Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΣΤ · Session ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Sitting 22

1903.07.04

5,142 rows · 39,808 words · 336 turns

Date
1903.07.04
Presidency
Δ. Γ. ΡΑΛΛΗ & Ν. ΛΕΩΝΙΔΑ
Period
ΙΣΤ
Session
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1903)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22

Τῆς 4 Ἰουλίου 1903.

(Παρασκευή).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 9 καὶ 30′ π. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Κρητῶν ἐκφράζει τὰς εὐχαριστίας του πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων διὰ τὴν εἰς Κρήτην ἀποστολὴν τῶν δύο στενογράφων, οἱ ὁποῖοι μετὰ ζήλου ἐξεπλήρωσαν τὸ ἔργον αὐτῶν, καὶ εὔχεται ὑπὲρ τῆς ταχίστης πληρώσεως τῶν ἐθνικῶν πόθων, τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης. Ὁ κ. Παυλόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§2ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 1ης ἀρξαμένου μηνὸς ὁ βουλευτὴς ἐξ Ὀλυμπίας κ. Μοσχούλας, λαβὼν ἀφορμὴν ἔκ τινος συλλαλητηρίου γενομένου ἐν Ἀμαλιάδι, ἐξεφράσθη ἀπρεπῶς κατά τε τῶν μετασχόντων εἰς τὸ συλλαλητήριον ἐκεῖνο καὶ κατ’ ἐμοῦ, ὡς ὑποκινήσαντος δῆθεν αὐτό. Ἐπειδὴ ἐντελῶς ἀνακριβεῖς πληροφορίαι ἐδόθησαν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὀφείλω νὰ εἴπω ἐν ὀλίγοις, τί ἀκριβῶς ἔλαβε χώραν ἐκεῖ...

§3ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὰ εἶναι προσωπικά.

§4ΣΤΑΗΣ. Αὐτὸ εἶναι θέμα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.

§5ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ διαψεύσω πᾶν ὅ,τι μετεδόθη ἀνακριβὲς εἰς τὸν συνάδελφον. Διατὶ ὅτε ἐκεῖνος ὡμίλει ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης δὲν ἐλέγετε ὅτι εἶνε προσωπικά; Νομίζω ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ ἀμυνθῶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ἐλέχθη ὅτι ἐγὼ ὑπεκίνησα τὴν διοργάνωσιν τοῦ συλλαλητηρίου ἐκείνου. Τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβές. Φίλοι τοῦ κ. Στεφανοπούλου διωργάνωσαν τὸ συλλαλητήριον, ὁμὰς δὲ πολιτῶν, μεταβᾶσα εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου, εἶδεν εἰς τὴν ἁμαξοστοιχίαν Πατρῶν–Πύργου διερχόμενον ἐκεῖθεν τὸν υἱὸν τοῦ ἐμπόρου Μοσχούλα ἐκ Πατρῶν, καὶ εἶπέ τις ἐξ αὐτῶν νὰ τὸν ἀποδοκιμάσουν, ἀλλ’ ἡ ὁμὰς ἐκείνη δὲν ἐνέκρινε τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ ἡ ἁμαξοστοιχία ἀνεχώρησεν. Ἀνακριβεῖς λοιπὸν ἐδόθησαν πληροφορίαι εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ὀλυμπίας, ὅτι ἐγὼ ἐνήργησα νὰ συγκροτηθῇ τὸ συλλαλητήριον ἐκεῖνο καὶ νὰ προβῇ, ὄχι εἰς ἀποδοκιμασίαν αὐτοῦ,—διότι εἶναι βαρεῖα ἡ φράσις,—ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ἐκφρασθῇ ἐναντίον του. Ἐπειδὴ λοιπὸν αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμοι, καὶ κατ’ οὐδένα λόγον ἐνέχομαι εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι θὰ θεωρήσῃ τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ ὡς μὴ λεχθέντα, καὶ θὰ διορθώσῃ κατὰ τοῦτο τὴν ἀγόρευσίν του.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαλκιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§7Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἀνεγνώσθησαν δύο τηλεγραφήματα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Τὸ ἓν εἶναι τῶν φαρμακοποιῶν Λαμίας, παραπονουμένων διὰ τὴν αὐτόθι σύστασιν καὶ ἑτέρου Φαρμακείου. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Χατζίσκος, καὶ ὑπεστήριξε τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Τὸ ἕτερον τηλεγράφημα εἶναι τῶν δημοτῶν τοῦ δήμου Τιθορέας, ζητούντων βοήθημα. Ἀλλ’ εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐδημοσιεύθη, ὅτι ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν τῶν φαρμακοποιῶν Λαμίας, καὶ συνεπῶς παρεστάθη, ὅτι ἀνεμίχθην εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος ἐκείνου, ἐνῷ ἐγὼ ὑπεστήριξα μόνον τὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων Τιθορέας.

§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνα σημασίαν ἔχει αὐτό;

§9Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει σημασίαν, διότι φαίνομαι ἀναμιχθεὶς εἰς ξένην ὑπόθεσιν, οὗ ἕνεκα θέλω ἐπισύρει ἄνευ λόγου τὴν δυσαρέσκειαν τοῦ φαρμακοποιοῦ, καθ’ οὗ τὸ τηλεγράφημα.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαλέξης.

§11Ν. ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Ἐκ τῶν μακρῶν καὶ ἐπανειλημμένων συζητήσεων, αἵτινες ἔλαβον χώραν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν ἔκτακτον, καὶ ἐκ τῶν διαφόρων γεγονότων εἶναι γνωστὴ εἰς πάντας ἡ κατάστασις τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν· ἐπίσης εἰς πάντας εἶναι γνωστὸν, καὶ ἰδίᾳ εἰς τοὺς διατελέσαντας Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας ἐνεργοῦνται ἀπὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου μέχρι τοῦ Ἀπριλίου, ὅτε, ἀρχομένης τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων, οἱ φορολογούμενοι ἐξαντλοῦνται οἰκονομικῶς, καὶ δὲν δύνανται πλέον ὄχι μόνον φόρους νὰ πληρώσουν, ἀλλ’ οὔτε καὶ αὐτὸν τὸν ἄρτον νὰ πορισθῶσι δι’ ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ κατάστασις ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις εἶναι τοιαύτη, παραδόξως εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ὀλυμπίας ὁ ταμίας Ὀλυμπίας καὶ ἰδίως ὁ ὑποταμίας Σκιλλοῦντος ἐξέδωκε πρὸ ἡμερῶν κατὰ χιλιάδας ἐντάλματα κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα παραλαβόντες οἱ χωροφύλακες πρὸς ἐκτέλεσιν ἔτρεψαν τοὺς φορολογουμένους εἰς τὰ ὄρη, ἀναγκασθέντας νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὡς καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενοι διατάξωσι τὸν ταμίαν Ὀλυμπίας καὶ τὸν ὑποταμίαν Σκιλλοῦντος, καθὼς καὶ τοὺς ἁρμοδίους ἀστυνόμους, νὰ ἀναστείλωσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐνταλμάτων μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τουλάχιστον, ὁπότε θὰ ἔχωσιν οἱ φορολογούμενοι εἰσπράξει τὰ εἰσοδήματά των ἐκ τῆς σταφίδος, ἡ ὁποία εἶναι τὸ μόνον προϊόν των, ἐκ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ πληρώσωσι τὰ χρέη των. Τοιοῦτο μέτρον ἔλαβον ἄλλοτε καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος καὶ ὁ κ. Νέγρης, ὡς Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν.

§12Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀνεφέρθησαν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ καὶ ἐπιτρέπεται ἐκ τοῦ νόμου πρὸς ἀνακούφισιν αὐτῶν, θὰ γείνῃ.

§13Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα καὶ εἰς τὸν δῆμον Δύμης ἐξεδόθησαν 600 ἐντάλματα ὑπὸ τοῦ ἐκεῖ ὑποταμίου.

§14Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν θὰ χορηγήσῃ πᾶσαν δυνατὴν εὐκολίαν εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ὅτε παρέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εὗρον ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ ἐν ὅλῳ 15,453 δραχμάς· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἐξακολουθήσωμεν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, δὲν γνωρίζω τί θέλει συμβῆ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἦναι μᾶλλον φειδωλοὶ εἰς τὰς συστάσεις των περὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, διότι τὸ Κράτος δὲν διοικεῖται μὲ ἀέρα, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ διοικηθῇ μὲ ἀέρα. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ μὴ ἐπληρόναμεν φόρους, καὶ νὰ μὴ ἐβεβαιοῦμεν καὶ εἰσεπράττομεν φόρους· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ἔχομεν στρατόν, ναυτικόν, διοίκησιν, ἐκπαίδευσιν καὶ ὅλους τοὺς κλάδους, τοὺς ὁποίους γνωρίζετε, ἀναγκαίως πρέπει καὶ νὰ βεβαιῶνται οἱ φόροι καὶ νὰ εἰσπράττωνται· καὶ διὰ νὰ εἰσπράττωνται, πρέπει νὰ καταβάλλωνται.

§15ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀποστείλῃ ὁδηγίας πρὸς τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους, τοὺς ταμίας καὶ ὑποταμίας, περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐνταλμάτων κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν. Ὁ τρόπος δὲ αὐτὸς νὰ ἦναι γενικός· ἡ ἔκδοσις τῶν ἐνταλμάτων νὰ ἀναφέρηται εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους, διότι ἕνεκα τῆς ἐποχῆς ἡ ἀκανόνιστος ἔκδοσις τῶν ἐνταλμάτων καὶ ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν δίδει ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις. Ἐντεῦθεν τὰ παράπονα, ὄχι διότι δὲν θέλει ὁ λαὸς νὰ πληρώσῃ φόρους. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ μὴ γίνωνται παρεξηγήσεις.

§16Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς παρεξήγησε τὴν σύστασίν μου. Ἐγὼ οὐδέποτε συνέστησα ν’ ἀνασταλῶσιν οἱ φόροι καὶ νὰ μὴ βεβαιωθῶσιν, οὔτε δὲ καὶ νὰ μὴ πληρώσῃ ὁ λαὸς φόρους. Ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν ἐπλήρωσε καὶ πληρόνει τοὺς φόρους του πάντοτε, ἐὰν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λάβῃ τὸν κόπον νὰ ἐξετάσῃ τὸν πίνακα τῶν εἰσπράξεων, θὰ ἴδῃ ὅτι τὸ Ταμεῖον Πατρῶν εἶναι τὸ ἔχον τὰ ὀλιγώτερα καθυστερήματα. Ἡ κρίσις ἡ σταφιδικὴ, ἡ ἐποχὴ τοῦ ἔτους καὶ αἱ ἐπικείμεναι δημοτικαὶ ἐκλογαί, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς ὀλιγωτέραν χρῆσιν τῆς ἀπηνοῦς καταδιώξεως καὶ τῆς ἐκδόσεως ἐνταλμάτων κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου.

§17Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀρνήσεως φόρων, οὐδ’ ἐζήτησέ τις νὰ μὴ πληρώσωσιν οἱ φορολογούμενοι φόρους. Εἰς τούτους ὑποχρεούμεθα πάντες. Ἀλλ’ οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι εἶπον, καὶ μετὰ τούτους λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἐποχὴ κατάλληλος πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλῃ τὴν εἴσπραξιν μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου, ὅτε ὁ φορολογούμενος λαὸς θὰ ἦναι ὁπωσδήποτε εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ, εἰσπράττων ἐκ τῶν εἰσοδημάτων του. Διότι εἶναι ἄδικον κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην νὰ πληρώσωσι φόρους οἱ ὀφείλοντες εἰς τὸ Δημόσιον. Βεβαιῶ δὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι διὰ τῆς ἀπηνοῦς καταδιώξεως οὐδὲν ἄλλο θέλει κατορθώσει ἢ νὰ τραπῶσιν οἱ φορολογούμενοι εἰς τὰ ὄρη.

§18Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀπηνοῦς καταδιώξεως· ἐξ ἐναντίας ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, ὅτι πᾶσα δυνατὴ εὐκολία θέλει δοθῆ εἰς τοὺς φορολογουμένους. Παραπονοῦνται διὰ τὸ ἀκατάλληλον τῆς ἐποχῆς πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων, ὡσεὶ ὥρισα ἐγὼ τὸν χρόνον τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων· τὸν χρόνον τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων ὁρίζουσιν οἱ νόμοι, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὐτυχῶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, διότι θὰ ἦτο ἀληθῶς δαιμονία νομοθεσία ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναστέλλῃ μὲν ὡς πρός τινας τὴν καταβολὴν τῶν φόρων, νὰ ἐπισπεύδῃ δ’ αὐτὴν ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους. Νομίζω ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι νομοθεσίας καθιστώσης τὴν ἰσότητα. Θέλετε νὰ καταστήσωμεν τὴν ἀνισότητα; Ἐγὼ δὲν εἶμαι τὸ ὄργανον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει κατασταθῆ ἡ ἀνισότης. Ἀλλ’ εἶπον ἐν ἀρχῇ καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη, ὅτι, καθ’ ὅσον πρόκειται νὰ χορηγηθῇ ἀνακούφισις εἰς τοὺς φορολογουμένους καὶ καθ’ ὅσον ἐπιτρέπεται ἐκ τῶν νόμων καὶ ἐκ τῶν περιστάσεων τοῦ δημοσίου ταμείου, θὰ τὸ πράξω ἄνευ οὐδεμιᾶς συστάσεως.

§19Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου περὶ συστάσεως Γεωργικῆς καὶ Κτηματικῆς Τραπέζης, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν κρίνῃ τὴν πρότασιν ταύτην κατεπείγουσαν, νὰ δεχθῇ, ὅπως ἀναγραφῇ αὕτη μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐπίσης ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐγκρίνῃ νὰ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων ἡ πρότασις νόμου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον χθὲς, διότι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῶν φυλακισμένων.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα σήμερον πρότασις νόμου τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λευκάδος θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, καὶ μετὰ τοῦτο θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 51).

§21Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν βλέπω ἐνταῦθα ὑπαλλήλους ἀνωτέρους ἐκ τῶν τοποθετημένων ἐν Αἰτωλίᾳ καὶ Λευκάδι. Δὲν γνωρίζω διατὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μένουσιν ἐδῶ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τίνι λόγῳ κρατεῖ ἐνταῦθα τοὺς ἀνωτέρους τούτους διοικητικοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι βεβαίως εἶναι ἀναγκαῖοι ἐκεῖ διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ἐν γένει διοικήσεως.

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κέας κ. Κ. Ἱερομνήμων ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἵνα εὐαρεστούμενος διατάξῃ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ διαταγὴ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, καὶ παραδοθῇ τὸ τηλεφωνικὸν καὶ ταχυδρομικὸν γραφεῖον τοῦ δήμου Δρυοπίδος Κύθνου ἀπὸ τὸν ἰδιώτην Τριανταφύλλου εἰς τὸν ἐκεῖ δημοδιδάσκαλον, ἢ ἄλλον δημόσιον ὑπάλληλον, καθόσον ὁ νόμος περὶ ταχυδρομικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας ῥητῶς ἀπαγορεύει ν’ ἀνατίθηνται τὰ τηλεφωνεῖα καὶ ταχυδρομεῖα εἰς ἰδιώτας, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουσι δημόσιοι ὑπάλληλοι.» Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;

§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ͵ΒΨʹ νόμου τῆς 25 Μαρτίου 1900». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γουλιμῆς.

§25Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπειδὴ βλέπω καὶ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Βουλή, καὶ τὸν χρόνον πολὺ ὀλίγον διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων ἔργων πρὸς ἐπιψήφισιν, μόνον δι’ ὀλίγων θὰ καταδείξω τὰς ἐλλείψεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅπως ἡ Βουλὴ μὴ προβῇ εἰς παραδοχὴν λεπτομερειῶν τινων, αἵτινες δύνανται ἄρδην νὰ ἀνατρέψωσι τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προέθετο ἡ Βουλή, ψηφίσασα κατὰ τὸ ἔτος 1900 τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Βεβαίως διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀναγνωρίζεται καὶ ἀπὸ τὸ κόμμα τοῦ ὁποίου ἡγοῦνται οἱ ἐξέχοντες πολιτικοὶ, οἱ παρακαθήμενοι πρὸ τοῦ βήματος, ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, ἀναγνωρίζεται, λέγω, ὁ θεσμὸς τῆς Γεν. Διοικήσεως ὡς σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν συζήτησιν τότε τοῦ νομοσχεδίου εἶχε διαμφισβητηθῆ...

§26Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὅταν γείνῃ ἡ ψηφοφορία, θὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν εἰς ὅ,τι λέγετε.

§27Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. .. Ἑπομένως αὐτὸ καὶ μόνον εἶναι μέγα καὶ εὐχάριστον. Διότι δὲν λησμονῶ, ὅτι κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προγράμματος αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ παύσῃ πλέον τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικὸν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τόσον χρόνον ἀπησχόλησε καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν χαράν μου, διότι δι’ αὐτοῦ ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς, ὅπως τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τὸ ζήτημα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ δοθῇ ἐπὶ τέλους ὁ καιρὸς, ὥστε εἰς τὸ μέλλον καὶ Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ νὰ σκεφθῶσι διὰ τὰ ἄλλα ζητήματα τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπίσης σπουδαῖα καὶ τὰ ὁποῖα περιμένει ἐναγωνίως ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμός. Ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, εἶμαι σύμφωνος. Μόνον λεπτομερείας τινὰς δὲν παραδέχομαι, πρὸ παντὸς δὲ ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἄρδην ἀνατρέπουσι τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ θεσμὸς τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὰ καταστήματα καὶ αἱ ὑπηρεσίαι, αἵτινες δὲν θὰ ὑπάγωνται ὑπὸ τὴν Γεν. Διοίκησιν, εἶναι σχεδὸν αἱ αὐταὶ, αἵτινες δὲν ὑπάγονται καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἰσχύοντος νόμου· προστίθενται μόνον ἡ στρατιωτικὴ ἐκπαίδευσις καὶ τὸ τμῆμα τῆς Οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, τὸ ἀποτελούμενον ἀπὸ τὰ Ἐπιμελητήρια, καὶ τὸ τῆς Ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, τὸ ἀποτελούμενον ἀπὸ τὰ νοσοκομεῖα τοῦ στρατεύματος. Ὁ σκοπὸς, ὁ ὁποῖος ἐνυπάρχει ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ, εἶναι, ὅπως ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἔχῃ μόνον τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ στρατεύματος, οὐχὶ δὲ καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν. Ὡς πρὸς τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ φέρω ἀντίρρησιν, ἐὰν δηλ. εἰς τὰ καταστήματα καὶ τὰς ὑπηρεσίας, αἵτινες ἐν τῷ νόμῳ ὡρίζοντο, προστίθενται μερικαὶ ἀκόμη ὑπηρεσίαι. Μόνον εὑρίσκω ἓν χάσμα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του.

§28Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὄχι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν;

§29Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀδιαθετεῖ· ἀλλὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει ἐπιρροήν. Εἶμαι ἐγὼ ἐδῶ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἑνιαία, καὶ ὑπέχει ἀκεραίαν καὶ ἀμέριστον τὴν εὐθύνην τῶν παρ’ ἑκάστου τῶν μελῶν αὐτῆς ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων.

§30Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Χαίρω πολὺ διὰ τὰς ἐξηγήσεις αὐτάς.

§31Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ὑπάγονται ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τὰ στρατιωτικὰ σώματα, αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὰ καταστήματα· ἀλλ’ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ δὲν ἐπαναλαμβάνονται αἱ φράσεις «αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὰ καταστήματα», ἀλλ’ εἶναι ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξαιροῦνται, ὡς π. χ. αἱ Διευθύνσεις τοῦ Μηχανικοῦ, αἵτινες ὑπάγονται εἰς τὸ σῶμα τοῦ Μηχανικοῦ, καὶ ἃς δὲν ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐπίσης τὸ Ὁπλοστάσιον, ὅπερ ὑπάγεται εἰς τὸ σῶμα τοῦ Πυροβολικοῦ, ἀλλ’ εἶναι κατάστημα καὶ οὐχὶ στρατιωτικὸν σῶμα, καὶ ὅπερ δὲν ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον...

§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1887, ὁ ὁποῖος ὁρίζει περὶ αὐτῶν.

§33Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Μάλιστα, ὁ νόμος τοῦ 1887· ἀλλ’ αἱ Διευθύνσεις ἐξαιροῦνται.

§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.

§35Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐξαιρεῖται ἐπίσης ἡ Ἐπιθεώρησις.

§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅ,τι δὲν ἐξαιρεῖ ὁ νόμος, ὑπάγεται.

§37Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τρίτον ἄρθρον, ἐπ’ αὐτοῦ ἰδίως ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι νομίζω, ὅτι διὰ τῆς παραλείψεως ἑνὸς ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἰσχύοντος νόμου καταργεῖται σχεδὸν ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑνιαίαν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 6, ἐδάφ. βʹ, τοῦ ἰσχύοντος νόμου ὁ Γεν. Διοικητὴς ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου, ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ. Ἡ παράλειψις αὐτοῦ τοῦ ἐδαφίου ἀνατρέπει τὴν ἑνιαίαν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος, παραδίδει σχεδὸν, ἂν ὄχι τοῦ ἥμισυ, τὸ τρίτον τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὴν αὐθαίρετον διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος βεβαίως οὕτω,—καίτοι οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχω, ὅτι οὐδεὶς ἀξιωματικὸς ἢ μὴ ἀξιωματικός, Ὑπουργὸς ὢν τῶν Στρατιατικῶν, δὲν θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τοῦ στρατεύματος,—δὲν θὰ ἦναι ἐλεύθερος πολιτικῶς νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὸ συμφέρον τοῦ στρατεύματος, καὶ μόνον εἰς αὐτό. Ἑπομένως θὰ ἔχωμεν πάλιν ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν ὅλην, καὶ τὸ ὁποῖον ἠθέλησεν ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφύγῃ διὰ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως. Νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ τὸ λάβωμεν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ παραδώσωμεν τὸν στρατὸν εἰς ἐπιδράσεις ἄλλας, παρὰ ἐκείνας αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ δεσπόζωσι διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ στρατεύματος. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα τῆς παραλείψεως τοῦ ἐδαφίου τούτου, τὸ ὁποῖον, ἂν τεθῇ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, βεβαίως οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπὶ τοῦ στρατοῦ ἐπιβλαβῆ ἐπίδρασιν, ἢ ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.

§38Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, τὰς ἐπιδράσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε, νὰ τὰς ὁρίσητε.

§39Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁμιλῶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ πολιτευομένους, οἵτινες πολιτεύονται ἀπὸ πολλοῦ χρόνου καὶ γνωρίζουσι τὰς ἐπιδράσεις αὐτάς. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, διότι οὔτε ὁ χρόνος εἶναι κατάλληλος, οὔτε εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποδείξω αὐτάς.

§40Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιδράσεις τοιαύτας δὲν ἔχετε νὰ ἐπιδείξητε.

§41Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὰς ἐπιδράσεις ταύτας, καὶ παρακαλῶ νὰ τὰς ὁρίσητε.

§42Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγὼ σᾶς θεωρῶ, καθὸ ἀρχαιότερον, πολυπειρότερον ἐμοῦ, καὶ νομίζω ὅτι τὰς ἐννοεῖτε κάλλιστα. Πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὁ ἰσχύων νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως συνεζητήθη εἰς δέκα συνεδριάσεις, καὶ τότε ἐλέχθησαν αὗται.

§43Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, πρὸ παντὸς θέσατε τάξιν εἰς τὴν συζήτησιν. Ἂς ἀφεθῇ ὁ ἀγορεύων ἐλεύθερος νὰ ὁμιλήσῃ καὶ εἴπῃ τὰς γνώμας του.

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ... Μὴ δέχεσθε διακοπὰς, κύριε Γουλιμῆ.

§45Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 4, ἐὰν γένηται δεκτὴ καὶ τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 6, δηλ. ἐν τῷ νέῳ 3, ἡ μικρὰ παράγραφος, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα, τότε τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ἐδάφιον περιττεύουσι, θὰ μείνωσι δὲ τὰ λοιπὰ δύο, ἅτινα ἔχουσι τὸν ἐπιδιωκόμενον παρὰ τοῦ νομοσχεδίου σκοπόν.

§46Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁλόκληρον τὸ τελευταῖον περιττεύει, κατὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλετε, καὶ μένουσι τὰ στρατιωτικὰ ὡς ἔχουσι.

§47Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε· ὑπάρχουσι μερικὰ ἐδάφια τοῦ ἄρθρου 4, τὰ ὁποῖα τείνουσιν εἰς τὸ νὰ ἐξομαλύνωσι τὰς συγκρούσεις καὶ τὰ μικρὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα ἐνίοτε παρουσιάζονται κατὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου αὐτοῦ, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν νομίζω ὅτι ἠδύναντο νὰ μείνωσι τὸ τρίτον καὶ τὸ τέταρτον ἐδάφιον. Ἀλλ’ ἐὰν περιττεύῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐγὼ ὀφείλω νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας θὰ εἶχεν ἡ ψήφισις αὐτοῦ, ὡς ἔχει. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ στρατοῦ, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ φέρῃ πάλιν τὴν ἰσχὺν τῶν ἐπιδράσεων, τὰς ὁποίας πάντες γνωρίζομεν, καὶ αἵτινες ἔφεραν τὴν κατάστασιν τοῦ στρατεύματος, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ διορθώσῃ ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι νομίζει καλλίτερον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 4, ὅπερ λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐκλογὴ τῶν βαθμοφόρων διὰ τὰς θέσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀνήκει τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν.» Ὀλίγας λέξεις θὰ σᾶς εἴπω, διὰ νὰ κατανοήσητε τὴν σοβαρότητα αὐτῆς τῆς μικρᾶς παραγράφου. Γνωρίζετε ὅτι 350 περίπου ἀξιωματικοὶ ὑπηρετοῦσιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καταργηθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, βεβαίως καὶ τὸ ἄρθρον περιττεύει· ἀλλ’ ἐὰν δὲν καταργηθῇ παρὰ εἰς χρόνον βραδύτερον, τότε ἡ ψήφισις αὐτοῦ τοῦ ἐδαφίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου θὰ φέρῃ τὴν πλήρη παραλυσίαν τοῦ πεζικοῦ, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ εἶναι 1100 περίπου, ἐὰν δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ 350, ἵνα τοὺς ἀποσπᾷ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἐννοεῖται τότε ὑπὸ ποίας συνθήκας θὰ γίνηται ἡ ὑπηρεσία τοῦ πεζικοῦ. Διότι δυοῖν θάτερον· ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἐκλέξῃ ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ τότε βεβαίως θὰ ἐκλέξῃ τοὺς καλλιτέρους, ἢ θὰ ἐκλέξῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θὰ τῷ ἐπιβάλωσι, θὰ τοῦ ἀπαιτήσωσι νὰ ἐκλέξῃ. Καὶ ὑπὸ τὴν πρώτην περίπτωσιν, καθ’ ἣν θὰ ἐκλέξῃ τοὺς καλλιτέρους, τὸ ἄνθος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, καὶ ὑπὸ τὴν ἑτέραν περίπτωσιν εἶναι καταστροφὴ τοῦ πεζικοῦ· διότι κατὰ μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν τὸ πεζικὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ κυριώτερον ὅπλον τοῦ στρατοῦ, δὲν θὰ χρησιμεύῃ παρὰ ὡς φυτώριον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἐκλέγηται τὸ ἄνθος τοῦ στρατοῦ, ἵνα ὑπηρετῇ εἰς τὴν ἀστυνομίαν, εἰς ὑπηρεσίαν δηλαδὴ ἀλλοτρίαν τοῦ στρατεύματος. Δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ δαπανᾷ τὸ Κράτος 17 ἑκατομμύρια ἐτησίως διὰ τὸν στρατὸν, καὶ νὰ χρησιμεύωσιν οἱ ἀξιωματικοί, ἵνα ὑπηρετῶσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. Ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ ἐκλέγῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν οὐχὶ τοὺς ἀρίστους τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ ἄλλους, ἐκείνους οὓς θὰ ἐπιβάλλωσιν αἱ ἐπιδράσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐκλέγῃ, τότε δύναται νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ ὁποίαν βλαπτικὴν ἐπιρροὴν θὰ ἔχῃ καὶ τοῦτο εἰς τὴν κανονικὴν κατάστασιν τοῦ στρατεύματος. Σήμερον τί γίνεται; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖ ἀπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν 15 π. χ. ἀξιωματικούς, ἡ Γεν. Διοίκησις δίδει κατάλογον ἀριθμοῦ τινος ἀξιωματικῶν, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν δύναμιν τῶν σωμάτων, ἢ μᾶλλον τὸν πλεονασμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων σωμάτων, καὶ ἀφίνει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐλεύθερον νὰ διορίζῃ αὐτοὺς εἰς τὰς ἀστυνομίας· καὶ ἂν μὲν αὐτοὶ ἀποδειχθῶσιν ἀνίκανοι, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ τὴν παῦσιν αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας καὶ τὴν ἐπάνοδόν των εἰς τὸ στράτευμα, ν’ ἀντικαταστήσῃ δὲ αὐτοὺς δι’ ἑτέρων· ἑπομένως οὐδεμία ζημία θὰ ἐπέρχηται εἰς τὴν καλὴν λειτουργίαν τοῦ περὶ ἀστυνομίας νόμου, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου οὐδεὶς κίνδυνος καταστροφῆς τοῦ στρατεύματος, πρὸ παντὸς δὲ τοῦ πεζικοῦ, οὐδὲ θὰ ἐπέλθῃ ἄρδην ἀνατροπὴ τῆς καλῆς λειτουργίας τοῦ στρατοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 5, νομίζω ὅτι ἠδύνατο ἐντελῶς νὰ παραλειφθῇ, διότι δὲν καθιεροῦται ἄλλο τι παρὰ μόνον ὅτι ὁ ἀρχαιότερος διοικητὴς συντάγματος πεζικοῦ, ὁ καὶ νῦν διοικῶν τὴν ταξιαρχίαν, θὰ παραδώσῃ τὴν διοίκησιν τοῦ συντάγματός του. Εἰς τὸ πεζικὸν ὑπάρχουσι νῦν μόνον πέντε ἢ ἓξ συνταγματάρχαι· ἂν δὲ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ψηφισθῇ ὡς ἔχει, τότε αὐτοὶ θά παραλάβωσι τὰς ταξιαρχίας ὁριστικῶς, διότι δὲν θὰ πρόκειται νὰ πληρωθῇ ἡ θέσις τῶν ταξιάρχων διὰ προβιβασμοῦ ὑποστρατήγων, δὲν θὰ ἔχωμεν δὲ οὐδένα συνταγματάρχην ἐπὶ κεφαλῆς συντάγματος πεζικοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλήν· νομίζω ὅμως, ὅτι τὰ δύο σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἐτόνισα, πρέπει νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἂν θέλετε νὰ ὑπάρξῃ στράτευμα, καὶ νὰ μὴ δαπανῶνται τόσα μεγάλα ποσὰ καὶ τόσος ἐθνικὸς πλοῦτος ἀσκόπως.

§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λαπαθιώτης ἔχει τὸν λόγον.

§49Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι δὲν παρίσταται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς κατὰ τὴν συζήτησιν σπουδαιοτάτου νομοσχεδίου, νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀπαρχὴν τῶν στρατιωτικῶν αὑτοῦ μέτρων, καὶ λυποῦμαι τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ ὑπάρχουν τοσαῦτα ἀσαφῆ, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ὁμιλήσω, ὥστε καθίστατο ἀναγκαιοτάτη ἡ παρουσία τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις. Δὲν θεωρῶ, Κύριοι, κατάλληλον τὴν στιγμὴν διὰ νὰ ἐπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητημάτων στρατιωτικῶν γενικωτέρας φύσεως, καὶ ἀναπτύξω τὰς γνώμας μου περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας· τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι νὰ πράξω κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὅτε, ὡς ἐλπίζω καὶ ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θέλει ὑποβάλει ἄρτια στρατιωτικὰ μέτρα καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας. Σήμερον θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν διστάζω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, μεθ’ ὅλην τὴν ἰδιάζουσαν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τὸν κ. Ράλλην, δὲν διστάζω, λέγω, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ χαρακτηρίσω ὡς ὀλέθριον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ, ὡς ἀνοῖγον θύρας καὶ παράθυρα εἰς τὰς ξένας ἐπιρροὰς, ἐκείνας περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτε ἔκαμε τὰς δηλώσεις του τὰς προεισαγωγικὰς, προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, καὶ ὡς μὴ πληροῦν οὐδὲ τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον, δι’ ὃν συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, τουτέστι τῆς ἀποσοβήσεως τῆς συρράξεως μεταξὺ Ὑπουργοῦ Στρατιωτικῶν καὶ Γενικῆς Διοικήσεως,—διότι τοιοῦτος εἶναι ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον προέθετο κατὰ τὰς δηλώσεις του ὁ κ. Ράλλης.—Κατὰ τὴν γνώμην μου, θεωρῶ ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον τὸν ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος διεξάγεται περὶ τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, θεωρῶ ὅλως ἀδίκους τὰς ἐπιθέσεις τὰς ὁποίας ὑπέστη καὶ ὑφίσταται ὁ θεσμὸς οὗτος, διότι ἡ ὠφέλεια, ἥτις ἐξ αὐτοῦ παρήχθη εἰς τὸ στράτευμα, εἶναι τοσοῦτον θετικὴ, εἶναι τοσοῦτον ὀφθαλμοφανὴς, ὥστε εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη, ἂν κριθῇ ὁ θεσμὸς ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἀποκλειστικῶς τῶν συμφερόντων τοῦ στρατοῦ, καὶ ἂν διαλυθῇ πᾶσα προκατάληψις, ἡ ὁποία ὑπάρχει κατὰ τοῦ θεσμοῦ. Καὶ δὲν χρειάζεται πολὺ διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ὠφέλεια, ἥτις παρήχθη εἰς τὸ στράτευμα. Ἡ ἐμπιστοσύνη, μεθ’ ἧς περιβάλλεται ὁ θεσμὸς ὑπὸ τοῦ στρατεύματος, μεθ’ ἧς περιβάλλεται ὁ θεσμὸς ὑπὸ τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ ἐμπιστοσύνη αὕτη εἶναι ἡ κυρία ἀπόδειξις περὶ τῆς ὠφελιμότητος τοῦ θεσμοῦ ὑπὸ τὴν καθαρῶς στρατιωτικὴν ἔποψιν. Ἀλλὰ δύναταί τις καὶ ἄνευ ἄλλων ἐπιχειρημάτων νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξα περὶ τῆς ὠφελιμότητος τοῦ θεσμοῦ, ἐξεταζομένου ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συμφερόντων τοῦ στρατεύματος, ἀρκεῖ νὰ συγκρίνωμεν δύο ἐποχὰς, ἐποχὰς ἐντελῶς διακεκριμένας ἀπ’ ἀλλήλων. Ἂν συγκρίνωμεν τὴν ἐποχὴν τὴν πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ πρὸς τὴν ἐποχὴν τὴν μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ, θέλομεν παρατηρήσει κατὰ τὴν ἐποχὴν τὴν πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ ἐξεγέρσεις τοῦ στρατεύματος καὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἐναντίον τῶν Κυβερνήσεων, θέλομεν παρατηρήσει ἐξεγέρσεις μεταξὺ τῶν σωμάτων, θέλομεν ἴδει ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν προσώπων, ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν βαθμῶν, θέλομεν ἴδει τουτέστι διαταραχθεῖσαν τελείως τὴν διοίκησιν καὶ τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος...

§50Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε διακοπάς;

§51ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.

§52Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν πρόκειται νὰ κάμητε παραβολὴν τῆς ἐποχῆς τῆς πρὸ τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως πρὸς τὴν ἐποχὴν τὴν μετὰ τὸν νόμον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὀφείλετε νὰ κάμητε παραβολὴν πρὸς τὴν ἐποχὴν τοῦ πρὸ τοῦ 1883 στρατοῦ, καὶ τότε θὰ φθάσητε εἰς τὸ ἀληθὲς συμπέρασμα.

§53ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Παραδέχομαι ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἦτο ἀρίστη, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρετηρήθησαν τὰ γεγονότα τὰ ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως.

§54Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ναί· ἀλλὰ τότε θὰ ἴδωμεν ποῖος εἶναι ὑπεύθυνος.

§55ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ ὑπευθύνου, ἀλλὰ περὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐξηφανίσθησαν ὡς διὰ μαγείας μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως.

§56Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι· μὲ συγχωρεῖτε.

§57ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ λοιπὸν οὔτε περὶ προσώπων, οὔτε περὶ ὑπευθύνων.

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐπιτρέπετε διακοπὰς, κύριε Λαπαθιώτη.

§59ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἀκριβῶς αἱ διακοπαὶ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ ζήτημα θίγεται εἰς τὰ καίρια.

§60Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αἱ διακοπαὶ προκαλοῦν τὸ ἑξῆς, ὅτι διευκρινίζεται ἡ θέσις τοῦ ζητήματος, καὶ οὕτω πως δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀληθὲς συμπέρασμα, καὶ μάλιστα ὅταν αἱ διακοπαὶ καὶ ἡ συζήτησις γίνωνται παρ’ ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι γνῶσιν τοῦ ζητήματος, διότι οὕτω μόνον δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ποῦ ἔγκειται ἡ πληγὴ, διὰ νὰ θεραπεύσωμεν αὐτήν.

§61ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ θὰ περιορισθῶ ἐντελῶς εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὰς συγκρίσεις, ἐπειδὴ αἱ συγκρίσεις διεγείρουν ἴσως ἄλλα ζητήματα. Προκαλῶ δὲ οἱονδήποτε νὰ ἀρνηθῇ, ἂν δὲν ἑδραιώθη ἡ πειθαρχία καὶ ἂν δὲν ἐβελτιώθη ἡ διοίκησις μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως. Τοῦτο, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὡμολογήθη παρὰ πολλῶν, τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ ὁμολογηθῇ καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν παρίστατο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος χθὲς ἐκ τοῦ στρατεύματος εἰσῆλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, καὶ ἔχει νωπὰς εἰσέτι τὰς ἐντυπώσεις τὰς ἐκ τοῦ στρατεύματος. Θεωρῶ ὅτι, καὶ ἂν μόνον αὐτὸ τὸ πλεονέκτημα παρήχθη, τὸ τῆς ἑδραιώσεως τῆς πειθαρχίας ἐν τῷ στρατεύματι, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο ἀρκετὸν, ἵνα οὐδεὶς λόγος γίνηται περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἄλλων σημείων, περὶ τῶν ὁποίων γίνονται ἀμφισβητήσεις, καὶ ὅταν ἔχωμεν τοιαῦτα ἀποτελέσματα, ἐρωτῶ, δικαιολογεῖται νὰ λαμβάνωμεν τὸ συνταγματικὸν μικροσκόπιον καὶ νὰ τὸ περιφέρωμεν, διὰ νὰ ἀνακαλύψωμέν που μικρὰν ἀντισυνταγματικότητα, ὅταν ὁ θεσμὸς, κρινόμενος ἀποκλειστικῶς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συμφερόντων τοῦ στρατεύματος, εὑρίσκηται ὠφέλιμος εἰς αὐτό; ἐπιτρέπεται ν’ ἀναζητῶμεν θεσμοκτόνα μικρόβια καὶ νὰ διϋλίζωμεν τὸν κώνωπα, ἐνῷ καταπίνομεν τὴν κάμιλον; Ἐγὼ, Κύριοι, θὰ συνεβούλευον τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν μοὶ ἔδιδε τὸ δικαίωμα τοῦτο, θὰ συνεβούλευον αὐτὸν νὰ ἀποσύρῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ νὰ πειραματισθῇ κατὰ τὸ διάστημα τὸ μέχρι τοῦ Νοεμβρίου, καὶ ἂν πεισθῇ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἰσχύοντος νόμου καὶ ἐξ ἰδίας αὐτοῦ, οὕτως εἰπεῖν, αὐτοψίας, — διότι πλεῖστα ζητήματα θὰ γεννηθῶσι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, — ἂν πεισθῇ, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὸ στράτευμα, ἐγὼ δηλῶ, ὅτι οὐ μόνον τροποποίησιν αὐτοῦ θὰ ψηφίσω, ἀλλὰ καὶ τὴν κατάργησιν ἔτι τοῦ θεσμοῦ· ἂν ὅμως δὲν πεισθῇ, τότε οὔτε κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον πρέπει νὰ θίξῃ τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Εἶμαι βέβαιος, Κύριοι, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ συζήτησις, καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ συζήτησις διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ πεισθῇ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε περὶ τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου, εἶναι ἀληθές· θὰ πεισθῇ ὅτι — ἐπαναλαμβάνω τὰς αὐτὰς φράσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως — «ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου μένει ὡς ἀγαθοποιὸς δύναμις ἐν τῷ στρατεύματι, παρεμποδίζουσα τὴν εἰσβολὴν ἐπιρροῶν πολιτικῶν ἢ ἄλλων, αἱ ὁποῖαι δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχωσι φθοροποιὸν ἐπίδρασιν ἐπὶ τὸ στράτευμα.» Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ πεισθῇ ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὔτε εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς θὰ ἐνασχοληθῶμεν περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸν θεσμὸν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν κατηγοριῶν, αἵτινες ἀπεδόθησαν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ θεσμοῦ. Καὶ αἱ κατηγορίαι πᾶσαι δύνανται νὰ συνοψισθῶσιν εἰς τρεῖς· ἀντισυνταγματικότης τοῦ θεσμοῦ, περιορισμὸς δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀφαίρεσις τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ. Αὐταὶ εἶναι αἱ τρεῖς μομφαὶ, οὕτως εἰπεῖν, αἱ κατὰ τοῦ θεσμοῦ, καὶ αὐταὶ αἱ μομφαὶ ἔπεισαν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μεταβολῆς τοῦ θεσμοῦ. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, Κύριοι, εἶναι βάσιμος οἱαδήποτε ἐκ τῶν μομφῶν τούτων; Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν πρῶτον τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ θεσμοῦ. Βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ εἰδικὸς διὰ νὰ ἐπιληφθῶ τῆς ἐξετάσεως συνταγματικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ θ’ ἀνεύρω ἐπιχειρήματα ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἐξ αὐτῆς τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν. Ποῖαι εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπισύρωσι καθ’ ἑαυτῶν τὴν κατηγορίαν, ὅτι εἶναι διατάξεις ἀντισυνταγματικαί; Αἱ μόναι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι προσετέθησαν ἐν τῷ θεσμῷ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, διάφοροι τῶν ὑπαρχουσῶν ἐν τῇ λοιπῇ στρατιωτικῇ νομοθεσίᾳ, φαίνεται ὅτι εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 6. Τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπηρεσίας ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. «Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν βασιλικοῦ διατάγματος. Ἔτι δὲ ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου, ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ.» Αὐταὶ εἶναι αἱ μόναι διατάξεις, κατὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι αἱ ἀποδιδόμεναι κατηγορίαι ἴσως ἔχουσι βάσιν τινὰ, διότι αἱ λοιπαὶ διατάξεις περὶ ἐπιθεωρήσεως, αὐταὶ εἶναι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον, ὑπάρχουσι καὶ μέλλουσι νὰ ὑπάρξωσι, διότι πάντα τὰ ὑποβληθέντα νομοθετήματα περὶ τὰς διατάξεις ταύτας περιστρέφονται.

§62ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, παρακαλῶ.

§63ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Καὶ ἡ διάταξις περὶ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν, ἐν γένει ὑπάρχει εἰς τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἡ προϊσταμένη ἀρχή. Ἡ διάταξις, καθ’ ἣν τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γεν. Διοικήσεως διεξάγει καὶ τὴν νῦν διεξαγομένην ὑπηρεσίαν ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, δὲν βλέπω νὰ ἔχῃ τι τὸ ἀντισυνταγματικόν. Ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη μᾶλλον διότι ἐπρόκειτο περὶ ἀλλοδαποῦ ἀξιωματικοῦ, ὅστις θὰ ἦτο ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Γεν. Διοικήσεως, ἵνα περιορίσῃ τὰ καθήκοντα καὶ τὰς μελέτας αὐτοῦ ἐντὸς τοῦ κύκλου, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὸ Κράτος ἤθελε νὰ περιορίσῃ αὐτόν. Εἶναι δὲ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ οἱασδήποτε ἀρχῆς στρατιωτικῆς νὰ διατάσσῃ πᾶσαν μελέτην ἐπὶ παντὸς στρατιωτικοῦ ἀντικειμένου. Ἑπομένως ἡ διάταξις αὕτη οὔτε τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ παραβλάπτει, οὔτε τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ περιορίζει, οὔτε ἀντισυνταγματικότητά τινα ἐνέχει. Ἴσως ἄλλοι εἰδικώτεροι περὶ τὰ συνταγματικὰ δυνηθῶσι μὲ τὸ μικροσκόπιον νὰ ἀνεύρωσι σημεῖά τινα ἀντισυνταγματικότητος, ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἀνεύρω, διότι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι σχετικὴ μὲ τὰς ἐν γένει διατάξεις περὶ Ἐπιτελείου, τὰς ἰσχυούσας ἐν γένει εἰς τὰς στρατιωτικὰς νομοθεσίας, καὶ, ὡς εἶπον, αὕτη μᾶλλον ἐτέθη ἵνα περιορίσῃ τὰς μελέτας τοῦ ἀλλοδαποῦ ἀξιωματικοῦ ἐκεῖ, ὅπου τὸ Κράτος ἤθελε νὰ περιορίσῃ αὐτὰς, παρὰ νὰ περιορίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ ἡ διάταξις αὕτη φρονῶ ὅτι παρεξηγήθη, θεωρηθεῖσα ὑπὸ τινων, ὅτι κατήργησε τὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ τοιαύτη κατάργησις προφανῶς δὲν ἔλαβε χώραν, καὶ δὲν ἔλαβε χώραν, διότι καὶ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ ἡ Ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑφίσταται καὶ δύναται νὰ ἐκτελῇ τὰς αὐτὰς μελέτας καὶ πλειοτέρας ἔτι, ὅσας ὁ Ὑπουργὸς ἤθελεν ἀναθέσει εἰς αὐτὴν, καὶ συνεπῶς οὐδόλως δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὑπῆρξε κατάργησις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ οὐσιώδης ἡ διάταξις αὕτη, καὶ δὲν πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς θεωρηθῇ, ὅτι ὁ ἀλλοδαπὸς δὲν θὰ ἦναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, δύναται νὰ καταργηθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις. Ἀλλὰ καὶ καταργουμένης τῆς διατάξεως ταύτης οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ οἱονδήποτε Ἐπιτελεῖον νὰ κάμῃ οἱαςδήποτε μελέτας...

§64Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον ἐμποδίζει;

§65ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὄχι. Θὰ ἔλθω εἰς τὸ νομοσχέδιον. Τώρα ὁμιλῶ περὶ αὐτῆς τῆς διατάξεως ἀπολύτως. Δὲν ἦλθον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου· θὰ ἔλθω κατόπιν, καὶ θὰ ἴδωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν, ἡ ὁποία ὅλη πρέπει νὰ καταργηθῇ. Ποία ἄλλη διάταξις ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντισυνταγματική; Ἡ διάταξις, ὅτι «ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ». Καὶ ἐδῶ εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ κόμβου. Ἀλλ’ ἂν θεωρηθῇ ἀπολύτως, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ὑφισταμένης ἀρχῆς τοῦ προτείνειν οἱανδήποτε πρότασιν περὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου, ἔστω καὶ περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν, εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, τότε ἡ αὐτὴ ἀντισυνταγματικότης ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι περιορίζει τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῶν προτάσεων εἰς ὡρισμένας τινὰς ὑπηρεσίας. Μία ὅμως ἔποψις ἀντισυνταγματικὴ, τὴν ὁποίαν ἔθιξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ τοῦ ἀνευθύνως ὑπευθύνου.

§66Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται.

§67ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἀκριβῶς περὶ αὐτῆς πρόκειται. Καὶ μεταχειρίζομαι αὐτὰς ταύτας τὰς λέξεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος περιλαμβάνει διατάξεις ἀντικειμένας πρὸς τὸ Σύνταγμα, διότι ἀφ’ ἑνὸς καθιστᾷ ὑπεύθυνον τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, ὅστις, καίτοι μὴ ἀνακηρυσσόμενος ἀνεύθυνος, εἶναι πράγματι ἀνεύθυνος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀφαιρεῖ τὴν εὐθύνην...» κλπ. Ὥστε ἐὰν ὑπάρχῃ τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν, ὑπάρχει εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου προΐσταται τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ τὸ εἴπητε καθαρά. Ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ ἦναι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ; Διορίσατε ἄλλον Γενικὸν Διοικητήν. Αὐταὶ αἱ οἰκονομίαι καὶ τὰ ἡμίση μέτρα νομίζω, ὅτι δὲν λύουσι τὸ ζήτημα, τοὐλάχιστον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀντισυνταγματικότητος. Ἑπομένως, ἐὰν πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ συνταγματικὸν ἢ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ θεσμοῦ, εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ συζητήσητε οἱ εἰδικοὶ περὶ τὰ συνταγματικά. Ἡ γνώμη μου, γνώμη καθαρῶς στρατιωτική, εἶναι, ὅτι οὔτε αὐτὸ, οὔτε ἡ ἀνατεθειμένη διοίκησις, οὔτε ἡ παρουσία τοῦ Διαδόχου ὡς ἀρχηγοῦ στρατεύματος εἶναι ἀντισυνταγματική. Διότι, ὅταν τὸ Σύνταγμα ῥητῶς θέλῃ τὸν Βασιλέα ἀρχηγὸν πασῶν τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν δυνάμεων, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀντισυνταγματικόν, ὅτι ὁ μέλλων Βασιλεὺς πρέπει νὰ παρασκευασθῇ καταλλήλως, ὅπως γείνῃ ἄξιος τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν τῷ παρέχει τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ, σᾶς εἶπον, ἡ γνώμη μου δὲν ἔχει κανὲν κῦρος· εἶναι γνώμη καθαρῶς στρατιωτική. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξετάσητε τὸν θεσμὸν αὐτὸν, πρέπει νὰ τὸν ἐξετάσητε καθαρῶς, καὶ νὰ εἴπητε καθαρὰ, ἢ ὅτι εἶναι συνταγματικὸν, ὁ Διάδοχος νὰ ἦναι ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ἢ ὅτι δὲν εἶναι συνταγματικὸν, καὶ νὰ λύσητε τὸ ζήτημα, νὰ τὸ λύσητε ῥιζικῶς.

§68Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τίθεται οὕτω πως τὸ ζήτημα.

§69ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Οὕτως ἀντελήφθην. Πολὺ πιθανὸν νὰ πλανῶμαι.

§70Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τίθεται τὸ ζήτημα ὅπως ἐκθέτει ὁ ἀξιότιμος ἀγορεύων Βουλευτὴς Τυρνάβου. Τὸ ζήτημα τίθεται ὡς ἑξῆς: Ἐὰν μείνῃ ὁ θεσμὸς τῆς Γεν. Διοικήσεως ὡς ἔχει, ἡ πρότασις τοῦ Γεν. Διοικητοῦ εἶναι ἐπιβεβλημένη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· ἄλλως, μὴ ἐγκρίνων νὰ τὴν ἐκτελέσῃ, ὀφείλει ν’ ἀφήσῃ νὰ παραλύσῃ ἡ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ.

§71ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό.

§72Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι θὰ ἔλθητε. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὑπεύθυνος διὰ πᾶσαν τοποθέτησιν καθίσταται ἐκεῖνος, ὅστις εἶναι ὑπεύθυνος ἐκ τοῦ Συντάγματος,—ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,—ὁ Γεν. Διοικητής, εἴτε ὁ Διάδοχος εἶναι οὗτος, εἴτε ἄλλος, ἔχει τὸ commandement, τὴν διοίκησιν, ἔχει δὲ καὶ τὸ συναφὲς δικαίωμα τῆς προτάσεως. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν θὰ εἶχε τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἰδίων του προτάσεων, θὰ ὑπέκειτο εἰς τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν τῶν προτάσεων. Ἀλλ’ ὅταν ἡ πρότασις αὕτη ὑποβάλληται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχοντα τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἐγκρίνῃ ἢ νὰ μὴ τὴν ἐγκρίνῃ, τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτελέσεως τῶν προτάσεων αὐτῶν τὴν ὑπέχει ὁ Ὑπουργός.

§73ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Παραδέχομαι αὐτὸ, ἀλλὰ τὰς προτάσεις τὰς ἔχετε εἰς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον.

§74Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ σταματᾷ ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ.

§75ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ μήπως ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ εἰς τὸ στράτευμα, δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὸ στράτευμα; Ἐὰν ἡ πρότασις ἐνέχῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, τὸ ἐνέχει εἴτε ἐν ὅλῳ εἴτε ἐν μέρει· ἑπομένως καταργήσατε τότε ἐντελῶς τὰς προτάσεις, διὰ νὰ ἦσθε τοὐλάχιστον συνεπεῖς πρὸς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἐθέσατε.

§76Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;

§77ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.

§78Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἡ πρότασις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ δὲν γείνῃ ἀποδεκτὴ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐπαναληφθῇ ἠτιολογημένη καὶ δὲν γείνῃ πάλιν δεκτή, τί θὰ συμβῇ; Ἢ ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ, ἢ ἡ Γενικὴ Διοίκησις.

§79ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, τίς πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ. Δὲν εἶναι τὸ ζήτημα ἐδῶ· τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ προσοχὴ εἰς τὴν διασκευὴν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον δυσκόλως δύναται νὰ διασκευασθῇ, διότι δὲν θέλομεν γενικὰς ἀρχὰς, ἀλλὰ θέλομεν νὰ οἰκονομήσωμεν τὰ πάντα. Τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ δύναται νὰ οἰκονομηθῇ καὶ νὰ διασκευασθῇ, πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ γενικῶν ἀρχῶν. Ὄταν θέλωμεν νὰ οἰκονομήσωμεν ὅλα, νὰ μὴ θίξωμεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, νὰ περιλάβωμεν τὰ πάντα, βεβαίως τὸ νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον παρουσιάζει τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω κατόπιν. Ὄστις, Κύριοι, εἶναι ἐνήμερος τῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας καὶ ἐνήμερος ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις καὶ ἐν πάσαις ταῖς ἀρχαῖς, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζεται ἡ στρατιωτικὴ νομοθεσία, ὅστις, λέγω, εἶναι ἐνήμερος τούτων, θὰ ἴδῃ, ὅτι διὰ τῆς φράσεως «προϊσταμένη ἀρχὴ» ὁ Ὑπουργὸς καὶ οἱοσδήποτε προϊστάμενος ἔχει πάντα τὰ δικαιώματα τὰ νόμιμα, καὶ ἔχει τοιαῦτα δικαιώματα πᾶσα προϊσταμένη ἀρχὴ ἐν τῷ στρατεύματι, ὥστε καὶ ἀντικανονικόν τι ἂν διατάξῃ, ὑποχρεοῦται ὁ ὑφιστάμενος νὰ ὑπακούσῃ, διότι ὁ προϊστάμενος ἔχει πᾶσαν τὴν εὐθύνην.

§80Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε θὰ ἴδωμεν τὴν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Τσαμαδὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.

§81ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν παραδέχεσθε ὅτι ὁ προϊστάμενος ἔχει πᾶσαν τὴν εὐθύνην;

§82Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄταν ὅμως ἄλλως διατάσσηται; Ὄταν ῥητῶς ὁ νόμος λέγῃ, ὅτι ὁ προϊστάμενος εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν δὲν ἔχει δικαίωμα ἐπὶ τῶν προτάσεων;

§83ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ποῦ τὸ λέγει;

§84Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκει): «... Ἔτι δὲ ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου, ἢ εἰς γενικὰς ἢ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ.» Ὄταν ὁ νόμος λέγῃ, ὅτι ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ὑποβάλλει ὁ Ὑπουργὸς τὸ διάταγμα, τί ἄλλο δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἢ ὅτι ἡ ἐξουσία τοῦ προϊσταμένου ὀφείλει νὰ σταματήσῃ πρὸ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, πρὸ τῆς προτάσεως τοῦ Γεν. Διοικητοῦ; Ὁ νόμος εἶναι ἀνώτερος τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅταν ὁρίζῃ τί πρέπει νὰ γίνεται.

§85ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχει οὕτω. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμον συνάδελφον, καὶ θὰ ὑπομνήσω ὅ,τι ἀκριβῶς ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἦναί τις ἐνήμερος καὶ τῶν ἀρχῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ στρατιωτικὴ νομοθεσία, καὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτῆς, καὶ ὅτι, ἐὰν τοῦτο συνέβαινε, δὲν θὰ ἐγίνετο ἡ συζήτησις αὕτη. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου, διὰ νὰ δικαιῶται ὁ κατώτερος, ὁ ὑφιστάμενος, νὰ ὑποβάλλῃ οἱασδήποτε προτάσεις εἰς τὸν ἀνώτερον· εἶναι γενικὸν δικαίωμα, καὶ ἡ ἀρχὴ αὕτη διήκει δι’ ὅλης τῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας· πᾶς ὑφιστάμενος ἔχει δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ πρότασιν πρὸς τὸν προϊστάμενον. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσητε ἴσως: «διατὶ ἐτέθη ἐν τῷ νόμῳ;» Ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη ἐν τῷ νόμῳ διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀσπὶς εἰς τὸν Ὑπουργὸν, διὰ νὰ καλύπτηται καὶ νὰ δύναται ν’ ἀποφεύγῃ πάσας τὰς ἐπιρροὰς, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσεν εἰς τὰς δηλώσεις του ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶναι δικαίωμα ἀναφαίρετον, πᾶσα ὑφισταμένη ἀρχὴ νὰ ὑποβάλλῃ οἱασδήποτε προτάσεις· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑφίστατο ἐν τῷ νόμῳ, δὲν θὰ ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀποφύγῃ τὰς ἐπιδράσεις τὰς ξένας, καὶ διὰ τοῦτο ἐτέθη ἐν τῷ νόμῳ, διὰ νὰ καλύψῃ τὸν Ὑπουργὸν καὶ ν’ ἀποκλείσῃ τὰς ξένας ἐπιρροὰς, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο μνεία.

§86Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε περιττὸν νὰ γείνῃ νόμος. Διατὶ τότε ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως;

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ γίνωνται διακοπαὶ, διότι δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.

§88ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φρονῶ, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα, εἶναι, ὅτι οὔτε ἀντισυνταγματικότης τις ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ, ἐκτὸς ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσα, οὔτε περιορισμὸς δικαιωμάτων, οὔτε ἀφαίρεσις τῆς εὐθύνης· διότι, ἐφ’ ὅσον ὁ Ὑπουργὸς ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπορρίψῃ πᾶσαν πρότασιν τῆς ὑφισταμένης ἀρχῆς, ἐννοεῖται ὅτι φέρει ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην, ἐὰν παραδεχθῇ αὐτὴν, καὶ οὐδεμία παραλυσία δύναται νὰ γεννηθῇ ἐκ τούτου εἰς τὸ στράτευμα. Προτείνει, φερ’ εἰπεῖν, ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ἵνα ὁ Α ἀξιωματικὸς τοποθετηθῇ εἰς τὴν δεῖνα θέσιν, ἀντὶ τοῦ Β, τοποθετουμένου εἰς ἄλλην. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐγκρίνῃ τὴν πρότασιν, ἔχει δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου, ὡς προϊσταμένη ἀρχὴ, νὰ μὴ τὴν ἐκτελέσῃ· δύναται νὰ ἐπιστρέψῃ τὴν πρότασιν καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν: «Δὲν ἐγκρίνω τὴν πρότασιν ταύτην· ὑποβάλετε ἄλλην περὶ ἄλλων»· δύναται καὶ ν’ ἀφήσῃ τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ παραλυσία, διότι οἱ βαθμοφόροι εὑρίσκονται εἰς τὴν θέσιν των, καὶ ἡ ὑπηρεσία λειτουργεῖ.

§89Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Καὶ ἐὰν οἱ προβιβασμοὶ τὸν θέσωσιν ἐκποδών;

§90ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Τότε θὰ προταθῇ ἄλλος, καὶ ἐὰν τὸν ἐγκρίνῃ ὁ Ὑπουργὸς, θὰ τὸν τοποθετήσῃ, ἐὰν δὲν τὸν ἐγκρίνῃ, θὰ εἴπῃ: «προτείνατε ἕτερον πρόσωπον» Οὕτω διεξήγετο ἡ ὑπηρεσία κατὰ τὰ δύο πρῶτα ἔτη τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου.

§91Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐὰν δὲν προτείνῃ ἕτερον;

§92ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Λοιπὸν ἐρχόμεθα ὄχι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ θεσμοῦ, ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα προηγουμένως, νὰ καθαρίσωμεν ἐὰν ὁ Διάδοχος πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ. Ὥστε οὐχὶ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περιορίζουσι τὰ δικαιώματα ἢ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἴσως, —καὶ ἂς μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας,—ἴσως τὸ πρόσωπον τοῦ Διαδόχου περιορίζει ἀκριβῶς τὴν ἐνέργειαν τὴν προερχομένην ἐκ τῶν ἐπιρροῶν ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν βεβαίως τὸ πρόσωπον τοῦ Διαδόχου δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τοιαύτην τινὰ ἐνέργειαν, —καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται τὸ ζήτημα καὶ ἡ ἀγαθοποιὸς δύναμις τοῦ Διαδόχου — διότι δὲν ἐγεννήθη κανένα ζήτημα, προκειμένου περὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, διότι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ὁ αὐτὸς λόγος, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμία ἐγεννήθη συζήτησις περὶ συνταγματικότητος ἢ ἀντισυνταγματικότητος διατάξεων, διότι καὶ ἐκεῖ παραπλήσιαι διατάξεις ὑπάρχουσιν. Ἀλλ’ ἵνα μὴ ἐπασχολῶ πλειότερον τὴν Βουλὴν, ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑποβάλλων τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δὲν ὁμιλεῖ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ του ἐκθέσει οὔτε περὶ ἀντισυνταγματικότητος, οὔτε περὶ περιορισμοῦ δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ, οὔτε περὶ εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ λέγει ὅτι παρουσιάσθησαν ἀσάφειαι, αἱ ὁποῖαι ἐπήνεγκον ἀνωμαλίας εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐν γένει ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατεύματι. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀποδέχεται τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ὁμιλεῖ μόνον περὶ ἀσαφειῶν, καὶ τὰς ἀσαφείας ταύτας ἔρχεται νὰ διορθώσῃ δι’ ἑτέρων ἀσαφειῶν, ἔτι ἀσαφεστέρων. Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, εἶναι, ὅτι οὐδεμία ἀσάφεια παρουσιάσθη κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ ἐπὶ διετίαν, καθ’ ἣν διετέλεσα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ σεβαστοῦ μοι φίλου κ. Τσαμαδοῦ. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο, ἦτο, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξῳκειωμένοι πρὸς ἄλλο εἶδος ὑπηρεσίας, μὴ δυνάμενοι ν’ ἀποβάλωσιν ἀμέσως τὰς παλαιὰς ἕξεις, ἀληθῶς κατ’ ἀρχὰς παρουσιάζοντο ζητοῦντες διαφόρους ἐπεξηγήσεις· αἱ ἐπεξηγήσεις αὗται ἐδίδοντο, καὶ μετὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον ὁ θεσμὸς ἐλειτούργησεν ἀπροσκόπτως. Ὑπῆρξε στενοχωρία τις, ἀλλ’ ἡ στενοχωρία ἦτο μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, εἴτε ἀφ’ ἑαυτῆς εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, ἤθελε νὰ διαπράξῃ τι αὐθαίρετον, ἢ ἤθελε νὰ διαπράξῃ τι πηγάζον ἐκ τῶν ξένων ἐπιρροῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τότε ἀληθῶς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν ἀπεπειρᾶτο νὰ ἐνεργήσῃ ὑπὸ τὸ πρῖσμα καὶ ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν τῶν ἐπιρροῶν, ὑφίστατο μεγάλην δυσχέρειαν, ἀλλὰ δυσχέρειαν προερχομένην ἐκ τοῦ προσώπου τοῦ Διαδόχου, καὶ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ παραδέχομαι, ὅτι τὸ πρόσωπον τοῦ Διαδόχου ὑπῆρξεν ἡ ἀγαθοποιὸς δύναμις ἐν τῷ στρατεύματι. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀφαίρεσις δικαιωμάτων, δὲν περιορίζονται λοιπὸν τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ· περιορίζονται ὅλαι αἱ ἄλλαι ὑπερβασίαι, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ στρατεύματος. Καὶ ἀφοῦ κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ ἐπὶ διετίαν ὁλόκληρον δὲν παρουσιάσθησαν ἀσάφειαι, δὲν ἐγεννήθησαν ἀμφισβητήσεις ἐν σχέσει πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ ἀσάφειαι αὗται νὰ προέκυψαν μετὰ ταῦτα. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου καθορίζει τὰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, καὶ τὰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι μερικαὶ ἀσάφειαι, περὶ τῶν ὁποίων θὰ κάμω λόγον. Λέγει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι «ὑπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ὑπάγονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα τοῦ πεζικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ, τοῦ πυροβολικοῦ, τοῦ μηχανικοῦ...»· ὁμιλεῖ περὶ στρατιωτικῶν σωμάτων, ὄχι περὶ ὑπηρεσιῶν, ὄχι περὶ καταστημάτων. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι στρατιωτικὸν σῶμα εἶναι τὸ ἀποτελούμενον ἐκ στρατοῦ· πᾶν ἄλλο, εἶναι ἢ ὑπηρεσία ἢ κατάστημα, ὅπως εἶναι τὸ Ὁπλοστάσιον, τὰ σχολεῖα κλπ. Ἑπομένως γεννῶνται πολλαὶ ἀμφιβολίαι. Ὑπάγεται ὁ λόχος τῶν πυροσβεστῶν; Αὐτὸς δὲν εἶναι σῶμα στρατιωτικὸν μηχανικὸν, εἶναι καθαρῶς εἰδικὴ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἐκτελεῖται ὑπὸ στρατιωτῶν τοῦ μηχανικοῦ διὰ λόγους οἰκονομίας...

§93Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἔχομεν νόμον ὑφιστάμενον τοῦ 1887.

§94ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Τὸν γνωρίζω. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, λέγει: «Πίναξ Γʹ. Σύνθεσις τῆς Ἐπιθεωρήσεως τοῦ Μηχανικοῦ καὶ τοῦ παρ’ αὐτῇ Τεχνικοῦ Συμβουλευτικοῦ τμήματος τοῦ συντάγματος τοῦ Μηχανικοῦ καὶ τῆς Σχολῆς αὐτοῦ, τοῦ Τοπογραφικοῦ τμήματος, τῶν Διευθύνσεων τοῦ Μηχανικοῦ, τοῦ πυροσβεστικοῦ λόχου καὶ τοῦ λόχου τῶν τηλεγραφητῶν». Ἀλλ’ αἱ Διευθύνσεις τοῦ Μηχανικοῦ, ἡ Ἐπιθεώρησις τοῦ Μηχανικοῦ κλπ. κλπ. δὲν εἶναι στρατιωτικὰ σώματα. Ἐὰν ὁ νόμος ἔλεγεν, ὅτι ἀποτελεῖται ἐξ αὐτῶν τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ ὑπάγεται ὑπὸ τὴν Γεν. Διοίκησιν, τότε οὐδεμία ἀμφιβολία θὰ προέκυπτεν. Ἀλλ’ ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ στρατιωτικῶν σωμάτων, ὁμιλεῖ περὶ συντάγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι στρατιωτικὸν σῶμα, ὁμιλεῖ περὶ τοπογραφικοῦ τμήματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι στρατιωτικὸν σῶμα, ἀλλ’ εἶναι ὑπηρεσία, περὶ Διευθύνσεων τοῦ Μηχανικοῦ, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι στρατιωτικὸν σῶμα, ἀλλ’ εἶναι ὑπηρεσία, καὶ δι’ αὐτὸ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον τροποποιεῖ, ἀναφέρει στρατιωτικὰ σώματα, ὑπηρεσίας καὶ καταστήματα. Διότι στρατιωτικὸν σῶμα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει στρατόν· πᾶν ἄλλο, εἶναι ὑπηρεσία ἢ κατάστημα.

§95Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ ἀφορῶσιν εἰς τὰς λεπτομερείας, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὀφείλω νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν δίδω εἰς τὴν σχετικὴν διάταξιν, εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν λέγετε, καὶ θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.

§96ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὁμιλεῖ τὸ νομοσχέδιον περὶ λόχων νοσοκόμων. Ἀλλὰ λόχοι νοσοκόμων ἀνεξάρτητοι δὲν ὑπάρχουσιν· ὑπάρχει διλοχία νοσοκόμων· ἀλλὰ περὶ διλοχίας νοσοκόμων δὲν ὁμιλεῖ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ.

§97Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν τεθῶσιν ἀντὶ τῆς λέξεως «τὰ σώματα» αἱ λέξεις «πεζικόν, ἱππικὸν καὶ λοιπὰ», δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον;

§98ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Καὶ πάλιν αἱ Διευθύνσεις εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσίαι. Σῶμα εἶναι τὸ ἔχον στρατόν· στρατιωτικαὶ ὑπηρεσίαι εἶναι αἱ ἄνευ στρατεύματος ὑπηρεσίαι. Οἱ λόχοι τῶν νοσοκόμων ὑπάγονται ὑπὸ τὴν Γεν. Διοίκησιν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἡ διλοχία τῶν νοσοκόμων, κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Ἑπομένως ἐλπίζω ὅτι θὰ διορθωθῇ. Ὑπάγεται καὶ τὸ Φρουραρχεῖον τῶν Ἀθηνῶν. Τὰ λοιπὰ Φρουραρχεῖα ὑπάγονται ὑπὸ τὴν Γεν. Διοίκησιν; Διότι Φρουραρχεῖα καὶ φρουραρχικὴ ὑπηρεσία ὑπάρχουν εἰς ὅλας τὰς πόλεις, ὅπου σταθμεύουσι στρατιωτικὰ σώματα.

§99Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος εἶναι ἐκεῖ ὁ ἐκτελῶν τὰ καθήκοντα τοῦ φρουράρχου;

§100ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὁ διοικητὴς τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος τοῦ σταθμεύοντος ἐκεῖ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ὑπηρεσίαι ἄσχετοι πρὸς τὴν Διοίκησιν τοῦ στρατεύματος· ὑπάρχουσι τὰ φρουραρχικὰ καθήκοντα, καὶ εἶναι ἄσχετα πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν γιγνομένην ἐν τῇ Διοικήσει τῶν σωμάτων. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάγωνται εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν καὶ τὰ ἄλλα Φρουραρχεῖα, πρέπει νὰ διαγραφῇ καὶ τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν, διότι τοῦτο εἶναι ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τῆς Μεραρχίας, καὶ ἑπομένως περιττὸν εἶναι νὰ ἀναγραφῇ, διότι δυνατὸν νὰ γεννηθῶσιν ἀμφιβολίαι· διότι, ὅταν ὁμιλῶμεν μόνον περὶ τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ἐὰν ὑπάγονται καὶ τὰ ἄλλα Φρουραρχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι καὶ ἴδιον προσωπικὸν, ὄχι μόνον δηλαδὴ τὸ προσωπικὸν τῶν Διοικήσεων τῶν σωμάτων, ἀλλὰ καὶ προσωπικὸν εἰσηγητῶν καὶ ἄλλων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποσπῶνται, ἵνα ἐνεργῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Φρουραρχείου, καὶ ὑποθέτω, ὅτι δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ προκειμένου ἄρθρου. Ἐπίσης δὲν ὑπάγονται αἱ φυλακαὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων. Αὗται ὑπάγονται ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ διοίκησιν τῶν Φρουραρχείων. Λοιπὸν θ’ ἀποχωρισθῶσι τούτων καθ’ ὁλοκληρίαν; Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀσαφές. Δὲν γνωρίζω τίνα ἔννοιαν εἶχεν ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον.

§101Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ἔχετε τὴν ἔννοιαν σαφῆ. Βεβαίως δὲν ὑπάγονται.

§102ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἀφοῦ ὑπάγεται τὸ Φρουραρχεῖον;

§103Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. Διὰ νὰ σᾶς ἀπαλλάξω τοῦ κόπου τοῦ νὰ εἰσέλθητε εἰς λεπτομερείας, θὰ σᾶς δώσω πληροφορίας περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπεφυλασσόμην νὰ τὸ πράξω μετ’ ὀλίγον, ἀλλὰ καλὸν εἶναι νὰ τὸ πράξω ἀπὸ τοῦδε. Ἡ ἔννοιά του εἶναι, ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ στρατεύματος ἀνήκει εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν· ὅλαι αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι ἀνήκουσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Θέλει τὸν Γεν. Διοικητὴν ἀληθῆ Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, μὴ περισπώμενον εἰς τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας.

§104ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Τὰ Φρουραρχεῖα εἶναι καθαρῶς στρατιωτικὴ ὑπηρεσία. Ὑπάγονται λοιπόν;

§105Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Φρούραρχος, ὅστις εἶναι ὁ ἀρχαιότερος τῶν ἐν τῇ πόλει, ἐν ᾗ σταθμεύει τὸ σῶμα, ἀξιωματικῶν, ὡς πρὸς τὰ φρουραρχικὰ καθήκοντα δὲν θὰ ὑπάγηται· κατὰ τὰ λοιπὰ, κατὰ τὴν διοίκησιν τοῦ σώματός του, βεβαίως θὰ ὑπάγηται, διότι ἡ διοίκησις τοῦ στρατεύματος ὑπάγεται εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἥτις εἶναι ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατεύματος.

§106Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Παράδοξος καὶ πρωτάκουστος θεωρία αὐτή!

§107Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ὑμεῖς εὑρίσκεσθε ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ταξιαρχίας, ἢ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατεύματος, βεβαίως δὲν εἶχεν ὁ κ. Τσαμαδὸς τὸ commandement, τὴν Διοίκησιν· τὸ commandement τὸ εἶχεν ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατεύματος, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ διακόπτητε.

§108Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Διακόπτω διότι καὶ σεῖς διακόπτετε.

§109Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ νὰ ἀκούηται, ὅπως ἐξηγῇ τὰς σκέψεις της, χωρὶς νὰ ἦναι τοῦτο διακοπή.

§110Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν διέκοψα ὑμᾶς· ἀπετάθην πρὸς τὸν ἀγορεύοντα· ἀλλ’ οὗτος δὲν μοὶ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸν διακόπτω.

§111ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὅταν λοιπὸν τίθενται ὑπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ τὰ στρατιωτικὰ σώματα, δὲν τίθενται δὲ αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι, τότε πρέπει νὰ μνημονεύωνται καὶ ἡ Ἐπιθεώρησις τοῦ Πυροβολικοῦ, ἡ Ἐπιθεώρησις τοῦ Μηχανικοῦ, τὸ Ὁπλοστάσιον, ἡ Διεύθυνσις τοῦ Μηχανικοῦ, τὸ Τοπογραφικὸν τμῆμα, τὰ σχολεῖα, διότι κατὰ τὸν ὀργανισμὸν καὶ ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσι στρατιωτικὰ σώματα. Πρέπει λοιπὸν νὰ συμπληρωθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτήν. Τὸ ἄρθρον 3 δημιουργεῖ πρῶτον μίαν ὑπηρεσίαν ἐπιτελικὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἡ ὁποία ὑφίστατο, ὑφίστατο δὲ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ᾼΦΛΓʹ· ἑπομένως δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δημιουργοῦμέν τι ὑφιστάμενον.

§112Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑφίσταται, διότι τὸ κατήργησεν ὁ ὑφιστάμενος νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.

§113ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν τὸ κατήργησεν· ὑφίσταται καὶ κατὰ τὸν νόμον τοῦτον.

§114Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ κατήργησε, καὶ διὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ παράλυσις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Σεῖς ὑπηρετήσατε πρὶν ἢ ἐκλεχθῆτε Βουλευτὴς ἐπὶ τόσον χρόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ φέρητε καὶ μίαν μόνην πρᾶξιν ἐπιτελικὴν, ἐνεργηθεῖσαν παρὰ τοῦ ἐπιτελικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως.

§115ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἀναφέρατέ μοι καὶ σεῖς μίαν πρᾶξιν ἐπιτελικὴν ἐνεργηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐπιτελικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου πρὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἵνα σᾶς ἀναφέρω καὶ ἐγὼ μεταγενεστέραν. Ἐργασία ἐπιτελικὴ ἐγένετο μόνον ὅτε ἦτο ὁ στρατηγὸς Βοσὲρ, σπουδαιοτάτη ἐργασία, ἥτις εἶναι κεκλεισμένη εἰς τὰς θυρίδας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ὅλαι αἱ ἄλλαι ἦσαν ἀτομικαὶ μελέται, αἱ ὁποῖαι δὲν παραμένουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ἕκαστος λαμβάνει τὰς μελέτας του, τὰς τυπώνει, ἂν θέλῃ, καὶ ἐκδίδει εἰς βιβλίον· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μελέται ἄλλαι καὶ ἐργασία ἐπιτελικὴ ἄλλη, πλὴν τῆς τοῦ στρατηγοῦ Βοσέρ. Τὸ ἄρθρον 3 λοιπὸν τοῦ νομοσχεδίου δημιουργεῖ ὑπηρεσίαν δημιουργημένην ἤδη, καὶ προσθέτει (ἀναγινώσκει): «Τῶν θεμάτων τούτων ἡ μελέτη δύναται νὰ γένηται καὶ ὑπὸ τοῦ παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει τοῦ στρατοῦ Ἐπιτελείου, ἀλλὰ τὰ πορίσματα τῆς μελέτης ταύτης ὑποβάλλονται εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ.» Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐντελῶς περιττή. Τὸ νὰ δύναται εἴτε Ἐπιτελεῖον, εἴτε οἱοσδήποτε ἄλλος νὰ ἀσχολῆται περὶ μελέτας, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ὁρισθῇ διὰ νόμου, ἵνα ἐκτελῆται τοῦτο· δύναται καὶ ἄνευ νόμου νὰ γίνηται, καὶ μάλιστα ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πᾶσα ἄλλη προϊσταμένη ἀρχὴ νὰ διατάξῃ οἱονδήποτε Ἐπιτελεῖον ἢ ἀξιωματικὸν νὰ ἐνεργήσῃ μελέτας· ὥστε μᾶλλον εἶναι περιοριστικὸν τοῦ δικαιώματος τῶν ἐνεργειῶν καὶ καθηκόντων τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ μελέτας· οὕτω δὲ περιορίζεται δικαίωμα ἀπόλυτον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς καὶ πᾶς προϊστάμενος, νὰ διατάξῃ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν, εἴτε ὡς ἄτομα, εἴτε ὡς ἐπιτροπὰς, εἴτε ὡς ἐπιτελεῖς, νὰ ἐγκύψωσιν εἰς τὴν μελέτην οἱουδήποτε στρατιωτικοῦ ἀντικειμένου. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλείψῃ καὶ καταργηθῇ ἡ διάταξις περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, διότι δίδεται διὰ τῆς τροποποιήσεως δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς τις.

§116Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλομεν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, εἶναι τὸ ν’ ἀφήσωμεν τελείως τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν, ἵνα προβαίνῃ εἰς τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἀναγκαίας. Δύναται δὲ καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τοιαύτας μελέτας.

§117ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὅπως διατυποῦται τὸ ἄρθρον, δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι περὶ ἄλλων ἀντικειμένων δὲν δύναται νὰ διατάξῃ ὁ Ὑπουργὸς ἢ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ἐνῷ ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα πᾶς προϊστάμενος νὰ διατάσσῃ μελέτας περὶ παντὸς ἀντικειμένου, καὶ εἶναι τρόπον τινὰ περιορισμὸς τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς, νὰ διατάσσῃ πάσης φύσεως μελέτας.

§118Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ λέγει ἐξ ἐναντίας τὸ ἀντίθετον· δὲν λέγει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν διατάσσει τὴν μελέτην, ἀλλὰ λέγει, ὅτι καθιστᾷ, ὅτι δίδει τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν ὡς πρὸς τὰς μελέτας τὰς στρατιωτικάς. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διατάσσει ὡς προϊστάμενος τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ὁ κύκλος τῆς ἐνεργείας διαγράφεται ἐπακριβῶς, ὥστε νὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ σύρραξις.

§119ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὥστε δίδετε δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει.

§120Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα. Ἀφορμὴν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην ἔδωκεν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως. Ἐκεῖ ὑπάρχει μία διάταξις ἀμφιβόλου ἐννοίας, ἡ δὲ ἔννοια ὑπῆρξε τόσον ἀμφίβολος, ὥστε παρέλυσε τὴν Ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Ὑπουργοῦ.

§121ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Καταργήσατε αὐτὴν, καὶ μὴ δίδετε διὰ τοῦ νόμου δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει· διότι ὅ,τι δίδεται διὰ νόμου, πρέπει νὰ ἦναι ἐπιτακτικόν.

§122Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἡ μεραρχία καὶ ἡ ταξιαρχία καὶ τὸ σύνταγμα, ὅταν εὑρίσκωνται εἰς ἐπίκαιρον θέσιν, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κάμνουν μελέτας.

§123ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ λέγω, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου χορηγεῖται δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 4. Αἱ τοποθετήσεις, μεταθέσεις καὶ ἀποσπάσεις ἀξιωματικῶν γίνονται διὰ Β. Διατάγματος, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ· ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν ὅμως τῶν ἐν ταῖς ταξιαρχίαις, ταῖς μεραρχίαις καὶ τῇ Γενικῇ Διοικήσει, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν ἐν τῷ Φρουραρχείῳ Ἀθηνῶν, ἡ πρότασις τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ δέον νὰ στηρίζηται ἐπὶ προτάσεως τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ.» Νομίζω, ὅτι ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ πρέπει νὰ καθορισθῇ σαφέστερον τὸ «ἐν ταῖς ταξιαρχίαις, ταῖς μεραρχίαις καὶ τῇ Γενικῇ Διοικήσει». Ἀφοῦ ὁμιλῆτε περὶ στρατιωτικῶν σωμάτων, πρέπει ἡ αὐτὴ ἔκφρασις νὰ τεθῇ καὶ ἐνταῦθα, διότι δύναται νὰ προκύψῃ ἀμφισβήτησις.

§124Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει δεχθῆ νὰ τεθῇ ἐνταῦθα «τὰ σώματα τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ἀναφερόμενα» καὶ οὕτω συμπληροῦται τὸ κενὸν, περὶ τοῦ ὁποίου πολὺ δικαίως καὶ εὐλόγως ἐφέρατε τὴν παρατήρησιν.

§125ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὥστε τοῦτο τὸ θεωροῦμεν ὡς τακτοποιηθέν. Τὸ δεύτερον ἐδάφιον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁσάκις ἀξιωματικοὶ ὑπηρετοῦντες εἰς ἀρχὰς ἐκ τῶν μὴ ὑπαγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ πρόκειται νὰ τοποθετηθῶσι, μετατεθῶσιν ἢ ἀποσπασθῶσιν εἰς ἀρχὰς ὑπαγομένας ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ, ἢ καὶ τἀνάπαλιν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προκαλεῖ πρότασιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ περὶ τούτων, ὡς καὶ περὶ τῶν ἀντικαταστησόντων αὐτοὺς εἰς τὰς κενουμένας θέσεις.» Ἐνταῦθα νομίζω, ὅτι ἄλλο ἐπρόκειτο νὰ λεχθῇ· διότι, ὡς ἔχει ἡ διάταξις, ἀντιβαίνει πρὸς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἐθέσατε. Πρόκειται νὰ προτείνῃ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τὴν ἀντικατάστασιν, ἐὰν ὁ ἀντικαταστάτης ὑπηρετῇ εἰς τὰ σώματα τὰ ὑπὸ τὰς διαταγάς του. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν φαίνεται ἐκ τῆς διατυπώσεως ταύτης, ἐν τῇ ὁποίᾳ γενικῶς γίνεται λόγος, ὅτι ὑποβάλλει πρότασιν περὶ ἀντικαταστάσεως· πρέπει ἑπομένως νὰ προστεθῇ: «ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ ἀντικαταστάτης οὗτος ὑπηρετῇ εἰς τὰ σώματα τὰ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Γεν. Διοικητοῦ.» Ἐκτὸς αὐτοῦ ὑπάρχει καὶ τὸ τρίτον ἐδάφιον, καθ’ ὃ «ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν δὲν ἐγκρίνῃ τὰς ὑποβληθείσας αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ προτάσεις τοποθετήσεως, μεταθέσεως ἢ ἀποσπάσεως ἀξιωματικῶν, προκαλεῖ τὴν ὑποβολὴν ἑτέρων προτάσεων ἢ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως ἐπὶ τῶν ἤδη ὑποβληθεισῶν, ἵνα ἀποφασίσῃ». Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἦτο καὶ εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὸ εἶχε καὶ ἐκ τοῦ ἄλλου νόμου, τὸ ἔχει καὶ ἐκ τῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας ἐν γένει. Ἀλλ’ ἠθελήσατε νὰ ἐπεξηγήσησε ἴσως· ἀλλὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι μᾶλλον περιοριστικὸν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι θὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐπὶ ἄλλων προτάσεων δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπιστρέφῃ αὐτὰς καὶ νὰ ζητῇ τοιαύτας ἠτιολογημένας, ἢ νὰ προκαλῇ τὴν ὑποβολὴν ἑτέρων. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιστρέφειν τὰς ὑποβαλλομένας προτάσεις καὶ προκαλεῖν τὴν ὑποβολὴν ἑτέρων προτάσεων ἢ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως ἐπὶ τῶν ἤδη ὑποβληθεισῶν, εἶναι δικαίωμα γενικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς προϊστάμενος. Ἑπομένως εὑρίσκω, ὅτι εἶναι περιτολογία νὰ προστεθῇ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου δικαίωμα κεκτημένον, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς προϊστάμενος, νὰ ἐπιστρέφῃ τὰς προτάσεις, ἢ νὰ κανονίζῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς ὑφισταμένης ἀρχῆς. Οὕτω δ’ ἐφηρμόσθη ὁ ἰσχύων νόμος, διότι πολλάκις τὸ Ὑπουργεῖον ἐπέστρεψεν ἀναφορὰς καὶ προτάσεις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ὅπως ἡ Α. Ὑψ. εἴτε τὰς αἰτιολογήσῃ, εἴτε ὑποβάλῃ ἄλλας προτάσεις περὶ ἄλλων προσώπων. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι μᾶλλον περιοριστικὴ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὸ τέταρτον ἐδάφιον λέγει: «Ἡ ἐκλογὴ τῶν βαθμοφόρων διὰ τὰς θέσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀνήκει τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν». Νομίζω ὅτι ἐνταῦθα πρέπει νὰ τεθῇ φραγμός τις, διότι ἀνοίγεται θύρα διεξόδου, καὶ θεωρῶ ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὁ φραγμὸς, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ὁ ἀποσπώμενος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἢ ἀποσπώμενος ἢ τοποθετούμενος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν παύσῃ νὰ ὑπηρετῇ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἢ παύσῃ νὰ ὑπηρετῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, πρέπει νὰ ἐπανέρχηται εἰς τὸ σῶμα, ἐξ οὗ μετετέθη, διότι ἄλλως, ἐὰν μείνῃ ὡς ἔχει ἡ διάταξις, δύναται ὁ Ὑπουργὸς, παραλαμβάνων τὸν ἀξιωματικόν, νὰ τὸν περιφέρῃ εἰς τὰς διαφόρους θέσεις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρατηρῶ, Κύριοι, ἐκ τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι, ὅτι ἀκριβῶς ἐκλείπει ἡ ἀγαθοεργὸς δύναμις, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν κ. Πρωθυπουργὸς, ἐκλείπει ἀκριβῶς διὰ τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, εἰς ἃς αἱ τοποθετήσεις μᾶλλον ὑπόκεινται εἰς τὰς ξένας ἐπιρροὰς, καὶ μένει εἰς τὸ στράτευμα μόνον· τὰς θέσεις δὲ τοῦ στρατεύματος, εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν ἐπιζητοῦσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ κάμωσι χρῆσιν τῶν ξένων ἐπιρροῶν· κυρίως οὗτοι ζητοῦσι νὰ τοποθετῶνται εἰς θέσεις ἐκτὸς τοῦ στρατεύματος, εἰς τὰς διαφόρους εἰδικὰς ὑπηρεσίας, ἀκριβῶς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀφαιρεῖ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν ἀγαθοποιὸν δύναμιν τοῦ Διαδόχου, ἀπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, νὰ τὸ διασκευάσῃ καταλλήλως, καὶ, εἰ δυνατὸν, ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ γενικῶς πάσας τὰς θέσεις. Δύναται νὰ ἐξαιρέσῃ τὰς θέσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δύναται νὰ ἐξαιρέσῃ τὸ πολὺ καὶ τὰς θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ πάσας τὰς ἄλλας νομίζω ὅτι ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ τὰς ἀφήσωμεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στράτευμα. Ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις, περὶ τῆς ὁποίας δὲν θέλω νὰ κάμω λόγον, τότε προβῆτε εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, ἵνα μὴ ἔχητε τοὐλάχιστον τὸν Διάδοχον ὑπεύθυνον καταστάσεως ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν οἰκτρᾶς. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ φρονῶ, ὅτι αἱ συζητήσεις περὶ τοιούτων θεμάτων εἶναι συζητήσεις ἐντελῶς ἐπουσιώδεις, καὶ ὅτι κυρίως μίαν ἔχομεν σπουδαίαν ἀποστολὴν, νὰ παρασκευάσωμεν τὴν χώραν πολεμικῶς. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα, περὶ τὸ ὁποῖον πάντες πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν. Παραλλήλως πρὸς τὴν ἐνέργειαν ταύτην δύναται νὰ γείνῃ καὶ ἡ μελέτη τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι οὐδεμία ἄλλη συζήτησις περὶ τῶν στρατιωτικῶν ζητημάτων πρέπει νὰ γείνῃ, εἰμὴ ἡ περὶ τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας. Αὐτὸ εἶναι τὸ κύριον σημεῖον, αὐτὸ ἐνδιαφέρει ἰδίως τὸ Κράτος. Διαρκῶς ἀναμασῶμεν τὰ διδάγματα τοῦ πολέμου, διαρκῶς ἀναμασῶμεν τὰ παθήματα τοῦ πολέμου, καὶ ἐν τούτοις δὲν παρουσιάζομεν μέχρι σήμερον ἐργασίαν σοβαρὰν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, καὶ ἰδίως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐξ ἀριστερῶν).

§126Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτε παρουσιάσθη σοβαρὰ ἐργασία, διατὶ δὲν τὴν ἐξηλέγξατε;

§127ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἤμην τότε ἐν τῇ Βουλῇ.

§128Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἴσως ἤθελε φανῆ παράδοξον εἰς ὑμᾶς, διὰ τίνα λόγον ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα...

§129Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παντάπασι.

§130Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. .. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὴν ἀπορίαν ταύτην τὴν ἔχετε ἐν τῇ διανοίᾳ σας, διότι καὶ ἐγὼ ἀπευθύνω ταύτην πρὸς ἐμαυτόν. Ποῖαι ποτὲ ἦσαν αἱ ἰδέαι, ἃς περιεῖχον τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ποῖαι εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι συζητοῦνται; Εὑρίσκω ἀνταποκρινομένας τὰς σημερινὰς προτάσεις πρὸς ἐκείνας; Βεβαίως τοῦτο εἶναι ἀπορία ἀξία νὰ μὴ μείνῃ ἀπαρατήρητος. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τοὺς δύο προλαλήσαντας, οἵτινες μετὰ μεγάλης ἐλευθερίας ἔρριψαν τὸν λίθον καθ’ ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν, ἢ τῶν προγεγενημένων, ἢ ἐκείνων οἵτινες πρόκειται νὰ ἔλθωσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ βραδύτερον ἡμῶν. Ἐὰν, Κύριοι, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεδριάζοντες σέβησθε τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον κατέχετε, ἐὰν, Κύριοι, θέλητε ν’ ἀφήσητε αὐτὸ σεβαστὸν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς διαδεχθῶσι κατόπιν, εἶσθε ὑποχρεωμένοι ν’ ἀποκρούσητε τὰς βαρείας ὕβρεις, ἃς ἐξέφεραν καθ’ ὑμῶν. Προεκάλεσα τὸν κ. ἐκ Βονίτσης Βουλευτὴν, καὶ εἶπον αὐτῷ: «Εἰπέ μοι, Κύριε, ποῖαι εἶναι αἱ ἐπιρροαὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι παραβλάπτουσι τὸ στράτευμα;» Καὶ εἶπεν: «Ὅλοι τὰς ἐννοεῖτε· εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς τὰς εἴπω ἐγώ.» Λοιπὸν, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Βονίτσης, ἀφοῦ σεῖς δὲν ἔχετε τὴν τόλμην νὰ τὰς ὀνομάσητε, τὰς ὀνομάζω ἐγώ. Ἐνόει ὑμᾶς, Κύριοι; ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς διαδεχθῶσι, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προηγήθησαν ὑμῶν;

§131Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμφισβητήτως.

§132Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τούτου δεκτοῦ γενομένου, νομίζω ὅτι ἔχω δικαίωμα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ σταθῶ ἐπί τινας στιγμάς. Δὲν εἶμαι συνταγματιολόγος, καὶ διὰ τοῦτο οὐδόλως θὰ θίξω τὸ ζήτημα τοῦτο· ἀλλ’ ἀπὸ παιδικῆς ἡλικίας ἔμαθον ποῖαι εἶναι αἱ καθεστηκυῖαι ἀρχαὶ καὶ ἐξουσίαι ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ· ἔμαθον νὰ σέβωμαι ἐκεῖνον, ὅστις καλεῖ ὡς συμβούλους τοῦ Στέμματος ἐκείνους, οὓς ἤθελε προκρίνει· ἔμαθον νὰ σέβωμαι πάντοτε τὴν ἐτυμηγορίαν τῆς Βουλῆς, τῆς ἀπορρεούσης ἐκ τῆς λαϊκῆς ψήφου, τῆς ὑποδεικνυούσης ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ κληθῶσι παρὰ τοῦ Ἄνακτος, ἵνα διοικήσωσι τὰ τοῦ Κράτους. Καὶ ὅταν ἐκείνους καλῇ ὁ Βασιλεὺς, καὶ ὅταν ἐκείνους περιβάλλῃ μετὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του, καὶ ὅταν αὐτοὺς τούτους περιβάλλῃ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου της, τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις τολμᾷ νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ ὀνομάσῃ φθοροποιοὺς ἐπιρροὰς, ὑφ’ ὑμῶν ἐπερχομένας κατὰ τοῦ στρατοῦ; Ποῖος δὲ εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις, διὰ τοιαύτης ἐμπιστοσύνης περιβαλλόμενος, θὰ κάμῃ τοσοῦτον ταπεινὴν χρῆσιν τῆς ἐξουσίας, δι’ ἧς περιβάλλεται, καὶ θ’ ἀκούσῃ εἰσηγήσεις τοσοῦτον ἐπιζημίους; Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐγκαλῶ κανένα, καὶ νομίζω, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις προσέρχεται ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως καὶ δίδει τὸν ὅρκον τῆς πιστῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, θὰ σεβασθῇ τοὺς νόμους. Καὶ ἐὰν ὁ καταλαμβάνων τὴν ἕδραν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε ἄλλου Ὑπουργείου, δὲν κάμνῃ καλὴν χρῆσιν τοῦ ἀξιώματος τούτου, εἶσθε σεῖς, οἵτινες θέλετε καλέσει αὐτὸν νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον ὑμῶν διὰ τὰς πράξεις του. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, θελήσητε ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τούτου τὴν εὐθύνην, μετατιθέντες ταύτην εἰς ἄλλον, πῶς θέλετε καλέσει τοῦτον ἐνώπιον ὑμῶν διὰ νὰ σᾶς δώσῃ εὐθύνας; Σᾶς ἐρωτῶ. Προκρίνετε ὑμεῖς, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διεξάγηται διὰ τῆς μεθόδου, δι’ ἧς διεξήχθη ἐπί τινα χρόνον, ὅτε εἰς τὰ πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἔγγραφα διὰ καρφίδος προσηρτᾶτο σημείωσις ἐνδεικτικὴ τοῦ σώματος, εἰς ὃ θὰ ὑπήγετο ὁ ἀποσπαθησόμενος; Ἀλλὰ βλέπω καὶ ὑψοῦτε τοὺς ὤμους...

§133Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διακόψω; Ὅσοι ὡμίλησαν προηγουμένως ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε καὶ ὑμεῖς, — μεταξὺ δὲ αὐτῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, — πολὺ δικαίως καὶ πολὺ ὀρθῶς ὡμίλησαν, χωρὶς βεβαίως νὰ ἐννοήσωσι νὰ θίξωσι κανένα ἐξ ὅλων ἡμῶν. Εἶναι τὸ σύστημα τοιοῦτον, ὡς γνωρίζετε, ἀγαπητὲ συνάδελφε, ὥστε καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ Βουλευταὶ ἅπαντες, παρὰ τὴν θέλησιν αὐτῶν καὶ παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν, εὑρίσκονται πολλάκις ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποβάλλωσιν αἰτήσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐκτελῇ τὰς αἰτήσεις. Διὰ τοῦτο ἐπεδιώξαμεν πάντοτε εἰς ὅλας τὰς ὑπηρεσίας διὰ νόμων νὰ περιορίσωμεν καὶ τὸ δικαίωμα τῶν Ὑπουργῶν καὶ τὸ δικαίωμα ἡμῶν αὐτῶν· διότι, καίτοι πολιτευόμενοι ἐντίμως, εὑρισκόμεθα πάντοτε ὑπὸ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐξαναγκάζουσιν ἐνίοτε, παρὰ τὴν θέλησιν ἡμῶν, νὰ ὑποβάλλωμεν αἰτήσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐπιδοκιμάζομεν.

§134ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Σᾶς ἐνόησα.

§135ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὕβρις, καὶ ἑπομένως νὰ καταγγέλλωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶπον μίαν μεγάλην ἀλήθειαν, ὅτι ἤθελον νὰ ὑβρίσωσι τὴν Βουλήν.

§136ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Σᾶς ἐννοῶ. Ἀλλ’ ἐὰν σκέπτησθε νὰ ἄρητε τὴν φθοροποιὸν ταύτην ἐνέργειαν κατὰ τοῦ στρατοῦ δι’ ὧν μέσων ἐπεχειρήσατε, ψηφίσαντες τὸν νόμον περὶ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὅστις νῦν ἰσχύει, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδὲν ἐπράξατε. Μετεθέσατε τὴν φθοροποιὸν ἐπίδρασιν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, καὶ ἐπεξετείνατε τὸν κύκλον τῶν φθοροποιῶν μικροβίων, ὡς τὰ ὠνόμασεν ὁ προλαλήσας. Τί ἐνδιαφέρει τὸν στρατὸν, εἰς ποίαν θύραν κρούετε, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Βονίτσης, ἵνα ἐπιτύχητε ὅ,τι ἄλλοτε ἐπεζητεῖτε ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι μόνον ὁ ὑπεύθυνος ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐνώπιον τοῦ ἔθνους καὶ τῶν νόμων, μόνον οὗτος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θ’ ἀναμετρήσῃ τὴν εὐθύνην του· ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ἀνεύθυνος ὤν, προσπαθεῖ ἐν τῷ ἑνὶ τετάρτῳ τῆς ὥρας, καθ’ ὃ ἐργάζεται, νὰ λύσῃ πάντα τὰ ὑπηρεσιακὰ ζητήματα, θέλει δεχθῇ πάσας τὰς προτάσεις, τὰς προερχομένας ἀπὸ τοὺς Σαπουντζάκηδες καὶ τοὺς Ἀντωνοπούλους. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ αὐτοὶ εἶναι ἄνθρωποι, καὶ ἔχουσι τὰς συμπαθείας των, ἔχουσι τοὺς συγγενεῖς των, ὅπως καὶ ὑμεῖς τοὺς ἐκλογεῖς σας...

§137ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε;

§138ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Παρακαλῶ. Δὲν θὰ δεχθῶ ἄλλην διακοπήν. Ταῦτα λέγων, Κύριοι, δὲν λέγω τι νέον πρὸς ὑμᾶς. Ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν πάντων εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι μετατίθεται ἡ τοιαύτη ἐπίδρασις ἀπὸ τῶν Βουλευτῶν, — ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἤθελε δεχθῇ ὁ Ὑπουργὸς τοιαύτην ἐπίδρασιν,—εἰς ἄλλας σφαίρας. Αἱ ἐπιδράσεις δὲν ἐξέλιπον· ἐγὼ τοὐλάχιστον ἁπτὰς συνέλαβον τὰς ἐπιδράσεις Βουλευτῶν· διότι μοὶ ὑπεβάλλοντο προτάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐσκοπεῖτο μόνον ἡ ἐξυπηρέτησις προσωπικῶν συμφερόντων, καὶ ἠναγκάσθην, Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ μὴ τὸ ἀφήσω ἀπαρατήρητον. Οἱ προλαλήσαντες εἶπον ὑμῖν, ὅτι ἡ πειθαρχία καὶ ἡ τάξις ἐπαγιώθη ἀφ’ ἧς ἴσχυσεν ὁ νόμος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἡ τάξις καὶ ἡ πειθαρχία, ἡ κρατοῦσα ἐν τῷ στρατεύματι, εἶναι, Κύριοι, ἡ τάξις, ἥτις κρατεῖ εἰς τὸ λιμνάζον ὕδωρ, εἰς τὸ σηπόμενον ὕδωρ. Οὐδὲ ῥυτὶς ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τούτου σχηματίζεται, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ σήπεται. Τοιαύτη εἶναι ἡ γαλήνη, περὶ τῆς ὁποίας σεῖς ὁμιλεῖτε. Ἐὰν σᾶς ἀρέσῃ, διατηρήσατέ την. Ἀλλὰ βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι πρέπει νὰ προτιμᾶτε τὸ παφλάζον ὕδωρ, καὶ οὐχὶ τὸ λιμνάζον, τὸ ὁποῖον φέρει τὸν θάνατον ἀσφαλῶς. Ἔλεγεν ὁ προλαλήσας, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως δὲν κατήργησε τὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ αὕτη ἐπιλαμβάνηται τῶν μελετῶν τούτων, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύναται, ὡς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου λέγει, νὰ ὑποβάλλῃ εἰς ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως ἐργασίαν ἐπιτελικὴν πρὸς ἔκδοσιν Β. Διατάγματος, ἐὰν μὴ αὕτη στηρίζηται εἰς τὴν ὑπὸ τῆς Γεν. Διοικήσεως ὑποβαλλομένην πρότασιν, τί ἐναπομένει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰς ἐργασίας τὰς ὁποίας ἓν Ἐπιτελεῖον ὀφείλει νὰ παρασκευάσῃ καὶ αἵτινες ἤθελον κριθῆ χρήσιμοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσητε ἄλλην πορείαν παρὰ μόνον ταύτην. Ὁ Ὑπουργὸς ἢ θέλει φέρει αὐτὰς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς νομοπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν, ἢ θέλει τὰς ὑποβάλει εἰς τὸν Βασιλέα, διὰ νὰ τὰς περιβάλῃ μὲ τὸ κῦρός του καὶ μεταβληθῶσιν εἰς κανονισμοὺς χρησίμους εἰς τὸν στρατόν. Τίνας λοιπὸν ἄλλας ἐργασίας ἐπαφῆκεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; Ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος; τὰς μεταφράσεις ἢ τὰς συρράψεις ἐγκυκλίων, αἵτινες δημοσιεύονται δημοσίᾳ δαπάνῃ; Περὶ αὐτῶν οὐδέποτε ἐγὼ ὡμίλησα, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀποτέλεσμα, τὸ ἀποτέλεσμα ἢ νὰ προσαχθῶσιν ἐνώπιον ὑμῶν αἱ πράξεις αὗται, ἢ νὰ προσαχθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως καὶ τύχωσι τῆς ὑπογραφῆς του. Ἰδοὺ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν δύνασθε οὐδὲ κανονισμὸν τοῦ στρατοῦ, περιβαλλόμενον μὲ τὸ κῦρος τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως, οὐδὲ νομοθέτημα νὰ ἔχητε, ἂν δὲν ἔχῃ παρασκευασθῆ παρὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Καὶ θέλετε νὰ σᾶς φέρω καὶ τὰς ἀποδείξεις τὰς ἐκ τῶν πραγμάτων προερχομένας, ἀφοῦ σᾶς ἔφερα τὰς ἐκ τοῦ κειμένου; Θὰ σᾶς τὰς φέρω ἀμέσως. Παρασκεύασα νομοσχέδια· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης μὲ ἠρώτησαν: «Ἐμελετήσατε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέταξεν ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος; Συμφωνοῦν τὰ νομοσχέδιά σας μὲ ἐκεῖνα;» Καὶ ἐν τῇ ἀπορίᾳ, ἂν ἐγὼ συνέταξα ταῦτα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας περιέχουσι τὰ συνταχθέντα ὑπὸ τῆς Γεν. Διοικήσεως,—περὶ αὐτῶν δὲν ἔχω πληροφορίας,— βεβαίως πολλοὶ ἔλεγον: «Ἀλλὰ πρὸς τί ἐφέρατε τοιαῦτα νομοσχέδια ἐνώπιον ἡμῶν;» Καὶ ἡ ἐρώτησις αὕτη, «πρὸς τί ἐφέρετε τοιαῦτα ἐνώπιον ἡμῶν», μὲ ὡδήγησε, Κύριοι, εἰς τὸ νὰ ἐγκαταλίπω τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα. Ἀπέναντι ὅλης αὐτῆς τῆς καταστάσεως ἤλθετε νὰ ἀναπτύξητε τὸ ἐνεργητικὸν αὐτῆς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἐπληρώθησαν αἱ ἀποθῆκαι ἀπὸ ὑλικὸν χρήσιμον εἰς τὸ στράτευμα; Προήχθη ἡ ἐκπαίδευσις; Τὰ στελέχη ἐξεπαιδεύθησαν εἰς μεγάλας ἀσκήσεις ἢ καὶ μικράς; Καὶ ἂν ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἐβελτιώθη ὁ στρατὸς, διατὶ δὲν μᾶς δεικνύετε ποία εἶναι ἡ βελτίωσις αὕτη; Δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, νὰ διαβουκολῶμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις βεβαίως ὄχι μόνον τὰ βλέμματα αὐτοῦ ἔχει ἐστραμμένα πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ τὰς πεποιθήσεις αὐτοῦ ἔχει ἐναποθέσει εἰς τὰς γνώμας ἡμῶν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἀνάγκην, ὅταν ὁμιλῶμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ βελτιώσεως ἑνὸς κλάδου τόσον σημαντικοῦ, ὁποῖος εἶναι ὁ στρατὸς, νὰ τῷ εἴπωμεν, ποῖαι εἶναι αἱ βελτιώσεις αὗται, καὶ ν’ ἀπαριθμήσωμεν ταύτας. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ἔχωμεν νὰ παρουσιάσωμεν τοιαύτας βελτιώσεις, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διαβουκολῆται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λεγομένων.

