Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΣΤ · Session ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Sitting 5

1903.06.09

3,140 rows · 23,348 words · 1 table · 178 turns

Date
1903.06.09
Presidency
Δ. Γ. ΡΑΛΛΗ & Ν. ΛΕΩΝΙΔΑ
Period
ΙΣΤ
Session
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1903)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5

Τῆς 9 Ἰουνίου 1903.

(Δευτέρα).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρα 6 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον τοῦ Δημάρχου Παρευηνίων, ὑποβάλλοντος ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου περὶ προτάξεως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς Βουλῆς τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀποσπάσεως τοῦ δήμου Παρευηνίων ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ναυπακτίας καὶ προσαρτήσεως αὐτοῦ εἰς τὴν τῆς Τριχωνίας». Ὡσαύτως ἀναφορὰν τοῦ Κωνσταντίνου Ἀναγνωστοπούλου, ἐκ τοῦ χωρίου Δραχάσι τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ, παραπονουμένου ὅτι οὐδεμία ἐνέργεια ἐγένετο ἐπὶ μηνύσεώς του ὑποβληθείσης πρὸ ἑνὸς ἔτους εἰς τὸν ἀστυνόμον Φαρσάλων. Τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Σύρου, ἱκετεύοντος νὰ τροποποιηθῇ τὸ «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας» νομοσχέδιον, ὥστε νὰ μὴ περικοπῇ ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν τηλεγραφικῶν βοηθῶν καὶ νὰ μὴ ὑποβιβασθῇ τὸ ταχυδρομικὸν καὶ τηλεγραφικὸν γραφεῖον Σύρου. Τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Γαργαλιάνων, συνελθόντων ἐν συλλαλητηρίῳ καὶ βεβαιούντων ὅτι ἡσύχως ἀναμένουσι τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως τοῦ Μονοπωλίου. Τηλεγράφημα ἐκ Πύργου τοῦ Βασιλείου Μουντζουρίδου, ἀναφέροντος ὅτι ὁ ἀστυνόμος Κρεσταίνων Πετρόπουλος περιέρχεται σκανδαλωδῶς τὰ χωρία μετὰ τοῦ ὑποψηφίου Παπαδημητρίου. Ἀναφορὰν τῆς Ἀσπασίας χήρας Νικολάου Ντάγια, παραπονουμένης, ὅτι ἀποθανόντος τοῦ συζύγου αὐτῆς ἕνεκα τραυμάτων, ἅτινα ἔλαβεν εἴς τινα συμπλοκὴν κατὰ τὴν διεξαχθεῖσαν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν Τυρνάβου, οὐδεμία εἰσέτι ἐγένετο ἐνέργεια πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν φονέων. Οἱ βουλευταὶ Σάμης κ. κ. Ι. Βρυώνης καὶ Ν. Ραφτόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐκ νέου ἐγγραφῆς ὑποθηκῶν, μεταγραφῶν κλπ. ἐν τοῖς καταστραφεῖσι βιβλίοις τῶν Ὑποθηκοφυλακείων δήμων τινῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν δήμων Φαλάρων καὶ Σαμαίων τῆς Κεφαλληνίας». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 15). Τὸ εἰδικὸν Συμβούλιον τοῦ ἐν Λονδίνῳ Ἐμπορικοῦ Συνδέσμου ξηρῶν καρπῶν ἐπέστειλε πρὸς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον σχετικὸν πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον, μεταφρασθὲν, παρακαλῶ τὸν κ. Γραμματέα νὰ ἀναγνώσῃ.

§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Κύριε. Τὸ εἰδικὸν Συμβούλιον τοῦ ἐν Λονδίνῳ Ἐμπορικοῦ Συνδέσμου ξηρῶν καρπῶν παρακαλεῖ ὑμᾶς, ὅπως ὑποβάλητε τῇ Βουλῇ τὴν ἑπομένην πρότασιν, εἰς ἣν, εἰλικρινῶς εὔχεται τὸ Συμβούλιον, ὅπως χάριν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους δώσῃ αὕτη τὴν εὐμενῆ προσοχήν της. Εἰς τηλεγράφημα Reuter 8ης τρέχοντος ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπεν: «Ἐπειδὴ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων τῆς προτεινομένης συμβάσεως μονοπωλίου σταφίδος δὲν ἠδύνατο νὰ περατωθῇ ἐντὸς τοῦ ὑπολειπομένου πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον χρόνου, θ’ ἀνεβάλλετο πιθανὸν αὕτη μέχρις Ὀκτωβρίου.» «Οἱ Ἄγγλοι ἐμπορευόμενοι εἶχον ἀνησυχήσει, μήπως ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐν Ἑλλάδι διεγέρσεως ἐγίνοντο δεκταὶ αἱ προτάσεις τοῦ Συνδικάτου, χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις μετὰ τῆς ἁρμοζούσης εἰς τοιαύτης ἐθνικῆς σπουδαιότητος ζήτημα προσοχῆς καὶ μελέτης. Ὡς ἐκ τούτου ἀσμένως ἀνέγνωσαν οἱ Ἄγγλοι ἐμπορευόμενοι τὸ ὡς ἄνω τηλεγράφημα, διὰ τὸν λόγον ὅτι δίδει εὐκαιρίαν πρὸς λεπτομερεστέραν τῆς καταλληλότητος τοῦ προτεινομένου συνδυασμοῦ, εἰδικῶς ἐν τῷ συμφέροντι τῶν παραγωγῶν καὶ γενικῶς ἐν τῷ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἔρευναν. «Οἱ Ἄγγλοι ἐμπορευόμενοι πεποίθασιν, ὅτι διαπράττεται ἀνεπανόρθωτον λάθος διὰ τῆς παραδόσεως τοῦ κυρίου προϊόντος τῆς χώρας εἰς χεῖρας μονοπωλιστῶν, ἐντελῶς ἀπείρων τῶν συνηθειῶν ἢ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐν λόγῳ ἐργασίας. Πεποίθασι, χωρὶς ποσῶς ν’ ἀμφιβάλλωσιν, ὅτι ὑπὸ τοιοῦτον συνδυασμὸν ἡ ἐν Ἀγγλίᾳ κατανάλωσις τοῦ καρποῦ θέλει ὑποστῆ σοβαρὰν μείωσιν καὶ λάβει τοιοῦτον σπουδαῖον κλονισμὸν, ὥστε οὐδέποτε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπανακτήσῃ τὸ σημερινὸν μέγεθος τῆς ἐκτάσεώς της. Ἀσχέτως ἐντελῶς τοῦ γεγονότος, ὅτι ἔμποροι, μεσῖται καὶ χονδρικοὶ μεταπρᾶται ἐνεργῶς ἀνθίστανται κατὰ τοῦ προτεινομένου Μονοπωλίου, τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ λιανικοὶ μεταπρᾶται ἀνθίστανται κατ’ αὐτοῦ θέλει ἐντελῶς καταστρέψει πᾶσαν ἐλπίδα ἐπιτυχίας. Ἄνευ τῆς προθύμου συμπράξεως αὐτῶν εἰς τὴν διανομὴν τοῦ ἐμπορεύματος ἡ κατανάλωσις θέλει κατέλθει μέχρις ἐντελῶς ἀσημάντου ποσοῦ. «Λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὰ γεγονότα ταῦτα τὸ Συμβούλιον, προτείνει, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐκλέξῃ ἐπιτροπὴν ἐκ 3–6 μελῶν, ἥτις, ἐπισκεπτομένη ἀμέσως τὴν Μεγάλην Βρεττανίαν, Ὁλλανδίαν καὶ Γερμανίαν, νὰ ἐξετάσῃ λεπτομερῶς ἐν ταῖς ἀγοραῖς ταύταις τῆς καταναλώσεως περὶ τῆς ἐνδεχομένης ἐπιτυχίας ἢ ἀποτυχίας τοῦ προτεινομένου Μονοπωλίου. Τὰ μέλη τοιαύτης τῆς ἐπιτροπῆς ἠδύναντο νὰ ἐκλεχθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἴτε ἐν Ἑλλάδι εἴτε μεταξὺ Ἑλλήνων κατοίκων τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς. «Τὸ Συμβούλιον θερμῶς παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι δὲν ζητεῖ, ὅπως αὕτη ἀπορρίψῃ τὰς προτάσεις τῶν μονοπωλιστῶν. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ζητεῖ, εἶναι, ὅπως ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς τὰς ἀπαιτουμένας ἐρεύνας πρὸ τῆς ἀποδοχῆς αὐτῶν. «Τὸ Συμβούλιον πεποιθότως φρονεῖ, ὅτι ἡ πρότασίς του εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ὀφείλουσι νὰ ἑλκύσωσι τὴν προσοχὴν πάντων τῶν ὀρθῶς σκεπτομένων ἀνδρῶν καὶ παντὸς πατριώτου, ἔχοντος τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἐν τῇ καρδίᾳ. Τὸ Συμβούλιον ἐπιθυμεῖ, ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θεωρήσῃ τὸ παρὸν ἔγγραφον ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς φιλικωτέρας, ἀλλὰ συνάμα καὶ τῆς σπουδαιοτέρας προειδοποιήσεως. Τὸ μόνον, ὅπερ ζητεῖ, εἶναι, ὅπως τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐξετάσῃ δι’ ἑαυτοῦ, πρὶν ἢ ἀκολουθήσῃ πορείαν σημαίνουσαν τὴν καταστροφὴν τοῦ ἐμπορίου του μετὰ τοῦ παλαιοτέρου καὶ μεγαλειτέρου καταναλωτοῦ τοῦ κυρίου καὶ σπουδαιοτέρου προϊόντος του. «Ἀναλαμβάνει τὸ Συμβούλιον, ὅπως, ἐὰν γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασίς του, ἡ ἐπιτροπὴ τύχῃ τῆς ἐγκαρδιωτέρας καὶ φιλικωτέρας ὑποδοχῆς ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ λάβῃ πᾶσαν εὐκαιρίαν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐπιμελεστέραν καὶ πληρεστέραν ἔρευναν μεταξὺ ἐμπόρων, μεσιτῶν, χονδρικῶν καὶ λιανικῶν μεταπρατῶν.» «Πεποιθότες ὅτι θὰ ἔχητε τὴν καλωσύνην νὰ ἀναγνώσητε τὴν ἐπιστολὴν ταύτην πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπὶ πλέον βέβαιοι ὄντες, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Βουλὴ θέλουσιν ἀναγνωρίσει τὸ λογικὸν τῆς αἰτήσεως τοῦ Συμβουλίου. «Διατελῶ «Aark (Γραμματεύς).»

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Σύρου.

§4Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὴν ἀναφορὰν, κύριε Πρόεδρε, τὴν ὁποίαν διεβίβασεν ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Σύρου πρὸς ὑμᾶς, ἔλαβον καὶ ἐγώ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης παρακαλεῖται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας τὸ ταχυδρομικὸν καὶ τηλεγραφικὸν γραφεῖον Σύρου, καὶ μεριμνήσωσιν, ὅπως μὴ ὑποβιβασθῇ τοῦτο εἰς γραφεῖον βʹ τάξεως. Ἡ αἴτησις αὕτη εἶναι δικαιοτάτη, διότι γνωστὸν τυγχάνει πόσον εὐρεῖα ἀλληλογραφία διενεργεῖται διὰ τοῦ εἰρημένου ταχυδρομικοῦ καὶ τηλεγραφικοῦ γραφείου ἕνεκα τοῦ μεγάλου ἐμπορίου τῆς Σύρου. Ἀφοῦ λοιπὸν σήμερον μὲ πλῆρες προσωπικὸν τὸ πρώτης τάξεως ταχυδρομεῖον τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου, πῶς εἶναι δυνατὸν ὑποβιβαζόμενον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τοῦτο; Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου φέρῃ σχετικὴν τροπολογίαν. Τὸ αὐτὸ τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἑρμουπόλεως ποιεῖται μνείαν καὶ περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ ἰδιαιτέρως ἔκαμα παραστάσεις εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν· ἐλπίζω δ’ ὅτι τὴν σύστασίν μου ταύτην θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀργυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§6Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς ὅσα ἐν ἀπουσίᾳ μου εἶπεν ὁ κύριος Στυμφαλιάδης· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἦτο παρών...

§7ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Καὶ τώρα δὲν εἶναι παρών.

§8Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Περιμείνατε ὀλίγην ὥραν.

§9ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἀνέβαλον τὴν ὁμιλίαν μου, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἤθελον νὰ πράξω καὶ ἐγὼ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν αὐτός, ὅστις ὠφεληθεὶς ἐκ τῆς ἀπουσίας μου μὲ ὕβρισεν.

§10Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Θὰ τὸ πάθητε καὶ τώρα.

§11ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλαὶ παρῆλθον ἡμέραι, καὶ ὁ κ. Στυμφαλιάδης δὲν ἐφάνη ἔκτοτε, πρόκειται δὲ περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, δὲν δύναμαι νὰ ἀναβάλω ἐπὶ πλέον τὴν ὁμιλίαν μου, τῆς ὁποίας ὁ κ. Στυμφαλιάδης δύναται νὰ λάβῃ κατόπιν γνῶσιν ἐκ τῶν πρακτικῶν. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ κ. Στυμφαλιάδης ἔκρινε καλὸν νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσωπικόν του ζήτημα, ἐγὼ δὲν ἤμην ἐδῶ· ἐφοβήθην τὸν κύριον Στυμφαλιάδην καὶ ἀπουσίασα ἐπὶ δύο ἡμέρας εἰς Ναύπλιον, ἕως ὅτου τοῦ περάσῃ ὁ θυμός!

§12Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σιδηροδρομικῶς ἐπήγατε;

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, παρακαλῶ. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Ὑποθέτω ὅτι ἐδῶ δὲν ἐστάλημεν διὰ νὰ δείξωμεν τὴν δύναμιν τῶν μυώνων μας ἢ τῶν γρόνθων μας.

§14ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Στυμφαλιάδης δὲν ἠρκέσθη νὰ ζητήσῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἐκ τῶν ὁποίων θ’ ἀποδειχθῶσι τὰ ἐν τῷ πολέμῳ ἡρωϊκὰ αὐτοῦ ἆθλα, καὶ δὲν περιωρίσθη νὰ καυχηθῇ διὰ τὴν δόξαν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ἐκ τῆς γελοίας ἐκείνης προσκλήσεως εἰς μονομαχίαν, ἀλλ’ ἔκρινε καλὸν καὶ νὰ μὲ ὑβρίσῃ, ἀναγκάζομαι νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων. Λυποῦμαι διότι θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἥτις τόσα ἄλλα ἔργα σπουδαῖα καὶ ἐπείγοντα ἔχει· ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὸν κ. Στυμφαλιάδην νὰ κομπορρημονῇ καὶ νὰ ὑβρίζῃ. Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ληξάσης Συνόδου μέχρι τῆς λήξεως αὐτῆς πολλὰς ἀπήγγειλεν ἐνταῦθα ὁμιλίας ὁ κ. Στυμφαλιάδης περὶ πολλῶν καὶ διαφόρων ἀντικειμένων, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινὸν ἐγνώρισαν τὸν ἄνδρα· ἀλλ’ ἡ τελευταία ἐκείνη ὁμιλία του! τί ἦτο αὐτή; Ἐπὶ τρεῖς ὥρας μᾶς ἐβασάνισεν, ἀναγινώσκων ἑκατὸν πεντήκοντα περίπου σελίδας, τὰς ὁποίας εἶχε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀντιγράψῃ ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ κανονισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ προσέθεσε τὰς ἐκθέσεις τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ, τὰς γνώμας τοῦ συνταγματάρχου Λυκούδη καὶ χίλια δύο πράγματα ἀκατανόητα· ἐμέμφθη καὶ κατηγόρησεν ὅλους τοὺς κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, ὅλας τὰς Βουλὰς, ὅτι ἐξ ἐλλείψεως πατριωτισμοῦ καὶ ἱκανότητος δὲν προήγαγον τὰ πράγματα τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Κράτους. Τί ἔπραξα ἐγὼ τότε; τὸν διέκοψα καὶ τῷ συνέστησα νὰ παύσῃ τὴν ὁμιλίαν του, ὡς ἄκαιρον, νὰ μὴ ἀπασχολῇ τὴν Βουλὴν, ἐκθέτων πράγματα γνωστὰ καὶ ἐπουσιώδη. Καὶ δικαίωμα εἶχον νὰ κάμω τοιαύτην σύστασιν· ἀλλ’ ὁ κ. Στυμφαλιάδης ἐνόμισεν, ὅτι ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης τῷ ἐδόθη δικαίωμα καὶ ἀφορμὴ νὰ μὲ προσβάλῃ, θέλων δὲ νὰ εἰρωνευθῇ τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνάς μου ἀπερισκέπτως βεβαίως εἶπεν, ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὰς στρατιωτικὰς ἰδέας του καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐκτιμήσω τὰς στρατιωτικὰς γνώσεις του, καὶ ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην τῆς στρατιωτικῆς διδασκαλίας του, διότι ἐγὼ ἑκάστοτε εἰς τὰς ἐπαναστάσεις αὐτοχειροτονοῦμαι στρατάρχης. Τῷ ἔδωκα ἀμέσως τὴν ἀνάλογον καὶ λογικὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἐνθυμεῖσθε, ἀλλ’ αὐτὸς καὶ πάλιν μὲ προσέβαλεν, εἰπὼν ὅτι ἐγώ, λαβὼν μέρος εἰς τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνας, ἐπεδίωκον σκοποὺς ἰδίους. Ἡ ὕβρις ἦτο ἀληθῶς βαρεῖα, καὶ ἐδικαιούμην νὰ ἀπαντήσω πρὸς αὐτὸν σκληρῶς, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξα, περιορισθεὶς εἰς τὸν μετριώτατον ἐκεῖνον χαρακτηρισμὸν, ὅτι ἀπερισκέπτως ὁμιλεῖ, αὐτὸς δὲ καὶ πάλιν μὲ ὕβρισεν ἐν τῷ γενομένῳ θορύβῳ, ὡς καὶ ὁ ἄλλος, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισίν του· ἀλλ’ εἰς τὰς ὕβρεις αὐτὰς ἐγὼ δὲν ἀπήντησα.

§15Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ποῖος ἄλλος;

§16ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Βοζίκης. Εἶπον ταῦτα διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἠρξάμην ἐγὼ χειρῶν ἀδίκων, ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ὑβρίσας, ὁ ἀδικήσας. Ἐγὼ ἠμύνθην κατὰ τῶν ἀδίκων ὕβρεων ἐκείνου, εἰς δὲ τὰς ἄλλας ὕβρεις ἀμφοτέρων οὐδ’ ἀπήντησα κἄν. Εἶπον ἀληθείας, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἦσαν πικραὶ διὰ τὸν κ. Στυμφαλιάδην, ὅστις ὤφειλε νὰ ἀναιρέσῃ αὐτάς· μὴ δυνάμενος δὲ νὰ πράξῃ τοῦτο, ὤφειλε νὰ σιωπήσῃ, καὶ ἐσιώπησε, διότι τὴν ἑσπέραν ἐκείνην καὶ τὴν πρωΐαν τῆς ἐπιούσης ἐρωτηθεὶς παρὰ πολλῶν εἶπεν ὅτι δὲν θεωρεῖ τὸν ἑαυτόν του προσβεβλημένον καὶ δὲν εἶχε λόγους, ἵνα ζητήσῃ ἱκανοποίησιν. Ἀλλὰ τὴν μεσημβρίαν τῆς ἐπιούσης ἄλλοι τὸν ἐπληροφόρησαν, ὅτι «εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ Ἀργυρόπουλος ἀνέκαθεν εἶναι κεκηρυγμένος κατὰ τῆς μονομαχίας. Ἰδοὺ λοιπὸν περίστασις νὰ δοξασθῇς· νὰ τὸν προκαλέσῃς· αὐτὸς δὲν θὰ δεχθῇ, καὶ θὰ δημοσιευθῇ εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ἐδείχθης γενναῖος καὶ ὅτι ἱκανοποιήθης»...

§17Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἠμποροῦσες νὰ κάμῃς ἐξαίρεσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα.

§18ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἄλλως τε», τῷ εἶπον, «δὲν ἔχεις νὰ χάσῃς τι, καὶ ἂν δεχθῇ· θὰ γείνῃ ὅ,τι γίνεται πάντοτε· θὰ δημοσιεύσουν αἱ ἐφημερίδες, ὅτι ἀντηλλάγησαν δύο σφαῖραι ἀπὸ ἀποστάσεως ἄνευ ἀποτελέσματος, καὶ ἐθεωρήθη ἱκανοποιημένος ὁ προσβληθείς.» Καὶ ὅτε ἐβεβαιώθη περὶ τούτων καὶ ὅτε ἐπείσθη, τότε ἀπεφάσισε νὰ γείνῃ ἱππότης, κατὰ τῶν ἀνεμομύλων! Ἐσκέφθην πρὸς στιγμὴν νὰ δεχθῶ, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν ἔπραττον τοῦτο, ἤθελε μεταχειρισθῆ ὅλα τὰ μέσα διὰ ν’ ἀποφύγῃ, ἤθελε μεταχειρισθῆ πάντα τρόπον διὰ ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν εἰκονικότητα τῆς μονομαχίας· ἀλλὰ δὲν τὸ ἐθεώρησα σοβαρὸν καὶ συνεπὲς δι’ ἐμὲ, ὅστις εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀπὸ τῆς νεότητός μου ἀποδοκιμάζω τὸ μέτρον τῆς μονομαχίας, ὡς παράλογον, ὡς ἄσκοπον, ὡς μέτρον, ἐξ οὗ οὐδὲν προέρχεται λογικὸν ἀποτέλεσμα, ὡς μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον καταφεύγουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἀναιρέσωσι τὰς κατ’ αὐτῶν μομφὰς, καὶ ζητοῦσι νὰ καλυφθῶσιν ὄπισθεν τοῦ παραλόγου τούτου μέτρου. Καὶ ἐνθυμήθην τώρα ἓν περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἀνέφερα ἐνταῦθα. Εἶχον ἀκούσει, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν εὑρίσκετο εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος διέπραττε παντὸς εἴδους κακὰς πράξεις, διὰ νὰ δύναται δὲ νὰ καλύπτῃ τὰς πράξεις του, κατέγεινε καὶ κατέστη ὁ πρῶτος τῆς Γαλλίας μονομάχος, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμων νὰ ἐλέγξωσι τὰς πράξεις του, τοὺς ἐκάλει εἰς μονομαχίαν καὶ τοὺς ἐφόνευεν· οὐδεὶς δὲ ἐτόλμα νὰ ἐλέγξῃ τὰς πράξεις του, καὶ αὐτὸς ἀνενόχλητος διέπραττεν ὅ,τι ἤθελεν. Ἐνταῦθα βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου ἀνθρώπου, περὶ τοιούτου μονομάχου, οὐδὲ περὶ σπουδαίας μονομαχίας, ἀλλ’ ἰδοὺ εἰς ποῖα ἄτοπα δύναται νὰ φέρῃ τὸ παράλογον αὐτὸ ἔθιμον. Βεβαίως δὲν ἐπρόκειτο περὶ μονομαχίας σπουδαίας· ἀλλ’ ἂν ἐπρόκειτο περὶ μονομαχίας ἀληθοῦς, ἐνδεχόμενον ἦτο ἐν τῇ μονομαχίᾳ νὰ φονεύσω ἐγὼ τὸν κ. Στυμφαλιάδην· ἀλλὰ μὲ ἠρώτησέ τις, ἂν ἤθελον ἐγὼ νὰ γείνω φονεὺς εἰς αὐτὴν τὴν ἡλικίαν, νὰ τεθῶ εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ νὰ ἀδικήσω τοὺς οἰκείους μου. Ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ μὲ φονεύσῃ αὐτός· ἀλλὰ μὲ ἠρώτησέ τις, ἂν ἤθελον ἐγὼ νὰ φονευθῶ εἰς ἄδοξον πεδίον, διὰ τοιαύτην αἰτίαν καὶ παρὰ τοιούτου ἀντιπάλου. Ἀλλὰ βεβαίως ἐπρόκειτο περὶ μονομαχίας ψευδοῦς ἐκ τῶν γελωτοποιουσῶν. Μὲ ἠρώτησέ τις, ἂν ἤθελον ἐγὼ νὰ γελωτοποιηθῶ, ὕστερον ἀπὸ προηγούμενα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἔχω. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπηξίωσα νὰ δώσω προσοχὴν εἰς τὴν γελοίαν ἐκείνην πρόκλησιν, ἰδοὺ δὲ ἐκ τίνος γελοίας περιστάσεως ἐνόμισεν ὁ κ. Στυμφαλιάδης, ὅτι ἔδρεψε δάφνας δόξης, καὶ ἐκαυχήθη δι’ αὐτάς. Διατὶ ἄλλως δὲν ἤθελον δεχθῆ; Μήπως ἐφοβήθην τὸν κ. Στυμφαλιάδην; Ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἔδωσα ποτὲ ἀφορμὴν νὰ πιστεύηται, ὅτι φοβοῦμαι· περὶ τοῦ ἐναντίου δὲ ἴσως πολλάκις ἔδωκα δείγματα. Γνωρίζει δὲ ὁ κ. Στυμφαλιάδης, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι τρόποι μονομαχίας, τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν ἀποκρούω. Βεβαίως αὐτὰ τὰ θεωρῶ πάντοτε παιδαριώδη καὶ ἀνάρμοστα εἰς τὴν ἡλικίαν μας, τὴν γεροντικὴν πλέον, καὶ ἀνάρμοστα εἰς τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον φέρομεν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Στυμφαλιάδης ἐπιθυμῇ νὰ δείξῃ ἀπέναντί μου τὴν γενναιότητά του, ἂς κοπιάσῃ (γέλωτες). Ἐγὼ δὲν προκαλῶ, ἀλλ’ ἀποφεύγω, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχῃ καὶ λόγος· ἀλλ’ ἐὰν εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην, θὰ ἀμυνθῶ, καὶ πιστεύω ὅτι τὸ μάθημα θὰ ἦναι διδακτικὸν διὰ τὸν κ. Στυμφαλιάδην. Ζητοῦσι διὰ τοῦ φάσματος τῆς μονομαχίας νὰ ἐμποδίσωσι τὸν ἔλεγχον τῶν κακῶν πράξεων. Ἀλλὰ τί θὰ γείνῃ εἰς τὴν ἄλλην Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὅπου σκοπὸν ἔχω νὰ ἐλέγξω πολλοὺς, πλείστας κακὰς πράξεις δημοσίων ὑπαλλήλων, πολιτευομένων, ψευδοπατριωτῶν, ψευδαγωνιστῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἔχω συλλέξει πολλὴν ὕλην ἐκ τῆς ὑπηρεσίας μου ὡς Νομάρχου καὶ ἐκ τῆς ἀναμίξεώς μου εἰς τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνας; Ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἐκ τῶν ὁποίων θ’ ἀποδειχθῶσι τὰ ἐν τῷ πολέμῳ ἡρωϊκὰ καταρθώματα τοῦ κ. Στυμφαλιάδου. Αὐτὸ καὶ μόνον ἐδικαιοῦτο καὶ ὤφειλε νὰ πράξῃ ἐξ ἀρχῆς· ὅλα τὰ ἄλλα ἦσαν περιττά. Ζητῶ καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν δικογραφίαν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν δίκην τὴν διεξαχθεῖσαν ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου κατὰ τοῦ κ. Στυμφαλιάδου, κατηγορηθέντος διὰ καταχρήσεις γενομένας ἐν τῷ στρατῷ. Καὶ ζητῶ προσέτι ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὰς δικογραφίας καὶ τὰς μηνύσεις, αἵτινες κατὰ τοῦ κ. Στυμφαλιάδου ἐγένοντο, ὡς ἀστυνόμου εἰς διάφορα μέρη, διὰ βιαιότητας καὶ καταχρήσεις. Ἔχω δὲ καὶ πλείστας πληροφορίας περὶ τῶν ἀστυνομικῶν αὐτοῦ ἄθλων, τὰς ὁποίας ἐν καιρῷ θ’ ἀνακοινώσω. Ὅταν δὲ γείνῃ ἐδῶ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῶν ἔργων τοῦ κ. Στυμφαλιάδου, θὰ γνωρίσητε ποῖοι ἄνθρωποι ἔρχονται ἐδῶ καὶ ζητοῦσι νὰ πωλήσωσι στρατιωτικὴν σοφίαν, καὶ ἀξιοῦσι μετὰ στόμφου νὰ ἐλέγξωσι πάντας, νὰ διδάξωσιν εἰς πάντας τὸ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα καὶ νὰ ὑβρίσωσι. Τότε δὲ θὰ κρίνητε εἰς τίνα ἁρμόζει ὁ χαρακτηρισμὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Στυμφαλιάδης ἠθέλησε νὰ κάμῃ δι’ ἐμέ. Μὲ ὕβρισεν ἀδίκως, καὶ ἐδικαιούμην νὰ ἀντιτάξω ἀληθεῖς καὶ δικαίους δι’ αὐτὸν χαρακτηρισμούς· ἀλλὰ δὲν τὸ πράττω, διότι αἱ δεινότεροι ὕβρεις διὰ κάθε ἄνθρωπον καὶ οἱ μεγαλείτεροι ἔπαινοι εἶναι αἱ πράξεις του. Τί νὰ εἴπω δὲ ἐγὼ διὰ τὸν κ. Στυμφαλιάδην, ἀφοῦ εἶναι αἱ πράξεις του; Θεωρῶ περιττὸν νὰ προσθέσω ἄλλο τι, ἀφοῦ πάντες ἀντιλαμβάνεσθε, πάντες γνωρίζετε τὴν κατάστασίν του.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥοῦφος ἔχει τὸν λόγον.

§20Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ἡμερῶν μετ’ ἄλλων συναδέλφων διεμαρτυρήθην κατὰ τῆς κρατούσης ἐν Πάτραις καταστάσεως, τῆς δημιουργουμένης ἐκ τῶν βιαιοπραγιῶν, τῶν ὁποίων γίνεται ἥρως ὁ ἀστυνόμος Καλφακᾶκος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε δώσει τὴν ὑπόσχεσιν, συνεπείᾳ τῆς διαμαρτυρίας ἡμῶν, ὅτι θ’ ἀνεκαλεῖτο ὁ κ. Καλφακᾶκος ἐκ Πατρῶν. Ἐν τούτοις διατριβή τις, δημοσιευθεῖσα ἐν ἐφημερίδι τῶν Πατρῶν, ὑπὸ σημερινὴν χρονολογίαν, ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ κ. Καλφακᾶκος ὄχι μόνον εὑρίσκεται ἐν Πάτραις, ἀλλὰ καὶ ἐξακολουθεῖ βιαιοπραγῶν. Διὰ νὰ καταδειχθῇ δὲ ποία τις εἶναι ἡ δρᾶσις αὐτοῦ, ἀναγινώσκω μέρος τῆς διατριβῆς (ἀναγινώσκει αὐτό). Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ ὅλας τὰς καταγγελίας, τὰς ἐν Πάτραις γενομένας κατὰ τοῦ κ. Καλφακάκου, ὡς ἀστυνόμου Πατρῶν.

§21ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καμμία δὲν ὑπάρχει.

§22ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θέλω καταθέσει πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὸν ἀστυνόμον τοῦτον. Τὸν ἀστυνόμον αὐτὸν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐκάλεσα ἐνταῦθα· κατόπιν διέταξα νὰ γείνῃ ἐξέτασις περὶ αὐτοῦ, ἐγένετο ἡ ἐξέτασις, καὶ ὑπεβλήθη εἰς ἐμὲ ἡ ἔκθεσις καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας Πατρῶν καὶ τοῦ Δημάρχου, ἔκρινα δὲ, ὅτι κατόπιν τῶν ἐκθέσεων τούτων ἠδυνάμην νὰ διατάξω αὐτὸν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θέσιν του. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶμαι ἕτοιμος νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν.

§23Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἐννοῶ μόνον αὐτὰ, κύριε Ὑπουργέ. Ἐννοῶ καὶ προγενεστέρας καταγγελίας καὶ ἀνακρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν, ἐπὶ τῆς προηγουμένης ἀστυνομίας.

§24ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω.

§25ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Δύο λέξεις σχετικάς. Κατόπιν τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν συναδέλφου νομίζω ἀναγκαῖον, ἐπειδὴ ἔχω πληροφορίας σχετιζομένας πρὸς τὸ ζήτημα, νὰ δώσω ταύτας. Αἱ πληροφορίαι μου εἶναι, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας Πατρῶν εἶχεν ὑποβάλει λεπτομερῆ ἔκθεσιν τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτής. Διὰ τῆς ἐκθέσεως ταύτης βεβαιοῦται, ὅτι τὰ παράπονα τοῦ ἀναφερομένου, ὡς παρανόμως συλληφθέντος, κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Καλφακάκου εἶναι ὅλως ἀβάσιμα. Ὁ ἀστυνόμος οὗτος, ὑπηρετήσας καὶ ἄλλοτε εὐδοκίμως ἐν Πάτραις, εἶναι εἷς τῶν νέων ἀξιωματικῶν, τῶν λίαν μεμορφωμένων, διακρίνεται δὲ διὰ τὴν καλὴν αὐτοῦ συμπεριφορὰν, τὸν εὐγενῆ τρόπον καὶ τὸν καλὸν αὐτοῦ χαρακτῆρα, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς ὅσα κατ’ αὐτοῦ καταγγέλλονται. Τὴν ἀφορμὴν ἐκείνην ἐδημιούργησεν αὐτὸς ὁ κατὰ τοῦ Καλφακάκου ὑποβαλὼν τὰ παράπονα κύριος. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη διεξήχθη ὅλως διόλου ὑπηρεσιακῶς, ὁ δὲ Καλφακᾶκος ἦτο ἐντελῶς ἀμέτοχος αὐτῆς. Ὁ συλληφθεὶς προσήχθη εἰς τὸν προϊστάμενον τῆς Ἀστυνομίας ὑπὸ τῶν ἀστυφυλάκων, ὁ δὲ ἀστυνόμος οὐδόλως ἔλαβε γνῶσιν. Ὅταν δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, θέλει ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου.

§26ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις σχετικὰς, προκειμένου περὶ ἀστυνομικῶν παραβάσεων. Τὸ παρελθὸν Σάββατον, ὅτε εἰσηρχόμην εἰς τὴν Βουλήν, πολῖταί τινες μὲ ἐπλησίασαν, καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ ἀκούσω παράπονα κατά τινος ἐνωμοτάρχου τῆς ἀστυφυλακῆς...

§27ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐνωμοτάρχου ἐνταῦθα εὑρισκομένου;

§28ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα... Παρεκάλεσα αὐτοὺς νὰ εὐαρεστηθῶσιν, ὅπως σήμερον μὲ ἐπισκεφθῶσι κατ’ οἶκον καὶ μοὶ ἐκθέσωσι τὰ λαβόντα χώραν. Πράγματι προσῆλθον οἱ πολῖται οὗτοι σήμερον, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων κατάγονται ἐκ Κερκύρας, καὶ μοὶ ἀφηγήθησαν τὰ ἑξῆς. Στρατιώτης τις ἀφῄρεσε πράγματά τινα παρ’ ἀξιωματικοῦ, παρὰ τῷ ὁποίῳ διετέλει προσκεκολλημένος ὡς ὑπηρέτης. Ὁ στρατιώτης συνελήφθη καὶ ἐτέθη εἰς τὰς φυλακάς· εἶπε δὲ, ὅτι τὰ κλαπέντα πράγματα τοῦ ἀξιωματικοῦ εἶχε παραδώσει εἴς τινα οἰκογένειαν, καταγομένην ἐκ Κερκύρας. Ἡ οἰκογένεια αὕτη κατοικεῖ εἰς τὸ Ιʹ ἀστυνομικὸν τμῆμα. Ὁ ἐνωμοτάρχης τῆς ἀστυφυλακῆς τοῦ τμήματος ἐκείνου μετά τινος ἀστυφύλακος μετέβη εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ πολίτου, ἐντιμοτάτου οἰκογενειάρχου, ἀπόντος δ’ αὐτοῦ προσηνέχθη ἀπρεπῶς πρὸς τὴν σύζυγον τοῦ πολίτου καὶ πρὸς τὴν μικρὰν αὐτοῦ κόρην. Δὲν ἠρκέσθη δὲ εἰς τὴν ἀπρεπῆ συμπεριφοράν,—εἶμαι δὲ βέβαιος περὶ τῶν λεχθέντων, τὰ ὁποῖα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν δύναμαι νὰ ἐπαναλάβω,—ἀλλ’ ὁ ἐνωμοτάρχης τῆς ἀστυφυλακῆς ἔλαβε μεθ’ ἑαυτοῦ τὸ μόλις δωδεκαετὲς τέκνον, μαθητὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάπηρον δυστυχῶς, διότι τὸν ἕτερον τῶν ποδῶν ἔχει ἐκ ξύλου, ἔλαβε, λέγω, μεθ’ ἑαυτοῦ ὁ ἐνωμοτάρχης τῆς ἀστυφυλακῆς τὸ ἀνάπηρον τοῦτο τέκνον, τὸ ὡδήγησεν εἰς τὸ κατάστημα τῆς Ἀστυνομίας, καὶ τὸ ἐκακοποίησε· εἶδον δὲ τοὺς μώλωπας ἐγὼ αὐτὸς, διότι εἰς τὴν ἀριστερὰν ὠμοπλάτην τοῦ παιδὸς παρετήρησα μώλωπα, προελθόντα ἐκ τῆς πυγμῆς τοῦ ἐνωμοτάρχου. Τὸ δὲ ἀτυχὲς παιδίον διεμαρτύρετο, διότι οὐδὲν ἐγίνωσκε περὶ τῶν κλαπέντων πραγμάτων. Μετὰ μίαν ὥραν τὸ παιδίον ἀφέθη ἐλεύθερον. Μετέβη δὲ καὶ ὁ ἀστυνόμος τοῦ Γʹ τμήματος, ὁ ὁποῖος, ὡς ἤκουσα, εἶναι καλὸς, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ παιδὸς, ἀλλὰ μετὰ ἐπιμελῆ ἔρευναν οὐδὲν εὗρεν ἐκ τῶν κλαπέντων. Εἶτα ἐβεβαιώθη, ὅτι ἦσαν ψευδῆ τὰ παρὰ τοῦ στρατιώτου λεχθέντα, ὅτι δηλαδὴ εἶχον δοθῆ παρ’ αὐτοῦ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἐκ Κερκύρας πολίτου τὰ κλαπέντα πράγματα τοῦ κ. ἀξιωματικοῦ. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐγνώσθη τὸ ὄνομα τοῦ ἀστυφύλακος ὡς καὶ τοῦ ἐνωμοτάρχου, τῶν διαπραξάντων τὰς ἀξιοποίνους ταύτας πράξεις, γνωρίζω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης τῆς ἀστυφυλακῆς φέρει τὸν ἀριθμὸν 1824, ἵνα ἐνεργήσῃ ὅ,τι δέον πρὸς τιμωρίαν αὐτοῦ. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ καταθέσω γραπτὴν τὴν σύστασίν μου ταύτην.

§29Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πρὸ μηνὸς περίπου εἶχον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, συνάμα δὲ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἀπόσπασμα ἐκ 30 εὐζώνων...

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι διόλου σχετικόν.

§31ΓΕΡΑΚΗΣ. Σχετικὸν εἶναι.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν εἶναι διόλου σχετικὸν μήτε μὲ τὸ παράπονον τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, μήτε μὲ τὸ τοῦ κ. ἐκ Κυθήρων. Ἐὰν ἐννοεῖτε ὅτι πρέπει μὲ τὰ σχετικὰ ὁλόκληρον τὸ ἀστυνομικὸν ζήτημα καὶ ὅλα τὰ κατὰ τῆς Ἀστυνομίας παράπονα ν’ ἀναπτυχθῶσιν ἐνταῦθα, ἔχετε δίκαιον· ἀλλὰ τότε νὰ σᾶς ἐγγράψω κατόπιν.

§33ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγγράψατέ με.

§34Ι. ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ. Σχετικόν.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον, διότι ἀφῄρεσα τὸν λόγον ἀπὸ τὸν κύριον Γεράκην. Ὁ κύριος Ἀβέρωφ ἔχει τὸν λόγον.

§36ΑΥΓΕΡ. ΑΒΕΡΩΦ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπηγόρευσε τὴν ὑλοτομίαν εἰς τὰ δάση τῶν δήμων Λάκμωνος καὶ Χαλκίδος παρ’ Ἀσπροποτάμῳ τῆς Καλαμπάκας, διὰ λόγους δημοσίας ἀσφαλείας. Ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὰ δάση τοῦ δήμου Καστανέας. Κατόπιν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἐποιησάμεθα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι τὸ δάσος τῆς κοινότητος Καστανέας διεξεδικεῖτο καὶ ἀπὸ τὸ Δημόσιον καὶ ἀπὸ τὴν κοινότητα, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη τότε νὰ ἀπαγορεύσῃ καὶ ἀπηγόρευσε τὴν ὑλοτομίαν. Χθὲς ὅμως ἔλαβον τηλεγράφημα τοῦ προέδρου τῆς κοινότητος, ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται, διότι τὸ Ὑπουργεῖον προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν ἀδείας ὑλοτομίας καὶ ἐπιτρέπει νὰ ξυλεύωνται ἐν Καστανέᾳ, ἐνῷ κατ’ αὐτὰς πρόκειται νὰ ἐξετασθῶσι μάρτυρες διὰ τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος τοῦ δάσους, τὸ ὁποῖον κατεῖχεν ἕως τώρα ἡ κοινότης καὶ τὸ κατέλαβε τὸ Δημόσιον. Ἐνῷ δὲ πρόκειται νὰ ἐξετασθῶσι μάρτυρες, ἐξεδόθησαν ἄδειαι ὑλοτομίας. Διὰ τοῦτο καταθέτω τὸ τηλεγράφημα, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναστείλῃ τὰς ἀδείας ταύτας, μέχρις ὅτου τὸ Δικαστήριον ἀποφανθῇ, ἂν τὸ δάσος αὐτὸ δικαιοῦται νὰ κατέχῃ τὸ Δημόσιον ἢ ἡ κοινότης.

§37Κ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὅμοιον τηλεγράφημα ἔλαβον καὶ ἐγώ, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις τοῦ κυρίου Ἀβέρωφ.

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§39ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 31 Μαΐου ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ὁρισθείσης ἡμέρας τῆς 7ης Σεπτεμβρίου τρέχοντος ἔτους. Ἐπειδὴ εἰσέτι ὁ νόμος δὲν εἶναι γνωστὸν ἂν ἐκυρώθη, οὔτε ἐδημοσιεύθη, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ προσεχὴς Τετάρτη, ἤτοι ἡ μεθαύριον, εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς ἐπιδόσεως τῶν αἰτήσεων τῶν ὑποψηφίων, καὶ ἡ Πέμπτη ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς ἀνακηρύξεως αὐτῶν, ἐπάναγκες εἶναι νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ἐκυρώθη ὁ νόμος οὗτος, ἂν θὰ δημοσιευθῇ, καὶ διατὶ δὲν ἐδημοσιεύθη, διὰ νὰ μὴ γίνωνται ματαιοπονίαι ἀνακηρύξεων.

§40ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ὁ νόμος οὗτος, ἐὰν δὲν ὑπεβλήθη ἔτι πρὸς κύρωσιν, διότι ἑτοιμάζονται τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, θὰ ὑποβληθῇ προσεχέστατα.

§41ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο διὰ νὰ μὴ γίνωνται περιτταὶ ἐνέργειαι τῶν δικαστηρίων, κύριε Ὑπουργέ, καὶ ἀνακηρύσσωνται ὑποψήφιοι, καὶ ἔχωμεν ἐπιστροφὴν χρημάτων ἐκλογικῶν εἰδῶν, ἢ μᾶλλον, καθὼς λέγει τὸ ἄρθρον 2, δὲν θὰ ἔχωμεν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων, ἀλλὰ θὰ παραμένωσι ταῦτα ὡς παρακαταθήκη, ἵνα χρησιμεύσωσιν, ἐὰν οἱ ὑποβαλόντες αἰτήσεις ὑποψήφιοι ἀνακηρυχθῶσι κατόπιν.

§42Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος προνοεῖ περὶ τῶν κατατεθέντων.

§43ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προνοεῖ, ἀλλ’ εἰς βάρος τῶν καταθετῶν.

§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθ’ ἃ εἶχον ἀνακοινώσει πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀποκρινόμενος εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ, ἔμελλον προσεχῶς νὰ εἰσαγάγω εἰς αὐτὴν νομοσχέδιον, κυροῦν σύμβασιν περὶ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον κατεστάθη ἀναγκαῖον διὰ τὸν κανονισμὸν τῆς προσεχοῦς συγκομιδῆς τοῦ σταφιδοκάρπου. Τὴν σύμβασιν ταύτην, συνομολογηθεῖσαν μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑνὸς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῶν διοικούντων τὰς τρεῖς Τραπέζας, τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν, τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν καὶ τὴν Ἰονικὴν, καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν. Δι’ αὐτῆς αἱ τρεῖς πρῶται Τράπεζαι, ἡ Ἐθνικὴ, ἡ τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἡ Ἰονικὴ, ἀναλαμβάνουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δανείσωσιν, ὑπὸ τύπον ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ, εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν μέχρις 6½ ἑκατομμυρίων, ἐπὶ τόκῳ 5½%, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους. Ἡ σύμβασις αὕτη προϋποθέτει σύμβασιν ἄλλην γενομένην, ἥτις συνωμολογήθη καὶ ὑπεγράφη ὑπὸ τῶν συμβαλλομένων, ἤτοι τῶν τριῶν Τραπεζῶν καὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν ἀφ’ ἑτέρου. Εἰσάγω δὲ καὶ τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως ταύτης.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ σύμβασις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 16).

§46ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλοῦμεν νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον.

§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι δά!

§48ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Πρόκειται περὶ συμβάσεως ἑπομένως ἀναγκαίως θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Αὔριον θὰ τὴν ἔχητε.

§50ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Αὔριον τοὐλάχιστον νὰ ἦναι πρῶτον ἀντικείμενον.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλὴ, ὅπως ἀναγραφῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον αὔριον;

§52ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρωτοπαπαδάκης.

§54Π. Ι. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον ἀναφορὰν ἐκ Σύρου ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ Φράγκον, ἀπευθυνθεῖσαν καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, διὰ τῆς ὁποίας καθιστᾷ γνωστὸν, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ πληρώσῃ τρὶς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος ἑνὸς ἔτους, τοῦ 1899, ἔστειλε δὲ καὶ τὰ τρία σχετικὰ διπλότυπα τοῦ ταμίου, τὰ ὁποῖα κρατῶ ἐδῶ. Καὶ ἂν μὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀνθρώπου δυναμένου νὰ πληρώσῃ εὐκόλως, τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο ἴσως σοβαρόν· ἀλλ’ ὁ Μιχ. Φράγκος εἶναι πλανόδιος ἔμπορος, ἠναγκάσθη δὲ, ὡς μοὶ λέγει ὁ κ. ἐκ Σύρου συνάδελφος, νὰ πωλήσῃ τὸ καροτσάκι του, διὰ νὰ πληρώσῃ τὴν τρίτην φορὰν τὸν ἐκ δραχμῶν 38 φόρον, διότι ἐξεδόθη ἔνταλμα συλλήψεως κατ’ αὐτοῦ, καὶ μετέβη κατόπιν παρὰ τῷ κυρίῳ Τσιροπινᾷ, ἵνα τὸν προσλάβῃ ὡς ἁπλοῦν ἐργάτην εἰς τὸ ἐργοστάσιόν του. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, νὰ διατάξῃ ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸν φορολογούμενον τὰ πληρωθέντα, ἐνῷ δὲν ὠφείλοντο. Ἔχω καὶ ἄλλην ἐπερώτησιν νὰ κάμω, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ἦναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.

§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ καταθέσητε, παρακαλῶ, τὴν ἀναφορὰν καὶ τὰ διπλότυπα.

§56ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μάλιστα.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γεράκης ἔχει τὸν λόγον.

§58Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πρὸ μηνὸς εἶχον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἀπόσπασμα ἐκ τριάκοντα εὐζώνων, ἐπὶ κεφαλῆς ἔχον τὸν ἐνωμοτάρχην Ἰωάννην Σκαρλᾶτον, περιεφέρετο ἀνὰ τὰ χωρία τῆς ἐπαρχίας Κραναίας καὶ διέπραττε διαφόρους αὐθαιρέτους καὶ παρανόμους πράξεις. Ἴσως ἐνθυμοῦνται οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος μετὰ τοῦ ἀποσπάσματος μετέβη εἰς τὸ χωρίον Βαλσαμάτα, εἰσῆλθε νύκτωρ ἐντὸς τῶν οἰκιῶν, ἐκακοποίησε γυναῖκας, ἔθραυσε πιάτα, βυτία, ἔσφαξεν ἀμνούς, ὄρνιθας κλπ., καὶ ἀπῄτει νὰ χορηγῆται τροφὴ εἰς τὸ ἀπόσπασμα. Τούτων ἕνεκεν ἠναγκάσθη ὁ Δήμαρχος Ὁμαλῶν δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸν κ. Νομάρχην Κεφαλληνίας νὰ ἐκθέσῃ πάσας τὰς ἐκνόμους ταύτας ἐνεργείας τοῦ ἀποσπάσματος τούτου. Ὁ κ. Νομάρχης ἐγνώρισε ταῦτα εἰς τὸν κ. Μοίραρχον, οὗτος δὲ, ἀναγνωρίσας τὰ δίκαια τοῦ Δημάρχου παράπονα, ἐξέδοτο κατὰ τὴν 7 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. τὴν ἀκόλουθον ἡμερησίαν διαταγήν: «Παραστάσεις ἐγένοντο ἡμῖν, ὅτι διάφοροι ὁπλῖται τῶν ἀστυνομιῶν καὶ τοῦ μεταβατικοῦ ἀποσπάσματος, μεταβαίνοντες εἰς διάφορα χωρία τῆς δικαιοδοσίας των πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας, καὶ καταχρώμενοι τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῶν καταλυμάτων παρεχομένων αὐτοῖς δικαιωμάτων, ἐκτρέπονται ἀτόπως καὶ ὅλως ἀδικαιολογήτως εἰς καταπιέσεις πτωχῶν χωρικῶν. «Ἐπιθυμοῦντες ὅθεν νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσιν αἱ τοιαῦται καταχρήσεις, παραγγέλλομεν ἅπαντας τοὺς κυρίους ἀστυνόμους τῆς δικαιοδοσίας ἡμῶν, ὡς καὶ τὸν ἀποσπασματάρχην, πρὸς ὃν θέλει κοινοποιηθῆ ἡ παροῦσα παρὰ τῆς ἀστυνομίας Σάμης, ὅπως ἐκδώσωσι τάχιστα ἐντόνους καὶ σαφεῖς διαταγὰς καὶ ὁδηγίας πρὸς ἅπαντας τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς ὁπλίτας, ἵνα ἐν τῷ μέλλοντι ἀπέχωσι τῶν τοιούτων καταχρήσεων, καθόσον διὰ πᾶν ὑποβληθησόμενον ἡμῖν ἐν τῷ μέλλοντι παράπονον ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο θέλομεν ὄχι μόνον κατὰ τῶν ὁπλιτῶν τούτων προσενεχθῆ λίαν αὐστηρῶς, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν προϊσταμένων αὐτῶν θέλομεν ἐνεργήσει τὰ δέοντα.» Τὴν ἡμερησίαν ταύτην διαταγὴν ὁ κ. Μοίραρχος ἐκοινοποίησε τῷ κ. Δημάρχῳ διὰ τοῦ ἑξῆς ἐγγράφου: «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ κοινοποιήσω ὑμῖν ὀπισθογράφως τὴν πρὸς τοὺς ἀστυνόμους τῆς δικαιοδοσίας ἡμῶν ὡς καὶ πρὸς τὸ μεταβατικὸν ἀπόσπασμα τοῦ νομοῦ ἡμερησίαν ἡμῶν διαταγὴν τῆς 7 τρέχοντος μηνός, καὶ σᾶς παρακαλῶ, ἵνα, ὁσάκις ἤθελε παρουσιασθῆ σχετική τις παρεκτροπὴ ἐκ μέρους ὀργάνου τινὸς ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ σας, γνωρίζητε ἡμῖν περὶ τούτου, ὅπως ἐνεργῶμεν κατὰ τοῦ παρεκτρεπομένου τὰ δέοντα. «Ἐν Ἀργοστολίῳ τῇ 10 Φεβρουαρίου 1903.» Ὁ ἀποσπασματάρχης ὅμως Ἰωάννης Σκαρλᾶτος, ἀντὶ νὰ σωφρονισθῇ καὶ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ἡμερησίαν διαταγὴν τοῦ Μοιράρχου, τοὐναντίον ἐξηκολούθησε διαπράττων περισσότερα ἔκτροπα καὶ ὄργια. Μετέβη πρὸ μηνὸς εἰς τὴν οἰκίαν τῶν Δημητρίου καὶ Σταύρου Νιφοράτου, ὅστις ἦτο ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου δραχμῶν 15, καὶ νύκτωρ ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς αὐτὴν, ἐπειδὴ δὲ αἱ γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ἐντὸς μετὰ τῶν τέκνων των, ἠρνήθησαν νὰ ἀνοίξωσι τὴν θύραν, ὁ ἐνωμοτάρχης μετὰ τοῦ ἀποσπάσματος ἔθραυσαν τὴν θύραν, καὶ εἰσελθόντες εἰς τὴν οἰκίαν ἐκακοποίησαν τὴν σύζυγον τοῦ Σταύρου καὶ ἔθραυσαν πᾶν τὸ προστυχὸν, τὸν παραπονεθέντα δὲ διὰ τὰς ἐκνόμους ταύτας πράξεις τοῦ ἀποσπάσματος Δ. Νιφορᾶτον συνέλαβον καὶ δέσμιον μετέφεραν τὴν ἑπομένην εἰς Ἀργοστόλιον, ἐπιδόντες κατ’ αὐτοῦ καὶ μήνυσιν ἐπὶ ἀντιστάσει, χωρὶς νὰ λάβῃ χώραν τοιαύτη. Δυστυχῶς δὲ, ἔκριναν καλὸν ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτὴς νὰ προφυλακίσουν αὐτὸν, στηριχθέντες εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐνωμοτάρχου· ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ, πεισθέντες μετὰ ταῦτα, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀντιστάσεως, ἀλλὰ περὶ δικαιολογίας τῶν παρανόμων πράξεων τοῦ ἐνωμοτάρχου, ἀπέλυσαν διὰ βουλεύματος τὸν ἀδίκως συλληφθέντα. Κατ’ ἄλλην τινὰ ἡμέραν ὁ αὐτὸς ἀποσπασματάρχης μετέβη εἰς τὸ χωρίον Σβορωνᾶτα καὶ εἰσελθὼν παρανόμως εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Γνεσούλη, ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι οὗτος κατεδιώκετο δυνάμει ἐντάλματος, ἐξυλοκόπησε τὴν σύζυγόν του, τὸν ἀδελφόν του καὶ τὰ τέκνα του, ἤνοιξε τὰ βυτία του, ἔπιον αὐτὸς καὶ τὸ ἀπόσπασμα τὸν οἶνόν του, ἔφαγον ὅ,τι εἶχον οἱ πτωχοὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι, καὶ δέσμιον πεζῇ μετέφεραν τὸν δυστυχῆ Γνεσούλην εἰς Ἀργοστόλιον, ἐνώπιον τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, ὅστις τὸν ἀπέστειλε πρὸς τὸν ἀνακριτὴν, ὁ δὲ ἀνακριτὴς ἀπέλυσεν αὐτὸν, διότι οὐδεμία κατηγορία ὑπῆρχε κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας ἀκολούθως παρανόμους πράξεις προέβη ὁ ἀποσπασματάρχης Ἰωάννης Σκαρλᾶτος, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ Δήμαρχος Ὁμαλῶν ἠναγκάσθη ν’ ἀπευθύνῃ νέαν ἀναφορὰν πρὸς τὸν Νομάρχην καὶ πρὸς τὸν Μοίραρχον. Ὁ Νομάρχης, ἀναγνωρίσας τὸ δίκαιον αὐτοῦ καὶ τὴν ἔκτροπον ἐνέργειαν τοῦ ἀποσπασματάρχου, ἐκπληρῶν δὲ τὸ καθῆκόν του, ἀπέστειλε τὸ ἑξῆς ἔγγραφον πρὸς τὸν Δήμαρχον: «Ἀπαντῶντες ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 311 ἐ. ἔ. ἀναφορᾶς σας, πληροφοροῦμεν ὑμᾶς, ὅτι τὰ καταλύματα τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων ἔχουσι καταργηθῆ διὰ νόμου. Ἑπομένως οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχουσιν οἱ κάτοικοι τῶν διαφόρων χωρίων νὰ δέχωνται τὰ ἀποσπάσματα ταῦτα εἰς τὰς οἰκίας των καὶ δὴ νὰ χορηγῶσιν αὐτοῖς καὶ τροφὴν, ἀφοῦ μάλιστα, ὡς ἀναφέρετε, ἐν τοῖς διαφόροις χωρίοις τοῦ δήμου σας ὑπάρχουσι πανδοχεῖα, ἐν δὲ τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἀστυνομικὸς σταθμός. «Πληροφοροῦμεν πρὸς τούτοις, ὅτι τὴν παρεκτροπὴν ταύτην τοῦ ἐν τῷ δήμῳ σας στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος ἐγνωρίσαμεν πρὸς τὸν κ. Μοίραρχον Κεφαλληνίας, ὡς ἐπόπτην τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, διὰ τὰ καθ’ ἑαυτόν. «Ἐν Ἀργοστολίῳ τῇ 28 Μαΐου 1903». Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ κατόπιν τῆς ἐνεργείας ταύτης τοῦ κ. Νομάρχου, δι’ ἧς ἐφίστα τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Μοιράρχου ἐπὶ τῶν παρανόμων πράξεων τοῦ εἰρημένου ἐνωμοτάρχου, οὗτος ἐξηκολούθει διαπράττων ἔτι μεγαλείτερα καὶ περισσότερα ὄργια. Ἠναγκάσθη δὲ ὁ κ. Δήμαρχος νὰ ὑποβάλῃ ἄλλην ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. Νομάρχην καὶ τὸν κ. Μοίραρχον, ἣν ἀνεκοίνωσε καὶ πρὸς ἐμὲ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κύριον Κωνσταντῖνον Γεράκην «Βουλευτὴν Κραναίας Ἀθήνας. «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς, κύριε Γεράκη, ὅτι τὸ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα ὑπὸ τὸν ἐνωμοτάρχην Ἰωάννην Σκαρλᾶτον μετέβη σήμερον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Χριστοδούλου Ἰωάννου Γαλιατσάτου, μὴ καταδιωκομένου δι’ οὐδεμίαν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, καὶ προέβη εἰς ἀνηκούστους πιέσεις, καταχρήσεις, ὕβρεις, ἐπιτεθέντες δὲ κατὰ τῆς συζύγου του Ἀνδριάνης, ἐκτύπησαν αὐτὴν εἰς διάφορα μέρη τοῦ σώματος διὰ γρόνθων, ῥίψαντες αὐτὴν χαμαὶ, ἔθραυσαν δὲ καὶ ἓν ὑφαντουργεῖον τῆς θυγατρὸς αὐτοῦ, ἀξίας ἄνω τῶν 100 δραχμῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἔδιδον αὐτοῖς τροφὴν (στερούμενοι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου), εἰς δὲ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ, ἀρνηθεῖσαν νὰ τοῖς δώσῃ τροφὴν, ἀπήντησαν: «νὰ μᾶς φέρῃς, νὰ πάρῃ τὸν Ἰησοῦν σου Χριστόν!», ἐξαναγκάσαντες οὕτω αὐτοὺς νὰ τοῖς δώσωσι. «Πληροφορηθεὶς ταῦτα ἔσπευσα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Χριστοδούλου Γαλιατσάτου καὶ προέβην εἰς τὰς δεούσας παραστάσεις πρὸς τὸν ἀποσπασματάρχην Σκαρλᾶτον, ἐπιδείξας καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1545 ἐ. ἔ. διαταγὴν τῆς Β. Νομαρχίας Κεφαλληνίας καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 817 ἐ. ἔ. ἔγγραφον τῆς Β. Μοιραρχίας Κεφαλληνίας (ἀντίγραφα τῶν ὁποίων ἀποστέλλω ὑμῖν συνημμένως)· οὗτος δὲ ὑπεροπτικῶς, ὡς ἄλλος Ναβουχοδονόσωρ, μοὶ ἀπήντησεν: «Ἀναγνωρίζω τὰς ἀνωτέρω διαταγὰς, ἀλλὰ δὲν συμμορφοῦμαι πρὸς αὐτὰς, διότι τὸ ὑπ’ ἐμὲ ἀπόσπασμα δὲν ἐννοῶ νὰ τρώγῃ ἐν τοῖς παντοπωλείοις, ἀλλὰ ἐν τοῖς καταλύμασι, καὶ ἔτσι ξεύρω νὰ κάνω...»

§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος εἶναι ὁ εἰπὼν ταῦτα;

§60ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὁ ἐνωμοτάρχης, ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀποσπάσματος, ὀνομαζόμενος Ἰωάννης Σκαρλᾶτος (ἀναγινώσκει): «... Εἰς δὲ τὴν σύζυγον Χριστοδούλου Γαλιατσάτου Ἀνδριάνην, ἐλθοῦσαν κλαίουσαν ἐνώπιόν μου, ὅπως παραπονεθῇ εἰς αὐτὸν διὰ τὴν ἄδικον ὑπὸ τοῦ ἀποσπάσματος ἐπίθεσιν καὶ ζημίαν, ἀπήντησε: «καλὰ σοῦ ἔκαμαν!», ἀπειλήσας καὶ ἀποπέμψας αὐτήν. Ἐλθοῦσα κατόπιν ἡ Ἑλένη Γαλιατσάτου, κλαίουσα, μετὰ τοῦ τυφλοῦ αὐτῆς πατρὸς, μοὶ παρεπονέθησαν, ὅτι τὸ ὑπὸ τὸν Σκαρλᾶτον στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα μετέβη εἰς τὴν οἰκίαν των, ζητοῦντες τροφὴν, ἐπειδὴ δὲ δὲν τοῖς ἐδόθη τοιαύτη, ἥρπασαν ἓν κιβώτιον (μπαοῦλο), τὸ ὁποῖον, ὡς μ’ ἐπληροφόρησαν, περιεῖχεν ἀρκετὰ φορέματα, μετρητὰ δρ. 36, ἓν δακτύλιον χρυσοῦν, ἀξίας δρ. 200, καὶ ἓν ὡρολόγιον ἀργυροῦν, ἔθραυσαν δὲ καὶ πολλὰ οἰκιακὰ σκεύη καὶ ἔπιπλα, καὶ ἔσφαξαν καὶ δύο τράγους, οὓς ἔφαγον. Καὶ ταῦτα γίνονται, κύριε Βουλευτὰ, ἐπειδὴ καταζητεῖται ὁ υἱὸς τοῦ Κυριάκου Γαλιατσάτου Ἄγγελος. «Πληροφορῶ δ’ ὑμᾶς, κ. Βουλευτὰ, ὅτι εἰς τὴν οἰκίαν ταύτην συχνότατα τὸ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα καταλύει, συγκείμενον ἐκ πολλῶν ἀνδρῶν, καὶ προβαίνει εἰς ἀνηκούστους παρανομίας, ἀπειλὰς, ὕβρεις κλπ., ζητοῦν πάντοτε τροφὴν, ἣν ἐξ ἀνάγκης παρέχουσιν». «Ἐλθόντες ὕστερον ἡ Ἀγγελικὴ Σάββα Γαλιατσάτου καὶ Παναγῆς Νιφοράτος μοὶ παρεπονήθησαν, ὅτι τὸ αὐτὸ πάντοτε ἀπόσπασμα μετέβη εἰς τὰς οἰκίας των καὶ προέβη εἰς διαφόρους πιέσεις καὶ ἀπειλὰς, ζητοῦντες τροφὴν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τῆς μὲν Γαλιατσάτου καταζητεῖται ὁ σύζυγος, τοῦ δὲ Νιφοράτου ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ. «Ἐπειδὴ αἱ τοιαῦται ἔκνομοι πράξεις, γινόμεναι συχνότατα, δύνανται νὰ ἔχωσι δυσαρέστους συνεπείας, παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Βουλευτὰ, ὅπως εὐαρεστούμενος ἐνεργήσητε τὰ δέοντα καὶ ὑψώσητε φωνὴν ὑπὲρ τῶν ἀθώων καὶ καταπιεζομένων ὑπὸ τοῦ ἐνωμοτάρχου καὶ ἀποσπασματάρχου Σκαρλάτου κατοίκων τοῦ ἡμετέρου δήμου, ὅπως προλάβωμεν δυσάρεστα ἀποτελέσματα, καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ ἡμετέρου δήμου θέλουσι σᾶς εὐγνωμονεῖ. «Πληροφορῶ δ’ ὑμᾶς, ὅτι τὰς παρανομίας ταύτας κατήγγειλα δι’ ἀναφορᾶς μου εἴς τε τὴν Β. Νομαρχίαν καὶ Μοιραρχίαν Κεφαλληνίας, προσθεὶς μάλιστα, ὅτι τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ μου ἐκτιθέμενα δύναμαι ν’ ἀποδείξω καὶ διὰ μαρτύρων.» Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν προσέτι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς: ὅτι ὁ Ἰωάννης Σκαρλᾶτος δὲν δύναται νὰ ὑπηρετῇ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κραναίας, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀποσπασματάρχης οὗτος εὑρίσκεται ἀπὸ ἐτῶν σχεδὸν ἐκεῖ, ἐνῷ εἶναι ἔγγαμος καὶ ἔχει σύζυγον ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης.

§61ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ὑπηρετεῖ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ.

§62ΓΕΡΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ἔχω καθῆκον ν’ ἀπευθυνθῶ πρὸς ἀμφοτέρους τοὺς κ. Ὑπουργούς.

§63ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν ἦναι ἀποσπασματάρχης, δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.

§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι πρώτην φορὰν ἀκούω τὰ παράπονα ταῦτα, πρώτην φορὰν πληροφοροῦμαι περὶ αὐτῶν. Θέλω ἐξετάσει, καὶ θέλω φροντίσει, ἐὰν ὁ εἰρημένος ἐνωμοτάρχης παρανόμως ὑπηρετῇ ἐν Κραναίᾳ, νὰ τὸν μεταθέσω, καὶ νὰ τὸν τιμωρήσω διὰ πᾶσαν παρεκτροπήν.

§65ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ καὶ ἄλλοτε ἐπέστησα τὴν προσοχὴν ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ οὐδὲν ἐνηργήθη μέχρι τοῦδε. Ἐὰν ἤθελε τιμωρηθῆ ὁ ἀποσπασματάρχης αὐτὸς, ἐὰν ἤθελε μετατεθῆ, βεβαίως δὲν ἤθελον λάβει χώραν τοιαῦται καταπιέσεις καὶ τοιαῦται αὐθαίρετοι πράξεις καὶ τοιαῦτα ὄργια. Ἠναγκάσθην νὰ ἀναπτύξω σήμερον ταῦτα, διότι οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐνηργήσατε κατὰ τοῦ ἀποσπασματάρχου αὐτοῦ· διότι, ἐὰν ἠθέλετε ἐνεργήσει, βεβαίως δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον καὶ δὲν θ’ ἀπησχόλουν τὴν Βουλὴν διὰ τοιαῦτα πράγματα, τὰ ὁποῖα σεῖς νομίζετε ἐπουσιώδη.

§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε, ἡμεῖς δὲν νομίζομεν ἐπουσιώδη τοιαῦτα πράγματα, καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀποδίδητε εἰς ἡμᾶς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχομεν.

§67ΓΕΡΑΚΗΣ. Κατ’ ἀνάγκην ὁμιλῶ οὕτω· διότι, ἐὰν ἠθέλετε ἐνεργήσει ἐγκαίρως τὰ δέοντα, δὲν ἤθελον λάβει χώραν τὰ ὄργια ταῦτα ἐκ μέρους τοῦ ἀποσπασματάρχου. Ἐφιστῶ λοιπὸν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος εἶναι ἔγγαμος, ἔχων σύζυγον ἐκ τῆς ἐπαρχίας Κραναίας, καὶ ἐνῷ κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου δὲν δύναται νὰ μένῃ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κραναίας, αὐτὸς μ’ ὅλα ταῦτα διαμένει ἐκεῖ καὶ διαπράττει πράξεις ἐκνόμους, οἷας ἐξέθεσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.

§68Π. Ι. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἤδη, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι παρὼν, θὰ προκαλέσω τὴν προσοχήν του ἐπὶ γεγονότος σχετικοῦ πρὸς τὰ ἀστυνομικὰ, ἀλλ’ ἀντιθέτου φύσεως πρὸς τὰ λεχθέντα πρὸ μικροῦ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἀπό τινος χρόνου ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία τῆς περιφερείας τοῦ δήμου Τραγαίας τῆς Νάξου εἶχε περιέλθει εἰς σχετικήν τινα παραλυσίαν, ἀλλὰ πρὸ δύο ἢ τριῶν ἑβδομάδων μετετέθη ἐκεῖ εἷς ἀστυνόμος καὶ εἷς ὑπαξιωματικὸς, τοὺς ὁποίους ἀσμένως ἐδέχθη ὁ τόπος καὶ οἱ ὁποῖοι πράγματι ἐφάνησαν δραστήριοι, πρὸς μεγίστην εὐχαρίστησιν τῶν κατοίκων· ἐνῷ δὲ μόλις πρὸ 8 ἢ 10 ἡμερῶν ἔφθασαν ἐκεῖ, ἀμέσως ὁ ἐνωμοτάρχης, τηλεγραφικῶς μάλιστα, μετετέθη ἐκεῖθεν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω δὲ νὰ ἀκούσητε ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ γράφει ἐκεῖθεν ἀδελφός μου, σχετικῶς πρὸς τὴν μετάθεσιν ταύτην, ἵνα ἐννοήσητε, ἐὰν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐπιθυμοῦν ἀληθῶς νὰ κρατήσουν αὐτὸν ἐκεῖ, διότι πράγματι ἔδειξεν, ὅτι θέλει νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του (ἀναγινώσκει): «Τελείως εἶχε παραλύσει ἡ ὑπηρεσία τῆς ἀστυνομίας ἐν τῇ περιφερείᾳ Τραγαίας ἀπὸ πολλοῦ ἤδη, καὶ ἐπεκράτησε δυστυχῶς ἡ κατάστασις αὕτη καὶ μετὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς, μόλις δὲ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατωρθώθη, ἀστυνόμος ἐκ τῶν ὀλίγων τοῦ καθήκοντος ν’ ἀναλάβῃ τὰ ἀστυνομικὰ ἐν Τραγαίᾳ, ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Κωνσταντῖνος Μπαρτσώκας, καὶ ἐνωμοτάρχης πρώτης τάξεως ἐκ τῶν καλλιτέρων, ὁ Δαμασκηνὸς, ν’ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ Ἀπειρανθίας. Ἐκ τῶν πρώτων ὑπηρεσιακῶν βημάτων ἀμφοτέρων τῶν κυρίων τούτων ὁ τόπος ἐσχημάτισε πλήρη πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἐπήρχετο τελεία τάξις καὶ ἀσφάλεια. Κρυφὴ χαρὰ τὸ εἶχα, ὅτι κατωρθώθη, ἔστω καὶ τόσον πολὺ βραδέως, νὰ διορισθῶσι τοῦ καθήκοντος ἀστυνόμοι, νὰ παύσῃ δὲ οὕτω καὶ ἡ καταλαλιὰ τοῦ κόσμου· ἀλλ’ ἀπροσδοκήτως τὴν ὥραν ταύτην μοὶ ἐγνώσθη, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης Δαμασκηνὸς μετατίθεται εἰς Θήραν, ἀντικαθιστάμενος, τίς οἶδε, διὰ τίνος Μπερμπάτη λοχίου. Ἀνάγκη ἀπόλυτος ν’ ἀνακληθῇ ἡ μετάθεσις αὕτη. Ἐνεργήσατε μετ’ ἐκτάκτου ἐνδιαφέροντος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπέλθῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα.» Θὰ παρακαλέσω συνεπῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ ἀφήσῃ ἐκεῖ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀστυνομικὰ ὄργανα, ἀφοῦ ὁ κόσμος ἐκεῖ εἰλικρινῶς ἐπιθυμεῖ τὴν διατήρησιν αὐτῶν.

