως κατηγόρησα τὸν κ. Κοφινιώτην.
§10ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἴπετε «κάποιος Κοφινιώτης».
§11Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως· διότι δὲν τὸν γνωρίζω οὔτε ἐξ ὄψεως.
§12ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐχρημάτισε πολλάκις τμηματάρχης.
§13Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι οὔτε ἐξ ὄψεως τὸν γνωρίζω· ἀλλὰ καὶ ἂν τυχὸν τὸν γνωρίζω, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομά του, διότι δὲν μοι ἐδόθη εὐκαιρία πρὸς τοῦτο. Ἐγὼ γνωρίζω μόνον, ὅτι ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τμηματάρχαι, καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τοὺς γνωρίζω κατὰ πρόσωπον. Λοιπὸν τὸν κύριον αὐτὸν δὲν τὸν γνωρίζω, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον «κἄποιος». Δύναται νὰ ἦναι σοφὸς καὶ μέγας ἄνθρωπος, καὶ ὅμοιος ἴσως τοῦ ὁποίου δὲν εὑρίσκεται δεύτερος εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην ὡς συγγραφεύς· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ αὐτοῦ προσωπικῶς. Ἐγὼ ὡμίλησα ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δὲν ὁρμῶμαι ἐκ προσωπικῶν λόγων κατ’ αὐτοῦ· ἐὰν δὲ ἦναι ὡς τὸν παριστᾷ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, βεβαίως τὸν σέβομαι διὰ τὰς γνώσεις του. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔκαμα τὸ καθῆκόν μου, ἀφοῦ περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐναντία ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου, καὶ εἶπον ὅτι ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι ὁ κ. Κοφινιώτης εἶναι συγγραφεὺς διδακτικῶν βιβλίων· συνήγορος δὲ τῶν λόγων μου εἶναι αὐτὴ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ταῦτα ἐγὼ εἶπον. Ὥστε τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον ἔδωκε σήμερον ὁ ἐκ Κορινθίας ἀξιότιμος συνάδελφος, ἦτο μάθημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔλαβε μηδὲν (ἱλαρότης). Νομίζω δέ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸν νόμον, δὲν εἶναι καθόλου ὀρθή, οὔτε εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν νόμον. Ἡ ἐκχώρησις τοῦ δικαιώματος ἐπί τινος ἔργου δὲν προϋποθέτει ὅτι ὁ ἐκχωρῶν ἀπεκδύεται τελείως παντὸς δικαιώματος καὶ παντὸς ἐνδιαφέροντος ἐπὶ τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐξεχώρησε. Δὲν ὑποθέτω δέ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ νόμος νὰ χορηγήσῃ τοιαύτην εὐκολίαν, ὥστε, ὅταν ὑπάρχῃ μία ἐκχώρησις, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ ἐκχωρῶν νὰ καταλαμβάνῃ θέσιν, τὴν ὁποίαν ἄλλως δὲν ἠδύνατο νὰ καταλάβῃ· διότι βεβαίως θὰ ὑπάρχῃ τὸ ἔμμεσον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς ἐκχωρήσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εὑρίσκει ὅτι αἴρει τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ὑπάρχον κώλυμα.
§14Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπελήφθην ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος, καὶ δὲν ἐπεχείρησα τοῦτο, διότι ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἦτο ὁ κατάλληλος χρόνος· διότι ἔπρεπε νὰ ἐπερωτηθῇ πρότερον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, καὶ νὰ προκληθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ἔγγραφα, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν αὐτῶν, καὶ ἐν γνώσει τούτων ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§15Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι πρόωρος, μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι πρόωρος ἡ συζήτησις, διότι ἔπρεπε νὰ κατατεθῶσι πρότερον τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις.
§17Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ διορισμὸς τοῦ κυρίου Κοφινιώτου ὡς τμηματάρχου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας ἐγένετο ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ὅτι εἶναι ἐκδότης διδακτικῶν βιβλίων. Ἤδη ὑπεβλήθη αἴτησις, καταγγέλλουσα τοῦτο, καὶ παρακαλοῦσα τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ἐξετάσῃ περὶ τοῦ πράγματος. Ἀναμφισβητήτως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ὁ κ. Κοφινιώτης κέκτηται τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐκδότου, δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας· διότι θὰ ἦτο καταδολίευσις τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, ἥτις ἀπαγορεύει νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε ἐνδιαφέρονται εἰς τὴν διάδοσιν βιβλίων, τὰ ὁποῖα οὕτως ἢ ἄλλως ἐκδίδουσιν.
§18ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου σχεδὸν ἔθηκε τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του. Εἶπον σχεδόν, διότι ὡμίλησε περὶ ἐκδοτῶν διδακτικῶν βιβλίων, ἐνῷ ὁ νόμος τῆς 18 Ἰουλίου 1897 περὶ διδακτικῶν βιβλίων δὲν ἀναφέρει ἐκδότας, ἀλλὰ συγγραφεῖς. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου περὶ διδακτικῶν βιβλίων ἀπαγορεύει νὰ διορίζωνται ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως συγγραφεῖς διδακτικῶν βιβλίων. Φρονῶ δέ, ὅτι εὐθὺς ὡς λάβῃ γνῶσιν τῆς διατάξεως ταύτης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀπόλυσις τοῦ παρὰ τὸν νόμον διορισθέντος τμηματάρχου θέλει διαταχθῆ. Ὀλίγας ἔτι λέξεις θὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας συναδέλφου κυρίου Πετρίδου. Ἐλέχθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας συναδέλφου, ὅτι ὑπὸ τοῦ τμηματάρχου ἐπεδόθη πρὸ τῆς ὁρκωμοσίας του δήλωσις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι παρῃτήθη τοῦ δικαιώματος τῶν διδακτικῶν του βιβλίων. Ἀλλὰ τοιαύτη δήλωσις δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ ματαιώσῃ τὰς συνεπείας τοῦ νόμου περὶ διδακτικῶν βιβλίων. Ὀφείλω ἐν τούτοις νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐὰν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία αὕτη τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας, ἄξιον ἀπορίας εἶναι, πῶς εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ ἐξετάσῃ, διότι ἀγνοεῖ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§19ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι ἔλαβε γνῶσιν ὁ κύριος Ὑπουργός.
§20ΣΤΑΗΣ. Ἀφοῦ ἐπεδόθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δήλωσις, ἐννοεῖται ὅτι πρέπει νὰ ἔλαβε γνῶσιν ὁ Ὑπουργός. Ἀλλ’ ὁ τμηματάρχης πρὶν ἢ λάβῃ τὸν ὅρκον τῆς ὑπηρεσίας ὤφειλε νὰ δηλώσῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν τοιαύτην ἰδιότητά του, νὰ καταστήσῃ δ’ αὐτῷ γνωστὰς καὶ τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ διδακτικῶν βιβλίων. Ἐν τούτοις μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θεωρῶ ὅτι εἶναι περιττὴ πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§21Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων συνάδελφος ὑπέλαβε τὴν βεβαίωσιν τὴν γενομένην παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας συναδέλφου κ. Πετρίδου ὡς δυναμένην ὁπωσδήποτε νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθόν. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔλαβε γνῶσιν τῶν διατρεχόντων μόνον ὅταν τῷ ἐνεχείρισα χθές, ἐδῶ ἐν τῇ Βουλῇ, τὴν αἴτησιν, περὶ ἧς ὡμίλησα προηγουμένως. Παρακαλῶ ὅμως τὴν Βουλὴν νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τὸ λύσωμεν αὐστηρότατα. Ὑπάρχει ἄλλως τὸ προηγούμενον, — προηγούμενον τὸ ὁποῖον γνωρίζει καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασίδος συνάδελφος,— ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διώρισε κατὰ παραδρομὴν, ἢ τουλάχιστον ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δύο καθηγητὰς τμηματάρχας εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν, καθηγητὰς ἔχοντας δικαιώματα ἐκδοτικά, δικαιώματα συγγραφικά. Τότε ἐθεώρησα τοῦτο ὡς καταδολίωσιν τοῦ νόμου, καὶ ἐζήτησα ν’ ἀπολυθῶσι· δυστυχῶς ἕνεκα τῶν περιστάσεων ἐκείνων δὲν κατωρθώθη ν’ ἀπολυθῶσιν ἢ τὸν Σεπτέμβριον, ὅτε ἤδη αὐτοὶ εἶχον κάμει τὴν δουλιά των (ἱλαρότης). Ἐθεώρησα δὲ τότε τὸ ζήτημα τόσον σπουδαῖον, ὥστε ἦτο μία περίστασις, ὅπως δείξω εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὴν θύραν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§22Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τοῦτο θὰ κάμω σύστασίν τινα, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος...
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι σχετικὸν, ἀφοῦ θέλετε νὰ κάμητε σύστασιν νέαν. Κατόπιν σᾶς δίδω τὸν λόγον.
§24ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι σχετικόν.
§26Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Μπασδέκης ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν δι’ ἐπερωτήσεως παράπονα, ὅτι οὐδὲν ἐνηργήθη κατὰ τοῦ ἐν Τρικκάλοις πρωτοδίκου κ. Βογιατζῆ...
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπετρέψητε νὰ τελειώσω τὰς ἀνακοινώσεις. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Τρικκάλοις Πλημμελειοδικῶν ζητεῖ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐνεργήσῃ καταδίωξιν κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Τρικκάλων κ. Χατζηγάκη. Ἡ αἴτησις αὕτη, κατὰ τὸ ἄρθρον 67 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν, πρὸς ἐξέτασιν καὶ γνωμοδότησιν.
§28Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Τρικκάλων κ. Μπασδέκη, παραπονουμένου ὅτι οὐδὲν ἐνηργήθη κατὰ τοῦ ἐν Τρικκάλοις πρωτοδίκου κ. Βογιατζῆ, καταγγελθέντος ὑπ’ αὐτοῦ ἐπὶ ἐξυβρίσει, πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν ἀπάντησιν, ἣν ἔλαβον τὴν στιγμὴν ταύτην παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Λαρίσῃ Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁρμόδιος, προκειμένου περὶ καταγγελίας κατὰ πρωτοδίκου, οὔτε μήνυσις οὔτε κἂν ἁπλῆ ἀναφορὰ ὑπεβλήθη αὐτῷ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τρικκάλων κατὰ τοῦ εἰρημένου πρωτοδίκου ἐπὶ ἐξυβρίσει.
§29ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς μὲ τοῦτο ὀφείλω νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ εἰρημένος πρωτοδίκης ὄχι μόνον δὲν ἐξύβρισε, καίτοι εἶχε δικαίωμα, ὡς συκοφαντούμενος, ν’ ἀγανακτήσῃ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἡ ἐν Τρικκάλοις διαγωγὴ αὐτοῦ εἶναι ἀρίστη, καὶ ὡς δικαστοῦ καὶ ὡς ἀτόμου. Εἶπον ὅτι εἶχε δικαίωμα ν’ ἀγανακτήσῃ, διότι ἐλέχθη ὅτι μετετέθη ἀπὸ σκοποῦ εἰς Τρίκκαλα, ὅπως ἀθωώσῃ ἀδελφὸν πολιτευομένου, κατηγορούμενον δι’ ἐγκληματικὴν πρᾶξιν. Διὰ τοῦτο ἐξεμάνη ὁ ἄνθρωπος, καὶ πολὺ δικαίως, διότι δὲν ἐπερίμενε κατόπιν δεκαπενταετοῦς ἐντίμου ὑπηρεσίας νὰ συκοφαντηθῇ τόσον σκληρῶς.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπέλλος ἔχει τὸν λόγον.
§31ΛΟΥΚΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ. Κύριοι, φειδόμενος πολυτίμου χρόνου καὶ σεβόμενος τὰς τελευταίας στιγμὰς τῆς ἐκπνεούσης Συνόδου, — ἂν ὄχι τῆς Βουλῆς, ὡς δυσάρεστοι φῆμαι διατρέχουσι, — θέλω διὰ σπαρτιατικῆς βραχυλογίας ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ ἰατρικοῦ τινος ζητήματος, χάριν τοὐλάχιστον ποικιλίας. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς πανώλους ἐν Αἰγύπτῳ, ἥτις πρέπει σπουδαιότατα νὰ μᾶς ἐνδιαφέρῃ, πλὴν τῆς ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως, διότι ἔχει βαρυτάτας, καὶ ἐμπορικὰς καὶ οἰκονομικὰς, συνεπείας ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εὐτυχῶς καταριθμεῖ μεταξὺ τῶν μελῶν του καὶ ἰατρὸν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἴσως θὰ ἦτο καλὸν καὶ διὰ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἐγίνετο τακτικώτερον. Κατὰ τοῦ ἐκ τῆς πανώλους κινδύνου καθιερώθησαν, ὡς γνωστὸν, αἱ καθάρσεις, ἀλλ’ αἱ καθάρσεις ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης κατεδικάσθησαν, καὶ ὡς παλαιαὶ λίαν καὶ ὡς ἀνωφελεῖς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι πρόκειται περὶ πανώλους. Πρόκειται περὶ λοιμώδους τινὸς νοσήματος, τὸ ὁποῖον ἴσως ὑπὸ βακτηριδιολογικὴν ἔποψιν ἔχει ὁμοιότητά τινα πρὸς τὴν πανώλην, καὶ ἐντεῦθεν ἐνομίσθη, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς πανώλους. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ἴσως ἡ ἐπιδημία αὕτη συμβαίνει νὰ ἔχῃ τὰ ἄλλα συμπτώματα τῆς νόσου, δὲν ἀποδεικνύεται ὅτι πρόκειται περὶ πανώλους. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ νόσος δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι εἶναι πανώλης, καὶ εἶναι φοβερὸν, 100,000 ἄνθρωποι νὰ ὑφίστανται μαρτύρια εἰς τὰ λεγόμενα αὐτὰ καθαρτήρια τῶν Κλαζομενῶν, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τῆς Δήλου, χωρὶς οὐδεὶς κίνδυνος σοβαρὸς νὰ ἀπειλῇ τὴν χώραν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ λυθῇ νομοθετικῶς, προτείνω καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα συνεννοουμένη μετὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως ἀποστείλῃ κοινὴν ἐπιτροπὴν ἐκ μικροβιολόγων, ἀλλὰ καὶ ἐκ παθολόγων ἰατρῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ σπουδάσωσι τὴν νόσον καὶ κλινικῶς· διότι συμβαίνει ἐνίοτε, ἡ βακτηριδιολογικὴ ἐξέτασις μόνη νὰ μὴ ἀρκῇ. Εἶναι λ. χ. γνωστὸν, ὅτι τὸ βακτηρίδιον τῆς φθίσεως ὁμοιάζει μὲ ἄλλο βακτηρίδιον τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, ἰδίως τοῦ ἀνδρικοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως ἀκίνδυνον. Λοιπὸν προτείνω, ἵνα ἡ Κυβέρνησις, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, φροντίσῃ περὶ ἀποστολῆς ἐπιτροπῆς ἀπὸ ἕνα Ἕλληνα καὶ ἕνα Ὀθωμανὸν ἰατροὺς, εἰς ἣν, εἰ δυνατὸν, νὰ λάβῃ μέρος καὶ ὁ ἐν Ρουμανίᾳ διάσημος Balés, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸς εἰς τὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον, ὅπως σπουδάσωσι τὴν νόσον καὶ ἀποδειχθῇ ἡ φύσις αὐτῆς, ἥτις δὲν εἶναι ἐπιδημικὴ, διότι πρόκειται περὶ νοσήματος, τὸ ὁποῖον μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας παύει καθ’ ἣν ἐποχὴν εἰσέρχονται οἱ ξένοι εἰς τὴν Αἴγυπτον, καὶ μετὰ μαθηματικῆς πάλιν ἀκριβείας ἀρχίζει νὰ ἀναφαίνηται τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν πρόκειται οἱ ξένοι νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, διότι, ὡς φαίνεται, δὲν πρόκειται περὶ ἐπιδημικῆς νόσου· τὰ κρούσματα αὐτῆς γίνονται σποραδικῶς· ἀφοῦ παύσουν ἐπὶ ἓξ ἢ ὀκτὼ μῆνας, ἐπαναλαμβάνονται πάντοτε, χωρὶς νὰ γείνῃ γνωστὸν, ὅτι εἰσήχθη νέα μόλυνσις. Ἐὰν ἀποδειχθῇ τοῦτο, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ ἄρῃ τὰς καθάρσεις, μέσον, εἰς τὸ ὁποῖον αἱ ἄλλαι Δυνάμεις, αἱ Εὐρωπαϊκαὶ, δὲν κατέφυγον, ὄχι διότι δὲν μεριμνῶσι περὶ τῆς ζωῆς τῶν κατοίκων τῶν χωρῶν αὐτῶν, ἀλλὰ διότι εἶναι φανταστικὸς ὅλως ὁ κίνδυνος.
§32ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις θὰ σκεφθῇ, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ὀφείλω ὅμως νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν καθάρσεων, διότι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν πάντες, ὅτι, ἂν ἡ Ἑλλὰς ἀπέφυγεν ὅλας τὰς ἐπιδημίας, ἴσως ἀπέφυγε ταύτας ἕνεκα τῶν καθάρσεων· ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἀποδεικνύεται τὸ ἐναντίον, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ μέτρον αὐτὸ, ὅπως ἐπεμείναμεν εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς εἰσαγωγῆς φυτῶν ἕνεκα τῆς φυλλοξήρας, καὶ ἐπετύχομεν νὰ μὴ εἰσέλθῃ ἡ νόσος αὕτη ἐντὸς τοῦ Κράτους ἡμῶν. Ἐνόσῳ λοιπὸν ἐπιτυγχάνωμεν, νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὸ μέτρον τῶν καθάρσεων.
§33Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Λίαν ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι πάντα τὰ προληπτικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προφυλάξωσιν ἡμᾶς ἀπὸ οἱανδήποτε ἐπιδημίαν, πρέπει νὰ ληφθῶσιν. Ἀναγνωρίζω ὅτι οἱαδήποτε κάθαρσις συνεπάγεται δυσκολίας καὶ διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ διὰ τὴν συγκοινωνίαν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς μόνον νὰ θέσωμεν ἢ μὴ καθάρσεις· διότι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις θεωρήσει ἀναγκαῖον νὰ ἐπιβάλῃ κάθαρσιν, ἡμεῖς δὲ δὲν ἐπιβάλωμεν τοιαύτην, ἠθέλομεν ἀποκλεισθῆ τῆς συγκοινωνίας μετὰ τῆς Τουρκίας. Ὁ κ. συνάδελφος γνωρίζει, ὅτι ἐν Κωνσταντινουπόλει ἑδρεύει διεθνὴς ἐπιτροπὴ ὑγειονομικὴ, ὅτι δὲ αὕτη παρακολουθεῖ μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἐπιστημονικῆς ἀκριβείας καὶ ἐπιστασίας οἱανδήποτε ἐκδήλωσιν νόσου ἐνδημικῆς. Ἑπομένως ἡ ἀποστολὴ ἐπιτροπῆς οὐδένα λόγον ἔχει, ἀφοῦ μάλιστα ἐν τῇ διεθνεῖ ἐπιτροπῇ συνεδρεύει καὶ ἐπίτροπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§34ΜΠΕΛΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὴν κατάργησιν τῶν καθάρσεων, ἀλλὰ νὰ βεβαιωθῇ, ἐὰν πρόκειται περὶ πανώλους ἢ περὶ ἄλλης τινὸς νόσου, νὰ βεβαιωθῇ δὲ τοῦτο ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως: διότι, ἐὰν πρόκειται περὶ φαντασιώδους κινδύνου, εἶναι κρῖμα καὶ τὸ ἔθνος νὰ ζημιῶται καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ ὑφίστανται τόσα δεινά.
§35ΑΧ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ἀφορμὴν λαβών, κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῶν συμβασῶν καταστροφῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λοκρίδος εἰς διαφόρους γεωργικὰς περιφερείας τῶν σπαρτῶν τῶν καπνῶν καὶ τῶν ἀμπέλων ὑπὸ καταιγίδος ἐκ χαλάζης, ἐπισκηψάσης κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον, καὶ φρονῶν ὅτι περὶ τούτου εἶναι δεδικαιολογημένη μία νομοθετικὴ πρόνοια, ὅπως χορηγηθῇ εἰς τοὺς παθόντας ἐκείνους ἡ προσήκουσα ἀνακούφισις διὰ συνδρομῆς τινος τοῦ Δημοσίου καὶ δι’ ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἔκρινα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, δι’ ἧς οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων καὶ ὅσοι ἀναφέρονται ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ συνταχθείσῃ ὑπὸ τοῦ Νομάρχου Φθιώτιδος, ἐπὶ τοῦ τόπου τῆς καταστροφῆς μεταβάντος καὶ ἀντιληφθέντος τὸ γεγονὸς τῆς τελείας καταστροφῆς, ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τὸ τρέχον ἔτος, καὶ παρέχεται εἰς αὐτοὺς βοήθειά τις, ἂν ὄχι ἄλλη, τοὐλάχιστον πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ σπόρου, ὅπως κατὰ τὸ προσεχὲς γεωργικὸν ἔτος δυνηθῶσι νὰ καλλιεργήσωσι τὴν γῆν, καθόσον ἡ καταστροφὴ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς κωμοπόλεως Δαδίου, κατὰ τὴν θέσιν «Πύλοβος» τῆς Βελίτσας, καὶ τῶν χωρίων Μοδίου, Κηφισοχωρίου, Δραχμανίου καὶ Σουλέμπεη καί τινων χωρίων τῶν δήμων Θερμοπυλῶν καὶ Θρονίου ὑπῆρξε τόσον τελεία, ὥστε οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ περιῆλθον ἀκριβῶς εἰς ἀπόγνωσιν, εὑρισκόμενοι πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου, καὶ ἠναγκασμένοι νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸ εὐτελέστατον μέσον τῆς ἐπαιτείας, ἵνα ζήσωσιν, ἀπέναντι ὅμως τοῦ ὁποίου προτιμῶσι τὸν ἐξ ἀσιτίας θάνατον, ἐν τῇ χαρακτηριζούσῃ τοὺς Λοκροὺς ὑπερηφανείᾳ. Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην ἐλπίζω ὅτι θὰ σπεύσῃ ἀρωγὸς ἡ σεβαστὴ Κυβέρνησις, πρὸ παντὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος, τό γε νῦν ἔχον, φρονῶ ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων διὰ τὸ τρέχον ἔτος, μέχρις οὗ τὸ ζήτημα τοῦτο κανονισθῇ νομοθετικῶς καθόσον ἐπὶ τοῦ παρόντος δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς πρὸς λῆψιν τοιούτου μέτρου.
§36Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ παράπονον τῶν συμπολιτῶν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου διετυπώθη πρὸ καιροῦ. Δυστυχῶς οὐδεμία ἐργασία ἐγένετο, ὅπως βεβαιωθῇ ἡ ἔκτασις τῆς καταστροφῆς καὶ οὕτω ληφθῇ πρόνοιά τις νομοθετικὴ ἐπὶ ὡρισμένων δεδομένων. Ἀλλὰ διοικητικῶς θέλει ληφθῆ πᾶσα πρόνοια πρὸς ἀνακούφισιν τῶν κατεστραμμένων ἐκείνων χωρικῶν.
§37ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κύριε Πρόεδρε.
§38Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Ἀπαντῶν χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τοὺς ἐξ Ἠλείας καὶ Πατρῶν Βουλευτάς, εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου καὶ ὅτι τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους εἶναι κενά. Τοῦτο πάντες γνωρίζομεν,—εἶναι ἀληθέστατον,— ἀλλ’ εἰς οἵαν κατάστασιν ἔφθασαν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, ἐπιβάλλεται ἡ φιλανθρωπία πλέον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διὰ καταλλήλου ἐνεργείας νὰ συστήσῃ εἰς τὰ ὄργανα τῆς εἰσπράξεως νὰ μὴ ἐπιμένουν εἰς τὴν αὐστηρὰν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν, διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, οἱ διάφοροι εἰσπράκτορες καὶ οἱ ὑποταμίαι φέρονται μετὰ αὐστηρότητος εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ δυστυχῶς, καὶ οὐχὶ ἀμερολήπτως. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ πολὺ τὴν προσοχήν του εἰς τὸ τελευταῖον μέρος τῆς παρατηρήσεώς μου ταύτης.
§39Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι θὰ ληφθῇ πᾶν μέτρον, ὅπως καταστῇ ἐφικτὴ ἄνεσίς τις εἰς τοὺς φορολογουμένους. Πέραν τούτου οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει δεσμευμένας τὰς χεῖρας. Ἀλλὰ βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ αὐστηρᾶς καταδιώξεως, καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται αὐταὶ αἱ συστάσεις, θὰ ληφθῇ ἓν κοινὸν καὶ ἴσον μέτρον πρὸς πάντας.
§40Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰ δυνατόν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τίνες οἱ λόγοι οἱ προκαλέσαντες τὴν τηλεγραφικὴν μετάθεσιν τοῦ ἀστυνόμου Σπάρτης.
§41ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι μετὰ τὴν τέλεσιν γάμου τινὸς οἱ ἑορτάζοντες ἐπὶ τῇ τελέσει τοῦ γάμου ἐνόμισαν ὅτι ἠδύναντο νὰ πυροβολῶσιν ὄχι μόνον ἐν μέσῃ πρωτευούσῃ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν παραθύρων τοῦ Δημάρχου Σπαρτιατῶν κ. Σαλβαρᾶ. Τοῦτο γνωρίζει καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἔλαβεν ὅμοιον τηλεγράφημα. Ὁ Δήμαρχος Σπαρτιατῶν, ὡς εἰκὸς, ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν τοῦ ἀστυνόμου· ὁ ἀστυνόμος ὅμως, εἴτε ἐκ νωθρότητος, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, δὲν ἔσπευσε νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν συνδρομὴν, καὶ κατόπιν ἐκθέσεως τοῦ τε Νομάρχου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ μεταθέσω τὸν ἀστυνόμον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του.
§42Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Αἱ παραστάσεις αἱ γενόμεναι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τηλεγραφικῶς παρὰ τοῦ κυρίου ἀντεισαγγελέως, ἐμμίσθου δικαστικοῦ παρέδρου, καὶ παρὰ τοῦ κυρίου Νομάρχου Λακεδαίμονος, εἶναι ἀνακριβέσταται, καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἔκαμα τὴν ἐπερώτησιν ταύτην πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, παρ’ οὗ ἠξίουν καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει νὰ πράξῃ ὅ,τι ἄλλοτε ἔπραξε, προκειμένου περὶ τοῦ ἀστυνόμου Πατρῶν Καλφακάκου, ἤτοι νὰ ζητήσῃ νὰ ἐξακριβώσῃ πρότερον τὴν ἀλήθειαν τῶν ἀναφερομένων, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ προβῇ εἰς τὴν μετάθεσιν, ἂν ἐπεβάλλετο αὕτη. Ἤδη, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ὅπως ζητήσω τὴν προσαγωγὴν ἐγγράφων, διὰ ν’ ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου, εἶμαι ἠναγκασμένος ἀμέσως καὶ ἄνευ ἐγγράφων νὰ πληροφορήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὅσα παρέστησαν αἱ εἰρημέναι ἀρχαὶ πρὸς αὐτὸν εἶναι ἀνακριβῆ. Ἰδοὺ τί ἀκριβῶς συνέβη. Κατὰ κακὸν ἔθιμον, τὸ ὁποῖον πάντες ἀποδοκιμάζομεν, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφεύγωμεν, τὰς γαμηλίους πομπὰς συνήθως συνοδεύουσιν ἄνθρωποι ἐκδηλοῦντες τὴν χαράν των διὰ πυροβολισμῶν. Τοῦτο ἐγένετο καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει, τελουμένων συγχρόνως δύο συγγενικῶν γάμων ἐν ἐγγύτατα κειμέναις οἰκίαις, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀδεξιότητος ἑνὸς τῶν πυροβολούντων τρία βλήματα περιστρόφου προσέκρουσαν εἰς τὸν τοῖχον τῆς ὑψηλῆς οἰκίας τοῦ κυρίου Δημάρχου, ἐπὶ τῶν παραθύρων καὶ τοῦ ἐξώστου τῆς ὁποίας οὐδεὶς ὑπῆρχε. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἤρκεσεν, ὅπως οἱ οἰκεῖοι τοῦ Δημάρχου, ὁ ὁποῖος, εἰρήσθω, ἀπὸ τριετίας πάσχει ἐξ ἡμιπληγίας, ἐγείρωσι τοσοῦτον θόρυβον, ὥστε παρέσυραν τὸν ἀπειρότατον ἔμμισθον δικαστικὸν πάρεδρον, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχον ἀνατεθῆ καθήκοντα ἀντεισαγγελέως, καὶ οὗτος, ταρταρινικῶς ἐνεργῶν, παρήγγειλε τὸν ἀστυνόμον, μετὰ παρέλευσιν ἱκανῆς ὥρας ἀπὸ τῶν πυροβολισμῶν, νὰ μεταβῇ ἀμέσως εἰς τὰς οἰκίας, ἐν ταῖς ὁποίαις ἐτελοῦντο οἱ γάμοι, καὶ νὰ συλλάβῃ ἀδιακρίτως πάντας τοὺς ἐνόπλους. Ὁ ἀστυνόμος, γινώσκων κάλλιστα τοὺς νόμους καὶ τὰ καθήκοντά του, εἶπε, πολὺ φρονίμως, πρὸς τὸν ἀντεισαγγελέα, ὅτι διὰ νὰ τοὺς συλλάβῃ, πρέπει νὰ τῷ δώσῃ ἐντάλματα ποίους θὰ συλλάβῃ· ἀλλ’ ὁ κύριος ἀντεισαγγελεὺς ἐπέμενε, παραγγέλλων θορυβωδέστατα νὰ συλλάβῃ πάντας ἀορίστως. Τότε ὁ ἀστυνόμος ἠρνήθη νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην παράνομον πρᾶξιν, δυναμένην ἄλλως νὰ ἔχῃ καὶ ὀλεθρίους συνεπείας, διεβεβαίωσε δ’ ὅτι θὰ παραγγείλῃ εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν γαμήλιον πομπὴν νὰ παύσουν πυροβολοῦντες· καὶ πράγματι παρήγγειλε τοῦτο, καὶ οἱ πυροβολισμοὶ ἔπαυσαν. Τοῦ θορύβου τούτου ἐπωφεληθέντες οἱ οἰκεῖοι τοῦ κυρίου Δημάρχου, οἱ φίλοι καὶ συγγενεῖς τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας, παρέσυραν καὶ τὸν κ. Νομάρχην, ὥστε καὶ οὗτος ἀνακριβῶς, ὡς καὶ ὁ κύριος ἀντεισαγγελεύς, νὰ παραστήσῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰ γενόμενα, καὶ οὕτως ὁ ἀστυνόμος, ὁ ὁποῖος ἔπραξε τὸ καθῆκόν του, καὶ διὰ τῆς ἀρνήσεως τῆς ἐκτελέσεως τῆς παρανόμου διαταγῆς τοῦ ἀντεισαγγελέως συνετήρησε τὴν τάξιν, νὰ παρασταθῇ ὡς παραβὰς τὸ καθῆκόν του μεροληπτικῶς, καὶ νὰ μετατεθῇ τηλεγραφικῶς παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, βεβαίως ἐν ἀγνοίᾳ δόντος πίστιν εἰς τοιαύτας παραστάσεις τῶν ἐν Σπάρτῃ ἀρχῶν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἀξιῶ σήμερον παρὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως χάριν τῆς ἀληθείας, χάριν τοῦ γοήτρου τῆς ἐξουσίας καὶ χάριν τοῦ δι’ ἀνακριβῶν παραστάσεων ἀδικουμένου ἀξιωματικοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον βεβαιῶ ὅτι οὐδεμία σχέσις μὲ συνδέει, παραγγείλωσιν ἀνώτερον δικαστικὸν ὑπάλληλον, ἢ καὶ ἀνώτερον ἀξιωματικὸν διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἐξετάσῃ ποία εἶναι ἡ ἀλήθεια. Διότι δὲν δυσκολεύομαι νὰ καταγγείλω καὶ ἄλλην παράνομον πρᾶξιν τοῦ κυρίου ἀντεισαγγελέως ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει. Ὁ κύριος ἀντεισαγγελεὺς παρήγγειλε τὸν κύριον ἀστυνόμον νὰ μεταβῇ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Δημάρχου καὶ ἐνεργήσῃ αὐτοψίαν πρὸς βεβαίωσιν τῶν κατ’ αὐτῆς πυροβολισμῶν, καὶ ὁ κύριος ἀστυνόμος μετέβη καὶ ἐνήργησεν αὐτοψίαν, συντάξας περὶ αὐτῆς ἔκθεσιν, ἐν ᾗ ἐβεβαίου, ὅτι ἐπὶ τῆς οἰκίας τοῦ κυρίου Δημάρχου ἐφαίνοντο τρία ἀποτυπώματα βλημάτων ὅπλου, προσφάτως γενόμενα, καὶ ὅτι ἀμφέβαλλε περὶ δύο ἄλλων, τὰ ὁποῖα οἱ οἰκεῖοι τοῦ Δημάρχου τῷ ἐπέδειξαν ὡς τοιαῦτα. Τὴν ἔκθεσιν ταύτην ἐνεχείρισεν ὁ κύριος ἀστυνόμος πρὸς τὸν κύριον ἀντεισαγγελέα ἐν τῷ ἐγγύτατα κειμένῳ Εἰσαγγελικῷ Γραφείῳ, ἀλλ’ ὁ κ. ἀντεισαγγελεὺς ἀνέγνωσεν αὐτὴν εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον ἀνεψιὸν τοῦ κυρίου Δημάρχου, παρόντα ἐν τῷ Γραφείῳ, καὶ ἐπειδὴ εἰς τοῦτον δὲν ἤρεσεν, ὡς περιέχουσα ἀμφιβολίας περὶ τῶν δύο ἀποτυπωμάτων, διέγραψεν αὐτοβούλως τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἐκθέσεως, καὶ ἐξηφάνισεν οὕτως αὐτὴν, συντάξας αὐτὸς ἄλλην ἔκθεσιν, καθ’ ὑπόδειξιν τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν περιπτώσει ἐρωτῶ, τίς δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκόν του; ὁ ἀστυνόμος ἢ ὁ ἀντεισαγγελεύς; Διὰ ταῦτα πάντα νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσωσι δι’ ἀνωτέρου δικαστικοῦ ὑπαλλήλου καὶ νὰ ἐξακριβώσωσι τὴν ἀλήθειαν. Εὐτυχῶς δὲ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον τῶν δικαστικῶν διακοπῶν θὰ μεταβῇ εἰς Σπάρτην διὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν δικαστικῶν γραφείων ἀνώτερος δικαστικὸς λειτουργὸς, ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, καὶ δύναται νὰ παραγγελθῇ οὗτος νὰ ἐνεργήσῃ εἰδικὴν ἀνάκρισιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὅτε θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι οὐχὶ ὁ κύριος ἀστυνόμος, ἀλλ’ ὁ κύριος ἀντεισαγγελεὺς δὲν ἐνήργησε νομίμως, καὶ ὅτι, ἂν αἱ παράνομοι διαταγαὶ τοῦ κ. ἀντεισαγγελέως ἐξετελοῦντο, θὰ εἴχομεν ἀφεύκτως θύματα.
§43Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ μεθ’ ὅλα, ὅσα κατήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, δὲν δύναται ἢ νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ ἦτο ἐπιβεβλημένη. Κατηγγέλθη μία πρᾶξις, ἡ ὁποία φαίνεται ὡς πρᾶξις ἀγρία καὶ ἀφορῶσα εἰς τὴν ζωὴν καὶ τοῦ Δημάρχου καὶ τῆς συζύγου του, διότι τὸ τηλεγράφημα λέγει, ὅτι ἡ σύζυγος τοῦ Δημάρχου εὑρίσκετο ἐπὶ τοῦ ἐξώστου καθ’ ἣν στιγμὴν ἐρρίπτοντο οἱ κατὰ τῆς οἰκίας πυροβολισμοί, καὶ καταγγέλλονται τὰ γενόμενα παρὰ τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἀναγκαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον προέβη, δηλ. νὰ ἀνακαλέσῃ τηλεγραφικῶς τὸν ἀστυνόμον. Σήμερον ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος καταγγέλλει μεροληψίαν τοῦ Εἰσαγγελέως· ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει ἐξετάσει μετ’ ἀμεροληψίας τὰ παράπονα αὐτοῦ, καὶ ἂν βεβαιωθῶσι τὰ καταγγελλόμενα, θέλει προβῇ εἰς τὴν κατὰ νόμον ἐνέργειαν.
§44Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὴ γνωρίζων οὔτε τὰ ἤθη, οὔτε τὰ ἔθιμα τὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις κρατοῦντα, καὶ δὴ εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, καὶ ξένος πρὸς τὰ ἐκεῖ λαβόντα χώραν καὶ ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ αὐτῶν διατελῶν, εἶναι ἀρκούντως δεδικαιολογημένος· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἐν γνώσει καὶ τῶν ἐθίμων, τὰ ὁποῖα ἐπικρατοῦσιν ἐκεῖ, καὶ τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς εὑρίσκεται ἡ Σπάρτη σήμερον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ ν’ ἀνακαλέσῃ ἐκεῖθεν τὸν ἀστυνόμον, πειθόμενος εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀλλ’ ἔπρεπε ν’ ἀποστείλῃ ἀμέσως ἀνώτερον ὑπάλληλον, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ μάθῃ σήμερον παρ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐν Σπάρτῃ συνέβη ἄλλοτε οἰκογενειακὸν δυστύχημα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν αἱματηρὰν συμπλοκὴν δύο οἰκογενειῶν ἀρκετὰ ἰσχυρῶν· ἰδίως ὁ πληγωθεὶς ἀνήκει εἰς ἰσχυροτάτην οἰκογένειαν, καὶ διὰ τοῦτο ἀμέσως μετὰ τὸν τραυματισμόν του 400 ὁπλῖται ἔφθασαν εἰς Σπάρτην, ζητοῦντες ἐκδίκησιν. Εὐτυχῶς ὁ ἀδελφὸς τοῦ πληγωθέντος, ὁ καὶ συνάδελφος ἡμῶν, ἔπνιξε τὸν πόνον του, καὶ παρεμβὰς ἐσταμάτησε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς αἱματηρᾶς τραγῳδίας. Προσπαθεῖ διὰ πάντων τῶν μέσων ὁ ἀδελφὸς αὐτὸς νὰ πνίξῃ τὰ πάθη καὶ ἐπαναφέρῃ τὴν εἰρήνην καὶ τὴν γαλήνην, ἀφίνων τὴν Δικαιοσύνην νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν της, προκειμένου περὶ τοῦ δράστου. Αἱ τοιαῦται ὅμως πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει πάντα ταῦτα, διότι συνδέεται στενῶς καὶ οἰκογενειακῶς μὲ μέλος τῆς Βουλῆς, συγγενῆ του, προερχόμενον ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης.
§45ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ κατὰ τὴν ἐνέργειάν μου ὡς Ὑπουργοῦ.
§46Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀφίνετε νὰ τελειώσω τὴν σκέψιν μου; .... Ὁ κ. Ὑπουργὸς, λέγω, γνωρίζει τὴν κατάστασιν τὴν ἔκρυθμον τῶν δύο τούτων οἰκογενειῶν, καὶ ὅτι τοιαύτη ἐνέργεια τῆς ἐξουσίας ἐνισχύει τοὺς ἀντιπάλους τοῦ παθόντος. Κυρίως ἐκεῖ, ὅπου καταγγέλλεται ὅτι ἐρρίφθησαν πυροβολισμοί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι οὗτοι ἐρρίφθησαν πρὸς σκοπὸν ἐγκληματικὸν, διότι ὁ Δήμαρχος, κατὰ τῆς οἰκίας τοῦ ὁποίου ἐρρίφθησαν οἱ πυροβολισμοὶ, εἶναι δυστυχῶς ἐν παραλυτικῇ καταστάσει, εἶναι οἱονεὶ νεκρὸς, καὶ, ὡς γνωρίζετε, πρὸς νεκρὸν οἱ Σπαρτιᾶται οἱ ὑπερήφανοι δὲν βάλλουσι. Λοιπὸν οὐδένα λόγον εἶχον νὰ πυροβολήσωσι τὸν Δήμαρχον οἱ διερχόμενοι ἐκεῖθεν, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο ἔπραξαν ἢ μόνον, κατὰ τὰ κρατοῦντα ἐκεῖ καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας ἐπαρχίας ἔθιμα, νὰ πυροβολήσωσιν εἰς τὸν ἀέρα, πρὸς ἔνδειξιν χαρᾶς ἐπὶ τῷ γάμῳ, ὡς πράττουσι πάντοτε, ἐκδηλοῦντες διὰ πυροβολισμῶν τὴν χαράν των διὰ γάμον ἢ βαπτίσια. Διὰ τοῦτο ὁ ἀστυνόμος, πολὺ φρονίμως ποιῶν, δὲν ἐπέδειξε δραστηριότητα τοιαύτην, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἐξερεθίσῃ τὰ πνεύματα ἀμφοτέρων τῶν μερίδων, καὶ νὰ προκαλέσῃ φοβερὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἑπόμενον ἦτο νὰ συμβῶσιν. Ὁ ἀστυνόμος λοιπὸν ἐνήργησε κατὰ τὸν νόμον καὶ λίαν σωφρόνως. Ἕν μόνον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀποστείλωσιν ἐκεῖ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις κατὰ τοῦ εἰσαγγελεύοντος, καὶ παρακαλῶ αὐτοὺς, χάριν τῆς τάξεως καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς, ν’ ἀπομακρύνωσι τὸν δικαστικὸν ἐκεῖνον ὑπάλληλον ἐκ τῆς Εἰσαγγελίας καὶ τὸν ἀποστείλωσιν ὅπου ἀλλοῦ θέλουν, νὰ τῷ παράσχωσιν ὅ,τι θέλει, ἔστω καὶ νὰ τὸν προβιβάσωσιν, ἐὰν θέλωσιν, ἀλλὰ νὰ τὸν ἀπομακρύνωσιν ἐκεῖθεν, διότι ἡ τοιαύτη στάσις τοῦ Εἰσαγγελέως δὲν θὰ ἔχῃ καλὰς συνεπείας.
