Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΣΤ · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 4

1903.06.07

3.820 στίχοι · 29.351 λέξεις · 2 πίνακες · 251 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1903.06.07
Προεδρεία
Δ. Γ. ΡΑΛΛΗ & Ν. ΛΕΩΝΙΔΑ
Περίοδος
ΙΣΤ
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1903)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4

Τῆς 7 Ἰουνίου 1903.

(Σάββατον).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ πιλοποιοὶ ὑποβάλλουσι παράπονα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῶν πιλημάτων πρὸς κατασκευὴν πίλων, προβάλλοντες ὅτι διὰ τούτου 2500 ἐργάται, ἐργαζόμενοι εἰς τὰ νῦν ὑπάρχοντα ἐργοστάσια, θέλουσιν ἐκλείψει. Ὁ Γ. Ν. Οἰκονομόπουλος, κάτοικος Μεθώνης, ἐξ ὀνόματος πολλῶν συμπολιτῶν του ὑποβάλλει παράπονα διὰ τὴν πλημμελῆ λειτουργίαν τῆς ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας Μεθώνης. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.

§2ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλοτριώσεως οἰκοπέδων τῆς λεωφόρου Συγγροῦ, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαχθῆ, νομίζω, καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ὡς γνωστὸν, ἡ λεωφόρος Συγγροῦ διαιρεῖται εἰς τρία τμήματα, ἐξ ὧν τὸ πρῶτον ἔχει πλάτος 40 μέτρων, τὸ δεύτερον 30 καὶ τὸ τρίτον 25 μέτρων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ τὸ τμῆμα τὸ ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 8).

§4ΙΣΙΔ. ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Καὶ πρὸς ἡμᾶς, κύριε Πρόεδρε, εἶχεν ἀποσταλῆ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου, οἱ ὁποῖοι παρεπονοῦντο κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διαχειριστικῆς τῆς περιουσίας τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, ὅτι δὲν ἠθέλησεν αὕτη ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας διὰ τὴν κατάληψιν τῶν οἰκοπέδων ἐκείνων, ἅτινα ἦσαν ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. Τὸ παράπονον τῶν κατοίκων ἦτο δικαιότατον, διότι ἐπρόκειτο περὶ καθαρῶς ἰδιωτικῆς ὁδοῦ, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ περὶ ὁδοποιΐας διατάξεις. Ἤδη ὁ κύριος Ὑπουργὸς προέλαβε καὶ κατέθηκε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαλλοτριοῦνται αὐτὰ τὰ οἰκόπεδα, καὶ ἀποζημιοῦνται οἱ ἰδιοκτῆται. Ἐπὶ τούτῳ ἐκφράζω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τὰς εὐχαριστίας τῶν κατοίκων ἐκείνων, τῶν ὁποίων κατελήφθησαν τὰ οἰκόπεδα.

§5Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ μέρους ἐπίσης τῶν αὐτῶν συμπολιτῶν, τῶν ὁποίων τὰ οἰκόπεδα κατελήφθησαν κατὰ τὴν κατασκευὴν τῆς λεωφόρου Συγγροῦ, ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐκφράσω τὴν αὐτὴν βαθεῖαν εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου.

§6ΒΟΖΙΚΗΣ. Τί λέγει τὸ νομοσχέδιον;

§7Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἦτο δικαιότατον νὰ ὑποβληθῇ.

§8ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρομεν. Εἶναι ἄξιον συγχαρητηρίων;

§9Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄξιον, κύριε συνάδελφε, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχητε καμμίαν ἀνησυχίαν, οὔτε ἀμφιβολίαν. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Πρὸς κατασκευὴν τῆς λεωφόρου Συγγροῦ κατελήφθησαν οἰκόπεδα ἀνήκοντα εἰς ἰδιώτας. Τὸ τμῆμα τῶν γηπέδων, τὸ εὑρισκόμενον ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ἐκρίθη ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποζημιωθῇ παρὰ τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς. Τοῦτο ἦτο ἄδικον, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ προβλέπει περὶ τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης. Διὰ τοῦτο ἐκφράζω τὴν βαθεῖαν εὐγνωμοσύνην τῶν συμπολιτῶν μου τούτων, τῶν ὁποίων τὸ δίκαιον ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.

§10Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἐθνικὴ ὁδὸς ἢ ἰδιωτική;

§11Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καθαρῶς ἰδιωτική. Δὲν εἶναι δημοτική, διότι οὔτε πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὑπάρχει, ἀναγνωρίζουσα αὐτὴν ὡς δημοτικήν. Ἐκτὸς δὲ τούτου δὲν δύναται νὰ νοηθῇ δημοτικὴ, ὁδὸς τοιαύτην ἔχουσα εὐρύτητα, 40 μέτρων περίπου. Εἶναι καθαρὰ ἰδιωτικὴ ὁδὸς, ὀφειλομένη εἰς τὸ κληροδότημα τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ.

§12Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τίς θὰ συντηρῇ αὐτήν;

§13Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Δημόσιον, χάριν τοῦ ὁποίου καὶ κατεσκευάσθη.

§14Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ θὰ τὴν συντηρῇ;

§15Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.

§16Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχει περιουσία;

§17Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀργυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§19Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ προηγηθῇ ἄλλος, ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Στυμφαλιάδης.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μοσχούλας.

§21ΦΩΤ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀνέγνων διαμαρτυρίας τῶν οἰνοπνευματοποιῶν Πειραιῶς ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῆς διαθέσεως τοῦ πλεονάσματος τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἡ ἀνάμιξις αὕτη, καθ’ ὃν τρόπον γίνεται, τῶν κ. οἰνοπνευματοποιῶν εἰς ἀλλοτρίαν περιουσίαν βεβαίως εἶναι ἄτοπος. Ἔχουσι βεβαίως δικαίωμα οἱ κ. οἰνοπνευματοποιοὶ νὰ ζητήσωσιν ἐπ’ ὠφελείᾳ αὐτῶν τὴν ἀνάληψιν τοῦ πλεονάσματος τοῦ σταφιδοκάρπου, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον διαμαρτύρονται, διῃρημένοι εἰς δύο στρατόπεδα, νομίζω ὅτι δίδουσι τὸ δικαίωμα εἰς οἱονδήποτε ἀντιπρόσωπον τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν στάσιν αὐτῶν οὐχὶ ὡς εἰλικρινῆ καὶ ἐμπρέπουσαν εἰς ἐργοστασιάρχας, οἵτινες ἀποτελοῦσι μίαν μεγάλην βιομηχανίαν τοῦ τόπου. Ἡ ἄτοπος δ’ αὕτη ἀνάμιξις τῶν οἰνοπνευματοποιῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μοὶ ὑπενθυμίζει τὴν ἐπίσης ἀξιόμεμπτον καὶ ἔνοχον, δύναμαι εἰπεῖν, ἀνάμιξιν τῶν σταφιδεμπόρων εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Μονοπωλίου τῆς σταφίδος· διότι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ ἡ σύμβασις τοῦ Μονοπωλίου ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπέδραμον εἰς Ἀθήνας, ἵνα ἐνεργήσωσι πλησίον τῶν ἀντιπροσώπων τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καὶ διὰ τῆς ἀναμίξεως αὐτῶν καὶ τῶν ἐνεργειῶν των ματαιώσωσι τὴν ψήφισιν τῆς ὑποβληθείσης παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως συμβάσεως τοῦ Μονοπωλίου. Ὀφείλω δὲ νὰ διακηρύξω, ὅτι ἡ ἐπιδρομὴ αὐτῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ ὑπῆρξε τὸ κυριώτερον αἴτιον τῆς ἐξεγέρσεως τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν· διότι οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, βλέποντες ὅτι τὸ σταφιδεμπόριον, περιελθὸν κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς χεῖρας ἄνευ κεφαλαίων, ὑπῆρξεν ὁ ἀμείλικτος διώκτης, ὑπῆρξεν ὁ τύραννος, οὕτως εἰπεῖν, τῆς σταφιδοπαραγωγῆς,—διότι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν καὶ μέχρι σήμερον ἔτι ἀπομυζᾷ τοῦτο τὸ αἷμα καὶ τὸν ἱδρῶτα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν,—διὰ τοῦτο κυρίως ἐξηγέρθησαν, ἵνα διαμαρτυρηθῶσι κατὰ τοιαύτης ἀνοικονομήτου πλέον καταστάσεως.

§22ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὰ εἴπαμεν αὐτά.

§23ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Εἶναι δικαίωμά μου νὰ ὁμιλήσω, χωρὶς νὰ σᾶς δώσω λόγον; Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ ἄτοπος αὕτη ἀνάμιξις ἀφ’ ἑνὸς τῶν οἰνοπνευματοποιῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν σταφιδεμπόρων ἐδημιούργησε τὴν ἐξέγερσιν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀμύνονται πλέον ὑπὲρ τοῦ ἄρτου τῶν τέκνων αὐτῶν, ὑπὲρ ἑστιῶν καὶ βωμῶν. Ἐπειδὴ δ’ εὐτυχῶς ἡ ἐξέγερσις ἡ παρατηρηθεῖσα κατηυνάσθη ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἡ Κυβέρνησις πατρικῶς μεριμνᾷ, ὅπως εἰσαγάγῃ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν Σύνοδον νομοσχέδιον ἐξασφαλίζον τὴν ἐφετεινὴν παραγωγήν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ποῖον στάδιον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν Τραπεζῶν, αἱ σχετιζόμεναι πρὸς τὴν διάθεσιν τοῦ πλεονάσματος τῆς ἐφετεινῆς παραγωγῆς. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις αἱ σχετικαὶ πρὸς τὴν σύμβασιν τοῦ Μονοπωλίου, καὶ ἂν ἔλαβεν εἴδησιν ἐκ Λονδίνου περὶ τῶν τροπολογιῶν τῆς συμβάσεως· ἂν δηλ. ἡ Ἑταιρεία ἐδέχθη τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν.

§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐδήλωσεν ἐπιθυμίαν νὰ ἀνακοινώσω, ἐὰν ἐγένετο συνεννόησις μετὰ τῶν ἐνταῦθα Τραπεζῶν πρὸς κανονισμὸν τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἐφετεινὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος, διότι, καθ’ ἃ εἶπεν, ἀνέγνω διαμαρτύρησιν Ἑταιρείας οἰνοπνευματοποιῶν κατὰ τοῦ μέτρου τούτου. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην ἐδήλωσεν ἐπιθυμίαν, ἵνα ἀνακοινώσω, ἐὰν ἔλαβον εἰδήσεις ἐκ Λονδίνου παρὰ τῆς Ἑταιρείας τοῦ Μονοπωλίου, ἐὰν ἐγένοντο δεκταὶ αἱ διαβιβασθεῖσαι εἰς αὐτὴν γνῶμαι καὶ τροπολογίαι τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς συμβάσεως. Τὰς ἐπιθυμίας ταύτας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὀλυμπίας σπεύδω νὰ ἐκτελέσω, ἀνακοινῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τούτου μὲν τοῦ θέματος, ὅτι μέχρι τῆς ὥρας οὐδεμίαν ἔλαβον εἴδησιν οὔτε παρὰ τοῦ ἐν Λονδίνῳ μέλους τοῦ Συνδικάτου, οὔτε παρὰ τοῦ κ. Γ. Στρέϊτ, ἀντιπροσωπεύοντος ἐν Ἀθήναις τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Μονοπωλίου. Ἐπὶ τοῦ ἑτέρου θέματος, τοῦ ἀφορῶντος τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι, διὰ νὰ εὐκολύνωμεν τὰ τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας τῆς σταφίδος, δύναμαι νὰ μεταδώσω τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ, οἱ ἔχοντες καταστήματα ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ, ἀπετάθησαν πρὸς ἐμὲ καὶ ἐδήλωσαν ἐπιθυμίαν νὰ μετάσχωσι μετὰ τῶν ἄλλων οἰνοπνευματοποιῶν εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ σταφιδοκάρπου, τοῦ προωρισμένου πρὸς πώλησιν· δὲν διεμαρτυρήθησαν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐξεδήλωσαν ἐπιθυμίαν, ὅπως συντελέσω, ἵνα καὶ οὗτοι λάβωσι μέρος ἐκ τοῦ πωληθησομένου σταφιδοκάρπου. Πλὴν τούτων ἀπετάθη πρὸς ἐμὲ καὶ ὁ κ. Μεταξᾶς, οἰνοπνευματοποιὸς ἐν Πειραιεῖ, καὶ ἐξεδήλωσε τὴν αὐτὴν ἐπιθυμίαν, οἵαν καὶ οἱ λοιποὶ οἰνοπνευματοποιοί. Τὰς αἰτήσεις καὶ ἐκείνων καὶ τούτου διεβίβασα εἰς τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸν ὁποῖον παρεκάλεσα νὰ συνεννοηθῇ καὶ μετὰ τῶν ἄλλων διοικητῶν, ἵνα λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς αἰτήσεις αὐτῶν. Ὁ κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ χθὲς μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς ἐν Πάτραις Σταφιδικῆς Τραπέζης, μετὰ τοῦ μέλους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς εἰρημένης Τραπέζης κ. Σολιώτου καὶ τοῦ Γραμματέως τῆς Τραπέζης, μοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι διερρύθμισαν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ὅτι οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ τοῦ Πειραιῶς θέλουσι λάβει μέρος εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς σταφίδος μετ’ ἐκείνων, οἵτινες συνεβλήθησαν μετὰ τῶν Τραπεζῶν.

§25ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν μᾶς ἔδωκεν ἐπαρκεῖς ἐξηγήσεις, διότι δὲν εἶπε πότε θὰ ὑποβάλῃ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον.

§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μοὶ εἶπεν, ὅτι ἀσχολεῖται νὰ καταρτίσῃ τὴν σύμβασιν μετὰ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, τὴν ὁποίαν θέλει μοὶ διαβιβάσει, ἵνα λάβω γνῶσιν αὐτῆς· μετὰ τοῦτο θέλει ἀσχοληθῆ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς συμβάσεως μετὰ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν καὶ τοῦ Δημοσίου· ἐλπίζω δ’ ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον σήμερον ἢ αὔριον νὰ μοὶ διαβιβάσῃ καὶ ταύτην.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀναστασόπουλος.

§28Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ βραχέος χρόνου ἔλαβε χώραν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ πρᾶξις, ἥτις μετέβαλε τὸ τέμενος τοῦτο εἰς θέατρον σκηνῶν καπηλικῶν, καταρριπτουσῶν τὸ γόητρον τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐν τῇ Ἰατρικῇ Σχολῇ συνεδριαζούσῃ ἐγένετο συμπλοκή, καθ’ ἣν εἷς καθηγητὴς ἐτραυμάτισε διὰ τῆς ῥάβδου ἕτερον, πλήξας αὐτὸν κατὰ τὴν κεφαλὴν. Καὶ τὸ τραῦμα μὲν ἐκεῖνο τοῦ καθηγητοῦ κυρίου Καλλικούνη ἐθεραπεύθη, μοὶ φαίνεται, ἀλλὰ δὲν ἐθεραπεύθη τὸ τραῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπηνέχθη κατὰ τῆς ὑπολήψεως τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν ἐμερίμνησαν δὲ νὰ θεραπεύσωσι τὸ τραῦμα τοῦτο ἐκεῖνοι, εἰς οὓς εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἡ τοῦ Πανεπιστημίου ἐποπτεία. Τιμῶ ἀμφοτέρους τοὺς καθηγητὰς, ἀλλ’ ὑπεράνω τούτων κεῖται ἡ ἀλήθεια, καὶ παρὰ ταύτην ἡ ὑπόληψις καὶ τὸ γόητρον τοῦ Πανεπιστημίου, ὑπὲρ οὗ πάντες κηδόμεθα, διότι οἱ πλεῖστοι εἴμεθα τρόφιμοι αὐτοῦ. Ἡ Πολιτεία ἀσκεῖ ἐποπτείαν ἐπὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ἔχει δὲ καὶ καθήκοντα πρὸς τοῦτο· τὸ ἀνώτερον δ’ αὐτῆς καθῆκον εἶναι ἡ τήρησις τῆς ὑπολήψεως καὶ τοῦ γοήτρου τοῦ Πανεπιστημίου, ὥστε νὰ διατηρῆται ἀμείωτος ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Πανελληνίου πρὸς τοῦτο· διότι, παρὰ πάσας τὰς ἀτελείας αὐτοῦ καὶ τὰ ἐν αὐτῷ σκάνδαλα, ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι τὸ φυτώριον τῶν ἐπιστημῶν καὶ ἡ ἀνέσπερος ἑστία τοῦ πατριωτικοῦ πυρὸς τῶν Ἑλλήνων. Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καθηκόντων τούτων, προέβη εἰς ἐνέργειαν διὰ τὰς σκηνὰς ταύτας· ὁ ἐκπροσωπῶν τὴν Πολιτείαν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐνετείλατο νὰ γένηται τακτικὴ ἀνάκρισις· ἔδωκε δ’ ἐντολὴν πρὸς τοῦτο εἰς τὸν Πρύτανιν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀκεραιότης ἠγγυᾶτο τὴν ἀπροσωπόληπτον ἐνέργειαν τῶν ἀνακρίσεων. Ἡ ἀνάκρισις ἐγένετο, καὶ διεβιβάθη τὸ πόρισμα αὐτῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ εἴδομεν τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μετὰ τὰς ἀνακρίσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς δεύτερος Σολομὼν, ἔταμε τὸ δίκαιον, ἐπιβαλὼν πρόστιμον 100 δραχμῶν εἰς ἑκάτερον τῶν καθηγητῶν· οὔτε περισσότερον, οὔτε ὀλιγώτερον. Εὗρε μὲ μαθηματικὴν ἀκρίβειαν τὴν λύσιν. Δὲν σκοπῶ νὰ ἐπικρίνω τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι ἴσως δὲν εἶναι ὁ μόνος οὗτος ὑπεύθυνος, ἴσως εἶναι καὶ ἄλλοι, διότι μεταξὺ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου λέγεται ὅτι ἐμφωλεύουσι τὰ χυδαιότατα τῶν παθῶν, ὑπάρχει δὲ ἀχαλίνωτος ἀνταγωνισμὸς, οὐχὶ ὁ ἐπιστημονικός. Ὑπάρχουσι καθηγηταὶ, ὡς θρυλεῖται, ἀσεβεῖς οὐχὶ πρὸς τὸ ἀξίωμα των μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν πρὸς τὴν Πολιτείαν, ὥστε ἔφθασε σκοτεινὴ καὶ κεκαλυμμένη ἡ ἀλήθεια μέχρι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐκ τούτου προέβη εἰς τοιαύτην ἴσην τιμωρίαν. Δὲν ἔχω ἀκεραίαν γνῶσιν τῶν πραγμάτων, καὶ δὲν δύναμαι νὰ σύρω ἀσφαλὲς συμπέρασμα ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἔχω ἀνάγκην πάντων τῶν ἐγγράφων, τῶν σχετικῶν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Λαμβάνω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἐγγράφως σημείωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα παραπεμφθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν: 1) Τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἔκθεσιν τοῦ Πρυτάνεως τοῦ Ἐθν. Πανεπιστημίου ἐπὶ τοῦ λαβόντος χώραν ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς ἐπεισοδίου μεταξὺ τῶν καθηγητῶν κ. κ. Πεζοπούλου καὶ Καλλικούνη. 2) Τὴν ἔκθεσιν τοῦ κοσμήτορος τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐπεισοδίου. 3) Τὰς παρὰ τοῦ Ὑπουργείου προκληθείσας καὶ εἰς αὐτὸ ὑποβληθείσας ἀπολογίας ἀμφοτέρων τῶν καθηγητῶν κ. κ. Πεζοπούλου καὶ Καλλικούνη. 4) Τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης μετὰ τῶν ἐγγράφων, δι’ ὧν ἡ ἀπόφασις αὕτη διεβιβάσθη εἰς τὴν Πρυτανείαν καὶ τὴν Ἰατρικὴν Σχολήν. 5) Πᾶν ἄλλο τυχὸν ἔγγραφον οἱασδήποτε ἀρχῆς, σχετιζόμενον πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.» Ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, καὶ μελετήσω ταῦτα, θέλω ζητήσει τὸν λόγον, ὅπως ἀναπτύξω τὰς σκέψεις μου καὶ ἐλέγξω τοὺς ὑπευθύνους, οἵτινες διέσεισαν τὸ γόητρον τοῦ Πανεπιστημίου.

§29ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη, νομίζω, πρὸς πλήρη κατανόησιν τῆς ὑποθέσεως καὶ διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ἂν εἶναι βάσιμοι οἱ ὑπαινιγμοὶ τοῦ προλαλήσαντος, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ προσαγάγῃ οὐ μόνον τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, ἀλλὰ πάντα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, καθ’ ἣν θὰ δώσω σημείωσιν διὰ τὰ πρακτικά, καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, οἵτινες ἐξητάσθησαν ὡς μάρτυρες, καθὼς καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα ἴδωμεν, ἂν αὕτη στηρίζεται εἰς τὸν νόμον ἢ ὄχι. Σταματῶ ἐνταῦθα, διότι τὸ νὰ προβῶ εἰς κρίσεις, ὡς ὁ προλαλήσας ἔντιμος συνάδελφος, θεωρῶ ἐντελῶς πρόωρον, καὶ φοβοῦμαι μὴ γείνω καὶ ἐγὼ ὑπαίτιος ἀδίκων κρίσεων.

§30ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι πρόωρος πᾶσα κρίσις ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου. Κρίνω δὲ περιττὸν νὰ δηλώσω, ὅτι θέλω καταθέσει πάντα τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα.

§31Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ γοήτρου τοῦ ἀνωτάτου ἐκπαιδευτικοῦ ἡμῶν ἱδρύματος ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ συνέβη ἐπεισόδιον, διὰ τὸ ὁποῖον πάντες ᾐσθάνθημεν εἰλικρινῆ λύπην· ἀλλὰ τὸ νὰ ζητῶμεν νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ ἐπεισόδιον, καὶ νὰ ἐκφράζωμεν τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ἄνευ πρακτικοῦ σκοποῦ, ὅπως ἀνακινήσωμεν μετὰ μῆνας ἤδη τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διὰ ν’ ἀφυπνίσωμεν πάλιν πάθη λησμονηθέντα καὶ κοιμηθέντα, ἁπλῶς καὶ μόνον, ὅπως ἐντρυφήσωμεν εἰς σκάνδαλα ζημιοῦντα τὴν ὑπόληψιν τοῦ Πανεπιστημίου, νομίζω ὅτι ζητοῦμέν τι τὸ μὴ εὐπρεπὲς καὶ τὸ μὴ πρακτικῶς χρήσιμον. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν δὲν πρέπει νὰ προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ὅτι συζήτησις ἐνταῦθα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου δὲν δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ κανένα ἀγαθὸν σκοπόν.

§32Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι δὲν ἔπρεπε τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἔλθῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι χάριν τοῦ γοήτρου τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἰδίως χάριν τοῦ γοήτρου αὐτοῦ τοῦ ἔθνους τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐκθέσωσιν ἡμᾶς ἐνώπιον τῶν πολυαρίθμων ἐχθρῶν τοῦ ἔθνους, δὲν ἔπρεπε νὰ ἔρχωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἵνα μὴ γινώμεθα τὸ ἀντικείμενον τῆς χλεύης τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ θὰ ηὐχόμην, ἵνα ἡ συζήτησις σταματήσῃ ἕως ἐδῶ καὶ μὴ ἐπεκταθῇ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ν’ ἀποκαλυφθῶσι πράγματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ γοήτρου τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ θ’ ἀποβῶσιν ἐπὶ βλάβῃ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἔθνους.

§33Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, κύριε Πρόεδρε, ἀντιλαμβανόμενος κάλλιον τὰ καθήκοντα ἑαυτοῦ, ὡς καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ, ἔχει εὐτυχῶς ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν γνώμην τὴν ἐξενεχθεῖσαν ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Ὀλυμπίας, καὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει καταθέσει τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα. Τίνες οἱ προβαλλόμενοι λόγοι, ἵνα παρακωλυθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα; Ἵνα μὴ διασεισθῇ ἡ τοῦ Πανεπιστημίου θέσις ἀπέναντι εἴτε τοῦ ἔσω εἴτε τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ μέριμνα, τὴν ὁποίαν θέλει ἀποδείξει τὸ Ἐθνικὸν Συνέδριον περὶ τῶν πραγμάτων τοῦ Πανεπιστημίου, θέλει πείσει ἐκείνους, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον νὰ γίνηται στάδιον ἀνταγωνισμοῦ τοῦ χειρίστου κομματικοῦ εἴδους. Ὅπου ὑπάρχει φῶς, ὅπου ἐπιφαίνεται ἡ τιμωρία, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις· ὅπου δὲ ζητοῦμεν νὰ καλυφθῶσι τὰ γεγονότα, ἐκεῖ θὰ χωρήσῃ ἡ γάγγραινα καὶ ἡ σῆψις τὸ ταχύτερον, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φοβοῦνται οἱ ἔντιμοι κ.κ. Βουλευταὶ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Ὀλυμπίας, ἐκεῖνα ἀκριβῶς θὰ ἐπέλθωσιν, ἐὰν καὶ τὴν φορὰν ταύτην, καθ’ ἣν τοιαύτη ἀληθῶς συγκίνησις συνετάραξε τὴν φοιτητικὴν νεολαίαν, σιωπήσῃ τὸ Ἐθνικὸν Συνέδριον. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῶν γενομένων ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἴσως σοβαρῶς θὰ ἦτο συζητητέα ἡ πρότασις τῶν κ.κ. Βουλευτῶν· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· δέον ν’ ἀνερευνηθῇ, ἐὰν τὰ ὅρια ἀνταγωνισμοῦ οὐχὶ ἐπιστημονικοῦ, ἀλλὰ κομματικοῦ, δὲν περιορίζονται ἐντὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἐὰν ὑποδαυλίζεται ὁ πολιτικὸς οὗτος ἀνταγωνισμὸς καὶ ἂν ἡ ὑποδαύλισις ἐπέρχεται οὐ μόνον διὰ μὴ τιμωρίας, ἀλλὰ σχεδὸν δι’ ἱκανοποιήσεως τῶν ὑπευθύνων τοῦ σκανδάλου τούτου. Πρὸς τῷ Πανεπιστημιακῷ τούτῳ ζητήματι, περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ καιροῦ ἔδει νὰ ληφθῇ μέριμνα, πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς φοιτητικῆς νεολαίας, τὴν ὁποίαν ἐλέγχομεν καθ’ ἑκάστην ὡς ἀσεβοῦσαν πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον, ἐνῷ ἀσεβοῦσι πρὸς αὐτὴν οἱ διδάσκοντες καὶ ὀφείλοντες νὰ διαπαιδαγωγῶσι ταύτην, πρὸς τῷ Πανεπιστημιακῷ τούτῳ ζητήματι συνδέεται ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ κρίνω τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν ἀνεπαρκῆ· ἀλλὰ τὴν ἀνεπάρκειαν ταύτην θέλω κρίνει ἀσφαλέστερον ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἐὰν ταύτην ἐκανόνισεν ἡ γνῶσις τοῦ ζητήματος ἐκ τῶν γενομένων ἀνακρίσεων, ἢ ἡ αὐθαίρετος καὶ ἐναντίον τῶν κειμένων τούτων ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἔχω ἱκανὴν ὑπόληψιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ στρέψω τὸν ἔλεγχον κατ’ ἐκείνου. Πληροφοροῦμαι, ὅτι ὑπῆρξε τοιαύτη ἀσέβεια πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ὥστε ἀπέναντι τῆς ἐκθέσεως τοῦ Πρυτάνεως ἐγράφη ἑτέρα ἀπρόκλητος ἔκθεσις, ἀμφισβητοῦσα τὴν ἀλήθειαν καὶ προσπαθοῦσα νὰ καλλιεργήσῃ οὐχὶ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ δίκαιον, ἀλλὰ τὴν διχόνοιαν καὶ τὴν περιφρόνησιν μεταξὺ τῶν καθηγητῶν. Τί ἐγένετο ἐν ταῖς περιστάσεσι ταύταις; Ἡ ἐπικουρία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυνουρίας ἔρχεται ἐπίκαιρος, ζητοῦντος τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπάρχουσιν ἔγγραφοι καταθέσεις· γνωρίζω, ὅτι ὑπῆρξαν ἀνακρίσεις, θὰ ηὐχόμην δὲ αὐταὶ νὰ ὑπῆρχον ἔγγραφοι, ἵνα ἐξετασθῇ κατὰ πόσον ἐσεβάσθησαν τὴν ἀλήθειαν ἔνιοι σοφοὶ τοῦ Πανεπιστημίου μας. Ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα, τὸ ὁποῖον δέον νὰ καλυφθῇ, καὶ δὲν περιέμενον καμμίαν φωνήν, οὐχὶ δύο φωνάς, αἵτινες ν’ ἀντιτεθῶσι πρὸς τὴν δικαίαν καὶ ὠφελιμωτάτην αἴτησιν, ἣν ὑπέβαλον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος εὐτυχῶς, σχὼν ἀντίληψιν τοῦ καθήκοντος αὑτοῦ καὶ τοῦ δικαιώματος ἡμῶν, ὑπεσχέθη ὅτι θέλει ὑποβάλει καὶ θὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ταχέως· ὅταν δὲ προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, θέλομεν κρίνει διὰ τῆς μελέτης αὐτῶν, ἐὰν δικαιολογεῖται ἡ παρεμβληθεῖσα ἰδέα τῶν δύο κυρίων Βουλευτῶν. Δυστυχῶς τὰ πράγματα θέλουσιν ἀποδείξει, ὅτι ἡ αἴτησίς μου καὶ δικαία εἶναι, καὶ ἐπωφελεστάτη θέλει ἀποβῆ ἡ μικρὰ συζήτησις, ἡ ὁποία θὰ προκληθῇ ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν ὑποβληθησομένων.

§34ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἠσθάνθη μεγίστην ὀδύνην διὰ τὸ θλιβερώτατον γεγονὸς τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἴσως θὰ ἦτο προτιμότερον, τὸ ζήτημα νὰ μὴ ἐτίθετο ἐνώπιον ἡμῶν, οὔτε νὰ συνεζητεῖτο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ζητήσωμεν νὰ περιορίσωμεν τὸν ἔλεγχον, καὶ ἀφοῦ ἐζητήθησαν τὰ ἔγγραφα, πρέπει ὅσον τάχιστα νὰ τὰ καταθέσωμεν, καὶ θὰ τὰ καταθέσωμεν.

§35ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ ἐλέγχου κυβερνητικοῦ, βεβαίως καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς καταθέσεως τῶν ζητουμένων ἐγγράφων. Μὴ προκειμένου ὅμως, ὡς ὑπεδείχθη ὑπό τινος τῶν προλαλησάντων, περὶ μεροληπτικῆς ἐνεργείας τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν. Ἴσως μάλιστα ἡ ἐν τῇ Βουλῇ ἀνάπτυξις τῶν λαβουσῶν χώραν λυπηρῶν σκηνῶν ἐπαναφέρει εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν καὶ τῶν ἔξω Ἑλλήνων λυπηρὸν γεγονός, ὅπερ εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἐὰν δὲν εἶχε λάβει χώραν. Ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ δὲν εἶναι δικαία, οὐχὶ ὅμως καὶ παράνομος. Οἱ τὴν γνώμην ταύτην ἔχοντες ἂς ζητήσωσι τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἵνα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα. Ἐὰν ὅμως δὲν πρόκειται περὶ μεροληπτικῆς ἐνεργείας τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ ἐγὼ θέλω συνταχθῆ μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ μὴ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα.

§36ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, σὺν τοῖς ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα θέλει καταθέσει, νὰ καταθέσῃ καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν διορισμῶν τῶν δύο ἐνδιαφερομένων καθηγητῶν.

§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν παρατηρήσεις τινας, τὰς ὁποίας μοὶ δίδει ἀφορμὴν ν’ ἀπευθύνω ἥ τε ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος καὶ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυνουρίας. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος, ἐὰν δὲν εἶχε καταφανῆ δήλωσιν ἐπιθυμίας ἐλέγχου ὑπουργικῆς πράξεως, δὲν εἶχεν ὅμως ἀποκλείσει, δὲν εἶχεν ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸν ἀκροατὴν τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι οὗτος ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ. Διὰ τοῦτο ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ, ὅτι θέλει καταθέσει τὰ ἔγγραφα, ἔχων συνείδησιν τῆς εὐθύνης αὑτοῦ, γνωρίζων τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, καὶ λησμονήσας ἀπέναντι αὑτοῦ πᾶσαν ἄλλην σκέψιν, σπεύσας δὲ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ἐδήλωσεν ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ὑποβάλῃ αὐτόν. Καὶ ἐγώ, ἐὰν ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, μετὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἤθελον πράξει αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου καὶ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὐδεὶς θέλει ἀμφισβητήσει τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἕκαστος Βουλευτὴς, νὰ προκαλῇ τὸν ἔλεγχον τῶν ὑπουργικῶν πράξεων, ὅταν ὅμως ὁ ἔλεγχος τῶν ὑπουργικῶν πράξεων δὲν ἦναι ἐντελῶς ἀκίνδυνος, — διότι ἐνδέχεται νὰ καταλήξῃ εἰς ἀναμνήσεις δυσαρέστους, εἰς ἀνάμνησιν πράξεων τῳόντι λυπηρῶν, εἰς ἐκτύλιξιν γεγονότων ἐμποιούντων λύπην εἰς πάντα ἄνθρωπον πονοῦντα τὸν τόπον, πάντα δὲ ταῦτα θέλουσι κλονίσει τὴν ἐπὶ τὸ ἀνώτατον ἐκπαιδευτήριον πεποίθησιν καὶ ὑπόληψιν οὐ μόνον τῶν ἐν τῷ Κράτει πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ. Νομίζω δ’ ὅτι ἡ σκέψις αὕτη ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ πάσης ἄλλης καὶ νὰ κρατήσῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐνήσκησε πειθαρχικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐνασκήσῃ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν; Βεβαίως εἶχε, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ τὸν ἐλέγξῃ ἐπὶ παρανομίᾳ. Ἐνδέχεται τινες νὰ νομίζωσιν, ὅτι ἔπρεπεν ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία νὰ ἐνασκηθῇ αὐστηρότερον ἀλλὰ τὸ ἔργον εἶναι τοιοῦτον, ὥστε δὲν εἶναι πάντοτε ἀβλαβές. Ἄλλως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἐκθέσεις καὶ παραστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπεῖργον αὐτὸν ἀπὸ τοῦ νὰ προβῇ εἰς ἔκτακτα μέτρα, παραιτούμενος τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας αὐτοῦ, διότι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ περιπέσῃ εἰς ἄλλο ἄτοπον, νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ ἦτο ἄδικος, ἑπομένως, ὅτι αἱ παραστάσεις δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς, δὲν εἶναι σύμφωνοι. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβαίνωμεν εἰς τοιαύτην ἐξέτασιν, διότι δὲν εἶναι ἐκ τῶν παραπτωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύναταί τις ν’ ἀποδείξῃ εἴτε ἐγγράφως, εἴτε διὰ μαρτύρων. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ὦσιν ἀκριβεῖς αἱ παραστάσεις, εἶναι ὅμως ἐπίσημοι παραστάσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο, δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ παρίδῃ. Ἐνῷ δ’ ἐπρόκειτο νὰ συναρμολογηθῇ πῶς τὸ τῳόντι ἀξιοθρήνητον τοῦτο συμβεβηκός, τὸ παραγαγὸν πράγματι δυσκολίας καὶ διαφωνίας, ἐπροτάθη ν’ ἀπασχολήσῃ τοῦτο τὴν Βουλὴν ἀλλ’ ἤθελε βεβαίως διαπράξει ἀδίκημα, εἰς τοιαύτην προβαίνων ἐξέτασιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἐγὼ πολλάκις δὲν ἐπεκρότησα τὰ βουλεύματα τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, ἀλλ’ εἶχον τὴν εὐχάριστον τοὐλάχιστον πεποίθησιν, ὅτι ἦσαν βουλεύματα προερχόμενα οὐχὶ ἐκ πολιτικοῦ, ἀλλ’ ἐξ ἐπιστημονικοῦ ἀνταγωνισμοῦ· ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ πολιτικὴ δὲν ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν βουλευμάτων τοῦ ἀνωτάτου Ἐκπαιδευτηρίου ἢ ἐπὶ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς αὐτοῦ, ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀφορμὴν διὰ νὰ θλίβηταί τις ὑπερβαλλόντως ἐπὶ τῷ τοιούτῳ ἀνταγωνισμῷ· ἐὰν δ’ ὑπάρχωσιν ἕνεκα τοῦ ἐπιστημονικοῦ ἀνταγωνισμοῦ σημεῖα παρεκτροπῶν, δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταστείλῃ αὐτὰς διὰ μέτρων, τὰ ὁποῖα κεῖνται ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ πρότασις τοιούτου μέτρου, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε κριθῆ ὅτι τὸ τελευταῖον γεγονὸς συνδέεται μετὰ τῶν ἑτέρων προηγουμένων, πρότασις, λέγω, τοιούτου μέτρου ἤθελεν εἶσθαι τὰ μάλιστα ἄδικος. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὀρθῶς ποιῶν, δὲν συνέδεσε τὰ γεγονότα ταῦτα μετὰ τῶν προηγουμένων. Πρὸ τῶν ἐπισήμων παραστάσεων, αἵτινες ἐγένοντο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἦτο ἀδύνατον νὰ παρασταθῇ ἀμφιβάλλων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνεύρῃ διδόμενα δίδοντα αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ μὴ στηριχθῇ ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχον τοιαῦτα, ἐνεδείκνυτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἡ τοιαύτη ἀπόφασις.

§38Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω ν’ ἀναγνωρίσω τὴν ὀρθότητά τινων ἐκ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἄς πεισθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι, ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ ἴδωμεν τοιοῦτον κίνδυνον, θὰ σταματήσωμεν πάντα ἔλεγχον.

§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κίνδυνος ἔγκειται κυρίως οὐχὶ εἰς τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις, ἀλλὰ εἰς τὰς ἐκτὸς αὐτῆς.

§40Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. .. Μὴ κατατιθεμένων ὅμως τῶν ἐγγράφων, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι οὐχὶ αὐστηρὸς ἔλεγχος, ἀλλὰ χάρις προὐκάλεσε τὴν ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Βεβαιωθῆτε ὅμως, ὅτι, ἐὰν ἀντιληφθῶμεν ὅτι πρόκειται νὰ ἐκτεθῇ καὶ βλαβῇ τὸ γόητρον τοῦ Πανεπιστημίου, θὰ σιγήσωμεν. Ἀπέναντι τοῦ κινδύνου ὑψηλοτέρων συμφερόντων, θὰ ἴδητε ἡμᾶς ὑποχωροῦντας. Ὁ ἔλεγχος καὶ ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς δὲν προηγοῦνται τοῦ πρὸς τὰ τοιαῦτα συμφέροντα καθήκοντος ἡμῶν.

§41Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσην πεποίθησιν καὶ ἂν ἔχω εἰς τὴν ἐντιμότητα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος, ὅτι θὰ τηρήσῃ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν παρ’ αὐτοῦ δοθεῖσαν, περὶ τῶν ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτωμένων, ἀλλὰ τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην δὲν δύναται, πιστεύω, νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς πράξεις ἐξ ἄλλων προσώπων ἐξαρτωμένας. Καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν πολλάκις ἐθεωρήθη, ὅτι ὑποθέσεις τινὲς δὲν πρέπει νὰ εἰσάγωνται εἰς πολυμελῆ σωματεῖα· ὄχι βεβαίως διότι δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν φιλοπατρίαν, τὴν εἰλικρίνειαν, τὴν ἐντιμότητα τῶν ἀποτελούντων τὸ σωματεῖον, ἀλλὰ διότι ἡ φύσις τοῦ σωματείου, αἱ διαταράξεις, αἱ ὁποῖαι συμβαίνουσιν ἐν ταῖς συζητήσεσι τῶν πολυμελῶν σωμάτων, δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν τυχὸν ἠδύνατο νὰ παρέχῃ ὁ χαρακτὴρ τοῦ μὲν καὶ τοῦ δὲ κατ’ ἰδίαν. Λοιπὸν δὲν πρόκειται νὰ ἐξαρτήσωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος.

§42Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ὑμῶν διστάζετε; Διότι ἄλλως μὴ ἐκπροσωπεῖτε τὰς γνώμας τῶν ἄλλων.

§43Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ ἐπιδιώξητε, ἵνα καὶ ἐγὼ εἴπω περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου, τί φρονῶ ὅτι θὰ πράξω ἐπὶ μελλούσης ἀγνώστου περιστάσεως καὶ τίνα κρίσιν θὰ ἐπιφέρω, καὶ ν’ ἀξιώσω νὰ στηριχθῆτε ἐπὶ τῆς κρίσεως ταύτης, ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ σχηματίσητε διάφορον γνώμην περὶ τοῦ ἂν ἡ τοιαύτη κρίσις θὰ ἦναι ὀρθή. Ἀφίνω, ὅτι, ἂν ἐφαρμοσθῇ ἡ πρόκλησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ, πρέπει πάντες νὰ λάβωσι τὸν λόγον, διὰ νὰ δώσωσι τὰς αὐτὰς διαβεβαιώσεις. Ἀλλὰ, Κύριοι, μετὰ τὴν παρέμβασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν περιέμενον, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται πλέον νὰ διαβεβαιώσῃ καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἐὰν ἡ δήλωσις ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν τοσοῦτον φιλοτίμως προέβη, ἐξακολουθῇ νὰ ἔχῃ ἰσχὺν, ἐὰν δηλονότι ἐπιμένῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα. Τῷ ὄντι, Κύριοι, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἶναι δικαίωμα θεμελιῶδες τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ παρεπόμενον, συναφὲς πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀπαιτῇ τὴν παροχὴν τῶν φώτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συζητήσῃ. Κατὰ κανόνα ἑπομένως ἡ ἄρνησις τῆς παροχῆς τῶν πληροφοριῶν καὶ συνεπῶς ἡ ἄρνησις τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων εἶναι ἄρνησις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου· ἑπομένως Κυβέρνησις, ἥτις ἤθελε τυχὸν ἀρνηθῆ τὴν παροχὴν τῶν φώτων, θὰ ἐπανεστάτει κατὰ θεωρίαν, διότι οὐδεμία συζήτησις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄνευ τῆς παροχῆς τῶν φώτων αὐτῶν καὶ τῶν πληροφοριῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, παρὰ ταῦτα γεννῶνται πολλάκις ζητήματα ζημιοῦντα τὸ Κράτος ὁλόκληρον διὰ τῆς παροχῆς τῶν πληροφοριῶν. Σήμερον, Κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται; πρόκειται περὶ ἐλέγχου τῶν πράξεων σωματείου τινὸς ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐκείνου, ἠθέλομεν εἴπει, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐπέμβῃ, εἴτε ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, εἴτε ἐν ἄλλῳ σωματείῳ ἠγέρθη τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ πρόκειται βεβαίως περὶ ἐλέγχου Κυβερνητικῆς πράξεως. Ὅπως ὅμως προβῶμεν εἰς τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου ζητήματος, νομίζω ὅτι ἔπρεπεν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἔχωμεν τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔσφαλεν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως φρονῇ ἤδη, ὅτι θὰ προέλθῃ βλάβη ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων καὶ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον δὲν δύνανται ν’ ἀποτρέψωσιν αἱ προσωπικαὶ τοῦ μὲν ἢ τοῦ δὲ Βουλευτοῦ διαθέσεις, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ τοῦτο· διότι ἐν τοιαύτη περιπτώσει, μετὰ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πιθανὸν σύμπασα ἡ Βουλὴ ν’ ἀποδεχθῇ ἐξαιρετικῶς νὰ μὴ γείνῃ χρῆσις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς Βουλευτὴς, ὅπως ἀπαιτήσῃ τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων.

§44Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τινὲς τῶν προαγορευσάντων κ. Βουλευτῶν ὑπεστήριξαν, ὅτι λόγοι φιλοπατρίας δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ ἐκτυλιχθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Αὐτοὶ ἔχουσι φιλοπατρίαν, ὑμεῖς οἱ ἄλλοι δὲν ἔχετε, καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι κίνδυνος, ἐὰν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα καὶ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, νὰ ἐκτεθῇ τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ὑποστῆ ζημίας τὸ γόητρον αὐτοῦ ἐκ τῆς συζητήσεως. Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει Βουλευτὴς στερούμενος τοῦ τοιούτου πατριωτισμοῦ· καὶ ἐπειδὴ δὲν τὸ νομίζω, καὶ δὲν ἐπιτρέπω εἰς οὐδένα νὰ νομίζῃ ὅτι ὑπάρχει Βουλευτὴς μὴ ἔχων τὸν αὐτὸν πατριωτισμὸν, διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποχωρήσῃ· διότι δὲν πρόκειται ἀκριβῶς περὶ ἐλέγχου τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῶν πράξεων τῶν καθηγητῶν, ἀλλὰ περὶ τῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ὑπάρχει γνώμη, ὅτι χαριστικὴ ὑπῆρξεν ἡ ἀπόφασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὡς πρός τινα τῶν καθηγητῶν. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ αὐτὸν τὸν ἔλεγχον ζητεῖ ἡ Βουλὴ σήμερον νὰ κάμῃ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος δὲν εἶπε καθαρῶς, τί θέλει, ἔρχομαι ἐγὼ νὰ τὸ εἴπω, διότι συνηθίζω πάντοτε νὰ ὁμιλῶ ἀπεριφράστως. Λοιπὸν πρόκειται περὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διότι φρονοῦσί τινες, καὶ ἐγὼ ἴσως μεταξὺ αὐτῶν, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι χαριστική. Ἐπεθύμουν λοιπὸν ἐγώ, τυγχάνων καὶ συμπολίτης τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, νὰ μάθω, καὶ νὰ μάθῃ ἡ Ἑλλὰς, ἂν ἀληθῶς ἡ πρᾶξίς του εἶναι τοιαύτη, προκειμένου περὶ τοσοῦτον σοβαροῦ ζητήματος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμένῃ, παρακαλῶ δὲ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κοκκέβης ἔχει τὸν λόγον.

§46Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, ὑπογεγραμμένην καὶ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου κ. κ. Δ. Ἀναστασοπούλου καὶ Ἀλεξ. Πονηροπούλου, «περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου εἰς τὴν παραλίαν Κυπαρισσίας διὰ χρημάτων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου». Ὡσαύτως ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας νόμου».

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 9–10). Ἔχει ἕτερός τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;

§48Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπῆς, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀπολογισμὸν τῆς ληξάσης Αʹ Συνόδου καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς παρούσης ἐκτάκτου Συνόδου τῆς ΙϚʹ Βουλευτικῆς Περιόδου.

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 11).

§50Κ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ δύο καὶ ἐπέκεινα μηνῶν ἐγένετο λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τῶν κοινωτικῶν δασῶν τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας. Σήμερον ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκεῖθεν, ὅτι εἷς τῶν ἐνοικιαστῶν ἑνὸς δάσους τοῦ χωρίου Λεπενίτσης διεμαρτυρήθη, καὶ ζητεῖ ἀποζημίωσιν 2,000 δραχμῶν. Ἐπειδὴ τότε ἐγένετο εὐρὺς λόγος, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη ὅτι μετὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα ἤθελε φέρει νομοσχέδιον περὶ τῶν δασῶν, θὰ παρακαλέσω, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, νὰ ὑποβληθῇ ταχέως, ἵνα λυθῶσιν αἱ διαφοραὶ, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται μεταξὺ ἐνοικιαστῶν, κοινοτήτων καὶ Δημοσίου.

§51Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον ἐπιστολὴν παρὰ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Καστανέας τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦσι πληροφορίας ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας ἡ κοινότης Καστανέας ἐδωρήσατο εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα ἓν δάσος τῆς περιφερείας τοῦ χωρίου Καστανέας. Τὸ δάσος αὐτὸ ἀπαρτίζει ἓν ὅλον μετὰ τῶν ἄλλων δασῶν, ἀνηκόντων ἐπίσης εἰς τὴν νομὴν καὶ κυριότητα τῆς κοινότητος. Ἐὰν ὑπάρχωσι τίτλοι διὰ τὸ δάσος, τὸ ὁποῖον ἐδωρήθη εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα, αὐτοὶ οὗτοι οἱ τίτλοι ἀφορῶσι καὶ τὰ ἄλλα δάση. Ἀλλὰ τὰ ἄλλα δάση ἀφῄρεσε, καθ’ ὃν τρόπον ἄλλοτε ἐλέχθη, τὸ Δημόσιον ἀπὸ τῆς κοινότητος Καστανέας. Οὕτω λοιπὸν ἓν μὲν τμῆμα τοῦ δάσους ἐδωρήθη εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα, τὸ δ’ ἕτερον τμῆμα ἀφῃρέθη παρὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ σήμερον οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος ταύτης δὲν ἔχουσι δάσος, ἵνα ξυλεύωνται διὰ τὰς ἰδιωτικὰς αὐτῶν ἀνάγκας. Ἐρωτῶσι λοιπὸν οἱ κάτοικοι οὗτοι, ὑπάρχουσι τίτλοι ἢ δὲν ὑπάρχουσιν; Ἐὰν ὑπάρχωσι τίτλοι, ἂς προσαχθῶσι, —καὶ βεβαίως γνωρίζει τοῦτο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν,— ἢ ἂς ὑποδειχθῶσι τίνες οἱ τίτλοι, δυνάμει τῶν ὁποίων ἡ κοινότης Καστανέας εἶχε δικαιώματα ἐπὶ τοῦ δάσους, τὸ ὁποῖον ἐδωρήσατο εἰς τὴν Α. Μ., διότι αὐτοὶ οὗτοι οἱ τίτλοι ἀφορῶσι καὶ τὰ ἄλλα δάση, τὰ ὁποῖα ἀφῄρεσε τὸ Δημόσιον, καὶ δυνάμει αὐτῶν τῶν τίτλων θὰ διεκδικήσῃ ἡ κοινότης τὰ παρὰ τοῦ Δημοσίου ἀφαιρεθέντα δάση. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχωσι τίτλοι, γεννᾶται ἕτερον ζήτημα. Ἢ δικαίως ἢ ἀδίκως ἀφῃρέθησαν τὰ δάση ἀπὸ τῆς κοινότητος ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν ἀφῃρέθησαν ἀδίκως, καιρὸς εἶναι πλέον ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν κοινότητα· ἐὰν ἀφῃρέθησαν δικαίως, ἐρωτῶσιν οἱ κάτοικοι, πρέπει ἆρα νὰ ἦναί τις Βασιλεὺς διὰ νὰ μὴ ἀφαιρῆται ἡ περιουσία αὐτοῦ; Ἐὰν ἀφῃρέθησαν δικαίως τὰ ὑπολειφθέντα εἰς τὴν κοινότητα δάση, διατὶ δὲν ἀφαιρεῖται καὶ τὸ δάσος, τὸ ὁποῖον ἐδωρήσατο ἡ κοινότης, χωρὶς νὰ ἦναι κυρία αὐτοῦ, εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα; διατὶ δὲν ὑποδεικνύεται μετὰ τῆς προσηκούσης εὐλαβείας εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσγίγνεται εἰς τὸ Δημόσιον; Ἐπὶ τούτου παρακαλοῦμεν νὰ δοθῶσιν αἱ δέουσαι ἐξηγήσεις· διότι πλὴν τῆς ἀδικίας, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι προσγίγνεται εἰς τὴν κοινότητα, γεννᾶται καὶ ἡ ἰδέα, ὅτι μόνον ὅταν ἦναί τις Βασιλεὺς δὲν χάνει τὴν περιουσίαν του ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Βασιλείῳ.

§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρέπει τις, οὐδ’ ἐπιτρέπεταί τινι νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι ἀσφαλὴς ἡ ἰδιοκτησία τῶν πολιτῶν, ὅτι εἶναι ἐκτεθειμένη εἰς τὴν διάκρισιν παντός. Ἐὰν ὑπάρχῃ σφάλμα ἐν τῇ διοικήσει τῶν δασῶν καὶ ἕνεκα τοῦ σφάλματος τούτου ἀμφισβητῆται ἡ ἰδιοκτησία ὡρισμένων δασῶν, τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον ἐξετάζει, καὶ θέλει φθάσει εἰς ἀποτέλεσμα καὶ θέλει ἀναγνωρίσει τὴν ἀποδειχθησομένην ἀναμφισβήτητον ἰδιοκτησίαν τοῦ πολίτου. Ἐὰν ὑπάρχῃ δάσος δωρηθὲν εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα, δὲν γνωρίζω, διότι πρώτην φορὰν τὸ ἀκούω. Θέλω ἐξετάσει νὰ ἴδω τὰ τῆς δωρεᾶς, θέλω ἐξετάσει νὰ ἴδω τὰ ἔγγραφα, τοὺς τίτλους τοὺς ἀναγομένους εἰς τὸ δάσος τοῦτο, καὶ θέλω δώσει πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν.

§53Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ «Πατριωτικὸς Σύνδεσμος τῶν Κυπρίων» μὲ ἐπεφόρτισε νὰ ὑποβάλω παράκλησιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως συστήσῃ αὕτη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐνισχύσῃ ἀτμοπλοϊκήν τινα ἑταιρείαν, καὶ γένηται δυνατὸν διὰ τῆς ἐνισχύσεως ταύτης νὰ τηρηθῇ τακτικὴ συγκοινωνία καθ’ ἑβδομάδα μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Κύπρου. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ, τὸ ὁποῖον θὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀναφέρονται τὰ καλά, τὰ ὁποῖα θὰ προσγείνωσιν ἐκ τῆς ἐπικοινωνίας ταύτης μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἀδελφῆς νήσου. Ἐνταῦθα θὰ ἴδητε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους εἶναι ἀνάγκη ἀναπόδραστος, ὅπως ἡ ἐπικοινωνία αὕτη τηρηθῇ τακτικωτάτη, ἔστω καὶ μὲ ἐπιχορήγησιν πρὸς Ἑλληνικήν τινα ἀτμοπλοίαν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον ἐκ λόγων ὑψηλοτέρας ἐθνικῆς σημασίας, ἀλλὰ καὶ ἐκ λόγων καθαρῶς ἐμπορικῶν. Λέγεται δ’ ἐν τῇ αἰτήσει ταύτῃ, ὅτι κατὰ παρελθοῦσαν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ ἀτμοπλοΐα Λόϋδ ἐξετέλει καθ’ ἑβδομάδα πλόας ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Κύπρου, κατωρθώθη ἐντὸς 6 μηνῶν μόνον νὰ καταναλίσκωνται προϊόντα τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ὑπερέβαινε τὰς 600,000 δραχμάς. Ἐὰν τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀκριβὲς, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ τακτικὴ ἀτμοπλοϊκὴ συγκοινωνία μεταξὺ τῶν Ἑλληνικῶν λιμένων καὶ τῶν λιμένων τῆς Κύπρου θέλει σπουδαίως συντελέσει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς καταναλώσεως τῶν προϊόντων τῆς Ἑλληνικῆς παραγωγῆς. Ἐκτὸς δὲ τούτου, θὰ συντελέσῃ ἐπίσης, ὅπως φέρῃ εἰς ἐπικοινωνίαν τοὺς δύο λαοὺς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ τῆς νήσου Κύπρου. Ἐκ τούτου ὁρμώμενος, λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω ὑμῖν τὴν αἴτησιν ταύτην τῶν Κυπρίων, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ διαβιβάσητε ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ οἷα μέτρα οὗτος νομίσῃ κατάλληλα.

§54Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς αὐστηρᾶς καὶ ἀκαίρου καταδιώξεως, ἥτις διενεργεῖται ἐν τοῖς πεδινοῖς δήμοις τῆς Ἠλείας ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων. Διὰ τοῦτο καὶ πρὸ τινων ἡμερῶν, ὅτε ἔλαβον τηλεγράφημα ἱερέως τινὸς, συλληφθέντος καὶ ὁδηγηθέντος εἰς τὰς φυλακὰς, καίτοι προσήγαγε πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης εἰς τὰς ἁρμοδίους ἀρχὰς, τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο ἐνεχείρισα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν παράκλησιν, ὅπως ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἤθελε νομίσει ὀρθὸν καὶ δίκαιον. Ἐπειδὴ ὅμως ἐξακολουθητικῶς λαμβάνω γράμματα καὶ τηλεγραφήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ἡ ἀδιαφορία τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ προηγουμένων παραπόνων καὶ ἡ ἄστοργος καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως παραγγείλῃ εἰς τοὺς ὑποταμίας τῆς περιφερείας ἐκείνης νὰ μετριάσωσι τὸν ζῆλον αὑτῶν πρὸς καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Σήμερον ἔλαβον τηλεγράφημα καὶ ἐπιστολὴν τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Βουπρασίων, καταγγέλλοντός μοι ὅτι συνελήφθη καὶ αὐτὸς ἡμέραν τινά, ἐνῷ ἐκάθητο εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ δέσμιος ὡδηγήθη ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα, ὁπόθεν, ἀφοῦ ἐκρατήθη ἐπὶ 30 ὥρας, καθ’ ἃς ἀπηγορεύθη εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ καὶ εἰς τοὺς φίλους του νὰ ἐπισκεφθῶσιν αὐτόν, ὡδηγήθη εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς Πύργου, ὅπου, καίτοι ἐπλήρωσε τὸ χρέος του, διὰ νέας τηλεγραφικῆς διαταγῆς τοῦ ἀστυνόμου Βουπρασίων ἐκρατήθη πάλιν εἰς τὰς φυλακὰς διὰ νέον χρέος. Ἀλλὰ καὶ τὸ νέον χρέος πάλιν ἐπλήρωσε. Περὶ τοῦ ἀστυνόμου Δράκου καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, παραστήσας, ὅτι ἡ δρᾶσις αὐτοῦ ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ εἰς προσωπικοὺς μόνον σκοποὺς, διότι καὶ ἄλλοτε ὑπηρέτησεν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, ἔνθα συνάψας σχέσεις στενωτάτας, πᾶν ἄλλο ἐννοεῖ νὰ ἐκτελέσῃ παρὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως οἱ νόμοι κελεύουσιν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἤθελεν ἀντικαταστήσει τὸν ἀστυνόμον αὐτὸν δι’ ἄλλου οἱουδήποτε ἐκ τῶν τόσων ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχει τὸ ἑλληνικὸν στράτευμα, ἤθελε προσφέρει μεγάλην ἐκδούλευσιν καὶ ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς δημότας τοῦ δήμου ἐκείνου. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων, γνωρίζομεν πάντες, ὅτι οἱ μῆνες Μάϊος, Ἰούνιος καὶ Ἰούλιος εἶναι οἱ ἀγονώτεροι μῆνες τοῦ ἔτους διὰ τὴν Ἠλείαν κυρίως. Διὰ τοῦτο διενεργοῦντες οἱ ὑποταμίαι σήμερον εἰσπράξεις τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον πιέζουσι τοὺς δυστυχεῖς φορολογουμένους ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Νομίζω δέ, ὅτι τοιαύτη ἐνέργεια εἶναι καὶ ἀπάνθρωπος, δηλαδὴ τὸ νὰ προσπαθῶσιν οἱ ὑποταμίαι νὰ φαίνωνται εὐχάριστοι διὰ τῆς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν, συλλαμβάνοντες ἀκτήμονας ὀφειλέτας. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν προσωποκρατουμένων κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἐξ οὗ θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι οὐδὲν κερδίζει τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἀπανθρώπου ταύτης καταδιώξεως.

§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτε μοὶ ἐδώκατε τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἱερέως, τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐξέδωκα διαταγήν, διὰ τῆς ὁποίας παρήγγελλον εἰς τὸν ὑποταμίαν Μυρτουντίων νὰ ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, διότι ἡ ὥρα αὕτη τοῦ ἐνιαυτοῦ δὲν εἶναι ἐπιτηδεία, ἵνα καταδιώκωνται οὗτοι νὰ πληρώσωσι τὰ χρέη των. Σήμερον ὡσαύτως, πρὸ μικροῦ, ἦλθον δύο Βουλευταὶ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἐκ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, ὁ κ. Στράτος καὶ ὁ κ. Στάϊκος, καὶ μοὶ ἀπηύθυναν παράκλησιν καὶ παράπονα κατὰ τοῦ ταμίου Βάλτου. Ἔγραψα ἀμέσως εἰς τὸν τμηματάρχην νὰ ἐπιστείλῃ ὁμοίαν διαταγὴν εἰς τὸν ταμίαν Βάλτου. Λέγετε ὅτι ἡ πρὸς τὸν ὑποταμίαν Μυρτουντίων διαταγὴ δὲν ἐξετελέσθη. Θέλω φροντίσει, καὶ ἂν δὲν ἐξετελέσθη, θέλω τιμωρήσει τὸν ὑποταμίαν. Ἐστὲ δὲ βέβαιοι, ὅτι τοιαύτην ὤθησιν πρὸς εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων δὲν ἐδώκαμεν ἡμεῖς εἰς τοὺς ταμίας καὶ ὑποταμίας, τὸ γε νῦν ἔχον.

§56Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§57ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Προκειμένου περὶ τοῦ ἀστυνόμου τοῦ δήμου Βουπρασίων, ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν γενικώτερον, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ μεταθέτω ἀστυνόμους ἐπὶ τῇ ἁπλῇ καταγγελίᾳ, ἡ ὁποία γίνεται ἐνταῦθα· διότι διὰ νὰ μετατεθῇ ἀστυνόμος, πρέπει νὰ ὑπάρχωσι κατ’ αὐτοῦ σοβαραὶ αἰτιάσεις. Ἐγὼ προσεπάθησα πρὸ πάντων εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἠλείας, καθὼς καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας, νὰ πληρώσω πάσας σχεδὸν τὰς ἀστυνομίας δι’ ἀξιωματικῶν, διότι ἤκουον ἐνταῦθα πολλὰ καὶ δεδικαιολογημένα παράπονα, ὅτι πολλαὶ τῶν ἀστυνομιῶν διηυθύνοντο ὑπὸ ὑπαξιωματικῶν, καὶ τοῦτο προσεπάθησα, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν, νὰ ἀποφύγω, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσα τὰς περισσοτέρας ἀστυνομίας νὰ τὰς πληρώσω δι’ ἀξιωματικῶν. Ἂν οἱ ἀξιωματικοὶ παρεκτρέπωνται, βεβαίως πρέπει νὰ μετατίθηνται καὶ νὰ τιμωρῶνται, ἀλλὰ πρέπει καὶ αἱ παρεκτροπαί των ν’ ἀποδεικνύωνται δι’ ἐπισήμων ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας πάντοτε προκαλῶ.

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;

§59Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κηροποιοὶ καὶ κηροπλάσται Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀντιπροσωπεύοντες τὰς δύο ταύτας πολυπροσώπους Συντεχνίας, προσῆλθον σήμερον πρός με καὶ μοὶ ὑπέβαλον παράπονα, ἐπιδόντες μοι καὶ σχετικὴν ἀναφορὰν, κατὰ τοῦ ἄρτι ὑποβληθέντος νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου». Ὅταν βεβαίως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συζητηθῇ, ὑποθέτω, ὅτι θέλουσιν εὑρεθῆ πολλοὶ συνάδελφοι, οἵτινες θέλουσι λάβει τὸν λόγον, καὶ θέλουσι καταστήσει σαφεῖς τὰς γνώμας αὐτῶν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη ὑπεβλήθη καὶ εἰς τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.

§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρὸ ὀλίγου εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ προετιθέμην νὰ τὴν ἀνακοινώσω.

§62Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν τούτοις νομίζω καλὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, ἃς ὑποβάλλουσιν οἱ συμπολῖται ἡμῶν οὗτοι, ἃς δὲ βεβαίως θέλουσιν ὑποβάλει καὶ οἱ συμπολῖται πολλῶν ἄλλων κυρίων Βουλευτῶν, ὅταν λάβωσι γνῶσιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Νομίζω καλὸν νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις ταύτας πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ μελετήσῃ ταύτας, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου αὐξάνεται λίαν ἱκανῶς ὁ δασμὸς ὁ εἰσαγωγικὸς, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει ζημιωθῆ οὐσιωδῶς καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἀρκεῖ, Κύριοι, νὰ παρατηρήσητε, ὅτι ὁρίζεται ὁ δασμὸς διὰ τὰς 100 ὀκάδας κηροῦ εἰς δραχμὰς χρυσᾶς 180, τουτέστι χαρτίνας 237 καὶ 60/00, ἤτοι ἀναβιβάζεται ὁ δασμὸς ἀπὸ δραχμῶν 158, ὡς ὑπάρχει ἐν τῷ ἰσχύοντι δασμολογίῳ, εἰς δραχμὰς 237 καὶ 60/00, δηλαδὴ διαφορὰ ἐπὶ πλέον δραχμαὶ 79 καὶ 60/00 ἐπὶ τῶν 100 ὀκάδων. Σημειώσατε δὲ, ὅτι αἱ ὗλαι, ἃς ἀφορᾷ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, δηλαδὴ ἡ κηριζίνη, ἡ παραφίνη, ἡ στεατίνη καὶ πᾶσα ἄλλη τεχνητὴ κηρώδης οὐσία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῶσιν ἐνταῦθα τοσοῦτον τεχνικῶς καὶ νὰ ἔχωσι τὴν διαφάνειαν, ἣν ἔχουσιν αἱ ὗλαι αὗται, αἱ εἰσαγόμεναι ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Τοιουτοτρόπως, ἵνα ἔχωμεν κηρία καὶ ἄλλα εἴδη ἀρίστης ποιότητος, θέλομεν εἶσθαι ἠναγκασμένοι πάντοτε αὐτὰς τὰς ὕλας νὰ εἰσάγωμεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, οὕτω δὲ, ὄντες ἠναγκασμένοι νὰ εἰσάγωμεν αὐτὰς τὰς ὕλας πάντοτε ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, θέλομεν φορολογεῖσθαι δι’ ἐπαχθεστάτης φορολογίας δραχμῶν 79 καὶ λεπτῶν 60 ἐπὶ πλέον ἐπὶ δραχμῶν 158, ἃς μέχρι τοῦδε ἐπλήρωνον δι’ εἰσαγωγὴν αἱ ὗλαι αὗται. Ἑπομένως καὶ διότι τὸ Κράτος θέλει ὑποστῆ ζημίαν, ἐὰν παύσῃ ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ὑλῶν τούτων, καὶ διότι οἱ καταναλωταὶ θέλουσιν ὑποστῆ ἐπίσης ζημίαν, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ εἰσαγωγὴ ὑπὸ τοὺς βαρεῖς ὅρους τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ τὴν πρὸς αὐτὸν ὑποβληθεῖσαν ἀναφορὰν τῶν ἐν λόγῳ Συντεχνιῶν καὶ προνοήσῃ καταλλήλως, ὅταν συζητηθῇ τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον, διότι, ἐπαναλέγω, ἐπειδὴ αἱ ὗλαι αὗται ἀναγκαίως εἰσάγονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ἡ αὔξησις τοῦ δασμοῦ θέλει ἐπιφέρει καταστροφάς· ζῶσι δὲ χιλιάδες ἐργατῶν ἐκ τῆς βιομηχανίας ταύτης, καὶ τὸ Δημόσιον ἑπομένως θέλει ζημιωθῆ.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα ἀναφορὰ τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ συντεχνιῶν κηροποιΐας θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ βουλευταὶ Ἰωάννης Δαμηλάτης, Σπ. Δεληγιάννης καὶ Π. Μερλόπουλος ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 12). Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ἰω. Ροῦφος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐγένοντο αὐτῷ προτάσεις παρὰ Ρουμανικῆς ἑταιρείας διὰ τὴν προμήθειαν πετρελαίου, εἰς ποίαν τιμὴν προσφέρεται αὕτη νὰ χορηγήσῃ τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς τὸ Δημόσιον πετρέλαιον καὶ εἰς ποίαν προσφέρουσιν αὐτὸ οἱ νῦν προμηθευταί, ποῖος δ’ ὁ ἀριθμὸς κιβωτίων τοῦ κατ’ ἔτος καταναλισκομένου ἐν Ἑλλάδι πετρελαίου. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Μπασδέκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 13). Οἱ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι Τριπόλεως καὶ Καλαμῶν παραπονοῦνται διὰ τὴν προτεινομένην κατάργησιν τῆς διὰ νόμου χορηγηθείσης αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Θέλουσι σταλῆ αἱ αἰτήσεις αὐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἔχει ἕτερός τις τὸν λόγον;

§64Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων συναδέλφων ἔλαβον καὶ ἐγὼ τηλεγράφημα τῶν τηλεγραφητῶν τούτων, καὶ εὑρίσκω πολὺ δίκαια τὰ παράπονα αὐτῶν· δὲν ἀμφιβάλλω δ’ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ταῦτα καθὼς καὶ τοὺς χθὲς ἀναπτυχθέντας ἀπὸ τοῦ βήματος λόγους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λεβαδείας συναδέλφου, ὁμιλήσαντος ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἀδικήσῃ οὐ μόνον τοὺς τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι ἀσφαλῶς θέλει ἐπέλθει μείωσις τῶν ἐσόδων τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας ἕνεκα τῆς ἀπογοητεύσεως τῶν ὑπαλλήλων τούτων, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἀνάγκης θὰ περιέλθωσιν εἰς πλήρη ἀδιαφορίαν καὶ ἀπόγνωσιν.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων ͵ΒΡΚΒʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1892 καὶ ͵ΒΧΙΘʹ τῆς 10 Ἰουλίου 1899». Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.

§66Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν θὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε;

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλλίτερον νὰ διακόψωμεν ἀργότερον, διότι πάντοτε δυστυχῶς ἡ ἐπανάληψις τῆς συνεδριάσεως ἄρχεται κατὰ τὰς 10½. Λοιπὸν νὰ κερδίζωμεν τοὐλάχιστον ἡμίσειαν ὥραν διὰ νὰ μὴ παραμένωμεν ἐνταῦθα καθ’ ὥρας ἀνοικονομήτους πλέον.

§68ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ διατί νὰ μὴ ἐρχώμεθα εἰς τὰς 4, καὶ νὰ τελειώνωμεν εἰς τὰς 9;

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ τοῦτο, ὡς γνωρίζετε. Ἴσως μετὰ 4 ἢ 5 ἡμέρας ἡ Βουλὴ ἀναγκασθῇ νὰ προέλθῃ εἰς ἀπόφασιν περὶ τῆς ὥρας τῶν συνεδριάσεων. Ἀλλὰ σήμερον ὁπωσδήποτε καλὸν εἶναι νὰ ἐξακολουθήσωμεν μέχρι τῆς 8½, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συνεδρίασις, ὅπως ἐπαναλαμβάνεται πάντοτε, ἀμέσως μετὰ τὴν δεκάτην. Ὁρίστε, κύριε Κουντουριώτη.

§70Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, Κύριοι, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως γίνεται σήμερον, ἀποτελεῖ μέρος τοῦ προγράμματος τοῦ οἰκονομικοῦ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο ἐδηλώθη χθὲς παρὰ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις καὶ ἐν τῇ βραχείᾳ αἰτιολογικῇ αὑτοῦ ἐκθέσει ἀναφέρει τοῦτο. Βεβαίως διὰ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ζητεῖται ἡ ἔγκρισις τῆς Βουλῆς, τουτέστι διὰ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις συνέδεσε μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δέον ἀναμφισβητήτως ταῦτα νὰ λάβωσι κῦρος καὶ ἰσχὺν νόμου, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα αὑτῆς, διὰ νὰ δυνηθῇ μετὰ πεποιθήσεως νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας αὑτῆς. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίθετον ἰδέαν, προκειμένου περὶ οἰκονομιῶν, οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἂν Κυβέρνησίς τις δύναται νὰ διαπράξῃ οἰκονομίας, δὲν πρέπει νὰ προβῇ εἰς τοῦτο· ἀλλὰ οὐχ ἧττον πᾶσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία σκοπεῖ εἰς οἰκονομίας διατεθησομένας εἴτε ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, εἴτε ὑπὲρ ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ὀφείλει νὰ συνδυάζῃ τὰς οἰκονομίας ταύτας πρὸς τὰ πράγματα, ὀφείλει νὰ τὰς συνδυάζῃ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε αἱ ἐπιδιωκόμεναι οἰκονομίαι νὰ μὴ καταλήγωσιν εἰς ἀποτελέσματα ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις. Ἂν τὰς ποθουμένας οἰκονομίας οἱαδήποτε Κυβέρνησις δὲν συνδυάζῃ πρὸς τὰ πράγματα, εἶναι πιθανώτατον, ὅτι θὰ καταλήξῃ ὅπου κατέληξε καὶ ὁ φιλάργυρος ἐκεῖνος, ὅστις, ποθῶν νὰ βλέπῃ χρήματα πολλὰ ἐνώπιόν του καὶ νὰ ἀγάλλεται, ὑπέβαλεν ἑαυτὸν εἰς τοιαύτας ἀλόγους οἰκονομίας καὶ τοιαύτας στερήσεις, ὥστε ἀσθενήσας ἕνεκα τούτων ἠναγκάσθη ἡμέραν τινὰ νὰ δαπανήσῃ εἰς ἰατροὺς καὶ φάρμακα ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν, ἣν διὰ τῶν ἀνοήτων οἰκονομιῶν εἶχε περισυλλέξει. Βεβαίως, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλω λάβει τὸν λόγον καὶ θέλω εἴπει, ἐὰν ὄντως τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τοιοῦτον, ὥστε καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος, εἰς ἣν ἀνήκω, ν’ ἁρμόζῃ νὰ τὸ ἐνισχύσωμεν, ἐὰν ἁρμόζῃ νὰ συνδράμωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, δι’ ὧν θέλει ἐπιτύχει οὐ μόνον οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ τοῦ εἰσηγητηρίου αὑτοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τοῦ σήμερον ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐνῷ ἀσπάζομαι τὴν ἀρχήν, δὲν δύναμαι νὰ ἐγκρίνω, κατὰ περίεργον σύμπτωσιν, τὸ σῶμα. Τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἀρχὴ εἶναι ἡ οἰκονομία· τοιαύτη τις ἀρχὴ ὑπεχρέωσε, φαίνεται, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἀνέπτυξε τοὺς λόγους, δι’ οὓς θεωρεῖ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους· ἀντέκρουσε δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν χονδρικῶς, κατὰ τὴν φράσιν αὐτοῦ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ.

§71ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Φαίνεται ὅτι σᾶς ἀπατᾷ ἡ μνήμη. Δὲν εἶπον τοῦτο.

§72ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἴπετε τὴν λέξιν «χονδρικῶς». Ἦλθε δὲ κατόπιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρὰ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ, παρὰ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα φέρει, τῶν δύο Ὑπουργείων, παρὰ τὰς πολλαπλᾶς καὶ ποικίλας ἀσχολίας του, ἀνέπτυξε τὸ νομοσχέδιον ἐν ταῖς λεπτομερείαις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν ὑμεῖς νὰ πράξητε καὶ οὐχὶ διὰ βραχέων νὰ ἐκθέσητε τοὺς λόγους, οἵτινες ὤθησαν ὑμᾶς εἰς τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ.

§73ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἶμαι τέλειος.

§74ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀτελείας ἢ τελειότητος, τὰς ὁποίας μᾶς εἶπε καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προχθές. Ἐγὼ δὲν προτίθεμαι νὰ ἐξετάσω, ἂν εἶσθε τέλειος ἢ ἀτελής· ἐγὼ θέλω νὰ πιστοποιήσω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνθ’ ὑμῶν ἀνέπτυξε τὸ ζήτημα, καὶ ἠθέλησε νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι εἶναι συμφέρον νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Ἂν τὸ κατώρθωσεν ἢ ὄχι, ἄλλος ὁ λόγος.

§75ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ ἐξήγησα τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών μου, εἶμαι δ’ εὐτυχής, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ἀνέπτυξε πλειότερον τὸ ζήτημα. Τὰ ὑμέτερα φῶτα θὰ συντελέσωσιν ἤδη περισσότερον.

§76ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πάντοτε μὲ εἰρωνείας νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ πραγματεύησθε τοιαῦτα ζητήματα, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἔχητε ὑπὲρ ὑμῶν τὴν ἐπιτυχίαν. Ὅτε ἠγέρθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀπαντήσῃ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κραναίας, ἐπίστευσα, τὸ ὁμολογῶ, ὅτι ἤθελε ζητήσει νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον.

§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς) (μειδιῶν). Τὸ ἐπιστεύσατε τοῦτο;

§78ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἤμην ἀτυχής· ἀλλ’ εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἠθέλετε τὸ ἀποσύρει, ἢ ὅτι ἠθέλετε ζητήσει τὴν ἀναβολὴν αὐτοῦ, καὶ ὡς ἀλυσιτελοῦς πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν τῶν οἰκονομιῶν καὶ ὡς ἀσυμφόρου εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο φέρει οἰκονομίας, καὶ ποίου εἴδους οἰκονομίας. Καὶ πρῶτον διὰ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως ἑνὸς τμηματάρχου οὐδεμία ἐπέρχεται οἰκονομία. Ὁ τμηματάρχης οὗτος ἔχει συμπεπληρωμένον τὸν χρόνον πρὸς σύνταξιν καὶ εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε ἀπερχόμενος τῆς ὑπηρεσίας θὰ λαμβάνῃ σύνταξιν ἀνωτέραν τοῦ μισθοῦ, ὃν σήμερον λαμβάνει· ἑπομένως καταργουμένης τῆς θέσεως ταύτης τὸ δημόσιον ταμεῖον οὐδὲν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ. Θὰ ὠφεληθῇ, λέγουσι, τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως ἑνὸς Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν· ἀλλ’ ἐκ τῆς καταργήσεως ταύτης ἀμφιβάλλω ἂν τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ ὠφεληθῇ 1500 ἢ 2000 δραχ. Ἀλλ’ ἀξίζει ἆρά γε, διὰ ποσὸν τόσον εὐτελὲς νὰ ζημιώσητε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου; Καὶ εἶναι ζημία, διότι εἶναι ἀναγκαῖος ὁ ὑπάλληλος οὗτος εἴτε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Προξενείων, εἴτε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Πρεσβειῶν· καταργοῦντες δὲ τὴν θέσιν, θὰ εὑρεθῆτε πολλάκις εἰς στενοχωρίαν, μὴ ἔχοντες τὸ ἀπαιτούμενον πρόσωπον διὰ νὰ πληρώσητε κενὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε παρουσιασθῆ εἴτε εἰς Προξενεῖον, εἴτε καὶ εἰς Πρεσβείαν· καὶ περὶ τούτου δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ σᾶς φέρω ἀποδείξεις. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι πραγματικαὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐγὼ πρῶτος ἤθελον ἐπικροτήσει· εἶναι δὲ δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ φέρῃ οἰκονομίας σπουδαίας, καὶ οὐχὶ τοιαύτης φύσεως, γελοίας — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις — διὰ δαπάνην...

§79ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν εἶναι διπλωματικὴ ἡ φράσις.

§80ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι ὅμως κοινοβουλευτική. Ἡ δαπάνη, ἥτις ἐχρειάσθη διὰ νὰ τυπώσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀποτελεῖ τὸ τρίτον τῆς μισθοδοσίας τοῦ Γραμματέως, καὶ ταύτην ἠθέλετε ἐξοικονομήσει.

§81ΣΚΟΥΖΕΣ. Χονδρικῶς καὶ αὐτὸ τὸ λέγετε.

§82ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πολὺ ἀρέσκεσθε εἰς αὐτὴν τὴν λέξιν! Θὰ ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν ἐμερίμνα σοβαρῶς περὶ οἰκονομιῶν, νὰ ἐπιφέρῃ οἰκονομίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν—καὶ ἤθελον συγχαρῆ αὐτὸν—διὰ τῆς καταργήσεως τῶν Πρεσβειῶν. Καὶ ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι διατηροῦντες τὰς Πρεσβείας ταύτας σήμερον, οὐδὲν ἕτερον πράττομεν ἢ νὰ φαινώμεθα κωμικοὶ εἰς τὰ ὄμματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἡμῶν. Ἔπρεπε νὰ ἔχητε τὸ θάρρος νὰ εἴπητε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπὸ τοῦ παρόντος αἱ Πρεσβεῖαι εἶναι περιτταὶ, καὶ ἂν ἡμέραν τινὰ βελτιωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, δυνάμεθα ν’ ἀνασυστήσωμεν αὐτάς.

§83ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῶν Πρεσβειῶν ἦτο μέρος τοῦ προγράμματος τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἥτις ὡς Ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ μεταξὺ τῶν ἄλλων οἰκονομιῶν ἀνέγραψε καὶ ταύτην.

§84Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐξέθεσα τότε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ καταργηθῶσιν αἱ Πρεσβεῖαι...

§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ ἦτο γνώμη τῆς μειονοψηφίας, οὐχὶ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.

§86ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ μειονοψηφία οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν ἢ νὰ διερμηνεύῃ τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς. Ἄλλως εἶχε τὸ πρᾶγμα, ὤφειλε νὰ διαψεύσῃ τὸν εἰσηγητήν.

§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ πρόγραμμα τῆς νῦν Κυβερνήσεως ἀνεκοινώθη εἰς τοὺς ἐκλογεῖς· αὐτοὶ ἤκουσαν οἱ ἐκλογεῖς.

§88ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα ἑκάστης Ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶναι τὰ λεγόμενα κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ τὰ ἐκφραζόμενα καὶ διατυπούμενα καὶ διερμηνευόμενα καὶ ἀναπτυσσόμενα ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου.