§69ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον τηλεγράφημα περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, καὶ ζητοῦσι νὰ ἐνεργήσω, ἵνα ἀνασταλῇ ἡ μετάθεσις. Μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ εἰρημένος ἐνωμοτάρχης μετετέθη εἰς Θήραν τῇ ἀπαιτήσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος ἦτο καὶ πρὶν εἰς Θήραν, καὶ διὰ νὰ φύγῃ ἀπ’ ἐκεῖ, μετέφερε τὰ πολιτικά του δικαιώματα· τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως δὲν ἔλαβε τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ τὸν ἀπέσπασεν εἰς τὴν τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν, ἀποκλειστικῶς πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν λαθρεμπόριον; δὲν ἔχομεν λαθρεμπόριον, ὅταν πωλῆται ἡ ζάκχαρις 80 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν καὶ ὁ καφὲς δύο δραχμὰς καὶ εἴκοσι λεπτά; δὲν ἔχομεν τὴν ζωοκλοπὴν εἰς τὸν κολοφῶνά της; δὲν ἔχομεν τὴν ζωοκτονίαν καὶ τὴν ἀγροζημίαν; Μόλις ἦλθεν εἷς ἐνωμοτάρχης τοῦ καθήκοντος μετατίθεται εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἰδίᾳ τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εὕρῃ ἄλλον ἐνωμοτάρχην, ἵνα τὸν ἀποστείλῃ εἰς Θήραν, ἐκτὸς ἐὰν αὐτὸς μόνος ἐκ τῶν στρατιωτικῶν ἦναι ἱκανὸς νὰ καταδιώξῃ τὸ λαθρεμπόριον.

§70ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Ἑνώνω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου πρὸς τὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου περὶ μεταθέσεως εἰς Νάξον τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ὑπαξιωματικοῦ, διότι ἡ Θήρα εἶναι νῆσος φιλήσυχος, ὅπου δὲν συμβαίνουν πράξεις τοιαῦται, ὥστε νὰ ἦναι ἀναγκαία ἡ παρουσία τοῦ ἐνωμοτάρχου αὐτοῦ, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ γείνῃ ἡ μετάθεσις αὕτη.

§71Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κατόπιν τῶν παρὰ τοῦ ἐκ Κραναίας βουλευτοῦ κ. Γεράκη λεχθέντων καὶ ἀφορώντων τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἔχω καθῆκον νὰ προσθέσω δύο μόνον λέξεις. Τὰ ἀποσπάσματα τῆς μεταβατικῆς ὑπηρεσίας διατελοῦσιν ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τῶν διοικητῶν τῆς Μοιραρχίας, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀξιωματικὸς ἐπιτετραμμένος τὴν διοίκησιν τῶν ἀποσπασμάτων. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Μοιραρχίας καὶ ὁ Νομάρχης ἔλαβον γνῶσιν τῶν ἐκτρόπων τούτων ἐνεργειῶν τοῦ ἐνωμοτάρχου ἐκείνου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ πολὺ τὸ ζήτημα, ὅσον ἀφορᾷ τὸν λοχίαν ἀποσπασματάρχην, ἀλλὰ πρέπει νὰ τοὺς ἀπασχολήσῃ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Μοιραρχίας, οἵτινές εἰσι καὶ ὑπόλογοι διὰ τὰς πράξεις τῶν κατωτέρων ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας. Ἐὰν ὁ ἀποσπασματάρχης αὐτὸς κατάγεται ἐκ Κεφαλληνίας, ἐὰν ἐκ τοῦ νόμου εἶναι ἀπηγορευμένον νὰ ὑπηρετῇ ἐκεῖ, ἔχει καθῆκον ὁ Μοίραρχος νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν ἀποσπάσματος. Ἐὰν ὁ Διοικητὴς τῆς Μοιραρχίας ἔλαβε γνῶσιν,—καὶ βεβαιοῦται ὅτι ἔλαβε γνῶσιν,—ὅτι ὁ λοχίας οὗτος διέπραξε τὰς καταγγελλομένας ἐγκληματικὰς πράξεις, εἶχε καθῆκον, ὄχι μόνον νὰ τιμωρήσῃ αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τὴν ἐπιβολὴν αὐστηροτέρων ποινῶν. Μὴ ἐπιθυμῶν νὰ παρατείνω τὴν τοιαύτην συζήτησιν, θὰ παρακαλέσω θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ζητήσῃ λόγον παρὰ τοῦ κ. Νομάρχου, καὶ δεύτερον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ζητήσῃ λόγον παρὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Μοιραρχίας Κεφαλληνίας, τί ἐνήργησαν ἐπὶ τῶν καταγγελθέντων. Διότι ἡ Κυβέρνησις ἴσως νὰ μὴ ἔλαβε γνῶσιν τῶν τοιούτων, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι βεβαίως τὰ ὄργανα ταῦτα τῆς Πολιτείας, ἅτινα ἀντιπροσωπεύουσι τὴν Κυβέρνησιν, εἶχον γνῶσιν αὐτῶν, καὶ νομίζω ὅτι, ὅταν οἱ προϊστάμενοι τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των, δὲν δύνανται νὰ λαμβάνωσι χώραν τοιαῦται ἐγκληματικαὶ πράξεις.

§72ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι κατόπιν τῶν ἐκτεθέντων καὶ ἀφοῦ ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς ἔχει σύζυγον ἀπὸ τὸν τόπον ἐκεῖ, δὲν δύναται νὰ παραμένῃ πλέον ἐν Κεφαλληνίᾳ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ ἐκ Κραναίας ἀξιότιμος συνάδελφος προσέθηκεν, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος εὑρίσκεται ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ πλέον τοῦ ἔτους. Βεβαίως ἡμεῖς πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκόν μας, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἀπὸ καιροῦ ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος εὑρίσκεται ἐκεῖ, καὶ φαίνεται ὅτι εὐηρέστει, ἀφοῦ δὲν μετετίθετο.

§73Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐπὶ πόσον χρόνον ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς διατελεῖ ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἀλλὰ γνωρίζω μόνον, ὅτι τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα συνεστήθησαν ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ὡς ἐνωμοτάρχης δύναται νὰ παραμένῃ ἐν Κεφαλληνίᾳ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος, ὡς ἀποσπασματάρχης ὅμως δὲν δύναται νὰ ὑπηρετῇ, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τιμωρήσῃ τὸν Διοικητὴν τῆς Μοιραρχίας, ὅστις ἐπέτρεψεν εἰς τὸν ὑπαξιωματικὸν αὐτὸν νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ ἀποσπάσματος.

§74Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐβεβαίωσα ὅτι ἔμενε καὶ πρὶν ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Μοιραρχίας Κεφαλληνίας, ἀλλὰ μέχρι σήμερον δὲν ἦτο γνωστὸν, ὅτι ἦτο ἔγγαμος καὶ εἶχε σύζυγον ἐκ τῆς ἐπαρχίας Κραναίας· κατὰ δὲ τὸν νόμον ὁ ἀποκρύπτων τοῦτο τιμωρεῖται. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἔχει καθῆκον, ὄχι μόνον νὰ μεταθέσῃ αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν τιμωρήσῃ.

§75ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὁ νόμος περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων ἀναφέρει, ὅτι μόνον ὅταν γίνωνται βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ ἢ δημοτικαί, τότε οἱ ὑπαξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ οἱ χωροφύλακες δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μένωσιν εἰς τὸν τόπον των. Ἀναγνώσατε τὸν νόμον, διὰ νὰ τὸ γνωρίζητε.

§76ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Αὐτὸς ἦτο πάντοτε ἐν Κεφαλληνίᾳ, ὑπὸ τὰς διαφόρους Κυβερνήσεις, ἀποσπασματάρχης, καὶ πάντοτε ἔπραττε τὸ καθῆκόν του.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ζητεῖ τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΒΨΗʹ νόμου τῆς 31 Μαρτίου 1900 περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων». Ὁ κύριος Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον.

§78ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι Βουλευταὶ, πρὶν εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὴν παρατηρήσεις τινὰς γενικάς, διότι τὸ ζήτημα τὸ προξενικὸν θεωρῶ μετέχον τῆς αὐτῆς σημασίας, ὁποίαν ἐν τῇ διακυβερνήσει τῆς χώρας ἔχει τὸ στρατιωτικόν· καὶ ὅπως διαρκῶς ἐνταῦθα συζητοῦμεν περὶ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον ὀφείλομεν νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν, προκειμένου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ προξενικοῦ ἡμῶν κλάδου. Καὶ λέγων περὶ κλάδου προξενικοῦ, ἐννοῶ τὸν κατὰ τὴν Ἀνατολὴν ὑπηρετοῦντα, διότι δὲν λανθάνει τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ὅτι κυρίως ἡ προξενικὴ δρᾶσις ἐν τῇ Ἀνατολῇ καταφαίνεται, διότι ὑπηρετεῖ τὴν μίαν καὶ μόνην ἐξωτερικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἑλλάς, καὶ ὅπως ὁ στρατὸς ἀποστολὴν ἔχει τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας καὶ τὴν διεκδίκησιν τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων, οὕτω καὶ ὁ προξενικὸς κλάδος ἀποστολὴν ἔχει νὰ διατηρῇ ζωηρὸν τὸ γόητρον τὸ ἐθνικὸν ἐν μέσῳ τῶν ὁμογενῶν καὶ ὁμοφύλων πληθυσμῶν, καὶ νὰ χρησιμεύῃ ὡς μέσον ἐπικοινωνίας πρὸς τὴν Μητρόπολιν, διότι οἱ κατὰ τὴν Ἀνατολὴν ἡμέτεροι πρόξενοι δὲν ἔχουσι νὰ ἐκπληρώσωσι μόνον, ὅπως οἱ ἐν ταῖς χριστιανικαῖς χώραις, καθήκοντα ἁπλῶν ἐμπορικῶν πρακτόρων, ἀλλὰ καὶ ἄλλην ἀποστολὴν, ἰδανικωτέραν. Δυστυχῶς, Κύριοι, δὲν ἀπεδόθη ἀνέκαθεν ἡ δέουσα σημασία εἰς τὸν προξενικὸν ἡμῶν κλάδον, καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν αὐτὸν καταπεσόντα ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς Ἑλλήνων, καὶ εἴδομεν διεκτραγῳδουμένας προξενικὰς πράξεις καὶ τοὺς προξένους διαρκῶς καταγγελλομένους ἀπὸ τῶν στηλῶν τῶν ἐφημερίδων. Ἀλλὰ δὲν ἐσκέπτοντο οὕτως οἱ πρόγονοι ἡμῶν, ὅτε κατὰ τὸ 1834 συνεστήθησαν τὰ πρῶτα ἐν Τουρκίᾳ Προξενεῖα καὶ ἐτάχθησαν ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν πρόσωπα ὑψίστης σημασίας καὶ μεγάλης μορφώσεως· διότι ὁ μακαρίτης Ἀνδρέας Μεταξᾶς ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος γενικὸς πρόξενος ἐν Καΐρῳ, ἐν Κωνσταντινουπόλει ὁ Μαντζουράνης, ἐν Θεσσαλονίκῃ ὁ Θεόδωρος Ξένος καὶ εἴ τις ἄλλος ἐπίλεκτος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ὁ προξενικὸς κλάδος ἐθεωρήθη ὡς μέσον χρηματισμοῦ, ἐπέδραμον εἰς αὐτὸν οἱ θέλοντες νὰ αὐξήσωσι τὰ θυλάκιά των, τὴν ἐπιδρομὴν δὲ ταύτην ἐπεβοήθησε καὶ ὁ νόμος τοῦ 1853, ὁ πρῶτος ὀργανώσας τὸν προξενικὸν κλάδον, διότι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὁ προξενικὸς κλάδος εἶχεν ὀργανωθῆ κατὰ τὰς ὁδηγίας τοῦ ἔτους 1834. Ὁ νόμος τοῦ 1853 διῄρει τὰ Προξενεῖα εἰς τρεῖς τάξεις, εἰς τὰ ἔμμισθα, τὰ μετ’ ἐπιχορηγήσεως, καὶ εἰς τὰ ἄμισθα· ἡ ἐπιδρομὴ δ’ ἐγίνετο εἰς τὰ ἄμισθα, διότι αἱ εἰσπράξεις αὐτῶν τῶν Προξενείων εἰσεπράττοντο ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τοῦ προξένου, καὶ τότε ἠκούομεν, τί εἰσέπραττον οἱ πρόξενοι ἐν περιπτώσει ἀβαρίας, ἢ ἐκκαθαρίσεως κληρονομιῶν καὶ τῶν τοιούτων. Τὴν κατάστασιν ταύτην ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, παρεσκεύασε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατόπιν μετεβλήθη εἰς νόμον τοῦ Κράτους, ἤτοι τὸν νόμον ΧΝϚʹ τοῦ ἔτους 1877, ὁ ὁποῖος δὲν ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ, εἰμὴ ἐν ἔτει 1882. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ὑπῆρξε προϊὸν μελέτης οὐ μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἀνδρῶν, οἵτινες ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὐτῶν καὶ τῶν γνώσεων ἠδύναντο νὰ συνεισφέρωσι σπουδαίαν συμβολὴν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ νόμου, ὅστις πάλιν κατόπιν ἐτροποποιήθη, διότι, ὡς συμβαίνει εἰς νομοθέτημα, ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ θὰ προσκόψῃ εἰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ προΐδῃ ὁ νομοθέτης· καὶ θ’ ἀπορήσητε βεβαίως, μανθάνοντες ὅτι τὸν νόμον ἐκεῖνον μετερρύθμισαν 13 κατὰ σειράν νόμοι, τῶν ὁποίων οἱ ἓξ κατὰ σπουδαίας αὐτοῦ διατάξεις· ἐὰν δ’ ἐξαιρέσητε τὰς τροποποιήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἄνδρες ἐγκρατεῖς τῶν πραγμάτων καὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ γηράσαντες ὑπέδειξαν, οἷος ὁ μακαρίτης Μίχος, αἱ λοιπαὶ τροποποιήσεις δὲν εἶχον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἢ προσωπικὴν σημασίαν. Τέλος ἐν ἔτει 1899 ἐγένετο ἐργασία σπουδαία καὶ σοβαρά, καθ’ ἣν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν πᾶσαι αἱ τροποποιήσεις αἱ ἐπενεχθεῖσαι, ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐκθέσεις τῶν προξενικῶν ἀρχῶν καὶ αἱ γνῶμαι ἀνδρῶν τῆς ὑπηρεσίας πεπειραμένων, καὶ διετυπώθησαν ἐν τῷ νέῳ νομοσχεδίῳ. Ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ μακρὰ ἐφαρμογὴ ἑνὸς νομοθετήματος δύναται νὰ καταδείξῃ τὰς ἀτελείας αὐτοῦ καὶ προκαλέσῃ τὴν μεταρρύθμισιν αὐτοῦ· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, πῶς μετὰ διετῆ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου ἔρχεται σήμερον ἡ Κυβέρνησις καὶ προτείνει τὴν μεταρρύθμισιν αὐτοῦ, ὡσανεὶ ἐκεῖνος ὁ νόμος εἶχε τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα. Ὁ μελετῶν τὸ νομοσχέδιον τὸ προκείμενον καὶ θέλων νὰ συναγάγῃ ὁποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα, ὅπερ ὑπηγόρευσεν αὐτὸ, δὲν θέλει εὕρει ἄλλο, παρὰ τὸ τῆς οἰκονομίας,—τῆς λεγομένης οἰκονομίας· διότι πρέπει νὰ ἐννοηθῶμεν καλῶς, ὅτι οἰκονομία δὲν εἶναι ἡ περικοπὴ 10 καὶ 20 δραχμῶν ἐκ τῶν διαφόρων μισθῶν· τὴν οἰκονομίαν δὲν ἐννοῶ ἄλλως ἢ ἐὰν ἀποδεχθῶμεν καὶ ἔχωμεν τὸ σθένος νὰ περικόψωμεν ὑπηρεσίας. Ἐνόσῳ ὅμως περιοριζώμεθα διὰ τῆς ψαλίδος νὰ περικόπτωμεν τεμάχια ἐξ οἰκοδομήματος καλῶς λειτουργοῦντος, δὲν πράττομεν οἰκονομίαν, ἀλλ’ ἀποκόπτομεν μέλη τοῦ οἰκοδομήματος, ἀπολύτως ἀναγκαῖα πρὸς λειτουργίαν αὐτοῦ. Καὶ ἐπειδὴ περὶ οἰκονομιῶν ὁ λόγος, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκθέσω πρὸς αὐτὴν, πῶς εἶχον τὰ προξενικὰ οἰκονομικὰ, ὅτε ὁ νόμος τοῦ 1877 ὑπεβάλλετο εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἔχω εὐτυχῶς ἐκτενεστάτην ἔκθεσιν, φέρουσαν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰσηγουμένου εἰς τὴν Βουλὴν τὸν νόμον. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην, τὸ Δημόσιον ἐδαπάνα διὰ τὴν προξενικὴν Ὑπηρεσίαν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ προξενικοῦ Γραφείου Κωνσταντινουπόλεως, 386,000 δραχμὰς, δὲν εἰσέπραττε δὲ τότε παρὰ μόνον 250,000 δραχμὰς, κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν· ὥστε εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἔμενον 136,000 δραχμαί. Ἐκ τῶν πιθανῶν δ’ ἀποτελεσμάτων τοῦ νέου συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὁ εἰσηγητὴς προέβλεπε τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Προέβλεπε δαπάνας 758,000 δραχμῶν, ἀλλὰ ἀφήρει τὰς κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν κατὰ μέσον ὅρον ὑπολογισθείσας εἰσπράξεις 250,000 δραχμῶν, ἀφήρει τὰς 136,000 δραχμὰς, αἵτινες ἐπεβάρυνον μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὸ Δημόσιον, ἀφήρει καὶ τὰς πιθανὰς εἰσπράξεις τῶν ἀμίσθων Προξενείων, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦσαν ἄμισθα, ἀλλ’ ἐγένοντο ἔμμισθα διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου, καὶ αἱ ἀφαιρέσεις αὗται, αἱ συμποσούμεναι εἰς δραχμὰς 516,000, ἄφινον κατάλοιπον εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου δραχ. 242,000. Αὐτὰ ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τὰ οἰκονομικὰ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν προξενικὸν κλάδον, ἐν ἔτει 1877. Χωρὶς ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ποῖαι βελτιώσεις ἐγένοντο κατὰ τὸ διαρρεῦσαν χρονικὸν διάστημα μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ τελευταίου νόμου, ἔρχομαι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτῆς εἰς τὸ ἑξῆς σπουδαῖον γεγονός. Πρῶτον, Κύριοι, εἶναι ἀποδεδειγμένον κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον, καὶ δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ ἀμφιβολία, ὅτι κατ’ ἀρχὴν σήμερον ὁ προξενικὸς κλάδος καλύπτει τὰ ἔξοδα, τὰ δι’ αὐτὸν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καταβαλλόμενα· καὶ οὐ μόνον καλύπτει ταῦτα, ἀλλ’ ἀφίνει καὶ περίσσευμα. Ἐνταῦθα δὲ ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἐπανερχόμενος εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἀπ’ ἀρχῆς ἐξέφρασα, ὅτι διὰ κλάδον τοιαύτην ἔχοντα ἀποστολήν, κλάδον, διὰ τὸν ὁποῖον ἄλλα Κράτη καταβάλλουσι μεγάλα χρηματικὰ ποσὰ, ἀποβλέποντα εἰς τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ὁ κλάδος οὗτος προσφέρει, ἀποβλέποντα εἰς τὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κλάδος οὗτος ἐκπληροῖ, διὰ τὸν κλάδον τοῦτον ἡμεῖς ἔπρεπε μείζονα νὰ καταβάλωμεν φροντίδα. Ἐὰν σήμερον ὁ προξενικὸς κλάδος καλύπτῃ τὰ ἔξοδα αὐτοῦ καὶ ἀφίνῃ καὶ περισσεύματα, ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἔλθωμεν νὰ θεωρήσωμεν αὐτὸν ὡς πηγὴν πορισμοῦ ἐσόδων, καὶ νὰ περικόψωμεν τὰς πτέρυγας, τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ; Διότι ἐδῶ κεῖται τὸ ζήτημα. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς ἔχῃ πόθους καὶ ὄνειρα, μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου θὰ τὰ ἐπιδιώξῃ. Καὶ ἐπιτρέπεται νὰ ζητήσωμεν νὰ πορισθῶμεν οἰκονομίας ἀπὸ κλάδον, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐνισχύσωμεν, ὀφείλομεν νὰ ἐμψυχώσωμεν; Καὶ διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο, τί ὀφείλομεν συγχρόνως νὰ πράξωμεν; νὰ καταστήσωμεν αὐτὸν οἰκονομικῶς ἀνεξάρτητον, ὥστε νὰ ἀντίσχῃ κατὰ τῶν πειρασμῶν, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἑκάστην πρὸς αὐτὸν παρουσιάζονται· διότι ἄλλως θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ προηγούμενον ἐκεῖνο, θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παρελθὸν, ὅτε οἱ πρόξενοι ἦσαν οἱ proconsules τῶν Ῥωμαίων, οἱ ὁποῖοι ἐπορεύοντο ἐκεῖ, ἵνα ἀπομυζῶσι τοὺς πόρους τῶν διοικουμένων. Καὶ ἀφοῦ κατωρθώθη διὰ τῶν εἰσπράξεων τῶν Προξενείων νὰ ἐπαρκῶμεν εἰς τὰ ἔξοδα αὐτῶν, καὶ ἀφοῦ ἐκρίθη ἀναγκαία, ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δυνάμεων, ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας καὶ τῶν ἐξόδων παραστάσεως τῶν προξένων, μετὰ δύο μόλις ἔτη, ἀφ’ ἧς τὸ καθεστὼς τοῦτο ἐλειτούργησεν, ἐρχόμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ δῶρον τοῦτο ἀπὸ αὐτοὺς, ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἡ χώρα δὲν ἀντέχει εἰς τοιαύτας δαπάνας, διότι ἀπειλούμεθα ὄχι πλέον ἀπὸ τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν πτώχευσιν τῆς χώρας. Ἐὰν ὅμως αὐτὰ ὅλα εἶναι ἀληθῆ, διατὶ δὲν σκεπτόμεθα διὰ τὸν στρατόν; Διατὶ βαυκαλίζομεν τὸ ἔθνος, ὁμιλοῦντες περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ πληρώσεως τῶν ἀποθηκῶν αὐτοῦ, καὶ τὸν προξενικὸν κλάδον, τὸν ἔχοντα ἐπίσης ἀποστολὴν ἱερὰν νὰ ἐκπληρώσῃ, ἐρχόμεθα καὶ τὸν συνθλίβομεν, ἵνα ἀποδώσῃ τὰς δῆθεν ὠφελείας, τὰς ὁποίας ὑποθέτομεν, ὅτι ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῷ ἀφίνει; Λέγω, λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν μισθῶν τῶν προξένων εἶναι ἔργον ἀντεθνικὸν, εἶναι ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς ὑπηρεσίαν ἔχουσαν νὰ ἐκπληρώσῃ ἱερὰν ἀποστολήν. Καὶ χρειάζεται, Κύριοι, σθένος ἔκτακτον εἰς τὸν χειρουργὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπεφάσισε νὰ θέσῃ τὴν μάχαιραν ἐπὶ τοῦ σώματος τοῦ προξενικοῦ καὶ ν’ ἀφαιμάξῃ αὐτὸ, λέγων ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τὸν μισθοδοτῇ ἐπαρκῶς. Καὶ ἐνῷ εἴδομεν τὰς εἰσπράξεις, χάρις εἰς τὰς ἐνεργείας τῶν προξένων, αὐξανομένας, τὰς εἰσάγομεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ τοῖς λέγομεν: «Αὐτὰ εἶναι δι’ ἡμᾶς. Σεῖς, τί πειράζει, ἂν ζῆτε βίον ἀβίωτον;» Διότι εἶναι βίος ἀβίωτος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον καὶ ἰδίοις ὄμμασιν ἐγὼ εἶδον. Διότι τί μισθὸς ἦτο ἡ καταβολὴ εἰς τοὺς ὑποπροξένους 400 δραχμῶν; Μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι ἡ διαφορὰ ἡ συναλλαγματικὴ ἔφθασε πολλάκις καὶ μέχρις 80%, ὥστε οἱ ὑποπρόξενοι εἶχον μισθὸν μόνον 210 ἢ 220 φράγκων χρυσῶν, ἄνευ κλητῆρος καὶ ἄνευ γραφικῶν. Καὶ εἴχομεν τὴν ἀπαίτησιν νὰ ζῶσιν ἀξιοπρεπῶς, νὰ ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν ἀξιοπρεπῶς, καὶ νὰ συντρέχωσι τοὺς Ἕλληνας διὰ τοῦ θυλακίου αὐτῶν! Καὶ εἰς τοῦτο τοῦ λόγου γενόμενος, Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναφέρω, τί ἤκουσα ἰδίοις ὠσὶ καὶ ἰδίοις ὄμμασιν ἀντελήφθην, ὅτε διεπραγματευόμεθα πρὸς τὴν Τουρκίαν τὴν προξενικὴν σύμβασιν. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀνεπαρκοῦς μισθοδοσίας τῶν προξένων καὶ τῆς κακῆς ἐκλογῆς τῶν προξενικῶν πρακτόρων καταφαίνονται ἐν ταῖς διατάξεσι τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης, τῆς ὑπὸ τῶν Δυνάμεων συνομολογηθείσης. Διότι ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Προξενείων καὶ τῆς ἀνεπαρκοῦς μισθοδοσίας αὐτοῦ ἐγεννήθησαν ὅλαι αἱ καταχρήσεις ἐκεῖναι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποχωρήσωσιν αἱ Δυνάμεις εἰς τὰς διαμαρτυρίας τῆς Τουρκίας, ἥτις ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ν’ ἀπαιτήσῃ, ὥστε οἱ ἡμέτεροι πρόξενοι, κατ’ ἐξαίρεσιν ὅλων τῶν λοιπῶν προξένων, νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὰ ἐγχώρια δικαστήρια διὰ τὰς ἰδιωτικάς των ὑποθέσεις. Καὶ διατὶ τοῦτο; διότι δὲν πληρόνουσι τὸν παντοπώλην, δὲν πληρόνουσι τὸ ἐνοίκιον, δὲν πληρόνουσι τὸν ῥάπτην. Καὶ πῶς νὰ πληρώσωσιν οἱ ὑποπρόξενοι μὲ μισθὸν 210 φρ. τὸν μῆνα; πῶς δὲ ν’ ἀποζῶσιν οἱ προξενικοὶ πράκτορες ἄνευ εἰσοδημάτων; Μόλις δὲ ὁ τελευταῖον ψηφισθεὶς νόμος, τὸν ὁποῖον ζητοῦσι νὰ μεταρρυθμίσωμεν σήμερον, παρέσχεν εἰς τοὺς ὑποπροξένους μισθὸν 500 δραχμῶν, παρέσχεν δὲ καὶ τὸ πλεονέκτημα νὰ ἔχωσιν ἕνα καβάσην, καὶ ἠλάττωσε τὰ γραφικὰ αὐτῶν ἀπὸ 40 ἕως 30 δραχμὰς κατὰ μῆνα, σήμερον ζητεῖ τὸ νομοσχέδιον νὰ περικόψῃ ἓν πεντόδραχμον ἀπὸ τὰ γραφικὰ καὶ νὰ περιορίσῃ τὸν κλητῆρα, διότι οἱ ὑποπρόξενοι δύνανται μὲ τὰ 300 φράγκα χρυσᾶ, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σήμερον, καὶ νὰ καθαρίζωσι τὸ προξενικὸν κατάστημα, καὶ νὰ φέρωσιν οἱ ἴδιοι τὰ γράμματα εἰς τὸ Ταχυδρομεῖον, καὶ νὰ λαμβάνωσιν ἐκεῖθεν τὴν ἀλληλογραφίαν, καὶ ν’ ἀνοίγωσι μόνοι τὴν θύραν τοῦ γραφείου! Τοιούτους ἤθελεν αὐτοὺς ὁ προηγούμενος νόμος, καὶ ἐκεῖ θέλει νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτοὺς τὸ νομοσχέδιον! Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, ὅτι σήμερον, δυνάμει τῆς συμβάσεως τῆς προξενικῆς, ἢ μᾶλλον τῆς ἀποφάσεως τῶν διαιτητῶν, δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ ἔχωμεν Προξενικὰ Πρακτορεῖα ἐν Τουρκίᾳ, καὶ ὑπεχρεώθημεν νὰ μεταβάλωμεν ὅλα τὰ πρὶν Προξενικὰ Πρακτορεῖα εἰς ἔμμισθα Ὑποπροξενεῖα. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν πρέπει νὰ διορίζωμεν ἐμμίσθους ὑποπροξένους ἐν Τουρκίᾳ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, ἔρχεται νὰ ζητήσῃ οἰκονομίας, ἀφαιροῦν θέσεις γραφέων, ἀφαιροῦν θέσεις καβάσηδων, ἐλαττῶνον μισθοὺς καβάσηδων. Καὶ δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ καβάσης καὶ γιασακτσῆς, ὅπως ἐν ἄλλαις περιφερείαις ὠνομάσθη, εἶναι τὸ ἀναγκαῖον συμπλήρωμα τοῦ προξενικοῦ προσωπικοῦ. Ἐν Τουρκίᾳ δὲν ἐννοεῖται πρόξενος ἄνευ καβάση· εἶναι ὁ προάγγελος, ὁ προσημαίνων τὴν παρουσίαν αὐτοῦ, ὁσάκις ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν, καὶ ὁ καβάσης δὲν δύναται νὰ φέρῃ στολὴν ἁπλῆν, δὲν δύναται νὰ παρίσταται ὅπως ὁ ἱστάμενος παρ’ ἐμοὶ κλητὴρ (δεικνύει τὸν παρὰ τὸ βῆμα ἱστάμενον κλητῆρα τῆς Βουλῆς)· πρέπει νὰ φέρῃ στολὴν χρυσοκέντητον, διότι μόνον ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον ἐννοεῖται ὅτι εἶναι ὑπηρέτης τοῦ προξένου, ὅπως καὶ ὁ πρόξενος ἔν τισι περιφερείαις ὀφείλει νὰ φέρῃ πηλίκιον, ἀγγέλλον τὴν ἰδιότητα τὴν ἐπίσημον αὐτοῦ. Ἐλαττοῦντες δὲ σήμερον τὸν μισθὸν τῶν καβάσηδων, ἢ ἀφαιροῦντες θέσεις τοιούτων, οὐδὲν ἄλλο πράττετε ἢ νὰ καταβιβάζητε τὸ ἐθνικὸν γόητρον, διότι ὁ καβάσης εἶναι παράγων ἀναγκαῖος τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας ἐν Τουρκίᾳ, ὅπου δὲν ἐννοοῦσι τὴν ἀρχὴν ἄνευ τῆς ἐξωτερικῆς ταύτης παραστάσεως. Τὸ νομοσχέδιον ἀφαιρεῖ θέσεις γραφέων ἐν Προξενείοις, ὅπου ἡ πεῖρα καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας κατέδειξαν τὴν προσθήκην τοιούτων θέσεων. Καὶ σημειώσατε, ὅτι δὲν ἐγένετο ἁπλῶς καὶ μόνον πρὸς ἐξοικονόμησιν προσωπικῶν συμφερόντων ἡ προσθήκη τῶν γραφέων τούτων, ἀλλὰ διότι αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας τὸ ἀπῄτουν. Ἀλλὰ πῶς τὸ νομοσχέδιον ἀφαιρεῖ ἕνα γραφέα ἀπὸ τὸ προσωπικὸν τοῦ Προξενείου Σμύρνης, τῆς Σμύρνης τῆς ἑλληνικωτάτης τῶν πόλεων, ὅπου οἱ ὑπήκοοι ἀφθονοῦσιν, ὅπου ἡ ὑπηρεσία τοῦ Προξενείου εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ ἄνευ τοῦ ἀναγκαιοῦντος προσωπικοῦ; Ἐὰν δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ὑπηρεσίαν, ἐὰν δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε Προξενεῖον ἄρτιον καὶ ἐπαρκὲς ἐκεῖ, εἴπετέ το εἰς αὐτούς· εἴπετε: «δὲν ἔχομεν τὰ μέσα, ἵνα σᾶς διατηρῶμεν Προξενεῖον ἄξιον τοῦ ὀνόματος· τεθῆτε ὑπὸ τὴν προστασίαν οἱασδήποτε ἄλλης Δυνάμεως· ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς προστατεύσωμεν ἐπαρκῶς, δὲν δυνάμεθα νὰ διατηρῶμεν τὸ Προξενεῖον, οἷον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ.» Ποῖον δὲ θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς περικοπῆς αὐτῶν τῶν θέσεων; Οἱ πρόξενοι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ προσλάβωσι τοὺς λεγομένους ἐκτάκτους γραφεῖς. Καὶ γνωρίζετε τί εἶναι αὐτοὶ οἱ ἔκτακτοι γραφεῖς; Εἶναι ἡ μάστιξ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων· καὶ ἂν θέλετε, θὰ σᾶς εἴπω, τί μοι ἔλεγεν ὁ πρόξενος τῆς Γαλλίας διὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐν Κωνσταντινουπόλει εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς αὐτὸν ἡ προστασία τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων. Μοὶ ἔλεγεν ὁ Γάλλος πρόξενος, ὅτι οἱ ὑπήκοοι ἡμῶν, προσερχόμενοι εἰς τὸ Γαλλικὸν Προξενεῖον, ὅπως τύχωσι προστασίας, ἐπεδείκνυον καὶ τὸ μετζίτι πρὸς τοὺς ἐν τῷ Προξενείῳ ὑπαλλήλους τῆς Γαλλίας, διότι εἶχον συνηθίσει νὰ τοὺς τζερεμετίζουν οἱ ἄμισθοι ὑπάλληλοι. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου καὶ κατὰ πάντα ἱκανοῦ προξένου νῦν ἐν Θεσσαλονίκῃ κ. Εὐγενειάδου, ὁ ὁποῖος, ὅτε εἶπον πρὸς αὐτὸν, ἐπανελθόντα, τὰ ὑπὸ τοῦ προξένου τῆς Γαλλίας λεχθέντα μοι, τὴν ἐπαύριον ἐκαθάρισε τὸ Προξενεῖον ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν κόπρον τοῦ Αὐγείου. Καὶ θέλετε νὰ ἐπαναφέρητε αὐτὸ τὸ παρελθὸν, καὶ νὰ καταστήσητε καὶ πάλιν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἐν Σμύρνῃ, τοὺς ἐκτάκτους αὐτοὺς γραφεῖς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἡ μάστιξ τῶν ὑπηκόων Ἑλλήνων ἐν τοῖς Προξενείοις ἐκείνοις, ἵνα κάμητε οἰκονομίαν 200 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ὅσας λαμβάνει ἕκαστος τῶν τριῶν καταργουμένων γραφέων! Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν περιορίζεται ἕως ἐδῶ. Περικόπτει καὶ ἐλαττώνει καὶ τὸν μισθὸν τῶν διερμηνέων. Καὶ ἤδη ἔρχεται ἄλλο κεφάλαιον· διότι τὸ νὰ προτείνῃ τις τοιοῦτο νομοσχέδιον, σημαίνει, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει γνῶσιν, οὐδεμίαν ἀντίληψιν τῆς σημασίας τῶν διερμηνέων ἐν ταῖς Ἀνατολικαῖς χώραις. Ὅπως ὁ καβάσης εἶναι τὸ ἀναγκαῖον συμπλήρωμα τῆς ἐξωτερικῆς παραστάσεως τοῦ προξένου, ὁ διερμηνεὺς εἶναι ὁ δεξιὸς αὐτοῦ βραχίων· καὶ ἵνα ἔχητε διερμηνεῖς ἀξίους τῆς ἀποστολῆς των, ὀφείλετε νὰ τοὺς πληρώνητε ἐπαρκῶς, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον οἱ πλεῖστοι τῶν διερμηνέων δὲν εἶναι ὑπήκοοι Ἕλληνες, διότι δυστυχῶς μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων δὲν ὑπάρχουσιν οἱ γινώσκοντες τὴν γλῶσσαν τοῦ τόπου ἢ ἐξαιρετικῶς· ἔχετε δὲ καὶ τὸν συναγωνισμὸν τῶν Προξενείων τῶν ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα, ὁσάκις πρόσωπόν τι τοιοῦτον ἦναι πεπειραμένον καὶ καλῶς κατηρτισμένον, τὸ καλοπληρόνουν καὶ τὸ πέρνουν. Ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι πολλάκις ἐβγαίναμεν μὲ τὸ φανάρι, ζητοῦντες διερμηνέα· ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι, ὅτε παρῃτήθη ὁ κύριος Πρετσιόζης, μὲ δυσκολίαν ἠδυνήθημεν νὰ εὕρωμεν διερμηνέα, ἕνεκα τῆς γλισχρότητος τοῦ μισθοῦ· διότι διὰ τοῦτο παρῃτήθη ὁ κ. Πρετσιόζης, διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ μισθοῦ του· διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι πληρόνομεν τοὺς μισθοὺς εἰς δραχμὰς, καὶ οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι ὑποβάλλονται καὶ εἰς ἄλλην κράτησιν, διότι ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν ἐνταῦθα ἄλλο πρόσωπον, ἵνα λαμβάνῃ τοὺς μισθούς των, ἐνῷ τὰ ἄλλα Κράτη φροντίζουσιν, ὅπως οἱ μισθοὶ τῶν προξένων των πληρόνωνται ἐπὶ τόπου. Θέλοντες λοιπὸν σήμερον νὰ καταφέρητε τὴν μάχαιραν ἐπὶ τῶν μισθῶν τῶν διερμηνέων τῶν Προξενείων, πράττετε ἔργον οὐ μόνον ἄσπλαγχνον, ἀλλὰ καὶ ἀντεθνικόν· ἐκτὸς ἐὰν θέλητε νὰ διατηρῆτε τὰ φαινόμενα καὶ διορίζητε διερμηνεῖς κατὰ τὸ φαινόμενον, ὅπως ἄλλοτε διωρίζοντο διερμηνεῖς καὶ ἀπὸ τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ, ἁπλῶς πρὸς πλήρωσιν τῆς θέσεως καὶ πληρωμὴν τοῦ μισθοῦ. Ἐστὲ, Κύριοι, βέβαιοι, ὅτι ὁ πρόξενος οὐδὲ βῆμα δύναται νὰ προβῇ ἄνευ διερμηνέως· καὶ ἵνα ἴδητε ποίαν σημασίαν ἔχει ὁ διερμηνεὺς, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ὁ διερμηνεὺς παρίσταται ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ προξένου κατὰ τὰς μικτὰς δίκας, καὶ ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ὑπηκόους μας, ἐὰν ὁ διερμηνεὺς δὲν ἦναι εἰς τὴν περιωπὴν τῆς θέσεώς του! Καὶ ὀφείλομεν ταύτην τὴν προστασίαν πρὸς τοὺς ὑπηκόους μας καὶ ἐκ καθήκοντος φιλανθρωπίας καὶ ἵνα μὴ ἀφίνωμεν ἐκτεθειμένα τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι αἱ ἐκ τῶν Προξενείων εἰσπράξεις ὑπερκαλύπτουσι τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος καταβάλλει πρὸς συντήρησιν αὐτῶν, διότι ἀφίνουσι καὶ περίσσευμα ἀρκετὰ στρογγύλον. Κατὰ πρόχειρον ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔκαμα, ἡ αὔξησις τῶν εἰσπράξεων ἀναβαίνει εἰς 130,000 περίπου φράγκα χρυσᾶ, τὰ ὁποῖα ὑπολογιζόμενα εἰς χαρτονόμισμα φέρουσι ποσὸν 195,000 δρ. Τώρα πόσαι εἶναι αἱ αὐξήσεις τοῦ νέου νόμου, αὐτοῦ τοῦ καταγγελλομένου ἐπὶ σπατάλῃ, αὐτοῦ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ διορθώσῃ διὰ τῶν περικοπῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἐξέθηκε καὶ ἐγὼ πρὸ μικροῦ ἐπιτροχάδην ἔθιξα; Αἱ αὐξήσεις τῶν δαπανῶν τοῦ νέου νόμου, Κύριοι, ἀνέρχονται εἰς 140,000 δραχμάς· ὥστε μένει ἓν περίσσευμα 55,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ζητεῖ τὸ νομοσχέδιον νὰ αὐξήσῃ διὰ τῶν περικοπῶν ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων πρὸ μικροῦ ἔκαμα λόγον. Τώρα κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 εἶχον προϋπολογισθῆ καὶ ἐζητήθησαν πιστώσεις 969,000 δραχμῶν, πιστώσεις ἀναγόμεναι εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, ἐν ταῖς πιστώσεσι δὲ ταύταις δὲν περιλαμβάνεται καὶ ἡ ζητηθεῖσα πίστωσις διὰ δαπάνας τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας. Καὶ τοῦτο ἔχει λόγον τυπικὸν, διότι ἡ ἐν Κων/πόλει Πρεσβεία ἀνέκαθεν διῃρέθη εἰς τρία τμήματα, εἰς τὸ διπλωματικὸν, εἰς τὸ διερμηνευτικὸν καὶ εἰς τὸ προξενικόν. Ἡ προξενικὴ δ’ ὑπηρεσία τῆς ἐν Κων/πόλει Πρεσβείας ἀποτελεῖ γραφεῖον τῆς Πρεσβείας, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς αἱ δαπάναι αἱ ἀπαιτούμεναι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἀναγράφονται ὑπὸ τὸ κεφάλαιον τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας. Αἱ δαπάναι αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὸ Προξενικὸν Γραφεῖον τῆς ἐν Κων/πόλει Πρεσβείας ἀνέρχονται εἰς 122,000 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι προστιθέμεναι εἰς τὰς 969,000 ἀποτελοῦσιν 1,091,000 δραχμάς. Ἀλλ’ αἱ πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 δὲν διετέθησαν πᾶσαι, ἔμειναν καὶ πιστώσεις ἀδιάθετοι, πρέπει δὲ ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν πιστώσεων ἐκείνων 200,000 δραχμὰς, πιστώσεις ἀδιαθέτους. Ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως δὲ ταύτης προκύπτει ποσὸν 891,000 δραχμῶν δαπανῶν προϋπολογισθεισῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1902. Τώρα πόσα εἰσεπράχθησαν; Εἰσεπράχθησαν, κατὰ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἔχω ὑπ’ ὄψιν, φράγκα χρυσᾶ 650,000· ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν δαπανῶνται εἰς χρυσὸν ἐπὶ τόπου 150,000 περίπου φράγκα, διότι κατὰ νόμον ἐκδοθέντα ἐν ἔτει 1897, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οἱ μισθοὶ οἱ μὴ ὑπερβαίνοντες τὰς 200 δραχμὰς πληρόνονται εἰς χρυσὸν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Προξενείου, καὶ ἑπομένως, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὰς 150,000 χρυσᾶ φράγκα ἀπὸ τὰς 650,000 φρ. εἰσπράξεις, μένουσι 500,000 χρυσᾶ φράγκα, τὰ ὁποῖα πρὸς 1,60 δίδουσιν 800,000 δραχμάς, αἵτινες ἀφαιρούμεναι ἀπὸ τὰς 891,000 ἀφίνουσιν ὑπόλοιπον 91,000 δραχμάς. Ἀλλὰ τὰς 91,000 δραχμὰς πρέπει νὰ τὰς ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰς 150,000 χρυσᾶ φράγκα, διότι αὐταὶ ἐπληρώθησαν ἐκ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, δηλαδὴ ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων, ἑπομένως μένει πλεόνασμα 60,000 δραχμῶν. Τώρα ἐγὼ τὸν ὑπολογισμὸν αὐτὸν ἔκαμα χονδρικῶς· ἐὰν εἶναι 2000 δραχ. παραπάνω ἢ 3000 παρακάτω, 10,000 παραπάνω ἢ 10,000 παρακάτω, εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον. Τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ βεβαιώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου,—διότι στηρίζομαι ἐπὶ ἀριθμῶν, τῶν ὁποίων ἡ λογικὴ εἶναι ἀκαταμάχητος,—εἶναι, ὅτι πάντοτε ὑπάρχει πλεόνασμα, ὅτι καλύπτει πάντοτε ἡ προξενικὴ ὑπηρεσία τὰς δαπάνας τὰς καταβαλλομένας χάριν αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους. Θὰ σταματήσω ἐδῶ, καὶ θὰ ἐπαναλάβω μετὰ τὴν διακοπήν.

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10ης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 καὶ 35′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον.

§81ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἔλεγον, κύριοι Βουλευταί, ὅτε διέκοψα τὴν ἀγόρευσίν μου, ὅτι ἓν γεγονὸς ὑπάρχει βεβαιωμένον, ὅτι αἱ προξενικαὶ εἰσπράξεις καλύπτουσι τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος καταβάλλει πρὸς συντήρησιν τῶν προξενικῶν ἀρχῶν. Ἔλεγον δὲ πρὸς τούτοις, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἐὰν αἱ 60,000 δραχμαὶ, τὰς ὁποίας καθ’ ὑπολογισμὸν ἐγὼ ἐξευρίσκω, εἶναι εἴτε 55,000, εἴτε 56,000, εἴτε 65,000, εἴτε 63,000. Τὸ γεγονὸς τὸ σπουδαῖον, καὶ τὸ χρησιμεῦον εἰς ἐμὲ ὡς ἐπιχείρημα, εἶναι, ὅτι αἱ προξενικαὶ εἰσπράξεις καλύπτουσι τὰς προξενικὰς δαπάνας. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ, ἐὰν ὑπῆρχε νοῦς κυβερνῶν, ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ πρόθεσις, ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικήν, ἔδει πάντα τὰ περισσεύματα ταῦτα νὰ χρησιμοποιηθῶσι, νὰ δαπανηθῶσι πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ζήτημα τῶν κατὰ τὴν Ἀνατολὴν προξένων ἡμῶν θεωρῶ ὑψίστης σπουδαιότητος καὶ ἴσης σπουδαιότητος καὶ ἐννοίας, οἵας τὸ στρατιωτικόν. Διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ καταστάσεως προκαλούσης μέτρα, καὶ μέτρα σπουδαῖα, ἵνα ἡ Ἑλλὰς εὑρεθῇ παρεσκευασμένη ἐν δεδομένῃ περιστάσει, καὶ ἂν μὴ ὑπερακοντίσῃ, τοὐλάχιστον νὰ μιμηθῇ ὅ,τι τὰ λοιπὰ Κράτη κατὰ τὴν Χερσόνησον τοῦ Αἵμου πράττουσι σήμερον, ἔχοντα πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ὁ πολιτικὸς ὁρίζων ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν δύναται νὰ θολωθῇ. Καὶ ἔλεγον, ὅτι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας καταβάλλουσι τὰ Κράτη ἐκεῖνα πρὸς συντήρησιν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ προξενικοῦ αὐτῶν κλάδου, ἐν σχέσει πρὸς τὰ οἰκονομικὰ αὐτῶν, εἶναι δεδικαιολογημέναι, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον αἱ εἰσπράξεις τῶν Προξενείων ἐκείνων δὲν καλύπτουσι τὰς καταβαλλομένας ὑπὸ τῶν οἰκείων Κυβερνήσεων δαπάνας. Ἀλλὰ τὰ Κράτη ἐκεῖνα καὶ αἱ Κυβερνήσεις τῶν Κρατῶν ἐκείνων σκέπτονται, σκέπτονται καὶ προπαρασκευάζονται ἐν εἰρήνῃ, ἐν βλέψει ἔχοντες τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, πρὸ τῶν ὁποίων δύνανται ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ εὑρεθῶσι. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, τίς ἄλλος καλλίτερον δύναται νὰ προλειάνῃ τὸ ἔδαφος τῆς ἐνεργείας ἡμῶν τῆς οἱαςδήποτε, τῆς εἰρηνικῆς αὐτῆς ἐνεργείας,—διότι δὲν ἐννοῶ νὰ ὁμιλήσω περὶ πολεμικῆς ἐνεργείας,—εἰμὴ οἱ πρόξενοι ἡμῶν; Καὶ δὲν ὀφείλομεν νὰ ἐνισχύσωμεν τοὺς προξένους ἡμῶν; Δὲν ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς συντηρήσεως αὐτῶν, ὥστε εὐπροσώπως νὰ παρίστανται ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον τοὺς διώρισε; Ἐὰν τοὐναντίον ζητῶμεν, τὴν προξενικὴν ἐνέργειαν νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν μόνον ἐφ’ ὅσον δύναται νὰ πορίσῃ εἰς ἡμᾶς χρήματα, ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι νὰ σκεπτώμεθα περὶ ἀποστολῆς ἐθνικῆς. Καὶ ἐπανέρχομαι, Κύριοι, ἵνα ποιήσωμαι καταδηλότερα τὰ συμπεράσματα, ἅτινα σύρω ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα προβάλλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐπανέρχομαι, λέγω, εἰς τὸ ζήτημα τῆς διερμηνευτικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας. Ἔλεγον κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, ὅτι ὁ διερμηνεὺς εἶναι ἡ δεξιὰ χεὶρ τοῦ προξένου, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἡ προξενικὴ ἐνέργεια ἄνευ διερμηνέως. Ὅσην δὲ προσοχὴν πρέπει νὰ ἐπιστήσητε εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ προξένου, ἄλλην τόσην, καὶ μείζονα ἔτι, ὀφείλετε νὰ ἐπιστήσητε εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν διερμηνέων· διότι ὁ διερμηνεὺς δὲν εἶναι ἁπλοῦς μεταφραστὴς τῶν τακριρίων· ὁ διερμηνεὺς ἔχει ἐνέργειαν σπουδαιοτάτην· ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν ὑποθέσεων, 80%, τῶν διεξαγομένων πρὸς τὴν τοπικὴν ἀρχὴν, διεξάγονται διὰ τῶν διερμηνέων καὶ μόνον, τότε δὲ μόνον ἡ παρέμβασις τοῦ προξένου ἐνδείκνυται, ὅταν ἡ τοῦ διερμηνέως ἀποτύχῃ. Τοῦτο δὲ καὶ ἐνδείκνυται ἐκ τῶν ἐθίμων, ἐκ τοῦ συστήματος τοῦ κρατοῦντος ἐν Ἀνατολῇ· διότι ἡ τοπικὴ ἀρχὴ δὲν ἐννοεῖ τὸν πρόξενον παριστάμενον ἄνευ τῆς ἐπικουρίας τοῦ διερμηνέως. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, Κύριοι, ὅτι καὶ ἐνώπιον τοῦ Σουλτάνου οὐδεὶς τῶν πρέσβεων δύναται νὰ παρασταθῇ, χωρὶς νὰ ἔχῃ παρὰ τὸ πλευρὸν αὑτοῦ τὸν διερμηνέα του, καὶ χωρὶς ὁ Σουλτάνος νὰ συνοδεύηται ὑπὸ τοῦ ἐπισήμου αὑτοῦ διερμηνέως, καὶ μόνον διὰ τῶν διερμηνέων διεξάγεται ἡ συνεννόησις. Οὕτω πως καὶ ἐπὶ τῶν κατωτέρων ἀρχῶν. Οὕτω καὶ ὁ πρόξενος, θέλων νὰ παρασταθῇ καὶ νὰ διαπραγματευθῇ ὑπόθεσιν, κατ’ ἀνάγκην πρέπει παρὰ τὸ πλευρὸν αὑτοῦ νὰ ἔχῃ τὸν διερμηνέα του· διότι ὑπάρχουσι μὲν ἀνώτεροι ὑπάλληλοι, γνωρίζοντες ξένας γλώσσας, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι εἶναι οἱ ἀγνοοῦντες ἄλλην γλῶσσαν, πλὴν τῆς ἐγχωρίου. Ἀνάγκη λοιπὸν, ὁ διερμηνεὺς καὶ εὐπρόσωπος νὰ ἦναι καὶ κατηρτισμένος, καὶ τὴν ἐξωτερικὴν παράστασιν νὰ ἔχῃ· τὰ προσόντα δὲ ταῦτα δὲν δύνασθε νὰ τὰ ἀνεύρητε ἄνευ ἀναλόγου μισθοδοσίας. Καὶ φέρω εἰς ὑμᾶς ἓν παράδειγμα πρόσφατον καὶ λίαν ἐνδεικτικὸν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐξαγγέλλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἔλεγον πρὸ μικροῦ, ὅτι, ὅτε ὁ πρῶτος διερμηνεὺς τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας κ. Πρετσιόζης παρῃτήθη ἕνεκα τοῦ γλίσχρου μισθοῦ, τὸν ὁποῖον κατεβάλλομεν πρὸς αὐτὸν, τουτέστι χιλίας δραχμὰς χαρτίνας, αἵτινες κατὰ τὴν τότε ἐπικαταλλαγὴν ἀνήρχοντο εἰς μόνον 600 ἢ 550 φράγκα χρυσᾶ, ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς λίαν δύσκολον θέσιν, κατὰ τὴν στιγμὴν μάλιστα, καθ’ ἣν σπουδαιόταται διαπραγματεύσεις ἐπρόκειτο νὰ λάβωσι χώραν, ὅτε ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀνάγκην πρὸ παντὸς τῶν φώτων τοῦ διερμηνέως. Ἀρκεῖ δὲ νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις τῆς συνθήκης ἐκείνης, ἥτις διὰ τοῦ πολέμου κατελύθη, τῆς συνθήκης τοῦ 1855, ἤρξαντο ἀπὸ τοῦ ἔτους 1834 ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Κωνσταντίνου Ζωγράφου, ἐξηκολούθησαν δὲ διεξαγόμενοι μέχρι τοῦ 1840 ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Ἐμμ. Ἀργυροπούλου, ὅστις ἦτο πρῶτος διερμηνεὺς τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας. Ἀνέγνωσα τὰ σοφὰ ὑπομνήματα αὐτοῦ, ἀνέγνωσα τὰς περιεκτικωτάτας ἐκθέσεις αὐτοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐφωτίσθη καὶ ἐτέθη ἐν καταστάσει, ἵνα διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματα, ἅτινα προσεκύρωσαν εἰς αὐτὴν τὰ πρωτόκολλα τοῦ Λονδίνου. Εἰς τοιαύτην ἀνάλογον κατάστασιν εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτε, παραιτηθέντος τοῦ Αʹ διερμηνέως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας κ. Πρετσιόζη, ἐζήτει τὸν ἀναπληρωτὴν αὐτοῦ. Εὐτυχῶς, Κύριοι, — εὐτυχῶς διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα — ὁ Βʹ διερμηνεὺς τῆς Πρεσβείας κ. Ναοὺμ ἦτο ἀληθῶς εἰς τὴν περιωπὴν τῆς θέσεως, ἥτις περιῆλθεν αὐτῷ ἐκ τοῦ κενοῦ τοῦ διὰ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Πρετσιόζη. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος, Κύριοι, ἦλθεν ἐδῶ, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω καὶ δημοσίᾳ, ὅτι ὁ κ. Ναοὺμ ὑπῆρξεν ὁ δεξιὸς βραχίων τῆς Πρεσβείας κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τάς τε περὶ τῆς συνθήκης τῆς ὁριστικῆς περὶ εἰρήνης καὶ τὰς περὶ τῆς προξενικῆς συμβάσεως· δὲν γνωρίζω δὲ εἰς ποῖον σημεῖον θὰ περιήρχετο ἡ Κυβέρνησις, ὅτε, ἀποχωρήσαντος τοῦ μακαρίτου Μαυροκορδάτου τῆς ὑπηρεσίας, ὁλόκληρος ἡ διαπραγμάτευσις τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης διεξήχθη διὰ τοῦ κ. Ναοὺμ, καὶ μόνον δι’ αὐτοῦ. Ἐν τούτοις ποῖον μισθὸν δίδομεν εἰς τὸν Αʹ διερμηνέα τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας; Χιλίας μόνον δραχμὰς· τῷ δίδομεν δὲ καὶ ἔξοδα κινήσεως λεγόμενα 60 δραχ. κατὰ μῆνα, τὰ ὁποῖα μεταβαλλόμενα εἰς χρυσὸν ἀποτελοῦσι 40 φράγκα· ἀρκεῖ δὲ νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, ὅτι διὰ πᾶσαν κίνησιν τοῦ διερμηνέως ἀπὸ τοῦ καταστήματος τῆς Πρεσβείας μέχρι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν αὐτὸς ἀναγκάζεται νὰ πληρώνῃ 12 φράγκα ἑκάστοτε, ὥστε μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας τὸ πολὺ μεταβάσεις τὸ ποσὸν τῆς κινήσεως ἐξηντλήθη. Ταῦτα λέγω, Κύριοι, διότι βλέπω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περικοπτομένους τοὺς μισθοὺς τῶν διερμηνέων, ἐνῷ μειονεκτοῦμεν, μὴ δυνάμενοι νὰ συναγωνισθῶμεν πρὸς τοὺς διερμηνεῖς τῶν Προξενείων καὶ Πρεσβειῶν τῶν ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα πλουσιοπαρόχως ἀμείβουσι τοὺς ὑπαλλήλους τούτους, διότι ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην αὐτῶν· ἐὰν δὲ περικόψωμεν τοὺς μισθοὺς αὐτῶν, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ στρατολογήσωμεν τὸ προσωπικὸν τὸ διερμηνευτικὸν ἡμῶν ἐκ τῶν κατωτάτων κοινωνικῶν στρωμάτων· μὴ λησμονῶμεν δὲ, Κύριοι, ὡς πρὸ ὀλίγου ἔλεγον,—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀπέναντι ἐμοῦ καθημένου ἀξιοτίμου ἐκ Θηβῶν Βουλευτοῦ, τοῦ χρηματίσαντος ἐν τῇ ἐν Σμύρνῃ καὶ Αἰγύπτῳ δικαστικῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ, — ὁποίαν ἐργασίαν ἐκπληροῦσιν οἱ διερμηνεῖς ἐν τοῖς Γενικοῖς ἐκείνοις Προξενείοις. Ὁ ἀναγινώσκων, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ματαίως θέλει προσπαθήσει νὰ ἐξεύρῃ ποῖος ἦτο ὁ νοῦς ὁ ὑπαγορεύσας τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Νοῦς διορθώσεως τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ 1900; Ἀλλὰ μόλις ἐπὶ δύο ἔτη ἐλειτούργησε, καὶ κατέδειξεν εὐθὺς καὶ τὰ ἐλαττώματά του; Καὶ κατεδείχθησαν τὰ ἐλαττώματα ταῦτα τοσοῦτον ἐπειγούσης διορθώσεως δεόμενα, ὥστε νὰ προκαλέσωσι τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου; Ὡς πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἀναγράφεται ἡ κατάργησις τῆς θέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, ἵνα καταργηθῇ ἡ θέσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ; Ἡ θέσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ σχολάζει, διότι οὐδεὶς εἶναι διωρισμένος ἐν τῇ θέσει ταύτῃ· ἀρκεῖ ἁπλῶς ἡ μὴ ἀναγραφὴ πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἵνα καταστῇ ἀδύνατος ὁ διορισμός. Φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὤφειλε νὰ καταργήσῃ τὴν θέσιν, διότι δύναται ἡ διάδοχος αὐτῆς νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτήν; Ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ ἐπειδὴ δυστυχῶς κατηντήσαμεν νὰ ἐφαρμόζηται εἰς ἡμᾶς τὸ «ράφτε ξύλωνε, δουλειὰ νὰ μὴ σοῦ λείπῃ» ἡ κατάργησις αὕτη τοῦ νέου νόμου θὰ ἦναι εὐκολωτάτη εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν, διότι, ὡς ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν, ἐπανέρχεται πάλιν ὁ ἐπιθεωρητὴς, καὶ πάλιν καταργεῖται, καὶ πάλιν ἐπανέρχεται. Εἶναι ἆρά γε ἡ θέσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ περιττή; Βεβαίως ὄχι. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπιθεωρήσεως ἀρχῶν μακρὰν τοῦ κέντρου κειμένων, καὶ ἑπομένως ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἑκάστοτε νὰ περιέρχηται τὰς διαφόρους προξενικὰς περιφερείας, ἵνα ἐπιθεωρῇ. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ ἀντιταχθῇ, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ ἐξευρεθῇ τὸ κατάλληλον πρόσωπον, διότι δυσκόλως τις ὑποβάλλεται εἰς τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιθεώρησις τῶν Προξενείων δύναται νὰ συνεπαγάγῃ, διότι πρόκειται πολλάκις νὰ ἐπιθεωρήσῃ Προξενεῖα εἰς ἀπόκεντρα μέρη τυγχάνοντα· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, ἵνα καταργηθῇ ἡ θέσις. Ἐὰν διὰ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως ζητεῖται οἰκονομία, ἡ οἰκονομία, ἔλεγον, δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς μὴ ἀναγραφῆς τοῦ σχετικοῦ κονδυλίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, ζητοῦν νὰ καταργήσῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἠθέλησε νὰ πληρώσῃ τὴν ἐκ τοῦ κενοῦ τούτου ἔλλειψιν, ἢ τὸ ἐκ τοῦ κενοῦ τούτου τυχὸν χάσμα ἐν τῷ νόμῳ, καὶ προβαίνει εἰς σειρὰν ἄρθρων, ἵνα κανονίσῃ πῶς θὰ γίνωνται αἱ ἐπιθεωρήσεις, ἐνῷ ἠδύνατο καὶ καταργοῦν τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ νὰ ἀφήσῃ τουλάχιστον ἐν ἰσχύϊ τὸ ἄρθρον, τὸ περὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ πραγματευόμενον. Διότι ἀκριβῶς ὁ συντάκτης τοῦ νόμου τούτου, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κατάργησις, ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πιθανὸν ἡ θέσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ νὰ μὴ πληρωθῇ, καὶ ὅτι ἐν ἐλλείψει ἐπιθεωρητοῦ θὰ ἦναι δύσκολος ἡ ἐπιθεώρησις, παρέθηκε διάταξιν, πληροῦσαν τὸ κενὸν τοῦτο· διότι λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 113 § 2. Δύναται ὅμως ν’ ἀνατεθῇ καὶ εἰς Γενικὸν Πρόξενον ἢ τὸν Πρόεδρον τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Προξενικοῦ Δικαστηρίου ἡ ἐπιθεώρησις Γενικῶν Προξενείων καὶ Ὑποπροξενείων, εἰς πρόξενον δὲ αʹ ἢ βʹ τάξεως ἢ εἴς τινα τῶν ἐμμίσθων παρέδρων δικαστῶν ἡ ἐπιθεώρησις Ὑποπροξενείων καὶ Προξενικῶν Πρακτορείων.» Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι πλήρης, καὶ προνοεῖ, ἐν τῇ γενικότητι αὐτῆς, περὶ ὅλων τῶν περιπτώσεων ἐπιθεωρήσεως. Ἀλλ’ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, θέλων νὰ λεπτολογήσῃ, ἔπαθεν ὅ,τι παθαίνουσιν οἱ συμβαλλόμενοι, ὅταν ἐν τῷ συμβολαίῳ θέλωσι νὰ προΐδωσιν ὅλας τὰς περιστάσεις, καὶ τὰς ἀπωτέρω, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰς περιλάβουν ὅλας, διότι συμβαίνει νὰ λησμονῶσιν ἄλλας. Τοῦτο ἔπαθε καὶ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου. Διότι λεπτολογῶν καὶ θέλων νὰ κανονίσῃ τὰς διαφόρους περιπτώσεις καὶ νὰ τηρήσῃ τὴν ἱεραρχικὴν σειρὰν κατὰ τὰς ἐπιθεωρήσεις τῶν Προξενείων, πρῶτον παρέλειψε τοὺς ὑποπροξένους. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον οἱ ὑποπρόξενοι εἶναι ἀνεπιθεώρητοι. Ὥστε, ὅταν ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ἀνάγκην νὰ ἐπιθεωρήσῃ Ὑποπροξενεῖα, πρέπει νὰ φέρῃ νόμον ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα δυνηθῇ νὰ διατάξῃ καὶ περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν Ὑποπροξενείων, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ σχολάζῃ, πρέπει νὰ περιμένῃ τὸ Ὑποπροξενεῖον, ἕως οὗ ἡ Βουλὴ συνέλθῃ καὶ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ παραλείπει καὶ τοὺς γραμματεῖς βʹ τάξεως. Τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 προνοεῖ περὶ ἐπιθεωρήσεως τῆς ὑπηρεσίας γραμματέως δευτέρας τάξεως, ἢ διερμηνέως δευτέρας ἢ τρίτης τάξεως, ἢ βοηθοῦ διερμηνέως τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, ἀλλὰ λησμονεῖ, ὅτι ἐν Σμύρνῃ ὑπάρχει καὶ ἐκεῖ γραμματεὺς δευτέρας τάξεως, ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ὑπάρχει καὶ ἐκεῖ γραμματεὺς δευτέρας τάξεως, ἐν Καΐρῳ ὑπάρχει καὶ ἐκεῖ γραμματεὺς δευτέρας τάξεως. Αὐτοὺς ποῖος θὰ τοὺς ἐπιθεωρήσῃ; Πλὴν δὲ τούτου ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς Προξενείοις γραφεῖς. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τοσοῦτον λεπτολογῇ, ὥστε νὰ μὴ λησμονήσῃ κανένα ἐπὶ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, ὤφειλε νὰ περιλάβῃ καὶ τοὺς γραφεῖς· διότι, Κύριοι, μὴ ἐκλαμβάνετε, ὅτι οἱ γραφεῖς τῶν Γενικῶν Προξενείων ἐκτελοῦσιν ἁπλῶς ἀντιγραφικὴν ὑπηρεσίαν· ἐν Κωνσταντινουπόλει γραφεὺς σήμερον ἐκτελεῖ τὰ λιμενικὰ καθήκοντα, καταργηθείσης τῆς θέσεως τοῦ λιμενάρχου, γραφεὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐκπληροῖ τὰ συμβολαιογραφικά, γραφεὺς ὡσαύτως ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐκτελεῖ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν διαβατηρίων. Τὰ αὐτὰ συμβαίνουσι καὶ ἐν Σμύρνῃ καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ· διότι ἡ ὑπηρεσία εἶναι τόσον πολύπλοκος καὶ τόσον μεγάλη, ὥστε δὲν ἐπαρκεῖ ὁ πρόξενος καὶ ὁ αʹ ἢ ὁ βʹ γραμματεὺς νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτήν, καὶ κατ’ ἀνάγκην ἐκτελοῦσιν οἱ γραφεῖς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀναπληροῦντες ἐνίοτε τὸν γραμματέα κατὰ τὸ ἄρθρον 28 τοῦ νόμου. Καὶ ταῦτα ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἔπαθε, διότι ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ, λεπτολογῶν, ἐπιθεωρήσεις προσώπων, καὶ οὐχὶ Προξενείων, ὡς ὁ νόμος τοῦ 1900 κελεύει. Ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον λησμονεῖ τοὺς διερμηνεῖς δευτέρας τάξεως, τοὺς ὁποίους ἀφίνει ἀνεπιθεωρήτους, ἢ μᾶλλον ἀνεπιδέκτους ἐπιθεωρήσεως, διότι δὲν ὑπάρχει τίς ὁ ἐπιθεωρήσων αὐτούς· διότι, ὡς προεῖπον, ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 γίνεται λόγος περὶ διερμηνέων βʹ τάξεως καὶ περὶ γραμματέων βʹ τάξεως, ἀλλὰ μόνον τῶν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν· ἀλλὰ περὶ τῶν ἐν Σμύρνῃ, τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ, τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ Καΐρῳ οὐδεὶς γίνεται λόγος. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, τηροῦν τὴν ἱεραρχικὴν σειρὰν ἐν τῇ ἐπιθεωρήσει, ἀπαγορεύει τὴν ἐπιθεώρησιν ὑφισταμένου ὑπὸ προϊσταμένου ἐν τῇ αὐτῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἀλλ’ ἐνῷ θέτει τὴν ἀρχὴν ταύτην, ὀρθὴν ἄλλως, ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 λησμονεῖ αὐτὴν τὴν ἀρχήν, καὶ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν εἰς τὸ Προξενικὸν Γραφεῖον τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας ὑπαλλήλων ἀναθέτει εἰς τὸν προϊστάμενον. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν καθωδηγεῖτο ἐξ ἀρχῶν γενικῶν, καὶ περιέπεσεν εἰς τὰ ἀτοπήματα ταῦτα ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ προΐδῃ πάσας τὰς περιστάσεις καὶ νὰ κανονίσῃ πάσας τὰς λεπτομερείας τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἐνῷ, ὡς προέλεγον, ἤρκει ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 113 νὰ πληρώσῃ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιθεώρησις τῶν Προξενείων προτίθεται. Τὰ ἄρθρα τὰ ἑπόμενα κανονίζουσι προσόντα προβιβασμοῦ. Τὰ προσόντα ταῦτα ἐπανειλημμένως μετεβλήθησαν, καὶ ἑκάστοτε κατὰ τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι ἢ τὰς ἐπιθυμίας τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν τὰ προσόντα τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων ἐπιτείνονται ἢ χαλαροῦνται. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ τρόπος οὗτος τοῦ νομοθετεῖν εἶναι λυσιτελὴς εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ βεβαίως ἐνδεικνύει, ὅτι εἴμεθα ἀναποφάσιστοι, καὶ ὅτι ἑκάστοτε καταργοῦμεν τὰ πρὸ ἡμῶν, τὰ δὲ ἡμέτερα καταργοῦσιν οἱ μεταγενέστεροι, ἵνα ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ προηγούμενα πάλιν. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ ἀλλοφρόνημα καὶ τὸ διαρκῶς μεταβάλλειν τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἂν δὲ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, φρονῶ ὅτι δὲν ἦτο ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Τώρα εἰς τὰ ἑπόμενα ἄρθρα ἐπιπίπτει ἡ μάχαιρα τοῦ χειρουργοῦ, ἡ ὁποία περικόπτει τὰς ἀποδοχὰς τῶν προξένων· ἀλλ’ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, ἀπασχολούμενος ἴσως ἐκ τῆς γνώσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε, τῶν πρὸ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ζητεῖ νὰ καταργήσῃ, διετύπωσε τὰ τοῦ μισθολογίου κατὰ τρόπον μὴ συμφωνοῦντα πρὸς τὰς βάσας, τὰς ὁποίας ὁ νόμος τοῦ 1900 εἰσήγαγε κατὰ πρῶτον ἐν τῷ προξενικῷ ὀργανισμῷ. Μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τούτου, καθ’ ἣν βάσιν εἶχε θέσει ὁ νόμος τοῦ 1877, ὁ βαθμὸς ἦτο προσπαγὴς, προσπεφυκὼς εἰς τὴν κατὰ τόπον θέσιν γενικοῦ προξένου, προξένου καὶ βʹ τάξεως καὶ ὑποπροξένου. Ὁ νόμος τοῦ 1900 ἐνεωτέρισε, μιμούμενος τὰ παράδειγμα τῶν προξενικῶν νόμων ξένων Κρατῶν, Γαλλίας, Ἀγγλίας, Βελγίου καὶ Ἰταλίας· ἐδημιούργησε γενικοὺς προξένους καὶ προξένους αʹ καὶ βʹ τάξεως, ἀδιακρίτως τοῦ τόπου, ὅπου διορίζονται· ἐπειδὴ δὲ ὁ γενικὸς πρόξενος ἰσοφαρίζει πρὸς γενικὸν γραμματέα, ὁ πρόξενος αʹ τάξεως πρὸς τμηματάρχην αʹ τάξεως, ὁ πρόξενος βʹ τάξεως πρὸς τμηματάρχην βʹ τάξεως, ὁ μισθὸς ὁρίζεται ἀναλόγως τῶν βαθμῶν τούτων τῶν ὑπαλλήλων τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ συγχρόνως ὥρισεν ὁ νόμος, ἀναλόγως τοῦ τόπου, ὅπου ὑπηρετεῖ ὁ πρόξενος, καὶ ἔξοδα παραστάσεως· καὶ ὀρθῶς, διότι ἀναλόγως τῆς θέσεως τοῦ προξένου τὰ ἔξοδα δύνανται νὰ ἦναι περισσότερα, ἢ ὀλιγώτερα. Εἶχε δὲ ὑπ’ ὄψιν ὁ νόμος, ὅτι ὑπάρχουσι τάξεις Προξενείων, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦσαν ἀπρόσιτα, λόγῳ τῆς γλισχρότητος τοῦ μισθοῦ, τὰ Προξενεῖα δὲ ταῦτα ἔκειντο ἐν περιφερείᾳ, ὅπου ἡ πρόνοια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἔδει νὰ ἐπιστηθῇ συντονώτερον. Τοιαύτη εἶναι ἡ περιφέρεια τῆς Ἀλβανίας, τοιαύτη ἡ τῆς Μακεδονίας. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου κατωρθώθη, ὅπως τὰ Προξενεῖα ἐν Ἀλβανίᾳ, τὰ τέως διαρκῶς κενὰ καὶ ἀναπληρούμενα ὑπὸ ἐγχωρίων ἀναπληρωτῶν,—ἐνίοτε καὶ ἐπιτηδευματιῶν, διὰ τὴν ἔλλειψιν καταλληλοτέρων προσώπων· οὕτω π. χ. ἐν Προξενείῳ τινὶ ὁ ἀναπληρωτὴς τοῦ προξένου ἦτο χρυσοχόος, καὶ ἐνῷ εἰργάζετο εἰς τὸ χρυσοχοεῖόν του μὲ τὴν λίμαν, παρεῖχε καὶ τὴν προστασίαν του εἰς τοὺς ἐκεῖ Ἕλληνας ὑπηκόους,—κατωρθώθη, λέγω, ὥστε τὰ Προξενεῖα τὰ ἐν Ἀλβανίᾳ νὰ ἔχωσι διαρκῶς προξένους, καθὼς καὶ τὰ ἐν Μακεδονίᾳ, ὅπου δυσκόλως μετέβαινον οἱ πρόξενοι ἕνεκα τῆς γλισχρότητος τῶν ἀποδοχῶν, κατωρθώθη νὰ ἦναι πάντες εἰς τὴν θέσιν των, διότι τώρα ἔχουσιν ἀνάλογον μισθὸν καὶ ἔξοδα παραστάσεως. Τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἤρεσεν εἰς τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἴτε ἀπησχολημένος ἐκ τοῦ προηγουμένου μισθολογίου, εἴτε διότι δὲν διεῖδε τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς ἑδράζεται ὁ προξενικὸς νόμος τοῦ 1900, κατήργησε τὰ ἔξοδα παραστάσεως, καὶ ὥρισε πάλιν μισθοὺς κατὰ θέσιν, δηλαδὴ κατὰ τόπους. Ἡ μεταβολὴ αὕτη τοῦ συστήματος φέρει εἰς ἄτοπον, ὅπερ ὑποθέτω, ὅτι συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν κατενόησε, διότι ἠθέλησε νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀναπληρωτῶν, ὁσάκις εἴτε οἱ προϊστάμενοι διατελῶσιν ἐν ἀδείᾳ, εἴτε ἡ θέσις ἦναι κενή, καθ’ ὃν τρόπον καὶ ὁ νόμος τοῦ 1900, ἤτοι δίδεται εἰς τοὺς ἀναπληρωτὰς τὸ τρίτον τῶν ἀποδοχῶν, ἂν ὁ προϊστάμενος ἦναι ἐν ἀδείᾳ, τὸ ἥμισυ δὲ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ προϊστάμενος ἐν τῷ Προξενείῳ. Καὶ τοιαύτη ἦτο ἡ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κατάργησις· ἀλλ’ ὡς ἐκ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων παραστάσεως ἦτο γνωστὸν ὁποῖον θὰ ἦτο τὸ τρίτον τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ἀναπληρωτοῦ. Σήμερον τὸ νομοσχέδιον τί κάμνει; Ἵνα ἐξευρεθῇ τὸ τρίτον τοῦτο, προαφαιρεῖ ἐκ τοῦ μισθοῦ τοῦ προξένου τὸν μισθὸν τοῦ βαθμοῦ· τὸ ὑπόλοιπον τὸ διαιρεῖ εἴτε εἰς τρία, εἴτε εἰς δύο, καὶ ἀποδίδει τὸ ⅓ ἢ τὸ ½ εἰς τὸν ἀναπληρωτήν. Ἂν λάβητε τὸν κόπον νὰ κάμητε πρόχειρον ὑπολογισμόν, θὰ εὕρητε ὅτι ὁ ἀναπληρωτὴς θὰ ἔχῃ ἔν τισι περιπτώσεσι 50 ἢ 80 δραχμάς· καὶ ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι δύναται καὶ ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ν’ ἀποσταλῇ πρὸς πλήρωσιν κενῆς θέσεως προξένου, θὰ μεταβῇ αὐτὸς, ὁ ἔχων τὸν γλίσχρον αὐτὸν μισθόν· τοῦτο δὲ θὰ καταστήσῃ δύσκολον τὴν ἀναπλήρωσιν, διότι ὁ ὑπάλληλος, τὸν ὁποῖον θὰ καλέσῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἵνα ἀποστείλῃ πρὸς πλήρωσιν κενῆς θέσεως προξένου, θὰ εἴπῃ: «πῶς θέλετε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ὑπάγω μὲ ἑκατὸν δραχμῶν ἀποζημίωσιν;» Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ ἀναπλήρωσις εἰς τὰ ἐν Τουρκίᾳ Προξενεῖα, δυνάμει τῆς προξενικῆς συμβάσεως, τουτέστι τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως, δὲν δύναται νὰ γείνῃ δι’ ἰδιωτῶν, ἀλλὰ δι’ ὑπαλλήλων de carrière, τουτέστιν ἀνηκόντων εἴτε εἰς τὴν ἔμμισθον προξενικὴν ὑπηρεσίαν, εἴτε εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐν τῇ δυσχερείᾳ ταύτῃ θέλει εὑρεθῆ ἡ Κυβέρνησις πολλάκις, ἀφίνουσα σπουδαῖα Προξενεῖα, ἕνεκα τῶν παρουσιασθησομένων δυσκολιῶν, ἄνευ προϊσταμένου, ἴσως ἀναπληρούμενα ὑπὸ τοῦ καβάση, ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ καβάσης, ἢ ὑπὸ τοῦ διερμηνέως, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτος, οἵτινες εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἀλλοδαποί. Τὸ νομοσχέδιον, προβαῖνον ἐκ τοῦ σκοποῦ τῶν δῆθεν οἰκονομιῶν, μεταχειρίζεται τὴν ψαλίδα, ἀλλ’ ἀρκεῖται φιλευσπλάγχνως νὰ περικόψῃ ἐλάχιστα ψυχία ἐκ τοῦ ἄρτου, τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος προσφέρει εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας αὐτὸ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· καὶ βλέπομεν περικοπτομένας 10 δραχμὰς ἀπὸ ἐδῶ, 50 δραχμὰς ἀπὸ ἐκεῖ, 50 ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, 20 ἀπὸ τὸ ἄλλο, 70 δραχμὰς ἀπὸ τὸν δυστυχῆ γραμματέα τοῦ ἐν Ἐλασσῶνι Προξενείου, 50 δραχμὰς ἀπὸ τὸν γραμματέα τοῦ ἐν Σμύρνῃ Προξενείου, 50 δραχμὰς ἀπὸ τὸν αʹ διερμηνέα τοῦ ἐν Σμύρνῃ, σπουδαιότατον διερμηνέα, ἐν διαρκεῖ κινήσει εὑρισκόμενον, 80 δραχμὰς ἀπὸ τὸν ταμίαν κλπ. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν του, ὁποίας προσπαθείας κατέβαλεν, ἵνα πείσῃ ταμίαν ἐκ τῶν τοῦ Κράτους νὰ δεχθῇ νὰ μεταβῇ εἰς Σμύρνην, προβάλλοντα τὴν γλισχρότητα τοῦ μισθοῦ, καὶ διότι, Κύριοι, δὲν ἔχει ποσοστὰ, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ταμίαι ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Καὶ ὁ μισθὸς τοῦ ταμίου ἐκείνου περικόπτεται καὶ περιορίζεται εἰς 320 δραχμὰς, καταβιβαζόμενος εἰς 200 φράγκα χρυσᾶ. Καὶ εἰς τὸν ταμίαν αὐτὸν ἀνατίθεται διαχείρισις χιλιάδων φράγκων, καὶ ἐὰν δὲν ἐπαρκῇ διὰ τοῦ μισθοῦ εἰς τὰς ἀνάγκας του, τῷ λέγετε· «μὴ μοῦ ἅπτου τοῦ θησαυροῦ! πρέπει νὰ ἦσαι τίμιος, ἀλλ’ ἂν πεινᾷς, δὲν πειράζει, χάριν τῆς πατρίδος.» Ἄλλος ἀκρωτηριασμὸς· περικόπτονται ἀπὸ τὸν μισθὸν τοῦ ἐν Καΐρῳ διερμηνέως 100 δραχμαὶ κατὰ μῆνα. Μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι τὸ ἐν Καΐρῳ ἡμέτερον Γενικὸν Προξενεῖον καὶ Πολιτικὸν Πρακτορεῖον ἰσοφαρίζει πρὸς τὰς Πρεσβείας τῶν ξένων Κρατῶν, διότι ἀπὸ ἐτῶν τὰ Κράτη τὰ Εὐρωπαϊκὰ ἀνύψωσαν τὴν θέσιν τῶν ἐν Καΐρῳ γενικῶν προξένων εἰς θέσιν τουλάχιστον προέδρου Ὑπουργοῦ, διότι ταῦτα εὑρίσκονται εἰς ἀδιάκοπον ἐπαφὴν οὐ μόνον πρὸς τὴν ἐγχώριον Διοίκησιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας· ἡμεῖς δὲ, οἱ ἔχοντες τοσαῦτα συμφέροντα μὲ τὴν Αἴγυπτον, οἱ διαρκῶς πραγματευόμενοι σπουδαιότατα ζητήματα ἐθνικότητος, ἐφαρμογῆς τῆς μετὰ τῆς Αἰγύπτου συμβάσεως, περικόπτομεν τὸν μισθὸν τοῦ διερμηνέως, ἀλλὰ περικόπτομεν καὶ τὸν μισθὸν τοῦ γενικοῦ προξένου καὶ πολιτικοῦ πράκτορος. Ἀφαιρεῖτε δὲ ἀπὸ τὸν ἐν Καΐρῳ πρόξενον καὶ ἕνα γραφέα, ὅπως ἀφαιρεῖτε καὶ ἀπὸ τὸ ἐν Σμύρνῃ Προξενεῖον καὶ ἀπὸ τὸ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ. Καὶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου θέλουσι νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὸν πρόξενον νὰ προσλάβῃ ἔξωθεν γραφεῖς, γραφεῖς ἀμίσθους, γραφεῖς μὴ δεσμευομένους ἐκ τοῦ ὅρκου, τὸν ὁποῖον ὡς ὑπάλληλοι δημόσιοι ὀφείλουσι νὰ δώσωσι, καὶ ἑπομένως εὐπροσίτους εἰς πάντα πειρασμόν. Ἀλλὰ καὶ τῶν γραφικῶν ἐξόδων δὲν φείδεται τὸ νομοσχέδιον, διότι ἀφαιρεῖ 200 δραχμὰς ἀπὸ τὰ γραφικὰ ἔξοδα τοῦ ἐν Καΐρῳ Προξενείου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἄπειρον ἐργασίαν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀλληλογραφίαν οὐ μόνον μὲ τὰς ἐγχωρίους ἀρχὰς, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλα τὰ Προξενεῖα τῆς περιφερείας του. Ἀφαιρεῖ ὡσαύτως 100 δραχμὰς γραφικὰ ἔξοδα ἀπὸ τὸν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ γενικὸν πρόξενον. Προβαῖνον δὲ περαιτέρω εἰς τὴν ἀφαίμαξιν τῶν Γενικῶν Προξενείων, ἐλαττώνει κατὰ 50 δραχμὰς τὸν μισθὸν τοῦ διερμηνέως τοῦ Πολιτικοῦ Πρακτορείου ἐν Σόφιᾳ. Τὸ Διπλωματικὸν Γραφεῖον τὸ ἐν Σόφιᾳ κεῖται, ὡς γνωρίζετε, ἐν Βουλγαρίᾳ, καὶ τὸν διερμηνέα ἐκεῖ ζητεῖ τὸ νομοσχέδιον νὰ τὸν μισθοδοτῇ μὲ 300 δραχμὰς κατὰ μῆνα, δηλαδὴ μὲ 180 φράγκα χρυσᾶ. Ἀπὸ δὲ τοῦ δυστυχοῦς κλητῆρος περικόπτει 10 δραχμάς. Πῶς θὰ ζήσῃ αὐτὸς ὁ κλητήρ; Βεβαίως ἐλέῳ μπαξισίων. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι οἱ γιασαξῆδες αὐτοὶ καὶ κλητῆρες κατὰ τὴν Ἀνατολὴν ἔχουσιν ἀνάγκην ἑκάστοτε νὰ ἀνανεώνωσι τὴν στολὴν αὐτῶν, καὶ αἱ στολαὶ αὐτῶν δὲν εἶναι εὔωνοι, διότι δὲν δύνανται νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ πρῶτον ἐργαστήριον ἑτοίμων ἐνδυμάτων, ἵνα ἀγοράσωσιν ἐνδύματα. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐν Μασσαλίᾳ Γενικὸν Προξενεῖον δὲν μένει ἀψαλίδευτον καὶ ἐκεῖ τοῦ γραμματέως περικόπτονται 100 δραχμαί. Καὶ ἐνταῦθα, Κύριοι, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ φίλος μου κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ὑπενθυμίσω εἰς αὐτὸν μίαν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν, ἐπανερχόμενος ἐκ Μασσαλίας, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἦλθε καὶ μοὶ ἔκαμε νὰ εὐσπλαγχνισθῶ δηλαδὴ τὸν γραμματέα τοῦ ἐν Μασσαλίᾳ Γενικοῦ Προξενείου, διότι ὁ μισθὸς αὐτοῦ ἦτο τοσοῦτον γλίσχρος, ὥστε δὲν ἠδύνατο εὐπροσώπως νὰ παρίσταται ὡς γραμματεὺς τοῦ Προξενείου τῆς Ἑλλάδος ἐνώπιον τῶν ἐκεῖ ὁμοεθνῶν· καὶ ἀληθῶς τότε, εἰς τὰς παραστάσεις τὰς ὀρθὰς καὶ δικαίας τοῦ φίλου μου κ. Σκουζὲ πειθόμενος, προέτεινα ὡς Ὑπουργὸς νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τὸ ὁποῖον ηὐξάνετο ὁ μισθὸς τοῦ γραμματέως τοῦ ἐν Μασσαλίᾳ Προξενείου, σήμερον δὲ περικόπτεται ὁ μισθὸς ἐκεῖνος εἰς 400 μόνον δραχμάς, ἐνῷ ὁ νόμος τοῦ 1900 εἶχεν αὐξήσει τὴν μισθοδοσίαν του εἰς 500 δραχμάς. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, οἱ πλεῖστοι μετέβητε εἰς Εὐρώπην, καὶ διήλθετε ἐκ Μασσαλίας, σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ εἴπητε, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ γραμματεὺς τοῦ Προξενείου ἐκείνου, μὲ 400 χαρτίνας δραχμάς, ἤτοι μὲ 250 φράγκα, νὰ ἐπαρκέσῃ. Εὐτυχῶς ἀπὸ ἐτῶν ἡ θέσις ἐκείνη κατέχεται παρὰ τοῦ κ. Κοντοσταύλου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ μισθοῦ. Ἀλλ’ ὅταν αὔριον ἀποστείλητε ἐκεῖ ἕνα τῶν ἀκολούθων, θὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἐπιχορηγήσεως ἐκ τῆς οἰκογενείας του, ἐὰν ἡ οἰκογένειά του εὑρίσκεται εἰς θέσιν νὰ τῷ παρέχῃ ἐπιχορήγησιν, ἄλλως θ’ ἀναγκάζηται κρυπτόμενος νὰ φεύγῃ, καὶ νὰ ἐκλέγῃ κατοικίαν εἰς τὰς ἀποκέντρους συνοικίας τῆς πόλεως. Περικόπτεται ὁ μισθὸς τοῦ διερμηνέως τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις Προξενείου, ἐνῷ τὸ ἐν Ἱεροσολύμοις Προξενεῖον προήχθη εἰς Γενικὸν, διότι ὁ πρόξενος διαρκῶς ἔρχεται εἰς ἐπικοινωνίαν ἐπίσημον πρὸς τὸν Πατριάρχην, κατὰ δὲ τὰ κρατοῦντα ἐκεῖ ἔθιμα, ὅπως καὶ κατὰ τὴν λοιπὴν Ἀνατολὴν, ὁ πρόξενος συμπαρίσταται μετὰ τοῦ διερμηνέως, ὡς ἀναγκαίου βοηθοῦ αὐτοῦ.

