Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΣΤ · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 87

1903.05.30

2.846 στίχοι · 20.827 λέξεις · 1 πίνακας · 175 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1903.05.30
Προεδρεία
Δ. Γ. ΡΑΛΛΗ
Περίοδος
ΙΣΤ
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1907)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 87

τῆς 30 Μαΐου 1903.

(Παρασκευή).

(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δ. Ράλλη).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 7 μ. μ., παρόντων 129 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λέκας ἔχει τὸν λόγον.

§2Θ. ΛΕΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅτε τὸ πρῶτον ἐψηφίσθη ὁ περὶ στρεμματικῆς φορολογίας νόμος, εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας τριῶν δήμων τῆς Ἀττικῆς, ἤτοι τῶν δήμων Ἀθηναίων, Φυλῆς καὶ Ἀχαρνῶν, κατελογίσθη φόρος βαρύτατος, ἐν συγκρίσει δὲ πρὸς τὸν καταλογισθέντα φόρον εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας τῶν ἄλλων δήμων τῆς Ἀττικῆς, ἦτο σχεδὸν διπλάσιος. Τὸ ἄδικον αὐτὸ οἱ συμπολῖταί μας ἐζήτησαν νὰ θεραπευθῇ, καὶ ὁμολογουμένως αἱ δύο προκάτοχοι Κυβερνήσεις διέταξαν τοὺς ὑποταμίας νὰ εἰσπράττωσι φόρον ἀνάλογον μὲ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θὰ ἐπλήρωνον καὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες τῶν ἄλλων δήμων τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, ἐπιφυλασσόμεναι πάντοτε νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν νόμον περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ ὑπολοίπου. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπεβλήθη νόμος, ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι νόμος τοιοῦτος δὲν ἐψηφίσθη, σήμερον δὲ οἱ ὑποταμίαι καὶ οἱ ταμίαι ζητοῦσι φόρον τεσσάρων ἐτῶν, καὶ ὄχι μόνον τὸν φόρον, ἀλλὰ καὶ πρόσθετον τέλος διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον πληρωμήν. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι προτιμότερον διὰ τοὺς ἀμπελοκτήμονας αὐτοὺς θὰ ἦτο, ἂν ἐξ ἀρχῆς ἐγνώριζον, ὅτι θὰ κατέβαλλον τὸν φόρον τοῦτον, καὶ ἐπλήρωνον αὐτόν. Ἐν τούτοις θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, — διότι φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον ἔχει ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἠθικήν τινα ὑποχρέωσιν, — θὰ παρακαλέσω, λέγω, αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον.

§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ καταθέσητε γραπτὴν τὴν ἐπερώτησίν σας, διὰ νὰ μελετήσω τὴν ὑπόθεσιν.

§4Θ. ΛΕΚΑΣ. Ἐκτὸς τούτου, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ποίαν ἀπόφασιν ἔλαβεν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῶν ἐν Ἀθήναις ἐπιπλοποιῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ ἐπιβληθῇ δασμὸς βαρύτερος ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων ἐπίπλων. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργόν, ἐπειδὴ μοὶ ὑπεβλήθησαν παράπονα ὑπὸ τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Θορικίων, ὅτι εἰς ὅλην σχεδὸν τὴν Ἀττικὴν ἀνηγέρθησαν σχολεῖα, καὶ μόνον ἐν τῷ δήμῳ Θορικίων δὲν ἀνηγέρθησαν τοιαῦτα, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ προνοήσῃ περὶ τούτου.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον.

§6ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν σύστασιν, καὶ συγχρόνως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ ζητήματος ἀφορῶντος τὴν ἐπαρχίαν μου. Εἰδικῶς διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως ὅσον ἀφορᾷ τὰς νήσους Κεφαλληνίαν καὶ Ζάκυνθον, διὰ νόμου τοῦ 1872 ὡρίσθη φόρος ἐξαγωγῆς, ἀντικαταστήσας τὸν ὁδικὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ 1867 περὶ ὁδοποιΐας εἶχε καθιερώσει. Ὁ φόρος οὗτος ἐκμισθοῦται κατ’ ἔτος διὰ πλειοδοτικῆς δημοπρασίας, ἐφέτος δὲ ἡ ἐκμίσθωσις πρόκειται νὰ γείνῃ τὴν 1 προσεχοῦς Ἰουνίου, ἤτοι μεθαύριον. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω ἐκεῖθεν, εἰς τὴν δημοπρασίαν τῶν φόρων συμβαίνει τι ἄτοπον, — καὶ ἐπὶ τούτου ἀκριβῶς θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. — Ἐκτίθενται εἰς δημοπρασίαν οἱ φόροι, ἀποτυγχάνει ἡ δημοπρασία, καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ὑπῆρξε προσφορά, εἰσπράττονται οἱ φόροι δι’ ἐπιστασίας. Τοῦτο ἄλλον σκοπὸν δὲν ἔχει ἢ νὰ ἀπασχολήσῃ προσωπικὸν μὲ μηνιαῖον μισθόν, καὶ ἐπὶ βλάβῃ συγχρόνως τοῦ ταμείου, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ φόροι αὐτοὶ ἀνήκουσι. Τὸ αὐτὸ ἐγένετο καὶ ὡς πρὸς τὸν λιμενικὸν φόρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου αἱ συνέπειαι τῆς τοιαύτης ἐνεργείας εἶναι πολὺ περισσότερον καταφανεῖς, διότι τὸ λιμενικὸν ταμεῖον εἶναι ἐπιβεβαρημένον διὰ δανείου ἑνὸς σχεδὸν ἑκατομμυρίου δραχμῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὴν Ἰονικήν, ὑπάρχει δὲ καὶ καθυστέρησις τόκων περὶ τὰς 40,000 δραχμῶν. Ἐφέτος οἱ φόροι οἱ λιμενικοὶ εἰσπράττονται δι’ ἐπιστασίας, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε δ’ ἀποτελέσματα ὑπάρχει ἔλλειμμα ἀρκετὰ σπουδαῖον, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ παρελθόντος ἔτους. Καὶ ἐνῷ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει ἀνάγκην νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθησαν καὶ εἰδικοὶ φόροι, πρὸς ἐκβάθυνσιν τοῦ λιμένος, ὁ ὁποῖος προσεχώσθη εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ἀναδίδει ἀδιακόπως ἀποφορὰν, ἰδίως δὲ ἐν καιρῷ θέρους, ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἐν παντελεῖ ἀδυναμίᾳ νὰ προβλέψῃ περὶ τῆς θεραπείας τοῦ κακοῦ τούτου, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, μετὰ τῆς ὁποίας εἶχεν ἀρχίσει διαπραγματεύσεις, αἵτινες εἶχον φθάσει σχεδὸν εἰς τὸ τέλος, ἀρνεῖται σήμερον νὰ χορηγήσῃ τὸ δάνειον, διότι δὲν θεωρεῖ ἑαυτὴν ἐξησφαλισμένην, ἕνεκα τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπέδωκεν ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου κατὰ τὸ παρελθόν. Λοιπὸν ἡ σύστασίς μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἡ ἑξῆς· νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς, νὰ μὴ στηριχθῇ δὲ εἰς τὰς πληροφορίας τὰς τυχὸν πρὸς αὐτὸν δοθησομένας, ὅτι ἀπέτυχεν ἡ δημοπρασία, καὶ ὅτι ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν ἐπαρχιακῶν προσόδων δι’ ἐπιστασίας, διότι ὁ φόρος οὗτος εἶναι ὁ μόνος σχεδὸν πόρος τῶν δήμων τῶν ἐξοχικῶν, καθόσον ὁ φόρος οὗτος, εἰσπραττόμενος εἰς τὸ τελωνεῖον, κατανέμεται κατόπιν ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, κατὰ τὴν διαβάθμισιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁρίσει ὁ νόμος τοῦ 1872.

§7ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε;

§8ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μάλιστα.

§9ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν ὅμως δὲν ἔχωμεν προσφορὰς, τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν; Διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ πέρυσι τὸ αὐτὸ συνέβη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἐὰν συμβῇ καὶ ἐφέτος τὸ αὐτὸ, δηλαδὴ νὰ μὴ ἔχωμεν προσφορὰς, τί πρέπει νὰ πράξωμεν;

§10ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἰδοὺ, κύριε Ὑπουργὲ, συνήθως τί γίνεται. Ἀφίνουσιν οἱ ἐνοικιασταὶ νὰ ἐκτίθηνται οἱ φόροι εἰς δημοπρασίαν ἅπαξ, δὶς, τρὶς, καὶ περιμένουσι κατὰ τὴν τρίτην δημοπρασίαν νὰ προσφέρωσι τιμήν. Λοιπὸν νὰ μὴ περιορισθῆτε μόνον εἰς τὴν ἀποτυχίαν τῆς πρώτης ἢ τῆς δευτέρας δημοπρασίας, διότι συνεννοοῦνται πολλάκις οἱ ἐνοικιασταὶ καὶ ἀπέχουσι μέχρι τέλους, μέχρι τῆς τρίτης δημοπρασίας.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.

§12Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐν τῇ ἀξιεπαίνῳ αὐτοῦ μερίμνῃ πρὸς βελτίωσιν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας, προέβη τελευταῖον εἰς τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζεται σειρὰ μαθημάτων διὰ τοὺς μηχανικοὺς τοῦ στόλου, καὶ ἰδίως διὰ τοὺς μηχανικοὺς τοὺς ἀνήκοντας εἰς τοὺς κατωτέρους βαθμούς. Ἀλλὰ τὸ Διάταγμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη τὴν 22 Μαΐου ἐνεστῶτος ἔτους, περιλαμβάνει μαθήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον, ὄχι μόνον οἱ μηχανικοὶ ἐκεῖνοι, — οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων εἶναι πρακτικοὶ καὶ βεβαίως δὲν ἔτυχον τῆς ἀναγκαίας ἐκπαιδεύσεως, ὥστε νὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ διδαχθῶσι τὰ μαθήματα ταῦτα καὶ κατανοήσωσιν αὐτὰ, — ὄχι μόνον, λέγω, οἱ μηχανικοὶ ἐκεῖνοι, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ καθηγηταὶ τῶν Φυσικομαθηματικῶν δὲν εἶναι ἴσως εἰς θέσιν, ἐντὸς τοῦ χρόνου μάλιστα, τὸν ὁποῖον ὥρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ ἀντιληφθῶσι, καὶ καρπωθῶσιν ἐξ αὐτῶν ὠφέλειάν τινα. Ὁρίζει διὰ τοῦ Διατάγματος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἑξάμηνον διάστημα διδασκαλίας διὰ τοὺς μηχανικούς, ὑποκελευστὰς, κελευστὰς καὶ σημαιοφόρους. Ἀλλ’ ἐντὸς ἕξ μηνῶν εἶναι δυνατὸν, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ διδαχθῶσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι παραστατικὴν Γεωμετρίαν, ἀναλυτικὴν Γεωμετρίαν, Ἄλγεβραν, διαφορικὸν ὑπολογισμὸν καὶ περὶ ἀντιστάσεως τῆς ὕλης, ὁλοκληρωτικὸν ὑπολογισμὸν, καὶ ὅλα ἐν γένει τὰ ἀνώτερα μαθηματικὰ, τὰ ὁποῖα διδάσκονται ἐν τῇ Πολυτεχνικῇ Σχολῇ καὶ ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Φυσικομαθηματικῶν τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου; Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ποῖος ὁ λόγος, ὁ παρακινήσας τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ εἰρημένου Διατάγματος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ γνωρίζω καὶ οἱ εἰδήμονες καὶ οἱ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας προερχόμενοι ἀνομολογοῦσιν, εἶναι, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο ἔσεται ἀνεφάρμοστον. Καὶ ὄχι μόνον ἀνεφάρμοστον εἶναι τὸ Διάταγμα, ἀλλὰ καὶ ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον· διότι, ἂν πρόκηται διὰ τῆς ἑξαμήνου ταύτης διδασκαλίας νὰ κανονισθῶσιν ὁ τρόπος καὶ τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμὸν, ὁ σκοπὸς τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος τούτου προφανῶς ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον, ὅστις ῥητῶς ὁρίζει, κατὰ τίνα τρόπον οἱ ναυτικοὶ οὗτοι ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ θέλουσι προάγεσθαι, — ἐκτὸς ἐὰν ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπέβαλον τῷ κ. Ὑπουργῷ τὴν γνώμην τῆς ἑξαμήνου ταύτης διδασκαλίας, ἔχωσι λόγον τινὰ ἰδιαίτερον, — διότι μεταξὺ τοῦ Σώματος τῶν μηχανικῶν, καὶ ἰδίως τῶν κατωτέρων, ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξῆλθον τῆς Σχολῆς τῆς Πολυτεχνικῆς ἢ ἄλλης ξένης Σχολῆς, ἀλλ’ εἶναι ἄνθρωποι πρακτικοὶ, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ 15, 18 καὶ 20 ἔτη εἰς τὸ ναυτικὸν, εἶναι δὲ ἄριστα κατηρτισμένοι ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν δηλαδὴ ἐκείνην, δι’ ἣν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν ἠσκημένους καὶ μεμορφωμένους τοὺς μηχανικοὺς τοῦ στόλου ἡμῶν. Βεβαίως δὲν ἀποκλείεται καὶ ἡ θεωρία, ἀλλὰ κατὰ τὸν χρόνον καθ’ ὃν αὐτοὶ κατετάχθησαν, δὲν εἶχον οὐδὲ τὰ μέσα, οὐδὲ τὸν τρόπον, ἵνα ἀποκτήσωσι τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει σήμερον εἰς αὐτοὺς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τίς ὁ σκοπὸς τῆς Σχολῆς ταύτης, Σχολῆς προσκαίρου, Σχολῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ πρακτικὰ ἀποτελέσματα, διότι, ὡς προεῖπον, τὰ μαθήματα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διδαχθῶσιν ἐντὸς ἕξ μηνῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἀνθρώπους μὴ κεκτημένους στοιχειώδεις γνώσεις τῶν πρώτων μαθηματικῶν, τὰς βάσεις δηλαδὴ, νὰ ἀντιληφθῶσι παραστατικὴν Γεωμετρίαν, νὰ ἀντιληφθῶσιν ὁλοκληρωτικὸν ὑπολογισμὸν, νὰ ἀντιληφθῶσιν ἄλλα θεωρητικὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῶν εἰδικῶν ἄχρηστα ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς αὐτοὺς, ἰδίᾳ δὲ εἰς τοὺς ὑπαξιωματικούς. Ἐὰν ἡ μέριμνα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἦτο, ὅπως φρονῶ, νὰ καταρτίσῃ Σχολὴν ναυτικῶν μηχανικῶν, εἰς τὴν Σχολὴν δὲ ταύτην νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ εἰσέρχωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ καταταχθῶσιν ἐν αὐτῇ, δι’ εἰσιτηρίων ἐξετάσεων, θὰ ἦτο λαμπρὸν τὸ μέτρον, οὐχὶ ὅμως νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν διδασκαλίαν ἐπὶ 6 μῆνας εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες ὑπέστησαν ἤδη τρεῖς ἢ τέσσαρας ἐξετάσεις, ὑπέστησαν ἐξετάσεις εἰσαγωγῆς, ὑπέστησαν ἐξετάσεις προαγωγῆς ἀπὸ τοῦ πρώτου βαθμοῦ εἰς τὸν ἑπόμενον, πρόκειται δὲ νὰ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις καὶ μετὰ ἓν ἔτος ἢ μετὰ δύο ἔτη. Ἐὰν σήμερον ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτοὺς ν’ ἀκολουθήσωσι μαθήματα τοιαῦτα, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐξεγείρωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἴσως τοὺς ἀναγκάσωμεν νὰ ὑποβάλωσιν ἀθρόας παραιτήσεις. Ἐννοεῖτε δὲ, εἰς ποίαν θέσιν δυσχερῆ ἤθελον εὑρεθῆ τὰ πολεμικὰ ἡμῶν πλοῖα, ἐὰν τοιοῦτο μέτρον προὐτίθετο ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ ἐφαρμόσῃ. Καθ’ ἃ δὲ πληροφοροῦμαι, καὶ ὡς προεῖπον, τὸ μέτρον τοῦτο προετάθη χάριν τῶν ἐχόντων πτυχίον τοῦ Πανεπιστημίου ἢ ἄλλης ὁμοταγοῦς Σχολῆς, οἵτινες εἶναι κατώτεροι ὡς πρὸς τὴν ἀρχαιότητα, καὶ οἱ ὁποῖοι ὅμως, ἀκολουθοῦντες τὰ μαθήματα ταῦτα καὶ ὑποβαλλόμενοι μετὰ τὸ ἑξάμηνον εἰς ἐξετάσεις, κατὰ φυσικὸν λόγον θὰ δώσωσιν ἀπαντήσεις, οἵας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀμοιροῦσι τῶν γνώσεων τούτων. Ὁ σκοπὸς λοιπὸν εἶναι, ὅπως ἐκεῖνοι ὑπερπηδήσωσι τοὺς μὴ κεκτημένους τὸ προσὸν τῶν γνώσεων τούτων. Ὥστε ἡ ἀδικία εἶναι προφανής, καὶ ἡ ἐναντίον τοῦ νόμου ἔκδοσις τοῦ Β. Διατάγματος εἶναι καὶ αὐτὴ προφανεστάτη. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν ἐξετάσῃ τὰ δύο ταῦτα ζητήματα, θέλει ἀνακαλέσει τὸ Διάταγμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον φέρει πρόσκομμα εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας καὶ εἰς τὸν ζῆλον, τὸν ὁποῖον οἱ ἄνδρες οὗτοι ἐπέδειξαν καὶ θὰ ἐπιδείξωσι πάντοτε. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ μηχανικοί, ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἀσκηθέντες εἰς τὸν χειρισμὸν τῶν μηχανῶν τῶν πλοίων, εἶναι ἄριστα κατηρτισμένοι, ἀπέδειξαν δὲ καὶ κατὰ τὴν περίοδον τῆς πολεμικῆς ἐνεργείας, ὅτι κατέχουσι πάντα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κατέχῃ ὁ μηχανικός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ πλοίου. Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκον νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἑλκύσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος, συμφώνως καὶ πρὸς τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων, ν’ ἀφήσῃ δὲ τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει δώσει τὰς προσηκούσας ἐξηγήσεις.