§139ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἔδωκεν ἡ Πολιτεία τὰ μέσα εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν;—ἐὰν μοὶ συγχωρῆτε τὴν διακοπήν.

§140Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῆς ἐκπαιδεύσεως τὰ μέσα δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ δώσῃ ἡ Πολιτεία.

§141Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τίποτε δὲν δύναται νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν μὴ προέρχηται ἐκ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἐὰν οὗτος παρέλειψε νὰ ὑποδείξῃ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε καταστῆ δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ὁ στρατὸς, ἐρωτᾶτε ἐμέ; Ἐρωτήσατε ἐκεῖνον. Ἐρωτήσατε ἐκεῖνον, ἂν ὑπέδειξε τὰ μέσα. Ἐγὼ ὅμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, παρασκευάσας νομοθετήματα, ἦλθον καὶ σᾶς ὑπέδειξα πάντα τὰ μέσα,—πιθανὸν νὰ μὴ ἦσαν σύμφωνα μὲ τὰς γνώμας ὑμῶν,—διὰ τῶν ὁποίων καὶ τὸ χρηματικὸν ζήτημα καὶ τὸ τῶν ἀνδρῶν καὶ τὸ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐλύοντο ἀμέσως. Ἀλλὰ διὰ νὰ ὑποδείξω τὰ μέσα ταῦτα ἐγενόμην ἀντάρτης κατὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως· ὁ Ὑπουργὸς ἐγένετο ἀντάρτης κατὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως! Εἴπετέ μοι, σᾶς παρακαλῶ, διατὶ λέγετε—καὶ τὸ ἤκουσα λεγόμενον ἂν οὐχὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ ἀλλαχόθεν,—διατὶ λέγετε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ μὴ ἔχῃ οὐδὲ ἕνα κἂν συνταγματάρχην διευθυντὴν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ πᾶσα αὐτοῦ ἡ ἐνέργεια θὰ ἦτο ἄχρηστος, μὴ προκειμένου νὰ ἐκδοθῇ βασιλικόν τι διάταγμα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐργασίας ταύτης, ἢ νὰ παρασκευασθῇ νομοθετικὴ ἐργασία; Καὶ ἰδοὺ διατὶ βλέπετε, ὅτι εἷς ταγματάρχης διευθύνει σήμερον τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἀσχολούμενος εἰς τὸ νὰ ἐγγράφῃ συνδρομάς τινας ἐπὶ βιβλίων, τὰ ὁποῖα ἤθελον κριθῆ χρήσιμα εἴτε διὰ νὰ ὑποστηριχθῶσιν οἱ συγγραφεῖς, εἴτε διὰ νὰ μὴ ἀναγνωσθῶσι ταῦτα. Ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ διορῶ περιορισμούς τινας τῆς μεγάλης συγκεντρώσεως, ἥτις ἐδόθη τῇ Γενικῇ Διοικήσει. Ὡς τοιοῦτον καὶ μόνον, ὡς περισταλτικὸν τῆς μεγίστης συγκεντρώσεως, ἥτις παρετηρήθη μέχρι σήμερον, ὡς τοιοῦτον καὶ μόνον τὸ ἐγκρίνω βεβαίως πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, διότι ὡς πρὸς τὸν νόμον τοῦτον ἓν μόνον μέτρον ἐγκρίνω ὀρθὸν, τὴν κατάργησιν αὐτοῦ καὶ τὴν δημιουργίαν διοικήσεως οὐχὶ ὑπὸ τὸν τίτλον τοῦτον, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν τίτλον Στρατηγίας. Θὰ ἦτο λυπηρὸν νὰ ἐβλέπομεν καταγινόμενον τὸν Γενικὸν Διοικητὴν διαρκῶς εἰς προτάσεις περὶ μεταθέσεως καὶ τοποθετήσεως ἀνθυπολοχαγῶν ἢ ἀνθυπασπιστῶν ἐν ταύτῃ ἢ ἐκείνῃ τῇ ἀστυνομίᾳ. Εἴπετέ μοι, πρὸς Θεοῦ, τίνα σχέσιν ἔχουσιν αὐτὰ μὲ τὸ στράτευμα, μὲ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχων συνεδρεύοντα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τούτου θέλει ἐκλέξει τὰ κατάλληλα πρόσωπα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἑπομένως εὑρίσκω, ὅτι πάνθ’ ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, λόγῳ ὅτι περιορίζει τὰ δικαιώματα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, εἶναι ζητήματα οὐδεμίαν ἔχοντα σπουδαιότητα. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐγὼ θὰ συνεφώνουν εἰς τὴν ἀπάλειψιν αὐτοῦ. Αἱ ταξιαρχίαι δὲν ἔχουσι τόσῳ σπουδαίαν ὑπηρεσίαν, ὥστε νὰ ἐπασχολῶσι διαρκῶς ἕνα συνταγματάρχην. Μὴ θελήτητε νὰ στερήσητε τοὺς ὀλίγους βαθμοφόρους, τοὺς ὁποίους ἔχει τὸ πεζικὸν, καὶ καταστήσητε αὐτοὺς ἀχρήστους. Δύνανται οὗτοι νὰ διοικῶσι τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον διοικοῦσι, καὶ σὺν τῇ διοικήσει τούτου νὰ ἐκτελῶσι καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ταξιαρχίας. Μὴ θελήσητε νὰ τοὺς ἀποχωρήσητε ἀπὸ τοῦ συντάγματός των, διότι τότε αὐτοὶ θὰ μένουν τελείως ἄχρηστοι, ἄνευ οὐδεμιᾶς ὠφελείας, θὰ ἦναι ἁπλῶς μία μεταβιβαστικὴ ἀρχὴ, ἥτις θὰ μεταβιβάζῃ τὰς αἰτήσεις τῶν διοικητῶν τῶν συνταγμάτων. Διὰ τοῦτο εὑρίσκω ὀρθὸν νὰ ἐκλείψῃ αὐτὴ ἡ διάταξις. Ἀλλ’ ἐρρίφθησαν καὶ ἄλλαι μομφαὶ κατὰ ἐποχῶν παλαιοτέρων τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Τὸ ἔργον τοῦτο δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἔργον ἱστορικὸν, ὁ θέλων δὲ νὰ συζητήσῃ ἢ μᾶλλον νὰ ἀναπτύξῃ ἱστορικὰ θέματα, ὀφείλει νὰ ἦναι πεπροικισμένος μὲ ἀμεροληψίαν μεγάλην. Διὰ τοῦτο ἡ ἱστορία γράφεται βραδύτερον. Ὁ ἐξ Αἰγίου Βουλευτὴς εἶπέ τι, διὰ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι κακῶς ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἤσκησε μέχρι σήμερον τὸ ἔργον αὑτῆς, ὅτι παρέλειψε νὰ ἐλέγξῃ ἐπεμβάσεις μὴ ὑποκειμένας εἰς τοὺς κοινοὺς ποινικοὺς νόμους, πάντως ὅμως ὑποκειμένας εἰς τὸν περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμον.

§142Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, δὲν προτίθεμαι νὰ ἐξετάσω, ἂν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐξασφαλίζει ἢ δὲν ἐξασφαλίζει τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, δηλαδὴ ἂν εἶναι συντεταγμένον οὕτως, ὥστε νὰ μὴ προσβάλλωνται οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ, ἢ τουναντίον. Περὶ τούτου εἶναι ἁρμόδιοι ἄλλοι, εἰδικώτεροι ἐμοῦ, νὰ ὁμιλήσουν. Ἐγὼ θὰ ἐξετάσω μόνον, ἂν τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον ὠφελεῖ τὸ στράτευμα ἢ δὲν τὸ ὠφελεῖ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἁρμόδιος ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀπηυθύνοντο πρὸς αὐτόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἀπηύθυνε τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἑνιαία, ὅτι αὐτὸς εἶναι παρὼν, καὶ αὐτὸς θ’ ἀπαντήσῃ, καὶ ὅτι τοῦτο ὤφειλον νὰ τὸ ἔχω ἐννοήσει. Φρονῶ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰς ὃν ἔδωκα ἀμέσως τὴν δέουσαν ἀπάντησιν, εἶχεν ἄδικον ν’ ἀπαντήσῃ οὕτω πως πρὸς ἐμὲ, διότι, κυβερνῶν διὰ δευτέραν φορὰν, ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἕκαστος Ὑπουργὸς εἶναι ὑπόλογος διὰ τὸν κλάδον του, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λ. χ. νὰ ἦναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἦναι εἰδικὸς εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν ἐπεθύμουν νὰ ἦτο παρὼν ὁ εἰδικὸς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἂν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονεῖ, ὅτι γνωρίζει καὶ τὰ στρατιωτικὰ, τοῦτο ἐγὼ δὲν προτίθεμαι ν’ ἀμφισβητήσω· δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν του. Ὁ νόμος, Κύριοι, περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὁρίζει ἐν τῷ τελευταίῳ ἄρθρῳ αὐτοῦ, τῷ 14ῳ, ὅτι «ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ». Ἄρα εἶναι νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ...

§143Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ καὶ νόμος προσωρινός.

§144Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. .. Τὸ δὲ νομοσχέδιον τὸ σημερινὸν τῆς Κυβερνήσεως τροποποιεῖ τὸν νόμον αὐτὸν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Πρόκειται λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καλλιτερεύει κατά τι τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου φροντίζομεν ἐπὶ ἑξαετίαν καὶ πλέον μετὰ τὸν πόλεμον, καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης εἰς οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἐφθάσαμεν. Τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον καταργεῖ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ὁ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ͵ΒΧΜʹ προσκληθησόμενος ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικὸς διορισθήσεται ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ». Ἐγὼ εἰς προγενεστέρας ἀγορεύσεις μου κατέδειξα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ νόμος παρεβιάσθη, καὶ ὅτι ὁ ἐκπληρῶν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης τὰ καθήκοντα τοῦ ἐπιτελάρχου ἐκπληροῖ αὐτὰ παρανόμως, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὁ ἐπιτελάρχης ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικός. Ὡς πρὸς τοῦτο δὲ, μὲ δικαιώνει ἐντελῶς τὸ νομοσχέδιον, διότι καταργεῖ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, εἰς δὲ τὸν προσηρτημένον πίνακα ἀναγράφει ἀντιστράτηγον Γενικὴν Διοικητὴν, συνταγματάρχην ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου κλπ. Δηλαδὴ σήμερον, ὕστερον ἀπὸ τριετῆ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ, νομιμοποιεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ θέσις τοῦ παρανόμως ἐκπληροῦντος μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης καθήκοντα ἐπιτελάρχου. Αὐτὴν τὴν βελτίωσιν βεβαιῶ ἐπὶ τοῦ παρόντος. Δευτέρα βελτίωσις, τὴν ὁποίαν παρατηρῶ, εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ εἰσαχθὲν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπανέρχεται ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· τοῦτο δὲ θεωρῶ ὡς μίαν καλλιτέρευσιν, διότι παρετήρησα, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἔμενεν ἐκεῖ, ὅπου ἦτο, εἰς οὐδὲν ὠφέλει. Καὶ θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, διὰ νὰ σᾶς πείσω περὶ τούτου. Πέρυσι, κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, ἐξετέλεσα τὰς γενικὰς ἀσκήσεις τῆς τρίτης μεραρχίας εἰς τὰ πέριξ τῆς Κορίνθου. Ἐκεῖ παρευρέθησαν καὶ ξένοι ἀξιωματικοί, ὁ στρατιωτικὸς ἀκόλουθος τῆς ἐνταῦθα Γαλλικῆς Πρεσβείας ἐπισήμως καὶ ἕτεροι ἀνεπισήμως, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν εὐχαριστημένοι, ὡς δύνανται νὰ ὁμολογήσωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὁ προσωρινὸς ἐπιτελάρχης μου, ὅστις εἶχε λάβει σημειώσεις τῶν ὅσων ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ περιέγραψεν ὅλας τὰς ἐκτελεσθείσας ἀσκήσεις, ἐζήτησε κατόπιν τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν,—ὄχι βεβαίως ἀπὸ τὸν Διάδοχον, διότι ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ἐταξίδευεν εἰς τὴν Εὐρώπην τότε,—ἐζήτησε, λέγω, ἀπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τὴν ἄδειαν νὰ τυπώσῃ ὅ,τι ἐγένετο περὶ τὴν Κόρινθον δι’ ἐξόδων του,—ὥστε βλέπετε ὅτι καὶ εἰς τὸ Δημόσιον οὐδεμία ζημία ἐγίνετο,— τὸ δὲ φυλλάδιον αὐτὸ νὰ διανεμηθῇ δωρεὰν εἰς τὸν στρατὸν, ὥστε, ὅπως γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ, νὰ ἴδῃ τὸ στράτευμα, τί ἔγεινε, καὶ νὰ κρίνῃ ὅσα ἐγένοντο, διὰ νὰ χρησιμεύσουν ὡς ὁδηγὸς διὰ τὰς μεταγενεστέρας ἀσκήσεις. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἀντέστη ἡ Γενικὴ Διοίκησις, φρονοῦσα ὅτι εἶναι περιττὰ τοιαῦτα δημοσιεύματα, ἔστω καὶ δι’ ἐξόδων τῶν ἀξιωματικῶν γινόμενα. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι, ἂν ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία διεξήγετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τοιοῦτόν τι δὲν θὰ ἐλάμβανε χώραν· διότι, καὶ ἂν ἐλάμβανε χώραν, βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἤθελεν ἐπερωτηθῆ κατόπιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ ἔδιδε λόγον, ἐνῷ σήμερον διὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην ὁ Γενικὸς ἐπιτελάρχης, ἢ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀνεπλήρου τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἔκαμε τὴν πρότασιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ἔχει νὰ ἐπερωτηθῇ. Θεωρῶ λοιπὸν βελτίωσιν, ὅτι ἐπανέρχεται ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἐπιτελικῶν ἐργασιῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὀφείλω ὅμως νὰ προσθέσω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν βελτιωθῇ ἡ ὑπηρεσία ἡ ἐπιτελικὴ, ὥστε νὰ μὴ γίνωνται πράγματα, τὰ ὁποῖα ὡς κάθε ἄλλο εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῶσιν ἢ ὡς ἔργα τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου. Διότι, ὅτε διετέλουν μέραρχος εἰς τὸ Μεσολόγγιον, ἔλαβον διαταγὴν, τὴν ὁποίαν, ἐὰν σᾶς ἀνακοινώσω, βεβαίως θέλω σᾶς προκαλέσει τὸν γέλωτα· ἐπειδὴ ὅμως ἡ διαταγὴ ἐκείνη ἀνήκει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐξ ἧς ἔλαβον γνῶσιν, ἡ δὲ ἐχεμύθεια τῆς ὑπηρεσίας ἀπαγορεύει τοιαύτας ἀνακοινώσεις, ἀποφεύγω νὰ πράξω τοῦτο· συνιστῶ ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως φροντίσῃ, κατόπιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νὰ τακτοποιηθῇ καὶ ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς ἄτομα δυνάμενα νὰ ἐργασθῶσιν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον περιέμενον νὰ ἴδω ἤδη, ὅτε παρῆλθον ἓξ ἔτη ἀπὸ τοῦ πολέμου, δὲν τὸ εἶδον· δὲν βλέπω δηλαδὴ νὰ λαμβάνηται οὐδεμία πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ τακτοποιήσεως τοῦ στρατεύματος. Κατὰ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἄρθρον 3, τὰ Ἀρχηγεῖα στρατοῦ καταργοῦνται, ὁ δὲ στρατὸς διαιρεῖται εἰς τρεῖς μεραρχίας, καὶ ἄλλαι διατάξεις ὑπάρχουσιν, ἀναγόμεναι εἰς τὸν ὀργανισμόν. Πρὸ καιροῦ ἐπηρώτησα τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν κ. Λιμπρίτην περὶ τῆς δυνάμεως τῆς ἐφεδρείας, καὶ οὗτος προσήγαγε σημείωμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγνώριζεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφέδρων ἀνέρχεται σήμερον εἰς 177,000 ἄνδρας. Γνωρίζετε δὲ, Κύριοι, ὅτι ἡ κυρία δύναμις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἡ ἐφεδρεία, διότι ὁ ὑπὸ τὰς σημαίας στρατὸς εἶναι ἐλάχιστος, δὲν ἀνέρχεται δὲ ἡ δύναμις αὐτοῦ ἡ πραγματικὴ οὔτε εἰς 15,000 ἄνδρας. Περὶ τῶν ἐφέδρων λοιπὸν τούτων, ἤτοι τῶν 177,000 ἀνδρῶν, δὲν ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τῷ τροποποιοῦντι τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ,—ὁ ὁποῖος, ὡς σᾶς ἔλεγον, εἶναι ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ,—δὲν ὑπάρχει διάταξις καθορίζουσα, πῶς οἱ ἔφεδροι αὐτοὶ τοποθετοῦνται εἰς τὰ σώματα, ποίας διευθύνσεις ἀκολουθοῦσιν ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως, ἵνα φθάνωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον εἰς τὰ ὡρισμένα δι’ αὐτοὺς σώματα, τίνι τρόπῳ γίνεται ὁ διχασμὸς τῶν στελεχῶν καὶ τίνι τρόπῳ μετατρέπονται τὰ συντάγματα εἰς ταξιαρχίας, αἱ ταξιαρχίαι εἰς μεραρχίας, καὶ αἱ μεραρχίαι εἰς στρατηγίας. Περὶ τοῦ μηχανισμοῦ αὐτοῦ οὐδὲν περιέχει τὸ νομοσχέδιον, οὔτε διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατεύματος περιλαμβάνει διάταξίν τινα, καὶ συνεπῶς δύναμαι νὰ εἴπω ἀσφαλῶς, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ πολέμου μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὔτε βῆμα προόδου ἐκάμομεν πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ.

§145Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπιτρέπετε, παρακαλῶ; Ἀληθῶς ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχει τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἀνεφέρατε, ἀλλ’ ἴσως εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι οἱ ἔφεδροι οὗτοι δὲν εἶναι γεγυμνασμένοι.

§146Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι γυμνασμένοι, ὡς δὲν ἦσαν γυμνασμένοι καὶ ὅτε ἐκλήθησαν νὰ πολεμήσουν. Ἀλλὰ τὶς πταίει δι’ αὐτό; Δὲν πταίει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία κατ’ ἔτος ὀφείλει νὰ συγκαλῇ τὴν ἐφεδρείαν πρὸς ἐκγύμνασιν; Ἐγὼ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν μέμφομαι οὔτε τὴν παροῦσαν, οὔτε ἄλλην τινὰ Κυβέρνησιν διὰ τοῦτο· ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ εἶναι ἴσως ἐργασία, ἥτις θὰ γείνῃ εἰς τὸ μέλλον· ἐγὼ τώρα παρατηρῶ μόνον, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδεμία διάταξις ὑπάρχει, ἀφορῶσα εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ, καὶ δι’ αὐτὸ ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συμπληρώσῃ αὐτὸ, νὰ συμπληρώσῃ, λέγω, τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν διὰ τῆς συστάσεως τετάρτου τάγματος εἰς τὰ συντάγματα, ὄχι ἐκ στελεχῶν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἐκ στελεχῶν ἐφέδρων, ὥστε, καθὼς εἶναι εἰς ἕκαστον σύνταγμα τὰ δύο πραγματικὰ τάγματα, καὶ τὸ τρίτον μόνον ἐκ στελεχῶν πραγματικῶν, νὰ ὑπάρχῃ καὶ τέταρτον τάγμα ἐκ τῶν ἐφέδρων στελεχῶν, ὥστε καὶ τὰ στελέχη τῆς ἐφεδρείας νὰ τακτοποιηθῶσι βαθμηδὸν, καὶ ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως οἱ ἔφεδροι, προσκαλούμενοι καὶ κατατασσόμενοι εἰς τὰ τάγματα ἑκάστου συντάγματος,—τὰ δύο πραγματικὰ καὶ τὰ ἕτερα δύο ἐκ στελεχῶν,—ν’ ἀποτελῶσιν ἀριθμὸν ἀρκετῶν, ὥστε ἐξ ἑκάστης δυάδος ταγμάτων διὰ διχασμοῦ τῶν στελεχῶν νὰ σχηματίζηται καὶ ἕτερον τάγμα, δηλαδὴ 5ον καὶ 6ον, καὶ διὰ τοῦ μηχανισμοῦ τούτου τὸ ἐν εἰρήνῃ σύνταγμα ἐκ τριῶν ταγμάτων νὰ γίνεται ἐν ἐπιστρατεύσει ταξιαρχία ἐξ 6 ταγμάτων, καὶ συνεπῶς ἡ ταξιαρχία νὰ γίνεται μεραρχία, καὶ ἡ μεραρχία νὰ μεταβάλληται εἰς στρατηγίαν. Αὐτὸς, λέγω, εἶναι ὁ τρόπος, δι’ οὗ οἱ 177,000 ἔφεδροι θὰ εὕρωσι θέσιν εἰς τοὺς στρατοὺς τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας γραμμῆς καὶ εἰς τὰ ἔμπεδα τάγματα. Τοιαύτη διάταξις φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι ὁπωσδήποτε θὰ συμπληροῖ τὸν ὀργανισμὸν τὸν σημερινὸν, καὶ θὰ ἦναι δυνατὸν, ὥστε, ὅταν ἀρχίσῃ ἡ πραγματικὴ ἐργασία, νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον νὰ τακτοποιήσῃ τὸν στρατὸν ἡμῶν. Αὐτὴν λοιπὸν τὴν σύστασιν εἶχον νὰ κάμω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, χωρὶς νὰ ἐξετάσω, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον εἶναι συνταγματικὸν ἢ ἀντισυνταγματικόν. Κάμνω τὴν σύστασιν ταύτην, διότι φρονῶ, ὅτι οὕτω μόνον τὸ νομοσχέδιον θέλει καταστῆ ὠφέλιμον εἰς τὸ στράτευμα.

§147ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν διακόπτομεν, κύριε Πρόεδρε;

§148Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυστυχῶς ὀλίγαι συνεδριάσεις ὑπολείπονται, διότι δὲν δύναταί τις νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ παραμείνωσι πέραν τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐργασία, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ πρωϊναὶ ἐργασίαι, νὰ διακόπτωμεν ὅμως τὴν 1 ὥραν μ. μ., καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα περὶ τὴν 6.

§149ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τὴν 5ην ὥραν νὰ ἐπανερχώμεθα.

§150Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔστω τὴν 5ην.

§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει νὰ διακόπτωμεν τὴν 1 ὥραν μ. μ., καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα τὴν 5ην. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.

§152Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁσάκις συνέβη νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, τάσις ὑπῆρξε παρὰ πολλοῖς νὰ νομίζωσιν, ὅτι συζητοῦμεν περὶ τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου. Ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, ὅστις συμπίπτει κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν νὰ ἀσκῇ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, οὐδόλως πρέπει νὰ ὑποτίθηται ὅτι ἐνέχεται εἰς τὴν συζήτησιν. Ἡ παρεμβολὴ αὐτοῦ εἶναι ἄτοπος καὶ αὐθαίρετος. Οὐδεὶς παύει φέρων τὸν σεβασμὸν πρὸς αὐτὸν, διότι φρονεῖ ὅτι οὐχὶ καλῶς ὠργανώθησαν τὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, οὐδ’ ἀναφέρεται καὶ κατ’ ἐλάχιστον ἡ συζήτησις εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ. Αὕτη ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς τὸν θεσμὸν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ συζητήσω τὰ κατ’ αὐτὸν, μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑψηλὸν πρόσωπον τοῦ Διαδόχου, ὅπερ ὡς τοιοῦτον εἶναι ἐκτὸς τῆς συζητήσεως ταύτης. Τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, ὅπως εἴπῃ τις ἐλευθέρως τὴν γνώμην του, ὁμιλῶν δημοσίᾳ περὶ ἀντικειμένου σπουδαιοτάτου. Ὁμιλῶν περὶ αὐτοῦ ἑπομένως δὲν θέλω κωλυθῆ εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης μου ἐκ τοῦ ὅτι αὐτὸς ἐνασκεῖ σήμερον τὴν ἐξουσίαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο μᾶλλον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν μετὰ πάσης αὐστηρότητος εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ· διότι, ἂν πρόκειται περὶ τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου, αὐτὸς πρὸ πάντων κατ’ οὐδένα λόγον πρέπει νὰ δεχθῇ, ὅπως οὐχὶ συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα μένῃ Γενικὸς Διοικητὴς ὑπὸ τοὺς ὅρους, οὓς ἔπλασεν ὁ νόμος περὶ Γεν. Διοικήσεως. Διότι δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ μέλλων Βασιλεὺς τοῦ Κράτους, βλέπων ὅτι ἀντισυνταγματικὴ ἐξουσία τῷ δίδεται, ἂν τοιαύτη ἦναι, δέχεται νὰ παραμένῃ καὶ παραμένει ἀσκῶν αὐτήν. Τοσοῦτο μᾶλλον ἐπεθύμουν νὰ μὴ γίνηται τοῦτο, ὅσον νομίζω ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ νόμου τῆς Γεν. Διοικήσεως καὶ τῆς ἐξουσίας, ἣν τῷ δίδει, ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, ὅπως πράξῃ τι καλὸν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ· διότι μένων ὡς Διάδοχος παρὰ τὸν Θρόνον, καὶ ἀσκῶν τὴν δικαίαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ Βασιλέως, δύναται δι’ αὐτοῦ νὰ πράττῃ πᾶν ὅ,τι κρίνῃ ὠφέλιμον καὶ συντελεστικὸν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Διότι δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις θέλουσα ν’ ἀντιπράξῃ εἰς διαθέσεις ἀγαθὰς τοῦ Στέμματος ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω παράδειγμα, καθ’ ὃ ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μὴ θελήσας νὰ ὑπηρετήσῃ γνώμας καὶ διαθέσεις τοῦ Στέμματος ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἢ ἀντιστρατευθεὶς ἢ ἀδιαφορήσας πρὸς αὐτάς. Ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ ἦναι καὶ εἶναι βέβαιος, ὅτι, ὅσας ὠφελίμους καὶ ὀρθὰς ἰδέας ἔχει περὶ τῶν πραγμάτων, δὲν ἔχει ἢ ν’ ἀνακοινώσῃ αὐτὰς εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅπως ἐκτελεσθῶσιν. Εἰς τὰ τῆς βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ ἰδίως οὐδεμίαν δύναται ὁ Βασιλεὺς νὰ ἀπαντᾷ ἀντίρρησιν ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν αὐτοῦ, ὁσάκις πρόκειται περὶ πραγμάτων δυναμένων νὰ γείνωσιν· ἄλλως δὲν πρέπει νὰ διατηρῇ Ὑπουργοὺς μὴ ὑπηρετοῦντας τὰς ἀγαθὰς αὐτοῦ διαθέσεις. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ Βασιλέως Κράτους ὡς τὸ ἡμέτερον, ὅπως ἰδίως ἐνασχολῆται ἀδιαλείπτως καὶ συντόνως ὑπὲρ τῆς μορφώσεως καλοῦ στρατοῦ· νομίζω δὲ, ὅτι τοσοῦτον γνωστὰ εἶναι τὰ θέματα τοῦ στρατιωτικοῦ προβλήματος παρ’ ἡμῖν, ὥστε δὲν εἶναι δύσκολον οὔτε ὁ Ἡγεμὼν νὰ τὰ ὑποδεικνύῃ τοῖς Ὑπουργοῖς, οὔτε οὗτοι ν’ ἀποδέχωνται καὶ σπεύδωσι νὰ ἐκτελῶσιν αὐτά. Δυστυχῶς ἡ θέλησις καὶ ἡ ἐπιβολὴ τοῦ Βασιλέως εἶναι ἀναπόφευκτοι παρ’ ἡμῖν, ὅπως οἱ Ὑπουργοὶ πράττωσιν ὅ,τι ὀφείλουσι νὰ πράττωσιν. Οὕτω νομίζω ὅτι ὁ Διάδοχος ἤθελε προσφέρει μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὸν στρατὸν, ἂν ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Θεοτόκη, καὶ εὕρισκε μεγάλας τὰς εἰσπράξεις καὶ τὰ ἔσοδα, ὑπεδείκνυεν εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι, ἀφοῦ ὑπῆρχον περισσεύματα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ταῦτα ἔπρεπε κατὰ προτίμησιν νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ νέων Νομαρχιῶν καὶ Πρωτοδικείων καὶ ἀστυνόμων. Ἠδύνατο ὁ Βασιλεὺς νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τότε: «Διατὶ, Κύριοι, πολλαπλασιάζετε τὰς Νομαρχίας; διατὶ πολλαπλασιάζετε τὰ Πρωτοδικεῖα; διατὶ πολλαπλασιάζετε τὰς φυλακὰς, τὰς Εἰσαγγελίας, τὰς Μοιραρχίας, τοὺς ἐπιθεωρητὰς, τοὺς ἀστυνόμους; Εἰς τί ὠφελοῦσι; Διατὶ τὰ χρήματα δὲν δαπανᾶτε μᾶλλον ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ὅστις τοσαύτας ἔχει ἀνάγκας;» Διατί ὁ Διάδοχος νὰ δεχθῇ ν’ ἀναλάβῃ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν στρατοῦ ἀνυπάρκτου, ἑπομένως νὰ βαρυνθῇ μόνον μὲ τὰ προσωπικὰ, χωρὶς οὐδὲν νὰ παρασχεθῇ αὐτῷ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις κατεσκεύασε τὸν νόμον, ὅπως δημιουργηθῇ κατ’ ὀλίγον στρατὸς καὶ δυνηθῇ νὰ γείνῃ αὐτῷ ὠφέλιμος ὁ Γεν. Διοικητής; Καὶ διατὶ σήμερον ν’ ἀκούωμεν τὴν ἐπίκρισιν,—ἡ ὁποία εἶναι ἄδικος καὶ αὐθαίρετος,—ὅτι ὁ Διάδοχος, καίτοι ἀνέλαβε τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἐν τούτοις στρατὸν δὲν ἐμόρφωσε, καίτοι ἐν τοῖς προσωπικοῖς ζητήμασι τοῦ στρατοῦ κατέπαυσε τὰς παρεκτροπὰς; Ὡς ἂν ἦναι δυνατὸν δι’ οἱουδήποτε τρόπου νὰ μορφωθῇ ὁ στρατὸς πρὶν οὗτος ὑπάρξῃ. Οὔτε ἀρχὴ μορφώσεως κἂν ἐγένετο. Τοῦτο δὲ διατί; Διότι δὲν παρεσχέθησαν αὐτῷ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως οὔτε τὰ χρηματικὰ μέσα, οὔτε τὰ διὰ τῶν ἀναγκαίων νόμων, ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδέν ἐστὶ γενέσθαι ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Ἰδοὺ διατὶ ὁ Διάδοχος τοῦ Θράνου, καίπερ ἀφοσιωθεὶς εἰς τὸ ἔργον τῆς μορφώσεως στρατοῦ, οὗτινος τὴν ἔλλειψιν αὐτὸς πρὸ πάντων ᾐσθάνθη, δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ τι μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις αὕτη βαρύνει τὰς Κυβερνήσεις, τὰς δὲ Κυβερνήσεις παρ’ ἡμῖν πρέπει νὰ ὠθῇ εἰς τοιαῦτα ἔργα τὸ Στέμμα. Καὶ τοῦτο πρέπει νὰ γίνηται, οὐδεὶς δὲ καὶ ἐκ τῶν ἐχόντων παρ’ ἡμῖν τὰς ἰδέας τὰς πλέον προκεχωρημένας ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ λεγομένῳ συστήματι θὰ ἠμφισβήτει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ μεριμνᾷ ἰδίᾳ περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων καὶ νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὰς Κυβερνήσεις, ὅπως ἀρχίσῃ καὶ ἐξακολουθήσῃ συστηματικὴ ἐργασία πρὸς καταρτισμὸν στρατοῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγὼ δὲν διστάζω καὶ σήμερον νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου ἐλευθέρως, ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Τὸν νόμον αὐτὸν θεωρῶ ἀντισυνταγματικὸν, ἀπορῶ δὲ, πῶς καὶ τότε, ὅτε ἐψηφίσθη, καὶ ἔκτοτε ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσι Βουλευταὶ διακεκριμένην θέσιν ἔχοντες ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦσιν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως εἶναι ἀντισυνταγματικός. Κατὰ τοῦτο οὐχὶ μικρὰς κηλίδας,—ὁρατὰς μόλις διὰ μικροσκοπίου, ὡς ἔλεγεν ὁ πρῶτος λαλήσας ἔντιμος Βουλευτὴς Τυρνάβου,—παρουσιάζει ὁ νόμος περὶ Γεν. Διοικήσεως, ἀλλὰ χονδροειδεστάτας καὶ λίαν καταφανεῖς, ἀντισυνταγματικότητος. Οὐδὲν ἁπλούστερον ἢ νὰ ἐννοήσωμεν τοῦτο ἄνευ μακρῶν καὶ λεπτῶν συζητήσεων. Ἂς προστρέξωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα. Τί λέγει τοῦτο; Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἐνεργοῦντα ὅμως αὐτὴν διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Συνεπῶς καὶ ἡ στρατιωτικὴ διοίκησις, ἥτις εἶναι εἷς τῶν κυριωτάτων κλάδων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, πρέπει νὰ ἐνασκῆται εἴτε ἀπ’ εὐθείας εἴτε ἐμμέσως ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων αὐτοῦ Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρχῃ εὐθύνη Ὑπουργοῦ, εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως ἐνεργοῦντος, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ πράττειν ἢ ἀπαγορεύειν τι, τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ, ἢ γενόμενον νὰ μεταβληθῇ ἢ τροποποιηθῇ. Ὅταν ὅμως ἔρχηται νόμος, λέγων τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος, πράξεις ἢ μεταβολάς τινας νὰ ἐνεργῇ κατὰ τὰς ὑποδείξεις ἄλλου, ἄνευ ἀντιρρήσεως, ἔχετε τότε τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ; Δὲν ἔχετε προφανῆ παραβίασιν τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἀπαιτεῖ, ἵνα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ ἐνεργῆται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διὰ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Τί θὰ ἔχωμεν τότε; Θὰ ἔχωμεν ὑπεύθυνον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ θὰ ἔχωμεν ὑπεύθυνον τὸν Γεν. Διοικητήν; Τὸ πρῶτον ἀδύνατον, διότι δὲν ἐνεργεῖ ἐλευθέρως ὁ Ὑπουργός. Δὲν εἶναι ἐπίσης δυνατὸν τὸ δεύτερον, διότι δὲν δύναται κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ ἦναι ὑπεύθυνος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ Γεν. Διοικητὴς, εἴτε ὁ Διάδοχος εἶναι οὗτος, εἴτε ἄλλος. Ὑπευθύνους διὰ τὰς πράξεις τῆς Διοικήσεως τὸ πολίτευμα γνωρίζει μόνους τοὺς Ὑπουργούς. Ἐν τούτοις κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, παρ’ οἱουδήποτε καὶ ἂν διεπράχθη, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἦναι ὑπεύθυνος ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Πῶς ὅμως θὰ ζητήσῃ ἡ Βουλὴ λόγον ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ πράξεις, ἃς ὑπὸ τοῦ νόμου διετάχθη νὰ ἐνεργήσῃ ὑποχρεωτικῶς κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἢ διὰ πράξεις αὐτοῦ, εἰς ἃς δὲν δικαιοῦται ν’ ἀναμιχθῇ, καὶ ἂν δὲν τὰς ἐγκρίνῃ; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ ἔχῃ διακριτικὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ ἦναι ὑπεύθυνος· ἄλλως εἶναι ἀνεύθυνος. Ἀλλ’ ἀνεύθυνον Ὑπουργὸν καὶ ἀνεξέλεγκτον διοίκησιν δὲν γνωρίζει τὸ Σύνταγμα. Τοιαύτη ἡ θέλησις τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἔπειτα ἐρωτῶμεν, ποῦ ἡ ἀντισυνταγματικότης; Ἡ ἀντισυνταγματικότης ὑπάρχει ἐν τούτῳ· ἀνεύθυνον ἔχομεν μόνον τὸν Βασιλέα, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἔχωμεν ὑπεύθυνον τὸν Ὑπουργόν. Ἅμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἦναι ὑπεύθυνος διὰ τὰ τοῦ στρατοῦ, τίποτε δὲν εἶναι συνταγματικόν. Ἤδη ὑπάρχει τις, ὅστις ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι, ὡς ἔπλασεν ὁ κείμενος νόμος τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἔπλασεν ἐξουσίαν ἐκφεύγουσαν πάσης εὐθύνης καὶ παντὸς ἐλέγχου, ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἐνεργεῖ πρόσωπον, ὅπερ δὲν εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον μόνον γνωρίζει τὸ Σύνταγμα ὡς ὑπεύθυνον διὰ τὰς πράξεις τὰς ἐν τῷ στρατῷ; Δὲν ἔχομεν ἐξουσίαν μὴ βαρύνουσαν τὸν Ὑπουργὸν, διότι δὲν δύναται νὰ ἦναι ὑπεύθυνος, βαρύνουσαν δὲ ἄλλον, ὅστις δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς Βουλῆς; Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐλέγχῃ καὶ κατηγορῇ τὸν Ὑπουργὸν, νὰ ζητῇ ποινικὴν εὐθύνην, ἢ πολιτικὴν, ἢ ἀστικὴν, ἢ καὶ ἠθικήν. Δυνάμεθα ἡμεῖς τὰς εὐθύνας αὐτὰς νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν οὗτος συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἔπραξεν ὅ,τι κατηγορεῖ ἡ Βουλὴ αὐτοῦ; ὅταν ὁ νόμος ὑποχρεοῖ τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκτελῇ τὰς προτάσεις τοῦ Γεν. Διοικητοῦ; Ἔρχεται οὕτω τὸ ζήτημα τῶν προτάσεων τοῦ Γεν. Διοικητοῦ. Αἱ προτάσεις εἶναι ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως, ἡ ὁποία ἀνατρέπει τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τοῦ Βασιλέως ἐνεργεῖται παρὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Ναὶ μὲν δύναται ὁ νόμος νὰ κανονίζῃ πῶς πρέπει νὰ ἐνεργῆταί τι, καὶ δύναται ν’ ἀπαιτῇ δοκιμασίας καὶ κρίσεις προσώπων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐξαρτήσῃ τοῦτο ἀπὸ τὴν αὐτογνώμονα καὶ ἀνεξέλεγκτον γνώμην ἄλλου παρὰ τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργόν. Καὶ ὅμως τοῦτο πράττει τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου περὶ τῆς Γεν. Διοικήσεως. Τὸ ἄρθρον 6, ἀφοῦ μετέφερε τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, προσθέτει: «Ὁ Γεν. Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου (δηλ. τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας), αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν βασιλικοῦ διατάγματος. Ἔτι δὲ ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ.» Διὰ τῶν ἄρθρων 8, 9, 10, 11, 12 καὶ 14 τοῦ Κανονισμοῦ ἐπεξετάθη ἔτι μᾶλλον τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Γεν. Διοικητοῦ καὶ ἐπὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν ὁπλιτῶν καὶ τμημάτων στρατοῦ μικροτέρων συντάγματος ἢ αὐθυπάρκτου τάγματος. Λοιπὸν ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νόμῳ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶσα μετακίνησις, πᾶσα μετάθεσις, πᾶσα τοποθέτησις, πᾶσα ἀπόσπασις δὲν δύναται νὰ γίνηται ἢ ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Γεν. Διοικητοῦ. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας πρῶτος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, ὅτι αὐτὸ ὑπῆρχεν ἀνέκαθεν ἐν τῇ στρατιωτικῇ διοικήσει, ὡς ἂν πρόκειται περὶ τῶν μετακινήσεων τῶν στρατιωτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν καὶ περὶ πράξεων, ἃς δύναται ν’ ἀναστείλῃ ὁ Ὑπουργὸς, ὅταν θέλῃ, προτάσεων, τὰς ὁποίας ποιοῦνται οἱ ὑφιστάμενοι, ὅπως τύχωσι προβιβασμοῦ. Καὶ προσέθηκεν, ὅτι δὲν ἐκαινοτόμησεν ὁ νόμος περὶ Γεν. Διοικήσεως, λέγων ὅτι ἀπαιτεῖται πρότασις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ὅπως μετακινῶνται οἱ ἀξιωματικοί. Εἶναι ὅμως καινοτομία τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς προτάσεως διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Περὶ τούτου εἶναι ῥητὸς καὶ σαφὴς ὁ νόμος ἐν τῷ ἄρθρῳ 6· ἦλθεν ὅμως ἔπειτα ὁ Κανονισμὸς, ὅστις δὲν ἀφῆκε καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς τοιαύτης λειτουργίας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεων ὑποχρεωτικῶν διὰ τὸν Ὑπουργὸν, πρᾶγμα ὅπερ δὲν ὑπῆρχε πρίν. Διότι τί λέγει τὸ ἄρθρον 8 αὐτοῦ; (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα τοποθέτησις ἢ μετάθεσις ἀξιωματικοῦ εἰς οἱανδήποτε ὀργανικὴν θέσιν ἢ προβλεπομένην ὑπὸ ἰσχυόντων νόμων ἐνεργεῖται διὰ Β. Διατάγματος ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, στηριζομένῃ ἐπὶ προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Οἱ ἀνθυπασπισταὶ τοποθετοῦνται ἢ μετατίθενται διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τῇ προτάσει τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ.» Διὰ τὴν ἀπόσπασιν ἢ προσκόλλησιν ἀξιωματικῶν ἢ ἀνθυπασπιστῶν ἀπαιτεῖται ἐπίσης πρότασις τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, κατὰ τὸ ἄρθρον 9. Ἀπομάκρυνσις ἀξιωματικοῦ ἢ ἀνθυπασπιστοῦ διὰ λόγους ὑπηρεσίας ἐκ τοῦ σώματος, διορισμὸς ἢ ἀνάθεσις οἱασδήποτε ὑπηρεσίας ἢ ἐργασίας δὲν ἐπιτρέπεται ἄνευ τῆς προτάσεως τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, κατὰ τὸ ἄρθρον 10. Τί ἄλλο ἐννοοῦσι πάντα ταῦτα ἢ ὅτι δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ περὶ αὐτῶν διάταγμα εἰς τὸν Βασιλέα, ἂν δὲν στηρίζηται ἐπὶ προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ; Νῦν, διὰ νὰ δικαιολογήσωμεν τὰ πράγματα, λέγομεν ὅτι ταῦτα δὲν λαμβάνουν δῆθεν χώραν ὅπως ἡμεῖς λέγομεν καὶ ὅπως ἀπ’ ἀρχῆς ἐλέγομεν καὶ ὅπως ἀπ’ ἀρχῆς παρεδέχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις, — διότι ποτὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἰσχυρίσθη, ὅτι ναὶ μὲν ἀπαιτοῦνται προτάσεις τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ἀλλὰ ταύτας δύναται νὰ μὴ τηρήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, — ἀλλ’ ὅπως πάντοτε ἐγίνετο. Οὕτω ὅμως δὲν γίνεται σήμερον, διότι ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει ἀνεξελέγκτως νὰ ἐκτελέσῃ τὰς προτάσεις, καὶ μόνον ἂν παραιτηθῇ, δὲν τὰς ἐκτελεῖ. Δὲν λέγω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Γεν. Διοικητοῦ δὲν εἶναι ἐγγύησις κατὰ παρεκτροπῶν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι, ὡς τὰ πράγματα διατάσσονται ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, μηδενίζουν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἀναγινώσκων τὰ ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ ἐμνημόνευσα. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι πᾶν ὅ,τι δὲν ἀπαγορεύεται ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅσον ἀφορᾷ πᾶσαν μετακίνησιν ἐν τῷ στρατῷ, γίνεται μόνον διαταγῇ ἢ προτάσει τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, μηδὲ τῆς τῶν ὁπλιτῶν, ὡς εἶπον, καὶ τῶν μουσικῶν ἐξαιρουμένης.

§153Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δηλαδὴ τὴν ὑφισταμένην ἀρχὴν τὴν ἔκαμαν ἀνωτέραν καὶ τὴν ἔθεσαν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς προϊσταμένης! Αὐτὴ εἶναι ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία!

§154Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Διεκπεραιωτής!

§155Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δηλαδὴ ἔκαμαν τὸν Ὑπουργὸν διεκπεραιωτὴν ἁπλούστατον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως!

§156ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἀντισυνταγματικὴ ἡ διάταξις· δὲν εἶναι καὶ λογικὴ καὶ ἀσφαλιστικὴ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Διὰ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 6 ἐγένετο καὶ ἄλλο τι (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπηρεσίας ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας.» Ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἐντελὴς ἀπογύμνωσις τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ πάσης στρατιωτικῆς ἐργασίας. Καὶ ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ σπουδαιότης τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ ἐπιβάλλει, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ἀσφαλέστερον καὶ ἐμβριθέστερον κανονισθῶσι τὰ τῆς ἐνεργείας τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ ἀφαιρῶμεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ἔθνους λειτουργὸς, τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται κυρίως ἡ ἀσφάλεια καὶ τὸ μέλλον τῆς χώρας, καὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ δύναται ὁ τόπος διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν, καὶ νὰ ἐπηρεάζῃ ἐν ἀνάγκῃ τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν βελτίωσιν. Ἀλλὰ καὶ αἱ μεγάλαι αὐταὶ ὑπηρεσίαι μακρὰν τοῦ Ὑπουργοῦ, τῆς Κυβερνήσεως, τῆς Βουλῆς διεξάγονται ἤδη. Σήμερον, μετὰ τὰ θλιβερὰ συμβάντα τοῦ 1897, καίτοι περὶ ἡμᾶς τόσα ἀπειλοῦνται ἐθνικὰ συμφέροντα, οὐδόλως γινώσκομεν, τί γίνεται ὑπὲρ αὐτῶν. Δυστυχῶς τὸ ἔθνος ἡμῶν δὲν εἶναι μόνον τὸ ἐλεύθερον τοῦτο Βασίλειον, τὸ ἔχον ἡγεμόνα Γεώργιον τὸν Αʹ, ἀλλ’ εἶναι καὶ μέγα μέρος τοῦ γειτονικοῦ Βασιλείου, τοῦ ἔχοντος τὸν Σουλτάνιον ἡγεμόνα, καὶ τοῦ ὁποίου οἱ κίνδυνοι εἶναι κίνδυνοι καὶ τοῦ ἡμετέρου ἔθνους. Ὅσον καὶ ἂν θέλωμεν νὰ διατελῶμεν εἰς εἰρηνικὰς σχέσεις μετὰ τοῦ ὁμόρου Κράτους, δὲν εἴμεθα ἐλεύθεροι ν’ ἀσχολώμεθα εἰς εἰρηνικὰ μόνον ἔργα καὶ ν’ ἀδιαφορῶμεν, ἔστω καὶ προσωρινῶς, περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν παρασκευῆς. Αὕτη ἐπιβάλλεται, διότι πολλοὶ τῶν ἐχθρῶν τῆς Τουρκίας εἶναι κυρίως ἡμῶν ἐχθροὶ ἀνέκαθεν καὶ τώρα. Εἴτε θὰ χρειασθῇ νὰ δράσωμεν, εἴτε μὴ, πρέπει νὰ ἤμεθα ἱκανοὶ νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὰ δίκαιά μας, ἢ νὰ ἐπιβληθῶμεν εἰς τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν καὶ εἰς τὰ Συμβούλια τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ὁ πόλεμος τοῦ 1897 κατέστησεν ἡμᾶς ἀσθενεστέρους, ἀλλὰ διὰ τοῦτο πρέπει συντονωτέρα ἐργασία ἀνορθώσεως. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι οὐδὲν δυστυχῶς ἐγένετο καὶ γίνεται ὑπὲρ αὐτῆς. Ὅ,τι χεῖρον, οὐδεμία ἐξεδηλώθη ἐπιθυμία κἂν ἀνορθώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ. Ὅλοι περιμένομεν, καὶ οὐδεὶς λέγει, τί καὶ πόθεν περιμένομεν. Νομίζετε ὅτι ἐν μέσῳ τοιαύτης καταστάσεως εἶναι ἀσφαλὲς νὰ μὴ γνωρίζωμεν τί γίνεται ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ ἦναι κεκλεισμένη καὶ ἄγνωστος ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, ἥτις, ὡς γνωστόν, ὀφείλει νὰ παρασκευάζῃ ἐν εἰρήνῃ τὸν πόλεμον, τὴν ἐπιστρατείαν, τὰ σχέδια τῆς ἐκστρατείας, ὅλας τὰς ὑπηρεσίας αὐτῆς καὶ ὅλας τὰς λεπτομερείας, διότι πρέπει νὰ ἦναι ἕτοιμαι πρὶν, καὶ οὐχὶ ἀφοῦ κηρυχθῇ ὁ πόλεμος τότε νὰ ἑτοιμάζωνται; Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι δὲν γίνεται ἐργασία ἐν τῷ Ἐπιτελικῷ Γραφείῳ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ ταύτην πρέπει νὰ ἔχῃ, νὰ ἐπιτηρῇ, νὰ γνωρίζῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἡ Κυβέρνησις ἡ Βουλή. Πῶς εἶναι δυνατὸν, ἓν ἔθνος νὰ εὑρίσκηται εἰς κατεπείγουσαν ἀνάγκην νὰ μελετήσῃ τὰ τῆς στρατιωτικῆς καταστάσεως αὐτοῦ καὶ νὰ παρασκευάσῃ τὰ τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ ἐν περιπτώσει πολέμου, καὶ ν’ ἀγνοῇ τί πράττουν καὶ παρασκευάζουν αἱ ἐπιτελικαὶ ὑπηρεσίαι; Διότι πράγματι τὰς ἀγνοοῦμεν, καὶ ἂν ἡ κατάστασις ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ, θὰ τὰς ἀγνοῶμεν μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ ἐνεργήσωμεν. Οὐδὲν γίνεται ὑπὸ τὰς ὄψεις τῆς Κυβερνήσεως, ἐν γνώσει καὶ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον αὐτῆς, καίτοι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἡ διευθύνουσα καὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ τὰς σχέσεις τῆς εἰρήνης ἢ τοῦ πολέμου μετὰ τῶν ξένων Κρατῶν, καὶ πρέπει νὰ διευθύνῃ πᾶν ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὴν καλὴν ἔκβασιν τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Ἄλλως ἔχομεν πολυαρχίαν ἐν τῷ αὐτῷ Κράτει, καὶ ἑτεροδιεύθυνσιν ἐν σπουδαιοτάτοις ἐθνικοῖς ζητήμασι. Δὲν ἀρκεῖ νὰ γίνηται ἐργασία ἐπιτελική· πρέπει αὕτη νὰ γίνηται ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἣν ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων ὑποστηρίζουσιν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Κράτους· πρέπει νὰ γίνηται ὑπὸ τὴν ἄμεσον καθημερινὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι, εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους ἐν τοῖς πράγμασι τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν πολεμικῶν παρασκευῶν. Ἑπομένως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀγνοῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τί γίνεται καὶ τί δὲν γίνεται ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς πράγμασι. Τοῦτο δύναται ν’ ἀποβῇ ἐπικίνδυνον εἰς τὸ ἔθνος καὶ δυσεπανόρθωτον κακόν. Πρὸς τούτοις θεωρῶ μέγιστον τὸν κίνδυνον εἰς ἐκείνους, οἵτινες συγκεντρώνουσι τὴν τοιαύτην ἐξουσίαν πᾶσαν εἰς χεῖράς των, ἐὰν, ὃ μὴ γένοιτο, ἤθελε συμβῆ τι ὅμοιον πρὸς ὅσα συνέβησαν κατὰ τὸ 1897· ὅλη ἡ εὐθύνη ἀντὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἤθελεν ἐπιπέσει ἐπὶ ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν συμφέρει ἐν καιρῷ ἐθνικῆς ἀπογνώσεως νὰ ἐπιπίπτῃ αὕτη. Φαντάσθητε, ἂν κατὰ τὸ 1897 δὲν ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἡμεῖς τὴν εὐθύνην, δηλαδὴ τὰ Ὑπουργεῖα, αἱ Κυβερνήσεις, τὰ κόμματα, ἂν αὕτη ἐπερρίπτετο ἐφ’ ὡρισμένου προσώπου, ἐπὶ προσώπου οἷον ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου. Νομίζετε ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἀσφάλειαν ἐθνικήν; Δὲν φαντάζεσθε τοὺς κινδύνους καὶ τὰς φοβερὰς συνεπείας, αἵτινες ἤθελον ἐπέλθει ἐκ τοιαύτης καταστροφῆς;

§157Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ κίνδυνος.

§158ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀρκοῦν, καὶ συχνάκις φέρεται πρὸς ὑποστήριξιν τῶν παρ’ ἡμῖν τὸ γινόμενον ἐν ἄλλοις Κράτεσι· λέγεται δηλαδή, ὅτι καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσιν ἡ στρατιωτικὴ ἐξουσία εἶναι συγκεντρωμένη εἰς χεῖρας προσώπων μὴ ὑπευθύνων, ὡς παρ’ ἡμῖν. Πλὴν τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἂς λάβωμεν τὸ παράδειγμα τῆς Γερμανίας, ἥτις ὁμολογουμένως σήμερον, ἐνῷ εἶναι τὸ στρατιωτικώτερον ἔθνος τῆς Εὐρώπης, εἶναι καὶ τὸ ἔθνος τὸ παρουσιάζον θεσμοὺς συγκεντρωτικοὺς καὶ προσομοιάζοντας πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἐκεῖ, ὡς γνωστὸν, ὁ Αὐτοκράτωρ ἔχει παρ’ ἑαυτῷ τὸ λεγόμενον Στρατιωτικὸν Γραφεῖον, τὸ ὁποῖον ἀποκλειστικῶς διαχειρίζεται τὰ τῶν προβιβασμῶν καὶ τῆς μετακινήσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ποιεῖται δὲ καὶ τὴν μελέτην διαφόρων ζητημάτων, ἅτινα εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Στρατιωτικοῦ Γραφείου ἤθελεν ἀναθέσει ὁ Αὐτοκράτωρ, ἢ ἤθελε προκαλέσει ἡ ὑπηρεσία. Ὁπωσδήποτε ἔχει ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Γερμανίας τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν βλέπομεν παρεχομένην τῷ Γενικῷ Διοικητῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, ἐν τέλει, δηλαδὴ «ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου, ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ». Ὁμολογῶ ὅτι ἔχει τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν ὁ Αὐτοκράτωρ, ἀλλὰ τὴν ἔχει δυνάμει τοῦ πολιτεύματος. Τὸ πολίτευμα τοῦ 1871, ὅπερ ὠργάνισε τὴν Γερμανικὴν Αὐτοκρατορίαν, ἀνέθηκεν εἰς τὸν Αὐτοκράτορα μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς δικαιώματα· οἱ διορισμοὶ τῶν στρατηγῶν ἢ τῶν πρὸς αὐτοὺς ἐξομοιουμένων ἐν τοῖς διαφόροις ὁμοσπονδιακοῖς σώμασι πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν ἔγκρισίν του· ὁ Αὐτοκράτωρ δύναται νὰ διατάξῃ πᾶσαν μετακίνησιν, μετὰ ἢ ἄνευ προβιβασμοῦ, ἐν ταῖς θέσεσι, δι’ ἃς τῷ δίδεται τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ, ἑπομένως εἴτε ἐν τοῖς σώμασιν εἴτε εἰς εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, ἀπαράλλακτα ὡς θεσπίζει τὸ ἡμέτερον ἄρθρον 6 τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.

§159Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι εἰς μερικὰς λεπτομερείας· εἰς γενικὰ ζητήματα.

§160ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο ἀναφέρω, διότι θέλω ν’ ἀποδείξω, πῶς τὸ αὐτὸ πρᾶγμα εἶναι νόμιμον ἐν Γερμανίᾳ καὶ μὴ νόμιμον, μὴ συνταγματικὸν ἐν Ἑλλάδι. Ἐν Γερμανίᾳ, ἐὰν ὁ Αὐτοκράτωρ ἐνασκῇ τοιαῦτα δικαιώματα, ὁποῖα ὁ νόμος περὶ Γεν. Διοικήσεως δίδει τῷ Γεν. Διοικητῇ, ἐνασκεῖ αὐτὰ δυνάμει αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Εἶναι δὲ λογικὸν τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, διότι ἐπὶ τοιούτων διαταγμάτων τοῦ Αὐτοκράτορος δὲν ἀπαιτεῖ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς ἐπὶ πασῶν τῶν κυβερνητικῶν πράξεων τὴν τοῦ Αὐτοκράτορος. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν τὸ Σύνταγμα ἀντιτάσσεται, ἀπαιτοῦν ὅπως εἰς τὸ Β. Διάταγμα τῆς τοποθετήσεως ἢ μεταθέσεως ἀξιωματικοῦ προσυπογράφηται καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνῷ τὸ διάταγμα δὲν περιέχει ὑποχρεωτικῶς ἢ τὴν πρότασιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Καὶ σημειωτέον ὅτι ἐν Γερμανίᾳ πρόκειται ἐν ταῖς διατάξεσιν αὐταῖς περὶ ἐξουσίας τοῦ Αὐτοκράτορος, ὅστις εἶναι ἐκ τοῦ Συντάγματος ὁ ἀνώτατος ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι πρόκειται περὶ τῆς αὐτῆς ἐξουσίας, ἀσκουμένης οὐχὶ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ὅστις δύναται καὶ νὰ μὴ ἦναι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου. Σημειωτέον πρὸς τούτοις, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ δὲν ὑπάρχει νόμος περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ συνήθεια δὲ καὶ αἱ παραδόσεις μόναι ἔδωκαν εἰς τὸν Αὐτοκράτορα τὸ δικαίωμα, ἐπὶ τῇ βάσει, ἐννοεῖται, τῶν ἐκθέσεων, ν’ ἀποφασίζῃ τὰ τῶν προβιβασμῶν. Ὅθεν ἐκεῖ ἐκ τοῦ Συντάγματος ὁ Αὐτοκράτωρ, ἐκ τῶν νόμων, ἐκ τῆς συνηθείας καὶ τῶν παραδόσεων ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ προάγῃ μόνος καὶ ἄνευ συμπράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ μετακινῇ τὸ προσωπικὸν τῶν ἀξιωματικῶν. Παρ’ ἡμῖν ἑπομένως δὲν ἠδύνατο ὁ νόμος νὰ δώσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ περὶ Γεν. Διοικήσεως ἔδωκεν εἰς τὸν Γεν. Διοικητήν, δὲν ἠδύνατο, ἐννοῶ, νὰ τὰ δώσῃ ὡς τὰ ἔδωκεν, ἄνευ δηλ. δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ ἀποδέχηται τὰς προτάσεις, ὁσάκις ἔχῃ λόγον νὰ μὴ τὰς ἀποδέχηται. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ περὶ νομιμότητος. Δὲν ἐννοῶ νὰ ψέξω τὰς προτάσεις τῆς Γεν. Διοικήσεως. Ταύτας πάντοτε ὑπηγόρευσεν ἡ ἀμεροληψία, καὶ ἂν ἐνίοτε ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Γεν. Διοικητοῦ ἔλαβον χώραν ἐξαιρέσεις, ἡ γενικὴ ἀντίληψις εἶναι, ὅτι διὰ πλέον ἀμερολήπτου διοικήσεως ἐπαγιώθη μείζων τάξις καὶ πειθαρχία ἐν τῷ στρατεύματι ὑπὸ τὴν Γεν. Διοίκησιν. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν νομιμοποιοῦν τὰ μὴ νομίμως ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως γενόμενα, ἀλλ’ ἐπιβάλλουν ἔτι περισσότερον τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ εἰς τοὺς θεμελιώδεις νόμους τοῦ Κράτους, ἐπιβάλλουν δ’ ἔτι περισσότερον, ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, χάριν τοῦ ὁποίου ἱδρύθη ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, νὰ μὴ ἐνασκῇ ἀντισυνταγματικὴν ἐξουσίαν. Βεβαίως ἐπὶ τούτου τοῦ θέματος δὲν ὑπάρχει ὁμοφωνία, διότι ὑπάρχουσί τινες, οἱ μὴ παραδεχόμενοι τοῦτο, οὐχ ἧττον ὅμως πολλοὶ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς θεωροῦσιν, ὅτι δὲν εἶναι ὁ ὑφιστάμενος νόμος σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα, καὶ ὅτι πρέπει τοιαύτη ἐξουσία νὰ παύσῃ. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδητε πόσον ζηλότυποι τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι οἱ λαοὶ καὶ εἰς Κράτη, ὅπως ἡ Γερμανία, ἐν οἷς ἐπικρατεῖ καθ’ ὑπερβολὴν τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα, καὶ ὅπου αὐτὸ τὸ Σύνταγμα τόσον ἐξαιρετικὰ δικαιώματα ἀπονέμει ἐπὶ τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Αὐτοκράτορα, θὰ σᾶς ἀναφέρω ἄλλην περίστασιν, ἐκ τῆς ὁποίας θέλετε πεισθῆ, ὅτι καὶ ἐκεῖ ἀκόμη, ὅπου τόσον αὐστηρῶς καὶ εὐστόχως ἐξασκοῦνται τὰ δικαιώματα ταῦτα, ζητεῖται νὰ περιορισθῇ ἡ ἐξουσία τοῦ Αὐτοκράτορος, καὶ ὅτι τὴν ἐξουσίαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν οὕτως ἐνασκεῖ, μετὰ δυσφορίας ἀνέχεται ὁ τόπος. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχει Στρατιωτικὸν Γραφεῖον τοῦ Αὐτοκράτορος, τὸ ὁποῖον διευθύνει εἷς ἀνώτατος ἀξιωματικός, ὅστις πρὸ τοῦ 1883 ἦτο συγχρόνως τμηματάρχης τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶπον ὑμῖν, ποῖα δικαιώματα, ἰδίως τοῦ προσωπικοῦ, ἔχει τὸ Στρατιωτικὸν αὐτὸ Γραφεῖον ἐν γένει. Ἐν τούτοις, καίτοι περὶ τῶν προσωπικῶν ζητημάτων τῶν ἀξιωματικῶν ἀσχολεῖται τὸ Στρατιωτικὸν Γραφεῖον τοῦ Αὐτοκράτορος, διατηρεῖται πάντοτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν τὸ Γραφεῖον τῶν προσωπικῶν ὑποθέσεων. Ἀλλ’ ἐκ τούτου συχνότατα προέρχονται συγκρούσεις, διότι δὲν εἶναι διακεκριμένα σαφῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἔργα τοῦ προϊσταμένου τοῦ Στρατιωτικοῦ Γραφείου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ πρὸ τοῦ 1870 εἶναι γνωσταὶ αἱ τοιαῦται συγκρούσεις, αἵτινες ἐπήρχοντο μεταξὺ τοῦ Roon, Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τότε, τοῦ γνωστοῦ διὰ τὸ ἔργον τῆς παρασκευῆς μετὰ τοῦ Moltke τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1870, καὶ τοῦ Manteuffel, ὅστις διηύθυνε τὸ Στρατιωτικὸν Γραφεῖον τοῦ Αὐτοκράτορος. Γνωστὴ ἐγένετο μετὰ τὸ 1870 ἄλλη σύγκρουσις τὸ 1896 μεταξὺ τοῦ στρατηγοῦ Hahnke, Διευθυντοῦ τοῦ Στρατιωτικοῦ Γραφείου τοῦ Αὐτοκράτορος, καὶ τοῦ στρατηγοῦ Bronsart von Schellendorf, Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξ ἧς, ἐπεκταθείσης καὶ ἐν τῷ τύπῳ τότε, πιστεύεται ὅτι ἐπῆλθε καὶ ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἶπον ὅτι καὶ ἐν τῷ τύπῳ ἐπεξετάθη ἡ πολεμικὴ περὶ τῆς δικαιοδοσίας τῶν δύο Γραφείων. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐφημερίδων ἡ τῆς Κολωνίας, ἥτις εἶναι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ὀργάνων τοῦ γερμανικοῦ τύπου, ἰδοὺ τί ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Τινὲς φρονοῦσιν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι παντοδύναμος· φαίνεται ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι κύριος ἐν τῷ οἴκῳ του. Πῶς τοιαύτη κατάστασις δύναται νὰ ὑφίσταται ἐν τῷ Πρωσσικῷ στρατῷ, ὅστις περισσότερον παντὸς ἄλλου διακρίνεται δι’ ἀκριβοῦς καθορισμοῦ τῶν δικαιοδοσιῶν; Πρέπει ν’ ἀναβιβάσῃ τις τὴν εὐθύνην μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων οὐχὶ εἰς τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἱστορίαν εἰς χεῖρας εἰς αὐτοὺς τοὺς θεσμούς. Ἄλλοτε τὸ Στρατιωτικὸν Γραφεῖον ἦτο ἁπλῶς ἓν Τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τούτου ἕνεκα ὑποτεταγμένον εἰς τὸν Ὑπουργόν. Λόγοι ἀποκλειστικῶς προσωπικοὶ ἤγαγον εἰς τὸν χωρισμόν, ὅστις ἀπὸ προσωρινοῦ ἐγένετο μόνιμος.» Ἐντεῦθεν συνάγεται, ὅτι ἡ αὐτόβουλος καὶ ἀνεύθυνος ἐνέργεια τοῦ Στέμματος πέραν τῶν ἀντικειμένων, δι’ ἃ τὸ Σύνταγμα ἀνεγνώρισεν ἐξαιρετικὴν εἰς αὐτὸ ἐξουσίαν, δὲν ἀναγνωρίζεται παρὰ πάντων. Ἀλλ’ αἱ ἐπιθέσεις τοῦ τύπου κατὰ τοῦ Στρατιωτικοῦ Γραφείου, συνεπείᾳ τῆς παραιτήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπῆρξαν τοσοῦτον σφοδραί, ὥστε προὐκάλεσαν ἀνώνυμον δήλωσιν διὰ τῆς ἐπισήμου ἐφημερίδος τῆς Αὐτοκρατορίας, περιέχουσαν μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ Στρατιωτικὸν Γραφεῖον δὲν εἶναι ὄργανον ἀνεξάρτητον, δυνάμενον νὰ δίδῃ διαταγάς. Δὲν παριστᾷ ἢ τὸ Γραφεῖον τοῦ Αὐτοκράτορος, ἐντεταλμένον νὰ διαχειρίζηται τὰς ὑποθέσεις τοῦ στρατιωτικοῦ προσωπικοῦ, ὅσαι ἀνήκουν τῇ Αὐτοῦ Μεγαλειότητι, δυνάμει τῶν παραδόσεων καὶ τοῦ Συντάγματος. Ὁ ἀρχηγὸς ἑπομένως τοῦ Στρατιωτικοῦ Γραφείου δὲν δύναται ἀφ’ ἑαυτοῦ νὰ λάβῃ οὐδὲν μέτρον, ἀλλὰ μόνον νὰ διαβιβάζῃ τὰς διαταγὰς τοῦ Αὐτοκράτορος. Δὲν δύναται ν’ ἀσκήσῃ οὐδεμίαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν ἀνωτέρων ἀποφάσεων ἐν τοῖς ζητήμασιν, ἅτινά εἰσι τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι οὗτος ὑποβάλλει ὁ ἴδιος τὴν ἔκθεσίν του πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα. Ἀκόμη δ’ ὀλιγώτερον δύναται νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἐλαχίστην ἐπιρροὴν ἐν τοῖς πολιτικοῖς ζητήμασι.» Βλέπετε ἐκ τούτου, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ εἶναι ἠναγκασμένος αὐτὸς ὁ Αὐτοκράτωρ νὰ ὁμολογῇ περιωρισμένην τὴν δικαιοδοσίαν του, καὶ νὰ ἐκτείνῃ αὐτὴν μόνον εἰς τὰ προσωπικὰ τῶν ἀξιωματικῶν, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία συζήτησις δύναται νὰ χωρήσῃ. Ἐν τούτοις ὅ,τι δὲν γίνεται ἐκεῖ γίνεται παρ’ ἡμῖν, ἂν καὶ τὸ Σύνταγμα ἀντίκειται εἰς τοιαύτας ἀνευθύνους ἐξουσίας. Δύο λοιπὸν θεωρῶ ὅτι εἶναι τὰ μεγάλα ἐλαττώματα, ἅτινα παρουσιάζει ὁ νόμος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ ἅτινα ἐξέρχονται παντὸς κανόνος· πρῶτον, ὅτι ἀφήρεσε τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἐκ τῆς δικαιοδοσίας, ἑπομένως τῆς ἀμέσου ἐπιβλέψεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅθεν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ μετεβίβασεν εἰς τὰ Γραφεῖα τῆς Γεν. Διοικήσεως, καὶ δεύτερον, ὅτι παρέδωκεν εἰς τὸν Γεν. Διοικητὴν τὰ προσωπικὰ ζητήματα τῆς μετακινήσεως τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τρόπον καθιστῶντα μὲν ὑπεύθυνον τὸν Ὑπουργὸν, διότι ἀπαιτεῖται βασιλικὸν διάταγμα προσυπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἀνίκανον νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε μετακίνησιν ἀξιωματικοῦ ἄνευ προτάσεως τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ἢ ν’ ἀποκρούσῃ αὐτήν. Οὐδ’ εἶναι ἡ ἐξουσία αὕτη ὁμοία πρὸς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ὡς ἐπιθεωρητοῦ, διότι εἶναι ἐνάσκησις ἐξουσίας οὐχὶ προαιρετικὴ, ἀλλὰ κεκανονισμένη ἐκ τῶν νόμων, δι’ ἐξετάσεων καὶ δοκιμασιῶν καὶ διαφόρων ὑπηρεσιῶν καὶ πράξεων. Λοιπὸν περὶ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ὡς ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ δικαιοῦται νὰ προτείνῃ κατ’ ἔτος ὁ Γενικὸς Διοικητής, οὐδεμία συζήτησις δύναται νὰ γείνῃ, εἴτε ὑπὸ ἔποψιν νομιμότητος, εἴτε ὑπὸ ἔποψιν εὐθυνῶν· πλὴν πᾶσαι αἱ ἄλλαι, ὅσαι γίνονται ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Γεν. Διοικητοῦ καὶ ἐπιβάλλονται ὑποχρεωτικαὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, βεβαίως προσκρούουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἀνατρέπουσι τὸν μηχανισμὸν τοῦ πολιτεύματος. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητεῖται, καὶ περὶ τῶν δύο τούτων προνοεῖ, διότι ἀφαιρεῖ μὲν ἐκ τῶν Γραφείων τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τὰ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐπαναφέρει αὐτὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, περιορίζει δὲ καὶ τὸ δικαίωμα, ὅπερ εἶχεν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ὅπως ποιῆται προτάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ὅσαι ἀπαιτοῦσι βασιλικὸν διάταγμα. Ἑπομένως κατὰ τοῦτο ὑπάρχει πλήρης ἡ θεραπεία τοῦ πράγματος. Ἂν ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐπιθυμῇ νὰ ἀσχολῆται εἰς οἱανδήποτε ἐργασίαν ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας τὸ διάταγμα τοῦ 1887 περιέλαβεν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, δύναται ν’ ἀσχολῆται, τὸ δ’ Ἐπιτελικὸν Γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου βεβαίως θέλει λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας αὐτοῦ, διότι προέρχονται ἐκ τῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἥτις, ἐγγύτερον πολλῶν πραγμάτων καὶ ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ εὑρισκομένη, δύναται πολλάκις λυσιτελέστερα νὰ προτείνῃ μέσα θεραπείας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν θεραπείαν τοῦ δευτέρου ἐλαττώματος, τοῦ ἐκ τῶν προτάσεων περὶ μετακινήσεως τῶν ἀξιωματικῶν, μολονότι εὑρίσκω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αἴρει ἀληθῶς τὸ μὴ συνταγματικὸν, τὸ μὴ σύμφωνον πρὸς τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος, μ’ ὅλον τοῦτο δὲν λύει καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν εὐθυνῶν προσηκόντως τὸ ζήτημα, διότι καὶ ἀπὸ προσωπικὰς εὐθύνας πρέπει ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν Διάδοχον. Ἐγὼ διαφορετικὸν θὰ ὑπεδείκνυον τρόπον ἐπὶ τοῦ ἀκανθώδους ζητήματος τῆς μετακινήσεως τῶν ἀξιωματικῶν. Νομίζω, ἐφ’ ὅσον εἶναι τοῦτο δυνατὸν, ὅτι διὰ νόμου ἠδύνατο ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὁρισθῇ, πῶς τοποθετοῦνται οἱ ἀξιωματικοί. Διότι, καὶ ἂν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀφεθῶσι τὰ τῶν μεταθέσεων τῶν ἀξιωματικῶν, αἱ παρεκτροπαὶ καὶ αἱ μεροληψίαι καὶ ἡ ἀνάμιξις τῆς πολιτικῆς εἶναι ἀναπόφευκτοι. Μόνον ὁ νόμος, κανονίζων αὐτὰς, καὶ ἀφαιρῶν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως τῶν ἀξιωματικῶν, προλαμβάνει τὰς εὐνοίας καὶ τὰς διακρίσεις.

§161Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐπεμβαίνει παρὰ μόνον ὅταν ἦναι ἀνάγκη νὰ ἐπέμβῃ. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς. Ἐν Καλάμαις ὑπάρχει σύνταγμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπηρετοῦσιν ἀξιωματικοὶ Μανιᾶται κατὰ τὸ πλεῖστον, φίλοι ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη· ἀλλ’ οὔτε ἐγὼ οὔτε ὁ κ. Μαυρομιχάλης μετεθέσαμεν κανένα ἐκεῖθεν, ἐκτὸς ἑνὸς, τὸν ὁποῖον μετέθεσα ἐγὼ διὰ λόγους ὑπηρεσίας· καὶ ὑπάρχουσιν ἀνέκαθεν οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς τὸ σύνταγμα ἐκεῖνο, χωρὶς νὰ μετακινηθῇ οὐδείς. Λοιπὸν, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἐπεμβαίνῃ, ἐπεμβαίνει μόνον, ὅταν τυχὸν ὁ ἀξιωματικὸς, ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του, ἀναμιγνύηται εἰς συγκρουόμενα συμφέροντα τῶν πολιτῶν καὶ προκαλῇ ἐξ ἀνάγκης τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐπιθυμοῦντος ν’ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ μίαν σκανδαλώδη περίστασιν, ἐνῷ εἰς ἄλλα σώματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπηρετοῦσιν οἱ ἀξιωματικοὶ κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, ἐκεῖ οὐδεμία ἐπέμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ γίνεται, καὶ ποτὲ ἀξιωματικὸς δὲν μετετέθη παρὰ μόνον ἐξ ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας. Αὐτὸ λοιπὸν, τὸ ὁποῖον λέγετε περὶ παρεκτροπῶν καὶ μεροληψιῶν τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν, ὡς πρὸς τὰς μεταθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς βλάβην τοῦ στρατοῦ, δὲν εἶναι ἀκριβές· ἐὰν δὲ ὁμιλήσω, θὰ ἀποδείξω πολλὰ πράγματα ἀνακριβῆ καὶ ὅτι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς πειθαρχίας δὲν συνέβη ποτὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὰ Γραφεῖα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὅπου ὑπάρχουν ἀναφοραὶ ἀξιωματικῶν τοσοῦτον ἀντιπειθαρχικαὶ, ὥστε ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι εἰς τὸ Στρατοδικεῖον· ἀλλὰ ὑπῆρχον λόγοι σοβαροὶ, οἵτινες ἐπέβαλον εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν, αἱ ἀναφοραὶ ἐκεῖναι νὰ μὴ δημοσιευθῶσιν· οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ, οἱ ὑποβαλόντες τὰς ἀναφορὰς ταύτας, ἐγνώριζον ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, διότι θ’ ἀπεκαλύπτοντο πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποκαλυφθῶσι, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεφέρθησαν κατὰ τρόπον σκανδαλωδέστατον.

§162ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱανδήποτε ἰδέαν καὶ ἂν ἔχῃ τις περὶ τῆς ἐνασκήσεως τῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν προσωπικῶν ζητημάτων εἴτε παρὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ εἴτε παρὰ τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι, ἂν κατηρτίζετο νόμος κανονίζων τὰ περὶ τοποθετήσεως τῶν ἀξιωματικῶν ἄνευ ἀναμίξεως προσώπων, θὰ ἦτο ὁ ἀσφαλέστερος τρόπος, διότι θὰ ἦρε πᾶσαν ὑπόνοιαν περὶ μεροληψίας. Δὲν εἶναι δὲ τοῦτο δύσκολον. Ἂν πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ ἤθελον διανεμηθῆ ἐν ἀρχῇ κατά τινα τρόπον εἰς τὰ διάφορα συντάγματα, καὶ διὰ τῶν συνταγμάτων μετεκινοῦντο κατὰ διετίαν ἀπὸ μεραρχίας εἰς μεραρχίας, οὕτως ὥστε εἰς τὸ διάστημα ἑξαετίας νὰ διέλθωσιν ὑποχρεωτικῶς πάντες διὰ τῶν τριῶν μεραρχιῶν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρθῇ ἐντελῶς ἡ δυσχέρεια ἡ ἐκ τῆς καταχρήσεως τοῦ δικαιώματος τῶν μεταθέσεων. Τοῦτο δύναται νὰ δυσαρεστῇ τινας ἀξιωματικοὺς, οἵτινες ἀρέσκονται εἴς τινας τόπους, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πᾶς ἀξιωματικὸς ἐν διαστήματι ἑξαετίας ὀφείλει νὰ διέλθῃ διὰ τῶν τριῶν μεραρχιῶν. Τοῦτο συντελεῖ περισσότερον εἰς τὴν μόρφωσιν αὐτοῦ, δὲν πρέπει δὲ νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐπειδὴ ἀξιωματικός τις, λόγῳ ἀπορίας ἢ οἰκογενειακῶν βαρῶν, προτιμᾷ νὰ ζῇ ἐν ἐπαρχίᾳ, ἐν ᾗ εὐθηνὸς ὁ βίος, πρέπει καὶ νὰ διατηρῆται ἐν αὐτῇ ἢ ἐν παραπλησίᾳ καθ’ ὅλην τὴν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν του. Τουναντίον πᾶς ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ γνωρίσῃ τὰς ὁμόρους τῇ γείτονι ἐπαρχίας τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ διαμείνῃ μέρος τῆς διετίας ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ὅπου καὶ ἡ μόρφωσις τοῦ ἀξιωματικοῦ, συντελεστικὴ εἰς τὴν ἀνύψωσιν αὐτοῦ, εἶναι εὐκολωτέρα καὶ ἀποτελεσματικωτέρα.

§163Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀξιωματικὸς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν ὁ ὁποῖος κατετάχθη ὡς παῖς τοῦ στρατοῦ, ἤδη δὲ εἶναι συνταγματάρχης, καὶ μένει διαρκῶς ἐν Ἀθήναις, ἀφ’ ὅτου κατετάχθη. Ἐρωτῶ, ἐὰν ἐπιτρέπεται τοῦτο, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἀξιωματικὸς διακεκριμένος τοῦ πεζικοῦ, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε καὶ αὐτὸς νὰ ἔρχηται εἰς τὴν φρουρὰν τῶν Ἀθηνῶν, μένει εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν ἐπὶ μακρὰ ἔτη, διότι δὲν εἶχε τὴν εὐτυχίαν νὰ εὐνοῆται.

§164ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὰ βεβαίως συνέβησαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὑποχρέωσις παντὸς ἀξιωματικοῦ, ὅπως ἐπὶ διετίαν ὑπηρετήσῃ ἐν ἑκάστῃ μεραρχίᾳ, ὑποχρέωσις νὰ διέλθουν πάντες ἐξ Ἀθηνῶν, ἐκ Μεσολογγίου καὶ ἐκ Λαρίσης κατὰ σειράν. Οὕτω καὶ τὰ παράπονα θὰ ἐκλίπουν ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἡ μόρφωσις τῶν ἀξιωματικῶν θὰ καταστῇ γενική. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν «ἡ ἐκλογὴ τῶν βαθμοφόρων διὰ τὰς θέσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀνήκει τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν», νομίζω ὅτι ἀπόλυτον οὕτω δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως, ἐν συνεννοήσει βεβαίως μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, λαμβάνῃ οἵους ἀξιωματικοὺς θέλῃ ἐκ τοῦ στρατοῦ διὰ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, δὲν πρέπει νὰ δοθῇ· πρέπει νὰ κολασθῇ, πρέπει ν’ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν, δι’ ἠτιολογημένης ἀπαντήσεως νὰ προτείνῃ, ἂν οὗτος ἢ ἐκεῖνος ὁ ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ μὴ ἀποσπασθῇ ἐκ τοῦ στρατεύματος.

§165Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀρνῆται.

§166ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πρέπει ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἀρνεῖται ὁ Γενικὸς Διοικητής, διότι ὁπωσδήποτε θεωρεῖται Ἀρχὴ ὑφισταμένη, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα, ἐν τῇ μελέτῃ τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ οἱουδήποτε ὅπλου νὰ δύναται ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ἕνα ἀξιωματικὸν, τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θεωρεῖ κατάλληλον διὰ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, νὰ δύναται, λέγω, νὰ μὴ τὸν ἀποσπᾷ. Δὲν ὑποθέτω ὅτι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς θέλει ἀρνηθῆ ἄνευ λόγου τὴν ἀπόσπασιν τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ, δὲν πρέπει οἱ Ὑπουργοὶ νὰ τοὺς λαμβάνωσιν ἄνευ κἂν τῆς συγκαταθέσεως καὶ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἐνίοτε δὲ καὶ καθ’ ὑπόδειξιν ἀναρμοδίων προσώπων.

§167Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἡ διάταξις αὕτη θὰ ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ δυσχερείας ἐν τῷ στρατῷ, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐπρόκειτο κατὰ πρῶτον νὰ εἰσαχθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, διότι οὕτω θὰ ἐζητοῦντο παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν συνεννοήσει μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, συλλήβδην 300 ἀξιωματικοὶ διὰ τὰς ἀστυνομίας· σήμερον ὅμως πρόκειται περὶ τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς ἢ δύο ἢ τριῶν προσώπων, καὶ ἐντεῦθεν δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῆς διατάξεως ταύτης ἡ συντάραξις, ἡ ὁποία θὰ ἐπήρχετο ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ περιπλέον τὴν διάταξιν ταύτην συνδέω μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας. Ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ εἴτε χρησιμεύσῃ ὡς βάσις μελέτης, εἴτε αὐτὸ τοῦτο ἐκτελεσθῇ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου, τότε θὰ ἔχωμεν 25 ἕως 30 ἀξιωματικοὺς ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ· ὅταν δὲ ἦναι τοσοῦτον περιωρισμένος ὁ ἀριθμὸς, ἀναγκαίως θ’ ἀναγνωρισθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπέχοντα τὴν εὐθύνην διὰ τὰς ἀστυνομίας, διὰ τὴν ἀπόστασιν τῶν ἀξιωματικῶν, θ’ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ἐκλέξῃ αὐτός. Ἄλλως πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπασχολῆται ὁ Γεν. Διοικητὴς εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν καταλλήλων προσώπων διὰ τὴν δεῖνα ἀστυνομικὴν περιφέρειαν, ὅταν οὔτε τὰς ἀνάγκας τῆς περιφερείας, ἀλλ’ οὔτε τὰς περιστάσεις αὐτῆς γνωρίζει.

§168ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπον νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιρρήσεως ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, βεβαίως δὲ, ἔχων τὸ δικαίωμα τοῦτο, δὲν θέλει ποτὲ παρεμβάλει δυσχερείας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, προκειμένου περὶ ἀποσπάσεως ἀξιωματικῶν, θεωρουμένων καταλλήλων διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν θὰ ἐποιούμην δὲ λόγον περὶ τῶν ἀστυνόμων, ἂν ἐγνώριζον ὅτι θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας, διότι ἐγὼ, διὰ πολλοὺς λόγους, εἶμαι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῆς διὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, μὲ ὅλας τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ, εἶναι ἡ ἀρχὴ βελτιώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ, ὄχι μόνον διότι θὰ ἐπανέλθουν οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς τὰ συντάγματα αὑτῶν, ἀλλὰ καὶ διότι διὰ τῆς καταργήσεως εἴτε τῆς διοικητικῆς εἴτε τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας θὰ προκύψῃ μέγα ποσὸν οἰκονομίας, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ χρησιμοποιήσωμεν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ στρατοῦ, ἄνευ τῆς ὁποίας οὔτε τάξις οὔτε μόρφωσις αὐτοῦ εἶναι δυνατή. Ὅσον καὶ ἂν ἐπεκρίθησαν τὰ νομοσχέδια τῶν οἰκονομιῶν, ὅτι δὲν ἔχουν ἢ ἰδανικὰς δῆθεν οἰκονομίας, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας δημοτικῆς συνεπάγεται σπουδαίας οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν πραγματοποιηθῶσι, θ’ αὐξήσωσιν ἐπαισθητῶς τὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος ἡμῶν νὰ συντηρῇ ἀστυνομίαν μὲ ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἀστυφύλακας πολυδαπάνους,—ἢ, ἀκόμη χειρότερον—διοικητικὴν ἀστυνομίαν καὶ συγχρόνως στρατὸν ἄξιον λόγου. Ἡ ἀστυνομία πρέπει ν’ ἀφεθῇ εἰς τοὺς δήμους, ὁ δὲ στρατὸς, ὡς στρατὸς, νὰ συντελῇ πανταχοῦ τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἀσφάλειαν. Καὶ ἡ χωροφυλακὴ πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸν στρατόν· ἄλλως ματαιοπονοῦμεν, ἐλλείψει μέσων. Οὕτω θὰ ἔχωμεν τόσον στρατὸν, ὥστε νὰ ἀρκῇ καὶ διὰ τὰς ἐσωτερικὰς καὶ διὰ τὰς ἐξωτερικὰς ἀνάγκας. Διατηροῦμεν τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἥτις ἀπαιτεῖ δαπάνην 500 χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλ’ ὅλη ἡ ἄλλη δαπάνη τῶν ἀστυνομιῶν τοῦ Κράτους, ἥτις ἀνέρχεται μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων, εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ χρόνου ν’ ἀποτελέσῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οἰκονομίαν πραγματικὴν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ περιέλθῃ πᾶσα ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία εἰς τοὺς δήμους. Ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ πρωτεύουσαι νομῶν ἢ πόλεις ἔχουσαι 11,000 κατοίκους καὶ πλέον, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀξιωματικὸν ἀστυνόμον, ἀλλὰ πᾶσαι αὗται δὲν θ’ ἀπαιτήσωσιν ἢ 25 ἕως 30 ἀξιωματικοὺς ἐν ὅλῳ, ἑπομένως δὲν θὰ ἦναι μεγάλη ἡ δαπάνη. Ἀλλ’ ἡ οἰκονομία θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ θὰ μένῃ μόνον τὸ ζήτημα, πῶς θὰ δύνανται οἱ δῆμοι νὰ ἐκτελῶσιν ἐπιτυχῶς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην...

§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρότερον, ὅτε ἦτο ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, πῶς τὴν ἐξετέλουν;

§170ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως... Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἢ διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ διὰ τῆς συγχωνεύσεως τῆς χωροφυλακῆς ἐν τῷ στρατῷ θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τόσον στρατὸν τακτικὸν, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἐνισχύσωμεν διὰ 10 χιλιάδων ἀνδρῶν παραδείγματος χάριν τὰς ἀστυνομίας τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἐν τοσούτοις νὰ ὑπολείπηται τοσοῦτος ἀκόμη στρατὸς ἐν τοῖς συντάγμασιν, ὥστε νὰ μὴ βλάπτηται ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἐξάσκησις αὐτοῦ. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ δὲν πρόκειται σήμερον. Ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὴν μόρφωσιν στρατοῦ. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον λύει κατὰ τὸ πλεῖστον τὸ ζήτημα, ὅπερ ἐγεννήθη ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ ἐξηκολούθησε μέχρι σήμερον, ζήτημα θίγον τὴν νομιμότητα θεσμοῦ, οὗ προΐσταται ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου. Κακῶς εἶχε διασκευασθῆ ὅτε ὑπεβλήθη, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ του, ἄλλως διασκευαζόμενος. Ἄς εὐχηθῶμεν ἤδη, ταχέως νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ἄλλα στρατιωτικὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν θὰ ἄρξηται ἡ ἐργασία ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἥτις ὑπὲρ τὸ δέον ἀνεβλήθη.

§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 11,500 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ 1902». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 52).

§172Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τινων τῆς ποινικῆς διατιμήσεως». Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει ἐπέλθει οἰκονομία, κατὰ τοὺς ἀκριβεῖς ὑπολογισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας, 130,000 δραχμῶν. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐγγράψῃ αὐτὸ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 53).

§174ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.

§175Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Εἰς τὰς 5 μ. μ. θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συνεδρίασις.

§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 1 καὶ 5′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ.)

§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.

§178Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ δύο διακεκριμένοι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βονίτσης καὶ ὁ ἕτερος τῶν Βουλευτῶν Τυρνάβου, ὁ κ. Λαπαθιώτης, ἀπέτρεψαν τὴν συζήτησιν ἀπὸ τὸ ζήτημα τὸ συνταγματικόν. Καὶ ἐν τούτοις, Κύριοι, τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότερον, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει, καὶ εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ συνταγματικοῦ ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Μετ’ αὐτοὺς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου μετὰ τῆς λεπτότητος, ἡ ὁποία διακρίνει τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, κατέγεινε ν’ ἀποδείξῃ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ ὑφισταμένου νόμου, καὶ τοῦτο κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Οὐδεμίαν ἀποδίδω πρόθεσιν κατὰ τὴν εἰσήγησιν καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ ἀντισυνταγματικότης προκύπτει ἐκ τῶν διατάξεων αὐτοῦ, καὶ ἐλάχιστοι οἱ διστάζοντες περὶ ταύτης· μεθ’ ὅσα δ’ ἀνέπτυξε μετὰ τόσης δεξιότητος καὶ τόσον εὐγλώττως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, ἐλάχιστα ὑπολείπονταί μοι νὰ εἴπω περὶ ταύτης. Κύριοι, κατὰ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἐνασκεῖται δὲ διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων Ὑπουργῶν. Ἂν ἀναπόσπαστον μέρος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν στρατὸν, ἀναμφισβητήτως τὴν εὐθύνην ὡς πρὸς τὰ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ πρέπει νὰ ὑπέχῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, πρέπει νὰ ὑπέχῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐρωτῶ δὲ, ὑπὸ τὸν ἰσχύοντα νόμον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπεύθυνος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ; Μοιραίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὀφείλει νὰ παραδεχθῇ τὰς προτάσεις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἡ εὐθύνη αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ μήτε ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ, μήτε παρὰ τῷ Γενικῷ Διοικητῇ, διότι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς δὲν ὑπέχει εὐθύνας ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, δὲν ὑπέχει πολιτικὰς εὐθύνας. Ταύτην τὴν διάκρισιν παρέλειψαν νὰ κάμωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλησαν νὰ δεχθῶσι τὴν ἀντισυνταγματικότητα τὴν ὑφισταμένην ἐν τῷ θεσμῷ τούτῳ. Ἀναμφιβόλως πᾶς τις ζῶν ὑπέχει εὐθύνας· ὑπέχει εὐθύνας εἴτε ὡς μέλος τῆς κοινωνίας, εἴτε ὡς σύζυγος, εἴτε ὡς πατὴρ, ὑπέχει εὐθύνας μετερχόμενος οἱονδήποτε ἔργον, διαχειριζόμενος οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν, εἴτε πολιτικὴν, εἴτε στρατιωτικήν. Ἀλλ’ αἱ εὐθύναι αὗται οὐδὲν ἔχουσι τὸ κοινὸν πρὸς τὰς πολιτικὰς εὐθύνας, πρὸς τὰς εὐθύνας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ἀποβλέπει τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν δὲ οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, ἀναμφισβητήτως ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος, ὅστις μετέθηκε τὰς εὐθύνας τὰς πολιτικὰς ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἦναι ἀντισυνταγματικός. Ὁ ἕτερος τῶν συναδέλφων, ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, ὅπως ἀποδείξῃ ἡμῖν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως δὲν ἔχει τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν, ἐπεκαλέσθη δύο ἐπιχειρήματα. Τὸ πρῶτον ἐστήριξεν εἰς τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ἄρχει τῶν κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, καὶ εἶπεν: Ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς, ἀνεύθυνος ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἄρχει τῶν κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ ὑπάρχῃ τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν, διότι τοῦτο καθιεροῦται δι’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, διατί ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἀνατιθέμενος τὴν διοίκησιν αὐτοῦ εἰς τὸν Διάδοχον, τὸν μὴ ἀνεύθυνον ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἤθελε χαρακτηρισθῆ ὡς θεσμὸς ἀντισυνταγματικός; Τὸ ἕτερον ἐπιχείρημά του ἦτο τὸ ἑξῆς. Μᾶς ἔλεγε: Μὴ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καταργεῖται ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως; μὴ ὁ Διάδοχος παύει ἀπὸ τοῦ νὰ ἦναι Γενικὸς Διοικητής; Ἐὰν δὲ δὲν παύῃ νὰ ᾖναι Γενικὸς Διοικητής, ὑπέχει καὶ πάλιν εὐθύνας· ἐντεῦθεν δὲν ἔχει τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμον, καὶ δὲν ἔχετε ἢ νὰ προστρέξητε εἰς τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ ἐννοήσητε τὸ ἀβάσιμον αὐτοῦ. Διότι, ἂν τὸ ἄρθρον 32 καθιεροῖ ὅτι «ὁ Βασιλεὺς ἄρχει τῶν κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν δυνάμεων τῆς χώρας», τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Συντάγματος καθιεροῖ τὴν γενικὴν ἀρχὴν, ὅτι «οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἔχει ἰσχὺν ἄνευ τῆς προσυπογραφῆς τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ». Ἐντεῦθεν τὸ ἐπιχείρημα ἀποδεικνύεται ἐντελῶς ἕωλον. Ἀλλὰ καὶ τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα εἶναι τοιοῦτον. Εἶναι δὲ τοιοῦτον δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς εὐθύνης τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ὡς τοιούτου. Πρόκειται περὶ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ὁ διαχειριζόμενος τὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας—καὶ φρονῶ ὅτι μέρος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀποτελοῦσι τὰ τοῦ στρατοῦ — ὀφείλει νὰ ὑπέχῃ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, πολιτικῆς εὐθύνης, ἡ ὁποία δύναται νὰ καταστῇ καὶ ποινικὴ εὐθύνη. Ἡ εὐθύνη αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ παρ’ ἑτέρῳ ἢ παρὰ τῷ Ὑπουργῷ. Καθ’ ὅσον δὲ ἡ εὐθύνη διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἀποδίδεται εἰς ἕτερον, βεβαίως ὁ θεσμὸς εἶναι ἀντισυνταγματικός. Καὶ περὶ τούτου οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀποβλέπει ν’ ἀποδώσῃ τὴν εὐθύνην εἰς ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει ἐκ τῆς θεμελιώδους διατάξεως τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Συντάγματος· ἀποδίδει τὴν εὐθύνην εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ τῆς λειτουργίας τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ μένει καὶ θὰ παραμένῃ τοιοῦτος, μονιμοποιουμένου καὶ νομιμοποιουμένου τοῦ θεσμοῦ. Ἀλλ’ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ θὰ ὑπέχῃ τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ὑπέχει ὡς Γενικὸς Διοικητής, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ὑπέχῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν πᾶσαν μετάθεσιν, πᾶσαν ἀπόσπασιν, πᾶσαν τοποθέτησιν,— καὶ εἶναι ἐνεργὸς ἡ δρᾶσις αὐτοῦ ἡ εὐεργετικὴ ἐν τῷ στρατεύματι διὰ τοῦ τοιούτου μηχανισμοῦ,—ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ φέρῃ ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, διότι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγξῃ αὐτὴν, ν’ ἀποδεχθῇ αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ τὴν ἀποδεχθῇ. Καὶ θὰ ὑπέχῃ εὐθύνας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὄχι μόνον διὰ τὴν ἀποδοχὴν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν μὴ ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Οὕτω θὰ ἐκλείψωσι, Κύριοι, αἱ ἔγγραφοι ἀνεπίσημοι προτάσεις, αἱ ὁποῖαι σκορπίζονται ὑπὸ τοῦ ἀνέμου ἅμα ὡς ἀφαιρεθῇ ἡ καρφὶς, ἡ ὁποία τὰς κρατεῖ ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ ἀπευθυνομένου πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν. Ὑπέχων εὐθύνας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχει τὸ δικαίωμα, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν: «δὲν ἀποδέχομαι» ἢ «δὲν ἀποδέχομαι τελείως τὴν πρότασιν», ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῇ ἢ μὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν· ἀλλ’ εἴτε δεχθῇ, εἴτε μὴ, τὴν πρότασιν, ὑπέχει εὐθύνας ἀπέναντι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἔταξεν ὡς κριτάς, ὡς ἐλεγκτὰς, τὸ Σύνταγμα. Κύριοι, τοιοῦτος εἶναι ὁ μηχανισμὸς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀπόδοσις τῶν εὐθυνῶν ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ὦσιν, ἀπεδόθη οὐχὶ ἐκ πνεύματος ἀνευλαβείας πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν καὶ ὅπως ἡ δρᾶσις αὐτῆς ματαιωθῇ, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, διότι τὸν χειραφετεῖ ἀπὸ τὰς ἐπιδράσεις τὰς ἀλλοτρίας, δίδεται δὲ τῇ Γενικῇ Διοικήσει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τὰς διαφόρους μεταβολάς, καθ’ ἣν ἐσχημάτισε πεποίθησιν περὶ οἱουδήποτε βαθμοφόρου τοῦ στρατοῦ.

§179Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§180Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι, ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἑξῆς. Εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν ἀποδίδεται ἡ Διοίκησις τοῦ στρατεύματος, ἡ δὲ τοποθέτησις καὶ ἀπόσπασις τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ ὑπηρετῶν τῶν μὴ ἀποτελούντων μέρος τοῦ κυρίου στρατεύματος, ὡς καὶ τῶν τοῦ σώματος τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, ἀπεδόθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Οὕτως ἀπαλλάσσεται ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἀπὸ πάσας τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν τὸ κοινὸν ἔχουσι μετὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ μὴ τάχα ἐκ τοῦ ὅτι δίδεται τὸ τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῶν λοιπῶν ὑπηρεσιῶν, τῶν μὴ ἀποτελουσῶν τὸ κύριον σῶμα τοῦ στρατοῦ, ἡ ἐπίδρασις ἡ εὐεργετικὴ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ παύει νὰ ὑφίσταται καὶ ἐπὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων; Ποσῶς, Κύριοι· διότι ἔχομεν τὰ τῶν ἐπιθεωρήσεων τοῦ στρατοῦ εἰς χεῖρας τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ· ἐπιθεωρήσεις ἐνεργουμένας καθ’ ἑκάστην ἡμέραν καὶ κατὰ πᾶσαν στιγμήν, ἐπιθεώρησιν ἐτησίαν, ὅπως καταλήξῃ αὕτη εἰς τὰς προτάσεις ἐκείνας, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ προκύψωσι καὶ αἱ προαγωγαὶ καὶ ἡ στασιμότης καὶ οἱαδήποτε κατάστασις τῶν βαθμοφόρων. Μετὰ τὸν τοιοῦτον καθορισμὸν τῆς δράσεως καὶ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ καὶ τὸν καθορισμὸν τῆς ἐνεργείας καὶ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν λειτουργεῖ τὸ Ἐπιτελεῖον. Τὸ Ἐπιτελεῖον, Κύριοι, εἶναι ἡ πρόνοια τοῦ στρατοῦ, εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων· μήτε εἶναι δυνατὸν ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀπαλλοτριωθῇ τοῦ μέσου, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ γνωρίσῃ τὰς ἐλλείψεις ὑλικῶν ἢ ἐν γένει προμηθειῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, ὅπως ὁ στρατὸς ᾖ πάντοτε ἕτοιμος καὶ ἑτοιμοπόλεμος. Εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μὴ ἔχων παρ’ ἑαυτῷ τὸ Ἐπιτελεῖον ὑπὸ τὰς διαταγάς του, ἵνα πληροφορῆται ἀπ’ εὐθείας λεπτομερῶς καὶ ἐπακριβῶς περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τοῦ στρατοῦ; Θὰ ἦναι ἐντελῶς ξένος πρὸς τὸν στρατόν. Τοιοῦτος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ συμβουλεύσῃ τῷ Βασιλεῖ τὴν κήρυξιν ἢ μὴ πολέμου καὶ ἐπιστράτευσιν, οὐδὲν γνωρίζων περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατεύματος; Διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζει, ὅτι παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχει ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία. Εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἶπεν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι ἀναγκαία, διότι δὲν εὗρε μήτε ἐν τῇ διατάξει τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, μήτε ἐν τῷ κανονισμῷ, οὐδεμίαν διάταξιν καταργοῦσαν τὸ γενικὸν Ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ, τὸ παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὅτι δὲ δὲν εἶναι ἀκριβές, ἀπόδειξις ἡ παράλυσις πάσης ἐπιτελικῆς ἐργασίας,—ὅπερ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ,— ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως. Ἐρωτῶ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ διατελέσωσιν Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰ τοῦ στρατοῦ, νὰ εἴπωσιν ἡμῖν, ἐὰν ὑπῆρξε μία καὶ μόνη ἐργασία ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Αὐτὸ τί ἀποδεικνύει; Ἀποδεικνύει, ἂν ὄχι τὴν κατάλυσιν, τοὐλάχιστον τὴν παράλυσιν αὐτῆς, καὶ τοῦτο ἐπῆλθεν ἐκ μιᾶς διατάξεως, ἀναμφισβητήτως κακῆς, ἡ ὁποία ἐκανόνισεν, ὅτι τὰ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, τῆς μέχρι τοῦδε παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ μετέρχητε εἰς τὸ ἑξῆς τὸ Ἐπιτελεῖον τὸ παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει. Ἀλλ’ ὅταν ἦναι ἀναμφισβητήτως ἀναγκαία ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἐπιτελείου παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν, τῆς προνοίας ταύτης, τοῦ ὀφθαλμοῦ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, δὲν φρονεῖτε ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἡ ἀνάγκη αὕτη πληρωθῇ; Τοῦτο πράττει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου. Πράττει ὅμως καὶ ἔτι πλέον, ἀνατιθέμενον τὴν πρωτοβουλίαν ἐπὶ πάσης προνοίας ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, παρέχον αὐτῷ πλήρη αὐτοβουλίαν, ἀνεξαρτήτως πάσης διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ οὕτως ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐν πλήρῃ λειτουργίᾳ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει ἐν πλήρει λειτουργίᾳ. Τὰ πορίσματα ὅμως τῶν μελετῶν τούτου ἀναγκαίως πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπέχει εὐθύνας διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Κυρίως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι κατέγειναν εἰς τὸ νὰ κατακρίνωσι τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν ὁποίαν «ἡ ἐκλογὴ τῶν βαθμοφόρων διὰ τὰς θέσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀνήκει τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν». Ἀλλὰ τὸ ὀρθὸν τῆς διατάξεως οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, διότι ὡς ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταρτίσῃ τὸ ἴδιόν του Ἐπιτελεῖον κατὰ τὴν ἰδίαν του ἐκλογήν, ἐπίσης καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ καταρτίσῃ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἐπιτελείου του καὶ ἐν γένει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν ἰδίαν του ἐκλογήν. Μήπω εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ ἔχῃ εἰς θέσεις ἐμπιστευτικὰς ἄλλους, ἐκτὸς ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχει ἐμπιστοσύνην; Ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ ἰσχύοντος νόμου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν διαρκῆ ἀμφιβολίαν, ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοῦ, ἐὰν οἱ ὑφιστάμενοι αὐτοῦ θὰ ἐκπληρώσουν ἢ ὄχι τὰς διαταγάς του. Καὶ δύναμαι νὰ εἴπω καί τι πλέον· ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους καταρτίζεται δυνάμει τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ Ὑπουργὸς εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν αὐτοῦ, ἡ ὁποία προσομοιάζει πρὸς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν. Ἀλλὰ τοιοῦτος Ὑπουργὸς εἶναι ἀνάξιος νὰ ὑπάρχῃ, οὐδὲ ἤθελε τοιοῦτον τὸν Ὑπουργὸν τὸ πολίτευμα ἡμῶν, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ τις τοιοῦτον τὸν Ὑπουργὸν, ὅταν αὐτὸς ὑπέχῃ ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, ἀπέναντι ὑμῶν πᾶσαν τὴν εὐθύνην διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ. Τὸ δεύτερον μέρος τῆς διατάξεως ταύτης δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔχον τι τὸ δυνάμενον νὰ ζημιώσῃ τὸ στράτευμα. Ἐὰν βεβαίως ἐπρόκειτο σήμερον περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀναμφισβητήτως καὶ ἐγὼ αὐτὸς, ὁ εἰσηγητὴς τῆς σχετικῆς διατάξεως, ἤθελον τρομάξει πρὸ τῶν δυνατῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς· ἐὰν ἐπρόκειτο ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αἰτήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ζητήσω, ὅπως 400 ὅλοι ἀξιωματικοὶ κατὰ τὴν ἰδίαν μου ἐκλογὴν ἀποσπασθῶσιν ἐκ τοῦ στρατεύματος, ἤθελον δειλιάσει πρὸ τῶν ἀποτελεσμάτων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ τοιούτου τινός. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία εἶναι κατηρτισμένη, εἶναι πλήρης, καὶ πρόκειται μόνον, κατὰ τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ἀνάγκας τὰς ἐπιβαλλομένας ἐκ τῶν περιστάσεων, νὰ ἐκλεχθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἱκανοὶ πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν ἀποχωρούντων ἐξ αὐτῆς, πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ ἀστυνομικοῦ καθήκοντος. Καὶ τίς εἶναι ἁρμοδιώτερος νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἱκανότητος ἐκείνων, οἵτινες πρόκειται νὰ ἀναλάβωσι τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, παρὰ ὁ ὑπέχων τὴν εὐθύνην διὰ τὴν ἀστυνομίαν ἐν τῷ Κράτει; Μόνον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλέξωσιν αὐτούς. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελεν ἀφεθῆ ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἤθελον ἀληθῶς ἐμβάλει τὴν Γενικὴν Διοίκησιν εἰς μεγίστας δυσχερείας, διότι μὴ γνωρίζουσα αὕτη τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ εὑρεθῇ εἰς ἕκαστος τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἵτινες προορίζονται δι’ ὡρισμένας περιφερείας ἀστυνομικὰς, δύναται νὰ ὑποπέσῃ εἰς σφάλματα. Ἐντεῦθεν δὲν ἐδίστασα νὰ προτείνω, ὅπως ἡ ἐκλογὴ τῶν βαθμοφόρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἀφεθῇ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν. Δὲν ἐδίστασα δὲ νὰ προτείνω τοῦτο καὶ διότι ἐλπίζω ὅτι θὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τῆς ἀστυνομίας. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἤθελε ψηφισθῆ, δὲν θὰ πρόκηται πλέον περὶ 400 ἀξιωματικῶν, θὰ πρόκηται περὶ 25 ἢ 30 ἀξιωματικῶν, τὴν ἐκλογὴν δὲ αὐτῶν, ὅταν πρόκηται περὶ ἀστυνομικῶν καθηκόντων, ἀναγκαίως πρέπει νὰ τὴν ἀναθέσητε εἰς τοὺς ὑπέχοντας τὴν εὐθύνην τῆς ἀστυνομίας ἐν τῷ Κράτει. Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ὁ ἔνδοξος στρατηγὸς, εὗρε δύο ἀρετάς.