§82ΑΘ. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν διερμηνέων διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 δὲν εἶχον παντάπασιν αὐξηθῆ· νῦν δὲ περικόπτονται μισθοί, οἱ ὁποῖοι ἦσαν πρὸ τοῦ 1900.

§83ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τόσῳ τὸ χειρότερον... Ἐλαττοῦται δὲ κατὰ 10 δραχ. ὁ μισθὸς τοῦ καβάση τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις Γενικοῦ Προξενείου, τουτέστιν ἀπὸ 80 δραχμὰς περιορίζεται εἰς 70. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Γενικὸν Προξενεῖον Ἱεροσολύμων δὲν ἔχει παρὰ μόνον ἕνα καβάσην, ἐννοεῖτε ὅτι αὐτὸς ἔχει ὅλην τὴν κατωτέραν ὑπηρεσίαν τοῦ Γενικοῦ Προξενείου, δὲν δύναται δὲ νὰ ἐπιδίδηται καὶ εἰς ἄλλα ἔργα, ὥστε νὰ πορισθῇ τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἐπαρκῶς. Ἀλλ’ ὡς μὴ ὤφειλε, κύριοι Βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον θέτει χεῖρα ἱερόσυλον καὶ ἐπὶ τοῦ ἐν Μοναστηρίῳ Προξενείου. Δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω ἐπὶ τῆς σημασίας τοῦ ἐν Βιτωλίοις Προξενείου, τὸ ὁποῖον, κυρίως εἰπεῖν, ἔπρεπε νὰ ἰσοφαρίζῃ πρὸς Γενικὸν Προξενεῖον. Χάρις δὲ εἰς τὸν μέχρι τοῦδε ὑπηρετοῦντα ἐκεῖ ἡμέτερον πρόξενον, τὸ γόητρον τοῦ Προξενείου ἐκείνου ἀνυψώθη, καὶ ὤφειλε μάλιστα ἡ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὸν ἄφθονα τὰ μέσα, ὥστε εὐπροσώπως νὰ παριστᾷ καὶ ἀντιπροσωπεύῃ ἐκεῖ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, δι’ οὓς λόγους πάντες εὐκόλως ἐννοεῖτε. Καὶ ὅταν ἐρχώμεθα, Κύριοι, εἰς τὸ ἐν Θεσσαλονίκῃ Προξενεῖον, ὀρθῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προχθές, ἀγορεύοντος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, εἶπεν ὅτι τὸ ἐν Θεσσαλονίκῃ Γενικὸν Προξενεῖον ὤφειλε ν’ ἀναχθῇ εἰς βαθμὸν Πρεσβείας, διότι ἀκριβῶς τοιαύτην σημασίαν καὶ ἀποστολὴν ἔχει. Εἰς τὸ Προξενεῖον ἐκεῖνο ὀφείλομεν νὰ παράσχωμεν ὅλα τὰ μέσα, διὰ πάσης θυσίας τοῦ δημοσίου ταμείου, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἔχομεν περισσεύματα ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν προξενικῶν ἄφθονα· ὀφείλομεν, λέγω, νὰ παράσχωμεν τὰ μέσα εἰς τὸν πρόξενον Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄξιος παντὸς ἐπαίνου διὰ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἄχρι τοῦδε διεξήγαγε, καὶ διὰ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα αἱ ὑπηρεσίαι αὐτοῦ ἐπέφεραν. Καὶ δὲν σεβόμεθα τὴν ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν ἐκπληροῖ τὸ Προξενεῖον ἐκεῖνο, καὶ ζητοῦμεν νὰ πορισθῶμεν ἐκ τοῦ ταμείου τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ Προξενείου ὠφελήματα, διὰ νὰ συγκαλύψωμεν τί; Νὰ συγκαλύψωμεν τὰ οἰκονομικά μας ῥάκη, ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέστησεν ἐνώπιον ἡμῶν· διότι τοιαύτην παρέστησεν εἰκόνα τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ὥστε νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν ἀπειλὴν τῆς πτωχεύσεως τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, ἤμεθα εἰς οἰκονομικὴν κατάστασιν τοσοῦτον οἰκτρὰν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὰς θυσίας ταύτας, διὰ νὰ συντηρήσωμεν ἐπαρκῶς καὶ ὡς πρέπει τοὺς ἀντιπροσώπους ἡμῶν εἰς τὴν Ἀνατολήν, καὶ ἰδίως τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν χωρῶν ἐκείνων, ὧν πρὸ μικροῦ ἐμνήσθην, ἂς κηρύξωμεν, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦμεν καὶ δὲν δυνάμεθα· ἂς παραιτηθῶμεν τῶν πόθων καὶ ὀνείρων, καὶ ἂς εἴπωμεν: «ἡ τύχη ἢ αἱ ἁμαρτίαι μας οὕτω μᾶς κατεδίκασαν»· ἀλλ’ ἂς μὴ ζητῶμεν ὑπὲρ τῶν ἐσωτερικῶν μας ἀναγκῶν καὶ τὸν ὀβολὸν, τὸν ὁποῖον συνεισφέρουσιν οἱ ἐν τῇ Ἀνατολῇ Ἕλληνες, προθύμως ὑποβαλλόμενοι εἰς τὸν ἔρανον, τὸν ὁποῖον συνεισφέρουσιν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Διότι, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνων ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἐπανέλαβε, λέγω, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν προξένων ηὔξησαν ὑπὸ τὸν ὅρον, ὃν ἀπεδέχθησαν οἱ ὁμογενεῖς, ὅτι θὰ αὐξηθῶσι μὲν τὰ τέλη τὰ προξενικά, θὰ αὐξηθῶσιν ὅμως καὶ οἱ μισθοὶ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, ἵνα ζῶσιν εὐπροσώπως. Καὶ σήμερον ἐρχόμεθα καὶ τοῖς λέγομεν: «Δότε μας τὸ χρῆμα, ἀλλ’ ἡμεῖς θὰ περικόψωμεν τοὺς μισθούς, διότι δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν, δὲν ἐπαρκοῦμεν νὰ τοὺς πληρόνωμεν». Καὶ θ’ ἀπαντήσωσιν αὐτοί: «Καταργήσατε καλλίτερον τὰ Προξενεῖα, ἀντὶ νὰ ἀποστέλλητε προξενικοὺς ὑπαλλήλους καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάζητε νὰ ζῶσι βίον ἀβίωτον.» Εἶπον πρὸ μικροῦ, κύριοι Βουλευταί, περὶ Ἀλβανίας. Ἀλλὰ καὶ τῶν μισθῶν ἐκείνων δὲν φείδεται τὸ νομοσχέδιον. Ποῖα δὲ θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα; τ’ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι, ὅτι οἱ ἐν Ἀλβανίᾳ ὑπηρετοῦντες πρόξενοι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας οὐ μόνον ἡ θέσις των, ἀλλὰ καὶ ὁ τόπος καὶ αἱ συνθῆκαι τοῦ βίου ἐν Ἀλβανίᾳ ἀπαιτοῦσι, θ’ ἀποφεύγωσι τὴν ὑπηρεσίαν· διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι κατοικοῦντες εἰς μέρη ἀπόκεντρα, εἰς μέρη ἄγρια αὐτὸ τοῦτο, ἔχουσιν ἀνάγκην θερμάνσεως, ἔχουσιν ἀνάγκην ἵππου, διὰ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ διάφορα μέρη, ὅπου ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὑπηρεσίας τοὺς προσκαλεῖ. Τί δὲ θὰ συμβῇ; Ὅτι δὲν θὰ εὑρίσκωμεν προξένους διὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ θ’ ἀναγκάζηται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ λέγῃ ὅ,τι πρό τινων ἡμερῶν ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι οἱ πρόξενοι δὲν θέλουσι νὰ μεταβῶσι. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι νέον, διότι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν πολλάκις παρουσιάσθη· πρόξενοι διορισθέντες ἐν Ἀλβανίᾳ δὲν μετέβαινον, καίτοι δι’ ὅλων τῶν μέσων καὶ τῶν τρόπων παρεκαλοῦμεν αὐτοὺς, ἵνα μεταβῶσιν ἐκεῖ. Τοῦτο συνέβη καὶ εἰς ἐμὲ, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὑπῆρξαν πρόξενοι, οἵτινες κατ’ οὐδένα τρόπον ἤθελον νὰ μεταβῶσι. Περὶ τῶν ἐνοικίων, κύριοι Βουλευταί, τῶν προξενικῶν καταστημάτων ἐπαρκῶς ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτής. Ἀλλ’ ἐξετάζων τὸ νομοσχέδιον δὲν δύναμαι νὰ παρέλθω καὶ ἐγὼ ἐν σιγῇ τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς σᾶς ἀνέγνωσε τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ παλαιοῦ, τὴν ὁποίαν ἐπαναφέρει τὸ νομοσχέδιον. Ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ νόμου τοῦ 1877 ἔδωκεν ἀφορμὴν, ὥστε δι’ ἐγκυκλίου νὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ πρόξενοι νὰ καταβάλλωσι τὸ ¼ τοῦ ἐνοικίου, διότι ὁ νόμος τοῦ 1877 ἐποιεῖτο λόγον περὶ γραφείων τῶν Προξενείων· τουτέστιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεγράφετο κατ’ ἔτος ποσὸν συλλήβδην, ἐκ τοῦ ὁποίου κατεβάλλοντο τὰ ἐνοίκια τῶν προξενικῶν γραφείων κατὰ συμβόλαια, τὰ ὁποῖα ἤθελον οἱ πρόξενοι ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς λεπτολόγους, ἀλλὰ καὶ σοφιστευομένους ὑπαλλήλους νὰ συναγάγωσιν, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ὑποχρεοῦται παρὰ νὰ πληρόνῃ γραφεῖα προξενικὰ, ἑπομένως, ἐὰν ὁ πρόξενος ἐνοικίαζε μεγαλείτερον κατάστημα, οἴκημα διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν γραφείων, καὶ ἐχρησιμοποίει τοῦτο καὶ πρὸς ἰδίαν κατοικίαν, ὤφειλε νὰ πληρώσῃ τὸ ¼. Καὶ τοιουτοτρόπως δι’ ἐγκυκλίου ἐπεβλήθη εἰς τοὺς προξένους—ἂς μὴ τὴν εἴπω φορολογίαν— αὐτὸς ὁ τζερεμὲς, ἀδίκως καὶ παραλόγως. Ἀλλὰ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν εἴχομεν ἀνάγκην πορισμοῦ εἰσπράξεων εἰς χρυσὸν, ἡ περιστολὴ αὕτη συνεπήγαγε τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας συνάδελφος σᾶς ἀνέπτυξεν, ὅτι τουτέστιν οἱ πρόξενοι ἠναγκάζοντο νὰ συνομολογῶσι συμβόλαια μεγαλειτέρων ἐνοικίων διὰ γραφεῖα, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ ¼, τὸ ὁποῖον κατέβαλλον, ἦτο περιειλημμένον ἐν τῷ συνομολογηθέντι ἐνοικίῳ. Ὁ νόμος τοῦ 1900 ἠθέλησε νὰ ἄρῃ αὐτὸ τὸ ἄτοπον, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου τὴν δαπάνην τῶν ἐνοικίων τῶν προξενικῶν καταστημάτων. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ κατοικία τοῦ προξένου ἀποτελεῖ μέρος τῆς εὐπρεποῦς παραστάσεως αὐτοῦ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἔχητε πρόξενον, ὅστις ἀλλοῦ νὰ ἔχῃ τὸ γραφεῖόν του καὶ ἀλλοῦ τὴν κατοικίαν, ἡ ὑπηρεσία ἡ προξενικὴ βεβαίως δὲν θὰ λειτουργῇ καλῶς. Ποία δὲ εἶναι ὅλη αὐτὴ ἡ θυσία, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβληθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον;

§84ΡΩΜΑΝΟΣ. 13,500 φράγκα.

§85ΣΤΕΦΑΝΟΥ. 13,500 φράγκα. Καὶ ἡ εὐπρόσωπος παράστασις τῶν ἡμετέρων ἀντιπροσώπων ἐν τῇ Ἀνατολῇ θυσιάζεται διὰ 13,500 φρ. χρυσᾶ, ἢ 20–25 χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς! Καὶ ἐὰν μὲν δὲν εἴχομεν περισσεύματα, θὰ ἐλέγομεν: «ἔστω· δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν· δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναγράφωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κονδύλια δαπανῶν πέραν τῶν εἰσπράξεων, τὰς ὁποίας ἔχομεν». Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχομεν περίσσευμα, διατὶ νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς ἡμετέρους ἀντιπροσώπους αὐτὴν τὴν στέρησιν, ἡ ὁποία ἠθικῶς θέλει ἀντανακλᾷ καὶ ἐπὶ τοῦ Κράτους; Ἔλεγον κατὰ τὴν προηγουμένην ἀγόρευσίν μου, ὅτι κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον, τὸν πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1900, οἱ ὑποπρόξενοι ἐμισθοδοτοῦντο διὰ 400 δραχμῶν, δὲν εἶχον δὲ οὔτε κλητῆρα, οὔτε γραφέα· ἑπομένως καὶ τὴν κατωτέραν, καὶ τὴν χειρωνακτικὴν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ Προξενείου ὑπηρεσίαν ὤφειλον νὰ ἐκτελῶσιν αὐτοὶ, καὶ τὴν ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν ἐπίσης, πλὴν ἐὰν ἤθελον θυσιάζει ἐκ τοῦ γλισχροτάτου μισθοῦ των, ἵνα προσλάβωσιν ἕνα ὑπηρέτην. Ὁ νόμος τοῦ 1900 ηὔξησε τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑποπροξένων εἰς 500 δραχμὰς χαρτίνας, παρέσχε δὲ εἰς αὐτοὺς καὶ τὰς ὑπηρεσίας ἑνὸς καβάση. Τὸ νομοσχέδιον, βλέπον ἴσως ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἔχῃ ὁ πρόξενος τοὐλάχιστον ἕνα καβάσην, μετέβαλε τὴν διάταξιν εἰς δυνητικὴν, ἐφ’ ὅσον δηλ. δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ πρόξενος ἤθελε καταδείξει τὴν ἀνάγκην προσλήψεως καβάση. Σᾶς παρακαλῶ ὅμως νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν θὰ ὑπάρξωσι πρόξενοι, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ ὑποβάλωσιν ἐκθέσεις ἠτιολογημένας, διὰ νὰ προσλάβωσι καβάσην. Ἀλλ’ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἀναπληροῦται ὑπὸ τῆς λογικῆς καὶ τῶν πραγμάτων. Πῶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ Ὑποπροξενεῖον ἄνευ ἑνὸς κλητῆρος; Ἀλλὰ δὲν φθάνει μόνον μέχρις αὐτοῦ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἀρκεῖται εἰς τοῦτο, ἀλλὰ περικόπτει καὶ 5 δραχμὰς ἀπὸ τὰ γραφικά. Αἱ 30 νὰ γείνωσιν 25. Δὲν μοὶ λέγετε, τί 25, τί 30; Ἀλλ’ ἡ περικοπὴ τῶν 5 δραχμῶν δὲν σημαίνει οἰκονομίαν· σημαίνει μᾶλλον φοβερὰν ἀστοργίαν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ παρατηρεῖται ἓν κενὸν ὡς ἐκ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἄρθρου 18 εἰς τὸ ἄρθρον 14, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλοῦμεν. Τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζει, ὅτι «ἡ διὰ γραφικὰ ἔξοδα χορηγία δι’ ἕκαστον τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 78 τοῦ ΧΝϚʹ νόμου, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ ͵ΒΨΗʹ νόμου, ἀναγραφομένων Ὑποπροξενείων ὁρίζεται εἰς δραχ. 25 κατὰ μῆνα». Καὶ ἔρχεται τὸ ἄρθρον 18, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ αὐτοῦ, ὅτι «οἱ ἀναπληροῦντες ὑποπροξένους λαμβάνουσι τὸ τρίτον τοῦ κατὰ τὸ προηγηθὲν 14 ἄρθρον μισθοῦ τοῦ ὑποπροξένου, τὸ ἥμισυ δὲ αὐτοῦ, ἂν ἡ θέσις τοῦ ὑποπροξένου χηρεύῃ». Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἠκούσατε, δὲν ὁμιλεῖ περὶ μισθῶν ὑποπροξένων· τὸ ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ γραφικῶν ἐξόδων. Λοιπὸν ποῖος εἶναι ὁ μισθὸς τοῦ ὑποπροξένου; Διότι οἱ μισθοὶ τῶν ὑποπροξένων, νομίζω, μένουσιν ἄθικτοι. Δὲν εἶναι ὅμως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τοὺς ὁρίζει, ὥστε νὰ γίνεται ἀναφορὰ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Ἔπρεπε νὰ γίνεται ἀναφορὰ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ κειμένου καὶ ἰσχύοντος· διότι ἄλλως ματαίως θ’ ἀναζητῇ τις εἰς τὸ ἄρθρον 14 τὸν μισθὸν τῶν ὑποπροξένων, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπάρχει. Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νομοσχεδίου προνοεῖ καὶ περὶ τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν διοριζομένων καὶ μετατιθεμένων, καὶ τροποποιεῖ καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ κειμένου νόμου. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέλειψεν, ἀπὸ σκοποῦ, ὑποθέτω, — καὶ ἴσως καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο ἡ τροποποίησις, — εἶναι περὶ τῶν ἀπολυομένων· διότι τὸ ἄρθρον τὸ ἀντίστοιχον τοῦ νόμου τοῦ κειμένου, τουτέστι τὸ 107, ὁρίζει ὅτι «εἰς τοὺς ἀπολυομένους ἐμμίσθους, ἐκτὸς ὅταν ἡ ἀπόλυσις γίνεται διὰ τινα τοῦ ἐν τῷ ἄρθρῳ 60 ἀναφερομένων αἰτιῶν», — καὶ, ἐννοεῖται, τότε παύονται λόγῳ πταίσματος περὶ τὴν ὑπηρεσίαν, — «καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀποθανόντων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ χορηγεῖται ἀνάλογος ἀποζημίωσις δι’ ὁδοιπορικὰ πρὸς ἐπάνοδον εἰς τὴν ἡμεδαπὴν ἐντὸς προθεσμίας οὐχὶ μείζονος τῶν ἕξ μηνῶν· ἄλλως στεροῦνται τὰ πρὸς ἀποζημίωσιν δικαιώματα, οἱ δὲ τυχὸν προκαταβολικῶς λαβόντες τοιαύτην, ἐὰν δὲν παλινοστήσωσιν ἐντὸς τοῦ ἀνωτέρω χρονικοῦ διαστήματος, ὑποχρεοῦνται εἰς ἐπιστροφήν.» Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι δικαιοτάτη. Τὸ Κράτος ἀπολύει ἕνα τῶν ὑπαλλήλων του ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὅπου τὸν ἔχει διορίσει ἢ μεταθέσει, καὶ τὸν ἀφίνει εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου. Ὁ νόμος λοιπὸν ὁ κείμενος προέβλεψε καὶ τὴν περίπτωσιν ταύτην, καὶ, ἐκτὸς ἐὰν ἀπολυθῇ πταίσματι αὐτοῦ, τὸ Κράτος ὀφείλει τοὐλάχιστον νὰ καταβάλῃ τὰ ἔξοδα τῆς παλινοστήσεως αὐτοῦ τε καὶ τῆς οἰκογενείας του. Ὡσαύτως, ἐὰν ἀποθάνῃ πρόξενος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐν τῇ θέσει, καὶ μένῃ ἔκθετος ἡ οἰκογένειά του ἐκεῖ, τὸ Κράτος δὲν ὀφείλει εἰς ὑπάλληλον ὑπηρετήσαντα αὐτὸ, ἀποθανόντα ἴσως καὶ ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας του, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτοῦ, νὰ προνοήσῃ περὶ παλινοστήσεως τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ; Τοῦτο ἀναγνωρίζει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἡ μάχαιρα τοῦ χειρούργου πρέπει νὰ φθάσῃ ἀσπλάγχνως καὶ μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ ἀρνῆται τὰ ἔξοδα τῆς παλινοστήσεως εἰς τοὺς ἀπολυομένους. Διατί; Δὲν δικαιοῦνται καὶ ἐκεῖνοι;

§86ΛΕΒΙΔΗΣ. Τσεκοῦρι, ὄχι μάχαιρα!

§87ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι Βουλευταὶ, μίαν τελευταίαν παρατήρησιν ὀφείλω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντῶν προχθὲς εἰς τὸν ἐκ Κραναίας συνάδελφον, καὶ θέλων ν’ ἀποδείξῃ, ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν μέρος, τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὡς μὴ ἔχοντα τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, κατέφυγεν εἰς ἓν μέσον, πορισθεὶς ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τῶν ἀπολογισμῶν ἀριθμοὺς, ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν ὁποίων ἐζήτει νὰ σύρῃ συμπεράσματα, καὶ χωρὶς ν’ ἀπαντήσῃ ἐκτενῶς εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τὰ προβαλλόμενα ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ, ἐζήτει ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν παραβολῇ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896 πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 ἀναβαίνει εἰς 1,000,000. Καὶ ματαίως ἐπεκαλεῖτο καὶ ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς καὶ ὁ κ. ἐκ Κραναίας συνάδελφος τὴν διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τὰς προσωρινὰς καταστάσεις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέμενεν εἰς τὸ 1,000,000, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὸν σπαταλᾶται ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν δύο προϋπολογισμῶν. Κύριοι, τὸ ζήτημα σήμερον δὲν ἔγκειται ἐν τῇ παραβολῇ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν· διότι, ἐὰν τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τοῦ 1889, ὅτε ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς πίνακας ἐμφαίνοντας τὰ ἔξοδα ταῦτα, ἀναβαίνωσιν εἰς 2,000,000 ἢ εἰς 1,000,000 ἢ εἰς 3,000,000 ἢ 4,000,000, τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον πρὸς τὸ θέμα· διότι ἡμεῖς δὲν συζητοῦμεν σήμερον περὶ ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν· ἡμεῖς συζητοῦμεν περὶ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, περὶ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος καταβάλλει διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ περὶ τῶν εἰσπράξεων, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος πραγματοποιεῖ ἐκ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας. Ἀπεδείχθη δὲ, καὶ εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀμφισβητηθῇ, διότι οἱ ἀριθμοὶ εἶναι οἱ εὐγλωττότεροι παράγοντες, ὅτι ἡ λειτουργία τοῦ νόμου τοῦ 1900, μεθ’ ὅλας τὰς ἀντιξόους περιστάσεις, ἀπέδωκεν ἀποτελέσματα λαμπρὰ, ἀπέδωκε περισσεύματα, τὰ ὁποῖα, ὁσονδήποτε καὶ ἂν θέλητε νὰ ἐλαττώσητε, βεβαίως δὲν εἶναι κατώτερα τῶν 50,000 δραχμῶν. Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ ζήτημα, διότι τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι, ἐνῷ ἡ προξενικὴ ὑπηρεσία ἀποδίδει καὶ πλεονάσματα ἐπὶ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος καταβάλλει, ἡμεῖς δὲν ἀρκούμεθα εἰς αὐτὸ, δὲν ζητοῦμεν τοὐλάχιστον νὰ τὰ δαπανήσωμεν χάριν τῆς ὑπηρεσίας; — καὶ τί λέγω χάριν τῆς ὑπηρεσίας; — χάριν τοῦ Κράτους, χάριν τῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐπαγγέλλεται καὶ ἔχει καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ, ἀλλὰ ζητοῦμεν νὰ περικόψωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν προξένων, θεωροῦντες ὅτι ἡ προξενικὴ ὑπηρεσία εἶναι ὁ μαστός, ἐκ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἀμέλγωμεν, διὰ νὰ παραστήσωμεν οἰκονομίας, οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ ὅλων τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐπαρουσίασεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις, ἀπεδείχθησαν ἄνθρακες, ἀπεδείχθησαν φροῦδαι, ἀπεδείχθησαν ἕωλοι. Κύριοι, φρονῶ καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι σᾶς ἀπέδειξα, — καὶ προκαλῶ τὸν θέλοντα νὰ ἀνασκευάσῃ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω, — φρονῶ, λέγω, ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἀμελέτητον, εἶναι ἀσύστατον, εἶναι ἀσυνάρτητον, ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι καὶ ἀντεθνικόν. Καὶ ἐπιμένω ὑποστηρίζων τὴν γνώμην ταύτην· διότι δὲν ὤφειλε ποτὲ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν εἶχε νοῦν κυβερνητικόν, ἐὰν εἶχε νοῦν διοικητικόν, δὲν ὤφειλε ποτὲ νὰ φέρῃ αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν στιγμὴν ταύτην, καθ’ ἣν δὲν γνωρίζομεν τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἔχομεν ἀνάγκην προσώπων καὶ ἐνισχύσεως τοῦ προξενικοῦ ἡμῶν κλάδου. Καὶ οὐδέποτε ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τολμήσῃ νὰ θέσῃ χεῖραν ἱερόσυλον ἐπὶ τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀπεκδεχόμεθα δρᾶσιν καὶ ἐνέργειαν ἐθνικήν. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ζητήσῃ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἵνα μελετηθῇ καὶ ἔλθῃ κατόπιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ δύνανται νὰ συζητηθῶσι θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐκτεθῶσιν ἐνώπιον Βουλῆς πληθούσης, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν, ἂν συμφέρει σήμερον νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς τοιοῦτο νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, προτείνω, ἵνα τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ εἰς τὴν μελέτην εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἀφοῦ τὸ ἐπεξεργασθῇ ἡ ἐπιτροπή, νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;

§89ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐννοῶ, Κύριοι, τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν. Εἶναι τὸ εὐγενέστερον αἴσθημα ἡ ἅμιλλα, ἡ ὁποία ἐμπνέει τοὺς πολιτευομένους, προσπαθοῦντας τίς πλέον τοῦ ἄλλου νὰ παράσχῃ τὰς ὑπηρεσίας του εἰς τὸν τόπον. Ἐννοῶ τὴν ἐπίκρισιν ἐντὸς τῶν πραγμάτων· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ πάθος τὸ πολιτικόν, ἢ τὸ αἴσθημα τῆς πατρότητος ἢ μᾶλλον τῆς πρωτοβουλίας τῆς εἰσηγήσεως δὲν πρέπει νὰ ἄγῃ ἢ κυριεύῃ ἡμᾶς εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ σκοτίζῃ τὴν διάνοιαν ἡμῶν καὶ νὰ παραφέρῃ αὐτὴν εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε νὰ παριστῶμεν, ὅτι πᾶς ὅστις δὲν συμμερίζεται τὰς γνώμας ἡμῶν εἶναι αὐτόχρημα καταστροφεύς! Δὲν μᾶς παρέστησε προχθὲς ὁ ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς ὡς ἄλλους Ἡροστράτους, οἱ ὁποῖοι ἐζηλώσαμεν τὴν δόξαν νὰ καταστρέψωμέν τι, μόνον διὰ ν’ ἀποθανατίσωμεν τὸ ὄνομά μας; νὰ καταστρέψωμεν ἄλλον ναὸν τῆς Ἐφεσίας Ἀρτέμιδος; Λέγω, ὅτι τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ ὑποστηρίζωμεν τὰς πράξεις μας ἢ τὰς σκέψεις μας, δὲν πρέπει νὰ ὠθῇ ἡμᾶς εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε καὶ ἡ μνήμη μας νὰ θολῶται καὶ ἡ κρίσις μας ἀκόμη νὰ μὴ ἦναι ἐλευθέρα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς ἀνέφερε μεταξὺ τῶν ἄλλων μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἐκ πλάνης ἀνέφερε· διότι ἀνέφερεν ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι περικόπτομεν τὸν μισθὸν τοῦ ἐν Καΐρῳ προξένου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι 1600 δρ. περιεῖχεν ὁ παλαιὸς νόμος, 1600 ἔχει καὶ τὸ νομοσχέδιον...

§90ΡΩΜΑΝΟΣ. 1750 εἶχεν ὁ πολιτικὸς πράκτωρ ἐν Καΐρῳ, ἄλλοτε ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, καὶ ὁ πολιτικὸς πράκτωρ ἐν Σόφιᾳ, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ᾼΧΚΓʹ τοῦ 1887, ὑμεῖς δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑμῶν ἀναφέρετε οὐχὶ μισθὸν προξένου, ἀλλὰ μισθὸν πολιτικοῦ πράκτορος, ὃν περικόπτετε κατὰ 150 δραχμάς.

§91ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ ἴδητε. Ἔχετε ὑπομονήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, σὺν τοῖς ἄλλοις, δὲν ἠξεύρω πῶς, παριδὼν τὸ ἐδάφιον τρίτον τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νομοσχεδίου, εἶπεν ὅτι, ἐν περιπτώσει ἀποβιώσεως προξένου ἐν ἀλλοδαπῇ, δὲν ἐφροντίσαμεν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστροφῆς τῆς ἀτυχοῦς οἰκογενείας του. Ἀλλὰ τὸ ἐδάφιον τρίτον τοῦ ἄρθρου 17 λέγει: «Εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀποθανόντων ἀποδίδοται ὡσαύτως τὸ ἀπολύτως ἀπαιτούμενον ποσὸν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, ὅπως ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ἡμεδαπὴν ἐντὸς προθεσμίας ἕξ μηνῶν τὸ βραδύτερον...» Καὶ δὲν σᾶς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς τὸ ἐναντίον; Καὶ ἀπορῶ, πῶς περιέπεσεν εἰς τοιοῦτον λάθος, ἀφοῦ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του εἶχε τὸ ἐδάφιον τρίτον τοῦ ἄρθρου 17. Ἀλλ’ εἰς τὴν ῥύμην τοῦ λόγου του, παρασυρθεὶς ἴσως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀνέφερεν αὐτό· δὲν ἀποδίδω ἑπομένως αὐτὸ εἰς κακὴν θέλησιν. Ἀλλὰ προχθὲς, ὅτε συνεζήτει ὁ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς, ἔχων πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους εἶχον ὑποβάλει πρό τινος τῇ αἰτήσει του, ἀνέφερεν, ὅτι κατὰ τοὺς πίνακας, οὓς ἔδωκα αὐτῷ, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1900 ἡ μείωσις τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων ἐκ ναυτιλιακῶν δικαιωμάτων εἶχε φθάσει εἰς 80–100 χιλιάδας φράγκα. Παρετήρησα αὐτῷ τότε, ὅτι κατὰ τοὺς πίνακας, οὓς εἶχεν ἀνὰ χεῖρας (κεφάλαιον Βʹ), καὶ ἐκ τῶν ἀτελειῶν τῶν χορηγηθεισῶν δυνάμει τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 250 τοῦ προξενικοῦ νόμου διαφοραὶ ἐπὶ μεῖον ἀποβαίνει ἀδύνατον νὰ ὁρισθῶσιν ἐπακριβῶς· αὗται ὅμως ὑπελογίσθησαν καὶ ἐν ἄλλῃ καταστάσει, δοθείσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ ἐποχὴν ἐγγυτέραν πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ͵ΒΨΗʹ, εἰς φράγκα 30,000–40,000 ἐτησίως». Καὶ πῶς περιέπεσεν εἰς τοιοῦτον λάθος ὁ κ. συνάδελφος;...

§92ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἔχετε ὑποβάλει καὶ ἄλλον πίνακα.

§93ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Σᾶς εἶπον καὶ προχθὲς κατὰ τὴν διακοπήν· εἶδον ὅτι ὠργίσθητε εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ βλάπτητε τὴν ὑγείαν σας.

§94ΡΩΜΑΝΟΣ. Μὴ φροντίζετε δι’ ἐμέ. Ὑποφέρετε σεῖς περισσότερον ἀπὸ ἐμέ.

§95ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ πάσχω εὐτυχῶς μόνον τὰ κάτω ἄκρα, τοὺς πόδας (ἱλαρότης). Ἀφοῦ ὁ κ. συνάδελφος εἶχε πρὸ ἑαυτοῦ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον τῷ ἔδωκα, εἰς τὸν ὁποῖον λέγεται, ὅτι αἱ ἀτέλειαι ὑπελογίσθησαν εἰς 30,000–40,000 φράγκα, σᾶς ἀνέφερεν 80–100 χιλιάδας· καὶ ὅτε τῷ παρετήρησα τὴν ἔλλειψιν ἢ τὸ λάθος αὐτὸ, τότε ὠργίσθη εἰς σημεῖον, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐνθυμεῖσθε. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἓν ἄλλο περιέπεσεν. Εἶπεν ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς νέας φορολογικῆς κλίμακος, κατὰ τὸ ἄρθρον 223 τοῦ νόμου, διὰ τὰ ἔγγραφα ἀγοραπωλησίας ἀτμοπλοίων ἡ μείωσις ἦτο 76,000 φράγκα. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀνὰ χεῖρας (κεφάλ. Γʹ), λέγει: «Αἱ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς νέας φορολογικῆς κλίμακος, τῆς ὁρισθείσης ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 223 τοῦ προξενικοῦ νόμου διὰ τὰ ἔγγραφα ἀγοραπωλησίας καὶ ναυπηγήσεως πλοίων, ἐπελθοῦσαι ἐπὶ μεῖον διαφοραὶ ἀδύνατον εἶναι νὰ ὁρισθῶσιν ἐπακριβῶς. Αὗται ὅμως ὑπολογίζονται εἰς 15,000–20,000 φράγκα.» Καὶ πῶς ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα τῶν 76,000 φρ. ὁ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτής; Διότι σᾶς εἶπεν, ὅτι κατὰ τὸν τελευταῖον πίνακα τοῦ ἔτους 1901 ἢ 1902, νομίζω, ἐναυπηγήθησαν ἢ ἠγοράσθησαν 18 ἀτμόπλοια, ἅτινα πρὸς 5,000 φρ. ἕκαστον φέρουσιν 90,000· εἰσεπράξαμεν, νομίζω, 19,000· ἄρα ἡ διαφορὰ εἶναι 70 καὶ πλέον χιλιάδες. Τοιούτους ὑπολογισμούς, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ συλλογίζηταί τις, πρὶν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν· διότι μήπως τὰ 17 ἢ 18 ἀτμόπλοια, τὰ ὁποῖα ἐναυπηγήθησαν ἢ ἠγοράσθησαν, ἦσαν ὅλα χωρητικότητος 4,000 ἢ 5,000 τόννων, ἀξίας 30 ἢ 40 χιλιάδων λιρῶν, διὰ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον τῶν 5,000 φράγκων; Γνωρίζετε πολὺ καλὰ, καὶ ἂν ἐγκύψητε εἰς τὴν μελέτην τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον ἔχετε, θὰ ἴδητε, ὅτι ἦσαν καὶ ἀτμόπλοια 800 τόννων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπλήρονον παρὰ χίλια φράγκα, καὶ ἦσαν καὶ ἀτμόπλοια, διὰ τὰ ὁποῖα, εἰ καὶ μεγαλειτέρας χωρητικότητος, ἐπειδὴ ἦσαν παλαιὰ, ἐπληρώθησαν μόνον 8,000 ἢ 9,000 λίραι, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ὑπεβάλλοντο παρὰ εἰς 1000 μόνον περίπου φράγκων χαρτόσημον. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. ἐκ Κραναίας συνάδελφος, θέλων ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἦσαν ἢ θὰ ἦσαν πολὺ μεγαλείτεραι ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἔχομεν, ἐβασίσθη ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπὶ βάσεως ὅλως ἀντιθέτου τῶν πραγμάτων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπὶ σφαλεροῦ ὑπολογισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλο λάθος ὑπέπεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας. Ἔλεγε: «πῶς περικόπτετε τοὺς μισθοὺς τῶν προξένων, ἀφοῦ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν Προξενείων ἔχομεν πλεόνασμα; διότι εἰσπράττομεν τόσα, δαπανῶμεν τόσα, καὶ ἑπομένως πρέπει τὸ ὅλον νὰ δαπανᾶται διὰ τοὺς προξένους». Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι οἱ πρόξενοι ἢ αἱ Πρεσβεῖαι εἶναι ἄχρηστοι καὶ δὲν παρέχουσιν ὑπηρεσίας· τοὐναντίον νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἔπρεπε καὶ τὰς μὲν καὶ τὰς δὲ νὰ ἐπαυξήσωμεν, καὶ νὰ βελτιώσωμεν τὴν θέσιν των. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ σκέψις αὕτη, ὅτι, ἀφοῦ ἀπὸ ἕνα κλάδον εἰσπράττομεν τόσα, ὁ κλάδος αὐτὸς πρέπει ν’ ἀπορροφᾷ ὅλας αὐτὰς τὰς εἰσπράξεις, νομίζω, λέγω, ὅτι ἡ σκέψις αὕτη ἤθελε μᾶς ἀγάγει εἰς συμπεράσματα λίαν σφαλερά. Διότι, ἐὰν ἐφαρμόσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καθόλου στρατὸς, διότι ἀπὸ τὸν στρατὸν δὲν εἰσπράττομεν τίποτε, καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ δὲν εἰσπράττομεν τίποτε, δὲν πρέπει καὶ νὰ δαπανᾷ τὸ Κράτος. Ὥστε δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα. Ἐννοῶ πολὺ καλὰ, ὅτι πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ βελτιώσωμεν τὴν τύχην τῶν προξένων, καὶ νὰ ζητῶμεν ἀπὸ αὐτοὺς εὐσυνείδητον λειτουργίαν καὶ πράγματι ὑπηρεσίαν χρήσιμον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἄλλα δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι, ἐπειδὴ ἐκ τῶν Προξενείων εἰσπράττομεν 500,000 ἢ 600,000 δραχμὰς, πρέπει ὅλαι αὐταὶ νὰ δαπανηθῶσι, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς γενικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὑπέπεσε, λέγω, καὶ εἰς ἄλλο σφάλμα ὑπολογισμοῦ ὁ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς, ὅτε ἔλεγεν: «Ἐν συγκρίσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, τὸν ὁποῖον ἀνεφέρατε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, ἡ διαφορὰ τῶν προξενικῶν δαπανῶν εἶναι περίπου 110,000 δρ. αὔξησις, ὅσον δηλαδὴ ηὐξήθησαν αἱ εἰσπράξεις. Ἑπομένως τί παραπονεῖσθε; Βλέπετε ὅτι καὶ ἐκεῖθεν ἔχομεν πλεόνασμα μᾶλλον παρὰ ἔλλειψιν· ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνητε τὸ κεφάλαιον τῶν προξενικῶν διὰ τῶν δαπανῶν αὐτῶν, ἀφοῦ αἱ εἰσπράξεις ὑπερκαλύπτουσιν.» Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ, νομίζω, περιέπεσεν εἰς λάθος, δι’ ἁπλούστατον λόγον. Συγκρίνω τὸν προϋπολογισμὸν (καὶ συγκρίνω αὐτὸν διότι ὁ κ. συνάδελφος ἐμνήσθη αὐτοῦ) τοῦ 1896 πρὸς τὸν τοῦ 1902, καὶ συγκρίνω ὄχι ἀπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ προϋπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, ἡ διαφορὰ τοῦ 1902 εἶναι 224,084 δραχμαὶ ἐπὶ πλέον.

§96Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας;

§97ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα. Εἶπον καθαρῶς «τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας»· ἀντὶ δηλαδὴ 969,200, ἦτο τῷ 1896 δραχμαὶ 745,116· ὥστε εἶναι ἐπὶ πλέον 224,084 δραχμαὶ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902. Παραβάλω τώρα τὰς εἰσπράξεις τοῦ ἔτους 1896 πρὸς τὰς τοῦ 1902. Κατὰ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν, τῷ 1896 εἰσπράξεις 554,610 φράγκα, τῷ 1902 φρ. 651,597· τουτέστιν αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1902 πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1896 παρουσιάζουσι διαφορὰν 96,987 φρ. ἐπὶ πλέον.

§98ΡΩΜΑΝΟΣ. Τοῦ 1902 αἱ εἰσπράξεις πόσαι εἶναι;

§99ΣΚΟΥΖΕΣ. 651,597.

§100ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν τὸ παραδέχεται αὐτό.

§101ΣΚΟΥΖΕΣ. Βλέπετε, ἐγὼ δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν διαφορὰν μεταξὺ εἰσπράξεων μήπω ἐκκαθαρισθεισῶν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Μεταχειρίζομαι τοὺς ἰδίους πίνακας, τοὺς ὁποίους ἔχετε καὶ ὑμεῖς πρὸ ὀφθαλμῶν, τοὺς ὁποίους τῇ αἰτήσει ὑμῶν ὑπέβαλον πρό τινος. Ἴσως ὑπάρχουσι μικραί τινες διαφοραὶ μεταξὺ τῶν λογαριασμῶν τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι μεγάλη. Λοιπὸν τῷ 1896 αἱ εἰσπράξεις ἦσαν φρ. 554,610, τῷ δὲ 1902, μεθ’ ὅλην τὴν αὔξησιν τῶν προξενικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλεν ὁ νόμος τοῦ 1900, φράγκα 651,597. Ποία εἶναι ἡ διαφορά; 96,987 φράγκα. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἀπέχομεν πολὺ ἀπὸ τοὺς ἀριθμοὺς, τῶν 150,000 καὶ 160,000 χρυσῶν φράγκων, οὓς ἀνεφέρατε.

§102ΡΩΜΑΝΟΣ. 124,000.

§103ΣΚΟΥΖΕΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι τὸ κεφάλαιον Γʹ καθαρῶς προξενικὰς δαπάνας παρουσιάζει τῷ 1902 ἐπὶ πλέον τῶν τοῦ 1896 δραχ. 224,084. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον εἴσπραξις τοῦ 1902, περιοριζομένη μόνον εἰς 96,000, εἶναι μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ καλύψῃ τὴν αὔξησιν τῶν 224,000. Παραβάλλω προϋπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν· δὲν ἀναφέρω ἀπολογισμόν.

§104ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, αὐτὸ δὲν μᾶς δίδει καμμίαν ἰδέαν τοῦ πράγματος. Εἰπέτε μας τὰ ποσὰ —ἀφοῦ εἶναι ποσὰ τοῦ 1896—τὰ πραγματικὰ, τὰ δαπανηθέντα καὶ τὰ εἰσπραχθέντα.

§105ΣΚΟΥΖΕΣ. Βλέπετε ὅτι θέλω νὰ ἦμαι ὅσον ἔνεστιν ἀμερόληπτος. Τοῦ 1896 δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸν ἀπολογισμόν. Ἀλλὰ τοῦ 1902 θέλετε νὰ σᾶς ἀναφέρω προϋπολογισμόν; Ἀλλὰ τότε θὰ μοὶ ἐλέγετε: «συγκρίνεις ἀπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν!»

§106Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ...

§107ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀξιότιμε Βουλευτὰ ἐκ Κερκύρας, νομίζω ὅτι δὲν δύναταί τις ἀμεροληπτότερον νὰ κρίνῃ. Σᾶς ἀναφέρω προϋπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμὸν,—καὶ ὑποθέτω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἑνὸς ἔτους θ’ ἀφήσῃ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, οἷα καὶ ὁ τοῦ ἄλλου,—διὰ νὰ ἤμεθα ἐν τῇ ἀκριβείᾳ· εἰδεμὴ, ἤξευρα πολὺ καλὰ, ὅτι, ἐὰν συγκρίνω πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, θὰ ἦτο καλλίτερον δι’ ἐμέ. Βλέπετε λοιπὸν, ἀπέναντι 224,084 δρ. ἐπὶ πλέον ποία εἶναι ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν εἰσπράξεων, μόνον 96,987. Ἀλλ’ ὁ ἐκ Κραναίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπέπεσε καὶ εἰς ἕτερον λάθος, τὸ ὁποῖον εἶναι περίεργον πῶς θὰ δικαιολογήσῃ, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον παρέσυρε καὶ τὸν ἐκ Ζακύνθου ἀξιότιμον κ. Βουλευτήν. Εἶπεν ὅτι ἐπὶ τῶν ἐνοικίων ἡ αὔξησις εἶναι 13,000 δραχμαί.

§108ΡΩΜΑΝΟΣ. 13,500.

§109ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἰδοὺ τὰ προϋπολογισθέντα. Ἐδῶ ἔχω καὶ τὰ πληρωθέντα, ἵνα εὐχαριστήσω καὶ τὸν ἐκ Νάξου κύριον Βουλευτήν. Κατὰ τὸ ἔτος 1898 προϋπολογίσθησαν 69,928, καὶ ἐπληρώθησαν 69,713· τῷ 1899 προϋπολογίσθησαν 75,000, καὶ ἐπληρώθησαν 71,453· τῷ 1900 προϋπελογίσθησαν 75,000, καὶ ἐπληρώθησαν 70,027· ἐν ἔτει 1901 προϋπελογίσθησαν 100,000, καὶ ἐπληρώθησαν 96,724· τῷ 1902 προϋπελογίσθησαν 100,000, καὶ ἐπληρώθησαν 91,045 φρ. χρυσᾶ. Τώρα εἴπετέ μοι, ἀφοῦ ἠξεύρετε ὅτι πρόκειται διὰ τὸ ¼% τοῦ ἐνοικίου, πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ ἓν τέταρτον τῶν 100 νὰ ἦναι 13; Ἐγὼ, μὲ τὴν ὀλίγην ἀριθμητικὴν, τὴν ὁποίαν ἔμαθον ἐν τῷ σχολείῳ, ἠξεύρω ὅτι τὸ τέταρτον τῶν 100 εἶναι 25. Ὥστε ἐπὶ τοῦ πραγματικῶς πληρωθέντος ποσοῦ τῶν 91,000 φρ. τὸ τέταρτον εἶναι 22,750. Τώρα πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας εὗρεν, ὅτι τὸ τέταρτον εἶναι 13,500, ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐννοῶ. Ἀλλ’ ἵνα παραστήσῃ, πόσον ἡ αὔξησις τῶν τελῶν θὰ ἦτο μεγαλειτέρα, ἐὰν δὲν ἠλαττοῦντο διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 τόσον πολὺ τὰ δικαιώματα ἐπὶ τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν, εἶπεν ὅτι καὶ αὐτὸ ἦτο μία ἀφορμὴ ἐλαττώσεως. Καὶ ἐδῶ μοὶ φαίνεται ὅτι περιέπεσεν εἰς λάθος, διότι αὐτὴ ἡ ἐλάττωσις ἐκ τῶν ναυτιλιακῶν δικαιωμάτων εἶχεν ἐφαρμοσθῆ πολὺ πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1900, καὶ μόνον ὅτε τῷ 1899 ἐξ ἀφορμῆς ἑνὸς προξένου ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος ὁ ἰσχύων πρὶν καὶ δὲν πληρόνονται δικαιώματα ἐκ τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν, τότε, τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1899, ἐξεδόθη ἐγκύκλιος, ὑπ’ ἀριθ. 4,321 τῆς 24 Ἀπριλίου 1899, πρὸς τὴν Πρεσβείαν Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰς παραλίους προξενικὰς ἀρχὰς, καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἐπιδιώξουν ἐκ νέου τὴν εἴσπραξιν τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν, καὶ εἰσεπράχθησαν μερικά. Λέγω μερικὰ, διότι ὅλα τὰ Προξενεῖα δὲν τὴν ἐφήρμοσαν. Ὥστε ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων ἐκ ναυτιλιακῶν τελῶν, δηλαδὴ πρὸς τὰς Ἑταιρείας τὰς ἐχούσας τακτικὸν δρομολόγιον, εἶχε γείνῃ ἡ ἐλάττωσις πρὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ ἐφηρμόσθη μόνον ἐπί τινας μῆνας τοῦ 1899, ἤτοι μετὰ τὴν ἐγκύκλιον τῆς 24 Ἀπριλίου τοῦ 1899. Ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ πηγὴ τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα δῆθεν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 ἀποκόπτονται, ἄλλως ἤθελον αὐξήσει αἱ εἰσπράξεις, καὶ αὐτὴ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει βάσιν καθόλου. Ἀλλ’ ὁ ἐκ Κραναίας κ. Βουλευτὴς ἐκάκισεν ἡμᾶς, ὅτι θίγοντες τὸν νόμον τοῦ 1900 καταστρέφομεν ὄχι μόνον τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει αὐτὸν τὸν ἴδιον καὶ πάντα ἐξ ὑμῶν, ὅστις ἀνέγνωσε τὸ νομοσχέδιον, εἰς τί ἡμεῖς ἐπειράξαμεν τὸν νόμον τοῦ 1900; Ὁ νόμος τοῦ 1900 πράγματι εἶχε πολὺ ὀρθὰς προβλέψεις περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, περὶ μὴ μετακινήσεως αὐτῶν, περὶ μὴ προσκολλήσεως αὐτῶν καὶ ἄλλα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ ἀνεγνώρισα, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος· ἀλλὰ κατὰ τί ἐθίξαμεν τὸν νόμον αὐτὸν ἡμεῖς; Μήπως μετεβάλομεν αὐτόν; Μήπως ἐθίξαμέν τι τῶν κεφαλαιωδῶν τοῦ νόμου; Ἡμεῖς καθαρῶς εἴπομεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει ἁπλῶς οἰκονομικὸν χαρακτῆρα, διότι νομίζομεν, ὅτι, ἐν αἷς οἰκονομικαῖς περιστάσεσιν εὑρισκόμεθα, πρέπει διὰ παντὸς μέσου νὰ ἐπιφέρωμεν οἰκονομίας. Καὶ μήπως ἐπιφέροντες οἰκονομίας κατερρίψαμεν ἐντελῶς τὸν νόμον τοῦ 1900; Ὄχι. Μήπως ἐπαναφέρομεν τοὺς μισθοὺς τῶν προξένων ἐκεῖ ὅπου ἦσαν πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1900; Βεβαίως ὄχι. Ὡς παράδειγμα μόνον σᾶς ἀναφέρω, ὅτι γενικὸς πρόξενος, ὁ ὁποῖος πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1900 ἐλάμβανεν 900 δραχμὰς μισθὸν, εἶδεν αὐτὸν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 αὐξηθέντα εἰς 1280, καὶ ἄλλος ἀπὸ 600 εἰς 850, καὶ οὕτω καθεξῆς. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν δίδομεν εἰς αὐτοὺς τοὺς πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1900 μισθοὺς, ἀλλ’ ἀφ’ ἑνὸς μὲν θέλοντες νὰ φέρωμεν πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ἐννοοῦντες πληρέστατα ὅτι οἱ πρόξενοι ὑπόκεινται εἰς δαπάνας, καὶ πρέπει κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ συντρέχωμεν εἰς τὴν ἀξιοπρεπῆ αὐτῶν συντήρησιν, ἐτάμομεν μέσην ὁδὸν, καὶ εἰς τὸν γεν. πρόξενον, ὅστις πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1900 εἶχεν 900 δραχμὰς, μετὰ δὲ τὸν νόμον αὐτὸν 1280, δίδομεν 1100, ἀπεκόψαμεν δηλ. 180 δραχμὰς, εἰς ἄλλον 100, εἰς ἄλλον 50, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὥστε βλέπετε, ὅτι καὶ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ μισθοῦ δὲν ἠθελήσαμεν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, νὰ καταρρίψωμεν τὸν νόμον. Ἐζητήσαμεν νὰ ἐπιφέρωμεν οἰκονομίας, ὅσον τὸ δυνατὸν, ἀφίνοντες τὸν νόμον ἄθικτον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ εἶχε παρὰ ἓν μόνον προσὸν, ὅτι ηὔξησε τοὺς μισθοὺς, δὲν θὰ ἦτο ἄξιος τοιαύτης συνηγορίας, τοιαύτης ὄχι ἐνθέρμου, ἀλλὰ κἄτι πλέον, ὑποστηρίξεως, ἐὰν μόνον διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύνατο νὰ βελτιωθῇ ἡ προξενικὴ ὑπηρεσία. Ἡμεῖς δὲν ἐθίξαμεν καμμίαν τῶν κεφαλαιωδῶν διατάξεων τοῦ νόμου· μόνον ἐτάμομεν μέσην ὁδὸν, ὥστε νὰ ἐπιφέρωμεν δυνατὰς οἰκονομίας. Καὶ ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ καταστροφεῖς, ὄχι μόνον τοῦ Προξενικοῦ Σώματος, ἀλλὰ τοῦ ὅλου ἔξω Ἑλληνισμοῦ. Ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, ὅτι, μεθ’ ὅλα αὐτὰ τὰ δάκρυα τῆς νέας Κασσάνδρας, ταυτοχρόνως περιήρχοντο εἰς ἐμὲ, ὄχι μόνον κρίσεις, ἀλλὰ γεγονότα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπείσθην, ὅτι οἱ πρόξενοι ἡμῶν δὲν ἔχουν ἰδέας περὶ ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντός των, οἵας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας φαίνεται ἀποδίδων εἰς αὐτούς. Διότι ταυτοχρόνως, ἐνῷ ἤκουον ἐν τῇ Βουλῇ τὰς ἱερεμιάδας αὐτὰς, εἶχον πειστήρια ἐνώπιόν μου ἀπὸ προξένους εὑρισκομένους εἰς τὰ ἐπικαιρότερα μέρη, ὅπου εἶναι ἀναγκαία ἡ δρᾶσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐχαλάρωσαν τὰς ἐνεργείας των, ἀλλὰ δύναμαι μεθ’ ὑπερηφανείας νὰ εἴπω, ἐνέτειναν αὐτὰς πάσῃ δυνάμει, καὶ ἐνέτειναν αὐτὰς εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ὄχι μόνον ἐμοῦ τὴν μικρὰν εὐαρέσκειαν νὰ ἀποσπάσουν, ἀλλ’ ἴσως καὶ τῆς Βουλῆς, ἐὰν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ ἐκθέσω τὰ γεγονότα, θὰ ἀπέσπων τὰ συγχαρητήρια. Διότι οἱ πρόξενοι αὐτοὶ, ἐννοοῦντες ὅτι δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα τῶν 50 καὶ 100 δραχμῶν,—τὰς ὁποίας ἐλπίζω, ὅτι προσκαίρως μόνον τοὺς περικόπτομεν,—τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κινῇ τὸν ὑπάλληλον, ἀλλ’ εἶναι καὶ πνεῦμα γενικώτερον, τὸ ὁποῖον τὸν ἐμπνέει, καὶ τὸν διατηρεῖ ἀκμαῖον, οἱ πρόξενοι, λέγω, ὄχι μόνον δὲν ἐχαλάρωσαν, ἀλλ’ ἐνέτειναν τὰς δυνάμεις των, καὶ ἀπέδειξαν, πῶς ἐννοοῦν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν των. Καὶ μὴ εἴπῃ τις, ὅτι δὲν ἦσαν ἐν γνώσει τῆς προτεινομένης μικρᾶς μειώσεως τοῦ μισθοῦ των, διότι τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη τὸν Φεβρουάριον, καὶ ἤδη εἴμεθα εἰς τὸν Ἰούνιον, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἔλαβον γνῶσιν, καὶ εἶδον ὅτι ἐκ τοῦ μισθοῦ ἑνὸς ἑκάστου περικόπτονται 100 ἢ 150 δραχμαὶ κατὰ μῆνα· καὶ ἐν τοσούτῳ, ἐν γνώσει τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες γίνονται εἰς βάρος τοῦ μισθοῦ των, δὲν ἐχαλάρωσαν, λέγω, ἀλλ’ ἐνέτειναν τὰς δυνάμεις των. Ὅταν λοιπὸν σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος λόγος, παρὰ μόνον ὁ λόγος ὅπως ἐπιτύχωμεν οἰκονομίας κατὰ τὸ δυνατὸν, ἐνέπνευσε τὴν ἰδέαν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅταν ἀφ’ ἑτέρου σᾶς λέγω, ὅτι ἔχω δείγματα, ὅτι οἱ πρόξενοι δὲν ἐχαλάρωσαν τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν, ἀλλ’ ἐντονώτερον ἐργάζονται, νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐλπίζω καὶ νὰ λέγω ἐν πεποιθήσει, ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀποδίδετε, ἡ καταστροφὴ τοῦ Προξενικοῦ Σώματος καὶ ἡ καταστροφὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ!

