1903.06.06
2,355 rows · 18,290 words · 136 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 3
Τῆς 6 Ἰουνίου 1903.
(Παρασκευή).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 καὶ 45′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 30,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ 1902 «δι’ ἔξοδα διατροφῆς ὑποδίκων καὶ καταδίκων».
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 4). Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν ἐπερατώθησαν αἱ ἀρχαιρεσίαι αὐτῆς, νὰ συνέλθῃ, ὅπως ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δωδεκατημορίου τοῦ μηνὸς Ἰουνίου καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγκαίως χρήζουσι τῆς ἐπεξεργασίας αὐτῆς. Οἱ βουλευταὶ Τρικκάλων κ. κ. Χατζηγάκης καὶ Μπασδέκης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ διαθέσεως ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Φαρκαδῶνος δραχ. 9300 πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν τοῖς χωρίοις Ζάρκῳ, Τσιότι, Τσιοτοῦλι, Μπάνισᾳ καὶ Γριζάνῳ». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 5). Ὁ κύριος Ἱερομνήμων ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§3Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Σήμερον, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Σύρου, ἀπευθυνόμενον καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους ἐκ Κυκλάδων, τῶν πιλοπωλῶν καὶ πιλοποιῶν, παραπονουμένων κατὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῶν πίλων καὶ πιλημάτων. «Καταστρεφομένης, λέγουσι, τῆς ἡμετέρας βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, παρακαλοῦμεν νὰ καταψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν χαριστικὸν προνόμιον ὑπὲρ Πουλοπούλου». Εἶναι ἀνάγκη, κ. Πρόεδρε, νὰ δικαιολογήσω τὸ δίκαιον τῶν συμπολιτῶν μου, οἵτινες ἀπευθύνονται πρὸς ὅλους τοὺς Βουλευτὰς Κυκλάδων, καὶ ἀπηυθύνθησαν, νομίζω, δι’ ἀναφορᾶς των καὶ πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς.
§4Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸν λόγον σχετικῶς, κύριε Πρόεδρε.
§5ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας καὶ τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῆς, ἀλλ’ ἐξεταστέον, ἐὰν ἡ ἐγχώριος βιομηχανία εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὸ ἐμπόριον τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως. Πιλοποιΐας ἓν καὶ μόνον κατάστημα ὑπάρχει, τὸ τοῦ κ. Πουλοπούλου. Τὸ κατάστημα τοῦτο εἶναι ἱδρυμένον πρὸ χρόνου πολλοῦ· ἔφερε καλὰ ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὰ ψιάθινα καπέλλα, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς πίλους καὶ τὰ πιλήματα ἐξ ἐρίου καὶ λοιπῶν εἰδῶν δὲν ἠδυνήθη ἔτι νὰ φέρῃ τοὺς ἐπιδιωκομένους καρπούς, καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῶσι τόσα προνόμια ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς ἓν κατάστημα, ἐνῷ τοῦτο δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς ὅλην τὴν κατανάλωσιν τοῦ ἐσωτερικοῦ. Ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν ἐμπόρους πολλούς, καταγινομένους εἰς τὸ ἐμπόριον τῶν πίλων, οἵτινες φέρουσιν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὴν πρώτην ὕλην, ἥτις ἦτο σχεδὸν ἀτελὴς μέχρι τοῦδε, τὰ πιλήματα, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλλοντο εἰς μικρὸν δασμόν, ἐνῷ ἤδη διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου ὑποβάλλονται εἰς μέγαν δασμόν, διότι οἱ ἕτοιμοι πῖλοι, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωνον μόνον 4 δραχμάς, ἤδη θὰ πληρώνουν 6 δραχμάς...
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ· δὲν ἔχομεν νομοσχέδιον πρὸς συζήτησιν.
§7ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος ὁμιλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, τότε βεβαίως θὰ συζητήσω. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γείνῃ δεκτόν, οἱ ἔμποροι τῶν πίλων εἶναι κατεστραμμένοι. Καὶ δὲν θὰ ἦναι μόνον αὐτοὶ κατεστραμμένοι, ἀλλὰ θὰ ἦναι καὶ ὅλοι οἱ κατεργασταὶ τῶν πιλημάτων τῶν εὐρωπαϊκῶν, οἵτινες ἀνέρχονται εἰς οὐκ εὐκαταφρόνητον ἀριθμόν, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἕως 2,000 ἢ 2,500. Ἀλλὰ μήπως τὸ προνόμιον τοῦτο δίδομεν εἰς τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν; Οὐχί· ἀλλ’ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν βιομηχανίαν. Διότι ἐγὼ αὐτὸς σήμερον ἐζήτησα, οὐχὶ ἐκ περιεργίας, ἀλλ’ ἐκ συνειδήσεως τοῦ καθήκοντός μου, ἵνα ἴδω, ἂν τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου εἶναι δίκαια, ἐζήτησα, λέγω, νὰ ἀγοράσω ἐγχώριον πῖλον, καὶ τί εὗρον; εὗρον ὅλους τοὺς ἐγχωρίους πίλους μὲ ἀγγλικὰς ἐτικέτας «Perfection Best London», οὐδένα δὲ εὗρον νὰ φέρῃ τὸ ὄνομα τοῦ Πουλοπούλου. Ἄρα δὲν πρόκειται περὶ ἐγχωρίου βιομηχανίας· πρόκειται περὶ Ἀγγλικῆς βιομηχανίας. Καὶ ὅταν τὸ κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον τόσα δίδονται προνόμια, δὲν ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ θέσῃ τὴν Ἑλληνικὴν ἐτικέταν, δὲν ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ θέσῃ τὸ ὄνομά του, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ δώσωμεν τόσα προνόμια; Οἱ ἄλλοι ἔμποροι, οἱ ἄλλοι ἐργάται δὲν εἶναι πολῖται Ἕλληνες; δὲν δίδουσι τοὺς φόρους των; δὲν προσφέρουσιν εἰς τὸ Δημόσιον; Εἶναι ἀνάγκη χάριν ἑνὸς νὰ καταστρέψωμεν τόσους ἄλλους; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι δικαιότατον τὸ παράπονον τῶν συμπολιτῶν μου, νομίζω δ’ ἐπὶ πλέον, ὅτι τὸ προστατευτικὸν τοῦτο δασμολόγιον τῶν πίλων καὶ πιλημάτων πρῶτοι ἡμεῖς ὅλοι, κύριοι συνάδελφοι, θὰ τὸ αἰσθανθῶμεν ἐπὶ τῶν βαλαντίων ἡμῶν, διότι μεταξὺ τῶν λογαριασμῶν τῶν μηνιαίων θὰ ἔχωμεν καὶ λογαριασμὸν διὰ πίλους· διότι ὁ ἐγχώριος πῖλος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαρκέσῃ πλέον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως μηνός· ἐὰν δὲ θέλωμεν νὰ ἔχωμεν εὐρωπαϊκὸν πῖλον, δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ τὸν ἀγοράσωμεν ἔλαττον τῶν 25 δραχμῶν. Ὥστε ἑτοιμασθῆτε, κύριοι συνάδελφοι, πρῶτοι ὑμεῖς νὰ αἰσθανθῆτε ἐπὶ τῶν βαλαντίων σας τὸ προστατευτικὸν δασμολόγιον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς διαρκείας τῶν πίλων (ἱλαρότης).
§9Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἶναι ἀξιέπαινος ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξε πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως εἶναι ἐξαίρεσις, διότι ὑπάρχει ἓν μόνον τοιοῦτον ἐργοστάσιον ἐν Ἑλλάδι. Τὸ ἐργοστάσιον τοῦτο ἔχει τὰ πλεονεκτήματα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, 60% τοὐλάχιστον, ἐκτὸς τῶν δασμῶν. Διὰ τῆς φορολογίας δὲ ταύτης θὰ κλείσουν ὅλα σχεδὸν τὰ πιλοπωλεῖα τῆς Ἑλλάδος. Ὁ λόγος οὗτος μοὶ ἐπιβάλλει νὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστόν μοι ἀρχηγόν, ὅπως εὐαρεστούμενος ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§10Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁλόκληρον;
§11Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, τὴν στιγμὴν ταύτην ἔλαβον τηλεγράφημα συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι παρακαλοῦσιν ἐμέ τε καὶ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους, ὅπως συστήσωμεν εἰς τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰ δυνατόν, νὰ ἀποσύρῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῶν πίλων καὶ πιλημάτων, διότι τὰ συμφέροντα αὐτῶν παραβλάπτονται. Ἐννοεῖται δέ, ὅτι ἐξ ὅσων ἀνεπτύχθησαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Κέας ἀποδεικνύεται πράγματι τὸ βάσιμον τῶν παραπόνων τούτων. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου καὶ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον.
§12ΕΜΜ. ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ διεβιβάσθη, κύριε Πρόεδρε, παρόμοιον τηλεγράφημα, ὑπογεγραμμένον παρὰ τῶν ἐν Σύρῳ πιλεμπόρων καὶ πιλοποιῶν, διαμαρτυρομένων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦ ἐπιβάλλοντος νέον εἰσαγωγικὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν πίλων καὶ πιλημάτων. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ δασμολόγιον εἰς χεῖρας τῶν Κυβερνήσεων εἶναι ὅπλον πανίσχυρον πρὸς προστασίαν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς καὶ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, ἐνίοτε μάλιστα χρησιμεύει καὶ ὡς ὄργανον πειθαναγκασμοῦ διὰ πολιτικὰς βλέψεις, ὡς ἐπὶ παραδείγματι ἡ Τουρκία ἠνάγκασεν ἡμᾶς διὰ τοῦ δασμολογικοῦ πολέμου νὰ διατηρήσωμεν καὶ δυστυχῶς νὰ διατηρῶμεν καὶ σήμερον ἀκόμη τὸ ἐπαχθὲς περὶ μεσεγγυήσεως νομοθέτημα. Ἑπομένως τὸ προστατευτικὸν πνεῦμα εἰς τὰς σκέψεις τῶν Κυβερνήσεων πάντοτε θὰ ὑπερισχύῃ τῆς ἰδέας τῆς ἐλευθέρας συναλλαγῆς, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται διάκρισις ἐπικρατειῶν καὶ διάκρισις ἐθνικῶν συμφερόντων συγκρουομένων. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς βιομηχανίας τῶν πιλημάτων δὲν θὰ ἦναι ὠφέλιμος, διότι προσγίνεται ἑτέρα ζημία εἰς ἑτέραν βιομηχανικὴν ὁμάδα, τὴν πιλοποιΐαν, ἡ ὁποία καὶ εἰς μεγαλειτέραν κλίμακα ἀσκεῖται καὶ συνεπῶς πλείονας ἐργατικὰς χεῖρας ἀπασχολεῖ. Ἑπομένως ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ταῦτα πάντα καὶ δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§13Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ πρὸς ἡμᾶς ἀπεστάλη ἐκ Πατρῶν τηλεγράφημα ἐκ μέρους τῶν πιλοπωλῶν. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι καθιστῶσιν ἀνέφικτον τὴν μεταβολὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς νόμον, γίνονται κατάδηλοι ἐκ τῶν διαμαρτυριῶν τῶν πανταχόθεν ἐρχομένων εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ αἱ διαμαρτυρίαι δὲν ἔρχονται μόνον διὰ τὰ πιλήματα ἢ τοὺς πίλους, ἔρχονται καὶ ἐκ μέρους τῶν κηροπλαστῶν καὶ ἐκ μέρους ἄλλων ἐπαγγελματιῶν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα τὸ μελετήσῃ καλλίτερον, ὅπως μὴ ἐπέλωσι ζημίαι εἰς τὸν τόπον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§15ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ ἐμπορία εἶναι ἀξία πάσης προστασίας, καὶ ἡ ἐμπορία τῶν πιλημάτων καὶ τῶν πίλων δέον νὰ τύχῃ τῆς προστασίας καὶ τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ γνωστὸν τυγχάνει, ὅτι εἰς πάντα τὰ ἔθνη ἡ ἐμπορία πρὸς τὴν βιομηχανίαν εὑρέθη εἰς σύγκρουσιν, ὅταν δὲ ἡ ἐγχώριος βιομηχανία δεικνύῃ σημεῖον ἀναπτύξεως, βεβαίως καὶ ἡ ἐξωτερικὴ ἐμπορία δέον νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν βιομηχανίαν, ἵνα λάβῃ καὶ αὕτη τὴν δέουσαν ἀνάπτυξιν. Τὸ ἐργοστάσιον, Κύριοι, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται καὶ τὸ ὁποῖον ἔχω λάβει τὴν εὐχαρίστησιν πολλάκις νὰ ἐπισκεφθῶ, ἔχει φθάσει σήμερον εἰς ἀξιοθαύμαστον βαθμὸν τελειότητος. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ποῖοι εἶναι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀποκαλοῦνται ἔμποροι τῶν πιλημάτων καὶ πίλων, καὶ ποίαν βιομηχανίαν ἀσκοῦσιν. Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου, ἀγορεύοντος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Σύρου συναδέλφου, ὅτι εἰς μεγάλην κλίμακα ἀσκεῖται ἡ βιομηχανία αὕτη. Ἀλλὰ δὲν μοὶ λέγετε, Κύριοι, τί εἴδους βιομηχανία εἶναι αὕτη; Τὸ πίλημα ἔρχεται ἐξ Εὐρώπης τέλειον· δὲν ὑπολείπεται παρὰ ἓν σιδέρωμα καὶ ἡ ἐπίθεσις τῶν ταινιῶν, καὶ κατόπιν παραδίδεται εἰς πώλησιν ὡς πῖλος. Ἀλλ’ ἐξητάσατε τίνα ἀριθμὸν χειρῶν θ’ ἀπασχολῇ ἡ βιομηχανία τοῦ κ. Πουλοπούλου, ἢ καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχοντες διαθέσιμα κεφάλαια θὰ ἐπωφεληθῶσι τοῦ νόμου τούτου; Ἑκατοντάδες, Κύριοι, χειρῶν ἀπασχολοῦνται ἤδη ἐν τῷ ἐργοστασίῳ τοῦ κ. Πουλοπούλου, παραλαμβάνουσαι τὴν πρώτην ὕλην καὶ μεταβάλλουσαι αὐτὴν εἰς πίλους. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑστεροῦσι κατὰ πολὺ οἱ παραγόμενοι ἐκ τοῦ ἐργοστασίου Πουλοπούλου πῖλοι τῶν πίλων τῶν ἐρχομένων ἐξ Εὐρώπης. Βεβαίως δὲν ἔχουσι φθάσει εἰς βαθμὸν τελειότητος ἐνίων εὐρωπαϊκῶν, ἀλλὰ θὰ φθάσωσιν. Εἶναι δ’ ἄξιος παντὸς ἐπαίνου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μεριμνᾷ περὶ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, ἐκ τῆς ὁποίας ἤρτηται καὶ αὐτὸ τὸ οἰκονομικὸν ἰσοζύγιον τῆς χώρας, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπὶ δὲ τοῦ ἑτέρου θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐζήτησα τὸν λόγον, θ’ ἀποταθῶ πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν. Ἐσχάτως διωρίσθη, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, εἷς τελωνοφύλαξ, ὀνόματι Δημήτριος Βλάχος, ὑπηρετῶν ἤδη ἐν τῷ Τελωνείῳ Πατρῶν,—διωρίσθη, νομίζω, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους 1903.—Ὁ τελωνοφύλαξ οὗτος, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, ἀπεβλήθη τοῦ σώματος τῶν τελωνοφυλάκων, ὡς τιμωρηθεὶς ἅπαξ διὰ προσωρινῆς παύσεως ὑπὸ τοῦ τελώνου Κερκύρας, τοῦ ὁποίου τὴν ἀπόφασιν ἐπεκύρωσε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ μεταγενεστέρως δι’ ἑτέρας παύσεως, δὲν γνωρίζω ἐκ μέρους ποίας ἀρχῆς. Ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἡ ἀποβολὴ αὐτοῦ ἐκ τοῦ σώματος, δυνάμει διατάξεως ῥητῆς τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Τελωνείων νόμου. Φρονῶ, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι ὁ ἕνεκα πειθαρχικῶν ποινῶν, ἐπιβληθεισῶν συνεπείᾳ βαρυτάτων παραπτωμάτων, ἀποβαλλόμενος τοῦ σώματος τῶν τελωνοφυλάκων δὲν δύναται πλέον νὰ ἐπανέλθῃ, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἶχε σκοπόν τινα ὁ νόμος, ἐὰν ἐπέτρεπεν εἰς τὸν ἐξερχόμενον διὰ τῆς μιᾶς θύρας νὰ εἰσέρχηται διὰ τῆς ἑτέρας θύρας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐρευνήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ νόμου.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μοὶ κάμνετε τὴν χάριν νὰ μοὶ δώσητε σημείωσιν;
§17ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§18Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος, κύριε Πρόεδρε, τοῦ δασμολογίου τῶν πίλων καὶ πιλημάτων. Ἐπειδὴ καὶ εἰς ἐμὲ ἐγένοντο παραστάσεις καὶ παράπονα, κατ’ ἐμὲ δικαιότατα, οὐ μόνον παρ’ ἐμπόρων, ἀλλὰ καὶ παρὰ πολλῶν βιομηχάνων, καὶ ἐπειδὴ τὰ παράπονα ταῦτα ἰδίως εἶναι σύμφωνα μὲ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω, περὶ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ, κατ’ ἀνάγκην ὀφείλω νὰ ὑψώσω φωνὴν κατὰ τῆς ἐπιβαρύνσεως ταύτης τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς ἐμπορίας. Παρετήρησα τῷ ὄντι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ δασμολογίου δὲν προστατεύεται πλέον ἡ βιομηχανία καὶ τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ ἐπιβαρύνεται ὁλόκληρος κοινωνία, καὶ ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὴν προϊόντα βιομηχανίας ἀμφιβόλου ἀξίας, βιομηχανίας ἡ ὁποία οὐδέποτε θὰ δυνηθῇ νὰ ἔχῃ ἐν Ἑλλάδι ἀνάπτυξιν, διότι καὶ αὐτὸ τὸ βιομηχανικὸν κατάστημα, διὰ τὴν προστασίαν τοῦ ὁποίου εἰσάγεται τὸ δασμολογικὸν νομοσχέδιον, πορίζεται τὴν πρώτην ὕλην ἐξ Εὐρώπης, ὅπως προμηθεύονται τὴν πρώτην ὕλην καὶ τὰ ἄλλα καταστήματα ἡμῶν, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἴσως τὴν πρώτην ὕλην μᾶλλον ἀκατέργαστον προμηθεύεται τὸ τελειότερον αὐτὸ κατάστημα, μᾶλλον δὲ κατειργασμένην προμηθεύονται οἱ ἄλλοι μικροβιομήχανοι· οὗτοι ὅμως εἶναι πολυπληθέστεροι, παρέχοντες οὐ μόνον ἐργασίαν εἰς ἀρκετὸν ἀριθμὸν οἰκογενειῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπηρεσίας εἰς τὴν κοινωνίαν, διότι δι’ αὐτῶν κατορθοῦται εἷς δυνατὸς συναγωνισμός, ὥστε νὰ ἐπιτυγχάνηται ὑπὲρ τῆς κοινωνίας ποιά τις ἐλάττωσις τῶν τιμῶν καὶ εὐθηνία. Ὅταν τοιαῦτα προνόμια διὰ τόσων μεγάλων καὶ βαρέων φόρων ἐπιβάλλωνται ὑπὲρ ἑνὸς καταστήματος, τότε πλέον ἔχομεν τὸν ἐντελῆ ἀποκλεισμόν, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς κοινωνίας, πρὸς ὑποστήριξιν, πρὸς πλουτισμὸν ἑνὸς βιομηχανικοῦ καταστήματος, νὰ προμηθεύηται τὰ ἀναγκαῖα προϊόντα αὐτοῦ εἰς οἱανδήποτε τιμήν,—αὐθαιρέτως, οὕτως εἰπεῖν, πλέον,— ὁ νομοθέτης ἤθελεν ὁρίσει· διότι γνωρίζομεν πάντες, ὅτι, ὅταν ἐπιβάλληται εἷς φόρος βαρὺς ἐπὶ τῶν ἔξωθεν ἐρχομένων προϊόντων, τότε ἡ ἐσωτερικὴ παραγωγὴ φθάνει μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε μικρόν τι νὰ ἀπέχῃ πάντοτε ἡ τιμὴ τῶν ἐγχωρίων ἀπὸ τῆς τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων, καὶ οὕτω προστατεύεται μία καταθλιπτικὴ κερδοσκοπία εἰς βάρος τῆς κοινωνίας, εἰς τὴν ὁποίαν, ὡς ἐκ τῆς ἐν γένει βαρείας φορολογίας, παρατηρεῖται ὑπερτίμησις τῶν χρειωδῶν, οἰκονομικὴ στενοχωρία καὶ ἔλλειψις ἐργασίας. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἐλάχιστον ἔχει νὰ ζημιωθῇ ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμολογίου, παρατηρῶ ὅτι εἶναι μεγίστη ἡ ζημία οὐ μόνον τῶν μικροβιομηχάνων, ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνίας ὁλοκλήρου, ἀφοῦ ἀποκλείεται, ὡς εἰπεῖν, ὁ συναγωνισμός. Θέλετε παρατηρήσει προσέτι, ὅτι εἶναι πολὺ πλειότεροι, δεκαπλάσιοι καὶ εἰκοσαπλάσιοι ἴσως, οἱ μικροβιομήχανοι ἀπὸ τοὺς βιοπαλαιστάς, τοὺς ἐργαζομένους εἰς ἓν ἢ δύο βιομηχανικὰ καταστήματα, καταστήματα τοιαῦτα, ὅμοια τῶν ὁποίων δὲν ἐλπίζομεν δυστυχῶς, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλα ἐν Ἑλλάδι, οὔτε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν, ἀφοῦ στερούμεθα τῆς πρώτης ὕλης καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀνάπτυξις τῆς σχετικῆς βιομηχανίας. Εἶναι δὲ λυπηρὸν, ὅτι ἄλλα προϊόντα βιομηχανικὰ, ἔχοντα τὰ στοιχεῖα τῆς εὐδοκιμήσεως ἐν Ἑλλάδι, δηλ. ἐκεῖνα τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔχωσι μέλλον οἰκονομικὸν καὶ βιομηχανικὸν, δὲν ὑποστηρίζονται, ἀλλὰ προστατεύονται ἐξαιρετικῶς κλάδοι βιομηχανίας, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ὑφίστανται, εἰμὴ μόνον ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ διαφορὰ τῆς ἐπικαταλλαγῆς, καὶ προστατεύονται μέχρι καταθλίψεως τῆς κοινωνίας, ἐπιβαλλόμενα ἀδίκως καὶ σκληρῶς, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὰ βαλάντια τῶν πολιτῶν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει δεόντως νὰ μελετηθῇ, καὶ, εἰ δυνατὸν, ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ μεταβολαὶ ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῶν πίλων καὶ πιλημάτων.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλητε, δύνασθε νὰ ὑποβάλητε ἀπὸ τώρα τὰς τροπολογίας σας, καὶ ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς συζήτησιν, νὰ συζητήσητε καὶ ἐπ’ αὐτῶν.