§181Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὸν τίτλον.

§182Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς τὸν ἀπέδωκα καὶ ἄλλοτε, ὡς Πρωθυπουργὸς, καὶ τὸν τίτλον καὶ τὸν βαθμόν.

§183Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.

§184Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εὗρε, λέγω, δύο ἀρετὰς ἐν τῷ νομοθετήματι, ἀλλ’ εὗρε καὶ μίαν ἀτέλειαν. Εἶπεν ἡμῖν, ὅτι πρόκειται περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ πραγματικῶς κατὰ τοῦτο μόνον διαφέρει ἡ γνώμη μου πρὸς τὴν γνώμην τοῦ στρατηγοῦ, ὅτι πρόκειται περὶ τμήματος τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, περὶ τοῦ τμήματος τοῦ μᾶλλον ἐπείγοντος· ἠρώτα δὲ ὁ στρατηγός: «διατὶ οὐδὲ μνεία γίνεται περὶ ἐφεδρείας;» Διότι τὰ τῆς ἐφεδρείας δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἀναμφισβητήτως τὰ τῆς ἐφεδρείας πρέπει νὰ ὀργανωθῶσιν, ἀλλὰ τὰ τῆς ἐφεδρείας θὰ ὀργανωθῶσι διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ τις στρατὸν ὑπὸ τοὺς σημερινοὺς ὅρους, κατὰ τὰς ἰδέας τὰς ἐπικρατούσας σήμερον εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, ἄνευ πραγματικῆς ἐφεδρείας, ἐφεδρείας, ἡ ὁποία θὰ συνταχθῇ ἐν δεδομένῃ στιγμῇ περὶ τὸν πυρῆνα, — διότι οὐδὲν ἕτερον εἶναι, Κύριοι, ὁ μόνιμος στρατὸς, — καὶ πρὸς τὸν πυρῆνα αὐτὸν θὰ συγχωνευθῇ, καὶ θ’ ἀναπτύξῃ αὐτόν. Ἀλλ’ εἶναι ἡ ὥρα, καθ’ ἣν πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν περὶ τῆς ἐφεδρείας; Βεβαίως ὄχι. Οὐδ’ ἦτο δυνατὸν τὰ τῆς ἐφεδρείας νὰ ὀργανωθῶσιν ἀπὸ τοῦ Σαββάτου μέχρι τῆς Δευτέρας, ὅτε ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, γνωρίζει δὲ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, πῶς χαρακτηρίζεται τὸ νομοθέτημα περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ παρὰ τοῦ ἄρθρου 14 αὐτοῦ: «Ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ». Πρόκειται δηλ. περὶ νομοθετήματος προσκαίρου. Ἐὰν, ὡς πέπεισμαι, κατὰ Νοέμβριον ὑποβληθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, τότε ἐν τῷ ὀργανισμῷ αὐτῷ θὰ περιληφθῶσι καὶ πᾶσαι αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐφεδρείαν· διότι, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ τις σήμερον στρατὸν ἄνευ ἐφεδρείας καλῶς ὠργανωμένης, ἡ ὁποία σκοπεῖ νὰ ἀναπτύξῃ ἐν ὥρᾳ πολέμου τὸν ἐν ὥρᾳ εἰρήνῃ πυρῆνα, τὸν μόνιμον στρατόν. Κύριοι, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν κυρίως ἀπεβλέψαμεν εἰς τὸ νὰ νομιμοποιήσωμεν καὶ μονιμοποιήσωμεν τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, νὰ ἀρθῇ δὲ πᾶσα ἀμφιβολία περὶ τοῦ τελεσφόρου καὶ τοῦ εὐεργετικοῦ αὐτοῦ, ν’ ἀφήσωμεν ἐντελῶς ἐλευθέρας τὰς χεῖρας τοῦ Γεν. Διοικητοῦ κατὰ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος, ν’ ἀποσπάσωμεν ἀπ’ αὐτοῦ πάσας ἐκείνας τὰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον εἰς μάτην ἀπασχολεῖ αὐτὸν, ν’ ἀποδώσωμεν δὲ τὴν εὐθύνην διὰ τὰ τοῦ στρατοῦ εἰς ὃν ἀνήκει αὕτη ἐκ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Εἰς τοιούτους ἀποβλέποντες σκοποὺς, καὶ τοιαῦτα ἀπεκδεχόμενοι ἀποτελέσματα ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐφιστῶμεν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δώσῃ ἐπ’ αὐτοῦ.

§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, ὅτε ἀνέγνωσα τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον συζητεῖται, ὅτε κυρίως ἀνέγνωσα τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐνόμισα, ὅτι καθῆκον δὲν εἶχον νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, διότι κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ «ἀσάφειαι, αἵτινες προέκυψαν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ καὶ αἵτινες ἐνίοτε ἐπήνεγκον ἀνωμαλίας περὶ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ»· προστίθεται δὲ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, ὅτι «ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ διάταξις, ἥτις περιέπεσεν ἐν ἀχρηστίᾳ ἕνεκα εἰδικῶν περιστάσεων». Ἐνόμιζον λοιπὸν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου κυρίως ἐπιδιώκεται τοῦτο· νὰ παύσωσιν αἱ ὑπάρχουσαι ἀσάφειαι, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ φέρωσι δυσκολίας κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ ἔθεσε τὸ ζήτημα οὐχὶ ἐν τῷ στενῷ κύκλῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τίθεται. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ἀντισυνταγματικότητος διατάξεών τινων τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου. Ἐπειδή, Κύριοι, ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθη καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, θεωρῶ ὅτι ἔχω ὑπέρτατον καθῆκον νὰ ἀμυνθῶ κατὰ τῆς κατηγορίας περὶ ἀντισυνταγματικότητος τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐνόμιζον, ὅτι δὲν θὰ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν μέχρι τῆς ὑποβολῆς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὑπῆρξάν τινες, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ νόμου ἐκείνου, ἔχω, λέγω, τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβητῶν τὴν συνταγματικότητα τοῦ νόμου τούτου· διότι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ σήμερον συζητούμενον οὐδὲν ἕτερον ἀποδεικνύει ἢ ὅτι ὁ νόμος ὁ λειτουργῶν εἶναι συνταγματικός. Δυνάμει τοῦ λειτουργοῦντος νόμου δύο κυρίως ἀναγνωρίζονται δικαιώματα εἰς τὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως. Καὶ περὶ μὲν ἐπιθεωρήσεως οὐδεὶς πλέον γίνεται λόγος,—τὸ δικαίωμα τοῦτο διατηρεῖται, ὡς ἔχει,—ἀλλ’ ἐθεωρήθη, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως καταργεῖ τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην, καὶ μεταφέρει ταύτην εἰς πρόσωπον ἀνεύθυνον, καταργουμένης δὲ τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, ἐννοεῖται, ὅτι καταπατεῖται ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ἐξεταστέον, καταργεῖται ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη; Ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως ῥητῶς λέγει (ἀναγινώσκει): «Συνιστᾶται Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ. Προϊσταμένη ἀρχὴ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν». Ἀναγνωρίζεται ἄρα ὑπὸ τοῦ νόμου, ὅτι προϊσταμένη ἀρχὴ εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ, λέγουσι, δικαίωμα προτάσεως ἔχει ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ὑποχρέωσιν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς προτάσεως ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Οὐδαμοῦ τοῦ νόμου τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἀνευρίσκω ἢ διαβλέπω. Ὁ Ὑπουργὸς ὅμως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ διάταγμα περὶ τοποθετήσεως ἢ μεταθέσεως, τὸ δικαίωμα δὲ τῆς ὑποβολῆς τοῦ διατάγματος καθιεροῖ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι οὐδεμία διάταξις ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ὑπάρχει, ὑποχρεοῦσα αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ διάταγμα, ἐὰν ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τοῦ διατάγματος πρόκειται νὰ γείνῃ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ. Καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς, ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ὑμῶν ἐξάγεται· διότι, μὲ ὅλας τὰς λεπτολόγους ἀναλύσεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν δύνασθε ν’ ἀποφύγητε τὸ ἑξῆς δίλημμα· ἢ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως ἀφαιρεῖ καὶ ἀκυροῖ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἑπομένως ἀντίκειται πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὸ κανονίζον τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην, καὶ τότε οὐδεμίαν πρότασιν δικαιοῦται καὶ δύναται νὰ ὑποβάλλῃ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, διότι ἡ πρότασις, ματαιοῦσα τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην, ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἢ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως δὲν ἀκυροῖ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς ὑποβολῆς ἢ μὴ τοῦ διατάγματος, καὶ τότε δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως. Ἐκ τοῦ διλήμματος τούτου δὲν δύνασθε νὰ ἐξέλθητε. Καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ εἴπητε, ὅτι ἐξέρχεσθε ἐκ τοῦ διλήμματος τούτου, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑμῶν ὑπάρχει διάταξις, ὅτι, καθ’ ἣν περίπτωσιν ὁ Ὑπουργὸς δὲν παραδέχεται τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν αὐτῷ παρὰ τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ τὸν Γενικὸν Διοικητὴν νὰ ὑποβάλῃ ἑτέραν πρότασιν, ἢ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ σήμερον δυνάμει τοῦ νόμου ἔχει. Ἔχει τὸ δικαίωμα, δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὅταν λάβῃ μίαν πρότασιν παρὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, νὰ μὴ ὑποβάλῃ τὸ διάταγμα, καὶ νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις παρὰ τῆς ὑφισταμένης ἀρχῆς, διὰ τίνας λόγους ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν πρότασιν. Ὑμεῖς δὲ τί κάμνετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Ἀναγνωρίζετε εἰς τὸν Ὑπουργὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον πλῆρες ἔχει δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Ἡ δὲ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, δυνάμει τῆς ὁποίας, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ Ὑπουργὸς δὲν συμφωνῇ πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν, δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως δευτέραν πρότασιν, μεγάλας δύναται νὰ γεννήσῃ δυσκολίας. Διότι τί θέλει συμβῆ, ἐὰν ἡ δευτέρα πρότασις ἦναι ὁμοία τῆς πρώτης; Τί θέλει συμβῆ, ἐὰν ἡ δευτέρα πρότασις δὲν τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ; Δὲν ἐξέρχεσθε λοιπὸν τῆς ἀντισυνταγματικότητος διὰ τῆς δευτέρας προτάσεως, ἐὰν ἀντισυνταγματικότης ὑπάρχῃ ἐν τῷ δικαιώματι τῆς ὑποβολῆς προτάσεων· αὐξάνετε μόνον τὰς δυσκολίας. Τὸ ζήτημα, κατ’ ἐμὲ, εἶναι τοσοῦτο καθαρὸν, τὸ δίλημμα δὲ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξέλθῃ τις ἢ διὰ τῆς ἑτέρας τῶν ἑξῆς δύο λύσεων· ἢ πρέπει νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἀντισυνταγματικότης δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ δικαιώματι τῆς προτάσεως, καὶ τότε καλῶς ἔχει ὁ νόμος ὁ ὑφιστάμενος, ἢ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως ἐκ μέρους τῆς Γενικῆς Διοικήσεως εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, καὶ ἑπομένως ὁ νόμος ὁ ὑφιστάμενος εἶναι ἀντισυνταγματικός. Ἀλλὰ τότε καὶ τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ προκαλέσῃ δευτέραν πρότασιν, δὲν καθιστᾷ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως συνταγματικὸν, καὶ τοῦ δικαιώματος τούτου μὴ ὄντος συνταγματικοῦ, τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Εὑρίσκεσθε πρὸ τῆς ἀνάγκης, ἢ νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, καὶ ἑπομένως τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ἢ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο οὐδὲν ἔχει τὸ ἀντισυνταγματικὸν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστηρίξητε ὅτι ἡ ἀντισυνταγματικότης τῆς προτάσεως καλύπτεται διὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως ζητήσῃ τὴν ὑποβολὴν δευτέρας προτάσεως. Περὶ τούτου, Κύριοι, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ ἡ παραμικρὰ ἀμφισβήτησις. Ὁ συλλογισμὸς οὗτος εἶναι τοιοῦτος, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶ, ὅτι κατ’ αὐτοῦ δύναται νὰ ἀντιταχθῇ τις. Ἐπαναλαμβάνω, τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως, κατ’ ἐμὲ, οὐδόλως θίγει τὴν εὐθύνην τὴν ὑπουργικὴν, διότι μένει ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν πρότασιν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε: «Ἐὰν τυχὸν ὁ Ὑπουργὸς δὲν συμμορφωθῇ πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, βαίνομεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον». Δὲν βαίνομεν, Κύριοι, εἰς τὸ ἀπροχώρητον, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ἀπροχώρητον νὰ μᾶς φοβίσῃ· διότι, ἐὰν ὑποθέσωμεν,—καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐπιβάλλεται ἡμῖν,—Ὑπουργὸν καὶ Γεν. Διοικητὴν ἐμφορουμένους ἐκ μόνης τῆς σκέψεως τῆς προαγωγῆς τῶν τοῦ στρατοῦ, βεβαίως θέλει ἐπέλθει συμφωνία μεταξὺ αὐτῶν. Ἐὰν ὅμως—ὅπερ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ—ἀποκλείετε τὸ δυνατὸν τῆς συμφωνίας εἰς τὸ πρῶτον στάδιον, δηλαδὴ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς πρώτης προτάσεως, διατὶ τὴν παραδέχεσθε εἰς τὸ δεύτερον, εἰς τὴν ὑποβολὴν τουτέστι τῆς δευτέρας προτάσεως, ὅτε κατ’ ἀνάγκην καθίσταται δυσκολωτέρα; Διατὶ δὲν παραδέχεσθε, ὅτι σύρραξις γνωμῶν, δύσκολος ἐν τῷ πρώτῳ σταδίῳ, καθίσταται λίαν πιθανὴ ἐν τῷ δευτέρῳ; Διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν κρίσιν μου, αὐξάνουσιν αἱ δυσκολίαι, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι διὰ ταύτης αἴρεται ἡ ἀντισυνταγματικότης, ἡ δῆθεν ὑπάρχουσα ἐν τῷ νόμῳ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως; Ὁ νόμος, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικός. Ὁ νόμος ἀπέβλεψεν εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ τὴν διοίκησιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἐντελῶς ἀνεξάρτητον τῆς πολιτικῆς. Λέγων δὲ ταῦτα, οὐδόλως διανοοῦμαι νὰ ὑβρίσω ἢ νὰ προσβάλω τοὺς παρακαθημένους εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐχαρακτήρισεν ὡς φθοροποιόν· ἔχομεν δὲ τοσοῦτον ἐρριζωμένην τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρέπει τὴν ἐπίδρασιν ταύτην νὰ περιορίσωμεν, ὥστε δὲν περιωρίσθημεν, ἵνα περιορισμοὺς ταύτης ἐπιζητήσωμεν μόνον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, περιωρίσαμεν ταύτην εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, καὶ ἂν θέλωμεν νὰ ὑπηρετήσωμεν τὴν πατρίδα, πρέπει νὰ προβαίνωμεν πάντοτε περιορίζοντες αὐτήν. Τὴν περιωρίσαμεν, ὡς εἶπον, εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα. Καὶ ἐρωτῶ, ἐφαντάσθη τίς ποτε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔπαυσε π. χ. ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐπειδὴ ὁ νόμος ὁ κανονίζων τὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοδιδασκάλων, εἰς ἄλλους ἀναθέτει τὸν διορισμὸν, εἰς τὸν Ὑπουργὸν δὲ ἀναθέτει τὴν πρόκλησιν τοῦ διατάγματος, τὴν ὑποβολὴν τοῦ διατάγματος; Ἐφαντάσθη τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικόν; Καὶ εὑρέθη τις νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ἐπιβάλλουσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ καθῆκον νὰ προκαλῇ τὸ διάταγμα τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοδιδασκάλων, εἶναι ἀντισυνταγματική; Καὶ σημειώσατε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπορρίψῃ τὸν προτεινόμενον διορισμόν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεναντίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ: «Τὴν πρότασιν τῆς Γεν. Διοικήσεως δὲν παραδέχομαι, καὶ προσκαλῶ αὐτὴν, ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτῆς, ὡς ὑφισταμένης ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ διατάξω, προσκαλῶ αὐτὴν νὰ ὑποβάλῃ νεωτέραν πρότασιν», ἢ «προσκαλῶ αὐτὴν νὰ μοὶ εἴπῃ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι δικαιολογοῦσι τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν.» Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας οὐδὲν δικαίωμα ἔχει. Εἶναι διαβιβαστικὴ ἀρχὴ μόνον. Λαμβάνει τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, διατάσσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν σύνταξιν τοῦ διατάγματος, καὶ ὑποβάλλει τὸ διάταγμα. Ἐὰν τοῦτο δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν, — καὶ βεβαίως δὲν εἶναι, — δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ διάταξις ἡ ἀπαντῶσα ἐν τῷ νόμῳ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως εἶναι ἀντισυνταγματική; Ἐπέμεινα, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι φρονῶ, ὅτι ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως πολὺς ἀδίκως ἐγένετο λόγος περὶ ἀντισυνταγματικότητος τοῦ νόμου τούτου. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν μέχρι τοῦδε ὑπῆρξέ τις, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀμφιβολίας περὶ τῆς συνταγματικότητος τοῦ νόμου, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ παραδεχθῇ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅτι αἱ ἀμφιβολίαι αὐτοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητοι· διότι τὸ νομοσχέδιον, ἀναγνωρίζον εἰς τὸν Γεν. Διοικητὴν τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως, ἀναγνωρίζει ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν· ἐὰν δὲ τυχὸν εἶναι τοιοῦτον, δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς συνταγματικὸν διὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα ἀπαιτῇ δευτέραν πρότασιν, ἢ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, τὴν ὁποίαν εἶχον καθῆκον νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπεν εἰς τὴν εὐθύνην ἐμοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι τότε Πρόεδρος, φρονῶ ὅτι πολλὰ δὲν ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ἐπὶ τῶν λοιπῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ἐκρίθη ὅτι ὑπηρεσίαι τινὲς ἠδύναντο ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐλύθη μετὰ ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, μετὰ ἐπισκόπησιν τῶν δυσκολιῶν, αἱ ὁποῖαι ἴσως ἐν τῇ ἐφαρμογῇ παρουσιάσθησαν. Λέγω δὲ ὅτι ταῦτα μεγάλην σημασίαν δὲν ἔχουσι, διότι, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν πιστεύω ὅτι Ὑπουργός τις τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξ ὅσων διῴκησαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐνομοθετήθη ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, εὗρε τὴν παραμικρὰν δυσκολίαν εἰς τὴν ὑποβολὴν προτάσεως συμφώνου πρὸς τὰς ὑποδείξεις αὐτοῦ· δὲν πιστεύω ὅτι μεγάλως θὰ ἀλλοιώσῃ τὸν θεσμὸν ἡ μὴ ὑπαγωγὴ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Γεν. Διοικήσεως ὑγιειονομικῶν τινων ἀξιωματικῶν ἐκτὸς τῶν σωμάτων ὑπηρετούντων, ἢ οἰκονομικῶν τινων ἀξιωματικῶν ἐκτὸς τῶν σωμάτων ὑπηρετούντων. Νομίζω, ὅτι αἱ ἐξαιρέσεις αὗται ἀφίνουσιν ἄθικτον τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, καὶ δύνανται νὰ γείνωσι δεκταὶ καὶ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπεστήριξαν τὸν νόμον περὶ Γεν. Διοικήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἐπιτραπήτω μοι νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως ποσῶς δὲν ἐξάγεται ὅτι καταργεῖται ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι δὲν ἐξάγεται ἐκ τοῦ νόμου τούτου ἡ κατάργησις αὕτη, εἶναι, ὅτι ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἐξηκολούθησε καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ κύρωσιν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου λειτουργοῦσα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐλειτούργει πρότερον. Ἐὰν ἡ λειτουργία τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι πλημμελής, ἐὰν πλημμελὴς ὑπῆρξε πάντοτε, ἂς εὐχηθῶμεν, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ ἀποβῇ ὠφέλιμος καὶ θ’ ἀσχοληθῇ περὶ τὰ θέματα ἐκεῖνα, περὶ τὰ ὁποῖα κυρίως πρέπει νὰ ἀσχολῆται ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως εἶχε καταργηθῆ ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐξηκολούθησε λειτουργοῦσα ἐν αὐτῷ ὡς καὶ πρότερον. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως ἀναγνωρίζει — καὶ δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀναγνωρίσῃ — πλῆρες τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα προκαλέσῃ τὴν Γεν. Διοίκησιν, — ἀρχήν, ἐπαναλαμβάνω, ὑφισταμένην, διότι προϊστάμενος τῆς ἀρχῆς ταύτης εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως, — ὅπως ἀσχοληθῇ ἐπὶ ὅλων τῶν θεμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον μελετῶν ἐκ μέρους τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ τὸ νὰ ὑπάρχῃ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἡ ὁποία τὴν τυχὸν ἀσάφειαν περὶ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας προτίθεται νὰ λύσῃ, νομίζω ὅτι εἰς τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντείπῃ. Ἐὰν ἀσάφειαι ὑπῆρχον, ἐὰν ἀμφιβολία ἐγεννήθη ὡς πρὸς τὴν ὕπαρξιν ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καλῶς ἔχει ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ αἴρουσα τὴν ἀσάφειαν. Καὶ φθάνω οὕτως εἰς τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν διάταξιν τὴν σχετικὴν πρὸς τοὺς ἀστυνόμους. Πολλάκις, Κύριοι, ἔσχον ἀφορμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκθέσω τὰς ἰδέας μου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Εἶπον ἐπανειλημμένως, ὅτι κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐννοηθῇ στρατιωτικὴ ἀστυνομία καὶ ὀργανισμὸς στρατοῦ, ἐδήλωσα δὲ πάντοτε, ὅτι τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θ’ ἀσχοληθῶμεν σοβαρῶς περὶ ὀργανισμοῦ στρατοῦ, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἀπασχολοῦσα 300 καὶ πλέον ἀξιωματικούς, δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ, ὅταν θὰ ἔχητε στρατὸν ἐπιβάλλοντα τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ μεταχειρισθῇ τοὺς 300 τούτους ἀξιωματικοὺς πρὸς ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ. Εὐθὺς λοιπὸν ὡς ψηφισθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι καὶ ἄλλοτε εἶπον. Αἱ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ θεμελιώδεις ἰδέαι εἶναι κοιναὶ εἰς ὅλους· διότι, ἐὰν λάβητε τὰς μελέτας τὰς δημοσιευθείσας παρ’ ὅλων τῶν ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των δυναμένων ν’ ἀσχοληθῶσι περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θὰ ἴδητε, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὅλοι φθάνουσιν, ὀλίγον διαφέρουσι μεταξύ των. Ὅλοι παραδέχονται, ὅτι τὸ πρῶτον μέλημα οἱουδήποτε ἀσχολουμένου εἰς τὴν παρασκευὴν ὀργανισμοῦ στρατοῦ εἶναι νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ. Ἐν ὅσῳ, Κύριοι, δὲν ἔχετε ἄνδρας ἐν τῷ στρατῷ, δὲν δύνασθε νὰ ἐπιδιώξητε ἐκπαίδευσιν ἀξιωματικῶν, στελεχῶν καὶ ἀνδρῶν, δὲν δύνασθε νὰ σκεφθῆτε περὶ σχηματισμοῦ πυρῆνος, περὶ τὸν ὁποῖον θὰ ἔλθωσι νὰ συνταχθῶσιν αἱ ἐφεδρεῖαι. Καὶ σήμερον ἔτι ἐγένετο λόγος περὶ ἐφεδρειῶν. Βεβαίως εἶναι ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη ἀπόλυτος, ὅπως αἱ ἐφεδρεῖαι γυμνασθῶσιν· ἀλλ’ ὅπως ἡ ἀνάγκη αὕτη πραγματοποιηθῇ, πρέπει πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἔχητε πυρῆνα στρατοῦ. Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι, ὅταν ἔχωμεν ὑπὸ τὰ ὅπλα μόλις 15 χιλιάδας ἄνδρας, ὅταν ἕκαστον σύνταγμα ἡμῶν δὲν ἔχῃ πλείονας τῶν 300 ἢ 400 ἀνδρῶν, καὶ τούτους διεσπαρμένους, ὅταν ἦναι ἀδύνατον νὰ γείνωσιν οὐχὶ γυμνάσια τάγματος, συντάγματος, ταξιαρχίας καὶ μεραρχίας, ἀλλὰ πολλάκις καὶ γυμνάσια λόχου, εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ προσκλήσεως ἐφεδρειῶν; Ἄρα πρώτη ἀνάγκη εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν. Καὶ ὅπως φθάσῃ τις εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, δύο γνῶμαι δὲν ὑπάρχουσι· πρέπει ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ ἀπαλλαγαί, πρέπει ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐλαττωθῇ ἡ θητεία. Ἐὰν δὲν ἐλαττωθῶσιν αἱ ἀπαλλαγαί, θὰ εὑρεθῆτε πάντοτε πρὸ τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον δίδει ἡ σημερινὴ κατάταξις τῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν τῶν ὑποχρεώσεων προσερχομένων· ἐὰν δὲν ἐλαττώσητε τὴν θητείαν, θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐλαττώσητε τὰς ἀπαλλαγὰς, ἑπομένως εἶναι οἱ δύο ὅροι ἀναγκαῖοι, ὅπως ὀργανισμὸς οἱοσδήποτε λειτουργήσῃ. Ἀλλ’ ὅταν δυνηθῶμεν τοὺς δύο τούτους ὅρους νὰ ἐφαρμόσωμεν, —καὶ ὅπως δυνηθῶμεν τοὺς δύο τούτους ὅρους νὰ ἐφαρμόσωμεν, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἔχωμεν δαπάνην μεγαλειτέραν, καὶ τὸ ζήτημα καταντᾷ, ὡς βλέπετε, ζήτημα οἰκονομικὸν —ὅταν, λέγω, δυνηθῆτε, λύοντες τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν, ἄνευ τοῦ ὁποίου πᾶς ὀργανισμὸς στρατοῦ, ὅσον τέλειος καὶ ἂν ἦναι, θὰ ἦναι ὀργανισμὸς καταδεδικασμένος νὰ μείνῃ χάρτης ἄγραφος, ὅταν, λέγω, τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα λυθῇ καὶ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἐφαρμοσθῇ, τότε βεβαίως πρέπει ἀμέσως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ αὔξησις ἀφ’ ἑνὸς τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, ἀφαίρεσις ἀπὸ τοῦ στρατοῦ 300 ἀξιωματικῶν ἀφ’ ἑτέρου. Βαίνομεν λοιπὸν κατ’ ἀνάγκην, Κύριοι, ἐὰν σκεφθῶμεν σοβαρῶς περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, βαίνομεν κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐν ὅσῳ ὅμως τὰ οἰκονομικὰ μέσα τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσιν αὐτῷ τὴν ἐφαρμογὴν νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία θέλει ἐξακολουθήσει λειτουργοῦσα, διότι δι’ αὐτῆς ἐπιτυγχάνεται οἰκονομία 600 χιλιάδων δραχμῶν διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν. Ψηφίσατε ὅσους νόμους θέλετε περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ ἦναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, νὰ διατηρήσητε αὐτήν· διότι θὰ σκεφθῆτε, ὅτι καταργουμένης τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας θὰ ἔχητε ἐπιβάρυνσιν τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ 600 χιλιάδας δραχμῶν, οἱονδήποτε δὲ σύστημα ἀστυνομίας καὶ ἂν ἐφεύρητε, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι τοῦτο, θὰ ἦναι σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτῇ δαπάνας· ἀδιαφορῶ δὲ, ἂν αἱ δαπάναι αὗται μεταφερθῶσιν ἐκ τοῦ Κράτους εἰς τοὺς δήμους, ἀδιαφορῶ πληρέστατα· διότι ἡ κατάστασις τῶν δήμων εἶναι εἰς ὅλους γνωστή, καὶ εἶναι τοιαύτη, ὥστε πᾶσα ἐπιβάρυνσις αὐτῶν θὰ ἐπιβαρύνῃ πράγματι τὸ Κράτος, δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον νὰ βαρύνητε τὸ Κράτος, ἐν ὅσῳ δύνασθε νὰ διαθέσητε διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι εἰς οὐδὲν σοβαρὸν ἔργον στρατιωτικὸν ἀσχολοῦνται, καὶ τοὺς ὁποίους, καλῶς πράττετε, τοποθετοῦντες εἰς τὰς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους, καὶ ἐξοικονομοῦντες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δαπάνην ὑπερβαίνουσαν τὰς 600 χιλιάδας δραχμῶν. Ἀλλὰ ἐν ὅσῳ τὸ σύστημα τοῦτο ἐξακολουθεῖ ἐφαρμοζόμενον, ἐν ὅσῳ οἱ ἀξιωματικοὶ ἀποσπῶνται εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, νομίζετε ὅτι ἡ σχετικὴ περὶ αὐτῶν διάταξις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι καλή; Νομίζετε ὅτι εἶναι καλὸν, ἐνῷ παραδέχεσθε τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ διὰ τὴν τοποθέτησιν καὶ μετάθεσιν τῶν ἀξιωματικῶν ἐν γένει, νὰ ἐξαιρέσητε ταύτης τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐν ταῖς ἀστυνομίαις ὑπηρετοῦντας; Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι πρέπον ν’ ἀφήσητε εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν, τὸν γνωρίζοντα τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, τὸν γνωρίζοντα ποῖα σώματα ἔχουσιν ὑπεραρίθμους, ποῖα σώματα δύνανται νὰ στερηθῶσιν ἀξιωματικῶν τινων ἄνευ ζημίας τῆς ὑπηρεσίας, δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι καλὸν ν’ ἀφήσητε εἰς αὐτὸν τὴν πρότασιν καὶ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἀστυνομίας; Καὶ ποῖος ὁ κίνδυνος ὁ ἐκ τῆς προτάσεως ταύτης; Ἐὰν ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν δίδετε ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ ἔχῃ πράγματι τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ἐξ αὐτῆς προσδοκᾶτε, ἐὰν διὰ τῆς λύσεως τῆς ὑποδεικνυομένης, δηλαδὴ διὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ νὰ ζητῇ ἠτιολογημένην ἔκθεσιν, ἢ νὰ ζητῇ δευτέραν πρότασιν, νομίζητε ὅτι ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ ἀποκαθίσταται πλήρης καὶ πᾶς κίνδυνος διαφωνίας μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ αἴρεται, ποίαν δυσκολίαν ἔχετε ν’ ἀπαιτήσητε αὐτὴν καὶ διὰ τοὺς ἀστυνόμους; Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου, ἡ σχετικὴ πρὸς τοὺς ἀστυνόμους. Ἐγὼ, Κύριοι, μετὰ τὴν συζήτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν προεκλήθην, ἐκ τοῦ καθήκοντος ἵνα ἀποδείξω, ὅτι νομοσχέδιον τῇ ἐμῇ πρωτοβουλίᾳ ὑποβληθὲν καὶ ψηφισθὲν δὲν εἶχε τὸ μέγα ἁμάρτημα τῆς ἀντισυνταγματικότητος, ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι, ἐὰν διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἐπιτυγχάνηται νὰ μὴ γείνῃ πλέον λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, νὰ μὴ ἀποτελέσῃ ὁ θεσμὸς αὐτὸς θέμα διαπάλης κομματικῆς, φρονῶ ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ συστήσω τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Ἐκ τοῦ θεσμοῦ ἀπεκδέχομαι καλὰ ἀποτελέσματα, ἐὰν μάλιστα ἡ Πολιτεία δυνηθῇ νὰ λάβῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ δρᾶσις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἢ λίαν περιωρισμένη. Εἰς τὴν λῆψιν τῶν μέτρων τούτων δέον νὰ ἀσχοληθῶμεν ἄνευ διακρίσεως κόμματος. Πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν πρὸς ψήφισιν καλοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, πρὸς εὕρεσιν κυρίως οἰκονομικῶν μέσων, ἐπιτρεπόντων τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου. Τούτου γενομένου, θὰ ἐκδηλωθῇ καταφανέστερον ἡ ἀγαθὴ ἐπίδρασις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐπὶ τῆς βελτιώσεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων.

§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ εἰσαχθέντος νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, διότι, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ζητήσῃ νὰ πείσῃ ὑμᾶς, ὅτι ὁ ὑπάρχων ἐν ἰσχύϊ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, καθῆκον εἶχον ὡσαύτως καὶ ἐγὼ νὰ ζητήσω νὰ πείσω ὑμᾶς, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ, τοὺς ὁποίους προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἦσαν ἰσχυρισμοὶ βάσιμοι καὶ οὐσιώδεις. Ὅτε κατὰ τὸ 1890 εἰσήχθη ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, πολλὰ συγχρόνως ἐτέθησαν ἐπὶ τοῦ τάπητος θέματα πρὸς συζήτησιν· ἐὰν συμφέρει εἰς τὰς πολιτειακὰς ἐξουσίας, ἐὰν συμφέρει εἰς τὴν χώραν καὶ εἰς τὸ Κράτος νὰ περιβληθῇ ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου διὰ καθηκόντων, ἔστω καὶ καθαρῶς στρατιωτικῶν, τὰ ὁποῖα ὅμως ἤθελον δημιουργήσει αἰσθήματα δυσαρεσκείας πρὸς αὐτὸν, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα τῆς πατρίδος προώρισε τὸν Διάδοχον νὰ ἀναβῇ ἐπὶ τοῦ Θρόνου, ὅταν ὁ Θεὸς ἤθελεν εὐδοκήσει, τὴν ἡμέραν δ’ ἐκείνην, ἀναβαίνων ἐπὶ τοῦ Θρόνου, συμφέρον ἦτο νὰ ᾖναι ἀπηλλαγμένος πάσης κατ’ αὐτοῦ προκαταλήψεως. Ἡ παρατήρησις αὕτη ἦτο παρατήρησις πολιτικὴ, δὲν ἦτο παρατήρησις νομοθετικὴ, παρατήρησις συνταγματική. Πολλοὶ ἀληθῶς ἐκ τῶν συναδέλφων τῶν τότε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει τὴν γνώμην ταύτην εἶχον, καὶ ἐπίστευον ὅτι βεβαίως δὲν πρέπει ν’ ἀνατεθῶσι καθήκοντα ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Ἐγὼ δὲν προέβην μέχρι τοῦ συλλογισμοῦ τούτου, καίτοι ηὐχόμην νὰ μὴ εἰσήγετο τοιοῦτο νομοσχέδιον, δὲν προέβην, λέγω, μέχρι τοῦ συλλογισμοῦ τούτου, καίτοι κατὰ τὸ μεσολαβῆσαν διάστημα, ἀπὸ τοῦ 1893 μέχρι τοῦ 1897, μοὶ ἐδόθησαν ἀφορμαὶ καὶ εὐκαιρία, ἵνα μορφώσω τὴν γνώμην, ὅτι τὰ ἔργα τὰ ἀνατιθέμενα εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου δὲν πρέπει νὰ ᾖναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ δημιουργήσωσιν αἰσθήματα πρὸς αὐτὸν δυσμενῆ, καίτοι μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ τὰς ἰδέας μου ταύτας νὰ ἀνακοινώσω καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Διάδοχον. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι δὲν ἠσχολήθην ἐπὶ τοσοῦτον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅσον μὲ ἠσχόλησε τὸ θέμα τὸ ἕτερον, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, ἀφοῦ μάλιστα, ἐὰν ἤθελέ ποτε τελεσθῆ πρᾶξις ἀντισυνταγματικὴ ὑπὸ Ὑπουργοῦ, ὀργάνου τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὸ δεινὸν δὲν ἤθελεν εἶσθαι τοσούτῳ δεινὸν, ὅσῳ ἐὰν ἐτελεῖτο πρᾶξις ἀντισυνταγματικὴ ἐπ’ ὀνόματι τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, περιορισθεὶς ἐπὶ τῶν γενομένων σήμερον παρατηρήσεων περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, καθ’ ἃς ἡ ἀντισυνταγματικότης τοῦ νόμου τούτου ὑπάρχει ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ἀνετέθη εἰς τὸν Διάδοχον, ὡς Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, ἵνα ὑποβάλλῃ προτάσεις, περιορισθεὶς, λέγω, εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἠσχολήθη ν’ ἀνασκευάσῃ τὸν προταθέντα ἰσχυρισμὸν, δὲν ἔθιξεν ὅμως ἄλλον ἰσχυρισμὸν, ὁ ὁποῖος καταγγέλλει τὴν παράβασιν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ὅταν τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 77 ἀναγράφῃ, ὅτι οὐδὲν μέλος τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας δύναται νὰ γείνῃ Ὑπουργὸς, ποίαν τάχα εἶχεν ἔννοιαν ἡ διάταξις αὕτη, ποῖος σκοπὸς, ποία ἰδέα, ποία γνώμη ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν τοῦ 1863 νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ Συντάγματι τοιαύτην διάταξιν; Κατάδηλον εἶναι, ὅτι ὁ σκοπὸς, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν διάταξιν ταύτην, ἦτο ἡ διατήρησις ἀκεραίας τῆς εὐθύνης τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διότι ἀνατρέπονται πᾶσαι αἱ βάσεις τῶν ἐλευθέρων πολιτευμάτων, ὅταν αἱ πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δὲν συνεπάγωσι τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ὑπέχει διὰ πᾶσαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν προσυπογράφει ὁ Ὑπουργὸς ἐν διατάγματι βασιλικῷ. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀνετέθησαν εἰς τὸν Διάδοχον. Βεβαίως ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ δὲν ἀνεγνώρισεν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὸν Διάδοχον, ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου τούτου ἀφῃρέθησαν δικαιώματα, καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἀνετέθησαν ταῦτα εἰς τὸν Διάδοχον· καὶ ἐνῷ ὁ Διάδοχος δὲν ἐγένετο Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνέλαβεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐκπληροῖ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπάγουσιν εὐθύνην, καὶ τὰ ὁποῖα ἁρμόζουσι μόνον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν κυρίως ὑπεύθυνον ἐπὶ τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων τούτων. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐὰν ἐξετάσητε τὰς λεπτομερείας τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα δι’ αὐτοῦ ἀνετέθησαν εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν, δὲν θὰ εὕρητε τὴν εὐθύνην ταύτην ἐκλιποῦσαν; Ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ ἀνήκει εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία εἶναι διαχείρισις χρημάτων· ὁ ὑπεύθυνος, ὁ Ὑπουργὸς, ἐτέθη ἐκτὸς ἀγῶνος, ἐκτὸς μάχης, ἐκτὸς ἐνεργείας, καὶ ἡ διαχείρισις γίνεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ποῖος λοιπὸν ὑπέχει τὴν εὐθύνην ταύτην; Ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν μεγάλων καὶ πολυτίμων συμφερόντων αὐτοῦ, ἡ ὁποία παριστᾷ τὴν ἔννοιαν τοῦ στρατοῦ καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, διότι ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἀντικείμενον ἔχει τὴν ἔρευναν τῶν πραγμάτων, τὴν μελέτην τῶν θεμάτων, τὴν παρασκευὴν καὶ ἐπεξεργασίαν πάντων τῶν ἀναγκαίων, τὰ ὁποῖα συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ τοῦ στρατοῦ, — σκοπὸς δὲ τοῦ στρατοῦ εἶναι ἡ ἄμυνα ὑπὲρ τῆς ἀκεραιότητος τοῦ Κράτους, ἢ ἡ ἄμυνα ὑπὲρ τῶν μεγάλων ἐθνικῶν συμφερόντων, — ἡ ἐπιτελικὴ, λέγω, ὑπηρεσία ἀφῃρέθη ἢ δὲν ἀφῃρέθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν; Ἂν σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ συντάκτης αὐτοῦ εἶχε τὴν πρόθεσιν ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἔλειπεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ θάρρος νὰ τὸ διατάξῃ εὐκρινῶς, καθαρῶς· καὶ ἂν ἤθελε παραβάλει τις ταῦτα μὲ τὰς σχέσεις τοῦ κοινωνικοῦ βίου, ἤθελεν ὑπολάβει, ὅτι ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἀφῃρέθη ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διά τινος λαθροχειρίας· καὶ ὅτι ἀφῃρέθη, ἀπόδειξις εἶναι τὰ γενόμενα μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου διατάσσει: «Τὸ ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπηρεσίας ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας». Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Γενικὴ Διοίκησις διεξάγει τὰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι ἀνατίθενται εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπάρχει πλέον ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν; Ὁ Κανονισμὸς μάλιστα, ὁ ἐκδοθεὶς πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὁ Κανονισμὸς οὗτος εὐρύτερον ἀναγράφει πάντα τὰ θέματα, ὅσα ἀποτελοῦσι τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ὑπάρχει ἐκδεδομένον κατὰ τὸ 1887 διάταγμα τῆς 25 Σεπτεμβρίου, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, κατὰ Μάϊον, ἐξεδόθη ὡσαύτως, περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Τὸ διάταγμα τοῦτο προσδιορίζει πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ποία εἶναι ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ, τίνα θέματα, τίνες μελέται, τίνες ἐργασίαι ἀποτελοῦσι τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ. Λέγω, ὅτι τὸ διάταγμα ἐξεδόθη πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, διότι κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διαιρεῖται εἰς τμήματα, ἓν δὲ τῶν τμημάτων τούτων εἶναι τὸ τμῆμα τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Τὸ διάταγμα τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1887 ἀνέγραψεν, ὡς εἶπον, ποῖα εἶναι τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις διεξάγεται ἐν τῷ περὶ οὗ ὁ λόγος τμήματι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ Κανονισμὸς, ὁ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως ἐκδοθεὶς, ἐν ἄρθρῳ 18 ἀναγράφει ταῦτα: «Πλὴν τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες ἀφορῶσι τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, τὸ ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑποθέσεις ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1887.» Ποίας ἀναγράφει ὑποθέσεις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τὸ διάταγμα τοῦτο; (ἀναγινώσκει): «1) Τὴν τοποθέτησιν τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἀποσπασμάτων αὐτῶν. 2) Τὴν μελέτην περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, τῆς ἐφεδρείας αὐτοῦ, τῆς ἐθνοφρουρᾶς καὶ τῆς ἐφεδρείας αὐτῆς, καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου. 3) Τὴν μελέτην τῶν ὀργανισμῶν τῶν ξένων στρατῶν. 4) Τὰ σχέδια ἐπιστρατεύσεως. 5) Τὰς βάσεις τῆς προπαρασκευῆς τοῦ πολέμου (σχέδιον ἀμύνης, σχέδιον ἐπιθέσεως). 6) Τὸν κανονισμὸν τῆς στολῆς καὶ τῆς ἐξαρτύσεως. 7) Τὰς βάσεις τῆς γενικῆς τοῦ στρατοῦ θεωρητικῆς καὶ πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως. 8) Τὴν μελέτην πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ ἐν πολέμῳ πόρων. 9) Τὰς μεγάλας ἀσκήσεις. 10) Τὴν ἀποστολὴν ἀξιωματικῶν πρὸς μελέτην ἀντικειμένων ἀναγομένων εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἢ πρὸς παράστασιν εἰς τὰς ἀσκήσεις ξένων στρατῶν. 11) Τὴν ἔκδοσιν ἀδειῶν περὶ δημοσιεύσεως στρατιωτικῶν συγγραμμάτων, περιοδικῶν καὶ ἐν γένει πραγματειῶν ἀφορωσῶν εἰς τὰ στρατιωτικά. 12) Τὴν μελέτην τῶν ἐκθέσεων τῶν τε ἐπιθεωρητῶν καὶ διοικητῶν στρατιωτικῶν μονάδων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν γενικὴν τοῦ στρατοῦ κατάστασιν. 13) Τὰς ἑρμηνείας ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν μεγάλων ἀσκήσεων καὶ ἐν γένει τῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ ἐν ἐκστρατείᾳ. 14) Τὴν ἵδρυσιν καὶ ἐπιτήρησιν τῶν μέσων πρὸς πρακτικὴν τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν ἐκπαίδευσιν, οἷον αἰθουσῶν ὁπλομαχητικῆς, ἱπποδρομίων, λεσχῶν καὶ τῶν τοιούτων. 15) Τὴν μελέτην ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν τῆς τε Ἑλληνικῆς χώρας καὶ τῶν γειτόνων χωρῶν. 16) Τὴν συλλογὴν πληροφοριῶν περί τε τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τοῦ ὁπλισμοῦ τῶν ξένων στρατῶν. 17) Τὸν προσδιορισμὸν καὶ τὴν τοποθέτησιν ἐν πολέμῳ τῶν ἀποθηκῶν, ἐφοριῶν, πυροτεχνουργείων, ἀρτοποιείων, νοσοκομείων, στρατιωτικῶν ἐργαλείων κλπ. 18) Τὸν στρατωνισμὸν, τὰς ἐπισταθμίας, τὰς στρατοπεδεύσεις καὶ τοὺς καταυλισμούς. 19) Τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιτιῶν. 20) Τὴν συλλογὴν χωρογραφικῶν πληροφοριῶν καὶ σχεδίων, ἀφορώντων εἰς τὰ γείτονα Κράτη. 21) Τὰς στατιστικὰς πληροφορίας περί τε τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῶν γειτόνων χωρῶν. 22) Τὴν συλλογὴν συγγραφῶν καὶ ὑπομνημάτων ἀφορώντων εἰς τὴν στρατιωτικὴν γεωγραφίαν καὶ ἱστορίαν τῶν ἐθνῶν, ἰδίᾳ δὲ τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ Τουρκικοῦ, καὶ σύνταξιν τῆς στρατιωτικῆς ἱστορίας τοῦ τόπου. 23) Τὴν συγκέντρωσιν τῶν ἡμερολογίων τῶν συμβάντων ἁπάντων τῶν σωμάτων καὶ τῶν ἀποσπασμάτων αὐτῶν. Τὰ ὁδοιπορικὰ ὑπομνήματα. 24) Τὰς στρατιωτικὰς συγκοινωνίας. 25) Τὰς τηλεγραφικὰς γραμμάς. 26) Τὴν μεταφορὰν στρατευμάτων διὰ θαλάσσης καὶ διὰ τῶν σιδηροδρόμων. 27) Τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν. Πάντα ταῦτα τὰ θέματα, κατὰ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, διεξάγει ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία. Τί μένει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν; Ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἀναγράφει: «Τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑποθέσεις ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας». Ἔμεινε λοιπὸν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον τίποτε; Δὲν εἶχον τὸ θάρρος νὰ τὸ ἀναγράψωσιν ἐν τῷ νόμῳ, εἶχον ὅμως τὸ θάρρος νὰ τὸ ἐκτελέσωσι, νὰ τὸ ἀναγράψωσιν ἐν τῷ Κανονισμῷ, καὶ νὰ ἀναγράψωσιν ὅτι πάντα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα τὸ διάταγμα τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1887 ἀνέγραψεν ὡς θέματα τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, πάντα ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως.

§187Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 6 σαφηνίζει πλέον τὴν ἔννοιαν.

§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω προβῆ ἀμέσως. Καὶ αὐτὰ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ποῖα πορίσματα παρέχουσιν; (ἀναγινώσκει τὴν βʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ): «Ὁ Γεν. Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν βασιλικοῦ διατάγματος. Ἔτι δὲ ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου, ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ.» Ὁ Ὑπουργὸς λοιπὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν διευθύνει πλέον ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα ἐνασκῇ αὐτὴν διὰ τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ ἐν τῷ τμήματι τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἐνασκεῖ πλέον οὐδὲ μελέτας, οὐδ’ ἀσχολεῖται εἰς τὰς λεπτομερείας· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει καθῆκον νὰ δέχηται προτάσεις, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς τὸν Βασιλέα καὶ προκαλέσῃ βασιλικὸν διάταγμα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν μελετῶν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὑφίσταται λοιπὸν πλέον Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν; Δὲν μετεφέρθησαν ἐν δέσμῃ πάντα τὰ καθήκοντα τ’ ἀποτελοῦντα τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν μετεφέρθησαν, λέγω, ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ; Καὶ τίς ὑπέχει τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ ἐκτελέσει τῶν ἐπιτελικῶν τούτων ἐργασιῶν; Ποῖος θέλει ὑπόσχει τὴν εὐθύνην, ἂν αἱ μελέται αὗται, ἂν αἱ ἔρευναι αὗται ἐγένοντο προσηκόντως, ἂν παρήγαγον ἀποτελέσματα ἀκριβῆ καὶ ἀληθῆ; καὶ παρὰ τίνος θέλομεν ζητήσει τὴν εὐθύνην ταύτην; Ὑπάρχει πλέον, ὑφίσταται ἡ περὶ εὐθύνης τῶν πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διάταξις τοῦ Συντάγματος; Ἰδοὺ διατὶ τότε καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζω ποίαν ἔχουσι σήμερον γνώμην, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ παρέστην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐξέθηκα τὴν γνώμην εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐζήτησα νὰ πείσω τὴν πλειοψηφίαν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως εἶναι ἀντισυνταγματικαὶ, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγράφωνται ἐν νόμῳ διατάξεις, αἵτινες ἀναιροῦσι τὴν βάσιν τοῦ πολιτεύματος, τὴν εὐθύνην τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ἕνεκα ἀμελείας τῶν ἐκτελούντων τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ γραφείῳ τῷ ἐπιτελικῷ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἕνεκα παραδρομῆς, ἕνεκα πεπλανημένης σκέψεως, παρήχθησαν ἀποτελέσματα τοιαῦτα, τῶν ὁποίων ἡ ἀποδοχὴ καὶ ἡ ἐκτέλεσις ἤθελον ἐκθέσει εἰς μέγαν κίνδυνον τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἤθελον ἐπιφέρει ζημίας ἀνεπανορθώτους· κατὰ τίνος τότε ἤθελεν ἡ Βουλὴ στραφῆ, ἵνα συστήσῃ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, ἢ ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως ζητήσῃ ποινικὰς εὐθύνας ἐπὶ τῷ δυστυχήματι, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν πατρίδα; Δὲν γνωρίζω, πῶς οἱ ὑπεύθυνοι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, οἱ εἰσηγησάμενοι τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, πῶς ἐσκέφθησαν τότε. Οὐδένα εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐγκαλέσω ἐπὶ ἐλλείψει πατριωτισμοῦ. Εἶναι ἐνδεχόμενον, ὅτι, ἂν ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν πάντα ταῦτα τ’ ἀποτελέσματα τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, δὲν ἤθελον ἴσως κρίνει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ συστηθῇ παρ’ αὐτῶν, ὅπως ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ σᾶς ἀνέφερα τὸν μέγαν ὄγκον τῶν καθηκόντων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος μετεκομίσθη ἐπὶ τετρατρόχου ἁμάξης εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ μήπως μόνον τοῦτο; Πρέπει νὰ σᾶς ἀναγνώσω διατάξεις ἄλλας τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, αἱ ὁποῖαι ἴσως θέλουσιν ἐμποιήσει ἔκπληξίν τινα διὰ τὴν διασκευὴν αὐτῶν, ἥτις, ἐνῷ κατ’ ἐπιφάνειαν φαίνεται ὅτι ἀφίνει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑπηρεσίαν, πράγματι τὸ ἀπεκδύει ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην (ἀναγινώσκει): «Ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ὑπάγονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα, αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὰ καταστήματα, δὲν ὑπάγονται δὲ ἡ χωροφυλακὴ, ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, ἡ στρατολογικὴ ὑπηρεσία, ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη, αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι ὑλικοῦ καὶ ἡ χαρτογραφικὴ ὑπηρεσία». Ἡ Διοίκησις λοιπὸν τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Τί πράττει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν; Ὑπάγεται εἰς αὐτὸ ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τάσσεται νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας καλεῖται τὸ δικαστήριον νὰ κρίνῃ; Οὐδέποτε! Ὑπάγεται ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τοῦτο διορίζει τοὺς δικαστὰς, τοὺς βασιλικοὺς ἐπιτρόπους, ἢ τοὺς εἰσηγητάς; Ὄχι· διότι ὁ διορισμὸς αὐτῶν ἀπεδόθη εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν. Ὑπάγεται ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα τοῦτο φροντίζῃ νὰ ἐκτελῶνται αἱ ποιναί; Ὄχι· διότι αἱ φυλακαὶ ὑπάγονται εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Λοιπὸν κατὰ τί ὑπάγεται ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν; Ἐγράφη ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ὑπάγεται, ἐνῷ οὐδεμίαν περὶ ταύτης ἀφῆκεν ὁ νόμος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον φροντίδα, καθ’ ὃν τρόπον ἀνέγραψεν ὅτι ὑπάγεται καὶ ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπεκάλυψαν ποίαν ἔχουσι γνώμην περὶ τῶν υἱῶν τοῦ Βασιλέως. Ἐλέχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἄλλοτε, ὅτι οἱ βασιλόπαιδες δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωσιν ὑπηρεσίαν δημοσίαν· ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην, ἑπομένως στέργω νὰ ἀνατίθηται καὶ εἰς βασιλόπαιδας δημοσία ὑπηρεσία. Ηὐχόμην ὅμως, ἡ Γεν. Διοίκησις τοῦ στρατοῦ νὰ μὴ ἀνατεθῇ εἰς τὸν Διάδοχον, ἀλλ’ οὐδ’ ἐδήλωσα τὴν γνώμην μου ταύτην, οὐδὲ ἐπέμεινα νὰ μὴ ἀνατεθῇ ἡ Γεν. Διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἰς αὐτόν· ἐπέμεινα μόνον νὰ μὴ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ νόμῳ διατάξεις ἀντισυνταγματικαὶ, διατάξεις τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι καταλύουσι πᾶσαν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, αἱ ὁποῖαι μεταποιοῦσι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν πρῶτον Σύμβουλον τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ τὸν ὑπεύθυνον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ διατάκτην, μεταποιοῦσι, λέγω, αὐτὸν εἰς ἁπλοῦν ἐκτελεστὴν ἀποφάσεων ἢ γνωμῶν, τὰς ὁποίας αὐτὸς οὐδ’ εἶχεν οὐδὲ ἐπέταξεν, ἀλλὰ μόνον ἀνέλαβε καθῆκον νὰ ἐκτελῇ. Εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ καθεσθῇ ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ διορίζῃ δ’ ἄλλος τοὺς τμηματάρχας αὐτοῦ; Καὶ ἐλέχθη σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ναὶ μὲν οὕτως ἔχουσι τὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν τμηματαρχῶν καὶ εἰσηγητῶν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ τείνει πάντοτε εὐήκοον οὖς εἰς τὰς παραστάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐγὼ δὲν εὑρέθην εἰς θέσιν νὰ μεταβάλω τὸ προσωπικὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν· ἀφῆκα τοῦτο ὡς εὗρον αὐτὸ καταρτισθὲν καὶ διασκευασθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου μου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ φίλου μου κυρίου Θ. Λιμπρίτου. Ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν ἤθελον ζητήσει μεταβολὴν προσώπου τινὸς, ἑνὸς τμηματάρχου, τί ἔπρεπε νὰ πράξω; Νὰ παρακαλέσω τὴν Γενικὴν Διοίκησιν νὰ μοὶ στείλῃ ἕνα ἀξιωματικὸν, ὃν ἤθελεν ἐκλέξει, ἵνα δεχθῶ ὡς τμηματάρχην. Δικαίωμα νὰ ὀνομάσω τίνα ἔπρεπε νὰ μοὶ στείλῃ, δὲν εἶχον· ἀλλὰ καὶ νὰ ὀνομάσω κρύφα, τίνα ἀξιωματικὸν ἐπεθύμουν νὰ μοὶ στείλῃ ὡς ὑπάλληλον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, νὰ ἀνακοινώσω ὅτι ἐπεθύμουν νὰ μοὶ σταλῇ ὁ Α ἢ ὁ Β, οὐδὲ τοῦτο συνηρμολογεῖτο, οὐδ’ ἥρμοζεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν εἶχον ἀφορμὴν νὰ μεταβάλω τὸ προσωπικὸν τῶν τμηματαρχῶν, ἀλλ’ ἐὰν εἶχον λάβει ἀφορμὴν νὰ μεταβάλω αὐτὸ κατά τι, ἤθελον παραιτηθῆ ἀπὸ τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ἵνα μὴ περιπέσω εἰς τοιαύτας λοξοδρομίας. Τὸ θέμα, τοῦ ὁποίου ἥψαντο πρὸ μικροῦ οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν, οἵτινες ἠγόρευσαν μὲν κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν διατίθενται νὰ ψηφίσωσι κατ’ αὐτοῦ, τὸ θέμα, λέγω, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως, τὸ ὁποῖον ἀνετέθη εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, τῆς μεταβολῆς τῆς τοποθετήσεως, τῆς ἀποσπάσεως ἢ μεταθέσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ σῶμα τοῦ στρατοῦ, εἰς τὸ corps d’ armée, εἰς τὰς μεραρχίας καὶ εἰς τὰς ταξιαρχίας, τὸ θέμα τοῦτο δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἡ κυρία ἀναίρεσις τοῦ συνταγματικοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ. Βεβαίως περιέχει περιστολὴν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, ἀλλ’ ἴσως προσιδιάζει εἰς τὸν ἀρχηγὸν στρατιωτικοῦ σώματος, προσιδιάζει εἰς αὐτὸν νὰ σχηματίζῃ γνώμην περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὑπηρετοῦσιν ἐν ταῖς ὑπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν μονάσιν, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ στρατιωτικὸν σῶμα, τοῦ ὁποίου ἀνετέθη ἡ διοίκησις εἰς αὐτὸν, διότι ἀληθῶς ἀκριβέστερον ἢ καὶ καλλίτερον ἴσως θέλει κρίνει τὰς ἰδιότητας, τὴν ἱκανότητα ἢ τὰς ἀτελείας τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ ἀξιωματικοῦ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος τυγχάνει διοικῶν ἐν τῷ σώματι τούτῳ. Διὰ τοῦτο ἀφέθη διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸν Γεν. Διοικητὴν νὰ προτείνῃ. Τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ διορίζειν, ἀλλ’ εἶναι δικαίωμα περιορίζον τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν, διότι ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν ὀφείλει νὰ προσέξῃ εἰς τὴν γενομένην πρότασιν ὑπὸ τοῦ ἔχοντος τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ. Καὶ ἔχει μὲν τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῇ ἢ μὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, ἀλλ’ ἐὰν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ, ἀλλὰ μόνον νὰ γνωμοδοτῇ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, τὸ πρᾶγμα δὲν ἤθελεν ἔχει οὕτω· ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνῆται νὰ ἐκτελέσῃ τὴν πρότασιν ταύτην. Ἐὰν λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀρνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν πρότασιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, τότε ἡ πρότασις δὲν ἐκτελεῖται· ἐὰν δὲ ἡ ἐκτέλεσις τῆς προτάσεως ἦναι ἀναγκαία, ἐὰν πρόκηται περὶ πληρώσεως κενοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πληρωθῇ εἴτε διὰ τοῦ Α εἴτε διὰ τοῦ Β, ἡ ἄρνησις τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν πρότασιν καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ νὰ ἐπιμένῃ εἰς αὐτὴν βεβαίως θέλει ἐπιφέρει χαλάρωσιν ἢ καὶ παράλυσιν, διότι τὸ κενὸν θέλει μένει κενὸν, δύναται δὲ νὰ ἐπιφέρῃ ζημίαν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦτο ἡ διάταξις, ἡ ὁποία προσετέθη, ἐὰν δὲν αἴρῃ ὁλοσχερῶς τὴν δυσχέρειαν ταύτην, καταδηλοῖ ὅμως τὸν σκοπὸν, τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἐξομαλύνσεως τῆς δυσχερείας ταύτης. Λέγω ἐὰν δὲν αἴρῃ τὴν δυσχέρειαν, διότι ὁ νόμος τότε ἔπρεπε νὰ δώσῃ τὴν νικῶσαν εἴτε εἰς τὸν διορίζοντα, εἴτε εἰς τὸν προτείνοντα, ὁ δὲ νόμος ἀπέσχε νὰ πράξῃ τοῦτο, καὶ ἀπέσχε νὰ πράξῃ τοῦτο ὀρθῶς· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς δὲν θέλει δεχθῆ πρότασιν γενομένην ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, ἡ ἄρνησίς του αὕτη θέλει προκαλέσει καὶ ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει τοῦ στρατοῦ καὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μείζονα προσοχὴν καὶ ἐξέτασιν πρὸς βεβαίωσιν, πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας· ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ κοινὸς σκοπὸς νὰ πραχθῇ τὸ καλὸν, βεβαίως ἡ διαφωνία θέλει ἐξομαλυνθῆ, ὑποχωροῦντος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔχει ὀλιγώτερον δίκαιον. Ἴσως δὲν πρέπει νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν Βουλευτῶν, οἵτινες ἠγόρευσαν τὴν πρωΐαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ Βουλευταὶ διετέθησαν νὰ ἐγκαλῶσι τὰς ξένας ἐπιρροὰς ἐπὶ τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἤθελον εἶσθαι δεδικαιολογημένοι, ἐὰν ἔπραττον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσῆκε νὰ πράξωσιν, ἤτοι νὰ μὴ ἐπιθυμῶσι νὰ εἰσέρχωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ 1890 ἐζήτησα παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ καταργήσῃ τὸν καταρτισθέντα ἀρτίως τότε νόμον, ὁ ὁποῖος περιώριζε τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν, ἵνα γίνωνται Βουλευταί. Διὰ τίνα λόγον ἐζήτησα τὴν ἀναίρεσιν τοῦ νόμου ἐκείνου; Διότι ἦτο νόμος, ὁ ὁποῖος περιώριζε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις διὰ τοῦ καταστατικοῦ νόμου ἀπένειμεν εἰς τοὺς ἀξιωματικούς. Ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ τοιούτου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀπενεμήθη εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ὁποιαδήποτε, λέγω, καὶ ἂν ἦναι τὰ ἀποτελέσματα, καὶ ἂν ἐπάγωσι ζημίαν τινὰ, κακόν τι, τὸ κακὸν τοῦτο εἶναι προτιμότερον τοῦ ἄλλου μεγάλου κακοῦ, τῆς διὰ νόμου περιστολῆς τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἀνέγραψεν ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὴν ἀνατροπὴν τοῦ νόμου, ἂν καὶ δὲν μὲ διελάνθανεν, ὅτι παρήγετο κακόν τι ἐκ τῆς ἀνατροπῆς τοῦ νόμου τούτου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι ζητεῖτε νὰ ἐμπνεύσητε ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς ἐκλογεῖς σας, ὅπως σᾶς ἐκλέξωσι Βουλευτὰς, ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς, ἐὰν δὲν περιέρχεσθε πρὸ τῆς ἐκλογῆς, ἐπὶ χρόνον μακρὸν ἢ βραχὺν, εἰς στενὰς καὶ ἀδιαλείπτους σχέσεις μετὰ τῶν ἐκλογέων, ἐὰν δὲν προσπαθεῖτε νὰ εὐχαριστήσητε αὐτοὺς, ἐὰν δὲν προσπαθεῖτε νὰ ἐμπνέητε ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτοὺς, ἵνα σᾶς ἀναδεικνύωσι Βουλευτάς. Καὶ ἂν τοῦτο ἦναι ἀκριβὲς, ἐὰν ἐνίοτε συμβαίνει, ἡ ἰδιότης ὑμῶν, ὁποιαδήποτε, εἴτε, ἂν ἦσθε δικηγόροι, ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, εἴτε, ἂν ἦσθε τραπεζῖται, αἱ εὐκολίαι τὰς ὁποίας παρέχετε, εἴτε, ἂν ἦσθε μεγαλοκτηματίαι, αἱ εὐκολίαι τὰς ὁποίας παρέχετε εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τῶν κτημάτων σας, εἴτε, ἂν ἦσθε ἀξιωματικοὶ, αἱ εὐκολίαι τὰς ὁποίας διὰ τῆς ἐνασκήσεως τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας σας παρέχετε, ἐὰν, λέγω, συμβαίνει πάντα ταῦτα νὰ χρησιμεύωσιν ὡς μέσα, ἵνα ἐμπνεύσητε καὶ παγιώσητε τὴν πρὸς ὑμᾶς ἐμπιστοσύνην τῶν ἐκλογέων σας. Δὲν καταδέχομαι νὰ ἀναφέρω συμβεβηκὸς ὡς παράδειγμα, διότι ἀνάγεται εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Γόρτυνος· λέγω δὲ ὅτι δὲν καταδέχομαι νὰ τὸ ἀναφέρω, διότι ὁ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος ἐπὶ δύο ἔτη μετήρχετο τὴν ἐξουσίαν, ἥτις εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς αὐτὸν, ὡς μέσον ἐκλογικῆς ψηφοθηρίας, εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἂν καὶ ἐπὶ δέκα ἔτη τοιαύτην ἐποιεῖτο χρῆσιν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἤθελεν ἀποτύχει, ὡς καὶ νῦν ἀπέτυχε. Καὶ ὅτε μοὶ ἔλεγέ τις, ὕπερθεν ἐμοῦ ἱστάμενος, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταγγείλω τὴν πρᾶξιν, ἀπεκρίθην, ὅτι βεβαίως δὲν ἤθελον καταδεχθῆ νὰ τὸ πράξω, διότι ἐφρόνουν, ὅτι οἱ ταχθέντες νὰ ἐπιτηρῶσιν ἄλλους ὤφειλον νὰ μὴ ἐπιτρέπωσι τοιαῦτα. Καὶ ταῦτα ἐγένοντο καὶ ἐξηκολούθησαν γιγνόμενα κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην τοῦ χρόνου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πολιτικὴ ἐνήσκει ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ φθοροποιὸν, καίτοι ἐλειτούργει ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Διὰ τοῦτο ἔχω δικαίωμα νὰ συστήσω εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παρίστανται καταγγέλλοντες τὰς ἀτελείας, αἱ ὁποῖαι ἐνυπάρχουσιν ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος,—ὡς ἂν μόνον τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶχεν ἀτελείας, δὲν εἶχον δὲ τοιαύτας καὶ πολλῷ μείζονας τὰ ἄλλα εἴδη τῶν πολιτευμάτων, καὶ τὰ μοναρχικὰ, καὶ τὰ αὐτοκρατορικὰ, καὶ αὐτὰ τὰ στρατοκρατικὰ, καὶ αὐτὰ τὰ δημοκρατικὰ,—συνιστῶ, λέγω, εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐθάρρησαν νὰ ἐνδείξωσιν ἀτελείας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, νὰ παραστήσωσιν ἑαυτοὺς ἀγωνιζομένους ὑπὲρ τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, καὶ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι οὕτω προσπαθοῦσι νὰ καταστείλωσι τὰς ἀτελείας ταύτας, συνιστῶ, λέγω, εἰς αὐτοὺς νὰ ἐμπνέωνται ὑπὸ θάρρους ἀσθενεστέρου. Ἐγὼ δὲν εἶμαι καταγγελεὺς οὐδενὸς καὶ οὐδεμιᾶς πράξεως, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ μὴ παραλείπω νὰ ἐπισκοπῶ ἐπὶ τῶν τελουμένων ἐν τῇ διοικήσει καὶ περὶ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἐν τοῖς Ὑπουργείοις καὶ περὶ τοὺς Ὑπουργούς. Καὶ ὅσον εὔχομαι, ἡ λειτουργία τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους νὰ μὴ δίδῃ ἀφορμὴν εἰς ἐπικρίσεις καὶ εἰς παράπονα, ὅσον εὔχομαι νὰ καταβάλληται προσπάθεια, ἵνα ὁσημέραι βελτιῶται ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος ὅπως κατασταθῇ τοιαύτη, ὁποίαν τὸ πολίτευμα ὑποθέτει, ἐπὶ τοσοῦτον φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβάλλωμεν τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας ἀνευρίσκει τις ἐπὶ πάντων τῶν ἀναμιγνυομένων εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναιρέσω ἰσχυρισμὸν τοῦ ἑτέρου τῶν κ. Βουλευτῶν Τυρνάβου, ὅστις ἀγορεύων τὴν πρωίαν ἔλεγεν, ὅτι πάσας τὰς ὑπηρεσίας, ὅσας τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν Γεν. Διοίκησιν καὶ ἀνατίθησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι αὐτὰς ταύτας καὶ ὁ νόμος περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἶχεν ἀναθέσει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος αὐτοῦ εἶναι ἥκιστα ἀκριβής, διότι αἱ φυλακαὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων ὑπάγονται κατὰ τὸν νόμον περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς αὐτὴν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν. Ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία, ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία ὑπήχθησαν ὡσαύτως διὰ τοῦ εἰρημένου νόμου εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἡ δημοσία ἀσφάλεια ὑπάγεται ὡσαύτως δυνάμει τοῦ νόμου τούτου εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ· ἕνεκα τούτου δὲ συμβαίνει τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εὔκολον νὰ κατανοηθῇ. Ἐνῷ ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἶναι κλάδος τῆς Διοικήσεως, ἐνῷ κυρίως εὐθύνει τὸν Ὑπουργὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεπιστεύθησαν οἱ νόμοι τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνῷ ἡ ἀστυνομία εἶναι ὄργανον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, συμβαίνει τὸ ἀληθῶς ἔκτροπον, ὅτι κατὰ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ τὰ ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ συντηρῇ ἢ νὰ ἀποκαθιστᾷ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἀλλὰ ταῦτα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ. Τῆς διατάξεως ταύτης ἡ ἀνατροπὴ, ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου διατασσομένη, εἶναι ὄχι μόνον λογικὴ, ἀλλὰ καὶ ἐπιβαλλομένη ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος τῆς διοικήσεως, τῆς ὁποίας ἀληθῶς ἀνεστάτωσε τὴν τάξιν καὶ τὴν εὐρυθμίαν, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἡ τοιαύτη τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διαρρύθμισις. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, δὲν ἀνεγράφησαν πάντα τὰ θέματα, πάντα τὰ ἀντικείμενα, πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μετὰ τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὑπήχθησαν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν καὶ τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀφίενται εἰς αὐτήν. Ἡ λεπτομερὴς ἀναγραφὴ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μεθ’ ἑκάστου τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων, ἐκρίθη ὑπὸ τῶν συντακτῶν τοῦ νομοσχεδίου περιττὴ, ἀφοῦ ὑπάρχει νόμος ἐν τῷ Κράτει ἰσχύων, ὁ ὁποῖος προσδιορίζει ποῖαι ὑπηρεσίαι συνδέονται μεθ’ ἑκάστου τῶν σωμάτων τούτων. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὁ νόμος τῆς 28 Μαΐου 1887. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀγορεύων πρὸ μικροῦ, ἐπληροφόρησε τὴν Βουλὴν ἀκριβῶς περὶ τούτου. Ἐὰν δέ τις τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας ὁ νόμος τοῦ 1887 ἀνέγραψεν ὡς συνδεομένας μετὰ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος, μετὰ τοῦ πυροβολικοῦ ἢ μετὰ τοῦ μηχανικοῦ ἢ μετὰ τοῦ ἱππικοῦ, ἐάν τις, λέγω, τοιαύτη ὑπηρεσία δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, τὸ νομοσχέδιον ῥητῶς ἐξῄρεσεν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐξαιρέσαν αὐτήν, ἐξῄρεσε μόνην ταύτην, πάσας δὲ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας, τὰς συνδεομένας μὲ ἕκαστον τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, τὸ νομοσχέδιον ἀφῆκεν εἰς τὴν ἀρχὴν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθηκε τὴν διοίκησιν τῶν περὶ ὧν εἴρηται στρατιωτικῶν σωμάτων. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ,—ὅπερ εἰλικρινῶς εὔχομαι,—χαράσσεται ἀληθῶς γραμμὴ καταφανὴς, ὁρατὴ, ἥτις χωρίζει τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ποία προσήκει νὰ ἦναι ἡ ὑπηρεσία τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ; Ἡ διαρρύθμισις, ἡ διοίκησις, ἡ παρασκευὴ τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Γεν. Διοικητοῦ. Ἀλλ’ ἡ διοίκησις, ἡ συναρμογὴ, ἡ διεύθυνσις πασῶν τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διάταξιν, τὴν διοίκησιν, τὴν σύνταξιν τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ, δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν αὐτοῦ. Θέλει ὁμολογηθῆ τῷ ὄντι χάρις εἰς τὸν Γεν. Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, ἐὰν, ἐκτελουμένου τοῦ νόμου τούτου, συντελέσῃ ὁ θεσμὸς εἰς τὴν πλήρη καὶ ἐντελῆ κατάρτισιν τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ ἄλλοτε εἶπον καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τοὺς πολίτας ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ἀγορεύων πρὸς αὐτοὺς, εἶπον ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ εἶναι ζήτημα οἰκονομικόν. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν, ἂν δὲν ἔχωμεν χρήματα, ἵνα συντηρῶμεν καὶ βελτιώνωμεν τὸν στρατόν. Διὰ τοῦτο ἠπόρησα, ὅτε οἱ ἀσχολούμενοι περὶ ταῦτα ἔκριναν, ὅτι εὗρον τέλος πάντων μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσι παρασκευάσει τὸν στρατὸν, καὶ εὗρον τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς καθολικῆς στρατολογίας, δὲν ἔχομεν στρατὸν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐφεδρείαν, διότι ὁ στρατὸς εἶναι στρατὸς ἐφεδρείας. Διὰ νὰ ἔχωμεν ἐφεδρείαν, πρέπει νὰ ἀσκῶμεν αὐτὴν, καὶ νὰ παρασκευάζωμεν αὐτὴν οὕτως, ὥστε, ὅταν καλέσωμεν τὴν ἐφεδρείαν, αὕτη νὰ περιλαμβάνῃ στρατιώτας καὶ οὐχὶ πολίτας ὁπλοφόρους. Ἀληθῶς δὲ πολίτας ὁπλοφόρους ἐκαλέσαμεν κατὰ τὸ 1897, ὅτε ἠναγκάσθημεν νὰ πολεμήσωμεν, προκληθέντες εἰς τὸν πόλεμον. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἐφεδρείας, πρέπει νὰ ἀσκῶμεν τὴν ἐφεδρείαν, πρέπει νὰ παρασκευάζωμεν αὐτήν· διὰ νὰ ἔχωμεν δὲ στρατὸν ἀξιόμαχον, πρέπει προσέτι νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν ὄργανα πλήρη καὶ τέλεια, ὅπως δι’ αὐτῶν καὶ ἀμύνηται καὶ ἐπιτίθηται. Ἀλλ’ ὅταν εὑρισκώμεθα εἰς ἣν περιήλθομεν δυστυχῶς κατάστασιν, νομίζω ὅτι μετὰ δισταγμοῦ δύναταί τις νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι προνοεῖ περὶ στρατοῦ, ἐν ὅσῳ δὲν προνοήσῃ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἐνόσῳ δὲν προνοήσῃ νὰ ἔχῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους περισσεύματα, ἐνόσῳ δὲν προνοήσῃ ν’ ἀφαιρέσῃ τὰς περιττὰς δαπάνας, ἐν ὅσῳ δὲν προνοήσῃ διὰ ψαλίδος ἀκάμπτου ν’ ἀποκόψῃ πᾶν ὅ,τι δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον· διότι τότε μόνον θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀρξώμεθα μελέτης πρὸς παρασκευὴν καὶ σύνταξιν τοῦ στρατοῦ. Πάντα τὰ ἄλλα εἶναι λόγοι πτερόεντες. Ἠμποροῦμεν νὰ λέγωμεν ὅτι ἀσχολούμεθα περὶ στρατοῦ, δυνάμεθα νὰ παριστῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ὅτι τῳόντι ἀσχολούμεθα περὶ στρατοῦ, ἀλλὰ σφαλλόμεθα, διότι δὲν φροντίζομεν περὶ στρατοῦ. Πρέπει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ μάθῃ, πρέπει τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐνθυμηθῇ, πρέπει πᾶσα ἐξουσία πολιτειακὴ νὰ γνωρίζῃ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ συντάξωμεν καὶ παρασκευάσωμεν στρατὸν, ἐὰν δὲν ἔχωμεν χρήματα, ἵνα δαπανῶμεν διὰ τὸν στρατόν. Διὰ τοῦτο πρὸς πάντας, καὶ πολίτας καὶ ἄρχοντας καὶ πρὸς Βουλευτὰς καὶ πρὸς τὸν λαὸν εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω λέγων, ὅτι δεῖ δὴ χρημάτων! Ἀσχοληθῆτε νὰ κατορθώσητε νὰ εὕρητε χρήματα, νὰ παρασκευάσητε χρήματα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη πολιτική, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλάς· αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀσπασθῇ τὸ Στέμμα· αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀσπασθῇ ἡ Βουλή. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).

§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος.

§190Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἰσχύων νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, κύριοι Βουλευταί, ἐψηφίσθη, ὡς εἶναι γνωστὸν ὑμῖν, μετὰ μακρὰς καὶ σπουδαίας συζητήσεις. Δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρίσταμαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καθ’ ἣν χρόνον ἔλαβον χώραν αὐταὶ αἱ συζητήσεις· ἀλλ’ ἐκ τοῦ τύπου καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐκτεθέντων ἔμαθον, ὅτι μεγίστη ὑπῆρξε τότε ἀμφισβήτησις περὶ δύο κυρίως ζητημάτων· περὶ τοῦ ζητήματος ἐὰν ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ περὶ τοῦ ζητήματος ἐὰν ἦτο προσῆκον καὶ συμφέρον νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου ἡ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἀνατιθεμένη αὐτῷ ἐξουσία. Ἐν τούτοις τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη, ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἐπὶ τρία σχεδὸν ὅλα ἔτη λειτουργεῖ ὡς νόμος. Ἔρχονται ἤδη καὶ προτείνουσι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τροποποιήσεις τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἐξ ἰδιοσυγκρασίας καὶ ἐκ τῆς ἡλικίας μου ἴσως μετὰ δυσπιστίας πάντοτε ἀποβλέπω πρὸς τὰς προτεινομένας μεταβολὰς τῆς νομοθεσίας. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τότε μόνον πρέπει νὰ σκεπτώμεθα περὶ μεταβολῆς τῆς νομοθεσίας, ὅταν μακρὰ καὶ πολυχρόνιος πεῖρα γεννήσῃ γενικὴν πεποίθησιν περὶ τοῦ πλημμελοῦς νομοθετήματός τινος, καὶ ὅταν συγχρόνως ὁμοία γεννηθῇ πεποίθησις, ὅτι διὰ τῆς προσδοκωμένης τροπολογίας πρόκειται ἀληθῶς νὰ διορθωθῶσιν αἱ ἐλλείψεις τοῦ νόμου καὶ δὲν πρόκειται νὰ περιπέσωμεν ἀπὸ τῆς Σκύλλης εἰς τὴν Χάρυβδιν. Διὰ τοῦτο, ὅτε ἔμαθον ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, ἔσπευσα πρὸ πάντων νὰ λάβω πληροφορίας περὶ τῶν λόγων, οἵτινες προὐκάλεσαν τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ. Πρὸ πάντων ἀνέτρεξα εἰς τὴν αἰτιολογίαν τοῦ νομοσχεδίου· διότι, Κύριοι, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς πᾶν νομοσχέδιον, καὶ ἰδίως νομοσχέδιον ἐπὶ τόσον σπουδαίου ζητήματος, οἷον τὸ προκείμενον, πρέπει νὰ περιέχῃ μίαν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν. Δυστυχῶς ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως οὐδὲν ἠδυνήθην νὰ πληροφορηθῶ. Ἡ ἔκθεσις λέγει, ὅτι ἀσάφειαι παρετηρήθησαν εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον, καὶ πρὸς διασάφησιν αὐτῶν ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον. Τίνες εἶναι αἱ ἀσάφειαι καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐπηνέχθη ἡ τροποποίησις αὐτῶν, ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου παρέλειψεν ἐντελῶς νὰ ἐξηγήσῃ. Καὶ ἐνῷ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις στηρίζεται ἐπὶ ἀσαφειῶν τοῦ νόμου, ἤκουσα μετ’ εὐχαριστήσεως τὴν πρωΐαν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τυρνάβου συνάδελφον διαβεβαιοῦντα ἐπισήμως τὴν Βουλήν, ὅτι αὐτὸς, ὑπηρετήσας μέχρις ἐσχάτων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, μόνον κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοθετήματος παρετήρησε δυσχέρειάν τινα περὶ τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ, ἔκτοτε ὅμως οὐδεμία, οὔτε ἡ ἐλαχίστη, παρουσιάσθη ἀφορμὴ ἀσαφείας ἢ ἀμφιβόλου ἑρμηνείας. Ἄρα οὔτε ἀληθὴς κἂν εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Μήπως τυχὸν, ἐσκέφθην, ἡ λειτουργία τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὸν διαρρεύσαντα χρόνον παρήγαγεν ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσιν ἀναγκαίως τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ; Τίνες οἱ καρποί, οἱ μέχρι τοῦδε ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου προκύψαντες; Οἱ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀγορεύσαντες παρεδέχθησαν ἅπαντες ὁμοφώνως, ὅτι ἀναμφισβήτητος καρπὸς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἰσχύοντος νόμου εἶναι ἡ συντήρησις, ἡ ἐξασφάλισις τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ, δηλαδὴ τοῦ πρωτίστου θεμελίου καὶ τῆς πρωτίστης βάσεως πάσης στρατιωτικῆς συντάξεως, ἄνευ τῆς ὁποίας, μὲ ὅλα τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ νὰ δαπανήσωμεν, μὲ ὅλα τὰ μέσα τοῦ ὁπλισμοῦ, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα εἰς αὐτὸν νὰ παράσχωμεν, δὲν θὰ ἔχωμεν στρατὸν, ἀλλὰ συρφετὸν στρατιωτικόν. Διότι, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι μόνον τὰ ὑλικὰ μέσα καταρτίζουσι τὸν στρατόν. Τὸν στρατὸν πρὸ πάντων καταρτίζει ἡ αὐστηρὰ πειθαρχία καὶ τὸ στρατιωτικὸν φρόνημα τῶν ἀποτελούντων αὐτόν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἤκουσά τινας τῶν ἀγορευσάντων, ἀπαιτοῦντας μείζονας καρποὺς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως νόμου, καὶ ἐρωτῶντας, ἂν ἐπληρώθησαν αἱ ἀποθῆκαι τοῦ στρατοῦ, ἂν ἐγένοντο τὰ γυμνάσια τῆς ἐφεδρείας. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ταῦτα, Κύριοι, ἔλεγον, εἰσήγαγον προϋπολογισμούς, ἐν τοῖς ὁποίοις δὲν ἀνέγραψαν τὰ ποσὰ τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν μέτρων αὐτῶν. Πῶς λοιπὸν τολμῶσι νὰ αἰτιαθῶσι τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὡς μὴ πραγματοποιησάσης τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν περὶ πληρώσεως τῶν ἀποθηκῶν, καὶ περὶ προσκλήσεως τῶν ἐφεδρειῶν; Δὲν ἤκουσα λοιπὸν μέχρι τοῦδε, Κύριοι, ἀποτέλεσμά τι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως νόμου, δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ σκέψεις περὶ τροποποιήσεως αὐτοῦ. Σήμερον μόνον μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν εἰλικρινείας καὶ εὐτολμίας δηλώσαντα πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ὁ κύριος λόγος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι αἱ προκύψασαι ἀσάφειαι, ἀλλὰ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι, ἐὰν παραδεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν, ὅτι ὀρθὸς εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔπεται ἐντεῦθεν, ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ συμφέρον νὰ σπεύσωμεν ἡμεῖς νὰ τροποποιήσωμεν τὸν νόμον τοῦτον; Προηγουμένη νομοθετικὴ ἐξουσία μετὰ μεγάλας καὶ μακρὰς μελέτας ἐσχημάτισεν ἀντίθετον πεποίθησιν, ὅτι οὐδόλως ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ὁ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως νόμος, καὶ τὸν ἐψήφισεν ὡς τοιοῦτον. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἶναι ὀρθὸν, ὅτι εἶναι συμφέρον, ἀνὰ πᾶσαν Σύνοδον ἢ Περίοδον τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς νὰ προκαλῶμεν ἐκ νέου τὴν αὐτὴν συζήτησιν περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου; Εἶχε τότε ἡ πλειονοψηφία τὴν γνώμην, ὅτι ὁ νόμος εἶναι συνταγματικός. Καὶ δὲν τὴν εἶχε μόνον τότε, διότι ἡ αὐτὴ πλειονοψηφία πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχεν ἀνέλθει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, καὶ ἐδήλωσεν ἐπισήμως, ὅτι ἐπιμένει φρονοῦσα, ὅτι οὐδόλως εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος. Δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ νομίσῃ ἑαυτὴν ὑπόχρεων νὰ ψηφίσῃ ἤδη νέον νόμον, ἀφοῦ εἰς αὐτὸν δίδεται τοιαύτη ἑρμηνεία, ὅτι πρόκειται περὶ διορθώσεως τοῦ Συντάγματος· ἀλλ’ ἐνδέχεται μετὰ τρεῖς μῆνας αὐτοὶ οἱ ἴδιοι κύριοι, οἱ εἰσαγαγόντες τὸν νόμον, νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἐξουσίαν αὖθις, καὶ νὰ προκαλέσωσιν ἐκ νέου τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ πάλιν περὶ τῶν αὐτῶν ζητημάτων. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αὐταὶ αἱ προκλήσεις τῶν συζητήσεων εἶναι προσήκουσαι καὶ συμφέρουσαι εἰς τὸ Κράτος. Ἐγένετο ἡ συζήτησις, καὶ ὁ νόμος ἐψηφίσθη. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι ὁ νόμος δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, ἔχουσι τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Ἀφήσατε νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος, ἀφήσατε τοὐλάχιστον ἐκ τῶν πραγμάτων ν’ ἀποδειχθῇ, κατὰ πόσον εἶναι συμφέρων εἰς τὸ Κράτος ἢ ἐπιβλαβὴς, καὶ τότε δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ τροποποιήσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐξεταστέον, Κύριοι, εἶναι ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ὁ ἰσχύων περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ νόμος ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Ποίας, Κύριοι, διατάξεις παραβιάζει; Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεκαλέσθη τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος, ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας ἐπεκαλέσθη τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι οὔτε τὸ ἄρθρον 27 οὔτε τὸ ἄρθρον 77 ἀποδεικνύουσι τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ ἰσχύοντος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως νόμου. Τί λέγει, Κύριοι, τὸ ἄρθρον 27; Λέγει ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐνεργεῖ δι’ ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων, τὸ ἄρθρον δὲ 30 προσθέτει, ὅτι ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τῶν Ὑπουργῶν οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει. Καὶ ἐρωτῶ, ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως διατάσσει, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ ἐνέργειά τις ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ; Οὐχὶ βεβαίως. Ἀλλὰ αἴρεται, λέγουσιν, ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι μετὰ τὸν νόμον περὶ Γεν. Διοικήσεως δὲν μένει ἐλεύθερος ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι αὐτὸς ἤθελε κρίνει ὡς ὠφέλιμον, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην μιᾶς τινος προτάσεως. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀνάγκη τοιαύτης προτάσεως ἐξαλείφει τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ; Νομίζετε ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰ συνταγματικὰ ἢ καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα ἡ λῆψις μέτρων περιοριζόντων τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ τὸ τοιοῦτον. Διότι ἄπειροι νόμοι εἰς τοῦτο ἰδίως ἀπέβλεψαν, νὰ περιορίσωσι τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐὰν, Κύριοι, μόνη ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ ἤθελεν ἀρκέσει διὰ τὴν καλὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, δὲν ἠθέλομεν περιέλθει εἰς αὐτὴν τὴν ἀπέλπιδα κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Δὲν ἀποτελεῖ δυστυχῶς τὴν ἀποχρῶσαν ἐγγύησιν ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐξουσία τῶν Ὑπουργῶν ὅλων περιωρίσθη διὰ τῶν νόμων περὶ προσόντων ὑπαλλήλων. Μετ’ αὐτοὺς δὲν ἔχει πλέον ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ οἱονδήποτε θὰ διορίσῃ τὸν ἔχοντα τὰ προσόντα. Διὰ τοῦτο ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ διορίζῃ ἰσοβίους δικαστὰς περιωρίσθη. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ οἷον αὐτὸς ἐγκρίνῃ κατάλληλον. Ἀλλὰ ποῖον; ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπέστη ἐπιτυχεῖς ἐξετάσεις. Διὰ τοῦτο νόμος ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν ἀνεξετάστως τοὺς Εἰσαγγελεῖς, ὡς καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ παύειν αὐτοὺς ὡς καὶ τοὺς Εἰρηνοδίκας, ἀπαιτήσας διὰ τὸν διορισμὸν τῶν Εἰσαγγελλέων γνωμοδότησιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ διὰ τὴν παῦσιν αὐτῶν γνωμοδότησιν τοῦ Ἐφετείου ἢ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐπὶ τέλους νόμος περιώρισε τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατωτέραν ἐκπαίδευσιν. Καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες σεμνύνονται— καὶ δικαίως σεμνύνονται—διὰ τὸν τοιοῦτον περιορισμὸν τῆς ὑπουργικῆς ἐξουσίας, νομίζουσιν ὅτι ἀνετράπη τὸ Σύνταγμα, διατί; διότι καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη νὰ ἔχῃ μίαν γνωμοδότησιν! Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὅλα τὰ λεγόμενα περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν καὶ περὶ τῆς ἐξαφανίσεως τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης ὡς ἐκ τοῦ ἰσχύοντος περὶ Γεν. Διοικήσεως νόμου εἶναι ἐντελῶς ἕωλα. Ὁ Ὑπουργὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι Ὑπουργὸς, διότι Ὑπουργὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προκαλεῖ τὰ βασιλικὰ διατάγματα, καὶ ὑπογράφει αὐτὰ καὶ πᾶσαν ἄλλην ἀπόφασιν καὶ διαταγὴν μὴ ἀπαιτοῦσαν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως. Ἐὰν πρὸς διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας του ἀπαιτεῖται μία τις πρότασις, ποσῶς δὲν ἐκλείπει ὡς ἐκ τούτου ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ἐλεύθερος μένει ἢ νὰ τὴν παραδεχθῇ, ἢ νὰ μὴ τὴν παραδεχθῇ. Τὰ ἄρθρα λοιπὸν 27 ἢ 30 τοῦ Συντάγματος οὔτε σχέσιν, νομίζω, ἔχουσι μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅλων τῶν Ὑπουργῶν αἱ ἐξουσίαι περιωρίσθησαν καὶ δύνανται νὰ περιορισθῶσι διὰ νόμου, χωρὶς οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ ἀντίκηται τοῦτο, οὔτε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι οἱ ἔχοντες τὸ δικαίωμα τῆς γνωμοδοτήσεως γίνονται αὐτοὶ Ὑπουργοὶ ἀντὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ λαμβάνοντος τὰς γνωμοδοτήσεις. Ἀλλ’ ἐπεκαλέσθησαν καὶ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος. Ἂς ἐξετάσωμεν, Κύριοι, τί λέγει τὸ ἄρθρον 77. Τὸ ἄρθρον 77 λέγει, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας δύναται νὰ διορισθῇ Ὑπουργός. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Πρόκειται νὰ διορισθῇ Ὑπουργός; Δὲν δύναται νὰ προσληφθῇ τοιοῦτος ἐκ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας. Πᾶσα ἄλλη ὅμως ὑπηρεσία τοῦ Κράτους δύναται βεβαίως νὰ ἀνατεθῇ εἰς τοὺς βασιλόπαιδας· διότι αἱ ἐξαιρέσεις πάντοτε ἑρμηνεύονται στενῶς. Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ διορισθῇ ὁ βασιλόπαις, εἰς οἱανδήποτε ὅμως ἄλλην θέσιν δύναται νὰ διορισθῇ. Ἂν εἶναι συμφέρων εἰς τὸ ἔθνος ὁ τοιοῦτος διορισμὸς, εἶναι ἄλλο ζήτημα. Συνταγματικῶς ὅμως δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, διότι διορίζεται εἷς βασιλόπαις εἰς οἱανδήποτε θέσιν, πλὴν τῆς τοῦ Ὑπουργοῦ.

§191Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπεται;

§192ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§193Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀπαγορεύει τὸ Σύνταγμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίσῃ ἕνα βασιλόπαιδα εἰς θέσιν, ἡ ὁποία κατὰ τὸ φαινόμενον μὲν δὲν εἶναι, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν εἶναι θέσις Ὑπουργοῦ;

§194ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θ’ ἀπαντήσω. Ἐλάβετε προώρως τὴν ἀνάγκην νὰ μὲ διακόψητε. Θὰ ἔλθω εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα.

§195Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς αὐτὸ σᾶς περιμένω.

§196ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθω ἀμέσως, χωρὶς νὰ λάβητε τὴν ἀνάγκην νὰ περιμένητε. Λοιπὸν εἰς πᾶσαν ἄλλην θέσιν δύναται νὰ διορισθῇ ὁ βασιλόπαις. Ἀλλ’ ἐξεταστέον, μήπως τυχὸν ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ διορισμοῦ εἰς ἄλλην θέσιν διορίζεται Ὑπουργὸς κατ’ οὐσίαν, ἐνῷ κατὰ τὸ φαινόμενον δὲν εἶναι τοιοῦτος; Ἀπαντῶ, ὅτι ἡ ἐξουσία, ἣν διαχειρίζεται ὁ Γεν. Διοικητὴς, δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὑπουργικὴ ἐξουσία, διότι συνίσταται εἰς τὴν ἁπλῆν ὑποβολὴν προτάσεων πρὸς τὸν Ὑπουργόν. Ὑπουργὸς λέγεται ὁ διαχειριζόμενος τὴν ἐξουσίαν καὶ ὁ διὰ τῶν διαταγμάτων, τῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν διαταγῶν αὐτοῦ ἐξασκῶν αὐτήν. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς Ὑπουργὸς ὁ ὑποβάλλων προτάσεις, τὰς ὁποίας ἐλεύθερος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς νὰ δεχθῇ ἢ μὴ δεχθῇ. Εἶπον ἤδη, ὅτι καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς ὑπηρεσίας ὑποβάλλονται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τοιαῦται προτάσεις, ἃς μάλιστα ἐνίοτε εἶναι καὶ ὑπόχρεοι νὰ ἐκτελέσωσιν οἱ Ὑπουργοὶ, ἀλλ’ οὐδεὶς διενοήθη νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς Ὑπουργοὺς τοὺς ὑποβάλλοντας τὰς τοιαύτας προτάσεις. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ διορίσῃ δικαστὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχον εἰς ἐξετάσεις· ἕπεται ἆρά γε ἐντεῦθεν, ὅτι ἔγειναν Ὑπουργοὶ οἱ ἐξετάσαντες αὐτοὺς, καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς κατέστη ὄργανον καὶ διεκπεραιωτὴς αὐτῶν, ὡς ἔλεγον πρὸ ὀλίγου; Οὐχὶ βεβαίως· διότι τὴν ὑπουργικὴν ἰδιότητα προσδίδει ἡ ἄμεσος ἐνάσκησις τῆς ὑπουργικῆς ἐξουσίας καὶ οὐχὶ ἡ πρότασις περὶ ἐνασκήσεως αὐτῆς. Ἡ πρότασις δύναται ν’ ἀποτελέσῃ περιορισμὸν τῆς ὑπουργικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὁ τοιοῦτος περιορισμὸς οὐδέποτε δύναται νὰ ἀποτελέσῃ παράβασιν τοῦ Συντάγματος. Νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ πᾶσα περαιτέρω ἐξέτασις τοῦ προκειμένου ζητήματος, ὅπερ ἐπαρκῶς ἀνεπτύχθη καὶ κατὰ τὰς μακρὰς περὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου συζητήσεις, ἃς δύναται πᾶς Βουλευτὴς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Μετ’ αὐτὰς δὲν εἶναι, φρονῶ, δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ Διαδόχου ὡς Γεν. Διοικητοῦ δύναται ν’ ἀποτελέσῃ παράβασιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Συμπολιτεύσεως πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἀφῃρέθη καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ἀνετέθη εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι βάσιμος ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος, διότι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἰσχύοντος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως νόμου ἐξάγεται, οὐχὶ ὅτι ἀφῃρέθη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, ἀλλὰ μόνον ὅτι εἰς τὴν παρὰ τῇ Γεν. Διοικήσει ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἀνετέθησαν καὶ ὅλα τὰ θέματα, ἅτινα ἀνατίθενται εἰς τὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις, ὡς ἐβεβαιώθη ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων, ἔμεινεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ μετὰ τὸν νόμον τῆς Γεν. Διοικήσεως, ὡς ὑπῆρχε καὶ πρότερον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ μελέτη τῶν διαφόρων θεμάτων, ἅτινα ἀνετέθησαν εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἀποτελεῖ ἐξάσκησιν ὑπουργικῆς ἐξουσίας. Τοιαύτη εἶναι μόνη ἡ ἐφαρμογὴ τῶν μέτρων, ἅτινα προτείνει ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὕτη εἰς μόνον τὸν Ὑπουργὸν ἀνατίθεται. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀκριβὲς, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ κατ’ ἐλάχιστον περιορίζεται ἡ ὑπουργικὴ ἐξουσία, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, προσῆκον νὰ γίνεται λόγος, περὶ ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ὅταν ἔρχωνται οἱ ἁρμόδιοι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διαβεβαιοῦσιν, ὅτι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν οὔτε ἡ ἐλαχίστη ἐγένετο ἐργασία εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν; Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὅλα τὰ λεγόμενα περὶ ἀντισυνταγματικότητος τοῦ ἰσχύοντος νόμου οὐδεμιᾶς ἔχονται ὑποστάσεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν παραδεχθῶμεν ὡς ἀληθῆ τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἀντισυνταγματικὸς εἶναι ὁ ἰσχύων νόμος, ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον τὸ δίλημμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργὸς ἔθετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἢ ὁ ἰσχύων νόμος δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, ἢ διαμένει καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ διαμένῃ τοιοῦτος καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται. Ἐλαττοῦνται ἀληθῶς δι’ αὐτοῦ αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε ὑπήγοντο εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἀλλὰ πολλαὶ καὶ οὐσιώδεις ἀφίνονται εἰς αὐτήν. Δὲν θὰ δύναται καὶ εἰς τὸ μέλλον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τοποθετήσῃ, μεταθέσῃ ἢ ἀποσπάσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ, ἅτινα ἀφέθησαν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἄνευ προτάσεως τοῦ Γεν. Διοικητοῦ. Ἐὰν ἡ τοιαύτη διάταξις εἶναι ἀντισυνταγματικὴ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν λοιπῶν ὑπηρεσιῶν, ἃς ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὴν Γεν. Διοίκησιν, προδήλως ἀντισυνταγματικὴ εἶναι καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν σωμάτων, δι’ οὓς ἀφίνετε αὐτὴν ἐν ἰσχύϊ. Ἔχετε τὴν γνώμην ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικός; Ὀφείλετε νὰ ἔχητε τὴν τόλμην νὰ ζητήσητε τὴν ἐντελῆ καὶ πλήρη κατάργησιν αὐτοῦ, ὡς ἀξιόλογα ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος. Λέγοντες ὅμως, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικὸς καὶ ὅμως διατηροῦντες αὐτὸν ἐν πληρεστάτῃ ἰσχύϊ, εὑρίσκεσθε ἐν προδήλῳ ἀντιφάσει. Συνεπῶς εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον κατὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ ἀνάθεσις τοιούτων ὑπηρεσιῶν εἰς βασιλόπαιδας δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀσύμφορος διότι οἱ προϊστάμενοι τοιούτων ὑπηρεσιῶν δύνανται νὰ ὑποπέσωσιν εἰς δυσαρεσκείας ὡρισμένων προσώπων, ἐγὼ, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν θεωρῶ ἄξιον προσοχῆς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου ἵσταται τόσον ὑψηλὰ, ὥστε ἀδύνατον εἶναι νὰ φθάσωσι μέχρις αὐτοῦ μεμψιμοιρίαι οἱωνδήποτε προσώπων, ἀξιούντων ὅτι δῆθεν ἠδικήθησαν ἐκ τῆς λειτουργίας τῆς Γεν. Διοικήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ ἐπιχείρημα ἦναι βάσιμον, ἂν ἡ Γεν. Διοίκησις δύναται νὰ προκαλέσῃ ἐπιβλαβεῖς δυσαρεσκείας, διατὶ ἀφίνετε αὐτὸν ἐν πληρεστάτῃ ἰσχύϊ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ σπουδαιότατον μέρος τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἤδη διεξάγει ἡ Γενικὴ Διοίκησις; Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὑποστηρίζων, ὅτι, ἂν φρονεῖτε ὅτι ὁ ἰσχύων νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, ἢ ὅτι εἶναι ἀσύμφορος εἰς τὸ ἔθνος καὶ τὴν Δυναστείαν, ὀφείλετε νὰ καταργήσητε αὐτὸν καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ οὐχὶ νὰ ὑποστηρίζητε ὅτι διορθώνετε τὰς ἐλλείψεις τοῦ νόμου, ἀφαιροῦντες περιστάσεις τινάς, καὶ ἀφίνοντες τὰς πλείστας ὡς μέχρι τοῦδε εἶχον. Ἰσχυρίσθησαν, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νόμῳ ἀσάφειαι, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶπον, κέκληται νὰ διασαφήσῃ. Ἐγὼ τοὐναντίον νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅπως ἔχει, δύναται νὰ γεννήσῃ πλείστους ἐνδυασμοὺς περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ συνεπαγάγῃ, ἂν γείνῃ νόμος. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως δὲν διέγραψε ἀκριβῶς τὴν δικαιοδοσίαν καὶ ἁρμοδιότητα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ· ἐν ἄρθρῳ ῥητῷ τοῦ νόμου τούτου δίδεται τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ χρωμένη τῷ δικαιώματι τούτῳ ἡ Κυβέρνησις ἐξέδοτο Κανονισμὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ λεπτομερῶς διαγράφονται ὅλα τὰ δικαιώματα, ὅσα ἀνατίθενται εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει, ὄχι τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι δὲν παρίσταται, ἀλλὰ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ εἰς νόμον, τίνες τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη συνεπείᾳ νομοθετικῆς ἐντολῆς καὶ εἶναι ἤδη νόμος τοῦ Κράτους, ποῖαι τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ μένουσιν ἐν ἰσχύϊ, καὶ ποῖαι δὲν μένουσιν ἐν ἰσχύϊ; Ὑπάρχει ἐκεῖ διάταξις π. χ. περὶ τοποθετήσεως ὁπλιτῶν, περὶ ἀπαγορεύσεως ἀδείας κτλ. Ἐρωτῶ, αἱ διατάξεις αὗται τί γίνονται;

§197Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον καθ’ ὅσον ἐν τῷ Κανονισμῷ ὑπάρχουσι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι σκοπὸν ἔχουσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, αἵτινες μεταρριθμίζονται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐκεῖναι καταργοῦνται.