§110Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Μετὰ τὴν εὔγλωττον ἀγόρευσιν τοῦ ἐκ Ζακύνθου ἀξιοτίμου συναδέλφου νομίζω ὅτι πᾶσα ἄλλη ἐπίκρισις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περιττεύει, καὶ δὲν θ’ ἀνηρχόμην ἐπὶ τὸ βῆμα, ἐὰν δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἔχω καθῆκον ν’ ἀπαντήσω εἰς ἐρωτήματά τινα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἔθεσεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ὑπουργὸς, καὶ εἴς τινα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς προχθὲς ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ παρατηρήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι ὑπέπεσεν εἰς λάθος, ἀναφέρων τίς ἦτο ὁ μισθὸς τοῦ ἐν Καΐρῳ διπλωματικοῦ πράκτορος. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, εἶπεν ὅτι ὁ μισθὸς ἦτο 1600...

§111ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶπον ὅτι εἶναι ὅπως καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1899.

§112ΡΩΜΑΝΟΣ. .. Ὅτι ὁ μισθὸς, ὁ ὁποῖος προσδιορίζεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, μένει ὁ αὐτὸς πρὸς τὸν μέχρι σήμερον εἰς τὸν διπλωματικὸν πράκτορα διδόμενον. Αὐτὸ εἴπετε.

§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1900.

§114ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1900 δὲν προβλέπει μισθὸν πολιτικοῦ πράκτορος, διότι τὸν μισθὸν τοῦ πολιτικοῦ πράκτορος προσδιορίζει εἰδικὸς νόμος, ὁ ΑΧΚΓʹ τοῦ 1887, ὁ ὁποῖος φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Στεφάνου Δραγούμη.

§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος τοῦ 1900 δὲν προέβλεπε διπλωματικοὺς πράκτορας, προέβλεπεν ἐμμίσθους γενικοὺς προξένους.

§116ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως ἀναφέρει ἐμμίσθους γενικοὺς προξένους, ἔχοντας βαθμὸν πολιτικοῦ πράκτορος· ἐνῷ δὲ μέχρι τῆς σήμερον, ἀπὸ τοῦ 1887, εἰς τὸν διπλωματικὸν πράκτορα ἐν Αἰγύπτῳ καὶ τὸν ἐν Σόφιᾳ ἐδίδετο μισθὸς 1750 δραχμῶν, διατὶ περικόπτετε ἑκατὸν πεντήκοντα δραχμάς; Ἤδη, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ λάβῃ ὁ ἐν Σόφιᾳ πολιτικὸς πράκτωρ δραχμὰς 1600 ἀντὶ 1750. Ἔχετε δίκαιον σεῖς ἢ ἐγώ; Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν λέγουσιν, ὅτι ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀμυνθῶ ὑπὲρ τοῦ νομοθετήματος τοῦ 1900 διότι ἐθεώρουν τὸν νόμον τοῦτον ὡς ἔργον ἰδικόν μου. Οἱ συνάδελφοι, οἵτινες ἔλαβον τὴν καλωσύνην νὰ παρακολουθήσωσι τὴν ἀγόρευσίν μου, μὲ ἤκουσαν λέγοντα, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1900 ἐγένετο μετὰ μακρὰν ἐργασίαν ἐπιτροπῆς, συσταθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, μεθ’ ἧς συνειργάσθην κατόπιν ἐπὶ μακρόν. Ἀφοῦ κατηρτίσθη τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, νέα ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν τὸ ἐμελέτησε, καὶ ἐπέφερε διαφόρους ἐπ’ αὐτοῦ τροποποιήσεις. Εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτὴν παρέσχον τὰ φῶτά των οἱ δοκιμώτατοι τῶν γενικῶν προξένων καὶ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ δὲν δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν ἐργασίαν ταύτην τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ παρέστησα τοὺς προξένους ὡς καταχραστάς. Ἀλλ’ εἶχον τοιαύτην ἔννοιαν οἱ λόγοι μου κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν μου; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, εἶναι, ὅτι οἱ πρόξενοι, ἐκτὸς ἐὰν ἔχωσιν ἰδιαιτέραν περιουσίαν, μὴ ἔχοντες ἐπαρκῆ μισθοδοσίαν, ἀναγκάζονται νὰ περιορίζωνται ἐν τοῖς γραφείοις των καὶ νὰ μὴ ἔρχωνται εἰς συνάφειαν μετὰ τῶν συναδέλφων των καὶ μετὰ τῶν ἐγχωρίων ἀρχῶν, δὲν εἶναι δὲ ὡς ἐκ τούτου εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀνέθηκεν εἰς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία. Ἐὰν ὅμως θέλωσι νὰ δαπανῶσι πλείονα τῶν ὀλίγων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσιν ὡς μισθοδοσίαν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀναγκάζονται νὰ ἐξευτελίζωνται, νὰ ζητῶσι δάνεια, νὰ πιέζωσι τοὺς ὑπηκόους των. Ταῦτα ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, καὶ ταῦτα γνωρίζουσι πάντες οἱ μεταβάντες εἰς τὰ διάφορα μέρη τῆς Ἀνατολῆς. Καὶ βεβαίως δὲν ἐφαντάσθην, ὅτι ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς Θεσσαλονίκης, ἀνὴρ τὸν ὁποῖον πάντες ἐκτιμῶμεν, καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν εὐτυχίαν νὰ μὴ ἦναι οἰκογενειάρχης, δὲν ἐφαντάσθην ὅτι, ἐπειδὴ τοῦ περικόπτομεν ἑκατὸν πεντήκοντα δραχμὰς κατὰ μῆνα, θὰ παύσῃ ἐργαζόμενος ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ εἶναι ὀρθὸν, ἐπειδὴ ἀναγνωρίζομεν ὅτι ὑπάρχουσι καλοὶ πρόξενοι, ἐπειδὴ ἀναγνωρίζομεν, —καὶ τὸ εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν,—ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1900 εἶχε καλὰ ἀποτελέσματα, ἐπειδὴ κατωρθώθη νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νέοι ἱκανοὶ, γνωρίζοντες ξένας γλώσσας, ἐπειδὴ ἔχουσι ζῆλον, εἶναι ὀρθὸν νὰ περικόψωμεν τοὺς μισθοὺς των καὶ ν’ ἀρνηθῶμεν εἰς αὐτοὺς ἐπαρκῆ ὁπωσοῦν μισθοδοσίαν; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὡμίλησε καὶ περὶ τῆς ἐλαττώσεως, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὰ προξενικὰ τέλη ἐκ τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν, καὶ ἐπέμεινεν εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ παρέσχε διὰ τοῦ πρώτου σημειώματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα καὶ ἔλαβον παρ’ αὐτοῦ, εἰσὶ τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἐπῆλθεν ἐλάττωσις περὶ τὰς 100,000 δραχμὰς ἐκ τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν. Καὶ τέλος εἰς ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὐδὲν ἀπήντησεν οὔτε ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰμὴ ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα ὀργίλως, καὶ ὅτι ὁ τρόπος μου τοῦ συζητεῖν ἦτο ζωηρός. Ἀλλὰ, Κύριοι, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, προκειμένου περὶ ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου, ἧς τὰ ἀποτελέσματα θεωρῶ τὰ μάλιστα ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, δὲν ἦτο ἆρά γε δεδικαιολογημένη ἡ ἀγανάκτησίς μου; Καὶ ἄλλα εἶπε σήμερον μετὰ μείζονος δυνάμεως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής. Ποίαν ἀπάντησιν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἐκ Ζακύνθου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἐκ Κερκύρας; Οὐδεμίαν. Διότι θὰ ἠναγκάζετο νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀσυνάρτητον, καὶ ὅτι ἡ περικοπὴ τῶν μισθῶν οὐδόλως δικαιολογεῖται ὑπὸ τῶν περιστάσεων. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ἐλπίζω, ὅτι ἀντεθνικὸν ἔργον θὰ πράξῃ, ἂν ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ θὰ δικαιώσῃ ὑμᾶς, εἰπόντας ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν βάσανον ἐπιτροπῆς.

§117Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐννοῶ τόσην εὐγλωττίαν καὶ τόσας ζωηρὰς ἐκφράσεις πατριωτισμοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Τὸ κατ’ ἐμὲ, θεωρῶ ἀδικαιολόγητον τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν διὰ λόγους φιλοπατρίας δῆθεν καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ ἐθνισμοῦ, ὅστις κινδυνεύει, ἐὰν ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον. Δύναταί τις νὰ ἦναι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον, ἀλλὰ νὰ θεωρῇ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ οὐδὲν ἄλλο περιέχει ἢ περικοπὴν μισθῶν, ἔχει ἀνάγκην ἐμβριθοῦς μελέτης, καὶ ὅτι δι’ αὐτοῦ προσβάλλονται ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ τὰ παρόμοια, τοῦτο οὐδόλως ἐννοῶ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἐπαγγέλλεται νὰ μεταβάλῃ τὴν κειμένην νομοθεσίαν· ζητεῖ νὰ φέρῃ μόνον, δι’ ἐλαττώσεως ἰδίως τῶν μισθῶν, οἰκονομίας, αἵτινες ἐπιζητοῦνται καὶ ἐπὶ ἄλλων κλάδων. Βεβαίως φέρει καὶ ἐπουσιώδεις τινὰς μεταβολὰς εἰς τὴν κειμένην νομοθεσίαν, καὶ ἐν πολλοῖς λίαν ἐπιτυχεῖς· ἀλλὰ διότι περικόπτονται μισθοί, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅσον παριστάνεται ἐπιζήμιον. Ὅλοι εἴμεθα ὑπὲρ καλῶν μισθῶν. Μήπως καὶ πρὶν ψηφισθῇ ὁ νόμος τοῦ 1900 δὲν ἤμεθα πάντες ὑπὲρ αὐξήσεως τῶν μισθῶν; Μήπως καὶ σήμερον δὲν ὑπάρχουσι πολλοὶ συνηγοροῦντες ὑπὲρ νέας αὐξήσεως τῶν μισθῶν; Ἀλλ’ οὗτοι ἀγνοοῦσι βεβαίως τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω μέσον λυσιτελέστερον δραστηρίας ἐργασίας τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων συμφερόντων ἀπὸ τὴν χορήγησιν ἐπαρκῶν μισθῶν καὶ τὴν διάθεσιν χρηματικῶν μέσων ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν πολιτικῆς ἐν ταῖς στρατευομέναις ἐπαρχίαις ὑπὸ τῶν προξενικῶν ἡμῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν πρέσβεων. Φρονῶ ὅτι περισσότερον ἀπὸ τὰ φῶτα καὶ τὴν ἱκανότητα αὐτῶν χρησιμεύουσι τὰ χρηματικὰ μέσα. Εἶναι χρησιμώτεροι εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα πρόξενοι ἢ πρέσβεις διαθέτοντας χιλιάδας τινὰς δραχμῶν ἢ αἱ ἄλλαι αὐτῶν ἐνέργειαι ἐν Τουρκίᾳ. Διὰ τῶν χρημάτων εὐκολώτερον λύονται ἢ ἐξομαλύνονται σπουδαῖαι ὑποθέσεις. Οἱ πρόξενοι ἐν Τουρκίᾳ πρέπει νὰ δύνανται νὰ ζῶσιν ἀνέτως καὶ ἀξιοπρεπῶς, νὰ δέχωνται ξένους καὶ ὁμογενεῖς, ἐνίοτε νὰ δίδωσι καὶ γεύματα, νὰ προσφέρωσι μπαξίσια, νὰ βοηθῶσιν ὁμοεθνεῖς· διότι οὕτω συντελοῦσι μᾶλλον ὑπὲρ προστασίας τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων. Δὲν εἶναι νέα πράγματα ταῦτα. Εἶναι πασίγνωστα, καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διηύθυνέ τις, οὔτε νῦν νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὸ ζήτημα, ἵνα μάθῃ ὅσα ὁ ἔντιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου ἐξέθηκαν. Ἀλλ’ ἐν γνώσει πάντων τούτων οὖσα ἡ Κυβέρνησις, φρονεῖ ἐν τούτοις, ὅτι πρέπει νὰ προβῇ εἰς μισθῶν περικοπὰς καὶ ἐν τῷ προξενικῷ κλάδῳ. Λόγῳ τῆς κακῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως καὶ τοῦ ἀπροχωρήτου, πέποιθα ὅτι δὲν ὑπάρχει τις καὶ ἐκ τῆς πλευρᾶς ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ὁ ὁποῖος νὰ μὴ δέχηται, ὅτι, ἐὰν συνέβαινε νὰ κυβερνᾷ τὸν τόπον καὶ σήμερον τοῦ 1899 ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία σπατάλως καὶ ἀπερισκέπτως ἕως πρὸ ὀλίγου ἐκυβέρνα, θὰ ἦτο ἠναγκασμένη, καὶ χωρὶς νὰ θέλῃ, νὰ προβῇ εἰς μέτρα οἰκονομιῶν, ὧν πρώτισται αἱ περικοπαὶ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων. Ἔχομεν τρεῖς ἤδη προϋπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι κατέληξαν εἰς ἐλλείμματα· εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ θὰ ἐξηκολούθει καὶ τέταρτον καὶ πέμπτον προϋπολογισμὸν νὰ συντάσσῃ, οὕτως ὥστε νὰ καταλήξωσιν εἰς ἐλλείμματα; Ἴσως ἄλλας νὰ ἐποιεῖτο οἰκονομίας, παρὰ ἐκείνας, ἃς προβάλλει ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ προβάλῃ τοιαύτας. Ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ὅτι θὰ ἐπροτίμα περικοπὴν τῶν μισθῶν ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους κατὰ 10%. Καὶ νομίζετε ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ εὕρισκεν ἀντιρρήσεις; Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι, ἂν ἐλέγετε εἰς ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους ἐν Ἑλλάδι, οἱ ὁποῖοι τοσαῦτα, συγκριτικῶς πρὸς τοὺς ἐν Τουρκίᾳ συναδέλφους των, φέρουσι βάρη ἀπὸ τὴν μεγαλειτέραν φορολογίαν ἢ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος, ὅτι θέλετε περικόψει ἀδιακρίτως τοὺς μισθοὺς αὐτῶν κατὰ 10%, δὲν ἤθελον εὕρει ἄδικον τὴν περικοπὴν ταύτην, καὶ δὲν ἤθελον ἐγείρει σφοδρὰς ἀντιρρήσεις καὶ παράπονα, ὅσα ἐγείρετε ὑμεῖς νῦν ὑπὲρ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων; Οἱ ἐν Τουρκίᾳ προξενικοὶ ὑπάλληλοι πληρόνουσι τὰ διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν πράγματα ἐπιβεβαρυμένα μὲ εἰσαγωγικὸν δασμὸν μόνον 8%, ἐνῷ ὁ ἐν Ἑλλάδι ὑπάλληλος πληρόνει αὐτὰ βεβαρυμένα μὲ 20% καὶ 30%, καὶ 100% ἐνίοτε. Ἂν ἐλαττοῖ τοὺς μισθοὺς τῶν ἐξωτερικῶν ὑπαλλήλων ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, αὕτη βαρύνει ἐπίσης ὅλα τὰ εἴδη, ἅτινα ὁ ἐν Ἑλλάδι ὑπάλληλος καταναλίσκει, ἀκόμη καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παράγονται ἐν τῇ χώρᾳ, διότι καὶ τούτων ἡ τιμὴ κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ὁμοίων εἰδῶν. Ἡ θέσις λοιπὸν τῶν ἐν Ἑλλάδι ὑπαλλήλων εἶναι κατὰ τοῦτο χειροτέρα τῆς τῶν ἐν Τουρκίᾳ. Ἐρρήθη, διατὶ νὰ μὴ καταργήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὰς Πρεσβείας; Ἀλλὰ μήπως δὲν ὑπάρχουσι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀνθίστανται κατὰ τοιαύτης οἰκονομίας, ὡς ἐπιζημίου εἰς τὸ Κράτος; Μήπως δὲν ἔχομεν περιστάσεις, καθ’ ἃς ὑπερίσχυσεν ἡ ἀντίθετος γνώμη καὶ ἐπανήχθησαν αἱ τελευταῖαι; Μία ἐκ τῶν ἀσχημιῶν, τὰς ὁποίας ἐπαρουσίασε τὸ Κράτος ἡμῶν, εἶναι καὶ αὕτη, νὰ καταργῶμεν ἐπί τινα χρόνον τὰς Πρεσβείας καὶ νὰ τὰς ἐπαναφέρωμεν μετ’ ὀλίγον. Φαντάζεσθε τὴν ἐντύπωσιν, ἣν παράγομεν εἰς τὰς ξένας Κυβερνήσεις, σήμερον καταργοῦντες καὶ αὔριον ἐπαναφέροντες τὰς Πρεσβείας, ἐνῷ αἱ αὐταὶ οἰκονομικαὶ περιστάσεις ἐπικρατοῦν. Δὲν θὰ συνηγόρουν ὑπὲρ τῶν Πρεσβειῶν, ἂν ἤμεθα πάντες σύμφωνοι καὶ ἀπεφασίζομεν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν κατάργησιν αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθοῦσιν αἱ δυσάρεστοι οἰκονομικαὶ περιστάσεις. Ἂς μὴ κλαίωμεν λοιπὸν καὶ ὀδυρώμεθα, ὅτι θέλομεν καταστρέψει διὰ τοῦ νομοσχεδίου οὐ μόνον τὸ Προξενικὸν Σῶμα, ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνατεθειμένα αὐτῷ. Εἶναι βεβαίως κακὸν αἱ περικοπαὶ, ἀλλ’ εἶναι προσωρινὸν κακόν· δηλ. ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα ἐν ἐλλείμμασι, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν διὰ παντὸς μέσου νὰ καλύψωμεν. Τοῦτο εἶναι τὸ συμφέρον πάντων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἑπομένως καὶ τῶν τῆς πλευρᾶς ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Εὐτύχημα δι’ αὐτὴν, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, προβαίνουσα εἰς αὐτὰς καὶ δυσαρεσκείας γεννῶσα εἰς μεγάλην ὁμάδα ὑπαλλήλων, ἐπαναφέρει τὰ πράγματα πρὸς τὸ ἰσοζύγιον. Μετὰ τοιαύτην πολιτικὴν οἰκονομιῶν τῶν ἀντιπάλων τῆς ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐπανερχομένη μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ἐξουσίαν, θέλει εὕρει τὰ πράγματα πολὺ καλλίτερα. Οἰκονομίας ὀφείλομεν νὰ φέρωμεν, καὶ ἐπειδὴ δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς δὲν εἶσθε εἰς τὰ πράγματα, ὀφείλετε νὰ δεχθῆτε τὰ τῶν οἰκονομιῶν μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα, εὑρισκομένη εἰς τὴν ἐξουσίαν, θεωρεῖ τὰ πρέποντα καὶ δυνατά. Ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἶναί τι ἄτοπον. Ἂς προτείνωσιν ἕτερα μέτρα οἰκονομιῶν, ἂν θέλωσιν· ἀλλ’ ἐνόσῳ ἐπικρίνουσι μόνον, νομίζω ὅτι πράττουσί τι ἐπιβλαβὲς εἰς τὸ Κράτος. Ἐπὶ τέλους ἂς καταψηφίσωσιν· ἀλλὰ ζητοῦντες ἀναβολὴν, χωρὶς νὰ προτείνωσιν οὐδὲν, καὶ παρατείνοντες ἀθεράπευτον τὴν κακὴν κατάστασιν, ἀναλαμβάνουσιν ἀπέναντι τῆς χώρας μεγάλας εὐθύνας. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ μειονοψηφία ἐμποδίζει πᾶσαν ἐφαρμογὴν μέτρων οἰκονομικῶν, δὲν γνωρίζομεν ποῦ τὸ Κράτος δύναται νὰ φθάσῃ. Τέλος πάντων, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει μία πλειονοψηφία, ἡ ὁποία ἔχει ἓν σύστημα οἰκονομικὸν, ὀφείλομεν ν’ ἀφήσωμεν αὐτὴν νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸ, καὶ νὰ ἀναμείνωμεν. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος πᾶσα πρότασις ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὀφείλομεν νὰ καταψηφίσωμεν αὐτήν.

§118Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν σκοπῶ ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, διότι νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν λαβόντων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐξέθεσε τοσοῦτον καλῶς καὶ ζωηρῶς τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν, ὅσον ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ ἑπομένως δὲν ἔλαβον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον τὸν λόγον. Ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως ἐπανορθώσω λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον περιέπεσεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, διότι ὁμιλῶν περὶ τῶν προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους διεχειρίσθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὑπεστήριξεν ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ ἐκεῖνοι ἀφῆκαν ἐλλείμματα. Ἐγὼ γινώσκω, ὅτι ἡ ὑπὸ τὴν προεδρείαν μου Κυβέρνησις διεχειρίσθη ἐπὶ 20 μῆνας τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, γινώσκω ὅτι διεχειρίσθη ὁλόκληρον τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 καὶ 11 μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1901. Ἡ χρῆσις τοῦ 1899 ἔληξε μὲ περίσσευμα ἀναμφισβητήτως, ἡ χρῆσις τοῦ 1900 ἔληξε μὲ περίσσευμα ἀναμφισβητήτως, ἡ χρῆσις τοῦ 1901 δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ λήξῃ, διότι δὲν ὑπεβλήθη ἀκόμη ὁ ἀπολογισμὸς, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, κρίνων ἐκ τῆς διαδηλώσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅτι καὶ ἡ χρῆσις αὕτη θὰ λήξῃ μὲ περίσσευμα, ἔστω καὶ μικρότερον. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικοι αἱ αἰτιάσεις τοῦ κυρίου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, καὶ ὅτι τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα δὲν ἦσαν ἀκριβῆ.

§119Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰπὼν, κύριε Πρόεδρε, περὶ τριῶν προϋπολογισμῶν μὲ ἐλλείμματα, ἐνόουν τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ 1900, τοῦ 1901 καὶ 1902. Περὶ αὐτῶν λέγω, ὅτι κατέληξαν καὶ θέλουσι καταλήξει εἰς ἐλλείμματα. Βεβαίως πρέπει νὰ συνυπολογισθῶσι καὶ αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ αἵτινες βαρύνουσι τὴν χρῆσιν αὐτοῦ, ὡς εἶναι αἱ προκαταβολαὶ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἄλλα. Πᾶσαι αὗται βαρύνουσι τοὺς διαχειρισθέντας τὰ δημόσια. Δὲν ἐννοῶ διὰ τούτου νὰ μεμφθῶ τὸν ἔντιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτήν. Θεωρῶ ὅτι ἡ μέθοδος τοῦ διοικεῖν καὶ διατηρεῖν τὴν ἐξουσίαν διὰ τῶν μεγάλων δαπανῶν, ἣν αὐτὸς ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ κυβερνῶν, καὶ χάριν τῆς ὁποίας ἐνομοθέτησε τὰ γνωστὰ μεταρρυθμιστικὰ μέτρα, ἅτινα ἢ ἐντελῶς ἀπέτυχον ἢ ἐλλείψει χρημάτων ἔμειναν ἀνεφάρμοστα, ἐγένετο παραίτιος τῶν ἐλλειμμάτων.

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἢ καὶ πρὸ αὐτῆς. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου νὰ ὁρίσῃ, ἐὰν θέλει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς ἀρχῆς ἢ μετ’ αὐτήν.

§121ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πρὸ τῆς ἀρχῆς.

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Κ. Ἀργασάρη Λομβάρδου καὶ Θ. Λέκα, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Λέων Μελᾶς ΟΚωνστ. Γ. Καραπάνος Ο
Στέργιος Μ. Καρανίκας ΟἸωάν Γ. Καραπάνος Ο
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης Ο
Κ. Ἀσημακόπουλος ΟΚωνστ. Β. Κοττίκας
Εὐάγγ. Καναβαριώτης ΟΔημήτριος Γ. Ράλλης Ο
Γεώργιος Μπαλτατζῆς Ἀλέξανδρος Γ. Σκουζὲς Ο
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΟΚωνστ. Σμολένσκης
Δημ. Γ. Μωραΐτης Νικόλαος Λεβίδης Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ἀθαν. Δ. Μουτσόπουλος Ο
Γεώργιος Πολυγένης ΟἈντώνιος Ζυγομαλᾶς Ο
Γεώργιος Καρπετόπουλος ΟΚυριάκος Λιγυνὸς Ο
Ἰωάννης Ζωγράφος Λάμπρος Καλλιφρονᾶς Ο
Ἀνδρέας Ψύλλας ΟἸωάννης Δαμηλάτης Ο
Νικόλαος Γουναράκης Κωνσταντ. Ι. Φλέσσας
Θεόδωρος Λέκας ΟἨλίας Π. Μαυρομιχάλης
Ἰσίδωρος Κολιάτσος ΟΚίμων Βελλίνης
Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΟΙ. Καφταντζόγλου
Νικόλαος Α. Στρᾶτος Ι. Παλάσκας
Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Δ. Τερτίπης Ν
Κωνστ. Τοπάλης Ι. Καζαμπάκας
Φίλιππος Γιαννακόπουλος Ἀπ. Βασιαρδάνης
Νικόλ. Σταματιάδης Κ. Ζωγλοπίτης Ο
Δημ. Καρακίτης Νικόλαος Μπαλάφας
Κωνστ. Φιλιππίδης Νικόλαος Σταματιάδης Ο
Ἀντών. Καρτάλης Μιχαὴλ Στεφανίδης Ο
Νικόλ. Γουλιμῆς ΝΝικόλαος Νικολαΐδης Ν
Κωνστ. Γρίβας Θεμιστοκλῆς Κόλλιας Ο
Κωνστ. Παπανικολῆς Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟἸωάννης Κ. Ρώτας Ο
Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης ΟΓεώργιος Ν. Θεοτόκης Ν
Περικλῆς Ἀλεξάκης ΟΜιχαὴλ Ν. Θεοτόκης
Παναγ. Ταμπακόπουλος ΟΝικόλαος Σ. Μαρκέτης
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΟἈλκίνοος Σ. Ζερβὸς
Χαρίλαος Τζαννετάκης ΟΓουλιέλμος Ι. Σκάρπας
Γεώργ. Πετροπουλάκης Σπυρίδων Α. Ἀγάθος
Μιχαὴλ Φωτιάδης Περικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος
Βασίλ. Μαστραπᾶς Ἠλίας Α. Πολίτης
Κωνστ. Α. Λιδωρίκης Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης Ο
Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος ΟΠαναγιώτης Δ. Πετρίδης Ο
Μιχαὴλ Ι. Στελλάκης Ἀθανάσιος Α. Γκράβας Ο
Γεώργ. Π. Καπιτσίνης Ἀναστ. Στυμφαλιάδης
Πάϊκος Λ. Ρίτσος ΟἈπόστολος Σ. Ζούζουλας Ο
Σταμάτιος Μήτσας Κωνστ. Β. Χριστόπουλος
Δημ. Τσιτσάρας ΟἌθως Ι. Ρωμᾶνος Ν
Δημ. Χατζόπουλος Διονύσιος Π. Βενιεράτος
Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Κωνσταν. Α. Γεράκης
Ἰωάννης Σερπᾶνος ΟΔημήτριος Β. Τραυλὸς
Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΝΣπυρίδων Ε. Στάης Ν
Ἀλέξ. Σπ. Ρώμας Διονύσιος Καλούτσης
Γ. Ι. Μελισσηνὸς ΟΝικόλαος Τσοῦχλος
Διονύσιος Π. Στεφάνου ΝΠ. Σπυράκης Ο
Χρ. Ι. Στεφανόπουλος Ἰωάννης Καλούτσης Ο
Ἀνδρ. Ι. Στεφανόπουλος Χαράλαμπος Βοζίκης
Ἰωάνν. Ν. Σισίνης Γεώργ. Α. Μαυρομιχάλης Ο
Ἀνδρ. Δ. Σπηλιάδης Ἰωάν. Π. Μελετόπουλος Ο
Διον. Π. Παυλόπουλος ΟΠέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης
Ἰωάν. Θ. Ψημένος ΟΣτέφανος Κοπανίτσας
Γ. Λ. Κρεστενίτης ΟΓεώργιος Δ. Φικιώρης
Δημοσθ. Γ. Δόγκας Ἰωάννης Φίλιος
Ν. Δαούτης ΟΚωνσταντ. Καρακίτης
Ἰωάνν. Κόλλιας ΟἸωάννης Γιαννακίτσας
Λουκᾶς Γ. Μπέλλος Νικόλαος Μπουφίδης Ν
Χριστόφ. Ι. Ἀσιμῆς ΟἸωάννης Γ. Λάππας Ο
Πέτρος Ν. Δελένδας ΟΠερικλῆς Σ. Βαλαωρίτης
Β. Μαρκεζίνης Γεώργιος Ι. Σκληρὸς Ο
Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς Εὐάγγ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Ο
Γεώργιος Ν. Καλλίνικος ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς
Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης Γκίκας Μάστορης Ο
Ἀλέξανδρος Φωτήλας Ἰω. Μπακόπουλος
Γεώρ. Χ. Παπαδημητρίου ΟΝικόλ. Τριανταφυλλᾶκος
Βασιλάκης Κ. Γιαννουσίου ΟΚωνστ. Κωνσταντόπουλος
Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Παναγ. Παπαναστασίου Ο
Κωνσταν. Κρίτσας Παναγιώτης Μανέτας Ο
Ἀθ. Πετρόπουλος ΟΝικόλαος Α. Μισυρλῆς
Ἀθ. Ζέρβας ΟΝικόλ. Δ. Ραφτόπουλος Ο
Γεώρ. Ἀναστασόπουλος Ἰωάννης Α. Βρυώνης Ο
Γεώργ. Νικολαΐδης ΟἸωάννης Γ. Α. ΓεωργιάδηςΟ
Κωνσταντῖνος Τρικούπης Νικόλαος Γ. Λεωνίδας
Λεωνίδας Δεληγεώργης ΟΔιομήδης Ν. Κυριακὸς Ο
Περικλῆς Μποῦτος Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης
Παναγ. Δ. Μερλόπουλος ΟΣταμ. Δ. Βαφειαδάκης
Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Κωνστ. Α. Τσιροπινᾶς
Ἰωάννης Νικολαΐδης Ἐμμαν. Ε. Λαδόπουλος
Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης Ἀντώνιος Π. Βιτάλης Ο
Ἀριστομένης Προβελέγγιος ΟἸωάννης Ν. Σιγάλας Ο
Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης Κάρολος Μ. Βιτάλης Ο
Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος ΟΚ. Εὐθ. Χατζηπέτρος
Νικόλαος Κ. Κρίσπης ΝΣωτ. Ι. Χατζηγάκης Ο
Δημήτριος Ι. Φαρμάκης Γεώργιος Ραδινὸς
Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος ΟἈπόστολος Ζάππας
Ἰωάννης Καναβὸς Ἠλίας Μπασδέκης Ο
Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος ΟΣπυρίδων Γεωργόπουλος Ο
Νικόλ. Κ. Φαρμακόπουλος ΟἈνδρέας Ι. Κεφαλᾶς
Κωνσταντ. Χριστοδούλου Εὐστάθιος Κοκκέβης
Ἀθανάσιος Α. Πετσάλης ΟἈλέξ. Δ. Πονηρόπουλος
Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Δ. Ἀναστασόπουλος Ο
Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ἀθ. Νικολίτσας Ο
Κυριακ. Λ. Μαυρομιχάλης ΟἈλέξ. Στάϊκος Ο
Φώτιος Π. Μοσχούλας Γεώργιος Κορυζῆς Ο
Νικόλαος Α. Παπαλέξης ΝΘεόδωρος Λυμπρίτης
Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος ΟΛεων. Λαπαθιώτης Ν
Ἀνδρέας Μονοκροῦσος ΟΠαντελῆς Π. Γκίκας Ο
Νικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Ν
Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης ΟΝικόλαος Μ. Τσαμαδός
Ἀνάργυρος Σιμόπουλος Νικόλαος Πλατσῆς
Ἰωάννης Δελμοῦζος Ν. Χατζῖσκος
Δημήτριος Π. Νίκας Χαρ. Εὐταξίας Ο
Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος ΟΚ. Δεδούσης
Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς ΟΚομνᾶς Τράκας Ο
Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης ΟΝ. Κοντογιάννης Ο
Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος Μιχαὴλ Κακαρᾶς
Κωνσταντῖνος Γκότσης ΟΒασίλειος Βουδούρης
Δημήτριος Π. Γούναρης ΝΓεώργιος Ἀβέρωφ Ο
Δ. Ἀνδρικόπ. ἢ Μπουκαούρης Νικόλ. Καλογερόπουλος
Γεώργ. Ράλλης Νικόλαος Μαμούνης Ο
Παναγιώτης Π. Σάκκης ΟἸωάν. Θ. Βρατσάνος Ο

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 120. Ἐκ τούτων 15 εἶπον Ναὶ, καὶ 105 Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–8 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).

§125ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον 9 ἔχω μίαν τροπολογίαν.

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τῶν κυρίων Μανέτα καὶ Ψύλλα: «Εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ νόμου ΒΨΗʹ προστίθενται τὰ ἑξῆς: «ἢ ὁ διατελέσας εἰς ἄμισθον προξενικὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ 10 ἔτη, ἐξ ὧν τὰ 8 ἐν Τουρκίᾳ.»

§127ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ὑπάγεται αὐτοῦ ἡ τροπολογία αὕτη, κύριε Πρόεδρε. Ἡ ἰδική μου τροπολογία εἶναι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9.

§128ΡΩΜΑΝΟΣ. Ποία εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ ἄρθρου 9;

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, προτείνοντος νὰ προστεθῇ δευτέρα παράγραφος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἐκ δὲ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 99, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ ͵ΒΨΗʹ νόμου, τὸ ἐν Γαλαζίῳ Προξενεῖον προάγεται εἰς Γενικὸν Προξενεῖον.» Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Οἱ δὲ βουλευταὶ κ. κ. Π. Μανέτας καὶ Α. Ψύλλας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν, καθ’ ἣν προστίθεται: «ἢ ὁ διατελέσας εἰς ἄμισθον προξενικὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ 10 ἔτη, ἐξ ὧν τὰ 8 ἐν Τουρκίᾳ.»

§130Π. ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὄχι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9, κύριε Πρόεδρε... Ἀλλὰ θὰ ψηφισθῶσιν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγνωσιν αἱ τροπολογίαι;

§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.

§132ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν εἶδον τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μανέτα.

§133ΜΑΝΕΤΑΣ. Εἶναι τυπωμένη. Ἡ τροπολογία μας τροποποιεῖ τὸ ἄρθρον 25 τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νομοσχεδίου τροποποιεῖ τὸ ἄρθρον 29· ἑπομένως πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ τροπολογία μας.

§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τί ἀναγράφει ἡ τροπολογία;

§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἑξῆς: «Εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ νόμου ͵ΒΨΗʹ προστίθενται τὰ ἑξῆς: «ἢ ὁ διατελέσας εἰς ἄμισθον προξενικὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ 10 ἔτη, ἐξ ὧν τὰ 8 ἐν Τουρκίᾳ.»

§136ΔΑΟΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει καὶ τροπολογία ἰδική μου εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν. Νὰ ψηφισθῇ.

§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν βλέπω ἐδῶ.

§138ΔΑΟΥΤΗΣ. Χθὲς τὴν ὑπέβαλον.

§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ τροπολογίαι τῶν κ. κ. Μανέτα καὶ Δαούτη δύνανται ν’ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.

§140ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὑποβάλετέ τας ὅλας μαζή· διότι ἐγὼ δὲν ἔχω γνῶσιν αὐτῶν.

§141ΜΑΝΕΤΑΣ. Εἶναι τυπωμένη ἡ ἰδική μας καὶ διανεμημένη.

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αἱ τροπολογίαι τῶν κυρίων Βουλευτῶν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.

§143ΣΑΚΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω καὶ ἐγὼ σχετικὴν τροπολογίαν, ἀφορῶσαν ὅμως ἐντελῶς διάφορον τρόπον. Εἶναι τυπωμένη μάλιστα.

§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.

§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σάκκης ἔχει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19.

§146ΣΑΚΚΗΣ. Ὡς προσθήκην ἄρθρου 19.

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 19. Ἀλλὰ δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Δαούτη.

§148ΔΑΟΥΤΗΣ. Χθὲς τὴν κατέθεσα.

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν καταθέσατε; Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 10–18 ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται). Ὁ βουλευτὴς κ. Στελλάκης προτείνει τροπολογίαν, δηλ. προσθήκην ἄρθρων 19, 20, 21, 22, 23 καὶ 24.

§151ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Στελλάκη ὡς ἄρθρον 19 εἶναι πραγματικῶς τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τὴν παραδέχομαι.

§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλα ἄρθρα, 20, 21, 22, 23 καὶ 24. Ἐὰν θέλητε, διατυπώσατέ τα, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.

§153ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 23 τὸ ἔγραψα μόνον ὅπως δώσω ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ θέμα. Βεβαίως εἶναι ὀλίγον τολμηρὸν, καὶ δὲν ἐπιμένω.

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Στελλάκη, ἡ προτεινομένη εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου 19, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὸ ἄρθρον 131 τοῦ προξενικοῦ νόμου, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ᾼΠΟΕʹ, τροποποιεῖται εἰς τὸ πρῶτον αὐτοῦ μέρος ὡς ἑξῆς: «Οἱ γενικοὶ πρόξενοι, πρόξενοι καὶ ὑποπρόξενοι μόνοι καὶ ἀνεκκλήτως ἀποφασίζουσι κατὰ τὰ ἀνωτέρω περὶ πάσης διαφορᾶς, ἧς τὸ ἀντικείμενον, δὲν ὑπερβαίνει τὴν ἀξίαν χιλίων δραχμῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην ὡς ἄρθρον 19 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνει τὴν θέσιν ἄρθρου 20.

§155ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Προτείνω νὰ ψηφισθῇ ὡς ἄρθρον 20 τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπόντα ἢ κωλυόμενόν τινα τούτων, ἢ κενῆς οὔσης τῆς θέσεως αὐτοῦ, ἀναπληροῖ ὁ γεν. πρόξενος ἢ ὁ νόμιμος αὐτοῦ ἀναπληρωτής. Ἐν τῇ περιπτώσει ὅμως ταύτῃ δὲν δύναται οὗτος νὰ ἐκπληροῖ συνάμα καὶ χρέη Εἰσαγγελέως, ἅτινα τότε ἀνατίθενται ὑπὸ τῆς Προξενικῆς Ἀρχῆς, ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ προϊσταμένου τοῦ Δικαστηρίου, εἰς τινα τῶν Ἑλλήνων δικηγόρων ἐκ τῶν ἐν τῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 132 καταλόγῳ.»

§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 20 τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Στελλάκη περὶ προσθήκης ἄρθρου 21, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Τὰ ἐδάφια δʹ καὶ εʹ τοῦ ἄρθρου 142 τοῦ ΧΝϚʹ νόμου, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ᾼΠΟΕʹ νόμου, μεταρρυθμίζονται ὡς ἑξῆς: «Αἱ ἐκτὸς τῆς ἕδρας τῶν εἰρημένων προξενικῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς δικαστικῆς περιφερείας αὐτῶν ἑδρεύουσαι προξενικαὶ ἀρχαὶ διατηροῦσι πᾶσαν τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου ἀπονεμομένην εἰς τὰς προξενικὰς ἀρχὰς, τὰς ἐκτὸς τῆς περιφερείας τῶν τριῶν προξενικῶν δικαστηρίων, δικαιοδοσίαν, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἐπὶ πτωχεύσεων, περιοριζομένης ὅμως τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 131 τοῦ ΧΝϚʹ νόμου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ ᾼΠΟΕʹ, δικαιοδοσίας αὐτῶν ἀνεκκλήτως μὲν μέχρι ποσοῦ 1000 δραχμῶν, ἐκκλητῶς δὲ μέχρι ποσοῦ 5000 δραχμῶν. «Αἱ πρὸ τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως ταύτης ἐκκρεμεῖς δίκαι θέλουσιν ἐξακολουθήσει διεξαγόμεναι μέχρις ἀποπερατώσεως αὐτῶν παρ’ οἷς διατελοῦσι δικαστηρίοις.»

§157ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὴν παραδέχομαι.

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν ὡς ἄρθρον 21 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν καὶ ἄρθρον 22 τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Στελλάκη (ἀναγινώσκεται). Τὸ τροποποιεῖτε, κ. Ὑπουργέ;

§159ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα. Τὸ τροποποιοῦμεν ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 22. «Τῷ Δικαστηρίῳ ἀπόκειται νὰ διατάξῃ, ἢ μὴ, ἀπόδειξιν περὶ διατάξεων ἀλλοδαποῦ νόμου, ἢ μετάφρασιν ἐγγράφου, μὴ γεγραμμένου ἑλληνιστί. «Διατασσομένης μεταφράσεως ἐγγράφου, ἀνατίθεται αὕτη ἢ εἰς ἔμμισθον διερμηνέα, παρ’ αἷς Προξενικαῖς ἀρχαῖς ὑπάρχει τοιοῦτος, ἢ εἰς ἕνα ἢ πλείονας πραγματογνώμονας, ἐπὶ ἀποζημιώσει δι’ ἕκαστον φύλλον τῆς ἑλληνικῆς μεταφράσεως δραχ. ἕξ (6), καταβαλλομένων ὑπὸ τοῦ ἐπισπεύδοντος διαδίκου, τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ προϊσταμένου τῆς Προξενικῆς ἀρχῆς, μετὰ τὴν ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ὁρισθείσης προθεσμίας, κατάθεσιν τῶν μεταφρασθέντων ἐγγράφων. «Ἡ οὕτω γενομένη μετάφρασις ἐπέχει τὴν κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας δικαστικὴν μετάφρασιν τῶν εἰς ξένην γλῶσσαν συντεταγμένων ἐγγράφων. «Οἱ πραγματογνώμονες δίδουσι κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 157 τὸν ὑπ’ αὐτοῦ ὁριζόμενον ὅρκον. Ὡς πρὸς τοὺς διερμηνεῖς ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 164. «Ἑκάστον φύλλον τῆς ἑλληνικῆς μεταφράσεως ὑπόκειται εἰς τέλος δραχ. ὀκτώ.»

§160Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ προσθέσω τι. Ἡ προσθήκη τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ κύριον λόγον ἔχει τὴν μὴ παρέλκυσιν τῶν δικῶν καὶ τὴν ἀποφυγὴν ὑπερόγκων δαπανῶν. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, θὰ διανεμηθῇ καὶ θὰ τὴν μελετήσωμεν. Εἰς τὸ ἄρθρον 22 προσθέτω τὰ ἑξῆς: «Ἡ μετάφρασις τῶν ἐγγράφων τούτων δύναται νὰ γείνῃ καὶ παρὰ τῶν γενικῶν προξένων, προξένων ἢ ὑποπροξένων, ἢ δι’ ἑνὸς πραγματογνώμονος, παρ’ αὐτῶν διοριζομένου ἐπὶ ἀποζημιώσει κλπ.»

§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τὴν διατυπώσητε ἐγγράφως.

§162ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Μάλιστα.

§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 22, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον 23 τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Στελλάκη διαγράφεται. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 19 τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνει τὴν θέσιν ἄρθρου 23 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 23 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 17). Εἶναι καὶ δύο νομοσχέδια ὑπηρεσιακὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐκ νέου ἐγγραφῆς ὑποθηκῶν, μεταγραφῶν κλπ. τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τοῖς καταστραφεῖσι βιβλίοις τῶν Ὑποθηκοφυλακείων δήμων τινῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν δήμων Φαλάρων καὶ Σαμαίων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἰσχύος καὶ διὰ τὸ ἔτος 1904 τοῦ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν Παρνασσίδος ἐν ἔτει 1902 κηρυχθέντος ὁριστικοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Εἶναι καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς, Ἀθηνῶν, Ἰονικῆς καὶ Σταφιδικῆς. Διενεμήθη ἤδη. Ὑπάρχει ἀντίρρησις, ὅπως ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν;

§165ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.

§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς τῆς Ἑλλάδος, Ἀθηνῶν, Ἰονικῆς καὶ Σταφιδικῆς τῆς Ἑλλάδος». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3).

§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4. (ἀναγινώσκεται).

§168Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διατὶ ἀναγράφεται ἐν τῷ νόμῳ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4, καθ’ ἣν ἀναβάλλεται ἡ γενικὴ συνέλευσις τῶν μετόχων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης;

§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγράφεται ἡ διάταξις αὕτη, διότι οἱ Διευθυνταὶ τῶν Τραπεζῶν ἀπῄτησαν τὴν ἀναγραφὴν αὐτῆς, διότι οὗτοι, συνεργασθέντες μετὰ τοῦ νῦν Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἐσχημάτισαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοῦτο κατενόησεν ἐντελῶς τὰ ζητήματα, καὶ ὅτι ἡ συνεργασία μετὰ τούτου θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἀσφαλεστέραν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τῆς συμβάσεως.

§170Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ δημοσιεύσῃ τὸν ψηφισθέντα νόμον, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως;

§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως σκεπτόμεθα· δὲν προέβημεν δὲ εἰσέτι εἰς τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ, διότι ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας παραστάσεις.

§172Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ἐνόησα καλῶς τὰ λεχθέντα προχθὲς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐφάνη ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐγένοντο παραστάσεις ἐκ μέρους τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ παρακρατήματος. Ἀλλ’ ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας εἶπεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν θέλει προβῆ εἰς κανὲν μέτρον πρὶν ἢ συντελεσθῇ τὸ γεγονὸς, τὸ προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου τοῦ ἐπιτρέποντος ὅπως τὸ παρακράτημα ὁρισθῇ εἰς 24% ἐπειδὴ δ’ ἐγένετο δεκτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅπως τὸ ποσὸν τοῦ παρακρατήματος προσδιορίζηται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει δυσκολίαν ἐκ τοῦ νόμου τούτου, θέλει ὅμως καταγγείλει τὴν σύμβασιν, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ὁρίσει τὸ παρακράτημα εἰς 24%. Ἐὰν λοιπὸν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ὡς ἐγὼ ἀντελήφθην αὐτὰ, δὲν νομίζω ὅτι ταῦτα συμφωνοῦσι πρὸς ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε τὴν ἑσπέραν ταύτην.

§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἔχωσιν οὕτω τὰ λεχθέντα μεταξὺ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε κώλυμα νὰ εἰσαγάγωμεν νομοσχέδιον.

§174Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ λέγω. Ἐγὼ οὕτως ἀντελήφθην τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν.

§175ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Βεβαίως αὐτὸ εἶναι ἀκριβές. Ὅπως εἶπον προχθὲς εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας μοὶ ἔκαμε τὰς παραστάσεις περὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παρακρατήματος, τὸν ἠρώτησα, ἐὰν ὁ ὁρισμὸς τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παρακρατήματος ἐν τῷ νόμῳ εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῶν παραστάσεών του, ἢ ἡ πραγματοποίησις αὐτοῦ. Ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας μοὶ ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς: «Καθαρῶς ἐξήγησα εἰς τὴν Κυβέρνησίν μου, ὅτι ὁ ὁρισμὸς τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παρακρατήματος ἀφέθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἑπομένως ἡμεῖς τὸ πραγματικὸν γεγονὸς θέλομεν θεωρήσει τοιοῦτον, ὅταν συντελεσθῇ.»

§176Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἑπομένως δὲν θὰ φέρῃ δυσκολίαν πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ, ὅτι τὸ ποσοστὸν τοῦ παρακρατήματος θὰ ἦναι 24%.

§177ΣΚΟΥΖΕΣ. Οὕτω φαίνεται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).