§13Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. συνάδελφος, ὑποθέτω, δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι Διάταγμα δὲν δύναται νὰ ἀκυρώσῃ νόμον. Ἦτο ἑπομένως περιττὴ ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε, περὶ δῆθεν ἀντιθέσεως τοῦ Διατάγματος πρὸς τὸν νόμον. Τὸ Διάταγμα ἀφίνει — διότι δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλως — ἀκέραιον καὶ πλήρη τὸν ἰσχύοντα νόμον. Ὡς πρὸς τὰς ἐξετάσεις ἑπομένως, τὰς γινομένας κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον πρὸς προαγωγὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸν κλάδον τῶν κελευστῶν, καὶ τούτων εἰς τὸν κλάδον τῶν ἀξιωματικῶν, οὐδόλως θίγεται ὁ νόμος· μένει ἐν πλήρει ἰσχύϊ. Ὅτι δὲ ὁ νόμος μένει ἐν πλήρει ἰσχύϊ, ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἠκολούθει τὴν ἔκδοσιν τῶν διαφόρων Διαταγμάτων, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἤθελεν ἰδεῖ, πῶς ἐσχηματίσθη ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θέλει ἐξετάσει τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, ὅπως συμφώνως τῷ ἰσχύοντι νόμῳ ὁρίσῃ τὸν πίνακα τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα νὰ προβιβασθῶσιν ἀπὸ κελευστῶν εἰς ἀρχικελευστὰς, καὶ ἀπὸ ἀρχικελευστῶν εἰς μηχανικοὺς βʹ τάξεως, χωρὶς ν’ ἀναμιγνύηται τὸ Διάταγμα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Τὸ Διάταγμα ἔχει σκοπὸν, ὅπως οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἔχουσιν ὀλιγίστας ἐργασίας εἰς τὰ πλοῖα τὰ ἑδρεύοντα ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, καὶ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης καὶ εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἀντὶ νὰ διέρχωνται τὸν καιρόν των εἰς τὰ καφενεῖα ἢ εἰς ἄλλους τόπους διασκεδάσεως, ἀσχολῶνται εἰς τι ὠφέλιμον διὰ τὸ στάδιον αὐτῶν. Ὅπως δ’ ἀσχολῶνται εἰς τι ὠφέλιμον δι’ αὐτοὺς, ἐνόμισα ὅτι εἶναι χρήσιμον, ἄνευ οὐδεμιᾶς τροποποιήσεως τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἄνευ οὐδεμιᾶς προσθέτου δαπάνης, νὰ προσκληθῶσιν οἱ μένοντες ἐν τῇ Ὑποβρυχίῳ Ἀμύνῃ καὶ τῷ Ναυστάθμῳ ἀξιωματικοὶ νὰ διδάσκωσι τοὺς ὑπαξιωματικοὺς εἰς ὡρισμένας ὥρας μαθήματα μηχανικῆς. Τοῦτο θὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα τὴν βελτίωσιν αὐτῶν τῶν ἰδίων, ἤτοι καὶ τῶν ἀρχαίων, τῶν μὴ κεκτημένων πολλὰς γνώσεις θεωρητικὰς, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κέκτηνται τοιαύτας, διότι, ὅσας καὶ ἂν κέκτηνται γνώσεις, ἡ ἐνασχόλησις αὐτῶν εἰς μαθήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι χαρακτῆρα θεωρητικὸν, εἶναι ἐπωφελὴς εἰς αὐτούς. Ἐὰν δὲ τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ὁρίζονται διὰ τοῦ Διατάγματος, ἐφάνησαν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ὑπερβαίνοντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ὁρισθῶσι, τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι λόγος πρὸς τροποποίησιν. Τὰ μαθήματα ὡρίσθησαν ὑπὸ τῶν ἁρμοδιωτέρων ἐκ τῶν μηχανικῶν ἡμῶν. Οὗτοι συνέταξαν τὸ πρόγραμμα, τὸ περιλαμβανόμενον ἐν τῷ Διατάγματι. Ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ τις ὁ ἔχων διάφορον γνώμην, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ μὴ θεωρήσω τὴν γνώμην αὐτοῦ ἀνωτέραν τῆς γνώμης τῶν κυριωτέρων μηχανικῶν τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν...

§14Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶδον τὸν νόμον.

§15Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν τοῦτο. Ὁ νόμος ἐξακολουθεῖ ἐφαρμοζόμενος, ἄνευ οὐδεμιᾶς τροποποιήσεως· καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας γίνονται ἐξετάσεις δυνάμει τοῦ νόμου· ἀπόδειξις δὲ, ὅτι τοὺς παλαιοὺς μηχανικούς, τοὺς ἐμπειρικούς, οὕτως εἰπεῖν, ἡ πρόσκλησις εἰς ἐξετάσεις τοὺς εὐνοεῖ· διότι δὲν παρεδέχθην τὴν γνώμην ἄλλων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ δώσωσιν ἄλλην ἑρμηνείαν, ὅτι δηλ. καὶ οἱ μὴ ἔχοντες διετῆ ὑπηρεσίαν δικαιοῦνται νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς ἐξετάσεις ταύτας. Ὁ νόμος ἀπαιτεῖ διετῆ ὑπηρεσίαν, καὶ οἱ μὴ ἔχοντες διετῆ ὑπηρεσίαν εἶναι ἀνώτεροι κατὰ θεωρίαν, κατὰ δὲ τὴν πρᾶξιν κατώτεροι. Ὥστε καὶ τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ διδαχθῶσι, καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ ἐκδοθέντος Βασιλικοῦ Διατάγματος σκοποῦσι τὴν βελτίωσιν ἀκριβῶς τῶν γνώσεων καὶ τῆς καταστάσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται τῶν ἀπαιτουμένων θεωρητικῶν γνώσεων. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι δὲν πρόκειται οὔτε περὶ παραβάσεως νόμου, οὔτε περὶ ὑπερβολικῆς ἐργασίας, οὔτε περὶ ἀδικίας τινὸς πρὸς τοὺς μηχανικούς. Πρόκειται ἁπλῶς νὰ δοθῇ ἐπωφελὴς καὶ χρήσιμος ἐνασχόλησις εἰς μέγαν ἀριθμὸν ὑπαξιωματικῶν μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι, μένοντες σήμερον εἰς τὸν Ναύσταθμον καὶ ἔχοντες ἀσχολίαν πολὺ ὀλιγόωρον, ὡς εἶπον, θέλουσιν ἀπασχολεῖ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ χρόνου αὐτῶν, ἀκούοντες μαθήματα, οὐδόλως δὲ ἡ διὰ τῆς τοιαύτης ἀσχολίας βελτίωσις αὐτῶν θέλει ἐπηρεάσει εἰς τὰς ἐξετάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ γίνωνται κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον.

§16Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὸν καὶ τὰ ἐξετέλεσεν ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ σκοπὸς ἐκείνων, οἵτινες ὑποβάλλουσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν ἰδέαν τῆς ἐκδόσεως τοιούτων Διαταγμάτων, εἶναι ἄλλος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον τὸ Διάταγμα. Ἀλλὰ συνιστᾶτε, κύριε Ὑπουργέ, Σχολὴν μηχανικῶν ἐν Ναυστάθμῳ; Δυνάμει τίνος νόμου συνιστᾶτε αὐτήν; Δὲν μᾶς λέγετε, παρακαλῶ, τὸν νόμον αὐτόν;

§17Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι Σχολή.

§18Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τί εἶναι λοιπὸν, ἀφοῦ δὲν εἶναι Σχολή; Εἶναι Σχολὴ κατὰ τὸ Διάταγμά σας.

§19Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι. Εἶναι ἴσως Γυμναστήριον, εἶναι ὑπηρεσία.

§20Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ Διάταγμα λέγει, ὅτι «διδάσκεται ὁλοκληρωτικὸς ὑπολογισμὸς, παραστατικὴ Γεωμετρία» κλπ. Ἑπομένως εἶναι Σχολή· δὲν εἶναι οὔτε θέατρον οὔτε Ἀγορά.

§21Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Πρέπει νὰ διδάσκωνται.

§22Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Νομίζετε σεῖς εὔκολον πρᾶγμα δι’ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν φροντίδα τῆς κινήσεως τῆς μηχανῆς, νὰ καταγίνωνται καὶ εἰς τὴν παραστατικὴν Γεωμετρίαν καὶ εἰς τὴν τριγωνομετρίαν; Τότε ἂς καταγίνωνται καὶ εἰς τὴν μικροβιολογίαν!

§23Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Βεβαίως· νὰ καταγίνωνται, ὄχι νὰ κάθηνται.

§24Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Περὶ ἀντιστάσεως τῆς ὕλης, περὶ σχεδιάσεως, περὶ διαφορικοῦ ὑπολογισμοῦ, περὶ λογαρίθμων...»

§25Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὅλα αὐτά. Ἐὰν δὲν ἠξεύρῃ νὰ κάμνῃ ἓν μικρὸν τεχνικὸν πρᾶγμα, τί μηχανικὸς θὰ γείνῃ;

§26Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὅταν θὰ διοργανώσητε ὑμεῖς, νὰ διοργανώσητε οὕτω (γέλωτες).

§27Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τὰ διωργάνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ νομίζω, ὅτι πολὺ καλῶς τὰ διωργάνωσεν.

§28Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ γίνεται, λέγει ὁ κύριος Ὑπουργὸς, διὰ νὰ μὴ ἦναι χασομέρηδες! Ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, εἶναι χασομέρηδες; Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἔχωσιν ἐργασίαν, εἶναι λόγος αὐτὸς νὰ φορτώσωμεν τοὺς ἀνθρώπους μὲ σωρείαν μαθημάτων; Ἂς δώσῃ ἐργασίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς αὐτοὺς κατὰ τὸν τρόπον τὸν ἐπιτρεπόμενον ὑπὸ τῶν νόμων τοῦ Κράτους· ἂς θέσῃ εἰς κίνησιν τὰ πλοῖα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐργασία, τῆς ὁποίας ἔχουσιν ἀνάγκην. Τὸ νὰ θέλωμεν διὰ conférances νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ μάθωσι πράγματα ἄγνωστα, τώρα, εἰς τὴν ἡλικίαν, εἰς ἣν εὑρίσκονται, νομίζω ἀδύνατον, καὶ ἐπιμένω φρονῶν καὶ πιστεύων, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ Διατάγματος εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον εἶπον καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, ὅτι δηλαδὴ οἱ μηχανικοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι πτυχίον τοῦ Πολυτεχνείου, καὶ οἵτινες εὑρίσκονται, ὑπὸ ἔποψιν ἀρχαιότητος, κάτω τῶν ἄλλων, τῶν ἐμπειρικῶν, ἀλλὰ χρησιμωτάτων ἐπίσης, ἐκεῖνοι, θέλοντες νὰ ἔλθωσιν εἰς ἀνωτέραν θέσιν, ἐζήτησαν ἴσως καὶ διὰ τῶν ἁρμοδίων ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους συνεβουλεύθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς, νὰ συστηθῇ ἡ Σχολὴ αὕτη, Σχολὴ δηλαδὴ τοῦ Πανεπιστημίου, ἢ Σχολὴ Πολυτεχνικὴ, μεταφερομένη εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἵνα διδάξῃ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι 15 καὶ 20 ἔτη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ οἱ ὁποῖοι ὑπερέβησαν τὸ τεσσαρακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των, καὶ μερικοὶ ἔφθασαν ἤδη εἰς τὸ πεντηκοστὸν, νὰ διδάξῃ αὐτοὺς παραστατικὴν Γεωμετρίαν! Ἀλλὰ, κύριε Ὑπουργὲ, σᾶς παρακαλῶ πολὺ, μὴ δίδετε καὶ πολλὴν πίστιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι κινοῦνται ἐξ ἄλλων λόγων, ἵνα εἰσηγῶνται εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι τὰ τοιαῦτα εἶναι ὠφέλιμα ἢ σωτήρια. Θέλετε νὰ δώσητε ἐργασίαν εἰς τοὺς ἀξιωματικούς; Θέσατε εἰς κίνησιν τὰ πλοῖα. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἔχωσιν ἐργασίαν. Ἐὰν μένωσιν ἀργοὶ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, δὲν πταίουσιν αὐτοί, πταίετε ὑμεῖς, πταίει ἴσως ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, δὲν εἶναι ὅμως ὀρθὸν νὰ μεμφώμεθα αὐτούς. Ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν μένουσιν ἀργοὶ, διότι οἱ μηχανικοὶ ἔχουσι πάντοτε νὰ ἐκτελέσωσιν ὑπηρεσίαν, ὅπως καὶ οἱ μάχιμοι ἀξιωματικοὶ, καὶ ὑπηρεσίαν περισσοτέραν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους βαθμοφόρους· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφήσωσι τὰς μηχανὰς ἐν ἀκινησίᾳ, καὶ καθ’ ἑκάστην ἐπιθεωροῦσιν αὐτὰς, καὶ ἀσκοῦσι τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς ἄνδρας, καὶ μελετῶσι τὰ ζητήματα τὰ ἐνδιαφέροντα αὐτούς. Ὥστε δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι κάθηνται ἀργοί. Κύριε Ὑπουργὲ, σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ μελετήσητε τὸ ζήτημα, καὶ ν’ ἀνακαλέσητε τὸ ἀντικανονικὸν καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου ἐκδοθὲν Διάταγμα, — διότι ἐπιμένω, ὅτι εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου· ἐὰν δ’ ἔχητε ἐναντίαν ἰδέαν, σᾶς παρακαλῶ νὰ μᾶς τὸ ἀποδείξητε κατὰ τρόπον μὴ ἐπιδεχόμενον ἀμφισβήτησιν.

§29Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐ μόνον δικαίωμα εἶναι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νὰ κανονίζῃ ἐπὶ τὸ ἐπωφελέστερον τὸν τρόπον τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀποτελούντων πάντα κλάδον ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν ἔχει νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ὅσον ἔνεστι τελείας μορφώσεως καὶ τῆς ἐν γένει διαπαιδαγωγήσεως αὐτῶν. Ἐν τῷ παρόντι βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ συστάσεως ἰδίας Σχολῆς, ὡς μετ’ ἀδικαιολογήτου ἐπιμονῆς ἰσχυρίσθη ὁ ἔντιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ κανονισμοῦ ἀπαραιτήτου θεωρητικῆς διδασκαλίας, ἐπεχούσης τόπον ἀσκήσεως, καὶ ἥτις θ’ ἀποβῇ ἀσφαλῶς ἐπωφελὴς εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην ταύτης μηχανικούς. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ἡ πρακτικὴ ἐκπαίδευσις συνεπάγεται ἀπαραιτήτως καὶ θεωρητικὴν τοιαύτην. Ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν μεγαλειτέραν προσέγγισιν εἰς τὸ τέλειον, ἀνάγκη νὰ συνυπάρχωσιν οἱ δύο οὗτοι ὅροι. Ἐν τῇ σημερινῇ προόδῳ, ἐν ᾗ εὑρίσκεται ἡ Μηχανική, ἡ θεωρητικὴ ἐκπαίδευσις ἀποτελεῖ τὸ πρῶτον, ἵνα μὴ εἴπω τὸ μοναδικόν, ἔρεισμα. Ἄλλως τε πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι οἱ μηχανικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ διαιροῦνται εἰς δύο τάξεις, σχετικῶς πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν, ἣν κέκτηνται· εἶναι οἱ ἐμπειρικοὶ μηχανικοί, οἱ ὁποῖοι προέλευσιν ἔχουσι διάφορα ἐργοστάσια, καὶ οἱ ἐκ τῆς Πολυτεχνικῆς Σχολῆς ἢ ἐξ ἄλλων ξένων Σχολῶν προερχόμενοι, οἵτινες συγκεντρώνουσιν ἐν ἑαυτοῖς ἐκτὸς τῆς πρακτικῆς καὶ θεωρητικὴν μόρφωσιν. Σημειωτέον δ’ ὅτι ὑπὸ τὴν δευτέραν ταύτην ἔποψιν ἡ ἡμετέρα Πολυτεχνικὴ Σχολὴ καταρτίζει ἀρίστους μηχανικούς. Οἱ τῶν δύο τούτων κατηγοριῶν μηχανικοί, κατατασσόμενοι εἰς τὸ Βασιλικὸν Ναυτικόν, προάγονται κατὰ τρόπον καὶ χρόνον ἀνάλογον πρὸς τὴν ἱκανότητά των μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀρχικελευστοῦ. Ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ ὅμως τούτου καὶ ἄνω, τουτέστιν ἵνα εἰσέλθωσιν εἰς τὴν στήλην τῶν ἀξιωματικῶν μηχανικῶν, ἀπαραιτήτως ἀναγκαιοῦσιν αὐτοῖς ἀνώτεραι θεωρητικαὶ γνώσεις, ἃς κατέχουσι μόνον οἱ ἐκ τῶν Σχολῶν ἐξερχόμενοι· ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθωσιν εἰς τοὺς ἑκάστοτε προκηρυσσομένους διαγωνισμοὺς πρὸς πλήρωσιν χηρευουσῶν θέσεων. Τί ἐπιζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ μέτρου, ὅπερ ἔλαβε καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου πάνυ ἀβασανίστως ἐπιτίθεται ὁ προλαλήσας συνάδελφος, νὰ συντρέξῃ τοὺς ἐμπειρικοὺς μηχανικοὺς εἰς τὴν ἀπόκτησιν ὅσον τὸ δυνατὸν πλειοτέρων θεωρητικῶν γνώσεων, ὥστε νὰ καταστήσῃ αὐτοὺς ἱκανοὺς ν’ ἀνταγωνισθῶσι πρὸς τοὺς ὁμοιοβάθμους αὐτῶν θεωρητικοὺς μηχανικούς. Ἐκεῖνοι δέ, οἵτινες ἔχουσι θεωρητικάς τινας γνώσεις, μετὰ τὴν διατασσομένην νῦν ἐκπαίδευσιν θὰ καταστῶσιν ἀσφαλῶς ἱκανοί, τάχιον ἢ βράδιον, νὰ προσέλθωσιν καὶ διαγωνισθῶσιν οὐχὶ ἄνευ ἐλπίδων ἐπιτυχίας, ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο δὲν ἐπιτύχωσι, πάντως ἐκ τῆς διδασκαλίας ταύτης δὲν ἔχουσι νὰ ζημιωθῶσι. Ποῦ λοιπὸν εὑρίσκει τὸ ἄτοπον ὁ ἐπίμονος ἐπιτιμητὴς τοῦ μέτρου τούτου ἀγαπητὸς συνάδελφος, ὥστε νὰ ἐξαιτῆται πεισμόνως τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Β. Διατάγματος, ὅπερ λίαν προνοητικῶς προὐκάλεσεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός; Ἢ ποῦ διαβλέπει τὸ φοβερὸν ἀδίκημα, ὡς θέλει νὰ τὸ ὀνομάζῃ, τὸ προσγινόμενον εἰς τὸν κλάδον τῶν μηχανικῶν διὰ τῆς ἀποφάσεως, ἣν ἀξιεπαίνως ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἐπιθυμῶν νὰ συμπληρώσῃ καὶ ἐπεκτείνῃ τὰς γνώσεις τῶν ἀποτελούντων τὸν χρησιμώτατον τοῦτον κλάδον ἀτόμων; Βεβαίως πρέπει νὰ ἦναί τις ἥκιστα φίλος τῆς προόδου, ἵνα ταῦτα ἰσχυρίζηται, ἀφοῦ μάλιστα γνωστὸν τοῖς πᾶσι τυγχάνει, ὅτι εἰς ὅλα τὰ ναυτικὰ Κράτη οὕτω πως ἐκπαιδεύονται οἱ μηχανικοί, καὶ μόνον οἱ τοιαῦτα συγκεντροῦντες προσόντα προάγονται εἰς ἀξιωματικοὺς μηχανικούς. Καὶ ἀκόμη περισσότερον δέον νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι οὐδ’ αὐτοὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ μηχανικοί, οἱ μὴ ἀξιοῦντες ἄλλην προαγωγήν, εἰσὶ ξένοι πρὸς ὡρισμένας θεωρητικὰς γνώσεις. Τουλάχιστον οὕτω συμβαίνει εἰς Κράτη, ὅπου τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν τυγχάνει προηγμένον καὶ ἀντάξιον τοῦ μεγάλου αὐτοῦ προορισμοῦ.