§47Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ ἢ μᾶλλον νὰ ἐπαινέσῃ τὴν ἀδιαφορίαν τοῦ ἀστυνόμου. Ἀλλ’ ὅτι ἡ ἀδιαφορία τοῦ κ. ἀστυνόμου ἦτο ἀνάρμοστος ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ ἑξῆς: ὅτι ὁ Δήμαρχος καὶ οἱ συγγενεῖς του ἠναγκάσθησαν νὰ φέρωσιν ἐνόπλους 50 ἢ 60, ἵνα παρακολουθῶσι κατόπιν τὴν γαμήλιον ἐκείνην πομπὴν καὶ ἐπιβάλωσιν αὐτῇ τὴν τάξιν, ἀφοῦ ἡ ἀρχὴ δὲν ἔλαβε περὶ τούτου πρόνοιαν. Ἐγὼ περὶ τοῦ κ. Καρέκλη εἶχον πάντοτε καλὴν γνώμην, καὶ τοιαύτας συστάσεις ἔκαμνα πάντοτε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, παραδόξως δ’ ἤκουσα προχθὲς τὰ συμβάντα· ὅτε δὲ εἶδον τὴν ἀλληλογραφίαν ὅλην τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας θεωρῶ ἀνωτέρας πάσης ὑπονοίας, ἠπόρησα, πῶς ὁ κ. Καρέκλης ἔδειξεν αὐτὴν τὴν ἀδιαφορίαν, ἡ ὁποία ἔφερεν ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπακόλουθα, καὶ ἡ ὁποία βεβαίως θὰ ἐγίνετο ἀφορμὴ ῥήξεων καὶ μεγάλων συμφορῶν, ἐὰν δὲν ὑπεχώρουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Βεβαίως διὰ πυροβολισμῶν ἐκφράζεται ἡ χαρὰ εἰς γάμους καὶ βαπτίσια, ἀλλ’ ἀπό τινος χρόνου ἀπηγορεύθη εἰς τὰς πόλεις ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἐκφράσεως τῆς χαρᾶς· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐκδηλωθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ χαρὰ, ἡ πόλις τῆς Σπάρτης, ὡς γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι πόλις ἀρκετὰ ἐκτεταμένη, καὶ δυσκόλως δύναται νὰ ἐννοηθῇ, πῶς τὰ ἀποτυπώματα τῶν πυροβολισμῶν δὲν παρουσιάσθησαν εἰς ἑτέραν οἰκίαν ἢ μόνον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Δημάρχου, μεθ’ οὗ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν γαμήλιον πομπὴν εὑρίσκοντο εἰς διενέξεις. Ὁ Δήμαρχος δὲν εἶναι φίλος μου, ἀλλὰ βεβαίως, ὡς τὰ πράγματα περιγράφονται, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ γαμήλιος πομπὴ τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐξέλεξεν, ὅπως βάλῃ διὰ τῶν ὅπλων της. Διὰ τοῦτο παρεπονέθη ὁ Δήμαρχος διὰ τηλεγραφήματός του πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς τὸν κ. Μελετόπουλον, — καὶ βεβαίως θὰ παρεπονεῖτο καὶ πρὸς τὸν κ. Φικιώρην, ἐὰν εὑρίσκετο καὶ οὗτος ἐνταῦθα, — καὶ μᾶς λέγει, ὅτι κατήγγειλε τὸν ἀστυνόμον. Ἐπεθύμει λοιπὸν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ν’ ἀφεθῶσι τὰ δύο μέρη ἐλεύθερα νὰ προέλθωσιν εἰς συγκρούσεις; καὶ δὲν ἀναλογίζεται πόσα δυστυχήματα ἠδυνάμεθα ἐκ τούτου ν’ ἀριθμήσωμεν; Ἐγὼ εὑρίσκω νομιμωτάτην τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀνακαλέσαντος τὸν ἀστυνόμον κ. Καρέκλην, μολονότι, ἐπαναλαμβάνω, εἶχον ἀρίστην ἰδέαν περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου.
§48Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν ἐνέργειαν ἀνακρίσεων ὑπὸ ἀνωτέρου δικαστικοῦ ὑπαλλήλου ἢ ἀξιωματικοῦ, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, ἐκ τῶν ὁποίων ἐσχημάτισε τὴν γνώμην του ὁ κ. συνάδελφος, δὲν περιέχουσι τὰ ἀκριβῆ. Ὁ κ. ἀστυνόμος ἔδειξε μεγάλην δραστηριότητα διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, καὶ μόνον δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὴν παράνομον διαταγὴν τοῦ κ. ἀντεισαγγελέως, διατάξαντος τὸν ἀστυνόμον νὰ εἰσβάλῃ εἰς οἰκίας, ἐν αἷς ἐτελοῦντο γάμοι, καὶ νὰ συλλάβῃ τοὺς ἐν αὐταῖς, ἀδιακρίτως, ἄνευ ἐντάλματος, ἄνευ διαπράξεως ἐγκλήματός τινος, ἀλλὰ μόνον διότι ἐπυροβόλουν εἰς ἐκδήλωσιν χαρᾶς, κατ’ ἔθιμον. Βεβαιῶ δὲ τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι οἱ πυροβολισμοὶ ἔπαυσαν οὐχὶ ἐκ τοῦ φόβου τῶν ἐνόπλων τοῦ κ. Δημάρχου, ἀλλ’ ἐκ τῆς σώφρονος καὶ λελογισμένης ἐνεργείας τοῦ κ. ἀστυνόμου καὶ ἐκ τῆς ἐπιβολῆς ἐμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον γινώσκει ὁ κ. συνάδελφος, ἐὰν ἀρέσκει ἡ τάξις καὶ ἡ εὐνομία.
§49Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ (βουλευτὴς Καρυστίας). Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον διέταξε τοὺς διευθύνοντας τὰς ἀστυνομίας Κύμης καὶ Σκύρου ἀξιωματικοὺς νὰ παραδώσουν τὴν ἀστυνομίαν εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, τοὺς ἐκτελοῦντας ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς Χαλκίδα, ὅπου ν’ ἀναμείνωσι διαταγάς· προσέτι δὲ, διὰ τίνα λόγον διέταξεν ἅπαντας τοὺς ὑπαξιωματικοὺς σταθμάρχας τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας νὰ παραδώσουν τὴν ἀστυνομίαν εἰς τοὺς ἀστυφύλακας καὶ μεταβῶσιν εἰς Νέαν Μιζέλην, ὅπου ν’ ἀναμείνωσι διαταγάς.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Κ. Τοπάλης ὑποβάλλει τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις: «1) Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸν, ἵνα διορίσῃ Σχολάρχην καὶ ἕνα τοὐλάχιστον ἑλληνοδιδάσκαλον εἰς τὸ ἐν Τσαγκαράδαις τοῦ δήμου Μυρεσίου Ἑλληνικὸν Σχολεῖον, ὅπερ συνεστήθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ ἔμεινε παραδόξως κλειστόν. Ἄλλοτε ἐλειτούργει ἐκεῖ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον, συντηρούμενον διὰ δωρεᾶς τοῦ μεγάλου πατριώτου κ. Ἀχιλλοπούλου, ἀλλ’ ὁ κ. Ἀχιλλόπουλος ἀπεφάσισε νὰ ἱδρύσῃ Ἐμπορικὴν Σχολὴν ἐν Τσαγκαράδαις, συντηρουμένην ὑπ’ αὐτοῦ διὰ τοῦ ἐπιδόματος, ὅπερ πρότερον ἔδιδε διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον, τὸ ὁποῖον νῦν ὀφείλει νὰ συντηρήσῃ τὸ Κράτος. Εἶναι ἀνάγκη, ὁ δῆμος Μυρεσίου νὰ ἔχῃ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον, διότι καὶ πολλοὶ μαθηταὶ θὰ φοιτῶσιν ἐν αὐτῷ, καὶ πάντες σχεδὸν οἱ ἐκεῖθεν νέοι μεταβαίνουσιν εἰς Αἴγυπτον πρὸς ἐμπορίαν, καὶ δέον νὰ ὦσι προσηκόντως παρεσκευασμένοι. Ἐὰν ληφθῇ δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ Δημόσιον πολλὰ ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὠφελήθη ἐκ τῆς γενναιοδωρίας τοῦ κ. Ἀχιλλοπούλου, ὅστις μέχρι τοῦδε συνετήρει τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον τοῦ ἐν λόγῳ δήμου, ἐπιβάλλεται, ἵνα τάχιστα ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως λειτουργήσῃ τέλος τὸ εἰρημένον Ἑλληνικὸν Σχολεῖον. «2) Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῇ συντελέσει τοῦ νέου τμήματος Λεχωνίων– Μηλεῶν τοῦ σιδηροδρόμου Πηλίου, οὗτινος ἡ Ἑταιρεία παρέλειψε νὰ ἱδρύσῃ σταθμὸν εἰς τὸ χωρίον Βιζίτσα, ἥτις εἶναι μία τῶν μεγαλειτέρων κωμοπόλεων τοῦ σιδηροδρομικοῦ ἐκείνου τμήματος, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς τὰ κατάλληλα μέτρα, ἵνα ἱδρυθῇ ὁ ἀπαραίτητος οὗτος σταθμός.» Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§51ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ὑποβάλλω σύστασιν θερμὴν καὶ λακωνικήν. Πρὸ μηνὸς ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τῆς Νομαρχίας Γυθείου αἴτησις περὶ συστάσεως Φαρμακείου ἐν Ἀρεοπόλει παρὰ τοῦ κ. Γ. Γιαννακάκου. Ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν προσήγαγε τὴν αἴτησιν ταύτην, καίτοι νόμιμον, πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν. Ἐλπίζω δ’ ὅτι εὐθὺς ὡς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λάβῃ γνῶσιν, θὰ διατάξῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῇ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι πρόκειται περὶ ὑποθέσεως ἀφορώσης ἐπαρχιακοὺς αὐτοῦ ἀντιπάλους, νομίζω ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ διατάξῃ τὴν ὑπηρεσίαν νὰ δώσῃ πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐν Ἀρεοπόλει δὲν ὑπάρχει Φαρμακεῖον, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται σύστασις τοιούτου.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Θ. Λέκας ὑποβάλλει πρότασιν περὶ προσθήκης δραχ. 600 εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§53ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς πρῶτον.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 11,500 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ͵ΒΨʹ νόμου τῆς 25 Μαρτίου 1900», ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος.
§55Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐπροτιθέμην, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ δὲν ἐπροτιθέμην διότι δὲν ἤθελον ν’ ἀγορεύσω ματαίως εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων. Διότι δυστυχῶς παρετήρησα, ὅτι ὄχι μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν γνώμην τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον ὡς πρόγραμμα τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τούτου, καὶ αὐτοί, ἐγκαταλείψαντες τὸ πρόγραμμα αὐτὸ, ἐμμένουσιν εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ, ὡς ἔλεγον τότε, νόμου τούτου. Καὶ διὰ τοῦτο χθὲς, ὅτε ἐδήλωσα ὅτι θὰ ἀγορεύσω, εἶπον ὅτι, προκαλούμενος νὰ ἀγορεύσω, διαφωνῶ πρὸς ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ λόγος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα, κύριοι Βουλευταί. Μὲ φέρουσιν εἰς τὸ βῆμα καὶ αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἐντεῦθεν, ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ὑπεστηρίχθησαν, καὶ αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἔχωσιν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν σύρραξιν, τὸν κίνδυνον δράματος, οἷον τὸ ἐν Σερβίᾳ διαδραματισθὲν (αἴσθησις). Παραξενεύεσθε, διότι οὕτω χαρακτηρίζω τὰ λεχθέντα παρὰ τῶν συναδέλφων. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἀναπτύξει τοῦ λόγου μου πιστεύω νὰ καταδείξω τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Τοῦτο ἀκριβῶς τὸ καθῆκον ἔρχομαι νὰ ἐκπληρώσω, ἀδιαφορῶν ἐὰν ἐπέλθωσι κατ’ ἐμοῦ ἀτυχήματα ἐν τῇ πολιτικῇ μου σταδιοδρομίᾳ, διότι θὰ ὁμιλήσω μετὰ παρρησίας εἰλικρινοῦς. Θὰ ἔχω δὲ ὡς δόξαν μου, ἐὰν δὲν ἀποδειχθῶ ψευδόμενος, θὰ ἔχω ὡς δόξαν μου, ὅτι εἶπον τὴν ἀλήθειαν καὶ ὅτι ἔνιψα ἐν καιρῷ τὰς χεῖράς μου. Ἤκουσα, Κύριοι, τοῦ πατριάρχου τῶν νομικῶν, κατὰ τὸν μακαρίτην Τρικούπην, τοῦ ὁποίου ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο αἱ γνῶμαι ἔχουσι κῦρος εἰς τὴν κρίσιν ἡμῶν, τοῦ ἐκ Μαντινείας ἐντίμου συναδέλφου, ἤκουσα τὴν γνώμην αὐτοῦ ὡς πρὸς τὸ συνταγματικὸν ἢ μὴ τοῦ νόμου τούτου, καὶ ἐπίστευον ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐφαίνετο, ὅτε ἦτο εἰς τὸ βῆμα, ἀγορεύων καὶ ἐκθέτων τοιαύτας ἰδέας, καὶ ὑποστηρίζων αὐτάς. Μοὶ ἦλθεν ἡ ἰδέα, ὅτι ὁ μακαρίτης Τρικούπης ἠθέλησε νὰ εἰρωνευθῇ τὸν ἀληθῶς πατριάρχην τῶν νομικῶν, ὅτε τοιαύτην ἐπωνυμίαν ἀπέδωκε πρὸς αὐτόν. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, τὸ νὰ λέγῃ τις, ὅτι δὲν διορίζεται Ὑπουργὸς ὁ υἱὸς τοῦ Βασιλέως, ὁ Διάδοχος, ὅταν ἀναλαμβάνῃ μὲ τοιαῦτα δικαιώματα τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, δὲν παρουσιάζει ἐνώπιον ἡμῶν, εἰμὴ δικολαβικὸν ἐπιχείρημα, ἀνάξιον τῆς νοημοσύνης καὶ τῶν γνώσεων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου...
§56Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πατριάρχην τῶν οἰκονομολόγων εἶπε τὸν Σωτηρόπουλον ὁ μακαρίτης Τρικούπης. Χάριν τῆς ἀκριβείας.
§57Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε, περὶ τοιούτων ἀντικειμένων νὰ κρατῆτε ἀκριβῆ πρακτικά. Ἐγὼ δὲν καταγίνομαι εἰς αὐτά.
§58Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἱστορία τοῦ Κοινοβουλίου πάντοτε μὲ ἐνδιαφέρει, ὅπως καὶ σᾶς.
§59Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἐκεῖνοι, οἵτινες συνέταξαν τὸ Σύνταγμα, οἵτινες εἰργάσθησαν ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτοῦ, καὶ εἰσηγήσαντο αὐτὸ εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, εἶχον τὴν γνώμην—καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ εὐτυχῶς σπουδαῖον μέλος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, λαβὸν μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Συντάγματος, δύναται νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἐὰν δὲν λέγω τ’ ἀληθῆ, ἢ ἐπιβάλλεται αὐτῷ νὰ ἐπικυρώσῃ τὰς πληροφορίας μου, ἐὰν ἦναι ἀκριβεῖς, τῷ ἐπιβάλλεται ὡς ἐκ τοῦ παρελθόντος του, διότι ἀναφέρω ἤδη τὰς ἰδίας του γνώμας,— ἐκεῖνοι, λέγω, οἱ ὁποῖοι καθιέρωσαν τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως, εἶχον ἕνα σκοπὸν, τὸν μέγιστον, τὸν ἐθνικώτατον τοῦ νὰ προφυλάξωσι τὸν Βασιλέα ἀπὸ τοῦ νὰ γεννήσῃ ἀτομικὰς ἔχθρας εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον διοικεῖ, νὰ κρατήσωσιν Αὐτὸν εἰς τὸ ἀξίωμα Αὐτοῦ ἐν τῷ ὑψίστῳ γοήτρῳ, ἐν τῷ ἰδανικῷ, διότι κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον καὶ μόνον ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὸ Κράτος, θὰ ἠδύνατο νὰ συγκρατῇ τὴν χώραν ἀπὸ τρικυμιώδεις περιστάσεις. Καὶ ἐσκόπουν, Κύριοι, διὰ τοῦ ὅρου τοῦ ἀνευθύνου νὰ στρέψωσι τὴν προσοχὴν τοῦ λαοῦ, εὑρισκομένου ἐν κινδύνῳ, ἢ ἐν ἀπογνώσει, ὡς ἐκ τῆς κακῆς δράσεως τῶν ὑπευθύνων, ἐσκόπουν, λέγω, νὰ στρέψωσι τὴν προσοχὴν τοῦ λαοῦ πρὸς τὸν Ἄνακτα, ὡς πρὸς τὴν μόνην ἄγκυραν καὶ παρηγορίαν, ὡς πρὸς τὸ μόνον ὀχύρωμα, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου νὰ δύναται τὸ Κράτος νὰ προφυλαχθῇ ἀπὸ τὴν καταιγίδα, διὰ ν’ ἀνασταλῇ ἀπὸ τὴν κατωφέρειαν, ἀπὸ τὴν καταστροφήν. Ἐὰν δὲν ἦτο τοῦτο, Κύριοι, θὰ ἦτο περιττὸν αἱ μεγάλαι διάνοιαι νὰ ἐφεύρωσι τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα· θὰ ἄφινον τὴν ἀπόλυτον Μοναρχίαν, ἡ ὁποία ὡς ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς ἱστορίας ἔχει τὰς ἐπαναστάσεις καὶ τὰς καταστροφὰς, καὶ ἐκεῖ ὅπου οἱ Βασιλεῖς παρεγνώρισαν τὸν καθεστηκότα νόμον, ἢ ἐδολιεύθησαν αὐτὸν, ἐκεῖ συνήντησαν τὸ φάσγανον τῶν πολιτῶν εἰσερχόμενον εἰς τὰ στέρνα αὐτῶν μέχρι λαβῆς. Ἐκεῖ βλέπετε τὰ Κράτη ἐκεῖνα ἀνατρεπόμενα, καὶ ἐκ τῆς ἀνατροπῆς νὰ ἐπέρχηται ἡ καταστροφὴ ἢ ἡ ἀναδημιουργία τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο αἱ μεγάλαι ἐκεῖναι διάνοιαι ἐπανεστάτησαν κατὰ τῶν μοναρχῶν, καὶ καθιέρωσαν τὴν μέσην αὐτὴν ὁδὸν, τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, κατέστησαν δὲ τὴν Βασιλείαν ἀνεύθυνον διὰ πᾶσαν ἔκτροπον πρᾶξιν καὶ παρανομίαν, καὶ ἀνεγνώρισαν ὑπευθύνους τοὺς συμβούλους αὐτῆς. Ἤθελον τὴν Βασιλείαν νὰ τὴν ἐγκαθιδρύσωσιν ὡς ἐπόπτην εἰλικρινῆ τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους. Καὶ διὰ τοῦτο εἰς ἄρθρον ἀναφερόμενον εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας ἀνέγραψαν, ὅτι ταῦτα δὲν δύνανται νὰ λάβωσιν ὑπούργημα, διὰ ν’ ἀπομακρύνωσιν αὐτὰ ἀπὸ τὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶχον ἀποτελέσματα οὐ μόνον εἰς τὰ πρόσωπα αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν Βασιλέα. Ἀλλ’ ἐξεταστέον, ἡ ἀνάληψις τῆς Γεν. Διοικήσεως ἐκ μέρους τοῦ Διαδόχου εἶναι ὑπούργημα; Ἐὰν, Κύριοι, ἐπρόκειτο νὰ ἀναλάβῃ ἡ Α. Ὑψηλότης τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν σώματος στρατοῦ, καθ’ ὃν τρόπον καὶ ὑπὸ τοὺς κανόνας τοὺς διέποντας τὰ σώματα ταῦτα ὅλοι οἱ διοικοῦντες τὰ στρατιωτικὰ σώματα εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ἀναλαμβάνουσι, βεβαίως ἦτο ἐπιτετραμμένον, διότι δὲν εἶναι ὑπούργημα τὸ τοιοῦτον. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ Κράτη τὰ στρατιωτικὰ, ὅπου αἱ Ὑψηλότητες ἀναλαμβάνουσιν ἀξιώματα τοιαῦτα, καὶ ἐκεῖ ἀκόμη, Κύριοι, διορίζονται παρ’ αὐταῖς ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ, ὄντες ὑπεύθυνοι ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς φέρω παραδείγματα πρόσφατα· καὶ ὡς τοιοῦτον σᾶς παρουσιάζω τὸν ἀποθανόντα Διάδοχον τοῦ Γερμανικοῦ Θρόνου καὶ κατόπιν αὐτοκράτορα Φρειδερῖκον, πενθερὸν τῆς Α. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου. Ὅτε ἐσκέφθη τὸ Κράτος νὰ ἀναθέσῃ αὐτῷ τὴν Διοίκησιν τῆς δευτέρας στρατιᾶς κατὰ τὸ 1886, διώρισεν ὡς ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου του τὸν στρατηγὸν Μπλούμενταλ, ἵνα οὕτως ὑπάρχῃ παρ’ αὐτῷ ὑπεύθυνος. Τοσοῦτον οἱ κυβερνῶντες μεριμνῶσι περὶ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, περὶ τῶν μελῶν αὐτῆς, διότι ζητοῦσι δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ συγκρατήσωσι τὴν Πολιτείαν ἀπὸ μίαν ἐπανάστασιν κατὰ τῶν καθεστώτων, διότι ὡς μόνον σκοπὸν ἔχει ἡ Πολιτεία νὰ διατηρῇ τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα καὶ τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ ὡς ἀγαθοποιὸν δύναμιν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐξετάσωμεν, Κύριοι, ἡ ἀνάληψις ὑπὸ τῆς Α. Ὑψηλότητος τῆς ἀρχῆς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως εἶναι ὑπούργημα; Ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἔλαβε τὸν κόπον νὰ σᾶς ἀναγνώσῃ οὐχὶ μόνον τὸν νόμον, εἰς τὸν ὁποῖον περιεστράφη ἡ συζήτησις, ἀλλὰ καὶ τὸ διάταγμα, τὸ καθορῖζον τὰ δικιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐμανθάνετε χθὲς, καὶ μανθάνετε καὶ σήμερον παρ’ ἐμοῦ, ὅτι δὲν ἀφῆκε τίποτε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἀφῆκε τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ λάβῃ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του ἡ Α. Ὑψηλότης ὁ Γενικὸς Διοικητής. Οὐχὶ μόνον, Κύριοι, τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἐπιτελικὴν, οὐχὶ μόνον τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, οὐχὶ μόνον τὰ προσωπικὰ ζητήματα, τὰς μεταθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὰ τοιαῦτα, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τὰς μεταθέσεις τῶν ὁπλιτῶν, ὡς ὑπαλλήλων, ὡς γραφέων, ἀνέθηκεν εἰς αὐτόν. Καὶ ἀνέφεραν μὲν χθές τινες τῶν ῥητόρων, τῶν λαβόντων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἰδίᾳ ὁ ἔντιμος ἐκ Τυρνάβου βουλευτὴς κ. Λαπαθιώτης, καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Γουλιμῆς, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κρατεῖ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι πάντα τὰ τμήματα ψιλῷ ὀνόματι μόνον ἐκρατήθησαν ὡς εἶχον, ἤτοι ὀνοματικῶς, διότι πλέον κατέστησαν ἐκ τοῦ νόμου ἀρχὴ μόνον εἰσηγητικὴ τῶν προτάσεων τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Δηλαδὴ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ μία διάμεσος ὑπηρεσία, ἡ ὁποία νὰ φθάνῃ μέχρι τοῦ Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν ἐπιτακτικῶν διαταγῶν τῆς ὑφισταμένης ἀρχῆς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ νὰ εἰσηγῆται ταύτας πρὸς αὐτὸν, διὰ νὰ θέτῃ οὗτος τὴν ὑπογραφήν του ὡς ὑπάλληλος καὶ ἐκτελεστὴς τῶν διαταγῶν τοῦ ὑφισταμένου αὐτῷ κατὰ τὴν ἱεραρχίαν Γενικοῦ Διοικητοῦ! Δὲν ἔμεινε λοιπὸν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τίποτε οὐσιαστικόν. Ἐπαναλαμβάνω, ἔμειναν τὰ τμήματα μόνον ὀνοματικῶς, ὡς ὀχετὸς, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ διέρχωνται καὶ θὰ φθάνωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν πάντα τὰ ἐκ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως προερχόμενα ἔγγραφα καὶ προτάσεις. Κατὰ συνέπειαν, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Μαντινείας, ἡ Α. Ὑψηλότης δὲν ἔγεινε διοικητὴς σώματος στρατοῦ, ἀλλ’ ἔγεινεν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μετεβλήθη εἰς διεκπεραιωτὴν, διεκπεραιωτὴν μάλιστα, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει οὔτε τὴν ἐλευθερίαν ν’ ἀνακοινοῖ εἰς τὸν ὑφιστάμενόν του ἐκεῖνα, ἅτινα δὲν πρέπει νὰ λάβωσι δημοσιότητα. Κύριοι, εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν διεύθυνσιν οἱουδήποτε Ὑπουργείου, καὶ ἰδίως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς πρὸ πάντων προσέχει, νὰ ἦναι ὁ διεκπεραιωτὴς τοῦ Ὑπουργείου τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης του. Ἔχει καθῆκον, χάριν τῆς τιμῆς αὑτοῦ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, χάριν τῆς ἀσφαλείας του, νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν διεκπεραιωτὴν, διότι αἱ σωρεῖαι τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀποφαίνεται, εἶναι τοιαῦται καὶ τοσαῦται, ὥστε δυνατὸν νὰ τοῦ διαφύγῃ καὶ νὰ ὑπογράψῃ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἦναι ἐντὸς τῶν νόμων, ἢ νὰ μὴ ἦναι σύμφωνον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ἢ τοῦ Κράτους. Ὁ διεκπεραιωτὴς, ἐπειδὴ λαμβάνει γνῶσιν ὅλων τῶν ἐγγράφων, διότι παραβάλλει ταῦτα, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, κατὰ τὴν ὑποβολὴν πρὸς ὑπογραφὴν τῶν ἐγγράφων τούτων εἰς τὸν Ὑπουργὸν, νὰ ἀνακοινοῖ αὐτῷ καὶ νὰ πληροφορῇ αὐτὸν δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπογραφῶσι καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξέλθωσι τοῦ Ὑπουργείου· μένει δὲ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ κρίνῃ, ἂν ἡ εἰσήγησις αὕτη τοῦ διεκπεραιωτοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιτρέψῃ ὁ Ὑπουργὸς τὴν δημοσίευσιν τοῦ ἐγγράφου, ἢ ἂν πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ τὸ ἔγγραφον εἰς τὸ τμῆμα, διὰ νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα καλλίτερον, καὶ οὕτω ν’ ἀποφανθῇ ὁ Ὑπουργὸς ὁριστικῶς ἐπ’ αὐτοῦ. Οὔτε τοιαύτην θέσιν δὲν ἀφῆκεν ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ εἶπον χθὲς, προκειμένου περὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν τροποποιήσεων, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν οὐσιώδη μεταβολὴν ἐπιφέρουσιν ἐπὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου τῆς Γεν. Διοικήσεως, τοὐναντίον δὲ δυσχεραίνουσι περισσότερον τὰ πράγματα, εἶπον χθὲς, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον δίδει δικαίωμα ἀρνησικυρίας ἡ τροπολογία αὕτη, κατ’ ἐπανάληψιν ἀρνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν πρότασιν τοῦ ὑφισταμένου, — διότι περὶ ἐκτελέσεως πρόκειται, περὶ ἐκτελέσεως διαταγῆς τοῦ ὑφισταμένου πρὸς τὸν ἀνώτερον, — τί θέλει συμβῆ; Κυρίως εἰς τοῦτο ἤθελον νὰ ἔχω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ. Θὰ ὑποχωρήσῃ ὁ Γενικὸς Διοικητής; ἢ θὰ ὑποχωρήσῃ ὁ Ὑπουργός;
§60Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλει κατὰ τὸ νομοσχέδιον, κύριε Βουλευτὰ, νὰ ὑποχωρήσῃ ὁ Γενικὸς Διοικητής. Τὸ λέγει ῥητῶς τὸ νομοσχέδιον. Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν· τὴν πρότασιν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτιμήσῃ ὁ Ὑπουργός. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι σύμφωνος, θὰ ζητήσῃ νὰ ὑποβληθῇ νέα πρότασις, δευτέρα, τρίτη, τετάρτη. Δὲν εἶναι ὅμως πιθανὴ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν διατυπώνετε, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι μήτε ὁ Γενικὸς Διοικητὴς θὰ διοικῇ τὸν στρατὸν μὲ πείσματα, μήτε ὁ Ὑπουργός. Τουλάχιστον ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν μέχρι τοῦδε, τοῦτο εἶναι ἀποδεδειγμένον. Καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρόκειται περὶ λειτουργίας, ἐν ᾗ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ Γενικὸς Διοικητής, ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατεύματος, ἔχει τὴν πρότασιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κατὰ Σύνταγμα ὑπεύθυνος, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν πρότασιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, λέγων «τὴν πρότασιν αὐτὴν δὲν τὴν θεωρῶ σύμφορον», καὶ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὀφείλει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ, προβάλλων ἑτέραν πρότασιν. Οὐδεμία σύρραξις ἐντεῦθεν εἶναι δυνατὴ εἰς τὸ μέλλον. Καὶ ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον 4 καὶ ἡ σχετικὴ παράγραφος αὐτοῦ ἀπέβλεψαν εἰς τὸ νὰ παρεμποδίσουν τὴν σύρραξιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§61Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον). Τώρα ἀπαλλάσσομαι τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἀπαντήσω, διότι ἐλάβετε τὴν ἀπάντησιν.
§62Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θ’ ἀπαντήσω καὶ εἰς τοὺς δύο. Καὶ ὁ κ. Πετροπουλάκης γνωρίζει, ὅτι ἐπιτυχὴς εἶναι ἐκείνη ἡ ἀντεπίθεσις, ὅταν εὐθὺς μετὰ τὸν πυροβολισμὸν ἀνταποκριθῇ ὁ πυροβολούμενος· δηλ. φωτιὰ στὴ φωτιά.
§63Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ τὸ ἴδιον ἐγίνετο, καὶ καμμία ἀνάγκη εἰσαγωγῆς δὲν ὑπῆρχε.
§64Δ. ΡΑΛΛΗΣ (πρὸς τὸν κ. Κωνσταντόπουλον). Μὲ συγχωρεῖτε. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀμφισβητούμενον. Βεβαίως μήτε ὑμεῖς μήτε ἐγὼ ἔχομεν τὴν ἁρμοδιότητα νὰ ἐπέμβωμεν εἰς καθαρῶς στρατιωτικὰ ζητήματα, — σᾶς ζητῶ συγγνώμην, ἂν πράττω τοῦτο, ἀλλὰ τὸ ἐπροκαλέσατε, — ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντες εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν, εἶναι, ὅτι δυνατὸν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς νὰ ἔχῃ μίαν γνώμην καὶ πεποίθησιν, καὶ ταύτην ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἑτέραν, καὶ αἱ γνῶμαι αὗται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῶσιν. Ἐντεῦθεν ἐπήρχετο ἡ σύρραξις, καὶ τὴν σύρραξιν ταύτην ἀκριβῶς τὸ νομοσχέδιον προλαμβάνει. Θὰ λειτουργήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ θὰ συγκομίσῃ ὁ Ὑπουργὸς ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τῆς ἀποδοχῆς ἢ μὴ ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Αὕτη εἶναι ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου.
§65Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω, ὅτι καὶ πρὸ τοῦ νόμου αὐτὸ ἀπαράλλακτα ἐγίνετο, καὶ θὰ γίνεται καὶ μετὰ τὸν νόμον. Οὐδὲν ἐμποδίζει τὸν Γενικὸν Διοικητήν.
§66Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπιτρέψατε καὶ εἰς τρίτον, ἐμὲ, μίαν διακοπήν. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι περὶ ἱεραρχίας ὑπηρεσιακῆς· ὑπηρεσίαν δ’ ἔχομεν καὶ ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἐν παντὶ ἄλλῳ κλάδῳ. Ἰδοὺ ἡ διαφορά, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ ὑφισταμένου νόμου καὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, μικρὰ διαφορά, ἀλλ’ ἥτις δυνατὸν νὰ φέρῃ μεγάλα ἀποτελέσματα. Διὰ τοῦ πρώτου νόμου τὸ ἄκαμπτον τοῦ Γεν. Διοικητοῦ ὑπεστηρίζετο ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου· διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διατηρεῖ εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ὑπομιμνήσκῃ πρὸς τὸν Γεν. Διοικητὴν τὰς περιστάσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ πρότασίς του θεωρεῖται ἀσύμφορος. Ὑποθέτω, κύριε Βουλευτὰ, — καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, — ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ μόνον αἱ δεύτεραι σκέψεις νὰ ὦσιν ἀμείνονες τῶν πρώτων, ἐὰν νηφαλιότης ἐπικρατήσῃ εἰς τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι. Ἐὰν ὅμως αἱ δεύτεραι σκέψεις δὲν ὦσιν ἀμείνονες, ἐὰν ἡ νηφαλιότης δὲν δύναται νὰ κρατήσῃ, τότε εἶναι περιττὴ πᾶσα ἄλλη συζήτησις.
§67Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴν, δὲν παραξενεύομαι, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ διὰ τῶν λόγων νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι σύρραξις μεταξὺ Ὑπουργοῦ καὶ Γεν. Διοικήσεως δὲν θὰ ἐπέλθῃ. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ καὶ τὸν ἀξιότιμον καὶ σεβαστὸν συνάδελφον καὶ στρατηγὸν κ. Σμολένσκην, ὡς καὶ τὸν πρὸ μικροῦ παραιτηθέντα τοῦ ὑπουργικοῦ ἀξιώματος ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ κ. Βουλευτὴν ἐκ Τυρνάβου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς πείσωσιν αἱ διαβεβαιώσεις αἱ διὰ τοῦ λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποβληθεῖσαι. Ἐγὼ καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ ὁ ἐκ Τυρνάβου γνωρίζομεν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ σύρραξις ἢ νὰ μὴ ἐπέλθῃ, καὶ ὅταν ἔχωμεν ζωντανὴν τὴν ἀπόδειξιν, ἱστορικὴν καὶ γιγαντώδη ἐνώπιον ἡμῶν, οἱ λόγοι δὲν ἔχουσι καμμίαν σημασίαν, οὔτε δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὰ πράγματα· μένουσι λόγοι καὶ μόνον λόγοι, οἵτινες σκοπὸν ἔχουν νὰ ἐπισκοτίσωσι τὴν ἀλήθειαν, ὅπως διευκολύνωσι τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀπομακρύνωσι τὴν ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς μου προερχομένην ἐντύπωσιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν τριῶν ἡμῶν ἔχομεν καὶ ἄλλην μεγαλειτέραν ἀπόδειξιν, τὴν σύρραξιν μεταξὺ τῆς προκατόχου τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ καὶ τῆς Γεν. Διοικήσεως, ἡ ὁποία οὔτε ἐπισήμως οὔτε ἰδιαιτέρως διεψεύσθη. Δὲν ἐπιτρέπονται λοιπὸν αὐταὶ αἱ δικαιολογίαι, καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν, τὸν ὁποῖον χαρακτηρίζει νοημοσύνη, νὰ μὴ ὑπολαμβάνῃ, ὅτι ἡμεῖς στερούμεθα τοιαύτης, καὶ δὴ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ πιστεύωμεν εἰς τοὺς λόγους του καὶ ὄχι εἰς τὴν ἱστορίαν. Παρακαλῶ νὰ σέβηται ἡμᾶς ὅπως καὶ τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ πρὸ πάντων αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ σέβηται τὸ ἀξίωμά του καὶ νὰ μὴ μὲ διακόπτῃ οὕτω καὶ νὰ λέγῃ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ λέγῃ. Κύριοι, ἀλλάσσω τὴν σειρὰν τῆς ἀγορεύσεώς μου, καὶ φθάνω ἐκεῖ, ὅπου ἤθελον φθάσει ἀργότερον. Πράττω δὲ τοῦτο, ἀναγκαζόμενος ἐκ τῶν συνηγόρων τῆς Γεν. Διοικήσεως, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ἡ κακὴ κατάστασις τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι ἀπόρροια τῆς ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κακῆς διοικήσεως αὐτοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἀπόρροια τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Πολιτεία, καὶ τῆς ἐπιθυμίας ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὰς γνώμας αὐτῶν, πρὸς τὰς ὁποίας ῥιζικῶς διεφωνοῦμεν. Καὶ ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ καὶ ἐνθυμεῖται τὸ ἔθνος ἅπαν, τί ἐζήτουν ἀπὸ τὴν Πολιτείαν. Ἐζήτουν ν’ ἀνατραπῶσι τὰ καθεστῶτα ἐν τῷ στρατῷ, νὰ ὑπεισέλθουν ἀξιωματικοὶ τῶν τεχνικῶν ὅπλων εἰς τὰς θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν τῶν μὴ τεχνικῶν ὅπλων. Ἐψηφίσθησαν ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδια προσωπικὰ, τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν καὶ ἐδημιούργησαν τὰς γενικὰς θέσεις, καὶ προετιμῶντο ἐκεῖ ἀξιωματικοὶ τῶν τεχνικῶν ὅπλων, οἱ ὁποῖοι προσωρινῶς κατελάμβανον τὰς θέσεις ταύτας καὶ προήγοντο χωρὶς νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν αὐταῖς μετὰ τὸν προβιβασμὸν, παρὰ μόνον ἐπὶ ὀλίγας ἡμέρας, διότι τὰς θέσεις ταύτας κατελάμβανον μόνον ἵνα δημιουργήσωσι τὸν προβιβασμόν. Τοιαῦτα, ἵνα μὴ ἀναφέρω πάντα, διεπράχθησαν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας. Καὶ ὁ στρατὸς συνεκινήθη διὰ τὰ ἀδικήματα· διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον συγκινεῖ καὶ ἀνατρέπει τὴν καθεστηκυῖαν ἀρχὴν, εἶναι τὸ ἀδίκημα, καὶ ἵνα ἐν τῷ στρατῷ ὑπάρχῃ πειθαρχία,—ὁμιλεῖ ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου,— πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δικαιοσύνη, καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ δικαιοσύνη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ καὶ πειθαρχία. Ἐπιστεύθη, Κύριοι, ὅτι ἐγὼ, ἀνερχόμενος εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἤθελον ὑποταχθῆ εἰς γνώμας, τὰς ὁποίας θεωρῶ καταστρεπτικάς, καὶ ἤθελον ἀναγκασθῆ ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματος νὰ ὑποταχθῶ εἰς αὐτάς· θὰ ἀναφέρω δὲ κατὰ σειρὰν τῆς ἀγορεύσεώς μου διατὶ τὰς θεωρῶ καταστρεπτικὰς, καὶ θ’ ἀποδείξω, ὅτι ἡμεῖς, ἀντιτασσόμενοι κατὰ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, προσφέρομεν εἰς τὸ Κράτος ὑψίστην ἐθνικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ἀσφάλειαν τῆς Δυναστείας. Θεωροῦμεν δὲ ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν Πολιτείαν, ἵνα μὴ εἴπω βαρυτέραν λέξιν, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι χάριν τῆς φιλαρχίας αὑτῶν ὑποτάσσονται εἰς πᾶσαν γνώμην ἀντικειμένην εἰς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, εἰς αὐτὸ τὸ συμφέρον τῆς Δυναστείας καὶ θέλω τὸ ἀποδείξει. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ μόνον λαμβάνω τὸν λόγον σήμερον, ἵνα ἀπονίψωμαι τὰς χεῖρας ἀπὸ τῶν ἐπερχομένων κινδύνων. Ὁμιλῶ μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι πολλοὶ διακεκριμένοι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἐννοοῦσι, τί θέλω νὰ εἴπω, οὕτως ὁμιλῶν. Μοὶ ἐζητήθη λοιπὸν ν’ ἀναγνωρίσω ἀπόλυτον κύριον τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ κατ’ ἀρέσκειαν διοικοῦντα αὐτὰς τὴν Α. Ὑψ. τὸν Διάδοχον. Ἐζήτησα δι’ ὅλων τῶν μέσων ν’ ἀποφύγω τοῦτο· ὄχι διότι δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν πατριωτισμὸν αὐτοῦ, ἀλλὰ διότι ἡ θέσις του, ὡς Διαδόχου τοῦ Θρόνου, πρέπει νὰ τὸν κρατῇ μακρὰν τῶν ῥαδιουργιῶν τῶν προερχομένων ἐκ τῆς συγκρούσεως τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων, ἵνα δύνηται ν’ ἀντιλαμβάνηται ἐγκαίρως τὰς περὶ αὐτὸν πλεκομένας δολοπλοκίας, καὶ οὕτω ν’ ἀποφεύγῃ τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἐπέρχονται κατ’ αὐτοῦ. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἐγὼ νὰ δεχθῶ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, ἢ νὰ ἐκτελέσω τοιαύτην, κολαζομένην ὑπὸ τῶν τύπων τοῦ νόμου, ἐγώ, τοῦ ὁποίου ὁ πατὴρ ἦτο ὁ μόνος εἰλικρινὴς ὀπαδὸς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἐπεθύμουν νὰ σώσω τὴν Δυναστείαν ἀπὸ τὴν καταστροφὴν καὶ τὸν κίνδυνον, εἰς τὸν ὁποῖον σύρεται διὰ τῆς λειτουργίας ἀντισυνταγματικῶν θεσμῶν...
§68Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ.
§69Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Διότι βεβαίως ἡ παρουσία καὶ ἡ ἀνάμιξις τῶν ὑψηλῶν αὐτῶν προσώπων εἰς τοιούτου εἴδους ὑπηρεσίας τὰ ὑπεισάγει εἰς συμφέροντα συγκρουόμενα πρὸς τὰ ἄτομα, καὶ γεννᾷ ἐχθροὺς ἀδιαλλάκτους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ φθάσουν εἰς τὰ ἄκρα.
§70Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀναγνωρίζω εἰς κανένα τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ, ὅτι διὰ τῆς λειτουργίας τῶν νόμων γεννῶνται ἐχθροὶ τῆς Δυναστείας ἢ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας. Ἔχετε τὸ καθῆκον νὰ περιορίσητε τὴν ἀγόρευσίν σας ἐντὸς τῶν θεσμῶν, καὶ σᾶς προκαλῶ νὰ περιορισθῆτε ἐντὸς τῶν θεσμῶν.
§71Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντιλαμβάνεται κατ’ ἴδιον αὐτοῦ τρόπον τὴν ἀγόρευσιν τὴν ἰδικήν μου· λυποῦμαι δὲ διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀφίνεται εἰς τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα γεννῶνται ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐκ μιᾶς λέξεως, καὶ ἐγείρεται νὰ ἐπιβάλῃ τρόπον ἀγορεύσεως εἰς Βουλευτήν, — δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει.