§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον θέλει ἀναγραφῆ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως ταύτης εἰς δευτέραν συζήτησιν· κατόπιν τὰ ὑπ’ ἀριθ. 3 καὶ 4 ὑπηρεσιακὰ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν· κατόπιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ τηλεγραφικῆς, ταχυδρομικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας». Ἔπειτα ἔρχεται ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ ἐνοικίου τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει καταστήματος τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας»· κατόπιν τὸ «περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν», καὶ τὰ ἄλλα κατὰ σειράν. (Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 2 μετὰ τὸ μεσονύκτιον.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5
2Τῆς 9 Ἰουνίου 1903.
3(Δευτέρα).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρα 6 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγι-
5νώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρα-
6κτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον τοῦ
8Δημάρχου Παρευηνίων, ὑποβάλλοντος ψήφισμα τοῦ Δημοτι-
9κοῦ Συμβουλίου περὶ προτάξεως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει
10τῆς Βουλῆς τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀποσπάσεως τοῦ δή-
11μου Παρευηνίων ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ναυπακτίας καὶ προσαρ-
12τήσεως αὐτοῦ εἰς τὴν τῆς Τριχωνίας».
13Ὡσαύτως ἀναφορὰν τοῦ Κωνσταντίνου Ἀναγνωστοπού-
14λου, ἐκ τοῦ χωρίου Δραχάσι τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ, παρα-
15πονουμένου ὅτι οὐδεμία ἐνέργεια ἐγένετο ἐπὶ μηνύσεώς του
16ὑποβληθείσης πρὸ ἑνὸς ἔτους εἰς τὸν ἀστυνόμον Φαρσάλων.
17Τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Σύρου, ἱκετεύον-
18τος νὰ τροποποιηθῇ τὸ «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ
19νόμου περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς
20ὑπηρεσίας» νομοσχέδιον, ὥστε νὰ μὴ περικοπῇ ἡ αὔξησις τοῦ
21μισθοῦ τῶν τηλεγραφικῶν βοηθῶν καὶ νὰ μὴ ὑποβιβασθῇ τὸ
22ταχυδρομικὸν καὶ τηλεγραφικὸν γραφεῖον Σύρου.
23Τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Γαργαλιάνων, συνελθόντων
24ἐν συλλαλητηρίῳ καὶ βεβαιούντων ὅτι ἡσύχως ἀναμένουσι
25τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως τοῦ Μονοπωλίου.
26Τηλεγράφημα ἐκ Πύργου τοῦ Βασιλείου Μουντζουρίδου,
27ἀναφέροντος ὅτι ὁ ἀστυνόμος Κρεσταίνων Πετρόπουλος περι-
28έρχεται σκανδαλωδῶς τὰ χωρία μετὰ τοῦ ὑποψηφίου Παπα-
29δημητρίου.
30Ἀναφορὰν τῆς Ἀσπασίας χήρας Νικολάου Ντάγια, παρα-
31πονουμένης, ὅτι ἀποθανόντος τοῦ συζύγου αὐτῆς ἕνεκα τραυ-
32μάτων, ἅτινα ἔλαβεν εἴς τινα συμπλοκὴν κατὰ τὴν διεξα-
33χθεῖσαν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν Τυρνάβου, οὐδεμία εἰσέτι
34ἐγένετο ἐνέργεια πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν φονέων.
35Οἱ βουλευταὶ Σάμης κ. κ. Ι. Βρυώνης καὶ Ν. Ραφτό-
36πουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
37τῆς ἐκ νέου ἐγγραφῆς ὑποθηκῶν, μεταγραφῶν κλπ. ἐν τοῖς
38καταστραφεῖσι βιβλίοις τῶν Ὑποθηκοφυλακείων δήμων τινῶν
39τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν δήμων Φαλάρων καὶ Σαμαίων τῆς
40Κεφαλληνίας». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρ-
41τημα, ἀριθ. 15).
42Τὸ εἰδικὸν Συμβούλιον τοῦ ἐν Λονδίνῳ Ἐμπορικοῦ Συν-
43δέσμου ξηρῶν καρπῶν ἐπέστειλε πρὸς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον
44σχετικὸν πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, τὸ
45ὁποῖον, μεταφρασθὲν, παρακαλῶ τὸν κ. Γραμματέα νὰ ἀνα-
46γνώσῃ.
47§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
48«Κύριε. Τὸ εἰδικὸν Συμβούλιον τοῦ ἐν Λονδίνῳ Ἐμπορι-
49κοῦ Συνδέσμου ξηρῶν καρπῶν παρακαλεῖ ὑμᾶς, ὅπως ὑπο-
50βάλητε τῇ Βουλῇ τὴν ἑπομένην πρότασιν, εἰς ἣν, εἰλικρινῶς
51εὔχεται τὸ Συμβούλιον, ὅπως χάριν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους
52δώσῃ αὕτη τὴν εὐμενῆ προσοχήν της.
53Εἰς τηλεγράφημα Reuter 8ης τρέχοντος ἀναφέρεται, ὅτι
54ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπεν: «Ἐπειδὴ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν τρο-
55»ποποιήσεων τῆς προτεινομένης συμβάσεως μονοπωλίου στα-
56»φίδος δὲν ἠδύνατο νὰ περατωθῇ ἐντὸς τοῦ ὑπολειπομένου
57»πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον χρόνου, θ’ ἀνεβάλλετο πιθανὸν αὕτη
58»μέχρις Ὀκτωβρίου.»
59«Οἱ Ἄγγλοι ἐμπορευόμενοι εἶχον ἀνησυχήσει, μήπως ὑπὸ
60τὸ κράτος τῆς ἐν Ἑλλάδι διεγέρσεως ἐγίνοντο δεκταὶ αἱ
61προτάσεις τοῦ Συνδικάτου, χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις
62μετὰ τῆς ἁρμοζούσης εἰς τοιαύτης ἐθνικῆς σπουδαιότητος
63ζήτημα προσοχῆς καὶ μελέτης. Ὡς ἐκ τούτου ἀσμένως ἀνέ-
64γνωσαν οἱ Ἄγγλοι ἐμπορευόμενοι τὸ ὡς ἄνω τηλεγράφημα,
65διὰ τὸν λόγον ὅτι δίδει εὐκαιρίαν πρὸς λεπτομερεστέραν τῆς
66καταλληλότητος τοῦ προτεινομένου συνδυασμοῦ, εἰδικῶς ἐν
67τῷ συμφέροντι τῶν παραγωγῶν καὶ γενικῶς ἐν τῷ τοῦ Ἑλ-
68ληνικοῦ ἔθνους, ἔρευναν.
69«Οἱ Ἄγγλοι ἐμπορευόμενοι πεποίθασιν, ὅτι διαπράττεται
70ἀνεπανόρθωτον λάθος διὰ τῆς παραδόσεως τοῦ κυρίου προϊόν-
71τος τῆς χώρας εἰς χεῖρας μονοπωλιστῶν, ἐντελῶς ἀπείρων
72τῶν συνηθειῶν ἢ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐν λόγῳ ἐργασίας. Πε-
73ποίθασι, χωρὶς ποσῶς ν’ ἀμφιβάλλωσιν, ὅτι ὑπὸ τοιοῦτον συν-
74δυασμὸν ἡ ἐν Ἀγγλίᾳ κατανάλωσις τοῦ καρποῦ θέλει ὑποστῆ
75σοβαρὰν μείωσιν καὶ λάβει τοιοῦτον σπουδαῖον κλονισμὸν,
76ὥστε οὐδέποτε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπανακτήσῃ τὸ σημερινὸν μέ-
77γεθος τῆς ἐκτάσεώς της. Ἀσχέτως ἐντελῶς τοῦ γεγονότος,
78ὅτι ἔμποροι, μεσῖται καὶ χονδρικοὶ μεταπρᾶται ἐνεργῶς ἀνθί-
79στανται κατὰ τοῦ προτεινομένου Μονοπωλίου, τὸ γεγονὸς ὅτι
80οἱ λιανικοὶ μεταπρᾶται ἀνθίστανται κατ’ αὐτοῦ θέλει ἐντε-
81λῶς καταστρέψει πᾶσαν ἐλπίδα ἐπιτυχίας. Ἄνευ τῆς προ-
82θύμου συμπράξεως αὐτῶν εἰς τὴν διανομὴν τοῦ ἐμπορεύματος
83ἡ κατανάλωσις θέλει κατέλθει μέχρις ἐντελῶς ἀσημάντου
84ποσοῦ.
85«Λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὰ γεγονότα ταῦτα τὸ Συμβούλιον, προ-
86τείνει, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐκλέξῃ ἐπιτροπὴν ἐκ 3–6 μελῶν, ἥτις,
87ἐπισκεπτομένη ἀμέσως τὴν Μεγάλην Βρεττανίαν, Ὁλλαν-
88δίαν καὶ Γερμανίαν, νὰ ἐξετάσῃ λεπτομερῶς ἐν ταῖς ἀγοραῖς
89ταύταις τῆς καταναλώσεως περὶ τῆς ἐνδεχομένης ἐπιτυχίας
90ἢ ἀποτυχίας τοῦ προτεινομένου Μονοπωλίου. Τὰ μέλη τοιαύ-
91της τῆς ἐπιτροπῆς ἠδύναντο νὰ ἐκλεχθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἴτε
92ἐν Ἑλλάδι εἴτε μεταξὺ Ἑλλήνων κατοίκων τῆς Μεγάλης
93Βρεττανίας, κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς.
94«Τὸ Συμβούλιον θερμῶς παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἐν-
95νοήσῃ, ὅτι δὲν ζητεῖ, ὅπως αὕτη ἀπορρίψῃ τὰς προτάσεις
96τῶν μονοπωλιστῶν. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ζητεῖ, εἶναι, ὅπως
97ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς τὰς ἀπαιτουμένας ἐρεύνας πρὸ τῆς ἀπο-
98δοχῆς αὐτῶν.
99«Τὸ Συμβούλιον πεποιθότως φρονεῖ, ὅτι ἡ πρότασίς του
100εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ὀφείλουσι νὰ ἑλκύσωσι τὴν προσο-
101χὴν πάντων τῶν ὀρθῶς σκεπτομένων ἀνδρῶν καὶ παντὸς πα-
102τριώτου, ἔχοντος τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἐν τῇ καρδίᾳ.
103Τὸ Συμβούλιον ἐπιθυμεῖ, ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θεωρήσῃ
104τὸ παρὸν ἔγγραφον ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς φιλικωτέρας, ἀλλὰ
105συνάμα καὶ τῆς σπουδαιοτέρας προειδοποιήσεως. Τὸ μόνον,
106ὅπερ ζητεῖ, εἶναι, ὅπως τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐξετάσῃ δι’
107ἑαυτοῦ, πρὶν ἢ ἀκολουθήσῃ πορείαν σημαίνουσαν τὴν κατα-
108στροφὴν τοῦ ἐμπορίου του μετὰ τοῦ παλαιοτέρου καὶ μεγα-
109λειτέρου καταναλωτοῦ τοῦ κυρίου καὶ σπουδαιοτέρου προϊ-
110όντος του.
111«Ἀναλαμβάνει τὸ Συμβούλιον, ὅπως, ἐὰν γείνῃ ἀποδεκτὴ
112ἡ πρότασίς του, ἡ ἐπιτροπὴ τύχῃ τῆς ἐγκαρδιωτέρας καὶ φι-
113λικωτέρας ὑποδοχῆς ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ λάβῃ πᾶσαν εὐκαιρίαν,
114ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐπιμελεστέραν καὶ πληρεστέραν ἔρευναν
115μεταξὺ ἐμπόρων, μεσιτῶν, χονδρικῶν καὶ λιανικῶν μετα-
116πρατῶν.»
117«Πεποιθότες ὅτι θὰ ἔχητε τὴν καλωσύνην νὰ ἀναγνώσητε
118τὴν ἐπιστολὴν ταύτην πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπὶ πλέον βέ-
119βαιοι ὄντες, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Βουλὴ θέλουσιν ἀνα-
120γνωρίσει τὸ λογικὸν τῆς αἰτήσεως τοῦ Συμβουλίου.
121«Διατελῶ
122«Aark (Γραμματεύς).»
123§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς
124τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Σύρου.
125§4Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὴν ἀναφορὰν, κύριε Πρόεδρε, τὴν ὁποίαν
126διεβίβασεν ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Σύρου πρὸς ὑμᾶς, ἔλαβον
127καὶ ἐγώ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης παρακαλεῖται ὁ Πρόεδρος
128τῆς Βουλῆς, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουρ-
129γὸς, νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου
130περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρε-
131σίας τὸ ταχυδρομικὸν καὶ τηλεγραφικὸν γραφεῖον Σύρου, καὶ
132μεριμνήσωσιν, ὅπως μὴ ὑποβιβασθῇ τοῦτο εἰς γραφεῖον βʹ
133τάξεως. Ἡ αἴτησις αὕτη εἶναι δικαιοτάτη, διότι γνωστὸν
134τυγχάνει πόσον εὐρεῖα ἀλληλογραφία διενεργεῖται διὰ τοῦ
135εἰρημένου ταχυδρομικοῦ καὶ τηλεγραφικοῦ γραφείου ἕνεκα
136τοῦ μεγάλου ἐμπορίου τῆς Σύρου. Ἀφοῦ λοιπὸν σήμερον μὲ
137πλῆρες προσωπικὸν τὸ πρώτης τάξεως ταχυδρομεῖον τοῦτο
138δὲν δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου,
139πῶς εἶναι δυνατὸν ὑποβιβαζόμενον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τοῦτο;
140Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
141Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νο-
142μοσχεδίου φέρῃ σχετικὴν τροπολογίαν.
143Τὸ αὐτὸ τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἑρμου-
144πόλεως ποιεῖται μνείαν καὶ περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ μι-
145σθοῦ τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου
146τούτου καὶ ἰδιαιτέρως ἔκαμα παραστάσεις εἰς τὸν ἀξιότιμον
147ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν· ἐλπίζω δ’ ὅτι τὴν σύστα-
148σίν μου ταύτην θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
149§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀργυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
150§6Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἐζήτησα τὸν λόγον,
151ἵνα ἀπαντήσω εἰς ὅσα ἐν ἀπουσίᾳ μου εἶπεν ὁ κύριος Στυμ-
152φαλιάδης· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἦτο παρών...
153§7ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Καὶ τώρα δὲν εἶναι παρών.
154§8Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Περιμείνατε ὀλίγην ὥραν.
155§9ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ... ἀνέβαλον τὴν ὁμιλίαν μου, διὰ
156νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἤθελον νὰ πράξω καὶ ἐγὼ ἐκεῖνο, τὸ
157ὁποῖον ἔπραξεν αὐτός, ὅστις ὠφεληθεὶς ἐκ τῆς ἀπουσίας μου
158μὲ ὕβρισεν.
159§10Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Θὰ τὸ πάθητε καὶ τώρα.
160§11ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Ἀλλ’ ἐπειδὴ
161πολλαὶ παρῆλθον ἡμέραι, καὶ ὁ κ. Στυμφαλιάδης δὲν ἐφάνη
162ἔκτοτε, πρόκειται δὲ περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, δὲν δύ-
163ναμαι νὰ ἀναβάλω ἐπὶ πλέον τὴν ὁμιλίαν μου, τῆς ὁποίας
164ὁ κ. Στυμφαλιάδης δύναται νὰ λάβῃ κατόπιν γνῶσιν ἐκ
165τῶν πρακτικῶν.
166Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ κ. Στυμφαλιά-
167δης ἔκρινε καλὸν νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσωπι-
168κόν του ζήτημα, ἐγὼ δὲν ἤμην ἐδῶ· ἐφοβήθην τὸν κύριον
169Στυμφαλιάδην καὶ ἀπουσίασα ἐπὶ δύο ἡμέρας εἰς Ναύπλιον,
170ἕως ὅτου τοῦ περάσῃ ὁ θυμός!
171§12Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σιδηροδρομικῶς ἐπήγατε;
172§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, παρακαλῶ. Δὲν ἔχει καμμίαν
173σημασίαν. Ὑποθέτω ὅτι ἐδῶ δὲν ἐστάλημεν διὰ νὰ δείξω-
174μεν τὴν δύναμιν τῶν μυώνων μας ἢ τῶν γρόνθων μας.
175§14ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Στυμφαλιάδης δὲν
176ἠρκέσθη νὰ ζητήσῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἐκ τῶν
177ὁποίων θ’ ἀποδειχθῶσι τὰ ἐν τῷ πολέμῳ ἡρωϊκὰ αὐτοῦ
178ἆθλα, καὶ δὲν περιωρίσθη νὰ καυχηθῇ διὰ τὴν δόξαν, τὴν
179ὁποίαν ἀπέκτησεν ἐκ τῆς γελοίας ἐκείνης προσκλήσεως εἰς
180μονομαχίαν, ἀλλ’ ἔκρινε καλὸν καὶ νὰ μὲ ὑβρίσῃ, ἀναγκά-
181ζομαι νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων.
182Λυποῦμαι διότι θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἥτις τόσα
183ἄλλα ἔργα σπουδαῖα καὶ ἐπείγοντα ἔχει· ἀλλὰ δὲν ἠμπο-
184ροῦμεν καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὸν κ. Στυμφαλιάδην νὰ κομπορ-
185ρημονῇ καὶ νὰ ὑβρίζῃ. Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ληξάσης
186Συνόδου μέχρι τῆς λήξεως αὐτῆς πολλὰς ἀπήγγειλεν ἐνταῦθα
187ὁμιλίας ὁ κ. Στυμφαλιάδης περὶ πολλῶν καὶ διαφόρων ἀντι-
188κειμένων, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινὸν ἐγνώ-
189ρισαν τὸν ἄνδρα· ἀλλ’ ἡ τελευταία ἐκείνη ὁμιλία του! τί
190ἦτο αὐτή; Ἐπὶ τρεῖς ὥρας μᾶς ἐβασάνισεν, ἀναγινώσκων
191ἑκατὸν πεντήκοντα περίπου σελίδας, τὰς ὁποίας εἶχε τὴν
192ὑπομονὴν νὰ ἀντιγράψῃ ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ κανονισμοῦ τοῦ
193στρατοῦ, καὶ προσέθεσε τὰς ἐκθέσεις τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ,
194τὰς γνώμας τοῦ συνταγματάρχου Λυκούδη καὶ χίλια δύο
195πράγματα ἀκατανόητα· ἐμέμφθη καὶ κατηγόρησεν ὅλους
196τοὺς κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅλας τὰς
197Κυβερνήσεις, ὅλας τὰς Βουλὰς, ὅτι ἐξ ἐλλείψεως πατριωτι-
198σμοῦ καὶ ἱκανότητος δὲν προήγαγον τὰ πράγματα τοῦ στρα-
199τοῦ καὶ τοῦ Κράτους. Τί ἔπραξα ἐγὼ τότε; τὸν διέκοψα
200καὶ τῷ συνέστησα νὰ παύσῃ τὴν ὁμιλίαν του, ὡς ἄκαιρον,
201νὰ μὴ ἀπασχολῇ τὴν Βουλὴν, ἐκθέτων πράγματα γνωστὰ
202καὶ ἐπουσιώδη. Καὶ δικαίωμα εἶχον νὰ κάμω τοιαύτην
203σύστασιν· ἀλλ’ ὁ κ. Στυμφαλιάδης ἐνόμισεν, ὅτι ἐκ τῆς
204περιστάσεως ταύτης τῷ ἐδόθη δικαίωμα καὶ ἀφορμὴ νὰ μὲ
205προσβάλῃ, θέλων δὲ νὰ εἰρωνευθῇ τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνάς μου
206ἀπερισκέπτως βεβαίως εἶπεν, ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω
207τὰς στρατιωτικὰς ἰδέας του καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐκτιμήσω
208τὰς στρατιωτικὰς γνώσεις του, καὶ ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην
209τῆς στρατιωτικῆς διδασκαλίας του, διότι ἐγὼ ἑκάστοτε εἰς
210τὰς ἐπαναστάσεις αὐτοχειροτονοῦμαι στρατάρχης. Τῷ ἔδωκα
211ἀμέσως τὴν ἀνάλογον καὶ λογικὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν
212ἐνθυμεῖσθε, ἀλλ’ αὐτὸς καὶ πάλιν μὲ προσέβαλεν, εἰπὼν ὅτι
213ἐγώ, λαβὼν μέρος εἰς τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνας, ἐπεδίωκον σκο-
214ποὺς ἰδίους. Ἡ ὕβρις ἦτο ἀληθῶς βαρεῖα, καὶ ἐδικαιούμην
215νὰ ἀπαντήσω πρὸς αὐτὸν σκληρῶς, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξα,
216περιορισθεὶς εἰς τὸν μετριώτατον ἐκεῖνον χαρακτηρισμὸν, ὅτι
217ἀπερισκέπτως ὁμιλεῖ, αὐτὸς δὲ καὶ πάλιν μὲ ὕβρισεν ἐν τῷ
218γενομένῳ θορύβῳ, ὡς καὶ ὁ ἄλλος, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν
219ὑπεράσπισίν του· ἀλλ’ εἰς τὰς ὕβρεις αὐτὰς ἐγὼ δὲν ἀπήντησα.
220§15Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ποῖος ἄλλος;
221§16ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Βοζίκης.
222Εἶπον ταῦτα διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἠρξάμην ἐγὼ χει-
223ρῶν ἀδίκων, ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ὑβρίσας, ὁ ἀδικήσας. Ἐγὼ
224ἠμύνθην κατὰ τῶν ἀδίκων ὕβρεων ἐκείνου, εἰς δὲ τὰς ἄλλας
225ὕβρεις ἀμφοτέρων οὐδ’ ἀπήντησα κἄν. Εἶπον ἀληθείας, αἱ
226ὁποῖαι βεβαίως ἦσαν πικραὶ διὰ τὸν κ. Στυμφαλιάδην, ὅστις
227ὤφειλε νὰ ἀναιρέσῃ αὐτάς· μὴ δυνάμενος δὲ νὰ πράξῃ τοῦτο,
228ὤφειλε νὰ σιωπήσῃ, καὶ ἐσιώπησε, διότι τὴν ἑσπέραν ἐκεί-
229νην καὶ τὴν πρωΐαν τῆς ἐπιούσης ἐρωτηθεὶς παρὰ πολλῶν
230εἶπεν ὅτι δὲν θεωρεῖ τὸν ἑαυτόν του προσβεβλημένον καὶ δὲν
231εἶχε λόγους, ἵνα ζητήσῃ ἱκανοποίησιν. Ἀλλὰ τὴν μεσημ-
232βρίαν τῆς ἐπιούσης ἄλλοι τὸν ἐπληροφόρησαν, ὅτι «εἶναι
233γνωστὸν ὅτι ὁ Ἀργυρόπουλος ἀνέκαθεν εἶναι κεκηρυγμένος
234κατὰ τῆς μονομαχίας. Ἰδοὺ λοιπὸν περίστασις νὰ δοξασθῇς·
235νὰ τὸν προκαλέσῃς· αὐτὸς δὲν θὰ δεχθῇ, καὶ θὰ δημοσιευθῇ
236εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ἐδείχθης γενναῖος καὶ ὅτι ἱκανο-
237ποιήθης»...
238§17Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἠμποροῦσες νὰ κάμῃς ἐξαίρεσιν ἐπὶ τοῦ
239προκειμένου, διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα.
240§18ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἄλλως τε», τῷ εἶπον, «δὲν
241ἔχεις νὰ χάσῃς τι, καὶ ἂν δεχθῇ· θὰ γείνῃ ὅ,τι γίνεται πάν-
242τοτε· θὰ δημοσιεύσουν αἱ ἐφημερίδες, ὅτι ἀντηλλάγησαν
243δύο σφαῖραι ἀπὸ ἀποστάσεως ἄνευ ἀποτελέσματος, καὶ ἐθεω-
244ρήθη ἱκανοποιημένος ὁ προσβληθείς.» Καὶ ὅτε ἐβεβαιώθη
245περὶ τούτων καὶ ὅτε ἐπείσθη, τότε ἀπεφάσισε νὰ γείνῃ
246ἱππότης, κατὰ τῶν ἀνεμομύλων! Ἐσκέφθην πρὸς στιγμὴν
247νὰ δεχθῶ, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν ἔπραττον τοῦτο,
248ἤθελε μεταχειρισθῆ ὅλα τὰ μέσα διὰ ν’ ἀποφύγῃ, ἤθελε
249μεταχειρισθῆ πάντα τρόπον διὰ ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν εἰκονικό-
250τητα τῆς μονομαχίας· ἀλλὰ δὲν τὸ ἐθεώρησα σοβαρὸν καὶ
251συνεπὲς δι’ ἐμὲ, ὅστις εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀπὸ τῆς νεότητός
252μου ἀποδοκιμάζω τὸ μέτρον τῆς μονομαχίας, ὡς παράλο-
253γον, ὡς ἄσκοπον, ὡς μέτρον, ἐξ οὗ οὐδὲν προέρχεται λογι-
254κὸν ἀποτέλεσμα, ὡς μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον καταφεύγουσιν
255ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἀναιρέσωσι τὰς κατ’ αὐ-
256τῶν μομφὰς, καὶ ζητοῦσι νὰ καλυφθῶσιν ὄπισθεν τοῦ παρα-
257λόγου τούτου μέτρου. Καὶ ἐνθυμήθην τώρα ἓν περιστα-
258τικὸν, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἀνέφερα ἐνταῦθα. Εἶχον ἀκού-
259σει, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν εὑρίσκετο εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος
260διέπραττε παντὸς εἴδους κακὰς πράξεις, διὰ νὰ δύναται δὲ
261νὰ καλύπτῃ τὰς πράξεις του, κατέγεινε καὶ κατέστη ὁ
262πρῶτος τῆς Γαλλίας μονομάχος, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
263ἐτόλμων νὰ ἐλέγξωσι τὰς πράξεις του, τοὺς ἐκάλει εἰς
264μονομαχίαν καὶ τοὺς ἐφόνευεν· οὐδεὶς δὲ ἐτόλμα νὰ ἐλέγξῃ
265τὰς πράξεις του, καὶ αὐτὸς ἀνενόχλητος διέπραττεν ὅ,τι
266ἤθελεν. Ἐνταῦθα βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου ἀν-
267θρώπου, περὶ τοιούτου μονομάχου, οὐδὲ περὶ σπουδαίας
268μονομαχίας, ἀλλ’ ἰδοὺ εἰς ποῖα ἄτοπα δύναται νὰ φέρῃ τὸ
269παράλογον αὐτὸ ἔθιμον. Βεβαίως δὲν ἐπρόκειτο περὶ μονο-
270μαχίας σπουδαίας· ἀλλ’ ἂν ἐπρόκειτο περὶ μονομαχίας
271ἀληθοῦς, ἐνδεχόμενον ἦτο ἐν τῇ μονομαχίᾳ νὰ φονεύσω ἐγὼ
272τὸν κ. Στυμφαλιάδην· ἀλλὰ μὲ ἠρώτησέ τις, ἂν ἤθελον
273ἐγὼ νὰ γείνω φονεὺς εἰς αὐτὴν τὴν ἡλικίαν, νὰ τεθῶ εἰς τὰς
274φυλακὰς, καὶ νὰ ἀδικήσω τοὺς οἰκείους μου. Ἐνδεχόμενον
275ἦτο νὰ μὲ φονεύσῃ αὐτός· ἀλλὰ μὲ ἠρώτησέ τις, ἂν ἤθελον
276ἐγὼ νὰ φονευθῶ εἰς ἄδοξον πεδίον, διὰ τοιαύτην αἰτίαν
277καὶ παρὰ τοιούτου ἀντιπάλου. Ἀλλὰ βεβαίως ἐπρόκειτο
278περὶ μονομαχίας ψευδοῦς ἐκ τῶν γελωτοποιουσῶν. Μὲ ἠρώ-
279τησέ τις, ἂν ἤθελον ἐγὼ νὰ γελωτοποιηθῶ, ὕστερον ἀπὸ
280προηγούμενα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἔχω. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, διὰ
281τοὺς ὁποίους ἀπηξίωσα νὰ δώσω προσοχὴν εἰς τὴν γελοίαν
282ἐκείνην πρόκλησιν, ἰδοὺ δὲ ἐκ τίνος γελοίας περιστάσεως
283ἐνόμισεν ὁ κ. Στυμφαλιάδης, ὅτι ἔδρεψε δάφνας δόξης, καὶ
284ἐκαυχήθη δι’ αὐτάς. Διατὶ ἄλλως δὲν ἤθελον δεχθῆ; Μή-
285πως ἐφοβήθην τὸν κ. Στυμφαλιάδην; Ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι
286νὰ ἔδωσα ποτὲ ἀφορμὴν νὰ πιστεύηται, ὅτι φοβοῦμαι· περὶ
287τοῦ ἐναντίου δὲ ἴσως πολλάκις ἔδωκα δείγματα. Γνωρίζει
288δὲ ὁ κ. Στυμφαλιάδης, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι τρόποι
289μονομαχίας, τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν ἀποκρούω. Βεβαίως αὐτὰ
290τὰ θεωρῶ πάντοτε παιδαριώδη καὶ ἀνάρμοστα εἰς τὴν ἡλι-
291κίαν μας, τὴν γεροντικὴν πλέον, καὶ ἀνάρμοστα εἰς τὸ
292ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον φέρομεν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Στυμφαλιάδης
293ἐπιθυμῇ νὰ δείξῃ ἀπέναντί μου τὴν γενναιότητά του, ἂς
294κοπιάσῃ (γέλωτες). Ἐγὼ δὲν προκαλῶ, ἀλλ’ ἀποφεύγω,
295ἀφοῦ δὲν ὑπάρχῃ καὶ λόγος· ἀλλ’ ἐὰν εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγ-
296κην, θὰ ἀμυνθῶ, καὶ πιστεύω ὅτι τὸ μάθημα θὰ ἦναι δι-
297δακτικὸν διὰ τὸν κ. Στυμφαλιάδην.
298Ζητοῦσι διὰ τοῦ φάσματος τῆς μονομαχίας νὰ ἐμποδί-
299σωσι τὸν ἔλεγχον τῶν κακῶν πράξεων. Ἀλλὰ τί θὰ γείνῃ
300εἰς τὴν ἄλλην Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὅπου σκοπὸν ἔχω νὰ
301ἐλέγξω πολλοὺς, πλείστας κακὰς πράξεις δημοσίων ὑπαλ-
302λήλων, πολιτευομένων, ψευδοπατριωτῶν, ψευδαγωνιστῶν,
303περὶ τῶν ὁποίων ἔχω συλλέξει πολλὴν ὕλην ἐκ τῆς ὑπη-
304ρεσίας μου ὡς Νομάρχου καὶ ἐκ τῆς ἀναμίξεώς μου εἰς
305τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνας;
306Ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἐκ τῶν ὁποίων
307θ’ ἀποδειχθῶσι τὰ ἐν τῷ πολέμῳ ἡρωϊκὰ καταρθώματα
308τοῦ κ. Στυμφαλιάδου. Αὐτὸ καὶ μόνον ἐδικαιοῦτο καὶ ὤφειλε
309νὰ πράξῃ ἐξ ἀρχῆς· ὅλα τὰ ἄλλα ἦσαν περιττά. Ζητῶ καὶ
310ἐγὼ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κατα-
311θέσῃ τὴν δικογραφίαν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν δίκην τὴν δι-
312εξαχθεῖσαν ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου κατὰ τοῦ κ. Στυμ-
313φαλιάδου, κατηγορηθέντος διὰ καταχρήσεις γενομένας ἐν
314τῷ στρατῷ. Καὶ ζητῶ προσέτι ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
315Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὰς δικογραφίας καὶ τὰς μηνύσεις,
316αἵτινες κατὰ τοῦ κ. Στυμφαλιάδου ἐγένοντο, ὡς ἀστυνό-
317μου εἰς διάφορα μέρη, διὰ βιαιότητας καὶ καταχρήσεις.
318Ἔχω δὲ καὶ πλείστας πληροφορίας περὶ τῶν ἀστυνομικῶν
319αὐτοῦ ἄθλων, τὰς ὁποίας ἐν καιρῷ θ’ ἀνακοινώσω. Ὅταν
320δὲ γείνῃ ἐδῶ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῶν
321ἔργων τοῦ κ. Στυμφαλιάδου, θὰ γνωρίσητε ποῖοι ἄνθρωποι
322ἔρχονται ἐδῶ καὶ ζητοῦσι νὰ πωλήσωσι στρατιωτικὴν σο-
323φίαν, καὶ ἀξιοῦσι μετὰ στόμφου νὰ ἐλέγξωσι πάντας, νὰ
324διδάξωσιν εἰς πάντας τὸ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα καὶ
325νὰ ὑβρίσωσι. Τότε δὲ θὰ κρίνητε εἰς τίνα ἁρμόζει ὁ χαρα-
326κτηρισμὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Στυμφαλιάδης ἠθέλησε
327νὰ κάμῃ δι’ ἐμέ. Μὲ ὕβρισεν ἀδίκως, καὶ ἐδικαιούμην νὰ
328ἀντιτάξω ἀληθεῖς καὶ δικαίους δι’ αὐτὸν χαρακτηρισμούς·
329ἀλλὰ δὲν τὸ πράττω, διότι αἱ δεινότεροι ὕβρεις διὰ κάθε
330ἄνθρωπον καὶ οἱ μεγαλείτεροι ἔπαινοι εἶναι αἱ πράξεις του.
331Τί νὰ εἴπω δὲ ἐγὼ διὰ τὸν κ. Στυμφαλιάδην, ἀφοῦ εἶναι
332αἱ πράξεις του; Θεωρῶ περιττὸν νὰ προσθέσω ἄλλο τι,
333ἀφοῦ πάντες ἀντιλαμβάνεσθε, πάντες γνωρίζετε τὴν κατά-
334στασίν του.
335§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥοῦφος ἔχει τὸν λόγον.
336§20Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ἡμερῶν μετ’ ἄλ-
337λων συναδέλφων διεμαρτυρήθην κατὰ τῆς κρατούσης ἐν
338Πάτραις καταστάσεως, τῆς δημιουργουμένης ἐκ τῶν βιαιο-
339πραγιῶν, τῶν ὁποίων γίνεται ἥρως ὁ ἀστυνόμος Καλφακᾶ-
340κος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε δώσει τὴν ὑπόσχεσιν, συνεπείᾳ
341τῆς διαμαρτυρίας ἡμῶν, ὅτι θ’ ἀνεκαλεῖτο ὁ κ. Καλφα-
342κᾶκος ἐκ Πατρῶν. Ἐν τούτοις διατριβή τις, δημοσιευθεῖσα
343ἐν ἐφημερίδι τῶν Πατρῶν, ὑπὸ σημερινὴν χρονολογίαν, ἀπο-
344δεικνύει, ὅτι ὁ κ. Καλφακᾶκος ὄχι μόνον εὑρίσκεται ἐν
345Πάτραις, ἀλλὰ καὶ ἐξακολουθεῖ βιαιοπραγῶν. Διὰ νὰ κατα-
346δειχθῇ δὲ ποία τις εἶναι ἡ δρᾶσις αὐτοῦ, ἀναγινώσκω μέ-
347ρος τῆς διατριβῆς (ἀναγινώσκει αὐτό).
348Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως
349εὐαρεστούμενος καταθέσῃ ὅλας τὰς καταγγελίας, τὰς ἐν Πά-
350τραις γενομένας κατὰ τοῦ κ. Καλφακάκου, ὡς ἀστυνόμου
351Πατρῶν.
352§21ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καμμία δὲν ὑπάρχει.
353§22ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
354Ἐσωτερικῶν). Θέλω καταθέσει πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ
355ἀφορῶντα τὸν ἀστυνόμον τοῦτον. Τὸν ἀστυνόμον αὐτὸν,
356ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐκάλεσα ἐνταῦθα· κατόπιν διέταξα νὰ γείνῃ
357ἐξέτασις περὶ αὐτοῦ, ἐγένετο ἡ ἐξέτασις, καὶ ὑπεβλήθη εἰς
358ἐμὲ ἡ ἔκθεσις καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας Πατρῶν
359καὶ τοῦ Δημάρχου, ἔκρινα δὲ, ὅτι κατόπιν τῶν ἐκθέσεων
360τούτων ἠδυνάμην νὰ διατάξω αὐτὸν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν
361θέσιν του. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶμαι ἕτοιμος νὰ καταθέσω
362εἰς τὴν Βουλήν.
363§23Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἐννοῶ μόνον αὐτὰ, κύριε Ὑπουρ-
364γέ. Ἐννοῶ καὶ προγενεστέρας καταγγελίας καὶ ἀνακρί-
365σεις, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν, ἐπὶ τῆς προηγουμένης ἀστυνομίας.
366§24ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω.
367§25ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Δύο λέξεις σχετικάς. Κατόπιν τῆς ὁμι-
368λίας τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν συναδέλφου νομίζω ἀναγκαῖον,
369ἐπειδὴ ἔχω πληροφορίας σχετιζομένας πρὸς τὸ ζήτημα, νὰ
370δώσω ταύτας. Αἱ πληροφορίαι μου εἶναι, ὅτι ὁ Διευθυντὴς
371τῆς Ἀστυνομίας Πατρῶν εἶχεν ὑποβάλει λεπτομερῆ ἔκ-
372θεσιν τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιό-
373τιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτής. Διὰ τῆς ἐκθέσεως ταύτης βε-
374βαιοῦται, ὅτι τὰ παράπονα τοῦ ἀναφερομένου, ὡς παρανό-
375μως συλληφθέντος, κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Καλφακάκου εἶναι
376ὅλως ἀβάσιμα. Ὁ ἀστυνόμος οὗτος, ὑπηρετήσας καὶ ἄλ-
377λοτε εὐδοκίμως ἐν Πάτραις, εἶναι εἷς τῶν νέων ἀξιωματι-
378κῶν, τῶν λίαν μεμορφωμένων, διακρίνεται δὲ διὰ τὴν κα-
379λὴν αὐτοῦ συμπεριφορὰν, τὸν εὐγενῆ τρόπον καὶ τὸν κα-
380λὸν αὐτοῦ χαρακτῆρα, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς
381ὅσα κατ’ αὐτοῦ καταγγέλλονται. Τὴν ἀφορμὴν ἐκείνην ἐδη-
382μιούργησεν αὐτὸς ὁ κατὰ τοῦ Καλφακάκου ὑποβαλὼν τὰ
383παράπονα κύριος. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη διεξήχθη ὅλως διόλου
384ὑπηρεσιακῶς, ὁ δὲ Καλφακᾶκος ἦτο ἐντελῶς ἀμέτοχος αὐ-
385τῆς. Ὁ συλληφθεὶς προσήχθη εἰς τὸν προϊστάμενον τῆς
386Ἀστυνομίας ὑπὸ τῶν ἀστυφυλάκων, ὁ δὲ ἀστυνόμος οὐδό-
387λως ἔλαβε γνῶσιν. Ὅταν δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερι-
388κῶν Ὑπουργὸς καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, θέλει ἀπο-
389δειχθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου.
390§26ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις σχετικὰς,
391προκειμένου περὶ ἀστυνομικῶν παραβάσεων.
392Τὸ παρελθὸν Σάββατον, ὅτε εἰσηρχόμην εἰς τὴν Βου-
393λήν, πολῖταί τινες μὲ ἐπλησίασαν, καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ
394ἀκούσω παράπονα κατά τινος ἐνωμοτάρχου τῆς ἀστυφυ-
395λακῆς...
396§27ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
397Ἐσωτερικῶν). Ἐνωμοτάρχου ἐνταῦθα εὑρισκομένου;
398§28ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα... Παρεκάλεσα αὐτοὺς νὰ εὐαρε-
399στηθῶσιν, ὅπως σήμερον μὲ ἐπισκεφθῶσι κατ’ οἶκον καὶ μοὶ
400ἐκθέσωσι τὰ λαβόντα χώραν. Πράγματι προσῆλθον οἱ πο-
401λῖται οὗτοι σήμερον, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων κατάγονται
402ἐκ Κερκύρας, καὶ μοὶ ἀφηγήθησαν τὰ ἑξῆς. Στρατιώτης τις
403ἀφῄρεσε πράγματά τινα παρ’ ἀξιωματικοῦ, παρὰ τῷ ὁποίῳ
404διετέλει προσκεκολλημένος ὡς ὑπηρέτης. Ὁ στρατιώτης
405συνελήφθη καὶ ἐτέθη εἰς τὰς φυλακάς· εἶπε δὲ, ὅτι τὰ κλα-
406πέντα πράγματα τοῦ ἀξιωματικοῦ εἶχε παραδώσει εἴς τινα
407οἰκογένειαν, καταγομένην ἐκ Κερκύρας. Ἡ οἰκογένεια αὕτη
408κατοικεῖ εἰς τὸ Ιʹ ἀστυνομικὸν τμῆμα. Ὁ ἐνωμοτάρχης
409τῆς ἀστυφυλακῆς τοῦ τμήματος ἐκείνου μετά τινος ἀστυ-
410φύλακος μετέβη εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ πολίτου, ἐντιμοτάτου
411οἰκογενειάρχου, ἀπόντος δ’ αὐτοῦ προσηνέχθη ἀπρεπῶς πρὸς
412τὴν σύζυγον τοῦ πολίτου καὶ πρὸς τὴν μικρὰν αὐτοῦ κόρην.
413Δὲν ἠρκέσθη δὲ εἰς τὴν ἀπρεπῆ συμπεριφοράν,—εἶμαι δὲ
414βέβαιος περὶ τῶν λεχθέντων, τὰ ὁποῖα ἐνώπιον τῆς Βου-
415λῆς δὲν δύναμαι νὰ ἐπαναλάβω,—ἀλλ’ ὁ ἐνωμοτάρχης τῆς
416ἀστυφυλακῆς ἔλαβε μεθ’ ἑαυτοῦ τὸ μόλις δωδεκαετὲς τέκνον,
417μαθητὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάπηρον
418δυστυχῶς, διότι τὸν ἕτερον τῶν ποδῶν ἔχει ἐκ ξύλου, ἔλαβε,
419λέγω, μεθ’ ἑαυτοῦ ὁ ἐνωμοτάρχης τῆς ἀστυφυλακῆς τὸ ἀνά-
420πηρον τοῦτο τέκνον, τὸ ὡδήγησεν εἰς τὸ κατάστημα τῆς
421Ἀστυνομίας, καὶ τὸ ἐκακοποίησε· εἶδον δὲ τοὺς μώλω-
422πας ἐγὼ αὐτὸς, διότι εἰς τὴν ἀριστερὰν ὠμοπλάτην τοῦ
423παιδὸς παρετήρησα μώλωπα, προελθόντα ἐκ τῆς πυγμῆς
424τοῦ ἐνωμοτάρχου. Τὸ δὲ ἀτυχὲς παιδίον διεμαρτύρετο, διότι
425οὐδὲν ἐγίνωσκε περὶ τῶν κλαπέντων πραγμάτων. Μετὰ
426μίαν ὥραν τὸ παιδίον ἀφέθη ἐλεύθερον. Μετέβη δὲ καὶ ὁ
427ἀστυνόμος τοῦ Γʹ τμήματος, ὁ ὁποῖος, ὡς ἤκουσα, εἶναι
428καλὸς, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ παιδὸς, ἀλλὰ μετὰ ἐπιμελῆ ἔρευ-
429ναν οὐδὲν εὗρεν ἐκ τῶν κλαπέντων. Εἶτα ἐβεβαιώθη, ὅτι
430ἦσαν ψευδῆ τὰ παρὰ τοῦ στρατιώτου λεχθέντα, ὅτι δηλαδὴ
431εἶχον δοθῆ παρ’ αὐτοῦ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἐκ Κερκύρας
432πολίτου τὰ κλαπέντα πράγματα τοῦ κ. ἀξιωματικοῦ. Ἐ-
433πειδὴ δὲ δὲν ἐγνώσθη τὸ ὄνομα τοῦ ἀστυφύλακος ὡς καὶ τοῦ
434ἐνωμοτάρχου, τῶν διαπραξάντων τὰς ἀξιοποίνους ταύτας
435πράξεις, γνωρίζω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουρ-
436γὸν, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης τῆς ἀστυφυλακῆς φέρει τὸν ἀριθμὸν
4371824, ἵνα ἐνεργήσῃ ὅ,τι δέον πρὸς τιμωρίαν αὐτοῦ. Δὲν
438πιστεύω δὲ νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ καταθέσω γραπτὴν τὴν
439σύστασίν μου ταύτην.
440§29Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πρὸ μηνὸς περίπου εἶχον ἐπιστήσει τὴν
441προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, συνάμα δὲ
442καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἀπόσπασμα ἐκ
44330 εὐζώνων...
444§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι διόλου σχετικόν.
445§31ΓΕΡΑΚΗΣ. Σχετικὸν εἶναι.
446§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν εἶναι διόλου σχετι-
447κὸν μήτε μὲ τὸ παράπονον τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ,
448μήτε μὲ τὸ τοῦ κ. ἐκ Κυθήρων. Ἐὰν ἐννοεῖτε ὅτι πρέπει μὲ
449τὰ σχετικὰ ὁλόκληρον τὸ ἀστυνομικὸν ζήτημα καὶ ὅλα τὰ
450κατὰ τῆς Ἀστυνομίας παράπονα ν’ ἀναπτυχθῶσιν ἐνταῦθα,
451ἔχετε δίκαιον· ἀλλὰ τότε νὰ σᾶς ἐγγράψω κατόπιν.
452§33ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγγράψατέ με.
453§34Ι. ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ. Σχετικόν.
454§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον, διότι
455ἀφῄρεσα τὸν λόγον ἀπὸ τὸν κύριον Γεράκην.
456Ὁ κύριος Ἀβέρωφ ἔχει τὸν λόγον.
457§36ΑΥΓΕΡ. ΑΒΕΡΩΦ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τριῶν ἢ τεσ-
458σάρων μηνῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπηγόρευσε
459τὴν ὑλοτομίαν εἰς τὰ δάση τῶν δήμων Λάκμωνος καὶ Χαλ-
460κίδος παρ’ Ἀσπροποτάμῳ τῆς Καλαμπάκας, διὰ λόγους
461δημοσίας ἀσφαλείας. Ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη ἐπεξετάθη καὶ
462εἰς τὰ δάση τοῦ δήμου Καστανέας. Κατόπιν παρατηρήσεων,
463τὰς ὁποίας ἐποιησάμεθα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι τὸ δάσος
464τῆς κοινότητος Καστανέας διεξεδικεῖτο καὶ ἀπὸ τὸ Δημόσιον
465καὶ ἀπὸ τὴν κοινότητα, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη τότε νὰ
466ἀπαγορεύσῃ καὶ ἀπηγόρευσε τὴν ὑλοτομίαν. Χθὲς ὅμως ἔλα-
467βον τηλεγράφημα τοῦ προέδρου τῆς κοινότητος, ὁ ὁποῖος
468διαμαρτύρεται, διότι τὸ Ὑπουργεῖον προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν
469ἀδείας ὑλοτομίας καὶ ἐπιτρέπει νὰ ξυλεύωνται ἐν Καστα-
470νέᾳ, ἐνῷ κατ’ αὐτὰς πρόκειται νὰ ἐξετασθῶσι μάρτυρες
471διὰ τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος τοῦ δάσους, τὸ ὁποῖον κατεῖ-
472χεν ἕως τώρα ἡ κοινότης καὶ τὸ κατέλαβε τὸ Δημόσιον.
473Ἐνῷ δὲ πρόκειται νὰ ἐξετασθῶσι μάρτυρες, ἐξεδόθησαν ἄδειαι
474ὑλοτομίας.
475Διὰ τοῦτο καταθέτω τὸ τηλεγράφημα, καὶ παρακαλῶ
476τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναστείλῃ τὰς ἀδείας ταύτας, μέχρις
477ὅτου τὸ Δικαστήριον ἀποφανθῇ, ἂν τὸ δάσος αὐτὸ δικαιοῦ-
478ται νὰ κατέχῃ τὸ Δημόσιον ἢ ἡ κοινότης.
479§37Κ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὅμοιον τηλεγράφημα ἔλαβον καὶ ἐγώ,
480καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις τοῦ κυρίου
481Ἀβέρωφ.
482§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
483§39ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς
48431 Μαΐου ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν δη-
485μοτικῶν ἐκλογῶν, ὁρισθείσης ἡμέρας τῆς 7ης Σεπτεμβρίου
486τρέχοντος ἔτους. Ἐπειδὴ εἰσέτι ὁ νόμος δὲν εἶναι γνωστὸν
487ἂν ἐκυρώθη, οὔτε ἐδημοσιεύθη, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ προσεχὴς Τε-
488τάρτη, ἤτοι ἡ μεθαύριον, εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς ἐπι-
489δόσεως τῶν αἰτήσεων τῶν ὑποψηφίων, καὶ ἡ Πέμπτη ἡ τε-
490λευταία ἡμέρα τῆς ἀνακηρύξεως αὐτῶν, ἐπάναγκες εἶναι νὰ
491δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ἐκυρώθη ὁ νό-
492μος οὗτος, ἂν θὰ δημοσιευθῇ, καὶ διατὶ δὲν ἐδημοσιεύθη,
493διὰ νὰ μὴ γίνωνται ματαιοπονίαι ἀνακηρύξεων.
494§40ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
495Ἐσωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ὁ νό-
496μος οὗτος, ἐὰν δὲν ὑπεβλήθη ἔτι πρὸς κύρωσιν, διότι ἑτοι-
497μάζονται τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, θὰ ὑποβληθῇ προσεχέστατα.
498§41ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο διὰ νὰ μὴ γίνωνται περιτ-
499ταὶ ἐνέργειαι τῶν δικαστηρίων, κύριε Ὑπουργέ, καὶ ἀνακη-
500ρύσσωνται ὑποψήφιοι, καὶ ἔχωμεν ἐπιστροφὴν χρημάτων ἐκ-
501λογικῶν εἰδῶν, ἢ μᾶλλον, καθὼς λέγει τὸ ἄρθρον 2, δὲν θὰ
502ἔχωμεν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων, ἀλλὰ θὰ παραμένωσι
503ταῦτα ὡς παρακαταθήκη, ἵνα χρησιμεύσωσιν, ἐὰν οἱ ὑπο-
504βαλόντες αἰτήσεις ὑποψήφιοι ἀνακηρυχθῶσι κατόπιν.
505§42Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος προνοεῖ περὶ τῶν
506κατατεθέντων.
507§43ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προνοεῖ, ἀλλ’ εἰς βάρος τῶν κατα-
508θετῶν.
509§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθ’ ἃ εἶ-
510χον ἀνακοινώσει πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀποκρινόμενος εἰς ἐπε-
511ρώτησιν τοῦ κ. ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ, ἔμελλον προσεχῶς
512νὰ εἰσαγάγω εἰς αὐτὴν νομοσχέδιον, κυροῦν σύμβασιν περὶ
513τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον κατεστάθη ἀναγκαῖον διὰ τὸν κανο-
514νισμὸν τῆς προσεχοῦς συγκομιδῆς τοῦ σταφιδοκάρπου. Τὴν
515σύμβασιν ταύτην, συνομολογηθεῖσαν μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν
516τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑνὸς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ
517τῶν διοικούντων τὰς τρεῖς Τραπέζας, τὴν Τράπεζαν τὴν
518Ἐθνικὴν, τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν καὶ τὴν Ἰονικὴν, καὶ τοῦ
519Προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τρα-
520πέζης, καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν. Δι’ αὐτῆς αἱ τρεῖς πρῶ-
521ται Τράπεζαι, ἡ Ἐθνικὴ, ἡ τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἡ Ἰονικὴ,
522ἀναλαμβάνουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δανείσωσιν, ὑπὸ τύπον
523ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ, εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν μέχρις
5246½ ἑκατομμυρίων, ἐπὶ τόκῳ 5½%, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν
525τοῦ Κράτους. Ἡ σύμβασις αὕτη προϋποθέτει σύμβασιν ἄλ-
526λην γενομένην, ἥτις συνωμολογήθη καὶ ὑπεγράφη ὑπὸ τῶν
527συμβαλλομένων, ἤτοι τῶν τριῶν Τραπεζῶν καὶ τῆς Σταφι-
528δικῆς Τραπέζης ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν ἀφ’ ἑ-
529τέρου. Εἰσάγω δὲ καὶ τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προ-
530τείνεται ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως ταύτης.
531§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ σύμβασις θέλουσι
532τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 16).
533§46ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρα-
534καλοῦμεν νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον.
535§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι δά!
536§48ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
537§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Πρόκειται περὶ συμβάσεως
538ἑπομένως ἀναγκαίως θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Αὔριον
539θὰ τὴν ἔχητε.
540§50ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Αὔριον τοὐλάχιστον νὰ ἦναι πρῶτον ἀντι-
541κείμενον.
542§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλὴ, ὅπως ἀναγραφῇ
543ὡς πρῶτον ἀντικείμενον αὔριον;
544§52ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
545§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρωτοπαπαδάκης.
546§54Π. Ι. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον
547ἀναφορὰν ἐκ Σύρου ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ Φράγκον, ἀπευθυνθεῖ-
548σαν καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
549γὸν, διὰ τῆς ὁποίας καθιστᾷ γνωστὸν, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ
550πληρώσῃ τρὶς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος ἑνὸς ἔτους, τοῦ
5511899, ἔστειλε δὲ καὶ τὰ τρία σχετικὰ διπλότυπα τοῦ τα-
552μίου, τὰ ὁποῖα κρατῶ ἐδῶ. Καὶ ἂν μὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀν-
553θρώπου δυναμένου νὰ πληρώσῃ εὐκόλως, τὸ πρᾶγμα δὲν
554θὰ ἦτο ἴσως σοβαρόν· ἀλλ’ ὁ Μιχ. Φράγκος εἶναι πλανόδιος
555ἔμπορος, ἠναγκάσθη δὲ, ὡς μοὶ λέγει ὁ κ. ἐκ Σύρου συνάδελ-
556φος, νὰ πωλήσῃ τὸ καροτσάκι του, διὰ νὰ πληρώσῃ τὴν
557τρίτην φορὰν τὸν ἐκ δραχμῶν 38 φόρον, διότι ἐξεδόθη ἔν-
558ταλμα συλλήψεως κατ’ αὐτοῦ, καὶ μετέβη κατόπιν παρὰ τῷ
559κυρίῳ Τσιροπινᾷ, ἵνα τὸν προσλάβῃ ὡς ἁπλοῦν ἐργάτην εἰς
560τὸ ἐργοστάσιόν του.
561Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
562γὸν, νὰ διατάξῃ ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸν φορολογούμενον τὰ
563πληρωθέντα, ἐνῷ δὲν ὠφείλοντο.
564Ἔχω καὶ ἄλλην ἐπερώτησιν νὰ κάμω, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ
565ἦναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
566§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
567γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ καταθέσητε, παρα-
568καλῶ, τὴν ἀναφορὰν καὶ τὰ διπλότυπα.
569§56ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μάλιστα.
570§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γεράκης ἔχει τὸν λόγον.
571§58Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πρὸ μηνὸς εἶχον ἐπιστήσει τὴν προσο-
572χὴν τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτε-
573ρικῶν, ὅτι ἀπόσπασμα ἐκ τριάκοντα εὐζώνων, ἐπὶ κεφαλῆς
574ἔχον τὸν ἐνωμοτάρχην Ἰωάννην Σκαρλᾶτον, περιεφέρετο ἀνὰ
575τὰ χωρία τῆς ἐπαρχίας Κραναίας καὶ διέπραττε διαφόρους
576αὐθαιρέτους καὶ παρανόμους πράξεις. Ἴσως ἐνθυμοῦνται οἱ
577κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος μετὰ τοῦ ἀπο-
578σπάσματος μετέβη εἰς τὸ χωρίον Βαλσαμάτα, εἰσῆλθε νύ-
579κτωρ ἐντὸς τῶν οἰκιῶν, ἐκακοποίησε γυναῖκας, ἔθραυσε
580πιάτα, βυτία, ἔσφαξεν ἀμνούς, ὄρνιθας κλπ., καὶ ἀπῄτει νὰ
581χορηγῆται τροφὴ εἰς τὸ ἀπόσπασμα. Τούτων ἕνεκεν ἠναγ-
582κάσθη ὁ Δήμαρχος Ὁμαλῶν δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸν κ.
583Νομάρχην Κεφαλληνίας νὰ ἐκθέσῃ πάσας τὰς ἐκνόμους
584ταύτας ἐνεργείας τοῦ ἀποσπάσματος τούτου. Ὁ κ. Νομάρ-
585χης ἐγνώρισε ταῦτα εἰς τὸν κ. Μοίραρχον, οὗτος δὲ, ἀνα-
586γνωρίσας τὰ δίκαια τοῦ Δημάρχου παράπονα, ἐξέδοτο κατὰ
587τὴν 7 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. τὴν ἀκόλουθον ἡμερησίαν διαταγήν:
588«Παραστάσεις ἐγένοντο ἡμῖν, ὅτι διάφοροι ὁπλῖται
589τῶν ἀστυνομιῶν καὶ τοῦ μεταβατικοῦ ἀποσπάσματος,
590μεταβαίνοντες εἰς διάφορα χωρία τῆς δικαιοδοσίας των
591πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας, καὶ καταχρώμενοι τῶν ὑπὸ τοῦ
592νόμου περὶ στρατιωτικῶν καταλυμάτων παρεχομένων αὐ-
593τοῖς δικαιωμάτων, ἐκτρέπονται ἀτόπως καὶ ὅλως ἀδικαιο-
594λογήτως εἰς καταπιέσεις πτωχῶν χωρικῶν.
595«Ἐπιθυμοῦντες ὅθεν νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσιν αἱ τοιαῦται
596καταχρήσεις, παραγγέλλομεν ἅπαντας τοὺς κυρίους ἀστυνό-
597μους τῆς δικαιοδοσίας ἡμῶν, ὡς καὶ τὸν ἀποσπασματάρ-
598χην, πρὸς ὃν θέλει κοινοποιηθῆ ἡ παροῦσα παρὰ τῆς ἀστυ-
599νομίας Σάμης, ὅπως ἐκδώσωσι τάχιστα ἐντόνους καὶ σαφεῖς
600διαταγὰς καὶ ὁδηγίας πρὸς ἅπαντας τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς ὁπλί-
601τας, ἵνα ἐν τῷ μέλλοντι ἀπέχωσι τῶν τοιούτων καταχρή-
602σεων, καθόσον διὰ πᾶν ὑποβληθησόμενον ἡμῖν ἐν τῷ μέλ-
603λοντι παράπονον ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο θέλομεν
604ὄχι μόνον κατὰ τῶν ὁπλιτῶν τούτων προσενεχθῆ λίαν αὐ-
605στηρῶς, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν προϊσταμένων αὐτῶν θέλομεν
606ἐνεργήσει τὰ δέοντα.»
607Τὴν ἡμερησίαν ταύτην διαταγὴν ὁ κ. Μοίραρχος ἐκοινο-
608ποίησε τῷ κ. Δημάρχῳ διὰ τοῦ ἑξῆς ἐγγράφου:
609«Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ κοινοποιήσω ὑμῖν ὀπισθογράφως
610τὴν πρὸς τοὺς ἀστυνόμους τῆς δικαιοδοσίας ἡμῶν ὡς καὶ
611πρὸς τὸ μεταβατικὸν ἀπόσπασμα τοῦ νομοῦ ἡμερησίαν
612ἡμῶν διαταγὴν τῆς 7 τρέχοντος μηνός, καὶ σᾶς παρακαλῶ,
613ἵνα, ὁσάκις ἤθελε παρουσιασθῆ σχετική τις παρεκτροπὴ ἐκ
614μέρους ὀργάνου τινὸς ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ σας, γνωρίζητε ἡμῖν
615περὶ τούτου, ὅπως ἐνεργῶμεν κατὰ τοῦ παρεκτρεπομένου τὰ
616δέοντα.
617«Ἐν Ἀργοστολίῳ τῇ 10 Φεβρουαρίου 1903.»
618Ὁ ἀποσπασματάρχης ὅμως Ἰωάννης Σκαρλᾶτος, ἀντὶ νὰ
619σωφρονισθῇ καὶ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ἡμερησίαν διαταγὴν
620τοῦ Μοιράρχου, τοὐναντίον ἐξηκολούθησε διαπράττων περισ-
621σότερα ἔκτροπα καὶ ὄργια. Μετέβη πρὸ μηνὸς εἰς τὴν οἰκίαν
622τῶν Δημητρίου καὶ Σταύρου Νιφοράτου, ὅστις ἦτο ὀφειλέτης
623τοῦ Δημοσίου δραχμῶν 15, καὶ νύκτωρ ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς
624αὐτὴν, ἐπειδὴ δὲ αἱ γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ἐντὸς μετὰ
625τῶν τέκνων των, ἠρνήθησαν νὰ ἀνοίξωσι τὴν θύραν, ὁ ἐνω-
626μοτάρχης μετὰ τοῦ ἀποσπάσματος ἔθραυσαν τὴν θύραν, καὶ
627εἰσελθόντες εἰς τὴν οἰκίαν ἐκακοποίησαν τὴν σύζυγον τοῦ
628Σταύρου καὶ ἔθραυσαν πᾶν τὸ προστυχὸν, τὸν παραπονε-
629θέντα δὲ διὰ τὰς ἐκνόμους ταύτας πράξεις τοῦ ἀποσπάσμα-
630τος Δ. Νιφορᾶτον συνέλαβον καὶ δέσμιον μετέφεραν τὴν ἑπο-
631μένην εἰς Ἀργοστόλιον, ἐπιδόντες κατ’ αὐτοῦ καὶ μήνυσιν
632ἐπὶ ἀντιστάσει, χωρὶς νὰ λάβῃ χώραν τοιαύτη. Δυστυχῶς δὲ,
633ἔκριναν καλὸν ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτὴς νὰ προφυλα-
634κίσουν αὐτὸν, στηριχθέντες εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐνωμοτάρχου·
635ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ, πεισθέντες μετὰ ταῦτα, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο
636περὶ ἀντιστάσεως, ἀλλὰ περὶ δικαιολογίας τῶν παρανόμων
637πράξεων τοῦ ἐνωμοτάρχου, ἀπέλυσαν διὰ βουλεύματος τὸν
638ἀδίκως συλληφθέντα.
639Κατ’ ἄλλην τινὰ ἡμέραν ὁ αὐτὸς ἀποσπασματάρχης με-
640τέβη εἰς τὸ χωρίον Σβορωνᾶτα καὶ εἰσελθὼν παρανόμως εἰς
641τὴν οἰκίαν τοῦ Γνεσούλη, ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι οὗτος κατε-
642διώκετο δυνάμει ἐντάλματος, ἐξυλοκόπησε τὴν σύζυγόν του,
643τὸν ἀδελφόν του καὶ τὰ τέκνα του, ἤνοιξε τὰ βυτία του,
644ἔπιον αὐτὸς καὶ τὸ ἀπόσπασμα τὸν οἶνόν του, ἔφαγον ὅ,τι
645εἶχον οἱ πτωχοὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι, καὶ δέσμιον πεζῇ μετέ-
646φεραν τὸν δυστυχῆ Γνεσούλην εἰς Ἀργοστόλιον, ἐνώπιον τοῦ
647κ. Εἰσαγγελέως, ὅστις τὸν ἀπέστειλε πρὸς τὸν ἀνακριτὴν,
648ὁ δὲ ἀνακριτὴς ἀπέλυσεν αὐτὸν, διότι οὐδεμία κατηγορία
649ὑπῆρχε κατ’ αὐτοῦ.
650Ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας ἀκολούθως παρανόμους πράξεις προ-
651έβη ὁ ἀποσπασματάρχης Ἰωάννης Σκαρλᾶτος, καὶ ὡς ἐκ
652τούτου ὁ Δήμαρχος Ὁμαλῶν ἠναγκάσθη ν’ ἀπευθύνῃ νέαν
653ἀναφορὰν πρὸς τὸν Νομάρχην καὶ πρὸς τὸν Μοίραρχον. Ὁ
654Νομάρχης, ἀναγνωρίσας τὸ δίκαιον αὐτοῦ καὶ τὴν ἔκτροπον
655ἐνέργειαν τοῦ ἀποσπασματάρχου, ἐκπληρῶν δὲ τὸ καθῆκόν
656του, ἀπέστειλε τὸ ἑξῆς ἔγγραφον πρὸς τὸν Δήμαρχον:
657«Ἀπαντῶντες ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 311 ἐ. ἔ. ἀναφορᾶς σας,
658πληροφοροῦμεν ὑμᾶς, ὅτι τὰ καταλύματα τῶν στρατιωτι-
659κῶν ἀποσπασμάτων ἔχουσι καταργηθῆ διὰ νόμου. Ἑπομέ-
660νως οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχουσιν οἱ κάτοικοι τῶν διαφόρων
661χωρίων νὰ δέχωνται τὰ ἀποσπάσματα ταῦτα εἰς τὰς οἰκίας
662των καὶ δὴ νὰ χορηγῶσιν αὐτοῖς καὶ τροφὴν, ἀφοῦ μάλιστα,
663ὡς ἀναφέρετε, ἐν τοῖς διαφόροις χωρίοις τοῦ δήμου σας
664ὑπάρχουσι πανδοχεῖα, ἐν δὲ τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἀστυνομι-
665κὸς σταθμός.
666«Πληροφοροῦμεν πρὸς τούτοις, ὅτι τὴν παρεκτροπὴν ταύ-
667την τοῦ ἐν τῷ δήμῳ σας στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος ἐγνω-
668ρίσαμεν πρὸς τὸν κ. Μοίραρχον Κεφαλληνίας, ὡς ἐπόπτην
669τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, διὰ τὰ καθ’ ἑαυτόν.
670«Ἐν Ἀργοστολίῳ τῇ 28 Μαΐου 1903».
671Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ κατόπιν τῆς ἐνεργείας ταύτης τοῦ
672κ. Νομάρχου, δι’ ἧς ἐφίστα τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Μοιράρ-
673χου ἐπὶ τῶν παρανόμων πράξεων τοῦ εἰρημένου ἐνωμοτάρ-
674χου, οὗτος ἐξηκολούθει διαπράττων ἔτι μεγαλείτερα καὶ
675περισσότερα ὄργια. Ἠναγκάσθη δὲ ὁ κ. Δήμαρχος νὰ ὑπο-
676βάλῃ ἄλλην ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. Νομάρχην καὶ τὸν κ.
677Μοίραρχον, ἣν ἀνεκοίνωσε καὶ πρὸς ἐμὲ ὡς ἑξῆς (ἀναγι-
678νώσκει):
679«Κύριον Κωνσταντῖνον Γεράκην
680«Βουλευτὴν Κραναίας
681Ἀθήνας.
682«Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς, κύριε Γε-
683ράκη, ὅτι τὸ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα ὑπὸ τὸν ἐνωμοτάρ-
684χην Ἰωάννην Σκαρλᾶτον μετέβη σήμερον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ
685Χριστοδούλου Ἰωάννου Γαλιατσάτου, μὴ καταδιωκομένου
686δι’ οὐδεμίαν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, καὶ προέβη εἰς ἀνηκού-
687στους πιέσεις, καταχρήσεις, ὕβρεις, ἐπιτεθέντες δὲ κατὰ τῆς
688συζύγου του Ἀνδριάνης, ἐκτύπησαν αὐτὴν εἰς διάφορα μέρη
689τοῦ σώματος διὰ γρόνθων, ῥίψαντες αὐτὴν χαμαὶ, ἔθραυσαν
690δὲ καὶ ἓν ὑφαντουργεῖον τῆς θυγατρὸς αὐτοῦ, ἀξίας ἄνω τῶν
691100 δραχμῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἔδιδον αὐτοῖς τροφὴν
692(στερούμενοι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου), εἰς δὲ τὴν θυγατέρα
693αὐτοῦ, ἀρνηθεῖσαν νὰ τοῖς δώσῃ τροφὴν, ἀπήντησαν: «νὰ
694μᾶς φέρῃς, νὰ πάρῃ τὸν Ἰησοῦν σου Χριστόν!», ἐξαναγκά-
695σαντες οὕτω αὐτοὺς νὰ τοῖς δώσωσι.
696«Πληροφορηθεὶς ταῦτα ἔσπευσα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Χρι-
697στοδούλου Γαλιατσάτου καὶ προέβην εἰς τὰς δεούσας παρα-
698στάσεις πρὸς τὸν ἀποσπασματάρχην Σκαρλᾶτον, ἐπιδείξας
699καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1545 ἐ. ἔ. διαταγὴν τῆς Β. Νομαρχίας
700Κεφαλληνίας καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 817 ἐ. ἔ. ἔγγραφον τῆς Β.
701Μοιραρχίας Κεφαλληνίας (ἀντίγραφα τῶν ὁποίων ἀποστέλλω
702ὑμῖν συνημμένως)· οὗτος δὲ ὑπεροπτικῶς, ὡς ἄλλος Ναβου-
703χοδονόσωρ, μοὶ ἀπήντησεν: «Ἀναγνωρίζω τὰς ἀνωτέρω δια-
704ταγὰς, ἀλλὰ δὲν συμμορφοῦμαι πρὸς αὐτὰς, διότι τὸ ὑπ’ ἐμὲ
705ἀπόσπασμα δὲν ἐννοῶ νὰ τρώγῃ ἐν τοῖς παντοπωλείοις, ἀλλὰ
706ἐν τοῖς καταλύμασι, καὶ ἔτσι ξεύρω νὰ κάνω...»
707§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος εἶναι
708ὁ εἰπὼν ταῦτα;
709§60ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὁ ἐνωμοτάρχης, ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀπο-
710σπάσματος, ὀνομαζόμενος Ἰωάννης Σκαρλᾶτος (ἀναγινώ-
711σκει):
712«... Εἰς δὲ τὴν σύζυγον Χριστοδούλου Γαλιατσάτου Ἀν-
713δριάνην, ἐλθοῦσαν κλαίουσαν ἐνώπιόν μου, ὅπως παραπονεθῇ εἰς
714αὐτὸν διὰ τὴν ἄδικον ὑπὸ τοῦ ἀποσπάσματος ἐπίθεσιν καὶ
715ζημίαν, ἀπήντησε: «καλὰ σοῦ ἔκαμαν!», ἀπειλήσας καὶ
716ἀποπέμψας αὐτήν. Ἐλθοῦσα κατόπιν ἡ Ἑλένη Γαλιατσάτου,
717κλαίουσα, μετὰ τοῦ τυφλοῦ αὐτῆς πατρὸς, μοὶ παρεπονέ-
718θησαν, ὅτι τὸ ὑπὸ τὸν Σκαρλᾶτον στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα
719μετέβη εἰς τὴν οἰκίαν των, ζητοῦντες τροφὴν, ἐπειδὴ δὲ δὲν
720τοῖς ἐδόθη τοιαύτη, ἥρπασαν ἓν κιβώτιον (μπαοῦλο), τὸ
721ὁποῖον, ὡς μ’ ἐπληροφόρησαν, περιεῖχεν ἀρκετὰ φορέματα,
722μετρητὰ δρ. 36, ἓν δακτύλιον χρυσοῦν, ἀξίας δρ. 200, καὶ
723ἓν ὡρολόγιον ἀργυροῦν, ἔθραυσαν δὲ καὶ πολλὰ οἰκιακὰ σκεύη
724καὶ ἔπιπλα, καὶ ἔσφαξαν καὶ δύο τράγους, οὓς ἔφαγον. Καὶ
725ταῦτα γίνονται, κύριε Βουλευτὰ, ἐπειδὴ καταζητεῖται ὁ υἱὸς
726τοῦ Κυριάκου Γαλιατσάτου Ἄγγελος.
727«Πληροφορῶ δ’ ὑμᾶς, κ. Βουλευτὰ, ὅτι εἰς τὴν οἰκίαν ταύ-
728την συχνότατα τὸ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα καταλύει, συγ-
729κείμενον ἐκ πολλῶν ἀνδρῶν, καὶ προβαίνει εἰς ἀνηκούστους
730παρανομίας, ἀπειλὰς, ὕβρεις κλπ., ζητοῦν πάντοτε τροφὴν,
731ἣν ἐξ ἀνάγκης παρέχουσιν».
732«Ἐλθόντες ὕστερον ἡ Ἀγγελικὴ Σάββα Γαλιατσάτου καὶ
733Παναγῆς Νιφοράτος μοὶ παρεπονήθησαν, ὅτι τὸ αὐτὸ πάν-
734τοτε ἀπόσπασμα μετέβη εἰς τὰς οἰκίας των καὶ προέβη εἰς
735διαφόρους πιέσεις καὶ ἀπειλὰς, ζητοῦντες τροφὴν, ἐπὶ τῷ
736λόγῳ, ὅτι τῆς μὲν Γαλιατσάτου καταζητεῖται ὁ σύζυγος,
737τοῦ δὲ Νιφοράτου ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ.
738«Ἐπειδὴ αἱ τοιαῦται ἔκνομοι πράξεις, γινόμεναι συχνό-
739τατα, δύνανται νὰ ἔχωσι δυσαρέστους συνεπείας, παρακαλῶ
740ὑμᾶς, κύριε Βουλευτὰ, ὅπως εὐαρεστούμενος ἐνεργήσητε τὰ
741δέοντα καὶ ὑψώσητε φωνὴν ὑπὲρ τῶν ἀθώων καὶ καταπιε-
742ζομένων ὑπὸ τοῦ ἐνωμοτάρχου καὶ ἀποσπασματάρχου Σκαρ-
743λάτου κατοίκων τοῦ ἡμετέρου δήμου, ὅπως προλάβωμεν
744δυσάρεστα ἀποτελέσματα, καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ ἡμετέρου
745δήμου θέλουσι σᾶς εὐγνωμονεῖ.
746«Πληροφορῶ δ’ ὑμᾶς, ὅτι τὰς παρανομίας ταύτας κατήγ-
747γειλα δι’ ἀναφορᾶς μου εἴς τε τὴν Β. Νομαρχίαν καὶ Μοι-
748ραρχίαν Κεφαλληνίας, προσθεὶς μάλιστα, ὅτι τὰ ἐν τῇ ἀνα-
749φορᾷ μου ἐκτιθέμενα δύναμαι ν’ ἀποδείξω καὶ διὰ μαρτύρων.»
750Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν προσέτι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
751Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ
752τοῦ ἑξῆς: ὅτι ὁ Ἰωάννης Σκαρλᾶτος δὲν δύναται νὰ ὑπηρετῇ
753ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κραναίας, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀποσπασματάρ-
754χης οὗτος εὑρίσκεται ἀπὸ ἐτῶν σχεδὸν ἐκεῖ, ἐνῷ εἶναι ἔγ-
755γαμος καὶ ἔχει σύζυγον ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης.
756§61ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
757Ἐσωτερικῶν). Ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ὑπηρετεῖ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ.
758§62ΓΕΡΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας,
759καὶ ἔχω καθῆκον ν’ ἀπευθυνθῶ πρὸς ἀμφοτέρους τοὺς κ.
760Ὑπουργούς.
761§63ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν ἦναι ἀποσπασμα-
762τάρχης, δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου
763τῶν Ἐσωτερικῶν.
764§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
765γὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι πρώ-
766την φορὰν ἀκούω τὰ παράπονα ταῦτα, πρώτην φορὰν πλη-
767ροφοροῦμαι περὶ αὐτῶν. Θέλω ἐξετάσει, καὶ θέλω φροντίσει,
768ἐὰν ὁ εἰρημένος ἐνωμοτάρχης παρανόμως ὑπηρετῇ ἐν Κρα-
769ναίᾳ, νὰ τὸν μεταθέσω, καὶ νὰ τὸν τιμωρήσω διὰ πᾶσαν
770παρεκτροπήν.
771§65ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ καὶ ἄλλοτε ἐπέστησα τὴν προσοχὴν
772ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ οὐδὲν
773ἐνηργήθη μέχρι τοῦδε. Ἐὰν ἤθελε τιμωρηθῆ ὁ ἀποσπασμα-
774τάρχης αὐτὸς, ἐὰν ἤθελε μετατεθῆ, βεβαίως δὲν ἤθελον λά-
775βει χώραν τοιαῦται καταπιέσεις καὶ τοιαῦται αὐθαίρετοι
776πράξεις καὶ τοιαῦτα ὄργια. Ἠναγκάσθην νὰ ἀναπτύξω σή-
777μερον ταῦτα, διότι οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐνηργήσατε κατὰ τοῦ
778ἀποσπασματάρχου αὐτοῦ· διότι, ἐὰν ἠθέλετε ἐνεργήσει, βε-
779βαίως δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον καὶ δὲν θ’ ἀπησχόλουν
780τὴν Βουλὴν διὰ τοιαῦτα πράγματα, τὰ ὁποῖα σεῖς νομί-
781ζετε ἐπουσιώδη.
782§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε, ἡμεῖς
783δὲν νομίζομεν ἐπουσιώδη τοιαῦτα πράγματα, καὶ δὲν πρέ-
784πει ν’ ἀποδίδητε εἰς ἡμᾶς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχομεν.
785§67ΓΕΡΑΚΗΣ. Κατ’ ἀνάγκην ὁμιλῶ οὕτω· διότι, ἐὰν ἠθέ-
786λετε ἐνεργήσει ἐγκαίρως τὰ δέοντα, δὲν ἤθελον λάβει χώραν
787τὰ ὄργια ταῦτα ἐκ μέρους τοῦ ἀποσπασματάρχου.
788Ἐφιστῶ λοιπὸν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
789Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος εἶναι ἔγγαμος, ἔχων
790σύζυγον ἐκ τῆς ἐπαρχίας Κραναίας, καὶ ἐνῷ κατὰ ῥητὴν
791διάταξιν τοῦ νόμου δὲν δύναται νὰ μένῃ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ
792Κραναίας, αὐτὸς μ’ ὅλα ταῦτα διαμένει ἐκεῖ καὶ διαπράτ-
793τει πράξεις ἐκνόμους, οἷας ἐξέθεσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
794§68Π. Ι. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἤδη, ὅτε ὁ κ. Ὑπουρ-
795γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι παρὼν, θὰ προκαλέσω τὴν προσο-
796χήν του ἐπὶ γεγονότος σχετικοῦ πρὸς τὰ ἀστυνομικὰ, ἀλλ’
797ἀντιθέτου φύσεως πρὸς τὰ λεχθέντα πρὸ μικροῦ ὑπὸ τῶν
798ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἀπό τινος χρόνου ἡ ἀστυνομικὴ ὑπη-
799ρεσία τῆς περιφερείας τοῦ δήμου Τραγαίας τῆς Νάξου εἶχε
800περιέλθει εἰς σχετικήν τινα παραλυσίαν, ἀλλὰ πρὸ δύο ἢ
801τριῶν ἑβδομάδων μετετέθη ἐκεῖ εἷς ἀστυνόμος καὶ εἷς ὑπα-
802ξιωματικὸς, τοὺς ὁποίους ἀσμένως ἐδέχθη ὁ τόπος καὶ οἱ
803ὁποῖοι πράγματι ἐφάνησαν δραστήριοι, πρὸς μεγίστην εὐχα-
804ρίστησιν τῶν κατοίκων· ἐνῷ δὲ μόλις πρὸ 8 ἢ 10 ἡμερῶν
805ἔφθασαν ἐκεῖ, ἀμέσως ὁ ἐνωμοτάρχης, τηλεγραφικῶς μάλι-
806στα, μετετέθη ἐκεῖθεν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω δὲ νὰ ἀκούσητε
807ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ γράφει ἐκεῖθεν ἀδελφός μου, σχε-