§30Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶμαι συμφωνότατος, ὅτι ἡ θεωρία πρέπει νὰ συνοδεύηται μὲ τὴν πρᾶξιν, καὶ βεβαίως δὲν εἶπον τὸ ἐναντίον. Ἀλλ’ ἤδη πρόκειται περὶ ὑπαξιωματικῶν μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν τὰς ὑπηρεσίας των ἐπὶ 10 καὶ 15 ἔτη εἰς τὸν στόλον.

§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀρκετὰ ἀμείβονται· λαμβάνουν διὰ τοῦτο 300 δραχμὰς τὸν μῆνα.

§32Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ναί· ἀλλὰ διὰ τοῦ Διατάγματος τούτου κανονίζονται τὰ μαθήματα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ δώσωσιν ἐξετάσεις οἱ ἄνθρωποι αὐτοί· εἶναι δὲ φυσικῶς ἀδύνατον νὰ μάθωσι τὰ μαθήματα αὐτὰ ἐντὸς 6 μηνῶν.

§33Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ποῖος σᾶς τὸ εἶπε;

§34Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πρόκειται νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ διπλώματα, βεβαίως δὲ οὗτοι θὰ λάβωσι βαθμὸν ἀνώτερον, καὶ θὰ λάβωσι τὴν σειράν των. Θέλετε λοιπὸν νὰ πετάξητε εἰς τοὺς δρόμους τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τούτους;

§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν αὐτά. Μὴ ὁμιλεῖτε περὶ αὐτῶν.

§36Α. ΨΥΛΛΑΣ. Δὲν θὰ χάνωμεν τὸν καιρόν μας μὲ τοὺς ὑπαξιωματικούς!

§37Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Προτιμότερον εἶναι νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, παρὰ νὰ ἀπασχολῶμεν τὴν Βουλὴν μὲ τοὺς καλογήρους τῆς Πεντέλης· διότι οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι προσέφεραν ὑπηρεσίας, προσφέρουσιν ὑπηρεσίας καὶ θὰ προσφέρωσιν ὑπηρεσίας. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ συζήτησις αὕτη.

§38Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Προλαμβάνονται ὅλα αὐτά· καὶ τὸ Διάταγμα προσφέρει ὑπηρεσίαν.

§39Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὄχι! δὲν πρέπει ν’ ἀδικηθῶσιν οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν πραγματικὰς ὑπηρεσίας, καθ’ ἣν ἐποχὴν πολλοὶ ἀξιωματικοὶ δὲν προσέφεραν τοιαύτας.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.

§41ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τῶν ἐκ Μαντινείας βουλευτῶν κ. κ. Μανέτα καὶ Κωνσταντοπούλου περὶ τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ Τριπόλεως.

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;

§43Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.

§45Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχον παρακαλέσει νὰ καταθέσῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰ ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ γραφεῖα, τὰ ὁποῖα συνεστήθησαν, καὶ τὴν γεωμετρικὴν ἔκτασιν τῶν μερῶν.

§46ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταρτίζεται ὁ πίναξ, καὶ διέταξα νὰ γείνῃ ταχέως, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἐργασία δὲν εἶναι μικρά.

§47Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ἔχουσιν εἰς τὸ γραφεῖον καταστάσεις τῆς γεωμετρικῆς ἐκτάσεως, καὶ ὅτι εἶναι πρόχειροι αὗται. Διὰ τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ χρειάζηται πολλὴ ἐργασία. Μοὶ γράφουσιν ἐκ Δομβραίνης, ὅτι τὸ αὐτόθι τηλεγραφεῖον μένει ἐπὶ δύο ἤδη μῆνας κλειστὸν ἕνεκα ἐλλείψεως τηλεγραφητοῦ. Καθὼς γνωρίζετε, διὰ τῆς Δομβραίνης μεταφέρονται ὅλα τὰ προϊόντα τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ πρὸς πλήρωσιν τῆς θέσεως ταύτης διὰ τοῦ διορισμοῦ ἢ μεταθέσεως ἐκεῖσε τηλεγραφητοῦ.

§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.

§49Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλον πρό τινος νομοσχέδιον «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ΞΗʹ νόμου τῆς 22 Δεκεμβρίου 1847 περὶ δημοτικῶν φόρων.» Ἐπηκολούθησε συζήτησίς τις ἐπί τινων ἄρθρων, ἧς ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἡ ἐκλογὴ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ὑποβολὴν ἄλλου. Ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε καὶ ὑπέβαλε τοιαύτην πρότασιν νόμου ἤδη ἀπὸ τῆς 12 Μαΐου ἐ. ἔ. Προηγεῖται δὲ τῆς προτάσεως ταύτης νόμου μακρὰ καὶ ἐμπεριστατωμένη αἰτιολογικὴ ἔκθεσις. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν θέλει ὑπάρξει ἀντίρρησις, ἐὰν παρακαλέσω νὰ ἀνέλθῃ κατά τι ἡ πρότασις νόμου αὕτη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι ἔχει ἐν αὑτῇ ἀριθμὸν 65. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν θέλει ὑπάρξει ἀντίρρησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης νόμου, διότι πολλὰ συμφέροντα κινδυνεύουσιν ἐκ τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως. Μάλιστα προχθὲς ὁλόκληρος ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος ἐποιήσατο τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα παρὰ τοῖς συναδέλφοις κ. κ. Βουλευταῖς ἐξ Ἀττικῆς, ὡς καὶ παρ’ ἐμοί, ὅπως μὲ παρακαλέσωσι, χάριν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν συμφερόντων πολλοῦ κόσμου, νὰ συστήσω τοῖς κυρίοις Ὑπουργοῖς, ὅπως, εἰ δυνατὸν, λάβῃ ἀνώτερον ἀριθμὸν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος πρότασις νόμου.

§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίνα ἀριθμὸν ἔχει ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει;

§51Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἑξηκοστὸν πέμπτον.

§52Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, κύριε Λεβίδη, δύναται ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ τώρα.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προταχθῇ αὔριον μεταξὺ τῶν πρώτων. Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως».

§54Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι λίαν ἐπεῖγον εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὁ καὶ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, ἐζήτησεν, ἄνευ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως καὶ χωρὶς νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ὡς καὶ ἐψηφίσθη. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δύναται νὰ προταχθῇ καὶ ψηφισθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ κατόπιν νὰ ψηφισθῇ τὸ ἀστυνομικόν. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι τροπολογίαι, ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Τρικκάλων κ. κ. Ραδινοῦ καὶ Μπασδέκη.

§56Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ λησμονήσωσι τὸ δυστύχημα καὶ τὰς καταστροφάς, αἵτινες συνέβησαν κατὰ τὸ 1894 εἰς διάφορα τῆς Λοκρίδος χωρία, ὡς καὶ εἰς τὸ χωρίον Κυπαρίσσι, καὶ νὰ λάβωσι μέτρα νομοθετικὰ ὑπὲρ τῶν παθόντων, ἐν σχέσει πρὸς τὰς κατακλυσθείσας ὑπὸ τῆς θαλάσσης γαίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε τὴν εὐγενῆ καλωσύνην καὶ τὴν φιλανθρωπίαν νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς τῶν δόσεων οἱ δηλωταὶ καὶ κάτοχοι τῶν γαιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι, ὡς εἶπον, κατεκλύσθησαν ὑπὸ τῆς θαλάσσης. Δυστυχῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο φέρεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπὸ τὸν αὔξοντα ἀριθμὸν 111, ἐν ᾧ οἱ κάτοχοι τῶν γαιῶν ἐκείνων καταδιώκονται ὑπὸ τῶν εἰσπρακτόρων τοῦ Δημοσίου, ὅπως πληρώσωσι τὰς καθυστερουμένας ἐτησίας καὶ παγίας δόσεις. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι εἶναι ἐντελῶς ὑπηρεσιακόν, καὶ οὐδεμίαν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν ἢ ἀντίρρησιν.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγραφῇ καὶ αὐτὸ μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον.

§58Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Δὲν ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ βουλευτοῦ Τρικκάλων κ. Χατζηπέτρου. Ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν δέχεται, καὶ κατόπιν δίδετε τὸν λόγον εἰς ἄλλον.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις νὰ προταχθῇ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως τὸ περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν;

§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐνεργείας τῆς ψηφοφορίας πρὸς ἐκλογὴν τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Μπασδέκης προτείνει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Ἡ κατὰ τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ προσεχοῦς μηνὸς Ἰουλίου ἐνεργηθησομένη ψηφοφορία πρὸς ἐκλογὴν τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν ἀναβάλλεται διὰ τὴν προτελευταίαν Κυριακὴν τοῦ προσεχοῦς μηνὸς Σεπτεμβρίου, ἤτοι τὴν 21 τοῦ μηνὸς τούτου.» Τὴν αὐτὴν τροπολογίαν ὑπέβαλε καὶ ὁ κ. Ραδινός, βουλευτὴς Τρικκάλων. Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Σπ. Κουμουνδοῦρος προτείνει τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Ὀκτωβρίου. Θὰ θέσω κατὰ σειρὰν εἰς ψηφοφορίαν τὰς τροπολογίας. Ἡ μία ὁρίζει τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Ὀκτωβρίου.

§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ δύο ἄλλαι τὴν προτελευταίαν Κυριακὴν τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου, ἤτοι τὴν 21 τοῦ μηνός.

§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποίαν ἡμέραν τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ ποίαν τοῦ Ὀκτωβρίου;

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ μὲν τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Ὀκτωβρίου, ἡ δὲ τὴν προτελευταίαν Κυριακὴν τοῦ Σεπτεμβρίου, ἤτοι τὴν 21 τοῦ μηνός.

§66Ν. ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ὁρισθεῖσα ἡμέρα πρὸς ἐκλογὴν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν κατὰ τὴν 7 Σεπτεμβρίου δὲν εἶναι κατάλληλος, διότι ἐν Πελοποννήσῳ ἰδίως ὅλος ὁ κόσμος ἐργάζεται, ἔχων τὴν σταφίδα ἐν τοῖς ἁλωνίοις.

§67ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καθ’ ὅλας τὰς ἐποχὰς τοῦ ἔτους ἔχουν ἐργασίας οἱ ἄνθρωποι.

§68Ν. ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Ἡ 21 Σεπτεμβρίου εἶναι καταλληλοτέρα, διότι τότε τελειώνουν αἱ ἐργασίαι τῶν ἀμπέλων, καὶ ὁ λαὸς τότε ἔχει ἐπανέλθει ἀπὸ τῶν πεδινῶν δήμων εἰς τοὺς ὀρεινοὺς, καὶ θὰ δυνηθῶσι νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς ἐκλογάς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ ἡ 21 Σεπτεμβρίου.

§69ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ἡ ὁριζομένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου,—καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσέξῃ εἰς τοῦτο, —διὰ λόγους δικαστικούς. Ὡς γνωστὸν, κατὰ τὸ τέλος Αὐγούστου λήγουν αἱ δικαστικαὶ διακοπαὶ, αἱ ὁποῖαι ἀρχίζουν τυπικῶς τὴν 1 Ἰουλίου. Ἐὰν αἱ ἐκλογαὶ ὁρισθῶσι τὴν τελευταίαν Κυριακὴν τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, θὰ ἔχωμεν καθ’ ὅλον τὸν Σεπτέμβριον δικαιοστάσιον, διότι δὲν θὰ δύνανται οἱ δικασταὶ νὰ ἐργασθῶσιν. Εἶναι προτιμότερον, ἐὰν δὲν γείνωσιν αἱ ἐκλογαὶ κατὰ τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁριζομένην ἡμέραν, νὰ γείνωσι πρότερον.

§70ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἔχει πολὺ καλῶς μελετηθῆ, καὶ αὐτὸ μᾶς διδάσκει καὶ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος. Νομίζω ὅτι ἡ 7 Σεπτεμβρίου εἶναι ἡ μόνη ἐποχὴ, καθ’ ἣν καὶ οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ ἔχουσι μειώσει τὰς ἐργασίας των τὰς σπουδαιοτέρας, καὶ οἱ κτηνοτρόφοι δὲν θὰ ἔχωσιν ἀκόμη ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὰς ὀρεινὰς βοσκὰς εἰς τὰς θερινάς. Εἶναι ἡ μόνη ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν παραβλάπτονται καὶ τὰ δικαστικὰ συμφέροντα, ὡς ἀπέδειξεν ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος.

§71ΑΧΙΛ. ΧΟΙΔΑΣ. Αἱ διακοπαὶ τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀρχίζουν πολὺ πρὸ τοῦ Ἰουλίου, λήγουν δὲ πάντοτε μετὰ τὴν 15 Σεπτεμβρίου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ αἱ γεωργικαὶ ἐργασίαι δὲν εἶναι ἀκόμη περατωμέναι κατὰ τὴν 7 Σεπτεμβρίου.

§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ὅλαι περατωμέναι.

§73ΑΧΙΛ. ΧΟΙΔΑΣ. Δὲν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, ἀκόμη. Καὶ ἐφέτος μάλιστα, ἂν ἡ ἐσοδεία ἦναι μεγάλη, ὡς προμηνύεται, καὶ δὲν συμβῇ τι, τὸ ὁποῖον νὰ τὴν μειώσῃ, τὴν 7 Σεπτεμβρίου ἡ σταφὶς θὰ ἦναι ἀκόμη ἐν τοῖς ἁλωνίοις. Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζεται ἡμέρα πρὸς ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ἡ 21 Σεπτεμβρίου.

§74Κ. ΤΡΑΚΑΣ. Τὴν 21 Σεπτεμβρίου δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι ἔχομεν τὰς ἐμποροπανηγύρεις. (Διάλογοι).

§75Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν 7 Σεπτεμβρίου νὰ ἔχῃ συγκομισθῆ ὅλη ἡ σταφίς· ἐὰν μάλιστα βρέξῃ, θὰ ἦναι εἰς τὰ ἁλώνια ἡ σταφὶς μέχρι τῆς 15 Σεπτεμβρίου. Λοιπὸν ἡ 7 Σεπτεμβρίου δὲν εἶναι κατάλληλος ἐποχή· ἡ 14 μάλιστα, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἶναι ἡ ἑορτὴ τοῦ Σταυροῦ, πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡ 21 Σεπτεμβρίου.

§76Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§77ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅτε συνετάξαμεν τὸ νομοσχέδιον, εἴχομεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι θὰ ὑπάρξωσιν ἀντιρρήσεις, καὶ ἐσκέφθημεν πολὺ, ποίαν ἡμέραν ἔπρεπε νὰ ὁρίσωμεν. Σταθμίσαντες δὲ τὰ πράγματα, ἐπείσθημεν ὅτι θὰ ὑπῆρχον πολὺ πλειότεραι ἀντιρρήσεις διὰ τὴν 14, διὰ τὴν 21, διὰ τὴν 28 Σεπτεμβρίου· λαβόντες δὲ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, —διότι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ὁσάκις ἀνεβλήθησαν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, ἐνηργήθησαν αὗται τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, —ἐκρίναμεν ὅτι ἡμέρα προτιμοτέρα εἶναι ἡ πρώτη Κυριακὴ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, ἣν καὶ ὡρίσαμεν. Νομίζω δὲ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς αὐτήν.

§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Διάλογοι).

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἡσυχάσατε, διὰ νὰ ἀκούσωμεν. Πρόκειται περὶ ἡμερομηνίας. Λοιπὸν θέτω κατὰ σειρὰν εἰς ψηφοφορίαν τὰς τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1. Ἡ πρώτη, ὡς ἀπωτέρα, εἶναι ἡ τοῦ κ. Σπυρ. Κουμουνδούρου. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ὁρισθῇ ὡς ἡμέρα ψηφοφορίας ἡ πρώτη Κυριακὴ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Δευτέρα τροπολογία συγχωνευομένη εἶναι ἡ τῶν κυρίων Μπασδέκη καὶ Ραδινοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι ὡς ἡμέραν ψηφοφορίας διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν τὴν 21 Σεπτεμβρίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί· ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα).

