1903.06.19
2.832 στίχοι · 21.608 λέξεις · 176 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
Τῆς 19 Ἰουνίου 1903.
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Εἰρηνοδίκης Ἤλιδος Τσιγκουράκης τηλεγραφεῖ, ὅτι οἱ κάτοικοι Ἀμαλιάδος, συνελθόντες εἰς συλλαλητήριον, ζητοῦσι τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἕτερον τηλεγράφημα ἐκ Πύργου ἀναγγέλλει, ὅτι οἱ κάτοικοι Πύργου, συνελθόντες εἰς συλλαλητήριον, ζητοῦσι τὰ αὐτά. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§2Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην, κύριοι Βουλευταί, ἀνεγνώσθησαν τηλεγραφήματα, διὰ τῶν ὁποίων παρακαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ ἐσπευσμένως εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, καὶ νὰ ψηφίσῃ ταύτην πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ σύμβασις περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος ἀπησχόλησεν ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις τὴν Βουλὴν, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσῃ αὐτὴν, διότι τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος εἶναι ζήτημα τοσαύτης σπουδαιότητος καὶ τοσαύτης σημασίας καὶ διὰ τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ὅλου, ὥστε ἡ μεγαλειτέρα προσοχὴ πρέπει νὰ δοθῇ εἰς αὐτό. Κατὰ μίαν τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ἐρώτησις ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν κ. τέως ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν ὑπὸ τοῦ ἐξ Οἰτύλου βουλευτοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐγένοντο παρὰ τινων Δυνάμεων, καὶ παρὰ τίνων, διαμαρτυρίαι κατὰ τῆς συμβάσεως, ἀπήντησε δὲ ὁ τότε ἀξιότιμος Ὑπουργὸς, ὅτι διαμαρτυρίαι προφορικαὶ εἶχον ἀνακοινωθῆ αὐτῷ παρὰ τῶν πρεσβευτῶν τῆς Γερμανίας, τῆς Ὀλλανδίας καὶ τῆς Ἰταλίας, παρὰ δὲ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας οὐ μόνον ἀνεκοινώθη αὐτῷ προφορικὴ διαμαρτυρία, ἀλλ’ ἐλέχθη εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν παρὰ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας καὶ ὅτι εἶχε λάβει διαταγὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του, ἵνα ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἔγγραφον διαμαρτυρίαν καὶ ἀπειλὴν καταγγελίας τῆς μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος συμφωνίας, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος σύμβασις ἤθελε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῆ· ἀλλ’ ὅτι τὴν ἔγγραφον ταύτην διαμαρτυρίαν, ἕνεκα ἀσαφείας τινὸς τῶν παρ’ αὐτοῦ ληφθέντων τηλεγραφημάτων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιδώσῃ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος καθῆκον ἔχω, ἵνα προβῶ εἰς πλήρη ἀνάπτυξιν τῶν κατ’ αὐτὸ, ὅπως οἱ κύριοι Βουλευταὶ λάβωσι γνῶσιν ὅλων τῶν λεπτομερειῶν καὶ τῶν καθέκαστα, πληροφορηθῶσι δὲ καὶ οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ περὶ τῶν διατρεξάντων, καὶ μάθωσι ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ζητήματος κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην, καθ’ ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀπευθύνωμαι πρὸς τὴν Βουλήν. Ὡς εἶπεν ὁ τέως ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, προφορικαὶ διαμαρτυρίαι εἶχον ἀνακοινωθῆ αὐτῷ παρὰ τῶν πρεσβευτῶν τῆς Γερμανίας, Ὁλλανδίας, Ἰταλίας καὶ Ἀγγλίας, προηγγέλθη δὲ αὐτῷ παρὰ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας καὶ ἔγγραφος διαμαρτυρία. Τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν τέως ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, ἔχει δ’ αὕτη ἐν μεταφράσει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀγγλικὴ Πρεσβεία. «Ἐν Ἀθήναις 24/11 Ἰουνίου 1903. «Ἐν σχέσει πρὸς ἃς ἔλαβον ὁδηγίας, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω τῇ Ὑμετέρᾳ Ἐξοχότητι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Μεγάλης Βρεττανίας θεωρεῖ, ὅτι ἡ ἵδρυσις μονοπωλίου πρὸς ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος θέλει ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ὑψώσῃ τεχνητῶς τὴν τιμὴν τοῦ εἴδους τούτου, καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου θέλει ἐκμηδενίσει τὰ πλεονεκτήματα, ἅτινα ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μ. Βρεττανίας ἐμπορικὴν συμφωνίαν τῆς 28 Μαρτίου 1890 προέθετο νὰ ἐξασφαλίσῃ τῷ Ἄγγλῳ καταναλωτῇ. «Ἡ Κυβέρνησίς μου ὡσαύτως βασίζει τὰς ἀντιρρήσεις της κατὰ τοῦ μονοπωλίου ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν συνθηκῶν τῶν μετ’ ἄλλων Δυνάμεων, τῶν προνομίων τῶν ὁποίων ἡ Μεγάλη Βρεττανία μετέχει διὰ τῆς ρήτρας τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους, τῆς παρεχομένης διὰ τῆς μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος ἐμπορικῆς συνθήκης τῆς 10 Νοεμβρίου 1886. «Ἐν τῷ 6 ἄρθρῳ τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας τῆς 1 Ἀπριλίου 1889 ἀναφέρεται, ὅτι οὐδὲν κώλυμα δύναται νὰ παρεμβληθῇ εἰς τὸ ἀμοιβαῖον ἐμπόριον μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν, ἐξαγωγὴν καὶ διαμετακόμισιν, ἐξαιρέσει ἐν περιπτώσει μονοπωλίου τοῦ Κράτους. «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Μ. Βρεττανίας, βασίζουσα τὰς ἀντιρρήσεις της κατὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω, ἐπιφυλάσσει ἑαυτῇ τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλῃ τὴν ἐμπορικὴν συμφωνίαν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας τῆς 28 Μαρτίου 1890, ἐν ᾗ περιπτώσει τοιοῦτο μονοπώλιον ἤθελε κυρωθῆ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.» Ἡ ἡμερομηνία τοῦ ἐγγράφου τούτου εἶναι τῆς 24 Ἰουνίου, δηλαδὴ τῆς 11 καθ’ ἡμᾶς.
§3ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Πότε ἐπεδόθη;
§4ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὴν 12 Ἰουνίου.
§5Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου φέρεται ἡμερομηνία πρωτοκολλήσεως ἡ 13.
§6Α. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγράφη τὴν 11, καὶ μοὶ ἐνεχειρίσθη τὴν πρωΐαν τῆς 12.
§7Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ὡς πρὸς τὴν ἔγγραφον διαμαρτυρίαν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Ὅπως μάθωμεν ὅμως, ποῖαι ἦσαν αἱ προφορικαὶ διαμαρτυρίαι τῶν ἄλλων πρεσβευτῶν, δηλαδὴ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Γερμανίας, τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἰταλίας καὶ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ὁλλανδίας, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν, τί οἱ πρεσβευταὶ οὗτοι εἶπον εἰς τὸν τέως ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν· τί δ’ εἶπον οἱ πρεσβευταὶ οὗτοι, ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπηύθυνεν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος ἐν Βερολίνῳ, ἐν Ρώμῃ καὶ ἐν Λονδίνῳ, ὅπου διαμένει ὁ παρὰ τῇ Ὁλλανδίᾳ ἡμέτερος πρεσβευτής. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ ἀναγνώσω τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ὅπως λάβητε ἀκριβῆ ἰδέαν τῶν διαμαρτυριῶν τούτων. Ἔγγραφον φέρον ἡμερομηνίαν 5 Ἰουνίου (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὴν ἐν Ρώμῃ Βασιλικὴν Πρεσβείαν. «Ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἰταλίας, ἐλθὼν παρ’ ἐμοὶ καὶ ἀνανεχθεὶς εἰς γενικήν τινα ὁμιλίαν, ἣν ἔσχε μετ’ ἐμοῦ κατὰ τὸν χρόνον τῆς εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶχεν ἐντολὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ ποιήσηται πρὸς ἡμᾶς τὰς μᾶλλον ῥητὰς ἐπιφυλάξεις ὡς πρὸς τὸ περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον. Ἐρωτήσαντος ἐμοῦ, τίνα λόγον εἶχεν ἡ Ἰταλία, ἵνα ἐνδιαφέρηται εἰς τὸ ζήτημα, μοὶ εἶπεν ὁ κ. Silvestrelli, ὅτι χωρὶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς λεπτομερείας, ὧν δὲν εἶναι κάτοχος, φρονεῖ, ὅτι τὸ μονοπώλιον τῆς σταφίδος, παρεχόμενον εἰς Ἑταιρείαν, εἶναι περιοριστικὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου, ἣν τὸ ἄρθρον 6 τῆς Ἑλληνοϊταλικῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως ἠσφάλισεν εἰς τοὺς Ἰταλοὺς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπῆρχόν τινες ἐν Ἑλλάδι μετερχόμενοι τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος, οἵτινες καὶ τῷ ὑπέβαλον αἰτήσεις, δι’ ὧν παραπονοῦνται κατὰ τοῦ μονοπωλίου. «Ἠρώτησα ἐπίσης τὸν πρεσβευτὴν, ἐὰν εἶχεν ἐντολὴν νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ ταῦτα καὶ ἐγγράφως· ἀπαντήσαντος δὲ αὐτοῦ, ὅτι πρὸς τὸ παρὸν προφορικὴν μόνον ἀνακοίνωσιν ἦτο ἐντεταλμένος ν’ ἀπευθύνῃ εἰς τὴν Β. Κυβέρνησιν, εἶπον αὐτῷ, ὅτι ἐξετάζων τὸ ζήτημα δὲν εὕρισκον δεδικαιολογημένας τὰς κατὰ τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος ἐπιφυλάξεις τῆς Κυβερνήσεώς του, διότι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης δὲν ἱδρύεται μονοπώλιον, κυρίως εἰπεῖν, ἀλλ’ ἐπέρχεται μᾶλλον συνεννόησις τῶν παραγωγῶν πρὸς Ἑταιρείαν τινά, ὑποσχομένην αὐτοῖς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη καὶ ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ τῆς ὅλης παραγωγῆς τῆς σταφίδος, ἧς τὴν ἐκποίησιν θ’ ἀνελάμβανεν αὐτὴ ἡ Ἑταιρεία, καθιστῶσα καθ’ ὡρισμένην ἀναλογίαν τοὺς παραγωγοὺς συμμετόχους εἰς τὰ ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως κέρδη. «Εἶπον πρὸς τούτοις τῷ πρεσβευτῇ, ὅτι εἰς τὰς σκέψεις ταύτας, ἃς ὑπέσχετο νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, ἤχθην ἐκ τῆς μελέτης τῆς ἀνακοινώσεώς του, καὶ ὅτι θὰ ὑπέβαλλον τὸ ζήτημα εἰς τοὺς συναδέλφους μου. «Εἰς τὰ ἀνωτέρω κρίνω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ οἱ πρεσβευταὶ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γερμανίας εἰς ἀνάλογα προέβησαν παρ’ ἐμοὶ διαβήματα, ἀλλ’ ἐπὶ διαφόρου βάσεως· διότι ἡ Γερμανία τὰς παραστάσεις αὑτῆς στηρίζει μᾶλλον εἰς τὸ ἄρθρον 1 τῆς Ἑλληνογερμανικῆς συμβάσεως τοῦ 1884, ἐνῷ ἡ Ἀγγλία φρονεῖ, ὅτι τὸ μονοπώλιον ἀντίκειται εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ 1890, διότι δι’ αὐτοῦ ἐπιδιώκεται ἡ ὕψωσις τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος. «Θέλω τηρήσει ὑμᾶς ἐνημέρους τῶν τοῦ ζητήματος, ἐπιφυλασσόμενος νὰ σᾶς δώσω καὶ ὁδηγίας, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη ἐνεργείας τινὸς καὶ αὐτόθι παρὰ τῇ Ἰταλικῇ Κυβερνήσει.» Ὡς βλέπετε, Κύριοι, ἡ Ἰταλία βασίζει τὰς διαμαρτυρίας αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς Ἑλληνοϊταλικῆς ἐμπορικῆς συνθήκης, ὁ δὲ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνακοινῶν τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην εἰς τὸν ἐν Ῥώμῃ πρεσβευτήν, καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι θὰ τηρήσῃ αὐτὸν ἐνήμερον τοῦ ζητήματος, ἐπιφυλασσόμενος νὰ δώσῃ καὶ ὁδηγίας, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη. Τοιαύτη ὁδηγία οὐδεμία ἐδόθη ἀπὸ τῆς 5 Ἰουνίου μέχρι τῆς πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸς τὴν ἐν Βερολίνῳ Βασιλικὴν Πρεσβείαν ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπὸ ἡμερομηνίαν 5 Ἰουνίου ἀπηύθυνε τὸ ἑξῆς ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Ἐλθὼν παρ’ ἐμοὶ ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας, μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶχεν ἐντολὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ ποιήσηται τῇ Β. Κυβερνήσει τὴν ἑξῆς ἐπίσημον προφορικὴν ἀνακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῇ αἰτήσει μου μοὶ ὑπηγόρευσεν: «Ἡ Αὐτοκρατορικὴ καὶ Βασιλικὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ, ὅτι τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ παραχωρήσῃ εἴς τινα ἀγγλικὴν Ἑταιρείαν, δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 1 τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης τοῦ 1884, τὸ ὁποῖον, ὡς πρὸς τὴν ἐξαγωγήν, τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν, ἀσφαλίζει τοῖς Γερμανοῖς ὑπηκόοις τὰ αὐτὰ δικαιώματα, ἅτινα ἔχουσιν οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι ἢ οἱ ὑπήκοοι τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους. «Ἐρωτήσαντος ἐμοῦ, πῶς ἐξηγεῖ οὗτος τὸν τρόπον τοῦτον τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεώς του, μοὶ ἀπήντησεν ὁ πρίγκηψ Ratibor, ὅτι διδομένου τοῦ μονοπωλίου εἰς Ἀγγλικὴν Ἑταιρείαν στεροῦνται οἱ Γερμανοὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορεύεσθαι τὴν σταφίδα. Εἰς νέαν ἐρώτησίν μου, ἐὰν σκοπεῖ ἡ Γερμανία νὰ καταγγείλῃ τὴν σύμβασιν τοῦ 1884, μοὶ ἀπήντησεν ὅτι οὐδεμίαν ἔχει περὶ τούτου ὁδηγίαν. «Εἰς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Γερμανίας εἶπον, ὅτι ἐξετάζων τὸ ζήτημα δὲν εὕρισκον δεδικαιολογημένας τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεώς του, διότι διὰ τῆς συμβάσεως δὲν ἱδρύεται κυρίως μονοπώλιον, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπέρχεται συνεννόησις τῶν παραγωγῶν πρὸς Ἑταιρείαν τινὰ, ὑποσχομένην αὐτοῖς νὰ ἀγοράζῃ ἐπὶ 20 ἔτη καὶ ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ τὴν ὅλην παραγωγὴν τῆς σταφίδος, ἧς τὴν ἐκποίησιν θ’ ἀνελάμβανεν αὐτὴ ἡ Ἑταιρεία, καθιστῶσα τοὺς παραγωγοὺς καθ’ ὡρισμένην ἀναλογίαν συμμετόχους εἰς τὰ ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως κέρδη· ὅτι δὲ μελετῶν τὸ ἄρθρον 1 τῆς συμβάσεως τοῦ 1884, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται, δὲν εὕρισκον, ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ μονοπωλίου στερεῖ τοὺς Γερμανοὺς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου, ἀφοῦ τὰ ἐκ τῆς συμβάσεως δικαιώματα δὲν παρέχονται οὔτε εἰς τοὺς ἰθαγενεῖς, οὔτε εἰς ἄλλην τινὰ ἐθνικότητα, ἀλλὰ δίδονται εἰς Ἑταιρείαν Ἀγγλικὴν, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἦναι καὶ Γερμανικὴ, ἐὰν τυχὸν παρουσιάζετο τοιαύτη, προσφέρουσα μᾶλλον συμφέροντας ὅρους. «Ἀπαντῶν εἰς τὰς ἄνω παρατηρήσεις μου ὁ πρίγκηψ Ratibor μοὶ εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην του αἱ παραστάσεις τῆς Κυβερνήσεώς του δύνανται νὰ στηριχθῶσιν εἰς τὸ ἄρθρον 6 τῆς Ἑλληνοϊταλικῆς ἐμπορικῆς συνθήκης, τοῦ ὁποίου τὰς διατάξεις δύναται ἡ Γερμανία νὰ ἐπικαλεσθῇ, ὡς ἀπολαύουσα ἐν Ἑλλάδι διὰ τῆς συνθήκης τοῦ 1884 τοῦ ὅρου τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου ἔθνους. «Κρίνω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω εἰς τὰ ἀνωτέρω, ὅτι καὶ οἱ πρεσβευταὶ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ἰταλίας εἰς ἀνάλογα προέβησαν παρ’ ἐμοὶ διαβήματα, ἀλλ’ ἐπὶ διαφόρου βάσεως· διότι ἡ Ἰταλία τὰς παραστάσεις αὐτῆς βασίζει εἰς τὸ ἄρθρον 6 τῆς Ἰταλοελληνικῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως, ἐνῷ ἡ Ἀγγλία φρονεῖ, ὅτι τὸ μονοπώλιον ἀντιστρατεύεται εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ 1890, διότι δι’ αὐτοῦ ἐπιδιώκεται ἡ ὕψωσις τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος.» Ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ ἀνακοινωθέντος ὑπὸ τοῦ πρέσβεως τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα ὑμῖν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις βασίζεται καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς Ἰταλοελληνικῆς συνθήκης. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ἔγγραφον φέρει ἡμερομηνίαν 5 Ἰουνίου, βεβαίως δὲν ἦτο γνωστὸν εἰς τὸν τέως Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἡ Ἀγγλία θὰ στηρίξῃ τὰς ἀξιώσεις αὐτῆς καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συνθήκης ταύτης. Καταλήγει δὲ τὸ ἔγγραφον τοῦ τέως ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ ὡς ἑξῆς: «Θέλω τηρήσει ὑμᾶς ἐνημέρους ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐπιφυλασσόμενος ἅμα νὰ σᾶς δώσω ὁδηγίας, ἂν παραστῇ ἀνάγκη ἑρμηνείας τινὸς καὶ αὐτόθι παρὰ τῇ Γερμανικῇ Κυβερνήσει.» Τοιαύτην ὁδηγίαν οὐδεμίαν ἔδωκεν ὁ τέως κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τῆς 5 Ἰουνίου μέχρι τῆς πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸς τὴν ἐν Λονδίνῳ Βασιλικὴν Πρεσβείαν ἀπεστάλη τὸ ἑξῆς ἔγγραφον ὑπὸ τοῦ τέως ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἐλθὼν παρ’ ἐμοὶ ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας μοὶ εἶπεν, ὅτι ἔλαβε παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του τὴν ἐντολὴν νὰ μοὶ δηλώσῃ, ὅτι αὕτη θὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ θὰ καταγγείλῃ τὴν σύμβασιν τῆς 28 Μαρτίου 1890, ἐὰν τὸ παρακράτημα τῆς σταφίδος ὡρίζετο εἰς ποσοστὸν ἀνώτερον τῶν 20%», (τοῦτο ἀφορᾷ τὸν νόμον περὶ παρακρατήσεως) καθόσον τὴν τοιαύτην ἐπιβάρυνσιν θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησίς του ὡς ἀντικειμένην εἰς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως, δι’ ἧς ἡ Ἀγγλία περιώρισε τὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν τῆς σταφίδος ἀπὸ 7 σελλινίων εἰς 2 σελλίνια καθ’ ἑκατόλιτρον (ἀγγλικόν), τῆς Ἑλλάδος ἀναλαβούσης ἀφ’ ἑτέρου τὴν ὑποχρέωσιν τῆς μὴ αὐξήσεως τοῦ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συνομολογήσεως τῆς συμβάσεως εἰσπραττομένου ἐγγείου φόρου κατὰ τὴν ἐκ τοῦ Κράτους ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος. «Ἐρωτήσαντος δὲ ἐμοῦ τὸν Sir Ed. Egerton, ἐὰν ὁ ὁρισμὸς καὶ μόνος ἐν τῷ νόμῳ τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως ἀπὸ 20 εἰς 24% θὰ ἦγε τὴν Κυβέρνησίν του εἰς τὸ διάβημα τοῦτο, μοὶ ἀπήντησεν οὗτος, ὅτι αὐτὸς εἶχε καθαρῶς ἐξηγήσει εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, ὅτι ὁ καθορισμὸς τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παρακρατήματος, ἀφέθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, καὶ ὅτι συνεπῶς τὰ μέτρα, ὧν τὴν λῆψιν μοὶ προανήγγειλε, θὰ ἐλαμβάνοντο ὅταν ἤθελεν εὑρεθῆ ἀπέναντι τοῦ πραγματικοῦ γεγονότος τοῦ καθορισμοῦ τοῦ παρακρατήματος εἰς 24%. «Ἀγαγὼν δ’ εἶτα τὸν λόγον ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας εἰς τὴν σύμβασιν περὶ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶχε λάβει ὡσαύτως ἐντολὴν νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ διακοίνωσιν τῆς Κυβερνήσεώς του, θεωρούσης ὅτι τὸ μονοπώλιον, σκοπὸν ἔχον τὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος, ἀντιστρατεύεται εἰς τὴν σκέψιν, ἥτις ἤγαγεν αὐτὴν νὰ συνομολογήσῃ τὴν σύμβασιν τοῦ 1890, δι’ ἧς τοσαύτη ἐπετεύχθη ὑπὲρ τῆς σταφίδος ἔκπτωσις τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ δασμοῦ, ὅτι τὴν διακοίνωσιν εἶχεν ἤδη ἑτοίμην, ἀλλ’ ὅτι ἕνεκα ἀσαφείας τινὸς ἐν ταῖς ὁδηγίαις του εἶχε ζητήσει ἐπεξηγήσεις ἐκ Λονδίνου, μετὰ τὴν παραλαβὴν τῶν ὁποίων θὰ μοὶ ἀπέστελλεν αὐτήν. «Ἐξεδήλωσεν οὐδὲν ἧττον τὴν ἐλπίδα, ὅτι τὰ πράγματα δὲν θὰ ἐχώρουν μέχρι τοῦ σημείου τούτου, διότι, ὡς ἔβλεπεν, ἡ σύμβασις δὲν θὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. «Μοὶ προσέθηκε δὲ ἐν τέλει, ὅτι νομίζει ὅτι καὶ ἄλλαι Δυνάμεις θὰ προβῶσιν εἰς παραστάσεις, διότι θεωροῦσι τὸ μονοπώλιον τῆς σταφίδος ὡς ἀντικείμενον εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου. «Εἰς τὴν ἐρώτησίν μου δὲ, ἐὰν γνωρίζει ὡρισμένας Δυνάμεις, προτιθεμένας νὰ προβῶσιν εἰς τὸ διάβημα τοῦτο, μοὶ ἀπήντησε: «Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ εὑρεθῆτε πρὸ δυσχερειῶν».
§8ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τίνα ἡμερομηνίαν φέρει τὸ ἔγγραφον αὐτό;
§9Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φέρει ἡμερομηνίαν 4 Ἰουνίου (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Ἰδὼν καὶ πάλιν ἐν τῷ οἴκῳ μου τὸν Sir Ed. Egerton εἶπον αὐτῷ, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀσθενείας μου δὲν εἶχον δυνηθῆ εἰσέτι νὰ συνεννοηθῶ μετὰ τῶν συναδέλφων μου ἐπὶ τῶν περὶ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος ἀνακοινώσεών του, ἀλλὰ ὅτι σκεπτόμενος κατ’ ἰδίαν δὲν εὕρισκον δεδικαιολογημένας τὰς περὶ τούτου σκέψεις τῆς Κυβερνήσεώς του, διότι διὰ τῆς συμβάσεως δὲν ἱδρύεται κυρίως εἰπεῖν μονοπώλιον, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπέρχεται συνεννόησις τῶν παραγωγῶν πρὸς Ἑταιρείαν τινὰ, ὑποσχομένην αὐτοῖς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ 20 ἔτη καὶ ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ τῆς ὅλης παραγωγῆς τῆς σταφίδος, ἧς τὴν ἐκποίησιν θ’ ἀνελάμβανεν αὐτὴ ἡ Ἑταιρεία, καθιστῶσα τοὺς παραγωγοὺς καθ’ ὡρισμένην ἀναλογίαν συμμετόχους εἰς τὰ κέρδη ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως· ὅτι, ὡς πρὸς τὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος, ἣν φοβοῦνται, δὲν ἀφέθη ἡ Ἑταιρεία ἐλευθέρα, ἀφοῦ ἐν τῇ συμβάσει διὰ πλειόνων διατάξεων κανονίζεται ἡ τιμὴ τῆς λιανικῆς πωλήσεως, μὴ ἀπέχουσα τῶν σήμερον περίπου τιμῶν, καὶ τίθεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, ὡς ἐν τῇ συμβάσει φαίνεται, ἓν τῶν κυρίων μελημάτων της εἶχε τὴν εὐρυτέραν διάδοσιν τῆς σταφίδος. «Ἐρωτήσαντος δ’ εἶτα τοῦ Sir Ed. Egerton, ἐὰν ἀντιπρόσωποι ἄλλων Κρατῶν προέβησαν εἰς ἀνάλογα διαβήματα, εἶπον αὐτῷ, ὅτι οἱ πρεσβευταὶ τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Ἰταλίας μοὶ ὡμίλησαν ὡσαύτως, ἀλλ’ ὅτι οὗτοι τὰς παραστάσεις των ἐβάσιζον εἰς δικαίωμα, ὅπερ ἐφρόνουν ὅτι παρείχετο αὐτοῖς ἐκ τῶν περὶ μὴ παρακωλύσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου διατάξεων τῶν συνθηκῶν.» Ἐκ τούτων ἐξάγεται, ὅτι αἱ διαμαρτυρίαι τῶν πρεσβευτῶν Γερμανίας καὶ Ἰταλίας, αἱ προφορικῶς ἀνακοινωθεῖσαι εἰς τὸν τέως ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, εἶναι προγενέστεραι τῆς 4 Ἰουνίου, ἡμερομηνίας, τὴν ὁποίαν φέρει τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἀνέγνωσα ἡμῖν.
§10ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐὰν παρατηρήσητε τὴν ἡμερομηνίαν τῆς ἀνακοινώσεώς μου πρὸς τὴν Βουλὴν, θὰ ἴδητε ὅτι οὐδὲν παρέλειψα ν’ ἀνακοινώσω ἐκ τῶν λεχθέντων μοι.
§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ἀνακοίνωσις ὑμῶν πρὸς τοὺς πρεσβευτὰς τῆς Ἑλλάδος ἐν Βερολίνῳ καὶ Ρώμῃ φέρει ἡμερομηνίαν 5 Ἰουνίου, ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἀνέγνωσα, φέρει ἡμερομηνίαν 4 Ἰουνίου. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ δὲ τούτῳ λέγεται: «Ἐρωτήσαντος δὲ τοῦ πρέσβεως, ἐὰν ἀντιπρόσωποι ἄλλων Κρατῶν προέβησαν εἰς ἀνάλογα διαβήματα εἶπον αὐτῷ, ὅτι οἱ πρεσβευταὶ τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Ἰταλίας μοὶ ὡμίλησαν ὡσαύτως, ἀλλ’ ὅτι οὗτοι τὰς παραστάσεις των ἐβάσιζον εἰς δικαίωμα, ὅπερ ἐφρόνουν ὅτι παρείχετο αὐτοῖς ἐκ τῶν περὶ μὴ παρακωλύσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου διατάξεων τῶν συνθηκῶν.» Ἄρα αἱ παραστάσεις αὗται ἐγένοντο πρὸ τῆς 4 Ἰουνίου, διότι περὶ αὐτῶν γίνεται λόγος ἐν ἐγγράφῳ φέροντι ἡμερομηνίαν 4 Ἰουνίου.
§12ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν τὰς παραστάσεις, ἃς μοὶ ἀπηύθυναν οἱ κύριοι πρεσβευταὶ ἡμέραν παρ’ ἡμέραν. Λέγω ταῦτα διότι νομίζω, ὅτι ἐγεννήθη παρά τισιν ἡ ἰδέα, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν οἱ πρεσβευταὶ μοὶ ὡμίλησαν, δὲν εἶπον τίποτε.