§20ΣΙΓΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§22ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἐδημοσιεύθη προκήρυξις περὶ κατασκευῆς λιμενικῶν ἔργων ἐν Βόλῳ. Τὸ ζήτημα τῆς κατασκευῆς τεχνικῶν ἔργων ἐν Βόλῳ εἶναι ζήτημα μεγάλης σημασίας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ συντόμως εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων τὰ ἔργα ταῦτα, ἵνα ἴδωμεν ὁποία γνώμη ἐξηνέχθη ὑπὸ τῶν μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεστάλησαν καὶ ἐμελέτησαν αὐτά· ἐκ τῆς γνώμης δὲ ταύτης τῶν μηχανικῶν θέλει καταδειχθῇ ποῖον τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ συμφέρον ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Διότι ἡ κοινωνία Βόλου διατελεῖ ἐν ἀνησυχίᾳ ἐκ τῆς προκηρύξεως τῆς δημοπρασίας ταύτης. Πρὸς τούτοις θὰ παρακαλέσω καὶ θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ πληρώσῃ τὴν κενὴν θέσιν τοῦ τηλεγραφικοῦ γραφείου Ἀφήσσου, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τεσσάρων μηνῶν ἀργεῖ, τοποθετῶν τηλεγραφητὴν ἐκεῖ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§24Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρὸ ἑνὸς περίπου μηνὸς, κύριε Πρόεδρε, — καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ τὴν 6 ἢ 7 Μαΐου, — εἶχον ἀπευθύνει παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον αὐτῆς τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συνομολογηθεῖσαν σύμβασιν μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀγγλικῆς ἑταιρείας διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν πηγῶν τοῦ πετρελαίου Ζακύνθου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη τότε νὰ ἀπαντήσῃ, ὅτι ἔχει ὑπὸ μελέτην τὸ ζήτημα καὶ ἐπιφυλάσσεται προσεχῶς ν’ ἀνακοινώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μελετῶν του εἰς τὴν Βουλὴν. Δυστυχῶς παρῆλθεν ὁλόκληρος μὴν, ἡ πρώτη Σύνοδος τῆς Βουλῆς ἔληξε, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδὲν ἐπὶ τοῦ θέματος ἀνεκοίνωσε. Φρονῶ ὅτι ἔχει καὶ ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἀφήσῃ ἐπὶ πλέον ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἡ Ἀγγλικὴ ἑταιρεία δὲν ἦλθεν αὐτόκλητος νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ προσεκλήθη κατόπιν διπλῆς δημοπρασίας, ἥτις προεκηρύχθη, καὶ συναγωνισμοῦ, ὅστις ἐγένετο. Κατέθεσε δὲ ἡ ἑταιρεία ἀπὸ δεκαοκτὼ ἤδη μηνῶν καὶ 80,000 δραχμὰς λόγῳ ἐγγυήσεως, καὶ στερεῖται τῶν τόκων της ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου, τὸ ὁποῖον μένει νεκρὸν, κατατεθειμένον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει ἐκ νέου τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ ἐπὶ τέλους ἓν πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἥτις, ἐπιτυγχανούσης τῆς ἐπιχειρήσεως, θέλει ἔχει εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα διὰ τὸν τόπον. Καὶ ἐὰν μὲν ἔχῃ λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτὸν τὴν μὴ ὑποβολὴν τῆς συμβάσεως, νὰ τοὺς ἀναπτύξῃ, ὅπως καὶ ἡμεῖς πληροφορηθῶμεν περὶ αὐτῶν· ἐὰν δὲ προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ τὴν σύμβασιν, νὰ σπεύσῃ νὰ πράξῃ τοῦτο, ὅπως κατορθωθῇ νὰ ψηφισθῇ ἐγκαίρως.
§25ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ πρᾶγμα δὲν μοὶ ἐφάνη ἁπλοῦν, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἔσπευσα νὰ ὑποβάλω τὴν σύμβασιν, περὶ ἧς ὁμιλεῖτε. Ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται ὑπὸ μελέτην. Τὰς ἡμέρας ταύτας μάλιστα ἠσχολήθην περὶ τούτου, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ δυνηθῶ νὰ ὑποβάλω τὴν μελέτην.
§26ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁπωσδήποτε νὰ λήξῃ ἡ μελέτη.
§27ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἔχομεν μόνον αὐτήν, ἔχομεν καὶ ἄλλας.
§28Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολλάκις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβεν ἀφορμὴν ἐξ ἐπερωτήσεων διαφόρων κ. κ. Βουλευτῶν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης νὰ διαδηλώσῃ τὰ αἰσθήματα αὑτοῦ πρὸς τοὺς λειτουργοὺς τῆς Θέμιδος, καὶ τὴν στοργὴν, τὴν ὁποίαν τρέφει πρὸς αὐτοὺς, καὶ κατὰ τρόπον μάλιστα πολλάκις παραβλάπτοντα καὶ αὐτὴν τὴν πειθαρχίαν, καὶ αὐτὴν — δὲν θέλω νὰ εἴπω τὴν ὑπουργικὴν ἀξιοπρέπειαν, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀξιοπρεπείας, — τὴν ὑπουργικὴν βαρύτητα, ὥστε νὰ ζητῇ ἀπὸ τοὺς κυρίους δικαστὰς, νὰ ἱκετεύῃ αὐτοὺς νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς θέσεις των. Ἐν τούτοις τὰς ἡμέρας ταύτας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις τοσαύτην δεικνύει μέριμναν καὶ περὶ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης καὶ περὶ τῆς ὁπωσδήποτε καλῆς τοποθετήσεως τῶν δικαστῶν, τὰς ἡμέρας ταύτας, λέγω, προέβη εἰς μετάθεσιν δικαστοῦ ἐκ Ναυπλίου εἰς Καρδίτσαν, ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου δηλαδὴ εἰς τὸ ἕτερον ἄκρον· συνέλαβεν, οὕτως εἰπεῖν, τὸν δικαστὴν Ἀνδρέαν Γαρουφαλιᾶν ἐκ τοῦ ὠτὸς καὶ τὸν ἐξεσφενδόνισεν εἰς τὰ πέρατα τοῦ Κράτους, δικαστὴν ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ ἐπὶ δεκαπέντε ἔτη μετὰ ζήλου καὶ ἀφοσιώσεως, δικαστὴν τοῦ ὁποίου ἡ ἀκεραιότης τοῦ χαρακτῆρος, τοῦ ὁποίου αἱ πεφωτισμέναι γνῶμαι εἰς ὅλα τὰ δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπηρέτησεν, ἀφῆκεν ἀρίστας ἐντυπώσεις. Ἐν Καρδίτσῃ ὑπηρέτησεν ἐπὶ διετίαν, καὶ σήμερον, ἀντὶ νὰ προαγάγῃ αὐτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου, ἔρχεται νὰ πέμψῃ αὐτὸν καὶ πάλιν εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην, καὶ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας πρόκειται νὰ κηρυχθῇ ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων, νὰ εἰσέλθωμεν δηλαδὴ εἰς τὰς διακοπὰς, πρὸ τοῦ δυνηθῇ ὁ δικαστὴς οὗτος νὰ περατώσῃ τὰς ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον αὑτοῦ. Ἐὰν ἐπικρίνω τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν τὸ πράττω βεβαίως ἐκ λόγων συμπαθείας πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ δικαστοῦ,—διότι βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ δικαστὴς αὐτὸς οὐδεμίαν ἔχει μετ’ ἐμοῦ εἴτε φιλίαν εἴτε σχέσιν προσωπικήν. Ἐγνώρισα αὐτὸν τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1899, ὅτε ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀποδυθῶ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, καὶ ἐγνώρισα αὐτὸν ὑπὸ περιστάσεις, ἃς οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ἐνθυμῶμαι εὐαρέστως, ἐλέγετο δὲ τότε, ὅτι ὁ δικαστὴς αὐτὸς ἦλθεν εἰς Ὕδραν, ἵνα φέρῃ ἀντίδρασιν εἰς τὸν συνδυασμὸν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ εἶχον καταρτίσει τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ἐλέγετο μάλιστα, ὅτι φίλα ἐφρόνει πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος καὶ τότε ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ δικαστὴς αὐτὸς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καίτοι ἔφερε τὸν χαρακτῆρα τοῦ Δηλιγιαννικοῦ, ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του πιστότατα, ὡς δικαστὴς ἀκέραιος καὶ ἔντιμος. Ἐν τούτοις καὶ πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς τοὺς συνυποψηφίους τοῦ συνδυασμοῦ μου, προκειμένου περὶ διακανονισμοῦ τῶν καλπῶν, ἐφέρθη μὲ ποιάν τινα τραχύτητα, ἡ ὁποία μὲ ἠνάγκασε νὰ μετέλθω γλῶσσαν δριμυτάτην τότε πρὸς αὐτόν· γεγονὸς, ὅπερ ἀποκλείει πᾶσαν ὑπόνοιαν, ὅτι λόγοι προσωπικῆς συμπαθείας μὲ ἀναγκάζουν νὰ φέρω τὸν λόγον περὶ τοῦ δικαστοῦ τούτου. — Ἐὰν λέγω, ἐπικρίνω τὴν πρᾶξιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πράττω τοῦτο, διότι ἔχω πληροφορίας ἐκ Ναυπλίου, ἔχω πληροφορίας ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, ἔχω πληροφορίας ἐκ Σπετσῶν, ἔχω πληροφορίας ἐξ ὅλων τῶν μερῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκτείνεται ἡ δικαιοδοσία τοῦ Πρωτοδικείου Ναυπλίας, ὅτι ἐξέγερσις γενικὴ κρατεῖ, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ ἐκδοθῶσιν ἀποφάσεις ἀφορῶσαι σοβαρώτατα συμφέροντα, μετατίθεται ἄνευ λόγου δικαστικὸν πρόσωπον, καὶ μετατίθεται κατὰ τρόπον δυσμενέστατον, μετὰ δεκαπενταετῆ ὅλην ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν προσέφερε μετ’ ἀφοσιώσεως καὶ εὐσυνειδησίας πρὸς τὸ Κράτος. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν δὲν ἔχῃ λόγους ἄλλους, ἰδιαιτέρους, ἐὰν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας δὲν ὡρμήθη εἰς τὴν δυσμενῆ ταύτην μετάθεσιν, πρέπει ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν μετάθεσιν ταύτην, καὶ πρέπει νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ οὐ μόνον χάριν τοῦ δικαστοῦ τούτου, ὅστις ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν ταύτην εὑρίσκεται εἰς δυσχερεστάτας περιστάσεις, λόγῳ οἰκογενειακῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῶν τῶν πολιτῶν, τῶν ὁποίων ἐτάχθη φρουρὸς ἄγρυπνος ὁ κ. Ὑπουργός. Δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, νὰ μεταχειριζώμεθα τὰ πρόσωπα τὰ δικαστικὰ, ὡσεὶ ἐπρόκειτο περὶ ἀστυφύλακος ἢ τοῦ ἐσχάτου τελωνοφύλακος, τὸν ὁποῖον λαμβάνομεν π. χ. ἐκ Πειραιῶς καὶ μεταθέτομεν εἰς Τζουμέρκα. Πρέπει νὰ κηδώμεθα τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν δικαστῶν, διότι μία μετάθεσις δικαστοῦ ἔχει πολλὰς συνεπείας, συνεπείας ἠθικὰς, ἀλλὰ καὶ ὑλικὰς, ὡς πρὸς τοὺς διαδίκους. Καθ’ ἣν λοιπὸν ἐποχὴν ἦλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μὲ πρόγραμμα καὶ διαθέσεις νὰ ἀναμορφώσῃ τὴν Δικαιοσύνην καὶ νὰ φέρῃ τὴν ἰσορροπίαν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν μεταθέσεων, ὡς εἶπεν εἰς μίαν τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, καὶ ὑπεσχέθη μάλιστα, πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν του, νὰ καταθέσῃ κατάλογον τῶν μεταθέσεων τῶν γενομένων παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὡς καὶ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ γενομένων, αἴφνης ἔρχεται καὶ διαπράττει τοιαύτας μεταθέσεις, δι’ ἃς κατηγορεῖ τοὺς προκατόχους του. Ἀλλὰ ἔστω. Δὲν βλέπω ὅμως καὶ τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ μία τοιαύτη σύγκρισις, ὁσάκις διαπράττωνται πράξεις ἀντιβαίνουσαι καὶ πρὸς τὴν λογικὴν καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀδικεῖ ἑαυτὸν καὶ τὴν Βουλήν, λέγων): «Ἀφοῦ σεῖς διεπράξατε σειρὰν μεταθέσεων, διατί ἐπιτιμᾶτε ἐμέ, ὅστις πρὸ ὀλίγου ἀνῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργικὸν ἀξίωμα καὶ ἐλαχίστας μόνον μεταθέσεις ἐνήργησα;» Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐλάχισται, κύριε Ὑπουργέ, διότι οἱ ἀναγινώσκοντες τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ἑκάστην παρατηροῦσι μεταθέσεις καὶ ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν, ἀλλὰ καὶ εἰρηνοδικειακὰς ἀθρόας τοιαύτας. Ἡ ἀπονομὴ τῆς καλῆς δικαιοσύνης διὰ τοῦ τρόπου τούτου δὲν ἐπιτυγχάνεται. Ἔδει ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐ μόνον νὰ μὴ μιμηθῇ τοὺς προκατόχους αὑτοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ προσπαθήσῃ δι’ οἱουδήποτε τρόπου νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ τοιαύτην τακτικήν, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἀξίωσις, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλὴ παρὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἥτις πάντοτε ἔψεξε μετὰ δριμύτητος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τὰς πράξεις τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων. Ἐὰν ἡ ἀνάγκη προκαλῇ μετάθεσιν δικαστοῦ, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ δίδῃ ἀφορμὴν νὰ προβαίνωμεν εἰς σωρείαν μεταθέσεων, καταρρίπτοντες τὸ πᾶν καὶ μὴ προσέχοντες εἰς ὅ,τι δύναται ν’ ἀναχαιτίσῃ ἡμᾶς. Ἡ μετάθεσις τοῦ πρωτοδίκου Γαρουφαλιᾶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν διακοπῶν τῶν δικαστηρίων, ἂν δὲν ἀποτελῇ σκάνδαλον, ἀποτελεῖ ἀδικίαν κατὰ λειτουργοῦ τῆς Θέμιδος ἐπὶ ὁλόκληρα ἔτη ὑπηρετήσαντος τὴν ἑαυτοῦ πατρίδα, καὶ εἶναι δίκαιον νὰ σπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν μετάθεσιν ταύτην, ἡ ὁποία θέλει φέρει εἰς τὸν δικαστὴν αὐτὸν ἀπογοήτευσιν, καὶ ἀποτελέσματα δυσάρεστα εἰς τὴν Δικαιοσύνην· διότι βεβαίως αὐτός, μεταβαίνων εἰς Καρδίτσαν, μὲ ὅλην τὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ ἐργασθῇ, βλέπων ἑαυτὸν παραγκωνιζόμενον καὶ ἀδικούμενον κατὰ τρόπον τοιοῦτον, δὲν θὰ δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του μετὰ τοῦ αὐτοῦ ζήλου καὶ τῆς αὐτῆς ἀφοσιώσεως, ὡς πρότερον. Ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀναγνωρίζων τὸ δίκαιον τῶν λόγων μου, θέλει σπεύσει ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν μετάθεσιν ταύτην, τὴν τόσον δυσμενῆ δι’ ἀξιότιμον δικαστήν.
§29Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ἵνα χαρακτηρίσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τὴν μετάθεσιν τοῦ κ. Γαρουφαλιᾶ ὡς ἄδικον, καὶ ἵνα ὁμιλήσῃ ὡς ὡμίλησε, βεβαίως ὡρμήθη ἐκ τῆς ἐσφαλμένης ἀρχῆς, ὅτι ἡ Θεσσαλία εἶναι τόπος ἐξορίας, ὅτι ἡ Θεσσαλία δὲν εἶναι χώρα, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ μεταβαίνωσι δικασταὶ ἔντιμοι, ἀκέραιοι καὶ ἱκανοί.
§30ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐννοῶ αὐτό.
§31ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ὁ δικαστὴς Γαρουφαλιᾶς εἶναι ἀνὴρ ἐντιμότατος, καὶ ὡς Θεσσαλὸς Βουλευτὴς ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· ἔπρεπε δὲ νὰ μεταβῇ εἰς Θεσσαλίαν. Ἐπὶ 15 ἔτη, μᾶς εἶπεν, ὁ κ. Βουλευτής, ὑπηρετεῖ εἰς τὸ Ναύπλιον ὁ κ. Γαρουφαλιᾶς· ἀλλὰ δὲν δὲν ἐρωτᾷ πόσαι ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Τρικάλων, Πρωτοδικεῖον τὸ ὁποῖον ἔχει δικαιοδοσίαν ἐπὶ 300,000; Ἐὰν ἐξετάσητε, θὰ καταλήξητε εἰς τὸ πόρισμα, ὅτι μόνον ἑκατὸν ἀποφάσεις ἐκδίδει. Ἡ αὐτὴ κατάστασις ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσης, ὅπου τὰ πινάκια δὲν εἶναι ἐνήμερα, διατί; διότι ἡ Θεσσαλία θεωρεῖται τόπος ἐξορίας! Πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως εἰς Θεσσαλίαν ἀποστέλλωνται οἱ καλλίτεροι δικασταί, διότι δὲν ἀποτελεῖ αὕτη παράρτημα τῆς Ἑλληνικῆς χώρας, ἀλλ’ εἶναι Ἑλληνικὴ χώρα καὶ αὐτή, καὶ ἀπορῶ μὲ τὸν κ. συνάδελφον, τοιαῦτα λέγοντα.
§32ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτής, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐλάμβανε τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα εἶπον, ὤφειλε νὰ ἦναι προσεκτικώτερος· διότι ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐθεώρησα τὴν Καρδίτσαν τόπον ἐξορίας· καὶ εἶσθε μάρτυρες πάντες, ὅτι, ὁσάκις ἦλθεν ἐν τῇ Βουλῇ ζήτημα Θεσσαλικὸν, πρῶτος ὕψωσα φωνήν. Ὅτε ἐγὼ ὡμίλουν περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Θεσσαλίας, ὑμεῖς, κύριε Βουλευτὰ, δὲν ἦσθε ἐνταῦθα, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας, περὶ ἄλλα τυρβάζοντες, ἐνῷ ὠφείλετε νὰ ἦσθε ἐνταῦθα, ἵνα ζητήσητε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ πράξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. Δὲν ἐθεώρησα τὸ Πρωτοδικεῖον Καρδίτσης ὡς τόπον ἐξορίας, ἀλλ’ ἐθεώρησα ἀδικίαν πρὸς δικαστὴν, μετὰ δεκαπενταετῆ ἔντιμον ὑπηρεσίαν καὶ ἔχοντα σύζυγον πάσχουσαν, νὰ μετατίθηται ἀπὸ Ναυπλίου εἰς Καρδίτσαν εἰς τοιαύτην ἐποχήν. Δὲν ἐθεώρησα ὅτι ἡ Θεσσαλία εἶναι τόπος ἐξορίας. Εἶμαι συμφωνότατος, ὅτι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα πρέπει νὰ μεταβαίνωσι δικασταὶ τοῦ κύρους τοῦ κ. Γαρουφαλιᾶ· ἀλλ’ ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀποστείλῃ ἐκεῖ ἕτερον δικαστὴν, ἐπίσης ἱκανὸν καὶ ἔντιμον, ἀλλὰ μὴ ὑπηρετήσαντα ἄλλοτε ἐκεῖ καὶ μὴ εὑρισκόμενον ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὁ κ. Γαρουφαλιᾶς διατελεῖ.
§33Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἄν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ἀγαπητὸς προσωπικῶς φίλος κ. Κουντουριώτης εἶχε τὴν ὑπομονὴν νὰ ὑποβάλῃ ἐπερώτησιν, συμφώνως πρὸς τὰ καθιερωμένα κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, καὶ ἀνέμενε νὰ λάβῃ ἀπάντησιν, δὲν ἤθελεν εἴπει ὅσα εἶπε διὰ μακρῶν. Τὸν βεβαιῶ, ὅτι καθαρῶς λόγοι ὑπηρεσιακοὶ μὲ ὑπεχρέωσαν νὰ ἐνεργήσω, οὐχὶ μίαν, ἀλλὰ δύο μεταθέσεις. Ὡς πρὸς τὰς ἐκκρεμεῖς δὲ ὑποθέσεις, τῶν ὁποίων μετέσχεν ὁ κ. δικαστὴς, ὡς καὶ ὁ ἕτερος, ἔλαβον τὴν μέριμναν νὰ μὴ κοινοποιηθῇ ἡ μετάθεσις πρὶν ἢ γένηται διάσκεψις καὶ δημοσιευθῶσι πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων, εἰς ἃς ἔλαβον μέρος οἱ μετατεθέντες δικασταί.