808τικῶς πρὸς τὴν μετάθεσιν ταύτην, ἵνα ἐννοήσητε, ἐὰν αὐτοὶ
809οἱ ἄνθρωποι ἐπιθυμοῦν ἀληθῶς νὰ κρατήσουν αὐτὸν ἐκεῖ, διότι
810πράγματι ἔδειξεν, ὅτι θέλει νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του
811(ἀναγινώσκει):
812«Τελείως εἶχε παραλύσει ἡ ὑπηρεσία τῆς ἀστυνομίας ἐν
813»τῇ περιφερείᾳ Τραγαίας ἀπὸ πολλοῦ ἤδη, καὶ ἐπεκράτησε
814»δυστυχῶς ἡ κατάστασις αὕτη καὶ μετὰ τὰς βουλευτικὰς
815»ἐκλογάς, μόλις δὲ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατωρθώθη, ἀστυνό-
816»μος ἐκ τῶν ὀλίγων τοῦ καθήκοντος ν’ ἀναλάβῃ τὰ ἀστυνο-
817»μικὰ ἐν Τραγαίᾳ, ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Κωνσταντῖνος Μπαρ-
818»τσώκας, καὶ ἐνωμοτάρχης πρώτης τάξεως ἐκ τῶν καλλιτέ-
819»ρων, ὁ Δαμασκηνὸς, ν’ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἀστυ-
820»νομικοῦ σταθμοῦ Ἀπειρανθίας. Ἐκ τῶν πρώτων ὑπηρεσια-
821»κῶν βημάτων ἀμφοτέρων τῶν κυρίων τούτων ὁ τόπος ἐσχη-
822»μάτισε πλήρη πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἐπήρχετο τελεία τάξις
823»καὶ ἀσφάλεια. Κρυφὴ χαρὰ τὸ εἶχα, ὅτι κατωρθώθη, ἔστω
824»καὶ τόσον πολὺ βραδέως, νὰ διορισθῶσι τοῦ καθήκοντος
825»ἀστυνόμοι, νὰ παύσῃ δὲ οὕτω καὶ ἡ καταλαλιὰ τοῦ κόσμου·
826»ἀλλ’ ἀπροσδοκήτως τὴν ὥραν ταύτην μοὶ ἐγνώσθη, ὅτι ὁ
827»ἐνωμοτάρχης Δαμασκηνὸς μετατίθεται εἰς Θήραν, ἀντικα-
828»θιστάμενος, τίς οἶδε, διὰ τίνος Μπερμπάτη λοχίου. Ἀνάγκη
829»ἀπόλυτος ν’ ἀνακληθῇ ἡ μετάθεσις αὕτη. Ἐνεργήσατε μετ’
830»ἐκτάκτου ἐνδιαφέροντος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπέλθῃ πρα-
831»κτικὸν ἀποτέλεσμα.»
832Θὰ παρακαλέσω συνεπῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτε-
833ρικῶν, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ ἀφήσῃ ἐκεῖ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος
834ἀστυνομικὰ ὄργανα, ἀφοῦ ὁ κόσμος ἐκεῖ εἰλικρινῶς ἐπιθυμεῖ
835τὴν διατήρησιν αὐτῶν.
836§69ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον τηλεγράφημα περὶ αὐ-
837τοῦ τοῦ ἀντικειμένου, καὶ ζητοῦσι νὰ ἐνεργήσω, ἵνα ἀνασταλῇ
838ἡ μετάθεσις. Μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν
839καὶ ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ εἰρημένος ἐνωμοτάρχης μετετέθη
840εἰς Θήραν τῇ ἀπαιτήσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν,
841πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος
842ἦτο καὶ πρὶν εἰς Θήραν, καὶ διὰ νὰ φύγῃ ἀπ’ ἐκεῖ, μετέφερε
843τὰ πολιτικά του δικαιώματα· τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως δὲν
844ἔλαβε τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ τὸν ἀπέσπασεν εἰς τὴν τελωνεια-
845κὴν ὑπηρεσίαν, ἀποκλειστικῶς πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμ-
846πορίου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν λαθρεμπόριον; δὲν
847ἔχομεν λαθρεμπόριον, ὅταν πωλῆται ἡ ζάκχαρις 80 λεπτὰ
848τὴν ὀκᾶν καὶ ὁ καφὲς δύο δραχμὰς καὶ εἴκοσι λεπτά; δὲν
849ἔχομεν τὴν ζωοκλοπὴν εἰς τὸν κολοφῶνά της; δὲν ἔχομεν
850τὴν ζωοκτονίαν καὶ τὴν ἀγροζημίαν; Μόλις ἦλθεν εἷς ἐνω-
851μοτάρχης τοῦ καθήκοντος μετατίθεται εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν
852πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑ-
853πουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἰδίᾳ τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν,
854νὰ εὕρῃ ἄλλον ἐνωμοτάρχην, ἵνα τὸν ἀποστείλῃ εἰς Θήραν,
855ἐκτὸς ἐὰν αὐτὸς μόνος ἐκ τῶν στρατιωτικῶν ἦναι ἱκανὸς νὰ
856καταδιώξῃ τὸ λαθρεμπόριον.
857§70ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Ἑνώνω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου πρὸς
858τὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου περὶ μεταθέσεως εἰς Νάξον
859τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ὑπαξιωματικοῦ, διότι ἡ Θήρα εἶναι
860νῆσος φιλήσυχος, ὅπου δὲν συμβαίνουν πράξεις τοιαῦται,
861ὥστε νὰ ἦναι ἀναγκαία ἡ παρουσία τοῦ ἐνωμοτάρχου αὐτοῦ,
862καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ γείνῃ ἡ μετάθε-
863σις αὕτη.
864§71Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κατόπιν τῶν παρὰ τοῦ ἐκ Κραναίας βου-
865λευτοῦ κ. Γεράκη λεχθέντων καὶ ἀφορώντων τὴν στρατιω-
866τικὴν ὑπηρεσίαν, ἔχω καθῆκον νὰ προσθέσω δύο μόνον λέ-
867ξεις. Τὰ ἀποσπάσματα τῆς μεταβατικῆς ὑπηρεσίας διατε-
868λοῦσιν ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τῶν διοικητῶν τῆς Μοι-
869ραρχίας, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀξιωματικὸς ἐπιτετραμμένος τὴν
870διοίκησιν τῶν ἀποσπασμάτων. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα
871ἀνέγνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀποδει-
872κνύεται, ὅτι καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Μοιραρχίας καὶ ὁ Νομάρ-
873χης ἔλαβον γνῶσιν τῶν ἐκτρόπων τούτων ἐνεργειῶν τοῦ
874ἐνωμοτάρχου ἐκείνου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸν κ. Ὑπουργὸν
875ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσω-
876τερικῶν δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ πολὺ τὸ ζήτημα, ὅσον
877ἀφορᾷ τὸν λοχίαν ἀποσπασματάρχην, ἀλλὰ πρέπει νὰ τοὺς
878ἀπασχολήσῃ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Νομάρχου
879καὶ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Μοιραρχίας, οἵτινές εἰσι καὶ ὑπόλο-
880γοι διὰ τὰς πράξεις τῶν κατωτέρων ὀργάνων τῆς ὑπηρε-
881σίας. Ἐὰν ὁ ἀποσπασματάρχης αὐτὸς κατάγεται ἐκ Κε-
882φαλληνίας, ἐὰν ἐκ τοῦ νόμου εἶναι ἀπηγορευμένον νὰ ὑπη-
883ρετῇ ἐκεῖ, ἔχει καθῆκον ὁ Μοίραρχος νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐ-
884τὸν νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν ἀποσπάσματος. Ἐὰν ὁ Διοι-
885κητὴς τῆς Μοιραρχίας ἔλαβε γνῶσιν,—καὶ βεβαιοῦται ὅτι
886ἔλαβε γνῶσιν,—ὅτι ὁ λοχίας οὗτος διέπραξε τὰς καταγγελ-
887λομένας ἐγκληματικὰς πράξεις, εἶχε καθῆκον, ὄχι μόνον νὰ
888τιμωρήσῃ αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Ὑπουρ-
889γείου τὴν ἐπιβολὴν αὐστηροτέρων ποινῶν.
890Μὴ ἐπιθυμῶν νὰ παρατείνω τὴν τοιαύτην συζήτησιν, θὰ
891παρακαλέσω θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν,
892ὅπως ζητήσῃ λόγον παρὰ τοῦ κ. Νομάρχου, καὶ δεύτερον
893τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ζητήσῃ λόγον
894παρὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Μοιραρχίας Κεφαλληνίας, τί ἐνήρ-
895γησαν ἐπὶ τῶν καταγγελθέντων. Διότι ἡ Κυβέρνησις ἴσως
896νὰ μὴ ἔλαβε γνῶσιν τῶν τοιούτων, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐγγράφων
897ἀποδεικνύεται, ὅτι βεβαίως τὰ ὄργανα ταῦτα τῆς Πολιτείας,
898ἅτινα ἀντιπροσωπεύουσι τὴν Κυβέρνησιν, εἶχον γνῶσιν αὐ-
899τῶν, καὶ νομίζω ὅτι, ὅταν οἱ προϊστάμενοι τῶν ὑπηρεσιῶν
900ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των, δὲν δύνανται νὰ λαμβάνωσι χώ-
901ραν τοιαῦται ἐγκληματικαὶ πράξεις.
902§72ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
903Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι κατόπιν τῶν ἐκ-
904τεθέντων καὶ ἀφοῦ ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς ἔχει σύζυγον ἀπὸ
905τὸν τόπον ἐκεῖ, δὲν δύναται νὰ παραμένῃ πλέον ἐν Κεφαλ-
906ληνίᾳ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ ἐκ Κραναίας ἀξιότιμος συνά-
907δελφος προσέθηκεν, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος εὑρίσκεται ἐν
908τῷ τόπῳ ἐκείνῳ πλέον τοῦ ἔτους. Βεβαίως ἡμεῖς πρέπει νὰ
909σπεύσωμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκόν μας, ἀλλὰ παρα-
910τηρῶ, ὅτι ἀπὸ καιροῦ ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος εὑρίσκεται ἐκεῖ,
911καὶ φαίνεται ὅτι εὐηρέστει, ἀφοῦ δὲν μετετίθετο.
912§73Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐπὶ πόσον
913χρόνον ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς διατελεῖ ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἀλλὰ
914γνωρίζω μόνον, ὅτι τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα συνεστή-
915θησαν ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ὡς ἐνωμοτάρχης δύ-
916ναται νὰ παραμένῃ ἐν Κεφαλληνίᾳ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος, ὡς
917ἀποσπασματάρχης ὅμως δὲν δύναται νὰ ὑπηρετῇ, καὶ διὰ
918τοῦτο παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ
919τιμωρήσῃ τὸν Διοικητὴν τῆς Μοιραρχίας, ὅστις ἐπέτρεψεν
920εἰς τὸν ὑπαξιωματικὸν αὐτὸν νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν
921τοῦ ἀποσπάσματος.
922§74Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐβεβαίωσα ὅτι ἔμενε καὶ πρὶν ὁ
923ἐνωμοτάρχης αὐτὸς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Μοιραρχίας Κεφαλ-
924ληνίας, ἀλλὰ μέχρι σήμερον δὲν ἦτο γνωστὸν, ὅτι ἦτο ἔγ-
925γαμος καὶ εἶχε σύζυγον ἐκ τῆς ἐπαρχίας Κραναίας· κατὰ
926δὲ τὸν νόμον ὁ ἀποκρύπτων τοῦτο τιμωρεῖται. Φρονῶ λοι-
927πὸν, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἔχει καθῆκον, ὄχι μόνον νὰ
928μεταθέσῃ αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν τιμωρήσῃ.
929§75ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὁ νόμος περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων ἀνα-
930φέρει, ὅτι μόνον ὅταν γίνωνται βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ ἢ δη-
931μοτικαί, τότε οἱ ὑπαξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ οἱ
932χωροφύλακες δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μένωσιν εἰς τὸν τόπον των.
933Ἀναγνώσατε τὸν νόμον, διὰ νὰ τὸ γνωρίζητε.
934§76ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Αὐτὸς ἦτο πάντοτε ἐν Κεφαλληνίᾳ,
935ὑπὸ τὰς διαφόρους Κυβερνήσεις, ἀποσπασματάρχης, καὶ
936πάντοτε ἔπραττε τὸ καθῆκόν του.
937§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ζητεῖ τὸν λόγον.
938Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
939Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νο-
940μοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΒΨΗʹ νόμου τῆς 31
941Μαρτίου 1900 περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων».
942Ὁ κύριος Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον.
943§78ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι Βουλευταὶ, πρὶν εἰσέλθω εἰς
944λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, θὰ μοὶ ἐπι-
945τρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὴν παρατηρήσεις τινὰς
946γενικάς, διότι τὸ ζήτημα τὸ προξενικὸν θεωρῶ μετέχον τῆς
947αὐτῆς σημασίας, ὁποίαν ἐν τῇ διακυβερνήσει τῆς χώρας ἔχει
948τὸ στρατιωτικόν· καὶ ὅπως διαρκῶς ἐνταῦθα συζητοῦμεν
949περὶ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ τῆς ἀποστολῆς αὐ-
950τοῦ, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον ὀφείλομεν νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν
951προσοχὴν ἡμῶν, προκειμένου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ προξενι-
952κοῦ ἡμῶν κλάδου. Καὶ λέγων περὶ κλάδου προξενικοῦ, ἐννοῶ
953τὸν κατὰ τὴν Ἀνατολὴν ὑπηρετοῦντα, διότι δὲν λανθάνει
954τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ὅτι κυρίως ἡ προξενικὴ δρᾶσις ἐν τῇ
955Ἀνατολῇ καταφαίνεται, διότι ὑπηρετεῖ τὴν μίαν καὶ μόνην
956ἐξωτερικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἑλλάς, καὶ ὅπως
957ὁ στρατὸς ἀποστολὴν ἔχει τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν
958ἀσφάλειαν τῆς χώρας καὶ τὴν διεκδίκησιν τῶν ἐθνικῶν δι-
959καιωμάτων, οὕτω καὶ ὁ προξενικὸς κλάδος ἀποστολὴν ἔχει
960νὰ διατηρῇ ζωηρὸν τὸ γόητρον τὸ ἐθνικὸν ἐν μέσῳ τῶν ὁμο-
961γενῶν καὶ ὁμοφύλων πληθυσμῶν, καὶ νὰ χρησιμεύῃ ὡς μέ-
962σον ἐπικοινωνίας πρὸς τὴν Μητρόπολιν, διότι οἱ κατὰ τὴν
963Ἀνατολὴν ἡμέτεροι πρόξενοι δὲν ἔχουσι νὰ ἐκπληρώσωσι
964μόνον, ὅπως οἱ ἐν ταῖς χριστιανικαῖς χώραις, καθήκοντα
965ἁπλῶν ἐμπορικῶν πρακτόρων, ἀλλὰ καὶ ἄλλην ἀποστολὴν,
966ἰδανικωτέραν.
967Δυστυχῶς, Κύριοι, δὲν ἀπεδόθη ἀνέκαθεν ἡ δέουσα σημα-
968σία εἰς τὸν προξενικὸν ἡμῶν κλάδον, καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν
969αὐτὸν καταπεσόντα ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς
970Ἑλλήνων, καὶ εἴδομεν διεκτραγῳδουμένας προξενικὰς πρά-
971ξεις καὶ τοὺς προξένους διαρκῶς καταγγελλομένους ἀπὸ τῶν
972στηλῶν τῶν ἐφημερίδων. Ἀλλὰ δὲν ἐσκέπτοντο οὕτως οἱ πρό-
973γονοι ἡμῶν, ὅτε κατὰ τὸ 1834 συνεστήθησαν τὰ πρῶτα ἐν
974Τουρκίᾳ Προξενεῖα καὶ ἐτάχθησαν ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν πρόσω-
975πα ὑψίστης σημασίας καὶ μεγάλης μορφώσεως· διότι ὁ μα-
976καρίτης Ἀνδρέας Μεταξᾶς ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος γενικὸς πρό-
977ξενος ἐν Καΐρῳ, ἐν Κωνσταντινουπόλει ὁ Μαντζουράνης, ἐν
978Θεσσαλονίκῃ ὁ Θεόδωρος Ξένος καὶ εἴ τις ἄλλος ἐπίλεκτος
979τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ὁ προξενικὸς κλάδος ἐθεω-
980ρήθη ὡς μέσον χρηματισμοῦ, ἐπέδραμον εἰς αὐτὸν οἱ θέλον-
981τες νὰ αὐξήσωσι τὰ θυλάκιά των, τὴν ἐπιδρομὴν δὲ ταύτην
982ἐπεβοήθησε καὶ ὁ νόμος τοῦ 1853, ὁ πρῶτος ὀργανώσας τὸν
983προξενικὸν κλάδον, διότι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὁ προ-
984ξενικὸς κλάδος εἶχεν ὀργανωθῆ κατὰ τὰς ὁδηγίας τοῦ ἔτους
9851834. Ὁ νόμος τοῦ 1853 διῄρει τὰ Προξενεῖα εἰς τρεῖς τά-
986ξεις, εἰς τὰ ἔμμισθα, τὰ μετ’ ἐπιχορηγήσεως, καὶ εἰς τὰ ἄμι-
987σθα· ἡ ἐπιδρομὴ δ’ ἐγίνετο εἰς τὰ ἄμισθα, διότι αἱ εἰσπρά-
988ξεις αὐτῶν τῶν Προξενείων εἰσεπράττοντο ἀποκλειστικῶς
989ὑπὲρ τοῦ προξένου, καὶ τότε ἠκούομεν, τί εἰσέπραττον οἱ
990πρόξενοι ἐν περιπτώσει ἀβαρίας, ἢ ἐκκαθαρίσεως κληρονομιῶν
991καὶ τῶν τοιούτων.
992Τὴν κατάστασιν ταύτην ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις,
993παρεσκεύασε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατόπιν μετε-
994βλήθη εἰς νόμον τοῦ Κράτους, ἤτοι τὸν νόμον ΧΝϚʹ τοῦ
995ἔτους 1877, ὁ ὁποῖος δὲν ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ, εἰμὴ ἐν ἔτει 1882.
996Ὁ νόμος ἐκεῖνος ὑπῆρξε προϊὸν μελέτης οὐ μόνον τῆς Κυβερ-
997νήσεως, ἀλλὰ καὶ ἀνδρῶν, οἵτινες ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὐτῶν
998καὶ τῶν γνώσεων ἠδύναντο νὰ συνεισφέρωσι σπουδαίαν συμ-
999βολὴν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ νόμου, ὅστις πάλιν κατόπιν
1000ἐτροποποιήθη, διότι, ὡς συμβαίνει εἰς νομοθέτημα, ἅμα τῇ
1001ἐφαρμογῇ αὐτοῦ θὰ προσκόψῃ εἰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας δὲν
1002ἠδύνατο νὰ προΐδῃ ὁ νομοθέτης· καὶ θ’ ἀπορήσητε βεβαίως,
1003μανθάνοντες ὅτι τὸν νόμον ἐκεῖνον μετερρύθμισαν 13 κατὰ
1004σειράν νόμοι, τῶν ὁποίων οἱ ἓξ κατὰ σπουδαίας αὐτοῦ δια-
1005τάξεις· ἐὰν δ’ ἐξαιρέσητε τὰς τροποποιήσεις ἐκείνας, τὰς
1006ὁποίας ἄνδρες ἐγκρατεῖς τῶν πραγμάτων καὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ
1007γηράσαντες ὑπέδειξαν, οἷος ὁ μακαρίτης Μίχος, αἱ λοιπαὶ
1008τροποποιήσεις δὲν εἶχον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἢ προσωπικὴν ση-
1009μασίαν. Τέλος ἐν ἔτει 1899 ἐγένετο ἐργασία σπουδαία καὶ
1010σοβαρά, καθ’ ἣν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν πᾶσαι αἱ τροποποιήσεις
1011αἱ ἐπενεχθεῖσαι, ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐκθέσεις τῶν προξε-
1012νικῶν ἀρχῶν καὶ αἱ γνῶμαι ἀνδρῶν τῆς ὑπηρεσίας πεπειρα-
1013μένων, καὶ διετυπώθησαν ἐν τῷ νέῳ νομοσχεδίῳ.
1014Ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ μακρὰ ἐφαρμογὴ ἑνὸς νομοθετήμα-
1015τος δύναται νὰ καταδείξῃ τὰς ἀτελείας αὐτοῦ καὶ προκα-
1016λέσῃ τὴν μεταρρύθμισιν αὐτοῦ· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, πῶς μετὰ
1017διετῆ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου ἔρχεται σήμερον ἡ Κυ-
1018βέρνησις καὶ προτείνει τὴν μεταρρύθμισιν αὐτοῦ, ὡσανεὶ ἐκεῖ-
1019νος ὁ νόμος εἶχε τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα.
1020Ὁ μελετῶν τὸ νομοσχέδιον τὸ προκείμενον καὶ θέλων νὰ
1021συναγάγῃ ὁποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα, ὅπερ ὑπηγόρευσεν αὐτὸ,
1022δὲν θέλει εὕρει ἄλλο, παρὰ τὸ τῆς οἰκονομίας,—τῆς λεγομέ-
1023νης οἰκονομίας· διότι πρέπει νὰ ἐννοηθῶμεν καλῶς, ὅτι οἰ-
1024κονομία δὲν εἶναι ἡ περικοπὴ 10 καὶ 20 δραχμῶν ἐκ τῶν
1025διαφόρων μισθῶν· τὴν οἰκονομίαν δὲν ἐννοῶ ἄλλως ἢ ἐὰν
1026ἀποδεχθῶμεν καὶ ἔχωμεν τὸ σθένος νὰ περικόψωμεν ὑπηρε-
1027σίας. Ἐνόσῳ ὅμως περιοριζώμεθα διὰ τῆς ψαλίδος νὰ περι-
1028κόπτωμεν τεμάχια ἐξ οἰκοδομήματος καλῶς λειτουργοῦντος,
1029δὲν πράττομεν οἰκονομίαν, ἀλλ’ ἀποκόπτομεν μέλη τοῦ οἰ-
1030κοδομήματος, ἀπολύτως ἀναγκαῖα πρὸς λειτουργίαν αὐτοῦ.
1031Καὶ ἐπειδὴ περὶ οἰκονομιῶν ὁ λόγος, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ
1032Βουλὴ νὰ ἐκθέσω πρὸς αὐτὴν, πῶς εἶχον τὰ προξενικὰ οἰκο-
1033νομικὰ, ὅτε ὁ νόμος τοῦ 1877 ὑπεβάλλετο εἰς τὴν ψῆφον τῆς
1034Βουλῆς. Ἔχω εὐτυχῶς ἐκτενεστάτην ἔκθεσιν, φέρουσαν τὴν
1035ὑπογραφὴν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν
1036Ἐξωτερικῶν, εἰσηγουμένου εἰς τὴν Βουλὴν τὸν νόμον. Κατὰ
1037τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην, τὸ Δημόσιον ἐδαπάνα διὰ τὴν προξε-
1038νικὴν Ὑπηρεσίαν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ προξενικοῦ
1039Γραφείου Κωνσταντινουπόλεως, 386,000 δραχμὰς, δὲν εἰσ-
1040έπραττε δὲ τότε παρὰ μόνον 250,000 δραχμὰς, κατὰ τὸν
1041μέσον ὅρον τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν· ὥστε εἰς βάρος
1042τοῦ Δημοσίου ἔμενον 136,000 δραχμαί. Ἐκ τῶν πιθανῶν
1043δ’ ἀποτελεσμάτων τοῦ νέου συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖτο
1044διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὁ εἰσηγητὴς προέβλεπε τὰ ἑξῆς
1045ἀποτελέσματα. Προέβλεπε δαπάνας 758,000 δραχμῶν, ἀλλὰ
1046ἀφήρει τὰς κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν κατὰ μέσον ὅρον
1047ὑπολογισθείσας εἰσπράξεις 250,000 δραχμῶν, ἀφήρει τὰς
1048136,000 δραχμὰς, αἵτινες ἐπεβάρυνον μέχρι τῆς ἐποχῆς
1049ἐκείνης τὸ Δημόσιον, ἀφήρει καὶ τὰς πιθανὰς εἰσπράξεις τῶν
1050ἀμίσθων Προξενείων, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦσαν
1051ἄμισθα, ἀλλ’ ἐγένοντο ἔμμισθα διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου,
1052καὶ αἱ ἀφαιρέσεις αὗται, αἱ συμποσούμεναι εἰς δραχμὰς
1053516,000, ἄφινον κατάλοιπον εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου δραχ.
1054242,000. Αὐτὰ ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τὰ οἰκονομικὰ, καθ’ ὅ-
1055σον ἀφορᾷ τὸν προξενικὸν κλάδον, ἐν ἔτει 1877.
1056Χωρὶς ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν σχετικῶς πρὸς τὸ ζή-
1057τημα τοῦτο, ποῖαι βελτιώσεις ἐγένοντο κατὰ τὸ διαρρεῦσαν
1058χρονικὸν διάστημα μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ τελευταίου νό-
1059μου, ἔρχομαι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτῆς εἰς τὸ ἑξῆς
1060σπουδαῖον γεγονός. Πρῶτον, Κύριοι, εἶναι ἀποδεδειγμένον
1061κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον, καὶ δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ
1062ἀμφιβολία, ὅτι κατ’ ἀρχὴν σήμερον ὁ προξενικὸς κλάδος κα-
1063λύπτει τὰ ἔξοδα, τὰ δι’ αὐτὸν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καταβαλ-
1064λόμενα· καὶ οὐ μόνον καλύπτει ταῦτα, ἀλλ’ ἀφίνει καὶ περίσ-
1065σευμα. Ἐνταῦθα δὲ ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς
1066Βουλῆς, ἐπανερχόμενος εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἀπ’ ἀρχῆς
1067ἐξέφρασα, ὅτι διὰ κλάδον τοιαύτην ἔχοντα ἀποστολήν, κλά-
1068δον, διὰ τὸν ὁποῖον ἄλλα Κράτη καταβάλλουσι μεγάλα χρη-
1069ματικὰ ποσὰ, ἀποβλέποντα εἰς τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ὁ
1070κλάδος οὗτος προσφέρει, ἀποβλέποντα εἰς τὴν ἀποστολὴν,
1071τὴν ὁποίαν ὁ κλάδος οὗτος ἐκπληροῖ, διὰ τὸν κλάδον τοῦ-
1072τον ἡμεῖς ἔπρεπε μείζονα νὰ καταβάλωμεν φροντίδα. Ἐὰν
1073σήμερον ὁ προξενικὸς κλάδος καλύπτῃ τὰ ἔξοδα αὐτοῦ καὶ
1074ἀφίνῃ καὶ περισσεύματα, ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἔλθωμεν
1075νὰ θεωρήσωμεν αὐτὸν ὡς πηγὴν πορισμοῦ ἐσόδων, καὶ νὰ
1076περικόψωμεν τὰς πτέρυγας, τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας αὐ-
1077τοῦ; Διότι ἐδῶ κεῖται τὸ ζήτημα. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς
1078ἔχῃ πόθους καὶ ὄνειρα, μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου θὰ τὰ ἐπι-
1079διώξῃ. Καὶ ἐπιτρέπεται νὰ ζητήσωμεν νὰ πορισθῶμεν οἰκο-
1080νομίας ἀπὸ κλάδον, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐνισχύσωμεν,
1081ὀφείλομεν νὰ ἐμψυχώσωμεν; Καὶ διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο,
1082τί ὀφείλομεν συγχρόνως νὰ πράξωμεν; νὰ καταστήσωμεν αὐ-
1083τὸν οἰκονομικῶς ἀνεξάρτητον, ὥστε νὰ ἀντίσχῃ κατὰ τῶν
1084πειρασμῶν, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἑκάστην πρὸς αὐτὸν παρουσιάζον-
1085ται· διότι ἄλλως θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ προηγούμενον ἐκεῖνο,
1086θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παρελθὸν, ὅτε οἱ πρόξενοι ἦσαν οἱ
1087proconsules τῶν Ῥωμαίων, οἱ ὁποῖοι ἐπορεύοντο ἐκεῖ, ἵνα
1088ἀπομυζῶσι τοὺς πόρους τῶν διοικουμένων. Καὶ ἀφοῦ κατωρ-
1089θώθη διὰ τῶν εἰσπράξεων τῶν Προξενείων νὰ ἐπαρκῶμεν εἰς
1090τὰ ἔξοδα αὐτῶν, καὶ ἀφοῦ ἐκρίθη ἀναγκαία, ἀναλόγως τῶν
1091οἰκονομικῶν ἡμῶν δυνάμεων, ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας καὶ
1092τῶν ἐξόδων παραστάσεως τῶν προξένων, μετὰ δύο μόλις ἔτη,
1093ἀφ’ ἧς τὸ καθεστὼς τοῦτο ἐλειτούργησεν, ἐρχόμεθα ν’ ἀφαι-
1094ρέσωμεν τὸ δῶρον τοῦτο ἀπὸ αὐτοὺς, ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἡ
1095χώρα δὲν ἀντέχει εἰς τοιαύτας δαπάνας, διότι ἀπειλούμεθα
1096ὄχι πλέον ἀπὸ τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν
1097πτώχευσιν τῆς χώρας. Ἐὰν ὅμως αὐτὰ ὅλα εἶναι ἀληθῆ, διατὶ
1098δὲν σκεπτόμεθα διὰ τὸν στρατόν; Διατὶ βαυκαλίζομεν τὸ
1099ἔθνος, ὁμιλοῦντες περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ πληρώ-
1100σεως τῶν ἀποθηκῶν αὐτοῦ, καὶ τὸν προξενικὸν κλάδον, τὸν
1101ἔχοντα ἐπίσης ἀποστολὴν ἱερὰν νὰ ἐκπληρώσῃ, ἐρχόμεθα καὶ
1102τὸν συνθλίβομεν, ἵνα ἀποδώσῃ τὰς δῆθεν ὠφελείας, τὰς ὁποίας
1103ὑποθέτομεν, ὅτι ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῷ ἀφίνει;
1104Λέγω, λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν μισθῶν τῶν
1105προξένων εἶναι ἔργον ἀντεθνικὸν, εἶναι ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον
1106γίνεται εἰς ὑπηρεσίαν ἔχουσαν νὰ ἐκπληρώσῃ ἱερὰν ἀποστο-
1107λήν. Καὶ χρειάζεται, Κύριοι, σθένος ἔκτακτον εἰς τὸν χει-
1108ρουργὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπεφάσισε νὰ θέσῃ τὴν μάχαιραν
1109ἐπὶ τοῦ σώματος τοῦ προξενικοῦ καὶ ν’ ἀφαιμάξῃ αὐτὸ, λέ-
1110γων ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ
1111τὸν μισθοδοτῇ ἐπαρκῶς. Καὶ ἐνῷ εἴδομεν τὰς εἰσπράξεις,
1112χάρις εἰς τὰς ἐνεργείας τῶν προξένων, αὐξανομένας, τὰς εἰσ-
1113άγομεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ τοῖς λέγομεν: «Αὐτὰ
1114εἶναι δι’ ἡμᾶς. Σεῖς, τί πειράζει, ἂν ζῆτε βίον ἀβίωτον;»
1115Διότι εἶναι βίος ἀβίωτος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον καὶ ἰδίοις ὄμ-
1116μασιν ἐγὼ εἶδον. Διότι τί μισθὸς ἦτο ἡ καταβολὴ εἰς τοὺς
1117ὑποπροξένους 400 δραχμῶν; Μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι ἡ δια-
1118φορὰ ἡ συναλλαγματικὴ ἔφθασε πολλάκις καὶ μέχρις 80%,
1119ὥστε οἱ ὑποπρόξενοι εἶχον μισθὸν μόνον 210 ἢ 220 φράγκων
1120χρυσῶν, ἄνευ κλητῆρος καὶ ἄνευ γραφικῶν. Καὶ εἴχομεν τὴν
1121ἀπαίτησιν νὰ ζῶσιν ἀξιοπρεπῶς, νὰ ἐκπληρῶσι τὰ καθή-
1122κοντα αὐτῶν ἀξιοπρεπῶς, καὶ νὰ συντρέχωσι τοὺς Ἕλληνας
1123διὰ τοῦ θυλακίου αὐτῶν!
1124Καὶ εἰς τοῦτο τοῦ λόγου γενόμενος, Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπι-
1125τρέψητε ν’ ἀναφέρω, τί ἤκουσα ἰδίοις ὠσὶ καὶ ἰδίοις ὄμμα-
1126σιν ἀντελήφθην, ὅτε διεπραγματευόμεθα πρὸς τὴν Τουρκίαν
1127τὴν προξενικὴν σύμβασιν. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀνεπαρκοῦς
1128μισθοδοσίας τῶν προξένων καὶ τῆς κακῆς ἐκλογῆς τῶν προ-
1129ξενικῶν πρακτόρων καταφαίνονται ἐν ταῖς διατάξεσι τῆς
1130προκαταρκτικῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης, τῆς ὑπὸ τῶν Δυνά-
1131μεων συνομολογηθείσης. Διότι ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Προ-
1132ξενείων καὶ τῆς ἀνεπαρκοῦς μισθοδοσίας αὐτοῦ ἐγεννήθησαν
1133ὅλαι αἱ καταχρήσεις ἐκεῖναι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠναγκάσθη-
1134σαν νὰ ὑποχωρήσωσιν αἱ Δυνάμεις εἰς τὰς διαμαρτυρίας τῆς
1135Τουρκίας, ἥτις ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ν’ ἀπαιτήσῃ, ὥστε
1136οἱ ἡμέτεροι πρόξενοι, κατ’ ἐξαίρεσιν ὅλων τῶν λοιπῶν προ-
1137ξένων, νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὰ ἐγχώρια δικαστήρια διὰ τὰς
1138ἰδιωτικάς των ὑποθέσεις. Καὶ διατὶ τοῦτο; διότι δὲν πλη-
1139ρόνουσι τὸν παντοπώλην, δὲν πληρόνουσι τὸ ἐνοίκιον, δὲν
1140πληρόνουσι τὸν ῥάπτην. Καὶ πῶς νὰ πληρώσωσιν οἱ ὑπο-
1141πρόξενοι μὲ μισθὸν 210 φρ. τὸν μῆνα; πῶς δὲ ν’ ἀποζῶσιν
1142οἱ προξενικοὶ πράκτορες ἄνευ εἰσοδημάτων; Μόλις δὲ ὁ
1143τελευταῖον ψηφισθεὶς νόμος, τὸν ὁποῖον ζητοῦσι νὰ μεταρ-
1144ρυθμίσωμεν σήμερον, παρέσχεν εἰς τοὺς ὑποπροξένους μισθὸν
1145500 δραχμῶν, παρέσχεν δὲ καὶ τὸ πλεονέκτημα νὰ ἔχωσιν
1146ἕνα καβάσην, καὶ ἠλάττωσε τὰ γραφικὰ αὐτῶν ἀπὸ 40 ἕως
114730 δραχμὰς κατὰ μῆνα, σήμερον ζητεῖ τὸ νομοσχέδιον νὰ
1148περικόψῃ ἓν πεντόδραχμον ἀπὸ τὰ γραφικὰ καὶ νὰ περιορίσῃ
1149τὸν κλητῆρα, διότι οἱ ὑποπρόξενοι δύνανται μὲ τὰ 300
1150φράγκα χρυσᾶ, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σήμερον, καὶ νὰ καθαρί-
1151ζωσι τὸ προξενικὸν κατάστημα, καὶ νὰ φέρωσιν οἱ ἴδιοι τὰ
1152γράμματα εἰς τὸ Ταχυδρομεῖον, καὶ νὰ λαμβάνωσιν ἐκεῖθεν
1153τὴν ἀλληλογραφίαν, καὶ ν’ ἀνοίγωσι μόνοι τὴν θύραν τοῦ
1154γραφείου! Τοιούτους ἤθελεν αὐτοὺς ὁ προηγούμενος νόμος,
1155καὶ ἐκεῖ θέλει νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτοὺς τὸ νομοσχέδιον! Λά-
1156βετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, ὅτι σήμερον, δυνάμει τῆς συμβά-
1157σεως τῆς προξενικῆς, ἢ μᾶλλον τῆς ἀποφάσεως τῶν διαιτη-
1158τῶν, δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ ἔχωμεν Προξενικὰ Πρακτορεῖα
1159ἐν Τουρκίᾳ, καὶ ὑπεχρεώθημεν νὰ μεταβάλωμεν ὅλα τὰ
1160πρὶν Προξενικὰ Πρακτορεῖα εἰς ἔμμισθα Ὑποπροξενεῖα.
1161Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν πρέπει νὰ διορίζωμεν ἐμμίσθους ὑπο-
1162προξένους ἐν Τουρκίᾳ.
1163Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, ἔρχεται νὰ ζητήσῃ οἰκο-
1164νομίας, ἀφαιροῦν θέσεις γραφέων, ἀφαιροῦν θέσεις καβάση-
1165δων, ἐλαττῶνον μισθοὺς καβάσηδων. Καὶ δὲν λαμβάνει ὑπ’
1166ὄψιν, ὅτι ὁ καβάσης καὶ γιασακτσῆς, ὅπως ἐν ἄλλαις περι-
1167φερείαις ὠνομάσθη, εἶναι τὸ ἀναγκαῖον συμπλήρωμα τοῦ
1168προξενικοῦ προσωπικοῦ. Ἐν Τουρκίᾳ δὲν ἐννοεῖται πρόξε-
1169νος ἄνευ καβάση· εἶναι ὁ προάγγελος, ὁ προσημαίνων τὴν
1170παρουσίαν αὐτοῦ, ὁσάκις ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν,
1171καὶ ὁ καβάσης δὲν δύναται νὰ φέρῃ στολὴν ἁπλῆν, δὲν δύ-
1172ναται νὰ παρίσταται ὅπως ὁ ἱστάμενος παρ’ ἐμοὶ κλητὴρ
1173(δεικνύει τὸν παρὰ τὸ βῆμα ἱστάμενον κλητῆρα τῆς
1174Βουλῆς)· πρέπει νὰ φέρῃ στολὴν χρυσοκέντητον, διότι μό-
1175νον ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον ἐννοεῖται ὅτι εἶναι ὑπηρέτης τοῦ προ-
1176ξένου, ὅπως καὶ ὁ πρόξενος ἔν τισι περιφερείαις ὀφείλει νὰ
1177φέρῃ πηλίκιον, ἀγγέλλον τὴν ἰδιότητα τὴν ἐπίσημον αὐτοῦ.
1178Ἐλαττοῦντες δὲ σήμερον τὸν μισθὸν τῶν καβάσηδων, ἢ
1179ἀφαιροῦντες θέσεις τοιούτων, οὐδὲν ἄλλο πράττετε ἢ νὰ
1180καταβιβάζητε τὸ ἐθνικὸν γόητρον, διότι ὁ καβάσης εἶναι
1181παράγων ἀναγκαῖος τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας ἐν Τουρκίᾳ,
1182ὅπου δὲν ἐννοοῦσι τὴν ἀρχὴν ἄνευ τῆς ἐξωτερικῆς ταύτης
1183παραστάσεως. Τὸ νομοσχέδιον ἀφαιρεῖ θέσεις γραφέων ἐν
1184Προξενείοις, ὅπου ἡ πεῖρα καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας
1185κατέδειξαν τὴν προσθήκην τοιούτων θέσεων. Καὶ σημειώ-
1186σατε, ὅτι δὲν ἐγένετο ἁπλῶς καὶ μόνον πρὸς ἐξοικονόμησιν
1187προσωπικῶν συμφερόντων ἡ προσθήκη τῶν γραφέων τούτων,
1188ἀλλὰ διότι αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας τὸ ἀπῄτουν. Ἀλλὰ
1189πῶς τὸ νομοσχέδιον ἀφαιρεῖ ἕνα γραφέα ἀπὸ τὸ προσωπικὸν
1190τοῦ Προξενείου Σμύρνης, τῆς Σμύρνης τῆς ἑλληνικωτάτης
1191τῶν πόλεων, ὅπου οἱ ὑπήκοοι ἀφθονοῦσιν, ὅπου ἡ ὑπηρεσία
1192τοῦ Προξενείου εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ ἄνευ τοῦ ἀναγ-
1193καιοῦντος προσωπικοῦ; Ἐὰν δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ὑπηρε-
1194σίαν, ἐὰν δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε Προξενεῖον ἄρτιον καὶ ἐπαρ-
1195κὲς ἐκεῖ, εἴπετέ το εἰς αὐτούς· εἴπετε: «δὲν ἔχομεν τὰ
1196μέσα, ἵνα σᾶς διατηρῶμεν Προξενεῖον ἄξιον τοῦ ὀνόματος·
1197τεθῆτε ὑπὸ τὴν προστασίαν οἱασδήποτε ἄλλης Δυνάμεως· ἡμεῖς
1198δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς προστατεύσωμεν ἐπαρκῶς, δὲν δυνά-
1199μεθα νὰ διατηρῶμεν τὸ Προξενεῖον, οἷον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ.»
1200Ποῖον δὲ θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς περικοπῆς αὐτῶν
1201τῶν θέσεων; Οἱ πρόξενοι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς
1202τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ προσλάβωσι τοὺς λεγομένους ἐκτάκτους
1203γραφεῖς. Καὶ γνωρίζετε τί εἶναι αὐτοὶ οἱ ἔκτακτοι γραφεῖς;
1204Εἶναι ἡ μάστιξ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων· καὶ ἂν θέλετε, θὰ
1205σᾶς εἴπω, τί μοι ἔλεγεν ὁ πρόξενος τῆς Γαλλίας διὰ τὴν
1206ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐν Κωνσταντινουπόλει εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς αὐ-
1207τὸν ἡ προστασία τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων. Μοὶ ἔλεγεν ὁ
1208Γάλλος πρόξενος, ὅτι οἱ ὑπήκοοι ἡμῶν, προσερχόμενοι εἰς
1209τὸ Γαλλικὸν Προξενεῖον, ὅπως τύχωσι προστασίας, ἐπεδεί-
1210κνυον καὶ τὸ μετζίτι πρὸς τοὺς ἐν τῷ Προξενείῳ ὑπαλλή-
1211λους τῆς Γαλλίας, διότι εἶχον συνηθίσει νὰ τοὺς τζερεμετί-
1212ζουν οἱ ἄμισθοι ὑπάλληλοι. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυ-
1213ρίαν τοῦ ἀξιοτίμου καὶ κατὰ πάντα ἱκανοῦ προξένου νῦν ἐν
1214Θεσσαλονίκῃ κ. Εὐγενειάδου, ὁ ὁποῖος, ὅτε εἶπον πρὸς αὐ-
1215τὸν, ἐπανελθόντα, τὰ ὑπὸ τοῦ προξένου τῆς Γαλλίας λε-
1216χθέντα μοι, τὴν ἐπαύριον ἐκαθάρισε τὸ Προξενεῖον ἀπὸ ὅλην
1217αὐτὴν τὴν κόπρον τοῦ Αὐγείου. Καὶ θέλετε νὰ ἐπαναφέ-
1218ρητε αὐτὸ τὸ παρελθὸν, καὶ νὰ καταστήσητε καὶ πάλιν ἐν
1219Ἀλεξανδρείᾳ, ἐν Σμύρνῃ, τοὺς ἐκτάκτους αὐτοὺς γραφεῖς,
1220οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἡ μάστιξ τῶν ὑπηκόων Ἑλλήνων ἐν τοῖς
1221Προξενείοις ἐκείνοις, ἵνα κάμητε οἰκονομίαν 200 δραχμῶν
1222κατὰ μῆνα, ὅσας λαμβάνει ἕκαστος τῶν τριῶν καταργου-
1223μένων γραφέων!
1224Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν περιορίζεται ἕως ἐδῶ. Περι-
1225κόπτει καὶ ἐλαττώνει καὶ τὸν μισθὸν τῶν διερμηνέων. Καὶ
1226ἤδη ἔρχεται ἄλλο κεφάλαιον· διότι τὸ νὰ προτείνῃ τις
1227τοιοῦτο νομοσχέδιον, σημαίνει, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει γνῶσιν,
1228οὐδεμίαν ἀντίληψιν τῆς σημασίας τῶν διερμηνέων ἐν ταῖς
1229Ἀνατολικαῖς χώραις. Ὅπως ὁ καβάσης εἶναι τὸ ἀναγκαῖον
1230συμπλήρωμα τῆς ἐξωτερικῆς παραστάσεως τοῦ προξένου,
1231ὁ διερμηνεὺς εἶναι ὁ δεξιὸς αὐτοῦ βραχίων· καὶ ἵνα ἔχητε
1232διερμηνεῖς ἀξίους τῆς ἀποστολῆς των, ὀφείλετε νὰ τοὺς πλη-
1233ρώνητε ἐπαρκῶς, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον οἱ πλεῖστοι τῶν
1234διερμηνέων δὲν εἶναι ὑπήκοοι Ἕλληνες, διότι δυστυχῶς
1235μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων δὲν ὑπάρχουσιν οἱ γινώσκοντες τὴν
1236γλῶσσαν τοῦ τόπου ἢ ἐξαιρετικῶς· ἔχετε δὲ καὶ τὸν συνα-
1237γωνισμὸν τῶν Προξενείων τῶν ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα,
1238ὁσάκις πρόσωπόν τι τοιοῦτον ἦναι πεπειραμένον καὶ καλῶς
1239κατηρτισμένον, τὸ καλοπληρόνουν καὶ τὸ πέρνουν. Ἀπό-
1240δειξις εἶναι, ὅτι πολλάκις ἐβγαίναμεν μὲ τὸ φανάρι, ζητοῦν-
1241τες διερμηνέα· ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι, ὅτε παρῃτήθη ὁ κύριος
1242Πρετσιόζης, μὲ δυσκολίαν ἠδυνήθημεν νὰ εὕρωμεν διερμη-
1243νέα, ἕνεκα τῆς γλισχρότητος τοῦ μισθοῦ· διότι διὰ τοῦτο
1244παρῃτήθη ὁ κ. Πρετσιόζης, διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ μι-
1245σθοῦ του· διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι πληρόνομεν τοὺς μι-
1246σθοὺς εἰς δραχμὰς, καὶ οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι ὑποβάλ-
1247λονται καὶ εἰς ἄλλην κράτησιν, διότι ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν
1248ἐνταῦθα ἄλλο πρόσωπον, ἵνα λαμβάνῃ τοὺς μισθούς των,
1249ἐνῷ τὰ ἄλλα Κράτη φροντίζουσιν, ὅπως οἱ μισθοὶ τῶν προ-
1250ξένων των πληρόνωνται ἐπὶ τόπου. Θέλοντες λοιπὸν σήμε-
1251ρον νὰ καταφέρητε τὴν μάχαιραν ἐπὶ τῶν μισθῶν τῶν διερ-
1252μηνέων τῶν Προξενείων, πράττετε ἔργον οὐ μόνον ἄσπλαγ-
1253χνον, ἀλλὰ καὶ ἀντεθνικόν· ἐκτὸς ἐὰν θέλητε νὰ διατηρῆτε
1254τὰ φαινόμενα καὶ διορίζητε διερμηνεῖς κατὰ τὸ φαινόμε-
1255νον, ὅπως ἄλλοτε διωρίζοντο διερμηνεῖς καὶ ἀπὸ τὴν ὁδὸν
1256Ἑρμοῦ, ἁπλῶς πρὸς πλήρωσιν τῆς θέσεως καὶ πληρωμὴν
1257τοῦ μισθοῦ. Ἐστὲ, Κύριοι, βέβαιοι, ὅτι ὁ πρόξενος οὐδὲ
1258βῆμα δύναται νὰ προβῇ ἄνευ διερμηνέως· καὶ ἵνα ἴδητε
1259ποίαν σημασίαν ἔχει ὁ διερμηνεὺς, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ὁ
1260διερμηνεὺς παρίσταται ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ προξένου κατὰ
1261τὰς μικτὰς δίκας, καὶ ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ὑπηκόους μας,
1262ἐὰν ὁ διερμηνεὺς δὲν ἦναι εἰς τὴν περιωπὴν τῆς θέσεώς του!
1263Καὶ ὀφείλομεν ταύτην τὴν προστασίαν πρὸς τοὺς ὑπηκόους
1264μας καὶ ἐκ καθήκοντος φιλανθρωπίας καὶ ἵνα μὴ ἀφίνω-
1265μεν ἐκτεθειμένα τὰ συμφέροντα αὐτῶν.
1266Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι αἱ ἐκ τῶν Προξενείων εἰσπράξεις
1267ὑπερκαλύπτουσι τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος κατα-
1268βάλλει πρὸς συντήρησιν αὐτῶν, διότι ἀφίνουσι καὶ περίσ-
1269σευμα ἀρκετὰ στρογγύλον. Κατὰ πρόχειρον ὑπολογι-
1270σμὸν, τὸν ὁποῖον ἔκαμα, ἡ αὔξησις τῶν εἰσπράξεων ἀνα-
1271βαίνει εἰς 130,000 περίπου φράγκα χρυσᾶ, τὰ ὁποῖα ὑπο-
1272λογιζόμενα εἰς χαρτονόμισμα φέρουσι ποσὸν 195,000 δρ.
1273Τώρα πόσαι εἶναι αἱ αὐξήσεις τοῦ νέου νόμου, αὐτοῦ τοῦ
1274καταγγελλομένου ἐπὶ σπατάλῃ, αὐτοῦ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον
1275τὸ νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ διορθώσῃ διὰ τῶν περικοπῶν
1276ἐκείνων, τὰς ὁποίας καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευ-
1277τὴς ἐξέθηκε καὶ ἐγὼ πρὸ μικροῦ ἐπιτροχάδην ἔθιξα; Αἱ
1278αὐξήσεις τῶν δαπανῶν τοῦ νέου νόμου, Κύριοι, ἀνέρχονται
1279εἰς 140,000 δραχμάς· ὥστε μένει ἓν περίσσευμα 55,000
1280δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ζητεῖ τὸ νομοσχέδιον νὰ αὐξήσῃ διὰ
1281τῶν περικοπῶν ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων πρὸ μικροῦ ἔκαμα
1282λόγον.
1283Τώρα κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 εἶχον προϋ-
1284πολογισθῆ καὶ ἐζητήθησαν πιστώσεις 969,000 δραχμῶν,
1285πιστώσεις ἀναγόμεναι εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, ἐν ταῖς
1286πιστώσεσι δὲ ταύταις δὲν περιλαμβάνεται καὶ ἡ ζητηθεῖσα
1287πίστωσις διὰ δαπάνας τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν
1288Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας. Καὶ τοῦτο ἔχει λόγον τυ-
1289πικὸν, διότι ἡ ἐν Κων/πόλει Πρεσβεία ἀνέκαθεν διῃρέθη εἰς
1290τρία τμήματα, εἰς τὸ διπλωματικὸν, εἰς τὸ διερμηνευτικὸν
1291καὶ εἰς τὸ προξενικόν. Ἡ προξενικὴ δ’ ὑπηρεσία τῆς ἐν
1292Κων/πόλει Πρεσβείας ἀποτελεῖ γραφεῖον τῆς Πρεσβείας,
1293καὶ διὰ τοῦτο ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς αἱ δαπάναι αἱ ἀπαι-
1294τούμεναι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἀναγράφονται ὑπὸ τὸ
1295κεφάλαιον τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας. Αἱ δαπάναι αἱ
1296ἀναγόμεναι εἰς τὸ Προξενικὸν Γραφεῖον τῆς ἐν Κων/πόλει
1297Πρεσβείας ἀνέρχονται εἰς 122,000 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι
1298προστιθέμεναι εἰς τὰς 969,000 ἀποτελοῦσιν 1,091,000
1299δραχμάς. Ἀλλ’ αἱ πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902
1300δὲν διετέθησαν πᾶσαι, ἔμειναν καὶ πιστώσεις ἀδιάθετοι,
1301πρέπει δὲ ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν πιστώσεων ἐκείνων
1302200,000 δραχμὰς, πιστώσεις ἀδιαθέτους. Ἐκ τῆς ἀφαι-
1303ρέσεως δὲ ταύτης προκύπτει ποσὸν 891,000 δραχμῶν δα-
1304πανῶν προϋπολογισθεισῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους
13051902. Τώρα πόσα εἰσεπράχθησαν; Εἰσεπράχθησαν, κατὰ
1306τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἔχω ὑπ’ ὄψιν, φράγκα χρυσᾶ
1307650,000· ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν δαπανῶνται εἰς χρυσὸν ἐπὶ τόπου
1308150,000 περίπου φράγκα, διότι κατὰ νόμον ἐκδοθέντα ἐν
1309ἔτει 1897, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οἱ μισθοὶ οἱ μὴ ὑπερβαίνον-
1310τες τὰς 200 δραχμὰς πληρόνονται εἰς χρυσὸν ἐκ τῶν εἰσ-
1311πράξεων τοῦ Προξενείου, καὶ ἑπομένως, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν
1312τὰς 150,000 χρυσᾶ φράγκα ἀπὸ τὰς 650,000 φρ. εἰσ-
1313πράξεις, μένουσι 500,000 χρυσᾶ φράγκα, τὰ ὁποῖα πρὸς
13141,60 δίδουσιν 800,000 δραχμάς, αἵτινες ἀφαιρούμεναι ἀπὸ
1315τὰς 891,000 ἀφίνουσιν ὑπόλοιπον 91,000 δραχμάς. Ἀλλὰ
1316τὰς 91,000 δραχμὰς πρέπει νὰ τὰς ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰς
1317150,000 χρυσᾶ φράγκα, διότι αὐταὶ ἐπληρώθησαν ἐκ τῆς
1318προξενικῆς ὑπηρεσίας, δηλαδὴ ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων, ἑπο-
1319μένως μένει πλεόνασμα 60,000 δραχμῶν. Τώρα ἐγὼ τὸν
1320ὑπολογισμὸν αὐτὸν ἔκαμα χονδρικῶς· ἐὰν εἶναι 2000 δραχ.
1321παραπάνω ἢ 3000 παρακάτω, 10,000 παραπάνω ἢ 10,000
1322παρακάτω, εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον. Τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον
1323θέλω νὰ βεβαιώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ πει-
1324σθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου,—διότι στηρίζομαι ἐπὶ ἀριθμῶν,
1325τῶν ὁποίων ἡ λογικὴ εἶναι ἀκαταμάχητος,—εἶναι, ὅτι πάν-
1326τοτε ὑπάρχει πλεόνασμα, ὅτι καλύπτει πάντοτε ἡ προξε-
1327νικὴ ὑπηρεσία τὰς δαπάνας τὰς καταβαλλομένας χάριν αὐ-
1328τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους.
1329Θὰ σταματήσω ἐδῶ, καὶ θὰ ἐπαναλάβω μετὰ τὴν δια-
1330κοπήν.
1331§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς
133210ης ὥρας.
1333(Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 καὶ 35′ μ. μ. Ἐπανα-
1334λαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
1335§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ.
1336Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον.
1337§81ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἔλεγον, κύριοι Βουλευταί, ὅτε διέκοψα
1338τὴν ἀγόρευσίν μου, ὅτι ἓν γεγονὸς ὑπάρχει βεβαιωμένον, ὅτι
1339αἱ προξενικαὶ εἰσπράξεις καλύπτουσι τὰς δαπάνας, τὰς
1340ὁποίας τὸ Κράτος καταβάλλει πρὸς συντήρησιν τῶν προξενι-
1341κῶν ἀρχῶν. Ἔλεγον δὲ πρὸς τούτοις, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀδιά-
1342φορον, ἐὰν αἱ 60,000 δραχμαὶ, τὰς ὁποίας καθ’ ὑπολογισμὸν
1343ἐγὼ ἐξευρίσκω, εἶναι εἴτε 55,000, εἴτε 56,000, εἴτε 65,000,
1344εἴτε 63,000. Τὸ γεγονὸς τὸ σπουδαῖον, καὶ τὸ χρησιμεῦον
1345εἰς ἐμὲ ὡς ἐπιχείρημα, εἶναι, ὅτι αἱ προξενικαὶ εἰσπρά-
1346ξεις καλύπτουσι τὰς προξενικὰς δαπάνας. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ,
1347ἐὰν ὑπῆρχε νοῦς κυβερνῶν, ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ πρόθεσις, ἡ ὁποία
1348ὤφειλε νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικήν, ἔδει
1349πάντα τὰ περισσεύματα ταῦτα νὰ χρησιμοποιηθῶσι, νὰ δα-
1350πανηθῶσι πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, διότι,
1351ἐπαναλαμβάνω, τὸ ζήτημα τῶν κατὰ τὴν Ἀνατολὴν προξέ-
1352νων ἡμῶν θεωρῶ ὑψίστης σπουδαιότητος καὶ ἴσης σπουδαιό-
1353τητος καὶ ἐννοίας, οἵας τὸ στρατιωτικόν. Διότι μὴ λησμο-
1354νῶμεν, ὅτι σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ καταστάσεως προκα-
1355λούσης μέτρα, καὶ μέτρα σπουδαῖα, ἵνα ἡ Ἑλλὰς εὑρεθῇ
1356παρεσκευασμένη ἐν δεδομένῃ περιστάσει, καὶ ἂν μὴ ὑπερα-
1357κοντίσῃ, τοὐλάχιστον νὰ μιμηθῇ ὅ,τι τὰ λοιπὰ Κράτη
1358κατὰ τὴν Χερσόνησον τοῦ Αἵμου πράττουσι σήμερον, ἔχοντα
1359πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ὁ πολιτικὸς ὁρίζων ἀπὸ στιγμῆς εἰς
1360στιγμὴν δύναται νὰ θολωθῇ. Καὶ ἔλεγον, ὅτι αἱ δαπάναι,
1361τὰς ὁποίας καταβάλλουσι τὰ Κράτη ἐκεῖνα πρὸς συντήρησιν
1362καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ προξενικοῦ αὐτῶν κλάδου, ἐν σχέσει πρὸς
1363τὰ οἰκονομικὰ αὐτῶν, εἶναι δεδικαιολογημέναι, τοσοῦτο μᾶλ-
1364λον, καθόσον αἱ εἰσπράξεις τῶν Προξενείων ἐκείνων δὲν κα-
1365λύπτουσι τὰς καταβαλλομένας ὑπὸ τῶν οἰκείων Κυβερνή-
1366σεων δαπάνας. Ἀλλὰ τὰ Κράτη ἐκεῖνα καὶ αἱ Κυβερνήσεις
1367τῶν Κρατῶν ἐκείνων σκέπτονται, σκέπτονται καὶ προπα-
1368ρασκευάζονται ἐν εἰρήνῃ, ἐν βλέψει ἔχοντες τὰ γεγονότα
1369ἐκεῖνα, πρὸ τῶν ὁποίων δύνανται ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν
1370νὰ εὑρεθῶσι. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, τίς ἄλλος καλλίτερον δύ-
1371ναται νὰ προλειάνῃ τὸ ἔδαφος τῆς ἐνεργείας ἡμῶν τῆς οἱας-
1372δήποτε, τῆς εἰρηνικῆς αὐτῆς ἐνεργείας,—διότι δὲν ἐννοῶ
1373νὰ ὁμιλήσω περὶ πολεμικῆς ἐνεργείας,—εἰμὴ οἱ πρόξενοι
1374ἡμῶν; Καὶ δὲν ὀφείλομεν νὰ ἐνισχύσωμεν τοὺς προξένους
1375ἡμῶν; Δὲν ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς συντηρή-
1376σεως αὐτῶν, ὥστε εὐπροσώπως νὰ παρίστανται ὡς ἀντι-
1377πρόσωποι τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον τοὺς διώρισε; Ἐὰν τοὐ-
1378ναντίον ζητῶμεν, τὴν προξενικὴν ἐνέργειαν νὰ λαμβάνωμεν
1379ὑπ’ ὄψιν μόνον ἐφ’ ὅσον δύναται νὰ πορίσῃ εἰς ἡμᾶς χρή-
1380ματα, ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἴμεθα ἀνά-
1381ξιοι νὰ σκεπτώμεθα περὶ ἀποστολῆς ἐθνικῆς.
1382Καὶ ἐπανέρχομαι, Κύριοι, ἵνα ποιήσωμαι καταδηλότερα
1383τὰ συμπεράσματα, ἅτινα σύρω ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ
1384ὁποῖα προβάλλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐπανέρχομαι, λέγω,
1385εἰς τὸ ζήτημα τῆς διερμηνευτικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας. Ἔλεγον
1386κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, ὅτι ὁ διερμηνεὺς εἶναι ἡ
1387δεξιὰ χεὶρ τοῦ προξένου, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἡ προ-
1388ξενικὴ ἐνέργεια ἄνευ διερμηνέως. Ὅσην δὲ προσοχὴν πρέπει
1389νὰ ἐπιστήσητε εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ προξένου, ἄλλην τόσην,
1390καὶ μείζονα ἔτι, ὀφείλετε νὰ ἐπιστήσητε εἰς τὴν ἐκλογὴν
1391τῶν διερμηνέων· διότι ὁ διερμηνεὺς δὲν εἶναι ἁπλοῦς μετα-
1392φραστὴς τῶν τακριρίων· ὁ διερμηνεὺς ἔχει ἐνέργειαν σπου-
1393δαιοτάτην· ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν ὑποθέ-
1394σεων, 80%, τῶν διεξαγομένων πρὸς τὴν τοπικὴν ἀρχὴν,
1395διεξάγονται διὰ τῶν διερμηνέων καὶ μόνον, τότε δὲ μόνον
1396ἡ παρέμβασις τοῦ προξένου ἐνδείκνυται, ὅταν ἡ τοῦ διερ-
1397μηνέως ἀποτύχῃ. Τοῦτο δὲ καὶ ἐνδείκνυται ἐκ τῶν ἐθίμων,
1398ἐκ τοῦ συστήματος τοῦ κρατοῦντος ἐν Ἀνατολῇ· διότι ἡ
1399τοπικὴ ἀρχὴ δὲν ἐννοεῖ τὸν πρόξενον παριστάμενον ἄνευ
1400τῆς ἐπικουρίας τοῦ διερμηνέως. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι,
1401Κύριοι, ὅτι καὶ ἐνώπιον τοῦ Σουλτάνου οὐδεὶς τῶν πρέ-
1402σβεων δύναται νὰ παρασταθῇ, χωρὶς νὰ ἔχῃ παρὰ τὸ πλευ-
1403ρὸν αὑτοῦ τὸν διερμηνέα του, καὶ χωρὶς ὁ Σουλτάνος νὰ
1404συνοδεύηται ὑπὸ τοῦ ἐπισήμου αὑτοῦ διερμηνέως, καὶ μόνον
1405διὰ τῶν διερμηνέων διεξάγεται ἡ συνεννόησις. Οὕτω πως
1406καὶ ἐπὶ τῶν κατωτέρων ἀρχῶν. Οὕτω καὶ ὁ πρόξενος, θέ-
1407λων νὰ παρασταθῇ καὶ νὰ διαπραγματευθῇ ὑπόθεσιν, κατ’
1408ἀνάγκην πρέπει παρὰ τὸ πλευρὸν αὑτοῦ νὰ ἔχῃ τὸν διερμη-
1409νέα του· διότι ὑπάρχουσι μὲν ἀνώτεροι ὑπάλληλοι, γνω-
1410ρίζοντες ξένας γλώσσας, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι εἶναι οἱ ἀγνοοῦν-
1411τες ἄλλην γλῶσσαν, πλὴν τῆς ἐγχωρίου. Ἀνάγκη λοιπὸν, ὁ
1412διερμηνεὺς καὶ εὐπρόσωπος νὰ ἦναι καὶ κατηρτισμένος, καὶ
1413τὴν ἐξωτερικὴν παράστασιν νὰ ἔχῃ· τὰ προσόντα δὲ ταῦτα
1414δὲν δύνασθε νὰ τὰ ἀνεύρητε ἄνευ ἀναλόγου μισθοδοσίας.
1415Καὶ φέρω εἰς ὑμᾶς ἓν παράδειγμα πρόσφατον καὶ λίαν ἐν-
1416δεικτικὸν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους κατὰ τὴν στιγμὴν ταύ-
1417την ἐξαγγέλλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἔλεγον πρὸ μικροῦ, ὅτι,
1418ὅτε ὁ πρῶτος διερμηνεὺς τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρε-
1419σβείας κ. Πρετσιόζης παρῃτήθη ἕνεκα τοῦ γλίσχρου μισθοῦ,
1420τὸν ὁποῖον κατεβάλλομεν πρὸς αὐτὸν, τουτέστι χιλίας δραχ-
1421μὰς χαρτίνας, αἵτινες κατὰ τὴν τότε ἐπικαταλλαγὴν ἀνήρ-
1422χοντο εἰς μόνον 600 ἢ 550 φράγκα χρυσᾶ, ἡ Κυβέρνησις
1423εὑρέθη εἰς λίαν δύσκολον θέσιν, κατὰ τὴν στιγμὴν μάλιστα,
1424καθ’ ἣν σπουδαιόταται διαπραγματεύσεις ἐπρόκειτο νὰ λά-
1425βωσι χώραν, ὅτε ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀνάγκην πρὸ παντὸς
1426τῶν φώτων τοῦ διερμηνέως. Ἀρκεῖ δὲ νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι,
1427ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις τῆς συνθήκης ἐκείνης, ἥτις διὰ τοῦ
1428πολέμου κατελύθη, τῆς συνθήκης τοῦ 1855, ἤρξαντο ἀπὸ
1429τοῦ ἔτους 1834 ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Κωνσταντίνου Ζωγρά-
1430φου, ἐξηκολούθησαν δὲ διεξαγόμενοι μέχρι τοῦ 1840 ὑπὸ
1431τοῦ μακαρίτου Ἐμμ. Ἀργυροπούλου, ὅστις ἦτο πρῶτος διερ-
1432μηνεὺς τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας. Ἀνέγνωσα τὰ
1433σοφὰ ὑπομνήματα αὐτοῦ, ἀνέγνωσα τὰς περιεκτικωτάτας
1434ἐκθέσεις αὐτοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἡ Ἑλληνικὴ Κυ-
1435βέρνησις ἐφωτίσθη καὶ ἐτέθη ἐν καταστάσει, ἵνα διεκδικήσῃ
1436τὰ δικαιώματα, ἅτινα προσεκύρωσαν εἰς αὐτὴν τὰ πρωτό-
1437κολλα τοῦ Λονδίνου. Εἰς τοιαύτην ἀνάλογον κατάστασιν εὑ-
1438ρέθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτε, παραιτηθέντος τοῦ Αʹ διερμηνέως
1439τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας κ. Πρετσιόζη, ἐζήτει
1440τὸν ἀναπληρωτὴν αὐτοῦ. Εὐτυχῶς, Κύριοι, — εὐτυχῶς διὰ τὴν
1441Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα — ὁ Βʹ διερμηνεὺς τῆς
1442Πρεσβείας κ. Ναοὺμ ἦτο ἀληθῶς εἰς τὴν περιωπὴν τῆς θέ-
1443σεως, ἥτις περιῆλθεν αὐτῷ ἐκ τοῦ κενοῦ τοῦ διὰ τῆς παραι-
1444τήσεως τοῦ κ. Πρετσιόζη. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος, Κύριοι, ἦλ-
1445θεν ἐδῶ, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω καὶ δημοσίᾳ, ὅτι ὁ κ. Ναοὺμ
1446ὑπῆρξεν ὁ δεξιὸς βραχίων τῆς Πρεσβείας κατὰ τὰς διαπραγ-
1447ματεύσεις τάς τε περὶ τῆς συνθήκης τῆς ὁριστικῆς περὶ εἰ-
1448ρήνης καὶ τὰς περὶ τῆς προξενικῆς συμβάσεως· δὲν γνωρίζω
1449δὲ εἰς ποῖον σημεῖον θὰ περιήρχετο ἡ Κυβέρνησις, ὅτε, ἀπο-
1450χωρήσαντος τοῦ μακαρίτου Μαυροκορδάτου τῆς ὑπηρεσίας,
1451ὁλόκληρος ἡ διαπραγμάτευσις τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης διε-
1452ξήχθη διὰ τοῦ κ. Ναοὺμ, καὶ μόνον δι’ αὐτοῦ. Ἐν τούτοις
1453ποῖον μισθὸν δίδομεν εἰς τὸν Αʹ διερμηνέα τῆς ἐν Κων-
1454σταντινουπόλει Πρεσβείας; Χιλίας μόνον δραχμὰς· τῷ δί-
1455δομεν δὲ καὶ ἔξοδα κινήσεως λεγόμενα 60 δραχ. κατὰ μῆνα,
1456τὰ ὁποῖα μεταβαλλόμενα εἰς χρυσὸν ἀποτελοῦσι 40 φράγκα·
1457ἀρκεῖ δὲ νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, ὅτι διὰ πᾶσαν κίνησιν τοῦ
1458διερμηνέως ἀπὸ τοῦ καταστήματος τῆς Πρεσβείας μέχρι τοῦ
1459Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν αὐτὸς ἀναγκάζεται νὰ πλη-
1460ρώνῃ 12 φράγκα ἑκάστοτε, ὥστε μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας
1461τὸ πολὺ μεταβάσεις τὸ ποσὸν τῆς κινήσεως ἐξηντλήθη.
1462Ταῦτα λέγω, Κύριοι, διότι βλέπω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περι-
1463κοπτομένους τοὺς μισθοὺς τῶν διερμηνέων, ἐνῷ μειονεκτοῦ-
1464μεν, μὴ δυνάμενοι νὰ συναγωνισθῶμεν πρὸς τοὺς διερμηνεῖς
1465τῶν Προξενείων καὶ Πρεσβειῶν τῶν ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα
1466πλουσιοπαρόχως ἀμείβουσι τοὺς ὑπαλλήλους τούτους, διότι
1467ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην αὐτῶν· ἐὰν δὲ περικόψωμεν τοὺς
1468μισθοὺς αὐτῶν, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ στρατο-
1469λογήσωμεν τὸ προσωπικὸν τὸ διερμηνευτικὸν ἡμῶν ἐκ τῶν
1470κατωτάτων κοινωνικῶν στρωμάτων· μὴ λησμονῶμεν δὲ,
1471Κύριοι, ὡς πρὸ ὀλίγου ἔλεγον,—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρ-
1472τυρίαν τοῦ ἀπέναντι ἐμοῦ καθημένου ἀξιοτίμου ἐκ Θηβῶν
1473Βουλευτοῦ, τοῦ χρηματίσαντος ἐν τῇ ἐν Σμύρνῃ καὶ Αἰγύπτῳ
1474δικαστικῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ, — ὁποίαν ἐργασίαν ἐκπλη-
1475ροῦσιν οἱ διερμηνεῖς ἐν τοῖς Γενικοῖς ἐκείνοις Προξενείοις.
1476Ὁ ἀναγινώσκων, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ τὴν κρί-
1477σιν τῆς Βουλῆς ματαίως θέλει προσπαθήσει νὰ ἐξεύρῃ ποῖος
1478ἦτο ὁ νοῦς ὁ ὑπαγορεύσας τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου
1479τούτου. Νοῦς διορθώσεως τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ 1900;
1480Ἀλλὰ μόλις ἐπὶ δύο ἔτη ἐλειτούργησε, καὶ κατέδειξεν εὐθὺς
1481καὶ τὰ ἐλαττώματά του; Καὶ κατεδείχθησαν τὰ ἐλαττώ-
1482ματα ταῦτα τοσοῦτον ἐπειγούσης διορθώσεως δεόμενα,
1483ὥστε νὰ προκαλέσωσι τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου;
1484Ὡς πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἀναγράφεται ἡ κα-
1485τάργησις τῆς θέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ
1486ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, ἵνα καταργηθῇ ἡ θέσις τοῦ ἐπιθεω-
1487ρητοῦ; Ἡ θέσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ σχολάζει, διότι οὐδεὶς εἶ-
1488ναι διωρισμένος ἐν τῇ θέσει ταύτῃ· ἀρκεῖ ἁπλῶς ἡ μὴ ἀνα-
1489γραφὴ πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἵνα καταστῇ ἀδύ-
1490νατος ὁ διορισμός. Φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὤφειλε νὰ κα-
1491ταργήσῃ τὴν θέσιν, διότι δύναται ἡ διάδοχος αὐτῆς νὰ ἐπανα-
1492φέρῃ αὐτήν; Ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν,
1493καὶ ἐπειδὴ δυστυχῶς κατηντήσαμεν νὰ ἐφαρμόζηται εἰς
1494ἡμᾶς τὸ «ράφτε ξύλωνε, δουλειὰ νὰ μὴ σοῦ λείπῃ» ἡ κα-
1495τάργησις αὕτη τοῦ νέου νόμου θὰ ἦναι εὐκολωτάτη εἰς τὴν
1496διάδοχον Κυβέρνησιν, διότι, ὡς ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ πα-
1497ρελθὸν, ἐπανέρχεται πάλιν ὁ ἐπιθεωρητὴς, καὶ πάλιν καταρ-
1498γεῖται, καὶ πάλιν ἐπανέρχεται. Εἶναι ἆρά γε ἡ θέσις τοῦ
1499ἐπιθεωρητοῦ περιττή; Βεβαίως ὄχι. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι πρό-
1500κειται περὶ ἐπιθεωρήσεως ἀρχῶν μακρὰν τοῦ κέντρου κει-
1501μένων, καὶ ἑπομένως ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ πρόσωπον, τὸ ὁ-
1502ποῖον ἑκάστοτε νὰ περιέρχηται τὰς διαφόρους προξενικὰς
1503περιφερείας, ἵνα ἐπιθεωρῇ. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ ἀντιταχθῇ, ὅτι εἶ-
1504ναι δύσκολον νὰ ἐξευρεθῇ τὸ κατάλληλον πρόσωπον, διότι
1505δυσκόλως τις ὑποβάλλεται εἰς τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους ἡ
1506ἐπιθεώρησις τῶν Προξενείων δύναται νὰ συνεπαγάγῃ, διότι
1507πρόκειται πολλάκις νὰ ἐπιθεωρήσῃ Προξενεῖα εἰς ἀπόκεντρα
1508μέρη τυγχάνοντα· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, ἵνα καταρ-
1509γηθῇ ἡ θέσις. Ἐὰν διὰ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως ζητεῖ-
1510ται οἰκονομία, ἡ οἰκονομία, ἔλεγον, δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ
1511διὰ τῆς μὴ ἀναγραφῆς τοῦ σχετικοῦ κονδυλίου ἐν τῷ προϋ-
1512πολογισμῷ.
1513Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, ζητοῦν νὰ καταργήσῃ τὴν θέσιν
1514τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἠθέλησε νὰ πληρώσῃ τὴν ἐκ τοῦ κενοῦ
1515τούτου ἔλλειψιν, ἢ τὸ ἐκ τοῦ κενοῦ τούτου τυχὸν χάσμα ἐν
1516τῷ νόμῳ, καὶ προβαίνει εἰς σειρὰν ἄρθρων, ἵνα κανονίσῃ πῶς
1517θὰ γίνωνται αἱ ἐπιθεωρήσεις, ἐνῷ ἠδύνατο καὶ καταργοῦν
1518τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ νὰ ἀφήσῃ τουλάχιστον ἐν ἰσχύϊ
1519τὸ ἄρθρον, τὸ περὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ πραγματευόμενον.
1520Διότι ἀκριβῶς ὁ συντάκτης τοῦ νόμου τούτου, τοῦ ὁποίου
1521ζητεῖται ἡ κατάργησις, ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πιθανὸν ἡ θέσις
1522τοῦ ἐπιθεωρητοῦ νὰ μὴ πληρωθῇ, καὶ ὅτι ἐν ἐλλείψει ἐπι-
1523θεωρητοῦ θὰ ἦναι δύσκολος ἡ ἐπιθεώρησις, παρέθηκε διά-
1524ταξιν, πληροῦσαν τὸ κενὸν τοῦτο· διότι λέγει (ἀναγι-
1525νώσκει): «Ἄρθρον 113 § 2. Δύναται ὅμως ν’ ἀνατεθῇ
1526»καὶ εἰς Γενικὸν Πρόξενον ἢ τὸν Πρόεδρον τοῦ ἐν Κων-
1527»σταντινουπόλει Προξενικοῦ Δικαστηρίου ἡ ἐπιθεώρησις Γε-
1528»νικῶν Προξενείων καὶ Ὑποπροξενείων, εἰς πρόξενον δὲ αʹ
1529»ἢ βʹ τάξεως ἢ εἴς τινα τῶν ἐμμίσθων παρέδρων δικαστῶν
1530»ἡ ἐπιθεώρησις Ὑποπροξενείων καὶ Προξενικῶν Πρακτο-
1531»ρείων.»
1532Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι πλήρης, καὶ προνοεῖ, ἐν τῇ γενι-
1533κότητι αὐτῆς, περὶ ὅλων τῶν περιπτώσεων ἐπιθεωρήσεως.
1534Ἀλλ’ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, θέλων νὰ λεπτολογήσῃ,
1535ἔπαθεν ὅ,τι παθαίνουσιν οἱ συμβαλλόμενοι, ὅταν ἐν τῷ συμ-
1536βολαίῳ θέλωσι νὰ προΐδωσιν ὅλας τὰς περιστάσεις, καὶ
1537τὰς ἀπωτέρω, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰς περιλάβουν ὅλας,
1538διότι συμβαίνει νὰ λησμονῶσιν ἄλλας. Τοῦτο ἔπαθε καὶ ὁ
1539συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου. Διότι λεπτολογῶν καὶ θέλων
1540νὰ κανονίσῃ τὰς διαφόρους περιπτώσεις καὶ νὰ τηρήσῃ τὴν
1541ἱεραρχικὴν σειρὰν κατὰ τὰς ἐπιθεωρήσεις τῶν Προξενείων,
1542πρῶτον παρέλειψε τοὺς ὑποπροξένους. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον
1543οἱ ὑποπρόξενοι εἶναι ἀνεπιθεώρητοι. Ὥστε, ὅταν ἡ Κυβέρ-
1544νησις λάβῃ ἀνάγκην νὰ ἐπιθεωρήσῃ Ὑποπροξενεῖα, πρέπει
1545νὰ φέρῃ νόμον ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα δυνηθῇ νὰ διατάξῃ καὶ
1546περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν Ὑποπροξενείων, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ
1547σχολάζῃ, πρέπει νὰ περιμένῃ τὸ Ὑποπροξενεῖον, ἕως οὗ ἡ
1548Βουλὴ συνέλθῃ καὶ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ παρα-
1549λείπει καὶ τοὺς γραμματεῖς βʹ τάξεως. Τὸ νομοσχέδιον ἐν
1550τῷ ἄρθρῳ 4 προνοεῖ περὶ ἐπιθεωρήσεως τῆς ὑπηρεσίας γραμ-
1551ματέως δευτέρας τάξεως, ἢ διερμηνέως δευτέρας ἢ τρίτης
1552τάξεως, ἢ βοηθοῦ διερμηνέως τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῆς
1553ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, ἀλλὰ λησμονεῖ, ὅτι ἐν
1554Σμύρνῃ ὑπάρχει καὶ ἐκεῖ γραμματεὺς δευτέρας τάξεως, ἐν
1555Ἀλεξανδρείᾳ ὑπάρχει καὶ ἐκεῖ γραμματεὺς δευτέρας τάξεως,
1556ἐν Καΐρῳ ὑπάρχει καὶ ἐκεῖ γραμματεὺς δευτέρας τάξεως.
1557Αὐτοὺς ποῖος θὰ τοὺς ἐπιθεωρήσῃ; Πλὴν δὲ τούτου ὑπάρ-
1558χουσιν ἐν τοῖς Προξενείοις γραφεῖς. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ νομο-
1559σχέδιον ἐπὶ τοσοῦτον λεπτολογῇ, ὥστε νὰ μὴ λησμονήσῃ
1560κανένα ἐπὶ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, ὤφειλε νὰ περιλάβῃ
1561καὶ τοὺς γραφεῖς· διότι, Κύριοι, μὴ ἐκλαμβάνετε, ὅτι οἱ
1562γραφεῖς τῶν Γενικῶν Προξενείων ἐκτελοῦσιν ἁπλῶς ἀντι-
1563γραφικὴν ὑπηρεσίαν· ἐν Κωνσταντινουπόλει γραφεὺς σήμερον
1564ἐκτελεῖ τὰ λιμενικὰ καθήκοντα, καταργηθείσης τῆς θέσεως
1565τοῦ λιμενάρχου, γραφεὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐκπληροῖ
1566τὰ συμβολαιογραφικά, γραφεὺς ὡσαύτως ἐν Κωνσταντινου-