§80ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπερρίφθη, κύριε Πρόεδρε.

§81ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, δὲν ἀπερρίφθη.

§82ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (Θόρυβος καὶ διάλογοι).

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἡσυχάσητε, δὲν θὰ ἀντιληφθῆτε περὶ τίνος πρόκειται. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ἀντελήφθησαν ὅλοι τὴν τροπολογίαν. Προσέξατε, διότι θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἀντίθετον. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἀντὶ τῆς πρώτης Κυριακῆς τοῦ Σεπτεμβρίου, δηλ. τῆς 7 Σεπτεμβρίου, νὰ ὁρισθῇ ὡς ἡμέρα ἡ 21 Σεπτεμβρίου. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι ὅπως αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἐνεργηθῶσι τὴν 21 Σεπτεμβρίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν.

§84ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15 οἱ ζητοῦντες ὀνομαστικὴν κλῆσιν; Παρακαλῶ νὰ ἐγερθῆτε (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15). Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν κ. κ. Μπασδέκη καὶ Ραδινοῦ, ὅπως ἡμέρα πρὸς ψηφοφορίαν διὰ τὰς νέας δημοτικὰς ἐκλογὰς ὁρισθῇ ἡ 21 Σεπτεμβρίου, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γ. Κορυζῆ καὶ Γ. Ραδινοῦ, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Λέων Μελᾶς Ν Ἀθαν. Μουτσόπουλος Ν
Στέργ. Μ. Καρανίκας Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς Ο
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ἀρν.Κυριάκος Λιγυνὸς
Κ. Ἀσημακόπουλος Ο Λάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς Ο
Εὐάγγ. Καναβαριώτης Ἀνδρέας Ψύλλας Ν
Γεώργιος Μπαλτατζῆς Νικόλαος Γουναράκης Ν
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος Ο Θεόδωρος Λέκας
Δημήτριος Γ. Μωραΐτης Ἰσίδωρος Κολιάτσος Ο
Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος Ο Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος
Γεώργ. Πολυγένης Ο Νικόλαος Α. Στρᾶτος Ο
Γεώργ. Καρπετόπουλος Ο Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Ν
Ἰωάννης Ζωγράφος Ν Κωνσταντῖνος Τοπάλης
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ο Φίλιππος Γιαννακόπουλος
Ἰωάννης Γ. Καραπάνος Ο Νικόλαος Σταματιάδης
Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης Ο Δημ. Καρακίτης
Κωνστ. Β. Κοττίκας Κωνστ. Φιλιππίδης
Δημήτρ. Γ. Ράλλης Ο Ἀντ. Καρτάλης
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Νικ. Γουλιμῆς Ν
Κωνστ. Σμολένσκης Ο Κωνσταντῖνος Γρίβας Ν
Νικόλαος Λεβίδης Ο Κωνστ. Παπανικολῆς Ν
Θ. Π. Δηλιγιάννης Ο Ἰωάννης Κ. Ρώτας
Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης Ο Γεώρ. Ν. Θεοτόκης Ο
Περικλῆς Ἀλεξάκης Ο Μιχ. Ν. Θεοτόκης Ο
Π. Ταμπακόπουλος Ο Νικόλ. Σ. Μαρκέτης Ο
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Ν Ἀλκίνοος Σ. Ζερβός Ο
Χαρίλ. Τζαννετάκης Γουλιέλμος Ι. Σκάρπας
Γεώργ. Θ. Πετροπουλάκης Σπυρίδων Α. Ἀγάθος
Μιχ. Φωτιάδης Περικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος Ο
Βασ. Μαστραπᾶς Ο Ἠλίας Α. Πολίτης Ο
Κ. Α. Λιδωρίκης Σπυρίδων Ι. ΔεληγιάννηςΝ
Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος Ο Παναγιώτης Δ. Πετρίδης Ν
Μιχ. Ι. Στελλάκης Ἀθανάσιος Α. Γκράβας
Γ. Π. Καπιτσίνης Ἀναστάσ. Στυμφαλιάδης
Πάϊκος Λ. Ρίτσος Ἀπόστολος Σ. Ζούζουλας Ν
Σταμάτιος Μήτσας Ν Κωνστ. Β. Χρηστόπουλος Ο
Δημ. Τσιτσάρας Ο Ἄθως Ι. Ρωμᾶνος Ο
Δημ. Χατζόπουλος Ν Διονύσιος Π. ΒενιεράτοςΟ
Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Ο Κωνσταντ. Α. Γεράκης Ο
Ἰωάν. Σερμπᾶνος Ο Δημήτριος Β. Τραυλὸς
Κ. Δ. Ἄργας Λομβάρδος Ο Σπυρίδων Ε. Στάης
Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας Διονύσιος Καλούτσης
Γεώργιος Ι. Μελισσηνός Νικόλαος Τσοῦχλος Ν
Διονύσιος Π. Στεφάνου Ο Παναγ. Σπυράκης Ν
Χρῆστος Ι. ΣτεφανόπουλοςΝ Ἰωάννης Καλούτσης Ν
Ἀνδρέας Ι. Στεφανόπουλος Χαράλαμπος Βοζίκης Ο
Ἰωάννης Ν. Σισίνης Ν Γ. Α. Μαυρομιχάλης
Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης Ν Ἰω. Π. Μελετόπουλος
Διονύσιος Π. ΠαυλόπουλοςΝ Πέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης
Ἰωάννης Θ. Ψημένος Ν Στέφανος Κοπανίτσας
Γεώργιος Λ. Κρεστενίτης Γεώργιος Δ. Φικιώρης
Δημοσθένης Γ. Δόγκας Ν Ἰωάννης Φίλιος Ο
Νικόλαος Δαούτης Ο Κωνσταντῖνος Καρακίτης
Ἰωάννης Κόλλιας Ἰωάννης Γιαννακίτσας
Λουκᾶς Γ. Μπέλλος Νικόλαος Μπουφίδης Ο
Χριστόφορος Ι. Ἀσημῆς Ν Ἰωάννης Γ. Λάππας ΟΝ
Πέτρος Ν. Δελένδας Περικλῆς Σ. Βαλαωρίτης Ο
Β. Μαρκεζίνης Ν Γεώργιος Σκληρός
Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς Ο Εὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Ο
Γεώργιος Ν. Καλλίνικος Ο Κωνστ. Χαλκιόπουλος
Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς Ν Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς
Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης Ο Γκίκας Μάστορης
Ἀλέξανδρος Φωτήλας Ν Ἰωάννης Μπακόπουλος
Γεώρ. Χ. Παπαδημητρίου Ν Νικόλ. Τριανταφυλλᾶκος Ν
Βασιλάκης Κ. Γιαννουσίου Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Ο
Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ν Παναγ. Παπαναστασίου Ο
Κωνσταντῖνος Κρίτσας Παναγιώτης Μανέτας Ο
Ἰωάννης Δαμηλάτης Ο Ἀθαν. Πετρόπουλος Ν
Κωνστ. Ι. Φλέσσας Ο Ἀθαν. Ζέρβας Ν
Ἠλίας Π. Μαυρομιχάλης Ο Π. Ἀναστασόπουλος Ο
Κίμων Βελλίνης Ν Γεώργιος Νικολαΐδης
Ι. Καυταντζόγλου Ν Κωνσταντ. Τρικούπης
Ι. Παλάσκας Λεωνίδας Δεληγεώργης Ν
Δ. Τερτίπης Περικλῆς Μποῦτος Ν
Ι. Καζαμπάκας Ν Παναγ. Δ. Μερλόπουλος Ν
Α. Βασαρδάνης Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος
Κ. Ζωγλόπιτης Ν Ἰωάννης Νικολαΐδης Ν
Νικόλ. Μπαλάφας Ο Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης
Νικόλ. Σταματιάδης Ο Ἀριστομέν. ΠροβελέγγιοςΝ
Μιχ. Στεφανίδης Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης
Νικόλ. Νικολαΐδης Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος Ο
Θεμιστοκλῆς Κόλλιας Νικόλαος Κ. Κρίσπης
Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Ο Δημ. Ι. Φαρμάκης
Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος Ο Κωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς
Ἰωάννης Ν. Καναβός Ἐμμαν. Ε. Λαδόπουλος
Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Ἀντώνιος Π. Βιτάλης Ο
Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος Ἰωάννης Ν. Σιγάλας
Κωνσταντ. Χριστοδούλου Κάρολος Μ. Βιτάλης Ο
Ἀθάν. Πετσάλης Κων. Εὐθ. Χατζηπέτρος Ν
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ο Σωτήριος Ι. Χατζηγάκης
Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Γεώργιος Ραδινὸς Ν
Κυρ. Α. Μαυρομιχάλης Ο Ἀπόστολος Ζάππας Ν
Φώτιος Π. Μοσχούλας Ἠλίας Μπασδέκης
Νικόλ. Α. Παπαλέξης Ν Σπυρίδων Γεωργόπουλος
Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος Ν Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς Ο
Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος Ο Εὐστάθιος Κοκκέβης Ο
Νικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος Ν Ἀλέξ. Δ. Πανηρόπουλος Ν
Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης Δημ. Ἀναστασόπουλος
Ἀνάργυρος Σιμόπουλος Ἀθαν. Νικολίτσας Ο
Ἰωάννης Δελμοῦζος Ο Ἀλέξ. Στάϊκος Ο
Δημήτριος Π. Νίκας Ο Γεώργιος Κορυζῆς Ο
Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος Ν Θεόδωρος Λυμπρίτης Ν
Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς Ν
Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης Ο Παντελῆς Γκίκας ἀρν.
Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος Ν Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Ο
Κωνσταντῖνος Γκότσης Ν Νικόλαος Μ. Τσαμαδός
Δημήτριος Π. Γούναρης Ν Νικόλαος Πλατσῆς
Δ. Ἀνδρ. ἢ Μπουκαούρης Ν Ν. Χατζῖσκος Ο
Γεώργιος Ράλλης Χαρ. Εὐταξίας Ο
Παναγιώτης Π. Σάκκης Ο Δ. Δεδούσης
Νικόλαος Α. Μισυρλῆς Ο Κομνᾶς Ν. Τράκας Ο
Νικόλ. Δ. Ραφτόπουλος Ν Ν. Κοντογιάννης Ο
Ἰωάννης Α. Βρυώνης Ο Μιχαὴλ Κακαρᾶς
Ἰωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Βασίλειος Βουδούρης Ο
Νικόλαος Γ. Λεωγίδας Ο Γεώργιος Ἀβέρωφ
Διομήδης Ν. Κυριακὸς Νικόλαος ΚαλογερόπουλοςΟ
Ἰωάννης Ν. Καλάμαρης Ο Νικόλαος Μαμούνης
Σταμ. Δ. Βαφειαδάκης Ἰωάννης Θ. Βρατσάνος Ο

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 143. Ἐκ τούτων 81 ἐψήφισαν κατὰ τῆς προτάσεως, 60 ὑπὲρ τῆς προτάσεως, καὶ δύο ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§87ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρότασις.

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη πρότασις.

§89Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, προτείνω νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ τὴν 14 Σεπτεμβρίου.

§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη ἤδη.

§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη. Ἠρωτήθη ἡ Βουλὴ, καὶ ἀπεφάνθη καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).

§92Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν προθεσμιῶν ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν μεγάλη συζήτησις. Ἡ προθεσμία πρέπει νὰ γείνῃ τοὐλάχιστον εἰκοσαήμερος.

§93ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀμφότεραι αἱ προθεσμίαι γίνονται 20 ἡμερῶν, δηλαδὴ εἰκοσαήμερος καὶ διὰ τὸ Ἐφετεῖον, ὡς εἶναι διὰ τὸ Πρωτοδικεῖον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγιγνώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 35′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 40′ μ. μ.)

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;

§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως».

§99Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον προηγουμένως.

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§101Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, καὶ τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 122 νομοσχέδιον. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀντίρρησις. Πρόκειται νὰ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια νὰ ἐγγραφῶσι νέαι ὑποθῆκαι καὶ προσημειώσεις εἰς τὰ βιβλία τῶν ἀποτεφρωθέντων καὶ καταστραφέντων ὑποθηκοφυλακείων.

§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη νομοσχέδιον χθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.

§103Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Ὅλα τὰ τοπικοῦ συμφέροντος νομοσχέδια νὰ προτιμηθῶσι.

§104Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι τοπικοῦ συμφέροντος· εἶναι γενικοῦ συμφέροντος.

§105Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προτείνομεν ἡμεῖς, εἶναι γενικοῦ συμφέροντος· πρόκειται περὶ νόμου ἰσχύοντος.

§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἴμεθα ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ εἶναι συνέχεια συζητήσεως νομοσχεδίου ἀρξαμένης ἤδη.

§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν πρότασιν, κύριε Γεράκη;

§108Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, αὔριον, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ προταχθῇ.

§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν δι’ αὔριον.

§110Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ, ὅλα τὰ τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος νομοσχέδια ν’ ἀναγραφῶσιν αὔριον.

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως θὰ κανονίσωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.

§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν. Ὑπάρχουσι πολλὰ νομοσχέδια τοπικοῦ συμφέροντος. Νομίζω ὅτι ταῦτα δύνανται νὰ ψηφισθῶσι μετὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τῶν ἀναγομένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§113Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ μάλιστα τινὰ ἐξ αὐτῶν εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.

§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους νομίζω ὅτι προηγεῖται τοῦ συμφέροντος τοῦ τοπικοῦ.

§115Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂς ὁρισθῇ μία ἡμέρα πρὸς συζήτησιν ὅλων τῶν τοπικοῦ συμφέροντος νομοσχεδίων.

§116Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ αὐριανὴ συνεδρίασις νὰ ἔχῃ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, τοὐλάχιστον νὰ ψηφισθῶσιν αὔριον.

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως». Ὁ κύριος Θεοτόκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.