§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐγένετο τὴν 7 Ἰουνίου, καὶ ὑμεῖς ἀπηντήσατε εἰς ταύτην. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἀνέγνωσα καὶ τὸ ὁποῖον καταλήγει ὡς ἑξῆς: «Ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἀνακοινώσω ταῦτα, ἵνα διατελῆτε ἐν γνώσει τῶν περὶ τῶν προκειμένων ζητημάτων ἐνεργειῶν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Θέλω δὲ καὶ ἐφεξῆς τηρεῖ ὑμᾶς ἐνημέρους, παρέχων ἅμα ὑμῖν ὁδηγίας, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη ἐνεργείας τινὸς καὶ αὐτόθι παρὰ τῇ Ἀγγλικῇ Κυβερνήσει.» Περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι οὐδεμία ἐδόθη ὁδηγία ἀπὸ τῆς 4 Ἰουνίου μέχρι τῆς πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἕτερον ὑπάρχει ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν κ. Μεταξᾶν, πρεσβευτὴν ἐν Ἅγῃ. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἑπόμενος εἰς τὸ ταυτάριθμον καὶ ἀπὸ 4 ἱσταμένου ἐγγραφόν μου, ἀγγέλλω ὑμῖν, ὅτι καὶ ὁ ἐπιτετραμμένος τῶν Κάτω Χωρῶν εἰς ἀνάλογα πρὸς τὰ τῶν πρεσβευτῶν τῆς Ἀγγλίας, Γερμανίας καὶ Ἰταλίας προέβη παρ’ ἐμοὶ διαβήματα κατὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Μοὶ εἶπεν, ὅτι ἔχει ἐντολὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθείσης περὶ τῆς σταφίδος συμβάσεως, ἣν ἡ Κυβέρνησίς του θεωρεῖ ὡς μὴ συμβιβαζομένην πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἀγορᾶς καὶ ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος, ἐλευθερίαν, ἣν ἠσφάλισεν, ὡς φρονεῖ, εἰς τοὺς Ὁλλανδοὺς τὸ ἄρθρον 6 τῆς Ἰταλοελληνικῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως. «Εἰς τὸν ἐπιτετραμμένον τῶν Κάτω Χωρῶν ἀπήντησα καθ’ ἣν ἔννοιαν καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἄλλων Κρατῶν, χαρακτηρίσας τὴν σύμβασιν οὐχὶ ὡς μονοπώλιον, ἀλλ’ ὡς εἶδος συνεταιρισμοῦ μεταξὺ παραγωγῶν καὶ Ἑταιρείας πρὸς ἐκποίησιν τῆς σταφίδος. «Ἐπεκτείνων τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος, μοὶ προσέθηκεν ὁ κ. Von Lennep, ὅτι τῆς Ὁλλανδίας ἐρχομένης εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν Ἀγγλίαν ἐν τῇ καταναλώσει τῆς σταφίδος, καθόσον εἰσάγονται εἰς αὐτὴν 30,000 περίπου τόννοι, ἀνέμενεν ἡ Κυβέρνησίς του παρ’ ἡμῶν πλειοτέραν προσοχὴν ἐν τῷ ζητήματι, διότι ὑπογραφομένης τῆς συμβάσεως διαφοροτρόπως θὰ ζημιωθῶσιν αἱ Κάτω Χῶραι. «Μεταξὺ ἄλλων δὲ μοὶ ἀνέφερεν, ὅτι τὰ Ὁλλανδικὰ ἀτμόπλοια, τὰ ὁποῖα καταπλέουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἰδίως εἰς τὰς Ἰονίους νήσους, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ διὰ τοὺς ὁλλανδικοὺς λιμένας φορτίου των, θὰ εὑρεθῶσιν ἐφεξῆς εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἀγγλικῆς Ἑταιρείας. «Αἱ Κάτω Χῶραι, ἐξηκολούθησε λέγων ὁ κ. Von Lennep, εἶναι τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον διὰ μικροτέρου δασμοῦ ἐπιβαρύνει τὴν σταφίδα, διότι καθ’ ἑκατὸν χιλιόγραμμα εἰσπράττεται δασμὸς τριῶν μόνον φράγκων, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Β. Κυβέρνησις, καὶ ὅτι ὑπογραφομένης τῆς συμβάσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προΐδῃ τις, τίνες ἔσονται αἱ ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεώς του.» Τὸ ἔγγραφον τοῦτο πρὸς τὸν ἐν Ἅγῃ πρεσβευτὴν φέρει ἡμερομηνίαν 7 Ἰουνίου 1903. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων, Κύριοι, ἐξάγεται, ὅτι διαμαρτυρίαι ἀνεκοινώθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκ μέρους τῆς Γερμανίας, τῆς Ἰταλίας, τῆς Ὁλλανδίας καὶ τῆς Ἀγγλίας. Τῶν τριῶν πρώτων Δυνάμεων αἱ διαμαρτυρίαι βασίζονται κυρίως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς Ἰταλικῆς συνθήκης, καὶ τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἔχουσιν, ἵνα ἐπικαλεσθῶσι τὰ προνόμια τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους, ἡ δὲ Μεγάλη Βρεττανία τὴν διαμαρτυρίαν αὐτῆς ἐβάσισε πρῶτον εἰς τὴν ἀθέτησιν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπεδίωκεν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς φορολογίας, σκοποῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο ἡ ἐλάττωσις τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος πρὸς ὠφέλειαν τῶν καταναλωτῶν Ἄγγλων, καὶ δεύτερον εἰς τὸ ἄρθρον 6 τῆς Ἰταλικῆς συνθήκης. Ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐξάγεται, ὅτι εἰς τὰς διαμαρτυρίας ταύτας ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπήντησε προφορικῶς, καὶ ὅτι ἀνεκοίνωσε τὰς διαμαρτυρίας τῶν Δυνάμεων καὶ τὰς προφορικὰς αὐτοῦ ἀπαντήσεις εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος πρὸς γνῶσίν των, ἀλλ’ ὅτι εἰς οὐδὲν διάβημα προέβη καὶ οὐδεμίαν ὁδηγίαν ἔδωκεν εἰς τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὴν Ἑλλάδα παρὰ ταῖς ξέναις Αὐλαῖς, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο διαπραγματευθῶσιν. Εἶπον ταῦτα, διότι ἐλέχθη καὶ ἐγράφη, καὶ ἐπανελήφθη καὶ ἐπαναλαμβάνεται, ὅτι διαβήματα ἐγένοντο παρ’ ὑμῶν, καὶ ἀποτέλεσμα τῶν διαβημάτων ἐκείνων ἦτο ἡ ἄρσις τῶν διαμαρτυριῶν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, δὲν εἶναι ἀκριβές.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλέχθη εἰς τὴν Βουλήν;
§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶπον ὅτι ἐλέχθη καὶ ἐγράφη· δὲν ὥρισα ποῦ ἐλέχθη καὶ ποῦ ἐγράφη. Ὡς βλέπετε, Κύριοι, εὑρισκόμεθα πρὸ διαμαρτυριῶν, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἀνάγκην πρέπει σοβαρῶς ν’ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλήν, διότι δὲν λησμονῶ, ὅτι εἷς τῶν θερμοτέρων ὑποστηρικτῶν τῆς συμβάσεως, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, συζητῶν ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατ’ αὐτὸν πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς συμβάσεως ἔδει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ὑποστήριξις τῶν Κυβερνήσεων τῶν χωρῶν ἐκείνων, ἐν αἷς ἡ σταφὶς καταναλίσκεται.
§16Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπον, μόνον τῆς Ἀγγλίας.
§17Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλὰ, περιορίζομαι εἰς τὴν Ἀγγλίαν· καὶ τὰ ἔγγραφα σᾶς ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ Ἀγγλία οὐ μόνον δὲν ὑποστηρίζει, ἀλλὰ καὶ διαμαρτύρεται προφορικῶς καὶ ἐγγράφως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, δὲν ἔχομεν μόνον διαμαρτυρίας τῶν Κυβερνήσεων, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἀντίδρασιν μεγάλην ἐκ μέρους τῶν πωλητῶν τῆς σταφίδος, ἀκριβῶς τοῦ δευτέρου ἐκείνου παράγοντος, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ῥητῶς δηλώσας, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ συνεννόησις μετ’ αὐτῶν καὶ ἀποδοχὴ τῆς συμβάσεως ἐκ μέρους των, βαίνομεν ἀναγκαίως εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος, εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος. Αἱ διαμαρτυρίαι τῶν πωλητῶν τῆς σταφίδος ἔφθασαν μέχρι τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς. Ἀλλὰ τότε ὀλίγη σημασία ἐδίδετο εἰς τὰς διαμαρτυρίας ταύτας. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς ταύτας ἐδίδετο ὀλίγη σημασία ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, σπουδαιοτέρα ἐδίδετο σημασία παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· διότι εὑρίσκω ἔγγραφον ὑπὸ ἡμερομηνίαν οὐχὶ πλέον Ἰουνίου, ἀλλ’ ὑπὸ ἡμερομηνίαν 12 Μαΐου, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐτηλεγράφει πρὸς τὸν ἐν Λονδίνῳ ἡμέτερον πρεσβευτὴν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ Σύλλογος τῶν παντοπωλῶν ἀπηύθυνεν εἰς τὴν Βουλὴν διαμαρτυρίας κατὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Εὐαρεστήθητε νὰ μοὶ τηλεγραφήσητε, ποίαν ἐντύπωσιν προὐξένησεν ἐν Λονδίνῳ τὸ διάβημα τοῦτο, καὶ ἐὰν τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐνέχον σημασίαν. Τηλεγραφήσατε ἐπίσης πᾶσαν σχετικὴν πληροφορίαν.» Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ὡς εἶπον, φέρει ἡμερομηνίαν 12 Μαΐου. Εἰς τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ὁ ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος αὐθημερὸν ἀπαντᾷ (ἀναγινώσκει): «Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς, εἰς ἀπάντησιν τηλεγραφήματος ὑμῶν ὑπὸ ἡμερομηνίαν σημερινὴν, ὅτι αἱ διαμαρτυρίαι ἐναντίον τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος προὐξένησαν ἐν Ἀγγλίᾳ μεγάλην ἐντύπωσιν, καὶ πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπὸ σπουδαιοτάτην ἔποψιν. Μανθάνω, ὅτι οἱ Σύλλογοι τῶν παντοπωλῶν εἰς πολλὰς πόλεις ὑποστηρίζουν τὸ διάβημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο. Οἱ Σύλλογοι οὗτοι εἶναι ἀποφασισμένοι ν’ ἀντιταχθῶσι μετὰ σθένους εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ ν’ ἀποφύγωσι πᾶσαν ἀγορὰν σταφίδος ἐν τῷ μέλλοντι.» Ἡ εἴδησις αὕτη, ὡς εἶπον, ἔφθασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν 12 Μαΐου 1903, ἐθεωρεῖτο δὲ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοσαύτης σπουδαιότητος, ὥστε τὴν 16 Μαΐου ἕτερον ἀπηύθυνε τηλεγράφημα ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸν ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτὴν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἔλεγεν: «Ἀναφερόμενος εἰς τὸ τηλεγράφημα τῆς 12 τρέχοντος, σχετικῶς πρὸς τὰς διαμαρτυρίας τῶν παντοπωλῶν, παρακαλῶ νὰ μὲ τηρήσητε ἐνήμερον τῶν διαβημάτων των κατὰ τοῦ μονοπωλίου.» Εἰς τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ὁ ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος ἀπαντᾷ τῇ 17 Μαΐου ὡς ἑξῆς: «Ἐν σχέσει πρὸς τὸ τηλεγράφημα ὑμῶν τῆς χθὲς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι νέον συλλαλητήριον, ἀντιπροσωπεῦον 10,000 παντοπώλας, ἔλαβε χώραν τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην ἐν Λονδίνῳ, καὶ διεμαρτυρήθη ἐναντίον τοῦ μονοπωλίου, ἐζήτησε δὲ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. «Θέλω τηρήσει ὑμᾶς ἐνήμερον.» Προσέθετε δὲ ἐν τῷ τηλεγραφήματί του: «Ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ὁλλανδίας ἐν Λονδίνῳ μοὶ ἔλεγε προχθὲς, ὅτι τὸ μονοπώλιον ἤθελεν ὠφελήσει μόνον τοὺς Ἄγγλους κεφαλαιούχους, καὶ ὅτι τὸ ἐμπόριον, κυρίως ἐν Ὁλλανδίᾳ, ἡ ὁποία εἶναι ἡ δευτέρα ἀγορὰ ἐν τῇ σταφίδι, ἤθελεν ἐπαισθητῶς ὑποφέρει.» Ὥστε ἡ Κυβέρνησις τὴν 12 καὶ τὴν 17 Μαΐου ἐγνώριζεν ἐπισήμως παρὰ τοῦ ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι γίνεται ἀντίδρασις ἐκ μέρους τῶν παντοπωλῶν τοιαύτη, ὥστε θέλει μηδενισθῆ τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος καὶ θέλει μηδενισθῆ ἡ κατανάλωσις αὐτῆς. Ἀλλὰ τὴν σπουδαίαν ταύτην ἀνακοίνωσιν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐποιήσατο εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε ἀπὸ τῆς 14 μέχρι τῆς 24 Μαΐου συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ταύτην δὲν ἐποιήσατο καὶ τότε ἀκόμη, ὅτε, ὡς ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἔλεγεν, ὅτι ἄνευ τῆς συνεργασίας τῶν παντοπωλῶν βαίνομεν πρὸς καταστροφὴν, διότι βεβαίως τὸ μονοπώλιον θέλει ναυαγήσει, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίδρασις ἐκ μέρους αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι, ὅτε ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὑπεχρεοῦτο ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς εἰδήσεις, τὰς ὁποίας εἶχε περὶ τῆς στάσεως τῶν παντοπωλῶν, καὶ τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν στάσιν ταύτην ἀπέδιδεν ὁ ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτὴς, ὁ κάλλιον παντὸς ἄλλου δυνάμενος νὰ γινώσκῃ ὁποίαν ἐπιρροὴν ἠδύνατο νὰ ἐξασκήσῃ εἰς τὴν κατανάλωσιν τῆς σταφίδος ἡ ἀντίδρασις τῶν παντοπωλῶν. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, Κύριοι, ὅτε τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν μὲ ἐπεσκέφθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ κ. Γ. Στρέϊτ, ὅστις μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ἕνεκα τοῦ ἐρεθισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐγέννησε τὸ ζήτημα τῆς συμβάσεως, καὶ ἕνεκα τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖόν τινες θέλουσι τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἐκμεταλλευθῶσι παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ, εὑρίσκεται ἠναγκασμένος νὰ μοὶ δηλώσῃ, ὅτι παραιτεῖται τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Συνδικάτου. Μοὶ προσέθηκε δὲ ὁ κ. Στρέϊτ, ὅτι, καθ’ ἃς εἶχε πληροφορίας, ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς εἶχε λάβει τηλεγράφημα παρὰ τῶν κυρίων Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ κύριοι οὗτοι ἀνήγγελλον εἰς αὐτὸν, ὅτι ἀποσύρονται τοῦ Συνδικάτου καὶ πάσης ἐπὶ τῆς συμβάσεως διαπραγματεύσεως. Ἠρώτησα τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν τοιοῦτον τηλεγράφημα εἶχεν εὕρει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι τὸ τηλεγράφημα τοῦτο δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσίν του. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὅτε τὴν Τρίτην ἑσπέρας ἔλαβον ἐκ Λονδίνου φάκελον, ἀπευθυνόμενον «πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, Ἀθήνας». Ἐν τῷ φακέλῳ τούτῳ εὗρον ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὅτι ἔχω καθῆκον ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν.
§18Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τίνος;
§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦ κ. Μπακχάουζ.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει, παρακαλῶ;
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. 25 Ἰουνίου 1903, ἄρα 12 Ἰουνίου καθ’ ἡμᾶς.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγράφη ἐν Λονδίνῳ;
§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη, ἀγγλιστὶ γεγραμμένη, ἔχει ὡς ἑξῆς ἐν μεταφράσει (ἀναγινώσκει:) «Πρὸς τὴν Αὐτοῦ Ἐξοχότητα τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος. «Κύριε. Μετὰ μεγάλης λύπης ὁ κ. Μπρόδερτον καὶ ἐγὼ ἐτηλεγραφήσαμεν εἰς τὴν Ὑμετέραν Ἐξοχότητα ὡς ἕπεται.» (Τοῦτο εἶναι τὸ τηλεγράφημα, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Στρέϊτ μοὶ ἔκαμε λόγον καὶ τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ πρώην Πρωθυπουργός.) «Λυπούμεθα ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἑταιρείας, περιλαμβάνουσα τοὺς Duprê, Dunn, Δεληγιάννην, ἠρνήθη νὰ ὑποβάλῃ τῇ Ὑμ. Ἐξοχότητι τροποποιήσεις τινὰς, ἃς θεωροῦμεν ἀπαραιτήτους, καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποσυρθῶμεν ἐκ τοῦ Συνδικάτου, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν λαμβάνομεν μέρος εἰς τὰς περαιτέρω τῆς Ἑταιρείας διαπραγματεύσεις.» «Ἀποστέλλω ἐγκλείστως ἀντίγραφον τῶν τροποποιήσεων, ἃς ὁ κ. Brotherton καὶ ἐγὼ ζητοῦμεν, ὡς ἐπίσης καὶ ἀντίγραφον τῶν τροποποιήσεων, ἃς ἐδέχθη ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἑταιρείας. «Ἀναφερόμενος εἰς τὴν τροποποίησιν, ἣν ἐπροτείναμεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, θέλω παρακαλέσει νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑπενθυμίσω τῇ Ὑμ. Ἐξοχότητι, ὅτι ὁ κ. Brotherton καὶ ἐγὼ εὑρισκόμεθα ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὸ τέλος Μαρτίου, ἐλπίζοντες, ὅτι, ἐὰν αἱ προτάσεις ἡμῶν ἠδύναντο νὰ γείνωσι δεκταὶ, ἡ σύμβασις θὰ εἶχεν ὑπογραφῆ ἐγκαίρως, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ καταρτίσωμεν τὴν Ἑταιρείαν ἐν καιρῷ διὰ τὴν ἐσοδείαν τοῦ ἔτους τούτου, καὶ οὕτω νὰ δυνηθῶμεν νὰ παράσχωμεν ὑμῖν τὰς ἐγγυήσεις ἡμῶν. «Τὸ προταθὲν οἰκονομικὸν μέτρον ἐν σχέσει πρὸς τὴν προθεσμίαν (δι’ ἣν τὸ Συνδικάτον οὐδαμῶς εὐθύνεται), δηλαδὴ νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις πολλοὺς μῆνας πρὶν ἢ αἱ παρ’ αὐτῶν ἀσφαλιζόμεναι ὑποχρεώσεις γεννηθῶσιν, εἶναι ἀσύνηθες, καὶ κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν ἀπραγματοποίητον.» Ἑπομένως διὰ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης ἐνίστανται οἱ κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον κατὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 1 τῆς συμβάσεως (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 3, δὲν συμφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὴν παρὰ τῶν Βουλευτῶν προταθεῖσαν τροποποίησιν, ὅπως ἡ πρώτη ἕδρα τοῦ Διαιτητικοῦ Δικαστηρίου ᾖ ἐν Πάτραις. «Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 9, αἱ δύο τελευταῖαι φράσεις τῆς τελευταίας παραγράφου δύνανται ν’ ἀποβῶσι βλαβεραὶ ὡς πρὸς τὴν ἐπιρροὴν καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν, καὶ ἐτέθησαν ἄνευ τῆς ἐγκρίσεώς μας.» Ὡς βλέπετε, δύο ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Συνδικάτου, τὸ ὁποῖον ἀντεπροσώπευον ἐνταῦθα ὁ κ. Δεληγιάννης καὶ ὁ κ. Στρέϊτ, παραπονοῦνται, ὅτι ἐναντίον τῶν ὁδηγιῶν αὐτῶν καὶ ἄνευ τῆς ἐγκρίσεώς των περιελήφθησαν ἐν τῇ συμβάσει ἄρθρα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ παραδεχθῶσι.
§24ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Νὰ γείνῃ ἀγωγὴ ἀποδοκιμασίας τῶν πληρεξουσίων.
§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φαίνεται ὅτι οὔτε ἀγωγὴ χωρεῖ, διότι εὑρισκόμεθα πρὸ συμβάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὅταν τις τῶν συμβαλλομένων δὲν εὑρίσκῃ συμφέροντα ὅρον, τὸν ὁποῖον ὁ πληρεξούσιος αὐτοῦ ἀπεδέχθη, λέγει: «Ἐγὼ φεύγω. Μένει ἡ ὑπογραφὴ τοῦ πληρεξουσίου». Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ ὑπογραφὴ αὕτη σημασίαν μεγάλην δὲν ἔχει, διότι αὕτη δὲν ἐμποδίζει τὸν ἐντολοδότην νὰ λέγῃ «ἀναχωρῶ, καὶ ἀποχωρῶ.»
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ μὲν, ὡς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδὲν γνωρίζω περὶ τούτου, ἀλλὰ τὴν Κυριακὴν, προχθὲς, ἐν Κηφισιᾷ συνήντησα τὸν κ. Γεώργιον Στρέϊτ, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ παραιτήσῃ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε παρακαλέσει αὐτὸν ὁ κ. Μπακχάουζ, ἵνα ἀναλάβῃ, διότι ὁ κ. Γεώργιος Στρέϊτ ἦτο νομικὸς σύμβουλος τῶν ἀπεσταλμένων τῆς Ἑταιρείας. Ἠρώτησα τὸν κ. Γεώργιον Στρέϊτ: «διατί παρητήσατε τὴν ἐντολήν;» Μ’ ἐπληροφόρησε δ’ ὅτι παρήτησε τὴν ἐντολὴν διότι ὁ κ. Μπακχάουζ ἐν τῇ ἐπιστολῇ του ἔγραψεν αὐτῷ, ὅτι ὑπερέβη τὴν ἐντολήν του, διότι ἔστερξε προτάσεις γενομένας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τὰς ὁποίας ὁ κ. Μπακχάουζ δὲν εἶχε στέρξει.
§27Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ;
§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Γεώργιος Στρέϊτ δυσηρεστήθη, ὡς εἴπετο, καὶ ἔγραψεν αὐτῷ, ἀποδείξας ὅτι οὐδόλως ὑπερέβη τὰς δεδομένας αὐτῷ ὁδηγίας, ἀπέδειξε δ’ εἰς αὐτὸν, ὅτι εἶχεν ἤδη λάβει παρ’ αὐτοῦ ἐντολὴν, ἵνα ἀποδεχθῇ τὰς γνώμας, αἵτινες ἀνεγράφησαν ἐν τῇ συμβάσει, καὶ τὰς ὁποίας ὁ κ. Μπακχάουζ ἔλεγεν ὅτι δὲν εἶχε στέρξει. Μοὶ προσέθηκε δ’ ὁ κ. Στρέϊτ, ὅτι ὁ κ. Μπακχάουζ, ἀναγνοὺς τὴν ἐπιστολὴν αὐτοῦ, ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. Στρέϊτ συγγνώμην, ἀναγνωρίσας ὅτι ὁ κ. Στρέϊτ δὲν εἶχε παραβῆ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει εἰς αὐτὸν ὁ κ. Μπακχάουζ. Μοὶ εἶπε δ’ ὁ κ. Στρέϊτ, ὅτι, μολονότι παρεκλήθη ἀπὸ τὸν κ. Μπακχάουζ νὰ μὴ παραιτήσῃ τὴν ἐργασίαν του ὡς νομικοῦ συμβούλου, ἔγραψεν εἰς τὸν κ. Μπακχάουζ, ὅτι δὲν δύναται πλέον νὰ συνεργασθῇ μετ’ αὐτοῦ, καὶ παρητήθη τῆς ἐντολῆς.
§29Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κύριος Στρέϊτ, ὡς εἶπον, ἐπισκεφθείς με, δὲν ἐνόμισεν ὅτι εἶχε καθῆκον ταῦτα νὰ ἀναφέρῃ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν. Παρατηρῶ μόνον, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Μπακχάουζ ἦτο τῆς 25 Ἰουνίου, καὶ ὅτι τὰ ἀναφερόμενα ὡς διαμειφθέντα ἔγγραφα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ κ. Στρέϊτ βεβαίως ἔχουσι προγενεστέραν ἡμερομηνίαν.
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὄχι ὅτι ἀνέγνων, ἀλλ’ ὅτι ἤκουσα.