§34ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ τηρῇ τὸ αὐτὸ μέτρον δι’ ὅλους τοὺς δικαστὰς, καὶ εἰ δυνατὸν, νὰ μὴ γίνεται μετάθεσις δικαστοῦ ἐν μέσῳ τῶν δικαστικῶν ἐργασιῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε πολλάκις, ὅτι τὰς μεταθέσεις ἐνήργησε κατὰ τὰς θελήσεις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ δὲν τοποθετεῖ αὐτοὺς, παρὰ ἐκεῖ, ὅπου θέλουν. Ὁ κ. Γαρουφαλιᾶς δὲν θέλει νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς Καρδίτσαν. Διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀκολουθεῖ τὸ αὐτὸ καὶ δι’ αὐτὸν μέτρον;
§35Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ὕδρας ἐξελέξατο κατάλληλον στιγμὴν, ἵνα συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ δικαστοῦ Γαρουφαλιᾶ· τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁσάκις ἐγένετο αὐτῷ λόγος περὶ τοιούτων πράξεών του, παρέσχε τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσε καὶ πρὸ ὀλίγου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρέσχε τελευταῖον δεῖγμα τὰ ἐντελῶς ἰδιορρύθμου ἐνεργείας, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς μεταθέσεως τῶν δικαστῶν, διότι εἴδομεν μετατιθεμένους δικαστὰς καὶ Προέδρους Πρωτοδικῶν προσωρινῶς· περιελαμβάνετο δὲ ἡ διαταγὴ τῆς προσωρινότητος ἐν τῇ κοινοποιήσει τοῦ διατάγματος. Ἔφερα ἄλλοτε ἐπὶ τούτου τὸν λόγον, καὶ ἠρώτησα, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, προκειμένου περὶ δικαστῶν, νὰ ἐννοηθῇ προσωρινὴ τοποθέτησις. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἐπὶ τέλους δὲν εἶναι πρὸς θάνατον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, εἶναι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰς μεταθέσεις διατυποῖ ἐσχάτως κατὰ τύπον προσκλητηρίου εἰς πανηγύρεις ἢ εἰς γάμους. Ἔλεγε προχθὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀνεκοίνωσε τὸ διάταγμα τῆς μεταθέσεως εἰς ἄλλους δικαστὰς, καὶ προσεκάλεσεν αὐτοὺς, ἐὰν εὐαρεστῶνται νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς θέσεις των! Τοιαύτη τις εἶναι καὶ ἡ πρόσκλησις διὰ τὰς πανηγύρεις· καὶ ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι προσκαλοῦνται νὰ μεταβῶσιν, ἐὰν εὐαρεστῶνται. Ἐγὼ πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον ἐπερώτησιν σχετικὴν πρὸς τὰς μετακινήσεις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἐζήτησα νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς πίνακα ἐμφαίνοντα οὐχὶ τοὺς μετατεθέντας Εἰρηνοδίκας, ἀλλὰ τοὺς μὴ μετατεθέντας, τοῦθ’ ὅπερ θὰ καθίστα εὐχερεστάτην τὴν θέσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι ἠδύνατο τὴν ἑπομένην ἡμέραν τῆς ἐπερωτήσεώς μου νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπάντησιν· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκώφευσεν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δὲ, καθ’ ἣν ἐγὼ ἐζήτησα τοῦτο, γνωρίζετε πόσαι ἐγένοντο μεταθέσεις Εἰρηνοδικῶν καὶ Εἰσαγγελέων; Ὑποθέτω ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, πίνακα ἐμφαίνοντα τίνες δὲν μετετέθησαν μέχρι σήμερον, δὲν ἤθελεν εὕρει τοιούτους, καὶ τότε δεδικαιολογημένως θὰ ἠδύνατο νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν ὑπέβαλεν τὸν πίνακα, διότι λόγῳ ἐλλείψεως μὴ μετατεθέντος δὲν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ σύνταξις πίνακος. Περὶ τούτου οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν. Τελευταῖον εἶδον ἄλλα διατάγματα μεταθέσεων Εἰσαγγελέων· σήμερον ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως ἄλλα διατάγματα περιέχει μεταθέσεων Εἰσαγγελέων καὶ Εἰρηνοδικῶν. Τί τὸ παράδοξον λοιπὸν νὰ μετατεθῇ καὶ ὁ κ. Γαρουφαλιᾶς; Ἀλλ’ ἐὰν ἐξετασθῇ καλῶς τὸ πρᾶγμα, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ὁ κ. Γαρουφαλιᾶς δὲν μετετέθη πραγματικῶς, διότι πάντως ὑπὸ τὸν ὅρον, ἐὰν εὐαρεστῆται ἵν’ ἀποδεχθῇ τὴν μετάθεσιν, ἐγένετο αὐτή. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι μέχρις ἐδῶ περιορίζεται ἡ διάθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὰς μεταθέσεις τῶν ὑπαλλήλων; Θὰ σᾶς φανῇ παράδοξον, ἐὰν μάθητε, ὅτι καὶ ὑποθηκοφύλακα μετέθεσε, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ νὰ καταθέσῃ, διότι δὲν ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ περιμένω τὸν ἐρχόμενον Νοέμβριον, ἵνα καταθέσῃ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὸ γραφεῖόν του. Τί ζητῶ ἄλλο; Νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ διάταγμα, δι’ οὗ συνέστη τὸ Εἰρηνοδικεῖον Κρωπίας, καὶ τὴν σχετικὴν περὶ τούτου γνωμοδότησιν. Τὸ διάταγμα εὑρίσκεται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ τὸ καταθέσῃ ἐν ἀντιγράφῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς ἐπίσης νὰ καταθέσῃ καὶ τὸ διάταγμα τῆς ἀπολύσεως τοῦ ὑποθηκοφύλακος Βορείου Πλευρᾶς Ἀθηνῶν καὶ πᾶσαν τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν, τὴν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ μετατεθέντος ὑποθηκοφύλακος ἀνταλλαγεῖσαν· διότι, ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὑποθηκοφύλακα μετέθεσε, καὶ ἐπειδὴ ὁ δυστυχὴς δὲν μετέβη εἰς τὴν θέσιν του,—ὄχι διότι δὲν ἤθελε νὰ μεταβῇ, ἀλλὰ διότι ἐγεννήθησαν μερικὰ ζητήματα περὶ κύρους τῶν πράξεων τῶν ὑποθηκῶν, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶχε φροντίσει νὰ κανονίσῃ,—τὸν ἀπέλυσε τῆς ὑπηρεσίας. Ἕως ὅτου, λέγω, κανονισθῶσι τὰ ζητήματα ταῦτα, ἀπελύθη ὁ ὑποθηκοφύλαξ λόγῳ καταργήσεως τοῦ ἡμίσεος τῆς θέσεώς του, διότι τὸ ἄλλο ἥμισυ δὲν εἶχε καταργηθῆ. Κατὰ τὴν δρᾶσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἴδωμεν πολλὰ περίεργα πράγματα· καίτοι δὲ οὐδεμίαν ἔχω ἐλπίδα, ὅτι θὰ κατορθώσω διὰ τῆς ἀδιαλείπτου ἐπιβλέψεώς μου νὰ περιστείλω τὸ ἔργον τοῦτο τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἐν τούτοις εἶναι ἐπιθυμητὸν νὰ γείνῃ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τελεσθὲν ἐν μέσαις Ἀθήναις, ἵνα σκεφθῇ ἡ Βουλὴ καὶ λάβῃ πρόνοιάν τινα περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν συμφερόντων διαφόρων πολιτῶν, οἵτινες εἶχον ἐγγράψει ὑποθήκας ἢ ἐπρόκειτο νὰ ἐγγράψωσιν ὑποθήκας, καὶ τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα παρέμειναν ἐκκρεμῆ, καὶ μέχρι σήμερον παραμένουσιν ὑπὸ τὴν ἀμφισβήτησιν τοῦ κύρους αὐτῶν, διότι οἱ ζητήσαντες, ζητοῦντες καὶ ζητήσαντες νὰ ἐγγράψωσι ὑποθήκην ἐπὶ κτημάτων κειμένων εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου Ἀχαρνῶν καὶ τοῦ δήμου Φυλῆς ἀγνοοῦσιν εἰς τίνα βιβλία θέλουσιν ἐγγράψει αὐτήν. Μοὶ ἐζητήθη περὶ τούτου γνωμοδότησις, καὶ ἐγὼ ἠρνήθην νὰ δώσω τοιαύτην, διότι οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔδιδον, εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐγγραφὴ τῶν ὑποθηκῶν τούτων θὰ ἦτο ἄκυρος, ἢ τοὐλάχιστον ἤθελε βασανίσει τοὺς ἐνδιαφερομένους ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς τὰ δικαστήρια. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, διὰ νὰ συζητήσωμεν, εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως θέλει λάβει ἀφορμὴν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ προνοήσῃ περὶ τῆς τακτοποιήσεως αὐτοῦ.
§36Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εὐχαριστῶ καὶ πάλιν τὸν ἀκοίμητον Ἄργον τῶν ἐκτελούντων τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἀμφέβαλλον, ὅτι δὲν ἤθελε παραλείψει καὶ τὴν εὐκαιρίαν ταύτην, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἐπιλαμβάνηται πάσης εὐκαιρίας τοιαύτης. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον τὸν παρακαλῶ πολὺ, εἶναι, νὰ προσπαθήσῃ νὰ διατηρήσῃ ἀκμαίαν καὶ τὴν μνήμην του, ἂν ὅλας τὰς ἄλλας διανοητικὰς δυνάμεις διατηρῇ (ἱλαρότης), διότι ὁ ἀκοίμητος Ἄργος ἐλησμόνησεν, ὅτι δὲν ἦτο μόνος αὐτὸς ὁ ἐπερωτήσας τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε ὑπέβαλε τὴν ἐπερώτησιν καὶ ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ σημείωσις περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεταθέσεων. Ἕτερος Βουλευτὴς, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου συνάδελφος, ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσι συγχρόνως καὶ αἱ μεταθέσεις καὶ προσωπικαὶ μεταβολαὶ, αἱ γενόμεναι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων, ἐγὼ δὲ διέταξα αὐθωρεὶ νὰ γένηται ἡ ἐργασία αὕτη, ἥτις μετ’ ὀλίγας ἡμέρας συντελεῖται, καὶ θέλει ὑποβληθῆ πλήρης ὁ κατάλογος ὅλων τῶν μεταβολῶν, τῶν γενομένων παρὰ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων τοῦ τε ἀξιοτίμου κυρίου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, τοῦ ὁποίου τυγχάνει φίλος καὶ παρακαθήμενος ὁ Ἄργος μου, καὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ζαΐμη. Ὅταν κατατεθῶσιν οἱ πίνακες οὗτοι, τότε θέλει ἴδει τὸ παθητικὸν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, πέποιθα δὲ, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ πλέον τὸ θάρρος νὰ ὁμιλήσῃ, ὡς ὡμίλησε· διότι, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, νομίζω ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν μεταβολῶν τῶν γενομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη ἐν παραβολῇ πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν μεταβολῶν τῶν γενομένων ὑπὸ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως θὰ ἦναι ὡς δέκα πρὸς μίαν, ὁ ἀριθμὸς δὲ τῶν μεταβολῶν Εἰρηνοδικῶν νομίζω ὅτι ὑπερβαίνει κατὰ ἑκατοντάδας πολλὰς τὸν ἀριθμὸν τῶν μεταβολῶν, εἰς ἃς προέβημεν ἡμεῖς. Ἂς περιμείνῃ λοιπὸν ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας, καὶ τὸν βεβαιῶ ὅτι θ’ ἀποστομωθῇ κυριολεκτικῶς ἐκ τῶν πραγμάτων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ Βʹ Ὑποθηκοφυλακείου Ἀθηνῶν, περὶ τούτου θὰ ὑποβάλω ὅσα ἔγγραφα ἐζητήθησαν, ὅταν λάβω τὴν ἐπερώτησιν· ὅταν δ’ ἀναγνώσῃ ταῦτα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Ἐὰν ὅμως, ἔχων ἀνάγκην νὰ καταναλώσῃ χρόνον, ἐξακολουθήσῃ εὐρέως συζητῶν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, τότε θὰ ἴδωμεν καὶ θὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἔπραξα ὅ,τι ἡ ὑπηρεσία μοὶ ὑπέδειξεν ὡς νομίμως κρατοῦν ἀπὸ τριακονταετίας καὶ ὅ,τι ἐνόμιζον ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ πράξω ἐν τῷ συμφέροντι ὁλοκλήρων πληθυσμῶν τῆς ἐπαρχίας ταύτης, οἵτινες εὐγνωμονοῦσι τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ ἐπωφελὲς καὶ σωτήριον μέτρον.
§37Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐμὲ, Κύριοι, βεβαίως δὲν θὰ μὲ ἐγκαταλείψῃ τὸ θάρρος νὰ συζητήσω· διότι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς προσαγάγῃ τοὺς πίνακας περὶ τῆς ἐνεργείας τῶν πρὸ κατόχων Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης, ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ θλιβῶ· ἐγὼ βεβαίως θὰ συζητήσω καὶ ἐκείνας τὰς μεταβολὰς καὶ ταύτας, τὰς ὁποίας ἐνήργησεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει ὅτι εὑρίσκει πρόχωμα, ἵνα ὀχυρωθῇ, προβάλλων τὰς πράξεις τῶν προκατόχων του. Εἶναι οὗτος ὁ περιεργότερος τρόπος ἀμύνης· διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ θάρρος νὰ παραστήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτὸν ἡ Πολιτεία, ὡς ἔπρεπε νὰ διαχειρισθῇ αὐτήν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καλύπτηται ὄπισθεν τῶν πράξεων τῶν προκατόχων, οὐδ’ ἐπιτρέπεται τῷ Ὑπουργῷ νὰ ποιῆται σύγκρισιν ἑαυτοῦ πρὸς τὸν ἄνδρα, ὃν ἐννοεῖ, διότι ὅ,τι ἐκεῖνος ἐνήργει, ἐνήργει ἐν ἐπιγνώσει τοῦ ἀποτελέσματος. Ἐκεῖνος ἦτο δικαστικὸς ἀνὴρ, καὶ ἐγνώριζεν ὅτι, προκειμένου περὶ ὑπαλλήλου ἀσκοῦντος δικαστικὴν ἐξουσίαν, εἶναι ἀπρεπὲς νὰ γίνεται τοποθέτησις προσωρινή, διότι οὕτω προκαλεῖται ἀμφισβήτησις τοῦ κύρους τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας θέλει ἐνεργήσει· διότι ἐκεῖνος ἐγνώριζεν, ὅτι οἱ μετατιθέμενοι προσκαλοῦνται ἐπιτακτικῶς νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς θέσεις των, καὶ οὐχὶ ἐὰν εὐαρεστῶνται.
§38Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδέποτε ἐγένετο τοῦτο.
§39ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑμεῖς τὸ ἐδηλώσατε προχθὲς ἐπισήμως ἀπὸ τῆς θέσεώς σας, ἀπὸ τῆς ἐπισήμου θέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§40ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μὴ διαστρέφετε τοὺς λόγους μου.
§41ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἤκουσεν ὁλόκληρος ἡ Βουλή· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπευθυνόμενος πρός με, προσεπάθησε νὰ μὲ διαβεβαιώσῃ, ὅτι ὡς ἄνθρωπος εἶναι ἀτελής. Ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι νὰ μάθω τι περὶ τῆς ἀρτιότητος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ (ἱλαρότης). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐθεώρησε τὴν ἀποδοθεῖσαν αὐτῷ ἀνεπάρκειαν ὡς ἀτέλειαν φυσιολογικήν· διότι τοῦτο ὡμολόγησε κατά τινα προηγουμένην συζήτησιν ἐπί τινος σχετικοῦ ζητήματος, εἰπὼν ὅτι δὲν εἶναι τέλειος ἄνθρωπος. Τοῦτο ἐγὼ τὸ γνωρίζω, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ τὸ μάθῃ καὶ ἡ Βουλή, νὰ τὸ μάθῃ τὸ Κράτος, ὅτι Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐγένετο ἀνεπαρκὴς ἄνθρωπος. Δυστυχῶς σήμερον ἀπέδειξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καί τι ἄλλο· ἀπέδειξεν ὅτι, καίτοι χειραγωγούμενος παρ’ ἐμοῦ, καίτοι ἐπιτιμώμενος, εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον ἀνεπαρκής, ὥστε, καὶ μὲ ὅλην τὴν ἐπίβλεψιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀσκῶ ἐπ’ αὐτοῦ (ἱλαρότης), ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέμεινεν ἀδιόρθωτος καὶ θὰ παραμένῃ τοιοῦτος, καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἐλπίδα, ὅτι θέλει ποτὲ βελτιωθῆ, διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἀνεπίδεκτον βελτιώσεως.
§42Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσον ἀφορᾶ τὴν τελειότητα τοῦ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ, τὴν πανδαημοσύνην, τὸν αὐτοθαυμασμόν, οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω. Αὐτὸς εἶναι ἀξιοθαύμαστος ἄνθρωπος, διότι ἔχει τὴν ἰδέαν, —μόνος, ἐλπίζω, ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ καὶ μόνος ἐν Ἑλλάδι— ὅτι αὐτὸς εἶναι τέλειος ἄνθρωπος, infallibile, ἀναμάρτητος! Συγχαίρω αὐτὸν, διότι ταῦτα φρονεῖ περὶ ἑαυτοῦ. Εἶχον τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἶχεν ἀνθρωπινωτέρας ἰδέας καὶ συνείδησίν τινα τῆς θέσεώς του. Ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸν βεβαιῶ, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ἔχει τὰς ἰδέας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχει, καὶ τὰς ὁποίας γνωρίζομεν, καὶ τὰς ὁποίας προσποιεῖται ὅτι ἀγνοεῖ ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτής, περὶ τῆς τελειότητος ἢ τῶν ἀτελειῶν αὐτοῦ! Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, εἶναι, ὅτι ἐγὼ οὐδέποτε ἔγραψα ἢ ὑπέγραψα διάταγμα, τὸ ὁποῖον νὰ περιλαμβάνῃ, ὅτι μετατίθεται ὁ δικαστὴς Α ἢ Β, ἐὰν εὐαρεστῆται νὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν αὐτήν. Ἐγὼ εἶπον ἄλλοτε, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἦλθον νὰ τυραννήσω τὸν δικαστικὸν κλάδον, ἀλλ’ ἦλθον νὰ διοικήσω αὐτὸν καὶ νὰ ἐνεργῶ τὰ τῆς ὑπηρεσίας ὡς οἷόν τε ἐπιεικῶς καὶ φιλανθρώπως, ἐν ἄκρᾳ ἀμεροληψίᾳ. Ἐγὼ δὲν ἐγενόμην Ὑπουργὸς, ὅπως καταστῶ τὸ φόβητρον τῶν κυρίων δικαστῶν, καὶ ὡς Ταμερλᾶνος νὰ ἁρπάζω αὐτοὺς ἀπὸ τὸ ὠτίον, ὡς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ ἐξ Ὕδρας ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ τοὺς ἐκσφενδονίζω εἰς τὰς ἐσχατιὰς ἢ τὰ ὀρεινότερα μέρη τῆς Ἑλλάδος διὰ λόγους ἐμπαθείας φατριαστικῆς, ἢ ἄλλους, τοὺς ὁποίους γνωρίζει καλῶς ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν γνωρίζω, οὐδ’ ἐξέμαθον, οὐδὲ θὰ δεχθῶ νὰ μὲ διδάξῃ τούτους ὁ καλοκάγαθος τῆς Λεβαδείας αὐτεπάγγελτος διδάσκαλος. Ἐγὼ τοῦτο μόνον εἶπον, ὅτι κρίνω καλὸν καὶ δίκαιον καὶ συμφέρον τῇ ὑπηρεσίᾳ, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα, νὰ ἐρωτῶνται οἱ δικασταὶ, ἐὰν ἔχωσιν ἀντίρρησιν νὰ μεταβῶσιν εἰς ὡρισμένον τόπον καὶ ὡρισμένα δικαστήρια. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι προεκάλεσα διάταγμα μεταθέσεως δικαστοῦ ἀπὸ δικαστηρίου εἰς δικαστήριον, καὶ ἀμέσως ἠναγκάσθην ν’ ἀνακαλέσω αὐτὸ, διότι ὁ δικαστὴς μοὶ ἔγραψεν ἐπιστολὴν, ἐν τῇ ὁποίᾳ μοὶ ἐξέθετεν, ὡς ἄνθρωπος πλέον καὶ ὡς πατὴρ, ὅτι ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ἀπολέσῃ δύο τέκνα, αὐτὸς δὲ καὶ ἡ σύζυγός του καὶ ἡ οἰκογένειά του ἐθεώρουν τὸν τόπον ἐκεῖνον ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἀπαίσιον. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην καὶ ἀνακινήσῃ ἀναμνήσεις πενθίμους, λυπηράς. Ὡς ἄνθρωπος δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ εἰσακούσω τῆς φωνῆς τοῦ εὐλόγως ἀλγοῦντος ἀνθρώπου, τοῦ πατρὸς, τοῦ οἰκογενειάρχου, καὶ ὑπέβαλον ἔκθεσιν πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ εἰλικρινῶς ἐξέθεσα τὰ τοῦ πράγματος, καὶ οὕτως αὐθωρεὶ ἀνεκλήθη ἡ μετάθεσις ἐκείνη. Τὸ αὐτὸ ἔπραξα καὶ δι’ ἄλλον δικαστὴν, καὶ δι’ Εἰσαγγελέα, ὃν εἶχον μεταθέσει λόγῳ τιμωρίας διοικητικῆς, ἕνεκα παραπτώματός τινος. Αὐτὸ ὀφείλει πᾶς Ὑπουργὸς νὰ πράττῃ, ὅταν ᾖναι ἄνθρωπος καὶ δὲν ἔχῃ ἄλλους λόγους καὶ ἄλλους σκοποὺς, ἵνα πιέζῃ καὶ ἐκφοβίζῃ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. (Εὖγε! εὖγε!).
§43ΕΥΣΤ. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὴν 16 παρελθόντος Μαΐου ὑπέβαλον πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν γραπτὴν ἐπερώτησιν, δι’ ἧς παρεκάλουν αὐτὸν «νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὑπάρχωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν Δασαρχείων κατὰ δασαρχῶν· τίνες οἱ καταγγελθέντες δασάρχαι, ὀνομαστὶ, καὶ διὰ ποίας πράξεις κατηγγέλθησαν καὶ ἀπηλλάγησαν τῶν δασονομικῶν καθηκόντων· ἐὰν συνεκροτήθησαν δι’ αὐτοὺς Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, καὶ τί ἀπεφάνθησαν· ἢ, ἂν δὲν παρεπέμφθησαν οὗτοι εἰς Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, ἐὰν αἱ κατ’ αὐτῶν ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν ἐστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα σταλῶσι πρὸς τοὺς κατὰ τόπους Εἰσαγγελεῖς, ἔνθα ἐξετελέσθησαν αἱ πράξεις, ἢ ἐστάλησαν ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τοὺς ἁρμοδίους Εἰσαγγελεῖς, καὶ εἰς τίνας.» Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ὑπέβαλον ἔκτοτε, ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν εὐηρεστήθη οὔτε ν’ ἀπαντήσῃ, οὔτε νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις ταύτας, ἐὰν ὑπάρχωσι. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦται ἐκθέσεις, νὰ τὰς καταθέσῃ, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι, νὰ τὸ δηλώσῃ· διότι ἐκ τῶν ἐφημερίδων ἔμαθον, ὅτι ὑπάρχουσι, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὴν φροντίδα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ αὐτάς.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐν τῇ ἐπερωτήσει ὑπάρχει σύγχυσις τοῦ στρατιωτικοῦ χαρακτῆρος τῶν ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ὡς δασάρχαι, καὶ τῶν λοιπῶν ἀξιωματικῶν, ἤτοι τῆς δασικῆς καὶ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Αἱ παραβάσεις κατὰ τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀξιωματικῶν δὲν εἶναι ἀφορμὴ, ἵνα παραπέμπωνται οὗτοι ἐνώπιον Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, ὅπως ἐξετασθῇ παρ’ αὐτῶν, ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι ἄξιοι νὰ φέρωσι τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀλλ’ αἱ μεταθέσεις τῶν δασαρχῶν καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν γίνονται μετὰ γνωμοδότησιν καὶ πρότασιν τοῦ Δασικοῦ Συμβουλίου. Ἐν τούτοις ἐγὼ θέλω ἐξετάσει καὶ ἀνεύρει ποῖαι ἐκθέσεις ὑπάρχουσι, καὶ θέλω καταθέσει αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν.