§118Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον τὴν στιγμὴν ταύτην συζητεῖ ἡ Βουλὴ, εἶναι βεβαίως ἓν τῶν σπουδαιοτέρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δύναται ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ. Καὶ λέγων ἓν τῶν σπουδαιοτέρων νομοσχεδίων, ἀποβλέπω οὐχὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον τὴν στιγμὴν ταύτην συζητοῦμεν, ἀλλ’ εἰς τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀσχολεῖται. Κύριοι, ἡ ὕπαρξις ἐν τῷ Κράτει ἀστυνομίας δυναμένης νὰ ἐκτελέσῃ τὸν προορισμὸν αὐτῆς, καὶ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ πολλαπλᾶ καθήκοντα, τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς καλῶς ὠργανωμένην ἀστυνομίαν, ἀποτελεῖ μίαν τῶν πρωτίστων ἀναγκῶν εὐνομουμένου Κράτους. Τὸ ζήτημα τὸ ἀστυνομικὸν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν συζητεῖται ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ. Ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐφαρμοσθεῖσα καὶ λειτουργήσασα, ἀπεδείχθη τοσοῦτον ἀνίκανος πρὸς ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς καλῶς ὠργανωμένην ἀστυνομίαν, ὥστε κραυγαὶ πανταχόθεν ἠγέρθησαν κατ’ αὐτῆς, παράπονα κατ’ αὐτῆς ἐπὶ ἔτη διετυποῦντο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἡ Βουλὴ ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ συστήματος ἐκείνου ἀστυνομία δὲν ὑπῆρχε, καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔλλειψις πάσης ἀστυνομίας ἦτο τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦ συστήματος ἐκείνου. Ἡ ἀστυνομία ἐξετελεῖτο ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, καὶ αὐτὸ ἦτο τὸ ἰδανικὸν ἀστυνομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐκράτησε! Κατηργήθη ἐπὶ τέλους ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, καὶ ἀντικατεστάθη ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Τὸ σύστημα δὲ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὅτε τὸ πρῶτον ἐφηρμόσθη, ἐπέφερε λίαν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, καὶ οὐδεὶς, πιστεύω, ὑπάρχει ὁ δυνάμενος νὰ ἀναιρέσῃ, ὅτι ὑπὸ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ πρῶτον ἐφαρμοσθέν, εἴχομεν καλὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ὅπως πολλάκις ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐβασίζετο κυρίως εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, διότι ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς ἐξησφάλιζε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων· ὅτε δὲ ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς κατηργήθη, ἐννοεῖται, ὅτι τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον εἶχε φέρει λίαν ἀγαθοὺς καρπούς, ἤλλαξεν ἐντελῶς, διότι δυστυχῶς ἡ ἀστυνομία ἔχασε τὴν ἀνεξαρτησίαν, ἥτις ἐξησφαλίζετο αὐτῇ διὰ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς. Δὲν εἶναι τῆς στιγμῆς ταύτης, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω, ποῖοι λόγοι πολιτικοὶ, δυσκόλως κατ’ ἐμὲ δυνάμενοι νὰ θεραπευθῶσι, φέρουσιν ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα, ὅτι, ὁσάκις ἐξουσίαι τινὲς ἐκ μόνης τῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξαρτῶνται, δὲν δύνανται νὰ λειτουργήσωσιν ἐλευθέρως. Τοὺς λόγους τούτους ἅπαντες γνωρίζομεν· τὸ νὰ ἐπιμένωμεν δὲ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν, θεωρῶ ἐντελῶς περιττόν. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, καὶ μετὰ τὴν ἀπώλειαν, ὡς ἐκ τῆς καταργήσεως τούτου, τῆς ἀνεξαρτησίας, ἣν πρότερον εἶχεν ἡ ἀστυνομία, καίτοι δὲν δύναμαι νὰ μὴ ὁμολογήσω, ὅτι πολλαὶ παρεκτροπαὶ ἐγένοντο, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ ἀναγνωρίσω, ὅτι, παραβαλλομένου τοῦ συστήματος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας πρὸς τὸ σύστημα τὸ πρότερον κρατῆσαν, βεβαίως ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐξυπηρέτησε τὰ συμφέροντα τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς τάξεως πολὺ καλλίτερον τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ἐποχὴν, ὅτε, τοῦ ζητήματος τούτου συζητουμένου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εὑρίσκοντο πάντοτε πρὸ ἐπιχειρήματος ἀρχῆς, οὕτως εἰπεῖν, διότι ὑπεστηρίζετο τότε, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα συναφὲς πρὸς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, ὅτι εἶναι δικαίωμα ἀνῆκον ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχήν. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ὑπεστήριξαν πολλοὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), τὴν ἀρχὴν δὲ ταύτην ὑπεστήριξε κυρίως ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνθυμοῦμαι τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ νομοθετηθῇ τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἡ ἀγόρευσις αὐτοῦ τότε, ἡ μακρὰ, ἐστηρίζετο κυρίως εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν ἀνήκει εἰς τοὺς δήμους. Ἐλησμόνει τότε, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο οἱ δῆμοι ἐξασκοῦσι κατὰ παραγγελίαν καὶ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι ἑπομένως τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καθίσταται ὅλως περιττὴ σήμερον, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐν ὀνόματι τῆς ἀρχῆς ταύτης ἐπολέμουν τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐγκατέλιπον τὴν ἀρχὴν ταύτην διὰ τοῦ ὑποβεβλημένου εἰς τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου· διότι τί ἕτερον εἶναι ἢ ἐγκατάλειψις τῆς ἀρχῆς ἡ ἀναγνώρισις, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δέον νὰ ἐξακολουθήσῃ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν ὑπὲρ τὰς 11,000 κατοίκων; τί ἄλλο εἶναι τοῦτο ἢ ἀναγνώρισις, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία εἶναι καλλιτέρα τῆς δημοτικῆς; Διότι ταύτην ἐφαρμόζει εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 11 χιλιάδων· ἀλλὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἀποτελεῖ ἀναγνώρισιν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία εἶναι καλλιτέρα τῆς δημοτικῆς, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἐπίσης ἀναγνώρισιν τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, καὶ ἐγκατάλειψιν πλήρη τῆς ἀρχῆς, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας ἄλλοτε ἐπολεμεῖτο ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Δὲν πρόκειται λοιπὸν πλέον σήμερον νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους, διότι, ἐγκαταλειφθείσης τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ταύτην ὑπεστήριζον, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου θὰ ἦτο ὅλως περιττή. Ὑπεστήριξα καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, καὶ διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καίτοι ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς, εἶναι ἀσυγκρίτως καλλίτερον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ πραγματικὸς σκοπὸς βελτιώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ. Βελτίωσις τῶν τοῦ στρατοῦ καὶ ὕπαρξις στρατιωτικῆς ἀστυνομίας δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοήσῃ τις ὀργανισμὸν στρατοῦ, ἐκπαίδευσιν στρατοῦ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀπόσπασιν μεγάλου ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἔλεγον τότε καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι, ἐνόσῳ ὁ νέος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ δὲν ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐνόσῳ ὁ ὀργανισμὸς οὗτος δὲν ἐφαρμόζεται, ἐνόσῳ ὁ στρατὸς ἡμῶν ἀποτελεῖται κυρίως ἀπὸ στελέχη, ἐνόσῳ ἄνδρες ἐλλείπουσιν ἀπὸ τοὺς λόχους, τὰ τάγματα καὶ τὰ συντάγματα, ἡ παραμονὴ ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ καθίσταται περιττὴ, καὶ δυνάμεθα ἄνευ κινδύνου βλάβης τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ νὰ ἀποσπάσωμεν ἀριθμόν τινα ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας. Ὅπως ἔχουσι σήμερον, Κύριοι, τὰ τοῦ στρατοῦ, ἐλλείπουσιν ἄνδρες, καὶ ἑπομένως ἡ παρουσία ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν ἐν αὐτῷ καθίσταται περιττή. Ὁμιλοῦσι περὶ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια περὶ τούτου, ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα μέχρι τοῦδε δὲν συνεζητήθησαν, ἀγνοῶ δὲ, καὶ ἂν θὰ συζητηθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν συζητηθῶσιν, ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1904, ἑπομένως δὲν πρόκειται σήμερον περὶ ἐφαρμογῆς νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ τὰ λεχθέντα προχθὲς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ οὐδόλως ἐφαρμόζονται κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, οὔτε θὰ ἐφαρμοσθῶσι μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1904. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, Κύριοι, ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας μέχρι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἔπρεπεν ἐν ταὐτῷ, διδασκόμενοι ἐκ τῆς πείρας, νὰ φέρωμεν εἰς τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τὰς βελτιώσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο τὸν θεσμὸν τοῦτον νὰ καταστήσωσι καλλίτερον, νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς πολλαπλᾶς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχει νὰ ἐξυπηρετήσῃ· καὶ τοιαύτην ἐργασίαν περιέμενον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην τῆς Βουλῆς, περιέμενον δέ, ὅπως μετὰ τὸ τέλος τῆς Συνόδου ταύτης ἀσχοληθῇ ἐπισταμένως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀστυνομικοῦ, τὸ ὁποῖον βεβαίως, ὡς εἶπον, ἀποτελεῖ τὸ σπουδαιότερον μέλημα πάσης Κυβερνήσεως, καὶ φέρῃ μεμελετημένον σχέδιον, καὶ οὐχὶ τὸ σχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον βεβαίως, ἂν δὲν ἀποδεικνύῃ ἕτερόν τι, ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἀσχολεῖται, οὐδόλως ἐμελετήθη. Τὸ ζήτημα τὸ ἀστυνομικόν, Κύριοι, ἀπησχόλησε μεγάλως τὴν ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου Κυβέρνησιν. Καὶ τότε ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἀστυνομικόν, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἦτο ὡς οἷόν τε τέλειον, ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ καλλίτερον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἀστυνομικὸν σύστημα προώρισται νὰ θεραπεύσῃ. Ἀλλ’ ἀτυχῶς αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας δὲν ἐπέτρεψαν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου, διότι πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου ἀπῃτεῖτο αὔξησις δαπανῶν. Καὶ δὲν ἀπῃτεῖτο αὔξησις δαπανῶν μόνον διὰ τὴν ἀστυνομίαν, ἀλλ’ αὔξησις δαπανῶν καὶ διὰ τὴν χωροφυλακήν. Νομοθετοῦντες περὶ ἀστυνομίας, πρέπει νὰ νομοθετήσωμεν καὶ περὶ χωροφυλακῆς· καὶ τοῦτο πρὸς ἐξασφάλισιν καλῆς ἐν τῇ χώρᾳ τοπικῆς ἀστυνομίας καὶ πλήρους τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ κατορθώσωμεν· πρέπει ἐπίσης νὰ ἐπιτύχωμεν, ἵνα ἀστυνομία καὶ χωροφυλακὴ ἔχωσιν ὀργανισμὸν ἐπιτρέποντα αὐταῖς νὰ ἀναλάβωσι τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, αἵτινες εἶναι ξέναι πρὸς τὸν προορισμὸν τοῦ στρατοῦ, αἵτινες ἀπορροφῶσιν ὅλον τὸν χρόνον αὐτοῦ, καὶ ἐμποδίζουσι τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ. Ἐνόσῳ, Κύριοι, ἀστυνομία καὶ χωροφυλακὴ δὲν δυνηθῶσι τὰς ὑπηρεσίας ταύτας νὰ ἀναλάβωσιν, οἱονδήποτε ὀργανισμὸν στρατοῦ καὶ ἂν φέρητε, ὁ ὀργανισμὸς οὗτος ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι οὐδόλως δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν πρόοδον τοῦ στρατοῦ. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, τί ἤθελε τὸ Κράτος κερδίσει, ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, ἂν ἀντὶ 15 χιλιάδων στρατιωτῶν εἶχεν 20 χιλιάδας, ὅταν αἱ 10 ἢ αἱ 12 χιλιάδες ἀσχολῶνται εἰς ἔργα, τὰ ὁποῖα, ξένα πρὸς τὸν προορισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἁρμοδιότητος ἀποκλειστικῶς τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς, καθιστῶσι τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ ἀδύνατον; Πρέπει λοιπὸν ἐν συνδυασμῷ τὰ πολλαπλᾶ ταῦτα ζητήματα νὰ ἐξετασθῶσιν· ὁμολογῶ δέ, ὅτι ἡ λύσις αὐτῶν θὰ ἀπαιτήσῃ χρηματικὰς θυσίας. Αἱ θυσίαι αὗται κατὰ τὸ παρελθὸν ἦτο ἀδύνατον νὰ γείνωσιν, οὐχὶ τόσον διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ἀναγκαίων πόρων, ἀλλὰ διότι εὑρισκόμεθα τότε πρὸ Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἰσχυρίζετο, ὅτι ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ διοικηθῇ μὲ 10 ἢ 12 ἑκατομμύρια ὀλιγώτερα κατ’ ἔτος. Ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν τὸ ἐναντίον. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ἡ ἀπόδειξις αὕτη δὲν ἐδίδετο, ἀδύνατον ἦτο νὰ προβῶμεν εἰς αὔξησιν δαπανῶν· περιεμένομεν τὴν ἀπόδειξιν ταύτην, καὶ ἡ ἀπόδειξις αὕτη νομίζω ὅτι δὲν ἐδόθη, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἀπεδείχθη, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, τὸ Κράτος νὰ διοικηθῇ μὲ δαπάνας μικροτέρας ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατεβλήθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἡ ἀπόδειξις αὕτη εἶναι πλήρης σήμερον, διότι οὐδεὶς ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι, καὶ ἂν ψηφισθῶσιν ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ὡς προωρισμένα νὰ ἐπιφέρωσιν οἰκονομίας μεγάλας, καὶ ἂν ἐφαρμοσθῶσιν ἅπαντα ταῦτα, αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος οἰκονομίαι δὲν θὰ ὑπερβῶσι τὸ ἑκατομμύριον. Μακρὰν λοιπὸν εἴμεθα τῶν 12 ἢ τῶν 13 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τόσα ἔτη διεσαλπίζοντο, καὶ διὰ τῶν ὁποίων βεβαίως οὐχὶ μόνον ἡ ἀστυνομία ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ καλλίτερον, οὐχὶ μόνον ἡ χωροφυλακὴ νὰ βελτιωθῇ, ἀλλὰ καὶ ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν ἠδύναντο νὰ βελτιωθῶσιν εἰς βαθμὸν ἐπιτρέποντα αὐτοῖς ν’ ἀνταποκριθῶσι πρὸς τὸν προορισμὸν αὐτῶν. Ὁ χρόνος παρῆλθε, καὶ ἐπῆλθεν ἡ ἐξάτμισις τῶν δώδεκα ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἐξοικονομηθῶσιν ἀπὸ τὰς τακτικὰς δαπάνας, οὐδεμία δὲ ἐλπὶς ὑπάρχει, ὅτι τὸ Κράτος δύναται νὰ διοικηθῇ μὲ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἦτο ἐπαρκὲς πρὸς καλὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ νομοσχέδιον, λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθῆκον εἶχε ν’ ἀσχοληθῇ ἐπιμελῶς, ὅπως λύσῃ τὸ ζήτημα τὸ ἀστυνομικὸν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῆς χωροφυλακῆς, πρὸς τὸ ζήτημα ἴσως τῆς ἀγροφυλακῆς, ἐν σχέσει κυρίως πρὸς τὸν νέον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ οὐδὲν τοιοῦτον βλέπομεν. Βλέπομεν ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ συστήματα ἄγνωστα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Λέγω ἄγνωστα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι ἐν χώρᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ ἰσότης πρέπει τὰ πάντα νὰ διέπῃ, δύνανται νὰ καθιερωθῶσι συστήματα ἐντελῶς διάφορα· διάφορον διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, διάφορον διὰ τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, διάφορον διὰ τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν ἄνω τῶν 11 χιλιάδων, διάφορον διὰ τοὺς ἄλλους δήμους. Καὶ ἐρωτῶ, διατὶ ἡ ἀνισότης αὕτη; Ἐξαίρεσις ἐγένετο ἄλλοτε διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας· ἀλλ’ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη ἦτο μοναδική. Τὴν ἐκτείνετε σήμερον εἰς ὅλας τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, τὴν ἐκτείνετε εἰς ὅλους τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας 11,000 κατοίκους, δὲν τὴν ἐφαρμόζετε δὲ εἰς τοὺς ἄλλους δήμους. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποῦ βασιζόμενοι τὴν διάκρισιν ταύτην ποιεῖτε; Ἀναγνωρίζετε, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία εἶναι καλλιτέρα τῆς δημοτικῆς, καὶ ἐφαρμόζετε αὐτὴν εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας 11 χιλιάδας κατοίκους· διατὶ λαμβάνετε αὐθαιρέτως τὸν ἀριθμὸν τῶν 11 χιλιάδων καὶ λέγετε: «ὅταν ὁ δῆμος ἔχῃ 11 χιλιάδας κατοίκους, εἶναι ἄξιος νὰ ἔχῃ στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἀλλ’ ὅταν ἔχῃ 10,900, τότε δὲν εἶναι ἄξιος νὰ ἔχῃ στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἄρα καλὴν ἀστυνομίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ δημοτικήν»; Ἀλλὰ μήπως περιορίζεσθε εἰς τοῦτο μόνον; Ὄχι. Καὶ εἰς ἄλλην προβαίνετε ἀνισότητα. Λέγετε ὅτι, ἂν δῆμός τις, μὴ ἔχων 11,000, ἔχῃ διάθεσιν νὰ ἔχῃ ἀστυφύλακας, τότε τὸ Κράτος δίδει τοὺς ἀστυφύλακας εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, καὶ ἀναλαμβάνει τὴν πληρωμὴν τοῦ ἡμίσεος τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Ἄρα δύο κατηγορίαι ἀστυνομίας· εἰς τοὺς δήμους τοὺς μὴ ἔχοντας πληθυσμὸν 11,000, εἰς τοὺς δήμους, οἵτινες ἔχουσι τὴν διάθεσιν νὰ ἔχωσιν ἀστυφύλακας, ἀστυνομία ἡμιστρατιωτικὴ, τῆς ὁποίας τὴν δαπάνην ἀναλαμβάνει κατὰ τὸ ἥμισυ τὸ Κράτος, ἀναλαμβάνον τὴν πληρωμὴν τοῦ ἡμίσεος τοῦ μισθοῦ τῶν ἀστυφυλάκων· εἰς τοὺς δήμους τοὺς μὴ δυναμένους νὰ ἔχωσιν ἀστυφύλακας, ἀστυνομία δημοτικὴ, τῆς ὁποίας ἡ ὁλικὴ δαπάνη βαρύνει τὸν δῆμον. Λοιπὸν διαφορὰ ὡς πρὸς συστήματα ἀστυνομικὰ, καὶ διαφορὰ μεγάλη. Ἀλλὰ διαφορὰ καὶ ὡς πρὸς τὰ βάρη, τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς τοὺς δήμους, διότι τὸ ὑμέτερον νομοσχέδιον θὰ ἔχῃ ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα, ὅτι οἱ δῆμοι οἱ ἔχοντες πληθυσμὸν 11 χιλιάδων ἀπαλλάσσονται πάσης δαπάνης διὰ τὴν ἀστυνομίαν, οἱ δῆμοι δὲ οἱ ἔχοντες κατοίκους ὀλιγωτέρους τῶν 11 χιλιάδων ἀπαλλάσσονται τοῦ ἡμίσεος τῆς δαπάνης, ἐὰν θέλωσι νὰ ἔχωσιν ἀστυφύλακας. Οἱ δῆμοι οἱ ἄλλοι βαρύνονται δι’ ὅλης τῆς δαπάνης τῆς ἀστυνομικῆς. Ἐρωτῶ, ποῦ βασιζόμενοι νομοθετεῖτε τὰς διαφορὰς ταύτας; ποῦ βασιζόμενοι εὑρίσκετε, ὅτι ἔχετε δικαίωμα, τοὺς μὲν νὰ ἀπαλλάξητε πάσης συνεισφορᾶς διὰ τὴν ἀστυνομίαν, τοὺς δὲ νὰ ἐπιβαρύνητε διὰ τοῦ ὅλου τῆς δαπάνης ταύτης; Εἶναι σύστημα ἀστυνομικὸν, Κύριοι, τοῦτο; Ἀλλὰ μᾶς λέγουσι: «δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐλαττώματα τὸ σύστημα τοῦτο, ἀλλὰ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ συστήματος τούτου μεγάλη γίνεται οἰκονομία, καὶ τὸ Δημόσιον ἀπαλλάσσεται δαπάνης ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου.» Ἂς ἐξετάσωμεν, Κύριοι, ἂν οἱ ταῦτα λέγοντες βασίζονται ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1903 περιλαμβάνει δαπάνην διὰ τὴν ἀστυνομίαν ἀνερχομένην εἰς 2,291,816 δραχμάς. Διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου καλύπτονται τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, τῆς ἀστυνομίας τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ τῆς ἀστυνομίας τῶν 12 δήμων, τῶν ἐχόντων πληθυσμὸν ἄνω τῶν 11 χιλιάδων κατοίκων. Ἀλλὰ μένει, ὡς εἶπον ἤδη, εἰς βάρος τῶν δήμων τῶν μὴ ἐχόντων 11 χιλιάδας κατοίκους, ὅλη ἡ δαπάνη, ἢ τὸ ἥμισυ τῆς δαπάνης, τῆς ἀναγκαίας διὰ τὴν ἀστυνομίαν· ἀλλὰ μένει εἰς βάρος τοῦ Κράτους ἑτέρα δαπάνη, τὴν ὁποίαν δὲν εὑρίσκομεν ἐγγεγραμμένην εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἡ δαπάνη τῆς χωροφυλακῆς. Περὶ τούτου δὲν γίνεται μνεία ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ τὴν εὑρίσκομεν ἀναγεγραμμένην εἰς ἄρθρον τι τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, τὸ ἄρθρον 15, τὸ ὁποῖον διατάσσει: «Ἐν ἑκάστῃ τῶν ἐπαρχιῶν, ἐν αἷς ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία ἐν οὐδενὶ τῶν δήμων τυγχάνει ἀνατεθειμένη εἰς ἀστυνόμον ἀξιωματικὸν τοῦ στρατοῦ, καθιστᾶται ὑπομοιραρχία, διοικουμένη ὑπὸ ἀνθυπομοιράρχου, ἔχουσα δύναμιν ἀνδρῶν, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς προσδιορίζεται μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου νομάρχου ὑπὸ τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν Ὑπουργείων.» Ἄρα εἰς τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, πρέπει νὰ προστεθῶσιν ἀφ’ ἑνὸς αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας θέλουσι κάμει οἱ δῆμοι διὰ τὴν ἀστυνομίαν τὴν δημοτικὴν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας θέλει κάμει τὸ Κράτος δυνάμει τοῦ εἰρημένου ἄρθρου 15, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, πρέπει βεβαίως νὰ μεταφερθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον συζητοῦμεν. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, ἀνεξαρτήτως τούτου, τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, τὸν ὑποβληθέντα, καὶ ἂς παραβάλωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον πρὸς τὸν τοῦ 1902, πρὸς τὸν ὁποῖον ἡ σύγκρισις γίνεται. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 ἐγγράφεται διὰ τὴν ἀστυνομίαν δαπάνη ἀνερχομένη εἰς 2,291,816. Ἡ δαπάνη αὕτη ὑπερβαίνει τὴν δαπάνην τοῦ 1902 κατὰ 1,010,740, ὑπολείπεται δὲ τῆς δαπάνης τοῦ 1902 κατὰ 1,986,628, ἄρα ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον δραχμῶν 975,888 εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902. Ἴδωμεν τώρα, ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι πραγματική; Καὶ πρῶτον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, σελ. 328, ἀναγινώσκομεν: «Ἐκπίπτεται ὁ μισθός, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπιβαρύνεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας ἀπεσπασμένων καὶ ἀποσπασθησομένων 10 περίπου ἀνθυπιλάρχων, δρ. 24,600». Ἐν σελίδι 331: «Ἐκπίπτεται ὁ μισθός, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπιβαρύνεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀπεσπασμένων καὶ ἀποσπασθησομένων ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, δρ. 617,760.» Ἐν τῇ αὐτῇ σελίδι ἐκπίπτεται ὁ μισθὸς 33 ἀνθυπασπιστῶν, δραχ. 39,600. Ἄρα ἐκπίπτονται, λόγῳ ὅτι ἐπιβαρύνεται δι’ αὐτῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, δραχμαὶ ἐν ὅλῳ 678,960 ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἔδει τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλ’ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρίσκομεν μόνον δαπάνην διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν, διὰ μὲν τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δραχμῶν 72,840, διὰ δὲ τὴν ἀστυνομίαν τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δραχμῶν 78,000. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δραχμαὶ 678,960, αἵτινες δὲν ἐνεγράφησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνεγράφησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον μόνον δραχμαὶ 150,840· προκύπτει δ’ ἐκ τούτου διαφορὰ δραχμῶν 528,120, αἵτινες πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, ἂν θέλωμεν νὰ παραβάλωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902· διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 περιελάμβανε πᾶσαν τὴν δαπάνην διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων, ἀπαλλασσομένου ταύτης τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν ᾧ διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν βαρύνεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ 1903 μόνον μὲ δραχμὰς 150,840, μένουσι δὲ εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δραχ. 528,120, αἵτινες κακῶς ἐξεπέσθησαν καὶ αἵτινες δέον νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον. Ἐὰν ἐκ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 καὶ τοῦ τοῦ 1903, τῆς ἀνερχομένης, ὡς εἴπομεν, εἰς δραχμὰς 975,888, ἀφαιρέσωμεν δραχμὰς 528,120, αἵτινες δέον νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, φθάνομεν ἀμέσως εἰς διαφορὰν ὄχι πλέον, ὡς εἶπον, 975,888 δραχμῶν, ἀλλὰ μόνον 447,768. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ οἰκονομίας 1,500,000 δραχμῶν, ὡς ἐπανειλημμένως ἐλέχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ περὶ οἰκονομίας 447,768. Ἀλλ’ ἡ οἰκονομία αὕτη εἶναι τάχα ἀληθής; Καὶ πρῶτον, Κύριοι, παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ τῶν δήμων τῶν ἐχόντων πληθυσμὸν ἄνω τῶν 11,000. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ὁρίζεται ἀριθμὸς 600 ἀστυφυλάκων, ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰς ἑτέρας ἀστυνομίας τῶν 15 νομῶν καὶ τῶν 12 δήμων τῶν ἐχόντων πληθυσμὸν ἄνω τῶν 11,000 κατοίκων, ὁρίζεται ἀριθμὸς ἀστυφυλάκων 500, καὶ ἀριθμὸς ὑπαξιωματικῶν 105. Δὲν ἐξετάζω, Κύριοι, ἂν εἶναι δυνατὸν ἐν νόμῳ νὰ ὁρίζηται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων· δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἐμὲ νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι ἡ ἀστυνομία Ἀθηνῶν θέλει ἔχει πάντοτε 600 ἀστυφύλακας, διότι, μὲ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν αἱ Ἀθῆναι λαμβάνουσιν, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς τῶν 600, ὁ κατ’ ἐμὲ καὶ σήμερον ἀνεπαρκής, θὰ ἦναι ἐπαρκὴς εἰς τὸ μέλλον; οὔτε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῶν 27 ἀστυνομιῶν δύνανται νὰ θεραπευθῶσι διὰ 500 ἀστυφυλάκων. Ἀλλ’ ἔστω· ἐνόμισεν ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο, τὸ ὁποῖον βεβαίως λογικῶς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γείνῃ. Μήπως ὁ προϋπολογισμὸς ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου; Ὄχι. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς εἰς 600, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς περιλαμβάνει μόνον 470. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἐλησμόνησεν ὁ συντάξας τὸν προϋπολογισμόν, ὅτι δύναμις ἀστυφυλάκων 470 δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενωμοτάρχας, καὶ οὐδεμίαν ἐνέγραψε δαπάνην δι’ ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενωμοτάρχας, ἐν τῇ παραβολῇ δὲ τῶν δαπανῶν μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 καὶ τοῦ 1903 ἡ μὴ ἐγγραφεῖσα αὕτη δαπάνη φέρεται ὡς οἰκονομία. Ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε 470 ἀστυφύλακας ἄνευ ἐνωμοταρχῶν, ἄνευ ὑπενωμοταρχῶν; Διὰ τὰς ἀστυνομίας τὰς ἄλλας προβλέπει 105 ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενωμοτάρχας, διὰ τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς οὐδὲ ἕνα προβλέπει! Πρέπει λοιπὸν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας τὰς ἀναγεγραμμένας οὐ μόνον τὴν δαπάνην τῶν ἐνωμοταρχῶν καὶ ὑπενωμοταρχῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν τῶν 130 ἀστυφυλάκων, τοὺς ὁποίους ἐσφαλμένως ἀφαιρεῖτε, διότι, ἐνῷ ἔχετε, ἐπαναλαμβάνω, νομοσχέδιον περιέχον διάταξιν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀπαιτοῦνται 600 ἀστυφύλακες διὰ τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔχετε 470, ἀδύνατον δὲ νὰ ἐπαρκέσητε εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς μὲ 470 ἀστυφύλακας, ἐκτὸς ἐὰν ἀποφασίσητε νὰ ἔχητε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας στρατιώτας καὶ εὐζώνους, καὶ διὰ τούτων ν’ ἀναπληρώσητε τὸν ἐλλείποντα ἀριθμὸν τῶν ἀστυφυλάκων. Ἀλλὰ τότε τί γίνονται ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν προχθές, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων; Ἀλλὰ μήπως τοῦτο, Κύριοι, μόνον ἔχομεν; — Ἔχομεν καὶ ἕτερόν τι, — διότι τὰ παράδοξα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ καταρτισθέντι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ εἶναι πολλά. — Ἔχομεν τὸ ἄρθρον 10 τοῦ κεφαλαίου 3 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, «καταστήματα ἀστυνομιῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις». Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἐγγράφεται ἡ δαπάνη δι’ ἐνοίκια 15 καταστημάτων ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν, καὶ δι’ ἐνοίκια 13 καταστημάτων ἐν τοῖς δήμοις. Ἔλεγον προχθὲς ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι δὲν ἐννοῶ τὸν ἀριθμὸν 13· διότι, ἂν πρόκηται περὶ δήμων ἐχόντων πληθυσμὸν ἄνω τῶν 11,000, ἐγὼ δὲν εὑρίσκω παρὰ 12 μόνον τοιούτους δήμους· διατὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περιλαμβάνονται 13 τοιοῦτοι, δὲν γνωρίζω, οὔτε πιστεύω ὅτι γνωρίζει τοῦτο ὁ κύριος Ὑπουργός, διότι, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀνέφερε τὰ ὀνόματα τῶν δήμων τῶν ἐχόντων πληθυσμὸν ἄνω τῶν 11,000 συμφώνως μὲ τὴν στατιστικήν, δώδεκα τοιούτους ἀνέφερεν, ἀφαιρέσει, ἐγνοεῖται, τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν. Ἀλλὰ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν γίνεται λόγος περὶ 13. Μήπως περιλαμβάνετε καὶ τὸν δῆμον Πειραιῶς, ὅπως φθάσητε εἰς τὸν ἀριθμὸν 13; Ὑποθέτω ὄχι, διότι ὁ δῆμος Πειραιῶς περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἀλλ’ ἂν περιληφθῇ καὶ ὁ Πειραιεὺς, καὶ ἔχομεν τότε 13, ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν 500 ἀστυφυλάκων, τὸν προωρισμένον διὰ τὰς ἀστυνομίας τῶν ἐπαρχιῶν, πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν 100, προωρισμένους διὰ τὴν ἀστυνομίαν Πειραιῶς, καὶ τότε θὰ φθάσωμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 400 διὰ τὰς ἀστυνομίας τῶν ἐπαρχιῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐπὶ τίνος βάσεως ἐλογαριάσατε τὸν ἀριθμὸν αὐτόν; Ἐλάβετε τάχα τὸν κόπον νὰ μελετήσητε, πόσους ἔχετε ἀστυφύλακας σήμερον, ὑπηρετοῦντας εἰς τὰς ἀστυνομίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας διατηρεῖτε; Ἐγὼ ἔλαβον τὸν κόπον τοῦτον, καὶ εὑρίσκω, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπηρετοῦσιν: ἐν Χαλκίδι 34, ἐν Λαμίᾳ 31, ἐν Μεσολογγίῳ 39, ἐν Λαρίσῃ 53, ἐν Τρικκάλοις 38, ἐν Ἄρτῃ 25, ἐν Πάτραις 110, ἐν Τριπόλει 25, ἐν Ναυπλίῳ 22, ἐν Καλάμαις 47, ἐν Σπάρτῃ 38, ἐν Σύρῳ 33, ἐν Κερκύρᾳ 76, ἐν Ἀργοστολίῳ 37, καὶ ἐν Ζακύνθῳ 31, ἤτοι ἐν ὅλῳ 639 εἰς τὰς 15 πρωτευούσας τῶν νομῶν. Ἂς λάβωμεν καὶ τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας ἄνω τῶν 11,000 κατοίκους, ἵνα ἴδωμεν πόσοι ὑπηρετοῦσι σήμερον εἰς τὰς ἀστυνομίας ταύτας. Ἐν τῷ δήμῳ Λαυρεωτικῆς 25, Ἄργους 34, Κορίνθου 38, Αἰγίου 42, Λετρίνων (Πύργου) 48, Ἥλιδος 21, Μυρτουντίων 27, Ὀλυμπίων 25, Ἐράνης 30, Τυρνάβου 22, Βόλου 30, Καρδίτσης 17· ἐν ὅλῳ 359, οἵτινες προστιθέμενοι εἰς τοὺς 639, τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, μᾶς δίδουν 998 ἀστυφύλακας, ὑπηρετοῦντας σήμερον. Τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν τῶν ἀστυφυλάκων τὸν περιορίζετε εἰς 500, ἐὰν δ’ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὸν Πειραιᾶ, εἰς 400. Εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, νὰ ὑποθέσητε, ὅτι μὲ ἀριθμὸν τοσοῦτον, ἐπὶ ἔλαττον πλέον τῶν 50% τῆς δυνάμεως τῆς σήμερον ὑπηρετούσης, εἶναι δυνατὸν, λέγω, νὰ ὑποθέσητε, ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ἀστυνομία; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ αὕτη, ὅταν ἔχητε ἕνα μόνον ἀξιωματικὸν δι’ ἑκάστην ἀστυνομίαν; Ἐνῷ εἰς τὰς Πάτρας ὑπηρετοῦσι σήμερον 6 ἀξιωματικοὶ, εἰς τὴν Κέρκυραν 2, εἰς τὸν Βόλον 3, ἐνῷ γνωρίζετε, ὅτι ἀπαιτεῖται εἰς πολλὰ μέρη εἷς ἀστυνόμος, ἵνα ἐκτελῇ τὰ καθήκοντα τοῦ δημοσίου κατηγόρου, ἕτερος δὲ διὰ τὴν ἀγροτικὴν ἀστυνομίαν, ἔχετε ἕνα μόνον ἀξιωματικὸν δι’ ἑκάστην ἀστυνομίαν. Ἐὰν ἐννοῆτε διὰ τοῦ τρόπου τούτου τὰς οἰκονομίας, ἐγὼ θαυμάζω, πῶς δὲν ἐκάμετε οἰκονομίαν 2,000,000! Διότι δύνασθε πολὺ καλὰ, ἀντὶ τῶν 998 ἀστυφυλάκων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσι σήμερον, νὰ ἐγγράψητε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν δαπάνην δι’ 100 μόνον ἀστυφύλακας, καὶ τότε βεβαίως ἡ ἀστυνομία θὰ ἦναι ἀνωτέρα ἐκείνης, ἡ ὁποία παρουσιάζεται σήμερον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Εἶναι ταῦτα σπουδαῖα; εἶναι σοβαρά; Εἶναι δυνατὸν, ἐπὶ τούτων βασιζόμενοι, νὰ λέγητε, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνετε, πρόκειται νὰ φέρωσιν οἰκονομίαν ἑνὸς ἑκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων δραχμῶν; Ἀλλὰ μήπως εἶναι ταῦτα μόνον τὰ προδίδοντα, ὅτι δὲν ἐμελετήθησαν τὰ πράγματα; ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις, ὅπως ὅλα τὰ κονδύλια τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐλαττωθῶσιν ἄνευ μελέτης; Ἐπιτρέψατέ μοι καὶ ἄλλας τινὰς παρατηρήσεις νὰ κάμω, διὰ τῶν ὁποίων θέλω ἀποδείξει, ὅτι δὲν ἐλησμονήσατε μόνον τοὺς ἐνωμοτάρχας καὶ τοὺς ὑπενωμοτάρχας τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία γίνεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μνεία, ὅτι δὲν περιωρίσθητε νὰ ἐλαττώσητε αὐθαιρέτως καὶ κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα, ὅπως αἱ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ τῶν δήμων ἀστυνομίαι λειτουργήσουν, τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἀστυφυλάκων, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἐνοικίων τῶν καταστημάτων αὐθαιρέτως ἐκανονίσατε. Ὡς πρὸς τὰ ἐνοίκια, ἔχετε συμβόλαια, τὰ ὁποῖα δὲν δύνασθε ἢ νὰ ἐκτελέσητε· ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἀδιαφορίαν γράφετε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ: «ἐνοίκια 15 καταστημάτων ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν, πρὸς 70 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ 13 ἐν τοῖς δήμοις, πρὸς δραχμὰς 50». Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, δυνάμει συμβολαίων τί πληρώνονται σήμερον, — διότι ἐπ’ αὐτῶν οἰκονομία εἶναι ἀδύνατος. — Σήμερον, Κύριοι, πληρώνονται τὰ ἑξῆς ποσά. Τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα Λαυρεωτικῆς πληρώνει δραχ. 70, τοῦ Ἄργους 60, τῆς Κορίνθου 80, τοῦ Αἰγίου 100, τοῦ Πύργου 160, τῆς Ἤλιδος 60, τῶν Μυρτουντίων 70, τῶν Ὀλυμπίων 40, τῆς Ἐράνης 75, τοῦ Βόλου 150, τῆς Καρδίτσης 100. Δὲν περιέλαβον τὸ τοῦ Τυρνάβου, διότι τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, τί πληρώνονται δι’ ἀστυνομικὰ καταστήματα εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν. Τὸ τῆς Χαλκίδος πληρώνει δραχμὰς 110, τῆς Λαμίας 130, τοῦ Μεσολογγίου 120, τῆς Λαρίσης 150, τῶν Τρικκάλων 170, τῆς Ἄρτης 80, τῶν Πατρῶν δύο οἰκίαι 575, τῆς Τριπόλεως 130, τῶν Καλαμῶν 110, τῆς Σπάρτης 130, τῆς Σύρου 150, τῆς Κερκύρας 240, τοῦ Ἀργοστολίου 70, τῆς Ζακύνθου 150. Καὶ ὑμεῖς ἐγγράφετε δι’ ἕκαστον ὅλων αὐτῶν δραχμὰς 70! Ἔχετε δ’ οὕτω διαφορὰν ἐκ τούτου μόνον τοῦ ἄρθρου δραχ. 14,960 κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ μήπως εἶναι τοῦτο μόνον; Ἐν ἄρθρῳ 12, ἐδαφίῳ εʹ, διὰ νομὴν ἵππων ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων περιελήφθη ἐν ὅλῳ πίστωσις δραχ. 2,000 δι’ ὅλον τὸ ἔτος 1903. Ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ ἡ πίστωσις αὕτη, διότι 28 ἀξιωματικοὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἀστυνόμοι θὰ ἔχωσιν ἰσαρίθμους ἵππους. Κατὰ μέσον ὅρον διὰ νομὴν ἑκάστου ἵππου πληρώνει ἤδη τὸ Δημόσιον δραχ. 50 μηνιαίως. Ἄρα ἀπαιτεῖται διὰ 28 ἵππους μηνιαίως μὲν δαπάνη δραχμῶν 1400, ἐτησίως δὲ 16,800. Οὕτω πως συνετάχθη, Κύριοι, ὁ Προϋπολογισμός! Ἐὰν δ’ ἐξετάσητε κατ’ ἄρθρον καὶ ἐδάφιον τὸν Προϋπολογισμόν, εἰς ἕκαστον ἐδάφιον θέλετε εὕρει τὰς διαφορὰς ταύτας. Ἐὰν ἀθροίσητε τὰς διαφορὰς ταύτας ὅλας, καὶ ἀφαιρέσητε τὸ ἄθροισμα ἐκ τῆς ἐπὶ ἔλαττον διαφορᾶς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, ἥτις, ὡς εἶπον, ἀνέρχεται εἰς δρ. 447,768, θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι ἐλαχίστη, καὶ ὅτι μόνον ἐν τῇ φαντασίᾳ τῶν συντακτῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 εὑρίσκεται τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ προκύπτουσα ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων. Θὰ ἤμην δὲ εὐτυχής, ἂν ἤκουον ὑμᾶς διὰ πραγμάτων ἀμφισβητοῦντα τὰ κονδύλια ταῦτα, ἀμφισβητοῦντα τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Ἐγὼ ἐπὶ τῇ βάσει δημοσίων ἐγγράφων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπηρετούντων σήμερον ἀστυφυλάκων ἔφθασα εἰς τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδεχθῇ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδεμίαν θεωρητικὴν βάσιν στηρίζεται· διότι δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὑπάρχει βάσις θεωρητικὴ εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον λαμβάνει αὐθαιρέτως τὸν ἀριθμὸν 11,000 κατοίκων, καὶ καθιεροῖ ἄλλην ἀστυνομίαν εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας 11,000 κατοίκους, ἄλλην εἰς τοὺς ἔχοντας ὀλιγωτέρους κατοίκους, σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν σπουδαιότητα μερῶν τινων, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς βιομηχανικῆς καὶ ἐμπορικῆς αὐτῶν ἀναπτύξεως πρέπει νὰ ἔχωσι καλήν, ὅσον ἔνεστιν, ἀστυνομίαν, ἀλλὰ βασίζεται εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου· δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὑπάρχει βάσις θεωρητικὴ εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀφίνει λειτουργοῦσαν τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ἐν τοῖς δήμοις Λαυρεωτικῆς, Ἀργείων, Κορινθίων, Αἰγίου, Λετρίνων, Ἤλιδος, Μυρτουντίων, Ὀλυμπίων, Ἐράνης, Τυρνάβου, Παγασῶν καὶ Καρδίτσης, καὶ ἐπαναφέρει ὑπὸ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν τὴν Λεβαδείαν, τὴν Ἄμφισσαν, τὸ Καρπενήσιον, τὸ Γύθειον, τὴν Κυπαρισσίαν, τὴν Λευκάδα, τὰς Θήβας, τὸ Ἀγρίνιον, τὰς Σπέτσας, τὴν Ὕδραν, τὸν Πόρον, τὴν Μεσσήνην, τὸ Ληξούριον, τὴν Ἰθάκην καὶ ἄλλας ἀξίας λόγου πόλεις καὶ κώμας. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἔχει θεωρητικὴν βάσιν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου, καὶ οὐχὶ εἰς τὰς πολλαπλᾶς περιστάσεις, αἵτινες καθιστῶσιν εἴς τινα μέρη ἀνεπαρκῆ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Ὑπάρχουσι πόλεις, αἵτινες ὡς ἐκ τῆς τοποθεσίας αὐτῶν εἰσιν εὔθετοι πρὸς λαθρεμπορίαν, ἢ παρέχουσιν ἄσυλα καὶ καταφύγια εἰς φυγοδίκους, ἢ ἐξ εἰδικῆς τινος βιομηχανίας συγκεντρώνουσιν ἐργατικὸν πληθυσμόν. Εἰς τὰς πόλεις ταύτας ὅλως ἀνίσχυρος εἶναι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία. Ἀντὶ δὲ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν πάντα ταῦτα, ἐλάβετε αὐθαιρέτως τὸν ἀριθμὸν 11,000, καὶ καθιερώσατε ἀδικαιολόγητον ἀνισότητα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀνισότητος ταύτης πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἑτέραν ἀνισότητα, τὴν σχετιζομένην πρὸς τὴν δαπάνην διὰ τὴν ἀστυνομίαν. Δὲν βλέπω διατὶ αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεὺς καὶ αἱ πρωτεύουσαι τῶν νομῶν καὶ οἱ δῆμοι οἱ ἔχοντες πληθυσμὸν 11,000 κατοίκων ἀπαλλάσσονται πάσης εἰσφορᾶς διὰ τὴν ἀστυνομίαν, οἱ ἄλλοι δὲ δῆμοι ὑποβάλλονται εἰς σύστημα μικτὸν, καὶ ὅταν ζητῶσιν ἀστυφύλακας ὑποβάλλονται εἰς τὸ ἥμισυ τῆς δαπάνης, ὅταν δὲ δὲν ζητῶσιν, ὑποβάλλονται εἰς τὸ ὅλον. Φοβοῦμαι, ὅτι ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο θὰ γεννήσωμεν διὰ τὸ Κράτος χρηματικὰς δυσχερείας ὁμοίας ἐκείνων, αἵτινες προῆλθον ἐκ τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Οἱ δῆμοι οἱ ἄποροι θὰ ζητήσωσι μετ’ οὐ πολὺ ἀρωγὴν, ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ἥτις δι’ αὑτοὺς καθιεροῦται. Μὴ λησμονῶμεν δὲ, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν δήμων, εἰς οὓς θέλει λειτουργήσει ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, εἶναι ἄποροι, εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες οὔτε τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δύνανται νὰ καταβάλωσιν. Αὐτὰ εἶναι τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προβλέπω ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον παρεστάθη ὡς προτιθέμενον νὰ φέρῃ οἰκονομίαν ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου δραχμῶν, αὐτὰ εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον, κατὰ τοὺς εἰσηγητὰς αὐτοῦ, ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ ἄνευ ἀναβολῆς νὰ ψηφίσῃ, ἵνα μὴ βαρύνῃ τὸ Δημόσιον ἐπὶ πλέον ἡ δαπάνη τοῦ σήμερον κρατοῦντος συστήματος! (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐνεποίησεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ὁμολογῶ ὅτι δὲν μοὶ ἦτο εὐχάριστος, οὐχὶ διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἠσχολήθη νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀτελὲς ἢ πλημμελὲς, ἢ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἢ ὅτι, ἂν ἐφαρμοσθῇ, θέλει βλάψει τὰ συμφέροντα τῆς δημοσίας τάξεως καὶ θέλει ἐγκαταστήσει ἀνισότητα καὶ ἀνωμαλίας, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἦτο εὐχάριστος ἡ ἐκ τοῦ λόγου τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐντύπωσις, διότι κατέδειξε πλήρη σύγχυσιν ἰδεῶν. Ἐνῷ ἔχει ὑπ’ ὄψει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καθιστᾶται ἀστυνομία διοικητικὴ, ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καθιστῶμεν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν! Καὶ ἐνῷ ἔχει ὑπ’ ὄψει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπαναφέρομεν τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν ἐν τοῖς δήμοις, οἵτινες ἔχουσι μικρὸν πληθυσμὸν, παριστᾷ τὸ μέτρον τοῦτο ἀνατρεπτικὸν τῶν θεωριῶν τῆς ἐπιστήμης! Ἡμεῖς οὐδέποτε ἤμεθα ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, οὐδὲ σήμερον, εἰσάγοντες νομοσχέδιον, ἠδυνάμεθα νὰ προτείνωμεν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. Μελετήσατε τὸ νομοσχέδιον, ἵνα πληροφορηθῆτε, ἂν πρόκειται περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἡμεῖς ἐπαναφέρομεν τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν ἐν τοῖς μικροῖς δήμοις, ἀποκαθιστῶμεν δὲ τὴν διοικητικὴν ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν, καλοῦμεν δὲ ὄργανα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας στρατιωτικούς. Τοῦτο διαφέρει ὅλως ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, οἵαν εἶχε καταστήσει ὁ νόμος τοῦ 1892 καὶ ὁ νόμος τοῦ 1893. Οἱ νόμοι οὗτοι, καὶ ἰδίως ὁ τοῦ 1893, κατέστησαν οὐχὶ στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἀλλ’ Ὑπουργεῖον Ἀστυνομίας, τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς, διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ὁποίου καὶ κατὰ τὸ 1895 ἐθρήνουν οἱ περὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας καὶ νῦν πρὸ μικροῦ ἠκούσαμεν αὐτὸν θρηνοῦντα. Τοιοῦτον Ἀρχηγεῖον ζητοῦσι νὰ ἐπαναφέρωσιν! Ἀλλὰ ποίους καρποὺς παρήγαγε τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα; Διότι δὲν ἔχουσι τὴν εὐκολίαν νὰ πράττωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τότε ἐγίνοντο; Ἐταξείδευον εἰς τὸν Βόλον καὶ τὴν Θεσσαλίαν, ὁ δὲ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς ἔδιδε παραγγελίας νὰ ἀναφέρωσιν εἰς αὐτὸν, ποῦ μετέβαινον, μετὰ τίνων συνδιελεγόμην, ποίους ἐπεσκεπτόμην, ποῦ ἐγευόμην καὶ ποῦ διενυκτέρευον! Αὐτὴν τὴν ἀστυνομίαν ζητοῦσιν, ἀλλ’ αὕτη δὲν εἶναι ἀστυνομία, ἡ εὐεργετικὴ ἐκείνη τῆς κοινωνίας λειτουργία, ἀλλ’ εἶναι κατασκοπεία. Ἡ ἀστυνομία εἶναι διοίκησις, ὑπηρεσία εὐεργετικὴ εἰς τὸν τόπον, ἀσχολουμένη νὰ προλαμβάνῃ τὰς ἀξιοποίνους πράξεις, ὅτε δ’ αὗται ἐτελέσθησαν, νὰ ἀνακαλύπτῃ τοὺς πρωταιτίους καὶ τοὺς συνεργοὺς, καὶ νὰ παραπέμπῃ αὐτοὺς εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Ὅτε τὸ Ἀρχηγεῖον ἐκεῖνο ὑπῆρχεν, ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, ἐρωτώμενος δ’ ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῶν ἀστυνομικῶν παρεκτροπῶν καὶ τῶν παραβάσεων τῶν ὀργάνων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἔλεγεν, ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτε, διότι ὁ ἀρχηγὸς δὲν εἶχεν ἀναφέρει αὐτῷ τι! Ὁ ἀρχηγὸς ἀληθῶς ἦτο ἀρχὴ, εἰς οὐδεμίαν ἐπιτήρησιν, εἰς οὐδένα ἔλεγχον ὑποκειμένη, πρὸ τῆς ὁποίας ἐσταμάτα πᾶσα ἀρχή. Ἡμεῖς ἐπολεμήσαμεν τὸ σύστημα ἐκεῖνο καὶ κατὰ τὸ 1892 καὶ κατὰ τὸ 1893. Ἡ Βουλὴ τότε ἀπετελεῖτο ἐκ πλειονοψηφίας, ἥτις ἀπεδέχετο τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἡμεῖς δὲ, ἐν μειονοψηφίᾳ τυγχάνοντες, ὑπεκύψαμεν, οὐδ’ ἐκρίναμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρεμβάλωμεν προσκόμματα κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀφήσαμεν νὰ δοκιμασθῇ τὸ σύστημα, ἵνα κατανοήσῃ τὸ κοινὸν, ἵνα ἀντιληφθῇ ἡ κοινωνία, ποῖον σύστημα ἦτο ἐκεῖνο, τὸ τότε νομοθετούμενον, καὶ ἐξενέγκῃ τὴν ψῆφόν της· οὐδὲ εἴχομεν ἀμφιβολίαν, ποῖα ἤθελεν ἐπενέγκει ἀποτελέσματα ἐφαρμογὴ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀπετελεῖτο ἐξ ὀργάνων, ἅτινα δὲν ἤθελον σεβασθῆ οὔτε τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, οὔτε τὸ οἰκογενειακὸν ἄσυλον, οὐδὲ τὴν ἱερότητα τῶν κτήσεων τοῦ πολίτου. Στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ εἰς Κράτος εὐνομούμενον. Δὲν γνωρίζω, ποίαν ἀστυνομίαν εἶχεν ἡ Σερβία τελευταῖον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πολλὰ Κράτη ἔχοντα τοιαύτην. Ἐν χώρᾳ δὲ, οἵα ἡ Ἑλλὰς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἁρμόζῃ σύστημα στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Κατὰ τὸ 1836, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἠρίθμει βίον, ὡς Κράτος, τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν, ἀλλοδαποὶ νομοθέται κατέστησαν ἀστυνομίαν δημοτικὴν ἐν πᾶσι τοῖς δήμοις τοῦ Κράτους, καὶ ἀνέγραψαν τὰ καθήκοντα αὐτῆς καὶ τὴν ἔκτασιν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων· ἂν δὲ τοιαύτην τότε ἀνέγραφον ἐν τοῖς νόμοις ἀστυνομίαν ἀλλοδαποὶ ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν, ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι σήμερον, μετὰ 67 ἔτη, ὁ τόπος ἡμῶν δὲν ἦτο ἄξιος ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας κατὰ τὸ 1836 ἀπένεμον εἰς αὐτὸν οἱ Βαυαροί; ὅτι ἐσμὲν ἄξιοι τοῦ βούρδουλα, τὸν ὁποῖον μεταχειρίζονται σήμερον οἱ ἐνωμοτάρχαι καὶ ὑπενωμοτάρχαι καὶ οἱ ἄλλοι ἐπὶ τῶν ὤμων καὶ τῆς ῥάχεως τῶν πολιτῶν; Δὲν ἐνθυμεῖσθε τὰ σκάνδαλα, τὰ ἐν μέσαις Ἀθήναις διαπραχθέντα, ὅτε ἔφριξεν ἡ κοινωνία ὅλη; Ἐνθυμοῦμαι ἀποθανόντα συνάδελφον καὶ ἀγαπητὸν φίλον, τὸν μακαρίτην Βαρότσην, ὅτε ἀφηγεῖτο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοὺς ἄθλους τοῦ τότε Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, τὰ ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Βασιλείου διαπραττόμενα. Δὲν ἐνθυμεῖσθε τοὺς ἄθλους τῆς ἀστυνομίας τοῦ δήμου Δύμης, τοὺς ἄθλους τοῦ ἀστυνόμου Νάξου καὶ τοὺς ἐν διαφόροις πόλεσι καὶ διαφόροις χωρίοις; Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐπληρώθησαν οἱ δῆμοι ὅλοι ἀπὸ ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενωμοτάρχας, τῶν ὁποίων βεβαίως ἡ ἀνατροφὴ καὶ ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ παρασκευὴ ἡ κοινωνικὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶχε διδάξει αὐτοὺς τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλουσι πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ πολίτου, πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λαοῦ, πρὸς τὴν ἱερότητα τῶν κτήσεων αὐτοῦ, πρὸς τὸ ἄσυλον τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ. Ἀλλὰ διατὶ συνηγορεῖτε σήμερον ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ὑμεῖς, ἐνῷ πρὸ δύο ἐτῶν διεμαρτυρήθητε κατ’ αὐτῆς, προτείνοντες τὴν κατάργησιν αὐτῆς, καὶ εἰσηγάγετε νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον, ἐπειδὴ εἴχετε τὴν πλειονοψηφίαν, ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκυρώθη μὲν, δὲν ἐξετελέσθη δὲ, διὰ λόγους οἱουσδήποτε; Ἀλλὰ διὰ νὰ εἰσαγάγητε νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, τί ἄλλο ἐξεδηλοῦτε τότε ἢ ὅτι ἐφρονεῖτε, ὅτι ἔπρεπε νὰ παύσῃ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία; Καὶ ἡμεῖς ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1896 νομοσχέδιον περὶ συστάσεως διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ὑποβάλωμεν αὐτὸ εἰς τὸν Ἡγεμόνα πρὸς κύρωσιν, οὐ μόνον διότι μᾶς ἔλειπεν ἡ συνδρομὴ ἄλλων ὑπηρεσιῶν, ἀναγκαιοτάτη ἵνα λειτουργήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἀλλὰ καὶ διότι αἱ ἐπιφανεῖσαι τότε πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι δὲν ἐπέτρεπον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ ὑπάρχοντος ἀστυνομικοῦ συστήματος, καὶ ἂν ἐκρίνομεν αὐτὸ κακόν. Καὶ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ δὲν πρόκειται περὶ ἀστυνομίας γενικῆς, περὶ ἀστυνομίας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀστυνομίας τοπικῆς (police locale), ἥτις δὲν καλεῖται νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, περὶ συντηρήσεως τῆς δημοσίας τάξεως, ἀλλὰ καλεῖται νὰ προνοῇ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς μικρᾶς ἐκείνης κοινωνίας, ἐν ᾗ λειτουργεῖ. Μήπως ἡ τοπικὴ ἀστυνομία καλεῖται νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα τῆς ἀστυνομίας τῆς ὑπαίθρου χώρας, νὰ ἔχῃ τὴν φροντίδα τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας, τῆς καταδιώξεως τῶν ἐγκληματιῶν, οἱ ὁποῖοι κρύπτονται ἐν τοῖς δάσεσι καὶ τοῖς δρυμῶσι, τῆς ἀμύνης κατὰ κινδύνων ἀπειλούντων τὴν δημοσίαν τάξιν, τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν; Ὄχι. Πρόκειται περὶ τοῦ ἠρέμου βίου τῶν κωμῶν καὶ τῶν χωρίων, περὶ τῆς ἀστυνομίας τῶν μικρῶν κοινωνιῶν, περὶ τῆς κανονικῆς λειτουργίας ἐκείνων, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς ἕνδεκα χιλιάδας κατοίκων. Ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τῶν τοιούτων κοινωνιῶν; Νὰ ἔχωσιν ὁδοὺς ἐν τῷ χωρίῳ, νὰ ἔχωσι κρήνας, ἵνα ὑδρεύωνται, νὰ ἔχωσιν ἐπιτήρησιν τῆς ἀγορᾶς τῶν τροφίμων, διὰ νὰ μὴ δολιεύωνται αὐτοὺς κατὰ τὰ μέτρα καὶ τὰ σταθμὰ, διὰ νὰ μὴ νοθεύωσι τὴν γνησιότητα τῶν τροφίμων. Αὐτὴ εἶναι ἡ τοπικὴ ἀστυνομία, καὶ δι’ αὐτὴν τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν δὲν θέλετε νὰ ἐμπιστευθῶμεν αὐτοὺς τούτους τοὺς πολίτας, τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην αὐτῆς! αὐτοὺς τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῇ μικρᾷ ἐκείνῃ περιφερείᾳ! Τινὲς τῶν ἀγορευσάντων ἠρεύνησαν τὰ περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀστυνομεῖν, καὶ ἀνέφεραν θεωρίας· μάλιστα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας—τὸν ὁποῖον τιμῶ—ἀνέφερεν, ὅτι διατάξεις τινὲς τοῦ νομοσχεδίου ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἄλλαι δὲ παραγνωρίζουσι τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους, ἵνα μεριμνᾷ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως. Ἐὰν ἡ ἀστυνομία εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως ἢ δικαίωμα τοῦ δήμου, τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ, ὅτι ὁ νομοθέτης τοῦ 1836 ἔλυσε κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ἀνεκήρυξε τὸ ἀστυνομεῖν δικαίωμα τοῦ Κράτους. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀστυνομῇ, νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἰδίας αὑτοῦ συντηρήσεως, διότι, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀστυνομῇ, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ φροντίζῃ νὰ μὴ διαταράσσηται ἡ δημοσία τάξις, νὰ μὴ ἀνατρέπηται ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἤθελε τὸ Κράτος τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ἴδῃ ἑαυτὸ ζημιούμενον ἢ ἀνατρεπόμενον. Ἀλλὰ ποῦ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀστυνομῇ; Νὰ ἐνασκῇ τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους, τὴν ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία ἐκτείνεται ἐν πάσῃ τῇ χώρᾳ, καὶ ἰδίως ἐν τοῖς μέρεσιν ἐκείνοις τῆς χώρας, εἰς τὰ ὁποῖα προσφεύγουσιν οἱ κακοποιοὶ, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ βλάψωσι τὸ Κράτος, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐχθροὶ τοῦ Κράτους καὶ ῥέπουσιν εἰς τὰ ἐγκλήματα. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν, καὶ αὐτοὶ ἀνέγραψαν ἐν τῷ περὶ ἀστυνομίας Β. Διατάγματι τοῦ 1836, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν ἐν χωρίοις, ἐν κώμαις ἢ ἐν πολίχναις ἀνήκει εἰς αὐτοὺς τοὺς κατοικοῦντας ἐν αὐταῖς· διὰ τοῦτο ἀνέγραψαν, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἐνασκεῖται ὑπὸ τοῦ δήμου, κατ’ ἐντολὴν καὶ ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὰ ὄργανα τὰ ἀστυνομικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων ἐκείνων ἐμπιστεύονται. Καὶ εὐλόγως, ἀφοῦ κατὰ τὸ Σύνταγμα οἱ κάτοικοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγωσι τὸν δήμαρχον, τὸν διοικητὴν τῆς χώρας των, ἄνευ μεσολαβήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἄνευ μεσολαβήσεως τοῦ Κράτους, καὶ ἐγκαθίστανται οἱ δήμαρχοι διοικηταὶ τῶν περιφερειῶν ἐκείνων, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος ἐμπιστεύεται αὐτοὺς, ὡς τὰ ἄκρα ὄργανα τῆς διοικήσεως, τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων ἐν τῇ περιοχῇ ἐκείνῃ. Καὶ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ δικαίωμα ὁ δήμαρχος νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἐκλογῆς ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναθέτει τὴν πρόνοιαν τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως ἐν τῷ δήμῳ, ἐν τῷ χωρίῳ!