§198ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐξήγησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ὀρθοτάτη, δὲν λύει ὅμως τὴν ἀπορίαν μου. Ἐπεθύμουν νὰ τὸν παρακαλέσω πάλιν νὰ μοὶ εἴπῃ, ποῖαι μένουσιν ἐν ἰσχύϊ καὶ ποῖαι καταργοῦνται.

§199Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε τὸ νομοσχέδιον ἐνώπιόν σας, καὶ ὑποθέτω ὅτι τὸ γνωρίζετε.

§200ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· εὑρίσκομαι εἰς ἀπορίαν, καὶ θὰ μοὶ κάμετε τὴν χάριν νὰ μοὶ τὸ εἴπητε.

§201Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἀλλὰ τότε θὰ χρειασθῇ προγυμναστής.

§202ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐγὼ εἶμαι μετριόφρων, καὶ δὲν φρονῶ, ὡς ἄλλοι, ὅτι γνωρίζω καλῶς τὰ στρατιωτικὰ πράγματα· ὅθεν δέχομαι μαθήματα, ἀρκεῖ νὰ εὕρω τὸν δυνάμενον νὰ διδάξῃ. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι ὄχι μόνον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν λύονται αἱ ἀσάφειαι, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ θὰ προκαλέσῃ πολὺ μεγαλειτέρας δυσκολίας περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων αὐτοῦ, παρὰ ἐκείνας τὰς ὁποίας ὁ ἰσχύων νόμος προεκάλεσε καὶ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, περὶ ἧς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου, ὅπερ ἑρμηνεύω ὡς μὴ ἀφαιροῦν τὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἀναθέτον ἅπαντα τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται εἰς αὐτὴν, καὶ εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον. Ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἰσχύων νόμος οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα ἀντίκειται, οὔτε τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἢ τῆς Δυναστείας παραβλάπτει, οὔτε παρήγαγεν ἀποτελέσματα, δικαιολογοῦντα τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως καὶ τὴν πρωίαν ἕτεροι συνάδελφοι τὸν παρεκάλεσαν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Οὐδεμία ὑπάρχει βία τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ· ἡ παροῦσα κατάστασις δύναται νὰ διαρκέσῃ ἐπί τινα ἔτι χρόνον, ἵνα σκεφθῶμεν ὡριμώτερον βραδύτερον, ὅτε θὰ ἔχωμεν εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν χρόνον πλειότερον. Δὲν βλέπω τὴν σπουδὴν τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐν τῇ ἀπέλπιδι καταστάσει, εἰς ἣν τὰ ἡμέτερα πράγματα περιῆλθον, ἓν προπάντων θεωρῶ καθῆκον, ἐπιβαλλόμενον εἰς πάντας ἡμᾶς, νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ὅσον οἷόν τε ἀπομάκρυνσιν τῆς κομματικῆς πολιτικῆς ἀπὸ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, καὶ διὰ τοῦτο ὡς ἐθνικὸν δυστύχημα θεωρῶ τὴν ἀνατροπὴν νομοθετήματος, ὅπερ, ἐὰν ὄχι ἄλλο, κατώρθωσε τοὐλάχιστον νὰ ἀποκλείσῃ τὴν κομματικὴν ταύτην πολιτικὴν ἀπὸ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Φρονῶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ παράσχωμεν εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου ἐπαρκῆ χρόνον καὶ μέσα, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ ἀνασυντάξεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Εἰς δυσχερεῖς περιστάσεις περιῆλθεν εἰς τὴν ἀνάγκην, κατὰ τὸ 1897, νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ, διατελοῦντες ὑπὸ συνθήκας καθιστώσας ἀδύνατον τὴν ἐπιτυχίαν. Ἂς ἐπαφήσωμεν εἰς αὐτὸν τὴν φροντίδα νὰ παρασκευάσῃ αὐτὸν ἱκανὸν, ἵνα ἐν δεδομένῃ περιστάσει ἐπανορθώσῃ καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§203Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπεστήριξα ὅτι ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα ἐν πλείσταις διατάξεσιν αὐτοῦ.

§204ΣΤΑΗΣ. Εἴπετε «καθ’ ὁλοκληρίαν».

§205ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν πλείσταις· καὶ θὰ ἐξηγήσω. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, ὅτι, ὁσάκις ἀντισυνταγματικόν τι νομοθέτημα γίνεται, πρέπει νὰ μένῃ ἕως οὗ ὁ χρόνος ἀποδείξῃ, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ αὐτὸ ἢ ὄχι ὁ τόπος, καὶ ὅτι ὀφείλομεν, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἅπαξ ἐνομοθετήθησαν, ν’ ἀφίνωμεν, καίτοι ἀντισυνταγματικὰ, νὰ λειτουργῶσιν ἕως οὗ ἀποδειχθῶσιν ἐντελῶς ἄχρηστα. Ἔχω τὴν ἰδέαν τοὐναντίον, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι πεπεισμένοι ὅτι νομοθέτημά τι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ὀφείλουν νὰ ζητοῦν τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, προσπαθοῦντες δι’ ἄλλων μέσων, μὴ ἀντικειμένων πρὸς τὸ Σύνταγμα, νὰ ἐπιτύχωσι τὸ καλὸν, ὅπερ διὰ τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ νόμου τυχὸν ἐπιζητεῖται. Εἶπον ὅτι τὸ νομοθέτημα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, διότι ἐπιτρέπει νὰ ἀσκῇ τὴν ὑπουργικὴν ἐξουσίαν πρόσωπον ἄλλο ἢ ὁ Ὑπουργὸς, διότι ἐπιτρέπει νὰ ἀσκῆται ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία ἀνευθύνως, ἀφοῦ πράγματι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἀνεύθυνος διὰ τὰς πράξεις τῆς Γεν. Διοικήσεως, ὧν ἐμνήσθην. Ἐρρήθη σήμερον, καὶ τὴν πρωίαν καὶ νῦν, ὅτι αἱ προτάσεις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαί. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὁ ἀναγινώσκων τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως καὶ τὸν Κανονισμὸν, ὅστις δυνάμει τοῦ νόμου ἐξεδόθη, παρατηρεῖ ὅτι, ἐνῷ ἅπασα ἡ διοίκησις τῶν σωμάτων, ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία καὶ ἡ ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ, ἅπασα ἡ διοίκησις τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν καταστημάτων αὐτοῦ, ἐδόθη διὰ τοῦ νόμου καὶ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ καὶ πέραν τοῦ νόμου ἐκδοθέντος, εἰς τὸν Γεν. Διοικητὴν, ἐν τούτοις ὁσάκις ἦναι ἀνάγκη ἐκ τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων νὰ ὑποβληθῇ διάταγμα, καὶ τότε παραγγέλλεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸ διάταγμα τῷ Βασιλεῖ ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Τοῦτο, δηλ. ἡ ἐξαίρεσις αὕτη, ἐγένετο ἐξ ἀνάγκης. Εἶναι ἀνάγκη ἐνίοτε νὰ γίνηταί τι διὰ Β. Διατάγματος. Ἂν δὲν ὑπῆρχε καὶ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, ἂν ἦτο δυνατὸν ἐκ τῆς νομοθεσίας ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἀπευθείας νὰ ὑποβάλλῃ διατάγματα, ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦτο θὰ διέτασσε, καὶ δὲν θ’ ἀπῄτει τὴν παρέμβασιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς νῦν, λόγῳ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Περὶ τούτου μὴ ἀμφιβάλλετε. Ὁ μελετῶν τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως πείθεται, ὅτι καταφανὴς σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι νὰ παραδοθῇ, καὶ παρεδόθη, εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ, εἰς αὐτὴν δὲ περιλαμβάνεται βεβαίως καὶ πᾶν ὅ,τι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα ἰδίως, διὰ διαταγμάτων κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν πρέπει νὰ ἐκτελῆται. Ἀλλ’ ἐπειδὴ διάταγμα δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ τῷ Ἡγεμόνι ὁ Γεν. Διοικητὴς, ὁ συμβιβασμὸς ἐγένετο διὰ τῆς προτάσεως, ἣν ὑποβάλλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὑποχρεούμενον νὰ ὑποβάλῃ συμφώνως πρὸς αὐτὴν τὸ διάταγμα. Γίνεται δὲ τοῦτο οὐ μόνον εἰς τὰς μετακινήσεις τῶν ἀξιωματικῶν, αἵτινες δύνανται νὰ θεωρηθῶσι στενῶς συνδεόμεναι μὲ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει μέτρων, ἅτινα πρὶν ἦσαν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς π. χ. τὰ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, τῆς ὁποίας ἀνέγνωσεν ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος συνάδελφος τὰ μεταφερθέντα εἰς τὰ Γραφεῖα τῆς Γεν. Διοικήσεως 24 ἢ 25 ἐδάφια, ἅτινα περιλαμβάνουν πᾶσαν σχεδὸν τὴν ἐργασίαν τοῦ Κράτους ἐν τῷ στρατῷ. Ἐφ’ ὅλων αὐτῶν αἱ προτάσεις τοῦ Γεν. Διοικητοῦ εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἂν δὲν ἦσαν ὑποχρεωτικαὶ, τὸ ἄρθρον 6 θὰ τὸ ἔλεγε. Θὰ ἔλεγε δηλονότι, τί γίνεται, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐγκρίνῃ τὴν πρότασιν, διότι οὔτε νὰ μὴ γείνῃ τι ἀναγκαῖον ἐπιτρέπεται, οὔτε νὰ γείνῃ ἄνευ προτάσεως τοῦ Γεν. Διοικητοῦ. Ὁ στρατὸς πρὸ πάντων ἀπαιτεῖ ταχεῖαν καὶ ἄνευ χρονοτριβῶν τὴν διοίκησιν. Αἱ προτάσεις λοιπὸν πρέπει νὰ ἐκτελῶνται ἄνευ ἀναβολῶν. Ὁ Κανονισμὸς ἔτι σαφέστερον κατέστησε τοῦτο, ἀπαιτῶν νὰ στηρίζηται τὸ διάταγμα ἐπὶ προτάσεως τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ἥτις περιττὸν νὰ ἐζητεῖτο, ἂν δὲν ἦτο ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἄλλως οὕτω μόνον ἀφαιρεῖται, ὡς ἐσκοπεῖτο, ἐκ τῆς πολιτικῆς ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ μετὰ τῶν προσωπικῶν ἀφῃρέθησαν καὶ πλεῖστα ἄλλα. Αὐτὸ δὲ, τὸ ὁποῖον παρεστάθη, ὅτι καὶ τὴν μίαν ὑπηρεσίαν τὴν ἐπιτελικὴν, τὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ ἔχωμεν καὶ τὴν ἄλλην συγχρόνως, τὴν ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει, εἶναι ἀνακριβὲς, διότι ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μεταφέρεται εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπηρεσίας ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας.» Ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία πᾶσα, ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ πρὶν τῶν Στρατιωτικῶν, προφανῶς ὁλόκληρος μεταφέρεται, ὡς ἐν τοῖς κειμένοις νόμοις καὶ διατάγμασιν, ἰδίως ἐν τῷ διατάγματι τοῦ 1887, ἀναγράφεται, εἰς τὸ Ἐπιτελικὸν Γραφεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Οὔτε ἔμεινεν ἐργασία ἐπιτελικὴ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε εἶναι δυνατὸν ἡ αὐτὴ ἐργασία ὑπὸ δύο Γραφείων νὰ διεξάγηται. Ἐκ τούτου φαντάζεσθε, ἂν εἶναι δυνατὸν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοιούτων προτάσεων τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, δηλ. ἐπὶ τῶν οὐσιωδεστέρων πράξεων, ἐξ ὧν, ὡς γνωστὸν, ἐξαρτᾶται ἡ παρασκευὴ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἡ ἀσφάλεια τῆς χώρας, νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν τὰς ἐκτελεῖ. Τὸ μόνον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι νὰ μὴ πράξῃ, νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τίποτε. Ἀλλὰ φαντάζεσθε ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Κράτει, ἧς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀρνεῖται νὰ δεχθῇ τὰς προτάσεις; Ἀλλ’ οὕτω ἀκριβῶς γίνεται ὑπεύθυνος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνῷ μὴ ἀρνούμενος εἶναι ἀνεύθυνος. Διότι, ἂν Βουλευτὴς ἐν τῇ Βουλῇ τὸν ἐγκαλέσῃ διότι ἐδέχθη διὰ διατάγματος πρότασιν κακὴν, ἢ παρέλιπεν ὠφέλιμον μέτρον, μὴ προταθὲν ὑπὸ τῆς Γεν. Διοικήσεως, ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἐκ τοῦ νόμου τῆς Γεν. Διοικήσεως ἀπηλλαγμένος πάσης εὐθύνης. Εὐθύνεται ὅμως, ἂν ἐζημίωσε, μὴ δεχθεὶς πρότασιν αὐτῆς. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ μὴ ἐκτελεῖν τὰς προτάσεις εἶναι δικαίωμα ἐντελῶς ἀστήρικτον, καὶ μόνη ὑπολείπεται ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει. Κατά τι ὅμως βελτιοῦται τὸ πρᾶγμα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ συζητοῦμεν, διότι ἐν αὐτῷ τοὐλάχιστον λέγεται, ὅτι «ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν δὲν ἐγκρίνῃ τὰς ὑποβληθείσας αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ προτάσεις τοποθετήσεως, μεταθέσεως ἢ ἀποσπάσεως ἀξιωματικῶν, προκαλεῖ τὴν ὑποβολὴν ἑτέρων προτάσεων, ἢ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως ἐπὶ τῶν ἤδη ὑποβληθεισῶν, ἵνα ἀποφασίσῃ.» Οὐ μόνον μετεβλήθη ἐντελῶς τὸ αʹ ἐδάφιον, ἀλλὰ καὶ τὸ βʹ τοῦ ἄρθρου 6. Οὕτω ἤδη τῷ Ὑπουργῷ ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα, ἂν δὲν ἐγκρίνῃ τὰς προτάσεις τῆς Γεν. Διοικήσεως ἐπὶ τῶν μετακινήσεων ἀξιωματικῶν, νὰ προκαλῇ ἄλλας· ἑπομένως εὐλόγως ἤδη εἶναι ὑπεύθυνος δι’ οἱανδήποτε μεταβολὴν, δεχόμενος πρότασιν καὶ ὑποβάλλων διάταγμα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἔπαυσε πᾶσα καινοτομία, ἐπανελθούσης αὐτῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Δι’ αὐτὴν οὗτος φέρει ἤδη πᾶσαν τὴν εὐθύνην. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς ὑπεστήριξα, ὅτι ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως προσκρούει εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ἐδημιούργησεν ἐξουσίαν, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἐνασκῆται ἢ μόνον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅ,τι εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅτι καθ’ ἡμέραν ἀπαντῶμεν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ περιορισμοὺς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δὲν εἶναι τὸ αὐτό. Περιορισμοὶ πρέπει νὰ τίθενται, ὡς προσόντα καὶ δοκιμασίαι καὶ διαγωνισμοὶ καὶ πᾶν ἄλλο δοκιμαστικὸν τῆς ἱκανότητος. Τοῦτο ἄλλο. Ἀλλὰ νὰ δίδεται διακριτικὴ ἐξουσία εἰς ἕνα, μὲ τὴν ἐξουσίαν νὰ προτείνῃ καὶ πράττῃ ὅ,τι θέλῃ ἀνευθύνως, ἀλλὰ δι’ Ὑπουργοῦ ὑπευθύνου, τοῦτο εἶναι πρωτοφανὲς καὶ μοναδικὸν παράδειγμα ἐν τῷ νόμῳ περὶ Γεν. Διοικήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ὅλη αὐτὴ ἡ ἐξουσία τῆς διοικήσεως τοῦ στρατεύματος καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ ἄνευ τῶν ὅρων τῆς συνταγματικῆς εὐθύνης. Ἂν αὐτὸ νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι περιορισμὸς τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἀνατροπὴ τῶν διατάξεων περὶ εὐθύνης, δύνασθε νὰ τὸ φρονῆτε, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρουσιάσητε ἄλλα ἐπιχειρήματα, παρὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προβάλλετε, ἂν θέλετε νὰ πείσητε καὶ τοὺς ἄλλους.

§206Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαφωνῶ καὶ πρὸς τοὺς μὲν καὶ πρὸς τοὺς δέ. Δὲν ἤθελον νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ τὸ ζήτημα, ὡς ἐξετυλίχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω, καὶ θὰ λάβω μέρος κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.

§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχουσι).

§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).

§209Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνταῦθα παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Βονίτσης κυρίου Γουλιμῆ. Ἤτοι ἐν ἐδαφ. αʹ, ἀντὶ τῶν λέξεων «τῶν ἐν ταῖς ταξιαρχίαις, ταῖς μεραρχίαις καὶ τῇ Γεν. Διοικήσει» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις: «ὑπηρετούντων ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς σώμασι τοῖς ὑπαγομένοις ὑπὸ τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ καὶ ἀναφερομένοις εἰς τὸ ἄρθρον 1.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη).

§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5.

§211Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, τὸ ἄρθρον 5 νὰ διαγραφῇ, καὶ τὸ ἄρθρον 6 νὰ γείνῃ 5. Ἐν τῷ ἄρθρῳ δὲ τούτῳ, ἐν τῷ πίνακι τῆς συνθέσεως τῶν ἐπιτελείων ἐν εἰρήνῃ, παραγράφῳ τρίτῃ, νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν λέξιν «ὑποστράτηγος» αἱ λέξεις «ἢ συνταγματάρχης». (Διαγραφέντος τοῦ ἄρθρου 5, γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, κατὰ τὴν νέαν τάξιν 5, μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).

§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποβάλλει τροπολογίαν ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κύριος Μπασδέκης, ἥτις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 54). Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει πρότασιν περὶ χορηγίας πιστώσεως δραχμῶν 750 δι’ ἔξοδα ἐκτυπώσεως 500 ἀντιτύπων τῆς περὶ Ναξίας σμύριδος μονογραφίας καὶ τῶν σχετικῶν προτάσεων νόμων τοῦ βουλευτοῦ Νάξου κ. Πρωτοπαπαδάκη. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 55). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ͵ΒϞΗʹ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1892 περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων».

§213ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κλήρωσις ἀπαγορεύεται. Ἡ κλήρωσις, Κύριοι, εἶναι ἄρνησις τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου, διότι βάσις τοῦ νόμου εἶναι ὁ διαγωνισμός. Λοιπὸν ὅταν δέχησθε τὸν κλῆρον, δέχεσθε γεγονὸς τυχαῖον, ἀντιτιθέμενον εἰς τὴν βάσιν τοῦ νόμου. Ἐπὶ τέλους ἢ πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ τὸ πρώην καθεστώς, νὰ ἔχῃ τουτέστι τὸ δικαίωμα ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ, ἢ πρέπει νὰ διατάσσηται νέος διαγωνισμός.

§214Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ τροπολογία, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.

§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 56). (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν).

§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 370,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902».

§217ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν, κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται πίστωσις εἰδικὴ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1902. Περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου τοῦ 1871 πολλὰ ἐλέχθησαν, καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος· μολονότι δὲ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε κατὰ πλειονοψηφίαν τότε, ὅτι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἡ ὀρθή, ἐγὼ ἐξακολουθῶ νὰ ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην μου· δὲν θεωρῶ ὅμως ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον τότε, ἀφοῦ οὐχὶ πρὸ πολλοῦ ἐλέχθησαν. Ἀλλ’ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ πίστωσιν καὶ πληρώσῃ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1902, ἕνεκα δὲ τούτου ἡ ζητουμένη πίστωσις πίπτει εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1902, εἶναι ἐσφαλμένη κατὰ τὸν νόμον· αἰρομένης δὲ τῆς βάσεως ταύτης, πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἡ χρῆσις. Εἶναι ἐσφαλμένη ἡ βάσις, διότι ἐφαρμόζεται ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὁ νόμος τοῦ 1893 περὶ ἀπαλλοτριώσεως δι’ ἀρχαιολογικὰς ἀνάγκας, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ προηγηθῇ διάταγμα κηρῦσσον τὴν δημοσίαν ἀνάγκην, ν’ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις εἰς τὸν προϋπολογισμόν, καὶ τότε μόνον νὰ γείνῃ ἡ πληρωμή· κατὰ τὸ ἄρθρον 5 μάλιστα τοῦ νόμου, «ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν ἀκινήτων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἐπιτρέπεται μόνον, ἐὰν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ὑπάρχῃ ἀναγεγραμμένη ἢ ἀναγραφῇ ἐντὸς ἓξ μηνῶν πίστωσις.» Ἐπὶ τοῦ προκειμένου κατὰ τὸ ἔτος 1902 δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀναγεγραμμένη πίστωσις· ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχεν ἐγγραφῆ κατὰ τὸ 1902 πίστωσις, ἦτο πίστωσις μὴ ἐπαρκής· ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε καὶ εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ 1899, 1898, 1897 καὶ 1896, νομίζω. Ἀφοῦ δὲ δὲν ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη πίστωσις ἢ δὲν ὑπῆρχε πίστωσις ἐπαρκής, ἵνα γείνῃ ἡ πληρωμὴ, ἐπακολουθεῖ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου τούτου, κατὰ τὸ ὁποῖον, «παρελθούσης τῆς διορίας τῆς ἑξαμήνου, ἐὰν μὴ ὑπάρχῃ ἀναγεγραμμένη πίστωσις κατὰ τὰ ἀνωτέρω παύει ἰσχῦον τὸ βασιλικὸν διάταγμα.» Τὸ Β. Διάταγμα λοιπὸν, τὸ παραδεχθὲν τὴν δημοσίαν ἀνάγκην, ἔπαυσεν ἰσχῦον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896, καὶ ἔπαυσεν ἰσχῦον διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη πίστωσις. Κατὰ τὸ ἔτος 1902, καθ’ ὃ ἀναγράφεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅτι ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ προκαλέσῃ τὴν πίστωσιν καὶ πληρώσῃ, τὸ διάταγμα αὐτὸ δὲν ἴσχυε, συνεπῶς δὲν ὑπῆρχεν ἡ δημοσία ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἤθελε δικαιολογήσει τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα προκαλέσῃ τὴν πίστωσιν. Μὴ ὑπαρχούσης δὲ τῆς δημοσίας ἀνάγκης, οὐδ’ αἱ ἐκτιμήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἔχουσι κῦρος, οὐδ’ ὁ Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ πίστωσιν, ἢ νὰ ἐντείληται πληρωμήν. Ἐὰν δὲ ἐξεδόθησαν ἐν τῷ μεταξὺ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ὑποχρεοῦσαι τὸ Δημόσιον εἰς πληρωμὴν, ἄλλο εἶναι τὸ κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς βάρος τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἡ πίστωσις. Ἐὰν δ’ ὑπάρχῃ ἡ γνώμη, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ζητηθῇ ἡ πληρωμὴ ἀπὸ τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων, τότε ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ εἰδικὸς νόμος, οὐχὶ ζητῶν τὴν πίστωσιν, ἀλλ’ εἰδικὸς νόμος παρατείνων τὴν προθεσμίαν ἢ καταργῶν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5, ἵνα διευκολυνθῇ ἡ προκειμένη πληρωμή. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, νομίζω ὅτι δὲν ἠδύνατο κατὰ τὸ 1902, δὲν δύναται δὲ οὐδὲ σήμερον ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐνεργήσῃ τὴν πληρωμὴν, διότι δὲν ὑπάρχει διάταγμα παραδεχόμενον τὴν δημοσίαν ἀνάγκην διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, καθόσον τὸ διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν τῷ 1895 ἠκυρώθη, διότι δὲν ὑπῆρξεν ἀναγεγραμμένη εἰς τοὺς μετέπειτα προϋπολογισμοὺς ἡ πίστωσις. Ὥστε καὶ σήμερον ἐὰν ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, ὡς ζητεῖται, ἡ πληρωμὴ δὲν θὰ γείνῃ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκδοθῇ σήμερον διάταγμα, καὶ δύναται νὰ ἐκδοθῇ, παραδεχόμενον τὴν δημοσίαν ἀνάγκην, τότε θὰ γεννηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ τὸ δικαίωμα τῆς πληρωμῆς σήμερον, καὶ συνεπῶς ἡ πίστωσις ἡ ζητουμένη πρέπει νὰ ζητηθῇ εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ τρέχοντος ἔτους 1903. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἐσφαλμένη ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ, ἀλλὰ δὲν ἐπλήρωσεν, ὁ Ὑπουργὸς τοῦ 1902· ἀφοῦ δὲ ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ, δὲν δύναται νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1902, καθ’ ἣν ἔννοιαν ἀποδίδει εἰς τὸν νόμον τοῦ 1871 ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ Κυβέρνησις.

§218Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πολλοῦ, Κύριοι, παρατηρῶ, ὅτι μεγάλη καταβάλλεται ἅμιλλα διὰ τὴν κατανομὴν τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς κεκλεισμένας χρήσεις, ἅμιλλα περὶ τοῦ εἰς ποῖον προϋπολογισμὸν πρέπει νὰ καταταχθῶσιν αὗται. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ἅμιλλα εἶναι ἐντελῶς περιττὴ, διότι αἱ ἀπαιτήσεις αἱ ἀναγόμεναι εἰς κεκλεισμένας χρήσεις καταλογίζονται εἰς τὴν χρῆσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεφύησαν, ὄχι εἰς τὴν χρῆσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεγνωρίσθησαν, ἡ δὲ πληρωμὴ αὐτῶν κατὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν γίνεται μόνον πρὸς ἀνάμνησιν. Διὰ τοῦτο εἰς τοὺς γαλλικοὺς προϋπολογισμοὺς καταλογίζεται ὑπὸ τὰς θέσεις «pour memoire», καὶ ὁ ἀγὼν νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς μάταιος.

§219Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὅλαι αἱ ἀντιρρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυνουρίας εἰς αὐτὸ ἀπέβλεπον, δηλ. εἰς τίνα χρῆσιν ἀνήκουσιν αἱ ἀποζημιώσεις αὗται· ἀνήκουσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1902, τὴν εὐθύνουσαν τοὺς φίλους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ὑπουργούς; ἢ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1903, τὴν εὐθύνουσαν ἡμᾶς; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὴν εὐθύνην οὐδεὶς ὑπέχει· πρόκειται περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, πρόκειται ὅμως περὶ ἀποζημιώσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ καταβληθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει δικαστικῶν ἀποφάσεων. Ἴσως εὐθύνονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατέλαβον. Παραδέχομαι ὅμως τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, διότι θεωρῶ, ὅτι αὕτη εἶναι μία ἐγγύησις· νὰ προστεθῇ δηλ. μετὰ τὰς λέξεις «ἕνεκεν ἀρχαιολογικῆς ἀνάγκης» ἡ φράσις «ὁρισθησομένων κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ͵ΒΡΞΖʹ νόμου τῆς 16 Φεβρουαρίου 1893 περὶ ἀρχαιολογικῶν ἀνασκαφῶν».

§220ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ παραδοχὴ τῆς τροπολογίας ταύτης τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ νέον Β. Διάταγμα πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ 1893.

§221Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναμφισβητήτως θέλει προκληθῇ τὸ Β. Διάταγμα, ἀλλ’ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἀφορᾷ εἰς νέαν ἐκτίμησιν, ἡ ὁποία ἀναγκαίως θὰ γείνῃ, ἵνα δυνηθῇ ἕκαστος τῶν ἀποζημιωθησομένων νὰ λάβῃ τὴν ἀναλογοῦσαν αὐτῷ μερίδα.

§222Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ὀφείλονται ἀποζημιώσεις τινὲς δυνάμει δικαστικῶν ἀποφάσεων;

§223Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλονται δυνάμει δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἀλλὰ θὰ συναινέσωσιν ὅλοι αὐτοὶ εἰς τὴν συμβιβαστικὴν πληρωμήν;

§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἐτροποποιήθη). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 83,265.92 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 10 Ἰανουαρίου 1902 συμβάσεως περὶ διηνεκοῦς παραχωρήσεως τῆς κυριότητος καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἐν τῇ νήσῳ Ζακύνθῳ καὶ τοῖς παρακειμένοις νησυδρίοις ὀρυχείων πετρελαίου, νάφθης καὶ ἄλλων πισσωδῶν, ῥητινωδῶν καὶ ἐλαιωδῶν οὐσιῶν».

§226ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. .. (Θόρυβος).

§227ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν).

§228Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 6 καὶ 7 νομοσχέδια ν’ ἀναβληθῶσι, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.

§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποσπάσεως τοῦ δήμου Πειραιῶς ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§230Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπίσης τὰ ὑπ’ ἀριθ. 10 καὶ 11 ν’ ἀναβληθῶσι, διότι θὰ προκαλέσωσι συζήτησιν.

§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΧϞΔʹ τοῦ 1900 ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν καὶ διαφόρων ἐσόδων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ αὐτοῦ νόμου ͵ΒΧϞΔʹ».

§232Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παραδέχομαι ἐν μέρει τὰς τροπολογίας τὰς ὑποβληθείσας παρὰ τοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας κ. Ἀλεξανδροπούλου.

§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).

§234Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 2 παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς. Ἐν τέλει τῆς πρώτης παραγράφου νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «Ἑκάστη δόσις αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ᾖ ἐλάσσων τῶν δραχμῶν 50». Μετὰ δὲ τὴν δευτέραν παράγραφον νὰ προστεθῇ νέα παράγραφος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Χρέη δὲ ἀνώτερα τῶν δραχ. 5,000 ἐπιτρέπεται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δόσεις μέχρις εἴκοσιν, ὧν ἑκάστη νὰ μὴ ἦναι ἐλάσσων τῶν δραχ. 500».

§235ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἀλεξανδροπούλου ὁμιλεῖ περὶ ποσοῦ ἐλάσσονος τῶν πεντακοσίων δραχμῶν· ἐγὼ θέλω παρακαλέσει, τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ ὁρισθῇ ἄνω τῶν 500 δραχμῶν, ἵνα καὶ ἄνω τοῦ ποσοῦ τούτου διαιρῆται τὸ χρέος.

§236Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ ὅτι, ὡς διετυπώθη τὸ ἄρθρον, παρέχει πᾶσαν ἄνεσιν. Ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ἄλλο τι.

§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).

§238Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 3 παρακαλῶ ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς ἑξῆς: «Εἰς τοὺς ὀφειλέτας, τοὺς ἀνανεοῦντας νῦν τὰ ἑαυτῶν χρέη κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΒΧϞΔʹ καὶ εἰς τοὺς μέλλοντας ν’ ἀνανεώσωσιν αὐτὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου, ἐπιτρέπεται μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1894 ἡ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6 τοῦ προρρηθέντος ΒΧϞΔʹ νόμου προεξόφλησις τοῦ συνόλου αὐτῶν, εἴτε ἐκ ληξασῶν μόνον καὶ ὀφειλομένων δόσεων τὸ σύνολον τοῦτο ἀποτελεῖται, εἴτε καὶ ἐκ μὴ ληξιπροθέσμων τοιούτων. Ἐντεῦθεν ὅμως δὲν ἀναστέλλεται διὰ τὰς καθυστερουμένας δόσεις ἡ καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν, δυναμένων οὕτω νὰ ἐπωφεληθῶσι τοῦ παρεχομένου δικαιώματος τῆς προεξοφλήσεως ἢ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1904, ἢ πρότερον, καθ’ ἣν ἡμέραν διὰ τῆς καταδιώξεως ἤθελον ὑποχρεωθῆ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐν λόγῳ δόσεων.»

§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).

§240Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλῶ νὰ προστεθῇ καὶ δευτέρα παράγραφος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἐὰν οἱ ὀφειλέται ἐπιθυμῶσι νὰ ἐπωφεληθῶσι διὰ τὰς δόσεις ταύτας τοῦ ὑπὸ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ προηγουμένου ἄρθρου παρεχομένου δικαιώματος, δύνανται νὰ προέλθωσιν εἰς τὴν ἀνανέωσιν τῶν χρεῶν, ὧν ἐπιζητοῦνται αἱ δόσεις, καὶ εἰς τὴν προεξόφλησιν τοῦ συνόλου τούτων.»

§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).

§242Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ.

§243Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅπως τὰ ὀφειλόμενα διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου Αἰγίου περιλάβωμεν εἰς τὰ ὀφειλόμενα ἐκ διαφόρων δόσεων; Εἶναι ὅλως διόλου ἀλλότριον τὸ ἓν πρὸς τὸ ἕτερον.

§244ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς γίνεται διὰ τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη;

§245Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ τὸ Γυμνάσιον Αἰγίου εἶναι δημοσυντήρητον, δὲν εἶναι δημόσιον.

§246Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ ὑπόθεσις. Τὸ Γυμνάσιον Αἰγίου δὲν εἶναι οὔτε δημοσυντήρητον, οὔτε δημόσιον· ἔχει ἰδίους πόρους, ἔχει πόρους, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς αὐτὸ ἐκ συνεισφορῶν ἰδιωτῶν κατὰ τὸν σεισμὸν τοῦ 1861. Τὸ ποσὸν τοῦτο κατετέθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπὶ τόκῳ, καὶ ἐκ τῶν τόκων αὐτῶν καὶ τῶν εἰσφορῶν τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου ἀπετελέσθη ἓν ποσὸν, δι’ οὗ συνετηρεῖτο τὸ Γυμνάσιον. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ συστήσασα τὸ Γυμνάσιον ἐπιτροπὴ τῶν συμπολιτῶν μου ὥρισαν τὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν, ἀναλόγως, ἐννοεῖται, τοῦ ποσοῦ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους εἶχε τὸ Γυμνάσιον πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις ὑπερέβησαν τὸ ποσὸν τοῦτο, διορίσασαι καθηγητὰς ἐπὶ πλέον, χωρὶς νὰ φέρῃ τις ἀντίρρησιν· ἐπὶ σειρὰν δ’ ἐτῶν ἐπλήρονε τὸ δημόσιον ταμεῖον τοὺς μισθοὺς τῶν καθηγητῶν χωρὶς ὁ δῆμος νὰ ἔχῃ γνῶσιν τῆς ὑπερβάσεως. Αἴφνης ὁ δῆμος ἐκ τῆς ὑπερβάσεως ταύτης εὑρέθη ὀφειλέτης πρὸς τὸ Δημόσιον ποσοῦ τινος· ἐπεβλήθη κατάσχεσις, καὶ συνεπείᾳ ταύτης ἐξηναγκάσθη ὁ δῆμος νὰ πληρώσῃ χωρὶς νὰ ὀφείλῃ, διότι, ἐὰν καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεμία θὰ εὑρεθῇ εὐθύνη ἢ ὑποχρέωσις αὐτοῦ πρὸς πληρωμὴν, διότι ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους καὶ συμφωνίας συνέστη τὸ Γυμνάσιον, τὸ δὲ Δημόσιον ὑπερέβη τοὺς ὅρους καὶ τὰς συμφωνίας ταύτας· ἀφοῦ δὲ τὸ Δημόσιον καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ὡρισμένου ἀριθμοῦ διώρισε καθηγητὰς, αὐτὸ πρέπει νὰ πληρώσῃ καὶ τοὺς μισθοὺς αὐτῶν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ πληρωθῇ καὶ ἡ ὀφειλὴ αὕτη κατὰ δόσεις, ὡς ὡρίσθη διὰ τὰς ὀφειλὰς τῶν δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον. Ὑποβαλλόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσωμεν μὴ ὀφειλόμενα, ἀλλὰ δὲν δίδεται καὶ προθεσμία τις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις κατέσχεν ἀμέσως τὰ εἰσοδήματα τοῦ δήμου Αἰγίου πρὸς πληρωμὴν τοῦ διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου χρέους. Ὁ δῆμος Αἰγίου ἐξετέλεσε πολλὰ ἔργα, Κύριοι. Εἶναι δῆμος, ὁ ὁποῖος ἔχει πρόοδον καὶ προώδευσεν. Ἐὰν μεταβῇ τις σήμερον εἰς τὸ Αἴγιον, γνωρίζων αὐτὸ πρὸ 10 καὶ 20 ἐτῶν, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ. Λοιπὸν ἀφοῦ ὁ δῆμος ἐδανείσθη καὶ πληρόνει χρεωλυτικῶς χρέη πρὸς διακόσμησιν τῆς πόλεως, πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν κλπ., ἤδη τῷ ἀφαιροῦνται καὶ τὰ ἐκ τῆς σταφίδος ἔσοδα, διότι ἐπεβλήθη φόρος ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, καὶ θὰ μείνωσι τὰ ἔργα ἡμιτελῆ καὶ ἀνεκτέλεστα. Εἶναι δίκαιον, εἶναι νόμιμον, εἶναι ὀρθὸν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀποκρούσητε τὴν τροπολογίαν μου, ἡ ὁποία συνάδει καὶ μὲ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου; Τί ἄλλο εἶναι αἱ διατάξεις αὗται; Οὕτω κανονίζονται ἐν γένει τὰ χρέη τῶν δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον, ὡς τὸ ὑπὲρ τῶν ἀστυνομιῶν, τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κλπ., τοιοῦτον δὲ χρέος εἶναι καὶ τὸ ἐκ τῆς συντηρήσεως τοῦ Γυμνασίου Αἰγίου.

§247Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ κύριε Ἀσημακόπουλε. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρόκειται ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 200,000 δραχμὰς, σεῖς δὲ διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλετε, πρόκειται ἀκριβῶς νὰ μᾶς ἀφαιρέσητε καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προκατεβλήθη ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς τὸν δῆμον Αἰγιέων. Δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου χαριστικοῦ, πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου θ’ ἀπολαύσῃ τὸ Δημόσιον.

§248Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καταβῆτε τοῦ βήματος, κύριε Ἀσημακόπουλε, διὰ νὰ μὴ καταργηθῇ καὶ τὸ Γυμνάσιον.

§249ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ζητοῦμεν νὰ μᾶς χαρίσητε τίποτε, ζητοῦμεν νὰ πληρώσωμεν εἰς δόσεις.

§250Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ δῆμος Αἰγιέων, διότι εἶναι πλούσιος ἀκριβῶς, πρέπει νὰ πληρώσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὀφείλει πρὸς τὸ Δημόσιον.

§251ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἶναι πλούσιος. Εἶναι κατάχρεως.

§252Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ἀσημακόπουλε, τελειώσατε πλέον... Ἄλλως λύσατε τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε.

§253ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐπιμένετε ἐπὶ τοσοῦτον, κατέρχομαι. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ τροπολογία εἶναι δικαιοτάτη.

§254Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι διόλου δικαία, διότι θέλετε νὰ παρεμβάλητε μίαν ξένην διάταξιν εἰς τὸ νομοσχέδιον.

§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀσημακοπούλου;

§256ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἀπερρίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα διαγράφονται αἱ λέξεις «τῶν ἐτῶν 1896, 1897 καὶ 1898». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).

§258Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 ἐλήφθη μέτρον τι ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου διὰ καθυστερουμένους φόρους δικαιώματος ἐπικαρπίας· ἤτοι ὁσάκις βεβαιωθῇ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ὅτι ἡ καθυστέρησις προέρχεται ἐκ τοῦ ἀνεφίκτου τῆς πληρωμῆς ἢ ἐκ κακῆς βεβαιώσεως, δύνανται ν’ ἀπαλλαχθῶσιν οἱ ὀφειλέται τῆς πληρωμῆς τοῦ καθυστερουμένου φόρου, ὡς ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου τοῦ 1900, τὸ ὁποῖον προβλέπει διὰ τὰς ὀφειλὰς τὰς μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ 1900, δηλ. ὡς βάσιν ἔλαβε τὰς χρήσεις τὰς πρὸ τῆς τελευταίας δεκαετίας. Τοῦτο φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ εἰς τὸν νόμον τοῦτον, δηλ. νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν διάταξιν μέχρι τῶν ὀφειλομένων τοῦ ἔτους 1893, ὥστε ν’ ἀπομείνῃ ἡ τελευταία δεκαετία. Τὸ Δημόσιον οὐδὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ, διότι, ἐὰν βεβαιωθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον πανηγυρικὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὀφειλὴ, οὐδὲν ἔχει νὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου τοῦ 1900 δέον νὰ ἰσχύσῃ διὰ τὰς ὀφειλὰς τὰς μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903.

§259Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι· διότι τότε στερούμεθα τῶν ἐσόδων τριῶν ἐτῶν.

§260Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ποίου ἐσόδου θὰ στερηθῇ τὸ Δημόσιον, ὁσάκις ἦναι ἐσφαλμένη ἡ χρέωσις;

§261ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τίποτε, κύριε Καλούτση· ἔχεις ἄδικον.

§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπορρίπτεται καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Καλούτση.

§263Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὴν ἀποσύρω (ἱλαρότης). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).

§264Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὰ δύο δασμολογικὰ πρὸ πάντων, διότι ἄνευ αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τίποτε. Τὸ δεύτερον δασμολογικὸν πρὸ πάντων εἶναι τὸ μᾶλλον οὐσιῶδες.

§265Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Μεταξὺ τῶν πολλῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων νομοσχεδίων, κύριε Πρόεδρε, εἶναι καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 82.

§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἡ ἡμερησία διάταξις θὰ κανονισθῇ εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως.

§267ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰ δυνατὸν, νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.

§268Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Θέλομεν καὶ ἡμεῖς ποτέ νὰ προτάξωμεν τὰ ἰδικά μας.

§269ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ἀφορᾶ τὴν ἀπονομὴν συντάξεως εἰς τὴν σεβαστὴν δέσποιναν Κυριακὴν Θάνου Κανακάρη. Εἶναι δὲ γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε, τίς ὑπῆρξε καὶ τίνας προσήνεγκεν ὑπηρεσίας ὁ ἀοίδιμος Θᾶνος Κανακάρης, τίνας δὲ πολλαπλᾶς καὶ μεγάλας ὑπηρεσίας ἔχει προσφέρει εἰς τὸ ἔθνος ἡ σεβαστὴ οἰκογένεια τοῦ Κανακάρη. Νομίζω ὅτι πρέπον καὶ δίκαιον εἶναι νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ ψηφισθῇ δὲ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἐν δὲ ταῖς ἑπομέναις συνεδριάσεσι νὰ ταχθῇ ἐν τῇ στείλῃ ἐκείνῃ, ἐν ᾗ νὰ ὑπάρχῃ ἐλπὶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασίν μου.

§270ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ γείνῃ ψηφοφορία.

§271Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι· πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπολείπονται δύο ἢ τὸ πολὺ τρεῖς συνεδριάσεις, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην, αὔριον ἀμέσως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον μετὰ τὴν ἀναγραφὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, τῆς συμβάσεως διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἐν τῇ νήσῳ Ζακύνθου ὀρυχείων πετρελαίου κλπ. εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ τῶν δύο νομοσχεδίων —καθ’ ὅσον ἤθελον ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν—περὶ μεταρρυθμίσεων διατάξεων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου, νὰ τεθῇ ὁ προϋπολογισμός.

§272Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν.

§273Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τὸ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, καθ’ ὅσον ἤθελε ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς δευτέραν συζήτησιν.

§274ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 24.

§275Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδέν.

§276ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, χωρὶς νὰ ζητήσω νὰ προταχθῇ τι, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 82 νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν Θάνου Κανακάρη δὲν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν. Θὰ παρακαλέσω, ὄχι νὰ προταχθῇ, ἀλλὰ νὰ ὑποταχθῇ, δηλαδὴ πρὶν ἢ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν νὰ τεθῶσιν αἱ κάλπαι, καὶ παρερχόμενοι οἱ Βουλευταὶ νὰ ψηφίζωσι. Δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις.

§277Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ὑποταχθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀπονομὴν συντάξεων· διότι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελον προταχθῆ εἴτε τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, ἀναγκαίως θὰ φέρωσι παράλυσιν τῆς συνεδριάσεως. Λοιπὸν, ἐὰν εἰς τὸ τέλος ἑκάστης συνεδριάσεως πρόκειται νὰ ψηφισθῶσι καὶ ἔχωμεν τρεῖς συνεδριάσεις, βεβαίως ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν αὐτὰς τὰς συντάξεις, τὰς ὁποίας ὑπεσχέθη τὸ Κράτος πρὸς τὰς πενομένας αὐτὰς οἰκογενείας.

§278Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ προταχθῇ καὶ τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 23 νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς κατόπιν ἐπερωτήσεως καὶ συστάσεώς μου πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ δι’ οὗ νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται ἡ ἀκύρωσις παραχωρητηρίων τινῶν, ἀφορώντων εἰς γαίας δηλωθείσας παρὰ τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Κυπαρισσίου, Τραγάνας κλπ. καὶ κατακλυσθείσας ὑπὸ τῶν θαλασσίων ὑδάτων. Οἱ δηλωταὶ τῶν γαιῶν τούτων καταδιώκονται δι’ ἐνταλμάτων, ἵνα πληρώσωσι τῷ Δημοσίῳ τὰς ἐτησίας καὶ παγίας δόσεις ἀπὸ τοῦ 1894, ὅτε κατεποντίσθησαν αἱ εἰρημέναι γαῖαι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εὐαρεστούμενος συστήσῃ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι, ἐπαναλαμβάνω, οἱ δηλωταὶ καταδιώκονται ἀπηνῶς, ἵνα πληρώσωσι χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον, τὰ ὁποῖα δὲν ὀφείλουσι, διότι δὲν ἔχουσι γαίας, καθόσον αἱ γαῖαι ἐκεῖναι ἐκαλύφθησαν ὑπὸ τῶν θαλασσίων ὑδάτων καὶ μετεβλήθησαν εἰς ἰχθυοτροφεῖα.

§279ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κ. συναδέλφου.

§280Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις· ἀλλὰ πρὸ πάντων, παρακαλῶ, τὰ δασμολογικά.

§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου». Πρόκειται περὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου». Εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν διαφόρων εἰδῶν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).

§282Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκ τῶν ἀνακοινωθεισῶν ἀναφορῶν τῶν πιλοποιῶν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα ἀκριβῶς τοῦτο...

§283Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τῶν πιλημάτων;

§284Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα... Νομίζω ὅτι μεταξὺ τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι καὶ τὰ τῆς κλάσεως 180, ἥτις ἀναφέρεται εἰς «πιλήματα διὰ πίλους σχήματος κώνου (cloche) εἰς φυσικὴν χροιὰν καὶ οὐδεμίαν ἄλλην κατεργασίαν φέροντα καὶ εἰς ὑπερδιπλάσιον μέγεθος τῶν συνήθως εἰσαγομένων πίλων», ὅπως καὶ ἡ κλάσις 209, ἐδάφιον αʹ, «πιλήματα (κετσέδες) διὰ πίλους εἰς σχῆμα κώνου, πλὴν τῶν ἐν τῷ ἐδαφίῳ βʹ καὶ τῶν ἐν τῇ κλάσει 180 ἐδαφίῳ β ἀναφερομένων, φέροντα κατεργασίαν ξυρίσματος ἢ μή». Αἱ δύο αὗται κατηγορίαι, δηλαδὴ τὰ πιλήματα, τὰ ἔχοντα ὑπερδιπλάσιον μέγεθος τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς κατασκευὴν πίλου καὶ τὰ ἄλλα πιλήματα, τὰ ὁποῖα δὲν φέρουσιν ἄλλην κατεργασίαν παρὰ μόνον ἁπλῶς γύρισμα, τὰ δύο ταῦτα εἴδη ἀποτελοῦσιν ἀναμφισβητήτως πρώτην ὕλην πρὸς τὴν βιομηχανίαν. Δὲν εἶναι εἴδη εἰσερχόμενα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ κατειργασμένα τελείως καὶ δυνάμενα νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ἀμέσως ὑπὸ τῆς καταναλώσεως. Τὰ μεγάλα πιλήματα καὶ τὰ πιλήματα τὰ μικρότερα εἶναι ἀντικείμενα δίδοντα τὴν πρώτην ὕλην εἰς ἐργασίαν πολλῶν καταστημάτων καὶ ἀπασχολοῦντα καὶ συντηροῦντα πολλοὺς ἐργάτας. Δὲν εἶναι, Κύριοι, πρώτη ὕλη ἡ ὕλη ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶναι ὅλως ἀκατέργαστος, ἡ ὁποία χρησιμεύει εἰς τὴν βιομηχανίαν. Ἀπεναντίας πολλαὶ ὕλαι, αἵτινες λαμβάνουσι πρώτην καὶ δευτέραν κατεργασίαν, ἀποτελοῦσι πρώτην ὕλην δι’ ἄλλην βιομηχανίαν. Ὡς παράδειγμα δύναμαι νὰ ἀναφέρω τὰ διάφορα προϊόντα τοῦ βάμβακος...

§285Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καὶ ὁ κ. Καραπᾶνος ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.

§286Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν συμφωνεῖ, ἂν θέλετε. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται ὅτι πρότασις γενομένη πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς Εὐαγγέλιον. Ὅταν πληροφορίαι πληρέστεραι, ὅταν ἀναπτύξεις πληρέστεραι φωτίσωσι τὸν προτείνοντα φορολογικὴν ἰδίως διάταξιν, νομίζω ὅτι ὄχι μόνον ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλεται. Λοιπὸν ἡ διακοπή σας βλέπετε ὅτι δὲν ἦτο ὅλως διόλου ἐντὸς τῆς ἀκριβείας.

§287ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπὸ Εὐαγγέλιον γίνεται Ἀπόστολος.

§288Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι πλέον ὀλίγον θεολογικόν Ἡ πρώτη ὕλη, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι μόνον ἡ ὅλως ἀκατέργαστος, ἀλλὰ καὶ ἡ περιέχουσα πρώτην κατεργασίαν, εἰσαγομένη εἰς τὴν χώραν καὶ χρησιμεύουσα καὶ αὕτη πρὸς ἀνάπτυξιν νέας βιομηχανίας. Ἡ βιομηχανία τῶν διπλῶν πιλημάτων ὠφελεῖται ἐκ τῆς πρώτης ταύτης ὕλης τῶν πιλημάτων τῶν εἰσερχομένων τῆς κλάσεως 180 ἐδάφ. βʹ καὶ τῆς κλάσεως 209 ἐδάφ. αʹ καὶ βʹ. Βεβαίως δὲ ἡ ὕλη εἶναι κατειργασμένη. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς, ὅπως παράσχωμεν ὑποστήριξιν εἰς βιομηχανίαν ὑφισταμένην, καὶ ἥτις ἀναφέρεται ὡς ὑφισταμένη καὶ ὡς ἔχουσα ὑπόστασιν, καὶ κατόπιν ὅλων τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν πάντες, καὶ τυπωμένας καὶ ἰδιαιτέρας, καὶ τὰς ὁποίας ἔλαβον καὶ ἐγὼ πρὸ καιροῦ καὶ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ τὰς ἐξετάσω καὶ νὰ πεισθῶ, ὅτι πράγματι ὑπάρχει μία εὐρέως διαδεδομένη βιομηχανία καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ, ἥτις τὴν πρώτην ταύτην ὕλην, τὴν ὀλίγον κατειργασμένην, χρησιμοποιεῖ πρὸς παραγωγὴν τῶν πιλημάτων, ἤθελον συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, καὶ ἂν καὶ οὗτος ἐπείσθη ἐκ τῶν γενομένων ἀναπτύξεων, νὰ μὴ ἐπέλθῃ τροποποίησις εἰς τὴν ἰσχύουσαν φορολογίαν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς κλάσεις 180 καὶ 209 ἐδάφ. αʹ καὶ βʹ.

§289Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀναφορὰν τοῦ Γεωργίου Ματθοπούλου, ὁ ὁποῖος ἔχει βιομηχανικὸν κατάστημα ἐν Μοσχάτῳ, κατασκευάζον διάφορα χημικὰ προϊόντα, ἐν οἷς καὶ θειοῦχον ἄνθρακα. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ νὰ ἐπιβάλῃ δασμὸν ἐξ ἢ ὀκτὼ λεπτῶν εἰς τὸν θειοῦχον ἄνθρακα, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Γαλλία ἐπιβάλλει εἴκοσι λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν δασμὸν εἰς τὸν θειοῦχον ἄνθρακα, ὁ ὁποῖος εἰσάγεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Φρονῶ ὅτι ἡ αἴτησις τοῦ κ. Ματθοπούλου εἶναι δικαιοτάτη, διότι ἡ βιομηχανία αὕτη εἶναι πολὺ χρήσιμος καὶ ὠφέλιμος, ἰδίως εἰς τὴν γεωργίαν.

§290Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνενῶ τὴν φωνήν μου, καὶ παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀναφορά, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Δαούτης.

§291Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀντικείμενον νέας προτάσεως αὐτό.

§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§293Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω τροπολογίας. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).

§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν.

§295Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Γραμματεῦ, παρακαλῶ νὰ τὸ ἀναγνώσητε.

§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§297Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τίνος πρόκειται;

§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν.

§299Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ νομοσχέδιον;

§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 15.

§301Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τίνος;

§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν. Δεκαπέντε ἕως εἴκοσι Βουλευταὶ εἶναι ὑπογεγραμμένοι: Κολιάτσος, Ἀγγελόπουλος, Τσερτίδης, Φωτήλας, Χοϊδᾶς, Ροῦφος, Δεληγεώργης, Γεροκωστόπουλος, Ι. Καλούτσης, Πετροπουλάκης, Ζέρβας, Μελᾶς κλπ.

§303ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι.

§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Δεληγεώργης» γράφει.

§305ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι.

§306ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πλαστογραφία!

§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται): Ἔχετε τίποτε, κύριε Καλαμάρη;

§308ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. Μίαν τροπολογίαν ἔχω.

§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος ἄρθρου;

§310ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.

§311ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι δά! Εἶναι τροπολογία.

§312Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴμεθα εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Διατυπώσατε τὴν ἐγγράφως διὰ τὴν τρίτην.

§313ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. Νὰ τὴν ὑποβάλω σήμερον. Δύο λέξεις. Δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου, ἀλλὰ περὶ τῆς Σύρου, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἡ λέξις «Σῦρος», διότι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ πόλις αὕτη, ὡς κέντρον ἐμπορικὸν καὶ ἔχουσα μεγάλην ἀνάγκην.

§314Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐσκόπουν νὰ φέρω καὶ ἐγὼ παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἀλλὰ θὰ φέρω ταύτας εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, διότι δὲν ἔχω μετ’ ἐμαυτοῦ τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχω σημειώσει διαφόρους παρατηρήσεις. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὅμως νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «συνίστανται Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις». Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ὀργανωτικὸν Σχολῶν. Ἠδύνατο λοιπὸν ν’ ἀφεθῇ, ὁ προσδιορισμὸς τοῦ τόπου τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν νὰ ὁρισθῇ διὰ Β. Διατάγματος, διότι πιθανὸν βραδύτερον νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη, ἢ τὰ μέσα τοῦ Δημοσίου νὰ ἦναι ἀφθονώτερα, ὥστε νὰ δυνηθῇ τὸ Δημόσιον νὰ ἱδρύσῃ καὶ ἄλλας Σχολάς. Νὰ μὴ ἀπαιτηθῇ λοιπὸν νέος νόμος πρὸς σύστασιν ἑτέρας Ἐμπορικῆς Σχολῆς.

§315ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§316Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναμφισβητήτως ὅμως πρέπει νὰ καθορισθῇ ὁ ἀριθμὸς, διότι ἄλλως θὰ ἔχωμεν ἴσον ἀριθμὸν Ἐμπορικῶν Σχολῶν πρὸς τὰ Γυμνάσια.

§317ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Εἰς ὅλας τὰς πόλεις.

§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν).

§319ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὸν προϋπολογισμὸν τώρα.

§320ΣΑΚΚΗΣ. Προηγοῦνται δύο ἄλλα.

§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 19.

§322ΓΕΡΑΚΗΣ. Τὸ 17.

§323ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἢ τακτικὰ θὰ βαδίσωμεν, ἢ καθόλου.

§324ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸν προϋπολογισμόν.

§325Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιβάλλεται ἡ ψήφισις ἑνὸς ἔτι νομοσχεδίου, διότι πρόκειται περὶ ἀκυρώσεως παραχωρητηρίων γαιῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουσιν. Εἶναι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 23. Ἐπίσης τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 24 «περὶ ἐγκρίσεως διαφόρων δημοσίων ἔργων γεφυροδοποιΐας.»

§326ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§327ΕΤΕΡΟΙ. Τὸ 19, τὸ 19.

§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 23 καὶ τὸ 24.

§329ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὸ 24 τὸ θέλουν ὅλοι (θόρυβος).

§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἡσυχάσατε.

§331ΣΑΚΚΗΣ. Μὲ τὴν σειράν των. Ἄλλως θὰ κάμω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.

§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συζητηθῇ τὸ 23. Ἔχετε ἀντίρρησιν;

§333ΣΑΚΚΗΣ. Ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας (θόρυβος).

§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ἡ ἀντίληψις δὲ τοῦ Προεδρείου εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις.

§335ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν ἀποσύρει, τὴν ἀποσύρει.