§45Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσε χθὲς, ὅτι σήμερον ἢ αὔριον θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, τροποποιοῦν τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Πρὸ πολλοῦ χρόνου, καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς ἦτο Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὅτε ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶχον ζητήσει νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφα, σχετιζόμενα μὲ τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ τὰς ἐτησίας ἐπιθεωρήσεις τοῦ στρατεύματος. Μοὶ ἐδηλώθη καὶ παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ προσωρινῶς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατατεθῶσι, διὰ λόγους ὑπηρεσιακούς. Ἐζήτησα ὅμως, νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἀτομικαὶ ἐκθέσεις, αἱ ἐκθέσεις τῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ 1901 καὶ 1902, αἱ ἀφορῶσαι ἐμὲ, προκειμένου νὰ συζητηθῇ βεβαίως ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ὑποβάλῃ νέον νομοσχέδιον, θὰ τὸ ὑποβάλῃ βεβαίως μὲ τὸν σκοπὸν νὰ συζητηθῇ, διότι πέπεισμαι, ὅτι δὲν θὰ ὑποβληθῇ μὲ τὸν σκοπὸν νὰ παραπεμφθῇ, ὡς τὰ νομοσχέδια τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλένδας. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἀφοῦ ἤδη μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν πρώτων νομοσχεδίων ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ συζήτησις αὐτῶν, βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλῃ νῦν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἢ τοὐλάχιστον νὰ παραδώσῃ αὐτὴν εἰς ἐμὲ, ὅστις εἶμαι ὁ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενος, διότι δὲν ἐπιθυμῶ οὔτε τὴν Βουλὴν ἐν τῷ μέλλοντι ν’ ἀπασχολήσω, οὔτε τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐνοχλῶ, καθόσον φρονῶ, ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα προσωπικῶς ἐμέ. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δασῶν, ἢ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀνωτέρου οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας προέβη εἰς τὴν ὁριστικὴν μετάθεσιν τοῦ δασάρχου Βάλτου, περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ μηνὸς περίπου ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ. Τὸν δασάρχην ἐκεῖνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἀνακαλέσει προσωρινῶς, παρὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, καὶ ἄφησε τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου ἄνευ ἀντικαταστάτου. Ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει μου ὅμως εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ διατάξῃ ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς νὰ μεταβῇ βραδύτερον, ἵνα ἀναπληρώσῃ τὸν ἀνακληθέντα δασάρχην· ἀλλὰ πρὶν ἢ μεταβῇ ἐκεῖνος εἶχε πάλιν τὴν καλωσύνην νὰ διατάξῃ τὸν δασάρχην Βάλτου νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θέσιν του. Μόλις ὅμως ἐπανῆλθεν οὗτος εἰς τὴν θέσιν του, ὁ κ. Ὑπουργὸς προὐκάλεσε γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τοῦ προβλεπομένου ὑπὸ τοῦ νόμου, καὶ μετέθεσε πάλιν αὐτόν. Παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν, διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἐγώ, ὅτι λόγοι ὑπηρεσιακοὶ προὐκάλεσεν τὴν μετάθεσιν ταύτην. Δὲν ἐνδιαφέρομαι ποσῶς τίς ἀξιωματικὸς θὰ ἦναι δασάρχης εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν μετάθεσιν ταύτην νὰ μὴ τὴν ἀνακαλέσῃ· ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ διατάξῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου ὡς δασάρχης ὁ καλλίτερος καὶ αὐστηρότερος τῶν ἀξιωματικῶν, διότι ἔχει καθῆκον νὰ περιφρουρήσῃ τὰ δικαιώματα τῆς ἐπαρχίας μου καὶ προστατεύσῃ τὰ δάση, τὰ ὁποῖα ἐκμεταλλεύονται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προσέρχονται ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ζητοῦσι τοιαύτας ἐκνόμους πράξεις. Ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν διαταχθῇ νὰ μεταβῇ ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς ὡς δασάρχης ὁ δικαιότερος καὶ αὐστηρότερος, ἵνα προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας μου, δηλῶ ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ παρακωλύσω πᾶσαν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως ὁπωσδήποτε.
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ....
§47Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Σεῖς, κύριε συνάδελφε, ὅ, τι λέγετε τὸ λέγετε βεβαίως διότι ἔχετε καθῆκον νὰ ὑπερασπισθῆτε τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματός σας. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τοῦτον σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ περισσότερον ἴσως καὶ ἀπὸ ὑμᾶς. Ἐγὼ δὲν ζητῶ ῥουσφέτια, οὔτε τὴν ὑποστήριξιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· ζητῶ τὴν ὑποστήριξιν τῶν συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας μου καὶ τοῦ Δημοσίου. Τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἔχει καὶ τὸ ἁρμόδιον προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ὅμως ἀπέκρουσε ταύτην. Ἐλπίζω δὲ καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ μοὶ δοθῇ τοῦ λοιποῦ ἀφορμή, ἵνα ἐνοχλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν Βουλήν.
§48Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἕξ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡμερῶν ὑπεβλήθησαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς δύο νομοσχέδια περὶ μεταβολῶν ἐν τῷ τελωνειακῷ δασμολογίῳ. Ὅπως συζητήσω ἐπ’ αὐτῶν, ἔχω ἀνάγκην πληροφοριῶν τινων, τὰς ὁποίας ἀνέγραψα εἰς τὸ σημείωμα τοῦτο, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσκομίσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας. Καταθέτω τὸ σημείωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Δαμηλάτης, Σπ. Δεληγιάννης καὶ Π. Μερλόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 6). Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Βοζίκης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀριθμητικὴν κατάστασιν τῶν λαβουσῶν χώραν ἀνθρωποκτονιῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1890 μέχρι σήμερον, κατὰ μῆνα, εἰ δυνατόν, ἄλλως κατ’ ἔτος. Ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ δημοτικοῦ φόρου τοῦ δήμου Θορικίων καταγγέλλει ὅτι ὁ ἀστυνόμος παρεμβάλλει αὐτῷ πλεῖστα ἐμπόδια εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου.
§50Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἀνεκοινώσατε, εἶμαι ἀποδέκτης καὶ ἐγὼ, καὶ παρακαλοῦμαι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ζητήσω τὰ δίκαια τῶν συμπολιτῶν μας, οἱ ὁποῖοι πιέζονται ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου Θορικίων. Ἐγὼ ὅμως φέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐνασκῶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Καθ’ ἣν ἐποχὴν συζητεῖται ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ ζητεῖται ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ, αἱ παρανομίαι τοῦ ἀστυνόμου Θορικίων δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ θεσμοῦ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἀναγνωρίζων τὴν ὀρθότητα καὶ σοβαρότητα τοῦ ἐπιχειρήματος προβῇ αὐστηρῶς κατὰ τοῦ ἀστυνόμου. Ποία εἶναι ἡ πρᾶξις, ἀγνοῶ· βεβαίως ὅμως, ἵνα ἔλθῃ τὸ ζήτημα μέχρι τῆς Βουλῆς, σημαίνει ὅτι πρόκειται περὶ ἐκνόμου πράξεως. Οἱ πιεζόμενοι πολῖται ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ παραπονῶνται, περισσότερον δὲ αὐτῶν ὁ ὑποκαθιστῶν τὸ Δημόσιον, ὅστις εἶναι ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου. Γνωρίζω τὴν δυσμενῆ στάσιν τοῦ ἀστυνόμου κατὰ τοῦ τηλεγραφοῦντος φίλου μου. Πρό τινων ἡμερῶν ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐγένετο ἐν Κερατέᾳ ἀπόπειρα ἐμπρησμοῦ διὰ φυσιγγίου δυναμίτιδος ἐναντίον τοῦ ἰδίου.
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς ὀνομάζεται;
§52Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρεται ἐν τῷ τηλεγραφήματι... Κατηγγέλθη καταλλήλως ἡ πρᾶξις εἰς τὸν ἀστυνόμον, καὶ τὸν μόνον μάρτυρα, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐξετελέσθη ἡ πρᾶξις, ἤτοι τὴν 3ην πρωϊνὴν ὥραν, ἦτο αὐτόπτης καὶ ἐβεβαίου τὴν πρᾶξιν, τὸν Γεώργιον Παπαναστασίου, τί νομίζετε ὅτι τὸν ἔκαμεν ὁ ἀστυνόμος; Τὸν συνέλαβε καὶ παρανόμως τὸν κατεκράτησεν. Ὑπεβλήθη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν καταγγελία περὶ τούτου, ἀλλ’ ἀκόμη εἰς οὐδεμίαν ἐνέργειαν προέβη ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐπ’ αὐτῆς, καὶ εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμὴς ἡ καταγγελία. Ἐφιστῶ λοιπὸν τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἰδίως ἐπὶ τῶν καταγγελλομένων διὰ τοῦ εἰς χεῖρας ἡμῶν τηλεγραφήματος, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ περιστείλῃ τὸν παρανομοῦντα ἀστυνόμον, συγχρόνως δὲ νὰ ἀπομακρύνῃ αὐτὸν ἐκεῖθεν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου. Τὸ τμῆμα τὸ ἐξελέγξαν τὴν ἐκλογὴν διὰ τῆς ἐκθέσεώς του προτείνει τὸ ἔγκυρον αὐτῆς, καθ’ ἧς οὐδεμία ἔνστασις ὑπεβλήθη, καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμου βουλευτοῦ τοῦ κ. Λεωνίδα Λαπαθιώτου. Ζητεῖ τις τὸν λόγον; Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Τυρνάβου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς κύριος Λαπαθιώτης ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιος! ἄξιος!
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ ἀναγνωρίζει ὡς νόμιμον βουλευτὴν τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου τὸν κύριον Λεωνίδαν Λαπαθιώτην. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ΒΨΞΗʹ περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας νόμου τῆς 1 Ἰουνίου 1900.» Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§56Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§58ΓΕΡΑΚΗΣ. Μίαν παράκλησιν θὰ ὑποβάλω καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν· ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 23 νομοσχέδιον... (διακοπαί). Σᾶς παρακαλῶ. Δὲν ἔχει καμμίαν συζήτησιν. Μία ἀνάγνωσις ἁπλῆ θὰ γείνῃ· οὐδεμία ἀντίρρησις, πιστεύω, θὰ ὑπάρξῃ. Τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μας παραβλάπτονται καθ’ ἡμέραν. Ἀπὸ δύο ἤδη ἐτῶν δὲν ὑπάρχουσιν ὑποθηκοφυλακεῖα οὔτε εἰς τὸν δῆμον Σαμαίων, οὔτε εἰς τὸν δῆμον Φαλάρων, ὡς ἐπίσης καὶ εἰς πολοὺς δήμους τῆς Θεσσαλίας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ πολέμου. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ψηφισθῇ τέλος πάντων αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ μάλιστα οὐδεμία ἀντίρρησις θὰ προβληθῇ. Εἶναι ὑπηρεσιακόν.
§59ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ γείνῃ κακὴ ἀρχὴ, κύριε συνάδελφε.
§60ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐὰν ἐζητοῦμεν νὰ προταχθῇ προσωπικὸν νομοσχέδιον, θὰ εἴχετε δίκαιον.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως.
§62ΓΕΡΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας θὰ συνηγορήσωσι.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως δύνασθε νὰ ζητήσητε νὰ προταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
§64Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§65ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διακόψωμεν κύριε Πρόεδρε.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνήθως διακόπτομεν εἰς τὰς 8½. Τώρα εἶναι 8. Ἐὰν θέλετε, λάβετε τὸν λόγον ἐπὶ ¼ τῆς ὥρας, διότι πάντως θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 10.
§67ΣΤΑΗΣ. Νὰ ἔλθωμεν ἐνωρίτερον.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔλθωμεν 5, 6 ἢ 10 Βουλευταὶ, καὶ θὰ περιμένωμεν. Χθὲς ἐπεριμένομεν μέχρι τῆς ἑνδεκάτης.
§69ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ἡμεῖς ἐρχόμεθα, κύριε Πρόεδρε.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ χρησιμοποιήσωμεν ἓν τέταρον τῆς ὥρας, καθόσον ὁ κ. Βουλευτὴς στέργει νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§71ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καλλίτερον νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε, διὰ ν’ ἀρχίσω ἔπειτα, διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐπείγονται ν’ ἀναχωρήσωσι διὰ τὸ δεῖπνον.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς 9½. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.
§74Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον τίθεται ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν, ἀφορᾷ εἰς μεταρρύθμισιν διατάξεών τινων τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας· εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου τοσαῦται καὶ τοιαῦται ἐπῆλθον μεταρρυθμίσεις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν τηλεγραφικὴν καὶ ταχυδρομικὴν, ὥστε παρεσχέθη ἡμῖν ἡ εὐκαιρία ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ νὰ βεβαιωθῶμεν, ὅτι καὶ ἐν Ἑλλάδι ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ ὑπηρεσία ἁμιλλωμένη πρὸς τὰς τελειοτέρας ὑπηρεσίας τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι ἡ ταχύτης περὶ τὴν ἀποστολὴν τῆς ἀλληλογραφίας, ἁμιλλωμένη πρὸς τὴν ταχύτητα περὶ τὴν διανομὴν αὐτῆς, ἀποτελεῖ τὸν κυριώτερον προορισμὸν τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Εἰς τὸν προορισμὸν δὲ τοῦτον πληρέστατα ἀνταπεκρίθη ὁ ἰσχύων ὀργανισμὸς τῶν ὑπηρεσιῶν, διότι ἥ τε ταχυδρομικὴ καὶ ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου ὀργανισμοῦ ἐξήχθησαν εἰς σημεῖον, ὅπερ δικαιολογεῖ πάντας ἡμᾶς νὰ καυχώμεθα, ὅσοι μάλιστα μετέσχομεν εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ψήφισιν τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου. Ἀλλὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετήματι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον, ὡς ἀνομολογεῖ, ἐδανείσθη ἐκ νομοθετήματος ὑποβληθέντος κατὰ τὸ 1890, ἤτοι πρὸ 13 ὁλοκλήρων ἐτῶν, ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως, τῆς προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ καὶ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως ἐπαναφέρει ἡμᾶς οὐ μόνον δεκαετίαν πρὸς τὰ ὀπίσω, ἀλλὰ αἰῶνα ὁλόκληρον, διότι καὶ τότε, καθ’ ὃν χρόνον εἶχεν ὑποβληθῆ τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο, ἡ Ἑλλὰς διετέλει, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, εἰς θέσιν πολλῷ χείρονα ὅλων τῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης, καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν Ἀνατολικῶν Κρατῶν. Καλούμεθα λοιπὸν σήμερον, μετὰ τοσαύτην καὶ τοιαύτην ἀναμφισβήτητον καὶ πανθομολογουμένην πρόοδον, ἧς τὰ ἀγαθὰ ἀπηλαύσαμεν ἐπὶ διετίαν καὶ ἐξακολουθοῦμεν ν’ ἀπολαμβάνωμεν, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς καθεστώς, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπομακρύνει δεκαετηρίδας ὁλοκλήρους τοῦ καθεστῶτος τοῦ κρατοῦντος σήμερον παρ’ ἅπασι τοῖς πεπολιτισμένοις Εὐρωπαϊκοῖς Κράτεσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν συνοδεύει τὸ νομοθέτημα τοῦτο διὰ μακρᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω ὑπόληψιν καὶ αἰσθάνομαι ἐκτίμησιν εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύσω, ὅτι τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι ἀπόρροια ἰδίας αὐτοῦ μελέτης καὶ σκέψεως, οὐδὲ κἂν ἀπόρροια ἐργασίας ὑπηρεσιακῆς, διότι θεωρῶ ὅτι ἀδύνατον εἶναι νὰ προέλθῃ ἐξ ἀνθρώπων ποιούντων τὴν ὑπηρεσίαν τοιοῦτο νομοθέτημα. Πείθομαι λοιπὸν, ὅτι καὶ τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἐγένετο καθ’ ὃν τρόπον δυστυχῶς ἐγένοντο πάντα τὰ νομοθετήματα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐσπευσμένως, εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἄνευ μελέτης καὶ ἐρεύνης τῆς προσηκούσης, ἵνα ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς τὸν σκοπὸν, ὅπως παρασταθῇ δῆθεν, ὅτι καὶ ἐν τῷ νομοθετήματι τούτῳ ἐπιζητοῦνται οἰκονομίαι, ἀπαραλλάκτως ὡς ἐθεωρήθη ὅτι ἐπεζητήθησαν τοιαῦται καὶ διὰ τῶν ἄλλων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο κυρίως, ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ἴδωμεν, ἂν πράγματι ἐπιζητοῦνται οἰκονομίαι, ἂν ἐπιτυγχάνωνται τοιαῦται, ἢ ἂν ὑπὸ τὸν τύπον δῆθεν τῶν οἰκονομιῶν καταφέρεται καίριον τραῦμα κατὰ τῆς ὑπηρεσίας, μειουμένου τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ προσωπικοῦ αὐτῆς, ἥτις ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον τοῦτον θέλει κατασταθῆ ἀνίκανος νὰ ἐξακολουθήσῃ λειτουργοῦσα καθ’ ὃν τρόπον λειτουργεῖ σήμερον. Εἶναι ὡμολογημένον, Κύριοι, παρ’ ὅλων, ὅσοι κατέγειναν εἰς τὰ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, καὶ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐξ ἐνδιαφέροντος καὶ πόνου πρὸς αὐτὴν ἠσχολήθησαν καὶ ἐμελέτησαν τὰ κατ’ αὐτὴν, ὅτι μὲ ὅλην τὴν τελειότητα, εἰς ἣν προήχθη ἡ ὑπηρεσία διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος, πολὺ ἀφίσταται νὰ ἦναι ὁποία ἐπιθυμεῖ τις. Εἶναι λίαν δεδικαιολογημένη ἡ ἀξίωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως ἀπέναντι τῆς ὑπ’ αὐτοῦ καταβολῆς τῶν βαρῶν ὑπὲρ τοῦ Κράτους ἀπολαμβάνῃ τὴν πνευματικὴν συγκοινωνίαν, τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ἀνταπόκρισιν, χάριν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ἀφοῦ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐλευθέρου βίου, καίτοι βαρεῖς ἀποτίων φόρους, οὐδαμῶς ἀπελάμβανε συγκοινωνίας πνευματικῆς, τὴν ὁποίαν ἐδικαιοῦτο νὰ ἀξιώσῃ. Καὶ ἀληθῶς κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους τὰ τῆς διανομῆς καὶ μεταφορᾶς τῆς ἀλληλογραφίας ἐκανονίσθησαν οὕτως, ὥστε ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἐν Ἀθήναις καὶ εἰς ἄλλας πόλεις τῆς Ἑλλάδος νὰ γίνεται ἡ διανομὴ τῶν ἐπιστολῶν. Τὰ τῆς ἐξωτερικῆς ἀλληλογραφίας ἐκανονίσθησαν οὕτως, ὥστε ἅμα τῇ ἀφίξει τοῦ σιδηροδρόμου ἡ διανομὴ νὰ γίνεται ἀμέσως, συντομευομένης οὕτω τῆς μετὰ τῆς Εὐρώπης ἀνταποκρίσεως κατὰ μίαν ἡμέραν. Ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθωθῶσι πάντα ταῦτα ἀπαιτοῦνται καὶ χεῖρες, οὐδὲ δύνανται νὰ γείνωσιν ἄνευ χειρῶν, ἐντεῦθεν δὲ παρεστάθη ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ. Ἐν τῇ μερίμνῃ δὲ τῶν συνταξάντων τὸν ἰσχύοντα νόμον περιελήφθη ἡ μελέτη τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ καθίστατο δυνατὸν, ὅπως τὰ ἔσοδα τὰ ἔκ τε τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας αὐξηθῶσιν οὕτως, ὥστε νὰ καλύψωσι τὰς ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ δαπάνας, οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀφίνωσι πραγματικὸν καὶ σπουδαῖον περίσσευμα. Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι εἰς ὅλα τὰ Κράτη θεωρεῖται εὐτύχημα, ἂν κατορθοῦται, ὥστε τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας νὰ ἐξισῶνται; Εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν τὸ Δημόσιον δαπανᾷ ὑπὲρ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων μέγα ποσὸν, διότι ἐκεῖ δὲν ἀπεκδέχονται ὑλικὰ ὠφέλη ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, ἀλλ’ ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς πνευματικῆς συγκοινωνίας, ἥτις εἶναι ἡ κυριωτέρα ἀπόδειξις τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ παντὸς Κράτους. Παρ’ ἡμῖν, θὰ σᾶς φανῆ παράδοξον, Κύριοι, ἂν μάθητε, ὅτι ἡ τηλεγραφικὴ καὶ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, ἀφίνει περίσσευμα 1,127,939 δραχ. ἀπέναντι δαπάνης 3,393,360, καὶ τὸ περίσσευμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν ὁλόκληρον νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, κρατεῖ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἵνα πληρώσῃ ἄλλας ἀνάγκας. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι τὸ περίσσευμα τοῦτο προέρχεται ἐκ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις προβλέπει; Προέρχεται ἐκ τῆς καταπληκτικῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τῆς ὑπηρεσίας ταύτης· διότι, ὡς θέλω ἀποδείξει ἀμέσως, αἱ δῆθεν οἰκονομίαι τῆς Κυβερνήσεως περιορίζονται εἰς τὴν ἀποκοπὴν τοῦ γλίσχρου μισθοῦ τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ποσοστῶν, ποσοῦ μὴ ὑπερβαίνοντος τὰς 200,000· διότι, ἐνῷ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναγράφει ὅτι ἐπέτυχεν οἰκονομίας 580,000 δραχμῶν, αἱ δῆθεν οἰκονομίαι του μόλις ἀνέρχονται εἰς τὰς διακοσίας χιλιάδας, τὰς ὁποίας, ὡς ἐρρήθη, ἀποκόπτει ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν δυστυχῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων. Λέγω δὲ μετὰ πεποιθήσεως πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχωσιν ὑπάλληλοι δικαιούμενοι νὰ παραπονῶνται κατὰ τῆς ἀστοργίας τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι οἱ ὑπάλληλοι τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, οἵτινες παρέχουσι τοιαύτην ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος, ὥστε ἐδικαιοῦντο ὅλης τῆς μερίμνης καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. Μήπως ἔχουσιν ἐνώπιον αὐτῶν στάδιον προαγωγῆς τοιοῦτον, ὥστε νὰ προσδοκῶσι ταχεῖαν τὴν ἐκ τῆς προαγωγῆς βελτίωσιν; Εἰσέρχονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα παραμείνωσι μακρὰν σειρὰν ἐτῶν μὲ μισθὸν 90 δραχμῶν, καὶ δὲν ἔχουσιν ἄλλην ἐλπίδα ἢ ν’ ἀναμείνωσιν, ὅπως φθάσωσι τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως, διὰ νὰ λάβωσιν εἰς τὸ γῆρας αὑτῶν 240 δραχμὰς, ἐργαζόμενοι ὡς χειρώνακτες ἡμέραν καὶ νύκτα, καταστρέφοντες τὴν ὑγείαν των. Οὕτω πῶς δὲ μισθοδοτοῦντες αὐτοὺς, ἀπαιτοῦμεν παρ’ αὐτῶν προσόντα, τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦσιν αὐτοὺς νὰ ἀξιῶσιν, ἂν μή τι ἄλλο, νὰ παρέχωνται τοὐλάχιστον εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα, ὅπως ζήσωσιν ἀνθρωπίνως. Εἰσερχόμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μὲ μισθὸν 90 δραχμῶν μηνιαίως, παραμένουσιν ἐν τῷ βαθμῷ τούτῳ ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα, καὶ ὅταν ἀκόμη κατασταθῶσιν οἰκογενειάρχαι, — διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀξιώσωμεν παρ’ αὐτῶν, ὅπως ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν κουρὰν τῶν Μοναχῶν. — Φαντασθῆτε, ἂν ἦναι δυνατὸν ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς δαπάνας. Διὰ τοῦτο ὁ ὑφιστάμενος νόμος παρέσχεν αὐτοῖς τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος θέλουσιν ἀπολαύσει αὔξησίν τινα, ὑπεκκαίων οὕτω τὸν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν ζῆλον αὐτῶν. Οὕτω δ’ ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἔρχεται ἤδη ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου ν’ ἀποκόψῃ αὐτὴν τὴν αὔξησιν καὶ διὰ τοὺς τηλεγραφικοὺς βοηθοὺς αʹ καὶ βʹ τάξεως, ἐνῷ ὁ νόμος, ὅπως εἰσαγάγῃ αὐτοὺς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀξιοῖ νὰ ὦσι τελειόφοιτοι τοῦ Γυμνασίου, νὰ γνωρίζωσι τὴν Γαλλικὴν, νὰ ἦναι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένοι καὶ νὰ διάγωσιν ἀξιοπρεπῶς καὶ ἀπέναντι ὅλων τούτων παρέχει αὐτοῖς τὸ Κράτος 90 δραχμὰς κατὰ μῆνα! Κύριοι, αὐτὸ δὲν εἶναι δικαιοσύνη, καὶ ἀπορῶ, πῶς εὑρίσκονται ὑπάλληλοι ὑφιστάμενοι τοιαύτην κατάπτωσιν, ὥστε νὰ προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἐγείρωσι παράπονον, καίτοι ἀναλαμβάνουσι βάρη, ἅτινα γηράσκουσιν αὐτοὺς προώρως ἐν τῇ στερήσει καὶ τῇ ἐκ ταύτης προερχομένῃ ἀπογοητεύσει. Γνωρίζω τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους ὑπηρετήσαντας μετὰ πραγματικῆς αὐτοθυσίας, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, οἵτινες, καθήμενοι εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἐπελθόντων τῶν σεισμῶν, καὶ ἔχοντες τὴν χεῖρα εἰς τὸ χειριστήριον ἐπὶ τρία ἡμερονύκτια, δὲν ἔκλιναν τὴν κεφαλὴν, οὐδ’ ἐκοιμήθησαν, ὅπως κρατῶσιν ἐνήμερον τῶν συμβαινόντων τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι μοὶ ἐζήτουν συνδρομὴν καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων, ἵνα τοὺς ἀναπληρώσουν, καὶ ἐγὼ, μὴ ἔχων ἐπαρκὲς προσωπικὸν, ἠναγκάσθην νὰ κλείσω ἄλλα τηλεγραφεῖα, ἵνα κατορθώσω νὰ συντρέξω τὴν ὑπηρεσίαν τῶν μερῶν ἐκείνων· διότι πάντοτε τὸ προσωπικὸν τῶν τηλεγραφείων ὑπῆρξεν ὀλίγον. Ἐνῷ δὲ ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία ἔκτοτε ηὔξησεν, ἕνεκα τῆς καταπληκτικῆς αὐξήσεως τῶν γραφείων, ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπιζητεῖ ἐλάττωσιν τούτου· ἀλλ’ ἐνῷ πράττει τοῦτο, ἀντιθέτως προβαίνει εἰς τὴν δημιουργίαν νέων γραφείων. Ἐγὼ δὲν κακίζω διὰ τὴν σύστασιν νέων γραφείων τὴν Κυβέρνησιν· τοὐναντίον ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν εἰς πᾶσαν γωνίαν τῆς Ἑλλάδος νὰ ὑπῆρχεν ἓν τηλεγραφεῖον καὶ ταχυδρομεῖον, καὶ οὐδεὶς, πιστεύω, ὑπάρχει, ὁ μὴ ἀναγνωρίζων τὴν ἀνάγκην ταύτην· καὶ ἂν ἓν μόνον τηλεγράφημα ἢ μία ἐπιστολὴ ἐστέλλετο ἅπαξ τοῦ ἔτους ἔκ τινος χωρίου, ἐγὼ ἤθελον ἐγκρίνει τὴν σύστασιν, διότι πρὸς τοῦτο οἱ πολῖται καταβάλλουσι τοὺς φόρους των. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς σύστασιν νέων γραφείων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίζῃ τὸ προσωπικόν; Πῶς θὰ λειτουργήσωσι τὰ γραφεῖα ταῦτα ἄνευ προσωπικοῦ; Ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, πόσα νομίζετε ὅτι συνεστήθησαν ταχυδρομεῖα καὶ τηλεγραφεῖα; Εὕρισκε πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὑπῆρχε πολυτέλεια εἰς τὸ προσωπικὸν, καὶ ἀνήγγειλεν ὅτι θέλει τὸ περιορίσει καὶ ὅτι θέλει εἰσαγάγει τὸ νομοθέτημα, ὅπερ εἰσήγαγεν, ἵνα καταργήσῃ τὰς θέσεις· πᾶς τις δ’ ἐπερίμενεν, ὅτι ὑπὸ τοιούτων σκέψεων κατεχομένη ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἤθελε προβῆ εἰς τὴν δημιουργίαν νέων γραφείων· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐντὸς τοῦ ὀλιγομήνου διαστήματος, καθ’ ὃ κατέχει τὴν ἐξουσίαν, συνέστησε 32 ταχυδρομικὰ γραφεῖα, 12 τηλεγραφικὰ γραφεῖα καὶ τηλεφωνεῖα, ἐξ ὧν τινα σήμερον δὲν λειτουργοῦσιν ἐξ ἐλλείψεως προσωπικοῦ. Καὶ ὅμως, ἐνῷ τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις, ζητεῖται ἡ ἐλάττωσις τοῦ προσωπικοῦ. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ τηλεγραφικὴ καὶ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία ἄφινεν ἔλλειμμα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως ἐναντίον τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλομεν ἴδει, ὅτι 1,127.939 δραχμὰς ἀφίνει περίσσευμα. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ παρακολουθήσῃ εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, διότι προκειμένου περὶ ἀριθμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ πλάνη. Ἀναγράφει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς ἔξοδα 3,393,461 δραχμὰς ἀπέναντι ἐξόδων τοῦ 1902 ἐκ δραχμῶν 3,973,517, ἰσχυρίζεται δὲ, ὅτι ἔχει οἰκονομίαν ἐκ τῆς ἀναγραφῆς τῶν ἐξόδων δρ. 533,564, ἀφαιρουμένων 45,500, αἱ ὁποῖαι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι συνεπείᾳ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Λαμβάνω τοὺς ἀριθμοὺς ὡς παγίους, τουτέστιν ὡς δυναμένους νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1903· διότι, ἐὰν ἐξετάσω τὰ πράγματι συμβάντα μέχρι σήμερον, τὸ ποσὸν τοῦτο τοῦ πλεονάσματος ἤθελε μειωθῆ εἰς τὸ ἥμισυ, διότι μέχρι σήμερον λειτουργεῖ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1902. Ἀλλὰ δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ καταφύγω εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, διότι δὲν θὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον ἐν σχέσει πρὸς μόνον τὸ ἔτος τοῦτο· λαμβάνω ὡς δεδομένον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφίζεται καὶ θέλει ἰσχύει καὶ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ὅτι θέλουσι πληρωθῆ ὅλοι οἱ πόθοι τῆς Κυβερνήσεως καὶ θέλει ἀποδοθῆ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἔχομεν λοιπὸν διαφορὰν ἐξόδων ἀπὸ τῶν ἐξόδων τοῦ 1902 δραχμῶν 530,000. Νομίζετε ὅμως, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο προέρχεται ἐξ οἰκονομιῶν πραγματικῶν; Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι διάφορα κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα δὲν θ’ ἀνεγράφοντο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, καὶ ἂν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 συνετάσσετο παρ’ ἄλλης Κυβερνήσεως. Δὲν θ’ ἀνεγράφοντο, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἀφορῶσιν εἰς δαπάνας ἐφ’ ἅπαξ γενομένας καὶ μὴ ἐπαναλαμβανομένας κατ’ ἔτος. Καὶ δὴ πρέπει ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ν’ ἀφαιρεθῶσι δραχμαὶ 48,050 διὰ τὴν γενομένην ἐγκατάστασιν εἰς τὸ νέον οἴκημα, διὰ τὰ νέα ἔπιπλα, διὰ τὸν φωτισμὸν καὶ καθεξῆς. Κατ’ ἔτος δὲν θὰ ἑτοιμάζωμεν ἓν νέον κατάστημα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπιβαρυνώμεθα διὰ δαπανῶν ἐγκαταστάσεως καὶ ἐπιπλώσεως τοιούτου καταστήματος· ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει ἀναγκαίως ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῆς διαφορᾶς. Πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἐπίσης ποσὸν δραχμῶν 6,000 διὰ τὴν ἐπίπλωσιν τοῦ ἐν Πειραιεῖ μεγάρου. Γνωρίζετε, ὅτι ἐν Πειραιεῖ ᾠκοδομήθη μέγαρον ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, καὶ ἐγένετο ἀνάγκη νὰ ἐπιπλωθῇ· ἐδαπανήσαμεν λοιπὸν ἓν ποσὸν πρὸς τοῦτο κατὰ τὸ 1902, τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη δὲν θὰ γείνῃ ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθῇ κατὰ τὸ 1903. Πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ποσὸν 40,000 δραχμῶν διὰ πίνακας, χάρτην, βιβλία, γραμματοκιβώτια, τῶν ὁποίων δὲν θὰ γείνῃ προμήθεια κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο καὶ ἴσως ἐπὶ μακρὸν ἔτι χρόνον. Πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ κονδύλιον 45,500 δραχ. διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ τηλεφωνικοῦ μηχανήματος, διότι δὲν πρόκειται ν’ ἀγορασθῇ κατὰ τὸ ἔτος 1903 ἕτερον τοιοῦτον. Πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ποσὸν δραχμῶν 13,000, καὶ διὰ προμήθειαν τοιούτου ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ δαπάνας κατασκευῆς γραμμῶν δρ. 20,000, διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ κατασκευασθῶσιν ἐφέτος νέαι γραμμαὶ, δὲν δύναται ἡ ἀφαίρεσις τοῦ κονδυλίου αὐτοῦ νὰ λογισθῇ ὡς οἰκονομία. Πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν 137,810 δραχ. διὰ τὴν διαφορὰν τὴν νομισματικὴν τῶν εἰς χρυσὸν πληρωμῶν, διότι, ὡς γνωστὸν, αἱ πληρωμαὶ αὗται ἐγίνοντο μὲ ὑπολογισμὸν τοῦ φράγκου εἰς δρ. 1,60, ἐνῶ ἤδη λόγῳ τῆς καταθέσεως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τοῦ χρήματος τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Δεμερλῆ τὸ φράγκον ὑπολογίζεται εἰς 1,40. Τὸ ἄθροισμα τῶν κονδυλίων τούτων μᾶς δίδει ποσὸν δραχμῶν 310,360, αὐτὸ δὲ τὸ ποσὸν πρέπει ἀναγκαίως ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν δῆθεν οἰκονομιῶν, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις ἀναβιβάζει εἰς δραχ. 533,566. Ἀφαιρουμένων λοιπὸν ἐξ αὐτοῦ δραχμῶν 310,360, θὰ ἔχωμεν πραγματικὴν διαφορὰν τῶν ἐξόδων τοῦ 1903 πρὸς τὰ τοῦ 1902 μόνον δραχμῶν 223,206. Αὕτη εἶναι ἡ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλεται ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως, δηλ. διὰ τῆς καταστροφῆς τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας. Ἡ οἰκονομία δ’ αὕτη κατὰ τὰ 9/10 προέρχεται ἐκ τῆς ἀποκοπῆς τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων καὶ κατὰ τὸ ⅒ ἐκ τῆς ἀποκοπῆς τῶν ποσοστῶν, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς πολλοὺς ὑπαλλήλους τῆς ὑπηρεσίας τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς. Πρόκειται λοιπὸν περὶ οἰκονομίας 223,000 δραχμῶν, καὶ ταύτης γιγνομένης εἰς βάρος τῶν δυστυχῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων. Ὅπως κερδίσωμεν δὲ τὰς 223,000 ταύτας δραχμὰς, τὰς ὁποίας θέλομεν κερδίσει ἐφ’ ἅπαξ, καταστρέφομεν τὸν ἄριστα λειτουργοῦντα ὀργανισμὸν τῆς ὑπηρεσίας, ἐμπνέοντες τὴν ἀπογοήτευσιν εἰς τοὺς μόλις διὰ τῆς μικρᾶς ταύτης παροχῆς ἀνακύψαντας ὑπαλλήλους, καὶ καθιστῶντες αὐτοὺς ἀνικάνους, νὰ ἐργασθῶσι· διότι, ἐνῷ αὐξάνομεν τὰ βάρη αὐτῶν, ἐλαττοῦντες τὸ προσωπικὸν, μαραίνομεν ἀφ’ ἑτέρου τὸν ζῆλον αὐτῶν, καὶ ἀφαιροῦμεν τὴν στοργὴν καὶ τὸν ἔρωτα πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν. Καὶ ἐνῷ τοιαύτη ἐπιζητεῖται ἀδικαιολόγητος οἰκονομία διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ ἀναγκάζεται ν’ ἀνομολογήσῃ, ὅτι τὰ ἔσοδα τῆς τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας ηὔξησαν καταπληκτικῶς ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μεταρρυθμιζομένου ὀργανισμοῦ, ἀναγράφει δὲ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 αὔξησιν 400,000 δραχμῶν πλέον τῶν ἐσόδων τοῦ 1902, διότι κατὰ τὸ 1902 προϋπελογίσθησαν ἔσοδα δραχ. 4,108,300, ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τῶν ἐσόδων τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὸ 1902 ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα καταπληκτικὴν αὔξησιν ἀπέναντι τῶν προϋπολογισθέντων, διότι ὑπερέβη ταῦτα κατὰ 400,000 δραχμὰς, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἔτους 1903 ὑπὸ τοῦ διευθύνοντος τὰ ταχυδρομεῖα καὶ τηλεγραφεῖα, ἀνεγράφη ἔσοδον πλέον κατὰ 400,000 δραχμὰς, διότι ἀνεγράφη ἔσοδον 4,521,300. Τὸ ἔσοδον τοῦτο ἡ Κυβέρνησις τὸ καρποῦται, ἀλλὰ τὸ ἔσοδον τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ νῦν κρατοῦντος καὶ ἐφαρμοσθέντος νόμου, καὶ ἐν τῇ σημειώσει τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων πιστοποιεῖται, ὅτι τὸ ἔσοδον τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, διότι στηρίζεται εἰς τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα τοῦ προηγουμένου ἔτους 1902, ὡς δὲ γνωρίζετε, βεβαιωθέντα ἔσοδα τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων εἶναι τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα, διότι σὺν τῇ βεβαιώσει καὶ εἰσπράττονται τὰ ἔσοδα ταῦτα. Ἔχομεν λοιπὸν βεβαιωμένον, ὅτι κατὰ 1902 εἰσεπράχθησαν 4,521,300, ταῦτα δὲ τὰ ἔσοδα ἀναμφισβητήτως κατὰ τὸ 1903 θέλουσιν αὐξήσει κατὰ 400,000 δραχ., διότι ἡ αὔξησις βαίνει προϊοῦσα. Εἶναι καταφανὲς, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων κατέστησε τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην τόσον προσιτὴν καὶ τόσον εὐχάριστον πρὸς πάντας, ὥστε πάντες μετ’ εὐχαριστήσεως ἀποβλέπουσιν ἤδη πρὸς αὐτὴν, καὶ μετὰ πεποιθήσεως σπεύδουσι νὰ πυκνώσωσι τὴν ἀλληλογραφίαν αὑτῶν καὶ τὴν τηλεγραφικὴν ἀνταπόκρισιν. Ἐντεῦθεν δὲ ἡ αὔξησις βαδίζει ἀληθῶς δι’ ἁλμάτων, καὶ τοιαύτην δι’ ἁλμάτων αὔξησιν παρατηροῦμεν εἰς ὅλα τὰ προηγούμενα ἔτη ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου ὀργανισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὰ ἔσοδα παραμείνωσιν εἰς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, στηριζόμενος εἰς τὰ πράγματι εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1902, θὰ ἔχωμεν διαφορὰν ἀναμφισβήτητον, τὴν διαφορὰν ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν 3,393,391 δραχ. πρὸς τὰ 4,521,300, τουτέστιν 1,127,939. Αὕτη, Κύριοι, εἶναι σήμερον ἡ διαφορὰ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης τοῦ ἔτους 1903. Ἐὰν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχ. 1,127,939 ἀφαιρέσωμεν δρ. 223,000, ἵνα μὴ περικόψωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ὑπαλλήλων, εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα θέλομεν ἔλθει; Θὰ ἔχωμεν βέβαιον περίσσευμα 904,939 δραχμῶν. Ἤδη ἐρωτῶ ὑμᾶς, δὲν θεωρεῖτε ἐπαρκὲς τὸ περίσσευμα τοῦτο, ἵνα μὴ προβῶμεν εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα μὴ καταστήσωμεν τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ὑπαλλήλους δυστυχεστέρους ἀκόμη, ἵνα μὴ τοὺς ἀπογοητεύσωμεν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ματαιώσωμεν πάσας τὰς προσδοκίας ἡμῶν, τὰς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην στηριζομένας; Κύριοι, ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἡ ἀποκοπὴ τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων τούτων εἶναι μετὰ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος, εἰλικρινῶς φρονῶ, ὅτι πονεῖ τὰς ὑπηρεσίας, ὧν προΐσταται, θέλει ἀποδεχθῆ, ὅπως μὴ προβῇ εἰς τὸ ἀδίκημα τοῦτο, καὶ θέλει δώσει ἐντεῦθεν τὴν ἀφορμὴν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς ὑπηρεσίας ταύτης νὰ ἐξακολουθῶσιν ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκον αὑτῶν μετὰ τοῦ αὐτοῦ ζήλου καὶ τῆς αὐτῆς ἀφοσιώσεως, μεθ’ ἧς ἐξεπλήρουν τοῦτο μέχρι τοῦδε, καὶ ἡ κοινωνία θ’ ἀπολαμβάνῃ ἐκ τῆς ἐργασίας τούτων τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα προσδοκᾷ, καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ ὠφελῆται ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὸ οἰκονομικὸν μέρος τοῦ νομοθετήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν ἡ κυριωτέρα αἰτία τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ. Ἀπέδειξα, νομίζω, δι’ ἀριθμῶν, ὅτι οὐδεμία γίνεται οἰκονομία διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὀνομάσω οἰκονομίαν τὴν ἐκ τῆς ἀποκοπῆς τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων προερχομένην ἐκ 223,000 δραχμῶν. Ἐὰν δὲ θελήσωμεν νὰ τὸ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διοικήσεως, ἔχομεν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον, ὁμολογῶ, μοὶ προὐξένησεν ἀπορίαν, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν, καθ’ ὃν τρόπον ὑπεβλήθη, διότι περιλαμβάνει διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν κἂν τὴν παράστασιν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ νομοθέτημα ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ νομοθετήματος· ἀλλ’ ἐπειδὴ ταῦτα εἶναι τοσοῦτον οὐσιώδη, θὰ τὰ ἀναφέρω, ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ καταδειχθῇ, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀμελέτητον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως πάντα τὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, τά τε συζητηθέντα καὶ τὰ μέλλοντα νὰ συζητηθῶσι. Διὰ νὰ σᾶς δώσω δὲ τὴν εἰκόνα τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν καὶ μόνον γεγονός. Ὑπάρχει ἓν ἄρθρον εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἄρθρον 30, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ περὶ τῆς φυλάξεως καὶ συντηρήσεως τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν. Εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὴν χιλιομετρικὴν ἔκτασιν τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν ἐν Ἑλλάδι, καὶ κατέθηκε τὸν πίνακα τοῦτον ὁ κ. Ὑπουργός. Τί δὲ προκύπτει ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν; Ὅτι ἡ ἔκτασις τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν ἐν Ἑλλάδι ἀνέρχεται εἰς 5753 χιλιόμετρα. Τὰ 5753 χιλιόμετρα διαιρούμενα διὰ τοῦ 5 μᾶς δίδουν 1150 ὥρας. Τὸ διαιρῶ δὲ, ἵνα τὸ μεταφέρω εἰς ὥρας, διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 30 ὁμιλεῖ περὶ ὡρῶν, καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ δώσω ὑμῖν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὡρῶν, ἵνα μὲ ἀκολουθήσητε εἰς τοὺς ὑπολογισμούς. Ὅταν λοιπὸν ἔχητε ὡς δεδομένον, ὅτι ἡ ἔκτασις τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν ἀνέρχεται εἰς 1150 ὥρας, ἀκούσατε κατὰ τίνα τρόπον τὸ νομοσχέδιον μεριμνᾷ περὶ φυλάξεως καὶ συντηρήσεως αὐτῶν. Οἱ φύλακες τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας· ἄνευ αὐτῶν δὲν ἔχομεν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν ἔχομεν γραμμάς. Ἀκούσατε ἤδη, τίνα πρόνοιαν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἔλαβε, καὶ πῶς ἐπελήφθη τοῦ ἔργου τῆς φυλάξεως τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένος μισθὸς φυλάκων 228, καὶ ὁ ἀριθμὸς ἐκεῖνος ἦτο ἐπαρκὴς πρὸς φύλαξιν τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν, διότι ἕκαστος τῶν φυλάκων τούτων ἐφύλαττεν ὥρας τέσσαρας, καὶ ὁσάκις συνέπιπτε νὰ ἦναι μικρόν τι τμῆμα, μικρότερον τῆς ὥρας, ἀνετίθετο καὶ τοῦτο εἰς ἕνα ἐκ τῶν φυλάκων, ὥστε τινὲς ἐκ τούτων ἐφύλαττον ὥρας πέντε, καὶ οὕτω συνεπληροῦτο ἡ φύλαξις ὁλοκλήρου τῆς τηλεγραφικῆς ἐκτάσεως. Ἀλλ’ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τούτου τί ἔπραξεν; Ἔχων εἰς χεῖράς του τὴν μάχαιραν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπέκοπτεν ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ἄνευ οὐδεμιᾶς προνοίας, προσωπικὸν τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ἀπέκοψε σχεδὸν ὅλα τὰ μέλη τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Ἐθεώρησε δὲ ὀρθὸν νὰ μὴ ἀφήσῃ οὔτε τὴν κεφαλήν, —διότι κεφαλὴ εἶναι οἱ φύλακες τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν. — Ἀποκόπτει λοιπὸν τοὺς μισθοὺς τῶν φυλάκων, ἀλλ’ ἀποκόπτει καὶ τὰς ὥρας κατ’ ἔκτασιν, νομίζων οὕτω, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο κάμνει οἰκονομίαν. Οὕτω τὸ νομοσχέδιον τάσσει φύλακας, διαιρουμένους εἰς τρεῖς τάξεις, ἐν ὅλῳ 235. Καὶ τῆς μὲν πρώτης τάξεως οἱ φύλακες εἶναι 60, — παρακολουθήσατέ με, σᾶς παρακαλῶ, εἰς τοὺς ἀριθμούς, — τάσσονται δὲ πρὸς φύλαξιν γραμμῆς μήκους τεσσάρων ὡρῶν· 4 X 6 = 24. Ἔχομεν οὕτω 240 ὥρας φυλασσομένας ἀπὸ τοὺς 60 φύλακας. Οἱ τῆς δευτέρας τάξεως εἶναι 100, τάσσονται δὲ πρὸς φύλαξιν καὶ συντήρησιν γραμμῆς μήκους τριῶν ὡρῶν· ἑπομένως 100 X 3 = 300 + 240 = 540 ὧραι ἐν ὅλῳ ἐκ τῶν δύο τάξεων. Οἱ τῆς τρίτης τάξεως εἶναι 75, τασσόμενοι πρὸς φύλαξιν καὶ συντήρησιν γραμμῆς δύο ὡρῶν· ἤτοι 75 X 2 = 150 ὧραι φυλακῆς. Ἤτοι ἐν ὅλῳ καὶ διὰ τὰς τρεῖς τάξεις τῶν φυλάκων ἔχομεν ὥρας φυλάξεως καὶ συντηρήσεως 540 + 150 = 690. Κύριοι, δυνάμει τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχομεν ἐξασφαλίσει τὴν φύλαξιν καὶ συντήρησιν τηλεγραφικῶν γραμμῶν δι’ ὥρας 690. Αἱ ἄλλαι 460 μένουν εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου.
