| 3326 | «Προσετέθησαν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως διὰ δη- | ||
| 3327 | λώσεων | 2,200,392.— | |
| 3328 | «Ὡσαύτως διὰ τῶν ψηφισθέντων νόμων | 683,733.54 | |
| 3329 | 2,884,125.54 | ||
| 3330 | «Προστίθενται αἱ αἰτηθεῖσαι πιστώσεις | 56,000.— | |
| 3331 | 2,940,125.54 | ||
| 3332 | «Ἐξεπέσθησαν διὰ δηλώσεων τῆς προκατό- | ||
| 3333 | χου Κυβερνήσεως | 353,810.— | |
| 3334 | 2,587,315,54 | ||
| 3335 | «Ἀφαιροῦνται κατὰ τὰς τροπολογίας τῆς | ||
| 3336 | σημερινῆς Κυβερνήσεως ἔξοδα | 1,894,740.32 | |
| 3337 | Προστίθενται κατὰ τὰς τροπολογίας τῆς | ||
| 3338 | σημερινῆς Κυβερνήσεως πιστώσεις | 2,038,981.64». |
1903.06.21
3,710 rows · 28,331 words · 1 table · 220 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
Τῆς 21 Ἰουνίου 1903.
(Σάββατον).
(Ὥρα 9 καὶ 35′ π. μ. ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 131. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἔρχωνται ἐνωρίτερον, διότι ἄλλως δὲν ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς τῆς μεταβολῆς τῆς ὥρας τῶν συνεδριάσεων.
§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἡ πρώτη ἡμέρα, κύριε Πρόεδρε.
§3Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ κάμητε ὁμοίαν παρατήρησιν καὶ εἴς τινα τῶν μελῶν τοῦ Προεδρείου, διότι βλέπω ὅτι ἀπουσιάζουσι δύο τῶν ἀντιπροέδρων καὶ δύο τῶν γραμματέων. Ἐὰν δὲν δύνανται νὰ προσέρχωνται πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, ὀφείλουσι νὰ παραιτηθῶσιν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται.) Ὑπάρχει ἀντίρρησις; Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον πρὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§5Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ παραίτησις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἡ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἀνάρρησις τῆς παρούσης, τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέλος, ἡ σύμπτωσις νὰ μὴ ἦναι ἐψηφισμένος ἔτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1903, καίτοι εἰσελευσόμεθα μετ’ ὀλίγας ἡμέρας εἰς τὸν ἕβδομον μῆνα, ἡ καταδηλωθεῖσα ἐκ τῶν γενομένων ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων διαφωνία ἐπί τινων νομοσχεδίων, ὑποβληθέντων ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διαφωνία μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς τότε μὲν Ἀντιπολιτεύσεως, νῦν δὲ Συμπολιτεύσεως, ἐνεδείκνυον τὴν ἀνάγκην τῆς προτάσεως μεταβολῶν ἢ τροπολογιῶν ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὡς οὗτος διεσκευάσθη ἢ ἐτροποποιήθη διὰ τῶν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ψηφισθέντων κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον νόμων καὶ τῶν διὰ νομοσχεδίων αἰτηθεισῶν ὑπὸ τῆς αὐτῆς Κυβερνήσεως πιστώσεων. Ὅθεν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς δηλώσεις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐπὶ τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβεβλημένου ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1903, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τῶν ὑπὸ τῆς αὐτῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεων, τῶν τῇ εἰσηγήσει τῆς αὐτῆς Κυβερνήσεως ψηφισθέντων νόμων καὶ τῶν διὰ νομοσχεδίων ὑπὸ τῆς ἰδίας αἰτηθεισῶν πιστώσεων. Κατὰ τὸν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν, τὰ ἔσοδα ὑπελογίσθησαν ὡς ἀνελευσόμενα εἰς δραχμὰς 119,406,501, προσετέθησαν διὰ δηλώσεων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δραχμαὶ 590,861, οὕτω δὲ τὰ ἔσοδα ὑπελογίσθησαν εἰς δραχμὰς 120,004,362. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν, ὅπως τὰ ἔσοδα ἐλαττωθῶσι κατὰ 1,000,000 λόγῳ τῆς ἐπελθούσης μεταβολῆς εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων διὰ νόμου ψηφισθέντος κατὰ τὴν λήξασαν Αʹ. Βουλευτικὴν Σύνοδον. Τὴν δήλωσιν ταύτην τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπεδέχθη καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ὅθεν ἐκπίπτεται τὸ ποσὸν τοῦ 1,000,000, καὶ οὕτω τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα κατέρχονται εἰς 119,004,362. Ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὑποβάλλει τὴν τροπολογίαν, ὅπως ἐκ τούτων ἀφαιρεθῶσι 2,000,000, ἀναγραφόμενα ἐν τῷ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ μεταξὺ τῶν ἐσόδων, ὑπὸ τὸ κεφάλαιον Κʹ, ἄρθρον 2, λόγῳ ἰσοτίμου τραπεζικῶν γραμματίων ἀποσυρομένων ἐκ τῆς κυκλοφορίας πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων δανείου. Καὶ ὅτε τὸ παρελθὸν ἔτος τὸ πρῶτον τοιαύτη ὑπεβλήθη πρότασις, ὅπως ἀναγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς ἔσοδον τὸ ποσὸν τῶν 2,000,000, λόγῳ ὅτι τὸ προϊόν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου δὲν εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς πίστωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἡμεῖς καὶ τότε εἴχομεν τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ νὰ ἀναγράφωνται εἰκονικὰ ἔσοδα. Ὁ λόγος, ὅστις καὶ τότε καὶ νῦν πρὸς δικαιολογίαν τῆς τοιαύτης ἀναγραφῆς προβάλλεται, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀναγράφεται ποσὸν ἴσον, ἤτοι ἐκ 2,000,000, τὸ ὁποῖον ὑποχρεούμεθα νὰ καταβάλωμεν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, ἦτο καὶ εἶναι τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἀναγραφόμενα 2,000,000, ἅτινα ὑποχρεούμεθα νὰ καταβάλωμεν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, δυνάμει τοῦ περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου νόμου, πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους τραπεζικῶν γραμματίων, ἡ ἀναγραφὴ δὲ ἴσου ποσοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων δὲν δύναται οὐσιαστικῶς νὰ πληρώσῃ τὸ κενὸν, ὅπερ δημιουργεῖται ἐκ τῆς διὰ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξαγωγῆς τῶν χρημάτων. Ἐὰν δὲ δὲν ἐπιστώθησαν τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καθόσον πρὸ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἦτο συνωμολογημένον ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, δέον νὰ γένηται καὶ ὡς πρὸς τοῦτον ὅ,τι ἐγένετο καὶ ὡς πρὸς τὸ προϊόν ἑτέρων δανείων, ὅπερ δὲν εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἰς πίστωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσήκουσαν δήλωσιν, ὡς ἔπραξα ἐν παρελθόντι, ὅτε διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τοὺς παρακολουθήσαντας τὰ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν εἶναι ἤδη γνωστὸν, ὅτι διὰ τῆς ἀναγραφῆς τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἰς πίστωσιν αὐτῶν μεταβάλλεται ἡ εἰκὼν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, διότι ἀντὶ ἐλλείμματος θέλει παρουσιάζεσθαι πλεόνασμα. Πλὴν ὅμως τούτου προτείνεται καὶ ἡ ἀπάλειψις ἑνὸς μικροῦ ἐσόδου, ἀναγραφομένου ὑπὸ κεφάλαιον ΙΖʹ, ἄρθρον 18, ἐκ δραχμῶν 10,000, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη εἰς τὸν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν, λόγῳ ἀντιτίμου τῶν πωλουμένων διδακτικῶν βιβλίων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους. Ἡ ἀπάλειψις τοῦ ποσοῦ τούτου ἐκ τῶν ἐσόδων ἀνεγράφη καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ὅπερ ἐπίσης διαγράφεται. Ἄρα μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τῶν 2,010,000 ἔχομεν ἔσοδα 116,994,362. Προτείνομεν ὅμως νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις εἴς τινα ἄλλα ἔσοδα. Καὶ πρῶτον προτείνομεν ν’ αὐξήσῃ τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔσοδον ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ ἓν ἑκατομμύριον καὶ 800,000. Τὴν πρότασιν ταύτην στηρίζομεν ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπράξεων τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐν τοῖς Τελωνείοις τοῦ Κράτους μέχρι τῆς 10 Ἰουνίου ὑπερέβησαν τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα, ὡς καὶ τὰ ἐν τῷ παρελθόντι ἔτει κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα εἰσπραχθέντα, κατὰ 5,500,000 δραχμάς. Ἔχομεν ἑπομένως τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ εἰς τὸ ὑπολειπόμενον χρονικὸν διάστημα τῶν 6 μηνῶν καὶ 20 ἡμερῶν θέλομεν ἔχει ὅμοιον πλεόνασμα, ὡς ἐκ τούτου δὲ προβάλλομεν τὴν πρότασιν, ὅπως τὰ ἔσοδα αὐξήσωσι κατὰ 1,000,000. Προτείνομεν ἐπίσης ν’ αὐξήσωσι τὰ ἔσοδα κατὰ 336,000 ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Βʹ ἄρθρου 3 «δικαίωμα καταναλώσεως καπνοῦ», διότι αἱ μέχρι τοῦδε εἰσπράξεις δικαιολογοῦσιν ἐπαρκῶς τὴν αὔξησιν τούτου. Ὡσαύτως προτείνομεν τὴν αὔξησιν τοῦ ἐσόδου ἐξ ἀντιτίμου πωλουμένου σιγαροχάρτου κατὰ 144,000, στηριζόμενοι εἰς τὰ ἀποτελέσματα τὰ μέχρι τοῦδε ἐπιτευχθέντα. Ὡσαύτως προτείνομεν τὴν προσθήκην δρ. 50,000 εἰς τὸ ἔσοδον τῶν πωλουμένων παιγνιοχάρτων διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα δικαιολογοῦσι τὴν τοιαύτην αὔξησιν. Εἰς δὲ τὸ ἔσοδον ἐξ ἀντιτίμου πυρείων προτείνομεν αὔξησιν κατὰ δραχμὰς 150,000. Τὸ ἐκ τοῦ πετρελαίου ἔσοδον αὐξάνομεν κατὰ δρ. 160,000, καὶ εἰς τὰ εἰσπραχθησόμενα ἐξ ἀνανεώσεως παλαιῶν χρεῶν κατὰ τὸν νόμον ΒΧΙΔʹ τοῦ ἔτους 1900 προτείνομεν αὔξησιν δραχ. 200,000, στηριζόμενοι εἰς τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καθ’ ἃς ὑπέβαλον τροποποιήσεις. Οὕτω τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα αὐξάνουσι κατὰ δραχμὰς 2,040,000. Ἄρα τὸ ὅλον τῶν προϋπολογιζομένων ἐσόδων ἀνελεύσεται εἰς 119,034,362. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, κατὰ τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προϋπολογισμόν, προϋπελογίσθησαν ταῦτα ὡς ἀνελευσόμενα εἰς δραχμὰς 114,151,539. Προσετέθησαν διὰ δηλώσεων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δραχ. 2,200,392. Προσετέθησαν ὡσαύτως διὰ τῶν ψηφισθέντων τῇ εἰσηγήσει τῆς αὐτῆς Κυβερνήσεως νόμων 683,733.54. Προσετέθησαν ἐπίσης διὰ τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δραχ. 56,000. Ὥστε τὸ ὅλον τῶν ἐξόδων προϋπελογίσθη ὡς ἀνερχόμενον εἰς 117,091,664.54. Ἐξεπέσθησαν ὡσαύτως διὰ δηλώσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δρ. 359,810. Ὥστε τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς δρ. 116,737,854.54. Ἐκ τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου ἀφαιροῦνται, κατὰ τὰς προτεινομένας ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως τροπολογίας, ἔξοδα ἐκ δραχμῶν 1,894,740.32. Ὅθεν ταῦτα ἐλαττοῦνται εἰς δρ. 114,843,114.22. Προστίθενται δέ, κατὰ τὰς τροπολογίας τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, 2,038,981.64. Οὕτω δὲ τὰ ἔξοδα προϋπολογίζονται ὡς ἀνελευσόμενα εἰς δραχμὰς 116,882,095.86. Κατὰ τὰ ἀνωτέρω, μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ὡς ταῦτα προϋπελογίζοντο ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, προκύπτει πλεόνασμα ἐσόδων ἐκ δραχμῶν 2,266,507.46. Προκύπτει δὲ νῦν, κατὰ τὰς τροπολογίας τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων πλεόνασμα ἐσόδων ἐκ δραχμῶν 2,156,266.14. Αἱ τροπολογίαι αὗται ἀναγράφονται ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ εἰς τὸ τεῦχος, ὅπερ ταύτην τὴν στιγμὴν διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Αἱ δηλώσεις αὗται τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως οὐδὲν ἕτερόν εἰσιν ἢ τροπολογίαι, αἵτινες ἠδύναντο νὰ προταθῶσι κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ ἑκάστου τῶν σχετικῶν κεφαλαίων, ὡς συνήθως συμβαίνει νὰ προβάλληται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἰδιαιτέρως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστη τροπολογία γενομένης δὲ ταύτης δεκτῆς, θὰ μετεβάλλετο ὁ προϋπολογισμός. Ἐνομίσαμεν ὅμως, ὅτι καὶ ὑπὸ τύπον τροπολογιῶν ἠδύναντο νὰ δημοσιευθῶσιν ἀναλυτικοὶ πίνακες, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ διατελῇ ἐκ τῶν προτέρων ἐν πληρεστάτῃ γνώσει ὅλων τῶν μεταβολῶν, ὅσαι προτείνονται, ἐν πάσῃ αὐτῶν τῇ λεπτομερείᾳ, καὶ τῶν λόγων, οἵτινες ὑπηγόρευσαν ἑκάστην αὐτῶν. Εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι διαφωνία κατεδηλώθη μεταξὺ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, νῦν δὲ ἐν τῇ ἀρχῇ διατελούσης, ὡς πρός τινα τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐθεώρει συναφῆ πρὸς τὸν ὑπ’ αὐτῆς ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν, διότι ὑπελάμβανεν, ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων τούτων ἤθελον ἐπιτευχθῆ οἰκονομίαι οὐσιώδεις, συμβάλλουσαι εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτῆς προγράμματος. Ἐξεταστέον ἄρα ποῖα εἶναι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ δὲν μετεβλήθησαν εἰς νόμους τοῦ Κράτους. Ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑπεβλήθη τῇ 3 τοῦ ἀμέσως παρελθόντος μηνὸς Μαΐου νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, ἀνεγράφη δὲ τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 13 τὴν 6 Ἰουνίου, ἤτοι κατὰ τὸν μῆνα, ὃν διανύομεν. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπεψηφίζετο, ἡ δι’ αὐτοῦ ἐπιδιωκομένη οἰκονομία θ’ ἀφεώρα εἰς τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ ἔτους τούτου· ἑπομένως ἡ οἰκονομία, ἥτις ἤθελεν ἐπιτευχθῆ, ἤθελεν ἀνέλθει εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 56,939. Τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν ἐψηφίζετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἤθελεν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐπέλθωσιν οἰκονομίαι εἰς τὰς δαπάνας κατὰ δραχ. 96,190. Τὸ νομοσχέδιον περὶ μερικῆς ἀναστολῆς τοῦ περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου ΒΦΠΗʹ τῆς 25 Ἰουνίου 1899 ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 28 Μαΐου, ἀνεγράφη δὲ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν 30 Μαΐου, ἤτοι σχεδὸν κατὰ τὴν λῆξιν τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ ἔτους. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἤθελε ψηφισθῆ καὶ ἤθελε μεταβληθῆ εἰς νόμον, ἤθελεν ἐπιτευχθῆ διὰ τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ ἔτους τούτου οἰκονομία ἐκ ποσοῦ δρ. 20,000. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως, ἐὰν τοῦτο ἐψηφίζετο καὶ ἐτίθετο εἰς ἐνέργειαν, ἤθελεν ἐπιτευχθῆ οἰκονομία ἐκ δρ. 400,000. Τοῦ λόγου γενομένου περὶ τῆς πιστώσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἀξιοσημειώτου γεγονότος, ὅτι, ἐνῷ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέγραψεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου πάντας τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἢ μᾶλλον τὰ 9/10 τούτων, λόγῳ ὅτι ἡ δι’ αὐτοὺς πίστωσις ἤθελεν ἀναγραφῆ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδεμίαν πίστωσιν σχετικὴν ἀνέγραψεν. Ἐκ τούτου προέκυψε τὸ ἄτοπον νὰ μὴ ἀναγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ὁ μισθὸς τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, οὗτινος τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 530,000 περίπου. Ἐπειδὴ δὲ πλὴν τούτου δὲν ἀνεγράφησαν εἰς τὰς πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν οὔτε πάντα τὰ ποσὰ τὰ πληρονόμενα δι’ ἐνοίκια τῶν ἀστυνομικῶν καταστημάτων, ἑπόμενον ἦτο, ὅπως ἡ πίστωσις αὕτη αὐξήσῃ, ὡς ἦτο ἑπόμενον νὰ ἀναγραφῇ διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον καὶ ὁ μισθὸς τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, ὧν ὁ μισθὸς εἰς οὐδένα προϋπολογισμὸν ἀναγράφεται. Ἐν τῷ ὑποβεβλημένῳ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προϋπολογισμῷ ἀνεγράφετο μετὰ καταφανοῦς ἀσαφείας ποσὸν ἐκ δραχμῶν 810,000 λόγῳ μισθῶν τῶν παραμενόντων ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀστυφυλάκων δυνάμει τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Τοῦ νομοσχεδίου τούτου μὴ μεταβληθέντος εἰς νόμον, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐξηκολούθει ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης τῶν 810,000 δραχμῶν νὰ ἐντέλληται τὴν πληρωμὴν τῶν μισθῶν ὅλων τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ὅλων τῶν ἀστυφυλάκων τοῦ Κράτους, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ὑπολείπηται νῦν κατὰ τὴν λῆξιν τῆς ἑξαμηνίας ἢ ποσὸν ἐκ δραχμῶν 111.000. Ὡς ἐκ τούτου ἐσημείωσα, ὅτι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν, μετεβάλλετο εἰς νόμον, ἠθέλομεν ἔχει οἰκονομίαν ἐκ δραχμῶν 400,000 περίπου. Ἐὰν ὅμως δὲν ἐγίνετο ὅ,τι ἐγένετο, δηλαδὴ ἐὰν δὲν ἐπληρόνοντο πάντες οἱ μισθοὶ τῶν ἀστυφυλάκων καὶ ὑπαξιωματικῶν ἐκ τῆς πιστώσεως τῆς ἀναγραφείσης εἰς τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προϋπολογισμὸν τῶν 810,000 δραχμῶν, βεβαίως τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἀσυγκρίτως κατώτερον. Ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἀπομένει ἐκκρεμές· τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μετεβιβάζοντο εἰς βάρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας πᾶσαι αἱ δαπάναι, αἱ πρότερον ἀναγραφόμεναι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐπὶ ἀνταλλάγματι τῆς αὐξήσεως τῶν κλήρων τοῦ λαχειοφόρου δανείου, τοῦ κεχορηγημένου εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὑπελόγιζεν, ὅτι ἤθελεν ἔχει ἐκ τούτου οἰκονομίαν 130,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς γενομένης ἐξετάσεως καὶ ἐρεύνης ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τῶν ἀρχαιοτήτων, τὰς ἐπιβαλλομένας διὰ τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ ἔτους, ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ οἰκονομία αὕτη ἤθελεν ἀνέλθει εἰς δραχμὰς μόνον 74.000. Περιττὸν κρίνω νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐπαναφορὰν τῆς πιστώσεως ταύτης, διότι ἐλέχθη ἤδη πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ τοιαύτη μεταβίβασις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν δὲν ἦτο δεδικαιολογημένη, διότι τὸ διδόμενον ἀντάλλαγμα ἀποτελεῖ φόρον ἐπιβαλλόμενον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει μεταξὺ τῶν γινωσκόντων τ’ ἀποτελέσματα τῶν λαχειοφόρων δανείων ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι διὰ τῶν λαχειοφόρων δανείων, ὅταν μάλιστα ὁ σκοπὸς τούτων ἀφορᾷ εἰς τὸν πορισμὸν χρημάτων ὑπὲρ ὡρισμένης Ἑταιρείας ἢ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, δὲν εἶναι ἢ φόρος ἐπιβαλλόμενος ἐμμέσως εἰς τὸν λαόν. Ὑπεβλήθη καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, περὶ χορηγίας τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου διὰ τὸ κατώτερον προσωπικὸν τοῦ Πανεπιστημίου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡρίζετο ποσὸν δραχμῶν 120,000, χορηγουμένων πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον, ἵνα τοῦτο διὰ τῶν ἁρμοδίων αὑτοῦ ἀρχῶν κατανείμῃ τὸ ποσὸν τοῦτο διὰ τὰς διαφόρους αὐτοῦ ἀνάγκας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν μετεβλήθη εἰς νόμον, οὐδὲ εὑρέθημεν ἡμεῖς σύμφωνοι, ὅπως μεταβληθῇ εἰς νόμον. Ὡς ἐκ τούτου ἐπαναφέρομεν τὴν πίστωσιν, ὡς εἶχεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ἡ οἰκονομία ἡ ἐκ τούτου παραχθησομένη, ἐὰν δηλαδὴ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο μετεβάλλετο εἰς νόμον, ἤθελεν ἀνέλθει εἰς 16,800 δραχμάς· διότι κατὰ τὰς προτεινομένας ὑφ’ ἡμῶν τροπολογίας τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως ταύτης ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 136,800, ἐπειδὴ δὲ ἀνεγράφησαν 120,000, ἄρα οἰκονομία ἤθελε προκύψει ἐκ δραχμῶν 16,800. Τὸ ὅλον τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες ἤθελον προκύψει ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν πέντε, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τούτων νομοσχεδίων, ἤθελεν ἀνέλθει εἰς δραχμὰς 676,929. Ὡς ὅμως πρότερον ἀνεκοίνωσα ὑμῖν, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις προβάλλει οἰκονομίας ἢ περικοπὰς δαπανῶν, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 1,900,000. Δὲν γινώσκω, ἐὰν εἶναι χρήσιμον ἢ ἐπιβλαβὲς τὸ παρ’ ἡμῖν παρατηρούμενον, ὅτι τὰ πολιτικὰ κόμματα δὲν χωρίζουσι ῥιζικαὶ ἀρχαί, ἀλλ’ ἅμιλλα πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν ἀρχῶν. Ἡμεῖς ἐνεκλήθημεν ἢ μᾶλλον κατηγορήθημεν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὡς ἔχοντες πρόγραμμα οἰκονομικὸν πολυτελές, ἢ μᾶλλον σπάταλον, ὡς διασπαθίζοντες ἢ διασπαθίσαντες ἐν τῷ παρελθόντι τὰ δημόσια χρήματα πρὸς θεραπείαν ἴσως ἀναγκῶν πολιτικῶν. Δὲν παραπονοῦμαι διὰ τοῦτο. Συνέφερε πολιτικῶς εἰς τοὺς ἀντιθέτους ἡμῶν νὰ παρασταθῶσιν οὗτοι ὡς οἱ μᾶλλον τὰς οἰκονομίας ἐπιδιώκοντες, ὡς οἱ μόνοι ἔχοντες πρόγραμμα οἰκονομιῶν, νὰ παρασταθῶμεν δὲ ἡμεῖς ὡς σπάταλοι. Τὰ πράγματα ὅμως δὲν ἀποδεικνύουσι τοῦτο. Εἶναι ἀληθές, ὅτι κατωρθώθη εἰς μεγάλην μερίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ μεταδοθῇ ἡ πεποίθησις αὕτη ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων τῶν ἀντιθέτων ἡμῶν· εἰς ἐκείνους ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἀμερολήπτως κρίνουσι τὰ παρ’ ἡμῖν, οἱ ὁποῖοι ἐπισκοποῦσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν μετὰ βασάνων καὶ ἀπὸ περιωπῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν τοιαύτη πεποίθησις νὰ μεταδοθῇ. Προβάλλοντες ἑπομένως τὰς οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται, ὡς εἶπον πρότερον, εἰς τὸ ποσὸν δρ. 1,894,740, ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν, ὅτι δὲν πράττομεν τοῦτο ἐξ ἐπιθυμίας ὑπερθεματισμοῦ, τὸ πράττομεν ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι πρέπει πᾶσα περικοπή, πᾶσα οἰκονομία ἐν ταῖς δημοσίαις δαπάναις, νὰ ἐπιδιώκηται ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων οὐ μόνον δὲ εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῶν πιστώσεων δέον νὰ ἐπιδιώκηται τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν προϋπολογισμῶν. Ἡμεῖς δὲ ἐν τῷ παρελθόντι ἀπεδείξαμεν διὰ πραγμάτων, ὅτι κατωρθώσαμεν ἐν τῇ ἐκτελέσει, μέγα μέρος τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων νὰ μὴ δαπανηθῇ, οὕτω δὲ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901 εἴχομεν πλεονάσματα ἐσόδων. Βεβαίως προβάλλοντες τὰς οἰκονομίας ταύτας ἐν τῷ πνεύματι ἀποφυγῆς πάσης δαπάνης μὴ ἀπαραιτήτως ἀναγκαίας, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ προβάλωμεν καὶ αὔξησιν πιστώσεών τινων, διότι αὕτη ἐπεβάλλετο καὶ ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας καὶ ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἀνέφερα πρότερον τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μετεβιβάζοντο πᾶσαι αἱ διὰ τὰς ἀρχαιότητας ὑποχρεώσεις εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν. Ἔχοντες τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον τὴν δαπάνην, παρὰ νὰ αὐξήσῃ τοὺς κλήρους τοῦ λαχειοφόρου δανείου, προβάλλομεν νῦν τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἀναγραφὴν τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως. Εἴχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ παραλειφθῇ ἡ ἀναγκαία πίστωσις διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Κατὰ τὸ 1901 προέβημεν εἰς τὴν σύστασιν δύο Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πάτραις, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἡ πρακτικὴ σπουδὴ ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν πρόοδον, εἰς τὴν ἐπὶ τὰς πρακτικὰς τέχνας ἐπίδοσιν καὶ τροπὴν τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας. Εἰς τὸ 1902 ἀνεγράφη πίστωσις ἐκ δραχμῶν 35,000, εἰς τὸ 1903 ἡ πίστωσις αὕτη πρέπει νὰ ἦναι ἀνωτέρα, διότι προσετέθη μία τάξις, καὶ δι’ αὐτὸ ἀνεγράφη πίστωσις ἐκ δραχμῶν 45,000. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καὶ πρότερον εἶπον, ἐσμὲν ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναγράψωμεν τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ ὑφεστῶτος ἀστυνομικοῦ συστήματος. Ἡ ἀναγκαιοῦσα δὲ διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον πίστωσις ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 700,000 περίπου. Δὲν ἀναλογεῖ αὕτη πρὸς τὸ ἥμισυ τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως πιστώσεως τῶν δραχ. 970,000, διότι, ὡς καὶ πρότερον ἐποιησάμην μνείαν, ἡ πίστωσις ἡ ἀναγραφεῖσα διὰ μισθοὺς ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀστυφυλάκων ἀνεγράφη ἥσσων τῆς ἀπαιτουμένης. Δὲν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ προβληθῇ ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι, ἂν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἢ μᾶλλον ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑποβληθεὶς ἐψηφίζετο ἐν καιρῷ, ἤθελεν εἶσθαι ἡ οἰκονομία, ἡ ἐπιδιωκομένη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, μείζων τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 676,929, διότι, ὡς πάντες ἐνθυμεῖσθε, ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 2 Μαΐου, ἡ δὲ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνεγράφη, οὐχὶ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὴν 10 Μαΐου. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ αἰτιαθῇ τις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δὲν ἐψηφίσθη ἐν καιρῷ ὁ προϋπολογισμὸς, ὅταν αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις ἀνέγραψε τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν 10 Μαΐου, καὶ δὲν τὴν ἀνέγραψεν ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τί προεδήλου τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Ὅτι δὲν ἐνόμιζεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅτι ἦτο ἀναγκαία ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς λήξεως τῆς πρώτης τακτικῆς Βουλευτικῆς Συνόδου. Δὲν δύναμαι νὰ κατέλθω τοῦ βήματος χωρὶς νὰ μνημονεύσω γεγονότος, τὸ ὁποῖον πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἀντελήφθητε, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη εἰς ἐφημερίδας, ἤγειρε δὲ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἡμῶν δὲν εὑρίσκονται εἰς καλὴν κατάστασιν. Ἀνεγράφη, ὅτι διατελοῦμεν εἰς δυσχέρειαν χρηματικὴν, ἀνεγράφη ὡς λεχθὲν ὑπὸ τοῦ τέως κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν θέλω νὰ τὸ σημειώσω, διότι πάντοτε ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀπαρνεῖται πάντα τὰ ἀναγραφόμενα εἰς ἐφημερίδας ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς του. Εἶπον ἤδη, ὅτι ἀνεγράφη ἐν τῇ ἐφημερίδι, ἥτις ἐκπροσωπεῖ τὰ φρονήματα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον εὑρίσκεται εἰς δυσχερείας, ὅτι πρὶν ἢ ἀκόμη καταλίπῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε νὰ δανεισθῇ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δι’ ἐντόκων γραμματίων ποσὸν 2,000,000, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου. Εὐθὺς ὡς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, μετεκαλεσάμην παρ’ ἐμοὶ τὸν κεντρικὸν ταμίαν, καὶ ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας, ἂν ὄντως τοιαύτην ἔλαβε διαταγὴν, νὰ συνομολογήσῃ διὰ τῆς ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δάνειον 2,000,000, καὶ ἂν ὄντως ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ἀνάγκην δανεισμοῦ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ κεντρικὸς ταμίας δὲν μοὶ ἠρνήθη τὸ γεγονός· μοὶ εἶπε δὲ, ὅτι κατὰ διαταγὴν τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου μου προέβαλεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὴν πρότασιν, ὅπως διὰ τῆς ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων δανεισθῇ τὸ ποσὸν 2,000,000. Προέκυψαν ὅμως δυσκολίαι, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν συνήνει νὰ χορηγήσῃ, ἔστω καὶ προσωρινῶς, τὸ δάνειον τοῦτο ἐπὶ τόκῳ 4%, διότι, ὡς γινώσκετε, τῶν ἐντόκων γραμματίων τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐκδιδομένων ὁ τόκος καθορίζεται ἑκάστοτε, νῦν δὲ εἶναι καθωρισμένος εἰς 4%. Ἐζήτησα τότε παρὰ τοῦ κεντρικοῦ ταμίου νὰ πληροφορηθῶ, ποία εἶναι ἀκριβῶς ἡ κατάστασις ἡ χρηματικὴ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου, καὶ τίνος ποσότητός εἰσιν αἱ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ καταθέσεις τοῦ Δημοσίου. Κατὰ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, τοῦ κεντρικοῦ ταμείου, τῇ 14 Ἰουνίου ὑπῆρχον εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον μετρητὰ ἐκ δραχμῶν 497,192, εἰς δὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἦσαν καταθέσεις ἐκ τῶν πλεονασμάτων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, εἰς μὲν τραπεζικὰ γραμμάτια 34,000, εἰς χρυσὸν δὲ 925,000, ἐπειδὴ δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ εἰς χρυσὸν ἦτο προωρισμένον διὰ τὰς εἰς χρυσὸν ἀνάγκας τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, δὲν ἔπρεπε νὰ γένηται χρῆσις τοῦ εἰς χρυσὸν ἀποθέματος πρὸς ἐξόφλησιν χρηματικῶν ἐνταλμάτων. Ἐν συνόλῳ τὰ ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ καὶ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰς χρυσὸν κατατεθειμένου, ἀνήρχοντο εἰς 1,456,192. Ἐπειδὴ δὲ ὁ χρυσὸς πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ καὶ μὲ τὴν ὑπερτίμησιν τὴν ὑφισταμένην, πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ δραχ. 536,196, οὕτω δ’ ἔχομεν ἐν συνόλῳ ποσὸν δραχ. 1,992,388. Ἐκ περιεργείας ἀνεζήτησα ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου καὶ ἐν ταῖς καταστάσεσι, τὰς ὁποίας δημοσιεύει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὁποῖα ὑπῆρχον καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡμεῖς κατελίπομεν τὴν ἀρχὴν τὰ εἰς πρόχειρον διάθεσιν τοῦ Δημοσίου χρήματα. Ὡς χρόνον ἐξελεξάμην τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1901, διότι, ὡς γινώσκετε, ἡ Τράπεζα δημοσιεύει καταστάσεις μόνον εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνός, καὶ διότι ἡμεῖς κατελίπομεν τὴν ἀρχὴν τὴν 9 Νοεμβρίου 1901. Λαμβάνω λοιπὸν ὡς χρονολογίαν συγκρίσεως τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1901. Τότε ὑπῆρχον εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον μετρητὰ 1,159,165, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὑπῆρχον ἐπίσης εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 9,993,902, καὶ εἰς χρυσὸν 3,383, ἤτοι τὸ ὅλον 11,156,450. Τοῦτο λοιπὸν τὸ ὑπόλοιπον τῆς χρηματικῆς καταστάσεως ἐκ δραχμῶν 11,156,450 ἐμειώθη κατὰ τὴν 14 τρέχοντος μηνὸς Ἰουνίου εἰς 1,992,388. Ἐνόμισα, ὅτι ἠδυνάμην νὰ ζητήσω πληροφορίας καὶ περὶ τοῦ ἀποθέματος, ὅπερ ὑπῆρχεν ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ καὶ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατὰ τὸ 1902, ὅτε δὲν διηύθυνα ἐγὼ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς τότε βουλευτὴς κ. Νέγρης. Κατὰ τὸ σημείωμα τοῦτο, ἐξηγμένον ἐκ τῆς Καταστάσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου, ὑπῆρχον τῇ 31 Ὀκτωβρίου 1902 ἐν μὲν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ δραχ. 638,968, ἐν δὲ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ 7,406,738, ἤτοι τὸ ὅλον τοῦ ἀποθέματος ἀνήρχετο εἰς τὸ ποσὸν δραχμῶν 8,045,706. Ἑπομένως τὰ 11,156,450 τοῦ 1901 ἠλαττώθησαν κατὰ τὸ 1902 εἰς 8,045,706, κατὰ δὲ τὴν 14 Ἰουνίου 1903 ἠλαττώθησαν εἰς 1,992,388. Συμβαίνει τι, τὸ ὁποῖον πάντες οἱ παρακολουθοῦντες τὰ παρ’ ἡμῖν οἰκονομικὰ γινώσκουσιν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου εἰσέρχονται καὶ ἐναποτίθενται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πᾶσαι αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι, εἰς τὰς ὁποίας καταλέγονται καὶ αἱ εἰσπράξεις τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς. Ὅταν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς τὴν ἑξαμηνιαίαν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ ὑπόλοιπον ἀποδίδεται εἰς τὸ ἡμέτερον δημόσιον ταμεῖον, τοῦτο δὲ κυμαίνεται μεταξὺ 6 καὶ 8 ἑκατομμυρίων. Οἴκοθεν λοιπὸν ἐννοούμενον εἶναι, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἑξαμηνίας ταύτης θέλομεν ἀναλάβει ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων ποσὸν δραχμῶν 7,000,000 περίπου, ὅτε ἡ χρηματικὴ κατάστασις τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου θέλει βελτιωθῆ. Ἡ σύγκρισις ὅμως, ἣν ἐποιησάμην, ἀπομένει βάσιμος, διότι, ὡς καὶ πρότερον ἀνέφερα, αἱ αὐταὶ συνθῆκαι ἐκράτουν καὶ κατὰ τὸ 1901 καὶ κατὰ τὸ 1902. Ὀφείλω νὰ μὴ παραλίπω τὴν μνείαν τοῦ λόγου, οὗ ἕνεκεν ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας ταύτας, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν χρηματικὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου. Τὰ δημοσιευθέντα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἐνέβαλον εἰς ἀνησυχίας οὐ μόνον ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ξένους, τοὺς εἰλικρινῶς ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ὡς παράδειγμα ἀναφέρω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅστις ἐπὶ τῇ δημοσιευθείσῃ εἰς ἐφημερίδας πληροφορίᾳ μοὶ ἐμήνυσε δι’ ἑνὸς τῶν ἀνωτέρω ὑπαλλήλων τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι, ἂν ὄντως εὑρίσκεται τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς χρηματικὰς δυσχερείας, προσφέρεται νὰ δώσῃ ἐκ τῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καταθέσεων 2 ἢ 3 ἑκατομμύρια προκαταβολικῶς, ἤτοι πρὸ τῆς λήξεως τῆς ἑξαμηνίας. Ηὐχαρίστησα ἐνθέρμως τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, ἐπληροφόρησα δὲ συνάμα αὐτόν, ὅτι μέχρι τῆς λήξεως τῆς ἑξαμηνίας δὲν θέλω λάβει ἀνάγκην τῆς προκαταβολῆς ἣν εὐγενῶς προσηνέχθη νὰ ποιήσηται. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἔλαβον πάντα τὰ ἐνδεδειγμένα μέτρα, ὅπως ἐπαρκέσω εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς τούτου, διότι ἀρχομένου τοῦ Ἰουλίου θέλει ἀναλάβει ὁ κεντρικὸς ταμίας τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἔχει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῶν ὑπεγγύων προσόδων τῆς πρώτης ἑξαμηνίας. Λυποῦμαι, μὴ δυνάμενος νὰ δώσω ἀκριβεῖς πληροφορίας, ἀφορώσας εἰς τὰς ἐν γένει εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰς ἀναγομένας εἰς τὰς δύο χρήσεις τοῦ 1902 καὶ 1903, διότι ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία δὲν εἶναι ἐνήμερος καὶ δὲν ἔχομεν ἀκριβῆ τὰ ἀποτελέσματα. Τὰ τοῦ Μαΐου ἀποτελέσματα ἀνεγράφησαν εἰς πρόχειρον σημείωμα, τὸ ὁποῖον τὸ ἁρμόδιον τμῆμα μοὶ παρέδωκε, κατὰ τοῦτο δὲ, παρουσιάζεται εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1903 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1902 ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 300,000. Δὲν προτίθεμαι νὰ μεμφθῶ ἢ αἰτιαθῶ ἐπὶ τούτῳ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς διετέλει ἡ χώρα, συνετέλεσαν ἴσως εἰς τοῦτο, συνετέλεσε δὲ καὶ ἕτερόν τι, ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς τῇ εἰσηγήσει τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων δὲν πληρόνεται πλέον ἐν ἀρχῇ ἑκάστης τριμηνίας, ἀλλὰ κατὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς, ὁ δὲ φόρος τῶν οἰκοδομῶν δὲν πληρόνεται νῦν ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους, ἀλλ’ εἰς τὸ τέλος ἑκάστης ἑξαμηνίας. Καὶ περὶ μὲν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1902 οὐδεμίαν δύναμαι νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίαν ἀκριβῆ, καθόσον μέχρι τῆς λήξεως αὐτῆς ὑπολείπονται ὀκτὼ ἔτι μῆνες. Δύναμαι ὅμως, χωρὶς νὰ κατηγορηθῶ ὡς αἰσιόδοξος, νὰ βεβαιώσω, ὅτι, ἐὰν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐφ’ ὅσον χρόνον διαρκεῖ ἡ χρῆσις τοῦ 1903, ἡ χρῆσις αὕτη, ἐὰν δὲν παρουσιάσῃ πλεόνασμα, θὰ κλείσῃ βεβαίως ἐν ἰσοζυγίῳ. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν πρέπει οὔτε ὑπὸ ὑπερβολικῆς αἰσιοδοξίας νὰ καταλαμβανώμεθα, ὅταν ἐξετάζωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἀπαισιόδοξοι νὰ ὦμεν, ὥστε νὰ ἀποθαρρύνωμεν πάντα εὑρισκόμενον εἰς σχέσεις πρὸς τὸ ἡμέτερον δημόσιον ταμεῖον, ἐπὶ βλάβῃ τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως. Γινώσκοντες ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διακρίνεται διὰ τὴν φιλοπονίαν καὶ διὰ τὸ νομοταγὲς αὐτοῦ, καὶ ἔχοντες τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θέλει διοικεῖσθαι ὑπὸ ἀγαθῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ φρονῶμεν, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον ἤδη εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀναρρώσεως, θέλουσιν εἰσέλθει τάχιστα εἰς τὸ στάδιον τῆς εὐεξίας, καὶ θέλουσιν ἐπιτρέψει τὴν ἐφαρμογὴν νέων μέτρων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων. (Χειροκροτήματα).