§72Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· σᾶς τὸ ἐπιβάλλει ὁ Κανονισμός, τὸ Σύνταγμα, ὁ ὅρκος, τὸν ὁποῖον ἐδώσατε.
§73ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν κινδυνεύει ἡ Δυναστεία, διότι τὴν Δυναστείαν τὴν προφυλάττει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὁλόκληρος.
§74Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπιστήσηται τὴν προσοχὴν εἰς τὸν ἀγορεύοντα, ὅτι ὀφείλει νὰ λαλῇ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος· ἄλλως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προκαλέσω τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ὁ ἀγορεύων δὲν θὰ θελήσῃ ποτὲ νὰ ἐξέλθῃ τῶν κεκανονισμένων ὁρίων.
§76Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὀφείλει ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης, ἐὰν παρεξηγῇ, ὡς παρεξηγεῖ, τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεγόμενα, νὰ προκαλέσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ἀμέσως, διότι ἐγὼ θὰ ἐκφράσω τὰς γνώμας μου ἐλευθέρως, ἵνα ἀποφύγω πᾶσαν εὐθύνην. Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἀγορεύσω, ἀλλὰ δὲν μὲ ἄφησαν αἱ ἐξωτερικευθεῖσαι γνῶμαι διὰ τῶν ἀγορεύσεων τῶν προλαλησάντων νὰ μὴ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν.
§77Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὁ ἀγορεύων δὲν ὁμιλεῖ ὡς ἐχθρός, ὁμιλεῖ ὡς φίλος τῆς Δυναστείας.
§78Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κ. Βουλευτά, διὰ τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν δίδετε εἰς τοὺς λόγους μου, ἀλλὰ δὲν ἔχουν οὗτοι ἀνάγκην ἐξηγήσεως, οὐδὲ τῶν ὑπομνήσεων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐγὼ ἐκληρονόμησα ἱστορίαν, ἡ ὁποία μοῦ ἄφησε παραδείγματα σεβασμοῦ πρὸς τοὺς καθεστηκότας νόμους, αὐταπαρνήσεως καὶ θυσιῶν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν θέλῃ νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰ ὑψηλὰ ἀξιώματα τῆς Πολιτείας, συνταράττει τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τρόπον θέτοντα εἰς κίνδυνον τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ οὐδ’ ἔχει ἀφορμὰς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξ ἐμοῦ, ἵνα μοὶ ἐπιστήσῃ σεβασμὸν πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς κειμένους νόμους, διότι πάντοτε τὰ ἐσεβάσθην. (Διακοπαί).
§79Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, οὐδεμίαν διακοπὴν νὰ ἐπιτρέψητε, διότι τοῦτο δὲν βοηθεῖ οὔτε τὸν λαλοῦντα, οὔτε τὴν τάξιν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ κάμνω. Ἐὰν δ’ ὁ ἀγορεύων δὲν ἦναι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ, ἐγὼ εἶμαι ὁ ἁρμόδιος νὰ τῷ κάμω τὴν παρατήρησιν.
§81Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπω εἰς πάντα νὰ μὲ διακόπτῃ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ὅμως εἰς οὐδένα.
§83Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπω εἰς πάντας νὰ μὲ διακόπτουν, ἐκτὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου.
§84ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἠθέλατε νὰ μᾶς δώσητε καμμίαν ἐξήγησιν διὰ τοῦτο...
§85Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὁμιλοῦσι, Κύριοι, περὶ σεβασμοῦ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν θεσμῶν, καὶ ἀσχολοῦνται πάντοτε μὲ τοὺς θεσμοὺς, τοὺς ὁποίους περιήγαγον εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε σήμερον ἀπήλειψαν πλέον τὸ ἀρχικὸν ψηφίον τῆς λέξεως, διὰ νὰ θέσουν ἄλλο. Τοιούτους κατέστησαν τοὺς θεσμοὺς καὶ τοὺς νόμους! Ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ περὶ τῶν θεσμῶν, καὶ ἂν ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη δὲν μᾶς ἐπέτρεψε τοῦτο, θὰ προκύψῃ, ἐλπίζω, συζήτησις ἐν τῷ μέλλοντι, καθ’ ἣν θὰ ἐπιληφθῶμεν καὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ ἀφορῶντος τὴν ὑποστήριξιν τῶν θεσμῶν. Κύριοι, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ Γεν. Διοικήσεως, ἡμεῖς, οἵτινες τότε ἀπετελοῦμεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ἤμεθα ἐναντίοι τοῦ νόμου αὐτοῦ, συνηντήθημεν εἰς οἰκίαν συναδέλφου, καὶ ἐκεῖ ἀπεφασίσθη παρὰ πάντων ἡμῶν, χάριν τῆς Δυναστείας καὶ τοῦ ἔθνους, ἐκ πατριωτισμοῦ καὶ μόνον, ὅπως ἐν πρώτῃ εὐκαιρίᾳ ἀνατρέψωμεν τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως. Συνεπὴς πρὸς ταῦτα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δέουσαν πρότασιν, ἀλλ’ ἀνετράπη, καὶ κατῆλθεν ὡς ἄμορφος ὄγκος ἐκ τοῦ ἑδωλίου τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ἐτόλμησε νὰ εἰσαγάγῃ τοιαύτην πρότασιν.
§86ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι ὡς ἄμορφος ὄγκος.
§87Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δι’ ἐμὲ κατῆλθεν ὡς πρέπει νὰ κατέρχωνται τὰ θύματα ἐν τῇ ἐξυπηρετήσει τῶν ἐθνικῶν σκοπῶν, δι’ ἄλλους ὅμως κατῆλθεν ὡς ἄμορφος ὄγκος. Μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς τοὺς θεσμούς. Ἀλλ’ ὅταν ἐκ τῶν ἐξωστῶν ἀγορεύοντες ὑπεκίνουν διὰ τῶν λόγων των τὴν ἀνατροπὴν τῆς τάξεως, καὶ ἐλησμόνουν τὴν ἠθικὴν, δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα σήμερον, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν νὰ τὰ παρουσιάζωσιν ὡς ἀντικείμενα πρὸς τοὺς θεσμοὺς καὶ προκαλοῦντα τὴν διασάλευσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἡμεῖς, ἐπικρίνοντες τὰς προτάσεις αὐτῶν, προαγγέλλομεν τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους αὗται προκαλοῦσιν. Ἡμεῖς δὲν λέγομεν «γρηγορεῖτε, διότι κινδυνεύουν οἱ θεσμοὶ», — αὐτὸ εἶναι ἐναντίον τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, — ἡμεῖς καταγγέλλομεν τὰ τρωτὰ τοῦ νόμου, τὰ δυνάμενα νὰ φέρωσι σύγκρουσιν μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Δυναστείας, καὶ δὲν προκαλοῦμεν ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐπαναστατήσητε, οὔτε νὰ γρηγορῆτε, ἀλλὰ σᾶς συνιστῶμεν νὰ διασκευάσητε τὸν νόμον, ἢ νὰ μεταρρυθμίσητε αὐτὸν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ν’ ἀποφύγητε τοὺς ἐπικειμένους κινδύνους, ἢ νὰ καταργήσητε αὐτόν. Ζητοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν ἡμεῖς, οἱ διαφωνοῦντες, τὴν ἀνάγκην νὰ διαπραχθῇ ὅ,τι διεπράχθη πρὸ μικροῦ ἐν ταῖς ἀγυιαῖς τῆς πόλεως καὶ ταῖς ἐπαρχίαις διὰ τὴν ἀνάρρησιν καὶ ἐγκαθίδρυσιν ὡς κυβερνήτου τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ.
§88Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλεύθερα, ὅταν πρόκηται περὶ ἐμοῦ.
§89Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ μέγα ἐθεώρησες τὸ ἀνάστημά σου, ἐὰν ἐνόμισες ὅτι πρόκειται νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃς νὰ ὁμιλῶ περὶ σοῦ. Μὴ μὲ προκαλῇς, διότι τὸ ἀποτέλεσμα δὲν θὰ ἦναι δυσάρεστον δι’ ἐμέ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ ὁμιλήσω ὡς ἐγὼ ἠξεύρω, καὶ ν’ ἀφήσητε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἔχει νοημοσύνην καὶ ἱκανότητα, ἐὰν ἐκτραπῶ, νὰ μὲ ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ θέμα. Τὴν παρέμβασίν σας λοιπὸν θεωρῶ σκανδαλώδη. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι ἡ σύρραξις θὰ ἐπέλθῃ ἀναντιρρήτως· καὶ τίς θὰ ἦναι ὁ ὑποχωρήσων; Βεβαίως, ἐκπληρῶν καθήκοντα πατριώτου, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ὑποχωρήσῃ θὰ ἦναι ὁ Ὑπουργός, διότι καθῆκον ἔχει ἕκαστος νὰ κρατῇ τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία θέλει αὐτὴν νὰ ἵσταται, καὶ νὰ τὴν προφυλάττῃ ἀπὸ τοὺς ἐκ τῆς συγκρούσεως κινδύνους. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ ψέξῃ τις νόμους, ὀφείλει νὰ ἦναι ἀμείλικτος, νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν, διὰ νὰ προλαμβάνῃ τὰ κακὰ, νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Γνωρίζω Πρωθυπουργοὺς ξένων Κρατῶν, γνωρίζω Προέδρους Βουλῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς στάσεώς των ἔθεσαν εἰς τὴν θέσιν των τοὺς Βασιλεῖς. Ὁ Κάρολος ὁ πρῶτος τῆς Ἀγγλίας, ἐπιθυμῶν νὰ παραδοθῶσιν αὐτῷ ἑπτὰ Βουλευταὶ, διὰ νὰ τιμωρηθῶσι κατὰ τὸν νόμον, ἔγραψε πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ζητῶν ἵνα τῷ παραδοθῶσιν οὗτοι· ἐπὶ τῇ ἀρνήσει δὲ τοῦ Προέδρου ὁ Βασιλεὺς ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, ζητῶν αὐτούς. Ἐζήτησε λοιπὸν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς συνεδριαζούσης τοὺς ἑπτὰ Βουλευτάς. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰ ἔθιμα τῶν χαιρετισμῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐγονάτισε πρὸ τοῦ Βασιλέως ἐκείνου καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν: «Μεγαλειότατε, ἡ Βουλὴ σᾶς διατάσσει νὰ ἐξέλθητε!» Καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐξῆλθε. Διὰ τοῦτο τὰ Κράτη ἐκεῖνα μεγαλουργοῦσι, διότι καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Βουλὴ καὶ οἱ κυβερνῆται καὶ ὁ λαὸς εἶναι ζηλωταὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, καὶ ὑπακούουσιν εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἱανδήποτε θέσιν καὶ ἂν ἔχωσιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν τὸν Βίσμαρκ ὑποτάξαντα τὸν Γουλιέλμον εἰς τὰ νόμιμα κελεύσματα τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ οὔτε ὁ Κάρολος ὁ πρῶτος οὔτε ὁ Γουλιέλμος ἐθεώρησαν τοὺς Προέδρους καὶ τοὺς Πρωθυπουργούς των ἐχθροὺς αὐτῶν, οὐδ’ ἐζήτησαν ν’ ἀπομακρύνωσιν αὐτοὺς ἐκ τῶν θέσεών των, ἐκ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων, ἀλλὰ περιέβαλον αὐτοὺς μὲ ὅλην των τὴν ἐμπιστοσύνην, καὶ διὰ τοῦ παραδείγματός των ἐδίδαξαν τὸν λαὸν, ὅτι ὀφείλει νὰ σέβηται τοὺς νόμους τῆς πατρίδος αὑτοῦ, ἀφοῦ οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ ἀπόλυτοι μονάρχαι ὑποτάσσωνται εἰς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος των. Ὁ Φρειδερίκος, ὁ πενθερὸς τοῦ ἡμετέρου Διαδόχου, διωρίσθη σωματάρχης ἐν τῷ γερμανικῷ στρατῷ. Πρὶν ἢ κοινοποιηθῇ εἰς αὐτὸν τὸ διάταγμα, στρατηγὸς ἐκ τῶν διακεκριμένων ἔγραψεν εἴς τινα φίλον του ἢ συνάδελφόν του, ὅτι «ἀληθῶς ὁ Διάδοχος Φρειδερίκος εἶναι σοφὸς, εἶναι ἐγκυκλοπαιδικός· δύναται νὰ ἦναι κατάλληλος ὡς Καρδινάλιος ἢ Πάπας, ὄχι ὅμως καὶ ὡς ἀρχηγὸς σώματος στρατοῦ. Λυπηρὸν διὰ τὴν πατρίδα, διότι εὑρίσκεται εἰς τὰ πρόθυρα πολέμου». Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη παρεδόθη εἰς τὸν Φρειδερίκον. Βεβαίως, ἂν τὸ περιστατικὸν αὐτὸ ἐλάμβανε χώραν ἐν Ἑλλάδι, ὁ γράψας τὴν ἐπιστολὴν ἐκείνην στρατηγὸς θὰ ἐτίθετο ἐκποδών· ἀλλ’ ὁ Φρειδερίκος, ὁ ἀληθῶς σοφὸς ἀνὴρ, ὁ πατριώτης, ἀντὶ νὰ παύσῃ τὸν στρατηγὸν ἐκεῖνον, τὸν Μπλούμενταλ, ἐζήτησεν αὐτὸν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὡς ἐπιτελάρχην του, καὶ ἀφοῦ συνειργάσθη μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας, καὶ ὁ στρατηγὸς εἰς κύκλον συναδέλφων του ἀνωμολόγησε τὴν ἱκανότητα τοῦ Διαδόχου, οὗτος δὲ ἔμαθε τὴν ἐκφρασθεῖσαν περὶ αὐτοῦ γνώμην τοῦ στρατηγοῦ, τὴν ἀκόλουθον τῆς συνεργασίας ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ θυλακίου του τὴν ἐπιστολὴν καὶ τὴν ἔδωκεν εἰς τὸν στρατηγὸν, λέγων αὐτῷ: «Λάβετέ την· δὲν μοῦ χρειάζεται πλέον.» Καὶ ἐκράτησε τὸν στρατηγὸν σύμβουλον μέχρις ἐσχάτων. Οὕτως ἐργάζονται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ μεγαλουργήσουν, καὶ οὕτως ἐκτιμῶσιν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μετὰ παρρησίας λέγουν τὴν ἀλήθειαν· αὐτοὺς περιβάλλουσι μὲ πᾶσαν ἐμπιστοσύνην, διότι οὗτοι εἶναι οἱ καλλίτεροί των φίλοι καὶ οἱ ἀληθεῖς πατριῶται. Ἐγὼ δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ ζητήσω τοιαύτην ἐμπιστοσύνην· θέλω μόνον νὰ ἀκουσθῶσιν οἱ λόγοι μου ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰς θέσεις αὐτὰς τὰς ὑψηλὰς, διὰ νὰ κανονίσωσι τὴν πορείαν των καὶ νὰ ὠφελήσωσι καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὴν πατρίδα, καὶ ν’ ἀπομακρύνωσιν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐκτρέπουσιν ἐκ τῆς πατριωτικῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ὀφείλουσι ν’ ἀκολουθῶσιν, ἀναλόγως τοῦ ὕψους, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται. Μεγαλειότης εἶναι ὁ Βασιλεὺς, Ὑψηλότης εἶναι ὁ Διάδοχος. Τοιούτους τίτλους ἔδωσε πρὸς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία. Ἐκεῖ ζητοῦμεν νὰ ἵστανται καὶ νὰ ἐποπτεύουν, ξένοι τῶν παθῶν καὶ τῶν συγκρουομένων ἡμῶν συμφερόντων, καὶ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Θεοῦ νὰ κρίνωσι πάντοτε περὶ τῶν γνωμῶν καὶ τῶν πράξεων ἡμῶν. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐθεώρουν καὶ θεωρῶ, ὅτι ἡ παρουσία τῆς Α. Ὑψηλότητος ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει, μετὰ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔδωσε πρὸς αὐτὸν ὁ νόμος, καὶ τὰ ὁποῖα οὐσιαστικῶς δὲν ἀφαιρεῖ ἡ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προτεινομένη τροποποίησις, δὲν εἶναι ὀρθὴ, δὲν εἶναι ὠφέλιμος· διὰ τοῦτο καὶ διὰ τὸ ἀνεύθυνον αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ φύσει του καὶ τῇ γενέσει του ἔχει τὸ μέλος τῆς Οἰκογενείας τῆς Βασιλικῆς, νομίζω ὅτι ὁ μέλλων Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος δὲν πρέπει νὰ κατέχῃ ἀρχὴν, ἥτις ἐνέχει ὅλους αὐτοὺς τοὺς πειρασμούς. Νεαρώτατος, ὡς εἶναι ἡ Ὑψηλότης του, καὶ ξένος πρὸς τὰς ῥαδιουργίας τὰς κοινωνικὰς, ἁγνὸς, γίνεται θῦμα τοῦ πρώτου ἐκ τῶν πλησιαζόντων αὐτὸν, καὶ τούτου ἕνεκα πρόξενος ἀδικημάτων σοβαρῶν καὶ διὰ τὴν Πολιτείαν καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν του. Ἐὰν ἔντιμος καὶ περιφανὴς συνάδελφος ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἀξιωματικὸς γενναῖος καὶ ἱκανὸς, ἀξιωματικὸς τοῦ ὁποίου τὸ παρελθὸν εἶναι ἀνεπίληπτον καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἐν τῇ στρατιωτικῇ αὐτοῦ ἐργασίᾳ, καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς φύλλον ποιότητος, μαρτυροῦν περὶ τῆς γενναιότητος καὶ ἱκανότητος αὐτοῦ, αὐτὸν τὸν στρατηγὸν, τὸν ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ἠναγκάσθη νὰ ἀπομακρυνθῇ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος εἶναι σήμερον πολίτης, τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δράσεως τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, ὡς Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Α. Ὑψηλότητος καὶ τῶν παρ’ αὐτῇ κατὰ τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἠλείας συναδέλφου εἶναι τραῦμα διὰ τὸν στρατὸν καὶ διὰ τὴν Πολιτείαν. Ἡ ἀπομάκρυνσις τοιούτων ἀξιωματικῶν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ εἶναι ζημία καὶ δι’ αὐτὸν καὶ διὰ τὴν πατρίδα, ὡς ἐπίσης εἶναι καταστροφὴ ἡ παραμονὴ ὑπὸ τὰς σημαίας ἀξιωματικῶν δειλῶν, χαμερπῶν καὶ ἀνικάνων. Ἡ ἱστορία ἡ στρατιωτικὴ μαρτυρεῖ περὶ τούτου. Διατὶ θέλετε τοιαῦτα ἀποτελέσματα νὰ ἔχῃ ἡ παρουσία τοῦ Διαδόχου ὡς Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ; Ἐὰν δὲ τοιοῦτοι ἀξιωματικοί, οἷος ὁ ἔντιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος, τίθενται εἰς ἀποστρατείαν, κρινόμενοι ὑπὸ τῆς Γενικῆς τοῦ στρατοῦ Διοικήσεως ὡς στάσιμοι, ὡς ἀνίκανοι, τί δύνανται νὰ ἐλπίζωσιν οἱ ὀλιγώτερον ἱκανοί; Καὶ δὲν πιστεύετε, ὅτι τὰ ἀδικήματα ταῦτα δύνανται νὰ ἐπιφέρωσιν εἰς τὴν πατρίδα καταστροφάς, οἷας ὑπέδειξα, καὶ νὰ περιαγάγωσιν εἰς κίνδυνον καὶ αὐτὴν τὴν Δυναστείαν; Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ ἐμοῦ, Κύριοι, διότι οὔτε ἐπιτετραμμένον μοὶ εἶναι, οὔτε εἶμαι εἰς θέσιν νὰ κρίνω ἐμαυτόν. Ἀνέλαβον ὅμως τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀξιωματικοὶ διακεκριμένοι, οἵτινες περιῆλθον εἰς σύρραξιν πρὸς τὴν Α. Ὑ. τὸν Διάδοχον, καὶ ἠναγκάσθησαν ἕνεκα τούτου ν’ ἀποχωρήσωσι τοῦ Ὑπουργείου. Τίς ἠξεύρει, Κύριοι, πόσων ἀγαθῶν πρόξενος ἡ παραμονὴ τούτων ἐν τῇ Κυβερνήσει θὰ ἐγίνετο εἰς τὴν χώραν, καὶ ποῖον θὰ παρουσίαζε στρατὸν σήμερον ἡ πατρὶς ἡμῶν· διότι εἶχον καταρτίσει οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι ἐργασίαν, διὰ νὰ δώσωσιν εἰς τὴν χώραν στρατὸν ἀντάξιον τῶν προσδοκιῶν αὐτῆς, καὶ μάλιστα σήμερον, ὁπότε οἱ κίνδυνοι προβάλλουσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἔλεγεν ἀντιπρόσωπος ξένης Δυνάμεως ἐν Κωνσταντινουπόλει πρὸ τὸν ἡμέτερον ἀντιπρόσωπον: «Ὁμιλεῖτε περὶ νεκροῦ Κράτους. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι νεκρά, καὶ ἡ Εὐρώπη σκέπτεται περὶ τῶν ζώντων Κρατῶν.» Καὶ βεβαίως εἴμεθα νεκροὶ ἕνεκα τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διοικούμεθα, καὶ διότι εὑρισκόμεθα ἐν ἀφοπλισμῷ. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ σθένος ν’ ἀντισταθῶμεν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἵστανται ἐμπόδιον ἡμῶν, νὰ εἴπωμεν πρὸς πάντας, ὅτι ἡ θέλησις τοῦ Κράτους θὰ ἐπικρατήσῃ, ὅτι οἱ Θεσμοὶ θὰ λειτουργήσουν, ὅτι ἡ θέλησις τῶν ἀρχῶν τῶν ἀνεγνωρισμένων θὰ διέπῃ τὰ τῆς χώρας, καὶ οὐχὶ ἐκείνων, οἵτινες ζητοῦσι νὰ ἐπιβληθῶσι, παραγνωρίζοντες τὴν θέσιν, εἰς ἣν τοὺς ἔταξεν ἡ Πολιτεία, καὶ γινόμενοι ἀνώτεροι τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς, διότι ἀνεγνωρίσατε ἀρχὴν, ἕνεκα τῆς ὁποίας προέρχονται συρράξεις, αἵτινες συνταράττουσιν ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν, περιάγουσαι εἰς ἀνικανότητα τὴν λειτουργίαν τῆς Πολιτείας. Κύριοι, ἐξ ὅσων ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς εἶπε καὶ ἐπανέλαβε διακρίνεται ὄχι μόνον τὸ νομικὸν, ἀλλὰ καὶ τὸ φυσικὸν τοῦ ἀνευθύνου τῆς Β. Ὑ. τοῦ Διαδόχου, καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδεμίαν ἀρχὴν, ἡ ὁποία περιλαμβάνει τὰ ἔργα ἑνὸς Ὑπουργείου, εἶναι δυνατὸν νὰ διευθύνῃ ἡ Α. Ὑ. ὁ Διάδοχος. Ἐὰν τὸ νομικὸν μέρος εἶναι τοιοῦτον, ἐξετάσωμεν κατ’ ἄλλον τρόπον, ἐὰν συμφέρει εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, ἡ Α. Ὑ. νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν διαπάλην ταύτην, καὶ νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τοιούτου εἴδους ἐνεργείας. Ἡ Ἑλλάς, Κύριοι, ὡς μικρὸν Κράτος, ἔχει ἀνάγκην Βασιλέως ἐγκυκλοπαιδικοῦ, ἔχει ἀνάγκην Βασιλέως ἔχοντος γνώμην ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας, ἔχει ἀνάγκην Βασιλέως ἐννοοῦντος πάντα τὰ ζητήματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χώρας. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος πρὸ παντὸς ἔχει ἀνάγκην τοιούτου Βασιλέως, ὁ ὁποῖος νὰ ἦναι γνώστης τῶν πάντων καὶ περὶ πάντων νὰ ἔχῃ γνώμην, διότι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν, τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν δὲν εἶναι Ἑλβετία, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀποστολήν· τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ἔχει ἱστορίαν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει καθήκοντα, τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ ζήτημα τὸ ἐθνικόν. Λοιπὸν ἔχομεν ἀνάγκην Βασιλέως, ἵνα περιστέλλῃ ἡμᾶς ἐν τῇ φιλαρχίᾳ καὶ μᾶς ἐξάγῃ ἀπὸ τὸν κατήφορον, ὅπου φέρει ἡ ἄγνοια τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ συμφέροντα, διότι αὐτὸς εἶναι ξένος παντὸς συμφέροντος. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύομεν ἡμεῖς· ὑπάρχει δυστυχῶς ὑπὸ ξένην κυριαρχίαν τὸ μεγαλείτερον μέρος αὐτοῦ, αὐτὸ δὲ, τὸ ὑπὸ τὴν δουλείαν μέρος τοῦ ἔθνους, φαντάζεται τὸν Βασιλέα ἀνώτερον πνευματικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς ἀπὸ πάντα ἄλλον. Ἐρωτῶ, Κύριοι, ἐμπρέπει εἰς τὸν Διάδοχον ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἡ Α. Υ. ἀνέλαβε; παρέχει εἰς αὐτὸν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἵνα καταστῇ τοιοῦτος, οἷον ἀπαιτεῖ αὐτὸν ἡ Πολιτεία, οἷον ἀπαιτεῖ αὐτὸν τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικόν; Ἐὰν μοὶ εἴπητε ναὶ, θὰ σᾶς εἴπω ὄχι. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πράξεων αὐτοῦ τοῦ Διαδόχου, ὡς Γεν. Διοικητοῦ. Διότι ἐδώσατε εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἡ Α. Υ. διὰ μιᾶς διαταγῆς του ἐμμέσως εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ, ἀναθέσας τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὸν ἐπιτελάρχην. Καὶ ἂν δὲν ἐπαρκῇ σήμερον, Κύριοι, οὕτω διατηρουμένης τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἐὰν αὔριον ἀναλάβῃ ὁλόκληρον τὴν Διοίκησιν εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ, καὶ ὁλόκληρος ἡ ὑπηρεσία διεξάγηται διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτοῦ καὶ τῇ ὑπογραφῇ αὐτοῦ, θὰ μένῃ εἰς αὐτὸν καιρὸς, ἵνα καταρτισθῇ οἷος πρέπει νὰ ἦναι; Ἐξετάσατε, Κύριοι, τοὺς διαφόρους συναδέλφους ἡμῶν, οἵτινες ἀνῆλθον εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια, καὶ ἐρωτήσατε αὐτοὺς, ἐὰν εἶναι ἀρκετὸς ὁλόκληρος ὁ χρόνος τῆς ἡμέρας καὶ μέρος τῆς νυκτὸς εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν διεύθυνσιν, καὶ ἐὰν, ὅταν ζητήματά τινα διακεκριμένα τίθενται ὑπ’ ὄψιν αὐτῶν, ἐὰν δὲν παύει πᾶσα ἄλλη ἐργασία, ὅπως διατεθῇ ὁ χρόνος εἰς τὴν μελέτην καὶ ἀπόφασιν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων. Ἐὰν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, ἐρωτῶ, Κύριοι, εἶναι ἔργον πατριωτισμοῦ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πράττομεν σήμερον, δίδοντες εἰς τὸν Διάδοχον ἐργασίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀναγκαία εἰς αὐτόν; Βεβαίως δὲν εἶναι. Διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου λέγομεν ἐμμέσως εἰς τὸν Διάδοχον: «Στρέψε τὴν προσοχήν σου εἰς τὴν τοποθέτησιν καὶ μετάθεσιν τῶν στρατιωτικῶν γραφέων, δεκανέων, στρατιωτῶν καὶ νοσοκόμων, καὶ ἄφησε τὴν ἐκπαίδευσιν, ἄφησε τὴν μόρφωσίν σου· μὴ ζήτει νὰ μάθῃς, πῶς διῳκήθησαν καὶ πῶς διοικοῦνται τὰ ἄλλα Κράτη, οὐδὲ τὰς περιπετείας τῶν πολιτικῶν ἱστορικῶν μεγάλων γεγονότων τῶν Κρατῶν αὐτῶν, διὰ νὰ διδαχθῇς καὶ προφυλάξῃς τὸ Κράτος σου ἀπὸ τοὺς κινδύνους τῶν μεγάλων πολιτικῶν περιστάσεων αὐτοῦ, ἀλλὰ καταγίνου, ἀλλ’ ἀπασχόλησον τὸν χρόνον σου εἰς τὰ ποταπὰ, τὰ μικρὰ καὶ ἀνάξια ν’ ἀπασχολήσωσι καὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν ὑποχρεωμένον ν’ ἀπασχολῆται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἄφησε τὴν ἐκπαίδευσίν σου»,—τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον νὰ παρακολουθῇ καὶ ἐπιβλέπῃ, ὡς συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ Κράτη, καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν ἐλάμβανε χώραν διὰ τὸν νῦν Αὐτοκράτορα;—«Στρέψε τὴν προσοχήν σου εἰς αὐτά· αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός σου, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολή σου, αὐτὸ εἶναι τὸ ἰδανικόν σου, εἰς αὐτὸ πρέπει νὰ καταγίνησαι νυχθημερὸν νὰ φροντίζῃς μήπως ὁ Ὑπουργὸς ἀπομακρύνῃ ἀπὸ μίαν θέσιν ἀξιωματικόν τινα καὶ τοποθετήσῃ τοῦτον εἰς ἄλλην, ἢ μήπως ὁ δεῖνα ἀξιωματικὸς προσέλαβεν ὡς ὑπηρέτην στρατιώτην τινὰ, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ μένῃ ἐκεῖ, ὅπου τὸν εἶχες τάξει, διότι οὕτω καταστρέφονται τὰ μεγάλα, τὰ ἐθνικὰ σχέδια! Ἄφησε τὴν Ἀντιβασιλείαν ἐν ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως, καὶ πρόσεχε μὴ τυχὸν ὁ Σαπουντζάκης ἀπομακρυνθῇ πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τὸ γραφεῖον τῆς Γεν. Διοικήσεως καὶ καταστραφῇ ὁ στρατός! Πρόσεξε εἰς πάντα ταῦτα, διότι ταῦτα καὶ μόνα θὰ ἦναι ἱκανὰ νὰ σὲ ἀναδείξωσι καὶ στρατηλάτην καὶ Βασιλέα μεγάλον, καὶ διότι ἡ ἐκπλήρωσις τούτων πραγματοποιεῖ τὸ ἰδανικὸν τῆς πατρίδος, καὶ δοξάζει καὶ εἰς εὐημερίαν ἄγει αὐτήν. Δὲν εἶναι ἡ ἀποστολή σου νὰ καταγίνησαι μανθάνων καὶ παραδειγματιζόμενος ἐκ τῶν ἐν τοῖς ἄλλοις Κράτεσι πραττομένων πρὸς εὐημερίαν καὶ δόξαν καὶ τῶν λαῶν καὶ τῶν Βασιλέων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολή σου, αὐτὴ εἶναι ἡ δρᾶσίς σου, ἡ παροῦσα καὶ ἡ μέλλουσα!» Ταῦτα ἔλεγε καὶ λέγει ἡ Πολιτεία εἰς τὴν Α. Υ. Καὶ ὁ Διάδοχος ὑπήκουσεν εἰς τὴν ἐπίκλησιν ταύτην τῆς Πολιτείας, καὶ θεωρήσας τὸν νόμον προσωπικὸν αὐτοῦ κτῆμα, εἶπε πρὸς τοὺς κυβερνήτας; «Ὁ νόμος εἶναι προσωπικός· δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ τὸν ἀνατρέψητε! Δὲν ἐπιτρέπω εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους νὰ ψηφίσωσι νόμον ἄλλον, οὐδὲ ὁ Βασιλεὺς ἐπιτρέπω νὰ κυρώσῃ αὐτόν!» Ὡς ἐὰν θίγουσι προσωπικῶς αὐτὸν τὰ λεγόμενα ἐνταῦθα, ὡς ἐὰν ταπεινώσωσιν αὐτὸν, καὶ δὲν τὸν ταπεινοῖ ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν τῷ ἀναθέτει ἡ Πολιτεία, τοῦ νὰ σκέπτηται περὶ τῆς τοποθετήσεως τοῦ δεκανέως ἢ τοῦ στρατιώτου. Καὶ ἤθελε τὸν Διάδοχον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος, ὁ χθὲς Πρωθυπουργὸς, ὁ πολιὰς ἔχων τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς, ὁ ἔχων τὴν γνῶσιν τῆς ἱστορίας τῶν Κρατῶν, ἤθελε τὸν Γεν. Διοικητὴν, ἀπασχολούμενον εἰς τὰ ποταπὰ καὶ τὰ προσωπικὰ ζητήματα! Ἀλλὰ βεβαίως ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτῶν τὸ Κράτος τοῦτο ἔχει καταδικασθῆ εἰς τὴν ταπείνωσιν καὶ τὸ αἶσχος! Διότι, ὅταν οἱ τὰ πρῶτα φέροντες τοιαῦτα σκέπτωνται καὶ τοιαῦτα διαπράττωσι, βεβαίως τὸ Κράτος τοῦτο δὲν ἔχει ἀποστολὴν νὰ μεγαλουργήσῃ· βεβαίως εἴμεθα νάνοι ἀπέναντι τῶν γιγάντων προγόνων ἡμῶν, ὅταν ζητῶμεν νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἀρχὴν, ἢ νὰ διεξαγάγωμεν ἐθνικὰ ζητήματα, προτάσσοντες τὰ Βασιλικὰ πρόσωπα ἐκ φιλαρχίας καὶ οὐχὶ ἐκ φιλοδοξίας. Καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν ἔρχεται εἰς τὸν νοῦν μου ὁ πόλεμος τοῦ 1897, καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ φέρω κατηγορητήριον κατὰ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπίστευσεν ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν εὐόδωσιν τῆς ἐπιχειρήσεως ἡ παρουσία νεαροῦ ἡγεμονόπαιδος, ἀπείρου καὶ μὴ ἔχοντος πλήρεις γνώσεις στρατιωτικὰς τοιαύτας, ὥστε νὰ ἦναι εὔκολον καὶ δυνατὸν νὰ χειρισθῇ στρατὸν ἐξ 70,000 καὶ 80,000 ἀνδρῶν καὶ ἀντιπαρατάξῃ αὐτὸν πρὸς στρατὸν, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὴν μόρφωσιν αὐτοῦ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ θανάτου. Καὶ ἔστειλε τὸν νεαρὸν ἡγεμονόπαιδα νὰ θάψῃ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν ἑαυτόν του εἰς τοιοῦτον ἀνάξιον πόλεμον, εἰς πόλεμον διπλωματικὸν καὶ οὐχὶ πραγματικόν! Ἐνῷ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Γερμανία, ὅτε κατὰ παλαιοτέρους χρόνους ἐπρόκειτο ν’ ἀντιμετωπισθῇ πρὸς τὴν Γαλλίαν καὶ εἶχεν ἀναθέσει τὴν διοίκησιν σώματος στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, ἐπειδὴ οἱ κυβερνῆται τοῦ Κράτους κατενόησαν, ὅτι ἧττα ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκετο ὁ Διάδοχος, διέταξε τὸν στρατηγὸν διοικητὴν τοῦ στρατοῦ τῆς βορείου πλευρᾶς τοῦ Κράτους ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν Ὑψηλότατον, διὰ νὰ ὑποστῇ ἐκεῖνος τὴν τύχην τοῦ βασιλόπαιδος· ὁ δὲ στρατηγὸς, καίτοι ἐγνώριζε τ’ ἀποτελέσματα,—διότι τὸ εἶπε καὶ ὁ ἴδιος,—ἐδέχθη τὸ τραῦμα, καὶ ὅτε ἀπέθανεν, ἐδημοσίευσε περὶ τούτου ἐπιστολήν του ἡ σύζυγος αὐτοῦ. Οὕτω κυβερνῶσι τὴν πατρίδα αὐτῶν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀγαπῶσιν αὐτήν. Ἡμεῖς ἐστείλαμεν νεαρώτατον ἄνδρα, ἵνα θυσιάσῃ ἑαυτὸν καὶ τὴν πατρίδα αὐτοῦ, εἰς πόλεμον, τοῦ ὁποίου τ’ ἀποτελέσματα ἦσαν ἐκ τῶν προτέρων γνωστὰ, — διότι δὲν ἦτο πόλεμος, — διότι ἐνομίζομεν, ὅτι οἱ Βασιλεῖς τῶν διαφόρων Κρατῶν, μετὰ τῶν ὁποίων συνδέεται συγγενικῶς, ἤθελον πνίξει τὸν πατριωτισμὸν αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ τοῦ Διαδόχου ἤθελον κανονίσει τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε νὰ ἱκανοποιήσωσιν αὐτόν. Εἴχομεν τὴν μωρίαν νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ Βασιλεῖς κάμπτονται ἐνώπιον τῶν συγγενικῶν δεσμῶν, καὶ παραγκωνίζουν τὴν πατρίδα αὐτῶν. Ἀλλὰ μᾶς ἐδίδαξαν οὗτοι, ὅτι οὐδένα λόγον ἔχει ὁ δεσμὸς ὁ συγγενικὸς ἀπέναντι τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν πατρίδα. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ἀνεκάλεσεν εἰς τὴν τάξιν πρὸ μικροῦ, ὡς προκαλοῦντα ἐπανάστασιν καὶ ὡς ὁμιλοῦντα ἐναντίον τῶν καθεστώτων νόμων, ἐνθυμοῦμαι ταύτην τὴν στιγμήν, ὅτι κατὰ τὴν δυστυχῆ ἐκείνην περίστασιν ἤκουσα τὸν κ. Ράλλην καταγγέλλοντα τὸν Διάδοχον καὶ τὴν Δυναστείαν ὡς προδώσαντας τὴν πατρίδα, διότι ἔλεγε τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο, ὅτι τὸ σχέδιον ἐπέτυχεν. Ἐλθόντος δὲ τοῦ κ. Ράλλη ἐδῶ, ἐγένετο ἐπανάστασις, καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Ράλλης. Τότε οἱ θεσμοὶ δὲν εἶχον καμμίαν θέσιν ἀπέναντι τοῦ τηλεγραφήματος. Διὰ τοῦτο εἶπον εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸν παρακαλῶ θερμῶς νὰ μὴ διδάσκῃ εἰς ἐμὲ, πῶς πρέπει νὰ ἀγορεύω, διότι τὸ γνωρίζω καλλίτερον ἀπὸ αὐτὸν, καὶ ἂς ἦναι αὐτὸς ἐδῶ περισσότερον χρόνον, διότι εἶναι καὶ μεγαλείτερός μου τὴν ἡλικίαν. Ἔχομεν λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, δύο λόγους σοβαρούς. Ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἔθνους, ὅπως ἡ Βασιλικὴ Οἰκογένεια, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ τελευταίου μέλους αὐτῆς, ἦναι ἀνεύθυνος, διότι εἶναι καὶ φύσει καὶ νόμῳ τοιαύτη, ὡς ἀπέδειξα· κατὰ συνέπειαν ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ καταργήσωμεν τὸν νόμον. Ἔχομεν ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἀπαίτησιν τοῦ ἔθνους, ὅπως ὁ υἱὸς τοῦ Βασιλέως, ὁ Διάδοχος, ὁ μέλλων Βασιλεὺς, καταγείνῃ εἰς τὰ σπουδαῖα καὶ ἀσχοληθῇ εἰς τὸ νὰ ἑτοιμασθῇ νὰ διαδεχθῇ πραγματικῶς καὶ ἀληθῶς τὸν Βασιλέα, νὰ γείνῃ ἀληθὴς καὶ πραγματικὸς Βασιλεὺς, ἀγαθοποιὸς δηλαδὴ δύναμις. Ἡ ἐπιμονή μου, Κύριοι, εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἀπέδειξεν ὅτι δὲν εἶναι ἐκ προσωπικῶν λόγων καὶ τυχαία· εἶναι ἐκ λόγων σοβαρῶν, τοὺς ὁποίους δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἐκτιμᾶτε πάντες, καὶ ἂν αἱ περιστάσεις, ἐὰν ἡ θέσις ὑμῶν δὲν σᾶς ἀφίνῃ νὰ τὸ ἀποδείξητε, τὸ συναισθάνεσθε ὅμως. Τὸ βλέπω. Ἀλλὰ ζητῶ νὰ μὴ ἦναι Γενικὸς Διοικητὴς καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ἀρχὴν ὁ Διάδοχος καὶ δι’ ἄλλους ἀκόμη λόγους. Κύριοι, κατὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα ἐρανιζόμεθα ἐκ τῆς ἱστορίας, — καὶ ἔχω ἐδῶ ἀπειρίαν παραδειγμάτων, — οἱ ἀτυχήσαντες εἰς τὸν πόλεμον ἀποσύρονται. Καὶ ἠτύχησεν ὁ ἐπιτελάρχης τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος ἐν τῷ πολέμῳ· διότι δὲν δύναμαι νὰ καταλογίσω εἰς τὸν νεαρὸν ἡμῶν βλαστὸν, τὸν Διάδοχον, τὴν ἀποτυχίαν τοῦ πολέμου, ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καὶ γνώσεις καὶ πεῖραν εἶχον, εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τοιαύταις στιγμαῖς. Ἀφοῦ δ’ ἠτύχησεν ἐν τῷ πολέμῳ ὁ ἐπιτελάρχης, κατὰ τὰ παραδεδεγμένα, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν· δέον ν’ ἀποσυρθῇ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Εἰς τὸ σημείωμα τοῦτο (δεικνύει σημείωμά τι) ἀναγράφονται στρατηγοὶ, οἵτινες τὰ παράσημα καὶ τοὺς βαθμούς των ἀπέκτησαν παλαίοντες πρὸς τὸν θάνατον ἐνδόξως, καὶ διὰ μίαν ἀτυχίαν τελευταῖον ἀπεσύρθησαν οἱ μὲν, κατεδικάσθησαν οἱ δὲ, οὐδεὶς δ’ ἐκ τούτων ἔμεινεν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Καὶ πρῶτον παράδειγμα ἀναφέρω τὸ τοῦ Ἰταλοῦ ναυάρχου Περσάνο. Ὁ Περσάνο διεκρίθη εἰς πολλὰς ναυμαχίας κατὰ τῶν Αὐστριακῶν, ὑπῆρξε δὲ καὶ Βουλευτὴς, κατὰ δὲ τὸ 1862 Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ κατὰ τὸ 1865 Γερουσιαστής. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐν Λίσσᾳ ναυμαχίαν, ἥτις ἐγένετο τὴν 20 Ἰουλίου 1866, ἐνικήθη ὑπὸ τοῦ Αὐστριακοῦ ναυάρχου Τιγέντος. Συνεπείᾳ τῆς ἥττης του ταύτης παραπεμφθεὶς εἰς στρατιωτικὸν Συμβούλιον κατεδικάσθη ὑπὸ τῆς Δικαιοσύνης τῆς πατρίδος του εἰς ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ του. Ὡσαύτως ὁ Γερμανὸς στρατάρχης Στάϊμπετς ἀνδρείως ἐπολέμησε κατὰ τὸ 1848, ἐνίκησε τὴν 27 Ἰουνίου 1866 ἐν Ναχὸτ, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν ἐν Σκάλιτζ, ἐπὶ κεφαλῆς ὢν τοῦ πέμπτου γερμανικοῦ σώματος, ἐνίκησε τρία Αὐστριακὰ σώματα στρατοῦ, καὶ δικαίως λέγεται ὅτι καὶ αὐτὸς συνέτεινεν εἰς τὸν θρίαμβον τῆς Πρωσσίας. Ὁ Στάϊμπετς αὐτὸς κατὰ τὸ 1870 διώκει τὴν πρώτην γερμανικὴν στρατιὰν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπεχείρησε πρόωρον ἐπίθεσιν κατὰ τῶν γαλλικῶν στρατευμάτων εἰς τὴν μάχην τῆς Γκραβελότης, πρὸς τιμωρίαν ἐτέθη πρῶτον ὑπὸ τὰς διαταγὰς νεωτέρου του, καὶ κατόπιν ἐστάλη εἰς Γερμανίαν, ὅπου ἐτιμωρήθη. Ὁ Λιπένετεκ, στρατάρχης τῆς Αὐστρίας, διεκρίθη κατὰ τὸ 1859 εἰς τὸν κατὰ τῶν Ἰταλῶν πόλεμον, καὶ ἠνδραγάθησεν εἰς τὴν μάχην τοῦ Σολφερίνου. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1866 ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ ἐνικήθη εἰς τὴν Σάδοβαν. Συνεπείᾳ τῆς ἀποτυχίας του ταύτης παρεπέμφθη εἰς Συμβούλιον στρατιωτικόν, καὶ ἀπεστρατεύθη. Ὁ στρατάρχης τῆς Γαλλίας Βαζαὶν, ὅστις ἀνεδείχθη καὶ κατὰ τὸν Κριμαϊκὸν πόλεμον καὶ εἰς τὸ Μεξικὸν, κατὰ τὸ 1870 ἐπὶ κεφαλῆς γαλλικῆς στρατιᾶς ἠτύχησεν εἰς τὰς κατὰ τῶν Γερμανῶν ἐπιχειρήσεις του. Τούτου ἕνεκα παρεπέμφθη εἰς Συμβούλιον, καὶ κατὰ τὴν 24 Ἰουλίου τοῦ 1873 κατεδικάσθη ὑπὸ τῆς Δικαιοσύνης τῆς πατρίδος του εἰς θάνατον. Συνεπείᾳ τῆς ἀτυχίας τοῦ στρατάρχου Βαζαὶν ὁ ἐπιτελάρχης αὐτοῦ Ζαρᾶς, ὅστις τὸν στρατιωτικόν του βίον διῆλθεν ἐν Ἀφρικῇ, ὅστις ἔλαβε μέρος εἰς τὸν Κριμαϊκὸν πόλεμον, διεκρίθη δὲ καὶ ἐπροβιβάσθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ ἐν τῇ κατὰ τῆς Ἰταλίας ἐκστρατείᾳ τῶν Γάλλων τῷ 1859, καὶ εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ ὁποίου ὀφείλεται ἡ μεταφορὰ τῶν στρατευμάτων εἰς τὰ σύνορα, ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ, διότι ἐσκέφθη, ὅτι ὡς ἐπιτελάρχης τοῦ ἀποτυχόντος στρατάρχου δὲν εἶχε πλέον θέσιν ἐν τῷ στρατεύματι. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Γαλλίας στρατηγὸς Λεμπὲλ, ὅστις διεκρίθη κατὰ τὴν εἰς Ἀφρικὴν ἐκστρατείαν, ὅστις συνετέλεσε τὰ μέγιστα εἰς τὴν νίκην τῶν γαλλικῶν στρατευμάτων κατὰ τὴν μάχην τοῦ Σολφερίνου, καὶ ἦτο ὑπασπιστὴς τοῦ Αὐτοκράτορος καὶ διοικητὴς τῶν ἐν τῷ στρατοπέδῳ τοῦ Σαλὸν εὑρισκομένων γαλλικῶν στρατευμάτων, ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ, διότι τὰ γαλλικὰ ὅπλα ἐνικήθησαν ἐπὶ τῆς ὑπουργείας του. Βεβαίως εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον νὰ ὑπάρξωσιν ἀτυχήματα. Ἀλλ’ ἡ στρατιωτικὴ δὲν ἐπιτρέπει ἀτυχήματα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπομακρύνει τοὺς ἀτυχήσαντας· διότι θεωρεῖται ἐπικίνδυνος εἰς τὴν πατρίδα ἡ παραμονὴ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχασαν τὸ κῦρος ἕνεκεν ἀτυχίας τινός. Διὰ τοῦτο, μολονότι γενναῖος στρατηγὸς ὁ Γεώργιος Μαυρομιχάλης, διότι ἐνόμισεν ὅτι ἠτύχησεν εἰς τὸν πόλεμον, παρῃτήθη. Καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης, μετὰ τοῦ ὁποίου δὲν διατελῶ εἰς καμμίαν φιλικὴν σχέσιν, ἠδύνατο ν’ ἀποθάνῃ διὰ τὴν πατρίδα αὐτοῦ, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ πολεμήσῃ ὡς ἀρχηγὸς στρατοῦ, πολεμήσας δὲ καὶ ἡττηθεὶς, ἀπεμακρύνθη τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ τί βλέπομεν σήμερον, Κύριοι; Βλέπομεν διοικοῦντα τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος καὶ ἀνατρέποντα Κυβερνήσεις ἀξιωματικὸν—καλὸν ἢ κακὸν, ἀδιάφορον,—ἀτυχήσαντα εἰς τὸν πόλεμον. Τὰ δύο τρίτα τῆς δικαιοδοσίας τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ἀνέθηκεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, τὰ διαχειρίζεται ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, ἀσεβῶν καὶ πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὴν Πολιτείαν. Συμπάθειαι λοιπὸν, εἰσηγήσεις, πλάναι μεγάλαι φέρουσι τὴν Α. Ὑψηλότητα μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ δεχθῇ καὶ ἔχῃ παρ’ ἑαυτῷ, ὡς εἰσηγούμενον καὶ διευθύνοντα κατὰ τὰ δύο τρίτα τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, τὸν συνταγματάρχην κ. Σαπουντζάκην, οὗτινος ἡ παρουσία εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν πολλὰ ἐγέννησε τὰ ἔκτροπα εἰς βάρος τῆς Α. Ὑψηλότητος. Διότι ἡ Α. Ὑψ. τὴν διοίκησιν τῆς ἐξουσίας ταύτης, ἐναντίον τοῦ νόμου, ἐναντίον τῶν παραδεδεγμένων καὶ τῶν κρατούντων εἰς τοὺς στρατοὺς, ἀνέθεσεν εἰς ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος, ἀτυχήσας εἰς τὸν πόλεμον,— καὶ ἐκ τοῦ ἀτυχήματος ἐπῆλθεν ἐθνικὴ καὶ ὑλικὴ καταστροφὴ τῆς πατρίδος,—ἔπρεπε κατὰ τὰ κρατοῦντα ν’ ἀπομακρυνθῇ τοῦ στρατοῦ. Δὲν νομίζετε ὅτι οὕτω διαχειριζομένης τῆς ἀρχῆς ἐκ μέρους τοῦ Διαδόχου ὠθούμεθα εἰς κινδύνους; Θὰ ἀναφέρω ἓν σημαντικὸν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ὑμᾶς. Ἐξέδοτο διαταγήν τινα ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ στρατηγὸς κ. Τσαμαδὸς, καθ’ ὃ ἐνόμισεν, ὡς πατὴρ τοῦ νόμου, ὅτι εἶχε δικαίωμα· ἀλλ’ εἴδομεν τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐγκύκλιον τῆς Γεν. Διοικήσεως πρὸς τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ, νὰ μὴ ἀκούσωσι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν! Ἀλλ’ ὁ κ. Τσαμαδὸς συμπεριεφέρθη τότε ὡς ἐμπρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ἡ παρέμβασις τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἔφερεν εἰς τὴν κανονικὴν τροχιὰν τὰ πράγματα. Ἐκ τούτου καὶ μόνου δύνασθε νὰ σταθμίσητε τὰς φοβερὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθωσιν ἐκ τῆς ἀναλήψεως τῆς ἀρχῆς ὑπὸ τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, καὶ ποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπακολουθήσωσι κακὰ, ἀφοῦ καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἦσαν κατὰ τοῦ νόμου τῆς Γεν. Διοικήσεως συνετάχθησαν μετ’ αὐτῆς σήμερον. Ἐπίστευον ἕως χθὲς, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνατραπῇ ὁ νόμος αὐτὸς, καὶ ὑπῆρχε παρηγορία εἰς τοὺς μὲν, ἀπελπισία εἰς τοὺς ἄλλους, τοὺς ἔχοντας εὐτελῆ καὶ ποταπὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ κεκηρυγμένοι κατὰ τοῦ νόμου τούτου τὸν ἐγκαθιδρύουν διὰ τῶν τροπολογιῶν πλέον, καὶ μάλιστα χειρότερον τοῦ νόμου τοῦ λειτουργοῦντος, δὲν θὰ ἔχωμεν τὰ κακὰ, ἅτινα ἐν ἀρχῇ ἐξήγγειλα; Ἡ φιλοτιμία τῆς Α. Ὑψηλότητος, ἡ κακῶς ἐννοουμένη καὶ κακῶς ὑποβαλλομένη πρὸς αὐτὸν, δὲν τῷ ἐπιτρέπει νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Πολιτείαν: «Καταθέτω τὴν ἀρχὴν, διότι δὲν ἔχεις τὰ μέσα νὰ μοὶ δώσῃς ὅ,τι ζητῶ, ἀλλὰ καταθέτω αὐτὴν καὶ διότι δὲν ἐπαρκῶ· καὶ ἀπόδειξις ὅτι δὲν ἐπαρκῶ, εἶναι, ὅτι ἀνέθεσα τὴν διεύθυνσιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως εἰς τὸν ἐπιτελάρχην!» Ἀλλὰ προκαλῶ τὴν ὑμετέραν προσοχὴν καὶ ἀντίληψιν, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, εἴδετε ποτὲ τὴν Α. Ὑψηλότητα νὰ ἐπιθεωρήσῃ ἐκτάκτως τοὺς στρατῶνας τοὺς παραπλεύρως τῶν ἀνακτόρων αὐτοῦ εὑρισκομένους; Εἴδετε ποτὲ αὐτὸν νὰ εἰσέλθῃ αἰφνιδίως εἰς αὐτοὺς καὶ νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς τροφῆς καὶ νὰ μάθῃ περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς πειθαρχίας; Νομίζετε ὅτι δὲν θέλει; Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νὰ λάβῃ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, βεβαίως ἐπιθύμει καὶ θέλει καὶ νομίζει καθῆκόν του νὰ ἐκπληρώσῃ ταύτην τὴν ἐντολήν. Ἀλλὰ δὲν ἐπαρκεῖ. Μέχρι τοσούτου εἶναι βεβαρυμένος ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν ἄλλων ὑπὲρ διαφόρων συλλόγων κοινωνικῶν μεριμνῶν, καὶ ἐκ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν, ὥστε οὔτε ὅταν διέρχηται διὰ τῶν στρατώνων, μεταβαίνων εἰς τὸ Πολύγωνον, ἵνα ἀναπνεύσῃ, οὐδὲ τότε τῷ γεννᾶται ἡ ἐπιθυμία νὰ εἰσέλθῃ εἰς αὐτούς. Σᾶς τὸ λέγει λοιπὸν, καὶ λέγει εἰς ὑμᾶς τοὺς ἀντιφρονοῦντας: «Ἐπιμείνατε, σταθῆτε ἀπέναντί μου, ὑποδείξατε εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι ἡ φιλοστοργία ἔχει ὅρια, καὶ βιάσατέ με, οὕτως εἰπεῖν, ν’ ἀποχωρήσω τῆς ἀρχῆς. Σώσατε τὸ γόητρόν μου, τὴν φιλοτιμίαν μου. Σώσατε τὴν Δυναστείαν.» Θέλετε νὰ σᾶς τὸ εἴπῃ ἀπροκαλύπτως; Δὲν εἶναι δυνατόν. Οὐδὲ ἡμεῖς θὰ ἐλέγομεν αὐτὸ ποτέ· κατὰ μείζονα λόγον ὁ υἱὸς τοῦ Βασιλέως, κατὰ μείζονα λόγον ὁ μέλλων Βασιλεύς. Ὁ ἐγωϊσμὸς καὶ ἡ φιλαυτία τοῦ ἀτόμου καταπνίγουσι τὰ πάντα, καὶ ὑποτάσσεται εἰς ἄλλας ἐπιθυμίας τὸ ἄτομον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε: «διατὶ τότε ἀντέστη, καὶ ἀπέτρεψε καὶ παρεκώλυσε τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως Δηλιγιάννη;» Τὸ ἐδήλωσε· δὲν τὸ ἐπροσέξατε. Τὸ εἶπε· δὲν ἠκούσατε. «Θεωρῶ ὅτι προσωπικὸν ζήτημα γεννᾷ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἀντιτάσσομαι.» Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῇ ἐπιλοίπῳ, ἐν τῇ δράσει αὐτοῦ ὡς Γενικοῦ Διοικητοῦ τί σᾶς λέγει; «Ἀφαιρέσατέ μοι τὸ βάρος τοῦτο· δὲν εἶναι τοῦ ὕψους μου, δὲν εἶναι τῆς ἀποστολῆς μου. Παρεπλανήθην καὶ τὸ ἐζήτησα, παραπλανῶμαι καὶ τὸ κρατῶ. Ἐξ ἐγωϊσμοῦ, ἐκ καθήκοντος πρὸς τὸ ἀξίωμά μου δὲν καταθέτω τοῦτο· ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν Πολιτείαν δὲν τὸ διακηρύσσω· ἀλλ’ ἀφαιρέσατέ μοι αὐτό. Ἐπιμείνατε, φανῆτε ἄνδρες, φανῆτε «ἄνθρωποι τοῦ Κράτους». Εἶσθε Βουλευταί, ἀρχηγοὶ κομμάτων καὶ Ὑπουργοί· ἀναμετρήσατε τὸ ὕψος τοῦτο, καὶ ὡς τοιοῦτοι ἀτενίσατέ με.» Τοῦτο σᾶς λέγει, καὶ πρὸ αὐτοῦ σεῖς τρέπεσθε κατῃσχυμένοι εἰς φυγήν, ἵνα κρατήσητε τὴν ἀρχήν. Ἐκπληρῶν καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, ἀκολουθῶν τὴν στάσιν καὶ τὴν πορείαν ἐκείνου, τοῦ ὁποίου φέρω τὸ ὄνομα, κατὰ τὴν κυβερνητικὴν τοῦ δρᾶσιν καὶ τὴν πολιτικὴν, ἀκολουθῶν τὴν ἱστορίαν του, λέγω μετὰ παρρησίας τὴν γνώμην μου, κάμνω ἔκκλησιν οὐχὶ πρὸς ὑμᾶς τοὺς κυβερνήτας τῆς χώρας, — διότι ἀπὸ σᾶς ἐχάθη πλέον πᾶσα ἐλπὶς, — ἀλλὰ πρὸς τὸν πατριωτισμὸν τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Διαδόχου, καὶ ζητῶ ἀπ’ αὐτοὺς νὰ μᾶς διδάξωσι τὸ καθῆκόν μας, καὶ ἀφοῦ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ θάρρος νὰ κάμωμεν ὅ,τι ὀφείλομεν ὡς Βουλευταί, ὡς κυβερνῆται, νὰ τὸ κάμωσιν αὐτοὶ, νὰ τὸ κάμῃ ὁ Διάδοχος. «Καταθέτω», νὰ εἴπῃ, «ἀρχὴν ἀναξίαν δι’ ἐμὲ, ἀρχὴν, ἡ ὁποία μὲ ἀπομακρύνει τῆς ἀποστολῆς μου, καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ καθῆκόν μου.» Ἐλπίζω νὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνή μου μέχρις Ἐκείνου, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι, ὅταν παρέλθῃ ἡ ἐντύπωσις τῆς πρώτης στιγμῆς, θ’ ἀκολουθήσῃ τὴν συμβουλήν μου, ἥτις θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ τὴν δόξαν τῆς πατρίδος ἡμῶν. Θὰ ἦναι λυπηρὸν δι’ ἐμὲ, ἐὰν ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει αἱ προρρήσεις μου πραγματοποιηθῶσι· θὰ ἦναι δυστύχημα δι’ ἐμὲ, ἐὰν ἐπαληθεύσωσιν ὅσα λέγω, ὅπως ἐπηλήθευσαν ὅσα εἶπον κατὰ τὴν συζήτησιν τότε τοῦ νῦν λειτουργοῦντος νόμου. Ἐξεπλήρωσα τὸ ἐμὸν καθῆκον. Τὰς συνεπείας τῆς πράξεώς σας ἀφίνω εἰς ὑμᾶς.
§90Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Πρὸ παντὸς θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον δύνανται νὰ ῥίπτωσιν ὑπαινιγμούς. Θέλω μίαν ἐξήγησιν· ἔχω δικαίωμα νὰ τὴν ζητήσω, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο μοὶ δίδει ἡ ἱστορία τοῦ βίου μου ὅλου καὶ αἱ ὑπηρεσίαι μου πρὸς τὴν πατρίδα. Ὅτε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὁμιλῶν εἶπεν ὅτι ὁ κ. Ράλλης ἐγένετο Βουλευτὴς διότι ὑπεισῆλθεν εἰς τὸν Δηλιγιαννικὸν συνδυασμὸν, παρετήρησα ὅτι ὁ κ. Ράλλης οὐδέποτε ἀπέτυχεν ἀπὸ τοῦ 1870, καίτοι εἰς τὰς πλείστας τῶν ἐκλογῶν ἠγωνίσθη μόνος ἐναντίον ὅλων...
§91Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τιμή μου ἦτο.
§92ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον τίποτε κακόν; Ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν ὅτι εἰς ὅλους ἐπιτρέπει διακοπὰς, πλὴν τοῦ Βουλευτοῦ Ἄνδρου. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, τί σημαίνει αὐτὸ, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Κουμουνδοῦρον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ, τί σημαίνει αὐτό.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω πρὸ παντὸς νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κ. Ράλλης δὲν ὑπεισῆλθεν εἰς τὸν συνδυασμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ Ἀντιπολίτευσις κατήρτισεν, ἀλλὰ παρεκλήθη νὰ εἰσέλθῃ.
§94ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἐξήγησιν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος;
§95Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δικαίωμά μου εἶναι.
§96ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν νομίζῃς ὅτι ἐν τῇ παραφορᾷ τοῦ λόγου σου εἶπες ἕνα λόγον ἄτοπον, ὀφείλεις νὰ τὸ ὁμολογήσῃς.
§97Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δικαίωμά μου εἶναι.
§98ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί σημαίνει αὐτὸ, παρακαλῶ;
§99Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δικαίωμά μου εἶναι.
§100ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσαι λοιπὸν ἄδικος ἄνθρωπος· διότι μὲ γνωρίζεις πολὺ καλὰ, καὶ ἠξεύρεις, ὅτι οὐδεὶς εἶναι ἄξιος νὰ μὲ μεμφθῇ εἰς τίποτε, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπαινιχθῇ τι δι’ ἐμέ.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἴσως ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν ἀντελήφθη τίποτε. Αὐτὸ ἀκριβῶς, ὑποθέτω, συνέβη.
§102Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυπηρὸν εἶναι διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου ζητεῖ τοιαύτην ἐξήγησιν. Μήπως ἐν τῇ συνειδήσει του φρονεῖ, ὅτι δὲν εὑρίσκεται εἰς τοιοῦτον σημεῖον; Ἐγὼ δὲν ὑπέθεσα τοιοῦτόν τι. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ δεχθῶ ἢ μὴ τὴν διακοπὴν τοῦ κυρίου Δεληγεώργη ἢ τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἢ τοῦ κ. Ράλλη. Τὸ δικαίωμά μου αὐτὸ ἴσως εἶναι αὐθαίρετον, ἀλλὰ τὸ κρίνω ὅπως θέλω ἐγώ. Δὲν ὑπέδειξα ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύει διὰ τῆς ἐπιμονῆς τῆς αἰτήσεώς του ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτής.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον.
§104ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Νομίζω, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ, οὔτε σκοπῶ τοῦτο, διότι πάντες οἱ λαβόντες τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, καὶ ἰδίᾳ ὁ τελευταῖος ὁμιλήσας ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος, ἀρκετὰ εἶπον περὶ τοῦ θέματος τούτου· οὔτε θὰ ἐπιχειρήσω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς συνταγματικότητος ἢ μὴ τοῦ θεσμοῦ, διότι ἡ ἔρευνα τῶν περὶ τούτου εἰς ἄλλους ἀνήκει, εἰς τοὺς εἰδικοὺς συνταγματολόγους. Ἐγὼ θέλω περιορισθῆ μόνον νὰ ἀναιρέσω τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου συναδέλφου, ὅστις ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του παρεσύρθη εἰς ζητήματα ἀλλότρια τοῦ θέματος καὶ ἄσχετα πρὸς αὐτὸ, μνησθεὶς ἐν παραλληλισμῷ καὶ τῆς Δυναστείας τῆς Σερβίας καὶ τῶν ἐσχάτως λαβόντων χώραν ἐκεῖ θλιβερῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα δὲν ἁρμόζουσι νὰ λέγωνται ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος, ὅτι τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου καὶ μέλλοντα Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων τὸν θέλει νὰ ἵσταται πολὺ ὑψηλὰ, τὸν θέλει νὰ ἀσχολῆται εἰς ζητήματα ἀνήκοντα εἰς τὴν σφαῖραν αὐτοῦ. Ἀλλὰ τί ἄλλο διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου, τί ἄλλο παρὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, τοῦ μέλλοντος Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, ἐπιδιώκεται ἢ ἀκριβῶς ἡ ἐνάσκησις τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν μόρφωσιν τῶν Βασιλέων; Καὶ δὲν εἶναι ἴδιον, ἡ μόρφωσις τῶν Βασιλέων νὰ στρέφηται εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας; καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν δὲν ἡγεῖται τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, ὁ Βασιλεύς; Ἰσχυρίσθη ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι δύναται νὰ παραλύσῃ τὸ στράτευμα διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν σήμερον ἔχει παγιωθῆ ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ἀμετάθετον, ὀφείλεται εἰς τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἐὰν δ’ ὑπάρχωσιν ἀσάφειαί τινες, αὗται, νομίζω, αἴρονται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς βεβαίως δὲν παρηκολούθησε τὴν δρᾶσιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, καὶ τούτου ἕνεκα ἐμέμφθη αὐτοῦ, καὶ ἐνόμισεν ὅτι νεαρὸς Διάδοχος κακῶς διεχειρίσθη τὰ τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ἐνῷ εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὁ Γεν. Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ὅτε τὰ σώματα εἶχον διαταχθῆ κατὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν νὰ ὑποχωρήσωσιν, εἶχε σπεύσει μετὰ τοῦ Ἐπιτελείου του,— ὡς καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἰδίοις ὄμμασιν ἀντελήφθην, ὑπηρετῶν τότε ἐν τῷ 1ῳ πεζικῷ συντάγματι, ὅτε καὶ ἐπληγώθην κατὰ τὴν ἐν Ταράτσᾳ μάχην,— καὶ συνεκράτησε τὴν ὀπισθοχώρησιν ἐν Μπογαζίῳ, ὡς ἐπίσης καὶ ἐν Φαρσάλοις, ὅπου ῥιψοκινδυνεύσας καὶ ὡς ἐκ θαύματος διαφυγὼν τὰ βλήματα τοῦ ἐχθροῦ κατώρθωσε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὀπισθοχώρησιν τοῦ στρατοῦ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου εὑρίσκετο δρῶν ἐν Ἠπείρῳ, καὶ οὐχὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπου ἔδρασεν ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος. Νομίζω δ’ ὅτι, ἐὰν μελετήσῃ τὴν ἱστορίαν τῶν γεγονότων, θέλει πεισθῆ ἐξ αὐτῶν, ὅτι διατελεῖ ἐν πλάνῃ. Ἀλλ’ εἶπε προσέτι ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής: «τί ἐπετελέσθη ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως; καὶ ποῖα τὰ ἀνορθωτικὰ τοῦ στρατοῦ μέσα;» Τὴν ἀπάντησιν ἔδωκεν ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος ἡγέτης, ὅτι «δεῖ δὴ χρημάτων». Τὸ ζήτημα λοιπὸν τοῦ στρατοῦ εἶναι ζήτημα οἰκονομικῆς εὐεξίας τῆς χώρας, εἶναι ζήτημα χρήματος, καὶ διὰ νὰ ἔχητε στρατὸν, πρέπει νὰ ἐνισχύσητε τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας. (Εὖγε! εὖγε!).
§105Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐκ καθήκοντος ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἵνα μὴ παρεξηγηθῇ ἡ σιωπή μου. Οἱ πάντες γινώσκετε, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖται σήμερον, τουτέστιν ἡ κατάργησις τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, θίγει πρωτίστως ἐμὲ, ὅστις ὑπῆρξα ὁ εἰσηγητὴς καὶ ὁ πατὴρ, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ νόμου τούτου. Δὲν προτίθεμαι νὰ ἀγορεύσω ἐπὶ τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, διότι δὲν προτίθεμαι ν’ ἀπαγγείλω τὸν ἐπικήδειον αὐτοῦ.
§106Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν πανηγυρικόν.
§107ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οὔτε τὸν πανηγυρικόν... Τὰ ἀγαθὰ καὶ τὰ ὠφέλιμα τοῦ θεσμοῦ τούτου ἀνεπτύχθησαν καθ’ ὃν χρόνον ὁ ἰσχύων νῦν νόμος συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ φέρει σήμερον εἰς τὸ βῆμα, εἶναι νὰ καταδείξω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ κεῖται ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰμὴ ἡ κατάλυσις τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως, χωρὶς τὸ νέον νομοσχέδιον νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν πρώην ἰσχύοντα νόμον, καθ’ ὃν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπαναλαμβάνει τὴν ἀπόλυτον δικαιοδοσίαν τοῦ τοποθετεῖν καὶ μεταθέτειν τοὺς ἀξιωματικοὺς ἄνευ προτάσεων τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἦτο ἑπόμενον, κατόπιν τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταλύσεως τῆς στρατιωτικῆς καὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας νὰ ὑποβληθῇ καὶ νομοσχέδιον περὶ καταλύσεως τῆς Γεν. Διοικήσεως, διότι ἡ Γεν. Διοίκησις ἀναμφισβητήτως ἔδει νὰ ἐκλείψῃ ἐκ τοῦ μέσου, ὅπως μείνῃ ἐλευθέρα ἡ ἀνωτέρα διοίκησις τοῦ στρατοῦ νὰ ἐπιλάβηται τῆς ἐκτελέσεως τῶν λεπτομερειῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἐν γένει. Περὶ τούτων, εἶπον, δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω. Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως προεβλήθησαν κυρίως λόγοι ἀντισυνταγματικότητος, θέλω ἐξετάσει, ἂν οἱ λόγοι ἐκεῖνοι αἴρονται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, καὶ ἂν ἑπομένως ἀποκαθίσταται ἡ πλήρης λειτουργία τοῦ Συντάγματος διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, μεθ’ οὗ πολὺ γενησομένου νόμου τοῦ Κράτους. Δύο προεβλήθησαν λόγοι σπουδαῖοι ἀντισυνταγματικότητος. Πρῶτον ἡ ὕπαρξις τοῦ Διαδόχου ὡς Γενικοῦ τοῦ στρατοῦ Διοικητοῦ, ὅστις οὕτω ἐν τῷ προσώπῳ αὑτοῦ, τῷ ἀνευθύνῳ, συγκεντρώνει τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, ἀπαλλασσομένου τοῦ Ὑπουργοῦ πάσης εὐθύνης τῶν πράξεών του. Δὲν νομίζω πρέπον νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι καὶ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ συζητοῦμεν, αὐτὸ τοῦτο πράττει, ἀναθέτει δηλ. εἰς τὸν Διάδοχον τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ὥσπερ καὶ ὁ ἰσχύων νόμος. Ἄρα ἀναγνωρίζει, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική. Ὁ ἕτερος λόγος εἶναι, ὅτι ἐξεχωρήθη μέρος τῆς δικαιοδοσίας ἢ μᾶλλον τῶν καθηκόντων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, προκειμένου περὶ τῆς μεταθέσεως καὶ τοποθετήσεως ἁπάντων τῶν ἀξιωματικῶν. Δὲν νομίζω ὅτι καὶ ἐνταῦθα ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀσχοληθῶ ἐπὶ μακρὸν, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι καὶ ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική, διότι καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον κατὰ τὸ πλεῖστον, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν ἀναθέτει τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, τοῦ προτείνειν τὰς μεταθέσεις καὶ τοποθετήσεις τῶν ἀξιωματικῶν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου μὲ ἀρκετὴν ἐπιτηδειότητα προσπαθεῖ νὰ ἄρῃ τὸ κατὰ τοὺς πολεμίους τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἄτοπον τοῦτο, λέγων ἐν ἄρθρῳ 4, ὅτι «αἱ τοποθετήσεις, μεταθέσεις καὶ ἀποσπάσεις ἀξιωματικῶν γίνονται διὰ βασιλικοῦ διατάγματος ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ»,—καὶ αὕτη εἶναι ἡ παγία διάταξις,—ἀλλ’ ἀμέσως κατόπιν προσθέτει: «Ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν ὅμως τῶν ὑπηρετούντων ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς σώμασι τοῖς ὑπαγομένοις ὑπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ καὶ ἀναφερομένοις εἰς τὸ ἄρθρον 1, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν ἐν τῷ Φρουραρχείῳ Ἀθηνῶν, ἡ πρότασις τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ δέον νὰ στηρίζηται ἐπὶ προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ». Ἀλλὰ ποῖοι καὶ πόσοι εἶναι οὗτοι; Εἶναι τὸ σύνολον περίπου τῶν ἀξιωματικῶν, διότι εἶναι οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν συνταγμάτων, τῶν μεραρχιῶν, τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν. Ἑπομένως τὸ δῆθεν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρετηρήθη εἰς τὸν νόμον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἀπαντᾷ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἄρα ἡ ἀντισυνταγματικότης τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἣν προβάλλουσι, παραμένει ἀκεραία. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη προστίθεται διάταξις, ἐπαγομένη μᾶλλον σύγχυσιν εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου,— ὅταν τοιοῦτος γείνῃ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον,—εἶναι δὲ αὕτη ἡ ἑξῆς. Κατὰ τὸν κρατοῦντα νόμον, ἂν πρότασίς τις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ δὲν ἤθελεν ἐγκριθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀπόκειται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ν’ ἀποφασίσῃ. Κατὰ δὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐπιζητεῖται ἠτιολογημένη ἔκθεσις, μετὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς ἀποφασίζει. Τάχα ἡ ἠτιολογημένη ἔκθεσις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία λύει τὸ ζήτημα; Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἠτιολογημένη ἔκθεσις, δὲν εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδιότητος τοῦ προϊσταμένου τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἠτιολογημένην ἔκθεσιν;
§108ΣΤΑΗΣ. Τὸ εἶπε καὶ ὁ κ. Θεοτόκης.
§109ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι πάντη περιττή, καὶ ἠδύνατο νὰ μείνῃ, ὡς ἔχει, τὸ παλαιὸν κείμενον· ἀλλὰ καὶ προστεθεῖσα ἡ διάταξις κατ’ οὐδὲν μεταβάλλει τὰ καθεστῶτα. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις πράγματι ἐσκόπει νὰ διορθώσῃ τὰ κατὰ τὴν κρίσιν της κακῶς κείμενα, θὰ ἦτο, λέγω, προτιμότερον νὰ καταργήσῃ τὴν Γεν. Διοίκησιν. Διότι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου παρεισάγει διακρίσεις εἰς τὰς προτάσεις τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, καὶ ἐπὶ μὲν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὅπλων καὶ ὑπηρεσιῶν τῶν ἐν ταῖς ταξιαρχίαις, μεραρχίαις κλπ. δίδει τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως, ἐπὶ τῶν λοιπῶν δὲν δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο, παρέχεται δὲ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ μεταθέτῃ ἄνευ προτάσεων τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς προοριζομένους διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, δηλ. παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ μεταθέτῃ καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Γεν. Διοικήσεως ἄνευ προτάσεως. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια, νομίζω, εἶναι τὸ χείριστον μέρος τοῦ νομοσχεδίου· τοῦτο θὰ φέρῃ ἀναστάτωσιν εἰς τὸ στράτευμα, διότι θὰ ἔχητε ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀφαιρῶνται ἐκ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατεύματος, ἐν αἷς ὑπηρετοῦσιν εὐδοκίμως, ἵνα διορίζωνται ἀστυνόμοι κατὰ θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἦναι καταστρεπτικὸν διὰ τὸ στράτευμα. Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ εἴπω ἐν ὀλίγοις, ἵνα μὴ θεωρηθῇ, ὅτι εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου τροποποιεῖται ἐπὶ τὰ βελτίω καὶ δὲν καταργεῖται ὁ ἰσχύων νόμος περὶ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ζητεῖ τὸν λόγον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία τοῦ κ. Μπασδέκη: «Ὑπὸ τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ὑπάγονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα τοῦ πεζικοῦ, ἱππικοῦ, πυροβολικοῦ, μηχανικοῦ, οἱ λόχοι τῶν νοσοκόμων, τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν, αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἐν γένει ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§112Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναλυτικοὺς πίνακας τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903, καὶ γενικοὺς πίνακας τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν προταθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεων. Αἱ δηλώσεις αὗται μετὰ τῶν ἀναλυτικῶν πινάκων τυπωθεῖσαι θέλουσι διανεμηθῆ ἀμέσως εἰς τὴν Βουλήν. (Ὅρα Παράρτημα, σελ. 104–109).
§113ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ὥρα νὰ διακόψωμεν.
§114Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 5ης ὥρας μετὰ μεσημβρίαν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 1 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 μ. μ.)
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§117Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ εἰς τρίτην συζήτησιν, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῶσι.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 10 Ἰανουαρίου 1902 συμβάσεως περὶ διηνεκοῦς παραχωρήσεως τῆς κυριότητος καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἐν τῇ νήσῳ Ζακύνθῳ καὶ τοῖς παρακειμένοις νησυδρίοις ὀρυχείων πετρελαίου, νάφθης καὶ ἄλλων πισσωδῶν, ῥητινωδῶν καὶ ἐλαιωδῶν οὐσιῶν.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§119Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ τῶν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης», παρακαλῶ.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης».
§121ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀπουσιάζει, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§122Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§123ΣΤΑΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι σπουδαία αὔξησις δαπάνης· προστίθενται 7,000 δραχμαὶ ἐπὶ πλέον, ἐν δὲ τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου οὐδὲν τοιοῦτον ἀναφέρεται, οὐδ’ ἐν ταῖς δηλώσεσι.
§124ΔΗΜ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ ὁλοκλήρου νέου καταστήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ λειτουργήσῃ μὲ τὸ ὑπάρχον προσωπικόν.
§125ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις δαπάνης ἕνεκα τοῦ καταστήματος, ἀλλ’ ἡ αὔξησις ἡ ἐπιφερομένη εἶναι πολὺ μείζων ἐκείνης, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ γείνῃ, κατὰ τὴν γνώμην μου.
§126Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ πᾶσαν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὑπ’ εὐθύνην του ὅμως. Ἐγὼ ὑποβάλλω τὰς ἑξῆς τροπολογίας ἐξ ὀνόματος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Τὰ ἐδάφια βʹ, γʹ καὶ δʹ τοῦ ἄρθρου 1, τροποποιοῦνται ὡς ἑξῆς: «Τὸ προσωπικὸν τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης ἀποτελοῦσιν: «βʹ) Τρεῖς βιβλιοφύλακες, διδάκτορες τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου ἢ ἄλλων ὁμοταγῶν ἢ ἀπόφοιτοι τῆς École Normale τῶν Παρισίων, ἐξ ὧν ὁ πρῶτος βιβλιοφύλαξ μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν τμηματάρχου βʹ τάξεως καὶ οἱ ἕτεροι δύο μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ ἢ βʹ τάξεως, διοριζόμενοι κατόπιν διαγωνισμοῦ, διεξαγομένου ἐνώπιον τριμελοῦς ἐπιτροπείας, συγκροτουμένης ἐκ καθηγητῶν τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, κατ’ ἐπιλογὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Πρυτάνεως. «γʹ) Εἷς ἐπιμελητὴς τῶν χειρογράφων, κατὰ τὰ ἐν τῷ νόμῳ ΑΠΗʹ ὁριζόμενα, ἔχων βαθμὸν καὶ μισθὸν τμηματάρχου βʹ τάξεως, ἢ γραμματέως αʹ τάξεως, διοριζόμενος καὶ οὗτος διὰ διαγωνισμοῦ ἐνώπιον τῆς αὐτῆς ἐπιτροπείας. «δʹ) Τέσσαρες βοηθοὶ μὲ μισθὸν καὶ βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραφέως αʹ ἢ βʹ τάξεως, μετὰ διαγωνισμὸν ἐνώπιον τῆς αὐτῆς ἐπιτροπείας.» Προστίθενται δὲ ἄρθρα 2ον καὶ 3ον, ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 2. Πρῶτος βιβλιοφύλαξ διορίζεται ὁ ἀρχαιότερος τῶν βιβλιοφυλάκων βʹ τάξεως, μετὰ πενταετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν. «Βιβλιοφύλακες βʹ τάξεως προβιβάζονται οἱ βοηθοὶ αʹ τάξεως, κεκτημένοι δίπλωμα διδάκτορος Φιλοσοφίας καὶ πενταετῆ ὑπηρεσίαν. «Βοηθοὶ αʹ τάξεως προβιβάζονται οἱ βοηθοὶ βʹ τάξεως, μετὰ διετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν, προτιμωμένου τοῦ ἀρχαιοτέρου. «Αἱ ἄνω διατάξεις δὲν ἐφαρμόζονται εἰς τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν, δυνάμενον νὰ προαχθῇ εἰς τὴν ἀμέσως ἀνωτέραν θέσιν, μετὰ πενταετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν.» «Ἄρθρον 3. Τὸ ὑπηρετικὸν προσωπικὸν διορίζεται καὶ παύεται τῇ προτάσει τοῦ Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης.» Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἔχῃ ἄλλας τροπολογίας, παρακαλῶ νὰ τὰς διατυπώσῃ, μὴ ἔχετε δὲ ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ τὰς δεχθῶ, ἐφ’ ὅσον διὰ τούτων δὲν πρόκειται νὰ παρεμποδισθῇ ἡ λειτουργία τῆς Βιβλιοθήκης.
§127ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπέρχονται αὐξήσεις καὶ διὰ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ταύτην τὴν στιγμὴν ὑποβάλλετε· διότι, ἐνῷ ἐν τῷ ἐδαφίῳ βʹ ἀνεφέροντο τρεῖς βιβλιοφύλακας ἄνευ βαθμοῦ, σήμερον προσθέτετε δι’ αὐτοὺς μισθὸν καὶ βαθμόν.
§128Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἦτο μία παράλειψις. Ἤδη οἱ βαθμοὶ ἀνεγράφησαν αὐτολεξεὶ ἐκ τοῦ ὑφισταμένου νόμου.
§129ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἑτέρα αὔξησις ἐπέρχεται, ὡς πρὸς τοὺς κλητῆρας. Σήμερον ἔχομεν δύο, τὸν πρῶτον μὲ μισθὸν 70 δραχμῶν καὶ τὸν δεύτερον μὲ 60. Ἤδη θὰ ἔχητε πέντε κλητῆρας, οὓς θὰ μισθοδοτῇ τὸ Κράτος μὲ 70 δραχ. κατὰ μῆνα. Αἱ αὐξήσεις εἶναι: 300 δραχ. διὰ τοὺς δύο ἐπὶ πλέον βοηθοὺς, 220 δραχ. διὰ τοὺς τρεῖς ἐπὶ πλέον κλητῆρας, καὶ 120 δρ. διὰ τοὺς δύο θυρωρούς· ἐν ὅλῳ αὔξησις κατὰ μῆνα δραχμῶν 640. Θεωρῶ ὅτι αἱ αὐξήσεις εἶναι ὑπερβολικαὶ, καθ’ ἣν στιγμὴν ζητεῖτε οἰκονομίας πανταχόθεν.