§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλύθη ἤδη ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
2Τῆς 4 Ἰουλίου 1903.
3(Παρασκευή).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 9 καὶ 30′ π. μ. ἀναγι-
5νώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρα-
6κτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Κρητῶν ἐκ-
8φράζει τὰς εὐχαριστίας του πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς
9τῶν Ἑλλήνων διὰ τὴν εἰς Κρήτην ἀποστολὴν τῶν δύο στε-
10νογράφων, οἱ ὁποῖοι μετὰ ζήλου ἐξεπλήρωσαν τὸ ἔργον αὐ-
11τῶν, καὶ εὔχεται ὑπὲρ τῆς ταχίστης πληρώσεως τῶν ἐθνικῶν
12πόθων, τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης.
13Ὁ κ. Παυλόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας
14διατάξεως.
15§2ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς
161ης ἀρξαμένου μηνὸς ὁ βουλευτὴς ἐξ Ὀλυμπίας κ. Μοσχού-
17λας, λαβὼν ἀφορμὴν ἔκ τινος συλλαλητηρίου γενομένου ἐν
18Ἀμαλιάδι, ἐξεφράσθη ἀπρεπῶς κατά τε τῶν μετασχόντων
19εἰς τὸ συλλαλητήριον ἐκεῖνο καὶ κατ’ ἐμοῦ, ὡς ὑποκινήσαν-
20τος δῆθεν αὐτό. Ἐπειδὴ ἐντελῶς ἀνακριβεῖς πληροφορίαι
21ἐδόθησαν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὀφείλω νὰ εἴπω ἐν
22ὀλίγοις, τί ἀκριβῶς ἔλαβε χώραν ἐκεῖ...
23§3ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὰ εἶναι προσωπικά.
24§4ΣΤΑΗΣ. Αὐτὸ εἶναι θέμα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.
25§5ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ διαψεύσω πᾶν ὅ,τι μετε-
26δόθη ἀνακριβὲς εἰς τὸν συνάδελφον. Διατὶ ὅτε ἐκεῖνος ὡμί-
27λει ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης δὲν ἐλέγετε
28ὅτι εἶνε προσωπικά; Νομίζω ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ ἀμυνθῶ
29ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ.
30Ἐλέχθη ὅτι ἐγὼ ὑπεκίνησα τὴν διοργάνωσιν τοῦ συλ-
31λαλητηρίου ἐκείνου. Τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβές. Φίλοι
32τοῦ κ. Στεφανοπούλου διωργάνωσαν τὸ συλλαλητήριον, ὁμὰς
33δὲ πολιτῶν, μεταβᾶσα εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου,
34εἶδεν εἰς τὴν ἁμαξοστοιχίαν Πατρῶν–Πύργου διερχόμενον
35ἐκεῖθεν τὸν υἱὸν τοῦ ἐμπόρου Μοσχούλα ἐκ Πατρῶν, καὶ
36εἶπέ τις ἐξ αὐτῶν νὰ τὸν ἀποδοκιμάσουν, ἀλλ’ ἡ ὁμὰς
37ἐκείνη δὲν ἐνέκρινε τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ ἡ ἁμαξοστοι-
38χία ἀνεχώρησεν. Ἀνακριβεῖς λοιπὸν ἐδόθησαν πληροφορίαι
39εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ὀλυμπίας, ὅτι ἐγὼ ἐνήρ-
40γησα νὰ συγκροτηθῇ τὸ συλλαλητήριον ἐκεῖνο καὶ νὰ προβῇ,
41ὄχι εἰς ἀποδοκιμασίαν αὐτοῦ,—διότι εἶναι βαρεῖα ἡ φρά-
42σις,—ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ἐκφρασθῇ ἐναντίον του. Ἐπειδὴ λοιπὸν
43αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμοι, καὶ κατ’ οὐ-
44δένα λόγον ἐνέχομαι εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου
45συναδέλφου, ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι θὰ θεωρήσῃ τὰ λεχθέντα
46ὑπ’ αὐτοῦ ὡς μὴ λεχθέντα, καὶ θὰ διορθώσῃ κατὰ τοῦτο
47τὴν ἀγόρευσίν του.
48§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαλκιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
49§7Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνε-
50δρίασιν τῆς Βουλῆς ἀνεγνώσθησαν δύο τηλεγραφήματα ὑπὸ
51τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Τὸ ἓν εἶναι τῶν φαρμακοποιῶν
52Λαμίας, παραπονουμένων διὰ τὴν αὐτόθι σύστασιν καὶ ἑτέ-
53ρου Φαρμακείου. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Χατζίσκος,
54καὶ ὑπεστήριξε τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Τὸ ἕτερον τηλεγρά-
55φημα εἶναι τῶν δημοτῶν τοῦ δήμου Τιθορέας, ζητούντων
56βοήθημα. Ἀλλ’ εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐδημοσιεύθη, ὅτι ὑπε-
57στήριξα καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν τῶν φαρμακοποιῶν Λαμίας,
58καὶ συνεπῶς παρεστάθη, ὅτι ἀνεμίχθην εἰς τὴν συζήτησιν
59τοῦ θέματος ἐκείνου, ἐνῷ ἐγὼ ὑπεστήριξα μόνον τὴν αἴτησιν
60τῶν κατοίκων Τιθορέας.
61§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνα σημασίαν ἔχει αὐτό;
62§9Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει σημασίαν, διότι φαίνομαι
63ἀναμιχθεὶς εἰς ξένην ὑπόθεσιν, οὗ ἕνεκα θέλω ἐπισύρει ἄνευ
64λόγου τὴν δυσαρέσκειαν τοῦ φαρμακοποιοῦ, καθ’ οὗ τὸ τη-
65λεγράφημα.
66§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαλέξης.
67§11Ν. ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Ἐκ τῶν μακρῶν καὶ ἐπανειλημ-
68μένων συζητήσεων, αἵτινες ἔλαβον χώραν καὶ κατὰ τὴν πα-
69ρελθοῦσαν τακτικὴν Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν ἔκτα-
70κτον, καὶ ἐκ τῶν διαφόρων γεγονότων εἶναι γνωστὴ εἰς πάν-
71τας ἡ κατάστασις τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν· ἐπίσης εἰς
72πάντας εἶναι γνωστὸν, καὶ ἰδίᾳ εἰς τοὺς διατελέσαντας
73Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῶν δημο-
74σίων ἐσόδων εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας ἐνεργοῦνται
75ἀπὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου μέχρι τοῦ Ἀπριλίου, ὅτε, ἀρ-
76χομένης τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων, οἱ φορολογούμε-
77νοι ἐξαντλοῦνται οἰκονομικῶς, καὶ δὲν δύνανται πλέον ὄχι
78μόνον φόρους νὰ πληρώσουν, ἀλλ’ οὔτε καὶ αὐτὸν τὸν ἄρ-
79τον νὰ πορισθῶσι δι’ ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των. Ἐνῷ
80λοιπὸν ἡ κατάστασις ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις εἶναι τοι-
81αύτη, παραδόξως εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ὀλυμπίας ὁ ταμίας
82Ὀλυμπίας καὶ ἰδίως ὁ ὑποταμίας Σκιλλοῦντος ἐξέδωκε πρὸ
83ἡμερῶν κατὰ χιλιάδας ἐντάλματα κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ
84Δημοσίου, τὰ ὁποῖα παραλαβόντες οἱ χωροφύλακες πρὸς
85ἐκτέλεσιν ἔτρεψαν τοὺς φορολογουμένους εἰς τὰ ὄρη, ἀναγ-
86κασθέντας νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημά-
87των των.
88Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν
89ὡς καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενοι δια-
90τάξωσι τὸν ταμίαν Ὀλυμπίας καὶ τὸν ὑποταμίαν Σκιλ-
91λοῦντος, καθὼς καὶ τοὺς ἁρμοδίους ἀστυνόμους, νὰ ἀναστεί-
92λωσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐνταλμάτων μέχρι τοῦ Σεπτεμ-
93βρίου τουλάχιστον, ὁπότε θὰ ἔχωσιν οἱ φορολογούμενοι
94εἰσπράξει τὰ εἰσοδήματά των ἐκ τῆς σταφίδος, ἡ ὁποία
95εἶναι τὸ μόνον προϊόν των, ἐκ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ πλη-
96ρώσωσι τὰ χρέη των. Τοιοῦτο μέτρον ἔλαβον ἄλλοτε καὶ
97ὁ κ. Σιμόπουλος καὶ ὁ κ. Νέγρης, ὡς Ὑπουργοὶ τῶν Οἰ-
98κονομικῶν.
99§12Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
100τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀνεφέρθησαν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
101τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ καὶ ἐπι-
102τρέπεται ἐκ τοῦ νόμου πρὸς ἀνακούφισιν αὐτῶν, θὰ γείνῃ.
103§13Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα καὶ εἰς τὸν
104δῆμον Δύμης ἐξεδόθησαν 600 ἐντάλματα ὑπὸ τοῦ ἐκεῖ ὑπο-
105ταμίου.
106§14Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀμφι-
107βολία, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν θὰ χορηγήσῃ
108πᾶσαν δυνατὴν εὐκολίαν εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχητε
109ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ὅτε παρέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονο-
110μικῶν, εὗρον ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ ἐν ὅλῳ 15,453 δραχ-
111μάς· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἐξακολουθήσωμεν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς
112ὅρους, δὲν γνωρίζω τί θέλει συμβῆ.
113Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἦναι μᾶλλον φει-
114δωλοὶ εἰς τὰς συστάσεις των περὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως
115τῶν φόρων, διότι τὸ Κράτος δὲν διοικεῖται μὲ ἀέρα, οὔτε
116εἶναι δυνατὸν νὰ διοικηθῇ μὲ ἀέρα. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ μὴ
117ἐπληρόναμεν φόρους, καὶ νὰ μὴ ἐβεβαιοῦμεν καὶ εἰσεπράτ-
118τομεν φόρους· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ἔχομεν στρατόν, ναυτικόν, διοί-
119κησιν, ἐκπαίδευσιν καὶ ὅλους τοὺς κλάδους, τοὺς ὁποίους
120γνωρίζετε, ἀναγκαίως πρέπει καὶ νὰ βεβαιῶνται οἱ φόροι
121καὶ νὰ εἰσπράττωνται· καὶ διὰ νὰ εἰσπράττωνται, πρέπει
122νὰ καταβάλλωνται.
123§15ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυ-
124πουργὸν νὰ ἀποστείλῃ ὁδηγίας πρὸς τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλ-
125λήλους, τοὺς ταμίας καὶ ὑποταμίας, περὶ τοῦ τρόπου τῆς
126ἐκδόσεως τῶν ἐνταλμάτων κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημο-
127σίου καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν. Ὁ τρόπος
128δὲ αὐτὸς νὰ ἦναι γενικός· ἡ ἔκδοσις τῶν ἐνταλμάτων νὰ
129ἀναφέρηται εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους, διότι ἕνεκα τῆς ἐπο-
130χῆς ἡ ἀκανόνιστος ἔκδοσις τῶν ἐνταλμάτων καὶ ἡ ἐκτέλεσις
131αὐτῶν δίδει ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις. Ἐντεῦθεν τὰ παρά-
132πονα, ὄχι διότι δὲν θέλει ὁ λαὸς νὰ πληρώσῃ φόρους. Τὸ
133ζήτημα εἶναι νὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ μὴ γίνωνται παρεξηγήσεις.
134§16Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς παρεξήγησε τὴν
135σύστασίν μου. Ἐγὼ οὐδέποτε συνέστησα ν’ ἀνασταλῶσιν οἱ
136φόροι καὶ νὰ μὴ βεβαιωθῶσιν, οὔτε δὲ καὶ νὰ μὴ πληρώσῃ
137ὁ λαὸς φόρους. Ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν ἐπλήρωσε καὶ
138πληρόνει τοὺς φόρους του πάντοτε, ἐὰν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
139γὸς λάβῃ τὸν κόπον νὰ ἐξετάσῃ τὸν πίνακα τῶν εἰσπράξεων,
140θὰ ἴδῃ ὅτι τὸ Ταμεῖον Πατρῶν εἶναι τὸ ἔχον τὰ ὀλιγώτερα
141καθυστερήματα. Ἡ κρίσις ἡ σταφιδικὴ, ἡ ἐποχὴ τοῦ ἔτους
142καὶ αἱ ἐπικείμεναι δημοτικαὶ ἐκλογαί, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ
143δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς ὀλιγωτέραν χρῆσιν τῆς ἀπηνοῦς κατα-
144διώξεως καὶ τῆς ἐκδόσεως ἐνταλμάτων κατὰ τῶν ὀφειλετῶν
145τοῦ Δημοσίου.
146§17Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀρνήσεως φόρων,
147οὐδ’ ἐζήτησέ τις νὰ μὴ πληρώσωσιν οἱ φορολογούμενοι φό-
148ρους. Εἰς τούτους ὑποχρεούμεθα πάντες. Ἀλλ’ οἱ προλαλή-
149σαντες συνάδελφοι εἶπον, καὶ μετὰ τούτους λαμβάνω τὴν
150τιμὴν νὰ παρατηρήσω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι
151δὲν εἶναι ἡ ἐποχὴ κατάλληλος πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων, καὶ
152ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλῃ τὴν εἴσπραξιν μέχρι τοῦ Σεπτεμ-
153βρίου καὶ Ὀκτωβρίου, ὅτε ὁ φορολογούμενος λαὸς θὰ ἦναι
154ὁπωσδήποτε εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ, εἰσπράττων ἐκ τῶν εἰσο-
155δημάτων του. Διότι εἶναι ἄδικον κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην
156νὰ πληρώσωσι φόρους οἱ ὀφείλοντες εἰς τὸ Δημόσιον. Βε-
157βαιῶ δὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι διὰ τῆς ἀπηνοῦς καταδιώ-
158ξεως οὐδὲν ἄλλο θέλει κατορθώσει ἢ νὰ τραπῶσιν οἱ φορο-
159λογούμενοι εἰς τὰ ὄρη.
160§18Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ
161ἐννοηθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀπηνοῦς καταδιώξεως· ἐξ
162ἐναντίας ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, ὅτι πᾶσα δυνατὴ εὐκολία
163θέλει δοθῆ εἰς τοὺς φορολογουμένους. Παραπονοῦνται διὰ τὸ
164ἀκατάλληλον τῆς ἐποχῆς πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων, ὡσεὶ
165ὥρισα ἐγὼ τὸν χρόνον τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων· τὸν χρόνον
166τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων ὁρίζουσιν οἱ νόμοι, ὁ δὲ Ὑπουργὸς
167τῶν Οἰκονομικῶν εὐτυχῶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀνα-
168στολῆς τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, διότι θὰ ἦτο ἀληθῶς δαι-
169μονία νομοθεσία ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὸν
170Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναστέλλῃ μὲν ὡς πρός τινας
171τὴν καταβολὴν τῶν φόρων, νὰ ἐπισπεύδῃ δ’ αὐτὴν ὡς πρὸς
172τοὺς ἄλλους. Νομίζω ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι νομοθεσίας
173καθιστώσης τὴν ἰσότητα. Θέλετε νὰ καταστήσωμεν τὴν ἀνι-
174σότητα; Ἐγὼ δὲν εἶμαι τὸ ὄργανον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει
175κατασταθῆ ἡ ἀνισότης. Ἀλλ’ εἶπον ἐν ἀρχῇ καὶ ἐπαναλαμ-
176βάνω καὶ ἤδη, ὅτι, καθ’ ὅσον πρόκειται νὰ χορηγηθῇ ἀνα-
177κούφισις εἰς τοὺς φορολογουμένους καὶ καθ’ ὅσον ἐπιτρέπεται
178ἐκ τῶν νόμων καὶ ἐκ τῶν περιστάσεων τοῦ δημοσίου τα-
179μείου, θὰ τὸ πράξω ἄνευ οὐδεμιᾶς συστάσεως.
180§19Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρό-
181τασιν νόμου περὶ συστάσεως Γεωργικῆς καὶ Κτηματικῆς
182Τραπέζης, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν κρίνῃ τὴν πρό-
183τασιν ταύτην κατεπείγουσαν, νὰ δεχθῇ, ὅπως ἀναγραφῇ αὕτη
184μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
185Ἐπίσης ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐγκρίνῃ
186νὰ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων ἡ πρότασις νόμου, τὴν
187ὁποίαν ὑπέβαλον χθὲς, διότι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἕκαστος
188ἐξ ὑμῶν ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστά-
189σεως τῶν φυλακισμένων.
190§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα σήμερον πρότασις νόμου
191τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λευκάδος θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ,
192καὶ μετὰ τοῦτο θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
193(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 51).
194§21Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν βλέπω ἐνταῦθα
195ὑπαλλήλους ἀνωτέρους ἐκ τῶν τοποθετημένων ἐν Αἰτωλίᾳ
196καὶ Λευκάδι. Δὲν γνωρίζω διατὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μένου-
197σιν ἐδῶ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν,
198νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τίνι λόγῳ κρατεῖ ἐνταῦθα
199τοὺς ἀνωτέρους τούτους διοικητικοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι
200βεβαίως εἶναι ἀναγκαῖοι ἐκεῖ διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ἐν γένει
201διοικήσεως.
202§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κέας κ. Κ. Ἱερομνήμων ὑπο-
203βάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν:
204«Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουρ-
205γὸς, ἵνα εὐαρεστούμενος διατάξῃ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ διαταγὴ
206τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγρά-
207φων, καὶ παραδοθῇ τὸ τηλεφωνικὸν καὶ ταχυδρομικὸν γρα-
208φεῖον τοῦ δήμου Δρυοπίδος Κύθνου ἀπὸ τὸν ἰδιώτην Τριαν-
209ταφύλλου εἰς τὸν ἐκεῖ δημοδιδάσκαλον, ἢ ἄλλον δημόσιον
210ὑπάλληλον, καθόσον ὁ νόμος περὶ ταχυδρομικῆς καὶ τηλεφω-
211νικῆς ὑπηρεσίας ῥητῶς ἀπαγορεύει ν’ ἀνατίθηνται τὰ τηλε-
212φωνεῖα καὶ ταχυδρομεῖα εἰς ἰδιώτας, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουσι
213δημόσιοι ὑπάλληλοι.»
214Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
215§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
216§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
217ταξιν.
218Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως
219τοῦ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ͵ΒΨʹ νόμου τῆς
22025 Μαρτίου 1900».
221Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γουλιμῆς.
222§25Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπειδὴ βλέπω καὶ
223τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Βουλή, καὶ
224τὸν χρόνον πολὺ ὀλίγον διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν ἀπαραιτήτως
225ἀναγκαίων ἔργων πρὸς ἐπιψήφισιν, μόνον δι’ ὀλίγων θὰ
226καταδείξω τὰς ἐλλείψεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου,
227ὅπως ἡ Βουλὴ μὴ προβῇ εἰς παραδοχὴν λεπτομερειῶν τινων,
228αἵτινες δύνανται ἄρδην νὰ ἀνατρέψωσι τὸν σκοπὸν, τὸν
229ὁποῖον προέθετο ἡ Βουλή, ψηφίσασα κατὰ τὸ ἔτος 1900 τὸν
230θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως.
231Βεβαίως διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀναγνωρί-
232ζεται καὶ ἀπὸ τὸ κόμμα τοῦ ὁποίου ἡγοῦνται οἱ ἐξέχοντες
233πολιτικοὶ, οἱ παρακαθήμενοι πρὸ τοῦ βήματος, ἐπὶ τῶν
234ἑδωλίων τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, ἀναγνωρίζεται, λέγω, ὁ
235θεσμὸς τῆς Γεν. Διοικήσεως ὡς σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα,
236πρᾶγμα τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν συζήτησιν τότε τοῦ νομοσχε-
237δίου εἶχε διαμφισβητηθῆ...
238§26Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὅταν γείνῃ ἡ ψηφοφορία, θὰ σᾶς
239δώσω τὴν ἀπάντησιν εἰς ὅ,τι λέγετε.
240§27Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ... Ἑπομένως αὐτὸ καὶ μόνον εἶναι μέγα
241καὶ εὐχάριστον. Διότι δὲν λησμονῶ, ὅτι κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν
242τοῦ προγράμματος αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
243νήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ παύσῃ πλέον τὸ ζήτημα τὸ στρα-
244τιωτικὸν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τόσον χρόνον ἀπησχόλησε καὶ τὴν
245Βουλὴν καὶ τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ
246ἐκφράσω τὴν χαράν μου, διότι δι’ αὐτοῦ ἐπιτυγχάνεται ὁ
247σκοπὸς, ὅπως τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τὸ ζήτημα τῆς Γενικῆς
248Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ δοθῇ ἐπὶ τέλους ὁ καιρὸς, ὥστε
249εἰς τὸ μέλλον καὶ Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ νὰ σκεφθῶσι διὰ
250τὰ ἄλλα ζητήματα τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπίσης
251σπουδαῖα καὶ τὰ ὁποῖα περιμένει ἐναγωνίως ὁλόκληρος ὁ
252Ἑλληνισμός.
253Ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, εἶμαι σύμφωνος.
254Μόνον λεπτομερείας τινὰς δὲν παραδέχομαι, πρὸ παντὸς δὲ
255ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἄρδην ἀνατρέπουσι τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον
256ἐπιδιώκει ὁ θεσμὸς τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
257Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὰ καταστήματα καὶ αἱ
258ὑπηρεσίαι, αἵτινες δὲν θὰ ὑπάγωνται ὑπὸ τὴν Γεν. Διοίκη-
259σιν, εἶναι σχεδὸν αἱ αὐταὶ, αἵτινες δὲν ὑπάγονται καὶ διὰ
260τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἰσχύοντος νόμου· προστίθενται μόνον ἡ
261στρατιωτικὴ ἐκπαίδευσις καὶ τὸ τμῆμα τῆς Οἰκονομικῆς
262ὑπηρεσίας, τὸ ἀποτελούμενον ἀπὸ τὰ Ἐπιμελητήρια, καὶ
263τὸ τῆς Ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, τὸ ἀποτελούμενον ἀπὸ τὰ
264νοσοκομεῖα τοῦ στρατεύματος. Ὁ σκοπὸς, ὁ ὁποῖος ἐνυπάρ-
265χει ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ, εἶναι, ὅπως ἡ Γενικὴ
266Διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἔχῃ μόνον τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ
267στρατεύματος, οὐχὶ δὲ καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν. Ὡς πρὸς τοῦτο
268δὲν δύναμαι νὰ φέρω ἀντίρρησιν, ἐὰν δηλ. εἰς τὰ καταστή-
269ματα καὶ τὰς ὑπηρεσίας, αἵτινες ἐν τῷ νόμῳ ὡρίζοντο, προσ-
270τίθενται μερικαὶ ἀκόμη ὑπηρεσίαι. Μόνον εὑρίσκω ἓν χάσμα
271ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον
272τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του.
273§28Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὄχι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
274τιωτικῶν;
275§29Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
276Στρατιωτικῶν ἀδιαθετεῖ· ἀλλὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει ἐπιρ-
277ροήν. Εἶμαι ἐγὼ ἐδῶ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι
278ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἑνιαία, καὶ ὑπέχει ἀκεραίαν καὶ ἀμέρι-
279στον τὴν εὐθύνην τῶν παρ’ ἑκάστου τῶν μελῶν αὐτῆς ὑπο-
280βαλλομένων νομοσχεδίων.
281§30Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Χαίρω πολὺ διὰ τὰς ἐξηγήσεις
282αὐτάς.
283§31Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ὑπάγονται
284ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τὰ στρατιωτικὰ σώ-
285ματα, αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὰ καταστήματα· ἀλλ’ ἐν τῷ ὑπὸ
286συζήτησιν νομοσχεδίῳ δὲν ἐπαναλαμβάνονται αἱ φράσεις «αἱ
287ὑπηρεσίαι καὶ τὰ καταστήματα», ἀλλ’ εἶναι ὑπηρεσίαι, αἱ
288ὁποῖαι δὲν ἐξαιροῦνται, ὡς π. χ. αἱ Διευθύνσεις τοῦ Μηχα-
289νικοῦ, αἵτινες ὑπάγονται εἰς τὸ σῶμα τοῦ Μηχανικοῦ, καὶ
290ἃς δὲν ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐπίσης τὸ Ὁπλοστάσιον,
291ὅπερ ὑπάγεται εἰς τὸ σῶμα τοῦ Πυροβολικοῦ, ἀλλ’ εἶναι
292κατάστημα καὶ οὐχὶ στρατιωτικὸν σῶμα, καὶ ὅπερ δὲν ἀνα-
293φέρει τὸ νομοσχέδιον...
294§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1887, ὁ
295ὁποῖος ὁρίζει περὶ αὐτῶν.
296§33Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Μάλιστα, ὁ νόμος τοῦ 1887· ἀλλ’ αἱ
297Διευθύνσεις ἐξαιροῦνται.
298§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
299§35Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐξαιρεῖται ἐπίσης ἡ Ἐπιθεώρησις.
300§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅ,τι δὲν ἐξαιρεῖ ὁ νόμος, ὑπά-
301γεται.
302§37Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τρίτον ἄρθρον, ἐπ’ αὐ-
303τοῦ ἰδίως ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι νομίζω,
304ὅτι διὰ τῆς παραλείψεως ἑνὸς ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἰσχύ-
305οντος νόμου καταργεῖται σχεδὸν ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Δι-
306οικήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑνιαίαν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ.
307Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 6, ἐδάφ. βʹ, τοῦ ἰσχύοντος νόμου ὁ Γεν.
308Διοικητὴς ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωμα-
309τικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου, ἢ εἰς γενι-
310κὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ. Ἡ παράλειψις αὐτοῦ
311τοῦ ἐδαφίου ἀνατρέπει τὴν ἑνιαίαν διοίκησιν τοῦ στρατεύ-
312ματος, παραδίδει σχεδὸν, ἂν ὄχι τοῦ ἥμισυ, τὸ τρίτον τῶν
313ἀξιωματικῶν εἰς τὴν αὐθαίρετον διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
314Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος βεβαίως οὕτω,—καίτοι οὐδεμίαν
315ἀμφιβολίαν ἔχω, ὅτι οὐδεὶς ἀξιωματικὸς ἢ μὴ ἀξιωματικός,
316Ὑπουργὸς ὢν τῶν Στρατιατικῶν, δὲν θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ
317συμφέρον τοῦ στρατεύματος,—δὲν θὰ ἦναι ἐλεύθερος πολι-
318τικῶς νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὸ συμφέρον τοῦ στρατεύματος,
319καὶ μόνον εἰς αὐτό. Ἑπομένως θὰ ἔχωμεν πάλιν ἀκριβῶς
320ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν ὅλην, καὶ
321τὸ ὁποῖον ἠθέλησεν ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφύγῃ διὰ τοῦ νόμου περὶ
322Γενικῆς Διοικήσεως. Νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ τὸ λάβω-
323μεν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ παραδώσωμεν
324τὸν στρατὸν εἰς ἐπιδράσεις ἄλλας, παρὰ ἐκείνας αἱ ὁποῖαι
325πρέπει νὰ δεσπόζωσι διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ
326στρατεύματος. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν
327τὸ ζήτημα τῆς παραλείψεως τοῦ ἐδαφίου τούτου, τὸ ὁποῖον,
328ἂν τεθῇ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, βεβαίως οὐδεμίαν
329δύναται νὰ ἔχῃ ἐπὶ τοῦ στρατοῦ ἐπιβλαβῆ ἐπίδρασιν, ἢ
330ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
331§38Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, τὰς ἐπιδράσεις, περὶ
332τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε, νὰ τὰς ὁρίσητε.
333§39Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁμιλῶ πρὸς τὴν Βου-
334λὴν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ πολιτευομένους, οἵτινες πο-
335λιτεύονται ἀπὸ πολλοῦ χρόνου καὶ γνωρίζουσι τὰς ἐπιδρά-
336σεις αὐτάς. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, διότι
337οὔτε ὁ χρόνος εἶναι κατάλληλος, οὔτε εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπο-
338δείξω αὐτάς.
339§40Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιδράσεις τοιαύτας δὲν
340ἔχετε νὰ ἐπιδείξητε.
341§41Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὰς ἐπιδράσεις
342ταύτας, καὶ παρακαλῶ νὰ τὰς ὁρίσητε.
343§42Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγὼ σᾶς θεωρῶ, καθὸ ἀρχαιότερον,
344πολυπειρότερον ἐμοῦ, καὶ νομίζω ὅτι τὰς ἐννοεῖτε κάλλι-
345στα. Πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὁ ἰσχύων νόμος περὶ Γενικῆς Διοική-
346σεως συνεζητήθη εἰς δέκα συνεδριάσεις, καὶ τότε ἐλέχθησαν
347αὗται.
348§43Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, πρὸ
349παντὸς θέσατε τάξιν εἰς τὴν συζήτησιν. Ἂς ἀφεθῇ ὁ ἀγο-
350ρεύων ἐλεύθερος νὰ ὁμιλήσῃ καὶ εἴπῃ τὰς γνώμας του.
351§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ... Μὴ δέχε-
352σθε διακοπὰς, κύριε Γουλιμῆ.
353§45Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 4, ἐὰν γένηται
354δεκτὴ καὶ τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 6, δηλ. ἐν τῷ νέῳ 3, ἡ μι-
355κρὰ παράγραφος, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα, τότε τὸ πρῶτον
356καὶ δεύτερον ἐδάφιον περιττεύουσι, θὰ μείνωσι δὲ τὰ λοιπὰ
357δύο, ἅτινα ἔχουσι τὸν ἐπιδιωκόμενον παρὰ τοῦ νομοσχε-
358δίου σκοπόν.
359§46Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁλόκληρον τὸ τελευταῖον περιττεύει,
360κατὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλετε, καὶ μένουσι
361τὰ στρατιωτικὰ ὡς ἔχουσι.
362§47Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε· ὑπάρχουσι με-
363ρικὰ ἐδάφια τοῦ ἄρθρου 4, τὰ ὁποῖα τείνουσιν εἰς τὸ νὰ
364ἐξομαλύνωσι τὰς συγκρούσεις καὶ τὰ μικρὰ προσκόμματα,
365τὰ ὁποῖα ἐνίοτε παρουσιάζονται κατὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ
366νόμου αὐτοῦ, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν νομίζω ὅτι ἠδύναντο
367νὰ μείνωσι τὸ τρίτον καὶ τὸ τέταρτον ἐδάφιον. Ἀλλ’ ἐὰν
368περιττεύῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐγὼ ὀφείλω νὰ καταδείξω εἰς τὴν
369Βουλὴν τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας θὰ εἶχεν ἡ ψήφισις αὐ-
370τοῦ, ὡς ἔχει. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τῆς
371κανονικῆς λειτουργίας τοῦ στρατοῦ, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ
372φέρῃ πάλιν τὴν ἰσχὺν τῶν ἐπιδράσεων, τὰς ὁποίας πάντες
373γνωρίζομεν, καὶ αἵτινες ἔφεραν τὴν κατάστασιν τοῦ στρα-
374τεύματος, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ διορθώσῃ ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ
375νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἂς ἀποφασίσῃ
376ὅ,τι νομίζει καλλίτερον.
377Ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς
378Βουλῆς καὶ εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 4, ὅπερ
379λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐκλογὴ τῶν βαθμο-
380φόρων διὰ τὰς θέσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν
381καὶ διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀνήκει τῷ Ὑπουργῷ
382τῶν Στρατιωτικῶν.» Ὀλίγας λέξεις θὰ σᾶς εἴπω, διὰ νὰ
383κατανοήσητε τὴν σοβαρότητα αὐτῆς τῆς μικρᾶς παραγρά-
384φου. Γνωρίζετε ὅτι 350 περίπου ἀξιωματικοὶ ὑπηρετοῦσιν
385εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καταργηθῇ ἡ στρα-
386τιωτικὴ ἀστυνομία, βεβαίως καὶ τὸ ἄρθρον περιττεύει·
387ἀλλ’ ἐὰν δὲν καταργηθῇ παρὰ εἰς χρόνον βραδύτερον, τότε
388ἡ ψήφισις αὐτοῦ τοῦ ἐδαφίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχε-
389δίου θὰ φέρῃ τὴν πλήρη παραλυσίαν τοῦ πεζικοῦ, διότι οἱ
390ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ εἶναι 1100 περίπου, ἐὰν δὲ ὁ
391Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ
392350, ἵνα τοὺς ἀποσπᾷ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν,
393ἐννοεῖται τότε ὑπὸ ποίας συνθήκας θὰ γίνηται ἡ ὑπηρεσία
394τοῦ πεζικοῦ. Διότι δυοῖν θάτερον· ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
395τιωτικῶν θὰ ἐκλέξῃ ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τῆς ὑπη-
396ρεσίας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ τότε βεβαίως θὰ
397ἐκλέξῃ τοὺς καλλιτέρους, ἢ θὰ ἐκλέξῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους
398θὰ τῷ ἐπιβάλωσι, θὰ τοῦ ἀπαιτήσωσι νὰ ἐκλέξῃ. Καὶ ὑπὸ
399τὴν πρώτην περίπτωσιν, καθ’ ἣν θὰ ἐκλέξῃ τοὺς καλλιτέ-
400ρους, τὸ ἄνθος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, καὶ ὑπὸ τὴν
401ἑτέραν περίπτωσιν εἶναι καταστροφὴ τοῦ πεζικοῦ· διότι
402κατὰ μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν τὸ πεζικὸν, τὸ ὁποῖον εἶ-
403ναι τὸ κυριώτερον ὅπλον τοῦ στρατοῦ, δὲν θὰ χρησιμεύῃ
404παρὰ ὡς φυτώριον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἐκλέγηται τὸ ἄνθος
405τοῦ στρατοῦ, ἵνα ὑπηρετῇ εἰς τὴν ἀστυνομίαν, εἰς ὑπηρεσίαν
406δηλαδὴ ἀλλοτρίαν τοῦ στρατεύματος. Δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ
407δαπανᾷ τὸ Κράτος 17 ἑκατομμύρια ἐτησίως διὰ τὸν στρα-
408τὸν, καὶ νὰ χρησιμεύωσιν οἱ ἀξιωματικοί, ἵνα ὑπηρετῶσιν
409εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. Ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ
410ἐκλέγῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν οὐχὶ τοὺς ἀρίστους
411τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ ἄλλους, ἐκείνους οὓς θὰ ἐπιβάλλω-
412σιν αἱ ἐπιδράσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ
413ἐκλέγῃ, τότε δύναται νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ ὁποίαν βλαπτι-
414κὴν ἐπιρροὴν θὰ ἔχῃ καὶ τοῦτο εἰς τὴν κανονικὴν κατάστα-
415σιν τοῦ στρατεύματος.
416Σήμερον τί γίνεται; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
417ζητεῖ ἀπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν 15 π. χ. ἀξιωματικούς, ἡ
418Γεν. Διοίκησις δίδει κατάλογον ἀριθμοῦ τινος ἀξιωματι-
419κῶν, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν δύναμιν τῶν σωμάτων, ἢ
420μᾶλλον τὸν πλεονασμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων
421σωμάτων, καὶ ἀφίνει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν
422ἐλεύθερον νὰ διορίζῃ αὐτοὺς εἰς τὰς ἀστυνομίας· καὶ ἂν μὲν
423αὐτοὶ ἀποδειχθῶσιν ἀνίκανοι, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουρ-
424γὸς νὰ ζητήσῃ τὴν παῦσιν αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς
425ὑπηρεσίας καὶ τὴν ἐπάνοδόν των εἰς τὸ στράτευμα, ν’ ἀντι-
426καταστήσῃ δὲ αὐτοὺς δι’ ἑτέρων· ἑπομένως οὐδεμία ζημία
427θὰ ἐπέρχηται εἰς τὴν καλὴν λειτουργίαν τοῦ περὶ ἀστυνο-
428μίας νόμου, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου οὐδεὶς κίνδυνος καταστροφῆς
429τοῦ στρατεύματος, πρὸ παντὸς δὲ τοῦ πεζικοῦ, οὐδὲ θὰ
430ἐπέλθῃ ἄρδην ἀνατροπὴ τῆς καλῆς λειτουργίας τοῦ στρατοῦ.
431Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 5, νομίζω ὅτι ἠδύνατο ἐντελῶς
432νὰ παραλειφθῇ, διότι δὲν καθιεροῦται ἄλλο τι παρὰ μόνον
433ὅτι ὁ ἀρχαιότερος διοικητὴς συντάγματος πεζικοῦ, ὁ καὶ νῦν
434διοικῶν τὴν ταξιαρχίαν, θὰ παραδώσῃ τὴν διοίκησιν τοῦ
435συντάγματός του. Εἰς τὸ πεζικὸν ὑπάρχουσι νῦν μόνον
436πέντε ἢ ἓξ συνταγματάρχαι· ἂν δὲ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ψηφισθῇ
437ὡς ἔχει, τότε αὐτοὶ θά παραλάβωσι τὰς ταξιαρχίας ὁριστι-
438κῶς, διότι δὲν θὰ πρόκειται νὰ πληρωθῇ ἡ θέσις τῶν τα-
439ξιάρχων διὰ προβιβασμοῦ ὑποστρατήγων, δὲν θὰ ἔχωμεν δὲ
440οὐδένα συνταγματάρχην ἐπὶ κεφαλῆς συντάγματος πεζικοῦ.
441Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου.
442Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλήν· νο-
443μίζω ὅμως, ὅτι τὰ δύο σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἐτόνισα, πρέπει νὰ
444προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἂν θέλετε νὰ ὑπάρξῃ
445στράτευμα, καὶ νὰ μὴ δαπανῶνται τόσα μεγάλα ποσὰ καὶ
446τόσος ἐθνικὸς πλοῦτος ἀσκόπως.
447§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λαπαθιώτης ἔχει τὸν λόγον.
448§49Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι δὲν παρί-
449σταται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς κατὰ τὴν
450συζήτησιν σπουδαιοτάτου νομοσχεδίου, νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον
451ἐθεώρησεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀπαρχὴν
452τῶν στρατιωτικῶν αὑτοῦ μέτρων, καὶ λυποῦμαι τοσοῦτο
453μᾶλλον, καθόσον ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ ὑπάρχουν
454τοσαῦτα ἀσαφῆ, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ὁμιλήσω, ὥστε καθί-
455στατο ἀναγκαιοτάτη ἡ παρουσία τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιω-
456τικῶν Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις.
457Δὲν θεωρῶ, Κύριοι, κατάλληλον τὴν στιγμὴν διὰ νὰ ἐπα-
458σχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητημάτων στρατιωτικῶν γενικω-
459τέρας φύσεως, καὶ ἀναπτύξω τὰς γνώμας μου περὶ τῶν
460στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας· τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι
461νὰ πράξω κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὅτε, ὡς
462ἐλπίζω καὶ ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
463θέλει ὑποβάλει ἄρτια στρατιωτικὰ μέτρα καὶ ὑπὸ τὴν ἔπο-
464ψιν τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς
465πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας. Σήμερον θὰ περιορισθῶ
466εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον
467δὲν διστάζω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, μεθ’ ὅλην τὴν ἰδιάζουσαν ἐκτί-
468μησιν, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τὸν κ. Ράλλην, δὲν διστάζω,
469λέγω, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ χαρακτηρίσω ὡς ὀλέθριον διὰ τὰ
470συμφέροντα τοῦ στρατοῦ, ὡς ἀνοῖγον θύρας καὶ παράθυρα
471εἰς τὰς ξένας ἐπιρροὰς, ἐκείνας περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ
472κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτε ἔκαμε τὰς δηλώσεις του
473τὰς προεισαγωγικὰς, προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ
474ὑπὸ συζήτησιν, καὶ ὡς μὴ πληροῦν οὐδὲ τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον,
475δι’ ὃν συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, τουτέστι τῆς ἀποσοβήσεως
476τῆς συρράξεως μεταξὺ Ὑπουργοῦ Στρατιωτικῶν καὶ Γενικῆς
477Διοικήσεως,—διότι τοιοῦτος εἶναι ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον προέ-
478θετο κατὰ τὰς δηλώσεις του ὁ κ. Ράλλης.—Κατὰ τὴν γνώ-
479μην μου, θεωρῶ ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον τὸν ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος
480διεξάγεται περὶ τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, θεωρῶ
481ὅλως ἀδίκους τὰς ἐπιθέσεις τὰς ὁποίας ὑπέστη καὶ ὑφίστα-
482ται ὁ θεσμὸς οὗτος, διότι ἡ ὠφέλεια, ἥτις ἐξ αὐτοῦ παρήχθη
483εἰς τὸ στράτευμα, εἶναι τοσοῦτον θετικὴ, εἶναι τοσοῦτον
484ὀφθαλμοφανὴς, ὥστε εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ δευτέρα
485γνώμη, ἂν κριθῇ ὁ θεσμὸς ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἀποκλειστικῶς τῶν
486συμφερόντων τοῦ στρατοῦ, καὶ ἂν διαλυθῇ πᾶσα προκατά-
487ληψις, ἡ ὁποία ὑπάρχει κατὰ τοῦ θεσμοῦ. Καὶ δὲν χρειάζεται
488πολὺ διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ὠφέλεια, ἥτις παρήχθη εἰς τὸ στρά-
489τευμα. Ἡ ἐμπιστοσύνη, μεθ’ ἧς περιβάλλεται ὁ θεσμὸς ὑπὸ
490τοῦ στρατεύματος, μεθ’ ἧς περιβάλλεται ὁ θεσμὸς ὑπὸ τοῦ
491σώματος τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ ἐμπιστοσύνη αὕτη εἶναι ἡ
492κυρία ἀπόδειξις περὶ τῆς ὠφελιμότητος τοῦ θεσμοῦ ὑπὸ τὴν
493καθαρῶς στρατιωτικὴν ἔποψιν. Ἀλλὰ δύναταί τις καὶ ἄνευ
494ἄλλων ἐπιχειρημάτων νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς
495τὸ ὁποῖον κατέληξα περὶ τῆς ὠφελιμότητος τοῦ θεσμοῦ, ἐξε-
496ταζομένου ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συμφερόντων τοῦ στρατεύμα-
497τος, ἀρκεῖ νὰ συγκρίνωμεν δύο ἐποχὰς, ἐποχὰς ἐντελῶς δια-
498κεκριμένας ἀπ’ ἀλλήλων. Ἂν συγκρίνωμεν τὴν ἐποχὴν τὴν
499πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ πρὸς τὴν ἐποχὴν τὴν μετὰ
500τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ, θέλομεν παρατηρήσει κατὰ τὴν
501ἐποχὴν τὴν πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ ἐξεγέρσεις τοῦ
502στρατεύματος καὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἐναντίον τῶν Κυβερ-
503νήσεων, θέλομεν παρατηρήσει ἐξεγέρσεις μεταξὺ τῶν σωμά-
504των, θέλομεν ἴδει ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν προσώπων, ἀν-
505τεγκλήσεις μεταξὺ τῶν βαθμῶν, θέλομεν ἴδει τουτέστι δια-
506ταραχθεῖσαν τελείως τὴν διοίκησιν καὶ τὴν πειθαρχίαν τοῦ
507στρατεύματος...
508§50Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε διακοπάς;
509§51ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
510§52Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν πρόκειται νὰ κάμητε
511παραβολὴν τῆς ἐποχῆς τῆς πρὸ τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοι-
512κήσεως πρὸς τὴν ἐποχὴν τὴν μετὰ τὸν νόμον τῆς Γενικῆς
513Διοικήσεως, ὀφείλετε νὰ κάμητε παραβολὴν πρὸς τὴν ἐπο-
514χὴν τοῦ πρὸ τοῦ 1883 στρατοῦ, καὶ τότε θὰ φθάσητε εἰς
515τὸ ἀληθὲς συμπέρασμα.
516§53ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Παραδέχομαι ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἦτο
517ἀρίστη, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρετηρήθησαν τὰ
518γεγονότα τὰ ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως.
519§54Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ναί· ἀλλὰ τότε θὰ ἴδω-
520μεν ποῖος εἶναι ὑπεύθυνος.
521§55ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ ὑπευθύνου, ἀλλὰ
522περὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐξηφανίσθησαν ὡς διὰ μαγείας μετὰ
523τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως.
524§56Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι· μὲ συγχωρεῖτε.
525§57ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ λοιπὸν οὔτε περὶ προσώπων,
526οὔτε περὶ ὑπευθύνων.
527§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐπιτρέπετε διακοπὰς, κύριε Λαπαθιώτη.
528§59ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἀκριβῶς αἱ διακοπαὶ ἀποδεικνύουσιν,
529ὅτι τὸ ζήτημα θίγεται εἰς τὰ καίρια.
530§60Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αἱ διακοπαὶ προκαλοῦν τὸ
531ἑξῆς, ὅτι διευκρινίζεται ἡ θέσις τοῦ ζητήματος, καὶ οὕτω
532πως δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀληθὲς συμπέρασμα, καὶ
533μάλιστα ὅταν αἱ διακοπαὶ καὶ ἡ συζήτησις γίνωνται παρ’
534ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι γνῶσιν τοῦ ζητήματος, διότι
535οὕτω μόνον δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ποῦ ἔγκειται ἡ πληγὴ, διὰ
536νὰ θεραπεύσωμεν αὐτήν.
537§61ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ θὰ περιορισθῶ ἐντελῶς εἰς τὸ
538ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὰς συγκρί-
539σεις, ἐπειδὴ αἱ συγκρίσεις διεγείρουν ἴσως ἄλλα ζητήματα.
540Προκαλῶ δὲ οἱονδήποτε νὰ ἀρνηθῇ, ἂν δὲν ἑδραιώθη ἡ πει-
541θαρχία καὶ ἂν δὲν ἐβελτιώθη ἡ διοίκησις μετὰ τὴν ἐφαρμο-
542γὴν τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως. Τοῦτο, ἂν δὲν ἀπα-
543τῶμαι, ὡμολογήθη παρὰ πολλῶν, τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ ὁμο-
544λογηθῇ καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν
545παρίστατο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος χθὲς ἐκ τοῦ στρα-
546τεύματος εἰσῆλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, καὶ ἔχει νωπὰς
547εἰσέτι τὰς ἐντυπώσεις τὰς ἐκ τοῦ στρατεύματος. Θεωρῶ ὅτι,
548καὶ ἂν μόνον αὐτὸ τὸ πλεονέκτημα παρήχθη, τὸ τῆς ἑδραιώ-
549σεως τῆς πειθαρχίας ἐν τῷ στρατεύματι, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο
550ἀρκετὸν, ἵνα οὐδεὶς λόγος γίνηται περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γε-
551νικῆς Διοικήσεως. Θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἄλλων σημείων,
552περὶ τῶν ὁποίων γίνονται ἀμφισβητήσεις, καὶ ὅταν ἔχωμεν
553τοιαῦτα ἀποτελέσματα, ἐρωτῶ, δικαιολογεῖται νὰ λαμβά-
554νωμεν τὸ συνταγματικὸν μικροσκόπιον καὶ νὰ τὸ περιφέ-
555ρωμεν, διὰ νὰ ἀνακαλύψωμέν που μικρὰν ἀντισυνταγματι-
556κότητα, ὅταν ὁ θεσμὸς, κρινόμενος ἀποκλειστικῶς ὑπὸ τὴν
557ἔποψιν τῶν συμφερόντων τοῦ στρατεύματος, εὑρίσκηται ὠφέ-
558λιμος εἰς αὐτό; ἐπιτρέπεται ν’ ἀναζητῶμεν θεσμοκτόνα μι-
559κρόβια καὶ νὰ διϋλίζωμεν τὸν κώνωπα, ἐνῷ καταπίνομεν
560τὴν κάμιλον;
561Ἐγὼ, Κύριοι, θὰ συνεβούλευον τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς
562Κυβερνήσεως, ἂν μοὶ ἔδιδε τὸ δικαίωμα τοῦτο, θὰ συνεβού-
563λευον αὐτὸν νὰ ἀποσύρῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ νὰ
564πειραματισθῇ κατὰ τὸ διάστημα τὸ μέχρι τοῦ Νοεμβρίου,
565καὶ ἂν πεισθῇ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἰσχύοντος νόμου καὶ ἐξ
566ἰδίας αὐτοῦ, οὕτως εἰπεῖν, αὐτοψίας, — διότι πλεῖστα ζητή-
567ματα θὰ γεννηθῶσι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, — ἂν πεισθῇ,
568ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὸ στράτευμα, ἐγὼ
569δηλῶ, ὅτι οὐ μόνον τροποποίησιν αὐτοῦ θὰ ψηφίσω, ἀλλὰ
570καὶ τὴν κατάργησιν ἔτι τοῦ θεσμοῦ· ἂν ὅμως δὲν πεισθῇ,
571τότε οὔτε κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον πρέπει νὰ θίξῃ τὸν
572θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Εἶμαι βέβαιος, Κύριοι, ὅτι
573δὲν θὰ ὑπάρξῃ συζήτησις, καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ συζήτησις
574διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ πεισθῇ, ὅτι ἐκεῖνο,
575τὸ ὁποῖον εἶπε περὶ τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου, εἶναι ἀληθές·
576θὰ πεισθῇ ὅτι — ἐπαναλαμβάνω τὰς αὐτὰς φράσεις τοῦ κ.
577Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως — «ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου μένει
578ὡς ἀγαθοποιὸς δύναμις ἐν τῷ στρατεύματι, παρεμποδίζουσα
579τὴν εἰσβολὴν ἐπιρροῶν πολιτικῶν ἢ ἄλλων, αἱ ὁποῖαι δὲν
580δύναται παρὰ νὰ ἔχωσι φθοροποιὸν ἐπίδρασιν ἐπὶ τὸ στρά-
581τευμα.» Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ πεισθῇ ὅτι οὕτως ἔχει τὸ
582πρᾶγμα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὔτε εἰς τὴν προσεχῆ
583Σύνοδον τῆς Βουλῆς θὰ ἐνασχοληθῶμεν περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς
584Γενικῆς Διοικήσεως.
585Ἀλλὰ, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸν θεσμὸν καὶ
586ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν κατηγοριῶν, αἵτινες ἀπεδόθησαν εἰς
587τὰς διατάξεις τοῦ θεσμοῦ. Καὶ αἱ κατηγορίαι πᾶσαι δύ-
588νανται νὰ συνοψισθῶσιν εἰς τρεῖς· ἀντισυνταγματικότης
589τοῦ θεσμοῦ, περιορισμὸς δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀφαί-
590ρεσις τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ. Αὐταὶ εἶναι αἱ τρεῖς μομ-
591φαὶ, οὕτως εἰπεῖν, αἱ κατὰ τοῦ θεσμοῦ, καὶ αὐταὶ αἱ μομ-
592φαὶ ἔπεισαν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπάρχει
593ἀνάγκη μεταβολῆς τοῦ θεσμοῦ.
594Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, Κύριοι, εἶναι βάσιμος οἱαδήποτε ἐκ
595τῶν μομφῶν τούτων; Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν πρῶτον τὴν ἀντι-
596συνταγματικότητα τοῦ θεσμοῦ.
597Βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ εἰδικὸς διὰ νὰ ἐπιληφθῶ τῆς
598ἐξετάσεως συνταγματικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ θ’ ἀνεύρω ἐπι-
599χειρήματα ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἐξ αὐτῆς τῆς ὑπο-
600βολῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν.
601Ποῖαι εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοική-
602σεως, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπισύρωσι καθ’ ἑαυτῶν τὴν
603κατηγορίαν, ὅτι εἶναι διατάξεις ἀντισυνταγματικαί; Αἱ
604μόναι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι προσετέθησαν ἐν τῷ θεσμῷ
605τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, διάφοροι τῶν ὑπαρχουσῶν ἐν τῇ
606λοιπῇ στρατιωτικῇ νομοθεσίᾳ, φαίνεται ὅτι εἶναι αἱ δια-
607τάξεις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου (ἀναγινώσκει):
608«Ἄρθρον 6. Τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ
609στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπηρεσίας ὑπὸ
610τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτελικῆς
611ὑπηρεσίας.
612«Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
613τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις ἐπὶ τῶν ὑπο-
614θέσεων τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδο-
615σιν βασιλικοῦ διατάγματος. Ἔτι δὲ ὑποβάλλει προτάσεις
616περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ
617αὐτοῦ ὅπλου, ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ
618στρατοῦ.»
619Αὐταὶ εἶναι αἱ μόναι διατάξεις, κατὰ τῶν ὁποίων δύνα-
620ται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι αἱ ἀποδιδόμεναι κατηγορίαι ἴσως ἔχουσι
621βάσιν τινὰ, διότι αἱ λοιπαὶ διατάξεις περὶ ἐπιθεωρήσεως,
622αὐταὶ εἶναι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον, ὑπάρχουσι καὶ
623μέλλουσι νὰ ὑπάρξωσι, διότι πάντα τὰ ὑποβληθέντα νο-
624μοθετήματα περὶ τὰς διατάξεις ταύτας περιστρέφονται.
625§62ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, παρακαλῶ.
626§63ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Καὶ ἡ διάταξις περὶ τῆς προϊσταμέ-
627νης ἀρχῆς, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν, ἐν γένει ὑπάρχει εἰς τὴν στρα-
628τιωτικὴν νομοθεσίαν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτι-
629κῶν εἶναι ἡ προϊσταμένη ἀρχή.
630Ἡ διάταξις, καθ’ ἣν τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γεν. Διοική-
631σεως διεξάγει καὶ τὴν νῦν διεξαγομένην ὑπηρεσίαν ὑπὸ τῆς
632παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτελικῆς ὑπη-
633ρεσίας, δὲν βλέπω νὰ ἔχῃ τι τὸ ἀντισυνταγματικόν. Ἡ
634διάταξις αὕτη ἐτέθη μᾶλλον διότι ἐπρόκειτο περὶ ἀλλοδα-
635ποῦ ἀξιωματικοῦ, ὅστις θὰ ἦτο ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου
636τῆς Γεν. Διοικήσεως, ἵνα περιορίσῃ τὰ καθήκοντα καὶ τὰς
637μελέτας αὐτοῦ ἐντὸς τοῦ κύκλου, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ Ὑπουρ-
638γεῖον καὶ τὸ Κράτος ἤθελε νὰ περιορίσῃ αὐτόν. Εἶναι δὲ
639ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ
640οἱασδήποτε ἀρχῆς στρατιωτικῆς νὰ διατάσσῃ πᾶσαν μελέ-
641την ἐπὶ παντὸς στρατιωτικοῦ ἀντικειμένου. Ἑπομένως ἡ
642διάταξις αὕτη οὔτε τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ παραβλά-
643πτει, οὔτε τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ περιορίζει, οὔτε
644ἀντισυνταγματικότητά τινα ἐνέχει.
645Ἴσως ἄλλοι εἰδικώτεροι περὶ τὰ συνταγματικὰ δυνηθῶσι
646μὲ τὸ μικροσκόπιον νὰ ἀνεύρωσι σημεῖά τινα ἀντισυνταγ-
647ματικότητος, ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἀνεύρω,
648διότι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι σχετικὴ μὲ τὰς ἐν γένει δια-
649τάξεις περὶ Ἐπιτελείου, τὰς ἰσχυούσας ἐν γένει εἰς τὰς
650στρατιωτικὰς νομοθεσίας, καὶ, ὡς εἶπον, αὕτη μᾶλλον ἐτέθη
651ἵνα περιορίσῃ τὰς μελέτας τοῦ ἀλλοδαποῦ ἀξιωματικοῦ
652ἐκεῖ, ὅπου τὸ Κράτος ἤθελε νὰ περιορίσῃ αὐτὰς, παρὰ
653νὰ περιορίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ ἡ διά-
654ταξις αὕτη φρονῶ ὅτι παρεξηγήθη, θεωρηθεῖσα ὑπὸ τινων,
655ὅτι κατήργησε τὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν
656Ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ τοιαύτη κατάργησις προφα-
657νῶς δὲν ἔλαβε χώραν, καὶ δὲν ἔλαβε χώραν, διότι καὶ ἀπὸ
658τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ ἡ Ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἐν τῷ
659Ὑπουργείῳ ὑφίσταται καὶ δύναται νὰ ἐκτελῇ τὰς αὐτὰς
660μελέτας καὶ πλειοτέρας ἔτι, ὅσας ὁ Ὑπουργὸς ἤθελεν
661ἀναθέσει εἰς αὐτὴν, καὶ συνεπῶς οὐδόλως δύναταί τις νὰ
662ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὑπῆρξε κατάργησις.
663Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ οὐσιώδης ἡ διάταξις αὕτη, καὶ δὲν
664πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς θεω-
665ρηθῇ, ὅτι ὁ ἀλλοδαπὸς δὲν θὰ ἦναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτε-
666λείου, δύναται νὰ καταργηθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις. Ἀλλὰ καὶ
667καταργουμένης τῆς διατάξεως ταύτης οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμ-
668ποδίσῃ οἱονδήποτε Ἐπιτελεῖον νὰ κάμῃ οἱαςδήποτε με-
669λέτας...
670§64Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον ἐμ-
671ποδίζει;
672§65ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὄχι. Θὰ ἔλθω εἰς τὸ νομοσχέδιον. Τώρα
673ὁμιλῶ περὶ αὐτῆς τῆς διατάξεως ἀπολύτως. Δὲν ἦλθον εἰς
674τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου· θὰ ἔλθω κατόπιν, καὶ θὰ ἴδω-
675μεν τὴν διάταξιν αὐτὴν, ἡ ὁποία ὅλη πρέπει νὰ καταργηθῇ.
676Ποία ἄλλη διάταξις ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντισυνταγ-
677ματική; Ἡ διάταξις, ὅτι «ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μετα-
678θέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου
679ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ». Καὶ ἐδῶ
680εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ κόμβου. Ἀλλ’ ἂν θεωρηθῇ ἀπολύτως,
681ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ὑφισταμένης ἀρχῆς τοῦ προτείνειν οἱαν-
682δήποτε πρότασιν περὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου, ἔστω καὶ
683περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν, εἶναι ἀντισυνταγματικὸν,
684τότε ἡ αὐτὴ ἀντισυνταγματικότης ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ ὑπο-
685βαλλόμενον νομοσχέδιον, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι περιορίζει τὴν
686ἀντισυνταγματικότητα τῶν προτάσεων εἰς ὡρισμένας τινὰς
687ὑπηρεσίας. Μία ὅμως ἔποψις ἀντισυνταγματικὴ, τὴν ὁποίαν
688ἔθιξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ τοῦ ἀνευθύνως
689ὑπευθύνου.
690§66Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται.
691§67ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἀκριβῶς περὶ αὐτῆς πρόκειται. Καὶ
692μεταχειρίζομαι αὐτὰς ταύτας τὰς λέξεις τοῦ κ. Προέδρου
693τῆς Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφι-
694σβητήσῃ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος περιλαμβάνει διατάξεις ἀντικει-
695μένας πρὸς τὸ Σύνταγμα, διότι ἀφ’ ἑνὸς καθιστᾷ ὑπεύθυνον
696τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, ὅστις, καίτοι μὴ ἀνακηρυσσό-
697μενος ἀνεύθυνος, εἶναι πράγματι ἀνεύθυνος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ
698ἀφαιρεῖ τὴν εὐθύνην...» κλπ.
699Ὥστε ἐὰν ὑπάρχῃ τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν, ὑπάρχει εἰς
700τοῦτο, ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου προΐσταται τοῦ στρατοῦ.
701Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ τὸ εἴπητε καθαρά. Ἀντίκειται εἰς
702τὸ Σύνταγμα νὰ ἦναι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου ἀρχηγὸς τοῦ
703στρατοῦ; Διορίσατε ἄλλον Γενικὸν Διοικητήν. Αὐταὶ αἱ οἰ-
704κονομίαι καὶ τὰ ἡμίση μέτρα νομίζω, ὅτι δὲν λύουσι τὸ
705ζήτημα, τοὐλάχιστον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀντισυνταγματι-
706κότητος. Ἑπομένως, ἐὰν πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ συνταγ-
707ματικὸν ἢ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ θεσμοῦ, εἰς τὸ σημεῖον
708αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ συζητήσητε οἱ εἰδικοὶ περὶ τὰ συνταγμα-
709τικά. Ἡ γνώμη μου, γνώμη καθαρῶς στρατιωτική, εἶναι,
710ὅτι οὔτε αὐτὸ, οὔτε ἡ ἀνατεθειμένη διοίκησις, οὔτε ἡ πα-
711ρουσία τοῦ Διαδόχου ὡς ἀρχηγοῦ στρατεύματος εἶναι ἀντι-
712συνταγματική. Διότι, ὅταν τὸ Σύνταγμα ῥητῶς θέλῃ τὸν
713Βασιλέα ἀρχηγὸν πασῶν τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ναυτι-
714κῶν δυνάμεων, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀντισυνταγματικόν,
715ὅτι ὁ μέλλων Βασιλεὺς πρέπει νὰ παρασκευασθῇ καταλλή-
716λως, ὅπως γείνῃ ἄξιος τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν τῷ παρέχει
717τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ, σᾶς εἶπον, ἡ γνώμη μου δὲν ἔχει κανὲν
718κῦρος· εἶναι γνώμη καθαρῶς στρατιωτική. Ἀλλ’ ἐν τούτοις,
719ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξετάσητε τὸν θεσμὸν αὐτὸν, πρέπει νὰ τὸν
720ἐξετάσητε καθαρῶς, καὶ νὰ εἴπητε καθαρὰ, ἢ ὅτι εἶναι συν-
721ταγματικὸν, ὁ Διάδοχος νὰ ἦναι ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ἢ
722ὅτι δὲν εἶναι συνταγματικὸν, καὶ νὰ λύσητε τὸ ζήτημα,
723νὰ τὸ λύσητε ῥιζικῶς.
724§68Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τίθεται οὕτω
725πως τὸ ζήτημα.
726§69ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Οὕτως ἀντελήφθην. Πολὺ πιθανὸν νὰ
727πλανῶμαι.
728§70Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τίθεται τὸ ζήτημα ὅπως ἐκθέτει ὁ
729ἀξιότιμος ἀγορεύων Βουλευτὴς Τυρνάβου. Τὸ ζήτημα τίθε-
730ται ὡς ἑξῆς: Ἐὰν μείνῃ ὁ θεσμὸς τῆς Γεν. Διοικήσεως ὡς
731ἔχει, ἡ πρότασις τοῦ Γεν. Διοικητοῦ εἶναι ἐπιβεβλημένη εἰς
732τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· ἄλλως, μὴ ἐγκρίνων νὰ
733τὴν ἐκτελέσῃ, ὀφείλει ν’ ἀφήσῃ νὰ παραλύσῃ ἡ Διοίκησις
734τοῦ στρατοῦ.
735§71ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό.
736§72Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι θὰ ἔλθητε. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
737Ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὑπεύθυνος διὰ πᾶσαν τοποθέτη-
738σιν καθίσταται ἐκεῖνος, ὅστις εἶναι ὑπεύθυνος ἐκ τοῦ Συν-
739τάγματος,—ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,—ὁ Γεν. Δι-
740οικητής, εἴτε ὁ Διάδοχος εἶναι οὗτος, εἴτε ἄλλος, ἔχει τὸ
741commandement, τὴν διοίκησιν, ἔχει δὲ καὶ τὸ συναφὲς
742δικαίωμα τῆς προτάσεως. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν θὰ
743εἶχε τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἰδίων του
744προτάσεων, θὰ ὑπέκειτο εἰς τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτελέσεως αὐ-
745τῶν τῶν προτάσεων. Ἀλλ’ ὅταν ἡ πρότασις αὕτη ὑποβάλ-
746ληται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχοντα τὸ δι-
747καίωμα νὰ τὴν ἐγκρίνῃ ἢ νὰ μὴ τὴν ἐγκρίνῃ, τὴν εὐθύνην τῆς
748ἐκτελέσεως τῶν προτάσεων αὐτῶν τὴν ὑπέχει ὁ Ὑπουργός.
749§73ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Παραδέχομαι αὐτὸ, ἀλλὰ τὰς προτά-
750σεις τὰς ἔχετε εἰς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον.
751§74Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ σταματᾷ ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ.
752§75ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ μήπως ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ
753δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ εἰς τὸ στράτευμα, δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ
754διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὸ στρά-
755τευμα; Ἐὰν ἡ πρότασις ἐνέχῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε,
756τὸ ἐνέχει εἴτε ἐν ὅλῳ εἴτε ἐν μέρει· ἑπομένως καταργήσατε
757τότε ἐντελῶς τὰς προτάσεις, διὰ νὰ ἦσθε τοὐλάχιστον συνε-
758πεῖς πρὸς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἐθέσατε.
759§76Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν δια-
760κοπήν;
761§77ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
762§78Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἡ πρότασις τοῦ Γε-
763νικοῦ Διοικητοῦ δὲν γείνῃ ἀποδεκτὴ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουρ-
764γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐπαναληφθῇ ἠτιολογημένη καὶ
765δὲν γείνῃ πάλιν δεκτή, τί θὰ συμβῇ; Ἢ ὁ Ὑπουργὸς πρέ-
766πει νὰ ὑποχωρήσῃ, ἢ ἡ Γενικὴ Διοίκησις.
767§79ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, τίς πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ.
768Δὲν εἶναι τὸ ζήτημα ἐδῶ· τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ
769δοθῇ προσοχὴ εἰς τὴν διασκευὴν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νο-
770μοσχέδιον δυσκόλως δύναται νὰ διασκευασθῇ, διότι δὲν θέ-
771λομεν γενικὰς ἀρχὰς, ἀλλὰ θέλομεν νὰ οἰκονομήσωμεν τὰ
772πάντα. Τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ δύναται νὰ οἰκονομηθῇ καὶ
773νὰ διασκευασθῇ, πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ γενικῶν ἀρχῶν.
774Ὄταν θέλωμεν νὰ οἰκονομήσωμεν ὅλα, νὰ μὴ θίξωμεν τοῦτο
775ἢ ἐκεῖνο, νὰ περιλάβωμεν τὰ πάντα, βεβαίως τὸ νομοσχέ-
776διον δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ὑποβληθὲν
777νομοσχέδιον παρουσιάζει τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει,
778καὶ περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω κατόπιν.
779Ὄστις, Κύριοι, εἶναι ἐνήμερος τῆς στρατιωτικῆς νομο-
780θεσίας καὶ ἐνήμερος ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις καὶ ἐν
781πάσαις ταῖς ἀρχαῖς, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζεται ἡ στρατιω-
782τικὴ νομοθεσία, ὅστις, λέγω, εἶναι ἐνήμερος τούτων, θὰ ἴδῃ,
783ὅτι διὰ τῆς φράσεως «προϊσταμένη ἀρχὴ» ὁ Ὑπουργὸς καὶ
784οἱοσδήποτε προϊστάμενος ἔχει πάντα τὰ δικαιώματα τὰ
785νόμιμα, καὶ ἔχει τοιαῦτα δικαιώματα πᾶσα προϊσταμένη
786ἀρχὴ ἐν τῷ στρατεύματι, ὥστε καὶ ἀντικανονικόν τι ἂν δια-
787τάξῃ, ὑποχρεοῦται ὁ ὑφιστάμενος νὰ ὑπακούσῃ, διότι ὁ προϊ-
788στάμενος ἔχει πᾶσαν τὴν εὐθύνην.
789§80Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε θὰ ἴδωμεν τὴν ἐγκύ-
790κλιον, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Τσαμαδὸς, ὡς Ὑπουργὸς
791τῶν Στρατιωτικῶν.
792§81ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν παραδέχεσθε ὅτι ὁ προϊστάμενος
793ἔχει πᾶσαν τὴν εὐθύνην;
794§82Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄταν ὅμως ἄλλως διατάσσηται;
795Ὄταν ῥητῶς ὁ νόμος λέγῃ, ὅτι ὁ προϊστάμενος εἰς αὐτὴν τὴν
796περίστασιν δὲν ἔχει δικαίωμα ἐπὶ τῶν προτάσεων;
797§83ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ποῦ τὸ λέγει;
798§84Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκει):
799«... Ἔτι δὲ ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωμα-
800τικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου, ἢ εἰς γενικὰς
801ἢ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ.»
802Ὄταν ὁ νόμος λέγῃ, ὅτι ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Γενικοῦ
803Διοικητοῦ ὑποβάλλει ὁ Ὑπουργὸς τὸ διάταγμα, τί ἄλλο δύ-
804ναται νὰ ἐννοηθῇ ἢ ὅτι ἡ ἐξουσία τοῦ προϊσταμένου ὀφείλει
805νὰ σταματήσῃ πρὸ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, πρὸ τῆς προ-
806τάσεως τοῦ Γεν. Διοικητοῦ; Ὁ νόμος εἶναι ἀνώτερος τῆς
807ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅταν ὁρίζῃ τί πρέπει νὰ γίνεται.
808§85ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχει οὕτω. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν
809ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμον συνάδελφον, καὶ θὰ ὑπομνήσω
810ὅ,τι ἀκριβῶς ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ
811ἦναί τις ἐνήμερος καὶ τῶν ἀρχῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρί-
812ζεται ἡ στρατιωτικὴ νομοθεσία, καὶ τῶν λεπτομερειῶν
813αὐτῆς, καὶ ὅτι, ἐὰν τοῦτο συνέβαινε, δὲν θὰ ἐγίνετο ἡ συ-
814ζήτησις αὕτη. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου, διὰ νὰ δικαιῶ-
815ται ὁ κατώτερος, ὁ ὑφιστάμενος, νὰ ὑποβάλλῃ οἱασδήποτε
816προτάσεις εἰς τὸν ἀνώτερον· εἶναι γενικὸν δικαίωμα, καὶ
817ἡ ἀρχὴ αὕτη διήκει δι’ ὅλης τῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας·
818πᾶς ὑφιστάμενος ἔχει δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ πρότασιν πρὸς
819τὸν προϊστάμενον. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσητε ἴσως: «διατὶ ἐτέθη
820ἐν τῷ νόμῳ;» Ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη ἐν τῷ νόμῳ διὰ νὰ
821χρησιμεύσῃ ὡς ἀσπὶς εἰς τὸν Ὑπουργὸν, διὰ νὰ καλύπτη-
822ται καὶ νὰ δύναται ν’ ἀποφεύγῃ πάσας τὰς ἐπιρροὰς, τὰς
823ὁποίας ἐμνημόνευσεν εἰς τὰς δηλώσεις του ὁ κ. Πρωθυπουργός.
824Εἶναι δικαίωμα ἀναφαίρετον, πᾶσα ὑφισταμένη ἀρχὴ νὰ
825ὑποβάλλῃ οἱασδήποτε προτάσεις· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑφίστατο
826ἐν τῷ νόμῳ, δὲν θὰ ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀποφύγῃ τὰς
827ἐπιδράσεις τὰς ξένας, καὶ διὰ τοῦτο ἐτέθη ἐν τῷ νόμῳ, διὰ
828νὰ καλύψῃ τὸν Ὑπουργὸν καὶ ν’ ἀποκλείσῃ τὰς ξένας ἐπιρ-
829ροὰς, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο μνεία.
830§86Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε περιττὸν νὰ γείνῃ νόμος.
831Διατὶ τότε ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως;
832§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ γίνωνται διακο-
833παὶ, διότι δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.
834§88ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φρονῶ, ἵνα φθάσω-
835μεν εἰς τὸ τέρμα, εἶναι, ὅτι οὔτε ἀντισυνταγματικότης τις
836ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ, ἐκτὸς ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευ-
837σα, οὔτε περιορισμὸς δικαιωμάτων, οὔτε ἀφαίρεσις τῆς εὐ-
838θύνης· διότι, ἐφ’ ὅσον ὁ Ὑπουργὸς ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπορ-
839ρίψῃ πᾶσαν πρότασιν τῆς ὑφισταμένης ἀρχῆς, ἐννοεῖται ὅτι
840φέρει ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην, ἐὰν παραδεχθῇ αὐτὴν, καὶ οὐ-
841δεμία παραλυσία δύναται νὰ γεννηθῇ ἐκ τούτου εἰς τὸ στρά-
842τευμα. Προτείνει, φερ’ εἰπεῖν, ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ἵνα ὁ Α
843ἀξιωματικὸς τοποθετηθῇ εἰς τὴν δεῖνα θέσιν, ἀντὶ τοῦ Β,
844τοποθετουμένου εἰς ἄλλην. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐγκρίνῃ τὴν
845πρότασιν, ἔχει δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου, ὡς προϊσταμένη ἀρχὴ,
846νὰ μὴ τὴν ἐκτελέσῃ· δύναται νὰ ἐπιστρέψῃ τὴν πρότασιν καὶ
847νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν: «Δὲν ἐγκρίνω τὴν πρό-
848τασιν ταύτην· ὑποβάλετε ἄλλην περὶ ἄλλων»· δύναται καὶ
849ν’ ἀφήσῃ τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ παραλυ-
850σία, διότι οἱ βαθμοφόροι εὑρίσκονται εἰς τὴν θέσιν των, καὶ
851ἡ ὑπηρεσία λειτουργεῖ.
852§89Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Καὶ ἐὰν οἱ προβιβασμοὶ τὸν θέσωσιν
853ἐκποδών;
854§90ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Τότε θὰ προταθῇ ἄλλος, καὶ ἐὰν τὸν
855ἐγκρίνῃ ὁ Ὑπουργὸς, θὰ τὸν τοποθετήσῃ, ἐὰν δὲν τὸν ἐγκρί-
856νῃ, θὰ εἴπῃ: «προτείνατε ἕτερον πρόσωπον» Οὕτω διεξή-
857γετο ἡ ὑπηρεσία κατὰ τὰ δύο πρῶτα ἔτη τῆς ἐφαρμογῆς
858τοῦ νόμου.
859§91Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐὰν δὲν προτείνῃ ἕτερον;
860§92ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Λοιπὸν ἐρχόμεθα ὄχι εἰς τὰς διατάξεις
861τοῦ θεσμοῦ, ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα
862προηγουμένως, νὰ καθαρίσωμεν ἐὰν ὁ Διάδοχος πρέπει ἢ δὲν
863πρέπει νὰ ᾖναι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ. Ὥστε οὐχὶ
864αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περιορίζουσι τὰ δικαιώματα ἢ τὴν
865εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἴσως, —καὶ ἂς μὴ κρυπτώμεθα
866ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας,—ἴσως τὸ πρόσωπον τοῦ Διαδό-
867χου περιορίζει ἀκριβῶς τὴν ἐνέργειαν τὴν προερχομένην ἐκ
868τῶν ἐπιρροῶν ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόε-
869δρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν βεβαίως τὸ
870πρόσωπον τοῦ Διαδόχου δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τοιαύτην τινὰ
871ἐνέργειαν, —καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται τὸ ζήτημα καὶ ἡ
872ἀγαθοποιὸς δύναμις τοῦ Διαδόχου — διότι δὲν ἐγεννήθη κανένα
873ζήτημα, προκειμένου περὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς,
874διότι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ὁ αὐτὸς λόγος, καὶ διὰ τοῦτο οὐδε-
875μία ἐγεννήθη συζήτησις περὶ συνταγματικότητος ἢ ἀντισυν-
876ταγματικότητος διατάξεων, διότι καὶ ἐκεῖ παραπλήσιαι δια-
877τάξεις ὑπάρχουσιν.
878Ἀλλ’ ἵνα μὴ ἐπασχολῶ πλειότερον τὴν Βουλὴν, ἔρχομαι
879εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
880Στρατιωτικῶν, ὑποβάλλων τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον,
881δὲν ὁμιλεῖ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ του ἐκθέσει οὔτε περὶ ἀντισυν-
882ταγματικότητος, οὔτε περὶ περιορισμοῦ δικαιωμάτων τοῦ
883Ὑπουργοῦ, οὔτε περὶ εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ λέγει ὅτι
884παρουσιάσθησαν ἀσάφειαι, αἱ ὁποῖαι ἐπήνεγκον ἀνωμαλίας
885εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐν γένει ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατεύ-
886ματι. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν
887ἀποδέχεται τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος
888τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομο-
889σχεδίου ὁμιλεῖ μόνον περὶ ἀσαφειῶν, καὶ τὰς ἀσαφείας
890ταύτας ἔρχεται νὰ διορθώσῃ δι’ ἑτέρων ἀσαφειῶν, ἔτι ἀσα-
891φεστέρων. Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου δύναμαι νὰ βεβαιώσω
892ὑμᾶς, εἶναι, ὅτι οὐδεμία ἀσάφεια παρουσιάσθη κατὰ τὴν πρώ-
893την ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ ἐπὶ διετίαν, καθ’ ἣν διετέλεσα
894ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ
895σεβαστοῦ μοι φίλου κ. Τσαμαδοῦ. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον πα-
896ρουσιάσθη κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο, ἦτο, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι
897τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξῳκειωμένοι πρὸς ἄλλο
898εἶδος ὑπηρεσίας, μὴ δυνάμενοι ν’ ἀποβάλωσιν ἀμέσως τὰς
899παλαιὰς ἕξεις, ἀληθῶς κατ’ ἀρχὰς παρουσιάζοντο ζητοῦν-
900τες διαφόρους ἐπεξηγήσεις· αἱ ἐπεξηγήσεις αὗται ἐδίδοντο,
901καὶ μετὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον ὁ θεσμὸς ἐλειτούργησεν
902ἀπροσκόπτως. Ὑπῆρξε στενοχωρία τις, ἀλλ’ ἡ στενοχωρία
903ἦτο μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ ὑπηρεσία τοῦ
904Ὑπουργείου, εἴτε ἀφ’ ἑαυτῆς εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, ἤθελε
905νὰ διαπράξῃ τι αὐθαίρετον, ἢ ἤθελε νὰ διαπράξῃ τι πηγάζον
906ἐκ τῶν ξένων ἐπιρροῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ.
907Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τότε ἀληθῶς τὸ Ὑπουργεῖον,
908ἐὰν ἀπεπειρᾶτο νὰ ἐνεργήσῃ ὑπὸ τὸ πρῖσμα καὶ ὑπὸ τὸ κρά-
909τος αὐτῶν τῶν ἐπιρροῶν, ὑφίστατο μεγάλην δυσχέρειαν, ἀλλὰ
910δυσχέρειαν προερχομένην ἐκ τοῦ προσώπου τοῦ Διαδόχου, καὶ
911ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ παραδέχομαι, ὅτι τὸ πρόσωπον τοῦ Διαδό-
912χου ὑπῆρξεν ἡ ἀγαθοποιὸς δύναμις ἐν τῷ στρατεύματι. Δὲν
913εἶναι λοιπὸν ἀφαίρεσις δικαιωμάτων, δὲν περιορίζονται λοι-
914πὸν τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ· περιορίζονται ὅλαι αἱ
915ἄλλαι ὑπερβασίαι, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς
916τὸ συμφέρον τοῦ στρατεύματος. Καὶ ἀφοῦ κατὰ τὴν πρώ-
917την ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ ἐπὶ διετίαν ὁλόκληρον δὲν πα-
918ρουσιάσθησαν ἀσάφειαι, δὲν ἐγεννήθησαν ἀμφισβητήσεις ἐν
919σχέσει πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ
920φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ ἀσάφειαι αὗται νὰ προέ-
921κυψαν μετὰ ταῦτα.
922Τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου καθορίζει τὰς ὑπηρε-
923σίας, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Γενικῆς
924Διοικήσεως, καὶ τὰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται ὑπὸ
925τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι μερικαὶ
926ἀσάφειαι, περὶ τῶν ὁποίων θὰ κάμω λόγον. Λέγει τὸ ἄρ-
927θρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι «ὑπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν
928τοῦ στρατοῦ ὑπάγονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα τοῦ πε-
929ζικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ, τοῦ πυροβολικοῦ, τοῦ μηχανικοῦ...»·
930ὁμιλεῖ περὶ στρατιωτικῶν σωμάτων, ὄχι περὶ ὑπηρεσιῶν,
931ὄχι περὶ καταστημάτων. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι στρατιωτι-
932κὸν σῶμα εἶναι τὸ ἀποτελούμενον ἐκ στρατοῦ· πᾶν ἄλλο,
933εἶναι ἢ ὑπηρεσία ἢ κατάστημα, ὅπως εἶναι τὸ Ὁπλοστάσιον,
934τὰ σχολεῖα κλπ. Ἑπομένως γεννῶνται πολλαὶ ἀμφιβολίαι.
935Ὑπάγεται ὁ λόχος τῶν πυροσβεστῶν; Αὐτὸς δὲν εἶναι σῶμα
936στρατιωτικὸν μηχανικὸν, εἶναι καθαρῶς εἰδικὴ ὑπηρεσία, ἡ
937ὁποία ἐκτελεῖται ὑπὸ στρατιωτῶν τοῦ μηχανικοῦ διὰ λόγους
938οἰκονομίας...
939§93Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἔχομεν νόμον ὑφιστάμενον τοῦ 1887.
940§94ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Τὸν γνωρίζω. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον
941ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, λέγει: «Πίναξ Γʹ. Σύνθε-
942σις τῆς Ἐπιθεωρήσεως τοῦ Μηχανικοῦ καὶ τοῦ παρ’ αὐτῇ
943Τεχνικοῦ Συμβουλευτικοῦ τμήματος τοῦ συντάγματος τοῦ
944Μηχανικοῦ καὶ τῆς Σχολῆς αὐτοῦ, τοῦ Τοπογραφικοῦ τμή-
945ματος, τῶν Διευθύνσεων τοῦ Μηχανικοῦ, τοῦ πυροσβεστικοῦ
946λόχου καὶ τοῦ λόχου τῶν τηλεγραφητῶν». Ἀλλ’ αἱ Διευ-
947θύνσεις τοῦ Μηχανικοῦ, ἡ Ἐπιθεώρησις τοῦ Μηχανικοῦ κλπ.
948κλπ. δὲν εἶναι στρατιωτικὰ σώματα. Ἐὰν ὁ νόμος ἔλεγεν,
949ὅτι ἀποτελεῖται ἐξ αὐτῶν τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ ὑπάγεται ὑπὸ
950τὴν Γεν. Διοίκησιν, τότε οὐδεμία ἀμφιβολία θὰ προέκυπτεν.
951Ἀλλ’ ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ στρατιωτικῶν σωμάτων, ὁμιλεῖ
952περὶ συντάγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι στρατιωτικὸν σῶμα, ὁμι-
953λεῖ περὶ τοπογραφικοῦ τμήματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι στρα-
954τιωτικὸν σῶμα, ἀλλ’ εἶναι ὑπηρεσία, περὶ Διευθύνσεων τοῦ
955Μηχανικοῦ, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι στρατιωτικὸν σῶμα, ἀλλ’
956εἶναι ὑπηρεσία, καὶ δι’ αὐτὸ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον τροποποιεῖ,
957ἀναφέρει στρατιωτικὰ σώματα, ὑπηρεσίας καὶ καταστήματα.
958Διότι στρατιωτικὸν σῶμα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει στρα-
959τόν· πᾶν ἄλλο, εἶναι ὑπηρεσία ἢ κατάστημα.
960§95Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ ἀφορῶσιν εἰς
961τὰς λεπτομερείας, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὀφείλω νὰ σᾶς δώσω τὴν
962πληροφορίαν, ὅτι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν δίδω εἰς τὴν σχετι-
963κὴν διάταξιν, εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν λέγετε, καὶ θ’ ἀνα-
964γραφῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
965§96ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὁμιλεῖ τὸ νομοσχέδιον περὶ λόχων
966νοσοκόμων. Ἀλλὰ λόχοι νοσοκόμων ἀνεξάρτητοι δὲν ὑπάρ-
967χουσιν· ὑπάρχει διλοχία νοσοκόμων· ἀλλὰ περὶ διλοχίας νο-
968σοκόμων δὲν ὁμιλεῖ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διορ-
969θωθῇ.
970§97Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν τεθῶσιν ἀντὶ τῆς λέξεως «τὰ σώ-
971ματα» αἱ λέξεις «πεζικόν, ἱππικὸν καὶ λοιπὰ», δὲν θὰ ἦτο
972προτιμότερον;
973§98ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Καὶ πάλιν αἱ Διευθύνσεις εἶναι καθα-
974ρῶς ὑπηρεσίαι. Σῶμα εἶναι τὸ ἔχον στρατόν· στρατιωτικαὶ
975ὑπηρεσίαι εἶναι αἱ ἄνευ στρατεύματος ὑπηρεσίαι. Οἱ λόχοι
976τῶν νοσοκόμων ὑπάγονται ὑπὸ τὴν Γεν. Διοίκησιν, ἀλλ’
977οὐχὶ καὶ ἡ διλοχία τῶν νοσοκόμων, κατὰ τὸ νομοσχέδιον.
978Ἑπομένως ἐλπίζω ὅτι θὰ διορθωθῇ. Ὑπάγεται καὶ τὸ Φρου-
979ραρχεῖον τῶν Ἀθηνῶν. Τὰ λοιπὰ Φρουραρχεῖα ὑπάγονται
980ὑπὸ τὴν Γεν. Διοίκησιν; Διότι Φρουραρχεῖα καὶ φρουραρ-
981χικὴ ὑπηρεσία ὑπάρχουν εἰς ὅλας τὰς πόλεις, ὅπου σταθ-
982μεύουσι στρατιωτικὰ σώματα.
983§99Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος εἶναι ἐκεῖ ὁ ἐκ-
984τελῶν τὰ καθήκοντα τοῦ φρουράρχου;
985§100ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὁ διοικητὴς τοῦ στρατιωτικοῦ σώμα-
986τος τοῦ σταθμεύοντος ἐκεῖ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ὑπηρεσίαι
987ἄσχετοι πρὸς τὴν Διοίκησιν τοῦ στρατεύματος· ὑπάρχουσι
988τὰ φρουραρχικὰ καθήκοντα, καὶ εἶναι ἄσχετα πρὸς τὴν ὑπη-
989ρεσίαν τὴν γιγνομένην ἐν τῇ Διοικήσει τῶν σωμάτων. Ἐὰν
990λοιπὸν ὑπάγωνται εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν καὶ τὰ ἄλλα Φρου-
991ραρχεῖα, πρέπει νὰ διαγραφῇ καὶ τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν,
992διότι τοῦτο εἶναι ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τῆς Μεραρ-
993χίας, καὶ ἑπομένως περιττὸν εἶναι νὰ ἀναγραφῇ, διότι δυ-
994νατὸν νὰ γεννηθῶσιν ἀμφιβολίαι· διότι, ὅταν ὁμιλῶμεν μό-
995νον περὶ τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμ-
996φιβολία, ἐὰν ὑπάγονται καὶ τὰ ἄλλα Φρουραρχεῖα, τὰ ὁποῖα
997ἔχουσι καὶ ἴδιον προσωπικὸν, ὄχι μόνον δηλαδὴ τὸ προσω-
998πικὸν τῶν Διοικήσεων τῶν σωμάτων, ἀλλὰ καὶ προσωπικὸν
999εἰσηγητῶν καὶ ἄλλων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποσπῶνται,
1000ἵνα ἐνεργῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Φρουραρχείου, καὶ ὑποθέτω,
1001ὅτι δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ὑπάγονται εἰς τὴν διάτα-
1002ξιν τοῦ προκειμένου ἄρθρου. Ἐπίσης δὲν ὑπάγονται αἱ φυ-
1003λακαὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων. Αὗ-
1004ται ὑπάγονται ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ διοίκησιν τῶν Φρου-
1005ραρχείων. Λοιπὸν θ’ ἀποχωρισθῶσι τούτων καθ’ ὁλοκληρίαν;
1006Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀσαφές. Δὲν γνω-
1007ρίζω τίνα ἔννοιαν εἶχεν ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον.
1008§101Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ἔχετε τὴν ἔννοιαν
1009σαφῆ. Βεβαίως δὲν ὑπάγονται.
1010§102ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἀφοῦ ὑπάγεται τὸ Φρουραρχεῖον;
1011§103Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. Διὰ νὰ σᾶς
1012ἀπαλλάξω τοῦ κόπου τοῦ νὰ εἰσέλθητε εἰς λεπτομερείας,
1013θὰ σᾶς δώσω πληροφορίας περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νομοσχε-
1014δίου καὶ ἐπεφυλασσόμην νὰ τὸ πράξω μετ’ ὀλίγον, ἀλλὰ
1015καλὸν εἶναι νὰ τὸ πράξω ἀπὸ τοῦδε.
1016Ἡ ἔννοιά του εἶναι, ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ στρατεύματος
1017ἀνήκει εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν· ὅλαι αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι
1018ἀνήκουσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Θέλει τὸν
1019Γεν. Διοικητὴν ἀληθῆ Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, μὴ περισπώ-
1020μενον εἰς τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας.
1021§104ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Τὰ Φρουραρχεῖα εἶναι καθαρῶς στρα-
1022τιωτικὴ ὑπηρεσία. Ὑπάγονται λοιπόν;
1023§105Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Φρούραρχος, ὅστις
1024εἶναι ὁ ἀρχαιότερος τῶν ἐν τῇ πόλει, ἐν ᾗ σταθμεύει τὸ
1025σῶμα, ἀξιωματικῶν, ὡς πρὸς τὰ φρουραρχικὰ καθήκοντα δὲν
1026θὰ ὑπάγηται· κατὰ τὰ λοιπὰ, κατὰ τὴν διοίκησιν τοῦ σώ-
1027ματός του, βεβαίως θὰ ὑπάγηται, διότι ἡ διοίκησις τοῦ
1028στρατεύματος ὑπάγεται εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἥτις εἶ-
1029ναι ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατεύματος.
1030§106Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Παράδοξος καὶ πρωτάκουστος θεω-
1031ρία αὐτή!
1032§107Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ὑμεῖς εὑρίσκεσθε
1033ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ταξιαρχίας, ἢ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατεύμα-
1034τος, βεβαίως δὲν εἶχεν ὁ κ. Τσαμαδὸς τὸ commande-
1035ment, τὴν Διοίκησιν· τὸ commandement τὸ εἶχεν ὁ
1036ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατεύματος, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ
1037διακόπτητε.
1038§108Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Διακόπτω διότι καὶ σεῖς διακό-
1039πτετε.
1040§109Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
1041ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ νὰ ἀκούηται,
1042ὅπως ἐξηγῇ τὰς σκέψεις της, χωρὶς νὰ ἦναι τοῦτο διακοπή.
1043§110Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν διέκοψα ὑμᾶς· ἀπετά-
1044θην πρὸς τὸν ἀγορεύοντα· ἀλλ’ οὗτος δὲν μοὶ ἔκαμε τὴν
1045παρατήρησιν, ὅτι τὸν διακόπτω.
1046§111ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὅταν λοιπὸν τίθενται ὑπὸ τὴν Γενι-
1047κὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ τὰ στρατιωτικὰ σώματα, δὲν
1048τίθενται δὲ αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι, τότε πρέπει νὰ μνημο-
1049νεύωνται καὶ ἡ Ἐπιθεώρησις τοῦ Πυροβολικοῦ, ἡ Ἐπιθεώρη-
1050σις τοῦ Μηχανικοῦ, τὸ Ὁπλοστάσιον, ἡ Διεύθυνσις τοῦ Μη-
1051χανικοῦ, τὸ Τοπογραφικὸν τμῆμα, τὰ σχολεῖα, διότι κατὰ
1052τὸν ὀργανισμὸν καὶ ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσι στρατιωτικὰ σώ-
1053ματα. Πρέπει λοιπὸν νὰ συμπληρωθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὑπὸ
1054τὴν ἔποψιν αὐτήν.
1055Τὸ ἄρθρον 3 δημιουργεῖ πρῶτον μίαν ὑπηρεσίαν ἐπιτε-
1056λικὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἡ ὁποία ὑφίστατο, ὑφίστατο δὲ
1057δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ᾼΦΛΓʹ· ἑπομένως δὲν ἐννοῶ
1058τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δημιουργοῦμέν τι ὑφιστάμενον.
1059§112Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑφίσταται, διότι
1060τὸ κατήργησεν ὁ ὑφιστάμενος νόμος περὶ Γενικῆς Διοική-
1061σεως τοῦ στρατοῦ.
1062§113ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν τὸ κατήργησεν· ὑφίσταται καὶ κατὰ
1063τὸν νόμον τοῦτον.
1064§114Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ κατήργησε, καὶ διὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ
1065παράλυσις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Σεῖς ὑπηρετήσατε πρὶν
1066ἢ ἐκλεχθῆτε Βουλευτὴς ἐπὶ τόσον χρόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
1067τῶν Στρατιωτικῶν· σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ φέρητε καὶ μίαν
1068μόνην πρᾶξιν ἐπιτελικὴν, ἐνεργηθεῖσαν παρὰ τοῦ ἐπιτελικοῦ
1069τμήματος τοῦ Ὑπουργείου ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ
1070Γενικῆς Διοικήσεως.
1071§115ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἀναφέρατέ μοι καὶ σεῖς μίαν πρᾶξιν
1072ἐπιτελικὴν ἐνεργηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐπιτελικοῦ τμήματος τοῦ
1073Ὑπουργείου πρὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ
1074Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἵνα σᾶς ἀναφέρω καὶ ἐγὼ
1075μεταγενεστέραν. Ἐργασία ἐπιτελικὴ ἐγένετο μόνον ὅτε ἦτο
1076ὁ στρατηγὸς Βοσὲρ, σπουδαιοτάτη ἐργασία, ἥτις εἶναι κεκλει-
1077σμένη εἰς τὰς θυρίδας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν·
1078ὅλαι αἱ ἄλλαι ἦσαν ἀτομικαὶ μελέται, αἱ ὁποῖαι δὲν παρα-
1079μένουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ἕκαστος λαμβάνει τὰς μελέτας
1080του, τὰς τυπώνει, ἂν θέλῃ, καὶ ἐκδίδει εἰς βιβλίον· ἀλλὰ
1081δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μελέται ἄλλαι καὶ ἐργασία
1082ἐπιτελικὴ ἄλλη, πλὴν τῆς τοῦ στρατηγοῦ Βοσέρ.
1083Τὸ ἄρθρον 3 λοιπὸν τοῦ νομοσχεδίου δημιουργεῖ ὑπηρε-
1084σίαν δημιουργημένην ἤδη, καὶ προσθέτει (ἀναγινώσκει):
1085«Τῶν θεμάτων τούτων ἡ μελέτη δύναται νὰ γένηται καὶ
1086ὑπὸ τοῦ παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει τοῦ στρατοῦ Ἐπιτελείου,
1087ἀλλὰ τὰ πορίσματα τῆς μελέτης ταύτης ὑποβάλλονται εἰς τὴν
1088κρίσιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ.»
1089Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐντελῶς περιττή. Τὸ
1090νὰ δύναται εἴτε Ἐπιτελεῖον, εἴτε οἱοσδήποτε ἄλλος νὰ ἀσχο-
1091λῆται περὶ μελέτας, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ
1092ὁρισθῇ διὰ νόμου, ἵνα ἐκτελῆται τοῦτο· δύναται καὶ ἄνευ
1093νόμου νὰ γίνηται, καὶ μάλιστα ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουρ-
1094γὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πᾶσα ἄλλη προϊσταμένη ἀρχὴ
1095νὰ διατάξῃ οἱονδήποτε Ἐπιτελεῖον ἢ ἀξιωματικὸν νὰ ἐνερ-
1096γήσῃ μελέτας· ὥστε μᾶλλον εἶναι περιοριστικὸν τοῦ δικαιώ-
1097ματος τῶν ἐνεργειῶν καὶ καθηκόντων τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι
1098δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς
1099νὰ διατάξῃ μελέτας· οὕτω δὲ περιορίζεται δικαίωμα ἀπό-
1100λυτον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς καὶ πᾶς προϊστάμενος,
1101νὰ διατάξῃ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν, εἴτε ὡς ἄτομα, εἴτε ὡς ἐπιτρο-
1102πὰς, εἴτε ὡς ἐπιτελεῖς, νὰ ἐγκύψωσιν εἰς τὴν μελέτην οἱου-
1103δήποτε στρατιωτικοῦ ἀντικειμένου. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει
1104νὰ ἐκλείψῃ καὶ καταργηθῇ ἡ διάταξις περὶ τροποποιήσεως
1105τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, διότι
1106δίδεται διὰ τῆς τροποποιήσεως δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει
1107πᾶς τις.
1108§116Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλο-
1109μεν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, εἶναι τὸ ν’ ἀφήσωμεν τε-
1110λείως τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν, ἵνα προ-
1111βαίνῃ εἰς τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἀναγκαίας. Δύ-
1112ναται δὲ καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τοιαύτας μελέτας.
1113§117ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὅπως διατυποῦται τὸ ἄρθρον, δύναται
1114νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι περὶ ἄλλων ἀντικειμένων δὲν δύναται νὰ
1115διατάξῃ ὁ Ὑπουργὸς ἢ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ἐνῷ ἔχει ἀπό-
1116λυτον δικαίωμα πᾶς προϊστάμενος νὰ διατάσσῃ μελέτας περὶ
1117παντὸς ἀντικειμένου, καὶ εἶναι τρόπον τινὰ περιορισμὸς τοῦ
1118ἀπολύτου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς, νὰ δια-
1119τάσσῃ πάσης φύσεως μελέτας.
1120§118Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ λέγει ἐξ ἐναντίας τὸ ἀντίθετον·
1121δὲν λέγει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν διατάσσει τὴν μελέτην, ἀλλὰ
1122λέγει, ὅτι καθιστᾷ, ὅτι δίδει τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν Γε-
1123νικὴν Διοίκησιν ὡς πρὸς τὰς μελέτας τὰς στρατιωτικάς.
1124Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διατάσσει ὡς προϊστά-
1125μενος τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ὁ κύκλος τῆς
1126ἐνεργείας διαγράφεται ἐπακριβῶς, ὥστε νὰ ἦναι ἀδύνατον
1127νὰ ἐπέλθῃ σύρραξις.
1128§119ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὥστε δίδετε δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει.
1129§120Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα. Ἀφορμὴν εἰς
1130τὴν διάταξιν ταύτην ἔδωκεν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ
1131νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως. Ἐκεῖ ὑπάρχει μία διάταξις
1132ἀμφιβόλου ἐννοίας, ἡ δὲ ἔννοια ὑπῆρξε τόσον ἀμφίβολος,
1133ὥστε παρέλυσε τὴν Ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν παρὰ τὸ
1134πλευρὸν τοῦ Ὑπουργοῦ.
1135§121ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Καταργήσατε αὐτὴν, καὶ μὴ δίδετε
1136διὰ τοῦ νόμου δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει· διότι ὅ,τι δίδεται
1137διὰ νόμου, πρέπει νὰ ἦναι ἐπιτακτικόν.
1138§122Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἡ μεραρχία καὶ ἡ τα-
1139ξιαρχία καὶ τὸ σύνταγμα, ὅταν εὑρίσκωνται εἰς ἐπίκαιρον
1140θέσιν, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κάμνουν μελέτας.
1141§123ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ λέγω, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου
1142χορηγεῖται δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται.
1143Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκει):
1144«Ἄρθρον 4. Αἱ τοποθετήσεις, μεταθέσεις καὶ ἀποσπάσεις
1145ἀξιωματικῶν γίνονται διὰ Β. Διατάγματος, ἐπὶ τῇ προτά-
1146σει τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ· ἐπὶ τῶν ἀξιωμα-
1147τικῶν ὅμως τῶν ἐν ταῖς ταξιαρχίαις, ταῖς μεραρχίαις καὶ τῇ
1148Γενικῇ Διοικήσει, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν ἐν τῷ Φρουραρχείῳ Ἀθη-
1149νῶν, ἡ πρότασις τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ δέον
1150νὰ στηρίζηται ἐπὶ προτάσεως τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρα-
1151τοῦ.»
1152Νομίζω, ὅτι ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ πρέπει νὰ καθορισθῇ
1153σαφέστερον τὸ «ἐν ταῖς ταξιαρχίαις, ταῖς μεραρχίαις καὶ
1154τῇ Γενικῇ Διοικήσει». Ἀφοῦ ὁμιλῆτε περὶ στρατιωτικῶν
1155σωμάτων, πρέπει ἡ αὐτὴ ἔκφρασις νὰ τεθῇ καὶ ἐνταῦθα,
1156διότι δύναται νὰ προκύψῃ ἀμφισβήτησις.
1157§124Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει
1158δεχθῆ νὰ τεθῇ ἐνταῦθα «τὰ σώματα τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ἀνα-
1159φερόμενα» καὶ οὕτω συμπληροῦται τὸ κενὸν, περὶ τοῦ ὁποίου
1160πολὺ δικαίως καὶ εὐλόγως ἐφέρατε τὴν παρατήρησιν.
1161§125ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὥστε τοῦτο τὸ θεωροῦμεν ὡς τακτο-
1162ποιηθέν.
1163Τὸ δεύτερον ἐδάφιον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁσάκις ἀξιωματικοὶ
1164ὑπηρετοῦντες εἰς ἀρχὰς ἐκ τῶν μὴ ὑπαγομένων εἰς τὴν δι-
1165καιοδοσίαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ πρόκειται νὰ
1166τοποθετηθῶσι, μετατεθῶσιν ἢ ἀποσπασθῶσιν εἰς ἀρχὰς ὑπα-
1167γομένας ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ, ἢ καὶ τἀνάπαλιν, ὁ
1168Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προκαλεῖ πρότασιν τοῦ Γεν.
1169Διοικητοῦ περὶ τούτων, ὡς καὶ περὶ τῶν ἀντικαταστησόν-
1170των αὐτοὺς εἰς τὰς κενουμένας θέσεις.»
1171Ἐνταῦθα νομίζω, ὅτι ἄλλο ἐπρόκειτο νὰ λεχθῇ· διότι,
1172ὡς ἔχει ἡ διάταξις, ἀντιβαίνει πρὸς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν
1173ἐθέσατε. Πρόκειται νὰ προτείνῃ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τὴν
1174ἀντικατάστασιν, ἐὰν ὁ ἀντικαταστάτης ὑπηρετῇ εἰς τὰ σώ-
1175ματα τὰ ὑπὸ τὰς διαταγάς του. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν φαίνεται ἐκ
1176τῆς διατυπώσεως ταύτης, ἐν τῇ ὁποίᾳ γενικῶς γίνεται λό-
1177γος, ὅτι ὑποβάλλει πρότασιν περὶ ἀντικαταστάσεως· πρέπει
1178ἑπομένως νὰ προστεθῇ: «ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ ἀντικαταστά-
1179της οὗτος ὑπηρετῇ εἰς τὰ σώματα τὰ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ
1180Γεν. Διοικητοῦ.»
1181Ἐκτὸς αὐτοῦ ὑπάρχει καὶ τὸ τρίτον ἐδάφιον, καθ’ ὃ
1182«ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν δὲν ἐγκρίνῃ τὰς ὑπο-
1183βληθείσας αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ προτάσεις το-
1184ποθετήσεως, μεταθέσεως ἢ ἀποσπάσεως ἀξιωματικῶν, προ-
1185καλεῖ τὴν ὑποβολὴν ἑτέρων προτάσεων ἢ ἠτιολογημένης ἐκ-
1186θέσεως ἐπὶ τῶν ἤδη ὑποβληθεισῶν, ἵνα ἀποφασίσῃ». Ἀλλὰ
1187τὸ δικαίωμα τοῦτο ἦτο καὶ εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ
1188Ὑπουργοῦ. Τὸ εἶχε καὶ ἐκ τοῦ ἄλλου νόμου, τὸ ἔχει καὶ
1189ἐκ τῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας ἐν γένει. Ἀλλ’ ἠθελήσατε
1190νὰ ἐπεξηγήσησε ἴσως· ἀλλὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι μᾶλλον
1191περιοριστικὸν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι θὰ
1192ὑποτεθῇ, ὅτι ἐπὶ ἄλλων προτάσεων δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ
1193Ὑπουργὸς νὰ ἐπιστρέφῃ αὐτὰς καὶ νὰ ζητῇ τοιαύτας ἠτιο-
1194λογημένας, ἢ νὰ προκαλῇ τὴν ὑποβολὴν ἑτέρων. Τὸ δικαίωμα
1195τοῦ ἐπιστρέφειν τὰς ὑποβαλλομένας προτάσεις καὶ προκα-
1196λεῖν τὴν ὑποβολὴν ἑτέρων προτάσεων ἢ ἠτιολογημένης ἐκθέ-
1197σεως ἐπὶ τῶν ἤδη ὑποβληθεισῶν, εἶναι δικαίωμα γενικὸν,
1198τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς προϊστάμενος. Ἑπομένως εὑρίσκω, ὅτι
1199εἶναι περιτολογία νὰ προστεθῇ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου
1200δικαίωμα κεκτημένον, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς προϊστάμενος, νὰ
1201ἐπιστρέφῃ τὰς προτάσεις, ἢ νὰ κανονίζῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς
1202ὑφισταμένης ἀρχῆς. Οὕτω δ’ ἐφηρμόσθη ὁ ἰσχύων νόμος,
1203διότι πολλάκις τὸ Ὑπουργεῖον ἐπέστρεψεν ἀναφορὰς καὶ
1204προτάσεις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ὅπως ἡ Α. Ὑψ. εἴτε τὰς
1205αἰτιολογήσῃ, εἴτε ὑποβάλῃ ἄλλας προτάσεις περὶ ἄλλων
1206προσώπων. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι
1207μᾶλλον περιοριστικὴ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ.
1208Τὸ τέταρτον ἐδάφιον λέγει: «Ἡ ἐκλογὴ τῶν βαθμοφό-
1209ρων διὰ τὰς θέσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ
1210διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀνήκει τῷ Ὑπουργῷ τῶν
1211Στρατιωτικῶν». Νομίζω ὅτι ἐνταῦθα πρέπει νὰ τεθῇ φραγ-
1212μός τις, διότι ἀνοίγεται θύρα διεξόδου, καὶ θεωρῶ ὅτι πρέπει
1213νὰ τεθῇ ὁ φραγμὸς, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ὁ ἀποσπώμενος εἰς
1214τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἢ ἀποσπώμενος ἢ τοποθετούμε-
1215νος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν παύσῃ νὰ
1216ὑπηρετῇ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἢ παύσῃ νὰ ὑπηρετῇ
1217εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, πρέπει νὰ ἐπανέρ-
1218χηται εἰς τὸ σῶμα, ἐξ οὗ μετετέθη, διότι ἄλλως, ἐὰν μείνῃ
1219ὡς ἔχει ἡ διάταξις, δύναται ὁ Ὑπουργὸς, παραλαμβάνων
1220τὸν ἀξιωματικόν, νὰ τὸν περιφέρῃ εἰς τὰς διαφόρους θέσεις.
1221Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρατηρῶ, Κύριοι, ἐκ τῆς μελέτης τοῦ
1222νομοσχεδίου, εἶναι, ὅτι ἀκριβῶς ἐκλείπει ἡ ἀγαθοεργὸς δύ-
1223ναμις, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν κ. Πρωθυπουργὸς, ἐκλεί-
1224πει ἀκριβῶς διὰ τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, εἰς ἃς αἱ τοποθε-
1225τήσεις μᾶλλον ὑπόκεινται εἰς τὰς ξένας ἐπιρροὰς, καὶ μένει
1226εἰς τὸ στράτευμα μόνον· τὰς θέσεις δὲ τοῦ στρατεύματος,
1227εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν ἐπιζητοῦσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ κά-
1228μωσι χρῆσιν τῶν ξένων ἐπιρροῶν· κυρίως οὗτοι ζητοῦσι νὰ
1229τοποθετῶνται εἰς θέσεις ἐκτὸς τοῦ στρατεύματος, εἰς τὰς
1230διαφόρους εἰδικὰς ὑπηρεσίας, ἀκριβῶς ἐκείνας, τὰς ὁποίας
1231ἀφαιρεῖ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν ἀγαθοποιὸν δύναμιν τοῦ Δια-
1232δόχου, ἀπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ
1233Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, νὰ τὸ
1234διασκευάσῃ καταλλήλως, καὶ, εἰ δυνατὸν, ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν
1235πρότασιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ γενικῶς πάσας τὰς θέσεις.
1236Δύναται νὰ ἐξαιρέσῃ τὰς θέσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
1237τιωτικῶν, δύναται νὰ ἐξαιρέσῃ τὸ πολὺ καὶ τὰς θέσεις τῶν
1238ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ πάσας τὰς ἄλλας νο-
1239μίζω ὅτι ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ τὰς ἀφή-
1240σωμεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἐὰν θέλω-
1241μεν νὰ ἔχωμεν στράτευμα. Ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐξακολου-
1242θήσῃ ἡ κατάστασις, περὶ τῆς ὁποίας δὲν θέλω νὰ κάμω λό-
1243γον, τότε προβῆτε εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ Γε-
1244νικῆς Διοικήσεως, ἵνα μὴ ἔχητε τοὐλάχιστον τὸν Διάδοχον
1245ὑπεύθυνον καταστάσεως ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν οἰκτρᾶς.
1246Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ φρονῶ, ὅτι αἱ συζητήσεις
1247περὶ τοιούτων θεμάτων εἶναι συζητήσεις ἐντελῶς ἐπουσιώ-
1248δεις, καὶ ὅτι κυρίως μίαν ἔχομεν σπουδαίαν ἀποστολὴν, νὰ
1249παρασκευάσωμεν τὴν χώραν πολεμικῶς. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα,
1250περὶ τὸ ὁποῖον πάντες πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν. Παραλλήλως
1251πρὸς τὴν ἐνέργειαν ταύτην δύναται νὰ γείνῃ καὶ ἡ μελέτη
1252τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι οὐδεμία
1253ἄλλη συζήτησις περὶ τῶν στρατιωτικῶν ζητημάτων πρέπει
1254νὰ γείνῃ, εἰμὴ ἡ περὶ τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας.
1255Αὐτὸ εἶναι τὸ κύριον σημεῖον, αὐτὸ ἐνδιαφέρει ἰδίως τὸ Κρά-
1256τος. Διαρκῶς ἀναμασῶμεν τὰ διδάγματα τοῦ πολέμου, διαρ-
1257κῶς ἀναμασῶμεν τὰ παθήματα τοῦ πολέμου, καὶ ἐν τού-
1258τοις δὲν παρουσιάζομεν μέχρι σήμερον ἐργασίαν σοβαρὰν,
1259ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, καὶ ἰδίως
1260ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας.
1261(Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐξ ἀριστερῶν).
1262§126Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτε παρουσιάσθη σοβαρὰ
1263ἐργασία, διατὶ δὲν τὴν ἐξηλέγξατε;
1264§127ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἤμην τότε ἐν τῇ Βουλῇ.
1265§128Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἴσως ἤθελε φανῆ παράδοξον εἰς ὑμᾶς,
1266διὰ τίνα λόγον ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα...
1267§129Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παντάπασι.
1268§130Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ... Εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὴν ἀπορίαν
1269ταύτην τὴν ἔχετε ἐν τῇ διανοίᾳ σας, διότι καὶ ἐγὼ ἀπευ-
1270θύνω ταύτην πρὸς ἐμαυτόν. Ποῖαι ποτὲ ἦσαν αἱ ἰδέαι, ἃς
1271περιεῖχον τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶχον ὑποβάλει εἰς
1272τὴν Βουλήν, καὶ ποῖαι εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι συζητοῦνται;
1273Εὑρίσκω ἀνταποκρινομένας τὰς σημερινὰς προτάσεις πρὸς
1274ἐκείνας; Βεβαίως τοῦτο εἶναι ἀπορία ἀξία νὰ μὴ μείνῃ
1275ἀπαρατήρητος. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λό-
1276γον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τοὺς δύο προλαλήσαντας, οἵτινες μετὰ
1277μεγάλης ἐλευθερίας ἔρριψαν τὸν λίθον καθ’ ἡμῶν τῶν Βου-
1278λευτῶν, ἢ τῶν προγεγενημένων, ἢ ἐκείνων οἵτινες πρόκει-
1279ται νὰ ἔλθωσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ βραδύτερον ἡμῶν.
1280Ἐὰν, Κύριοι, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεδριάζοντες σέβη-
1281σθε τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον κατέχετε, ἐὰν, Κύριοι, θέλητε
1282ν’ ἀφήσητε αὐτὸ σεβαστὸν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς
1283διαδεχθῶσι κατόπιν, εἶσθε ὑποχρεωμένοι ν’ ἀποκρούσητε
1284τὰς βαρείας ὕβρεις, ἃς ἐξέφεραν καθ’ ὑμῶν. Προεκάλεσα τὸν
1285κ. ἐκ Βονίτσης Βουλευτὴν, καὶ εἶπον αὐτῷ: «Εἰπέ μοι,
1286Κύριε, ποῖαι εἶναι αἱ ἐπιρροαὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι παραβλά-
1287πτουσι τὸ στράτευμα;» Καὶ εἶπεν: «Ὅλοι τὰς ἐννοεῖτε·
1288εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς τὰς εἴπω ἐγώ.» Λοιπὸν, κύριε Βου-
1289λευτὰ ἐκ Βονίτσης, ἀφοῦ σεῖς δὲν ἔχετε τὴν τόλμην νὰ
1290τὰς ὀνομάσητε, τὰς ὀνομάζω ἐγώ. Ἐνόει ὑμᾶς, Κύριοι;
1291ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς διαδεχθῶσι, καὶ ἐκείνους, οἱ
1292ὁποῖοι προηγήθησαν ὑμῶν;
1293§131Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμφισβητήτως.
1294§132Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τούτου δεκτοῦ γενομένου, νομίζω