§6Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐφθάσαμεν τέλος πάντων, ἐκεῖ, ὅπου ἡ πρώην Ἀντιπολίτευσις, Ὀβιδιακῶς, καὶ κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος, μεταμορφωθεῖσα εἰς Κυβέρνησιν, ἐπὶ ἓν ὅλον ἑξάμηνον ἠγωνίζετο καὶ ἐπεθύμει νὰ φθάσῃ. Οἱ παλαιοὶ ἔρωτες δὲν λησμονοῦνται εὐκόλως, καὶ ὁ ἀλησμόνητος ἐκεῖνος καὶ περιπόθητος προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, τὸν ὁποῖον οἱ δύο σύμμαχοι κατὰ τὸ παρελθόν, ἀδελφικῶς συμπράττοντες, ὁ κύριος ἐκ Καλαβρύτων καὶ ὁ κ. ἐκ Κερκύρας, ἐπέβαλον εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ πτωχοῦ ἔθνους, ἀνακύπτει καὶ πάλιν εἰς τὴν ζωὴν ἐν ὅλῃ τῇ αἴγλῃ καὶ τῇ λαμπηδόνι τῶν 132 ἑκατομμυρίων ἐξόδων του. Hoc erat in votis! Τοῦτο ἐπόθουν, τοῦτο ηὔχοντο, τοῦτο ἐζήτουν, καὶ τοῦτο κατώρθωσαν. Ἂν θλίβεται καὶ ἀλγεῖ ἡ ψυχὴ τοῦ πενομένου τῆς Ἑλλάδος λαοῦ, ἀλλὰ νέος στέφανος δόξης θὰ περιβάλῃ τὸ μέτωπον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πάσης τῆς ὁμόφρονος αὐτῷ πολιτικῆς μερίδος. Καὶ ἠκούσατε πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγοντα εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεις διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ 1903, ζητοῦντα νέας πιστώσεις καὶ προσθέτους δαπάνας, δι’ ὧν οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖται ἢ ὅπως καθ’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος 1903 ἐφαρμοσθῇ πλήρης καὶ ἀκέραιος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1902. Κατὰ τὸ διαρρεῦσαν πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ ἔτους τούτου 1903 ὡς Ἀντιπολίτευσις εἰργάζοντο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον κατ’ ἄλλον τρόπον, δι’ ἄλλης σεμνῆς μεθόδου· προσεπάθουν λυσσωδῶς νὰ ἐμποδίσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰς νομοθετικὰς αὑτῆς ἐργασίας, προέβαλλον πᾶσαν ἀντίστασιν, ὅπως μὴ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπενέγκῃ οἱανδήποτε ἐλάττωσιν δαπανῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἀντετάσσοντο μετ’ ἐπιμονῆς κατὰ παντὸς νομοσχεδίου ἔχοντος τὸν ἀπεχθῆ εἰς αὐτοὺς προορισμὸν νὰ περικόψῃ τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὸ ἀρχόμενον ἤδη δεύτερον ἑξάμηνον, φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἤλλαξαν τακτικήν. Προσέρχονται ὡς Κυβέρνησις, καὶ ἀναφανδὸν πλέον διὰ δηλώσεων δὲν διστάζουσι νὰ ἐκφράσωσι καὶ νὰ πραγματοποιήσωσι τὴν αὐτὴν ἱερὰν ἐπιθυμίαν, νὰ μὴ θιχθῇ τὸ παράπαν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 μὲ τὰ 132 ἑκατομμύρια τῶν ἐξόδων του, ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὁ δυστυχὴς λαὸς τῆς Ἑλλάδος, ἐξεγερθεὶς μέχρις ἐπαναστάσεως, ἐζήτησε ν’ ἀποτινάξῃ τῆς ῥάχεώς του, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον ἔρχονται καὶ πάλιν νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς αὐτὸν διὰ τρόπου, τὸν ὁποῖον ἀπέχω ἐγὼ νὰ χαρακτηρίσω, ἀλλ’ ὅστις βεβαίως θ’ ἀποτελέσῃ μαύρην σελίδα τῆς κοινοβουλευτικῆς ἡμῶν ἱστορίας. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν.)
§7Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τί εἶναι αὐτά!
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μὴ διακόπτετε!
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ κάμητε γνωστὸν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν καὶ εἰς τοὺς εἰσηγητὰς αὐτῆς, ὅτι ἀξιοῦμεν νὰ τηρῆται τάξις, καὶ πρὸ πάντων νὰ μὴ διακόπτωνται οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἄλλως θὰ μιμηθῶμεν τὸ παράδειγμα αὐτῶν, καὶ ἴσως δὲν γείνῃ πλέον συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ (θόρυβος καὶ χειροκροτήματα).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων.
§11ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, δά!
§12Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀπαγορευθῇ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ ἀκροατήρια νὰ χειροκροτῶσι τοὺς ἀντιπολιτευομένους (ἱλαρότης).
§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ θεωρεῖα δὲν ἔχουσι δικαίωμα οὔτε νὰ ἐπιδοκιμάζωσιν, οὔτε νὰ ἀποδοκιμάζωσι.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων, ἐὰν ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἀταξίαι (θόρυβος).
§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὰς συνεδριάσεις πρέπει νὰ ἐπικρατῇ βεβαίως τάξις, καὶ διακοπαὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπωνται. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν ἀπειλὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. (θόρυβος).
§16ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§17Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν, ἐν ὅσῳ δὲν ὑπάρχει σεβασμὸς πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας (θόρυβος).
§18Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον προκαλεῖτε σύρραξιν.
§19ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τὴν προκαλεῖτε.
§20ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται πλέον συζήτησις, ἀφοῦ ἐγένετο ἔνστασις ἀπαρτίας. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ βουλευτοῦ Περ. Ἀλεξάκη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 139. Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος παρακαλεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§23Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ καὶ αὐτὸς νὰ μὴ διακόπτηται.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ προηγουμένως παρεκάλεσα καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπω εἰς κανένα νὰ διακόψῃ τὸν ἀγορεύοντα. Εἰς τὰ θεωρεῖα ἐπίσης ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἴτε ἐπιδοκιμάσωσιν, εἴτε ἀποδοκιμάσωσι, θὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσιν αὐτῶν.
§25Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγον λοιπὸν πρὸ τῆς διακοπῆς, ὅτι καὶ ὡς Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον καὶ ὡς Συμπολίτευσις κατὰ τὸ ἤδη ἀρχόμενον δεύτερον ἑξάμηνον ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ἐπιδιώκουσι σκοπὸν, νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, ὅστις ἐξήντλησεν, ὡς ὡμολόγει πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ἀποθέματα τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἐκένωσεν αὐτὸ μέχρι πυθμένος. Αἱ δηλώσεις αἱ σημεριναὶ τοῦτο ἐπιδιώκουσι, τοιοῦτον ἐνέχουσι σκοπόν. Δὲν ἠκούσατε δήλωσίν τινα, περιορίζουσαν τὰς δαπάνας· τοὐναντίον ἠκούσατε, ὅτι οὔτε νομοσχέδιόν τι θέλει ὑποβληθῆ, οὔτε ἄλλη τις περικοπὴ τῶν ἐξόδων, ἀλλ’ ὅτι πλήρης θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος, ὁ καταδικασθεὶς ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ὡς προϋπολογισμὸς ἀλογίστου σπατάλης, ὡς ὁδηγῶν μοιραίως εἰς δευτέραν πτώχευσιν. Ἀλλ’ αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν φέρουσιν εἰς τὸν νοῦν μου ἀναγκαίως τὰς δηλώσεις συναδέλφων τινῶν, οἵτινες, ἀπὸ τῆς πτέρυγος ταύτης μετασταθμεύσαντες εἰς τὴν ἀπέναντι, συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν Κυβερνητικὴν μεταβολήν. Αἱ δηλώσεις αἱ σημεριναὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἡ ἄμεσος συνέπεια τῶν δηλώσεων ἐκείνων, καὶ πρέπον εἶναι νὰ ὁμιλήσω πρῶτον περὶ αὐτῶν. Δὲν ἔχω βεβαίως κανὲν ἀπολύτως δικαίωμα ν’ ἀναζητήσω τοὺς λόγους, τοὺς πραγματικοὺς καὶ ἀληθινοὺς λόγους...
§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀφοῦ δὲν ἔχετε δικαίωμα, τότε διατί κάμνετε λόγον;
§27Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔχω δικαίωμα, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μὲ διακόψητε.
§28Γ. Χ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἐξακολουθοῦσιν αἱ διακοπαί, ὑποβάλλω ἔνστασιν ἀπαρτίας. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος τῶν κ. Βουλευτῶν. (Ἀναγινώσκεται ἐκ δευτέρου ὁ κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Γ. Παπαδημητρίου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 145 Βουλευτῶν. Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§31Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς δευτέρας διακοπῆς, ὅτι δὲν ἔχω βεβαίως δικαίωμα ν’ ἀναζητήσω τοὺς πραγματικοὺς καὶ ἀληθινοὺς λόγους, οἵτινες προεκάλεσαν τὰς δηλώσεις ἐκείνας, τοὺς λόγους, οἵτινες παρεκίνησαν ἐνίους συναδέλφους ἐνθάδε νὰ πηδήσωσιν ἀπὸ τῆς πτέρυγος ταύτης εἰς τὴν ἀπέναντι. Στενὸς εἶναι στενώτατος, ὁ διάδρομος ὁ χωρίζων ἀπ’ ἀλλήλων τὰς δύο πτέρυγας τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ πήδημα εὔκολον, τὸ ἐγχείρημα ἀκίνδυνον. Ὅσον δὲ εἶναι εὔκολον καὶ ἀκίνδυνον, τοσοῦτον καὶ βέβαιον, ὅτι κανεὶς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κατακρίνῃ τὸν ἕτερον, διότι ὀρέγεται ν’ ἀλλάξῃ θέσιν, πηδῶν ἐντεῦθεν ἢ πηδῶν ἐκεῖθεν. Πηδᾷ τις, διότι ἔχει ὄρεξιν νὰ πηδήσῃ. Ἔστιν ὄρεξις τοῦ πηδᾷν, καθὼς ἔστιν ὄρεξις τοῦ τρώγειν. Ὑπάρχει δὲ μάλιστα καί τις συνάφεια καὶ σχέσις μεταξὺ τῶν δύο τούτων, διότι παρετηρήθη πάντοτε, ὅτι, ὅσον τις περισσότερον πηδᾷ καὶ συχνότερον, τοσοῦτον αἰσθάνεται καὶ περισσοτέραν ὄρεξιν νὰ φάγῃ. Ἀλλὰ περὶ ὀρέξεως, κύριοι συνάδελφοι, οὐδεὶς λόγος. Τὸ πολὺ–πολὺ δύναταί τις νὰ θαυμάσῃ τὴν εὐστροφίαν, τὴν δεξιότητα, τὴν εὐκινησίαν, μεθ’ ἧς ἐπήδησαν οἱ κύριοι συνάδελφοι, περὶ ὧν ὁ λόγος, σχεδὸν ἀνεξαιρέτως. Ἀπὸ τοῦ πρεσβυτέρου μέχρι τοῦ νεωτέρου, ἀπὸ τοῦ παχυτέρου μέχρι τοῦ ἰσχνοτέρου, ἀπὸ τοῦ μᾶλλον μεγαλοσώμου μέχρι τοῦ μικροσώμου, ὅλοι ἀληθῶς ἐπήδησαν μετ’ ἀξιοθαυμάστου εὐλυγισίας καὶ μὲ περισσὴν εὐπρέπειαν καὶ χάριν. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, πῶς, ἅμα εἶδον οἱ τῆς πτέρυγος ταύτης, τῆς δεξιᾶς, τὸν εὔστροφον καὶ λιγυρὸν Εὐρυτᾶνα, χειροκρατούμενον μετὰ τοῦ σεβασμίου γέροντος τῆς Τριχωνίας καὶ ἐναέριον πηδῶντα εἰς τὴν ἀντίπεραν ὄχθην, κατεμαγεύθησαν, κατεγοητεύθησαν, ἐνεπλήσθησαν τηλικούτου ἐνθουσιασμοῦ, ὥστε οὐ μόνον θορυβωδῶς ἐχειροκρότησαν, ἀλλὰ καὶ παραμικρὸν νὰ ζητωκραυγάσωσι θορυβωδέστερον. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι εἶχον δίκαιον, πολὺ δίκαιον. Καθόσον τί εἶναι τάχα ἐκεῖνο τὸ λεγόμενον salto mortale τῶν σχοινοβατῶν, τὸ ὁποῖον ἔξαλλοι χειροκροτοῦσιν οἱ κλόουν τῶν ἱπποδρομίων, ἀπέναντι τοιούτων πηδημάτων, ἀπέναντι τοῦ θαυμασίου καὶ θανασίμου ἅλματος, τὸ ὁποῖον ἐπήδησε, λόγου χάριν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ κ. Λεβίδης, ἀπὸ τοῦ ὕψους ἐκείνου τοῦ ὀρεινοῦ (δεικνύει τὴν ἄκραν ἀριστερὰν) τιναχθεὶς διὰ μιᾶς μέχρι τῆς ταπεινῆς ταύτης καὶ χαμηλῆς θέσεως, ὅπου κατῆλθε τώρα, (δεικνύει τὰς ἕδρας τῶν Ὑπουργῶν) ἀπὸ τὸ πλευρὸν τοῦ χρηστοῦ καὶ ἐγκαταλειφθέντος στρατηγοῦ μέχρι τῆς πλευρᾶς τῶν δολοφόνων τῆς 8 Νοεμβρίου, ὡς ἀπεκάλει τοὺς σημερινούς του συντρόφους ὁ κύριος οὗτος;
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Θέλω νὰ σᾶς κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ λέξις αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἀνάρμοστος.
§33Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι τὴν παρατήρησιν ταύτην ἀπευθύνετε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐχὶ εἰς ἐμέ, διότι ἐγὼ καθ’ ὅλον τὸ βραχὺ διάστημα τῆς πολιτικῆς μου ζωῆς, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὰς τραχυτέρας στιγμὰς τοῦ πολιτικοῦ καὶ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ ἐθεώρησα ἄξιον ἐμοῦ καὶ τῆς ἀνατροφῆς μου νὰ ἐκστομίσω κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἢ τῶν ἄλλων συντρόφων του τοιαύτας τραχείας καὶ δριμείας ὕβρεις, οἷας ἀπηύθυνε κατ’ αὐτῶν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, ὁ σημερινὸς σύντροφός των.
§34Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς ἀνακαλεῖ.
§35Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω λοιπόν, ὅτι τὴν παρατήρησιν δὲν ἀπευθύνετε εἰς ἐμέ, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀπευθύνετε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Οἱ οἰωνοὶ λοιπὸν εἶναι ἀληθῶς αἴσιοι, αἰσιώτατοι, καὶ πέποιθα, πεποίθησιν δὲ πρέπει νὰ ἔχητε καὶ ὑμεῖς, ὅτι εἰς τοὺς προσεχεῖς Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνας τὸ ῥεκὸρ τοῦ πηδήματος δὲν θὰ ἔχωσι πλέον οἱ Ἀμερικανοί, ἀλλὰ οἱ Ἕλληνες, μάλιστα οἱ Ἕλληνες Βουλευταί, μάλιστα δὲ οἱ Ἕλληνες Ὑπουργοί, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ τὸν τόπον τοῦτον, τὸν ἄπληστον εἰς δόξαν καὶ κλέος, θὰ δοξάσῃ ἀμέτρως, ἀλλὰ καὶ τοῦ Κοινοβουλίου τὴν τιμὴν καὶ τὴν φήμην θ’ ἀναβιβάσῃ μέχρι τῶν ἄστρων, μέχρι τῶν κυανῶν καὶ ἀσπίλων αἰθέρων, τοὺς ὁποίους δὲν μολύνει ἡ πνοὴ τῶν εὐτελῶν ἀνθρώπων. Ἀλλ’ ἐνδέχεται τις νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι οἱ πολλοὶ καὶ σωφρονοῦντες τῶν ἀνδρῶν δὲν ἐπιδοκιμάζουσι τὸ παράπαν τοιαῦτα σχοινοβατικὰ θεάματα, δὲν αἰσθάνονται τὴν παραμικρὰν εὐχαρίστησιν καὶ ἡδονὴν εἰς αὐτά, καθὼς εἰς πᾶν ἄλλο ὅμοιον καὶ ἄκοσμον θέαμα. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ἀναγνώσας, ὅτι ὁ Πτολεμαῖος ὁ Λάγου, ὁ τῆς Αἰγύπτου Βασιλεύς, θέλων ποτὲ νὰ προπαρασκευάσῃ ἔκπληξίν τινα εἰς τοὺς ἀγαθοὺς ὑπηκόους του, παρουσίασεν εἰς τὸ Βασιλικὸν Θέατρον τῆς Ἀλεξανδρείας κάμηλόν τινα Βακτριανὴν ἐκτάκτου καὶ ὑπερφυσικοῦ μεγέθους, καὶ παρ’ αὐτὴν ἐτοποθέτησεν ἕνα ἄνδρα ὁλόγυμνον δίχρωμον, τοῦ ὁποίου τὸ μὲν ἥμισυ μέρος ἀπὸ κεφαλῆς μέχρις ὀνύχων ἦτο λευκόν, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ μαῦρον. Ἀλλ’ οἱ θεαταί, ἐπιλέγει ὁ χαρίεις Λουκιανός, ὁ ταῦτα διηγούμενος, τὴν μὲν κάμηλον φοβηθέντες, τὸν δὲ δίχρωμον ἄνθρωπον βδελυχθέντες, ᾤχοντο ἀπιόντες τοῦ θεάτρου, διδάσκοντες διὰ τούτου, ὅτι παρὰ τοῖς Ἕλλησιν, ἀνθρώποις μεμορφωμένοις καὶ πεπολιτισμένοις, οὐχὶ τὰ ὑπερφυσικὰ καὶ τὰ ἀηδῆ καὶ ἀπεχθῆ τὴν θέαν, ἀλλὰ τὰ σεμνὰ καὶ κόσμια καὶ χαρίεντα καὶ τὰ κατὰ φύσιν ἡρμοσμένα, ταῦτα καταθέλγουσι καὶ καθηδύνουσι τοὺς ὁρῶντας. Ἀλλ’ εἴτε ἐπιδοκιμάζουσιν εἴτε ἀποδοκιμάζουσι τὰ γενόμενα οἱ πολλοὶ τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἐγὼ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ κατακρίνω κανένα, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ν’ ἀναζητήσω, ὡς προεῖπον, τοὺς λόγους τῶν μεταστάσεων, οὔτε τοὺς λόγους, οἵτινες μετέβαλον τὴν αἴθουσαν ταύτην εἰς θέατρον Ἀλεξανδρείας μὲ ἐμφανίσεις διχρώμων. Ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα, ἔχω καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσω, ἂν καὶ κατὰ πόσον οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους προέβαλον οἱ μεταστάντες πρὸς δικαιολογίαν τῆς μεταστάσεως, ἔχουσι πραγματικήν τινα ὑπόστασιν. Δεῦρο λοιπὸν ἐρευνήσωμεν τοὺς λόγους τούτους, sine ira et studio, ἀπαθῶς καὶ ἠρέμα, ὡς ἐμπρέπει ἄλλως εἰς κοινοβουλευτικὴν συζήτησιν. Ὡς ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, πάντες σχεδὸν οἱ ἀπὸ τῆς πτέρυγος ταύτης εἰς τὴν ἀπέναντι ἀποστάντες παρέστησαν, ὅτι οἱ λόγοι, οἵτινες ἐξηνάγκασαν τούτους ν’ ἀποδημήσωσιν εἰς ἄλλο κλίμα θερμότερον, εἶναι λόγοι οἰκονομικοί, δηλαδή, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐτήρησε τὸ οἰκονομικὸν αὑτῆς πρόγραμμα, ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ ὁποίου ἐξελέγησαν, καὶ πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ ὁποίου ἐστρατεύοντο μεθ’ ἡμῶν ἐπὶ ἓξ ἤδη μῆνας. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν δύο ἢ τριῶν, οἵτινες εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς τούτους λόγους ἐγκατέσπειραν χάριν φαιδρότητος καὶ ἑτέρους, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἀνατολῆς ἐν γένει δὲν ἐπιτρέπει πλέον εἰς αὐτοὺς νὰ κάθηνται ἐνταῦθα, ἀλλ’ ὅτι χάριν ἀσφαλείας ἑαυτῶν καὶ χάριν τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος ἔδει νὰ καθήσωσιν ἐκεῖθεν, διότι ἐκεῖθεν θὰ ληφθῇ φροντὶς μεγάλη καὶ τελεσφόρος περὶ Μακεδονίας καὶ Ἀνατολῆς. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς λόγους, διότι τὸν λόγον τῆς Μακεδονίας δὲν δύναμαι οὔτε ἐγὼ, ἀλλ’ οὔτε κανεὶς δύτης εἰς τὸν κόσμον νὰ ἀνασύρῃ ἀπὸ τοῦ βυθοῦ τοῦ γελοίου, εἰς ὃν ἐβυθίσθη. Εἰς τί συνίστατο, Κύριοι, τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἡ μὴ δῆθεν πραγματοποίησις τοῦ ὁποίου ἐπέβαλεν εἰς τοὺς κυρίους νὰ μεταστῶσιν ἐκεῖθεν; Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ πρώην Κυβέρνησις δὲν ἐδίστασεν ἀπεριφράστως νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Κράτους εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέσον διεξόδου καὶ σωτηρίας, ἄλλο μέσον ἀποφυγῆς τῆς δευτέρας χρεωκοπίας, ὑφ’ ἧς ἀπειλούμεθα, ἢ ἡ περιστολὴ τῶν δαπανῶν. Τοῦτο διελάλησε πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἡ πολιτικὴ ἡμῶν μερὶς ἐν πόλεσι πολλαῖς καὶ χωρίοις, καὶ τοῦτο ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ζητήσασα τὴν συνδρομὴν τῶν φίλων αὑτῆς καὶ τῶν ἀντιπροσώπων ἐν γένει τοῦ ἔθνους πρὸς ἐφαρμογὴν συστήματος οἰκονομικοῦ, ἐγγυωμένου θεραπείαν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καχεξίας. Συνεπῶς πρὸς ταῦτα, μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ συνυπέβαλε καὶ νομοσχέδια ἱκανὰ, δι’ ὧν ἐπεδιώκοντο ἐλαττώσεις δαπανῶν εἰς διαφόρους κλάδους τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐπεζήτησε τὴν ψήφισιν, ὅπως καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ κατὰ μέγιστον μέρος ἐπ’ αὐτῶν στηριζόμενος. Διότι βεβαίως οἰκονομία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτυγχάνηται ἐνίοτε διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ κυρίως ἐπιτυγχάνεται διὰ νόμων. Ἀπέναντι τῆς τακτικῆς ταύτης, τῆς ἐπιδιωκούσης ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν, τὴν πραγματοποίησιν ἀληθινῶν οἰκονομιῶν, ποίαν τακτικὴν ἀντέταξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἰς ἣν μετέστησαν οἱ μεθ’ ἡμῶν τέως συμπράττοντες; Γνωστὴ εἶναι αὕτη· εἶναι ἡ τακτικὴ ἡ ἀντίθετος, ἡ ἕνα καὶ μόνον ἔχουσα σκοπὸν, τὴν μὴ πραγματοποίησιν οἰκονομιῶν, τὴν μὴ ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, τῶν περιοριζόντων τὰς δαπάνας, διὰ παντὸς τρόπου καὶ διὰ πάσης μεθόδου κωλυσιεργίας. Πανταχοῦ, κύριοι συνάδελφοι, ἔνθα κρατεῖ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, αἱ ἀντιπολιτεύσεις δὲν ἀσχολοῦνται μόνον εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων· ἐπιβλέπουσιν ἰδίως, καὶ προσέχουσι ζηλοτύπως, ὅπως μὴ οἱ Ὑπουργοὶ αὐξάνωσιν εὐκόλως καὶ ἄνευ σπουδαίου λόγου τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως. Διότι φυσικὸν εἶναι παρὰ ταῖς Κυβερνήσεσι, παρὰ τοῖς Ὑπουργοῖς νὰ ἀναπτύσσηται αὐτομάτως οἱονεὶ ὁ τοιοῦτος πόθος, ἡ τάσις αὕτη πρὸς αὔξησιν τῶν δαπανῶν. Οἱ Ὑπουργοὶ, ὡς ἀρχηγοὶ ὑπηρεσιῶν, ἐννοεῖται εὐκόλως, ὑφίστανται πολλὰς πολλαχόθεν πιέσεις ἐκ τοῦ περιβάλλοντος, ἀλλὰ καὶ ἄνευ τούτων οἴκοθεν περιέρχονται εἰς τὸν πειρασμὸν νὰ αὐξάνωσι τὰς δαπάνας. Ἐπιθυμοῦσι βεβαίως νὰ ἀμείβωσι κάλλιον τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς ἐργαζομένους ὑπαλλήλους, ἵνα ἐξάπτωσι διὰ τῆς ἀμοιβῆς τὸν ζῆλον αὐτῶν καὶ τὴν δραστηριότητα. Ποθοῦσιν ἐπίσης νὰ ἔχωσιν ὅσον οἷόν τε πολυπληθέστερον προσωπικὸν ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὑτῶν, ἵνα ἀκοπώτερον καὶ ταχύτερον διεξάγηται ἡ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ἵνα φαγῶσιν εὐχάριστοι καὶ εἰς περισσοτέρους φίλους, διότι ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς πολιτεύμασιν ἡ ἀπόκτησις φίλων δαπάναις τοῦ Κράτους εἶναί τι δυστυχῶς πολὺ σύνηθες. Διὰ πάντα ταῦτα καὶ ἄλλα αἱ Κυβερνήσεις, οἱ Ὑπουργοί, χωρὶς ἐνίοτε ν’ ἀντιλαμβάνωνται τοῦ πράγματος, φέρονται συνηθέστατα πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν. Ἀλλὰ τὴν τάσιν ταύτην τῶν Κυβερνήσεων, τὸν φυσικὸν καὶ φυσιολογικὸν τοῦτον, οὕτως εἰπεῖν, πόθον αἱ ἐν τῇ Βουλῇ Ἀντιπολιτεύσεις προσπαθοῦσι παντὶ σθένει καὶ πάσῃ ἐπιμονῇ νὰ συγκρατῶσι πάντοτε καὶ συνέχωσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων, καὶ διὰ τοῦτο ἀντιτάσσονται μεθ’ ὁρμῆς πρὸς πᾶσαν αὔξησιν δαπάνης, καὶ τότε μόνον ὑποχωροῦσιν, ὅταν πλήρης καὶ τελεία μορφωθῇ πεποίθησις, ὅτι ἡ αἰτουμένη αὔξησις ἔχει στερεὰν καὶ ἀσάλευτον δικαιολογίαν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος καὶ ἐπιβεβλημένη. Διὰ τοῦτο κανονικῶς, φυσιολογικῶς, ἡ θέσις τῶν πραγμάτων ἐν ταῖς Βουλαῖς εἶναι αὕτη· ἀφ’ ἑνὸς Κυβέρνησις ῥέπουσα πρὸς τὰς αὐξήσεις τῶν δαπανῶν, ἢ τοὐλάχιστον ἀποδεχομένη τὸ ὑπάρχον ὑπὸ ἔποψιν ἐξόδων, ἀφ’ ἑτέρου, ἀντιθέτως, Ἀντιπολίτευσις ἀντίρροπος, μὲ διαθέσεις, μὲ τάσεις ζωηρὰς πρὸς περιορισμὸν τῶν ἐξόδων, ἢ εἰς μὴ αὔξησιν τουλάχιστον αὐτῶν! Κύριοι συνάδελφοι, πρώτην φορὰν παρουσιάζεται ἐντὸς Βουλῆς τὸ ἀντίθετον φαινόμενον, καὶ μόνον εἰς τὴν τέως Ἀντιπολίτευσιν, τὴν ἀναγνωρίζουσαν ὡς ἀρχηγὸν τὸν ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴν, ἐπεφυλάσσετο ἡ μεγάλη τιμὴ καὶ ἡ μεγαλειτέρα δόξα τῆς ἀντιθέτου τακτικῆς. Διότι εἶναι βεβαίως μοναδικὸν θέαμα ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς χρονικοῖς, καὶ αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος, τὸ θέαμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἡμερῶν παριστάμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· διότι ἐβλέπομεν ἀντιστρόφως Κυβέρνησιν συνιστῶσαν οἰκονομίας, ζητοῦσαν νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας αὑτῆς, νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων, νὰ περιορίσῃ τὰ ἔξοδα τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, Ἀντιπολίτευσιν δὲ ὠθοῦσαν λυσσωδῶς πρὸς τὰς δαπάνας, κραυγάζουσαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτόχρημα ἐγκληματεῖ, ἀποδεχομένη τὴν τακτικὴν τῆς φειδοῦς καὶ τῆς οἰκονομίας, τῆς ἐσκεμμένης περισυλλογῆς. Καὶ ἠκούετε διὰ τοῦτο πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου, ἠκούετε τὸν ἔντιμον ἐκ Ζακύνθου συνάδελφον, ἀναπτύσσοντα τὸ σοφὸν δόγμα, ὅτι, ἀφοῦ ἐπεβλήθησαν προξενικὰ τέλη, ὅτι, ἀφοῦ ἐκ τοῦ προξενικοῦ κλάδου ποριζόμεθα πρόσοδόν τινα, πρέπει πάντως ταύτας τὰς προσόδους καὶ ἄλλας ἔτι νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Καὶ τὸν ἠκούσατε ὀδυρόμενον καὶ θρηνοῦντα, διότι περικόπτοντες κατὰ 200 χιλιάδας δραχμὰς τὰς δαπάνας τῆς προξενικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, περικόπτομεν τὰ πτερὰ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ἐλπίδων!! Ἀλλ’ ἠκούσατε ἐπίσης καὶ τὸν κύριον ἐκ Κραναίας συνάδελφον, τὸν ἄλλοτε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν, ὅστις καὶ οὗτος ἐκραύγαζε μετά τινος, ἂν ἐνθυμεῖσθε, σφοδρότητος ἀήθους καὶ ἀναρμόστου εἰς διπλωμάτην, ὅτι οἴχεται πᾶσα τῆς Ἑλλάδος ἡ δόξα, λιποθυμεῖ πᾶσα ἰδέα ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως, διαλύεται ὡς πομφόλυξ πᾶν ὄνειρον ἐθνικὸν καὶ ὡραῖον, ἂν ἐλαττώσωμεν κατὰ 50 δραχμὰς τοὺς μισθοὺς τῶν προξένων καὶ ὑποπροξένων. Καὶ ἐνθυμεῖσθε μὲ ποίαν μελαγχολίαν καὶ μὲ ποίαν ἀπογοήτευσιν ἠρώτα ἡμᾶς, τί θὰ γείνῃ ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς πατρίδος, ἄν ἐλαττωθοῦν οἱ μισθοὶ τοῦ προξενικοῦ κλάδου. Ἔρημος ἀξιοπρέπεια τῆς πτωχῆς μου πατρίδος! Ποίαν δύναμιν καυστικῆς εἰρωνείας, ποίαν δόσιν πικροῦ σαρκασμοῦ πρέπει νὰ ἔχῃ τις εἰς τῆς ψυχῆς του τὸ βάθος, διὰ νὰ ὁμιλῇ περὶ σοῦ, ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἀπαισίας, ἀπὸ τῆς ἐπαράτου στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ δυσδαίμων αὕτη χώρα, ἀτιμασθεῖσα διὰ τῆς πτωχεύσεως, συντριβεῖσα ὑπὸ τὸ βάρος ἄλλων ἀτυχημάτων, τὰ ὁποῖα ἀποκλειστικῶς ἐκ τῆς πτωχεύσεως ταύτης προῆλθον, σφαδάζει, ταπεινὴ καὶ περιφρονημένη, ὑπὸ τὴν πτέρναν ξένου οἰκονομικοῦ ἐλέγχου. Ἆ! Περὶ τοῦ ἐλέγχου τούτου, τέκνον ἀγλαὸν τῆς Κραναίας, δὲν ἐσκέφθης λοιπὸν ποτέ; Καὶ ὁ τῆς Ζακύνθου κύριος συνάδελφος περὶ τοῦ ἐλέγχου τούτου, ὅστις κλοιὸς σιδηροῦς ἄγχει καὶ περισφίγγει μέχρι πνιγμοῦ τὸν λαιμὸν τῆς πατρίδος, καθόλου δὲν μεριμνᾷ, καθόλου δὲν τυρβάζει; Ἀλλ’ ἠκούσατε καὶ ἑτέρου συναδέλφου ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, τῆς δεξιᾶς, ἀναστηλοῦντος μετὰ θάρρους ἀξίου θαυμασμοῦ τὴν σημαίαν τῆς πολυτελοῦς διοικήσεως, ἂν οὐχὶ τῆς ἀλογίστου σπατάλης. Ἠκούσατε μετὰ πόσης ὁρμῆς καὶ ὁ κύριος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς ἐπέκρινε τὸ ταχυδρομικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, τὸ πτωχὸν, ἕνα καὶ ἐκεῖνο εἶχε προορισμὸν, νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, νὰ ἐξοικονομήσῃ ἐκ τῶν ἐσόδων αὐτῆς ποσόν τι χάριν τῶν ἀναγκῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, τοῦ ὁποίου τὰ ἔξοδα δὲν εὑρίσκονται, πολλοῦ γε καὶ δεῖ, εἰς καμμίαν ἁρμονίαν πρὸς τὰ ἔσοδα. Καὶ ἀνέπτυξεν ὁ ἐκ Λεβαδείας σοφὸς πολιτευτὴς σοφωτάτας θεωρίας, διότι ἔλεγεν, ὑψῶν τὴν φωνήν εἰς τὴν διαπασῶν τῆς ἐντάσεως, καὶ ἐξορκίζων τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ κατάρατον τοῦτο νομοσχέδιον: «Ποῦ ἠκούσθη, πρὸς Θεοῦ, ν’ ἀποδίδῃ ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους ἓν ἑκατομμύριον κέρδος, καὶ σεῖς νὰ ζητῆτε νὰ περικόψητε τὰς δαπάνας αὐτῆς;» Δὲν εἶναι βεβαίως ἡ ὥρα, ὅπως συζητήσω περὶ τοῦ ταχυδρομικοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρατηρήσω διὰ βραχέων εἰς τὸν ἐκ Λεβαδείας συνάδελφον, ὅτι ταῦτα τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα δὲν εὑρίσκονται εἰς καμμίαν σχέσιν καὶ συνάφειαν πρὸς τὴν ἀκρίβειαν καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Πανταχοῦ τοῦ κόσμου, ἔνθα ὑπάρχει καὶ λειτουργεῖ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία, βεβαίως θεωρεῖται αὕτη ὡς ἐξόχως κοινωνικὴ ὑπηρεσία, ἓν service sociale, ἀλλ’ εἰς κανὲν Κράτος δὲν ἐθεωρήθη, ὅτι ἀποκλείεται ὁ σκοπὸς τῆς δημιουργίας προσόδων ὑπὲρ τοῦ Κράτους ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Τουναντίον μάλιστα ὁ μονοπωλιακὸς χαρακτὴρ, ὃν περιβάλλεται αὕτη, ὑπεμφαίνει σαφῶς τὴν πρόθεσιν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους, ὅπως καρπῶται ἐξ αὐτῆς χρηματικὰς ὠφελείας. Διὰ τοῦτο ὑπῆρξαν Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐπραγματοποίησαν καὶ πραγματοποιοῦσι σημαντικὰ κέρδη ἐξ αὐτῆς, ἀνελθόντα πολλάκις μέχρις 100 καὶ 150 καὶ δὴ μέχρι 500 καὶ 700% ἐπὶ τῶν ἐξόδων τῆς ταχυδρομικῆς αὐτῶν ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως εἶναι κλῖμαξ, εἰς τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν διανοούμεθα, ἀλλ’ οὔτε καὶ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν. Ἀλλὰ τοιαύτην κλίμακα δὲν συνιστᾷ ἐπίσης καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη. Ἡ ἐπιστήμη αὕτη δι’ ἑνὸς τῶν σοφωτέρων αὐτῆς διδασκάλων, τοῦ Baul Leroy Beaulieu, ἀνομολογοῦσα τὸν κοινωνικὸν χαρακτῆρα τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, συνιστᾷ οὐχ ἧττον καὶ συμβουλεύει, ὅπως τὸ Κράτος πορίζηται ἐξ αὐτῆς κέρδος μέχρι 50% ἐπὶ τῶν ἐξόδων του, δηλαδὴ, ἂν τὸ Κράτος δαπανᾷ 100 δύναται νὰ εἰσπράττῃ 150. Ἐρωτῶ ἐντεῦθεν, ἡ Ἑλληνικὴ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀναλογίαν ταύτην; Κατασκευάζει δηλαδὴ πρόσοδον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀναλογοῦσαν εἰς τὸ 50% τῶν ἐξόδων αὐτῆς, τὸ ὁποῖον συνιστᾷ ἡ ἐπιστήμη εἰς τὰ φρόνιμα Κράτη; Ἄν ἀνοίξητε, κύριοι συνάδελφοι, τὸν προϋπολογισμὸν, θὰ παρατηρήσητε, ὅτι κατὰ τὸ 1902 τὰ ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας ἀνήρχοντο εἰς δραχ. 3,973,517. Πόσα ἔσοδα ὑπελογίζομεν ἐξ αὐτῆς κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος; Μόνον 4,108,300. Δηλαδὴ ἐκαρπώθημεν καθαρὸν κέρδος μόνον δραχ. 134,783, ἀντὶ τῶν 2 περίπου ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα συμφώνως πρὸς τὰ διδάγματα τῆς ἐπιστήμης ἐδυνάμεθα νὰ καρπωθῶμεν...