§31Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ναί. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι μετὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐστάλη ἐπιστολὴ ἐξ Ἀθηνῶν καὶ ἔφθασεν ἀπάντησις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μεταξὺ τῆς παρελθούσης Τρίτης, καθ’ ἣν ἔφθασεν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Μπακχάουζ εἰς Ἀθήνας, καὶ τῆς σήμερον, ἡμέρας Πέμπτης, δηλαδὴ ἐντὸς δύο ἡμερῶν, νὰ σταλῇ ἐντεῦθεν ἐπιστολὴ, καὶ νὰ ἔλθῃ ἐκ Λονδίνου ἀπάντησις. Ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Μπακχάουζ, ὅπως δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι ἤδη εἶπον, ὅτι οἱ κύριοι Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος αὐτῶν πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν κ. Δηλιγιάννην, δηλοῦσιν ὅτι ἀποχωροῦσι τοῦ Συνδικάτου καὶ πάσης περὶ τῆς συμβάσεως διαπραγματεύσεως. Ἐκ τῆς δηλώσεως ταύτης ἐξάγεται, ὅτι θεωροῦσιν ὅτι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν νομικὴν ἢ ἄλλην ἔχουσιν ἐκ τῆς ὑπογραφῆς, ἡ ὁποία ἐδόθη παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν. Καὶ τώρα ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐπιστολῆς (ἀναγινώσκει): «Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 11, ἐστὶν ἀνακόλουθον τὸ ἀπαγορεύειν «μεμιγμένην» σταφίδα, καὶ εἶτα τὸ καθιστᾶν τὴν Ἑταιρείαν ὑπόχρεων, ὅπως δέχηται αὐτήν. «Ἡ Ἑταιρεία κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς θὰ ἠδύνατο νὰ ἦναι ἐκτεθειμένη νὰ δεχθῇ σημαντικὸν ποσὸν μεμιγμένης σταφίδος. «Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 14, ὁ κ. Δεληγιάννης μοὶ ἔδωκε νὰ ἐννοήσω, ὅτι ἡ τοπικὴ διαιτησία ἦτο προαιρετικὴ, καὶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεθύμει ταύτην, διότι ἠδύνατο νὰ διευκολύνῃ τὴν ταχεῖαν διευθέτησιν τῶν διαφωνιῶν. Οὐδεμίαν εἰς τοῦτο εἶχον ἀντίρρησιν, ἀλλὰ μεγάλην ἔχω ἀντίρρησιν εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν τοπικὴν διαιτησίαν, καθὸ δυναμένην νὰ φέρῃ τὴν Διαιτητικὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν μὴ ἐπιθυμητὴν καὶ δυσάρεστον θέσιν νὰ ἀνατρέπῃ ἑκάστοτε τὰς ἀποφάσεις τῶν τοπικῶν διαιτητῶν. «Ἐὰν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου (δι’ ὃν ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Brotherton καὶ ἐγὼ ἔχομεν βαθύτατον σεβασμὸν) ἐσφάλλετο ὡς πρὸς τὴν κρίσιν του περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ παρ’ αὐτοῦ διοριζομένου πέμπτου μέλους τῆς Διαιτητικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ Ὑμ. Ἐξοχότης θέλει κατανοήσει, ὅτι μὴ δυναμένης τῆς Ἑταιρείας νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀτόπου ἐπὶ 12 μῆνας, ἤθελεν ἐπέλθει μεγάλη βλάβη εἰς αὐτὴν ὡς ἐκ τῆς τοιαύτης ἐσφαλμένης κρίσεως. «Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 17, πάντοτε καταδήλως ἐξέθηκα τῷ κ. Δεληγιάννῃ, ὅτι, ὅταν θὰ ἐξηντλεῖτο τὸ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον Α, δὲν θὰ ὑπῆρχον ἄλλα διαθέσιμα κεφάλαια πρὸς πληρωμὴν εἰς τοὺς παραγωγοὺς τῆς διαφορᾶς τῆς προκυπτούσης ἐκ τῆς τιμῆς τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν προκύπτει ἐκ τοῦ ἄρθρου τῆς συμβάσεως, ὅπερ ἀναγινώσκω καὶ ὅπερ ὑπεγράφη παρ’ αὐτοῦ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς διατυποῦται ἐν ταῖς τροπολογίαις ἡμῶν, εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς ὁδηγίας, ἃς ἔδωκα τῷ κ. Δεληγιάννῃ πρὶν ἐγκαταλείψω τὴν Ἑλλάδα. «Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 22, ὁ κ. Δεληγιάννης εἶχεν ἐπίσης σαφεῖς ὁδηγίας παρ’ ἐμοῦ, ὅτι, ὅταν ἡ ἐσοδεία ὑπερβαίνῃ τὰ 320 ἑκατομμύρια ἑνετικὰς λίτρας, τὸ ποσοστὸν, ὅπερ θέλει παρακρατηθῆ, δέον νὰ ἐξαρκῇ πρὸς κάλυψιν τοῦ πλεονάσματος, καὶ νὰ παρακρατηθῇ κατὰ τὸ ἔτος τῆς παραγωγῆς. Τὸ ἄρθρον, ὡς ὑπεγράφη, δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς ὁδηγίας μου· καὶ ὅπως ἀποδείξω τὴν σοβαρότητα τῆς παρατηρήσεώς μου, ἤθελον ὑποδείξει τῇ Ὑμ. Ἐξοχότητι, ὅτι τὸ ὅριον τῶν 10 φράγκων δύναται εἰς ὡρισμένας περιστάσεις νὰ ἐμπλέξῃ τὴν Ἑταιρείαν εἰς σοβαρὰν χρηματικὴν ζημίαν. «Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 23» — καὶ ἐδῶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὄχι μόνον ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος, ἀπαντῶν εἰς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας καὶ εἰς τὸ ἐπιχείρημα αὐτοῦ, ὅτι ἡ σύμβασις ψηφιζομένη ἤθελεν ἔχει ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα τὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν, ἄρα τὴν ἀθέτησιν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπεδίωξεν ἡ Ἀγγλία διὰ τῆς συμφωνίας τῆς ἐμπορικῆς, ἔλεγεν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα της, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν μὴ ὕψωσιν τῶν τιμῶν, καὶ ὅτι πολλαὶ ὑπάρχουσιν ἐν τῇ συμβάσει διατάξεις, αἵτινες δίδουσιν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα, ἵνα τοῦ ὅρου τούτου ἀπαιτήσῃ τὴν πραγματοποίησιν. Οἱ κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον διὰ τῶν παρατηρήσεών των ἐπὶ τοῦ ἄρθρου καταστρέφουσι πάντα ταῦτα. Ἰδοὺ τί λέγουσιν ἐν τῇ ἐπιστολῇ των: «Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 23, ὁ κ. Δεληγιάννης εἶχε καὶ πάλιν κατηγορηματικὰς ὁδηγίας, ὅτι δηλαδὴ τὸ ζήτημα τῆς ὑψώσεως τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος ἦτο λεπτὸν ἐν τῷ ἐμπορίῳ ζήτημα, καὶ ὅτι πρέπει τοῦτο ν’ ἀφεθῇ τῇ ἀσυζητήτῳ διακρίσει τῆς Ἑταιρείας, ἧς οἱ ἀντιπρόσωποι ἤθελον εἶναι ἀναγκαίως οἱ κρείττονες κριταὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δυνατὸν τῆς ὑψώσεως τῶν τιμῶν ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων πάντων. Οὕτω λοιπὸν καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὑπεγράφη ἐναντίον πρὸς τὰς ὁδηγίας μου.» Ἐν ἄλλαις λέξεσιν οἱ κύριοι Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον ζητοῦσιν, ὅπως ἀφεθῇ ἐλευθερία πλήρης εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἵνα αὐξήσῃ τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος. Τί γίνεται, ἐάν ποτε ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται δεκτὸν τὸ ἐπιχείρημα, ὅπερ ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀντέταξεν εἰς τὰς διαμαρτυρίας τοῦ Ἄγγλου πρεσβευτοῦ: Προσθέτει ὁ κ. Μπακχάουζ ἐν τῇ ἐπιστολῇ του: «Ἡ Ὑμετέρα Ἐξοχότης θέλει παρατηρήσει, ἀναγινώσκων τὰς ἐσωκλείστους ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ τροπολογίας, ὅτι ὁ κ. Μπρόδερτον καὶ ἐγὼ εἴμεθα προδιατεθειμένοι νὰ ἀποδεχθῶμεν τὰς πλείστας τῶν παρὰ τῶν Βουλευτῶν προταθεισῶν τροποποιήσεων. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς τροποποιήσεις, ἃς ἡμεῖς προτείνομεν εἰς τὴν σύμβασιν, βεβαιοῦμεν τὴν Ὑμ. Ἐξοχότητα, ὅτι θεωροῦμεν ταύτας ἀποτελούσας ὅρους ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, ἐξ ἰσχυροῦ αἰσθήματος καθήκοντος οὐχὶ μόνον πρὸς τοὺς ἡμετέρους ἐν Ἀγγλίᾳ φίλους, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν Ὑμ. Ἐξοχότητα καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Εἴμεθα δ’ ἐντελῶς πεπεισμένοι, ὅτι οὐδὲν πρώτης τάξεως Διοικητικὸν Συμβούλιον ἤθελεν εὑρεθῆ, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τῆς Ἑταιρείας, οὔτε θὰ ἦτο δυνατὸν ἀφ’ ἑτέρου νὰ πεισθῶσι κεφαλαιοῦχοι νὰ διαθέσωσι τὰ χρήματά των ἐν αὐτῇ, ἐὰν μὴ ἀπαλειφθῶσιν ἐκ τῆς συμβάσεως οἱ ὅροι, τῶν ὁποίων ἀνωτέρω ἐζητήσαμεν τὴν ἀπάλειψιν. «Ἡ Ὑμ. Ἐξοχότης προσωπικὴν τῷ κ. Brotherton καὶ ἐμοὶ ἀπέδωκε τιμὴν, παρασχοῦσα ἡμῖν ἐν εὐρεῖ μέτρῳ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, καὶ ἠσθάνθημεν βαθέως τὴν εὐθύνην ἡμῶν ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἔθνους, ὧν τὰ συμφέροντα βεβαίως δὲν ἐξυπηρετοῦμεν, ἀπεκδεχόμενοι σύμβασιν περιέχουσαν ὅρους καὶ ὁρισμοὺς, οἵτινες κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην καταδικάζουν ταύτην ἐκ τῶν προτέρων εἰς βεβαίαν ἀποτυχίαν. «Τὴν μετάφρασιν τῆς συμβάσεως ἔλαβον μόνον τὴν 5 Ἰουνίου», δηλαδὴ τὴν 23 Μαΐου καθ’ ἡμᾶς, «καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐτηλεγράφησα τῷ κ. Δεληγιάννῃ διὰ τοῦ δικηγόρου τοῦ Συνδικάτου, ἰσχυρῶς διαμαρτυρόμενος κατὰ τῶν ἄρθρων 1, 9, 14, 17, 22 καὶ 23· ἡ Ὑμετέρα δ’ Ἐξοχότης θέλει πεισθῆ ἐκ τούτων, ὅτι οὐδόλως ἐβράδυνα εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν διαμαρτυριῶν μου πρὸς τοὺς ἐν Ἀθήναις ἀντιπροσώπους τοῦ Συνδικάτου. «Ἔγραψα ἤδη ἐκτενῶς εἰς τὸν δικηγόρον τοῦ Συνδικάτου ἐπὶ τοῦ ἀντικεμένου τούτου, καὶ ἐὰν τυχὸν ἡ Ὑμ. Ἐξοχότης ἔχῃ ἀνάγκην περισσοτέρας τινὸς πληροφορίας, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δύναται οὗτος νὰ παράσχῃ ταύτας.» Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ περιορισθῶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, ἀλλὰ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς προτάσεις κατ’ ἄρθρον τῶν κυρίων Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον, ὅπως ἡ Βουλὴ δυνηθῇ νὰ κατανοήσῃ ταύτας· διότι, ὡς ἀντελήφθητε ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἐπιστολῆς, ἐν περιλήψει ἀναφέρονται ἐν αὐτῇ αἱ τροπολογίαι, καὶ ἀναφέρονται ἐν περιλήψει, διότι ἐν ἐσωκλείστῳ τῇ ἐπιστολῇ φακέλῳ ὁ κ. Μπακχάουζ κατέγραψε τὰ διάφορα ἄρθρα, τῶν ὁποίων προτείνει τὴν ἀπόρριψιν. Τὸ ἔγγραφον ἔχει ὡς ἑξῆς ἐν μεταφράσει: «Τροπολογίαι ἀπαιτηθεῖσαι παρὰ τῶν κυρίων Μπρόδερτον καὶ Μπακχάουζ καὶ ὑποβληθεῖσαι εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον κατὰ τὴν συνεδρίασιν αὐτοῦ τῆς 22 Ἰουνίου 1903, ἀπόντων τῶν κυρίων Μπρόδερτον καὶ Μπακχάουζ». (Ἐκ τούτου ἐξάγεται, ὅτι ὑπεβλήθησαν ἐγγράφως.) Ὡς γινώσκετε, τὸ Διοικητικὸν ἐκεῖνο Συμβούλιον συνέκειτο ἀπὸ 5 ἄτομα. Τὰ ἄτομα ταῦτα εἶναι οἱ κύριοι Μπακχάουζ, Μπρόδερτον, Δουπρὲ, Δὸνν καὶ Δεληγιάννης (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1. Ἡ ἐγγύησις τῶν λιρῶν 500,000 δὲν θέλει κατατεθῆ ἢ δύο μῆνας πρὸ τῆς ἐν τῇ συμβάσει ὁρισθείσης ἡμέρας τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς τοῦ κεφαλαίου τῆς Ἑταιρείας».—Ἐνῷ κατὰ τὴν διάταξιν τῆς συμβάσεως (ἄρθρον 1) «αἱ ἐγγυήσεις πρέπει νὰ κατατεθῶσι μέχρι τῆς 18/31 Ἰουνίου ἐ. ἔ., ὁ δὲ χρόνος τῆς πρὸς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἐκδόσεως τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου δὲν δύναται νὰ ἦναι μεταγενέστερος τῆς 17 Ἀπριλίου 1904», ἐνῷ, λέγω, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1 τῆς συμβάσεως ἡ ὑποχρέωσις τῆς παροχῆς τῆς ἐγγυήσεως ὁρίζεται μέχρι τῆς 18, 31 Ἰουνίου, δυνάμει τῆς προτάσεως τῆς νέας θὰ λάβῃ χώραν μόνον δύο μῆνας πρὸ τῆς 17 Ἀπριλίου 1904...
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν σᾶς χρησιμεύει μία πληροφορία, ὅτι τὴν προθεσμίαν τῆς 18 Ἰουνίου, μέχρι τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ γνωσθῶσι τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐγγυηθῆ τὴν κατάθεσιν τῶν 500 χιλιάδων λιρῶν, τὴν προθεσμίαν ταύτην ἀπεδέχθη ὁ κύριος Μπακχάουζ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὡς ἐνθυμοῦνται ὅλα τὰ μέλη. Ἑπομένως τώρα μεταβάλλει γνώμην.
§33Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν διατείνομαι διόλου, ὅτι ὁ κ. Μπακχάουζ δὲν μετέβαλε γνώμην, οὐδὲ θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα, ἐὰν οἱ κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον μετέβαλον γνώμην, ἢ ἐὰν ἀπ’ ἐναντίας, ὡς οὗτοι διατείνονται, οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν ἐνήργησαν παρὰ τὰς ὁδηγίας αὐτῶν καὶ ἐναντίον τῶν ὁδηγιῶν αὐτῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἀφορᾷ ἡμᾶς, τοῦτο ἀφορᾷ τοὺς κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοὺς κ. κ. Δεληγιάννην καὶ Στρέϊτ ἀφ’ ἑτέρου.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν μᾶς ἀφορᾷ.
§35Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἀκριβῶς λέγω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἀφορᾷ ἡμᾶς. Ἐγὼ δὲν ἔχω κανὲν δικαίωμα νὰ ἐπέμβω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον οἱ κύριοι οὗτοι θὰ κανονίσωσι μεταξύ των. Ἐγὼ ἐξετάζω τὴν στάσιν τῶν κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συμφερόντων τῶν ἰδικῶν μας, καὶ ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν τροπολογιῶν των (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 2. (Δέον νὰ προστεθῇ). Ἡ ἀπόφασις τῆς ἐν Ἀθήναις ἑδρευούσης ἐπιτροπῆς ἐπὶ πάντων τῶν ἐκτάκτων ζητημάτων, ἢ ἄλλων οἱωνδήποτε τοιούτων, ἅτινα ἤθελον ἀναφυῆ κατὰ τὴν τακτικὴν πορείαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἑταιρείας μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, θέλει ὑποβάλλεσθαι εἰς τὴν ἔγκρισιν ἢ τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ ἐν Λονδίνῳ Διοικητικοῦ Συμβουλίου...» Ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν εἶχε γείνῃ μεγάλη συζήτησις, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐνταῦθα ἑδρεύουσα, θὰ ἦναι ἀνεξάρτητος. Βλέπετε ποίαν ἰδέαν τῆς ἀνεξαρτησίας ταύτης ἔχουσιν οἱ κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον. «Τὰ δικαστικὰ ἔγγραφα, αἱ ἀγωγαὶ κλπ., κοινοποιούμενα εἰς τὸν Πρόεδρον ἢ ἐν ἀπουσίᾳ αὐτοῦ εἰς τὸν ἀντιπρόεδρον τῆς ἐν Ἀθήναις ἐπιτροπῆς, θεωρηθήσονται ὡς κοινοποιηθέντα εἰς τὴν Ἑταιρείαν (ρήτρα ὑπ’ ἀριθ. 4). Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, εἴτε δι’ ἀναγραφῆς ἐν τῇ συμβάσει, εἴτε δι’ ἐγγράφου, ὑποχρεοῦται, ἵνα τὰ παρ’ αὐτῆς διοριζόμενα πρόσωπα ὦσι πάντοτε πρόσωπα ἔχοντα ἐπιρροὴν καὶ γνωστὰ ἐν τῇ ἀγορᾷ τοῦ Λονδίνου» (ἔχοντα ἀτομικὸν κῦρος καὶ γνωστὰ ἐν τῷ ἐμπορικῷ κόσμῳ τοῦ Λονδίνου). Μεταβαίνω εἰς ἑτέραν τροπολογίαν, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ταύτης, διότι πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Πολλοὶ ἠρώτων κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως: «Ποῖον ἔσται τὸ κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας;» καὶ ἀπήντων: «Τὸ κεφάλαιον ἔσται 1,000,000». Καὶ τότε πολλοὶ ἔλεγον: «Καὶ ποῖον τὸ κέρδος τότε τῶν ἀναλαβόντων τὴν ὑπόθεσιν ταύτην; Ἐὰν θὰ ἐκδώσωσιν ἓν ἑκατομμύριον μετοχὰς, ἐὰν τὸ ἑκατομμύριον αὐτὸ θὰ κατατεθῇ πραγματικῶς, ποῦ εἶναι τὸ κέρδος τῶν ἀναλαβόντων τὴν ὑπόθεσιν ταύτην;» Ἐδῶ τὸ κέρδος τοῦτο κἄπως φαίνεται (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Δέον νὰ ὑπάρχῃ διάταξις, παρέχουσα τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Συνδικάτον νὰ ἐκδώσῃ ἐν ἀρχῇ κεφάλαιον ἱκανὸν, πλὴν τοῦ ἐκ λιρῶν 1,000,000 ὁρισθέντος παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα καλύψῃ πάσας τὰς δαπάνας πρὸς ἐπίτευξιν τῆς συμβάσεως, τῆς ἐγγραφῆς, τῆς ναυτικῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς λειτουργίας τῆς Ἑταιρείας.» Δυνάμει τοῦ ὅρου τούτου ἔχομεν κἄτι τι τὸ ἀπεριόριστον, τοῦ ὁποίου δὲν ἠξεύρομεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὅμως θ’ ἀποτελῇ καὶ τοῦτο τὸ μὴ πραγματικὸν κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ εἰσπράττηται τὸ 12%. «Ἄρθρον 3. Μετὰ 8 ἔτη ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς Ἑταιρείας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν Ἑταιρείαν.» Παραδέχεται ὁ κ. Μπακχάουζ τὴν τροπολογίαν τὴν προταθεῖσαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. «Ἡ εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἑταιρείας καταβλητέα ἀποζημίωσις δέον νὰ ᾖ ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ τῶν ἐν συνόλῳ κερδῶν τῆς Ἑταιρείας κατὰ τὰ τρία προηγούμενα ἔτη, ἀλλ’ οὐχὶ ἔλασσον ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει λιρῶν 1,000,000, πλέον τὸ ἥμισυ τῶν δύο ἀποθεματικῶν κεφαλαίων κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐξαγορᾶς, πλέον τὴν εἰς τὸ ἄρτιον ἀξίαν τῶν μετοχῶν. «Ὡσαύτως δέον νὰ λαμβάνωνται εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἀγορᾶς τὰ ἐλεύθερα κτήματα ἢ τὰ πολυετῶς μισθωθέντα ἐν Ἀγγλίᾳ ἢ ἐν Ἑλλάδι. Τὸ ὑλικὸν, τὰ ἔπιπλα, τὰ ὡς ἐκ τοῦ προορισμοῦ των ἀκίνητα, τὸ τροχαῖον ὑλικὸν, τὰ κτήνη κλπ. δέον νὰ ἐκτιμηθῶσι κατὰ δίκαιον ὑπολογισμόν. «Ἡ ἕδρα τῆς Διαιτητικῆς Ἐπιτροπῆς ἔσεται ἐν Ἀθήναις ἢ ἐν Πάτραις, κατὰ βούλησιν τῆς Ἑταιρείας. Ἐν ᾗ δύο κέντρα παραδόσεως θέλουσιν ἱδρυθῆ, ἐὰν ἦναι ἀπόλυτος ἀνάγκη...»
§36ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ ἐννοήσωμεν. Ἓν ἑκατομμύριον θὰ ἦναι ἐκτὸς τοῦ κεφαλαίου τοῦ μετοχικοῦ;
§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Δὲν νομίζετε ὅτι ἡ περὶ ἐξαγορᾶς σκέψις εἶναι, ἂν ὄχι ἄλλο, πρόωρος; Ἄνευ βλάβης, φρονῶ, δύνανται ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ περὶ ἐξαγορᾶς σκέψεις. Εἶναι δυνατὸν νὰ σκέπτησθε περὶ ἐξαγορᾶς;
§38ΦΩΤΗΛΑΣ. Ναί.
§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς συγχαίρω. Ἀλλ’ ἀναβάλατε ἐπ’ ὀλίγον, ἵνα μὴ διακόψω τὴν ἀνάγνωσιν τῶν τροπολογιῶν. Δὲν πιστεύω ὅτι τὸ μᾶλλον ἐπεῖγον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐξαγορᾶς (γέλωτες). (Ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 9. Ὁ κ. Δεληγιάννης θὰ ἐπιφέρῃ τροποποίησιν τῆς διατάξεως ταύτης, ἐὰν ἐπιτύχῃ τοῦτο. Ἡ τροποποίησις θὰ ἀφορᾷ κυρίως τὸν τρόπον τοῦ καθορίζειν τὴν ποιότητα τῶν διαφόρων ἐσοδειῶν, οὕτως ὥστε ἐκεῖ, ὅπου ἀναγινώσκει τις ἤδη «καὶ εἰς δευτέραν κατηγορίαν θὰ κατατάσσηται ὁ καρπὸς πρώτης ποιότητος, ὁ προερχόμενος ἐξ ὀρεινῶν ἢ πεδινῶν τόπων τοῦ Αἰγίου καὶ τῆς Κορίνθου κλπ.», θὰ ἀναγνώσῃ μετὰ τὰς λέξεις «καὶ τῆς Κορίνθου»: «καὶ τοιοῦτος τῶν Πατρῶν ἢ ἄλλων τόπων παραγόντων σταφίδα δυναμένην νὰ ἰσοδυναμῇ καὶ νὰ ἐξισῶται κατὰ τὴν ποιότητα καὶ τὴν ἀξίαν.» «Αἱ δύο τελευταῖαι φράσεις τῆς τελευταίας παραγράφου, ἀρχόμεναι ἀπὸ «Ἄν ἀφ’ ἑτέρου» καὶ λήγουσαι εἰς «κατὰ τὸ σχετικὸν τοῦτο ἔτος», δέον ν’ ἀπαλειφθῶσιν ἐντελῶς». «Ἄρθρον 11 § 4. Ἡ Ἑταιρεία δὲν δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ κατ’ οὐδένα λόγον νὰ δεχθῇ σταφίδα «ἀναμεμιγμένην» ἐναντίον τῆς ἀπαγορεύσεως». «Ἄρθρον 12. Ἡ Ἑταιρεία δὲν δύναται νὰ πωλῇ ἐν Ἑλλάδι κονιὰκ ἢ ἕτερον οἰνόπνευμα παρεσκευασμένον ἐκ σταφίδος.» «Ἄρθρον 13. Ἡ Ἑταιρεία δὲν θέλει ὑπέχει εὐθύνην διὰ τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐπιτροπῶν, αἵτινες θέλουσι σχηματισθῆ, καίτοι συγκατατίθεται εὐχαρίστως, ἵνα οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς ἐργάζωνται μετὰ τῶν ἐπιτροπῶν τούτων.» «Ἄρθρον 14. Εἰς τοὺς Διευθυντὰς τῆς Ἑταιρείας δέον νὰ ἀφίνηται ἡ ἐκλογὴ, ἐὰν θὰ προστρέχωσιν εἰς τὴν ἐγχώριον διαιτησίαν, ἢ ἐὰν θ’ ἀναθέτωσι τὴν διακανόνισιν τῶν διαφορῶν εἰς τὴν διαιτητικὴν ἐπιτροπήν.» — Ὥστε ἡ ἐγχώριος διαιτησία ἐξαλείφεται. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. — «Ἐὰν τὸ πέμπτον μέλος τῆς διαιτησικῆς ἐπιτροπῆς ἦναι διωρισμένον παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἀποτελῆται οὕτως ἐπιτροπὴ ἐκ τριῶν μελῶν Ἑλλήνων ἐναντίον δύο μελῶν τῆς Ἑταιρείας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Ἑταιρεία πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα (ἐν περιπτώσει σφαλερᾶς κρίσεως τοῦ Προέδρου περὶ τοῦ διορισθέντος παρ’ αὐτοῦ προσώπου) νὰ ζητήσῃ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ ἐν οἱῳδήποτε χρόνῳ διὰ καταλλήλου προσώπου, καὶ ἐν ἐλλείψει εὑρέσεως τοιούτου ἐντὸς ἑπτὰ ἡμερῶν, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Ἑταιρεία νὰ διορίζῃ αὐτὴ ἀντικαταστάτην διὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἔτους.» «Ἄρθρον 17. Δέον σαφῶς νὰ προσδιορισθῇ, ὅτι, ὅταν τὸ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον ὑπὸ στοιχ. Α ἐξαντληθῇ, τότε δὲν ὑπάρχουσι πλέον διαθέσιμα κεφάλαια, ἐν οἱᾳδήποτε περιπτώσει, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς διαφορᾶς τῆς ἐπικαταλλαγῆς εἰς τοὺς παραγωγούς. «Τὸ ἀποθεματικὸν τοῦτο δύναται ἐν τούτοις ν’ ἀναπληρωθῇ: «1) Διὰ τῆς παύσεως τῆς διαθέσεως χρημάτων διὰ τὸ ὑπὸ στοιχ. Β ἀποθεματικόν. «2) Διὰ τῆς διαθέσεως τῶν εἰς τὸ Δημόσιον ἀνηκόντων κερδῶν. «3) Διὰ τῆς διαθέσεως τῶν κερδῶν τῆς Ἑταιρείας μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν εἰς τοὺς μετόχους ἀνηκόντων 12%. «4) Διὰ τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς εἰς τοὺς καταναλωτάς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ὑψώσεως τῶν τιμῶν δέον νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἀναμφισβήτητον διάκρισιν τῆς Ἑταιρείας. Ἡ Ἑταιρεία ἐν τούτοις θέλει συνεννοηθῆ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑποχρεοῦται νὰ ὑψώσῃ τὰς τιμάς, ἐὰν κατὰ τὴν γνώμην τῶν διευθυντῶν τῆς Ἑταιρείας ἡ τοιαύτη πρᾶξις δὲν ἤθελεν ἀποβῆ ἐπιζήμιος εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Ἑταιρείας· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν τιμῶν ἤθελεν ἐπέλθει σπουδαία ἐλάττωσις τῆς πωλήσεως, οἱ διευθυνταὶ δύνανται ἀμέσως νὰ ἐπαναφέρωσι τὰς τιμάς, ἃς εἶχον πρότερον.» Δηλαδὴ ἀφοῦ καταστραφῇ ἡ κατανάλωσις δύνανται νὰ εἴπωσιν «ἐπανερχόμεθα εἰς τὰς παλαιὰς τιμάς.» «Τὰ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου ληφθησόμενα μέτρα δέον ν’ ἀκολουθήσωσι τὴν ἄνω τάξιν.» «Ἄρθρον 22. Τὸ ἐν περιπτώσει ἐσοδείας μείζονος τῶν 320,000,000 ἑνετικῶν λιτρῶν παρακρατηθησόμενον ποσὸν δέον νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς 10 φράγκα, καὶ εἰς οὐδένα νὰ ὑποβληθῇ περιορισμόν.» «Δεχόμεθα τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὅτι, «ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ ἐν Ἑλλάδι ἀπόθεμα ὑπερβαίνῃ τὰ 60 ἑκατομμύρια ἑνετικὰς λίτρας, ὁπότε τοιοῦτον πλεόνασμα ἀντιπροσωπεύει τέσσαρας καὶ ἥμισυ φορὰς τὸ ποσὸν τῆς ἐξαχθείσης σταφίδος καὶ πωληθείσης ἐπὶ πλέον τῶν 260 ἑκατομμυρίων, τότε ἐπίσης οὐδεμία ἔκπτωσις τῶν τιμῶν δέον νὰ γείνῃ. Ἤτοι, ἐὰν ἡ Ἑταιρεία ἐξαγάγῃ καὶ πωλήσῃ 264,450,000 ἑνετικὰς λίτρας καὶ ἔχῃ 61,000,000 ἀπόθεμα ἐν Ἑλλάδι, ἀντὶ 60,000,000, τότε δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐλαττώσεως τῶν τιμῶν.» «Ἄρθρον 23. Ἡ ἐσοδεία θέλει θεωρεῖσθαι μικρὰ, ὅταν ὑπολείπηται τοῦ μέσου ὅρου τῆς ἐσοδείας τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν. «Οἱαδήποτε αὔξησις τῶν τιμῶν διὰ τοὺς καταναλωτὰς, ἵνα ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν νὰ παράσχῃ, εἰ δυνατὸν, καλλιτέρας τιμὰς εἰς τοὺς παραγωγοὺς, ὀφείλει, ὡς ἐν τῷ ἄρθρῳ 17, νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἀναμφισβήτητον διάκρισιν τῆς Ἑταιρείας. «Ἡ Ἑταιρεία ἐν τούτοις θὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑποχρεοῦται νὰ ὑψώσῃ τὰς τιμὰς, ἐὰν κατὰ τὴν γνώμην τῶν διευθυντῶν τὸ τοιοῦτον δὲν ἤθελε ζημιώσει τὰς ἐργασίας τῆς Ἑταιρείας. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει τὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν ἤθελεν ἐπακολουθήσει σπουδαία ἐλάττωσις τῆς πωλήσεως, τότε οἱ διευθυνταὶ δύνανται ἀμέσως νὰ ἐπαναφέρωσι τὰς τιμὰς ὡς εἶχον πρότερον.» «Ἄρθρον 29. Πρόστιμον μὴ ὑπερβαῖνον τὰς λίρας 5,000 δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ὑπὸ τοῦ διαιτητοῦ ἐν περιπτώσει παραβιάσεως μὴ θεωρουμένης ἱκανῆς νὰ συνεπάγηται τὴν ἔκπτωσιν. «Ἐν περιπτώσει ἐκπτώσεως τὸ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον θέλει διανεμηθῆ ἐξ ἴσου μεταξὺ τῶν μετόχων καὶ τῆς Κυβερνήσεως.» Καὶ οὕτω λήγει, Κύριοι, ἡ ἱστορία αὕτη. Καὶ τώρα ἐξεταστέον, ἡ ἀποχὴ τῶν κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον, ἀλλὰ κυρίως τοῦ κ. Μπρόδερτον, ποῖα ἀποτελέσματα ἔχει; Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε, Κύριοι, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ σύμβασις αὕτη, καθ’ ἣν ἀμφιβολίαι τινὲς ἠγέρθησαν ὡς πρὸς τὴν πιθανότητα τῆς πραγματοποιήσεως τῆς συμβάσεως ταύτης, ἐπέκριναν δέ τινες τὴν μὴ ὕπαρξιν ἐγγυήσεως χρηματικῆς, ἐξασφαλιζούσης κάπως τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, ὁ κ. τέως Πρωθυπουργὸς παρετήρησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς συμβάσεως τῆς σταφίδος ἦτο τοιαύτης σπουδαιότητος ζήτημα, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι δι’ ἐγγυήσεως ἔστω καὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς συμβάσεως· ὅτι ἐξ ἄλλου ἦτο ἀδύνατον, ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις, ἔλεγεν ὁ τέως Πρωθυπουργός,—καὶ κατ’ ἐμέ, ἴσως ὀρθῶς ταῦτα ἔλεγεν,—ὅτι ἦτο ἀδύνατον ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις νὰ ἐπιδιώξῃ ἐν τῇ μὴ πραγματοποιήσει τῆς συμβάσεως κέρδος τι, ὅτι μικρὸν ποσὸν ἐγγυήσεως, ἐν ᾧ ἀφ’ ἑνὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως, ἦγε κατ’ ἀνάγκην εἰς πορισμὸν μικροῦ κέρδους, ἐν περιπτώσει μὴ ἐκτελέσεως τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Ἔλεγεν ὁ τέως κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀπορρίψασα τὴν παροχὴν μικρᾶς ἐγγυήσεως, ἐθεώρησεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τῶν ἀποτελούντων τὸ Συνδικάτον κεφαλαιούχων, προσέθετε δέ, ὅτι εὑρίσκετο εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ ληφθεῖσαι πληροφορίαι πείθουσι τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς ἐντιμότητος τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ Συνδικάτον, ἀλλὰ πείθουσιν ἐπίσης αὐτήν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Συνδικάτῳ πρόσωπά τινα οἰκονομικῆς ὑποστάσεως τοιαύτης, ὥστε δύναται ἡ οἰκονομικὴ αὐτῶν ὑπόστασις νὰ παρέχῃ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλουσιν ἐκτελέσει τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνουσι· τοιοῦτον δὲ πρόσωπον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέφερε πρωτίστως τὸν κ. Μπρόδερτον, διότι εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι ὁ κ. Μπρόδερτον κέκτηται μεγάλην περιουσίαν, καὶ δύναται ἑπομένως, ἀναλαμβάνων τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Τοιαύτη δὲ ἦτο ἡ πεποίθησις τοῦ κ. τέως Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συμμετοχῆς τοῦ κ. Μπρόδερτον, ἐπὶ τῆς ἀνάγκης, ἵνα ὁ κ. Μπρόδερτον ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ Συνδικάτου καὶ συμβληθῇ μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως,—καὶ τοῦτο διότι ἐθεώρει τὴν παρουσίαν αὐτοῦ ὡς τὴν μόνην ἐγγύησιν ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐντιμότητος τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ Συνδικάτου, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀναγνωρίζομεν,—τοιαύτη, λέγω, ἦτο ἡ πεποίθησις τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ κ. Μπρόδερτον, αὐτοῦ καὶ μόνου, παρεῖχε τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ σύμβασις αὕτη νὰ ἐκτελεσθῇ, ὥστε ἀπῄτησεν, ἵνα ἐν τῇ συμβάσει ῥητῶς ὁρισθῇ, ὅτι θὰ θέλουσι μετέχει τοῦ πρώτου Διοικητικοῦ Συμβουλίου οἱ κ. κ. E. A. Brotherton καὶ R. I. Beckhous». Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ ἄρθρου 2 τῆς συμβάσεως ὁ κ. τέως Πρωθυπουργὸς ἐδήλου σαφῶς, ὅτι κατ’ αὐτὸν ἡ παρουσία τῶν δύο τούτων κυρίων, τοῦ πρώτου ἰδίως, ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ δυνάμεως, ἤθελε παρέχει τὴν ἐλπίδα τῆς εὑρέσεως τοῦ ἀπαιτουμένου κεφαλαίου πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας διὰ τῆς συμβάσεως ἀνελάμβανεν ἡ Ἑταιρεία, καὶ ἄνευ τοῦ ὁποίου ἡ σύμβασις εἰς οὐδὲν ἠδύνατο ν’ ἀπολήξῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Καὶ εὑρισκόμεθα, Κύριοι, σήμερον ἄνευ τοῦ κ. Μπρόδερτον, ἐγκαταλιπόντος τὸ Συνδικάτον, καὶ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τριῶν μόνων μελῶν τοῦ Συνδικάτου, λίαν ἀξιοτίμων, ἐπαναλαμβάνω, ἀλλ’ ἐχόντων οἰκονομικὴν δύναμιν καὶ ὑπόστασιν βεβαίως δευτερεύουσαν· διότι ὁ τέως Πρωθυπουργὸς πάντοτε ἐξῆρε τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τοῦ κ. Μπρόδερτον, οὐδένα ποιησάμενος λόγον περὶ τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως τῶν ἑτέρων μελῶν τοῦ Συνδικάτου. Ἀνακεφαλαιώνων, Κύριοι, τὰ λεχθέντα, λέγω ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη, περὶ ἧς ὁ τοσοῦτος ἐγένετο πάταγος, ἡ ὁποία ἐξήγειρε τὸν ἐνθουσιασμὸν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, διότι ἐθεωρήθη παρ’ αὐτῶν ὡς τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ θεραπεύσῃ τὰς πολλαπλᾶς ἀνάγκας τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἡ σύμβασις αὕτη, ἡ ὁποία τοσοῦτον ἐγέννησεν ἐρεθισμὸν, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ δημοσία τάξις ἔτρεξε τὸν κίνδυνον νὰ διασαλευθῇ καὶ κινδυνεύει ἴσως εἰς τὸ μέλλον καὶ πάλιν νὰ διασαλευθῇ, ἡ σύμβασις αὕτη προεκάλεσε τὰς διαμαρτυρίας τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, προεκάλεσε τὰς διαμαρτυρίας τῶν Δυνάμεων ἐκείνων, αἵτινες, εἴτε χάριν τῶν συμφερόντων τῶν καταναλωτῶν, τῶν ἀνηκόντων εἰς αὐτὰς, εἴτε καὶ χάριν εὐμενοῦς πρὸς τὴν Ἑλλάδα διαθέσεως, ἠλάττωσαν τὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς, καὶ ἐπέτρεψαν τὴν διάδοσιν τῆς σταφίδος, ἐπέτρεψαν τὴν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος· ἡ σύμβασις αὕτη προεκάλεσε τὴν μεγάλην ἀντίδρασιν τῶν πωλητῶν, ὀρθότατα δὲ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι ἄνευ τῆς συνεργασίας αὐτῶν, ἄνευ τῆς ἐπιθυμίας αὐτῶν, ἵνα συντελέσωσιν εἰς τὴν διάδοσιν τοῦ προϊόντος, δὲν ἔχομεν νὰ ἐλπίσωμεν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως, αἱ δὲ ἐλπίδες ἅπασαι τοῦ μέλλοντος δὲν δύνανται νὰ βασισθῶσιν ἢ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως· ἡ σύμβασις αὕτη, ἥτις τοσαύτας ἐγέννησε περιπετείας, ἐξαφανίζεται σήμερον, διότι, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα εἰς ὑμᾶς, ἐγκαταλείπουσι καὶ Συνδικάτον καὶ σύμβασιν οἱ μόνοι δυνάμενοι νὰ θεωρηθῶσιν, ὅτι παρεῖχον ἐλπίδας περὶ πραγματοποιήσεως αὐτῆς. Τοιαύτη, Κύριοι, ἡ κατάστασις τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ ἀτυχῶς, ὡσεὶ μὴ ἤρκουν τὰ πολλὰ τοῦ ζητήματος ἔκτροπα, παρεστάθη κόμμα ὁλόκληρον, τὸ ὁποῖον καθῆκον ἔχει νὰ ἐνδιαφέρηται περὶ τῆς εὐημερίας τῆς χώρας, νὰ πονῇ ὑπὲρ αὐτῆς, παρεστάθη ὡς ἀντιπολιτευόμενον τὴν σύμβασιν, χάριν δὲν γνωρίζω τίνος ποταπῆς σκέψεως. Ἐλέχθη καὶ ἐπανελήφθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος ἠδύνατο νὰ ἄρῃ τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι προήρχοντο ἐκ τῆς διαμαρτυρίας τῶν Δυνάμεων. Ἀπέδειξα ποίας ἐνεργείας ἔκαμεν. Ἐλέχθη καὶ ἐγράφη, ὅτι οἱ Μπρόδερτον καὶ Μπακχάουζ ἐγκατέλειψαν τὸ Συνδικάτον ἕνεκα τῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν, καὶ ἀνέγνωσα τὴν ἐπιστολὴν αὐτῶν, ἐξ ἧς ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ κύριοι οὗτοι ἀπεδέχθησαν πολλὰς τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ προέβαλε, δὲν ἀπεδέχθησαν ὅμως ὅρους τινὰς τῶν ἐν τῇ συμβάσει ἀναγραφέντων ἐν ὀνόματι αὐτῶν, διατεινόμενοι ὅτι οἱ ὅροι οὗτοι ἀνεγράφησαν ἐναντίον τῶν ὁδηγιῶν των. Ψευδὲς εἶναι λοιπὸν τὸ λεχθὲν, καὶ ἴσως καιρὸς τὰ ψεύδη νὰ παύσωσι, ψευδὲς εἶναι, ὅτι ἐπὶ τῇ ἀποτυχίᾳ τῆς συμβάσεως πταίει ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία ἐζήτησε νὰ τροπολογήσῃ τὴν σύμβασιν. Διότι δὲν εἶναι αἱ τροπολογίαι αὐταὶ, αἱ ὁποῖαι προὐκάλεσαν τὴν ὑποχώρησιν τοῦ Μπρόδερτον, ἀλλὰ ὅροι τινὲς τῆς συμβάσεως, οἱ ὁποῖοι παρεστάθησαν ἐνταῦθα ὡς τυχόντες τῆς ἐγκρίσεως αὐτῶν. Ταῦτα πρέπει νὰ λεχθῶσι, καὶ πρέπει νὰ μάθωσιν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ τὴν ἀλήθειαν, πρέπει νὰ τὴν μάθωσι πράγματι. Καὶ ὅταν ἔχωμεν τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα λέγουσι «ψηφίσατε τὴν σύμβασιν καὶ πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ», καθῆκον ἔχω, ἵνα, ἀφοῦ ἐξέθηκα τὴν ἀλήθειαν, δηλώσω, ὅτι οὐδέποτε θέλετε εὕρει ἐμὲ συμβουλεύοντα ἵνα συζητηθῇ ἡ σύμβασις καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὶν ἢ ἀρθῶσιν αἱ δυσκολίαι, ἃς διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα, καὶ αἱ ὁποῖαι, ἐνόσῳ ὑφίστανται, καθιστῶσιν ἀδύνατον τὴν παραδοχὴν τῆς συμβάσεως.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεὶς παρέστησεν ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδ’ ἐκτὸς αὐτῆς, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν νομοθέτησιν τῆς συμβάσεως, ὁ δὲ Βασιλεὺς νὰ κυρώσῃ αὐτὴν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, οὐχὶ καὶ αἱ τέσσαρες, ἀλλὰ καὶ μόνον μία ἐξ αὐτῶν, ἤθελον διαμαρτυρηθῆ, ἰσχυριζόμεναι ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ἀναιροῦνται αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ἀνέλαβε διὰ τῶν συνθηκῶν, ἃς εἶχε συνομολογήσει μετὰ τῆς διαμαρτυρομένης Δυνάμεως. Τίς εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ μὴ προσέξωμεν εἰς τὰς παραστάσεις τῶν Δυνάμεων, ὅτι πρέπει ν’ ἀδιαφορήσωμεν εἰς τὰς διαμαρτυρίας αὐτῶν, καὶ ἂν ἀναγγέλλωσιν ὅτι θέλουσι καταγγείλει τὴν σύμβασιν, ἣν ἔχουν συνομολογήσει μεθ’ ἡμῶν, ὅτι καὶ τότε ἡμεῖς πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν καὶ τὴν κύρωσιν αὐτῆς; Ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐποιήσατο, εἶναι ὑπόθεσις, ἥτις ἐπὶ οὐδεμιᾶς βάσεως στηρίζεται, διότι οὐδεὶς ἐπρότεινεν, οὐδεὶς ἐζήτησεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ παραδεχθῇ· οὐδ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει ἀντιτάξει ἄρνησιν εἰς πρότασιν, ἣν οὐδεὶς ἐπρότεινεν, οὐδ’ εἶναί τις διατεθειμένος νὰ προτείνῃ, οὐδ’ αὐτοὶ οἱ σταφιδοκτήμονες ἦσαν διατεθειμένοι τοιαύτην νὰ προβάλωσιν ἀξίωσιν. Οὐδεὶς συνεβούλευσε νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἤθελον ἀντιταχθῆ μία ἢ πολλαὶ Δυνάμεις. Δὲν ἦτο ἀνάγκη, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ παρασταθῇ ὅτι περιήχθη εἰς τοιοῦτον ἀγῶνα, καὶ ν’ ἀντιταχθῇ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ζητήσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐζήτησεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ἐμὸς συνάδελφος, ἀνήγγειλεν ὅτι προφορικῶς ἐποιήσαντο αὐτῷ παραστάσεις οἱ ἀντιπρόσωποι τεσσάρων Δυνάμεων, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, τῆς Γερμανίας, τῆς Ἰταλίας, τῆς Ὁλλανδίας, καὶ ὅτι ὁ ἐμὸς συνάδελφος ἐποιήσατο πρὸς ἕκαστον αὐτῶν παρατηρήσεις, ὅτι αἱ παραστάσεις των δὲν δικαιολογοῦνται ὑπὸ τῶν συμβάσεων, αἵτινες δὲν δικαιολογοῦσι τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυναν πρὸς αὐτόν· ἀνεκοίνωσε δὲ ὁ κ. Σκουζὲς εἰς ἕκαστον τῶν πρέσβεων τῆς Ἑλλάδος, τῶν διαπεπιστευμένων παρὰ ταῖς εἰρημέναις Δυνάμεσι, τὰς παρατηρήσεις, ἃς ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς κ. πρέσβεις αὐτῶν, ἵνα, ἂν ἐποιεῖτο πρὸς αὐτὸν λόγον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ Κράτους, ἐν ᾧ ἦτο τεταγμένος, γνωρίζῃ ὁ ἡμέτερος πρέσβυς ποίας ν’ ἀπευθύνῃ παραστάσεις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν ἔδωκεν ὁ ἐμὸς συνάδελφος εἰς τοὺς ἡμετέρους πρέσβεις τὴν ἐντολὴν, ἵνα προβῶσιν οἴκοθεν εἰς παραστάσεις πρὸς τὰς Κυβερνήσεις τῶν εἰρημένων Δυνάμεων, διότι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔκρινεν, ὅτι προσῆκε νὰ περιμείνῃ τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας αἱ Δυνάμεις ἤθελον ἀπευθύνει αὐτῷ, καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἤθελε προβάλει ἑκάστη τῶν Δυνάμεων, ὅπως τότε δώσῃ πρὸς τοὺς ἡμετέρους πρέσβεις τὰς ἀναγκαίας, ἀλλ’ ὁριστικὰς ὁδηγίας, ἵνα δυνηθῇ νὰ πείσῃ αὐτὰς, ὅτι τυγχάνομεν πεπεισμένοι, ὅτι δὲν παραβαίνομεν τὰς συνθήκας, συναλλασσόμενοι μετὰ τῆς Ἑταιρείας, καὶ ὅτι, ἂν μία τῶν Δυνάμεων ἢ πᾶσαι ἤθελον ἐπιμείνει, ἰσχυριζόμεναι ὅτι διὰ τῶν συνθηκῶν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ συνομολογήσωμεν τὴν σύμβασιν, οὐδεμία Κυβέρνησις ἤθελεν εὑρεθῆ, οὐδεὶς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἤθελεν εὑρεθῆ, νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐπιψήφισιν ἢ τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως, ἐναντίον τῶν ῥητῶν δηλώσεων τῶν Δυνάμεων. Εἰς τὴν σύμβασιν μετὰ τῶν κυρίων Μπρόδερτον καὶ Μπακχάουζ προέβημεν, ἀφοῦ ἐζητήθησαν πληροφορίαι διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παρὰ τραπεζιτικῶν καταστημάτων ἐν Παρισίοις καὶ Λονδίνῳ, καὶ ἐγένετο ἡμῖν γνωστὸν, ὅτι ὁ κ. Μπακχάουζ εἶναι εἷς τῶν μεσιτῶν πρώτης τάξεως ἐν τῇ ἀγορᾷ τοῦ Λονδίνου, καὶ ὁ κ. Μπρόδερτον καὶ οἱ ἕτεροι δύο, ὧν δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰ ὀνόματα, εἰσὶν ἄνθρωποι οἰκονομικῆς ὑποστάσεως, οἰκονομικῆς δυνάμεως, καὶ ὅτι παρέχουσι τὰς ἐγγυήσεις, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἀνεύρωσι τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια, ὅπως ἡ Ἑταιρεία δυνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της. Βεβαίως ὑπῆρξε διαφωνία μεταξὺ τῶν κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι ἀφ’ ἑτέρου· διότι ὁ κ. Μπακχάουζ ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν εἶχε δώσει ἐντολὴν νὰ γείνωσιν ἀποδεκταὶ ὡρισμέναι διατάξεις, ἀναγραφεῖσαι ἐν τῇ συμβάσει, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἰσχυρίζονται, ὅτι εἶχε δώσει ὁ κ. Μπακχάουζ ἐντολήν. Ἡ διαφωνία αὕτη δὲν ἀφορᾷ ἡμᾶς, αὕτη θέλει κανονισθῆ μεταξὺ αὐτῶν· ἡμεῖς δυνάμεθα, ἕκαστος ὡς ἄτομον, νὰ ἔχωμεν γνῶσιν περὶ ἑκάστου τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Συνδικάτου ἐν Ἑλλάδι, τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ δὲν καλούμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν, ἂν οἱ Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον ἔχουσι δίκαιον, ἢ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι. Ὅ,τι ὅμως δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν πάντες, ὅσοι εἰργάσθημεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῇ ἐπεξεργασθείσῃ τὴν σύμβασιν, εἶναι, ὅτι αἱ ἀναγραφεῖσαι ἐν αὐτῇ διατάξεις ἀνεγράφησαν τῇ συναινέσει τοῦ Μπακχάουζ. Ἂν ὁ κ. Μπακχάουζ, ὁμιλῶν ἀγγλιστὶ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, ἔλεγε φράσεις καὶ λέξεις, αἵτινες ἀπετέλουν συναίνεσιν, δὲν γνωρίζω· ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι οἱ μεταφράσαντες τὰς ἀποκρίσεις τοῦ κ. Μπακχάουζ ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς, ὅτι συναινοῦσιν εἰς τὰς περὶ ὧν εἴρηται προτάσεις. Οἱ κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον ἀποχωροῦσι τοῦ Συνδικάτου, διότι καὶ πρὸς ἐμὲ ἐτηλεγράφησαν περὶ τούτου, ὅτι ἀποσύρονται ἐκ τοῦ Συνδικάτου· τοῦτο λέγουσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτιολογίας. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον ἀπεχώρησαν τοῦ Συνδικάτου, ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν τὰ ὑπόλοιπα μέλη τοῦ Συνδικάτου δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν, ἐὰν ἔχωσιν οἰκονομικὴν ὑπόστασιν τοιαύτην, ὥστε νὰ καταρτίσωσι τὴν Ἑταιρείαν, ἢ ὄχι. Καὶ ἐν ἑκατέρᾳ τῶν περιπτώσεων τούτων ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ὀφείλει νὰ σκεφθῇ, τί πρέπει νὰ ἐνεργήσῃ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι τὴν ἔρευναν, τὴν ἐξονύχισιν, τὴν μελέτην, τὴν ἀνάλυσιν τῆς συμβάσεως πρῶτοι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν, ὅτε εἰσηγάγομεν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ὅτε ὑπῆρχόν τινες, θέλοντες νὰ υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν σύμβασιν, ἡμεῖς ἀνεκοινώσαμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι παρεκαλοῦμεν αὐτὴν νὰ ἐξονυχίσῃ, νὰ μελετήσῃ καὶ ἀναλύσῃ τὴν σύμβασιν, διότι ἐκρίνομεν, ὅτι ἐπ’ αὐτῆς δὲν ἐπρόκειτο περὶ πολιτικοῦ ζητήματος, δὲν ἐπρόκειτο περὶ κυβερνητικῆς πράξεως, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ μεγάλων συμφερόντων τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, περὶ μεγάλων συμφερόντων πολυμελοῦς τάξεως παραγωγῶν, ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν ὁποίων ἔπρεπε πάντες, ὡς ἀδελφοὶ, οὐχὶ ὡς κόμματα, ὡς συμπολῖται καὶ οὐχὶ ὡς ἀνταγωνιζόμενοι ἐν τῇ πολιτικῇ, νὰ ἐργασθῶμεν καὶ νὰ μεριμνήσωμεν, ὅπως ἀποσοβήσωμεν τὴν ἐπερχομένην κατ’ αὐτῶν θύελλαν. Οὐδεὶς ᾐτιάθη τῶν ἄλλων, ὅσα δὲ γράφονται ἢ τυχὸν θίγονται ἐν τῇ ἀγορᾷ ἢ ἐν τῇ πόλει δὲν πρέπει νὰ μεταφέρωνται ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδὲ τὰ γραφόμενα, οὐδὲ τὰ λεγόμενα. Ἐγὼ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος προϊστάμην τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὁ ὁποῖος ἤμην ἀντίθετος πρὸς ὑμᾶς, τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν, ἐγὼ αὐτὸς ἐπανειλημμένως ἠγόρευσα περὶ αὐτῆς, μηδόλως αἰτιαθεὶς αὐτῆς, οὐδέ τινος τῶν μελῶν αὐτῆς, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ διάθεσις ἢ ἡ προαίρεσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνέβαινον ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα συζητήσωσιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως. Δὲν ἐπιτρέπεται εἴς τινα νὰ λαμβάνῃ τὴν θέσιν τοῦ ἀδικουμένου, καὶ νὰ ἐγείρηται ἀγανακτῶν δῆθεν καὶ ἐξανιστάμενος κατὰ τῆς ἀδικίας τῆς γενομένης κατ’ αὐτοῦ. Οὐδεὶς οὐδένα ἠδίκησεν. Ἐὰν ὁ κ. Μπακχάουζ ἐζήτησε νὰ προβάλῃ νέας προτάσεις, νέας τροπολογίας, καὶ νὰ πράξῃ καὶ αὐτὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραττεν ἡ Βουλή, προτείνουσα τροπολογίας καὶ κοινοποιοῦσα εἰς αὐτὸν ταύτας διὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἢ γνώμας ἄλλας ἐπὶ τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως, νομίζω ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβάλῃ τοιαύτας τροπολογίας. Ὁ κ. Μπακχάουζ δὲν ἠγνόει, ἀλλ’ ἐπεθύμει ἵνα ἡ Βουλὴ συζητήσῃ καὶ προβάλῃ τροπολογίας· οὐδ’ ἀντετάχθη κατὰ τούτου. Ἀλλὰ δὲν εἶχε δικαίωμα αὐτός, ὅστις ἐδήλωσε τὰς γνώμας του καὶ πρὸ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ μελέτην τῆς συμβάσεως, καὶ ἀπεδέχθη τὸ κείμενον αὐτῆς, δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ προβάλῃ νέας προτάσεις, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου τῆς συμβάσεως δὲν εἶχε προβάλει. Βεβαίως οὐδ’ ἐναντίον τῶν ἀξιώσεων ἢ τῆς θελήσεως μιᾶς τῶν Δυνάμεων δυνάμεθα νὰ προβῶμεν, ἐπιψηφίζοντες τὴν σύμβασιν, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ ἐπιμείνωμεν, ἵνα ἐπιψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν, ἀφοῦ δύο μέλη τῆς Ἑταιρείας ἀποχωροῦσιν. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν παραιτηθέντων ὑπόλοιπα μέλη τοῦ Συνδικάτου δυνηθῶσι νὰ εὕρωσι νέα μέλη, νέους συναδέλφους, ἔχοντας τὴν προσήκουσαν οἰκονομικὴν δύναμιν, ἔχοντας οἰκονομικὴν ὑπόστασιν ἱκανήν, ὅπως δυνηθῶσι νὰ ἐμποιήσωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπως δυνηθῶσι νὰ εὕρωσι τὰ κεφάλαια τ’ ἀπαιτούμενα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας διὰ τῆς συμβάσεως ἀναλαμβάνουσι, βεβαίως τότε ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν σύμβασιν, ἐὰν ἡ Ἀγγλία ἢ αἱ ἄλλαι Δυνάμεις δὲν ἐπιμένωσιν εἰς τὰς ἀντιρρήσεις των. Ἡ σύμβασις ἐπέβαλλε βεβαίως καὶ εἰς ἡμᾶς ὑποχρεώσεις. Ἡ εἰκοσαετὴς διάρκεια αὐτῆς ἦτό τι τὰ μάλιστα ἀνησυχητικὸν, ἡ ὑπὸ τοῦ Συνδικάτου δὲ ἀποδοχὴ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, ἡ ἀποδοχὴ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαγορᾶς μετὰ ὀκταετίαν ἐβελτίωνεν αἰσθητῶς τὰ βάρη καὶ τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν. Ἀλλ’ ὅσα καὶ ἂν εἶχεν ἡ σύμβασις ἐλαττώματα, ὅσας καὶ ἂν εἶχεν ἀτελείας, ὅσα καὶ ἂν ἐπέβαλλε βάρη, δὲν ἦτο πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλλεν εἰς ἡμᾶς ἡ ἀνάγκη. Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἠρωτῶμεν ἀλλήλους, τί θέλει γείνῃ, ἐὰν δὲν ληφθῇ μέτρον τι περὶ τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος, περὶ τοῦ πῶς θέλει διατεθῆ ἡ συγκομισθησομένη σταφὶς, οὐδεὶς ἀνελάμβανε τὴν εὐθύνην ν’ ἀπορρίψῃ τὰς γνώμας καὶ τὰς προτάσεις τῆς Ἑταιρείας, ἐγκαταλείπων τοὺς παραγωγοὺς τῆς σταφίδος ἐκτεθειμένους εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ποικίλων στροφῶν τῆς ἐμπορικῆς φιλοκερδείας καὶ κινήσεως. Διὰ τοῦτο ὄχι μόνον οἱ καθήμενοι εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν καθημένων καὶ εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην οὐδεὶς ἠγόρευσε κατὰ τῆς ἀρχῆς τῆς συμβάσεως, καὶ μολονότι ἴσως πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἀνεύρισκον ἐν αὐτῇ ὅρους καὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐδέσμευον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ παραγωγοῦ, ἐδέσμευον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπόρου, περιώριζον τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου, πάντες ὅμως ἠνέχθησαν καὶ κατέπιον τὴν πικρίαν ταύτην, ἀναλογιζόμενοι ὅτι ἄνευ τῆς συμβάσεως ἤθελε μείνῃ ἐγκαταλελειμμένη ἡ τάξις τῶν παραγωγῶν τῆς σταφίδος. Περὶ τῆς τάξεως ταύτης πρέπει νὰ προνοήσωμεν, Κύριοι, πρέπει νὰ προνοήσωμεν οὐχὶ ὡς κόμματα, οὐχὶ ὡς πολιτικοὶ ἄνδρες, ἐρίζοντες καὶ ἀνταγωνιζόμενοι πρὸς ἀλλήλους, ἀλλ’ ὡς πολῖται τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, τῆς χώρας αὐτῆς, ἐν ᾗ καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου μέγαν ἀποτελεῖ πόρον ἡ παραγωγὴ τῆς σταφίδος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§41Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ ἀνακοινώσεις, Κύριοι, εἰς ἃς προέβη κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι λίαν σπουδαῖαι. Καίτοι τῶν τριπλῶν αὐτῶν ἀνακοινώσεων καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὴν σύμβασιν, δὲν εἶχον ἐν ταῖς λεπτομερείαις γνῶσιν, ἀλλὰ βεβαίως εἶχον τὸ προαίσθημα καὶ τὸν φόβον μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς. Αἱ ἀνακοινώσεις αὗται βεβαίως ἐνεποίησαν μεγίστην ἐντύπωσιν, ὡς λεπτομερῶς ἐξετέθησαν, κατ’ ἀρχὴν ὅμως ἀνεμένοντο· ἂν δὲ λαμβάνω τὸν λόγον, λαμβάνω αὐτὸν οὐχὶ ὅπως ἀνασκευάσω αὐτὰς, ἀφοῦ στηρίζονται ἐπὶ πραγματικῶν γεγονότων, ἀλλ’ ὅπως ἀμφισβητήσω τινῶν ἢ τὸ δίκαιον ἢ τὸ εὔλογον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσε πρῶτον τὰς ἐκ μέρους τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων, μεθ’ ὧν συνδεόμεθα δι’ ἐμπορικῶν συνθηκῶν, ἀντιρρήσεις, ἃς ἔφεραν κατὰ τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ἀνεκοίνωσε μετὰ ταῦτα τὴν ἀντίδρασιν, ἥτις ἐν Ἀγγλίᾳ διεξάγεται ὑπὸ τῶν λιανοπωλητῶν τῆς σταφίδος, καὶ τρίτον ἐγνώρισε τῇ Βουλῇ τὴν παραίτησιν καὶ τὰς νέας προτάσεις τῶν κυρίων Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον. Αἱ ἀντιρρήσεις τῶν τεσσάρων Κυβερνήσεων ἔχουσι μεγάλην σπουδαιότητα, καὶ πρέπει νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς· διότι, καὶ ἂν ἤθελεν ἀποτύχει ἡ σύμβασις, ἥτις ἤδη ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, καὶ ἂν ἄλλος τις ἤθελε καλλιτέρους ὅρους ἐν τῷ μέλλοντι προτείνει ἡμῖν, πρέπει νὰ γινώσκωμεν ἀπὸ τοῦδε, ἂν πραγματικῶς οἱ περιορισμοὶ, τοὺς ὁποίους οἱ τέσσαρες πρεσβευταὶ παρέστησαν ὅτι ἐπιβάλλονται τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει, εἶναι πραγματικῶς βάσιμοι καὶ δίκαιοι. Πᾶν Κράτος, συνδεόμενον μετὰ τῆς Ἑλλάδος δι’ ἐμπορικῆς συνθήκης, ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ καταγγέλλῃ αὐτὴν, ἐὰν παρῆλθεν ἡ ταχθεῖσα προθεσμία τῆς ἰσχύος αὐτῆς, καὶ νομίζω ὅτι πᾶσαι αἱ ἐμπορικαὶ συμβάσεις, αἱ συνωμολογημέναι μετὰ τῆς Ἀγγλίας, τῆς Ἰταλίας, τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Ὁλλανδίας, ἐξῆλθον τοῦ χρονικοῦ ὁρίου, ὅπερ ἐτάχθη δι’ αὐτῶν, καὶ σήμερον εἴτε ἑκάστη τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν, εἴτε ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλωμεν αὐτὰς, ὅτε αὗται μετὰ ἓν ἔτος παύουσιν ἰσχύουσαι. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν καὶ αἱ τέσσαρες Κυβερνήσεις βεβαίως θὰ εἶχον ἀνεξέλεγκτον δικαίωμα νὰ καταγγείλωσιν εἰς τοὺς ἡμετέρους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ παύσωσιν αὗται ἰσχύουσαι, τὰς συνθήκας, αἵτινες διέπουσι τὰς μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡμῶν ἐμπορικὰς σχέσεις. Ἐφ’ ὅσον ὅμως στηρίζωνται ἐπὶ τῶν συμβάσεων αὐτῶν καὶ ἰσχυρίζωνται ὅτι ἡ περὶ μονοπωλίου συμφωνία προσκρούει εἰς τὰς διατάξεις αὐτῶν καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐπιτρέψωσι παραβίασιν αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ἀφ’ ἑτέρου ἰσχυρίζωνται ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος ἀπειλεῖται τὸ ἐν τοῖς Κράτεσιν αὐτῶν ἐμπόριον τῆς σταφίδος δι’ ἀνυψώσεως τῶν τιμῶν, παρὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1890 μετὰ τῆς Ἀγγλίας, αἱ Δυνάμεις αὗται εἶναι, φρονῶ, ἐκτὸς τοῦ νομίμου καὶ τοῦ δικαίου. Οὐδεμία τῶν τεσσάρων συμβάσεων ἀπαγορεύει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ ὅ,τι διὰ τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος συνεφώνησε, δηλαδὴ νὰ παραχωρήσῃ εἰς Ἑταιρείαν Ἀγγλικὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἀποκλειστικῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Σκοπὸς τῶν ἐμπορικῶν συνθηκῶν καὶ ἐν γένει καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ν’ ἀπαγορεύσωσιν εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς ἐξαγωγῆς ἢ τῆς εἰσαγωγῆς ὅπως αὐτὸ θέλει, ἀλλὰ νὰ κανονίζῃ αὐτὰ κατὰ τρόπον ἴσον, καὶ νὰ μὴ παραχωρῇ εἰς τοὺς ἐντοπίους ἢ τοὺς ὑπηκόους ἄλλων Κρατῶν δικαιώματα, προνόμια, εὐκολίας, ἃς δὲν παραχωρεῖ εἰς τὸ συμβαλλόμενον Κράτος. Ἂν πραγματικῶς συνωμολογεῖτο σύμβασις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Ἀγγλίας, ὅπως ἡ ἐξαγωγὴ τῆς σταφίδος γίνεται μόνον ὑπὸ Ἄγγλων ἢ δι’ ἀγγλικῶν πλοίων, θὰ ἦτο λίαν εὔλογον, ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἢ ἡ Ὁλλανδικὴ ἢ ἡ Γερμανικὴ νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅτι παραβιάζονται δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως αἱ συμβάσεις, τὰς ὁποίας τὰ Κράτη ταῦτα συνωμολόγησαν μεθ’ ἡμῶν καὶ αἵτινες ὁρίζουσι νὰ μὴ παραχωρῆται εἰς ἄλλο Κράτος ἢ εἰς τοὺς ἰθαγενεῖς δικαίωμά τι, τὸ ὁποῖον δὲν παραχωρεῖται ἐξ ἴσου καὶ εἰς αὐτάς. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι γίνεται διὰ τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος; Οὐδεμία ἀπαγόρευσις τίθεται διὰ τῆς συμβάσεως εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος. Ἡ σταφὶς θὰ ἐξάγηται, ὡς καὶ πρίν, ἐλευθέρως, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐξάγηται ἢ διὰ μιᾶς Ἑταιρείας, ἥτις συμβαίνει νὰ ἦναι Ἀγγλικῆς ὑπηκοότητος. Δὲν παραχωρεῖται ἀποκλειστικὸν δικαίωμα ἐξαγωγῆς εἰς Ἄγγλους. Ἡ διαφορὰ εἶναι οὐσιωδεστάτη. Ἂν Ἑταιρεία οἱαδήποτε ἀναλαμβάνῃ νὰ ἐξάγῃ καὶ μεταφέρῃ ὁπουδήποτε σταφίδα, ἀπαγορευομένης τοιαύτης ἐξαγωγῆς εἰς ἄλλον ἢ Ἕλληνα ἢ Ἄγγλον, νομίζω ὅτι οὐδὲν ἄλλο Κράτος, συνδεόμενον μεθ’ ἡμῶν διὰ συνθήκης ἐμπορικῆς, δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ εὐλόγως, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται, παραβιάζει τὴν ἰσότητα. Διότι ναὶ μὲν τὸ ἐμπόριον τῆς ἐξαγωγῆς δὲν δύναται νὰ γείνῃ δι’ ἄλλου, πλὴν τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ γείνῃ καὶ δι’ ὑπηκόων Ἑλλήνων, ἢ δι’ ὑπηκόων Ἄγγλων, ἀποκρουομένων τῶν τῆς Ἰταλίας ἢ τῆς Ὁλλανδίας. Γίνεται βεβαίως δι’ Ἀγγλικῆς μόνον Ἑταιρείας ὡρισμένης, ἀλλὰ δὲν παραχωρεῖται εἰς τὴν ἐθνικότητα, εἰς τὸ ἔθνος, εἰς τὸν λαὸν τῆς Ἀγγλίας, εἰς ὃν ἀνήκει ἡ Ἑταιρεία, δικαίωμά τι, τὸ ὁποῖον δὲν παραχωρεῖται εἰς τοὺς τῶν ἄλλων Κρατῶν. Σκοπὸν ἔχουσιν αἱ συμβάσεις κυρίως, νὰ μὴ παραχωρῶνται δι’ αὐτῶν προνόμια ὑπὲρ ἑνὸς ἐπὶ βλάβῃ ἄλλων ἐθνῶν. Ἡ ἐξαγωγὴ ἔκ τινος Κράτους ἑνὸς προϊόντος ἀποκλειστικῶς παρ’ ἑνὸς εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη δὲν παραβιάζει τὴν ἰσότητα. Ἂν στερῶνται τοῦ δικαιώματος τούτου οἱ ἄλλοι, στεροῦνται αὐτοῦ πάντες, μηδὲ τῶν ἐντοπίων ἐξαιρουμένων. Παράπονον οἱονδήποτε ἐπὶ τούτῳ δὲν εἶναι βάσιμον. Ἡ ἀρχὴ τῆς ἀπολαυῆς τῶν παραχωρήσεων τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου ἔθνους δὲν παραβιάζεται διὰ τῆς μονοπωλιακῆς ταύτης ἐξαγωγῆς, διότι αὕτη δὲν δίδεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ἔθνος τὸ Ἀγγλικὸν καὶ χάριν τοῦ ἔθνους τοῦ Ἀγγλικοῦ, ἀλλ’ ὑπὲρ ὅλων. Αἱ ἰσχύουσαι συμβάσεις ἡμῶν δὲν δίδουσι δικαίωμα εἰς τὰς τέσσαρας Κυβερνήσεις νὰ θεωρῶσιν αὐτὰς παραβιαζομένας ἐκ τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ μονοπωλίου. Λαμβάνω τὴν συνθήκην τοῦ 1886 μετὰ τῆς Ἀγγλίας. Τὸ ἄρθρον 3 ὁμιλεῖ περὶ περιορισμῶν τῆς ἐξαγωγῆς καὶ ἰδοὺ τί λέγει ἐν ἐδαφίῳ βʹ. «Οὐδεμία ἀπαγόρευσις ἐπιβληθήσεται ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς ἀντικειμένου τινὸς ἐκ τῶν μερῶν τῶν ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν ἢ τὴν κατοχὴν τοῦ ἑτέρου τῶν συμβαλλομένων μερῶν εἰς τὰς χώρας τὰς ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν ἢ κατοχὴν τοῦ ἑτέρου, ἂν μὴ ἐξ ἴσου ἐπεκταθῇ ἐπὶ τῆς εἰς ἄλλην τινὰ ξένην χώραν ἐξαγωγῆς τῶν ὁμοειδῶν προϊόντων». Τὸ ἄρθρον καταφανῶς καὶ ἐπὶ ἀπαγορεύσεως κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν προϊόντος τινὸς ἀπαιτεῖ ἰσότητα, δηλαδὴ ἡ ἀπαγόρευσις νὰ ἦναι καθ’ ὅλων, δηλ. καὶ κατὰ τῶν ἄλλων χωρῶν, καὶ οὐχὶ καθ’ ἑνὸς μόνον. Ἀλλ’ ἐπεβλήθη, Κύριοι, ἀπαγόρευσις διὰ τῆς συμβάσεως εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος; Ἤθελεν ἀπαγορευθῆ ἡ ἐξαγωγὴ τῆς σταφίδος, ἐὰν ἤθελεν ἀπαγορευθῆ νὰ ἐξάγηται σταφὶς εἰς τὴν Ἰταλίαν, εἰς τὴν Γερμανίαν, εἰς τὴν Ὁλλανδίαν; Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι Ἀγγλικὴ Ἑταιρεία συνεβλήθη μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἢ μᾶλλον μετὰ τῶν παραγωγῶν δι’ αὐτῆς, ἵνα διενεργῇ τὸ ἐμπόριον τῆς ἐξαγωγῆς, συνάγεται ὅτι ἀπηγορεύθη ἡ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη ἐξαγωγή; Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι παρεχωρήθη εἰς τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος προνόμιον ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος, διότι παρεχωρήθη εἰς Ἀγγλικὴν Ἑταιρείαν τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ παραχωρήσῃ εἰς αὐτὴν χωρὶς νὰ τὸ παραχωρήσῃ καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν ἢ εἰς τὴν Ὁλλανδίαν; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ Ἀγγλικὴ Ἑταιρεία, ἀγοράζουσα ἅπασαν τὴν Κορινθιακὴν σταφίδα, ἤθελεν ἐξαγάγει αὐτὴν εἰς ἄλλους τόπους παρὰ τὴν Ἀγγλίαν, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἐκ τῆς συνθήκης νὰ διαμαρτυρηθῇ διὰ τὴν σύμβασιν τοῦ μονοπωλίου. Τὸ ἄρθρον, ὅπερ ἀνέγνωσα ὑμῖν, εἶναι κατηγορηλατικόν. Ἀλλὰ καὶ αἱ μετὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν συμβάσεις ἡμῶν δὲν χορηγοῦσι τοιοῦτον δικαίωμα διαμαρτυρίας. Ἴδωμεν τὴν συνθήκην τοῦ 1884 μετὰ τῆς Γερμανίας. Τί λέγει αὕτη ἐν ἄρθρῳ 8; «Οὐδεμία ἀπαγόρευσις εἰσαγωγῆς, ἐξαγωγῆς ἢ διαμετακομίσεως δύναται νὰ θεσπισθῇ παρ’ ἑκατέρου τῶν συμβαλλομένων Ὑψηλῶν μερῶν ἀπέναντι τοῦ ἑτέρου, ἂν μὴ ἐφαρμοσθῇ συγχρόνως πρὸς πάντα τὰ ἔθνη ἤ τινα ἐξ αὐτῶν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους.». Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ὁμοία τὴν ἔννοιαν τῆς ἐν τῇ Ἀγγλικῇ, καὶ πηγάζει ἐκ τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος τῶν παραχωρήσεων ἀπέναντι ὅλων τῶν Κρατῶν. Δὲν ἠδύνατο δὲ νὰ ἔχῃ ἄλλως, διότι εἶναι ἡ γενικὴ ἀρχὴ ὅλων τῶν ἐμπορικῶν συνθηκῶν. Ὅ,τι ἀπαγορεύεται εἶναι ἡ εἴς τι Κράτος παραχώρησις ἀληθοῦς καὶ ἀποκλειστικοῦ προνομίου, ἥτις θὰ ἐδικαιολόγει ὁμοίας παραχωρήσεις ἐκ μέρους τῶν ἑτέρων συμβαλλομένων εἰς ἄλλα Κράτη. Ἀλλ’ ἡ σύμβασις τοῦ μονοπωλίου οὐδεμίαν τοιαύτην καθιεροῖ ὑπὲρ τινος Κράτους παραχώρησιν, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος. Ἡ ἐξαγωγὴ θὰ ἐξακολουθήσῃ γιγνομένη ὡς καὶ πρὶν, θὰ γίγνηται δὲ εἰς ὅλα τὰ Κράτη, καὶ εἰς ἐκεῖνα μετὰ τῶν ὁποίων συνδεόμεθα διὰ συνθήκης καὶ τὰ ὁποῖα σήμερον παραπονοῦνται. Διότι οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν ἐξαγωγὴν αὐτῆς, οὐ μόνον ἐκ συμφέροντος ἰδίου, ἀλλὰ καὶ συμμορφούμενοι πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου, θέλουσι προσπαθήσει νὰ κυκλοφορήσωσι καὶ διαδώσωσιν ὅσον περισσότερον εἶναι δυνατὸν τὴν σταφίδα. Φόβος ἀποκλεισμοῦ χωρῶν τινων ἐκ τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος δὲν ὑπάρχει λόγῳ τῆς Ἑταιρείας. Τὰ συμφέροντα αὐτῆς θὰ κανονίσωσι τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀγορῶν, ἐν αἷς θὰ ἐμπορευθῶσιν αὐτήν. Κατὰ τοῦτο διαμαρτυρία θὰ ἦτο ἄτοπος. Ἀλλ’ ἡ συνθήκη μετὰ τῆς Ἰταλίας παρέσχε τὰ περισσότερα ἐπιχειρήματα εἰς τὰς τρεῖς ἄλλας Δυνάμεις, καὶ εὐλόγως. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως ταύτης ἐπίσης δὲν ἀντέχει εἰς προσεκτικὴν ἐξέτασιν τῶν διατάξεων αὐτοῦ, καὶ δὲν παρέχει ὅσην φαίνεται ὑποστήριξιν ὑπὲρ τῶν παραστάσεων τῶν κ. κ. πρεσβευτῶν. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν μετὰ προσοχῆς νὰ ἀκούσῃ (ἀναγιγνώσκει) «Τὰ Ὑψηλὰ συμβαλλόμενα μέρη ὑποχρεοῦνται νὰ μὴ παρεμποδίζωσι τὸ ἀμοιβαῖον ἐμπόριον δι’ οἱωνδήποτε ἀπαγορεύσεων εἰσαγωγῆς, ἐξαγωγῆς ἢ διαμετακομίσεως. «Τοῦ κανόνος τούτου δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις, εἰμὴ ὡς πρὸς τὰ μονοπώλια τοῦ Κράτους, τὰ ἤδη ὑπάρχοντα ἢ τὰ εἰς τὸ μέλλον τυχὸν συσταθησόμενα. «Οὐδὲν τῶν ἀνωτέρω ἀπαγορευτικῶν μέτρων δύναται νὰ ληφθῇ ὑπὸ τοῦ ἑτέρου τῶν Ὑψηλῶν συμβαλλομένων μερῶν, ἅπερ δὲν θὰ ἦτο ἐφαρμοστέον ἢ συγχρόνως ἐπὶ πάντων τῶν Κρατῶν, ἢ τοὐλάχιστον, ἐν ταῖς αὐταῖς περιστάσεσι, καὶ ἐπὶ ἄλλων Κρατῶν.» Παρεμπόδισις τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ ἐξαγωγὴ αὐτῆς ὑπὸ μόνης τῆς Ἀγγλικῆς Ἑταιρείας τοῦ Μονοπωλίου, διότι οὕτως ἡ ἐξαγωγὴ τῆς σταφίδος εἰς τὴν Ἰταλίαν δὲν ἀπαγορεύεται. Ἀλλὰ καὶ ἂν θεωρηθῇ περιορισμὸς τοῦ ἐμπορίου τῆς ἐξαγωγῆς ἡ διὰ τῆς Ἀγγλικῆς Ἑταιρείας μόνον ἐξαγωγὴ τῆς σταφίδος, πάλιν ἡ σύμβασις δέχεται δύο ἐξαιρέσεις, ὧν ἡ μία ὑπάρχει ὅταν ἡ ἐφαρμογὴ τῆς παρεμποδίσεως τοῦ ἐμπορίου ἐκτείνηται ἐπὶ πάντων τῶν ἄλλων Κρατῶν ἢ τοὐλάχιστον ἐπὶ ἐκείνων, ἅτινα εὑρίσκονται εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, εἰς ἃς καὶ ἡ Ἰταλία. Τοῦτο ἀκριβῶς συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ τῆς ἐξαγωγῆς παρεμπόδισις εἶναι γενικὴ, ἀπαγορευομένη καὶ εἰς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους. Οὐδεὶς ἐπίσης ὑπήκοος Ἄγγλος, ἄλλος παρὰ τὴν Ἀγγλικὴν Ἑταιρείαν, δικαιοῦται νὰ ἐξαγάγῃ σταφίδα. Εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος καὶ εἰς τοὺς ἐμπορικοὺς περιορισμοὺς παράλληλος τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος ἐν τῇ ἀπολαυῇ τῶν πρὸς τὰ μᾶλλον εὐνοούμενα ἔθνη παραχωρήσεων. Τὴν ἰσότητα ταύτην ἐπὶ τῶν ἀπαγορευτικῶν μέτρων κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν θέλει τὸ ἄρθρον, ὅπως θεωρήσῃ αὐτὰ ἐπιτετραμμένα· καὶ ἐνόσῳ τοιαύτη ἰσότης ὑπάρχῃ, δὲν εἶναι δεκτὴ διαμαρτύρησις ἐκ μέρους τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως.
§42Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Δύνασθε, παρακαλῶ, νὰ ἀναγνώσητε καὶ τὰ ἕτερα ἐδάφια;
§43ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἐμπόριον τῶν ὑπηκόων ἑκατέρας τῶν Ἐπικρατειῶν δὲν δύναται νὰ διακοπῇ, μηδὲ νὰ ἐπηρεασθῇ ὁπωσδήποτε ὑπ’ οὐδενὸς συμβολαίου ἢ προνομίου ἀποκλειστικῶς πρὸς ἀγορὰν ἢ πώλησιν, ἐξαιρουμένων ὅμως τῶν σχετικῶν πρὸς τὰ μονοπώλια τοῦ Κράτους ἀντικειμένων, οὕτως ὥστε οἱ ὑπήκοοι ἑκατέρας τῶν Ἐπικρατειῶν θέλουσιν ἔχει ἐν τῇ ἑτέρᾳ πλήρη καὶ τελείαν ἐλευθερίαν νὰ πωλῶσιν ἢ ἀγοράζωσιν ὅπου ἂν θέλωσι καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἤθελε κρίνει συμφερώτερον ὁ πωλητὴς ἢ ὁ ἀγοραστής, οὐδαμῶς ὑποβαλλόμενοι εἰς τὰς συνεπείας τοιούτων συμβολαίων ἢ ἀποκλειστικῶν προνομίων.» Ὅ,τι ἀπαγορεύεται διὰ τοῦ ἐδαφίου τούτου δὲν εἶναι ὅ,τι ἀπαγορεύεται διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου. Δι’ αὐτῆς παρεμποδίζεται τὸ ἐμπόριον τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος, ἀφεθὲν εἰς μόνην τὴν συμβαλλομένην Ἑταιρείαν· διὰ τοῦ ἐδαφίου δ’ ἀπαγορεύεται ἡ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἑκατέρου τῶν Κρατῶν παρεμπόδισις τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς καὶ πωλήσεως οἱωνδήποτε προϊόντων, πλὴν τῶν ἀποτελούντων τὰ μονοπώλια. Τοιαύτη παρεμπόδισις δὲν ἐπιβάλλεται. Πᾶς Ἰταλὸς δύναται ἐλευθέρως νὰ ἀγοράσῃ καὶ πωλήσῃ σταφίδα ἐν Ἑλλάδι· δὲν δύναται μόνον νὰ ἐξαγάγῃ αὐτὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ περὶ τοῦ περιορισμοῦ αὐτοῦ ἐν τῇ ἐξαγωγῇ πραγματεύεται τὸ προηγούμενον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 6, καὶ ἀπαιτεῖ μόνον νὰ ἦναι καθ’ ὅλων τῶν Κρατῶν ὁ περιορισμὸς αὐτός. Διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου δὲν ἐμποδίζεται τοῖς Ἰταλοῖς νὰ πωλῶσιν ἐλευθέρως ὅ,τι δήποτε ἔξωθεν εἰσάγουσιν ἢ ἐν τῷ τόπῳ ἠγόρασαν, πλὴν τῶν εἰδῶν μονοπωλίων. Τοῦτο ἐγγυᾶται τὸ τέταρτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 6, καὶ τοῦτο δὲν περιορίζεται διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου. Ἡ Ὁλλανδικὴ ἐπίσης σύμβασις τὰ αὐτὰ περίπου καθιεροῖ. Τὸ ἄρθρον 14 ἰδοὺ τί λέγει: «Εἰς τὴν Ἐπικράτειαν ἑκατέρου τῶν Ὑψηλῶν συνομολογούντων μερῶν τὰ προϊόντα τῆς γῆς ἢ τῆς βιομηχανίας τῆς Ἐπικρατείας τοῦ ἑτέρου μέρους δὲν θέλουν ἐπιβαρύνεσθαι μὲ δικαιώματα εἰσαγωγῆς ἄλλα ἢ ἀνώτερα τῶν ἤδη ἐπιβαλλομένων ἢ τῶν ἑπομένως ἐπιβληθησομένων εἰς τὰ αὐτὰ εἴδη, τὰ προερχόμενα ἀπὸ ἄλλας Ἐπικρατείας. Ἡ αὐτὴ ἀρχὴ θέλει διατηρηθῆ ἀμοιβαίως καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν, καὶ δὲν θέλει ὡσαύτως γίνεσθαι οὐδεμία ἀπαγόρευσις εἰσαγωγῆς ἢ ἐξαγωγῆς ὡς πρός τινα προϊόντα τῆς γῆς ἢ τῆς βιομηχανίας τῶν δύο Ἐπικρατειῶν, χωρὶς συγχρόνως νὰ ἐπεκτείνηται ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη εἰς τὰ αὐτὰ εἴδη παντὸς ἄλλου ἔθνους.» Καὶ ἐν τῇ μεταξὺ τῆς Ὁλλανδίας ἐμπορικῇ συμβάσει ἀναγνωρίζεται εἰς τὰ συμβαλλόμενα Κράτη τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ποιῶνται ἀπαγορεύσεις εἰσαγωγῆς ἢ ἐξαγωγῆς, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον αὗται νὰ ἐπεκτείνωνται εἰς τὰ αὐτὰ εἴδη καὶ ἐπὶ παντὸς ἄλλου Κράτους. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ ἔχῃ. Πᾶν Κράτος πρέπει νὰ διατηρῇ ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα αὐτὸ, τοῦ ἀπαγορεύειν τὴν εἰσαγωγὴν ἢ ἐξαγωγὴν, διότι σπουδαιότατα συμφέροντα καὶ ἀνάγκαι ἀνυπέρβλητοι δύνανται νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς πᾶν Κράτος τὸ μέτρον περιορισμοῦ τῆς εἰσαγωγῆς ἢ ἐξαγωγῆς. Αἱ συνθῆκαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρκῶνται λογικῶς ἢ μόνον εἰς τὸν ὅρον ἐν τοιαύτῃ περιστάσει τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ἀπαγορεύσεων αὐτῶν καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη. Λοιπὸν ἐν πάσαις ἐκράτησε καὶ κρατεῖ ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος, καὶ οὕτω διὰ τῶν ἐμπορικῶν συνθηκῶν σκοπεῖται ἡ ἐξασφάλισις αὐτῆς εἰς τὰς διεθνεῖς ἐμπορικὰς σχέσεις. Αὕτη εἶναι ἡ ἔποψις ἡ νομικὴ καὶ ἡ σημασία τῶν ἀντιρρήσεων καὶ παραστάσεων, εἰς ἃς προέβησαν οἱ τέσσαρες πρέσβεις. Ἤδη προβάλλεται ἡ ἄλλη ἀντίρρησις, ἡ διατυπωθεῖσα ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς τὸ περιεχόμενον τῶν ἐγγράφων, καὶ τῆς Ὁλλανδίας, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου θέλει ματαιωθῆ ὁ σκοπὸς τῆς μετὰ τῆς Ἀγγλίας συνθήκης τοῦ 1890, τοῦ νὰ τιμᾶται ὁ σταφιδόκαρπος ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς μικροτέρας τιμὰς ἐκείνων, τὰς ὁποίας τὸ μονοπώλιον ὁρίζει. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτου δὲν δύνανται νὰ στηριχθῶσι κατὰ τὴν γνώμην μου βάσιμοι καὶ δίκαιαι παραστάσεις. Ἡ σύμβασις περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, ὡς λέγεται ἐν τῷ ἄρθρῳ περὶ τῶν τιμῶν, εἰς ἃς θὰ πωλῆται ἡ σταφὶς ἐν Ἀγγλίᾳ, παρέχει πᾶσαν ἀσφάλειαν, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν θὰ συμβῇ, διότι ῥητῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ λέγεται, ὅτι, ὅπου ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς τῆς σταφίδος δὲν ὑπερβαίνει τὰς δύο λίρας,—καὶ τοῦτο συμβαίνει ἀκριβῶς ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Ὁλλανδίᾳ,—ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος θέλει εἶσθαι κατὰ τὰς ποιότητας 2½ μέχρις 6 πεννῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῇ συμβάσει, ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ, ἀναφέρεται, ὅτι ἐν τοιαύτῃ ἢ τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐπιτρέπηται, τῇ συνεννοήσει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας, ὅπως αὐξάνηται ἡ τιμὴ τῆς λιανικῆς πωλήσεως τῆς σταφίδος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι προσωρινὸν διὰ τὸ ἔτος, διὰ τὸ ὁποῖον ἤθελε συμβῆ, καὶ δι’ ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις, εἴτε λόγῳ αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως, εἴτε λόγῳ ἀνεπαρκοῦς παραγωγῆς, καὶ εἰς περιπτώσεις ὡρισμένας, ὡς ὅταν τὸ συνάλλαγμα κατέλθῃ κάτω τῶν λεπτῶν 140. Ὑπὸ ἐλεύθερον ἐμπόριον αἱ αὐξήσεις τῶν τιμῶν τῆς λιανικῆς πωλήσεως ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Ὁλλανδίᾳ εἶναι συχνότεραι καὶ ἀποτομώτεραι, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ συμβαίνῃ ἐπὶ σταφίδος παρ’ ὅ,τι συμβαίνει εἰς πάντα τὰ προϊόντα. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ τοιαῦται παραστάσεις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ὑπαγορεύωνται ἐκ πραγματικοῦ φόβου αὐθαιρέτων αὐξήσεων τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος, ἠδύναντο νὰ διατυπωθῶσιν ὡς διετυπώθησαν καὶ ἐπὶ τοῦ νόμου, τοῦ ἐσχάτως ψηφισθέντος, περὶ τῆς παρακρατήσεως, ὅτι δηλαδὴ, ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐγκρίνει ποσοστὸν μέχρι τῶν 20% ἀδιαφορεῖ ἡ Ἀγγλικὴ, ἂν ἀνεγράφη ἐν τῷ νόμῳ ἀνώτατον ὅριον παρακρατήσεως 24%. Τὸ αὐτὸ ἠδύνατο νὰ συνομολογηθῇ δι’ ἀνταλλαγῆς ἐγγράφων μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀγγλικῆς, ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἑλληνικὴ ἤθελε συγκατατεθῆ εἰς αὔξησιν τιμῶν λιανικῆς πωλήσεως πέραν τῶν 2½–6 πεννῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δύναται νὰ θεωρήσῃ τὴν αὔξησιν ταύτην ὡς ἀντικειμένην εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ 1890. Ἡ συμετοχὴ οὕτω τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν αὔξησιν τῶν τιμῶν εἶναι μία ἐγγύησις κατὰ πάσης αὐθαιρέτου αὐξήσεως ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας. Τοῦτο λέγω, διότι παρατηρῶ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐζήτησε νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἵνα συγκατατίθηται καὶ αὐτὴ κατὰ τὰς ἐν τῇ συμβάσει περιστάσεις εἰς τὴν αὔξησιν τῶν τιμῶν, καὶ ἀφεθῇ μόνον εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Τοῦτο, ἂν ἐγίνετο δεκτὸν, θ’ ἀπετέλει μεγάλην ἐλάττωσιν ἐγγυήσεων ὑπὲρ τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ. Ἐὰν δὲν παρηρμηνεύετο ἡ σύμβασις, ἠδύνατο νὰ ὑποσχεθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι οὐδέποτε θέλει δεχθῇ ἄνω τῶν 2½ ἕως 6 πεννῶν τιμὰς ἄνευ προηγουμένης συνεννοήσεως μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς. Ἐπὶ τούτου, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἦτο δυνατὸν, μετὰ τὰς ἀνακοινώσεις τῆς ἑσπέρας ταύτης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔλθῃ ἡ σύμβασις εἰς συζήτησιν, ἔπρεπε πρὶν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐξομαλύνῃ τὰς ἀντιρρήσεις αὐτὰς τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ διασκεδάσῃ τοὺς φόβους, δι’ οὗτινος ἤθελεν ἐγκρίνει τρόπου, πρὶν ἢ προβῇ εἰς συζήτησιν τῆς συμβάσεως. Διότι ἀπ’ ἀρχῆς οὐδέποτε ἐξέλιπεν ἐκ τοῦ πνεύματος τῶν συζητούντων τὴν σύμβασιν, εἴτε τῆς Κυβερνήσεως εἴτε τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ Ἑταιρεία πρωτίστους καὶ θεμελιώδεις παράγοντας, ἐξ ὧν ἐξήρτητο οὐ μόνον ἡ εὐδοκίμησις, ἀλλὰ καὶ ἡ ψήφισις καὶ κύρωσις τῆς συμβάσεως, ἐθεώρει τὴν συγκατάθεσιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν συγκατάθεσιν τῶν μικροπωλητῶν τῆς σταφίδος, ἄνευ τῆς ὁποίας εὐρεῖα κατανάλωσις τῆς σταφίδος εἶναι σχεδὸν ἀδύνατος ἄνευ μεγάλων δαπανῶν καὶ θυσιῶν, ἃς ὅμως δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ οὔτε ἡ Ἑταιρεία αὕτη, οὔτε ἄλλη ἰσχυροτέρα εἰς κεφάλαια. Πάντοτε παρετηρήσαμεν εἰς τοὺς παρισταμένους ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀντιπροσώπους τῆς Ἑταιρείας, εἴτε τὸν κ. Δ. Δεληγιάννην, εἴτε τὸν κ. Μπακχάουζ, ὅτι, ἂν δὲν ἐξησφάλισαν τὴν συγκατάθεσιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν σύμπραξιν τῶν λιανοπωλητῶν τῆς σταφίδος, εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ τι στερεὸν, καὶ ματαιοπονοῦμεν ἐξακολουθοῦντες μακρὰς καὶ λεπτομερεῖς συζητήσεις πρὸς παρασκευὴν πληρεστέρας συμβάσεως.