1295ὅτι ἔχω δικαίωμα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ σταθῶ ἐπί
1296τινας στιγμάς. Δὲν εἶμαι συνταγματιολόγος, καὶ διὰ τοῦτο
1297οὐδόλως θὰ θίξω τὸ ζήτημα τοῦτο· ἀλλ’ ἀπὸ παιδικῆς ἡλι-
1298κίας ἔμαθον ποῖαι εἶναι αἱ καθεστηκυῖαι ἀρχαὶ καὶ ἐξου-
1299σίαι ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ· ἔμαθον νὰ σέβωμαι ἐκεῖνον, ὅστις
1300καλεῖ ὡς συμβούλους τοῦ Στέμματος ἐκείνους, οὓς ἤθελε
1301προκρίνει· ἔμαθον νὰ σέβωμαι πάντοτε τὴν ἐτυμηγορίαν
1302τῆς Βουλῆς, τῆς ἀπορρεούσης ἐκ τῆς λαϊκῆς ψήφου, τῆς
1303ὑποδεικνυούσης ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ κληθῶσι παρὰ
1304τοῦ Ἄνακτος, ἵνα διοικήσωσι τὰ τοῦ Κράτους. Καὶ ὅταν
1305ἐκείνους καλῇ ὁ Βασιλεὺς, καὶ ὅταν ἐκείνους περιβάλλῃ μετὰ
1306τῆς ἐμπιστοσύνης του, καὶ ὅταν αὐτοὺς τούτους περιβάλλῃ
1307ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου της, τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις τολμᾷ
1308νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ ὀνομάσῃ
1309φθοροποιοὺς ἐπιρροὰς, ὑφ’ ὑμῶν ἐπερχομένας κατὰ τοῦ στρα-
1310τοῦ; Ποῖος δὲ εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις, διὰ τοιαύτης ἐμπιστο-
1311σύνης περιβαλλόμενος, θὰ κάμῃ τοσοῦτον ταπεινὴν χρῆσιν
1312τῆς ἐξουσίας, δι’ ἧς περιβάλλεται, καὶ θ’ ἀκούσῃ εἰσηγήσεις
1313τοσοῦτον ἐπιζημίους;
1314Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐγκαλῶ κανένα, καὶ νομίζω, ὅτι ἐκεῖνος,
1315ὅστις προσέρχεται ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως καὶ δίδει τὸν ὅρκον
1316τῆς πιστῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, θὰ σεβασθῇ τοὺς νόμους.
1317Καὶ ἐὰν ὁ καταλαμβάνων τὴν ἕδραν τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1318Στρατιωτικῶν, εἴτε ἄλλου Ὑπουργείου, δὲν κάμνῃ καλὴν
1319χρῆσιν τοῦ ἀξιώματος τούτου, εἶσθε σεῖς, οἵτινες θέλετε
1320καλέσει αὐτὸν νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον ὑμῶν διὰ τὰς πρά-
1321ξεις του. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, θελήσητε ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ
1322τούτου τὴν εὐθύνην, μετατιθέντες ταύτην εἰς ἄλλον, πῶς
1323θέλετε καλέσει τοῦτον ἐνώπιον ὑμῶν διὰ νὰ σᾶς δώσῃ εὐθύ-
1324νας; Σᾶς ἐρωτῶ. Προκρίνετε ὑμεῖς, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουρ-
1325γείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διεξάγηται διὰ τῆς μεθόδου,
1326δι’ ἧς διεξήχθη ἐπί τινα χρόνον, ὅτε εἰς τὰ πρὸς τὴν Γενι-
1327κὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἔγγραφα διὰ καρφίδος προσηρ-
1328τᾶτο σημείωσις ἐνδεικτικὴ τοῦ σώματος, εἰς ὃ θὰ ὑπήγετο ὁ
1329ἀποσπαθησόμενος; Ἀλλὰ βλέπω καὶ ὑψοῦτε τοὺς ὤμους...
1330§133Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διακόψω;
1331Ὅσοι ὡμίλησαν προηγουμένως ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ
1332ὁποίου ὁμιλεῖτε καὶ ὑμεῖς, — μεταξὺ δὲ αὐτῶν καὶ ὁ κ.
1333Πρωθυπουργὸς, — πολὺ δικαίως καὶ πολὺ ὀρθῶς ὡμίλησαν,
1334χωρὶς βεβαίως νὰ ἐννοήσωσι νὰ θίξωσι κανένα ἐξ ὅλων ἡμῶν.
1335Εἶναι τὸ σύστημα τοιοῦτον, ὡς γνωρίζετε, ἀγαπητὲ συν-
1336άδελφε, ὥστε καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ Βουλευταὶ ἅπαντες,
1337παρὰ τὴν θέλησιν αὐτῶν καὶ παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν,
1338εὑρίσκονται πολλάκις ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποβάλλωσιν αἰτή-
1339σεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐκτελῇ τὰς αἰ-
1340τήσεις. Διὰ τοῦτο ἐπεδιώξαμεν πάντοτε εἰς ὅλας τὰς ὑπη-
1341ρεσίας διὰ νόμων νὰ περιορίσωμεν καὶ τὸ δικαίωμα τῶν
1342Ὑπουργῶν καὶ τὸ δικαίωμα ἡμῶν αὐτῶν· διότι, καίτοι πο-
1343λιτευόμενοι ἐντίμως, εὑρισκόμεθα πάντοτε ὑπὸ περιστάσεις,
1344αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐξαναγκάζουσιν ἐνίοτε, παρὰ τὴν θέλησιν
1345ἡμῶν, νὰ ὑποβάλλωμεν αἰτήσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐπιδοκιμά-
1346ζομεν.
1347§134ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Σᾶς ἐνόησα.
1348§135ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον,
1349δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὕβρις, καὶ ἑπομένως νὰ καταγ-
1350γέλλωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶπον μίαν μεγάλην ἀλήθειαν,
1351ὅτι ἤθελον νὰ ὑβρίσωσι τὴν Βουλήν.
1352§136ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Σᾶς ἐννοῶ. Ἀλλ’ ἐὰν σκέπτησθε νὰ ἄρητε
1353τὴν φθοροποιὸν ταύτην ἐνέργειαν κατὰ τοῦ στρατοῦ δι’ ὧν
1354μέσων ἐπεχειρήσατε, ψηφίσαντες τὸν νόμον περὶ τῆς Γενι-
1355κῆς Διοικήσεως, ὅστις νῦν ἰσχύει, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδὲν
1356ἐπράξατε. Μετεθέσατε τὴν φθοροποιὸν ἐπίδρασιν εἰς τὸ
1357Γραφεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, καὶ ἐπεξετείνατε τὸν κύ-
1358κλον τῶν φθοροποιῶν μικροβίων, ὡς τὰ ὠνόμασεν ὁ προλα-
1359λήσας.
1360Τί ἐνδιαφέρει τὸν στρατὸν, εἰς ποίαν θύραν κρούετε, κύ-
1361ριε Βουλευτὰ ἐκ Βονίτσης, ἵνα ἐπιτύχητε ὅ,τι ἄλλοτε ἐπε-
1362ζητεῖτε ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτι-
1363κῶν; Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι μόνον ὁ ὑπεύθυνος ἐνώπιον
1364ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐνώπιον τοῦ ἔθνους καὶ τῶν
1365νόμων, μόνον οὗτος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θ’ ἀναμετρήσῃ
1366τὴν εὐθύνην του· ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ἀνεύθυνος ὤν, προσ-
1367παθεῖ ἐν τῷ ἑνὶ τετάρτῳ τῆς ὥρας, καθ’ ὃ ἐργάζεται, νὰ
1368λύσῃ πάντα τὰ ὑπηρεσιακὰ ζητήματα, θέλει δεχθῇ πάσας
1369τὰς προτάσεις, τὰς προερχομένας ἀπὸ τοὺς Σαπουντζάκηδες
1370καὶ τοὺς Ἀντωνοπούλους. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστε-
1371ρῶν). Καὶ αὐτοὶ εἶναι ἄνθρωποι, καὶ ἔχουσι τὰς συμπαθείας
1372των, ἔχουσι τοὺς συγγενεῖς των, ὅπως καὶ ὑμεῖς τοὺς ἐκλο-
1373γεῖς σας...
1374§137ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε;
1375§138ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Παρακαλῶ. Δὲν θὰ δεχθῶ ἄλλην δια-
1376κοπήν.
1377Ταῦτα λέγων, Κύριοι, δὲν λέγω τι νέον πρὸς ὑμᾶς. Ἐν
1378τῇ συνειδήσει ὑμῶν πάντων εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι μετατί-
1379θεται ἡ τοιαύτη ἐπίδρασις ἀπὸ τῶν Βουλευτῶν, — ἐὰν ὑπο-
1380τεθῇ ὅτι ἤθελε δεχθῇ ὁ Ὑπουργὸς τοιαύτην ἐπίδρασιν,—εἰς
1381ἄλλας σφαίρας. Αἱ ἐπιδράσεις δὲν ἐξέλιπον· ἐγὼ τοὐλάχι-
1382στον ἁπτὰς συνέλαβον τὰς ἐπιδράσεις Βουλευτῶν· διότι μοὶ
1383ὑπεβάλλοντο προτάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐσκοπεῖτο μόνον ἡ
1384ἐξυπηρέτησις προσωπικῶν συμφερόντων, καὶ ἠναγκάσθην,
1385Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ μὴ τὸ ἀφήσω ἀπαρατήρητον.
1386Οἱ προλαλήσαντες εἶπον ὑμῖν, ὅτι ἡ πειθαρχία καὶ ἡ τά-
1387ξις ἐπαγιώθη ἀφ’ ἧς ἴσχυσεν ὁ νόμος τῆς Γενικῆς Διοική-
1388σεως. Ἡ τάξις καὶ ἡ πειθαρχία, ἡ κρατοῦσα ἐν τῷ στρα-
1389τεύματι, εἶναι, Κύριοι, ἡ τάξις, ἥτις κρατεῖ εἰς τὸ λιμνά-
1390ζον ὕδωρ, εἰς τὸ σηπόμενον ὕδωρ. Οὐδὲ ῥυτὶς ἐπὶ τῆς ἐπι-
1391φανείας τούτου σχηματίζεται, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ σήπεται. Τοι-
1392αύτη εἶναι ἡ γαλήνη, περὶ τῆς ὁποίας σεῖς ὁμιλεῖτε. Ἐὰν
1393σᾶς ἀρέσῃ, διατηρήσατέ την. Ἀλλὰ βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι πρέ-
1394πει νὰ προτιμᾶτε τὸ παφλάζον ὕδωρ, καὶ οὐχὶ τὸ λιμνάζον,
1395τὸ ὁποῖον φέρει τὸν θάνατον ἀσφαλῶς.
1396Ἔλεγεν ὁ προλαλήσας, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου τῆς
1397Γενικῆς Διοικήσεως δὲν κατήργησε τὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
1398τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ αὕτη
1399ἐπιλαμβάνηται τῶν μελετῶν τούτων, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν
1400Στρατιωτικῶν δὲν δύναται, ὡς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ
1401αὐτοῦ ἄρθρου λέγει, νὰ ὑποβάλλῃ εἰς ὑπογραφὴν τοῦ Βασι-
1402λέως ἐργασίαν ἐπιτελικὴν πρὸς ἔκδοσιν Β. Διατάγματος, ἐὰν
1403μὴ αὕτη στηρίζηται εἰς τὴν ὑπὸ τῆς Γεν. Διοικήσεως ὑπο-
1404βαλλομένην πρότασιν, τί ἐναπομένει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
1405Ἐπιτελείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν;
1406Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰς ἐργασίας τὰς ὁποίας
1407ἓν Ἐπιτελεῖον ὀφείλει νὰ παρασκευάσῃ καὶ αἵτινες ἤθελον
1408κριθῆ χρήσιμοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσητε ἄλλην πορείαν
1409παρὰ μόνον ταύτην. Ὁ Ὑπουργὸς ἢ θέλει φέρει αὐτὰς
1410ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς νομοπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν, ἢ
1411θέλει τὰς ὑποβάλει εἰς τὸν Βασιλέα, διὰ νὰ τὰς περιβάλῃ
1412μὲ τὸ κῦρός του καὶ μεταβληθῶσιν εἰς κανονισμοὺς χρησί-
1413μους εἰς τὸν στρατόν. Τίνας λοιπὸν ἄλλας ἐργασίας ἐπα-
1414φῆκεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; Ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων ἐγέ-
1415νετο λόγος; τὰς μεταφράσεις ἢ τὰς συρράψεις ἐγκυκλίων,
1416αἵτινες δημοσιεύονται δημοσίᾳ δαπάνῃ; Περὶ αὐτῶν οὐ-
1417δέποτε ἐγὼ ὡμίλησα, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι
1418δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀποτέλεσμα, τὸ ἀποτέλεσμα ἢ νὰ προσ-
1419αχθῶσιν ἐνώπιον ὑμῶν αἱ πράξεις αὗται, ἢ νὰ προσαχθῶσιν
1420ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως καὶ τύχωσι τῆς ὑπογραφῆς του.
1421Ἰδοὺ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν δύνασθε οὐδὲ κανονισμὸν
1422τοῦ στρατοῦ, περιβαλλόμενον μὲ τὸ κῦρος τῆς ὑπογραφῆς
1423τοῦ Βασιλέως, οὐδὲ νομοθέτημα νὰ ἔχητε, ἂν δὲν ἔχῃ παρα-
1424σκευασθῆ παρὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Καὶ θέλετε νὰ σᾶς
1425φέρω καὶ τὰς ἀποδείξεις τὰς ἐκ τῶν πραγμάτων προερχο-
1426μένας, ἀφοῦ σᾶς ἔφερα τὰς ἐκ τοῦ κειμένου; Θὰ σᾶς τὰς
1427φέρω ἀμέσως. Παρασκεύασα νομοσχέδια· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς θέ-
1428σεως ταύτης μὲ ἠρώτησαν: «Ἐμελετήσατε ἐκεῖνα, τὰ
1429ὁποῖα συνέταξεν ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος; Συμφωνοῦν τὰ νο-
1430μοσχέδιά σας μὲ ἐκεῖνα;» Καὶ ἐν τῇ ἀπορίᾳ, ἂν ἐγὼ συνέ-
1431ταξα ταῦτα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας περιέ-
1432χουσι τὰ συνταχθέντα ὑπὸ τῆς Γεν. Διοικήσεως,—περὶ αὐ-
1433τῶν δὲν ἔχω πληροφορίας,— βεβαίως πολλοὶ ἔλεγον: «Ἀλλὰ
1434πρὸς τί ἐφέρατε τοιαῦτα νομοσχέδια ἐνώπιον ἡμῶν;» Καὶ
1435ἡ ἐρώτησις αὕτη, «πρὸς τί ἐφέρετε τοιαῦτα ἐνώπιον ἡμῶν»,
1436μὲ ὡδήγησε, Κύριοι, εἰς τὸ νὰ ἐγκαταλίπω τὸ ὑπουργικὸν
1437ἀξίωμα.
1438Ἀπέναντι ὅλης αὐτῆς τῆς καταστάσεως ἤλθετε νὰ ἀνα-
1439πτύξητε τὸ ἐνεργητικὸν αὐτῆς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως.
1440Ἐπληρώθησαν αἱ ἀποθῆκαι ἀπὸ ὑλικὸν χρήσιμον εἰς τὸ
1441στράτευμα; Προήχθη ἡ ἐκπαίδευσις; Τὰ στελέχη ἐξεπαι-
1442δεύθησαν εἰς μεγάλας ἀσκήσεις ἢ καὶ μικράς; Καὶ ἂν ἰσχυ-
1443ρίζεσθε ὅτι ἐβελτιώθη ὁ στρατὸς, διατὶ δὲν μᾶς δεικνύετε
1444ποία εἶναι ἡ βελτίωσις αὕτη;
1445Δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, νὰ διαβουκολῶμεν τὸν Ἑλληνικὸν
1446λαόν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις βεβαίως ὄχι μόνον τὰ βλέμ-
1447ματα αὐτοῦ ἔχει ἐστραμμένα πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ τὰς πε-
1448ποιθήσεις αὐτοῦ ἔχει ἐναποθέσει εἰς τὰς γνώμας ἡμῶν, ὁ
1449Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἀνάγκην, ὅταν ὁμιλῶμεν ἀπὸ τοῦ βή-
1450ματος τούτου περὶ βελτιώσεως ἑνὸς κλάδου τόσον σημαν-
1451τικοῦ, ὁποῖος εἶναι ὁ στρατὸς, νὰ τῷ εἴπωμεν, ποῖαι εἶναι
1452αἱ βελτιώσεις αὗται, καὶ ν’ ἀπαριθμήσωμεν ταύτας. Ἐφ’ ὅ-
1453σον ὅμως δὲν ἔχωμεν νὰ παρουσιάσωμεν τοιαύτας βελτιώ-
1454σεις, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διαβουκολῆται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
1455διὰ τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λεγομένων.
1456§139ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἔδωκεν ἡ Πολιτεία τὰ μέσα εἰς
1457τὴν Γενικὴν Διοίκησιν;—ἐὰν μοὶ συγχωρῆτε τὴν διακοπήν.
1458§140Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῆς ἐκπαιδεύσεως τὰ μέσα
1459δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ δώσῃ ἡ Πολιτεία.
1460§141Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς
1461Γενικῆς Διοικήσεως τίποτε δὲν δύναται νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουρ-
1462γὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν μὴ προέρχηται ἐκ τοῦ Γενικοῦ
1463Διοικητοῦ. Ἐὰν οὗτος παρέλειψε νὰ ὑποδείξῃ τὰ μέσα, διὰ
1464τῶν ὁποίων ἤθελε καταστῆ δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ὁ στρατὸς,
1465ἐρωτᾶτε ἐμέ; Ἐρωτήσατε ἐκεῖνον. Ἐρωτήσατε ἐκεῖνον, ἂν
1466ὑπέδειξε τὰ μέσα. Ἐγὼ ὅμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,
1467παρασκευάσας νομοθετήματα, ἦλθον καὶ σᾶς ὑπέδειξα πάντα
1468τὰ μέσα,—πιθανὸν νὰ μὴ ἦσαν σύμφωνα μὲ τὰς γνώμας
1469ὑμῶν,—διὰ τῶν ὁποίων καὶ τὸ χρηματικὸν ζήτημα καὶ τὸ
1470τῶν ἀνδρῶν καὶ τὸ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐλύοντο ἀμέσως. Ἀλλὰ
1471διὰ νὰ ὑποδείξω τὰ μέσα ταῦτα ἐγενόμην ἀντάρτης κατὰ
1472τῆς Γενικῆς Διοικήσεως· ὁ Ὑπουργὸς ἐγένετο ἀντάρτης κατὰ
1473τῆς Γενικῆς Διοικήσεως!
1474Εἴπετέ μοι, σᾶς παρακαλῶ, διατὶ λέγετε—καὶ τὸ ἤκουσα
1475λεγόμενον ἂν οὐχὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ ἀλλαχό-
1476θεν,—διατὶ λέγετε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
1477περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ μὴ ἔχῃ οὐδὲ ἕνα κἂν συνταγματάρχην
1478διευθυντὴν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
1479Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ πᾶσα αὐτοῦ ἡ ἐνέργεια θὰ ἦτο ἄχρη-
1480στος, μὴ προκειμένου νὰ ἐκδοθῇ βασιλικόν τι διάταγμα ἐπὶ
1481τῇ βάσει τῆς ἐργασίας ταύτης, ἢ νὰ παρασκευασθῇ νομοθε-
1482τικὴ ἐργασία; Καὶ ἰδοὺ διατὶ βλέπετε, ὅτι εἷς ταγματάρ-
1483χης διευθύνει σήμερον τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἀσχολού-
1484μενος εἰς τὸ νὰ ἐγγράφῃ συνδρομάς τινας ἐπὶ βιβλίων, τὰ
1485ὁποῖα ἤθελον κριθῆ χρήσιμα εἴτε διὰ νὰ ὑποστηριχθῶσιν οἱ
1486συγγραφεῖς, εἴτε διὰ νὰ μὴ ἀναγνωσθῶσι ταῦτα.
1487Ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ διορῶ περιορισμούς τινας
1488τῆς μεγάλης συγκεντρώσεως, ἥτις ἐδόθη τῇ Γενικῇ Διοι-
1489κήσει. Ὡς τοιοῦτον καὶ μόνον, ὡς περισταλτικὸν τῆς μεγί-
1490στης συγκεντρώσεως, ἥτις παρετηρήθη μέχρι σήμερον, ὡς
1491τοιοῦτον καὶ μόνον τὸ ἐγκρίνω βεβαίως πρὸς ἀντικατάστασιν
1492τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, διότι ὡς πρὸς τὸν νόμον
1493τοῦτον ἓν μόνον μέτρον ἐγκρίνω ὀρθὸν, τὴν κατάργησιν αὐτοῦ
1494καὶ τὴν δημιουργίαν διοικήσεως οὐχὶ ὑπὸ τὸν τίτλον τοῦτον,
1495ἀλλ’ ὑπὸ τὸν τίτλον Στρατηγίας. Θὰ ἦτο λυπηρὸν νὰ ἐβλέ-
1496πομεν καταγινόμενον τὸν Γενικὸν Διοικητὴν διαρκῶς εἰς
1497προτάσεις περὶ μεταθέσεως καὶ τοποθετήσεως ἀνθυπολοχα-
1498γῶν ἢ ἀνθυπασπιστῶν ἐν ταύτῃ ἢ ἐκείνῃ τῇ ἀστυνομίᾳ.
1499Εἴπετέ μοι, πρὸς Θεοῦ, τίνα σχέσιν ἔχουσιν αὐτὰ μὲ τὸ
1500στράτευμα, μὲ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος; Ὁ Ὑπουρ-
1501γὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχων συνεδρεύοντα τὸν Ὑπουργὸν
1502τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐκ συνεννοή-
1503σεως μετὰ τούτου θέλει ἐκλέξει τὰ κατάλληλα πρόσωπα διὰ
1504τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἑπομένως εὑρίσκω,
1505ὅτι πάνθ’ ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, λόγῳ ὅτι
1506περιορίζει τὰ δικαιώματα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, εἶναι
1507ζητήματα οὐδεμίαν ἔχοντα σπουδαιότητα.
1508Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐγὼ θὰ συν-
1509εφώνουν εἰς τὴν ἀπάλειψιν αὐτοῦ. Αἱ ταξιαρχίαι δὲν ἔχουσι
1510τόσῳ σπουδαίαν ὑπηρεσίαν, ὥστε νὰ ἐπασχολῶσι διαρκῶς ἕνα
1511συνταγματάρχην. Μὴ θελήτητε νὰ στερήσητε τοὺς ὀλίγους
1512βαθμοφόρους, τοὺς ὁποίους ἔχει τὸ πεζικὸν, καὶ καταστήσητε
1513αὐτοὺς ἀχρήστους. Δύνανται οὗτοι νὰ διοικῶσι τὸ σύνταγμα,
1514τὸ ὁποῖον διοικοῦσι, καὶ σὺν τῇ διοικήσει τούτου νὰ ἐκτε-
1515λῶσι καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ταξιαρχίας. Μὴ θελήσητε νὰ
1516τοὺς ἀποχωρήσητε ἀπὸ τοῦ συντάγματός των, διότι τότε
1517αὐτοὶ θὰ μένουν τελείως ἄχρηστοι, ἄνευ οὐδεμιᾶς ὠφελείας,
1518θὰ ἦναι ἁπλῶς μία μεταβιβαστικὴ ἀρχὴ, ἥτις θὰ μεταβι-
1519βάζῃ τὰς αἰτήσεις τῶν διοικητῶν τῶν συνταγμάτων. Διὰ
1520τοῦτο εὑρίσκω ὀρθὸν νὰ ἐκλείψῃ αὐτὴ ἡ διάταξις.
1521Ἀλλ’ ἐρρίφθησαν καὶ ἄλλαι μομφαὶ κατὰ ἐποχῶν παλαιο-
1522τέρων τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Τὸ ἔργον τοῦτο δὲν ἀνήκει
1523εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἔργον ἱστορικὸν, ὁ θέλων δὲ νὰ συζη-
1524τήσῃ ἢ μᾶλλον νὰ ἀναπτύξῃ ἱστορικὰ θέματα, ὀφείλει νὰ
1525ἦναι πεπροικισμένος μὲ ἀμεροληψίαν μεγάλην. Διὰ τοῦτο ἡ
1526ἱστορία γράφεται βραδύτερον. Ὁ ἐξ Αἰγίου Βουλευτὴς εἶπέ τι,
1527διὰ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι κακῶς ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἤσκησε μέχρι
1528σήμερον τὸ ἔργον αὑτῆς, ὅτι παρέλειψε νὰ ἐλέγξῃ ἐπεμβάσεις
1529μὴ ὑποκειμένας εἰς τοὺς κοινοὺς ποινικοὺς νόμους, πάντως
1530ὅμως ὑποκειμένας εἰς τὸν περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωμα-
1531τικῶν νόμον.
1532§142Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, δὲν προτίθεμαι
1533νὰ ἐξετάσω, ἂν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐξασφαλίζει
1534ἢ δὲν ἐξασφαλίζει τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, δηλαδὴ ἂν
1535εἶναι συντεταγμένον οὕτως, ὥστε νὰ μὴ προσβάλλωνται οἱ
1536συνταγματικοὶ θεσμοὶ, ἢ τουναντίον. Περὶ τούτου εἶναι ἁρ-
1537μόδιοι ἄλλοι, εἰδικώτεροι ἐμοῦ, νὰ ὁμιλήσουν. Ἐγὼ θὰ ἐξε-
1538τάσω μόνον, ἂν τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον ὠφελεῖ τὸ στρά-
1539τευμα ἢ δὲν τὸ ὠφελεῖ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ ἦτο
1540παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι
1541ὁ ἁρμόδιος ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι
1542θ’ ἀπηυθύνοντο πρὸς αὐτόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἀπηύ-
1543θυνε τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἑνιαία, ὅτι
1544αὐτὸς εἶναι παρὼν, καὶ αὐτὸς θ’ ἀπαντήσῃ, καὶ ὅτι τοῦτο
1545ὤφειλον νὰ τὸ ἔχω ἐννοήσει. Φρονῶ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
1546εἰς ὃν ἔδωκα ἀμέσως τὴν δέουσαν ἀπάντησιν, εἶχεν ἄδικον
1547ν’ ἀπαντήσῃ οὕτω πως πρὸς ἐμὲ, διότι, κυβερνῶν διὰ δευ-
1548τέραν φορὰν, ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἕκαστος Ὑπουργὸς
1549εἶναι ὑπόλογος διὰ τὸν κλάδον του, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ
1550Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λ. χ. νὰ ἦναι ὑπεύθυνος διὰ
1551τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν εἶναι δυ-
1552νατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἦναι εἰδικὸς εἰς τὰ
1553καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Δι’ αὐτὸ λοι-
1554πὸν ἐπεθύμουν νὰ ἦτο παρὼν ὁ εἰδικὸς Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
1555τιωτικῶν. Ἂν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονεῖ, ὅτι γνωρίζει
1556καὶ τὰ στρατιωτικὰ, τοῦτο ἐγὼ δὲν προτίθεμαι ν’ ἀμφι-
1557σβητήσω· δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν του.
1558Ὁ νόμος, Κύριοι, περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ
1559ὁρίζει ἐν τῷ τελευταίῳ ἄρθρῳ αὐτοῦ, τῷ 14ῳ, ὅτι «ὁ παρὼν
1560νόμος ἰσχύει μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὁριστικοῦ ὀργανι-
1561σμοῦ τοῦ στρατοῦ». Ἄρα εἶναι νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ
1562στρατοῦ...
1563§143Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ καὶ νόμος
1564προσωρινός.
1565§144Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ... Τὸ δὲ νομοσχέδιον τὸ σημε-
1566ρινὸν τῆς Κυβερνήσεως τροποποιεῖ τὸν νόμον αὐτὸν περὶ
1567ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Πρόκειται λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν,
1568ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καλλιτερεύει κατά τι τὸν ὀργανι-
1569σμὸν τοῦ στρατοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου φροντίζομεν ἐπὶ ἑξαε-
1570τίαν καὶ πλέον μετὰ τὸν πόλεμον, καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς
1571ταύτης εἰς οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἐφθάσαμεν. Τὸ
1572σημερινὸν νομοσχέδιον καταργεῖ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ἰσχύοντος
1573νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ὁ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ͵ΒΧΜʹ
1574προσκληθησόμενος ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικὸς διορισθήσεται
1575ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρα-
1576τοῦ». Ἐγὼ εἰς προγενεστέρας ἀγορεύσεις μου κατέδειξα εἰς
1577τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ νόμος παρεβιάσθη, καὶ ὅτι ὁ ἐκπληρῶν
1578μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης τὰ καθήκοντα τοῦ ἐπιτελάρχου
1579ἐκπληροῖ αὐτὰ παρανόμως, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὁ
1580ἐπιτελάρχης ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικός. Ὡς
1581πρὸς τοῦτο δὲ, μὲ δικαιώνει ἐντελῶς τὸ νομοσχέδιον, διότι
1582καταργεῖ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, εἰς δὲ τὸν προσηρτημένον πίνακα
1583ἀναγράφει ἀντιστράτηγον Γενικὴν Διοικητὴν, συνταγματάρ-
1584χην ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου κλπ. Δηλαδὴ σήμερον, ὕστε-
1585ρον ἀπὸ τριετῆ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ, νομιμοποιεῖται
1586διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ θέσις τοῦ παρανόμως ἐκπληροῦντος
1587μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης καθήκοντα ἐπιτελάρχου. Αὐτὴν
1588τὴν βελτίωσιν βεβαιῶ ἐπὶ τοῦ παρόντος.
1589Δευτέρα βελτίωσις, τὴν ὁποίαν παρατηρῶ, εἶναι, ὅτι κατὰ
1590τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ εἰσαχθὲν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπανέρ-
1591χεται ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
1592τιωτικῶν· τοῦτο δὲ θεωρῶ ὡς μίαν καλλιτέρευσιν, διότι πα-
1593ρετήρησα, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἔμενεν ἐκεῖ,
1594ὅπου ἦτο, εἰς οὐδὲν ὠφέλει. Καὶ θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα,
1595διὰ νὰ σᾶς πείσω περὶ τούτου. Πέρυσι, κατὰ τὴν ἐποχὴν
1596ταύτην, ἐξετέλεσα τὰς γενικὰς ἀσκήσεις τῆς τρίτης μεραρχίας
1597εἰς τὰ πέριξ τῆς Κορίνθου. Ἐκεῖ παρευρέθησαν καὶ ξένοι
1598ἀξιωματικοί, ὁ στρατιωτικὸς ἀκόλουθος τῆς ἐνταῦθα Γαλ-
1599λικῆς Πρεσβείας ἐπισήμως καὶ ἕτεροι ἀνεπισήμως, οἱ ὁποῖοι
1600ἔμειναν εὐχαριστημένοι, ὡς δύνανται νὰ ὁμολογήσωσιν οἱ
1601ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται
1602ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὁ προσωρινὸς ἐπιτελάρχης μου, ὅστις
1603εἶχε λάβει σημειώσεις τῶν ὅσων ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν
1604ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ περιέγραψεν ὅλας τὰς ἐκτελεσθείσας
1605ἀσκήσεις, ἐζήτησε κατόπιν τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Γενικὴν
1606Διοίκησιν,—ὄχι βεβαίως ἀπὸ τὸν Διάδοχον, διότι ἡ Α. Β.
1607Ὑψηλότης ἐταξίδευεν εἰς τὴν Εὐρώπην τότε,—ἐζήτησε,
1608λέγω, ἀπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τὴν ἄδειαν νὰ τυπώσῃ
1609ὅ,τι ἐγένετο περὶ τὴν Κόρινθον δι’ ἐξόδων του,—ὥστε
1610βλέπετε ὅτι καὶ εἰς τὸ Δημόσιον οὐδεμία ζημία ἐγίνετο,—
1611τὸ δὲ φυλλάδιον αὐτὸ νὰ διανεμηθῇ δωρεὰν εἰς τὸν στρα-
1612τὸν, ὥστε, ὅπως γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ, νὰ ἴδῃ τὸ στράτευμα,
1613τί ἔγεινε, καὶ νὰ κρίνῃ ὅσα ἐγένοντο, διὰ νὰ χρησιμεύσουν
1614ὡς ὁδηγὸς διὰ τὰς μεταγενεστέρας ἀσκήσεις. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο
1615ἀντέστη ἡ Γενικὴ Διοίκησις, φρονοῦσα ὅτι εἶναι περιττὰ
1616τοιαῦτα δημοσιεύματα, ἔστω καὶ δι’ ἐξόδων τῶν ἀξιωματι-
1617κῶν γινόμενα. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι, ἂν ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρε-
1618σία διεξήγετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν,
1619τοιοῦτόν τι δὲν θὰ ἐλάμβανε χώραν· διότι, καὶ ἂν ἐλάμβανε
1620χώραν, βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἤθελεν ἐπε-
1621ρωτηθῆ κατόπιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ ἔδιδε λόγον, ἐνῷ σή-
1622μερον διὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην ὁ Γενικὸς ἐπιτελάρχης,
1623ἢ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀνεπλήρου τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα κατὰ
1624τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἔκαμε τὴν πρότασιν πρὸς τὸ Ὑπουρ-
1625γεῖον, δὲν ἔχει νὰ ἐπερωτηθῇ. Θεωρῶ λοιπὸν βελτίωσιν, ὅτι
1626ἐπανέρχεται ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἐπιτελικῶν ἐργασιῶν εἰς τὸ
1627Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὀφείλω ὅμως νὰ προσθέσω,
1628ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
1629τῶν Στρατιωτικῶν βελτιωθῇ ἡ ὑπηρεσία ἡ ἐπιτελικὴ, ὥστε
1630νὰ μὴ γίνωνται πράγματα, τὰ ὁποῖα ὡς κάθε ἄλλο εἶναι
1631δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῶσιν ἢ ὡς ἔργα τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτε-
1632λείου. Διότι, ὅτε διετέλουν μέραρχος εἰς τὸ Μεσολόγγιον, ἔλα-
1633βον διαταγὴν, τὴν ὁποίαν, ἐὰν σᾶς ἀνακοινώσω, βεβαίως θέλω
1634σᾶς προκαλέσει τὸν γέλωτα· ἐπειδὴ ὅμως ἡ διαταγὴ ἐκείνη
1635ἀνήκει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐξ ἧς ἔλαβον γνῶσιν, ἡ δὲ ἐχεμύ-
1636θεια τῆς ὑπηρεσίας ἀπαγορεύει τοιαύτας ἀνακοινώσεις, ἀπο-
1637φεύγω νὰ πράξω τοῦτο· συνιστῶ ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
1638ὅπως φροντίσῃ, κατόπιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου
1639τούτου, νὰ τακτοποιηθῇ καὶ ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἰς τὸ Ὑπουρ-
1640γεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν διάθεσιν
1641αὐτῆς ἄτομα δυνάμενα νὰ ἐργασθῶσιν.
1642Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον περιέμενον νὰ ἴδω ἤδη, ὅτε
1643παρῆλθον ἓξ ἔτη ἀπὸ τοῦ πολέμου, δὲν τὸ εἶδον· δὲν βλέπω
1644δηλαδὴ νὰ λαμβάνηται οὐδεμία πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ
1645περὶ τακτοποιήσεως τοῦ στρατεύματος. Κατὰ τὸν νόμον
1646περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἄρθρον 3, τὰ Ἀρ-
1647χηγεῖα στρατοῦ καταργοῦνται, ὁ δὲ στρατὸς διαιρεῖται εἰς
1648τρεῖς μεραρχίας, καὶ ἄλλαι διατάξεις ὑπάρχουσιν, ἀναγό-
1649μεναι εἰς τὸν ὀργανισμόν. Πρὸ καιροῦ ἐπηρώτησα τὸν πρώην
1650ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν κ. Λιμπρίτην περὶ τῆς
1651δυνάμεως τῆς ἐφεδρείας, καὶ οὗτος προσήγαγε σημείωμα,
1652διὰ τοῦ ὁποίου ἐγνώριζεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς
1653τῶν ἐφέδρων ἀνέρχεται σήμερον εἰς 177,000 ἄνδρας. Γνω-
1654ρίζετε δὲ, Κύριοι, ὅτι ἡ κυρία δύναμις τοῦ στρατοῦ εἶναι
1655ἡ ἐφεδρεία, διότι ὁ ὑπὸ τὰς σημαίας στρατὸς εἶναι ἐλάχι-
1656στος, δὲν ἀνέρχεται δὲ ἡ δύναμις αὐτοῦ ἡ πραγματικὴ οὔτε
1657εἰς 15,000 ἄνδρας. Περὶ τῶν ἐφέδρων λοιπὸν τούτων, ἤτοι
1658τῶν 177,000 ἀνδρῶν, δὲν ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νομο-
1659σχεδίῳ, τῷ τροποποιοῦντι τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοική-
1660σεως τοῦ στρατοῦ,—ὁ ὁποῖος, ὡς σᾶς ἔλεγον, εἶναι ὀργα-
1661νισμὸς τοῦ στρατοῦ,—δὲν ὑπάρχει διάταξις καθορίζουσα,
1662πῶς οἱ ἔφεδροι αὐτοὶ τοποθετοῦνται εἰς τὰ σώματα, ποίας
1663διευθύνσεις ἀκολουθοῦσιν ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως, ἵνα
1664φθάνωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον εἰς τὰ ὡρισμένα δι’
1665αὐτοὺς σώματα, τίνι τρόπῳ γίνεται ὁ διχασμὸς τῶν στε-
1666λεχῶν καὶ τίνι τρόπῳ μετατρέπονται τὰ συντάγματα εἰς
1667ταξιαρχίας, αἱ ταξιαρχίαι εἰς μεραρχίας, καὶ αἱ μεραρ-
1668χίαι εἰς στρατηγίας. Περὶ τοῦ μηχανισμοῦ αὐτοῦ οὐδὲν
1669περιέχει τὸ νομοσχέδιον, οὔτε διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ στρα-
1670τεύματος περιλαμβάνει διάταξίν τινα, καὶ συνεπῶς δύναμαι
1671νὰ εἴπω ἀσφαλῶς, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ πολέμου μέχρι
1672τῆς στιγμῆς ταύτης οὔτε βῆμα προόδου ἐκάμομεν πρὸς βελ-
1673τίωσιν τοῦ στρατοῦ.
1674§145Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπιτρέπετε, παρακαλῶ; Ἀληθῶς ἡ
1675κατάστασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχει τὸν
1676ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἀνεφέρατε, ἀλλ’ ἴσως εἶναι ἀνάγκη νὰ
1677σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι οἱ ἔφεδροι οὗτοι δὲν εἶναι γεγυμνα-
1678σμένοι.
1679§146Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι γυμνασμένοι,
1680ὡς δὲν ἦσαν γυμνασμένοι καὶ ὅτε ἐκλήθησαν νὰ πολεμή-
1681σουν. Ἀλλὰ τὶς πταίει δι’ αὐτό; Δὲν πταίει ἡ Κυβέρνη-
1682σις, ἡ ὁποία κατ’ ἔτος ὀφείλει νὰ συγκαλῇ τὴν ἐφεδρείαν
1683πρὸς ἐκγύμνασιν; Ἐγὼ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν μέμφομαι
1684οὔτε τὴν παροῦσαν, οὔτε ἄλλην τινὰ Κυβέρνησιν διὰ τοῦτο·
1685ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ εἶναι ἴσως ἐργασία, ἥτις
1686θὰ γείνῃ εἰς τὸ μέλλον· ἐγὼ τώρα παρατηρῶ μόνον, ὅτι ἐν
1687τῷ νομοσχεδίῳ, τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδεμία
1688διάταξις ὑπάρχει, ἀφορῶσα εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ,
1689καὶ δι’ αὐτὸ ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συμ-
1690πληρώσῃ αὐτὸ, νὰ συμπληρώσῃ, λέγω, τὸν ὀργανισμὸν αὐ-
1691τὸν διὰ τῆς συστάσεως τετάρτου τάγματος εἰς τὰ συντάγ-
1692ματα, ὄχι ἐκ στελεχῶν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἐκ στε-
1693λεχῶν ἐφέδρων, ὥστε, καθὼς εἶναι εἰς ἕκαστον σύνταγμα
1694τὰ δύο πραγματικὰ τάγματα, καὶ τὸ τρίτον μόνον ἐκ στε-
1695λεχῶν πραγματικῶν, νὰ ὑπάρχῃ καὶ τέταρτον τάγμα ἐκ τῶν
1696ἐφέδρων στελεχῶν, ὥστε καὶ τὰ στελέχη τῆς ἐφεδρείας νὰ
1697τακτοποιηθῶσι βαθμηδὸν, καὶ ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως οἱ
1698ἔφεδροι, προσκαλούμενοι καὶ κατατασσόμενοι εἰς τὰ τάγ-
1699ματα ἑκάστου συντάγματος,—τὰ δύο πραγματικὰ καὶ τὰ
1700ἕτερα δύο ἐκ στελεχῶν,—ν’ ἀποτελῶσιν ἀριθμὸν ἀρκετῶν,
1701ὥστε ἐξ ἑκάστης δυάδος ταγμάτων διὰ διχασμοῦ τῶν στε-
1702λεχῶν νὰ σχηματίζηται καὶ ἕτερον τάγμα, δηλαδὴ 5ον καὶ
17036ον, καὶ διὰ τοῦ μηχανισμοῦ τούτου τὸ ἐν εἰρήνῃ σύνταγμα
1704ἐκ τριῶν ταγμάτων νὰ γίνεται ἐν ἐπιστρατεύσει ταξιαρ-
1705χία ἐξ 6 ταγμάτων, καὶ συνεπῶς ἡ ταξιαρχία νὰ γίνεται
1706μεραρχία, καὶ ἡ μεραρχία νὰ μεταβάλληται εἰς στρατηγίαν.
1707Αὐτὸς, λέγω, εἶναι ὁ τρόπος, δι’ οὗ οἱ 177,000 ἔφεδροι θὰ
1708εὕρωσι θέσιν εἰς τοὺς στρατοὺς τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέ-
1709ρας γραμμῆς καὶ εἰς τὰ ἔμπεδα τάγματα.
1710Τοιαύτη διάταξις φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ
1711νομοσχέδιον, διότι ὁπωσδήποτε θὰ συμπληροῖ τὸν ὀργανι-
1712σμὸν τὸν σημερινὸν, καὶ θὰ ἦναι δυνατὸν, ὥστε, ὅταν ἀρχίσῃ
1713ἡ πραγματικὴ ἐργασία, νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα,
1714τὸ ὁποῖον νὰ τακτοποιήσῃ τὸν στρατὸν ἡμῶν.
1715Αὐτὴν λοιπὸν τὴν σύστασιν εἶχον νὰ κάμω πρὸς τὴν Κυ-
1716βέρνησιν, χωρὶς νὰ ἐξετάσω, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον εἶναι συν-
1717ταγματικὸν ἢ ἀντισυνταγματικόν. Κάμνω τὴν σύστασιν
1718ταύτην, διότι φρονῶ, ὅτι οὕτω μόνον τὸ νομοσχέδιον θέλει
1719καταστῆ ὠφέλιμον εἰς τὸ στράτευμα.
1720§147ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν διακόπτομεν, κύριε Πρόεδρε;
1721§148Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυστυχῶς ὀλίγαι συν-
1722εδριάσεις ὑπολείπονται, διότι δὲν δύναταί τις νὰ ἐξαναγκάσῃ
1723τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ παραμείνωσι πέραν τῆς προσεχοῦς
1724ἑβδομάδος· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐργασία, θὰ σᾶς παρακα-
1725λέσω νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ πρωϊναὶ ἐργασίαι, νὰ διακό-
1726πτωμεν ὅμως τὴν 1 ὥραν μ. μ., καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα περὶ
1727τὴν 6.
1728§149ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τὴν 5ην ὥραν νὰ
1729ἐπανερχώμεθα.
1730§150Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔστω τὴν 5ην.
1731§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει νὰ διακόπτω-
1732μεν τὴν 1 ὥραν μ. μ., καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα τὴν 5ην.
1733Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.
1734§152Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁσάκις συνέβη νὰ συζητήσωμεν
1735περὶ τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, τάσις ὑπῆρξε παρὰ
1736πολλοῖς νὰ νομίζωσιν, ὅτι συζητοῦμεν περὶ τοῦ Διαδόχου
1737τοῦ Θρόνου. Ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, ὅστις συμπίπτει κατ’
1738αὐτὴν τὴν ἐποχὴν νὰ ἀσκῇ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Γενικοῦ Διοι-
1739κητοῦ τοῦ στρατοῦ, οὐδόλως πρέπει νὰ ὑποτίθηται ὅτι ἐνέ-
1740χεται εἰς τὴν συζήτησιν. Ἡ παρεμβολὴ αὐτοῦ εἶναι ἄτο-
1741πος καὶ αὐθαίρετος. Οὐδεὶς παύει φέρων τὸν σεβασμὸν πρὸς
1742αὐτὸν, διότι φρονεῖ ὅτι οὐχὶ καλῶς ὠργανώθησαν τὰ τοῦ
1743θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, οὐδ’ ἀναφέρεται καὶ κατ’ ἐ-
1744λάχιστον ἡ συζήτησις εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ. Αὕτη ἀφορᾷ
1745ἀποκλειστικῶς τὸν θεσμὸν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ συζητήσω τὰ
1746κατ’ αὐτὸν, μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑψηλὸν πρόσωπον τοῦ
1747Διαδόχου, ὅπερ ὡς τοιοῦτον εἶναι ἐκτὸς τῆς συζητήσεως
1748ταύτης. Τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, ὅπως εἴπῃ τις ἐλευθέρως
1749τὴν γνώμην του, ὁμιλῶν δημοσίᾳ περὶ ἀντικειμένου σπου-
1750δαιοτάτου. Ὁμιλῶν περὶ αὐτοῦ ἑπομένως δὲν θέλω κωλυθῆ
1751εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης μου ἐκ τοῦ ὅτι αὐτὸς ἐνασκεῖ
1752σήμερον τὴν ἐξουσίαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἀκριβῶς διὰ
1753τοῦτο μᾶλλον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν μετὰ πάσης
1754αὐστηρότητος εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ· διότι,
1755ἂν πρόκειται περὶ τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου, αὐτὸς πρὸ
1756πάντων κατ’ οὐδένα λόγον πρέπει νὰ δεχθῇ, ὅπως οὐχὶ συμ-
1757φώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα μένῃ Γενικὸς Διοικητὴς ὑπὸ τοὺς
1758ὅρους, οὓς ἔπλασεν ὁ νόμος περὶ Γεν. Διοικήσεως. Διότι δὲν
1759πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ μέλλων Βασιλεὺς τοῦ Κράτους,
1760βλέπων ὅτι ἀντισυνταγματικὴ ἐξουσία τῷ δίδεται, ἂν τοι-
1761αύτη ἦναι, δέχεται νὰ παραμένῃ καὶ παραμένει ἀσκῶν αὐ-
1762τήν. Τοσοῦτο μᾶλλον ἐπεθύμουν νὰ μὴ γίνηται τοῦτο, ὅσον
1763νομίζω ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ νόμου τῆς Γεν. Διοική-
1764σεως καὶ τῆς ἐξουσίας, ἣν τῷ δίδει, ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου,
1765ὅπως πράξῃ τι καλὸν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ· διότι μένων ὡς
1766Διάδοχος παρὰ τὸν Θρόνον, καὶ ἀσκῶν τὴν δικαίαν ἐπιρροὴν
1767ἐπὶ τοῦ Βασιλέως, δύναται δι’ αὐτοῦ νὰ πράττῃ πᾶν ὅ,τι
1768κρίνῃ ὠφέλιμον καὶ συντελεστικὸν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν
1769στρατιωτικῶν πραγμάτων. Διότι δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι
1770δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ
1771ὑπάρξῃ Κυβέρνησις θέλουσα ν’ ἀντιπράξῃ εἰς διαθέσεις ἀγα-
1772θὰς τοῦ Στέμματος ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον
1773δὲν γνωρίζω παράδειγμα, καθ’ ὃ ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τῶν
1774Στρατιωτικῶν μὴ θελήσας νὰ ὑπηρετήσῃ γνώμας καὶ δια-
1775θέσεις τοῦ Στέμματος ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἢ ἀντι-
1776στρατευθεὶς ἢ ἀδιαφορήσας πρὸς αὐτάς. Ὁ Βασιλεὺς πρέ-
1777πει νὰ ἦναι καὶ εἶναι βέβαιος, ὅτι, ὅσας ὠφελίμους καὶ ὀρ-
1778θὰς ἰδέας ἔχει περὶ τῶν πραγμάτων, δὲν ἔχει ἢ ν’ ἀνακοι-
1779νώσῃ αὐτὰς εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅπως ἐκτελεσθῶσιν. Εἰς
1780τὰ τῆς βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ ἰδίως οὐδεμίαν δύναται ὁ
1781Βασιλεὺς νὰ ἀπαντᾷ ἀντίρρησιν ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν
1782αὐτοῦ, ὁσάκις πρόκειται περὶ πραγμάτων δυναμένων νὰ
1783γείνωσιν· ἄλλως δὲν πρέπει νὰ διατηρῇ Ὑπουργοὺς μὴ
1784ὑπηρετοῦντας τὰς ἀγαθὰς αὐτοῦ διαθέσεις. Τοιαύτη εἶναι ἡ
1785ἀποστολὴ τοῦ Βασιλέως Κράτους ὡς τὸ ἡμέτερον, ὅπως
1786ἰδίως ἐνασχολῆται ἀδιαλείπτως καὶ συντόνως ὑπὲρ τῆς μορ-
1787φώσεως καλοῦ στρατοῦ· νομίζω δὲ, ὅτι τοσοῦτον γνωστὰ
1788εἶναι τὰ θέματα τοῦ στρατιωτικοῦ προβλήματος παρ’ ἡμῖν,
1789ὥστε δὲν εἶναι δύσκολον οὔτε ὁ Ἡγεμὼν νὰ τὰ ὑποδεικνύῃ
1790τοῖς Ὑπουργοῖς, οὔτε οὗτοι ν’ ἀποδέχωνται καὶ σπεύδωσι νὰ
1791ἐκτελῶσιν αὐτά. Δυστυχῶς ἡ θέλησις καὶ ἡ ἐπιβολὴ τοῦ
1792Βασιλέως εἶναι ἀναπόφευκτοι παρ’ ἡμῖν, ὅπως οἱ Ὑπουργοὶ
1793πράττωσιν ὅ,τι ὀφείλουσι νὰ πράττωσιν. Οὕτω νομίζω ὅτι
1794ὁ Διάδοχος ἤθελε προσφέρει μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὸν
1795στρατὸν, ἂν ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν ἡ Κυβέρ-
1796νησις τοῦ κ. Θεοτόκη, καὶ εὕρισκε μεγάλας τὰς εἰσπράξεις
1797καὶ τὰ ἔσοδα, ὑπεδείκνυεν εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι, ἀφοῦ ὑπῆρ-
1798χον περισσεύματα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ταῦτα ἔπρεπε
1799κατὰ προτίμησιν νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς βελτίωσιν τοῦ
1800στρατοῦ, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ νέων Νομαρχιῶν καὶ Πρωτοδικείων
1801καὶ ἀστυνόμων. Ἠδύνατο ὁ Βασιλεὺς νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Κυ-
1802βέρνησιν τότε: «Διατὶ, Κύριοι, πολλαπλασιάζετε τὰς Νο-
1803μαρχίας; διατὶ πολλαπλασιάζετε τὰ Πρωτοδικεῖα; διατὶ
1804πολλαπλασιάζετε τὰς φυλακὰς, τὰς Εἰσαγγελίας, τὰς Μοι-
1805ραρχίας, τοὺς ἐπιθεωρητὰς, τοὺς ἀστυνόμους; Εἰς τί ὠφε-
1806λοῦσι; Διατὶ τὰ χρήματα δὲν δαπανᾶτε μᾶλλον ὑπὲρ τοῦ
1807στρατοῦ, ὅστις τοσαύτας ἔχει ἀνάγκας;» Διατί ὁ Διάδοχος
1808νὰ δεχθῇ ν’ ἀναλάβῃ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν στρατοῦ ἀνυ-
1809πάρκτου, ἑπομένως νὰ βαρυνθῇ μόνον μὲ τὰ προσωπικὰ, χω-
1810ρὶς οὐδὲν νὰ παρασχεθῇ αὐτῷ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις
1811κατεσκεύασε τὸν νόμον, ὅπως δημιουργηθῇ κατ’ ὀλίγον στρα-
1812τὸς καὶ δυνηθῇ νὰ γείνῃ αὐτῷ ὠφέλιμος ὁ Γεν. Διοικητής;
1813Καὶ διατὶ σήμερον ν’ ἀκούωμεν τὴν ἐπίκρισιν,—ἡ ὁποία εἶ-
1814ναι ἄδικος καὶ αὐθαίρετος,—ὅτι ὁ Διάδοχος, καίτοι ἀνέ-
1815λαβε τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἐν τούτοις στρα-
1816τὸν δὲν ἐμόρφωσε, καίτοι ἐν τοῖς προσωπικοῖς ζητήμασι τοῦ
1817στρατοῦ κατέπαυσε τὰς παρεκτροπὰς; Ὡς ἂν ἦναι δυνατὸν
1818δι’ οἱουδήποτε τρόπου νὰ μορφωθῇ ὁ στρατὸς πρὶν οὗτος
1819ὑπάρξῃ. Οὔτε ἀρχὴ μορφώσεως κἂν ἐγένετο. Τοῦτο δὲ δια-
1820τί; Διότι δὲν παρεσχέθησαν αὐτῷ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
1821οὔτε τὰ χρηματικὰ μέσα, οὔτε τὰ διὰ τῶν ἀναγκαίων νό-
1822μων, ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδέν ἐστὶ γενέσθαι ὑπὲρ τοῦ στρα-
1823τοῦ. Ἰδοὺ διατὶ ὁ Διάδοχος τοῦ Θράνου, καίπερ ἀφοσιωθεὶς
1824εἰς τὸ ἔργον τῆς μορφώσεως στρατοῦ, οὗτινος τὴν ἔλλειψιν
1825αὐτὸς πρὸ πάντων ᾐσθάνθη, δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ τι
1826μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις αὕτη βαρύνει τὰς Κυβερνή-
1827σεις, τὰς δὲ Κυβερνήσεις παρ’ ἡμῖν πρέπει νὰ ὠθῇ εἰς τοι-
1828αῦτα ἔργα τὸ Στέμμα. Καὶ τοῦτο πρέπει νὰ γίνηται, οὐ-
1829δεὶς δὲ καὶ ἐκ τῶν ἐχόντων παρ’ ἡμῖν τὰς ἰδέας τὰς πλέον
1830προκεχωρημένας ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ λεγομένῳ συστή-
1831ματι θὰ ἠμφισβήτει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα
1832καὶ τὸ καθῆκον νὰ μεριμνᾷ ἰδίᾳ περὶ τῶν στρατιωτικῶν
1833πραγμάτων καὶ νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὰς Κυβερνήσεις, ὅπως
1834ἀρχίσῃ καὶ ἐξακολουθήσῃ συστηματικὴ ἐργασία πρὸς καταρ-
1835τισμὸν στρατοῦ.
1836Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγὼ δὲν διστάζω καὶ σήμερον νὰ
1837ἐκθέσω τὴν γνώμην μου ἐλευθέρως, ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον
1838τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Τὸν νόμον αὐτὸν θεωρῶ ἀντισυν-
1839ταγματικὸν, ἀπορῶ δὲ, πῶς καὶ τότε, ὅτε ἐψηφίσθη, καὶ
1840ἔκτοτε ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσι Βουλευταὶ διακεκριμένην
1841θέσιν ἔχοντες ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦ-
1842σιν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως εἶναι ἀντι-
1843συνταγματικός. Κατὰ τοῦτο οὐχὶ μικρὰς κηλίδας,—ὁρατὰς
1844μόλις διὰ μικροσκοπίου, ὡς ἔλεγεν ὁ πρῶτος λαλήσας ἔν-
1845τιμος Βουλευτὴς Τυρνάβου,—παρουσιάζει ὁ νόμος περὶ Γεν.
1846Διοικήσεως, ἀλλὰ χονδροειδεστάτας καὶ λίαν καταφανεῖς,
1847ἀντισυνταγματικότητος. Οὐδὲν ἁπλούστερον ἢ νὰ ἐννοήσω-
1848μεν τοῦτο ἄνευ μακρῶν καὶ λεπτῶν συζητήσεων. Ἂς προσ-
1849τρέξωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα. Τί λέγει τοῦτο; Τὸ Σύνταγμα
1850λέγει, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα,
1851ἐνεργοῦντα ὅμως αὐτὴν διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων
1852ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Συνεπῶς καὶ ἡ στρατιωτικὴ διοίκη-
1853σις, ἥτις εἶναι εἷς τῶν κυριωτάτων κλάδων τῆς ἐκτελε-
1854στικῆς ἐξουσίας, πρέπει νὰ ἐνασκῆται εἴτε ἀπ’ εὐθείας εἴτε
1855ἐμμέσως ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων αὐτοῦ Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ διὰ
1856νὰ ὑπάρχῃ εὐθύνη Ὑπουργοῦ, εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως
1857ἐνεργοῦντος, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ
1858πράττειν ἢ ἀπαγορεύειν τι, τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι δὲν πρέ-
1859πει νὰ γείνῃ, ἢ γενόμενον νὰ μεταβληθῇ ἢ τροποποιηθῇ.
1860Ὅταν ὅμως ἔρχηται νόμος, λέγων τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρα-
1861τιωτικῶν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος, πράξεις ἢ μεταβολάς
1862τινας νὰ ἐνεργῇ κατὰ τὰς ὑποδείξεις ἄλλου, ἄνευ ἀντιρρή-
1863σεως, ἔχετε τότε τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουρ-
1864γοῦ; Δὲν ἔχετε προφανῆ παραβίασιν τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ
1865Συντάγματος, ὅπερ ἀπαιτεῖ, ἵνα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία
1866ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ ἐνεργῆται ὑπὸ τοῦ Βασι-
1867λέως διὰ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν;
1868Τί θὰ ἔχωμεν τότε; Θὰ ἔχωμεν ὑπεύθυνον τὸν Ὑπουρ-
1869γὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ θὰ ἔχωμεν ὑπεύθυνον τὸν Γεν.
1870Διοικητήν; Τὸ πρῶτον ἀδύνατον, διότι δὲν ἐνεργεῖ ἐλευθέ-
1871ρως ὁ Ὑπουργός. Δὲν εἶναι ἐπίσης δυνατὸν τὸ δεύτερον, διότι
1872δὲν δύναται κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ ἦναι ὑπεύθυνος ἐνώπιον
1873τῆς Βουλῆς ὁ Γεν. Διοικητὴς, εἴτε ὁ Διάδοχος εἶναι οὗτος, εἴτε
1874ἄλλος. Ὑπευθύνους διὰ τὰς πράξεις τῆς Διοικήσεως τὸ πολί-
1875τευμα γνωρίζει μόνους τοὺς Ὑπουργούς. Ἐν τούτοις κατὰ
1876τὸ πολίτευμα ἡμῶν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ πρᾶξις τῆς ἐκτε-
1877λεστικῆς ἐξουσίας, παρ’ οἱουδήποτε καὶ ἂν διεπράχθη, διὰ
1878τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἦναι ὑπεύθυνος ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
1879Πῶς ὅμως θὰ ζητήσῃ ἡ Βουλὴ λόγον ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν
1880τῶν Στρατιωτικῶν διὰ πράξεις, ἃς ὑπὸ τοῦ νόμου διετά-
1881χθη νὰ ἐνεργήσῃ ὑποχρεωτικῶς κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ Γε-
1882νικοῦ Διοικητοῦ, ἢ διὰ πράξεις αὐτοῦ, εἰς ἃς δὲν δικαιοῦται
1883ν’ ἀναμιχθῇ, καὶ ἂν δὲν τὰς ἐγκρίνῃ; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν
1884Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ ἔχῃ διακριτικὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ
1885ἦναι ὑπεύθυνος· ἄλλως εἶναι ἀνεύθυνος. Ἀλλ’ ἀνεύθυνον
1886Ὑπουργὸν καὶ ἀνεξέλεγκτον διοίκησιν δὲν γνωρίζει τὸ Σύν-
1887ταγμα. Τοιαύτη ἡ θέλησις τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἔπειτα
1888ἐρωτῶμεν, ποῦ ἡ ἀντισυνταγματικότης; Ἡ ἀντισυνταγματι-
1889κότης ὑπάρχει ἐν τούτῳ· ἀνεύθυνον ἔχομεν μόνον τὸν Βα-
1890σιλέα, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἔχωμεν ὑπεύθυνον τὸν Ὑπουρ-
1891γόν. Ἅμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἦναι ὑπεύθυ-
1892νος διὰ τὰ τοῦ στρατοῦ, τίποτε δὲν εἶναι συνταγματικόν.
1893Ἤδη ὑπάρχει τις, ὅστις ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι, ὡς ἔπλασεν
1894ὁ κείμενος νόμος τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἔπλασεν ἐξουσίαν
1895ἐκφεύγουσαν πάσης εὐθύνης καὶ παντὸς ἐλέγχου, ἐκτελεστι-
1896κὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἐνεργεῖ πρόσωπον, ὅπερ δὲν εἶναι
1897ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον μόνον γνωρί-
1898ζει τὸ Σύνταγμα ὡς ὑπεύθυνον διὰ τὰς πράξεις τὰς ἐν τῷ
1899στρατῷ; Δὲν ἔχομεν ἐξουσίαν μὴ βαρύνουσαν τὸν Ὑπουρ-
1900γὸν, διότι δὲν δύναται νὰ ἦναι ὑπεύθυνος, βαρύνουσαν δὲ
1901ἄλλον, ὅστις δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς Βουλῆς; Ἡ
1902Βουλὴ δύναται νὰ ἐλέγχῃ καὶ κατηγορῇ τὸν Ὑπουργὸν, νὰ
1903ζητῇ ποινικὴν εὐθύνην, ἢ πολιτικὴν, ἢ ἀστικὴν, ἢ καὶ ἠθι-
1904κήν. Δυνάμεθα ἡμεῖς τὰς εὐθύνας αὐτὰς νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ
1905τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν οὗτος συμφώνως
1906πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἔπραξεν ὅ,τι κατηγορεῖ ἡ
1907Βουλὴ αὐτοῦ; ὅταν ὁ νόμος ὑποχρεοῖ τὸν Ὑπουργὸν νὰ
1908ἐκτελῇ τὰς προτάσεις τοῦ Γεν. Διοικητοῦ; Ἔρχεται οὕτω
1909τὸ ζήτημα τῶν προτάσεων τοῦ Γεν. Διοικητοῦ. Αἱ προτά-
1910σεις εἶναι ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως, ἡ
1911ὁποία ἀνατρέπει τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν
1912ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τοῦ Βασιλέως ἐνεργεῖται παρὰ τῶν
1913ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Ναὶ μὲν δύναται ὁ νόμος νὰ κανο-
1914νίζῃ πῶς πρέπει νὰ ἐνεργῆταί τι, καὶ δύναται ν’ ἀπαιτῇ
1915δοκιμασίας καὶ κρίσεις προσώπων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ
1916ἐξαρτήσῃ τοῦτο ἀπὸ τὴν αὐτογνώμονα καὶ ἀνεξέλεγκτον
1917γνώμην ἄλλου παρὰ τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργόν. Καὶ ὅμως
1918τοῦτο πράττει τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου περὶ τῆς Γεν. Διοι-
1919κήσεως. Τὸ ἄρθρον 6, ἀφοῦ μετέφερε τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρε-
1920σίαν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν Γε-
1921νικὴν Διοίκησιν, προσθέτει: «Ὁ Γεν. Διοικητὴς ὑποβάλ-
1922λει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας
1923προτάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου (δηλ.
1924τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας), αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν
1925βασιλικοῦ διατάγματος. Ἔτι δὲ ὑποβάλλει προτάσεις περὶ
1926μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐ-
1927τοῦ ὅπλου ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρα-
1928τοῦ.» Διὰ τῶν ἄρθρων 8, 9, 10, 11, 12 καὶ 14 τοῦ Κανο-
1929νισμοῦ ἐπεξετάθη ἔτι μᾶλλον τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Γεν.
1930Διοικητοῦ καὶ ἐπὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν ὁπλιτῶν καὶ
1931τμημάτων στρατοῦ μικροτέρων συντάγματος ἢ αὐθυπάρ-
1932κτου τάγματος.
1933Λοιπὸν ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νόμῳ περὶ Γενικῆς Διοι-
1934κήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶσα μετακίνησις, πᾶσα μετά-
1935θεσις, πᾶσα τοποθέτησις, πᾶσα ἀπόσπασις δὲν δύναται νὰ
1936γίνηται ἢ ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Γεν. Διοικητοῦ. Ἀλλ’ εἶ-
1937πεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας πρῶτος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς,
1938ὅτι αὐτὸ ὑπῆρχεν ἀνέκαθεν ἐν τῇ στρατιωτικῇ διοικήσει,
1939ὡς ἂν πρόκειται περὶ τῶν μετακινήσεων τῶν στρατιωτῶν
1940καὶ ὑπαξιωματικῶν καὶ περὶ πράξεων, ἃς δύναται ν’ ἀνα-
1941στείλῃ ὁ Ὑπουργὸς, ὅταν θέλῃ, προτάσεων, τὰς ὁποίας ποι-
1942οῦνται οἱ ὑφιστάμενοι, ὅπως τύχωσι προβιβασμοῦ. Καὶ
1943προσέθηκεν, ὅτι δὲν ἐκαινοτόμησεν ὁ νόμος περὶ Γεν. Διοι-
1944κήσεως, λέγων ὅτι ἀπαιτεῖται πρότασις τοῦ Γενικοῦ Διοι-
1945κητοῦ, ὅπως μετακινῶνται οἱ ἀξιωματικοί. Εἶναι ὅμως και-
1946νοτομία τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς προτάσεως διὰ τὸν Ὑπουρ-
1947γὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Περὶ τούτου εἶναι ῥητὸς καὶ σαφὴς
1948ὁ νόμος ἐν τῷ ἄρθρῳ 6· ἦλθεν ὅμως ἔπειτα ὁ Κανονισμὸς,
1949ὅστις δὲν ἀφῆκε καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς τοιαύτης
1950λειτουργίας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτι-
1951κῶν ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεων ὑποχρεωτικῶν διὰ τὸν Ὑπουρ-
1952γὸν, πρᾶγμα ὅπερ δὲν ὑπῆρχε πρίν. Διότι τί λέγει τὸ ἄρ-
1953θρον 8 αὐτοῦ; (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα τοποθέτησις ἢ μετά-
1954θεσις ἀξιωματικοῦ εἰς οἱανδήποτε ὀργανικὴν θέσιν ἢ προ-
1955βλεπομένην ὑπὸ ἰσχυόντων νόμων ἐνεργεῖται διὰ Β. Δια-
1956τάγματος ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτι-
1957κῶν, στηριζομένῃ ἐπὶ προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ
1958στρατοῦ. Οἱ ἀνθυπασπισταὶ τοποθετοῦνται ἢ μετατίθενται
1959διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τῇ προ-
1960τάσει τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ.»
1961Διὰ τὴν ἀπόσπασιν ἢ προσκόλλησιν ἀξιωματικῶν ἢ ἀνθυ-
1962πασπιστῶν ἀπαιτεῖται ἐπίσης πρότασις τοῦ Γεν. Διοικη-
1963τοῦ, κατὰ τὸ ἄρθρον 9.
1964Ἀπομάκρυνσις ἀξιωματικοῦ ἢ ἀνθυπασπιστοῦ διὰ λό-
1965γους ὑπηρεσίας ἐκ τοῦ σώματος, διορισμὸς ἢ ἀνάθεσις οἱασ-
1966δήποτε ὑπηρεσίας ἢ ἐργασίας δὲν ἐπιτρέπεται ἄνευ τῆς προ-
1967τάσεως τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, κατὰ τὸ ἄρθρον 10.
1968Τί ἄλλο ἐννοοῦσι πάντα ταῦτα ἢ ὅτι δὲν δύναται ὁ
1969Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ περὶ αὐτῶν διά-
1970ταγμα εἰς τὸν Βασιλέα, ἂν δὲν στηρίζηται ἐπὶ προτάσεως
1971τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ; Νῦν, διὰ νὰ δικαιολογήσωμεν τὰ
1972πράγματα, λέγομεν ὅτι ταῦτα δὲν λαμβάνουν δῆθεν χώραν
1973ὅπως ἡμεῖς λέγομεν καὶ ὅπως ἀπ’ ἀρχῆς ἐλέγομεν καὶ ὅπως
1974ἀπ’ ἀρχῆς παρεδέχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις, — διότι ποτὲ ἡ Κυ-
1975βέρνησις δὲν ἰσχυρίσθη, ὅτι ναὶ μὲν ἀπαιτοῦνται προτάσεις
1976τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ἀλλὰ ταύτας δύναται νὰ μὴ τηρήσῃ ὁ
1977Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, — ἀλλ’ ὅπως πάντοτε ἐγίνετο.
1978Οὕτω ὅμως δὲν γίνεται σήμερον, διότι ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει
1979ἀνεξελέγκτως νὰ ἐκτελέσῃ τὰς προτάσεις, καὶ μόνον ἂν πα-
1980ραιτηθῇ, δὲν τὰς ἐκτελεῖ. Δὲν λέγω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Γεν.
1981Διοικητοῦ δὲν εἶναι ἐγγύησις κατὰ παρεκτροπῶν, ἀλλὰ λέγω,
1982ὅτι, ὡς τὰ πράγματα διατάσσονται ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τοῦ
1983Κανονισμοῦ, μηδενίζουν διάταξιν τοῦ Συντάγματος.
1984Περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἀναγινώσκων τὰ ἄρθρα τοῦ
1985Κανονισμοῦ, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ ἐμνημόνευσα. Τὸ βέβαιον
1986εἶναι, ὅτι πᾶν ὅ,τι δὲν ἀπαγορεύεται ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ,
1987ὅσον ἀφορᾷ πᾶσαν μετακίνησιν ἐν τῷ στρατῷ, γίνεται μό-
1988νον διαταγῇ ἢ προτάσει τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, μηδὲ τῆς
1989τῶν ὁπλιτῶν, ὡς εἶπον, καὶ τῶν μουσικῶν ἐξαιρουμένης.
1990§153Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δηλαδὴ τὴν ὑφισταμένην
1991ἀρχὴν τὴν ἔκαμαν ἀνωτέραν καὶ τὴν ἔθεσαν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς
1992προϊσταμένης! Αὐτὴ εἶναι ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία!
1993§154Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Διεκπεραιωτής!
1994§155Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δηλαδὴ ἔκαμαν τὸν
1995Ὑπουργὸν διεκπεραιωτὴν ἁπλούστατον τῆς Γενικῆς Διοι-
1996κήσεως!
1997§156ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἀντισυνταγ-
1998ματικὴ ἡ διάταξις· δὲν εἶναι καὶ λογικὴ καὶ ἀσφαλιστικὴ
1999τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Διὰ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 6 ἐγένετο
2000καὶ ἄλλο τι (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς
2001Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας
2002ὑπηρεσίας ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτι-
2003κῶν ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας.»
2004Ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἐντελὴς
2005ἀπογύμνωσις τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ πάσης στρατιωτικῆς ἐρ-
2006γασίας.
2007Καὶ ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ σπουδαιότης
2008τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ ἐπιβάλλει, ὅπως
2009ὅσον τὸ δυνατὸν ἀσφαλέστερον καὶ ἐμβριθέστερον κανονι-
2010σθῶσι τὰ τῆς ἐνεργείας τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ἀλλὰ νομίζω
2011ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ ἀφαιρῶμεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ
2012Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέ-
2013ναντι τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ἔθνους λειτουργὸς, τὰς ὑπηρε-
2014σίας ἐκείνας, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται κυρίως ἡ ἀσφάλεια
2015καὶ τὸ μέλλον τῆς χώρας, καὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ δύνα-
2016ται ὁ τόπος διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ
2017τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ λαμβάνῃ
2018γνῶσιν, καὶ νὰ ἐπηρεάζῃ ἐν ἀνάγκῃ τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν
2019βελτίωσιν. Ἀλλὰ καὶ αἱ μεγάλαι αὐταὶ ὑπηρεσίαι μακρὰν
2020τοῦ Ὑπουργοῦ, τῆς Κυβερνήσεως, τῆς Βουλῆς διεξάγονται
2021ἤδη. Σήμερον, μετὰ τὰ θλιβερὰ συμβάντα τοῦ 1897, καίτοι
2022περὶ ἡμᾶς τόσα ἀπειλοῦνται ἐθνικὰ συμφέροντα, οὐδόλως
2023γινώσκομεν, τί γίνεται ὑπὲρ αὐτῶν. Δυστυχῶς τὸ ἔθνος
2024ἡμῶν δὲν εἶναι μόνον τὸ ἐλεύθερον τοῦτο Βασίλειον, τὸ ἔχον
2025ἡγεμόνα Γεώργιον τὸν Αʹ, ἀλλ’ εἶναι καὶ μέγα μέρος τοῦ
2026γειτονικοῦ Βασιλείου, τοῦ ἔχοντος τὸν Σουλτάνιον ἡγεμόνα,
2027καὶ τοῦ ὁποίου οἱ κίνδυνοι εἶναι κίνδυνοι καὶ τοῦ ἡμετέρου
2028ἔθνους. Ὅσον καὶ ἂν θέλωμεν νὰ διατελῶμεν εἰς εἰρηνι-
2029κὰς σχέσεις μετὰ τοῦ ὁμόρου Κράτους, δὲν εἴμεθα ἐλεύθε-
2030ροι ν’ ἀσχολώμεθα εἰς εἰρηνικὰ μόνον ἔργα καὶ ν’ ἀδιαφο-
2031ρῶμεν, ἔστω καὶ προσωρινῶς, περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν
2032παρασκευῆς. Αὕτη ἐπιβάλλεται, διότι πολλοὶ τῶν ἐχθρῶν
2033τῆς Τουρκίας εἶναι κυρίως ἡμῶν ἐχθροὶ ἀνέκαθεν καὶ τώρα.
2034Εἴτε θὰ χρειασθῇ νὰ δράσωμεν, εἴτε μὴ, πρέπει νὰ ἤμεθα
2035ἱκανοὶ νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὰ δίκαιά μας, ἢ νὰ ἐπιβλη-
2036θῶμεν εἰς τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν καὶ εἰς τὰ Συμβούλια τῶν
2037Μεγάλων Δυνάμεων. Ὁ πόλεμος τοῦ 1897 κατέστησεν
2038ἡμᾶς ἀσθενεστέρους, ἀλλὰ διὰ τοῦτο πρέπει συντονωτέρα
2039ἐργασία ἀνορθώσεως. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι οὐδὲν δυστυχῶς
2040ἐγένετο καὶ γίνεται ὑπὲρ αὐτῆς. Ὅ,τι χεῖρον, οὐδεμία ἐξε-
2041δηλώθη ἐπιθυμία κἂν ἀνορθώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ. Ὅλοι
2042περιμένομεν, καὶ οὐδεὶς λέγει, τί καὶ πόθεν περιμένομεν. Νο-
2043μίζετε ὅτι ἐν μέσῳ τοιαύτης καταστάσεως εἶναι ἀσφαλὲς
2044νὰ μὴ γνωρίζωμεν τί γίνεται ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ ἦναι
2045κεκλεισμένη καὶ ἄγνωστος ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, ἥτις, ὡς
2046γνωστόν, ὀφείλει νὰ παρασκευάζῃ ἐν εἰρήνῃ τὸν πόλεμον,
2047τὴν ἐπιστρατείαν, τὰ σχέδια τῆς ἐκστρατείας, ὅλας τὰς
2048ὑπηρεσίας αὐτῆς καὶ ὅλας τὰς λεπτομερείας, διότι πρέπει
2049νὰ ἦναι ἕτοιμαι πρὶν, καὶ οὐχὶ ἀφοῦ κηρυχθῇ ὁ πόλεμος τότε
2050νὰ ἑτοιμάζωνται; Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι δὲν γίνεται ἐργασία
2051ἐν τῷ Ἐπιτελικῷ Γραφείῳ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ
2052ταύτην πρέπει νὰ ἔχῃ, νὰ ἐπιτηρῇ, νὰ γνωρίζῃ ὁ Ὑπουργὸς,
2053ἡ Κυβέρνησις ἡ Βουλή. Πῶς εἶναι δυνατὸν, ἓν ἔθνος νὰ εὑ-
2054ρίσκηται εἰς κατεπείγουσαν ἀνάγκην νὰ μελετήσῃ τὰ τῆς
2055στρατιωτικῆς καταστάσεως αὐτοῦ καὶ νὰ παρασκευάσῃ τὰ
2056τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ ἐν περιπτώσει πολέμου, καὶ ν’ ἀγνοῇ τί
2057πράττουν καὶ παρασκευάζουν αἱ ἐπιτελικαὶ ὑπηρεσίαι;
2058Διότι πράγματι τὰς ἀγνοοῦμεν, καὶ ἂν ἡ κατάστασις ἐξα-
2059κολουθήσῃ ἡ αὐτὴ, θὰ τὰς ἀγνοῶμεν μέχρι τῆς στιγμῆς,
2060καθ’ ἣν θὰ ἐνεργήσωμεν. Οὐδὲν γίνεται ὑπὸ τὰς ὄψεις τῆς Κυ-
2061βερνήσεως, ἐν γνώσει καὶ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον αὐτῆς, καίτοι ἡ
2062Κυβέρνησις εἶναι ἡ διευθύνουσα καὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτι-
2063κὴν καὶ τὰς σχέσεις τῆς εἰρήνης ἢ τοῦ πολέμου μετὰ τῶν
2064ξένων Κρατῶν, καὶ πρέπει νὰ διευθύνῃ πᾶν ὅ,τι συντελεῖ εἰς
2065τὴν καλὴν ἔκβασιν τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Ἄλλως
2066ἔχομεν πολυαρχίαν ἐν τῷ αὐτῷ Κράτει, καὶ ἑτεροδιεύθυν-
2067σιν ἐν σπουδαιοτάτοις ἐθνικοῖς ζητήμασι. Δὲν ἀρκεῖ νὰ γί-
2068νηται ἐργασία ἐπιτελική· πρέπει αὕτη νὰ γίνηται ὑπὸ τὴν
2069διεύθυνσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἣν ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Βουλὴ
2070τῶν ἀντιπροσώπων ὑποστηρίζουσιν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Κρά-
2071τους· πρέπει νὰ γίνηται ὑπὸ τὴν ἄμεσον καθημερινὴν ἐπί-
2072βλεψιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις, οἱοσδή-
2073ποτε καὶ ἂν ἦναι, εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους ἐν τοῖς
2074πράγμασι τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν πολεμικῶν παρασκευῶν.
2075Ἑπομένως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀγνοῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν
2076Στρατιωτικῶν, τί γίνεται καὶ τί δὲν γίνεται ἐν τοῖς στρα-
2077τιωτικοῖς πράγμασι. Τοῦτο δύναται ν’ ἀποβῇ ἐπικίνδυνον
2078εἰς τὸ ἔθνος καὶ δυσεπανόρθωτον κακόν. Πρὸς τούτοις θεωρῶ
2079μέγιστον τὸν κίνδυνον εἰς ἐκείνους, οἵτινες συγκεντρώνουσι
2080τὴν τοιαύτην ἐξουσίαν πᾶσαν εἰς χεῖράς των, ἐὰν, ὃ μὴ γέ-
2081νοιτο, ἤθελε συμβῆ τι ὅμοιον πρὸς ὅσα συνέβησαν κατὰ τὸ
20821897· ὅλη ἡ εὐθύνη ἀντὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἤθελεν ἐπιπέσει ἐπὶ
2083ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν συμφέρει ἐν καιρῷ ἐθνικῆς ἀπο-
2084γνώσεως νὰ ἐπιπίπτῃ αὕτη. Φαντάσθητε, ἂν κατὰ τὸ 1897
2085δὲν ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἡμεῖς τὴν εὐθύνην, δηλαδὴ τὰ
2086Ὑπουργεῖα, αἱ Κυβερνήσεις, τὰ κόμματα, ἂν αὕτη ἐπερρί-
2087πτετο ἐφ’ ὡρισμένου προσώπου, ἐπὶ προσώπου οἷον ὁ Διά-
2088δοχος τοῦ Θρόνου. Νομίζετε ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἀσφάλειαν
2089ἐθνικήν; Δὲν φαντάζεσθε τοὺς κινδύνους καὶ τὰς φοβερὰς συν-
2090επείας, αἵτινες ἤθελον ἐπέλθει ἐκ τοιαύτης καταστροφῆς;
2091§157Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ κίνδυνος.
2092§158ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀρκοῦν, καὶ συχνά-
2093κις φέρεται πρὸς ὑποστήριξιν τῶν παρ’ ἡμῖν τὸ γινόμενον
2094ἐν ἄλλοις Κράτεσι· λέγεται δηλαδή, ὅτι καὶ ἐν ἄλλοις Κρά-
2095τεσιν ἡ στρατιωτικὴ ἐξουσία εἶναι συγκεντρωμένη εἰς χεῖ-
2096ρας προσώπων μὴ ὑπευθύνων, ὡς παρ’ ἡμῖν. Πλὴν τοῦτο,
2097Κύριοι, δὲν εἶναι ἀκριβές.
2098Ἂς λάβωμεν τὸ παράδειγμα τῆς Γερμανίας, ἥτις ὁμο-
2099λογουμένως σήμερον, ἐνῷ εἶναι τὸ στρατιωτικώτερον ἔθνος
2100τῆς Εὐρώπης, εἶναι καὶ τὸ ἔθνος τὸ παρουσιάζον θεσμοὺς
2101συγκεντρωτικοὺς καὶ προσομοιάζοντας πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς
2102Γενικῆς Διοικήσεως. Ἐκεῖ, ὡς γνωστὸν, ὁ Αὐτοκράτωρ ἔχει
2103παρ’ ἑαυτῷ τὸ λεγόμενον Στρατιωτικὸν Γραφεῖον, τὸ ὁποῖον
2104ἀποκλειστικῶς διαχειρίζεται τὰ τῶν προβιβασμῶν καὶ τῆς
2105μετακινήσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ποιεῖται δὲ καὶ τὴν μελέ-
2106την διαφόρων ζητημάτων, ἅτινα εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Στρα-
2107τιωτικοῦ Γραφείου ἤθελεν ἀναθέσει ὁ Αὐτοκράτωρ, ἢ ἤθελε
2108προκαλέσει ἡ ὑπηρεσία. Ὁπωσδήποτε ἔχει ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς
2109Γερμανίας τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν βλέπομεν παρεχομένην
2110τῷ Γενικῷ Διοικητῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς
2111Διοικήσεως, ἐν τέλει, δηλαδὴ «ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μετα-
2112θέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου,
2113ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ». Ὁμο-
2114λογῶ ὅτι ἔχει τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν ὁ Αὐτοκράτωρ, ἀλλὰ τὴν
2115ἔχει δυνάμει τοῦ πολιτεύματος. Τὸ πολίτευμα τοῦ 1871,
2116ὅπερ ὠργάνισε τὴν Γερμανικὴν Αὐτοκρατορίαν, ἀνέθηκεν εἰς
2117τὸν Αὐτοκράτορα μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς δικαιώ-
2118ματα· οἱ διορισμοὶ τῶν στρατηγῶν ἢ τῶν πρὸς αὐτοὺς ἐξο-
2119μοιουμένων ἐν τοῖς διαφόροις ὁμοσπονδιακοῖς σώμασι πρέ-
2120πει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν ἔγκρισίν του· ὁ Αὐτοκράτωρ δύ-
2121ναται νὰ διατάξῃ πᾶσαν μετακίνησιν, μετὰ ἢ ἄνευ προβι-
2122βασμοῦ, ἐν ταῖς θέσεσι, δι’ ἃς τῷ δίδεται τὸ δικαίωμα τοῦ
2123διορισμοῦ, ἑπομένως εἴτε ἐν τοῖς σώμασιν εἴτε εἰς εἰδικὰς
2124ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, ἀπαράλλακτα ὡς θεσπίζει τὸ ἡμέ-
2125τερον ἄρθρον 6 τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
2126§159Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι εἰς μερικὰς λεπτο-
2127μερείας· εἰς γενικὰ ζητήματα.
2128§160ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο ἀναφέρω, διότι θέλω ν’ ἀπο-
2129δείξω, πῶς τὸ αὐτὸ πρᾶγμα εἶναι νόμιμον ἐν Γερμανίᾳ καὶ
2130μὴ νόμιμον, μὴ συνταγματικὸν ἐν Ἑλλάδι. Ἐν Γερμανίᾳ,
2131ἐὰν ὁ Αὐτοκράτωρ ἐνασκῇ τοιαῦτα δικαιώματα, ὁποῖα ὁ νό-
2132μος περὶ Γεν. Διοικήσεως δίδει τῷ Γεν. Διοικητῇ, ἐνασκεῖ
2133αὐτὰ δυνάμει αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Εἶναι δὲ λογικὸν τὸ
2134Γερμανικὸν Σύνταγμα, διότι ἐπὶ τοιούτων διαταγμάτων τοῦ
2135Αὐτοκράτορος δὲν ἀπαιτεῖ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ Ὑπουρ-
2136γοῦ, ὡς ἐπὶ πασῶν τῶν κυβερνητικῶν πράξεων τὴν τοῦ Αὐ-
2137τοκράτορος. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν τὸ Σύνταγμα ἀντιτάσσεται,
2138ἀπαιτοῦν ὅπως εἰς τὸ Β. Διάταγμα τῆς τοποθετήσεως ἢ
2139μεταθέσεως ἀξιωματικοῦ προσυπογράφηται καὶ ὁ Ὑπουργὸς
2140τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνῷ τὸ διάταγμα δὲν περιέχει ὑπο-
2141χρεωτικῶς ἢ τὴν πρότασιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρα-
2142τοῦ. Καὶ σημειωτέον ὅτι ἐν Γερμανίᾳ πρόκειται ἐν ταῖς δια-
2143τάξεσιν αὐταῖς περὶ ἐξουσίας τοῦ Αὐτοκράτορος, ὅστις εἶναι
2144ἐκ τοῦ Συντάγματος ὁ ἀνώτατος ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ,
2145ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι πρόκειται περὶ τῆς αὐτῆς ἐξουσίας, ἀσκου-
2146μένης οὐχὶ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ Γεν. Διοικητοῦ,
2147ὅστις δύναται καὶ νὰ μὴ ἦναι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου. Σημει-
2148ωτέον πρὸς τούτοις, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ δὲν ὑπάρχει νόμος περὶ
2149προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ συνήθεια δὲ καὶ αἱ παρα-
2150δόσεις μόναι ἔδωκαν εἰς τὸν Αὐτοκράτορα τὸ δικαίωμα, ἐπὶ
2151τῇ βάσει, ἐννοεῖται, τῶν ἐκθέσεων, ν’ ἀποφασίζῃ τὰ τῶν
2152προβιβασμῶν. Ὅθεν ἐκεῖ ἐκ τοῦ Συντάγματος ὁ Αὐτοκρά-
2153τωρ, ἐκ τῶν νόμων, ἐκ τῆς συνηθείας καὶ τῶν παραδόσεων
2154ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ προάγῃ μόνος καὶ ἄνευ συμπράξεως τοῦ
2155Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ μετακινῇ τὸ προσω-
2156πικὸν τῶν ἀξιωματικῶν.
2157Παρ’ ἡμῖν ἑπομένως δὲν ἠδύνατο ὁ νόμος νὰ δώσῃ τὰ
2158δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ περὶ Γεν. Διοικήσεως ἔδωκεν εἰς τὸν
2159Γεν. Διοικητήν, δὲν ἠδύνατο, ἐννοῶ, νὰ τὰ δώσῃ ὡς τὰ ἔδω-
2160κεν, ἄνευ δηλ. δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτι-
2161κῶν νὰ μὴ ἀποδέχηται τὰς προτάσεις, ὁσάκις ἔχῃ λόγον νὰ
2162μὴ τὰς ἀποδέχηται. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ περὶ
2163νομιμότητος. Δὲν ἐννοῶ νὰ ψέξω τὰς προτάσεις τῆς Γεν.
2164Διοικήσεως. Ταύτας πάντοτε ὑπηγόρευσεν ἡ ἀμεροληψία, καὶ
2165ἂν ἐνίοτε ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Γεν. Διοικητοῦ ἔλαβον χώραν ἐξαι-
2166ρέσεις, ἡ γενικὴ ἀντίληψις εἶναι, ὅτι διὰ πλέον ἀμερολήπτου
2167διοικήσεως ἐπαγιώθη μείζων τάξις καὶ πειθαρχία ἐν τῷ
2168στρατεύματι ὑπὸ τὴν Γεν. Διοίκησιν. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν νο-
2169μιμοποιοῦν τὰ μὴ νομίμως ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοι-
2170κήσεως γενόμενα, ἀλλ’ ἐπιβάλλουν ἔτι περισσότερον τὴν
2171ὑπαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ εἰς τοὺς θεμελιώδεις νόμους τοῦ Κρά-
2172τους, ἐπιβάλλουν δ’ ἔτι περισσότερον, ὁ Διάδοχος τοῦ Θρό-
2173νου, χάριν τοῦ ὁποίου ἱδρύθη ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοική-
2174σεως, νὰ μὴ ἐνασκῇ ἀντισυνταγματικὴν ἐξουσίαν. Βεβαίως
2175ἐπὶ τούτου τοῦ θέματος δὲν ὑπάρχει ὁμοφωνία, διότι ὑπάρ-
2176χουσί τινες, οἱ μὴ παραδεχόμενοι τοῦτο, οὐχ ἧττον ὅμως
2177πολλοὶ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς θεωροῦσιν, ὅτι
2178δὲν εἶναι ὁ ὑφιστάμενος νόμος σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα,
2179καὶ ὅτι πρέπει τοιαύτη ἐξουσία νὰ παύσῃ.
2180Ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδητε πόσον ζηλότυποι τῶν δικαιωμάτων
2181τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι οἱ λαοὶ καὶ εἰς
2182Κράτη, ὅπως ἡ Γερμανία, ἐν οἷς ἐπικρατεῖ καθ’ ὑπερβολὴν
2183τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα, καὶ ὅπου αὐτὸ τὸ Σύνταγμα τό-
2184σον ἐξαιρετικὰ δικαιώματα ἀπονέμει ἐπὶ τοῦ στρατοῦ εἰς
2185τὸν Αὐτοκράτορα, θὰ σᾶς ἀναφέρω ἄλλην περίστασιν, ἐκ τῆς
2186ὁποίας θέλετε πεισθῆ, ὅτι καὶ ἐκεῖ ἀκόμη, ὅπου τόσον αὐστη-
2187ρῶς καὶ εὐστόχως ἐξασκοῦνται τὰ δικαιώματα ταῦτα, ζητεῖ-
2188ται νὰ περιορισθῇ ἡ ἐξουσία τοῦ Αὐτοκράτορος, καὶ ὅτι τὴν
2189ἐξουσίαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν οὕτως ἐνασκεῖ, μετὰ δυσφορίας
2190ἀνέχεται ὁ τόπος.
2191Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχει Στρατιω-
2192τικὸν Γραφεῖον τοῦ Αὐτοκράτορος, τὸ ὁποῖον διευθύνει
2193εἷς ἀνώτατος ἀξιωματικός, ὅστις πρὸ τοῦ 1883 ἦτο συγ-
2194χρόνως τμηματάρχης τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2195Στρατιωτικῶν. Εἶπον ὑμῖν, ποῖα δικαιώματα, ἰδίως τοῦ
2196προσωπικοῦ, ἔχει τὸ Στρατιωτικὸν αὐτὸ Γραφεῖον ἐν γένει.
2197Ἐν τούτοις, καίτοι περὶ τῶν προσωπικῶν ζητημάτων τῶν
2198ἀξιωματικῶν ἀσχολεῖται τὸ Στρατιωτικὸν Γραφεῖον τοῦ
2199Αὐτοκράτορος, διατηρεῖται πάντοτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
2200Στρατιωτικῶν τὸ Γραφεῖον τῶν προσωπικῶν ὑποθέσεων.
2201Ἀλλ’ ἐκ τούτου συχνότατα προέρχονται συγκρούσεις, διότι
2202δὲν εἶναι διακεκριμένα σαφῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἔργα
2203τοῦ προϊσταμένου τοῦ Στρατιωτικοῦ Γραφείου καὶ τοῦ
2204Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ πρὸ τοῦ 1870 εἶναι
2205γνωσταὶ αἱ τοιαῦται συγκρούσεις, αἵτινες ἐπήρχοντο μεταξὺ
2206τοῦ Roon, Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τότε, τοῦ γνω-
2207στοῦ διὰ τὸ ἔργον τῆς παρασκευῆς μετὰ τοῦ Moltke τοῦ
2208γερμανικοῦ στρατοῦ εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1870, καὶ τοῦ
2209Manteuffel, ὅστις διηύθυνε τὸ Στρατιωτικὸν Γραφεῖον τοῦ
2210Αὐτοκράτορος. Γνωστὴ ἐγένετο μετὰ τὸ 1870 ἄλλη σύγ-
2211κρουσις τὸ 1896 μεταξὺ τοῦ στρατηγοῦ Hahnke, Διευ-
2212θυντοῦ τοῦ Στρατιωτικοῦ Γραφείου τοῦ Αὐτοκράτορος, καὶ
2213τοῦ στρατηγοῦ Bronsart von Schellendorf, Ὑπουργοῦ
2214τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξ ἧς, ἐπεκταθείσης καὶ ἐν τῷ τύπῳ τότε,
2215πιστεύεται ὅτι ἐπῆλθε καὶ ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργοῦ.
2216Εἶπον ὅτι καὶ ἐν τῷ τύπῳ ἐπεξετάθη ἡ πολεμικὴ περὶ
2217τῆς δικαιοδοσίας τῶν δύο Γραφείων. Μεταξὺ τῶν ἄλλων
2218ἐφημερίδων ἡ τῆς Κολωνίας, ἥτις εἶναι ἓν τῶν σπουδαιοτέ-
2219ρων ὀργάνων τοῦ γερμανικοῦ τύπου, ἰδοὺ τί ἔγραφεν (ἀνα-
2220γινώσκει): «Τινὲς φρονοῦσιν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
2221τιωτικῶν εἶναι παντοδύναμος· φαίνεται ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι
2222κύριος ἐν τῷ οἴκῳ του. Πῶς τοιαύτη κατάστασις δύναται
2223νὰ ὑφίσταται ἐν τῷ Πρωσσικῷ στρατῷ, ὅστις περισσότερον
2224παντὸς ἄλλου διακρίνεται δι’ ἀκριβοῦς καθορισμοῦ τῶν δι-
2225καιοδοσιῶν; Πρέπει ν’ ἀναβιβάσῃ τις τὴν εὐθύνην μιᾶς
2226τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων οὐχὶ εἰς τὰ πρόσωπα,
2227ἀλλὰ μὲ τὴν ἱστορίαν εἰς χεῖρας εἰς αὐτοὺς τοὺς θεσμούς.
2228Ἄλλοτε τὸ Στρατιωτικὸν Γραφεῖον ἦτο ἁπλῶς ἓν Τμῆμα
2229τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τούτου ἕνεκα ὑπο-
2230τεταγμένον εἰς τὸν Ὑπουργόν. Λόγοι ἀποκλειστικῶς προσω-
2231πικοὶ ἤγαγον εἰς τὸν χωρισμόν, ὅστις ἀπὸ προσωρινοῦ ἐγέ-
2232νετο μόνιμος.»
2233Ἐντεῦθεν συνάγεται, ὅτι ἡ αὐτόβουλος καὶ ἀνεύθυνος ἐνέρ-
2234γεια τοῦ Στέμματος πέραν τῶν ἀντικειμένων, δι’ ἃ τὸ Σύν-
2235ταγμα ἀνεγνώρισεν ἐξαιρετικὴν εἰς αὐτὸ ἐξουσίαν, δὲν ἀνα-
2236γνωρίζεται παρὰ πάντων.
2237Ἀλλ’ αἱ ἐπιθέσεις τοῦ τύπου κατὰ τοῦ Στρατιωτικοῦ
2238Γραφείου, συνεπείᾳ τῆς παραιτήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
2239Στρατιωτικῶν, ὑπῆρξαν τοσοῦτον σφοδραί, ὥστε προὐκάλε-
2240σαν ἀνώνυμον δήλωσιν διὰ τῆς ἐπισήμου ἐφημερίδος τῆς
2241Αὐτοκρατορίας, περιέχουσαν μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς
2242(ἀναγινώσκει):
2243«Τὸ Στρατιωτικὸν Γραφεῖον δὲν εἶναι ὄργανον ἀνεξάρ-
2244τητον, δυνάμενον νὰ δίδῃ διαταγάς. Δὲν παριστᾷ ἢ τὸ Γρα-
2245φεῖον τοῦ Αὐτοκράτορος, ἐντεταλμένον νὰ διαχειρίζηται τὰς
2246ὑποθέσεις τοῦ στρατιωτικοῦ προσωπικοῦ, ὅσαι ἀνήκουν τῇ
2247Αὐτοῦ Μεγαλειότητι, δυνάμει τῶν παραδόσεων καὶ τοῦ
2248Συντάγματος. Ὁ ἀρχηγὸς ἑπομένως τοῦ Στρατιωτικοῦ
2249Γραφείου δὲν δύναται ἀφ’ ἑαυτοῦ νὰ λάβῃ οὐδὲν μέτρον,
2250ἀλλὰ μόνον νὰ διαβιβάζῃ τὰς διαταγὰς τοῦ Αὐτοκράτορος.
2251Δὲν δύναται ν’ ἀσκήσῃ οὐδεμίαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν ἀνωτέρων
2252ἀποφάσεων ἐν τοῖς ζητήμασιν, ἅτινά εἰσι τῆς δικαιοδοσίας
2253τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι οὗτος ὑποβάλλει
2254ὁ ἴδιος τὴν ἔκθεσίν του πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα.
2255Ἀκόμη δ’ ὀλιγώτερον δύναται νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἐλαχίστην
2256ἐπιρροὴν ἐν τοῖς πολιτικοῖς ζητήμασι.»
2257Βλέπετε ἐκ τούτου, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ εἶναι ἠναγκασμένος
2258αὐτὸς ὁ Αὐτοκράτωρ νὰ ὁμολογῇ περιωρισμένην τὴν δικαιο-
2259δοσίαν του, καὶ νὰ ἐκτείνῃ αὐτὴν μόνον εἰς τὰ προσωπικὰ
2260τῶν ἀξιωματικῶν, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ
2261ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία συζήτησις δύναται νὰ χωρήσῃ. Ἐν
2262τούτοις ὅ,τι δὲν γίνεται ἐκεῖ γίνεται παρ’ ἡμῖν, ἂν καὶ τὸ
2263Σύνταγμα ἀντίκειται εἰς τοιαύτας ἀνευθύνους ἐξουσίας.
2264Δύο λοιπὸν θεωρῶ ὅτι εἶναι τὰ μεγάλα ἐλαττώματα,
2265ἅτινα παρουσιάζει ὁ νόμος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ
2266ἅτινα ἐξέρχονται παντὸς κανόνος· πρῶτον, ὅτι ἀφήρεσε τὴν
2267ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἐκ τῆς δικαιοδοσίας, ἑπομένως τῆς
2268ἀμέσου ἐπιβλέψεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅθεν
2269τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ μετεβίβασεν εἰς τὰ
2270Γραφεῖα τῆς Γεν. Διοικήσεως, καὶ δεύτερον, ὅτι παρέδωκεν
2271εἰς τὸν Γεν. Διοικητὴν τὰ προσωπικὰ ζητήματα τῆς μετα-
2272κινήσεως τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τρόπον καθιστῶντα μὲν
2273ὑπεύθυνον τὸν Ὑπουργὸν, διότι ἀπαιτεῖται βασιλικὸν διά-
2274ταγμα προσυπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ συγ-
2275χρόνως καὶ ἀνίκανον νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε μετακίνησιν
2276ἀξιωματικοῦ ἄνευ προτάσεως τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ἢ ν’ ἀπο-
2277κρούσῃ αὐτήν. Οὐδ’ εἶναι ἡ ἐξουσία αὕτη ὁμοία πρὸς τὴν
2278ἐξουσίαν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ὡς ἐπιθεωρητοῦ, διότι εἶναι
2279ἐνάσκησις ἐξουσίας οὐχὶ προαιρετικὴ, ἀλλὰ κεκανονισμένη
2280ἐκ τῶν νόμων, δι’ ἐξετάσεων καὶ δοκιμασιῶν καὶ διαφόρων
2281ὑπηρεσιῶν καὶ πράξεων. Λοιπὸν περὶ τῶν προτάσεων, τὰς
2282ὁποίας ὡς ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ δικαιοῦται νὰ προτείνῃ
2283κατ’ ἔτος ὁ Γενικὸς Διοικητής, οὐδεμία συζήτησις δύναται
2284νὰ γείνῃ, εἴτε ὑπὸ ἔποψιν νομιμότητος, εἴτε ὑπὸ ἔποψιν εὐ-
2285θυνῶν· πλὴν πᾶσαι αἱ ἄλλαι, ὅσαι γίνονται ἐπὶ τῇ προτά-
2286σει τοῦ Γεν. Διοικητοῦ καὶ ἐπιβάλλονται ὑποχρεωτικαὶ εἰς
2287τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, βεβαίως προσκρούουσιν
2288εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἀνατρέπουσι τὸν μηχανισμὸν τοῦ πο-
2289λιτεύματος. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητεῖται, καὶ περὶ τῶν
2290δύο τούτων προνοεῖ, διότι ἀφαιρεῖ μὲν ἐκ τῶν Γραφείων τῆς
2291Γενικῆς Διοικήσεως τὰ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐπανα-
2292φέρει αὐτὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, περιορίζει δὲ καὶ τὸ δι-
2293καίωμα, ὅπερ εἶχεν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ὅπως ποιῆται προ-
2294τάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ὅσαι
2295ἀπαιτοῦσι βασιλικὸν διάταγμα. Ἑπομένως κατὰ τοῦτο
2296ὑπάρχει πλήρης ἡ θεραπεία τοῦ πράγματος. Ἂν ἡ ἐπι-
2297τελικὴ ὑπηρεσία τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐπιθυμῇ νὰ ἀσχο-
2298λῆται εἰς οἱανδήποτε ἐργασίαν ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας τὸ
2299διάταγμα τοῦ 1887 περιέλαβεν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ἐπι-
2300τελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, δύναται ν’ ἀσχολῆται,
2301τὸ δ’ Ἐπιτελικὸν Γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου βεβαίως θέλει
2302λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας αὐτοῦ, διότι προέρχονται ἐκ
2303τῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἥτις, ἐγγύτερον πολλῶν πραγ-
2304μάτων καὶ ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ εὑρισκομένη, δύναται πολ-
2305λάκις λυσιτελέστερα νὰ προτείνῃ μέσα θεραπείας.
2306Ὅσον ἀφορᾷ τὴν θεραπείαν τοῦ δευτέρου ἐλαττώματος,
2307τοῦ ἐκ τῶν προτάσεων περὶ μετακινήσεως τῶν ἀξιωματικῶν,
2308μολονότι εὑρίσκω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αἴρει ἀληθῶς τὸ μὴ
2309συνταγματικὸν, τὸ μὴ σύμφωνον πρὸς τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συν-
2310τάγματος, μ’ ὅλον τοῦτο δὲν λύει καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν
2311εὐθυνῶν προσηκόντως τὸ ζήτημα, διότι καὶ ἀπὸ προσωπικὰς
2312εὐθύνας πρέπει ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν Διάδοχον. Ἐγὼ δια-
2313φορετικὸν θὰ ὑπεδείκνυον τρόπον ἐπὶ τοῦ ἀκανθώδους ζητή-
2314ματος τῆς μετακινήσεως τῶν ἀξιωματικῶν. Νομίζω, ἐφ’ ὅ-
2315σον εἶναι τοῦτο δυνατὸν, ὅτι διὰ νόμου ἠδύνατο ἐκ τῶν
2316προτέρων νὰ ὁρισθῇ, πῶς τοποθετοῦνται οἱ ἀξιωματικοί.
2317Διότι, καὶ ἂν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀφεθῶσι
2318τὰ τῶν μεταθέσεων τῶν ἀξιωματικῶν, αἱ παρεκτροπαὶ
2319καὶ αἱ μεροληψίαι καὶ ἡ ἀνάμιξις τῆς πολιτικῆς εἶναι ἀνα-
2320πόφευκτοι. Μόνον ὁ νόμος, κανονίζων αὐτὰς, καὶ ἀφαιρῶν
2321ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως τῶν ἀξιω-
2322ματικῶν, προλαμβάνει τὰς εὐνοίας καὶ τὰς διακρίσεις.
2323§161Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι
2324ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐπεμβαίνει παρὰ μόνον
2325ὅταν ἦναι ἀνάγκη νὰ ἐπέμβῃ. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν σᾶς ἀνα-
2326φέρω τὸ ἑξῆς. Ἐν Καλάμαις ὑπάρχει σύνταγμα, εἰς τὸ
2327ὁποῖον ὑπηρετοῦσιν ἀξιωματικοὶ Μανιᾶται κατὰ τὸ πλεῖ-
2328στον, φίλοι ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη· ἀλλ’ οὔτε ἐγὼ
2329οὔτε ὁ κ. Μαυρομιχάλης μετεθέσαμεν κανένα ἐκεῖθεν, ἐκτὸς
2330ἑνὸς, τὸν ὁποῖον μετέθεσα ἐγὼ διὰ λόγους ὑπηρεσίας· καὶ
2331ὑπάρχουσιν ἀνέκαθεν οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς τὸ σύνταγμα
2332ἐκεῖνο, χωρὶς νὰ μετακινηθῇ οὐδείς. Λοιπὸν, ἐὰν ὁ Ὑπουρ-
2333γὸς ἐπεμβαίνῃ, ἐπεμβαίνει μόνον, ὅταν τυχὸν ὁ ἀξιωματικὸς,
2334ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του, ἀναμιγνύηται εἰς συγκρουόμενα
2335συμφέροντα τῶν πολιτῶν καὶ προκαλῇ ἐξ ἀνάγκης τὴν ἐπέμ-
2336βασιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐπιθυμοῦντος ν’ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ μίαν
2337σκανδαλώδη περίστασιν, ἐνῷ εἰς ἄλλα σώματα, εἰς τὰ
2338ὁποῖα ὑπηρετοῦσιν οἱ ἀξιωματικοὶ κατὰ τρόπον ὥστε νὰ
2339μὴ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, ἐκεῖ
2340οὐδεμία ἐπέμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ γίνεται, καὶ ποτὲ ἀξιω-
2341ματικὸς δὲν μετετέθη παρὰ μόνον ἐξ ἀνάγκης τῆς ὑπη-
2342ρεσίας.
2343Αὐτὸ λοιπὸν, τὸ ὁποῖον λέγετε περὶ παρεκτροπῶν καὶ
2344μεροληψιῶν τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν, ὡς πρὸς τὰς μετα-
2345θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς βλάβην τοῦ στρατοῦ, δὲν
2346εἶναι ἀκριβές· ἐὰν δὲ ὁμιλήσω, θὰ ἀποδείξω πολλὰ πράγ-
2347ματα ἀνακριβῆ καὶ ὅτι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς πειθαρχίας
2348δὲν συνέβη ποτὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὰ Γραφεῖα
2349τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὅπου ὑπάρχουν ἀναφοραὶ ἀξιωμα-
2350τικῶν τοσοῦτον ἀντιπειθαρχικαὶ, ὥστε ἔπρεπε νὰ παραπεμ-
2351φθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι εἰς τὸ Στρατοδικεῖον· ἀλλὰ
2352ὑπῆρχον λόγοι σοβαροὶ, οἵτινες ἐπέβαλον εἰς τὸν Γενικὸν
2353Διοικητὴν, αἱ ἀναφοραὶ ἐκεῖναι νὰ μὴ δημοσιευθῶσιν· οἱ δὲ
2354ἀξιωματικοὶ, οἱ ὑποβαλόντες τὰς ἀναφορὰς ταύτας, ἐγνώ-
2355ριζον ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὸ Στρα-
2356τοδικεῖον, διότι θ’ ἀπεκαλύπτοντο πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν
2357ἔπρεπε ν’ ἀποκαλυφθῶσι, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεφέρθησαν κατὰ
2358τρόπον σκανδαλωδέστατον.
2359§162ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱανδήποτε ἰδέαν καὶ ἂν ἔχῃ τις περὶ
2360τῆς ἐνασκήσεως τῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν προσωπικῶν ζητημά-
2361των εἴτε παρὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ εἴτε παρὰ τῶν ἑκά-
2362στοτε Ὑπουργῶν, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι, ἂν κατηρτίζετο νό-
2363μος κανονίζων τὰ περὶ τοποθετήσεως τῶν ἀξιωματικῶν
2364ἄνευ ἀναμίξεως προσώπων, θὰ ἦτο ὁ ἀσφαλέστερος τρόπος,
2365διότι θὰ ἦρε πᾶσαν ὑπόνοιαν περὶ μεροληψίας. Δὲν εἶναι δὲ
2366τοῦτο δύσκολον. Ἂν πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ ἤθελον διανε-
2367μηθῆ ἐν ἀρχῇ κατά τινα τρόπον εἰς τὰ διάφορα συντάγματα,
2368καὶ διὰ τῶν συνταγμάτων μετεκινοῦντο κατὰ διετίαν ἀπὸ
2369μεραρχίας εἰς μεραρχίας, οὕτως ὥστε εἰς τὸ διάστημα ἑξαε-
2370τίας νὰ διέλθωσιν ὑποχρεωτικῶς πάντες διὰ τῶν τριῶν με-
2371ραρχιῶν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρθῇ ἐντελῶς ἡ δυσχέρεια ἡ ἐκ
2372τῆς καταχρήσεως τοῦ δικαιώματος τῶν μεταθέσεων. Τοῦτο
2373δύναται νὰ δυσαρεστῇ τινας ἀξιωματικοὺς, οἵτινες ἀρέσκον-
2374ται εἴς τινας τόπους, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι
2375πᾶς ἀξιωματικὸς ἐν διαστήματι ἑξαετίας ὀφείλει νὰ διέλθῃ
2376διὰ τῶν τριῶν μεραρχιῶν. Τοῦτο συντελεῖ περισσότερον εἰς
2377τὴν μόρφωσιν αὐτοῦ, δὲν πρέπει δὲ νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν,
2378ὅτι, ἐπειδὴ ἀξιωματικός τις, λόγῳ ἀπορίας ἢ οἰκογενειακῶν
2379βαρῶν, προτιμᾷ νὰ ζῇ ἐν ἐπαρχίᾳ, ἐν ᾗ εὐθηνὸς ὁ βίος, πρέπει
2380καὶ νὰ διατηρῆται ἐν αὐτῇ ἢ ἐν παραπλησίᾳ καθ’ ὅλην τὴν
2381ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν του. Τουναντίον πᾶς ἀξιωματικὸς
2382πρέπει νὰ γνωρίσῃ τὰς ὁμόρους τῇ γείτονι ἐπαρχίας τῆς
2383Θεσσαλίας καὶ τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ διαμείνῃ μέρος
2384τῆς διετίας ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ὅπου καὶ ἡ μόρφωσις τοῦ ἀξιω-
2385ματικοῦ, συντελεστικὴ εἰς τὴν ἀνύψωσιν αὐτοῦ, εἶναι εὐκο-
2386λωτέρα καὶ ἀποτελεσματικωτέρα.
2387§163Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀξιωματικὸς εἰς
2388τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν ὁ ὁποῖος κατετάχθη ὡς παῖς τοῦ
2389στρατοῦ, ἤδη δὲ εἶναι συνταγματάρχης, καὶ μένει διαρ-
2390κῶς ἐν Ἀθήναις, ἀφ’ ὅτου κατετάχθη. Ἐρωτῶ, ἐὰν ἐπι-
2391τρέπεται τοῦτο, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἀξιωματικὸς διακεκριμένος
2392τοῦ πεζικοῦ, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε καὶ αὐτὸς νὰ ἔρχηται εἰς τὴν
2393φρουρὰν τῶν Ἀθηνῶν, μένει εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν
2394ἐπὶ μακρὰ ἔτη, διότι δὲν εἶχε τὴν εὐτυχίαν νὰ εὐνοῆται.
2395§164ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὰ βεβαίως συνέβησαν. Διὰ τοῦτο
2396νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὑποχρέωσις παντὸς ἀξιωμα-
2397τικοῦ, ὅπως ἐπὶ διετίαν ὑπηρετήσῃ ἐν ἑκάστῃ μεραρχίᾳ,
2398ὑποχρέωσις νὰ διέλθουν πάντες ἐξ Ἀθηνῶν, ἐκ Μεσολογγίου
2399καὶ ἐκ Λαρίσης κατὰ σειράν. Οὕτω καὶ τὰ παράπονα θὰ ἐκ-
2400λίπουν ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἡ μόρφωσις τῶν ἀξιωματικῶν θὰ
2401καταστῇ γενική.
2402Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ
2403νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν «ἡ ἐκλογὴ τῶν βαθμοφόρων διὰ τὰς θέ-
2404σεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τὴν ἀστυ-
2405νομικὴν ὑπηρεσίαν ἀνήκει τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν»,
2406νομίζω ὅτι ἀπόλυτον οὕτω δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
2407Στρατιωτικῶν, ὅπως, ἐν συνεννοήσει βεβαίως μὲ τὸν Ὑπουρ-
2408γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, λαμβάνῃ οἵους ἀξιωματικοὺς θέλῃ ἐκ
2409τοῦ στρατοῦ διὰ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, δὲν πρέπει νὰ δοθῇ·
2410πρέπει νὰ κολασθῇ, πρέπει ν’ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα εἰς
2411τὸν Γενικὸν Διοικητὴν, δι’ ἠτιολογημένης ἀπαντήσεως νὰ
2412προτείνῃ, ἂν οὗτος ἢ ἐκεῖνος ὁ ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ μὴ
2413ἀποσπασθῇ ἐκ τοῦ στρατεύματος.
2414§165Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀρνῆται.
2415§166ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πρέπει ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ
2416νόμῳ, ὅτι ἀρνεῖται ὁ Γενικὸς Διοικητής, διότι ὁπωσδήποτε
2417θεωρεῖται Ἀρχὴ ὑφισταμένη, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωμεν
2418τὸ δικαίωμα, ἐν τῇ μελέτῃ τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ οἱου-
2419δήποτε ὅπλου νὰ δύναται ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ἕνα ἀξιω-
2420ματικὸν, τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θεω-
2421ρεῖ κατάλληλον διὰ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἢ ὁ Ὑπουρ-
2422γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, νὰ
2423δύναται, λέγω, νὰ μὴ τὸν ἀποσπᾷ. Δὲν ὑποθέτω ὅτι ὁ Γε-
2424νικὸς Διοικητὴς θέλει ἀρνηθῆ ἄνευ λόγου τὴν ἀπόσπασιν
2425τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ
2426ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὰ σώματα τοῦ στρα-
2427τοῦ, δὲν πρέπει οἱ Ὑπουργοὶ νὰ τοὺς λαμβάνωσιν ἄνευ κἂν
2428τῆς συγκαταθέσεως καὶ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἐνίοτε δὲ
2429καὶ καθ’ ὑπόδειξιν ἀναρμοδίων προσώπων.
2430§167Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἡ διάταξις
2431αὕτη θὰ ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ δυσχερείας ἐν τῷ στρατῷ, ἐν
2432περιπτώσει καθ’ ἣν ἐπρόκειτο κατὰ πρῶτον νὰ εἰσαχθῇ ἡ
2433στρατιωτικὴ ἀστυνομία, διότι οὕτω θὰ ἐζητοῦντο παρὰ τοῦ
2434Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν συνεννοήσει μὲ τὸν Ὑπουρ-
2435γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, συλλήβδην 300 ἀξιωματικοὶ διὰ τὰς
2436ἀστυνομίας· σήμερον ὅμως πρόκειται περὶ τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς
2437ἢ δύο ἢ τριῶν προσώπων, καὶ ἐντεῦθεν δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν
2438νὰ ὑπάρξῃ ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῆς διατάξεως ταύτης ἡ συν-
2439τάραξις, ἡ ὁποία θὰ ἐπήρχετο ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν θὰ
2440εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ στρα-
2441τιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ περιπλέον τὴν διάταξιν ταύ-
2442την συνδέω μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ ἀστυνο-
2443μίας. Ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ εἴτε χρησι-
2444μεύσῃ ὡς βάσις μελέτης, εἴτε αὐτὸ τοῦτο ἐκτελεσθῇ ἀπὸ τῆς
24451 Ἰανουαρίου, τότε θὰ ἔχωμεν 25 ἕως 30 ἀξιωματικοὺς ἐν τῇ
2446ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ· ὅταν δὲ ἦναι τοσοῦτον περιωρισμένος
2447ὁ ἀριθμὸς, ἀναγκαίως θ’ ἀναγνωρισθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν
2448Ἐσωτερικῶν, ὑπέχοντα τὴν εὐθύνην διὰ τὰς ἀστυνομίας, διὰ
2449τὴν ἀπόστασιν τῶν ἀξιωματικῶν, θ’ ἀναγνωρισθῇ τὸ δι-
2450καίωμα νὰ τοὺς ἐκλέξῃ αὐτός. Ἄλλως πρέπει νὰ ἔχητε
2451ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπασχολῆται ὁ Γεν. Διοι-
2452κητὴς εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν καταλλήλων προσώπων διὰ τὴν
2453δεῖνα ἀστυνομικὴν περιφέρειαν, ὅταν οὔτε τὰς ἀνάγκας τῆς
2454περιφερείας, ἀλλ’ οὔτε τὰς περιστάσεις αὐτῆς γνωρίζει.
2455§168ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπον νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα
2456τῆς ἀντιρρήσεως ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, βεβαίως δὲ, ἔχων τὸ
2457δικαίωμα τοῦτο, δὲν θέλει ποτὲ παρεμβάλει δυσχερείας εἰς
2458τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, προκειμένου περὶ ἀποσπά-
2459σεως ἀξιωματικῶν, θεωρουμένων καταλλήλων διὰ τὴν ἀστυ-
2460νομικὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν θὰ ἐποιούμην δὲ λόγον περὶ τῶν
2461ἀστυνόμων, ἂν ἐγνώριζον ὅτι θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον
2462περὶ ἀστυνομίας, διότι ἐγὼ, διὰ πολλοὺς λόγους, εἶμαι ὑπὲρ
2463τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ τῆς
2464ἀντικαταστάσεως αὐτῆς διὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας.
2465Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, μὲ
2466ὅλας τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ, εἶναι ἡ ἀρχὴ
2467βελτιώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ, ὄχι μόνον διότι θὰ ἐπανέλθουν
2468οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς τὰ συντάγματα αὑτῶν, ἀλλὰ καὶ διότι
2469διὰ τῆς καταργήσεως εἴτε τῆς διοικητικῆς εἴτε τῆς στρα-
2470τιωτικῆς ἀστυνομίας θὰ προκύψῃ μέγα ποσὸν οἰκονομίας,
2471ὅπερ ὀφείλομεν νὰ χρησιμοποιήσωμεν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ
2472στρατοῦ, ἄνευ τῆς ὁποίας οὔτε τάξις οὔτε μόρφωσις αὐτοῦ
2473εἶναι δυνατή. Ὅσον καὶ ἂν ἐπεκρίθησαν τὰ νομοσχέδια τῶν
2474οἰκονομιῶν, ὅτι δὲν ἔχουν ἢ ἰδανικὰς δῆθεν οἰκονομίας, τὸ
2475νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας δημοτικῆς συνεπάγεται σπου-
2476δαίας οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν πραγματοποιηθῶσι, θ’ αὐ-
2477ξήσωσιν ἐπαισθητῶς τὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν δύναμιν τοῦ
2478στρατοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος ἡμῶν νὰ συντηρῇ
2479ἀστυνομίαν μὲ ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἀστυ-
2480φύλακας πολυδαπάνους,—ἢ, ἀκόμη χειρότερον—διοικητικὴν
2481ἀστυνομίαν καὶ συγχρόνως στρατὸν ἄξιον λόγου. Ἡ ἀστυ-
2482νομία πρέπει ν’ ἀφεθῇ εἰς τοὺς δήμους, ὁ δὲ στρατὸς, ὡς
2483στρατὸς, νὰ συντελῇ πανταχοῦ τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἀσφά-
2484λειαν. Καὶ ἡ χωροφυλακὴ πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸν
2485στρατόν· ἄλλως ματαιοπονοῦμεν, ἐλλείψει μέσων. Οὕτω θὰ
2486ἔχωμεν τόσον στρατὸν, ὥστε νὰ ἀρκῇ καὶ διὰ τὰς ἐσωτερι-
2487κὰς καὶ διὰ τὰς ἐξωτερικὰς ἀνάγκας. Διατηροῦμεν τὴν ἀστυ-
2488νομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἥτις ἀπαιτεῖ δαπάνην 500
2489χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλ’ ὅλη ἡ ἄλλη δαπάνη τῶν ἀστυνο-
2490μιῶν τοῦ Κράτους, ἥτις ἀνέρχεται μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν
2491τριῶν ἑκατομμυρίων, εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ χρόνου ν’ ἀπο-
2492τελέσῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οἰκονομίαν πραγματικὴν ὑπὲρ
2493τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ περιέλθῃ πᾶσα ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία
2494εἰς τοὺς δήμους. Ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ πρωτεύουσαι νο-
2495μῶν ἢ πόλεις ἔχουσαι 11,000 κατοίκους καὶ πλέον, αἱ
2496ὁποῖαι δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀξιωματικὸν ἀστυνόμον, ἀλλὰ
2497πᾶσαι αὗται δὲν θ’ ἀπαιτήσωσιν ἢ 25 ἕως 30 ἀξιωματικοὺς
2498ἐν ὅλῳ, ἑπομένως δὲν θὰ ἦναι μεγάλη ἡ δαπάνη. Ἀλλ’ ἡ
2499οἰκονομία θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτι-
2500κῆς ἀστυνομίας, καὶ θὰ μένῃ μόνον τὸ ζήτημα, πῶς θὰ δύ-
2501νανται οἱ δῆμοι νὰ ἐκτελῶσιν ἐπιτυχῶς τὴν ὑπηρεσίαν
2502ταύτην...
2503§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρότερον, ὅτε ἦτο ἡ δημοτικὴ
2504ἀστυνομία, πῶς τὴν ἐξετέλουν;
2505§170ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως... Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι διὰ
2506τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἢ διοικητικῆς ἀστυνο-
2507μίας καὶ διὰ τῆς συγχωνεύσεως τῆς χωροφυλακῆς ἐν τῷ στρα-
2508τῷ θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τόσον στρατὸν τακτικὸν,
2509ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἐνισχύσωμεν διὰ 10 χιλιάδων ἀνδρῶν
2510παραδείγματος χάριν τὰς ἀστυνομίας τῶν διαφόρων ἐπαρ-
2511χιῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἐν τοσούτοις νὰ ὑπολείπηται τοσοῦ-
2512τος ἀκόμη στρατὸς ἐν τοῖς συντάγμασιν, ὥστε νὰ μὴ βλά-
2513πτηται ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἐξάσκησις αὐτοῦ. Ἀλλὰ περὶ αὐ-
2514τοῦ δὲν πρόκειται σήμερον. Ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὴν μόρ-
2515φωσιν στρατοῦ. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι τὸ προκείμενον
2516νομοσχέδιον λύει κατὰ τὸ πλεῖστον τὸ ζήτημα, ὅπερ ἐγεν-
2517νήθη ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως
2518καὶ ἐξηκολούθησε μέχρι σήμερον, ζήτημα θίγον τὴν νομιμό-
2519τητα θεσμοῦ, οὗ προΐσταται ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου. Κακῶς
2520εἶχε διασκευασθῆ ὅτε ὑπεβλήθη, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ
2521τοῦ σκοποῦ του, ἄλλως διασκευαζόμενος. Ἄς εὐχηθῶμεν ἤδη,
2522ταχέως νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ἄλλα στρα-
2523τιωτικὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν θὰ ἄρξηται ἡ ἐργασία ὑπὲρ τοῦ
2524στρατοῦ, ἥτις ὑπὲρ τὸ δέον ἀνεβλήθη.
2525§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους
2526ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου
2527«περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 11,500
2528ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουρ-
2529γείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ 1902». Θέλει τυ-
2530πωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 52).
2531§172Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιο-
2532σύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου
2533«περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τινων τῆς ποινικῆς διατι-
2534μήσεως». Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει ἐπέλθει οἰκο-
2535νομία, κατὰ τοὺς ἀκριβεῖς ὑπολογισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας,
2536130,000 δραχμῶν. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐγγράψῃ
2537αὐτὸ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2538§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
2539ράρτημα, ἀριθ. 53).
2540§174ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
2541§175Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Εἰς τὰς 5
2542μ. μ. θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συνεδρίασις.
2543§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις.
2544(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 1 καὶ 5′ μ. μ. Ἐπαναλαμ-
2545βάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ.)
2546§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν
2547λόγον.
2548§178Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ἀξιότιμοι συνά-
2549δελφοι, οἱ δύο διακεκριμένοι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ
2550ἡμετέρου στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν κατὰ τοῦ ὑπὸ συζή-
2551τησιν νομοσχεδίου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βονίτσης καὶ ὁ ἕτερος
2552τῶν Βουλευτῶν Τυρνάβου, ὁ κ. Λαπαθιώτης, ἀπέτρεψαν
2553τὴν συζήτησιν ἀπὸ τὸ ζήτημα τὸ συνταγματικόν. Καὶ ἐν
2554τούτοις, Κύριοι, τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότερον, τὸ ὁποῖον
2555προκύπτει ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει, καὶ εἰς τὴν ἐπίλυ-
2556σιν τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ συνταγματικοῦ ἀποβλέπει
2557τὸ νομοσχέδιον. Μετ’ αὐτοὺς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Με-
2558σολογγίου μετὰ τῆς λεπτότητος, ἡ ὁποία διακρίνει τὸ πνεῦμα
2559αὐτοῦ, κατέγεινε ν’ ἀποδείξῃ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ
2560ὑφισταμένου νόμου, καὶ τοῦτο κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀναμφισβή-
2561τητον. Οὐδεμίαν ἀποδίδω πρόθεσιν κατὰ τὴν εἰσήγησιν καὶ
2562τὴν ψήφισιν τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ
2563ἀντισυνταγματικότης προκύπτει ἐκ τῶν διατάξεων αὐτοῦ,
2564καὶ ἐλάχιστοι οἱ διστάζοντες περὶ ταύτης· μεθ’ ὅσα δ’ ἀνέ-
2565πτυξε μετὰ τόσης δεξιότητος καὶ τόσον εὐγλώττως ὁ ἀξιό-
2566τιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, ἐλάχιστα ὑπολείπονταί
2567μοι νὰ εἴπω περὶ ταύτης.
2568Κύριοι, κατὰ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος ἡ ἐκτε-
2569λεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἐνασκεῖται δὲ διὰ
2570τῶν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων Ὑπουργῶν. Ἂν ἀναπόσπα-
2571στον μέρος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι τὰ ἀφορῶντα