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπελογίσατε τὰ εἰσπραχθέντα διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἀνατολικῆς Τηλεγραφικῆς Ἑταιρίας διὰ τηλεγραφικὰ τέλη. Ἐὰν καὶ ταῦτα ὑπολογίσητε, καὶ τὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, διότι δὲν εἶναι ἔσοδα τοῦ Κράτους αὐτὰ, θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε αὐτὴ ἡ αὔξησις, ἀλλὰ ἐλάττωσις.
§37Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσον χειρότερον διὰ τὸν κ. Μπουφίδην. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀναλογίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν συμβουλεύει ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη, δηλ. δὲν εἰσπράττει 50% ἐπὶ τῶν ἐξόδων αὐτῆς· διότι, ἂν ἐννοεῖ νὰ δαπανᾷ διὰ τὸ 1903 δραχ. 4,500,000, κατὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐπιστήμην πρέπει νὰ ἐξασφαλίσῃ ἔσοδον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων του, ἤτοι 2,250,000. Καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐξασφαλίζει, ἐφαρμοζομένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, οὔτε 500,000 μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν αὔξησιν τῶν τηλεγραφικῶν τελῶν ἐκ 400,000 δραχμῶν. Καὶ ἤρχετο ὁ ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος καὶ ἔλεγεν, ὅτι εἰσπράττομεν τόσον πολλὰ, ὥστε δὲν ἐννοεῖ διὰ ποῖον λόγον ζητοῦμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς δαπάνας τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, χάριν περιεργείας, τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Σερβίας τοῦ 1900, καθ’ ὃν ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία δαπανᾷ 2,250,000 φράγκα, πραγματοποιεῖ δὲ καθαρὸν ἔσοδον ἐξ 843,080 φράγκων, βαίνει δηλαδὴ πρὸς τὴν ἀναλογίαν τῶν 50%, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη. Μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὴν χρεωκοπημένην Ἑλλάδα, ἐζήτησεν ὁ ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος νὰ μὴ πραγματοποιήσωμεν κανὲν ἔσοδον ἐκ τῆς ταχυδρομικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, καὶ τὰ 4,500,000, τὰ ὁποῖα εἰσπράττομεν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ν’ ἀφιερώσωμεν ὅλα ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπαλλήλων. Ἐννοεῖται, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἕτερον ζήτημα, ποῦ καὶ πῶς πρέπει νὰ περικοπῶσι τὰ ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας· ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ γένηται οἰκονομία, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλὰ τὰς οἰκονομίας ἀποστρέφονται πάντοτε παλαιόθεν οἱ κύριοι οὗτοι, καὶ διὰ τοῦτο ἐπέπιπτον μεθ’ ὁρμῆς κατὰ παντὸς νομοσχεδίου, ἀποβλέποντος εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν. Ὑπῆρξεν ἐν τούτοις ἐποχή τις, οὐχὶ πολὺ ἀφ’ ἡμῶν ἀφεστῶσα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καὶ ὡς Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐφέρετο καθ’ ὃν τρόπον ἐφέρετο ἐπὶ 6 ἤδη μῆνας, δὲν ἐδείκνυε τὴν τάσιν ταύτην, τὴν ὅσον θρασεῖαν, τοσοῦτον ἀκατανόητον, πρὸς αὔξησιν τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ τοὐναντίον συνεβούλευε καὶ ἐζήτει ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, νὰ περιστείλῃ τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἤμην καὶ τότε μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο ἐπίσης μέλος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας συνάδελφος, ἀντιπροσωπεύων ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία τότε ἀνεγνώριζεν ὡς ἀρχηγοὺς τὸν κ. Θεοτόκην καὶ τὸν κ. Σιμόπουλον. Καὶ ὅτε ὑπεβλήθη ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Δηλιγιάννης ὑπέβαλεν, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ κ. ἐκ Κραναίας συνάδελφος εἶπεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἔπρεπε νὰ ἐπιστραφῇ ἀμέσως καὶ sans façon εἰς τὸν συντάκτην αὐτοῦ, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἦτο προϋπολογισμὸς σπατάλης, διότι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῶσιν οἰκονομίαι εἰς τὰ διάφορα αὐτοῦ ἄρθρα καὶ κονδύλια ἐκ 10 ἑκατομμυρίων ὅλων δραχμῶν! Ἐνθυμοῦμαι ἐπίσης, ὅτι ἀπεκρίθην τότε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὃν πρὸ μικροῦ ἐμνημόνευσα, ὅτι βεβαίως, ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ, ἐξελέχθην ὑπὸ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὅτι καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον καὶ δι’ ἄλλους πολλοὺς ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ τὸν συντρέξω εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν οἰκονομικῶν του ἰδεῶν. Ἀλλὰ δὲν ἀπέκρυψα, ὅτι, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως αἱ οἰκονομίαι τῶν 10,000,000 δραχμῶν, περὶ ὧν ἐλάλει ὁ κ. ἐκ Κραναίας συνάδελφος, τὸ κατ’ ἐμὲ, τὴν μίαν καὶ μόνην ψῆφον, τὴν ὁποίαν διαθέτω, τὴν ψῆφόν μου θὰ ἔδιδον ἄνευ τινὸς δισταγμοῦ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι ἐν πεποιθήσει καὶ ἐν συνειδήσει ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ εἰς κανένα ἄλλον νὰ συντρέξῃ πολιτικὴν, ἡ ὁποία ἤθελεν ὁδηγήσει τὸν τόπον εἰς τὴν σπατάλην, διότι ἡ σπατάλη τοῦ παρελθόντος, καθὼς γνωρίζει κάλλιον παντὸς ἄλλου ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὡδήγησε τὸν δύσμοιρον τοῦτον τόπον εἰς τὸ ὄνειδος καὶ τὴν καταισχύνην μιᾶς πτωχεύσεως. Ἀνέμενον λοιπὸν κατὰ τὸ 1896 εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ὁ κ. ἐκ Κραναίας συνάδελφος ὑποδείξῃ τὰ διάφορα ἄρθρα καὶ κονδύλια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ζητουμένη παρ’ αὐτοῦ καὶ τῶν ἀρχηγῶν του οἰκονομία ἐκ δραχμῶν— ἀκούετε, παρακαλῶ,—10,000,000!! Δυστυχῶς τὴν ἑπομένην ἡμέραν καὶ τὰς ἀκολούθους ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κραναίας, ὁ κ. Ρωμᾶνος, ἐστέρησεν ἡμᾶς τῆς πολυτίμου καὶ πεφωτισμένης συνεργασίας του, ἐγένετο ἄφαντος· αἱ περίφημοι οἰκονομίαι τῶν 10,000,000 δὲν ὑπεδείχθησαν εἰς ἡμᾶς παρ’ αὐτοῦ, ἐτηρήθησαν μυστικαὶ, καὶ τούτου ἕνεκα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896, πρὸς θλῖψιν ἡμῶν καὶ δυστυχίαν τοῦ ἔθνους, ἐνεκρίθη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς εἶχεν, ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ἀλλ’ ἂν ἐσιώπησεν ὁ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς τότε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἦλθον ἐν τῇ Βουλῇ οἱ δύο αὐτοῦ ἀρχηγοὶ, ὁ κ. Θεοτόκης καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος, καὶ παρέστησαν ἀμφότεροι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 ἦτο σπάταλος, καὶ ὅτι ἑπομένως ἔπρεπεν αὕτη νὰ τὸν ἀποκηρύξῃ, νὰ ἐπιστρέψῃ δὲ αὐτὸν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ νὰ ἀναθέσῃ εἰς αὐτοὺς νὰ συντάξωσιν ἕτερον, καὶ οἰκονομικώτερον καὶ φειδωλότερον κατὰ 10 ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν, ὡς ὥριζεν ὁ κ. Θεοτόκης, κατὰ 8 ἑκατομμύρια, ὡς ὑπεβίβαζε τὰς οἰκονομίας του τότε ὁ κ. Σιμόπουλος. Ἰδοὺ δὲ πῶς καὶ πόσον ὀρθῶς ἐδικαιολόγει τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν τότε, τὸ ὁποῖον ἠσπάζετο καὶ συνεβούλευεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς κ. Θεοτόκης. «Ἡ κατάστασις, ἔλεγε, τῆς Ἀνατολῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ σύνταξις τῆς χώρας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας, νὰ περιορίσωμεν ὅλας τὰς ἄλλας δαπάνας, ὅσον σεβασταὶ καὶ ἂν ἦναι αὗται, καὶ ἐπί τινα καιρὸν νὰ περιστείλωμεν τὰς πιστώσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων.» Συμφώνως πρὸς τὰς ἰδέας ταύτας ἐζήτει ὁ κ. Θεοτόκης νὰ ψηφίσωμεν προϋπολογισμὸν κατὰ 10 ἑκατομμύρια οἰκονομικώτερον τοῦ παρουσιασθέντος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀπέφευγεν ὁ κ. Θεοτόκης νὰ ὑποδείξῃ, ποῦ ἠδύναντο νὰ ἐπιτευχθῶσιν αἱ οἰκονομίαι αὗται· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς, ἀνὴρ σοβαρὸς καὶ νοήμων, βεβαίως εἶχε μελετήσει τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ βεβαίως θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ πραγματοποιήσῃ ὅ,τι ἔλεγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου, ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μέχρι τοῦ ὁποίου φθάνουσιν αἱ ἐπαγγελίαι τῶν ἀρχηγῶν, ὅτι ἦτο ἕτοιμος, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀνεβίβαζεν αὐτὸν ἔκτοτε εἰς τὸν πρωθυπουργικὸν θῶκον, νὰ φέρῃ τὰς οἰκονομίας, περὶ τῶν ὁποίων ἐλάλει· διότι, ὅταν τις εἰς τοιαύτην περιωπὴν ὁμιλῇ, ἐπαναλαμβάνω, ἐνώπιον μιᾶς Βουλῆς ἀντιπροσώπων, ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, βεβαίως συναισθάνεται τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ ἐκπληρώσῃ ὅσα λέγει. Προέτεινε λοιπὸν τότε, κατὰ τὰ 1896, ὁ κ. Θεοτόκης οἰκονομίας 10,000,000. Ἀλλ’ ἦλθεν ὁ κ. ἐκ Παρνασίδος συνάδελφος, ὁ οἰκονομικὸς ἰδίως σύμβουλος τοῦ κόμματος τούτου, καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος ἔλεγεν, ὅτι «αὔξησις τῆς ἡμετέρας φορολογίας οὔτε συζητήσεως εἶναι δεκτική, καθόσον ἐπαρκῶς εἶναι βεβαρυμένος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς,» καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ, ἐπὶ τῇ βάσει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται αὔξησις τῆς φορολογίας, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπαρκῶς εἶναι βεβαρυμένος, προέτεινεν οἰκονομίας—εἶναι ἀληθὲς μικροτέρας—8,000,000, ἐμειοδότησε δηλαδὴ 2,000,000 τοῦ ἀρχηγοῦ του. Ἀλλὰ καὶ οἱ δύο ὁμοῦ, ὡς καλοὶ σύντροφοι, καὶ ὡς τελευταῖοι μειοδόται κατὰ 8 καὶ 10 ἑκατομμύρια, ἐζήτουν νὰ κατακυρώσῃ εἰς αὐτοὺς ἡ Βουλὴ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἀποβλέπουσα εἰς τὸ παρελθὸν αὐτῶν, καὶ μὴ δυναμένη νὰ ἐννοήσῃ, πῶς οἱ ἄνδρες οὗτοι, οἱ ἀνεγνωρισμένοι ὀπαδοὶ τῆς σπατάλης, ἐδύναντο νὰ μεταμορφωθῶσιν αἰφνιδίως εἰς φειδωλοὺς καὶ οἰκονομικοὺς διαχειριστὰς τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, δὲν κατεκύρωσε τὸν προϋπολογισμὸν οὔτε εἰς τὸν κ. Θεοτόκην, οὔτε εἰς τὸν τελευταῖον ὅλων μειοδότην, τὸν κ. Σιμόπουλον. Συμβαίνει τὸ αὐτὸ ἐνίοτε εἰς πολλοὺς ἐργολάβους μειοδοτοῦντας, ἀλλ’ εἰς τοὺς ὁποίους κανεὶς δὲν κατακυροῖ τὰς ἐργολαβίας, διότι ὡς ἐκ τοῦ παρελθόντος αὐτῶν δὲν παρέχουσιν ἐγγυήσεις ἱκανὰς περὶ ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἀναλαμβάνουσιν. Ὅτι δὲ καλῶς ἔπραξεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1896, ἀρνηθεῖσα εἰς τὸν κ. Θεοτόκην καὶ τὸν κ. Σιμόπουλον νὰ διαχειρισθῶσι τὰ τότε τῆς Ἑλλάδος, ἀποδεικνύουσι τὰ κατόπιν γενόμενα. Ἐπεψηφίσθη λοιπὸν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, καὶ ὁ ὁποῖος περιελάμβανεν ἔξοδα καθαρᾶς διοικήσεως ἐκ δρ. 63,381,740. Λέγω καθαρᾶς διοικήσεως, διότι ταῦτα εἶναι δεκτικὰ ἐλαττώσεων ἢ αὐξήσεων, καθόσον αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους, αἱ ἀποδόσεις ἐν γένει καὶ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, εἰς ὅλους τοὺς προϋπολογισμοὺς δὲν ἐξαρτῶνται οὔτε ἐκ τῆς Βουλῆς, οὔτε ἐκ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ περὶ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ γένηταί τις λόγος. Ἀλλ’ αἱ πολιτικαὶ περιπέτειαι, αἱ ῥαγδαίως ἐνσκήψασαι εἰς τὸν τόπον, ἐπέβαλον τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τῆς ἀρχῆς τοῦ κ. Δηλιγιάννη, νέα δ’ ἐσχηματίσθη Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν κ. ἐκ Κερκύρας συνάδελφον, τὸν καὶ νῦν ἀπὸ ὀλίγων ἡμερῶν Πρωθυπουργόν. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη ποῖον πρόγραμμα ἠκολούθησεν οἰκονομικόν; Ὡς καλῶς ἐνθυμεῖσθε, καὶ ὡς κάλλιστα ἠκούσατε πρὸ ὀλίγων στιγμῶν, ὁ κ. Σιμόπουλος ἰσχυρίσθη μετά τινος παραπόνου, ὅτι πολύ, παρὰ πολὺ ἀδικεῖ καὶ συκοφαντεῖ αὐτὸν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, φανταζομένη ὅτι αὐτὸς ῥέπει πάντοτε πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν καὶ φόρων, ἐνῷ αὐτὸς ὑπῆρξε πάντοτε φίλος πιστὸς καὶ θιασώτης εἰλικρινὴς τῶν οἰκονομιῶν, καὶ ὅτι οἱ προϋπολογισμοί, οὓς συνέταξεν, ἀποτελοῦσι τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς φειδοῦς καὶ τῆς οἰκονομίας. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία κρίνει περὶ τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ πολιτικῆς, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ παλαιὰ ἐκεῖνα καὶ ἀλησμόνητα περισσεύματα, ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων ὑπῆρξεν ἡ ἐπελθοῦσα πτώχευσις τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐγενόμην περίεργος νὰ ἐξετάσω, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἀληθεύει τὸ παρὰ τοῦ κ. Σιμοπούλου λεγόμενον καὶ πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἐπαναληφθὲν ἐνταῦθα, ὅτι δῆθεν οἱ προϋπολογισμοί, οὓς συνέταξε, μαρτυροῦσι φειδὼ καὶ πνεῦμα οἰκονομιῶν, ἢ ἂν τοὐναντίον εἶναι προϋπολογισμοί, δι’ ὧν ηὔξησαν μεγαλωστὶ καὶ ὀλεθρίως αἱ δαπάναι τοῦ πτωχοῦ Κράτους. Ἡ ἐξέτασις τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ κ. Σιμοπούλου ἰδοὺ, Κύριοι, τὶ ἀποδεικνύει σαφῶς καὶ ἀδιαφιλονικήτως. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899, ὃν συνέταξεν ὁ κ. Σιμόπουλος, καὶ ἐψήφισεν ἡ τότε Θεοτοκικὴ πλειονοψηφία, περιλαμβάνει ἔξοδα καθαρᾶς διοικήσεως ἐκ δραχ. 66,657,663, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς ὁ Δηλιγιαννικὸς τοῦ 1896 περιλαμβάνει δραχ. 63,381,740. Ἤτοι ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ὁ κ. Σιμόπουλος ἐπὶ πλέον παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ νὰ τὸν διοικήσῃ, δραχ. 3,275,923. Δηλαδὴ ἔρχονται ὁ κ. Θεοτόκης καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος μετὰ τὸν πόλεμον, ὅστις ηὔξησε μεγαλωστὶ τὰ βάρη τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, ὅστις ἐξήντλησε τὰ ἀποταμιεύματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μετὰ πόλεμον ὅστις μέγα τμῆμα τῆς χώρας περιήγαγεν εἰς λίαν στενόχωρον θέσιν, εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐκπληροῖ τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις του, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ νὰ ζητῇ θρηνωδῶς βοήθειαν καὶ συνδρομὴν παρὰ τοῦ Κράτους, ὅπως συγκρατηθῇ καὶ ὀρθοποδήσῃ, ἔρχονται, λέγω, οἱ δύο οὗτοι, ὁ κ. Θεοτόκης καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος, καί, ἀδιάφοροι πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἀθλιότητα, αὐξάνουσι τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως κατὰ δραχ. 3,275,923. Ἰδοὺ οἱ οἰκονόμοι καὶ οἱ φειδωλοί! Θαυμάσατε αὐτούς, καὶ ἂν θέλετε, Κύριοι τῆς δεξιᾶς, χειροκροτήσατε! Ἀλλ’ ἂν ἐζήτησαν 3 ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον, τί μαρτυρεῖ καὶ τί ἀποδεικνύει ἡ μελέτη τῶν ἀπολογισμῶν; — διότι εὐτυχῶς ἔχομεν ἀπολογισμὸν τῶν ἐτῶν τούτων. — Οἱ ἀπολογισμοὶ δεικνύουσιν, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ὁ σπάταλος Δηλιγιάννης ἐδαπάνησε διὰ νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον δραχμὰς 56,565,762, οἱ κ.κ. Θεοτόκης καὶ Σιμόπουλος, οἱ φίλοι τῆς φειδοῦς καὶ οἰκονομίας, ἐδαπάνησαν δρ. 61,721,368, δηλαδὴ ἐπὶ πλέον δραχμὰς 5,155,606. Ἔχει ἢ δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Σιμόπουλος νὰ παραπονῆται, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία καταλαλεῖ ἀδίκως αὐτοῦ καὶ καταγινώσκει σπατάλην; Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν καὶ δεύτερον προϋπολογισμὸν Σιμοπουλικόν, τὸν τοῦ 1900, ἵνα ἴδωμεν, μὴ τυχὸν ἐν αὐτῷ ἐπετεύχθησαν οἰκονομίαι. Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος περιλαμβάνει ἔξοδα καθαρᾶς διοικήσεως ἐκ δραχ. 71,421,448. Δηλαδή, ἐνῷ οἱ κ. κ. Σιμόπουλος καὶ Θεοτόκης ἐκραύγαζον, ὅτι ὁ σπάταλος ἐκεῖνος Δηλιγιάννης ἐζήτει κατὰ τὸ 1896 63 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ἐζήτουν καὶ ἐπηγγέλλοντο νὰ καταβιβάσουν εἰς 53 ἑκατομμύρια διὰ τοῦ συστήματος τῶν οἰκονομιῶν, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξαν, ἔρχονται μετ’ ὀλίγον χρόνον καὶ λαμβάνουσιν ἔξοδα διοικήσεως 71 ἑκατομμύρια, ἤτοι 8 ὅλα ἑκατομμύρια πλέον τοῦ Δηλιγιαννικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤτοι 18 ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον τοῦ προϋπολογισμοῦ, μὲ τὸν ὁποῖον καὶ οἱ δύο ἐμοῦ ὑπέσχοντο νὰ διοικήσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν κατὰ τὸ 1896. Θαυμάσατε τώρα πάλιν τὴν εὐθύτητα αὐτῶν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὰς οἰκονομίας, ἀλλὰ θαυμάσατε καὶ τὴν ἀχαριστίαν καὶ ἐλεεινότητα τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, ἡ ὁποία διαλαλεῖ ὡς σπάταλον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν! Ἀλλὰ τί μαρτυρεῖ ὁ ἀπολογισμὸς καὶ τοῦ ἔτους τούτου; Μαρτυρεῖ ὅτι ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ 1900 ποσῶν ἐπραγματοποιήθησαν χάριν τῆς καθαρᾶς διοικήσεως δρ. 63,660.548, ἤτοι ἐδαπάνησαν οἱ κ. κ. Θεοτόκης καὶ Σιμόπουλος 7 ἑκατομμύρια περισσότερα ἢ ὅσα ἐδαπάνησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης κατὰ τὸ 1896. Δηλαδὴ εἰς τὰ δύο ταῦτα Σιμοπουλικὰ ἔτη 1899 καὶ 1900 ἔχομεν καθαρὰν αὔξησιν δαπάνης 12,000,000 ὅλων δραχμῶν, καὶ ἐκ τῶν ἑκατομμυρίων τούτων δὲν θὰ δυνηθῇ κανείς, ὅσον εὔστροφος καὶ ἂν ἦναι, ὅσον ἐπιδέξιος καὶ ἂν ἦναι εἰς τὴν διαστροφὴν καὶ στρέβλωσιν τῶν ἀριθμῶν, νὰ φιλονικήσῃ οὔτε ἓν μονόδραχμον, οὔτε ἓν πεντάλεπτον, διότι οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι εἶναι ἀριθμοὶ ἀπολογισμῶν, εἶναι χρήματα δαπανηθέντα, περὶ ὧν οὔτε ἐπιτρέπεται, ἀλλ’ οὔτε εἶναι καὶ δυνατὴ ἡ ἐλαχίστη ἀμφισβήτησις. Ἐδαπανήσαμεν λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὰ δύο ἔτη 12,000,000 δρ. ἐπὶ πλέον. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τρίτον Σιμοπουλικὸν προϋπολογισμόν, τὸν τοῦ 1901. Τί βλέπομεν εἰς τὸ 1901; Βλέπομεν προϋπολογισμὸν κατά τι μικρότερον, προϋπολογισμὸν 70 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐφάνησαν ὀλίγον τι φειδωλοί, κατὰ 400,000 δραχμάς, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον τοῦ 1901, εὐθὺς ἀμέσως ἀναβιβάζουσι τὴν στήλην τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως τῷ 1902, Νέγρης ὁμοῦ καὶ Σιμόπουλος, εἰς 77,000,000, δηλαδὴ κατὰ 14 ἑκατομμύρια περισσότερα ἢ ὅσα ἐζήτησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης τῷ 1896. Διὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη, 1901 καὶ 1902, δὲν ἔχομεν ἀπολογισμόν, ἵνα κρίνωμεν, πόσα πραγματικῶς ἐδαπανήθησαν ἐκ τῶν ποσῶν τούτων, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ καταφύγω εἰς μίαν ἀναλογίαν. Ὑπάρχει, καθὼς γνωρίζετε, πάντοτε ἀπόστασίς τις μεταξὺ τῶν ἐξόδων τῶν προϋπολογιζομένων καὶ τῶν ποσῶν τῶν πράγματι δαπανωμένων. Ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἀριθμῶν παρετήρησα, ὅτι ἡ ἀπόστασις αὕτη εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς Δηλιγιαννικοὺς εἶναι μεγαλειτέρα· διότι βλέπω λ. χ. ἀπόστασιν μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 ἐκ δρ. 63,000,000 καὶ τῶν πράγματι δαπανηθέντων ἐκ 56 ἑκατομμυρίων, διαφορὰν 7 ἑκατομμυρίων ὅλων, ἐνῷ εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τοὺς Σιμοπολικοὺς τῶν ἐτῶν 1899 καὶ 1900 βλέπω μικροτέραν ἀπόστασιν. Ἀλλ’ ἐγώ, ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀδικήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, λαμβάνω τὴν εὐνοϊκωτέραν ἀπόστασιν μεταξὺ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τοῦ 1896 καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896, καὶ λέγω: Ἐὰν εἰς τὰ 63,000,000 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 ἐδαπανήθησαν πραγματικῶς 56,000,000, εἰς τὰ 71,000,000 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 πόσα ἐδαπανήθησαν; εἰς τὰ 77 ἑκατομμύρια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 πόσα θὰ δαπανηθῶσι; — διὰ νὰ εὕρω, ἐννοεῖται, ἐκ τῆς ἀναλογίας, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχομεν ἀπολογισμόν, πόσα θὰ δαπανηθῶσι πραγματικῶς εἰς τὰ δύο ταῦτα ἔτη. — Ἡ ἀναλογία δεικνύει, ὅτι εἰς τὰ 1901 θὰ δαπανηθῶσι περίπου — λέγω περίπου — 65,000,000, εἰς δὲ τὰ 1902 δρ. 68,300,000. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον φαίνεται, ὅτι θὰ ἔχωμεν εἰς τὰ 1901 αὔξησιν ἐπὶ πλέον τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως τοῦ 1896 ἐξ 8 ἑκατομμυρίων ὅλων, εἰς δὲ τὸ 1902 θὰ ἔχωμεν αὔξησιν ἐκ 12,000,000. Ἄρα θὰ ἔχωμεν αὔξησιν εἰς τὰ 4 ταῦτα ἔτη τὰ Σιμοπουλικὰ καὶ Θεοτοκικὰ ἐκ 32,000,000 ὅλων δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν ἐπὶ πλέον ἢ ὅσα θὰ ἐδαπανῶντο, ἂν ὁ κ. Δηλιγιάννης διηύθυνε τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας κατὰ τὰ 4 τελευταῖα ἔτη μὲ τὸν προϋπολογισμόν του τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1896. Ἀλλ’ ἐνῷ οἱ κύριοι Σιμόπουλος καὶ Θεοτόκης ἔλεγον τότε, ὅτι ἦσαν ἱκανοὶ νὰ φέρωσιν οἰκονομίας 10,000,000 ἐτησίως, δηλ. εἰς τὰ 4 ἔτη 40,000,000 οἰκονομίας χάριν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔρχονται καὶ ἀντὶ τῶν 40 τούτων ἑκατομμυρίων τῆς οἰκονομίας αὐξάνουσι τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως κατὰ ἄλλα 32,000,000!! Καὶ ἐρωτῶ τώρα πάντα χρηστὸν καὶ εὐσυνείδητον ἄνθρωπον, — ἀδιάφορον ποῦ κάθηται, εἴτε ἐντεῦθεν, εἴτε ἐκεῖθεν, — ποῦ εἶναι καὶ ποῦ εὑρίσκεται ἡ οἰκονομία; Εἶναι εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην; ἢ εἰς ἐκείνην; Καὶ κατὰ πόσον συμβιβάζονται ὅσα ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς, παραπονούμενος ὅτι τὸν ἀδικεῖ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, κατηγοροῦσα αὐτὸν ὡς σπάταλον, πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα οἱ ψευδεῖς ἀριθμοὶ μαρτυροῦσι; Αἱ δηλώσεις λοιπὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν αἱ σημεριναὶ δὲν τείνουσιν εἰς ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπαναφέρωσι σῶον καὶ ἀκέραιον τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσε κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνεβίβασε τὰς δαπάνας τῆς καθαρᾶς διοικήσεως εἰς 4 ἔτη κατὰ 32 ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν. Καὶ ἐρωτῶ ἐπίσης, τὰ 32 ταῦτα ἑκατομμύρια πρὸς ποῖον σκοπὸν τάχα ἐδαπανήθησαν; Μὴ διὰ νὰ ἀγοράσωμεν ἐκεῖνα τὰ περίφημα τηλεβόλα, τὰ ὁποῖα ἐζήτει πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὁ κ. Λεβίδης, τὰ πυροβόλα μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐξωπλισμένον τὸ Μεσσουδιὲ τὸ τουρκικὸν, καὶ τὰ ὁποῖα τώρα θὰ ἐπιμεληθῇ ὁ κύριος οὗτος ν’ ἀγορασθῶσι; Μήπως ἠγοράσαμεν κανὲν ὅπλον ἢ τηλεβόλον διὰ τὸν στρατόν; Μήπως ἀπεξηράναμεν κανὲν τέλμα, καὶ ἀπεδώσαμεν εἰς τὴν καλλιέργειαν πολυτίμους ἐκτάσεις, σώζοντες καὶ τὴν ζωὴν τῶν περιοίκων ἐκ τῶν ἑλειογενῶν πυρετῶν; Μήπως τάχα ἱδρύσαμεν κανὲν ἄλλο πρακτικὸν καὶ παραγωγικὸν ἔργον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἤμεθα δεδικαιολογημένοι, δαπανῶντες τὰ χρήματα ταῦτα τοῦ φορολογουμένου λαοῦ; Οὐδὲν τούτων ἐπράξαμεν. Οὔτε ὅπλα, οὔτε τηλεβόλα, οὔτε τέλμα· ἀλλ’ ἐδαπανήσαμεν τὰ 32 ταῦτα ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον εἰς αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπουργείων, εἰς αὔξησιν μισθῶν καὶ ἀργομισθιῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπορῶ καὶ θαυμάζω, πῶς, ὅτε ἤρχετο ἡ πρώην Κυβέρνησις καὶ ἔλεγεν ἐπανειλημμένως πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας εἶναι ἀθλία, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ἓν πρόγραμμα οἰκονομιῶν, καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ συντρέξῃ ἡμᾶς εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ βαρύνηται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τοσούτων δαπανῶν ἄνευ οὐδενὸς πρακτικοῦ ἀποτελέσματος, ἀπορῶ, λέγω, ἀπορεῖ δὲ καὶ ἀγανακτεῖ βεβαίως πᾶς φρόνιμος ἄνθρωπος, πῶς σύσσωμος ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξηγείρετο μεθ’ ὁρμῆς καὶ σκαιότητος, καὶ ἠπείλει νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀπροχώρητον, μόνον καὶ μόνον, ἵνα μὴ περικόψωμεν τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις ἔφθασεν εἰς τὸ ὕψος τὸ δυσθεώρητον τῶν 132 ἑκατομμυρίων ἐξόδων, διότι εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἐνησχολεῖτο τὸ παρελθὸν, εἰς τὴν αὔξησιν τῶν φόρων ἀφ’ ἑνὸς, καὶ παραλλήλως εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως. «Δὲν γνωρίζω», ἔλεγεν, ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του τῆς Νέας Ὑόρκης ὁ ἄλλοτέ ποτε Πρόεδρος τῆς Ἀμερικανικῆς Συμπολιτείας, ὁ Κλέβελλανδ, «δὲν γνωρίζω πρᾶξιν πολιτικὴν περισσότερον ὀλεθρίαν καὶ περισσότερον ἐπονείδιστον ἢ ὅσον εἶναι ἡ αὔξησις τῶν φορολογικῶν βαρῶν τοῦ λαοῦ, ἁπλῶς καὶ μόνον χάριν τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως». Ταύτην τὴν πολιτικὴν, τὴν ὀλεθρίαν καὶ ἐπονείδιστον, τὴν ὁποίαν μὲ ἀμερικανικὴν ἐλευθεροστομίαν ἐστιγμάτιζεν ὁ Ἀμερικανὸς πολιτευτής, ἐφήρμοζον ἐπὶ τέσσαρα ἔτη οἱ κύριοι Θεοτόκης καὶ Σιμόπουλος τοιαύτης δὲ πολιτικῆς, ἂν συνεχισθῇ καὶ πάλιν, τ’ ἀποτελέσματα μοιραίως δὲν δύνανται νὰ καταλήξωσιν εἰς ἄλλο, εἰμὴ εἰς δευτέραν πτώχευσιν τοῦ Κράτους, καὶ εἰς πτώχευσιν τοῦ λαοῦ. Καὶ τί λοιπὸν ἄλλο εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ἡ συνέχεια τῆς πολιτικῆς ταύτης, ὅ,τι ἔπραξε σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δηλώσας, ὅτι ἐννοεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ κατὰ τὸ 1903 τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902; Καὶ ἐρωτῶ πάντα οἱονδήποτε, ἔχοντα ἀληθινὸν πόνον εἰς τὴν ψυχήν του διὰ τὸν τόπον τοῦτον, ποῦ καὶ πῶς στηρίζεται ἡ δικαιολογία τῶν συναδέλφων ἐκείνων, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὴν πρόσφατον ὑπουργικὴν μεταβολήν, ἀπὸ τῆς πτέρυγος ταύτης μεταστάντες εἰς τὴν ἄλλην; Ἐδήλωσαν, ὅτι φεύγουσιν ἐκεῖθεν, καὶ ἐγκαθίστανται ἐντεῦθεν, διότι τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη δὲν ἐπραγματοποίησε δῆθεν τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα, δὲν συνετέλεσε τὸν περιορισμὸν τῶν δαπανῶν, τὸν ὁποῖον οὗτοι ἠσπάζοντο, καὶ ὑπὸ τὴν σημαίαν τῶν ὁποίων ἐξελέγησαν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· φεύγουσιν ἐκεῖθεν, ναί, ἔφυγον ἀφ’ ἡμῶν, ἔστω· φεύγουσιν ἀλλὰ ποῦ μεταβαίνουσι καὶ ποῦ ἐγκατεστάθησαν; Μεταβαίνουσιν εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ὅπου μαύρη ἁπλοῦται ἡ σκιὰ τῆς πρώτης πτωχεύσεως τῆς Ἑλλάδος, τὸ ἀποκρυστάλλωμα τῶν ψευδῶν ἀριθμῶν καὶ τῶν ψευδεστέρων περισσευμάτων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Ἐγκαθίστανται εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, τὴν δεξιάν, ὅπου βεβαίως δὲν θὰ συναντήσωσι τὴν ἔμφρονα φειδὼ καὶ τὴν οἰκονομίαν, ἀλλὰ θὰ εὕρωσι χαῖνον τὸ βάραθρον τῆς ἀλογίστου σπατάλης, ἕτοιμον νὰ καταβροχθίζῃ τοὺς φόρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς ἔδειξε τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον ἀκροθιγῶς μόνον ἔθιξα σήμερον, καὶ τὸ ὁποῖον εἰς τέσσαρα ἔτη ἥρπασεν, ἀληθῶς ἥρπασε παρὰ τοῦ λαοῦ 32 ὅλα ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον, ἄνευ οὐδενὸς ἀπολύτως δεδικαιολογημένου σκοποῦ. Δύνανται οἱ κύριοι συνάδελφοι οἱ μεταστάντες νὰ προβάλλωσιν ὅσας καὶ ἂν θέλουν δικαιολογίας, διότι ἐγκατέλιπον τὸ Δηλιγιαννικὸν πρόγραμμα, δύνανται νὰ ἦναι ἔστω συγγνωστοί, ἀλλὰ καμμία δικαιολογία καὶ καμμία συγγνώμη δὲν ὑπάρχει δι’ αὐτούς, ἐφ’ ὅσον παρακάθηνται εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ὅπου κάθηνται ὁ κ. Θεοτόκης καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος, διότι πρὸς τοὺς δύο τούτους οὐδὲν ἔχει τὸ κοινόν, εἶναι τοὐναντίον ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον, τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἠσπάζοντο καὶ ἀσπάζονται, ὡς ἐδήλωσαν ἀπεριφράστως, τῶν οἰκονομιῶν. Ἐθεώρησα καλὸν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀφορμὴν λαμβάνων ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Σιμοπούλου, τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις, ἵνα πεισθῇ ἡ Βουλή, καὶ ἂν ἡ ἀσθενής μου φωνὴ ἀκουσθῇ καὶ πέραν τῆς αἰθούσης ταύτης, πεισθῇ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ὀρθοποδήσωμεν οἰκονομικῶς καὶ ἀποφύγωμεν τὴν δευτέραν πτώχευσιν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν δι’ ἀπερισκέπτου πραξικοπήματος τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἀληθινῆς περισυλλογῆς καὶ τῶν αὐστηρῶν οἰκονομιῶν διεδέχθησαν ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων οἱ θρίαμβοι οἱ οἰκονομικοὶ συμπίπτουσι μὲ τὴν οἰκονομικὴν καταισχύνην τῆς χώρας, τῶν ὁποίων ὁ νοῦς καὶ ὁ πόθος δὲν στρέφεται εἰς ἄλλο, εἰμὴ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν φόρων καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως, δηλαδὴ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς κακοδαιμονίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου, καθῆκον γνησίου ἀντιπροσώπου, νὰ παρατηρήσω τὰ ὀλίγα ταῦτα. Καὶ ἂν ἀπὸ τοῦ ἕρκους τῶν χειλέων μου ἐξέφυγε λόγος τις σκληρός, «ἔπος δ’ εἴπερ τι βέβακται δεινὸν, ἄφαρ τὸ φέροιεν ἀναρπάξασαι ἄελλαι», τὰ ρεύματα δηλαδὴ τοῦ ἀέρος, τὰ βιαίως εἰσορμῶντα διὰ τῶν ἀνοικτῶν παραθύρων καὶ διασταυρούμενα εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἂς ἀναρπάσουν ἐν τάχει τὸν σκληρὸν λόγον, καὶ ταχύτερον ἂς τὸν φέρουν εἰς ἀπρόσιτον μέρος, ὅπου ἀνθρώπινον οὖς νὰ μὴ τὸν ἀκούσῃ. Σκοπός μου δὲν ἦτο νὰ θίξω προσωπικῶς κανένα· διότι ἐγὼ τιμῶ καὶ γεραίρω καὶ εὐλαβοῦμαι τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ ὑπεράνω αὐτῶν ἵσταται ἡ σεμνὴ καὶ σεβασμία μορφὴ τοῦ Κράτους, ᾧ πᾶς αἶνος προσήκει καὶ πᾶσα τιμὴ καὶ πᾶσα προσκύνησις. Τοῦ Κράτους δὲ τούτου ὕπατον συμφέρον εἶναι νὰ λέγηται καθαρῶς ἡ ἀλήθεια εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, ὅσον σκληρὰ καὶ δυσάρεστος καὶ ἂν ἦναι, διότι ἡ ἀλήθεια σώζει καὶ λαὸν καὶ Κράτος. Ἡ ἀλήθεια δὲ εἶναι ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὁ νέος τουτέστι προϋπολογισμὸς, ὃν ἐπαρουσίασε σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀποκαλύπτει πλήρη ἐρημίαν πάσης σοβαρᾶς μερίμνης πρὸς ἀποτροπὴν τῶν κινδύνων τῆς δευτέρας χρεωκοπίας, πρὸς σοβαρὰν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν τῆς πτωχῆς ταύτης χώρας. Ἄνευ στερεᾶς καὶ ἀσφαλοῦς βάσεως δὲν δυνάμεθα, κύριοι συνάδελφοι, δὲν δυνάμεθα, ὄχι, νὰ οἰκοδομήσωμεν στερεὸν κτίριον· πρέπει νὰ ἔχωμεν στερεὰ θεμέλια, καὶ ταῦτα δὲν δύνανται νὰ κατασκευασθῶσιν, εἰμὴ διὰ καλῶν οἰκονομικῶν, διὰ μεγάλης φειδοῦς καὶ μεγάλης περισυλλογῆς. Δὲν βλέπω τὴν περισυλλογὴν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο φοβοῦμαι, ὅτι τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον προσπαθοῦμεν νὰ ἀνεγείρωμεν, εἶναι ἔργον προωρισμένον τάχιον ἢ βράδιον νὰ καταπέσῃ μετὰ πατάγου, θάπτον ὑπὸ τὰ ἐρείπια καὶ τὰ συντρίμματα αὐτοῦ τοὺς μωροὺς καὶ ἄφρονας οἰκοδόμους. Βάσεις στερεαὶ χρειάζονται, ἐὰν θέλωμεν πράγματι νὰ ἱδρύσωμεν λαμπρὸν καὶ περιάμφοδον οἰκοδόμημα ἐθνικὸν, τρυφὴν καὶ χάρμα πάσης ψυχῆς, πάσης καρδίας Ἑλληνικῆς, ἀλλ’ οἰκοδόμημα χρήσιμον ἐν ταὐτῷ εἰς τοὺς μεγάλους καὶ ἑλληνικοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους καὶ ἱερὰν ὑποχρέωσιν ἔχει, ἀλλὰ καὶ συμφέρον ἔχει νὰ ἐπιδιώξῃ ἡ ἐλευθέρα αὕτη γωνία, ἂν πράγματι ἐννοῇ καὶ θέλῃ νὰ πρωταγωνιστήσῃ εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ καὶ ἐν τῇ χερσονήσῳ, ἥτις λέγεται καὶ εἶναι Ἑλληνικὴ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ, τῇ πλουσίᾳ καὶ μεγάλῃ, τῇ ἀνεκμεταλλεύτῳ, τῇ ἀνέκαθεν ἀπὸ αἰώνων ἀναπεπταμένῃ εἰς τὸ ἑλληνικὸν πνεῦμα, εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἐπίδρασιν Ἀνατολῇ. (Ζωηραὶ ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§38Γ. Κ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ προσποιηθεὶς ἄγνοιαν πάντων τῶν πραγμάτων, καὶ ἐν τούτοις θίξας τὰ πάντα, ἐνόμισε πρέπον, τὰς ὕβρεις καὶ συκοφαντίας, τὰς ἐκτοξευθείσας ὑπό τινων δημοσιογραφικῶν ὀργάνων κατὰ τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι μετέβαλον πολιτικὴν γνώμην, ἐνόμισε πρέπον νὰ μεταφέρῃ ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ ἤλεγξε τοὺς μεταστάντας Βουλευτάς, ὅτι διὰ λόγους ἐντελῶς ἀνυποστάτους μετέβαλον τὴν θέσιν αὐτῶν. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐν Ἀθήναις εὑρισκόμενος ὡς φοιτητὴς, ἐνθυμοῦμαι τὸν κ. Ἀγγελόπουλον, συντάκτην τότε τῆς «Παλιγγενεσίας», ἀγωνιζόμενον κατὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ τοῦ κόμματος αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ 1881 ἕως τοῦ 1894 καὶ γράφοντα πύρινα ἄρθρα κατὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἠθέλησά ποτε νὰ ἀναζητήσω τοὺς λόγους καὶ ἐρωτήσω διὰ τίνα λόγον μετέστη ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην, καὶ μεταστὰς τελευταῖον κατώρθωσε νὰ ἔλθῃ 13ος Βουλευτής, κατόπιν τοῦ συνασπισμοῦ ὅλων τῶν πολιτικῶν δυνάμεων τῆς Ἀττικῆς. Οὐδέποτε ἠρεύνησα τοὺς λόγους τούτους, οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ σχολιάσω τὰ ἄρθρα τῆς «Παλιγγενεσίας» καὶ τῆς «Ἐφημερίδος» τοῦ Κορομηλᾶ, αἵτινες ἠγωνίζοντο λυσσωδῶς κατὰ τοῦ τότε κρατοῦντος πολιτευτοῦ μακαρίτου Τρικούπη. Δὲν ἤλπιζον δὲ νὰ φέρῃ τὰς συζητήσεις ταύτας ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ νὰ ἐπαναλάβῃ ὕβρεις καὶ συκοφαντίας ἐκτοξευθείσας εἰς δημοσιογραφικὰ φύλλα κατὰ τῶν Βουλευτῶν ἀπὸ ἀνθρώπους τροφίμους τοῦ δημοσίου ταμείου ἢ ἄλλα ἔχοντας ὀφέλη ἐκ τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, οἵτινες ἐλέγχουσιν ἡμᾶς, ὅτι ἐκ λόγων προσωπικῶν μετέστημεν, καὶ δὲν ἐξετάζουσι διὰ τίνα λόγον παραμένουσιν εἰς τὰς θέσεις των οἱ Βουλευταὶ καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας πτέρυγος. Ταῦτα πάντα μόνον ἐν τῷ Κράτει τούτῳ παρουσιάζονται ἀπό τινος. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν ἐγράφοντο ταῦτα εἰς φύλλα δημοσιογραφικὰ, οἱ Βουλευταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ὅτι ἐθίγετο ἡ φιλοτιμία αὐτῶν, ἀνήρεσαν διὰ τῆς δημοσιογραφίας τὰς ὕβρεις ἐκείνας, ἄλλοι δὲ περιεφρόνησαν τὰ γραφέντα, καὶ οὐδεμίαν ἔδωκαν προσοχήν. Δὲν εἶναι δὲ εὔκολον εἰς πάντα μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος δημοσιογραφοῦντα, ἢ μὴ ἔχοντα οἰκείως πρὸς δημοσιογραφικὰ ὄργανα, νὰ ἀναιρῇ τὰς ψευδολογίας τῶν δημοσιογραφούντων, ἢ ἐκείνων οἵτινες ἔχουν ἀπολαυὰς ἐκ τῆς Κυβερνήσεως· οὐδὲ εἶναι εὔκολον νὰ δαπανᾷ τις, ἀναιρῶν τὰς τυχὸν ὕβρεις. Ἐν τούτοις, ἐνῷ τοιαύτην στάσιν ἐτήρησαν οἱ Βουλευταὶ ἐκεῖνοι, ἦλθε στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνόμισαν πρέπον, νὰ φέρωσι τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, διότι αἱ ὕβρεις ἐκεῖναι δὲν ἐξετοξεύθησαν παρ’ ἀγνώστων προσώπων, ἀλλὰ παρὰ τοῦ δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου, τοῦ ἐκπροσωποῦντος καὶ διερμηνεύοντος τὰς γνώμας τοῦ νῦν ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῆς οἰκίας του πρὸς τὸ πλῆθος, εἶπεν ὅτι «οἱ μεταστάντες Βουλευταὶ, ἐνῷ συνεδέοντο μὲ ἡμᾶς διὰ κοινῶν φρονημάτων, ἐπαζαρεύθησαν ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας, ἵνα καταλίπωσι τὰς τάξεις τῆς πλειονοψηφίας», ὅτι «ἐζήτησαν νὰ ἐκβιάσωσι τὴν Διοίκησιν καὶ λεηλατήσωσιν αὐτὴν», καὶ ἄλλας τοιαύτας ὕβρεις. Τοὺς λόγους τούτους κατὰ σύμπτωσιν ἀνέγνωσα εἰς φύλλον ἐφημερίδος μὴ φίλα φρονούσης πρὸς τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ἀλλὰ δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἀρχηγὸς κόμματος, νὰ ἐκφέρῃ τοιούτους λόγους κατὰ Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι μετέβαλον φρόνημα διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον. Δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἦτο δυνατὸν, πολιτευτὴς ἐγγηράσας ἐν τῇ πολιτικῇ, πολλὰ ἰδὼν καὶ πολλὰ ὠφελήσας καὶ συμβουλεύσας, τοιαύτας συκοφαντίας κατὰ Βουλευτῶν νὰ ἐκτοξεύσῃ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξέλθωσιν ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον λαμβάνω τὸ φύλλον τῆς «Πρωΐας», ἥτις, ὡς γνωστὸν, ἐκπροσωπεῖ καὶ διερμηνεύει τὰς ἰδέας τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ βλέπω καὶ ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένους αὐτοὺς τούτους τοὺς λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἔτριβον δὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου, διότι δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἀρχηγὸς κόμματος νὰ εἴπῃ τοιούτους συκοφαντικοὺς λόγους κατὰ Βουλευτῶν. Πρὶν ἢ ἀναγνώσω τὴν «Πρωΐαν», ἐνόμιζον ὅτι κακόβουλός τις ἔθεσεν εἰς τὸ στόμα ἐκείνου τοιαύτας φράσεις, ἵνα τὸν καταβιβάσῃ ἐκ τοῦ ὕψους, εἰς ὃ πρέπει νὰ ἵσταται, ἀρχηγὸς αὐτὸς κόμματος. Καὶ ἔλεγεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτής, ὅτι κοινὸν φρόνημα συνέδεε τοὺς μεταστάντας Βουλευτὰς πρὸς τὸ κόμμα του. Δὲν θέλω—διότι δὲν ἐτάχθην πληρεξούσιος—νὰ ἐξετάσω διὰ τίνας λόγους οἱ ἐκ Ναυπακτίας συνάδελφοι μετέστησαν. Γνωρίζω μόνον, ὅτι δὲν ἐξελέχθησαν ὑπὸ τὴν σημαίαν ἐκείνου, οὔτε οἱ ἐκ Κορινθίας συνάδελφοι ἐξελέχθησαν ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ νῦν ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὡς πρὸς ἐμὲ, δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐξελέχθην ἀνεξάρτητος. Ἐγὼ δὲν ὑπῆρξα κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς τελευταίας ὑποψήφιος τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ὁ συνδιασμὸς ἐμοῦ ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὸν κ. Τσιτσάραν, Δηλιγιαννικὸν ὄντα, ἀπὸ τὸν κ. Χατζόπουλον, φίλον τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, καὶ ἀπὸ ἐμὲ καὶ τὸν κ. Σερπᾶνον ἀνεξαρτήτους. Τί κοινὸν φρόνημα μᾶς συνέδεε μετὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη; Ἐὰν οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐσκέφθησαν ἄλλως, ἐὰν ἐκ φρονήσεως, ἵνα προλάβωσιν ἀδίκημά τι προσγενησόμενον εἰς ἑαυτοὺς, προέβησαν εἰς τι, ἐγὼ δὲν ἐξετάζω τοῦτο, οὐδὲ δικαιοῦμαι νὰ ἐξετάσω. Ἔπραξαν ἴσως ὅ,τι ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ πράξω κατὰ τὸ 1895, ὅτε δὲν ἤθελον νὰ ἀκούσω τὰς συμβουλὰς ἐκείνων, οἵτινες ἔλεγον πρός με νὰ φροντίσω περὶ μὴ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς μου, καὶ ἦλθε μία πλειονοψηφία, ἡγουμένου τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ἡ ὁποία ἠκύρωσε τὴν ἐκλογήν μου. Αἱ κοιναὶ περὶ προγράμματος ἰδέαι δὲν ὑφίσταντο. Οἱ πρεσβύτεροι δὲ γνωρίζουσι πάντες ποίας ἰδέας ἔχουσιν οἱ Ἕλληνες περὶ τοῦ προγράμματος τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ἐγώ, φοιτητὴς ὢν καὶ παρακολουθῶν κατὰ τὸ μέτρον τῶν δυνάμεών μου τὰ τότε γινόμενα, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποτὲ, ὅτι εἶχε πρόγραμμα ὁ κ. Δηλιγιάννης. Τὸ πρόγραμμά του ἦτο ἡ ἄρνησις ἑνὸς προγράμματος κραταιοῦ κόμματος, τοῦ κόμματος τοῦ ἀειμνήστου ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ. Ἐν τούτοις ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς οὐδέποτε ἦλθεν ἐν τῇ ἀρχῇ, ἵνα μεταβάλῃ ἔστω καὶ μίαν γραμμὴν ἐκ τῶν νομοθετημάτων τοῦ μακαρίτου Τρικούπη. Οὐδὲν μετέβαλεν· ἐὰν δ’ ἐπεχείρησε νὰ μεταβάλῃ τι, κατέστρεψε τὸ οἰκοδόμημα ἐκείνου, χωρὶς νὰ ὠφελήσῃ. Πρόγραμμα θετικόν, πρόγραμμα ὠφέλιμον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ σύρῃ τὴν Ἑλλάδα ὄπισθεν αὐτοῦ, οὐδέποτε ἐνθυμοῦμαι. Δὲν θέλω νὰ εἴπω πρόγραμμα τὸ πρόγραμμα τοῦ πολέμου, διότι πρόγραμμα πολέμου δὲν ὑπάρχει· ὁ πόλεμος εἶναι ἀνάγκη, καὶ οὐχὶ πρόγραμμα. Ἦλθεν ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ ἐμέμφθη ἡμῶν, ὅτι μετέστημεν· ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι κατὰ τὸ 1886, ὅτε ἐγένετο ὁ ἀποκλεισμὸς, ὅτε ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχὴν, προέβαλεν ὑποψηφιότητα ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ εὑρέθησαν 60 Βουλευταὶ, οἵτινες κατεψήφισαν αὐτοῦ, λαβόντος τοῦ μὲν κ. Δηλιγιάννη ψήφους 78, τοῦ δὲ μακαρίτου Στεφανοπούλου ψήφους 139. Τίνας λόγους εἶχον ἐκεῖνοι οἱ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι μετέστησαν τότε; καὶ διατί δὲν ἤλεγξε τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους ὁ κ. Δηλιγιάννης; Ἦλθε μόνον σήμερον καὶ μᾶς ἐλέγχει, διότι εἴμεθα ἀσθενέστεροι καὶ ὀλίγοι. Ἐγὼ οὐδέποτε ἐγνώρισα τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴν ὡς ἔχοντα πρόγραμμα θετικὸν καὶ ὡρισμένον. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐξέφρασεν ἰδέας τινάς, αἵτινες δὲν ἦσαν ἄψογοι. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἔχῃ τις ὡρισμένας τινὰς ἰδέας, δὲν σημαίνει ὅτι ἔχει καὶ ἓν πρόγραμμα, ἓν σύστημα, καὶ ὅτι δύναται ἀπροσκόπτως καὶ ἐπωφελῶς νὰ διοικήσῃ. Ἕν μόνον πρόγραμμα δύναται νὰ προβάλῃ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς, ὅτι, ὅταν εὑρίσκηται ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, λέγει ὅτι κωλυσιεργοῦσιν οἱ ἀντίθετοι αὐτοῦ, οἱ δὲ θεσμοὶ ὑφίστανται καὶ λειτουργοῦσιν ἀπροσκόπτως, ὅταν δὲ ἦναι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, τότε δὲν λειτουργοῦσι μὲν οἱ θεσμοὶ, ἀλλὰ κωλυσιεργία δὲν ὑπάρχει. Καὶ ἐν τούτοις γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς εἶναι ὁ μόνος συστηματοποιήσας τὴν κωλυσιεργίαν καὶ ἀναγαγὼν αὐτὴν εἰς πολιτικὴν ἀρχὴν, διότι τὴν καθιέρωσεν ἀφ’ ἧς ἀνεφάνη ἀρχηγὸς κόμματος, ἐνῷ εἰς ἄλλα συνταγματικὰ Κράτη ἅπαξ ἢ δὶς παρουσιάσθη κωλυσιεργία. Παραπονεῖται ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς καὶ κραυγάζει, ὅτι τὸ πολίτευμα δὲν λειτουργεῖ· ἀλλὰ λησμονεῖ ὅτι αὐτὸς συνετέλεσε καὶ συντελεῖ εἰς τὴν μὴ λειτουργίαν αὐτοῦ. Εἶπεν ὅτι ἡμεῖς ἐπαζαρεύθημεν· δὲν γνωρίζω δὲ, ἐὰν εἶπεν, ὅτι τὸ παζάρευμα εἶχεν ἀντικείμενον ὑλικόν...
§39Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τὸ γνωρίζετε.
§40Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζετε σεῖς, ὁ ὁποῖος τὸ λέγετε... Δὲν γνωρίζω, λέγω, ἂν εἶπεν, ὅτι τὸ παζάρευμα εἶχεν ἀντικείμενον ὑλικόν· ἀλλὰ φαίνεται, ὡς αἰτιῶνται ἡμῶν, οἱ ταῦτα λέγοντες, ὅτι ἡμεῖς οἱ μεταστάντες ὑπεβάλομεν καταλόγους ῥουσφετίων, τῶν ὁποίων μὴ ἐπιτευχθέντων, μετέστημεν εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν θέλω νὰ ἐλέγξω τινά, οὐδὲ νὰ ἐξετάσω διατί μετέστη· δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω κατὰ τίνα τρόπον διοικοῦνται τὰ κόμματα. Ἀλλὰ μία φράσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὅτι αὐτὸς δὲν θεραπεύει ἴδια συμφέροντα, μὲ ἠνάγκασε νὰ λάβω μερικὰς πληροφορίας ἐκ τῶν Ὑπουργείων, ἔχων δὲ τὴν ἄδειαν τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, ἔλαβον σημείωμά τι. Ἀκούσατε, Ἐκ τῶν 26 γραμματέων τῶν Πρωτοδικείων ἑπτὰ κατάγονται ἐκ Γόρτυνος καὶ εἷς γραμματεὺς Ἐφετείου. Ἐὰν δὲ ἀρνηθῇ τις ταῦτα, ἔχω τὰ ὀνόματα αὐτῶν καὶ τὴν σημείωσιν τῶν δικαστηρίων, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι τοποθετημένος ἕκαστος. Ἐκ δὲ τῶν γραμματέων Εἰρηνοδικείων 17 εἶναι ἐκ Γόρτυνος. Τοῦτο δὲν λέγω ἵνα ἐλέγξω τινὰ, ἀλλὰ διὰ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς Βουλευτὴν νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ Βουλευταὶ μετέστησαν διότι δὲν ἐγένοντο δεκταὶ αἱ αἰτήσεις των, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς ἐξ ἑνὸς μόνου Ὑπουργείου ἔλαβε τόσα ῥουσφέτια, λεηλατήσας τὴν διοίκησιν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τὴν 12 τρέχοντος μηνὸς Ἰουνίου, ὅτε ἔπιπτεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὁ ἀξιότιμος τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, μολονότι εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, προβάλλων τὰς ἐπαγγελθείσας οἰκονομίας, ὑπέγραψε 40 ἢ 45 προαγωγὰς ἀστυφυλάκων. Δὲν θέλω ἐπίσης νὰ ἐξετάσω, ὅτι εἰς τὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 13 Ἰουνίου ἐδημοσιεύθησαν συστάσεις διδακτηρίων εἴκοσι καὶ ἑνὸς, διὰ τὰ ὁποῖα ἤθελε δαπανηθῇ ποσὸν πέραν τῆς πιστώσεως κατὰ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν. Δὲν λέγω τοῦτο, ἵνα ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἡ δαπάνη διὰ διδακτήρια εἶναι σπατάλη, διότι γνωρίζω τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη εἶναι προωρισμένα διὰ διδακτήρια, ἀλλὰ διότι ἡ πίστωσις ἔχει καταναλωθῇ ὁλόκληρος, ἤδη δὲ διετάχθη δημοπρασία διά τινα σχολεῖα ὡρισμένων μόνον ἐπαρχιῶν. Ταῦτα θέλετε ἴδει, ὅταν ἀναγνώσητε τὰ φύλλα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.
§41ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰς τὰ μέρη, ὅπου δὲν ὑπῆρχον.
§42Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν συζητῶ αὐτό. Ἀναγνώσατε, καὶ θέλετε ἴδει. Ταῦτα εἶπον, Κύριοι, διότι ἐνόμιζον καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἄνδρα κατέχοντα ὑπέροχον θέσιν, νὰ ἔρχηται, λόγῳ τῆς θέσεως αὐτοῦ, νὰ συντρίβῃ ὑπολήψεις ἄνευ λόγου καὶ ἀδίκως. Εἶναι δίκαιον τὸ παράπονόν μου, διότι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἀρχηγὸν κόμματος κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ ἐκφράζηται κατὰ Βουλευτῶν. Καὶ σᾶς ὁμολογῶ παρρησίᾳ, ὅτι, ἐὰν μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς συνέπιπτε νὰ κάθημαι εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, θὰ ἠγειρόμην καὶ διὰ φωνῆς Στέντορος θὰ ἔλεγον, ὅτι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται πλέον, μετὰ τοιαύτας κατὰ Βουλευτῶν ἐκφράσεις παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος, νὰ παραμένω ὑπὸ τοιοῦτον ἀρχηγόν. Κύριοι, ὅτε ἤλθομεν εἰς τὴν Βουλὴν, εὕρομεν, ὡς σᾶς εἶπον, μίαν Κυβέρνησιν ἐν τῇ ἀρχῇ μὲ ἰδέας ἀψόγους κατά τι ἐνομίσαμεν,—καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ μᾶς διαψεύσῃ,—ὅτι εἰς τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴν ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἠθέλομεν παράσχει τὴν συνδρομήν μας εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, μὴ ἐξαγγείλαντες τὴν λέξιν, ὅτι εἴμεθα φίλοι αὐτῆς, ἀλλὰ μόνον ὅτι δύναται νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῆς συνδρομῆς ἡμῶν ὁ κ. τότε Πρωθυπουργός, λόγῳ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας διεκήρυττεν ὅτι ἀντιπροσωπεύει, καὶ ἃς ἐσκέπτετο νὰ ἐφαρμόσῃ. Ἤλθομεν ἐνταῦθα ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, διήρκεσαν αἱ ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν ἐπὶ δύο μῆνας, καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς, ἐρωτῶ ὑμᾶς, τί ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκωλυσιέργουν οἱ φίλοι τῆς τότε Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀπουσίαζον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, παρὰ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι οἱ τότε. Ἐπῆλθε βραδύτης περὶ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ἡ Βουλή, ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον ἦσαν ἀμελέτητα· εἰσήγοντο μὲ ἄλλο χρῶμα, καὶ μὲ ἄλλο ἐξήρχοντο. Ἐὰν δέ τινα ἐξ αὐτῶν εἰσήγοντο πρὸς συζήτησιν, οὐδέποτε ἐτόλμα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ἔβλεπεν, ὅτι ἡ Βουλή, ὡς εἶχε δικαίωμα καὶ καθῆκον, ἐσκόπει νὰ συζητήσῃ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα. Ὁ τρόπος οὗτος εἶχε πείσει καὶ τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠκολούθουν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ σπουδαίας καὶ σοβαρᾶς ἐργασίας. Πάντων, Κύριοι, προὐκάλει τὴν ἀγανάκτησιν ὁ τρόπος οὗτος. Ἡ βραδύτης, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐπῆλθεν ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ παρεμπεσόντος τοῦ ζητήματος τῆς σταφίδος, περὶ τοῦ ὁποίου ἠκούσαμεν τίνας ἀνακοινώσεις ἐποιήσατο προχθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδείξας δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι οὔτε σκιὰ συμβάσεως ὑπῆρχε, παρεμπεσόντος, λέγω, τοῦ ζητήματος τῆς σταφίδος, ἦλθεν εἰσάγων ὁ τότε Πρωθυπουργὸς τὴν σύμβασιν ἄνευ ἰδίας γνώμης, καὶ λέγων: «δόσατέ μοι πληροφορίας, δόσατέ μοι γνώμας, τί δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν, ἵνα εὑρεθῶ εἰς θέσιν νὰ συζητήσω πρὸς τὴν ἀνάδοχον Ἑταιρείαν ἐκ νέου περὶ τῶν τροποποιήσεων τῆς συμβάσεως». Καὶ ἐδήλου συγχρόνως, μή τις ἔχῃ λόγον ἢ ἀφορμὴν νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ὅτι δὲ ταῦτα ἔλεγεν, εἶναι ἀναμφίβολον, διότι καὶ χθές, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως (ἀναγινώσκει): «Διὰ τοῦτο ὄχι μόνον οἱ καθήμενοι εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν καθημένων εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην οὐδεὶς ἠγόρευσε κατὰ τῆς ἀρχῆς τῆς συμβάσεως. Καὶ μολονότι πολλοὶ ἴσως ἐξ αὐτῶν ἀνεύρισκον ἐν αὐτῇ ὅρους καὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐδέσμευον τὴν ἐλευθερίαν τῶν παραγωγῶν, ἐδέσμευον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπόρου, περιώριζον τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου, πάντες ὅμως ἠνέχθησαν κλπ.» Ταῦτα ἔλεγε, Κύριοι, διότι ἀπὸ ἀρχῆς ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς εἶχε τὴν βεβαιότητα καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ σύμβασις ἦτο ἀντισυνταγματική. Ἐν τούτοις ἄφινε τοιαύτην σύμβασιν νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν Βουλὴν χάριν ἐκμεταλλεύσεως πολιτικῆς, διότι ἕκαστος ἐσκέπτετο, ὅτι δὲν ἠδύνατο ν’ ἀναλάβῃ τὸν μέγαν ἀγῶνα νὰ πολεμήσῃ τοιαύτην σύμβασιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶχε καθῆκον νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ αὐτὸς ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτής, ὁ μόνος ἐπὶ τοῖς τελεσθεῖσιν ὑπεύθυνος. Καὶ ἦτο ἀντισυνταγματικὴ ἡ σύμβασις, διότι ῥητὸν εἶναι τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του ἄνευ δημοσίας ἀνάγκης. Καὶ εἶναι στέρησις τῆς ἰδιοκτησίας νὰ λαμβάνῃ τὸ Κράτος καὶ μεταβιβάζῃ εἰς Ἑταιρείαν προϊὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, διότι δὲν ἦτο οὔτε ἅλας, οὔτε μεταλλεῖον ἢ λατομεῖον, ἀλλὰ περιουσία ἰδιωτῶν, οἵτινες οὔτε μετεβίβασαν νομίμως ἐντολὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πραγματευθῇ σύμβασιν καὶ διαθέσῃ ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ ὡρισμένης Ἑταιρείας τὸ προϊὸν τῆς σταφίδος, οὔτε εἶναι ἀποδεδειγμένον νομίμως καὶ ἀναμφισβητήτως, ὅτι ἅπαντες ἀνεξαιρέτως οἱ παραγωγοὶ ἦσαν σύμφωνοι.
§43ΧΟΙΔΑΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ πρᾶγμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὅλοι εἶναι σύμφωνοι, εἶναι ἡ παραχώρησις τοῦ προϊόντος τούτου.
§44Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα λέγων, Κύριοι, δὲν λέγω ἵνα σᾶς ἀποδείξω ὅτι οἱ λόγοι, οἵτινες ἔπεισαν τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ μεταστῶσιν, ἦσαν καθαρῶς ἐθνικοί, ἢ ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴχομεν τὴν αὐταπάρνησιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς πτέρυγος ἐκείνης, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) νὰ βλέπωσι προκόπτοντα τὰ πράγματα τοῦ Κράτους καὶ βαίνοντα ἄριστα, ἀποφασίζοντες δὲ νὰ μένωσιν εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ὡς μένουσιν ἀκόμη, ἀδιαφοροῦντες διὰ μερικώτερα ζητήματα.
§45Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν αὐτὰς τὰς πεποιθήσεις.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§47Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν ἄλλο ἐζητήσαμεν, Κύριοι, διὰ τὴν ἐπαρχίαν μας, ἡ ὁποία εἶναι ἀπόκληρος ἐπαρχία, ἢ μέσα τινὰ συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ τότε ἀνεγνώρισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνωσιν. Ἐζητήσαμεν νὰ σταλῶσιν οὐχὶ ὡρισμένοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, διότι ἡμεῖς δὲν ἐνδιαφερόμεθα περὶ προσώπων, καὶ ἠγνοοῦμεν τίνες ὑπάλληλοι ἐστέλλοντο, — προκαλῶ μάλιστα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Τσιτσάραν νὰ ὁμολογήσῃ ἐὰν ἐγνωρίζομεν τὰ ὀνόματα τῶν ἀποστελλομένων ὑπαλλήλων, — ἐζητήσαμεν, λέγω, ν’ ἀποσταλῶσι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, διότι τὰ Εἰρηνοδικεῖα ἡμῶν ἤργουν, καὶ ἀργοῦσιν ἀκόμη, μόλις δὲ ἤδη ἠναγκάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀποσπάσῃ ὑπαλλήλους δικαστικούς, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ λειτουργία τῶν Εἰρηνοδικείων τῆς Εὐρυτανίας. Τὸ Πρωτοδικεῖον Εὐρυτανίας ἤργει ἐπὶ τέσσαρας μῆνας, ἐκ τῆς ἐλλείψεως δὲ δικαστῶν πολλάκις ἐματαιώθησαν συνεδριάσεις τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Καὶ νομίζετε ὅτι ἐγὼ ἢ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι ἡμῶν ἔπρεπε ν’ ἀναμένωμεν πότε τὸ πρόγραμμα αὐτὸ τὸ πολυθρύλητον ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ; πρόγραμμα περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς πλέον ἤλπιζε σοβαρῶς, ὅτι ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ, ἀφοῦ τὰ 6/12 τοῦ ἔτους εἶχον παρέλθει, καὶ ἐξηκολουθοῦμεν νὰ διοικώμεθα διὰ τῶν δωδεκατημορίων; Μήπως ἐβλέπομεν ὅτι τὰ πράγματα τοῦ Κράτους ἔβαινον τόσον καλῶς, ὥστε τοὐλάχιστον νὰ περιμένωμεν; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἦτο πρέπον νὰ ζητηθῇ λόγος, καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ ἐξυβρισθῶσιν οἱ Βουλευταί. Ταῦτα ἐλέχθησαν παρὰ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος διακηρύττει, ὡς σᾶς εἶπον προηγουμένως, ὅτι δὲν λειτουργεῖ τὸ πολίτευμα κανονικῶς, ὅτι μάλιστα, κατὰ καινὴν θεωρίαν, ἣν ἐπρέσβευε καὶ πρεσβεύει, ὁ λαὸς μετέχει εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν Κυβερνήσεων. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ παραδέχεται ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀφοῦ καὶ ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ περιέλαβε τὸ ἀξίωμα αὐτό. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, εἶναι ὅτι κατηγοροῦνται οἱ Βουλευταὶ, ὅτι διὰ τῆς μεταστάσεώς των ἐδολιεύθησαν τὸ πολίτευμα τῆς πατρίδος, ὅτι ἀντισυνταγματικῶς πολιτεύονται, καὶ κατηγοροῦνται ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ. Καὶ ἐν τούτοις βλέπομεν τὸ φαινόμενον, ὅτι ὁ σεμνὸς καὶ σώφρων ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἐπίσης κατὰ τὴν αὐτὴν ἑσπέραν ἠγόρευσεν ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῆς οἰκίας του καὶ εἶπε ταῦτα, ἐλησμόνησε καὶ οὗτος τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης μετὰ πολλῆς δυνάμεως καὶ θάρρους ἐξήνεγκε πρὸ τριετίας, εἰπὼν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ κυβερνᾷ, ἀλλὰ νὰ νομοθετῇ, ἡ δὲ Κυβέρνησις πρέπει νὰ κυβερνᾷ, οὐχὶ δὲ καὶ νὰ νομοθετῇ. Καὶ ὅμως σήμερον ὑποστηρίζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πᾶν ἄλλο πράττουσιν ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ μέμφεται τὰ δύο κόμματα, τὰ ὁποῖα συμπράττουσιν, ὅτι τάχα καταδολιεύονται τὸ πολίτευμα, ἐνῷ αὐτὸς ὑποστηρίζει τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴν ἐκθύμως, λησμονῶν τὰς ἀρχὰς αὑτοῦ. Ἐὰν δὲν εἶχον προσωπικὸν λόγον, δὲν ἤθελον ὁμιλήσει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ διεξάγῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰς συζητήσεις, ἀλλὰ νομίζω ἐπίσης, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἀρχηγοὺς κομμάτων νὰ μεταχειρίζωνται κατὰ Βουλευτῶν τοιούτους λόγους, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐξηνέχθησαν ἀπὸ ἀρχηγὸν κόμματος. (Χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν).
§48Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος εἰς τὸ μέρος τῆς ἀγορεύσεώς του προεκάλεσε τὴν μαρτυρίαν μου, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ἢ μᾶλλον νὰ διορθώσω μίαν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσεν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡμεῖς πάντες ἀπὸ κοινοῦ ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ σεβαστοῦ κ. Προέδρου τῆς παραιτηθείσης Κυβερνήσεως νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν εὐεργετικὴν μέριμναν αὑτοῦ καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας, προκειμένου περὶ μέσων συγκοινωνίας. Περὶ τούτου δὲ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐδέχθη προθυμότατα τὰς προτάσεις μας, καὶ ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατόν, ἐν μέτρῳ ἐνίσχυσε τὴν συγκοινωνίαν τῆς Εὐρυτανίας, ἀναγράψας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ποσὸν σχετικόν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§50ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ζητήσας τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, δὲν σκοπῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν, ἢ νὰ ἀναιρέσω τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα προέβαλεν ὁ κ. προαγορεύσας. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ὑπομνήσω εἰς αὐτὸν τι, τὸ ὁποῖον δὲν μοῦ ἐπέτρεψεν ἀγορεύων νὰ τῷ εἴπω. Ἤθελον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχὴ, μὴ ἀπέχουσα πολὺ τῆς ἡμέρας τῆς μεταστάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καθ’ ἣν ἔλεγε πρὸς ἐμὲ, ὅτι ἡ πολιτικὴ χρηστότης...
§51Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
§52ΑΛΕΞΑΚΗΣ. .. ὅτι ἡ πολιτικὴ χρηστότης δὲν ἐπιτρέπει κρύφα καὶ ὑπούλως νὰ φεύγῃ τις ἀπὸ ἓν κόμμα. Τὴν λέξιν ταύτην, τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον ὁ κ. Βουλευτὴς ἔδωκε μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, ἐπανελθὼν ἐκ Μεσολογγίου. Διὰ δὲ τοῦ τηλεγραφήματος ἐκείνου τοῦ γνωστοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν εἰς Πατρῶν, διεμαρτύρετο κατὰ τῆς ὕβρεως, τὴν ὁποῖαν ἀπηύθυναν κατ’ αὐτοῦ, ὅτι αὐτὸς ἦτο μεταξὺ τῶν κρύφα προσχωρησάντων εἰς τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν, διότι εἶχεν ἀρχήν, ὅτι ἡ πολιτικὴ χρηστότης δὲν ἐπιτρέπει κρύφα νὰ μεταστῇ εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα. Ἀλλ’ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. συνάδελφον καὶ ἄλλην ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδιδεν. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ κατὰ τὴν λῆξιν τῆς προηγουμένης Συνόδου, καθ’ ἣν ἔλεγε, — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μνήμην του, — ὅτι, ἂν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης αὐτὸς καὶ ὁ κύριος Νικολίτσας ἦσαν ἀφωσιωμένοι φίλοι τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης καὶ εἰς τὸ μέλλον ἔσονται σκλάβοι.