§89ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν λεπτομέρειαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἀνέφερεν. Ἀλλὰ βεβαίως πρέπει νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοιαύτην ἔχοντα γνώμην· τοῦτο δὲ μαρτυρεῖ, ὅτι αὐτὰ ταῦτα τὰ πράγματα ἔπεισαν αὐτὸν νὰ ἔχῃ γνώμην τοιαύτην, ἀλλ’ ἔδει καὶ νὰ ἐμμείνῃ εἰς αὐτήν. Ἀφοῦ ἤδη παριστᾷ διὰ τῶν μελανωτέρων χρωμάτων τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας κατάστασιν.

§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἴσως δὲν ἠκούσατε τί εἶπον· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἐπαναλάβω.

§91ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πιθανὸν νὰ μὴ συμφέρῃ ν’ ἀκούσω τί εἴπατε. Συγχαίρω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶχε τοιαύτην γνώμην, διότι τὰ πράγματα εἶχον πείσει αὐτὸν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν Πρεσβειῶν. Καὶ τῳόντι αἱ Πρεσβεῖαι οὐδέποτε παρέσχον εἰς ἡμᾶς τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἐδικαιούμεθα ν’ ἀναμένωμεν ἀπὸ αὐτάς. Ἐὰν ἐξαιρέσωμεν τὴν Πρεσβείαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅλαι αἱ ἄλλαι Πρεσβεῖαι, τῶν Παρισίων, τοῦ Λονδίνου, τῆς Ῥώμης, τῆς Πετρουπόλεως, οὐδεμίαν παρέσχον ὑπηρεσίαν.

§92Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε αὐτό;

§93ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ γνωρίζω, ἀξιότιμε κύριε Βουλευτὰ ἐκ Κραναίας, διότι παρουσιάσθησαν τὰ λυπηρὰ γεγονότα τῆς χρεωκοπίας καὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, τὰ γεγονότα τοῦ πολέμου καὶ τῶν διαπραγματεύσεων περὶ εἰρήνης, καθ’ ὅλα δὲ ταῦτα οὐδεμίαν αἱ Πρεσβεῖαι παρέσχον ὑπηρεσίαν. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ ὁποίαν ὑπηρεσίαν παρέσχεν ἡ Πρεσβεία τοῦ Λονδίνου, ἥτις νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1896 ἐπαύξησιν τῶν δαπανῶν αὐτῆς εἰς 35,000 δραχμάς; Τίνας ὑπηρεσίας παρέσχεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ ἡ ἐν Παρισίοις Πρεσβεία καὶ ὁ πρέσβυς, τοῦ ὁποίου ὁ μισθὸς ἀνῆλθεν εἰς 65,000 δραχμὰς, χάριν δῆθεν τῶν διαπραγματεύσεων περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, ὡς εἰ ἐπρόκειτο χάριν αὐτοῦ νὰ δαπανήσῃ ὁ κύριος πρέσβυς περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐδαπάνα, ἁπλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων καὶ μὴ ὑπάρχοντος τοῦ ζητήματος τῶν διαπραγματεύσεων περὶ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν ἡμῶν; Ἦσαν ἀρκεταὶ αἱ μισθοδοσίαι καὶ αἱ ἀποδοχαί, τὰς ὁποίας ἐλάμβανον οἱ πρεσβευταὶ τῶν Παρισίων καὶ τοῦ Λονδίνου, καὶ οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ διπλασιασθῶσιν αἱ δαπάναι αὗται. Ὅ,τι ἐλέχθη διὰ τὴν Πρεσβείαν τῶν Παρισίων, τοῦτ’ αὐτὸ δύναταί τις νὰ εἴπῃ καὶ διὰ τὴν Πρεσβείαν τοῦ Λονδίνου. Ὅτε δὲ ἦλθεν ἡ δοκιμασία, ἡ μετὰ τὰ λυπηρὰ γεγονότα τοῦ 1897, ὁποίαν παρέσχον συνδρομὴν αἱ διάφοροι Πρεσβεῖαι; Ἀλλὰ καὶ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ μετὰ τὸν πόλεμον ἀκόμη, ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς διαφόρους διαπραγματεύσεις, ὁποίαν ὑπηρεσίαν παρέσχον οἱ ἡμέτεροι πρεσβευταί; Καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἐγὼ δύναμαι νὰ γνωρίζω, τὰ πάντα διενηργοῦντο ἐντεῦθεν, ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας καὶ διὰ τῶν ξένων ἀντιπροσώπων, τῶν διαπεπιστευμένων παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ Αὐλῇ. Οἱ ἡμέτεροι ἀντιπρόσωποι οὐδὲν ἄλλο ἔπραττον ἢ νὰ διαβιβάζωσιν εἰς τὰς Κυβερνήσεις, παρὰ ταῖς ὁποίαις ἦσαν διαπεπιστευμένοι, πληροφορίας περὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν εἶχαν σημασίαν ἢ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς προόδου τῶν διαπραγματεύσεων, τῶν μελλουσῶν νὰ κανονίσωσι τὰς σχέσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Καὶ κατὰ τὰς δύο λοιπὸν περιστάσεις ταύτας αἱ Πρεσβεῖαι οὐδεμίαν παρέσχον πραγματικήν, θετικὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς Πρεσβείας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, διότι αὕτη ἔχει προορισμὸν καὶ λόγον ἄλλον. Ὡμίλησα περὶ τῶν Πρεσβειῶν, διότι τὸ ἔφερεν ἡ σειρὰ τοῦ λόγου καὶ διακοπή τις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ἀλλὰ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ποιήσωμαι σήμερον ἀναδρομὴν τοιαύτην εἰς τὸ ζήτημα τῶν Πρεσβειῶν, διότι θέλω ἐξετάσει αὐτὸ εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν.

§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. συνάδελφος θὰ παρατείνῃ τὸν λόγον του ἐπὶ πολύ.

§95ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.

§96ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μάλιστα, ἐὰν ἐπιθυμῆτε, διότι θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ πολύ.

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10ης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 10 καὶ 30′ μ. μ.)

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὑπάρχει ἀντίρρησις; Ὁ κύριος Κουντουριώτης παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὸν λόγον του.

§99ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, πρὸ τῆς διακοπῆς, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐὰν πράγματι ἐπιθυμῆτε νὰ ἔχητε οἰκονομίας, νὰ καταργήσητε τὰς Πρεσβείας. Τότε θὰ ἔχητε θετικὰς καὶ πραγματικὰς οἰκονομίας, ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὡς καὶ διὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ προξενικοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλαττοῦτε τοὺς μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ ἐκείνου, ἐνῷ δὲν ἐπιτυγχάνετε οἰκονομίας ἀξίας λόγου, παραβλάπτετε τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τὴν κεντρικὴν καὶ τὴν ἐξωτερικήν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχεν ἔφεσιν καὶ ζῆλον νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας, ἐπεθύμει δὲ νὰ ἀφήσῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἴχνη τῆς διαβάσεως αὐτοῦ, καλῶς θὰ ἔπραττε νὰ καταγείνῃ εἰς τὸ νὰ διαρρυθμίσῃ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε αὕτη νὰ μὴ χωλαίνῃ, νὰ ἐκτελῇ δὲ σκοπιμώτερον τὸν προορισμὸν αὑτῆς, ἐνῷ διὰ τῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας μᾶς προτείνει νῦν, δὲν θέλει ἐπιτύχει ἄλλο τι παρὰ ἐξάρθρωσιν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τῆς κεντρικῆς καὶ τῆς ἐξωτερικῆς, ὅπως σᾶς ἐξήγησα. Πῶς δὲ θὰ ἠδύνατο νὰ βελτιώσῃ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν ὁ κ. Ὑπουργός; Διαρρυθμίζων τὰ τμήματα καταλλήλως. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει ἀνάγκην Ἀρχείου τακτικοῦ, ἀξίου τοῦ ὀνόματος. Τὸ Ἀρχεῖον αὐτοῦ, ὡς ἔχει σήμερον, οὐδεμίαν βοήθειαν, οὐδεμίαν χρησιμότητα παρέχει· ἐὰν δέ ποτε θελήσῃ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὸ παρελθόν, νὰ μελετήσῃ ἐθνικήν τινα ὑπόθεσιν, νὰ ἀντλήσῃ διδάγματα ἢ καὶ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ οιουδήποτε ἐθνικοῦ ζητήματος, βεβαίως τὸ Ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τῷ παράσχῃ πρόχειρον ὑπηρεσίαν τοιαύτην. Τὸ Ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ὁ δεξιὸς βραχίων τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι ἔχομεν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Πλεῖστα ἔγγραφα, ἀφορῶντα εἰς σπουδαιότατα ἐθνικὰ γεγονότα, ἀφορῶντα εἰς αὐτὴν τὴν ἵδρυσιν τοῦ Κράτους, κατάκεινται διεσπαρμένα εἰς διάφορα Ὑπουργεῖα, κατάκεινται εἰς τὰς βιβλιοθήκας, εἰς τὴν Ἐθνικὴν καὶ πιθανὸν καὶ εἰς τὴν τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὰ ἀρχεῖα ταῦτα ἔπρεπε νὰ περισυλλεχθῶσι, νὰ ταξινομηθῶσι, νὰ καταγραφῶσι μεθοδικῶς, ἐὰν ὑπῆρχε τμηματάρχης εἰδικός,—καὶ ὑπάρχει τοιοῦτος,—ὥστε εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς ν’ ἀκολουθήσῃ τὰς παραδόσεις μιᾶς ἐθνικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, ἂν κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ἔχωμεν ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν, ἐὰν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν διευθύνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ ζήτημα ὅμως τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξετασθῇ, καὶ δὲν σκοπῶ νὰ ἐπιληφθῶ τούτου σήμερον. Θὰ ἠδύνατο λοιπόν, ἔλεγον, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἤθελε καταγείνῃ νὰ διαρρυθμίσῃ τὰ τμήματα τοῦ Ὑπουργείου τούτου, νὰ ταξινομήσῃ τὰ διάφορα θέματα, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ὡς παραδείγματος χάριν τὸ ζήτημα τὸ Ἐκκλησιαστικὸν καὶ ἄλλα ὁμοταγῆ ζητήματα, συνδεόμενα μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου καὶ μὲ τὴν κατάστασιν τῶν ὁμογενῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν ἀκόμη ὑπὸ ξένον ζυγόν. Τοιαύτην τινὰ ἐργασίαν θ’ ἀνεμένομεν ἡμεῖς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, μεταρρυθμιστικήν, διότι μεταρρυθμιστικὸν εἶναι καὶ τὸ πρόγραμμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Ἀλλὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἡμεῖς τὰ θεωροῦμεν, ἂν ὄχι μισά, ἀλλ’ οὐδὲν ὑποσχόμενα πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθὲς: «Ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐπιζητοῦμεν νὰ φέρωμεν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, νὰ τὰς μονιμοποιήσωμεν, νὰ καταργήσωμεν τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας θεωροῦμεν περιττάς, διὰ νόμου, εἰς τρόπον ὥστε καὶ ὁ διάδοχος ὑμῶν νὰ μὴ δύναται νὰ πληρώσῃ τὰς θέσεις ταύτας.» Ἀλλ’ ὁ διάδοχος ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ζητήσῃ νὰ καταργήσῃ διὰ νόμου ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σήμερον ὑμεῖς ζητεῖτε νὰ θεσπισθῶσιν. Ἐὰν πάντως ἠθέλετε νὰ μὴ ἔχητε τὸν τμηματάρχην ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖτε νὰ καταργήσητε τὴν θέσιν, ἠδύνασθε, καὶ χωρὶς νὰ ψηφίσητε εἰδικὸν νόμον ν’ ἀπομακρύνητε τὸν τμηματάρχην, ἀπαλείφοντες, ὡς εἶπε καὶ ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, τὸ σχετικὸν κανδύλιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ τοῦτο δὲν θὰ ἦτο πρωτοφανές. Εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα ὑπάρχουσι νενομοθετημέναι θέσεις Γεν. Γραμματέων, ἀλλὰ πλὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης οὐδὲν ἕτερον Ὑπουργεῖον ἔχει Γενικὸν Γραμματέα. Εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα δὲν εἶναι διωρισμένος Γενικὸς Γραμματεύς. Πλὴν τούτου ὑπάρχει νενομοθετημένη θέσις Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀγόμενος ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ οἰκονομικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐμπνέει αὐτόν, δὲν συνεπλήρωσε τὴν θέσιν, δὲν ἐζήτησεν ὅμως καὶ τὴν κατάργησιν αὐτῆς διὰ νόμου. Τοῦτ’ αὐτὸ ἠδύνατο νὰ γείνῃ καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως τοῦ Γραμματέως, ἣν ἀναγράφει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ ἡ κατάργησις αὕτη νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρακτική, τάχιστα δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν παραμείνῃ εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, θὰ αἰσθανθῇ τὴν ἔλλειψιν ἑνὸς χρησίμου ὑπαλλήλου. Εὔχομαι καὶ ἐλπίζω, ὅτι σκεπτόμενος ὡριμώτερον θὰ ζητήσῃ τὴν ἀπάλειψιν καὶ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἕτερον θέμα, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἡ αὔξησις τῆς τριετοῦς θητείας τῶν ἀκολούθων τοῦ Ὑπουργείου εἰς τετραετῆ. Καὶ ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἠκούσαμεν, εἶναι ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἡ τετραετὴς εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ μορφώσῃ τὸν ἀκόλουθον, θὰ τῷ παράσχῃ τὰς γνώσεις τὰς τυπικὰς, τὰς ἀπαιτουμένας ὅπως ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ καταστῇ μᾶλλον λυσιτελὴς εἰς τὸ μέλλον. Καὶ ἠκούσαμεν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰπόντος, ὅτι βεβαίως πρέπει ἡ θητεία νὰ ἦναι τετραετὴς καὶ ἡ ὑπηρεσία νὰ γίνηται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι σχολεῖον διὰ τοὺς νέους τοὺς εἰσερχομένους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἄδικον, εἰπὼν ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία, εἶναι τὸ σχολεῖον τῶν νέων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται μετὰ τέσσαρα ἔτη νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὰ Προξενεῖα ἢ εἰς τὰς Πρεσβείας. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν εἰς διάστημα τριετοῦς θητείας ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ ν’ ἀποκτήσωσι τὰς γνώσεις τὰς ἀπαιτουμένας ὅπως καταρτισθῶσιν εἰς τὸ τυπικὸν μέρος τῆς ὑπηρεσίας, βεβαίως, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ἓν ἔτος περιπλέον θὰ καταστήσῃ αὐτοὺς σοφωτέρους καὶ ἐγκρατεστέρους τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Ἄλλως τε νομίζω, ὅτι νέοι ἀκολουθήσαντες εὐδοκίμως τὰς πανεπιστημιακὰς αὐτῶν σπουδὰς καὶ ἀποκτήσαντες δίπλωμα, καὶ ὑποστάντες ἐξετάσεις διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἀκολούθου, καὶ ὑπηρετήσαντες ἐπὶ δύο ἢ τρία ἔτη ἐν τῷ βαθμῷ τούτῳ, δὲν θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ εἰσδύσωσιν εἰς τὰ οὐχὶ δὰ καὶ τόσον σπουδαῖα μυστήρια τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐὰν δὲ δὲν κατορθώσουν οἱ νέοι οὗτοι νὰ μυηθῶσιν εἰς τὰ τῆς ὑπηρεσίας ἐντὸς τριῶν ἐτῶν, βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ τὸ κατορθώσουν ἐντὸς τοῦ προστιθεμένου τετάρτου ἔτους· καὶ τοῦτο θὰ ἦναι λόγος, ἵνα ὁ Ὑπουργὸς τοὺς ἀπαλλάξῃ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀπαλλάξῃ καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀσκόπου δαπάνης. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιμένωσιν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, ἡμεῖς θὰ παρακαλέσωμεν, ὅπως γείνῃ δεκτὴ τοὐλάχιστον ἡ τροπολογία, καθ’ ἣν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν ἔχει ὀπισθενεργὸν δύναμιν, δηλαδὴ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ ἐκείνων τῶν νέων, οἵτινες εἰσήχθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ μέχρι νῦν κρατοῦντος νόμου, μὲ τοὺς ὁποίους ἐδώκατε εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις, καὶ ὑπέστησαν ταύτας· διότι ἄδικον καὶ σκληρὸν θὰ ἦτο, νὰ ἔλθητε σήμερον, ὅτε οἱ νέοι οὗτοι ἔχουσι συμπληρώσει τὸ τριετὲς διάστημα τῆς θητείας των, νὰ τοῖς εἴπητε, ὅτι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ καὶ πρέπει ν’ ἀναμείνωσιν ἐπὶ ἓν ἔτος ἀκόμη. Δόντες οἱ νέοι οὗτοι τὰς ἐξετάσεις αὐτῶν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν διατάξεων τοῦ μέχρι σήμερον ἰσχύοντος νόμου, ἔχουσιν, οὕτως εἰπεῖν, ἀπέναντι τῆς Πολιτείας κεκτημένα δικαιώματα ἐπὶ τῆς τριετοῦς θητείας. Διατὶ θέλετε σήμερον ν’ αὐξήσητε τὴν τριετίαν εἰς τετραετίαν;

§100ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Συνεπλήρωσαν ἤδη τὴν τριετίαν;

§101ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ἂν τοῖς ὑπολείπωνται δύο ἢ τρεῖς μῆνες, σχεδὸν τὴν συνεπλήρωσαν. Καὶ ἔρχεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ ῥίπτει εἰς τὴν ῥάχιν των ἓν ἔτος ἀκόμη. Εἶναι τοῦτο δίκαιον; Δικαιοῦμαι λοιπὸν νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη, περὶ τῆς ὁποίας καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν, θὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ὅστις ἄλλως ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐσκόπει διὰ τοῦ νομοσχεδίου του νὰ θίξῃ τὴν θέσιν τῶν νέων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἤδη ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα πρὸς προβιβασμόν, ἔχουσι δηλαδὴ τριετῆ θητείαν εἰς τὸν βαθμὸν ἀκολούθου. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς εἶναι ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ προστατεύσῃ τὰ δικαιώματα τῶν ὑπαλλήλων, τῶν διατελούντων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου του, καὶ ὀφείλει τὰ δικαιώματα ταῦτα νὰ τηρήσῃ ἀμείωτα ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς προτείνει τὴν κατάργησιν ἑνὸς τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ λόγους, ὡς λέγει, καθαρῶς οἰκονομικούς, ἔρχεται αἴφνης διὰ τοῦ προτελευταίου ἄρθρου καὶ καθιστᾷ τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἐντελῶς προσωπικόν. Καὶ ἄγεταί τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι δὲν ἐκυοφορήθη, δὲν κατεσκευάσθη τὸ νομοσχέδιον παρὰ μόνον καὶ μόνον διὰ τὸ προτελευταῖον ἄρθρον, μόνον διὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ τετάρτου ἄρθρου. Διότι τί λέγει τοῦτο; (ἀναγινώσκει): «Δύναται δὲ νὰ μετατεθῇ εἴς τινα τῶν μνημονευθεισῶν ἀνωτέρω ὑπηρεσιῶν καὶ ὁ ἐπὶ ἴσον χρόνον ὑπηρετήσας ὡς πρόξενος ἐν Τουρκίᾳ, ἐὰν ἔχῃ συμπεπληρωμένην ἐν ὅλῳ ὑπηρεσίαν δεκατριετῆ». Ἐδῶ πλέον, Κύριοι, εἶναι ἡ λιανικὴ ὑπεράσπισις τῶν συμφερόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων!

§102Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοιαύτη διάταξις ὑπῆρχε καὶ ἐν τῷ προηγουμένῳ νόμῳ.

§103ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν ὑπῆρχε καὶ ἐν τῷ προηγουμένῳ νόμῳ, κακῶς ἐτέθη· ἐὰν δ’ ὑπάρχῃ καὶ ἐν τῷ νόμῳ τῷ ψηφισθέντι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, κάκιστα ἐτέθη, διότι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται τὰ νομοθετήματα προσωπικά. Τί σημαίνει δεκατριῶν ἐτῶν ὑπηρεσία; Σημαίνει ὅτι εἷς τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἐνδιαφερομένων ἔθεσε τὴν διάταξιν ταύτην, ἢ ἐνήργησε νὰ τεθῇ χάριν αὐτοῦ καὶ μόνον τοῦ προσώπου, τοῦ ἔχοντος τὸ προσὸν τοῦτο.

§104ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀφ’ ὅτου ἐτέθη ἡ διάταξις αὕτη μέχρι σήμερον αὐτὸς θὰ ἔχῃ 20 ἐτῶν τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν.

§105ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι τὸ Κράτος τοῦτο εἶναι Κράτος τῶν προηγουμένων, καὶ ἐπειδὴ ἐγένετο τότε ἓν κακὸν προηγούμενον, πρέπει καθ’ ὑμᾶς νὰ ἐξακολουθήσῃ γινόμενον καὶ σήμερον! Ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ ἡ διάταξις αὕτη. Διατὶ 13 ἔτη καὶ οὐχὶ 15; Διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν διάταξιν αὐτὴν εἶχε 13 ἔτη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἠθέλησε ν’ ἀποκλείσῃ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τυχὸν ἰσόχρονον ὑπηρεσίαν· εὑρισκόμενος δ’ εἰς ἐξαιρετικὴν θέσιν, εἴτε ὡς συνδεόμενος φιλικῶς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, εἴτε πρὸς ἄλλον ἰσχύοντα, ἔθεσε τὴν διάταξιν ταύτην.

§106Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Εἶναι ἡ καλλιτέρα διάταξις τοῦ νομοσχεδίου.

§107Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τοῦτο μὲ πείθει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φαντάζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀφοῦ ὅμως καὶ ὑμεῖς ἀκόμη τὸ νομίζετε, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἡ καλλιτέρα. Κρίνατε λοιπὸν περὶ τῶν λοιπῶν. Ἐὰν ἐκούρασα ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ζητῶ συγγνώμην. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ καταδείξω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι διὰ τοιούτων οἰκονομιῶν, οἰκονομιῶν ἐλαχίστων χιλιάδων δραχμῶν, οἰκονομιῶν ἀναξίων λόγου, θέλει ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐπιπόλαιον ἐκπλήρωσιν καὶ διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἑπομένως βλάβης καὶ οὐχὶ ὠφελείας πρόξενον θέλει γείνῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν μεταβληθῇ διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν εἰς νόμον τοῦ Κράτους.

§108Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ ὑποθέσεως λίαν σοβαρᾶς, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀπευθύνω μίαν ἐπερώτησιν. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἐλήφθη τηλεγράφημα τοῦ κ. Δ. Δεληγιάννη, ἀναγγέλλον, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τοῦ Μονοπωλίου τῆς σταφίδος παρεδέχθη τινὰς τῶν τροποποιήσεων, καὶ ὅτι ἐλπίζει ὁ κ. Δεληγιάννης νὰ παραδεχθῇ καὶ τὰς λοιπάς. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἐπίσης πληροφορίαι, ὅτι οἱ πρέσβεις τῆς Ἀγγλίας καὶ Γερμανίας ἀπηύθυναν διαμαρτυρίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ Μονοπώλιον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν τοιαύτας εἰδήσεις ἔχῃ· καὶ ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, τότε εἶναι περιττὸν νὰ κατέλθῃ ἐνταῦθα ὁ κ. Δ. Δεληγιάννης.

§109ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶμαι πρόθυμος ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ διακόψωμεν τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν, ἥτις ἔφθασεν εἰς τὸ πέρας αὐτῆς. Εὐθὺς μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως ταύτης θέλω δώσει τὰς δεούσας ἐξηγήσεις. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἔχει).

§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).

§111Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ φέρω. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 χειροτερεύει τὴν θέσιν τῶν ἀκολούθων, ὅταν πρόκηται ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ ἀκολούθου νὰ προβιβασθῶσιν εἰς τὴν θέσιν τοῦ Γραμματέως Προξενείου. Πρόκειται οὗτοι δυσκολώτερον νὰ δύνανται νὰ γείνωσι Γραμματεῖς Προξενείων, παρ’ ὅσον οἱ μὴ ὄντες ἀκόλουθοι, ἀλλὰ πρώτην φορὰν ζητοῦντες νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν καὶ καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ Γραμματέως Προξενείου. Σήμερον, διὰ νὰ γείνῃ ὁ ἀκόλουθος Γραμματεὺς Προξενείου, πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς ἀκόλουθος ἐπὶ τρία ἔτη· κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον, ἤδη τὰ τρία ἔτη αὐτὰ αὐξάνονται εἰς τέσσαρα· οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλ’ ὑποχρεοῦται νὰ ὑποβληθῇ, πρὶν καταλάβῃ τὴν θέσιν, καὶ εἰς δοκιμαστικὰς ἐξετάσεις. Δηλαδὴ ὁ ἀκόλουθος οὐ μόνον εἶναι διδάκτωρ τοῦ Πανεπιστημίου, οὐ μόνον ὑπέστη εὐδοκίμους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξετάσεις, ὅπως καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ ἀκολούθου, οὐ μόνον ὑπηρετεῖ δύο ἔτη ὡς δευτέρας τάξεως ἀκόλουθος, οὐ μόνον πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ ἕτερα δύο ἔτη ὡς πρώτης τάξεως ἀκόλουθος, ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ τέσσαρα ἔτη, πρέπει νὰ ὑποστῇ καὶ δοκιμαστικὰς ἐξετάσεις, πρὶν γένηται Γραμματεὺς Προξενείου, δηλαδὴ πρὶν καταλάβῃ θέσιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀξία λόγου, οὔτε λόγῳ ἱεραρχίας, οὔτε λόγῳ ὑπηρεσίας, οὔτε λόγῳ τοῦ μισθοῦ. Δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ ὑπάρχῃ ἡ μειονεκτικὴ αὕτη θέσις τοῦ ἀκολούθου διδάκτορος ἀπέναντι τῶν ἄλλων διδακτόρων τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι, θέλοντες νὰ καταλάβωσι τὴν αὐτὴν θέσιν τοῦ Γραμματέως Προξενείου, δὲν ἔχουσιν ἢ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς συναγωνισμόν, καὶ ἂν ἐπιτύχωσι καὶ ἔχωσι δύο ἔτη ὡς δικηγόροι, καταλαμβάνουσιν αὐτήν. Τὸ προσὸν τῆς διετοῦς ὑπηρεσίας ὡς δικηγόρου, πάντες γινώσκετε, ὅτι εἶναι κενὸν πάσης ἀξίας. Δύναταί τις νὰ λέγῃ, ὅτι ὑπηρέτησεν ἐπὶ δύο ἔτη ὡς δικηγόρος, καὶ νὰ μὴ ὑπηρέτησε ποσῶς. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι μεταξὺ 100 δικηγόρων ἐν Ἀθήναις, μόλις οἱ ἡμίσεις πράγματι ἀσκοῦσι τὸ ἔργον τοῦ δικηγόρου, οἱ ἄλλοι δὲν ἐργάζονται, ἐλλείψει πελατείας· ἑπομένως οὗτοι πᾶν ἄλλο ἢ ἀσκοῦνται πρακτικῶς· διέρχονται τὴν διετίαν οὐδὲν ποιοῦντες. Τοσαύτη δ’ ὑπάρχει, ὡς γνωστὸν, πληθώρα δικηγόρων καὶ τοσαύτη ἔλλειψις συγκριτικῶς ὑποθέσεων, ὥστε δικηγόροι τινὲς ἐργάζονται ἀντιγράφοντες εἰς κλητορικὰ γραφεῖα, διὰ ν’ ἀπολαμβάνωσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν· διότι οἱ ἔχοντες πελατείαν καὶ ἐργασίας δικηγόροι δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὸ πλῆθος τῶν δικηγόρων, οὓς κατ’ ἔτος ῥίπτει εἰς τὴν κοινωνίαν τὸ Πανεπιστήμιον. Λοιπὸν δὲν εἶναι προσὸν σοβαρὸν τὸ νὰ λέγῃ ὁ νόμος, ὅτι πρέπει δῆθεν νὰ ὑπηρέτησεν ὡς δικηγόρος ἐπὶ δύο ἔτη ὁ προσερχόμενος εἰς ἐξετάσεις Γραμματέως Προξενείου, καὶ ὅτι ἡ πιστοποίησις, ἣν περὶ τούτου προσάγει, ἀποδεικνύει ὑπηρεσίαν πραγματικήν. Τοὐναντίον ἡ ὑπηρεσία τῶν ἀκολούθων εἶναι καὶ διδακτικὴ καὶ ὠφέλιμος ἢ ἡ τοιαύτη ὑπηρεσία τῶν δικηγόρων. Ἐν τούτοις δυνάμει τοῦ κειμένου νόμου ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων σήμερον αὐτὴ εἶναι, ὅτι ὁ ἀκόλουθος πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ τρία ἔτη ὡς ἀκόλουθος πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως, νὰ ὑποστῇ δοκιμαστικὰς καὶ πάλιν ἐξετάσεις, καὶ ἔπειτα μόνον νὰ δικαιωθῇ νὰ γείνῃ Γραμματεὺς Προξενείου, ἂν εὐδοκιμήσῃ εἰς αὐτάς. Ἐὰν προσθέσητε ἤδη καὶ ἑνὸς ἔτους ἀκόμη ὑπηρεσίαν ἀκολούθου καὶ ἀπαιτήσητε τετραετίαν, φρονῶ ὅτι εἶναι πλέον τοῦ δικαίου καὶ τοῦ πρέποντος, ὅτι ὑπερβαίνει τὸ προσῆκον μέτρον, προκειμένου περὶ θέσεως Γραμματέως Προξενείου καὶ ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ προσόντα, ἅτινα ζητοῦνται ἀπὸ τοὺς μὴ ἀκολούθους. Ἡ τριετὴς πεῖρα τῶν ἀκολούθων δὲν εἶναι ἀνωφελής· τοὐλάχιστον εἶναι πραγματικὴ, ἐνῷ ἡ τῶν δικηγόρων συνήθως εἶναι ἀνύπαρκτος. Ἀφοῦ ὁ ἁπλοῦς διδάκτωρ, ὁ ὑπηρετήσας δῆθεν δύο ἔτη ὡς δικηγόρος, γίνεται Γραμματεὺς διὰ μόνης μιᾶς ἐξετάσεως, ἑνὸς διαγωνισμοῦ, διατὶ νὰ μὴ γίνηται ὁ ἀκόλουθος, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἔχει δίπλωμα Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος διὰ προσθέτων μελετῶν παρεσκευάσθη διὰ τὰς ἐξετάσεις, ὁ ὁποῖος ἰδίως ἔχει τὸ προσὸν τοῦ νὰ γνωρίζῃ καλῶς ξένας γλώσσας, ὅπερ εἶναι πολύτιμον καὶ ἀναπόφευκτον προσὸν διὰ τὴν προξενικὴν καὶ πρεσβευτικὴν ὑπηρεσίαν; Διέρχεται ἔπειτα τρία ἔτη ὡς ἀκόλουθος, ὑφίσταται μετ’ αὐτὰ νέαν δοκιμασίαν. Δὲν ἀρκοῦσιν αὐτὰ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξισωθῇ δῆθεν πρὸς τὸν δικηγόρον, τὸν μὲ διετῆ δικηγορικὴν πεῖραν, ἀναγκάζομεν αὐτὸν ἐπὶ ἓν ἔτι ἔτος νὰ μείνῃ ἀκόλουθος, δηλαδὴ τετραετίαν ὁλόκληρον. Τοῦτο οὔτε λογικὸν, οὔτε δίκαιον εἶναι. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ μειονεκτήματος, τὸ ὁποῖον σήμερον ἔχει ἐν τῷ νόμῳ ὁ ἀκόλουθος, δὲν εἶναι, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν μὴ ἀκόλουθον, δεδικαιολογημένη. Ἑπομένως ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς πρὸς αὐτὴν τοὐλάχιστον τὴν ἀνισότητα, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον μεταξὺ τοῦ ἀκολούθου τοῦ προσερχομένου διὰ τὴν θέσιν τοῦ Γραμματέως καὶ τοῦ μὴ τοιούτου, τοῦ μὴ ἀκολούθου, νὰ μείνῃ τοὐλάχιστον ἡ διάταξις ὅπως σήμερον ἔχει, καὶ μὴ προστεθῇ ἀκόμη ἓν ἔτος ὑπηρεσίας. Ὅπως σήμερον ἔχουσι τὰ τῶν δικηγόρων, ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον ἡ διετὴς δικηγορικὴ ὑπηρεσία τῶν διδακτόρων γίνεται μᾶλλον φανταστική. Σπουδαιότερον διὰ τοῦτο προσὸν εἶναι ἡ τριετὴς ὑπηρεσία τῶν ἀκολούθων διδακτόρων τῆς Νομικῆς καὶ ἡ νέα δοκιμασία, καὶ περιττὴ πρόσθετος δῆθεν ἐγγύησις.

§112ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ διαφορά, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, δηλαδὴ τῆς δοκιμασίας, δὲν εἶναι νεωτερισμός· ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν νόμον ͵ΒΨΗʹ τοῦ 1899.

§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.

§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ὑπάρχει.

§115ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶναι τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου ͵ΒΨΗʹ τοῦ 1899, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἄρθρον 12. Εἰς τὸ κεφάλαιον Βʹ τοῦ ΧΝϚʹ νόμου ὑπ’ ἄρθρ. 33 τίθενται αἱ ἑξῆς διατάξεις: «Γραμματεὺς Προξενείου ἢ Γραμματεὺς βʹ τάξεως Γενικοῦ Προξενείου καὶ τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας διορίζεται: Αʹ) ὁ ὑπηρετήσας ἐπὶ τριετίαν ὡς ἀκόλουθος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἢ ὡς ἔμμισθος ἀκόλουθος ἐν Πρεσβείᾳ καὶ τῷ Ὑπουργείῳ ἐπὶ τρία ἔτη, ἐξ ὧν ἓν τοὐλάχιστον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, μετὰ προηγουμένην δοκιμαστικὴν ἐξέτασιν, ἧς αἱ λεπτομέρειαι κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος.» Ὥστε δὲν εἶναι νεωτερισμός.

§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι παλαιόν. Οὐχ ἧττον καὶ τὸ παλαιὸν καθιστᾷ σήμερον μειονεκτικὴν τὴν θέσιν τοῦ ἀκολούθου. Θὰ καταντήσωμεν οὕτω νὰ μὴ εὑρίσκωμεν πλέον ἀκολούθους, οὐδεὶς νὰ προσέρχηται διὰ τὴν θέσιν αὐτήν· διότι, ἐὰν πρόκηται νὰ μείνῃ περισσότερα δύο ἔτη, διατὶ νὰ μὴ προτιμήσῃ νὰ ἐργασθῇ δῆθεν εἴς τι δικηγορικὸν γραφεῖον, ἐνῷ πράγματι θὰ γυρίζῃ εἰς τοὺς δρόμους καὶ θὰ διασκεδάζῃ;

§117Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ναί. Ἀλλὰ δὲν θὰ δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει. Δὲν δύναται παρὰ νὰ γείνῃ μόνον πρόξενος.

§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύναται. Κώλυμα ἐκ τοῦ νόμου δὲν ὑπάρχει.

§119Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ τὸ θέλῃ ἡ Κυβέρνησις, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιμείνωμεν. Ἀλλὰ καλὸν θὰ ἦτο, τὸ λεκτικὸν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου νὰ τροποποιηθῇ ὀλίγον. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον 12 τοῦ ͵ΒΨΗʹ νόμου, ἤθελον προτείνει, ὅσον ἀφορᾷ τὸ λεκτικὸν τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2, νὰ διατηρηθῇ τὸ νῦν ἰσχῦον τοῦ νόμου ͵ΒΨΗʹ. Διότι δὲν ἐννοῶ διατὶ λέγει: «Δὲν δύναται ὡσαύτως νὰ διορισθῇ ἢ προβιβασθῇ ὡς Γραμματεὺς Προξενείου ἢ ὡς Γραμματεὺς δευτέρας τάξεως Γενικοῦ Προξενείου ἢ ἰσοβάθμου Προξενικοῦ Γραφείου, ἂν δὲν ὑπηρέτησεν ἐπὶ δύο ἕτερα ἔτη ὡς ἀκόλουθος πρώτης τάξεως, ἢ ἐν συνόλῳ ἐπὶ τέσσαρα ἔτη ὡς ἀκόλουθος πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως, καὶ προσέτι ἐὰν δὲν ὑποβληθῇ εἰς γραπτὰς καὶ προφορικὰς ἐξετάσεις καὶ ἀναδειχθῇ δόκιμος ἐπὶ τῶν ἐγνωσμένων ἤδη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου θεμάτων, μνημονευθησομένων ἐνδεικτικῶς καὶ ἐν τῷ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος νόμου ἐκδοθησομένῳ Β. Διατάγματι.» Ἡ διάταξις τοῦ νῦν ἰσχύοντος νόμου ΒΨΗʹ ἔχει ἁπλούστατα ὡς ἑξῆς: «Γραμματεὺς Προξενείου ἢ Γραμματεὺς βʹ τάξεως Γενικοῦ Προξενείου καὶ τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας διορίζεται: Αʹ) ὁ ὑπηρετήσας ἐπὶ τριετίαν ὡς ἀκόλουθος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἢ ὡς ἔμμισθος ἀκόλουθος ἐν Πρεσβείᾳ καὶ τῷ Ὑπουργείῳ ἐπὶ τρία ἔτη, ἐξ ὧν ἓν τοὐλάχιστον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, μετὰ προηγουμένην δοκιμαστικὴν ἐξέτασιν, ἧς αἱ λεπτομέρειαι κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος...» Νομίζω ὅτι εἶναι ἁπλούστερον νὰ διατυπωθῇ οὕτω τὸ ἄρθρον παρὰ νὰ θέσητε: «εἰς προφορικὰς ἐξετάσεις», «εἰς γραπτὰς ἐξετάσεις». Αὐτὰ μοὶ φαίνονται περιττά. Τὰ δὲ «ἐγνωσμένα θέματα» ποῖα εἶναι;

§120ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξετάζονται εἰς τὰς ἐξετάσεις, δηλαδὴ αἱ συνθῆκαι, ἡ νομοθεσία τοῦ Ὑπουργείου κ.τ.λ.

§121ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἡ διατύπωσις δέν μοι φαίνεται καλή. Ἀλλὰ δὲν ἐπιμένω.

§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὑρίσκω διαφορὰν τῷ ὄντι εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου. Εἶναι διαφορὰ γραφῆς, συντάξεως, οὐχὶ δὲ διαφορὰ ἐννοίας. Εἶναι διαφορὰ συντάξεως, πρὸς πρόληψιν διαστροφῆς τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου· διότι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ΒΧΙΘʹ νόμου τῆς 8 Ἰουλίου 1899 ἐτροποποίησε τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ΒΡΚΒʹ νόμου τῆς 31 Δεκεμβρίου 1892, ὡς εἶχε τοῦτο τροποποιηθῆ διὰ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ΒΤΛΕʹ νόμου τῆς 5 Αὐγούστου 1895, οὕτως: «Ἀκόλουθος αʹ τάξεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ προβιβάζεται ὁ ἐπὶ ἓν ἔτος ὑπηρετήσας ὡς ἀκόλουθος βʹ τάξεως· Γραμματεὺς δὲ Προξενείου, ἢ Γραμματεὺς βʹ τάξεως Γενικοῦ Προξενείου ἢ τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας ὁ ὑπηρετήσας ἐπὶ δύο ἔτη ὡς ἀκόλουθος αʹ τάξεως ἢ ἐν συνόλῳ ἐπὶ τριετίαν ὡς ἀκόλουθος αʹ ἢ βʹ τάξεως». Τὸ «προβιβάζεται» εἶναι ἐπιτακτικόν· δηλοῖ ὅτι πρέπει νὰ προβιβασθῇ, ἑπομένως παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς συμπληρώσαντας τὸ ἔτος ν’ ἀπαιτήσωσι νὰ προβιβασθῶσιν, ἐνῷ ἡ τροποποίησις τῆς γραφῆς εἶναι λογική, ἀναγράφει προσὸν, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ καὶ οὐδεὶς νὰ προβιβασθῇ, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ ἀναγραφόμενον προσόν. Τὸ «προβιβάζεται» εἶναι ἐπιτακτικόν. Τὸ προτεινόμενον πρὸς τροποποίησιν κείμενον ἀπαγορεύει νὰ προβιβασθῇ τις, ἐὰν δὲν συνεπλήρωσε τὸν ἐν αὐτῷ ἀναγραφόμενον χρόνον. Τὸ «ἐπὶ τῶν ἐγνωσμένων θεμάτων» ἐγὼ ἐξήγησα οὕτω πως, καὶ ἐπείσθην, ὅτι ἦτο ὀρθὴ ἡ ἀνάλυσις αὕτη. Ἐξήγησα αὐτὸ, ὅτι ἐννοεῖ ὅτι θέλουσι δίδεσθαι θέματα ἀναγόμενα εἰς τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους· γνωστὸν δ’ εἶναι, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει καὶ ὑποχρεώσεις καὶ δικαιώματα, δικαιώματα δὲ πολλά, τὰ ὁποῖα ἔχει ἀποκτήσει ὄχι μόνον διὰ τῶν συμβάσεων καὶ τῶν συνθηκῶν τῶν συνομολογηθεισῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἔν τισι περιπτώσεσι καὶ διὰ συμβάσεων συνομολογηθεισῶν μετ’ ἄλλων Κρατῶν πρὸς ἄλληλα. Δυστυχῶς ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἐδείχθη κατὰ τὸ παρελθὸν κάτοχος τῆς ἱστορίας τοῦ παρελθόντος, ἐπλήρωσε δ’ ἄλλοτε τὸ Κράτος 300,000 δραχμὰς περίπου, διότι ἠγνόουν ἢ δὲν ἐνθυμοῦντο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ἱστορίαν ζητήματός τινος, τὸ ὁποῖον εἶχε προταθῆ. Τὸ ὅμορον Κράτος ἐζήτει ἀποζημίωσιν διὰ τὰ πέντε χωρία τῶν Θηβῶν, τὰ Κάτω λεγόμενα χωρία, διότι ἰσχυρίζετο, ὅτι ταῦτα ἦσαν χωρία, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλὰς ἠγόρασεν ἀπὸ τὴν Τουρκίαν κατὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μετ’ ἄλλου τμήματος τουρκικῶν κτήσεων· ὅτε δὲ ἡ Τουρκία ἐζήτησε τὴν ἀποζημίωσιν, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἀνέδραμον εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος, δὲν ἠρεύνησαν τὰ προηγούμενα, καὶ ἐπλήρωσαν 300,000 δραχμὰς περίπου. Ἀλλ’ ἡ ἀπαίτησις τοῦ ὁμόρου Κράτους δὲν ἦτο βάσιμος, διότι ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ πρώτου Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος εἶχε προταθῆ ἡ ἀξίωσις αὕτη, ἀλλὰ τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἠρεύνησε τὰ πράγματα, καὶ ἀνεῦρεν ὅτι τὰ πέντε χωρία τῶν Θηβῶν εἶχον κατακτηθῆ ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὸν πόλεμον, δὲν εἶχε δ’ ἀγοράσει αὐτὰ ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς συνθήκης τῆς ἐξαγορᾶς τῆς Χαλκίδος καὶ τῆς Φθιώτιδος, καὶ τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἔστερξε νὰ πληρώσῃ τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν, ἀλλὰ προέβαλε παρατηρήσεις εἰς τὴν Τουρκίαν, ἥτις προσέφυγε δι’ ἐκθέσεως εἰς τὰς τρεῖς Μεγάλας Δυνάμεις, κατὰ δὲ τὰ ἐν τῷ Ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἔγγραφα, ἐκ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ρωσσία εἶχον ἀναγνωρίσει τὸ δικαίωμα τῆς Ἑλλάδος, ἡ τρίτη ὅμως Μεγάλη Δύναμις εἶχεν ἀποφύγει ν’ ἀποφήνηται γνώμην, σιωπήσασα, ἀφέθη δ’ ἕνεκα τούτου τὸ ζήτημα ἐκκρεμές. Ἀλλ’ οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἐμελέτησαν κατὰ τὸ 1867 τὴν ἱστορίαν, καὶ ὑπεσχέθησαν εἰς τὴν Τουρκίαν νὰ πληρώσωσι τὰς 300,000 δραχμάς, αἵτινες ὄντως ἐπληρώθησαν. Ἡ ἄγνοια τῆς ἱστορίας λοιπὸν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πολλάκις συνεπάγεται συνεπείας κακάς. «Ἐγνωσμένα» λοιπὸν «θέματα» ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον ἐννοεῖ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Κράτους μετὰ τὸν σχηματισμὸν αὐτοῦ, εἰς τὴν γνῶσιν αὐτῆς, εἰς τὴν μελέτην τοῦ παρελθόντος, κατὰ τὸ ὁποῖον πολλὰ θέματα ἀνελύθησαν καὶ ἐξετέθησαν. Τοῦτο δὲ φρονῶ ἐγώ, ὅτι ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον τοῦτο.

§123ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴθε νὰ ἦτο αὐτό. Ὁμολογουμένως τὸ Ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν γέμει τοιούτων ἐκθέσεων περὶ τινων ζητημάτων, τὰς ὁποίας ἴσως ἐν οὐδενὶ ἄλλῳ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ αὐτῶν τῶν ζητημάτων δύναταί τις νὰ ἀπαντήσῃ. Ἐὰν λοιπὸν οἱ ἀκόλουθοι ἢ καὶ ἀνώτεροι τῶν ἀκολούθων παρεσκευάζοντο ἐν τῇ μελέτῃ τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου, ὁδηγούμενοι ὑπὸ τῶν προϊσταμένων των, θὰ ἦτο δυνατὸν μετὰ διάστημα ὀλίγων ἐτῶν νὰ ἐξέρχωνται οἱ ἀκόλουθοι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον διέρχονται τὸν χρόνον αὐτῶν ἀντιγράφοντες ἢ ἀσχολούμενοι εἰς ἐπουσιώδεις ὑποθέσεις, κατηρτισμένοι ἐπὶ σπουδαίων τοῦ ἔργου αὐτῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πρέπει κατὰ βάθος νὰ γινώσκωσι, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ φωτίζωσιν αὐτοὺς καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τοῦ διπλωματικοῦ ἢ προξενικοῦ αὐτῶν σταδίου· διότι οὐδὲν ἐλλείπει ἐκ τῶν στοιχείων ἐκείνων ἐν τοῖς ζητήμασιν αὐτοῖς, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δύναται νὰ ὁδηγήσῃ αὐτοὺς καλλίτερον ἢ οἱαδήποτε ἄλλη μελέτη ἐν βιβλίοις. Δυστυχῶς τοῦτο δὲν γίνεται. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι κατὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν χωλαίνει. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ὑπάρχει ἓν μόνιμον πολιτικὸν πρόσωπον, πεπειραμένον ἐν τοῖς ζητήμασι τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ὁ Γενικὸς Γραμματεύς, κατέχων τὴν ἱστορίαν ὅλων ἐκείνων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἤρξαντο ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ ἐξακολουθοῦσιν ἀπασχολοῦντα πάντοτε τὴν ἐξωτερικὴν ἡμῶν πολιτικήν. Τὰς ὑποθέσεις αὐτὰς οὔτε κατέχουν οὔτε δύνανται νὰ κατέχουν ὅσον δεῖ οἱ διάφοροι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Σήμερον οὗτοι, ἐρχόμενοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, μάτην ζητοῦσι νὰ φωτισθῶσι παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου. Οὐδεμία, λόγῳ τῆς ἐλλείψεως ταύτης, ἐπιμέλεια καταβάλλεται ἐκ μέρους τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν ὑποδεεστέρων, ἰδίως τῶν ἀκολούθων· ἴσως δὲ θὰ ἦτο ἀνάγκη, καὶ ὅσον ἀφορᾷ αὐτὸ, κανονισμὸς νὰ ὁρίσῃ τὰ τῶν ἐργασιῶν τῶν ἀκολούθων κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ μόρφωσίς των ἤδη εἶναι ἐντελῶς παρημελημένη, ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ γίνηται συστηματικὴ καὶ σκόπιμος· καὶ εἶναι δυνατὸν τοῦτο, ἂν ὑπάρχῃ νοῦς διευθύνων τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Τὸ ἄρθρον δὲν ἐννοεῖ δυστυχῶς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέθεσεν. Ἐννοεῖ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρὸ χρόνου τινὸς εἶχον ὁρισθῆ ἐν πίναξιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως χρησιμεύωσιν εἰς τοὺς παρουσιαζομένους δι’ ἐξετάσεις, ἵνα μελετῶσι πρὶν αὐτὰ, εἴτε ἐπὶ τοῦ διεθνοῦς δικαίου ἀναφέρονται, εἴτε ἐπὶ τῶν συνθηκῶν, εἴτε ἐπὶ τοῦ προξενικοῦ νόμου ἢ τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου ἢ ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐξετάζονται. Οὕτως ἔχουσιν ὡρισμένα ζητήματα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν τοὺς ὅλους κλάδους μελετῶσιν. Ἐκρίθη προσφυέστερον τὸ σύστημα τοῦτο, διότι δὲν ἀφίνεται ὁ μελετῶν εἰς γενικὰ καὶ ἀόριστα, ἀλλὰ προσηλοῦται εἰς εἰδικὰ ἑκάστου κλάδου ζητήματα, ἐν ᾧ δι’ αὐτῶν ἀναγκάζεται καὶ εἰς γενικὴν μελέτην τῶν διαφόρων μαθημάτων, εἰς ἃ ἐξετάζεται. Αὐτὸ ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἡ ἔκφρασις εἶναι ὀλίγον μακροσκελής. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ συντομευθῇ, νὰ περιορισθῇ εἰς τοῦτο: «ἐὰν δὲν ὑποβληθῇ εἰς γραπτὰς καὶ προφορικὰς ἐξετάσεις ἐπὶ τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὡρισμένων ζητημάτων», καὶ νὰ λείψωσιν ὅλα τὰ ἄλλα.

§124ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ συζήτησις, κατὰ τὴν τροπὴν, ἣν ἔλαβεν, ἀφορᾷ εἰς ἐξέτασιν θεμάτων σχετιζομένων πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ προκαλέσωσιν ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· εἰς τοῦτο δ’ ἔδωκεν ἀφορμὴν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι χωλαίνει κατὰ τοῦτο, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ θεματοφύλαξ τῶν παραδόσεων· ἡ ἀνάγκη δὲ τούτου ἐνδείκνυται μᾶλλον ἐνταῦθα ἢ εἰς ἄλλο Ὑπουργεῖον. Τοῦτο εἶχε κατανοήσει ὁ νόμος τοῦ 1897, δημιουργήσας θέσιν, ἥτις ὑπάρχει καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, διαρκοῦς ἀρχειοφύλακος, ὅστις θὰ εἶχεν ὑπὸ τὴν φύλαξιν αὐτοῦ τὸ Ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ πηγὴ πάσης πληροφορίας. Τὸ νὰ ζητῶμεν δὲ, ὡς σήμερον γίνεται, νὰ θέτωμεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ἀρχείου νέους ἀκολούθους, χθὲς εἰσελθόντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐφαρμόζομεν μέτρον, ἐξ οὗ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπεκδεχώμεθα τοὺς καρποὺς, οὓς προσδοκῶμεν. Σχετικῶς δὲ πρὸς τοῦτο ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἕνεκα τῶν μετακομίσεων τὸ Ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν εἶναι ἐν τάξει. Πρὸ παντὸς δὲ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως δημιουργηθῇ θέσις ἀρχειοφύλακος μονίμου. Καὶ ἐσυστήθη ἄλλοτε τοιαύτη θέσις, ἀλλ’ ὁ κάτοχος αὐτῆς, ἐπειδὴ δὲν ἔβλεπε προαγωγὴν, κατώρθωσε ν’ ἀποκτήσῃ τὰ προσόντα τοῦ προβιβασμοῦ, καὶ μετετέθη εἰς ὑπηρεσίαν Πρεσβείας, ὥστε ἡ θέσις τοῦ ἀρχειοφύλακος ἔμεινε κενή.

§125Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ διάταγμα τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1899 διαιρεῖ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου εἰς 5 τμήματα, ἐν οἷς καὶ τὸ τοῦ Ἀρχειοφυλακείου. Ἀλλὰ τὸ γραφεῖον τοῦ ἀρχειοφύλακος, διὰ τῆς ζητουμένης καταργήσεως μιᾶς θέσεως τμηματάρχου καθίσταται ἀδύνατον νὰ σχηματισθῇ. Δὲν πταίει ὁ νόμος.

§126ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὅτε ἦσθε ὑμεῖς Ὑπουργὸς, ὁ τμηματάρχης διηύθυνε τὸ Ἀρχεῖον;

§127ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὑπῆρχε τμηματάρχης, ἀλλ’ ἦτο ἀσθενὴς ἐπὶ ἓν ἔτος.

§128ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐν ὅσῳ δὲν διορίζεται μόνιμος ἀρχειοφύλαξ, εἶναι ἀδύνατον νὰ προσδοκῶμεν χρησιμότητα ἐκ τοῦ Ἀρχείου τούτου. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον τὸ συζητούμενον. Φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ φράσις, ᾗ χρῆται τὸ ἄρθρον, ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ μὲν κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἄλλως πως τὸ ἑρμηνεύει, ἢ μᾶλλον εἶπεν, ὅτι ἀναγνώσας τὸ ἄρθρον τοιαύτην τινὰ συνέλαβεν ὅτι ἔχει ἔννοιαν, ὁ δ’ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐθεώρησεν, ὅτι τοῦτο ἀναφέρεται εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὑπάρχοντα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τῶν θεμάτων, ἐφ’ ὧν θέλουσι δώσει ἐξετάσεις οἱ προσερχόμενοι ἵνα ἀποκτήσωσι τὴν θέσιν ἀκολούθου. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου περιπίπτει εἰς σύγχυσιν. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου εἶχεν ἐκδοθῆ διάταγμα, ὁρίζον τὰ θέματα, ἐφ’ ὧν ὤφειλον νὰ ἐξετασθῶσιν οἱ προσερχόμενοι εἰς ἐξετάσεις, ἀλλὰ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο κατηργήθη. Συλλήβδην ἀναφέρονται ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ τὰ θέματα, ἐφ’ ὧν θὰ δώσωσιν ἐξετάσεις προφορικὰς καὶ γραπτὰς οἱ ἐξεταζόμενοι, ἀλλ’ ἡ λεπτομέρεια, τὴν ὁποίαν περιεῖχε τὸ διάταγμα τοῦ 1891, δὲν ὑπάρχει πλέον.

§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ὁρισθῶσι διὰ τοῦ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος. Ὑποθέτω ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ προαγωγῆς ἀκολούθων εἰς θέσιν Γραμματέως Προξενείου, θὰ ἐννόει ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον, ὅτι τὰ θέματα ταῦτα εἶναι πόρισμα τῆς μελέτης τῆς ἱστορίας τῶν ζητημάτων τούτων. Ἐπὶ παραδείγματος τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη πρὸ 60 ἐτῶν. Εἰς τὰ 1868, ὅτε ἤμεθα ἐν διακοπῇ σχέσεων, αἵτινες ἐπανελήφθησαν εἰς τὸ 1869 καὶ ἐστάλη ὁ μακαρίτης Ραγκαβῆς εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἤμην δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐμέλλομεν δὲ νὰ δώσωμεν ὁδηγίας εἰς τὸν μακαρίτην Ραγκαβῆν, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐν τῷ Ἀρχείῳ ἀναδιφήσαντες, εὕρομεν πλοῦτον γνώσεων, τόσον περὶ τούτου, ὡς καὶ ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἔχω γνώμην δυσάρεστον διὰ τοὺς ἐργαζομένους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἦμαι πεπεισμένος, ὅτι γνωρίζουσι τὴν ἱστορίαν τῶν ζητημάτων.

§130ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶμαι σύμφωνος· τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὅτε ἤμην ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς νομικὸς σύμβουλος, καὶ κατόπιν, ὅτε ἀντεπροσώπευσα τὴν Κυβέρνησιν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐρευνήσω τὴν ἱστορίαν διαφόρων ζητημάτων. Ἐν τούτοις, ἂν ἐγὼ δὲν ἀνεδίφουν τὰ Ἀρχεῖα, δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ νὰ μοὶ δώσωσι πληροφορίας, οὐχὶ ἐκ κακῆς θελήσεως, ἀλλὰ διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἦτο διωργανωμένη.

§131Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὕστερον ἀπὸ τόσα ἔτη τώρα μανθάνομεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν!

§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ἔχει τροπολογίαν ὁ βουλευτὴς Λεβαδείας κ. Μπουφίδης, δι’ ἧς προστίθεται δευτέρα παράγραφος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου δὲν ἐφαρμόζονται εἰς τοὺς ἀκολούθους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Πρεσβειῶν, τοὺς διορισθέντας συμφώνως πρὸς τοὺς νῦν ἰσχύοντας νόμους ͵ΒΡΚΒʹ καὶ ͵ΒΞΙΘʹ.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἰσχύος καὶ διὰ τὸ ἔτος 1904 τοῦ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν Παρνασσίδος ἐν ἔτει 1900 κηρυχθέντος ὁριστικοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§134ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ ἀπαντήσω, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου. Πρὸ τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν, ἤμην ἀκόμη κλινήρης, ὅτε ἦλθε παρ’ ἐμοὶ ὁ κ. πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, ἐζήτησε νὰ μὲ ἴδῃ, καὶ μοὶ εἶπε τὰ ἑξῆς. Ἀναφερόμενος εἰς ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἄλλοτε μετ’ ἐμοῦ, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως, μοὶ εἶπεν ὅτι εἶχεν ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ ποιήσηται προφορικὴν ἀνακοίνωσιν, ὅτι, ἐὰν τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως ὡρίζετο ἄνω τῶν 20%, εἶχεν ἐντολὴν νὰ καταγγείλῃ τὴν σύμβασιν. Ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει μου, ἐὰν μόνον ὁ ὁρισμὸς ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ ποσοστοῦ ἀντὶ τῶν 20% εἰς 24% ἦτο τὸ ἀντικείμενον τῆς ἀνακοινώσεώς του, ὁ κ. πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας μοὶ εἶπεν: «Ἐγὼ καθαρῶς ἐξήγησα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, κατόπιν τῆς συνομιλίας, τὴν ὁποίαν εἴχομεν, κύριε Σκουζὲ, ὅτι ὁ ὁρισμὸς ἀφέθῃ οὐχὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὡς ἐζητεῖτο, ἀλλ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν· συνεπεῶς τὸ τετελεσμένον γεγονὸς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ἀντικείμενον εἰς τὴν σύμβασίν μας, καὶ τότε θέλω προβῆ εἰς τὴν καταγγελίαν. Σχετικῶς δὲ μὲ τὸ ζήτημα, ἔχω καὶ ἄλλην ἀνακοίνωσιν ἢ συμπλήρωσιν νὰ κάμω πρὸς ὑμᾶς. Νομίζει ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἀγγλικὴ, ὅτι ἡ σύμβασις περὶ τῆς σταφίδος, ἡ λεγομένη τοῦ Μονοπωλίου, ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα τῆς συμβάσεως ἡμῶν τοῦ 1890, διότι ἡμεῖς προέβημεν εἰς σημαντικὴν ἔκπτωσιν τοῦ δασμοῦ ἀπὸ 7 εἰς 2 σελλίνια τὸν στατῆρα, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ τοῦ νὰ καταστῇ ὅσον ἔνεστιν εὐωνότερος ὁ σταφιδόκαρπος εἰς τὸ κοινόν. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν, σκοπὸς αὐτῆς εἶναι διὰ τοῦ Μονοπωλίου ἡ ὕψωσις τῶν τιμῶν, καὶ ἑπομένως τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα τῆς συμβάσεως ἡμῶν, καὶ συνεπῶς εἶμαι ἐντεταλμένος νὰ καταγγείλω τὴν σύμβασιν. Ἔχω, μοὶ εἶπε, τὴν ἔγγραφον ἀνακοίνωσιν ἑτοίμην, ἀλλ’ ἕνεκεν ἀσαφείας εἰς τὸ κείμενον τοῦ τηλεγραφήματος ἐζήτησα περαιτέρω διασαφήσεις, καὶ ἅμα ὡς λάβω ταύτας, θέλω σᾶς ἀπευθύνει τὴν ἔγγραφον ἀνακοίνωσιν.» Τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἦλθε παρ’ ἐμοὶ ὁ κ. πρέσβυς τῆς Γερμανίας, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔκαμεν ἀνακοίνωσιν προφορικὴν, συνεπείᾳ τηλεγραφικῆς ἐντολῆς τῆς Κυβερνήσεώς του, ἡ ὁποία Γερμανικὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ οὐχὶ ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα, ὡς ἡ Ἀγγλικὴ βεβαίως, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ ἑξῆς πνεῦμα: ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ Μονοπωλίου περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου τῆς ἐξαγωγῆς καὶ εἰσαγωγῆς, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τῆς συμβάσεως ἡμῶν τοῦ 1884 ἀπολαύουσιν οἱ Γερμανοὶ ὑπήκοοι, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποιεῖται τὰς πλέον ῥητὰς ἐπιφυλάξεις, ἢ, ὡς λέγεται γαλλιστὶ, les réserves les plus exprèsses. Κατόπιν τοῦ πρέσβεως τῆς Γερμανίας, τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν, ἦλθεν ὁ πρέσβυς τῆς Ἰταλίας, ὁ ὁποῖος ἐποιήσατο τὴν αὐτὴν προφορικὴν ἀνακοίνωσιν. Ἐκεῖνος μοὶ εἶπεν, ὅτι βασίζεται εἰς τὸ ἄρθρον 6 τῆς μεταξὺ Ἰταλίας καὶ ἡμῶν συμβάσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ Ἰταλοὶ ἀμοιβαίως καὶ οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ προνόμιον τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους, νὰ μὴ ἔχωσιν οὐδὲν πρόσκομμα εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν...

§135Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Καὶ οὐδὲν Μονοπώλιον.

§136ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ βία σας, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Κραναίας, σᾶς φέρει εἰς σφάλμα. Ἐὰν ἦτο Μονοπώλιον, δὲν ἤθελον ἔχει ἀφορμὴν ἢ δικαίωμα νὰ ποιήσωνται παραστάσεις, διότι τὸ Μονοπώλιον ἐξαιρεῖται.

§137ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὰ Μονοπώλια τοῦ Κράτους ἐξαιροῦνται.

§138ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλὰ, κύριε Βουλευτὰ, καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ἐπίσης ἐγκρατεῖς τῶν συνθηκῶν, ὡς βλέπετε, ἀκούουσι καὶ δὲν βιάζονται. Ἐγὼ, βλέπετε, προσπαθῶ λέξιν πρὸς λέξιν ν’ ἀποδώσω ἀπὸ μνήμης ὅσα μοὶ εἶπον οἱ ξένοι πρεσβευταὶ, διότι νομίζω, ὅτι δίδετε εἰς αὐτὸ σημασίαν. Σήμερον δὲ ἦλθεν ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Ὁλλανδίας, ὁ ὁποῖος ἐποιήσατο ὁμοίαν προφορικὴν ἀνακοίνωσιν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοί του.

§139Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Συναυλία ψυχρολουσιῶν!

§140ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Ὁλλανδίας, βασιζόμενος καὶ αὐτὸς εἰς τὸ ἄρθρον τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ὁλλανδίας συνθήκης, καθ’ ὅ οἱ Ὁλλανδοὶ ὑπήκοοι χαίρουσι τὸ δικαίωμα τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους καὶ συνεπῶς ἀπολαύουσι τῶν προνομίων τοῦ ἄρθρου 6 τῆς Ἰταλικῆς συμβάσεως, ὡς καὶ ὁ Γερμανὸς, ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Ὁλλανδίας σήμερον μοὶ εἶπεν, ὅτι «παρεκτὸς τῶν γενομένων αὐτῶν παραστάσεων ἡ Ὁλλανδικὴ Κυβέρνησις ἀνέμενεν ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὀλίγην περισσοτέραν, ὡς δύναμαι νὰ εἴπω, προσοχὴν, διότι μετὰ τὴν Ἀγγλίαν ἡ Ὁλλανδία εἶναι ὁ δεύτερος ὡς πρὸς τὴν σημασίαν καταναλωτὴς, διότι ἐν Ὁλλανδίᾳ εἰσάγονται περὶ τοὺς 30,000 τόννοι σταφίδος, καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ αὕτη ἔχει τὸν ἐλαφρότερον δασμὸν, δηλαδὴ 3 φράγκα κατὰ 100 χιλιόγραμμα, ἐλπίζομεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει ἀποδώσει πλείονα προσοχὴν εἰς τοιοῦτον πελάτην, οἷος ἡμεῖς. Καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ψηφισθῇ νῦν ἢ βραδύτερον τοιαύτη σύμβασις, ποιούμεθα τὰς πλέον ῥητὰς ἐπιφυλάξεις, διότι δὲν γνωρίζω ποῖα μέτρα θέλει λάβει ἡ Κυβέρνησίς μου.» Εἰς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἰταλίας, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀπηύθυνε παρομοίαν προφορικὴν ἀνακοίνωσιν, ἀπηύθυνα τὴν ἐρώτησιν, ἐὰν ἔχει ἑτέραν ἐντολὴν, καὶ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἔχει ἑτέραν ἐντολήν. Ἐπίσης καὶ ὁ Γερμανὸς πρεσβευτὴς τὸ αὐτὸ μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει ἄλλην ἐντολὴν ἢ νὰ ποιήσηται ῥητὴν ἐπιφύλαξιν, ὡς ἀντικειμένης τῆς περὶ Μονοπωλίου συμβάσεως εἰς τὸ ἄρθρον 1 τῆς μετὰ τῆς Γερμανίας ἡμετέρας συνθήκης. Περιττὸν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, τί παρετήρησα πρὸς τοὺς διαφόρους πρεσβευτάς· ὅτι δηλαδὴ δὲν νομίζομεν, ὅτι τὸ συζητούμενον εἶναι ἀκριβῶς Μονοπώλιον, διότι δὲν χορηγοῦμεν εἰς Ἕλληνας ὑπηκόους ἢ εἰς ὑπηκόους ἐθνικότητος ἄλλης, εἰς ὑπηκόους τῆς Γαλλίας, εἰς ἀντίθεσιν τῆς Ἀγγλίας, ἢ εἰς ὑπηκόους τῆς Ἀγγλίας, εἰς ἀντίθεσιν τῆς Ἰταλίας, δὲν χορηγοῦμεν, λέγω, προνόμιον, καὶ οἱ ὑπήκοοι τῶν διαφόρων αὐτῶν ἐπικρατειῶν δὲν δύνανται νὰ ἰσχυρισθῶσιν ὅτι βλάπτονται, διότι ἐχορηγήθη εἰς Ἕλληνα ὑπήκοον ἢ ὑπήκοον ξένον πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον δὲν χορηγεῖται εἰς αὐτούς· ὅτι εἶναι ἀντάλλαγμα πρὸς μίαν ἑταιρείαν, ἡ ὁποία ἔτυχε νὰ ἦναι Ἀγγλικὴ, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ ἦναι καὶ Γερμανικὴ ἢ Ἰταλικὴ, ἀντάλλαγμα ἀπέναντι τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἀναλαμβάνει ἡ Ἑταιρεία, νὰ ἀγοράζῃ παρὰ τῶν παραγωγῶν ὅλην τὴν ἐσοδείαν ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ. Ἐπειδὴ οἱ εἰρημένοι πρέσβεις δὲν ἐποιήσαντο ἔγγραφον ἀνακοίνωσιν, δὲν κάμνω πρὸς αὐτοὺς ἔγγραφον ἀπάντησιν, ἀλλὰ προφορικῶς μόνον προσεπάθησα νὰ ἐξηγήσω, ποῖος εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῆς συμβάσεως, ἵνα ἀποτρέψω τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι Μονοπώλιον· διότι, ἐὰν ἦτο Μονοπώλιον τοῦ Κράτους, δὲν ἠδύναντο νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι βλάπτονται, διότι τὸ ἄρθρον 6 τῆς Ἰταλικῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, ἀποκλείει ἀπὸ αὐτὴν τὰ πλεονεκτήματα τὰ χορηγούμενα πρὸς ἄλλους ὑπηκόους. Τοῦτο εἶναι σαφὲς, τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ σύμβασις ἀποτελεῖ ἓν εἶδος Μονοπωλίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠμφισβητήσαμεν, δι’ ὃ οἱ πρέσβεις ἔκαμαν τὰς ἐπιφυλάξεις αὐτῶν.

§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐκ νέου ἐγγραφῆς ὑποθηκῶν, μεταγραφῆς κλπ. τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τοῖς καταστραφεῖσι βιβλίοις τῶν ὑποθηκοφυλακείων δήμων τινῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν δήμων Φαλάρων καὶ Σαμαίων». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΒΨΗʹ τῆς 31 Μαρτίου 1900 περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων». Ὁ κύριος Ρωμᾶνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.

§143ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἔλαβον ἀφορμὴν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅπως διὰ μακρῶν ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πλήρη ἐπιτυχίαν τοῦ νόμου τοῦ 1900, τοῦ ψηφισθέντος τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, καὶ τοῦ ὁποίου τινὰς τῶν οὐσιωδεστέρων διατάξεων ζητεῖ νὰ τροποποιήσῃ ἢ καταργήσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐπέτυχε δὲ πληρέστατα ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν βελτίωσιν, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, δηλαδὴ εἰς τὴν σπουδαίαν αὔξησιν τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπιτευχθεῖσαν ἀναδιοργάνωσιν τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 ἐκρατύνθη ἡ πειθαρχία ἐν τῷ προξενικῷ κλάδῳ, διὰ διατάξεών τινων, τὰς ὁποίας θὰ ἐζήλευεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις εἶπε πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ἀναγκάζεται νὰ «ἱκετεύῃ» τοὺς δικαστὰς νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς θέσεις των,—ἀφοῦ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις ἐκείνας, ὑποχρεοῦνται οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι, ἐπὶ ποινῇ παύσεως, ἐντὸς 20 ἡμερῶν νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς θέσεις των, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ ἡ προσκόλλησις αὐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὰς Πρεσβείας, οὐδ’ ἡ παραμονὴ αὐτῶν ἐν Ἀθήναις, ὡς κατὰ τὸ παρελθόν. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 κατηργήθησαν τὰ ἄμισθα Προξενικὰ Πρακτορεῖα ἐν Ἀνατολῇ, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τὴν πληγὴν τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, τὰ γνωστὰ ἐκεῖνα Προξενικὰ Πρακτορεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐστέλλοντο ἄνθρωποι ἀκατάλληλοι, οἵτινες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οὐδὲν ἄλλο ἐπεδίωκον ἢ νὰ χρηματίζωνται. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 ἀπηγορεύθη ἡ ἀναπλήρωσις τῶν ἐμμίσθων προξένων ἐν Ἀνατολῇ δι’ ἰδιωτῶν, ὡρίσθη δὲ, ὅτι διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν χρησιμοποιοῦνται ἔμμισθοι Γραμματεῖς Προξενείων ἢ ἄλλοι προξενικοὶ ὑπάλληλοι. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐθεσπίσθησαν προσόντα διὰ τοὺς διερμηνεῖς, κατωρθώθη δ’ ὅπως νέοι, ἐξελθόντες ἐκ τῆς Νομικῆς Σχολῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει, γνωρίζοντες ἄριστα τὴν τουρκικὴν καὶ τὴν γαλλικὴν καὶ ἄλλας γλώσσας, νομομαθεῖς, κατωρθώθη, λέγω, ὅπως οἱ νέοι οὗτοι διορισθῶσιν εἰς τὴν διερμηνευτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἔχομεν ἤδη εἰς πλεῖστα κέντρα τῆς Ἀνατολῆς διερμηνεῖς ἐκτάκτου μορφώσεως καὶ ἐφαμίλλους τοῖς διερμηνεῦσι τῶν Προξενείων τῶν λοιπῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ὡρίσθη ὅριον ἡλικίας διὰ τοὺς προξένους, καὶ ἀπεμακρύνθησαν τῆς ὑπηρεσίας ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι, λόγῳ ἡλικίας, δὲν ἦσαν πλέον εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά των. Ἀλλὰ καὶ διατάξεις, δι’ ὧν ἀνεκουφίσθη σπουδαίως ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία, περιέχει ὁ νόμος, καθόσον κατηργήθησαν τὰ τέλη ἀποδημητηρίων, τὰ πληρωνόμενα ὑπὸ τῶν ἀτμοπλοίων τῶν ἐκτελούντων τακτικὴν συγκοινωνίαν δι’ ἑβδομαδιαίου ἢ δεκαπενθημέρου δρομολογίου ἐκτὸς τοῦ Κράτους, καὶ ἠλαττώθησαν κατὰ τὰ τέσσαρα πέμπτα τὰ τέλη τῶν συμβολαίων ἀγοραπωλησίας ἢ ναυπηγήσεως ἀτμοπλοίων. Καὶ ἐπῆλθε μὲν ἐλάττωσις εἰς τὰ ναυτιλιακὰ τέλη καὶ τὰ τέλη τῶν συμβολαίων τούτων, ἀνερχομένη εἰς 100,000 περίπου φράγκα, ἀλλ’ ἐδόθη ἐμψύχωσίς τις εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν. Τέλος κατωρθώθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνηται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τῶν βαρῶν τοῦ Δημοσίου, ν’ αὐξηθῶσιν αἱ ἀποδοχαὶ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων κατὰ 20 καὶ 30%. Ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων ὡμολογεῖτο παρὰ πάντων, οὐδεὶς δὲ ἠγέρθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου τοῦ 1900, ὅστις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ αὐξήσωσιν αἱ ἀποδοχαὶ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων· διότι, ἐνῷ οἱ μισθοὶ τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ὑπηρετούντων, κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκοσαετίαν εἶχον μείνει ἀμετάβλητοι, ἢ κατά τι εἶχον αὐξηθῆ διά τινας κλάδους, οἱ μισθοὶ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων εἶχον σπουδαίως ἐλαττωθῆ κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαπενταετίαν. Καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅσα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶπον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς σπουδαιότητος τῆς ἐπαρκοῦς μισθοδοσίας, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ παρέχῃ τὸ Κράτος εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπαλλήλους. Διότι, ἐὰν τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ὑπαλλήλους νὰ παρέχῃ τὰ μέσα, ὅπως ζῶσιν ἀξιοπρεπῶς, μείζονα ὑποχρέωσιν πρὸς τοῦτο ἔχει προκειμένου περὶ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπηρετούντων ὑπαλλήλων. Διότι οὐδεὶς ἀγνοεῖ τὰς ἀνάγκας, εἰς ἃς ὑποβάλλονται οἱ πρόξενοι, οἱ ὑπηρετοῦντες εἴτε ἐν Ἀνατολῇ, εἴτε εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς πόλεις. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ ὅτι οἱ πρόξενοι εἶναι ἠναγκασμένοι καὶ μετὰ τῶν ἐγχωρίων ἀρχῶν νὰ εὑρίσκωνται διαρκῶς εἰς σχέσεις, καὶ μετὰ τῶν συναδέλφων των καὶ μετὰ τῶν προκρίτων τῶν Ἑλληνικῶν παροικιῶν, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἀξιώσῃ τις παρ’ αὐτῶν νὰ ἐκτελῶσι τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτοῖς ὑπηρεσίαν ἐπιτυχῶς, ἐὰν δὲν ἔχωσι μέσα ἐπαρκῆ οὐχὶ πρὸς πολυτελῆ βίον, ἀλλὰ πρὸς ἀξιοπρεπῆ συντήρησιν. Ἡ βελτίωσις τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τῶν προξένων ἐπεβάλλετο πρὸ πολλοῦ, ἐπιτροπαὶ δὲ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν αἷς τὴν πλειονοψηφίαν εἶχον φίλοι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ, ἐπανειλημμένως εἶχον προβῆ εἰς συστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὐξηθῶσιν αἱ ἀποδοχαὶ τῶν προξένων. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προξενικοῦ νόμου τοῦ 1900 ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἀνομολογῶν τὴν ἀνάγκην, οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔφερεν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν προξένων. Ἔχω δὲ ἐνώπιόν μου περικοπὴν τῶν λόγων του εἰς τὴν ὁποίαν εἶπεν: «Ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν, λέγω, ὅτι εἶναι καὶ ἀναγκαία καὶ δικαιοτάτη». Οὐδεμία ἀντίρρησις ἠγέρθη ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν προξενικῶν μισθῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ κομματικὸν χαρακτῆρα. Μόνον ἐνδοιασμοὺς ἐξέφρασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, δι’ ὧν ἐζητήσαμεν νὰ καλύψωμεν τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης. Καὶ εἶπε τότε ὁ νῦν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός: «ἡ μὲν δαπάνη θὰ γείνῃ βεβαίως, ἡ δὲ αὔξησις τῶν ἐσόδων θὰ ἦναι ἐλπιζομένη καὶ οὐχὶ βεβαία». Αὐτὰ εἶπεν ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸ τριῶν ἐτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀνεγνώριζε τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν προξένων, ἀφοῦ μόνον ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν ἐξέφρασεν ἀμφιβολίαν, πῶς σήμερον, ἀφοῦ οἱ ἐπίσημοι πίνακες, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπέδειξαν ὅτι αἱ αὐξήσεις τῶν δαπανῶν τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, αἱ ἐπελθοῦσαι ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τοῦ 1900, οὐ μόνον ἐκαλύφθησαν, ἀλλὰ ἔμεινε καὶ περίσσευμα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, πῶς σήμερον, ἀφοῦ ταῦτα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἔμαθε καὶ τοιοῦτον πίνακα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἔρχεται νὰ περικόψῃ τοὺς μισθοὺς καὶ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς προξενικοὺς ὑπαλλήλους τὰ πρὸς συντήρησίν των ἐπαρκῆ μέσα; Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὁμολογεῖ διὰ τῶν πινάκων, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἐκάλυψαν τὰς προσθέτους δαπάνας, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις δὲν ἔσχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, κατὰ τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ, εἰσάγοντος τὸν προϋπολογισμὸν, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν εἰσπράξεων δὲν ἀνέρχεται, εἰμὴ εἰς 41,000 περίπου δραχμάς. Καὶ ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν θ’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὅσα εἶπον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν εἶναι ἀνακριβῆ, καὶ ὅτι αἱ εἰσπράξεις δὲν καλύπτουσι τὰς δαπάνας. Λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔλαβε τὴν καλωσύνην ν’ ἀποδείξῃ τοῦτο. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠξεύρω τίνι τρόπῳ θὰ κατορθώσῃ τοῦτο, διότι τὴν ἀλήθειαν τῶν ἀριθμῶν οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, οὐδ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὔτε ἄλλος τις. Τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς διατηρήσεως τῶν μισθῶν τῶν προξένων, ὡς ηὐξήθησαν οὗτοι διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀναγνωρίσῃ, ἀφοῦ προξενικὸς κλάδος, πλημμελῶς ἔχων καὶ ἀνεπαρκῶς μισθοδοτούμενος, μᾶλλον ἐπιβλαβὴς εἶναι εἰς τὸ Κράτος, ἐνῷ προξενικὸς κλάδος ἀποτελούμενος ὑπὸ ἀνδρῶν μεμορφωμένων καὶ ἐπαρκῶς μισθοδοτουμένων δύναται καὶ τὰ ἐμπορικὰ καὶ τὰ ναυτιλιακὰ καὶ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα νὰ προασπίσῃ. Καὶ μὴ λησμονήσητε, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, πρόξενος, οὗ τὴν διάνοιαν ἐξ ὁλοκλήρου ἀπασχολεῖ ὁ περὶ ὑπάρξεως ἀγὼν, νὰ ἔχῃ τὸ σθένος νὰ προασπίσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, τῶν ὁποίων τὴν περιφρούρησιν ἀνέθεσεν αὐτῷ ἡ Πολιτεία. Τὸ ζήτημα ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα. Ἀφοῦ δ’ ἐπετεύχθη διὰ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας κυρίου Βουλευτοῦ, ἀφοῦ ἐπετεύχθη νὰ λάβωσιν ὁπωσοῦν ἐπαρκῆ μισθὸν οἱ πρόξενοι, χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ σήμερον νὰ ῥίψῃ τοὺς προξένους ἐκείνους εἰς τὴν ἀπόγνωσιν, περικόπτουσα τὰς ἀποδοχάς των. Καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀπέδειξα διὰ μακρῶν, ὅτι αἱ πρόσθετοι δαπάναι καλύπτονται διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν. Χωρὶς νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας, ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ὑπενθυμίσω αὐτῇ, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὰ 1899, δηλαδὴ ἓν ἔτος πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τοῦ προξενικοῦ, εἴχομεν εἰσπράξεις 529,800 φράγκα χρυσᾶ, κατὰ τὸ 1902 εἴχομεν εἰσπράξεις 653,000 φράγκα χρυσᾶ, δηλ, αὔξησιν 124,000 φράγκων χρυσῶν. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν θὰ ἀμφισβητήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός.

§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω, ὅτι θὰ τὸ ἀμφισβητήσω.

§145ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁρίστε;

§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ σημειώσεις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.

§147ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τίνα σημασίαν ἔχουσιν οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν;

§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τοὺς πίνακας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Τώρα ἐξετάζω καὶ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶναι διαφορὰ μόνον 21,000 δρ. μεταξὺ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τῶν πινάκων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐλάχιστον πρᾶγμα.

§149ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιμένει, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἐπισήμων πινάκων, εἶναι ἀκριβεῖς.

§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει ἐπιμένει, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὐτοῦ εἶναι ἀκριβεῖς· ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξελέγχονται ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, καὶ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἔχει πίνακα, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐτελείωσεν ἡ χρῆσις τοῦ 1902, εἶχον δ’ εἰσπραχθῆ μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν συνετάχθη ὁ πίναξ, 603,262.27.