2572εἰς τὸν στρατὸν, ἀναμφισβητήτως τὴν εὐθύνην ὡς πρὸς τὰ
2573τῆς διοικήσεως αὐτοῦ πρέπει νὰ ὑπέχῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουρ-
2574γὸς, πρέπει νὰ ὑπέχῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
2575Ἐρωτῶ δὲ, ὑπὸ τὸν ἰσχύοντα νόμον δύναται νὰ θεωρηθῇ
2576ὑπεύθυνος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν διοίκη-
2577σιν τοῦ στρατοῦ; Μοιραίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
2578κῶν ὀφείλει νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὀφεί-
2579λει νὰ παραδεχθῇ τὰς προτάσεις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ
2580τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἡ εὐθύνη αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ
2581ὑπάρχῃ, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ μήτε ἐν ταῖς χερσὶν αὐ-
2582τοῦ, μήτε παρὰ τῷ Γενικῷ Διοικητῇ, διότι ὁ Γενικὸς Δι-
2583οικητὴς δὲν ὑπέχει εὐθύνας ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, δὲν ὑπέ-
2584χει πολιτικὰς εὐθύνας. Ταύτην τὴν διάκρισιν παρέλειψαν
2585νὰ κάμωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν
2586ἠθέλησαν νὰ δεχθῶσι τὴν ἀντισυνταγματικότητα τὴν ὑφι-
2587σταμένην ἐν τῷ θεσμῷ τούτῳ. Ἀναμφιβόλως πᾶς τις ζῶν
2588ὑπέχει εὐθύνας· ὑπέχει εὐθύνας εἴτε ὡς μέλος τῆς κοινω-
2589νίας, εἴτε ὡς σύζυγος, εἴτε ὡς πατὴρ, ὑπέχει εὐθύνας με-
2590τερχόμενος οἱονδήποτε ἔργον, διαχειριζόμενος οἱανδήποτε
2591ὑπηρεσίαν, εἴτε πολιτικὴν, εἴτε στρατιωτικήν. Ἀλλ’ αἱ εὐθύ-
2592ναι αὗται οὐδὲν ἔχουσι τὸ κοινὸν πρὸς τὰς πολιτικὰς εὐθύ-
2593νας, πρὸς τὰς εὐθύνας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ἀποβλέπει τὸ
2594ἄρθρον 29 τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν δὲ οὕτως ἔχωσι τὰ πράγ-
2595ματα, ἀναμφισβητήτως ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος, ὅστις μετέθηκε
2596τὰς εὐθύνας τὰς πολιτικὰς ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν εἶναι
2597δυνατὸν παρὰ νὰ ἦναι ἀντισυνταγματικός.
2598Ὁ ἕτερος τῶν συναδέλφων, ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς,
2599ὅπως ἀποδείξῃ ἡμῖν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως
2600δὲν ἔχει τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν, ἐπεκαλέσθη δύο ἐπιχει-
2601ρήματα. Τὸ πρῶτον ἐστήριξεν εἰς τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συν-
2602τάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ἄρχει τῶν κατὰ γῆν
2603καὶ θάλασσαν δυνάμεων, καὶ εἶπεν: Ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς, ἀνεύ-
2604θυνος ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἄρχει τῶν κατὰ γῆν καὶ θά-
2605λασσαν δυνάμεων, χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ ὑπάρχῃ τι τὸ ἀντισυν-
2606ταγματικὸν, διότι τοῦτο καθιεροῦται δι’ αὐτοῦ τοῦ Συν-
2607τάγματος, διατί ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ
2608στρατοῦ, ἀνατιθέμενος τὴν διοίκησιν αὐτοῦ εἰς τὸν Διάδο-
2609χον, τὸν μὴ ἀνεύθυνον ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἤθελε χαρα-
2610κτηρισθῆ ὡς θεσμὸς ἀντισυνταγματικός;
2611Τὸ ἕτερον ἐπιχείρημά του ἦτο τὸ ἑξῆς. Μᾶς ἔλεγε: Μὴ
2612διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καταργεῖται ὁ θεσμὸς
2613τῆς Γενικῆς Διοικήσεως; μὴ ὁ Διάδοχος παύει ἀπὸ τοῦ νὰ
2614ἦναι Γενικὸς Διοικητής; Ἐὰν δὲ δὲν παύῃ νὰ ᾖναι Γενι-
2615κὸς Διοικητής, ὑπέχει καὶ πάλιν εὐθύνας· ἐντεῦθεν δὲν ἔχει
2616τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως.
2617Τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμον, καὶ δὲν
2618ἔχετε ἢ νὰ προστρέξητε εἰς τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Συντάγμα-
2619τος, διὰ νὰ ἐννοήσητε τὸ ἀβάσιμον αὐτοῦ. Διότι, ἂν τὸ ἄρ-
2620θρον 32 καθιεροῖ ὅτι «ὁ Βασιλεὺς ἄρχει τῶν κατὰ γῆν καὶ
2621κατὰ θάλασσαν δυνάμεων τῆς χώρας», τὸ ἄρθρον 30 τοῦ
2622Συντάγματος καθιεροῖ τὴν γενικὴν ἀρχὴν, ὅτι «οὐδεμία πρᾶ-
2623ξις τοῦ Βασιλέως ἔχει ἰσχὺν ἄνευ τῆς προσυπογραφῆς τοῦ ἁρ-
2624μοδίου Ὑπουργοῦ». Ἐντεῦθεν τὸ ἐπιχείρημα ἀποδεικνύε-
2625ται ἐντελῶς ἕωλον.
2626Ἀλλὰ καὶ τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα εἶναι τοιοῦτον. Εἶναι
2627δὲ τοιοῦτον δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς
2628εὐθύνης τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ὡς τοιούτου. Πρόκειται περὶ
2629τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ὁ διαχειριζόμενος τὰ τῆς ἐκτελε-
2630στικῆς ἐξουσίας—καὶ φρονῶ ὅτι μέρος τῆς ἐκτελεστικῆς
2631ἐξουσίας ἀποτελοῦσι τὰ τοῦ στρατοῦ — ὀφείλει νὰ ὑπέχῃ
2632ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, πολιτικῆς εὐθύνης, ἡ ὁποία δύναται
2633νὰ καταστῇ καὶ ποινικὴ εὐθύνη. Ἡ εὐθύνη αὕτη δὲν δύνα-
2634ται νὰ ἐννοηθῇ παρ’ ἑτέρῳ ἢ παρὰ τῷ Ὑπουργῷ. Καθ’ ὅ-
2635σον δὲ ἡ εὐθύνη διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἀποδίδεται εἰς ἕτε-
2636ρον, βεβαίως ὁ θεσμὸς εἶναι ἀντισυνταγματικός. Καὶ περὶ
2637τούτου οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία.
2638Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀποβλέπει ν’ ἀποδώσῃ
2639τὴν εὐθύνην εἰς ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει ἐκ τῆς θεμε-
2640λιώδους διατάξεως τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Συντάγματος· ἀπο-
2641δίδει τὴν εὐθύνην εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ
2642τῆς λειτουργίας τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχε-
2643δίου ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ μένει καὶ θὰ παρα-
2644μένῃ τοιοῦτος, μονιμοποιουμένου καὶ νομιμοποιουμένου τοῦ
2645θεσμοῦ. Ἀλλ’ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ θὰ ὑπέχῃ
2646τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ὑπέχει ὡς Γενικὸς Διοικητής, ἀλλ’
2647ὄχι καὶ τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ὑπέχῃ ἐνώπιον
2648τῆς Βουλῆς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ Γενικὸς
2649Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν
2650πᾶσαν μετάθεσιν, πᾶσαν ἀπόσπασιν, πᾶσαν τοποθέτησιν,—
2651καὶ εἶναι ἐνεργὸς ἡ δρᾶσις αὐτοῦ ἡ εὐεργετικὴ ἐν τῷ στρα-
2652τεύματι διὰ τοῦ τοιούτου μηχανισμοῦ,—ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς
2653τῶν Στρατιωτικῶν θὰ φέρῃ ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τῆς ἀπο-
2654δοχῆς τῆς προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, διότι ἔχει τὸ
2655δικαίωμα νὰ ἐξελέγξῃ αὐτὴν, ν’ ἀποδεχθῇ αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ
2656νὰ μὴ τὴν ἀποδεχθῇ. Καὶ θὰ ὑπέχῃ εὐθύνας ὁ Ὑπουργὸς
2657τῶν Στρατιωτικῶν ὄχι μόνον διὰ τὴν ἀποδοχὴν, ἀλλὰ καὶ
2658διὰ τὴν μὴ ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ.
2659Οὕτω θὰ ἐκλείψωσι, Κύριοι, αἱ ἔγγραφοι ἀνεπίσημοι προ-
2660τάσεις, αἱ ὁποῖαι σκορπίζονται ὑπὸ τοῦ ἀνέμου ἅμα ὡς
2661ἀφαιρεθῇ ἡ καρφὶς, ἡ ὁποία τὰς κρατεῖ ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου
2662τοῦ ἀπευθυνομένου πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν. Ὑπέχων
2663εὐθύνας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχει τὸ δικαίωμα,
2664δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, νὰ
2665εἴπῃ εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν: «δὲν ἀποδέχομαι» ἢ «δὲν
2666ἀποδέχομαι τελείως τὴν πρότασιν», ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
2667δεχθῇ ἢ μὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν· ἀλλ’ εἴτε δεχθῇ, εἴτε μὴ,
2668τὴν πρότασιν, ὑπέχει εὐθύνας ἀπέναντι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους
2669ἔταξεν ὡς κριτάς, ὡς ἐλεγκτὰς, τὸ Σύνταγμα.
2670Κύριοι, τοιοῦτος εἶναι ὁ μηχανισμὸς τοῦ νομοσχεδίου,
2671καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀπόδοσις
2672τῶν εὐθυνῶν ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ὦσιν, ἀπεδόθη οὐχὶ ἐκ
2673πνεύματος ἀνευλαβείας πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν καὶ
2674ὅπως ἡ δρᾶσις αὐτῆς ματαιωθῇ, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ,
2675διότι τὸν χειραφετεῖ ἀπὸ τὰς ἐπιδράσεις τὰς ἀλλοτρίας,
2676δίδεται δὲ τῇ Γενικῇ Διοικήσει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ
2677τὰς διαφόρους μεταβολάς, καθ’ ἣν ἐσχημάτισε πεποίθησιν
2678περὶ οἱουδήποτε βαθμοφόρου τοῦ στρατοῦ.
2679§179Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
2680§180Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι, ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου εἶναι
2681ἡ ἑξῆς. Εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν ἀποδίδεται ἡ Διοίκησις
2682τοῦ στρατεύματος, ἡ δὲ τοποθέτησις καὶ ἀπόσπασις τῶν
2683ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ ὑπηρετῶν τῶν μὴ ἀπο-
2684τελούντων μέρος τοῦ κυρίου στρατεύματος, ὡς καὶ τῶν τοῦ
2685σώματος τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, ἀπεδόθη εἰς τὸν Ὑπουρ-
2686γὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Οὕτως ἀπαλλάσσεται ἡ Γενικὴ
2687Διοίκησις ἀπὸ πάσας τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν
2688τὸ κοινὸν ἔχουσι μετὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
2689Ἀλλὰ μὴ τάχα ἐκ τοῦ ὅτι δίδεται τὸ τοιοῦτον δικαίωμα
2690εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῶν λοιπῶν ὑπη-
2691ρεσιῶν, τῶν μὴ ἀποτελουσῶν τὸ κύριον σῶμα τοῦ στρατοῦ,
2692ἡ ἐπίδρασις ἡ εὐεργετικὴ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ παύει νὰ
2693ὑφίσταται καὶ ἐπὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων; Ποσῶς, Κύριοι·
2694διότι ἔχομεν τὰ τῶν ἐπιθεωρήσεων τοῦ στρατοῦ εἰς χεῖρας
2695τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ· ἐπιθεωρήσεις ἐνεργουμένας καθ’ ἑκά-
2696στην ἡμέραν καὶ κατὰ πᾶσαν στιγμήν, ἐπιθεώρησιν ἐτησίαν,
2697ὅπως καταλήξῃ αὕτη εἰς τὰς προτάσεις ἐκείνας, ἐκ τῶν
2698ὁποίων θὰ προκύψωσι καὶ αἱ προαγωγαὶ καὶ ἡ στασιμότης
2699καὶ οἱαδήποτε κατάστασις τῶν βαθμοφόρων. Μετὰ τὸν
2700τοιοῦτον καθορισμὸν τῆς δράσεως καὶ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ
2701Γενικοῦ Διοικητοῦ καὶ τὸν καθορισμὸν τῆς ἐνεργείας καὶ
2702τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ
2703ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι παρὰ τῷ Ὑπουργῷ
2704τῶν Στρατιωτικῶν λειτουργεῖ τὸ Ἐπιτελεῖον. Τὸ Ἐπιτε-
2705λεῖον, Κύριοι, εἶναι ἡ πρόνοια τοῦ στρατοῦ, εἶναι ὁ ὀφθαλ-
2706μὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων·
2707μήτε εἶναι δυνατὸν ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρα-
2708τιωτικῶν ν’ ἀπαλλοτριωθῇ τοῦ μέσου, διὰ τοῦ ὁποίου δύνα-
2709ται νὰ γνωρίσῃ τὰς ἐλλείψεις ὑλικῶν ἢ ἐν γένει προμηθειῶν,
2710αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, ὅπως ὁ στρατὸς ᾖ πάντοτε ἕτοι-
2711μος καὶ ἑτοιμοπόλεμος. Εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρ-
2712νησις καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μὴ ἔχων παρ’ ἑ-
2713αυτῷ τὸ Ἐπιτελεῖον ὑπὸ τὰς διαταγάς του, ἵνα πληροφο-
2714ρῆται ἀπ’ εὐθείας λεπτομερῶς καὶ ἐπακριβῶς περὶ τῆς ἐν
2715γένει καταστάσεως τοῦ στρατοῦ; Θὰ ἦναι ἐντελῶς ξένος
2716πρὸς τὸν στρατόν. Τοιοῦτος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
2717θὰ συμβουλεύσῃ τῷ Βασιλεῖ τὴν κήρυξιν ἢ μὴ πολέμου καὶ
2718ἐπιστράτευσιν, οὐδὲν γνωρίζων περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ
2719στρατεύματος; Διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου
2720ὁρίζει, ὅτι παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχει
2721ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία. Εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἶπεν,
2722ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι ἀναγκαία, διότι δὲν εὗρε μήτε
2723ἐν τῇ διατάξει τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ
2724στρατοῦ, μήτε ἐν τῷ κανονισμῷ, οὐδεμίαν διάταξιν καταρ-
2725γοῦσαν τὸ γενικὸν Ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ, τὸ παρὰ τῷ
2726Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὅτι
2727δὲ δὲν εἶναι ἀκριβές, ἀπόδειξις ἡ παράλυσις πάσης ἐπιτε-
2728λικῆς ἐργασίας,—ὅπερ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ,—
2729ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοι-
2730κήσεως.
2731Ἐρωτῶ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ δια-
2732τελέσωσιν Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅλους ἐκείνους,
2733οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰ τοῦ στρατοῦ, νὰ εἴπωσιν ἡμῖν, ἐὰν
2734ὑπῆρξε μία καὶ μόνη ἐργασία ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ
2735τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Αὐτὸ τί ἀποδεικνύει; Ἀποδεικνύει, ἂν
2736ὄχι τὴν κατάλυσιν, τοὐλάχιστον τὴν παράλυσιν αὐτῆς,
2737καὶ τοῦτο ἐπῆλθεν ἐκ μιᾶς διατάξεως, ἀναμφισβητήτως κα-
2738κῆς, ἡ ὁποία ἐκανόνισεν, ὅτι τὰ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας,
2739τῆς μέχρι τοῦδε παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν,
2740θὰ μετέρχητε εἰς τὸ ἑξῆς τὸ Ἐπιτελεῖον τὸ παρὰ τῇ Γε-
2741νικῇ Διοικήσει. Ἀλλ’ ὅταν ἦναι ἀναμφισβητήτως ἀναγκαία
2742ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἐπιτελείου παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρα-
2743τιωτικῶν, τῆς προνοίας ταύτης, τοῦ ὀφθαλμοῦ τῆς Κυβερ-
2744νήσεως ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, δὲν φρονεῖτε ὅτι ἔπρεπε νὰ
2745ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἡ ἀνάγκη αὕτη πληρωθῇ; Τοῦτο πράτ-
2746τει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου. Πράττει ὅμως καὶ ἔτι
2747πλέον, ἀνατιθέμενον τὴν πρωτοβουλίαν ἐπὶ πάσης προνοίας
2748ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοι-
2749κήσεως, παρέχον αὐτῷ πλήρη αὐτοβουλίαν, ἀνεξαρτήτως πά-
2750σης διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ οὕτως
2751ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2752Στρατιωτικῶν ἐν πλήρῃ λειτουργίᾳ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ παρὰ
2753τῇ Γενικῇ Διοικήσει ἐν πλήρει λειτουργίᾳ. Τὰ πορίσματα
2754ὅμως τῶν μελετῶν τούτου ἀναγκαίως πρέπει νὰ ὑποβάλ-
2755λωνται εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπέχει εὐθύνας διὰ τὴν κατά-
2756στασιν τοῦ στρατοῦ, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
2757Κυρίως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι κατέγειναν εἰς τὸ νὰ
2758κατακρίνωσι τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ
2759νομοσχεδίου, κατὰ τὴν ὁποίαν «ἡ ἐκλογὴ τῶν βαθμοφόρων
2760διὰ τὰς θέσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ
2761τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀνήκει τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρα-
2762τιωτικῶν». Ἀλλὰ τὸ ὀρθὸν τῆς διατάξεως οὐδεὶς δύναται
2763ν’ ἀμφισβητήσῃ, διότι ὡς ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἔχει τὸ δι-
2764καίωμα νὰ καταρτίσῃ τὸ ἴδιόν του Ἐπιτελεῖον κατὰ τὴν
2765ἰδίαν του ἐκλογήν, ἐπίσης καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
2766τικῶν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ καταρτίσῃ τὸ προσω-
2767πικὸν τοῦ Ἐπιτελείου του καὶ ἐν γένει τοῦ Ὑπουργείου
2768τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν ἰδίαν του ἐκλογήν. Μήπω εἶ-
2769ναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
2770τικῶν δύναται νὰ ἔχῃ εἰς θέσεις ἐμπιστευτικὰς ἄλλους, ἐκτὸς
2771ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχει ἐμπιστοσύνην; Ὑπὸ τοὺς
2772ὅρους τοῦ ἰσχύοντος νόμου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
2773εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν διαρκῆ ἀμφιβολίαν, ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι
2774αὐτοῦ, ἐὰν οἱ ὑφιστάμενοι αὐτοῦ θὰ ἐκπληρώσουν ἢ ὄχι τὰς
2775διαταγάς του. Καὶ δύναμαι νὰ εἴπω καί τι πλέον· ὅτι ὑπὸ
2776τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους καταρτίζεται δυνάμει τοῦ νό-
2777μου περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ τὸ προσωπικὸν τοῦ
2778Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ Ὑπουργὸς εὑρίσκεται
2779ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν αὐτοῦ, ἡ ὁποία προσομοιάζει πρὸς ἀστυ-
2780νομικὴν ἐπιτήρησιν. Ἀλλὰ τοιοῦτος Ὑπουργὸς εἶναι ἀνά-
2781ξιος νὰ ὑπάρχῃ, οὐδὲ ἤθελε τοιοῦτον τὸν Ὑπουργὸν τὸ πο-
2782λίτευμα ἡμῶν, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ τις τοιοῦτον
2783τὸν Ὑπουργὸν, ὅταν αὐτὸς ὑπέχῃ ἀπέναντι τῆς Πολι-
2784τείας, ἀπέναντι ὑμῶν πᾶσαν τὴν εὐθύνην διὰ τὴν κατά-
2785στασιν τοῦ στρατοῦ.
2786Τὸ δεύτερον μέρος τῆς διατάξεως ταύτης δύναται νὰ
2787θεωρηθῇ ὡς ἔχον τι τὸ δυνάμενον νὰ ζημιώσῃ τὸ στρά-
2788τευμα. Ἐὰν βεβαίως ἐπρόκειτο σήμερον περὶ τοῦ καταρ-
2789τισμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀναμφισβητήτως καὶ
2790ἐγὼ αὐτὸς, ὁ εἰσηγητὴς τῆς σχετικῆς διατάξεως, ἤθελον τρο-
2791μάξει πρὸ τῶν δυνατῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς· ἐὰν ἐπρό-
2792κειτο ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ ὡς Ὑπουρ-
2793γὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αἰτήσεως τοῦ
2794Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ζητήσω, ὅπως 400 ὅλοι
2795ἀξιωματικοὶ κατὰ τὴν ἰδίαν μου ἐκλογὴν ἀποσπασθῶ-
2796σιν ἐκ τοῦ στρατεύματος, ἤθελον δειλιάσει πρὸ τῶν ἀπο-
2797τελεσμάτων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ τοιούτου
2798τινός. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία εἶναι κατηρτισμένη, εἶναι
2799πλήρης, καὶ πρόκειται μόνον, κατὰ τὰς περιστάσεις, κατὰ
2800τὰς ἀνάγκας τὰς ἐπιβαλλομένας ἐκ τῶν περιστάσεων, νὰ ἐκ-
2801λεχθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἱκανοὶ πρὸς
2802ἀναπλήρωσιν τῶν ἀποχωρούντων ἐξ αὐτῆς, πρὸς ἐπιτέλεσιν
2803τοῦ ἀστυνομικοῦ καθήκοντος. Καὶ τίς εἶναι ἁρμοδιώτερος
2804νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἱκανότητος ἐκείνων, οἵτινες πρόκειται νὰ
2805ἀναλάβωσι τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, παρὰ ὁ ὑπέχων τὴν
2806εὐθύνην διὰ τὴν ἀστυνομίαν ἐν τῷ Κράτει; Μόνον ὁ Ὑπουρ-
2807γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
2808κῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλέξωσιν αὐτούς. Ἐν περιπτώσει
2809καθ’ ἣν ἤθελεν ἀφεθῆ ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν εἰς τὴν Γενικὴν Δι-
2810οίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἤθελον ἀληθῶς ἐμβάλει τὴν Γενικὴν
2811Διοίκησιν εἰς μεγίστας δυσχερείας, διότι μὴ γνωρίζουσα
2812αὕτη τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ εὑρεθῇ εἰς ἕκα-
2813στος τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἵτινες προορίζονται δι’ ὡ-
2814ρισμένας περιφερείας ἀστυνομικὰς, δύναται νὰ ὑποπέσῃ
2815εἰς σφάλματα. Ἐντεῦθεν δὲν ἐδίστασα νὰ προτείνω, ὅπως
2816ἡ ἐκλογὴ τῶν βαθμοφόρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ
2817χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἀφεθῇ εἰς τοὺς Ὑπουρ-
2818γοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν. Δὲν ἐδίστασα δὲ
2819νὰ προτείνω τοῦτο καὶ διότι ἐλπίζω ὅτι θὰ ψηφισθῇ τὸ
2820ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν μεταρρύθμι-
2821σιν τῆς ἀστυνομίας. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὸ νομοσχέδιον
2822αὐτὸ ἤθελε ψηφισθῆ, δὲν θὰ πρόκηται πλέον περὶ 400 ἀξιω-
2823ματικῶν, θὰ πρόκηται περὶ 25 ἢ 30 ἀξιωματικῶν, τὴν
2824ἐκλογὴν δὲ αὐτῶν, ὅταν πρόκηται περὶ ἀστυνομικῶν καθη-
2825κόντων, ἀναγκαίως πρέπει νὰ τὴν ἀναθέσητε εἰς τοὺς ὑπέ-
2826χοντας τὴν εὐθύνην τῆς ἀστυνομίας ἐν τῷ Κράτει.
2827Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ὁ ἔνδοξος στρατηγὸς, εὗρε
2828δύο ἀρετάς.
2829§181Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὸν τίτλον.
2830§182Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς τὸν ἀπέδωκα καὶ ἄλλοτε, ὡς Πρω-
2831θυπουργὸς, καὶ τὸν τίτλον καὶ τὸν βαθμόν.
2832§183Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.
2833§184Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εὗρε, λέγω, δύο ἀρετὰς ἐν τῷ νομοθετήματι,
2834ἀλλ’ εὗρε καὶ μίαν ἀτέλειαν. Εἶπεν ἡμῖν, ὅτι πρόκειται περὶ
2835ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ πραγματικῶς κατὰ τοῦτο μό-
2836νον διαφέρει ἡ γνώμη μου πρὸς τὴν γνώμην τοῦ στρατηγοῦ,
2837ὅτι πρόκειται περὶ τμήματος τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ,
2838περὶ τοῦ τμήματος τοῦ μᾶλλον ἐπείγοντος· ἠρώτα δὲ ὁ
2839στρατηγός: «διατὶ οὐδὲ μνεία γίνεται περὶ ἐφεδρείας;»
2840Διότι τὰ τῆς ἐφεδρείας δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὸν θεσμὸν τῆς
2841Γενικῆς Διοικήσεως. Ἀναμφισβητήτως τὰ τῆς ἐφεδρείας πρέ-
2842πει νὰ ὀργανωθῶσιν, ἀλλὰ τὰ τῆς ἐφεδρείας θὰ ὀργανωθῶσι
2843διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ
2844ἐννοήσῃ τις στρατὸν ὑπὸ τοὺς σημερινοὺς ὅρους, κατὰ τὰς
2845ἰδέας τὰς ἐπικρατούσας σήμερον εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κρά-
2846τη, εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, ἄνευ πραγματικῆς ἐφεδρείας,
2847ἐφεδρείας, ἡ ὁποία θὰ συνταχθῇ ἐν δεδομένῃ στιγμῇ περὶ τὸν
2848πυρῆνα, — διότι οὐδὲν ἕτερον εἶναι, Κύριοι, ὁ μόνιμος στρα-
2849τὸς, — καὶ πρὸς τὸν πυρῆνα αὐτὸν θὰ συγχωνευθῇ, καὶ θ’ ἀνα-
2850πτύξῃ αὐτόν. Ἀλλ’ εἶναι ἡ ὥρα, καθ’ ἣν πρέπει ν’ ἀσχο-
2851ληθῶμεν περὶ τῆς ἐφεδρείας; Βεβαίως ὄχι. Οὐδ’ ἦτο δυνα-
2852τὸν τὰ τῆς ἐφεδρείας νὰ ὀργανωθῶσιν ἀπὸ τοῦ Σαββάτου
2853μέχρι τῆς Δευτέρας, ὅτε ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον.
2854Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ νό-
2855μου περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, γνωρίζει δὲ ὁ ἀξιό-
2856τιμος συμπολίτης μου, πῶς χαρακτηρίζεται τὸ νομοθέτημα
2857περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ παρὰ τοῦ ἄρθρου 14
2858αὐτοῦ: «Ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ
2859ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ». Πρόκειται δηλ. περὶ νο-
2860μοθετήματος προσκαίρου. Ἐὰν, ὡς πέπεισμαι, κατὰ Νοέμ-
2861βριον ὑποβληθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, τότε ἐν τῷ ὀρ-
2862γανισμῷ αὐτῷ θὰ περιληφθῶσι καὶ πᾶσαι αἱ διατάξεις αἱ
2863ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐφεδρείαν· διότι, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι δυ-
2864νατὸν νὰ ἐννοήσῃ τις σήμερον στρατὸν ἄνευ ἐφεδρείας καλῶς
2865ὠργανωμένης, ἡ ὁποία σκοπεῖ νὰ ἀναπτύξῃ ἐν ὥρᾳ πολέμου
2866τὸν ἐν ὥρᾳ εἰρήνῃ πυρῆνα, τὸν μόνιμον στρατόν.
2867Κύριοι, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν κυρίως
2868ἀπεβλέψαμεν εἰς τὸ νὰ νομιμοποιήσωμεν καὶ μονιμοποιή-
2869σωμεν τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, νὰ
2870ἀρθῇ δὲ πᾶσα ἀμφιβολία περὶ τοῦ τελεσφόρου καὶ τοῦ εὐερ-
2871γετικοῦ αὐτοῦ, ν’ ἀφήσωμεν ἐντελῶς ἐλευθέρας τὰς χεῖρας
2872τοῦ Γεν. Διοικητοῦ κατὰ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος,
2873ν’ ἀποσπάσωμεν ἀπ’ αὐτοῦ πάσας ἐκείνας τὰς ὑπηρεσίας,
2874αἱ ὁποῖαι ἤθελον εἰς μάτην ἀπασχολεῖ αὐτὸν, ν’ ἀποδώ-
2875σωμεν δὲ τὴν εὐθύνην διὰ τὰ τοῦ στρατοῦ εἰς ὃν ἀνήκει
2876αὕτη ἐκ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν.
2877Εἰς τοιούτους ἀποβλέποντες σκοποὺς, καὶ τοιαῦτα ἀπεκ-
2878δεχόμενοι ἀποτελέσματα ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου,
2879ἐφιστῶμεν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τὴν ψῆφον, τὴν
2880ὁποίαν πρόκειται νὰ δώσῃ ἐπ’ αὐτοῦ.
2881§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, ὅτε ἀνέγνωσα
2882τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον συζητεῖται, ὅτε κυρίως
2883ἀνέγνωσα τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου,
2884ἐνόμισα, ὅτι καθῆκον δὲν εἶχον νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν
2885συζήτησιν αὐτοῦ, διότι κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν πρό-
2886κειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ νόμου περὶ
2887Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ «ἀσάφειαι, αἵτινες προέκυ-
2888ψαν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ καὶ αἵτινες ἐνίοτε ἐπήνεγκον
2889ἀνωμαλίας περὶ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ»·
2890προστίθεται δὲ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, ὅτι «ὑπάρχει ἐν τῷ
2891νόμῳ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ διάταξις, ἥτις περιέπεσεν
2892ἐν ἀχρηστίᾳ ἕνεκα εἰδικῶν περιστάσεων». Ἐνόμιζον λοιπὸν,
2893ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου κυρίως ἐπιδιώκεται τοῦτο· νὰ παύ-
2894σωσιν αἱ ὑπάρχουσαι ἀσάφειαι, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ φέρωσι
2895δυσκολίας κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἡ ἀγόρευσις
2896τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ ἔθεσε τὸ ζήτημα οὐχὶ ἐν τῷ στε-
2897νῷ κύκλῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τίθεται.
2898Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι
2899σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ἀντισυνταγματι-
2900κότητος διατάξεών τινων τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου. Ἐπειδή, Κύ-
2901ριοι, ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ νομο-
2902σχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπὸ
2903τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθη καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, θεωρῶ
2904ὅτι ἔχω ὑπέρτατον καθῆκον νὰ ἀμυνθῶ κατὰ τῆς κατηγο-
2905ρίας περὶ ἀντισυνταγματικότητος τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἀλλ’
2906ἐνόμιζον, ὅτι δὲν θὰ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην,
2907διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν μέχρι τῆς ὑποβολῆς τοῦ
2908παρόντος νομοσχεδίου ὑπῆρξάν τινες, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον
2909τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ νόμου ἐκείνου, ἔχω, λέγω,
2910τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου
2911οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβητῶν τὴν συνταγματικό-
2912τητα τοῦ νόμου τούτου· διότι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν
2913εἰς τὴν Βουλὴν καὶ σήμερον συζητούμενον οὐδὲν ἕτερον
2914ἀποδεικνύει ἢ ὅτι ὁ νόμος ὁ λειτουργῶν εἶναι συνταγματικός.
2915Δυνάμει τοῦ λειτουργοῦντος νόμου δύο κυρίως ἀναγνωρί-
2916ζονται δικαιώματα εἰς τὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, τὸ δι-
2917καίωμα τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως.
2918Καὶ περὶ μὲν ἐπιθεωρήσεως οὐδεὶς πλέον γίνεται λόγος,—τὸ
2919δικαίωμα τοῦτο διατηρεῖται, ὡς ἔχει,—ἀλλ’ ἐθεωρήθη, ὅτι τὸ
2920δικαίωμα τῆς προτάσεως καταργεῖ τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην,
2921καὶ μεταφέρει ταύτην εἰς πρόσωπον ἀνεύθυνον, καταργου-
2922μένης δὲ τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, ἐννοεῖται, ὅτι καταπα-
2923τεῖται ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ἐξεταστέον, καταρ-
2924γεῖται ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη; Ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοι-
2925κήσεως ῥητῶς λέγει (ἀναγινώσκει): «Συνιστᾶται Γενικὴ
2926Διοίκησις τοῦ στρατοῦ. Προϊσταμένη ἀρχὴ τῆς Γενικῆς Διοι-
2927κήσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτι-
2928κῶν». Ἀναγνωρίζεται ἄρα ὑπὸ τοῦ νόμου, ὅτι προϊσταμένη
2929ἀρχὴ εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ, λέ-
2930γουσι, δικαίωμα προτάσεως ἔχει ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ὑπο-
2931χρέωσιν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς προτάσεως ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν
2932Στρατιωτικῶν. Οὐδαμοῦ τοῦ νόμου τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην
2933ἀνευρίσκω ἢ διαβλέπω. Ὁ Ὑπουργὸς ὅμως ἔχει τὸ δικαίωμα
2934νὰ ὑποβάλλῃ διάταγμα περὶ τοποθετήσεως ἢ μεταθέσεως, τὸ
2935δικαίωμα δὲ τῆς ὑποβολῆς τοῦ διατάγματος καθιεροῖ τὴν
2936εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι οὐδεμία διάταξις ἐν τῷ νόμῳ
2937ἐκείνῳ ὑπάρχει, ὑποχρεοῦσα αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ διάταγμα,
2938ἐὰν ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τοῦ διατάγματος πρόκειται
2939νὰ γείνῃ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ στρα-
2940τοῦ. Καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς, ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ὑμῶν
2941ἐξάγεται· διότι, μὲ ὅλας τὰς λεπτολόγους ἀναλύσεις τοῦ
2942νομοσχεδίου τούτου, δὲν δύνασθε ν’ ἀποφύγητε τὸ ἑξῆς δί-
2943λημμα· ἢ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως ἀφαιρεῖ καὶ ἀκυροῖ
2944τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἑπομένως ἀντίκειται πρὸς
2945τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὸ κανονίζον τὴν ὑπουργικὴν
2946εὐθύνην, καὶ τότε οὐδεμίαν πρότασιν δικαιοῦται καὶ δύναται
2947νὰ ὑποβάλλῃ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, διότι ἡ πρότασις, μα-
2948ταιοῦσα τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην, ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ
2949Σύνταγμα, ἢ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως δὲν ἀκυροῖ τὸ
2950δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς ὑποβολῆς ἢ μὴ τοῦ διατάγμα-
2951τος, καὶ τότε δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος περὶ Γε-
2952νικῆς Διοικήσεως. Ἐκ τοῦ διλήμματος τούτου δὲν δύνασθε
2953νὰ ἐξέλθητε. Καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ εἴπητε, ὅτι ἐξέρχεσθε
2954ἐκ τοῦ διλήμματος τούτου, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑμῶν
2955ὑπάρχει διάταξις, ὅτι, καθ’ ἣν περίπτωσιν ὁ Ὑπουργὸς δὲν
2956παραδέχεται τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν αὐτῷ παρὰ
2957τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ τὸν
2958Γενικὸν Διοικητὴν νὰ ὑποβάλῃ ἑτέραν πρότασιν, ἢ αἰτιο-
2959λογικὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως. Ἀλλὰ τὸ
2960δικαίωμα τοῦτο καὶ σήμερον δυνάμει τοῦ νόμου ἔχει. Ἔχει
2961τὸ δικαίωμα, δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὅταν λάβῃ μίαν
2962πρότασιν παρὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, νὰ μὴ ὑποβάλῃ τὸ
2963διάταγμα, καὶ νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις παρὰ τῆς ὑφισταμένης
2964ἀρχῆς, διὰ τίνας λόγους ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν
2965πρότασιν. Ὑμεῖς δὲ τί κάμνετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Ἀνα-
2966γνωρίζετε εἰς τὸν Ὑπουργὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον πλῆρες
2967ἔχει δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Ἡ δὲ διάταξις τοῦ νομο-
2968σχεδίου, δυνάμει τῆς ὁποίας, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ Ὑπουργὸς
2969δὲν συμφωνῇ πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν, δικαιοῦται
2970νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως δευτέραν πρότασιν,
2971μεγάλας δύναται νὰ γεννήσῃ δυσκολίας. Διότι τί θέλει συμβῆ,
2972ἐὰν ἡ δευτέρα πρότασις ἦναι ὁμοία τῆς πρώτης; Τί θέλει
2973συμβῆ, ἐὰν ἡ δευτέρα πρότασις δὲν τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ
2974Ὑπουργοῦ; Δὲν ἐξέρχεσθε λοιπὸν τῆς ἀντισυνταγματικό-
2975τητος διὰ τῆς δευτέρας προτάσεως, ἐὰν ἀντισυνταγματικότης
2976ὑπάρχῃ ἐν τῷ δικαιώματι τῆς ὑποβολῆς προτάσεων· αὐξάνετε
2977μόνον τὰς δυσκολίας. Τὸ ζήτημα, κατ’ ἐμὲ, εἶναι τοσοῦτο
2978καθαρὸν, τὸ δίλημμα δὲ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε εἶναι ἀδύνατον
2979νὰ ἐξέλθῃ τις ἢ διὰ τῆς ἑτέρας τῶν ἑξῆς δύο λύσεων· ἢ πρέ-
2980πει νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἀντισυνταγματικότης δὲν ὑπάρχει ἐν
2981τῷ δικαιώματι τῆς προτάσεως, καὶ τότε καλῶς ἔχει ὁ νόμος
2982ὁ ὑφιστάμενος, ἢ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως ἐκ μέρους τῆς
2983Γενικῆς Διοικήσεως εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, καὶ ἑπομένως
2984ὁ νόμος ὁ ὑφιστάμενος εἶναι ἀντισυνταγματικός. Ἀλλὰ τότε
2985καὶ τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, διότι τὸ
2986δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ προκαλέσῃ δευτέραν πρότασιν,
2987δὲν καθιστᾷ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως συνταγματικὸν, καὶ
2988τοῦ δικαιώματος τούτου μὴ ὄντος συνταγματικοῦ, τὸ νομο-
2989σχέδιον ὑμῶν εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Εὑρίσκεσθε πρὸ τῆς
2990ἀνάγκης, ἢ νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς προτά-
2991σεως εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, καὶ ἑπομένως τὸ δικαίωμα
2992τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ἢ ὅτι
2993τὸ δικαίωμα τοῦτο οὐδὲν ἔχει τὸ ἀντισυνταγματικὸν, διότι
2994εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστηρίξητε ὅτι ἡ ἀντισυνταγματικό-
2995της τῆς προτάσεως καλύπτεται διὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ
2996Ὑπουργοῦ, ὅπως ζητήσῃ τὴν ὑποβολὴν δευτέρας προτάσεως.
2997Περὶ τούτου, Κύριοι, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ
2998ἐγερθῇ ἡ παραμικρὰ ἀμφισβήτησις. Ὁ συλλογισμὸς οὗτος
2999εἶναι τοιοῦτος, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶ, ὅτι
3000κατ’ αὐτοῦ δύναται νὰ ἀντιταχθῇ τις. Ἐπαναλαμβάνω, τὸ
3001δικαίωμα τῆς προτάσεως, κατ’ ἐμὲ, οὐδόλως θίγει τὴν εὐ-
3002θύνην τὴν ὑπουργικὴν, διότι μένει ἀκέραιον τὸ δικαίωμα
3003τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν πρότασιν.
3004Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε: «Ἐὰν τυχὸν ὁ Ὑπουργὸς δὲν
3005συμμορφωθῇ πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, βαί-
3006νομεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον». Δὲν βαίνομεν, Κύριοι, εἰς τὸ
3007ἀπροχώρητον, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ἀπροχώρητον νὰ
3008μᾶς φοβίσῃ· διότι, ἐὰν ὑποθέσωμεν,—καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη
3009ἐπιβάλλεται ἡμῖν,—Ὑπουργὸν καὶ Γεν. Διοικητὴν ἐμφο-
3010ρουμένους ἐκ μόνης τῆς σκέψεως τῆς προαγωγῆς τῶν τοῦ
3011στρατοῦ, βεβαίως θέλει ἐπέλθει συμφωνία μεταξὺ αὐτῶν.
3012Ἐὰν ὅμως—ὅπερ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ—ἀποκλείετε
3013τὸ δυνατὸν τῆς συμφωνίας εἰς τὸ πρῶτον στάδιον, δηλαδὴ
3014κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς πρώτης προτάσεως, διατὶ τὴν παρα-
3015δέχεσθε εἰς τὸ δεύτερον, εἰς τὴν ὑποβολὴν τουτέστι τῆς δευ-
3016τέρας προτάσεως, ὅτε κατ’ ἀνάγκην καθίσταται δυσκολω-
3017τέρα; Διατὶ δὲν παραδέχεσθε, ὅτι σύρραξις γνωμῶν, δύσ-
3018κολος ἐν τῷ πρώτῳ σταδίῳ, καθίσταται λίαν πιθανὴ ἐν τῷ
3019δευτέρῳ; Διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν
3020κρίσιν μου, αὐξάνουσιν αἱ δυσκολίαι, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ
3021ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι διὰ ταύτης αἴρεται ἡ ἀντισυνταγμα-
3022τικότης, ἡ δῆθεν ὑπάρχουσα ἐν τῷ νόμῳ τῆς Γενικῆς Δι-
3023οικήσεως;
3024Ὁ νόμος, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικός. Ὁ νό-
3025μος ἀπέβλεψεν εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ τὴν διοίκησιν τῶν στρα-
3026τιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἐντελῶς ἀνεξάρτητον τῆς πο-
3027λιτικῆς. Λέγων δὲ ταῦτα, οὐδόλως διανοοῦμαι νὰ ὑβρίσω
3028ἢ νὰ προσβάλω τοὺς παρακαθημένους εἰς τὴν αἴθουσαν ταύ-
3029την. Ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν
3030τὴν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐχα-
3031ρακτήρισεν ὡς φθοροποιόν· ἔχομεν δὲ τοσοῦτον ἐρριζωμένην
3032τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρέπει τὴν ἐπίδρασιν ταύτην νὰ περιο-
3033ρίσωμεν, ὥστε δὲν περιωρίσθημεν, ἵνα περιορισμοὺς ταύτης
3034ἐπιζητήσωμεν μόνον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν,
3035περιωρίσαμεν ταύτην εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, καὶ ἂν θέλω-
3036μεν νὰ ὑπηρετήσωμεν τὴν πατρίδα, πρέπει νὰ προβαίνωμεν
3037πάντοτε περιορίζοντες αὐτήν. Τὴν περιωρίσαμεν, ὡς εἶπον,
3038εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα. Καὶ ἐρωτῶ, ἐφαντάσθη τίς ποτε
3039νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔπαυσε π. χ. ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκ-
3040κλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐπειδὴ ὁ
3041νόμος ὁ κανονίζων τὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοδιδασκάλων,
3042εἰς ἄλλους ἀναθέτει τὸν διορισμὸν, εἰς τὸν Ὑπουργὸν δὲ
3043ἀναθέτει τὴν πρόκλησιν τοῦ διατάγματος, τὴν ὑποβολὴν
3044τοῦ διατάγματος; Ἐφαντάσθη τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τοῦτο εἶναι
3045ἀντισυνταγματικόν; Καὶ εὑρέθη τις νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ ἄρ-
3046θρον 27 τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ διάταξις
3047τοῦ νόμου, ἡ ἐπιβάλλουσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ καθῆκον
3048νὰ προκαλῇ τὸ διάταγμα τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοδιδα-
3049σκάλων, εἶναι ἀντισυνταγματική; Καὶ σημειώσατε, ὅτι ὁ
3050Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπορρίψῃ
3051τὸν προτεινόμενον διορισμόν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
3052τικῶν ἀπεναντίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ: «Τὴν πρό-
3053τασιν τῆς Γεν. Διοικήσεως δὲν παραδέχομαι, καὶ προσκαλῶ
3054αὐτὴν, ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτῆς, ὡς ὑφισταμένης ἀρχῆς, τὴν
3055ὁποίαν δύναμαι νὰ διατάξω, προσκαλῶ αὐτὴν νὰ ὑποβάλῃ
3056νεωτέραν πρότασιν», ἢ «προσκαλῶ αὐτὴν νὰ μοὶ εἴπῃ τοὺς
3057λόγους, οἱ ὁποῖοι δικαιολογοῦσι τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότα-
3058σιν.» Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας οὐδὲν δικαίωμα ἔχει. Εἶ-
3059ναι διαβιβαστικὴ ἀρχὴ μόνον. Λαμβάνει τὴν ἀπόφασιν τοῦ
3060Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, διατάσσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν
3061σύνταξιν τοῦ διατάγματος, καὶ ὑποβάλλει τὸ διάταγμα.
3062Ἐὰν τοῦτο δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν, — καὶ βεβαίως δὲν
3063εἶναι, — δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ διάταξις ἡ ἀπαντῶσα ἐν
3064τῷ νόμῳ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως εἶναι ἀντισυνταγματική;
3065Ἐπέμεινα, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι
3066φρονῶ, ὅτι ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοι-
3067κήσεως πολὺς ἀδίκως ἐγένετο λόγος περὶ ἀντισυνταγμα-
3068τικότητος τοῦ νόμου τούτου. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω,
3069ὅτι, ἐὰν μέχρι τοῦδε ὑπῆρξέ τις, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ἔχῃ
3070ἀμφιβολίας περὶ τῆς συνταγματικότητος τοῦ νόμου, εἶναι
3071ἀδύνατον νὰ μὴ παραδεχθῇ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὑπὸ
3072συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅτι αἱ ἀμφιβολίαι αὐτοῦ εἶναι ἐν-
3073τελῶς ἀδικαιολόγητοι· διότι τὸ νομοσχέδιον, ἀναγνωρίζον
3074εἰς τὸν Γεν. Διοικητὴν τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως, ἀναγνω-
3075ρίζει ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν·
3076ἐὰν δὲ τυχὸν εἶναι τοιοῦτον, δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς
3077συνταγματικὸν διὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα
3078ἀπαιτῇ δευτέραν πρότασιν, ἢ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν.
3079Μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, τὴν ὁποίαν εἶχον καθῆκον
3080νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπεν
3081εἰς τὴν εὐθύνην ἐμοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας εἶ-
3082χον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι τότε Πρόεδρος, φρονῶ ὅτι πολλὰ δὲν
3083ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ἐπὶ τῶν λοιπῶν διατάξεων τοῦ νομο-
3084σχεδίου. Ἐὰν ἐκρίθη ὅτι ὑπηρεσίαι τινὲς ἠδύναντο ν’ ἀφαι-
3085ρεθῶσιν ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ
3086στρατοῦ, τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐλύθη μετὰ
3087ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, μετὰ ἐπισκόπησιν τῶν δυσκολιῶν,
3088αἱ ὁποῖαι ἴσως ἐν τῇ ἐφαρμογῇ παρουσιάσθησαν.
3089Λέγω δὲ ὅτι ταῦτα μεγάλην σημασίαν δὲν ἔχουσι, διότι,
3090ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
3091τιωτικῶν, δὲν πιστεύω ὅτι Ὑπουργός τις τῶν Στρατιωτι-
3092κῶν, ἐξ ὅσων διῴκησαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν
3093ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐνομοθετήθη ὁ νόμος περὶ Γενικῆς
3094Διοικήσεως, εὗρε τὴν παραμικρὰν δυσκολίαν εἰς τὴν ὑπο-
3095βολὴν προτάσεως συμφώνου πρὸς τὰς ὑποδείξεις αὐτοῦ· δὲν
3096πιστεύω ὅτι μεγάλως θὰ ἀλλοιώσῃ τὸν θεσμὸν ἡ μὴ ὑπα-
3097γωγὴ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Γεν. Διοικήσεως ὑγιειονο-
3098μικῶν τινων ἀξιωματικῶν ἐκτὸς τῶν σωμάτων ὑπηρετούν-
3099των, ἢ οἰκονομικῶν τινων ἀξιωματικῶν ἐκτὸς τῶν σωμάτων
3100ὑπηρετούντων. Νομίζω, ὅτι αἱ ἐξαιρέσεις αὗται ἀφίνουσιν
3101ἄθικτον τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, καὶ δύνανται νὰ
3102γείνωσι δεκταὶ καὶ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπεστήριξαν τὸν
3103νόμον περὶ Γεν. Διοικήσεως.
3104Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἐπιτραπήτω μοι
3105νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως
3106ποσῶς δὲν ἐξάγεται ὅτι καταργεῖται ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία
3107τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι
3108δὲν ἐξάγεται ἐκ τοῦ νόμου τούτου ἡ κατάργησις αὕτη, εἶναι,
3109ὅτι ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἐξηκολούθησε καὶ μετὰ τὴν ψή-
3110φισιν καὶ κύρωσιν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου λειτουργοῦσα
3111ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐλειτούργει
3112πρότερον. Ἐὰν ἡ λειτουργία τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ
3113Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι πλημμελής, ἐὰν πλημ-
3114μελὴς ὑπῆρξε πάντοτε, ἂς εὐχηθῶμεν, ὅτι εἰς τὸ μέλλον
3115θὰ ἀποβῇ ὠφέλιμος καὶ θ’ ἀσχοληθῇ περὶ τὰ θέματα ἐκεῖνα,
3116περὶ τὰ ὁποῖα κυρίως πρέπει νὰ ἀσχολῆται ἡ ἐπιτελικὴ ὑπη-
3117ρεσία. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ
3118νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως εἶχε καταργηθῆ ἡ ἐπιτελικὴ
3119ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι, ἐπανα-
3120λαμβάνω, ἐξηκολούθησε λειτουργοῦσα ἐν αὐτῷ ὡς καὶ πρό-
3121τερον.
3122Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοι-
3123κήσεως ἀναγνωρίζει — καὶ δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀναγνωρίσῃ —
3124πλῆρες τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα προκαλέσῃ τὴν
3125Γεν. Διοίκησιν, — ἀρχήν, ἐπαναλαμβάνω, ὑφισταμένην, διότι
3126προϊστάμενος τῆς ἀρχῆς ταύτης εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν
3127Στρατιωτικῶν, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως, —
3128ὅπως ἀσχοληθῇ ἐπὶ ὅλων τῶν θεμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα
3129ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον μελετῶν
3130ἐκ μέρους τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ τὸ νὰ ὑπάρχῃ
3131διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἡ ὁποία τὴν τυχὸν ἀσάφειαν
3132περὶ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας προτίθεται νὰ λύσῃ, νομίζω
3133ὅτι εἰς τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντείπῃ. Ἐὰν ἀσάφειαι
3134ὑπῆρχον, ἐὰν ἀμφιβολία ἐγεννήθη ὡς πρὸς τὴν ὕπαρξιν ἐπι-
3135τελικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καλῶς ἔχει ἡ διάτα-
3136ξις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ αἴρουσα τὴν ἀσάφειαν.
3137Καὶ φθάνω οὕτως εἰς τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ νο-
3138μοσχεδίου, εἰς τὴν διάταξιν τὴν σχετικὴν πρὸς τοὺς ἀστυ-
3139νόμους.
3140Πολλάκις, Κύριοι, ἔσχον ἀφορμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
3141του νὰ ἐκθέσω τὰς ἰδέας μου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνο-
3142μίας. Εἶπον ἐπανειλημμένως, ὅτι κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀδύνατον
3143νὰ ἐννοηθῇ στρατιωτικὴ ἀστυνομία καὶ ὀργανισμὸς στρατοῦ,
3144ἐδήλωσα δὲ πάντοτε, ὅτι τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θ’ ἀσχολη-
3145θῶμεν σοβαρῶς περὶ ὀργανισμοῦ στρατοῦ, εἶναι ἀδύνατον νὰ
3146μὴ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
3147νομίας, διότι στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἀπασχολοῦσα 300
3148καὶ πλέον ἀξιωματικούς, δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ, ὅταν θὰ
3149ἔχητε στρατὸν ἐπιβάλλοντα τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ μεταχει-
3150ρισθῇ τοὺς 300 τούτους ἀξιωματικοὺς πρὸς ἐκπαίδευσιν
3151αὐτοῦ. Εὐθὺς λοιπὸν ὡς ψηφισθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρα-
3152τοῦ, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν
3153τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
3154Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐπι-
3155τραπήτω μοι νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι καὶ ἄλλοτε εἶπον. Αἱ περὶ
3156ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ θεμελιώδεις ἰδέαι εἶναι κοιναὶ εἰς
3157ὅλους· διότι, ἐὰν λάβητε τὰς μελέτας τὰς δημοσιευθείσας
3158παρ’ ὅλων τῶν ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των δυναμένων ν’ ἀσχολη-
3159θῶσι περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θὰ ἴδητε, ὅτι τὰ ἀποτε-
3160λέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὅλοι φθάνουσιν, ὀλίγον διαφέρουσι
3161μεταξύ των. Ὅλοι παραδέχονται, ὅτι τὸ πρῶτον μέλημα
3162οἱουδήποτε ἀσχολουμένου εἰς τὴν παρασκευὴν ὀργανισμοῦ
3163στρατοῦ εἶναι νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρα-
3164τοῦ. Ἐν ὅσῳ, Κύριοι, δὲν ἔχετε ἄνδρας ἐν τῷ στρατῷ, δὲν
3165δύνασθε νὰ ἐπιδιώξητε ἐκπαίδευσιν ἀξιωματικῶν, στελεχῶν
3166καὶ ἀνδρῶν, δὲν δύνασθε νὰ σκεφθῆτε περὶ σχηματισμοῦ
3167πυρῆνος, περὶ τὸν ὁποῖον θὰ ἔλθωσι νὰ συνταχθῶσιν αἱ
3168ἐφεδρεῖαι. Καὶ σήμερον ἔτι ἐγένετο λόγος περὶ ἐφεδρειῶν.
3169Βεβαίως εἶναι ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη ἀπόλυτος, ὅπως αἱ ἐφε-
3170δρεῖαι γυμνασθῶσιν· ἀλλ’ ὅπως ἡ ἀνάγκη αὕτη πραγμα-
3171τοποιηθῇ, πρέπει πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἔχητε πυρῆνα στρα-
3172τοῦ. Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι, ὅταν
3173ἔχωμεν ὑπὸ τὰ ὅπλα μόλις 15 χιλιάδας ἄνδρας, ὅταν ἕκα-
3174στον σύνταγμα ἡμῶν δὲν ἔχῃ πλείονας τῶν 300 ἢ 400 ἀν-
3175δρῶν, καὶ τούτους διεσπαρμένους, ὅταν ἦναι ἀδύνατον νὰ γεί-
3176νωσιν οὐχὶ γυμνάσια τάγματος, συντάγματος, ταξιαρχίας καὶ
3177μεραρχίας, ἀλλὰ πολλάκις καὶ γυμνάσια λόχου, εἶναι δυνα-
3178τὸν νὰ σκεφθῇ τις περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ
3179προσκλήσεως ἐφεδρειῶν; Ἄρα πρώτη ἀνάγκη εἶναι ἡ αὔξη-
3180σις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν. Καὶ ὅπως φθάσῃ τις εἰς τὴν
3181αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, δύο γνῶμαι δὲν ὑπάρχουσι·
3182πρέπει ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ ἀπαλλαγαί, πρέπει
3183ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐλαττωθῇ ἡ θητεία. Ἐὰν δὲν ἐλαττωθῶσιν αἱ
3184ἀπαλλαγαί, θὰ εὑρεθῆτε πάντοτε πρὸ τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν
3185ὁποῖον δίδει ἡ σημερινὴ κατάταξις τῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν
3186τῶν στρατιωτικῶν τῶν ὑποχρεώσεων προσερχομένων· ἐὰν
3187δὲν ἐλαττώσητε τὴν θητείαν, θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀδυνα-
3188μίαν νὰ ἐλαττώσητε τὰς ἀπαλλαγὰς, ἑπομένως εἶναι οἱ δύο
3189ὅροι ἀναγκαῖοι, ὅπως ὀργανισμὸς οἱοσδήποτε λειτουργήσῃ.
3190Ἀλλ’ ὅταν δυνηθῶμεν τοὺς δύο τούτους ὅρους νὰ ἐφαρ-
3191μόσωμεν, —καὶ ὅπως δυνηθῶμεν τοὺς δύο τούτους ὅρους νὰ
3192ἐφαρμόσωμεν, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἔχωμεν δαπάνην μεγαλειτέ-
3193ραν, καὶ τὸ ζήτημα καταντᾷ, ὡς βλέπετε, ζήτημα οἰκονομι-
3194κὸν —ὅταν, λέγω, δυνηθῆτε, λύοντες τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομι-
3195κόν, ἄνευ τοῦ ὁποίου πᾶς ὀργανισμὸς στρατοῦ, ὅσον τέ-
3196λειος καὶ ἂν ἦναι, θὰ ἦναι ὀργανισμὸς καταδεδικασμένος νὰ
3197μείνῃ χάρτης ἄγραφος, ὅταν, λέγω, τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα
3198λυθῇ καὶ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἐφαρμοσθῇ, τότε βε-
3199βαίως πρέπει ἀμέσως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῆς
3200στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ
3201αὔξησις ἀφ’ ἑνὸς τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, ἀφαίρεσις ἀπὸ
3202τοῦ στρατοῦ 300 ἀξιωματικῶν ἀφ’ ἑτέρου. Βαίνομεν λοι-
3203πὸν κατ’ ἀνάγκην, Κύριοι, ἐὰν σκεφθῶμεν σοβαρῶς περὶ
3204ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, βαίνομεν κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν
3205κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐν ὅσῳ ὅμως τὰ
3206οἰκονομικὰ μέσα τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσιν αὐτῷ τὴν
3207ἐφαρμογὴν νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἡ στρατιωτικὴ
3208ἀστυνομία θέλει ἐξακολουθήσει λειτουργοῦσα, διότι δι’ αὐ-
3209τῆς ἐπιτυγχάνεται οἰκονομία 600 χιλιάδων δραχμῶν διὰ
3210μισθοὺς ἀξιωματικῶν.
3211Ψηφίσατε ὅσους νόμους θέλετε περὶ καταργήσεως τῆς
3212στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀναπόδραστον
3213ἀνάγκην, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ ἦναι δυνατὴ ἡ ἐφαρ-
3214μογὴ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, νὰ διατηρήσητε αὐτήν·
3215διότι θὰ σκεφθῆτε, ὅτι καταργουμένης τῆς στρατιωτικῆς
3216ἀστυνομίας θὰ ἔχητε ἐπιβάρυνσιν τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουρ-
3217γείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ 600 χιλιάδας δραχμῶν, οἱον-
3218δήποτε δὲ σύστημα ἀστυνομίας καὶ ἂν ἐφεύρητε, οἱονδήποτε
3219καὶ ἂν ἦναι τοῦτο, θὰ ἦναι σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτῇ
3220δαπάνας· ἀδιαφορῶ δὲ, ἂν αἱ δαπάναι αὗται μεταφερθῶσιν
3221ἐκ τοῦ Κράτους εἰς τοὺς δήμους, ἀδιαφορῶ πληρέστατα· διότι
3222ἡ κατάστασις τῶν δήμων εἶναι εἰς ὅλους γνωστή, καὶ εἶναι
3223τοιαύτη, ὥστε πᾶσα ἐπιβάρυνσις αὐτῶν θὰ ἐπιβαρύνῃ πράγ-
3224ματι τὸ Κράτος, δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον νὰ βαρύνητε
3225τὸ Κράτος, ἐν ὅσῳ δύνασθε νὰ διαθέσητε διὰ τὴν ἀστυνομι-
3226κὴν ὑπηρεσίαν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι εἰς οὐδὲν σοβαρὸν
3227ἔργον στρατιωτικὸν ἀσχολοῦνται, καὶ τοὺς ὁποίους, καλῶς
3228πράττετε, τοποθετοῦντες εἰς τὰς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους,
3229καὶ ἐξοικονομοῦντες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν
3230δαπάνην ὑπερβαίνουσαν τὰς 600 χιλιάδας δραχμῶν.
3231Ἀλλὰ ἐν ὅσῳ τὸ σύστημα τοῦτο ἐξακολουθεῖ ἐφαρμοζόμε-
3232νον, ἐν ὅσῳ οἱ ἀξιωματικοὶ ἀποσπῶνται εἰς τὴν ἀστυνομικὴν
3233ὑπηρεσίαν, νομίζετε ὅτι ἡ σχετικὴ περὶ αὐτῶν διάταξις τοῦ
3234νομοσχεδίου εἶναι καλή; Νομίζετε ὅτι εἶναι καλὸν, ἐνῷ
3235παραδέχεσθε τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικη-
3236τοῦ διὰ τὴν τοποθέτησιν καὶ μετάθεσιν τῶν ἀξιωματικῶν
3237ἐν γένει, νὰ ἐξαιρέσητε ταύτης τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐν ταῖς
3238ἀστυνομίαις ὑπηρετοῦντας; Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι πρέπον
3239ν’ ἀφήσητε εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν, τὸν γνωρίζοντα τὴν
3240πραγματικὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, τὸν γνωρίζοντα ποῖα
3241σώματα ἔχουσιν ὑπεραρίθμους, ποῖα σώματα δύνανται νὰ
3242στερηθῶσιν ἀξιωματικῶν τινων ἄνευ ζημίας τῆς ὑπηρεσίας,
3243δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι καλὸν ν’ ἀφήσητε εἰς αὐτὸν τὴν πρό-
3244τασιν καὶ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἀστυνομίας; Καὶ
3245ποῖος ὁ κίνδυνος ὁ ἐκ τῆς προτάσεως ταύτης; Ἐὰν ἡ λύσις,
3246τὴν ὁποίαν δίδετε ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ
3247ἔχῃ πράγματι τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ἐξ αὐτῆς προσδο-
3248κᾶτε, ἐὰν διὰ τῆς λύσεως τῆς ὑποδεικνυομένης, δηλαδὴ διὰ
3249τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ νὰ ζητῇ ἠτιολογημένην
3250ἔκθεσιν, ἢ νὰ ζητῇ δευτέραν πρότασιν, νομίζητε ὅτι ἡ εὐ-
3251θύνη τοῦ Ὑπουργοῦ ἀποκαθίσταται πλήρης καὶ πᾶς κίνδυνος
3252διαφωνίας μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ αἴρεται,
3253ποίαν δυσκολίαν ἔχετε ν’ ἀπαιτήσητε αὐτὴν καὶ διὰ τοὺς
3254ἀστυνόμους; Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἀπαλειφθῇ
3255ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου, ἡ σχετικὴ πρὸς τοὺς ἀστυνόμους.
3256Ἐγὼ, Κύριοι, μετὰ τὴν συζήτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν προε-
3257κλήθην, ἐκ τοῦ καθήκοντος ἵνα ἀποδείξω, ὅτι νομοσχέδιον
3258τῇ ἐμῇ πρωτοβουλίᾳ ὑποβληθὲν καὶ ψηφισθὲν δὲν εἶχε τὸ
3259μέγα ἁμάρτημα τῆς ἀντισυνταγματικότητος, ἐγώ, Κύριοι,
3260φρονῶ, ὅτι, ἐὰν διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ συζητουμένου νομο-
3261σχεδίου ἐπιτυγχάνηται νὰ μὴ γείνῃ πλέον λόγος ἐν τῇ αἰ-
3262θούσῃ ταύτῃ περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, νὰ μὴ
3263ἀποτελέσῃ ὁ θεσμὸς αὐτὸς θέμα διαπάλης κομματικῆς, φρονῶ
3264ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ συστήσω τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Ἐκ τοῦ
3265θεσμοῦ ἀπεκδέχομαι καλὰ ἀποτελέσματα, ἐὰν μάλιστα ἡ
3266Πολιτεία δυνηθῇ νὰ λάβῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, ἄνευ τῶν ὁποίων
3267ἡ δρᾶσις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἢ λίαν
3268περιωρισμένη. Εἰς τὴν λῆψιν τῶν μέτρων τούτων δέον νὰ
3269ἀσχοληθῶμεν ἄνευ διακρίσεως κόμματος. Πρέπει νὰ ἐργασθῶ-
3270μεν πρὸς ψήφισιν καλοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, πρὸς εὕρε-
3271σιν κυρίως οἰκονομικῶν μέσων, ἐπιτρεπόντων τὴν ἐφαρμογὴν
3272τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου. Τούτου γενομένου, θὰ ἐκδηλωθῇ κατα-
3273φανέστερον ἡ ἀγαθὴ ἐπίδρασις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοι-
3274κήσεως ἐπὶ τῆς βελτιώσεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγ-
3275μάτων.
3276§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λό-
3277γον ἐπὶ τοῦ εἰσαχθέντος νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως
3278τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, διότι, ἐὰν
3279ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ζητήσῃ
3280νὰ πείσῃ ὑμᾶς, ὅτι ὁ ὑπάρχων ἐν ἰσχύϊ νόμος περὶ Γενικῆς
3281Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα,
3282καθῆκον εἶχον ὡσαύτως καὶ ἐγὼ νὰ ζητήσω νὰ πείσω ὑμᾶς,
3283ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ, τοὺς ὁποίους προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν
3284κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος
3285περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἦσαν ἰσχυρισμοὶ βά-
3286σιμοι καὶ οὐσιώδεις.
3287Ὅτε κατὰ τὸ 1890 εἰσήχθη ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοι-
3288κήσεως τοῦ στρατοῦ, πολλὰ συγχρόνως ἐτέθησαν ἐπὶ τοῦ
3289τάπητος θέματα πρὸς συζήτησιν· ἐὰν συμφέρει εἰς τὰς πο-
3290λιτειακὰς ἐξουσίας, ἐὰν συμφέρει εἰς τὴν χώραν καὶ εἰς τὸ
3291Κράτος νὰ περιβληθῇ ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου
3292διὰ καθηκόντων, ἔστω καὶ καθαρῶς στρατιωτικῶν, τὰ ὁποῖα
3293ὅμως ἤθελον δημιουργήσει αἰσθήματα δυσαρεσκείας πρὸς
3294αὐτὸν, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα τῆς πατρίδος προώρισε τὸν Διά-
3295δοχον νὰ ἀναβῇ ἐπὶ τοῦ Θρόνου, ὅταν ὁ Θεὸς ἤθελεν εὐδο-
3296κήσει, τὴν ἡμέραν δ’ ἐκείνην, ἀναβαίνων ἐπὶ τοῦ Θρόνου,
3297συμφέρον ἦτο νὰ ᾖναι ἀπηλλαγμένος πάσης κατ’ αὐτοῦ
3298προκαταλήψεως. Ἡ παρατήρησις αὕτη ἦτο παρατήρησις
3299πολιτικὴ, δὲν ἦτο παρατήρησις νομοθετικὴ, παρατήρησις
3300συνταγματική. Πολλοὶ ἀληθῶς ἐκ τῶν συναδέλφων τῶν
3301τότε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει τὴν γνώμην ταύτην εἶχον, καὶ
3302ἐπίστευον ὅτι βεβαίως δὲν πρέπει ν’ ἀνατεθῶσι καθήκοντα
3303ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου.
3304Ἐγὼ δὲν προέβην μέχρι τοῦ συλλογισμοῦ τούτου, καίτοι
3305ηὐχόμην νὰ μὴ εἰσήγετο τοιοῦτο νομοσχέδιον, δὲν προέβην,
3306λέγω, μέχρι τοῦ συλλογισμοῦ τούτου, καίτοι κατὰ τὸ μεσο-
3307λαβῆσαν διάστημα, ἀπὸ τοῦ 1893 μέχρι τοῦ 1897, μοὶ
3308ἐδόθησαν ἀφορμαὶ καὶ εὐκαιρία, ἵνα μορφώσω τὴν γνώμην,
3309ὅτι τὰ ἔργα τὰ ἀνατιθέμενα εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλλη-
3310νικοῦ Θρόνου δὲν πρέπει νὰ ᾖναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ δημιουρ-
3311γήσωσιν αἰσθήματα πρὸς αὐτὸν δυσμενῆ, καίτοι μοὶ ἐδόθη
3312ἀφορμὴ τὰς ἰδέας μου ταύτας νὰ ἀνακοινώσω καὶ εἰς αὐτὸν
3313τὸν Διάδοχον. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι δὲν ἠσχολήθην ἐπὶ τοσοῦτον
3314ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅσον μὲ ἠσχόλησε τὸ θέμα τὸ ἕτε-
3315ρον, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, ἀφοῦ μάλιστα,
3316ἐὰν ἤθελέ ποτε τελεσθῆ πρᾶξις ἀντισυνταγματικὴ ὑπὸ
3317Ὑπουργοῦ, ὀργάνου τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὸ δεινὸν
3318δὲν ἤθελεν εἶσθαι τοσούτῳ δεινὸν, ὅσῳ ἐὰν ἐτελεῖτο πρᾶξις
3319ἀντισυνταγματικὴ ἐπ’ ὀνόματι τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ
3320Διαδόχου.
3321Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, περιορισθεὶς ἐπὶ τῶν
3322γενομένων σήμερον παρατηρήσεων περὶ τῆς ἀντισυνταγ-
3323ματικότητος τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, ἐπὶ τῶν
3324παρατηρήσεων, καθ’ ἃς ἡ ἀντισυνταγματικότης τοῦ νόμου
3325τούτου ὑπάρχει ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ἀνετέθη εἰς
3326τὸν Διάδοχον, ὡς Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, ἵνα
3327ὑποβάλλῃ προτάσεις, περιορισθεὶς, λέγω, εἰς τὴν παρατή-
3328ρησιν ταύτην, ἠσχολήθη ν’ ἀνασκευάσῃ τὸν προταθέντα
3329ἰσχυρισμὸν, δὲν ἔθιξεν ὅμως ἄλλον ἰσχυρισμὸν, ὁ ὁποῖος
3330καταγγέλλει τὴν παράβασιν διατάξεων τοῦ Συντάγματος.
3331Ὅταν τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 77 ἀναγράφῃ, ὅτι οὐδὲν μέ-
3332λος τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας δύναται νὰ γείνῃ Ὑπουρ-
3333γὸς, ποίαν τάχα εἶχεν ἔννοιαν ἡ διάταξις αὕτη, ποῖος σκο-
3334πὸς, ποία ἰδέα, ποία γνώμη ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν
3335Συνέλευσιν τοῦ 1863 νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ Συντάγματι τοιαύ-
3336την διάταξιν; Κατάδηλον εἶναι, ὅτι ὁ σκοπὸς, ὁ ὁποῖος
3337ὑπηγόρευσε τὴν διάταξιν ταύτην, ἦτο ἡ διατήρησις ἀκε-
3338ραίας τῆς εὐθύνης τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διότι ἀνατρέ-
3339πονται πᾶσαι αἱ βάσεις τῶν ἐλευθέρων πολιτευμάτων, ὅταν
3340αἱ πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δὲν συνεπάγωσι τὴν
3341εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ὑπέχει διὰ πᾶσαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν
3342προσυπογράφει ὁ Ὑπουργὸς ἐν διατάγματι βασιλικῷ.
3343Ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρα-
3344τοῦ ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κα-
3345θήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀνετέθησαν εἰς τὸν Διάδοχον. Βεβαίως ὁ
3346νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ δὲν ἀνεγνώρι-
3347σεν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὸν Διάδοχον, ἀλλὰ διὰ
3348τοῦ νόμου τούτου ἀφῃρέθησαν δικαιώματα, καθήκοντα τοῦ
3349Ὑπουργοῦ, καὶ ἀνετέθησαν ταῦτα εἰς τὸν Διάδοχον· καὶ ἐνῷ
3350ὁ Διάδοχος δὲν ἐγένετο Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνέ-
3351λαβεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐκπληροῖ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα
3352ἐπάγουσιν εὐθύνην, καὶ τὰ ὁποῖα ἁρμόζουσι μόνον εἰς τὸν
3353Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν κυρίως ὑπεύθυνον ἐπὶ τῇ
3354ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων τούτων. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸν
3355νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐὰν ἐξετάσητε
3356τὰς λεπτομερείας τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα
3357δι’ αὐτοῦ ἀνετέθησαν εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν, δὲν θὰ εὕ-
3358ρητε τὴν εὐθύνην ταύτην ἐκλιποῦσαν;
3359Ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ ἀνήκει εἰς τὴν Γε-
3360νικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία εἶναι
3361διαχείρισις χρημάτων· ὁ ὑπεύθυνος, ὁ Ὑπουργὸς, ἐτέθη ἐκτὸς
3362ἀγῶνος, ἐκτὸς μάχης, ἐκτὸς ἐνεργείας, καὶ ἡ διαχείρισις γί-
3363νεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ.
3364Ποῖος λοιπὸν ὑπέχει τὴν εὐθύνην ταύτην;
3365Ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ
3366Κράτους ἐπὶ τῶν μεγάλων καὶ πολυτίμων συμφερόντων αὐ-
3367τοῦ, ἡ ὁποία παριστᾷ τὴν ἔννοιαν τοῦ στρατοῦ καὶ τὸν
3368σκοπὸν αὐτοῦ, διότι ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἀντικείμενον ἔχει
3369τὴν ἔρευναν τῶν πραγμάτων, τὴν μελέτην τῶν θεμάτων,
3370τὴν παρασκευὴν καὶ ἐπεξεργασίαν πάντων τῶν ἀναγκαίων,
3371τὰ ὁποῖα συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ τοῦ
3372στρατοῦ, — σκοπὸς δὲ τοῦ στρατοῦ εἶναι ἡ ἄμυνα ὑπὲρ τῆς
3373ἀκεραιότητος τοῦ Κράτους, ἢ ἡ ἄμυνα ὑπὲρ τῶν μεγάλων
3374ἐθνικῶν συμφερόντων, — ἡ ἐπιτελικὴ, λέγω, ὑπηρεσία ἀφῃ-
3375ρέθη ἢ δὲν ἀφῃρέθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν;
3376Ἂν σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ
3377στρατοῦ, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ συντάκτης αὐτοῦ εἶχε τὴν πρό-
3378θεσιν ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τὸ ἐπὶ τῶν
3379Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἔλειπεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ θάρρος
3380νὰ τὸ διατάξῃ εὐκρινῶς, καθαρῶς· καὶ ἂν ἤθελε παραβάλει
3381τις ταῦτα μὲ τὰς σχέσεις τοῦ κοινωνικοῦ βίου, ἤθελεν ὑπο-
3382λάβει, ὅτι ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἀφῃρέθη ἀπὸ τοῦ Ὑπουρ-
3383γείου τῶν Στρατιωτικῶν διά τινος λαθροχειρίας· καὶ ὅτι
3384ἀφῃρέθη, ἀπόδειξις εἶναι τὰ γενόμενα μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ
3385νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Τὸ ἄρθρον 6
3386τοῦ νόμου διατάσσει: «Τὸ ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως
3387τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπηρεσίας
3388ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτελι-
3389κῆς ὑπηρεσίας». Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Γενικὴ Διοίκησις διεξάγει τὰς
3390ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι ἀνατίθενται εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρε-
3391σίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπάρχει πλέον ἐπι-
3392τελικὴ ὑπηρεσία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν; Ὁ
3393Κανονισμὸς μάλιστα, ὁ ἐκδοθεὶς πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου
3394περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὁ Κανονισμὸς οὗτος εὐ-
3395ρύτερον ἀναγράφει πάντα τὰ θέματα, ὅσα ἀποτελοῦσι τὴν
3396ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ὑπάρχει ἐκδεδομένον κατὰ τὸ 1887
3397διάταγμα τῆς 25 Σεπτεμβρίου, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη πρὸς ἐκτέ-
3398λεσιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, κατὰ Μάϊον,
3399ἐξεδόθη ὡσαύτως, περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Τὸ διάταγμα
3400τοῦτο προσδιορίζει πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ποία εἶναι ἡ
3401ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ, τίνα θέματα, τίνες μελέ-
3402ται, τίνες ἐργασίαι ἀποτελοῦσι τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν
3403τοῦ στρατοῦ. Λέγω, ὅτι τὸ διάταγμα ἐξεδόθη πρὸς ἐκτέλε-
3404σιν τοῦ νόμου, διότι κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἡ ὑπηρεσία τοῦ
3405Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διαιρεῖται εἰς τμήματα, ἓν
3406δὲ τῶν τμημάτων τούτων εἶναι τὸ τμῆμα τῆς ἐπιτελικῆς
3407ὑπηρεσίας. Τὸ διάταγμα τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1887 ἀνέγρα-
3408ψεν, ὡς εἶπον, ποῖα εἶναι τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἀποτε-
3409λοῦσι τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις διεξάγεται ἐν τῷ
3410περὶ οὗ ὁ λόγος τμήματι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτι-
3411κῶν. Ὁ Κανονισμὸς, ὁ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ Γεν.
3412Διοικήσεως ἐκδοθεὶς, ἐν ἄρθρῳ 18 ἀναγράφει ταῦτα:
3413«Πλὴν τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες ἀφορῶσι τὴν διοίκησιν τοῦ
3414στρατοῦ, τὸ ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρα-
3415τοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑποθέσεις ὑπὸ τῆς
3416παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτελικῆς ὑπηρε-
3417σίας, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς
341825 Σεπτεμβρίου 1887.»
3419Ποίας ἀναγράφει ὑποθέσεις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας
3420τὸ διάταγμα τοῦτο; (ἀναγινώσκει):
3421«1) Τὴν τοποθέτησιν τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν
3422ἀποσπασμάτων αὐτῶν.
34232) Τὴν μελέτην περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρα-
3424τοῦ, τῆς ἐφεδρείας αὐτοῦ, τῆς ἐθνοφρουρᾶς καὶ τῆς ἐφεδρείας
3425αὐτῆς, καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρα-
3426τοῦ νόμου.
34273) Τὴν μελέτην τῶν ὀργανισμῶν τῶν ξένων στρατῶν.
34284) Τὰ σχέδια ἐπιστρατεύσεως.
34295) Τὰς βάσεις τῆς προπαρασκευῆς τοῦ πολέμου (σχέδιον
3430ἀμύνης, σχέδιον ἐπιθέσεως).
34316) Τὸν κανονισμὸν τῆς στολῆς καὶ τῆς ἐξαρτύσεως.
34327) Τὰς βάσεις τῆς γενικῆς τοῦ στρατοῦ θεωρητικῆς καὶ
3433πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
34348) Τὴν μελέτην πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν πρὸς συντήρησιν
3435τοῦ στρατοῦ ἐν πολέμῳ πόρων.
34369) Τὰς μεγάλας ἀσκήσεις.
343710) Τὴν ἀποστολὴν ἀξιωματικῶν πρὸς μελέτην ἀντικει-
3438μένων ἀναγομένων εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἢ πρὸς
3439παράστασιν εἰς τὰς ἀσκήσεις ξένων στρατῶν.
344011) Τὴν ἔκδοσιν ἀδειῶν περὶ δημοσιεύσεως στρατιωτικῶν
3441συγγραμμάτων, περιοδικῶν καὶ ἐν γένει πραγματειῶν ἀφο-
3442ρωσῶν εἰς τὰ στρατιωτικά.
344312) Τὴν μελέτην τῶν ἐκθέσεων τῶν τε ἐπιθεωρητῶν καὶ
3444διοικητῶν στρατιωτικῶν μονάδων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν
3445γενικὴν τοῦ στρατοῦ κατάστασιν.
344613) Τὰς ἑρμηνείας ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν μεγάλων
3447ἀσκήσεων καὶ ἐν γένει τῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ ἐν
3448ἐκστρατείᾳ.
344914) Τὴν ἵδρυσιν καὶ ἐπιτήρησιν τῶν μέσων πρὸς πρα-
3450κτικὴν τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν ἐκπαίδευσιν, οἷον
3451αἰθουσῶν ὁπλομαχητικῆς, ἱπποδρομίων, λεσχῶν καὶ τῶν
3452τοιούτων.
345315) Τὴν μελέτην ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν τῆς τε Ἑλλη-
3454νικῆς χώρας καὶ τῶν γειτόνων χωρῶν.
345516) Τὴν συλλογὴν πληροφοριῶν περί τε τοῦ ὀργανισμοῦ
3456καὶ τοῦ ὁπλισμοῦ τῶν ξένων στρατῶν.
345717) Τὸν προσδιορισμὸν καὶ τὴν τοποθέτησιν ἐν πολέμῳ
3458τῶν ἀποθηκῶν, ἐφοριῶν, πυροτεχνουργείων, ἀρτοποιείων, νο-
3459σοκομείων, στρατιωτικῶν ἐργαλείων κλπ.
346018) Τὸν στρατωνισμὸν, τὰς ἐπισταθμίας, τὰς στρατοπε-
3461δεύσεις καὶ τοὺς καταυλισμούς.
346219) Τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιτιῶν.
346320) Τὴν συλλογὴν χωρογραφικῶν πληροφοριῶν καὶ σχε-
3464δίων, ἀφορώντων εἰς τὰ γείτονα Κράτη.
346521) Τὰς στατιστικὰς πληροφορίας περί τε τῆς Ἑλληνικῆς
3466καὶ τῶν γειτόνων χωρῶν.
346722) Τὴν συλλογὴν συγγραφῶν καὶ ὑπομνημάτων ἀφο-
3468ρώντων εἰς τὴν στρατιωτικὴν γεωγραφίαν καὶ ἱστορίαν τῶν
3469ἐθνῶν, ἰδίᾳ δὲ τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ Τουρκικοῦ, καὶ σύνταξιν
3470τῆς στρατιωτικῆς ἱστορίας τοῦ τόπου.
347123) Τὴν συγκέντρωσιν τῶν ἡμερολογίων τῶν συμβάντων
3472ἁπάντων τῶν σωμάτων καὶ τῶν ἀποσπασμάτων αὐτῶν.
3473Τὰ ὁδοιπορικὰ ὑπομνήματα.
347424) Τὰς στρατιωτικὰς συγκοινωνίας.
347525) Τὰς τηλεγραφικὰς γραμμάς.
347626) Τὴν μεταφορὰν στρατευμάτων διὰ θαλάσσης καὶ
3477διὰ τῶν σιδηροδρόμων.
347827) Τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν.
3479Πάντα ταῦτα τὰ θέματα, κατὰ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς
3480Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, διεξάγει ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία.
3481Τί μένει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν; Ὁ νόμος
3482περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἀναγράφει: «Τὸ Ἐπι-
3483τελεῖον τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς
3484νῦν διεξαγομένας ὑποθέσεις ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ
3485τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας». Ἔμεινε λοιπὸν
3486εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον τίποτε; Δὲν εἶχον
3487τὸ θάρρος νὰ τὸ ἀναγράψωσιν ἐν τῷ νόμῳ, εἶχον ὅμως τὸ
3488θάρρος νὰ τὸ ἐκτελέσωσι, νὰ τὸ ἀναγράψωσιν ἐν τῷ Κανονι-
3489σμῷ, καὶ νὰ ἀναγράψωσιν ὅτι πάντα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα
3490τὸ διάταγμα τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1887 ἀνέγραψεν ὡς θέ-
3491ματα τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, πάντα ταῦτα ἀνήκουσιν
3492εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως.
3493§187Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ δευτέρα παρά-
3494γραφος τοῦ ἄρθρου 6 σαφηνίζει πλέον τὴν ἔννοιαν.
3495§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω προβῆ ἀμέσως.
3496Καὶ αὐτὰ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Ἐπιτε-
3497λεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ποῖα πορίσματα
3498παρέχουσιν; (ἀναγινώσκει τὴν βʹ παράγραφον τοῦ
3499ἄρθρου 6 τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ
3500στρατοῦ): «Ὁ Γεν. Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουρ-
3501γεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις ἐπὶ τῶν
3502ὑποθέσεων τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκ-
3503δοσιν βασιλικοῦ διατάγματος. Ἔτι δὲ ὑποβάλλει προτά-
3504σεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα
3505τοῦ αὐτοῦ ὅπλου, ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ
3506στρατοῦ.»
3507Ὁ Ὑπουργὸς λοιπὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν
3508διευθύνει πλέον ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα ἐνασκῇ αὐτὴν διὰ
3509τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ ἐν τῷ τμήματι τῆς ἐπιτελικῆς ὑπη-
3510ρεσίας, δὲν ἐνασκεῖ πλέον οὐδὲ μελέτας, οὐδ’ ἀσχολεῖται εἰς
3511τὰς λεπτομερείας· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει κα-
3512θῆκον νὰ δέχηται προτάσεις, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς τὸν Βασιλέα
3513καὶ προκαλέσῃ βασιλικὸν διάταγμα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν με-
3514λετῶν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὑφίσταται λοι-
3515πὸν πλέον Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν; Δὲν μετεφέρθησαν ἐν
3516δέσμῃ πάντα τὰ καθήκοντα τ’ ἀποτελοῦντα τὴν ἐπιτελικὴν
3517ὑπηρεσίαν, δὲν μετεφέρθησαν, λέγω, ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου
3518τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ;
3519Καὶ τίς ὑπέχει τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ ἐκτελέσει τῶν ἐπιτελι-
3520κῶν τούτων ἐργασιῶν; Ποῖος θέλει ὑπόσχει τὴν εὐθύνην, ἂν
3521αἱ μελέται αὗται, ἂν αἱ ἔρευναι αὗται ἐγένοντο προσηκόν-
3522τως, ἂν παρήγαγον ἀποτελέσματα ἀκριβῆ καὶ ἀληθῆ; καὶ
3523παρὰ τίνος θέλομεν ζητήσει τὴν εὐθύνην ταύτην; Ὑπάρχει
3524πλέον, ὑφίσταται ἡ περὶ εὐθύνης τῶν πράξεων τῆς ἐκτελε-
3525στικῆς ἐξουσίας διάταξις τοῦ Συντάγματος; Ἰδοὺ διατὶ
3526τότε καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, οἱ ὁποῖοι
3527δὲν γνωρίζω ποίαν ἔχουσι σήμερον γνώμην, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ
3528παρέστην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐξέθηκα τὴν γνώμην
3529εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐζήτησα νὰ πείσω τὴν πλειοψηφίαν, ὅτι
3530αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως εἶναι ἀντι-
3531συνταγματικαὶ, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ
3532νὰ ἀναγράφωνται ἐν νόμῳ διατάξεις, αἵτινες ἀναιροῦσι τὴν
3533βάσιν τοῦ πολιτεύματος, τὴν εὐθύνην τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτε-
3534λεστικῆς ἐξουσίας.
3535Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ἕνεκα ἀμελείας τῶν ἐκτελούντων
3536τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ γραφείῳ τῷ ἐπιτελικῷ τῆς
3537Γενικῆς Διοικήσεως, ἕνεκα παραδρομῆς, ἕνεκα πεπλανημένης
3538σκέψεως, παρήχθησαν ἀποτελέσματα τοιαῦτα, τῶν ὁποίων
3539ἡ ἀποδοχὴ καὶ ἡ ἐκτέλεσις ἤθελον ἐκθέσει εἰς μέγαν κίνδυνον
3540τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἤθελον ἐπιφέρει ζημίας ἀνεπανορθώ-
3541τους· κατὰ τίνος τότε ἤθελεν ἡ Βουλὴ στραφῆ, ἵνα συστήσῃ
3542ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, ἢ ἀνακριτικὴν ἐπι-
3543τροπὴν, ὅπως ζητήσῃ ποινικὰς εὐθύνας ἐπὶ τῷ δυστυχήματι,
3544τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν πατρίδα;
3545Δὲν γνωρίζω, πῶς οἱ ὑπεύθυνοι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον,
3546οἱ εἰσηγησάμενοι τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως,
3547πῶς ἐσκέφθησαν τότε. Οὐδένα εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐγκα-
3548λέσω ἐπὶ ἐλλείψει πατριωτισμοῦ. Εἶναι ἐνδεχόμενον, ὅτι, ἂν
3549ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν πάντα ταῦτα τ’ ἀποτελέσματα τῆς δια-
3550τάξεως ταύτης τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, δὲν ἤθε-
3551λον ἴσως κρίνει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ
3552εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ συστηθῇ παρ’ αὐτῶν, ὅπως ψηφισθῇ
3553ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ σᾶς ἀνέφερα τὸν μέγαν ὄγκον τῶν
3554καθηκόντων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος μετε-
3555κομίσθη ἐπὶ τετρατρόχου ἁμάξης εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Γενικῆς
3556Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
3557Ἀλλὰ μήπως μόνον τοῦτο; Πρέπει νὰ σᾶς ἀναγνώσω δια-
3558τάξεις ἄλλας τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ,
3559αἱ ὁποῖαι ἴσως θέλουσιν ἐμποιήσει ἔκπληξίν τινα διὰ τὴν
3560διασκευὴν αὐτῶν, ἥτις, ἐνῷ κατ’ ἐπιφάνειαν φαίνεται ὅτι
3561ἀφίνει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑπηρεσίαν,
3562πράγματι τὸ ἀπεκδύει ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως εἰς τὴν ὑπηρε-
3563σίαν ἐκείνην (ἀναγινώσκει): «Ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Γε-
3564νικοῦ Διοικητοῦ ὑπάγονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα, αἱ ὑπη-
3565ρεσίαι καὶ τὰ καταστήματα, δὲν ὑπάγονται δὲ ἡ χωροφυ-
3566λακὴ, ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, ἡ στρατολογικὴ ὑπη-
3567ρεσία, ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη, αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι
3568ὑλικοῦ καὶ ἡ χαρτογραφικὴ ὑπηρεσία». Ἡ Διοίκησις λοιπὸν
3569τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν Γενικὴν
3570Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
3571τῶν Στρατιωτικῶν. Τί πράττει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
3572τιωτικῶν; Ὑπάγεται εἰς αὐτὸ ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη,
3573διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τάσσεται νὰ ἐκτι-
3574μήσῃ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας καλεῖται τὸ δικαστήριον νὰ
3575κρίνῃ; Οὐδέποτε! Ὑπάγεται ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη εἰς
3576τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τοῦτο διορίζει τοὺς
3577δικαστὰς, τοὺς βασιλικοὺς ἐπιτρόπους, ἢ τοὺς εἰσηγητάς;
3578Ὄχι· διότι ὁ διορισμὸς αὐτῶν ἀπεδόθη εἰς τὴν Γενικὴν Διοί-
3579κησιν. Ὑπάγεται ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη εἰς τὸ Ὑπουρ-
3580γεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα τοῦτο φροντίζῃ νὰ ἐκτελῶνται
3581αἱ ποιναί; Ὄχι· διότι αἱ φυλακαὶ ὑπάγονται εἰς τὴν Γενι-
3582κὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Λοιπὸν κατὰ τί ὑπάγεται ἡ
3583στρατιωτικὴ δικαιοσύνη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιω-
3584τικῶν; Ἐγράφη ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ὑπάγεται, ἐνῷ οὐδεμίαν
3585περὶ ταύτης ἀφῆκεν ὁ νόμος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον φροντίδα,
3586καθ’ ὃν τρόπον ἀνέγραψεν ὅτι ὑπάγεται καὶ ἡ ἐπιτελικὴ
3587ὑπηρεσία.
3588Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην ἐκείνων,
3589οἱ ὁποῖοι ἀπεκάλυψαν ποίαν ἔχουσι γνώμην περὶ τῶν υἱῶν
3590τοῦ Βασιλέως. Ἐλέχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἄλλοτε, ὅτι οἱ
3591βασιλόπαιδες δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωσιν ὑπηρεσίαν δημοσίαν·
3592ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην, ἑπομένως στέργω νὰ ἀνα-
3593τίθηται καὶ εἰς βασιλόπαιδας δημοσία ὑπηρεσία. Ηὐχόμην
3594ὅμως, ἡ Γεν. Διοίκησις τοῦ στρατοῦ νὰ μὴ ἀνατεθῇ εἰς τὸν
3595Διάδοχον, ἀλλ’ οὐδ’ ἐδήλωσα τὴν γνώμην μου ταύτην, οὐδὲ
3596ἐπέμεινα νὰ μὴ ἀνατεθῇ ἡ Γεν. Διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἰς
3597αὐτόν· ἐπέμεινα μόνον νὰ μὴ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ νόμῳ δια-
3598τάξεις ἀντισυνταγματικαὶ, διατάξεις τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι
3599καταλύουσι πᾶσαν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
3600τικῶν, αἱ ὁποῖαι μεταποιοῦσι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιω-
3601τικῶν, τὸν πρῶτον Σύμβουλον τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῶν πραγ-
3602μάτων τοῦ στρατοῦ τὸν ὑπεύθυνον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δια-
3603τάκτην, μεταποιοῦσι, λέγω, αὐτὸν εἰς ἁπλοῦν ἐκτελεστὴν
3604ἀποφάσεων ἢ γνωμῶν, τὰς ὁποίας αὐτὸς οὐδ’ εἶχεν οὐδὲ
3605ἐπέταξεν, ἀλλὰ μόνον ἀνέλαβε καθῆκον νὰ ἐκτελῇ.
3606Εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν
3607Στρατιωτικῶν δύναται νὰ καθεσθῇ ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ
3608Ὑπουργοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ διορίζῃ
3609δ’ ἄλλος τοὺς τμηματάρχας αὐτοῦ; Καὶ ἐλέχθη σήμερον ἐν
3610τῇ Βουλῇ, ὅτι ναὶ μὲν οὕτως ἔχουσι τὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν
3611τμηματαρχῶν καὶ εἰσηγητῶν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
3612Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ τείνει
3613πάντοτε εὐήκοον οὖς εἰς τὰς παραστάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ
3614τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐγὼ δὲν εὑρέθην εἰς θέσιν νὰ μεταβάλω
3615τὸ προσωπικὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν· ἀφῆκα
3616τοῦτο ὡς εὗρον αὐτὸ καταρτισθὲν καὶ διασκευασθὲν ὑπὸ
3617τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου μου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
3618τικῶν καὶ φίλου μου κυρίου Θ. Λιμπρίτου. Ἀλλ’ ἐὰν τυ-
3619χὸν ἤθελον ζητήσει μεταβολὴν προσώπου τινὸς, ἑνὸς τμη-
3620ματάρχου, τί ἔπρεπε νὰ πράξω; Νὰ παρακαλέσω τὴν Γε-
3621νικὴν Διοίκησιν νὰ μοὶ στείλῃ ἕνα ἀξιωματικὸν, ὃν ἤθελεν
3622ἐκλέξει, ἵνα δεχθῶ ὡς τμηματάρχην. Δικαίωμα νὰ ὀνομάσω
3623τίνα ἔπρεπε νὰ μοὶ στείλῃ, δὲν εἶχον· ἀλλὰ καὶ νὰ ὀνομάσω
3624κρύφα, τίνα ἀξιωματικὸν ἐπεθύμουν νὰ μοὶ στείλῃ ὡς ὑπάλ-
3625ληλον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, νὰ ἀνακοινώσω ὅτι ἐπεθύμουν νὰ
3626μοὶ σταλῇ ὁ Α ἢ ὁ Β, οὐδὲ τοῦτο συνηρμολογεῖτο, οὐδ’ ἥρ-
3627μοζεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶναι ἀληθὲς,
3628ὅτι δὲν εἶχον ἀφορμὴν νὰ μεταβάλω τὸ προσωπικὸν τῶν
3629τμηματαρχῶν, ἀλλ’ ἐὰν εἶχον λάβει ἀφορμὴν νὰ μεταβάλω
3630αὐτὸ κατά τι, ἤθελον παραιτηθῆ ἀπὸ τῆς ἀποφάσεως ταύ-
3631της, ἵνα μὴ περιπέσω εἰς τοιαύτας λοξοδρομίας.
3632Τὸ θέμα, τοῦ ὁποίου ἥψαντο πρὸ μικροῦ οἱ ἀγορεύσαντες
3633κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν, οἵ-
3634τινες ἠγόρευσαν μὲν κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν διατίθενται νὰ
3635ψηφίσωσι κατ’ αὐτοῦ, τὸ θέμα, λέγω, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς
3636προτάσεως, τὸ ὁποῖον ἀνετέθη εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν
3637τοῦ στρατοῦ, τῆς μεταβολῆς τῆς τοποθετήσεως, τῆς ἀπο-
3638σπάσεως ἢ μεταθέσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς
3639τὸ σῶμα τοῦ στρατοῦ, εἰς τὸ corps d’ armée, εἰς τὰς
3640μεραρχίας καὶ εἰς τὰς ταξιαρχίας, τὸ θέμα τοῦτο δὲν
3641μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἡ κυρία ἀναίρεσις τοῦ συνταγμα-
3642τικοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ. Βεβαίως περιέχει περι-
3643στολὴν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, ἀλλ’ ἴσως προσιδιάζει εἰς
3644τὸν ἀρχηγὸν στρατιωτικοῦ σώματος, προσιδιάζει εἰς αὐτὸν
3645νὰ σχηματίζῃ γνώμην περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὑπη-
3646ρετοῦσιν ἐν ταῖς ὑπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν μονάσιν, αἵτινες
3647ἀποτελοῦσι τὸ στρατιωτικὸν σῶμα, τοῦ ὁποίου ἀνετέθη ἡ
3648διοίκησις εἰς αὐτὸν, διότι ἀληθῶς ἀκριβέστερον ἢ καὶ καλ-
3649λίτερον ἴσως θέλει κρίνει τὰς ἰδιότητας, τὴν ἱκανότητα ἢ
3650τὰς ἀτελείας τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ ἀξιωματικοῦ ὁ Γενικὸς
3651Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος τυγχάνει διοικῶν ἐν τῷ
3652σώματι τούτῳ. Διὰ τοῦτο ἀφέθη διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς
3653τὸν Γεν. Διοικητὴν νὰ προτείνῃ. Τὸ δικαίωμα τοῦ προτεί-
3654νειν δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ διορίζειν, ἀλλ’ εἶναι δικαίωμα
3655περιορίζον τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν, διότι ὁ ἔχων τὸ δι-
3656καίωμα τοῦ διορίζειν ὀφείλει νὰ προσέξῃ εἰς τὴν γενομένην
3657πρότασιν ὑπὸ τοῦ ἔχοντος τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ. Καὶ
3658ἔχει μὲν τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῇ ἢ μὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν
3659ταύτην, ἀλλ’ ἐὰν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ, ἀλλὰ
3660μόνον νὰ γνωμοδοτῇ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, τὸ
3661πρᾶγμα δὲν ἤθελεν ἔχει οὕτω· ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
3662προτείνῃ, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸ δι-
3663καίωμα νὰ ἀρνῆται νὰ ἐκτελέσῃ τὴν πρότασιν ταύτην. Ἐὰν
3664λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀρνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ
3665τὴν πρότασιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, τότε ἡ πρότασις δὲν ἐκ-
3666τελεῖται· ἐὰν δὲ ἡ ἐκτέλεσις τῆς προτάσεως ἦναι ἀναγκαία,
3667ἐὰν πρόκηται περὶ πληρώσεως κενοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ
3668πληρωθῇ εἴτε διὰ τοῦ Α εἴτε διὰ τοῦ Β, ἡ ἄρνησις τοῦ
3669Ὑπουργοῦ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν πρότασιν καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ
3670Γενικοῦ Διοικητοῦ νὰ ἐπιμένῃ εἰς αὐτὴν βεβαίως θέλει ἐπι-
3671φέρει χαλάρωσιν ἢ καὶ παράλυσιν, διότι τὸ κενὸν θέλει μένει
3672κενὸν, δύναται δὲ νὰ ἐπιφέρῃ ζημίαν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ
3673στρατοῦ. Διὰ τοῦτο ἡ διάταξις, ἡ ὁποία προσετέθη, ἐὰν δὲν
3674αἴρῃ ὁλοσχερῶς τὴν δυσχέρειαν ταύτην, καταδηλοῖ ὅμως
3675τὸν σκοπὸν, τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἐξομαλύνσεως τῆς δυσχε-
3676ρείας ταύτης. Λέγω ἐὰν δὲν αἴρῃ τὴν δυσχέρειαν, διότι ὁ
3677νόμος τότε ἔπρεπε νὰ δώσῃ τὴν νικῶσαν εἴτε εἰς τὸν διο-
3678ρίζοντα, εἴτε εἰς τὸν προτείνοντα, ὁ δὲ νόμος ἀπέσχε νὰ
3679πράξῃ τοῦτο, καὶ ἀπέσχε νὰ πράξῃ τοῦτο ὀρθῶς· ἀλλ’ ἀφοῦ
3680ὁ Ὑπουργὸς δὲν θέλει δεχθῆ πρότασιν γενομένην ὑπὸ τοῦ
3681Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, ἡ ἄρνησίς του αὕτη θέλει
3682προκαλέσει καὶ ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει τοῦ στρατοῦ καὶ
3683ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μείζονα
3684προσοχὴν καὶ ἐξέτασιν πρὸς βεβαίωσιν, πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς
3685ἀληθείας· ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ κοινὸς σκοπὸς νὰ πραχθῇ τὸ καλὸν,
3686βεβαίως ἡ διαφωνία θέλει ἐξομαλυνθῆ, ὑποχωροῦντος ἐκεί-
3687νου, ὁ ὁποῖος ἔχει ὀλιγώτερον δίκαιον.
3688Ἴσως δὲν πρέπει νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν λεχθέν-
3689των ὑπὸ τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν Βουλευτῶν, οἵτινες ἠγό-
3690ρευσαν τὴν πρωΐαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Οἱ κύριοι ἀξιω-
3691ματικοὶ Βουλευταὶ διετέθησαν νὰ ἐγκαλῶσι τὰς ξένας ἐπιρ-
3692ροὰς ἐπὶ τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἤθελον εἶσθαι δεδικαιολογημένοι,
3693ἐὰν ἔπραττον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσῆκε νὰ πράξωσιν, ἤτοι
3694νὰ μὴ ἐπιθυμῶσι νὰ εἰσέρχωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς
3695μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ὡς Ὑπουργὸς
3696τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ 1890 ἐζήτησα παρὰ τῆς νομο-
3697θετικῆς ἐξουσίας νὰ καταργήσῃ τὸν καταρτισθέντα ἀρτίως
3698τότε νόμον, ὁ ὁποῖος περιώριζε τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα τῶν
3699κυρίων ἀξιωματικῶν, ἵνα γίνωνται Βουλευταί. Διὰ τίνα λό-
3700γον ἐζήτησα τὴν ἀναίρεσιν τοῦ νόμου ἐκείνου; Διότι ἦτο
3701νόμος, ὁ ὁποῖος περιώριζε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐθνι-
3702κὴ Συνέλευσις διὰ τοῦ καταστατικοῦ νόμου ἀπένειμεν εἰς
3703τοὺς ἀξιωματικούς. Ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι τ’ ἀποτε-
3704λέσματα τοῦ τοιούτου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀπενεμήθη
3705εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ὁποιαδήποτε, λέγω, καὶ ἂν ἦναι τὰ
3706ἀποτελέσματα, καὶ ἂν ἐπάγωσι ζημίαν τινὰ, κακόν τι, τὸ
3707κακὸν τοῦτο εἶναι προτιμότερον τοῦ ἄλλου μεγάλου κακοῦ,
3708τῆς διὰ νόμου περιστολῆς τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τὸ Σύν-
3709ταγμα ἀνέγραψεν ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν. Διὰ τοῦτο ἐζή-
3710τησα τὴν ἀνατροπὴν τοῦ νόμου, ἂν καὶ δὲν μὲ διελάνθανεν,
3711ὅτι παρήγετο κακόν τι ἐκ τῆς ἀνατροπῆς τοῦ νόμου τούτου.
3712Ἀλλ’ ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι ζητεῖτε νὰ ἐμπνεύσητε
3713ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς ἐκλογεῖς σας, ὅπως σᾶς ἐκλέξωσι Βου-
3714λευτὰς, ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς, ἐὰν δὲν περιέρχεσθε πρὸ τῆς
3715ἐκλογῆς, ἐπὶ χρόνον μακρὸν ἢ βραχὺν, εἰς στενὰς καὶ ἀδια-
3716λείπτους σχέσεις μετὰ τῶν ἐκλογέων, ἐὰν δὲν προσπαθεῖτε
3717νὰ εὐχαριστήσητε αὐτοὺς, ἐὰν δὲν προσπαθεῖτε νὰ ἐμπνέητε
3718ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτοὺς, ἵνα σᾶς ἀναδεικνύωσι Βουλευτάς.
3719Καὶ ἂν τοῦτο ἦναι ἀκριβὲς, ἐὰν ἐνίοτε συμβαίνει, ἡ ἰδιότης
3720ὑμῶν, ὁποιαδήποτε, εἴτε, ἂν ἦσθε δικηγόροι, ἡ ἐνάσκησις
3721τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, εἴτε, ἂν ἦσθε τραπεζῖται,
3722αἱ εὐκολίαι τὰς ὁποίας παρέχετε, εἴτε, ἂν ἦσθε μεγαλοκτη-
3723ματίαι, αἱ εὐκολίαι τὰς ὁποίας παρέχετε εἰς τοὺς καλλιερ-
3724γητὰς τῶν κτημάτων σας, εἴτε, ἂν ἦσθε ἀξιωματικοὶ, αἱ εὐ-
3725κολίαι τὰς ὁποίας διὰ τῆς ἐνασκήσεως τῆς στρατιωτικῆς
3726ὑπηρεσίας σας παρέχετε, ἐὰν, λέγω, συμβαίνει πάντα ταῦτα
3727νὰ χρησιμεύωσιν ὡς μέσα, ἵνα ἐμπνεύσητε καὶ παγιώσητε
3728τὴν πρὸς ὑμᾶς ἐμπιστοσύνην τῶν ἐκλογέων σας.
3729Δὲν καταδέχομαι νὰ ἀναφέρω συμβεβηκὸς ὡς παράδειγμα,
3730διότι ἀνάγεται εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Γόρτυνος· λέγω δὲ ὅτι
3731δὲν καταδέχομαι νὰ τὸ ἀναφέρω, διότι ὁ ἀνώτερος ἀξιωματι-
3732κὸς, ὁ ὁποῖος ἐπὶ δύο ἔτη μετήρχετο τὴν ἐξουσίαν, ἥτις εἶχεν
3733ἀνατεθῆ εἰς αὐτὸν, ὡς μέσον ἐκλογικῆς ψηφοθηρίας, εἶμαι
3734βέβαιος ὅτι, ἂν καὶ ἐπὶ δέκα ἔτη τοιαύτην ἐποιεῖτο χρῆσιν
3735τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἤθελεν ἀποτύχει, ὡς καὶ
3736νῦν ἀπέτυχε. Καὶ ὅτε μοὶ ἔλεγέ τις, ὕπερθεν ἐμοῦ ἱστά-
3737μενος, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταγγείλω τὴν πρᾶξιν, ἀπεκρίθην,
3738ὅτι βεβαίως δὲν ἤθελον καταδεχθῆ νὰ τὸ πράξω, διότι ἐφρό-
3739νουν, ὅτι οἱ ταχθέντες νὰ ἐπιτηρῶσιν ἄλλους ὤφειλον νὰ
3740μὴ ἐπιτρέπωσι τοιαῦτα.
3741Καὶ ταῦτα ἐγένοντο καὶ ἐξηκολούθησαν γιγνόμενα κατὰ
3742τὴν περίοδον ἐκείνην τοῦ χρόνου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πολι-
3743τικὴ ἐνήσκει ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ φθοροποιὸν, καίτοι
3744ἐλειτούργει ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Διὰ τοῦτο ἔχω
3745δικαίωμα νὰ συστήσω εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παρίστανται
3746καταγγέλλοντες τὰς ἀτελείας, αἱ ὁποῖαι ἐνυπάρχουσιν ἐν τῇ
3747λειτουργίᾳ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος,—ὡς ἂν μόνον
3748τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶχεν ἀτελείας, δὲν εἶχον δὲ
3749τοιαύτας καὶ πολλῷ μείζονας τὰ ἄλλα εἴδη τῶν πολιτευμά-
3750των, καὶ τὰ μοναρχικὰ, καὶ τὰ αὐτοκρατορικὰ, καὶ αὐτὰ τὰ
3751στρατοκρατικὰ, καὶ αὐτὰ τὰ δημοκρατικὰ,—συνιστῶ, λέγω,
3752εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
3753του ἐθάρρησαν νὰ ἐνδείξωσιν ἀτελείας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ
3754πολιτεύματος, νὰ παραστήσωσιν ἑαυτοὺς ἀγωνιζομένους ὑπὲρ
3755τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, καὶ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι
3756οὕτω προσπαθοῦσι νὰ καταστείλωσι τὰς ἀτελείας ταύτας,
3757συνιστῶ, λέγω, εἰς αὐτοὺς νὰ ἐμπνέωνται ὑπὸ θάρρους ἀσθε-
3758νεστέρου. Ἐγὼ δὲν εἶμαι καταγγελεὺς οὐδενὸς καὶ οὐδεμιᾶς
3759πράξεως, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ μὴ παραλείπω νὰ ἐπισκοπῶ ἐπὶ
3760τῶν τελουμένων ἐν τῇ διοικήσει καὶ περὶ τὴν διοίκησιν τοῦ
3761Κράτους, ἐν τοῖς Ὑπουργείοις καὶ περὶ τοὺς Ὑπουργούς. Καὶ
3762ὅσον εὔχομαι, ἡ λειτουργία τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν τοῦ
3763Κράτους νὰ μὴ δίδῃ ἀφορμὴν εἰς ἐπικρίσεις καὶ εἰς παράπο-
3764να, ὅσον εὔχομαι νὰ καταβάλληται προσπάθεια, ἵνα ὁσημέ-
3765ραι βελτιῶται ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος ὅπως κατα-
3766σταθῇ τοιαύτη, ὁποίαν τὸ πολίτευμα ὑποθέτει, ἐπὶ τοσοῦτον
3767φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβάλλωμεν τὰς ἀτελείας, τὰς
3768ὁποίας ἀνευρίσκει τις ἐπὶ πάντων τῶν ἀναμιγνυομένων εἰς
3769τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος.
3770Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναιρέσω ἰσχυρισμὸν τοῦ
3771ἑτέρου τῶν κ. Βουλευτῶν Τυρνάβου, ὅστις ἀγορεύων τὴν
3772πρωίαν ἔλεγεν, ὅτι πάσας τὰς ὑπηρεσίας, ὅσας τὸ νομοσχέδιον
3773περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζη-
3774τοῦμεν, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν Γεν. Διοίκησιν καὶ ἀνατίθησιν εἰς
3775τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι αὐτὰς ταύτας καὶ ὁ
3776νόμος περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἶχεν ἀναθέσει εἰς
3777τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ ἰσχυ-
3778ρισμὸς οὗτος αὐτοῦ εἶναι ἥκιστα ἀκριβής, διότι αἱ φυλακαὶ
3779τῶν στρατιωτικῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων ὑπάγονται κατὰ
3780τὸν νόμον περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς αὐτὴν τὴν
3781Γενικὴν Διοίκησιν. Ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία, ἡ οἰκονομικὴ
3782ὑπηρεσία ὑπήχθησαν ὡσαύτως διὰ τοῦ εἰρημένου νόμου εἰς
3783τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἡ δημοσία ἀσφάλεια
3784ὑπάγεται ὡσαύτως δυνάμει τοῦ νόμου τούτου εἰς τὴν Γενι-
3785κὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ· ἕνεκα τούτου δὲ συμβαίνει τι,
3786τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εὔκολον νὰ κατανοηθῇ. Ἐνῷ ἡ δημοσία
3787ἀσφάλεια εἶναι κλάδος τῆς Διοικήσεως, ἐνῷ κυρίως εὐθύνει
3788τὸν Ὑπουργὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεπιστεύθησαν οἱ νόμοι τὴν
3789διοίκησιν τῆς χώρας, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνῷ
3790ἡ ἀστυνομία εἶναι ὄργανον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, συμβαί-
3791νει τὸ ἀληθῶς ἔκτροπον, ὅτι κατὰ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς
3792Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
3793τερικῶν δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ τὰ ὄργανα, διὰ τῶν
3794ὁποίων ὀφείλει νὰ συντηρῇ ἢ νὰ ἀποκαθιστᾷ τὴν δημοσίαν
3795ἀσφάλειαν, ἀλλὰ ταῦτα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ
3796ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ. Τῆς διατάξεως ταύτης ἡ
3797ἀνατροπὴ, ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου διατασσομένη, εἶναι ὄχι
3798μόνον λογικὴ, ἀλλὰ καὶ ἐπιβαλλομένη ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ συμφέ-
3799ροντος τῆς διοικήσεως, τῆς ὁποίας ἀληθῶς ἀνεστάτωσε τὴν
3800τάξιν καὶ τὴν εὐρυθμίαν, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς δημοσίας ἀσφα-
3801λείας, ἡ τοιαύτη τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ
3802στρατοῦ διαρρύθμισις.
3803Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ Γενικῆς Διοι-
3804κήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, δὲν ἀνε-
3805γράφησαν πάντα τὰ θέματα, πάντα τὰ ἀντικείμενα, πᾶσαι
3806αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μετὰ τῶν στρατιωτι-
3807κῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοική-
3808σεως τοῦ στρατοῦ ὑπήχθησαν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν καὶ
3809τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀφίενται εἰς αὐτήν. Ἡ λε-
3810πτομερὴς ἀναγραφὴ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν,
3811αἱ ὁποῖαι συνδέονται μεθ’ ἑκάστου τῶν στρατιωτικῶν σω-
3812μάτων, ἐκρίθη ὑπὸ τῶν συντακτῶν τοῦ νομοσχεδίου περιττὴ,
3813ἀφοῦ ὑπάρχει νόμος ἐν τῷ Κράτει ἰσχύων, ὁ ὁποῖος προσ-
3814διορίζει ποῖαι ὑπηρεσίαι συνδέονται μεθ’ ἑκάστου τῶν σω-
3815μάτων τούτων. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὁ νόμος τῆς 28 Μαΐου
38161887. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀγορεύων
3817πρὸ μικροῦ, ἐπληροφόρησε τὴν Βουλὴν ἀκριβῶς περὶ τούτου.
3818Ἐὰν δέ τις τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας ὁ νόμος τοῦ 1887
3819ἀνέγραψεν ὡς συνδεομένας μετὰ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ στρα-
3820τιωτικοῦ σώματος, μετὰ τοῦ πυροβολικοῦ ἢ μετὰ τοῦ μη-
3821χανικοῦ ἢ μετὰ τοῦ ἱππικοῦ, ἐάν τις, λέγω, τοιαύτη ὑπη-
3822ρεσία δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ
3823στρατοῦ, τὸ νομοσχέδιον ῥητῶς ἐξῄρεσεν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐξαι-
3824ρέσαν αὐτήν, ἐξῄρεσε μόνην ταύτην, πάσας δὲ τὰς ἄλλας
3825ὑπηρεσίας, τὰς συνδεομένας μὲ ἕκαστον τῶν στρατιωτικῶν
3826σωμάτων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ
3827στρατοῦ, τὸ νομοσχέδιον ἀφῆκεν εἰς τὴν ἀρχὴν ἐκείνην, εἰς