§53Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε τὸ εἶπον αὐτό;
§54ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὴν ἐποχήν, τὴν ὁποίαν εἶπον. Καὶ ἐνῷ τοιαύτην εἶχε γνώμην ὁ κ. Ἀλεξανδρόπουλος, ἠπόρησα ἀκούσας αὐτοῦ λέγοντος, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξε φίλος τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη. Κύριοι, φαίνεται ὅτι αἱ λέξεις ἔχασαν τὴν σημασίαν των κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους, καὶ αἱ λέξεις ἀφοσίωσις καὶ σκλαβιὰ σημαίνουσιν ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξε φίλος!
§55Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος λησμονεῖ, τί ἔλεγε τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλα ἐκ Πατρῶν. Ὅτε μετὰ τὴν ψηφοφορίαν πρὸς ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς ἐκτάκτου Συνόδου ἀνεχώρησα εἰς Μεσολόγγιον, ἀνέγνωσα ἐν τινι ἐφημερίδι, ὅτι ἔρριψα λευκὸν ψηφοδέλτιον. Τοῦτο δὲν ἦτο ἀκριβὲς, καὶ βεβαίως ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) μετεδόθη. Διεμαρτυρήθην, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο ἀληθές, ἀπέστειλα δὲ τὸ τηλεγράφημα, λέγων ὅτι δὲν εἶμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι δὲν εἶχον λόγον νὰ ἦμαι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται ἴσως τὸ τηλεγράφημα· διότι ἐὰν τὸ ἐνεθυμεῖτο, δὲν ἤθελεν ἀναγκασθῆ μετὰ τόσης ἱερᾶς ἀγανακτήσεως νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσέθηκεν, ὅτι τάχα εἶπον ὅτι θὰ ἦμαι σκλάβος. Ἴσως ἄλλος, ὁ ἀποθανὼν βουλευτὴς Τριχωνίας μακαρίτης Σκαλτσοδῆμος, εἶπε τοῦτο.
§56ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὴ ὁμιλῆτε περὶ τῶν νεκρῶν.
§57Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τοὺς λόγους ἄλλου· ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν, μεταβὰς εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ μετὰ τὰς ἐκλογὰς, τῷ εἶπον ὅτι θὰ ἦμαι φίλος του, ἢ εἶπον αὐτῷ μόνον, ὅτι θὰ ὑποστηρίξω τὴν Κυβέρνησιν. Μὴ παρερμηνεύετε λοιπὸν τοὺς λόγους μου.
§58ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν λεχθέντων παρ’ ἐμοῦ· ἐβεβαίωσε δὲ μόνον, ὅτι ἐν διαστήματι δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν μετέβαλε φρόνημα. Καὶ ἐγὼ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦτο φίλος καὶ ἐψήφιζον ὑπὲρ τῆς τότε Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ μεσολαβήσῃ οὐδεμία ἡμέρα μετέβαλε φρόνημα.
§59Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἄρσις, Κύριοι, τῆς ἐμπιστοσύνης ἡμῶν καὶ πολλῶν ἄλλων συναδέλφων ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς περὶ αὐτὸν νὰ ἐκτοξεύσωσι καθ’ ἡμῶν τὰς χειροτέρας τῶν ὕβρεων, νὰ χύσωσιν ἐναντίον ἡμῶν ὅλον τὸ δηλητήριον τῆς ψυχῆς των μετὰ πάθους καὶ κακεντρεχείας πρωτοφανοῦς καὶ ἀνηκούστου. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν ἔπραττον τοῦτο διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων των, δὲν θὰ ἤθελον καταδεχθῆ νὰ δώσω προσοχήν. Ἀλλ’ ἀγορεύοντες προχθὲς πρὸς τοὺς συναχθέντας ἀνθρώπους των, τοὺς ὁποίους θέλουσι ν’ ἀποκαλῶσι λαὸν τῆς πρωτευούσης, ἀνέπτυξαν θεωρίας, καὶ ἐξήνεγκον φράσεις, αἵτινες δὲν πρέπει νὰ μείνωσιν ἀπαρατήρητοι. Δὲν παραπονοῦμαι, Κύριοι, διὰ τὴν διαγωγὴν ταύτην τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, διότι πρὸ ἐμοῦ εἰς χείρονα εὑρέθησαν τύχην ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν αὐτὸν, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων, ὡς ἐπὶ βάθρων, ἐστηρίχθη διὰ νὰ ἀνέλθῃ ἐκεῖ ὅπου ἀνῆλθε. Διότι, ἀντὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς αὐτοὺς, ὑπέστησαν οὗτοι χειροτέρας ὕβρεις καὶ χείρονας προπηλακισμοὺς, ἀποκαλούμενοι παρ’ αὐτοῦ προδόται, ἀμέσως μόλις τὸν ἐγκατέλειψαν. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννην. Διότι ἐν τῷ νομῷ Ἀχαΐας, ὅπου ὑπάγεται ἡ ἐπαρχία, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, οὐδεὶς ἐτόλμα οὔτε τὸ ὄνομα αὐτοῦ νὰ προφέρῃ, ἰδίως μετὰ τὰς συμφορὰς τοῦ πολέμου, αἵτινες ἀπεδίδοντο εἰς αὐτόν. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶχον τὴν πεπλανημένην ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπε πάντες οἱ ἄνθρωποι τοῦ τόπου νὰ συσπειρωθῶμεν πέριξ τοῦ Γέροντος τούτου, ν’ ἀποτελέσωμεν μίαν ἐθνικὴν δύναμιν, ἐφ’ ἧς νὰ δύναται νὰ βασισθῇ πᾶσα ἐλπὶς καλλιτέρου μέλλοντος, πᾶσα προσπάθεια πρὸς βελτίωσιν τῶν κοινῶν καὶ ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Ἔσχον τὸ θάρρος νὰ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ καὶ τὸν ἀνασύρω ἐκ τῆς γενικῆς καταφρονήσεως, σύρας μετ’ ἐμοῦ ὁλόκληρον πολιτικὸν κόμμα πρὸς ὑπεράσπισίν του. Ἀλλ’ ἰδοὺ ποίαν μοὶ ἐπεφύλασσεν ἀνταπόδοσιν. Δὲν λυποῦμαι, Κύριοι, διὰ τοῦτο· διότι πλεῖστοι ἐκ τῶν ἐπιλέκτων πολιτευτῶν ὑπέστησαν τὴν αὐτὴν τύχην. Γνωρίζομεν πόσοι διῆλθον ἐκ τοῦ κόμματος ἐκείνου, καὶ πῶς συμπεριεφέρθη πρὸς αὐτοὺς ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ καὶ τίς ἠδυνήθη νὰ ἀνθέξῃ μένων παρ’ αὐτῷ; Καὶ τίς ἐξ ὅσων τὸν ἐπλησίασαν δὲν τὸν ἀπεχωρίσθη μὲ πλῆρες τὸ στῆθος ἐξ ἀγανακτήσεως; Καὶ τίς δὲν ἐνθυμεῖται τὸ τέντωμα τῶν δακτύλων τοῦ κ. Ράλλη, ὅπερ ὠφείλετο εἰς τὴν κορύφωσιν τῆς ἀγανακτήσεώς του; Δὲν γνωρίζω ποίους λόγους δύνανται νὰ ἔχωσί τινες ἐκ τῶν συναδέλφων, οἵτινες ἐπανελθόντες ζητοῦσι νὰ δημιουργήσωσι νέαν πολιτικὴν ἐπιρροὴν πλησίον του, ἀλλ’ εὔχομαι νὰ μὴ μετανοήσωσι. Ποῦ βασιζόμενοι, κύριοι Βουλευταὶ, ἐνόμισαν ὅτι εἴμεθα ἡμεῖς ὑποχρεωμένοι νὰ τοὺς ἀκολουθῶμεν ὡς τυφλὰ καὶ παθητικὰ ὄργανα, καὶ νὰ ὑποστηρίζωμεν τὴν πολιτικὴν αὐτῶν, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῆς ἐντεῦθεν ἐπερχομένης γενικῆς παραλυσίας; Ποῦ βασίζονται, νομίζοντες ὅτι δικαιοῦνται νὰ κανονίζωσι τὴν πολιτικὴν ἡμῶν πορείαν κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς; «Εἴχομεν, μᾶς λέγουσιν, ἓν πρόγραμμα πολιτικὸν, ὅπερ ὑπέσχετο τὴν πλήρη τῶν κοινῶν ἀνόρθωσιν, καὶ ὠφείλατε νὰ μείνητε παρὰ τὸ πλευρὸν ἡμῶν, ἵνα μᾶς συντρέξητε καὶ τὸ ἐφαρμόσωμεν.» Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαιολογία των, ἡ δικαιολογία τῶν ὕβρεων καὶ τῶν συκοφαντιῶν, αἵτινες, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῶσι, τοὺς καταρρίπτουσιν εἰς τὴν τελευταίαν κοινωνικὴν ὑποστάθμην. «Εἴχετε, τοῖς λέγομεν, ὑποσχέσεις πρὸς τὸν λαὸν ἀπατηλὰς, ἐν εἴδει προγράμματος, ἵνα τὸν ἀποπλανήσητε καὶ σᾶς ἀναβιβάσῃ εἰς τὴν ἀρχὴν»,—ὡς καὶ τὸν ἀπεπλάνησαν, ὡς ἀπεπλάνησαν καὶ ἐμὲ τὸν ἴδιον,—«καὶ ἐμείναμεν ἡμεῖς παρὰ τὸ πλευρόν σας ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον, ἀλλ’ εἰς μάτην ἐμείναμεν, ματαίως ἀναμένοντες, ἵνα αἱ ἀπατηλαὶ ἐκεῖναι ὑποσχέσεις σας λάβωσι σάρκα καὶ ὀστᾶ. Τί δὲ εἴδομεν ἀντὶ τούτου; Εἴδομεν ὅτι οὐδεμίαν σαφῆ εἴχετε γνώμην περὶ οὐδενὸς πράγματος. Εἴδομεν παντελῆ ἔλλειψιν βουλήσεως, παντελῆ ἔλλειψιν κρίσεως, ἐρημίαν θελήσεως καὶ παντελῆ ἀνυπαρξίαν ἀποφάσεως.» Πῶς ἦτο δυνατὸν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐμμείνωμεν ὑποστηρίζοντες τοιαύτην πολιτικήν; Εἶναι αὕτη πολιτικὴ ὑποσχομένη τὴν βελτίωσιν τῶν κοινῶν καὶ τὴν καλὴν τῆς χώρας διακυβέρνησιν; Καὶ ἐπιτρέπεται εἰς ἀνθρώπους πονοῦντας τὸν τόπον των νὰ ἐμμείνωσιν ὑποστηρίζοντες τοιαύτην πολιτικήν; Καὶ ἐγὼ τοιαύτη ἦτο ἡ ἐνεστῶσα πολιτικὴ αὐτῶν, ποῖα παραδείγματα ἠδυνάμεθα νὰ ἀντλήσωμεν ἐκ τοῦ παρελθόντος αὐτῶν; Ὅτι ὁσάκις διὰ τῶν ἰδίων μέσων κατέλαβον τὴν ἀρχὴν, ἀφῆκαν ὄπισθέν των βαθεῖς αὔλακας, διὰ τῶν ὁποίων παντοῖαι καὶ μεγάλαι συμφοραὶ ἐπέρρευσαν εἰς τὸν ἀτυχῆ τοῦτον τόπον. Καὶ ἦλθον νὰ κατηγορήσωσιν ἡμᾶς ἐπὶ συναλλαγῇ.
§60ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ θάρρος σας εἶναι ὅμοιον μὲ τὸ τῶν 340 ἑκατομμυρίων.
§61ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ κατηγοροῦσιν ἡμᾶς ἐπὶ συναλλαγῇ οἱ ἀρχισυναλλάκται, οἱ ἀναβιβάσαντες τὴν συναλλαγὴν εἰς δόγμα. Ὅτι δ’ ἀνεβίβασαν τὴν συναλλαγὴν εἰς δόγμα, εἶναι καταφανὲς ὄχι μόνον ἐκ τοῦ καταλόγου, τὸν ὁποῖον ἐπαρουσίασεν ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων, διότι εἶναι καταφανὴς εἰς πάντας ἡ ἀκρὶς, ἡ ἐξορμήσασα ἐκ Γορτυνίας καὶ κατακλύσασα τὴν πρωτεύουσαν καὶ τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, μὲ σκοπὸν ν’ ἀπομυζήσῃ πᾶσαν ἰκμάδα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Καὶ παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς—διότι ἐκεῖνο τὸ σημείωμα εἶναι βεβαίως ἀνεπαρκὲς— νὰ καταθέσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακας ὅλων τῶν διορισμῶν τῶν ἐκ τῆς Γορτυνίας καταγομένων ὑπαλλήλων. Οἱ πίνακες οὗτοι θέλουσι χρησιμεύσει καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διὰ νὰ ἴδητε ποῖοι ἦσαν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν διαδήλωσιν, πρὸς οὓς ὡμίλει ὁ κ. τέως Πρωθυπουργός. Εἶναι δὲ ἀναγκαῖον καὶ διὰ νὰ κρίνῃ ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς, πῶς ἐννοεῖ ὁ τέως Πρωθυπουργὸς νὰ διοικῇ τὴν Ἑλλάδα, καὶ πῶς συνηθίζει ὅλα τὰ ἁμαρτήματα αὑτοῦ νὰ τὰ ἐπιρρίπτῃ εἰς ἄλλους, καὶ ν’ ἀποκαλῇ τοὺς ἐγκαταλείποντας αὐτὸν φίλους συναλλάκτας, ὁ αὐτὸς ὅστις ἐβυθίσθη ὁλόκληρος εἰς τὴν συναλλαγήν.
§62Γ. Χ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Διότι εἴχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ φύγω ἐγὼ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν, καὶ δὲν σᾶς ἔγεινεν ἡ χάρις, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐφύγατε ἀπὸ τὸ κόμμα.
§63ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μήπως νομίζεις ὅτι ἡμεῖς καὶ ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δουλεύωμεν εἰς τὰς ἀδυναμίας αὐτοῦ; Τὸ παράδοξον δ’ εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πρὸς τὸν συρφετὸν ἐκεῖνον, τὸν οὐδεμίαν ἔχοντα σχέσιν μὲ τὸν λαὸν τῆς Ἀττικῆς, πρὸς ὃν κατεδέχετο νὰ ὁμιλῇ ὁ κ. τέως Πρωθυπουργός.
§64ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ποῖος ἦτο συρφετός;
§65ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἦσαν ἔντιμοι πολῖται.
§66ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. .. ἠγόρευσαν καὶ δύο ἄλλοι ἐκ τῶν συναδέλφων, οἵτινες μάλιστα ἔκριναν καλὸν νὰ ὁμιλήσωσι περὶ τιμῆς καὶ ἀρετῆς. Ἀμφότεροι οἱ συνάδελφοι οὗτοι, κύριοι Βουλευταί, ἦσαν σύμφωνοι μεθ’ ἡμῶν, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο πλέον εἰς ἡμᾶς νὰ ὑποστηρίζωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, χωρὶς νὰ ὑποπέσωμεν εἰς χονδροειδῆ παράβασιν τῶν βουλευτικῶν ἡμῶν καθηκόντων.
§67ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Εἴχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ φύγω ἐγὼ, διὰ νὰ μείνητε σεῖς εἰς τὴν ἐπαρχίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὰ ἀλήθεια.
§68ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ἐνθυμεῖσαι ποῦ ἔκαμες τὰς διαπραγματεύσεις εἰς τὰς 3 τὸ ἀπόγευμα;
§69ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὴν φοβεῖσθε πολὺ τὴν ἀλήθειαν.
§70ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐξακολουθήσατε νὰ ὑβρίζητε. Αὐτὸς εἶναι ὁ κλῆρός σας.
§71ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μόνον σεῖς ὑβρίζετε.
§72ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀμφότεροι, λέγω, οἱ εἰρημένοι συνάδελφοι ἦσαν σύμφωνοι μεθ’ ἡμῶν, καὶ μάλιστα ὑπερθεμάτιζον καὶ ἐδείκνυον πλείονα ἢ ἡμεῖς ἀγανάκτησιν διὰ τὴν κατάστασιν τῶν κυβερνητικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Καὶ ἐνῶ μάλιστα ἡμεῖς περιωριζόμεθα εἰς τὴν πολιτικὴν μόνον κατάκρισιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, εὐλαβούμενοι τὰ πρόσωπα, οὗτοι καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ στοιχειῶδες καθῆκον τῆς πρὸς τὰ πρόσωπα εὐλαβείας τὸ εἶχον λησμονήσει. Καὶ ἐν τούτοις μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, θορυβηθέντες ἐκ τῆς νέας τῶν πραγμάτων καταστάσεως, ἐν ᾗ ἴσως δὲν εὕρισκον θέσιν, ἐξεφύτρωσαν ἀρχιστασιασταί, πρὸς ἐπαναφορὰν τοῦ πρώην καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον τόσον δριμείως κατέκριναν. Ἐδῶ, κύριοι Βουλευταί, ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ γεννῶνται τὰ ζητήματα τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀρετῆς. Καὶ παρακαλῶ αὐτοὺς τούτους τοὺς κ. συναδέλφους, ν’ ἀνασκοπήσωσι τὰ πράγματα, καὶ νὰ κρίνωσιν οἱ ἴδιοι, ἂν εἶναι ἱκανοὶ νὰ διδάξωσιν ἡμᾶς τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀρετὴν, ἀφοῦ ἀμοιροῦσι παντελῶς τοῦ μαθήματος, ὅπερ ἀνέλαβον νὰ διδάξωσι. Νομίζουσιν ὅτι πολιτικὴ εὐστάθεια εἶναι νὰ ἀπαρνῆταί τις τὰς ἰδίας γνώμας καὶ πεποιθήσεις καὶ νὰ ἀκολουθῇ τὰς ἀλλοτρίας; Νομίζουσιν ὅτι πολιτικὴ ἀρετὴ εἶναι νὰ κατασιγᾷ τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς του καὶ νὰ πράττῃ παρὰ συνείδησιν; Ἐὰν τοιαύτην τινὰ γνώμην ἔχωσιν οἱ κ. Βουλευταί, ἂς τὴν χαίρωνται...
§73Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Νὰ παραβλέπωσι τὰ συμφέροντά των χάριν τῶν γενικῶν, ὅπως σεῖς δὲν ἐπράξατε. Δὲν τὸ ἠξεύρετε;
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν ἔρχεσθε καὶ τὰ λέγετε. Διαρκῶς διακόπτετε.
§75ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀγορεύσω ἐγώ, κύριε Πρόεδρε· ἔτσι ’λίγα ’λίγα τὰ λέγω.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰπέτε τὰ ὀλίγα.
§77ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ κάμνει.
§78Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§79ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.
§80Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο ἐνστάσεις ἀπαρτίας ὑπεβλήθησαν, διὰ νὰ καθησυχάσωμεν καὶ οἱ ἐκ τῆς μιᾶς πτέρυγος καὶ οἱ ἐκ τῆς ἄλλης πτέρυγος καὶ ν’ ἀφίνωμεν τοὺς ῥήτορας νὰ ἀγορεύωσι. Καὶ ἡμεῖς μὲν ἡσυχάσαμεν, ἐπιθυμοῦντες νὰ καταλήξωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὰς ἐνστάσεις καὶ οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦσι νὰ μὴ διακόπτωμεν τοὺς ῥήτορας, διακόπτουσιν ἑκάστοτε, ἐνῷ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ βῆμα, νὰ ἀντικρούσωσι τὸν ῥήτορα καὶ νὰ ἀποδείξωσι ψευδεῖς τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης ἀπευθύνει πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Λοιπὸν ἐπεθύμουν πολὺ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀφοῦ ἔχει τὴν γνώμην ὅτι δὲν πρέπει νὰ διακόπτωνται οἱ ῥήτορες, νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς φίλους του ν’ ἀκολουθήσωσι τὴν γνώμην του ὡς πρὸς τοῦτο τουλάχιστον.
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ αὐτὴν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται διακοπαί· μάλιστα ἔχω γνώμην πλέον ἀπόλυτον καὶ αὐστηρὰν, ὅτι δὲν συμβουλεύω τοὺς ἀγορεύοντας νὰ στέργωσι τὰς διακοπάς. Φρονῶ μάλιστα τοῦτο ἀπολύτως. Ὅσον θράσος καὶ ἂν ἔχῃ ὁ ἀγορεύων, ὅσον αὐθάδεις καὶ ὑβριστικὰς ἂν λέγῃ γνώμας, ὅσον καὶ ἂν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὴν χρηστότητα καὶ τὴν ἠθικὴν τὰ ψεύδη, ὅσα λέγει, καὶ τὰ διανοήματα αὐτοῦ, δὲν πρέπει νὰ διακόπτηται· πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἐλεύθερος νὰ εἴπῃ ὅ,τι θέλει. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§82ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ δείξῃ πλειότερον θράσος ἀπὸ τοὺς ὑπαιθρίους ἀγορητὰς τῶν μπαλκονίων. Ἀλλ’ ἀποδίδουσιν εἰς ἡμᾶς, Κύριοι, καὶ τὰ ἀποτελέσματα, ὅσα ἐπῆλθον ἐξ αἰτίας τῆς ἄρσεως τῆς ἐμπιστοσύνης μας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν Δηλιγιάννη. «Ἰδού, λέγουσιν, ὅτι ἐσχηματίσθη Κυβέρνησις ἐντελῶς ἀντίθετον ἔχουσα πρόγραμμα.» Πρῶτον πρέπει νὰ γνωρίζωσι πάντες, ὅτι ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν δυνάμεθα νὰ διευθύνωμεν τὴν πλειονοψηφίαν καὶ νὰ ἐπιβάλλωμεν δι’ αὐτῆς τὰς ἰδέας μας, ἀρνητικῶς μόνον δυνάμεθα νὰ δρῶμεν, καταψηφίζοντες πᾶν μέτρον καὶ πᾶσαν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν κρίσιν μας θεωροῦμεν ἀναξίαν ὑποστηρίξεως ἢ ἀσύμφορον εἰς τὸν τόπον. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῶσι περὶ πολιτικῶν προγραμμάτων καὶ ἀντιθέσεως αὐτῶν. Θὰ ἦσαν εἰλικρινέστεροι, ἂν ὡμίλουν περὶ διαφόρου τρόπου ἐνεργείας. Εἶναι δὲ, Κύριοι, πανθομολογούμενον, ὅτι ἀπὸ τὴν παντελῆ ἀδράνειαν, ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν πάσης ἐνεργείας εἶναι προτιμοτέρα οἱαδήποτε ἐνέργεια, καὶ ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν πάσης γνώμης εἶναι προτιμοτέρα οἱαδήποτε γνώμη, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἦναι ἡ τελείως ὀρθή, διότι τοὐλάχιστον ὁ ἔχων τὴν γνώμην ταύτην γνωρίζει ποῦ βαδίζει, γνωρίζει τί ἐπιδιώκει, γνωρίζει τί ζητεῖ, γνωρίζει τίς ὁ σκοπός του, γνωρίζει ποῖον ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς ἐνεργείας ταύτης, ἐκ τῆς γνώμης ταύτης προσδοκᾷ. Δὲν εἶναι ὅμως τώρα ὁ καιρὸς, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσωμεν οὐδὲ περὶ συγκρίσεως τῶν προγραμμάτων, οὐδὲ περὶ πολιτικῶν θεωριῶν, διότι ταῦτα εἶναι ἔργον τοῦ μέλλοντος, ὅπερ θὰ μᾶς διαφωτίσῃ, διὰ νὰ σχηματίσωμεν τὴν ὀρθὴν κρίσιν. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἡμῶν, ἡ ἀπόφασις ἡμῶν αὕτη, τοῦ νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ὄχι μόνον ἦτο ἐπιβεβλημένη ἐκ τῶν πραγμάτων, ὄχι μόνον πᾶς εὐσυνείδητος ἄνθρωπος, εἰς τὴν θέσιν ἡμῶν εὑρισκόμενος καὶ ἀντιλαμβανόμενος τῶν πραγμάτων, οὕτως ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη θέλει γείνῃ καὶ πρόξενος καλοῦ εἰς τὸν τόπον αὐτὸν, ἢ τοὐλάχιστον θέλει τὸν προφυλάξει ἀπὸ μελλούσας συμφορὰς, ἃς παρ’ ὀλίγον νὰ ἴδωμεν συντελουμένας. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν ἐκείνων, καὶ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν θὰ καταδεχθῶ ποτὲ πλέον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὰς ποταπωτάτας ὕβρεις, τὰς ὁποίας κατ’ ἐμοῦ ἐκτοξεύουσι. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠγέρθην διὰ ν’ ἀπαντήσω οὐδ’ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς, οὐδ’ εἰς ὅσα ὁ ἐκ Καλαβρύτων. Τὸν ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴν ἐγνώρισα μόνον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον. Δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ ψέξω αὐτὸν, διότι δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι εἶναι κύριος νὰ ἔχῃ γνώμας, καὶ ἂν μέχρι τῆς 12 Ἰουνίου εἶχε γνώμην, ὅτι ἡμεῖς ἐκυβερνῶμεν συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, τὴν δὲ 12 Ἰουνίου μετέβαλε γνώμην, δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ψέξω αὐτὸν. Εἶναι κύριος νὰ κανονίζῃ τὴν πολιτικὴν πορείαν αὐτοῦ, οὐδ’ ὑπέχει διὰ ταῦτα εὐθύνην· δὲν εἶναι ὑπεύθυνος πρὸς ἐμὲ, ἴσως οὐδὲ πρὸς τὴν Βουλὴν· ὑπεύθυνος εἶναι πρὸς τοὺς συμπολίτας αὐτοῦ, οἵτινες ἐξελέξαντο αὐτὸν Βουλευτὴν καὶ οἵτινες θέλουσι κρίνει αὐτόν. Πολλῷ δ’ ὀλιγώτερον ἠγέρθην διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων.
§84Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Εἶναι ἀνάξιος ἀπαντήσεως.
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ εἶχον καθῆκον νὰ ἀναιρέσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, ἴσως δὲ καὶ ἄλλοι ἐπίσης θρασεῖς ἤθελον εἰπεῖ, παραπονούμενοι διότι ὁμιλῶν πρὸς τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν ἐχαρακτήρισα τὴν μετάστασιν αὐτῶν ἀπὸ τῶν τάξεων ἡμῶν εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀντιθέτων ὡς πρᾶξιν ἀπαγορευομένην ὑπὸ τῆς ἠθικῆς. Πρὸς τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν ἠγόρευον μετὰ πεποιθήσεως, διότι μὲ γνωρίζει, καὶ ἐγὼ γνωρίζω αὐτόν. Τὸν λαὸν τοῦτον ὠνόμασαν αὐτοὶ συρφετόν· ἀλλ’ ὁ λαὸς οὗτος ἐξελέξατο πρὸ μικροῦ δέκα καὶ τρεῖς Βουλευτὰς, ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐγὼ συνίστων πρὸς αὐτὸν, φίλους ἡμῶν, ἀπέκλεισε δ’ ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου ἐκείνους, οἵτινες ἐπαρουσιάσθησαν ὡς φίλοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, τῶν ὁποίων τινὲς εἶχον κρούσει τὰς θύρας τῶν ἐμῶν φίλων, ζητοῦντες νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ συνδυασμῷ αὐτῶν, καίτοι ἦσαν φίλοι τοῦ Ὑπουργείου Θεοτόκη. Ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν, ὁ εὐγενὴς καὶ νοήμων οὗτος λαὸς, δὲν εἶναι συρφετός· ἀποτελοῦσιν αὐτὸν πολῖται καὶ εὐγενέστεροι καὶ πρὸ πάντων χρηστότεροι ἐκείνων, οἵτινες ὠνόμασαν αὐτὸν συρφετόν. Οὐδ’ ἠδυνάμην νὰ στέρξω, οὐδ’ ἐπιτρέπω τοιαύτην πρὸς τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν ὕβριν, ὀφείλω δὲ νὰ ψέξω καὶ στιγματίσω αὐτήν. Δέκα χιλιάδες τοιοῦτοι πολῖται ἦσαν προχθὲς τὸ ἑσπέρας πρὸ τῆς οἰκίας μου, ἔντιμοι πολῖται, κρείττονες πάντως αὐτῶν, οἵτινες ὠνόμασαν αὐτοὺς συρφετόν. Καὶ διατὶ παραπονοῦνται; Ἰσχυρίσθησαν ὅτι ἐγὼ ἠδίκησα αὐτοὺς, διότι εἶπον, ὅτι οἱ λόγοι τῆς μεταστάσεως αὐτῶν δὲν ἦσαν ἠθικοί. Καὶ εἶναί τις ἀγνοῶν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους αὐτοὶ μετέστησαν εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀντιθέτων; Εἶναί τις μὴ ἐννοῶν, μὴ εἰκάζων αὐτοὺς; Δὲν στρέφονται οἱ λόγοι μου πρὸς τὸν ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴν, διότι αὐτὸς τοὐλάχιστον δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ παρασταθῇ δικαιολογῶν τὴν μετάστασιν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς πτέρυγος ταύτης εἰς ἐκείνην, οὐδ’ ἔχω καὶ ἐγὼ ἀφορμὴν, πείθουσαν ὅτι ἡ μετάστασις αὐτοῦ ἀντέβαινεν εἰς τὴν ἠθικήν. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι παρήλαυνον, λέγοντες ὅτι ἐγὼ δὲν ἐξετέλεσα τὸ ἐμὸν πρόγραμμα, ὅτι δὲν ἀπηλευθέρωσα τὴν Μακεδονίαν, ὅτι δὲν ὠργάνωσα στρατὸν, οὐδὲ ἠγόρασα ὑλικὸν τοῦ πολέμου ἢ ὅπλα τοῦ στρατοῦ, αὐτοὶ ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν; Καὶ ἂν δὲν ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν, πῶς ἐτόλμησαν ψευδόμενοι νὰ ζητήσωσι νὰ περικαλύψωσι τὴν ὑπὸ τῆς ἠθικῆς, ὑπὸ τῆς χρηστότητος στιγματιζομένην μετάστασίν των; Διατὶ δὲν μεθίσταντο σιωπηλοί, κύπτοντες τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ κάτω, καὶ τὰ βλέμματά των ἔχοντες ἐστραμμένα πρὸς τοὺς πόδας των; Οὐδεὶς ἤθελεν ἐρωτήσει αὐτοὺς, ποῦ πηγαίνουσιν. Ἀλλ’ ἐζήτησαν νὰ δικαιολογήσωσι διάβημα μεστὸν ἀσχημοσύνης, τόλμημα ἀνήθικον, λέγοντες ψεύματα. Ἂν μοὶ τὸ ἐπέτρεπεν, οὐχὶ ἡ ἡλικία μου, ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ θέσις, τὴν ὁποίαν ὁ ἐμὸς βίος μοὶ ἐδημιούργησεν, ἂν ἠδυνάμην ν’ ἀφήσω ἔκθετον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀνοικτὸν εἰς τὰ ὄμματα τῶν Βουλευτῶν, βιβλίον, ἂν ἀνεγινώσκοντο τὰ ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένα, ἂν ἐγίνετο γνωστὸν, τί συνέβη, ἴσως οὐδὲ τότε ἤθελον ἐρυθριάσει. Εἰσὶν ἱκανοὶ καὶ τότε νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἠναγκάσθησαν νὰ μεταστῶσι, διότι δὲν ἐξετέλεσα τὸ πρόγραμμά μου! Αἱ παραστάσεις μου αὗται δὲν περιλαμβάνουσι τὸν Βουλευτὴν ἐκ Ναυπακτίας. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι νεαρὸς ἔτι, οὐδὲ γνωρίζω ἂν κρίνει ὑπὸ ἀτμοὺς ποιήσεως, ἀλλὰ βεβαίως πάντοτε κρίνει ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν προσώπων. Δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ ἐμποιήσῃ δυσαρέσκειαν, ἢ νὰ προκαλέσῃ ἀγανάκτησιν. Οὗτος συνεχῶς ἤρχετο καὶ μοὶ ὑπέσχετο φιλίαν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἀπέτρεπεν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ νὰ μεταστῇ ὅπου ἂν ἤθελεν. Ἐπίστευεν ὄντως ὁ ἐμβριθὴς ἄνθρωπος, ὅτι ἐντὸς τῶν ἓξ μηνῶν, καθ’ οὓς ἡμεῖς ἤμεθα ἐν τῇ ἀρχῇ, ἠδυνάμεθα νὰ ὀργανώσωμεν καὶ καταρτίσωμεν στρατὸν, νὰ γεμίσωμεν τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ καὶ νὰ ὁπλίσωμεν αὐτὸν δι’ ἐπαναληπτικῶν ὅπλων; Ἂν ἐπίστευε ταῦτα, πῶς ἐξέλεξαν αὐτὸν οἱ συμπολῖταί του Βουλευτὴν, ἢ πῶς ἠθέλησε νὰ γένηται Βουλευτὴς ὁ ἄνθρωπος; Ἡ νεότης, ἢ ἀτμοὶ ποιήσεως, ἢ κρίσις ἀερώδης μορφώνουσι τὰ διανοήματά του; Κύριοι, νομίζω ἀνάξιον ἐμαυτοῦ νὰ εἴπω ποῖος ἤμην μέχρι τοῦδε, καθ’ ὅλον τὸν παρελθόντα μου βίον, ἢ ποῖος εἶμαι σήμερον, ἢ ποῖος θέλω εἶσθαι αὔριον. Ἕκαστος ἂς κρίνῃ ὅπως θέλει. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐγὼ τοσαύτας εἶχον ἐπενέγκει εἰς τὴν Ἑλλάδα ζημίας καὶ καταστροφὰς, ὡς ἔλεγέ τις τῶν αὐτομόλων πρὸ μικροῦ, ἀφοῦ ἐγὼ εἶχον παραγάγει τοσαῦτα δεινὰ εἰς τὸν τόπον, πῶς αὐτοὶ ἤρχοντο πρὸς με καὶ ἐζήτουν, — τὶ λέγω; — καὶ προσελιπάρουν νὰ εἰσαχθῶσι παρ’ ἐμοὶ ὡς φίλοι μου, καὶ ὑπισχνοῦντο νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ Ὑπουργεῖον; Μὴ σᾶς κακοφανῇ, κύριε Πολυγένη, βουλευτὰ ἐξ Ἄργους... Αἰδὼς Ἀργεῖοι! (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§86Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἀνακληθῇ ἡ φράσις αὕτη «Αἰδὼς Καλαβρυτινοί», νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος, ὄχι «Ἀργεῖοι». (Χειροκροτήματα ἀριστερόθεν).
§87ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται τὰ τοιαῦτα. Τί ἐννοεῖτε;
§88ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ἐννοῶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐννοῶ.
§89ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται τοιαῦται ἐκφράσεις.
§90ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ἐννοῶ πάντα ἄλλον. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως ὅ,τι εἶπον, ὡς πρὸς τὸν κύριον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται· καὶ ἂν θέλῃ, ἂς μοῦ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν. Ἠξεύρετε πάντοτε, ὅτι ἐγὼ δὲν ὑβρίζω.
§91ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Νὰ ὑπάγωμεν νὰ φάγωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§93Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τόσον ὀρεκτικὰ αὐτά!
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι.
§95ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Νομίζω ὅτι ἐπὶ πέντε ὥρας ὁλοκλήρους καθήμεθα ἐδῶ.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε πρότασιν ἀναβολῆς;
§97ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Θέλει ἡ Βουλή;
§99ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ὄχι, ὄχι.
§100Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ἐπιμένομεν ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς. Καλὸν εἶναι νὰ ἀναβάλωμεν ἐπὶ μίαν ὥραν (θόρυβος).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κάμετε ἡσυχίαν. Μετ’ ὀλίγον θὰ τελειώσωμεν.
§102ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον πρότασιν ἀναβολῆς.
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τοὺς Κυρίους, ὅσοι ὑπέβαλον τὴν πρότασιν ἀναβολῆς, νὰ παρατείνωσι τὴν ὑπομονήν των, ν’ ἀφήσωσι τὸν ῥήτορα νὰ ἀγορεύσῃ.
§104ΕΥΣΤ. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. πρώην Πρωθυπουργοῦ ἐγὼ τὰ ἐθεώρησα σχῆμα ῥητορικόν, διότι εὑρίσκετο εἰς μεγάλην συγκίνησιν καὶ στενοχωρίαν διὰ τὸ πάθημα, τὸ ὁποῖον ὑπέστη ἐν τῇ Βουλῇ.
§105ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἆ! ἆ!
§106ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Αἱ ἐξενεχθεῖσαι ὕβρεις καὶ συκοφαντίαι καθ’ ἡμῶν δὲν ἦσαν οἱ πραγματικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι τὸν ἔπεισαν νὰ μᾶς ἐξυβρίσῃ καὶ νὰ μᾶς ἀποδώσῃ τοιαύτην συκοφαντίαν· διότι οὐδέποτε πείθομαι, ἐπειδὴ τὸν γνωρίζω 51 ἔτη, ὅτι εἶχε σχηματίσει πεποίθησιν, οὔτε θέλησιν οὔτε δύναμιν εἶχε νὰ μᾶς ἀποκαλέσῃ πουλημένους καὶ προδότας τῆς πατρίδος (φωναί: ἆ, μπᾶ!). Πουλημένους καὶ προδότας 16 Βουλευτὰς νὰ εἴπῃ ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ οἱ δύο Κύριοι, οἱ ὁποῖοι τὸν συνώδευον, ἀπὸ τοῦ ἐξώστου του! Νὰ εἴπῃ ἐμὲ πουλημένον καὶ προδότην τῆς πατρίδος!...
§107ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ποῖος τὰ εἶπεν; Ὄχι.
§108ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὰ εἶπον, Κύριοι. Δυστυχῶς δὲν ἔχω τὴν ἐφημερίδα πρόχειρον, ἵνα σᾶς τὴν ἀναγνώσω.
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ θυμώνετε.