§151ΡΩΜΑΝΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Κατὰ ποίαν ἐποχὴν ὑπέβαλε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τὸν πίνακα; Διότι εἰς αὐτὸ τὸ λάθος ὑπεπέσατε καὶ κατὰ τὴν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους οἱ λογαριασμοὶ τῶν Προξενείων;

§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ ἐκ Κραναίας, ἀναφέρετε λάθη, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποδεικνύετε, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ σπεύδητε εἰς τὰς γνώμας σας.

§153ΡΩΜΑΝΟΣ. Θὰ τὰ ἀποδείξω, κύριε Πρωθυπουργέ.

§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν τὰ ἀποδείξητε, βεβαίως ἢ θέλω τὰ ἀναιρέσει, ἢ θέλω ὁμολογήσει, ὅτι εἶναι λάθη.

§155ΡΩΜΑΝΟΣ. Εἰς τὴν αὐτὴν ἀνακρίβειαν ὑπεπέσατε καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν.

§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ πίναξ αὐτὸς μοὶ ἐδόθη κατὰ τὸν μῆνα Φεβρουάριον τοῦ 1903. Ὁ πίναξ αὐτὸς ἀναφέρει, ὅτι εἶναι 603,262.67 (ἀναγινώσκει): «Σημείωσις. Ὑπολογίζεται ὅτι ἀνέρχονται μέχρι τέλους τῆς χρήσεως—διότι δὲν ἔχει τελειώσει ἡ χρῆσις—εἰς δραχ. 630,000.»

§157ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὑπολογίζεται, κ. Πρωθυπουργέ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχον ἀκόμη ἀποσταλῆ οἱ λογαριασμοὶ ὅλων τῶν Προξενείων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.

§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔδωκε τὰς ἑξῆς πληροφορίας (ἀναγινώσκει) «Διὰ τὸ ἔτος 1902, πλὴν τῶν ἐσόδων τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῶν Παρισίων, τῶν ὁποίων δὲν ὑπεβλήθη ἔτι σημείωσις, τὰ εἰσπραχθέντα προξενικὰ τέλη ἀνῆλθον εἰς 651,599». Κατὰ τὸν πίνακα δὲ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 630,000. Λοιπὸν μεταξὺ τῶν 651,000 καὶ τῶν 630,000 εἶναι διαφορὰ 21,000. Τώρα ἠμπορῶ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω, ἀναγνωρίζων ὅτι εἶναι 651,000· θέλω δὲ σᾶς ἀποδείξει πόσον ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη.

§159ΡΩΜΑΝΟΣ. Τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας;

§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.

§161ΡΩΜΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Πρόκειται περὶ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας.

§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Διατὶ κάμνετε τὴν διάκρισιν αὐτήν; Τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ηὐξήθησαν κατὰ 1,000,000 δραχμάς.

§163ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὄχι δὲν ηὐξήθησαν κατὰ 1,000,000.

§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξακολουθήσατε τὸν λόγον σας, καὶ θέλω σᾶς ἀποδείξει τοῦτο διὰ τῶν ἀπολογισμῶν.

§165ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει πάντοτε εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ηὐξήσαμεν ἡμεῖς κατὰ 600,000 περίπου δραχμάς, ἀλλὰ κατὰ 600,000 δραχμὰς τὰ ηὐξήσαμεν διότι τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τὰς ηὐξήσαμεν κατὰ δραχμὰς 450,000 περίπου.

§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅλα ταῦτα θέλω σᾶς τὰ ἀποδείξει τώρα δι’ ἀριθμῶν. Ἐξακολουθήσατε τὴν ὁμιλίαν σας.

§167ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὰς ηὐξήσαμεν δὲ τῇ κοινῇ ψήφῳ τῆς Βουλῆς. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ Βουλευτὴς, ὅστις συνέστησε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προβῇ κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1901 εἰς σπουδαίαν αὔξησιν τοῦ κεφαλαίου τοῦ ὑπὸ τὸν τίτλον «ἐξωτερικαὶ δαπάναι», ἀνῆκεν εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιάν). Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἦτο τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπεκρότησεν εἰς τοῦτο. Ἀφοῦ δ’ ἐπεκροτήσατε εἰς τὸ μέτρον τοῦτο καὶ ἀφοῦ ἐνομίζετε, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον, δι’ ἐθνικὰς ἀνάγκας, ν’ αὐξηθῶσι κατὰ 450,000 δραχμὰς αἱ «ἐξωτερικαὶ δαπάναι», ἀφοῦ τὰς δαπάνας ταύτας δὲν τὰς ἐθεωρεῖτε ὑπερβολικάς, ἀλλὰ τὰς ἐθεωρεῖτε ἀναγκαίας, πῶς ἔρχεσθε σήμερον καὶ λέγετε, ὅτι ἐγένοντο αὐξήσεις, καὶ ὅτι κακῶς ἐγένοντο, καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ ὑποβάλητε νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν προξένων; Τοῦτο δὲν εἶναι λογικὸν συμπέρασμα, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ὅταν ἀπαντήσῃ εἰς ἐμὲ, νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προξενικοῦ νόμου τοῦ 1900· διότι, ἂν ἦτο ἀναγκαῖον, τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας, τῶν ὁποίων ἡ χρῆσις εἶναι γνωστὴ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸν προξενικὸν νόμον, ἂν ἦτο ἀναγκαῖον τὰς δαπάνας ἐκείνας οὐχὶ μόνον κατὰ 450,000 δραχμὰς ἀλλὰ κατὰ 2,000,000 ν’ αὐξήσωμεν, καὶ ἂν τοιαύτην αὔξησιν διετήρει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τότε ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς θὰ ἔλεγεν: «ηὐξήσατε τὰς δαπάνας κατὰ δύο ἑκατομμύρια». Καὶ ἔχει σχέσιν τοῦτο πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον; Εἰς τὴν σύγχυσιν ταύτην προέβητε καὶ κατὰ τὸν εἰσηγητήριον λόγον τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ εἴπετε τότε πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπανελάβετε κατὰ κόρον πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, ὅτι εἰς τὴν σπατάλην, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, συγκαταλέγεται καὶ τὸ 1,000,000, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὅτι δι’ αὐτὸ φέρετε νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων θέλετε αὐτὴν τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν νὰ περιορίσητε. Καὶ τότε ἠναγκάσθην νὰ σᾶς διακόψω, καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ἀνακριβῆ λέγετε πρὸς τὴν Βουλὴν, καθὼς ἀνακριβῆ ἐλέγετε πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, καὶ ὅτι ἀνακριβὲς εἶναι νὰ λέγητε, ὅτι εἰς 858,000 δραχμὰς ἀνέρχεται ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη ἐπῆλθεν ἐκ τοῦ προξενικοῦ νόμου τοῦ 1900. Ὅτε δὲ μοὶ εἴπετε, ὅτι οὐχὶ 651,000, ἀλλὰ 630,000 ἢ 620,000 σᾶς δίδει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, παρελείψατε νὰ εἴπητε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν σᾶς ἔλεγον, ὅτι δὲν ἔλαβον εἰσέτι ὅλους τοὺς λογαριασμοὺς καὶ ὅτι ὑπελείποντο ἔτι λογαριασμοὶ, τοὺς ὁποίους δὲν εἶχον λάβει.

§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μόνον τῆς Πρεσβείας τῶν Παρισίων.

§169ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρωθυπουργέ. Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ 651,000, τότε ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε, ὅτι ὑπολείπονται μόνον τῆς Πρεσβείας τῶν Παρισίων, ἀλλ’ ὅταν λέγητε 620,000, τότε πρέπει νὰ εἴπητε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχει ἡ διαφορὰ αὐτὴ τῶν 31,000 διότι δὲν εἶχον ληφθῆ εἰσέτι οἱ λογαριασμοὶ ὅλων τῶν Προξενείων, διότι τοιαύτας πληροφορίας σᾶς ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία.

§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ὕφος τοῦ λόγου σας μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς διακόψω.

§171ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα. Παρακαλῶ.

§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔδωκε σημείωσιν, ὅτι εἰσεπράχθησαν 651,597 δραχμαὶ, καὶ σημειοῖ ὅτι μόνον τὸ Προξενικὸν Γραφεῖον τῆς ἐν Παρισίοις Πρεσβείας καθυστερεῖ τοὺς λογαριασμούς.

§173ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν 620,000.

§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ περιμένητε.

§175ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα.

§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω δύο λογαριασμοὺς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ὁ πρῶτος λογαριασμὸς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἀρχίζει ἀπὸ τοῦ ἔτους 1895 καὶ τελειώνει εἰς τὸ ἔτος 1902. Τὸ ἔτος 1902, βεβαιοῖ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον, ὅτι θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 630,000. Διότι κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον ἀνέφερε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὅτι κατὰ τὸ 1902 εἰσεπράχθησαν 603,000, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως, ὑπολογίζει ὅτι πιθανῶς θέλουν ἀνέλθει εἰς 630,000. Λοιπὸν ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι 630,000 μέχρι τῶν 651,000 εἶναι διαφορὰ 21,000. Διατὶ θυμώνετε, παρακαλῶ; διατὶ ὀργίζεσθε καὶ ὁμιλεῖτε ὡς ἂν εἴχετε κατηγορούμενον ἐνώπιόν σας;

§177ΡΩΜΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἴπετε ὅσα εἴπετε διότι εἴχετε ἀμφισβητήσει τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν.

§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἔχω δικαίωμα ν’ ἀμφισβητήσω, διότι ἀμφισβητῶ τοὺς ταμιακοὺς πίνακας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διότι προτιμῶ τοὺς πίνακας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.

§179ΡΩΜΑΝΟΣ. Προτιμᾶτε ὅ,τι θέλετε νὰ προτιμήσητε.

§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Καὶ τοιουτοτρόπως ἀμφισβητῶ τοὺς πίνακας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν ἔχετε ὅμως δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε μετ’ ὀργῆς πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐξηρτημένοι ἀπὸ ὑμᾶς.

§181ΡΩΜΑΝΟΣ. Τέλος πάντων ἐπὶ τρία ἔτη ἐπαναλαμβάνετε, ὅτι διὰ τοῦ προξενικοῦ νόμου 1,000,000 ἐφορτώθη εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.

§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ τὸ ἰδῆτε.

§183ΡΩΜΑΝΟΣ. Πῶς θὰ τὸ ἴδω, ἀφοῦ οἱ ἀριθμοὶ ἀποδεικνύουσι τὸ ἐναντίον;

§184ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ ἰδῇ ἡ Βουλή.

§185ΡΩΜΑΝΟΣ. Νὰ ἴδωμεν πῶς θὰ τὸ ἰδῇ ἡ Βουλή, ἀφοῦ οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ὑπεβάλετε, ἀποδεικνύουσι τὸ ἐναντίον, καὶ ἀφοῦ εἶπον, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπῆλθεν ἐξ ἄλλων λόγων.

§186Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Ρωμᾶνε, ὁρίσατε τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἀφ’ ἑτέρου. Τὰ δύο ποσὰ νὰ ἀναγνώσητε.

§187ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα. Ἐὰν παραβάλωμεν τὰς εἰσπράξεις τοῦ ἔτους 1899, τὰς πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1902, τὰς μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἔχομεν κατὰ τοὺς πίνακας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἰσπράξεις τοῦ 1899 φρ. χρ. 529,308, εἰσπράξεις τοῦ 1902 φρ. 651,597. Ὑπολείπονται δὲ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, αἱ εἰσπράξεις τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Παρισίοις Πρεσβείας. Γνωρίζω ὅτι αἱ εἰσπράξεις αὗται ἀνέρχονται εἰς 2,000 φράγκα περίπου καθ’ ἑξαμηνίαν· ὥστε, ἂν λάβωμεν 1500 μόνον διὰ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν, ἔχομεν 653,000. Καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν τῶν 653,000. Ὅταν δὲ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1899, ἔχετε μίαν διαφορὰν 124,000 φράγκων χρυσῶν, δηλ. 190,000 μέχρι 200,000 δραχμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων.

§188Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔξοδα;

§189ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρὶν ἔλθω εἰς τὰ ἔξοδα, ἔχω μίαν παρατήρησιν νὰ κάμω. Δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω εἰς τὰς διατάξεις τοῦ προξενικοῦ νόμου τοῦ 1900, αἵτινες εἶχον ἀποτέλεσμα ἐλάττωσιν τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν καὶ τελῶν διὰ σύνταξιν συμβολαίων ἀγοραπωλησίας καὶ ναυπηγήσεως ἀτμοπλοίων, περὶ ὧν παρέσχε πληροφορίας πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τὴν ἐπελθοῦσαν ἐκ τῶν τελῶν τῶν συμβολαίων ἀγοραπωλησίας καὶ ναυπηγήσιως πλοίων, ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἀνέρχεται εἰς 60,000 φράγκα χρυσᾶ τοὐλάχιστον· ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐλάττωσιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὰ ναυτιλιακὰ τέλη ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν διὰ τὰ ἀτμόπλοια, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσι τακτικὴν συγκοινωνίαν ἐκτὸς τοῦ Κράτους, ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἀνέρχεται εἰς 100,000 φράγκα περίπου. Ἀλλ’ ἐνῶ θὰ ἠδυνάμεθα καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 160,000 φρ. χρυσῶν, ἢ τοὐλάχιστον ποσὸν 80,000 μέχρις 100,000 φρ. νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰς 124,000, εἰς τὰς ὁποίας ἀνέρχεται ἡ πραγματικὴ αὔξησις τῶν ἐσόδων, δὲν ἐπιμένω εἰς τοῦτο, καὶ περιορίζομαι εἰς τὸ πραγματικὸν ποσὸν τῶν 124,000 φρ. χρυσῶν, οὗ τὴν ἀκρίβειαν οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ.

§190Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ἐλάττωσιν πῶς θὰ τὴν προσθέσητε εἰς τὴν αὔξησιν;

§191ΡΩΜΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Σεῖς τὸ ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ, διότι εἶσθε ἐντριβέστατος περὶ τοιαῦτα ζητήματα.

§192Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὐχαριστῶ· ἀλλὰ δὲν τὸ ἐννοῶ.

§193ΡΩΜΑΝΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι διὰ τοῦ προξενικοῦ νόμου τοῦ 1900 ἐθεσπίσθησαν διατάξεις, αἵτινες εἶχον ὡς συνέπειαν τὴν ἐλάττωσιν τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν, ὅτι δι’ ἄλλων διατάξεων ηὐξήθησαν τὰ προξενικὰ τέλη, καὶ ἐπῆλθε πραγματικὴ αὔξησις ἐν ὅλῳ εἰς τὰ προξενικὰ τέλη 124,000 φράγκων χρυσῶν· ἀλλ’ εἰς τὰ τέλη ταῦτα, τὰ ὁποῖα ηὐξήθησαν διὰ τοῦ τελευταίου νόμου, θὰ ἐδικαιούμεθα νὰ προσθέσωμεν καὶ τὴν διαφορὰν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως, ἣν ὑπέστησαν τὰ προξενικὰ τέλη ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω εἰς τοῦτο, ἀλλὰ θὰ λάβω μόνον ὑπ’ ὄψιν τὴν πραγματικὴν αὔξησιν τῶν 124,000 φράγκων χρυσῶν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν μὲ ἐννοεῖτε.

§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂν δὲν εἶχον ἐλαττωθῆ τὰ τέλη αὐτὰ, θὰ εἴχομεν ἀκόμη μεγαλειτέραν αὔξησιν ἐσόδων. Τώρα τὰς δαπάνας, παρακαλῶ.

§195ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Μοὶ φαίνεται ὅτι ὑπεπέσατε εἰς μικρὸν λάθος.

§196ΡΩΜΑΝΟΣ. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δὲν ὑπέπεσα εἰς λάθος· ἀλλὰ σᾶς ἐπιτρέπω νὰ εἴπητε ὅ,τι θέλετε.

§197ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἴπετε, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν ἀνῆλθεν εἰς 80 ἕως 100 χιλιάδας. Ὑποθέτω εἶναι τὸ ἄρθρον 250, ὅπερ ἐννοεῖτε.

§198ΡΩΜΑΝΟΣ. Δύο ἄρθρα· τὰ 250 καὶ 223. Εἶπον, ὅτι ἐλάττωσις τοιαύτη περίπου εἰς τὰς εἰσπράξεις ἐπῆλθε διὰ τῆς ἐφαρμογῆς δύο διατάξεων. Μία διάταξις ἀφορᾷ εἰς τὰ τέλη τὰ πληρωνόμενα διὰ τὰ συμβόλαια περὶ ναυπηγήσεως καὶ ἀγοραπωλησίας ἀτμοπλοίων, ἄλλη διάταξις ἀφορᾷ εἰς τὰ τέλη ἀποδημητηρίων, ἅτινα ἐπλήρωνον ἄλλοτε τὰ ἀτμόπλοια, τὰ ὁποῖα ἐξετέλουν τακτικὴν συγκοινωνίαν ἐκτὸς τοῦ Κράτους.

§199ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ ἄρθρον 223 εἶναι περὶ ἀγοραπωλησίας πλοίων.

§200ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα. Διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου, ἐννοεῖται, ηὔξησεν ἡ διὰ τακτικῶν προσεγγίσεων τῶν ἑλληνικῶν ἀτμοπλοίων συγκοινωνία μετὰ λιμένων τῆς Ἀνατολῆς, ἥτις πρὸ τοῦ 1900 δὲν ἦτο πόσον πυκνή. Ἀλλὰ ἂν μὴ κατὰ 150 ἢ 160 χιλιάδας φράγκων, τοὐλάχιστον κατὰ 80 μέχρις 100 χιλιάδων φρ. θὰ εἴχομεν ἀνωτέρας εἰσπράξεις, ἂν δὲν ἐτροποποιοῦντο πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας τὰ ἄρθρα 223 καὶ 250.

§201ΣΚΟΥΖΕΣ. Φαίνεται ἀπὸ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἔδωκα, ὅτι δὲν εἶναι αὐτοὶ οἱ ἀριθμοί.

§202ΡΩΜΑΝΟΣ. Αὐτοὶ εἶναι.

§203ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλὰ ἰδοὺ (ἀναγινώσκει σημείωμα): «Τὸ κεφάλαιον Βʹ, αἱ ἐκ τῶν ἀτελειῶν τῶν χορηγηθεισῶν δυνάμει τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 250 τοῦ προξενικοῦ νόμου διαφοραὶ ἐπὶ μεῖον, ἀποβαίνει ἀδύνατον νὰ ὁρισθῇ ἀκριβῶς. Αὗται ὅμως ὑπελογίσθησαν καὶ ἐν ἄλλῃ καταστάσει, δοθείσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ ἐποχὴν ἐγγυτέραν πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ΒΨΗʹ, εἰς φρ. 30,000 ἕως 40,000.»

§204ΡΩΜΑΝΟΣ. Κατόπιν ἀπηύθυνα δευτέραν ἐπερώτησιν πρὸς ὑμᾶς. Εἰς τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν ταύτην ἀπηντήσατε δι’ αὐτοῦ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἰς τὸν πίνακα αὐτὸν λέγετε, ὅτι κατὰ τὸ 1902 ἠγοράσθησαν 19 ἀτμόπλοια ἐν Ἀγγλίᾳ. Τὰ 19 αὐτὰ ἀτμόπλοια, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ φορολογηθῶσι τὰ συμβόλαια τῆς ἀγοραπωλησίας αὐτῶν κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, ἤθελον ἐπιφέρει προσόδους ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, 19 πρὸς 4,000 φράγκα περίπου, τοὐλάχιστον 76 χιλιάδας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1900 μόνον χίλιαι δραχμαὶ χρυσαῖ κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰσπράττονται δι’ ἀτμόπλοια οἱασδήποτε χωρητικότητος πέραν τῶν 1000 τόννων, ἔχετε 56,000 ἐλάττωσιν θετικὴν κατὰ τὸ 1902. Ἔχετε δὲ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην χωρὶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐλάττωσιν ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐκ τῆς συνεπείᾳ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 250 καταργήσεως ναυτιλιακῶν τινων τελῶν.

§205Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε αὐτὰ εἶναι ἐκτός.

§206ΡΩΜΑΝΟΣ. Εἶναι ἐκτός. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν σπουδαία.

§207Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καλά. Τὰς δαπάνας νὰ ἴδωμεν.

§208ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι δὲν θέλω νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν, εἰμὴ τὴν πραγματικὴν καὶ ἀναμφισβήτητον αὔξησιν, τὴν ἀνερχομένην εἰς 124,000 φράγκα χρυσᾶ. Ἂς ἔλθωμεν τέλος πάντων εἰς τὴν διαφορὰν τῶν δαπανῶν, τὴν ἐπελθοῦσαν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προξενικοῦ νόμου τοῦ 1900. Ὁ πίναξ, ὃν ὑπέβαλεν τῇ αἰτήσει μου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀναγράφει, ὅτι κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1901 εἴχομεν δαπάνας διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν (Κεφάλαιον Γʹ ἄρθρ. 1–12) δρ. 820,173. Ἂν παραβάλωμεν ταύτας πρὸς τὰς πραγματοποιηθείσας δαπάνας τοῦ ἔτους 1896, ἃς ἀναγράφει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ συνοδευούσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ αἵτινες ἀνέρχονται εἰς 693,000 δραχμὰς, ἔχομεν διαφορὰν μεταξὺ τῶν δαπανῶν τοῦ 1896 τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας (Κεφ. Γʹ ἄρθρον 1–12 τοῦ προϋπολογισμοῦ) καὶ τῶν δαπανῶν τοῦ 1901 δραχμῶν ἐπὶ πλέον 127,000.

§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπόν;

§210ΡΩΜΑΝΟΣ. Λοιπόν, ἅμα παραβάλητε τὴν διαφορὰν τῶν εἰσπράξεων, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 124,000 φρ. χρ., δηλαδὴ 190,000 ἢ 200,000 δραχ., πρὸς τὴν διαφορὰν τῆς δαπάνης ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 127,000 δρ., βλέπετε ὅτι ὄχι μόνον καλύπτονται αἱ πρόσθετοι δαπάναι, ἀλλ’ ὅτι ἔχετε καὶ περίσσευμα περὶ τὰς 70,000 δραχ. Τώρα ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι αἱ αὐξήσεις τῶν εἰσπράξεων τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας δὲν ἐκάλυψαν τὰς δαπάνας; Θὰ τὸ ἀποδείξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ πῶς θὰ τὸ ἀποδείξῃ. Καὶ ἀφοῦ ὅλον αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου ἀνήγειρεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ὅτι δὲν ἐκαλύφθησαν αἱ πρόσθετοι δαπάναι, ἐνῷ πράγματι ἐκαλύφθησαν καὶ ἔμεινε καὶ περίσσευμα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἔρχεται σήμερον καὶ καταστρέφει τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως ἐπιτύχῃ ἐλαττώσεις τινὰς δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνέρχονται εἰμὴ εἰς 90,000 δραχμὰς περίπου. Λάβετε ὅμως ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς 127,000 συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ δαπάναι διὰ τὴν σύστασιν τῶν ἐμμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν, αἵτινες πρὸ τοῦ νόμου ἦσαν ἄμισθοι, ὡς αἱ τῆς Ὀδησσοῦ, τῆς Κωνστάντσης, τοῦ Κάρδιφ, τῆς Σκόδρας. Αἱ δαπάναι διὰ τὴν σύστασιν τῶν ἐμμίσθων αὐτῶν προξενικῶν ἀρχῶν καὶ ἡ σύστασις αὐτῶν ὑπηγορεύθη ἐξ ἄλλων λόγων, ἀλλὰ καὶ ἐκ λόγων ταμιευτικῶν, διότι αἱ εἰσπράξεις καλύπτουσι τὰς δαπάνας, καὶ μένει καὶ περίσσευμα, ἐκτὸς τοῦ τῆς Σκόδρας, οὗ ἡ σύστασις ἐπεβάλλετο ὑπὸ λόγων γενικωτέρου συμφέροντος. Διὰ τὴν σύστασιν αὐτῶν τῶν ἐμμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν ἀπητήθη δαπάνη 42,000 δραχμῶν. Διὰ δύο Ὑποπροξενεῖα ἔμμισθα, τὰ ὁποῖα ἐσυστήθησαν κατὰ τὸ 1901 δρ. 10,000. Ὥστε ἔχετε 42,000 καὶ 10,000=52,000. Ἐὰν θελήσητε δὲ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν μόνον τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν προξένων, ἡ αὔξησις αὕτη περιορίζεται εἰς 75,000 δραχ. δυνάμει τοῦ τελευταίου νόμου. Ἐνῷ δὲ διὰ τοῦ τελευταίου νόμου ηὐξήθησαν ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν προξένων τὰ βάρη τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 75,000, ἡ ἐν γένει τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας κατὰ 127,000, ἐπαναλαμβάνει καὶ σήμερον ἀκόμη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι κατὰ 800,000, ὅτι κατὰ 1 ἑκατομμύριον ἐπεβαρύναμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν! Ἀλλ’ ἐνῷ σήμερον τὸ Ὑπουργεῖον νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα ἢ ὅσα δαπανᾷ διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, πρὸ εἰκοσαετίας ἄλλην γνώμην εἶχον οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος, διότι κατὰ τὸ 1882 αἱ δαπάναι τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας — ὑπῆρχον τότε 38 Προξενεῖα ἔμμισθα καὶ ἐπιχορηγούμενα — ἀνήρχοντο εἰς 336,000 δραχμὰς, αἱ δὲ εἰσπράξεις εἰς 250,000· δηλαδὴ ἐδαπάνα ἐπὶ πλέον τὸ Κράτος διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν 116,000 δρ. Καὶ δὲν ὑπάρχει Κράτος, Κύριοι, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δαπανᾷ διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἰσπράττει, ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος· διότι ἤδη, ἀφοῦ ἔχομεν 72 ἐμμίσθους προξενικὰς ἀρχὰς, προσετέθησαν δὲ καὶ τὰ προξενικὰ δικαστήρια τῆς Σμύρνης καὶ τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τὸ Κακουργοδικεῖον τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ οἱ διπλωματικοὶ πράκτορες, δαπανᾷ τὸ Κράτος (Κεφάλαιον Γʹ, 1–12) κατὰ τὸ 1901 δραχ. 820,000, εἰσπράττει δὲ 1,043,000, δηλαδὴ ἔχει αὔξησιν εἰσπράξεων ἐν σχέσει πρὸς τὰς δαπάνας τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας δραχ. 223,000. Τώρα ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, νομίζει ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία ἔχει τοιαύτας βλέψεις εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ἡ ὁποία ἔχει τοσαύτας ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς ὁμοφύλους ἡμῶν, νὰ ἐπωφελῆται τῶν εἰσπράξεων ἐκ προξενικῶν τελῶν, καὶ ὅτι δὲν ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, τοὐλάχιστον ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων ἐκ προξενικῶν τελῶν νὰ τὸ διαθέτῃ διὰ τὰς μισθοδοσίας, διὰ τὰ ἐνοίκια τῶν προξενικῶν καταστημάτων καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας; Τί ζητεῖ, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Καὶ πρῶτον μὲν καταργεῖ τὴν θέσιν τοῦ διαρκοῦς ἐπιθεωρητοῦ, τὴν ὁποίαν συμφώνως πρὸς τὴν ἔκθεσιν θεωρεῖ περιττήν. Λέγει, ὅτι ἡ ἀνασυσταθεῖσα θέσις τοῦ διαρκοῦς ἐπιθεωρητοῦ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν «ὑπερβαίνει τὴν ἐπιφαινομένην ἐνίοτε ἀνάγκην τῆς ἐπιτοπίου ἐπιθεωρήσεως». Τοὐναντίον πρέπει νὰ ἐνεργῆται τακτικὴ ἐπιθεώρησις, νὰ γνωρίζωσι δὲ οἱ πρόξενοι, ὅτι ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν δύναται νὰ παρουσιασθῇ ὁ ἐπιθεωρητὴς, νὰ γνωρίζωσιν οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι, ὅτι δύνανται τὰ παράπονά των κατὰ τῶν προξένων νὰ τὰ ἀναφέρωσιν εἰς τοὺς ἐπιθεωρητάς. Καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιθεωρήσεως, οὐχὶ ὅμως διὰ τακτικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τὴν ἀναγνωρίζει καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Περιέχει τοῦτο διάφορα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα εἶναι συντεταγμένα κατὰ περίεργον τρόπον· καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καλέσῃ τὸν συντάξαντα αὐτὰ τὰ διάφορα ἄρθρα, τὰ ὑπ’ ἀριθ. 2, 3, 4, 5, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ τὰ ἀναθεωρήσῃ, διότι εἶναι ἐν ἀντιφάσει τὸ ἓν πρὸς τὸ ἄλλο. Ἐὰν δὲ τὸ νομοσχέδιον μεταβληθῇ εἰς νόμον τοῦ Κράτους, θὰ ἦναι ἀδύνατον αἱ διατάξεις αὗται νὰ ἐφαρμοσθῶσι· διότι, ἐνῷ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1900 ὑπάρχει διάταξις περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν προξενικῶν ἀρχῶν καὶ δι’ ἄλλων ὑπαλλήλων, πλὴν τοῦ διαρκοῦς ἐπιθεωρητοῦ,— ὁ νόμος τοῦ 1900 ὁρίζει ἁπλῶς, ὅτι δύναται καὶ γενικὸς πρόξενος ἢ πρόξενος νὰ ἐπιθεωρῇ, γενικὸς πρόξενος τὰ Γενικὰ Προξενεῖα καὶ πρόξενος τὰ Προξενεῖα, δύνανται δὲ καὶ οἱ ἔμμισθοι προξενικοὶ δικασταὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἐπιθεωρῶσι τὰ Προξενεῖα, ὅταν δὲν ἦναι δυνατὸν ν’ ἀποσταλῇ ὁ διαρκὴς ἐπιθεωρητὴς,— ἤδη διὰ τῶν διαφόρων διατάξεων τῶν ἄρθρων 2, 3, 4 καὶ 5 τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖ, φαίνεται, ὁ συντάκτης τούτου νὰ ὁρίσῃ τίνας ὑπαλλήλους δύναται νὰ ἐπιθεωρήσῃ ὁ τάδε ἀνώτερος ὑπάλληλος, καὶ τίνας ὁ ἄλλος. Λησμονεῖ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν Ὑποπροξενείων, λησμονεῖ, ὅτι ὑπάρχουσιν Ὑποπροξενεῖα, καὶ δὲν ὁρίζει, τίς θὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ Ὑποπροξενεῖα· ὁρίζει, ὅτι κατώτερος ὑπάλληλος δύναται νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸ Προξενικὸν Γραφεῖον τῆς ἐν Κων/πόλει Πρεσβείας, καὶ ἀνώτερος τὰ λοιπὰ Γενικὰ Προξενεῖα· ἀλλὰ τὸ Προξενικὸν Γραφεῖον τῆς ἐν Κων/πόλει Πρεσβείας εἶναι τὸ σπουδαιότερον τῶν Γενικῶν Προξενείων. Μάλιστα διὰ διατάξεως νόμου (ἄρθρ. 78) ὁρίζεται, ὅτι τὸ Προξενικὸν Γραφεῖον ἐν Κων/πόλει θεωρεῖται ὡς Γενικὸν Προξενεῖον, ἔχει δὲ καὶ Λιμεναρχεῖον καὶ Δικαστήριον καὶ Ταμεῖον καὶ τὸ πολυπληθέστερον προσωπικόν. Τὸ Προξενεῖον τοῦτο δύναται νὰ ἐπιθεωρήσῃ καὶ κατώτερος ὑπάλληλος;!

§211ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου.

§212ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀναγνώσατε καὶ ὑμεῖς τὸ ἄρθρον δεύτερον. Ἰδοὺ τί λέγει: «Ὁσάκις ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἤθελε κρίνει ἀναγκαίαν τὴν ἐπιτόπιον ἐπιθεώρησιν, εἴτε τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Κων/πόλει Πρεσβείας, εἴτε ἄλλου τινὸς Προξενείου, ἢ τὴν ἐξέτασιν τῆς διαγωγῆς προξενικοῦ ὑπαλλήλου, δύναται ν’ ἀναθέτῃ αὐτὴν εἴς τινα τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ τῶν ἐν τῇ διπλωματικῇ ἢ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐχόντων βαθμὸν τοὐλάχιστον τμηματάρχου πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως, εἴτε εἰς ἕνα τῶν ἐν τοῖς προξενικοῖς δικαστηρίοις ἐμμίσθων δικαστῶν ἢ τὸν Πρόεδρον τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Δικαστηρίου.»

§213ΣΚΟΥΖΕΣ. Λοιπὸν βλέπετε τὴν διαφοράν. Τὸ ἓν ἀφορᾷ τὸ Γενικὸν Προξενεῖον, τὸ ἕτερον τὸ Προξενικὸν Γραφεῖον.

§214ΡΩΜΑΝΟΣ. Τί σημαίνει «τοῦ προξενικοῦ γραφείου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας»;

§215ΣΚΟΥΖΕΣ. Τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ.

§216ΡΩΜΑΝΟΣ. Τί σημαίνει «τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ», ἀφοῦ περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ὑπαλλήλων ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ αὐτοῦ προβλέπουσιν αἱ ἑπόμεναι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου; Ὅλα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι παρὰ πρωτοπείρου χειρὸς ἐγράφη τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο δυνατὸν νὰ συντάξῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ἀλλὰ τὰ Ὑποπροξενεῖα τίς θὰ ἐπιθεωρήσῃ; Οὐδείς. Δὲν ἀπαντᾷ ὁ Ὑπουργός.

§217ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἡ σιωπή μου δὲν δεικνύει, ὅτι δὲν ἔχω ἀπάντησιν νὰ σᾶς δώσω, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι συγχίζεσθε (θόρυβος).

§218ΡΩΜΑΝΟΣ. Σεῖς δὲν συγχίζεσθε ἢ ὅταν πρόκηται νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις περὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, τὸ δὲ σχετικὸν νομοσχέδιον εἶσθε διατεθειμένοι νὰ ἐγκαταλείψητε, καὶ θὰ παρέλθῃ ἡ Σύνοδος χωρὶς νὰ ψηφισθῇ, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοπικῶν συμφερόντων καὶ δὲν ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ δυσαρεστήσῃ τοὺς ἐκλογεῖς τῶν ἐπαρχιῶν, οἵτινες ἐνδιαφέρονται εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως νόμου· ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐν γένει περὶ τῶν Ἑλλήνων τοῦ ἐξωτερικοῦ, δὲν αἰσθάνεσθε τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπεκτείνητε καὶ ἐπ’ αὐτῶν τὴν μέριμνάν σας;

§219ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἔχετε τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον, ὅτι ἀντιπροσωπεύετε τοὺς Ἕλληνας τοῦ ἐξωτερικοῦ (θόρυβος).

§220ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς. Δὲν εἶπον ὅτι ἔχω τὸ προνόμιον τοῦτο· ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ἤθελον ποτὲ ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτο νομοσχέδιον. Θὰ προετίμων νὰ παραιτηθῶ τοῦ ὑπουργικοῦ ἀξιώματος. Ἐκτὸς τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἐκτὸς τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, καθ’ ὃ θὰ ὑπηρετῶσιν οἱ ὑπάλληλοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν,—τοῦθ’ ὅπερ θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα ν’ ἀποφεύγωσι τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, ἐνῷ σήμερον ἕνεκα τῆς ταχυτέρας προαγωγῆς τὴν ἐπιζητοῦσιν ἄριστοι ὑπάλληλοι τῆς κεντρικῆς καὶ διπλωματικῆς ὑπηρεσίας,—καὶ ἄλλας διατάξεις ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν περιέχει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν σπουδαιοτέραν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, διάταξιν ἡ ὁποία εἰς οἱονδήποτε πονοῦντα τὸν προξενικὸν κλάδον θὰ κάμῃ ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν, τὴν διάταξιν δι’ ἧς περικόπτονται οἱ μισθοί. Οἱ μισθοὶ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες μέχρι τοῦ ἔτους 1885 ἠδύναντο νὰ θεωρῶνται ὁπωσοῦν ἐπαρκεῖς, κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαπενταετίαν, ἕνεκα τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἠλαττώθησαν κατὰ τρόπον, ὥστε οὔτε τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀπαραίτητα ἠδύναντο πλέον νὰ προσπορισθῶσιν οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ μὴ ἔχοντες ἀτομικὴν περιουσίαν. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ διὰ τοῦ προξενικοῦ νόμου τοῦ 1900 ηὔξησε κατὰ 20–30% τὰς ἀποδοχὰς τῶν προξένων, ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ κατώρθωσε τοιουτοτρόπως νὰ ἐξέλθωσιν οἱ πρόξενοι τῆς στενοχώρου θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκοντο, καὶ νὰ παύσῃ ὁ ἐξευτελισμὸς αὐτῶν, ὁ ὁποῖος ἀντανακλᾷ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, τοῦ ὁποίου ἀντιπροσώπους θεωροῦσι τοὺς προξένους οἱ ἐν Ἀνατολῇ Ἕλληνες. Μόλις ἀνέπνευσαν οἱ πρόξενοι, μόλις ἐδόθη εἰς αὐτοὺς παρὰ τῆς Πολιτείας ὁπωσοῦν ἐπαρκὴς μισθοδοσία, καὶ ἔρχεσθε νὰ περικόψητε τοὺς μισθούς! Τῶν γενικῶν προξένων Σμύρνης καὶ Ἰωαννίνων περικόπτονται οἱ μισθοὶ κατὰ δραχ. 280 κατὰ μῆνα, τῶν γενικῶν προξένων Κωνσταντινουπόλεως, Θεσσαλονίκης, Φιλιππουπόλεως κατὰ 180 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ τῶν ἄλλων προξένων καὶ προξενικῶν ὑπαλλήλων περικόπτονται πάντων ἀναλόγως οἱ μισθοί.

§221ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ὁ πρόξενος ἔπρεπε νὰ ἔχῃ μισθὸν πρέσβεως.

§222ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐν τούτοις πρὸ ἐτῶν πρόξενός τις ἐν Μακεδονίᾳ ἐστερεῖτο χρημάτων, ἵνα πληρώσῃ ἅμαξαν διὰ μετάβασίν του εἰς πλησιόχωρα χωρία, κατοικούμενα ὑπὸ Ἑλλήνων, ἅτινα οὐδέποτε ἠδυνήθη νὰ ἐπισκεφθῇ. Εἰς τὸ Μοναστήριον περιεκόψατε ἐπίσης τὸν μισθὸν τοῦ προξένου, τοῦ γραμματέως καὶ τοῦ διερμηνέως, χωρὶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ πνεῦμα, ὅπερ ἐπεκράτησε κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1900, καθ’ ὃ ὡρίσθησαν αἱ μισθοδοσίαι ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος ἑκάστης προξενικῆς θέσεως, ὑπὸ ἔποψιν ἐθνικήν. Ὁ μισθὸς τῶν διπλωματικῶν πρακτόρων ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ Αἰγύπτῳ περικόπτεται ἐπίσης κατὰ δραχμὰς 150 κατὰ μῆνα, ἐνῷ αἱ συνθῆκαι τοῦ βίου ηὔξησαν ἔκτοτε καταπληκτικῶς εἰς τὰς δύο ταύτας χώρας. Ὁ διπλωματικὸς πράκτωρ ἐν Βουλγαρίᾳ, ὅστις εἶναι ὁ ἀρχηγὸς πάσης τῆς ἐν τῇ Ἡγεμονίᾳ προξενικῆς ὑπηρεσίας καὶ πρὸς ὃν ἀτενίζουσιν πάντες οἱ Ἕλληνες τῆς Βουλγαρίας, θὰ λαμβάνῃ εἰς τὸ ἑξῆς μισθὸν κατώτερον ἐκείνου, ὃν ἐλάμβανεν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1887 καὶ ὅστις δὲν ηὐξήθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1890. Διατί; ἐρωτῶ. Τὸ αὐτὸ ἐγένετο διὰ τὸν ἐν Αἰγύπτῳ, οὗ καὶ τὰ γραφικὰ ἔξοδα περικόπτονται διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου κατὰ 200, νομίζω, δραχμὰς κατὰ μῆνα. Τοιουτοτρόπως ἐλαττοῦνται αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ διπλωματικοῦ πράκτορος κατὰ 350 δραχμὰς κατὰ μῆνα, δηλαδὴ 4200 κατ’ ἔτος· τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τῶν μέτρων τούτων ἔσεται, ὅτι, ἢ θ’ ἀναγκασθῇ νὰ περιορίζηται ἐν τῷ γραφείῳ του καὶ ν’ ἀποφεύγῃ τὰς μετὰ τῶν συναδέλφων του καὶ λοιπῶν ἐπισήμων προσώπων σχέσεις, ἢ θὰ δανείζηται παρὰ τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων, καὶ θὰ ἐκθέτῃ διὰ τοιούτων διαβημάτων τὸ γόητρον τῆς προξενικῆς ἀρχῆς. Τοιούτους ἀντιπροσώπους θέλετε νὰ ἔχητε, κύριε Ὑπουργὲ, εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Τοιούτους θὰ ἔχητε, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, οὐ μόνον ἐν Αἰγύπτῳ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἄλλας χώρας, ἐν αἷς ὑπάρχουσιν Ἑλληνικαὶ προξενικαὶ ἀρχαί. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφείσθη οὐδ’ αὐτῶν τῶν καβάσηδων. Μὴ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὸν νόμον τοῦ 1900 περιέχονται διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων εἰς τὰ Προξενεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἐπαρκεῖς εἰσπράξεις, ὅπως πληρόνωσι τοὺς μισθοὺς τῶν καβάσηδων εἰς χρυσὸν, ὡρίσθη νὰ λαμβάνωσιν οὗτοι, ἀντὶ ἑξήκοντα, ὀγδοήκοντα δραχμὰς, ἀφοῦ εἰς τὰ λοιπὰ Προξενεῖα λαμβάνουσι δραχμὰς 60, ἀλλ’ εἰς χρυσὸν, περιώρισε καὶ πάλιν τοὺς μισθοὺς εἰς δραχμὰς ἑξήκοντα καὶ ἑβδομήκοντα χαρτίνας. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ γραφικὰ ἔξοδα. Περιεκόπησαν τὰ γραφικὰ ἔξοδα ὅλων τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, μηδ’ αὐτῶν τῶν Ὑποπροξενείων ἐξαιρουμένων, καίτοι ταῦτα ὡρίσθησαν τὸ 1885 διὰ νόμου εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡρίσθησαν δὲ εἰς δραχμὰς 30 κατὰ μῆνα. Ἤδη περιορίζονται εἰς 25 δραχμάς. Τί δὲ ὑποχρεοῦνται νὰ πληρόνωσιν οἱ πρόξενοι διὰ τῶν 25 δραχμῶν χαρτίνων, τὰς ὁποίας δίδει τὸ Κράτος κατὰ μῆνα ὡς γραφικὰ ἔξοδα; Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου: «Ἄρθρον 105. Ἐκ τοῦ διὰ γραφικὰ ἔξοδα ὡρισμένου ποσοῦ πληρόνονται: αʹ) Τὰ χρήσιμα ἔπιπλα, ἡ ἐπιδιόρθωσις καὶ ἡ συντήρησις αὐτῶν. βʹ) Ἡ γραφικὴ ὕλη καὶ τὰ ἀναγκαῖα βιβλία καὶ κατάστιχα. γʹ) Τὰ ταχυδρομικὰ τέλη. δʹ) Ἡ θέρμανσις, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ καθαριότης. εʹ) Ἡ ἐπιδιόρθωσις καὶ συντήρησις τῆς σημαίας, τοῦ ἱστοῦ καὶ τῶν ἐθνικῶν ἐμβλημάτων. ϛʹ) Ἡ ἀναγκαία δαπάνη εἰς βασιλικὰς, ἐθνικὰς καὶ ἄλλας ἐπιτοπίους ἑορτάς. ζʹ) Τὰ ἐθιζόμενα πρός τινας ἐγχωρίους ὑπαλλήλους φιλοδωρήματα.» Ἀφίνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ, ἐὰν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς 30 δραχμὰς κατὰ μῆνα νὰ περικόψῃ εἰς 25. Προβαίνει δὲ πλὴν τῆς περικοπῆς τῶν μισθῶν καὶ τῶν γραφικῶν καὶ εἰς ἕτερον μέτρον. Ἐνῷ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1890 ὡρίσθη, ὅτι τὰ ἐνοίκια τῶν προξενικῶν καταστημάτων πληρόνονται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, εἴτε κατοικεῖ ἐν αὐτοῖς ὁ πρόξενος, εἴτε μὴ, ὡς συμβαίνει καὶ εἰς τὰς Εἰσαγγελίας, τὰς Νομαρχίας καὶ τὰ Τηλεγραφεῖα, ἤδη ἀναγκάζει τοὺς προξένους, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν εἰς τὰ προξενικὰ καταστήματα, νὰ πληρόνωσι τὸ ¼ τοῦ ἐνοικίου. Ἔλαβον ἀφορμὴν καὶ εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν νὰ κάμω λόγον πρὶ τούτου, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπέμεινεν ὑποστηρίζων, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἐπέρχεται ἐλάττωσις δαπάνης 25,000 φράγκων· ἀλλ’ ἡ πραγματικὴ οἰκονομία δὲν ὑπερβαίνει τὰς 13,500 φράγκα χρυσᾶ. Διὰ νὰ οἰκονομήσῃ τὸ Κράτος 13,500 φράγκα χρυσᾶ, θὰ ἐξαναγκασθῶσιν οἱ πρόξενοι νὰ ἐνοικιάζωσιν ἀκατάλληλα οἰκήματα, εἰς ἀπόκεντρα μέρη, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνοικιάζωσι τοιαῦτα εἰς τὰ κέντρα, ἢ θὰ καταφεύγωσιν εἰς ἄλλα μέσα, ἐρχόμενοι εἰς συμφωνίας μετὰ τῶν οἰκοδεσποτῶν. Ἐνῷ δὲ οἱ πλεῖστοι τῶν προξένων μέχρι τοῦ 1900 ἠναγκάζοντο νὰ πληρώνωσι τὸ ¼ τοῦ ἐνοικίου, οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει, Ἀλεξανδρείᾳ καὶ Θεσσαλονίκῃ οὐδέποτε ὑπεχρεώθησαν εἰς τοιαύτην πληρωμήν. Ἕκαστος ὑμῶν, Κύριοι, ἐννοεῖ, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Κυβερνήσεως ἐπιβάλλει, ὅπως ὡς προξενικὰ καταστήματα χρησιμεύωσιν οἰκίαι κατάλληλοι καὶ κεντρικαί, τοῦτο δὲ ἀπαιτεῖ καὶ τὸ συμφέρον τῆς ἡμετέρας ναυτιλίας καὶ τοῦ ἐμπορίου. Κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, τὸ ἐνοίκιον ὁλοκλήρου τοῦ προξενικοῦ καταστήματος ἐπιβαρύνει τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1892 τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου διεστράφη, καὶ ἁπλῶς διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου ἐλήφθη αὐθαιρέτως τὸ μέτρον, ἵνα ἐπιβάλληται εἰς βάρος τοῦ προξένου τὸ ¼ τοῦ ἐνοικίου. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον τοῦ παλαιοῦ νόμου καὶ τὴν σχετικὴν ἐγκύκλιον). Ἀλλὰ τὸ αὐθαίρετον μέτρον ἤρθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900, τοῦ ὁρίσαντος ὅτι οἱ προϊστάμενοι τῶν προξενικῶν ἀρχῶν δύναται νὰ κατοικῶσιν ἐν τοῖς προξενικοῖς καταστήμασι δωρεάν. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ 1900). Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν παλαιὰν διάταξιν καὶ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν τὴν κατὰ τὸ ἔτος 1892 δοθεῖσαν ἑρμηνείαν, ἥτις ὅμως προφανῶς δὲν θὰ ἐπεκταθῇ ἐπί τινων προξενικῶν ἀρχῶν, δημιουργουμένης οὕτω ἀνισότητος. Τὰ ἐν Μοναστηρίῳ, Σέρραις, Σκοπίοις, Σκόδρᾳ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Ἀλβανίας Προξενεῖα δὲν εἶναι βεβαίως ὑποδεέστερα κατὰ τὴν ἀποστολὴν ἄλλων προξενικῶν ἀρχῶν, ὡς τὸ Προξενικὸν Γραφεῖον τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, εἰς τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν θὰ ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἀδιαφορεῖ τὸ Ὑπουργεῖον· θέλει νὰ φέρῃ οἰκονομίας, ἔστω καὶ εἰκονικὰς κατὰ τὸ πλεῖστον, διότι περὶ οὐδενὸς ἄλλου φροντίζει ἢ πῶς νὰ προξενήσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ περιστολὴ τῶν δαπανῶν. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν εἶναι ἐλαχίστη, ἀνερχομένη μόλις εἰς 90,000 δραχμάς. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις περὶ προσθήκης δαπάνης ἑνὸς ἑκατομμυρίου, προερχομένης δῆθεν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προξενικοῦ νόμου, διαρκῶς ὁμιλεῖ, ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἐπιδιώκει, νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης ἠλαττώθη, ἀδιαφοροῦσα ἂν ὑποστῇ ἐκ τούτου σπουδαιοτάτην, ἴσως δὲ καὶ ἀνεπανόρθωτον βλάβην ὁ προξενικὸς κλάδος. Φθάνει νὰ φανῇ, ὅτι ἐφήρμοσε τὸ πρόγραμμά της. Ἐνῷ δὲ πρὸς τὸν προξενικὸν κλάδον ἡ Κυβέρνησις δεικνύει τοιαύτην ἀστοργίαν—καὶ δὲν λέγω πρὸς τὰ πρόσωπα, διότι κατὰ τὴν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν συζήτησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν οὐδὲν ἄλλο μοὶ ἀπήντησεν ἢ ὅτι καὶ αὐτὸς ἔχει φίλους μεταξὺ τῶν προξένων, καὶ ὅτι λυπεῖται διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν μισθῶν των. Ἐγὼ ἀδιαφορῶ πληρέστατα πρὸς τὰ πρόσωπα· οὐδόλως μὲ ἐνδιαφέρει, ἐὰν τὰ πρόσωπα, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν θὰ ἔχωσι 200 δραχμὰς κατὰ μῆνα ὀλιγωτέρας ἢ περισσοτέρας, ἀλλ’ ἔχω τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον πᾶς Βουλευτὴς Ἕλλην ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπὲρ τοῦ προξενικοῦ κλάδου, μετὰ τοῦ ὁποίου τόσον συνδέεται τὸ ἐθνικὸν γόητρον. — Ἐνῷ λοιπὸν τοιαύτην ἀστοργίαν δεικνύει πρὸς τὸν προξενικὸν κλάδον ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὁσάκις πρόκηται περὶ τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, λησμονεῖ νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ ἐπ’ αὐτῆς τὸ περὶ οἰκονομιῶν πρόγραμμά της. Καὶ ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν πρέσβεων δὲν νομίζει ἡ Κυβέρνησις ἀναγκαῖον νὰ προβῇ εἰς ἐλάττωσιν· εἶμαι δὲ σύμφωνος μετ’ αὐτῆς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν πρέσβεων, διότι δὲν ἦσαν ἐπαρκεῖς οἱ μισθοὶ τῶν πρέσβεων οἱ πρὸ τοῦ 1895, ὅτε ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ἀναγκαῖον νὰ προσθέσῃ 18,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος εἰς τὰς ἀποδοχὰς τῶν πρέσβεων Παρισίων, Λονδίνου καὶ Βερολίνου. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας, ὅτι ὁ λόγος, ὅστις ἐπροτάθη εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἦτο σοβαρὸς, διότι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ δοθῶσι 18,000 δραχ. ἐπὶ πλέον εἰς τοὺς πρέσβεις ἐκείνους, ὅπως διεξαγάγωσι τὰς διαπραγματεύσεις· διότι, ὅπως διεξαγάγωσι τὰς διαπραγματεύσεις, δὲν εἶχον ἀνάγκην ἢ καλῶν ὁδηγιῶν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου καὶ συνέσεως καὶ ζήλου. Ἐν τούτοις ἦτο ἀνάγκη, εἰς τὰς πρωτευούσας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ὁ βίος εἶναι πολυδάπανος, νὰ αὐξηθῶσιν αἱ ἀποδοχαὶ τῶν πρέσβεων, εἶναι δὲ ἀνάγκη ν’ αὐξηθῶσι καὶ αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ πρέσβεως ἐν Πετρουπόλει, ὅπου ὁ βίος ἐπίσης εἶναι πολυδάπανος, ὅπως ἐν Λονδίνῳ. Δὲν ἐπικρίνω τὰς γενομένας κατὰ τὸ 1895 αὐξήσεις τῶν ἀποδοχῶν τῶν τριῶν πρέσβεων, ἃς καὶ ἡμεῖς ἐκ συναισθήσεως τῶν ἀναγκῶν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Βασιλέως διετηρήσαμεν, διότι ἐκρίναμεν ὅτι ὠφείλομεν νὰ τὰς διατηρήσωμεν, διότι βεβαίως, ἀφοῦ ἔχομεν πρέσβεις, ὀφείλομεν νὰ τοὺς μισθοδοτῶμεν ὁπωσδήποτε ἐπαρκῶς. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἐνῷ πρὸς τὸν προξενικὸν κλάδον δεικνύει τοιαύτην ἀστοργίαν ἡ Κυβέρνησις, τὴν πρόσθετον δαπάνην εἰς τὰς ἀποδοχὰς τῶν πρέσβεων δὲν ἐνόμισε πρέπον νὰ καταργήσῃ. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἔρχεται καὶ σήμερον, ἐνῷ τοὺς μισθοὺς τῶν προξένων τοὺς ἀνεπαρκεῖς τοὺς ἐλαττώνει, ἔρχεται σήμερον ν’ αὐξήσῃ τὸν μισθὸν τοῦ πρέσβεως ἐν Κωνσταντινουπόλει. Πάντες ὁμολογοῦμεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς αὐτοῦ, διότι διὰ τῶν σημερινῶν ἀποδοχῶν, μισθοῦ δραχ. 54,000 καὶ γραφικῶν δραχ. 11,000, ἤτοι 65,000 ἐν ὅλῳ, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβαρύνηται προσωπικῶς διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ ἐνοικίου τῆς Πρεσβείας, ὅπερ ἀνέρχεται εἰς 10,000 φρ. χρυσᾶ. Ὀρθῶς ἄρα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ πρέσβεως ἀναβιβάζονται εἰς 80,000 δραχμάς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας δὲν εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπιτρέπωσι νὰ προστεθῶσι δεκαπέντε χιλιάδες δραχμαὶ ἢ δέκα χιλιάδες φράγκα διὰ τὸ ἐνοίκιον τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, πῶς ἔρχεται νὰ περικόψῃ τὰς δαπάνας διὰ τὰ ἐνοίκια ὅλων τῶν Προξενείων καὶ Ὑποπροξενείων ἐν Ἀνατολῇ; Τέλος πάντων δὲν νομίζει, ὅτι ἐκτὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἄλλα κέντρα ἐν Ἀνατολῇ ἔχουσι δι’ ἡμᾶς ἰδιάζουσαν σημασίαν, καὶ ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποί μας πρέπει νὰ στεγάζωνται εἰς οἴκους ἀξιοπρεπεῖς; Εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγῃ, ὅτι ἐπιβάλλεται ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἡ περικοπὴ καὶ αὐτῶν τῶν ἐνοικίων τῶν 13 Γενικῶν Προξενείων, τῶν 25 Προξενείων, τῶν 25 Ὑποπροξενείων, ἅτινα ἑδρεύουσι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν Ἀνατολῇ; Ὅλων αὐτῶν τῶν προξενικῶν ἀρχῶν τὴν δαπάνην διὰ τὰ ἐνοίκια θέλει νὰ περικόψῃ, ὅπως ἐξασφαλίσῃ ἐλάχιστον ποσὸν, καὶ ἐξ ἄλλου αὐξάνει τὴν πίστωσιν διὰ τὴν Πρεσβείαν Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου τέλος πάντων ἐπὶ τόσα ἔτη ὁ ἀείμνηστος Κουντουριώτης, ὁ ὁποῖος ἔνδοξον μὲν ἔφερεν ὄνομα, ἀλλὰ δὲν εἶχε περιουσίαν, ἔζη ἀξιοπρεπῶς διὰ τῶν ἀποδοχῶν 65,000 δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων κατέβαλλε καὶ τὸ ἐνοίκιον τῆς Πρεσβείας. Ὅτε κατὰ τὸ 1900 διὰ τοῦ νόμου προέβημεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν προξενικῶν τελῶν, ἰδίως τῶν διαμονητηρίων ἐν Αἰγύπτῳ,—διότι ἐκεῖ πρὸ πάντων ηὐξήθησαν τὰ προξενικὰ τέλη, ἐνῷ ἐν τοῖς λοιποῖς Προξενείοις ἐπῆλθεν αὔξησις μᾶλλον διὰ μεθοδικωτέρας διαρρυθμίσεως τῆς προξενικῆς διατιμήσεως,—ὡς λόγον τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν προεβάλομεν τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν προξένων, ἥτις δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμόν. Τὴν ἐξήγησιν ταύτην οἱ ἐν Αἰγύπτῳ Ἕλληνες ἐδέχθησαν εὐχαρίστως, καὶ οὕτως οἱ μεγαλέμποροι ἀντὶ 60 ἐπεβαρύνθησαν διὰ διαμονητηρίου 100 φρ. χρ. ἕκαστος, καὶ οἱ ἄλλοι ἐπαγγελματίαι δι’ ἀναλόγου αὐξήσεως. Ἐγίνωσκον καὶ ἐξ ἰδίας πείρας καὶ ἐκ πολλῶν ἄλλων περιστάσεων τὰς ἀνάγκας τῶν Ἑλλήνων προξενικῶν ὑπαλλήλων, καὶ εὗρον ἀξιοπρεπέστερον καὶ συμφερώτερον ἴσως δι’ αὐτοὺς νὰ θεραπευθῶσιν αἱ ἀνάγκαι αὗται διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ἐπιπροσθέτου τέλους. Οὕτως ἐπῆλθε τρόπῳ τινὶ συνεννόησις, ἄν μοι ἐπιτρέπηται ἡ ἔκφρασις, μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἑλλήνων. Ἤδη ἐλαττοῦμεν τὰς ἀποδοχὰς τῶν προξένων τούτων, διατηροῦμεν δὲ ἀκέραια τὰ ἐπιπρόσθετα τέλη. Συνάδει τοῦτο πρὸς τὴν καλὴν πίστιν τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ σημειωτέον, ὅτι οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἕλληνες δὲν βλέπουν, ἂν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως προΐσταται ὁ ἐκ Κερκύρας ἢ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτής· οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἕλληνες, μὴ ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὰς κομματικὰς διαπάλας ἡμῶν, θεωροῦσι πάντοτε μίαν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ παλιμβουλία δὲ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία σήμερον μὲν δίδει ἀποδοχὰς εἰς τοὺς προξένους ὁπωσοῦν ἐπαρκεῖς, αὔριον δὲ πάλιν περικόπτει τοὺς μισθοὺς αὐτῶν, ἐνῷ τὴν αὔξησιν τῶν τελῶν τὴν διατηρεῖ, ἡ παλιμβουλία αὕτη τῆς Κυβερνήσεως δὲν νομίζω ὅτι συντελεῖ, ὅπως ἑδραιωθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν ἔξω Ἑλλήνων πρὸς τὴν ἐπίσημον Ἑλλάδα...

§223Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ ἐξακολουθήσητε ἐπὶ πολύ;

§224ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὄχι ἐπὶ πολύ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, θελήσας νὰ παραστήσῃ τὰς ἐπερχομένας οἰκονομίας, εἶπεν ὅτι διὰ τῶν μέτρων, ἅτινα προβάλλει εἰς τὴν Βουλήν, ἐπέρχεται ἐλάττωσις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν 400,000 δραχμῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι κατὰ 800,000 δραχμὰς ηὐξήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξαρκεῖται εἰς 400,000. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον μεταξὺ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1902 καὶ 1903 ἐκ 405,000 δραχμῶν προέρχεται κυρίως ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς. Ἡ ἐλάττωσις λοιπὸν αὐτὴ τῶν 405,000 δραχμῶν ἀφορᾷ πρῶτον εἰς τὴν ἐλάττωσιν, ἡ ὁποία ἐπέρχεται ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, διότι ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, ὑποβαλὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, ὑπελόγισε τὸ φράγκον πρὸς 1,65, τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἐπωφελούμενον τῆς παροχῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ χρυσοῦ φράγκου πρὸς 1,46, ἕνεκα τῆς συντελεσθείσης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ συμβάσεως τῆς ἑταιρείας τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Συνόρων, ἀνέγραψε ποσὸν κατὰ 187,000 ἐπὶ ἔλαττον διὰ νομισματικὴν διαφοράν. Ὀρθὸν λοιπὸν ν’ ἀφαιρέσωμεν αὐτὴν τὴν διαφορὰν τῶν 187,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν ὑπελόγισε μόνον ἐπὶ ποσοῦ 645,000 φράγκων χρυσῶν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσῃ ἐπὶ ἀνωτέρου ποσοῦ. Αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, αἱ καταβαλλόμεναι εἰς χρυσόν, ἀνέρχονται εἰς 807,000 φράγκα καὶ οὐχὶ εἰς 645,000, ὥστε δὲν θὰ ἦναι ἐπαρκὴς ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν ζητεῖ, διότι εἰς χρυσὸν πληρώνεται τὸ ἥμισυ τῆς δαπάνης διὰ τὰς ἐφημερίδας, εἰς χρυσὸν πληρόνεται ἡ δαπάνη διὰ τὰ παράσημα, εἰς χρυσὸν πληρόνεται ἡ δαπάνη τοῦ ἐνοικίου τῆς Πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως, τὰ ἐνοίκια τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, τὰ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως καὶ ὁδοιπορικὰ διπλωματικῶν καὶ προξενικῶν ὑπαλλήλων, τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιθεωρήσεως, τὰ ἔξοδα ἀποπομπῆς φαυλοβίων, τὰ τηλεγραφικὰ τέλη τῶν Πρεσβειῶν καὶ Προξενείων, αἱ δαπάναι τοῦ Κακουργοδικείου Ἀλεξανδρείας, αἱ ἔκτακτοι ἀποστολαὶ καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις αἱ λεγόμεναι «ἐξωτερικαὶ δαπάναι», αἵτινες αὐταὶ καὶ μόναι ἀνέρχονται εἰς ποσὸν 600,000 φράγκων χρυσῶν. Ὅλαι αὐταὶ αἱ δαπάναι, αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἀνέρχονται εἰς 807,000 φράγκα χρυσᾶ. Καὶ δὲν ἔχει μὲν νὰ πληρώσῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς χρυσὸν ἐκ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου, διότι τινὰς ἐκ τῶν δαπανῶν τούτων καταβάλλει τὸ Ταμεῖον τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Γενικοῦ Προξενείου καὶ τὸ Ταμεῖον τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀλλ’ ἐν τούτοις τὸ ποσὸν τῶν 645,000 φράγκων οὐδέποτε ἐθεωρήθη ἐπαρκές, καὶ πάντοτε ἀνεγράφετο ποσὸν 750,000, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο πίστωσις νομισματικῆς διαφορᾶς· θ’ ἀναγκασθῆτε δὲ τοὐλάχιστον 725,000 φράγκα νὰ ἀναγράψητε, ἢ θὰ ζητήσητε κατόπιν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν. Ὥστε μεταξὺ τῶν 725,000 φράγκων χρυσῶν καὶ τῶν 645,000 ὑπάρχει διαφορὰ 80,000, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ νομισματικὴ διαφορά, ἥτις πρὸς 1,46 ἀνέρχεται εἰς δρ. 36,800. Ἡ νομισματικὴ λοιπὸν διαφορά, ἡ πραγματική, τὴν ὁποίαν ὀφείλετε ν’ ἀναγράψητε εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἀνέρχεται εἰς 224,000 δραχμάς. Ἐκ τοῦ ποσοῦ λοιπὸν τῶν 405,000 δραχμῶν πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε 224,000 δραχμὰς διὰ νομισματικὴν διαφοράν. Πρὸς τούτοις πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε, ἂν θέλητε νὰ ἦσθε εἰλικρινεῖς, τὰς ἀσχέτους πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δαπάνας. Συγκρίνοντες λοιπὸν τὰς δαπάνας τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, πρὸς τὰς δαπάνας τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ψηφιζομένου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, δικαιούμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν: διὰ μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφοῦ περὶ αὐτῶν δὲν ποιεῖται μνείαν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, 12,000 δραχμάς, διὰ παράσημα, ταχυδρομικά, φωτισμὸν καὶ θέρμανσιν 14,000, διὰ τηλεγραφικὰ τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας 10,000, δι’ ἐλάττωσιν πιστώσεως τῶν γραφικῶν τῆς Πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως 1600, διὰ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως διπλωματικῶν ὑπαλλήλων 13,000, δι’ ἔξοδα ἐπιθεωρήσεως 1000, δι’ ἔξοδα κινήσεως 15,000, διὰ δικαιώματα ἐπιδόσεως δικογράφων 500, διὰ τηλεγραφικὰ προξενικῆς ὑπηρεσίας 1000, δι’ ἐπίπλωσιν προξενικῶν γραφείων 3000, διὰ κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις 4064, δι’ ἐκτάκτους ἀποστολὰς 20,000, δι’ ἐνοίκια προξενικῶν ἀρχῶν 10,000, διότι ἐν τῷ ποσῷ τῶν 25,000, ὅπερ ἐκπίπτει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ τὸ τέταρτον τῶν ἐνοικίων τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει, Θεσσαλονίκῃ, Ἀλεξανδρείᾳ καὶ ἀλλαχοῦ προξενικῶν ἀρχῶν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσητε, ὅτι θὰ ἐπιμείνῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐφαρμόζων τὸ περὶ ἐνοικίου μέτρον εἰς τὰς προξενικὰς ταύτας ἀρχάς, ἀφοῦ γνωστὸν εἶναι, ὅτι εἴς τινα μέρη, ὅπως ἐν Κωνσταντινουπόλει, Καΐρῳ, Ἀλεξανδρείᾳ καὶ Θεσσαλονίκῃ, τὰ ἐνοίκια εἶναι λίαν ὑπέρογκα, ὥστε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὁ πρόξενος δύναται νὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ τοῦ ¼ τοῦ ἐνοικίου, ἀφοῦ καὶ πρὸ τοῦ 1900 δὲν ἐπεβαρύνετο, εἰς ἄλλα δὲ μέρη οἱ προϊστάμενοι τῶν προξενικῶν ἀρχῶν δὲν κατοικοῦσιν ἐν τοῖς προξενικοῖς καταστήμασιν. Ἐκπιπτομένων λοιπὸν ὅλων τῶν ποσῶν τούτων, ἀνερχομένων εἰς δραχ. 329,000, ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν οἰκονομιῶν τῶν ὑπολογιζομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκ δραχμῶν 405,000, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἐξοικονομήσῃ πράγματι ἐξ ὅλου τοῦ κεφαλαίου ΙΑʹ (ἄρθρον 1–12, προξενικὴ ὑπηρεσία), ψηφιζομένου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, περιορίζεται εἰς δραχ. 76,000. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς, λησμονῶν τὸ πρόγραμμα τῶν οἰκονομιῶν, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, αὐξάνει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πληρόνεται εἰς τὸ Πρακτορεῖον τῶν τηλεγραφημάτων, ἀπὸ 10,000 εἰς 12,000 δραχμάς. Ἀναγνωρίζω ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 10,000 δραχμῶν δὲν εἶναι ἐπαρκὲς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Πρακτορείου τῶν τηλεγραφημάτων, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἡ τηλεγραφικὴ θὰ βελτιωθῇ πολὺ, ἐὰν προσθέσητε καὶ τὰς 2,000. Ἤθελον συστήσει εἰς ὑμᾶς ν’ ἀφαιρέσητε αὐτὰς τὰς 2,000 ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ προέβητε εἰς ἐλαττώσεις 5 καὶ 10 δραχμῶν κατὰ μῆνα, προκειμένου περὶ τῶν γραφικῶν τῶν ὑποπροξένων καὶ τῶν μισθῶν τῶν καβάσηδων. Ἀλλὰ διατὶ προέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον; Ἀπέδειξα, νομίζω, ὅτι ὁ προξενικὸς νόμος τοῦ 1900 ἐπέτυχε πληρέστατα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπελθοῦσαν αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων, ἥτις ἐκάλυψε τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, ἀπέδειξα ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ν’ ἀναγράψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἶναι ἐλαχίστη, ὅτι ἀνέρχεται μόλις εἰς 76,000, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διὰ τίνα λόγον ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου,—διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἀδιαφορεῖ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νόμου τούτου, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἀδιαφορεῖ περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἐξωτερικοῦ κλάδου. Ὡς ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε πρὸ ὀλίγου, οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιοῖ, ὅτι ἔχει τὸ προνόμιον τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς μερίμνης ὑπὲρ τοῦ ἐξωτερικοῦ κλάδου τῆς πατρίδος. Εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου προέβη ἡ Κυβέρνησις χωρὶς νὰ μελετήσῃ τὰ πράγματα. Δὲν ἔλαβε τὸν κόπον νὰ ἐξετάσῃ ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου τοῦ 1900, ἐπειδὴ δὲ κατὰ κόρον ἐπανέλαβε τὰς γνωστὰς ἐκείνας ἐπικρίσεις περὶ τῶν δῆθεν ἐν τῇ διοικήσει σπαταλῶν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ, ἐπειδὴ ταῦτα ἐπανέλαβε πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς καὶ ἐπειδὴ ταῦτα εἶπε καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ἠθέλησε νὰ δείξῃ, ὅτι προβαίνει εἰς οἰκονομίας, ἀδιαφοροῦσα ἂν αὗται εἶναι εἰκονικαί. Ἐπειδὴ λοιπὸν νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐκτελέσῃ τὸ περίφημον πρόγραμμά της, στενοχωρουμένη καὶ μὴ βλέπουσα πῶς νὰ ἐκτελέσῃ τὸ πρόγραμμα τοῦτο καὶ ποῦ νὰ εὕρῃ τὰ 13 ἑκατομμύρια, κατὰ τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ἤθελεν ἐλαττώσει τὸν προϋπολογισμὸν, λαμβάνει περὶ τὰς 100,000 δραχμὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, 200,000 τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἄλλα ποσὰ ἄλλων Ὑπουργείων, καὶ παρουσιάζει οὕτω ποσόν τι οἰκονομιῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω ἂν ἀνέρχεται εἰς ἓν ἑκατομμύριον, ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι θὰ ἐπιφέρῃ ἐλάττωσιν εἰσπράξεων ἀνωτέραν τῶν ἐπιδιωκομένων οἰκονομιῶν καὶ τὴν καταστροφὴν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Ἰδίως δὲ προκειμένου περὶ τοῦ προξενικοῦ κλάδου δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς, δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Μακεδονίας, δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πράττει ἔργον βεβαίως ἀντιπατριωτικὸν, ἀναγκάζουσα τοὺς προξένους τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἀλβανίας νὰ στενοχωρῶνται οἰκονομικῶς. Ἐνῷ δὲν ἔχει τὸ σθένος καὶ τὸ θάρρος νὰ ἐπιφέρῃ γενναίαν τὴν χειρουργικὴν μάχαιραν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, νομίζει ὅτι ἐκτελεῖ τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ψαλιδίζουσα μισθούς τινας, γραφικὰ ἔξοδα ὑποπροξένων, μισθοὺς γραφέων, κλητήρων κλ. Δὲν περιορίζεται δυστυχῶς εἰς τὴν περικοπὴν τῶν ἀποδοχῶν τῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῶν κλητήρων τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ὑπηρετούντων, ἀλλὰ νομίζει, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν, ἐπὶ μεγίστῃ ἐθνικῇ ζημίᾳ, νὰ περικόψῃ καὶ τοὺς μισθοὺς τῶν ἐξωτερικῶν ὑπαλλήλων. Ἀπέναντι τῆς διαφορᾶς, ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ 100,000 δρ. περίπου, προβλέπει ἡ Κυβέρνησις, ὡς φαίνεται, ὅτι δὲν θὰ εἰσπράξῃ ὅσα κατὰ τὸ παρελθὸν εἰσεπράχθησαν ἐκ προξενικῶν τελῶν, προβλέπει, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῶν μέτρων της καὶ χαλάρωσις εἰς τὰς εἰσπράξεις, ἐκ μειώσεως τοῦ ζήλου τῶν ὑπαλλήλων περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν προξενικῶν τελῶν, καὶ ἀναγράφει εἰς τὰ ἔσοδα μόνον 420,000 φράγκα καὶ οὐχὶ 460,000, ὅσα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων τοῦ 1902. Ἀναγνωρίζει δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις εἰς τὰς εἰσπράξεις 40,000 φράγκων χρυσῶν, ἤτοι 60,000 δραχμῶν, ὅση περίπου εἶναι ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιωκομένη οἰκονομία. Ἀλλ’ ἐνῷ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς της εἶχεν εἴπει, ὅτι κατὰ ἓν ἑκατομμύριον ὁλόκληρον ηὐξήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν τολμᾷ σήμερον καὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ ἓν ἑκατομμύριον. Ἄν νομίζητε, ὅτι κακῶς ἐπράξαμεν ν’ αὐξήσωμεν κατὰ 600,000 ἢ 700,000 δραχμὰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἕνεκα ὑψίστων ἐθνικῶν ἀναγκῶν, ἐὰν κακῶς ἐπράξαμεν, ἰδοὺ ἡ Ῥόδος, ἰδοὺ καὶ τὸ πήδημα· πῶς δὲν ἔρχεσθε νὰ ἐλαττώσητε τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου κατὰ 600 ἢ 700 χιλιάδας, ἢ κατὰ ἓν ἑκατομμύριον; Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περιορίζεσθε εἰς ἐλαττώσεις 100,000 δραχ. περίπου. Ὥστε τὰς λοιπὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας προσεθέσαμεν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καλῶς τὰς προσεθέσαμεν. Ὥστε ὅσα ἐλέγετε πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς σας, ὅσα εἴπετε ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ πιστεύητε· ἀνακριβῆ ἐλέγετε καὶ ἀνακριβῆ λέγετε καὶ σήμερον καὶ πρὸς ἡμᾶς καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἡ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ συνοδεύουσα τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὴν παλαιὰν συνήθειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀνακριβῶς συγκρίνει ἀπολογισμοὺς πρὸς προϋπολογισμοὺς, καὶ λέγει, ὅτι «διὰ τοῦ ΒΨΗʹ νόμου καὶ ἄλλαι διατάξεις τῶν περὶ προξενικῆς ὑπηρεσίας ἰσχυόντων πρὸ τοῦ 1900 νόμων μετεβλήθησαν, ἰδίως δὲ ηὐξήθησαν κατὰ δραχ. 276,120 αἱ ἐν τῷ κεφαλαίῳ Γʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀναγραφόμεναι δαπάναι, αἵτινες κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896 ἀνῆλθον εἰς 693,080 δραχμὰς, ἀναχθεῖσαι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 εἰς τὸ ποσὸν τῶν 969,200». Δὲν συγκρίνει τοὺς ἀπολογισμοὺς τοὺς πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου πρὸς τοὺς ἀπολογισμοὺς τοὺς μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἀπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμὸν, οὕτω δὲ φθάνει εἰς συμπεράσματα, δι’ ὧν ζητεῖ ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ νόμου τοῦ 1900. Ὁ προξενικὸς νόμος, καὶ ὑπενθυμίζω τοῦτο πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ προξενικὸς νόμος τοῦ 1900 ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ εἰσήχθη κατὰ τὸ 1899 μετὰ μακρὰν ἐργασίαν, γενομένην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐξ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀφοῦ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον, ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν· κατόπιν ἐτροποποιήθη, καὶ ὑπεβλήθη τὸ δεύτερον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1899. Ἡ Βουλὴ ἐζήτησεν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ὑποβληθῇ εἰς τὴν βάσανον ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἐκ Βουλευτῶν ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων. Μετὰ μακρὰς δ’ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συζητήσεις ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Προκειμένου νῦν νὰ τροποποιηθῇ, μοὶ φαίνεται ὀρθὸν, ὅπως τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ἐξετασθῇ ὑπὸ ἐπιτροπῆς Βουλευτῶν, γινωσκόντων καλῶς τὰ τῆς προξενικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας. Δὲν νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἑλλάδος δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἄλλη γνώμη μεταξὺ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ συναινέσῃ, ὅπως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ θελήσῃ νὰ μὴ βλέπῃ πέραν τοῦ κύκλου τῶν ἐκλογέων της, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπεσχέθη ἐλάττωσιν μισθῶν. Ἐλπίζω πρὸ πάντων, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἐστραμμένα τὰ βλέμματά της καὶ πέραν τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ δὲν θ’ ἀδιαφορήσῃ ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ νὰ συντελέσῃ, ὅπως τὸ γόητρον τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους μειωθῇ, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ μειωθῇ ἡ στοργή, τὴν ὁποίαν τρέφουσιν οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἕλληνες πρὸς τὴν ἐπίσημον Ἑλλάδα, καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν.

§225Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἐμὸς συνάδελφος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰμὶ βέβαιος, ὅτι θέλει δώσει ὑμῖν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς προξενικῆς ἢ τῆς διπλωματικῆς. Ἐγὼ ἀνέρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, μόνον ἵνα ἀναιρέσω ἀνακριβείας λεχθείσας, καὶ ἰδίως ἐπὶ ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι στόμα νὰ ὁμιλήσωσιν, εἰσὶν ὅμως γεγραμμένοι καὶ ἑπομένως προσιτοὶ εἰς πάντα, ὅστις θέλει νὰ ἀναγνώσῃ αὐτούς. Καὶ ἐν πρώτοις ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας δὲν ἐβεβαίωσεν ἀλήθειαν εἰς τὴν Βουλὴν, εἰπὼν ὅτι ἐγὼ κατὰ τὴν ἐκλογικὴν ἀνὰ τὰς ἐπαρχίας περιοδείαν μου ὑπισχνούμην ὅτι θέλω ἐλαττώσει τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 13 ἑκατομμύρια. Δὲν ὑπάρχει πολίτης Ἕλλην, ἐξ ἐκείνων οἵτινες μὲ ἤκουσαν τότε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὁ ὁποῖος ἐλησμόνησεν, ὅτι ἐγὼ ἔλεγον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ ἓξ ἑκατομμύρια, καὶ οὐχὶ κατὰ δεκατρία ἑκατομμύρια, ὡς μὴ ἀληθῶς ἔλεγεν ὁ κ. Ρωμάνος. Ἔλεγον πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, νὰ μὴ ἔχωσιν ἀξιώσεις περισσοτέρων ἐλαττώσεων, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εὐκόλως ἀναγράφονται αὐξήσεις τῶν ἐξόδων, ἀλλὰ δυσκόλως δύναταί τις νὰ διαγράψῃ τὰς αὐξήσεις ταύτας. Διὰ τῶν αὐξήσεων τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ σχηματίζονται συμφέροντα, πολλάκις μορφοῦνται πεποιθήσεις πεπλανημέναι, καὶ ἄν τις ἤθελεν ἐπιχειρήσει νὰ ἐπιφέρῃ ἐλάττωσιν, σταματᾷ πρὸ δυσυπερβλήτων προσκομμάτων. «Ἄν ὑπισχνούμην εἰς ὑμᾶς», ἔλεγον τότε πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, «ἐλάττωσιν ἀνωτέραν τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων, δὲν ἤθελον εἴπει πρὸς ὑμᾶς τὴν ἀλήθειαν, ἢ, ἂν ἐπεχείρουν τοιοῦτόν τι, ἤθελον ἀποτύχει». Ὑπισχνούμην ὅμως εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, ὅτι, ἂν ἡ ψῆφος αὐτῶν ἤθελεν ἀναδείξει τοὺς πολιτικοὺς φίλους μου, καὶ ἑπομένως ἐνδείξει οὕτως ἐμὲ, καὶ τὸ Στέμμα ἐκάλει ἡμᾶς εἰς τὴν ἀρχὴν, ἤθελον πραγματοποιήσει ἐλαττώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων κατὰ ἓξ ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἤθελον προσπαθήσει, ἵνα καὶ ἄλλαι οἰκονομίαι πραγματοποιηθῶσιν, οὕτω δὲ αἱ ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων ἀναβιβασθῶσι μέχρις ὀκτὼ ἑκατομμυρίων· τοῦτο δὲ ἡμεῖς ἐπεχειρήσαμεν καὶ κατὰ παρελθοῦσαν ἐποχὴν, κατὰ τὸ 1896, καὶ ἐπραγματοποιήσαμεν αὐτό. Ποῦ ἠκούσθη, ὅτι ἡμεῖς ὑπεσχέθημεν δεκατριῶν ἑκατομμυρίων ἐλάττωσιν; καὶ ποῖος ἔχει τοσοῦτον θάρρος, τολμῶν νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο ψευδῶς εἰς τὴν Βουλήν; Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπήγγειλε, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ὀφείλω νὰ σᾶς δώσω ἀκριβῆ εἴδησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ἵνα πεισθῆτε, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐγένοντο ἅλματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν ἦτο συγκεχωρημένον νὰ γένωνται, καθ’ ὃν χρόνον τοιαῦταί εἰσιν αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας. Καὶ ἄρχομαι ἀπὸ χρόνων ἀπωτάτων. Αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τοὺς ἐτησίους ἀπολογισμοὺς, ἀνῆλθον:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κατὰ τὸ 1888εἰς δρ.2,277,149.14
Κατὰ τὸ 1889» » 2,221,544.70
Κατὰ τὸ 1890» » 2,264,169.02
Κατὰ τὸ 1891» » 2,302,099.21
Κατὰ τὸ 1892» » 2,092,373.72
Κατὰ τὸ 1893» » 2,017,081.16
Κατὰ τὸ 1894» » 2,025,155.70
Κατὰ τὸ 1895» » 2,022,450.15
Κατὰ τὸ 1896» » 2,195,572.95
Κατὰ τὸ 1897» » 2,140,194.67
Κατὰ τὸ 1898» » 2,115,508.90
Κατὰ τὸ 1899» » 2,251,901.61

Τὰ προϋπολογισθέντα δὲ κατὰ τὰ ἑπόμενα τρία ἔτη, διότι δὲν ἐδημοσιεύθησαν εἰσέτι οἱ ἀπολογισμοὶ, ἀνῆλθον:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κατὰ τὸ 1900εἰς δρ.2,431,122.58
Κατὰ τὸ 1901» » 2,846,018.36
Κατὰ τὸ 1902» » 3,050,086.27

Κατὰ τὸ 1903 περιεστείλαμεν αὐτὰ διὰ μὲν τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ εἰς δρ. 2,648,405, διὰ δὲ τῶν κατόπιν ὑποβληθεισῶν δηλώσεων εἰς δραχμὰς 2,729,291. Θέλει πιθανῶς προβληθῆ, ὅτι παραβάλλω τὰ πρὸ τοῦ 1900 δαπανηθέντα, βεβαιούμενα διὰ τῶν ἀπολογισμῶν, πρὸς τὰ κατὰ τὸ 1900 καὶ τὰ μετ’ αὐτὸ ἔτη προϋπολογισθέντα ποσὰ, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἀπολογισμὸς, ἀλλὰ μόνον ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, καὶ θέλει λεχθῆ, ὅτι ὅλα, ὅσα ἀναγράφονται, δὲν δαπανῶνται...