§130ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὀλίγας παρατηρήσεις θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Δύο εἶναι οἱ νόμοι οἱ κανονίζοντες τὰ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης· ὁ νόμος τοῦ 1867 καὶ μεταγενεστέρως ἕτερος νόμος, ὁ τοῦ ἔτους 1882. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867 ἐκανονίζοντο τὰ τοῦ βαθμοῦ τοῦ Ἐφόρου, ὁ ὁποῖος ἰσοβάθμει μὲ Νομάρχην. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ λησμονήσωμεν σήμερον, ὅτε ἀποδίδομεν καὶ πάλιν εἰς αὐτὸν τὸν μισθὸν καὶ βαθμὸν Νομάρχου, ὅτι σήμερον τὰ τῶν Νομαρχῶν ἔχουσιν ἄλλως συνεπείᾳ τοῦ νεωτέρου νόμου, διότι ὑπάρχουσι Νομάρχαι ἔχοντες ἐπιμίσθιον 200 δραχμῶν καὶ ἕτεροι μικρότερον. Φρονῶ δὲ, ὅτι διὰ νὰ ἀντιστοιχῇ ὁ μισθὸς καὶ ὁ βαθμὸς τοῦ Ἐφόρου τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης πρὸς τὸν τοῦ παλαιοῦ Νομάρχου πρέπει νὰ ἰσοβαθμίζῃ πρὸς τὸν Γενικὸν Γραμματέα, τοῦ ὁποίου ὁ μισθὸς εἶναι πάγιος καὶ εὐαρμοστώτερος πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Τὰ τοῦ προσωπικοῦ εἶχε μεταβάλει ὁ νόμος τοῦ 1882, ὁ ὁποῖος ἀνεβίβασε τοὺς βιβλιοφύλακας εἰς τρεῖς, ἐξ ὧν ὁ εἷς ἔχει μισθὸν καὶ βαθμὸν τμηματάρχου βʹ τάξεως, οἱ δ’ ἕτεροι δύο μισθὸν καὶ βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως βʹ τάξεως. Τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει τρεῖς βιβλιοφύλακας, διδάκτορας τοῦ Πανεπιστημίου, ἕνα ἐπιμελητὴν τῶν χειρογράφων, ὅστις ὑπάρχει καὶ σήμερον, τέσσαρας βοηθοὺς, πέντε κλητῆρας καὶ δύο θυρωρούς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ, βεβαίως εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη ἐν τῷ νέῳ καταστήματι διὰ τοῦ ὑπάρχοντος μέχρι τοῦδε προσωπικοῦ, ἕνεκα τῆς ἐκτάσεως τοῦ κτιρίου καὶ τῶν διαφόρων τμημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα διαιρεῖται, νομίζω δὲ, ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν θυσίαν, ἀφοῦ ὁ δωρητὴς, ὁ ἀνεγείρας τὴν Βιβλιοθήκην, κατέβαλε τόσον ὑπέρογκον δαπάνην, 2,700,000 δραχμὰς, διὰ νὰ ἀνεγερθῇ τὸ περικαλλὲς ἐκεῖνο κτίριον, καὶ τὸ Κράτος ὑπέχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντηρήσῃ αὐτὸ οὐ μόνον ἐξωτερικῶς, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικῶς, ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τὴν λειτουργίαν τῆς Βιβλιοθήκης. Διὰ τοῦτο τὰς αὐξήσεις εὑρίσκω δεδικαιολογημένας. Μάλιστα γνωρίζων, ὡς μέλος τῆς ἐπὶ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ κτιρίου ἐπιτροπῆς, τὰ κατ’ αὐτὸ, φέρω τὴν παρατήρησιν νὰ προστεθῇ καὶ εἷς κηπουρός. Σήμερον ἡ Βιβλιοθήκη παρεδόθη μὲ κῆπον εὐθαλέστατον, διὰ τὴν συντήρησιν δὲ τούτου ὑπάρχει ἀνάγκη κηπουροῦ· τὸν κηπουρὸν τοῦτον ἐπλήρονεν ἡ ἐπιτροπὴ μέχρι τοῦδε πρὸς 90 δραχμὰς κατὰ μῆνα· ἅμα παρέλαβε τὸ Δημόσιον τὸ κατάστημα, ἠθέλησε νὰ τὸν πληρώσῃ ὡς ἐργάτην πρὸς 3 δραχμὰς τὴν ἡμέραν, καὶ μόνον τὰς ἐργασίμους ἡμέρας. Ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τοῦτο, θὰ συμβῇ ὅ,τι συνέβη μὲ τὸν κῆπον τῆς Ἀκαδημίας, θὰ λογκώσῃ δηλ. καὶ ὁ κῆπος αὐτός. Ὡς πρὸς τοὺς βιβλιοφύλακας, φρονῶ ὅτι διὰ τὸν πρῶτον ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ μισθὸς καὶ βαθμὸς τμηματάρχου πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως, διότι μετὰ ὑπηρεσίαν μακρὰν δίκαιον εἶναι νὰ ἔχῃ ὁ κατέχων τὴν θέσιν δικαίωμα προβιβασμοῦ.
§131Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένον, ἀλλὰ διεγράφη, διότι ἐὰν ἀφίνετο, ἀμέσως ἤθελε προβιβασθῆ ὁ κατέχων τὴν θέσιν, διότι ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν ἐργάζεται ἐν αὐτῇ.
§132Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διατὶ νὰ μὴ προβιβασθῇ, ἀφοῦ ἀριθμῇ μακρὰν ὑπηρεσίαν;
§133Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει ὑπηρεσίαν 25 ἐτῶν.
§134Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ὑπὸ τὴν σημερινὴν οἰκονομικὴν περίστασιν εἶναι ὀλίγον δύσκολον.
§135Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἂς ἀναγραφῇ, καὶ ἂς μὴ γείνῃ ἀμέσως ὁ προβιβασμός. Ἐπίσης ὡς πρὸς τοὺς βοηθοὺς, νομίζω ὅτι οἱ δύο πρέπει νὰ ἦναι αʹ τάξεως καὶ οἱ δύο βʹ τάξεως.
§136Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς σαφεῖς παρατηρήσεις τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων, πολὺ ὀλίγα ὑπολείπονται νὰ παρατηρήσω καὶ ἐγώ. Θὰ ἐπαναλάβω τὴν σύστασιν, ὅπως διὰ τὴν θέσιν τοῦ Ἐφόρου ὁρισθῇ βαθμὸς καὶ μισθὸς Γενικοῦ Γραμματέως. Θὰ παρακαλέσω δὲ, ὡς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους ἐν γένει τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀξιολογώτατοι καὶ φιλοπονώτατοι, νὰ ληφθῇ καί τις πρόνοια περὶ μονιμότητος αὐτῶν· διότι δὲν εἶναι ἀνεκτὸν, ὑπάλληλοι, ὡς οἱ τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, ἔχοντες τοσοῦτον ἐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ καταστάντες εἰδικώτατοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ν’ ἀφίνωνται εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Ὑπουργοῦ. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω ἄρθρον 2 εἰς τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὃ «πάντες οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, ἀπολύονται μετὰ προηγουμένην αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἐφόρου αὐτῆς, βεβαιοῦσαν ἀνικανότητα, ἀμέλειαν ἢ ἀναξιοπρεπῆ πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου διαγωγήν.» Κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον δύναται νὰ ὑπάρχῃ χαλινὸς εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων τούτων. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς θέσεως τοῦ Ἐφόρου δέον νὰ ληφθῇ παρομοία φροντίς.
§137Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὸ κατώτερον προσωπικὸν οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ δεχθῶ, ἀλλὰ διὰ τὴν θέσιν τοῦ Ἐφόρου, ἐπειδὴ αὕτη εἶναι θέσις ἐμπιστοσύνης, ἐπεθύμουν νὰ μείνῃ ὡς ἔχουσι τὰ τῶν Γενικῶν Γραμματέων καὶ τῶν Νομαρχῶν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰσάγει καὶ διαγωνισμὸν, ὁ ὁποῖος, ἐννοεῖται, δὲν θὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν διὰ τοὺς ἤδη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§139Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πρόσωπον ἐμπιστοσύνης ὁ Ἔφορος τοιούτου καταστήματος.
§140Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ αἱ παρατηρήσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ͵Β͵Ηʹ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1892 περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων».
§142ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δι’ ὀλίγων χθὲς ὑπεστήριξα, κύριοι Βουλευταί, τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, καὶ ἔρχομαι σήμερον ὀλίγον εὐρύτερον νὰ ἀναπτύξω αὐτήν. Φρονῶ, ὅτι ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, εἶναι ἄρνησις τῆς βάσεως τοῦ νόμου περὶ διορισμοῦ ἐμμίσθων παρέδρων, διότι ὁ νόμος περὶ διορισμοῦ ἐμμίσθων παρέδρων ὁρίζει, ὅτι «εἰς τὴν θέσιν ἐμμίσθου παρέδρου διορίζεται ὁ εὐδοκιμήσας ἐν διαγωνισμῷ». Βάσις λοιπὸν τοῦ νόμου εἶναι ὁ διαγωνισμός, καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον περιωρίσθη τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ διορίζειν τοὺς δικαστὰς, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς εὐδοκιμήσεως ἐν διαγωνισμῷ. Τὴν βάσιν ταύτην τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔρχεται νὰ ἀναιρέσῃ, καὶ ἀναιρεῖ ταύτην, διότι ἀναθέτει εἰς τὸν κλῆρον, ἐν περιπτώσει ἰσοβαθμίας, νὰ ὑποδείξῃ τὸν διοριστέον.
§143Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μὲ ὀπισθενεργὸν δύναμιν;
§144Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐὰν ἡ βάσις εἶναι ἀληθὴς, ἂς ἔχῃ καὶ ὀπισθενεργὸν δύναμιν. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι οὐδέποτε δύναται νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τὸ ἀπόλυτον, τὸ ἀπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπορρέον, τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ διορίζειν τοὺς ὑπαλλήλους, διὰ τῆς τύχης, διὰ τοῦ κλήρου. Καὶ ναὶ μὲν ἐφαρμόζεται ὁ κανὼν τῆς κληρώσεως, προκειμένου περὶ ἐκλογῆς διὰ ψήφων, καὶ τότε τὸ ἐννοῶ, διότι καὶ ἐκεῖ ἡ βάσις εἶναι ἡ τύχη, διότι κατὰ τύχην δύναται νὰ συγκεντρώσῃ ἓν πρόσωπον τὴν πλειονοψηφίαν, ἐν περιπτώσει δὲ ἰσοψηφίας, πάλιν διὰ τῆς τύχης τοῦ κλήρου ὁρίζεται τὸ ἐκλεκτέον πρόσωπον. Προκειμένου ὅμως περὶ διορισμοῦ δημοσίων ὑπαλλήλων, θὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὸν κλῆρον; Θὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, τὸν ἔχοντα ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ διορίζειν, νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν τύχην τοῦ κλήρου; Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ γείνῃ δεκτή. Ἐπροτάθη τροπολογία τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων Γιαννακοπούλου καὶ Ἀγγελοπούλου, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐν περιπτώσει ἰσοβαθμίας διορίζονται πάντες οἱ τὸν αὐτὸν βαθμὸν λαβόντες, ἐὰν ὑπάρχωσι κεναὶ θέσεις, ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχωσι κεναὶ θέσεις ὁρίζεται διὰ κλήρου πάλιν ποῖος θὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τὴν κενήν. Καὶ πάλιν ἡ βάσις αὕτη δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν νόμον, καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου ὀφείλει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποκρούσῃ τὴν τροπολογίαν ταύτην. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προέτεινα ἐγὼ, ἔχει ἄλλην βάσιν, ἐμμένει εἰς τὴν βάσιν τοῦ διαγωνισμοῦ, δηλαδὴ τοῦ συναγωνισμοῦ μᾶλλον μεταξὺ τῶν διαγωνισθέντων καὶ τὸν αὐτὸν βαθμὸν λαβόντων. Εἶναι ἓν εἶδος ἀγῶνος, τὸν ὁποῖον θὰ διεξαγάγωσιν οἱ ὁμοιόβαθμοι, καὶ ἂν ὁ νέος ἀγὼν ἀναδείξῃ τὸν ἐπιτυχόντα, θὰ διορίζηται. Δὲν ἐξερχόμεθα ἐκ τῆς βάσεως τοῦ νόμου. Ἀλλὰ δύναται νὰ μοὶ γείνῃ ἡ ἀντίρρησις: «Καὶ ἂν κατὰ τὸν δεύτερον διαγωνισμὸν ἔχωμεν πάλιν ὁμοιοψηφίαν»; Τότε θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν· ὁ Ὑπουργὸς θὰ διορίσῃ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ τὴν εὐθύνην· διὰ νὰ φωτίσῃ δὲ καὶ τὴν συνείδησιν αὐτοῦ, δύναται ν’ ἀκούσῃ καὶ τὴν γνώμην τῶν ἐξεταστῶν, διότι ἐν τῷ διαγωνισμῷ, — καὶ ἀκριβῶς ἐνταῦθα καταδεικνύεται ἡ πλημμέλεια τοῦ νόμου περὶ διαγωνισμοῦ, — δὲν ἀρκεῖ ὁ μέλλων δικαστὴς νὰ ἦναι εὐμαθὴς, νὰ εὐδοκιμήσῃ κατὰ τὰς γνώσεις, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἔχῃ καὶ ἄλλα ἀκόμη προσόντα, νὰ ἔχῃ κυρίως τὴν πεῖραν τῶν καθηκόντων τοῦ δικαστοῦ· διότι, ὅπως ἤδη λειτουργεῖ ὁ νόμος τοῦ 1892, — ὁ ὁποῖος ὀφείλεται εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος συναδέλφου, καλῶς εἰσηγησαμένου τὸν νόμον τοῦτον εἰς τὴν Βουλὴν — ἀπεδείχθη, ὅτι μερικὰ προσόντα δὲν δύνανται νὰ ἀναδειχθῶσι διὰ διαγωνισμοῦ, τοιαῦτα δὲ εἶναι τὰ ἠθικὰ, οὕτως εἰπεῖν, προσόντα. Ἐὰν λοιπὸν παρουσιασθῇ ἡ περίπτωσις τῆς ὁμοιοβαθμίας, δὲν πρέπει νὰ διστάσωμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν ἐξουσίαν νὰ διορίσῃ ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἀκούσῃ καὶ τὴν γνώμην τῶν ἐξεταστῶν, οἱ ὁποῖοι, βαθμολογοῦντες τοὺς διαγωνιζομένους, εἶναι δυνατὸν νὰ διαγινώσκωσι ποιάν τινα διαφορὰν μεταξὺ τῶν διαγωνιζομένων, εἴτε ὡς πρὸς τὴν ἀντίληψιν, εἴτε ὡς πρὸς τὴν εὐχέρειαν, καὶ δύνανται νὰ εἰσηγήσωνται πρὸς τὸν Ὑπουργόν, ὅτι μεταξὺ τῶν ὁμοιοβάθμων ὑπάρχουσιν ἴσως ἀποχρώσεις τινὲς διανοητικαὶ, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου ἢ τοῦ ἄλλου ἐκ τῶν διαγωνισθέντων. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω ὑποστηρίζων τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν προέτεινα, καὶ παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ ἀποδεχθῇ ταύτην, καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτήν.
§145Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Λέγετε εἰς τὴν τροπολογίαν σας τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ ἰσοβάθμου μεταξὺ τῶν διαγωνισθέντων, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν ἐπαρκεῖς θέσεις πρὸς διορισμὸν πάντων τούτων, ἐνεργεῖται ἐκ νέου διαγωνισμὸς, διορίζεται δὲ ἢ διορίζονται οἱ σχετικῶς εὐδοκιμήσαντες...» Ἐννοεῖτε ὅτι τὸ παρὸν ἐξαιρεῖται ἐξ ὅσων εἴπετε, διότι ἤδη πρόκειται περὶ τῶν τριῶν.
§146Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὄχι. Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶχεν αὐτὴν τὴν διάταξιν.
§147Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Διότι τώρα ὑπάρχουσι θέσεις κεναί· ἑπομένως θὰ διορισθῶσι.
§148Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαίως. Ἐγὼ δὲν ἐπανέλαβον τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία λέγει: «Ἡ διάταξις αὕτη ἐφαρμόζεται καὶ διὰ τοὺς εὐδοκιμήσαντας κατὰ τὸν διαγωνισμὸν τὸν προκηρυχθέντα διὰ τῆς ἀπὸ 29 Μαρτίου 1903 πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς πλήρωσιν ὀκτὼ κενῶν θέσεων ἐμμίσθων παρέδρων.» Ἐννοεῖται, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐπαρκεῖς θέσεις, τὸ νομοσχέδιον μεταβάλλεται. Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ τροπολογία τῶν ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων περιορίζεται εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποδειχθέντα ἐν τῇ προκηρύξει τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι ὀρθόν· διότι, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ κενωθῶσι καὶ ἄλλαι θέσεις, πρὸς τί νὰ γείνῃ διαγωνισμὸς, ἀφοῦ ὑπάρχουσιν οἱ εὐδοκιμήσαντες;
§149Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀληθῶς, κύριε Πρόεδρε, βάσις τοῦ νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων εἶναι, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὁ διαγωνισμός. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος φρονεῖ, ὅτι ἀναιρεῖται ἡ βάσις αὕτη τοῦ νόμου διὰ τοῦ εἰσαχθέντος ὑπ’ ἐμοῦ νομοσχεδίου, ἀναιρεῖται ἡ ἐνέργεια τοῦ διαγωνισμοῦ, καὶ ἀντικαθίσταται διὰ τῆς κληρώσεως, τουτέστιν, ὡς ἐλέχθη παρά τινων συναδέλφων, διὰ τῆς τυφλῆς τύχης. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος νὰ παρατηρήσω αὐτῷ, ὅτι διὰ τοῦ εἰσαχθέντος ὑπ’ ἐμοῦ νομοσχεδίου οὐδαμῶς ἀναιρεῖται ἡ βάσις τοῦ νόμου. Τουναντίον ἐγὼ φρονῶ, ὅτι αὕτη ἀναιρεῖται τελείως διὰ τῆς παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθείσης τροπολογίας, δι’ ἧς ἐκμηδενίζεται ὁ διαγωνισμός. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ εἰσαχθέντος παρ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ζητεῖται ἆρά γε νὰ δοθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ ἐμμίσθους παρέδρους μὴ διαγωνισθέντας; Οὐχί. Τὸ νομοσχέδιον τὸ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν ζητεῖ νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ ἐκ τῶν διαγωνισθέντων καὶ εὐδοκιμησάντων τοὺς ἰσοψηφίσαντας πάντας, ἔστω καὶ ἂν οὕτω γίνεται ὑπέρβασις εἰς τὰς θέσεις δι’ ἃς προεκηρύχθη ὁ διαγωνισμός; Οὔτε τοῦτο. Διότι τότε θὰ παρεβιάζετο ἑτέρα διάταξις τοῦ νόμου, στενῶς συνδεομένη πρὸς τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ σύστημα τοῦ διαγωνισμοῦ, ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ὁ διαγωνισμὸς προκηρύσσεται δι’ ὡρισμένον ἀριθμὸν θέσεων. Καὶ διὰ τοῦτο εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ πληρώσωμεν τὸ κενὸν, διότι ἀληθῶς ὑπάρχει κενὸν ἐν τῷ νόμῳ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ πληρωθῇ διὰ νομοθετικῆς πράξεως. Οὐδαμοῦ τοῦ νόμου ὑπάρχει διάταξίς τις, εἴτε ῥητὴ, εἴτε ἐκ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ δυναμένη νὰ ἐξαχθῇ, ἥτις νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ λύῃ τὴν δυσχέρειαν ταύτην. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην, ὅτι τὸ παρ’ ἡμῶν εἰσαχθὲν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον οὐ μόνον δὲν ἀναιρεῖ, ἀλλὰ καὶ ἐπικυροῖ τὴν βάσιν τοῦ νόμου, τοὐναντίον δὲ ἡ παρὰ τοῦ ἐκ Ζακύνθου ἀξιοτίμου συναδέλφου ὑποβληθεῖσα τροπολογία ἀναιρεῖ τὴν βάσιν τοῦ διαγωνισμοῦ, εἰσάγουσα τὴν αὐθαιρεσίαν. Πρὸς τίνα σκοπὸν κηρύσσομεν τὸν διαγωνισμόν; Ἀκριβῶς ἵνα κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν κατορθώσωμεν νὰ ἐξακριβώσωμεν καὶ σταθμίσωμεν τὴν ἱκανότητα τῶν ἐπιθυμούντων νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἐπελθούσης ἰσοβαθμίας μεταξὺ τίνων τῶν διαγωνισθέντων, κατ’ ἀνάγκην θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἐντεῦθεν δυσχερείας. Διὰ τίνος δὲ μέσου πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τοῦτο; Τὸ μέσον τοῦτο εἰς τὴν περίστασιν ταύτην δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄλλο ἢ ὁ κλῆρος. Ἀλλὰ τί εἰσάγει ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου συναδέλφου; Εἰσάγει νέον διαγωνισμὸν· ἀλλὰ διαγωνισμὸς νέος εἶναι ἀναίρεσις τῆς βάσεως τοῦ νόμου. Διότι ποίαν σημασίαν ἔχει ὁ διαγωνισμὸς οὗτος καὶ τί ζητεῖ; Ζητεῖ νὰ ἐξακριβωθῇ ἐκ νέου, μετὰ δέκα ἢ εἴκοσιν ἡμέρας ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ πρώτου διαγωνισμοῦ, ποία εἶναι ἡ ἱκανότης τῶν διαγωνισθέντων. Ἀλλὰ τοῦτο ἐξηκριβώθη κατὰ τρόπον ἀποχρῶντα. Διότι ἢ ἡ βάσις τοῦ διαγωνισμοῦ εἶναι ὀρθὴ, καὶ τότε οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι τὸ πόρισμα αὐτοῦ εἶναι ἡ ἀληθὴς καὶ ἀκριβὴς παράστασις τῆς ἱκανότητος τῶν διαγωνισθέντων, πιστῶς ἀνταποκρινομένη εἰς τὰ πράγματα, ἢ εἶναι πεπλανημένη καὶ ψευδὴς, καὶ τότε καὶ ἐκ τοῦ νέου διαγωνισμοῦ οὐδὲν θετικώτερον καὶ ἀσφαλέστερον πόρισμα ἔχομεν νὰ πορισθῶμεν. Ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐλπίζωμεν μεταβολὴν τῆς ἱκανότητος ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι μετὰ δέκα ἢ εἴκοσιν ἡμέρας αὐτοὶ οἱ ἰσοβαθμοῦντες θὰ εὑρεθῶσιν εἰς διάφορον πρὸς ἀλλήλους θέσιν; ὅτι ἄλλος μὲν θὰ κατέλθῃ κάτω τοῦ βαθμοῦ, ὃν ἔλαβεν, ἄλλος δὲ θὰ ἀνέλθῃ ὑπεράνω αὐτοῦ καὶ καθεξῆς; Ἅπαξ πιστοποιηθείσης τῆς ἱκανότητος αὐτῶν, καὶ πιστοποιηθείσης κατ’ ἀκρίβειαν καὶ κατὰ δικαιοσύνην, δὲν δυνάμεθα νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὴν βάσιν ταύτην, καὶ ὁ σήμερον ἱκανὸς θὰ ἦναι καὶ μετὰ 10 ἡμέρας τοιοῦτος, καὶ μετὰ 20 ἡμέρας, καὶ μετὰ ἕνα μῆνα. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία ἡ εἰσαχθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἑτέραν τροπολογίαν, κύριε Πρόεδρε, τὴν εἰσαχθεῖσαν παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κ. κ. Ἀγγελοπούλου καὶ Γιαννακοπούλου. Κατ’ αὐτὴν παρέχεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα, ὅπως πάντας τοὺς ἐν ἰσοβαθμίᾳ εὑρισκομένους διορίσῃ εἰς θέσεις ἐμμίσθων παρέδρων, ἐφ’ ὅσον τοιαῦται θέσεις ὑπάρχουσι κεναί. Τοῦτο, νομίζω, ἀντίκειται εἰς ἑτέραν βάσιν τοῦ καθεστῶτος νόμου, τὴν βάσιν, καθ’ ἣν τόσαι θέσεις πληροῦνται, δι’ ὅσας προεκηρύχθη διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ διαγωνισμός. Ἐν τῇ προκειμένῃ δὲ περιστάσει, ἥτις ἔδωκε τὴν ἀφορμὴν καὶ ἐγένετο ἡ ἀφετηρία πρὸς εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὴν Βουλήν, εἶχε προκηρυχθῆ διαγωνισμὸς δι’ ὀκτὼ μόνον θέσεις παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατόν, ἀφοῦ δι’ ὀκτὼ μόνον θέσεις ἔχει προκηρυχθῆ διαγωνισμὸς, νὰ ἔλθῃ ἔπειτα ὁ Ὑπουργὸς, κατόπιν μὲν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἀναιρῶν ὅμως τὰ δικαιώματα ἐκείνων, οἵτινες ἀναμένουσι νέον διαγωνισμὸν διὰ τὰς ὑπολειπομένας κενὰς θέσεις, καὶ νὰ διορίσῃ τρεῖς, ἀντὶ δύο, ὅσους δικαιοῦται νὰ διορίσῃ κατὰ τὸν νόμον; Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι ἀναίρεσις τῆς βάσεως τοῦ νόμου, τοῦτο εἶναι ἀναίρεσις τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, οἵτινες, ἱστάμενοι ἐκτὸς τοῦ διαγωνισμοῦ, ἀναμένουσι τὴν προκήρυξιν νέου διαγωνισμοῦ διὰ τὰς κενὰς θέσεις, ὅσων ἡ πλήρωσις δὲν προεκηρύχθη, ἵνα προσέλθωσι καὶ αὐτοὶ, καὶ, ἂν ἐπιτύχωσι, καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου. Ὅτε ἐπελήφθην τῆς παρασκευῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μοὶ προὐτάθησαν παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου διάφοροι λύσεις· προὐτάθη ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ἂν ἐν ἰσοβαθμίᾳ ἀπεβλέπομεν εἰς τὸν βαθμὸν τὸν ἀνώτερον τοῦ Πανεπιστημιακοῦ διπλώματος ἐκείνων, οἵτινες εὑρίσκονται ἐν ἰσοβαθμίᾳ· προὐτάθη ἐπίσης ἑτέρα λύσις, ἡ ἀρχαιότης τῆς δικηγορικῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ἐκρίνετο καλὸν, κατά τινας μὲν νὰ τεθῇ ὡς γνώρισμα, δίδον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα πρὸς διορισμὸν, ὁ ἀνώτερος βαθμὸς ἐν τῷ Πανεπιστημιακῷ διπλώματι, κατ’ ἄλλους δὲ, ἡ ἀρχαιότης τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀντίκεινται εἰς αὐτὴν τὴν βάσιν τοῦ νόμου τοῦ 1892. Ἡ βάσις, ἐπαναλέγω, τοῦ νόμου τοῦ 1892 εἶναι ἡ ἀξία καὶ ἡ ἱκανότης τῶν ἐφιεμένων νὰ λάβωσι τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου, ἡ ἱκανότης δ’ αὐτῶν κρίνεται, κατὰ τὸν νόμον, ἐν διαγωνισμῷ. Εἰς τί ἤθελε χρησιμεύσει εἰς ἡμᾶς ὁ βαθμὸς τοῦ Πανεπιστημιακοῦ διπλώματος, ἢ ὁ χρόνος τῆς δικηγορικῆς ὑπηρεσίας τῶν μελλόντων νὰ διορισθῶσι, τῶν ἐν ἰσοβαθμίᾳ εὑρισκομένων; Ταῦτα πάντα θὰ ἦσαν χαρακτηριστικὰ ἁπλῶς καὶ τεκμήρια, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἱκανότητος τῶν διοριστέων πρὸ τοῦ διαγωνισμοῦ. Ἀλλὰ τὰ τεκμήρια ταῦτα δὲν χρησιμεύουσι πλέον εἰς ἡμᾶς, ὅταν ἔχωμεν τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἱκανότητος τῶν διαγωνισθέντων, τὴν πλήρη καὶ τελείαν, τὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐστηρᾶς ἐξετάσεως αὐτῶν κτηθεῖσαν, τὴν ἀπόδειξιν τὴν προκύπτουσαν ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ. Πάντα ταῦτα λοιπὸν, εἴτε ὁ βαθμὸς τοῦ πτυχίου, εἴτε ἡ ἀρχαιότης τῆς δικηγορικῆς ὑπηρεσίας, παρέλκουσιν ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει, ὅπως ἐπίσης παρέλκει καὶ τὸ ἕτερον μέτρον, τῆς ἐπαναλήψεως τουτέστι τοῦ διαγωνισμοῦ. Διὰ ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, κατέληξα εἰς τὴν γνώμην, ὅτι τὸ δικαιότερον πάντων εἶναι, ὅπως ὁ κλῆρος ἀποφασίσῃ περὶ τῶν διοριστέων ἐκ τῶν ἐν ἰσοβαθμίᾳ εὑρισκομένων, ὅταν δὲν ὑπάρχωσι τόσαι θέσεις κεναί, ὅσοι εἶναι οἱ ἐν ἰσοβαθμίᾳ εὑρισκόμενοι. Διὰ τούτους τοὺς λόγους παρακαλῶ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ ὡς ἔχει.
§150Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μοὶ φαίνεται ἀκριβὲς τὸ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λεχθὲν, ὅτι βάσις τοῦ νόμου εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν κενῶν θέσεων, τῶν προσδιοριζομένων διὰ τοῦ Β. Διατάγματος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐξετάσεων. Βάσις τοῦ νόμου εἶναι μία καὶ μόνη· ἡ ἐξέτασις, ἡ εὐδοκίμησις εἰς τὴν ἐξέτασιν. Τὸ πόσαι θέσεις εἶναι κεναὶ, εἶναι ἐντελῶς τυχαῖον. Δυνατὸν νὰ ἦναι πέντε, δυνατὸν νὰ ἦναι τέσσαρες, δυνατὸν νὰ ἦναι δέκα· τοῦτο δὲν ἔχει ἀπολύτως καμμίαν σημασίαν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου οἱ τρεῖς, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἀπέδειξαν, ὅτι καὶ οἱ τρεῖς δικαιοῦνται νὰ διορισθῶσι, διότι ἔλαβον βαθμὸν ἀνακηρύσσοντα αὐτοὺς εὐδοκιμήσαντας. Ὁ νομοθέτης προφανῶς ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν πρόσωπα παρέχοντα διὰ τῆς εὐδοκιμήσεως ἐν ταῖς ἐξετάσεσι πλήρη τὴν βεβαιότητα, ὅτι δύνανται νὰ ἀσκήσωσι τὸ δικαστικὸν ἔργον καλῶς. Ἐπὶ τῆς προκειμένης περιστάσεως, ἀφοῦ καὶ οἱ τρεῖς ἀπέδειξαν ὅτι θεωροῦνται παρὰ τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἱκανοὶ καὶ οἱ τρεῖς νὰ διορισθῶσι, γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, κατὰ ποῖόν τινα τρόπον δύνανται νὰ διορισθῶσιν, ἀφοῦ τὸ Β. Διάταγμα προσδιώρισε μόνον ὀκτὼ κενὰς θέσεις, ἐὰν δὲ διορισθῶσι καὶ οἱ τρεῖς, πρόκειται νὰ καταληφθῶσιν ἐννέα θέσεις; Ὁ κύριος Ὑπουργὸς προτείνει, ὅπως διὰ τῆς κληρώσεως, διὰ τῆς τυφλῆς καὶ ἀνερυθριάστου τύχης λύσωμεν τὴν δυσχέρειαν ταύτην, τὴν ἀπροόπτως ἀναφυεῖσαν. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἡ τύχη τί θ’ ἀποφανθῇ διὰ τῆς κληρώσεως; Θ’ ἀποφανθῇ ἁπλῶς καὶ μόνον, ὅτι ὁ εἷς εἶναι ἀπόκληρος, οἱ δύο δὲ ἄλλοι εἶναι τυχηροὶ, οὐδὲν πλέον, ἐνῷ ἡ ἐξέτασις ἀπέδειξεν, ὅτι καὶ οἱ τρεῖς εἶναι ἴσοι, ἐξ ἴσου ἔχοντες δικαίωμα νὰ διορισθῶσι.
§151Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν παρέχει τοιοῦτον δικαίωμα ὁ νόμος. Ἔχομεν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου. Ἀναγνώσατέ το, παρακαλῶ.
§152Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουσι δικαίωμα νὰ διορισθῶσι.
§153ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶχον δικαίωμα, θὰ διωρίζοντο.
§154Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἔλαβον βαθμὸν εὐδοκιμήσαντος, καὶ εἶναι ἕβδομος καὶ ὄγδοος, πρέπει νὰ διορισθῶσι.
§155ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς θέσιν ἐμμίσθου παρέδρου διορίζεται ὁ εὐδοκιμήσας, λέγει ὁ νόμος· δὲν λέγει ὅτι ὑποχρεωτικῶς ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ διορίσῃ πάντα εὐδοκιμήσαντα. Πρέπει νὰ εὐδοκιμήσῃ διὰ νὰ διορισθῇ· δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Ὑπουργὸς νὰ τὸν διορίσῃ.
§156Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποχρεοῦται νὰ διορίσῃ κατὰ σειρὰν ἱκανότητος. Τότε παρέχεται εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ διορισθῶσι.
§157ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἡ ἑτέρα διάταξις τῆς προτιμήσεως παρέλκει.
§158Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει καὶ οἱ τρεῖς δύνανται ν’ ἀξιώσωσι τὴν θέσιν τοῦ ἑβδόμου καὶ ὀγδόου.
§159ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θὰ συμβιβάσητε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3 ἐδάφ. αʹ τοῦ νόμου, καθ’ ἣν «εἰς θέσιν ἐμμίσθου παρέδρου διορίζεται ὁ εὐδοκιμήσας ἐν διαγωνισμῷ διεξαγομένῳ ἐνώπιον ἐπιτροπῆς κλπ.», πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4, καθ’ ἣν «ὁ διαγωνισμὸς προκηρύσσεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς πλήρωσιν κενῶν θέσεων ἐμμίσθων παρέδρων»;
§160Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προκηρύσσεται διαγωνισμὸς δι’ ὀκτὼ θέσεις· δύναται ἕκαστος ἐκ τῶν τριῶν νὰ ἀξιώσῃ θέσιν ἑβδόμου ἢ ὀγδόου, διότι ἔλαβε βαθμὸν ὅμοιον. Κατὰ ποίαν τινὰ λογικὴν θὰ προτιμηθῇ ὁ Α ἢ ὁ Β; Ὁ κλῆρος τί θὰ εἴπῃ; Θὰ ἔχωμεν μίαν καθαρὰν ἀδικίαν, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει θέσις, διότι ἡ βάσις τοῦ νόμου δὲν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν διορισθησομένων· εἶναι ἡ εὐδοκίμησις εἰς ἐξετάσεις· ἀφοῦ δὲ ἀπέδειξαν, ὅτι ἔχουσιν ἐπαρκῆ τὴν ἱκανότητα διὰ τῆς ἐξετάσεως, διατὶ νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους διορισμόν; Ἡ τύχη θ’ ἀποπέμψῃ τὸν ἕνα· διὰ ποῖον λόγον θὰ ὑποστῇ τοιοῦτον ἄδικον μαρτύριον, ὥστε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς νέας ἐξετάσεις, ἀφοῦ διὰ τῶν πρώτων ἐξετάσεων ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι ἱκανός; Διὰ τοῦτο ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, συμβιβάζεται καὶ μὲ τὴν δικαιοσύνην καὶ μὲ τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ· διότι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ μέσον, ἀφοῦ ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις, νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἀξίωσιν τὴν δικαίαν καὶ τῶν τριῶν ἐπιτυχόντων εἰς τὸν διαγωνισμόν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῶσι τὴν λύσιν ταύτην, τὴν διὰ τῆς τροπολογίας προτεινομένην, διότι εἶναι λύσις ὀρθοτέρα πάσης ἄλλης. Δὲν θέλω νὰ βαρύνω περισσότερον τὴν Βουλήν, διότι νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι αὐτονόητον.
§161Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ προσέξῃ, διότι νομίζω ὅτι πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀδικήσῃ τρεῖς νέους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν γνώμην μου ἔχουσιν ἤδη κεκτημένον τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ.
§162Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§163ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ καὶ πρὸς τὰς δύο τροπολογίας, τὴν τοῦ κυρίου Στεφάνου καὶ τὴν τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, διότι τὴν μὲν τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, ἐφ’ ὅσον πλησιάζει πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀποδέχεται τὴν κλήρωσιν, θεωρῶ ἀντικειμένην πρὸς τὸ ὀρθόν.
§164Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποδέχεται τὴν κλήρωσιν ὡς πρὸς τὴν κατάταξιν.
§165ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ... Θεωρῶ, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή, διότι εἶναι ἐκτὸς πάσης συζητήσεως, ὅτι ἡ κλήρωσις ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου, ἀφοῦ ἀντίκειται πρὸς τὴν ἀρχήν, ἣν ὡς βάσιν ἔθετο ὁ κείμενος νόμος· ἀλλὰ δὲν συμβιβάζεται καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἐξυπηρετήσῃ ὁ νόμος, τοῦ διορισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διὰ διαγωνισμοῦ ἐκτιμήσεως τῆς ἱκανότητος ἑνὸς ἑκάστου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναθέσῃ τις εἰς τὸν κλῆρον τὴν ἐγγύησιν, ἣν ἐπεζήτησεν ὁ νομοθέτης νὰ ἀνεύρῃ εἰς τὸν διαγωνισμὸν καὶ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀξίας τοῦ διαγωνιζομένου. Αὐτὸ εἶναί τι ἀπολύτως ἀσυμβίβαστον. Ἀλλὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου εὑρίσκω ἀδικωτάτην, διότι, ἀφοῦ ἅπαξ ὑπεβλήθη τις εἰς διαγωνισμὸν καὶ ἐπέτυχεν εἰς τὸν διαγωνισμόν, εἶναι ἀδικώτατον νὰ τὸν ὑποβάλητε εἰς νέον διαγωνισμόν, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν προσκρούετε εἰς κεκτημένον δικαίωμα· κατὰ τὴν ἐμὴν δὲ γνώμην, προσκρούετε εἰς κεκτημένον δικαίωμα, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι οἱ τρεῖς νέοι, οἱ ἤδη ἐπιτυχόντες, ἔχουσιν ἴσον δικαίωμα, ἵνα καταλάβωσι τὴν ἑβδόμην καὶ ὀγδόην θέσιν, ἀφοῦ ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπῃ: «Διατὶ, Κύριοι, θὰ κατατάξητε ἕβδομον τὸν Α, καὶ οὐχὶ ἐμέ; τὸν Β, καὶ οὐχὶ ἐμέ; Ἴσα δικαιώματα ἔχομεν· ἕβδομοι εἴμεθα καὶ οἱ τρεῖς.» Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκλείσητε τὸν ἕνα ἢ τοὺς δύο; Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκλεισθῶσι. Προφανῶς προσκρούετε εἰς κεκτημένον δικαίωμα, διότι κατὰ τὸν κείμενον νόμον ὁ ὑποβληθεὶς εἰς διαγωνισμὸν καὶ ἐπιτυχὼν δικαιοῦται νὰ διορισθῇ. Τὸ ζήτημα τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν θέσεων εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτυχίας αὐτῶν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ ὀρθοτέρα λύσις εἶναι, ὅτι πάντες αὐτοὶ πρέπει νὰ ἔχωσι κεκτημένον τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ· πρόκειται μόνον νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ πραγματοποιηθῇ, ἀφοῦ ἐλλείπει μία θέσις καὶ δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Φυσικῶς δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ ἑνὸς ἐκ τῶν τριῶν· ἀλλὰ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸς, εἰς τὴν πρώτην κενωθησομένην θέσιν νὰ καταλάβῃ αὐτήν. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι παραβιάζονται τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται ν’ ἀποκτήσωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται εἰς τὸ μέλλον νὰ διαγωνισθῶσι, δὲν εἶναι τόσον σοβαρὸν, ὥστε νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ νομοθετήσωμεν οὕτω, διότι οὕτως ἐπιζητεῖται νὰ παραβιάσωμεν κεκτημένον δικαίωμα ἑνὸς, χάριν ὑποτιθεμένων δικαιωμάτων ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη οὐδὲ διενοήθησαν κἂν νὰ διεκδικήσωσι τοιαῦτα δικαιώματα. Λοιπὸν αὐτὸ ἀπολύτως δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἂν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου διαρρυθμισθῇ κατὰ τρόπον, ὥστε ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ μέσου ἡ κλήρωσις...
§166Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀφορᾷ μόνον τὴν κατάταξιν.
§167ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. ἐὰν ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ μέσου ἡ κλήρωσις, διότι δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξυπηρετεῖ ὁ νόμος, τότε θὰ συμφωνήσω πρὸς τὸν κ. συνάδελφον. Ἐγὼ λοιπὸν νομίζω, ὅτι δύναται οὕτω πῶς νὰ τροπολογηθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Ἀγγελοπούλου: «Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν πλείονες τῶν εὐδοκιμησάντων λάβωσι τὸν αὐτὸν βαθμὸν, δικαιοῦνται νὰ διορισθῶσι πάντες, ἐφ’ ὅσον καὶ καθ’ ὅσον ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις. Ἡ σειρὰ τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπάρχουσι τόσαι κεναὶ θέσεις, ὅσοι εἶναι οἱ κατὰ τὸν διαγωνισμὸν διὰ τῆς ἰσοβαθμίας ἐπιτυχόντες, ὁρίζεται κατὰ τὴν ἀρχαιότητα τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν ὡς δικηγόρων, διοριζομένων τῶν ὑπολειπομένων κατὰ τὴν αὐτὴν σειρὰν εἰς τὴν πρώτην κενωθησομένην θέσιν.» Διότι περὶ ἀρχαιότητος πρόκειται· ἀρχαιότητα θὰ καταλάβῃ ὁ πρότερον διοριζόμενος. Τὴν ἀρχαιότητα ἔχει διὰ τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ. Ἂς ἀναγνωρισθῇ ἡ ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ διορισμοῦ ἀρχαιότης· ἐὰν δὲ πρόκηται μετὰ βραχὺν χρόνον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προσδιορίσῃ νέον διαγωνισμὸν διὰ θέσεις ἐμμίσθων παρέδρων, ἂς κρατήσῃ ὑπὲρ τοῦ μὴ διορισθέντος μίαν, διὰ νὰ καταλάβῃ αὐτὸς τὴν θέσιν, ἂς ὁρίσῃ δὲ διαγωνισμὸν διὰ τοὺς λοιπούς. Νομίζω ὅτι οὕτω πρέπει νὰ διαρρυθμισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ τότε θὰ ἦναι σύμφωνον πρὸς τὴν ἀρχὴν, ἣν ὁ κείμενος νόμος ἀναγράφει· διότι ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι φοβερὸν πρᾶγμα νὰ ἐπιτύχῃ τις εἰς τὸν διαγωνισμὸν καὶ νὰ τὸν ὑποχρεώσητε ἐκ νέου νὰ δώσῃ ἐξετάσεις.
§168Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν.