§110ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν παραπονοῦμαι διὰ τὰς ὕβρεις αὐτάς. Εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ λέγητε ὅ,τι θέλετε· ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς καταφεύγει καὶ εἰς τοιαύτας ὕβρεις καὶ συκοφαντίας.
§111ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Κοκκέβη, ὀφείλω νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ δώσητε κατόπιν τὴν ἐξήγησιν.
§113ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε!
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω διακοπάς.
§115ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι περὶ ὑμῶν δὲν ἔκαμα κανένα λόγον οὔτε πουλημένους σᾶς εἶπον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον θὰ ἐπαναλάβω καὶ τώρα, καὶ θὰ τὸ ἀκούσητε.
§116ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Καὶ σεῖς θὰ ἀκούσητε τώρα.
§117ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἐμνημόνευσε παντάπασι.
§118ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ ἐξέλθωσι, κύριε Πρόεδρε, τῆς αἰθούσης οἱ μὴ Βουλευταί.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ διέταξα. Καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς δὲν ἔχουσι κανένα λόγον νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν αἴθουσαν.
§120Π. ΡΙΤΣΟΣ. Δὲν βγαίνετε ἔξω, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἴδητε; Ὅλοι μὲ τῆς κουμπούραις κάθηνται εἰς τοὺς διαδρόμους. Αὐτὸ σᾶς τὸ διαβεβαιῶ.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐπανειλημμένως ἔδωκα διαταγάς.
§122ΡΙΤΣΟΣ. Τί διαταγάς; Ὅποιον θέλουν βάζουν, καὶ ὅποιον θέλουν βγάζουν. Καὶ μὲ τῆς κουμπούραις ἀκόμα εἰσέρχονται!
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοσμήτωρ, παρακαλῶ, τί κάμνει;
§124Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ (κοσμήτωρ). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ κάμω θὰ σᾶς πικράνῃ, διότι θὰ ἀφοπλίσω φίλους σας.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοὐναντίον θὰ μὲ εὐχαριστήσῃ. Νὰ ἐξέλθωσι πάντες οἱ μὴ Βουλευταί.
§126ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ (πρὸς τὸν ἀξιωματικὸν τῆς φρουρᾶς). Κόπιασε, κύριε λοχαγέ.
§127ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνατὸν νὰ ἦναι ὑπάλληλοι Δημοσία δύναμις μὲ ἰδιωτικὴν στολήν! (ἱλαρότης).
§128Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Οἱ εἰσελθόντες οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσι. Παρανόμως εἰσῆλθον. Ἡ ἀνωμαλία αὕτη πρέπει νὰ διευκρινισθῇ, πρέπει νὰ ἀρθῇ. Εἰσήχθησαν πρόσωπα ἐν τῇ Βουλῇ, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ὑπάλληλοι.
§129ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἷς Δασκαλάκης τί εἶναι;
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τηρῇ τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν εὐταξίαν τῆς Βουλῆς. Ὅτε ἀνέλαβον τὰ καθήκοντά μου, ὡς Πρόεδρος, βεβαιωθῆτε ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οἱ ὑπάρχοντες ἤδη ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἦλθον οὔτε νὰ μὲ χαιρετίσωσιν. Ἐκάλεσα αὐτοὺς ἐπανειλημμένως, καὶ οὕτω ἀπέφυγον πᾶσαν ἐργασίαν. Ἔχω ἀνάγκην ἀνθρώπων διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς. Εὑρίσκομαι δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην σήμερον νὰ σκεφθῶ περὶ τῆς ἀπολύσεως αὐτῶν, καὶ ἔχω ἀνάγκην τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, Κύριοι, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπολύσω τοὺς ὑπαλλήλους τούτους.
§131ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Βεβαίως.
§132ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν.
§133ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προτείνητε τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ.
§134ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν σᾶς συνεχάρη ὁ Διευθυντής;
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Διευθυντὴς προσῆλθε πρός με καὶ μοὶ εἶπε: «Κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ μοῦ ἀναθέσητε ἐμπιστευτικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐγὼ ἐσκεπτόμην νὰ παραιτηθῶ, ἀλλ’ ἔλαβον ἐντολὴν νὰ μὴ παραιτηθῶ, ἀλλὰ νὰ παραμένω».
§136ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὡραῖα! ὡραῖα!
§137Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀξιοπρεπὲς καὶ ἐπιθετικόν.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .. Ἐὰν δὲ μεταβῆτε εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, οὔτε πένναν οὔτε καλαμάρι θὰ εὕρητε, Κύριοι, διότι δὲν θέλουν νὰ μᾶς ὑπηρετήσουν.
§139ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὑπέβαλεν ἔγγραφον, κύριε Πρόεδρε; Ἀναγνώσατε τὸ ἔγγραφον.
§140ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Κάθισε κάτω.
§141ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος μοῦ ἐπιβάλλει νὰ καθίσω;
§142ΠΟΛΛΟΙ. Ὁ κύριος Ζάππας.
§143ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἔλθῃ νὰ μὲ καθίσῃ ἐκεῖνος.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Κοκκέβη.
§145ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κατὰ τὸ 1897, πρὶν τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, ἤμην ἀσθενής. (ἀριστερόθεν: ἆ! ἆ! ἱστορίαν! ἱστορίαν!) Κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1897, ἐπανερχόμενος ἐκ Κυπαρισσίας ἐνταῦθα, ἀνέγνωσα εἰς μίαν ἐφημερίδα ἓν τηλεγράφημα ἐκ Ρώμης, ὅτι πρόκειται νὰ ὑποχωρήσῃ ὁ στρατός. Τοῦτο μοὶ ἔκαμε θλιβερὰν ἐντύπωσιν. Τὴν Μεγάλην Τετάρτην προσῆλθον εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννην καὶ τοῦ εἶπον: «Κύριε Πρόεδρε, ἀνέγνωσα τοῦτο καὶ τοῦτο, τί γνωρίζετε ἐκ τοῦ θεάτρου τοῦ πολέμου;» — Δυστυχῶς τὰ πράγματα δὲν βαίνουσι καλῶς, μοὶ ἀποκρίνεται, καὶ ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ καὶ ὑποχώρησις.—«Εἶναι καιρὸς νὰ παραιτηθῆτε, κύριε Πρόεδρε», τοῦ λέγω. Καὶ εἶχον δικαίωμα νὰ τῷ ὁμιλήσω οὕτω, διότι ἀπὸ τοσούτων ἐτῶν τὸν ὑπεστήριζον, καὶ ἐνόμιζον ὅτι ἡ γνώμη μου ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ· διότι στηριζόμενος εἰς τὰς δυνάμεις ἄλλων ὀφείλει καὶ νὰ ἀκούῃ αὐτούς. Οὐδεὶς εἶναι τυφλὸν ὄργανον τοῦ ἄλλου, οὔτε ἐγὼ ἔχω κανένα σύνδεσμον διὰ νὰ ὑπηρετῶ τυφλῶς τὸν κ. Δηλιγιάννην καὶ τοὺς ἄλλους Κυρίους· ὅταν δὲ παρεκτρέπωνται τῶν καθηκόντων των, ὀφείλουσι νὰ ἀκούωσι τὰς παρατηρήσεις τῶν φίλων των, διότι οὗτοι δὲν εἶναι ὑπηρέται αὐτῶν, δὲν εἶναι σκλάβοι των, ἵνα τοὺς ἀκολουθῶσι καὶ εἰς πᾶν παρεκτροπάς των καὶ μετέχωσι τῆς εὐθύνης των.—«Νὰ παραιτηθῶ;» μοὶ λέγει. «Ἐμφύλιον πόλεμον θὰ ἔχωμεν!» Ἔκτοτε, Κύριοι, ἤρχισε νὰ διασαλεύηται ἡ πεποίθησίς μου πρὸς τὸν φίλον μου τὸν κ. Δηλιγιάννην. Ἐγὼ δὲν εἶμαι πολιτευτὴς μιᾶς ἡμέρας ἢ ἑνὸς ἔτους ἢ δύο ἐτῶν. Ἐπὶ γενεὰν ὁλόκληρον πολιτεύομαι· πολιτεύονται καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ ἐκ τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας μου, καὶ ἔχω τὴν σειρὰν τῆς πολιτικῆς μου ἱστορίας. Ἦλθον αἱ θλιβεραὶ ἐκεῖναι διὰ τὸ Κράτος περιστάσεις ἐκ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, καὶ ἠναγκάσθημεν πλέον νὰ σιωπῶμεν καὶ νὰ μὴ ἐκφέρωμεν καμμίαν γνώμην. Ἐνθυμοῦμαι, τότε, ὅτι εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἀνῆλθεν ὁ κ. Στρέϊτ, Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις μᾶς ἀνέγνωσε μίαν σύμβασιν καὶ εἶπε: «Κύριοι, ὀφείλετε νὰ τὴν ψηφίσητε». Ἐκύψαμεν τὴν κεφαλὴν πάντες, ὅσοι ἤμεθα τότε ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ εἴπομεν: «Σοί, Κύριε», καὶ τὴν ἐψηφίσαμεν. Καὶ τί ἦτο ἡ σύμβασις ἐκείνη, Κύριοι; Ἦτο τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐδανείζετο τὸ Κράτος, ἵνα πληρώσῃ τὴν ἀποζημίωσιν τῆς Τουρκίας, διὰ νὰ ἀπέλθωσιν οἱ Τοῦρκοι ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν. Νέον ῥῖγος μὲ κατέλαβε τότε, καὶ ἐνόησα τὸ μέγα κακὸν, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Δηλιγιάννης προὐξένησεν εἰς τὸ Κράτος. Κηρυχθείσης τότε τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, ἀπῆλθον εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων δὲν ἤθελον πολιτευθῆ εἰς τὸ μέλλον· καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀποτυχὼν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1899 ηὐχαριστήθην, διότι ἐσκόπουν νὰ μὴ ἐπανέλθω πλέον εἰς τὴν πολιτικὴν, ἀπογοητευθεὶς τέλεον. Ἔχων δὲ ὑπ’ ὄψιν μου τὸ παρελθὸν, ἠρνούμην νὰ ἐκτεθῶ εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1902· ἀλλ’ οἱ φίλοι καὶ οἱ συγγενεῖς μου μὲ ἐπίεσαν νὰ ἐκτεθῶ, καὶ νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶ τῆς πολιτικῆς μέχρις ὅτου προπαρασκευάσω ἄλλον τινὰ ὡς διάδοχόν μου. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ ὑποχωρήσω. Καίτοι δὲν εἶχον λησμονήσει τὸ παρελθὸν καὶ τὴν περὶ τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη γνώμην μου, ἀπεφάσισα νὰ συνεχίσω τὴν πολιτικήν μου ἕως ὅτου προπαρασκευάσω ἄλλον τινὰ ἐκ τῶν συγγενῶν μου, ἵνα μὲ ἀντικαταστήσῃ. Ἔκαμα αὐτὴν τὴν θυσίαν, μηδέποτε πιστεύσας, ὅτι ἐρχόμενος Βουλευτὴς ἤθελον ἐξυβρισθῆ καὶ συκοφαντηθῆ ὡς προδότης καὶ πουλημένος. Καὶ ἀπὸ ποίους; Ἀπὸ τὸν κύριον Δηλιγιάννην! Τὸ ἐσκέφθη αὐτὸ νὰ τὸ εἴπῃ δι’ ἐμὲ, ὅτι εἶμαι πουλημένος; Καὶ τοῦ ἦλθεν εἰς τὴν διάνοιάν του νὰ τὸ πιστεύσῃ αὐτὸ ποτέ; Ὢ ἤθη! ὢ καιροί! Ὅταν τὸν δουλεύωμεν καὶ τὸν ὑποστηρίζωμεν, εἴμεθα πατριῶται ἁγνοί· ὅταν τὸν πολεμῶμεν καὶ τὸν ἀποδοκιμάζωμεν, εἴμεθα προδόται! εἴμεθα πουλημένοι!! Ἡμεῖς πουλημένοι; Ἐκλεχθεὶς Βουλευτὴς κατὰ Νοέμβριον καὶ ἐλθὼν εἰς Ἀθήνας, ἅπαξ μόνον τὸν ἐπεσκέφθην ἐν τῷ οἴκῳ του, ἐνθυμούμενος τὰ παρελθόντα καὶ προκαλῶ τὸν κ. Δηλιγιάννην νὰ εἴπῃ, ἂν μὲ εἶδε δευτέραν φορὰν ἐν τῷ οἴκῳ του. Καὶ τοῦτο, διότι εἶδον ὅτι ἐξέφευγεν ἡ διεύθυνσις ἀπὸ τῶν χειρῶν του. Κατέφυγον τότε εἰς τὸν φίλον μου τὸν κ. Μαυρομιχάλην—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν του—καὶ τῷ εἶπον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον: «Κύριε Κυριακούλη, ἀπὸ τοῦ Γέρου τὰς χεῖρας ἐξέφυγεν ἡ διεύθυνσις. Εἶσαι παρεσκευασμένος;» Φωναί. Ἆ! ἆ! (γέλωτες).
§146ΚΟΚΚΕΒΗΣ. «Τὸ βλέπω καὶ ἐγὼ», μοὶ λέγει, «ἀλλὰ ὄχι, δὲν τὸ θέλω» (γέλωτες)· δηλαδὴ τὸ βάρος τὸ πρωθυπουργικόν. Τότε ἔστρεψα τὰ βλέμματά μου πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι μοὶ ἐφαίνετο ὅτι εὑρισκόμεθα ἐντὸς πλοιαρίου ἄνευ πηδαλίου, τὸ ὁποῖον παραδερνόμενον ἀπὸ καραντὶ ἐπήγαινε νὰ πέσῃ πότε ἐδῶ καὶ πότε ἐκεῖ, ὁ δὲ κυβερνήτης του κ. Δηλιγιάννης, μὴ γνωρίζων ποῦ νὰ τὸ ὁδηγήσῃ, εἶχε τὴν σημαδοῦραν εἰς τὰς χεῖράς του καὶ τὴν ἔρριπτε διὰ νὰ βλέπῃ μήπως ἐπέσαμεν εἰς σύρτιν ἢ ὕφαλον, ὥστε νὰ προλάβῃ νὰ μὴ κατασυντριβῇ τὸ σκάφος. Εἰς τοιαύτην λοιπὸν κατάστασιν εὑρίσκοντο τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη· διοίκησις δὲν ὑπῆρχε, δικαιοσύνη ἐξέλιπε, τίποτε δὲν ὑπῆρχεν. Ἀπετάθην τότε πρὸς πολλοὺς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων,—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν κ. κ. Χαλκιοπούλου, Γουναράκη, Παναγιωτοπούλου, Κρεστενίτου, Καλλιφρονᾶ καὶ πόσων ἄλλων,— καὶ τοῖς εἶπον: «Κύριοι, δὲν εἶναι πλέον ἀνεκτὴ ἡ κατάστασις αὕτη, καὶ σκεφθῆτε τί πρέπει νὰ κάμωμεν, διότι ἡμεῖς ἔχομεν τὴν εὐθύνην, δὲν τὴν ἔχει ὁ κ. Δηλιγιάννης· διότι ναὶ μὲν κατὰ τὸ Σύνταγμα οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὰς πράξεις των, ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα ἠθικῶς ὑπεύθυνοι, ἀνεχόμενοι τὰς πράξεις των ταύτας, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζομεν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν.» Αὐτὰ εἶπον, Κύριοι, εἰς τοὺς συναδέλφους, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πάντων. (Διάλογοι).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, ὁ Κύριοι.
§148ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐνῷ λοιπὸν ἐπελαγιζόμεθα μέσα εἰς αὐτὸ τὸ καραντὶ καὶ πότε ἐπηγαίναμεν νὰ ῥιφθῶμεν εἰς τοὺς βράχους, πότε νὰ καταποντισθῶμεν εἰς τὸ πέλαγος, εἶπον νὰ δοθῇ ἓν τέρμα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ἀλλὰ μίαν ἑβδομάδα πρὸ τῆς Μεγάλης ἑβδομάδος τοῦ Πάσχα ὁ κ. Γρίβας μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης ἦτο διατεθειμένος νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο μοὶ ἐφάνη καὶ ἦτο πρωτοφανὲς, νὰ βλέπω τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ συντρέχῃ καὶ ὑποστηρίζῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἅπερ καθ’ ὅλον τὸν πολιτικόν μου βίον δὲν εἶδα ποτέ Ἀντιπολίτευσιν συντρέχουσαν εἰλικρινῶς τὴν Κυβέρνησιν. Μοὶ εἶπε λοιπὸν ὁ κ. Γρίβας, ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης ἦτο διατεθειμένος νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν μέχρι τῆς Μεγάλης Τρίτης ἢ τῆς Μεγάλης Τετάρτης, ὅπως μέχρις αὐτῆς ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καί τινα συναφῆ νομοσχέδια. Τότε μεταβὰς εἰς τὴν θέσιν, ὅπου νῦν κάθηται ὁ κ. Στεφανίδης, εἶπον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν: «Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Θεοτόκης, ὡς μοὶ εἶπον νὰ σᾶς ἀνακοινώσω, εἶναι διατεθειμένος νὰ σᾶς ὑποστηρίξῃ, ἵνα ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς μέχρι τῆς Μεγάλης Τρίτης τὸ ἑσπέρας.» «Ὁ κ. Δηλιγιάννης μοῦ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν εἶναι καιρός.» Ἡ Βουλὴ κατόπιν διέκοψε τὰς ἐργασίας της ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, ἐγὼ δὲ μετὰ τὸ Πάσχα ἔπαυσα πλέον νὰ βλέπω καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς, διότι εἶχον ἐντελῶς ἀπογοητευθῆ, καὶ ἐνόμιζον ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ εἶχεν ἐξευτελισθῆ πλέον ὑπὸ τὴν παραλυτικὴν αὐτὴν κατάστασιν. Καὶ ἐνῷ, Κύριοι, οἱ Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας εὑρισκόμεθα ἐν τῇ πάλῃ ἐκείνῃ τῆς συνειδήσεως, καὶ εἰς τὰς μεταξύ μας συνομιλίας καὶ εἰς τοὺς διαδρόμους καὶ τοὺς θαλάμους τοῦ Βουλευτηρίου ἐθρηνοῦμεν διὰ τὴν ξεχαρβαλωμένην αὐτὴν κατάστασιν, αἴφνης ἦλθε μιὰ φωνὴ μακρόθεν, ἐξ Ἀγγλίας, καὶ μᾶς εἶπε: «Κύριοι, ἐγὼ προσφέρομαι νὰ σᾶς ἀγοράζω τὸν σταφιδόκαρπον.» Ὁ κ. Δημήτριος Δεληγιάννης, ὃν τότε ἐγνώρισα, μοὶ εἶπε: «Κύριε Κοκκέβη, ζητῶ τὴν συνδρομήν σου, νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν Μεσσηνίαν καὶ τὴν Τριφυλίαν», — μαλιστότατα, — «νὰ ὑπάγωμεν νὰ κηρύξωμεν τὴν ἰδέαν τοῦ μονοπωλίου· νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰς Καλάμας καὶ νὰ διέλθωμεν ὅλην τὴν παραλίαν τῆς Πελοποννήσου.» Μοὶ ἀνήγγειλε δὲ, ὅτι ὑπέβαλε καὶ προτάσεις διὰ τὴν σύμβασιν τοῦ μονοπωλίου εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἠρώτησα ἀμέσως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως: «Κύριε Πρόεδρε, εἴδετε τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, τοὺς ὁποίους σᾶς ὑπέβαλεν ὁ κ. Δ. Δεληγιάννης;» Ὁ τότε κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἀπεκρίθη: «Δὲν εἶδον ὅρους συμβάσεως· μοὶ ἔφερε μόνον μίαν ἱστορίαν περὶ τῆς σταφίδος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σύμβασις.» Αὐθωρεὶ ἐν τῇ Βουλῇ εἶδον τὸν κ. Δ. Δεληγιάννην καὶ τῷ λέγω: «Παιδί μου, αὐτὰ που ὑπέβαλες εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν ἀποτελοῦσι διατύπωσιν συμβάσεως· εἶναι ἕνα χαρτὶ, τὸ ὁποῖον δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν· νὰ ὑπάγητε νὰ σᾶς διατυπώσουν τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐννοεῖτε νὰ ἀναλάβητε τὴν ἐπιχείρησιν αὐτήν· ἄλλως αἱ προτάσεις σας δὲν δύνανται σπουδαίως νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.» Δὲν ἠξεύρω που κατέφυγεν ὁ κύριος Δ. Δεληγιάννης καὶ διετύπωσε τὴν σύμβασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐξωνύχισαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ 27 ἡμέρας, κατὰ τὸ διάστημα τῶν ὁποίων τοιαύτη μυστικότης ἐτηρήθη, ὥστε οὐδεὶς ἀπὸ ἡμᾶς νὰ δύναται νὰ μανθάνῃ τι περὶ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, οὔτε τὰς σκέψεις καὶ τὰς κρίσεις τῶν ἀναλαβόντων τὴν ὁριστικὴν διατύπωσιν τῆς συμβάσεως. Ἐνῷ δὲ, Κύριοι, συνεζητοῦντο οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως, μὲ κατήγγειλαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος τοῦ μονοπωλίου. Μετέβην εἰς τὴν ἐπαρχίαν· εἶδον πολλοὺς καὶ τοῖς εἶπον: «Ἔχετε ὑπομονὴν, νὰ ἴδωμεν τοὺς ὅρους, καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου, διότι τὸ σπῆτί μου, δηλ. ἡ οἰκογένειά μου, ὡς γνωρίζετε πάντες, παράγει ἥμισυ ἑκατομμύριον σταφίδος κατ’ ἔτος. Ποῖος ἀπὸ σᾶς παράγει τὸ ποσὸν αὐτὸ, ὥστε νὰ ἔχητε περισσότερον συμφέρον ἀπὸ ἐμὲ διὰ τὴν τύχην τῆς σταφίδος καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ μονοπωλίου;» Ἕκαστος ἀπὸ σᾶς παράγει δύο, τρεῖς, πέντε, δέκα, τριάκοντα χιλιάδας· κανεὶς δὲν φθάνει εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παράγει ἡ οἰκογένειά μου. Εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ἐγὼ νὰ ἦμαι ἐναντίος τοῦ μονοπωλίου;» Εἰσήχθη τέλος εἰς τὴν Βουλὴν ἡ καταρτισθεῖσα σύμβασις τοῦ μονοπωλίου, καὶ αὐθωρεὶ ἐζήτησα νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην. Μετὰ τὰς ἐπελθούσας συζητήσεις καὶ τὰς ὑποβληθείσας τροπολογίας ἔβλεπον πλῆρες τὸ ναυάγιον τῆς συμβάσεως. Σπεύσας τότε συναντῶ τὸν τέως Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ προαύλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τῷ λέγω κατ’ ἰδίαν: «Κύριε Πρόεδρε, δὲν μοῦ λέγετε, σᾶς παρακαλῶ, τί θὰ γείνῃ διὰ τὴν σύμβασιν; Θὰ ψηφισθῇ;» Μοὶ λέγει: «Μὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι δύναται νὰ ψηφισθῇ τοιαύτη σύμβασις, ἀφοῦ δὲν τὴν θέλει κανείς;» — «Πῶς δὲν τὴν θέλει κανεὶς, ἀφοῦ τὴν θέλω ἐγώ;» — Δὲν κατακρίνω τὸν κ. Δηλιγιάννην διὰ τοῦτο· τοιαύτη ἦτο ἡ πεποίθησίς του. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ Κράτους καὶ ἡ Κυβέρνησίς του ὤφειλε νὰ μελετήσῃ καλῶς τὸ ζήτημα, νὰ σχηματίσῃ τὴν γνώμην, ἐὰν ἦτο ὀρθὸν ἢ ὄχι, καὶ ἂν ἦτο ὀρθὸν, νὰ τὸ ὑπογράψῃ καὶ τὸ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ εἴπῃ: «Αὐτὴν τὴν σύμβασιν ὑπέγραψα, τὴν υἱοθετῶ, καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει·» ὅπως ἔπραξεν ὁ κ. Στρέϊτ, ὅτε ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Ὁ κ. Στρέϊτ τότε μᾶς εἶπε: «Κύριοι, συνεβλήθην· εἴμεθα δύο τὰ συμβαλλόμενα μέρη· τὸ ἓν εἶναι ἀπὸν, καὶ συνεπῶς οὐδὲν δύναται ἐκ τῆς συμβάσεως νὰ μεταβληθῇ· ὀφείλετε νὰ τὴν ψηφίσητε ὡς ἔχει»· καὶ τὴν ἐψηφίσαμεν.
§149Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαίωμά του ἦτο νὰ διαθέσῃ τὴν περιουσίαν τοῦ ἄλλου;
§150ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐὰν δὲν ἦτο δικαίωμά του, ἔπρεπε νὰ τὸ σκεφθῇ πρὶν θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του τὴν ἐθνικὴν εἰς τὴν σύμβασιν. Ἐνῷ λοιπὸν, Κύριοι, εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν συγκίνησιν, καὶ ἕτοιμοι νὰ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν, ἐγὼ δ’ ἐπρότεινα νὰ ψηφισθῇ ἀμέσως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀπέκρουσε τὴν πρότασίν μου, καὶ μᾶς εἶπεν· «ἐξονυχίσατε τὴν σύμβασιν», ὡς νὰ εἴχομεν τοιοῦτον δικαίωμα, ἀφοῦ αὐτὸς τὴν ὑπέγραψεν, ὡς Κυβέρνησις, καὶ ἀφοῦ ἐν τῇ συμβάσει ὡρίζετο ἡ 1 Ἰουνίου, καθ’ ἣν ἡ σύμβασις ἔπρεπε νὰ ἐγίνετο νόμος τοῦ Κράτους, καὶ μέχρι τῆς ἡμέρας αὐτῆς νὰ ὑποβάλῃ ἡ Ἑταιρεία τὸ καταστατικόν της καὶ νὰ καταθέσῃ τὰ δώδεκα καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια. Ἐνῷ δὲν ὑπελείπετο χρόνος πρὸς συζήτησιν, ὁ κ. Δηλιγιάννης μᾶς ἔλεγεν: «Ἐξονυχίσατε τὴν σύμβασιν, διότι ἐγὼ», δηλαδὴ ὁ κ. Δηλιγιάννης, «οὐδεμίαν εὐθύνην ἀναλαμβάνω, οὔτε καὶ τὴν υἱοθετῶ». Πᾶς τις πλέον κατενόησεν, ὅτι ἀδίκως καὶ ματαίως ἐρρυμουλκούμεθα, καὶ ἀδίκως ἐνεπαιζόμεθα. Ἀλλ’ ἴσως δὲν ἐγνώριζεν ἀκόμη, ὅτι ὑπῆρχον ἀντιρρήσεις τῶν ξένων Κρατῶν, αἵτινες ὑπεχρέουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς τοιαύτης συμβάσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐγνώρισε τὰς ἀντιρρήσεις αὐτὰς, ἔπρεπε μετὰ θάρρους νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τοιαύτη σύμβασις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφισθῇ, καὶ νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, ἵνα μὴ κρατῇ τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς ἐν συγκινήσει μεγίστῃ, καὶ ἐκ τῆς δηλώσεώς του καὶ ἐκ τῶν λόγων του ἤθελε πεισθῆ ὁ λαὸς τῶν ἐπαρχιῶν νὰ παύσῃ τὰς φωνὰς καὶ τὰ συλλαλητήρια, τὰ ὁποῖα προπαρεσκευάζοντο ἀπὸ 5 ἢ 10 λεγομένους πατριώτας χάριν πολιτικῶν συμφερόντων, καὶ οὕτως ἤθελε παύσει καὶ ἡ συγκίνησις καὶ ὁ ἐρεθισμός. Βεβαίως πεινᾷ ὁ λαὸς, καὶ διὰ τοῦτο ἐφώναζε «μονοπώλιον! μονοπώλιον!» Καὶ μήπως δὲν τὸ γνωρίζομεν ἡμεῖς; Δὲν εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ἐκ τοῦ λαοῦ; δὲν εἴμεθα γέννημα καὶ θρέμμα αὐτοῦ τοῦ λαοῦ; Ἡμεῖς δὲν κατοικοῦμεν ἐν Ἀθήναις, δὲν ἔχομεν πολυτελῆ μέγαρα, οὔτε διασκεδάσεις καὶ ἁμάξας· κατοικοῦμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἀφίνοντες δὲ τὰ ἔργα μας, ἐρχόμεθα ἐνταῦθα χάριν τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος. Καὶ ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν ταραχὴν τῆς ἰδέας τῆς συμβάσεως, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἔκαμεν ἐπερώτησιν, καὶ ἐκ ταύτης ἀναγκασθεῖσα μᾶς ἔδωκεν ἀκροθιγῶς νύξιν ἡ τέως Κυβέρνησις, ὅτι τὸ ναυάγιον τῆς συμβάσεως ἐπῆλθε πλῆρες. Ἔλαβον πρὸ ἡμερῶν τηλεγράφημα ἐκ Γαργαλιάνων, ὅτι θ’ ἀποδοκιμάσωσι τὴν πολιτείαν μου, ἂν ἐγκαταλείψω τὴν Κυβέρνησιν Δηλιγιάννη,—διότι ἐπρόκειτο περὶ σταφιδικοῦ ζητήματος, καὶ τὸ τηλεγράφημα ἐδημοσιεύθη καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας.—Ἀπήντησα ὅτι δὲν ὑφίσταται σύμβασις, καὶ χάριν αὐτῶν τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν μου ἀπεμακρύνθην μετὰ τῆς ἄλλης ὁμάδος τῶν Βουλευτῶν ἐκ τῶν τάξεων τῆς τέως Κυβερνήσεως, τηρῶν ἀνεξάρτητον θέσιν ἀπέναντι αὐτῆς, χάριν αὐτῶν τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν μου. Οἱ λόγοι οὗτοι, συζητούμενοι πάντοτε καὶ ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, μὲ ἔπεισαν νὰ μεταστῶ καὶ μετέστην ἐκ τῶν τάξεων τῶν φίλων τῆς τέως Κυβερνήσεως. Καὶ ἐν τούτοις μοὶ ἀπέδωσαν ἄλλον λόγον, ῥουσφετολογικόν! Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐξακολουθῶμεν ὑποστηρίζοντες Κυβέρνησιν, ἥτις ἐνέμετο τὰ δημόσια ὡς νομήματα ἴδια; (γέλως). Καὶ ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν σκέψιν τῆς καταψηφίσεως τῆς Κυβερνήσεως, μετήλθομεν μέσην ὁδὸν, καὶ ἐρρίψαμεν λευκὰ ψηφοδέλτια εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου. Διότι δὲν ἤρκει ἡ παραλυτικὴ κατάστασις Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρὸς ἐξευτελισμὸν καὶ αὐτοῦ τοῦ Βουλευτικοῦ ἀξιώματος μᾶς ἔπεμψαν διὰ τοῦ κλητῆρος ψηφοδέλτια, νὰ ψηφίσωμεν τὸν Πρόεδρον καὶ τοὺς ἀντιπροέδρους, οὓς αὐτοὶ ἔκριναν, χωρὶς κἂν ἐξ ἁβρότητος νὰ μᾶς ἀνακοινώσωσι πρὶν τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων αὐτῶν· ἀλλὰ διὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν ψηφοδελτίων αὐτῶν μᾶς ἔλεγε: «σᾶς ἐπιτάττω!—(«sic volo, sic jubeo») ἔτσι τὸ θέλω ἐγὼ—νὰ ψηφίσητε αὐτούς!» Καὶ ἔπειτα κόπτεται καὶ φωνάζει διὰ τοὺς θεσμοὺς, ὅτι κινδυνεύουσι, καὶ, ὡς ἔλεγεν ὁ Λουδοβῖκος ὁ Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας «ἐγὼ εἶμαι τὸ Κράτος», οὕτω λέγει καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης: «ἐγὼ εἶμαι οἱ θεσμοὶ, καὶ σεῖς ὀφείλετε ν’ ἀκολουθῆτε!» Καὶ τί εἶναι αὐτοὶ οἱ θεσμοὶ, τοὺς ὁποίους ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας βλέπει κινδυνεύοντας, ἐντὸς δὲ δὲν τοὺς ἐνθυμεῖται; Ἂς τοὺς ἐξηγήσω ἐγὼ, ὅπως παύσῃ ἡ παιζομένη κωμῳδία διὰ τῶν ἐφημερίδων. Τί εἶναι οἱ θεσμοί; Τὸ Σύνταγμα ὥρισε Βασιλέα καὶ λαὸν, καὶ ὅτι ὁ λαὸς ἐκλέγει τοὺς ἀντιπροσώπους του, ἵνα συνέρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφίζωσι νόμους, οὓς κυροῖ ὁ Βασιλεύς. Βουλὴ ὑπάρχει, καὶ δὲν ἔπαυσε νὰ λειτουργῇ κανονικῶς, κατὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν πολίτευμα, καὶ αὐτὸ εἶναι οἱ θεσμοὶ, οἵτινες ὑφίστανται καὶ δὲν κινδυνεύουν (χειροκροτήματα). Καὶ ὁμιλεῖ πάντοτε περὶ θεσμῶν ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ ἄλλοι τινὲς, οἵτινες ἀποκαλοῦσιν ἑαυτοὺς κόμμα ἐθνικόν! Καὶ οἱ ἄλλοι, παρακαλῶ, τί εἶναι; (χειροκροτήματα καὶ ἱλαρότης). Εἶναι Κινέζοι; Καὶ ἡμεῖς πόθεν καταγόμεθα; Εἴμεθα ἐπήλυδες, καὶ ὀφείλομεν νὰ παριστάμεθα ἐνώπιόν των ὡς ταπεινοὶ δοῦλοι καὶ ὑπηρέται; Κύριοι, ἐξωθεῖτε τὰ πράγματα ἐκεῖ, ὅπου δὲν πρέπει, καὶ ὅταν παραπονώμεθα, ὅτι σφάλλετε εἰς τὴν διοίκησιν, μᾶς λέγετε ἐκβιαστὰς, μᾶς λέγετε προδότας, καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο περιέχει τὸ λεξικόν σας, καὶ περιμένετε πλέον νὰ σᾶς ὑποστηρίζωμεν καὶ νὰ λέγωμεν, ὅτι εἶσθε ἄξιοι νὰ κυβερνᾶτε τὸ Κράτος! Δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω. Σᾶς βεβαιῶ ἐν συνειδήσει, ὅτι λυποῦμαι πολὺ καὶ δι’ ὅσα εἶπον, διότι γνωρίζομαι 51 χρόνια μὲ τὸν κ. Δηλιγιάννην, εἶμαι 65 ἐτῶν, καὶ ἤμουν μικρὸ παιδί, ὅταν ἐπηγαίναμεν εἰς τοῦ Μπάρμπα–Ρήγα. Ἀλλ’ ἴσως ἔλθῃ τις καὶ μᾶς εἴπῃ: «σεῖς ἐφύγατε διότι δὲν ἐλάβετε ῥουσφέτια!» Καὶ ποῖος ἔδωκεν εἰς σᾶς τὸ δικαίωμα νὰ νέμησθε τὰ δημόσια ὑπουργήματα, καὶ διὰ τῆς ὑπηρεσίας διὰ τοῦ κουρέως καὶ τοῦ ὑποδηματοποιοῦ νὰ διορίζωνται οἱ ὑπάλληλοι; Εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης ἄλλοτε, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς συναλλαγῆς, καὶ τὸν ἐπῄνεσα, διότι εἰς τὰ συνταγματικὰ ἔθνη δὲν ἀρραβωνίζεται ὁ εἷς τὸν ἄλλον, οὐδὲ στεφανώνεται· εἶναι πολιτικὰ συμφέροντα, καὶ ταῦτα θὰ ἐξυπηρετήσῃ ἕκαστος διὰ τὴν ἐπαρχίαν του. Προκαλῶ δὲ οἱονδήποτε ἐκ τῶν τέως Ὑπουργῶν νὰ μοὶ φέρῃ κατάλογον, ποίους διώρισα. Ἀλλ’ ὁσάκις εἰσηρχόμεθα εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Ὑπουργῶν, μᾶς ἔλεγον πάντοτε, ὅτι εὑρίσκονται πρὸ ἐργασίας σπουδαίας· μὲ ἄλλους λόγους, ὅτι «σεῖς οἱ Βουλευταὶ ὀφείλετε μόνον νὰ ψηφίζητε, νὰ ὑπακούητε, χωρὶς νὰ ἐρωτᾶτε τί συμβαίνει!» (πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα!) «Σεῖς ὀφείλετε νὰ ὑπηρετῆτε ὡς δοῦλοι ταπεινοί, μὴ ἔχοντες φωνήν!». Διὰ τοῦτο, εὑρισκόμενοι εἰς τὴν ἐξευτελιστικὴν αὐτὴν κατάστασιν, ἀπεφασίσαμεν νὰ κρούσωμεν τὸν κώδωνα καὶ τοὺς εἰδοποιήσωμεν, ὅτι ἡμεῖς θὰ τοὺς ῥίψωμεν· καὶ ἐδώσαμεν λευκὰ ψηφοδέλτια κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, μήπως καὶ τοὺς κρατήσωμεν ἀπὸ τὸν κατήφορον, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχον εἰσέλθει. Καὶ ἐδώσαμεν τὰ λευκὰ ψηφοδέλτια, διότι ἐβλέπομεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀδιαφοροῦσαν, ἐβλέπομεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀποφεύγουσαν τὴν ἐξουσίαν. Ἡμεῖς ὅμως εἴπομεν, ὅτι ἀδιαφοροῦμεν, ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλῃ νὰ δεχθῇ τὴν ἐξουσίαν ἢ ἀποποιῆται αὐτήν· ἡμεῖς τὸ καθῆκόν μας θὰ πράξωμεν, καταψηφίζοντες τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ καταψηφίζοντες τὴν Κυβέρνησιν, οὐδεμίαν προσοχὴν ἐδώσαμεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ δὲν ἐσυνθηκολογήσαμεν μετ’ αὐτῆς, ὡς μᾶς εἶπον διὰ τῆς ἐφημερίδος των, τῆς «Πρωΐας», ὅτι δίκην ἀγέλης βοῶν προσηρχόμεθα εἰς τοὺς οἴκους τῶν κ. κ. Θεοτόκη, Σιμοπούλου, Λεβίδου κλπ. Ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν κ. κ. Θεοτόκη, Σιμοπούλου καὶ λοιπῶν, ἐάν ποτε κατὰ τὸ διάστημα τοῦ βουλευτικοῦ μου βίου ἐπεσκέφθην αὐτοὺς κατ’ οἶκον, ἐάν ποτε συνηλλάχθην ἢ ἐζήτησά τι ἀπὸ αὐτούς, ἐὰν καὶ πρὸ τῆς πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως Δηλιγιάννη εἶδον αὐτούς. Ἕνα καὶ μόνον οἶκον ἐγνώριζον ἐγὼ ἐν Ἀθήναις, τὸν οἶκον τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου εἶδον, ὅτι ἤρχισαν νὰ τρέμουν αἱ χεῖρες τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ διέφευγεν ἀπὸ αὐτὰς ἡ διεύθυνσις τῶν κοινῶν, τὸν ἐγκατέλειψα, — καὶ τὸν διαβεβαιῶ ὅτι ἐθλίβην, — καὶ οὐδέποτε ἐπανῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν του· καὶ ἂν θέλῃ, ἂς τὸ ὁμολογήσῃ ὁ ἴδιος, ὡς καὶ ὁ κύριος Μαυρομιχάλης.