§226ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἔχομεν τοὺς προσωρινοὺς ἀπολογισμοὺς καὶ τὰς διαδηλώσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.

§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ προσωρινοὶ ἀπολογισμοὶ δὲν παριστῶσιν ἐν ἀναντιρρήτῳ ἀκριβείᾳ τὰ δαπανηθέντα. Κατὰ τὸ 1901 καὶ τὸ 1902 ἐζητήθησαν καὶ ἐπεψηφίσθησαν καὶ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, τὰ ποσὰ τῶν ὁποίων δὲν ἀναφέρω· τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει, οὐχὶ ὅτι ἐδαπανήθησαν ἐλάσσω τῶν προϋπολογισθέντων, ἀλλὰ τοὐναντίον, ὅτι δὲν ἐπήρκεσαν τὰ προϋπολογισθέντα. Καὶ κατὰ τὸ 1902 τὰ προϋπολογισθέντα ἀνῆλθον εἰς 3,050,086.27, κατὰ δὲ τὸ 1903 τὸ προϋπολογισθὲν διὰ τὸ 1902 ποσὸν ἤθελεν εἶσθαι πάντως ἀνεπαρκὲς, διότι ἔπρεπε νὰ προστεθῶσι νέα ἔξοδα· ἔπρεπε νὰ προστεθῇ ὁ μισθὸς τοῦ ἐν Λονδίνῳ πρέσβεως διὰ τέσσαρας μῆνας, καὶ ν’ ἀναβιβασθῇ ἡ δαπάνη ἀπὸ δραχ. 29,333.50 εἰς δραχ. 44,000, ἤτοι νὰ προστεθῇ πίστωσις δραχμῶν 14,666. 50, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δὲ τοῦ πληρωθέντος κατὰ τὸ 1902 εἰς τὸν γραμματέα τετάρτου τῶν ἀποδοχῶν τοῦ πρέσβεως, δραχ. 11,000· ὡσαύτως νὰ προστεθῇ ὁ μισθὸς τοῦ ἐν Πετρουπόλει πρέσβεως ἐκ δραχμῶν 22,000, ἢ, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀποδοχῶν τοῦ γραμματέως ἐκ τοῦ τετάρτου τοῦ μισθοῦ τοῦ πρέσβεως, ἔπρεπε νὰ προστεθῇ πίστωσις 19,000· ὡσαύτως ἔπρεπε νὰ προστεθῇ ὁ μισθὸς τοῦ ἐν Βελιγραδίῳ πρέσβεως ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἤτοι πίστωσις δραχ. 16,200, ἢ, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ γραμματέως ἐπὶ ἓξ μῆνας δραχ. 3,000, ἔπρεπε νὰ προστεθῇ πίστωσις δρ. 13,200. Οὕτω δὲ τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἔμελλε κατὰ τὸ 1903 ν’ ἀναβιβασθῇ ἀπὸ δραχ. 3,050,086.27 εἰς δραχ. 3,093,286.27. Ἀλλ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν, τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου περιωρίσθη εἰς δραχ. 2,648,405, καὶ διὰ τῶν κατόπιν δηλώσεων εἰς δραχ. 2,729,291, ἤτοι ἔλασσον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, κατὰ δραχ. 373,995.27. Τὰ δαπανηθέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου κατὰ τὸ 1895 ἀνῆλθον εἰς δρ. 2,022,450.15, τὰ προϋπολογισθέντα δὲ κατὰ τὸ 1902 ἀνῆλθον εἰς δρ. 3,050,086.27, τὰ δὲ προϋπολογιζόμενα κατὰ τὸ 1903 ἔμελλον ν’ ἀναβιβασθῶσιν εἰς δρ. 3,093,286.27, ἂν οὐδεμίαν ἐπροτείνομεν μεταβολὴν εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, παρεσκεύασεν· ἤτοι κατὰ τὸ 1902 ἐπρόκειτο νὰ δαπανήσωμεν περισσότερα τῶν δαπανηθέντων τῷ 1895 κατὰ δρ. 1,027,686.12, ἐμέλλομεν δὲ νὰ δαπανήσωμεν κατὰ τὸ 1903 περισσότερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1895 δραχ. 1,070,836.12. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο τῆς διαφορᾶς ἀκατανοήτως ὁ κ. Ρωμᾶνος, ὁ ἐλευθέριος οὗτος προκάτοχος τοῦ φίλου μου κ. Σκουζέ, προσδιώρισε μόνον εἰς δραχ. 450,000, ἐνῷ ἡ διαφορὰ συνίσταται εἰς δραχ. 1,070,836.12. Ἀλλὰ πόσα εἶναι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα προσετέθησαν διὰ τῆς ψηφισθείσης τῇ προτάσει τοῦ κ. Ρωμάνου αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἔχει ἐν χερσὶ σημείωσιν, τὴν ὁποίαν κατ’ αἴτησιν αὐτοῦ κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἐμὸς συνάδελφος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου κατατεθεῖσαν σημείωσιν, κατὰ τὸ ἔτος 1902 τὰ ἐκ προξενικῶν τελῶν εἰσπραχθέντα ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς χρ. φρ. 591,580.17, πλὴν τῶν ἐσόδων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῶν Παρισίων, τῶν ἐσόδων κατὰ τοὺς τελευταίους τέσσαρας μῆνας τῶν Προξενικῶν Γραφείων Βελιγραδίου καὶ Κετίγνης, τῶν ἐσόδων κατὰ τοὺς τελευταίους τρεῖς μῆνας τῶν Προξενικῶν Γραφείων Σερρῶν καὶ Βραΐλας καὶ τῶν κατὰ μόνον τὸν Νοέμβριον μῆνα εἰσπραχθέντων ὑπὸ τοῦ ἐν Ὀδησσῷ Προξενείου. Κατὰ δὲ τὴν ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συναδέλφου μου κ. Σκουζὲ κατατεθεῖσαν σημείωσιν, τὰ προξενικὰ τέλη τοῦ 1902 ἀνῆλθον εἰς φράγκα χρ. 651,597,71· ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ 1896, ὅτε δὲν εἶχεν ἔτι νομοθετηθῆ τῶν προξενικῶν τελῶν ἡ αὔξησις, εἶχον εἰσπραχθῆ ἐκ προξενικῶν τελῶν φρ. χρ. 554,610.85, ἕπεται ὅτι ἐκ τῆς νομοθετηθείσης τῇ προτάσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν ὑπερέβησαν τὰ πρὸ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως εἰσπραχθέντα κατὰ φρ. χρ. 96,986.86, ἢ εἰς δραχμὰς τραπεζικῶν γραμματίων 150,329.63, ὑπολογιζομένου τοῦ χρυσοῦ φράγκου πρὸς 155 λεπτὰ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν 651,597.71, τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τὸ 1902, παραβάλωμεν, οὐχὶ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1901, διότι εἶχε κατ’ αὐτὸ τεθῇ ἐν ἐφαρμογῇ ὁ περὶ αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν νόμος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, οὐχὶ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1900, διότι ἐνδέχεται νὰ ἐνήσκησεν ἐπιρροήν τινα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου περὶ προξενικῶν τελῶν νόμου, ἐὰν παραβάλωμεν, λέγω, αὐτὸ, τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τὸ 1902, πρὸς τὰ κατὰ τὸ 1899 εἰσπραχθέντα, ὅτε δὲν εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ἡ αὔξησις τῶν προξενικῶν τελῶν, ἡ διαφορὰ πάλιν δὲν ὑπερβαίνει τὰ πρὸ τῆς τελευταῖον νομοθετηθείσης αὐξήσεως εἰσπραττόμενα, εἰμὴ κατὰ φρ. 135,347.71, διότι τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1899 ἀνῆλθον εἰς 516,230 φρ., τὰ δὲ κατὰ τὸ 1902 εἰς 651,597.71, τὰ δὲ 135,347.71 φράγκα φέρουσι δραχμὰς 219,788.94. Καὶ δὲν διστάζετε νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑβδομήκοντα χιλιάδας δραχμὰς ἐκαλύφθη ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν, ἐνῷ ταῦτα συνίστανται εἰς δραχ. 150 χιλιάδας, ἢ τὸ πολὺ εἰς δραχμὰς 219 χιλιάδας!

§228Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ δὲν εἶναι οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους μοὶ ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.

§229Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὰ τὰ τυπωμένα χαρτιὰ ἔχω ἐν χερσὶ, ταῦτα δέ εἰσι τὰ κατατεθέντα.

§230ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ παραβάλητε ἀπολογισμοὺς πρὸς ἀπολογισμούς.

§231Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ λογιστικὴ χρῆσις τοῦ ἔτους λήγει τὴν 31 Ὀκτωβρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους, κατὰ συνέπειαν ἡ χρῆσις τοῦ 1901 ἔκλεισε τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1902, ἀλλὰ δὲν συνετάχθη ὁ ἀπολογισμός· ἑπομένως παραβάλλω κατ’ ἀνάγκην προϋπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν. Ἐπειδὴ δὲ εἴπετε, ὅτι τὰ ἐκ προξενικῶν τελῶν εἰσπραττόμενα πρέπει νὰ ἐξετάζηται ἐὰν καλύπτωσι μόνον τὰ διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν ἔξοδα, καὶ οὐχὶ πάντα τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου δαπανώμενα, καίτοι τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἴπετε, δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἀνάρμοστον δὲ νὰ λέγηται ἀπὸ ἄνδρα διατελέσαντα Ὑπουργὸν, μ’ ὅλον τοῦτο καὶ ἐπὶ τούτου δὲν εἶσθε ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Δὲν προϋπελογίσθησαν διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ 1902 δραχ. 965,600; (ὅρα σελ. 119 τοῦ Προϋπολογισμοῦ). Ἀλλὰ διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν προϋπελογίσθησαν κατὰ τὸ 1899 δραχ. 683,187, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ δραχμὰς 282,413, ἐνῷ τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν συνίστανται εἰς δραχ. 150,000 μόνον, ἢ τὸ πολὺ εἰς δραχ. 219,000.

§232ΡΩΜΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ποιεῖσθε μνείαν περὶ ἐξόδων ἀσχέτων πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Τὰ ἔξοδα ταῦτα, εἰς ἃ συμπεριλαμβάνονται πιστώσεις διὰ τηλεγραφικὰ ἔξοδα, δι’ ἔξοδα κινήσεως προξενικῶν ὑπαλλήλων κλπ., δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Πρὸς τούτοις δὲ παραβάλλετε ἀπολογισμοὺς πρὸς προϋπολογισμούς.

§233Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὑμεῖς ἐπροτείνατε αὐτό· ὅτι τὰ προξενικὰ τέλη ἐκάλυψαν τὰς αὐξήσεις τῶν ἐξόδων τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ὑμεῖς ἐνομοθετήσατε· σᾶς ἀποδεικνύω, ὅτι οὐδὲ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, διότι οὐδ’ αὐτὰ τὰ παρ’ ὑμῶν προστεθέντα ἐν τῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ ἔξοδα, οὐδ’ αὐτὰ ἐκαλύψατε διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν.

§234ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Δὲν ἔχει οὕτω.

§235Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ λέγω ταῦτα, χαριζόμενος πρὸς σᾶς, διὰ νὰ μὴ σᾶς συγχίσω περισσότερον, διότι συγχίζεσθε καὶ βλάπτετε τὴν ὑγείαν σας· διότι οὐδ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθητε, ὅτι τάχα τὰ προξενικὰ τέλη εἰσπράττονται διὰ τὰ ἔξοδα τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, οὐδὲ αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς, διότι τὰ προξενικὰ τέλη ἀποτελοῦσιν ἔσοδον τοῦ δημοσίου ταμείου, ὡς πάντα τὰ ἄλλα ἔσοδα· ὅταν δ’ αὐξάνητε τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου κατὰ ἓν ἀκέραιον ἑκατομμύριον καὶ ἑβδομήκοντα προσέτι χιλιάδας, καὶ ἐμφανίζησθε νὰ δικαιολογήσητε τὴν σπατάλην ταύτην, προβάλλοντες ὅτι ἐπορίσατε καὶ αὔξησιν ἐσόδων διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν, ἡμεῖς σᾶς ἀποδεικνύομεν πόσον γελοῖος εἶναι ὁ ἰσχυρισμός σας οὗτος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλύψητε τὸ ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑβδομήκοντα χιλιάδας δραχμῶν διὰ τῶν 150 χιλιάδων δραχμῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ηὐξήσατε τὰ προξενικὰ τέλη. Ἀλλὰ σεῖς τρέπεσθε εἰς φυγήν, καὶ προβάλλετε ἄλλον ἰσχυρισμόν, ὅτι τὰ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν εἰσπραχθέντα καλύπτουσι τὰ ἔξοδα τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας· ἀλλὰ καὶ τοῦτο, τὸ μὴ ὀρθόν, τὸ μὴ δυνάμενον νὰ προταθῇ πρὸς δικαιολογίαν σπατάλης ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἥτις φωνάζει, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν δύνασθε νὰ δικαιολογήσητε, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι οὐ μόνον τὴν κατὰ ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑβδομήκοντα χιλιάδας αὔξησιν τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου δὲν ἐκαλύψατε διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν, ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὴν τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, διότι καὶ αὕτη ὑπερβαίνει κατὰ 110 καὶ πλέον χιλιάδας τὰ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν εἰσπραχθέντα. Καὶ δὲν συνεστάλητε νὰ καταγγείλητε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἦσαν ἐπαῖται οἱ πρόξενοι τῆς Ἑλλάδος πρὸ τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1900 νόμου, καὶ ὅτι ἐζήτουν χρήματα παρὰ τῶν ὁμογενῶν, ὅτι ἔκλεπτον, ὅτι κατεχρῶντο, ὅτι ἐλάμβανον μπαξίσια, ὅτι ἐλίμωττον, μὴ ἔχοντες νὰ ἀγοράσωσιν οὐδὲ κρέας νὰ φάγωσι! Δὲν συνεστάλητε νὰ ἀπαγγείλητε τοιαύτας ὕβρεις, τὰς ὁποίας λέγουσι μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑβρίζουσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ὑβρίζουσι τὴν Ἑλλάδα! Καὶ ἐζήτησες νὰ παραστήσῃς, ὅτι ἔσωσες τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους διὰ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1900, δι’ οὗ ἐσπατάλησες ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑβδομήκοντα χιλιάδας δραχμάς! ὅτι ἔσωσες τὸ γόητρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Καὶ προβάλλετε, Κύριοι, τὰ πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν αἰσθήματα, τὴν πρὸς τὴν πατρίδα ἀγάπην, διὰ νὰ περιβάλητε διὰ τῆς περιβολῆς ταύτης τὴν ἀσυνείδητον διασπάθησιν τῶν χρημάτων τοῦ δημοσίου ταμείου, τὴν σπατάλην τοῦ ἱδρῶτος τοῦ ἐργαζομένου δυστυχοῦς λαοῦ! Ὁ μακαρίτης Σόλων, ἐὰν ἐπανήρχετο εἰς Ἀθήνας ἐκ τῆς ἐξορίας, εἰς ἣν κατεδίκασεν ἑαυτὸν διὰ νὰ καταστήσῃ εἰς τοὺς Ἀθηναίους δύσκολον τὴν μεταβολὴν τῶν νόμων, δι’ ὧν ἐπροίκισε τὰς Ἀθήνας, δὲν ἤθελε ταραχθῆ τόσον, ὅσον ἐταράχθητε σεῖς, ὅσον κατελήφθητε τὴν ἑσπέραν ταύτην σεῖς ὑπὸ συγχύσεως, διότι εἴδετε κινδυνεύοντα νὰ μεταβληθῇ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐγράψατε, ἂν ὄντως σεῖς ἠδυνήθητε νὰ τὸν γράψητε (γέλωτες). Ἀλλ’ ἐρωτᾶτε: «Διατὶ προετείνατε τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ὑμεῖς; Διατὶ δι’ αὐτοῦ ἐζητήσατε ν’ ἀποπλανήσητε τὸν λαὸν, δίδοντες ψευδεῖς ὑποσχέσεις, ὑμεῖς οἱ ὁποῖοι ἐπροτείνατε νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδὲν ἐνέκρινεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, διότι δὲν εὗρεν αὐτὰ καλῶς συντεταγμένα, διότι εὕρισκεν ὅτι ταῦτα ἦσαν ἀμελέτητα, καὶ ἐζήτει παρ’ ὑμῶν νὰ τὰ ἀποσύρητε;» Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ: Διατὶ ἀγανακτεῖτε; Διατὶ συγχίζεσθε, διότι ἡμεῖς φρονοῦμεν καὶ κηρύσσομεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ μετ’ αὐτῆς ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας εἶναι κακὴ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ βελτιώσωμεν αὐτὴν, ν’ ἀναστείλωμεν τὴν πρόοδον τοῦ κακοῦ, διότι ἡ πρόοδος τοῦ κακοῦ θέλει φέρει συμφορὰς εἰς τὴν Ἑλλάδα; Σεῖς παριστάνετε, ὅτι πονεῖτε τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ συγχίζεσθε καὶ ἀγανακτεῖτε, διότι πονοῦμεν αὐτὸν τὸν δυστυχῆ τόπον, διότι ὠθεῖτε τὴν χώραν εἰς πτώχευσιν, ἥτις ἂν ἐπέλθῃ, καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ἡ Ἑλλὰς ἀπώλοντο. Καὶ διότι ἠλαττώσαμεν κατὰ 100 δραχμὰς τοὺς μισθοὺς τῶν προξένων, ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας εὗρεν ὅτι ἐπῆλθεν ἡ συντέλεια τοῦ αἰῶνος, παρέστησεν ὅτι τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος θέλει σκιασθῆ ἐν Αἰγύπτῳ, ὅτι ἡ στοργὴ τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον θέλει ἐκλείψει, καὶ ὅτι χάρις εἰς τὸν νόμον τοῦ 1902 ἐσώθη ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ἡ Ἑλλάς! Ἐπιτρέπεται εἰς ἕκαστον νὰ ἀγαπᾷ ἑαυτὸν, ὅσον δύναται, ἀλλ’ ἐὰν ἀγαπᾷ ἑαυτὸν τοσοῦτον, ὥστε νομίζει ὅτι αἱ σκέψεις αὐτοῦ καὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ ἔχουσι τόσην μεγάλην σημασίαν, ὥστε νὰ κλονίζεται ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ἡ Ἑλλὰς, παρέχει εὔλογον ἀφορμὴν εἰς τοὺς οἰκείους του. Καὶ ἂν ὁ γενικὸς πρόξενος ἐν Θεσσαλονίκῃ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ποιῆται ἐκδρομὰς εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς Μακεδονίας, προβάλλει ὁ κ. Ρωμᾶνος, ὅτι, ἀφοῦ ἐλαττοῦται ὁ μισθὸς αὐτοῦ κατὰ 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα, θέλει ἀποφεύγει τὰς ἐκδρομὰς, διότι δὲν θέλει ἔχει τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα διὰ νὰ ὁδοιπορήσῃ. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ἀναγράφει πίστωσιν 20 χιλιάδων δραχμῶν δι’ ἔξοδα κινήσεως προξένων ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τοῦ κεφαλ. 3, καὶ ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης παρέχονται καὶ εἰς τὸν ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ εἰς τοὺς ἐν ταῖς ἄλλαις πόλεσι προξένους τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα δι’ ἐκδρομάς. Ὡσαύτως διὰ τὰ ἐνοίκια τῶν οἰκημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσι καὶ ὡς γραφεῖα καὶ ὡς κατοικία τῶν προξένων, ἐταράχθη ὁ ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς, καὶ ἔλεγεν ὅτι οἱ πρόξενοι θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ μισθώσωσιν οἰκήματα εἰς ἀπόκεντρα μέρη, καὶ ἴσως ζητήσωσι καὶ καλύβην, ἵνα ἐγκατασταθῶσι, τότε δὲ, ἔλεγε, θέλουσι διαβαίνει οἱ ξένοι, Σέρβοι καὶ Βούλγαροι καὶ ἄλλοι ἀλλόφυλοι, καὶ θέλουσιν οἰκτείρει τὴν Ἑλλάδα, τῆς ὁποίας ὁ ἀντιπρόσωπος κατέφυγεν εἰς καλύβην! Ἐγὼ δὲν ἐξέδωκα τὴν ἐγκύκλιον, δι’ ἧς διετάχθη νὰ κρατῆται ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν προξένων τὸ τέταρτον τοῦ ἐνοικίου τῶν προξενικῶν καταστημάτων, ὅταν ἐν αὐτοῖς κατοικῇ ὁ πρόξενος. Ἡ ἐγκύκλιος ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1892. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἦτο τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ἴσως δὲν ἐξέδωκεν ἐκεῖνος τὴν εἰρημένην ἐγκύκλιον, ἴσως ἐξέδωκεν αὐτὴν διάδοχός τις αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὁ διάδοχός του ἐὰν τὴν ἐξέδωκε, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐὰν ἐξέδωκεν αὐτὴν, ἔπραξε πρᾶξιν ὀρθὴν, διότι ἐν οὐδενὶ κλάδῳ πληρώνομεν ἐνοίκιον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀνέδραμε δὲ καὶ εἰς τὴν διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, καὶ ἐμνήσθη ὅτι ἡμεῖς, ὅτε διεπραγματευόμεθα κατὰ τὸ 1895 συμβιβασμὸν μετὰ τῶν δανειστῶν, ἀνεγράψαμεν ποσόν τι, προσθετέον εἰς τὰς ἄλλας ἀποδοχὰς τῶν πρέσβεων, τοὺς ὁποίους τότε διώρισεν ὁ Βασιλεὺς εἰς Παρισίους, Λονδῖνον καὶ Βερολῖνον, ἕνεκα τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς. Ἐνθυμοῦμαι ὄντως, ὅτι ἐγένετο τοῦτο, ἀφοῦ εἷς ἐκ τῶν τότε διορισθέντων πρέσβεων, ὁ ὁποῖος διέτριβεν ἐνταῦθα, ῥητῶς εἶχε τότε δηλώσει, ὅτι ὡς οἰκογενειάρχης δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὸν διορισμὸν, διότι δὲν ἐπήρκει εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ ὁ μισθὸς τοῦ πρέσβεως, ἀφοῦ τὸ φράγκον ἐτιμᾶτο 160 καὶ 165 λεπτὰ, ἠλαττοῦτο δ’ ἕνεκα τούτου τὸ ποσὸν τοῦ μισθοῦ του τοσοῦτον, ὥστε καθίστατο πολὺ ὑποδεέστερον τοῦ ποσοῦ, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην. Καὶ ὄντως, ὅτε ἐτύγχανον πρέσβυς τοῦ Βασιλέως ἐν Παρισίοις, ἐλάμβανον 3,500 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἐπλήρονα ὅμως 990 φράγκα εἰς μίσθωμα ὀχήματος, ἤτοι 900 διὰ μίσθωμα μηνιαῖον τοῦ ὀχήματος καὶ 90 διὰ τὸν ἁμαξηλάτην, ἐπλήρωνα 840 φράγκα ἐνοίκιον, 250 φράγκα εἰς ὑπηρέτας, καὶ συνεκεφαλαιοῦτο διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας δαπάνη φράγκων 2,080, ἤτοι δραχ. 3,432, δι’ ἔξοδα δὲ θερμάνσεως, φωτισμοῦ, τροφῆς καὶ ἐνδυμάτων μαὶ ἔμενον μόνον δρ. 68. Ὅτε δέ ποτε μὲ εἰδοποίησεν ὁ Δοὺξ τοῦ Βασσάνου, ὅτι μὲ εἶχεν ἐγγράψει εἰς τὸν κατάλογον ἐκείνων τοὺς ὁποίους ὁ Αὐτοκράτωρ ἔμελλε νὰ προσκαλέσῃ εἰς κυνήγιον, καὶ ἔμαθον παρὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἰταλίας, ὅτι εἶχον ἀνάγκην 15,000 φράγκων δι’ ἔξοδα ἕνεκα τούτου, προσέφυγα εἰς τὴν κλίνην μου, ἵνα νοσηλευθῶ, καὶ οὕτω δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐκδράμω εἰς τὴν Αὐτοκρατορικὴν θήραν (γέλωτες). Ἂν ἐζήτουν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὲ ἐφοδιάσῃ διὰ τῶν 15,000 φράγκων, βεβαίως ἤθελεν ἐκπλαγῆ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ περὶ αὐτῶν τῶν προξένων, οἱ ὁποῖοι τυγχάνουσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐποιήσατο ἀπρεπῆ λόγον ὁ ἐκ Κραναίας προαγορεύσας, ὁμολογῶ δ’ ὅτι περί τινων ἐξ αὐτῶν ἔχω καλὴν γνώμην, ὡς φέρ’ εἰπεῖν περὶ τοῦ γενικοῦ προξένου τῆς Θεσσαλονίκης, ὅστις διωρίσθη ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Σκουζὲ γεν. πρόξενος εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὡς καὶ περὶ ἄλλων προξένων ἔχω ὡσαύτως καλὴν γνώμην. Καὶ ὑπέλαβεν ὁ κ. Ρωμᾶνος, ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ πρόξενοι οὗτοι νὰ ἔχωσι τόσον ὀλίγον πατριωτισμὸν, ὥστε, διότι ἤθελε μειωθῆ κατὰ 100 δραχμὰς ὁ μισθὸς αὐτῶν, οὗτοι δὲν ἤθελον ἔχει πλέον ζῆλον, ἤθελεν ἀπολεσθῆ ἡ θερμότης, τὴν ὁποίαν ἔχουσι, καὶ ἤθελον ἐγκαταλείψει τὰ συμφέροντα τὰ Ἑλληνικὰ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἀλλοφύλων. Νομίζετε, ὅτι ἐν Ἑλλάδι οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ δὲν εἶναι διατεθειμένοι νὰ ὑποβάλλωνται εἰς στερήσεις, ὅταν αἱ περιστάσεις τῆς χώρας ἐπιβάλλωσιν αὐτοῖς τὴν θυσίαν ταύτην; Ὅτε κατὰ τὰ 1864 ἐγενόμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἀπεφάσισε νὰ κρατῶνται ἐκ τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων 20%· ἐπειδὴ δ’ ὁ μισθὸς τῶν Ὑπουργῶν συνίστατο εἰς 800 δραχμὰς, ἐκρατοῦντο δρ. 160, ἠλαττοῦτο δ’ ὁ μισθὸς αὐτῶν εἰς δρ. 640. Ἡ Συνέλευσις δὲν ἔδιδε χρήματα διὰ μίσθωμα ὀχήματος, ἐγὼ δὲ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχον ἀνάγκην ἁμάξης, καὶ ἐμίσθωσα τοιαύτην ἀντὶ 400 δραχμῶν, μοὶ ἔμενον δὲ ἐκ τοῦ μισθοῦ μου οὕτω δραχμαὶ 240. Ἐπειδὴ δὲ οἱ καιροὶ ἦσαν ἀνώμαλοι, εἶχον μετ’ ἐμοῦ καὶ ὁπλίτην, εἰς τὸν ὁποῖον ἔδιδον μισθὸν 90 δραχμάς· 150 δὲ δραχμαὶ μοὶ ὑπελείποντο οὕτως ἐκ τοῦ μισθοῦ μου. Νομίζετε ὅτι δὲν συνεκινούμην διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διότι ἐλάμβανον μισθὸν 150 μόνον δραχμῶν; Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ποίαν ἰδέαν ἔχετε περὶ τῶν Ἑλλήνων, μολονότι καὶ ὑμεῖς, νομίζω, εἶσθε Ἕλληνες.

§236Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Αὐτὸ, νομίζω, περιττεύει, ἐκτὸς ἐὰν φρονῆτε, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος δὲν εἶναι Ἑλληνικὴ χώρα.

§237Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ ἐκτοξεύετε τοιαύτην διαστροφήν. Ἡ Ἑπτάνησος εἶναι Ἑλληνικὴ, καὶ τοσοῦτον Ἑλληνικὴ, ὥστε δὲν ἐδίστασε νὰ ὑποβληθῇ εἰς μεγίστας θυσίας, ὑπερτέρας ἴσως ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθησαν ἄλλαι χῶραι. Ἐνθυμοῦμαι τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1848· ἐνθυμοῦμαι τὸν Ἠλίαν Ζερβὸν Ἰακωβᾶτον, τὸν σωθέντα ἀπὸ τῆς ἀγχόνης Σταῦρον Μεταξᾶν, πρόσφυγα εἰς Ἀθήνας καὶ εἰς τὸ Ναύπλιον, καὶ τόσους ἄλλους φιλοπάτριδας ἥρωας, τοὺς ὁποίους ἡ ἀγχόνη ἐν Ἀργοστολίῳ ἔστειλε τότε εἰς τὸν Ἅδην.

§238Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὅταν λέγητε ὅτι νομίζετε.

§239Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ναὶ, ἔχετε αἰσθήματα ἑλληνικὰ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχετε τοιαῦτα, πῶς ὑποτιμᾶτε τῶν συμπολιτῶν σας τὰ αἰσθήματα; Δὲν εἶναι δυνατὸν 100 δραχμαὶ κατὰ μῆνα νὰ ἐπηρεάσωσι τὸ Προξενικὸν Σῶμα τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν τοῦτο σύγκειται ἐξ Ἑλλήνων. Εἶναι βεβαίως ἕκαστος ἐλεύθερος νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην του· δὲν δύναμαι νὰ αἰτιαθῶ τινας ἐξ ὑμῶν, ἐὰν ὑμεῖς φρονῆτε, ὅτι τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς ἀνθηρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς ἀκμὴν εὐπορίας, ἐὰν κρίνητε ὅτι ἡ χώρα δύναται νὰ ἀντέχῃ εἰς φορολογικὰ βάρη περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑφίσταται. Εἶσθε κύριοι νὰ φρονῆτε ταῦτα, ἀλλὰ διατὶ λέγετε ὅτι συγχίζεσθε, διατὶ δυσανασχετεῖτε διότι ἡμεῖς ἔχομεν γνώμας ἐναντίας; Καὶ ἔχομεν ἡμεῖς γνώμην, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν δύναται νὰ ἀνθέξῃ. Διανύομεν τὸν μῆνα Ἰούνιον, ἐγὼ δὲ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, γνωρίζω τὴν κατάστασιν τῶν ταμείων τοῦ Κράτους, καὶ ἠξεύρω ὅτι ὄχι μόνον δὲν δύναται ν’ ἀνθέξῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ἐὰν ζητήσῃ νὰ πιέσῃ περισσότερον καὶ νὰ στενοχωρήσῃ τοὺς φορολογουμένους, θέλει ἀφαιρέσει ἀπὸ αὐτοὺς τὰ κεφάλαια ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην διὰ νὰ ἐργάζωνται, διὰ νὰ παράγωσιν· ὅταν δὲ οἱ φορολογούμενοι δὲν ἔχωσι τὰ μέσα νὰ ἐργάζωνται ὅσον πρέπει νὰ ἐργάζωνται, δὲν δύνανται δὲ ἕνεκα τούτου νὰ παράγωσιν ὅσα ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ παράγωσιν, ἡ πτώχευσις τοῦ δημοσίου ταμείου θέλει μεταποιηθῆ εἰς πτώχευσιν τῆς χώρας. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἴδητε καλῶς τὰ πράγματα, νὰ συνέλθητε εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς, καὶ πάντες ὡς ἀδελφοὶ νὰ ἐργασθῶμεν νὰ σώσωμεν τὸν τόπον, ἐὰν ἔχητε αὐτὴν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς. Καὶ σεῖς εἶσθε Ἕλληνες, ὡς ἐσμὲν καὶ ἡμεῖς, καὶ σεῖς πρέπει νὰ ἔχητε πατριωτισμὸν, ὡς ἔχομεν καὶ ἡμεῖς· ὅταν δὲ πρόκηται περὶ συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διάκρισίς τις. Μὴ πλανώμεθα ἀπὸ μικρὰ συμφέροντα, ἀπὸ στιγμιαῖα αἰσθήματα, ἀπὸ ἐλαφρὰς καὶ διαβατικὰς ἰδέας. Εἰς ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον, ἂν εἴμεθα ἐν τῇ ἀρχῇ, ἢ ἂν θὰ ἦσθε ὑμεῖς. Ἀλλ’ ἐὰν εἴμεθα ἐν τῇ ἀρχῇ, πιστεύσατε, ὅτι δὲν καυχώμεθα διὰ τοῦτο· εὔχομαι δὲ καὶ ὑμεῖς νὰ ἔχητε τὴν αὐτὴν γνώμην. Δὲν πρόκειται περὶ κομματικῶν ζητημάτων, δὲν πρόκειται περὶ μέσων, διὰ τῶν ὁποίων τὸ κόμμα τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ θέλει γείνῃ πολυπληθέστερον τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει ἡμᾶς. Πρόκειται περὶ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τῆς χώρας καὶ τοῦ τόπου. Ὡμίλει ὁ κ. ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴς πρό τινων ἡμερῶν περὶ στρατοῦ καὶ περὶ ὑλικοῦ πολέμου· ἐὰν δὲ στραφῶμεν εἰς τὰ ταμεῖα, θέλομεν μάθει πόσα μέσα ἔχομεν διὰ νὰ γεμίσωμεν τὰς ἀποθήκας ἐκείνας τῆς λεωφόρου Κηφισιᾶς, αἱ ὁποῖαι εἶναι κεναί. Καὶ ὁμιλεῖτε περὶ Ἑλληνισμοῦ!! Ἀλλὰ πῶς χωρίζετε τὰς ἰδέας περὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τὰς ἰδέας περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους; Πρέπει λοιπὸν νὰ στενοχωρηθῶμεν, πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ ταμείου, ὅσον εἶναι δυνατὸν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν περισσεύματα, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ἦναι, διὰ νὰ δυνηθῶμεν τὰ περισσεύματα ταῦτα νὰ διαθέσωμεν εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ὅπως ἔχωμεν τὸ ἑπόμενον ἔτος τὰ μέσα, ἵνα παρουσιάσωμεν περισσότερα περισσεύματα, διὰ τῶν περισσοτέρων δὲ περισσευμάτων νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπουλώσωμεν τὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας ἀφῆκε τὸ παρελθὸν, νὰ δυνηθῶμεν νὰ πληρώσωμεν τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ, νὰ δυνηθῶμεν νὰ ὀργανώσωμεν στρατὸν, νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀσκῶμεν αὐτόν. Καὶ σεῖς ἀνησυχεῖτε, καὶ ἐγείρετε θόρυβον, καὶ φαίνεσθε, ὅτι περιήλθετε εἰς ἀμηχανίαν, συλλογιζόμενοι, ὅτι δύναται νὰ στενοχωρηθῇ ὁ γεν. πρόξενος τοῦ Καΐρου ἢ ὁ πρόξενος τῆς Θεσσαλονίκης ἢ ὁ τῆς Βηρυττοῦ ἢ ἄλλης τινὸς χώρας, διότι ἠλαττώθη ὁ μισθὸς αὐτῶν κατὰ 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα! Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ οἱ εἰρημένοι πρόξενοι καὶ πάντες οἱ λειτουργοὶ τοῦ Κράτους θέλουσιν ἐννοήσει τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν περιήχθημεν, τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλον τὸ ἔθνος, καὶ πάντες καὶ πᾶσα ἡ φυλή. Καὶ πάντες θέλουσι προθύμως ὑποβληθῇ εἰς τὴν θυσίαν, πεποιθότες ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀποκόπτεται ἀπὸ τὸν μισθόν των, εἶναι ὀβολὸς τῆς χήρας, ὁ ὁποῖος θέλει χρησιμεύσει εἰς ἀγαθὸν σκοπὸν, εἰς εὐτυχίαν τῆς Ἑλλάδος. (Εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§240Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ζωηρότης, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, ὑποστηρίζων τὸν νόμον τοῦ 1900, ἀποδεικνύει ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου ἔσωσε τὴν ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, Κύριοι, ὅτι ἡ ζωηρότης, μεθ’ ἧς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεστήριξε τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἀπέδειξεν ὅτι ὁ πράγματι συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἡ στοργὴ αὕτη μόνον εἰς πατέρα τοῦ νομοσχεδίου ἐπετρέπετο. Ἐγὼ, Κύριοι, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχω δικαιώματα πατρότητος οὔτε ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ 1900, οὔτε ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, θέλω προσπαθήσει νὰ ἦμαι ἀπαθέστερος καὶ τοῦ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ θέλω προσπαθήσει, ἐπικαλούμενος τὴν ἀλήθειαν τὴν ἐκ τῶν ἀριθμῶν πηγάζουσαν, νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του. Ἐπανέλαβε καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν, καὶ εἶπεν, ὅτι ἀδίκως κατηγοροῦμεν αὐτὸν ὡς δῆθεν εἰπόντα ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι δεκατριῶν ἑκατομμυρίων. Δὲν ἠξεύρω ἂν ταῦτα ἐλέχθησαν καὶ ποῦ ἐλέχθησαν, ἀλλὰ βεβαίως ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐγένετο μνεία δεκατριῶν ἑκατομμυρίων, καὶ κατεκρίνετο ἡ πρώην Κυβέρνησις ἐπὶ σπατάλῃ αὐτῶν τῶν δεκατριῶν ἑκατομμυρίων. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐν Βόλῳ τοὐλάχιστον ἐλέχθη, ὅτι ταῦτα ἐλέχθησαν, καὶ ὅτι, ὅπως κάμωσι περισσοτέραν ἐντύπωσιν, ἐλέχθη: «πολλαπλασιάσατε τὰ δεκατρία μὲ τὰ τέσσαρα, καὶ ἔχετε τὴν ἐκ τῆς πολυτελείας ταύτης σπατάλην πεντήκοντα δύο ὅλων ἑκατομμυρίων!» Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν ταῦτα, καὶ ἂς περιορισθῶμεν εἰς τὰ ἐξ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐξοικονομήσωμεν· καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπανελήφθη δὲ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι γίνεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ οἰκονομία ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἂς ἐξετάσωμεν τοῦτο.

§241Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον περὶ οἰκονομίας ἑνὸς ἑκατομμυρίου· εἶπον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1902 ὑπερβαίνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 κατὰ ἓν περίπου ἑκατομμύριον.

§242Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 ὑπερβαίνῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 κατὰ ἓν ἑκατομμύριον, καὶ ἡ σύγκρισις τῶν δύο προϋπολογισμῶν φέρῃ διαφορὰν ἑνὸς ἑκατομμυρίου, τόσην ἔπρεπε ν’ ἀναγράψητε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, διὰ νὰ ἦσθε συνεπὴς πρὸς ἑαυτόν. Ἀλλ’ ἐγώ, παραβάλλων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 πρὸς τὸν τοῦ 1902, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων κειμένων, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐνώπιόν μου, εὑρίσκω ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον μόνον 405,000 δραχμῶν. Ὑπάρχει ἢ ὄχι, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἡ διαφορὰ αὕτη σημειωμένη εἰς τὴν σύγκρισιν τὴν μεταξὺ τῶν δύο προϋπολογισμῶν;

§243Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Συνέκρινα, κύριε ἐκ Κερκύρας Βουλευτὰ, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 πρὸς τὸν τοῦ 1902, καὶ εὗρον ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 ὑπερβαίνει κατὰ ἓν ἑκατομμύριον τὸν προϋπολογισμὸς τοῦ 1899. Ἡμεῖς ὅμως διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 δὲν ἐλαττοῦμεν κατὰ ἓν ἑκατομμύριον τὰ ἔξοδα ἐν παραβολῇ πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλαττώσωμεν τόσον ποσὸν, καὶ τοῦτο ἀπήντησα ἤδη εἰς τὸν κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτὴν, εἰπὼν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρῇ τις ὅλα τὰ ἔξοδα, ὅλας τὰς αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὰ ἔξοδα. Ἀφαιροῦμεν μόνον 405,000.

§244Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν 405 χιλιάδας ἐπὶ ἔλαττον παρουσιάζει διαφορὰν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, παραβαλλόμενος πρὸς τὸν τοῦ 1902. Οὐδόλως δὲ ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ὅτι, προκειμένου περὶ οἰκονομιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο νὰ ἐπενεχθῶσιν, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὕρισκεν ὅτι τοιαῦται οἰκονομίαι ἦσαν δυναταὶ, τὰς οἰκονομίας ταύτας ἤθελε πραγματοποιήσει. Περιωρίσθη ὅμως εἰς οἰκονομίας μόνον 405 χιλιάδων. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ οἰκονομίας 405 χιλιάδων πραγματικῶς; Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν διαφόρων κονδυλίων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσω ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης τὴν νομισματικὴν διαφορὰν, τὴν ὀφειλομένην εἰς τὸ γεγονὸς, ὅτι ἔχετε τὸ φράγκον πρὸς 1,46, ἐνῷ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 ὑπελογίσθη τὸ φράγκον πρὸς 1,65, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 σημειώνετε νομισματικὴν διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον ἀκριβῶς 187 χιλιάδων δραχμῶν. Εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ αὐτὸ οἰκονομία; Εἶναι συμβεβηκὸς εὐτυχὲς, ἐπελθὸν εἰς ὑμᾶς, καὶ, ἐννοεῖται, ἐκ τοῦ συμβεβηκότος τούτου ὠφελεῖσθε. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιάσητε τὸ γεγονὸς τοῦτο ὡς ἀποτελοῦν οἰκονομίαν; Δὲν πρόκειται λοιπὸν οὔτε περὶ 405 χιλιάδων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ 405 χιλιάδων μεῖον 187,000, ἄρα περὶ 218 χιλιάδων δραχμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν διασαλπίζετε καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας βασιζόμενοι προέβητε εἰς τὰς δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβητε! Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τὴν ἑσπέραν ταύτην ὀφείλει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τῆς συγκρίσεως τῶν δύο προϋπολογισμῶν, διότι δὲν συζητοῦμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου τοῦ προξενικοῦ τοῦ 1900· ἦτο δὲ φυσικὸν, ἐξετάζων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὁ κύριος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς, νὰ προβῇ εἰς τὰς ἀναλύσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀναγκαῖαι νὰ γείνωσιν, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1900 δὲν ἔφερεν ἐπιβάρυνσιν δαπανῶν τοῦ Κράτους, οἵαν εὐηρεστήθητε νὰ παραστήσητε· διότι, ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1901, ἔχομεν ὅμως τὴν διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, εἶναι γνωστὸν δ’ εἰς πάντα, ὅτι μεταξὺ τῆς διαδηλώσεως ταύτης καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ ἡ διαφορὰ εἶναι ἐλαχίστη. Δυνάμεθα λοιπὸν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν διαδήλωσιν ταύτην, νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὰ ποσὰ τὰ ἐν αὐτῇ ἀναγραφόμενα, ἵνα παραβάλωμεν τὰς δαπάνας τοῦ 1901 πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ ἔτους τοῦ προηγουμένου ἐκείνου, καθ’ ὃ ἐψηφίσθη ὁ προξενικὸς νόμος, οὗτινος νῦν ζητεῖτε τὴν τροποποίησιν· ἐκ δὲ τῆς παραβολῆς ταύτης, βασιζόμενοι εἰς τὸν ἐπίσημον πίνακα, τὸν κατατεθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, εὑρίσκομεν ὅτι ἐδαπανήθησαν, κατὰ μὲν τὸ 1901 δραχ. 820,175, κατὰ δὲ τὸ 1896, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς πάντοτε λαμβάνετε πρὸς σύγκρισιν, δρ. 693,000, ἄρα ἐδαπανήθησαν 127,175 δραχμαὶ ἐπὶ πλέον τῶν δαπανηθεισῶν κατὰ τὰ 1896. Λαμβάνω, βλέπετε, καὶ ἐγὼ ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896· ἀνατρέχω ἑπτὰ ἔτη ὀπίσω. Τώρα εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητήσητε, ὅτι ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν ἐπῆλθεν αὔξησις ἐσόδων; Ὄχι. Διότι ὡμολογήσατε ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ 101,000 φράγκων, ἠγέρθη δὲ μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας ἀμφισβήτησις, ἂν πρόκειται περὶ διαφορᾶς 101,000 ἢ 124,000 φράγκων. Πρὸς στιγμὴν παραδέχομαι, ὅτι πρόκειται περὶ 101,000 χρυσῶν φράγκων, καίτοι οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, συμφώνως πρὸς τὴν ἐπίσημον πληροφορίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐπῆλθεν αὔξησις ἐσόδων κατὰ 124,000 φράγκα· ἀλλὰ λαμβάνω τὸ ποσὸν τὸ ἰδικόν σας, καὶ ἐρωτῶ, τὰ 100,000 φρ. χρυσᾶ πρὸς 1,65 δὲν δίδουσιν 165,000 δραχμάς; 165,000 δραχμαὶ, παραβαλλόμεναι πρὸς τὴν ἐπὶ πλέον διαφορὰν, τὴν μεταξὺ τοῦ 1896 καὶ τοῦ 1901, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 127,000 δραχμὰς, εἶναι μεγαλείτερον ἢ μικρότερον ποσόν; Ἀφ’ ἑνὸς λοιπὸν ἔχομεν αὔξησιν ἐσόδων 165,000 δραχμῶν, ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν αὔξησιν δαπανῶν 127,000. Αὐτὰ εἶναι γεγονότα ἀναμφισβήτητα. Ἐννοεῖται ὅτι τὰ γεγονότα ταῦτα δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν δικαιολογίαν, ὅτι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ὑπεβλήθη ἐκ λόγων οἰκονομίας· κατανοήσας δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ νομοσχέδιον, εἶπε: «Διατὶ δὲν ἐπιτρέπετε εἰς ἡμᾶς νὰ συγκρίνωμεν τὰ ἔξοδα τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς ὅλης ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους; Διατὶ χωρίζετε τὰ ἔξοδα τῶν προξενικῶν τελῶν, καὶ ἐὰν ἔχητε αὔξησιν ἐσόδων, δὲν ἐπιτρέπετε νὰ προβῶμεν εἰς ἐλαττώσεις ἐξόδων;» Αὐτὸ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν. Εἰς αὐτὸ ἐγὼ δὲν εἰσέρχομαι. Ἓν μόνον παρατηρῶ, ὅτι τοιαύτης οὔσης τῆς καταστάσεως, καὶ τοιούτων ὄντων τῶν ἀριθμῶν, δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ λησμονήσῃ, ὅτι προέβημεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν προξενικῶν τελῶν ἵνα αὐξήσωμεν τὰς ἀποδοχὰς τῶν προξένων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν προέβη μόνον εἰς γενικὰς θεωρίας, ὡμίλησε καὶ περὶ προγράμματος οἰκονομιῶν, ὡς εἰ ἐπρόκειτο διὰ τοιούτων οἰκονομιῶν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος. Βεβαίως οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔπρεπε νὰ ἀντιτάξωμεν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ οἰκονομιῶν πραγματικῶν· ἀλλὰ προκειμένου περὶ οἰκονομιῶν, αἵτινες εἶναι μεγάλαι ἐν τοῖς προγράμμασι, μεγάλαι ἐν ταῖς ἐπαγγελίαις, ἀλλὰ μικραὶ ἐν τοῖς πράγμασι, καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐπιδείξωμεν τὴν σμικρότητά των, καὶ ὑποστηρίξωμεν ὅτι οὐδὲν διὰ τοιούτων οἰκονομιῶν δύναται νὰ θεραπευθῇ. Νομίζετε ὅτι τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ προβῇ εἰς περικοπὴν τῶν μισθῶν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων; λάβετε γενικὸν μέτρον, ἐλαττοῦντες ὅλους τοὺς μισθοὺς κατὰ τόσον τοῖς ἑκατόν. Νομίζετε ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην τοσαύτης οἰκονομίας; καταργήσατε τὰς Πρεσβείας. Προβῆτε εἰς τοιαύτας οἰκονομίας, καὶ οὕτω θὰ παράσχητε εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τοὺς μεγάλους σκοποὺς, οὓς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχωσι πρὸ ὀφθαλμῶν. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ οἰκονομιῶν, οἷας προτείνετε, ἐπιτρέψατε ἡμῖν, ὅπως κατὰ τῶν οἰκονομιῶν τούτων ἐξεγερθῶμεν.

§245Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τοῦ 1896 δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου δραχμαὶ 2,195,572.95, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ 125,735.55 ἐδαπανήθησαν εἰς διατροφὴν γυναικῶν καὶ παίδων Κρητῶν προσφυγόντων εἰς τὸ ἐν Χανίοις Γενικὸν Προξενεῖον, ἑπομένως τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 ἀνῆλθον εἰς 2,069,837.40, κατὰ τὸ ἔτος δ’ ἐκεῖνο δὲν εἴχομεν διπλωματικοὺς ὑπαλλήλους καὶ προξενικοὺς λαμβάνοντας μπαξίσι, κατὰ τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, ὅστις, ἂν ἐνθυμεῖτο ὅτι ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν θὰ ἐξεστόμιζε τοιαύτην ὕβριν καθ’ ὁλοκλήρου σώματος δημοσίων ὑπαλλήλων. Κατὰ τὸ 1902 ὅμως τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ἀνεβιβάσθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς δρ. 3,050,086.27, ἤτοι εἰς ποσὸν ἀνώτερον τοῦ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντος κατὰ 980,248.87.

§246Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σεῖς παραβάλλετε δύο προϋπολογισμοὺς μὲ ἀπολογισμούς.

§247Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπολογισμὸν τοῦ 1902 δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἐδαπανήθησαν καὶ τὸ 1902 περισσότερα ἢ ὅσα προϋπελογίσθησαν, προστεθέντα διὰ πιστώσεων.

§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαούτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 14). Θὰ λάβῃ ἄλλος τὸν λόγον;

§249ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη (θόρυβος).

§250ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ θέλω νὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ εἶναι ἀργά.