§44Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Τί σᾶς ἀπήντων;
§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πάντοτε παρίστων, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει δυσχέρεια εἰς τὴν συγκατάθεσιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν grocers, δηλ. τῶν πωλητῶν τῆς σταφίδος. Ὅτε μάλιστα εἶχον μάθει, ὅτι ὁ ἐνταῦθα πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας εἶχεν, ὡς ἤκουσα, κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐκφράσει περὶ τοῦ μονοπωλίου ἀντιρρήσεις, οὐχὶ ἕνεκα ὁδηγιῶν τῆς Κυβερνήσεώς του, ἀλλ’ ἐξ ἰδίων ἀρχῶν, διότι εἶναι ὀπαδὸς τῶν ἀρχῶν τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου, ἠρώτησα τὸν κ. Δ. Δεληγιάννην ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἂν γνωρίζει τι περὶ τῶν ἰδεῶν αὐτῶν τοῦ κ. πρέσβεως ἢ περὶ τῶν διαθέσεων τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἀντιτάξῃ ἀντίρρησιν εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου, διότι, ἔλεγεν, ἀφοῦ ἡ σύμβασις ἐπιβάλλῃ τῇ Ἑταιρείᾳ τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας σήμερον ἔχουσιν ἐν Ἀγγλίᾳ, δὲν ἔχει συμφέρον ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀντιτίθηται εἰς σύμβασιν, ἡ ὁποία δὲν ἀπειλεῖ τοὺς καταναλωτὰς μὲ ἀνωτέρας τιμάς. Ὅτε πάλιν ἄλλοτε ἔφερα παρατηρήσεις περὶ τῶν λιανοπωλητῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅτι ἀντιπολιτεύονται τὴν σύμβασιν, συνέρχονται εἰς συλλαλητήρια καὶ γράφουσιν ἐν ἐφημερίσι κατὰ τοῦ μονοπωλίου, ὁ κ. Δ. Δεληγιάννης ἀπήντα γελῶν, ὅτι ταῦτα εἶναι ὑποκινήσεις τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Ἑλλάδι σταφιδεμπόρων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται ν’ ἀπολέσωσι τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος καὶ στερηθῶσι τῶν μεγάλων κερδῶν, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουσιν, ἀλλ’ ὅτι πάντα ταῦτα θὰ ἐκλίπωσι, καὶ τὸ πολὺ θ’ ἀναγκάσωσι τὴν Ἑταιρείαν νὰ παραχωρήσῃ αὐτοῖς μετοχὴν εἰς τὰ κέρδη μεγαλειτέραν. Ἐὰν ἔχωσι σήμερον κέρδη 15 ἢ 20%, θὰ τοῖς δώσῃ 25, καὶ θὰ παύσῃ ἡ ἀντίπραξίς των κατὰ τοῦ μονοπωλίου. Τί ὅμως συνέβη καὶ δι’ ἀμφότερα ταῦτα; Ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων τῆς ἑσπέρας ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν συνάγεται, ὅτι οἱ τῆς Ἑταιρείας οὔτε τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἐξωμάλυναν τὰς ἀντιρρήσεις, οὔτε τῶν λιανοπωλητῶν τὴν ἀντίπραξιν κατέπαυσαν, ἀλλ’ ἄφησαν εἰς ἡμᾶς τὸ βάρος νὰ ἄρωμεν τὰ προσκόμματα ταῦτα ἤδη, ἐνῷ αἱ διαπραγματεύσεις ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας δὲν ἔπρεπε ν’ ἀρχίσουν πρὸ τῆς ἄρσεως αὐτῶν. Πῶς δύναται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος, προκειμένου περὶ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως καὶ χιλιάδων Ἄγγλων πωλητῶν σταφίδος, νὰ ἀσχοληθῇ εἰς ἐξομάλυνσιν αὐτῶν ἐν ξένῃ χώρᾳ; Πρόδηλον ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρ’ Ἄγγλων πρέπει νὰ λυθῇ, ἐξαρτᾶται δὲ μᾶλλον ἐκ τοπικῶν συμφερόντων. Ἐὰν μάλιστα εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ grocers ἐν Μ. Βρεττανίᾳ ἀνέχονται εἰς 70,000, ἐννοεῖτε ὅτι ὑπάρχουσι κωλύματα ἀνώτερα τῆς δυνάμεως ἡμῶν. Ἐννοεῖτε, εἰς τοιοῦτος ἀριθμὸς λιανοπωλητῶν ποία ἐκλογικὴ δύναμις εἶναι. Δὲν ἀδιαφοροῦσι δὲ οὔτε ἐν Ἀγγλίᾳ περὶ τῶν μεγάλων ἐκλογικῶν δυνάμεων, καὶ μάλιστα ὅταν αὗται ἦναι ὠργανωμέναι εἰς σωματεῖα καὶ συνδικάτα καὶ συμφωνῶσιν εἰς ἓν ζήτημα. Ταύτην ὀφείλει πᾶσα Κυβέρνησις, ἑπομένως καὶ ἡ Ἀγγλικὴ, νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ τὴν λαμβάνει. Ἐν τούτοις οἱ τῆς Ἑταιρείας, ἀντὶ νὰ ἔλθωσι νὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι οὔτε τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν ἔπεισαν ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου, οὔτε τοὺς πωλητὰς τῆς σταφίδος, καὶ ἑπομένως ὅτι ἀπέτυχον, διότι ἄνευ τῶν δύο αὐτῶν παραγόντων οὐδέν ἐστὶ δυνατὸν γενέσθαι, εὑρίσκουσιν ἀφορμὴν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δὲν ἐψήφισεν ἀπαραλλάκτως, ὡς ὑπεβλήθη, τὴν σύμβασιν. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο πράττουσιν, ἀλλ’ ὑποπίπτοντες εἰς ἀντίφασιν ὑποβάλλουσι τροποποιήσεις, ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι καὶ Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τοιαύτας, καὶ ἐν τῇ ὑποβολῇ ταύτῃ προσπαθοῦσι νὰ ἀπαρνηθῶσι πολλὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ζητεῖται νὰ μεταβληθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διατάξεις αἱ ὁποῖαι δῆθεν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεώς των εἰσήχθησαν εἰς τὴν σύμβασιν παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν.
§46Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἴπετε τώρα, δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβῆ, διότι ἐκ τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα, δὲν ἐξάγεται ποσῶς, ὅτι ἕνεκα τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἔφερεν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή.
§47Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἐν ταῖς τροπολογίαις, τὰς ὁποίας ἔφερεν ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς συμβάσεως, εὗρον τὴν πρόφασιν, ἣν ἐζήτουν οἱ κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον, ἵνα ἀποσυρθῶσιν. Αὐτὸ εἴπετε. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ἣν ἀνέγνωσα, οἱ κύριοι οὗτοι διατείνονται, ὅτι ἀνεγράφησαν ἐν τῇ συμβάσει ἄρθρα ἐναντίον τῶν ὁδηγιῶν τῶν ῥητῶν, τὰς ὁποίας εἶχον δώσει εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὑτῶν.
§49Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι συναφῆ.
§50Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ δοθῇ προσοχή.
§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· πρέπει νὰ δοθῇ μεγίστη, διότι ἡ σύμβασις ἀπεσύρθη ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν καὶ τὸ Συνδικάτον. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι συνεπείᾳ τῶν τροπολογιῶν τῆς Βουλῆς εὗρον τὴν πρόφασιν αὐτήν. Ῥητῶς λέγει: «Ἐπειδὴ οἱ ἀντιπρόσωποι ἡμῶν ὑπερέβησαν τὰς ὁδηγίας, ἃς ἐπὶ τῶν ἄρθρων δεῖνα καὶ δεῖνα ἐδώκαμεν, ζητῶ, ὅπως τὰ ἄρθρα ταῦτα τεθῶσιν ἐκποδών. Ἐπειδὴ ὅμως ὑμεῖς θέλετε νὰ ψηφίσητε αὐτὰ, δὲν παραδεχόμεθα τοῦτο, καὶ ἀποχωροῦμεν τοῦ Συνδικάτου.» Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκριβὴς ἀλήθεια.
§52Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο πρόφασις εἶναι. Δι’ ὅσων εἶπεν ὁ κ. πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν λέγουσί τι τὸ ἀκριβές.
§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι συζήτησις αὐτὴ, ἡ ὁποία οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Διὰ τὴν Βουλὴν σημασίαν ἔχει νὰ μὴ λεχθῇ — ὅπερ δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι δὲν πηγάζει ἐξ οὐδενὸς ἐγγράφου,—ὅτι συνεπείᾳ τῶν τροπολογιῶν τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς οἱ κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον ἀπεσύρθησαν. Ἐκ τοῦ ἐγγράφου, ὅπερ ἀνέγνωσα, ἐξάγεται —τὸ ἐπαναλαμβάνω—ὅτι ἀποσύρονται, διότι περιελήφθησαν ἐν τῇ συμβάσει, τῇ ὑπογραφείσῃ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν, ἄρθρα ἐναντίον τῶν ὁδηγιῶν, τὰς ὁποίας εἶχον δώσει. Τοῦτο πρέπει νὰ διευκρινισθῇ, διότι τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τῆς ἐπιστολῆς των.
§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διότι ἐπανελάβετε καθαρώτερον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶπον. Εἶπον, ὅτι οἱ κύριοι Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον, βλέποντες ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν θὰ δεχθῇ τὸ μονοπώλιον, βλέποντες ὅτι, καὶ ἂν ἐτροποποιεῖτο καὶ ἐπεψηφίζετο καὶ ἐκυροῦτο ἡ σύμβασις περὶ μονοπωλίου, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ, λόγῳ τῆς ἀντιπράξεως τῶν λιανοπωλητῶν, ἐθεώρησαν ὅτι...
§55ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ. Πῶς ὀνομάζετε τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ὑπέγραψαν διὰ πληρεξουσίων των μίαν σύμβασιν...
§56Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡμεῖς θὰ κρίνωμεν;
§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπισείετε ὡς ἐπιχείρημα, καὶ τὸ ὁποῖον ἐν μέρει καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπηνίχθη κατὰ τῶν συναψάντων τὴν σύμβασιν, νομίζω ὅτι εἶναι ὑπὲρ αὐτῶν. Διότι, ἐὰν ἠθέλετε νὰ γείνῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον καὶ ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὰς πρώτας συνεδριάσεις, ὅτε ὑπεβλήθη ἡ σύμβασις, ἐλέχθη, καὶ αὐτὴν τὴν ἑσπέραν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν φρόνησιν νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ χρηματικὰς ἐγγυήσεις παρὰ τῶν κυρίων Μπρόδερτον καὶ Μπακχάουζ, δὲν θὰ ἦτο... — καὶ βλέπω ὅτι σείετε τὴν κεφαλὴν, ἐπινεύοντες καὶ θεωροῦντες ὅτι αὐτὸ θὰ ἦτο πραγματικῶς σωτήριον, — αὐτὸ κατ’ ἐμὲ δὲν θὰ ἦτο ἡ καταστροφὴ τῶν συμφερόντων ἡμῶν, διότι ἡ σύμβασις τοῦ μονοπωλίου δὲν εἶναι ἐκ τῶν συμβάσεων, ἐν αἷς μόνον τὸ κεφάλαιον δέον νὰ ἐξετάζηται. Ἐν αὐτῇ τὸ συμφέρον ἡμῶν εἶναι νὰ ἐπιτύχῃ, νὰ εὐδοκιμήσῃ τὸ ἔργον τοῦ μονοπωλίου, καὶ πρὸς τοῦτο νὰ στηριχθῇ ἐπὶ στερεῶν βάσεων, ὁποῖαι ἡ συναίνεσις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ τοῦ Ἀγγλικοῦ κοινοῦ καὶ ἡ σύμπραξις τῶν λιανοπωλητῶν, καὶ οὐχὶ ἡ ἀπειλὴ ζημίας 200,000 ἢ 400,000 φράγκων. Ἡ συναίνεσις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν λιανοπωλητῶν βεβαίως δὲν θὰ ἐξεβιάζετο μὲ 200,000 ἢ 400,000 φράγκα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκινδύνευον ν’ ἀπολέσωσι 10 ἢ 100 Ἄγγλοι. Εἶπον περὶ συναινέσεως τοῦ Ἀγγλικοῦ κοινοῦ, διότι ἔπρεπε νὰ συνοικιωθῇ πρὶν μετὰ τῆς ἰδέας τοῦ μονοπωλίου ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς, ὅστις εἶναι εὔθικτος, ὅταν τοιαῦται συμβάσεις καὶ τοιαῦτα μονοπώλια τῷ ἐπιβάλλωνται, καθ’ ἃς τὴν σταφίδα, τὴν ὁποίαν συνήθισε νὰ τρώγῃ ἀπὸ χρόνων καὶ εἰσήγαγεν ἐν τῷ οἰκιακῷ βίῳ αὐτοῦ καὶ συνδέει καθημερινῶς μὲ ἡμέρας ὑποδοχῶν καὶ ἑορτῶν, ἔρχεται μία Ἑταιρεία καὶ τὴν λαμβάνει καὶ τὴν πωλεῖ ὡς μονοπωλιακὸν εἶδος. Τοῦτο διαταράττει ἓν μακρὸν καθεστώς. Ἔπρεπε λοιπὸν καὶ ὁ λαὸς νὰ συνηθίσῃ εἰς τὴν νέαν ταύτην κατάστασιν, καὶ νὰ πεισθῇ ὅτι δὲν πρόκειται κυρίως περὶ μονοπωλίου καὶ ὅλων τῶν παρομαρτούντων τὰ μονοπώλια ἐνοχλήσεων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἁπλῆς ἀντικαταστάσεως πωλητῶν ὑφ’ οὓς καὶ πρότερον, ἂν μὴ καὶ ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους. Τὸ μονοπώλιον πρόκειται, τὰ κέρδη τοῦ ἐμπορίου νὰ μεταθέσῃ καὶ διανείμῃ ἐν μέρει μετὰ τῶν παραγωγῶν. Τὰς ἕξεις τῶν καταναλωτῶν οὔτε κατ’ ἐλάχιστον πρόκειται νὰ μεταβάλῃ, ἐκτὸς ὅτι θὰ φέρῃ εἰς τὴν ἀγορὰν καλλιτέρας ποιότητας. Διὰ τοιαύτην ἐπιχείρησιν ὀλίγων χιλιάδων φράγκων ἀσφάλεια δὲν θὰ ὠφέλει ἡμᾶς, δὲν θὰ ἐξηνάγκαζε δὲ καὶ τοὺς συμβαλομένους νὰ πράξουν ὅ,τι ἄλλως δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πράξουν. Ὅτε οὗτοι εἶδον ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ τὸ ἔργον, διότι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν συναινεῖ, οἱ δὲ πωληταὶ τῆς σταφίδος ἐξακολουθοῦσιν ἀντιπράττοντες, τί ἠθέλετε νὰ πράξουν; Παρητήθησαν. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι εἴχομεν λάβει καὶ πεντακοσίων χιλιάδων φράγκων ἐγγύησιν, πιστεύετε ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ ἄνθρωποι, προκειμένου περὶ τοιαύτης συμβάσεως, ἀβεβαίας, καὶ πλήρης κινδύνων καὶ ζημιῶν,—διότι οὐδὲν εἶχεν ἐξασφαλισθῆ ἐκ τῶν ἀναποφεύκτων,—ὅπως ῥιψοκινδυνεύσωσι τὰ κεφάλαια αὑτῶν εἰς αὐτήν; Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτε εἶδεν ὅτι διὰ τοιούτου εἴδους ἐπιχείρησιν, διὰ συνεταιρισμὸν κεφαλαιούχων καὶ παραγωγῶν σταφίδος, προσεφέρετο ἐγγύησις 200 χιλιάδων φράγκων, παρῄτησεν αὐτὴν καὶ ἐζήτησε μᾶλλον τὴν ἀσφάλειαν εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ἑταιρικοῦ κεφαλαίου.
§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγώ.
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐψέξατε ὅμως, διατὶ νὰ μὴ δώσουν μίαν ἐγγύησιν, καὶ εἴπετε ὅτι, ἂν ἔδιδον ἐγγύησιν, σήμερον δὲν θὰ εἴχομεν.
§60Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· εἶπον ῥητῶς, ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς ἐγγυήσεως, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο λόγος, συμφωνῶ μὲ τὸν κ. τέως Πρωθυπουργόν, μὴ ἐπιμείναντα νὰ δώσωσι τοιαύτην, διότι αὕτη δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Ἐὰν ὅμως ἐπρόκειτο περὶ ἐγγυήσεως πολλῶν ἑκατομμυρίων, τότε ἄλλως θὰ εἶχε τὸ πρᾶγμα. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐγγύησις τοιαύτη ἤθελεν ἐμποδίσει τοὺς κυρίους αὐτοὺς ν’ ἀποσυρθῶσι.
§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐκ τούτου οὐδὲν θὰ ὠφελεῖτο ἡ ἐπιχείρησις τοῦ μονοπωλίου. Ἀλλ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θέλετε διὰ τῆς ἐγγυήσεως, ἐπετύχομεν ὑπὸ ἄλλον τύπον. Διότι τὸ νὰ ζητήσωμεν νὰ καταθέσωσιν οἱ συμβαλλόμενοι 500,000 λίρας ἦτο τόσον σπουδαῖον, ὥστε, βλέπετε, ἕνεκα αὐτοῦ ἀπεσύρθησαν· διότι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἴπετε πρὶν (ἀνεγνώσατε ἓν ἄρθρον), ὅτι ἐζήτησαν καὶ ἓν πρόσθετον κεφάλαιον, ἓν, οὕτως εἰπεῖν, προκεφάλαιον νὰ ἐκδοθῇ, ποῖον ἄλλον σκοπὸν εἶχεν ἢ νὰ εὕρωσι 40–50–100 χιλιάδας λίρας εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, δι’ ὧν νὰ ἀσφαλίσωσιν εἰς τοὺς καταθέτας τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου λιρῶν ἓν κέρδος, ἄνευ τοῦ ὁποίου αὐτοὶ βεβαίως δὲν θὰ εὕρισκον τὰ χρήματα; Νομίζετε, ὅτι ἦτο εὔκολον, περὶ τοιαύτης ἐπιχειρήσεως προκειμένου, περὶ ἐπιχειρήσεως τὴν ὁποίαν πολεμεῖ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, πολεμοῦσιν οἱ πωληταὶ, νὰ εὕρητε ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι νὰ καταθέσωσι 500,000 λίρας κεφάλαια; Ἀδύνατον. Θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ τὰ ἀγοράσητε καὶ θὰ καταβάλητε οὐ μικρὸν κέρδος, ἵνα τὰ πείσητε νὰ ῥιψοκινδυνεύσωσι καὶ πάλιν δύσκολον νὰ ἐπιτύχητε ὑπὸ τοιούτους ὅρους. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νέου κεφαλαίου. Διότι δὲν βλέπω, ὅτι διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν προγραμμάτων καὶ τὰς πληρωμὰς τῶν τελῶν ἤθελον ζητήσει ἓν τόσον κεφάλαιον. Τὸ κεφάλαιον ἐζητήθη δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν ἐγγυητῶν τῶν 500 χιλιάδων λιρῶν. Βεβαίως νῦν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν πάντα ταῦτα, διότι ἐπέρχονται αἰτίαι σπουδαιότεραι, ματαιοῦσαι τὴν ἐπιχείρησιν, δηλ. ἡ ἀντίστασις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν πωλητῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἄλλο τι, βεβαίως τὸ κεφάλαιον τῶν 500,000 λιρῶν ἦτο τοσοῦτον βαρεῖα ἀσφάλεια ἡμῶν, ὥστε τὸ κεφάλαια νὰ μὴ ῥιψοκινδυνεύσωσιν εὐκόλως εἰς ἐπιχείρησιν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας δὲν ὑπῆρχε βεβαιότης ἐπιτυχίας, ὑφ’ οὓς ὅρους συνωμολογήθη μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§62Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τί ἤθελε χρησιμεύσει ἡ περὶ ἧς γίνεται μνεία ἐγγύησις τῶν 500,000 λιρῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐπιτύχῃ ἡ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἔκδοσις τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, ἤτοι ἂν δὲν καλυφθῇ ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον, ἀφοῦ ἐν τῇ συμβάσει περιλαμβάνεται διάταξις, καθ’ ἣν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε κατατεθῆ ὁλόκληρον τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον, ἡ σύμβασις εἶναι ἄκυρος;
§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰδοὺ εἰς τί ἤθελε χρησιμεύσει. Ὅτι, ἂν εἰς τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν ἤθελε καλυφθῆ ποσὸν ἔστω καὶ κατὰ ἓν φράγκον ἀνώτερον τῶν 500,000 φράγκων, τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν μέχρι τοῦ ἑκατομμυρίου ἦτο ὑπόχρεως νὰ καταβάλῃ ἡ Ἑταιρεία, ἐνῷ ἄλλως ἡ ἐπιχείρησις θὰ ἐματαιοῦτο. Διὰ τοῦ ὅρου αὐτοῦ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἐξεδίδετο ποσὸν ἡμίσεος μόνον καὶ οὐχὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ἠδύνατο νὰ μὴ καλυφθῶσιν αἱ 500,000 λίραι, καὶ νὰ ματαιωθῇ ἐπίσης τὸ ἔργον. Αὐτὸ βεβαίως εἶναι ἓν τῶν ἐνδεχομένων τῆς γενομένης συμφωνίας. Μεθ’ ὅλα ταῦτα ὁ ὅρος περιέχει σπουδαίαν βελτίωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑταιρείας. Ἠθέλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἦναι καλλίτερος. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταβάλωσιν οἱ συμβαλόμενοι ὅλον τὸ κεφάλαιον, καίτοι προσπάθεια κατεβλήθη, ὅπως καταβάλωσι τὸ ὅλον, ἀλλὰ δὲν ἐστάθη δυνατόν. Εἶπον ὅτι διὰ τὰς 500,000 λίρας ὤφειλον νὰ παρουσιάσουν ἐγγύησιν, δηλ. ἐγγυητὰς, διὰ τὸ ἀξιόχρεων τῶν ὁποίων ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ διὰ τῶν καταλλήλων μέσων πᾶσαν πληροφορίαν καὶ νὰ δεχθῇ ἢ μὴ αὐτούς. Θεωρῶ διὰ τοῦτο, ὅτι καὶ ἡ δημοσία ἐγγραφὴ τοῦ κεφαλαίου, ἧς τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο ἄγνωστον τῇ Ἑταιρείᾳ, καὶ ὁ ὅρος τῆς ἐγκρίσεως ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τῶν ἐγγυητῶν καθίστα πραγματικὴν, ἑπομένως σπουδαιοτάτην, τὴν ὑπόσχεσιν περὶ χορηγήσεως τοῦ ποσοῦ τῶν 500,000 λιρῶν εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἐκ μέρους αὐτῶν, σπουδαιοτάτην ἰδίως πρὸς καταρτισμὸν Ἑταιρείας σοβαρᾶς, ὅπερ δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιδιώξωμεν, ἂν σκοπὸν εἴχομεν νὰ ζητήσωμεν κατάθεσιν χρηματικῆς ἐγγυήσεως.
§64ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν οἱ μετὰ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως συμβληθέντες εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελε καλυφθῆ κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν ὁλόκληρον τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον, ἤτοι τὸ ἕτερον ἥμισυ, τὸ μὴ ὑπ’ αὐτῶν ἐγγυηθησόμενον, δὲν ἤθελον ἐπιμείνει εἰς τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ὅρου, καθ’ ὃν ἡ σύμβασις εἶναι ἄκυρος, ἂν δὲν καταβληθῇ ὁλόκληρον τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον, ἠδύναντο δὲ συνάμα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς πεποιθήσεώς των ταύτης νὰ δεχθῶσιν, ὅπως ἡ δοθεῖσα ἐγγύησις καταπέσῃ πρὸς ὄφελος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν περιπτώσει μὴ καταβολῆς τοῦ ὅλου μετοχικοῦ κεφαλαίου, ἤτοι νὰ θεωρηθῇ ὡς ποινικὴ ῥήτρα ἡ χορηγηθησομένη ἐγγύησις.
§65ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ζητεῖτε δύο πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ συνυπάρξωσι. Θέλετε 500,000 λιρῶν ἐγγύησιν καὶ συγχρόνως ποινικὴν ῥήτραν, ὅτι, ἐὰν καὶ τὸ ἄπορον ἥμισυ δὲν καλυφθῇ, θὰ χάνωσιν αὐτοὶ τὴν ῥήτραν.
§66ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ. Εἶπον μόνον, ὅτι, ἂν εἶχον οἱ συμβληθέντες τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελε καλυφθῆ ὁλόκληρον τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον, βεβαίως δὲν ἤθελον ζητήσει, ὅπως ἀναγραφῇ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε καλυφθῆ ὁλόκληρον τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον, ἡ σύμβασις εἶναι ἄκυρος.
§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἐρώτησις αὕτη. Ἐὰν ἡ ἐπιχείρησις ἦναι ἐπωφελὴς καὶ ἤθελεν ἑλκύσει κεφαλαιούχους 500,000 λιρῶν, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι αἱ ἄλλαι 500,000 ἀσφαλῶς θὰ ἐνεγράφοντο. Αἱ πρῶται 500,000 λίραι εἶναι ὅρος ἐκτελέσεως, δὲν εἶναι ἐγγύησις· ὁ ὅρος δὲ τῆς ἐγγυήσεως τοῦ ἡμίσεος τοῦ κεφαλαίου ἤθελεν ἐξασφαλίσει τὴν ἐγγραφὴν τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος.
§68ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὀρθῶς ἐζήτησαν νὰ ἀναγραφῇ ὅ,τι ἀνεγράφη, καὶ καλῶς ἐγένετο δεκτὸν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦτο, καίτοι ἦτο περιτὸν, διότι, ἂν δὲν συνεπληροῦντο 500,000 λίραι ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐγγραφῇ, οἱ ἐγγυηταὶ δὲν ἦσαν ὑπόχρεοι νὰ καταβάλωσι τὰς ἑτέρας 500,000, διότι κεφάλαιον ἑταιρικὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου λιρῶν, ὡς ἀπαιτεῖται ὑπὸ τῆς συμβάσεως, δὲν θὰ ὑπῆρχε, καὶ ἑπομένως οὐδὲ Ἑταιρεία. Καὶ ἂν εἶχον πεποίθησιν οἱ συμβαλόμενοι, ὅτε συνωμολόγουν τὴν σύμβασιν, ὅτι θὰ ἐκαλύπτετο ὁλόκληρον τὸ ἑκατομμύριον κατὰ τὴν ἐγγραφὴν, πάλιν ἔπρεπε νὰ τεθῇ ὁ ὅρος, ὅστις ἐτέθη. (Διάλογοι). Ἡμεῖς σήμερον ματαίωσιν ζητοῦμεν.
§69ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζητούμενον.