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ ἐβλέπετε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§152ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Κοκκέβη; Αὐτὰ τὰ ἀστεῖα, τὰ ὁποῖα εἴπετε, ἐνδέχεται νὰ μοὶ τὰ εἴπετε, καὶ ἐγὼ ἀστείως νὰ σᾶς ἀπήντησα· ἀλλὰ δὲν τὰ ἐνθυμοῦμαι.
§153Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Λοιπὸν μᾶς κατηγορεῖτε ἐπὶ τέλους καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων σας, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν δίψαν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸν πολιτικόν μας βίον. Τίνα βίον νὰ ἐπεκτείνω; Ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος φέρει ἡλικίαν τοιαύτην καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ γῆρας, ἔχει ὄρεξιν νὰ ἀτενίζῃ εἰς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα; Ἢ μήπως εἶχον τὴν φιλοδοξίαν νὰ διοικήσω τὸ Κράτος; Οὐδέποτε μοὶ ἐπῆλθε τοιαύτη ἰδέα. Ἐγὼ σκοπὸν εἶχον νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, καὶ τοῦτο ἔκαμα γνωστὸν εἰς τοὺς κ. κ. Γουναράκην καὶ Παναγιωτόπουλον, καὶ πολλάκις συνεζητήσαμεν κατ’ ἰδίαν μετ’ αὐτῶν καὶ ἔξω καὶ εἰς τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι δὲ ἡ ἀπόφασίς μας ἀπόφασις ὀλίγων ἡμερῶν. Ἐπάλαιεν ἡ συνείδησίς μου ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἦλθον καὶ ἐδήλωσα, ὅτι ἐγκαταλείπω τὸν κ. Δηλιγιάννην, μετὰ τόσων ἐτῶν βίον πολιτικόν. Ἐλυπήθην, ἀλλ’ ἀναπόδραστος ἦτο ἡ ἀνάγκη· ἔπρεπε νὰ σώσωμεν τὸν τόπον, διότι ἐβλέπομεν ὅτι ἄγεται εἰς δευτέραν χρεωκοπίαν.
§154ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι δά!
§155ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Λοιπὸν θὰ σᾶς τὸ εἴπω· διότι ὅταν δὲν μελετᾶτε, ἀλλὰ τὰ χαρτιά, τὰ ὁποῖα λαμβάνετε ἐνταῦθα, τὰ ῥίπτετε εἰς τοὺς διαδρόμους, βεβαίως νὰ γελᾶτε μόνον δύνασθε. Οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι πολιτεύονται, μελετῶσι τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ δὲν ἔρχονται εἰς τὰς Ἀθήνας, μόνον ἵνα ἀναβαίνωσι καὶ καταβαίνωσι τὰς σκάλαις τῶν Ὑπουργείων. Λοιπὸν ἐβλέπομεν ὅτι εἰσήγαγεν ἕνα προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν ἠλαττωμένον κατὰ τὰ ἔξοδα. Ἐγὼ, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μελετήσας ἐπισταμένως αὐτὸν, ἐζήτησα τὴν κατάργησιν φόρων τινῶν, διότι τοὺς ἐθεώρουν ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μου, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐφαίνετο ἀδύνατος ἡ ἐκπλήρωσις τῆς ἐπιθυμίας μου ἐκείνης. Ἠναγκάσθην τότε νὰ δώσω ἓν σημείωμα, τὸ ὁποῖον δυνατὸν νὰ μὴ ἦτο ὀρθὸν, ἀλλ’ ἦτο γνώμη μου, καὶ ἔδωσα τὸ σημείωμα ἐκεῖνο εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννην, διότι ἐνόμιζον ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ καλύψωμεν μεγάλα χάσματα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ μεταβολῶν τινων εἰς τὴν φορολογίαν. Τὸ σημείωμά μου ὥριζε νὰ προσθέσωμεν ἓν λεπτὸν εἰς ἕκαστον πακέτον καπνοῦ, διότι, ἀφοῦ τὸ Κράτος κόπτει ἐτησίως ἓν ἑκατομμύριον καὶ διακοσίας χιλιάδας ὀκάδας καπνοῦ, θὰ εἰσεπράττομεν κατ’ ἔτος καὶ βέβαιον ἔσοδον θὰ εἴχομεν 480,000 δραχμάς. Προέτεινα ἐπίσης, ὅπως ἐπὶ τοῦ φόρου τῆς πεφρυγμένης κριθῆς, τῆς χρησιμευούσης διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ζύθου, προσθέσωμεν 35 λεπτὰ ἐπὶ πλέον, σκεπτόμενος ὅτι, προκειμένου περὶ ζύθου, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνηγέρθησαν ἤδη τόσα μεγάλα καταστήματα, τὰ ὁποῖα πρὸ ἐτῶν δὲν ὑπῆρχον καὶ τὰ ὁποῖα πολεμοῦν τὴν παραγωγὴν τοῦ οἴνου, δὲν ἦτο βαρὺ τὸ πρᾶγμα, διότι καὶ μὲ τὴν προσθήκην τῶν 35 λεπτῶν ἐπὶ τῆς πεφρυγμένης κριθῆς ὁ καταναλωτὴς 30 λεπτὰ θὰ ἐξηκολούθει νὰ πληρόνῃ τὸ ποτῆρι τοῦ ζύθου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελεν αὐξήσει κατά τι ἡ τιμὴ αὐτοῦ, ὅποιος ἤθελε νὰ πίνῃ μπύραν, ἂς ἔπινε. Διότι δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἡμεῖς νὰ τοῖς δίδωμεν καὶ μπύραν ἄνευ φορολογίας (ἱλαρότης). Ἐκ τοῦ παρακρατήματος, τὸ ὁποῖον ἐσυστηματοποιήθη ἕνεκα τῆς ἐκραγείσης κατὰ τὸ 1893 σταφιδικῆς κρίσεως, καὶ ἐκ τῆς παρ’ ἐμοῦ εἰσαγωγῆς προτάσεως νόμου, γραφείσης ἐκ τοῦ προχείρου, ὅπως ἡ συζήτησις τοῦ παρακρατήματος στραφῇ ἐπὶ πραγματικοῦ ἐδάφους καὶ οὐχὶ ἐπὶ ἀερολογιῶν, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἤθελε χρησιμεύσει ὡς ἀφετηρία νὰ εἰσαχθῇ ἄλλο, καλλίτερον καὶ χρησιμώτερον, ὡς καὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα, ἐδημιουργήθη τὸ ἀγαθὸν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἕνεκα δὲ τῆς περιστάσεως ταύτης, παραχωρήσαντες τὸν καρπόν μας, ἐγείναμεν ἀφορμὴ νὰ πλουτήσουν ὅλοι οἱ οἰνοπνευματοποιοί. Διὰ τοῦτο ἐπρότεινα εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος σημείωμά μου, ἀπέναντι τοῦ τοσούτου πλούτου, τὸν ὁποῖον ἀπέκτησαν, νὰ διπλασιάσωμεν τὸν φόρον τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, καὶ ἐξ αὐτοῦ θὰ εἴχομεν ἐν ὅλῳ ἔσοδον κατ’ ἔτος 1,000,000 δραχμῶν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐμελέτησε τὸ σημείωμά μου. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔλεγεν ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου εἶναι οἰκτρὰ, καὶ πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ φέρωμεν μέτρα οἰκονομικὰ, τί ἐβλέπομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; Παρακαλῶ καὶ τοὺς εἰς τὰς δύο πτέρυγας καθημένους νὰ εἴπωσι ποῖα νομοσχέδια ἐβλέπομεν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν νομικῶν συμβούλων! Μήπως ἦτο φορολογικὸν αὐτό;
§156Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπέβλεπεν εἰς ἐλάττωσιν δαπανῶν.
§157ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἀπέβλεπεν εἰς τὸ ν’ ἀλλάξωμεν τὰ πρόσωπα. Ὅλα προσωπικά! Ἐξ ἄλλου ἐβλέπομεν αἴφνης εἰσαγόμενον καὶ ψηφιζόμενον τὸν νόμον περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν θὰ εὑρίσκωμεν πλέον οὔτε εἰσπράκτορα νὰ εἰσπράττῃ τοὺς φόρους (ἱλαρότης). Ἔρχεται κατόπιν τὸ ἀστυνομικὸν νομοσχέδιον,—θρῆνος καὶ ὀδυρμός!— Ὑπάρχει καμμία διάταξις αὐτοῦ συνηρμολογημένη μὲ τὴν ἑτέραν; ὑπάρχει ἀλληλουχία τῆς μιᾶς διατάξεως πρὸς τὴν ἄλλην; Ἄς μὴ μακρηγορῶ ἐπὶ πλέον, διότι δὲν ὑπάρχει τέλος. Κύριοι, τέλος πάντων ἐγὼ δὲν κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη διὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ, διότι μετὰ τὴν ἐκτύλιξιν τῆς πολιτικῆς καταστάσεως ἕκαστος ἠδύνατο νὰ σχηματίσῃ τὴν γνώμην, ἐὰν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ διοικήσῃ, καὶ ἂν εἶχε τὴν ὄρεξιν νὰ τὴν ἀκολουθῇ, ἂς τὴν ἠκολούθει· ἀλλ’ ὅποιος δὲν ἤθελεν, ἂς ἔφευγε. Τὴν κατηγορῶ διότι δὲν ἔπρεπε νὰ μᾶς κατηγορήσῃ ὡς προδότας καὶ πουλημένους. Προδόται καὶ πουλημένοι διότι δὲν ἠνειχόμεθα τὰ σφάλματα τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς! Καὶ ὡς ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος οὐδὲν δικαίωμα εἶχε νὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ ἐξευτελιζομένους νὰ τὸν ὑποστηρίξωμεν, καὶ βλέποντας τὴν Κυβερνητικὴν ἀδυναμίαν νὰ μένωμεν εἰς τὰς τάξεις του. Ἀλλ’ ὤφειλεν ὁ κ. Δηλιγιάννης νὰ σεβασθῇ τοὺς ἀνθρώπους, μετὰ τῶν ὁποίων συνειργάσθη ἐπὶ τόσα ἔτη, καὶ δὲν ἔπρεπεν ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῆς οἰκίας του νὰ μᾶς ἐξυβρίσῃ καὶ νὰ μᾶς συκοφαντήσῃ. Τελειώνων παρακαλῶ τοὺς κυρίους Μαυρομιχάλην, Σκουζὲν, Ῥώμαν, Καραπᾶνον νὰ συλλογισθῶσιν, ὅτι οὗτοι ἔχουσι μέγαρα καὶ πλοῦτον, καὶ ὅτι, ἐνῷ ἀκούουσι συχνὰ νὰ παίζῃ εἰς αὐτὰ ἡ μουσικὴ τοῦ χοροῦ, αὔριον δυνατὸν νὰ ἀκούσωσι τὸν ζουρνᾶ τοῦ χυδαίου ἀστοῦ, ἀφοῦ θέλωσι νὰ προκαλῶσι κάθε ἑσπέραν διαδηλώσεις, τὰς ὁποίας σήμερον βλέπωμεν διαδραματιζομένας εἰς βάρος τοῦ ἔθνους. Κύριοι, σκεφθῆτε πάντες, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη, τὴν ὁποίαν προκαλεῖτε, δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ τὴν τυραννίαν, καὶ τότε οὔτε θεσμοὺς θὰ ἔχωμεν, οὔτε Πολιτείαν, ἀλλὰ Κυβερνεῖον Ῥωσσικόν! (Χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν).
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παναγιωτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§159ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ διακόψωμεν πλέον, κύριε Πρόεδρε.
§160ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ μεταβῶμεν νὰ φάγωμεν. Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος δὲν θὰ ὁμιλήσῃ.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταματιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§162Π. ΡΙΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀντέχομεν πλέον. Ἐπὶ ἓξ ὥρας συνεχῶς παραμένομεν ἐνταῦθα. Φέρω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταματιάδης ἐπρόκειτο ὀλίγας λέξεις νὰ εἴπῃ, καὶ θὰ ἐλύετο ἡ συνεδρίασις. Ἤδη θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν Δευτέραν πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει θὰ ἦναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§164Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐκθέσεως νέας.
§166Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Οὐδέποτε ἐζητήθη νέα ἔκθεσις, ὁσάκις ὑπεβλήθησαν δηλώσεις.
§167Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὑπάρχει ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκάλεσα ψηφολέκτας διὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.
§169Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δηλῶ, ὅτι τὸ νὰ προκληθῇ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ ἄνευ ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἀντιβαίνει οὐ μόνον εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἐν γένει καθιερωθέντα. Ὄχι μόνον εἶναι ἀντισυνταγματικόν, ἀλλ’ ἀντίκειται καὶ εἰς τὴν στοιχειωδεστέραν λογικήν, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς συζήτησιν νέου προϋπολογισμοῦ χωρὶς ν’ ἀποφανθῇ ἡ μόνη ἐπιτροπή, ἡ καθιερωμένη παρὰ τοῦ Συντάγματος· ἐκτὸς ἐὰν ἔχητε τὴν ἀξίωσιν, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ κατηργήθη. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως οὐδεὶς νὰ ἀνεχθῇ τοιαύτην πρᾶξιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα μεταβάλλει, χωρὶς ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζομένη, νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§170ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§171Π. ΡΙΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν ἔνστασιν, καὶ ἐπιμένω εἰς ταύτην.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος τῶν κ. Βουλευτῶν. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνοματικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτῶν Γ. Ραδινοῦ καὶ Εὐάγγ. Καναβαριώτου, ὡς ψηφολεκτῶν. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 130 Βουλευτῶν. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Σταματιάδης.
§174ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ προχθὲς ἐζήτησα τὸν λόγον, καὶ ἐπανειλημμένως ζητῶ τὸν λόγον.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνόμισα ὅτι παραιτεῖσθε. Ὁρίστε, κύριε Μονοκροῦσε.
§176Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶχεν ἐγερθῆ τὸ ζήτημα τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Μονοκροῦσον). Σχετικῶς πρὸς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ ὁμιλήσητε;
§178ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Ὄχι.
§179Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἡμερησίας διατάξεως παρενέπεσε, διότι ἔγεινεν ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πρῶτον ἀντικείμενον τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως θὰ ἦναι ὁ προϋπολογισμός. Ἐζητήσατε ἀμέσως τὸν λόγον, καὶ σᾶς τὸν ἔδωκα. Ὑποθέτω δ’ ὅτι ἔκλεισεν ἡ συζήτησις αὕτη.
§181Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐζήτησα τὸν λόγον, νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν; Ὅτε ὑμεῖς ἀνηγγείλατε, ὅτι θὰ τεθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ὁ προϋπολογισμός, εἶχεν ἤδη γείνῃ ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Λοιπὸν ἠθελήσατε νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου ἐπὶ τῇ ἐνστάσει τῆς μὴ ἀπαρτίας, ὅπως ἀναγγείλητε τοῦτο. Τότε ἐζήτησα τὸν λόγον, καὶ ἔφερα τὰς παρατηρήσεις μου, μεθ’ ὃ διεκόπη ἡ συζήτησις ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου. Ἑπομένως τὸ ζήτημα τῆς προτάξεως ἢ μὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῆς ἀντισυνταγματικότητος ἢ μὴ τῆς προτάξεως ταύτης, παρεμπιπτόντως δύναται νὰ θεωρηθῇ μᾶλλον ὡς ὁμιλία ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, διότι ὑπῆρχεν ἔνστασις μὴ ἀπαρτίας.
§182Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ παρεμπιπτόντως ἐὰν ἐγίνετο ἡ παρατήρησις αὕτη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἣν ἐπὶ τοῦ θέματος ἔχω γνώμην. Ὅτε εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν τὰς δηλώσεις περὶ τῶν ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, παρετήρησα ὅτι αἱ μεταβολαὶ ἠδύναντο νὰ προταθῶσιν ὡς τροπολογίαι κατὰ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπεθύμουν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐντοπισθῇ εἰς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὰς μεταβολὰς ταύτας, διὰ τοῦτο προέβην εἰς δηλώσεις μετὰ πινάκων ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ συντεταγμένων, ὅπως φωτισθῇ ἡ Βουλὴ περισσότερον. Οὐδεὶς ὅμως ὑπάρχει λόγος, ὅπως αἱ δηλώσεις ἢ μᾶλλον αἱ τροπολογίαι αὗται ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἔχομεν ἄπειρα προηγούμενα. Πάντες οἱ διατελέσαντες Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ συνεργασθέντες μετὰ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν προϋπολογισμῶν, θέλουσι προκαλούμενοι ἀνομολογήσει, ὅτι οὐδέποτε προεβλήθη πρότασις περὶ παραπομπῆς τῶν τοιούτων δηλώσεων ἢ τροπολογιῶν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν. Κατὰ τὴν τελευταίαν πολλάκις στιγμὴν τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν προϋπολογισμῶν ὑπεβλήθησαν εἴτε ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, εἴτε ὑπὸ Βουλευτῶν, ἐγένοντο δὲ ἀποδεκταὶ ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, προτάσεις περὶ τροπολογιῶν ἑκατομμυρίων ὅλων ἰδίως τῶν ἐξόδων, διότι ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα δὲν ἐγείρεται συνήθως ἀμφισβήτησις. Ἀρκοῦμαι μνημονεύων ἓν τελευταῖον προηγούμενον. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεις, διὰ τῶν ὁποίων προέβαλε τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν κατὰ 2,200,000. Οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑποβαλοῦσα τὰς δηλώσεις ταύτας, οὐδέ τις τῶν Βουλευτῶν προέβαλε τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρέπει αἱ δηλώσεις αὗται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένος εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἐὰν, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, τότε ἐψηφίζοντο δύο ἢ τρία τῶν νομοσχεδίων, βεβαίως ἠθέλομεν εἰσέλθει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, χωρὶς ποτε νὰ ἐγερθῇ οὐδ’ ἐκ μέρους ἡμῶν οὐδ’ ἐκ μέρους ἄλλων ἀντίρρησις, ὅπως αἱ δηλώσεις αὗται ὑποβληθῶσιν ἐκ νέου εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αἱ δηλώσεις αἱ ἡμέτεραι ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν προβαλλομένων νέων πιστώσεων εἶναι κατώτεραι, διότι εἶναι ποσότητος ἥσσονος τῶν 2,200,000 δραχμῶν. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν λόγος νὰ ἐπιβραδυνθῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ ψήφισις ἕνεκεν ἐνστάσεως μὴ στηριζομένης οὐδὲ εἰς τὸ γράμμα οὐδὲ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, οὐδὲ εἰς τὸ παρελθὸν τὸ κοινοβουλευτικόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὑποβληθείσας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων προτάσεις ἡμῶν, βεβαίως δὲν δύναται νὰ προβληθῇ ἡ ἔνστασις, ὅτι δέον νὰ προηγηθῇ ἡ προεξέτασις τῆς ἐπιτροπῆς, διότι καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ δηλώσεως προέβαλε τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων κατὰ 500,000 δραχμάς...
§183Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκείνη συνεζητήθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀνεγράφη ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς.
§184ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεγράφη μὲν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἡ πρότασις περὶ μειώσεως τῶν ἐσόδων κατὰ 1,000,000 λόγῳ τῆς ἐπελθούσης διὰ νόμου μεταβολῆς τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὰς προταθείσας αὐξήσεις τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐσόδων. Τὸ ἐνδιαφέρον θέμα εἶναι τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰς δηλώσεις περὶ αὐξήσεως τῶν πιστώσεων, διότι ὡς πρὸς ταύτας ἐγένετο ἡ παρατήρησις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Μετὰ τὰ βραχέα ταῦτα νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀπαρνηθῶμεν τὸ παρελθὸν καὶ ὅλα τὰ προηγούμενα, καὶ νὰ ἐπιζητήσωμεν ἀφορμὰς, ὅπως παρελκυθῶσιν αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου ὡς πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Προτείνομεν δὲ νὰ ἀναγραφῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς προσεχοῦς Δευτέρας ὁ προϋπολογισμός.
§185Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λησμονεῖ, ὅτι αἱ δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, κατὰ τὰ 9/10, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μὴ ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίζετο ὁ προϋπολογισμὸς, τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας, τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων κλπ. Ἡ μὴ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων τούτων προὐκάλει τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν. Δὲν λέγω ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας δὲν ὑπέδειξε καὶ ἄλλας δηλώσεις. Βεβαίως ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας ὑπέδειξε καὶ ἄλλας δηλώσεις, ἀλλὰ αἱ δηλώσεις αὗται ἦσαν συνέπειαι καὶ συνδεδεμέναι στενῶς μὲ τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐμελέτησεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Σήμερον δὲν ἔχομεν δηλώσεις παρουσιαζομένας εἴτε ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, καὶ θιγούσας μίαν ἢ δύο ἢ τρεῖς πιστώσεις. Σήμερον ἔχομεν ὁλόκληρον προϋπολογισμὸν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λησμονεῖ ὅτι δὲν προέβαλε δηλώσεις εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ὅτι ὑπέβαλε προϋπολογισμὸν, ὃν ἐπέγραψε «προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1903, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τῶν γενομένων ἐπ’ αὐτοῦ ἐν γένει δηλώσεων, τῶν ζητηθεισῶν διὰ νομοσχεδίων πιστώσεων καὶ τῶν διὰ νόμων ψηφισθεισῶν τοιούτων.» Ὅλοι οἱ προϋπολογισμοὶ στηρίζονται ἐπὶ νόμων, στηρίζονται ἐπὶ συμβάσεων, στηρίζονται ἐπὶ δηλώσεων. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ προϋπολογισμὸς, μὴ ἔχων αὐτὰς τὰς βάσεις, τοὺς νόμους καὶ τὰς δηλώσεις· ἄρα πρόκειται περὶ προϋπολογισμοῦ εἰσάγοντος δαπάνας, διὰ τὰς ὁποίας οὐδεμία γίνεται ἐξήγησις, ἐλαττοῦντος ἄλλας δαπάνας, περὶ τῶν ὁποίων ὡσαύτως οὐδεμία δίδεται ἐξήγησις, εἰσάγοντος αὐξήσεις ἐξόδων, περὶ τῶν ὁποίων ὡσαύτως οὐδεμία δίδεται ἐξήγησις. Πῶς θέλετε, ὁλόκληρον προϋπολογισμὸν, εἰσάγοντα νέα ἔσοδα, εἰσάγοντα αὐξήσεις ἐσόδων, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἡμεῖς ἔχομεν πληροφορίαν ποῦ βασίζονται, εἰσάγοντα ἀνατροπὴν σχεδὸν πολλῶν κεφαλαίων ἐξόδων, πῶς εἶναι δυνατὸν, τοιοῦτον προϋπολογισμὸν, ὑποβληθέντα σήμερον, νὰ συζητήσωμεν τὴν Δευτέραν τὸ πρωΐ, χωρὶς νὰ διέλθῃ ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ ἄλλαι ἐπιτροπαὶ, αἱ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ὁριζόμεναι, δὲν ἐργάζονται, ἀλλὰ μέχρι σήμερον ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ συνταγματικῶς ἐπιβαλλομένη, ἐργάζεται.
§186ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν εἰργάσθη.
§187Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύνασθε νὰ βεβαιώσητε ὅτι δὲν εἰργάσθητε ὑμεῖς, ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ βεβαιώσητε, ὅτι δὲν εἰργάσθη ἡ ἐπιτροπή. Ὑμεῖς ἀσχολεῖσθε εἰς συγγράμματα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλετε εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἴσως δὲν ἔχετε καιρόν.
§188ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἤμην εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἠξεύρω τί ἐγίνετο.
§189Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν ἐσεβάσθημεν μέχρι σήμερον ἐπὶ ἑκάστης πιστώσεως, εἴτε τακτικῆς, εἴτε ἐκτάκτου, εἴτε ἀναπληρωματικῆς, δὲν γνωρίζω, λέγω, ἐὰν τὴν διάταξιν ταύτην δυνάμεθα καὶ πρέπει νὰ τὴν καταργήσωμεν. Ὑπάρχει ὅμως εἷς λόγος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείγεται νὰ περατώσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Δὲν παραγνωρίζομεν τὸν λόγον αὐτόν· τὸν ἀναγνωρίζομεν, ἀλλὰ δὲν πρέπει, διότι ἐπείγεταί τις, ἢ διότι ἐπείγεται ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ νὰ περατώσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς, δὲν πρέπει νὰ παραβιάσωμεν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, σχετιζομένην μὲ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ ἥτις πολλάκις ἔσωσε τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Ἂς συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ αὔριον, ἂς κάμῃ τὴν ἔκθεσίν της ἀμέσως, ἀλλ’ ἂς σεβασθῶμεν τὸ Σύνταγμα. Διὰ νὰ κερδίσωμεν μίαν ἢ δύο ἡμέρας, πρέπει τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος νὰ τὴν παραβιάσωμεν; Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι πρέπον, δὲν εἶναι συμφέρον. Ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ συνέλθῃ ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας, ἡ ἐξέλεγξις τῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁ νέος προϋπολογισμὸς, εἶναι ἔργον μιᾶς ἢ δύο τὸ πολὺ συνεδριάσεων τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς νομίζω ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Δύναται πολὺ καλὰ νὰ συνέλθῃ, καὶ ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο συνεδριάσεων νὰ τελειώσῃ τὴν ἐργασίαν της, καὶ νὰ θεραπεύσωμεν τοιουτοτρόπως καὶ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλή, νὰ περατώσῃ τὰς ἐργασίας της, καὶ νὰ μὴ παραβιάσωμεν καὶ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία εἶναι θεμελιώδης καὶ τὴν ὁποίαν πάντοτε ἐσεβάσθημεν.
§190Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἡμεῖς εἴχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ζητοῦντες νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Δευτέρας ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ παραβιάζομεν τὸ Σύνταγμα, βεβαίως ἠθέλομεν καταφύγει εἰς τοῦτο, νὰ ζητήσωμεν, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ συνέλθῃ ὡς τάχιστα καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της. Δυστυχῶς καὶ ὡς πρὸς τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης. Εἶναι δὲ λυπηρὰ σύμπτωσις νὰ διαφωνῶ πρὸς αὐτὸν εἰς τὰ πλεῖστα τῶν θεμάτων, ὅσα συζητοῦνται ἐν τῇ Βουλῇ. Ὅτε ἐγὼ παρετήρησα, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅτε προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐζήτει ν’ αὐξηθῶσιν αἱ πιστώσεις κατὰ 2,200,000, δὲν ἐζήτησε νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ δηλώσεις αὗται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι αἱ δηλώσεις ἐκεῖναι ἐστηρίζοντο εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν εἶχον ψηφισθῆ οἱ νόμοι οἱ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑποβληθέντες. Ὡς πρὸς τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτὸν, παρατηρῶ, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν ἡμετέρων δηλώσεων ἐκ τοῦ λόγου τούτου ἀκριβῶς πηγάζουσιν, ὅτι δὲν ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι οἱ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προταθέντες, οὗ ἕνεκεν δέον ν’ ἀναγραφῶσιν αἱ πιστώσεις ὅπως εἶχον καὶ πρίν. Δὲν ἐψηφίσθη, ἐπὶ παραδείγματι, τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν δαπανῶν τῶν ἀρχαιοτήτων· ἀναγκαίως αἱ δαπάναι θὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμόν. Δὲν ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον τὸ προξενικόν· ἀναγκαίως αἱ δαπάναι αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὸν προξενικὸν νόμον θὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμόν. Δὲν ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, οὗ ἕνεκεν ἡ σχετικὴ πίστωσις δέον ν’ ἀναγραφῇ συμφώνως πρὸς τὸν ἰσχύοντα νόμον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς ὑμᾶς, ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐστηρίζοντο πᾶσαι εἰς τὸν λόγον τοῦτον, τουτέστιν εἰς τὸ ὅτι δὲν ἐψηφίσθησαν ὅλα τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια, διότι αἱ πλεῖσται ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐντελῶς ξέναι πρὸς τὸ γεγονός, ὅτι δὲν ἐψηφίσθησαν τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια. Ἰδοὺ ἓν παράδειγμα. Ἀναγράφεται πίστωσις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ μισθοδοσίαν ἐπιτρόπου παρὰ τῇ Διεθνεῖ Οἰκονομικῇ Ἐπιτροπῇ· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἀναγραφεῖσα πίστωσις ἦτο ποσότητος ἀναλόγου πρὸς βαθμὸν τμηματάρχου, ἐγένετο, ὡς φαίνεται, εἰς τὸν προκάτοχόν μου ἡ παρατήρησις, ὅτι ἦτο δυνατὸν ὑπὸ τὸν βαθμὸν τοῦτον νὰ μὴ γένηται δεκτὸς ὁ ἐπίτροπος παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ, οὗ ἕνεκεν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν δήλωσιν, ὅπως ἀναγραφῇ πίστωσις ἀνωτέρα, ἀνάλογος μὲ τὸν βαθμὸν Γενικοῦ Γραμματέως. Αἱ πλεῖσται τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου μου οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὰ μὴ ψηφισθέντα νομοσχέδια, ἐνῷ αἱ ἡμέτεραι κατὰ τὸ πλεῖστον κυρίως ἐκ τούτου προέρχονται, ὅτι δὲν ἐψηφίσθησαν τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν ἤθελον παρακαλέσει νὰ ἐξετάσῃ, τί ἐγένετο ἐν τῇ ἐπιψηφίσει τῶν προϋπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ἐὰν τοῦτο πράξῃ, θέλει πεισθῆ, ὅτι ἰδίως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, εἰς τὸ ποσὸν τῶν πιστώσεων, τοιαῦται καὶ τοσαῦται τὴν τελευταίαν στιγμὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγένοντο μεταβολαὶ, ὥστε νὰ ἐξέλθῃ τῆς Βουλῆς ὁ προϋπολογισμὸς ὅλως ἀλλοῖος ἐκείνου, ὅστις εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ ἐξετασθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὑπῆρξεν εἰσηγητὴς προϋπολογισμοῦ τινος, τοῦ 1990, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής· ὅτε δὲ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐψηφίσθη ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος, προεβλήθησαν πολλαὶ προτάσεις περὶ μεταβολῆς τῶν πιστώσεων, ἐγένοντο δεκταὶ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀνεγράφησαν. Δὲν δύναταί τις νὰ ἐπικαλεσθῇ ἀριθμοὺς, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν ἀρχήν. Ἡ ἀρχὴ εἶναι μία, εἴτε πρόκειται περὶ χιλίων δραχμῶν, εἴτε περὶ ἑκατομμυρίων. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἀρχὴ εἶναι παραδεδεγμένη, ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ προτείνῃ τὴν αὔξησιν τῶν πιστώσεων κατὰ 2,000,000, δύναται νὰ τὴν προτείνῃ καὶ κατὰ 10,000,000. Ἡ ἀρχὴ δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι συζητοῦμεν ἀσκόπως, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἠδυνάμεθα ἄριστα νὰ μὴ προβάλωμεν τὰς δηλώσεις, ὅπως τὰς προεβάλομεν, καὶ νὰ ζητήσωμεν νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτε δὲ θὰ συνεζητεῖτο σχετικόν τι κεφάλαιον ἢ ἄρθρον, ἠδυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν τὴν τροπολογίαν. Εἶναι αὐτὸ σκόπιμον; Ἡμεῖς ἐπροτιμήσαμεν νὰ προβάλωμεν τὰς τροπολογίας διὰ δηλώσεων λεπτομερῶν, διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταδώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν πάσας τὰς πληροφορίας, πάντας τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκεν ἠναγκάσθημεν νὰ προβάλωμεν τὰς δηλώσεις αὐτὰς, ἵνα μὴ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐγερθῇ τὸ παράπονον, ὅτι δὲν εἰδοποιήσαμεν τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως περὶ τῶν λόγων, οἵτινες ὑπηγόρευον ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν μεταβολήν. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ, ὅπως ὡς πρῶτον ἀντικείμενον συζητήσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς μεθαύριον ἀναγραφῇ ὁ προϋπολογισμός.
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ποῖον ὄνομα πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὸ φυλλάδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις συγκατέθηκεν εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι δηλώσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ; Εἶναι προϋπολογισμός; Εἶναι πιστώσεις συμπληρωματικαὶ, ἔκτακτοι, ἢ εἰδικαί; Διότι ὁ χαρακτηρισμὸς οὗτος εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖος, διὰ νὰ ὁδηγηθῶμεν τί πρέπει νὰ πράξωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Τοῦτο ἐξηγεῖ αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὴν ἔκθεσιν. Καὶ δὲν τὸ ἐξηγεῖ μόνον ἐν τῷ ἐξωφύλλῳ, ἐφ’ οὗ ἀνέγραψε τὴν ἐπιγραφὴν ταύτην: «Ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1903, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τῶν γενομένων ἐπ’ αὐτοῦ ἐν γένει δηλώσεων, τῶν ζητηθεισῶν διὰ νομοσχεδίων πιστώσεων καὶ τῶν διὰ νόμων ψηφισθεισῶν τοιούτων», ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως συνάγεται, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γράφει ἐν αὐτῇ, ὅτι «ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς δηλώσεις ἢ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἢ τροπολογιῶν ἐπὶ τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβεβλημένου προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1903, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη κλπ.»
§192ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Βεβαίως, δηλώσεις.
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν δὲν εἶναι δηλώσεις μόνον. Λέγει ὁ Ὑπουργὸς «δηλώσεις ἢ προτάσεις». Ἐπὶ τῶν δηλώσεων ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ γιγνόμενον, νὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ μὴ παραπέμπωνται εἰς τὴν ἐπιτροπήν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ποιήσηται τὴν ἀναγκαίαν προεπεξεργασίαν, ἵνα ἀνεύρῃ οὐχὶ μόνον ἂν τὰ ζητούμενα ποσὰ πρέπει νὰ προστεθῶσι διὰ τῶν δηλώσεων, διότι εἶναι ἀναγκαῖα ἢ ὠφέλιμα, ἀλλὰ προσέτι ἵνα ἀνεύρῃ, ἐὰν εἶναι ἀναγκαῖον τὸ ὅλον τῶν πιστώσεων, ὅπως τυχὸν κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους μὴ περιέλθῃ ὁ Ὑπουργὸς εἰς ἀμηχανίαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο παρελείφθη ποτὲ, καὶ ἂν παρελείφθη συνήθως, ὁ κίνδυνος δὲν ἦτο μέγας, διότι προεβάλλετο νὰ προστεθῶσι χιλιάδες τινὲς εἰς ἄρθρον τι τῶν ἐξόδων, ἢ νὰ προστεθῶσι χιλιάδες τινὲς εἰς ἄρθρον τι τῶν ἐσόδων· νῦν ὅμως πρόκειται περὶ τοιαύτης τινὸς δηλώσεως ἐνταῦθα; Ἀφίεταί τι ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον δὲν τροποποιεῖται; Ἀφίεται, μάλιστα, Κύριοι. Τί ἀφίεται; Δὲν τροποποιοῦνται μόνον τὰ ἑξῆς: Τὸ Κεφάλαιον Αʹ τοῦ Μέρους Αʹ «ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους», διότι τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τροποποιηθῇ· εἶναι ὑποχρεώσεις ὡμολογημέναι, ἀνειλημμέναι ὑπὸ τοῦ Κράτους, καὶ πρέπει νὰ ἐκπληρωθῶσι. Τὸ Κεφάλαιον Βʹ, «Χορηγήματα», τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ, διότι νόμοι καὶ διατάγματα προσδιώρισαν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται, ἵνα πληρωθῶσιν εἰς διαφόρους ἰδιώτας, καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ πληρωθῶσι. Τὸ Κεφάλαιον Γʹ, «Συντάξεις», τὸ ὁποῖον ὡσαύτως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ. Τὸ Κεφάλαιον Δʹ, «Βασιλικὴ χορηγία», ἥτις ἐκανονίσθη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ. Πᾶσαι αὗται αἱ πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰσιν ἀμετάβλητοι, διότι παριστῶσιν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους· τοιαῦται δ’ εἰσὶ τὰ χορηγήματα, αἱ συντάξεις, ἡ Βασιλικὴ χορηγία. Πάντα τὰ ἄλλα μεταβάλλονται. Λοιπὸν τὰ εἰσαχθέντα εἰσὶ δηλώσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ἀκούσατε, τί δι’ αὐτῶν μεταβάλλεται. Μεταβάλλεται τὸ Κεφάλαιον Εʹ τοῦ Μέρους Αʹ τῶν ἐξόδων, μεταβάλλεται τὸ Κεφάλαιον Ϛʹ τοῦ Μέρους Βʹ τῶν ἐξόδων, μεταβάλλονται τοῦ Μέρους Γʹ τῶν ἐξόδων τὰ Κεφάλαια Ζʹ, Ηʹ, Θʹ, Ιʹ, ΙΑʹ, ΙΒʹ, ΙΓʹ. Μεταβάλλεται τὸ Κεφάλαιον ΙΔʹ καὶ ΙΕʹ τοῦ Μέρους Δʹ καὶ τοῦ Μέρους Εʹ τῶν ἐξόδων. Τί μένει λοιπὸν ἀμετάβλητον; Εἶναι ταῦτα προϋπολογισμός; Προϋπολογισμὸν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν; ἢ ζητεῖτε νὰ προστεθῶσι δηλώσεις 60 ἢ 100 ἢ 200 χιλιάδων δραχμῶν; Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἁπτώμεθα μετὰ τοσαύτης ταχύτητος καὶ προθυμίας θεμάτων, τὰ ὁποῖα κανονίζονται ἀπὸ τὸ πολίτευμα τοῦ τόπου. Ἐὰν ἐπιτροπή τις ἐκ τῶν ἐπιτροπῶν, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι ἀπῄτησαν, δὲν ἐργάζηται ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, ἐὰν τὰ νομοσχέδια εἰσάγωνται καὶ συζητῶνται ἀμέσως, θέλει ἐπιτρέψει ἡ Βουλὴ, θέλει ἀνεχθῆ ὁ τόπος, καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ νὰ εἰσάγωνται καὶ νὰ ψηφίζωνται καὶ νὰ γίνωνται ἀποδεκτοὶ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἄνευ προβασάνου, ἄνευ προεξελέγξεως; Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας. Τὸ πρᾶγμα ἔχει μεγάλας καὶ σοβαρὰς συνεπείας, καὶ πρὸ τῶν συνεπειῶν τούτων ὀφείλετε νὰ προσέξητε, ἵνα μὴ προβῆτε εἰς ἀπόφασιν, ἥτις θέλει ἔχει τῷ ὄντι ἀποτελέσματα ἐπικίνδυνα.