§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλεται ἡ συζήτησις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν. (Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 2 καὶ 30′ μ. μ. τῆς ἐπιούσης).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4
2Τῆς 7 Ἰουνίου 1903.
3(Σάββατον).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκον-
5ται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς
6προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ πιλοποιοὶ
8ὑποβάλλουσι παράπονα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως
9τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῶν πιλημάτων πρὸς κατασκευὴν
10πίλων, προβάλλοντες ὅτι διὰ τούτου 2500 ἐργάται, ἐργα-
11ζόμενοι εἰς τὰ νῦν ὑπάρχοντα ἐργοστάσια, θέλουσιν ἐκλείψει.
12Ὁ Γ. Ν. Οἰκονομόπουλος, κάτοικος Μεθώνης, ἐξ ὀνόμα-
13τος πολλῶν συμπολιτῶν του ὑποβάλλει παράπονα διὰ τὴν
14πλημμελῆ λειτουργίαν τῆς ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας
15Μεθώνης. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
16Ἐσωτερικῶν.
17§2ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
18Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλοτριώ-
19σεως οἰκοπέδων τῆς λεωφόρου Συγγροῦ, τὸ ὁποῖον εἶχεν
20εἰσαχθῆ, νομίζω, καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ὡς
21γνωστὸν, ἡ λεωφόρος Συγγροῦ διαιρεῖται εἰς τρία τμήματα,
22ἐξ ὧν τὸ πρῶτον ἔχει πλάτος 40 μέτρων, τὸ δεύτερον 30
23καὶ τὸ τρίτον 25 μέτρων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ τὸ
24τμῆμα τὸ ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως.
25§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Πα-
26ράρτημα, ἀριθ. 8).
27§4ΙΣΙΔ. ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Καὶ πρὸς ἡμᾶς, κύριε Πρόεδρε,
28εἶχεν ἀποσταλῆ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τοῦ Παλαιοῦ Φα-
29λήρου, οἱ ὁποῖοι παρεπονοῦντο κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς
30διαχειριστικῆς τῆς περιουσίας τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, ὅτι
31δὲν ἠθέλησεν αὕτη ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας διὰ τὴν
32κατάληψιν τῶν οἰκοπέδων ἐκείνων, ἅτινα ἦσαν ἐντὸς τοῦ
33σχεδίου τῆς πόλεως. Τὸ παράπονον τῶν κατοίκων ἦτο
34δικαιότατον, διότι ἐπρόκειτο περὶ καθαρῶς ἰδιωτικῆς ὁδοῦ,
35δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ περὶ ὁδοποιΐας
36διατάξεις. Ἤδη ὁ κύριος Ὑπουργὸς προέλαβε καὶ κατέ-
37θηκε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαλλοτριοῦνται αὐτὰ
38τὰ οἰκόπεδα, καὶ ἀποζημιοῦνται οἱ ἰδιοκτῆται. Ἐπὶ τούτῳ
39ἐκφράζω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τὰς εὐχαριστίας τῶν
40κατοίκων ἐκείνων, τῶν ὁποίων κατελήφθησαν τὰ οἰκόπεδα.
41§5Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ μέρους ἐπίσης τῶν αὐ-
42τῶν συμπολιτῶν, τῶν ὁποίων τὰ οἰκόπεδα κατελήφθησαν
43κατὰ τὴν κατασκευὴν τῆς λεωφόρου Συγγροῦ, ἔρχομαι καὶ
44ἐγὼ νὰ ἐκφράσω τὴν αὐτὴν βαθεῖαν εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν
45κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ
46νομοσχεδίου.
47§6ΒΟΖΙΚΗΣ. Τί λέγει τὸ νομοσχέδιον;
48§7Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἦτο δικαιό-
49τατον νὰ ὑποβληθῇ.
50§8ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρομεν. Εἶναι ἄξιον συγχαρη-
51τηρίων;
52§9Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄξιον, κύριε συνάδελφε,
53καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχητε καμμίαν ἀνησυχίαν, οὔτε ἀμφι-
54βολίαν. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Πρὸς κατασκευὴν τῆς
55λεωφόρου Συγγροῦ κατελήφθησαν οἰκόπεδα ἀνήκοντα εἰς
56ἰδιώτας. Τὸ τμῆμα τῶν γηπέδων, τὸ εὑρισκόμενον ἐντὸς τοῦ
57σχεδίου τῆς πόλεως, ἐκρίθη ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποζημιωθῇ
58παρὰ τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς. Τοῦτο ἦτο ἄδικον, καὶ
59τὸ νομοσχέδιον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ προβλέπει περὶ τῆς
60ἀποζημιώσεως ταύτης. Διὰ τοῦτο ἐκφράζω τὴν βαθεῖαν
61εὐγνωμοσύνην τῶν συμπολιτῶν μου τούτων, τῶν ὁποίων τὸ
62δίκαιον ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
63§10Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἐθνικὴ ὁδὸς ἢ ἰδιωτική;
64§11Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καθαρῶς ἰδιωτική.
65Δὲν εἶναι δημοτική, διότι οὔτε πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμ-
66βουλίου ὑπάρχει, ἀναγνωρίζουσα αὐτὴν ὡς δημοτικήν. Ἐκτὸς
67δὲ τούτου δὲν δύναται νὰ νοηθῇ δημοτικὴ, ὁδὸς τοιαύτην
68ἔχουσα εὐρύτητα, 40 μέτρων περίπου. Εἶναι καθαρὰ ἰδιω-
69τικὴ ὁδὸς, ὀφειλομένη εἰς τὸ κληροδότημα τοῦ μακαρίτου
70Συγγροῦ.
71§12Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τίς θὰ συντηρῇ αὐτήν;
72§13Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Δημόσιον, χάριν τοῦ ὁποίου
73καὶ κατεσκευάσθη.
74§14Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ θὰ τὴν συντηρῇ;
75§15Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
76§16Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχει περιουσία;
77§17Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
78§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀργυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
79§19Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ
80προηγηθῇ ἄλλος, ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Στυμφαλιάδης.
81§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μοσχούλας.
82§21ΦΩΤ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν ταῖς ἐφημερί-
83σιν ἀνέγνων διαμαρτυρίας τῶν οἰνοπνευματοποιῶν Πειραιῶς
84ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῆς διαθέσεως τοῦ πλεονάσμα-
85τος τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἡ ἀνάμιξις αὕτη,
86καθ’ ὃν τρόπον γίνεται, τῶν κ. οἰνοπνευματοποιῶν εἰς ἀλ-
87λοτρίαν περιουσίαν βεβαίως εἶναι ἄτοπος. Ἔχουσι βεβαίως
88δικαίωμα οἱ κ. οἰνοπνευματοποιοὶ νὰ ζητήσωσιν ἐπ’ ὠφελείᾳ
89αὐτῶν τὴν ἀνάληψιν τοῦ πλεονάσματος τοῦ σταφιδοκάρπου,
90ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον διαμαρτύρονται, διῃρημένοι εἰς δύο
91στρατόπεδα, νομίζω ὅτι δίδουσι τὸ δικαίωμα εἰς οἱονδή-
92ποτε ἀντιπρόσωπον τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν νὰ χαρα-
93κτηρίσῃ τὴν στάσιν αὐτῶν οὐχὶ ὡς εἰλικρινῆ καὶ ἐμπρέπου-
94σαν εἰς ἐργοστασιάρχας, οἵτινες ἀποτελοῦσι μίαν μεγάλην
95βιομηχανίαν τοῦ τόπου. Ἡ ἄτοπος δ’ αὕτη ἀνάμιξις τῶν
96οἰνοπνευματοποιῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μοὶ ὑπενθυμί-
97ζει τὴν ἐπίσης ἀξιόμεμπτον καὶ ἔνοχον, δύναμαι εἰπεῖν,
98ἀνάμιξιν τῶν σταφιδεμπόρων εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Μονοπω-
99λίου τῆς σταφίδος· διότι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπρόκειτο νὰ ὑπο-
100βληθῇ ἡ σύμβασις τοῦ Μονοπωλίου ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπέδραμον
101εἰς Ἀθήνας, ἵνα ἐνεργήσωσι πλησίον τῶν ἀντιπροσώπων τῶν
102σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καὶ διὰ τῆς ἀναμίξεως αὐτῶν καὶ
103τῶν ἐνεργειῶν των ματαιώσωσι τὴν ψήφισιν τῆς ὑποβλη-
104θείσης παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως συμβάσεως
105τοῦ Μονοπωλίου. Ὀφείλω δὲ νὰ διακηρύξω, ὅτι ἡ ἐπιδρομὴ
106αὐτῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ ὑπῆρξε τὸ κυριώτερον αἴτιον τῆς
107ἐξεγέρσεως τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν· διότι οἱ σταφιδικοὶ
108πληθυσμοί, βλέποντες ὅτι τὸ σταφιδεμπόριον, περιελθὸν
109κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς χεῖρας ἄνευ κεφαλαίων, ὑπῆρξεν ὁ
110ἀμείλικτος διώκτης, ὑπῆρξεν ὁ τύραννος, οὕτως εἰπεῖν, τῆς
111σταφιδοπαραγωγῆς,—διότι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν καὶ μέ-
112χρι σήμερον ἔτι ἀπομυζᾷ τοῦτο τὸ αἷμα καὶ τὸν ἱδρῶτα
113τῶν σταφιδοπαραγωγῶν,—διὰ τοῦτο κυρίως ἐξηγέρθησαν, ἵνα
114διαμαρτυρηθῶσι κατὰ τοιαύτης ἀνοικονομήτου πλέον κατα-
115στάσεως.
116§22ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὰ εἴπαμεν αὐτά.
117§23ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Εἶναι δικαίωμά μου νὰ
118ὁμιλήσω, χωρὶς νὰ σᾶς δώσω λόγον;
119Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ ἄτοπος αὕτη ἀνάμιξις ἀφ’ ἑνὸς
120τῶν οἰνοπνευματοποιῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν σταφιδεμπόρων
121ἐδημιούργησε τὴν ἐξέγερσιν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, οἱ
122ὁποῖοι ἀμύνονται πλέον ὑπὲρ τοῦ ἄρτου τῶν τέκνων αὐτῶν,
123ὑπὲρ ἑστιῶν καὶ βωμῶν. Ἐπειδὴ δ’ εὐτυχῶς ἡ ἐξέγερσις ἡ
124παρατηρηθεῖσα κατηυνάσθη ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἡ Κυ-
125βέρνησις πατρικῶς μεριμνᾷ, ὅπως εἰσαγάγῃ κατὰ τὴν ἐνε-
126στῶσαν Σύνοδον νομοσχέδιον ἐξασφαλίζον τὴν ἐφετεινὴν
127παραγωγήν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ.
128Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν
129εἰς ποῖον στάδιον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ
130τῶν Τραπεζῶν, αἱ σχετιζόμεναι πρὸς τὴν διάθεσιν τοῦ
131πλεονάσματος τῆς ἐφετεινῆς παραγωγῆς.
132Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ.
133Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ εἰς
134τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγμα-
135τεύσεις αἱ σχετικαὶ πρὸς τὴν σύμβασιν τοῦ Μονοπωλίου, καὶ
136ἂν ἔλαβεν εἴδησιν ἐκ Λονδίνου περὶ τῶν τροπολογιῶν τῆς
137συμβάσεως· ἂν δηλ. ἡ Ἑταιρεία ἐδέχθη τὰς τροπολογίας,
138τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν
139σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν.
140§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βου-
141λευτὴς ἐδήλωσεν ἐπιθυμίαν νὰ ἀνακοινώσω, ἐὰν ἐγένετο
142συνεννόησις μετὰ τῶν ἐνταῦθα Τραπεζῶν πρὸς κανονισμὸν
143τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἐφετεινὴν παραγωγὴν τῆς σταφί-
144δος, διότι, καθ’ ἃ εἶπεν, ἀνέγνω διαμαρτύρησιν Ἑταιρείας
145οἰνοπνευματοποιῶν κατὰ τοῦ μέτρου τούτου. Ἀλλὰ καὶ ἄλ-
146λην ἐδήλωσεν ἐπιθυμίαν, ἵνα ἀνακοινώσω, ἐὰν ἔλαβον εἰδή-
147σεις ἐκ Λονδίνου παρὰ τῆς Ἑταιρείας τοῦ Μονοπωλίου,
148ἐὰν ἐγένοντο δεκταὶ αἱ διαβιβασθεῖσαι εἰς αὐτὴν γνῶμαι
149καὶ τροπολογίαι τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς συμβά-
150σεως. Τὰς ἐπιθυμίας ταύτας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὀλυμ-
151πίας σπεύδω νὰ ἐκτελέσω, ἀνακοινῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπὶ
152τούτου μὲν τοῦ θέματος, ὅτι μέχρι τῆς ὥρας οὐδεμίαν ἔλα-
153βον εἴδησιν οὔτε παρὰ τοῦ ἐν Λονδίνῳ μέλους τοῦ Συνδι-
154κάτου, οὔτε παρὰ τοῦ κ. Γ. Στρέϊτ, ἀντιπροσωπεύοντος ἐν
155Ἀθήναις τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Μονοπωλίου.
156Ἐπὶ τοῦ ἑτέρου θέματος, τοῦ ἀφορῶντος τὰ μέτρα, τὰ
157ὁποῖα νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι, διὰ νὰ εὐκολύνω-
158μεν τὰ τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας τῆς σταφίδος, δύναμαι νὰ
159μεταδώσω τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ οἰ-
160νοπνευματοποιοὶ, οἱ ἔχοντες καταστήματα ἐν Ἀθήναις καὶ
161Πειραιεῖ, ἀπετάθησαν πρὸς ἐμὲ καὶ ἐδήλωσαν ἐπιθυμίαν
162νὰ μετάσχωσι μετὰ τῶν ἄλλων οἰνοπνευματοποιῶν εἰς τὴν
163ἀγορὰν τοῦ σταφιδοκάρπου, τοῦ προωρισμένου πρὸς πώλη-
164σιν· δὲν διεμαρτυρήθησαν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐξεδήλωσαν ἐπιθυ-
165μίαν, ὅπως συντελέσω, ἵνα καὶ οὗτοι λάβωσι μέρος ἐκ τοῦ
166πωληθησομένου σταφιδοκάρπου. Πλὴν τούτων ἀπετάθη πρὸς
167ἐμὲ καὶ ὁ κ. Μεταξᾶς, οἰνοπνευματοποιὸς ἐν Πειραιεῖ, καὶ
168ἐξεδήλωσε τὴν αὐτὴν ἐπιθυμίαν, οἵαν καὶ οἱ λοιποὶ οἰνο-
169πνευματοποιοί. Τὰς αἰτήσεις καὶ ἐκείνων καὶ τούτου διεβί-
170βασα εἰς τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸν ὁποῖον
171παρεκάλεσα νὰ συνεννοηθῇ καὶ μετὰ τῶν ἄλλων διοικητῶν,
172ἵνα λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς αἰτήσεις αὐτῶν. Ὁ κ. Διοικητὴς
173τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐπισκε-
174φθῇ χθὲς μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς ἐν Πάτραις Σταφιδικῆς
175Τραπέζης, μετὰ τοῦ μέλους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου
176τῆς εἰρημένης Τραπέζης κ. Σολιώτου καὶ τοῦ Γραμματέως
177τῆς Τραπέζης, μοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι διερρύθμισαν τὴν ὑπό-
178θεσιν, καὶ ὅτι οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ τοῦ Πειραιῶς θέλουσι
179λάβει μέρος εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς σταφίδος μετ’ ἐκείνων, οἵτι-
180νες συνεβλήθησαν μετὰ τῶν Τραπεζῶν.
181§25ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν μᾶς ἔδωκεν
182ἐπαρκεῖς ἐξηγήσεις, διότι δὲν εἶπε πότε θὰ ὑποβάλῃ τὸ
183σταφιδικὸν νομοσχέδιον.
184§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς
185Τραπέζης μοὶ εἶπεν, ὅτι ἀσχολεῖται νὰ καταρτίσῃ τὴν σύμ-
186βασιν μετὰ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, τὴν ὁποίαν θέλει μοὶ
187διαβιβάσει, ἵνα λάβω γνῶσιν αὐτῆς· μετὰ τοῦτο θέλει
188ἀσχοληθῆ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς συμβάσεως μετὰ τῶν
189ἄλλων Τραπεζῶν καὶ τοῦ Δημοσίου· ἐλπίζω δ’ ὅτι εἶναι
190ἐνδεχόμενον σήμερον ἢ αὔριον νὰ μοὶ διαβιβάσῃ καὶ ταύτην.
191§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀναστασόπουλος.
192§28Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ βραχέος χρόνου ἔλαβε
193χώραν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ πρᾶξις, ἥτις μετέβαλε τὸ τέ-
194μενος τοῦτο εἰς θέατρον σκηνῶν καπηλικῶν, καταρριπτου-
195σῶν τὸ γόητρον τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐν τῇ Ἰατρικῇ Σχολῇ
196συνεδριαζούσῃ ἐγένετο συμπλοκή, καθ’ ἣν εἷς καθηγητὴς
197ἐτραυμάτισε διὰ τῆς ῥάβδου ἕτερον, πλήξας αὐτὸν κατὰ τὴν
198κεφαλὴν. Καὶ τὸ τραῦμα μὲν ἐκεῖνο τοῦ καθηγητοῦ κυρίου
199Καλλικούνη ἐθεραπεύθη, μοὶ φαίνεται, ἀλλὰ δὲν ἐθεραπεύθη
200τὸ τραῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπηνέχθη κατὰ τῆς ὑπολήψεως τοῦ
201Πανεπιστημίου, δὲν ἐμερίμνησαν δὲ νὰ θεραπεύσωσι τὸ
202τραῦμα τοῦτο ἐκεῖνοι, εἰς οὓς εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἐν τῇ
203Πολιτείᾳ ἡ τοῦ Πανεπιστημίου ἐποπτεία.
204Τιμῶ ἀμφοτέρους τοὺς καθηγητὰς, ἀλλ’ ὑπεράνω τούτων
205κεῖται ἡ ἀλήθεια, καὶ παρὰ ταύτην ἡ ὑπόληψις καὶ τὸ γόη-
206τρον τοῦ Πανεπιστημίου, ὑπὲρ οὗ πάντες κηδόμεθα, διότι
207οἱ πλεῖστοι εἴμεθα τρόφιμοι αὐτοῦ. Ἡ Πολιτεία ἀσκεῖ
208ἐποπτείαν ἐπὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ἔχει δὲ καὶ καθήκοντα
209πρὸς τοῦτο· τὸ ἀνώτερον δ’ αὐτῆς καθῆκον εἶναι ἡ τήρησις
210τῆς ὑπολήψεως καὶ τοῦ γοήτρου τοῦ Πανεπιστημίου, ὥστε
211νὰ διατηρῆται ἀμείωτος ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Πανελληνίου
212πρὸς τοῦτο· διότι, παρὰ πάσας τὰς ἀτελείας αὐτοῦ καὶ τὰ
213ἐν αὐτῷ σκάνδαλα, ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι τὸ φυτώριον τῶν
214ἐπιστημῶν καὶ ἡ ἀνέσπερος ἑστία τοῦ πατριωτικοῦ πυρὸς
215τῶν Ἑλλήνων.
216Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καθηκόντων
217τούτων, προέβη εἰς ἐνέργειαν διὰ τὰς σκηνὰς ταύτας· ὁ
218ἐκπροσωπῶν τὴν Πολιτείαν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαι-
219δεύσεως ἐνετείλατο νὰ γένηται τακτικὴ ἀνάκρισις· ἔδωκε
220δ’ ἐντολὴν πρὸς τοῦτο εἰς τὸν Πρύτανιν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανε-
221πιστημίου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀκεραιότης ἠγγυᾶτο τὴν ἀπροσωπό-
222ληπτον ἐνέργειαν τῶν ἀνακρίσεων. Ἡ ἀνάκρισις ἐγένετο, καὶ
223διεβιβάθη τὸ πόρισμα αὐτῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ εἴδομεν
224τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μετὰ τὰς ἀνακρίσεις. Ὁ κ.
225Ὑπουργὸς, ὡς δεύτερος Σολομὼν, ἔταμε τὸ δίκαιον, ἐπιβα-
226λὼν πρόστιμον 100 δραχμῶν εἰς ἑκάτερον τῶν καθηγητῶν·
227οὔτε περισσότερον, οὔτε ὀλιγώτερον. Εὗρε μὲ μαθηματικὴν
228ἀκρίβειαν τὴν λύσιν.
229Δὲν σκοπῶ νὰ ἐπικρίνω τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι ἴσως δὲν
230εἶναι ὁ μόνος οὗτος ὑπεύθυνος, ἴσως εἶναι καὶ ἄλλοι, διότι
231μεταξὺ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου λέγεται ὅτι
232ἐμφωλεύουσι τὰ χυδαιότατα τῶν παθῶν, ὑπάρχει δὲ ἀχα-
233λίνωτος ἀνταγωνισμὸς, οὐχὶ ὁ ἐπιστημονικός. Ὑπάρχουσι
234καθηγηταὶ, ὡς θρυλεῖται, ἀσεβεῖς οὐχὶ πρὸς τὸ ἀξίωμα των
235μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν πρὸς τὴν Πολιτείαν,
236ὥστε ἔφθασε σκοτεινὴ καὶ κεκαλυμμένη ἡ ἀλήθεια μέχρι
237τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐκ τούτου προέβη εἰς τοιαύτην ἴσην
238τιμωρίαν. Δὲν ἔχω ἀκεραίαν γνῶσιν τῶν πραγμάτων, καὶ
239δὲν δύναμαι νὰ σύρω ἀσφαλὲς συμπέρασμα ἐπὶ τοῦ ζητή-
240ματος. Ἔχω ἀνάγκην πάντων τῶν ἐγγράφων, τῶν σχετικῶν
241πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Λαμβάνω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ
242καταθέσω ἐγγράφως σημείωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα παρα-
243πεμφθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύ-
244σεως, τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)·
245«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
246δεύσεως, ἵνα εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν:
247»1) Τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἔκθεσιν τοῦ Πρυτάνεως τοῦ
248Ἐθν. Πανεπιστημίου ἐπὶ τοῦ λαβόντος χώραν ἐν τῇ συνε-
249δριάσει τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς ἐπεισοδίου μεταξὺ τῶν καθη-
250γητῶν κ. κ. Πεζοπούλου καὶ Καλλικούνη.
251»2) Τὴν ἔκθεσιν τοῦ κοσμήτορος τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς
252ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐπεισοδίου.
253»3) Τὰς παρὰ τοῦ Ὑπουργείου προκληθείσας καὶ εἰς
254αὐτὸ ὑποβληθείσας ἀπολογίας ἀμφοτέρων τῶν καθηγητῶν
255κ. κ. Πεζοπούλου καὶ Καλλικούνη.
256»4) Τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως
257ταύτης μετὰ τῶν ἐγγράφων, δι’ ὧν ἡ ἀπόφασις αὕτη διεβι-
258βάσθη εἰς τὴν Πρυτανείαν καὶ τὴν Ἰατρικὴν Σχολήν.
259»5) Πᾶν ἄλλο τυχὸν ἔγγραφον οἱασδήποτε ἀρχῆς, σχετι-
260ζόμενον πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.»
261Ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, καὶ μελετήσω ταῦτα,
262θέλω ζητήσει τὸν λόγον, ὅπως ἀναπτύξω τὰς σκέψεις μου
263καὶ ἐλέγξω τοὺς ὑπευθύνους, οἵτινες διέσεισαν τὸ γόητρον
264τοῦ Πανεπιστημίου.
265§29ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη, νομίζω, πρὸς πλήρη
266κατανόησιν τῆς ὑποθέσεως καὶ διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ἂν εἶναι
267βάσιμοι οἱ ὑπαινιγμοὶ τοῦ προλαλήσαντος, ὁ κ. Ὑπουργὸς
268τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ
269προσαγάγῃ οὐ μόνον τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, ἀλλὰ πάντα
270τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, καθ’ ἣν θὰ δώσω σημείω-
271σιν διὰ τὰ πρακτικά, καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν καθηγητῶν τοῦ
272Πανεπιστημίου, οἵτινες ἐξητάσθησαν ὡς μάρτυρες, καθὼς
273καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα ἴδωμεν, ἂν αὕτη
274στηρίζεται εἰς τὸν νόμον ἢ ὄχι. Σταματῶ ἐνταῦθα, διότι
275τὸ νὰ προβῶ εἰς κρίσεις, ὡς ὁ προλαλήσας ἔντιμος συνά-
276δελφος, θεωρῶ ἐντελῶς πρόωρον, καὶ φοβοῦμαι μὴ γείνω καὶ
277ἐγὼ ὑπαίτιος ἀδίκων κρίσεων.
278§30ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς
279Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι
280πρόωρος πᾶσα κρίσις ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου. Κρίνω δὲ
281περιττὸν νὰ δηλώσω, ὅτι θέλω καταθέσει πάντα τὰ ζητη-
282θέντα ἔγγραφα.
283§31Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν συντελεῖ εἰς
284τὴν ἀνύψωσιν τοῦ γοήτρου τοῦ ἀνωτάτου ἐκπαιδευτικοῦ
285ἡμῶν ἱδρύματος ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζη-
286τήθησαν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ συνέβη ἐπει-
287σόδιον, διὰ τὸ ὁποῖον πάντες ᾐσθάνθημεν εἰλικρινῆ λύπην·
288ἀλλὰ τὸ νὰ ζητῶμεν νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα
289τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ ἐπεισόδιον, καὶ νὰ ἐκφρά-
290ζωμεν τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ἄνευ πρακτικοῦ σκοποῦ, ὅπως
291ἀνακινήσωμεν μετὰ μῆνας ἤδη τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διὰ
292ν’ ἀφυπνίσωμεν πάλιν πάθη λησμονηθέντα καὶ κοιμηθέντα,
293ἁπλῶς καὶ μόνον, ὅπως ἐντρυφήσωμεν εἰς σκάνδαλα ζη-
294μιοῦντα τὴν ὑπόληψιν τοῦ Πανεπιστημίου, νομίζω ὅτι ζη-
295τοῦμέν τι τὸ μὴ εὐπρεπὲς καὶ τὸ μὴ πρακτικῶς χρήσιμον.
296Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν δὲν πρέπει νὰ προσ-
297κομισθῶσι τὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ὅτι συζή-
298τησις ἐνταῦθα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου δὲν δύναται νὰ
299ἐξυπηρετήσῃ κανένα ἀγαθὸν σκοπόν.
300§32Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Βου-
301λευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι δὲν ἔπρεπε τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ
302ἔλθῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι χάριν τοῦ γοήτρου τοῦ Πα-
303νεπιστημίου καὶ ἰδίως χάριν τοῦ γοήτρου αὐτοῦ τοῦ ἔθνους
304τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐκθέσωσιν ἡμᾶς
305ἐνώπιον τῶν πολυαρίθμων ἐχθρῶν τοῦ ἔθνους, δὲν ἔπρεπε νὰ
306ἔρχωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἵνα μὴ γινώμεθα τὸ ἀντικεί-
307μενον τῆς χλεύης τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ
308θὰ ηὐχόμην, ἵνα ἡ συζήτησις σταματήσῃ ἕως ἐδῶ καὶ μὴ
309ἐπεκταθῇ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ν’ ἀποκαλυφθῶσι πράγ-
310ματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνύ-
311ψωσιν τοῦ γοήτρου τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ θ’ ἀποβῶσιν
312ἐπὶ βλάβῃ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἔθνους.
313§33Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς
314Ἐκπαιδεύσεως, κύριε Πρόεδρε, ἀντιλαμβανόμενος κάλλιον
315τὰ καθήκοντα ἑαυτοῦ, ὡς καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθή-
316κοντα τοῦ Βουλευτοῦ, ἔχει εὐτυχῶς ἀντίθετον γνώμην πρὸς
317τὴν γνώμην τὴν ἐξενεχθεῖσαν ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐξ
318Ἀττικῆς καὶ Ὀλυμπίας, καὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει καταθέσει
319τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα. Τίνες οἱ προβαλλόμενοι λόγοι, ἵνα
320παρακωλυθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ
321τὰ ἔγγραφα ταῦτα; Ἵνα μὴ διασεισθῇ ἡ τοῦ Πανεπιστημίου
322θέσις ἀπέναντι εἴτε τοῦ ἔσω εἴτε τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ.
323Ἀλλ’ ἡ μέριμνα, τὴν ὁποίαν θέλει ἀποδείξει τὸ Ἐθνικὸν
324Συνέδριον περὶ τῶν πραγμάτων τοῦ Πανεπιστημίου, θέλει
325πείσει ἐκείνους, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανε-
326πιστήμιον νὰ γίνηται στάδιον ἀνταγωνισμοῦ τοῦ χειρίστου
327κομματικοῦ εἴδους. Ὅπου ὑπάρχει φῶς, ὅπου ἐπιφαίνεται ἡ
328τιμωρία, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις· ὅπου
329δὲ ζητοῦμεν νὰ καλυφθῶσι τὰ γεγονότα, ἐκεῖ θὰ χωρήσῃ ἡ
330γάγγραινα καὶ ἡ σῆψις τὸ ταχύτερον, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
331φοβοῦνται οἱ ἔντιμοι κ.κ. Βουλευταὶ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Ὀλυμ-
332πίας, ἐκεῖνα ἀκριβῶς θὰ ἐπέλθωσιν, ἐὰν καὶ τὴν φορὰν ταύ-
333την, καθ’ ἣν τοιαύτη ἀληθῶς συγκίνησις συνετάραξε τὴν
334φοιτητικὴν νεολαίαν, σιωπήσῃ τὸ Ἐθνικὸν Συνέδριον. Καὶ
335ἂν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῶν γενομένων ἐν τῷ Πανεπιστη-
336μίῳ, ἴσως σοβαρῶς θὰ ἦτο συζητητέα ἡ πρότασις τῶν κ.κ.
337Βουλευτῶν· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· δέον ν’ ἀνε-
338ρευνηθῇ, ἐὰν τὰ ὅρια ἀνταγωνισμοῦ οὐχὶ ἐπιστημονικοῦ, ἀλλὰ
339κομματικοῦ, δὲν περιορίζονται ἐντὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Πα-
340νεπιστημίου, ἐὰν ὑποδαυλίζεται ὁ πολιτικὸς οὗτος ἀντα-
341γωνισμὸς καὶ ἂν ἡ ὑποδαύλισις ἐπέρχεται οὐ μόνον διὰ μὴ
342τιμωρίας, ἀλλὰ σχεδὸν δι’ ἱκανοποιήσεως τῶν ὑπευθύνων τοῦ
343σκανδάλου τούτου. Πρὸς τῷ Πανεπιστημιακῷ τούτῳ ζητή-
344ματι, περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ καιροῦ ἔδει νὰ ληφθῇ μέριμνα,
345πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς φοιτητικῆς νεολαίας, τὴν ὁποίαν ἐλέγ-
346χομεν καθ’ ἑκάστην ὡς ἀσεβοῦσαν πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον,
347ἐνῷ ἀσεβοῦσι πρὸς αὐτὴν οἱ διδάσκοντες καὶ ὀφείλοντες νὰ
348διαπαιδαγωγῶσι ταύτην, πρὸς τῷ Πανεπιστημιακῷ τούτῳ
349ζητήματι συνδέεται ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ
350κρίνω τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν ἀνεπαρκῆ· ἀλλὰ τὴν ἀνεπάρ-
351κειαν ταύτην θέλω κρίνει ἀσφαλέστερον ἐκ τῶν ἐγγράφων,
352ἐὰν ταύτην ἐκανόνισεν ἡ γνῶσις τοῦ ζητήματος ἐκ τῶν γε-
353νομένων ἀνακρίσεων, ἢ ἡ αὐθαίρετος καὶ ἐναντίον τῶν κειμέ-
354νων τούτων ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως.
355Ἔχω ἱκανὴν ὑπόληψιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκ-
356παιδεύσεως, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον
357ἀνάγκην νὰ στρέψω τὸν ἔλεγχον κατ’ ἐκείνου. Πληροφοροῦ-
358μαι, ὅτι ὑπῆρξε τοιαύτη ἀσέβεια πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ὥστε
359ἀπέναντι τῆς ἐκθέσεως τοῦ Πρυτάνεως ἐγράφη ἑτέρα ἀπρό-
360κλητος ἔκθεσις, ἀμφισβητοῦσα τὴν ἀλήθειαν καὶ προσπα-
361θοῦσα νὰ καλλιεργήσῃ οὐχὶ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ δίκαιον,
362ἀλλὰ τὴν διχόνοιαν καὶ τὴν περιφρόνησιν μεταξὺ τῶν καθη-
363γητῶν. Τί ἐγένετο ἐν ταῖς περιστάσεσι ταύταις; Ἡ ἐπι-
364κουρία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυνουρίας ἔρχεται ἐπίκαιρος,
365ζητοῦντος τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν
366ὑπάρχουσιν ἔγγραφοι καταθέσεις· γνωρίζω, ὅτι ὑπῆρξαν ἀνα-
367κρίσεις, θὰ ηὐχόμην δὲ αὐταὶ νὰ ὑπῆρχον ἔγγραφοι, ἵνα
368ἐξετασθῇ κατὰ πόσον ἐσεβάσθησαν τὴν ἀλήθειαν ἔνιοι σοφοὶ
369τοῦ Πανεπιστημίου μας.
370Ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα,
371τὸ ὁποῖον δέον νὰ καλυφθῇ, καὶ δὲν περιέμενον καμμίαν φω-
372νήν, οὐχὶ δύο φωνάς, αἵτινες ν’ ἀντιτεθῶσι πρὸς τὴν δικαίαν
373καὶ ὠφελιμωτάτην αἴτησιν, ἣν ὑπέβαλον πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
374γὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος εὐτυχῶς, σχὼν ἀντί-
375ληψιν τοῦ καθήκοντος αὑτοῦ καὶ τοῦ δικαιώματος ἡμῶν,
376ὑπεσχέθη ὅτι θέλει ὑποβάλει καὶ θὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα
377αὐτὰ ταχέως· ὅταν δὲ προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα,
378θέλομεν κρίνει διὰ τῆς μελέτης αὐτῶν, ἐὰν δικαιολογεῖται ἡ
379παρεμβληθεῖσα ἰδέα τῶν δύο κυρίων Βουλευτῶν. Δυστυχῶς
380τὰ πράγματα θέλουσιν ἀποδείξει, ὅτι ἡ αἴτησίς μου καὶ
381δικαία εἶναι, καὶ ἐπωφελεστάτη θέλει ἀποβῆ ἡ μικρὰ συζή-
382τησις, ἡ ὁποία θὰ προκληθῇ ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν ὑπο-
383βληθησομένων.
384§34ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς
385Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει
386τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἠσθάνθη μεγίστην
387ὀδύνην διὰ τὸ θλιβερώτατον γεγονὸς τοῦ Πανεπιστημίου,
388καὶ ἴσως θὰ ἦτο προτιμότερον, τὸ ζήτημα νὰ μὴ ἐτίθετο
389ἐνώπιον ἡμῶν, οὔτε νὰ συνεζητεῖτο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ,
390ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ζητήσω-
391μεν νὰ περιορίσωμεν τὸν ἔλεγχον, καὶ ἀφοῦ ἐζητήθησαν τὰ
392ἔγγραφα, πρέπει ὅσον τάχιστα νὰ τὰ καταθέσωμεν, καὶ θὰ
393τὰ καταθέσωμεν.
394§35ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ
395ἐλέγχου κυβερνητικοῦ, βεβαίως καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς κατα-
396θέσεως τῶν ζητουμένων ἐγγράφων. Μὴ προκειμένου ὅμως,
397ὡς ὑπεδείχθη ὑπό τινος τῶν προλαλησάντων, περὶ μερο-
398ληπτικῆς ἐνεργείας τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ ἡ κατά-
399θεσις τῶν ἐγγράφων οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν. Ἴσως μάλιστα
400ἡ ἐν τῇ Βουλῇ ἀνάπτυξις τῶν λαβουσῶν χώραν λυπηρῶν
401σκηνῶν ἐπαναφέρει εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν καὶ τῶν ἔξω Ἑλ-
402λήνων λυπηρὸν γεγονός, ὅπερ εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἐὰν δὲν
403εἶχε λάβει χώραν. Ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι ἡ ἀπό-
404φασις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ δὲν
405εἶναι δικαία, οὐχὶ ὅμως καὶ παράνομος. Οἱ τὴν γνώμην
406ταύτην ἔχοντες ἂς ζητήσωσι τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων,
407ἵνα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα. Ἐὰν ὅμως
408δὲν πρόκειται περὶ μεροληπτικῆς ἐνεργείας τοῦ ἁρμοδίου
409Ὑπουργοῦ, καὶ ἐγὼ θέλω συνταχθῆ μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων,
410οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ μὴ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα.
411§36ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν,
412σὺν τοῖς ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα θέλει καταθέσει, νὰ καταθέσῃ
413καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν διορισμῶν τῶν δύο ἐνδιαφερομένων
414καθηγητῶν.
415§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω κα-
416θῆκον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν παρατηρήσεις τινας,
417τὰς ὁποίας μοὶ δίδει ἀφορμὴν ν’ ἀπευθύνω ἥ τε ἀγόρευσις
418τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος καὶ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βου-
419λευτοῦ ἐκ Κυνουρίας. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
420Μεγαρίδος, ἐὰν δὲν εἶχε καταφανῆ δήλωσιν ἐπιθυμίας ἐλέγ-
421χου ὑπουργικῆς πράξεως, δὲν εἶχεν ὅμως ἀποκλείσει, δὲν
422εἶχεν ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸν ἀκροατὴν τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι οὗτος
423ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ. Διὰ τοῦτο
424ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
425Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ, ὅτι θέλει κατα-
426θέσει τὰ ἔγγραφα, ἔχων συνείδησιν τῆς εὐθύνης αὑτοῦ, γνω-
427ρίζων τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, καὶ
428λησμονήσας ἀπέναντι αὑτοῦ πᾶσαν ἄλλην σκέψιν, σπεύσας
429δὲ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βου-
430λευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ἐδήλωσεν ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ὑποβάλῃ
431αὐτόν. Καὶ ἐγώ, ἐὰν ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως,
432μετὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἤθελον πράξει αὐτὸ
433τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου καὶ
434Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως.
435Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὐδεὶς θέλει ἀμφισβη-
436τήσει τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἕκαστος Βουλευτὴς, νὰ
437προκαλῇ τὸν ἔλεγχον τῶν ὑπουργικῶν πράξεων, ὅταν ὅμως
438ὁ ἔλεγχος τῶν ὑπουργικῶν πράξεων δὲν ἦναι ἐντελῶς
439ἀκίνδυνος, — διότι ἐνδέχεται νὰ καταλήξῃ εἰς ἀναμνήσεις
440δυσαρέστους, εἰς ἀνάμνησιν πράξεων τῳόντι λυπηρῶν, εἰς
441ἐκτύλιξιν γεγονότων ἐμποιούντων λύπην εἰς πάντα ἄνθρωπον
442πονοῦντα τὸν τόπον, πάντα δὲ ταῦτα θέλουσι κλονίσει τὴν
443ἐπὶ τὸ ἀνώτατον ἐκπαιδευτήριον πεποίθησιν καὶ ὑπόληψιν
444οὐ μόνον τῶν ἐν τῷ Κράτει πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔξω
445Ἑλληνισμοῦ. Νομίζω δ’ ὅτι ἡ σκέψις αὕτη ἔπρεπε νὰ προ-
446ηγηθῇ πάσης ἄλλης καὶ νὰ κρατήσῃ.
447Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐνήσκησε πει-
448θαρχικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐνασκήσῃ
449πειθαρχικὴν ἐξουσίαν; Βεβαίως εἶχε, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ.
450Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι δὲν δύναταί τις
451νὰ τὸν ἐλέγξῃ ἐπὶ παρανομίᾳ. Ἐνδέχεται τινες νὰ νομί-
452ζωσιν, ὅτι ἔπρεπεν ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία νὰ ἐνασκηθῇ αὐστη-
453ρότερον ἀλλὰ τὸ ἔργον εἶναι τοιοῦτον, ὥστε δὲν εἶναι πάν-
454τοτε ἀβλαβές. Ἄλλως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶχεν
455ὑπ’ ὄψιν ἐκθέσεις καὶ παραστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπεῖργον αὐ-
456τὸν ἀπὸ τοῦ νὰ προβῇ εἰς ἔκτακτα μέτρα, παραιτούμενος
457τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας αὐτοῦ, διότι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ
458περιπέσῃ εἰς ἄλλο ἄτοπον, νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι ἡ ἀπόφασις
459αὐτοῦ ἦτο ἄδικος, ἑπομένως, ὅτι αἱ παραστάσεις δὲν εἶναι
460ἀκριβεῖς, δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς, δὲν εἶναι σύμφωνοι. Διὰ
461τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβαίνωμεν εἰς τοιαύτην
462ἐξέτασιν, διότι δὲν εἶναι ἐκ τῶν παραπτωμάτων ἐκείνων,
463τὰ ὁποῖα δύναταί τις ν’ ἀποδείξῃ εἴτε ἐγγράφως, εἴτε διὰ
464μαρτύρων. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ὦσιν ἀκριβεῖς αἱ
465παραστάσεις, εἶναι ὅμως ἐπίσημοι παραστάσεις, τὰς ὁποίας
466δὲν ἠδύνατο, δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ παρίδῃ.
467Ἐνῷ δ’ ἐπρόκειτο νὰ συναρμολογηθῇ πῶς τὸ τῳόντι ἀξιο-
468θρήνητον τοῦτο συμβεβηκός, τὸ παραγαγὸν πράγματι δυσ-
469κολίας καὶ διαφωνίας, ἐπροτάθη ν’ ἀπασχολήσῃ τοῦτο τὴν
470Βουλὴν ἀλλ’ ἤθελε βεβαίως διαπράξει ἀδίκημα, εἰς τοιαύ-
471την προβαίνων ἐξέτασιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως.
472Καὶ ἐγὼ πολλάκις δὲν ἐπεκρότησα τὰ βουλεύματα τῆς
473Ἰατρικῆς Σχολῆς, ἀλλ’ εἶχον τὴν εὐχάριστον τοὐλάχιστον
474πεποίθησιν, ὅτι ἦσαν βουλεύματα προερχόμενα οὐχὶ ἐκ
475πολιτικοῦ, ἀλλ’ ἐξ ἐπιστημονικοῦ ἀνταγωνισμοῦ· ἐφ’ ὅσον
476δὲ ἡ πολιτικὴ δὲν ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν βουλευμάτων τοῦ ἀνω-
477τάτου Ἐκπαιδευτηρίου ἢ ἐπὶ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς αὐτοῦ,
478ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀφορμὴν διὰ νὰ
479θλίβηταί τις ὑπερβαλλόντως ἐπὶ τῷ τοιούτῳ ἀνταγωνισμῷ·
480ἐὰν δ’ ὑπάρχωσιν ἕνεκα τοῦ ἐπιστημονικοῦ ἀνταγωνισμοῦ
481σημεῖα παρεκτροπῶν, δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ κατα-
482στείλῃ αὐτὰς διὰ μέτρων, τὰ ὁποῖα κεῖνται ἐν τῇ ἐξουσίᾳ
483τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ πρότασις τοιούτου μέτρου, ἐν περι-
484πτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε κριθῆ ὅτι τὸ τελευταῖον γεγονὸς συν-
485δέεται μετὰ τῶν ἑτέρων προηγουμένων, πρότασις, λέγω, τοι-
486ούτου μέτρου ἤθελεν εἶσθαι τὰ μάλιστα ἄδικος.
487Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαι-
488δεύσεως, ὀρθῶς ποιῶν, δὲν συνέδεσε τὰ γεγονότα ταῦτα μετὰ
489τῶν προηγουμένων. Πρὸ τῶν ἐπισήμων παραστάσεων, αἵτι-
490νες ἐγένοντο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἦτο ἀδύνατον νὰ παρα-
491σταθῇ ἀμφιβάλλων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως,
492διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνεύρῃ διδόμενα δίδοντα αὐτῷ τὸ δι-
493καίωμα νὰ μὴ στηριχθῇ ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρ-
494χον τοιαῦτα, ἐνεδείκνυτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἡ τοιαύτη
495ἀπόφασις.
496§38Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω ν’ ἀναγνωρίσω τὴν
497ὀρθότητά τινων ἐκ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς
498Κυβερνήσεως. Ἄς πεισθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
499καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι, ὅταν κατα-
500τεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ ἴδωμεν τοιοῦτον κίνδυνον,
501θὰ σταματήσωμεν πάντα ἔλεγχον.
502§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κίνδυνος ἔγκειται κυρίως
503οὐχὶ εἰς τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις, ἀλλὰ εἰς τὰς ἐκτὸς
504αὐτῆς.
505§40Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ... Μὴ κατατιθεμένων ὅμως
506τῶν ἐγγράφων, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι οὐχὶ
507αὐστηρὸς ἔλεγχος, ἀλλὰ χάρις προὐκάλεσε τὴν ἐκδοθεῖσαν
508ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Βεβαιωθῆτε ὅμως, ὅτι, ἐὰν ἀντι-
509ληφθῶμεν ὅτι πρόκειται νὰ ἐκτεθῇ καὶ βλαβῇ τὸ γόητρον
510τοῦ Πανεπιστημίου, θὰ σιγήσωμεν. Ἀπέναντι τοῦ κινδύνου
511ὑψηλοτέρων συμφερόντων, θὰ ἴδητε ἡμᾶς ὑποχωροῦντας. Ὁ
512ἔλεγχος καὶ ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς δὲν προηγοῦνται τοῦ
513πρὸς τὰ τοιαῦτα συμφέροντα καθήκοντος ἡμῶν.
514§41Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσην πεποίθησιν καὶ ἂν ἔχω εἰς
515τὴν ἐντιμότητα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος, ὅτι θὰ τη-
516ρήσῃ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν παρ’ αὐτοῦ δοθεῖσαν, περὶ τῶν ἐξ
517αὐτοῦ ἐξαρτωμένων, ἀλλὰ τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην δὲν δύνα-
518ται, πιστεύω, νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς πράξεις ἐξ ἄλλων προσώ-
519πων ἐξαρτωμένας. Καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν πολ-
520λάκις ἐθεωρήθη, ὅτι ὑποθέσεις τινὲς δὲν πρέπει νὰ εἰσάγων-
521ται εἰς πολυμελῆ σωματεῖα· ὄχι βεβαίως διότι δύναταί τις
522ν’ ἀμφισβητήσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν φιλοπατρίαν, τὴν εἰ-
523λικρίνειαν, τὴν ἐντιμότητα τῶν ἀποτελούντων τὸ σωμα-
524τεῖον, ἀλλὰ διότι ἡ φύσις τοῦ σωματείου, αἱ διαταράξεις,
525αἱ ὁποῖαι συμβαίνουσιν ἐν ταῖς συζητήσεσι τῶν πολυμελῶν
526σωμάτων, δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν
527τυχὸν ἠδύνατο νὰ παρέχῃ ὁ χαρακτὴρ τοῦ μὲν καὶ τοῦ δὲ
528κατ’ ἰδίαν. Λοιπὸν δὲν πρόκειται νὰ ἐξαρτήσωμεν τὸ ζή-
529τημα ἀπὸ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ἔχω-
530μεν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος.
531§42Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ὑμῶν διστάζετε; Διότι
532ἄλλως μὴ ἐκπροσωπεῖτε τὰς γνώμας τῶν ἄλλων.
533§43Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτὸ,
534τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ ἐπιδιώξητε, ἵνα καὶ ἐγὼ εἴπω περὶ τοῦ
535ἑαυτοῦ μου, τί φρονῶ ὅτι θὰ πράξω ἐπὶ μελλούσης ἀγνώστου
536περιστάσεως καὶ τίνα κρίσιν θὰ ἐπιφέρω, καὶ ν’ ἀξιώσω νὰ
537στηριχθῆτε ἐπὶ τῆς κρίσεως ταύτης, ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ
538σχηματίσητε διάφορον γνώμην περὶ τοῦ ἂν ἡ τοιαύτη κρί-
539σις θὰ ἦναι ὀρθή. Ἀφίνω, ὅτι, ἂν ἐφαρμοσθῇ ἡ πρόκλησις
540τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ, πρέπει πάντες νὰ
541λάβωσι τὸν λόγον, διὰ νὰ δώσωσι τὰς αὐτὰς διαβεβαιώσεις.
542Ἀλλὰ, Κύριοι, μετὰ τὴν παρέμβασιν τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
543γοῦ, τὴν ὁποίαν περιέμενον, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται πλέον
544νὰ διαβεβαιώσῃ καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἐὰν ἡ δήλωσις
545ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν τοσοῦτον φιλοτίμως προέβη, ἐξακο-
546λουθῇ νὰ ἔχῃ ἰσχὺν, ἐὰν δηλονότι ἐπιμένῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς
547εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα.
548Τῷ ὄντι, Κύριοι, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἶναι δικαίωμα
549θεμελιῶδες τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ παρεπόμενον, συναφὲς πρὸς
550τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀπαιτῇ
551τὴν παροχὴν τῶν φώτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ πρέπει
552νὰ συζητήσῃ. Κατὰ κανόνα ἑπομένως ἡ ἄρνησις τῆς παρο-
553χῆς τῶν πληροφοριῶν καὶ συνεπῶς ἡ ἄρνησις τῆς καταθέ-
554σεως τῶν ἐγγράφων εἶναι ἄρνησις τοῦ δικαιώματος τοῦ
555ἐλέγχου· ἑπομένως Κυβέρνησις, ἥτις ἤθελε τυχὸν ἀρνηθῆ τὴν
556παροχὴν τῶν φώτων, θὰ ἐπανεστάτει κατὰ θεωρίαν, διότι
557οὐδεμία συζήτησις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄνευ τῆς πα-
558ροχῆς τῶν φώτων αὐτῶν καὶ τῶν πληροφοριῶν.
559Ἀλλὰ, Κύριοι, παρὰ ταῦτα γεννῶνται πολλάκις ζητή-
560ματα ζημιοῦντα τὸ Κράτος ὁλόκληρον διὰ τῆς παροχῆς τῶν
561πληροφοριῶν. Σήμερον, Κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται; πρό-
562κειται περὶ ἐλέγχου τῶν πράξεων σωματείου τινὸς ἐκτὸς
563τῆς Κυβερνήσεως; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐκείνου, ἠθέλομεν
564εἴπει, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐπέμβῃ, εἴτε ἐν τῷ
565Πανεπιστημίῳ, εἴτε ἐν ἄλλῳ σωματείῳ ἠγέρθη τὸ ζήτημα.
566Ἀλλὰ πρόκειται βεβαίως περὶ ἐλέγχου Κυβερνητικῆς πρά-
567ξεως. Ὅπως ὅμως προβῶμεν εἰς τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τοῦ συγ-
568κεκριμένου ζητήματος, νομίζω ὅτι ἔπρεπεν ἐκ τῶν προτέ-
569ρων νὰ ἔχωμεν τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔσφαλεν. Ἐὰν
570ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως φρονῇ ἤδη, ὅτι θὰ
571προέλθῃ βλάβη ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων καὶ κίν-
572δυνος, τὸν ὁποῖον δὲν δύνανται ν’ ἀποτρέψωσιν αἱ προσωπι-
573καὶ τοῦ μὲν ἢ τοῦ δὲ Βουλευτοῦ διαθέσεις, ὀφείλει νὰ δη-
574λώσῃ τοῦτο· διότι ἐν τοιαύτη περιπτώσει, μετὰ τὰς διαβε-
575βαιώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πιθανὸν σύμπασα ἡ Βουλὴ
576ν’ ἀποδεχθῇ ἐξαιρετικῶς νὰ μὴ γείνῃ χρῆσις τοῦ δικαιώ-
577ματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς Βουλευτὴς, ὅπως ἀπαιτήσῃ
578τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων.
579§44Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τινὲς τῶν προαγορευσάν-
580των κ. Βουλευτῶν ὑπεστήριξαν, ὅτι λόγοι φιλοπατρίας δὲν
581ἐπιτρέπουσι νὰ ἐκτυλιχθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐνώπιον τῆς Βου-
582λῆς. Αὐτοὶ ἔχουσι φιλοπατρίαν, ὑμεῖς οἱ ἄλλοι δὲν ἔχετε, καὶ
583κατὰ συνέπειαν εἶναι κίνδυνος, ἐὰν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα
584καὶ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, νὰ ἐκτεθῇ τὸ Πανεπιστήμιον
585καὶ ὑποστῆ ζημίας τὸ γόητρον αὐτοῦ ἐκ τῆς συζητήσεως.
586Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει Βουλευτὴς στερούμενος τοῦ
587τοιούτου πατριωτισμοῦ· καὶ ἐπειδὴ δὲν τὸ νομίζω, καὶ δὲν
588ἐπιτρέπω εἰς οὐδένα νὰ νομίζῃ ὅτι ὑπάρχει Βουλευτὴς μὴ
589ἔχων τὸν αὐτὸν πατριωτισμὸν, διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέ-
590πει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, καὶ
591ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποχωρήσῃ· διότι δὲν πρόκειται ἀκριβῶς
592περὶ ἐλέγχου τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῶν πράξεων τῶν
593καθηγητῶν, ἀλλὰ περὶ τῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως. Διότι
594ὑπάρχει γνώμη, ὅτι χαριστικὴ ὑπῆρξεν ἡ ἀπόφασις τοῦ κ.
595Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὡς πρός τινα τῶν καθη-
596γητῶν. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ αὐτὸν τὸν ἔλεγ-
597χον ζητεῖ ἡ Βουλὴ σήμερον νὰ κάμῃ.
598Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος δὲν εἶπε καθαρῶς, τί
599θέλει, ἔρχομαι ἐγὼ νὰ τὸ εἴπω, διότι συνηθίζω πάντοτε νὰ
600ὁμιλῶ ἀπεριφράστως. Λοιπὸν πρόκειται περὶ τῆς ἀποφά-
601σεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως,
602διότι φρονοῦσί τινες, καὶ ἐγὼ ἴσως μεταξὺ αὐτῶν, ὅτι ἡ
603ἀπόφασις αὕτη εἶναι χαριστική. Ἐπεθύμουν λοιπὸν ἐγώ,
604τυγχάνων καὶ συμπολίτης τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς
605Ἐκπαιδεύσεως, νὰ μάθω, καὶ νὰ μάθῃ ἡ Ἑλλὰς, ἂν ἀληθῶς
606ἡ πρᾶξίς του εἶναι τοιαύτη, προκειμένου περὶ τοσοῦτον σο-
607βαροῦ ζητήματος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον
608τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμένῃ, παρακαλῶ δὲ καὶ τὸν κ.
609Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγ-
610γραφα.
611§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κοκκέβης ἔχει τὸν λόγον.
612§46Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος.
613Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότα-
614σιν νόμου, ὑπογεγραμμένην καὶ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συνα-
615δέλφων μου κ. κ. Δ. Ἀναστασοπούλου καὶ Ἀλεξ. Πονηρο-
616πούλου, «περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου εἰς τὴν παραλίαν
617Κυπαρισσίας διὰ χρημάτων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου».
618Ὡσαύτως ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ
619νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ
620ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας
621νόμου».
622§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
623Παράρτημα, ἀριθ. 9–10).
624Ἔχει ἕτερός τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
625§48Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ Λο-
626γιστικοῦ ἐπιτροπῆς, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς
627τὴν Βουλὴν τὸν ἀπολογισμὸν τῆς ληξάσης Αʹ Συνόδου καὶ
628τὸν προϋπολογισμὸν τῆς παρούσης ἐκτάκτου Συνόδου τῆς
629ΙϚʹ Βουλευτικῆς Περιόδου.
630§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
631Παράρτημα, ἀριθ. 11).
632§50Κ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ δύο καὶ ἐπέκεινα
633μηνῶν ἐγένετο λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τῶν κοινω-
634τικῶν δασῶν τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας. Σήμερον ἔλαβον
635τηλεγράφημα ἐκεῖθεν, ὅτι εἷς τῶν ἐνοικιαστῶν ἑνὸς δάσους
636τοῦ χωρίου Λεπενίτσης διεμαρτυρήθη, καὶ ζητεῖ ἀποζημίω-
637σιν 2,000 δραχμῶν. Ἐπειδὴ τότε ἐγένετο εὐρὺς λόγος, καὶ
638ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη ὅτι
639μετὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα ἤθελε φέρει νομοσχέδιον περὶ
640τῶν δασῶν, θὰ παρακαλέσω, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτο νομοσχέ-
641διον, νὰ ὑποβληθῇ ταχέως, ἵνα λυθῶσιν αἱ διαφοραὶ, αἱ
642ὁποῖαι γεννῶνται μεταξὺ ἐνοικιαστῶν, κοινοτήτων καὶ Δη-
643μοσίου.
644§51Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον ἐπιστολὴν
645παρὰ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Καστανέας τῆς ἐπαρχίας
646Καλαμπάκας, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦσι πληροφορίας ἐπὶ τοῦ
647ἑξῆς ζητήματος.
648Κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας ἡ κοινότης Κα-
649στανέας ἐδωρήσατο εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα ἓν δάσος τῆς
650περιφερείας τοῦ χωρίου Καστανέας. Τὸ δάσος αὐτὸ ἀπαρ-
651τίζει ἓν ὅλον μετὰ τῶν ἄλλων δασῶν, ἀνηκόντων ἐπίσης
652εἰς τὴν νομὴν καὶ κυριότητα τῆς κοινότητος. Ἐὰν ὑπάρ-
653χωσι τίτλοι διὰ τὸ δάσος, τὸ ὁποῖον ἐδωρήθη εἰς τὴν Α. Με-
654γαλειότητα, αὐτοὶ οὗτοι οἱ τίτλοι ἀφορῶσι καὶ τὰ ἄλλα
655δάση. Ἀλλὰ τὰ ἄλλα δάση ἀφῄρεσε, καθ’ ὃν τρόπον ἄλλοτε
656ἐλέχθη, τὸ Δημόσιον ἀπὸ τῆς κοινότητος Καστανέας. Οὕτω
657λοιπὸν ἓν μὲν τμῆμα τοῦ δάσους ἐδωρήθη εἰς τὴν Α. Με-
658γαλειότητα, τὸ δ’ ἕτερον τμῆμα ἀφῃρέθη παρὰ τοῦ Δημο-
659σίου, καὶ σήμερον οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος ταύτης δὲν
660ἔχουσι δάσος, ἵνα ξυλεύωνται διὰ τὰς ἰδιωτικὰς αὐτῶν ἀνάγ-
661κας. Ἐρωτῶσι λοιπὸν οἱ κάτοικοι οὗτοι, ὑπάρχουσι τίτλοι
662ἢ δὲν ὑπάρχουσιν; Ἐὰν ὑπάρχωσι τίτλοι, ἂς προσαχθῶσι,
663—καὶ βεβαίως γνωρίζει τοῦτο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου
664τῶν Οἰκονομικῶν,— ἢ ἂς ὑποδειχθῶσι τίνες οἱ τίτλοι, δυ-
665νάμει τῶν ὁποίων ἡ κοινότης Καστανέας εἶχε δικαιώματα
666ἐπὶ τοῦ δάσους, τὸ ὁποῖον ἐδωρήσατο εἰς τὴν Α. Μ., διότι
667αὐτοὶ οὗτοι οἱ τίτλοι ἀφορῶσι καὶ τὰ ἄλλα δάση, τὰ ὁποῖα
668ἀφῄρεσε τὸ Δημόσιον, καὶ δυνάμει αὐτῶν τῶν τίτλων θὰ
669διεκδικήσῃ ἡ κοινότης τὰ παρὰ τοῦ Δημοσίου ἀφαιρεθέντα
670δάση. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχωσι τίτλοι, γεννᾶται ἕτερον ζή-
671τημα. Ἢ δικαίως ἢ ἀδίκως ἀφῃρέθησαν τὰ δάση ἀπὸ τῆς
672κοινότητος ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν ἀφῃρέθησαν ἀδί-
673κως, καιρὸς εἶναι πλέον ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν κοινότητα·
674ἐὰν ἀφῃρέθησαν δικαίως, ἐρωτῶσιν οἱ κάτοικοι, πρέπει ἆρα
675νὰ ἦναί τις Βασιλεὺς διὰ νὰ μὴ ἀφαιρῆται ἡ περιουσία αὐ-
676τοῦ; Ἐὰν ἀφῃρέθησαν δικαίως τὰ ὑπολειφθέντα εἰς τὴν κοι-
677νότητα δάση, διατὶ δὲν ἀφαιρεῖται καὶ τὸ δάσος, τὸ ὁποῖον
678ἐδωρήσατο ἡ κοινότης, χωρὶς νὰ ἦναι κυρία αὐτοῦ, εἰς τὴν
679Α. Μεγαλειότητα; διατὶ δὲν ὑποδεικνύεται μετὰ τῆς προσ-
680ηκούσης εὐλαβείας εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸ ἄδικον, τὸ
681ὁποῖον προσγίγνεται εἰς τὸ Δημόσιον; Ἐπὶ τούτου παρα-
682καλοῦμεν νὰ δοθῶσιν αἱ δέουσαι ἐξηγήσεις· διότι πλὴν τῆς
683ἀδικίας, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι προσγίγνεται εἰς τὴν κοινό-
684τητα, γεννᾶται καὶ ἡ ἰδέα, ὅτι μόνον ὅταν ἦναί τις Βασι-
685λεὺς δὲν χάνει τὴν περιουσίαν του ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Βασι-
686λείῳ.
687§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
688γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρέπει τις, οὐδ’ ἐπιτρέ-
689πεταί τινι νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι ἀσφαλὴς
690ἡ ἰδιοκτησία τῶν πολιτῶν, ὅτι εἶναι ἐκτεθειμένη εἰς τὴν
691διάκρισιν παντός. Ἐὰν ὑπάρχῃ σφάλμα ἐν τῇ διοικήσει τῶν
692δασῶν καὶ ἕνεκα τοῦ σφάλματος τούτου ἀμφισβητῆται ἡ
693ἰδιοκτησία ὡρισμένων δασῶν, τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον ἐξε-
694τάζει, καὶ θέλει φθάσει εἰς ἀποτέλεσμα καὶ θέλει ἀναγνω-
695ρίσει τὴν ἀποδειχθησομένην ἀναμφισβήτητον ἰδιοκτησίαν
696τοῦ πολίτου. Ἐὰν ὑπάρχῃ δάσος δωρηθὲν εἰς τὴν Α. Μεγα-
697λειότητα, δὲν γνωρίζω, διότι πρώτην φορὰν τὸ ἀκούω. Θέλω
698ἐξετάσει νὰ ἴδω τὰ τῆς δωρεᾶς, θέλω ἐξετάσει νὰ ἴδω τὰ
699ἔγγραφα, τοὺς τίτλους τοὺς ἀναγομένους εἰς τὸ δάσος τοῦτο,
700καὶ θέλω δώσει πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν.
701§53Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ «Πατριωτικὸς
702Σύνδεσμος τῶν Κυπρίων» μὲ ἐπεφόρτισε νὰ ὑποβάλω παρά-
703κλησιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως συστήσῃ αὕτη εἰς τὴν Κυβέρ-
704νησιν, ἵνα ἐνισχύσῃ ἀτμοπλοϊκήν τινα ἑταιρείαν, καὶ γένηται
705δυνατὸν διὰ τῆς ἐνισχύσεως ταύτης νὰ τηρηθῇ τακτικὴ συγ-
706κοινωνία καθ’ ἑβδομάδα μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Κύπρου. Ἐν
707τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ, τὸ ὁποῖον θὰ καταθέσω εἰς τὸ Προε-
708δρεῖον, ἀναφέρονται τὰ καλά, τὰ ὁποῖα θὰ προσγείνωσιν ἐκ
709τῆς ἐπικοινωνίας ταύτης μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἀδελ-
710φῆς νήσου. Ἐνταῦθα θὰ ἴδητε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους
711εἶναι ἀνάγκη ἀναπόδραστος, ὅπως ἡ ἐπικοινωνία αὕτη τη-
712ρηθῇ τακτικωτάτη, ἔστω καὶ μὲ ἐπιχορήγησιν πρὸς Ἑλλη-
713νικήν τινα ἀτμοπλοίαν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μό-
714νον ἐκ λόγων ὑψηλοτέρας ἐθνικῆς σημασίας, ἀλλὰ καὶ ἐκ
715λόγων καθαρῶς ἐμπορικῶν. Λέγεται δ’ ἐν τῇ αἰτήσει ταύτῃ,
716ὅτι κατὰ παρελθοῦσαν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ ἀτμοπλοΐα Λόϋδ
717ἐξετέλει καθ’ ἑβδομάδα πλόας ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Κύ-
718πρου, κατωρθώθη ἐντὸς 6 μηνῶν μόνον νὰ καταναλίσκωνται
719προϊόντα τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας τῶν ὁποίων ἡ ἀξία
720ὑπερέβαινε τὰς 600,000 δραχμάς. Ἐὰν τοῦτο, κύριε Πρόε-
721δρε, εἶναι ἀκριβὲς, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ τακτικὴ
722ἀτμοπλοϊκὴ συγκοινωνία μεταξὺ τῶν Ἑλληνικῶν λιμένων
723καὶ τῶν λιμένων τῆς Κύπρου θέλει σπουδαίως συντελέσει
724εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς καταναλώσεως τῶν προϊόντων τῆς
725Ἑλληνικῆς παραγωγῆς. Ἐκτὸς δὲ τούτου, θὰ συντελέσῃ ἐπί-
726σης, ὅπως φέρῃ εἰς ἐπικοινωνίαν τοὺς δύο λαοὺς τῆς ἐλευ-
727θέρας Ἑλλάδος καὶ τῆς νήσου Κύπρου. Ἐκ τούτου ὁρμώμε-
728νος, λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω ὑμῖν
729τὴν αἴτησιν ταύτην τῶν Κυπρίων, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ
730διαβιβάσητε ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερι-
731κῶν, ὅπως λάβῃ οἷα μέτρα οὗτος νομίσῃ κατάλληλα.
732§54Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριε Πρόε-
733δρε, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου
734τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς
735αὐστηρᾶς καὶ ἀκαίρου καταδιώξεως, ἥτις διενεργεῖται ἐν
736τοῖς πεδινοῖς δήμοις τῆς Ἠλείας ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν
737ὀργάνων. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοι-
738ούτων ζητημάτων. Διὰ τοῦτο καὶ πρὸ τινων ἡμερῶν, ὅτε
739ἔλαβον τηλεγράφημα ἱερέως τινὸς, συλληφθέντος καὶ ὁδη-
740γηθέντος εἰς τὰς φυλακὰς, καίτοι προσήγαγε πιστοποιητι-
741κὸν ἀκτημοσύνης εἰς τὰς ἁρμοδίους ἀρχὰς, τὸ τηλεγρά-
742φημα ἐκεῖνο ἐνεχείρισα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνή-
743σεως μὲ τὴν παράκλησιν, ὅπως ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἤθελε νομί-
744σει ὀρθὸν καὶ δίκαιον. Ἐπειδὴ ὅμως ἐξακολουθητικῶς λαμ-
745βάνω γράμματα καὶ τηλεγραφήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπο-
746δεικνύεται ἡ ἀδιαφορία τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ προηγουμένων
747παραπόνων καὶ ἡ ἄστοργος καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν τοῦ
748Δημοσίου, διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσο-
749χὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως παραγγείλῃ
750εἰς τοὺς ὑποταμίας τῆς περιφερείας ἐκείνης νὰ μετριάσωσι
751τὸν ζῆλον αὑτῶν πρὸς καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δη-
752μοσίου. Σήμερον ἔλαβον τηλεγράφημα καὶ ἐπιστολὴν τοῦ
753Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Βουπρα-
754σίων, καταγγέλλοντός μοι ὅτι συνελήφθη καὶ αὐτὸς ἡμέ-
755ραν τινά, ἐνῷ ἐκάθητο εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου,
756καὶ δέσμιος ὡδηγήθη ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου εἰς τὸ ἀστυνομι-
757κὸν κατάστημα, ὁπόθεν, ἀφοῦ ἐκρατήθη ἐπὶ 30 ὥρας, καθ’
758ἃς ἀπηγορεύθη εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ καὶ εἰς τοὺς φίλους
759του νὰ ἐπισκεφθῶσιν αὐτόν, ὡδηγήθη εἰς τὰς πολιτικὰς φυ-
760λακὰς Πύργου, ὅπου, καίτοι ἐπλήρωσε τὸ χρέος του, διὰ
761νέας τηλεγραφικῆς διαταγῆς τοῦ ἀστυνόμου Βουπρασίων
762ἐκρατήθη πάλιν εἰς τὰς φυλακὰς διὰ νέον χρέος. Ἀλλὰ καὶ
763τὸ νέον χρέος πάλιν ἐπλήρωσε.
764Περὶ τοῦ ἀστυνόμου Δράκου καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσα τὸν
765ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρό-
766νοιαν, παραστήσας, ὅτι ἡ δρᾶσις αὐτοῦ ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ
767δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ εἰς προσω-
768πικοὺς μόνον σκοποὺς, διότι καὶ ἄλλοτε ὑπηρέτησεν ἐν τῷ
769δήμῳ ἐκείνῳ, ἔνθα συνάψας σχέσεις στενωτάτας, πᾶν ἄλλο
770ἐννοεῖ νὰ ἐκτελέσῃ παρὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως
771οἱ νόμοι κελεύουσιν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
772ἤθελεν ἀντικαταστήσει τὸν ἀστυνόμον αὐτὸν δι’ ἄλλου οἱου-
773δήποτε ἐκ τῶν τόσων ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχει τὸ
774ἑλληνικὸν στράτευμα, ἤθελε προσφέρει μεγάλην ἐκδούλευσιν
775καὶ ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς δημότας τοῦ δήμου ἐκείνου.
776Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων, γνωρί-
777ζομεν πάντες, ὅτι οἱ μῆνες Μάϊος, Ἰούνιος καὶ Ἰούλιος
778εἶναι οἱ ἀγονώτεροι μῆνες τοῦ ἔτους διὰ τὴν Ἠλείαν κυρίως.
779Διὰ τοῦτο διενεργοῦντες οἱ ὑποταμίαι σήμερον εἰσπράξεις
780τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον πιέζουσι τοὺς δυστυχεῖς
781φορολογουμένους ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος ὑπὲρ τῶν
782συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Νομίζω δέ, ὅτι τοιαύτη ἐνέρ-
783γεια εἶναι καὶ ἀπάνθρωπος, δηλαδὴ τὸ νὰ προσπαθῶσιν οἱ
784ὑποταμίαι νὰ φαίνωνται εὐχάριστοι διὰ τῆς καταδιώξεως
785τῶν ὀφειλετῶν, συλλαμβάνοντες ἀκτήμονας ὀφειλέτας. Διὰ
786τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
787καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ κατα-
788θέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν προσωποκρατουμένων κατὰ
789τὰς ἡμέρας ταύτας ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἐξ οὗ θέλει
790ἀποδειχθῆ, ὅτι οὐδὲν κερδίζει τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἀπαν-
791θρώπου ταύτης καταδιώξεως.
792§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
793γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτε μοὶ ἐδώκατε τὸ τηλε-
794γράφημα τοῦ ἱερέως, τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐξέδωκα διαταγήν,
795διὰ τῆς ὁποίας παρήγγελλον εἰς τὸν ὑποταμίαν Μυρτουντίων
796νὰ ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου,
797διότι ἡ ὥρα αὕτη τοῦ ἐνιαυτοῦ δὲν εἶναι ἐπιτηδεία, ἵνα
798καταδιώκωνται οὗτοι νὰ πληρώσωσι τὰ χρέη των. Σήμερον
799ὡσαύτως, πρὸ μικροῦ, ἦλθον δύο Βουλευταὶ τῆς πτέρυγος
800ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἐκ τῆς ἐπαρχίας Βάλ-
801του, ὁ κ. Στράτος καὶ ὁ κ. Στάϊκος, καὶ μοὶ ἀπηύθυναν
802παράκλησιν καὶ παράπονα κατὰ τοῦ ταμίου Βάλτου. Ἔγραψα
803ἀμέσως εἰς τὸν τμηματάρχην νὰ ἐπιστείλῃ ὁμοίαν διατα-
804γὴν εἰς τὸν ταμίαν Βάλτου. Λέγετε ὅτι ἡ πρὸς τὸν ὑπο-
805ταμίαν Μυρτουντίων διαταγὴ δὲν ἐξετελέσθη. Θέλω φρον-
806τίσει, καὶ ἂν δὲν ἐξετελέσθη, θέλω τιμωρήσει τὸν ὑποτα-
807μίαν. Ἐστὲ δὲ βέβαιοι, ὅτι τοιαύτην ὤθησιν πρὸς εἴσπραξιν
808τῶν δημοσίων ἐσόδων δὲν ἐδώκαμεν ἡμεῖς εἰς τοὺς ταμίας
809καὶ ὑποταμίας, τὸ γε νῦν ἔχον.
810§56Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
811§57ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
812Ἐσωτερικῶν). Προκειμένου περὶ τοῦ ἀστυνόμου τοῦ δή-
813μου Βουπρασίων, ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν γενι-
814κώτερον, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ μεταθέτω ἀστυνόμους ἐπὶ
815τῇ ἁπλῇ καταγγελίᾳ, ἡ ὁποία γίνεται ἐνταῦθα· διότι διὰ
816νὰ μετατεθῇ ἀστυνόμος, πρέπει νὰ ὑπάρχωσι κατ’ αὐτοῦ
817σοβαραὶ αἰτιάσεις. Ἐγὼ προσεπάθησα πρὸ πάντων εἰς τὴν
818ἐπαρχίαν Ἠλείας, καθὼς καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας, νὰ πλη-
819ρώσω πάσας σχεδὸν τὰς ἀστυνομίας δι’ ἀξιωματικῶν, διότι
820ἤκουον ἐνταῦθα πολλὰ καὶ δεδικαιολογημένα παράπονα,
821ὅτι πολλαὶ τῶν ἀστυνομιῶν διηυθύνοντο ὑπὸ ὑπαξιωματι-
822κῶν, καὶ τοῦτο προσεπάθησα, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν, νὰ ἀπο-
823φύγω, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσα τὰς περισσοτέρας ἀστυνομίας
824νὰ τὰς πληρώσω δι’ ἀξιωματικῶν. Ἂν οἱ ἀξιωματικοὶ
825παρεκτρέπωνται, βεβαίως πρέπει νὰ μετατίθηνται καὶ νὰ
826τιμωρῶνται, ἀλλὰ πρέπει καὶ αἱ παρεκτροπαί των ν’ ἀπο-
827δεικνύωνται δι’ ἐπισήμων ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας πάντοτε
828προκαλῶ.
829§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμε-
830ρησίας διατάξεως;
831§59Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κηροποιοὶ καὶ κηροπλάσται Ἀθηνῶν καὶ
832Πειραιῶς, ἀντιπροσωπεύοντες τὰς δύο ταύτας πολυπροσώ-
833πους Συντεχνίας, προσῆλθον σήμερον πρός με καὶ μοὶ ὑπέ-
834βαλον παράπονα, ἐπιδόντες μοι καὶ σχετικὴν ἀναφορὰν, κατὰ
835τοῦ ἄρτι ὑποβληθέντος νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμί-
836σεως διατάξεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολο-
837γίου». Ὅταν βεβαίως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συζητηθῇ,
838ὑποθέτω, ὅτι θέλουσιν εὑρεθῆ πολλοὶ συνάδελφοι, οἵτινες
839θέλουσι λάβει τὸν λόγον, καὶ θέλουσι καταστήσει σαφεῖς τὰς
840γνώμας αὐτῶν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ
841Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἡ ἀνα-
842φορὰ αὕτη ὑπεβλήθη καὶ εἰς τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς
843Κυβερνήσεως, ὡς καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
844§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
845§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρὸ ὀλίγου εἰς τὸ Προεδρεῖον,
846καὶ προετιθέμην νὰ τὴν ἀνακοινώσω.
847§62Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν τούτοις νομίζω καλὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ
848προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
849κῶν ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, ἃς ὑποβάλλουσιν οἱ συμπολῖται
850ἡμῶν οὗτοι, ἃς δὲ βεβαίως θέλουσιν ὑποβάλει καὶ οἱ συμ-
851πολῖται πολλῶν ἄλλων κυρίων Βουλευτῶν, ὅταν λάβωσι
852γνῶσιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Νομίζω καλὸν νὰ
853ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις ταύτας πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουρ-
854γὸν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ μελετήσῃ ταύτας, διότι ἐκτὸς τοῦ
855ὅτι διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου αὐξάνεται λίαν ἱκανῶς
856ὁ δασμὸς ὁ εἰσαγωγικὸς, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει
857ζημιωθῆ οὐσιωδῶς καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἀρκεῖ,
858Κύριοι, νὰ παρατηρήσητε, ὅτι ὁρίζεται ὁ δασμὸς διὰ τὰς
859100 ὀκάδας κηροῦ εἰς δραχμὰς χρυσᾶς 180, τουτέστι χαρτί-
860νας 237 καὶ 60/00, ἤτοι ἀναβιβάζεται ὁ δασμὸς ἀπὸ δραχ-
861μῶν 158, ὡς ὑπάρχει ἐν τῷ ἰσχύοντι δασμολογίῳ, εἰς
862δραχμὰς 237 καὶ 60/00, δηλαδὴ διαφορὰ ἐπὶ πλέον δραχμαὶ
86379 καὶ 60/00 ἐπὶ τῶν 100 ὀκάδων. Σημειώσατε δὲ, ὅτι αἱ
864ὗλαι, ἃς ἀφορᾷ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, δηλαδὴ ἡ κηρι-
865ζίνη, ἡ παραφίνη, ἡ στεατίνη καὶ πᾶσα ἄλλη τεχνητὴ κη-
866ρώδης οὐσία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῶσιν ἐνταῦθα
867τοσοῦτον τεχνικῶς καὶ νὰ ἔχωσι τὴν διαφάνειαν, ἣν ἔχουσιν
868αἱ ὗλαι αὗται, αἱ εἰσαγόμεναι ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Τοιουτο-
869τρόπως, ἵνα ἔχωμεν κηρία καὶ ἄλλα εἴδη ἀρίστης ποιότη-
870τος, θέλομεν εἶσθαι ἠναγκασμένοι πάντοτε αὐτὰς τὰς ὕλας
871νὰ εἰσάγωμεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, οὕτω δὲ, ὄντες ἠναγκα-
872σμένοι νὰ εἰσάγωμεν αὐτὰς τὰς ὕλας πάντοτε ἐκ τοῦ ἐξω-
873τερικοῦ, θέλομεν φορολογεῖσθαι δι’ ἐπαχθεστάτης φορολο-
874γίας δραχμῶν 79 καὶ λεπτῶν 60 ἐπὶ πλέον ἐπὶ δραχμῶν
875158, ἃς μέχρι τοῦδε ἐπλήρωνον δι’ εἰσαγωγὴν αἱ ὗλαι
876αὗται. Ἑπομένως καὶ διότι τὸ Κράτος θέλει ὑποστῆ ζημίαν,
877ἐὰν παύσῃ ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ὑλῶν τούτων, καὶ διότι οἱ κατα-
878ναλωταὶ θέλουσιν ὑποστῆ ἐπίσης ζημίαν, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ
879ἡ εἰσαγωγὴ ὑπὸ τοὺς βαρεῖς ὅρους τοῦ νομοσχεδίου, παρα-
880καλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ τὴν
881πρὸς αὐτὸν ὑποβληθεῖσαν ἀναφορὰν τῶν ἐν λόγῳ Συντεχνιῶν
882καὶ προνοήσῃ καταλλήλως, ὅταν συζητηθῇ τὸ ἐν λόγῳ νομο-
883σχέδιον, διότι, ἐπαναλέγω, ἐπειδὴ αἱ ὗλαι αὗται ἀναγκαίως
884εἰσάγονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ἡ αὔξησις τοῦ δασμοῦ θέλει
885ἐπιφέρει καταστροφάς· ζῶσι δὲ χιλιάδες ἐργατῶν ἐκ τῆς
886βιομηχανίας ταύτης, καὶ τὸ Δημόσιον ἑπομένως θέλει ζη-
887μιωθῆ.
888§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα ἀναφορὰ τῶν ἐν Ἀθήναις
889καὶ Πειραιεῖ συντεχνιῶν κηροποιΐας θέλει παραπεμφθῆ εἰς
890τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
891Οἱ βουλευταὶ Ἰωάννης Δαμηλάτης, Σπ. Δεληγιάννης καὶ
892Π. Μερλόπουλος ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 23
893τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Θέλει τυπωθῆ
894καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 12).
895Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ἰω. Ροῦφος παρακαλεῖ τὸν κ.
896Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν,
897ἂν ἐγένοντο αὐτῷ προτάσεις παρὰ Ρουμανικῆς ἑταιρείας διὰ
898τὴν προμήθειαν πετρελαίου, εἰς ποίαν τιμὴν προσφέρεται
899αὕτη νὰ χορηγήσῃ τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς τὸ Δημόσιον πετρέ-
900λαιον καὶ εἰς ποίαν προσφέρουσιν αὐτὸ οἱ νῦν προμηθευταί,
901ποῖος δ’ ὁ ἀριθμὸς κιβωτίων τοῦ κατ’ ἔτος καταναλισκο-
902μένου ἐν Ἑλλάδι πετρελαίου.
903Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Μπασδέκης ὑποβάλλει τρο-
904πολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυ-
905νομικῆς διοικήσεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
906Παράρτημα, ἀριθ. 13).
907Οἱ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι Τριπόλεως καὶ Καλαμῶν
908παραπονοῦνται διὰ τὴν προτεινομένην κατάργησιν τῆς διὰ
909νόμου χορηγηθείσης αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Θέλουσι
910σταλῆ αἱ αἰτήσεις αὐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
911Ἔχει ἕτερός τις τὸν λόγον;
912§64Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων συναδέλ-
913φων ἔλαβον καὶ ἐγὼ τηλεγράφημα τῶν τηλεγραφητῶν τού-
914των, καὶ εὑρίσκω πολὺ δίκαια τὰ παράπονα αὐτῶν· δὲν
915ἀμφιβάλλω δ’ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λαμ-
916βάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ταῦτα καθὼς καὶ τοὺς χθὲς
917ἀναπτυχθέντας ἀπὸ τοῦ βήματος λόγους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
918Λεβαδείας συναδέλφου, ὁμιλήσαντος ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ νομο-
919σχεδίου, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἀδικήσῃ οὐ μόνον τοὺς τηλεγρα-
920φικοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι
921ἀσφαλῶς θέλει ἐπέλθει μείωσις τῶν ἐσόδων τῆς ταχυδρομικῆς
922καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας ἕνεκα τῆς ἀπογοητεύσεως τῶν
923ὑπαλλήλων τούτων, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἀνάγκης θὰ περιέλθωσιν
924εἰς πλήρη ἀδιαφορίαν καὶ ἀπόγνωσιν.
925§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
926ταξιν.
927Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου
928«περὶ καταργήσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν
929νόμων ͵ΒΡΚΒʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1892 καὶ ͵ΒΧΙΘʹ τῆς
93010 Ἰουλίου 1899».
931Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
932§66Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν θὰ διακόψωμεν, κύριε
933Πρόεδρε;
934§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλλίτερον νὰ διακόψωμεν ἀργότερον,
935διότι πάντοτε δυστυχῶς ἡ ἐπανάληψις τῆς συνεδριάσεως
936ἄρχεται κατὰ τὰς 10½. Λοιπὸν νὰ κερδίζωμεν τοὐλάχι-
937στον ἡμίσειαν ὥραν διὰ νὰ μὴ παραμένωμεν ἐνταῦθα καθ’
938ὥρας ἀνοικονομήτους πλέον.
939§68ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ διατί νὰ μὴ ἐρχώμεθα εἰς τὰς 4, καὶ
940νὰ τελειώνωμεν εἰς τὰς 9;
941§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ
942τοῦτο, ὡς γνωρίζετε. Ἴσως μετὰ 4 ἢ 5 ἡμέρας ἡ Βουλὴ
943ἀναγκασθῇ νὰ προέλθῃ εἰς ἀπόφασιν περὶ τῆς ὥρας τῶν
944συνεδριάσεων. Ἀλλὰ σήμερον ὁπωσδήποτε καλὸν εἶναι νὰ
945ἐξακολουθήσωμεν μέχρι τῆς 8½, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ
946συνεδρίασις, ὅπως ἐπαναλαμβάνεται πάντοτε, ἀμέσως μετὰ
947τὴν δεκάτην.
948Ὁρίστε, κύριε Κουντουριώτη.
949§70Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον,
950Κύριοι, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως γίνεται
951σήμερον, ἀποτελεῖ μέρος τοῦ προγράμματος τοῦ οἰκονομικοῦ
952τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο ἐδηλώθη χθὲς παρὰ τοῦ κυρίου
953Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις
954καὶ ἐν τῇ βραχείᾳ αἰτιολογικῇ αὑτοῦ ἐκθέσει ἀναφέρει τοῦτο.
955Βεβαίως διὰ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ζη-
956τεῖται ἡ ἔγκρισις τῆς Βουλῆς, τουτέστι διὰ τὰ νομοσχέδια
957ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις συνέδεσε μετὰ τοῦ προϋπο-
958λογισμοῦ, καὶ δέον ἀναμφισβητήτως ταῦτα νὰ λάβωσι κῦρος
959καὶ ἰσχὺν νόμου, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ
960πρόγραμμα αὑτῆς, διὰ νὰ δυνηθῇ μετὰ πεποιθήσεως νὰ
961προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας αὑτῆς. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ ἀντί-
962θετον ἰδέαν, προκειμένου περὶ οἰκονομιῶν, οὐδεὶς δύναται νὰ
963ἔχῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἂν Κυβέρνησίς τις δύναται νὰ διαπράξῃ
964οἰκονομίας, δὲν πρέπει νὰ προβῇ εἰς τοῦτο· ἀλλὰ οὐχ ἧττον
965πᾶσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία σκοπεῖ εἰς οἰκονομίας διατεθη-
966σομένας εἴτε ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, εἴτε ὑπὲρ ἄλλων
967ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ὀφείλει νὰ συνδυάζῃ τὰς οἰκονομίας
968ταύτας πρὸς τὰ πράγματα, ὀφείλει νὰ τὰς συνδυάζῃ κατὰ
969τρόπον τοιοῦτον, ὥστε αἱ ἐπιδιωκόμεναι οἰκονομίαι νὰ μὴ
970καταλήγωσιν εἰς ἀποτελέσματα ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα
971ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις. Ἂν τὰς ποθουμένας οἰκονομίας οἱα-
972δήποτε Κυβέρνησις δὲν συνδυάζῃ πρὸς τὰ πράγματα, εἶναι
973πιθανώτατον, ὅτι θὰ καταλήξῃ ὅπου κατέληξε καὶ ὁ φιλάρ-