§169ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ὑπάρχει δικαίωμα, ὅπως ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑπὲρ τῶν ἀποτυχόντων, δικαίωμα ἐπὶ τῶν μελλουσῶν θέσεων, κατὰ πολὺ μεγαλείτερον λόγον πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅτι δικαίωμα ἐπὶ τῶν θέσεων, δι’ ἃς προεκηρύχθη ὁ διαγωνισμὸς, ἔχουσι καὶ οἱ τρεῖς ἰσοβαθμήσαντες. Ὑπάρχει ἀληθῶς κενὸν ἐν τῷ νόμῳ. Ὑπάρχουσι δύο θέσεις διὰ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς ὑποψηφίους,—δὲν ὁμιλεῖ ὁ νόμος διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἰσοβαθμίας,—ἑπομένως ὑπάρχει δικαίωμα ὑπὲρ τῶν ἰσοβαθμίων, ἵνα διορισθῶσι καὶ οἱ τρεῖς. Ὅταν ζητῶμεν νὰ κρίνῃ ἡ τύχη, νὰ κρίνῃ ὁ κλῆρος, τίνες ἐκ τῶν τριῶν θὰ διορισθῶσιν εἰς τὰς δύο κενὰς θέσεις, ζητοῦμεν μὲ ἄλλους λόγους τί; Νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τοῦ ἀδικήματος, τῆς στερήσεως τοῦ δικαιώματος τῷ ἀποκλήρῳ, ἡ τύχη, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην ἡμεῖς. Εἶπον ἀδικήματος, διότι ἀφοῦ ὑπάρχουσι δικαιώματα, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ εἷς, ὁ ὁποῖος δὲν θ’ ἀπολαύσῃ τοῦ δικαιώματος τοῦ διορισμοῦ, θὰ ἀδικηθῇ. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἀδικίας αὐτῆς, καὶ τὴν παραπέμπει εἰς τὴν τύχην. Ταῦτα γεννῶνται διότι ὑπάρχει κενὸν ἐν τῷ νόμῳ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, ὅπως παρουσιάζεται εἰς τὴν Βουλὴν, νομίζω ὅτι ἔχει διπλῆν τὴν ὄψιν, καὶ κατὰ δύο τρόπους δύναται νὰ ἐξετασθῇ. Ὑπάρχουσι δικαιώματα, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει νόμος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀντλοῦνται τὰ δικαιώματα, καὶ δὲν ὑπάρχουσι δικαιώματα, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει νόμος· ὅταν δὲ πρόκηται νὰ κανονίσωμεν τὸ μέλλον, δὲν δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ δικαιωμάτων, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος, ἐξ οὗ νὰ γεννηθῶσιν· ὅταν πρόκηται νὰ κανονίσωμεν τὸ παρὸν ἢ τὸ παρελθὸν, δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ δικαιωμάτων, ἐφ’ ὅσον ὁ ὑπάρχων νόμος γεννᾷ τοιαῦτα. Καὶ ὅταν λέγω δικαίωμα, μὴ νομίσητε ὅτι ὁμιλῶ περὶ δικαιώματος γεννῶντος ἀγωγήν. Καὶ ἂν δὲν γεννᾷ ἀγωγὴν, δικαίωμα εἶναι. Ἄλλο ζήτημα, ἂν γεννᾷ ἀγωγήν. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι διπλοῦν σήμερον, ἐφ’ ὅσον τὸ ζήτημα ἀφορᾷ τοὺς σήμερον ἰσοβαθμίους, τοὺς τρεῖς, καὶ ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὸ μέλλον. Διὰ τοὺς τρεῖς ἰσοβαθμίους τῆς σήμερον, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει νόμος λύων τὸ ζήτημα καὶ πρόκειται ἡμεῖς νὰ νομοθετήσωμεν, πρόκειται δὲ νὰ προλάβωμεν ἀποφάσεις ἀδίκους, ὀρθὸν εἶναι νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τοὺς τρεῖς ἰσοβαθμίους τῆς σήμερον νὰ διορισθῶσι...
§170Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχουσι θέσεις.
§171Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι θέσεις.
§172Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ὑπάρχουσιν ὀκτὼ θέσεις.
§173ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ἦτο δύσκολον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον τρεῖς θέσεις. Ἀλλ’ ἀκούω ὅτι ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις. Καὶ διὰ τὸ μέλλον δυνάμεθα νὰ νομοθετήσωμεν σήμερον κατὰ τρόπον, ὥστε οὐδεὶς νὰ ἀδικῆται.
§174Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τὸν Νοέμβριον νομοθετοῦμεν πλέον!
§175ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ τὸ μέλλον εἶναι ἐξεταστέον, ἂν πρέπει τὰ ζητήματα αὐτὰ νὰ τὰ λύῃ ἡ τύχη. Ἐὰν καθιερώσωμεν τὸν κλῆρον, κατ’ ἐμὲ ἀναιρεῖται καὶ ἡ βάσις τοῦ νόμου. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τὸν φόβον, ὅτι θὰ προσβάλωμεν δικαιώματα παραχθησόμενα εἰς τὸ μέλλον, διότι παραχθήσονται ἐκ τοῦ νέου νόμου, ὁ νέος δὲ νόμος, ὡς ζητοῦμεν νὰ ψηφισθῇ, δὲν θὰ γεννᾷ δικαιώματα ὑπὲρ τῶν ἰσοβαθμίων. Δυνάμεθα εἰς τὸ μέλλον νὰ δεχθῶμεν τὸν κλῆρον, δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὸν ἐκ νέου διαγωνισμόν. Διὰ τὸ μέλλον ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐπαναλήψεως τοῦ διαγωνισμοῦ, διότι δὲν νομίζω πάντοτε ἀσφαλῆ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἱκανότητα τῶν διαγωνιζομένων. Ἔχω δὲ ἀρκετὰς ἀφορμὰς λάβει μέχρι τοῦδε, ἵνα μὴ νομίζω ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν διαγωνιζομένων εἶναι ἀσφαλὴς, καὶ ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν πολλὰ, καὶ ἐσκόπουν νὰ τὰ ἀναφέρω, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἡ περίπτωσις νὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ διατάγματος τοῦ συμπληρωτικοῦ τοῦ νόμου, τοῦ κανονίζοντος τὰ τῶν διαγωνισμῶν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος, νομίζω, ἐπίσης ἔχει λάβει ἀφορμὴν νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ πράγματος, κατὰ πόσον ηὐδοκίμησεν ὁ θεσμὸς τῶν παρέδρων, ἰδίως κατὰ τὸ μέρος τοῦ διαγωνισμοῦ, νομίζω ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ μελετήσῃ τὸ διάταγμα, καὶ νὰ ζητήσῃ διὰ νέου διατάγματος τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον παρουσιάζει κενά. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δυνάμεθα διὰ τὸ μέλλον νὰ νομοθετήσωμεν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸν φόβον νὰ προσβάλωμεν δικαιώματα, διότι τὰ δικαιώματα θὰ γεννηθῶσιν εἰς τὸ μέλλον, ἐὰν ὁ διὰ τὸ μέλλον νόμος τὰ παραγάγῃ. Διὰ τὸ ἐνεστὼς, ὁ μόνος τρόπος, ἵνα μὴ ἀδικηθῇ κανεὶς, εἶναι, ἀφοῦ ὑπάρχει καὶ μία θέσις κενὴ, νὰ διορισθῶσι καὶ οἱ τρεῖς· δὲν προσβάλλονται δὲ δικαιώματα τῶν ἀποτυχόντων, διότι οἱ ἀποτυχόντες δὲν ἀπέκτησαν κανὲν δικαίωμα. Ἐπιτυχόντες εἶναι οἱ εὐδοκιμήσαντες, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ διατάγματος, πάντες δὲ οἱ ἄλλοι εἶναι ἀποτυχόντες. Προτείνω λοιπὸν, κατὰ τροπολογίαν ὅλων τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν, νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα· νὰ διορισθῶσι πάντες οἱ παρόντες, νὰ ληφθῇ δὲ πρόνοια διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον τάσσομαι ὑπὲρ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Στεφάνου, τῆς ἐπαναλήψεως δηλ. τοῦ διαγωνισμοῦ.
§176Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον πρὶν ἢ ὁμιλήσουν ὁ κ. Μπουφίδης καὶ ὁ κ. Βοζίκης. Συμμερίζομαι τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ συνάδελφοι οὗτοι περὶ τοῦ ζητήματος, καὶ φρονῶ ὅτι στηρίζεται ἐπὶ ἀσφαλοῦς βάσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς, προτείνων τὸν νόμον. Ἀλλὰ γίνεται σύγχυσίς τις ἕνεκα τῆς διπλῆς φύσεως τοῦ ζητήματος· διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται, κανονίζονται διάφορα πράγματα. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ διακρίνωμεν τὴν περίπτωσιν τοῦ παρελθόντος καὶ τὴν περίπτωσιν τοῦ μέλλοντος. Ἄλλην βάσιν λοιπὸν θὰ ἔχωμεν διὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ παρελθόντος, καὶ ἄλλην διὰ τὴν νομοθέτησιν τοῦ μέλλοντος. Ἤδη κατὰ τὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ ἐμμίσθων παρέδρων γενόμενον διαγωνισμὸν τρεῖς ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων ἔλαβον τὸν αὐτὸν βαθμόν. Αὐτοὶ ἔχουσι κεκτημένα δικαιώματα, κεκτημένα δικαιώματα οὐχὶ καθ’ ὁλοκληρίαν, — διότι εἶναι τρεῖς, — ἀλλ’ ἠδύνατό τις εἰπεῖν, ὅτι ἕκαστος ἀδιαιρέτως κατὰ τὰ ⅔ δικαιοῦται νὰ διορισθῇ, ἀφοῦ πρόκειται περὶ δύο μόνον θέσεων. Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Τὸ οὕτω πως καθιστάμενον ἀδύνατον θὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ λυθῇ, θὰ εὑρεθῇ τρόπος εἴτε δι’ ἑρμηνείας τοῦ ὑφισταμένου νόμου, εἴτε διὰ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐπιεικείας καὶ τοῦ δικαίου. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἔχουσα τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ, ἠδύνατο ἐν τούτῳ νὰ δώσῃ ἑρμηνευτικὴν ἔννοιαν εἰς τὸν ὑφιστάμενον νόμον. Ἀλλ’ ἀφίνω τοῦτο. Νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ δίκαιον ἐπιτάσσει, ὅπως καὶ οἱ τρεῖς ἐπιτυχόντες, ὑπαρχούσης κενῆς τρίτης θέσεως, καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ...
§177ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§178ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. .. Διατί; Διότι ἡ Πολιτεία δὲν συνάπτει συμβόλαια μὲ τοὺς πολίτας, προκειμένου περὶ θέσεων· θέλει τὰς ὠφελίμους δυνάμεις νὰ ὑπηρετήσωσι τὸ Κράτος, καὶ προτάσσει τὸν διαγωνισμόν. Ἐπὶ τῇ βάσει τούτου ἔχομεν τρεῖς νέους, κεκτημένους τὰ προσόντα νὰ διορισθῶσιν. Ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ τῆς προτιμήσεως, προτιμῶντες, δὲ, εἴτε διὰ κλήρου εἴτε ἄλλως, προδήλως ἀδικοῦμεν, διὰ τοῦτο ὀρθότατον, ἀναμφισβήτητον, ἐπιεικὲς εἶναι νὰ δεχθῶμεν καὶ τοὺς τρεῖς. Δὲν προσβάλλομεν οὕτω δικαιώματα ἄλλων πολιτῶν, περὶ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ προνοήσωμεν, καὶ ἔχομεν καὶ δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσιν νὰ προνοήσωμεν καὶ διὰ τὸ μέλλον. Τὸ μέλλον, ὅταν ἤθελε παρουσιασθῆ ὁμοία περίπτωσις, ἂς κανονισθῇ ἄλλως, καθ’ ὃν τρόπον ὑποδεικνύει τὸ νομοσχέδιον· ἀλλὰ τὸ παρελθὸν μίαν δικαίαν λύσιν ἐπιδέχεται. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, στηριζομένην, ὡς πιστεύω, ἐπὶ τῶν βαθυτέρων ἰδεῶν τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἐπιεικείας, καμμία ἀμφιβολία δὲν ὑπάρχει, ὅτι καὶ οἱ τρεῖς ἐπιτυχόντες νέοι δέον νὰ διορισθῶσι δικασταί, ὑπαρχούσης μάλιστα κενῆς θέσεως. Ἤθελον παρακαλέσει λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου τὴν ὀρθὴν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέλλον· ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ παρελθὸν, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ σύσσωμος θ’ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ διορισμοῦ καὶ τῶν τριῶν, ὡς δικαστῶν.
§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§180Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μακρὰ συζήτησις ἐγένετο ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ μὴ γεννηθῶσιν. Ἤκουσα τὴν θεωρίαν, ὅτι παραβιάζεται ὁ ἀρχικὸς νόμος, ἐὰν δεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει· ἤκουσα ὅτι τὸ διάταγμα παραβιάζεται. Ὅλα ταῦτα νομίζω ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν, προκειμένου νὰ θεραπεύσωμεν μίαν ἀνάγκην κατεπείγουσαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ θεραπεύσωμεν, δίδοντες δίκαιον εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κέκτηνται τὸ δικαίωμα ἐν ἴσῃ μοίρᾳ νὰ καταταχθῶσιν. Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις, οὐδεμία περίστασις δύναται νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ δεχθῶμεν, ὥστε νὰ προβῶμεν εἰς τὸν διορισμὸν αὐτῶν.
§181ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ τὸ παρελθόν.
§182Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ παρελθόν. Τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται, εἶναι τὸ ἑξῆς· ἐν τῷ διορισμῷ τῶν δικαστῶν αὐτῶν ποίαν θ’ ἀκολουθήσῃ τάξιν ὁ Ὑπουργὸς ὡς πρὸς τὴν ἀρχαιότητα; Τίνα πρῶτον θὰ διορίσῃ, τίνα δεύτερον, τίνα τρίτον; — διότι κατὰ τοῦτο, ὡς γνωρίζετε, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀρχαιότης τῶν δικαστῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τίνα λόγον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς νὰ προτιμήσῃ τὸν μὲν ἀπὸ τὸν δέ; Νομίζω ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πρέπει νὰ ὁρισθῇ ῥητῶς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς κατὰ τὸν διορισμὸν δέον νὰ λάβῃ ὡς βάσιν τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀτόμων αὐτῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ δικηγορικῇ.
§183ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§184Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὀλίγας ἔτι λέξεις ὀφείλω νὰ εἴπω, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ εἰς περιστάσεις μόνον τοῦ μέλλοντος, ἀλλ’ ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ῥυθμίσῃ καὶ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἤδη ὑφίστανται ἐκκρεμεῖς, ἐν σχέσει πρὸς ὡρισμένα πρόσωπα, δεομένας ἀμέσου νομοθετικῆς προνοίας. Ἐντεῦθεν λοιπὸν, ὑποθέτω, καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τὸ πολὺ, ὅπερ γεννᾶ τὸ ζήτημα, καὶ ἡ ἀνάγκη, ὅπως ἐξηγηθῇ σαφῶς τὸ πρᾶγμα. Ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ παρατηρήσω τινα εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τοὺς ὁμιλήσαντας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ παραστήσαντας ὅτι ἀδικία γίνεται, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀναιρετικὸν τῶν δικαιωμάτων τῶν τριῶν νέων, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν ἐν ἰσοβαθμίᾳ μετὰ τὸν διαγωνισμόν. Ἐπὶ τούτου οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐπεκαλέσθησαν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ, κύριε Πρόεδρε, οὐδαμοῦ εὑρίσκω διάταξιν, ἀναγνωρίζουσαν δικαιώματα εἰς πάντας τοὺς εὐδοκιμήσαντας. Ἀναγνωρίζει δικαίωμα πρὸς διορισμὸν ὁ νόμος μόνον εἰς ἐκείνους, οἵτινες ηὐδοκίμησαν ἐν διαγωνισμῷ καὶ οἵτινες ἐν τῇ τάξει τοῦ πίνακος τοῦ καταρτισθέντος μετὰ τὸν διαγωνισμὸν ἀντιστοιχοῦσι πρὸς τὰς πληρωθησομένας κενὰς θέσεις. Πέραν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ οὐδὲν δικαίωμα ἀναγνωρίζει ὁ νόμος· διότι, ἐὰν ἀνεγνώριζε τοιοῦτον δικαίωμα, θὰ τὰ ἔλεγε σαφῶς, ἀντὶ δὲ νὰ λέγῃ ἐν ἄρθρῳ 3, ὅτι «εἰς θέσιν ἐμμίσθου παρέδρου διορίζεται ὁ εὐδοκιμήσας ἐν διαγωνισμῷ», θὰ ἔλεγεν, ὅτι «ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑπόχρεως μετὰ τὸν διαγωνισμόν, ἵνα πάντας τοὺς εὐδοκιμήσαντας διορίσῃ εἰς θέσιν ἐμμίσθου παρέδρου», καὶ δὲν θὰ διέτασσε διαγωνισμὸν δι’ ὡρισμένας θέσεις ἑκάστοτε. Ἀλλὰ ὁρίζει περαιτέρω ὁ νόμος ποῖοι εἶναι οἱ εὐδοκιμήσαντες, καὶ λέγει ἐν τῷ ἑπομένῳ ἐδαφίῳ, ὅτι «ὡς εὐδοκιμήσας θεωρεῖται ὁ λαβὼν τοὐλάχιστον τὸν βαθμὸν καλῶς». Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι προεκηρύχθη διαγωνισμὸς διὰ δέκα θέσεις, ηὐδοκίμησαν δὲ, τουτέστιν ἔλαβον τὸν βαθμὸν «καλῶς», εἴκοσι. Πάντες οὗτοι ἔχουσι δικαίωμα πρὸς διορισμόν; ἐρωτῶ ὑμᾶς. Δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ λογικῶς τοῦτο; ὅτι δικαιοῦνται νὰ διορισθῶσι καὶ οἱ εἴκοσιν, οἱ λαβόντες τὸν βαθμὸν καλῶς;
§185Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τούτου; Ὄχι. Πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι καὶ οἱ τρεῖς εἶναι ἴσοι.
§186ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἵνα πείσω ὅμως, Κύριοι, καὶ ὑμᾶς, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσι καὶ οἱ τρεῖς ἐν ἰσοβαθμίᾳ διατελοῦντες νὰ τύχωσι τῆς θέσεως ἐμμίσθου παρέδρου, θὰ ὑπομνήσω ἐνδεχομένην τινὰ περίπτωσιν. Κοπτόμεθα σήμερον, ὅπως διορίσωμεν καὶ τοὺς τρεῖς τούτους. Καὶ διατί; καὶ πόθεν λαμβάνομεν τὸ ἐνδόσιμον νὰ ἤμεθα ὑπὲρ τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν; Διότι γνωρίζομεν, ὅτι μετὰ τὰς 8 θέσεις ὑπολείπεται μία θέσις ἀκόμη κενὴ, καὶ ἔχοντες ἐντεῦθεν τὸ ἐνδόσιμον καὶ γνωρίζοντες ὅτι δυνάμεθα νὰ δώσωμεν καὶ τὴν θέσιν ταύτην, λέγομεν ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ διορισθῶσι καὶ οἱ τρεῖς, θὰ ἦναι δὲ ἀναίρεσις τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, ἐὰν δεχθῶμεν μόνον τοὺς δύο ἐξ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς: ἐὰν δὲν ὑπῆρχε θέσις κενὴ πλεονάζουσα, τί ἤθελε γείνῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει;
§187ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄλλος λόγος.
§188ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τί θὰ ἐγίνετο τότε τὸ ἀξιούμενον δικαίωμα δῆθεν τῶν τριῶν ἐκείνων, τῶν ἐν ἰσοβαθμίᾳ εὑρισκομένων; πῶς δὲ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο;
§189Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐγίνετο τοῦτο· θὰ ἐδίδετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ αὐτὸς τὸν ἐπιτυχόντα, καὶ εἰς πρώτην κενὴν θέσιν νὰ τὸν διορίσῃ.
§190ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κάθε ἄλλο, πιστεύω, θὰ ἐγίνετο παρὰ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προτείνετε· διότι αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ ἀνήρει τὴν βάσιν τοῦ νόμου, ἥτις εἶναι ὁ διαγωνισμὸς καὶ ἡ ἐξέτασις. Διὰ τούτους τοὺς λόγους, κύριε συνάδελφε, δὲν δύναμαι νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως γείνῃ ἀποδεκτὴ οὐδεμία τῶν τροπολογιῶν τῶν ὑποβληθεισῶν παρὰ τῶν κ. Βουλευτῶν, ἐμμένω δὲ εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀναιρεῖ τὴν βάσιν τοῦ νόμου περὶ πληρώσεως ὡρισμένων θέσεων, δὲν ἀναιρεῖ τὴν βάσιν περὶ διαγωνισμοῦ. Ἐν ἰσότητι δικαιωμάτων ἡ λύσις τῆς δυσχερείας διὰ τοῦ κλήρου δὲν εἶναί τι νέον. Τοῦτο καὶ εἰς ἄλλους νόμους ἔχει διαταχθῆ. Εἰς πολλοὺς νόμους ἔχει διαταχθῆ, ὅπως ὁ κλῆρος ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἀποφαίνηται, ὡς λ. χ. εἰς τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, καὶ εἶναι γνωστὸν εἰς ἡμᾶς, ὅτι μεταξὺ τῶν ἰσοψηφούντων ὁ κλῆρος ἀποφαίνεται. (Πολλοὶ ζητοῦσι τὸν λόγον). Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐμμένω εἰς τὸ εἰσαχθὲν νομοσχέδιον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ ὡς ἔχει. Ὑπεδείχθη ἐπίσης καὶ ἑτέρα τις λύσις τῆς δυσχερείας, ἡ λύσις ὅπως εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἑρμηνευτικὸς νόμος, ἐξηγῶν τὸν κείμενον νόμον τοῦ 1892, ἀλλ’ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι τοιαύτη τις λύσις δὲν εἶναι δυνατή. Ἑρμηνευτικὸς νόμος, ὡς πάντες γνωρίζετε, εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφίζεται, ὅταν ὁ νόμος, ὅστις πρόκειται νὰ ἑρμηνευθῇ, ἔχῃ μὲν ἔννοιάν τινα, ἀλλ’ ἡ ἔννοια αὐτοῦ ἦναι κεκρυμμένη καὶ ἀσαφής. Μόνον ἔρχεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μετὰ τοῦ κύρους αὐτῆς, ἐν τῇ αὐθεντίᾳ αὐτῆς, καὶ δίδει τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, προσδιορίζουσα σαφῶς τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐν τῷ προκειμένῳ νόμῳ διάταξίν τινα, ἔστω καὶ ἀσαφῆ, ὑπαγομένην εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην; Ἀναμφισβητήτως ὄχι, διότι οὐδαμοῦ, οὔτε πόρρωθεν, ὑποδεικνύεται ἐν τῷ νόμῳ λύσις τῆς δυσχερείας ταύτης. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ λύσις τῆς δυσχερείας διὰ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τῆς ψηφίσεως ἑρμηνευτικοῦ νόμου. Ἐπίσης ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅστις ἔψεξε κατὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἀνατρέχει καὶ εἰς ὑπόθεσιν γεννηθεῖσαν κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ τακτοποιεῖ αὐτὴν, ὀφείλω, λέγω, νὰ παρατηρήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ κατηγορηθῇ ἐπὶ τούτῳ, ὅτι δηλαδὴ πρόκειται νὰ κανονίσῃ ὑπόθεσιν ἀναγομένην εἰς τὸ παρελθόν. Τὸ νομοσχέδιον κανονίζει καθαρῶς τὴν δικονομικὴν τάξιν, διαγράφει τὴν δικονομίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουσι προσδιορισθῇ οἱ διοριστέοι μεταξὺ τῶν εὐδοκιμησάντων καὶ θέλουσι διορισθῆ εἰς τὴν θέσιν τοῦ παρέδρου, ὡς τοιοῦτον δὲ, γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἐπὶ τὸ μέλλον καὶ ὡς πρὸς τὸ ἀτέλεστον μέρος τῆς ὑποθέσεως, ἀναγομένης εἰς τὸ παρελθὸν, τὸ δὲ ἀτέλεστον μέρος εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἀναφέρεται εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν διοριστέων μεταξὺ τῶν εὐδοκιμησάντων καὶ εἰς τὴν ὑποβολὴν διατάγματος πρὸς διορισμὸν αὐτῶν.
§191Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Βεβαίως παρεξήγησις ἔγεινε πρὸς ὅλους τοὺς ὁμιλήσαντας, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ λόγου, μὲ τὸ ὁποῖον ἀντετάχθη καθ’ ἡμῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Οὐδεὶς ἔψεξε τὸ νομοσχέδιον διότι ἀφορᾷ καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Θὰ ἔψεγον τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν δὲν ἀφεώρα εἰς τὸ παρελθὸν, διότι τὸ παρελθὸν εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῆς ὑποβολῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι νομοθετοῦμεν περὶ τοῦ μέλλοντος, ἐνῷ τὴν ἀφορμὴν τὴν ἔχομεν ἐκ τοῦ παρελθόντος, καὶ πρόκειται καὶ τὴν περίπτωσιν τὴν εἰδικὴν τοῦ παρελθόντος νὰ κανονίσωμεν, τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἀλλ’ εἶπον ἐγὼ, ὅτι ἄλλη ἡ δικαία βάσις τοῦ μέλλοντος, καὶ ἄλλη ἡ ἐπιεικὴς βάσις διὰ τὸ παρελθόν. Ὁμιλήσας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περὶ δικαιωμάτων, οἱονεὶ κατέστησεν ἡμᾶς ὑπευθύνους, ὡσεὶ ἡμεῖς ὡμιλήσαμεν περὶ δικαιωμάτων νομικῶν, περὶ δικαιωμάτων ἐχόντων ἀγωγήν. Οὐδεὶς ὡμίλησε περὶ τοιούτων δικαιωμάτων. Ἀλλὰ δικαιώματα ἑκάστου νέου εἶναι, ἐὰν ὑπολογίσωμεν ὅτι ἐπὶ διετίαν οὗτος καὶ τριετίαν μελετᾷ, ὅτι ἔχει τὴν οἰκογένειάν του πτωχὴν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, καὶ ὅμως δαπανᾷ μὴ παραγωγικῶς κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα, ὅτι ἐπὶ τρίμηνον καὶ τετράμηνον εἰς ἐπανειλημμένας ἔρχεται ἐν Ἀθήναις ἐξετάσεις, ὅτι ἔχει παλμοὺς ἐν τῇ καρδίᾳ,—τοὺς ὁποίους ᾐσθάνθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡς μαθητὴς,—καὶ ἐπὶ τέλους, μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἐπιτυγχάνει κατὰ νόμον καὶ χαίρει. Ταῦτα πάντα εἶναι δικαιώματα, καὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν ἡμεῖς εἴμεθα οἱ προστάται, καὶ εἴμεθα οἱ προστάται τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, ὅταν δὲν πρόκηται οὐδὲν ὅμοιον δικαίωμα ἄλλου νὰ παραβλάψωμεν, συνυπολογίζοντες πάντα ταῦτα εἰς τὰς σκέψεις μας, εἰς τὰς ἀποφάσεις μας. Ἡ ἀπόφασις δὲ, ἡ ὑπολογίζουσα πάντα ταῦτα, εἶναι δίκαια. Ὑπαρχούσης λοιπὸν θέσεως κενῆς, ἀπορῶ μὲ τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§192Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ δὲν ἐπιμένω· ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§193Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§194Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκαδημαϊκὴ συζήτησις γίνεται.
§195Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Φοβοῦμαι ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἔλαβε τύπον ἀκαδημαϊκόν, ἀλλ’ ἔχει τύπον προσωπικὸν, καὶ παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ μὴ ἐπιμείνουν εἰς τὸ νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν περισσότεροι τῶν ὁρισθέντων διὰ τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ. Θεωρῶ τοῦτο ὡς δυνάμενον νὰ ἔχῃ δυσαρέστους συνεπείας διὰ τὸ μέλλον, διότι ἐκ μεροληψίας δύναταί τις τῶν ἐξεταστῶν, ἀκριβῶς ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ εἰσαγωγὴ ὑπεραρίθμων, δύναται νὰ βαθμολογήσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἔλθουν οἱ τελευταῖοι ἰσόβαθμοι, ὅπερ θὰ ἦναι ἄτοπον. Δὲν βλέπω ὅτι ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ μεριμνήσωμεν τόσον περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε δὲν ἤθελον εἰσαχθῆ ἤδη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι αὔριον θὰ γείνῃ νέος διαγωνισμὸς, ἐὰν ὑπάρχουν θέσεις κεναὶ, θὰ ἐπαναληφθῇ ὁ διαγωνισμὸς, καθ’ ὅσον δ’ αὐτοὶ ἔχουσι τὰ στοιχεῖα, καθ’ ὅσον ἤδη φέρονται ἐπιτυχόντες, ἀναγκαίως θὰ ἦναι ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων εἰς τὸν μέλλοντα διαγωνισμόν. Ἀλλ’ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ κινδύνου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ μέλλοντι, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν μὲ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπιεικεῖς, ἀλλὰ καὶ ὀλίγον ῥωμαντικαὶ, ἠθέλομεν φθάσει νὰ εἰσάγωμεν κατόπιν διαγωνισμοῦ ὑπὲρ τὸν ἀριθμὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀνεγράφη ἐν τῇ προκηρύξει τοῦ διαγωνισμοῦ.
§196Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν, ἢ μᾶλλον δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν ἐπιτροπῶν, τὰς ὁποίας ἡ Πολιτεία περιέβαλε διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, ὅτι δύνανται νὰ περιέλθωσιν εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἂν ἡ ὥρα ἦτο ἄλλη, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ τούτου, ἐγὼ θὰ ἐξεδήλουν τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἔχω καὶ τὰς ὁποίας καὶ ἄλλοτε ἐξεδήλωσα ἀπὸ τοῦ βήματος· διότι ἐγὼ τὴν εὐθύνην τὴν ὑπουργικὴν τὴν θεωρῶ ἀνωτέραν πάσης ἄλλης ἐγγυήσεως, ἀλλὰ τέλος πάντων ἐπειδὴ ἀπεδέχθημεν τὸ σύστημα τοῦ διορισμοῦ τῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι συγκροτοῦνται παρὰ προσώπων ἀνωτέρων πάσης ὑπονοίας, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχωμεν ἀπεριόριστον καὶ πίστιν καὶ ὑπόληψιν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ταύτας. Τὸ θέμα λοιπὸν ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐξετασθῇ, ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως, διότι ἡ τοιαύτη ἐξέτασις κλονίζει τὴν πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν πεποίθησιν, τοῦθ’ ὅπερ ἰσοδυναμεῖ πρὸς τὴν καταδίκην τοῦ νόμου. Ἐγὼ θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα ἐντελῶς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ κειμένου νόμου· καὶ ἐπειδὴ μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὀφείλω διὰ βραχυτάτων νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔφερεν ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη, ὅπως ἀποκρούσῃ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ἀγγελοπούλου, τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκω σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον. Διότι εἶπεν, ἐὰν κενωθοῦν δέκα θέσεις καὶ ἐπιτύχουν εἰς τὸν διαγωνισμὸν 20 ὑποψήφιοι, τί θὰ γείνῃ; θὰ διορισθοῦν καὶ οἱ 20; Βεβαίως καὶ οἱ 20 ἔχουσι δικαίωμα διορισμοῦ. Τοιοῦτος εἶναι ὁ νόμος, διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι οἱ εὐδοκιμήσαντες εἰς τὸν διαγωνισμὸν διορίζονται. Ποῖοι εἶναι οἱ εὐδοκιμήσαντες; Οἱ λαβόντες ὡρισμένον βαθμόν. Ὑποθέσατε ὅτι ἔχετε 5 θέσεις κενὰς, καὶ ἔχουσι 10 ἐκ τῶν ἐξετασθέντων τὸν αὐτὸν ἐπιτυχίας βαθμόν· ἕκαστος τούτων τῶν 10 δύναται νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἐπιτυχών. Δύνασθε νὰ τῷ ἀμφισβητήσητε αὐτό; Διὰ τίνα λόγον ὁ εἷς θὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ ἄλλου, ἀφοῦ πάντες ἐξ ἴσου δικαιοῦνται, ἔχοντες τὸν αὐτὸν βαθμὸν, εἰς κατάληψιν θέσεως;
§197Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐγένετο διαγωνισμὸς, καὶ ηὐδοκίμησαν κατὰ τὸν διαγωνισμὸν ἐκεῖνον ὑποψήφιοι πλείονες τῶν θέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῶσι. Λοιπὸν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέμειναν ἐκτὸς θέσεως, ἔχουσι δικαίωμα πρὸς διορισμόν.
§198ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω τοῦτο. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ ἰσοβαθμίας ἐπιτυχόντων.
§199ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τὸ βεβαιῶ ἐπισήμως.
§200ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔστω· τί σημαίνει; Σημασίαν ἔχει τοῦτο τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐκ τῶν εὐδοκιμησάντων δι’ ἰσοβαθμίας ἕκαστος ἔχει ἀκέραια τὰ δικαιώματα νὰ ζητήσῃ, ὅπως αὐτὸς διορισθῇ, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ν’ ἀποκρούσητε τὴν αἴτησιν περὶ διορισμοῦ οὐδενὸς, καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκρούσητε τὴν τοιαύτην αἴτησιν, ὑπεβάλετε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προσπαθεῖ νὰ λύσῃ τὴν δυσχέρειαν ταύτην. Ἀλλὰ ἡ λύσις, ἡ ὁποία διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιζητεῖται, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὀρθή. Ἐγώ, κύριε Ὑπουργὲ, ἐὰν ἐπιμένητε, δὲν ἐννοῶ βεβαίως νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν τροπολογίαν μου, ἀλλ’ ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ δώσητε οἱανδήποτε ἄλλην λύσιν, ἤθελον σᾶς παρακαλέσει ν’ ἀποκλείσητε καὶ τοὺς τρεῖς, ἀλλὰ νὰ μὴ καθιερώσητε τὴν κλήρωσιν, διότι ἡ κλήρωσις ἀνατρέπει ἄρδην ὅλας τὰς βάσεις, τὰς ὁποίας ἔθηκεν ἡ Πολιτεία διὰ τοῦ νόμου περὶ διορισμοῦ κατόπιν διαγωνισμοῦ. Καθ’ ὃν ὅμως τρόπον διεσκεύασα ἐγὼ τὴν τροπολογίαν, εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἡ λογικωτέρα, διότι διεσκεύασα αὐτὴν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν πλείονες τῶν εὐδοκιμησάντων λάβωσι τὸν αὐτὸν βαθμὸν, δικαιοῦνται νὰ διορισθῶσι πάντες, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις. Ἡ σειρὰ τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπάρχουσι τόσαι κεναὶ θέσεις, ὅσοι εἶναι οἱ κατὰ τὸν διαγωνισμὸν δι’ ἰσοβαθμίας ἐπιτυχόντες, ὁρίζεται κατὰ τὴν ἀρχαιότητα τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν ὡς δικηγόρων, διοριζομένων τῶν ὑπολειπομένων κατὰ τὴν αὐτὴν σειρὰν εἰς τὴν πρώτην κενωθησομένην θέσιν.» Οὕτω διασκευασθεῖσα ἡ τροπολογία, νομίζω ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, καὶ αἴρει τὴν δυσχέρειαν, χωρὶς νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ καταστρέψωμεν διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς κληρώσεως τὴν βάσιν τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι εἰς αὐτὴν δύνανται νὰ συγχωνευθῶσι καὶ αἱ τροπολογίαι τῶν κ.κ. Ἀγγελοπούλου καὶ Στεφάνου, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξα, καὶ νὰ λυθῇ ἐπὶ τέλους τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἦναι σύμφωνος εἰς τὴν βάσιν τοῦ νόμου, διότι ὁ ὑποδεικνυόμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου τρόπος σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀσύμφωνος.
§201Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, τὴν τροπολογίαν.
§202Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (ἀναγινώσκει αὐτὴν ἐκ νέου).
§203Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ καταστρέφει τὴν βάσιν τοῦ διαγωνισμοῦ. Σεῖς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ δῆθεν δικηγόροι, οἱ ἔχοντες τὸ προσὸν τοῦ δικηγόρου, βεβαίως οὐδέποτε ἤσκησαν τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἀρχαιότης κατὰ τί δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς προτίμησιν; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων δικηγόρων, θὰ ἐνόουν τὴν ἀρχαιότητα ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ δικαστῶν, καὶ ὁ δικαστὴς ὀφείλει νὰ ὑποβληθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν εἰς ἕνα διαγωνισμὸν, ἡ ἀρχαιότης τοῦ δικηγόρου εἰς τί δύναται νὰ χρησιμεύσῃ;
§204Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σειρὰν διορισμοῦ πρόκειται νὰ κανονίσῃ.
§205Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Γνωρίζομεν ὅτι ἔχομεν φοιτητὰς, οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχον ἄριστα κατὰ τὰς ἐξετάσεις των, καὶ κατόπιν ἀπέτυχον εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός των, οἱ ὁποῖοι διανύουν ὁλόκληρον τὸ δικηγορικόν των στάδιον χωρὶς νὰ ἔχουν μίαν ὑπόθεσιν. Εἰς τί ἐχρησίμευσεν εἰς αὐτοὺς ὁ βαθμὸς, τὸν ὁποῖον ἔλαβον εἰς τὰς ἐξετάσεις των, ἢ ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον διήνυσαν κατὰ τὸ δικηγορικόν των στάδιον;
§206Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἂν προτιμηθῇ ὁ κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος δικηγόρος, θὰ μείνῃ ὁ τελευταῖος, ὅπως διορισθῇ βραδύτερον.
§207Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι δυνατὸν, προκειμένου περὶ διαγωνισμοῦ, νὰ ὑπερβῶμεν τὸν ἀριθμὸν αὐτόν;
§208Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν λέγω νὰ ὑπερβῶμεν τὸν ἀριθμὸν, ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος θὰ μείνῃ ἄνευ θέσεως, νὰ διορισθῇ κατόπιν, ὅταν κενωθῇ θέσις· διότι δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀμφισβητήσητε, ὅτι ἐν ἰσοβαθμίᾳ ἔχουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα οἱ ἰσοβαθμίσαντες. Πῶς θέλετε ν’ ἀναθέσητε εἰς τὸν κλῆρον, εἰς τὴν τύχην, τὸν κανονισμὸν τῶν διὰ τοῦ νόμου κτηθέντων δικαιωμάτων;
§209Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις εἶναι ματαία, καθὼς καὶ τὸ εἰσαχθὲν νομοσχέδιον. Ὁ νόμος ὁ ἰσχύων εἶναι πληρέστατος, παραπλανώμεθα δὲ εἰς συζητήσεις ἀκαίρους, διότι, ἀντὶ νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἀληθῆ βάσιν τοῦ ὑφισταμένου νόμου, ἀποβλέπομεν εἰς συμφέροντα ἀτόμων, καὶ ἐρχόμεθα νὰ δημιουργήσωμεν νέον στάδιον, ὅμοιον πρὸς τὸ τοῦ νόμου τοῦ καταργηθέντος καὶ ἀντιβαῖνον πρὸς τὸ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, διότι ἠκούσαμεν καὶ τὴν θεωρίαν, ὅτι ἐν ἰσοβαθμίᾳ τριῶν ἔχομεν μίαν σειρὰν ἐπιτυχόντων, τοὺς ὁποίους ἑκάστοτε ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ καλῇ, ἵνα πληροῖ τὰς κενουμένας θέσεις. Ποία εἶναι ἡ βάσις τοῦ ἰσχύοντος νόμου; Εἶναι τὸ συμφέρον τῶν ἰδιωτῶν ἢ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας; Διὰ τοῦ προκηρυσσομένου διαγωνισμοῦ ἔχομεν πρόδηλον τὴν βάσιν τοῦ συμφέροντος τῆς Πολιτείας, διότι ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ συμφέρον νὰ καλέσῃ τοὺς ἱκανωτέρους, καὶ διὰ τοῦτο προκηρύσσει διαγωνισμὸν δι’ ὡρισμένας θέσεις, καὶ ἀναθέτει εἰς ἐπιτροπὴν νὰ εὕρῃ τοὺς ἀρίστους. Ἔχομεν τώρα ἐπιτυχόντας καὶ ἰσοβαθμίσαντας πλείονας τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ προκηρυχθέντος, πλείονας τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συμπληρωθησομένων θέσεων. Ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα; Ὅτι ὁ διαγωνισμὸς ὡς πρὸς τοὺς ἰσοβαθμίσαντας κατέστη ἄκυρος. Εἶναι ἆρά γε κατεπεῖγον ἀμέσως τώρα νὰ πληρωθῶσιν αἱ θέσεις αἱ δύο; Τότε, θὰ ἐρωτήσω, πῶς δὲν προκηρύσσεται ἑκάστοτε διαγωνισμὸς εὐθὺς ὡς κενοῦνται μία ἢ δύο θέσεις, ἀλλὰ περιμένομεν νὰ κενωθοῦν 7 ἢ 8 θέσεις, καὶ τότε προκηρύσσομεν διαγωνισμόν; Δὲν ἠξεύρω τί θὰ πάθῃ ἡ Πολιτεία, ἂν περιμείνωμεν ὀλίγον καιρὸν, ἵνα παρουσιασθοῦν καὶ ἄλλαι κεναὶ θέσεις, καὶ τότε νὰ διατάξωμεν νέον διαγωνισμόν. Θέτοντες τὴν κλήρωσιν, προβαίνομεν εἰς τὸ πρῶτον κτύπημα τῆς σκαπάνης, κατὰ τοῦ θεσμοῦ, καὶ ἀτενίζομεν πρὸς τὰ ἄτομα, λησμονοῦντες τὴν βάσιν τοῦ νόμου, τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας. Διατὶ θέλετε νὰ σπεύδητε καὶ νὰ διορίζητε ἐκείνους τοὺς ὁποίους θὰ εὐνοήσῃ ὁ κλῆρος, καὶ δὲν περιμένετε εἰς νέον διαγωνισμὸν νὰ διακριθῶσι μεταξὺ αὐτῶν οἱ καλλίτεροι, νὰ προκύψωσιν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἦναι καλλίτεροι καὶ ἀπὸ τοὺς φερομένους σήμερον ὡς ὁμοιοβαθμίους; Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐγὼ θὰ ηὐχόμην, ὅπως ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ δι’ ἐκείνους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων προέκυψε πλῆρες τὸ ἀποτέλεσμα, θεωρήσῃ δὲ ὡς ἄκυρον τὸ ἀποτέλεσμα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν διεκρίθησαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κρίσις μου, τὴν ὁποίαν στηρίζω εἰς τὴν βάσιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, διότι εἰς τὰ ἄτομα ἐν τοιούτῳ θέματι δὲν θεωρῶ ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἀποβλέψω.
§210Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἴσως αὐτὸ θὰ ἦτο ἀντικείμενον νομοθετικὸν, ἀντικείμενον συζητήσεως νόμου· ἀλλὰ τοιοῦτον δικαίωμα δὲν δίδει ὁ νόμος ὁ λειτουργῶν· πρέπει διὰ νόμου νὰ δοθῇ τοιοῦτον δικαίωμα.
§211Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μοὶ ἐφάνη, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδίσταζεν ἐὰν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ εἰς πάσας τὰς κενὰς θέσεις, ἢ νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὸν ἀριθμὸν τὸν διὰ τῆς διακηρύξεως τοῦ Ὑπουργείου ὡρισμένον, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ ἀμφιβολία αὕτη αἴρεται ἐκ τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ νόμου. Ὁ νόμος ὁ περὶ ἐμμίσθων παρέδρων λέγει: «Ὁ διαγωνισμὸς προκηρύσσεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς πλήρωσιν κενῶν θέσεων ἐμμίσθων παρέδρων». Ἄρα πᾶσαι αἱ κεναὶ θέσεις δύνανται νὰ πληρωθῶσι διὰ τῶν εὐδοκιμησάντων. Τὸ διάταγμα τὸ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς διατάξεως τοῦ νόμου ἐκδοθὲν, διατάξεως ἀφορώσης εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ διαγωνισμοῦ, ἐκανόνισε τὰ περὶ τούτου, καὶ ὥρισεν, ὅτι πάντοτε ἡ προκήρυξις θὰ ἀναφέρῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν πληρωθησομένων θέσεων. Ἀρά γε τοῦτο δεσμεύει τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα περιορισθῇ εἰς αὐτὰς τὰς θέσεις;
§212Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐννοεῖται· διότι τὸ διάταγμα ὁρίζεται ἐν τῷ νόμῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ὁρίζεται προσέτι, ὅτι ὁ διαγωνισμὸς δὲν ἰσχύει ἢ μόνον δι’ ἃς θέσεις προεκηρύχθη.