§194Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ γενόμενα, κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ παρελθόντι παρέχουσι δίδαγμα καὶ φῶς διὰ τὴν πορείαν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τὸ μέλλον. Πρώτην φορὰν παρουσιάζεται τὸ ζήτημα, καὶ τὸ ζήτημα θὰ συζητηθῇ, ἀλλὰ θὰ λυθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων ἐν τῷ παρελθόντι, καὶ τὸ παρελθὸν μᾶς διδάσκει, ὅτι ἀπὸ τοῦ πρώτου προϋπολογισμοῦ μετὰ τὸ Σύνταγμα μέχρι τοῦ περυσινοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐπεκράτησεν ἡ συνταγματικὴ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριζαν εἴτε ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, εἴτε ὁ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτής. Καὶ ἐπεσείσθη καὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου πάλιν ἡ σημαία τῆς φυλακῆς τῶν θεσμῶν καὶ τοῦ Συντάγματος. Ἔχομεν συνταγματικὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δέον νὰ ἐπεξεργασθῇ τοῦτον, ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τὸ ἔργον τῆς ἐπεξεργασίας ἐγένετο, καὶ ἡ ἔκθεσις ὑπεβλήθη. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως ταύτης ἐπηκολούθησε σειρὰ μέχρι τῶν τελευταίων ἡμερῶν ἀτελεύτητος δηλώσεων, προτάσεων, τροπολογιῶν, ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, αἵτινες πᾶσαι ἀνεβίβασαν καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα κατὰ ἑκατομμύρια ὅλα. Τίς εἶναι ὁ τύπος τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐργασίας ἐπὶ τῶν τοιούτων; Ἀναδιφήσατε τὰς σελίδας τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν. Θέλετε ἴδει, ὅτι καθ’ ὅλας ταύτας τὰς δηλώσεις, τὰς ἑκάστοτε ὑποβληθείσας, ἀναγράφεται ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς «παρεπέμφθη εἰς τύπωσιν», ὅπου δὲ ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐπεξεργασίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παρέπεται εἰς τὴν ἀναγραφὴν ταύτην ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς ἡ φράσις «παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν». Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ καθῆκον τὸ συνταγματικὸν τῆς Βουλῆς, ἵνα διαπέμψῃ τὸν ὑποβαλλόμενον προϋπολογισμὸν εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς μεγάλης ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τὸ γενόμενον ἀπὸ τοῦ πρώτου προϋπολογισμοῦ μετὰ τὸ Σύνταγμα μέχρι σήμερον δὲν δικαιολογεῖ τὰς ὀψιγενεῖς ἢ τὴν τελευταίαν ταύτην στιγμὴν διατυπωθείσας συνταγματικὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Δύναμαι νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν ἐπήρχετο Κυβερνητικὴ μεταβολὴ, καὶ ἐκαλούμεθα σήμερον εἰς συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβεβλημένου, αἱ δηλώσεις θὰ ἤρχοντο εἰς συζήτησιν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπεξεργασίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τότε θὰ εὑρισκόμεθα βεβαίως ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ ἐδάφους, διότι θὰ εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅστις μετὰ σπουδῆς ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος, δὲν ἔσχεν ἐπαρκῆ ἐπιχειρήματα, ἵνα ἀναπτύξῃ τοῦτο, καὶ κατέφυγεν εἰς τὴν ἐπωδὸν, ἥτις εἶναι τόσον συνήθης ἀπό τινος ἐπὶ τῶν πολιτικῶν συζητήσεων, εἰς τὸ κατασταθὲν πλέον μορμολύκειον τοῦ Συντάγματος, ὡς κατήντησεν, ἀδιάφορον πόθεν.
§195Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί μένετε σεῖς ἐδῶ καὶ συζητεῖτε, ἐὰν ἦναι μορμολύκειον τὸ Σύνταγμα;
§196Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλομεν σᾶς ἀποδείξει, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἄρτης, ὅτι μετὰ σπουδῆς ἐσπεύσατε νὰ ἐπιληφθῆτε τοῦ ζητήματος. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἐξ Ἄρτης οἰκονομολόγου καὶ παρατηρητοῦ καὶ ἐπιτηρητοῦ τῆς τηρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος; Ἀνέγνω τὸ ὑποβληθὲν τοῦτο (σείει ἓν ἔντυπον προϋπολογισμοῦ) χαρτὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Δηλαδὴ ἀνέγνω τὸν τίτλον τοῦ ἐντύπου, καὶ δὲν ἔσχε τὸν κόπον νὰ κατέλθῃ ἀναγινώσκων, ἵνα ἴδῃ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τροπολογιῶν, ἀλλὰ περὶ προϋπολογισμοῦ τροποποιηθέντος κατὰ τὰς δηλώσεις. Ἀλλὰ, Κύριοι, οἱ τίτλοι δὲν εἶναι οὐσία, δὲν εἶναι τὸ κείμενον, καὶ οἱ τίτλοι σχίζονται (σχίζει τὸ ἐξώφυλλον τοῦ ἐντύπου), καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν οὐσίαν. Καὶ τί λέγει ἡ οὐσία; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἀνέγνωσε τὴν πρώτην παράγραφον τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, καὶ ἡ ἀνάγνωσις μόνη, κατὰ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν, ἔδωκε τὴν λύσιν, καὶ ἡ λύσις εἶναι ἀντίθετος τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Εἶναι προϋπολογισμὸς οὗτος; ἢ δηλώσεις; Ἐὰν τυχὸν αἱ δηλώσεις ἀνέρχωνται εἰς ἑκατομμύρια, χάνουν τὴν ἰδιότητα τῶν δηλώσεων καὶ ὑποδύονται τὴν ἰδιότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους; Ἂς ἴδωμεν, ἐὰν εἶναι δηλώσεις ἢ ἄρτιος προϋπολογισμὸς (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὴν Βουλήν. «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς δηλώσεις ἢ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἢ τροπολογιῶν ἐπὶ τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβεβλημένου προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1903, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δηλώσεων κλπ.» Βλέπετε, ἔχομεν προτάσεις, δηλώσεις, τροπολογίας μεταβολάς· ἀλλὰ, Κύριοι, πάντα ταῦτα ἀποτελοῦσι μίαν λέξιν, μίαν ἔννοιαν λογιστικῶς, πάντα ταῦτα ἀποτελοῦσι τὴν λέξιν δηλώσεις, αἱ δηλώσεις δὲ αὗται δύνανται νὰ ἦναι τροπολογίαι, δύνανται νὰ ἦναι μεταβολαὶ ἐπὶ τὰ ἐλάσσω ἢ ἐπὶ τὰ πλείω, δύνανται νὰ ἦναι μεταβολαὶ ἐπὶ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ Κεφαλαίου ἢ ἄρθρου, ἀλλὰ πάντοτε εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχουσι τὴν ἔννοιαν τῶν δηλώσεων. Ἐπὶ τῶν δηλώσεων ἄρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεφύη τὸ ζήτημα τὸ Συνταγματικὸν, καὶ εἶναι βεβαίως ζήτημα, ἀλλ’ οὐχὶ τόσον σοβαρὸν καὶ χρῆζον σπουδαίας ἐρεύνης, ἀλλὰ λυόμενον μὲ τὴν ἁπλῆν ἀνάγνωσιν τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, τῶν κυρούντων οἱονδήποτε προϋπολογισμόν. Δὲν θέλω νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθὸν, ἵνα σᾶς ἀναφέρω, ὅτι κατὰ κανόνα σπουδαιόταται δηλώσεις ἑκατομμυρίων ὅλων, ἢ τροπολογίαι, ἢ μεταρρυθμίσεις, ἐγένοντο καὶ ἐψηφίσθησαν τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐν τῇ κατ’ ἄρθρον ψηφίσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἐπεξεργασία τις ἐπ’ αὐτῶν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ διατὶ ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθόν; Τὸ σοβαρὸν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον προέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μεταβολαὶ κολοσσιαῖαι, καὶ σᾶς εἶπε: «Τί ἀπέμεινε πλέον ἐκ τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ;» Ἀλλ’ ὅλαι αὐταὶ αἱ δηλώσεις, αἱ τροπολογίαι, εἰς τί ποσὸν ἀνέρχονται; Ἀναγνώσατε εἰς τὴν τρίτην σελίδα τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντος ἐντύπου, παραβάλετε, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι δὲν ἔφθασαν εἰς ποσὸν μεῖζον τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα εἶχε προβάλει διὰ δηλώσεων ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἠξίωσε τὴν τοιαύτην συνταγματικὴν ἑρμηνείαν τῆς ἐπεξεργασίας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει): «Ἔξοδα.
| «Προσετέθησαν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως διὰ δη- | |
| λώσεων | 2,200,392.— |
| «Ὡσαύτως διὰ τῶν ψηφισθέντων νόμων | 683,733.54 |
| 2,884,125.54 | |
| «Προστίθενται αἱ αἰτηθεῖσαι πιστώσεις | 56,000.— |
| 2,940,125.54 | |
| «Ἐξεπέσθησαν διὰ δηλώσεων τῆς προκατό- | |
| χου Κυβερνήσεως | 353,810.— |
| 2,587,315,54 | |
| «Ἀφαιροῦνται κατὰ τὰς τροπολογίας τῆς | |
| σημερινῆς Κυβερνήσεως ἔξοδα | 1,894,740.32 |
| Προστίθενται κατὰ τὰς τροπολογίας τῆς | |
| σημερινῆς Κυβερνήσεως πιστώσεις | 2,038,981.64». |
Πόσα εἶναι τὰ ποσὰ διὰ τῶν τροποποιήσεων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; Ἠκούσατε. Πόσα εἶναι τὰ ποσὰ διὰ τῶν τελευταίων δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἐπίσης ἠκούσατε. Ὑπὸ τίνα ἔννοιαν θέλετε λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα; Ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν γενομένων ἐν τῷ παρελθόντι; Φέρετε μίαν περίπτωσιν, καθ’ ἣν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν μία δήλωσις, ἐτυπώθη, διενεμήθη καὶ ἀπεστάλη εἰς τὴν προεπεξεργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς καθεστηκυίας τάξεως, ἐπὶ τῶν δηλώσεων ἔχομεν δεδομένον ἐκ τοῦ παρελθόντος τὸ δίδαγμα, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ ἐπεξεργασία τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὰς συνταγματικὰς θεωρίας τοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ. Ὑπὲρ τοὺς λόγους κεῖνται αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀφίνουσιν εὐγλωττοτέραν φωνὴν τῆς φωνῆς τοῦ ἐκ Γόρτυνος κυρίου Βουλευτοῦ, καὶ ἡ εὔγλωττος αὕτη φωνὴ τῶν γεγονότων λέγει, ὅτι καὶ προηγουμένως, μόλις πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν, ὑπεβλήθησαν ὑπ’ αὐτοῦ δηλώσεις ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, καὶ αἱ δηλώσεις αὗται δὲν ἀπεστάλησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως ὑποστῶσι τὴν προβαλλομένην ἤδη ἐπεξεργασίαν κατὰ τὸ Σύνταγμα. Τὰ ἐκ τοῦ παρελθόντος λοιπὸν διδάγματα καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων ὑποστηριζόμενα μᾶς πείθουσιν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἔντυπον τὸ ὁποῖον συνηρμολόγησεν, ἵνα παράσχῃ ἐκ τῶν προτέρων τὰ μέσα διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐν ᾧ εἰκονίζονται αἱ οἰκονομικαὶ ἰδέαι του, ἐν ἀντιθέσει καὶ ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰς ἰδέας τῶν προκατόχων, εἶναι πρόνοια, ὅπως παράσχῃ φῶς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· δὲν εἶχε δὲ καμμίαν συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἀποστείλῃ πρότερον τὰς δηλώσεις ταύτας εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὑπάρχοντος ζητήματος, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην· ἀλλ’ ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, οἱαδήποτε καὶ ἂν ὑπάρξῃ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ συνταγματικὴ θεωρία, ἣν ὑπεστήριξαν οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ Γόρτυνος καὶ Ἄρτης, προεβλήθη τὴν τελευταίαν στιγμήν, μόνον ἵνα παρεμβληθῇ κώλυμα καὶ ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις τοῦ παρελθόντος, πρὸς διαιώνισιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχουν, Κύριοι, πολλοὶ οἱ ἐχθροὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ οἱ μεγαλείτεροι ἐπίβουλοι αὐτοῦ εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Μὴ δίδομεν ἐπιχειρήματα διὰ τῆς τοιαύτης πολιτείας εἰς τοὺς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐχθρούς. Ἐργαζόμεθα διὰ τῆς τοιαύτης παρατάσεως, τῆς ἀκάρπου, τῶν κοινοβουλευτικῶν ἔργων, ἵνα μᾶς ἀποστραφῇ, ἵνα μᾶς σιχαθῇ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὡς κατήντησεν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου νὰ σιχαθῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς διὰ τὴν μέχρι τοῦδε πολιτείαν μας. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν εἶναι ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου οἱ ἐπιβουλευόμενοι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, βεβαίως εὐθύνεται ἡ Βουλὴ, καὶ ἔδωκεν ἀληθῶς ἡ Βουλὴ καὶ νῦν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἀφορμὰς, ἵνα τοιαῦται ἐκτοξεύωνται κατ’ αὐτῆς αἰτιάσεις. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι, ὅταν διὰ τὸ ἓν δωδεκατημόριον τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἀπαιτῆται νὰ προελέγχῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦ δωδεκατημορίου ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ἀπαιτεῖται ἡ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς προεξεργασία, ὅταν πρόκηται οὐχὶ ἓν, ἀλλὰ ἓξ δωδεκατημόρια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους; Ὁμιλοῦσι περὶ τῶν παραβάσεων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν θεσμῶν, καὶ παριστῶσι τὰς περὶ τούτου καταγγελίας ὡς μορμολύκειον. Θέλουσι νὰ εἴπωσι τάχα, ὅτι ἡ μέριμνα, ὅπως τηρῶνται ἀλώβητοι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, χρησιμεύει εἰς ἡμᾶς ὡς μορμολύκειον; Δὲν ἐνοχλοῦμαι, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος αἰτιᾶται ἡμῶν ἢ κατηγορῇ ἡμᾶς, ἀλλὰ συνιστῶ εἰς αὐτὸν νὰ μὴ νομίζῃ ὅτι δύναταί τις νὰ χειρίζηται τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ὡς χειρίζεται τὴν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὑπεράσπισιν τῶν κατηγορουμένων. Ἂν τολμηθῶσιν ἀθετήσεις, παραβάσεις ἢ διαστροφαὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, θέλει κατανοήσει ὅ,τι ἐγὼ λέγω· δίδω δ’ αὐτῷ γνώμην, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἤμεθα ὑπερμέτρως φρουροὶ, παρὰ νὰ στέργωμεν ἐπιτήρησιν χαλαρὰν καὶ πράξεις, αἵτινες ἀποτελοῦσι προηγούμενον, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ τόπος θέλει κλονισθῆ μίαν ἡμέραν. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ προϋπολογισμοὶ πρέπει νὰ προεξετάζωνται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ διάταξις αὕτη ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως, διότι πρόκειται περὶ προϋπολογισμοῦ ἑξαμήνου. Τὸ φυλλάδιον τοῦτο (ἐπιδεικνύει τὸ διανεμηθὲν τεῦχος) κανονίζει τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἑνὸς ὁλοκλήρου ἑξαμήνου, ἀποτελεῖ ἑξαμηνιαῖον προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους· καὶ ὅταν στέλλωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐξετάσῃ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως ἑνὸς δωδεκατημορίου, θέλομεν εἶσθαι ἀδικαιολόγητοι, κλείοντες τοὺς ὀφθαλμοὺς, καὶ ἀνεχόμενοι ἓξ δωδεκατημόρια ἐσόδων καὶ ἐξόδων νὰ ψηφίζωνται ἄνευ προεξετάσεως ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§198ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε σχετικῶς;
§200ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ἀλλὰ περὶ ἄλλου σπουδαιοτάτου θέματος.
§201Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἐκ τῆς Ἠλείας σοβαραὶ εἰδήσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ (ὤ! ὤ! ὤ! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Πιστεύσατε σεῖς, οἱ ὁποῖοι φωνάζετε «ὤ! ὤ!», ὅτι δὲν ὁμιλῶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Ἠλείας· παρακαλῶ δὲ ὅλους τοὺς Βουλευτὰς τῆς Ἠλείας νὰ λάβωσι τὸν λόγον, καὶ ἂν λέγω τὴν ἀλήθειαν, νὰ ἐπιβεβαιώσωσι ταύτην, ἂν λέγω ψεύδη, νὰ μὲ διαψεύσωσι. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ παρωνυχίδος· ὑπάρχουν τηλεγραφήματα, ὅτι ἡ πόλις τοῦ Πύργου ὁλόκληρος πενθηφορεῖ, ὅτι τὰ σήμαντρα τῶν διαφόρων ἐκκλησιῶν σημαίνουσι νεκρικῶς, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι λίαν ἔκρυθμος. Ἑπομένως παρακαλῶ, ὡς καὶ προχθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μεριμνήσῃ, ὅπως τάχιστα ληφθῇ ἓν μέτρον ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Πρέπει νὰ μάθωσιν ὅλοι, ὅτι οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ δὲν θέλουσι πλέον τοὺς ἐμπόρους· μεταξὺ ἐμπόρων καὶ σταφιδοπαραγωγῶν ὑπάρχει ἀδιάλλακτον μῖσος. Γνωρίζετε πάντες τὰ αἴτια, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλάβω. Ἔχω τηλεγραφήματα καὶ ἐγὼ, ὑπάρχουσι τηλεγραφήματα πρὸς τὰς διαφόρους ἐφημερίδας, σᾶς διαβεβαιῶ δὲ, ὅτι ὅσοι ἀνέγνων τὴν πρωΐαν ἐφημερίδας ἐπείσθησαν, ὅτι τὰ τηλεγραφήματα δὲν εἶναι κομματικά. Ὑπάρχουν καὶ νεώτερα τηλεγραφήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐμφαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφεθοῦν αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς ἄνθρωποι, οἱ πενόμενοι ἐπὶ τοσούτους χρόνους καὶ βαυκαλιζόμενοι ἀπὸ ματαίας ἐλπίδας, νὰ φθάσουν εἰς σημεῖον, ὥστε νὰ μὴ δύνανται πλέον νὰ ἀνθέξουν εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Μετέβην πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ὅπως μετέβη καὶ ὁ κ. Σπηλιάδης καὶ ὁ κ. Παυλόπουλος, καὶ εἴδομεν ὅλους διατελοῦντας ἐν ἀναβρασμῷ. Ζητοῦσι μονοπώλιον. Ἀνέγνων τὴν μετὰ τῆς Ἀγγλίας σύμβασιν, καὶ εἶδον εἰς τὸ ἄρθρον 6, ὅτι ῥητῶς ἐπιτρέπεται τὸ μονοπώλιον, ὅταν τὸ Κράτος ἀναλαμβάνῃ αὐτό. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος· ἂς εὑρεθῇ οἱαδήποτε Ἑταιρεία· διότι ἐγὼ οὐδεμίαν στοργήν, οὐδὲν ἐνδιαφέρον ἔχω πρὸς τὴν Α ἢ Β Ἑταιρείαν, ζητῶ μόνον τὴν προστασίαν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ πρὸ πάντων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θέλει λάβει πάντα τὰ μέτρα, ἵνα ἀρθῶσιν ἐκ τοῦ μέσου πᾶσαι αἱ δυσχέρειαι, ὡς ἄλλοτε ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἰργάσθη, καὶ ἤρθη πᾶν κώλυμα· ἐπρόκειτο δὲ τότε περὶ τῆς παρακρατήσεως, ἡ δὲ παρακράτησις εἶναι πολὺ χειρότερον μέτρον. Τί ζητοῦσι σήμερον οἱ σταφιδοπαραγωγοί; Ζητοῦσι μόνον νὰ λείψουν μεταξὺ τῶν καταναλωτῶν καὶ αὐτῶν αἱ βδέλλαι, ὡς ὀνομάζουν τοὺς τοκογλύφους. Ἑπομένως, Κύριοι, παρακαλῶ θερμῶς τὴν Βουλὴν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα πρὸ πάντων ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διαπραγματευθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸ ζήτημα, ὥστε νὰ μεταδώσῃ τὴν πεποίθησιν εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὰς ἄλλας Μεγάλας Δυνάμεις, ὅτι οὐδόλως πρόκειται νὰ ζημιωθοῦν οἱ καταναλωταὶ ὑπήκοοι αὐτῶν, ἐὰν καθιερωθῇ τὸ μονοπώλιον. Ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει μελετήσει ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, ὅπως ἐξαγάγῃ τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς ἀπὸ τὴν δυσχερῆ θέσιν, ἐν ᾗ εὑρίσκονται.
§202Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἐπιθυμητὸν ἦτο νὰ τηρηθῇ τάξις τις εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, διότι, ἐνῷ συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης...
§203ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐχὶ ἐγώ· ὁ κ. Πρόεδρος.
§204ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος περιωρίσθη νὰ εἴπῃ, ὅτι θ’ ἀναγραφῇ ὁ προϋπολογισμὸς ὡς πρῶτον ἀντικείμενον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Δευτέρας, ὑμεῖς δὲ κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἄρτης, ὑπεστηρίξατε, ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δέον νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ... Ἐνῷ τοῦτο συνεζητεῖτο, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας παρενέβαλε ζήτημα μεγαλειτέρας σπουδαιότητος. Ἔχω καθῆκον νὰ ἀπαντήσω πρῶτον εἰς τὰ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λεχθέντα, ὡς πρὸς τὰ ἐν Πύργῳ συμβάντα. Τὰ γεγονότα τὰ λαβόντα χώραν ἐν Πύργῳ παρεστάθησαν λίαν ὑπερβολικὰ καὶ φαντασιώδη· διότι ἔχομεν τηλεγράφημα τοῦ Νομάρχου χθεσινὸν, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη τὴν 8ην ὥραν μ. μ. καὶ τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἐγένετο χθὲς συλλαλητήριον περὶ ὥραν πέμπτην, ὅτι εἰς τοῦτο ἔλαβον μέρος καί τινες χωρικοί, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ συλλαλητηρίου πλήρης ἐπεκράτησε τάξις. Σημερινὸν δὲ τηλεγράφημα τῆς 11ης ὥρας π. μ. λέγει, ὅτι «χθές, μετὰ διάλυσιν συλλαλητηρίου, καταστήματα ἤνοιξαν, καὶ τάξις ἐπεκράτησε καθ’ ὅλην τὴν νύκτα καὶ ἐπικρατεῖ», καὶ ὅτι «σήμερον πρωΐαν κάτοικοι ἐπανέλαβον ἐργασίας.» Ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων τούτων προκύπτει, ὅτι αἱ ἀνακοινωθεῖσαι εἰδήσεις εἰς τὰς ἐφημερίδας εἶναι λίαν ὑπερβολικαί. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας ἔθιξε καὶ ἕτερον ζήτημα· προὐκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν εἰς δήλωσιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν κρίσιν του ἐπιβάλλει ἡ ἔκρυθμος κατάστασις, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκονται αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι. Ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι πρώτιστον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς δηλώσεις, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐν ταῖς δηλώσεσι ταύταις ἀναφέρει, δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι. Τὸ μεγαλείτερον ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖον Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ διαπράξῃ, θὰ ἦτο, δι’ ἀπατηλῶν ὑποσχέσεων νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ ἐρεθισμοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι εὑρίσκονται. Ἐγὼ ἤθελον θεωρήσει ἐμαυτὸν ἀνάξιον νὰ κατέχω τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον κατέχω, ἂν πρὸς στιγμιαῖον κατευνασμὸν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ἤθελον δώσει αὐτοῖς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ πραγματοποιήσω. Τὸν στιγμιαῖον κατευνασμὸν ἄλλως τε ἤθελεν ἐπακολουθήσει σφοδροτέρα ἐξέγερσις. Πάντες ἔχομεν καθῆκον νὰ μετέλθωμεν πρὸς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς τὴν γλῶσσαν τῆς ἀληθείας, νὰ εἴπωμεν αὐτοῖς ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα. Πρέπει νὰ λεχθῇ, ὅτι τὸ μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὡς δυνάμενον νὰ θέση τέρμα εἰς τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα μαστίζουσι τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, προεκάλεσε τὰς διαμαρτυρίας τῶν Κυβερνήσεων τῶν χωρῶν, ἔνθα ἡ σταφὶς καταναλίσκεται. Αἱ διαμαρτυρίαι αὗται πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπὸ σοβαρωτάτην ἔποψιν· διότι, ἂν αἱ Κυβερνήσεις τῶν χωρῶν ἐκείνων ἤθελον ἀποφασίσει νὰ αὐξήσωσι τὰ τέλη τὰ σήμερον εἰσπραττόμενα ἐπὶ τῆς σταφίδος, θὰ ἐπήρχετο πλήρης καταστροφὴ τῆς σταφίδος. Δεύτερον πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ μονοπώλιον προσκρούει εἰς τὰς ἰδέας τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ παντοπωλῶν, τῶν μετερχομένων τὴν λιανικὴν πώλησιν τῆς σταφίδος, οἵτινες ἀπειλοῦσιν, ὅτι διὰ παντὸς τρόπου θέλουσι πολεμήσει τὸ μονοπώλιον, ἀποφεύγοντες εἰς τὸ μέλλον πᾶσαν πώλησιν τῆς σταφίδος. Ἡ τοιαύτη τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ παντοπωλῶν ἀντίδρασις θέλει ἔχει ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα τὴν πλήρη καταστροφὴν τῆς σταφίδος. Λέγω ὅτι ἡ ἀντίδρασις τῶν παντοπωλῶν τῆς Ἀγγλίας, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται, ὡς ἔλεγε χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, εἰς 70,000, ἡ ἀντίδρασις αὐτῶν θὰ ἔχῃ ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα τὴν μείωσιν τῆς καταναλώσεως, καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς καὶ τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, δὲν φρονεῖτε, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν μείωσιν τῆς καταναλώσεως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μέσον τεῖνον πρὸς μείωσιν τῶν δεινῶν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν; Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶπον ταῦτα, καὶ ἀφοῦ ἱκετεύσω ὑμᾶς, ὅπως μεταδώσητε ταῦτα εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, δὲν δύναμαι ἢ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει, ἵνα πᾶσαν καταβάλῃ προσπάθειαν καὶ εἰς πᾶν προβῇ διάβημα, ὅπως, εἰ δυνατὸν, μεταβάλῃ τὰς γνώμας τῶν Κυβερνήσεων τῶν ξένων χωρῶν, τῶν χωρῶν, ἐν αἷς ἡ σταφὶς καταναλίσκεται, μεταβάλῃ, λέγω, εἰ δυνατὸν, τὴν γνώμην τῶν Κυβερνήσεων τούτων ἐπὶ τῆς ἐννοίας τῶν συνθηκῶν, καθῆκον ἔχει νὰ προβῇ εἰς ὅλα τὰ διαβήματα τὰ δυνατὰ, ὅπως πεισθῶσιν αἱ Κυβερνήσεις αὗται, ὅτι αἱ ἐμπορικαὶ συνθῆκαι δὲν δικαιολογοῦσι τὴν στάσιν αὐτῶν ἐν τῷ ζητήματι τοῦ μονοπωλίου τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος. Ἀλλ’ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως πείσῃ τοὺς μετερχομένους ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος, τοὺς μετερχομένους κυρίως τὴν λιανικὴν πώλησιν τῆς σταφίδος, ὅτι ἡ ἀντίδρασις αὐτῶν δὲν εἶναι βάσιμος καὶ λογική. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὰ διαβήματα ταῦτα καὶ ἀποκτήσωμεν πλήρη πεποίθησιν, ὅτι καὶ αἱ διαμαρτυρίαι τῶν ξένων Κυβερνήσεων θὰ παύσωσι καὶ αἱ διαμαρτυρίαι τῶν παντοπωλῶν θὰ ἐκλείψωσι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσχοληθῶμεν περὶ μονοπωλίου, οὐχὶ περὶ τῆς συμβάσεως, περὶ ἧς τοσοῦτος ἐγένετο λόγος καὶ ἡ ὁποία διὰ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον, τῶν σπουδαιοτέρων μελῶν τοῦ Συνδικάτου, τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κρίσιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως μόνα ἐκέκτηντο τὴν οἰκονομικὴν ὑπόστασιν, τὴν ἐπιτρέπουσαν τὴν ἐλπίδα, ὅτι τὰ κεφάλαια θὰ εὑρίσκοντο καὶ ἡ σύμβασις θὰ ἐπραγματοποιεῖτο, καὶ ἡ ὁποία, λέγω, ὡς ἐκ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν μελῶν τούτων δὲν δύναται πλέον νὰ συζητηθῇ, ἀλλὰ περὶ οἱασδήποτε ἄλλης ὑποβληθησομένης συμβάσεως. Ταῦτα θεωροῦμεν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καθῆκον ἔχομεν νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, ἵνα μὴ διαβουκολῶμεν τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς μὲ ἐλπίδας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν, πρὶν ἢ ἐκλείψωσι τὰ προσκόμματα τὰ σπουδαῖα, τὰ ὑψίστης σημασίας, περὶ ὧν ἐποιησάμην μνείαν. Ἡ χειροτέρα ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν προσφέρει εἰς τὸν λαὸν, θὰ ἦτο νὰ δώσωμεν αὐτῷ ἐλπίδας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν. Εὐτυχῶς ἐλήφθη μέτρον διὰ τὴν ἐφετεινὴν ἐσοδείαν, ἐξασφαλίζον ἐντελῶς αὐτήν. Τὸ μέτρον τοῦτο ἐλπίζω ὅτι θέλει συντελέσει εἰς τὸν κατευνασμὸν, θέλει συντελέσει, ὅπως παύσῃ ὁ ἐρεθισμὸς καὶ ἐπέλθῃ ἡ γαλήνη, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται, ὅπως τὰ ζητήματα λυθῶσιν αἰσίως. (Χειροκροτήματα).
§205Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, ν’ ἀποδοκιμάσω τὸν ἐργατικὸν λαὸν, τοῦ ὁποίου εἶμαι ἀντιπρόσωπος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πάλλης, ἡ ὁποία πάντοτε ἀνέδειξε τὰ σπουδαιότερα πρόσωπα, ἡ ὁποία ἐξέλεξε τοὺς τρεῖς Ἰακωβάτους, τοὺς ὁποίους τὸ Κοινοβούλιον μετὰ σεβασμοῦ ἐνθυμεῖται. Ἡ ἐπαρχία Πάλλης ἐξέλεξε τὸν Ἰωάννην Σκαλτσούνην, σήμερον βλέπετε, ὅτι ἀπέστειλεν ἐμὲ, τὸν ἐργατικὸν ἀντιπρόσωπον, ὅστις δὲν ἔχω ἀπολυτήριον Γυμνασίου, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ὅτε μετὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς, καθ’ ἃς ἐξελέγην Βουλευτὴς, μετέβαινον ἀπὸ τὸ Ληξοῦρι εἰς τὸ Ἀργοστόλιον, ὅλοι μὲ συνεχαίροντο καὶ μοῦ ἔλεγον, ὅτι «ἡ ἐπαρχία Πάλλης σὲ ἐξέλεξε διὰ τὴν τιμιότητά σου». Ἀλλ’ ὅτε ἦλθον εἰς Ἀθήνας, οἱ δημοσιογράφοι, ἐκ κακῶν πληροφοριῶν βεβαίως, μὲ παρέστησαν, ὅτι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀλλάσσουσι 30 θέσεις εἰς τὸ λεπτόν. Μόνον οἱ ἀσυνείδητοι δύνανται νὰ πράξωσι τοῦτο, ἀλλ’ ὄχι ὁ Μονοκροῦσος. Ἐγὼ σκέπτομαι σύμφωνα μὲ τὴν συνείδησίν μου, καὶ θὰ ψηφίσω τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τί βλέπω εἰς τὰς ἐφημερίδας; ὅτι ἔφθασεν ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου τηλεγράφημα μὲ χιλίας ὑπογραφὰς συμπολιτῶν μου, προτρεπόντων με ν’ ἀλλάξω θέσιν. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἐξετασθῇ, ἂν ἦλθε τοιοῦτον τηλεγράφημα· διότι οἱ δημοσιογράφοι πρέπει νὰ ἐξετάζωσιν ἀκριβῶς τὰ πράγματα, καὶ νὰ μὴ λέγωσιν, ὅτι τὸν Μονοκροῦσον τὸν ἀποδοκιμάζει ἡ ἐπαρχία του. Ὁ Μονοκροῦσος λέγει, ὅτι ἐτάχθη εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην διὰ νὰ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλλοντο οἰκονομίας. Ἐὰν σήμερον ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς φέρει νομοσχέδια, ἐπάγοντα μεγαλειτέρας οἰκονομίας, θὰ ψηφίσω ταῦτα. Δύο λέξεις ἐπιτρέψατέ μοι ἀκόμη. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταὶ, τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι σήμερον, εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασεν ἡ σύμβασις τοῦ μονοπωλίου, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσωμεν προηγουμένως, ποῖα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον μέρος εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην, διότι πάντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ δύνανται νὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν σύμβασιν, εἶναι καὶ ἔντιμοι καὶ ἱκανοὶ, καὶ ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι καλὴ καὶ συμφέρουσα. Ἀλλ’ ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τέως Πρωθυπουργὸς, ἐπειδὴ εἶδεν, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι ὅλων τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρίστανται εἰς τὸ μέγα Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις, ἔφερε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐζήτησε νὰ ἀκουσθῶσι καὶ ἐνταῦθα αἱ γνῶμαι τῶν εἰδημόνων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ μονοπωλίου δὲν προσκρούει εἰς τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν μετὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν, διότι αἱ συμβάσεις αὗται ἐπιτρέπουσι νὰ φέρῃ τὸ Κράτος μονοπώλιον. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀποχωρήσεως τῶν δύο μελῶν τοῦ Συνδικάτου, τοῦτο οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει, διότι ἀπεχώρησαν μὲν τὰ δύο μέλη, ἔμειναν ὅμως ἕτερα εἴκοσι, τὰ ὁποῖα ἐπίσης εἶναι πρόσωπα κοινωνικῆς πίστεως, δυνάμενα νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις τῆς συμβάσεως, ἐὰν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ αὐτὴν,—τὸ ὁποῖον τώρα εἶναι εὐκολώτερον, διότι αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο παραδεκταὶ, εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν.—Φρονῶ δὲ, ὅτι, ἐὰν δὲ πράξωμεν τοῦτο, ἐὰν δὲν προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου, εἰς τὴν ἄλλην Σύνοδον θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συζητῶμεν πόσοι ἐκ τῶν συμπολιτῶν μας μεταβαίνουσιν εἰς τὸν νέον κόσμον, ἐκπατριζόμενοι καὶ ἀφίνοντες ἔρημα τὰ τέκνα των καὶ τὰς οἰκογενείας των, καὶ θὰ ζητῶμεν ἀπὸ τοὺς πρέσβεις καὶ τοὺς προξένους μας νὰ τοὺς ὑποστηρίξωσι, διὰ νὰ εὕρωσι πόρον ζωῆς.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Ὥστε ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς Δευτέρας καταρτίζεται οὕτω...
§207Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§208ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ φάγωμεν.
§209Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ἄλλως θὰ φέρωμεν ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§211Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἂς ἀναβάλωμεν διὰ τὴν Δευτέραν.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀπεφασίσθη ὁ καταρτισμὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως μὲ πρῶτον ἀντικείμενον τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§213Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι· δὲν ἀπεφασίσθη τίποτε. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§214ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε, ὁ κατάλογος, ἵνα βεβαιωθῇ, ὅτι εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γ. Μελισσηνοῦ καὶ Γ. Ραδινοῦ, ὡς ψηφολεκτῶν. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 121 Βουλευτῶν.
§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι ὅσοι ἔχουσι νὰ ὑποβάλωσι παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ παρεμπεσόντος ζητήματος, δύνανται νὰ ἐπιφυλαχθῶσι διὰ τὴν Δευτέραν.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Δευτέραν ὁ προϋπολογισμὸς θ’ ἀναγραφῇ πρῶτος εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§218ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§219Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ θὰ δυνηθῶμεν τότε νὰ φέρωμεν τὰς παρατηρήσεις μας ἐπὶ τοῦ ἐγερθέντος ζητήματος.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 3 καὶ 30′ μ. μ.)