3828τὴν ὁποίαν ἀνέθηκε τὴν διοίκησιν τῶν περὶ ὧν εἴρηται στρα-
3829τιωτικῶν σωμάτων.
3830Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ,—ὅπερ εἰλικρινῶς εὔχο-
3831μαι,—χαράσσεται ἀληθῶς γραμμὴ καταφανὴς, ὁρατὴ, ἥτις
3832χωρίζει τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν
3833ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
3834Ποία προσήκει νὰ ἦναι ἡ ὑπηρεσία τῆς Γενικῆς Διοικήσεως
3835τοῦ στρατοῦ; Ἡ διαρρύθμισις, ἡ διοίκησις, ἡ παρασκευὴ
3836τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὸ τὰς δια-
3837ταγὰς τοῦ Γεν. Διοικητοῦ. Ἀλλ’ ἡ διοίκησις, ἡ συναρμογὴ,
3838ἡ διεύθυνσις πασῶν τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν
3839ἀνάγονται εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διάταξιν, τὴν διοίκησιν, τὴν
3840σύνταξιν τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ, δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν
3841Γενικὴν Διοίκησιν αὐτοῦ. Θέλει ὁμολογηθῆ τῷ ὄντι χάρις
3842εἰς τὸν Γεν. Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, ἐὰν, ἐκτελουμένου τοῦ
3843νόμου τούτου, συντελέσῃ ὁ θεσμὸς εἰς τὴν πλήρη καὶ ἐντελῆ
3844κατάρτισιν τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ ἄλλοτε εἶπον
3845καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ ἀπ’ εὐθείας πρὸς
3846τοὺς πολίτας ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ἀγορεύων πρὸς αὐτοὺς,
3847εἶπον ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ εἶναι ζήτημα οἰκονομικόν.
3848Δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν, ἂν δὲν ἔχωμεν χρήματα,
3849ἵνα συντηρῶμεν καὶ βελτιώνωμεν τὸν στρατόν. Διὰ τοῦτο
3850ἠπόρησα, ὅτε οἱ ἀσχολούμενοι περὶ ταῦτα ἔκριναν, ὅτι εὗρον
3851τέλος πάντων μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσι παρασκευάσει
3852τὸν στρατὸν, καὶ εὗρον τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως
3853τοῦ στρατοῦ. Ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς καθολικῆς στρατολογίας,
3854δὲν ἔχομεν στρατὸν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐφεδρείαν, διότι
3855ὁ στρατὸς εἶναι στρατὸς ἐφεδρείας. Διὰ νὰ ἔχωμεν ἐφεδρείαν,
3856πρέπει νὰ ἀσκῶμεν αὐτὴν, καὶ νὰ παρασκευάζωμεν αὐτὴν
3857οὕτως, ὥστε, ὅταν καλέσωμεν τὴν ἐφεδρείαν, αὕτη νὰ περι-
3858λαμβάνῃ στρατιώτας καὶ οὐχὶ πολίτας ὁπλοφόρους. Ἀλη-
3859θῶς δὲ πολίτας ὁπλοφόρους ἐκαλέσαμεν κατὰ τὸ 1897, ὅτε
3860ἠναγκάσθημεν νὰ πολεμήσωμεν, προκληθέντες εἰς τὸν πόλε-
3861μον. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἐφεδρείας, πρέπει νὰ
3862ἀσκῶμεν τὴν ἐφεδρείαν, πρέπει νὰ παρασκευάζωμεν αὐτήν·
3863διὰ νὰ ἔχωμεν δὲ στρατὸν ἀξιόμαχον, πρέπει προσέτι νὰ δώ-
3864σωμεν εἰς αὐτὸν ὄργανα πλήρη καὶ τέλεια, ὅπως δι’ αὐτῶν
3865καὶ ἀμύνηται καὶ ἐπιτίθηται. Ἀλλ’ ὅταν εὑρισκώμεθα εἰς
3866ἣν περιήλθομεν δυστυχῶς κατάστασιν, νομίζω ὅτι μετὰ δισ-
3867ταγμοῦ δύναταί τις νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι προνοεῖ περὶ στρα-
3868τοῦ, ἐν ὅσῳ δὲν προνοήσῃ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους,
3869ἐνόσῳ δὲν προνοήσῃ νὰ ἔχῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κρά-
3870τους περισσεύματα, ἐνόσῳ δὲν προνοήσῃ ν’ ἀφαιρέσῃ τὰς
3871περιττὰς δαπάνας, ἐν ὅσῳ δὲν προνοήσῃ διὰ ψαλίδος ἀκάμ-
3872πτου ν’ ἀποκόψῃ πᾶν ὅ,τι δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον·
3873διότι τότε μόνον θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀρξώμεθα μελέτης πρὸς
3874παρασκευὴν καὶ σύνταξιν τοῦ στρατοῦ. Πάντα τὰ ἄλλα
3875εἶναι λόγοι πτερόεντες. Ἠμποροῦμεν νὰ λέγωμεν ὅτι ἀσχο-
3876λούμεθα περὶ στρατοῦ, δυνάμεθα νὰ παριστῶμεν ἡμᾶς
3877αὐτοὺς, ὅτι τῳόντι ἀσχολούμεθα περὶ στρατοῦ, ἀλλὰ σφαλ-
3878λόμεθα, διότι δὲν φροντίζομεν περὶ στρατοῦ. Πρέπει ὁ Ἑλ-
3879ληνικὸς λαὸς νὰ μάθῃ, πρέπει τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐνθυμηθῇ,
3880πρέπει πᾶσα ἐξουσία πολιτειακὴ νὰ γνωρίζῃ, ὅτι δὲν δυνά-
3881μεθα νὰ συντάξωμεν καὶ παρασκευάσωμεν στρατὸν, ἐὰν δὲν
3882ἔχωμεν χρήματα, ἵνα δαπανῶμεν διὰ τὸν στρατόν. Διὰ
3883τοῦτο πρὸς πάντας, καὶ πολίτας καὶ ἄρχοντας καὶ πρὸς
3884Βουλευτὰς καὶ πρὸς τὸν λαὸν εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω
3885λέγων, ὅτι δεῖ δὴ χρημάτων! Ἀσχοληθῆτε νὰ κατορθώ-
3886σητε νὰ εὕρητε χρήματα, νὰ παρασκευάσητε χρήματα ἐν
3887τῷ προϋπολογισμῷ, ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν πραγ-
3888μάτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη πολιτική, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ
3889ἔχῃ ἡ Ἑλλάς· αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν πρέπει
3890νὰ ἀσπασθῇ τὸ Στέμμα· αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν
3891πρέπει νὰ ἀσπασθῇ ἡ Βουλή. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς
3892δεξιᾶς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
3893§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος.
3894§190Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἰσχύων νόμος περὶ
3895Γενικῆς Διοικήσεως, κύριοι Βουλευταί, ἐψηφίσθη, ὡς εἶναι
3896γνωστὸν ὑμῖν, μετὰ μακρὰς καὶ σπουδαίας συζητήσεις. Δὲν
3897εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρίσταμαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καθ’ ἣν
3898χρόνον ἔλαβον χώραν αὐταὶ αἱ συζητήσεις· ἀλλ’ ἐκ τοῦ τύ-
3899που καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ
3900τοῦ ζητήματος ἐκτεθέντων ἔμαθον, ὅτι μεγίστη ὑπῆρξε τότε
3901ἀμφισβήτησις περὶ δύο κυρίως ζητημάτων· περὶ τοῦ ζητή-
3902ματος ἐὰν ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ
3903Συντάγματος, καὶ περὶ τοῦ ζητήματος ἐὰν ἦτο προσῆκον
3904καὶ συμφέρον νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου ἡ
3905διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἀνατιθεμένη αὐτῷ ἐξουσία. Ἐν τού-
3906τοις τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη, ἐγένετο νόμος τοῦ
3907Κράτους, καὶ ἐπὶ τρία σχεδὸν ὅλα ἔτη λειτουργεῖ ὡς νόμος.
3908Ἔρχονται ἤδη καὶ προτείνουσι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νο-
3909μοσχεδίου τροποποιήσεις τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἐγώ, κύριοι
3910Βουλευταί, καὶ ἐξ ἰδιοσυγκρασίας καὶ ἐκ τῆς ἡλικίας μου
3911ἴσως μετὰ δυσπιστίας πάντοτε ἀποβλέπω πρὸς τὰς προτει-
3912νομένας μεταβολὰς τῆς νομοθεσίας. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι
3913τότε μόνον πρέπει νὰ σκεπτώμεθα περὶ μεταβολῆς τῆς νο-
3914μοθεσίας, ὅταν μακρὰ καὶ πολυχρόνιος πεῖρα γεννήσῃ γενι-
3915κὴν πεποίθησιν περὶ τοῦ πλημμελοῦς νομοθετήματός τινος,
3916καὶ ὅταν συγχρόνως ὁμοία γεννηθῇ πεποίθησις, ὅτι διὰ τῆς
3917προσδοκωμένης τροπολογίας πρόκειται ἀληθῶς νὰ διορθω-
3918θῶσιν αἱ ἐλλείψεις τοῦ νόμου καὶ δὲν πρόκειται νὰ περιπέ-
3919σωμεν ἀπὸ τῆς Σκύλλης εἰς τὴν Χάρυβδιν. Διὰ τοῦτο, ὅτε
3920ἔμαθον ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν,
3921ἔσπευσα πρὸ πάντων νὰ λάβω πληροφορίας περὶ τῶν λόγων,
3922οἵτινες προὐκάλεσαν τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ. Πρὸ πάντων ἀνέ-
3923τρεξα εἰς τὴν αἰτιολογίαν τοῦ νομοσχεδίου· διότι, Κύριοι,
3924κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς πᾶν νομο-
3925σχέδιον, καὶ ἰδίως νομοσχέδιον ἐπὶ τόσον σπουδαίου ζητή-
3926ματος, οἷον τὸ προκείμενον, πρέπει νὰ περιέχῃ μίαν εἰση-
3927γητικὴν ἔκθεσιν. Δυστυχῶς ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως οὐ-
3928δὲν ἠδυνήθην νὰ πληροφορηθῶ. Ἡ ἔκθεσις λέγει, ὅτι ἀσά-
3929φειαι παρετηρήθησαν εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον, καὶ πρὸς δια-
3930σάφησιν αὐτῶν ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον. Τίνες εἶναι αἱ
3931ἀσάφειαι καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐπηνέχθη ἡ τροποποίησις
3932αὐτῶν, ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου παρέλειψεν
3933ἐντελῶς νὰ ἐξηγήσῃ. Καὶ ἐνῷ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις στηρί-
3934ζεται ἐπὶ ἀσαφειῶν τοῦ νόμου, ἤκουσα μετ’ εὐχαριστήσεως
3935τὴν πρωΐαν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τυρνάβου συνάδελφον διαβε-
3936βαιοῦντα ἐπισήμως τὴν Βουλήν, ὅτι αὐτὸς, ὑπηρετήσας μέ-
3937χρις ἐσχάτων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, μόνον
3938κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοθετήμα-
3939τος παρετήρησε δυσχέρειάν τινα περὶ τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ,
3940ἔκτοτε ὅμως οὐδεμία, οὔτε ἡ ἐλαχίστη, παρουσιάσθη ἀφορμὴ
3941ἀσαφείας ἢ ἀμφιβόλου ἑρμηνείας. Ἄρα οὔτε ἀληθὴς κἂν
3942εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη τὸ ὑποβαλλό-
3943μενον νομοσχέδιον.
3944Μήπως τυχὸν, ἐσκέφθην, ἡ λειτουργία τοῦ νομοσχεδίου
3945κατὰ τὸν διαρρεύσαντα χρόνον παρήγαγεν ἀποτελέσματα,
3946τὰ ὁποῖα προκαλοῦσιν ἀναγκαίως τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ;
3947Τίνες οἱ καρποί, οἱ μέχρι τοῦδε ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου
3948τούτου προκύψαντες; Οἱ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀγορεύ-
3949σαντες παρεδέχθησαν ἅπαντες ὁμοφώνως, ὅτι ἀναμφισβή-
3950τητος καρπὸς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἰσχύοντος νόμου εἶναι ἡ
3951συντήρησις, ἡ ἐξασφάλισις τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ,
3952δηλαδὴ τοῦ πρωτίστου θεμελίου καὶ τῆς πρωτίστης βάσεως
3953πάσης στρατιωτικῆς συντάξεως, ἄνευ τῆς ὁποίας, μὲ ὅλα τὰ
3954ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ νὰ δαπα-
3955νήσωμεν, μὲ ὅλα τὰ μέσα τοῦ ὁπλισμοῦ, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα
3956εἰς αὐτὸν νὰ παράσχωμεν, δὲν θὰ ἔχωμεν στρατὸν, ἀλλὰ
3957συρφετὸν στρατιωτικόν. Διότι, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ
3958λεχθὲν, ὅτι μόνον τὰ ὑλικὰ μέσα καταρτίζουσι τὸν στρατόν.
3959Τὸν στρατὸν πρὸ πάντων καταρτίζει ἡ αὐστηρὰ πειθαρχία
3960καὶ τὸ στρατιωτικὸν φρόνημα τῶν ἀποτελούντων αὐτόν.
3961Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἤκουσά τινας τῶν ἀγορευσάντων, ἀπαι-
3962τοῦντας μείζονας καρποὺς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ Γενικῆς
3963Διοικήσεως νόμου, καὶ ἐρωτῶντας, ἂν ἐπληρώθησαν αἱ ἀπο-
3964θῆκαι τοῦ στρατοῦ, ἂν ἐγένοντο τὰ γυμνάσια τῆς ἐφεδρείας.
3965Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ταῦτα, Κύριοι, ἔλεγον, εἰσήγαγον
3966προϋπολογισμούς, ἐν τοῖς ὁποίοις δὲν ἀνέγραψαν τὰ ποσὰ
3967τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν μέτρων αὐτῶν. Πῶς
3968λοιπὸν τολμῶσι νὰ αἰτιαθῶσι τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὡς
3969μὴ πραγματοποιησάσης τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν περὶ πληρώσεως
3970τῶν ἀποθηκῶν, καὶ περὶ προσκλήσεως τῶν ἐφεδρειῶν;
3971Δὲν ἤκουσα λοιπὸν μέχρι τοῦδε, Κύριοι, ἀποτέλεσμά τι
3972τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως νόμου, δυνά-
3973μενον νὰ δικαιολογήσῃ σκέψεις περὶ τροποποιήσεως αὐτοῦ.
3974Σήμερον μόνον μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον
3975Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν
3976εἰλικρινείας καὶ εὐτολμίας δηλώσαντα πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ὁ κύ-
3977ριος λόγος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι αἱ προ-
3978κύψασαι ἀσάφειαι, ἀλλὰ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ ἰσχύοντος
3979νόμου. Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι, ἐὰν παραδεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν,
3980ὅτι ὀρθὸς εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς
3981Κυβερνήσεως, ἔπεται ἐντεῦθεν, ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ συμφέρον
3982νὰ σπεύσωμεν ἡμεῖς νὰ τροποποιήσωμεν τὸν νόμον τοῦτον;
3983Προηγουμένη νομοθετικὴ ἐξουσία μετὰ μεγάλας καὶ μακρὰς
3984μελέτας ἐσχημάτισεν ἀντίθετον πεποίθησιν, ὅτι οὐδόλως ἀντί-
3985κειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ὁ περὶ Γενικῆς
3986Διοικήσεως νόμος, καὶ τὸν ἐψήφισεν ὡς τοιοῦτον. Νομίζετε,
3987Κύριοι, ὅτι εἶναι ὀρθὸν, ὅτι εἶναι συμφέρον, ἀνὰ πᾶσαν Σύνο-
3988δον ἢ Περίοδον τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς νὰ προκαλῶ-
3989μεν ἐκ νέου τὴν αὐτὴν συζήτησιν περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικει-
3990μένου; Εἶχε τότε ἡ πλειονοψηφία τὴν γνώμην, ὅτι ὁ νόμος
3991εἶναι συνταγματικός. Καὶ δὲν τὴν εἶχε μόνον τότε, διότι ἡ
3992αὐτὴ πλειονοψηφία πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχεν ἀνέλθει εἰς τὴν
3993Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, καὶ ἐδήλωσεν ἐπισήμως, ὅτι ἐπι-
3994μένει φρονοῦσα, ὅτι οὐδόλως εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος.
3995Δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ νομίσῃ ἑαυτὴν ὑπόχρεων νὰ ψηφίσῃ ἤδη
3996νέον νόμον, ἀφοῦ εἰς αὐτὸν δίδεται τοιαύτη ἑρμηνεία, ὅτι
3997πρόκειται περὶ διορθώσεως τοῦ Συντάγματος· ἀλλ’ ἐνδέχεται
3998μετὰ τρεῖς μῆνας αὐτοὶ οἱ ἴδιοι κύριοι, οἱ εἰσαγαγόντες τὸν
3999νόμον, νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἐξουσίαν αὖθις, καὶ νὰ προκαλέ-
4000σωσιν ἐκ νέου τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ πάλιν περὶ τῶν αὐτῶν
4001ζητημάτων. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι
4002αὐταὶ αἱ προκλήσεις τῶν συζητήσεων εἶναι προσήκουσαι καὶ
4003συμφέρουσαι εἰς τὸ Κράτος. Ἐγένετο ἡ συζήτησις, καὶ ὁ
4004νόμος ἐψηφίσθη. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι ὁ νόμος
4005δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, ἔχουσι τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιψη-
4006φίσεως καὶ ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Ἀφήσατε νὰ λειτουργήσῃ ὁ
4007νόμος, ἀφήσατε τοὐλάχιστον ἐκ τῶν πραγμάτων ν’ ἀποδει-
4008χθῇ, κατὰ πόσον εἶναι συμφέρων εἰς τὸ Κράτος ἢ ἐπιβλαβὴς,
4009καὶ τότε δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ τροποποιήσεως αὐτοῦ.
4010Ἀλλ’ ἐξεταστέον, Κύριοι, εἶναι ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι
4011ὁ ἰσχύων περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ νόμος ἀντί-
4012κειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Ποίας, Κύριοι,
4013διατάξεις παραβιάζει; Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
4014νήσεως ἐπεκαλέσθη τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος, ὁ ἀξιό-
4015τιμος ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας ἐπεκαλέσθη τὸ ἄρθρον 77
4016τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι οὔτε τὸ ἄρθρον 27 οὔτε
4017τὸ ἄρθρον 77 ἀποδεικνύουσι τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ
4018ἰσχύοντος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως νόμου. Τί λέγει, Κύριοι,
4019τὸ ἄρθρον 27; Λέγει ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐνεργεῖ δι’ ὑπευθύνων
4020Ὑπουργῶν, παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων, τὸ ἄρθρον δὲ 30 προσ-
4021θέτει, ὅτι ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τῶν Ὑπουργῶν οὐδεμία πρᾶ-
4022ξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει. Καὶ ἐρωτῶ, ὁ νόμος περὶ Γενικῆς
4023Διοικήσεως διατάσσει, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ ἐνέργειά τις
4024ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ; Οὐχὶ βεβαίως. Ἀλλὰ
4025αἴρεται, λέγουσιν, ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι μετὰ τὸν
4026νόμον περὶ Γεν. Διοικήσεως δὲν μένει ἐλεύθερος ν’ ἀποφα-
4027σίσῃ ὅ,τι αὐτὸς ἤθελε κρίνει ὡς ὠφέλιμον, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγ-
4028κην μιᾶς τινος προτάσεως. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ
4029ἀνάγκη τοιαύτης προτάσεως ἐξαλείφει τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑ-
4030πουργοῦ; Νομίζετε ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰ συνταγματικὰ ἢ
4031καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα ἡ λῆψις μέτρων περιο-
4032ριζόντων τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ; Δὲν εἶναι δυνατὸν
4033νὰ ὑποστηριχθῇ τὸ τοιοῦτον. Διότι ἄπειροι νόμοι εἰς τοῦτο
4034ἰδίως ἀπέβλεψαν, νὰ περιορίσωσι τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουρ-
4035γοῦ. Ἐὰν, Κύριοι, μόνη ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ ἤθελεν ἀρ-
4036κέσει διὰ τὴν καλὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κρά-
4037τους, δὲν ἠθέλομεν περιέλθει εἰς αὐτὴν τὴν ἀπέλπιδα κατά-
4038στασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Δὲν ἀποτελεῖ δυστυχῶς
4039τὴν ἀποχρῶσαν ἐγγύησιν ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη, καὶ διὰ τοῦτο
4040ἡ ἐξουσία τῶν Ὑπουργῶν ὅλων περιωρίσθη διὰ τῶν νόμων
4041περὶ προσόντων ὑπαλλήλων. Μετ’ αὐτοὺς δὲν ἔχει πλέον
4042ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ οἱονδήποτε θὰ διο-
4043ρίσῃ τὸν ἔχοντα τὰ προσόντα. Διὰ τοῦτο ἡ ἐξουσία τοῦ
4044Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ διορίζῃ ἰσοβίους δικαστὰς
4045περιωρίσθη. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ οἷον αὐτὸς
4046ἐγκρίνῃ κατάλληλον. Ἀλλὰ ποῖον; ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπέ-
4047στη ἐπιτυχεῖς ἐξετάσεις. Διὰ τοῦτο νόμος ἀφῄρεσεν ἀπὸ
4048τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν
4049ἀνεξετάστως τοὺς Εἰσαγγελεῖς, ὡς καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ
4050παύειν αὐτοὺς ὡς καὶ τοὺς Εἰρηνοδίκας, ἀπαιτήσας διὰ τὸν
4051διορισμὸν τῶν Εἰσαγγελλέων γνωμοδότησιν τοῦ Ἀρείου Πά-
4052γου, καὶ διὰ τὴν παῦσιν αὐτῶν γνωμοδότησιν τοῦ Ἐφετείου
4053ἢ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐπὶ τέλους νόμος περιώρισε τὴν
4054ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κα-
4055τωτέραν ἐκπαίδευσιν. Καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες σεμνύνονται—
4056καὶ δικαίως σεμνύνονται—διὰ τὸν τοιοῦτον περιορισμὸν τῆς
4057ὑπουργικῆς ἐξουσίας, νομίζουσιν ὅτι ἀνετράπη τὸ Σύνταγμα,
4058διατί; διότι καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπι-
4059βάλλεται ἡ ἀνάγκη νὰ ἔχῃ μίαν γνωμοδότησιν!
4060Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὅλα τὰ λεγόμενα περὶ εὐθύνης
4061Ὑπουργῶν καὶ περὶ τῆς ἐξαφανίσεως τῆς ὑπουργικῆς εὐθύ-
4062νης ὡς ἐκ τοῦ ἰσχύοντος περὶ Γεν. Διοικήσεως νόμου εἶναι
4063ἐντελῶς ἕωλα. Ὁ Ὑπουργὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι Ὑπουρ-
4064γὸς, διότι Ὑπουργὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προκαλεῖ τὰ
4065βασιλικὰ διατάγματα, καὶ ὑπογράφει αὐτὰ καὶ πᾶσαν ἄλ-
4066λην ἀπόφασιν καὶ διαταγὴν μὴ ἀπαιτοῦσαν τὴν ὑπογραφὴν
4067τοῦ Βασιλέως. Ἐὰν πρὸς διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας του ἀπαι-
4068τεῖται μία τις πρότασις, ποσῶς δὲν ἐκλείπει ὡς ἐκ τούτου
4069ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ἐλεύθερος μένει ἢ νὰ τὴν
4070παραδεχθῇ, ἢ νὰ μὴ τὴν παραδεχθῇ.
4071Τὰ ἄρθρα λοιπὸν 27 ἢ 30 τοῦ Συντάγματος οὔτε σχέσιν,
4072νομίζω, ἔχουσι μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα, διότι, ἐπανα-
4073λαμβάνω, ὅλων τῶν Ὑπουργῶν αἱ ἐξουσίαι περιωρίσθησαν
4074καὶ δύνανται νὰ περιορισθῶσι διὰ νόμου, χωρὶς οὔτε εἰς
4075τὸ Σύνταγμα νὰ ἀντίκηται τοῦτο, οὔτε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι οἱ
4076ἔχοντες τὸ δικαίωμα τῆς γνωμοδοτήσεως γίνονται αὐτοὶ
4077Ὑπουργοὶ ἀντὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ λαμβάνοντος τὰς γνω-
4078μοδοτήσεις.
4079Ἀλλ’ ἐπεκαλέσθησαν καὶ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγμα-
4080τος. Ἂς ἐξετάσωμεν, Κύριοι, τί λέγει τὸ ἄρθρον 77. Τὸ
4081ἄρθρον 77 λέγει, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας
4082δύναται νὰ διορισθῇ Ὑπουργός. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ
4083Συντάγματος. Πρόκειται νὰ διορισθῇ Ὑπουργός; Δὲν δύ-
4084ναται νὰ προσληφθῇ τοιοῦτος ἐκ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας.
4085Πᾶσα ἄλλη ὅμως ὑπηρεσία τοῦ Κράτους δύναται βεβαίως
4086νὰ ἀνατεθῇ εἰς τοὺς βασιλόπαιδας· διότι αἱ ἐξαιρέσεις πάν-
4087τοτε ἑρμηνεύονται στενῶς. Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ διορι-
4088σθῇ ὁ βασιλόπαις, εἰς οἱανδήποτε ὅμως ἄλλην θέσιν δύναται
4089νὰ διορισθῇ. Ἂν εἶναι συμφέρων εἰς τὸ ἔθνος ὁ τοιοῦτος
4090διορισμὸς, εἶναι ἄλλο ζήτημα. Συνταγματικῶς ὅμως δὲν
4091δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, διότι
4092διορίζεται εἷς βασιλόπαις εἰς οἱανδήποτε θέσιν, πλὴν τῆς
4093τοῦ Ὑπουργοῦ.
4094§191Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπεται;
4095§192ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
4096§193Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀπαγορεύει τὸ Σύν-
4097ταγμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίσῃ ἕνα βασιλόπαιδα εἰς
4098θέσιν, ἡ ὁποία κατὰ τὸ φαινόμενον μὲν δὲν εἶναι, ἀλλὰ
4099κατ’ οὐσίαν εἶναι θέσις Ὑπουργοῦ;
4100§194ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θ’ ἀπαντήσω. Ἐλάβετε προώ-
4101ρως τὴν ἀνάγκην νὰ μὲ διακόψητε. Θὰ ἔλθω εἰς αὐτὸ τὸ
4102ζήτημα.
4103§195Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς αὐτὸ σᾶς περιμένω.
4104§196ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθω ἀμέσως, χωρὶς νὰ
4105λάβητε τὴν ἀνάγκην νὰ περιμένητε.
4106Λοιπὸν εἰς πᾶσαν ἄλλην θέσιν δύναται νὰ διορισθῇ ὁ βα-
4107σιλόπαις. Ἀλλ’ ἐξεταστέον, μήπως τυχὸν ὑπὸ τὸ πρόσχημα
4108τοῦ διορισμοῦ εἰς ἄλλην θέσιν διορίζεται Ὑπουργὸς κατ’ οὐ-
4109σίαν, ἐνῷ κατὰ τὸ φαινόμενον δὲν εἶναι τοιοῦτος; Ἀπαν-
4110τῶ, ὅτι ἡ ἐξουσία, ἣν διαχειρίζεται ὁ Γεν. Διοικητὴς, δὲν
4111εἶναι δυνατόν ποτε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὑπουργικὴ ἐξουσία,
4112διότι συνίσταται εἰς τὴν ἁπλῆν ὑποβολὴν προτάσεων πρὸς
4113τὸν Ὑπουργόν. Ὑπουργὸς λέγεται ὁ διαχειριζόμενος τὴν
4114ἐξουσίαν καὶ ὁ διὰ τῶν διαταγμάτων, τῶν ἀποφάσεων καὶ
4115τῶν διαταγῶν αὐτοῦ ἐξασκῶν αὐτήν. Δὲν εἶναι ὅμως δυνα-
4116τὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς Ὑπουργὸς ὁ ὑποβάλλων προτά-
4117σεις, τὰς ὁποίας ἐλεύθερος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς νὰ δεχθῇ ἢ μὴ
4118δεχθῇ. Εἶπον ἤδη, ὅτι καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους κλάδους
4119τῆς ὑπηρεσίας ὑποβάλλονται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τοιαῦται
4120προτάσεις, ἃς μάλιστα ἐνίοτε εἶναι καὶ ὑπόχρεοι νὰ ἐκτε-
4121λέσωσιν οἱ Ὑπουργοὶ, ἀλλ’ οὐδεὶς διενοήθη νὰ χαρακτηρίσῃ
4122ὡς Ὑπουργοὺς τοὺς ὑποβάλλοντας τὰς τοιαύτας προτάσεις.
4123Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ διορίσῃ δικαστὰς
4124ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχον εἰς ἐξετάσεις· ἕπεται ἆρά γε
4125ἐντεῦθεν, ὅτι ἔγειναν Ὑπουργοὶ οἱ ἐξετάσαντες αὐτοὺς, καὶ
4126ὅτι ὁ Ὑπουργὸς κατέστη ὄργανον καὶ διεκπεραιωτὴς αὐτῶν,
4127ὡς ἔλεγον πρὸ ὀλίγου; Οὐχὶ βεβαίως· διότι τὴν ὑπουργικὴν
4128ἰδιότητα προσδίδει ἡ ἄμεσος ἐνάσκησις τῆς ὑπουργικῆς ἐξου-
4129σίας καὶ οὐχὶ ἡ πρότασις περὶ ἐνασκήσεως αὐτῆς. Ἡ πρό-
4130τασις δύναται ν’ ἀποτελέσῃ περιορισμὸν τῆς ὑπουργικῆς
4131ἐξουσίας, ἀλλ’ ὁ τοιοῦτος περιορισμὸς οὐδέποτε δύναται νὰ
4132ἀποτελέσῃ παράβασιν τοῦ Συντάγματος.
4133Νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ πᾶσα περαιτέρω ἐξέτασις τοῦ
4134προκειμένου ζητήματος, ὅπερ ἐπαρκῶς ἀνεπτύχθη καὶ κατὰ
4135τὰς μακρὰς περὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου συζητήσεις, ἃς δύνα-
4136ται πᾶς Βουλευτὴς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Μετ’ αὐτὰς δὲν εἶναι,
4137φρονῶ, δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ Διαδό-
4138χου ὡς Γεν. Διοικητοῦ δύναται ν’ ἀποτελέσῃ παράβασιν
4139τοῦ Συντάγματος.
4140Ἀλλ’ ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Συμπολιτεύσεως πρὸ
4141ὀλίγου, ὅτι ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἀφῃρέθη καθ’ ὁλοκληρίαν
4142ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ἀνετέθη εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν.
4143Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι βάσιμος ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος,
4144διότι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἰσχύοντος περὶ
4145Γενικῆς Διοικήσεως νόμου ἐξάγεται, οὐχὶ ὅτι ἀφῃρέθη ἀπὸ
4146τὸν Ὑπουργὸν ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, ἀλλὰ μόνον ὅτι εἰς
4147τὴν παρὰ τῇ Γεν. Διοικήσει ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἀνετέθη-
4148σαν καὶ ὅλα τὰ θέματα, ἅτινα ἀνατίθενται εἰς τὴν ἐν τῷ
4149Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις,
4150ὡς ἐβεβαιώθη ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων, ἔμεινεν ἐν τῷ Ὑπουρ-
4151γείῳ καὶ μετὰ τὸν νόμον τῆς Γεν. Διοικήσεως, ὡς ὑπῆρχε
4152καὶ πρότερον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ μελέτη τῶν διαφόρων
4153θεμάτων, ἅτινα ἀνετέθησαν εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν,
4154δὲν ἀποτελεῖ ἐξάσκησιν ὑπουργικῆς ἐξουσίας. Τοιαύτη εἶναι
4155μόνη ἡ ἐφαρμογὴ τῶν μέτρων, ἅτινα προτείνει ἡ ἐπιτελικὴ
4156ὑπηρεσία, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὕτη εἰς μόνον τὸν Ὑπουργὸν
4157ἀνατίθεται. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀκριβὲς, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι
4158καὶ κατ’ ἐλάχιστον περιορίζεται ἡ ὑπουργικὴ ἐξουσία, ὅσον
4159ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι,
4160προσῆκον νὰ γίνεται λόγος, περὶ ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ὅταν
4161ἔρχωνται οἱ ἁρμόδιοι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ καὶ ἀπὸ
4162τοῦ βήματος τούτου διαβεβαιοῦσιν, ὅτι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν
4163ἐτῶν οὔτε ἡ ἐλαχίστη ἐγένετο ἐργασία εἰς τὴν ἐπιτελικὴν
4164ὑπηρεσίαν;
4165Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὅλα τὰ λεγόμενα περὶ ἀντισυνταγμα-
4166τικότητος τοῦ ἰσχύοντος νόμου οὐδεμιᾶς ἔχονται ὑποστά-
4167σεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν παραδεχθῶμεν ὡς ἀληθῆ
4168τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἀντισυνταγματικὸς εἶναι ὁ ἰσχύων νό-
4169μος, ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον
4170τὸ δίλημμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργὸς
4171ἔθετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἢ ὁ ἰσχύων νόμος δὲν εἶναι
4172ἀντισυνταγματικὸς, ἢ διαμένει καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ διαμένῃ
4173τοιοῦτος καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ
4174οὗ πρόκειται. Ἐλαττοῦνται ἀληθῶς δι’ αὐτοῦ αἱ ὑπηρεσίαι,
4175αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε ὑπήγοντο εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν,
4176ἀλλὰ πολλαὶ καὶ οὐσιώδεις ἀφίνονται εἰς αὐτήν. Δὲν θὰ δύ-
4177ναται καὶ εἰς τὸ μέλλον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
4178νὰ τοποθετήσῃ, μεταθέσῃ ἢ ἀποσπάσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς
4179τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ, ἅτινα ἀφέ-
4180θησαν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἄνευ προτάσεως τοῦ Γεν.
4181Διοικητοῦ. Ἐὰν ἡ τοιαύτη διάταξις εἶναι ἀντισυνταγματικὴ
4182καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν λοιπῶν ὑπηρε-
4183σιῶν, ἃς ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὴν Γεν. Διοίκησιν, προδήλως ἀντι-
4184συνταγματικὴ εἶναι καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν σω-
4185μάτων, δι’ οὓς ἀφίνετε αὐτὴν ἐν ἰσχύϊ. Ἔχετε τὴν γνώ-
4186μην ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικός; Ὀφείλετε νὰ
4187ἔχητε τὴν τόλμην νὰ ζητήσητε τὴν ἐντελῆ καὶ πλήρη κα-
4188τάργησιν αὐτοῦ, ὡς ἀξιόλογα ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος πρώην
4189Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ἐκ Τυρνάβου συνάδελ-
4190φος. Λέγοντες ὅμως, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικὸς
4191καὶ ὅμως διατηροῦντες αὐτὸν ἐν πληρεστάτῃ ἰσχύϊ, εὑρίσκε-
4192σθε ἐν προδήλῳ ἀντιφάσει. Συνεπῶς εἰς οὐδεμίαν περίπτω-
4193σιν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ προκειμένου
4194νομοσχεδίου.
4195Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον κατὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου
4196ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ ἀνάθεσις τοιούτων ὑπηρεσιῶν εἰς βασιλό-
4197παιδας δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀσύμφορος διότι οἱ προϊστάμε-
4198νοι τοιούτων ὑπηρεσιῶν δύνανται νὰ ὑποπέσωσιν εἰς δυσα-
4199ρεσκείας ὡρισμένων προσώπων, ἐγὼ, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι
4200δὲν θεωρῶ ἄξιον προσοχῆς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἐν τῇ προ-
4201κειμένῃ συζητήσει. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου
4202ἵσταται τόσον ὑψηλὰ, ὥστε ἀδύνατον εἶναι νὰ φθάσωσι μέ-
4203χρις αὐτοῦ μεμψιμοιρίαι οἱωνδήποτε προσώπων, ἀξιούντων
4204ὅτι δῆθεν ἠδικήθησαν ἐκ τῆς λειτουργίας τῆς Γεν. Διοική-
4205σεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ ἐπιχείρημα ἦναι βάσιμον, ἂν ἡ Γεν.
4206Διοίκησις δύναται νὰ προκαλέσῃ ἐπιβλαβεῖς δυσαρεσκείας,
4207διατὶ ἀφίνετε αὐτὸν ἐν πληρεστάτῃ ἰσχύϊ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ
4208σπουδαιότατον μέρος τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἤδη διεξάγει
4209ἡ Γενικὴ Διοίκησις; Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὑποστηρίζων,
4210ὅτι, ἂν φρονεῖτε ὅτι ὁ ἰσχύων νόμος εἶναι ἀντισυνταγματι-
4211κὸς, ἢ ὅτι εἶναι ἀσύμφορος εἰς τὸ ἔθνος καὶ τὴν Δυναστείαν,
4212ὀφείλετε νὰ καταργήσητε αὐτὸν καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ οὐχὶ
4213νὰ ὑποστηρίζητε ὅτι διορθώνετε τὰς ἐλλείψεις τοῦ νόμου,
4214ἀφαιροῦντες περιστάσεις τινάς, καὶ ἀφίνοντες τὰς πλείστας
4215ὡς μέχρι τοῦδε εἶχον.
4216Ἰσχυρίσθησαν, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νόμῳ ἀσά-
4217φειαι, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶπον, κέκληται νὰ
4218διασαφήσῃ. Ἐγὼ τοὐναντίον νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον
4219αὐτὸ, ὅπως ἔχει, δύναται νὰ γεννήσῃ πλείστους ἐνδυασμοὺς
4220περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ συνεπαγάγῃ, ἂν γείνῃ
4221νόμος. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως
4222δὲν διέγραψε ἀκριβῶς τὴν δικαιοδοσίαν καὶ ἁρμοδιότητα
4223τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ· ἐν ἄρθρῳ ῥητῷ τοῦ νόμου τούτου
4224δίδεται τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ χρω-
4225μένη τῷ δικαιώματι τούτῳ ἡ Κυβέρνησις ἐξέδοτο Κανονι-
4226σμὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ λεπτομερῶς διαγράφονται ὅλα τὰ δι-
4227καιώματα, ὅσα ἀνατίθενται εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν.
4228Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει, ὄχι τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν
4229Στρατιωτικῶν, διότι δὲν παρίσταται, ἀλλὰ τὸν ἀξιότιμον
4230κ. Πρωθυπουργὸν, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προκειμένου νομο-
4231σχεδίου καὶ τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ εἰς νόμον, τίνες τῶν δια-
4232τάξεων τοῦ Κανονισμοῦ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη συνεπείᾳ
4233νομοθετικῆς ἐντολῆς καὶ εἶναι ἤδη νόμος τοῦ Κράτους, ποῖαι
4234τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ μένουσιν ἐν ἰσχύϊ, καὶ ποῖαι
4235δὲν μένουσιν ἐν ἰσχύϊ; Ὑπάρχει ἐκεῖ διάταξις π. χ. περὶ
4236τοποθετήσεως ὁπλιτῶν, περὶ ἀπαγορεύσεως ἀδείας κτλ.
4237Ἐρωτῶ, αἱ διατάξεις αὗται τί γίνονται;
4238§197Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον καθ’ ὅσον ἐν τῷ
4239Κανονισμῷ ὑπάρχουσι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι σκοπὸν ἔχουσι
4240τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοι-
4241κήσεως, αἵτινες μεταρριθμίζονται διὰ τοῦ προκειμένου νομο-
4242σχεδίου, ἐκεῖναι καταργοῦνται.
4243§198ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐξήγησις τοῦ κ. Πρωθυ-
4244πουργοῦ εἶναι ὀρθοτάτη, δὲν λύει ὅμως τὴν ἀπορίαν μου.
4245Ἐπεθύμουν νὰ τὸν παρακαλέσω πάλιν νὰ μοὶ εἴπῃ, ποῖαι
4246μένουσιν ἐν ἰσχύϊ καὶ ποῖαι καταργοῦνται.
4247§199Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε τὸ νομοσχέδιον ἐνώπιόν σας, καὶ
4248ὑποθέτω ὅτι τὸ γνωρίζετε.
4249§200ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· εὑρίσκομαι εἰς ἀπορίαν,
4250καὶ θὰ μοὶ κάμετε τὴν χάριν νὰ μοὶ τὸ εἴπητε.
4251§201Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἀλλὰ τότε θὰ χρειασθῇ
4252προγυμναστής.
4253§202ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐγὼ εἶμαι με-
4254τριόφρων, καὶ δὲν φρονῶ, ὡς ἄλλοι, ὅτι γνωρίζω καλῶς τὰ
4255στρατιωτικὰ πράγματα· ὅθεν δέχομαι μαθήματα, ἀρκεῖ νὰ
4256εὕρω τὸν δυνάμενον νὰ διδάξῃ.
4257Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι ὄχι μόνον διὰ τοῦ νομοσχε-
4258δίου τούτου δὲν λύονται αἱ ἀσάφειαι, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ
4259ἐφαρμογὴ αὐτοῦ θὰ προκαλέσῃ πολὺ μεγαλειτέρας δυσκολίας
4260περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων αὐτοῦ, παρὰ ἐκείνας τὰς
4261ὁποίας ὁ ἰσχύων νόμος προεκάλεσε καὶ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ
4262τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, περὶ ἧς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου,
4263ὅπερ ἑρμηνεύω ὡς μὴ ἀφαιροῦν τὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐπι-
4264τελικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἀναθέτον ἅπαντα τὰ καθήκοντα, τὰ
4265ὁποῖα ἀνατίθενται εἰς αὐτὴν, καὶ εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπη-
4266ρεσίαν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως.
4267Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον. Ἔχω
4268ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἰσχύων νόμος οὔτε εἰς τὸ
4269Σύνταγμα ἀντίκειται, οὔτε τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἢ τῆς
4270Δυναστείας παραβλάπτει, οὔτε παρήγαγεν ἀποτελέσματα,
4271δικαιολογοῦντα τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο
4272παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως καὶ τὴν
4273πρωίαν ἕτεροι συνάδελφοι τὸν παρεκάλεσαν, νὰ εὐαρεστηθῇ
4274νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Οὐδεμία ὑπάρχει βία
4275τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ· ἡ παροῦσα κατάστασις δύναται νὰ
4276διαρκέσῃ ἐπί τινα ἔτι χρόνον, ἵνα σκεφθῶμεν ὡριμώτερον
4277βραδύτερον, ὅτε θὰ ἔχωμεν εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν χρόνον
4278πλειότερον. Δὲν βλέπω τὴν σπουδὴν τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ
4279νομοσχεδίου.
4280Κύριοι Βουλευταὶ, ἐν τῇ ἀπέλπιδι καταστάσει, εἰς ἣν τὰ
4281ἡμέτερα πράγματα περιῆλθον, ἓν προπάντων θεωρῶ καθῆ-
4282κον, ἐπιβαλλόμενον εἰς πάντας ἡμᾶς, νὰ συντελέσωμεν εἰς
4283τὴν ὅσον οἷόν τε ἀπομάκρυνσιν τῆς κομματικῆς πολιτικῆς
4284ἀπὸ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, καὶ διὰ
4285τοῦτο ὡς ἐθνικὸν δυστύχημα θεωρῶ τὴν ἀνατροπὴν νομοθε-
4286τήματος, ὅπερ, ἐὰν ὄχι ἄλλο, κατώρθωσε τοὐλάχιστον νὰ
4287ἀποκλείσῃ τὴν κομματικὴν ταύτην πολιτικὴν ἀπὸ τῶν στρα-
4288τιωτικῶν πραγμάτων.
4289Φρονῶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ παράσχωμεν εἰς τὸν Διάδοχον
4290τοῦ Θρόνου ἐπαρκῆ χρόνον καὶ μέσα, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ
4291ἀνασυντάξεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Εἰς δυσχερεῖς περιστάσεις
4292περιῆλθεν εἰς τὴν ἀνάγκην, κατὰ τὸ 1897, νὰ ἀναλάβῃ τὴν
4293ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ, διατελοῦντες ὑπὸ συνθήκας καθι-
4294στώσας ἀδύνατον τὴν ἐπιτυχίαν. Ἂς ἐπαφήσωμεν εἰς αὐτὸν
4295τὴν φροντίδα νὰ παρασκευάσῃ αὐτὸν ἱκανὸν, ἵνα ἐν δεδομένῃ
4296περιστάσει ἐπανορθώσῃ καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὸ γόητρον τῆς
4297Ἑλλάδος. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ
4298τῆς ἀριστερᾶς).
4299§203Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπεστήριξα ὅτι ὁ νόμος περὶ
4300Γενικῆς Διοικήσεως ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα ἐν πλεί-
4301σταις διατάξεσιν αὐτοῦ.
4302§204ΣΤΑΗΣ. Εἴπετε «καθ’ ὁλοκληρίαν».
4303§205ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν πλείσταις· καὶ θὰ ἐξηγήσω.
4304Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, ὅτι, ὁσάκις
4305ἀντισυνταγματικόν τι νομοθέτημα γίνεται, πρέπει νὰ μένῃ
4306ἕως οὗ ὁ χρόνος ἀποδείξῃ, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ αὐτὸ
4307ἢ ὄχι ὁ τόπος, καὶ ὅτι ὀφείλομεν, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἅπαξ
4308ἐνομοθετήθησαν, ν’ ἀφίνωμεν, καίτοι ἀντισυνταγματικὰ, νὰ
4309λειτουργῶσιν ἕως οὗ ἀποδειχθῶσιν ἐντελῶς ἄχρηστα. Ἔχω
4310τὴν ἰδέαν τοὐναντίον, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι πεπεισμέ-
4311νοι ὅτι νομοθέτημά τι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ὀφείλουν νὰ
4312ζητοῦν τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, προσπαθοῦντες δι’ ἄλλων
4313μέσων, μὴ ἀντικειμένων πρὸς τὸ Σύνταγμα, νὰ ἐπιτύχωσι
4314τὸ καλὸν, ὅπερ διὰ τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ νόμου τυχὸν
4315ἐπιζητεῖται. Εἶπον ὅτι τὸ νομοθέτημα τῆς Γενικῆς Διοική-
4316σεως εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, διότι ἐπιτρέπει νὰ ἀσκῇ τὴν
4317ὑπουργικὴν ἐξουσίαν πρόσωπον ἄλλο ἢ ὁ Ὑπουργὸς, διότι
4318ἐπιτρέπει νὰ ἀσκῆται ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία ἀνευθύνως, ἀφοῦ
4319πράγματι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἀνεύθυνος
4320διὰ τὰς πράξεις τῆς Γεν. Διοικήσεως, ὧν ἐμνήσθην.
4321Ἐρρήθη σήμερον, καὶ τὴν πρωίαν καὶ νῦν, ὅτι αἱ προτά-
4322σεις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαί. Τοῦτο
4323ὅμως δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὁ ἀναγινώσκων τὸν νόμον περὶ
4324Γενικῆς Διοικήσεως καὶ τὸν Κανονισμὸν, ὅστις δυνάμει τοῦ
4325νόμου ἐξεδόθη, παρατηρεῖ ὅτι, ἐνῷ ἅπασα ἡ διοίκησις τῶν
4326σωμάτων, ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία καὶ ἡ ἐπιθεώρησις τοῦ
4327στρατοῦ, ἅπασα ἡ διοίκησις τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν κατα-
4328στημάτων αὐτοῦ, ἐδόθη διὰ τοῦ νόμου καὶ διὰ τοῦ Κανονι-
4329σμοῦ, τοῦ καὶ πέραν τοῦ νόμου ἐκδοθέντος, εἰς τὸν Γεν. Διοι-
4330κητὴν, ἐν τούτοις ὁσάκις ἦναι ἀνάγκη ἐκ τῶν ἰσχυουσῶν
4331διατάξεων νὰ ὑποβληθῇ διάταγμα, καὶ τότε παραγγέλλε-
4332ται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸ διά-
4333ταγμα τῷ Βασιλεῖ ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεως τοῦ Γενικοῦ
4334Διοικητοῦ. Τοῦτο, δηλ. ἡ ἐξαίρεσις αὕτη, ἐγένετο ἐξ ἀνάγ-
4335κης. Εἶναι ἀνάγκη ἐνίοτε νὰ γίνηταί τι διὰ Β. Διατάγμα-
4336τος. Ἂν δὲν ὑπῆρχε καὶ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, ἂν ἦτο δυνατὸν
4337ἐκ τῆς νομοθεσίας ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἀπευθείας νὰ ὑπο-
4338βάλλῃ διατάγματα, ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦτο
4339θὰ διέτασσε, καὶ δὲν θ’ ἀπῄτει τὴν παρέμβασιν τοῦ Ὑπουρ-
4340γοῦ, ὡς νῦν, λόγῳ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Περὶ τούτου μὴ
4341ἀμφιβάλλετε. Ὁ μελετῶν τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοική-
4342σεως πείθεται, ὅτι καταφανὴς σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι νὰ παρα-
4343δοθῇ, καὶ παρεδόθη, εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν ἡ διοίκησις
4344τοῦ στρατοῦ, εἰς αὐτὴν δὲ περιλαμβάνεται βεβαίως καὶ πᾶν
4345ὅ,τι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα ἰδίως, διὰ διαταγμάτων
4346κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν πρέπει νὰ ἐκτελῆται. Ἀλλ’ ἐ-
4347πειδὴ διάταγμα δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ τῷ Ἡγεμόνι ὁ
4348Γεν. Διοικητὴς, ὁ συμβιβασμὸς ἐγένετο διὰ τῆς προτάσεως,
4349ἣν ὑποβάλλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὑποχρεούμενον νὰ ὑποβάλῃ
4350συμφώνως πρὸς αὐτὴν τὸ διάταγμα. Γίνεται δὲ τοῦτο οὐ
4351μόνον εἰς τὰς μετακινήσεις τῶν ἀξιωματικῶν, αἵτινες δύ-
4352νανται νὰ θεωρηθῶσι στενῶς συνδεόμεναι μὲ τὴν διοίκησιν
4353τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει μέτρων, ἅτινα πρὶν
4354ἦσαν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν,
4355ὡς π. χ. τὰ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, τῆς ὁποίας ἀνέ-
4356γνωσεν ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος συνάδελφος τὰ μεταφερ-
4357θέντα εἰς τὰ Γραφεῖα τῆς Γεν. Διοικήσεως 24 ἢ 25 ἐδά-
4358φια, ἅτινα περιλαμβάνουν πᾶσαν σχεδὸν τὴν ἐργασίαν τοῦ
4359Κράτους ἐν τῷ στρατῷ. Ἐφ’ ὅλων αὐτῶν αἱ προτάσεις τοῦ
4360Γεν. Διοικητοῦ εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἂν
4361δὲν ἦσαν ὑποχρεωτικαὶ, τὸ ἄρθρον 6 θὰ τὸ ἔλεγε. Θὰ ἔλεγε
4362δηλονότι, τί γίνεται, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐγκρίνῃ τὴν
4363πρότασιν, διότι οὔτε νὰ μὴ γείνῃ τι ἀναγκαῖον ἐπιτρέπε-
4364ται, οὔτε νὰ γείνῃ ἄνευ προτάσεως τοῦ Γεν. Διοικητοῦ. Ὁ
4365στρατὸς πρὸ πάντων ἀπαιτεῖ ταχεῖαν καὶ ἄνευ χρονοτρι-
4366βῶν τὴν διοίκησιν. Αἱ προτάσεις λοιπὸν πρέπει νὰ ἐκτε-
4367λῶνται ἄνευ ἀναβολῶν. Ὁ Κανονισμὸς ἔτι σαφέστερον κα-
4368τέστησε τοῦτο, ἀπαιτῶν νὰ στηρίζηται τὸ διάταγμα ἐπὶ
4369προτάσεως τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ἥτις περιττὸν νὰ ἐζητεῖτο,
4370ἂν δὲν ἦτο ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιω-
4371τικῶν. Ἄλλως οὕτω μόνον ἀφαιρεῖται, ὡς ἐσκοπεῖτο, ἐκ
4372τῆς πολιτικῆς ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ μετὰ τῶν
4373προσωπικῶν ἀφῃρέθησαν καὶ πλεῖστα ἄλλα. Αὐτὸ δὲ, τὸ
4374ὁποῖον παρεστάθη, ὅτι καὶ τὴν μίαν ὑπηρεσίαν τὴν ἐπιτε-
4375λικὴν, τὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ ἔχωμεν
4376καὶ τὴν ἄλλην συγχρόνως, τὴν ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει, εἶ-
4377ναι ἀνακριβὲς, διότι ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι ἡ ἐπιτε-
4378λικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μετα-
4379φέρεται εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν (ἀναγινώσκει): «Τὸ
4380Ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει
4381καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπηρεσίας ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ
4382Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας.» Ἡ
4383ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία πᾶσα, ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ πρὶν τῶν
4384Στρατιωτικῶν, προφανῶς ὁλόκληρος μεταφέρεται, ὡς ἐν τοῖς
4385κειμένοις νόμοις καὶ διατάγμασιν, ἰδίως ἐν τῷ διατάγματι
4386τοῦ 1887, ἀναγράφεται, εἰς τὸ Ἐπιτελικὸν Γραφεῖον τῆς
4387Γενικῆς Διοικήσεως. Οὔτε ἔμεινεν ἐργασία ἐπιτελικὴ ἐν τῷ
4388Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε εἶναι δυνατὸν ἡ αὐτὴ
4389ἐργασία ὑπὸ δύο Γραφείων νὰ διεξάγηται. Ἐκ τούτου φαν-
4390τάζεσθε, ἂν εἶναι δυνατὸν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
4391ἐπὶ τοιούτων προτάσεων τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, δηλ.
4392ἐπὶ τῶν οὐσιωδεστέρων πράξεων, ἐξ ὧν, ὡς γνωστὸν, ἐξαρ-
4393τᾶται ἡ παρασκευὴ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἡ ἀσφάλεια τῆς χώ-
4394ρας, νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν τὰς ἐκτελεῖ. Τὸ μόνον δικαίωμα, τὸ
4395ὁποῖον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι νὰ μὴ
4396πράξῃ, νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τίποτε. Ἀλλὰ φαντάζεσθε ἐπι-
4397τελικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Κράτει, ἧς ὁ Ὑπουργὸς τῶν
4398Στρατιωτικῶν ἀρνεῖται νὰ δεχθῇ τὰς προτάσεις; Ἀλλ’ οὕτω
4399ἀκριβῶς γίνεται ὑπεύθυνος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνῷ μὴ ἀρ-
4400νούμενος εἶναι ἀνεύθυνος. Διότι, ἂν Βουλευτὴς ἐν τῇ Βουλῇ
4401τὸν ἐγκαλέσῃ διότι ἐδέχθη διὰ διατάγματος πρότασιν κα-
4402κὴν, ἢ παρέλιπεν ὠφέλιμον μέτρον, μὴ προταθὲν ὑπὸ τῆς
4403Γεν. Διοικήσεως, ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἐκ τοῦ νόμου τῆς Γεν.
4404Διοικήσεως ἀπηλλαγμένος πάσης εὐθύνης. Εὐθύνεται ὅμως,
4405ἂν ἐζημίωσε, μὴ δεχθεὶς πρότασιν αὐτῆς. Λοιπὸν βλέπετε,
4406ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ μὴ ἐκτελεῖν τὰς προτάσεις εἶναι δι-
4407καίωμα ἐντελῶς ἀστήρικτον, καὶ μόνη ὑπολείπεται ἡ πα-
4408ραίτησις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει.
4409Κατά τι ὅμως βελτιοῦται τὸ πρᾶγμα ἐν τῷ νομοσχε-
4410δίῳ, ὅπερ συζητοῦμεν, διότι ἐν αὐτῷ τοὐλάχιστον λέγεται,
4411ὅτι «ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν δὲν ἐγκρίνῃ τὰς
4412ὑποβληθείσας αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ προτάσεις
4413τοποθετήσεως, μεταθέσεως ἢ ἀποσπάσεως ἀξιωματικῶν,
4414προκαλεῖ τὴν ὑποβολὴν ἑτέρων προτάσεων, ἢ ἠτιολογημέ-
4415νης ἐκθέσεως ἐπὶ τῶν ἤδη ὑποβληθεισῶν, ἵνα ἀποφασίσῃ.»
4416Οὐ μόνον μετεβλήθη ἐντελῶς τὸ αʹ ἐδάφιον, ἀλλὰ καὶ τὸ
4417βʹ τοῦ ἄρθρου 6. Οὕτω ἤδη τῷ Ὑπουργῷ ἀναγνωρίζεται
4418τὸ δικαίωμα, ἂν δὲν ἐγκρίνῃ τὰς προτάσεις τῆς Γεν. Διοι-
4419κήσεως ἐπὶ τῶν μετακινήσεων ἀξιωματικῶν, νὰ προκαλῇ
4420ἄλλας· ἑπομένως εὐλόγως ἤδη εἶναι ὑπεύθυνος δι’ οἱανδή-
4421ποτε μεταβολὴν, δεχόμενος πρότασιν καὶ ὑποβάλλων διά-
4422ταγμα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν,
4423ἔπαυσε πᾶσα καινοτομία, ἐπανελθούσης αὐτῆς ἐν τῷ Ὑπουρ-
4424γείῳ καὶ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
4425τικῶν. Δι’ αὐτὴν οὗτος φέρει ἤδη πᾶσαν τὴν εὐθύνην.
4426Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς ὑπεστήριξα, ὅτι ὁ νόμος
4427περὶ Γενικῆς Διοικήσεως προσκρούει εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι
4428ἐδημιούργησεν ἐξουσίαν, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἐνασκῆται ἢ
4429μόνον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅ,τι εἶπεν ὁ
4430ἔντιμος προλαλήσας, ὅτι καθ’ ἡμέραν ἀπαντῶμεν ἐν τῇ νο-
4431μοθεσίᾳ περιορισμοὺς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δὲν εἶναι
4432τὸ αὐτό. Περιορισμοὶ πρέπει νὰ τίθενται, ὡς προσόντα καὶ
4433δοκιμασίαι καὶ διαγωνισμοὶ καὶ πᾶν ἄλλο δοκιμαστικὸν
4434τῆς ἱκανότητος. Τοῦτο ἄλλο. Ἀλλὰ νὰ δίδεται διακριτικὴ
4435ἐξουσία εἰς ἕνα, μὲ τὴν ἐξουσίαν νὰ προτείνῃ καὶ πράττῃ
4436ὅ,τι θέλῃ ἀνευθύνως, ἀλλὰ δι’ Ὑπουργοῦ ὑπευθύνου, τοῦτο
4437εἶναι πρωτοφανὲς καὶ μοναδικὸν παράδειγμα ἐν τῷ νόμῳ
4438περὶ Γεν. Διοικήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ὅλη αὐτὴ
4439ἡ ἐξουσία τῆς διοικήσεως τοῦ στρατεύματος καὶ τῶν ὑπη-
4440ρεσιῶν αὐτοῦ ἄνευ τῶν ὅρων τῆς συνταγματικῆς εὐθύνης.
4441Ἂν αὐτὸ νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι περιορισμὸς τῶν δικαιω-
4442μάτων τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἀνατροπὴ τῶν διατάξεων περὶ
4443εὐθύνης, δύνασθε νὰ τὸ φρονῆτε, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρουσιά-
4444σητε ἄλλα ἐπιχειρήματα, παρὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προβάλλετε,
4445ἂν θέλετε νὰ πείσητε καὶ τοὺς ἄλλους.
4446§206Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαφωνῶ καὶ πρὸς τοὺς μὲν
4447καὶ πρὸς τοὺς δέ. Δὲν ἤθελον νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζή-
4448τησιν, ἀλλὰ τὸ ζήτημα, ὡς ἐξετυλίχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς,
4449μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω, καὶ θὰ λάβω μέρος κατὰ τὴν τρίτην
4450συζήτησιν.
4451§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχε-
4452δίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
4453(Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
4454(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
4455ἄρθρα 1, 2 καὶ 3 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχουσι).
4456§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
4457§209Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνταῦθα παρακαλῶ νὰ
4458γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Βονίτσης κυρίου
4459Γουλιμῆ. Ἤτοι ἐν ἐδαφ. αʹ, ἀντὶ τῶν λέξεων «τῶν ἐν ταῖς
4460ταξιαρχίαις, ταῖς μεραρχίαις καὶ τῇ Γεν. Διοικήσει» νὰ τε-
4461θῶσιν αἱ λέξεις: «ὑπηρετούντων ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς σώ-
4462μασι τοῖς ὑπαγομένοις ὑπὸ τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρα-
4463τοῦ καὶ ἀναφερομένοις εἰς τὸ ἄρθρον 1.»
4464(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη).
4465§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5.
4466§211Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, τὸ ἄρθρον
44675 νὰ διαγραφῇ, καὶ τὸ ἄρθρον 6 νὰ γείνῃ 5. Ἐν τῷ ἄρθρῳ δὲ
4468τούτῳ, ἐν τῷ πίνακι τῆς συνθέσεως τῶν ἐπιτελείων ἐν εἰρήνῃ,
4469παραγράφῳ τρίτῃ, νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν λέξιν «ὑποστρά-
4470τηγος» αἱ λέξεις «ἢ συνταγματάρχης».
4471(Διαγραφέντος τοῦ ἄρθρου 5, γίνεται δεκτὸν τὸ
4472ἄρθρον 6, κατὰ τὴν νέαν τάξιν 5, μετὰ τῆς τρο-
4473ποποιήσεως ταύτης, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομο-
4474σχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
4475§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποβάλλει
4476τροπολογίαν ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κύριος Μπασδέκης, ἥτις
4477θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν
4478τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 54).
4479Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει
4480πρότασιν περὶ χορηγίας πιστώσεως δραχμῶν 750 δι’ ἔξοδα
4481ἐκτυπώσεως 500 ἀντιτύπων τῆς περὶ Ναξίας σμύριδος μονο-
4482γραφίας καὶ τῶν σχετικῶν προτάσεων νόμων τοῦ βουλευτοῦ
4483Νάξου κ. Πρωτοπαπαδάκη. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
4484(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 55).
4485Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως
4486τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ͵ΒϞΗʹ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1892
4487περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικα-
4488στικῶν ὑπαλλήλων».
4489§213ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν, κατὰ τὴν
4490ὁποίαν ἡ κλήρωσις ἀπαγορεύεται. Ἡ κλήρωσις, Κύριοι, εἶναι
4491ἄρνησις τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου, διότι βάσις τοῦ νόμου εἶναι
4492ὁ διαγωνισμός. Λοιπὸν ὅταν δέχησθε τὸν κλῆρον, δέχεσθε
4493γεγονὸς τυχαῖον, ἀντιτιθέμενον εἰς τὴν βάσιν τοῦ νόμου.
4494Ἐπὶ τέλους ἢ πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ τὸ πρώην καθεστώς, νὰ
4495ἔχῃ τουτέστι τὸ δικαίωμα ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ,
4496ἢ πρέπει νὰ διατάσσηται νέος διαγωνισμός.
4497§214Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ
4498καὶ διανεμηθῇ ἡ τροπολογία, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν
4499τρίτην συζήτησιν.
4500§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
4501ράρτημα, ἀριθ. 56).
4502(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ
4503ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν).
4504§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
4505χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 370,000 ἐπὶ τοῦ
4506εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν
4507Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρή-
4508σεως τοῦ ἔτους 1902».
4509§217ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν, κύριε Πρόεδρε,
4510ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ τοῦ ὁποίου
4511ζητεῖται πίστωσις εἰδικὴ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1902. Περὶ
4512τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου τοῦ 1871 πολλὰ ἐλέχθησαν, καὶ ἐγὼ
4513ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζη-
4514τήματος· μολονότι δὲ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε κατὰ πλειονο-
4515ψηφίαν τότε, ὅτι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς τὸν νό-
4516μον ἐκεῖνον ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἡ ὀρθή, ἐγὼ ἐξακολουθῶ νὰ
4517ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην μου· δὲν θεωρῶ ὅμως ἀναγκαῖον νὰ
4518ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον τότε, ἀφοῦ οὐχὶ πρὸ πολλοῦ ἐλέχθη-
4519σαν. Ἀλλ’ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἠδύνατο ἡ Κυβέρ-
4520νησις νὰ ζητήσῃ πίστωσιν καὶ πληρώσῃ κατὰ τὴν χρῆσιν
4521τοῦ 1902, ἕνεκα δὲ τούτου ἡ ζητουμένη πίστωσις πίπτει
4522εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1902, εἶναι ἐσφαλμένη κατὰ
4523τὸν νόμον· αἰρομένης δὲ τῆς βάσεως ταύτης, πρέπει νὰ
4524μεταβληθῇ ἡ χρῆσις. Εἶναι ἐσφαλμένη ἡ βάσις, διότι ἐφαρ-
4525μόζεται ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὁ νόμος τοῦ 1893 περὶ
4526ἀπαλλοτριώσεως δι’ ἀρχαιολογικὰς ἀνάγκας, κατὰ τὸν
4527ὁποῖον πρέπει νὰ προηγηθῇ διάταγμα κηρῦσσον τὴν δημο-
4528σίαν ἀνάγκην, ν’ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις εἰς τὸν προϋπολο-
4529γισμόν, καὶ τότε μόνον νὰ γείνῃ ἡ πληρωμή· κατὰ τὸ ἄρ-
4530θρον 5 μάλιστα τοῦ νόμου, «ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν ἀκινή-
4531των κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἐπιτρέπεται
4532μόνον, ἐὰν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ὑπάρχῃ ἀνα-
4533γεγραμμένη ἢ ἀναγραφῇ ἐντὸς ἓξ μηνῶν πίστωσις.» Ἐπὶ
4534τοῦ προκειμένου κατὰ τὸ ἔτος 1902 δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν
4535προϋπολογισμὸν ἀναγεγραμμένη πίστωσις· ἀλλὰ καὶ ἂν εἶ-
4536χεν ἐγγραφῆ κατὰ τὸ 1902 πίστωσις, ἦτο πίστωσις μὴ
4537ἐπαρκής· ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε καὶ εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς
4538τοῦ 1899, 1898, 1897 καὶ 1896, νομίζω. Ἀφοῦ δὲ δὲν
4539ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη πίστωσις ἢ δὲν ὑπῆρχε πίστωσις
4540ἐπαρκής, ἵνα γείνῃ ἡ πληρωμὴ, ἐπακολουθεῖ τὸ τελευταῖον
4541ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου τούτου, κατὰ τὸ ὁποῖον,
4542«παρελθούσης τῆς διορίας τῆς ἑξαμήνου, ἐὰν μὴ ὑπάρχῃ
4543ἀναγεγραμμένη πίστωσις κατὰ τὰ ἀνωτέρω παύει ἰσχῦον
4544τὸ βασιλικὸν διάταγμα.» Τὸ Β. Διάταγμα λοιπὸν, τὸ
4545παραδεχθὲν τὴν δημοσίαν ἀνάγκην, ἔπαυσεν ἰσχῦον ἀπὸ τοῦ
4546ἔτους 1896, καὶ ἔπαυσεν ἰσχῦον διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀναγε-
4547γραμμένη πίστωσις. Κατὰ τὸ ἔτος 1902, καθ’ ὃ ἀναγρά-
4548φεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομο-
4549σχεδίου, ὅτι ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ προκαλέσῃ τὴν πί-
4550στωσιν καὶ πληρώσῃ, τὸ διάταγμα αὐτὸ δὲν ἴσχυε, συνε-
4551πῶς δὲν ὑπῆρχεν ἡ δημοσία ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἤθελε δικαιο-
4552λογήσει τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα προκαλέσῃ τὴν πίστωσιν. Μὴ
4553ὑπαρχούσης δὲ τῆς δημοσίας ἀνάγκης, οὐδ’ αἱ ἐκτιμήσεις,
4554αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἔχουσι κῦρος, οὐδ’ ὁ Ὑπουργὸς ἠδύνατο
4555νὰ ζητήσῃ πίστωσιν, ἢ νὰ ἐντείληται πληρωμήν. Ἐὰν δὲ
4556ἐξεδόθησαν ἐν τῷ μεταξὺ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ὑποχρεοῦ-
4557σαι τὸ Δημόσιον εἰς πληρωμὴν, ἄλλο εἶναι τὸ κεφάλαιον
4558τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς βάρος τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ζη-
4559τηθῇ ἡ πίστωσις. Ἐὰν δ’ ὑπάρχῃ ἡ γνώμη, ὅτι δὲν ἠδύνατο
4560νὰ ζητηθῇ ἡ πληρωμὴ ἀπὸ τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο τῶν δικα-
4561στικῶν ἀποζημιώσεων, τότε ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ εἰδικὸς
4562νόμος, οὐχὶ ζητῶν τὴν πίστωσιν, ἀλλ’ εἰδικὸς νόμος παρα-
4563τείνων τὴν προθεσμίαν ἢ καταργῶν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρ-
4564θρου 5, ἵνα διευκολυνθῇ ἡ προκειμένη πληρωμή. Ἐπὶ τοῦ
4565προκειμένου, νομίζω ὅτι δὲν ἠδύνατο κατὰ τὸ 1902, δὲν
4566δύναται δὲ οὐδὲ σήμερον ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐνεργήσῃ τὴν
4567πληρωμὴν, διότι δὲν ὑπάρχει διάταγμα παραδεχόμενον τὴν
4568δημοσίαν ἀνάγκην διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, καθόσον τὸ διά-
4569ταγμα τὸ ἐκδοθὲν τῷ 1895 ἠκυρώθη, διότι δὲν ὑπῆρξεν
4570ἀναγεγραμμένη εἰς τοὺς μετέπειτα προϋπολογισμοὺς ἡ πί-
4571στωσις. Ὥστε καὶ σήμερον ἐὰν ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, ὡς
4572ζητεῖται, ἡ πληρωμὴ δὲν θὰ γείνῃ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκδοθῇ σήμε-
4573ρον διάταγμα, καὶ δύναται νὰ ἐκδοθῇ, παραδεχόμενον τὴν
4574δημοσίαν ἀνάγκην, τότε θὰ γεννηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαλ-
4575λοτριώσεως καὶ τὸ δικαίωμα τῆς πληρωμῆς σήμερον, καὶ
4576συνεπῶς ἡ πίστωσις ἡ ζητουμένη πρέπει νὰ ζητηθῇ εἰς βά-
4577ρος τῆς χρήσεως τοῦ τρέχοντος ἔτους 1903. Διότι, ἐπανα-
4578λαμβάνω, εἶναι ἐσφαλμένη ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι
4579ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ, ἀλλὰ δὲν ἐπλήρωσεν, ὁ Ὑπουργὸς
4580τοῦ 1902· ἀφοῦ δὲ ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ, δὲν δύναται νὰ
4581ἐπιβαρυνθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1902, καθ’ ἣν ἔννοιαν ἀποδίδει
4582εἰς τὸν νόμον τοῦ 1871 ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ Κυβέρνησις.
4583§218Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πολλοῦ, Κύριοι,
4584παρατηρῶ, ὅτι μεγάλη καταβάλλεται ἅμιλλα διὰ τὴν κατα-
4585νομὴν τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς κεκλεισμένας
4586χρήσεις, ἅμιλλα περὶ τοῦ εἰς ποῖον προϋπολογισμὸν πρέ-
4587πει νὰ καταταχθῶσιν αὗται. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ,
4588ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ἅμιλλα εἶναι ἐντελῶς περιττὴ, διότι αἱ
4589ἀπαιτήσεις αἱ ἀναγόμεναι εἰς κεκλεισμένας χρήσεις κατα-
4590λογίζονται εἰς τὴν χρῆσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεφύησαν, ὄχι
4591εἰς τὴν χρῆσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεγνωρίσθησαν, ἡ δὲ
4592πληρωμὴ αὐτῶν κατὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν γίνεται μόνον
4593πρὸς ἀνάμνησιν. Διὰ τοῦτο εἰς τοὺς γαλλικοὺς προϋπολο-
4594γισμοὺς καταλογίζεται ὑπὸ τὰς θέσεις «pour memoire»,
4595καὶ ὁ ἀγὼν νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς μάταιος.
4596§219Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι
4597ὅλαι αἱ ἀντιρρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυνουρίας εἰς αὐτὸ
4598ἀπέβλεπον, δηλ. εἰς τίνα χρῆσιν ἀνήκουσιν αἱ ἀποζημιώ-
4599σεις αὗται· ἀνήκουσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1902, τὴν εὐθύ-
4600νουσαν τοὺς φίλους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ὑπουργούς; ἢ εἰς τὴν
4601χρῆσιν τοῦ 1903, τὴν εὐθύνουσαν ἡμᾶς; Νομίζω, Κύριοι,
4602ὅτι τὴν εὐθύνην οὐδεὶς ὑπέχει· πρόκειται περὶ ἀναγκαστι-
4603κῆς ἀπαλλοτριώσεως, πρόκειται ὅμως περὶ ἀποζημιώσεων,
4604αἱ ὁποῖαι θὰ καταβληθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει δικαστικῶν ἀπο-
4605φάσεων. Ἴσως εὐθύνονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατέλαβον.
4606Παραδέχομαι ὅμως τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βου-
4607λευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, διότι θεωρῶ, ὅτι αὕτη εἶναι μία
4608ἐγγύησις· νὰ προστεθῇ δηλ. μετὰ τὰς λέξεις «ἕνεκεν ἀρχαιο-
4609λογικῆς ἀνάγκης» ἡ φράσις «ὁρισθησομένων κατὰ τὴν διά-
4610ταξιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ͵ΒΡΞΖʹ νόμου τῆς 16 Φεβρουα-
4611ρίου 1893 περὶ ἀρχαιολογικῶν ἀνασκαφῶν».
4612§220ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ παραδοχὴ τῆς τροπολογίας ταύτης
4613τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ὑποχρεοῖ τὴν
4614Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ νέον Β. Διάταγμα πρὸς ἐφαρμογὴν
4615τοῦ νόμου τοῦ 1893.
4616§221Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναμφισβητήτως
4617θέλει προκληθῇ τὸ Β. Διάταγμα, ἀλλ’ ἡ τροπολογία τοῦ
4618κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἀφορᾷ εἰς νέαν ἐκτίμησιν, ἡ
4619ὁποία ἀναγκαίως θὰ γείνῃ, ἵνα δυνηθῇ ἕκαστος τῶν ἀποζη-
4620μιωθησομένων νὰ λάβῃ τὴν ἀναλογοῦσαν αὐτῷ μερίδα.
4621§222Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ὀφείλονται ἀποζημιώσεις τινὲς
4622δυνάμει δικαστικῶν ἀποφάσεων;
4623§223Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλονται δυνάμει δικαστικῶν ἀποφά-
4624σεων, ἀλλὰ θὰ συναινέσωσιν ὅλοι αὐτοὶ εἰς τὴν συμβιβαστι-
4625κὴν πληρωμήν;
4626§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομο-
4627σχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
4628(Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
4629Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν,
4630ὡς ἐτροποποιήθη).
4631Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀνα-
4632πληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 83,265.92 ἐπὶ τοῦ εἰ-
4633δικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν
4634Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902».
4635(Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον,
4636ἄνευ ἀντιρρήσεως).
4637§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
4638κυρώσεως τῆς ἀπὸ 10 Ἰανουαρίου 1902 συμβάσεως περὶ
4639διηνεκοῦς παραχωρήσεως τῆς κυριότητος καὶ ἐκμεταλλεύ-
4640σεως τῶν ἐν τῇ νήσῳ Ζακύνθῳ καὶ τοῖς παρακειμένοις νη-
4641συδρίοις ὀρυχείων πετρελαίου, νάφθης καὶ ἄλλων πισσωδῶν,
4642ῥητινωδῶν καὶ ἐλαιωδῶν οὐσιῶν».
4643§226ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ... (Θόρυβος).
4644§227ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
4645(Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’
4646ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν).
4647§228Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 6 καὶ
46487 νομοσχέδια ν’ ἀναβληθῶσι, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
4649§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται.
4650Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποσπάσεως
4651τοῦ δήμου Πειραιῶς ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς».
4652(Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
4653Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ προσωπι-
4654κοῦ τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης».
4655(Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’
4656ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
4657§230Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπίσης τὰ ὑπ’ ἀριθ.
465810 καὶ 11 ν’ ἀναβληθῶσι, διότι θὰ προκαλέσωσι συζήτησιν.
4659§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται.
4660Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς
4661προθεσμίας τῆς κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΧϞΔʹ τοῦ 1900 ἀνανεώ-
4662σεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν
4663καὶ διαφόρων ἐσόδων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, καὶ περὶ
4664τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ αὐτοῦ νόμου ͵ΒΧϞΔʹ».
4665§232Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παραδέχομαι ἐν μέρει
4666τὰς τροπολογίας τὰς ὑποβληθείσας παρὰ τοῦ ἐκ Παρνασσί-
4667δος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας κ. Ἀλεξαν-
4668δροπούλου.
4669§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομο-
4670σχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
4671περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
4672Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν,
4673ὡς ἔχει).
4674Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
4675§234Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 2 παρα-
4676καλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς. Ἐν τέλει τῆς πρώτης παρα-
4677γράφου νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «Ἑκάστη δόσις αὐτῶν
4678δὲν δύναται νὰ ᾖ ἐλάσσων τῶν δραχμῶν 50». Μετὰ δὲ τὴν
4679δευτέραν παράγραφον νὰ προστεθῇ νέα παράγραφος, ἔχουσα
4680ὡς ἑξῆς:
4681«Χρέη δὲ ἀνώτερα τῶν δραχ. 5,000 ἐπιτρέπεται νὰ
4682διαιρεθῶσιν εἰς δόσεις μέχρις εἴκοσιν, ὧν ἑκάστη νὰ μὴ ἦναι
4683ἐλάσσων τῶν δραχ. 500».
4684§235ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ.
4685Ἀλεξανδροπούλου ὁμιλεῖ περὶ ποσοῦ ἐλάσσονος τῶν πεντα-
4686κοσίων δραχμῶν· ἐγὼ θέλω παρακαλέσει, τὸ ποσὸν τοῦτο
4687νὰ ὁρισθῇ ἄνω τῶν 500 δραχμῶν, ἵνα καὶ ἄνω τοῦ ποσοῦ
4688τούτου διαιρῆται τὸ χρέος.
4689§236Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ ὅτι, ὡς διετυ-
4690πώθη τὸ ἄρθρον, παρέχει πᾶσαν ἄνεσιν. Ἑπομένως δὲν δύ-
4691ναμαι νὰ δεχθῶ ἄλλο τι.
4692§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτρο-
4693ποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
4694περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
4695Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
4696§238Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τελευταία παρά-
4697γραφος τοῦ ἄρθρου 3 παρακαλῶ ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς
4698ἑξῆς:
4699«Εἰς τοὺς ὀφειλέτας, τοὺς ἀνανεοῦντας νῦν τὰ ἑαυτῶν
4700χρέη κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΒΧϞΔʹ καὶ εἰς τοὺς
4701μέλλοντας ν’ ἀνανεώσωσιν αὐτὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ
4702νόμου τούτου, ἐπιτρέπεται μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1894 ἡ
4703συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6 τοῦ προρ-
4704ρηθέντος ΒΧϞΔʹ νόμου προεξόφλησις τοῦ συνόλου αὐτῶν,
4705εἴτε ἐκ ληξασῶν μόνον καὶ ὀφειλομένων δόσεων τὸ σύνολον
4706τοῦτο ἀποτελεῖται, εἴτε καὶ ἐκ μὴ ληξιπροθέσμων τοιού-
4707των. Ἐντεῦθεν ὅμως δὲν ἀναστέλλεται διὰ τὰς καθυστερου-
4708μένας δόσεις ἡ καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν, δυναμένων οὕτω
4709νὰ ἐπωφεληθῶσι τοῦ παρεχομένου δικαιώματος τῆς προεξο-
4710φλήσεως ἢ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1904, ἢ πρότερον,
4711καθ’ ἣν ἡμέραν διὰ τῆς καταδιώξεως ἤθελον ὑποχρεωθῆ εἰς
4712τὴν πληρωμὴν τῶν ἐν λόγῳ δόσεων.»
4713§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτρο-
4714ποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
4715περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
4716Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
4717§240Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο
4718παρακαλῶ νὰ προστεθῇ καὶ δευτέρα παράγραφος, ἔχουσα
4719ὡς ἑξῆς:
4720«Ἐὰν οἱ ὀφειλέται ἐπιθυμῶσι νὰ ἐπωφεληθῶσι διὰ τὰς
4721δόσεις ταύτας τοῦ ὑπὸ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ προη-
4722γουμένου ἄρθρου παρεχομένου δικαιώματος, δύνανται νὰ
4723προέλθωσιν εἰς τὴν ἀνανέωσιν τῶν χρεῶν, ὧν ἐπιζητοῦνται
4724αἱ δόσεις, καὶ εἰς τὴν προεξόφλησιν τοῦ συνόλου τούτων.»
4725§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτρο-
4726ποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
4727περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
4728Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
4729§242Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχω
4730ὑποβάλει τροπολογίαν, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ.
4731§243Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ
4732δεχθῶμεν, ὅπως τὰ ὀφειλόμενα διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Γυ-
4733μνασίου Αἰγίου περιλάβωμεν εἰς τὰ ὀφειλόμενα ἐκ διαφόρων
4734δόσεων; Εἶναι ὅλως διόλου ἀλλότριον τὸ ἓν πρὸς τὸ ἕτερον.
4735§244ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς γίνεται διὰ τὰ ἐκπαιδευ-
4736τικὰ τέλη;
4737§245Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ τὸ Γυμνάσιον Αἰγίου εἶναι δημο-
4738συντήρητον, δὲν εἶναι δημόσιον.
4739§246Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ ὑπόθεσις.
4740Τὸ Γυμνάσιον Αἰγίου δὲν εἶναι οὔτε δημοσυντήρητον, οὔτε
4741δημόσιον· ἔχει ἰδίους πόρους, ἔχει πόρους, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν
4742εἰς αὐτὸ ἐκ συνεισφορῶν ἰδιωτῶν κατὰ τὸν σεισμὸν τοῦ 1861.
4743Τὸ ποσὸν τοῦτο κατετέθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπὶ τόκῳ,
4744καὶ ἐκ τῶν τόκων αὐτῶν καὶ τῶν εἰσφορῶν τοῦ Λιμενικοῦ
4745Ταμείου ἀπετελέσθη ἓν ποσὸν, δι’ οὗ συνετηρεῖτο τὸ Γυ-
4746μνάσιον. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ συστήσασα τὸ
4747Γυμνάσιον ἐπιτροπὴ τῶν συμπολιτῶν μου ὥρισαν τὸν ἀριθ-
4748μὸν τῶν καθηγητῶν, ἀναλόγως, ἐννοεῖται, τοῦ ποσοῦ τῶν πό-
4749ρων, τοὺς ὁποίους εἶχε τὸ Γυμνάσιον πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ.
4750Ἀλλ’ αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις ὑπερέβησαν τὸ ποσὸν τοῦτο,
4751διορίσασαι καθηγητὰς ἐπὶ πλέον, χωρὶς νὰ φέρῃ τις ἀντίρ-
4752ρησιν· ἐπὶ σειρὰν δ’ ἐτῶν ἐπλήρονε τὸ δημόσιον ταμεῖον τοὺς
4753μισθοὺς τῶν καθηγητῶν χωρὶς ὁ δῆμος νὰ ἔχῃ γνῶσιν τῆς
4754ὑπερβάσεως. Αἴφνης ὁ δῆμος ἐκ τῆς ὑπερβάσεως ταύτης
4755εὑρέθη ὀφειλέτης πρὸς τὸ Δημόσιον ποσοῦ τινος· ἐπεβλήθη
4756κατάσχεσις, καὶ συνεπείᾳ ταύτης ἐξηναγκάσθη ὁ δῆμος νὰ
4757πληρώσῃ χωρὶς νὰ ὀφείλῃ, διότι, ἐὰν καταφύγῃ εἰς τὰ δικα-
4758στήρια, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεμία θὰ εὑρεθῇ εὐθύνη ἢ ὑπο-
4759χρέωσις αὐτοῦ πρὸς πληρωμὴν, διότι ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους
4760καὶ συμφωνίας συνέστη τὸ Γυμνάσιον, τὸ δὲ Δημόσιον
4761ὑπερέβη τοὺς ὅρους καὶ τὰς συμφωνίας ταύτας· ἀφοῦ δὲ τὸ
4762Δημόσιον καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ὡρισμένου ἀριθμοῦ διώρισε
4763καθηγητὰς, αὐτὸ πρέπει νὰ πληρώσῃ καὶ τοὺς μισθοὺς
4764αὐτῶν.
4765Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ πληρωθῇ καὶ ἡ
4766ὀφειλὴ αὕτη κατὰ δόσεις, ὡς ὡρίσθη διὰ τὰς ὀφειλὰς τῶν
4767δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον.
4768Ὑποβαλλόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσωμεν μὴ
4769ὀφειλόμενα, ἀλλὰ δὲν δίδεται καὶ προθεσμία τις ἐκ μέρους
4770τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις κατέσχεν ἀμέσως τὰ εἰσοδήματα τοῦ
4771δήμου Αἰγίου πρὸς πληρωμὴν τοῦ διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ
4772Γυμνασίου χρέους. Ὁ δῆμος Αἰγίου ἐξετέλεσε πολλὰ ἔργα,
4773Κύριοι. Εἶναι δῆμος, ὁ ὁποῖος ἔχει πρόοδον καὶ προώδευ-
4774σεν. Ἐὰν μεταβῇ τις σήμερον εἰς τὸ Αἴγιον, γνωρίζων αὐτὸ
4775πρὸ 10 καὶ 20 ἐτῶν, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ. Λοι-
4776πὸν ἀφοῦ ὁ δῆμος ἐδανείσθη καὶ πληρόνει χρεωλυτικῶς χρέη
4777πρὸς διακόσμησιν τῆς πόλεως, πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν κλπ.,
4778ἤδη τῷ ἀφαιροῦνται καὶ τὰ ἐκ τῆς σταφίδος ἔσοδα, διότι
4779ἐπεβλήθη φόρος ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, καὶ θὰ μείνωσι τὰ
4780ἔργα ἡμιτελῆ καὶ ἀνεκτέλεστα.
4781Εἶναι δίκαιον, εἶναι νόμιμον, εἶναι ὀρθὸν, κύριε Πρόεδρε
4782τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀποκρούσητε τὴν τροπολογίαν μου, ἡ
4783ὁποία συνάδει καὶ μὲ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου;
4784Τί ἄλλο εἶναι αἱ διατάξεις αὗται; Οὕτω κανονίζονται ἐν
4785γένει τὰ χρέη τῶν δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον, ὡς τὸ ὑπὲρ
4786τῶν ἀστυνομιῶν, τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κλπ., τοιοῦτον
4787δὲ χρέος εἶναι καὶ τὸ ἐκ τῆς συντηρήσεως τοῦ Γυμνασίου
4788Αἰγίου.
4789§247Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ κύριε
4790Ἀσημακόπουλε. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι τὸ νο-
4791μοσχέδιον αὐτὸ πρόκειται ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ δημόσιον τα-
4792μεῖον 200,000 δραχμὰς, σεῖς δὲ διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν
4793ὁποίαν ὑποβάλλετε, πρόκειται ἀκριβῶς νὰ μᾶς ἀφαιρέσητε
4794καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προκατεβλήθη ἀπὸ τὸ δημόσιον τα-
4795μεῖον εἰς τὸν δῆμον Αἰγιέων. Δὲν πρόκειται περὶ νομοσχε-
4796δίου χαριστικοῦ, πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου
4797θ’ ἀπολαύσῃ τὸ Δημόσιον.
4798§248Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καταβῆτε τοῦ βήματος, κύριε Ἀση-
4799μακόπουλε, διὰ νὰ μὴ καταργηθῇ καὶ τὸ Γυμνάσιον.
4800§249ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ζητοῦμεν νὰ μᾶς χαρίσητε
4801τίποτε, ζητοῦμεν νὰ πληρώσωμεν εἰς δόσεις.
4802§250Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ δῆμος Αἰγιέων, διότι εἶναι πλούσιος
4803ἀκριβῶς, πρέπει νὰ πληρώσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὀφείλει πρὸς
4804τὸ Δημόσιον.
4805§251ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἶναι πλού-
4806σιος. Εἶναι κατάχρεως.
4807§252Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ἀσημακόπουλε,
4808τελειώσατε πλέον... Ἄλλως λύσατε τὴν συνεδρίασιν, κύ-
4809ριε Πρόεδρε.
4810§253ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐπιμένετε ἐπὶ τοσοῦτον,
4811κατέρχομαι. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ τροπολογία εἶναι δι-
4812καιοτάτη.
4813§254Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι διόλου δικαία, διότι θέλετε νὰ
4814παρεμβάλητε μίαν ξένην διάταξιν εἰς τὸ νομοσχέδιον.
4815§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν τροπολογίαν
4816τοῦ κ. Ἀσημακοπούλου;
4817§256ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
4818§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἀπερρίφθη.
4819Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται
4820νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
4821παρεδέχθη.
4822Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα διαγράφονται
4823αἱ λέξεις «τῶν ἐτῶν 1896, 1897 καὶ 1898».
4824Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη, παρα-
4825καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
4826Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
4827Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
4828§258Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. Διὰ τοῦ
4829νόμου τοῦ 1900 ἐλήφθη μέτρον τι ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ
4830Δημοσίου διὰ καθυστερουμένους φόρους δικαιώματος ἐπι-
4831καρπίας· ἤτοι ὁσάκις βεβαιωθῇ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν,
4832ὅτι ἡ καθυστέρησις προέρχεται ἐκ τοῦ ἀνεφίκτου τῆς πλη-
4833ρωμῆς ἢ ἐκ κακῆς βεβαιώσεως, δύνανται ν’ ἀπαλλαχθῶσιν
4834οἱ ὀφειλέται τῆς πληρωμῆς τοῦ καθυστερουμένου φόρου, ὡς
4835ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου τοῦ 1900, τὸ ὁποῖον
4836προβλέπει διὰ τὰς ὀφειλὰς τὰς μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ 1900,
4837δηλ. ὡς βάσιν ἔλαβε τὰς χρήσεις τὰς πρὸ τῆς τελευταίας
4838δεκαετίας. Τοῦτο φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ εἰς
4839τὸν νόμον τοῦτον, δηλ. νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν διάταξιν μέχρι
4840τῶν ὀφειλομένων τοῦ ἔτους 1893, ὥστε ν’ ἀπομείνῃ ἡ τε-
4841λευταία δεκαετία. Τὸ Δημόσιον οὐδὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ,
4842διότι, ἐὰν βεβαιωθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον πανηγυρικὸν, ὅτι
4843δὲν ὑπάρχει ὀφειλὴ, οὐδὲν ἔχει νὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον.
4844Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 13
4845τοῦ νόμου τοῦ 1900 δέον νὰ ἰσχύσῃ διὰ τὰς ὀφειλὰς τὰς
4846μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903.
4847§259Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
4848τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι· διότι τότε στερούμεθα τῶν ἐσό-
4849δων τριῶν ἐτῶν.
4850§260Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ποίου ἐσόδου θὰ στερηθῇ τὸ Δημό-
4851σιον, ὁσάκις ἦναι ἐσφαλμένη ἡ χρέωσις;
4852§261ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τίποτε, κύριε Καλούτση· ἔχεις ἄδικον.
4853§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπορρίπτεται καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κυ-
4854ρίου Καλούτση.
4855§263Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὴν ἀποσύρω (ἱλαρότης).
4856(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
4857ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9
4858καὶ 10, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς
4859γʹ συζήτησιν).
4860§264Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε Πρόε-
4861δρε, τὰ δύο δασμολογικὰ πρὸ πάντων, διότι ἄνευ αὐτῶν δὲν
4862εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τίποτε. Τὸ δεύτερον δασμολογικὸν
4863πρὸ πάντων εἶναι τὸ μᾶλλον οὐσιῶδες.
4864§265Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Μεταξὺ τῶν πολλῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
4865διατάξει ἀναγεγραμμένων νομοσχεδίων, κύριε Πρόεδρε,
4866εἶναι καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 82.
4867§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἡ ἡμερησία διάταξις θὰ
4868κανονισθῇ εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως.
4869§267ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω
4870τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰ
4871δυνατὸν, νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς πρώτην ἀνά-
4872γνωσιν.
4873§268Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Θέλομεν καὶ ἡμεῖς ποτέ νὰ προτάξωμεν
4874τὰ ἰδικά μας.
4875§269ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ἀφορᾶ τὴν ἀπονομὴν συντάξεως εἰς τὴν
4876σεβαστὴν δέσποιναν Κυριακὴν Θάνου Κανακάρη. Εἶναι δὲ
4877γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε, τίς ὑπῆρξε καὶ τίνας προσήνεγκεν
4878ὑπηρεσίας ὁ ἀοίδιμος Θᾶνος Κανακάρης, τίνας δὲ πολλαπλᾶς
4879καὶ μεγάλας ὑπηρεσίας ἔχει προσφέρει εἰς τὸ ἔθνος ἡ σεβα-
4880στὴ οἰκογένεια τοῦ Κανακάρη. Νομίζω ὅτι πρέπον καὶ δί-
4881καιον εἶναι νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ ψηφισθῇ
4882δὲ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἐν δὲ ταῖς ἑπομέναις συν-
4883εδριάσεσι νὰ ταχθῇ ἐν τῇ στείλῃ ἐκείνῃ, ἐν ᾗ νὰ ὑπάρχῃ
4884ἐλπὶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κρά-
4885τους. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρό-
4886τασίν μου.
4887§270ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ γείνῃ ψηφοφορία.
4888§271Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ, Κύ-
4889ριοι· πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπολείπονται δύο ἢ τὸ
4890πολὺ τρεῖς συνεδριάσεις, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην, αὔριον ἀμέσως
4891νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ
4892θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον μετὰ τὴν ἀναγραφὴν τοῦ
4893νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς
4894Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, τοῦ νομο-
4895σχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου περὶ
4896μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν
4897ὑπαλλήλων εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, τῆς συμβάσεως διὰ τὴν
4898ἐκμετάλλευσιν τῶν ἐν τῇ νήσῳ Ζακύνθου ὀρυχείων πετρε-
4899λαίου κλπ. εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ τῶν δύο νομοσχεδίων
4900—καθ’ ὅσον ἤθελον ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς δευτέραν ἀνάγνω-
4901σιν—περὶ μεταρρυθμίσεων διατάξεων τοῦ τελωνειακοῦ δα-
4902σμολογίου, νὰ τεθῇ ὁ προϋπολογισμός.
4903§272Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν.
4904§273Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τὸ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, καθ’ ὅ-
4905σον ἤθελε ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς δευτέραν συζήτησιν.
4906§274ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 24.
4907§275Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδέν.
4908§276ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, χωρὶς νὰ ζητήσω
4909νὰ προταχθῇ τι, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὴν
4910Βουλὴν τὸ ἑξῆς. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 82 νομοσχέδιον περὶ ἀπονο-
4911μῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν Θάνου Κανακάρη δὲν θὰ προ-
4912καλέσῃ συζήτησιν. Θὰ παρακαλέσω, ὄχι νὰ προταχθῇ, ἀλλὰ
4913νὰ ὑποταχθῇ, δηλαδὴ πρὶν ἢ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν νὰ
4914τεθῶσιν αἱ κάλπαι, καὶ παρερχόμενοι οἱ Βουλευταὶ νὰ ψη-
4915φίζωσι. Δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις.
4916§277Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρ-
4917ρησιν νὰ ὑποταχθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν
4918ἀπονομὴν συντάξεων· διότι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελον
4919προταχθῆ εἴτε τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε τῶν ἄλλων νομο-
4920σχεδίων, ἀναγκαίως θὰ φέρωσι παράλυσιν τῆς συνεδριάσεως.
4921Λοιπὸν, ἐὰν εἰς τὸ τέλος ἑκάστης συνεδριάσεως πρόκειται
4922νὰ ψηφισθῶσι καὶ ἔχωμεν τρεῖς συνεδριάσεις, βεβαίως ὀφεί-
4923λομεν νὰ δώσωμεν αὐτὰς τὰς συντάξεις, τὰς ὁποίας ὑπε-
4924σχέθη τὸ Κράτος πρὸς τὰς πενομένας αὐτὰς οἰκογενείας.
4925§278Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ
4926προταχθῇ καὶ τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 23 νομο-
4927σχέδιον, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς κα-
4928τόπιν ἐπερωτήσεως καὶ συστάσεώς μου πρὸς τὴν Βουλὴν,
4929καὶ δι’ οὗ νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται ἡ ἀκύρωσις παραχωρη-
4930τηρίων τινῶν, ἀφορώντων εἰς γαίας δηλωθείσας παρὰ τῶν
4931κατοίκων τῶν χωρίων Κυπαρισσίου, Τραγάνας κλπ. καὶ
4932κατακλυσθείσας ὑπὸ τῶν θαλασσίων ὑδάτων. Οἱ δηλωταὶ τῶν
4933γαιῶν τούτων καταδιώκονται δι’ ἐνταλμάτων, ἵνα πληρώ-
4934σωσι τῷ Δημοσίῳ τὰς ἐτησίας καὶ παγίας δόσεις ἀπὸ τοῦ
49351894, ὅτε κατεποντίσθησαν αἱ εἰρημέναι γαῖαι.
4936Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
4937ὅπως εὐαρεστούμενος συστήσῃ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον
4938τοῦτο, διότι, ἐπαναλαμβάνω, οἱ δηλωταὶ καταδιώκονται
4939ἀπηνῶς, ἵνα πληρώσωσι χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον, τὰ ὁποῖα
4940δὲν ὀφείλουσι, διότι δὲν ἔχουσι γαίας, καθόσον αἱ γαῖαι
4941ἐκεῖναι ἐκαλύφθησαν ὑπὸ τῶν θαλασσίων ὑδάτων καὶ μετε-
4942βλήθησαν εἰς ἰχθυοτροφεῖα.
4943§279ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν
4944ταύτην τοῦ κ. συναδέλφου.
4945§280Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρη-
4946σις· ἀλλὰ πρὸ πάντων, παρακαλῶ, τὰ δασμολογικά.
4947§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13.
4948Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως
4949διατάξεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου». Πρόκειται
4950περὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς τραπε-
4951ζικὰ γραμμάτια.
4952(Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον,
4953ἄνευ ἀντιρρήσεως).
4954Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμί-
4955σεως διατάξεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου». Εἶναι
4956τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν διαφόρων εἰδῶν τοῦ
4957ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας.
4958Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακα-
4959λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
4960Βουλὴ παρεδέχθη.
4961Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
4962§282Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκ τῶν ἀνακοινωθεισῶν ἀναφορῶν
4963τῶν πιλοποιῶν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα
4964ἀκριβῶς τοῦτο...
4965§283Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τῶν πιλημάτων;
4966§284Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα... Νομίζω ὅτι μεταξὺ τῶν
4967εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι καὶ τὰ τῆς
4968κλάσεως 180, ἥτις ἀναφέρεται εἰς «πιλήματα διὰ πίλους
4969σχήματος κώνου (cloche) εἰς φυσικὴν χροιὰν καὶ οὐδεμίαν
4970ἄλλην κατεργασίαν φέροντα καὶ εἰς ὑπερδιπλάσιον μέγεθος
4971τῶν συνήθως εἰσαγομένων πίλων», ὅπως καὶ ἡ κλάσις 209,
4972ἐδάφιον αʹ, «πιλήματα (κετσέδες) διὰ πίλους εἰς σχῆμα
4973κώνου, πλὴν τῶν ἐν τῷ ἐδαφίῳ βʹ καὶ τῶν ἐν τῇ κλάσει
4974180 ἐδαφίῳ β ἀναφερομένων, φέροντα κατεργασίαν ξυρί-
4975σματος ἢ μή». Αἱ δύο αὗται κατηγορίαι, δηλαδὴ τὰ πιλή-
4976ματα, τὰ ἔχοντα ὑπερδιπλάσιον μέγεθος τοῦ ἀπαιτουμένου
4977πρὸς κατασκευὴν πίλου καὶ τὰ ἄλλα πιλήματα, τὰ ὁποῖα
4978δὲν φέρουσιν ἄλλην κατεργασίαν παρὰ μόνον ἁπλῶς γύρισμα,
4979τὰ δύο ταῦτα εἴδη ἀποτελοῦσιν ἀναμφισβητήτως πρώτην
4980ὕλην πρὸς τὴν βιομηχανίαν. Δὲν εἶναι εἴδη εἰσερχόμενα ἐκ
4981τοῦ ἐξωτερικοῦ κατειργασμένα τελείως καὶ δυνάμενα νὰ χρη-
4982σιμοποιηθῶσιν ἀμέσως ὑπὸ τῆς καταναλώσεως. Τὰ μεγάλα
4983πιλήματα καὶ τὰ πιλήματα τὰ μικρότερα εἶναι ἀντικείμενα
4984δίδοντα τὴν πρώτην ὕλην εἰς ἐργασίαν πολλῶν καταστημά-
4985των καὶ ἀπασχολοῦντα καὶ συντηροῦντα πολλοὺς ἐργάτας.
4986Δὲν εἶναι, Κύριοι, πρώτη ὕλη ἡ ὕλη ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶναι
4987ὅλως ἀκατέργαστος, ἡ ὁποία χρησιμεύει εἰς τὴν βιομηχα-
4988νίαν. Ἀπεναντίας πολλαὶ ὕλαι, αἵτινες λαμβάνουσι πρώτην
4989καὶ δευτέραν κατεργασίαν, ἀποτελοῦσι πρώτην ὕλην δι’ ἄλλην
4990βιομηχανίαν. Ὡς παράδειγμα δύναμαι νὰ ἀναφέρω τὰ διά-
4991φορα προϊόντα τοῦ βάμβακος...
4992§285Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ νομοσχέδιον
4993περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δα-
4994σμολογίου ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη,
4995καὶ ὁ κ. Καραπᾶνος ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
4996§286Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν
4997συμφωνεῖ, ἂν θέλετε. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται ὅτι πρότασις γενομένη
4998πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς Εὐαγγέλιον. Ὅταν πληροφορίαι πλη-
4999ρέστεραι, ὅταν ἀναπτύξεις πληρέστεραι φωτίσωσι τὸν προ-
5000τείνοντα φορολογικὴν ἰδίως διάταξιν, νομίζω ὅτι ὄχι μόνον
5001ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλεται. Λοιπὸν ἡ διακοπή σας
5002βλέπετε ὅτι δὲν ἦτο ὅλως διόλου ἐντὸς τῆς ἀκριβείας.
5003§287ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπὸ Εὐαγγέλιον γίνεται Ἀπόστολος.
5004§288Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι πλέον ὀλίγον θεολογικόν
5005Ἡ πρώτη ὕλη, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι μόνον ἡ ὅλως ἀκα-
5006τέργαστος, ἀλλὰ καὶ ἡ περιέχουσα πρώτην κατεργασίαν,
5007εἰσαγομένη εἰς τὴν χώραν καὶ χρησιμεύουσα καὶ αὕτη πρὸς
5008ἀνάπτυξιν νέας βιομηχανίας. Ἡ βιομηχανία τῶν διπλῶν
5009πιλημάτων ὠφελεῖται ἐκ τῆς πρώτης ταύτης ὕλης τῶν πιλη-
5010μάτων τῶν εἰσερχομένων τῆς κλάσεως 180 ἐδάφ. βʹ καὶ τῆς
5011κλάσεως 209 ἐδάφ. αʹ καὶ βʹ. Βεβαίως δὲ ἡ ὕλη εἶναι κατειρ-
5012γασμένη. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς, ὅπως παράσχωμεν ὑποστήριξιν
5013εἰς βιομηχανίαν ὑφισταμένην, καὶ ἥτις ἀναφέρεται ὡς ὑφιστα-
5014μένη καὶ ὡς ἔχουσα ὑπόστασιν, καὶ κατόπιν ὅλων τῶν πλη-
5015ροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν πάντες, καὶ τυπωμένας καὶ
5016ἰδιαιτέρας, καὶ τὰς ὁποίας ἔλαβον καὶ ἐγὼ πρὸ καιροῦ καὶ
5017ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ τὰς ἐξετάσω καὶ νὰ πεισθῶ, ὅτι πράγ-
5018ματι ὑπάρχει μία εὐρέως διαδεδομένη βιομηχανία καὶ ἐν
5019Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ, ἥτις τὴν πρώτην ταύτην ὕλην, τὴν
5020ὀλίγον κατειργασμένην, χρησιμοποιεῖ πρὸς παραγωγὴν τῶν
5021πιλημάτων, ἤθελον συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
5022Οἰκονομικῶν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, καὶ ἂν καὶ οὗτος ἐπείσθη
5023ἐκ τῶν γενομένων ἀναπτύξεων, νὰ μὴ ἐπέλθῃ τροποποίησις
5024εἰς τὴν ἰσχύουσαν φορολογίαν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς κλάσεις
5025180 καὶ 209 ἐδάφ. αʹ καὶ βʹ.
5026§289Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον
5027τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀναφορὰν τοῦ Γεωργίου
5028Ματθοπούλου, ὁ ὁποῖος ἔχει βιομηχανικὸν κατάστημα ἐν
5029Μοσχάτῳ, κατασκευάζον διάφορα χημικὰ προϊόντα, ἐν οἷς
5030καὶ θειοῦχον ἄνθρακα. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ.
5031Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ
5032ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ νὰ ἐπιβάλῃ δασμὸν ἐξ ἢ
5033ὀκτὼ λεπτῶν εἰς τὸν θειοῦχον ἄνθρακα, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ἐκ
5034τοῦ ἐξωτερικοῦ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Γαλλία ἐπιβάλλει
5035εἴκοσι λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν δασμὸν εἰς τὸν θειοῦχον ἄνθρακα,
5036ὁ ὁποῖος εἰσάγεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Φρονῶ ὅτι ἡ αἴτησις
5037τοῦ κ. Ματθοπούλου εἶναι δικαιοτάτη, διότι ἡ βιομηχανία
5038αὕτη εἶναι πολὺ χρήσιμος καὶ ὠφέλιμος, ἰδίως εἰς τὴν γεωρ-
5039γίαν.
5040§290Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνενῶ τὴν φωνήν μου,
5041καὶ παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀναφορά, περὶ ἧς ὡμίλη-
5042σεν ὁ κ. Δαούτης.
5043§291Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀντικείμενον νέας προ-
5044τάσεως αὐτό.
5045§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει,
5046παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσό-
5047τεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
5048§293Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν τρίτην συζή-
5049τησιν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω τροπολογίας.
5050(Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρ-
5051θρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ
5052συζήτησιν).
5053§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου
5054περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν.
5055§295Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Γραμματεῦ, παρακαλῶ
5056νὰ τὸ ἀναγνώσητε.
5057§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχε-
5058δίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισ-
5059σότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
5060§297Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τίνος πρόκειται;
5061§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν.
5062§299Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ νομοσχέδιον;
5063§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 15.
5064§301Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τίνος;
5065§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν. Δεκαπέντε ἕως
5066εἴκοσι Βουλευταὶ εἶναι ὑπογεγραμμένοι: Κολιάτσος, Ἀγ-
5067γελόπουλος, Τσερτίδης, Φωτήλας, Χοϊδᾶς, Ροῦφος, Δελη-
5068γεώργης, Γεροκωστόπουλος, Ι. Καλούτσης, Πετροπουλάκης,
5069Ζέρβας, Μελᾶς κλπ.
5070§303ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι.
5071§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Δεληγεώργης» γράφει.
5072§305ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι.
5073§306ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πλαστογραφία!
5074§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται):
5075Ἔχετε τίποτε, κύριε Καλαμάρη;
5076§308ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. Μίαν τροπολογίαν ἔχω.
5077§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος ἄρθρου;
5078§310ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
5079§311ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι δά! Εἶναι τροπολογία.
5080§312Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴμεθα εἰς τὴν δευτέ-
5081ραν ἀνάγνωσιν. Διατυπώσατε τὴν ἐγγράφως διὰ τὴν τρίτην.
5082§313ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. Νὰ τὴν ὑποβάλω σήμερον. Δύο λέξεις.
5083Δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου, ἀλλὰ περὶ τῆς Σύρου, ὅτι πρέπει
5084νὰ προστεθῇ καὶ ἡ λέξις «Σῦρος», διότι πρέπει νὰ ληφθῇ
5085ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ πόλις αὕτη, ὡς κέντρον ἐμπορικὸν καὶ ἔχουσα
5086μεγάλην ἀνάγκην.
5087§314Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκ-
5088κλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως).
5089Ἐσκόπουν νὰ φέρω καὶ ἐγὼ παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῆς
5090προτάσεως νόμου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἀλλὰ θὰ φέρω
5091ταύτας εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, διότι δὲν ἔχω μετ’ ἐμαυ-
5092τοῦ τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχω σημειώσει διαφόρους
5093παρατηρήσεις. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὅμως νομίζω ὅτι εἶναι ὀρ-
5094θὸν ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «συνίστανται Ἐμπορικαὶ Σχο-
5095λαὶ ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις». Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι
5096ὀργανωτικὸν Σχολῶν. Ἠδύνατο λοιπὸν ν’ ἀφεθῇ, ὁ προσ-
5097διορισμὸς τοῦ τόπου τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν νὰ ὁρισθῇ διὰ
5098Β. Διατάγματος, διότι πιθανὸν βραδύτερον νὰ παρουσιασθῇ
5099ἀνάγκη, ἢ τὰ μέσα τοῦ Δημοσίου νὰ ἦναι ἀφθονώτερα,
5100ὥστε νὰ δυνηθῇ τὸ Δημόσιον νὰ ἱδρύσῃ καὶ ἄλλας Σχο-
5101λάς. Νὰ μὴ ἀπαιτηθῇ λοιπὸν νέος νόμος πρὸς σύστασιν ἑτέ-
5102ρας Ἐμπορικῆς Σχολῆς.
5103§315ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
5104§316Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναμφισβητήτως ὅμως
5105πρέπει νὰ καθορισθῇ ὁ ἀριθμὸς, διότι ἄλλως θὰ ἔχωμεν
5106ἴσον ἀριθμὸν Ἐμπορικῶν Σχολῶν πρὸς τὰ Γυμνάσια.
5107§317ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Εἰς ὅλας τὰς πόλεις.
5108§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακα-
5109λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
5110Βουλὴ παρεδέχθη.
5111(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
5112λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου
5113εἰς δευτέραν συζήτησιν).
5114§319ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὸν προϋπολογισμὸν τώρα.
5115§320ΣΑΚΚΗΣ. Προηγοῦνται δύο ἄλλα.
5116§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 19.
5117§322ΓΕΡΑΚΗΣ. Τὸ 17.
5118§323ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἢ τακτικὰ θὰ βαδίσωμεν, ἢ καθόλου.
5119§324ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸν προϋπολογισμόν.
5120§325Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιβάλλεται ἡ ψήφι-
5121σις ἑνὸς ἔτι νομοσχεδίου, διότι πρόκειται περὶ ἀκυρώσεως
5122παραχωρητηρίων γαιῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουσιν. Εἶναι
5123τὸ ὑπ’ ἀριθ. 23. Ἐπίσης τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 24 «περὶ ἐγκρίσεως
5124διαφόρων δημοσίων ἔργων γεφυροδοποιΐας.»
5125§326ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
5126§327ΕΤΕΡΟΙ. Τὸ 19, τὸ 19.
5127§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 23 καὶ τὸ 24.
5128§329ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὸ 24 τὸ θέλουν ὅλοι (θόρυβος).
5129§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἡσυχάσατε.
5130§331ΣΑΚΚΗΣ. Μὲ τὴν σειράν των. Ἄλλως θὰ κάμω ἔν-
5131στασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
5132§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συζητηθῇ τὸ 23.
5133Ἔχετε ἀντίρρησιν;
5134§333ΣΑΚΚΗΣ. Ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας (θό-
5135ρυβος).
5136§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
5137Ἡ ἀντίληψις δὲ τοῦ Προεδρείου εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει
5138ἀπαρτία.
5139Λύεται ἡ συνεδρίασις.
5140§335ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν ἀποσύρει, τὴν ἀποσύρει.
5141§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλύθη ἤδη ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ
514230′ μ. μ.)