§213Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σήμερον ὅμως ἔχομεν ὁμοιοβαθμίους, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Φρονοῦμεν δ’ ὅτι δὲν κωλύεται ὁ Ὑπουργὸς ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ διατάγματος νὰ διορίσῃ, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. κ. Ἀγγελοπούλου καὶ Γιαννακοπούλου.
§215Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀποσύρομεν. Συμφωνοῦμεν μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Μπουφίδου.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ κ. Στεφάνου.
§217ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὴν ἀποσύρω καὶ ἐγώ.
§218Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ τροπολογία ἡ ἐμὴ ἔχει οὕτω. (Ἀναγινώσκει αὐτὴν ἐκ τρίτου).
§219Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, διότι φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ὁ κίνδυνος, ὃν ἐζήτησαν νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· δηλ. νὰ διορίσῃ μεγαλείτερον ἀριθμὸν ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ζητεῖ.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπουφίδου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§221Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κ. Πρόεδρε.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ζητεῖται ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις ὑπὸ 15.
§223Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Τότε ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§224Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὄπισθεν αὐτῆς τῆς συζητήσεως ὑπάρχει ἓν προσωπικὸν συμφέρον· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε ἦλθεν ἐνταῦθα, φέρων τὸ νομοσχέδιον, εἶχεν ὑπ’ ὄψει μόνον τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας.
§225Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Οὐδὲν προσωπικὸν συμφέρον ὑπάρχει.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§227ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀποσύρει ὁ κ. Πολυγένης τὴν ἔνστασιν.
§228Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§229ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας δὲν ἀποσύρεται.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Προεδρείου, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ.
§231Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε. Ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι ὑποβληθείσης ἐνστάσεως ἀπαρτίας ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος μετὰ τὴν ἔνστασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄργους. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Περ. Ἀλεξάκη καὶ Γ. Ῥαδινοῦ. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 130 Βουλευτῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§233Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τώρα, κύριε Πρόεδρε.
§234Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῶσι καὶ τὰ ὑπ’ ἀριθ. 9 καὶ 31 νομοσχέδια περὶ δημοσίων ἔργων.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν δημοσίων ἔργων.»
§237Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τούτου, αἱ ὁποῖαι δὲν κατετέθησαν. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρις οὗ κατατεθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι.
§238Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ νέας Κυβερνήσεως. Βεβαίως, ἀφοῦ ζητοῦνται αἱ πληροφορίαι αὗται, αὔριον θὰ κατατεθῶσιν· ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμένητε ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, θέλει ματαιωθῆ αὕτη, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ μείνῃ ἐκκρεμὲς τὸ κτίριον τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, καὶ θὰ μείνῃ ἀνεκτέλεστος ἡ ἐπισκευὴ ἡ ἐπείγουσα τῆς στέγης τοῦ Ζαππείου.
§239ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν πρέπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, σχετικῶς πρὸς τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, νὰ ὁμιλῇ περὶ νέας Κυβερνήσεως, διότι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐζήτησα ἐγὼ ταύτας, ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς προΐστατο τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου· νομίζω δὲ, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ ζητῶ πληροφορίας, ὅταν γίνωνται προϋπολογισμοὶ διὰ 125,000 δραχμὰς, καὶ δαπανῶνται 275,000. Ὅταν πρὸ δύο μηνῶν ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου ἐζήτησα νὰ προσαχθῶσιν αἱ πληροφορίαι, νομίζω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ἀμέσως τὴν ἐπαύριον νὰ προσαγάγῃ ταύτας, καὶ νὰ ἐξετάσῃ διατὶ τὸ κτίριον, τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη προϋπελογίσθη εἰς 125,000 δραχμὰς, στοιχίζει 275,000.
§240Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλὴ καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ἡ προκάτοχος οὔτε κατ’ ἐλάχιστον ἐνέχονται διὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον, ὡς λέγει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐξετελέσθη τὸ ἔργον τοῦτο. Ἡμεῖς εὕρομεν τὸ ἔργον τοῦτο ἡμιτελές· εὑρισκόμεθα λοιπὸν πρὸ τῆς ἀνάγκης, ἢ νὰ τὸ ἀφήσωμεν ἡμιτελὲς, ἢ νὰ ψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν, ἡ ὁποία ζητεῖται. Ἡ ψήφισις δὲ τῆς πιστώσεως δὲν ἐμποδίζει νὰ ἐξετάσωμεν κατόπιν, τί ἐγένετο. Ὑπῆρξε προϋπολογισμὸς ἀτελὴς ἀρχικῶς; ἢ ὑπῆρξε δολιότης καὶ ἐξ ἀρχῆς καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν; Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, ἀφοῦ ἐξωδεύθησαν τόσα χρήματα, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀφήσωμεν νὰ ψηφισθῇ ἡ πίστωσις αὕτη, ἵνα μὴ καὶ τὰ δαπανηθέντα ἀπολεσθῶσιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, εἶναι, ὅτι αὔριον θὰ ἔχῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητεῖ.
§241ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διατὶ αὔριον, καὶ νὰ μὴ ἔχωσι προσαχθῆ μέχρι τοῦδε; Ἔχετε ἀντίρρησιν νὰ προταχθῇ νομοσχέδιον, ψηφισθὲν ἤδη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, κατὰ τὸ ὁποῖον καθίστανται ὑπεύθυνοι οἱ συντάσσοντες τοὺς προϋπολογισμοὺς ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων, ἐν περιπτώσει ὑπερβάσεων; Διατὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ψηφίζεται εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν;
§242Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ περὶ προτάξεως τῆς προτάσεως νόμου, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν, εἶναι διότι θ’ ἀνατρέψωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι θὰ ἦναι καλλίτερον διὰ τὰ γενικὰ συμφέροντα νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις νόμου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε καὶ ἐκ τῆς ὁποίας προσδοκᾷ ὠφέλειαν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἄλλοι τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἔχουσιν ἐπίσης ἕτερα νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων νομίζουσιν, ὅτι ἐξυπηρετοῦνται καλλίτερον γενικὰ ἢ τοπικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δηλαδὴ ἕκαστος τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων νὰ ζητῇ τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἢ τῆς προτάσεως νόμου, τὴν ὁποίαν αὐτὸς νομίζει ὠφέλιμον, τότε δὲν θὰ χωρισθῶμεν, ἢ μᾶλλον θὰ χωρισθῶμεν ἄνευ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ἀναγκαῖα καὶ ἡ Βουλὴ ἐνέκρινεν, ἵνα ψηφισθῶσιν. Οὐδεμίαν δ’ ἄλλως ὠφέλειαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ πρόταξις οἱασδήποτε προτάσεως νόμου, ἀφοῦ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ κύρωσις ἢ μὴ κύρωσις αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ὅ,τι δύναμαι νὰ ὑποσχεθῶ εἶναι, ὅτι αὔριον, κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, θὰ κατατεθῶσιν ὅλαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν, θέλομεν δὲ ἀκούσει εὐχαρίστως καὶ εὐγνωμόνως τὰς σκέψεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων, τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη εἶναι πολὺ μεγάλη, πρέπει ἡ δαπάνη αὕτη νὰ δικαιολογῆται πληρέστατα καὶ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τῆς κοινωνίας.
§243Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἡ δικαία ἀγανάκτησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου δὲν πρέπει νὰ παρασύρῃ αὐτὸν εἰς τὴν παρακώλυσιν τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποδέχονται τὰς γνώμας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, καὶ πάντοτε τὸν παρακολουθῶ μετὰ προσοχῆς καὶ εὐχαριστήσεως, ἀναπτύσσοντα τὰς σκέψεις του, διότι τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν, εἶναι καὶ πρὸς ἐμὲ οἰκεῖα. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ προβαίνῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὰς ἐργασίας αὑτῆς ὡς ἡμεῖς θέλομεν.
§244ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ φαίνεται ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσω μίαν ἀπορίαν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἰσχυρίζεται, ὅτι πρὸ δύο μηνῶν ἐζήτησε πληροφορίας. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς ποίας πληροφορίας ἐζήτησεν· ἐὰν ὅμως ἐνδιεφέρετο νὰ λάβῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, μοὶ φαίνεται ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιμείνῃ, καὶ βεβαίως θὰ τὰς ἐλάμβανε, διότι ποτὲ δὲν ἠρνήθην νὰ προσκομίσω ἐνταῦθα οἱασδήποτε πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐζητήθησαν. Ὁ κύριος συνάδελφος εἶναι μηχανικὸς, καὶ συνεπῶς γνωρίζει ὅλα τὰ τρωτὰ μέρη τοῦ ἀξιολόγου τούτου ἐπαγγέλματος, καὶ δικαίως λαμβάνει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰ τῆς μηχανικῆς, καὶ ὁμολογουμένως πολλάκις μᾶς ἐφώτισε διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν γνωμῶν του. Ἀλλὰ κατὰ τὸ διάστημα τῶν δύο μηνῶν, ἀφ’ ὅτου, ὡς λέγει, ἐζήτησε τὰς πληροφορίας, ἐπῆλθε κυβερνητικὴ μεταβολὴ, καὶ ἦλθε νέα Κυβέρνησις. Διατὶ δὲν ἐζήτησε καὶ παρ’ αὐτῆς τὰς πληροφορίας ταύτας; Αὔριον ἐν τούτοις ὑπόσχομαι νὰ φέρω τὰς πληροφορίας ταύτας.
§245ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, βεβαίως μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ συμφωνήσω. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ αἰτιαθῶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν προσήγαγε δι’ οἱονδήποτε λόγον τὰς πληροφορίας, ὅσας τοῦ ἐζήτησα, διότι ὁμολογῶ, ὅτι πράγματι, ὁσάκις ἐζήτησα πληροφορίας καὶ ἐπέμεινα νὰ μοὶ δοθῶσι, μετὰ μεγίστης προθυμίας ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ προσεκόμιζε ταύτας, καὶ εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διέτασσεν, ὅπως μοὶ παρέχωσιν οἱανδήποτε πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελον χρειασθῆ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ δὲν ἠδυνάμην νὰ ζητήσω κατ’ ἐπανάληψιν πληροφορίας, διότι ὑπάρχει νομοσχέδιον σχετικὸν, ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Καθ’ ἣν ἡμέραν ἦλθεν εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἐζήτησα τὰς πληροφορίας, ἐδέχθην δὲ νὰ λάβω ταύτας κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Σήμερον ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν συζήτησιν, ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι ἀκόμη δὲν προσεκομίσθησαν. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προαγωγῆς τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ἀπὸ 23 Μαρτίου 1839 νόμου περὶ ἐνοικιάσεως τῶν ἰχθυοτροφείων ἀδικήματος τῆς λαθραλιείας».
§247Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ λέξις «προαγωγῆς» νὰ λείψῃ, καὶ οὕτω θὰ ἔχῃ ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἑξῆς: «Περὶ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ἀπὸ 23 Μαρτίου 1839 νόμου περὶ ἐνοικιάσεως τῶν ἰχθυοτροφείων ἀδικήματος τῆς λαθραλιείας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§248Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 6 καὶ 7, κύριε Πρόεδρε.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεων διατάξεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου.» Εἶναι τὸ περὶ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ διαφόρων εἰδῶν τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου.
§250ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§251Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ πρέπει ὅπως δήποτε ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλὴ, ὅτι ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὴν Βουλὴν τὰ τέλη τὰ εἰσαγωγικὰ εἰσπράττονται συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις αὐτοῦ· δὲν δύναται ἑπομένως τὸ πρᾶγμα νὰ μένῃ ἐκκρεμές. Ἀναγκαίως πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Βουλή. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀκυρώσῃ τὰς διατάξεις ὅλας; ἂς τὰς ἀκυρώσῃ· θέλει νὰ τροποποιήσῃ διατάξεις τινὰς αὐτοῦ; ἂς τὰς τροποποιήσῃ· ἀλλ’ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται νὰ φύγωμεν ἐντεῦθεν χωρὶς ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ, εἴτε ψηφίζοντες αὐτὸ ὡς ἔχει, εἴτε τροποποιοῦντες αὐτό.
§252Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι τὰ νομοσχέδια τὰ δασμολογικὰ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ συζητηθῶσιν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ δὲν πρέπει νὰ χωρισθῶμεν χωρὶς ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπό τινων συναδέλφων προβάλλεται ἡ ἀντίρρησις, ὅτι τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον θέλει προκαλέσει συζητήσεις, καλὸν εἶναι νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν σήμερον, καὶ αὔριον συζητοῦμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ δεχθῇ τοῦτο.
§253Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 6 τῆς ἡμερησίας διατάξεως νομοσχέδιον βεβαίως θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, διότι ὑπάρχουσι καὶ γνῶμαι ἀντίθετοι, καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποβάλῃ ἐπ’ αὐτοῦ τροποποιήσεις· ἑπομένως δύναται τοῦτο ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον. Ἀλλὰ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 7 τῆς ἡμερησίας διατάξεως νομοσχέδιον δὲν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, καὶ νομίζω ὅτι δύναται νὰ συζητηθῇ σήμερον.
§254ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεων διατάξεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου.» Εἶναι τὸ ἀφορῶν τὸν ὑπολογισμὸν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκει καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τούτων ἄρχεται ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὴν Βουλὴν συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΑʹ περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου.»
§256Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 2 παρέλκει. Ὅταν ψηφίζηται νομοσχέδιόν τι ἀπαραίτητον, τίθεται μόνον τοῦτο: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.» Τουλάχιστον τοῦτο ἐκράτησε μέχρι τοῦδε, καὶ διὰ τούτου νομίζω ὅτι δύναται ν’ ἀντικατασταθῇ τὸ ἄρθρον 2.
§257Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ, διότι ἀκριβῶς ἡ διάταξις τοῦ νὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος ἀπὸ τῆς καταχωρίσεώς του εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἤθελεν ἀκυρώσει τὸ ὅλον νομοσχέδιον ὡς πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα. Τὸ ἄρθρον 2 δύναται νὰ διαγραφῇ, καὶ νὰ μείνῃ τὸ πρῶτον ἄρθρον, ὡς ἄρθρον μόνον.
§258ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 2 διαγράφεται, καὶ τὸ ψηφισθὲν ἄρθρον 1 ὀνομάζεται ἄρθρον μόνον.
§260Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμφώνως πρὸς τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τοῦ νὰ προτάσσωνται τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελον προκαλέσει συζήτησιν, παρακαλῶ νὰ δεχθῇ νὰ συζητηθῇ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν θέλει προκαλέσει συζήτησιν.
§261ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Αὔριον, αὔριον.
§262Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, διατὶ νὰ μὴ συζητηθῇ. Πρόκειται περὶ παροχῆς τῶν μέσων, ἵνα χορηγηθῇ εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Πύλου ὕδωρ, τοῦ ὁποίου ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην. Ἐρχόμεθα ἐνταῦθα, ἵνα μεριμνῶμεν περὶ τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν μας. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἐπιμονήν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἀδικήσῃ τοὺς κατοίκους τοῦ τόπου, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω.
§263Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τ’ ἀποφασισμένα· νὰ προβῶμεν σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, αὔριον δὲ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τῶν ψηφισθέντων σήμερον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ δασμολογικοῦ· ἀναγκαίως δὲ θὰ ψηφισθῶσι καὶ τὰ νομοσχέδια τοπικοῦ συμφέροντος, ἐκεῖνα περὶ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἐπιμείνει ἡ Βουλή. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ νομίζωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι ὑπάρχει ὑποχρέωσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι γενικῆς ὠφελείας, ἀλλὰ τοπικῆς, τὰ λεγόμενα χαριστικά, διότι πρόκειται δι’ αὐτῶν νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς ἄλλα ἔργα χρήματα εὑρισκόμενα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πρὸς ἄλλον σκοπόν. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀνατρέψῃ ὄχι μόνον τὰ νομοθετικὰ αὐτῆς ἔργα, ἀλλὰ καὶ τὰ κοινοβουλευτικά, πρὸς τὸν σκοπὸν, ἵνα χρήματα κατατεθειμένα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν λάβωμεν καὶ δαπανήσωμεν πρὸς ἄλλον σκοπόν. Αὐτὰ δύνανται μέχρις ἑνὸς σημείου νὰ γείνωσιν ἀνεκτά, ἀλλὰ πέραν τοῦ σημείου τούτου ὄχι.
§264ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§265ΦΩΝΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§266ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ταύτην τὴν στιγμήν, εἰπὼν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἐν Πύλῳ διὰ χρημάτων τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Πύλου» πρόκειται νὰ διατεθῶσι χρήματα εἰς ἄλλον σκοπόν. Λυποῦμαι ὅτι ἐξέφρασε τοιαύτην γνώμην πρὸς τὴν Βουλήν, χωρὶς νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον...
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυνατὸν τὸ ἰδικόν σας νομοσχέδιον νὰ μὴ ἦναι τοιοῦτον.
§268ΜΙΣΥΡΛΗΣ. .. Ἐὰν ἐμελέτα τὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία συνοδεύει τὸ νομοσχέδιον, ἤθελεν ἴδει, ὅτι ὅλα τὰ λιμενικὰ ἔργα ἔχουσιν ἤδη ἐκτελεσθῆ, δὲν ὑπάρχει δὲ κανὲν ἔργον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξετελέσθη. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, μὲ ἠδίκησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ τῆς Πυλίας, δὲν εἶναι ὀρθόν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐθνικὸν αἶσχος, κατ’ ἐμὴν γνώμην, νὰ μὴ εὑρίσκωσιν ἐκεῖ ὕδωρ. Ἐκτὸς λοιπὸν τῆς τοπικῆς ἀνάγκης εἶναι καὶ ἐθνικὸς λόγος, δι’ ὃν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§269ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σᾶς εἴπομεν, αὔριον θὰ γείνῃ.
§270Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, εἶναι τὸ ἑξῆς· πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο θὰ προκαλέσῃ μακρὰς συζητήσεις, ἐπεθύμουν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, νὰ προταχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ κατόπιν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἀκολούθως δὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔχωσι συζήτησιν.
§271Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Νὰ προταχθῇ τὸ περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν.
§272ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν, ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ προταχθῇ ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι πρέπει ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις ἐν αὐτῷ, ἐὰν γείνῃ τὸ περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν νομοσχέδιον νόμος. Ὥστε πάντως πρέπει νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ἐγὼ διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν θὰ προκληθῶσι συζητήσεις. Οἵας δήποτε θέλῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἂς ὑποβάλῃ τροπολογίας· ἐγὼ ὑπόσχομαι νὰ μὴ συζητήσω αὐτάς.
§273Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ ἀνέγραψα μεταξὺ ἐκείνων τὰ ὁποῖα προετάχθησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀκριβῶς διότι θεωρῶ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ἀπὸ τοσούτου χρόνου ἐκκρεμὲς, πρέπει νὰ λυθῇ. Ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι θὰ προσκρούσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 13, ὅτι ἐντεῦθεν θὰ προκληθῶσιν ἐκτεταμέναι συζητήσεις, καὶ δὲν γνωρίζω ἂν δὲν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναβάλωμεν εἰς αὔριον τὸν προϋπολογισμόν.
§274Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ἀφεθῇ τὸ ἄρθρον 13, ἵνα καταρτισθῇ εἰς ἴδιον νομοσχέδιον.
§275ΣΤΑΗΣ. Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 13, δυνάμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ (θόρυβος).
§277ΣΤΑΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει νὰ ψηφισθῇ τὸ 8ον, δὲν δύνασθε νὰ προτάξητε τὸν προϋπολογισμόν.
§278Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυστυχῶς ἐν τῷ μέσῳ αὐτοῦ τοῦ θορύβου εἶναι ἀδύνατον νὰ συνεννοηθῶμεν.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλῶ, Κύριοι, ὅτι θὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη.
§280Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις νόμου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀνεγράφη πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐζήτησα νὰ προταχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, διότι φοβοῦμαι ὅτι θὰ γεννηθῶσι συζητήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13 τῆς προτάσεως νόμου ταύτης. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε δεχθῆ ἡ Βουλή, ὅπως τὸ ἄρθρον 13 ἀναβληθῇ μετὰ τῶν ἄλλων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, διὰ τὴν αὔριον, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ προβῶμεν μέχρι τοῦ ἄρθρου 13.
§281ΣΤΑΗΣ. Εἰς τὸ 13 θ’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§283Ι. ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγινώσκητε ἀργὰ, διότι χθὲς ἐτροποποιήθη.
§284ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἐτροποποιήθη τίποτε.
§285Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ὑπεσχέθην χθὲς νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ προκαλέσωσι καμμίαν συζήτησιν, διότι εἶναι τροπολογίαι σκοποῦσαι ἁπλῶς τὴν ἐπὶ τὰ βελτίω διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὡς ἑξῆς: «Συνιστῶνται δαπάναις τοῦ Κράτους Ἐμπορικαὶ Σχολαί, ὧν ἡ ἕδρα ὁρίζεται διὰ Β. Διατάγματος, ἀνήκουσαι εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐκπαιδευτηρίων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, σκοποῦσαι τὴν διὰ καταλλήλου θεωρητικῆς καὶ πρακτικῆς διδασκαλίας προπαρασκευὴν τῶν εἰς αὐτὰς φοιτώντων εἰς τὸ ἐμπορικὸν στάδιον.»
§287Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσαι Σχολαί;
§288Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ ὁρίζωνται ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἡ τροπολογία αὕτη δὲν ὑποθέτω ὅτι θὰ γεννήσῃ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἱδρυθῶσιν Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Τὸ ἄρθρον 2 τροποποιεῖται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς ἑξῆς: «Αἱ Ἐμπορικαὶ αὗται Σχολαὶ ἀποτελοῦνται ἐκ τεσσάρων τάξεων, ἐν ἑκάστῃ τῶν ὁποίων ἡ διδασκαλία εἶναι μονοετής. «Διδάσκονται δ’ ἐν αὐταῖς ὑποχρεωτικῶς τὰ ἑξῆς μαθήματα: αʹ) τὰ θρησκευτικά, βʹ) ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, γʹ) ἐκ τῶν ξένων γλωσσῶν ἡ Γαλλικὴ, ἡ Ἀγγλικὴ καὶ ἡ Γερμανικὴ, δʹ) ἐκ τῶν μαθηματικῶν ἡ ἀριθμητικὴ, καὶ ἰδίᾳ ἡ ἐμπορικὴ, μετὰ τῶν στοιχείων τῆς γεωμετρίας καὶ τῆς ἀλγέβρας, εʹ) στοιχεῖα φυσικῆς, χημείας καὶ φυσικῆς ἱστορίας, μετὰ τῆς ἐμπορευματολογίας, ϛʹ) ἡ ἱστορία (γενικὴ καὶ ἐμπορικὴ), ζʹ) ἡ γεωγραφία (γενικὴ καὶ ἐμπορικὴ), ηʹ) γενικαὶ γνώσεις τοῦ ἐμπορίου (ἐμποριολογία), ἡ λογιστικὴ (καταστιχογραφία) καὶ ἡ ἐμπορικὴ ἀλληλογραφία μετὰ πρακτικῶν ἀσκήσεων, θʹ) στοιχεῖα πολιτικῆς οἰκονομίας καὶ στοιχεῖα τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου, ιʹ) ἡ καλλιγραφία καὶ ιαʹ) ἡ γυμναστική. «Διὰ Β. Διατάγματος δύνανται νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλα μαθήματα, συμφώνως πρὸς τὰς τοπικὰς ἀνάγκας, οἷον Ἰταλικὴ γλῶσσα, ἰχνογραφία, στενογραφία κλπ., εἴτε ὡς ὑποχρεωτικὰ, εἴτε ὡς προαιρετικά.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4, ὡς ἔχουσι).
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§291Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ, ἵνα ὁρισθῇ εὐρύτερος κύκλος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐκλεχθῇ ὁ Διευθυντὴς τῆς Σχολῆς. Ἐὰν ἀποφασισθῇ νὰ διορισθῇ τοιοῦτος δι’ ἐπιμισθίου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον, μετὰ τὰς λέξεις «τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου», αἱ λέξεις «ἢ εἰς καθηγητὴν τῶν ἀνωτέρων μαθηματικῶν τῆς Πολυτεχνικῆς, τῆς Ναυτικῆς ἢ τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς».
§292Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἢ εἰς ἀρχιμανδρίτην (ἱλαρότης).
§293Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διὰ νὰ σᾶς διαβάσῃ (γέλωτες).
§294Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νὰ διαγραφῇ τὸ «ἐν Ἀθήναις», καὶ νὰ μείνῃ μόνον «τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς».
§295Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ δὲν προσδιορίζομεν τόπον.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6, 7 καὶ 8, ὡς ἔχουσι).
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται). Τὸ ἄρθρον 9 τροποποιεῖται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς ἑξῆς: «Οἱ μαθηταὶ ἄλλων ἰδιωτικῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν δύνανται νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς ἰσόβαθμον τάξιν δημοσίας Ἐμπορικῆς Σχολῆς, ἂν κριθῶσιν ἄξιοι μετὰ ἐξέτασιν.» Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου διαγράφεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§298Ι. ΤΣΕΡΤΙΔΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Νὰ διαγραφῇ αὐτό.
§299ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχομεν τροπολογίαν.
§300Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 11.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄς ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία.
§302ΤΣΕΡΤΙΔΗΣ. Ὄχι. Νὰ διαγραφῇ.
§303Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ, διότι δὲν πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν νέαν πηγὴν θεσιθηρῶν. Πρόκειται ν’ ἀποκτήσωσιν οἱ μαθηταὶ τὰς γνώσεις τὰς ἀναγκαίας, ἵνα ἐπιδοθῶσιν εἰς ἐπάγγελμα ἐντελῶς ἐλεύθερον.
§304ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 11 διαγράφεται. Τὸ ἄρθρον 12 λαμβάνει τὴν θέσιν ἄρθρου 11 (ἀναγινώσκεται).
§306Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀντὶ «Ἐν ἑκατέρᾳ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν» νὰ τεθῇ «Ἐν ἑκάστῃ Ἐμπορικῇ Σχολῇ».
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 11, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 12, τὸ 13 τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκεται).
§308Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ θέλει γείνῃ συζήτησις. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἐπιθυμῶ ἵνα ἡ συζήτησις γείνῃ ἐν τάξει, ὅπως ἀναπτύξωμεν τὰς γνώμας μας.
§309ΣΤΑΗΣ. Ἀναγνώσατέ το, καὶ μετὰ ταῦτα συζητοῦμεν.
§310Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ τελειώσῃ τὸ νομοσχέδιον μέχρι τοῦ ἄρθρου 11, καὶ νὰ ἀναβληθῇ τὸ ἄρθρον 12 δι’ αὔριον, ἵνα καταρτισθῇ εἰς ἴδιον νομοσχέδιον, στέργω.
§311ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ εἰς ἴδιον νομοσχέδιον, διότι ἀπαιτοῦνται τρεῖς ἀναγνώσεις.
§312Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι τὸ ἴδιον. Εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν εἶναι.
§313ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα εἶναι γνωστὸν, διότι συνεζητήθη ἄλλοτε κατ’ ἐπανάληψιν καὶ διὰ μακρῶν, ἰδίως δὲ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Πολλὰ ἐλέχθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ πολλαὶ γνῶμαι ἠκούσθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν κατέληξεν εἰς ὁριστικὴν ἐπὶ τοῦ θέματος ἀπόφασιν. Ἤδη πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἀναπτύξεις, αἱ διὰ μακρῶν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ἄλλοτε γενόμεναι· ἀλλὰ θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ν’ ἀποφανθῇ διὰ ψηφοφορίας, διότι εἶναι γνωστὸν τὸ ζήτημα.
§314Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν θέλει συζήτησιν; Τί νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ;
§315ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν ἀποδέχεται τὸ ἄρθρον 13 ὡς 12, ὡς ἔχει, ναὶ ἢ ὄχι.
§316Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄνευ συζητήσεως;
§317ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἔχει κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ εἶπον ὅτι συζητήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐγένοντο πολλαί, ἐγὼ δ’ ἔχω πρόχειρον τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ κατὰ τὸ 1901 ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§318Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σημαίνει τίποτε. Ἡ Βουλὴ τοῦ 1901 ἤκουσε τὰς συζητήσεις, ἡ Βουλὴ τοῦ 1903 πρέπει ν’ ἀκούσῃ ἐπίσης.
§319ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θ’ ἀκούσωμεν βεβαίως τὰς συζητήσεις, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἄνευ τοῦ τελευταίου ἄρθρου, διότι τότε δὲν ἔχει σκοπὸν τὸ νομοσχέδιον.
§320Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἐγκρίνω ποσῶς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 13, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἄρθρον 12, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ ἀρχικὴ σύστασις τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἦτο πλημμελής· ἀλλ’ ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συγκατατεθῇ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι, νὰ ἐπιτραπῇ αὐτῇ, ὅπως διὰ Β. Διατάγματος δοθῇ πρὸς τοὺς διδάξαντας κατὰ τὸ παρελθόν, διότι παρέσχον τὰς ὑπηρεσίας των πρὸς τὸ Κράτος, μία δικαία ἀποζημίωσις, ὁρισθησομένη.
§321ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§322Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τόσον ἡ δαπάνη, εἰς τὴν ὁποίαν θέλει ὑποβληθῆ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅπως ἀποτίσῃ μισθοὺς καθηγητῶν ἢ διδασκάλων ἐν ταῖς Ἐμπορικαῖς Σχολαῖς· μὲ ἐνδιαφέρει ὅμως ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ εἰς θέσιν μὴ νενομοθετημένην, οἱ δὲ καθηγηταὶ καὶ οἱ διδάσκαλοι τῶν ἐν Πάτραις καὶ Ἀθήναις Ἐμπορικῶν Σχολῶν διωρίσθησαν εἰς θέσεις μὴ νενομοθετημένας. Ἑπομένως ἐπὶ τούτου πρέπει νὰ συζητήσωμεν, καὶ ἂν ἔχωσι τὴν γνώμην οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι δύνανται νὰ διορίζωνται δημόσιοι ὑπάλληλοι εἰς θέσεις μὴ νενομοθετημένας, πρέπει νὰ τὸ δηλώσωσιν εὐκρινῶς. Ἀλλ’ ἐγὼ καὶ τότε θέλω διαμαρτυρηθῆ, διότι παραβαίνεται διάταξις συνταγματικὴ, ὑπὲρ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἀμυνθῶμεν πάντες.
§323ΦΩΝΑΙ. Προϋπολογισμός! προϋπολογισμός!
§324Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἄς διατυπώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕως ἐδῶ θὰ μείνῃ τὸ πρᾶγμα.
§326Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἕως ἐδῶ.
§327Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλήν, ὡς ἑξῆς: «Διὰ Β. Διατάγματος θέλει ὁρισθῇ ἡ ὀφειλομένη ἀποζημίωσις εἰς τοὺς κατὰ τὸ παρελθὸν παρασχόντας τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὰς μὴ ἀναγνωρισθείσας Ἐμπορικὰς Σχολάς.»
§328ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα. Ὡραῖα!
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ τεθῇ ὡς ἄρθρον 12.
§330Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§331Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ τὸ συζητήσητε, ἂς μείνῃ δι’ αὔριον.
§332Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ συζητήσω τὸ συνταγματικὸν μέρος.
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 12 διὰ τὴν αὔριον (θόρυβος).
§334ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διετύπωσεν ἄριστα, κατὰ τὴν γνώμην μου, τὸ ζήτημα, διότι ἀπέφυγε τὰ περὶ μισθῶν, καὶ ὡμίλησε μόνον περὶ ἀποζημιώσεως, διότι δὲν ἀναγνωρίζει τοὺς διορισμούς. Ὡς πρὸς τοῦτο, ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν, διότι συνεζητήσαμεν τὸ θέμα ἄλλοτε διὰ μακρῶν, καὶ γνωρίζει τὰς γνώμας τῶν ἀντιφρονούντων. Μὲ τὴν διατύπωσιν, ἣν ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα. Ἂς ἀποζημιωθῶσι λοιπὸν οἱ καθηγηταὶ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἂς διατηρηθῶσιν αὗται, καὶ ἂς θυσιασθῶσιν οἱ τύποι εἰς τὴν οὐσίαν.
§335Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ παράβασις τοῦ Συντάγματος ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἀξιόποινον. Καὶ ἂν μὲν δὲν προτείνωμεν ποινικὴν κατηγορίαν, ἐὰν δὲν προτείνωμεν σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν δὲν προβαίνωμεν εἰς τὰ ἄκρα μέτρα, εἰς τὴν Βουλὴν ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ σιωπᾷ, ἀλλ’ ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ διορίζωσιν εἰς θέσεις μὴ νενομοθετημένας. Καὶ ὅτι ἀπῃτεῖτο νόμος, δὲν εἶναι μόνον γνώμη ἐμοῦ, εἶναι γνώμη καὶ τοῦ ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος, πρὶν ἢ συστήσῃ διὰ Β. Διατάγματος τὰς Ἐμπορικὰς Σχολὰς, προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ συνιστῶντο Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ, καὶ ἐζήτει νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ ἡ Βουλή, ἵνα ἐπιτραπῇ αὐτῷ ἡ σύστασις τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν· ἀφοῦ δὲ τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶχε ψηφισθῆ τότε, ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, προὐκάλεσε Β. Διάταγμα καὶ ἐσύστησε τὰς Ἐμπορικὰς Σχολάς.
§336ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, νὰ ἀνασκευάσω ἀνακρίβειάν τινα, ἄρτι λεχθεῖσαν. Ἐγὼ δὲν εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν δαπάναις τοῦ Κράτους, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸ 1901· εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἐν Ἀθήναις δαπάναις τοῦ Δωριδείου κληροδοτήματος. Ἀλλὰ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, καὶ ἂν γένηται δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τὸ δικαίωμα τῆς παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον μένει ἀκέραιον, δύναται δὲ πᾶς τις νὰ τὸ ἐνασκήσῃ καὶ ταύτην τὴν στιγμήν. Ἐγὼ καὶ ἄλλοτε προεκάλεσα τοὺς ἀπειλοῦντας· θὰ ἤμην δὲ εὐτυχὴς, ἐὰν τοιαύτη πρότασις ὑπεβάλλετο εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἵδρυσα διὰ Β. Διατάγματος Ἐμπορικὰς Σχολάς.
§337Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ συλλογισμὸς τοῦ κυρίου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ μοὶ φαίνεται ἄξιος περιεργείας. Νομίζετε ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ νομοθετηθῇ ἡ σύστασις Ἐμπορικῶν Σχολῶν; Νομίζετε, ὅτι δὲν ἠδύνατο διὰ διατάγματος, ἄνευ νόμου, νὰ διορίσῃ καθηγητὰς καὶ διδασκάλους ἐν τῇ Ἐμπορικῇ Σχολῇ; Κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὁ Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο. Διατί; Διότι τὰ χρήματα ἤθελον ληφθῆ ἐκ τοῦ Δωριδείου κληροδοτήματος! Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ ληφθῶσι τὰ χρήματα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, νομίζετε ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται νόμος; Ὁ συλλογισμὸς μὲ ἐκπλήσσει, διότι αἱ παραβάσεις τοῦ Συντάγματος ἀποτελοῦσι πρᾶξιν ἀξιόποινον. Καὶ ἐγὼ μὲν δὲν ἐσκόπουν νὰ προτείνω σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ προετιθέμην νὰ παραστήσω εἰς ὑμᾶς τὸ μέγεθος τῆς παραβάσεως, τὸ βάρος αὐτῆς, τὴν προσοχὴν, μετὰ τῆς ὁποίας ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἐπὶ τέλους ν’ ἀποφήνηται, ὅτι δὲν ἐγένοντο νομίμως τὰ πράγματα· διότι τοιουτοτρόπως θέλουσι περιορισθῆ πάντες οἱ διάδοχοι τοῦ κυρίου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ, οἱ καλούμενοι εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, διδασκόμενοι, ὅτι δὲν δύνανται νὰ παραβαίνωσι τοὺς νόμους. Τὸ θέμα εἶναι ἄξιον συζητήσεως, καὶ ὀφείλομεν νὰ συζητήσωμεν.
§338Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναμφισβητήτως, κατὰ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν, ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐννοεῖ νὰ συζητήσῃ, θέλει ἀναβληθῆ δι’ αὔριον τὸ σχετικὸν ἄρθρον. Προβάλλω δ’ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, καὶ παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατάξητε νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ (ἀναγινώσκει): «Διὰ Β Διατάγματος ὁρισθήσεται ἡ ἀποζημίωσις τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν παρασχόντων τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὰς μὴ ἀναγνωρισθείσας Ἐμπορικὰς Σχολάς.»
§339Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεμία ἀντίρρησις περὶ τούτου.
§340ΣΤΑΗΣ. Ἂς γείνῃ δεκτόν.
§341Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§342Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνῃ δεκτόν.
§343ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ τυπωθῇ.
§344ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις (θόρυβος).
§345ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ οὕτως ἡ Βουλή. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ᾼΡΟΑʹ νόμου τῆς 29 Μαρτίου 1884». (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου αὕτη, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§346ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸν προϋπολογισμὸν τώρα.
§347ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσαχθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεων.
ΕΣΟΔΑ.
(Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ Μέρη Αʹ—Ζʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον).
§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μέρος Ηʹ. «Ἔκτακτα ἔσοδα». Κεφάλαιον Κʹ. «Ἔσοδα ἐξ ἐθνικῶν δανείων» δρ. 2,254,320.
§349Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου τῶν ἐσόδων ἐζήτησα νὰ μοὶ δοθῇ ὁ λόγος, διότι ὁμολογῶ, ὅτι πεποιθότως ἐφρόνουν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, προταθεῖσαν ἀναγραφὴν ἐν ἄρθρῳ 2 ἐσόδου ἰδανικοῦ ἐκ δρ. 2,000,000.
§350Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ. Δὲν εἴδετε τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον σήμερον;
§351ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶδον αὐτήν. Ὅσοι δὲ ταύτην ἀνέγνωσαν εἶδον πιστοποιούμενον δι’ αὐτῆς τὸ γεγονὸς, ὅτι δὲν εἶναι πραγματικὸν τὸ ἔσοδον τῶν 2,000,000 λόγῳ δῆθεν «ἰσοτίμου τραπεζικῶν γραμματίων ἀποσυρομένων ἐκ τῆς κυκλοφορίας πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων δανείου». Ἀλλ’ ἡ δήλωσις αὕτη δὲν εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς, οὐδ’ ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστον αὐτοῦ μέρος. Ὁ προϋπολογισμὸς θὰ παρουσιάζῃ ἔσοδον 2,000,000 μὴ πραγματικὸν, ἡ ἀναγραφὴ δὲ τοιούτου ἐσόδου καθιεροῖ κάκιστον προηγούμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον.