974γυρος ἐκεῖνος, ὅστις, ποθῶν νὰ βλέπῃ χρήματα πολλὰ ἐνώ-
975πιόν του καὶ νὰ ἀγάλλεται, ὑπέβαλεν ἑαυτὸν εἰς τοιαύτας
976ἀλόγους οἰκονομίας καὶ τοιαύτας στερήσεις, ὥστε ἀσθενήσας
977ἕνεκα τούτων ἠναγκάσθη ἡμέραν τινὰ νὰ δαπανήσῃ εἰς ἰα-
978τροὺς καὶ φάρμακα ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν, ἣν διὰ τῶν
979ἀνοήτων οἰκονομιῶν εἶχε περισυλλέξει.
980Βεβαίως, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ,
981θέλω λάβει τὸν λόγον καὶ θέλω εἴπει, ἐὰν ὄντως τὸ ἔργον
982τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τοιοῦτον, ὥστε καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος,
983εἰς ἣν ἀνήκω, ν’ ἁρμόζῃ νὰ τὸ ἐνισχύσωμεν, ἐὰν ἁρμόζῃ νὰ
984συνδράμωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα,
985δι’ ὧν θέλει ἐπιτύχει οὐ μόνον οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀπο-
986τελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνήγ-
987γειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ τοῦ εἰσηγητηρίου αὑτοῦ
988λόγου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τοῦ σήμερον ὑπὸ
989συζήτησιν νομοσχεδίου ἐνῷ ἀσπάζομαι τὴν ἀρχήν, δὲν δύ-
990ναμαι νὰ ἐγκρίνω, κατὰ περίεργον σύμπτωσιν, τὸ σῶμα.
991Τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἀρχὴ εἶναι ἡ οἰκονομία· τοιαύτη τις
992ἀρχὴ ὑπεχρέωσε, φαίνεται, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτε-
993ρικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ ὁ
994κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἀνέπτυξε τοὺς λόγους, δι’ οὓς
995θεωρεῖ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ γείνῃ νόμος τοῦ
996Κράτους· ἀντέκρουσε δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν
997χονδρικῶς, κατὰ τὴν φράσιν αὐτοῦ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξω-
998τερικῶν Ὑπουργοῦ.
999§71ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
1000ρικῶν). Φαίνεται ὅτι σᾶς ἀπατᾷ ἡ μνήμη. Δὲν εἶπον τοῦτο.
1001§72ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἴπετε τὴν λέξιν «χονδρικῶς».
1002Ἦλθε δὲ κατόπιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρὰ
1003τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ, παρὰ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα φέρει, τῶν
1004δύο Ὑπουργείων, παρὰ τὰς πολλαπλᾶς καὶ ποικίλας ἀσχο-
1005λίας του, ἀνέπτυξε τὸ νομοσχέδιον ἐν ταῖς λεπτομερείαις,
1006πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν ὑμεῖς νὰ πράξητε καὶ οὐχὶ διὰ
1007βραχέων νὰ ἐκθέσητε τοὺς λόγους, οἵτινες ὤθησαν ὑμᾶς εἰς
1008τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ.
1009§73ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἶμαι τέλειος.
1010§74ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀτελείας ἢ
1011τελειότητος, τὰς ὁποίας μᾶς εἶπε καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δι-
1012καιοσύνης προχθές. Ἐγὼ δὲν προτίθεμαι νὰ ἐξετάσω, ἂν
1013εἶσθε τέλειος ἢ ἀτελής· ἐγὼ θέλω νὰ πιστοποιήσω, ὅτι ὁ
1014κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνθ’ ὑμῶν ἀνέπτυξε τὸ ζή-
1015τημα, καὶ ἠθέλησε νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι εἶναι συμφέρον νὰ
1016ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Ἂν τὸ κατώρθωσεν ἢ ὄχι, ἄλ-
1017λος ὁ λόγος.
1018§75ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ ἐξήγησα τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ μέτρῳ
1019τῶν δυνάμεών μου, εἶμαι δ’ εὐτυχής, διότι ὁ κ. Πρόεδρος
1020τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ἀνέπτυξε πλειό-
1021τερον τὸ ζήτημα. Τὰ ὑμέτερα φῶτα θὰ συντελέσωσιν ἤδη
1022περισσότερον.
1023§76ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πάντοτε μὲ εἰρωνείας νομίζετε,
1024ὅτι δύνασθε νὰ πραγματεύησθε τοιαῦτα ζητήματα, ἀλλ’
1025ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἔχητε ὑπὲρ ὑμῶν τὴν ἐπιτυχίαν.
1026Ὅτε ἠγέρθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀπαν-
1027τήσῃ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κραναίας, ἐπίστευσα, τὸ ὁμο-
1028λογῶ, ὅτι ἤθελε ζητήσει νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον.
1029§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς) (μειδιῶν).
1030Τὸ ἐπιστεύσατε τοῦτο;
1031§78ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἤμην ἀτυχής· ἀλλ’ εἶχον τὴν
1032ἰδέαν, ὅτι ἠθέλετε τὸ ἀποσύρει, ἢ ὅτι ἠθέλετε ζητήσει τὴν
1033ἀναβολὴν αὐτοῦ, καὶ ὡς ἀλυσιτελοῦς πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον
1034σκοπὸν τῶν οἰκονομιῶν καὶ ὡς ἀσυμφόρου εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
1035Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο φέρει οἰκο-
1036νομίας, καὶ ποίου εἴδους οἰκονομίας.
1037Καὶ πρῶτον διὰ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως ἑνὸς τμη-
1038ματάρχου οὐδεμία ἐπέρχεται οἰκονομία. Ὁ τμηματάρχης
1039οὗτος ἔχει συμπεπληρωμένον τὸν χρόνον πρὸς σύνταξιν καὶ
1040εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε ἀπερχόμενος τῆς ὑπηρεσίας θὰ
1041λαμβάνῃ σύνταξιν ἀνωτέραν τοῦ μισθοῦ, ὃν σήμερον λαμβά-
1042νει· ἑπομένως καταργουμένης τῆς θέσεως ταύτης τὸ δημό-
1043σιον ταμεῖον οὐδὲν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ. Θὰ ὠφεληθῇ, λέγουσι,
1044τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως ἑνὸς Γραμμα-
1045τέως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν· ἀλλ’ ἐκ τῆς καταρ-
1046γήσεως ταύτης ἀμφιβάλλω ἂν τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ ὠφε-
1047ληθῇ 1500 ἢ 2000 δραχ. Ἀλλ’ ἀξίζει ἆρά γε, διὰ ποσὸν
1048τόσον εὐτελὲς νὰ ζημιώσητε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου;
1049Καὶ εἶναι ζημία, διότι εἶναι ἀναγκαῖος ὁ ὑπάλληλος οὗτος
1050εἴτε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Προξενείων, εἴτε διὰ τὴν ὑπη-
1051ρεσίαν τῶν Πρεσβειῶν· καταργοῦντες δὲ τὴν θέσιν, θὰ εὑρε-
1052θῆτε πολλάκις εἰς στενοχωρίαν, μὴ ἔχοντες τὸ ἀπαιτούμενον
1053πρόσωπον διὰ νὰ πληρώσητε κενὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε παρου-
1054σιασθῆ εἴτε εἰς Προξενεῖον, εἴτε καὶ εἰς Πρεσβείαν· καὶ περὶ
1055τούτου δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ σᾶς φέρω ἀποδείξεις.
1056Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι πραγματικαὶ εἰς
1057τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐγὼ πρῶτος ἤθελον ἐπι-
1058κροτήσει· εἶναι δὲ δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν
1059νὰ φέρῃ οἰκονομίας σπουδαίας, καὶ οὐχὶ τοιαύτης φύσεως,
1060γελοίας — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις — διὰ δαπάνην...
1061§79ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν εἶναι διπλωματικὴ ἡ φράσις.
1062§80ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι ὅμως κοινοβουλευτική.
1063Ἡ δαπάνη, ἥτις ἐχρειάσθη διὰ νὰ τυπώσητε τὸ νομοσχέδιον
1064τοῦτο, ἀποτελεῖ τὸ τρίτον τῆς μισθοδοσίας τοῦ Γραμματέως,
1065καὶ ταύτην ἠθέλετε ἐξοικονομήσει.
1066§81ΣΚΟΥΖΕΣ. Χονδρικῶς καὶ αὐτὸ τὸ λέγετε.
1067§82ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πολὺ ἀρέσκεσθε εἰς αὐτὴν τὴν
1068λέξιν!
1069Θὰ ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν ἐμερίμνα σοβαρῶς περὶ
1070οἰκονομιῶν, νὰ ἐπιφέρῃ οἰκονομίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1071Ἐξωτερικῶν—καὶ ἤθελον συγχαρῆ αὐτὸν—διὰ τῆς καταρ-
1072γήσεως τῶν Πρεσβειῶν. Καὶ ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω ἐνώπιον
1073τῆς Βουλῆς, ὅτι διατηροῦντες τὰς Πρεσβείας ταύτας σήμερον,
1074οὐδὲν ἕτερον πράττομεν ἢ νὰ φαινώμεθα κωμικοὶ εἰς τὰ
1075ὄμματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὴν οἰκονομικὴν κατά-
1076στασιν ἡμῶν. Ἔπρεπε νὰ ἔχητε τὸ θάρρος νὰ εἴπητε εἰς τὴν
1077Βουλὴν, ὅτι ὑπὸ τοῦ παρόντος αἱ Πρεσβεῖαι εἶναι περιτταὶ,
1078καὶ ἂν ἡμέραν τινὰ βελτιωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κρά-
1079τους, δυνάμεθα ν’ ἀνασυστήσωμεν αὐτάς.
1080§83ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῶν Πρε-
1081σβειῶν ἦτο μέρος τοῦ προγράμματος τῆς νῦν Κυβερνήσεως,
1082ἥτις ὡς Ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειοψηφίας
1083τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ μεταξὺ τῶν ἄλλων
1084οἰκονομιῶν ἀνέγραψε καὶ ταύτην.
1085§84Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐξέθεσα τότε
1086τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ καταργηθῶσιν αἱ
1087Πρεσβεῖαι...
1088§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ ἦτο
1089γνώμη τῆς μειονοψηφίας, οὐχὶ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολι-
1090τεύσεως.
1091§86ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ μειονοψηφία οὐδὲν ἄλλο
1092ἔπραττεν ἢ νὰ διερμηνεύῃ τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
1093καὶ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς. Ἄλλως εἶχε τὸ πρᾶγμα, ὤ-
1094φειλε νὰ διαψεύσῃ τὸν εἰσηγητήν.
1095§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ πρόγραμμα τῆς νῦν Κυβερ-
1096νήσεως ἀνεκοινώθη εἰς τοὺς ἐκλογεῖς· αὐτοὶ ἤκουσαν οἱ ἐκ-
1097λογεῖς.
1098§88ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι, ἀλλὰ νομίζω,
1099ὅτι τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα ἑκάστης Ἀντιπολιτεύσεως δὲν
1100εἶναι τὰ λεγόμενα κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ
1101τὰ ἐκφραζόμενα καὶ διατυπούμενα καὶ διερμηνευόμενα καὶ
1102ἀναπτυσσόμενα ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου.
1103§89ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν λεπτο-
1104μέρειαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος
1105ἀνέφερεν. Ἀλλὰ βεβαίως πρέπει νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Πρόεδρον
1106τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
1107τοιαύτην ἔχοντα γνώμην· τοῦτο δὲ μαρτυρεῖ, ὅτι αὐτὰ ταῦτα
1108τὰ πράγματα ἔπεισαν αὐτὸν νὰ ἔχῃ γνώμην τοιαύτην, ἀλλ’
1109ἔδει καὶ νὰ ἐμμείνῃ εἰς αὐτήν. Ἀφοῦ ἤδη παριστᾷ διὰ τῶν
1110μελανωτέρων χρωμάτων τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας κατά-
1111στασιν.
1112§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἴσως δὲν
1113ἠκούσατε τί εἶπον· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἐπαναλάβω.
1114§91ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πιθανὸν νὰ μὴ συμφέρῃ ν’ ἀκούσω
1115τί εἴπατε. Συγχαίρω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι
1116εἶχε τοιαύτην γνώμην, διότι τὰ πράγματα εἶχον πείσει αὐ-
1117τὸν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν Πρε-
1118σβειῶν. Καὶ τῳόντι αἱ Πρεσβεῖαι οὐδέποτε παρέσχον εἰς
1119ἡμᾶς τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἐδικαιούμεθα ν’ ἀναμένωμεν
1120ἀπὸ αὐτάς. Ἐὰν ἐξαιρέσωμεν τὴν Πρεσβείαν τῆς Κωνσταν-
1121τινουπόλεως, ὅλαι αἱ ἄλλαι Πρεσβεῖαι, τῶν Παρισίων, τοῦ
1122Λονδίνου, τῆς Ῥώμης, τῆς Πετρουπόλεως, οὐδεμίαν παρέ-
1123σχον ὑπηρεσίαν.
1124§92Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε αὐτό;
1125§93ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ γνωρίζω, ἀξιότιμε κύριε Βου-
1126λευτὰ ἐκ Κραναίας, διότι παρουσιάσθησαν τὰ λυπηρὰ γεγο-
1127νότα τῆς χρεωκοπίας καὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, τὰ γεγονότα
1128τοῦ πολέμου καὶ τῶν διαπραγματεύσεων περὶ εἰρήνης, καθ’
1129ὅλα δὲ ταῦτα οὐδεμίαν αἱ Πρεσβεῖαι παρέσχον ὑπηρεσίαν.
1130Εἰς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ ὁποίαν ὑπηρεσίαν παρέ-
1131σχεν ἡ Πρεσβεία τοῦ Λονδίνου, ἥτις νὰ δικαιολογήσῃ τὴν
1132ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1896 ἐπαύξησιν τῶν δαπανῶν
1133αὐτῆς εἰς 35,000 δραχμάς; Τίνας ὑπηρεσίας παρέσχεν εἰς
1134τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ ἡ ἐν Παρισίοις Πρεσβεία καὶ
1135ὁ πρέσβυς, τοῦ ὁποίου ὁ μισθὸς ἀνῆλθεν εἰς 65,000 δραχ-
1136μὰς, χάριν δῆθεν τῶν διαπραγματεύσεων περὶ τοῦ συμβι-
1137βασμοῦ, ὡς εἰ ἐπρόκειτο χάριν αὐτοῦ νὰ δαπανήσῃ ὁ κύριος
1138πρέσβυς περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐδαπάνα, ἁπλῶς
1139ἐχόντων τῶν πραγμάτων καὶ μὴ ὑπάρχοντος τοῦ ζητήμα-
1140τος τῶν διαπραγματεύσεων περὶ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν
1141ἡμῶν; Ἦσαν ἀρκεταὶ αἱ μισθοδοσίαι καὶ αἱ ἀποδοχαί, τὰς
1142ὁποίας ἐλάμβανον οἱ πρεσβευταὶ τῶν Παρισίων καὶ τοῦ
1143Λονδίνου, καὶ οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ διπλασιασθῶσιν
1144αἱ δαπάναι αὗται. Ὅ,τι ἐλέχθη διὰ τὴν Πρεσβείαν τῶν
1145Παρισίων, τοῦτ’ αὐτὸ δύναταί τις νὰ εἴπῃ καὶ διὰ τὴν
1146Πρεσβείαν τοῦ Λονδίνου. Ὅτε δὲ ἦλθεν ἡ δοκιμασία, ἡ μετὰ
1147τὰ λυπηρὰ γεγονότα τοῦ 1897, ὁποίαν παρέσχον συνδρομὴν
1148αἱ διάφοροι Πρεσβεῖαι; Ἀλλὰ καὶ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ
1149μετὰ τὸν πόλεμον ἀκόμη, ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς διαφόρους δια-
1150πραγματεύσεις, ὁποίαν ὑπηρεσίαν παρέσχον οἱ ἡμέτεροι πρε-
1151σβευταί; Καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἐγὼ δύναμαι νὰ γνωρίζω,
1152τὰ πάντα διενηργοῦντο ἐντεῦθεν, ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ὑπηρε-
1153σίας καὶ διὰ τῶν ξένων ἀντιπροσώπων, τῶν διαπεπιστευ-
1154μένων παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ Αὐλῇ. Οἱ ἡμέτεροι ἀντιπρόσωποι
1155οὐδὲν ἄλλο ἔπραττον ἢ νὰ διαβιβάζωσιν εἰς τὰς Κυβερνήσεις,
1156παρὰ ταῖς ὁποίαις ἦσαν διαπεπιστευμένοι, πληροφορίας περὶ
1157γεγονότων, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν εἶχαν σημασίαν ἢ ἐπιρροὴν
1158ἐπὶ τῆς προόδου τῶν διαπραγματεύσεων, τῶν μελλουσῶν νὰ
1159κανονίσωσι τὰς σχέσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Καὶ κατὰ
1160τὰς δύο λοιπὸν περιστάσεις ταύτας αἱ Πρεσβεῖαι οὐδεμίαν
1161παρέσχον πραγματικήν, θετικὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ
1162τῆς Πρεσβείας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, διότι αὕτη ἔχει
1163προορισμὸν καὶ λόγον ἄλλον.
1164Ὡμίλησα περὶ τῶν Πρεσβειῶν, διότι τὸ ἔφερεν ἡ σειρὰ
1165τοῦ λόγου καὶ διακοπή τις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ἀλλὰ δὲν
1166εἶχον σκοπὸν νὰ ποιήσωμαι σήμερον ἀναδρομὴν τοιαύτην εἰς
1167τὸ ζήτημα τῶν Πρεσβειῶν, διότι θέλω ἐξετάσει αὐτὸ εἰς
1168ἄλλην εὐκαιρίαν.
1169§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. συνάδελφος
1170θὰ παρατείνῃ τὸν λόγον του ἐπὶ πολύ.
1171§95ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
1172§96ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μάλιστα, ἐὰν ἐπιθυμῆτε, διότι θὰ
1173ὁμιλήσω ἐπὶ πολύ.
1174§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς
117510ης ὥρας.
1176(Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπανα-
1177λαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 10 καὶ 30′ μ. μ.)
1178§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὑπάρ-
1179χει ἀντίρρησις;
1180Ὁ κύριος Κουντουριώτης παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὸν
1181λόγον του.
1182§99ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, πρὸ τῆς διακο-
1183πῆς, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐὰν πράγματι ἐπιθυμῆτε νὰ
1184ἔχητε οἰκονομίας, νὰ καταργήσητε τὰς Πρεσβείας. Τότε
1185θὰ ἔχητε θετικὰς καὶ πραγματικὰς οἰκονομίας, ἑκατοντά-
1186δων χιλιάδων δραχμῶν. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου,
1187ὡς καὶ διὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ προξενικοῦ, διὰ τοῦ
1188ὁποίου ἐλαττοῦτε τοὺς μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ ἐκείνου, ἐνῷ
1189δὲν ἐπιτυγχάνετε οἰκονομίας ἀξίας λόγου, παραβλάπτετε
1190τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τὴν κεντρικὴν καὶ τὴν ἐξωτερικήν.
1191Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχεν ἔφεσιν καὶ
1192ζῆλον νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας, ἐπεθύμει
1193δὲ νὰ ἀφήσῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἴχνη τῆς
1194διαβάσεως αὐτοῦ, καλῶς θὰ ἔπραττε νὰ καταγείνῃ εἰς τὸ
1195νὰ διαρρυθμίσῃ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τρόπον τοι-
1196οῦτον, ὥστε αὕτη νὰ μὴ χωλαίνῃ, νὰ ἐκτελῇ δὲ σκοπιμώ-
1197τερον τὸν προορισμὸν αὑτῆς, ἐνῷ διὰ τῶν μεταρρυθμίσεων,
1198τὰς ὁποίας μᾶς προτείνει νῦν, δὲν θέλει ἐπιτύχει ἄλλο τι
1199παρὰ ἐξάρθρωσιν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τῆς κεντρικῆς καὶ τῆς
1200ἐξωτερικῆς, ὅπως σᾶς ἐξήγησα. Πῶς δὲ θὰ ἠδύνατο νὰ βελ-
1201τιώσῃ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν ὁ κ. Ὑπουργός; Διαρρυθμί-
1202ζων τὰ τμήματα καταλλήλως.
1203Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει ἀνάγκην Ἀρχείου
1204τακτικοῦ, ἀξίου τοῦ ὀνόματος. Τὸ Ἀρχεῖον αὐτοῦ, ὡς ἔχει
1205σήμερον, οὐδεμίαν βοήθειαν, οὐδεμίαν χρησιμότητα παρέχει·
1206ἐὰν δέ ποτε θελήσῃ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὸ παρελ-
1207θόν, νὰ μελετήσῃ ἐθνικήν τινα ὑπόθεσιν, νὰ ἀντλήσῃ διδάγ-
1208ματα ἢ καὶ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ οιουδήποτε ἐθνικοῦ ζητή-
1209ματος, βεβαίως τὸ Ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερι-
1210κῶν δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τῷ παράσχῃ πρόχειρον ὑπη-
1211ρεσίαν τοιαύτην. Τὸ Ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτε-
1212ρικῶν εἶναι ὁ δεξιὸς βραχίων τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν
1213ὑποθέσωμεν, ὅτι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν,
1214ὅτι ἔχομεν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Πλεῖστα ἔγγραφα, ἀφο-
1215ρῶντα εἰς σπουδαιότατα ἐθνικὰ γεγονότα, ἀφορῶντα εἰς αὐ-
1216τὴν τὴν ἵδρυσιν τοῦ Κράτους, κατάκεινται διεσπαρμένα εἰς
1217διάφορα Ὑπουργεῖα, κατάκεινται εἰς τὰς βιβλιοθήκας, εἰς
1218τὴν Ἐθνικὴν καὶ πιθανὸν καὶ εἰς τὴν τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς
1219τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὰ ἀρχεῖα ταῦτα ἔπρεπε
1220νὰ περισυλλεχθῶσι, νὰ ταξινομηθῶσι, νὰ καταγραφῶσι με-
1221θοδικῶς, ἐὰν ὑπῆρχε τμηματάρχης εἰδικός,—καὶ ὑπάρχει
1222τοιοῦτος,—ὥστε εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ δύναται ὁ Ὑπουρ-
1223γὸς ν’ ἀκολουθήσῃ τὰς παραδόσεις μιᾶς ἐθνικῆς ἐξωτερικῆς
1224πολιτικῆς. Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, ἂν κατὰ τοὺς τε-
1225λευταίους τούτους χρόνους ἔχωμεν ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν,
1226ἐὰν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν διευθύνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1227Ἐξωτερικῶν. Τὸ ζήτημα ὅμως τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον
1228δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξετασθῇ, καὶ δὲν σκοπῶ νὰ ἐπι-
1229ληφθῶ τούτου σήμερον. Θὰ ἠδύνατο λοιπόν, ἔλεγον, ὁ κ.
1230Ὑπουργὸς νὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξω-
1231τερικῶν, ἐὰν ἤθελε καταγείνῃ νὰ διαρρυθμίσῃ τὰ τμήματα
1232τοῦ Ὑπουργείου τούτου, νὰ ταξινομήσῃ τὰ διάφορα θέματα,
1233τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ὡς παρα-
1234δείγματος χάριν τὸ ζήτημα τὸ Ἐκκλησιαστικὸν καὶ ἄλλα
1235ὁμοταγῆ ζητήματα, συνδεόμενα μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐλευθέ-
1236ρου Βασιλείου καὶ μὲ τὴν κατάστασιν τῶν ὁμογενῶν πλη-
1237θυσμῶν, οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν ἀκόμη ὑπὸ ξένον ζυγόν. Τοι-
1238αύτην τινὰ ἐργασίαν θ’ ἀνεμένομεν ἡμεῖς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουρ-
1239γοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, μεταρρυθμιστικήν, διότι μεταρρυθ-
1240μιστικὸν εἶναι καὶ τὸ πρόγραμμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ παροῦσα
1241Κυβέρνησις ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Ἀλλὰ τὰ μέτρα, τὰ
1242ὁποῖα μᾶς παρουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν
1243νομοσχεδίου, ἡμεῖς τὰ θεωροῦμεν, ἂν ὄχι μισά, ἀλλ’ οὐδὲν
1244ὑποσχόμενα πρακτικὸν ἀποτέλεσμα.
1245Καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθὲς: «Ἡμεῖς
1246ἐπιθυμοῦμεν τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐπιζητοῦμεν νὰ
1247φέρωμεν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, νὰ τὰς μονιμο-
1248»ποιήσωμεν, νὰ καταργήσωμεν τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας θεω-
1249»ροῦμεν περιττάς, διὰ νόμου, εἰς τρόπον ὥστε καὶ ὁ διά-
1250»δοχος ὑμῶν νὰ μὴ δύναται νὰ πληρώσῃ τὰς θέσεις ταύ-
1251»τας.» Ἀλλ’ ὁ διάδοχος ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερ-
1252νήσεως, ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ζη-
1253τήσῃ νὰ καταργήσῃ διὰ νόμου ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σήμερον
1254ὑμεῖς ζητεῖτε νὰ θεσπισθῶσιν. Ἐὰν πάντως ἠθέλετε νὰ μὴ
1255ἔχητε τὸν τμηματάρχην ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου διὰ τοῦ νομο-
1256σχεδίου ζητεῖτε νὰ καταργήσητε τὴν θέσιν, ἠδύνασθε, καὶ
1257χωρὶς νὰ ψηφίσητε εἰδικὸν νόμον ν’ ἀπομακρύνητε τὸν
1258τμηματάρχην, ἀπαλείφοντες, ὡς εἶπε καὶ ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγο-
1259ρεύσας Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, τὸ σχετικὸν κανδύλιον τοῦ
1260προϋπολογισμοῦ. Καὶ τοῦτο δὲν θὰ ἦτο πρωτοφανές. Εἰς
1261τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα ὑπάρχουσι νενομοθετημέναι θέσεις
1262Γεν. Γραμματέων, ἀλλὰ πλὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκο-
1263νομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης οὐδὲν ἕτερον
1264Ὑπουργεῖον ἔχει Γενικὸν Γραμματέα. Εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουρ-
1265γεῖα δὲν εἶναι διωρισμένος Γενικὸς Γραμματεύς. Πλὴν τούτου
1266ὑπάρχει νενομοθετημένη θέσις Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν Τα-
1267χυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
1268βερνήσεως, ἀγόμενος ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ οἰκονομικοῦ, τὸ
1269ὁποῖον ἐμπνέει αὐτόν, δὲν συνεπλήρωσε τὴν θέσιν, δὲν ἐζή-
1270τησεν ὅμως καὶ τὴν κατάργησιν αὐτῆς διὰ νόμου. Τοῦτ’
1271αὐτὸ ἠδύνατο νὰ γείνῃ καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει.
1272Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως τοῦ Γραμμα-
1273τέως, ἣν ἀναγράφει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ ἡ κα-
1274τάργησις αὕτη νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρακτική, τάχιστα δὲ
1275ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν παραμείνῃ εἰς τὴν
1276διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, θὰ αἰσθανθῇ τὴν ἔλλειψιν ἑνὸς
1277χρησίμου ὑπαλλήλου. Εὔχομαι καὶ ἐλπίζω, ὅτι σκεπτόμενος
1278ὡριμώτερον θὰ ζητήσῃ τὴν ἀπάλειψιν καὶ τῆς διατάξεως
1279ταύτης τοῦ νομοσχεδίου.
1280Τὸ ἕτερον θέμα, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον,
1281εἶναι ἡ αὔξησις τῆς τριετοῦς θητείας τῶν ἀκολούθων τοῦ
1282Ὑπουργείου εἰς τετραετῆ. Καὶ ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἠκούσα-
1283μεν, εἶναι ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἡ τετραετὴς εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία
1284θὰ μορφώσῃ τὸν ἀκόλουθον, θὰ τῷ παράσχῃ τὰς γνώσεις τὰς
1285τυπικὰς, τὰς ἀπαιτουμένας ὅπως ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ καταστῇ
1286μᾶλλον λυσιτελὴς εἰς τὸ μέλλον. Καὶ ἠκούσαμεν τοῦ κυρίου
1287Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰπόντος, ὅτι βεβαίως πρέπει ἡ
1288θητεία νὰ ἦναι τετραετὴς καὶ ἡ ὑπηρεσία νὰ γίνηται ἐν τῷ
1289Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1290Ἐξωτερικῶν εἶναι σχολεῖον διὰ τοὺς νέους τοὺς εἰσερχομέ-
1291νους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1292Κυβερνήσεως εἶχεν ἄδικον, εἰπὼν ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1293Ἐξωτερικῶν, ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία, εἶναι τὸ σχολεῖον τῶν
1294νέων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται μετὰ τέσσαρα ἔτη νὰ
1295ἀπέλθωσιν εἰς τὰ Προξενεῖα ἢ εἰς τὰς Πρεσβείας. Ἀλλ’ ἐὰν
1296δὲν ἦναι δυνατὸν εἰς διάστημα τριετοῦς θητείας ἐν τῇ κεν-
1297τρικῇ ὑπηρεσίᾳ ν’ ἀποκτήσωσι τὰς γνώσεις τὰς ἀπαιτου-
1298μένας ὅπως καταρτισθῶσιν εἰς τὸ τυπικὸν μέρος τῆς ὑπηρε-
1299σίας, βεβαίως, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι
1300ἓν ἔτος περιπλέον θὰ καταστήσῃ αὐτοὺς σοφωτέρους καὶ
1301ἐγκρατεστέρους τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Ἄλλως τε νομίζω,
1302ὅτι νέοι ἀκολουθήσαντες εὐδοκίμως τὰς πανεπιστημιακὰς
1303αὐτῶν σπουδὰς καὶ ἀποκτήσαντες δίπλωμα, καὶ ὑποστάντες
1304ἐξετάσεις διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἀκολούθου, καὶ ὑπηρετή-
1305σαντες ἐπὶ δύο ἢ τρία ἔτη ἐν τῷ βαθμῷ τούτῳ, δὲν θὰ ἦναι
1306ἀδύνατον νὰ εἰσδύσωσιν εἰς τὰ οὐχὶ δὰ καὶ τόσον σπουδαῖα
1307μυστήρια τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1308Ἐξωτερικῶν. Ἐὰν δὲ δὲν κατορθώσουν οἱ νέοι οὗτοι νὰ
1309μυηθῶσιν εἰς τὰ τῆς ὑπηρεσίας ἐντὸς τριῶν ἐτῶν, βεβαίως
1310δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ τὸ κατορθώσουν ἐντὸς τοῦ προστιθεμένου
1311τετάρτου ἔτους· καὶ τοῦτο θὰ ἦναι λόγος, ἵνα ὁ Ὑπουργὸς
1312τοὺς ἀπαλλάξῃ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀπαλλάξῃ καὶ τὸ δημό-
1313σιον ταμεῖον ἀσκόπου δαπάνης. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καὶ
1314ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιμένωσιν εἰς τὴν διά-
1315ταξιν ταύτην, ἡμεῖς θὰ παρακαλέσωμεν, ὅπως γείνῃ δεκτὴ
1316τοὐλάχιστον ἡ τροπολογία, καθ’ ἣν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου
1317τούτου δὲν ἔχει ὀπισθενεργὸν δύναμιν, δηλαδὴ νὰ μὴ ἐφαρ-
1318μοσθῇ ἐπὶ ἐκείνων τῶν νέων, οἵτινες εἰσήχθησαν εἰς τὴν
1319ὑπηρεσίαν ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ μέχρι νῦν κρατοῦντος νόμου,
1320μὲ τοὺς ὁποίους ἐδώκατε εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ὑπο-
1321στῶσιν ἐξετάσεις, καὶ ὑπέστησαν ταύτας· διότι ἄδικον καὶ
1322σκληρὸν θὰ ἦτο, νὰ ἔλθητε σήμερον, ὅτε οἱ νέοι οὗτοι ἔχουσι
1323συμπληρώσει τὸ τριετὲς διάστημα τῆς θητείας των, νὰ τοῖς
1324εἴπητε, ὅτι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ καὶ
1325πρέπει ν’ ἀναμείνωσιν ἐπὶ ἓν ἔτος ἀκόμη. Δόντες οἱ νέοι
1326οὗτοι τὰς ἐξετάσεις αὐτῶν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν διατάξεων
1327τοῦ μέχρι σήμερον ἰσχύοντος νόμου, ἔχουσιν, οὕτως εἰπεῖν,
1328ἀπέναντι τῆς Πολιτείας κεκτημένα δικαιώματα ἐπὶ τῆς
1329τριετοῦς θητείας. Διατὶ θέλετε σήμερον ν’ αὐξήσητε τὴν
1330τριετίαν εἰς τετραετίαν;
1331§100ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Συνεπλήρωσαν ἤδη τὴν τριετίαν;
1332§101ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ἂν τοῖς ὑπολείπωνται δύο ἢ
1333τρεῖς μῆνες, σχεδὸν τὴν συνεπλήρωσαν. Καὶ ἔρχεται τὸ ὑπὸ
1334συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ ῥίπτει εἰς τὴν ῥάχιν των ἓν ἔτος
1335ἀκόμη. Εἶναι τοῦτο δίκαιον;
1336Δικαιοῦμαι λοιπὸν νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη,
1337περὶ τῆς ὁποίας καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς
1338πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν, θὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ
1339παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ὅστις ἄλλως
1340ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐσκόπει διὰ τοῦ νομοσχεδίου του νὰ θίξῃ
1341τὴν θέσιν τῶν νέων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἤδη ἀποκτή-
1342σει τὸ δικαίωμα πρὸς προβιβασμόν, ἔχουσι δηλαδὴ τριετῆ
1343θητείαν εἰς τὸν βαθμὸν ἀκολούθου. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
1344ρικῶν Ὑπουργὸς εἶναι ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ προστατεύσῃ τὰ
1345δικαιώματα τῶν ὑπαλλήλων, τῶν διατελούντων ἐν τῇ ὑπη-
1346ρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου του, καὶ ὀφείλει τὰ δικαιώματα
1347ταῦτα νὰ τηρήσῃ ἀμείωτα ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ.
1348Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς προτείνει τὴν κατάργησιν ἑνὸς
1349τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ λόγους,
1350ὡς λέγει, καθαρῶς οἰκονομικούς, ἔρχεται αἴφνης διὰ τοῦ προ-
1351τελευταίου ἄρθρου καὶ καθιστᾷ τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἐντελῶς
1352προσωπικόν. Καὶ ἄγεταί τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι δὲν ἐκυοφο-
1353ρήθη, δὲν κατεσκευάσθη τὸ νομοσχέδιον παρὰ μόνον καὶ
1354μόνον διὰ τὸ προτελευταῖον ἄρθρον, μόνον διὰ τὸ τελευταῖον
1355ἐδάφιον τοῦ τετάρτου ἄρθρου. Διότι τί λέγει τοῦτο; (ἀνα-
1356γινώσκει): «Δύναται δὲ νὰ μετατεθῇ εἴς τινα τῶν μνη-
1357μονευθεισῶν ἀνωτέρω ὑπηρεσιῶν καὶ ὁ ἐπὶ ἴσον χρόνον ὑπη-
1358ρετήσας ὡς πρόξενος ἐν Τουρκίᾳ, ἐὰν ἔχῃ συμπεπληρωμένην
1359ἐν ὅλῳ ὑπηρεσίαν δεκατριετῆ». Ἐδῶ πλέον, Κύριοι, εἶναι ἡ
1360λιανικὴ ὑπεράσπισις τῶν συμφερόντων τῶν δημοσίων
1361ὑπαλλήλων!
1362§102Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοιαύτη διάταξις ὑπῆρχε καὶ ἐν
1363τῷ προηγουμένῳ νόμῳ.
1364§103ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν ὑπῆρχε καὶ ἐν τῷ προηγου-
1365μένῳ νόμῳ, κακῶς ἐτέθη· ἐὰν δ’ ὑπάρχῃ καὶ ἐν τῷ νόμῳ
1366τῷ ψηφισθέντι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, κάκιστα
1367ἐτέθη, διότι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται τὰ νομοθετήματα
1368προσωπικά.
1369Τί σημαίνει δεκατριῶν ἐτῶν ὑπηρεσία; Σημαίνει ὅτι εἷς
1370τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἐνδιαφερομένων ἔθεσε τὴν διάταξιν
1371ταύτην, ἢ ἐνήργησε νὰ τεθῇ χάριν αὐτοῦ καὶ μόνον τοῦ
1372προσώπου, τοῦ ἔχοντος τὸ προσὸν τοῦτο.
1373§104ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξω-
1374τερικῶν). Ἀφ’ ὅτου ἐτέθη ἡ διάταξις αὕτη μέχρι σήμερον
1375αὐτὸς θὰ ἔχῃ 20 ἐτῶν τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν.
1376§105ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι τὸ Κράτος
1377τοῦτο εἶναι Κράτος τῶν προηγουμένων, καὶ ἐπειδὴ ἐγένετο
1378τότε ἓν κακὸν προηγούμενον, πρέπει καθ’ ὑμᾶς νὰ ἐξακο-
1379λουθήσῃ γινόμενον καὶ σήμερον! Ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ ἡ
1380διάταξις αὕτη. Διατὶ 13 ἔτη καὶ οὐχὶ 15; Διότι ἐκεῖνος
1381ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν διάταξιν αὐτὴν εἶχε 13 ἔτη εἰς τὴν
1382ὑπηρεσίαν, καὶ ἠθέλησε ν’ ἀποκλείσῃ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι
1383δὲν εἶχον τυχὸν ἰσόχρονον ὑπηρεσίαν· εὑρισκόμενος δ’ εἰς
1384ἐξαιρετικὴν θέσιν, εἴτε ὡς συνδεόμενος φιλικῶς πρὸς τὸν
1385Ὑπουργὸν, εἴτε πρὸς ἄλλον ἰσχύοντα, ἔθεσε τὴν διάταξιν
1386ταύτην.
1387§106Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Εἶναι ἡ καλλιτέρα διάταξις τοῦ νομο-
1388σχεδίου.
1389§107Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τοῦτο μὲ πείθει, ὅτι τὸ νομο-
1390σχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φαντάζεται ὁ κ.
1391Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀφοῦ ὅμως καὶ ὑμεῖς ἀκόμη
1392τὸ νομίζετε, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι
1393ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἡ καλλιτέρα. Κρίνατε λοιπὸν περὶ
1394τῶν λοιπῶν.
1395Ἐὰν ἐκούρασα ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ζητῶ συγγνώμην.
1396Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ φέρω τὰς παρατη-
1397ρήσεις ταύτας, ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ καταδείξω πρὸς
1398τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι διὰ τοιούτων οἰκονομιῶν, οἰκονομιῶν
1399ἐλαχίστων χιλιάδων δραχμῶν, οἰκονομιῶν ἀναξίων λόγου,
1400θέλει ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐπιπόλαιον ἐκπλήρωσιν καὶ
1401διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερι-
1402κῶν, καὶ ἑπομένως βλάβης καὶ οὐχὶ ὠφελείας πρόξενον θέ-
1403λει γείνῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν μεταβληθῇ διὰ τῆς
1404ψήφου ὑμῶν εἰς νόμον τοῦ Κράτους.
1405§108Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ ὑποθέσεως
1406λίαν σοβαρᾶς, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ
1407ἐπιτρέψῃ ν’ ἀπευθύνω μίαν ἐπερώτησιν. Ταύτην τὴν στιγμὴν
1408ἐλήφθη τηλεγράφημα τοῦ κ. Δ. Δεληγιάννη, ἀναγγέλλον, ὅτι
1409ἡ Ἑταιρεία τοῦ Μονοπωλίου τῆς σταφίδος παρεδέχθη τινὰς
1410τῶν τροποποιήσεων, καὶ ὅτι ἐλπίζει ὁ κ. Δεληγιάννης νὰ
1411παραδεχθῇ καὶ τὰς λοιπάς. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἐπίσης πλη-
1412ροφορίαι, ὅτι οἱ πρέσβεις τῆς Ἀγγλίας καὶ Γερμανίας ἀπηύ-
1413θυναν διαμαρτυρίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ Μονοπώ-
1414λιον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ
1415δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν τοιαύτας εἰδήσεις ἔχῃ· καὶ ἂν
1416τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, τότε εἶναι περιττὸν νὰ κατέλθῃ ἐνταῦθα
1417ὁ κ. Δ. Δεληγιάννης.
1418§109ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
1419κῶν). Εἶμαι πρόθυμος ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν
1420ἐξ Οἰτύλου, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ διακόψωμεν τὴν ἐπὶ τοῦ
1421νομοσχεδίου συζήτησιν, ἥτις ἔφθασεν εἰς τὸ πέρας αὐτῆς.
1422Εὐθὺς μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως ταύτης θέλω δώσει
1423τὰς δεούσας ἐξηγήσεις.
1424(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ
1425ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐ-
1426τοῦ, ὡς ἔχει).
1427§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
1428§111Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ φέρω.
1429Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 χειροτερεύει τὴν θέσιν
1430τῶν ἀκολούθων, ὅταν πρόκηται ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ ἀκο-
1431λούθου νὰ προβιβασθῶσιν εἰς τὴν θέσιν τοῦ Γραμματέως
1432Προξενείου. Πρόκειται οὗτοι δυσκολώτερον νὰ δύνανται νὰ
1433γείνωσι Γραμματεῖς Προξενείων, παρ’ ὅσον οἱ μὴ ὄντες
1434ἀκόλουθοι, ἀλλὰ πρώτην φορὰν ζητοῦντες νὰ εἰσέλθωσιν εἰς
1435τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν καὶ καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ
1436Γραμματέως Προξενείου. Σήμερον, διὰ νὰ γείνῃ ὁ ἀκόλουθος
1437Γραμματεὺς Προξενείου, πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς ἀκόλου-
1438θος ἐπὶ τρία ἔτη· κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον, ἤδη τὰ τρία ἔτη
1439αὐτὰ αὐξάνονται εἰς τέσσαρα· οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλ’ ὑπο-
1440χρεοῦται νὰ ὑποβληθῇ, πρὶν καταλάβῃ τὴν θέσιν, καὶ εἰς
1441δοκιμαστικὰς ἐξετάσεις. Δηλαδὴ ὁ ἀκόλουθος οὐ μόνον εἶναι
1442διδάκτωρ τοῦ Πανεπιστημίου, οὐ μόνον ὑπέστη εὐδοκίμους
1443ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξετάσεις, ὅπως κατα-
1444λάβῃ τὴν θέσιν τοῦ ἀκολούθου, οὐ μόνον ὑπηρετεῖ δύο ἔτη
1445ὡς δευτέρας τάξεως ἀκόλουθος, οὐ μόνον πρέπει νὰ ὑπηρε-
1446τήσῃ ἕτερα δύο ἔτη ὡς πρώτης τάξεως ἀκόλουθος, ἀλλ’ ἀφοῦ
1447ὑπηρετήσῃ ἐπὶ τέσσαρα ἔτη, πρέπει νὰ ὑποστῇ καὶ δοκιμα-
1448στικὰς ἐξετάσεις, πρὶν γένηται Γραμματεὺς Προξενείου,
1449δηλαδὴ πρὶν καταλάβῃ θέσιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀξία λόγου,
1450οὔτε λόγῳ ἱεραρχίας, οὔτε λόγῳ ὑπηρεσίας, οὔτε λόγῳ τοῦ
1451μισθοῦ. Δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ ὑπάρχῃ ἡ μειονεκτικὴ αὕτη θέσις
1452τοῦ ἀκολούθου διδάκτορος ἀπέναντι τῶν ἄλλων διδακτόρων
1453τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι, θέλοντες νὰ καταλάβωσι τὴν
1454αὐτὴν θέσιν τοῦ Γραμματέως Προξενείου, δὲν ἔχουσιν ἢ νὰ
1455ὑποβληθῶσιν εἰς συναγωνισμόν, καὶ ἂν ἐπιτύχωσι καὶ ἔχωσι
1456δύο ἔτη ὡς δικηγόροι, καταλαμβάνουσιν αὐτήν. Τὸ προσὸν
1457τῆς διετοῦς ὑπηρεσίας ὡς δικηγόρου, πάντες γινώσκετε, ὅτι
1458εἶναι κενὸν πάσης ἀξίας. Δύναταί τις νὰ λέγῃ, ὅτι ὑπηρέ-
1459τησεν ἐπὶ δύο ἔτη ὡς δικηγόρος, καὶ νὰ μὴ ὑπηρέτησε ποσῶς.
1460Εἶναι γνωστὸν, ὅτι μεταξὺ 100 δικηγόρων ἐν Ἀθήναις, μόλις
1461οἱ ἡμίσεις πράγματι ἀσκοῦσι τὸ ἔργον τοῦ δικηγόρου, οἱ ἄλλοι
1462δὲν ἐργάζονται, ἐλλείψει πελατείας· ἑπομένως οὗτοι πᾶν ἄλλο ἢ
1463ἀσκοῦνται πρακτικῶς· διέρχονται τὴν διετίαν οὐδὲν ποιοῦντες.
1464Τοσαύτη δ’ ὑπάρχει, ὡς γνωστὸν, πληθώρα δικηγόρων καὶ
1465τοσαύτη ἔλλειψις συγκριτικῶς ὑποθέσεων, ὥστε δικηγόροι τινὲς
1466ἐργάζονται ἀντιγράφοντες εἰς κλητορικὰ γραφεῖα, διὰ ν’ ἀπο-
1467λαμβάνωσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν· διότι οἱ ἔχοντες πελατείαν καὶ
1468ἐργασίας δικηγόροι δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὸ
1469πλῆθος τῶν δικηγόρων, οὓς κατ’ ἔτος ῥίπτει εἰς τὴν κοινω-
1470νίαν τὸ Πανεπιστήμιον. Λοιπὸν δὲν εἶναι προσὸν σοβαρὸν
1471τὸ νὰ λέγῃ ὁ νόμος, ὅτι πρέπει δῆθεν νὰ ὑπηρέτησεν ὡς
1472δικηγόρος ἐπὶ δύο ἔτη ὁ προσερχόμενος εἰς ἐξετάσεις Γραμ-
1473ματέως Προξενείου, καὶ ὅτι ἡ πιστοποίησις, ἣν περὶ τούτου
1474προσάγει, ἀποδεικνύει ὑπηρεσίαν πραγματικήν. Τοὐναντίον ἡ
1475ὑπηρεσία τῶν ἀκολούθων εἶναι καὶ διδακτικὴ καὶ ὠφέλιμος
1476ἢ ἡ τοιαύτη ὑπηρεσία τῶν δικηγόρων. Ἐν τούτοις δυνάμει
1477τοῦ κειμένου νόμου ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων σήμερον
1478αὐτὴ εἶναι, ὅτι ὁ ἀκόλουθος πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ τρία
1479ἔτη ὡς ἀκόλουθος πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως, νὰ ὑποστῇ
1480δοκιμαστικὰς καὶ πάλιν ἐξετάσεις, καὶ ἔπειτα μόνον νὰ
1481δικαιωθῇ νὰ γείνῃ Γραμματεὺς Προξενείου, ἂν εὐδοκιμήσῃ
1482εἰς αὐτάς. Ἐὰν προσθέσητε ἤδη καὶ ἑνὸς ἔτους ἀκόμη ὑπη-
1483ρεσίαν ἀκολούθου καὶ ἀπαιτήσητε τετραετίαν, φρονῶ ὅτι
1484εἶναι πλέον τοῦ δικαίου καὶ τοῦ πρέποντος, ὅτι ὑπερβαίνει τὸ
1485προσῆκον μέτρον, προκειμένου περὶ θέσεως Γραμματέως Προ-
1486ξενείου καὶ ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ προσόντα, ἅτινα ζητοῦνται
1487ἀπὸ τοὺς μὴ ἀκολούθους. Ἡ τριετὴς πεῖρα τῶν ἀκολούθων
1488δὲν εἶναι ἀνωφελής· τοὐλάχιστον εἶναι πραγματικὴ, ἐνῷ ἡ
1489τῶν δικηγόρων συνήθως εἶναι ἀνύπαρκτος. Ἀφοῦ ὁ ἁπλοῦς
1490διδάκτωρ, ὁ ὑπηρετήσας δῆθεν δύο ἔτη ὡς δικηγόρος, γίνε-
1491ται Γραμματεὺς διὰ μόνης μιᾶς ἐξετάσεως, ἑνὸς διαγω-
1492νισμοῦ, διατὶ νὰ μὴ γίνηται ὁ ἀκόλουθος, ὁ ὁποῖος ἐπίσης
1493ἔχει δίπλωμα Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος διὰ προσθέτων μελε-
1494τῶν παρεσκευάσθη διὰ τὰς ἐξετάσεις, ὁ ὁποῖος ἰδίως ἔχει τὸ
1495προσὸν τοῦ νὰ γνωρίζῃ καλῶς ξένας γλώσσας, ὅπερ εἶναι
1496πολύτιμον καὶ ἀναπόφευκτον προσὸν διὰ τὴν προξενικὴν
1497καὶ πρεσβευτικὴν ὑπηρεσίαν; Διέρχεται ἔπειτα τρία ἔτη
1498ὡς ἀκόλουθος, ὑφίσταται μετ’ αὐτὰ νέαν δοκιμασίαν. Δὲν
1499ἀρκοῦσιν αὐτὰ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξισωθῇ δῆθεν πρὸς τὸν δικη-
1500γόρον, τὸν μὲ διετῆ δικηγορικὴν πεῖραν, ἀναγκάζομεν αὐτὸν
1501ἐπὶ ἓν ἔτι ἔτος νὰ μείνῃ ἀκόλουθος, δηλαδὴ τετραετίαν ὁλό-
1502κληρον. Τοῦτο οὔτε λογικὸν, οὔτε δίκαιον εἶναι.
1503Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ μειονεκτήμα-
1504τος, τὸ ὁποῖον σήμερον ἔχει ἐν τῷ νόμῳ ὁ ἀκόλουθος, δὲν
1505εἶναι, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν μὴ ἀκόλουθον, δεδικαιολογημένη.
1506Ἑπομένως ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξω-
1507τερικῶν, ὡς πρὸς αὐτὴν τοὐλάχιστον τὴν ἀνισότητα, ἡ ὁποία
1508ὑπάρχει σήμερον μεταξὺ τοῦ ἀκολούθου τοῦ προσερχομένου
1509διὰ τὴν θέσιν τοῦ Γραμματέως καὶ τοῦ μὴ τοιούτου, τοῦ
1510μὴ ἀκολούθου, νὰ μείνῃ τοὐλάχιστον ἡ διάταξις ὅπως σήμε-
1511ρον ἔχει, καὶ μὴ προστεθῇ ἀκόμη ἓν ἔτος ὑπηρεσίας. Ὅπως
1512σήμερον ἔχουσι τὰ τῶν δικηγόρων, ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος,
1513τόσον ἡ διετὴς δικηγορικὴ ὑπηρεσία τῶν διδακτόρων γίνε-
1514ται μᾶλλον φανταστική. Σπουδαιότερον διὰ τοῦτο προσὸν
1515εἶναι ἡ τριετὴς ὑπηρεσία τῶν ἀκολούθων διδακτόρων τῆς
1516Νομικῆς καὶ ἡ νέα δοκιμασία, καὶ περιττὴ πρόσθετος δῆθεν
1517ἐγγύησις.
1518§112ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
1519ρικῶν). Ἡ διαφορά, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ κ. ἐκ Με-
1520σολογγίου Βουλευτὴς, δηλαδὴ τῆς δοκιμασίας, δὲν εἶναι
1521νεωτερισμός· ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν νόμον ͵ΒΨΗʹ τοῦ 1899.
1522§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
1523§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ὑπάρχει.
1524§115ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶναι τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου ͵ΒΨΗʹ τοῦ
15251899, τὸ ὁποῖον λέγει:
1526«Ἄρθρον 12. Εἰς τὸ κεφάλαιον Βʹ τοῦ ΧΝϚʹ νόμου
1527ὑπ’ ἄρθρ. 33 τίθενται αἱ ἑξῆς διατάξεις:
1528«Γραμματεὺς Προξενείου ἢ Γραμματεὺς βʹ τάξεως Γενι-
1529κοῦ Προξενείου καὶ τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Κων-
1530σταντινουπόλει Πρεσβείας διορίζεται: Αʹ) ὁ ὑπηρετήσας
1531ἐπὶ τριετίαν ὡς ἀκόλουθος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἢ ὡς ἔμμι-
1532σθος ἀκόλουθος ἐν Πρεσβείᾳ καὶ τῷ Ὑπουργείῳ ἐπὶ τρία
1533ἔτη, ἐξ ὧν ἓν τοὐλάχιστον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, μετὰ προη-
1534γουμένην δοκιμαστικὴν ἐξέτασιν, ἧς αἱ λεπτομέρειαι
1535κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος.»
1536Ὥστε δὲν εἶναι νεωτερισμός.
1537§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι παλαιόν. Οὐχ ἧττον καὶ τὸ
1538παλαιὸν καθιστᾷ σήμερον μειονεκτικὴν τὴν θέσιν τοῦ ἀκο-
1539λούθου. Θὰ καταντήσωμεν οὕτω νὰ μὴ εὑρίσκωμεν πλέον
1540ἀκολούθους, οὐδεὶς νὰ προσέρχηται διὰ τὴν θέσιν αὐτήν·
1541διότι, ἐὰν πρόκηται νὰ μείνῃ περισσότερα δύο ἔτη, διατὶ
1542νὰ μὴ προτιμήσῃ νὰ ἐργασθῇ δῆθεν εἴς τι δικηγορικὸν γρα-
1543φεῖον, ἐνῷ πράγματι θὰ γυρίζῃ εἰς τοὺς δρόμους καὶ θὰ
1544διασκεδάζῃ;
1545§117Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ναί. Ἀλλὰ δὲν θὰ δύναται νὰ
1546εἰσέλθῃ εἰς τὴν διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τοιαύτῃ περι-
1547πτώσει. Δὲν δύναται παρὰ νὰ γείνῃ μόνον πρόξενος.
1548§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύναται. Κώλυμα ἐκ τοῦ νόμου δὲν
1549ὑπάρχει.
1550§119Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ τὸ θέλῃ ἡ Κυβέρνησις,
1551δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιμείνωμεν. Ἀλλὰ καλὸν θὰ ἦτο, τὸ
1552λεκτικὸν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου νὰ τροποποιηθῇ
1553ὀλίγον. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον 12 τοῦ
1554͵ΒΨΗʹ νόμου, ἤθελον προτείνει, ὅσον ἀφορᾷ τὸ λεκτικὸν
1555τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2, νὰ διατηρηθῇ τὸ νῦν
1556ἰσχῦον τοῦ νόμου ͵ΒΨΗʹ. Διότι δὲν ἐννοῶ διατὶ λέγει:
1557«Δὲν δύναται ὡσαύτως νὰ διορισθῇ ἢ προβιβασθῇ ὡς Γραμ-
1558ματεὺς Προξενείου ἢ ὡς Γραμματεὺς δευτέρας τάξεως Γε-
1559νικοῦ Προξενείου ἢ ἰσοβάθμου Προξενικοῦ Γραφείου, ἂν δὲν
1560ὑπηρέτησεν ἐπὶ δύο ἕτερα ἔτη ὡς ἀκόλουθος πρώτης τάξεως,
1561ἢ ἐν συνόλῳ ἐπὶ τέσσαρα ἔτη ὡς ἀκόλουθος πρώτης ἢ δευ-
1562τέρας τάξεως, καὶ προσέτι ἐὰν δὲν ὑποβληθῇ εἰς γραπτὰς
1563καὶ προφορικὰς ἐξετάσεις καὶ ἀναδειχθῇ δόκιμος ἐπὶ τῶν
1564ἐγνωσμένων ἤδη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
1565Ὑπουργείου θεμάτων, μνημονευθησομένων ἐνδεικτικῶς καὶ
1566ἐν τῷ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος νόμου ἐκδοθησομένῳ
1567Β. Διατάγματι.»
1568Ἡ διάταξις τοῦ νῦν ἰσχύοντος νόμου ΒΨΗʹ ἔχει ἁπλού-
1569στατα ὡς ἑξῆς:
1570«Γραμματεὺς Προξενείου ἢ Γραμματεὺς βʹ τάξεως Γε-
1571νικοῦ Προξενείου καὶ τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Κων-
1572σταντινουπόλει Πρεσβείας διορίζεται: Αʹ) ὁ ὑπηρετήσας ἐπὶ
1573τριετίαν ὡς ἀκόλουθος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἢ ὡς ἔμμισθος
1574ἀκόλουθος ἐν Πρεσβείᾳ καὶ τῷ Ὑπουργείῳ ἐπὶ τρία ἔτη,
1575ἐξ ὧν ἓν τοὐλάχιστον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, μετὰ προηγουμέ-
1576νην δοκιμαστικὴν ἐξέτασιν, ἧς αἱ λεπτομέρειαι κανονισθή-
1577σονται διὰ Β. Διατάγματος...»
1578Νομίζω ὅτι εἶναι ἁπλούστερον νὰ διατυπωθῇ οὕτω τὸ
1579ἄρθρον παρὰ νὰ θέσητε: «εἰς προφορικὰς ἐξετάσεις», «εἰς
1580γραπτὰς ἐξετάσεις». Αὐτὰ μοὶ φαίνονται περιττά. Τὰ δὲ
1581«ἐγνωσμένα θέματα» ποῖα εἶναι;
1582§120ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξετάζονται εἰς τὰς
1583ἐξετάσεις, δηλαδὴ αἱ συνθῆκαι, ἡ νομοθεσία τοῦ Ὑπουρ-
1584γείου κ.τ.λ.
1585§121ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἡ διατύπωσις δέν μοι φαίνεται καλή. Ἀλλὰ
1586δὲν ἐπιμένω.
1587§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὑρίσκω
1588διαφορὰν τῷ ὄντι εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου. Εἶναι δια-
1589φορὰ γραφῆς, συντάξεως, οὐχὶ δὲ διαφορὰ ἐννοίας. Εἶναι
1590διαφορὰ συντάξεως, πρὸς πρόληψιν διαστροφῆς τῆς ἐννοίας
1591τοῦ νόμου· διότι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ΒΧΙΘʹ νόμου τῆς 8 Ἰου-
1592λίου 1899 ἐτροποποίησε τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ΒΡΚΒʹ νόμου
1593τῆς 31 Δεκεμβρίου 1892, ὡς εἶχε τοῦτο τροποποιηθῆ διὰ
1594τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ΒΤΛΕʹ νόμου τῆς 5 Αὐγούστου 1895,
1595οὕτως: «Ἀκόλουθος αʹ τάξεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ προβι-
1596βάζεται ὁ ἐπὶ ἓν ἔτος ὑπηρετήσας ὡς ἀκόλουθος βʹ τάξεως·
1597Γραμματεὺς δὲ Προξενείου, ἢ Γραμματεὺς βʹ τάξεως Γε-
1598νικοῦ Προξενείου ἢ τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Κων-
1599σταντινουπόλει Πρεσβείας ὁ ὑπηρετήσας ἐπὶ δύο ἔτη ὡς
1600ἀκόλουθος αʹ τάξεως ἢ ἐν συνόλῳ ἐπὶ τριετίαν ὡς ἀκόλου-
1601θος αʹ ἢ βʹ τάξεως». Τὸ «προβιβάζεται» εἶναι ἐπιτακτικόν·
1602δηλοῖ ὅτι πρέπει νὰ προβιβασθῇ, ἑπομένως παρέχει τὸ δι-
1603καίωμα εἰς τοὺς συμπληρώσαντας τὸ ἔτος ν’ ἀπαιτήσωσι
1604νὰ προβιβασθῶσιν, ἐνῷ ἡ τροποποίησις τῆς γραφῆς εἶναι
1605λογική, ἀναγράφει προσὸν, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ
1606καὶ οὐδεὶς νὰ προβιβασθῇ, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ ἀναγραφόμενον
1607προσόν. Τὸ «προβιβάζεται» εἶναι ἐπιτακτικόν. Τὸ προτει-
1608νόμενον πρὸς τροποποίησιν κείμενον ἀπαγορεύει νὰ προβι-
1609βασθῇ τις, ἐὰν δὲν συνεπλήρωσε τὸν ἐν αὐτῷ ἀναγραφόμενον
1610χρόνον.
1611Τὸ «ἐπὶ τῶν ἐγνωσμένων θεμάτων» ἐγὼ ἐξήγησα οὕτω
1612πως, καὶ ἐπείσθην, ὅτι ἦτο ὀρθὴ ἡ ἀνάλυσις αὕτη. Ἐξήγησα
1613αὐτὸ, ὅτι ἐννοεῖ ὅτι θέλουσι δίδεσθαι θέματα ἀναγόμενα
1614εἰς τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους·
1615γνωστὸν δ’ εἶναι, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει καὶ ὑποχρεώσεις καὶ
1616δικαιώματα, δικαιώματα δὲ πολλά, τὰ ὁποῖα ἔχει ἀπο-
1617κτήσει ὄχι μόνον διὰ τῶν συμβάσεων καὶ τῶν συνθηκῶν
1618τῶν συνομολογηθεισῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἔν τισι περι-
1619πτώσεσι καὶ διὰ συμβάσεων συνομολογηθεισῶν μετ’ ἄλλων
1620Κρατῶν πρὸς ἄλληλα.
1621Δυστυχῶς ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν
1622δὲν ἐδείχθη κατὰ τὸ παρελθὸν κάτοχος τῆς ἱστορίας τοῦ
1623παρελθόντος, ἐπλήρωσε δ’ ἄλλοτε τὸ Κράτος 300,000
1624δραχμὰς περίπου, διότι ἠγνόουν ἢ δὲν ἐνθυμοῦντο ἐν τῷ
1625Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ἱστορίαν ζητήματός τινος,
1626τὸ ὁποῖον εἶχε προταθῆ. Τὸ ὅμορον Κράτος ἐζήτει ἀποζη-
1627μίωσιν διὰ τὰ πέντε χωρία τῶν Θηβῶν, τὰ Κάτω λεγόμενα
1628χωρία, διότι ἰσχυρίζετο, ὅτι ταῦτα ἦσαν χωρία, τὰ ὁποῖα
1629ἡ Ἑλλὰς ἠγόρασεν ἀπὸ τὴν Τουρκίαν κατὰ τὸν σχηματι-
1630σμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μετ’ ἄλλου τμήματος τουρ-
1631κικῶν κτήσεων· ὅτε δὲ ἡ Τουρκία ἐζήτησε τὴν ἀποζημίω-
1632σιν, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἀνέδραμον εἰς
1633τὴν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος, δὲν ἠρεύνησαν τὰ προηγού-
1634μενα, καὶ ἐπλήρωσαν 300,000 δραχμὰς περίπου. Ἀλλ’ ἡ
1635ἀπαίτησις τοῦ ὁμόρου Κράτους δὲν ἦτο βάσιμος, διότι ἐπὶ
1636τῆς βασιλείας τοῦ πρώτου Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος εἶχε
1637προταθῆ ἡ ἀξίωσις αὕτη, ἀλλὰ τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1638Ἐξωτερικῶν ἠρεύνησε τὰ πράγματα, καὶ ἀνεῦρεν ὅτι τὰ
1639πέντε χωρία τῶν Θηβῶν εἶχον κατακτηθῆ ὑπὸ τῶν Ἑλλή-
1640νων κατὰ τὸν πόλεμον, δὲν εἶχε δ’ ἀγοράσει αὐτὰ ἡ Ἑλλὰς
1641διὰ τῆς συνθήκης τῆς ἐξαγορᾶς τῆς Χαλκίδος καὶ τῆς Φθιώ-
1642τιδος, καὶ τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν
1643ἔστερξε νὰ πληρώσῃ τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν, ἀλλὰ προέβαλε
1644παρατηρήσεις εἰς τὴν Τουρκίαν, ἥτις προσέφυγε δι’ ἐκθέ-
1645σεως εἰς τὰς τρεῖς Μεγάλας Δυνάμεις, κατὰ δὲ τὰ ἐν τῷ
1646Ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἔγγραφα, ἐκ
1647τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ρωσσία εἶχον
1648ἀναγνωρίσει τὸ δικαίωμα τῆς Ἑλλάδος, ἡ τρίτη ὅμως
1649Μεγάλη Δύναμις εἶχεν ἀποφύγει ν’ ἀποφήνηται γνώμην,
1650σιωπήσασα, ἀφέθη δ’ ἕνεκα τούτου τὸ ζήτημα ἐκκρεμές.
1651Ἀλλ’ οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἐμελέτη-
1652σαν κατὰ τὸ 1867 τὴν ἱστορίαν, καὶ ὑπεσχέθησαν εἰς τὴν
1653Τουρκίαν νὰ πληρώσωσι τὰς 300,000 δραχμάς, αἵτινες
1654ὄντως ἐπληρώθησαν.
1655Ἡ ἄγνοια τῆς ἱστορίας λοιπὸν τῶν δικαιωμάτων καὶ
1656τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πολλάκις συνεπάγεται συνε-
1657πείας κακάς. «Ἐγνωσμένα» λοιπὸν «θέματα» ὁ συντάξας τὸ
1658νομοσχέδιον ἐννοεῖ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν
1659ἱστορίαν τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Κράτους μετὰ τὸν σχημα-
1660τισμὸν αὐτοῦ, εἰς τὴν γνῶσιν αὐτῆς, εἰς τὴν μελέτην τοῦ
1661παρελθόντος, κατὰ τὸ ὁποῖον πολλὰ θέματα ἀνελύθησαν καὶ
1662ἐξετέθησαν. Τοῦτο δὲ φρονῶ ἐγώ, ὅτι ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον τοῦτο.
1663§123ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴθε νὰ ἦτο αὐτό.
1664Ὁμολογουμένως τὸ Ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτε-
1665ρικῶν γέμει τοιούτων ἐκθέσεων περὶ τινων ζητημάτων, τὰς
1666ὁποίας ἴσως ἐν οὐδενὶ ἄλλῳ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν
1667περὶ αὐτῶν τῶν ζητημάτων δύναταί τις νὰ ἀπαντήσῃ. Ἐὰν
1668λοιπὸν οἱ ἀκόλουθοι ἢ καὶ ἀνώτεροι τῶν ἀκολούθων παρε-
1669σκευάζοντο ἐν τῇ μελέτῃ τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν ἐν τοῖς ἀρ-
1670χείοις τοῦ Ὑπουργείου, ὁδηγούμενοι ὑπὸ τῶν προϊσταμένων
1671των, θὰ ἦτο δυνατὸν μετὰ διάστημα ὀλίγων ἐτῶν νὰ ἐξέρ-
1672χωνται οἱ ἀκόλουθοι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον διέρχονται
1673τὸν χρόνον αὐτῶν ἀντιγράφοντες ἢ ἀσχολούμενοι εἰς ἐπου-
1674σιώδεις ὑποθέσεις, κατηρτισμένοι ἐπὶ σπουδαίων τοῦ ἔργου
1675αὐτῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πρέπει κατὰ βάθος νὰ γινώ-
1676σκωσι, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ φωτίζωσιν αὐτοὺς καθ’ ὅλον τὸν
1677χρόνον τοῦ διπλωματικοῦ ἢ προξενικοῦ αὐτῶν σταδίου·
1678διότι οὐδὲν ἐλλείπει ἐκ τῶν στοιχείων ἐκείνων ἐν τοῖς ζη-
1679τήμασιν αὐτοῖς, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δύναται νὰ ὁδηγήσῃ αὐ-
1680τοὺς καλλίτερον ἢ οἱαδήποτε ἄλλη μελέτη ἐν βιβλίοις.
1681Δυστυχῶς τοῦτο δὲν γίνεται. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσω-
1682μεν, ὅτι κατὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξω-
1683τερικῶν χωλαίνει. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1684Ἐξωτερικῶν δὲν ὑπάρχει ἓν μόνιμον πολιτικὸν πρόσω-
1685πον, πεπειραμένον ἐν τοῖς ζητήμασι τῆς ἐξωτερικῆς πολι-
1686τικῆς, ὁ Γενικὸς Γραμματεύς, κατέχων τὴν ἱστορίαν ὅλων
1687ἐκείνων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἤρξαντο ἀπὸ
1688τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ ἐξακολουθοῦ-
1689σιν ἀπασχολοῦντα πάντοτε τὴν ἐξωτερικὴν ἡμῶν πολιτικήν.
1690Τὰς ὑποθέσεις αὐτὰς οὔτε κατέχουν οὔτε δύνανται νὰ κατέ-
1691χουν ὅσον δεῖ οἱ διάφοροι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Σή-
1692μερον οὗτοι, ἐρχόμενοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, μάτην ζητοῦσι νὰ
1693φωτισθῶσι παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου. Οὐδεμία,
1694λόγῳ τῆς ἐλλείψεως ταύτης, ἐπιμέλεια καταβάλλεται ἐκ
1695μέρους τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν
1696ὑποδεεστέρων, ἰδίως τῶν ἀκολούθων· ἴσως δὲ θὰ ἦτο ἀνάγκη,
1697καὶ ὅσον ἀφορᾷ αὐτὸ, κανονισμὸς νὰ ὁρίσῃ τὰ τῶν ἐργα-
1698σιῶν τῶν ἀκολούθων κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ὑπηρετοῦ-
1699σιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ μόρφωσίς των
1700ἤδη εἶναι ἐντελῶς παρημελημένη, ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ γίνηται
1701συστηματικὴ καὶ σκόπιμος· καὶ εἶναι δυνατὸν τοῦτο, ἂν
1702ὑπάρχῃ νοῦς διευθύνων τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου
1703τούτου.
1704Τὸ ἄρθρον δὲν ἐννοεῖ δυστυχῶς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόε-
1705δρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέθεσεν. Ἐννοεῖ τὰ ζητήματα, τὰ
1706ὁποῖα πρὸ χρόνου τινὸς εἶχον ὁρισθῆ ἐν πίναξιν ἐν τῇ ὑπη-
1707ρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως χρησιμεύω-
1708σιν εἰς τοὺς παρουσιαζομένους δι’ ἐξετάσεις, ἵνα μελετῶσι
1709πρὶν αὐτὰ, εἴτε ἐπὶ τοῦ διεθνοῦς δικαίου ἀναφέρονται, εἴτε
1710ἐπὶ τῶν συνθηκῶν, εἴτε ἐπὶ τοῦ προξενικοῦ νόμου ἢ τοῦ ἐμ-
1711πορικοῦ νόμου ἢ ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐξε-
1712τάζονται. Οὕτως ἔχουσιν ὡρισμένα ζητήματα, καὶ ἐπ’ αὐ-
1713τῶν τοὺς ὅλους κλάδους μελετῶσιν. Ἐκρίθη προσφυέστερον
1714τὸ σύστημα τοῦτο, διότι δὲν ἀφίνεται ὁ μελετῶν εἰς γενικὰ
1715καὶ ἀόριστα, ἀλλὰ προσηλοῦται εἰς εἰδικὰ ἑκάστου κλάδου
1716ζητήματα, ἐν ᾧ δι’ αὐτῶν ἀναγκάζεται καὶ εἰς γενικὴν με-
1717λέτην τῶν διαφόρων μαθημάτων, εἰς ἃ ἐξετάζεται.
1718Αὐτὸ ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἡ ἔκφρασις εἶναι ὀλίγον
1719μακροσκελής. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ συντομευθῇ, νὰ περι-
1720ορισθῇ εἰς τοῦτο: «ἐὰν δὲν ὑποβληθῇ εἰς γραπτὰς καὶ προ-
1721φορικὰς ἐξετάσεις ἐπὶ τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου
1722τῶν Ἐξωτερικῶν ὡρισμένων ζητημάτων», καὶ νὰ λείψωσιν
1723ὅλα τὰ ἄλλα.
1724§124ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ συζήτησις, κατὰ τὴν τροπὴν,
1725ἣν ἔλαβεν, ἀφορᾷ εἰς ἐξέτασιν θεμάτων σχετιζομένων πρὸς
1726τὸ νομοσχέδιον, τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ προκαλέσωσιν ἰδιαιτέρως
1727τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
1728λίου· εἰς τοῦτο δ’ ἔδωκεν ἀφορμὴν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσο-
1729λογγίου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου,
1730ὅτι χωλαίνει κατὰ τοῦτο, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ θεματοφύλαξ
1731τῶν παραδόσεων· ἡ ἀνάγκη δὲ τούτου ἐνδείκνυται μᾶλλον
1732ἐνταῦθα ἢ εἰς ἄλλο Ὑπουργεῖον. Τοῦτο εἶχε κατανοήσει ὁ
1733νόμος τοῦ 1897, δημιουργήσας θέσιν, ἥτις ὑπάρχει καὶ εἰς
1734τὰ ἄλλα Κράτη, διαρκοῦς ἀρχειοφύλακος, ὅστις θὰ εἶχεν
1735ὑπὸ τὴν φύλαξιν αὐτοῦ τὸ Ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου, τὸ
1736ὁποῖον εἶναι ἡ πηγὴ πάσης πληροφορίας. Τὸ νὰ ζητῶμεν
1737δὲ, ὡς σήμερον γίνεται, νὰ θέτωμεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ
1738Ἀρχείου νέους ἀκολούθους, χθὲς εἰσελθόντες εἰς τὴν ὑπη-
1739ρεσίαν, ἐφαρμόζομεν μέτρον, ἐξ οὗ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπεκ-
1740δεχώμεθα τοὺς καρποὺς, οὓς προσδοκῶμεν. Σχετικῶς δὲ
1741πρὸς τοῦτο ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἕνεκα τῶν μετακομί-
1742σεων τὸ Ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν εἶ-
1743ναι ἐν τάξει. Πρὸ παντὸς δὲ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια,
1744ὅπως δημιουργηθῇ θέσις ἀρχειοφύλακος μονίμου. Καὶ ἐσυ-
1745στήθη ἄλλοτε τοιαύτη θέσις, ἀλλ’ ὁ κάτοχος αὐτῆς, ἐπειδὴ
1746δὲν ἔβλεπε προαγωγὴν, κατώρθωσε ν’ ἀποκτήσῃ τὰ προσόντα
1747τοῦ προβιβασμοῦ, καὶ μετετέθη εἰς ὑπηρεσίαν Πρεσβείας,
1748ὥστε ἡ θέσις τοῦ ἀρχειοφύλακος ἔμεινε κενή.
1749§125Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ διάταγμα τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1899
1750διαιρεῖ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου εἰς 5 τμήματα, ἐν
1751οἷς καὶ τὸ τοῦ Ἀρχειοφυλακείου. Ἀλλὰ τὸ γραφεῖον τοῦ
1752ἀρχειοφύλακος, διὰ τῆς ζητουμένης καταργήσεως μιᾶς θέ-
1753σεως τμηματάρχου καθίσταται ἀδύνατον νὰ σχηματισθῇ.
1754Δὲν πταίει ὁ νόμος.
1755§126ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὅτε ἦσθε ὑμεῖς Ὑπουργὸς, ὁ τμηματάρχης
1756διηύθυνε τὸ Ἀρχεῖον;
1757§127ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὑπῆρχε τμηματάρχης, ἀλλ’ ἦτο ἀσθενὴς
1758ἐπὶ ἓν ἔτος.
1759§128ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐν ὅσῳ δὲν διορίζεται μόνιμος ἀρχειο-
1760φύλαξ, εἶναι ἀδύνατον νὰ προσδοκῶμεν χρησιμότητα ἐκ τοῦ
1761Ἀρχείου τούτου.
1762Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον τὸ συζητούμενον. Φρονῶ
1763καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ φράσις, ᾗ χρῆται τὸ ἄρθρον, ἀποδεικνύει,
1764ὅτι ὁ μὲν κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἄλλως
1765πως τὸ ἑρμηνεύει, ἢ μᾶλλον εἶπεν, ὅτι ἀναγνώσας τὸ ἄρ-
1766θρον τοιαύτην τινὰ συνέλαβεν ὅτι ἔχει ἔννοιαν, ὁ δ’ ἐκ Με-
1767σολογγίου ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐθεώρησεν, ὅτι τοῦτο ἀνα-
1768φέρεται εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὑπάρχοντα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ,
1769τῶν θεμάτων, ἐφ’ ὧν θέλουσι δώσει ἐξετάσεις οἱ προσερχό-
1770μενοι ἵνα ἀποκτήσωσι τὴν θέσιν ἀκολούθου. Ἀλλὰ φρονῶ
1771ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου περιπίπτει εἰς σύγχυ-
1772σιν. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου
1773εἶχεν ἐκδοθῆ διάταγμα, ὁρίζον τὰ θέματα, ἐφ’ ὧν ὤφειλον
1774νὰ ἐξετασθῶσιν οἱ προσερχόμενοι εἰς ἐξετάσεις, ἀλλὰ τὸ
1775διάταγμα ἐκεῖνο κατηργήθη. Συλλήβδην ἀναφέρονται ἐν τῷ
1776συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ τὰ θέματα, ἐφ’ ὧν θὰ δώσωσιν
1777ἐξετάσεις προφορικὰς καὶ γραπτὰς οἱ ἐξεταζόμενοι, ἀλλ’ ἡ
1778λεπτομέρεια, τὴν ὁποίαν περιεῖχε τὸ διάταγμα τοῦ 1891,
1779δὲν ὑπάρχει πλέον.
1780§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ὁρισθῶσι
1781διὰ τοῦ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος. Ὑποθέτω ὅτι, ἐπειδὴ
1782πρόκειται περὶ προαγωγῆς ἀκολούθων εἰς θέσιν Γραμμα-
1783τέως Προξενείου, θὰ ἐννόει ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον, ὅτι
1784τὰ θέματα ταῦτα εἶναι πόρισμα τῆς μελέτης τῆς ἱστορίας
1785τῶν ζητημάτων τούτων. Ἐπὶ παραδείγματος τὸ ζήτημα
1786τῆς ἰθαγενείας, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη πρὸ 60 ἐτῶν. Εἰς τὰ
17871868, ὅτε ἤμεθα ἐν διακοπῇ σχέσεων, αἵτινες ἐπανελή-
1788φθησαν εἰς τὸ 1869 καὶ ἐστάλη ὁ μακαρίτης Ραγκαβῆς
1789εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἤμην δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1790κῶν, ἐμέλλομεν δὲ νὰ δώσωμεν ὁδηγίας εἰς τὸν μακαρίτην
1791Ραγκαβῆν, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐν τῷ Ἀρχείῳ ἀναδιφήσαντες,
1792εὕρομεν πλοῦτον γνώσεων, τόσον περὶ τούτου, ὡς καὶ ἐπὶ
1793ἄλλων ζητημάτων.
1794Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἔχω γνώμην δυσάρεστον διὰ τοὺς ἐρ-
1795γαζομένους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπεθύ-
1796μουν ὅμως νὰ ἦμαι πεπεισμένος, ὅτι γνωρίζουσι τὴν ἱστο-
1797ρίαν τῶν ζητημάτων.
1798§130ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶμαι σύμφωνος· τοσούτῳ μᾶλλον, καθό-
1799σον ὅτε ἤμην ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξω-
1800τερικῶν ὡς νομικὸς σύμβουλος, καὶ κατόπιν, ὅτε ἀντε-
1801προσώπευσα τὴν Κυβέρνησιν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἔλαβον
1802ἀφορμὴν νὰ ἐρευνήσω τὴν ἱστορίαν διαφόρων ζητημάτων.
1803Ἐν τούτοις, ἂν ἐγὼ δὲν ἀνεδίφουν τὰ Ἀρχεῖα, δὲν ἦσαν εἰς
1804κατάστασιν οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ νὰ μοὶ δώσωσι πληροφο-
1805ρίας, οὐχὶ ἐκ κακῆς θελήσεως, ἀλλὰ διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν
1806ἦτο διωργανωμένη.
1807§131Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὕστερον ἀπὸ τόσα ἔτη τώρα μανθάνο-
1808μεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν!
1809§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακα-
1810λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
1811Βουλὴ παρεδέχθη.
1812(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
1813ἄρθρα 3 καὶ 4 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
1814§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
1815Ἐνταῦθα ἔχει τροπολογίαν ὁ βουλευτὴς Λεβαδείας κ.
1816Μπουφίδης, δι’ ἧς προστίθεται δευτέρα παράγραφος, ἔχουσα
1817ὡς ἑξῆς:
1818«Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου δὲν ἐφαρμόζονται εἰς
1819τοὺς ἀκολούθους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν
1820Πρεσβειῶν, τοὺς διορισθέντας συμφώνως πρὸς τοὺς νῦν ἰσχύ-
1821οντας νόμους ͵ΒΡΚΒʹ καὶ ͵ΒΞΙΘʹ.»
1822Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην παρακαλοῦνται
1823νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
1824παρεδέχθη.
1825Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, παρα-
1826καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
1827Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
1828Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευ-
1829τέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρον-
1830ται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
1831Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἰσχύος καὶ διὰ
1832τὸ ἔτος 1904 τοῦ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν
1833Παρνασσίδος ἐν ἔτει 1900 κηρυχθέντος ὁριστικοῦ καταλό-
1834γου τῶν ἐνόρκων».
1835(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν
1836καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
1837§134ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξω-
1838τερικῶν). Θὰ ἀπαντήσω, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἐρώτησιν,
1839τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου.
1840Πρὸ τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν, ἤμην ἀκόμη κλινήρης,
1841ὅτε ἦλθε παρ’ ἐμοὶ ὁ κ. πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, ἐζήτησε
1842νὰ μὲ ἴδῃ, καὶ μοὶ εἶπε τὰ ἑξῆς. Ἀναφερόμενος εἰς ὁμιλίαν,
1843τὴν ὁποίαν εἶχεν ἄλλοτε μετ’ ἐμοῦ, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ
1844νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως, μοὶ εἶπεν ὅτι εἶχεν ἐντο-
1845λὴν τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ ποιήσηται προφορικὴν ἀνα-
1846κοίνωσιν, ὅτι, ἐὰν τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως ὡρίζετο
1847ἄνω τῶν 20%, εἶχεν ἐντολὴν νὰ καταγγείλῃ τὴν σύμβα-
1848σιν. Ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει μου, ἐὰν μόνον ὁ ὁρισμὸς ὑπὸ τοῦ
1849νόμου τοῦ ποσοστοῦ ἀντὶ τῶν 20% εἰς 24% ἦτο τὸ
1850ἀντικείμενον τῆς ἀνακοινώσεώς του, ὁ κ. πρέσβυς τῆς Ἀγ-
1851γλίας μοὶ εἶπεν: «Ἐγὼ καθαρῶς ἐξήγησα πρὸς τὴν Κυ-
1852βέρνησιν, κατόπιν τῆς συνομιλίας, τὴν ὁποίαν εἴχομεν, κύριε
1853Σκουζὲ, ὅτι ὁ ὁρισμὸς ἀφέθῃ οὐχὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὡς
1854ἐζητεῖτο, ἀλλ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν· συνεπεῶς τὸ τετελε-
1855σμένον γεγονὸς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ἀντικεί-
1856μενον εἰς τὴν σύμβασίν μας, καὶ τότε θέλω προβῆ εἰς τὴν
1857καταγγελίαν. Σχετικῶς δὲ μὲ τὸ ζήτημα, ἔχω καὶ ἄλλην
1858ἀνακοίνωσιν ἢ συμπλήρωσιν νὰ κάμω πρὸς ὑμᾶς. Νομίζει
1859ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἀγγλικὴ, ὅτι ἡ σύμβασις περὶ τῆς σταφί-
1860δος, ἡ λεγομένη τοῦ Μονοπωλίου, ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα
1861τῆς συμβάσεως ἡμῶν τοῦ 1890, διότι ἡμεῖς προέβημεν εἰς
1862σημαντικὴν ἔκπτωσιν τοῦ δασμοῦ ἀπὸ 7 εἰς 2 σελλίνια τὸν
1863στατῆρα, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ τοῦ νὰ καταστῇ ὅσον ἔνεστιν εὐωνό-
1864τερος ὁ σταφιδόκαρπος εἰς τὸ κοινόν. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ
1865ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν, σκοπὸς αὐτῆς εἶναι διὰ τοῦ Μονο-
1866πωλίου ἡ ὕψωσις τῶν τιμῶν, καὶ ἑπομένως τοῦτο ἀντίκει-
1867ται εἰς τὸ πνεῦμα τῆς συμβάσεως ἡμῶν, καὶ συνεπῶς εἶμαι
1868ἐντεταλμένος νὰ καταγγείλω τὴν σύμβασιν. Ἔχω, μοὶ εἶπε,
1869τὴν ἔγγραφον ἀνακοίνωσιν ἑτοίμην, ἀλλ’ ἕνεκεν ἀσαφείας
1870εἰς τὸ κείμενον τοῦ τηλεγραφήματος ἐζήτησα περαιτέρω
1871διασαφήσεις, καὶ ἅμα ὡς λάβω ταύτας, θέλω σᾶς ἀπευθύνει
1872τὴν ἔγγραφον ἀνακοίνωσιν.»
1873Τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἦλθε παρ’ ἐμοὶ ὁ κ. πρέσβυς τῆς
1874Γερμανίας, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔκαμεν ἀνακοίνωσιν προφορικὴν,
1875συνεπείᾳ τηλεγραφικῆς ἐντολῆς τῆς Κυβερνήσεώς του, ἡ
1876ὁποία Γερμανικὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ οὐχὶ ὑπὸ τὸ αὐτὸ
1877πνεῦμα, ὡς ἡ Ἀγγλικὴ βεβαίως, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ ἑξῆς πνεῦμα:
1878ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ Μονοπωλίου περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν
1879τοῦ ἐμπορίου τῆς ἐξαγωγῆς καὶ εἰσαγωγῆς, τὴν ὁποίαν διὰ
1880τοῦ ἄρθρου 1 τῆς συμβάσεως ἡμῶν τοῦ 1884 ἀπολαύουσιν
1881οἱ Γερμανοὶ ὑπήκοοι, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποιεῖται
1882τὰς πλέον ῥητὰς ἐπιφυλάξεις, ἢ, ὡς λέγεται γαλλιστὶ, les
1883réserves les plus exprèsses.
1884Κατόπιν τοῦ πρέσβεως τῆς Γερμανίας, τὴν ἀκόλουθον
1885ἡμέραν, ἦλθεν ὁ πρέσβυς τῆς Ἰταλίας, ὁ ὁποῖος ἐποιήσατο
1886τὴν αὐτὴν προφορικὴν ἀνακοίνωσιν. Ἐκεῖνος μοὶ εἶπεν, ὅτι
1887βασίζεται εἰς τὸ ἄρθρον 6 τῆς μεταξὺ Ἰταλίας καὶ ἡμῶν
1888συμβάσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ Ἰταλοὶ ἀμοιβαίως καὶ οἱ
1889Ἕλληνες ἔχουσι τὸ προνόμιον τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κρά-
1890τους, νὰ μὴ ἔχωσιν οὐδὲν πρόσκομμα εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ
1891τὴν βιομηχανίαν...
1892§135Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Καὶ οὐδὲν Μονοπώλιον.
1893§136ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι
1894ἡ βία σας, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Κραναίας, σᾶς φέρει εἰς σφάλμα.
1895Ἐὰν ἦτο Μονοπώλιον, δὲν ἤθελον ἔχει ἀφορμὴν ἢ δικαίωμα
1896νὰ ποιήσωνται παραστάσεις, διότι τὸ Μονοπώλιον ἐξαι-
1897ρεῖται.
1898§137ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὰ Μονοπώλια τοῦ Κράτους ἐξαιροῦνται.
1899§138ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλὰ, κύριε Βουλευτὰ, καὶ ἄλλοι συνάδελ-
1900φοι, ἐπίσης ἐγκρατεῖς τῶν συνθηκῶν, ὡς βλέπετε, ἀκούουσι
1901καὶ δὲν βιάζονται. Ἐγὼ, βλέπετε, προσπαθῶ λέξιν πρὸς
1902λέξιν ν’ ἀποδώσω ἀπὸ μνήμης ὅσα μοὶ εἶπον οἱ ξένοι πρε-
1903σβευταὶ, διότι νομίζω, ὅτι δίδετε εἰς αὐτὸ σημασίαν.
1904Σήμερον δὲ ἦλθεν ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Ὁλλανδίας, ὁ
1905ὁποῖος ἐποιήσατο ὁμοίαν προφορικὴν ἀνακοίνωσιν, ὡς καὶ
1906οἱ λοιποὶ συνάδελφοί του.
1907§139Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Συναυλία ψυχρολουσιῶν!
1908§140ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Ὁλλανδίας, βασι-
1909ζόμενος καὶ αὐτὸς εἰς τὸ ἄρθρον τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ
1910Ὁλλανδίας συνθήκης, καθ’ ὅ οἱ Ὁλλανδοὶ ὑπήκοοι χαίρουσι
1911τὸ δικαίωμα τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους καὶ συνεπῶς
1912ἀπολαύουσι τῶν προνομίων τοῦ ἄρθρου 6 τῆς Ἰταλικῆς
1913συμβάσεως, ὡς καὶ ὁ Γερμανὸς, ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Ὁλ-
1914λανδίας σήμερον μοὶ εἶπεν, ὅτι «παρεκτὸς τῶν γενομένων
1915αὐτῶν παραστάσεων ἡ Ὁλλανδικὴ Κυβέρνησις ἀνέμενεν ἀπὸ
1916τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὀλίγην περισσοτέραν, ὡς δύνα-
1917μαι νὰ εἴπω, προσοχὴν, διότι μετὰ τὴν Ἀγγλίαν ἡ Ὁλ-
1918λανδία εἶναι ὁ δεύτερος ὡς πρὸς τὴν σημασίαν κατανα-
1919λωτὴς, διότι ἐν Ὁλλανδίᾳ εἰσάγονται περὶ τοὺς 30,000
1920τόννοι σταφίδος, καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ αὕτη ἔχει τὸν ἐλαφρό-
1921τερον δασμὸν, δηλαδὴ 3 φράγκα κατὰ 100 χιλιόγραμμα,
1922ἐλπίζομεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει ἀποδώσει
1923πλείονα προσοχὴν εἰς τοιοῦτον πελάτην, οἷος ἡμεῖς. Καὶ ἐν
1924περιπτώσει, καθ’ ἣν ψηφισθῇ νῦν ἢ βραδύτερον τοιαύτη σύμ-
1925βασις, ποιούμεθα τὰς πλέον ῥητὰς ἐπιφυλάξεις, διότι δὲν
1926γνωρίζω ποῖα μέτρα θέλει λάβει ἡ Κυβέρνησίς μου.»
1927Εἰς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἰταλίας, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀπηύθυνε
1928παρομοίαν προφορικὴν ἀνακοίνωσιν, ἀπηύθυνα τὴν ἐρώτησιν,
1929ἐὰν ἔχει ἑτέραν ἐντολὴν, καὶ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἔχει
1930ἑτέραν ἐντολήν. Ἐπίσης καὶ ὁ Γερμανὸς πρεσβευτὴς τὸ
1931αὐτὸ μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει ἄλλην ἐντολὴν ἢ νὰ ποιήσηται
1932ῥητὴν ἐπιφύλαξιν, ὡς ἀντικειμένης τῆς περὶ Μονοπωλίου
1933συμβάσεως εἰς τὸ ἄρθρον 1 τῆς μετὰ τῆς Γερμανίας ἡμετέ-
1934ρας συνθήκης.
1935Περιττὸν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, τί παρε-