1567πόλει ἐκτελεῖ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν διαβατηρίων. Τὰ αὐτὰ
1568συμβαίνουσι καὶ ἐν Σμύρνῃ καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ· διότι ἡ
1569ὑπηρεσία εἶναι τόσον πολύπλοκος καὶ τόσον μεγάλη, ὥστε
1570δὲν ἐπαρκεῖ ὁ πρόξενος καὶ ὁ αʹ ἢ ὁ βʹ γραμματεὺς νὰ ἐκ-
1571πληρώσῃ αὐτήν, καὶ κατ’ ἀνάγκην ἐκτελοῦσιν οἱ γραφεῖς
1572τὴν ὑπηρεσίαν, ἀναπληροῦντες ἐνίοτε τὸν γραμματέα κατὰ
1573τὸ ἄρθρον 28 τοῦ νόμου. Καὶ ταῦτα ὁ συντάκτης τοῦ νομο-
1574σχεδίου ἔπαθε, διότι ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ, λεπτολογῶν, ἐπι-
1575θεωρήσεις προσώπων, καὶ οὐχὶ Προξενείων, ὡς ὁ νόμος τοῦ
15761900 κελεύει.
1577Ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον λησμονεῖ τοὺς διερμηνεῖς δευτέ-
1578ρας τάξεως, τοὺς ὁποίους ἀφίνει ἀνεπιθεωρήτους, ἢ μᾶλλον
1579ἀνεπιδέκτους ἐπιθεωρήσεως, διότι δὲν ὑπάρχει τίς ὁ ἐπι-
1580θεωρήσων αὐτούς· διότι, ὡς προεῖπον, ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 γίνεται
1581λόγος περὶ διερμηνέων βʹ τάξεως καὶ περὶ γραμματέων βʹ
1582τάξεως, ἀλλὰ μόνον τῶν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐν Κωνσταν-
1583τινουπόλει Πρεσβείαν· ἀλλὰ περὶ τῶν ἐν Σμύρνῃ, τῶν ἐν
1584Θεσσαλονίκῃ, τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ Καΐρῳ οὐδεὶς γίνε-
1585ται λόγος.
1586Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, τηροῦν τὴν ἱεραρχικὴν
1587σειρὰν ἐν τῇ ἐπιθεωρήσει, ἀπαγορεύει τὴν ἐπιθεώρησιν ὑφι-
1588σταμένου ὑπὸ προϊσταμένου ἐν τῇ αὐτῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἀλλ’ ἐνῷ
1589θέτει τὴν ἀρχὴν ταύτην, ὀρθὴν ἄλλως, ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 λη-
1590σμονεῖ αὐτὴν τὴν ἀρχήν, καὶ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν εἰς τὸ
1591Προξενικὸν Γραφεῖον τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας
1592ὑπαλλήλων ἀναθέτει εἰς τὸν προϊστάμενον. Τοῦτο σημαίνει,
1593ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν καθωδηγεῖτο ἐξ ἀρ-
1594χῶν γενικῶν, καὶ περιέπεσεν εἰς τὰ ἀτοπήματα ταῦτα ἐκ
1595τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ προΐδῃ πάσας τὰς περιστάσεις καὶ νὰ
1596κανονίσῃ πάσας τὰς λεπτομερείας τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἐνῷ,
1597ὡς προέλεγον, ἤρκει ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 113 νὰ
1598πληρώσῃ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιθεώρησις τῶν Προ-
1599ξενείων προτίθεται.
1600Τὰ ἄρθρα τὰ ἑπόμενα κανονίζουσι προσόντα προβιβα-
1601σμοῦ. Τὰ προσόντα ταῦτα ἐπανειλημμένως μετεβλήθησαν,
1602καὶ ἑκάστοτε κατὰ τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι ἢ τὰς ἐπι-
1603θυμίας τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν τὰ προσόντα τῶν προ-
1604ξενικῶν ὑπαλλήλων ἐπιτείνονται ἢ χαλαροῦνται. Δὲν γνω-
1605ρίζω, ἂν ὁ τρόπος οὗτος τοῦ νομοθετεῖν εἶναι λυσιτελὴς εἰς
1606τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ βεβαίως ἐνδεικνύει, ὅτι
1607εἴμεθα ἀναποφάσιστοι, καὶ ὅτι ἑκάστοτε καταργοῦμεν τὰ
1608πρὸ ἡμῶν, τὰ δὲ ἡμέτερα καταργοῦσιν οἱ μεταγενέστεροι,
1609ἵνα ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ προηγούμενα πάλιν. Νομίζω, ὅτι
1610αὐτὸ τὸ ἀλλοφρόνημα καὶ τὸ διαρκῶς μεταβάλλειν τὰ προ-
1611σόντα τῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἂν δὲ πρὸς τὸν σκο-
1612πὸν τοῦτον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
1613φρονῶ ὅτι δὲν ἦτο ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Κυβερνήσεως
1614καὶ τῆς Βουλῆς.
1615Τώρα εἰς τὰ ἑπόμενα ἄρθρα ἐπιπίπτει ἡ μάχαιρα τοῦ
1616χειρουργοῦ, ἡ ὁποία περικόπτει τὰς ἀποδοχὰς τῶν προξέ-
1617νων· ἀλλ’ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, ἀπασχολούμενος
1618ἴσως ἐκ τῆς γνώσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε, τῶν πρὸ τοῦ νόμου,
1619τὸν ὁποῖον ζητεῖ νὰ καταργήσῃ, διετύπωσε τὰ τοῦ μισθο-
1620λογίου κατὰ τρόπον μὴ συμφωνοῦντα πρὸς τὰς βάσας, τὰς
1621ὁποίας ὁ νόμος τοῦ 1900 εἰσήγαγε κατὰ πρῶτον ἐν τῷ
1622προξενικῷ ὀργανισμῷ. Μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τούτου,
1623καθ’ ἣν βάσιν εἶχε θέσει ὁ νόμος τοῦ 1877, ὁ βαθμὸς ἦτο
1624προσπαγὴς, προσπεφυκὼς εἰς τὴν κατὰ τόπον θέσιν γενικοῦ
1625προξένου, προξένου καὶ βʹ τάξεως καὶ ὑποπροξένου. Ὁ
1626νόμος τοῦ 1900 ἐνεωτέρισε, μιμούμενος τὰ παράδειγμα
1627τῶν προξενικῶν νόμων ξένων Κρατῶν, Γαλλίας, Ἀγγλίας,
1628Βελγίου καὶ Ἰταλίας· ἐδημιούργησε γενικοὺς προξένους καὶ
1629προξένους αʹ καὶ βʹ τάξεως, ἀδιακρίτως τοῦ τόπου, ὅπου
1630διορίζονται· ἐπειδὴ δὲ ὁ γενικὸς πρόξενος ἰσοφαρίζει πρὸς
1631γενικὸν γραμματέα, ὁ πρόξενος αʹ τάξεως πρὸς τμηματάρ-
1632χην αʹ τάξεως, ὁ πρόξενος βʹ τάξεως πρὸς τμηματάρχην βʹ τά-
1633ξεως, ὁ μισθὸς ὁρίζεται ἀναλόγως τῶν βαθμῶν τούτων τῶν
1634ὑπαλλήλων τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ συγχρόνως ὥρι-
1635σεν ὁ νόμος, ἀναλόγως τοῦ τόπου, ὅπου ὑπηρετεῖ ὁ πρόξε-
1636νος, καὶ ἔξοδα παραστάσεως· καὶ ὀρθῶς, διότι ἀναλόγως
1637τῆς θέσεως τοῦ προξένου τὰ ἔξοδα δύνανται νὰ ἦναι περισ-
1638σότερα, ἢ ὀλιγώτερα. Εἶχε δὲ ὑπ’ ὄψιν ὁ νόμος, ὅτι ὑπάρ-
1639χουσι τάξεις Προξενείων, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
1640νης ἦσαν ἀπρόσιτα, λόγῳ τῆς γλισχρότητος τοῦ μισθοῦ, τὰ
1641Προξενεῖα δὲ ταῦτα ἔκειντο ἐν περιφερείᾳ, ὅπου ἡ πρόνοια
1642τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἔδει νὰ ἐπιστηθῇ συντονώτερον.
1643Τοιαύτη εἶναι ἡ περιφέρεια τῆς Ἀλβανίας, τοιαύτη ἡ τῆς
1644Μακεδονίας. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου κατωρθώθη, ὅπως τὰ
1645Προξενεῖα ἐν Ἀλβανίᾳ, τὰ τέως διαρκῶς κενὰ καὶ ἀναπλη-
1646ρούμενα ὑπὸ ἐγχωρίων ἀναπληρωτῶν,—ἐνίοτε καὶ ἐπιτηδευ-
1647ματιῶν, διὰ τὴν ἔλλειψιν καταλληλοτέρων προσώπων· οὕτω
1648π. χ. ἐν Προξενείῳ τινὶ ὁ ἀναπληρωτὴς τοῦ προξένου ἦτο
1649χρυσοχόος, καὶ ἐνῷ εἰργάζετο εἰς τὸ χρυσοχοεῖόν του μὲ τὴν
1650λίμαν, παρεῖχε καὶ τὴν προστασίαν του εἰς τοὺς ἐκεῖ Ἕλ-
1651ληνας ὑπηκόους,—κατωρθώθη, λέγω, ὥστε τὰ Προξενεῖα τὰ
1652ἐν Ἀλβανίᾳ νὰ ἔχωσι διαρκῶς προξένους, καθὼς καὶ τὰ ἐν
1653Μακεδονίᾳ, ὅπου δυσκόλως μετέβαινον οἱ πρόξενοι ἕνεκα
1654τῆς γλισχρότητος τῶν ἀποδοχῶν, κατωρθώθη νὰ ἦναι πάν-
1655τες εἰς τὴν θέσιν των, διότι τώρα ἔχουσιν ἀνάλογον μισθὸν
1656καὶ ἔξοδα παραστάσεως.
1657Τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἤρεσεν εἰς τὸν συντάκτην τοῦ νο-
1658μοσχεδίου, καὶ εἴτε ἀπησχολημένος ἐκ τοῦ προηγουμένου
1659μισθολογίου, εἴτε διότι δὲν διεῖδε τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς ἑδρά-
1660ζεται ὁ προξενικὸς νόμος τοῦ 1900, κατήργησε τὰ ἔξοδα
1661παραστάσεως, καὶ ὥρισε πάλιν μισθοὺς κατὰ θέσιν, δηλαδὴ
1662κατὰ τόπους. Ἡ μεταβολὴ αὕτη τοῦ συστήματος φέρει εἰς
1663ἄτοπον, ὅπερ ὑποθέτω, ὅτι συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν
1664κατενόησε, διότι ἠθέλησε νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἀποζημιώ-
1665σεως τῶν ἀναπληρωτῶν, ὁσάκις εἴτε οἱ προϊστάμενοι δια-
1666τελῶσιν ἐν ἀδείᾳ, εἴτε ἡ θέσις ἦναι κενή, καθ’ ὃν τρόπον
1667καὶ ὁ νόμος τοῦ 1900, ἤτοι δίδεται εἰς τοὺς ἀναπληρωτὰς
1668τὸ τρίτον τῶν ἀποδοχῶν, ἂν ὁ προϊστάμενος ἦναι ἐν ἀδείᾳ,
1669τὸ ἥμισυ δὲ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ προϊστάμενος ἐν τῷ Προξενείῳ.
1670Καὶ τοιαύτη ἦτο ἡ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, τοῦ ὁποίου ζη-
1671τεῖται ἡ κατάργησις· ἀλλ’ ὡς ἐκ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν
1672ἐξόδων παραστάσεως ἦτο γνωστὸν ὁποῖον θὰ ἦτο τὸ τρίτον
1673τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ἀναπληρωτοῦ. Σήμερον τὸ νομοσχέ-
1674διον τί κάμνει; Ἵνα ἐξευρεθῇ τὸ τρίτον τοῦτο, προαφαιρεῖ ἐκ τοῦ
1675μισθοῦ τοῦ προξένου τὸν μισθὸν τοῦ βαθμοῦ· τὸ ὑπόλοιπον τὸ
1676διαιρεῖ εἴτε εἰς τρία, εἴτε εἰς δύο, καὶ ἀποδίδει τὸ ⅓ ἢ τὸ
1677½ εἰς τὸν ἀναπληρωτήν. Ἂν λάβητε τὸν κόπον νὰ κά-
1678μητε πρόχειρον ὑπολογισμόν, θὰ εὕρητε ὅτι ὁ ἀναπληρωτὴς
1679θὰ ἔχῃ ἔν τισι περιπτώσεσι 50 ἢ 80 δραχμάς· καὶ ἐπειδὴ τὸ
1680νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι δύναται καὶ ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουρ-
1681γείου τῶν Ἐξωτερικῶν ν’ ἀποσταλῇ πρὸς πλήρωσιν κενῆς
1682θέσεως προξένου, θὰ μεταβῇ αὐτὸς, ὁ ἔχων τὸν γλίσχρον
1683αὐτὸν μισθόν· τοῦτο δὲ θὰ καταστήσῃ δύσκολον τὴν ἀναπλή-
1684ρωσιν, διότι ὁ ὑπάλληλος, τὸν ὁποῖον θὰ καλέσῃ ὁ Ὑπουρ-
1685γὸς, ἵνα ἀποστείλῃ πρὸς πλήρωσιν κενῆς θέσεως προξένου,
1686θὰ εἴπῃ: «πῶς θέλετε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ὑπάγω μὲ ἑκα-
1687τὸν δραχμῶν ἀποζημίωσιν;» Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ ἀνα-
1688πλήρωσις εἰς τὰ ἐν Τουρκίᾳ Προξενεῖα, δυνάμει τῆς προ-
1689ξενικῆς συμβάσεως, τουτέστι τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως,
1690δὲν δύναται νὰ γείνῃ δι’ ἰδιωτῶν, ἀλλὰ δι’ ὑπαλλήλων
1691de carrière, τουτέστιν ἀνηκόντων εἴτε εἰς τὴν ἔμμισθον
1692προξενικὴν ὑπηρεσίαν, εἴτε εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν.
1693Ἐν τῇ δυσχερείᾳ ταύτῃ θέλει εὑρεθῆ ἡ Κυβέρνησις πολλά-
1694κις, ἀφίνουσα σπουδαῖα Προξενεῖα, ἕνεκα τῶν παρουσιασθη-
1695σομένων δυσκολιῶν, ἄνευ προϊσταμένου, ἴσως ἀναπληρού-
1696μενα ὑπὸ τοῦ καβάση, ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ καβάσης, ἢ ὑπὸ
1697τοῦ διερμηνέως, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτος, οἵτινες εἶναι κατὰ
1698τὸ πλεῖστον ἀλλοδαποί.
1699Τὸ νομοσχέδιον, προβαῖνον ἐκ τοῦ σκοποῦ τῶν δῆθεν
1700οἰκονομιῶν, μεταχειρίζεται τὴν ψαλίδα, ἀλλ’ ἀρκεῖται φι-
1701λευσπλάγχνως νὰ περικόψῃ ἐλάχιστα ψυχία ἐκ τοῦ ἄρτου,
1702τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος προσφέρει εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας αὐτὸ
1703ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· καὶ βλέπομεν περικοπτομένας 10 δραχμὰς
1704ἀπὸ ἐδῶ, 50 δραχμὰς ἀπὸ ἐκεῖ, 50 ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος,
170520 ἀπὸ τὸ ἄλλο, 70 δραχμὰς ἀπὸ τὸν δυστυχῆ γραμματέα
1706τοῦ ἐν Ἐλασσῶνι Προξενείου, 50 δραχμὰς ἀπὸ τὸν γραμ-
1707ματέα τοῦ ἐν Σμύρνῃ Προξενείου, 50 δραχμὰς ἀπὸ τὸν αʹ
1708διερμηνέα τοῦ ἐν Σμύρνῃ, σπουδαιότατον διερμηνέα, ἐν διαρ-
1709κεῖ κινήσει εὑρισκόμενον, 80 δραχμὰς ἀπὸ τὸν ταμίαν κλπ.
1710Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὁ πρώην
1711Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρ-
1712τυρίαν του, ὁποίας προσπαθείας κατέβαλεν, ἵνα πείσῃ τα-
1713μίαν ἐκ τῶν τοῦ Κράτους νὰ δεχθῇ νὰ μεταβῇ εἰς Σμύρ-
1714νην, προβάλλοντα τὴν γλισχρότητα τοῦ μισθοῦ, καὶ διότι,
1715Κύριοι, δὲν ἔχει ποσοστὰ, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ταμίαι ἐν τῷ
1716ἐσωτερικῷ. Καὶ ὁ μισθὸς τοῦ ταμίου ἐκείνου περικόπτε-
1717ται καὶ περιορίζεται εἰς 320 δραχμὰς, καταβιβαζόμενος
1718εἰς 200 φράγκα χρυσᾶ. Καὶ εἰς τὸν ταμίαν αὐτὸν ἀνατίθε-
1719ται διαχείρισις χιλιάδων φράγκων, καὶ ἐὰν δὲν ἐπαρκῇ
1720διὰ τοῦ μισθοῦ εἰς τὰς ἀνάγκας του, τῷ λέγετε· «μὴ μοῦ
1721ἅπτου τοῦ θησαυροῦ! πρέπει νὰ ἦσαι τίμιος, ἀλλ’ ἂν πει-
1722νᾷς, δὲν πειράζει, χάριν τῆς πατρίδος.»
1723Ἄλλος ἀκρωτηριασμὸς· περικόπτονται ἀπὸ τὸν μισθὸν
1724τοῦ ἐν Καΐρῳ διερμηνέως 100 δραχμαὶ κατὰ μῆνα. Μὴ
1725λησμονεῖτε δὲ, ὅτι τὸ ἐν Καΐρῳ ἡμέτερον Γενικὸν Προξε-
1726νεῖον καὶ Πολιτικὸν Πρακτορεῖον ἰσοφαρίζει πρὸς τὰς Πρε-
1727σβείας τῶν ξένων Κρατῶν, διότι ἀπὸ ἐτῶν τὰ Κράτη τὰ
1728Εὐρωπαϊκὰ ἀνύψωσαν τὴν θέσιν τῶν ἐν Καΐρῳ γενικῶν
1729προξένων εἰς θέσιν τουλάχιστον προέδρου Ὑπουργοῦ, διότι
1730ταῦτα εὑρίσκονται εἰς ἀδιάκοπον ἐπαφὴν οὐ μόνον πρὸς
1731τὴν ἐγχώριον Διοίκησιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν πρέσβυν τῆς
1732Ἀγγλίας· ἡμεῖς δὲ, οἱ ἔχοντες τοσαῦτα συμφέροντα μὲ τὴν
1733Αἴγυπτον, οἱ διαρκῶς πραγματευόμενοι σπουδαιότατα ζη-
1734τήματα ἐθνικότητος, ἐφαρμογῆς τῆς μετὰ τῆς Αἰγύπτου
1735συμβάσεως, περικόπτομεν τὸν μισθὸν τοῦ διερμηνέως, ἀλλὰ
1736περικόπτομεν καὶ τὸν μισθὸν τοῦ γενικοῦ προξένου καὶ πο-
1737λιτικοῦ πράκτορος. Ἀφαιρεῖτε δὲ ἀπὸ τὸν ἐν Καΐρῳ πρό-
1738ξενον καὶ ἕνα γραφέα, ὅπως ἀφαιρεῖτε καὶ ἀπὸ τὸ ἐν Σμύρ-
1739νῃ Προξενεῖον καὶ ἀπὸ τὸ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ. Καὶ διὰ τοῦ
1740τρόπου τούτου θέλουσι νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὸν πρόξενον νὰ
1741προσλάβῃ ἔξωθεν γραφεῖς, γραφεῖς ἀμίσθους, γραφεῖς μὴ
1742δεσμευομένους ἐκ τοῦ ὅρκου, τὸν ὁποῖον ὡς ὑπάλληλοι δημό-
1743σιοι ὀφείλουσι νὰ δώσωσι, καὶ ἑπομένως εὐπροσίτους εἰς
1744πάντα πειρασμόν.
1745Ἀλλὰ καὶ τῶν γραφικῶν ἐξόδων δὲν φείδεται τὸ νομο-
1746σχέδιον, διότι ἀφαιρεῖ 200 δραχμὰς ἀπὸ τὰ γραφικὰ ἔξο-
1747δα τοῦ ἐν Καΐρῳ Προξενείου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἄπειρον ἐργα-
1748σίαν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀλληλογραφίαν οὐ μόνον μὲ τὰς ἐγχω-
1749ρίους ἀρχὰς, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλα τὰ Προξενεῖα τῆς περιφερείας
1750του. Ἀφαιρεῖ ὡσαύτως 100 δραχμὰς γραφικὰ ἔξοδα ἀπὸ
1751τὸν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ γενικὸν πρόξενον. Προβαῖνον δὲ περαι-
1752τέρω εἰς τὴν ἀφαίμαξιν τῶν Γενικῶν Προξενείων, ἐλατ-
1753τώνει κατὰ 50 δραχμὰς τὸν μισθὸν τοῦ διερμηνέως τοῦ
1754Πολιτικοῦ Πρακτορείου ἐν Σόφιᾳ. Τὸ Διπλωματικὸν Γρα-
1755φεῖον τὸ ἐν Σόφιᾳ κεῖται, ὡς γνωρίζετε, ἐν Βουλγαρίᾳ, καὶ
1756τὸν διερμηνέα ἐκεῖ ζητεῖ τὸ νομοσχέδιον νὰ τὸν μισθοδοτῇ
1757μὲ 300 δραχμὰς κατὰ μῆνα, δηλαδὴ μὲ 180 φράγκα
1758χρυσᾶ. Ἀπὸ δὲ τοῦ δυστυχοῦς κλητῆρος περικόπτει 10
1759δραχμάς. Πῶς θὰ ζήσῃ αὐτὸς ὁ κλητήρ; Βεβαίως ἐλέῳ
1760μπαξισίων. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι οἱ γιασαξῆδες αὐτοὶ
1761καὶ κλητῆρες κατὰ τὴν Ἀνατολὴν ἔχουσιν ἀνάγκην ἑκά-
1762στοτε νὰ ἀνανεώνωσι τὴν στολὴν αὐτῶν, καὶ αἱ στολαὶ
1763αὐτῶν δὲν εἶναι εὔωνοι, διότι δὲν δύνανται νὰ μεταβῶσιν
1764εἰς τὸ πρῶτον ἐργαστήριον ἑτοίμων ἐνδυμάτων, ἵνα ἀγορά-
1765σωσιν ἐνδύματα.
1766Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐν Μασσαλίᾳ Γενικὸν Προξενεῖον δὲν μένει
1767ἀψαλίδευτον καὶ ἐκεῖ τοῦ γραμματέως περικόπτονται 100
1768δραχμαί. Καὶ ἐνταῦθα, Κύριοι, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ φίλος μου
1769κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ὑπενθυμίσω εἰς αὐτὸν
1770μίαν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν, ἐπανερχόμενος ἐκ Μασσαλίας,
1771ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἦλθε καὶ μοὶ ἔκαμε
1772νὰ εὐσπλαγχνισθῶ δηλαδὴ τὸν γραμματέα τοῦ ἐν Μασσαλίᾳ
1773Γενικοῦ Προξενείου, διότι ὁ μισθὸς αὐτοῦ ἦτο τοσοῦτον γλίσ-
1774χρος, ὥστε δὲν ἠδύνατο εὐπροσώπως νὰ παρίσταται ὡς γραμ-
1775ματεὺς τοῦ Προξενείου τῆς Ἑλλάδος ἐνώπιον τῶν ἐκεῖ ὁ-
1776μοεθνῶν· καὶ ἀληθῶς τότε, εἰς τὰς παραστάσεις τὰς ὀρθὰς
1777καὶ δικαίας τοῦ φίλου μου κ. Σκουζὲ πειθόμενος, προέτεινα
1778ὡς Ὑπουργὸς νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τὸ ὁποῖον
1779ηὐξάνετο ὁ μισθὸς τοῦ γραμματέως τοῦ ἐν Μασσαλίᾳ Προ-
1780ξενείου, σήμερον δὲ περικόπτεται ὁ μισθὸς ἐκεῖνος εἰς 400
1781μόνον δραχμάς, ἐνῷ ὁ νόμος τοῦ 1900 εἶχεν αὐξήσει τὴν
1782μισθοδοσίαν του εἰς 500 δραχμάς. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, οἱ
1783πλεῖστοι μετέβητε εἰς Εὐρώπην, καὶ διήλθετε ἐκ Μασσαλίας,
1784σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ εἴπητε, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ γραμ-
1785ματεὺς τοῦ Προξενείου ἐκείνου, μὲ 400 χαρτίνας δραχμάς,
1786ἤτοι μὲ 250 φράγκα, νὰ ἐπαρκέσῃ. Εὐτυχῶς ἀπὸ ἐτῶν ἡ
1787θέσις ἐκείνη κατέχεται παρὰ τοῦ κ. Κοντοσταύλου, ὁ ὁποῖος
1788δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ μισθοῦ. Ἀλλ’ ὅταν αὔριον ἀποστείλητε
1789ἐκεῖ ἕνα τῶν ἀκολούθων, θὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἐπιχορηγήσεως ἐκ
1790τῆς οἰκογενείας του, ἐὰν ἡ οἰκογένειά του εὑρίσκεται εἰς
1791θέσιν νὰ τῷ παρέχῃ ἐπιχορήγησιν, ἄλλως θ’ ἀναγκάζηται
1792κρυπτόμενος νὰ φεύγῃ, καὶ νὰ ἐκλέγῃ κατοικίαν εἰς τὰς
1793ἀποκέντρους συνοικίας τῆς πόλεως.
1794Περικόπτεται ὁ μισθὸς τοῦ διερμηνέως τοῦ ἐν Ἱεροσο-
1795λύμοις Προξενείου, ἐνῷ τὸ ἐν Ἱεροσολύμοις Προξενεῖον προ-
1796ήχθη εἰς Γενικὸν, διότι ὁ πρόξενος διαρκῶς ἔρχεται εἰς ἐπι-
1797κοινωνίαν ἐπίσημον πρὸς τὸν Πατριάρχην, κατὰ δὲ τὰ κρα-
1798τοῦντα ἐκεῖ ἔθιμα, ὅπως καὶ κατὰ τὴν λοιπὴν Ἀνατολὴν, ὁ
1799πρόξενος συμπαρίσταται μετὰ τοῦ διερμηνέως, ὡς ἀναγκαίου
1800βοηθοῦ αὐτοῦ.
1801§82ΑΘ. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι
1802οἱ μισθοὶ τῶν διερμηνέων διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 δὲν εἶχον
1803παντάπασιν αὐξηθῆ· νῦν δὲ περικόπτονται μισθοί, οἱ ὁποῖοι
1804ἦσαν πρὸ τοῦ 1900.
1805§83ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τόσῳ τὸ χειρότερον... Ἐλαττοῦ-
1806ται δὲ κατὰ 10 δραχ. ὁ μισθὸς τοῦ καβάση τοῦ ἐν Ἱεροσο-
1807λύμοις Γενικοῦ Προξενείου, τουτέστιν ἀπὸ 80 δραχμὰς περι-
1808ορίζεται εἰς 70. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Γενικὸν Προξενεῖον Ἱερο-
1809σολύμων δὲν ἔχει παρὰ μόνον ἕνα καβάσην, ἐννοεῖτε ὅτι αὐ-
1810τὸς ἔχει ὅλην τὴν κατωτέραν ὑπηρεσίαν τοῦ Γενικοῦ Προ-
1811ξενείου, δὲν δύναται δὲ νὰ ἐπιδίδηται καὶ εἰς ἄλλα ἔργα,
1812ὥστε νὰ πορισθῇ τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἐπαρκῶς.
1813Ἀλλ’ ὡς μὴ ὤφειλε, κύριοι Βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον
1814θέτει χεῖρα ἱερόσυλον καὶ ἐπὶ τοῦ ἐν Μοναστηρίῳ Προξε-
1815νείου. Δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω ἐπὶ τῆς σημασίας τοῦ ἐν
1816Βιτωλίοις Προξενείου, τὸ ὁποῖον, κυρίως εἰπεῖν, ἔπρεπε νὰ
1817ἰσοφαρίζῃ πρὸς Γενικὸν Προξενεῖον. Χάρις δὲ εἰς τὸν μέχρι
1818τοῦδε ὑπηρετοῦντα ἐκεῖ ἡμέτερον πρόξενον, τὸ γόητρον τοῦ
1819Προξενείου ἐκείνου ἀνυψώθη, καὶ ὤφειλε μάλιστα ἡ Κυβέρ-
1820νησις νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὸν ἄφθονα τὰ μέσα, ὥστε εὐπροσώ-
1821πως νὰ παριστᾷ καὶ ἀντιπροσωπεύῃ ἐκεῖ τὴν ἐθνικὴν κυρι-
1822αρχίαν, δι’ οὓς λόγους πάντες εὐκόλως ἐννοεῖτε.
1823Καὶ ὅταν ἐρχώμεθα, Κύριοι, εἰς τὸ ἐν Θεσσαλονίκῃ Προ-
1824ξενεῖον, ὀρθῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προχθές, ἀγορεύ-
1825οντος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, εἶπεν ὅτι τὸ ἐν Θεσ-
1826σαλονίκῃ Γενικὸν Προξενεῖον ὤφειλε ν’ ἀναχθῇ εἰς βαθμὸν
1827Πρεσβείας, διότι ἀκριβῶς τοιαύτην σημασίαν καὶ ἀποστολὴν
1828ἔχει. Εἰς τὸ Προξενεῖον ἐκεῖνο ὀφείλομεν νὰ παράσχωμεν
1829ὅλα τὰ μέσα, διὰ πάσης θυσίας τοῦ δημοσίου ταμείου, το-
1830σοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἔχομεν περισσεύματα ἐκ τῶν εἰσ-
1831πράξεων τῶν προξενικῶν ἄφθονα· ὀφείλομεν, λέγω, νὰ παρά-
1832σχωμεν τὰ μέσα εἰς τὸν πρόξενον Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος
1833εἶναι ἄξιος παντὸς ἐπαίνου διὰ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας
1834ἄχρι τοῦδε διεξήγαγε, καὶ διὰ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα αἱ
1835ὑπηρεσίαι αὐτοῦ ἐπέφεραν. Καὶ δὲν σεβόμεθα τὴν ἀποστο-
1836λήν, τὴν ὁποίαν ἐκπληροῖ τὸ Προξενεῖον ἐκεῖνο, καὶ ζητοῦ-
1837μεν νὰ πορισθῶμεν ἐκ τοῦ ταμείου τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ Προ-
1838ξενείου ὠφελήματα, διὰ νὰ συγκαλύψωμεν τί; Νὰ συγκα-
1839λύψωμεν τὰ οἰκονομικά μας ῥάκη, ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1840Κυβερνήσεως παρέστησεν ἐνώπιον ἡμῶν· διότι τοιαύτην παρέ-
1841στησεν εἰκόνα τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ὥστε νὰ ἔχωμεν καὶ
1842τὴν ἀπειλὴν τῆς πτωχεύσεως τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι,
1843ἤμεθα εἰς οἰκονομικὴν κατάστασιν τοσοῦτον οἰκτρὰν καὶ δὲν
1844δυνάμεθα νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὰς θυσίας ταύτας, διὰ νὰ
1845συντηρήσωμεν ἐπαρκῶς καὶ ὡς πρέπει τοὺς ἀντιπροσώπους
1846ἡμῶν εἰς τὴν Ἀνατολήν, καὶ ἰδίως τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν
1847χωρῶν ἐκείνων, ὧν πρὸ μικροῦ ἐμνήσθην, ἂς κηρύξωμεν, ὅτι
1848δὲν ἐπαρκοῦμεν καὶ δὲν δυνάμεθα· ἂς παραιτηθῶμεν τῶν πό-
1849θων καὶ ὀνείρων, καὶ ἂς εἴπωμεν: «ἡ τύχη ἢ αἱ ἁμαρτίαι
1850μας οὕτω μᾶς κατεδίκασαν»· ἀλλ’ ἂς μὴ ζητῶμεν ὑπὲρ τῶν
1851ἐσωτερικῶν μας ἀναγκῶν καὶ τὸν ὀβολὸν, τὸν ὁποῖον συνεισφέ-
1852ρουσιν οἱ ἐν τῇ Ἀνατολῇ Ἕλληνες, προθύμως ὑποβαλλόμενοι
1853εἰς τὸν ἔρανον, τὸν ὁποῖον συνεισφέρουσιν ὑπὲρ τῆς πατρίδος.
1854Διότι, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνων ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἀξιό-
1855τιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερ-
1856κύρας Βουλευτὴς ἐπανέλαβε, λέγω, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν προ-
1857ξένων ηὔξησαν ὑπὸ τὸν ὅρον, ὃν ἀπεδέχθησαν οἱ ὁμογενεῖς,
1858ὅτι θὰ αὐξηθῶσι μὲν τὰ τέλη τὰ προξενικά, θὰ αὐξηθῶσιν
1859ὅμως καὶ οἱ μισθοὶ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, ἵνα ζῶσιν
1860εὐπροσώπως. Καὶ σήμερον ἐρχόμεθα καὶ τοῖς λέγομεν:
1861«Δότε μας τὸ χρῆμα, ἀλλ’ ἡμεῖς θὰ περικόψωμεν τοὺς μι-
1862σθούς, διότι δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν, δὲν ἐπαρκοῦμεν νὰ
1863τοὺς πληρόνωμεν». Καὶ θ’ ἀπαντήσωσιν αὐτοί: «Καταργή-
1864σατε καλλίτερον τὰ Προξενεῖα, ἀντὶ νὰ ἀποστέλλητε προ-
1865ξενικοὺς ὑπαλλήλους καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάζητε νὰ ζῶσι βίον
1866ἀβίωτον.»
1867Εἶπον πρὸ μικροῦ, κύριοι Βουλευταί, περὶ Ἀλβανίας.
1868Ἀλλὰ καὶ τῶν μισθῶν ἐκείνων δὲν φείδεται τὸ νομοσχέδιον.
1869Ποῖα δὲ θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα; τ’ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι,
1870ὅτι οἱ ἐν Ἀλβανίᾳ ὑπηρετοῦντες πρόξενοι, μὴ δυνάμενοι νὰ
1871ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας οὐ μόνον ἡ θέσις
1872των, ἀλλὰ καὶ ὁ τόπος καὶ αἱ συνθῆκαι τοῦ βίου ἐν Ἀλβα-
1873νίᾳ ἀπαιτοῦσι, θ’ ἀποφεύγωσι τὴν ὑπηρεσίαν· διότι μὴ λη-
1874σμονεῖτε, ὅτι κατοικοῦντες εἰς μέρη ἀπόκεντρα, εἰς μέρη
1875ἄγρια αὐτὸ τοῦτο, ἔχουσιν ἀνάγκην θερμάνσεως, ἔχουσιν
1876ἀνάγκην ἵππου, διὰ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ διάφορα μέρη,
1877ὅπου ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὑπηρεσίας τοὺς προσκαλεῖ. Τί δὲ θὰ
1878συμβῇ; Ὅτι δὲν θὰ εὑρίσκωμεν προξένους διὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα,
1879καὶ θ’ ἀναγκάζηται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ
1880λέγῃ ὅ,τι πρό τινων ἡμερῶν ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς
1881Δικαιοσύνης, ὅτι οἱ πρόξενοι δὲν θέλουσι νὰ μεταβῶσι. Καὶ
1882τοῦτο δὲν εἶναι νέον, διότι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν πολλάκις
1883παρουσιάσθη· πρόξενοι διορισθέντες ἐν Ἀλβανίᾳ δὲν μετέ-
1884βαινον, καίτοι δι’ ὅλων τῶν μέσων καὶ τῶν τρόπων παρεκα-
1885λοῦμεν αὐτοὺς, ἵνα μεταβῶσιν ἐκεῖ. Τοῦτο συνέβη καὶ εἰς ἐμὲ,
1886ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὑπῆρξαν πρό-
1887ξενοι, οἵτινες κατ’ οὐδένα τρόπον ἤθελον νὰ μεταβῶσι.
1888Περὶ τῶν ἐνοικίων, κύριοι Βουλευταί, τῶν προξενικῶν
1889καταστημάτων ἐπαρκῶς ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κρα-
1890ναίας Βουλευτής. Ἀλλ’ ἐξετάζων τὸ νομοσχέδιον δὲν δύνα-
1891μαι νὰ παρέλθω καὶ ἐγὼ ἐν σιγῇ τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ
1892νομοσχεδίου τούτου. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς
1893σᾶς ἀνέγνωσε τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ παλαιοῦ, τὴν ὁποίαν
1894ἐπαναφέρει τὸ νομοσχέδιον. Ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ νόμου
1895τοῦ 1877 ἔδωκεν ἀφορμὴν, ὥστε δι’ ἐγκυκλίου νὰ ὑποχρεω-
1896θῶσιν οἱ πρόξενοι νὰ καταβάλλωσι τὸ ¼ τοῦ ἐνοικίου, διότι
1897ὁ νόμος τοῦ 1877 ἐποιεῖτο λόγον περὶ γραφείων τῶν Προ-
1898ξενείων· τουτέστιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου
1899τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεγράφετο κατ’ ἔτος ποσὸν συλλήβδην,
1900ἐκ τοῦ ὁποίου κατεβάλλοντο τὰ ἐνοίκια τῶν προξενικῶν γρα-
1901φείων κατὰ συμβόλαια, τὰ ὁποῖα ἤθελον οἱ πρόξενοι ὑποβάλ-
1902λει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς λεπτολό-
1903γους, ἀλλὰ καὶ σοφιστευομένους ὑπαλλήλους νὰ συναγάγω-
1904σιν, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ὑποχρεοῦται παρὰ νὰ πληρόνῃ
1905γραφεῖα προξενικὰ, ἑπομένως, ἐὰν ὁ πρόξενος ἐνοικίαζε με-
1906γαλείτερον κατάστημα, οἴκημα διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν
1907γραφείων, καὶ ἐχρησιμοποίει τοῦτο καὶ πρὸς ἰδίαν κατοικίαν,
1908ὤφειλε νὰ πληρώσῃ τὸ ¼. Καὶ τοιουτοτρόπως δι’ ἐγκυκλίου
1909ἐπεβλήθη εἰς τοὺς προξένους—ἂς μὴ τὴν εἴπω φορολογίαν—
1910αὐτὸς ὁ τζερεμὲς, ἀδίκως καὶ παραλόγως.
1911Ἀλλὰ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν
1912εἴχομεν ἀνάγκην πορισμοῦ εἰσπράξεων εἰς χρυσὸν, ἡ περι-
1913στολὴ αὕτη συνεπήγαγε τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιό-
1914τιμος ἐκ Κραναίας συνάδελφος σᾶς ἀνέπτυξεν, ὅτι τουτέστιν
1915οἱ πρόξενοι ἠναγκάζοντο νὰ συνομολογῶσι συμβόλαια μεγα-
1916λειτέρων ἐνοικίων διὰ γραφεῖα, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ ¼,
1917τὸ ὁποῖον κατέβαλλον, ἦτο περιειλημμένον ἐν τῷ συνομολο-
1918γηθέντι ἐνοικίῳ. Ὁ νόμος τοῦ 1900 ἠθέλησε νὰ ἄρῃ αὐτὸ τὸ
1919ἄτοπον, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου τὴν δαπάνην
1920τῶν ἐνοικίων τῶν προξενικῶν καταστημάτων. Καὶ ἀληθῶς,
1921Κύριοι, ἡ κατοικία τοῦ προξένου ἀποτελεῖ μέρος τῆς εὐπρε-
1922ποῦς παραστάσεως αὐτοῦ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἔχητε πρόξενον,
1923ὅστις ἀλλοῦ νὰ ἔχῃ τὸ γραφεῖόν του καὶ ἀλλοῦ τὴν κατοι-
1924κίαν, ἡ ὑπηρεσία ἡ προξενικὴ βεβαίως δὲν θὰ λειτουργῇ κα-
1925λῶς. Ποία δὲ εἶναι ὅλη αὐτὴ ἡ θυσία, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ὑπο-
1926βληθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον;
1927§84ΡΩΜΑΝΟΣ. 13,500 φράγκα.
1928§85ΣΤΕΦΑΝΟΥ. 13,500 φράγκα. Καὶ ἡ εὐπρόσωπος παρά-
1929στασις τῶν ἡμετέρων ἀντιπροσώπων ἐν τῇ Ἀνατολῇ θυσιά-
1930ζεται διὰ 13,500 φρ. χρυσᾶ, ἢ 20–25 χιλιάδας χαρτίνας
1931δραχμάς! Καὶ ἐὰν μὲν δὲν εἴχομεν περισσεύματα, θὰ ἐλέγο-
1932μεν: «ἔστω· δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν· δὲν δυνάμεθα
1933ν’ ἀναγράφωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κονδύλια δαπανῶν πέ-
1934ραν τῶν εἰσπράξεων, τὰς ὁποίας ἔχομεν». Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχο-
1935μεν περίσσευμα, διατὶ νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς ἡμετέρους
1936ἀντιπροσώπους αὐτὴν τὴν στέρησιν, ἡ ὁποία ἠθικῶς θέλει
1937ἀντανακλᾷ καὶ ἐπὶ τοῦ Κράτους;
1938Ἔλεγον κατὰ τὴν προηγουμένην ἀγόρευσίν μου, ὅτι κατὰ
1939τὸν προηγούμενον νόμον, τὸν πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1900, οἱ
1940ὑποπρόξενοι ἐμισθοδοτοῦντο διὰ 400 δραχμῶν, δὲν εἶχον δὲ
1941οὔτε κλητῆρα, οὔτε γραφέα· ἑπομένως καὶ τὴν κατωτέραν,
1942καὶ τὴν χειρωνακτικὴν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ Προξενείου ὑπη-
1943ρεσίαν ὤφειλον νὰ ἐκτελῶσιν αὐτοὶ, καὶ τὴν ἐξωτερικὴν ὑπη-
1944ρεσίαν ἐπίσης, πλὴν ἐὰν ἤθελον θυσιάζει ἐκ τοῦ γλισχροτά-
1945του μισθοῦ των, ἵνα προσλάβωσιν ἕνα ὑπηρέτην. Ὁ νόμος τοῦ
19461900 ηὔξησε τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑποπροξένων εἰς 500
1947δραχμὰς χαρτίνας, παρέσχε δὲ εἰς αὐτοὺς καὶ τὰς ὑπηρε-
1948σίας ἑνὸς καβάση. Τὸ νομοσχέδιον, βλέπον ἴσως ὅτι εἶναι
1949ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἔχῃ ὁ πρόξενος τοὐλάχιστον ἕνα καβά-
1950σην, μετέβαλε τὴν διάταξιν εἰς δυνητικὴν, ἐφ’ ὅσον δηλ. δι’
1951ἠτιολογημένης ἐκθέσεως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ πρόξενος ἤθελε
1952καταδείξει τὴν ἀνάγκην προσλήψεως καβάση. Σᾶς παρακαλῶ
1953ὅμως νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν θὰ ὑπάρξωσι πρόξενοι, οἱ ὁποῖοι νὰ
1954μὴ ὑποβάλωσιν ἐκθέσεις ἠτιολογημένας, διὰ νὰ προσλάβωσι
1955καβάσην. Ἀλλ’ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἀναπληροῦται ὑπὸ τῆς
1956λογικῆς καὶ τῶν πραγμάτων. Πῶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ Ὑπο-
1957προξενεῖον ἄνευ ἑνὸς κλητῆρος; Ἀλλὰ δὲν φθάνει μόνον μέ-
1958χρις αὐτοῦ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἀρκεῖται εἰς τοῦτο, ἀλλὰ
1959περικόπτει καὶ 5 δραχμὰς ἀπὸ τὰ γραφικά. Αἱ 30 νὰ γεί-
1960νωσιν 25. Δὲν μοὶ λέγετε, τί 25, τί 30; Ἀλλ’ ἡ περικοπὴ
1961τῶν 5 δραχμῶν δὲν σημαίνει οἰκονομίαν· σημαίνει μᾶλλον
1962φοβερὰν ἀστοργίαν.
1963Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ παρατηρεῖται ἓν κενὸν ὡς ἐκ τῆς ἀνα-
1964φορᾶς τοῦ ἄρθρου 18 εἰς τὸ ἄρθρον 14, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁμι-
1965λοῦμεν. Τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζει, ὅτι «ἡ διὰ
1966γραφικὰ ἔξοδα χορηγία δι’ ἕκαστον τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 78
1967τοῦ ΧΝϚʹ νόμου, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ
1968͵ΒΨΗʹ νόμου, ἀναγραφομένων Ὑποπροξενείων ὁρίζεται εἰς
1969δραχ. 25 κατὰ μῆνα». Καὶ ἔρχεται τὸ ἄρθρον 18, τὸ ὁποῖον
1970ὁρίζει ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ αὐτοῦ, ὅτι «οἱ ἀναπληροῦντες
1971ὑποπροξένους λαμβάνουσι τὸ τρίτον τοῦ κατὰ τὸ προηγηθὲν
197214 ἄρθρον μισθοῦ τοῦ ὑποπροξένου, τὸ ἥμισυ δὲ αὐτοῦ, ἂν
1973ἡ θέσις τοῦ ὑποπροξένου χηρεύῃ». Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 14, ὡς
1974ἠκούσατε, δὲν ὁμιλεῖ περὶ μισθῶν ὑποπροξένων· τὸ ἄρθρον
1975ὁμιλεῖ περὶ γραφικῶν ἐξόδων. Λοιπὸν ποῖος εἶναι ὁ μισθὸς
1976τοῦ ὑποπροξένου; Διότι οἱ μισθοὶ τῶν ὑποπροξένων, νομίζω,
1977μένουσιν ἄθικτοι. Δὲν εἶναι ὅμως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
1978τοὺς ὁρίζει, ὥστε νὰ γίνεται ἀναφορὰ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ νομο-
1979σχεδίου. Ἔπρεπε νὰ γίνεται ἀναφορὰ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ νό-
1980μου τοῦ κειμένου καὶ ἰσχύοντος· διότι ἄλλως ματαίως θ’ ἀνα-
1981ζητῇ τις εἰς τὸ ἄρθρον 14 τὸν μισθὸν τῶν ὑποπροξένων, ὁ
1982ὁποῖος δὲν ὑπάρχει.
1983Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νομοσχεδίου προνοεῖ καὶ περὶ τῶν ὁδοι-
1984πορικῶν ἐξόδων τῶν διοριζομένων καὶ μετατιθεμένων, καὶ
1985τροποποιεῖ καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ κειμένου νόμου. Ἀλλ’ ἐκεῖνο,
1986τὸ ὁποῖον παρέλειψεν, ἀπὸ σκοποῦ, ὑποθέτω, — καὶ ἴσως καὶ
1987διὰ τοῦτο ἐγένετο ἡ τροποποίησις, — εἶναι περὶ τῶν ἀπο-
1988λυομένων· διότι τὸ ἄρθρον τὸ ἀντίστοιχον τοῦ νόμου τοῦ κει-
1989μένου, τουτέστι τὸ 107, ὁρίζει ὅτι «εἰς τοὺς ἀπολυομένους
1990ἐμμίσθους, ἐκτὸς ὅταν ἡ ἀπόλυσις γίνεται διὰ τινα τοῦ ἐν
1991τῷ ἄρθρῳ 60 ἀναφερομένων αἰτιῶν», — καὶ, ἐννοεῖται, τότε
1992παύονται λόγῳ πταίσματος περὶ τὴν ὑπηρεσίαν, — «καὶ εἰς
1993τὰς οἰκογενείας τῶν ἀποθανόντων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ χορηγεῖται
1994ἀνάλογος ἀποζημίωσις δι’ ὁδοιπορικὰ πρὸς ἐπάνοδον εἰς τὴν
1995ἡμεδαπὴν ἐντὸς προθεσμίας οὐχὶ μείζονος τῶν ἕξ μηνῶν· ἄλ-
1996λως στεροῦνται τὰ πρὸς ἀποζημίωσιν δικαιώματα, οἱ δὲ τυ-
1997χὸν προκαταβολικῶς λαβόντες τοιαύτην, ἐὰν δὲν παλινοστή-
1998σωσιν ἐντὸς τοῦ ἀνωτέρω χρονικοῦ διαστήματος, ὑποχρεοῦν-
1999ται εἰς ἐπιστροφήν.»
2000Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι δικαιοτάτη. Τὸ Κράτος ἀπολύει
2001ἕνα τῶν ὑπαλλήλων του ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὅπου τὸν ἔχει διο-
2002ρίσει ἢ μεταθέσει, καὶ τὸν ἀφίνει εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου.
2003Ὁ νόμος λοιπὸν ὁ κείμενος προέβλεψε καὶ τὴν περίπτω-
2004σιν ταύτην, καὶ, ἐκτὸς ἐὰν ἀπολυθῇ πταίσματι αὐτοῦ, τὸ
2005Κράτος ὀφείλει τοὐλάχιστον νὰ καταβάλῃ τὰ ἔξοδα τῆς
2006παλινοστήσεως αὐτοῦ τε καὶ τῆς οἰκογενείας του. Ὡσαύτως,
2007ἐὰν ἀποθάνῃ πρόξενος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐν τῇ θέσει, καὶ μένῃ
2008ἔκθετος ἡ οἰκογένειά του ἐκεῖ, τὸ Κράτος δὲν ὀφείλει εἰς
2009ὑπάλληλον ὑπηρετήσαντα αὐτὸ, ἀποθανόντα ἴσως καὶ ἕνεκα
2010τῆς ὑπηρεσίας του, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτοῦ,
2011νὰ προνοήσῃ περὶ παλινοστήσεως τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ;
2012Τοῦτο ἀναγνωρίζει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἡ μάχαιρα τοῦ
2013χειρούργου πρέπει νὰ φθάσῃ ἀσπλάγχνως καὶ μέχρι τοῦ ση-
2014μείου τοῦ νὰ ἀρνῆται τὰ ἔξοδα τῆς παλινοστήσεως εἰς τοὺς
2015ἀπολυομένους. Διατί; Δὲν δικαιοῦνται καὶ ἐκεῖνοι;
2016§86ΛΕΒΙΔΗΣ. Τσεκοῦρι, ὄχι μάχαιρα!
2017§87ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι Βουλευταὶ, μίαν τελευταίαν παρα-
2018τήρησιν ὀφείλω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Πρόεδρος
2019τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντῶν προχθὲς εἰς τὸν ἐκ Κραναίας
2020συνάδελφον, καὶ θέλων ν’ ἀποδείξῃ, ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν
2021μέρος, τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὡς μὴ ἔχοντα
2022τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλήν,
2023κατέφυγεν εἰς ἓν μέσον, πορισθεὶς ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν
2024καὶ τῶν ἀπολογισμῶν ἀριθμοὺς, ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν
2025ὁποίων ἐζήτει νὰ σύρῃ συμπεράσματα, καὶ χωρὶς ν’ ἀπαν-
2026τήσῃ ἐκτενῶς εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τὰ προβαλλόμενα ὑπὸ
2027τοῦ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ, ἐζήτει ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ
2028αὔξησις τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν
2029παραβολῇ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896 πρὸς τὸν προϋπολο-
2030γισμὸν τοῦ 1902 ἀναβαίνει εἰς 1,000,000. Καὶ ματαίως
2031ἐπεκαλεῖτο καὶ ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς καὶ ὁ κ. ἐκ
2032Κραναίας συνάδελφος τὴν διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συν-
2033εδρίου καὶ τὰς προσωρινὰς καταστάσεις τοῦ Γενικοῦ Λογι-
2034στηρίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέμενεν εἰς τὸ 1,000,000,
2035τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὸν σπαταλᾶται ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν δύο
2036προϋπολογισμῶν.
2037Κύριοι, τὸ ζήτημα σήμερον δὲν ἔγκειται ἐν τῇ παρα-
2038βολῇ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν· διότι,
2039ἐὰν τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τοῦ
20401889, ὅτε ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς πίνακας ἐμ-
2041φαίνοντας τὰ ἔξοδα ταῦτα, ἀναβαίνωσιν εἰς 2,000,000 ἢ
2042εἰς 1,000,000 ἢ εἰς 3,000,000 ἢ 4,000,000, τοῦτο εἶναι
2043ἐντελῶς ἀδιάφορον πρὸς τὸ θέμα· διότι ἡμεῖς δὲν συζητοῦ-
2044μεν σήμερον περὶ ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ὑπαγομένων εἰς
2045τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν· ἡμεῖς συζητοῦμεν περὶ
2046τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, περὶ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας
2047τὸ Κράτος καταβάλλει διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ
2048περὶ τῶν εἰσπράξεων, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος πραγμα-
2049τοποιεῖ ἐκ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας. Ἀπεδείχθη δὲ, καὶ
2050εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀμφισβητηθῇ, διότι οἱ ἀριθμοὶ εἶναι οἱ
2051εὐγλωττότεροι παράγοντες, ὅτι ἡ λειτουργία τοῦ νόμου τοῦ
20521900, μεθ’ ὅλας τὰς ἀντιξόους περιστάσεις, ἀπέδωκεν ἀπο-
2053τελέσματα λαμπρὰ, ἀπέδωκε περισσεύματα, τὰ ὁποῖα, ὁσον-
2054δήποτε καὶ ἂν θέλητε νὰ ἐλαττώσητε, βεβαίως δὲν εἶναι
2055κατώτερα τῶν 50,000 δραχμῶν. Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ ζήτημα,
2056διότι τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι, ἐνῷ ἡ προξενικὴ ὑπηρεσία ἀπο-
2057δίδει καὶ πλεονάσματα ἐπὶ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας τὸ
2058Κράτος καταβάλλει, ἡμεῖς δὲν ἀρκούμεθα εἰς αὐτὸ, δὲν ζη-
2059τοῦμεν τοὐλάχιστον νὰ τὰ δαπανήσωμεν χάριν τῆς ὑπηρε-
2060σίας; — καὶ τί λέγω χάριν τῆς ὑπηρεσίας; — χάριν τοῦ Κρά-
2061τους, χάριν τῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐπαγ-
2062γέλλεται καὶ ἔχει καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ, ἀλλὰ ζητοῦμεν νὰ
2063περικόψωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν προξένων, θεωροῦντες ὅτι ἡ
2064προξενικὴ ὑπηρεσία εἶναι ὁ μαστός, ἐκ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα
2065νὰ ἀμέλγωμεν, διὰ νὰ παραστήσωμεν οἰκονομίας, οἰκονο-
2066μίας, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ ὅλων τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπὸ
2067τὴν ἔποψιν ταύτην ἐπαρουσίασεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ Κυ-
2068βέρνησις, ἀπεδείχθησαν ἄνθρακες, ἀπεδείχθησαν φροῦδαι,
2069ἀπεδείχθησαν ἕωλοι.
2070Κύριοι, φρονῶ καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι σᾶς ἀπέδειξα,
2071— καὶ προκαλῶ τὸν θέλοντα νὰ ἀνασκευάσῃ τὰ ἐπιχειρή-
2072ματα, τὰ ὁποῖα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ
2073ἐκθέσω, — φρονῶ, λέγω, ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον
2074τοῦτο εἶναι ἀμελέτητον, εἶναι ἀσύστατον, εἶναι ἀσυνάρτη-
2075τον, ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι καὶ ἀντεθνικόν. Καὶ ἐπιμένω
2076ὑποστηρίζων τὴν γνώμην ταύτην· διότι δὲν ὤφειλε ποτὲ ἡ
2077Κυβέρνησις, ἐὰν εἶχε νοῦν κυβερνητικόν, ἐὰν εἶχε νοῦν διοικη-
2078τικόν, δὲν ὤφειλε ποτὲ νὰ φέρῃ αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν
2079στιγμὴν ταύτην, καθ’ ἣν δὲν γνωρίζομεν τί τέξεται ἡ ἐπιοῦ-
2080σα, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἔχομεν ἀνάγκην προσώπων καὶ
2081ἐνισχύσεως τοῦ προξενικοῦ ἡμῶν κλάδου. Καὶ οὐδέποτε ἔπρε-
2082πεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τολμήσῃ νὰ θέσῃ χεῖραν ἱερόσυλον ἐπὶ
2083τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀπεκδεχόμεθα δρᾶ-
2084σιν καὶ ἐνέργειαν ἐθνικήν.
2085Διὰ τοῦτο, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ
2086ζητήσῃ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς ἐπι-
2087τροπήν, ἵνα μελετηθῇ καὶ ἔλθῃ κατόπιν ἐνώπιον τῆς Βου-
2088λῆς, διότι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ δύνανται νὰ συζητηθῶσι θέματα,
2089τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐκτεθῶσιν ἐνώπιον Βουλῆς πλη-
2090θούσης, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν, ἂν συμφέρει σήμερον νὰ ψη-
2091φισθῇ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς τοιοῦτο νομοσχέδιον.
2092Διὰ τοῦτο, Κύριοι, προτείνω, ἵνα τὸ νομοσχέδιον παρα-
2093πεμφθῇ εἰς τὴν μελέτην εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἀφοῦ τὸ ἐπεξ-
2094εργασθῇ ἡ ἐπιτροπή, νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. (Χει-
2095ροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
2096§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;
2097§89ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
2098ρικῶν). Ἐννοῶ, Κύριοι, τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν. Εἶναι
2099τὸ εὐγενέστερον αἴσθημα ἡ ἅμιλλα, ἡ ὁποία ἐμπνέει τοὺς
2100πολιτευομένους, προσπαθοῦντας τίς πλέον τοῦ ἄλλου νὰ
2101παράσχῃ τὰς ὑπηρεσίας του εἰς τὸν τόπον. Ἐννοῶ τὴν ἐπί-
2102κρισιν ἐντὸς τῶν πραγμάτων· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ πάθος
2103τὸ πολιτικόν, ἢ τὸ αἴσθημα τῆς πατρότητος ἢ μᾶλλον τῆς
2104πρωτοβουλίας τῆς εἰσηγήσεως δὲν πρέπει νὰ ἄγῃ ἢ κυριεύῃ
2105ἡμᾶς εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ σκοτίζῃ τὴν διάνοιαν
2106ἡμῶν καὶ νὰ παραφέρῃ αὐτὴν εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε νὰ
2107παριστῶμεν, ὅτι πᾶς ὅστις δὲν συμμερίζεται τὰς γνώμας
2108ἡμῶν εἶναι αὐτόχρημα καταστροφεύς! Δὲν μᾶς παρέστησε
2109προχθὲς ὁ ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς ὡς ἄλλους Ἡροστράτους,
2110οἱ ὁποῖοι ἐζηλώσαμεν τὴν δόξαν νὰ καταστρέψωμέν τι, μό-
2111νον διὰ ν’ ἀποθανατίσωμεν τὸ ὄνομά μας; νὰ καταστρέψω-
2112μεν ἄλλον ναὸν τῆς Ἐφεσίας Ἀρτέμιδος; Λέγω, ὅτι τὸ συμ-
2113φέρον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ ὑποστηρίζωμεν τὰς πράξεις μας
2114ἢ τὰς σκέψεις μας, δὲν πρέπει νὰ ὠθῇ ἡμᾶς εἰς τοιοῦτον
2115τρόπον, ὥστε καὶ ἡ μνήμη μας νὰ θολῶται καὶ ἡ κρίσις μας
2116ἀκόμη νὰ μὴ ἦναι ἐλευθέρα.
2117Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς ἀνέφερε μεταξὺ τῶν
2118ἄλλων μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἐκ πλάνης ἀνέ-
2119φερε· διότι ἀνέφερεν ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι περικόπτομεν τὸν
2120μισθὸν τοῦ ἐν Καΐρῳ προξένου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι 1600 δρ.
2121περιεῖχεν ὁ παλαιὸς νόμος, 1600 ἔχει καὶ τὸ νομοσχέδιον...
2122§90ΡΩΜΑΝΟΣ. 1750 εἶχεν ὁ πολιτικὸς πράκτωρ ἐν Καΐρῳ,
2123ἄλλοτε ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, καὶ ὁ πολιτικὸς πράκτωρ ἐν Σό-
2124φιᾳ, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ᾼΧΚΓʹ τοῦ 1887, ὑμεῖς δὲ
2125ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑμῶν ἀναφέρετε οὐχὶ μισθὸν προξένου,
2126ἀλλὰ μισθὸν πολιτικοῦ πράκτορος, ὃν περικόπτετε κατὰ
2127150 δραχμάς.
2128§91ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ ἴδητε. Ἔχετε ὑπομονήν.
2129Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, σὺν τοῖς ἄλλοις, δὲν ἠξεύρω
2130πῶς, παριδὼν τὸ ἐδάφιον τρίτον τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νομο-
2131σχεδίου, εἶπεν ὅτι, ἐν περιπτώσει ἀποβιώσεως προξένου ἐν
2132ἀλλοδαπῇ, δὲν ἐφροντίσαμεν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστροφῆς
2133τῆς ἀτυχοῦς οἰκογενείας του. Ἀλλὰ τὸ ἐδάφιον τρίτον τοῦ
2134ἄρθρου 17 λέγει: «Εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ
2135ἀποθανόντων ἀποδίδοται ὡσαύτως τὸ ἀπολύτως ἀπαιτούμε-
2136νον ποσὸν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, ὅπως ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν
2137ἡμεδαπὴν ἐντὸς προθεσμίας ἕξ μηνῶν τὸ βραδύτερον...»
2138Καὶ δὲν σᾶς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευ-
2139τὴς τὸ ἐναντίον; Καὶ ἀπορῶ, πῶς περιέπεσεν εἰς τοιοῦτον
2140λάθος, ἀφοῦ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του εἶχε τὸ ἐδάφιον τρίτον
2141τοῦ ἄρθρου 17. Ἀλλ’ εἰς τὴν ῥύμην τοῦ λόγου του, παρα-
2142συρθεὶς ἴσως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀνέφερεν αὐτό· δὲν
2143ἀποδίδω ἑπομένως αὐτὸ εἰς κακὴν θέλησιν. Ἀλλὰ προχθὲς,
2144ὅτε συνεζήτει ὁ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς, ἔχων πρὸ τῶν
2145ὀφθαλμῶν του τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους εἶχον ὑποβάλει
2146πρό τινος τῇ αἰτήσει του, ἀνέφερεν, ὅτι κατὰ τοὺς πίνακας,
2147οὓς ἔδωκα αὐτῷ, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1900 ἡ μείωσις τῶν
2148προξενικῶν εἰσπράξεων ἐκ ναυτιλιακῶν δικαιωμάτων εἶχε
2149φθάσει εἰς 80–100 χιλιάδας φράγκα. Παρετήρησα αὐτῷ
2150τότε, ὅτι κατὰ τοὺς πίνακας, οὓς εἶχεν ἀνὰ χεῖρας (κεφά-
2151λαιον Βʹ), καὶ ἐκ τῶν ἀτελειῶν τῶν χορηγηθεισῶν δυνάμει
2152τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 250 τοῦ προξενι-
2153κοῦ νόμου διαφοραὶ ἐπὶ μεῖον ἀποβαίνει ἀδύνατον νὰ ὁρι-
2154σθῶσιν ἐπακριβῶς· αὗται ὅμως ὑπελογίσθησαν καὶ ἐν ἄλλῃ
2155καταστάσει, δοθείσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ ἐποχὴν ἐγγυτέ-
2156ραν πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ͵ΒΨΗʹ, εἰς φράγκα
215730,000–40,000 ἐτησίως». Καὶ πῶς περιέπεσεν εἰς τοιοῦ-
2158τον λάθος ὁ κ. συνάδελφος;...
2159§92ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἔχετε ὑποβάλει καὶ ἄλλον πίνακα.
2160§93ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Σᾶς εἶπον καὶ προχθὲς
2161κατὰ τὴν διακοπήν· εἶδον ὅτι ὠργίσθητε εἰς τοιοῦτον βαθ-
2162μὸν, ὥστε νὰ βλάπτητε τὴν ὑγείαν σας.
2163§94ΡΩΜΑΝΟΣ. Μὴ φροντίζετε δι’ ἐμέ. Ὑποφέρετε σεῖς
2164περισσότερον ἀπὸ ἐμέ.
2165§95ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ πάσχω εὐτυχῶς μόνον τὰ κάτω ἄκρα,
2166τοὺς πόδας (ἱλαρότης).
2167Ἀφοῦ ὁ κ. συνάδελφος εἶχε πρὸ ἑαυτοῦ τὸν πίνακα, τὸν
2168ὁποῖον τῷ ἔδωκα, εἰς τὸν ὁποῖον λέγεται, ὅτι αἱ ἀτέλειαι
2169ὑπελογίσθησαν εἰς 30,000–40,000 φράγκα, σᾶς ἀνέφερεν
217080–100 χιλιάδας· καὶ ὅτε τῷ παρετήρησα τὴν ἔλλειψιν ἢ
2171τὸ λάθος αὐτὸ, τότε ὠργίσθη εἰς σημεῖον, τὸ ὁποῖον ὅλοι
2172ἐνθυμεῖσθε.
2173Ἀλλὰ καὶ εἰς ἓν ἄλλο περιέπεσεν. Εἶπεν ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρ-
2174μογῆς τῆς νέας φορολογικῆς κλίμακος, κατὰ τὸ ἄρθρον 223
2175τοῦ νόμου, διὰ τὰ ἔγγραφα ἀγοραπωλησίας ἀτμοπλοίων ἡ
2176μείωσις ἦτο 76,000 φράγκα. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον εἶχεν
2177ἀνὰ χεῖρας (κεφάλ. Γʹ), λέγει: «Αἱ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς
2178νέας φορολογικῆς κλίμακος, τῆς ὁρισθείσης ὑπὸ τοῦ ἄρθρου
2179223 τοῦ προξενικοῦ νόμου διὰ τὰ ἔγγραφα ἀγοραπωλησίας
2180καὶ ναυπηγήσεως πλοίων, ἐπελθοῦσαι ἐπὶ μεῖον διαφοραὶ
2181ἀδύνατον εἶναι νὰ ὁρισθῶσιν ἐπακριβῶς. Αὗται ὅμως ὑπο-
2182λογίζονται εἰς 15,000–20,000 φράγκα.»
2183Καὶ πῶς ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα τῶν 76,000 φρ.
2184ὁ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτής; Διότι σᾶς εἶπεν, ὅτι κατὰ τὸν
2185τελευταῖον πίνακα τοῦ ἔτους 1901 ἢ 1902, νομίζω, ἐναυ-
2186πηγήθησαν ἢ ἠγοράσθησαν 18 ἀτμόπλοια, ἅτινα πρὸς 5,000
2187φρ. ἕκαστον φέρουσιν 90,000· εἰσεπράξαμεν, νομίζω, 19,000·
2188ἄρα ἡ διαφορὰ εἶναι 70 καὶ πλέον χιλιάδες. Τοιούτους ὑπο-
2189λογισμούς, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ συλλογίζηταί τις, πρὶν
2190ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν· διότι μήπως τὰ 17 ἢ 18 ἀτμό-
2191πλοια, τὰ ὁποῖα ἐναυπηγήθησαν ἢ ἠγοράσθησαν, ἦσαν ὅλα
2192χωρητικότητος 4,000 ἢ 5,000 τόννων, ἀξίας 30 ἢ 40
2193χιλιάδων λιρῶν, διὰ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον
2194τῶν 5,000 φράγκων; Γνωρίζετε πολὺ καλὰ, καὶ ἂν ἐγκύ-
2195ψητε εἰς τὴν μελέτην τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον ἔχετε, θὰ
2196ἴδητε, ὅτι ἦσαν καὶ ἀτμόπλοια 800 τόννων, τὰ ὁποῖα δὲν
2197ἐπλήρονον παρὰ χίλια φράγκα, καὶ ἦσαν καὶ ἀτμόπλοια,
2198διὰ τὰ ὁποῖα, εἰ καὶ μεγαλειτέρας χωρητικότητος, ἐπειδὴ
2199ἦσαν παλαιὰ, ἐπληρώθησαν μόνον 8,000 ἢ 9,000 λίραι,
2200καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ὑπεβάλλοντο παρὰ εἰς 1000 μόνον περί-
2201που φράγκων χαρτόσημον. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. ἐκ Κρα-
2202ναίας συνάδελφος, θέλων ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἦσαν
2203ἢ θὰ ἦσαν πολὺ μεγαλείτεραι ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἔχο-
2204μεν, ἐβασίσθη ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπὶ βάσεως ὅλως ἀντιθέτου τῶν
2205πραγμάτων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπὶ σφαλεροῦ ὑπολογισμοῦ.
2206Ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλο λάθος ὑπέπεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
2207Κραναίας. Ἔλεγε: «πῶς περικόπτετε τοὺς μισθοὺς τῶν
2208προξένων, ἀφοῦ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν Προξενείων ἔχομεν
2209πλεόνασμα; διότι εἰσπράττομεν τόσα, δαπανῶμεν τόσα,
2210καὶ ἑπομένως πρέπει τὸ ὅλον νὰ δαπανᾶται διὰ τοὺς προξέ-
2211νους». Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι οἱ πρό-
2212ξενοι ἢ αἱ Πρεσβεῖαι εἶναι ἄχρηστοι καὶ δὲν παρέχουσιν ὑπη-
2213ρεσίας· τοὐναντίον νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἔπρεπε καὶ τὰς μὲν
2214καὶ τὰς δὲ νὰ ἐπαυξήσωμεν, καὶ νὰ βελτιώσωμεν τὴν θέσιν
2215των. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ σκέψις αὕτη, ὅτι, ἀφοῦ ἀπὸ ἕνα
2216κλάδον εἰσπράττομεν τόσα, ὁ κλάδος αὐτὸς πρέπει ν’ ἀπορ-
2217ροφᾷ ὅλας αὐτὰς τὰς εἰσπράξεις, νομίζω, λέγω, ὅτι ἡ σκέψις
2218αὕτη ἤθελε μᾶς ἀγάγει εἰς συμπεράσματα λίαν σφαλερά.
2219Διότι, ἐὰν ἐφαρμόσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρ-
2220χῃ καθόλου στρατὸς, διότι ἀπὸ τὸν στρατὸν δὲν εἰσπράττομεν
2221τίποτε, καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ δὲν εἰσπράττομεν τίποτε, δὲν
2222πρέπει καὶ νὰ δαπανᾷ τὸ Κράτος. Ὥστε δὲν εἶναι ἀκριβὲς
2223αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα. Ἐννοῶ πολὺ καλὰ, ὅτι πρέπει ὅσον τὸ
2224δυνατὸν νὰ βελτιώσωμεν τὴν τύχην τῶν προξένων, καὶ νὰ
2225ζητῶμεν ἀπὸ αὐτοὺς εὐσυνείδητον λειτουργίαν καὶ πράγ-
2226ματι ὑπηρεσίαν χρήσιμον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους,
2227ἄλλα δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι, ἐπειδὴ ἐκ τῶν Προξε-
2228νείων εἰσπράττομεν 500,000 ἢ 600,000 δραχμὰς, πρέπει
2229ὅλαι αὐταὶ νὰ δαπανηθῶσι, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς
2230γενικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους.
2231Ἀλλ’ ὑπέπεσε, λέγω, καὶ εἰς ἄλλο σφάλμα ὑπολογισμοῦ
2232ὁ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς, ὅτε ἔλεγεν: «Ἐν συγκρίσει τοῦ
2233προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, τὸν ὁποῖον ἀνεφέρατε, κύριε
2234Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
22351902, ἡ διαφορὰ τῶν προξενικῶν δαπανῶν εἶναι περίπου
2236110,000 δρ. αὔξησις, ὅσον δηλαδὴ ηὐξήθησαν αἱ εἰσπράξεις.
2237Ἑπομένως τί παραπονεῖσθε; Βλέπετε ὅτι καὶ ἐκεῖθεν ἔχο-
2238μεν πλεόνασμα μᾶλλον παρὰ ἔλλειψιν· ἑπομένως δὲν πρέπει
2239νὰ ἐπιβαρύνητε τὸ κεφάλαιον τῶν προξενικῶν διὰ τῶν δα-
2240πανῶν αὐτῶν, ἀφοῦ αἱ εἰσπράξεις ὑπερκαλύπτουσιν.» Ἀλλὰ
2241καὶ ἐδῶ, νομίζω, περιέπεσεν εἰς λάθος, δι’ ἁπλούστατον λό-
2242γον. Συγκρίνω τὸν προϋπολογισμὸν (καὶ συγκρίνω αὐτὸν
2243διότι ὁ κ. συνάδελφος ἐμνήσθη αὐτοῦ) τοῦ 1896 πρὸς τὸν
2244τοῦ 1902, καὶ συγκρίνω ὄχι ἀπολογισμὸν πρὸς προϋπολο-
2245γισμὸν, ἀλλὰ προϋπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν. Κατὰ
2246τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν προ-
2247ϋπολογισμὸν τοῦ 1902, ἡ διαφορὰ τοῦ 1902 εἶναι 224,084
2248δραχμαὶ ἐπὶ πλέον.
2249§96Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας;
2250§97ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα. Εἶπον καθαρῶς «τῆς προξενικῆς
2251ὑπηρεσίας»· ἀντὶ δηλαδὴ 969,200, ἦτο τῷ 1896 δραχμαὶ
2252745,116· ὥστε εἶναι ἐπὶ πλέον 224,084 δραχμαὶ ἀπὸ τὸν
2253προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
22541902. Παραβάλω τώρα τὰς εἰσπράξεις τοῦ ἔτους 1896
2255πρὸς τὰς τοῦ 1902. Κατὰ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἔχετε
2256πρὸ ὀφθαλμῶν, τῷ 1896 εἰσπράξεις 554,610 φράγκα, τῷ
22571902 φρ. 651,597· τουτέστιν αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1902 πρὸς
2258τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1896 παρουσιάζουσι διαφορὰν 96,987
2259φρ. ἐπὶ πλέον.
2260§98ΡΩΜΑΝΟΣ. Τοῦ 1902 αἱ εἰσπράξεις πόσαι εἶναι;
2261§99ΣΚΟΥΖΕΣ. 651,597.
2262§100ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν τὸ παραδέχεται
2263αὐτό.
2264§101ΣΚΟΥΖΕΣ. Βλέπετε, ἐγὼ δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν δια-
2265φορὰν μεταξὺ εἰσπράξεων μήπω ἐκκαθαρισθεισῶν εἰς τὸ Γε-
2266νικὸν Λογιστήριον. Μεταχειρίζομαι τοὺς ἰδίους πίνακας,
2267τοὺς ὁποίους ἔχετε καὶ ὑμεῖς πρὸ ὀφθαλμῶν, τοὺς ὁποίους
2268τῇ αἰτήσει ὑμῶν ὑπέβαλον πρό τινος. Ἴσως ὑπάρχουσι μι-
2269κραί τινες διαφοραὶ μεταξὺ τῶν λογαριασμῶν τοῦ Ὑπουρ-
2270γείου καὶ τῶν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ δὲν
2271εἶναι μεγάλη.
2272Λοιπὸν τῷ 1896 αἱ εἰσπράξεις ἦσαν φρ. 554,610, τῷ δὲ
22731902, μεθ’ ὅλην τὴν αὔξησιν τῶν προξενικῶν τελῶν, τὰ
2274ὁποῖα ἐπέβαλεν ὁ νόμος τοῦ 1900, φράγκα 651,597. Ποία
2275εἶναι ἡ διαφορά; 96,987 φράγκα. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἀπέ-
2276χομεν πολὺ ἀπὸ τοὺς ἀριθμοὺς, τῶν 150,000 καὶ 160,000
2277χρυσῶν φράγκων, οὓς ἀνεφέρατε.
2278§102ΡΩΜΑΝΟΣ. 124,000.
2279§103ΣΚΟΥΖΕΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι τὸ κεφάλαιον Γʹ
2280καθαρῶς προξενικὰς δαπάνας παρουσιάζει τῷ 1902 ἐπὶ
2281πλέον τῶν τοῦ 1896 δραχ. 224,084. Ὥστε βλέπετε, ὅτι
2282ἡ ἐπὶ πλέον εἴσπραξις τοῦ 1902, περιοριζομένη μόνον εἰς
228396,000, εἶναι μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ καλύψῃ τὴν αὔξησιν τῶν
2284224,000. Παραβάλλω προϋπολογισμὸν πρὸς προϋπολογι-
2285σμόν· δὲν ἀναφέρω ἀπολογισμόν.
2286§104ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, αὐτὸ δὲν μᾶς
2287δίδει καμμίαν ἰδέαν τοῦ πράγματος. Εἰπέτε μας τὰ ποσὰ
2288—ἀφοῦ εἶναι ποσὰ τοῦ 1896—τὰ πραγματικὰ, τὰ δαπα-
2289νηθέντα καὶ τὰ εἰσπραχθέντα.
2290§105ΣΚΟΥΖΕΣ. Βλέπετε ὅτι θέλω νὰ ἦμαι ὅσον ἔνεστιν
2291ἀμερόληπτος. Τοῦ 1896 δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸν ἀπο-
2292λογισμόν. Ἀλλὰ τοῦ 1902 θέλετε νὰ σᾶς ἀναφέρω προϋπο-
2293λογισμόν; Ἀλλὰ τότε θὰ μοὶ ἐλέγετε: «συγκρίνεις ἀπολο-
2294γισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν!»
2295§106Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ...
2296§107ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀξιότιμε Βουλευτὰ ἐκ Κερκύρας, νομίζω
2297ὅτι δὲν δύναταί τις ἀμεροληπτότερον νὰ κρίνῃ. Σᾶς ἀνα-
2298φέρω προϋπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμὸν,—καὶ ὑποθέτω,
2299ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἑνὸς ἔτους θ’ ἀφήσῃ τὰ αὐτὰ ἀπο-
2300τελέσματα, οἷα καὶ ὁ τοῦ ἄλλου,—διὰ νὰ ἤμεθα ἐν τῇ ἀκρι-
2301βείᾳ· εἰδεμὴ, ἤξευρα πολὺ καλὰ, ὅτι, ἐὰν συγκρίνω πρὸς τὸν
2302ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, θὰ ἦτο καλλίτερον δι’ ἐμέ.
2303Βλέπετε λοιπὸν, ἀπέναντι 224,084 δρ. ἐπὶ πλέον ποία
2304εἶναι ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν εἰσπράξεων, μόνον 96,987.
2305Ἀλλ’ ὁ ἐκ Κραναίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπέπεσε καὶ
2306εἰς ἕτερον λάθος, τὸ ὁποῖον εἶναι περίεργον πῶς θὰ δικαιο-
2307λογήσῃ, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον παρέσυρε καὶ τὸν ἐκ Ζακύνθου
2308ἀξιότιμον κ. Βουλευτήν. Εἶπεν ὅτι ἐπὶ τῶν ἐνοικίων ἡ αὔ-
2309ξησις εἶναι 13,000 δραχμαί.
2310§108ΡΩΜΑΝΟΣ. 13,500.
2311§109ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἰδοὺ τὰ προϋπολογισθέντα. Ἐδῶ ἔχω καὶ
2312τὰ πληρωθέντα, ἵνα εὐχαριστήσω καὶ τὸν ἐκ Νάξου κύριον
2313Βουλευτήν.
2314Κατὰ τὸ ἔτος 1898 προϋπολογίσθησαν 69,928, καὶ ἐπλη-
2315ρώθησαν 69,713· τῷ 1899 προϋπολογίσθησαν 75,000, καὶ
2316ἐπληρώθησαν 71,453· τῷ 1900 προϋπελογίσθησαν 75,000,
2317καὶ ἐπληρώθησαν 70,027· ἐν ἔτει 1901 προϋπελογίσθησαν
2318100,000, καὶ ἐπληρώθησαν 96,724· τῷ 1902 προϋπελο-
2319γίσθησαν 100,000, καὶ ἐπληρώθησαν 91,045 φρ. χρυσᾶ.
2320Τώρα εἴπετέ μοι, ἀφοῦ ἠξεύρετε ὅτι πρόκειται διὰ τὸ ¼%
2321τοῦ ἐνοικίου, πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ ἓν τέ-
2322ταρτον τῶν 100 νὰ ἦναι 13; Ἐγὼ, μὲ τὴν ὀλίγην ἀριθμη-
2323τικὴν, τὴν ὁποίαν ἔμαθον ἐν τῷ σχολείῳ, ἠξεύρω ὅτι τὸ τέ-
2324ταρτον τῶν 100 εἶναι 25. Ὥστε ἐπὶ τοῦ πραγματικῶς
2325πληρωθέντος ποσοῦ τῶν 91,000 φρ. τὸ τέταρτον εἶναι
232622,750. Τώρα πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας εὗρεν, ὅτι
2327τὸ τέταρτον εἶναι 13,500, ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐννοῶ.
2328Ἀλλ’ ἵνα παραστήσῃ, πόσον ἡ αὔξησις τῶν τελῶν θὰ ἦτο
2329μεγαλειτέρα, ἐὰν δὲν ἠλαττοῦντο διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900
2330τόσον πολὺ τὰ δικαιώματα ἐπὶ τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν, εἶ-
2331πεν ὅτι καὶ αὐτὸ ἦτο μία ἀφορμὴ ἐλαττώσεως. Καὶ ἐδῶ μοὶ
2332φαίνεται ὅτι περιέπεσεν εἰς λάθος, διότι αὐτὴ ἡ ἐλάττω-
2333σις ἐκ τῶν ναυτιλιακῶν δικαιωμάτων εἶχεν ἐφαρμοσθῆ πολὺ
2334πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1900, καὶ μόνον ὅτε τῷ 1899 ἐξ ἀφορ-