§75Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καθ’ ὃν τρόπον ἔμενον καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη.
§76ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν ἔμενον οὕτω κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον. Λέγω ταῦτα, θέλων ν’ ἀποδείξω τὸν τρόπον, καθ’ ὃν συντάσσονται τὰ νομοσχέδια, καὶ τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουν ταῦτα. Βεβαίως δὲν θέλω ν’ ἀποδώσω τὰς ἐλλείψεις ταύτας εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν συνέταξε τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅστις δὲν εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ καταγείνῃ εἰς αὐτὰς τὰς λεπτομερείας, ἀλλὰ λέγω ταῦτα διὰ νὰ δείξω τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἔλαβον μέριμναν περὶ τῆς ὑπηρεσίας ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀνέλαβον νὰ συντάξωσι τὸ νομοσχέδιον.
§77Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὁ ὑπολογισμὸς τῆς χιλιομετρικῆς ἐκτάσεως, τὸν ὁποῖον ἐκάμετε, εἶναι ἐσφαλμένος, διότι ἑκάστη ὥρα φυλάξεως ἀναλογεῖ πρὸς 6 χιλιόμετρα.
§78ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βλέπω, ὅτι δὲν δυσκολεύεσθε ν’ ἀμφισβητῆτε καὶ τοὺς μαθηματικοὺς κανόνας. Ἀλλὰ μὴ λαμβάνετε τὸν λόγον, ἵνα μὲ διακόπτετε, ὅταν δὲν κατέχητε τὸ θέμα. Τετρακοσίων ἑξήκοντα λοιπὸν ὡρῶν τηλεγραφικαὶ γραμμαὶ παραμένουσιν ἀφύλακτοι. Τί νομίζετε, Κύριοι; ποία ἐντεῦθεν εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ ζημία, ἂν καὶ μετὰ τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας τὸ πρᾶγμα παραμείνῃ ἀδιόρθωτον; Τί στοιχίζει εἰς τὸ Κράτος ἡ καταστροφὴ μιᾶς γραμμῆς ἐπὶ 24 ὥρας, ἐὰν αὕτη συμπίπτῃ, ὡς συμπίπτει πάντοτε, τὸν χειμῶνα καὶ δὴ κατὰ τὰς ἑορτὰς, ὅτε πολλοὶ λαμβάνουν ἀνάγκην τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, διότι τότε ὡς ἐκ τῆς δριμύτητος τοῦ χειμῶνος ἔχομεν πάντοτε καταστροφὰς τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν; Ἐγὼ γνωρίζω τοῦτο. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, συνέβη νὰ πέσῃ χιὼν πολλὴ ἐπὶ τοῦ Κιθαιρῶνος καὶ νὰ καταστρέψῃ τὴν τηλεγραφικὴν γραμμὴν· ἦτο δὲ ἀδύνατον ὡς ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς χιόνος νὰ διορθωθῇ ἀμέσως ἡ γραμμὴ, παρέμεινε δὲ ἡ γραμμὴ κεκομμένη ἐπὶ 24 ὥρας. Τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη 100,000 δραχμὰς κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα. Φαντασθῆτε δὲ, 460 ὡρῶν γραμμὴ νὰ καταστραφῇ διὰ μιᾶς, οἱ δὲ φύλακες νὰ μὴ ἦναι ὑποχρεωμένοι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς κατεστραμμένας γραμμὰς, ὅταν αἱ ἰδικαί των εἶναι καλαὶ, ποῖαι ζημίαι θὰ προέλθουν εἰς τὸ Δημόσιον! Πρωτίστως δέον νὰ λεχθῇ τοῦτο, ἵνα καταδειχθῇ ὁπόση βλάβη θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς καταστροφῆς εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη καὶ ὡς οἰκονομικὸν, ὁμιλῶ καὶ περὶ τῆς ζημίας τοῦ Δημοσίου. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἀκουσθῶσιν ἀραὶ καὶ βλασφημίαι παρὰ τῶν πολιτῶν κατὰ τῶν ὑπαιτίων, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα ὀλιγώτερον ἐνδιαφέρον, διότι συνηθίσαμεν εἰς τὰς τοιαύτας ἀρὰς καὶ δὲν μᾶς κάμνουν ἐντύπωσιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δεικνύετε τοσοῦτον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, λόγῳ τῶν οἰκονομιῶν, ἃς δῆθεν δι’ αὐτοῦ ἐπιφέρετε, σᾶς ἔδειξα, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν αὐτῷ διατάξεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὄχι μόνον αἱ δῆθεν οἰκονομίαι σας θὰ ἐξατμισθῶσιν, ἀλλὰ θέλει ἐλαττωθῆ καὶ τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ὁ ὑφιστάμενος ὀργανισμὸς παρέσχεν εἰς τὸ Κράτος. Κατὰ τοιοῦτον λοιπὸν τρόπον τὸ νομοσχέδιον εἶναι συντεταγμένον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας, τὸ νομοσχέδιον εἶναι συντεταγμένον οὐχὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς, διότι ἐν πολλοῖς αἱ διατάξεις αὐτοῦ ἀφορῶσιν εἰς τὴν προστασίαν συμφερόντων προσωπικῶν. Ὑπάρχουσι λ. χ. δύο διατάξεις ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου, προσφέρουσαι τοιαῦτα ὠφελήματα· διότι, ἐνῷ διὰ τοῦ νομοθετήματος ὑποβιβάζονται ὡρισμένοι ὑπάλληλοι, ὡρισμέναι Διευθύνσεις ταχυδρομικαὶ καὶ τηλεγραφικαὶ κατὰ ἕνα βαθμὸν, καὶ ὁ μισθὸς τῶν Διευθυντῶν αὐτῶν γίνεται κατὰ τοσοῦτον μικρότερος, καθ’ ὅσον ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου βαθμοῦ, λαμβάνεται πρόνοια, ἵνα μὴ ὡρισμένα πρόσωπα ὑποστῶσιν αὐτὴν τὴν μείωσιν τοῦ μισθοῦ καὶ μὴ ὑποβιβασθῶσιν. Οὕτω παρατηροῦμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 16, κατὰ τὴν ὁποίαν, «ἐάν τις τῶν προϊσταμένων τῶν μέχρι τοῦδε Διευθύνσεων Αʹ τάξεως προήχθη ἤδη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Διευθυντοῦ Αʹ τάξεως, ἐπιτρέπεται νὰ διατηρήσῃ τὸν μισθὸν καὶ τὸν βαθμὸν τοῦ Διευθυντοῦ Αʹ τάξεως μέχρι τῆς ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἀπομακρύνσεώς του.» Ἡ διάταξις αὕτη ἀφορᾷ εἰς ἕνα καὶ μόνον ὑπάλληλον, κατὰ σύμπτωσιν καταγόμενον ἐκ τῆς πατρίδος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐὰν πάντες οἱ ἄλλοι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διατηρήσωσι τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχον, ἐὰν ὁ Διευθυντὴς τοῦ ἀνταλλακτηρίου γραφείου τῆς Κερκύρας δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διατηρήσῃ τὸν βαθμὸν αὐτοῦ, καίπερ ὑπηρετῶν ἐπὶ 30 ἔτη, καὶ ὑποβιβάζεται εἰς ἐπιστάτην αʹ τάξεως, διότι ὑπὸ τοιούτου θὰ διευθύνηται εἰς τὸ ἑξῆς τὸ γραφεῖον, τοῦτο ὅμως δὲν συμβαίνει καὶ διὰ τὸν Διευθυντὴν τοῦ ἀνταλλακτηρίου γραφείου Πατρῶν, διότι ὁ μὲν Διευθυντὴς τοῦ Τηλεγραφείου Κερκύρας εἶναι Κερκυραῖος, ἐνῷ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Τηλεγραφείου Πατρῶν εἶναι Γορτύνιος.
§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπορῶ διότι ἔχετε τὸ θάρρος νὰ λέγητε, ὅτι μεριμνῶ περὶ τοῦ Γορτυνίου.
§80ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι ἴσως ὑμεῖς, ἀλλὰ χάριν ὑμῶν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου· διότι σεῖς βεβαίως δὲν εἶσθε ὁ συντάκτης αὐτοῦ, ὡς δὲν εἶναι οὐδ’ ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, θὰ ἴδητε ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τί, τὸ ὁποῖον στερεοτύπως ἀκούομεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀπὸ ἐτῶν, προκειμένου περὶ οἰκονομικῶν μέτρων, ἀλλὰ ἤδη τὸ ἀκούομεν προκειμένου καὶ περὶ μὴ οἰκονομικῶν μέτρων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πλειστάκις ἀνεφώνησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς: «συγκρίνατε τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους τὴν σημερινὴν πρὸς τὴν τοῦ 1896, ἵνα ἴδητε τὴν διαφορὰν ἔν τε τῇ οἰκονομικῇ πολιτικῇ καὶ τῇ διοικήσει ἐν γένει.» Ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς λέγει καθ’ ἕκαστον ἔτος, διότι φαίνεται, ὅτι θεωρεῖ ὡς τύπον διοικητικῆς καὶ πολιτικῆς σωφροσύνης καὶ φρονήσεως τὸ ἔτος 1896 καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ χρησιμεύσῃ τοῦτο ὡς ὑπόδειγμα διὰ τοὺς μεταγενεστέρους. Διὰ τοῦτο καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως μᾶς προκαλεῖ νὰ συγκρίνωμεν τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν τῆς σήμερον πρὸς τὴν τοῦ 1896, ἐνῷ πρόκειται περὶ ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία γοργῷ τῷ βήματι προοδεύει καὶ πρέπει νὰ προοδεύῃ, διότι, ἂν δὲν προοδεύῃ καὶ μένῃ στάσιμος, δεικνύει, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἀνάξιον νὰ ὑπάρχῃ ὡς Κράτος. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη, Κύριοι, χρησιμεύει ὡς ὁ καθρέπτης τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἑνὸς Κράτους. Ἐὰν ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἐπρόκειτο νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκετο πρὸ δέκα ἐτῶν, ἔδει ν’ ἀπελπισθῶμεν περὶ ἡμῶν αὐτῶν καὶ τῆς ὑπάρξεως ἡμῶν ὡς Κράτους, ἀφοῦ καὶ ἐν τούτῳ δὲν θὰ ἤμεθα ἱκανοὶ ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν πρόοδον τῶν ἄλλων πεπολιτισμένων Κρατῶν. Καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοθετήματος τούτου ἀκολουθεῖ τὴν ἀρχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ποιεῖται τὴν σύγκρισιν πρὸς τὸ 1896, καὶ σᾶς λέγει, κατὰ τρόπον ἐξεγείροντα τὴν ἀγανάκτησιν διὰ τὴν ἀδιαφορίαν, μεθ’ ἧς περὶ τοιαύτης ὑπηρεσίας σκέπτεται, ὅτι, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1896 ἦτο ἐπαρκὲς προσωπικὸν ἀριθμοῦ τοιούτου, διατὶ νὰ ἔχωμεν περισσότερον εἰς τὰ 1903; Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ αὐτὸ προσωπικὸν τοῦ 1896! Καὶ διὰ τοῦτο μεταρρυθμίζει τὸν νόμον, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ προσωπικοῦ, τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ 1896! Καὶ μεταρρυθμίζει τὸ προσωπικὸν ὄχι μόνον τὸ ἀνώτερον, ὅπως τὸ ἐξισώσῃ πρὸς τὸ τοῦ 1896, ἀλλὰ καὶ τὸ κατώτερον, τὸ τῶν φυλάκων, ἀδιάφορον ἐὰν ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι τοῦδε ἑδεκαπλασιάσθη ἡ ὑπηρεσία ἡ ταχυδρομικὴ καὶ ἡ τηλεγραφική, ἀδιάφορον ἐὰν αἱ γραμαὶ τοῦ Κράτους ἐτριπλασιάσθησαν· τὸ προσωπικὸν πρέπει νὰ παραμένῃ τὸ ἴδιον! Ἀλλ’ ὅταν παραμείνῃ τὸ προσωπικὸν τὸ ἴδιον, κατανοεῖτε ποῖα θὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα· Θὰ ἔχωμεν τὸ ἥμισυ μέρος τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἐγκαταλελειμμένον εἰς τοὺς πέντε ἀνέμους, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν νὰ συμβαίνῃ ὅ,τι συνέβη εἰς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κύριον Λεβίδην, ὁ ὁποῖος εἶδεν, εὑρισκόμενος ἡμέραν τινα, πρὸ πολλῶν ἐτῶν, εἰς τὸν Ὠρωπὸν, παρά τίνι φίλῳ του, νὰ παραδοθῇ εἰς τοῦτον μία ἐπιστολὴ, τὴν ὁποίαν πρὸ δύο ἐτῶν εἶχεν ἀποστείλει ὁ κ. Λεβίδης πρὸς αὐτόν!
§81Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§82ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ φθάσωμεν λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ἅμα ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος οὗτος, θὰ ῥίπτωμεν τὴν ἐπιστολήν μας εἰς τὸ ταχυδρομεῖον, ἵνα διευθυνθῇ εἰς ἕνα κάτοικον Ἀθηνῶν, καὶ ἐνῷ σήμερον, γιγνομένης τῆς διανομῆς ἑπτάκις ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἡμέρας, δύναταί τις νὰ λαμβάνῃ πάντοτε ἐγκαίρως τὰς ἐπιστολάς του, θὰ τὰς λαμβάνῃ μετὰ τρεῖς ἡμέρας. Αὐτὸ εἶναι ἀδιάφορον, ἀρκεῖ ὅτι κάμνομεν οἰκονομίαν ἑκατοντάδων τινῶν δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐλαττουμένου τοῦ προσωπικοῦ, θὰ ἦναι ἀδύνατον ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πολλὰς διανομάς. Ἑπομένως τότε θὰ λέγωμεν ἀληθῶς, ὅτι δὲν ἔχομεν πλέον ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ διὰ τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν. Ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία, Κύριοι, μεθ’ ὅλας τὰς προσθήκας καὶ μεθ’ ὅλας τὰς βελτιώσεις, χωλαίνει, καὶ χωλαίνει ἐπαισθητῶς· χωλαίνει, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐπαρκεῖς γραμμαὶ ἀνταποκρίσεως. Ἔλεγον δ’ ἄλλοτε ἐντεῦθεν, ὅτι ὁ Βόλος, ὁ ὁποῖος εἶναι μία ἀπὸ τὰς μεγαλειτέρας καὶ ἐμπορικωτέρας πόλεις τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκοινωνήσῃ τὴν αὐτὴν ἡμέραν πρὸς τὰς Ἀθήνας τηλεγραφικῶς, διότι οὕτω πὼς εἶναι διεσκευασμένα τὰ τῶν γραμμῶν, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχητε τηλεγραφικὴν ἀνταπόκρισιν μετὰ τοῦ Βόλου ταχεῖαν. Καὶ ἐνῷ ἔπρεπε νὰ γείνῃ μελέτη, πῶς νὰ διπλασιασθῶσι, πῶς νὰ τριπλασιασθῶσιν αἱ γραμμαί, πῶς νὰ βελτιωθῶσιν ἐν γένει τὰ τῶν γραμμῶν, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν καὶ ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία νὰ φθάσῃ εἰς τὴν πρόοδον, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως ἔφθασεν ἐν Ἑλλάδι ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία, ἐνῷ, λέγω, τοιαύτη ἔπρεπε μέριμνα καὶ τοιαύτη μελέτη νὰ γείνῃ, τοὐναντίον προσπαθοῦμεν διὰ παντὸς μέσου νὰ καταστήσωμεν χείρονα τὴν κατάστασιν αὐτῆς. Ἵνα δὲ κατορθωθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία εἰς τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Πολιτεία ἀπὸ αὐτὴν ἔχει, εἶχε σκοπὸν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1899 νὰ δοθῇ ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, καὶ ὑπὲρ τῶν δύο ὑπηρεσιῶν, ἅπαν τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ἐξ αὐτῶν τῶν ὑπηρεσιῶν ἐπέρχεται. Εἶχε δὲ συντάξει νομοσχέδιον εἰδικοῦ ταμείου τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ἵνα διὰ τῶν πόρων τοῦ ταμείου ἐκείνου αὐξηθῶσιν αἱ τηλεγραφικαὶ γραμμαί, κατασταθῶσι πυκνότεραι αἱ ταχυδρομικαὶ συγκοινωνίαι, αὐξηθῇ τὸ προσωπικὸν τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, καὶ παρασχεθῶσιν εἰς αὐτὸ μισθοδοσίαι ἀνάλογοι πρὸς τὰς ἀξιώσεις τοῦ σημερινοῦ βίου, ἵνα οὕτω κατορθώσωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν εἰς περιωπὴν τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐνῷ λοιπὸν τοιαῦτα ἐσκέπτετο ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1899, συνέταξε δὲ καὶ τὰ περὶ τούτου νομοσχέδια, ἅτινα ὅμως δὲν κατωρθώθη τότε νὰ ψηφισθῶσιν, ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1903 ὄχι μόνον περὶ τούτου δὲν λαμβάνει πρόνοιαν, ὄχι μόνον ἐπιζητεῖ νὰ οἰκειοποιηθῇ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου ὅλα τὰ περισσεύματα τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ καταφέρει τραῦμα καίριον κατὰ τῆς ὑπηρεσίας διὰ τῆς ἀποκοπῆς τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ διὰ τῆς διαρρυθμίσεως τῆς διοικήσεως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀπογοήτευσιν ὅλων τῶν τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων, μὴ δυναμένων νὰ παράσχωσι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν μετὰ τοῦ ζήλου, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ, προκειμένου περὶ τῆς ἐργωδεστέρας τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι αὗται εἶναι αἱ ἐργωδέστεραι ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους. Ἐκτὸς τῆς περιέργου διατάξεως τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι προδίδουσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη. Ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 7 θὰ παρατηρήσητε πολλὰ περίεργα πράγματα· Θὰ παρατηρήσητε ὅτι περιλαμβάνει ὅ,τι θὰ ἠδύνατο νὰ περιλάβῃ ἓν βασιλικὸν διάταγμα, συγχρόνως δὲ καὶ μία αἰτιολογικὴ ἔκθεσις· διότι δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ ἐμελετήσατε. Ἐὰν δὲν τὸ ἐμελετήσατε, παρακαλῶ νὰ τὸ προσέξητε (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρ. 7. Ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας 7 γραμματεῖς αʹ καὶ βʹ τάξεως ...» Ὑποθέτω ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀπολυθῶσι διὰ τοῦ νόμου· ἤρκει νὰ κατηργοῦντο αἱ θέσεις των, καὶ αὐτοὶ θὰ ἀπελύοντο. Ἀλλὰ περιλαμβάνει τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν περὶ τοῦ λόγου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀπολύονται. Προσέξατε, παρακαλῶ, (ἐξακολουθεῖ): «Ἐκ τούτων οἱ μὲν ἓξ εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ εἰρημένῳ προϋπολογισμῷ καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου ΒΨΞΗʹ ὁριζομένων δώδεκα, ὁ δὲ ἕβδομος ἀφαιρεῖται ἕνεκα...» κτλ. κτλ. Παρατηρεῖτε αὐτὸν τὸν περίεργον τύπον τοῦ νομοθετεῖν ἐν αἰτιολογίαις; Θ’ ἀμφιβάλλετε ἴσως, ὅτι περιλαμβάνονται ταῦτα ἐν νομοθετικῇ διατάξει· καὶ ὅμως περιλαμβάνονται. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον, ἵνα τὸ ἴδητε. Ὄλα αὐτὰ νομίζω, ὅτι ἦσαν περιττὰ, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ ἑπομένως ἠμπορεῖ νὰ διαρρυθμισθῇ τὸ ἄρθρον κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ νὰ παρασταθῇ ὡς νομοθέτημα· διότι αἰτιολογίαι ἐντὸς ἑνὸς ἄρθρου τοῦ νόμου δὲν νομίζω νὰ ἦναι ἀναγκαῖαι. Τοῦτο δὲ παρατηρεῖται καὶ εἰς ἄλλα ἄρθρα, εἰς τὸ 14 π. χ., τὸ ὁποῖον λέγει: «Καταργεῖται ὡσαύτως ἡ δεκάτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου ΒΨΞΗʹ». Ἕως ἐκεῖ ἐπήγαινε καλὰ, μοὶ φαίνεται, χωρὶς νὰ προστεθῇ: «ἐν ᾗ ἀναγράφεται ἡ ἀπαγόρευσις τῆς μεταθέσεως ταχυδρομικοῦ ἢ τηλεγραφικοῦ ὑπαλλήλου πρὸ τῆς παρελεύσεως διετίας.» Νομίζω, ὅτι ἦτο ἐντελῶς περιττὴ αὐτὴ ἡ ἐπεξήγησις, καὶ ἤρκει μόνον νὰ καταργηθῇ ἡ διάταξις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐμνήσθην αὐτῆς τῆς διατάξεως διὰ τὸ παραστατικὸν τοῦ νόμου, ἐπεθύμουν νὰ ἐμάνθανον, διὰ τίνα λόγον καταργεῖται ἡ μονιμότης ἐπὶ δύο ἔτη τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων.
§83Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρξεν αὐτὴ ἡ μονιμότης, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε;
§84ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως ὑπῆρξε.
§85Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄπειροι μεταθέσεις ἐγένοντο.
§86ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι μόνον ἡ μονιμότης αὕτη ὑπῆρξεν, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ μονιμότης αὐτὴ παρεβιάσθη ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, οἱ ὑπάλληλοι δὲν ὑπήκουσαν, καὶ ἤγειραν αἰτήσεις θεραπείας καὶ ἀγωγὰς περὶ ἀποζημιώσεως, καὶ ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνδώσῃ, ὑπείκουσα εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ὀρθῶς ποιοῦσα.