1936τήρησα πρὸς τοὺς διαφόρους πρεσβευτάς· ὅτι δηλαδὴ δὲν
1937νομίζομεν, ὅτι τὸ συζητούμενον εἶναι ἀκριβῶς Μονοπώλιον,
1938διότι δὲν χορηγοῦμεν εἰς Ἕλληνας ὑπηκόους ἢ εἰς ὑπηκόους
1939ἐθνικότητος ἄλλης, εἰς ὑπηκόους τῆς Γαλλίας, εἰς ἀντίθεσιν
1940τῆς Ἀγγλίας, ἢ εἰς ὑπηκόους τῆς Ἀγγλίας, εἰς ἀντίθε-
1941σιν τῆς Ἰταλίας, δὲν χορηγοῦμεν, λέγω, προνόμιον, καὶ οἱ
1942ὑπήκοοι τῶν διαφόρων αὐτῶν ἐπικρατειῶν δὲν δύνανται νὰ
1943ἰσχυρισθῶσιν ὅτι βλάπτονται, διότι ἐχορηγήθη εἰς Ἕλληνα
1944ὑπήκοον ἢ ὑπήκοον ξένον πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον δὲν χο-
1945ρηγεῖται εἰς αὐτούς· ὅτι εἶναι ἀντάλλαγμα πρὸς μίαν ἑται-
1946ρείαν, ἡ ὁποία ἔτυχε νὰ ἦναι Ἀγγλικὴ, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ
1947ἦναι καὶ Γερμανικὴ ἢ Ἰταλικὴ, ἀντάλλαγμα ἀπέναντι τῶν
1948ὑποχρεώσεων, ἃς ἀναλαμβάνει ἡ Ἑταιρεία, νὰ ἀγοράζῃ
1949παρὰ τῶν παραγωγῶν ὅλην τὴν ἐσοδείαν ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ.
1950Ἐπειδὴ οἱ εἰρημένοι πρέσβεις δὲν ἐποιήσαντο ἔγγραφον
1951ἀνακοίνωσιν, δὲν κάμνω πρὸς αὐτοὺς ἔγγραφον ἀπάντησιν,
1952ἀλλὰ προφορικῶς μόνον προσεπάθησα νὰ ἐξηγήσω, ποῖος
1953εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῆς συμβάσεως, ἵνα ἀποτρέψω τὴν ἰδέαν,
1954ὅτι εἶναι Μονοπώλιον· διότι, ἐὰν ἦτο Μονοπώλιον τοῦ Κρά-
1955τους, δὲν ἠδύναντο νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι βλάπτονται, διότι
1956τὸ ἄρθρον 6 τῆς Ἰταλικῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν
1957ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, ἀποκλείει ἀπὸ αὐτὴν τὰ πλεο-
1958νεκτήματα τὰ χορηγούμενα πρὸς ἄλλους ὑπηκόους. Τοῦτο
1959εἶναι σαφὲς, τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ σύμβασις
1960ἀποτελεῖ ἓν εἶδος Μονοπωλίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ ζή-
1961τημα, τὸ ὁποῖον ἠμφισβητήσαμεν, δι’ ὃ οἱ πρέσβεις ἔκαμαν
1962τὰς ἐπιφυλάξεις αὐτῶν.
1963§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
1964τῆς ἐκ νέου ἐγγραφῆς ὑποθηκῶν, μεταγραφῆς κλπ. τῶν ἐγ-
1965γεγραμμένων ἐν τοῖς καταστραφεῖσι βιβλίοις τῶν ὑποθηκο-
1966φυλακείων δήμων τινῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν δήμων Φα-
1967λάρων καὶ Σαμαίων».
1968(Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνο-
1969λον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
1970§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
1971τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΒΨΗʹ τῆς 31 Μαρτίου 1900
1972περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων».
1973Ὁ κύριος Ρωμᾶνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
1974§143ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ
1975προκειμένου νομοσχεδίου ἔλαβον ἀφορμὴν, κύριοι Βουλευταὶ,
1976ὅπως διὰ μακρῶν ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πλήρη ἐπι-
1977τυχίαν τοῦ νόμου τοῦ 1900, τοῦ ψηφισθέντος τῇ εἰσηγήσει
1978τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, καὶ
1979τοῦ ὁποίου τινὰς τῶν οὐσιωδεστέρων διατάξεων ζητεῖ νὰ
1980τροποποιήσῃ ἢ καταργήσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
1981Ἐπέτυχε δὲ πληρέστατα ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ ὅσον ἀφορᾷ
1982εἰς τὴν βελτίωσιν, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρε-
1983σίαν, καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα αὐ-
1984τοῦ, δηλαδὴ εἰς τὴν σπουδαίαν αὔξησιν τῶν προξενικῶν εἰσ-
1985πράξεων.
1986Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπιτευχθεῖσαν ἀναδιοργά-
1987νωσιν τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900
1988ἐκρατύνθη ἡ πειθαρχία ἐν τῷ προξενικῷ κλάδῳ, διὰ διατά-
1989ξεών τινων, τὰς ὁποίας θὰ ἐζήλευεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς
1990Δικαιοσύνης, ὅστις εἶπε πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ἀναγκάζεται νὰ
1991«ἱκετεύῃ» τοὺς δικαστὰς νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς θέσεις
1992των,—ἀφοῦ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις ἐκείνας, ὑποχρε-
1993οῦνται οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι, ἐπὶ ποινῇ παύσεως, ἐντὸς 20
1994ἡμερῶν νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς θέσεις των, δὲν ἐπιτρέπεται
1995δὲ ἡ προσκόλλησις αὐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτε-
1996ρικῶν καὶ τὰς Πρεσβείας, οὐδ’ ἡ παραμονὴ αὐτῶν ἐν Ἀθή-
1997ναις, ὡς κατὰ τὸ παρελθόν.
1998Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 κατηργήθησαν τὰ ἄμισθα Προ-
1999ξενικὰ Πρακτορεῖα ἐν Ἀνατολῇ, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τὴν
2000πληγὴν τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, τὰ γνωστὰ ἐκεῖνα Προ-
2001ξενικὰ Πρακτορεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐστέλλοντο ἄνθρωποι ἀκα-
2002τάλληλοι, οἵτινες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οὐδὲν ἄλλο ἐπεδίωκον
2003ἢ νὰ χρηματίζωνται. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 ἀπηγορεύθη
2004ἡ ἀναπλήρωσις τῶν ἐμμίσθων προξένων ἐν Ἀνατολῇ δι’ ἰδιω-
2005τῶν, ὡρίσθη δὲ, ὅτι διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν χρησιμοποιοῦνται
2006ἔμμισθοι Γραμματεῖς Προξενείων ἢ ἄλλοι προξενικοὶ ὑπάλ-
2007ληλοι. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐθεσπίσθησαν προσόντα διὰ
2008τοὺς διερμηνεῖς, κατωρθώθη δ’ ὅπως νέοι, ἐξελθόντες ἐκ τῆς
2009Νομικῆς Σχολῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει, γνωρίζοντες ἄριστα
2010τὴν τουρκικὴν καὶ τὴν γαλλικὴν καὶ ἄλλας γλώσσας, νομο-
2011μαθεῖς, κατωρθώθη, λέγω, ὅπως οἱ νέοι οὗτοι διορισθῶσιν
2012εἰς τὴν διερμηνευτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἔχομεν ἤδη εἰς πλεῖ-
2013στα κέντρα τῆς Ἀνατολῆς διερμηνεῖς ἐκτάκτου μορφώσεως
2014καὶ ἐφαμίλλους τοῖς διερμηνεῦσι τῶν Προξενείων τῶν λοι-
2015πῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ὡρίσθη
2016ὅριον ἡλικίας διὰ τοὺς προξένους, καὶ ἀπεμακρύνθησαν τῆς
2017ὑπηρεσίας ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι, λόγῳ ἡλικίας, δὲν ἦσαν πλέον
2018εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά των. Ἀλλὰ καὶ
2019διατάξεις, δι’ ὧν ἀνεκουφίσθη σπουδαίως ἡ ἐμπορικὴ ναυτι-
2020λία, περιέχει ὁ νόμος, καθόσον κατηργήθησαν τὰ τέλη ἀπο-
2021δημητηρίων, τὰ πληρωνόμενα ὑπὸ τῶν ἀτμοπλοίων τῶν
2022ἐκτελούντων τακτικὴν συγκοινωνίαν δι’ ἑβδομαδιαίου ἢ δε-
2023καπενθημέρου δρομολογίου ἐκτὸς τοῦ Κράτους, καὶ ἠλατ-
2024τώθησαν κατὰ τὰ τέσσαρα πέμπτα τὰ τέλη τῶν συμβο-
2025λαίων ἀγοραπωλησίας ἢ ναυπηγήσεως ἀτμοπλοίων. Καὶ
2026ἐπῆλθε μὲν ἐλάττωσις εἰς τὰ ναυτιλιακὰ τέλη καὶ τὰ τέλη
2027τῶν συμβολαίων τούτων, ἀνερχομένη εἰς 100,000 περίπου
2028φράγκα, ἀλλ’ ἐδόθη ἐμψύχωσίς τις εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυ-
2029τιλίαν. Τέλος κατωρθώθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900, χωρὶς
2030νὰ ἐπιβαρύνηται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2031Ἐξωτερικῶν, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τῶν βαρῶν τοῦ Δη-
2032μοσίου, ν’ αὐξηθῶσιν αἱ ἀποδοχαὶ τῶν προξενικῶν ὑπαλλή-
2033λων κατὰ 20 καὶ 30%.
2034Ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν προξενικῶν
2035ὑπαλλήλων ὡμολογεῖτο παρὰ πάντων, οὐδεὶς δὲ ἠγέρθη ἐν
2036τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου τοῦ 1900,
2037ὅστις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ αὐξήσωσιν αἱ ἀποδο-
2038χαὶ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων· διότι, ἐνῷ οἱ μισθοὶ τῶν
2039λοιπῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ὑπηρετούντων, κατὰ
2040τὴν τελευταίαν εἰκοσαετίαν εἶχον μείνει ἀμετάβλητοι, ἢ
2041κατά τι εἶχον αὐξηθῆ διά τινας κλάδους, οἱ μισθοὶ τῶν προ-
2042ξενικῶν ὑπαλλήλων εἶχον σπουδαίως ἐλαττωθῆ κατὰ τὴν
2043τελευταίαν δεκαπενταετίαν. Καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς
2044ὅσα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶπον κατὰ τὴν πρώτην συζή-
2045τησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ
2046ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς σπουδαιότητος
2047τῆς ἐπαρκοῦς μισθοδοσίας, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ παρέχῃ τὸ
2048Κράτος εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπαλλήλους. Διότι, ἐὰν τὸ
2049Κράτος ἔχει καθῆκον πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ὑπαλλήλους
2050νὰ παρέχῃ τὰ μέσα, ὅπως ζῶσιν ἀξιοπρεπῶς, μείζονα ὑπο-
2051χρέωσιν πρὸς τοῦτο ἔχει προκειμένου περὶ τῶν ἐν τῷ ἐξω-
2052τερικῷ ὑπηρετούντων ὑπαλλήλων. Διότι οὐδεὶς ἀγνοεῖ τὰς
2053ἀνάγκας, εἰς ἃς ὑποβάλλονται οἱ πρόξενοι, οἱ ὑπηρετοῦντες
2054εἴτε ἐν Ἀνατολῇ, εἴτε εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς πόλεις. Οὐδεὶς
2055ἀγνοεῖ ὅτι οἱ πρόξενοι εἶναι ἠναγκασμένοι καὶ μετὰ τῶν ἐγ-
2056χωρίων ἀρχῶν νὰ εὑρίσκωνται διαρκῶς εἰς σχέσεις, καὶ μετὰ
2057τῶν συναδέλφων των καὶ μετὰ τῶν προκρίτων τῶν Ἑλληνι-
2058κῶν παροικιῶν, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἀξιώσῃ τις παρ’ αὐ-
2059τῶν νὰ ἐκτελῶσι τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτοῖς ὑπηρεσίαν ἐπιτυ-
2060χῶς, ἐὰν δὲν ἔχωσι μέσα ἐπαρκῆ οὐχὶ πρὸς πολυτελῆ βίον,
2061ἀλλὰ πρὸς ἀξιοπρεπῆ συντήρησιν. Ἡ βελτίωσις τῆς οἰκονο-
2062μικῆς θέσεως τῶν προξένων ἐπεβάλλετο πρὸ πολλοῦ, ἐπι-
2063τροπαὶ δὲ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν αἷς τὴν πλειονοψη-
2064φίαν εἶχον φίλοι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ,
2065ἐπανειλημμένως εἶχον προβῆ εἰς συστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρ-
2066νησιν, ὅπως αὐξηθῶσιν αἱ ἀποδοχαὶ τῶν προξένων. Κατὰ
2067τὴν συζήτησιν τοῦ προξενικοῦ νόμου τοῦ 1900 ὁ νῦν ἐπὶ τῶν
2068Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἀνομολογῶν τὴν ἀνάγκην, οὐδεμίαν
2069ἀντίρρησιν ἔφερεν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν προ-
2070ξένων. Ἔχω δὲ ἐνώπιόν μου περικοπὴν τῶν λόγων του εἰς
2071τὴν ὁποίαν εἶπεν: «Ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν, λέγω,
2072ὅτι εἶναι καὶ ἀναγκαία καὶ δικαιοτάτη». Οὐδεμία ἀντίρ-
2073ρησις ἠγέρθη ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν
2074τῶν προξενικῶν μισθῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχε-
2075δίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ κομματικὸν
2076χαρακτῆρα. Μόνον ἐνδοιασμοὺς ἐξέφρασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς
2077πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, δι’ ὧν ἐζητή-
2078σαμεν νὰ καλύψωμεν τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης. Καὶ εἶπε
2079τότε ὁ νῦν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός: «ἡ μὲν δα-
2080πάνη θὰ γείνῃ βεβαίως, ἡ δὲ αὔξησις τῶν ἐσόδων θὰ ἦναι
2081ἐλπιζομένη καὶ οὐχὶ βεβαία». Αὐτὰ εἶπεν ὁ νῦν κ. Ὑπουρ-
2082γὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸ τριῶν ἐτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ
2083ταύτῃ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀνεγνώριζε τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως
2084τῶν ἀποδοχῶν τῶν προξένων, ἀφοῦ μόνον ὡς πρὸς τ’ ἀποτε-
2085λέσματα τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τῶν προ-
2086ξενικῶν τελῶν ἐξέφρασεν ἀμφιβολίαν, πῶς σήμερον, ἀφοῦ οἱ
2087ἐπίσημοι πίνακες, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2088Ἐξωτερικῶν, ἀπέδειξαν ὅτι αἱ αὐξήσεις τῶν δαπανῶν τῆς
2089προξενικῆς ὑπηρεσίας, αἱ ἐπελθοῦσαι ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ
2090νόμου τοῦ 1900, οὐ μόνον ἐκαλύφθησαν, ἀλλὰ ἔμεινε καὶ
2091περίσσευμα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, πῶς σήμερον, ἀφοῦ
2092ταῦτα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἔμαθε καὶ τοιοῦτον πίνακα ὑπέ-
2093βαλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἔρχεται νὰ περικόψῃ τοὺς μισθοὺς
2094καὶ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς προξενικοὺς ὑπαλλήλους τὰ πρὸς
2095συντήρησίν των ἐπαρκῆ μέσα;
2096Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὁμολογεῖ διὰ
2097τῶν πινάκων, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἐκάλυψαν τὰς προσθέτους δα-
2098πάνας, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις δὲν ἔσχε τὸν ἀπαιτούμε-
2099νον χρόνον, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, κατὰ τὴν
2100ἀγόρευσιν αὐτοῦ, εἰσάγοντος τὸν προϋπολογισμὸν, ἐβεβαίωσε
2101τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν εἰσπράξεων δὲν ἀνέρχεται,
2102εἰμὴ εἰς 41,000 περίπου δραχμάς. Καὶ ἐβεβαίωσε τὴν Βου-
2103λήν, ὅτι κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν θ’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὅσα
2104εἶπον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν εἶναι ἀνακριβῆ, καὶ ὅτι
2105αἱ εἰσπράξεις δὲν καλύπτουσι τὰς δαπάνας. Λυποῦμαι, ὅτι
2106ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔλαβε τὴν καλωσύνην ν’ ἀποδείξῃ
2107τοῦτο. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠξεύρω τίνι τρόπῳ θὰ κατορ-
2108θώσῃ τοῦτο, διότι τὴν ἀλήθειαν τῶν ἀριθμῶν οὐδεὶς δύναται
2109ν’ ἀμφισβητήσῃ, οὐδ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὔτε ἄλλος τις.
2110Τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς διατηρήσεως τῶν μισθῶν τῶν
2111προξένων, ὡς ηὐξήθησαν οὗτοι διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900, νο-
2112μίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀναγνωρίσῃ, ἀφοῦ προξενικὸς
2113κλάδος, πλημμελῶς ἔχων καὶ ἀνεπαρκῶς μισθοδοτούμενος,
2114μᾶλλον ἐπιβλαβὴς εἶναι εἰς τὸ Κράτος, ἐνῷ προξενικὸς κλά-
2115δος ἀποτελούμενος ὑπὸ ἀνδρῶν μεμορφωμένων καὶ ἐπαρκῶς
2116μισθοδοτουμένων δύναται καὶ τὰ ἐμπορικὰ καὶ τὰ ναυτι-
2117λιακὰ καὶ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα νὰ προασπίσῃ. Καὶ μὴ λη-
2118σμονήσητε, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, πρόξενος, οὗ τὴν
2119διάνοιαν ἐξ ὁλοκλήρου ἀπασχολεῖ ὁ περὶ ὑπάρξεως ἀγὼν, νὰ
2120ἔχῃ τὸ σθένος νὰ προασπίσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, τῶν
2121ὁποίων τὴν περιφρούρησιν ἀνέθεσεν αὐτῷ ἡ Πολιτεία. Τὸ
2122ζήτημα ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα. Ἀφοῦ δ’ ἐπετεύχθη
2123διὰ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύ-
2124ρας κυρίου Βουλευτοῦ, ἀφοῦ ἐπετεύχθη νὰ λάβωσιν ὁπωσοῦν
2125ἐπαρκῆ μισθὸν οἱ πρόξενοι, χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπο-
2126λογισμὸς, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν
2127νὰ ἔλθῃ σήμερον νὰ ῥίψῃ τοὺς προξένους ἐκείνους εἰς τὴν
2128ἀπόγνωσιν, περικόπτουσα τὰς ἀποδοχάς των.
2129Καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου
2130ἀπέδειξα διὰ μακρῶν, ὅτι αἱ πρόσθετοι δαπάναι καλύπτον-
2131ται διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν. Χωρὶς νὰ
2132ἐπανέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας, ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ
2133ὑπενθυμίσω αὐτῇ, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὰ 1899, δηλαδὴ ἓν ἔτος
2134πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τοῦ προξενικοῦ, εἴχομεν
2135εἰσπράξεις 529,800 φράγκα χρυσᾶ, κατὰ τὸ 1902 εἴχομεν
2136εἰσπράξεις 653,000 φράγκα χρυσᾶ, δηλ, αὔξησιν 124,000
2137φράγκων χρυσῶν. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν θὰ
2138ἀμφισβητήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
2139§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω,
2140ὅτι θὰ τὸ ἀμφισβητήσω.
2141§145ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁρίστε;
2142§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ σημειώσεις τοῦ Γενικοῦ Λο-
2143γιστηρίου.
2144§147ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τίνα σημασίαν
2145ἔχουσιν οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς
2146τῶν Ἐξωτερικῶν;
2147§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τοὺς πίνακας τοῦ
2148Γενικοῦ Λογιστηρίου. Τώρα ἐξετάζω καὶ τοὺς λογαριασμοὺς
2149τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶναι διαφορὰ μόνον
215021,000 δρ. μεταξὺ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους κατέθηκεν ὁ
2151κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τῶν πινάκων τοῦ Γενι-
2152κοῦ Λογιστηρίου. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐλάχιστον πρᾶγμα.
2153§149ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
2154τερικῶν ἐπιμένει, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκεν
2155εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἐπισήμων πινάκων, εἶναι ἀκριβεῖς.
2156§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτε-
2157ρικῶν θέλει ἐπιμένει, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὐτοῦ εἶναι ἀκρι-
2158βεῖς· ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερι-
2159κῶν ἐξελέγχονται ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, καὶ τὸ Γε-
2160νικὸν Λογιστήριον ἔχει πίνακα, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐτε-
2161λείωσεν ἡ χρῆσις τοῦ 1902, εἶχον δ’ εἰσπραχθῆ μέχρι τοῦ
2162χρόνου, καθ’ ὃν συνετάχθη ὁ πίναξ, 603,262.27.
2163§151ΡΩΜΑΝΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Κατὰ ποίαν ἐποχὴν ὑπέ-
2164βαλε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τὸν πίνακα; Διότι εἰς αὐτὸ
2165τὸ λάθος ὑπεπέσατε καὶ κατὰ τὴν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν
2166συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν μέχρι τέ-
2167λους τοῦ ἔτους οἱ λογαριασμοὶ τῶν Προξενείων;
2168§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ ἐκ Κραναίας,
2169ἀναφέρετε λάθη, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποδεικνύετε, καὶ σᾶς παρα-
2170καλῶ νὰ μὴ σπεύδητε εἰς τὰς γνώμας σας.
2171§153ΡΩΜΑΝΟΣ. Θὰ τὰ ἀποδείξω, κύριε Πρωθυπουργέ.
2172§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν τὰ ἀποδείξητε, βεβαίως
2173ἢ θέλω τὰ ἀναιρέσει, ἢ θέλω ὁμολογήσει, ὅτι εἶναι λάθη.
2174§155ΡΩΜΑΝΟΣ. Εἰς τὴν αὐτὴν ἀνακρίβειαν ὑπεπέσατε καὶ
2175κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν.
2176§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ πίναξ αὐτὸς μοὶ ἐδόθη κατὰ
2177τὸν μῆνα Φεβρουάριον τοῦ 1903. Ὁ πίναξ αὐτὸς ἀναφέρει,
2178ὅτι εἶναι 603,262.67 (ἀναγινώσκει):
2179«Σημείωσις. Ὑπολογίζεται ὅτι ἀνέρχονται μέχρι τέ-
2180λους τῆς χρήσεως—διότι δὲν ἔχει τελειώσει ἡ χρῆσις—εἰς
2181δραχ. 630,000.»
2182§157ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὑπολογίζεται, κ. Πρωθυπουργέ. Ἀλλ’ ὁ
2183κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν εἰς πρώτην ἀνά-
2184γνωσιν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχον ἀκόμη
2185ἀποσταλῆ οἱ λογαριασμοὶ ὅλων τῶν Προξενείων εἰς τὸ
2186Ὑπουργεῖον.
2187§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ὁ κ. Ὑπουρ-
2188γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔδωκε τὰς ἑξῆς πληροφορίας (ἀναγι-
2189νώσκει) «Διὰ τὸ ἔτος 1902, πλὴν τῶν ἐσόδων τῆς βʹ ἑξα-
2190μηνίας τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῶν Παρισίων, τῶν ὁποίων
2191δὲν ὑπεβλήθη ἔτι σημείωσις, τὰ εἰσπραχθέντα προξενικὰ
2192τέλη ἀνῆλθον εἰς 651,599». Κατὰ τὸν πίνακα δὲ τοῦ Γενι-
2193κοῦ Λογιστηρίου θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 630,000. Λοιπὸν
2194μεταξὺ τῶν 651,000 καὶ τῶν 630,000 εἶναι διαφορὰ
219521,000. Τώρα ἠμπορῶ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω, ἀναγνωρίζων
2196ὅτι εἶναι 651,000· θέλω δὲ σᾶς ἀποδείξει πόσον ηὔξησαν
2197τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὰ τελευ-
2198ταῖα ἔτη.
2199§159ΡΩΜΑΝΟΣ. Τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας;
2200§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτε-
2201ρικῶν.
2202§161ΡΩΜΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Πρόκειται περὶ τῆς προξε-
2203νικῆς ὑπηρεσίας.
2204§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Διατὶ κάμνετε
2205τὴν διάκρισιν αὐτήν; Τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξω-
2206τερικῶν ηὐξήθησαν κατὰ 1,000,000 δραχμάς.
2207§163ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὄχι δὲν ηὐξήθησαν κατὰ 1,000,000.
2208§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξακολουθήσατε τὸν λόγον σας,
2209καὶ θέλω σᾶς ἀποδείξει τοῦτο διὰ τῶν ἀπολογισμῶν.
2210§165ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει πάντοτε εἰς
2211τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
2212Τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ηὐξήσαμεν
2213ἡμεῖς κατὰ 600,000 περίπου δραχμάς, ἀλλὰ κατὰ 600,000
2214δραχμὰς τὰ ηὐξήσαμεν διότι τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας τοῦ
2215Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τὰς ηὐξήσαμεν κατὰ δραχμὰς
2216450,000 περίπου.
2217§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅλα ταῦτα θέλω σᾶς τὰ ἀπο-
2218δείξει τώρα δι’ ἀριθμῶν. Ἐξακολουθήσατε τὴν ὁμιλίαν σας.
2219§167ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὰς ηὐξήσαμεν δὲ τῇ κοινῇ ψήφῳ τῆς
2220Βουλῆς. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ Βουλευτὴς, ὅστις συνέ-
2221στησε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προβῇ κατὰ τὴν συζήτη-
2222σιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1901 εἰς
2223σπουδαίαν αὔξησιν τοῦ κεφαλαίου τοῦ ὑπὸ τὸν τίτλον «ἐξω-
2224τερικαὶ δαπάναι», ἀνῆκεν εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει
2225τὴν δεξιάν). Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις
2226ἦτο τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπεκρότησεν εἰς
2227τοῦτο. Ἀφοῦ δ’ ἐπεκροτήσατε εἰς τὸ μέτρον τοῦτο καὶ ἀφοῦ
2228ἐνομίζετε, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον, δι’ ἐθνικὰς ἀνάγκας, ν’ αὐξη-
2229θῶσι κατὰ 450,000 δραχμὰς αἱ «ἐξωτερικαὶ δαπάναι»,
2230ἀφοῦ τὰς δαπάνας ταύτας δὲν τὰς ἐθεωρεῖτε ὑπερβολικάς,
2231ἀλλὰ τὰς ἐθεωρεῖτε ἀναγκαίας, πῶς ἔρχεσθε σήμερον καὶ
2232λέγετε, ὅτι ἐγένοντο αὐξήσεις, καὶ ὅτι κακῶς ἐγένοντο, καὶ
2233διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ ὑποβάλητε νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώ-
2234σεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν προξένων; Τοῦτο δὲν εἶναι λογικὸν
2235συμπέρασμα, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον
2236Πρωθυπουργὸν, ὅταν ἀπαντήσῃ εἰς ἐμὲ, νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ
2237ἀποτελέσματα τοῦ προξενικοῦ νόμου τοῦ 1900· διότι, ἂν
2238ἦτο ἀναγκαῖον, τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας, τῶν ὁποίων ἡ
2239χρῆσις εἶναι γνωστὴ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν
2240ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸν προξενικὸν νόμον, ἂν ἦτο ἀναγκαῖον
2241τὰς δαπάνας ἐκείνας οὐχὶ μόνον κατὰ 450,000 δραχμὰς
2242ἀλλὰ κατὰ 2,000,000 ν’ αὐξήσωμεν, καὶ ἂν τοιαύτην αὔ-
2243ξησιν διετήρει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τότε ὁ κύριος Πρω-
2244θυπουργὸς θὰ ἔλεγεν: «ηὐξήσατε τὰς δαπάνας κατὰ δύο
2245ἑκατομμύρια». Καὶ ἔχει σχέσιν τοῦτο πρὸς τὸ ὑπὸ συζή-
2246τησιν νομοσχέδιον; Εἰς τὴν σύγχυσιν ταύτην προέβητε καὶ
2247κατὰ τὸν εἰσηγητήριον λόγον τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ εἴπετε
2248τότε πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπανελάβετε κατὰ
2249κόρον πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, ὅτι εἰς τὴν σπατάλην, εἰς τὴν
2250ὁποίαν προέβη ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου ἐκ Κερκύρας Βου-
2251λευτοῦ, συγκαταλέγεται καὶ τὸ 1,000,000, εἰς τὸ ὁποῖον
2252ἀνέρχεται ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξω-
2253τερικῶν, καὶ ὅτι δι’ αὐτὸ φέρετε νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων
2254θέλετε αὐτὴν τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν νὰ περιορίσητε. Καὶ
2255τότε ἠναγκάσθην νὰ σᾶς διακόψω, καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ἀνα-
2256κριβῆ λέγετε πρὸς τὴν Βουλὴν, καθὼς ἀνακριβῆ ἐλέγετε πρὸς
2257τοὺς ἐκλογεῖς, καὶ ὅτι ἀνακριβὲς εἶναι νὰ λέγητε, ὅτι εἰς
2258858,000 δραχμὰς ἀνέρχεται ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν τοῦ
2259Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη ἐπῆλ-
2260θεν ἐκ τοῦ προξενικοῦ νόμου τοῦ 1900. Ὅτε δὲ μοὶ εἴπετε,
2261ὅτι οὐχὶ 651,000, ἀλλὰ 630,000 ἢ 620,000 σᾶς δίδει
2262τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, παρελείψατε νὰ εἴπητε πρὸς τὴν
2263Βουλὴν, ὅτι τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ
2264Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν σᾶς ἔλεγον, ὅτι δὲν ἔλαβον
2265εἰσέτι ὅλους τοὺς λογαριασμοὺς καὶ ὅτι ὑπελείποντο ἔτι
2266λογαριασμοὶ, τοὺς ὁποίους δὲν εἶχον λάβει.
2267§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μόνον τῆς Πρεσβείας τῶν Πα-
2268ρισίων.
2269§169ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρωθυπουργέ. Ὅταν ὁμιλῆτε
2270περὶ 651,000, τότε ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε, ὅτι
2271ὑπολείπονται μόνον τῆς Πρεσβείας τῶν Παρισίων, ἀλλ’ ὅταν
2272λέγητε 620,000, τότε πρέπει νὰ εἴπητε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι
2273ὑπάρχει ἡ διαφορὰ αὐτὴ τῶν 31,000 διότι δὲν εἶχον ληφθῆ
2274εἰσέτι οἱ λογαριασμοὶ ὅλων τῶν Προξενείων, διότι τοιαύτας
2275πληροφορίας σᾶς ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία.
2276§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ὕφος τοῦ λόγου σας μοὶ
2277δίδει τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς διακόψω.
2278§171ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα. Παρακαλῶ.
2279§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτε-
2280ρικῶν ἔδωκε σημείωσιν, ὅτι εἰσεπράχθησαν 651,597 δραχ-
2281μαὶ, καὶ σημειοῖ ὅτι μόνον τὸ Προξενικὸν Γραφεῖον τῆς ἐν
2282Παρισίοις Πρεσβείας καθυστερεῖ τοὺς λογαριασμούς.
2283§173ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν 620,000.
2284§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ περιμένητε.
2285§175ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα.
2286§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω δύο λογαριασμοὺς τοῦ
2287Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ὁ πρῶτος λογαριασμὸς τοῦ Γενικοῦ
2288Λογιστηρίου ἀρχίζει ἀπὸ τοῦ ἔτους 1895 καὶ τελειώνει εἰς
2289τὸ ἔτος 1902. Τὸ ἔτος 1902, βεβαιοῖ τὸ Γενικὸν Λογιστή-
2290ριον κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον, ὅτι θέλουσιν ἀνέλθει εἰς
2291630,000. Διότι κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον ἀνέφερε τὸ Γενι-
2292κὸν Λογιστήριον, ὅτι κατὰ τὸ 1902 εἰσεπράχθησαν 603,000,
2293ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῶσι τὰ ἔξοδα
2294τῆς χρήσεως, ὑπολογίζει ὅτι πιθανῶς θέλουν ἀνέλθει εἰς
2295630,000. Λοιπὸν ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι 630,000 μέχρι τῶν
2296651,000 εἶναι διαφορὰ 21,000. Διατὶ θυμώνετε, παρα-
2297καλῶ; διατὶ ὀργίζεσθε καὶ ὁμιλεῖτε ὡς ἂν εἴχετε κατηγο-
2298ρούμενον ἐνώπιόν σας;
2299§177ΡΩΜΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι
2300εἴπετε ὅσα εἴπετε διότι εἴχετε ἀμφισβητήσει τοὺς ἀριθμοὺς
2301τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέβαλεν εἰς
2302τὴν Βουλήν.
2303§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἔχω δικαίωμα ν’ ἀμφι-
2304σβητήσω, διότι ἀμφισβητῶ τοὺς ταμιακοὺς πίνακας τοῦ
2305Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διότι προτιμῶ τοὺς πίνακας
2306τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.
2307§179ΡΩΜΑΝΟΣ. Προτιμᾶτε ὅ,τι θέλετε νὰ προτιμήσητε.
2308§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ... Καὶ τοιουτοτρόπως ἀμφι-
2309σβητῶ τοὺς πίνακας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν
2310ἔχετε ὅμως δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε μετ’ ὀργῆς πρὸς ἀνθρώ-
2311πους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐξηρτημένοι ἀπὸ ὑμᾶς.
2312§181ΡΩΜΑΝΟΣ. Τέλος πάντων ἐπὶ τρία ἔτη ἐπαναλαμβά-
2313νετε, ὅτι διὰ τοῦ προξενικοῦ νόμου 1,000,000 ἐφορτώθη εἰς
2314τὴν ῥάχιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
2315§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ τὸ ἰδῆτε.
2316§183ΡΩΜΑΝΟΣ. Πῶς θὰ τὸ ἴδω, ἀφοῦ οἱ ἀριθμοὶ ἀποδει-
2317κνύουσι τὸ ἐναντίον;
2318§184ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ ἰδῇ ἡ Βουλή.
2319§185ΡΩΜΑΝΟΣ. Νὰ ἴδωμεν πῶς θὰ τὸ ἰδῇ ἡ Βουλή, ἀφοῦ οἱ
2320ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ὑπεβάλετε, ἀποδεικνύουσι τὸ ἐναντίον,
2321καὶ ἀφοῦ εἶπον, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου
2322τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπῆλθεν ἐξ ἄλλων λόγων.
2323§186Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Ρωμᾶνε, ὁρίσατε τὸ ποσὸν τῆς
2324αὐξήσεως τῶν δαπανῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως
2325τῶν ἐσόδων ἀφ’ ἑτέρου. Τὰ δύο ποσὰ νὰ ἀναγνώσητε.
2326§187ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα.
2327Ἐὰν παραβάλωμεν τὰς εἰσπράξεις τοῦ ἔτους 1899, τὰς
2328πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1902,
2329τὰς μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἔχομεν κατὰ τοὺς πίνα-
2330κας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἰσπράξεις τοῦ 1899
2331φρ. χρ. 529,308, εἰσπράξεις τοῦ 1902 φρ. 651,597. Ὑπο-
2332λείπονται δὲ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, αἱ εἰσπράξεις
2333τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Παρισίοις
2334Πρεσβείας. Γνωρίζω ὅτι αἱ εἰσπράξεις αὗται ἀνέρχονται εἰς
23352,000 φράγκα περίπου καθ’ ἑξαμηνίαν· ὥστε, ἂν λάβωμεν
23361500 μόνον διὰ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν, ἔχομεν 653,000. Καὶ οὐ-
2337δεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν τῶν 653,000.
2338Ὅταν δὲ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν τὸ ποσὸν, τὸ
2339ὁποῖον εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1899, ἔχετε μίαν διαφορὰν
2340124,000 φράγκων χρυσῶν, δηλ. 190,000 μέχρι 200,000
2341δραχμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων.
2342§188Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔξοδα;
2343§189ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρὶν ἔλθω εἰς τὰ ἔξοδα, ἔχω μίαν παρα-
2344τήρησιν νὰ κάμω. Δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω εἰς τὰς διατάξεις
2345τοῦ προξενικοῦ νόμου τοῦ 1900, αἵτινες εἶχον ἀποτέλεσμα
2346ἐλάττωσιν τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν καὶ τελῶν διὰ σύνταξιν
2347συμβολαίων ἀγοραπωλησίας καὶ ναυπηγήσεως ἀτμοπλοίων,
2348περὶ ὧν παρέσχε πληροφορίας πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουρ-
2349γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τὴν
2350ἐπελθοῦσαν ἐκ τῶν τελῶν τῶν συμβολαίων ἀγοραπωλησίας
2351καὶ ναυπηγήσιως πλοίων, ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἀνέρχεται εἰς
235260,000 φράγκα χρυσᾶ τοὐλάχιστον· ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν
2353ἐλάττωσιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὰ ναυτιλιακὰ τέλη ἐκ τῆς
2354καταργήσεως τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν διὰ τὰ ἀτμόπλοια, τὰ
2355ὁποῖα ἐκτελοῦσι τακτικὴν συγκοινωνίαν ἐκτὸς τοῦ Κράτους,
2356ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἀνέρχεται εἰς 100,000 φράγκα περίπου.
2357Ἀλλ’ ἐνῶ θὰ ἠδυνάμεθα καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 160,000
2358φρ. χρυσῶν, ἢ τοὐλάχιστον ποσὸν 80,000 μέχρις 100,000 φρ.
2359νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰς 124,000, εἰς τὰς ὁποίας ἀνέρχεται
2360ἡ πραγματικὴ αὔξησις τῶν ἐσόδων, δὲν ἐπιμένω εἰς τοῦτο,
2361καὶ περιορίζομαι εἰς τὸ πραγματικὸν ποσὸν τῶν 124,000
2362φρ. χρυσῶν, οὗ τὴν ἀκρίβειαν οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ.
2363§190Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ἐλάττωσιν πῶς θὰ τὴν προσθέ-
2364σητε εἰς τὴν αὔξησιν;
2365§191ΡΩΜΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Σεῖς τὸ ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ,
2366διότι εἶσθε ἐντριβέστατος περὶ τοιαῦτα ζητήματα.
2367§192Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὐχαριστῶ· ἀλλὰ δὲν τὸ ἐννοῶ.
2368§193ΡΩΜΑΝΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι διὰ τοῦ προξενικοῦ νόμου
2369τοῦ 1900 ἐθεσπίσθησαν διατάξεις, αἵτινες εἶχον ὡς συνέπειαν
2370τὴν ἐλάττωσιν τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν, ὅτι δι’ ἄλλων δια-
2371τάξεων ηὐξήθησαν τὰ προξενικὰ τέλη, καὶ ἐπῆλθε πραγμα-
2372τικὴ αὔξησις ἐν ὅλῳ εἰς τὰ προξενικὰ τέλη 124,000 φράγ-
2373κων χρυσῶν· ἀλλ’ εἰς τὰ τέλη ταῦτα, τὰ ὁποῖα ηὐξήθησαν
2374διὰ τοῦ τελευταίου νόμου, θὰ ἐδικαιούμεθα νὰ προσθέσωμεν
2375καὶ τὴν διαφορὰν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως, ἣν
2376ὑπέστησαν τὰ προξενικὰ τέλη ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῶν
2377ναυτιλιακῶν τελῶν. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω
2378εἰς τοῦτο, ἀλλὰ θὰ λάβω μόνον ὑπ’ ὄψιν τὴν πραγματικὴν
2379αὔξησιν τῶν 124,000 φράγκων χρυσῶν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν μὲ
2380ἐννοεῖτε.
2381§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂν δὲν εἶχον ἐλαττωθῆ τὰ τέλη αὐτὰ,
2382θὰ εἴχομεν ἀκόμη μεγαλειτέραν αὔξησιν ἐσόδων. Τώρα τὰς
2383δαπάνας, παρακαλῶ.
2384§195ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
2385ρικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Μοὶ φαίνεται ὅτι ὑπεπέσατε εἰς
2386μικρὸν λάθος.
2387§196ΡΩΜΑΝΟΣ. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δὲν ὑπέπεσα εἰς
2388λάθος· ἀλλὰ σᾶς ἐπιτρέπω νὰ εἴπητε ὅ,τι θέλετε.
2389§197ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἴπετε, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων
2390ἐκ τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν ἀνῆλθεν εἰς 80 ἕως 100 χιλιάδας.
2391Ὑποθέτω εἶναι τὸ ἄρθρον 250, ὅπερ ἐννοεῖτε.
2392§198ΡΩΜΑΝΟΣ. Δύο ἄρθρα· τὰ 250 καὶ 223. Εἶπον, ὅτι
2393ἐλάττωσις τοιαύτη περίπου εἰς τὰς εἰσπράξεις ἐπῆλθε διὰ
2394τῆς ἐφαρμογῆς δύο διατάξεων. Μία διάταξις ἀφορᾷ εἰς τὰ
2395τέλη τὰ πληρωνόμενα διὰ τὰ συμβόλαια περὶ ναυπηγήσεως
2396καὶ ἀγοραπωλησίας ἀτμοπλοίων, ἄλλη διάταξις ἀφορᾷ εἰς
2397τὰ τέλη ἀποδημητηρίων, ἅτινα ἐπλήρωνον ἄλλοτε τὰ ἀτμό-
2398πλοια, τὰ ὁποῖα ἐξετέλουν τακτικὴν συγκοινωνίαν ἐκτὸς
2399τοῦ Κράτους.
2400§199ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ ἄρθρον 223 εἶναι περὶ ἀγοραπωλησίας
2401πλοίων.
2402§200ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα. Διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου
2403τούτου, ἐννοεῖται, ηὔξησεν ἡ διὰ τακτικῶν προσεγγίσεων
2404τῶν ἑλληνικῶν ἀτμοπλοίων συγκοινωνία μετὰ λιμένων τῆς
2405Ἀνατολῆς, ἥτις πρὸ τοῦ 1900 δὲν ἦτο πόσον πυκνή. Ἀλλὰ
2406ἂν μὴ κατὰ 150 ἢ 160 χιλιάδας φράγκων, τοὐλάχιστον
2407κατὰ 80 μέχρις 100 χιλιάδων φρ. θὰ εἴχομεν ἀνωτέρας
2408εἰσπράξεις, ἂν δὲν ἐτροποποιοῦντο πρὸς τὸ συμφέρον τῆς
2409ἐμπορικῆς ναυτιλίας τὰ ἄρθρα 223 καὶ 250.
2410§201ΣΚΟΥΖΕΣ. Φαίνεται ἀπὸ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας
2411σᾶς ἔδωκα, ὅτι δὲν εἶναι αὐτοὶ οἱ ἀριθμοί.
2412§202ΡΩΜΑΝΟΣ. Αὐτοὶ εἶναι.
2413§203ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλὰ ἰδοὺ (ἀναγινώσκει σημείωμα):
2414«Τὸ κεφάλαιον Βʹ, αἱ ἐκ τῶν ἀτελειῶν τῶν χορηγηθεισῶν
2415δυνάμει τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 250 τοῦ
2416προξενικοῦ νόμου διαφοραὶ ἐπὶ μεῖον, ἀποβαίνει ἀδύνατον
2417νὰ ὁρισθῇ ἀκριβῶς. Αὗται ὅμως ὑπελογίσθησαν καὶ ἐν ἄλλῃ
2418καταστάσει, δοθείσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ ἐποχὴν ἐγγυτέ-
2419ραν πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ΒΨΗʹ, εἰς φρ. 30,000
2420ἕως 40,000.»
2421§204ΡΩΜΑΝΟΣ. Κατόπιν ἀπηύθυνα δευτέραν ἐπερώτησιν
2422πρὸς ὑμᾶς. Εἰς τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν ταύτην ἀπηντή-
2423σατε δι’ αὐτοῦ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλετε εἰς τὴν
2424Βουλὴν, καὶ εἰς τὸν πίνακα αὐτὸν λέγετε, ὅτι κατὰ τὸ
24251902 ἠγοράσθησαν 19 ἀτμόπλοια ἐν Ἀγγλίᾳ. Τὰ 19
2426αὐτὰ ἀτμόπλοια, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ φορολογηθῶσι τὰ συμ-
2427βόλαια τῆς ἀγοραπωλησίας αὐτῶν κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον,
2428ἤθελον ἐπιφέρει προσόδους ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, 19
2429πρὸς 4,000 φράγκα περίπου, τοὐλάχιστον 76 χιλιάδας.
2430Ἀλλ’ ἐπειδὴ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1900 μόνον
2431χίλιαι δραχμαὶ χρυσαῖ κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰσπράττονται
2432δι’ ἀτμόπλοια οἱασδήποτε χωρητικότητος πέραν τῶν 1000
2433τόννων, ἔχετε 56,000 ἐλάττωσιν θετικὴν κατὰ τὸ 1902.
2434Ἔχετε δὲ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην χωρὶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν
2435τὴν ἐλάττωσιν ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐκ τῆς συνεπείᾳ τῶν δια-
2436τάξεων τοῦ ἄρθρου 250 καταργήσεως ναυτιλιακῶν τινων
2437τελῶν.
2438§205Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε αὐτὰ εἶναι ἐκτός.
2439§206ΡΩΜΑΝΟΣ. Εἶναι ἐκτός. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἐλάττωσις
2440τῶν ναυτιλιακῶν τελῶν σπουδαία.
2441§207Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καλά. Τὰς δαπάνας νὰ ἴδωμεν.
2442§208ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι δὲν θέλω νὰ
2443λάβω ὑπ’ ὄψιν, εἰμὴ τὴν πραγματικὴν καὶ ἀναμφισβήτη-
2444τον αὔξησιν, τὴν ἀνερχομένην εἰς 124,000 φράγκα χρυσᾶ.
2445Ἂς ἔλθωμεν τέλος πάντων εἰς τὴν διαφορὰν τῶν δα-
2446πανῶν, τὴν ἐπελθοῦσαν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προξενικοῦ
2447νόμου τοῦ 1900. Ὁ πίναξ, ὃν ὑπέβαλεν τῇ αἰτήσει μου ὁ
2448κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀναγράφει, ὅτι κατὰ τὸν
2449ἀπολογισμὸν τοῦ 1901 εἴχομεν δαπάνας διὰ τὴν προξενι-
2450κὴν ὑπηρεσίαν (Κεφάλαιον Γʹ ἄρθρ. 1–12) δρ. 820,173.
2451Ἂν παραβάλωμεν ταύτας πρὸς τὰς πραγματοποιηθείσας
2452δαπάνας τοῦ ἔτους 1896, ἃς ἀναγράφει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν
2453τῇ ἐκθέσει τῇ συνοδευούσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον,
2454καὶ αἵτινες ἀνέρχονται εἰς 693,000 δραχμὰς, ἔχομεν δια-
2455φορὰν μεταξὺ τῶν δαπανῶν τοῦ 1896 τῆς προξενικῆς ὑπη-
2456ρεσίας (Κεφ. Γʹ ἄρθρον 1–12 τοῦ προϋπολογισμοῦ) καὶ
2457τῶν δαπανῶν τοῦ 1901 δραχμῶν ἐπὶ πλέον 127,000.
2458§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπόν;
2459§210ΡΩΜΑΝΟΣ. Λοιπόν, ἅμα παραβάλητε τὴν διαφορὰν
2460τῶν εἰσπράξεων, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 124,000 φρ. χρ.,
2461δηλαδὴ 190,000 ἢ 200,000 δραχ., πρὸς τὴν διαφορὰν τῆς
2462δαπάνης ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 127,000 δρ., βλέπετε ὅτι ὄχι
2463μόνον καλύπτονται αἱ πρόσθετοι δαπάναι, ἀλλ’ ὅτι ἔχετε
2464καὶ περίσσευμα περὶ τὰς 70,000 δραχ. Τώρα ἐρωτῶ τὴν
2465Βουλὴν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι
2466αἱ αὐξήσεις τῶν εἰσπράξεων τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας δὲν
2467ἐκάλυψαν τὰς δαπάνας; Θὰ τὸ ἀποδείξῃ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2468γός; Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ πῶς θὰ τὸ ἀποδείξῃ. Καὶ ἀφοῦ ὅλον
2469αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νο-
2470μοσχεδίου ἀνήγειρεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ὅτι δὲν ἐκαλύφθη-
2471σαν αἱ πρόσθετοι δαπάναι, ἐνῷ πράγματι ἐκαλύφθησαν καὶ
2472ἔμεινε καὶ περίσσευμα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἔρχεται
2473σήμερον καὶ καταστρέφει τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως
2474ἐπιτύχῃ ἐλαττώσεις τινὰς δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνέρ-
2475χονται εἰμὴ εἰς 90,000 δραχμὰς περίπου.
2476Λάβετε ὅμως ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς 127,000
2477συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ δαπάναι διὰ τὴν σύστασιν τῶν
2478ἐμμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν, αἵτινες πρὸ τοῦ νόμου ἦσαν
2479ἄμισθοι, ὡς αἱ τῆς Ὀδησσοῦ, τῆς Κωνστάντσης, τοῦ Κάρ-
2480διφ, τῆς Σκόδρας. Αἱ δαπάναι διὰ τὴν σύστασιν τῶν ἐμ-
2481μίσθων αὐτῶν προξενικῶν ἀρχῶν καὶ ἡ σύστασις αὐτῶν
2482ὑπηγορεύθη ἐξ ἄλλων λόγων, ἀλλὰ καὶ ἐκ λόγων ταμιευ-
2483τικῶν, διότι αἱ εἰσπράξεις καλύπτουσι τὰς δαπάνας, καὶ
2484μένει καὶ περίσσευμα, ἐκτὸς τοῦ τῆς Σκόδρας, οὗ ἡ σύστα-
2485σις ἐπεβάλλετο ὑπὸ λόγων γενικωτέρου συμφέροντος. Διὰ
2486τὴν σύστασιν αὐτῶν τῶν ἐμμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν ἀπη-
2487τήθη δαπάνη 42,000 δραχμῶν. Διὰ δύο Ὑποπροξενεῖα ἔμ-
2488μισθα, τὰ ὁποῖα ἐσυστήθησαν κατὰ τὸ 1901 δρ. 10,000.
2489Ὥστε ἔχετε 42,000 καὶ 10,000=52,000. Ἐὰν θελήσητε
2490δὲ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν μόνον τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης, ἡ
2491ὁποία ἐπῆλθεν ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν προ-
2492ξένων, ἡ αὔξησις αὕτη περιορίζεται εἰς 75,000 δραχ. δυ-
2493νάμει τοῦ τελευταίου νόμου. Ἐνῷ δὲ διὰ τοῦ τελευταίου νό-
2494μου ηὐξήθησαν ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν
2495προξένων τὰ βάρη τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 75,000, ἡ
2496ἐν γένει τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας κατὰ 127,000, ἐπανα-
2497λαμβάνει καὶ σήμερον ἀκόμη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι κατὰ
2498800,000, ὅτι κατὰ 1 ἑκατομμύριον ἐπεβαρύναμεν τὸν
2499προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν!
2500Ἀλλ’ ἐνῷ σήμερον τὸ Ὑπουργεῖον νομίζει, ὅτι πρέπει
2501νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα ἢ ὅσα δαπανᾷ διὰ τὴν προξενικὴν
2502ὑπηρεσίαν, πρὸ εἰκοσαετίας ἄλλην γνώμην εἶχον οἱ Ὑπουρ-
2503γοὶ τῆς Ἑλλάδος, διότι κατὰ τὸ 1882 αἱ δαπάναι τῆς
2504προξενικῆς ὑπηρεσίας — ὑπῆρχον τότε 38 Προξενεῖα ἔμμισθα
2505καὶ ἐπιχορηγούμενα — ἀνήρχοντο εἰς 336,000 δραχμὰς, αἱ
2506δὲ εἰσπράξεις εἰς 250,000· δηλαδὴ ἐδαπάνα ἐπὶ πλέον τὸ
2507Κράτος διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν 116,000 δρ. Καὶ δὲν
2508ὑπάρχει Κράτος, Κύριοι, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δαπανᾷ διὰ τὴν
2509προξενικὴν ὑπηρεσίαν περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἰσπράττει, ἐκτὸς
2510τῆς Ἑλλάδος· διότι ἤδη, ἀφοῦ ἔχομεν 72 ἐμμίσθους προξε-
2511νικὰς ἀρχὰς, προσετέθησαν δὲ καὶ τὰ προξενικὰ δικαστή-
2512ρια τῆς Σμύρνης καὶ τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τὸ Κακουργο-
2513δικεῖον τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ οἱ διπλωματικοὶ πράκτορες,
2514δαπανᾷ τὸ Κράτος (Κεφάλαιον Γʹ, 1–12) κατὰ τὸ 1901
2515δραχ. 820,000, εἰσπράττει δὲ 1,043,000, δηλαδὴ ἔχει
2516αὔξησιν εἰσπράξεων ἐν σχέσει πρὸς τὰς δαπάνας τῆς προ-
2517ξενικῆς ὑπηρεσίας δραχ. 223,000.
2518Τώρα ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, νομίζει ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐπιτρέ-
2519πεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία ἔχει τοιαύτας βλέψεις εἰς
2520τὴν Ἀνατολὴν, ἡ ὁποία ἔχει τοσαύτας ὑποχρεώσεις πρὸς
2521τοὺς ὁμοφύλους ἡμῶν, νὰ ἐπωφελῆται τῶν εἰσπράξεων ἐκ
2522προξενικῶν τελῶν, καὶ ὅτι δὲν ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις,
2523τοὐλάχιστον ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων ἐκ προ-
2524ξενικῶν τελῶν νὰ τὸ διαθέτῃ διὰ τὰς μισθοδοσίας, διὰ τὰ
2525ἐνοίκια τῶν προξενικῶν καταστημάτων καὶ διὰ τὰς ἀνάγ-
2526κας τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας;
2527Τί ζητεῖ, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν
2528νομοσχεδίου; Καὶ πρῶτον μὲν καταργεῖ τὴν θέσιν τοῦ
2529διαρκοῦς ἐπιθεωρητοῦ, τὴν ὁποίαν συμφώνως πρὸς τὴν ἔκ-
2530θεσιν θεωρεῖ περιττήν. Λέγει, ὅτι ἡ ἀνασυσταθεῖσα θέσις
2531τοῦ διαρκοῦς ἐπιθεωρητοῦ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν «ὑπερ-
2532βαίνει τὴν ἐπιφαινομένην ἐνίοτε ἀνάγκην τῆς ἐπιτοπίου ἐπι-
2533θεωρήσεως». Τοὐναντίον πρέπει νὰ ἐνεργῆται τακτικὴ ἐπι-
2534θεώρησις, νὰ γνωρίζωσι δὲ οἱ πρόξενοι, ὅτι ἀπὸ ἡμέρας εἰς
2535ἡμέραν δύναται νὰ παρουσιασθῇ ὁ ἐπιθεωρητὴς, νὰ γνωρί-
2536ζωσιν οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι, ὅτι δύνανται τὰ παράπονά των
2537κατὰ τῶν προξένων νὰ τὰ ἀναφέρωσιν εἰς τοὺς ἐπιθεωρητάς.
2538Καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιθεωρήσεως, οὐχὶ ὅμως διὰ τα-
2539κτικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τὴν ἀναγνωρίζει καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν
2540νομοσχέδιον. Περιέχει τοῦτο διάφορα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα εἶ-
2541ναι συντεταγμένα κατὰ περίεργον τρόπον· καὶ παρακαλῶ
2542τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καλέσῃ τὸν συντάξαντα αὐτὰ τὰ διά-
2543φορα ἄρθρα, τὰ ὑπ’ ἀριθ. 2, 3, 4, 5, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσῃ
2544νὰ τὰ ἀναθεωρήσῃ, διότι εἶναι ἐν ἀντιφάσει τὸ ἓν πρὸς τὸ
2545ἄλλο. Ἐὰν δὲ τὸ νομοσχέδιον μεταβληθῇ εἰς νόμον τοῦ
2546Κράτους, θὰ ἦναι ἀδύνατον αἱ διατάξεις αὗται νὰ ἐφαρμο-
2547σθῶσι· διότι, ἐνῷ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1900 ὑπάρχει διάταξις
2548περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν προξενικῶν ἀρχῶν καὶ δι’ ἄλλων
2549ὑπαλλήλων, πλὴν τοῦ διαρκοῦς ἐπιθεωρητοῦ,— ὁ νόμος τοῦ
25501900 ὁρίζει ἁπλῶς, ὅτι δύναται καὶ γενικὸς πρόξενος ἢ
2551πρόξενος νὰ ἐπιθεωρῇ, γενικὸς πρόξενος τὰ Γενικὰ Προ-
2552ξενεῖα καὶ πρόξενος τὰ Προξενεῖα, δύνανται δὲ καὶ οἱ ἔμ-
2553μισθοι προξενικοὶ δικασταὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἐπιθεωρῶσι τὰ Προ-
2554ξενεῖα, ὅταν δὲν ἦναι δυνατὸν ν’ ἀποσταλῇ ὁ διαρκὴς ἐπι-
2555θεωρητὴς,— ἤδη διὰ τῶν διαφόρων διατάξεων τῶν ἄρθρων
25562, 3, 4 καὶ 5 τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖ, φαίνεται, ὁ συντάκτης
2557τούτου νὰ ὁρίσῃ τίνας ὑπαλλήλους δύναται νὰ ἐπιθεωρήσῃ
2558ὁ τάδε ἀνώτερος ὑπάλληλος, καὶ τίνας ὁ ἄλλος. Λησμονεῖ
2559τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν Ὑποπροξενείων, λησμονεῖ, ὅτι ὑπάρ-
2560χουσιν Ὑποπροξενεῖα, καὶ δὲν ὁρίζει, τίς θὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ
2561Ὑποπροξενεῖα· ὁρίζει, ὅτι κατώτερος ὑπάλληλος δύναται
2562νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸ Προξενικὸν Γραφεῖον τῆς ἐν Κων/πόλει
2563Πρεσβείας, καὶ ἀνώτερος τὰ λοιπὰ Γενικὰ Προξενεῖα· ἀλλὰ
2564τὸ Προξενικὸν Γραφεῖον τῆς ἐν Κων/πόλει Πρεσβείας εἶναι
2565τὸ σπουδαιότερον τῶν Γενικῶν Προξενείων. Μάλιστα διὰ
2566διατάξεως νόμου (ἄρθρ. 78) ὁρίζεται, ὅτι τὸ Προξενικὸν
2567Γραφεῖον ἐν Κων/πόλει θεωρεῖται ὡς Γενικὸν Προξενεῖον,
2568ἔχει δὲ καὶ Λιμεναρχεῖον καὶ Δικαστήριον καὶ Ταμεῖον καὶ
2569τὸ πολυπληθέστερον προσωπικόν. Τὸ Προξενεῖον τοῦτο δύ-
2570ναται νὰ ἐπιθεωρήσῃ καὶ κατώτερος ὑπάλληλος;!
2571§211ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀνα-
2572γνώσατε τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου.
2573§212ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀναγνώσατε καὶ ὑμεῖς τὸ ἄρθρον δεύτερον.
2574Ἰδοὺ τί λέγει: «Ὁσάκις ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουρ-
2575γὸς ἤθελε κρίνει ἀναγκαίαν τὴν ἐπιτόπιον ἐπιθεώρησιν, εἴτε
2576τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Κων/πόλει Πρεσβείας, εἴτε
2577ἄλλου τινὸς Προξενείου, ἢ τὴν ἐξέτασιν τῆς διαγωγῆς προ-
2578ξενικοῦ ὑπαλλήλου, δύναται ν’ ἀναθέτῃ αὐτὴν εἴς τινα τῶν
2579ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ τῶν ἐν τῇ διπλω-
2580ματικῇ ἢ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐχόν-
2581των βαθμὸν τοὐλάχιστον τμηματάρχου πρώτης ἢ δευτέρας
2582τάξεως, εἴτε εἰς ἕνα τῶν ἐν τοῖς προξενικοῖς δικαστηρίοις
2583ἐμμίσθων δικαστῶν ἢ τὸν Πρόεδρον τοῦ ἐν Κωνσταντινου-
2584πόλει Δικαστηρίου.»
2585§213ΣΚΟΥΖΕΣ. Λοιπὸν βλέπετε τὴν διαφοράν. Τὸ ἓν ἀφορᾷ
2586τὸ Γενικὸν Προξενεῖον, τὸ ἕτερον τὸ Προξενικὸν Γραφεῖον.
2587§214ΡΩΜΑΝΟΣ. Τί σημαίνει «τοῦ προξενικοῦ γραφείου τῆς
2588ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας»;
2589§215ΣΚΟΥΖΕΣ. Τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ.
2590§216ΡΩΜΑΝΟΣ. Τί σημαίνει «τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ»,
2591ἀφοῦ περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ὑπαλλήλων ἀναλόγως τοῦ βαθ-
2592μοῦ αὐτοῦ προβλέπουσιν αἱ ἑπόμεναι διατάξεις τοῦ νομο-
2593σχεδίου;
2594Ὅλα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι παρὰ πρωτοπείρου χει-
2595ρὸς ἐγράφη τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀνωτέρων
2596ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο δυνατὸν
2597νὰ συντάξῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον.
2598Ἀλλὰ τὰ Ὑποπροξενεῖα τίς θὰ ἐπιθεωρήσῃ; Οὐδείς.
2599Δὲν ἀπαντᾷ ὁ Ὑπουργός.
2600§217ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἡ σιωπή μου δὲν δεικνύει, ὅτι δὲν ἔχω
2601ἀπάντησιν νὰ σᾶς δώσω, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι συγχίζεσθε
2602(θόρυβος).
2603§218ΡΩΜΑΝΟΣ. Σεῖς δὲν συγχίζεσθε ἢ ὅταν πρόκηται νὰ
2604ἔλθῃ ἡ συζήτησις περὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, τὸ δὲ
2605σχετικὸν νομοσχέδιον εἶσθε διατεθειμένοι νὰ ἐγκαταλείψητε,
2606καὶ θὰ παρέλθῃ ἡ Σύνοδος χωρὶς νὰ ψηφισθῇ, ἐπειδὴ πρό-
2607κειται περὶ τοπικῶν συμφερόντων καὶ δὲν ἐπιθυμεῖ ἡ Κυ-
2608βέρνησις νὰ δυσαρεστήσῃ τοὺς ἐκλογεῖς τῶν ἐπαρχιῶν, οἵτι-
2609νες ἐνδιαφέρονται εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ περὶ διοικητικῆς
2610διαιρέσεως νόμου· ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν προξενικῶν
2611ὑπαλλήλων καὶ ἐν γένει περὶ τῶν Ἑλλήνων τοῦ ἐξωτερικοῦ,
2612δὲν αἰσθάνεσθε τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπεκτείνητε καὶ ἐπ’ αὐτῶν
2613τὴν μέριμνάν σας;
2614§219ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἔχετε τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον, ὅτι
2615ἀντιπροσωπεύετε τοὺς Ἕλληνας τοῦ ἐξωτερικοῦ (θόρυβος).
2616§220ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς. Δὲν εἶπον ὅτι ἔχω
2617τὸ προνόμιον τοῦτο· ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ἤθελον ποτὲ ὑποβάλει εἰς
2618τὴν Βουλὴν τοιοῦτο νομοσχέδιον. Θὰ προετίμων νὰ παραι-
2619τηθῶ τοῦ ὑπουργικοῦ ἀξιώματος.
2620Ἐκτὸς τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ,
2621ἐκτὸς τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ
2622χρονικοῦ διαστήματος, καθ’ ὃ θὰ ὑπηρετῶσιν οἱ ὑπάλληλοι
2623ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν,—τοῦθ’ ὅπερ θὰ ἔχῃ ὡς
2624ἀποτέλεσμα ν’ ἀποφεύγωσι τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, ἐνῷ
2625σήμερον ἕνεκα τῆς ταχυτέρας προαγωγῆς τὴν ἐπιζητοῦσιν
2626ἄριστοι ὑπάλληλοι τῆς κεντρικῆς καὶ διπλωματικῆς ὑπηρε-
2627σίας,—καὶ ἄλλας διατάξεις ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν
2628περιέχει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
2629Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν σπουδαιοτέραν διάταξιν τοῦ
2630νομοσχεδίου, διάταξιν ἡ ὁποία εἰς οἱονδήποτε πονοῦντα τὸν
2631προξενικὸν κλάδον θὰ κάμῃ ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν, τὴν διά-
2632ταξιν δι’ ἧς περικόπτονται οἱ μισθοί. Οἱ μισθοὶ τῶν προ-
2633ξενικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες μέχρι τοῦ ἔτους 1885 ἠδύναντο
2634νὰ θεωρῶνται ὁπωσοῦν ἐπαρκεῖς, κατὰ τὴν τελευταίαν δεκα-
2635πενταετίαν, ἕνεκα τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἠλαττώθησαν
2636κατὰ τρόπον, ὥστε οὔτε τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀπαραίτητα ἠδύ-
2637ναντο πλέον νὰ προσπορισθῶσιν οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι,
2638οἱ μὴ ἔχοντες ἀτομικὴν περιουσίαν. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιο-
2639τίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ διὰ τοῦ προξενικοῦ νόμου τοῦ
26401900 ηὔξησε κατὰ 20–30% τὰς ἀποδοχὰς τῶν προξένων,
2641ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ κατώρθωσε
2642τοιουτοτρόπως νὰ ἐξέλθωσιν οἱ πρόξενοι τῆς στενοχώρου
2643θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκοντο, καὶ νὰ παύσῃ ὁ ἐξευτελισμὸς αὐ-
2644τῶν, ὁ ὁποῖος ἀντανακλᾷ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς
2645τὴν Βουλήν, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, τοῦ ὁποίου
2646ἀντιπροσώπους θεωροῦσι τοὺς προξένους οἱ ἐν Ἀνατολῇ Ἕλ-
2647ληνες. Μόλις ἀνέπνευσαν οἱ πρόξενοι, μόλις ἐδόθη εἰς αὐτοὺς
2648παρὰ τῆς Πολιτείας ὁπωσοῦν ἐπαρκὴς μισθοδοσία, καὶ ἔρ-
2649χεσθε νὰ περικόψητε τοὺς μισθούς! Τῶν γενικῶν προξένων
2650Σμύρνης καὶ Ἰωαννίνων περικόπτονται οἱ μισθοὶ κατὰ δραχ.
2651280 κατὰ μῆνα, τῶν γενικῶν προξένων Κωνσταντινουπό-
2652λεως, Θεσσαλονίκης, Φιλιππουπόλεως κατὰ 180 δραχμὰς
2653κατὰ μῆνα, καὶ τῶν ἄλλων προξένων καὶ προξενικῶν ὑπαλ-
2654λήλων περικόπτονται πάντων ἀναλόγως οἱ μισθοί.
2655§221ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ὁ πρόξενος ἔπρεπε νὰ
2656ἔχῃ μισθὸν πρέσβεως.
2657§222ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐν τούτοις πρὸ ἐτῶν πρόξενός τις ἐν Μα-
2658κεδονίᾳ ἐστερεῖτο χρημάτων, ἵνα πληρώσῃ ἅμαξαν διὰ μετά-
2659βασίν του εἰς πλησιόχωρα χωρία, κατοικούμενα ὑπὸ Ἑλ-
2660λήνων, ἅτινα οὐδέποτε ἠδυνήθη νὰ ἐπισκεφθῇ.
2661Εἰς τὸ Μοναστήριον περιεκόψατε ἐπίσης τὸν μισθὸν τοῦ
2662προξένου, τοῦ γραμματέως καὶ τοῦ διερμηνέως, χωρὶς νὰ
2663λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ πνεῦμα, ὅπερ ἐπεκράτησε κατὰ τὴν
2664σύνταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1900, καθ’ ὃ ὡρίσθησαν αἱ μισθο-
2665δοσίαι ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος ἑκάστης προξενικῆς θέ-
2666σεως, ὑπὸ ἔποψιν ἐθνικήν. Ὁ μισθὸς τῶν διπλωματικῶν
2667πρακτόρων ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ Αἰγύπτῳ περικόπτεται ἐπίσης
2668κατὰ δραχμὰς 150 κατὰ μῆνα, ἐνῷ αἱ συνθῆκαι τοῦ βίου
2669ηὔξησαν ἔκτοτε καταπληκτικῶς εἰς τὰς δύο ταύτας χώρας.
2670Ὁ διπλωματικὸς πράκτωρ ἐν Βουλγαρίᾳ, ὅστις εἶναι ὁ ἀρ-
2671χηγὸς πάσης τῆς ἐν τῇ Ἡγεμονίᾳ προξενικῆς ὑπηρεσίας
2672καὶ πρὸς ὃν ἀτενίζουσιν πάντες οἱ Ἕλληνες τῆς Βουλγα-
2673ρίας, θὰ λαμβάνῃ εἰς τὸ ἑξῆς μισθὸν κατώτερον ἐκείνου, ὃν
2674ἐλάμβανεν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1887 καὶ ὅστις δὲν ηὐξήθη διὰ
2675τοῦ νόμου τοῦ 1890. Διατί; ἐρωτῶ. Τὸ αὐτὸ ἐγένετο διὰ
2676τὸν ἐν Αἰγύπτῳ, οὗ καὶ τὰ γραφικὰ ἔξοδα περικόπτονται
2677διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου κατὰ 200, νομίζω,
2678δραχμὰς κατὰ μῆνα. Τοιουτοτρόπως ἐλαττοῦνται αἱ ἀπο-
2679δοχαὶ τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ διπλωματικοῦ πράκτορος κατὰ 350
2680δραχμὰς κατὰ μῆνα, δηλαδὴ 4200 κατ’ ἔτος· τὸ ἀποτέ-
2681λεσμα δὲ τῶν μέτρων τούτων ἔσεται, ὅτι, ἢ θ’ ἀναγκασθῇ
2682νὰ περιορίζηται ἐν τῷ γραφείῳ του καὶ ν’ ἀποφεύγῃ τὰς
2683μετὰ τῶν συναδέλφων του καὶ λοιπῶν ἐπισήμων προσώπων
2684σχέσεις, ἢ θὰ δανείζηται παρὰ τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων, καὶ θὰ
2685ἐκθέτῃ διὰ τοιούτων διαβημάτων τὸ γόητρον τῆς προξενι-
2686κῆς ἀρχῆς. Τοιούτους ἀντιπροσώπους θέλετε νὰ ἔχητε, κύριε
2687Ὑπουργὲ, εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Τοιούτους θὰ ἔχητε, ἂν ψη-
2688φισθῇ τὸ νομοσχέδιον, οὐ μόνον ἐν Αἰγύπτῳ, ἀλλὰ καὶ εἰς
2689τὰς ἄλλας χώρας, ἐν αἷς ὑπάρχουσιν Ἑλληνικαὶ προξενικαὶ
2690ἀρχαί.
2691Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφείσθη οὐδ’ αὐτῶν τῶν καβάση-
2692δων. Μὴ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὸν νόμον τοῦ 1900
2693περιέχονται διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων εἰς τὰ Προξενεῖα,
2694τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἐπαρκεῖς εἰσπράξεις, ὅπως πληρόνωσι
2695τοὺς μισθοὺς τῶν καβάσηδων εἰς χρυσὸν, ὡρίσθη νὰ λαμβά-
2696νωσιν οὗτοι, ἀντὶ ἑξήκοντα, ὀγδοήκοντα δραχμὰς, ἀφοῦ εἰς
2697τὰ λοιπὰ Προξενεῖα λαμβάνουσι δραχμὰς 60, ἀλλ’ εἰς χρυ-
2698σὸν, περιώρισε καὶ πάλιν τοὺς μισθοὺς εἰς δραχμὰς ἑξήκοντα
2699καὶ ἑβδομήκοντα χαρτίνας.
2700Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ γραφικὰ ἔξοδα. Περιεκόπησαν τὰ γρα-
2701φικὰ ἔξοδα ὅλων τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, μηδ’ αὐτῶν τῶν
2702Ὑποπροξενείων ἐξαιρουμένων, καίτοι ταῦτα ὡρίσθησαν τὸ
27031885 διὰ νόμου εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ
2704καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡρίσθησαν δὲ εἰς δραχμὰς 30
2705κατὰ μῆνα. Ἤδη περιορίζονται εἰς 25 δραχμάς. Τί δὲ ὑπο-
2706χρεοῦνται νὰ πληρόνωσιν οἱ πρόξενοι διὰ τῶν 25 δραχμῶν
2707χαρτίνων, τὰς ὁποίας δίδει τὸ Κράτος κατὰ μῆνα ὡς γραφι-
2708κὰ ἔξοδα; Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου:
2709«Ἄρθρον 105. Ἐκ τοῦ διὰ γραφικὰ ἔξοδα ὡρισμένου πο-
2710σοῦ πληρόνονται: αʹ) Τὰ χρήσιμα ἔπιπλα, ἡ ἐπιδιόρθωσις
2711καὶ ἡ συντήρησις αὐτῶν. βʹ) Ἡ γραφικὴ ὕλη καὶ τὰ ἀναγ-
2712καῖα βιβλία καὶ κατάστιχα. γʹ) Τὰ ταχυδρομικὰ τέλη.
2713δʹ) Ἡ θέρμανσις, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ καθαριότης. εʹ) Ἡ ἐπι-
2714διόρθωσις καὶ συντήρησις τῆς σημαίας, τοῦ ἱστοῦ καὶ τῶν
2715ἐθνικῶν ἐμβλημάτων. ϛʹ) Ἡ ἀναγκαία δαπάνη εἰς βασιλι-
2716κὰς, ἐθνικὰς καὶ ἄλλας ἐπιτοπίους ἑορτάς. ζʹ) Τὰ ἐθιζόμενα
2717πρός τινας ἐγχωρίους ὑπαλλήλους φιλοδωρήματα.»
2718Ἀφίνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ, ἐὰν ἦτο ἐπιτετραμμένον
2719εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς 30 δραχμὰς κατὰ μῆνα νὰ περικόψῃ
2720εἰς 25.
2721Προβαίνει δὲ πλὴν τῆς περικοπῆς τῶν μισθῶν καὶ τῶν
2722γραφικῶν καὶ εἰς ἕτερον μέτρον. Ἐνῷ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1890
2723ὡρίσθη, ὅτι τὰ ἐνοίκια τῶν προξενικῶν καταστημάτων πλη-
2724ρόνονται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, εἴτε κατοικεῖ ἐν αὐτοῖς ὁ πρό-
2725ξενος, εἴτε μὴ, ὡς συμβαίνει καὶ εἰς τὰς Εἰσαγγελίας, τὰς
2726Νομαρχίας καὶ τὰ Τηλεγραφεῖα, ἤδη ἀναγκάζει τοὺς προ-
2727ξένους, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν εἰς τὰ προξενικὰ καταστή-
2728ματα, νὰ πληρόνωσι τὸ ¼ τοῦ ἐνοικίου. Ἔλαβον ἀφορμὴν
2729καὶ εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν νὰ κάμω λόγον πρὶ τούτου,
2730καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπέμεινεν ὑποστηρίζων, ὅτι διὰ τοῦ μέ-
2731τρου τούτου ἐπέρχεται ἐλάττωσις δαπάνης 25,000 φράγκων·
2732ἀλλ’ ἡ πραγματικὴ οἰκονομία δὲν ὑπερβαίνει τὰς 13,500
2733φράγκα χρυσᾶ. Διὰ νὰ οἰκονομήσῃ τὸ Κράτος 13,500
2734φράγκα χρυσᾶ, θὰ ἐξαναγκασθῶσιν οἱ πρόξενοι νὰ ἐνοικιά-
2735ζωσιν ἀκατάλληλα οἰκήματα, εἰς ἀπόκεντρα μέρη, διότι δὲν
2736εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνοικιάζωσι τοιαῦτα εἰς τὰ κέντρα, ἢ θὰ
2737καταφεύγωσιν εἰς ἄλλα μέσα, ἐρχόμενοι εἰς συμφωνίας μετὰ
2738τῶν οἰκοδεσποτῶν. Ἐνῷ δὲ οἱ πλεῖστοι τῶν προξένων μέχρι
2739τοῦ 1900 ἠναγκάζοντο νὰ πληρώνωσι τὸ ¼ τοῦ ἐνοικίου,
2740οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει, Ἀλεξανδρείᾳ καὶ Θεσσαλονίκῃ
2741οὐδέποτε ὑπεχρεώθησαν εἰς τοιαύτην πληρωμήν. Ἕκαστος
2742ὑμῶν, Κύριοι, ἐννοεῖ, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Κυβερνήσεως
2743ἐπιβάλλει, ὅπως ὡς προξενικὰ καταστήματα χρησιμεύωσιν
2744οἰκίαι κατάλληλοι καὶ κεντρικαί, τοῦτο δὲ ἀπαιτεῖ καὶ τὸ
2745συμφέρον τῆς ἡμετέρας ναυτιλίας καὶ τοῦ ἐμπορίου. Κατὰ
2746τὸν παλαιὸν νόμον, τὸ ἐνοίκιον ὁλοκλήρου τοῦ προξενικοῦ
2747καταστήματος ἐπιβαρύνει τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1892
2748τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου διεστράφη, καὶ ἁπλῶς διὰ μιᾶς ἐγκυ-
2749κλίου ἐλήφθη αὐθαιρέτως τὸ μέτρον, ἵνα ἐπιβάλληται εἰς
2750βάρος τοῦ προξένου τὸ ¼ τοῦ ἐνοικίου. (Ἀναγινώσκει
2751τὸ ἄρθρον τοῦ παλαιοῦ νόμου καὶ τὴν σχετικὴν
2752ἐγκύκλιον).
2753Ἀλλὰ τὸ αὐθαίρετον μέτρον ἤρθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900,
2754τοῦ ὁρίσαντος ὅτι οἱ προϊστάμενοι τῶν προξενικῶν ἀρχῶν
2755δύναται νὰ κατοικῶσιν ἐν τοῖς προξενικοῖς καταστήμασι δω-
2756ρεάν. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ 1900).
2757Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπαναφέρῃ
2758τὴν παλαιὰν διάταξιν καὶ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν τὴν κατὰ τὸ
2759ἔτος 1892 δοθεῖσαν ἑρμηνείαν, ἥτις ὅμως προφανῶς δὲν θὰ
2760ἐπεκταθῇ ἐπί τινων προξενικῶν ἀρχῶν, δημιουργουμένης
2761οὕτω ἀνισότητος. Τὰ ἐν Μοναστηρίῳ, Σέρραις, Σκοπίοις,
2762Σκόδρᾳ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Ἀλβανίας Προ-
2763ξενεῖα δὲν εἶναι βεβαίως ὑποδεέστερα κατὰ τὴν ἀποστολὴν
2764ἄλλων προξενικῶν ἀρχῶν, ὡς τὸ Προξενικὸν Γραφεῖον τῆς
2765ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, εἰς τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν
2766θὰ ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἀδιαφορεῖ τὸ
2767Ὑπουργεῖον· θέλει νὰ φέρῃ οἰκονομίας, ἔστω καὶ εἰκονικὰς
2768κατὰ τὸ πλεῖστον, διότι περὶ οὐδενὸς ἄλλου φροντίζει ἢ πῶς
2769νὰ προξενήσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ περιστολὴ τῶν
2770δαπανῶν. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν εἶναι ἐλαχίστη,
2771ἀνερχομένη μόλις εἰς 90,000 δραχμάς. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνη-
2772σις, ἥτις περὶ προσθήκης δαπάνης ἑνὸς ἑκατομμυρίου, προ-
2773ερχομένης δῆθεν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προξενικοῦ νόμου,
2774διαρκῶς ὁμιλεῖ, ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἐπιδιώκει, νὰ ἀπο-
2775δείξῃ, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης ἠλαττώθη, ἀδιαφοροῦσα ἂν
2776ὑποστῇ ἐκ τούτου σπουδαιοτάτην, ἴσως δὲ καὶ ἀνεπανόρθω-
2777τον βλάβην ὁ προξενικὸς κλάδος. Φθάνει νὰ φανῇ, ὅτι ἐφήρ-
2778μοσε τὸ πρόγραμμά της.
2779Ἐνῷ δὲ πρὸς τὸν προξενικὸν κλάδον ἡ Κυβέρνησις δει-
2780κνύει τοιαύτην ἀστοργίαν—καὶ δὲν λέγω πρὸς τὰ πρόσωπα,
2781διότι κατὰ τὴν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν συζήτησιν ὁ κ. Ὑ-
2782πουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν οὐδὲν ἄλλο μοὶ ἀπήντησεν ἢ ὅτι
2783καὶ αὐτὸς ἔχει φίλους μεταξὺ τῶν προξένων, καὶ ὅτι λυπεῖ-
2784ται διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν μισθῶν των. Ἐγὼ ἀδιαφορῶ
2785πληρέστατα πρὸς τὰ πρόσωπα· οὐδόλως μὲ ἐνδιαφέρει, ἐὰν
2786τὰ πρόσωπα, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν θὰ
2787ἔχωσι 200 δραχμὰς κατὰ μῆνα ὀλιγωτέρας ἢ περισσοτέρας,
2788ἀλλ’ ἔχω τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον πᾶς Βουλευτὴς Ἕλλην
2789ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπὲρ τοῦ προξενικοῦ κλάδου, μετὰ τοῦ ὁποίου
2790τόσον συνδέεται τὸ ἐθνικὸν γόητρον. — Ἐνῷ λοιπὸν τοιαύτην
2791ἀστοργίαν δεικνύει πρὸς τὸν προξενικὸν κλάδον ἡ Κυβέρ-
2792νησις τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὁσάκις πρόκηται περὶ τῆς
2793διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, λησμονεῖ νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ ἐπ’
2794αὐτῆς τὸ περὶ οἰκονομιῶν πρόγραμμά της. Καὶ ἀνέφερεν ὁ
2795κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς μι-
2796σθοὺς τῶν πρέσβεων δὲν νομίζει ἡ Κυβέρνησις ἀναγκαῖον νὰ
2797προβῇ εἰς ἐλάττωσιν· εἶμαι δὲ σύμφωνος μετ’ αὐτῆς, ὅτι
2798δὲν πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν πρέσβεων, διότι
2799δὲν ἦσαν ἐπαρκεῖς οἱ μισθοὶ τῶν πρέσβεων οἱ πρὸ τοῦ 1895,
2800ὅτε ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ἀναγκαῖον νὰ προσθέσῃ 18,000
2801δραχμὰς κατ’ ἔτος εἰς τὰς ἀποδοχὰς τῶν πρέσβεων Παρι-
2802σίων, Λονδίνου καὶ Βερολίνου. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Βου-
2803λευτοῦ ἐξ Ὕδρας, ὅτι ὁ λόγος, ὅστις ἐπροτάθη εἰς τὴν Βου-
2804λὴν, δὲν ἦτο σοβαρὸς, διότι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ δοθῶσι
280518,000 δραχ. ἐπὶ πλέον εἰς τοὺς πρέσβεις ἐκείνους, ὅπως
2806διεξαγάγωσι τὰς διαπραγματεύσεις· διότι, ὅπως διεξαγά-
2807γωσι τὰς διαπραγματεύσεις, δὲν εἶχον ἀνάγκην ἢ καλῶν
2808ὁδηγιῶν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου καὶ συνέσεως καὶ ζήλου.
2809Ἐν τούτοις ἦτο ἀνάγκη, εἰς τὰς πρωτευούσας ἐκείνας, εἰς
2810τὰς ὁποίας ὁ βίος εἶναι πολυδάπανος, νὰ αὐξηθῶσιν αἱ ἀπο-
2811δοχαὶ τῶν πρέσβεων, εἶναι δὲ ἀνάγκη ν’ αὐξηθῶσι καὶ αἱ
2812ἀποδοχαὶ τοῦ πρέσβεως ἐν Πετρουπόλει, ὅπου ὁ βίος ἐπίσης
2813εἶναι πολυδάπανος, ὅπως ἐν Λονδίνῳ.
2814Δὲν ἐπικρίνω τὰς γενομένας κατὰ τὸ 1895 αὐξήσεις τῶν
2815ἀποδοχῶν τῶν τριῶν πρέσβεων, ἃς καὶ ἡμεῖς ἐκ συναισθή-
2816σεως τῶν ἀναγκῶν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Βασιλέως διετη-
2817ρήσαμεν, διότι ἐκρίναμεν ὅτι ὠφείλομεν νὰ τὰς διατηρήσω-
2818μεν, διότι βεβαίως, ἀφοῦ ἔχομεν πρέσβεις, ὀφείλομεν νὰ τοὺς
2819μισθοδοτῶμεν ὁπωσδήποτε ἐπαρκῶς. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω
2820ὅτι, ἐνῷ πρὸς τὸν προξενικὸν κλάδον δεικνύει τοιαύτην
2821ἀστοργίαν ἡ Κυβέρνησις, τὴν πρόσθετον δαπάνην εἰς τὰς
2822ἀποδοχὰς τῶν πρέσβεων δὲν ἐνόμισε πρέπον νὰ καταργήσῃ.
2823Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἔρχεται καὶ σήμερον, ἐνῷ τοὺς
2824μισθοὺς τῶν προξένων τοὺς ἀνεπαρκεῖς τοὺς ἐλαττώνει, ἔρ-
2825χεται σήμερον ν’ αὐξήσῃ τὸν μισθὸν τοῦ πρέσβεως ἐν Κων-
2826σταντινουπόλει. Πάντες ὁμολογοῦμεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ
2827αὐξηθῇ ὁ μισθὸς αὐτοῦ, διότι διὰ τῶν σημερινῶν ἀποδοχῶν,
2828μισθοῦ δραχ. 54,000 καὶ γραφικῶν δραχ. 11,000, ἤτοι
282965,000 ἐν ὅλῳ, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβαρύνηται προσω-
2830πικῶς διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ ἐνοικίου τῆς Πρεσβείας, ὅπερ
2831ἀνέρχεται εἰς 10,000 φρ. χρυσᾶ. Ὀρθῶς ἄρα διὰ τοῦ προϋ-
2832πολογισμοῦ αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ πρέσβεως ἀναβιβάζονται εἰς
283380,000 δραχμάς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις νομί-
2834ζει ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας δὲν εἶναι τοι-
2835αῦται, ὥστε νὰ ἐπιτρέπωσι νὰ προστεθῶσι δεκαπέντε χιλιά-
2836δες δραχμαὶ ἢ δέκα χιλιάδες φράγκα διὰ τὸ ἐνοίκιον τῆς
2837ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, πῶς ἔρχεται νὰ περικόψῃ
2838τὰς δαπάνας διὰ τὰ ἐνοίκια ὅλων τῶν Προξενείων καὶ Ὑπο-
2839προξενείων ἐν Ἀνατολῇ; Τέλος πάντων δὲν νομίζει, ὅτι ἐκ-
2840τὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἄλλα κέντρα ἐν Ἀνατολῇ
2841ἔχουσι δι’ ἡμᾶς ἰδιάζουσαν σημασίαν, καὶ ὅτι οἱ ἀντιπρό-
2842σωποί μας πρέπει νὰ στεγάζωνται εἰς οἴκους ἀξιοπρεπεῖς;
2843Εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγῃ, ὅτι ἐπιβάλλεται ἕνεκα τῆς οἰκονο-
2844μικῆς καταστάσεως ἡ περικοπὴ καὶ αὐτῶν τῶν ἐνοικίων
2845τῶν 13 Γενικῶν Προξενείων, τῶν 25 Προξενείων, τῶν 25
2846Ὑποπροξενείων, ἅτινα ἑδρεύουσι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν Ἀνα-
2847τολῇ; Ὅλων αὐτῶν τῶν προξενικῶν ἀρχῶν τὴν δαπάνην
2848διὰ τὰ ἐνοίκια θέλει νὰ περικόψῃ, ὅπως ἐξασφαλίσῃ ἐλάχι-
2849στον ποσὸν, καὶ ἐξ ἄλλου αὐξάνει τὴν πίστωσιν διὰ τὴν
2850Πρεσβείαν Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου τέλος πάντων ἐπὶ
2851τόσα ἔτη ὁ ἀείμνηστος Κουντουριώτης, ὁ ὁποῖος ἔνδοξον μὲν
2852ἔφερεν ὄνομα, ἀλλὰ δὲν εἶχε περιουσίαν, ἔζη ἀξιοπρεπῶς διὰ
2853τῶν ἀποδοχῶν 65,000 δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων κατέβαλλε
2854καὶ τὸ ἐνοίκιον τῆς Πρεσβείας.
2855Ὅτε κατὰ τὸ 1900 διὰ τοῦ νόμου προέβημεν εἰς τὴν
2856αὔξησιν τῶν προξενικῶν τελῶν, ἰδίως τῶν διαμονητηρίων ἐν
2857Αἰγύπτῳ,—διότι ἐκεῖ πρὸ πάντων ηὐξήθησαν τὰ προξενικὰ
2858τέλη, ἐνῷ ἐν τοῖς λοιποῖς Προξενείοις ἐπῆλθεν αὔξησις μᾶλ-
2859λον διὰ μεθοδικωτέρας διαρρυθμίσεως τῆς προξενικῆς δια-
2860τιμήσεως,—ὡς λόγον τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν προεβάλομεν
2861τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν προξένων,
2862ἥτις δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμόν. Τὴν
2863ἐξήγησιν ταύτην οἱ ἐν Αἰγύπτῳ Ἕλληνες ἐδέχθησαν εὐχα-
2864ρίστως, καὶ οὕτως οἱ μεγαλέμποροι ἀντὶ 60 ἐπεβαρύνθησαν
2865διὰ διαμονητηρίου 100 φρ. χρ. ἕκαστος, καὶ οἱ ἄλλοι ἐπαγ-
2866γελματίαι δι’ ἀναλόγου αὐξήσεως. Ἐγίνωσκον καὶ ἐξ ἰδίας
2867πείρας καὶ ἐκ πολλῶν ἄλλων περιστάσεων τὰς ἀνάγκας τῶν
2868Ἑλλήνων προξενικῶν ὑπαλλήλων, καὶ εὗρον ἀξιοπρεπέστε-
2869ρον καὶ συμφερώτερον ἴσως δι’ αὐτοὺς νὰ θεραπευθῶσιν αἱ
2870ἀνάγκαι αὗται διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ἐπιπροσθέτου τέλους.
2871Οὕτως ἐπῆλθε τρόπῳ τινὶ συνεννόησις, ἄν μοι ἐπιτρέπηται ἡ
2872ἔκφρασις, μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐν
2873τῷ ἐξωτερικῷ Ἑλλήνων. Ἤδη ἐλαττοῦμεν τὰς ἀποδοχὰς
2874τῶν προξένων τούτων, διατηροῦμεν δὲ ἀκέραια τὰ ἐπιπρόσ-
2875θετα τέλη. Συνάδει τοῦτο πρὸς τὴν καλὴν πίστιν τῆς Κυ-
2876βερνήσεως; Καὶ σημειωτέον, ὅτι οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἕλλη-
2877νες δὲν βλέπουν, ἂν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως προΐστα-