2335μῆς ἑνὸς προξένου ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται ὁ
2336νόμος ὁ ἰσχύων πρὶν καὶ δὲν πληρόνονται δικαιώματα ἐκ
2337τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν, τότε, τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1899, ἐξε-
2338δόθη ἐγκύκλιος, ὑπ’ ἀριθ. 4,321 τῆς 24 Ἀπριλίου 1899,
2339πρὸς τὴν Πρεσβείαν Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰς παραλίους
2340προξενικὰς ἀρχὰς, καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἐπιδιώξουν ἐκ
2341νέου τὴν εἴσπραξιν τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν, καὶ εἰσεπράχθη-
2342σαν μερικά. Λέγω μερικὰ, διότι ὅλα τὰ Προξενεῖα δὲν τὴν
2343ἐφήρμοσαν. Ὥστε ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων ἐκ ναυτιλιακῶν
2344τελῶν, δηλαδὴ πρὸς τὰς Ἑταιρείας τὰς ἐχούσας τακτικὸν
2345δρομολόγιον, εἶχε γείνῃ ἡ ἐλάττωσις πρὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ
2346ἐφηρμόσθη μόνον ἐπί τινας μῆνας τοῦ 1899, ἤτοι μετὰ τὴν
2347ἐγκύκλιον τῆς 24 Ἀπριλίου τοῦ 1899. Ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ
2348πηγὴ τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν,
2349τὰ ὁποῖα δῆθεν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 ἀποκόπτονται, ἄλ-
2350λως ἤθελον αὐξήσει αἱ εἰσπράξεις, καὶ αὐτὴ φαίνεται, ὅτι
2351δὲν ἔχει βάσιν καθόλου.
2352Ἀλλ’ ὁ ἐκ Κραναίας κ. Βουλευτὴς ἐκάκισεν ἡμᾶς, ὅτι θί-
2353γοντες τὸν νόμον τοῦ 1900 καταστρέφομεν ὄχι μόνον τὴν
2354προξενικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν.
2355Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει αὐτὸν τὸν ἴδιον καὶ πάντα ἐξ ὑμῶν,
2356ὅστις ἀνέγνωσε τὸ νομοσχέδιον, εἰς τί ἡμεῖς ἐπειράξαμεν τὸν
2357νόμον τοῦ 1900; Ὁ νόμος τοῦ 1900 πράγματι εἶχε πολὺ
2358ὀρθὰς προβλέψεις περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, περὶ μὴ
2359μετακινήσεως αὐτῶν, περὶ μὴ προσκολλήσεως αὐτῶν καὶ
2360ἄλλα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ ἀνεγνώρισα, ὅτε ἐψηφίζετο
2361ὁ νόμος· ἀλλὰ κατὰ τί ἐθίξαμεν τὸν νόμον αὐτὸν ἡμεῖς; Μή-
2362πως μετεβάλομεν αὐτόν; Μήπως ἐθίξαμέν τι τῶν κεφαλαιω-
2363δῶν τοῦ νόμου; Ἡμεῖς καθαρῶς εἴπομεν, ὅτι τὸ νομοσχέ-
2364διον αὐτὸ ἔχει ἁπλῶς οἰκονομικὸν χαρακτῆρα, διότι νομίζο-
2365μεν, ὅτι, ἐν αἷς οἰκονομικαῖς περιστάσεσιν εὑρισκόμεθα, πρέ-
2366πει διὰ παντὸς μέσου νὰ ἐπιφέρωμεν οἰκονομίας. Καὶ μήπως
2367ἐπιφέροντες οἰκονομίας κατερρίψαμεν ἐντελῶς τὸν νόμον τοῦ
23681900; Ὄχι. Μήπως ἐπαναφέρομεν τοὺς μισθοὺς τῶν προ-
2369ξένων ἐκεῖ ὅπου ἦσαν πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1900; Βεβαίως
2370ὄχι. Ὡς παράδειγμα μόνον σᾶς ἀναφέρω, ὅτι γενικὸς πρό-
2371ξενος, ὁ ὁποῖος πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1900 ἐλάμβανεν 900
2372δραχμὰς μισθὸν, εἶδεν αὐτὸν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 αὐξη-
2373θέντα εἰς 1280, καὶ ἄλλος ἀπὸ 600 εἰς 850, καὶ οὕτω
2374καθεξῆς. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν δίδομεν εἰς
2375αὐτοὺς τοὺς πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1900 μισθοὺς, ἀλλ’ ἀφ’ ἑνὸς
2376μὲν θέλοντες νὰ φέρωμεν πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν, ἀφ’ ἑτέ-
2377ρου ὅμως ἐννοοῦντες πληρέστατα ὅτι οἱ πρόξενοι ὑπόκεινται
2378εἰς δαπάνας, καὶ πρέπει κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ συντρέχωμεν
2379εἰς τὴν ἀξιοπρεπῆ αὐτῶν συντήρησιν, ἐτάμομεν μέσην ὁδὸν,
2380καὶ εἰς τὸν γεν. πρόξενον, ὅστις πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1900 εἶχεν
2381900 δραχμὰς, μετὰ δὲ τὸν νόμον αὐτὸν 1280, δίδομεν 1100,
2382ἀπεκόψαμεν δηλ. 180 δραχμὰς, εἰς ἄλλον 100, εἰς ἄλλον
238350, καὶ οὕτω καθεξῆς.
2384Ὥστε βλέπετε, ὅτι καὶ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ μισθοῦ
2385δὲν ἠθελήσαμεν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, νὰ
2386καταρρίψωμεν τὸν νόμον. Ἐζητήσαμεν νὰ ἐπιφέρωμεν οἰκο-
2387νομίας, ὅσον τὸ δυνατὸν, ἀφίνοντες τὸν νόμον ἄθικτον. Ἀλλὰ
2388νομίζω ὅτι νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ εἶχε παρὰ ἓν μόνον
2389προσὸν, ὅτι ηὔξησε τοὺς μισθοὺς, δὲν θὰ ἦτο ἄξιος τοιαύτης
2390συνηγορίας, τοιαύτης ὄχι ἐνθέρμου, ἀλλὰ κἄτι πλέον, ὑπο-
2391στηρίξεως, ἐὰν μόνον διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ ἐνόμιζον,
2392ὅτι ἠδύνατο νὰ βελτιωθῇ ἡ προξενικὴ ὑπηρεσία. Ἡμεῖς δὲν
2393ἐθίξαμεν καμμίαν τῶν κεφαλαιωδῶν διατάξεων τοῦ νόμου·
2394μόνον ἐτάμομεν μέσην ὁδὸν, ὥστε νὰ ἐπιφέρωμεν δυνατὰς
2395οἰκονομίας.
2396Καὶ ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, ὅτι ἡμεῖς εἴ-
2397μεθα οἱ καταστροφεῖς, ὄχι μόνον τοῦ Προξενικοῦ Σώματος,
2398ἀλλὰ τοῦ ὅλου ἔξω Ἑλληνισμοῦ. Ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω,
2399ὅτι, μεθ’ ὅλα αὐτὰ τὰ δάκρυα τῆς νέας Κασσάνδρας, ταυ-
2400τοχρόνως περιήρχοντο εἰς ἐμὲ, ὄχι μόνον κρίσεις, ἀλλὰ γε-
2401γονότα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπείσθην, ὅτι οἱ πρόξενοι ἡμῶν δὲν
2402ἔχουν ἰδέας περὶ ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντός των, οἵας ὁ
2403κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας φαίνεται ἀποδίδων εἰς αὐτούς.
2404Διότι ταυτοχρόνως, ἐνῷ ἤκουον ἐν τῇ Βουλῇ τὰς ἱερεμιάδας
2405αὐτὰς, εἶχον πειστήρια ἐνώπιόν μου ἀπὸ προξένους εὑρισκο-
2406μένους εἰς τὰ ἐπικαιρότερα μέρη, ὅπου εἶναι ἀναγκαία ἡ δρᾶ-
2407σις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐχαλάρωσαν τὰς ἐνερ-
2408γείας των, ἀλλὰ δύναμαι μεθ’ ὑπερηφανείας νὰ εἴπω, ἐνέ-
2409τειναν αὐτὰς πάσῃ δυνάμει, καὶ ἐνέτειναν αὐτὰς εἰς τοιοῦτον
2410βαθμὸν, ὥστε ὄχι μόνον ἐμοῦ τὴν μικρὰν εὐαρέσκειαν νὰ
2411ἀποσπάσουν, ἀλλ’ ἴσως καὶ τῆς Βουλῆς, ἐὰν μοὶ ἐπετρέπετο
2412νὰ ἐκθέσω τὰ γεγονότα, θὰ ἀπέσπων τὰ συγχαρητήρια. Διότι
2413οἱ πρόξενοι αὐτοὶ, ἐννοοῦντες ὅτι δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα
2414τῶν 50 καὶ 100 δραχμῶν,—τὰς ὁποίας ἐλπίζω, ὅτι προσ-
2415καίρως μόνον τοὺς περικόπτομεν,—τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κινῇ
2416τὸν ὑπάλληλον, ἀλλ’ εἶναι καὶ πνεῦμα γενικώτερον, τὸ ὁποῖον
2417τὸν ἐμπνέει, καὶ τὸν διατηρεῖ ἀκμαῖον, οἱ πρόξενοι, λέγω,
2418ὄχι μόνον δὲν ἐχαλάρωσαν, ἀλλ’ ἐνέτειναν τὰς δυνάμεις των,
2419καὶ ἀπέδειξαν, πῶς ἐννοοῦν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν
2420των. Καὶ μὴ εἴπῃ τις, ὅτι δὲν ἦσαν ἐν γνώσει τῆς προτει-
2421νομένης μικρᾶς μειώσεως τοῦ μισθοῦ των, διότι τὸ νομο-
2422σχέδιον ὑπεβλήθη τὸν Φεβρουάριον, καὶ ἤδη εἴμεθα εἰς τὸν
2423Ἰούνιον, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἔλαβον γνῶσιν,
2424καὶ εἶδον ὅτι ἐκ τοῦ μισθοῦ ἑνὸς ἑκάστου περικόπτονται
2425100 ἢ 150 δραχμαὶ κατὰ μῆνα· καὶ ἐν τοσούτῳ, ἐν γνώσει
2426τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες γίνονται εἰς βάρος τοῦ μισθοῦ των,
2427δὲν ἐχαλάρωσαν, λέγω, ἀλλ’ ἐνέτειναν τὰς δυνάμεις των.
2428Ὅταν λοιπὸν σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος λόγος, παρὰ
2429μόνον ὁ λόγος ὅπως ἐπιτύχωμεν οἰκονομίας κατὰ τὸ δυνα-
2430τὸν, ἐνέπνευσε τὴν ἰδέαν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅταν ἀφ’ ἑτέ-
2431ρου σᾶς λέγω, ὅτι ἔχω δείγματα, ὅτι οἱ πρόξενοι δὲν ἐχαλά-
2432ρωσαν τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν, ἀλλ’ ἐντονώτερον ἐργάζονται,
2433νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐλπίζω καὶ νὰ λέγω ἐν πεποιθή-
2434σει, ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀποδίδετε, ἡ
2435καταστροφὴ τοῦ Προξενικοῦ Σώματος καὶ ἡ καταστροφὴ
2436τοῦ Ἑλληνισμοῦ!
2437§110Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Μετὰ τὴν εὔγλωττον ἀγόρευσιν τοῦ ἐκ
2438Ζακύνθου ἀξιοτίμου συναδέλφου νομίζω ὅτι πᾶσα ἄλλη ἐπί-
2439κρισις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περιττεύει, καὶ δὲν
2440θ’ ἀνηρχόμην ἐπὶ τὸ βῆμα, ἐὰν δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἔχω καθῆ-
2441κον ν’ ἀπαντήσω εἰς ἐρωτήματά τινα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἔθεσεν
2442ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ὑπουργὸς, καὶ εἴς τινα, τὰ ὁποῖα
2443ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς προχθὲς ἀνέ-
2444φερεν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν
2445Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ παρατηρήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι ὑπέ-
2446πεσεν εἰς λάθος, ἀναφέρων τίς ἦτο ὁ μισθὸς τοῦ ἐν Καΐρῳ
2447διπλωματικοῦ πράκτορος. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, εἶπεν ὅτι
2448ὁ μισθὸς ἦτο 1600...
2449§111ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
2450ρικῶν). Εἶπον ὅτι εἶναι ὅπως καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ
24511899.
2452§112ΡΩΜΑΝΟΣ... Ὅτι ὁ μισθὸς, ὁ ὁποῖος προσδιορίζεται
2453διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, μένει ὁ αὐτὸς πρὸς τὸν
2454μέχρι σήμερον εἰς τὸν διπλωματικὸν πράκτορα διδόμενον.
2455Αὐτὸ εἴπετε.
2456§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1900.
2457§114ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1900 δὲν προβλέπει μισθὸν
2458πολιτικοῦ πράκτορος, διότι τὸν μισθὸν τοῦ πολιτικοῦ πρά-
2459κτορος προσδιορίζει εἰδικὸς νόμος, ὁ ΑΧΚΓʹ τοῦ 1887, ὁ
2460ὁποῖος φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Στεφάνου Δραγούμη.
2461§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος τοῦ
24621900 δὲν προέβλεπε διπλωματικοὺς πράκτορας, προέβλεπεν
2463ἐμμίσθους γενικοὺς προξένους.
2464§116ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως ἀναφέρει
2465ἐμμίσθους γενικοὺς προξένους, ἔχοντας βαθμὸν πολιτικοῦ
2466πράκτορος· ἐνῷ δὲ μέχρι τῆς σήμερον, ἀπὸ τοῦ 1887, εἰς
2467τὸν διπλωματικὸν πράκτορα ἐν Αἰγύπτῳ καὶ τὸν ἐν Σόφιᾳ
2468ἐδίδετο μισθὸς 1750 δραχμῶν, διατὶ περικόπτετε ἑκατὸν
2469πεντήκοντα δραχμάς; Ἤδη, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον
2470τοῦτο, θὰ λάβῃ ὁ ἐν Σόφιᾳ πολιτικὸς πράκτωρ δραχμὰς
24711600 ἀντὶ 1750. Ἔχετε δίκαιον σεῖς ἢ ἐγώ;
2472Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2473Ἐξωτερικῶν λέγουσιν, ὅτι ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀμυνθῶ
2474ὑπὲρ τοῦ νομοθετήματος τοῦ 1900 διότι ἐθεώρουν τὸν νόμον
2475τοῦτον ὡς ἔργον ἰδικόν μου. Οἱ συνάδελφοι, οἵτινες ἔλαβον
2476τὴν καλωσύνην νὰ παρακολουθήσωσι τὴν ἀγόρευσίν μου, μὲ
2477ἤκουσαν λέγοντα, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1900 ἐγένετο μετὰ μα-
2478κρὰν ἐργασίαν ἐπιτροπῆς, συσταθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
2479Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, μεθ’ ἧς συνειργάσθην κατόπιν ἐπὶ
2480μακρόν. Ἀφοῦ κατηρτίσθη τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑπεβλήθη εἰς
2481τὴν Βουλήν, νέα ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν τὸ ἐμελέτησε, καὶ
2482ἐπέφερε διαφόρους ἐπ’ αὐτοῦ τροποποιήσεις. Εἰς τὴν ἐργα-
2483σίαν αὐτὴν παρέσχον τὰ φῶτά των οἱ δοκιμώτατοι τῶν γε-
2484νικῶν προξένων καὶ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουρ-
2485γείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ δὲν δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς
2486τὴν ἐργασίαν ταύτην τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
2487Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ παρέστησα
2488τοὺς προξένους ὡς καταχραστάς. Ἀλλ’ εἶχον τοιαύτην ἔν-
2489νοιαν οἱ λόγοι μου κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν μου;
2490Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, εἶναι, ὅτι οἱ
2491πρόξενοι, ἐκτὸς ἐὰν ἔχωσιν ἰδιαιτέραν περιουσίαν, μὴ ἔχοντες
2492ἐπαρκῆ μισθοδοσίαν, ἀναγκάζονται νὰ περιορίζωνται ἐν τοῖς
2493γραφείοις των καὶ νὰ μὴ ἔρχωνται εἰς συνάφειαν μετὰ τῶν
2494συναδέλφων των καὶ μετὰ τῶν ἐγχωρίων ἀρχῶν, δὲν εἶναι δὲ
2495ὡς ἐκ τούτου εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα
2496ἀνέθηκεν εἰς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία. Ἐὰν ὅμως θέλωσι νὰ δαπα-
2497νῶσι πλείονα τῶν ὀλίγων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσιν ὡς μισθο-
2498δοσίαν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀναγκάζονται νὰ ἐξευτελί-
2499ζωνται, νὰ ζητῶσι δάνεια, νὰ πιέζωσι τοὺς ὑπηκόους των.
2500Ταῦτα ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, καὶ ταῦτα γνωρίζουσι
2501πάντες οἱ μεταβάντες εἰς τὰ διάφορα μέρη τῆς Ἀνατολῆς.
2502Καὶ βεβαίως δὲν ἐφαντάσθην, ὅτι ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς
2503Θεσσαλονίκης, ἀνὴρ τὸν ὁποῖον πάντες ἐκτιμῶμεν, καὶ ὁ
2504ὁποῖος ἔχει τὴν εὐτυχίαν νὰ μὴ ἦναι οἰκογενειάρχης, δὲν
2505ἐφαντάσθην ὅτι, ἐπειδὴ τοῦ περικόπτομεν ἑκατὸν πεντή-
2506κοντα δραχμὰς κατὰ μῆνα, θὰ παύσῃ ἐργαζόμενος ὑπὲρ τῶν
2507ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ εἶναι ὀρθὸν, ἐπειδὴ ἀναγνωρίζο-
2508μεν ὅτι ὑπάρχουσι καλοὶ πρόξενοι, ἐπειδὴ ἀναγνωρίζομεν,
2509—καὶ τὸ εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν,—ὅτι
2510ὁ νόμος τοῦ 1900 εἶχε καλὰ ἀποτελέσματα, ἐπειδὴ κατωρ-
2511θώθη νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νέοι ἱκανοὶ, γνωρίζον-
2512τες ξένας γλώσσας, ἐπειδὴ ἔχουσι ζῆλον, εἶναι ὀρθὸν νὰ περι-
2513κόψωμεν τοὺς μισθοὺς των καὶ ν’ ἀρνηθῶμεν εἰς αὐτοὺς ἐπαρκῆ
2514ὁπωσοῦν μισθοδοσίαν;
2515Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὡμίλησε καὶ
2516περὶ τῆς ἐλαττώσεως, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὰ προξενικὰ
2517τέλη ἐκ τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν, καὶ ἐπέμεινεν εἰς τὰς πλη-
2518ροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ παρέσχε διὰ τοῦ πρώτου σημειώ-
2519ματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τὰ πο-
2520ρίσματα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα καὶ ἔλαβον παρ’ αὐτοῦ, εἰσὶ
2521τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἐπῆλθεν ἐλάττωσις περὶ
2522τὰς 100,000 δραχμὰς ἐκ τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν. Καὶ τέ-
2523λος εἰς ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα ἐνώπιον
2524τῆς Βουλῆς, οὐδὲν ἀπήντησεν οὔτε ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς,
2525οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰμὴ ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα
2526ὀργίλως, καὶ ὅτι ὁ τρόπος μου τοῦ συζητεῖν ἦτο ζωηρός.
2527Ἀλλὰ, Κύριοι, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, προ-
2528κειμένου περὶ ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου, ἧς τὰ ἀποτελέσματα
2529θεωρῶ τὰ μάλιστα ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, δὲν
2530ἦτο ἆρά γε δεδικαιολογημένη ἡ ἀγανάκτησίς μου;
2531Καὶ ἄλλα εἶπε σήμερον μετὰ μείζονος δυνάμεως ὁ ἀξιό-
2532τιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής. Ποίαν ἀπάντησιν ἔδωκεν ὁ
2533κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ
2534ἐκ Ζακύνθου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἐκ Κερκύρας;
2535Οὐδεμίαν. Διότι θὰ ἠναγκάζετο νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὸ νο-
2536μοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀσυνάρτητον, καὶ ὅτι ἡ
2537περικοπὴ τῶν μισθῶν οὐδόλως δικαιολογεῖται ὑπὸ τῶν περι-
2538στάσεων.
2539Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ἐλπίζω, ὅτι ἀντεθνικὸν ἔργον θὰ
2540πράξῃ, ἂν ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ θὰ δικαιώσῃ ὑμᾶς,
2541εἰπόντας ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν βάσανον ἐπι-
2542τροπῆς.
2543§117Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐννοῶ τόσην εὐγλωττίαν
2544καὶ τόσας ζωηρὰς ἐκφράσεις πατριωτισμοῦ ἐπὶ τοῦ προκει-
2545μένου νομοσχεδίου. Τὸ κατ’ ἐμὲ, θεωρῶ ἀδικαιολόγητον τὴν
2546πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν
2547διὰ λόγους φιλοπατρίας δῆθεν καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ ἐθνισμοῦ,
2548ὅστις κινδυνεύει, ἐὰν ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον. Δύναταί τις
2549νὰ ἦναι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λό-
2550γον, ἀλλὰ νὰ θεωρῇ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ οὐδὲν
2551ἄλλο περιέχει ἢ περικοπὴν μισθῶν, ἔχει ἀνάγκην ἐμβριθοῦς
2552μελέτης, καὶ ὅτι δι’ αὐτοῦ προσβάλλονται ἐθνικὰ συμφέ-
2553ροντα, καὶ τὰ παρόμοια, τοῦτο οὐδόλως ἐννοῶ.
2554Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἐπαγγέλλεται νὰ μεταβάλῃ
2555τὴν κειμένην νομοθεσίαν· ζητεῖ νὰ φέρῃ μόνον, δι’ ἐλαττώσεως
2556ἰδίως τῶν μισθῶν, οἰκονομίας, αἵτινες ἐπιζητοῦνται
2557καὶ ἐπὶ ἄλλων κλάδων. Βεβαίως φέρει καὶ ἐπουσιώδεις τι-
2558νὰς μεταβολὰς εἰς τὴν κειμένην νομοθεσίαν, καὶ ἐν πολλοῖς
2559λίαν ἐπιτυχεῖς· ἀλλὰ διότι περικόπτονται μισθοί, δὲν δύ-
2560ναται νὰ θεωρηθῇ, ὅσον παριστάνεται ἐπιζήμιον. Ὅλοι εἴ-
2561μεθα ὑπὲρ καλῶν μισθῶν. Μήπως καὶ πρὶν ψηφισθῇ ὁ νό-
2562μος τοῦ 1900 δὲν ἤμεθα πάντες ὑπὲρ αὐξήσεως τῶν μι-
2563σθῶν; Μήπως καὶ σήμερον δὲν ὑπάρχουσι πολλοὶ συνηγο-
2564ροῦντες ὑπὲρ νέας αὐξήσεως τῶν μισθῶν; Ἀλλ’ οὗτοι ἀγνο-
2565οῦσι βεβαίως τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους.
2566Ἐγὼ δὲν γνωρίζω μέσον λυσιτελέστερον δραστηρίας ἐργα-
2567σίας τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων συμ-
2568φερόντων ἀπὸ τὴν χορήγησιν ἐπαρκῶν μισθῶν καὶ τὴν διά-
2569θεσιν χρηματικῶν μέσων ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν πολιτικῆς
2570ἐν ταῖς στρατευομέναις ἐπαρχίαις ὑπὸ τῶν προξενικῶν ἡμῶν
2571ὑπαλλήλων καὶ τῶν πρέσβεων. Φρονῶ ὅτι περισσότερον
2572ἀπὸ τὰ φῶτα καὶ τὴν ἱκανότητα αὐτῶν χρησιμεύουσι τὰ
2573χρηματικὰ μέσα. Εἶναι χρησιμώτεροι εἰς τὰ ἐθνικὰ συμ-
2574φέροντα πρόξενοι ἢ πρέσβεις διαθέτοντας χιλιάδας τινὰς
2575δραχμῶν ἢ αἱ ἄλλαι αὐτῶν ἐνέργειαι ἐν Τουρκίᾳ. Διὰ τῶν
2576χρημάτων εὐκολώτερον λύονται ἢ ἐξομαλύνονται σπουδαῖαι
2577ὑποθέσεις. Οἱ πρόξενοι ἐν Τουρκίᾳ πρέπει νὰ δύνανται νὰ
2578ζῶσιν ἀνέτως καὶ ἀξιοπρεπῶς, νὰ δέχωνται ξένους καὶ
2579ὁμογενεῖς, ἐνίοτε νὰ δίδωσι καὶ γεύματα, νὰ προσφέρωσι
2580μπαξίσια, νὰ βοηθῶσιν ὁμοεθνεῖς· διότι οὕτω συντελοῦσι
2581μᾶλλον ὑπὲρ προστασίας τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων.
2582Δὲν εἶναι νέα πράγματα ταῦτα. Εἶναι πασίγνωστα, καὶ
2583δὲν ἦτο ἀνάγκη οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ
2584διηύθυνέ τις, οὔτε νῦν νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὸ ζήτημα, ἵνα μάθῃ
2585ὅσα ὁ ἔντιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ
2586Ζακύνθου ἐξέθηκαν. Ἀλλ’ ἐν γνώσει πάντων τούτων οὖσα
2587ἡ Κυβέρνησις, φρονεῖ ἐν τούτοις, ὅτι πρέπει νὰ προβῇ εἰς
2588μισθῶν περικοπὰς καὶ ἐν τῷ προξενικῷ κλάδῳ. Λόγῳ τῆς
2589κακῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως καὶ τοῦ ἀπροχωρή-
2590του, πέποιθα ὅτι δὲν ὑπάρχει τις καὶ ἐκ τῆς πλευρᾶς ταύ-
2591της (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ὁ ὁποῖος νὰ μὴ δέχηται,
2592ὅτι, ἐὰν συνέβαινε νὰ κυβερνᾷ τὸν τόπον καὶ σήμερον τοῦ
25931899 ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία σπατάλως καὶ ἀπερισκέπτως
2594ἕως πρὸ ὀλίγου ἐκυβέρνα, θὰ ἦτο ἠναγκασμένη, καὶ χωρὶς
2595νὰ θέλῃ, νὰ προβῇ εἰς μέτρα οἰκονομιῶν, ὧν πρώτισται
2596αἱ περικοπαὶ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων. Ἔχομεν τρεῖς
2597ἤδη προϋπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι κατέληξαν εἰς ἐλλείμματα·
2598εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. ἐκ
2599Κερκύρας Βουλευτοῦ θὰ ἐξηκολούθει καὶ τέταρτον καὶ πέμ-
2600πτον προϋπολογισμὸν νὰ συντάσσῃ, οὕτως ὥστε νὰ κατα-
2601λήξωσιν εἰς ἐλλείμματα; Ἴσως ἄλλας νὰ ἐποιεῖτο οἰκο-
2602νομίας, παρὰ ἐκείνας, ἃς προβάλλει ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνη-
2603σις, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ προβάλῃ τοιαύτας.
2604Ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ὅτι θὰ ἐπρο-
2605τίμα περικοπὴν τῶν μισθῶν ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κρά-
2606τους κατὰ 10%. Καὶ νομίζετε ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ εὕρισκεν
2607ἀντιρρήσεις; Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι, ἂν ἐλέγετε εἰς ὅλους τοὺς
2608ὑπαλλήλους ἐν Ἑλλάδι, οἱ ὁποῖοι τοσαῦτα, συγκριτικῶς
2609πρὸς τοὺς ἐν Τουρκίᾳ συναδέλφους των, φέρουσι βάρη ἀπὸ
2610τὴν μεγαλειτέραν φορολογίαν ἢ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συν-
2611αλλάγματος, ὅτι θέλετε περικόψει ἀδιακρίτως τοὺς μισθοὺς
2612αὐτῶν κατὰ 10%, δὲν ἤθελον εὕρει ἄδικον τὴν περικοπὴν
2613ταύτην, καὶ δὲν ἤθελον ἐγείρει σφοδρὰς ἀντιρρήσεις καὶ
2614παράπονα, ὅσα ἐγείρετε ὑμεῖς νῦν ὑπὲρ τῶν προξενικῶν
2615ὑπαλλήλων; Οἱ ἐν Τουρκίᾳ προξενικοὶ ὑπάλληλοι πληρό-
2616νουσι τὰ διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν πράγματα ἐπιβεβαρυμένα
2617μὲ εἰσαγωγικὸν δασμὸν μόνον 8%, ἐνῷ ὁ ἐν Ἑλλάδι ὑπάλ-
2618ληλος πληρόνει αὐτὰ βεβαρυμένα μὲ 20% καὶ 30%,
2619καὶ 100% ἐνίοτε. Ἂν ἐλαττοῖ τοὺς μισθοὺς τῶν ἐξωτε-
2620ρικῶν ὑπαλλήλων ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, αὕτη
2621βαρύνει ἐπίσης ὅλα τὰ εἴδη, ἅτινα ὁ ἐν Ἑλλάδι ὑπάλλη-
2622λος καταναλίσκει, ἀκόμη καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παράγονται
2623ἐν τῇ χώρᾳ, διότι καὶ τούτων ἡ τιμὴ κανονίζεται ἐπὶ τῇ
2624βάσει τῆς τιμῆς τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ὁμοίων εἰδῶν. Ἡ
2625θέσις λοιπὸν τῶν ἐν Ἑλλάδι ὑπαλλήλων εἶναι κατὰ τοῦτο
2626χειροτέρα τῆς τῶν ἐν Τουρκίᾳ.
2627Ἐρρήθη, διατὶ νὰ μὴ καταργήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2628Ἐξωτερικῶν τὰς Πρεσβείας; Ἀλλὰ μήπως δὲν ὑπάρχουσι
2629πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀνθίστανται κατὰ τοιαύτης οἰκονομίας, ὡς
2630ἐπιζημίου εἰς τὸ Κράτος; Μήπως δὲν ἔχομεν περιστάσεις,
2631καθ’ ἃς ὑπερίσχυσεν ἡ ἀντίθετος γνώμη καὶ ἐπανήχθησαν
2632αἱ τελευταῖαι; Μία ἐκ τῶν ἀσχημιῶν, τὰς ὁποίας ἐπαρου-
2633σίασε τὸ Κράτος ἡμῶν, εἶναι καὶ αὕτη, νὰ καταργῶμεν ἐπί
2634τινα χρόνον τὰς Πρεσβείας καὶ νὰ τὰς ἐπαναφέρωμεν μετ’
2635ὀλίγον. Φαντάζεσθε τὴν ἐντύπωσιν, ἣν παράγομεν εἰς τὰς
2636ξένας Κυβερνήσεις, σήμερον καταργοῦντες καὶ αὔριον ἐπανα-
2637φέροντες τὰς Πρεσβείας, ἐνῷ αἱ αὐταὶ οἰκονομικαὶ περι-
2638στάσεις ἐπικρατοῦν. Δὲν θὰ συνηγόρουν ὑπὲρ τῶν Πρεσβειῶν,
2639ἂν ἤμεθα πάντες σύμφωνοι καὶ ἀπεφασίζομεν νὰ ἐμμείνω-
2640μεν εἰς τὴν κατάργησιν αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθοῦσιν αἱ
2641δυσάρεστοι οἰκονομικαὶ περιστάσεις.
2642Ἂς μὴ κλαίωμεν λοιπὸν καὶ ὀδυρώμεθα, ὅτι θέλομεν κατα-
2643στρέψει διὰ τοῦ νομοσχεδίου οὐ μόνον τὸ Προξενικὸν Σῶμα,
2644ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνατεθειμένα αὐτῷ.
2645Εἶναι βεβαίως κακὸν αἱ περικοπαὶ, ἀλλ’ εἶναι προσωρινὸν κα-
2646κόν· δηλ. ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα ἐν ἐλλείμμασι, τὰ ὁποῖα ὀφεί-
2647λομεν νὰ φροντίσωμεν διὰ παντὸς μέσου νὰ καλύψωμεν.
2648Τοῦτο εἶναι τὸ συμφέρον πάντων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν,
2649ἑπομένως καὶ τῶν τῆς πλευρᾶς ταύτης (δεικνύει τὴν ἀρι-
2650στεράν). Εὐτύχημα δι’ αὐτὴν, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις,
2651προβαίνουσα εἰς αὐτὰς καὶ δυσαρεσκείας γεννῶσα εἰς μεγά-
2652λην ὁμάδα ὑπαλλήλων, ἐπαναφέρει τὰ πράγματα πρὸς τὸ
2653ἰσοζύγιον. Μετὰ τοιαύτην πολιτικὴν οἰκονομιῶν τῶν ἀντι-
2654πάλων τῆς ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐπανερχομένη μίαν ἡμέραν
2655εἰς τὴν ἐξουσίαν, θέλει εὕρει τὰ πράγματα πολὺ καλλίτερα.
2656Οἰκονομίας ὀφείλομεν νὰ φέρωμεν, καὶ ἐπειδὴ δυστυχῶς ἢ
2657εὐτυχῶς δὲν εἶσθε εἰς τὰ πράγματα, ὀφείλετε νὰ δεχθῆτε
2658τὰ τῶν οἰκονομιῶν μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα, εὑ-
2659ρισκομένη εἰς τὴν ἐξουσίαν, θεωρεῖ τὰ πρέποντα καὶ δυ-
2660νατά. Ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἶναί τι ἄτοπον. Ἂς προ-
2661τείνωσιν ἕτερα μέτρα οἰκονομιῶν, ἂν θέλωσιν· ἀλλ’ ἐνόσῳ
2662ἐπικρίνουσι μόνον, νομίζω ὅτι πράττουσί τι ἐπιβλαβὲς εἰς
2663τὸ Κράτος. Ἐπὶ τέλους ἂς καταψηφίσωσιν· ἀλλὰ ζητοῦντες
2664ἀναβολὴν, χωρὶς νὰ προτείνωσιν οὐδὲν, καὶ παρατείνοντες
2665ἀθεράπευτον τὴν κακὴν κατάστασιν, ἀναλαμβάνουσιν ἀπέ-
2666ναντι τῆς χώρας μεγάλας εὐθύνας. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ
2667μειονοψηφία ἐμποδίζει πᾶσαν ἐφαρμογὴν μέτρων οἰκονομι-
2668κῶν, δὲν γνωρίζομεν ποῦ τὸ Κράτος δύναται νὰ φθάσῃ. Τέ-
2669λος πάντων, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει μία πλειονοψηφία, ἡ ὁποία
2670ἔχει ἓν σύστημα οἰκονομικὸν, ὀφείλομεν ν’ ἀφήσωμεν αὐ-
2671τὴν νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸ, καὶ νὰ ἀναμείνωμεν. Ἑπομένως φρονῶ,
2672ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος πᾶσα πρότασις ἀναβολῆς τοῦ νο-
2673μοσχεδίου, καὶ ὀφείλομεν νὰ καταψηφίσωμεν αὐτήν.
2674§118Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν σκοπῶ ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα
2675εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, διότι νομίζω,
2676ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν λαβόντων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζή-
2677τησιν νομοσχεδίου ἐξέθεσε τοσοῦτον καλῶς καὶ ζωηρῶς τὰ
2678ἀποτελέσματα τῆς ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν, ὅσον ὁ κ. Δε-
2679ληγεώργης, καὶ ἑπομένως δὲν ἔλαβον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ-
2680τον τὸν λόγον. Ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως ἐπανορθώσω λάθος,
2681εἰς τὸ ὁποῖον περιέπεσεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς,
2682διότι ὁμιλῶν περὶ τῶν προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους διε-
2683χειρίσθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὑπεστήριξεν ὅτι οἱ προϋ-
2684πολογισμοὶ ἐκεῖνοι ἀφῆκαν ἐλλείμματα. Ἐγὼ γινώσκω, ὅτι
2685ἡ ὑπὸ τὴν προεδρείαν μου Κυβέρνησις διεχειρίσθη ἐπὶ 20
2686μῆνας τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, γινώσκω ὅτι διεχειρίσθη ὁλό-
2687κληρον τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 καὶ 11 μῆνας τῆς χρήσεως
2688τοῦ 1901. Ἡ χρῆσις τοῦ 1899 ἔληξε μὲ περίσσευμα ἀναμ-
2689φισβητήτως, ἡ χρῆσις τοῦ 1900 ἔληξε μὲ περίσσευμα ἀναμ-
2690φισβητήτως, ἡ χρῆσις τοῦ 1901 δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ λήξῃ,
2691διότι δὲν ὑπεβλήθη ἀκόμη ὁ ἀπολογισμὸς, ἀλλ’ ἔχω τὴν πε-
2692ποίθησιν, κρίνων ἐκ τῆς διαδηλώσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
2693δρίου, ὅτι καὶ ἡ χρῆσις αὕτη θὰ λήξῃ μὲ περίσσευμα, ἔστω
2694καὶ μικρότερον. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικοι αἱ αἰ-
2695τιάσεις τοῦ κυρίου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, καὶ ὅτι τὰ
2696παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα δὲν ἦσαν ἀκριβῆ.
2697§119Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰπὼν, κύριε Πρόεδρε, περὶ τριῶν
2698προϋπολογισμῶν μὲ ἐλλείμματα, ἐνόουν τοὺς προϋπολογι-
2699σμοὺς τοῦ 1900, τοῦ 1901 καὶ 1902. Περὶ αὐτῶν λέγω,
2700ὅτι κατέληξαν καὶ θέλουσι καταλήξει εἰς ἐλλείμματα. Βε-
2701βαίως πρέπει νὰ συνυπολογισθῶσι καὶ αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι
2702ἐγένοντο ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ αἵτινες βαρύνουσι
2703τὴν χρῆσιν αὐτοῦ, ὡς εἶναι αἱ προκαταβολαὶ ὑπὲρ τῆς δημο-
2704τικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἄλλα. Πᾶσαι αὗται βαρύνουσι τοὺς
2705διαχειρισθέντας τὰ δημόσια. Δὲν ἐννοῶ διὰ τούτου νὰ μεμ-
2706φθῶ τὸν ἔντιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτήν. Θεωρῶ ὅτι ἡ μέ-
2707θοδος τοῦ διοικεῖν καὶ διατηρεῖν τὴν ἐξουσίαν διὰ τῶν με-
2708γάλων δαπανῶν, ἣν αὐτὸς ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ κυβερνῶν,
2709καὶ χάριν τῆς ὁποίας ἐνομοθέτησε τὰ γνωστὰ μεταρρυθμι-
2710στικὰ μέτρα, ἅτινα ἢ ἐντελῶς ἀπέτυχον ἢ ἐλλείψει χρημά-
2711των ἔμειναν ἀνεφάρμοστα, ἐγένετο παραίτιος τῶν ἐλλειμ-
2712μάτων.
2713§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ
2714ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. Κατὰ τὸ ἄρθρον
271536 τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ μετὰ τὴν ἐπι-
2716ψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἢ καὶ πρὸ αὐτῆς. Παρα-
2717καλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου νὰ ὁρίσῃ, ἐὰν θέλει νὰ
2718προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως περὶ παραπομπῆς
2719τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς ἀρχῆς
2720ἢ μετ’ αὐτήν.
2721§121ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πρὸ τῆς ἀρχῆς.
2722§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραπο-
2723μπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν λέγουσι
2724Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2725(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
2726τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν
2727Κ. Ἀργασάρη Λομβάρδου καὶ Θ. Λέκα, κατὰ τὸ ἑπό-
2728μενον πρωτόκολλον).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2729Λέων Μελᾶς ΟΚωνστ. Γ. Καραπάνος Ο
2730Στέργιος Μ. Καρανίκας ΟἸωάν Γ. Καραπάνος Ο
2731Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης Ο
2732Κ. Ἀσημακόπουλος ΟΚωνστ. Β. Κοττίκας
2733Εὐάγγ. Καναβαριώτης ΟΔημήτριος Γ. Ράλλης Ο
2734Γεώργιος Μπαλτατζῆς Ἀλέξανδρος Γ. Σκουζὲς Ο
2735Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΟΚωνστ. Σμολένσκης
2736Δημ. Γ. Μωραΐτης Νικόλαος Λεβίδης Ν
2737Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ἀθαν. Δ. Μουτσόπουλος Ο
2738Γεώργιος Πολυγένης ΟἈντώνιος Ζυγομαλᾶς Ο
2739Γεώργιος Καρπετόπουλος ΟΚυριάκος Λιγυνὸς Ο
2740Ἰωάννης Ζωγράφος Λάμπρος Καλλιφρονᾶς Ο
2741Ἀνδρέας Ψύλλας ΟἸωάννης Δαμηλάτης Ο
2742Νικόλαος Γουναράκης Κωνσταντ. Ι. Φλέσσας
2743Θεόδωρος Λέκας ΟἨλίας Π. Μαυρομιχάλης
2744Ἰσίδωρος Κολιάτσος ΟΚίμων Βελλίνης
2745Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΟΙ. Καφταντζόγλου
2746Νικόλαος Α. Στρᾶτος Ι. Παλάσκας
2747Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Δ. Τερτίπης Ν
2748Κωνστ. Τοπάλης Ι. Καζαμπάκας
2749Φίλιππος Γιαννακόπουλος Ἀπ. Βασιαρδάνης
2750Νικόλ. Σταματιάδης Κ. Ζωγλοπίτης Ο
2751Δημ. Καρακίτης Νικόλαος Μπαλάφας
2752Κωνστ. Φιλιππίδης Νικόλαος Σταματιάδης Ο
2753Ἀντών. Καρτάλης Μιχαὴλ Στεφανίδης Ο
2754Νικόλ. Γουλιμῆς ΝΝικόλαος Νικολαΐδης Ν
2755Κωνστ. Γρίβας Θεμιστοκλῆς Κόλλιας Ο
2756Κωνστ. Παπανικολῆς Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων
2757Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟἸωάννης Κ. Ρώτας Ο
2758Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης ΟΓεώργιος Ν. Θεοτόκης Ν
2759Περικλῆς Ἀλεξάκης ΟΜιχαὴλ Ν. Θεοτόκης
2760Παναγ. Ταμπακόπουλος ΟΝικόλαος Σ. Μαρκέτης
2761Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΟἈλκίνοος Σ. Ζερβὸς
2762Χαρίλαος Τζαννετάκης ΟΓουλιέλμος Ι. Σκάρπας
2763Γεώργ. Πετροπουλάκης Σπυρίδων Α. Ἀγάθος
2764Μιχαὴλ Φωτιάδης Περικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος
2765Βασίλ. Μαστραπᾶς Ἠλίας Α. Πολίτης
2766Κωνστ. Α. Λιδωρίκης Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης Ο
2767Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος ΟΠαναγιώτης Δ. Πετρίδης Ο
2768Μιχαὴλ Ι. Στελλάκης Ἀθανάσιος Α. Γκράβας Ο
2769Γεώργ. Π. Καπιτσίνης Ἀναστ. Στυμφαλιάδης
2770Πάϊκος Λ. Ρίτσος ΟἈπόστολος Σ. Ζούζουλας Ο
2771Σταμάτιος Μήτσας Κωνστ. Β. Χριστόπουλος
2772Δημ. Τσιτσάρας ΟἌθως Ι. Ρωμᾶνος Ν
2773Δημ. Χατζόπουλος Διονύσιος Π. Βενιεράτος
2774Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Κωνσταν. Α. Γεράκης
2775Ἰωάννης Σερπᾶνος ΟΔημήτριος Β. Τραυλὸς
2776Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΝΣπυρίδων Ε. Στάης Ν
2777Ἀλέξ. Σπ. Ρώμας Διονύσιος Καλούτσης
2778Γ. Ι. Μελισσηνὸς ΟΝικόλαος Τσοῦχλος
2779Διονύσιος Π. Στεφάνου ΝΠ. Σπυράκης Ο
2780Χρ. Ι. Στεφανόπουλος Ἰωάννης Καλούτσης Ο
2781Ἀνδρ. Ι. Στεφανόπουλος Χαράλαμπος Βοζίκης
2782Ἰωάνν. Ν. Σισίνης Γεώργ. Α. Μαυρομιχάλης Ο
2783Ἀνδρ. Δ. Σπηλιάδης Ἰωάν. Π. Μελετόπουλος Ο
2784Διον. Π. Παυλόπουλος ΟΠέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης
2785Ἰωάν. Θ. Ψημένος ΟΣτέφανος Κοπανίτσας
2786Γ. Λ. Κρεστενίτης ΟΓεώργιος Δ. Φικιώρης
2787Δημοσθ. Γ. Δόγκας Ἰωάννης Φίλιος
2788Ν. Δαούτης ΟΚωνσταντ. Καρακίτης
2789Ἰωάνν. Κόλλιας ΟἸωάννης Γιαννακίτσας
2790Λουκᾶς Γ. Μπέλλος Νικόλαος Μπουφίδης Ν
2791Χριστόφ. Ι. Ἀσιμῆς ΟἸωάννης Γ. Λάππας Ο
2792Πέτρος Ν. Δελένδας ΟΠερικλῆς Σ. Βαλαωρίτης
2793Β. Μαρκεζίνης Γεώργιος Ι. Σκληρὸς Ο
2794Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς Εὐάγγ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Ο
2795Γεώργιος Ν. Καλλίνικος ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
2796Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς
2797Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης Γκίκας Μάστορης Ο
2798Ἀλέξανδρος Φωτήλας Ἰω. Μπακόπουλος
2799Γεώρ. Χ. Παπαδημητρίου ΟΝικόλ. Τριανταφυλλᾶκος
2800Βασιλάκης Κ. Γιαννουσίου ΟΚωνστ. Κωνσταντόπουλος
2801Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Παναγ. Παπαναστασίου Ο
2802Κωνσταν. Κρίτσας Παναγιώτης Μανέτας Ο
2803Ἀθ. Πετρόπουλος ΟΝικόλαος Α. Μισυρλῆς
2804Ἀθ. Ζέρβας ΟΝικόλ. Δ. Ραφτόπουλος Ο
2805Γεώρ. Ἀναστασόπουλος Ἰωάννης Α. Βρυώνης Ο
2806Γεώργ. Νικολαΐδης ΟἸωάννης Γ. Α. ΓεωργιάδηςΟ
2807Κωνσταντῖνος Τρικούπης Νικόλαος Γ. Λεωνίδας
2808Λεωνίδας Δεληγεώργης ΟΔιομήδης Ν. Κυριακὸς Ο
2809Περικλῆς Μποῦτος Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης
2810Παναγ. Δ. Μερλόπουλος ΟΣταμ. Δ. Βαφειαδάκης
2811Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Κωνστ. Α. Τσιροπινᾶς
2812Ἰωάννης Νικολαΐδης Ἐμμαν. Ε. Λαδόπουλος
2813Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης Ἀντώνιος Π. Βιτάλης Ο
2814Ἀριστομένης Προβελέγγιος ΟἸωάννης Ν. Σιγάλας Ο
2815Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης Κάρολος Μ. Βιτάλης Ο
2816Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος ΟΚ. Εὐθ. Χατζηπέτρος
2817Νικόλαος Κ. Κρίσπης ΝΣωτ. Ι. Χατζηγάκης Ο
2818Δημήτριος Ι. Φαρμάκης Γεώργιος Ραδινὸς
2819Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος ΟἈπόστολος Ζάππας
2820Ἰωάννης Καναβὸς Ἠλίας Μπασδέκης Ο
2821Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος ΟΣπυρίδων Γεωργόπουλος Ο
2822Νικόλ. Κ. Φαρμακόπουλος ΟἈνδρέας Ι. Κεφαλᾶς
2823Κωνσταντ. Χριστοδούλου Εὐστάθιος Κοκκέβης
2824Ἀθανάσιος Α. Πετσάλης ΟἈλέξ. Δ. Πονηρόπουλος
2825Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Δ. Ἀναστασόπουλος Ο
2826Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ἀθ. Νικολίτσας Ο
2827Κυριακ. Λ. Μαυρομιχάλης ΟἈλέξ. Στάϊκος Ο
2828Φώτιος Π. Μοσχούλας Γεώργιος Κορυζῆς Ο
2829Νικόλαος Α. Παπαλέξης ΝΘεόδωρος Λυμπρίτης
2830Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος ΟΛεων. Λαπαθιώτης Ν
2831Ἀνδρέας Μονοκροῦσος ΟΠαντελῆς Π. Γκίκας Ο
2832Νικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Ν
2833Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης ΟΝικόλαος Μ. Τσαμαδός
2834Ἀνάργυρος Σιμόπουλος Νικόλαος Πλατσῆς
2835Ἰωάννης Δελμοῦζος Ν. Χατζῖσκος
2836Δημήτριος Π. Νίκας Χαρ. Εὐταξίας Ο
2837Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος ΟΚ. Δεδούσης
2838Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς ΟΚομνᾶς Τράκας Ο
2839Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης ΟΝ. Κοντογιάννης Ο
2840Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος Μιχαὴλ Κακαρᾶς
2841Κωνσταντῖνος Γκότσης ΟΒασίλειος Βουδούρης
2842Δημήτριος Π. Γούναρης ΝΓεώργιος Ἀβέρωφ Ο
2843Δ. Ἀνδρικόπ. ἢ Μπουκαούρης Νικόλ. Καλογερόπουλος
2844Γεώργ. Ράλλης Νικόλαος Μαμούνης Ο
2845Παναγιώτης Π. Σάκκης ΟἸωάν. Θ. Βρατσάνος Ο
2846§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 120. Ἐκ τούτων 15
2847εἶπον Ναὶ, καὶ 105 Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη.
2848Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευ-
2849τέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρον-
2850ται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2851(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
2852ἄρθρα 1–8 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως).
2853§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
2854§125ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
2855ρικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον 9 ἔχω μίαν τροπολογίαν.
2856§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τῶν κυρίων Μανέτα
2857καὶ Ψύλλα: «Εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ νόμου
2858ΒΨΗʹ προστίθενται τὰ ἑξῆς: «ἢ ὁ διατελέσας εἰς ἄμισθον
2859προξενικὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ 10 ἔτη, ἐξ ὧν τὰ 8 ἐν Τουρκίᾳ.»
2860§127ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ὑπάγεται αὐτοῦ ἡ τροπολογία αὕτη,
2861κύριε Πρόεδρε.
2862Ἡ ἰδική μου τροπολογία εἶναι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9.
2863§128ΡΩΜΑΝΟΣ. Ποία εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ ἄρθρου 9;
2864§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 ὑπάρχει τροπολογία
2865τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, προτείνοντος νὰ προσ-
2866τεθῇ δευτέρα παράγραφος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς:
2867«Ἐκ δὲ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 99, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ
2868ἄρθρου 34 τοῦ ͵ΒΨΗʹ νόμου, τὸ ἐν Γαλαζίῳ Προξενεῖον
2869προάγεται εἰς Γενικὸν Προξενεῖον.»
2870Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξω-
2871τερικῶν.
2872Οἱ δὲ βουλευταὶ κ. κ. Π. Μανέτας καὶ Α. Ψύλλας ὑπο-
2873βάλλουσι τροπολογίαν, καθ’ ἣν προστίθεται: «ἢ ὁ διατε-
2874λέσας εἰς ἄμισθον προξενικὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ 10 ἔτη, ἐξ ὧν
2875τὰ 8 ἐν Τουρκίᾳ.»
2876§130Π. ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὄχι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9, κύριε Πρόεδρε...
2877Ἀλλὰ θὰ ψηφισθῶσιν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγνωσιν αἱ τροπο-
2878λογίαι;
2879§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
2880§132ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν εἶδον τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μανέτα.
2881§133ΜΑΝΕΤΑΣ. Εἶναι τυπωμένη. Ἡ τροπολογία μας τρο-
2882ποποιεῖ τὸ ἄρθρον 25 τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 9
2883τοῦ νομοσχεδίου τροποποιεῖ τὸ ἄρθρον 29· ἑπομένως πρέπει
2884νὰ προηγηθῇ ἡ τροπολογία μας.
2885§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τί ἀναγράφει ἡ τροπολογία;
2886§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἑξῆς: «Εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου
288725 τοῦ νόμου ͵ΒΨΗʹ προστίθενται τὰ ἑξῆς: «ἢ ὁ διατε-
2888λέσας εἰς ἄμισθον προξενικὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ 10 ἔτη, ἐξ ὧν
2889τὰ 8 ἐν Τουρκίᾳ.»
2890§136ΔΑΟΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει καὶ τροπολογία
2891ἰδική μου εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν. Νὰ ψηφισθῇ.
2892§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν βλέπω ἐδῶ.
2893§138ΔΑΟΥΤΗΣ. Χθὲς τὴν ὑπέβαλον.
2894§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ τροπο-
2895λογίαι τῶν κ. κ. Μανέτα καὶ Δαούτη δύνανται ν’ ἀναγνω-
2896σθῶσιν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
2897§140ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὑποβάλετέ τας ὅλας μαζή· διότι ἐγὼ δὲν
2898ἔχω γνῶσιν αὐτῶν.
2899§141ΜΑΝΕΤΑΣ. Εἶναι τυπωμένη ἡ ἰδική μας καὶ διανεμημένη.
2900§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αἱ τροπολογίαι τῶν κυρίων Βου-
2901λευτῶν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
2902§143ΣΑΚΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω καὶ ἐγὼ σχετικὴν τρο-
2903πολογίαν, ἀφορῶσαν ὅμως ἐντελῶς διάφορον τρόπον. Εἶναι
2904τυπωμένη μάλιστα.
2905§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
2906§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σάκκης ἔχει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ
2907ἄρθρου 19.
2908§146ΣΑΚΚΗΣ. Ὡς προσθήκην ἄρθρου 19.
2909§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 19.
2910Ἀλλὰ δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου
2911Δαούτη.
2912§148ΔΑΟΥΤΗΣ. Χθὲς τὴν κατέθεσα.
2913§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν καταθέσατε; Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν
2914κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
2915Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν τοῦ κ.
2916Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
2917(Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2918Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, παρα-
2919καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
2920Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2921(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
2922ἄρθρα 10–18 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
2923§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται).
2924Ὁ βουλευτὴς κ. Στελλάκης προτείνει τροπολογίαν, δηλ.
2925προσθήκην ἄρθρων 19, 20, 21, 22, 23 καὶ 24.
2926§151ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
2927ρικῶν). Ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Στελλάκη ὡς ἄρθρον 19
2928εἶναι πραγματικῶς τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τὴν παραδέχομαι.
2929§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλα ἄρθρα, 20, 21, 22, 23
2930καὶ 24. Ἐὰν θέλητε, διατυπώσατέ τα, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν
2931κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
2932§153ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 23 τὸ ἔγραψα μόνον
2933ὅπως δώσω ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ
2934θέμα. Βεβαίως εἶναι ὀλίγον τολμηρὸν, καὶ δὲν ἐπιμένω.
2935§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Στελλάκη, ἡ προ-
2936τεινομένη εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου 19, ἔχει ὡς ἑξῆς:
2937«Τὸ ἄρθρον 131 τοῦ προξενικοῦ νόμου, ὡς ἐτροποποιήθη
2938διὰ τοῦ νόμου ᾼΠΟΕʹ, τροποποιεῖται εἰς τὸ πρῶτον αὐτοῦ
2939μέρος ὡς ἑξῆς:
2940«Οἱ γενικοὶ πρόξενοι, πρόξενοι καὶ ὑποπρόξενοι μόνοι
2941καὶ ἀνεκκλήτως ἀποφασίζουσι κατὰ τὰ ἀνωτέρω περὶ πάσης
2942διαφορᾶς, ἧς τὸ ἀντικείμενον, δὲν ὑπερβαίνει τὴν ἀξίαν
2943χιλίων δραχμῶν.»
2944Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην ὡς ἄρθρον
294519 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισ-
2946σότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2947Τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνει τὴν θέσιν ἄρ-
2948θρου 20.
2949§155ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
2950ρικῶν). Προτείνω νὰ ψηφισθῇ ὡς ἄρθρον 20 τὸ ἑξῆς (ἀνα-
2951γινώσκει):
2952«Ἀπόντα ἢ κωλυόμενόν τινα τούτων, ἢ κενῆς οὔσης τῆς
2953θέσεως αὐτοῦ, ἀναπληροῖ ὁ γεν. πρόξενος ἢ ὁ νόμιμος αὐ-
2954τοῦ ἀναπληρωτής. Ἐν τῇ περιπτώσει ὅμως ταύτῃ δὲν δύ-
2955ναται οὗτος νὰ ἐκπληροῖ συνάμα καὶ χρέη Εἰσαγγελέως,
2956ἅτινα τότε ἀνατίθενται ὑπὸ τῆς Προξενικῆς Ἀρχῆς, ἐν
2957συνεννοήσει μετὰ τοῦ προϊσταμένου τοῦ Δικαστηρίου, εἰς
2958τινα τῶν Ἑλλήνων δικηγόρων ἐκ τῶν ἐν τῷ κατὰ τὸ ἄρθρον
2959132 καταλόγῳ.»
2960§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 20 τοῦ κ.
2961Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
2962περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2963Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Στελλάκη περὶ προσθήκης
2964ἄρθρου 21, ἔχουσα ὡς ἑξῆς:
2965«Τὰ ἐδάφια δʹ καὶ εʹ τοῦ ἄρθρου 142 τοῦ ΧΝϚʹ νόμου,
2966ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ᾼΠΟΕʹ νόμου, μεταρρυθμίζονται
2967ὡς ἑξῆς:
2968«Αἱ ἐκτὸς τῆς ἕδρας τῶν εἰρημένων προξενικῶν δικα-
2969στηρίων, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς δικαστικῆς περιφερείας αὐτῶν
2970ἑδρεύουσαι προξενικαὶ ἀρχαὶ διατηροῦσι πᾶσαν τὴν ὑπὸ τοῦ
2971νόμου τούτου ἀπονεμομένην εἰς τὰς προξενικὰς ἀρχὰς, τὰς
2972ἐκτὸς τῆς περιφερείας τῶν τριῶν προξενικῶν δικαστηρίων,
2973δικαιοδοσίαν, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἐπὶ πτωχεύ-
2974σεων, περιοριζομένης ὅμως τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 131 τοῦ
2975ΧΝϚʹ νόμου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ ᾼΠΟΕʹ, δικαιοδο-
2976σίας αὐτῶν ἀνεκκλήτως μὲν μέχρι ποσοῦ 1000 δραχμῶν,
2977ἐκκλητῶς δὲ μέχρι ποσοῦ 5000 δραχμῶν.
2978«Αἱ πρὸ τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως ταύτης ἐκκρεμεῖς δί-
2979και θέλουσιν ἐξακολουθήσει διεξαγόμεναι μέχρις ἀποπερα-
2980τώσεως αὐτῶν παρ’ οἷς διατελοῦσι δικαστηρίοις.»
2981§157ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
2982ρικῶν). Τὴν παραδέχομαι.
2983§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν
2984τροπολογίαν ὡς ἄρθρον 21 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν
2985(Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2986Ἔχομεν καὶ ἄρθρον 22 τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Στελ-
2987λάκη (ἀναγινώσκεται). Τὸ τροποποιεῖτε, κ. Ὑπουργέ;
2988§159ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
2989ρικῶν). Μάλιστα. Τὸ τροποποιοῦμεν ὡς ἑξῆς:
2990Ἄρθρον 22. «Τῷ Δικαστηρίῳ ἀπόκειται νὰ διατάξῃ, ἢ
2991μὴ, ἀπόδειξιν περὶ διατάξεων ἀλλοδαποῦ νόμου, ἢ μετά-
2992φρασιν ἐγγράφου, μὴ γεγραμμένου ἑλληνιστί.
2993«Διατασσομένης μεταφράσεως ἐγγράφου, ἀνατίθεται
2994αὕτη ἢ εἰς ἔμμισθον διερμηνέα, παρ’ αἷς Προξενικαῖς ἀρ-
2995χαῖς ὑπάρχει τοιοῦτος, ἢ εἰς ἕνα ἢ πλείονας πραγματογνώ-
2996μονας, ἐπὶ ἀποζημιώσει δι’ ἕκαστον φύλλον τῆς ἑλληνι-
2997κῆς μεταφράσεως δραχ. ἕξ (6), καταβαλλομένων ὑπὸ τοῦ
2998ἐπισπεύδοντος διαδίκου, τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ προϊσταμένου
2999τῆς Προξενικῆς ἀρχῆς, μετὰ τὴν ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ Δι-
3000καστηρίου ὁρισθείσης προθεσμίας, κατάθεσιν τῶν μεταφρα-
3001σθέντων ἐγγράφων.
3002«Ἡ οὕτω γενομένη μετάφρασις ἐπέχει τὴν κατὰ τὰς
3003διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας δικαστικὴν μετάφρα-
3004σιν τῶν εἰς ξένην γλῶσσαν συντεταγμένων ἐγγράφων.
3005«Οἱ πραγματογνώμονες δίδουσι κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρ-
3006θρου 157 τὸν ὑπ’ αὐτοῦ ὁριζόμενον ὅρκον. Ὡς πρὸς τοὺς
3007διερμηνεῖς ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 164.
3008«Ἑκάστον φύλλον τῆς ἑλληνικῆς μεταφράσεως ὑπόκει-
3009ται εἰς τέλος δραχ. ὀκτώ.»
3010§160Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ προσθέσω τι. Ἡ προσ-
3011θήκη τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ κύριον λόγον ἔχει τὴν μὴ παρέλ-
3012κυσιν τῶν δικῶν καὶ τὴν ἀποφυγὴν ὑπερόγκων δαπανῶν.
3013Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, θὰ
3014διανεμηθῇ καὶ θὰ τὴν μελετήσωμεν. Εἰς τὸ ἄρθρον 22
3015προσθέτω τὰ ἑξῆς:
3016«Ἡ μετάφρασις τῶν ἐγγράφων τούτων δύναται νὰ γείνῃ
3017καὶ παρὰ τῶν γενικῶν προξένων, προξένων ἢ ὑποπροξένων,
3018ἢ δι’ ἑνὸς πραγματογνώμονος, παρ’ αὐτῶν διοριζομένου ἐπὶ
3019ἀποζημιώσει κλπ.»
3020§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τὴν διατυπώσητε ἐγγράφως.
3021§162ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Μάλιστα.
3022§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 22, ὡς ἐτρο-
3023ποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακα-
3024λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
3025Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3026Τὸ ἄρθρον 23 τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Στελλάκη δια-
3027γράφεται.
3028Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 19 τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου λαμ-
3029βάνει τὴν θέσιν ἄρθρου 23 (ἀναγινώσκεται).
3030Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 23
3031παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότε-
3032ροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3033Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου;
3034Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέ-
3035ραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται
3036οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3037Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα
3038Παράρτημα, ἀριθ. 17).
3039Εἶναι καὶ δύο νομοσχέδια ὑπηρεσιακὰ τοῦ Ὑπουργείου
3040τῆς Δικαιοσύνης.
3041Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐκ νέου ἐγ-
3042γραφῆς ὑποθηκῶν, μεταγραφῶν κλπ. τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν
3043τοῖς καταστραφεῖσι βιβλίοις τῶν Ὑποθηκοφυλακείων δήμων
3044τινῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν δήμων Φαλάρων καὶ Σα-
3045μαίων».
3046(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρ-
3047θρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
3048§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
3049ἰσχύος καὶ διὰ τὸ ἔτος 1904 τοῦ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῶν
3050Πρωτοδικῶν Παρνασσίδος ἐν ἔτει 1902 κηρυχθέντος ὁριστι-
3051κοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων».
3052(Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον,
3053ἄνευ ἀντιρρήσεως).
3054Εἶναι καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως με-
3055ταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς, Ἀθηνῶν,
3056Ἰονικῆς καὶ Σταφιδικῆς. Διενεμήθη ἤδη. Ὑπάρχει ἀντίρ-
3057ρησις, ὅπως ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν;
3058§165ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
3059§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
3060κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν Τραπε-
3061ζῶν Ἐθνικῆς τῆς Ἑλλάδος, Ἀθηνῶν, Ἰονικῆς καὶ Σταφι-
3062δικῆς τῆς Ἑλλάδος».
3063(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ
3064ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται
3065δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3).
3066§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4. (ἀναγινώσκεται).
3067§168Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διατὶ ἀναγράφεται ἐν τῷ νόμῳ ἡ
3068διάταξις τοῦ ἄρθρου 4, καθ’ ἣν ἀναβάλλεται ἡ γενικὴ συνέ-
3069λευσις τῶν μετόχων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης;
3070§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγράφε-
3071ται ἡ διάταξις αὕτη, διότι οἱ Διευθυνταὶ τῶν Τραπεζῶν
3072ἀπῄτησαν τὴν ἀναγραφὴν αὐτῆς, διότι οὗτοι, συνεργασθέν-
3073τες μετὰ τοῦ νῦν Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης,
3074ἐσχημάτισαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοῦτο κατενόησεν ἐντελῶς
3075τὰ ζητήματα, καὶ ὅτι ἡ συνεργασία μετὰ τούτου θέλει συν-
3076τελέσει εἰς τὴν ἀσφαλεστέραν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τῆς συμ-
3077βάσεως.
3078§170Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ
3079δημοσιεύσῃ τὸν ψηφισθέντα νόμον, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει
3080τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως;
3081§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως
3082σκεπτόμεθα· δὲν προέβημεν δὲ εἰσέτι εἰς τὴν δημοσίευσιν
3083αὐτοῦ, διότι ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας παρα-
3084στάσεις.
3085§172Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ἐνόησα καλῶς τὰ λεχθέντα προ-
3086χθὲς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐφάνη
3087ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐγένοντο
3088παραστάσεις ἐκ μέρους τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας ὡς
3089πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ παρακρατήματος. Ἀλλ’ ὁ πρεσβευτὴς
3090τῆς Ἀγγλίας εἶπεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ
3091Κυβέρνησις δὲν θέλει προβῆ εἰς κανὲν μέτρον πρὶν ἢ συν-
3092τελεσθῇ τὸ γεγονὸς, τὸ προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου τοῦ
3093ἐπιτρέποντος ὅπως τὸ παρακράτημα ὁρισθῇ εἰς 24%
3094ἐπειδὴ δ’ ἐγένετο δεκτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅπως τὸ ποσὸν
3095τοῦ παρακρατήματος προσδιορίζηται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως,
3096ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει δυσκολίαν ἐκ τοῦ νό-
3097μου τούτου, θέλει ὅμως καταγγείλει τὴν σύμβασιν, ἐὰν ἡ
3098Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ὁρίσει τὸ παρακράτημα εἰς 24%.
3099Ἐὰν λοιπὸν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
3100εἶναι ὡς ἐγὼ ἀντελήφθην αὐτὰ, δὲν νομίζω ὅτι ταῦτα συμφω-
3101νοῦσι πρὸς ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε τὴν ἑσπέραν ταύτην.
3102§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἔχω-
3103σιν οὕτω τὰ λεχθέντα μεταξὺ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας
3104καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε
3105κώλυμα νὰ εἰσαγάγωμεν νομοσχέδιον.
3106§174Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ λέγω. Ἐγὼ οὕτως ἀντελήφθην
3107τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ
3108τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν.
3109§175ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
3110ρικῶν). Βεβαίως αὐτὸ εἶναι ἀκριβές. Ὅπως εἶπον προχθὲς
3111εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας μοὶ ἔκαμε
3112τὰς παραστάσεις περὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παρακρατήματος,
3113τὸν ἠρώτησα, ἐὰν ὁ ὁρισμὸς τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παρακρατή-
3114ματος ἐν τῷ νόμῳ εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῶν παραστάσεών
3115του, ἢ ἡ πραγματοποίησις αὐτοῦ. Ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας
3116μοὶ ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς: «Καθαρῶς ἐξήγησα εἰς τὴν Κυ-
3117βέρνησίν μου, ὅτι ὁ ὁρισμὸς τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παρακρατή-
3118ματος ἀφέθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἑπομένως ἡμεῖς τὸ πραγ-
3119ματικὸν γεγονὸς θέλομεν θεωρήσει τοιοῦτον, ὅταν συντελε-
3120σθῇ.»
3121§176Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἑπομένως δὲν θὰ φέρῃ δυσκολίαν
3122πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ, ὅτι τὸ ποσοστὸν τοῦ παρα-
3123κρατήματος θὰ ἦναι 24%.
3124§177ΣΚΟΥΖΕΣ. Οὕτω φαίνεται.
3125(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον
3126τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
3127§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον θέ-
3128λει ἀναγραφῆ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τὸ νομοσχέδιον περὶ
3129κυρώσεως τῆς συμβάσεως ταύτης εἰς δευτέραν συζήτησιν·
3130κατόπιν τὰ ὑπ’ ἀριθ. 3 καὶ 4 ὑπηρεσιακὰ νομοσχέδια τοῦ
3131Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν· κατόπιν
3132τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου
3133περὶ τηλεγραφικῆς, ταχυδρομικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρε-
3134σίας». Ἔπειτα ἔρχεται ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου
3135«περὶ τοῦ ἐνοικίου τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει καταστήμα-
3136τος τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας»· κατόπιν τὸ «περὶ καταρ-
3137γήσεως τοῦ νόμου περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν»,
3138καὶ τὰ ἄλλα κατὰ σειράν.
3139(Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 2 μετὰ τὸ μεσονύ-
3140κτιον.)