§352Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ τὸ προηγούμενον ἀνεγράφη καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902. Τί ἠθέλετε νὰ κάμω ἐγώ;
§353ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὰς δηλώσεις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἧς ἀπετέλουν μέλος, περὶ τῶν ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν, προέτεινα, ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, πλὴν τῶν ἄλλων, τὴν τροπολογίαν, ὅπως ἐκ τούτων ἀφαιρεθῶσι 2,000,000 ἀναγραφέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη μεταξὺ τῶν ἐσόδων ὑπὸ τὸ κεφάλ. Κʹ ἄρθρον 2 λόγῳ ἰσοτίμου ἀποσυρομένων ἐκ τῆς κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων. Ἰδοὺ δὲ τί εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν, πρὸς δικαιολογίαν τῆς προταθείσης παρ’ ἐμοῦ ἀπαλείψεως τοῦ ἰδανικοῦ τούτου ἐσόδου (ἀναγινώσκει): «Καὶ ὅτε τὸ παρελθὸν ἔτος τὸ πρῶτον τοιαύτη ὑπεβλήθη πρότασις, ὅπως ἀναγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 ὡς ἔσοδον τὸ ποσὸν τῶν 2,000,000, λόγῳ ὅτι τὸ προϊὸν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου δὲν εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς πίστωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἐγὼ καὶ τότε εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ν’ ἀναγράφωνται εἰκονικὰ ἔσοδα. Ὁ λόγος, ὅστις καὶ τότε καὶ νῦν πρὸς δικαιολογίαν τῆς τοιαύτης ἀναγραφῆς προβάλλεται, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀναγράφεται ποσὸν ἴσον, ἤτοι ἐκ 2,000,000, τὸ ὁποῖον ὑποχρεούμεθα νὰ καταβάλωμεν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, ἦτο καὶ εἶναι ἀβάσιμος, διότι τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἀναγραφόμενα 2,000,000 ὑποχρεούμεθα νὰ καταβάλωμεν τοῖς μετρητοῖς, (argent comptant) ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, δυνάμει τοῦ περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου νόμου, πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους τραπεζικῶν γραμματίων. «Ἡ ἀναγραφὴ ὅμως ἴσου ποσοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων δὲν δύναται οὐσιαστικῶς νὰ πληρώσῃ τὸ κενὸν, ὅπερ δημιουργεῖται ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν χρημάτων ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐὰν δὲ δὲν ἐπιστώθησαν τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καθόσον πρὸ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἦτο συνωμολογημένον ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, δέον νὰ γένηται καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὅ,τι ἐγένετο καὶ ὡς πρὸς τὸ προϊὸν ἑτέρων δανείων, ὅπερ δὲν εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἰς πίστωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσήκουσαν δήλωσιν, ὡς ἔπραξα καὶ ἐν τῷ παρελθόντι, ὅτε διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τοὺς παρακολουθήσαντας τὰ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν εἶναι ἤδη γνωστὸν, ὅτι διὰ τῆς ἀναγραφῆς τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἰς πίστωσιν αὐτῶν μεταβάλλεται ἡ εἰκὼν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, διότι ἀντὶ ἐλλείμματος θέλει παρουσιάζεσθαι πλεόνασμα.» Ἀναμφισβήτητος καὶ πανθομολογουμένη εἶναι ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἔσοδον δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ, εἰμὴ τὸ ἔχον τὸ ἀντίστοιχον χρῆμα. Ὁ ἐξευρεθεὶς δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τρόπος τῆς δημιουργίας ἐσόδου εἰς βάρος τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀποκλείεται, ὡς ὅλως ἔκρυθμος. Τὸ δάνειον τοῦτο, ὅπερ κατὰ τὴν συνομολόγησιν αὐτοῦ εἰσήχθη εἰς τοὺς χρηματιστικοὺς λογαριασμοὺς, ἀνήκει βεβαίως εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἰς τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως ἐκείνης, καθ’ ἣν τὸ προκῦψαν ἐξ αὐτοῦ χρῆμα εἰσῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐπειδὴ δὲ ἡ χρῆσις αὕτη περιῆλθεν ἀπὸ πολλοῦ εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις, πρέπει καὶ τὸ ἐκ τοῦ δανείου τούτου ἔσοδον νὰ εἰσαχθῇ πρὸς τακτοποίησιν εἰς τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Ἄλλως τε τὸ ἔσοδον ἀποβαίνει εἰκονικὸν, ὡς μὴ δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς καταβολὴν τοῦ ἀντιστοίχου διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐξόδου. Παρομοία εἰσαγωγὴ τοῦ προϊόντος τῶν ἐθνικῶν δανείων εἰς τοὺς χρηματιστικοὺς λογαριασμοὺς παρετηρήθη καὶ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῶν ἀπολογισμῶν τῶν χρήσεων 1882–1885, διέταξα δὲ τότε καὶ κατελογίσθησαν ταῦτα ὡς ἔσοδα τῶν χρήσεων, καθ’ ἃς τὰ δάνεια εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, περιελθόντα οὕτως εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Τῇ 12 Μαΐου 1899 ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν δύο νομοσχέδια περὶ κυρώσεως τῶν ἀπολογισμῶν τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1893–1895. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων τούτων ἀνεκαλύφθη ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ, ὅπερ διηύθυνε καὶ τότε ὁ νῦν Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κ. Τσακωνόπουλος, ὅτι ἐκ τοῦ εἰσπραχθέντος ποσοῦ ἐκ πολλῶν δανείων κατὰ ἔτη 1882–1893 εἰσεπράχθησαν, ἀλλὰ δὲν ἐβεβαιώθησαν, οὐδ’ εἰσήχθησαν ὡς ἔσοδα τῶν σχετικῶν προϋπολογισμῶν, ποσὰ ἀνερχόμενα εἰς δραχμὰς 30,113,479, ἀνήγοντο δὲ τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, εἰς τὸ δάνειον τῶν 125,000,000 καὶ εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Τὰ ποσὰ ταῦτα εἰσήχθησαν ὑπὸ διαφόρους μερίδας τῶν διαφόρων ἢ χρηματιστικῶν λογαριασμῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ σχετικὰ στοιχεῖα, ὡς μὴ περιλαμβανόμενα ἐν τοῖς τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοιούτοις κατὰ τὴν κατάρτισιν τῶν ἀπολογισμῶν, ἀνευρέθησαν δὲ ὡς ἐκ τοῦ ἐνεργηθέντος ἐλέγχου τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν. Ὡς ἐκ τούτου τῇ 8 Δεκεμβρίου 1899 προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν νέον νομοσχέδιον, τροποποιημένον οὕτως, ὥστε νὰ ὦσι πιστωμένα τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 30,113,479. Πρὶν ἢ καθιερωθῇ παρ’ ἡμῖν ὁ διεθνὴς οἰκονομικὸς ἔλεγχος, δὲν ἐπετρέπετο ν’ ἀναγραφῇ εἰς πίστωσιν τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν τὸ εἰσαχθὲν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον χρῆμα ἐκ τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου, διότι τοῦτο ἦτο συνωμολογημένον ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, καὶ τὸ εἰλημμένον ἐξ αὐτοῦ ποσὸν ἐκυμαίνετο, ὁτὲ μὲν αὐξανόμενον, ὁτὲ δ’ ἐλαττούμενον. Μετὰ τὸν νόμον ὅμως περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου τὸ δάνειον τοῦτο ἐκλείσθη, καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τοῦ δανείου τούτου προελθὸν εἶναι ὁριστικῶς καθωρισμένον. Ὥστε ἐπιβάλλεται νῦν ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ὑποβολὴ νομοσχεδίου τροποποιοῦντος τὰ προηγουμένως, κατὰ τὸ 1899, ὑποβληθέντα, καὶ ἀναγράφοντος εἰς πίστωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν τὸ ποσὸν, ὅπερ εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὅταν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποβληθῇ, ὡς ἐγὼ αὐτὸς ἐπεφυλάχθην νὰ τὸ πράξω, ἐὰν παρέμενον διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ εἰκὼν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπολογισμῶν μεταβληθήσεται, ὡς ἐδήλωσα, εἰσάγων τὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 τροπολογίας. Τουτέστιν, ἀντὶ ἐλλείμματος, ὅπερ παρουσιάζουσι τὰ κατὰ τὸ 1899 ὑποβληθέντα ὑπ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, θέλει παρουσιάζεσθαι πλεόνασμα. Ἴσως τὸ πλεόνασμα τοῦτο ὑπονομεύουσι τὰ λανθάνοντα ἐλλείμματα, ἅπερ προέρχονται ἐκ προκαταβολῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἰδίως ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁπωσδήποτε ἡ κατάστασις δὲν παρουσιάζεται πλέον ὡς παθητική. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ αἰσθάνωμαι ἀπορίαν δυσεξήγητον, πῶς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, καίτοι διευθύνεται ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, δὲν ἠκολούθησε καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸν ὀρθὸν καὶ εἰλικρινῆ τοῦτον τρόπον, ἀλλ’ ἐπροτίμησε μέθοδον νοθεύουσαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐκ τούτων ἀποδεικνύεται, ὡς φρονῶ, ὅτι ἡ παρ’ ἐμοῦ ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων διὰ τῆς διαγραφῆς τῶν 2,000,000 ἐγένετο κατόπιν ἐπισταμένης μελέτης, καὶ ἦτο πληρέστατα δεδικαιολογημένη.
§354Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει ὅμως νὰ τακτοποιηθῇ λογιστικῶς τὸ ποσὸν τῶν 2 ἑκατομμυρίων. Καὶ ἀφοῦ ἐτυπώθησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 μὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι ἀφαιροῦνται ἐκ τῶν ἐσόδων ὡς μὴ πραγματικὰ τὰ 2,000,000, τί θέλετε περιπλέον; Εἶναί τι εἰλικρινέστερον ἀπὸ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πράττομεν; Ἀναγράφομεν τὰ 2,000,000 ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, τὸ πράττομεν ὅπως τακτοποιηθῇ ἡ ληψοδοσία τοῦ δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, τοῦ ὁποίου τὸ προϊὸν δὲν ἀνεγράφη ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, καὶ ὄχι διότι ὑπάρχει πράγματι τοιοῦτον ἔσοδον. Τοῦτο ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ 1901 καὶ τὸ 1902, ἀναγκαίως δέ, καθ’ ὅσον προβαίνομεν εἰς τὴν ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ προσφεύγωμεν εἰς τὸ τοιοῦτον λογιστικὸν μέτρον, μέχρις ὅτου φθάσωμεν εἰς τὸ μηδέν. Ἐντεῦθεν ἡ εἰλικρίνεια τῆς Κυβερνήσεως οὐδόλως προσβάλλεται ἐκ τῆς ἐγγραφῆς ταύτης. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ Μέρος Ηʹ, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§355ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους δραχ. 120,194,362. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
ΕΞΟΔΑ.
Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. (Γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δραχ. 24,567,572. Ὑπηρεσία Δημοσίου Χρέους. (Γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους δραχ. 36,664,310. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν. Κεφάλαιον Αʹ. «Κεντρικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Αʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν). Κεφάλαιον Βʹ. «Διπλωματικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων).
§358ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῶν 10,000 δραχμῶν τῶν προωρισμένων δι’ ἐνοίκιον τοῦ καταστήματος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας. Εἰς τὴν πρότασιν ταύτην μὲ ἤγαγον λόγοι ἐθνικοῦ συμφέροντος· Διότι, ἐὰν ἐγκαταλειφθῇ τὸ κατάστημα τῆς Βασιλικῆς Πρεσβείας, τὸ ὁποῖον περιέχει καὶ ναὸν, θὰ ὑποστῶμεν ζημίαν ἐθνικήν.
§359Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίσθη· ἑπομένως, καὶ ἂν ἀναγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἡ πίστωσις αὕτη, δὲν ἔχει σημασίαν.
§360ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ὥριμον εἰς τρίτην συζήτησιν, καὶ δυνάμεθα νὰ τὸ ψηφίσωμεν σήμερον.
§361Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἂς ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις τῶν 10,000, καὶ ἂν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἡ πίστωσις θὰ μείνῃ νεκρά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Βʹ μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσθήκης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δραχ. 2,698,553. Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. (Ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 1–8 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν). Κεφάλαιον 9. «Εἰσαγγελίαι Πρωτοδικῶν». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων).
§363Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πρὸ ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐξήσεως τῆς ἐπιχορηγήσεως τῆς Εἰσαγγελίας Τριπόλεως. Ὁ λόγος δὲ, εἰς ὃν στηρίζω τὴν παράκλησίν μου ταύτην, εἶναι, ὅτι ἡ Εἰσαγγελία Τριπόλεως εἶναι ἡ μᾶλλον βεβαρυμένη Εἰσαγγελία τοῦ Κράτους. Ἡ ἐλάττωσις, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ κονδύλιον αὐτὸ, εἶναι 2,000 δραχμῶν· παρακαλῶ νὰ μείνῃ ὡς εἶχε πρότερον, καὶ ἐπειδὴ εἴμεθα εἰς τὸ δεύτερον ἑξάμηνον, ἂς αὐξήσῃ μόνον κατὰ χιλίας δραχμάς.
§364Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πολὺ καλά. Ὥστε τὸ ποσὸν τῶν 5,760 δραχμῶν διὰ τοὺς μισθοὺς τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τῆς Εἰσαγγελίας Τριπόλεως, ἐν ἄρθρῳ 11, νὰ γείνῃ 6,760. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 9 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 10).
§365ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 11. «Εἰρηνοδικεῖα καὶ Πταισματοδικεῖα» (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
§366Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, εἰς τὸ κεφάλαιον 11, ἄρθρον 1, νὰ προστεθῇ ποσὸν τριακοσίων δραχμῶν διὰ προσθήκην ἑνὸς εἰρηνοδίκου ἐπὶ ἓξ μῆνας.
§367Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρεκάλουν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐλαμβάνετο πρόνοια περὶ ἱδρύσεως Πταισματοδικείου καὶ ἐν Ἀμαλιάδι, περὶ τοῦ ὁποίου δι’ ἐπανειλημμένων πράξεων ἀπεφάνθη τὸ ἁρμόδιον Δικαστήριον. Δὲν πρόκειται εἰμὴ περὶ δαπάνης 3,000 δραχμῶν διὰ τοὺς ὑπολειπομένους ἓξ μῆνας.
§368ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 11 μετὰ τῆς ἐν ἄρθρῳ 1 προσθήκης δραχ. 300. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν δηλώσεων).
§369ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δραχ. 5,910,794.
§370ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν. Κεφάλαιον 1. «Κεντρικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
§371Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν ἄρθρῳ 1, «Προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου», παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι δραχ. 600, ἤτοι ἐν ὅλῳ 96,120. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 1 μετὰ τῆς ἀνωτέρω ἐν ἄρθρῳ 1 προσθήκης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 2–10, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§372ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 11. «Συνδρομὴ εἰς Σωματεῖα». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν αὐτῶν δηλώσεων).
§373Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου ἑνδεκάτου προτείνω καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ στέρξῃ νὰ προστεθῶσι 5,000 ἢ 6,000 δραχμαί. Τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ διανεμηθῇ εἰς διαφόρους Συλλόγους, εἰς διαφόρους ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι σκοποῦσι νὰ ἐξυπηρετήσωσι κοινωνικὰ συμφέροντα. Ἐν πρώτοις νομίζω, ὅτι διὰ τὴν Σχολὴν τῶν ἀπόρων παίδων τοῦ «Παρνασοῦ» πρέπει νὰ προστεθῶσι 1000 δραχμαί. Εἶναι 2,000, νὰ γείνωσι 3,000. Ἡ Σχολὴ αὕτη τῶν ἀπόρων παίδων παρέχει πραγματικὰς καὶ λίαν χρησίμους ὑπηρεσίας εἰς τὴν κοινωνίαν.
§374ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§375Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει ἐπίσης νὰ δοθῶσι 1000 δραχμαὶ ἀκόμη εἰς τὸν Σύλλογον πρὸς καταπολέμησιν τῆς φυματιώσεως. Εἶναι 1000, νὰ γείνωσι 2,000. Ἐπίσης πρέπει νὰ δοθῶσι 500 δραχμαὶ ἀκόμη εἰς τὴν «Ἑταιρείαν τῶν φίλων τοῦ λαοῦ». Εἶναι 1500, νὰ γείνωσι 2,000. Πρέπει νὰ δοθῶσι προσέτι 1,000 δραχμαὶ εἰς τὸν Σύλλογον πρὸς διδασκαλίαν ἀρχαίων δραμάτων. Εἶναι 3,000, νὰ γείνωσι 4,000.
§376ΣΤΑΗΣ. Ἔχει καὶ 5,000 τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας.
§377Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ εἰς τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον, διότι ἀληθῶς στερεῖται, καὶ τόσος κόσμος συρρέει ἐκεῖ, ὥστε εἶναι ἄδικον νὰ μὴ προστεθῇ ἓν ποσόν.
§378Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη πίστωσις.
§379Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ ἀναγραφῇ, κύριε Πρόεδρε, πίστωσις 1000 δραχμῶν τοὐλάχιστον διὰ τὸ ἵδρυμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐξυπηρετεῖ μεγάλως τὸν κόσμον.
§380Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ καμμία αὔξησις.
§381Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐξήσεως.
§382Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ δεχθῇ, ὅπως δοθῇ αὔξησις τοῦ βοηθήματος εἰς τὸν Ζωολογικὸν Κῆπον, διότι ὁ Ζωολογικὸς Κῆπος εἶναι ἓν ἐπιστημονικὸν σωματεῖον.
§383Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν «Ἑταιρίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ» ἔχουσιν ἀναγραφῆ μόνον 1000 δραχμαί, ἐνῷ εἶναι ἡ μόνη Ἑταιρία, ἡ ὁποία ἐργάζεται διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἦσαν 2000 δραχμαί, καὶ περιεκόπησαν εἰς 1000 δραχμάς. Νομίζω ὅτι ἡ περικοπὴ αὐτὴ δύναται νὰ λείψῃ, καὶ νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν κατὰ 1000 δραχμάς, ὥστε νὰ γείνωσι πάλιν 2000 δραχμαί.
§384Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὲρ τῆς «Ἑνώσεως τῶν Ἑλληνίδων» νὰ διατεθῶσι 2,000 δραχμαί.
§385Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀληθῶς ὅλα τὰ ἱδρύματα, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος, εἶναι λίαν ἐπωφελῆ, ὑπὸ ἔποψιν κοινωνικὴν καὶ ἐθνικὴν, ἀλλὰ πρέπει, Κύριοι, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ δημόσιον ταμεῖον. Εὑρίσκομαι ἀληθῶς εἰς τὴν ὀδυνηρὰν ἀνάγκην νὰ ἀρνηθῶ καὶ εἰς τὸν σεβαστὸν Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος τὴν παραδοχὴν τῶν συστάσεων αὐτοῦ.
§386Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ ὅλοι ζητοῦσι.
§387Δ. ΡΑΛΛΗΣ. .. καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ κεφάλαιον 11 ὡς ἔχει.
§388Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν Σχολὴν τῶν ἀπόρων παίδων νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 11, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 12–28).
§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 29. «Ὑδραυλικὰ ἔργα». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
§390Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 29 παρακαλῶ νὰ γείνωσιν αἱ ἑξῆς προσθῆκαι. Νὰ προστεθῇ ἄρθρον 27 «διὰ τὴν διαπλάτυνσιν καὶ διευθέτησιν τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ Παμίσου (Μπλιούρι) πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ὑπὸ τῶν ὑδάτων κατακλυζομένων γαιῶν τῶν χωρίων Μακρυχωρίου, Ράκοσας, Κοσκινᾶ, Βιλέσι καὶ Βάναρι», περὶ τῆς ὁποίας ὑπάρχει σχετικὸν νομοσχέδιον, καὶ ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις 30,000 δραχμῶν. Ἐπίσης διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Ἀσκορίδος ἢ Νεζεροῦ νὰ προστεθῇ ἄρθρον 28, καὶ ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις 37,000 δραχμῶν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον τὸ κεφάλαιον 29 μετὰ τῶν προσθηκῶν τούτων).
§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 30. «Κατασκευὴ καὶ συντήρησις κτιρίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
§392Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 30 νὰ προστεθῇ ἄρθρον 3 «διὰ τὴν ἀνακαίνισιν τῆς στέγης τοῦ Ζαππείου μεγάρου», καὶ ν’ ἀναγραφῶσι δραχμαὶ 45,000. Ἐπίσης νὰ προστεθῇ ἄρθρον 4 «διὰ τὴν ἀνέγερσιν μηχανοστασίου ἐν τοῖς λουτροῖς Ὑπάτης», καὶ ν’ ἀναγραφῶσι δραχμαὶ 16,500. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον τὸ κεφάλαιον 30 μετὰ τῶν προσθηκῶν τούτων).
§393ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 31. «Κατασκευὴ καὶ συντήρησις κτιρίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
§394Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 31 νὰ προστεθῇ ἄρθρον 4 «διὰ τὴν κατασκευὴν λιθίνης ἀποβάθρας τοῦ Ὑποτελωνείου Κοπραίνης, πρὸς ἀντικατάστασιν τῆς ὑπαρχούσης ξυλίνης τοιαύτης», καὶ ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις δραχ. 21,500. Ἐπίσης νὰ προστεθῇ ἄρθρον 5 «διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ κατασκευαζομένου κτιρίου τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου», καὶ ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις δραχ. 50,000.
§395Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐψηφισμένα τὰ σχετικὰ νομοσχέδια διὰ τὰς ζητουμένας πιστώσεις;
§396Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ νομοσχέδια ἐψηφίσθησαν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν σήμερον, καὶ θὰ ψηφισθῶσιν αὔριον εἰς τρίτην. Ἐὰν ὅμως δὲν ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, ἐννοεῖται ὅτι αἱ πιστώσεις θὰ μείνωσι νεκραί. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον τὸ κεφάλαιον 31 μετὰ τῶν ἀνωτέρω προσθηκῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν).
§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δραχ. 16,528,115. Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. (Ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 1 καὶ 2 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως).
§398ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 3. «Ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§399Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ, εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ κεφαλαίου 3 νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ γενομένη μεταβολὴ εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς θέσεως τοῦ βοηθοῦ τῆς κλινικῆς τῶν μεταδοτικῶν νοσημάτων. Ἡ διαφορὰ εἶναι μόνον 450 δραχμῶν.
§400ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει νόμος ἐπ’ αὐτοῦ;
§401ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοὺς ἐπιμελητὰς δὲν πειράζει.
§402ΣΤΑΗΣ. Ἔχει ψηφισθῆ νόμος εἰς τὰ 1900.
§403ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 3 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 4).
§404ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 5. «Βιβλιοθῆκαι». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
§405Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 5 ἄρθρον 1, «προσωπικὸν τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης», πρέπει νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ συνεπείᾳ τοῦ ψηφισθέντος νόμου.
§406ΣΤΑΗΣ. Τὸ σύνολον τῶν αὐξήσεων τοῦ νομοσχεδίου ἀνήρχετο εἰς 5,280 δραχμάς.
§407Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θ’ ἀναγραφῇ πίστωσις μόνον διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν.
§408Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Ὥστε διὰ τὸ προσωπικὸν τῆς Ἐθνικῆς βιβλιοθήκης νὰ προστεθῶσι 2,640 δραχμαί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 5 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 5–10, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§409ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 11. «Μέση ἐκπαίδευσις». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων).
§410Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπεθύμουν ἐν ἄρθρῳ 11 τοῦ κεφαλαίου 11 καὶ ὑπὸ τὴν αἰτιολογίαν «μισθοδοσία προσωπικοῦ καὶ ἄλλαι σχετικαὶ δαπάναι διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις δημοσίων Ἐμπορικῶν Σχολῶν» νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις 35,000 δραχμῶν.
§411Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον;
§412ΣΤΑΗΣ. Ἐπαρκοῦσιν 25,000.
§413Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι καὶ αἱ ἀποζημιώσεις, δρ. 10,000.
§414Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἀποζημιώσεις χωριστὰ, διότι διεκρίναμεν τὸ παρελθόν.
§415Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν ἄρθρον 11. «Μισθοδοσία προσωπικοῦ καὶ ἄλλαι σχετικαὶ δαπάναι διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις δημοσίων Ἐμπορικῶν Σχολῶν δρ. 25,000.» Νὰ προστεθῇ δὲ καὶ ἄρθρον 12, ὡς ἑξῆς: «Ἀποζημίωσις τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν παρασχόντων τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὰς μὴ ἀναγνωρισθείσας Ἐμπορικὰς Σχολὰς δρ. 10,000.»
§416Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Διὰ τὸ Γυμνάσιον Ἀργοστολίου θὰ εἴπω δύο λέξεις. Κατηργήθη μία θέσις καθηγητοῦ τοῦ Γυμνασίου Ἀργοστολίου. Ἀφ’ ἧς κατηργήθη ἡ θέσις αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ μαθήματά των οἱ μαθηταὶ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι εἶναι πολλοὶ οἱ μαθηταὶ οἱ εἰς τὸ Γυμνάσιον ἐκεῖνο φοιτῶντες... (διάλογοι).
§417Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόση πίστωσις ἀνεγράφη διὰ τὰς Ἐμπορικὰς Σχολάς;
§418ΣΤΑΗΣ. 25,000 δρ. διὰ μισθοὺς, καὶ 10,000 δι’ ἀποζημιώσεις.
§419ΓΕΡΑΚΗΣ. ... Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν ὑμᾶς νὰ μείνῃ τὸ προσωπικὸν τοῦ Γυμνασίου Ἀργοστολίου ὡς εἶχε προηγουμένως.
§420Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀπὸ ὅλα τὰ Γυμνάσια ἀφῃρέθησαν θέσεις ἕνεκα λόγων οἰκονομίας.
§421ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐννοῶ νὰ γίνεται οἰκονομία, ὅταν ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ· ἀλλ’ ὅταν δὲν δύναται νὰ γείνῃ, εἶναι καταστροφὴ καὶ παραλυσία τῆς διδασκαλίας.
§422ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασίς σας.
§423ΓΕΡΑΚΗΣ. Δὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§424ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπήντησε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 11 μετὰ τῶν ἐν ἄρθροις 11 καὶ 12 προσθηκῶν).
§425ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 12. «Γυμναστική». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
§426ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ κεφάλαιον 12, ἄρθρον 1, ἀναγράφεται πίστωσις 28,800 δραχμῶν «διὰ προσωπικὸν Σχολῆς Γυμναστῶν καὶ Ἀκαδημαϊκοῦ Γυμναστηρίου». Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ὑπάρχει Ἀκαδημαϊκὸν Γυμναστήριον, καὶ ἂν ἔχει λόγον αὐτὸ τὸ ἀργομισθολόγιον κατὰ μῆνα καὶ κατὰ χιλιάδας εἰς ὡρισμένα πρόσωπα.
§427ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διαγραφῇ.
§428ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἀπεφάνθη, ὅτι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχουσιν οἱ φοιτηταὶ νὰ φοιτῶσιν εἰς τὸ Ἀκαδημαϊκὸν Γυμναστήριον. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ μισθοδοτῇ μὲ 28,800 δραχμὰς κατ’ ἔτος ἕνα διευθυντὴν τῆς Σχολῆς τῶν Γυμναστῶν, ἕνα διευθυντὴν τοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ Γυμναστηρίου, ἑπτὰ γυμναστὰς, τέσσαρας καθηγητὰς ἐπὶ ἐπιμισθίῳ, ἕνα διδάσκαλον ὁπλομαχητικῆς, ἕνα ἰατρὸν κλπ., ἀφήσατέ το.
§429Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διαγραφῶσιν αὐτά.
§430Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὸν ἕβδομον μῆνα.
§431ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Νὰ διαγραφῇ ἡ πίστωσις τῶν ὑπολοίπων πέντε μηνῶν.
§432ΔΑΟΥΤΗΣ. Μάλιστα, διὰ τὸ μέλλον.
§433Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε διαγραφῇ, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ τοὺς ἀπολύσωμεν ὅλους.
§434ΣΤΑΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθότερον.
§435ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ συμπληρωθῇ, ὡς εἶπον, ἡ θέσις τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Γυμνασίου Ἀργοστολίου.
§436Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχετε δίκαιον, διότι πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται ἐν ὅλῳ δι’ 72 καθηγητάς. Ἑπομένως, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη διὰ τὸ Γυμνάσιον Κεφαλληνίας, μὴ ἔχετε ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἀνάγκη αὕτη θὰ πληρωθῇ.
§437ΓΕΡΑΚΗΣ. Ναί· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει σχετικὸν κονδύλιον.
§438ΣΤΑΗΣ. Εἶναι γενικὸν δι’ ὅλα τὰ Γυμνάσια. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 12, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13).
§439ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 14. «Συνδρομαὶ καὶ βοηθήματα». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
§440ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§441ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ.
§442ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
§443ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ κονδύλιον τὸ ἀποδιδόμενον εἰς τὸν Ζωολογικὸν Κῆπον. Νομίζω ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀποδίδεται, εἶναι 2,000.
§444ΓΟΥΛΙΜΗΣ. 1800.
§445ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ αὐξηθῇ ὄχι μόνον εἰς δύο ἢ τρεῖς χιλιάδας, ἀλλὰ καὶ εἰς 10,000, εἰ δυνατόν· διότι, ἂν πρόκηται νὰ δοθῇ μόνον αὐτὸ τὸ μικρὸν ποσὸν, προτιμότερον νὰ κλείσῃ ὁ Ζωολογικὸς Κῆπος.
§446ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δὲν ἔχομεν λεπτὰ (θόρυβος).
§447Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐπρόφθασα νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω, καὶ θὰ τὰς κάμω τώρα...
§448ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀργά· ἐψηφίσθη.
§449ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Λέγω ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐπρόλαβα ἐκεῖ, θὰ τὰς κάμω τώρα. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐψηφίσθη πίστωσις διὰ τὸ ἐν Ἀθήναις Διδασκαλεῖον τῶν Νηπιαγωγῶν δραχμῶν 5,000, καὶ ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἑτέρα πίστωσις 2,000.
§450Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι, ὄχι.
§451ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ αὐτὴ Ἑταιρεία εἶναι;
§452ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος νομίζω ὅτι κάμνει μικρὰν σύγχυσιν. Ἡ πίστωσις, ἡ ὁποία ἐψηφίσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφορᾷ εἰς τὴν Ἐπαγγελματικὴν Σχολὴν τῆς «Ἑνώσεως τῶν Ἑλληνίδων», καὶ ἐκεῖ ἐδόθησαν 5,000 δραχμαί. Ἡ πίστωσις, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ἀποβλέπει εἰς τὸ Νηπιαγωγεῖον τῆς «Ἑνώσεως τῶν Ἑλληνίδων». Κατὰ τὸ παρελθὸν ἐχορηγεῖτο πίστωσις δραχ. 5,000, ἀλλ’ ἐφέτος ἡ πίστωσις αὕτη περιεκόπη εἰς 2,000 μόνον. Νομίζω ὅτι τὸ ἔργον τὸ ἐπιτελούμενον ὑπὸ τῆς «Ἑνώσεως τῶν Ἑλληνίδων» διὰ τοῦ Νηπιαγωγείου εἶναι τοσοῦτον μέγα, ὥστε δὲν δικαιολογεῖται ἡ γενομένη περικοπὴ, ἀφοῦ μάλιστα πολὺ γενναιόδωρον ἐφάνη τὸ Ὑπουργεῖον εἰς χορηγίας πρὸς ἄλλους Συλλόγους καὶ ἄλλα Σωματεῖα δευτερευούσης χρησιμότητος. Π. χ. εἰς τὴν «Ἑταιρείαν πρὸς διδασκαλίαν ἀρχαίων δραμάτων», εἰς ἣν ἐχορηγήθη βοήθημα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν 3,000 δραχμῶν, χορηγεῖται βοήθημα καὶ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἑτέρων 5,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ βοήθημα 8,000 δραχμῶν, διὰ νὰ παρασταθῇ ἡ «Μήδεια»! Ἐγὼ θαυμάζω τὰ ἔργα τῶν προγόνων ἡμῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, εἰς ἣν οἰκονομικὴν κατάστασιν εὑρισκόμεθα, ἀποδεικνύομεν ἀφθονίαν μεγάλην χαριστικότητος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ἐπιφέρῃ αὔξησιν, συμφώνως πρὸς ὅσα εἶπον, εἰς τὴν πίστωσιν τὴν ὑπὲρ τοῦ Διδασκαλείου τῶν Νηπιαγωγῶν.
§453Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1.
§454ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Εἷς καὶ ὁ αὐτὸς Σύλλογος εἶναι. «Ἕνωσις τῶν Ἑλληνίδων» κατὰ διάφορα τμήματα, καὶ λαμβάνει διάφορα βοηθήματα.
§455Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι τμήματα ὅμως.
§456ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄλλο «Ἐπαγγελματικὴ Σχολὴ» καὶ ἄλλο «Ἕνωσις Ἑλληνίδων».
§457ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἐδῶ ἠδικήθησαν ἄλλοι Σύλλογοι, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἐργάζονται τελεσφόρως ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ καλοῦ. Τοιουτοτρόπως ἂς τοὺς κατατάξωμεν εἰς τμήματα τμημάτων, καὶ ἂς δώσωμεν εἰς ὅλους.
§458Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ μόνον διὰ τὸ Διδασκαλεῖον τῶν Νηπιαγωγῶν ποσὸν 1000 δραχμῶν, δηλ. τὸ ὅλον 3,000. Ἐπίσης ν’ ἀναγραφῇ «συνδρομὴ εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Ἰσραηλιτικὴν Κοινότητα πρὸς συντήρησιν διδασκάλων» δραχ. 1200. Ἑπομένως θ’ αὐξηθῇ τὸ ἐν λόγῳ κεφάλαιον κατὰ δρ. 2,200.
§459Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ζωολογικὸς Κῆπος εἶναι ἓν πρακτικὸν σχολεῖον.
§460Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τί νὰ τὸν κάμωμεν;
§461Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι μόνον σχολεῖον, κύριε Πρόεδρε· ἀναπτύσσει καὶ τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, διότι φέρει ἀνάπτυξιν τῆς ὀρνιθοτροφίας, ἡ ἀνάπτυξις δὲ τῆς ὀρνιθοτροφίας φέρει νέαν ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς.
§462Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖ χρειάζονται χιλιάδες δραχμαί.
§463ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐδώσατε εἰς διάφορα σωματεῖα καὶ εἰς ἐνοίκια τόσα καὶ τόσα, καὶ εἰς τὸν Ζωολογικὸν Κῆπον, τὸ κόσμημα καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν δίδετε.
§464Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν πρόκηται ὁ Ζωολογικὸς Κῆπος νὰ ὑπάρχῃ ἢ νὰ μὴ ὑπάρχῃ διὰ χιλίας δραχμὰς, παρακαλῶ νὰ προστεθῇ τὸ ποσὸν αὐτό.
§465ΠΟΛΛΟΙ. Πέντε χιλιάδες νὰ προστεθῶσι. (Διαμαρτυρίαι).
§466ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε!
§467ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσετέθησαν χίλιαι δραχμαί.
§468ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Χίλιαι ἐδῶ καὶ χίλιαι ἐκεῖ! Δὲν ἔχομεν δρόμους νὰ περιπατήσωμεν, καὶ κόπτετε τὴν ὁδοποιίαν ὅλην, καὶ ἀφαιρεῖτε καὶ μοιράζετε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ εἰς τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον! Τί εἶναι αὐτά!
§469ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐμοιράσθησαν. Μόνον χίλιαι δραχμαὶ ἐδόθησαν.
§470ΡΩΤΑΣ. Φωνάζουν οἱ Κύριοι, διότι ὁ εἷς εἶναι μέλος τῆς μιᾶς ἑταιρείας, ὁ ἄλλος τῆς ἄλλης, καὶ οὕτω καθεξῆς!
§471Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει.
§472Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ παίρνετε τὸν λόγον σας πίσω (γέλως).
§473Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τί κάθεσθε καὶ ὑποστηρίζετε, Κύριε! Κόσμημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι ὁ Ζωολογικὸς Κῆπος; Μὴ χειρότερα!
§474Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ μεταβῇ, ἐρχόμενος ἐδῶ, εἰς ἐπίσκεψιν τοῦ Ζωολογικοῦ Κήπου.
§475Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐντρεπόμεθα νὰ λέγωμεν, ὅτι ὁ Ζωολογικὸς Κῆπος εἶναι κόσμημα καὶ ἐλπὶς τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἑλληνισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζετε;
§476Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ἠρνήθητε εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ἀπόρων Παίδων χιλίας δραχμὰς, καὶ θέλετε νὰ δώσητε καὶ ἄλλα εἰς τὸν Ζωολογικὸν Κῆπον!
§477Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δὲν παραδέχεται νὰ ἀναγραφῶσι χίλιαι δραχμαὶ διὰ τὸν Ζωολογικὸν Κῆπον. Ἐγὼ προτείνω νὰ κοπῶσιν αἱ ὀκτὼ χιλιάδες διὰ τὴν παράστασιν τῶν ἀρχαίων δραμάτων. Τί θὰ εἰπῇ ὀκτὼ χιλιάδες διὰ τὴν παράστασιν ἀρχαίων δραμάτων; Πέντε χιλιάδες ἐδῶ, τρεῖς χιλιάδες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Θὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν διαγραφὴν τῶν ὀκτὼ χιλιάδων.
§478ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη τὸ ποσὸν τῶν 3,000 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§479Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάρχει πίστωσις τριῶν χιλιάδων, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας πέντε χιλιάδων. Ἀνέρχεται λοιπὸν εἰς 8,000 τὸ ποσὸν διὰ παράστασιν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν δραμάτων. Ὑπάρχουσιν ἑταιρεῖαι ἰδιωτικαὶ, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ διαδώσωσι τὴν διδασκαλίαν τῶν ἀρχαίων δραμάτων δύνανται δι’ ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας καὶ διὰ μέσων ἰδιωτικῶν νὰ πράξωσι τοῦτο· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔρχηται ὁ προϋπολογισμὸς καὶ νὰ δίδῃ 8,000 δραχμὰς πρὸς παράστασιν ἀρχαίων δραμάτων, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὴν Ἐπαγγελματικὴν Σχολὴν 3,000. Καὶ εἰς ἄλλας χαριστικὰς πράξεις προβαίνει ὁ προϋπολογισμός. Δυστυχῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐπρόλαβα νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ ἀμείλικτον τὴν μάχαιραν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, εἰσηγούμενος τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ, τοῦ ἰδικοῦ του, μᾶς ἀνήγγειλεν ἐνταῦθα, εἰπὼν, ὅτι μάχαιρα ἀμείλικτος θὰ καταπέσῃ ἐπὶ τῶν σαπρῶν μελῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς σπατάλης καὶ τῆς ἀσωτείας. Ἐπιμένω λοιπὸν, αἱ 8,000 διὰ τὴν παράστασιν ἀρχαίων δραμάτων νὰ διαγραφῶσιν ἐντελῶς.
§480ΠΟΛΛΟΙ. Ἐψηφίσθησαν ἤδη 3,000 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§481Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τουλάχιστον νὰ μείνωσι μόνον αὐταὶ αἱ 3,000. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ δώσωμεν 8,000.
§482Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἠκούοντο ἐν τῇ Βουλῇ αἱ γνῶμαι καὶ αἱ ἔννοιαι, τὰς ὁποίας ἀπηγγείλατε, νὰ μὴ ἐξήρχετο τοῦ στόματος ὑμῶν, ὅτι εἶναι σαπρὸν θέμα ἡ πρόνοια τοῦ Κράτους, ὅπως διδάσκωνται εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ τῆς σκηνῆς τὰ ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ δράματα, ἡ διδασκαλία τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ σχολεῖον ἠθικῆς, σχολεῖον πατριωτισμοῦ, σχολεῖον βελτιώσεως τῆς ψυχῆς καὶ ἀνυψώσεως τοῦ πνεύματος.
§483Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρεξηγήθην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν. Δὲν εἶπον σαπρὰν τὴν παράστασιν τῶν Ἑλληνικῶν δραμάτων. Ἀνέφερα τὴν φράσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, εἰσηγουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων ἦτο προϋπολογισμὸς σπατάλης καὶ ἀσωτείας, καὶ ἐκ τῆς βάσεως αὐτῆς ἀναχωρῶν νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ χαρακτηρίσω καὶ ἐγὼ ὡς σπατάλην τὰς 8,000, τὰς ὁποίας δίδομεν διὰ τὴν παράστασιν τῶν ἀρχαίων δραμάτων.
§484Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Δὲν εἶναι σπατάλη.
§485ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δύναται ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία νὰ δώσῃ τὰ μέσα. Δὲν εἶναι ἀνάγκη τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ πενιχρὸν, τὸ ἰσχνὸν, νὰ συνεισφέρῃ ποσὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ θεωρῶ ὑπέρογκα.
§486ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον. Ἡ δαπάνη διὰ τὴν παράστασιν ἀρχαίων δραμάτων ἐκπληροῖ σκοπὸν ἐθνικὸν καὶ ἱερόν.
§487Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τί ἱερόν;
§488ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐθεώρησεν ἐπαρκῆ τὴν πίστωσιν τῶν 5,000, δηλαδὴ τὴν αὔξησιν κατὰ 2,000 τοῦ κονδυλίου τοῦ ἄλλοτε ἀναγεγραμμένου. Ἤδη ἀνακαλύπτεται, ὅτι ὁ Σύλλογος αὐτὸς λαμβάνει 8,000. Νομίζω ὅτι ὁ σκοπὸς εἶναι τόσον ὑψηλὸς, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται φειδώ. Φρονῶ ὅμως, Κύριοι, ὅτι ἐκ παραλλήλου πρέπει νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ ἑτέρου σωματείου, τῆς «Ἑταιρείας τῆς ὑπὲρ τῶν πατρίων ἀμύνης», ἡ ὁποία, ἀθορύβως δρῶσα, μεταδίδει φῶτα καὶ ἐμπνέει τὸ ἐθνικὸν φρόνημα εἰς τοὺς ἔξω Ἕλληνας. Τὸ διὰ τὴν Ἑταιρείαν ταύτην κονδύλιον ἀπηλείφθη, ἐνῷ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 καὶ 1902 ὑπῆρχε κονδύλιον ἐκ δύο χιλιάδων δραχμῶν. Φρονῶ, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη θὰ ἐξυπηρετήσῃ εὐρύτερον τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ «ὑπὲρ τῆς διαδόσεως τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων Σύλλογος» δίδων τὸ σύνθημα τῆς ἀμύνης ὑπὲρ τοῦ ἀπειλουμένου ἐθνισμοῦ ἡμῶν. Ἐκτὸς τούτου ἡ «Ἑταιρεία τῆς ὑπὲρ τῶν πατρίων ἀμύνης» εἰσφέρει εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τῶν ταχυδρομικῶν τελῶν, καὶ εἶναι δίκαιον νὰ ἀναγραφῇ τὸ κονδύλιον, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφετο καὶ κατὰ τὸ παρελθόν.
§489Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει.
§490ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε. Ν’ ἀναγραφῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προηγουμένως ἐπροτείνατε.
§491ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατ’ ἔτος ἀναγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν βοήθημα εἰς τοὺς Γυμναστικοὺς Συλλόγους.
§492ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄλλη δωρεά!
§493ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αἰτήσεως δωρεᾶς, ἀλλὰ περὶ κονδυλίου παραλειφθέντος κατὰ λάθος... Εἶναι ἀμοιβὴ ἀντὶ τῶν δαπανῶν, εἰς ἃς ὑποβάλλονται οἱ Γυμναστικοὶ Σύλλογοι, καταβάλλοντες αὐτοὶ ἐξ ἰδίων ὅλας τὰς δαπάνας. Πρέπει ν’ ἀναγραφῇ αὐτὸ τὸ κονδύλιον, διότι ἄλλως θὰ κλείσουν τὰ Γυμναστήρια.
§494Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις 10,000 δραχμῶν.
§495ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ κεφαλαίου 14 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς. Ἐν ἐδαφίῳ ἐνάτῳ «Συνδρομὴ εἰς τὴν Ζωολογικὴν καὶ Ζωοτεχνικὴν Ἑταιρείαν» προστίθενται δραχ. 1000, τὸ ὅλον 2,800. Ἐν ἐδαφίῳ δεκάτῳ τετάρτῳ «Συνδρομὴ εἰς τὸ ἐν Ἀθήναις Διδασκαλεῖον τῶν Νηπιαγωγῶν» προστίθενται δραχμαὶ 1000, τὸ ὅλον 3,000. Ἐπίσης προστίθενται ἐν τέλει δύο νέα ἐδάφια· πρῶτον «Συνδρομὴ εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Ἰσραηλιτικὴν κοινότητα πρὸς συντήρησιν διδασκάλων δρ. 1,200» καὶ δεύτερον «Συνδρομὴ εἰς τοὺς Γυμναστικοὺς Συλλόγους δρ. 10,000». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 14, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 15. «Στοιχειώδης ἢ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§496Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν τελευταίῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 3 παρακαλῶ ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις δραχ. 1200 «δι’ ἔξοδα ἐπιθεωρήσεων ἐνεργουμένων ὑπὸ ἐπιθεωρητριῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 15 μετὰ τῆς ἀνωτέρω ἐν ἄρθρῳ 3 προσθήκης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 16).
§497ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δραχ. 5,357,809. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν. (Ἀναγινώσκεται κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§498ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δραχ. 18,397,021. Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν. (Ἀναγινώσκεται κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§499ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δρ. 7,312,375. Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1903 δραχ. 117,436,549. Προϋπολογισμὸς τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν. (Γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν ἐκ δραχμῶν ἐν ὅλῳ 700,000. Ἀναγινώσκεται εἶτα κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ αὐτοῦ Ταμείου ἐκ δραχμῶν ἐν ὅλῳ 700,000).
§500ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. (Ἀναγινώσκεται κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἐκ δραχμῶν ἐν ὅλῳ 1,299,653.37). (Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ αὐτοῦ Ταμείου ἐκ δραχμῶν ἐν ὅλῳ 5,760,000).
§501ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903. (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§502ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ πρακτικὰ, κύριε Πρόεδρε.
§503Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχομεν ἐκκρεμὲς τὸ δασμολογικὸν νομοσχέδιον. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ συνέλθωμεν καὶ αὔριον, ὥρᾳ 9 πρὸ μεσημβρίας.
§504ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§505ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως).
§506ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον εἰς τὰς 9 π. μ. ἔχομεν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 11 καὶ 30′ μ. μ.)