2878ται ὁ ἐκ Κερκύρας ἢ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτής· οἱ ἐν τῷ ἐξω-
2879τερικῷ Ἕλληνες, μὴ ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὰς κομματικὰς
2880διαπάλας ἡμῶν, θεωροῦσι πάντοτε μίαν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ
2881παλιμβουλία δὲ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία σήμερον μὲν δίδει
2882ἀποδοχὰς εἰς τοὺς προξένους ὁπωσοῦν ἐπαρκεῖς, αὔριον δὲ
2883πάλιν περικόπτει τοὺς μισθοὺς αὐτῶν, ἐνῷ τὴν αὔξησιν τῶν
2884τελῶν τὴν διατηρεῖ, ἡ παλιμβουλία αὕτη τῆς Κυβερνήσεως
2885δὲν νομίζω ὅτι συντελεῖ, ὅπως ἑδραιωθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν
2886ἔξω Ἑλλήνων πρὸς τὴν ἐπίσημον Ἑλλάδα...
2887§223Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ ἐξακολουθήσητε ἐπὶ πολύ;
2888§224ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὄχι ἐπὶ πολύ.
2889Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν πρώτην συ-
2890ζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, θελήσας νὰ παραστήσῃ τὰς ἐπερ-
2891χομένας οἰκονομίας, εἶπεν ὅτι διὰ τῶν μέτρων, ἅτινα προ-
2892βάλλει εἰς τὴν Βουλήν, ἐπέρχεται ἐλάττωσις εἰς τὸν προϋ-
2893πολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν 400,000
2894δραχμῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι κατὰ 800,000
2895δραχμὰς ηὐξήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2896Ἐξωτερικῶν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2897Ἐξωτερικῶν ἐξαρκεῖται εἰς 400,000. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσωμεν
2898τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξω-
2899τερικῶν, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον μεταξὺ τῶν
2900προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1902 καὶ 1903 ἐκ 405,000
2901δραχμῶν προέρχεται κυρίως ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς. Ἡ
2902ἐλάττωσις λοιπὸν αὐτὴ τῶν 405,000 δραχμῶν ἀφορᾷ πρῶτον
2903εἰς τὴν ἐλάττωσιν, ἡ ὁποία ἐπέρχεται ἐκ τῆς νομισματικῆς
2904διαφορᾶς, διότι ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου ἐκ Καλαβρύ-
2905των Βουλευτοῦ, ὑποβαλὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902,
2906ὑπελόγισε τὸ φράγκον πρὸς 1,65, τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου
2907ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἐπωφελούμενον τῆς παροχῆς εἰς τὴν
2908Κυβέρνησιν τοῦ χρυσοῦ φράγκου πρὸς 1,46, ἕνεκα τῆς συν-
2909τελεσθείσης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐκ Κερκύρας πολιτευ-
2910τοῦ συμβάσεως τῆς ἑταιρείας τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–
2911Συνόρων, ἀνέγραψε ποσὸν κατὰ 187,000 ἐπὶ ἔλαττον διὰ
2912νομισματικὴν διαφοράν. Ὀρθὸν λοιπὸν ν’ ἀφαιρέσωμεν αὐτὴν
2913τὴν διαφορὰν τῶν 187,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ τὴν νομισματι-
2914κὴν διαφορὰν ὑπελόγισε μόνον ἐπὶ ποσοῦ 645,000 φράγκων
2915χρυσῶν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσῃ ἐπὶ ἀνωτέρου ποσοῦ. Αἱ
2916δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, αἱ καταβαλλό-
2917μεναι εἰς χρυσόν, ἀνέρχονται εἰς 807,000 φράγκα καὶ οὐχὶ
2918εἰς 645,000, ὥστε δὲν θὰ ἦναι ἐπαρκὴς ἡ πίστωσις, τὴν
2919ὁποίαν ζητεῖ, διότι εἰς χρυσὸν πληρώνεται τὸ ἥμισυ τῆς
2920δαπάνης διὰ τὰς ἐφημερίδας, εἰς χρυσὸν πληρόνεται ἡ δα-
2921πάνη διὰ τὰ παράσημα, εἰς χρυσὸν πληρόνεται ἡ δαπάνη
2922τοῦ ἐνοικίου τῆς Πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως, τὰ ἐνοίκια
2923τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, τὰ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως καὶ ὁδοι-
2924πορικὰ διπλωματικῶν καὶ προξενικῶν ὑπαλλήλων, τὰ ἔξοδα
2925τῆς ἐπιθεωρήσεως, τὰ ἔξοδα ἀποπομπῆς φαυλοβίων, τὰ τη-
2926λεγραφικὰ τέλη τῶν Πρεσβειῶν καὶ Προξενείων, αἱ δαπάναι
2927τοῦ Κακουργοδικείου Ἀλεξανδρείας, αἱ ἔκτακτοι ἀποστολαὶ
2928καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις αἱ λεγόμεναι «ἐξωτερικαὶ δαπάναι»,
2929αἵτινες αὐταὶ καὶ μόναι ἀνέρχονται εἰς ποσὸν 600,000
2930φράγκων χρυσῶν.
2931Ὅλαι αὐταὶ αἱ δαπάναι, αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὸν προϋ-
2932πολογισμόν, ἀνέρχονται εἰς 807,000 φράγκα χρυσᾶ. Καὶ
2933δὲν ἔχει μὲν νὰ πληρώσῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς
2934χρυσὸν ἐκ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου, διότι τινὰς ἐκ τῶν δαπα-
2935νῶν τούτων καταβάλλει τὸ Ταμεῖον τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ
2936Γενικοῦ Προξενείου καὶ τὸ Ταμεῖον τοῦ Προξενικοῦ Γρα-
2937φείου ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀλλ’ ἐν τούτοις τὸ ποσὸν τῶν
2938645,000 φράγκων οὐδέποτε ἐθεωρήθη ἐπαρκές, καὶ πάντοτε
2939ἀνεγράφετο ποσὸν 750,000, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο πί-
2940στωσις νομισματικῆς διαφορᾶς· θ’ ἀναγκασθῆτε δὲ τοὐλά-
2941χιστον 725,000 φράγκα νὰ ἀναγράψητε, ἢ θὰ ζητήσητε
2942κατόπιν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν. Ὥστε μεταξὺ τῶν
2943725,000 φράγκων χρυσῶν καὶ τῶν 645,000 ὑπάρχει δια-
2944φορὰ 80,000, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ νομι-
2945σματικὴ διαφορά, ἥτις πρὸς 1,46 ἀνέρχεται εἰς δρ. 36,800.
2946Ἡ νομισματικὴ λοιπὸν διαφορά, ἡ πραγματική, τὴν ὁποίαν
2947ὀφείλετε ν’ ἀναγράψητε εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἀνέρχεται
2948εἰς 224,000 δραχμάς. Ἐκ τοῦ ποσοῦ λοιπὸν τῶν 405,000
2949δραχμῶν πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε 224,000 δραχμὰς διὰ νομι-
2950σματικὴν διαφοράν. Πρὸς τούτοις πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε, ἂν
2951θέλητε νὰ ἦσθε εἰλικρινεῖς, τὰς ἀσχέτους πρὸς τὸ ὑπὸ συζή-
2952τησιν νομοσχέδιον δαπάνας. Συγκρίνοντες λοιπὸν τὰς δαπά-
2953νας τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρ-
2954νησις, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, πρὸς
2955τὰς δαπάνας τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ψηφιζομένου τοῦ ὑπὸ συζή-
2956τησιν νομοσχεδίου, δικαιούμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν: διὰ μισθοὺς
2957τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφοῦ
2958περὶ αὐτῶν δὲν ποιεῖται μνείαν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέ-
2959διον, 12,000 δραχμάς, διὰ παράσημα, ταχυδρομικά, φωτι-
2960σμὸν καὶ θέρμανσιν 14,000, διὰ τηλεγραφικὰ τῆς διπλω-
2961ματικῆς ὑπηρεσίας 10,000, δι’ ἐλάττωσιν πιστώσεως τῶν
2962γραφικῶν τῆς Πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως 1600, διὰ
2963ἔξοδα ἐγκαταστάσεως διπλωματικῶν ὑπαλλήλων 13,000,
2964δι’ ἔξοδα ἐπιθεωρήσεως 1000, δι’ ἔξοδα κινήσεως 15,000,
2965διὰ δικαιώματα ἐπιδόσεως δικογράφων 500, διὰ τηλεγρα-
2966φικὰ προξενικῆς ὑπηρεσίας 1000, δι’ ἐπίπλωσιν προξενικῶν
2967γραφείων 3000, διὰ κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρή-
2968σεις 4064, δι’ ἐκτάκτους ἀποστολὰς 20,000, δι’ ἐνοίκια
2969προξενικῶν ἀρχῶν 10,000, διότι ἐν τῷ ποσῷ τῶν 25,000,
2970ὅπερ ἐκπίπτει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν
2971πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ τὸ τέταρτον τῶν ἐνοικίων τῶν ἐν
2972Κωνσταντινουπόλει, Θεσσαλονίκῃ, Ἀλεξανδρείᾳ καὶ ἀλλαχοῦ
2973προξενικῶν ἀρχῶν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσητε, ὅτι
2974θὰ ἐπιμείνῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐφαρμόζων τὸ περὶ ἐνοικίου
2975μέτρον εἰς τὰς προξενικὰς ταύτας ἀρχάς, ἀφοῦ γνωστὸν εἶναι,
2976ὅτι εἴς τινα μέρη, ὅπως ἐν Κωνσταντινουπόλει, Καΐρῳ, Ἀλε-
2977ξανδρείᾳ καὶ Θεσσαλονίκῃ, τὰ ἐνοίκια εἶναι λίαν ὑπέρογκα,
2978ὥστε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὁ πρόξενος δύναται νὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ
2979τοῦ ¼ τοῦ ἐνοικίου, ἀφοῦ καὶ πρὸ τοῦ 1900 δὲν ἐπεβαρύ-
2980νετο, εἰς ἄλλα δὲ μέρη οἱ προϊστάμενοι τῶν προξενικῶν ἀρ-
2981χῶν δὲν κατοικοῦσιν ἐν τοῖς προξενικοῖς καταστήμασιν.
2982Ἐκπιπτομένων λοιπὸν ὅλων τῶν ποσῶν τούτων, ἀνερ-
2983χομένων εἰς δραχ. 329,000, ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν οἰκονομιῶν
2984τῶν ὑπολογιζομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ
2985Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκ δραχμῶν 405,000, τὸ
2986ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἐξοικονομήσῃ πράγματι ἐξ ὅλου τοῦ
2987κεφαλαίου ΙΑʹ (ἄρθρον 1–12, προξενικὴ ὑπηρεσία), ψηφιζο-
2988μένου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, περιορίζεται εἰς
2989δραχ. 76,000. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς, λησμονῶν τὸ
2990πρόγραμμα τῶν οἰκονομιῶν, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, αὐ-
2991ξάνει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πληρόνεται εἰς τὸ Πρακτορεῖον
2992τῶν τηλεγραφημάτων, ἀπὸ 10,000 εἰς 12,000 δραχμάς.
2993Ἀναγνωρίζω ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 10,000 δραχμῶν δὲν εἶναι
2994ἐπαρκὲς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Πρακτορείου τῶν τηλεγρα-
2995φημάτων, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἡ τηλεγραφικὴ
2996θὰ βελτιωθῇ πολὺ, ἐὰν προσθέσητε καὶ τὰς 2,000. Ἤθελον
2997συστήσει εἰς ὑμᾶς ν’ ἀφαιρέσητε αὐτὰς τὰς 2,000 ἐκ τοῦ
2998προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ προέβητε εἰς ἐλαττώσεις 5 καὶ 10
2999δραχμῶν κατὰ μῆνα, προκειμένου περὶ τῶν γραφικῶν τῶν
3000ὑποπροξένων καὶ τῶν μισθῶν τῶν καβάσηδων.
3001Ἀλλὰ διατὶ προέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν τὸ
3002ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον; Ἀπέδειξα, νομίζω, ὅτι ὁ προ-
3003ξενικὸς νόμος τοῦ 1900 ἐπέτυχε πληρέστατα, ὅσον ἀφορᾷ
3004τὴν ἐπελθοῦσαν αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων, ἥτις ἐκάλυψε τὴν
3005αὔξησιν τῶν δαπανῶν, ἀπέδειξα ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς
3006δαπάνης, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ν’ ἀναγράψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν
3007τῷ προϋπολογισμῷ, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νο-
3008μοσχέδιον, εἶναι ἐλαχίστη, ὅτι ἀνέρχεται μόλις εἰς 76,000,
3009καὶ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διὰ τίνα λόγον
3010ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου
3011τούτου,—διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἀδιαφο-
3012ρεῖ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νόμου τούτου, οὔτε εἶναι
3013δυνατὸν νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἀδιαφορεῖ περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας
3014τοῦ ἐξωτερικοῦ κλάδου. Ὡς ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε πρὸ
3015ὀλίγου, οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιοῖ, ὅτι ἔχει τὸ προνό-
3016μιον τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς μερίμνης ὑπὲρ τοῦ ἐξωτε-
3017ρικοῦ κλάδου τῆς πατρίδος. Εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομο-
3018σχεδίου τούτου προέβη ἡ Κυβέρνησις χωρὶς νὰ μελετήσῃ τὰ
3019πράγματα. Δὲν ἔλαβε τὸν κόπον νὰ ἐξετάσῃ ποῖα εἶναι
3020τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου τοῦ 1900, ἐπειδὴ δὲ κατὰ
3021κόρον ἐπανέλαβε τὰς γνωστὰς ἐκείνας ἐπικρίσεις περὶ τῶν
3022δῆθεν ἐν τῇ διοικήσει σπαταλῶν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύ-
3023ρας πολιτευτοῦ, ἐπειδὴ ταῦτα ἐπανέλαβε πρὸς τοὺς ἐκλο-
3024γεῖς καὶ ἐπειδὴ ταῦτα εἶπε καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ἠθέλησε νὰ
3025δείξῃ, ὅτι προβαίνει εἰς οἰκονομίας, ἀδιαφοροῦσα ἂν αὗται
3026εἶναι εἰκονικαί.
3027Ἐπειδὴ λοιπὸν νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι ὑποχρεω-
3028μένη νὰ ἐκτελέσῃ τὸ περίφημον πρόγραμμά της, στενοχω-
3029ρουμένη καὶ μὴ βλέπουσα πῶς νὰ ἐκτελέσῃ τὸ πρόγραμμα
3030τοῦτο καὶ ποῦ νὰ εὕρῃ τὰ 13 ἑκατομμύρια, κατὰ τὰ ὁποῖα
3031ὑπεσχέθη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ἤθελεν ἐλαττώσει τὸν
3032προϋπολογισμὸν, λαμβάνει περὶ τὰς 100,000 δραχμὰς τοῦ
3033Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, 200,000 τῆς τηλεγραφικῆς
3034ὑπηρεσίας καὶ ἄλλα ποσὰ ἄλλων Ὑπουργείων, καὶ παρου-
3035σιάζει οὕτω ποσόν τι οἰκονομιῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω ἂν
3036ἀνέρχεται εἰς ἓν ἑκατομμύριον, ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι θὰ ἐπι-
3037φέρῃ ἐλάττωσιν εἰσπράξεων ἀνωτέραν τῶν ἐπιδιωκομένων
3038οἰκονομιῶν καὶ τὴν καταστροφὴν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν.
3039Ἰδίως δὲ προκειμένου περὶ τοῦ προξενικοῦ κλάδου δὲν λαμ-
3040βάνει ὑπ’ ὄψιν ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς,
3041δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Μακε-
3042δονίας, δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πράττει ἔργον βεβαίως
3043ἀντιπατριωτικὸν, ἀναγκάζουσα τοὺς προξένους τῆς Μακε-
3044δονίας καὶ τῆς Ἀλβανίας νὰ στενοχωρῶνται οἰκονομικῶς.
3045Ἐνῷ δὲν ἔχει τὸ σθένος καὶ τὸ θάρρος νὰ ἐπιφέρῃ γενναίαν
3046τὴν χειρουργικὴν μάχαιραν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
3047Κράτους, νομίζει ὅτι ἐκτελεῖ τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας
3048ἔδωκε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ψαλιδίζουσα μισθούς τινας,
3049γραφικὰ ἔξοδα ὑποπροξένων, μισθοὺς γραφέων, κλητήρων κλ.
3050Δὲν περιορίζεται δυστυχῶς εἰς τὴν περικοπὴν τῶν ἀποδοχῶν
3051τῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῶν κλητήρων τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ
3052ὑπηρετούντων, ἀλλὰ νομίζει, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν, ἐπὶ
3053μεγίστῃ ἐθνικῇ ζημίᾳ, νὰ περικόψῃ καὶ τοὺς μισθοὺς τῶν
3054ἐξωτερικῶν ὑπαλλήλων.
3055Ἀπέναντι τῆς διαφορᾶς, ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἰς τὰς δα-
3056πάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ 100,000 δρ.
3057περίπου, προβλέπει ἡ Κυβέρνησις, ὡς φαίνεται, ὅτι δὲν θὰ
3058εἰσπράξῃ ὅσα κατὰ τὸ παρελθὸν εἰσεπράχθησαν ἐκ προξενι-
3059κῶν τελῶν, προβλέπει, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῶν μέτρων της
3060καὶ χαλάρωσις εἰς τὰς εἰσπράξεις, ἐκ μειώσεως τοῦ ζήλου
3061τῶν ὑπαλλήλων περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν προξενικῶν τελῶν,
3062καὶ ἀναγράφει εἰς τὰ ἔσοδα μόνον 420,000 φράγκα καὶ οὐχὶ
3063460,000, ὅσα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσό-
3064δων τοῦ 1902. Ἀναγνωρίζει δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ
3065ἐπέλθῃ ἐλάττωσις εἰς τὰς εἰσπράξεις 40,000 φράγκων χρυ-
3066σῶν, ἤτοι 60,000 δραχμῶν, ὅση περίπου εἶναι ἡ διὰ τοῦ
3067νομοσχεδίου ἐπιδιωκομένη οἰκονομία. Ἀλλ’ ἐνῷ πρὸς τοὺς
3068ἐκλογεῖς της εἶχεν εἴπει, ὅτι κατὰ ἓν ἑκατομμύριον ὁλόκλη-
3069ρον ηὐξήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξω-
3070τερικῶν, δὲν τολμᾷ σήμερον καὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας
3071τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ ἓν ἑκατομμύριον.
3072Ἄν νομίζητε, ὅτι κακῶς ἐπράξαμεν ν’ αὐξήσωμεν κατὰ
3073600,000 ἢ 700,000 δραχμὰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου
3074τῶν Ἐξωτερικῶν ἕνεκα ὑψίστων ἐθνικῶν ἀναγκῶν, ἐὰν κα-
3075κῶς ἐπράξαμεν, ἰδοὺ ἡ Ῥόδος, ἰδοὺ καὶ τὸ πήδημα· πῶς δὲν
3076ἔρχεσθε νὰ ἐλαττώσητε τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου κατὰ
3077600 ἢ 700 χιλιάδας, ἢ κατὰ ἓν ἑκατομμύριον; Διὰ τοῦ ὑπὸ
3078συζήτησιν νομοσχεδίου περιορίζεσθε εἰς ἐλαττώσεις 100,000
3079δραχ. περίπου. Ὥστε τὰς λοιπὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας προσ-
3080εθέσαμεν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερι-
3081κῶν, καλῶς τὰς προσεθέσαμεν. Ὥστε ὅσα ἐλέγετε πρὸς τοὺς
3082ἐκλογεῖς σας, ὅσα εἴπετε ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, δὲν ἦτο δυνα-
3083τὸν νὰ τὰ πιστεύητε· ἀνακριβῆ ἐλέγετε καὶ ἀνακριβῆ λέγετε
3084καὶ σήμερον καὶ πρὸς ἡμᾶς καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
3085Ἡ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ συνοδεύ-
3086ουσα τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὴν παλαιὰν συνήθειαν τοῦ κ.
3087Πρωθυπουργοῦ, ἀνακριβῶς συγκρίνει ἀπολογισμοὺς πρὸς
3088προϋπολογισμοὺς, καὶ λέγει, ὅτι «διὰ τοῦ ΒΨΗʹ νόμου καὶ
3089ἄλλαι διατάξεις τῶν περὶ προξενικῆς ὑπηρεσίας ἰσχυόντων
3090πρὸ τοῦ 1900 νόμων μετεβλήθησαν, ἰδίως δὲ ηὐξήθησαν
3091κατὰ δραχ. 276,120 αἱ ἐν τῷ κεφαλαίῳ Γʹ τοῦ προϋπο-
3092λογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀναγραφόμεναι
3093δαπάναι, αἵτινες κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896 ἀνῆλθον
3094εἰς 693,080 δραχμὰς, ἀναχθεῖσαι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ
3095τοῦ 1902 εἰς τὸ ποσὸν τῶν 969,200». Δὲν συγκρίνει τοὺς
3096ἀπολογισμοὺς τοὺς πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου πρὸς τοὺς
3097ἀπολογισμοὺς τοὺς μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἀπο-
3098λογισμὸν πρὸς προϋπολογισμὸν, οὕτω δὲ φθάνει εἰς συμπε-
3099ράσματα, δι’ ὧν ζητεῖ ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ
3100νόμου τοῦ 1900. Ὁ προξενικὸς νόμος, καὶ ὑπενθυμίζω τοῦτο
3101πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ προξενικὸς νόμος
3102τοῦ 1900 ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ εἰσήχθη κατὰ τὸ
31031899 μετὰ μακρὰν ἐργασίαν, γενομένην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
3104τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐξ ἀνωτέρων
3105ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀφοῦ ὑπε-
3106βλήθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον, ἐψηφίσθη
3107εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν· κατόπιν ἐτροποποιήθη, καὶ ὑπεβλήθη
3108τὸ δεύτερον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1899. Ἡ
3109Βουλὴ ἐζήτησεν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ὑποβληθῇ εἰς τὴν
3110βάσανον ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἐκ Βουλευτῶν ἀμφοτέ-
3111ρων τῶν πτερύγων. Μετὰ μακρὰς δ’ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συζη-
3112τήσεις ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Προκειμένου νῦν νὰ τρο-
3113ποποιηθῇ, μοὶ φαίνεται ὀρθὸν, ὅπως τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέ-
3114διον ἐξετασθῇ ὑπὸ ἐπιτροπῆς Βουλευτῶν, γινωσκόντων κα-
3115λῶς τὰ τῆς προξενικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας. Δὲν νομίζω ὅτι
3116προκειμένου περὶ τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἑλλάδος
3117δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἄλλη γνώμη μεταξὺ τῶν κυρίων Βου-
3118λευτῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ συναινέσῃ,
3119ὅπως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον παραπεμφθῇ εἰς ἐπι-
3120τροπήν. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ θελήσῃ νὰ μὴ
3121βλέπῃ πέραν τοῦ κύκλου τῶν ἐκλογέων της, εἰς τοὺς ὁποίους
3122ὑπεσχέθη ἐλάττωσιν μισθῶν. Ἐλπίζω πρὸ πάντων, ὅτι ἡ
3123Βουλὴ ἔχει ἐστραμμένα τὰ βλέμματά της καὶ πέραν τῶν
3124ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ δὲν θ’ ἀδιαφορήσῃ ὡς
3125πρὸς τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἡ ψήφισις τοῦ νο-
3126μοσχεδίου. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ νὰ συντελέσῃ, ὅπως
3127τὸ γόητρον τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους
3128μειωθῇ, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ μειωθῇ ἡ στοργή, τὴν ὁποίαν τρέ-
3129φουσιν οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἕλληνες πρὸς τὴν ἐπίσημον Ἑλ-
3130λάδα, καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι
3131καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσω-
3132πείαν.
3133§225Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἐμὸς συν-
3134άδελφος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰμὶ βέβαιος,
3135ὅτι θέλει δώσει ὑμῖν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας ἐπὶ τῶν
3136διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς προξε-
3137νικῆς ἢ τῆς διπλωματικῆς. Ἐγὼ ἀνέρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, μό-
3138νον ἵνα ἀναιρέσω ἀνακριβείας λεχθείσας, καὶ ἰδίως ἐπὶ ἀριθ-
3139μῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι στόμα νὰ ὁμιλήσωσιν, εἰσὶν ὅμως
3140γεγραμμένοι καὶ ἑπομένως προσιτοὶ εἰς πάντα, ὅστις θέλει
3141νὰ ἀναγνώσῃ αὐτούς. Καὶ ἐν πρώτοις ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
3142Κραναίας δὲν ἐβεβαίωσεν ἀλήθειαν εἰς τὴν Βουλὴν, εἰπὼν ὅτι
3143ἐγὼ κατὰ τὴν ἐκλογικὴν ἀνὰ τὰς ἐπαρχίας περιοδείαν μου
3144ὑπισχνούμην ὅτι θέλω ἐλαττώσει τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογι-
3145σμοῦ κατὰ 13 ἑκατομμύρια. Δὲν ὑπάρχει πολίτης Ἕλλην,
3146ἐξ ἐκείνων οἵτινες μὲ ἤκουσαν τότε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὁ
3147ὁποῖος ἐλησμόνησεν, ὅτι ἐγὼ ἔλεγον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, ὅτι
3148εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ
3149κατὰ ἓξ ἑκατομμύρια, καὶ οὐχὶ κατὰ δεκατρία ἑκατομμύ-
3150ρια, ὡς μὴ ἀληθῶς ἔλεγεν ὁ κ. Ρωμάνος. Ἔλεγον πρὸς τοὺς
3151ἐκλογεῖς, νὰ μὴ ἔχωσιν ἀξιώσεις περισσοτέρων ἐλαττώσεων,
3152διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εὐκόλως ἀναγράφονται αὐξήσεις
3153τῶν ἐξόδων, ἀλλὰ δυσκόλως δύναταί τις νὰ διαγράψῃ τὰς
3154αὐξήσεις ταύτας. Διὰ τῶν αὐξήσεων τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπο-
3155λογισμοῦ σχηματίζονται συμφέροντα, πολλάκις μορφοῦνται
3156πεποιθήσεις πεπλανημέναι, καὶ ἄν τις ἤθελεν ἐπιχειρήσει νὰ
3157ἐπιφέρῃ ἐλάττωσιν, σταματᾷ πρὸ δυσυπερβλήτων προσκομ-
3158μάτων. «Ἄν ὑπισχνούμην εἰς ὑμᾶς», ἔλεγον τότε πρὸς τοὺς
3159ἐκλογεῖς, «ἐλάττωσιν ἀνωτέραν τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων, δὲν
3160ἤθελον εἴπει πρὸς ὑμᾶς τὴν ἀλήθειαν, ἢ, ἂν ἐπεχείρουν τοι-
3161οῦτόν τι, ἤθελον ἀποτύχει». Ὑπισχνούμην ὅμως εἰς τοὺς ἐκ-
3162λογεῖς, ὅτι, ἂν ἡ ψῆφος αὐτῶν ἤθελεν ἀναδείξει τοὺς πολι-
3163τικοὺς φίλους μου, καὶ ἑπομένως ἐνδείξει οὕτως ἐμὲ, καὶ τὸ
3164Στέμμα ἐκάλει ἡμᾶς εἰς τὴν ἀρχὴν, ἤθελον πραγματοποιή-
3165σει ἐλαττώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων κατὰ ἓξ
3166ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολο-
3167γισμοῦ ἤθελον προσπαθήσει, ἵνα καὶ ἄλλαι οἰκονομίαι πραγ-
3168ματοποιηθῶσιν, οὕτω δὲ αἱ ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων ἀναβι-
3169βασθῶσι μέχρις ὀκτὼ ἑκατομμυρίων· τοῦτο δὲ ἡμεῖς ἐπεχει-
3170ρήσαμεν καὶ κατὰ παρελθοῦσαν ἐποχὴν, κατὰ τὸ 1896,
3171καὶ ἐπραγματοποιήσαμεν αὐτό. Ποῦ ἠκούσθη, ὅτι ἡμεῖς
3172ὑπεσχέθημεν δεκατριῶν ἑκατομμυρίων ἐλάττωσιν; καὶ ποῖος
3173ἔχει τοσοῦτον θάρρος, τολμῶν νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο ψευδῶς
3174εἰς τὴν Βουλήν;
3175Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βουλευτὴς
3176ἀπήγγειλε, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ὀφείλω νὰ σᾶς δώσω ἀκριβῆ
3177εἴδησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ
3178σειρὰν ἐτῶν, ἵνα πεισθῆτε, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐγέ-
3179νοντο ἅλματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν ἦτο συγκεχωρημένον
3180νὰ γένωνται, καθ’ ὃν χρόνον τοιαῦταί εἰσιν αἱ οἰκονομικαὶ
3181περιστάσεις τῆς χώρας. Καὶ ἄρχομαι ἀπὸ χρόνων ἀπωτάτων.
3182Αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ
3183τοὺς ἐτησίους ἀπολογισμοὺς, ἀνῆλθον:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3184Κατὰ τὸ 1888εἰς δρ.2,277,149.14
3185Κατὰ τὸ 1889» » 2,221,544.70
3186Κατὰ τὸ 1890» » 2,264,169.02
3187Κατὰ τὸ 1891» » 2,302,099.21
3188Κατὰ τὸ 1892» » 2,092,373.72
3189Κατὰ τὸ 1893» » 2,017,081.16
3190Κατὰ τὸ 1894» » 2,025,155.70
3191Κατὰ τὸ 1895» » 2,022,450.15
3192Κατὰ τὸ 1896» » 2,195,572.95
3193Κατὰ τὸ 1897» » 2,140,194.67
3194Κατὰ τὸ 1898» » 2,115,508.90
3195Κατὰ τὸ 1899» » 2,251,901.61
3196Τὰ προϋπολογισθέντα δὲ κατὰ τὰ ἑπόμενα τρία ἔτη,
3197διότι δὲν ἐδημοσιεύθησαν εἰσέτι οἱ ἀπολογισμοὶ, ἀνῆλθον:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3198Κατὰ τὸ 1900εἰς δρ.2,431,122.58
3199Κατὰ τὸ 1901» » 2,846,018.36
3200Κατὰ τὸ 1902» » 3,050,086.27
3201Κατὰ τὸ 1903 περιεστείλαμεν αὐτὰ διὰ μὲν τοῦ εἰσα-
3202χθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ εἰς δρ. 2,648,405,
3203διὰ δὲ τῶν κατόπιν ὑποβληθεισῶν δηλώσεων εἰς δραχμὰς
32042,729,291.
3205Θέλει πιθανῶς προβληθῆ, ὅτι παραβάλλω τὰ πρὸ τοῦ
32061900 δαπανηθέντα, βεβαιούμενα διὰ τῶν ἀπολογισμῶν, πρὸς
3207τὰ κατὰ τὸ 1900 καὶ τὰ μετ’ αὐτὸ ἔτη προϋπολογισθέντα
3208ποσὰ, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἀπολογισμὸς, ἀλλὰ μόνον
3209ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, καὶ θέλει
3210λεχθῆ, ὅτι ὅλα, ὅσα ἀναγράφονται, δὲν δαπανῶνται...
3211§226ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἔχομεν τοὺς προσωρινοὺς ἀπολογι-
3212σμοὺς καὶ τὰς διαδηλώσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
3213§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ προσωρινοὶ ἀπολογισμοὶ δὲν
3214παριστῶσιν ἐν ἀναντιρρήτῳ ἀκριβείᾳ τὰ δαπανηθέντα.
3215Κατὰ τὸ 1901 καὶ τὸ 1902 ἐζητήθησαν καὶ ἐπεψηφίσθη-
3216σαν καὶ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, τὰ ποσὰ τῶν ὁποίων
3217δὲν ἀναφέρω· τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει, οὐχὶ ὅτι ἐδαπανήθησαν
3218ἐλάσσω τῶν προϋπολογισθέντων, ἀλλὰ τοὐναντίον, ὅτι δὲν
3219ἐπήρκεσαν τὰ προϋπολογισθέντα. Καὶ κατὰ τὸ 1902 τὰ
3220προϋπολογισθέντα ἀνῆλθον εἰς 3,050,086.27, κατὰ δὲ τὸ
32211903 τὸ προϋπολογισθὲν διὰ τὸ 1902 ποσὸν ἤθελεν εἶ-
3222σθαι πάντως ἀνεπαρκὲς, διότι ἔπρεπε νὰ προστεθῶσι νέα
3223ἔξοδα· ἔπρεπε νὰ προστεθῇ ὁ μισθὸς τοῦ ἐν Λονδίνῳ πρέσβεως
3224διὰ τέσσαρας μῆνας, καὶ ν’ ἀναβιβασθῇ ἡ δαπάνη ἀπὸ δραχ.
322529,333.50 εἰς δραχ. 44,000, ἤτοι νὰ προστεθῇ πίστωσις
3226δραχμῶν 14,666. 50, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δὲ τοῦ πληρωθέν-
3227τος κατὰ τὸ 1902 εἰς τὸν γραμματέα τετάρτου τῶν ἀπο-
3228δοχῶν τοῦ πρέσβεως, δραχ. 11,000· ὡσαύτως νὰ προστεθῇ
3229ὁ μισθὸς τοῦ ἐν Πετρουπόλει πρέσβεως ἐκ δραχμῶν 22,000,
3230ἢ, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀποδοχῶν τοῦ γραμματέως ἐκ τοῦ
3231τετάρτου τοῦ μισθοῦ τοῦ πρέσβεως, ἔπρεπε νὰ προστεθῇ πί-
3232στωσις 19,000· ὡσαύτως ἔπρεπε νὰ προστεθῇ ὁ μισθὸς τοῦ
3233ἐν Βελιγραδίῳ πρέσβεως ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἤτοι πίστωσις δραχ.
323416,200, ἢ, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ γραμμα-
3235τέως ἐπὶ ἓξ μῆνας δραχ. 3,000, ἔπρεπε νὰ προστεθῇ πίστω-
3236σις δρ. 13,200. Οὕτω δὲ τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν τῶν
3237ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἔμελλε κατὰ τὸ
32381903 ν’ ἀναβιβασθῇ ἀπὸ δραχ. 3,050,086.27 εἰς δραχ.
32393,093,286.27. Ἀλλ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον εἰσ-
3240ηγάγομεν, τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
3241Ὑπουργείου περιωρίσθη εἰς δραχ. 2,648,405, καὶ διὰ τῶν
3242κατόπιν δηλώσεων εἰς δραχ. 2,729,291, ἤτοι ἔλασσον τοῦ
3243ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογι-
3244σμῷ τοῦ 1903, κατὰ δραχ. 373,995.27. Τὰ δαπανηθέντα
3245διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου
3246κατὰ τὸ 1895 ἀνῆλθον εἰς δρ. 2,022,450.15, τὰ προϋπο-
3247λογισθέντα δὲ κατὰ τὸ 1902 ἀνῆλθον εἰς δρ. 3,050,086.27,
3248τὰ δὲ προϋπολογιζόμενα κατὰ τὸ 1903 ἔμελλον ν’ ἀναβι-
3249βασθῶσιν εἰς δρ. 3,093,286.27, ἂν οὐδεμίαν ἐπροτείνομεν
3250μεταβολὴν εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ
3251Κραναίας, πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, παρεσκεύα-
3252σεν· ἤτοι κατὰ τὸ 1902 ἐπρόκειτο νὰ δαπανήσωμεν περισ-
3253σότερα τῶν δαπανηθέντων τῷ 1895 κατὰ δρ. 1,027,686.12,
3254ἐμέλλομεν δὲ νὰ δαπανήσωμεν κατὰ τὸ 1903 περισσότερα
3255τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1895 δραχ. 1,070,836.12. Τὸ
3256ποσὸν δὲ τοῦτο τῆς διαφορᾶς ἀκατανοήτως ὁ κ. Ρωμᾶνος,
3257ὁ ἐλευθέριος οὗτος προκάτοχος τοῦ φίλου μου κ. Σκουζέ,
3258προσδιώρισε μόνον εἰς δραχ. 450,000, ἐνῷ ἡ διαφορὰ συνί-
3259σταται εἰς δραχ. 1,070,836.12.
3260Ἀλλὰ πόσα εἶναι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα προσετέθησαν διὰ
3261τῆς ψηφισθείσης τῇ προτάσει τοῦ κ. Ρωμάνου αὐξήσεως τῶν
3262προξενικῶν τελῶν; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἔχει ἐν
3263χερσὶ σημείωσιν, τὴν ὁποίαν κατ’ αἴτησιν αὐτοῦ κατέθηκεν
3264εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἐμὸς συνάδελφος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξω-
3265τερικῶν. Κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου κατατε-
3266θεῖσαν σημείωσιν, κατὰ τὸ ἔτος 1902 τὰ ἐκ προξενικῶν τε-
3267λῶν εἰσπραχθέντα ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς χρ. φρ. 591,580.17,
3268πλὴν τῶν ἐσόδων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ Προξενικοῦ
3269Γραφείου τῶν Παρισίων, τῶν ἐσόδων κατὰ τοὺς τελευταίους
3270τέσσαρας μῆνας τῶν Προξενικῶν Γραφείων Βελιγραδίου καὶ
3271Κετίγνης, τῶν ἐσόδων κατὰ τοὺς τελευταίους τρεῖς μῆνας
3272τῶν Προξενικῶν Γραφείων Σερρῶν καὶ Βραΐλας καὶ τῶν κατὰ
3273μόνον τὸν Νοέμβριον μῆνα εἰσπραχθέντων ὑπὸ τοῦ ἐν Ὀδησ-
3274σῷ Προξενείου. Κατὰ δὲ τὴν ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
3275συναδέλφου μου κ. Σκουζὲ κατατεθεῖσαν σημείωσιν, τὰ προ-
3276ξενικὰ τέλη τοῦ 1902 ἀνῆλθον εἰς φράγκα χρ. 651,597,71·
3277ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ 1896, ὅτε δὲν εἶχεν ἔτι νομοθετηθῆ τῶν
3278προξενικῶν τελῶν ἡ αὔξησις, εἶχον εἰσπραχθῆ ἐκ προξενι-
3279κῶν τελῶν φρ. χρ. 554,610.85, ἕπεται ὅτι ἐκ τῆς νομο-
3280θετηθείσης τῇ προτάσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, ὡς
3281Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τε-
3282λῶν ὑπερέβησαν τὰ πρὸ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως εἰσπραχθέντα
3283κατὰ φρ. χρ. 96,986.86, ἢ εἰς δραχμὰς τραπεζικῶν γραμ-
3284ματίων 150,329.63, ὑπολογιζομένου τοῦ χρυσοῦ φράγκου
3285πρὸς 155 λεπτὰ.
3286Ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν 651,597.71, τὸ εἰσπραχθὲν
3287κατὰ τὸ 1902, παραβάλωμεν, οὐχὶ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα
3288κατὰ τὸ 1901, διότι εἶχε κατ’ αὐτὸ τεθῇ ἐν ἐφαρμογῇ ὁ
3289περὶ αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν νόμος τοῦ κ. Βουλευτοῦ
3290ἐκ Κραναίας, οὐχὶ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1900, διότι
3291ἐνδέχεται νὰ ἐνήσκησεν ἐπιρροήν τινα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου
3292περὶ προξενικῶν τελῶν νόμου, ἐὰν παραβάλωμεν, λέγω, αὐτὸ,
3293τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τὸ 1902, πρὸς τὰ κατὰ τὸ 1899 εἰσ-
3294πραχθέντα, ὅτε δὲν εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ἡ αὔξησις τῶν προξενι-
3295κῶν τελῶν, ἡ διαφορὰ πάλιν δὲν ὑπερβαίνει τὰ πρὸ τῆς τε-
3296λευταῖον νομοθετηθείσης αὐξήσεως εἰσπραττόμενα, εἰμὴ κατὰ
3297φρ. 135,347.71, διότι τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1899 ἀνῆλ-
3298θον εἰς 516,230 φρ., τὰ δὲ κατὰ τὸ 1902 εἰς 651,597.71,
3299τὰ δὲ 135,347.71 φράγκα φέρουσι δραχμὰς 219,788.94.
3300Καὶ δὲν διστάζετε νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν ἐξό-
3301δων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ ἓν ἑκατομμύριον
3302καὶ ἑβδομήκοντα χιλιάδας δραχμὰς ἐκαλύφθη ἀπὸ τὰ εἰσ-
3303πραχθέντα ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν, ἐνῷ ταῦτα
3304συνίστανται εἰς δραχ. 150 χιλιάδας, ἢ τὸ πολὺ εἰς δραχμὰς
3305219 χιλιάδας!
3306§228Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ δὲν
3307εἶναι οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους μοὶ ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς
3308τῶν Ἐξωτερικῶν.
3309§229Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὰ τὰ τυπωμένα χαρτιὰ
3310ἔχω ἐν χερσὶ, ταῦτα δέ εἰσι τὰ κατατεθέντα.
3311§230ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ παραβάλητε ἀπολογισμοὺς πρὸς
3312ἀπολογισμούς.
3313§231Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ λογιστικὴ χρῆσις τοῦ ἔτους
3314λήγει τὴν 31 Ὀκτωβρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους, κατὰ συνέ-
3315πειαν ἡ χρῆσις τοῦ 1901 ἔκλεισε τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1902,
3316ἀλλὰ δὲν συνετάχθη ὁ ἀπολογισμός· ἑπομένως παραβάλ-
3317λω κατ’ ἀνάγκην προϋπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν.
3318Ἐπειδὴ δὲ εἴπετε, ὅτι τὰ ἐκ προξενικῶν τελῶν εἰσπραττό-
3319μενα πρέπει νὰ ἐξετάζηται ἐὰν καλύπτωσι μόνον τὰ διὰ
3320τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν ἔξοδα, καὶ οὐχὶ πάντα τὰ διὰ
3321τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου δα-
3322πανώμενα, καίτοι τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἴπετε, δὲν εἶναι ὀρθὸν,
3323ἀνάρμοστον δὲ νὰ λέγηται ἀπὸ ἄνδρα διατελέσαντα Ὑπουρ-
3324γὸν, μ’ ὅλον τοῦτο καὶ ἐπὶ τούτου δὲν εἶσθε ἐν τῇ ἀληθείᾳ.
3325Δὲν προϋπελογίσθησαν διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
33261902 δραχ. 965,600; (ὅρα σελ. 119 τοῦ Προϋπολογισμοῦ).
3327Ἀλλὰ διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν προϋπελογίσθησαν κατὰ
3328τὸ 1899 δραχ. 683,187, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ δραχμὰς
3329282,413, ἐνῷ τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προ-
3330ξενικῶν τελῶν συνίστανται εἰς δραχ. 150,000 μόνον, ἢ τὸ
3331πολὺ εἰς δραχ. 219,000.
3332§232ΡΩΜΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ποιεῖσθε μνείαν περὶ ἐξό-
3333δων ἀσχέτων πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Τὰ ἔξοδα
3334ταῦτα, εἰς ἃ συμπεριλαμβάνονται πιστώσεις διὰ τηλε-
3335γραφικὰ ἔξοδα, δι’ ἔξοδα κινήσεως προξενικῶν ὑπαλλήλων
3336κλπ., δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νο-
3337μοσχέδιον. Πρὸς τούτοις δὲ παραβάλλετε ἀπολογισμοὺς
3338πρὸς προϋπολογισμούς.
3339§233Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομο-
3340σχεδίου ὑμεῖς ἐπροτείνατε αὐτό· ὅτι τὰ προξενικὰ τέλη ἐκά-
3341λυψαν τὰς αὐξήσεις τῶν ἐξόδων τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας,
3342τὰς ὁποίας ὑμεῖς ἐνομοθετήσατε· σᾶς ἀποδεικνύω, ὅτι οὐδὲ
3343τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, διότι οὐδ’ αὐτὰ τὰ παρ’ ὑμῶν προστε-
3344θέντα ἐν τῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ ἔξοδα, οὐδ’ αὐτὰ ἐκαλύ-
3345ψατε διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν.
3346§234ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Δὲν ἔχει οὕτω.
3347§235Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ λέγω ταῦτα, χαριζόμε-
3348νος πρὸς σᾶς, διὰ νὰ μὴ σᾶς συγχίσω περισσότερον, διότι
3349συγχίζεσθε καὶ βλάπτετε τὴν ὑγείαν σας· διότι οὐδ’ αὐτὸ,
3350τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθητε, ὅτι τάχα τὰ προξενικὰ τέλη εἰσ-
3351πράττονται διὰ τὰ ἔξοδα τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, οὐδὲ
3352αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς, διότι τὰ προξενικὰ τέλη ἀποτελοῦσιν
3353ἔσοδον τοῦ δημοσίου ταμείου, ὡς πάντα τὰ ἄλλα ἔσοδα·
3354ὅταν δ’ αὐξάνητε τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουρ-
3355γείου κατὰ ἓν ἀκέραιον ἑκατομμύριον καὶ ἑβδομήκοντα
3356προσέτι χιλιάδας, καὶ ἐμφανίζησθε νὰ δικαιολογήσητε τὴν
3357σπατάλην ταύτην, προβάλλοντες ὅτι ἐπορίσατε καὶ αὔξη-
3358σιν ἐσόδων διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν, ἡμεῖς
3359σᾶς ἀποδεικνύομεν πόσον γελοῖος εἶναι ὁ ἰσχυρισμός σας
3360οὗτος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλύψητε τὸ ἓν ἑκατομ-
3361μύριον καὶ ἑβδομήκοντα χιλιάδας δραχμῶν διὰ τῶν 150
3362χιλιάδων δραχμῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ηὐξήσατε τὰ προξε-
3363νικὰ τέλη. Ἀλλὰ σεῖς τρέπεσθε εἰς φυγήν, καὶ προβάλλετε
3364ἄλλον ἰσχυρισμόν, ὅτι τὰ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν
3365τελῶν εἰσπραχθέντα καλύπτουσι τὰ ἔξοδα τῆς προξενικῆς
3366ὑπηρεσίας· ἀλλὰ καὶ τοῦτο, τὸ μὴ ὀρθόν, τὸ μὴ δυνάμενον
3367νὰ προταθῇ πρὸς δικαιολογίαν σπατάλης ἑνὸς ἑκατομμυ-
3368ρίου, ἥτις φωνάζει, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν δύνασθε νὰ δικαιο-
3369λογήσητε, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι οὐ μόνον τὴν
3370κατὰ ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑβδομήκοντα χιλιάδας αὔξησιν
3371τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουρ-
3372γείου δὲν ἐκαλύψατε διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τε-
3373λῶν, ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὴν τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων τῆς προξε-
3374νικῆς ὑπηρεσίας, διότι καὶ αὕτη ὑπερβαίνει κατὰ 110 καὶ
3375πλέον χιλιάδας τὰ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν
3376εἰσπραχθέντα.
3377Καὶ δὲν συνεστάλητε νὰ καταγγείλητε ἀπὸ τοῦ βήματος
3378τῆς Βουλῆς, ὅτι ἦσαν ἐπαῖται οἱ πρόξενοι τῆς Ἑλλάδος
3379πρὸ τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1900 νόμου, καὶ ὅτι ἐζήτουν
3380χρήματα παρὰ τῶν ὁμογενῶν, ὅτι ἔκλεπτον, ὅτι κατεχρῶντο,
3381ὅτι ἐλάμβανον μπαξίσια, ὅτι ἐλίμωττον, μὴ ἔχοντες νὰ
3382ἀγοράσωσιν οὐδὲ κρέας νὰ φάγωσι! Δὲν συνεστάλητε νὰ
3383ἀπαγγείλητε τοιαύτας ὕβρεις, τὰς ὁποίας λέγουσι μόνον
3384ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑβρίζουσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους,
3385ὑβρίζουσι τὴν Ἑλλάδα! Καὶ ἐζήτησες νὰ παραστήσῃς, ὅτι
3386ἔσωσες τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους διὰ τοῦ νόμου τοῦ ψηφι-
3387σθέντος κατὰ τὸ 1900, δι’ οὗ ἐσπατάλησες ἓν ἑκατομμύ-
3388ριον καὶ ἑβδομήκοντα χιλιάδας δραχμάς! ὅτι ἔσωσες τὸ
3389γόητρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Καὶ προβάλλετε, Κύριοι, τὰ πρὸς
3390τὸν Ἑλληνισμὸν αἰσθήματα, τὴν πρὸς τὴν πατρίδα ἀγάπην,
3391διὰ νὰ περιβάλητε διὰ τῆς περιβολῆς ταύτης τὴν ἀσυνεί-
3392δητον διασπάθησιν τῶν χρημάτων τοῦ δημοσίου ταμείου,
3393τὴν σπατάλην τοῦ ἱδρῶτος τοῦ ἐργαζομένου δυστυχοῦς λαοῦ!
3394Ὁ μακαρίτης Σόλων, ἐὰν ἐπανήρχετο εἰς Ἀθήνας ἐκ τῆς
3395ἐξορίας, εἰς ἣν κατεδίκασεν ἑαυτὸν διὰ νὰ καταστήσῃ εἰς
3396τοὺς Ἀθηναίους δύσκολον τὴν μεταβολὴν τῶν νόμων, δι’ ὧν
3397ἐπροίκισε τὰς Ἀθήνας, δὲν ἤθελε ταραχθῆ τόσον, ὅσον ἐτα-
3398ράχθητε σεῖς, ὅσον κατελήφθητε τὴν ἑσπέραν ταύτην σεῖς
3399ὑπὸ συγχύσεως, διότι εἴδετε κινδυνεύοντα νὰ μεταβληθῇ τὸν
3400νόμον, τὸν ὁποῖον ἐγράψατε, ἂν ὄντως σεῖς ἠδυνήθητε νὰ
3401τὸν γράψητε (γέλωτες).
3402Ἀλλ’ ἐρωτᾶτε: «Διατὶ προετείνατε τὸ συζητούμενον νο-
3403μοσχέδιον ὑμεῖς; Διατὶ δι’ αὐτοῦ ἐζητήσατε ν’ ἀποπλανή-
3404σητε τὸν λαὸν, δίδοντες ψευδεῖς ὑποσχέσεις, ὑμεῖς οἱ ὁποῖοι
3405ἐπροτείνατε νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδὲν ἐνέκρινεν ἡ
3406Ἀντιπολίτευσις, διότι δὲν εὗρεν αὐτὰ καλῶς συντεταγμένα,
3407διότι εὕρισκεν ὅτι ταῦτα ἦσαν ἀμελέτητα, καὶ ἐζήτει παρ’
3408ὑμῶν νὰ τὰ ἀποσύρητε;» Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ: Διατὶ
3409ἀγανακτεῖτε; Διατὶ συγχίζεσθε, διότι ἡμεῖς φρονοῦμεν καὶ
3410κηρύσσομεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ δημοσίου
3411ταμείου καὶ μετ’ αὐτῆς ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώ-
3412ρας εἶναι κακὴ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ βελτιώσω-
3413μεν αὐτὴν, ν’ ἀναστείλωμεν τὴν πρόοδον τοῦ κακοῦ, διότι ἡ
3414πρόοδος τοῦ κακοῦ θέλει φέρει συμφορὰς εἰς τὴν Ἑλλάδα;
3415Σεῖς παριστάνετε, ὅτι πονεῖτε τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ συγχί-
3416ζεσθε καὶ ἀγανακτεῖτε, διότι πονοῦμεν αὐτὸν τὸν δυστυχῆ
3417τόπον, διότι ὠθεῖτε τὴν χώραν εἰς πτώχευσιν, ἥτις ἂν
3418ἐπέλθῃ, καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ἡ Ἑλλὰς ἀπώλοντο. Καὶ
3419διότι ἠλαττώσαμεν κατὰ 100 δραχμὰς τοὺς μισθοὺς τῶν
3420προξένων, ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας εὗρεν ὅτι ἐπῆλθεν
3421ἡ συντέλεια τοῦ αἰῶνος, παρέστησεν ὅτι τὸ γόητρον τῆς
3422Ἑλλάδος θέλει σκιασθῆ ἐν Αἰγύπτῳ, ὅτι ἡ στοργὴ τῶν
3423Ἑλλήνων πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον θέλει ἐκλείψει, καὶ
3424ὅτι χάρις εἰς τὸν νόμον τοῦ 1902 ἐσώθη ὁ Ἑλληνισμὸς
3425καὶ ἡ Ἑλλάς!
3426Ἐπιτρέπεται εἰς ἕκαστον νὰ ἀγαπᾷ ἑαυτὸν, ὅσον δύναται,
3427ἀλλ’ ἐὰν ἀγαπᾷ ἑαυτὸν τοσοῦτον, ὥστε νομίζει ὅτι αἱ σκέ-
3428ψεις αὐτοῦ καὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ ἔχουσι τόσην μεγάλην ση-
3429μασίαν, ὥστε νὰ κλονίζεται ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ἡ Ἑλλὰς,
3430παρέχει εὔλογον ἀφορμὴν εἰς τοὺς οἰκείους του. Καὶ ἂν ὁ
3431γενικὸς πρόξενος ἐν Θεσσαλονίκῃ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ποιῆ-
3432ται ἐκδρομὰς εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς Μακεδονίας, προβάλλει ὁ
3433κ. Ρωμᾶνος, ὅτι, ἀφοῦ ἐλαττοῦται ὁ μισθὸς αὐτοῦ κατὰ 100
3434δραχμὰς κατὰ μῆνα, θέλει ἀποφεύγει τὰς ἐκδρομὰς, διότι
3435δὲν θέλει ἔχει τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα διὰ νὰ ὁδοιπορήσῃ. Ἀλλ’ ὁ
3436προϋπολογισμὸς τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ἀνα-
3437γράφει πίστωσιν 20 χιλιάδων δραχμῶν δι’ ἔξοδα κινήσεως
3438προξένων ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τοῦ κεφαλ. 3, καὶ ἐκ τῆς πιστώ-
3439σεως ταύτης παρέχονται καὶ εἰς τὸν ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ εἰς
3440τοὺς ἐν ταῖς ἄλλαις πόλεσι προξένους τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα
3441δι’ ἐκδρομάς. Ὡσαύτως διὰ τὰ ἐνοίκια τῶν οἰκημάτων, τὰ
3442ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσι καὶ ὡς γραφεῖα καὶ ὡς κατοικία
3443τῶν προξένων, ἐταράχθη ὁ ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς, καὶ ἔλε-
3444γεν ὅτι οἱ πρόξενοι θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ μισθώσωσιν οἰκή-
3445ματα εἰς ἀπόκεντρα μέρη, καὶ ἴσως ζητήσωσι καὶ καλύβην,
3446ἵνα ἐγκατασταθῶσι, τότε δὲ, ἔλεγε, θέλουσι διαβαίνει οἱ
3447ξένοι, Σέρβοι καὶ Βούλγαροι καὶ ἄλλοι ἀλλόφυλοι, καὶ θέ-
3448λουσιν οἰκτείρει τὴν Ἑλλάδα, τῆς ὁποίας ὁ ἀντιπρόσωπος
3449κατέφυγεν εἰς καλύβην! Ἐγὼ δὲν ἐξέδωκα τὴν ἐγκύκλιον,
3450δι’ ἧς διετάχθη νὰ κρατῆται ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν προξένων
3451τὸ τέταρτον τοῦ ἐνοικίου τῶν προξενικῶν καταστημάτων,
3452ὅταν ἐν αὐτοῖς κατοικῇ ὁ πρόξενος. Ἡ ἐγκύκλιος ἐξεδόθη
3453κατὰ τὸ 1892. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἦτο τότε
3454Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ἴσως δὲν ἐξέδωκεν ἐκεῖνος
3455τὴν εἰρημένην ἐγκύκλιον, ἴσως ἐξέδωκεν αὐτὴν διάδοχός τις
3456αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὁ διάδοχός του ἐὰν τὴν ἐξέδωκε, καὶ ὁ κ.
3457Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐὰν ἐξέδωκεν αὐτὴν, ἔπραξε πρᾶ-
3458ξιν ὀρθὴν, διότι ἐν οὐδενὶ κλάδῳ πληρώνομεν ἐνοίκιον τῶν
3459δημοσίων ὑπαλλήλων.
3460Ἀνέδραμε δὲ καὶ εἰς τὴν διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν ὁ Βου-
3461λευτὴς ἐκ Κραναίας, καὶ ἐμνήσθη ὅτι ἡμεῖς, ὅτε διεπραγ-
3462ματευόμεθα κατὰ τὸ 1895 συμβιβασμὸν μετὰ τῶν δανει-
3463στῶν, ἀνεγράψαμεν ποσόν τι, προσθετέον εἰς τὰς ἄλλας ἀπο-
3464δοχὰς τῶν πρέσβεων, τοὺς ὁποίους τότε διώρισεν ὁ Βασι-
3465λεὺς εἰς Παρισίους, Λονδῖνον καὶ Βερολῖνον, ἕνεκα τῆς νομι-
3466σματικῆς διαφορᾶς. Ἐνθυμοῦμαι ὄντως, ὅτι ἐγένετο τοῦτο,
3467ἀφοῦ εἷς ἐκ τῶν τότε διορισθέντων πρέσβεων, ὁ ὁποῖος διέ-
3468τριβεν ἐνταῦθα, ῥητῶς εἶχε τότε δηλώσει, ὅτι ὡς οἰκογε-
3469νειάρχης δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὸν διορισμὸν, διότι δὲν
3470ἐπήρκει εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ ὁ μισθὸς τοῦ πρέσβεως, ἀφοῦ
3471τὸ φράγκον ἐτιμᾶτο 160 καὶ 165 λεπτὰ, ἠλαττοῦτο δ’ ἕ-
3472νεκα τούτου τὸ ποσὸν τοῦ μισθοῦ του τοσοῦτον, ὥστε καθί-
3473στατο πολὺ ὑποδεέστερον τοῦ ποσοῦ, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγ-
3474κην. Καὶ ὄντως, ὅτε ἐτύγχανον πρέσβυς τοῦ Βασιλέως ἐν
3475Παρισίοις, ἐλάμβανον 3,500 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἐπλή-
3476ρονα ὅμως 990 φράγκα εἰς μίσθωμα ὀχήματος, ἤτοι 900
3477διὰ μίσθωμα μηνιαῖον τοῦ ὀχήματος καὶ 90 διὰ τὸν ἁμα-
3478ξηλάτην, ἐπλήρωνα 840 φράγκα ἐνοίκιον, 250 φράγκα εἰς
3479ὑπηρέτας, καὶ συνεκεφαλαιοῦτο διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας δα-
3480πάνη φράγκων 2,080, ἤτοι δραχ. 3,432, δι’ ἔξοδα δὲ θερ-
3481μάνσεως, φωτισμοῦ, τροφῆς καὶ ἐνδυμάτων μαὶ ἔμενον μόνον
3482δρ. 68. Ὅτε δέ ποτε μὲ εἰδοποίησεν ὁ Δοὺξ τοῦ Βασσάνου,
3483ὅτι μὲ εἶχεν ἐγγράψει εἰς τὸν κατάλογον ἐκείνων τοὺς ὁποίους
3484ὁ Αὐτοκράτωρ ἔμελλε νὰ προσκαλέσῃ εἰς κυνήγιον, καὶ ἔμα-
3485θον παρὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἰταλίας, ὅτι εἶχον ἀνάγκην
348615,000 φράγκων δι’ ἔξοδα ἕνεκα τούτου, προσέφυγα εἰς τὴν
3487κλίνην μου, ἵνα νοσηλευθῶ, καὶ οὕτω δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐκ-
3488δράμω εἰς τὴν Αὐτοκρατορικὴν θήραν (γέλωτες). Ἂν ἐζή-
3489τουν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὲ ἐφοδιάσῃ διὰ τῶν 15,000
3490φράγκων, βεβαίως ἤθελεν ἐκπλαγῆ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
3491τερικῶν.
3492Καὶ περὶ αὐτῶν τῶν προξένων, οἱ ὁποῖοι τυγχάνουσιν ἐν
3493τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐποιήσατο ἀπρεπῆ λόγον ὁ ἐκ Κραναίας προ-
3494αγορεύσας, ὁμολογῶ δ’ ὅτι περί τινων ἐξ αὐτῶν ἔχω καλὴν
3495γνώμην, ὡς φέρ’ εἰπεῖν περὶ τοῦ γενικοῦ προξένου τῆς Θεσ-
3496σαλονίκης, ὅστις διωρίσθη ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ
3497τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Σκουζὲ γεν. πρόξενος εἰς τὴν Κωνσταν-
3498τινούπολιν, ὡς καὶ περὶ ἄλλων προξένων ἔχω ὡσαύτως κα-
3499λὴν γνώμην. Καὶ ὑπέλαβεν ὁ κ. Ρωμᾶνος, ὅτι εἶναι δυνατὸν
3500οἱ πρόξενοι οὗτοι νὰ ἔχωσι τόσον ὀλίγον πατριωτισμὸν,
3501ὥστε, διότι ἤθελε μειωθῆ κατὰ 100 δραχμὰς ὁ μισθὸς αὐ-
3502τῶν, οὗτοι δὲν ἤθελον ἔχει πλέον ζῆλον, ἤθελεν ἀπολεσθῆ ἡ
3503θερμότης, τὴν ὁποίαν ἔχουσι, καὶ ἤθελον ἐγκαταλείψει τὰ
3504συμφέροντα τὰ Ἑλληνικὰ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἀλλοφύλων.
3505Νομίζετε, ὅτι ἐν Ἑλλάδι οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ δὲν εἶναι
3506διατεθειμένοι νὰ ὑποβάλλωνται εἰς στερήσεις, ὅταν αἱ περι-
3507στάσεις τῆς χώρας ἐπιβάλλωσιν αὐτοῖς τὴν θυσίαν ταύτην;
3508Ὅτε κατὰ τὰ 1864 ἐγενόμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν,
3509ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἀπεφάσισε νὰ κρατῶνται ἐκ τῶν μι-
3510σθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων 20%· ἐπειδὴ δ’ ὁ μισθὸς
3511τῶν Ὑπουργῶν συνίστατο εἰς 800 δραχμὰς, ἐκρατοῦντο δρ.
3512160, ἠλαττοῦτο δ’ ὁ μισθὸς αὐτῶν εἰς δρ. 640. Ἡ Συνέλευ-
3513σις δὲν ἔδιδε χρήματα διὰ μίσθωμα ὀχήματος, ἐγὼ δὲ, ὡς
3514Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχον ἀνάγκην ἁμάξης, καὶ
3515ἐμίσθωσα τοιαύτην ἀντὶ 400 δραχμῶν, μοὶ ἔμενον δὲ ἐκ τοῦ
3516μισθοῦ μου οὕτω δραχμαὶ 240. Ἐπειδὴ δὲ οἱ καιροὶ ἦσαν
3517ἀνώμαλοι, εἶχον μετ’ ἐμοῦ καὶ ὁπλίτην, εἰς τὸν ὁποῖον ἔδι-
3518δον μισθὸν 90 δραχμάς· 150 δὲ δραχμαὶ μοὶ ὑπελείποντο
3519οὕτως ἐκ τοῦ μισθοῦ μου. Νομίζετε ὅτι δὲν συνεκινούμην
3520διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διότι ἐλάμβανον μισθὸν 150 μό-
3521νον δραχμῶν;
3522Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ποίαν ἰδέαν ἔχετε περὶ τῶν Ἑλ-
3523λήνων, μολονότι καὶ ὑμεῖς, νομίζω, εἶσθε Ἕλληνες.
3524§236Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Αὐτὸ, νομίζω, περιττεύει, ἐκτὸς ἐὰν
3525φρονῆτε, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος δὲν εἶναι Ἑλληνικὴ χώρα.
3526§237Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ ἐκτοξεύετε τοιαύτην δια-
3527στροφήν. Ἡ Ἑπτάνησος εἶναι Ἑλληνικὴ, καὶ τοσοῦτον Ἑλ-
3528ληνικὴ, ὥστε δὲν ἐδίστασε νὰ ὑποβληθῇ εἰς μεγίστας θυσίας,
3529ὑπερτέρας ἴσως ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθησαν ἄλλαι
3530χῶραι. Ἐνθυμοῦμαι τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1848· ἐνθυμοῦμαι
3531τὸν Ἠλίαν Ζερβὸν Ἰακωβᾶτον, τὸν σωθέντα ἀπὸ τῆς ἀγ-
3532χόνης Σταῦρον Μεταξᾶν, πρόσφυγα εἰς Ἀθήνας καὶ εἰς τὸ
3533Ναύπλιον, καὶ τόσους ἄλλους φιλοπάτριδας ἥρωας, τοὺς
3534ὁποίους ἡ ἀγχόνη ἐν Ἀργοστολίῳ ἔστειλε τότε εἰς τὸν Ἅδην.
3535§238Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὅταν λέγητε ὅτι νομίζετε.
3536§239Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ναὶ, ἔχετε αἰσθήματα ἑλλη-
3537νικὰ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχετε τοιαῦτα, πῶς ὑποτιμᾶτε τῶν συμπο-
3538λιτῶν σας τὰ αἰσθήματα; Δὲν εἶναι δυνατὸν 100 δραχμαὶ
3539κατὰ μῆνα νὰ ἐπηρεάσωσι τὸ Προξενικὸν Σῶμα τῆς Ἑλ-
3540λάδος, ἐὰν τοῦτο σύγκειται ἐξ Ἑλλήνων. Εἶναι βεβαίως ἕκα-
3541στος ἐλεύθερος νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην του· δὲν δύναμαι νὰ
3542αἰτιαθῶ τινας ἐξ ὑμῶν, ἐὰν ὑμεῖς φρονῆτε, ὅτι τὸ Κράτος
3543εὑρίσκεται εἰς ἀνθηρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς ἀκμὴν
3544εὐπορίας, ἐὰν κρίνητε ὅτι ἡ χώρα δύναται νὰ ἀντέχῃ εἰς
3545φορολογικὰ βάρη περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑφίσταται.
3546Εἶσθε κύριοι νὰ φρονῆτε ταῦτα, ἀλλὰ διατὶ λέγετε ὅτι
3547συγχίζεσθε, διατὶ δυσανασχετεῖτε διότι ἡμεῖς ἔχομεν γνώ-
3548μας ἐναντίας; Καὶ ἔχομεν ἡμεῖς γνώμην, ὅτι τὸ δημόσιον
3549ταμεῖον δὲν δύναται νὰ ἀνθέξῃ. Διανύομεν τὸν μῆνα Ἰούνιον,
3550ἐγὼ δὲ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, γνωρίζω τὴν κατά-
3551στασιν τῶν ταμείων τοῦ Κράτους, καὶ ἠξεύρω ὅτι ὄχι μό-
3552νον δὲν δύναται ν’ ἀνθέξῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ἐὰν
3553ζητήσῃ νὰ πιέσῃ περισσότερον καὶ νὰ στενοχωρήσῃ τοὺς
3554φορολογουμένους, θέλει ἀφαιρέσει ἀπὸ αὐτοὺς τὰ κεφάλαια
3555ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην διὰ νὰ ἐργάζωνται, διὰ
3556νὰ παράγωσιν· ὅταν δὲ οἱ φορολογούμενοι δὲν ἔχωσι τὰ μέσα
3557νὰ ἐργάζωνται ὅσον πρέπει νὰ ἐργάζωνται, δὲν δύνανται δὲ
3558ἕνεκα τούτου νὰ παράγωσιν ὅσα ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ παρά-
3559γωσιν, ἡ πτώχευσις τοῦ δημοσίου ταμείου θέλει μεταποιηθῆ
3560εἰς πτώχευσιν τῆς χώρας.
3561Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἴδητε καλῶς τὰ πράγματα, νὰ συν-
3562έλθητε εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς, καὶ πάντες ὡς ἀδελφοὶ νὰ ἐργα-
3563σθῶμεν νὰ σώσωμεν τὸν τόπον, ἐὰν ἔχητε αὐτὴν τὴν γνώ-
3564μην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς. Καὶ σεῖς εἶσθε Ἕλλη-
3565νες, ὡς ἐσμὲν καὶ ἡμεῖς, καὶ σεῖς πρέπει νὰ ἔχητε πατριω-
3566τισμὸν, ὡς ἔχομεν καὶ ἡμεῖς· ὅταν δὲ πρόκηται περὶ συμ-
3567φερόντων τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ
3568διάκρισίς τις. Μὴ πλανώμεθα ἀπὸ μικρὰ συμφέροντα, ἀπὸ
3569στιγμιαῖα αἰσθήματα, ἀπὸ ἐλαφρὰς καὶ διαβατικὰς ἰδέας.
3570Εἰς ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον, ἂν εἴμεθα ἐν τῇ ἀρχῇ, ἢ ἂν
3571θὰ ἦσθε ὑμεῖς. Ἀλλ’ ἐὰν εἴμεθα ἐν τῇ ἀρχῇ, πιστεύσατε,
3572ὅτι δὲν καυχώμεθα διὰ τοῦτο· εὔχομαι δὲ καὶ ὑμεῖς νὰ
3573ἔχητε τὴν αὐτὴν γνώμην. Δὲν πρόκειται περὶ κομματικῶν
3574ζητημάτων, δὲν πρόκειται περὶ μέσων, διὰ τῶν ὁποίων τὸ
3575κόμμα τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ θέλει γείνῃ πολυ-
3576πληθέστερον τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει ἡμᾶς.
3577Πρόκειται περὶ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τῆς χώρας καὶ
3578τοῦ τόπου.
3579Ὡμίλει ὁ κ. ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴς πρό τινων ἡμε-
3580ρῶν περὶ στρατοῦ καὶ περὶ ὑλικοῦ πολέμου· ἐὰν δὲ στρα-
3581φῶμεν εἰς τὰ ταμεῖα, θέλομεν μάθει πόσα μέσα ἔχομεν διὰ
3582νὰ γεμίσωμεν τὰς ἀποθήκας ἐκείνας τῆς λεωφόρου Κηφι-
3583σιᾶς, αἱ ὁποῖαι εἶναι κεναί. Καὶ ὁμιλεῖτε περὶ Ἑλληνι-
3584σμοῦ!! Ἀλλὰ πῶς χωρίζετε τὰς ἰδέας περὶ τοῦ Ἑλληνι-
3585σμοῦ ἀπὸ τὰς ἰδέας περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ
3586Κράτους; Πρέπει λοιπὸν νὰ στενοχωρηθῶμεν, πρέπει νὰ
3587περιορίσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ ταμείου, ὅσον εἶναι δυνατὸν,
3588διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν περισσεύματα, ὅσον μικρὰ καὶ
3589ἂν ἦναι, διὰ νὰ δυνηθῶμεν τὰ περισσεύματα ταῦτα νὰ
3590διαθέσωμεν εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ὅπως ἔχω-
3591μεν τὸ ἑπόμενον ἔτος τὰ μέσα, ἵνα παρουσιάσωμεν περισ-
3592σότερα περισσεύματα, διὰ τῶν περισσοτέρων δὲ περισσευ-
3593μάτων νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπουλώσωμεν τὰς πληγὰς, τὰς
3594ὁποίας ἀφῆκε τὸ παρελθὸν, νὰ δυνηθῶμεν νὰ πληρώσωμεν
3595τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ, νὰ δυνηθῶμεν νὰ ὀργανώσω-
3596μεν στρατὸν, νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀσκῶμεν αὐτόν.
3597Καὶ σεῖς ἀνησυχεῖτε, καὶ ἐγείρετε θόρυβον, καὶ φαίνεσθε,
3598ὅτι περιήλθετε εἰς ἀμηχανίαν, συλλογιζόμενοι, ὅτι δύναται
3599νὰ στενοχωρηθῇ ὁ γεν. πρόξενος τοῦ Καΐρου ἢ ὁ πρόξενος
3600τῆς Θεσσαλονίκης ἢ ὁ τῆς Βηρυττοῦ ἢ ἄλλης τινὸς χώρας,
3601διότι ἠλαττώθη ὁ μισθὸς αὐτῶν κατὰ 100 δραχμὰς κατὰ
3602μῆνα! Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ οἱ εἰρημένοι πρόξενοι
3603καὶ πάντες οἱ λειτουργοὶ τοῦ Κράτους θέλουσιν ἐννοήσει
3604τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν περιήχθημεν, τὸν σκοπὸν, τὸν
3605ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλον τὸ ἔθνος, καὶ πάντες καὶ
3606πᾶσα ἡ φυλή. Καὶ πάντες θέλουσι προθύμως ὑποβληθῇ εἰς
3607τὴν θυσίαν, πεποιθότες ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀποκόπτεται
3608ἀπὸ τὸν μισθόν των, εἶναι ὀβολὸς τῆς χήρας, ὁ ὁποῖος θέ-
3609λει χρησιμεύσει εἰς ἀγαθὸν σκοπὸν, εἰς εὐτυχίαν τῆς Ἑλ-
3610λάδος. (Εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα ἐκ τῆς δε-
3611ξιᾶς).
3612§240Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ζωηρότης, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
3613γὸς, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας,
3614ὑποστηρίζων τὸν νόμον τοῦ 1900, ἀποδεικνύει ὅτι ὁ κ.
3615Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου ἔσωσε τὴν
3616ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Ἐπιτραπήτω μοι νὰ
3617εἴπω, Κύριοι, ὅτι ἡ ζωηρότης, μεθ’ ἧς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3618ὑπεστήριξε τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἀπέδειξεν ὅτι ὁ πράγ-
3619ματι συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ὁ κ. Πρω-
3620θυπουργὸς, διότι ἡ στοργὴ αὕτη μόνον εἰς πατέρα τοῦ νομο-
3621σχεδίου ἐπετρέπετο.
3622Ἐγὼ, Κύριοι, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχω δικαιώματα πατρότητος
3623οὔτε ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ 1900, οὔτε ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν
3624νομοσχεδίου, θέλω προσπαθήσει νὰ ἦμαι ἀπαθέστερος καὶ
3625τοῦ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
3626καὶ θέλω προσπαθήσει, ἐπικαλούμενος τὴν ἀλήθειαν τὴν ἐκ
3627τῶν ἀριθμῶν πηγάζουσαν, νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν
3628θέσιν του.
3629Ἐπανέλαβε καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3630τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν, καὶ εἶπεν, ὅτι ἀδίκως κατη-
3631γοροῦμεν αὐτὸν ὡς δῆθεν εἰπόντα ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ
3632γείνωσιν οἰκονομίαι δεκατριῶν ἑκατομμυρίων. Δὲν ἠξεύρω
3633ἂν ταῦτα ἐλέχθησαν καὶ ποῦ ἐλέχθησαν, ἀλλὰ βεβαίως ἐν-
3634θυμοῦμαι ὅτι ἐγένετο μνεία δεκατριῶν ἑκατομμυρίων, καὶ
3635κατεκρίνετο ἡ πρώην Κυβέρνησις ἐπὶ σπατάλῃ αὐτῶν τῶν
3636δεκατριῶν ἑκατομμυρίων. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐν Βόλῳ
3637τοὐλάχιστον ἐλέχθη, ὅτι ταῦτα ἐλέχθησαν, καὶ ὅτι, ὅπως
3638κάμωσι περισσοτέραν ἐντύπωσιν, ἐλέχθη: «πολλαπλασιά-
3639σατε τὰ δεκατρία μὲ τὰ τέσσαρα, καὶ ἔχετε τὴν ἐκ τῆς
3640πολυτελείας ταύτης σπατάλην πεντήκοντα δύο ὅλων ἑκα-
3641τομμυρίων!»
3642Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν ταῦτα, καὶ ἂς περιορισθῶμεν εἰς τὰ
3643ἐξ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐξοικονομήσωμεν·
3644καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερι-
3645κῶν, ἐπανελήφθη δὲ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι γίνεται ἐν τῷ
3646Ὑπουργείῳ τούτῳ οἰκονομία ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἂς ἐξετά-
3647σωμεν τοῦτο.
3648§241Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον
3649περὶ οἰκονομίας ἑνὸς ἑκατομμυρίου· εἶπον, ὅτι ὁ προϋπο-
3650λογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ
36511902 ὑπερβαίνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 κατὰ ἓν
3652περίπου ἑκατομμύριον.
3653§242Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1902
3654ὑπερβαίνῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 κατὰ ἓν ἑκατομ-
3655μύριον, καὶ ἡ σύγκρισις τῶν δύο προϋπολογισμῶν φέρῃ δια-
3656φορὰν ἑνὸς ἑκατομμυρίου, τόσην ἔπρεπε ν’ ἀναγράψητε
3657εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, διὰ νὰ ἦσθε συνεπὴς
3658πρὸς ἑαυτόν. Ἀλλ’ ἐγώ, παραβάλλων τὸν προϋπολογισμὸν
3659τοῦ 1903 πρὸς τὸν τοῦ 1902, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων
3660κειμένων, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐνώπιόν μου, εὑρίσκω ὅτι μεταξὺ
3661αὐτῶν ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον μόνον 405,000 δραχ-
3662μῶν. Ὑπάρχει ἢ ὄχι, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἡ διαφορὰ αὕτη
3663σημειωμένη εἰς τὴν σύγκρισιν τὴν μεταξὺ τῶν δύο προϋπο-
3664λογισμῶν;
3665§243Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Συνέκρινα,
3666κύριε ἐκ Κερκύρας Βουλευτὰ, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
36671899 πρὸς τὸν τοῦ 1902, καὶ εὗρον ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς
3668τοῦ 1902 ὑπερβαίνει κατὰ ἓν ἑκατομμύριον τὸν προϋπο-
3669λογισμὸς τοῦ 1899. Ἡμεῖς ὅμως διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ
3670τοῦ 1903 δὲν ἐλαττοῦμεν κατὰ ἓν ἑκατομμύριον τὰ ἔξοδα
3671ἐν παραβολῇ πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, διότι
3672δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλαττώσωμεν τόσον ποσὸν, καὶ τοῦτο
3673ἀπήντησα ἤδη εἰς τὸν κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτὴν, εἰπὼν
3674ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρῇ τις ὅλα τὰ ἔξοδα, ὅλας
3675τὰς αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὰ ἔξοδα. Ἀφαιροῦμεν
3676μόνον 405,000.
3677§244Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν 405 χιλιάδας ἐπὶ ἔλαττον
3678παρουσιάζει διαφορὰν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, παρα-
3679βαλλόμενος πρὸς τὸν τοῦ 1902. Οὐδόλως δὲ ἀμφιβάλλω,
3680Κύριοι, ὅτι, προκειμένου περὶ οἰκονομιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπρό-
3681κειτο νὰ ἐπενεχθῶσιν, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὕρισκεν ὅτι
3682τοιαῦται οἰκονομίαι ἦσαν δυναταὶ, τὰς οἰκονομίας ταύτας
3683ἤθελε πραγματοποιήσει. Περιωρίσθη ὅμως εἰς οἰκονομίας
3684μόνον 405 χιλιάδων. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ οἰκονομίας 405
3685χιλιάδων πραγματικῶς;
3686Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν διαφόρων κονδυλίων
3687τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ,
3688ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσω ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης
3689τὴν νομισματικὴν διαφορὰν, τὴν ὀφειλομένην εἰς τὸ γεγονὸς,
3690ὅτι ἔχετε τὸ φράγκον πρὸς 1,46, ἐνῷ εἰς τὸν προϋπολογι-
3691σμὸν τοῦ 1902 ὑπελογίσθη τὸ φράγκον πρὸς 1,65, καὶ διὰ
3692τοῦτο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 σημειώνετε νομι-
3693σματικὴν διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον ἀκριβῶς 187 χιλιάδων
3694δραχμῶν. Εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ αὐτὸ οἰκονομία; Εἶναι
3695συμβεβηκὸς εὐτυχὲς, ἐπελθὸν εἰς ὑμᾶς, καὶ, ἐννοεῖται, ἐκ τοῦ
3696συμβεβηκότος τούτου ὠφελεῖσθε. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ
3697παρουσιάσητε τὸ γεγονὸς τοῦτο ὡς ἀποτελοῦν οἰκονομίαν;
3698Δὲν πρόκειται λοιπὸν οὔτε περὶ 405 χιλιάδων, ἀλλὰ
3699πρόκειται περὶ 405 χιλιάδων μεῖον 187,000, ἄρα περὶ
3700218 χιλιάδων δραχμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν
3701διασαλπίζετε καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας βασιζόμενοι προέβητε εἰς
3702τὰς δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβητε!
3703Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τὴν ἑσπέραν ταύτην ὀφείλει
3704ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τῆς συγ-
3705κρίσεως τῶν δύο προϋπολογισμῶν, διότι δὲν συζητοῦμεν τὸν
3706προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ
3707συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ
3708τροποποίησις τοῦ νόμου τοῦ προξενικοῦ τοῦ 1900· ἦτο δὲ
3709φυσικὸν, ἐξετάζων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὁ κύριος ἐκ Κρα-
3710ναίας Βουλευτὴς, νὰ προβῇ εἰς τὰς ἀναλύσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν
3711ἀναγκαῖαι νὰ γείνωσιν, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ
37121900 δὲν ἔφερεν ἐπιβάρυνσιν δαπανῶν τοῦ Κράτους, οἵαν
3713εὐηρεστήθητε νὰ παραστήσητε· διότι, ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὸν
3714ἀπολογισμὸν τοῦ 1901, ἔχομεν ὅμως τὴν διαδήλωσιν τοῦ
3715Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, εἶναι γνωστὸν δ’ εἰς πάντα, ὅτι με-
3716ταξὺ τῆς διαδηλώσεως ταύτης καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ ἡ δια-
3717φορὰ εἶναι ἐλαχίστη. Δυνάμεθα λοιπὸν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν
3718τὴν διαδήλωσιν ταύτην, νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὰ ποσὰ τὰ ἐν
3719αὐτῇ ἀναγραφόμενα, ἵνα παραβάλωμεν τὰς δαπάνας τοῦ
37201901 πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ ἔτους τοῦ προηγουμένου ἐκεί-
3721νου, καθ’ ὃ ἐψηφίσθη ὁ προξενικὸς νόμος, οὗτινος νῦν ζη-
3722τεῖτε τὴν τροποποίησιν· ἐκ δὲ τῆς παραβολῆς ταύτης, βα-
3723σιζόμενοι εἰς τὸν ἐπίσημον πίνακα, τὸν κατατεθέντα ὑπὸ
3724τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, εὑρίσκομεν ὅτι ἐδαπα-
3725νήθησαν, κατὰ μὲν τὸ 1901 δραχ. 820,175, κατὰ δὲ τὸ
37261896, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς πάντοτε λαμβάνετε πρὸς σύγκρισιν,
3727δρ. 693,000, ἄρα ἐδαπανήθησαν 127,175 δραχμαὶ ἐπὶ
3728πλέον τῶν δαπανηθεισῶν κατὰ τὰ 1896. Λαμβάνω, βλέ-
3729πετε, καὶ ἐγὼ ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896·
3730ἀνατρέχω ἑπτὰ ἔτη ὀπίσω.
3731Τώρα εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητήσητε, ὅτι ἐκ τῆς αὐξή-
3732σεως τῶν τελῶν ἐπῆλθεν αὔξησις ἐσόδων; Ὄχι. Διότι ὡμο-
3733λογήσατε ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ 101,000
3734φράγκων, ἠγέρθη δὲ μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ
3735ἐκ Κραναίας ἀμφισβήτησις, ἂν πρόκειται περὶ διαφορᾶς
3736101,000 ἢ 124,000 φράγκων. Πρὸς στιγμὴν παραδέχο-
3737μαι, ὅτι πρόκειται περὶ 101,000 χρυσῶν φράγκων, καίτοι
3738οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, συμφώνως πρὸς τὴν ἐπίσημον
3739πληροφορίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐπῆλ-
3740θεν αὔξησις ἐσόδων κατὰ 124,000 φράγκα· ἀλλὰ λαμβάνω
3741τὸ ποσὸν τὸ ἰδικόν σας, καὶ ἐρωτῶ, τὰ 100,000 φρ. χρυσᾶ
3742πρὸς 1,65 δὲν δίδουσιν 165,000 δραχμάς; 165,000 δραχ-
3743μαὶ, παραβαλλόμεναι πρὸς τὴν ἐπὶ πλέον διαφορὰν, τὴν μεταξὺ
3744τοῦ 1896 καὶ τοῦ 1901, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 127,000
3745δραχμὰς, εἶναι μεγαλείτερον ἢ μικρότερον ποσόν; Ἀφ’ ἑνὸς
3746λοιπὸν ἔχομεν αὔξησιν ἐσόδων 165,000 δραχμῶν, ἀφ’ ἑτέ-
3747ρου ἔχομεν αὔξησιν δαπανῶν 127,000. Αὐτὰ εἶναι γεγο-
3748νότα ἀναμφισβήτητα.
3749Ἐννοεῖται ὅτι τὰ γεγονότα ταῦτα δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν
3750δικαιολογίαν, ὅτι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ὑπεβλήθη
3751ἐκ λόγων οἰκονομίας· κατανοήσας δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι
3752δὲν ἠδύνατο ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ νομο-
3753σχέδιον, εἶπε: «Διατὶ δὲν ἐπιτρέπετε εἰς ἡμᾶς νὰ συγκρί-
3754νωμεν τὰ ἔξοδα τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας πρὸς τὰ ἔξοδα
3755τῆς ὅλης ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους; Διατὶ χωρί-
3756ζετε τὰ ἔξοδα τῶν προξενικῶν τελῶν, καὶ ἐὰν ἔχητε αὔξη-
3757σιν ἐσόδων, δὲν ἐπιτρέπετε νὰ προβῶμεν εἰς ἐλαττώσεις
3758ἐξόδων;» Αὐτὸ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρ-
3759νησιν. Εἰς αὐτὸ ἐγὼ δὲν εἰσέρχομαι. Ἓν μόνον παρατηρῶ,
3760ὅτι τοιαύτης οὔσης τῆς καταστάσεως, καὶ τοιούτων ὄντων
3761τῶν ἀριθμῶν, δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
3762οὔτε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ λησμονήσῃ, ὅτι προέβημεν εἰς
3763τὴν αὔξησιν τῶν προξενικῶν τελῶν ἵνα αὐξήσωμεν τὰς ἀπο-
3764δοχὰς τῶν προξένων.
3765Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν προέβη μόνον εἰς γενικὰς
3766θεωρίας, ὡμίλησε καὶ περὶ προγράμματος οἰκονομιῶν, ὡς εἰ
3767ἐπρόκειτο διὰ τοιούτων οἰκονομιῶν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς
3768ἀνάγκας τῆς πατρίδος. Βεβαίως οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔπρεπε
3769νὰ ἀντιτάξωμεν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ οἰκονομιῶν πραγματι-
3770κῶν· ἀλλὰ προκειμένου περὶ οἰκονομιῶν, αἵτινες εἶναι μεγά-
3771λαι ἐν τοῖς προγράμμασι, μεγάλαι ἐν ταῖς ἐπαγγελίαις,
3772ἀλλὰ μικραὶ ἐν τοῖς πράγμασι, καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐπιδεί-
3773ξωμεν τὴν σμικρότητά των, καὶ ὑποστηρίξωμεν ὅτι οὐδὲν
3774διὰ τοιούτων οἰκονομιῶν δύναται νὰ θεραπευθῇ. Νομίζετε
3775ὅτι τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε
3776νὰ προβῇ εἰς περικοπὴν τῶν μισθῶν τῶν προξενικῶν ὑπαλ-
3777λήλων; λάβετε γενικὸν μέτρον, ἐλαττοῦντες ὅλους τοὺς μι-
3778σθοὺς κατὰ τόσον τοῖς ἑκατόν. Νομίζετε ὅτι ἔχομεν ἀνάγ-
3779κην τοσαύτης οἰκονομίας; καταργήσατε τὰς Πρεσβείας.
3780Προβῆτε εἰς τοιαύτας οἰκονομίας, καὶ οὕτω θὰ παράσχητε
3781εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν
3782εἰς τοὺς μεγάλους σκοποὺς, οὓς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ
3783Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχωσι πρὸ ὀφθαλμῶν. Ἀλλ’ ὅταν πρόκη-
3784ται περὶ οἰκονομιῶν, οἷας προτείνετε, ἐπιτρέψατε ἡμῖν,
3785ὅπως κατὰ τῶν οἰκονομιῶν τούτων ἐξεγερθῶμεν.
3786§245Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσα ἐλέ-
3787χθησαν περὶ τοῦ 1896 δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Κατὰ τὸ 1896
3788ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
3789Ὑπουργείου δραχμαὶ 2,195,572.95, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ
3790125,735.55 ἐδαπανήθησαν εἰς διατροφὴν γυναικῶν καὶ
3791παίδων Κρητῶν προσφυγόντων εἰς τὸ ἐν Χανίοις Γενικὸν
3792Προξενεῖον, ἑπομένως τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 ἀνῆλ-
3793θον εἰς 2,069,837.40, κατὰ τὸ ἔτος δ’ ἐκεῖνο δὲν εἴχομεν
3794διπλωματικοὺς ὑπαλλήλους καὶ προξενικοὺς λαμβάνοντας
3795μπαξίσι, κατὰ τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
3796Κραναίας, ὅστις, ἂν ἐνθυμεῖτο ὅτι ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τῶν
3797Ἐξωτερικῶν, δὲν θὰ ἐξεστόμιζε τοιαύτην ὕβριν καθ’ ὁλο-
3798κλήρου σώματος δημοσίων ὑπαλλήλων. Κατὰ τὸ 1902
3799ὅμως τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ἀνε-
3800βιβάσθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς δρ. 3,050,086.27,
3801ἤτοι εἰς ποσὸν ἀνώτερον τοῦ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντος
3802κατὰ 980,248.87.
3803§246Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σεῖς παραβάλλετε δύο προϋπολογι-
3804σμοὺς μὲ ἀπολογισμούς.
3805§247Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπολογισμὸν τοῦ 1902 δὲν
3806ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἐδαπα-
3807νήθησαν καὶ τὸ 1902 περισσότερα ἢ ὅσα προϋπελογίσθησαν,
3808προστεθέντα διὰ πιστώσεων.
3809§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαούτης ὑποβάλλει τροπολογίαν
3810ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Θέλει τυπωθῆ καὶ δια-
3811νεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 14).
3812Θὰ λάβῃ ἄλλος τὸν λόγον;
3813§249ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ὥρα εἶναι προκεχω-
3814ρημένη (θόρυβος).
3815§250ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ θέλω νὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ εἶναι
3816ἀργά.
3817§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλεται ἡ συζήτησις διὰ τὴν προσεχῆ
3818Δευτέραν.
3819(Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 2 καὶ 30′ μ. μ. τῆς
3820ἐπιούσης).