§70ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ μομφή τις δὲν ἔπαυσεν ἐπιρριπτομένη ἐπί τινων ὅρων, ὡς μὴ ὀρθῶς συμπεριληφθέντων ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατήρτισαν τὴν σύμβασιν, καὶ ὅτι ἤνοιξαν τὰς θύρας εἰς ζημίας καὶ κινδύνους, ἡ συζήτησις περὶ αὐτῶν ἐπεβάλλετο, καὶ θὰ ἦτο χρήσιμος, ἀλλὰ σήμερον δὲν ὑπάρχει ἡ σύμβασις αὕτη, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ προτάσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ τὴν πείσωσιν ὅτι δύναται, ὅσον ἀφορᾶ τὴν σύμβασιν, νὰ διαπραγματευθῇ ἐπ’ αὐτῶν, καὶ νὰ μείνῃ μόνον τὸ ζήτημα, ἂν αἱ Κυβερνήσεις αἱ ἄλλαι, ἡ Ἀγγλικὴ ἰδίως, εἶναι διατεθειμέναι ν’ ἀποσύρωσι τὰς διαμαρτυρίας αὐτῶν. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον δὲν παρουσιάζεται τοιαύτη περίπτωσις καὶ δὲν ἐξασφαλίζεται τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατ’ ἐμὴν γνώμην καὶ τῶν πωλητῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡ ὑποστήριξις, δὲν εἶναι δυνατὸν, οὔτε πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιχειρήσῃ διαπραγμάτευσιν. Ὅλοι θὰ φέρωσιν αὐτὴν τὴν ἀντίρρησιν: «Κύριοι, θὰ φέρητε αὐτὴν τὴν σύμβασιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἂν τὴν ὑποστηρίξητε ἐν τῇ συζητήσει, — ὑποθέτω μετὰ τροποποιήσεις αἱ ὁποῖαι ἢ ἐγένοντο ἢ δύνανται νὰ γείνωσι, — καὶ ἡ Βουλὴ τὴν ἀποδεχθῇ δι’ ἀναστάσεως, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ τὴν ὑποβάλητε εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως;» Εἶπεν ὑμῖν καὶ πρὶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐὰν δὲν ἔχητε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ σύμβασις θὰ γείνῃ δεκτὴ ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅτι δὲν θὰ συνεπαγάγῃ τὴν καταγγελίαν τῆς συνθήκης τοῦ 1890, ἢ τὴν ὕψωσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῆς σταφίδος, δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς διαπραγμάτευσιν. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ἐνδεχόμενα. Ἀληθῶς σήμερον ὑπάρχει ἡ ἀντίρρησις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐὰν παρουσιασθῇ σπουδαία τις πρότασις εἴτε ὑπὸ τῶν ὑπολειφθέντων συνεταίρων τῆς ἀνωνύμου Ἑταιρείας τῶν παραχωρήσεων καὶ μονοπωλίων, εἴτε ἐξ ἄλλων, καὶ δύναται νὰ παράσχῃ βάσιν σπουδαιοτέρων διαπραγματεύσεων, δύναται νὰ ἀρθῇ ἡ ἀντίρρησις ἐκείνη. Ἐργασία καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐνταῦθα δὲν ἐγένετο, φαίνεται, πλησίον τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἑταιρεία δὲν νομίζω ὅτι ἠσχολήθη μὲ τὰς δυσκολίας αὐτὰς ἀρκούντως. Τὸ ζήτημα δὲν πρέπει νὰ παύσῃ, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, ἀπασχολοῦν πᾶσαν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν σημερινὴν καὶ ἄλλην. Πᾶσαι ἄλλαι ἐλπίδες, αἵτινες ὑπάρχουσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν κατ’ ἄλλον τρόπον, παρὰ τὸν διὰ μονοπωλίου, νὰ λυθῶσιν αἱ δυσκολίαι, τὰς ὁποίας παρουσιάζει τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, εἶναι μάταιαι. Ὅ,τι ἐγένετο πρὸ ὀλίγου διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσαμεν, περὶ τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας, ἀποδεικνύει, ὅτι πολλὰ δὲν πρέπει τις νὰ ἐλπίζῃ ἐκ τῶν ἐντοπίων Ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουσι σταφίδα μεγαλειτέρου ποσοῦ, παρὰ τὸ παρακράτημα, νὰ ἀγοράζωσιν, ὅπως ἀνυψώσωσι τὰς τιμὰς, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐκθέσω. Θεωρῶ ὅτι τοῦτο δὲν θὰ φέρῃ σπουδαίαν βελτίωσιν εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος, ὑφ’ ἃς περιστάσεις εὑρισκόμεθα. Μεθ’ ὅλα, διὰ τοῦτο, ὅσα αὐτὴν τὴν ἑσπέραν ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παύσῃ νὰ μᾶς ἀπασχολῇ τὸ ζήτημα, πῶς εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ τρόπου τοῦ μονοπωλίου νὰ εὕρωμεν διέξοδον. Δὲν εἶναι δύσκολον τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν πείσωμεν, ἂν ὄχι ἡμεῖς, ἀλλὰ νὰ τὴν πείσωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποφασίσωσι νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς διαπραγματεύσεις, ἀφοῦ καταφανῶς δὲν εἶναι ἐπιβλαβὴς ἡ σύμβασις εἰς τοὺς καταναλωτὰς τῆς σταφίδος ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἅμα δὲ εἰς τοῦτο ἐπιτύχωμεν, δὲν θεωρῶ ὅτι τὰ ἄλλα εἶναι ἀνυπέρβλητα, διότι καὶ αὐτῶν τῶν λιανοπωλητῶν τῆς σταφίδος ἡ ἀντίδρασις εἶναι δυνατὸν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ κατευνασθῇ. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ φέρω, προσθέτων ὅτι λυποῦμαι ὅτι τοσαύτη ἐργασία, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὲρ τῆς σταφίδος καὶ τοῦ μονοπωλίου αὐτῆς ἐσχάτως, ἀποβαίνει ματαία καὶ ἀνωφελής.
§71ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω. Δὲν ἠθέλησα νὰ διακόψω πρὸ ὀλίγου τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτε ἀναφέρων τὰς κρίσεις τοῦ κ. Μπακχάουζ, τὰς ἐν τῇ ἐπιστολῇ αὐτοῦ, ἀπετάθη οἱονεὶ πρὸς ἐμὲ, δηλῶν τὴν ἀντίθεσιν, ἡ ὁποία ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα πρὸς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μὴ δύνασθαι τὴν Ἑταιρείαν ὑψῶσαι τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος ὑπεράνω τῶν σημερινῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλεγεν ὁ κ. Μπακχάουζ.
§72Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξενεχθῇ αὐτὴ ἡ ἰδέα, διότι τοὐναντίον εἶπον, ὅτι ὑμεῖς, βασιζόμενοι ἐπὶ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν εἴχετε ἀνὰ χεῖρας, βεβαίως ὀρθῶς εἴπετε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπετε· ἀλλ’ εἶπον ὅτι τὸ ἄρθρον τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῶν κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον καταστρέφει καὶ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ἐκ τῆς συμβάσεως· διότι, ἂν ἐπήρχετό ποτε τοιαύτη μεταρρύθμισις τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τῆς συμβάσεως, ἦτο προφανὲς, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ χρῆσις τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως δὲν ἐπέρχεται αὔξησις τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος.
§73ΣΚΟΥΖΕΣ. Χαίρω διὰ τὴν διασάφησιν ταύτην, διότι οἱ προηγούμενοι λόγοι ὑμῶν καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς ἄλλους ἄφησαν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐκ τῶν λόγων μου ἠδύνατό τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἐγὼ, κακῶς ποιῶν, παρίστανον ἄλλως τὰ πράγματα εἰς τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ σαφηνίσητε καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα. Εἴπετε, ἀναφέροντες τὰ ἔγγραφα καθ’ ἡμερομηνίαν, 4, 5 καὶ 7 Ἰουνίου, ὅτι αὐθημερὸν, ὡς ἕκαστος τῶν πρέσβεων ἀπηύθυνέ μοι τὰς παραστάσεις, διεβίβαζον αὐτὰς πρὸς τοὺς ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν ἐνδιαφερομένων Κρατῶν ἡμετέρους πρεσβευτὰς, καὶ ὅτι ἀπὸ τῆς 4–7 Ἰουνίου οὐδεμίαν ἐνέργειαν πλέον ἔκαμα. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ βεβαίως ἔμεινεν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα τὰ ἔθεσα, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὸ χρονοντούλαπον καὶ δὲν ἐνήργησα τίποτε, ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ μοὶ εἴπητε, δὲν εὑρήκατε ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου διεβίβασα τὰς γενομένας παραστάσεις καὶ τὰς συνομιλίας, τὰς ὁποίας ἔκαμα μετὰ τῶν πρέσβεων, καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔστειλα πρὸς τοὺς πρέσβεις τοῦ Βασιλέως εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, δὲν εὑρήκατε, λέγω, ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου διεβίβασα ὅλα αὐτὰ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν; Διότι θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἤμην σχεδὸν, δύναμαι νὰ εἴπω, διαβιβαστικὸν ὄργανον, καὶ δὲν εἶχον τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας τῆς συμβάσεως. Ἀπήντησα ἐκ τοῦ προχείρου εἰς τοὺς πρέσβεις, ὅτε μοὶ ἀπηύθυνον τὰς παραστάσεις, δὲν ἠδυνάμην ὅμως νὰ προβῶ εἰς περαιτέρω συζήτησιν πρὶν ἢ ἐκεῖνοι ἀπαντήσωσιν εἰς τὰς παραστάσεις μου, καὶ ἔτι μᾶλλον πρὶν ἢ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζεν ὅλας τὰς λεπτομερείας τῆς συμβάσεως καὶ τῶν διαπραγματεύσεων, μὲ καταστήσῃ ἐνήμερον, ἵνα εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζεν ὅτι ἰδίως ἔπρεπε νὰ εἴπω. Δὲν εὑρήκατε τοιοῦτον ἔγγραφον;
§74Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτον ἔγγραφον, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, λαμβάνων διαμαρτυρίας τῶν πρέσβεων τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων ἐναντίον συμβάσεως, ἡ ὁποία ὑπεγράφη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, δὲν ἤθελε διαβιβάσει πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὰς διαμαρτυρίας ταύτας, καὶ ἑπομένως τοιοῦτον ἔγγραφον βεβαίως εὑρίσκεται. Ἐγὼ ἐτόνισα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, ὅτι εἰς ἕκαστον τῶν ἐγγράφων τῶν ἀπευθυνθέντων πρὸς τοὺς πρέσβεις τῆς Ἑλλάδος γίνεται μνεία τῶν ἑξῆς: «Θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ καταστήσω ὑμᾶς ἐνημέρους τῶν διαμαρτυριῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, καὶ τῶν ἀπαντήσεων, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔδωκα, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ δώσω ὑμῖν ὁδηγίας.» Εἶπον δὲ τοῦτο, ὅπως γνωσθῇ, ὅτι τὸ γραφὲν ἐπανειλημμένως, — διότι πρέπει ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν νὰ ἐπικρατῇ ἐντελῶς ἡ ἀλήθεια, — ὅτι ἐγένετο ἐνέργεια καὶ ὑπάρχει διαμαρτυρία, ὅτι τοῦτο ἀνεγράφη ἀνακριβῶς, διότι δὲν ἐγένετο ἐνέργεια ἄλλη ἢ μόνον προφορικὴ ἀπάντησις εἰς τὰς διαμαρτυρίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἐνέργεια σπουδαία ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων προϋποθέτει ὄχι μόνον προφορικὴν ἀνακοίνωσιν εἰς τὸν πρεσβευτὴν τὸν ἀνακοινοῦντα τὰς διαμαρτυρίας, ἀλλὰ κυρίως τοιαύτην διὰ τῶν ἡμετέρων πρεσβευτῶν εἰς τὰς ξένας Κυβερνήσεις, παρ’ αἷς οὗτοί εἰσι διαπεπιστευμένοι. Διότι, ἂν ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίας ὑποθέσεως οἱ ἡμέτεροι πρεσβευταὶ δὲν πρόκειται αὐτοὶ νὰ ἐνεργήσωσι παρὰ τῷ ἁρμοδίῳ Ὑπουργῷ τοῦ Κράτους, εἰς ὃ εἶναι διαπεπιστευμένοι, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω εἰς τί χρησιμεύουσι· τοιαύτη δὲ διαταγὴ δὲν ἐδόθη πρὸς τοὺς πρεσβευτὰς, διότι ἁπλῶς ἐγένετο αὐτοῖς ἀνακοίνωσις, μετὰ τῆς ἐπιφυλάξεως ὅτι θὰ τοῖς δοθῶσιν αἱ δέουσαι ὁδηγίαι. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἂν ἐμένετε εἰς τὴν ἐξουσίαν, μετὰ παρέλευσιν ἡμερῶν τινων, ἀφοῦ ἠθέλετε συνεννοηθῆ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἠθέλετε προβῆ εἰς τὰ διαβήματα ταῦτα· ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι, ἐνῷ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐστάλησαν τὴν 4, 5 καὶ 7 Ἰουνίου τὸ τελευταῖον, μέχρι τῆς 12 οὐδεμία ὁδηγία ἐδόθη εἰς τοὺς πρεσβευτὰς πρὸς ἐνέργειαν. Τὸ λεχθὲν δὲ, ὅτι ἐπεριμένετε ἀπάντησιν ἐκ μέρους τῶν πρεσβευτῶν εἰς τὴν προφορικὴν ἀνακοίνωσιν, δὲν νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ δικαιολογίαν· διότι οἱ πρεσβευταὶ προέβησαν εἰς διαμαρτυρίας, ὤφειλον δὲ τὰς προφορικὰς ὑμῶν ἀντιρρήσεις νὰ μεταβιβάσωσι πρὸς τὰς Κυβερνήσεις των. Ἡ ἐνέργεια ὅμως, ὅπως μεταβάλητε τὴν γνώμην τῶν ξένων Κυβερνήσεων, βεβαίως ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐγκαίρως διὰ τῶν πρεσβευτῶν τῆς Ἑλλάδος, τῶν διαπεπιστευμένων παρὰ ταῖς ξέναις Κυβερνήσεσι.
§75ΣΚΟΥΖΕΣ. Δι’ αὐτὸ ἐζήτησα τὸ ἔγγραφον.
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν κατακρίνω κανένα.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν κατακρίνετε, ἐὰν παριστᾶτε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀκριβῆ; Διότι οἱ πρεσβευταὶ τῶν τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων, ἰδόντες τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, ἀπηύθυναν εἰς αὐτὸν προφορικὰς παραστάσεις, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπήντησεν εἰς τὰς παραστάσεις αὐτῶν, καὶ ἀνεκοίνωσεν αὐτοῖς τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἔκρινεν, ὅτι αἱ παραστάσεις αὐτῶν δὲν στηρίζοντο ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Τὰς παραστάσεις λοιπὸν ταύτας, τὰς ὁποίας ἀπηύθυναν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν οἱ ἐν Ἀθήναις πρέσβεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἀνεκοίνωσεν εἰς τοὺς ἡμετέρους πρέσβεις, τοὺς παρὰ τοῖς ξέναις Κυβερνήσεσι, δίδων εἰς αὐτοὺς τὴν ὁδηγίαν, τί πρέπει νὰ πράξωσιν ἢ νὰ εἴπωσιν, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς ξένης Κυβερνήσεως ἤθελεν ἐρωτήσει αὐτούς. Ἀλλὰ γραπτὰς διακοινώσεις δὲν ἀπηύθυνεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι περιέμενε τὰς ἀπαντήσεις τῶν πρέσβεων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων πρὸς τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας οὗτος προφορικῶς ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτοὺς, ἵνα προβῇ εἰς γραπτὰς παραστάσεις.
§78Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤκουσα καὶ τοῦτο πρὶν, καὶ ἀπήντητα εἰς τοῦτο ἀκριβῶς, εἰπὼν, ὅτι ἡ ἐνέργεια δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο, ἀλλ’ ὅτι μετὰ τὰς διαμαρτυρίας, τὰς ὁποίας ἐπέδωκαν οἱ πρέσβεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ μετὰ τὰς προφορικὰς ἀντιρρήσεις τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τοὺς πρέσβεις, ἔπρεπε νὰ δοθῶσι διαταγαὶ εἰς τοὺς ἡμετέρους πρεσβευτὰς, τοὺς παρὰ ταῖς ξέναις Αὐλαῖς. Οὕτω γίνεται πάντοτε ἐν τοιαύταις περιστάσεσι. Δὲν περιμένει ποτὲ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία λαμβάνει διαμαρτυρίας, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ πρεσβευτὴς, ὁ ἀνακοινώσας τὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεώς του, εἴπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι «ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Κυβέρνησίν μου τὰς προφορικὰς ἀντιρρήσεις σας, καὶ ἔλαβον διαταγὴν νὰ ἀποσύρω τὴν διαμαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα». Ἔπρεπε, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, νὰ δοθῇ διαταγὴ εἰς τοὺς ἡμετέρους πρεσβευτὰς, τοὺς παρὰ ταῖς ξέναις Αὐλαῖς, ὅπως τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἔφερε πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν διαμαρτυριῶν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους θὰ ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προβάλῃ πρὸς τοῦτο καὶ πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος, ἔπρεπε, λέγω, οἱ πρεσβευταὶ οἱ Ἕλληνες νὰ λάβωσι ῥητὴν ἐντολὴν, ὅπως ζητήσωσι παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς ξένης Κυβερνήσεως, ἵνα συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, καὶ προσπαθήσωσι νὰ μετατρέψωσι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχε σχηματίσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς ξένης Δυνάμεως, ὁ ὁποῖος ἔδωκε διαταγὴν εἰς τὸν πρεσβευτήν του, ἵνα ἀνακοινώσῃ τὴν διαμαρτυρίαν του εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν.
§79ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκ τῶν ἀναγνωσθέντων ἐγγράφων καὶ ἐκ τῶν δοθεισῶν ἐξηγήσεων παρὰ τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ ἀντελήφθην, ὅτι ὁριστικῶς ἡ σύμβασις περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος δὲν ἐναυάγησε. Λέγω δὲ τοῦτο, ὅπως προλάβω πᾶσαν σύρραξιν, ἥτις θέλει ἐπέλθει εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἅμα ὡς γνωσθῇ ἡ εἴδησις, ὅτι τὸ μονοπώλιον ἐναυάγησε. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§80ΦΩΝΑΙ. Τί εἶναι αὐτά!
§81ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω ὅτι αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι εἰς τοιοῦτον ἀναβρασμὸν, εἰς τοιαύτην ἐξέγερσιν...
§82ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Σεῖς τὰ προκαλεῖτε (θόρυβος).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§84ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν εὑρίσκεται ἐν ἐκρύθμῳ σημείῳ, καὶ ὅτι ἡ εἴδησις, ἡ ὁποία θὰ μεταδοθῇ τὴν στιγμὴν ταύτην διὰ τοῦ τηλεγράφου, ὅτι ἡ σύμβασις περὶ μονοπωλίου ναυαγεῖ ὁριστικῶς, ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ προκαλέσῃ ταραχάς. Διότι ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐν τοιαύτῃ ψυχολογικῇ καταστάσει, δὲν θ’ ἀναζητήσῃ τὰ πραγματικὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν προσωρινὴν ταύτην ἀναβολὴν τῆς πραγματοποιήσεως τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἴσως ζητήσῃ τοὺς ὑπευθύνους ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχουν, καὶ ἐπέλθωσι τοιουτοτρόπως δυστυχήματα εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες οὐδεμίαν ὑπέχουσιν εὐθύνην. Λέγω λοιπὸν, ὅτι κατ’ ἐμὲ ἡ σύμβασις δὲν ἐναυάγησε, διότι αἱ ὑπὸ τῶν πρεσβευτῶν τῶν ξένων Δυνάμεων προβληθεῖσαι ἀντιρρήσεις ἐνδεχόμενον ν’ ἀποσοβηθῶσιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις διὰ καταλλήλου τρόπου διαπραγματευθῇ τὸ ζήτημα. Λέγω ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, διότι τοῦτο βεβαίως δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ὡσαύτως λέγω, ὅτι δὲν ἐναυάγησεν ἐκ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν δύο μελῶν τῆς τέως ἀναδόχου Ἑταιρείας, διότι ἐνδεχόμενον τὰ ἐναπομείναντα μέλη νὰ εὕρωσιν ἄλλους, διὰ τῶν ὁποίων νὰ συμπληρώσωσι τὸ κενὸν τὸ ἐπελθὸν ἐκ τῆς ἀποχωρήσεως ἐκείνων. Ὡσαύτως εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ ἄλλη τις Ἑταιρεία νὰ παρουσιασθῇ, ζητοῦσα τὸ μονοπώλιον τῆς σταφίδος. Διὰ τοὺς λόγους τούτους θὰ καθικετεύσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐντείληται τοὺς ἐν ξέναις ἐπικρατείαις, παρ’ αἷς καταναλίσκεται ἡ σταφὶς, ἡμετέρους πρέσβεις, ὅπως συντελέσωσιν, ἵνα αἱ Κυβερνήσεις τῶν ἐπικρατειῶν ἐκείνων ἄρωσι τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἐνταῦθα ἀντιπρόσωποί των ὑπέβαλον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ κατορθωθῇ νὰ ἐπέλθῃ μία λύσις τοῦ ζητήματος τούτου.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κρεστενίτης ἔχει τὸν λόγον.
§86Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ πάντων, ὅπως παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ ἀκροῶνται μετὰ προσοχῆς τῶν Βουλευτῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, αἵτινες δυστυχῶς πολὺ πάσχουσιν. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰλικρινέστατα ἀφηγήθη τὰ ἀφορῶντα τὴν σύμβασιν, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπίσης, ὡς καὶ ὁ τέως ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός. Ἐπιβάλλεται δὲ, νομίζω, εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα κατόπιν τῶν ὅσων γνωρίζομεν προβῇ εἰς μέτρα δραστήρια καὶ διὰ τῶν πρέσβεων καὶ δι’ ἑτέρων μέσων, ὅπως, εἰ δυνατὸν, κατορθωθῇ, ἵνα νέα Ἑταιρεία ἀναλάβῃ τὸ μονοπώλιον τῆς σταφίδος. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐργασθῇ καὶ ὅσον τάχιον ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασιν ἢ ἄδειαν πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως μεθ’ οἱασδήποτε Ἑταιρείας, διότι φρονῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ τοιαύτη, εἰς ἣν νὰ λάβωσι μέρος καὶ οἱ παντοπῶλαι τοῦ Λονδίνου καὶ ἄλλα σοβαρὰ πρόσωπα. Ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα διὰ τοὺς πάσχοντας σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς καὶ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐργασθῇ καὶ ὅσον τάχιον ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἄδειαν πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως, ὅπως δυνηθῇ κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν νὰ συνομολογήσῃ τὴν σύμβασιν.
§87Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἂν ὑπῆρξαν ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων τῶν ξένων χωρῶν, ἐν αἷς καταναλίσκεται ἡ σταφὶς, ὑπῆρξαν διότι ἐν τῇ συμβάσει ἀναφέρονται διατάξεις, αἵτινες ἤθελον ἐπιβαρύνει τὴν κατανάλωσιν τοῦ προϊόντος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἠλείας κ. Κρεστενίτου εἶναι ὀρθή· ἂν δηλ. ἡ Κυβέρνησις ἤθελε σκεφθῆ, ὅτι δύναται νὰ καταρτισθῇ σύμβασις ἢ ἄδεια πρὸς σύναψιν συμβάσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ κανονίζηται ἡ διαβάθμισις τῆς τιμῆς κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὰς Κυβερνήσεις τῶν ξένων Κρατῶν νὰ θεωρήσωσιν ὅτι ἡ κατανάλωσις ἤθελε πιεσθῆ, τότε νομίζω ὅτι αἱ Δυνάμεις ἤθελον ἄρει τὴν ἀντίρρησιν, ἣν ἠκούσαμεν σήμερον. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ πρώτου ὁμιλήσαντος βουλευτοῦ ἐξ Ἠλείας, τοῦ κ. Παυλοπούλου, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ἐναυάγησεν, ὅτι ὑφίσταται, καὶ ὅτι ἡ διπλωματικὴ ἐνέργεια τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἡμετέρου ἔθνους παρὰ ταῖς ξέναις Αὐλαῖς ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα, πειθομένων τούτων νὰ ἄρωσι τὰς ἀντιρρήσεις των. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι κατόπιν τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν ἐν τῇ συμβάσει, ἐπηκολούθησαν αἱ ἀντιρρήσεις τῶν πρεσβευτῶν. Ἄλλως δύο τῶν μελῶν τῆς Ἑταιρείας ἀπεχώρησαν, προέβαλον δὲ καὶ ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν καὶ αἱ ὁποῖαι πείθουσιν ἡμᾶς, ὅτι οὐδὲ λόγος δύναται νὰ γείνῃ πλέον περὶ τοιαύτης συμβάσεως, ὅλως ἀλλοίας τῆς ὑποβληθείσης. Διὰ τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Κρεστενίτου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προβῇ κατὰ τὰς διακοπὰς εἰς σχέδιον συμβάσεως, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ψηφιζομένου τούτου ν’ ἀναζητήσῃ Ἑταιρείαν, καὶ οὕτω λυθῇ ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, σωθῶσι δὲ καὶ οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ, οἱ εὑρισκόμενοι σήμερον εἰς ἀπόγνωσιν καὶ ἐξέγερσιν δικαίαν καὶ εὔλογον.
§88Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Κρεστενίτου ἦτο ἡ πρέπουσα καὶ ἡ ἐπιβαλλομένη. Ἔδωσεν εἰς ἡμᾶς βάσιν, ἐφ’ ἧς δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐφ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις,—ἥτις ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τοῦ μεγάλου τούτου ζητήματος,—στηριζομένη νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως, ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπός της. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Παυλοπούλου ἦτο αὐστηρὰ,— ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις.—Δὲν εἶχεν ἄλλον σκοπὸν ἢ νὰ ἐπιβληθῇ τὸ κακόηθες μέτρον, νὰ ἐπιβληθῇ μία σύμβασις, ἥτις ἔβλαπτε τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν. Δὲν εἶχεν ἄλλον σκοπὸν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἢ νὰ ἐγείρῃ ζητήματα πρὸς ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ φέρῃ σύρραξιν εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, ἥτις ἤθελεν ἐπιφέρει χύσιν αἵματος. Αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι δὲν μαστίζονται ἀπὸ προχθὲς ἐκ τῆς δυστυχίας, ἀλλ’ ἀπὸ δεκάδος ἐτῶν πάσχουσι καὶ εὑρίσκονται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Αἱ διαμαρτυρίαι αἱ γενόμεναι κατὰ τῶν ἐμπόρων εἶναι ἐπιχειρήματα πρὸς ἐπισκότησιν τοῦ ζητήματος, καὶ οὐχὶ πρὸς παράστασιν τῆς κακοδαιμονίας τῶν παραγωγῶν. Διότι οἱ ἐμπορευόμενοι τὴν σταφίδα, γνωστὸν εἶναι, ὅτι μεταχειρίζονται ὅλα τὰ μέσα, ἵνα κερδοσκοπήσωσι, μέσα, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπονται εἰς ὅλα τὰ Κράτη καὶ ἀπόδειξις ἡ παρέμβασις τῶν παντοπωλῶν ἐν Ἀγγλίᾳ. Μήπως ἡμεῖς οἱ παραγωγοὶ δὲν ζητοῦμεν νὰ πληρώσωμεν ὀλιγώτερα εἰς τοὺς ἐργάτας, νὰ μὴ δώσωμεν αὐτοῖς σὺν τῷ ἡμερομισθίῳ τροφὴν καὶ οἶνον; Λοιπὸν τὸ κακὸν δὲν προέρχεται ἐκ τῶν ἐμπόρων. Ἡ σύμβασις βεβαίως ἀπεκρούσθη, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι οἱ λόγοι τοῦ βουλευτοῦ κ. Φωτήλα, ὅστις εἶπεν, ὅτι αὐτὸς θὰ κάμῃ ὅ,τι ἤθελε κάμει ὁ κ. τέως Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο εἶπεν ὁ νοημονέστατος συνάδελφος. Τὸ πρᾶγμα ἦτο καταφανέστατον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος διέκρινεν ὅλα τὰ κακὰ τῆς συμβάσεως, καὶ δὲν ἐπέβαλε τὴν σύμβασιν ἐπιτακτικῶς, ὡς ἔπραξε διὰ τὴν μετὰ τῶν Τραπεζῶν σύμβασιν. Διὰ τοῦτο εὐφυῶς ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος εἶπεν, ὅτι θὰ ψηφίσῃ ὅ,τι θὰ ψηφίσητε καὶ σεῖς· διότι ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὑπεβλήθη ἡ σύμβασις, ἐφαίνετο ὅτι δὲν ἤθελε ψηφισθῆ. Ἐζητεῖτε νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις ἐκείνη διὰ συκοφαντιῶν κατὰ τῶν συναδέλφων ὑμῶν, καὶ ἐβλέπομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας ἑκάστοτε συκοφαντουμένους τοὺς Βουλευτὰς, καὶ ἰδίως τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν τότε, ὅτι αὕτη ἀντιδρᾷ κατὰ τῆς συμβάσεως, ὅτι αὕτη δὲν θέλει τὴν σύμβασιν καὶ ἐμποδίζει νὰ ψηφισθῇ αὕτη. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποῖος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις ἤθελε προσενεχθῆ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐναντίον μιᾶς μερίδος πολιτῶν καὶ μετέλθει τοιαύτην τακτικὴν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ; Ἐγὼ οὐδένα, Κύριοι, εὑρίσκω λόγον· τοὐναντίον εὑρίσκω λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλλον, ὅπως ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκείνη ἐπιμείνῃ νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας ἀνελάμβανε τὴν εὐθύνην· τοῦτο δὲ καὶ ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς, τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ πολλοὶ τῶν συναδέλφων τῆς μερίδος ταύτης ὑπηνίχθησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, νὰ υἱοθετήσῃ τὴν σύμβασιν, καὶ τότε θὰ τὴν ἐψήφιζον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε ὑπέδειξεν πρὸς ἡμᾶς, ὅτι πολλὰ τὰ τρωτὰ εὑρίσκει ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ μελετήσωμεν, νὰ ἐξονυχίσωμεν ταύτην, καὶ ἀνταλλάξωμεν ἰδέας καὶ γνώμας περὶ τῆς βελτιώσεως αὐτῆς, ἑπομένως ἐπεβάλλετο εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην καὶ συζητήσωσιν ἐπ’ αὐτῆς. Ἐπεβάλλετο ἰδίᾳ εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, τοὺς ἔχοντας ἄμεσον ἐντολὴν τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν νὰ προστατεύσωσι τὰ συμφέροντά των, ἵνα προσπαθήσωσι παντὶ σθένει νὰ ἐπιφέρωσι πᾶσαν δυνατὴν βελτίωσιν εἰς τὴν σύμβασιν καὶ καταρτίσωσι ταύτην ἐκτελέσιμον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ὑψίστου τῶν συμφερόντων καὶ διὰ τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας καὶ διὰ τὸ Κράτος. Λοιπὸν τὸ μέτρον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπανέφερεν ἐπὶ τοῦ τάπητος ὁ ἔντιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος κ. Παυλόπουλος, οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει, οὐδὲ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ πλέον τοὺς παραγωγούς· τοῦτο δὲ τὸ γνωρίζω ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ἐλθόντας ἐκεῖθεν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης, ὁ εἰς Ἑλλάδα κατελθὼν, Ἕλλην ὤν, καὶ γνωρίζων πολλοὺς ἐν Ἑλλάδι, κατώρθωσε νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν, ὑποδείξας εἰς πολλοὺς, ὅτι δύνανται νὰ ἔχωσι θέσεις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἑταιρείας, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις.
§89ΣΠ. Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, διὰ τὸ πρόσωπον αὐτὸ νὰ ὁμιλῆτε εὐλαβέστερον.