§87ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ναί· ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ ἡ πρὸ αὐτῆς μετέθεσαν ἀπείρους ὑπαλλήλους, εἴτε τηλεγραφικοὺς εἴτε ταχυδρομικοὺς, πρὸ τῆς διετίας, καὶ ἐπειδὴ εὑρέθημεν καὶ ἡμεῖς εἰς δυσχερῆ θέσιν, ἐζητήσαμεν τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ κατόπιν τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐπαύσαμεν νὰ μεταθέτωμεν, ν’ ἀκολουθῶμεν δηλαδὴ τὰ προηγούμενα, τὰ ἐφαρμοσθέντα ὑπὸ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων.
§88ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ, κύριε Ὑπουργὲ, ἐγὼ δὲν τὸ γνωρίζω, διότι δὲν ἤμην Ὑπουργός.
§89ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ γνωρίζω ἐγὼ, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς φέρω τὰς ἀποδείξεις αὔριον.
§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ καταθέσητε κατάλογον τῶν μεταθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς αὗται ἐγένοντο.
§91ΚΥΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι θὰ τὸν καταθέσω.
§92Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διότι μετάθεσις ὑπαλλήλου ταχυδρομικοῦ ἢ τηλεγραφικοῦ, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 13, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, παρὰ μόνον πρὸς συμπλήρωσιν κενῶν θέσεων, ἂν ὑπῆρχον τοιαῦται. Κατ’ ἄλλον τρόπον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ.
§93ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δηλῶ λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς ἐψηφίσατε καὶ τοῦ ὁποίου ὑπήρξατε εἰσηγητὴς, ἐγὼ ἐφήρμοσα· διότι ὑμεῖς δὲν τὸν ἐφηρμόσατε ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ.
§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον κατάλογον.
§95ΚΥΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παρακαλέσητε. Θέλω τὸν καταθέσει.
§96Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν λέγητε, ὅτι ὁ νόμος ὁ τῇ προτάσει ἐμοῦ ψηφισθεὶς δὲν ἐφηρμόσθη παρ’ ἐμοῦ, νομίζω ὅτι ἔχετε καθῆκον νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν μεταθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Καὶ ἐγὼ γενικεύω τότε τὴν ἐπερώτησίν μου, καὶ παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν μεταθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι προϊστάμενος, καὶ τῶν μεταθέσεων τῶν γενομένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Ζαΐμη, καὶ τῶν μεταθέσεων τῶν γενομένων παρ’ ὑμῶν.
§97ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§98ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐφήρμοσε τὴν διάταξιν ταύτην — καὶ ἔπραξε καλῶς νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ, μολονότι ἐγὼ ἔχω ἀφορμὰς νὰ γνωρίζω, ὅτι μετετέθησάν τινες...
§99ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα, ἐν ἀρχῇ.
§100ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. ἀρνηθέντες νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν θέσιν των, καὶ ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀφήσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν θέσιν των, — ἀφοῦ ὅμως ὁπωσδήποτε ἔχει αὐτὰς τὰς διαθέσεις, περὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω, προκειμένου περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τίνα λόγον ἐπιζητεῖτε τὴν κατάργησιν, ἐνῷ ἡ μὴ κατάργησις τῆς διατάξεως ταύτης θὰ ἔσωζε καὶ τοὺς δυστυχεῖς ὑπαλλήλους καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν;
§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅπως τοὺς ἔσωσε.
§102ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν τοὐναντίον ὑπῆρχε θυρίς τις, τῆς ὁποίας ἐγένετο χρῆσις κατὰ τὸ παρελθὸν, ὤφειλε νὰ τὴν κλείσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλὰ νὰ μὴ καταργήσῃ τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία εἶναι τόσον ἀναγκαία νὰ ὑπάρχῃ καὶ χάριν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ χάριν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος — ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω πεποίθησιν περὶ τούτου — εἰς πολὺ δύσκολον θέσιν θὰ εὑρίσκηται, ὁσάκις τῷ ζητῆται μετάθεσις, κατὰ παράβασιν τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου, τηλεγραφικοῦ ὑπαλλήλου. Εὐτυχῶς ἔχομεν ἤδη ἓν καθεστὼς, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπήλλαξεν ἀπὸ τῆς δυσχερείας αὐτῆς. Διατὶ νὰ θέλωμεν νὰ καταργήσωμεν αὐτὸ τὸ καθεστώς;
§103ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§104ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ.
§105ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἠκούσατε ἐν τούτοις παράπονα, γενόμενα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, λίαν δεδικαιολογημένα. Ἦλθε Βουλευτὴς παραπονούμενος, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μετατεθῇ ὑπάλληλος, ὅστις δὲν εἶχε συμπληρώσει τὴν διετίαν, ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος, καίτοι δὲν καταθέτει τὴν ἐγγύησιν, ἐξακολουθεῖ νὰ μένῃ ἐκεῖ, τὸ δὲ ταχυδρομικὸν ἐκεῖνο γραφεῖον δὲν λειτουργεῖ, οὐδὲ δύναται νὰ λειτουργήσῃ· καὶ ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἐξακολουθεῖ νὰ μένῃ ἐκεῖ, καὶ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν λειτουργεῖ τὸ ταχυδρομεῖον ἐκεῖνο. Τί ἔπρεπε λοιπὸν νὰ κάμωμεν;
§106ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Καὶ ἐν Καρύστῳ.
§107ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Εἶναι εὐκολώτατον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀφοῦ ὑπῆρχεν ἡ Βουλή, ἠδύνατο τὸ πρᾶγμα νὰ διορθωθῇ· νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὥστε ἢ καὶ ὁ μὴ ἔχων ἐγγύησιν νὰ παραμένῃ εἰς τὴν θέσιν του, ἢ νὰ κάμητε τὴν μετάθεσιν τοῦ μὴ ἔχοντος ἐγγύησιν, διὰ νὰ σταλῇ ὁ ἔχων τοιαύτην.
§108ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι περιπτώσεις.
§109ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἐλάχισται θὰ ἦναι αἱ ἄλλαι περιπτώσεις. Ἀλλ’ ὁσαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αἱ ἄλλαι περιπτώσεις, ἔπρεπε νομοθετικῶς νὰ φροντίσωμεν νὰ λυθῶσιν ἄνευ δυσχερειῶν.
§110ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸ κάμνομεν.
§111ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. χωρὶς νὰ καταργήσωμεν διάταξιν, ἡ ὁποία μᾶς ἀπαλλάσσει μυρίων ἐνοχλήσεων, ἀπαλλάσσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀλλ’ ἀπαλλάσσει καὶ ἡμᾶς, ἀπαλλάσσει καὶ τοὺς δυστυχεῖς τοὺς ὑπαλλήλους. Διὰ τοῦτο ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ μεριμνήσῃ νὰ βελτιώσῃ τὰ τῆς διατάξεως, χωρὶς νὰ θελήσῃ νὰ τὴν καταργήσῃ, διὰ νὰ ἔχῃ λελυμένας τὰς χεῖρας, νὰ μὴ δύναται νὰ ἀρνηθῇ μετάθεσιν πλέον οἱουδήποτε τηλεγραφικοῦ ὑπαλλήλου. Κύριοι, σᾶς ἀπησχόλησα ἐπὶ μακρὸν, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Θεωρῶ, ὅτι ἡ ταχυδρομικὴ καὶ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία ὑφίσταται διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου καίριον τραῦμα. Καὶ δὲν ὁμιλῶ ἐκ προσωπικῶν λόγων ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τῆς τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, ὑπὲρ τῶν ὁποίων δηλῶ, ὅτι ἔχω ἄπειρον τὸ ἐνδιαφέρον, διότι, δὲν γνωρίζω διατί, ὑπὲρ τοῦ κλάδου τούτου ἠσθάνθη πόνον πάντοτε ἡ ψυχή μου, καὶ ὁσάκις διετέλεσα ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁσάκις ὑπῆρξα μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐπρόκειτο ζητήματα ἀφορῶντα τὸ προσωπικὸν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, καθόσον ἐγὼ ἐξετίμησα εἴπερ τις καὶ ἄλλος τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους καταβάλλουσιν οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ὑπάλληλοι, ὅπως ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Πολιτείας, τὰς δυσχερείας ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῶσι, τὰς πικρίας τὰς ὁποίας αἰσθάνονται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Ἀλλ’ ὁμιλῶ ἀσχέτως πρὸς τὰ πρόσωπα, καὶ μόνον ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας ἐξ αὐτῶν ἔχει ἡ Πολιτεία, καὶ σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει ὑποστῆ ἡ ὑπηρεσία καίριον τραῦμα, καὶ θέλομεν ἀκούσει ἡμέραν τινὰ ἐξογκουμένην τὴν ἐξέγερσιν τῆς κοινωνίας κατὰ τῆς ἀδιαφορίας τῆς Πολιτείας, ἀρνουμένης νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς πολίτας τὸ πρώτιστον τῶν ἀγαθῶν, τὴν πνευματικὴν συγκοινωνίαν. Οὕτω δὲ εὐλόγως θέλομεν ἀποκομίσει ἀντὶ εὐλογιῶν τὰς ἀρὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ (χειροκροτήματα).
§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς προῃρεῖτο νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἢ προῃρεῖτο νὰ καταδείξῃ ἀτελείας ἢ πλημμελείας, ἢ πεπλανημένας τινὰς τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Ἠγόρευσεν ὄντως κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος μὲ ἀφῆκεν ἐν συγχύσει περὶ τούτου, διότι τὸ προοίμιον αὐτοῦ ἦτο ἡ ἐκθείασις, ὁ πανηγυρικὸς, ἡ ἀνύψωσις τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1900 ἐξεδόθη, περὶ ὀργανισμοῦ τῆς τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ἀληθῶς διεσκεύασεν ἐντελῆ πανηγυρικὸν, διὰ νὰ προδιαθέσῃ πάντας ὑμᾶς εἰς ἄμυναν πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου. Ἐγὼ δὲν ἐσκόπουν ν’ ἀνασκευάσω τὸν πανηγυρικὸν αὐτοῦ, διότι ἤμην βέβαιος, ὅτε ἔλεγε πρὸς ὑμᾶς ταῦτα, ὅτι εἶχεν ὑμᾶς ἁρμοδίους νὰ ἐλέγξητε τοὺς λόγους αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω ποῖος ἦτο ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1900. Δὲν φέρω γνώμην τινὰ ἐπ’ αὐτοῦ, οὔτε κρίσιν. Κρίνω ὅμως ἐπὶ τῶν γενομένων, καὶ βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία ἦτο οὐχὶ εἰς πρόοδον, οὐχὶ εἰς ἀκμήν, ἀλλ’ εἰς μεγάλην ὀπισθοδρόμησιν. Πέντε ἡμέρας εἴχομεν περιμένοντες τηλεγράφημα, ἀναγγέλλον τί; ποῖον ἐπικίνδυνον ἄκουσμα; ποίαν τολμηρὰν εἴδησιν; Ὅτι ἔφθασεν εἰς Ἀθήνας ὁ κ. Σκουζές! Καὶ ἠρώτων τὰς Ἀθήνας ἐκ Τρικκάλων, ἂν ἔφθασεν ὁ κ. Σκουζές· μοὶ ἀπεκρίνετο δ’ ὁ κ. Σκουζές, ὁ ἴδιος: «Ἐγὼ ἔσπευσα καὶ σᾶς ἐτηλεγράφησα πρὸ πέντε ἡμερῶν». Καὶ τὸ τηλεγράφημα τὸ ἔλαβον ἀφοῦ εἶχον παρέλθει πέντε ἡμέραι, τὸ ἔλαβον τὴν ἕκτην ἡμέραν! Βεβαίως δὲν ὑπῆρχε σκοπός, ἵνα μὴ μεταδοθῇ ἡ εἴδησις αὕτη, διότι καὶ ἂν τὴν ἐλάμβανον τὴν αὐτὴν ἡμέραν, ἢ ἂν τὴν ἐλάμβανον μετὰ 10 ἡμέρας, ὁ κ. Σκουζὲς ἦτο εἰς Ἀθήνας. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποδεικνύει ποία ἦτο ἡ λειτουργία τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ σᾶς ὑπομνήσω καὶ ἄλλην λειτουργίαν τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν; Νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὰ συμβάντα κατὰ τὰς ἐκλογάς; Νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὰ συμβάντα κατὰ τὴν διαλογὴν τῶν ψήφων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὅτε εἶχον στερήσει ἡμᾶς τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, διότι ταύτην μετεποίησαν εἰς πράκτορα πολιτικὸν ὡρισμένης πολιτικῆς μερίδος; Τὰ λέγω πρὸς τὴν Βουλὴν δημοσίᾳ, καὶ ὅσοι θέλουσιν ἂς μὲ ἐλέγξωσιν, ὅτι δὲν λέγω τὴν ἀλήθειαν.
§113Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς αὐτὸ δὲν πταίει ὁ ὀργανισμός· πταίουν τὰ πρόσωπα.
§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ὀργανισμοῦ· ὁμιλῶ περὶ λειτουργίας. Διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας μᾶς ἀνεκήρυξεν, ὅτι ἀνήχθημεν εἰς τόσον ὕψος, ὥστε ἡ πνευματικὴ συγκοινωνία νὰ γίνεται ὀκτάκις τῆς ἡμέρας, δεκάκις τῆς ἡμέρας μὲ τὴν Εὐρώπην! Οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς εἶδε τοιοῦτον κατόρθωμα, τοιοῦτον εὐτύχημα, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας. Ἀλλὰ θέλετε νὰ σᾶς δώσω καὶ ἀποδείξεις περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ; Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν ὑπάρχουσι ταξινόμοι, κλητῆρες, συσκευασταί, ταχυδρομικοὶ διανομεῖς, τηλεγραφικοὶ διανομεῖς, κλητῆρες, φύλακες τηλεγραφικῶν γραμμῶν, πόσοι; 1175. Πόσοι ἦσαν κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902; 827. Ὁ ὀργανισμὸς παριστᾷ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας; Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν ὑπῆρχον 225 βοηθοὶ βʹ τάξεως ἢ γραφεῖς βʹ τάξεως. Πόσοι ἦσαν κατὰ τὸν προϋπολογισμόν; 158. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν ἦσαν 275 γραφεῖς αʹ τάξεως, ἢ βοηθοὶ αʹ τάξεως. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν πόσοι; 241. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν ἦσαν 138 τηλεγραφηταὶ βʹ τάξεως. Πόσοι κατὰ τὸν προϋπολογισμόν; 120. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν ἦσαν 85 τηλεγραφηταὶ αʹ τάξεως. Πόσοι κατὰ τὸν προϋπολογισμόν; 65. Αὐτὴν τὴν σπατάλην, αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς στρογγύλους, τοὺς μεγάλους, ἐζητήσαμεν νὰ περικόψωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ παριστᾷ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπανερχόμεθα πλέον εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν δι’ ἡμιόνων συνεκοινώνουν καὶ δι’ ἀπεσταλμένων ταχυδρόμων ἀντήλλασσον τὰς ἐπιστολάς των! Οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ κατέληξαν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου θέλομεν ἐπιφέρει 223,000 δραχμῶν μόνον μείωσιν ἐν ταῖς δαπάναις τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας διὰ μειώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπηρετούντων ἐν αὐτῇ, ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐμειώσαμεν μισθοὺς, ἀλλ’ ἐπροτείναμεν ἄλλο τι, τὸν περιορισμὸν τῶν νομοθετηθεισῶν προϊόντος τοῦ χρόνου αὐξήσεων τῶν μισθῶν, τῶν προϊουσῶν αὐξήσεων. Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὅλην, ἐκτὸς τῶν διδασκάλων τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ τῶν δημοδιδασκάλων, αὐξήσεις προϊοῦσαι μισθῶν δὲν ὑπάρχουσι νενομοθετημέναι.
§115ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἔχομεν καὶ τοὺς καθηγητὰς καὶ τοὺς δικαστὰς.
§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δικασταὶ μόνον 275. Ἐγὼ εὗρον ὑπαλλήλους ἀρχαιοτάτους, ὑπηρετοῦντας ἐπὶ 35 ἔτη ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν Ὑπουργικοὶ Γραμματεῖς αʹ τάξεως ἀπὸ 22 ἐτῶν καὶ ἐλάμβανον 240 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἐπρότεινα δ’ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ ν’ αὐξήσῃ ὁ μισθὸς αὐτῶν κατὰ 60 δραχμὰς, ἐξαιρετικῶς. Ὁ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς ἔψαλεν ἐλεγεῖον διὰ τοὺς ταχυδρομικοὺς καὶ τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους, καὶ παρίστα ὅτι οὗτοι οἱ δυστυχεῖς ἐπέζησαν νὰ ἴδωσιν ἡμᾶς ἐν τῇ ἀρχῇ, διὰ νὰ τοὺς καταστρέψωμεν τοσοῦτον, ὥστε νὰ λιμώττωσι, νὰ μὴ ἔχωσι τὸν ἄρτον, ἵνα ζήσωσιν, ἐνῷ αὐτοὶ ἐργάζονται νυχθημερὸν, 22 ὥρας τὸ ἡμερονύκτιον. Ἀλλ’ οἱ μισθοὶ εἶναι ὅμοιοι διὰ πάντας τοὺς ὑπαλλήλους. Οἱ ταχυδρομικοὶ καὶ τηλεγραφικοὶ βοηθοὶ βʹ τάξεως λαμβάνουσιν 85 ἢ 90 δραχμὰς κατὰ μῆνα, οἱ γραφεῖς δὲ βʹ τάξεως ἐν τοῖς Ὑπουργείοις τί λαμβάνουσι; Καὶ οἱ γραφεῖς ἐν τοῖς Ὑπουργείοις ἐργάζονται ὥρας 8 ἢ 9 τὸ ἡμερονύκτιον· οἱ γραφεῖς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἐργάζονται νυχθημερὸν, Κύριοι, καὶ ἡ Διεκπεραίωσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀποτελεῖται ἀπὸ γραφεῖς. Καὶ ποίαν ἄλλην ἀμοιβὴν ἔχουσιν οὗτοι, εἰμὴ τὸν μισθόν των καὶ τὴν ἐνδεχομένην προαγωγήν; Ἀλλὰ μήπως δὲν προάγονται ἐν τῇ ταχυδρομικῇ καὶ τηλεγραφικῇ ὑπηρεσίᾳ οἱ βοηθοὶ, περὶ ὧν ὁ λόγος; Ὁ κύριος, ὁ ὁποῖος διευθύνει σήμερον τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρερίαν, προήχθη ἀπὸ ταχυδρομικοῦ βοηθοῦ, καὶ εἶναι ἤδη Διευθυντὴς, τμηματάρχης αʹ τάξεως, λαμβάνων 400 δραχμάς. Ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὴν Διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων, ἀπὸ μικρῶν ὑπαλλήλων προήχθησαν, ὡς προήχθησαν καὶ πάντες οἱ ὑπάλληλοι τῶν Ὑπουργείων. Νομίζετε ὅτι ἡ ἐργασία εἶναι τοσοῦτον διηνεκὴς εἰς τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν; Δὲν ὑπάρχουσι στιγμαὶ ἀναπαύσεως; δὲν ὑπάρχουσι διακοπαί; Ἡ ἀνισότης τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων φέρει μεγάλην βλάβην, ἀληθῆ ζημίαν, διότι, ὡς οἱ διοικοῦντες στρατοὺς ὀφείλουσι νὰ ἦναι ἴσοι πρὸς τοὺς ἄνδρας τοῦ στρατοῦ, νὰ μὴ χαρίζωνται, νὰ μὴ μεριμνῶσιν ὑπὲρ τῶν μὲν, ὀλιγωρῶσι δὲ τῶν ἄλλων, τοιουτοτρόπως καὶ οἱ προϊστάμενοι τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἰδίως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ ἦναι ἴση πρὸς πάντας, διότι πάντες διαχειρίζονται πολύτιμα συμφέροντα τοῦ Κράτους, πάντες διαχειρίζονται μὲ ὀφθαλμὸν ἄγρυπνον τὴν λειτουργίαν τῶν κοινῶν. Λησμονεῖτε τοὺς ταμίας; Διατὶ δὲν μεριμνᾶτε μετ’ εὐμενείας περὶ τῶν τελωνῶν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀπαιτοῦμεν ἄκραν τιμιότητα καὶ ἄκραν δραστηριότητα καὶ ἐγρήγορσιν; Ἡμεῖς λοιπὸν ἐζητήσαμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰς αὐξήσεις, καὶ οὐχὶ ὅλας, ἐζητήσαμεν νὰ μειώσωμεν τὰς αὐξήσεις, διότι, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 ἀνέβαινεν εἰς 3,800,000, ὡς ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1905 καὶ τοῦ 1906 θέλει ἀνέλθει εἰς 4,500,000. Αὐτὴν τὴν ἄνοδον τῶν μισθῶν, αὐτὴν ἐζητήσαμεν νὰ ἐλαττώσωμεν. Ἀλλ’ ἐπηνέγκομεν καὶ ἄλλας τινὰς ἐλαττώσεις, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ὑπῆρχε σπατάλη. Ἔχω σημείωσιν τῶν ἀγορασθέντων ταχυδρομικῶν ἐνσήμων κατὰ τὰ ἔτη 1900, 1901 καὶ 1902, ὁ ἀριθμὸς δ’ αὐτῶν ἀνῆλθεν εἰς 54,940,208. Οὕτως ὁ ἀριθμὸς τῶν κοινῶν γραμματοσήμων, τὰ ὁποῖα ἐπρομηθεύθησαν κατὰ τὸ 1901, ἀνῆλθεν εἰς 19,205,200, κατὰ δὲ τὸ 1902 εἰς 15,600,000, ἤτοι κατὰ τὰ δύο ἔτη εἰς 34,805,200, τῶν ἐναρίθμων δὲ κατὰ τὰ δύο εἰρημένα ἔτη εἰς 4,115,000, τῶν βραχειῶν δ’ ἐπιστολῶν κατὰ τὰ ἔτη 1900, 1901 καὶ 1902 εἰς 5,900,000, τῶν εἰκονογραφημένων δελταρίων κατὰ τὰ ἔτη 1901 καὶ 1902 εἰς 2,131,008, τῶν κοινῶν δ’ ἐπιστολικῶν δελταρίων εἰς 3,844,000, δελτίων ἐπιταγῶν εἰς 1,570,000, δελτίων ταχυδρομικῶν δεμάτων εἰς 1,275,000, ἐντύπων ταινιῶν εἰς 300,000. Καὶ ἐδαπάνησε διὰ τὰς προμηθείας ταύτας τὸ Δημόσιον δρ. 498,069. Διατὶ δὲ τοσοῦτον ποσὸν προμηθειῶν, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπαρκέσει εἰς τὰς ἀνάγκας πολλῶν ἑπομένων ἐτῶν, ν’ ἀγορασθῇ διὰ μιᾶς, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ κατανεμηθῇ καὶ εἰς τὰ ἑπόμενα ἔτη; Ἡ πολυτέλεια αὕτη ὑπῆρχεν ἐν τῷ νῷ ἐκείνων, οἵτινες διηύθυνον τὴν τηλεγραφικὴν καὶ ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν; ἂν δ’ ἀναφυλλήσητε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, θέλετε εὕρει τὴν πολυτέλειαν ταύτην ἐν πᾶσι τοῖς ἄρθροις τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἀναγράφοντος τὰς δαπάνας. Αὐτὴν τὴν πολυτέλειαν ὠφείλομεν ν’ ἀφαιρέσωμεν, τὸ δὲ συζητούμενον νομοσχέδιον ἐσκόπει νὰ περιορίσῃ δαπάνας περιττάς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἐξέτεινε τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀνέφερε τὴν ἔκτασιν τῶν γραμμῶν, ἃς ἐπετήρει ἕκαστος τῶν φυλάκων, ἵνα παραστήσῃ, ὅτι ἐκτάσεις μεγάλων γραμμῶν μένουσιν ἀφύλακτοι καὶ ἐκτεθειμέναι εἰς τοὺς κινδύνους. Τὸ ἄρθρον ὅμως 30 συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει εἰσηγήσεως αὐτῆς τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, καὶ αὕτη περιώρισε τὸν ἀναγκαιοῦντα ἀριθμὸν τῶν φυλάκων αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως καὶ τὸν μισθὸν ἑκάστου αὐτῶν. Μήπως τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη ἐν ἀγνοίᾳ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας; Αὐτὴ γνωρίζει κάλλιον τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ κάλλιον ἐμοῦ τὰ μέρη καὶ τὰς ἀνάγκας, καὶ αὕτη ὡδήγησεν ἡμᾶς εἰς τὴν σύνταξιν τῶν περὶ τούτου διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τέλος πάντων διατὶ αὐτοὶ οἱ γενικοὶ χαρακτηρισμοὶ καὶ τὰ θρηνητικὰ ἐλεγεῖα; Καταδείξατε ὡρισμένας διατάξεις, τὰς ὁποίας θεωρεῖτε περιττάς. Νομίζετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ ἡ κατὰ διετίαν γιγνομένη αὔξησις τοῦ μισθοῦ; Καταψηφίσατε. Ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον προτείνεται μεγάλη μεταβολή, διότι μεταβάλλεται ὁ ὀργανισμὸς κατά τινα μεγάλην ἀρχήν. Ὡς ἔχει ὁ νενομοθετημένος ὀργανισμός, λειτουργεῖ ὡς Ὑπουργεῖον Ταχυδρομείων, ὑπὸ τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τούτου, διότι ὁ Ὑπουργὸς ὑπογράφει ἁπλῶς τῇ εἰσηγήσει τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐνασκεῖ πλέον τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὸν ἔλεγχον. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ζητοῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ μεταβάλωμεν. Αὕτη δ’ εἶναι ἡ οὐσιωδεστέρα μεταβολή. Ἐπανάγομεν δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ταχυδρομικὴν εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ συνιστῶμεν αὖθις ἐν αὐτῷ τὸ τμῆμα, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἐλειτούργει. Τοῦ λοιποῦ ἡ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων θὰ ὑπάγηται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ πρὸς αὐτὸ θ’ ἀναφέρηται ὁ Διευθυντής, ὡς ἀναφέρονται οἱ Νομάρχαι πρὸς αὐτό. Οὐδεὶς δὲ πρέπει νὰ ὑπερηφανεύηται διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ἰσχύοντος ἔτι νόμου κατασταθεῖσαν ἀνεπιτήρητον καὶ ἀνεύθυνον διοίκησιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας τὴν τοιαύτην κατάστασιν παριστᾷ ὡς πρόοδον! Κατ’ αὐτὴν δὲν ηὐνοοῦντο ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ηὐνοοῦντο καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐδημιούργησαν ἐν τοῖς γραφείοις τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως δικαιώματα, τῶν ὁποίων ἡ ἐνάσκησις προσῆκε νὰ προκαλέσῃ ἐνίοτε τὴν μέριμναν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει λάβει τὸν λόγον κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ τότε θέλει χορηγήσει τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ὧν ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλή.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–11, ὡς ἔχουσι).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§119Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐνταῦθα δὲν εἶναι δυνατὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁρισθῇ καὶ ἡ μισθοδοσία ἑκάστου ὑπαλλήλου;
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλετε, κύριε Βουλευτὰ, τὴν τροπολογίαν σας, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 13–24).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 25 (ἀναγινώσκεται).