§90Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ ἐκ Κορινθίας, ἐγὼ δὲν ὕβρισα κανένα· ἀναφέρω μόνον τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθησαν, ὅπως ἐπιτύχωσι τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως· ὁμιλῶν δὲ οὕτω, ἔχω καὶ τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως· διότι φίλοι μου καὶ δι’ ἐπιστολῶν καὶ διὰ τηλεγραφημάτων μοὶ παρέστησαν τὰ γενόμενα, δύναμαι δὲ νὰ καλέσω αὐτοὺς ἐξ Ἠλείας ἐνταῦθα, ἵνα μαρτυρήσωσι.
§91ΣΠ. Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς προκαλῶ νὰ φέρητε αὐτὰς τὰς μαρτυρίας. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδόλως ὁ ἀδελφός μου ἀνεμίχθη εἰς τοιαύτας ἐνεργείας, ἐὰν ἐγένοντο τοιαῦται...
§92Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑταιρείας ταύτης ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν κατάστασιν τῶν παραγωγῶν καὶ ἐν γένει τῶν σταφιδικῶν ἐπαρχιῶν.
§93ΣΠ. Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταχειρίζεσθε ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἡ συκοφαντία ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν, ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν ἔπρεπε νὰ δώσητε πίστιν εἰς αὐτά.
§94Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Αὐτὰ τὰ βεβαιοῦσι καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑταιρείας.
§95ΣΠ. Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ ἐπιρρίπτητε τοιαύτας μομφὰς κατὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑταιρείας. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ (κρούων ἰσχυρῶς τὸν κώδωνα). Ἡσυχάσατε, κύριοι Βουλευταί!
§97Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ κροῦσις τοῦ κώδωνος δὲν μοὶ ἐπέτρεψε νὰ ἀκούσω τί εἶπεν ὁ ἔντιμος κ. συνάδελφος· ἀλλ’ ἐὰν κατῆλθεν εἰς προσωπικὰ ἐναντίον μου, τὰ καταφρονῶ. Ὅταν ὁμιλῶ περὶ τοιούτων σπουδαίων ζητημάτων, δὲν λαμβάνω ἐνταῦθα ὑπ’ ὄψιν τὰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις, αἵτινες δι’ ἐμὲ οὐδὲν ἕτερον ἀποτέλεσμα δύνανται νὰ φέρωσιν ἢ νὰ μᾶς στείλωσιν ἐπὶ ἑτέρου πεδίου, ὅπως ἱκανοποιηθῶμεν. Τίς εἶμαι, τὸ γνωρίζει ἡ Ἑλλὰς, ὡς γνωρίζει καὶ ἂν δύναμαι νὰ πτοηθῶ (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Καταφρονῶ λοιπὸν πᾶν ὅ,τι τυχὸν ἐλέχθη προσωπικὸν ἐναντίον μου, τὸ ὁποῖον δηλῶ, ὅτι δὲν γνωρίζω, διότι δὲν ἤκουσα. Ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλω πᾶσαν πρᾶξιν ἐντεῦθεν.
§98ΣΠ. Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἐγὼ δὲν ἐμέμφθην ὑμᾶς· ἐγὼ ἠθέλησα νὰ γνωρίσω ὑμῖν, ὅτι ἡ πληροφορία σας δὲν εἶναι ἀκριβὴς, ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν πλάνῃ, καὶ λέγετε ταῦτα καλῇ τῇ πίστει. Ἐγὼ οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ διανοηθῶ ὅτι ὑμεῖς, ὁ Κουμουνδοῦρος, ἠθελήσατε νὰ ὑβρίσητε τὸν Δεληγιάννην ἐν τῇ Βουλῇ.
§99Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτε ἐφρόνουν, ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ ἐπέμβω διὰ νὰ θέσω ζήτημα ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, εἰσῆλθον ἐν αὐτῷ καὶ ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου· γνωρίζει δὲ ἡ οἰκογένειά του κατὰ τίνα τρόπον ἐγὼ τοὺς ἀνθρώπους τοὺς φέροντας ὀνόματα καὶ τιμῶντας αὐτὰ ὑπερασπίζομαι. Ἀλλ’ ἐὰν σήμερον ὁμιλῶ καθ’ ὃν τρόπον ὁμιλῶ, λόγος τούτου εἶναι ἡ διαδικασία, ἡ ὁποία ἐξετυλίχθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα. Ἐξεμεταλλεύθησαν λοιπὸν, ἔλεγον, κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ἀντιπρόσωποι ἐκεῖνοι τὴν δυστυχίαν τοῦ λαοῦ ἐκείνου. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐὰν ἀμφιβάλλῃ ὁ ἔντιμος διακόψας με, ὑπενθυμίζω εἰς αὐτὸν τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ νῦν Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπαυσεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς τῆς συμβάσεως νὰ καταγγέλλῃ ἡμᾶς, τοὺς ἀντιπροσώπους, εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἀντιδρῶμεν δι’ ὅλων τῶν μέσων κατὰ τῆς συμβάσεως. Εἶχον, Κύριοι, ἐπιστολὴν — τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσα καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, ἐν τῇ ὁποίᾳ μοὶ ἔγραφον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωνται ἀληθείας ὅσα τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως καταγγέλλει κατὰ τοῦ Θεοτόκη καὶ τῶν φίλων αὐτοῦ, ἀφοῦ μετὰ τόσης ἐπιμονῆς ἐπαναλαμβάνει, ὅτι ὑπονομεύουσι τὴν σύμβασιν. Ἐὰν νομίζῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, δὲν εἶναι πράγματι οἱ ἀντιπρόσωποι καὶ δὲν ἔπαιξαν τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε ὅλοι οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, δὲν δύναται ὅμως νὰ ἀρνηθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ ἐφημερίδι «Πρωΐᾳ». Τοιαύτην ψυχολογικὴν βίαν ἀνέλαβον οἱ κύριοι οὗτοι νὰ ἐπιβάλωσιν... (Ἀκούονται ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου φωναὶ καὶ πυροβολισμοί).
§100Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ μεταβῶμεν νὰ ὑπερασπισθῶμεν τοὺς συμπολίτας μας, τοὺς φονευομένους (θόρυβος).
§101ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Σεῖς τὰ προκαλεῖτε.
§102ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σεῖς τὰ προκαλεῖτε, ὄχι ὑμεῖς (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§103Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ στρατὸς ἐπυροβόλησε κατὰ τῶν πολιτῶν ἔξω;
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σᾶς δώσω ἐξήγησιν περὶ τίνος πρόκειται. Ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου παραμένουσι πολλοὶ, μικροὶ τὴν ἡλικίαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μεταξὺ των παίζοντες φωνάζουσι «ζήτω! ζήτω!»...
§106ΣΠ. ΒΑΡΖΕΛΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἠθέλησα νὰ ἐξέλθω τοῦ Βουλευτηρίου πρὸ μικροῦ, ἀλλὰ τοῦτο ἐστάθη ἀδύνατον ἐντελῶς· στραφεὶς δὲ, εἶδον ἐξερχομένους ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ τοῦ Βουλευτηρίου δύο ἀνθρώπους μὲ τὰ πιστόλια εἰς τὰς χεῖρας.
§107Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἰδικοί σας ἦσαν (θόρυβος).
§108ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι πραξικόπημα! Εἶναι πρωτοφανὲς αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, μέσα εἰς τὴν Βουλήν!
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ βεβαιωθῇ αὐτὸ ἀμέσως.
§110ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχετε καθήκοντα, ἔχετε ὑποχρεώσεις (θόρυβος).
§111ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Πῶς δυνάμεθα νὰ συνεδριάσωμεν οὕτω; Λύσατε τὴν συνεδρίασιν (θόρυβος).
§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ λύσετε τὴν συνεδρίασιν. Ἐνεργήσατε ἀνακρίσεις, ἵνα βεβαιωθῇ, τί συμβαίνει.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίποτε δὲν συμβαίνει, κύριοι Βουλευταί. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἔλαβον ἐπίσημον εἴδησιν, ὅτι τίποτε δὲν συνέβη.
§114ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Πῶς, κύριε Πρόεδρε; (θόρυβος).
§115ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἠδυνήθη, λέγει ὁ κύριος Βουλευτὴς, νὰ ἐξέλθῃ.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅστις ἐξ ὑμῶν ἀμφιβάλλει, δύναται νὰ ἐξέλθῃ καὶ βεβαιωθῇ. Κύριε Κουμουνδοῦρε, ὁρίστε, παρακαλῶ, νὰ συνεχίσητε τὴν ἀγόρευσίν σας.
§117Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, διατὶ ἐταράχθητε, ἐὰν ἐξῆλθον τοῦ Βουλευτηρίου δύο ἄνθρωποι μὲ τὰ πιστόλια εἰς τὸ χέρι. Τίς ἠξεύρει ποῖοι ἦσαν οἱ δύο αὐτοί· ἂν ἦσαν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ἢ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν καὶ τὴν ἀριστεράν).
§118Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε αὐτὸ τὸ θέμα, κύριε Κουμουνδοῦρε.
§119Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ὅτι θὰ ταράξωσι τὴν Βουλὴν, ἐπλανήθησαν, κύριε Κουμουνδοῦρε. Κανεὶς δὲν ταράσσεται. Εἶναι γνωστὸν ποῖοι συνήθροισαν τὸν κόσμον ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου καὶ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου.
§120Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως, κύριε συνάδελφε, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει συμφέρον νὰ ταράξῃ τὴν Βουλὴν.
§121Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Εἶναι γνωστοὶ, κύριε Κουμουνδοῦρε.
§122Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Κουμουνδοῦρε, δὲν εἰσέρχεσθε εἰς τὸ θέμα;
§123Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἓν συμφέρον, νὰ πάρῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ συναφῆ νομοσχέδια· διότι ἐπὶ 7 ἤδη μῆνας, Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι ἐγὼ, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε, ἐκουράσθην καὶ ἀπεγοητεύθην ἀπὸ τὴν κατάστασιν. Οὐδαμοῦ, Κύριοι, εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου, δὲν γνωρίζω, δὲν ἀνέγνωσα, ὅτι ἐπὶ ἑπτὰ μῆνας συνεδριάζει ἡ Βουλὴ χωρὶς νὰ κάμῃ οὐδὲ βῆμα. Λοιπὸν ὁμολογῶ, ὅτι ἐκουράσθην, καὶ ἐπεθύμουν, ἂν ἦτο δυνατὸν, εἰς τρεῖς συνεδριάσεις νὰ ἐτελειώναμεν.
§124ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Πῶς ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ αὕτη;
§125Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ, κύριε συνάδελφε, εἰς τὸ διάστημα τῶν 7 μηνῶν δὲν ἔδωσα τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν πρὸς παρακώλυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§126Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς δὲν σᾶς ἐμιμήθησαν ὅλοι.
§127Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ἀγγελόπουλε, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν μὲ ἐμιμήθησαν ἦσαν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) τὴν ὁποίαν κατήγγειλεν ὁ τέως κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν γνωρίζω δὲ πῶς ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἐξέλαβε καὶ παρενέβη, θεωρήσας ὅτι ἡ καταγγελία ἀπηυθύνετο πρὸς τὸ κόμμα αὐτοῦ, ἐνῷ ὁ κ. τέως Πρωθυπουργὸς ὡμίλει πρὸς τὴν τότε Συμπολίτευσιν.
§128Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶναι σταφιδικὸν ζήτημα αὐτό;
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως δύναται νὰ ὁμιλήσῃ πᾶς Βουλευτὴς ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος.
§130Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, δηλῶ ὅτι δὲν δέχομαι διακοπάς· ὄχι διότι δὲν εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσω, διότι συγχίζομαι, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐξηντλημένον, καὶ πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν. Διὰ τοῦτο ὀλίγα θὰ εἴπω ἀκόμη, διότι δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ, ὡς ἄλλως τὸ θέμα ἐπιβάλλει. Λοιπὸν ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι οἱ πράκτορες καὶ αἱ ἐφημερίδες κατήγγελλον ἡμᾶς πάντας, ὅτι ἀντενεργοῦμεν εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ μονοπωλίου, καὶ ἐζήτουν διὰ τῆς ψυχολογικῆς ταύτης βίας νὰ ὑφαρπάσωσι τὴν σύμβασιν. Καίτοι δ’ ἐπροκαλεῖτο ὁ κ. τέως Πρωθυπουργὸς νὰ υἱοθετήσῃ τὴν σύμβασιν, καίτοι εἶχε καθῆκον ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου στάσιν τῶν Δυνάμεων, ἡ Βουλὴ οὐδὲν ἐμάνθανεν, δὲν ἠδύνατο νὰ πληροφορηθῇ πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἡ νέα Κυβέρνησις, ἵνα ἀποκαλύψῃ τὰ λαβόντα χώραν ἐπὶ τοῦ ζητήματος μεταξὺ τῶν Δυνάμεων καὶ τῆς τέως Κυβερνήσεως. Καὶ ἐνῷ ἤδη εἰς τοιαύτην εὑρισκόμεθα θέσιν, ἐνῷ δὲν ἔχομεν πλέον σύμβασιν, βλέπομεν τὸν ἐξ Ἠλείας ἔντιμον συνάδελφον κ. Παυλόπουλον νὰ ῥίπτῃ ἔλαιον εἰς τὴν πυρὰν καὶ νὰ ζητῇ καὶ πάλιν νὰ δημιουργήσῃ ζητήματα. Οἱ ἀξιωματικοί, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι κατῆλθον εἰς τὰς ἐπαρχίας, κατὰ διαταγὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, καὶ πολλοὶ τῶν ὁποίων εἶναι γνωστοί μοι, τινὲς δ’ ἐξ αὐτῶν καὶ συγγενεῖς μου, μοὶ εἶπον ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ,—διότι μοῦ ὡμίλουν ἰδιαιτέρως, καὶ ἤθελον νὰ μοὶ καταστήσωσι γνωστὰ (τὰ πράγματα, ὡς εἶχον,— ὅτι ὁ σταφιδικὸς κόσμος ἐπιδιώκει καὶ ἐπιθυμεῖ βελτίωσιν τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ βεβαίως ποτὲ δὲν ἔκαμε τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε ἐβλέπομεν ἀναγραφόμενα εἰς τὰς ἐφημερίδας μὲ ὕφος μυθιστορηματικόν...
§131ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως δὲν ἐγράφησαν ὅλα, ὅσα ἐγένοντο.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ ἐπεμβαίνετε; Δύνασθε νὰ δώσητε κατόπιν ἐξηγήσεις. Δὲν δέχεται διακοπὰς ὁ ἀγορεύων.
§133Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠπόρουν μάλιστα, πῶς ἐστάλη ὁ στρατὸς ἐκεῖ. Ἀξιωματικοὶ συγγενεῖς μου μοὶ εἶπον, ὅτι ἔμειναν ἔκπληκτοι οἱ ἄνθρωποι, ὅτε εἶδον τὸν στρατόν. Μήπως νομίζετε, Κύριοι, ὅτι τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν οἱ πολῖται εἶναι ἀνδρείκελα, τὰ ὁποῖα οὐδὲ νοῦν, οὐδὲ κρίσιν, οὐδὲ ἀντίληψιν ἔχουσιν; Ἀπατᾶσθε. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἰσι λίαν ἀνεπτυγμένοι, ἄλλοι δὲ καὶ ἐσπούδασαν εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ γνωρίζουσι καλῶς τὰ πράγματα, ἔχουσι δὲ καλλιτέρας ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος γνώμας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐξεφράσαμεν ἐνταῦθα, καὶ ἠδύναντο νὰ ἀντιληφθῶσι, τὰ λαβόντα χώραν καὶ ἐν τοῖς παρασκηνίοις καὶ δημοσίᾳ, καὶ ἦσαν ἐν ἐπιγνώσει πάντων. Θὰ ἐπεθύμουν δὲ, Κύριοι, ἂν ἦτο δυνατὸν, ἂν δὲν παρεβλάπτοντο τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, νὰ διαλυθῶμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν, τί θὰ εἴπωσιν ἰδίως αἱ ἐπαρχίαι αἱ σταφιδοφόροι περὶ τοῦ κόμματος τούτου, τὸ ὁποῖον κατηγγέλθη ὅτι παρεμποδίζει τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως. Ἠξεύρετε, Κύριοι, τί συνέβη εἰς τὰς Πάτρας, ὅτε διῆλθεν ἐκεῖθεν ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ἐξητωκραύγασαν ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ ἀπηύθυναν ὕβρεις κατὰ τοῦ κ. Γούναρη;
§134Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διῆλθον ἐγὼ ἐκ Πατρῶν;
§135Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτε ἐτηλεγραφήσατε... Ἐὰν δὲν ἠμπόδιζεν ὁ κ. Γούναρης,—καὶ τῷ παρεπονέθην ἐγὼ διὰ τοῦτο — θὰ ἐγίνετο μία ἀντιδιαδήλωσις τοιαύτη, ἡ ὁποία ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ἀντιπρόσωποι δὲν ἐξυπηρέτησαν τὴν ἰδέαν τοῦ μονοπωλίου, ὅσοι ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ τὴν ἐξυπηρετήσωσι. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπιθυμοῦσι τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ προϊόντος τούτου, ὅπως τὴν ἐπιθυμοῦμεν καὶ τὴν ἐπιδιώκομεν πάντες καὶ βεβαίως καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Δὲν ὡμίλησα μὲ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἀλλὰ γνωρίζω τὰς γνώμας αὐτῶν, ὅτε ἦσαν ἀκόμη ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, καὶ πέποιθα ὅτι θὰ ἐργασθῶσι παντὶ σθένει καὶ παρὰ ταῖς ξέναις Κυβερνήσεσι καὶ παρὰ τῷ λαῷ, ὅπως εὑρεθῇ τρόπος βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τοῦ προϊόντος τούτου, ὃν ὑπέδειξεν ὁ ἐξ Ἠλείας ἔντιμος συνάδελφος κ. Κρεστενίτης. Κύριοι, ὅτε ἀνεγίνωσκον τὰς ἐναντίον τοῦ κ. Θεοτόκη συκοφαντίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ἐνεθυμήθην τι, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὸν μακαρίτην πατέρα μου, περιοδεύοντα τὴν Πελοπόννησον. Παρακαλῶ δὲ νὰ τὸ ἀκούσητε, διότι εἶναι ἐνδεικτικώτατον τῆς καταστάσεως. Εἰς μίαν πρωτεύουσαν ἐπαρχίας,—δὲν γνωρίζω ἐὰν εἰς τὸν Πύργον ἢ εἰς τὰς Πάτρας,—ὅπου τῷ ἐγένετο πάνδημος ὑποδοχὴ ἐκ μέρους ὅλων τῶν κομμάτων, ὅτε ὁ κόσμος ἀπεσύρθη καὶ ὁ μακαρίτης πατήρ μου ἔμεινε μόνος μετὰ τῶν οἰκείων, ἐγίνετο λόγος περὶ τῶν ἀντιπολιτευομένων τὴν διαδήλωσιν ἐκείνην, ἔλεγον δὲ ἐκεῖ ἰδιαιτέρως, ὅτι κἄποιος κύριος—τοῦ ὁποίου δὲν θέλω νὰ εἴπω τὸ ὄνομα — ὡμίλει περὶ τοῦ πατρός μου κατὰ τρόπον ἀσεβῆ. Ὁ πατήρ μου, ἀκούσας τοῦτο, ἠρώτησε, ποῖος ἦτο αὐτὸς ὁ κύριος, μαθὼν δὲ τὸ ὄνομά του, μετά τινα σκέψιν προσέθηκε: «Δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ τὸν εὐηργέτησα». Σᾶς ἐρωτῶ, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μήπως ἐνθυμεῖσθε, ἐὰν εὐηργετήσατε κανὲν μέλος τῆς Ἑταιρείας τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος; (ἱλαρότης).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§137ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρώτησα, ἂν ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ οὐδεὶς ἀπήντησεν. Ἑπομένως εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§139ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον, αὔριον.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως καὶ κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον τοῦ ἔτους 1903 τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ εἰδικοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν καὶ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως τοῦ 1903 καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὸ ἓν δωδεκατημόριον τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων ἐν γένει διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἰδίου ἔτους 1903». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 30,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς ΙϚʹ Περιόδου. (Γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς ἐκ δραχμῶν 587,057.
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, αὔριον.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐκ νέου ἐγγραφῆς ὑποθηκῶν, μεταγραφῶν κλπ. τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τοῖς καταστραφεῖσι βιβλίοις τῶν Ὑποθηκοφυλακείων δήμων τινῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν δήμων Φαλάρων καὶ Σαμαίων».
§146Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχω τροπολογίας τινὰς ἐλαφράς.
§147ΕΠ. Ν. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Γραμματεύς). Ἐπὶ τοῦ 4, 5 καὶ 6 ἄρθρου.
§148Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι! αὐτάς. Ὑποβάλλω ἐγὼ ἄλλας.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τὰς ὑποβάλητε, ἵνα τυπωθῶσι δι’ αὔριον.
§150Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι σύντομοι.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§152Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ ἄρθρον 1, εἰς τὴν δευτέραν σειράν, μετὰ τὰς λέξεις «καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν», παρακαλῶ νὰ τεθῇ ἡ φράσις «διὰ Β. Διατάγματος ὁρισθησομένων», διότι ἐκ τῆς μὴ ἐγκαίρου ἐνεργείας τῶν ἐγγραφῶν προκύπτουσιν ἐκπτώσεις δικαιωμάτων, εἶναι δὲ ἀνάγκη, ὅπως διὰ πράξεως ἐπισήμου καθορισθῶσιν οἱ δῆμοι ἐκεῖνοι, ἐν οἷς πρόκειται νὰ ἀποκατασταθῶσι τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν, εἰς τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προσφεύγωσιν ἐγκαίρως οἱ βουλόμενοι, διότι ἄλλως θὰ ὑποπέσωσιν εἰς τὰς ἐκπτώσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ἀναγραφόμενοι νόμοι ἀπαγγέλλουσι. Διὰ τοῦτο λοιπὸν παρακαλῶ, ἡ τροπολογία αὕτη νὰ προστεθῇ.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§154Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀντὶ τῶν λέξεων «τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου» παρακαλῶ νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «τῶν ὑποθηκῶν, μεταγραφῶν καὶ κατασχέσεων». Τοιουτοτρόπως δὲ δίδεται ἱκανοποίησις καὶ εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Σάμης συνάδελφοι κ. κ. Βρυώνης καὶ Ραφτόπουλος ὑπέβαλον ἐν ἄρθρῳ 4, καὶ ἥτις καθίσταται ἐφεξῆς ματαία.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία ἐπ’ αὐτοῦ, ἡ ἑξῆς: «Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 ἀντὶ τοῦ «ΒΧΟΔʹ τῆς 12 Φεβρουαρίου 1900» νὰ προστεθῇ «ΒΧΑʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1899».
§156Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, παρακαλῶ. Ἡ τροπολογία αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή.
§157Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ εἶχον ἀποδεχθῆ τὰς τροπολογίας τῶν κ. κ. Βρυώνη καὶ Ραφτοπούλου, μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5.
§158Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὅπως ἐτροποποίησα τὰ ἄρθρα 1 καὶ 3, δίδεται ἱκανοποίησις πλήρης εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων.
§159ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ τι εἰς τὸ τέλος, ὅσον ἀφορᾷ τῆς προθεσμίας;
§160Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προτείνω τροπολογίαν. Ἔχω πλήρη τὴν διατύπωσιν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ καθορισθῶσιν αἱ προθεσμίαι τῆς ἐκ νέου ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, εἰς τοὺς ὁποίους παραπέμπει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Πρὸς νέαν ἐγγραφὴν τῶν ὑποθηκῶν, κατασχέσεων καὶ μεταγραφῶν δέον διὰ σαφοῦς διατάξεως νὰ καθορισθῶσι τὰ τῶν προθεσμιῶν, νὰ ᾖναι δὲ διάφορος ἡ ἔναρξις τῶν προθεσμιῶν εἰς τοὺς δήμους τῆς Θεσσαλίας, τοὺς μήπω τυχόντας τοῦ εὐεργετήματος τῶν νόμων τοῦ 1899 καὶ 1900, καὶ διάφορος εἰς τοὺς δήμους Φαλάρων καὶ Σαμαίων· διότι, ὅσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς δήμους τῆς Θεσσαλίας, προβλέπεται εἰς τὸ ἄρθρον 1 ὁ καθορισμὸς αὐτῶν διὰ Β. Διατάγματος, καὶ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος ὀρθὸν νὰ ἄρξηται ἡ προθεσμία· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ βιβλία τῶν κατασχέσεων τοῦ δήμου Φαλάρων καὶ τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου τοῦ δήμου Σαμαίων, περὶ τούτων ὁ νόμος δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἀπ’ εὐθείας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ γείνῃ προσθήκη ἄρθρου 4, ὡς ἑξῆς.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐπικυρώσωμεν πρῶτον τὸ ἄρθρον 3.
§162ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ὁ νόμος ΒΧΟΔʹ ὑποχρεοῖ τοὺς ἔχοντας ἐγγράψει ὑποθήκας ἢ κατασχέσεις μέχρι τῆς 1 Ἰουλίου 1897, νὰ τὰς ἀνανεώσωσιν, ἐνῷ ἡ καταστροφὴ τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου τοῦ δήμου Σαμαίων ἐγένετο τῷ 1902.
§163Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι ἀνάγκη, ὅταν ὁ νομοθέτης ἀναφέρῃ τὸ τυχαῖον γεγονὸς, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ τῶν βιβλίων, καὶ καθορίζῃ σαφῶς τὴν ἡμέραν τῆς καταστροφῆς, νὰ ἐπαναλάβωμεν μέχρι ποίου σημείου χρονικοῦ πρέπει νὰ ἐγένετο ἡ πρᾶξις, ἵνα ἐπαναλαμβάνωνται αἱ ἐγγραφαί. Κατὰ ἐμὲ, ὅπως διετυπώθη τὸ νομοσχέδιον, μὲ τὴν ἀναγραφὴν τῆς χρονολογίας τοῦ τυχαίου γεγονότος, εἶναι πλῆρες. Ὑπὸ τοιαύτην δὲ ἔννοιαν προτείνω τὴν παραδοχὴν τοῦ ἄρθρου 3· ὅτι πρόκειται τουτέστι περὶ πασῶν τῶν ἐγγραφῶν ὑποθηκῶν, προσημειώσεων, κατασχέσεων καὶ πασῶν τῶν πράξεων μεταγραφῆς, αἵτινες εἶχον συντελεσθῆ μέχρι τῆς ἡμέρας τοῦ ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 μνημονευομένου τυχαίου γεγονότος τῆς πυρκαϊᾶς.
§164ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Τότε νὰ τεθῇ ἡ δήλωσις αὕτη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§165Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§167Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Προτείνω νὰ προστεθῇ τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἑξῆς: «Αἱ ἐν τοῖς νόμοις ͵ΒΧΑʹ, ͵ΒΧΟΔʹ καὶ ͵ΒΨΝΓʹ ἀναγεγραμμέναι σχετικαὶ προθεσμίαι ἄρχονται, διὰ μὲν τοὺς δήμους τῆς Θεσσαλίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ παρόντος νόμου Β. Διατάγματος, διὰ δὲ τοὺς δήμους Φαλάρων καὶ Σαμαίων ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου.»
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§169Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ κύριοι Βρυώνης καὶ Ραφτόπουλος προτείνουσι νὰ προστεθῇ, ὅτι «αἱ δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου ἐνεργηθησόμεναι ἐντὸς τῶν δι’ αὐτοῦ ὁριζομένων προθεσμιῶν ἐκ νέου ἐγγραφαὶ ὑποθηκῶν ἢ προσημειώσεων, ὡς καὶ αἱ μεταγραφαὶ ἀπαλλάσσονται τῶν νενομισμένων τελῶν χαρτοσήμου». Δὲν φρονῶ ὅτι ἐν τῇ γενικότητι ἡ προτεινομένη τροπολογία εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ, δι’ εὐνοήτους λόγους. Ἀλλ’ ὑπάρχει διάταξις, εἰδικῶς ἐνδιαφέρουσα τὸν δῆμον Σαμαίων, ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1866, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ γενικαὶ ὑποθῆκαι, αἱ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑποβληθεῖσαι εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς δι’ ἐγγραφῆς δημοσιότητος, ἔδει νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς εἰδικὸν βιβλίον ἀνεξόδως. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπανάληψις τῶν τοιούτων ἐγγραφῶν γενικῶν ὑποθηκῶν, ἡ γιγνομένη σήμερον δι’ ἰδιαιτέρας τοῦ νομοθέτου προνοίας, ἀλλὰ πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1866, δέον νὰ τύχῃ τῆς αὐτῆς ἀτελείας, καὶ διὰ τοῦτο, περιορίζων τὴν τροπολογίαν τὴν διατυπωθεῖσαν ὑπὸ τὸν τύπον ἄρθρου 5 ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κ. κ. Βρυώνη καὶ Ραφτοπούλου, προτείνω τελευταῖον ἄρθρον 5, ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 5. Αἱ ἐκ νέου ἐγγραφαὶ τῶν εἰς τὸ εἰδικὸν βιβλίον τῶν ὑποθηκῶν τοῦ δήμου Σαμαίων ἐγγεγραμμένων κατὰ τὸν νόμον ΡΝΒʹ τῆς 8 Ἰανουαρίου 1866 γενικῶν ὑποθηκῶν ἐνεργηθήσονται κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ αὐτοῦ ΡΝΒʹ νόμου», τουτέστιν ἀνεξόδως.
§170Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δηλαδὴ ἀπαλλάσσονται καὶ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου.
§171Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖται.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης προτεινόμενον ἄρθρον 5, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§173ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις;
§175ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅπως ἔχει.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10 μ. μ.)