§122Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 25 ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 7). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 25, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων ͵ΒΡΚΒʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1892 καὶ ͵ΒΧΙΘʹ τῆς 10 Ἰουλίου 1899». Ὁ κύριος Ρωμᾶνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§125ΑΘ. ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, κύριε Πρόεδρε, διατὶ ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι βεβαίως τοῦτο δὲν περιέχει διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἔχει μὲν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 διάταξιν περὶ καταργήσεως μιᾶς θέσεως τμηματάρχου καὶ μιᾶς θέσεως ὑπουργικοῦ γραμματέως, ἀλλ’ ἡ θέσις τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως πρὸ ἐτῶν ἤδη δὲν εἶναι συμπεπληρωμένη, καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους τούτου, ὡς καὶ εἰς τοὺς τῶν προγενεστέρων ἐτῶν, δὲν ἀναγράφεται πίστωσις διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῆς θέσεως ταύτης τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως. Ὥστε οὐδεμία πραγματικὴ ἐλάττωσις ἐπέρχεται ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ τμηματάρχου ἐλαχίστη θὰ ἦναι ἡ ἐλάττωσις, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι πάντες οἱ τμηματάρχαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχουσι πρὸ πολλῶν ἐτῶν συμπεπληρωμένα τὰ ἔτη τῆς συντάξεως. Ὥστε ἡ μόνη ἐλάττωσις, ἥτις πράγματι ἐπιτυγχάνεται, ἀνέρχεται εἰς χιλίας κατ’ ἔτος δραχμάς. Καὶ ὅτε πρό τινων μηνῶν ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρεκάλεσα ν’ ἀναβληθῇ, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠγέρθη καὶ εἶπεν, ὅτι παρακωλύομεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ὑπῆρχε μεγίστη σπουδὴ πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐὰν παραβάλωμεν δὲ τὰς δαπάνας τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1902 πρὸς τὰς δαπάνας τὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, ἔχομεν μίαν ἐλάττωσιν 7780 δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις αὕτη εἶναι φαινομενικὴ, εἶναι καὶ αὕτη μία τῶν πολλῶν κατ’ ἐπίφασιν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας προτείνει ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδὲν ἕτερον ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις ἢ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι κατορθώνει οἰκονομίας. Ἡ οἰκονομία αὕτη, ὡς εἶπον, δὲν ἀνέρχεται ἢ εἰς χιλίας δραχμὰς κατ’ ἔτος, καὶ τὴν οἰκονομίαν ταύτην θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ ὁ Ὑπουργὸς διὰ τῆς καταργήσεως μιᾶς θέσεως κλητῆρος. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐννοῶ διὰ τίνα λόγον ἡ Κυβέρνησις ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν μὲ τοιαῦτα ἐπουσιώδη νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἄλλως τε δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν· διότι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι διὰ τῶν 16 ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἔχετε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, δύναται νὰ διεξαχθῇ ἡ ὑπηρεσία. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀλληλογραφεῖ μὲ 9 Πρεσβείας, μὲ 14 Γενικὰ Προξενεῖα, μὲ 25 Προξενεῖα, μὲ 21 Ὑποπροξενεῖα, μὲ 80 προξενικὰς ἐμμίσθους ἀρχὰς, μὲ 195 ἀμίσθους προξενικὰς ἀρχὰς, μὲ τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα, μὲ τὰς ἐνταῦθα ξένας Πρεσβείας, μὲ Νομαρχίας, μὲ Εἰσαγγελίας. Πρὸς ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης μόλις ἐπαρκεῖ ὁ ὑπάρχων ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων, ἔρχεσθε δὲ νὰ ἐλαττώσητε αὐτὸν, χωρὶς ν’ ἀποβλέψητε εἰς τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν! Αἱ ἄλλαι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀφορῶσιν εἰς τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπηρετοῦσιν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς ἕκαστον βαθμὸν τῆς ἱεραρχίας. Δὲν ἐννοῶ ἀληθῶς, διατὶ ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ τούτου· ὑποθέτω, ὅτι οὐδὲν ἕτερον ἐσκόπει καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἢ νὰ πράξῃ τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐπράξαμεν. Ἀλλὰ διὰ τῶν ἐπανειλημμένων τροποποιήσεων τῶν νόμων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπέρχεται πολυνομία, ἥτις βεβαίως δὲν συντείνει εἰς τὴν τακτικὴν λειτουργίαν τῶν νόμων τούτων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὸ 1884, ὅτε ἤμην ἀκόλουθος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑπῆρχεν εἷς προξενικὸς νόμος, ὁ ΧΝΓʹ τοῦ 1877, κατὰ τὸ 1899 ὑπῆρχον 17 προξενικοὶ νόμοι, ὧν τοὺς πλείστους κατήργησεν ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900· ἤδη ὅμως ἄνευ λόγου νέαι τροποποιήσεις προτείνονται. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νόμου, ὅπως αὐξήσητε τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς θητείας εἰς ἕκαστον βαθμὸν τῆς ἱεραρχίας. Οὐδεὶς σᾶς κωλύει ν’ ἀφήσητε τοὺς προξενικοὺς ὑπαλλήλους ἐπὶ μακρότερον χρόνον εἰς τὸν βαθμόν των καὶ χωρὶς νὰ ψηφισθῇ περὶ τούτου τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἂν δὲν ἔχητε τὴν γνώμην, ἣν ἡμεῖς εἴχομεν, ὅτι ἔπρεπε τοὺς νεωτέρους ὑπαλλήλους νὰ προαγάγωμεν ταχέως καὶ τοὺς στείλωμεν, ἅμα ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ ὀλίγα ἔτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς προξενικὰς θέσεις, πρὸς ἀναπλήρωσιν ἀκαταλλήλων προξένων, κρατήσατέ τους εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅσον θέλετε, χωρὶς ν’ ἀπασχολῆτε τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὰ πάντα ἀνατρέπονται, οὐδεμία οἰκονομία ἐπιτυγχάνεται, προσγίνεται δὲ καὶ ἀδίκημα εἰς τοὺς ἀκολούθους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τοὺς ὁποίους θέλετε ν’ ἀναγκάσητε νὰ ὑπηρετήσωσι τέσσαρα ἔτη ἀντὶ τριῶν· εἶναι δὲ ἀδίκημα καὶ εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι τρία ἔτη εἶναι ἐπαρκῆ, ἵνα ἐκμάθωσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν μανθάνουσιν ἐπιστήμας, καὶ νομίζετε ὅτι τρία ἔτη δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, ἵνα ἐκμάθωσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν; Ἄλλως τε ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς γραμματέων Προξενείων, καὶ δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ τοὺς κρατῶμεν ἐπὶ τέσσαρα ἔτη, ἐνῷ γνωρίζομεν, ὅτι εἰς τὰ Βιτώλια, εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, Σμύρνην καὶ εἰς ἄλλα ἐπίκαιρα σημεῖα ὑπάρχει ἀνάγκη γραμματέων Προξενείων. Ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι θέσεις κεναὶ, βεβαίως δὲν θὰ προβιβάσητε τοὺς ἀκολούθους εἰς γραμματεῖς Προξενείων, ἡ δὲ διὰ νόμου αὔξησις τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀκολούθων τοῦ Ὑπουργείου οὐδόλως συντελεῖ εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἐὰν θέλῃ νὰ ἐπιτύχῃ οἰκονομίαν χιλίων δραχμῶν κατ’ ἔτος, ὅπως ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα αὑτῆς, δύναται χωρὶς νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον νὰ παύσῃ ἕνα τῶν τμηματαρχῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐπερωτήσω αὐτὸν, διατὶ δὲν προβαίνει εἰς τὴν ἀπόλυσιν ἑνὸς τῶν τμηματαρχῶν, εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ πράξῃ. Ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου ͵ΒΤΛΕʹ, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰσήγαγε κατὰ τὸ 1895 εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅστις ἐν ἄρθρῳ 12 ὁρίζει, ὅτι «οἱ μὴ ἔχοντες δίπλωμα τῆς Νομικῆς τοῦ Ἐθνικοῦ ἢ ἄλλου ὁμοταγοῦς Πανεπιστημίου ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας διὰ Β. Διατάγματος, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ.» Οἱ πλεῖστοι τῶν τμηματαρχῶν, τρεῖς, νομίζω, ἐκ τῶν πέντε, δὲν ἔχουσι δίπλωμα, ὥστε δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν ἑνὸς ἐξ αὐτῶν. Τοιουτοτρόπως θὰ ἐπιτύχῃ τὴν οἰκονομίαν τῶν χιλίων δραχμῶν χωρὶς ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν.
§126ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ θὰ εἴπω πολὺ ὀλιγώτερα τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, διότι περισσότερον παντὸς ἄλλου δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν εὑρίσκει ὅτι εἶναι οἰκονομία ἡ περικοπὴ δύο θέσεων. Λέγει ὅτι ἡ οἰκονομία εἶναι κατ’ ἐπίφασιν. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τί σημαίνει οἰκονομία κατ’ ἐπίφασιν, ὅταν ὑποσχώμεθα ὅτι θὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν. Λέγει ὅτι εἶναι οἰκονομία χιλίων δραχμῶν κατ’ ἔτος. Τοῦτο εἶναι χονδρικὸς λογαριασμὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἕκαστος τμηματάρχης λαμβάνει μισθὸν 400 δραχμῶν κατὰ μῆνα.
§127ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐγὼ ὑπελόγισα ἐπὶ τῶν συντάξεων.
§128ΣΚΟΥΖΕΣ. Καὶ ἠξεύρετε ὅτι τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν θὰ τὸν ῥίψω εἰς τοὺς δρόμους; Δύναμαι νὰ τὸν τοποθετήσω εἰς ὑπηρεσίαν προξενικήν. Ἀλλ’ ὅταν πράξω τοῦτο, ὅταν ἀποστείλω τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν εἰς προξενικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν θὰ ἔχω πιέσεις ἀπὸ τοὺς ἄλλους, τοὺς ζητοῦντας νὰ λάβωσι τὴν θέσιν ταύτην; Καὶ διὰ τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως, ἐὰν τύχῃ αὕτη νὰ ᾖναι κενὴ, διότι τυχὸν διὰ λόγους ἄλλους δὲν ἐπληρώθη, δὲν θὰ ἔχω πιέσεις ἀπὸ τοὺς ζητοῦντας νὰ καταλάβωσι καὶ τὴν θέσιν ταύτην; Καὶ διατὶ θέλετε νὰ συστήσητε μόνον διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ γείνῃ οἰκονομία, ἡ ὁποία εἶναι προσωρινὴ, ἐνῷ ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν τεσσάρων τμημάτων δύναται νὰ γείνῃ πολὺ καλὰ καὶ διὰ τριῶν τμηματαρχῶν, διότι τὸ ἓν τμῆμα ἔχει πολὺ ἐλαφρὰν ἐργασίαν, δυναμένην νὰ διεξαχθῇ δι’ ἑνὸς μόνον γραμματέως; Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος, τὸ τῆς θητείας, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο νομίζομεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι καλὸν, διότι φρονοῦμεν ὅτι οἱ ἀκόλουθοι, οἱ ὁποῖοι ἐξερχόμενοι ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον διορίζονται Γραμματεῖς Προξενείων, ἢ δεύτεροι Γραμματεῖς Γενικῶν Προξενείων, συμβαίνει συνήθως νὰ ἐκπληρῶσι καθήκοντα σπουδαιότερα τῶν καθηκόντων τῶν Γραμματέων, καθήκοντα Προξένων, διότι συμβαίνει οὗτοι ν’ ἀπουσιάζωσιν ἢ νὰ κωλύωνται. Εἶναι λοιπὸν πλέον ἐνδεδειγμένον νὰ ὦσι μεμορφωμένοι οἱ νέοι αὐτοὶ κἄπως περισσότερον, διότι εὑρίσκονται εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἀπαιτεῖται καὶ μόρφωσις μεγαλειτέρα καὶ πεῖρα οὐ σμικρά.
§129ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ἔχητε κανένα νὰ στείλητε, ἂν ἐπιμείνητε εἰς τὰ 4 ἔτη.
§130ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ τοῦτο πρὸς στιγμὴν ἕνεκα τῆς διαφορᾶς τῶν τριῶν ἐτῶν πρὸς τὰ 4. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι θὰ γίνεται ἐπ’ ἄπειρον. Δι’ ὑπηρεσίας μακροτέρου χρονικοῦ διαστήματος οἱ νέοι ἐννοοῦσι τελείως ὅ,τι ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας ἢ ἡ πεῖρα ἤθελεν τοῖς ὑποδείξει.
§131Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἐπρόκειτο κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν εἶμαι ἐντελῶς παρεσκευασμένος. Τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ ἐπενέγκω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὀρθὸν εἶναι νὰ τὰς ἐπενέγκω κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Διότι, ἐὰν ψηφισθῇ, ὡς ἔχει, σήμερον τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ προτείνω καὶ ἐγὼ τροπολογίας, μετ’ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας. Διὰ τοῦτο θεωρῶ καλὸν νὰ ἀναβληθῇ, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἐπιμείνῃ νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀναγεγραμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀπὸ τριῶν μηνῶν, καὶ ζητεῖτε καὶ αὖθις ἀναβολήν! Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας δὲν προέβαλεν ὀρθὰς παρατηρήσεις. Ἐν πρώτοις ἔχω διάφορον γνώμην ἐπὶ τῶν διατάξεων τῶν σκοπουσῶν τὴν παρασκευὴν τῶν ὑπαλλήλων. Οἱ νόμοι, οἱ τέσσαρες ἢ οἱ πέντε, οἱ ὁποῖοι ἐξεδόθησαν μέχρι τοῦδε, ἐσκόπουν νὰ συντελέσωσιν εἰς παρασκευὴν διπλωματικῶν καὶ προξενικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι ἀπέτυχον τοῦ σκοποῦ, καὶ διὰ τοῦτο, καίτοι λειτουργοῦσιν οἱ νόμοι οὗτοι ἐπὶ εἴκοσι πέντε καὶ πλέον ἔτη, δὲν δυνάμεθα νὰ ὦμεν πεπεισμένοι, ὅτι ἐμορφώσαμεν εἴτε διπλωματικὸν, εἴτε προξενικὸν προσωπικὸν τοιοῦτον, ὁποίου ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλλάς. Ἡ ὑπηρεσία τῶν ἀκολούθων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ὑπηρεσία διδασκαλίας· τὴν διδασκαλίαν δ’ εὑρίσκομεν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Οἱ ἀκόλουθοι ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τρεῖα ἔτη, ἀπέρχονται δὲ μετὰ ταῦτα Γραμματεῖς Προξενείων ἐν τῇ Ἀνατολῇ· ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦτο δὲν ἔμαθον ἔτι, δὲν γνωρίζουσιν ποῖα εἶναι τὰ μεγάλα ἐθνικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα κρύπτονται ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ γενικῶν γνώσεων, ὁμιλῶ περὶ εἰδικῶν γνώσεων, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποστέλλονται καὶ μεταβαίνουσιν εἰς τὴν μὴ ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Διὰ τοῦτο κρίνω ἀναγκαῖα τὰ τέσσαρα ἔτη καὶ οὐχὶ τὰ τρία. Παρασκευάζοντες ταχέως Γραμματεῖς Προξενείων καὶ ἀποστέλλοντες αὐτοὺς εἰς τὰ διάφορα Προξενεῖα, οὐδὲν κατορθοῦμεν· διότι, ἐὰν ἀποστέλλωμεν ἀπαρασκεύους Γραμματεῖς, οὗτοι δὲν χρησιμεύουσιν οὐδὲ δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους κατ’ οὐδέν. Διὰ τοῦτο δὲν παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, ὅτι πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν ταχέως νὰ λήγῃ ἡ διάρκεια τῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπηρεσίας τῶν ἀκολούθων. Ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι καὶ τὴν ἑτέραν θεωρίαν, οὐδ’ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολῶμεν τὴν Βουλήν, ἀφίνοντες, ἐὰν ὑπάρχῃ εἷς περισσεύων τμηματάρχης, αὐτὸν περισσεύοντα, περιοριζόμενοι δὲ νὰ τὸν παύσωμεν, ἀφίνοντες κενὴν τὴν θέσιν. Ἀλλὰ τότε, ἂν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπάρχωσι κεναὶ θέσεις, τὰς ὁποίας οἱ περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ νόμοι ἐδημιούργησαν, εἶναι περιττὸν νὰ ἔχωμεν νόμον ὀργανικόν. Ὅταν ὁ νόμος δίδῃ τὴν ἄδειαν νὰ ὑπάρχωσι 4 ἢ 5 ἢ 7 τμηματάρχαι, παρέχει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ πάντας αὐτούς· ὅταν δὲ δὲν ἦναι ἀναγκαία θέσις τις, πρέπει νὰ καταργηθῇ, ἵνα μή τις τῶν ἐν τῷ μέλλοντι Ὑπουργῶν δύνηται νὰ τὴν πληρώσῃ. Οἱ Ὑπουργοὶ δὲν πρέπει νὰ διορίζωσιν ὅσους θέλουσιν, ἀλλ’ ὅσους οἱ νόμοι προσδιώρισαν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ καταργηθῶσιν αἱ περιτταὶ θέσεις, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ. Δὲν ἔχομεν ἀσφαλῆ ὁδηγόν, ὑπολογίζοντες τὸ ποσὸν τῆς συντάξεως, τὸ ὁποῖον οἱ ἀπολυόμενοι δύνανται νὰ λαμβάνωσι, μὲ τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον λαμβάνουσι· διότι, ἂν ὁ ὑπάλληλος δὲν ἦναι ἱκανὸς, ἢ ἂν ἡ θέσις αὐτοῦ ἦναι περιττή, δὲν ὠφελοῦμεν τὴν ὑπηρεσίαν, διατηροῦντες αὐτὸν ἐν αὐτῇ. Καὶ διατὶ νὰ διατηρῶμεν αὐτόν; Διότι ἐνδέχεται ἀπολυόμενος νὰ λάβῃ σύνταξιν. Τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσι πάντες οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. Δὲν πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν τὸ ποσὸν τῆς συντάξεως, πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ χρησιμότης τῆς θέσεως, καὶ ἑπομένως ἡ ἀνάγκη τῆς διατηρήσεως αὐτῆς. Ἀλλ’ ὅταν πάντες ὁμολογῆτε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη, διατὶ ἀντιτείνετε νὰ καταργηθῇ ἡ θέσις; Διότι δύναται νὰ οἰκονομηθῇ ἡ ὑπόθεσις, μὴ διορίζοντος τοῦ Ὑπουργοῦ τινα εἰς τὴν περιττὴν θέσιν, λησμονοῦντες ὅτι τὸν μὴ διορίζοντα Ὑπουργὸν δύναται νὰ διαδεχθῇ Ὑπουργὸς διορίζων. Τοῦτο δὲ κυρίως ἐπιθυμοῦμεν, νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ διορίζῃ ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἀναγκαῖοι. Διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ψηφίσῃ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου.
§133ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐπιμένῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸ νομοσχέδιον, εἶμαι ὑποχρεωμένος, καίτοι ἀπαράσκευος, νὰ λάβω τὸν λόγον.
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§135ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι σπουδαῖον νομοσχέδιον, καὶ δὲν εἶναι παρόντες οὐδ’ οἱ ἡμίσεις Βουλευταί.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 μ. μ.)