§120Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν;

§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, ἀφοῦ ἐπιθυμεῖτε.

§122Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἀπεδόσατε μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐξέφρασα. Ἐγὼ εἶπον ἁπλούστατα, ὅτι κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας ὡς δικαίωμα τοῦ δήμου, αἱ ἀστυνομίαι ἀναγνωρίζονται ὡς δημοτικαὶ ἀρχαὶ, ἐγὼ δὲ ἀπέναντι αὐτοῦ προβάλλω τὸ ἄρθρον 105 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον «αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἐκλέγονται δι’ ἀμέσου, καθολικῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας», ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἡ ἀστυνομία ἀναγνωρίζεται ὡς καθαρῶς δημοτικὴ ἀρχὴ, ἐκλέγεται δι’ ἐμμέσου ἐκλογῆς, ἤτοι διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν δημοτικῶν συμβούλων καὶ τοῦ δημάρχου. Τί ἄλλο εἶναι τοῦτο ἢ ἔμμεσος ἐκλογή; Δὲν εἶναι ὅπως ἦτο πρὶν, ὅτε ὁ ἀστυνόμος διωρίζετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Τότε ὁ νόμος, συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν, ἄφινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ τοὺς ἀστυνόμους.

§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει μικρὰ σύγχυσις, διότι ὑμεῖς ἐκλαμβάνετε τὴν ἀστυνομίαν ὡς δημοτικὴν ἀρχήν· ἀλλ’ ὁ ἀστυνόμος εἶναι ὄργανον τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, εἶναι ὑπάλληλος τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, δὲν εἶναι αὐτὸς δημοτικὴ ἀρχή· διὰ τοῦτο κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1891 τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐκλέγει τρεῖς ὑποψηφίους διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀστυνόμου, ἐξ αὐτῶν δὲ διορίζει τὸν ἀστυνόμον ὁ δήμαρχος. Ἑπομένως, ἐὰν τὸ Σύνταγμα ἔθετο τὴν ἀρχὴν, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ προέρχονται ἀμέσως ἐκ τοῦ δήμου, ὅτι προέρχονται ἐκ τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς τῶν δημοτῶν, τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀνεκήρυξεν, ὅπως ἀνατραπῇ ἄλλη ἀρχὴ, ἥτις ὑπῆρχε πρὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ δὲν ἐξελέγοντο ἀμέσως ὑπὸ τῶν δημοτῶν, ἀλλὰ τὸ μὲν Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐξελέγετο ἐξ ὡρισμένων τάξεων δημοτῶν, ὁ δὲ δήμαρχος ἀνεδεικνύετο δι’ ἐμμέσου ἐκλογῆς, ἐκλεγομένων ἑκάστοτε τριῶν ὑποψηφίων ὑπὸ Συμβουλίου, πρὸς τοῦτο συγκροτουμένου ἐκ τάξεών τινων τῶν ἐκλογέων, ὁ δὲ Βασιλεὺς διώριζεν ἕνα τῶν ὑποψηφίων τούτων. Τὴν ἀρχὴν λοιπὸν ταύτην ἀνέτρεψε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ἀνακηρῦξαν, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἐκλέγονται δι’ ἀμέσου ἐκλογῆς καὶ καθολικῆς ψηφοφορίας ὑπὸ τῶν δημοτῶν τοῦ δήμου. Ἐν ᾧ δὲ τὸ Σύνταγμα ἐνεπιστεύθη εἰς τοὺς δημότας τοῦ δήμου τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀρχῶν τοῦ δήμου, ὑμεῖς θέλετε νὰ μὴ ἐμπιστευθῶμεν τὰς ἀρχὰς ταύτας, ἵνα διορίζωσι τὸν ἀστυνόμον, καὶ ζητεῖτε νὰ διοργανώσωμεν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, νὰ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν φροντίδα νὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινότητος, περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ χωρίου ἢ τοῦ δήμου! Αὐτὸν, τὸν ἀλλότριον τοῦ δήμου, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, δὲν ἐσπούδασε τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τὴν ἱστορίαν καὶ τὸν χαρακτῆρα τῶν δημοτῶν, θέλετε νὰ ἐμπιστευθῶμεν, νὰ μὴ ἐμπιστευθῶμεν δ’ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θέλει ἐκλέξει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ θέλει διορίσει ὁ δήμαρχος! Ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι καὶ ἥκιστα κατάλληλοι, ἵνα ἐκπληρῶσι καθήκοντα ἀστυνόμου. Ὁ ἀξιωματικὸς ἀρετὴν ἔχει τὸ πειθαρχεῖν, τὸ ὑπακούειν, τὸ μὴ ἀντιλέγειν, ἀλλὰ καὶ τὸ διατάσσειν, τὸ ἐπιβάλλειν, τὸ ἐκτελεῖν. Ὁ ἀστυνόμος δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τοιαῦτα προσόντα, πρέπει ἐξ ἐναντίας νὰ ἦναι συνετὸς, ἄνθρωπος τοῦ τόπου, γνωρίζων τὰ πρόσωπα, τὰς ἕξεις αὐτῶν, τὰς ἀδυναμίας αὐτῶν, τὰς σχέσεις αὐτῶν, ἵνα δύνηται, ὅταν λαμβάνῃ χώραν ἔγκλημά τι, παράπτωμά τι, νὰ γνωρίζῃ, ποῖοι ῥέπουσιν εἰς τὸ παράπτωμα, εἰς τὸ ἔγκλημα, καὶ νὰ ὁδηγῆται εἰς ἀνεύρεσιν τοῦ διαπράξαντος τὸ ἔγκλημα. Ὁ ἀστυνόμος πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, τὰς ἰδιαιτέρας ἐκείνας περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι συντελοῦσιν εἰς τὴν εὐκολίαν τῆς εὑρέσεως τῶν τροφίμων, ἢ τῆς ὑδρεύσεως τῆς κοινότητος ἢ τοῦ χωρίου, ἢ τῆς κατασκευῆς ἢ συντηρήσεως τῶν ἀγροτικῶν ὁδῶν. Τί γνωρίζει ὁ ἐνωμοτάρχης, ὁ ὁποῖος κατάγεται ἀπὸ τὴν Εὐρυτανίαν ἢ τὴν Γόρτυνα, στελλόμενος εἰς Κέρκυραν, ἵνα ἐκτελέσῃ ἔργα ἀστυνόμου ἐν τῷ δήμῳ Λευκίμμης; Τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας μοὶ φαίνεται πλημμελές· πλημμελὲς κατ’ ἀρχὴν, πλημμελὲς κατὰ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ καὶ προωρισμένον ν’ ἀποτυγχάνῃ· ἀλλ’ εἶναι προσέτι σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀναποφεύκτως κλίνει εἰς παρεκτροπάς. Ἀλλὰ θέλουσι μᾶς ἐρωτήσει: «διατί, ἀφοῦ τοιοῦτον εἶναι τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀφοῦ τοιοῦτον τὸ θεωρεῖτε, διατί καλεῖτε ἀξιωματικοὺς νὰ ἐκπληρῶσιν ἔργα ἀστυνόμου ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν, ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους;» Εἶναι γνωστὸν, ὅτι μέχρι τοῦ 1848 ὁ πληθυσμὸς τῆς πρωτευούσης ἦτο μικρὸς, ἡ πόλις ἦτο μικρὰ, ἀλλ’ εἶχεν ἀρχίσει ἡ ἀνάπτυξις αὐτῆς καὶ ἡ πρόοδος. Εἶχον τότε ἀρχίσει νὰ ἐπισκέπτωνται τὴν πόλιν ξένοι, ν’ ἀποκαθίστανται δὲ καὶ πολῖται τῶν ἐπαρχιῶν ἐν αὐτῇ, ἡ δὲ δημοτικὴ ἀστυνομία δὲν ἐπήρκει πρὸς πρόληψιν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, πρὸς περιστολὴν τῶν ἐγκλημάτων· συνέβη δὲ κλοπὴ ἐν μέσαις Ἀθήναις εἰς οἰκογένειαν ἀφικομένην ἀρτίως τότε ἐκ Σμύρνης, ἡ δὲ κλοπὴ αὕτη κατεπτόησε τὴν κοινωνίαν ὅλην, πολλοὶ δὲ τῶν ἐξ ἄλλων μερῶν κατοικησάντων ἐν Ἀθήναις ἤρξαντο νὰ σκέπτωνται, ἂν δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλίπωσι τὴν πόλιν. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἦτο ἀνὴρ διάσημος, ὑπέροχος πολιτικὸς, ὁ Ἰωάννης Κωλέττης· αὐτὸς τότε προέτεινε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ συστάσεως τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς· τότε συνέστη αὕτη, καὶ διωρίζοντο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἴδια ὄργανα ἀστυνομικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνετίθετο ἡ ὑπηρεσία αὕτη, ἀστυνόμοι καὶ ὑπαστυνόμοι ἐπιστήμονες, ἢ ἄλλοι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ δὲ κλητῆρες ἐλαμβάνοντο ἐκ τῶν πολιτῶν. Ἡ ἀποκατάστασις τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ ἐπέτυχεν, ἀποκατεστάθη δὲ ἡ τάξις, καὶ περιεστάλησαν τὰ ἐγκλήματα. Ἐν τῇ Βουλῇ ὅμως τὸ νομοσχέδιον εὗρε μεγάλην ἀντίστασιν, διότι ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις, ἣν ἀπετέλουν οἱ φίλοι τοῦ Ἀλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, ἀντέστη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιμένουσα νὰ μὴ ψηφισθῇ, συνηγοροῦσα δὲ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ἡ πλειονοψηφία τέλος ἐπεψήφισε τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία ἀποκατεστάθη. Ἡ πόλις ἐξετείνετο, ὁ πληθυσμὸς αὐτῆς ηὔξανε, καὶ ἐνῷ τὸ πρῶτον ἦσαν 50 οἱ κλητῆρες, ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν κατὰ τὸ 1856 ἀνεβιβάσθη εἰς 100. Μετὰ τὸ 1856 ἡ αὔξησις τῆς πόλεως προέβαινε, τὰ ὄργανα δὲν ἐπήρκουν κατ’ ἀριθμὸν, ἐπολλαπλασιάζοντο δ’ ἑκάστοτε, καὶ εἶχον ἀναβιβασθῆ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς 200 ἢ 250 οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες. Κατὰ τὸ 1892 ἐπέσκηψεν ἡ ἰδέα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· εἰσήχθη δὲ τότε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ ἀποθανὼν Βουλευτὴς Μεσολογγίου. Ἐγὼ ἀντέστην ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ἐψήφισε τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ καὶ ἐγένετο νόμος. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1892, εἰ καὶ ἐγένετο νόμος, δὲν ἐξετελέσθη, κατὰ δὲ τὸ 1893 προετάθη νέον νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον, καίτοι τότε εὗρεν ἀντίστασιν παρὰ τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἐν τῇ Βουλῇ, ἐψηφίσθη, καὶ ἔκτοτε ἐγκατεστάθη ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, καὶ Σῶμα στρατιωτικῶς συντεταγμένον, ἡ ἀστυφυλακή. Οἱ ἀστυφύλακες δὲν εἶναι ἀστυνομικοὶ κλητῆρες, εἶναι Σῶμα στρατιωτικόν, ὅπερ ἐδημιουργήθη διὰ τὴν ἀστυνομίαν. Ἡ προγενεστέρα νομοθεσία εἶχε καταστήσει τὴν χωροφυλακὴν, εἰς ἣν εἶχεν ἀναθέσει τὰ καθήκοντα τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως ἐν τῇ ὑπαίθρῳ χώρᾳ, εἶχε δὲ καταστήσει αὐτὴν καὶ ὡς βοηθητικὸν ὄργανον τῆς ἀστυνομίας. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος παρήγαγε πολλὰ ἄτοπα. Εἶσθε πολῖται Ἕλληνες, κατοικεῖτε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἔχετε σχέσεις ἐν αὐταῖς, διότι ἀπὸ αὐτὰς προήλθετε, γνωρίζετε δὲ ποῖα ἄτοπα παρήγαγε τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἴσως δὲν πρέπει τις νὰ τὰ ἀναμιμνήσκῃ ἑκάστοτε καὶ νὰ ἀριθμῇ αὐτὰ, διότι ἐνδεχόμενον εἶναι, τινὲς νὰ ὑπολάβωσιν, ὅτι ταῦτα τὰ ἔκτροπα, τὰ λαβόντα χώραν, συνδέονται μετὰ τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντες ἐπὶ τοὺς ἄνδρας τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ κρίνω, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν ἀτόπων ἐπῆλθεν ἕνεκα τοῦ εἴδους τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἀστυνομεῖν, ὅλως ἀντιθέτου πρὸς τὰ ἤθη καὶ τὰς ἕξεις τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ. Ἡ ἀνατροφὴ τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν ἐπιβάλλει αὐτοῖς, ἐάν που εὕρωσι τὴν παραμικρὰν ἀντίστασιν, νὰ καταστέλλωσιν αὐτὴν διὰ τῆς βίας, καὶ ὅταν παραγγέλλωσί τι, νὰ ἀπαιτῶσι νὰ ἐκτελῆται ἀμέσως καὶ ἀπαρασαλεύτως. Χαρακτὴρ τοιοῦτος, ἤθη τοιαῦτα δὲν ἁρμόζουσιν εἰς ἀστυνόμους. Ἀλλὰ πλὴν τούτου καὶ τὸν νόμον αὐτὸν περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἠθέτησαν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν· διότι, ἐνῷ δὲν ἐπετρέπετο νὰ διορίζωνται ἐνωμοτάρχαι καὶ ὑπενωμοτάρχαι ἀστυνόμοι, κατέκλυσαν πάντας τοὺς δήμους μὲ ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενωμοτάρχας, ἀντικατέστησαν δὲ τοὺς ἄλλοτε δημοτικοὺς ἀστυνόμους οἱ ὑπενωμοτάρχαι, οἱ ὁποῖοι ἐνίοτε ὠλίσθησαν καὶ εἰς σκέψεις ἰδιοωφελεῖς, καταγγελλούσας πρόνοιαν περὶ τῆς ἰδίας αὐτῶν εὐπορίας, οὐκ ὀλίγοι δὲ ἐξετρέποντο καὶ εἰς καταχρήσεις, εἰς χρηματολογίας, εἰς καταπιέσεις, εἰς καταθλίψεις, εἰς βασανισμούς, εἰς πράξεις ἀποτροπαίους, τὰς ὁποίας εὔχομαι νὰ μὴ ἐπανίδω τελουμένας ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ εἴπωσι πρὸς ἡμᾶς: «διατὶ, ἀφοῦ ἀποδέχεσθε τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, δὲν ἐφαρμόζετε αὐτὸ διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἐφ’ ὅλου τοῦ Κράτους; Τοῦτο δὲν εἶναι ἀνισότης;» Αὐτὴν τὴν ἀνισότητα ἤλεγχεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας. Ἀλλὰ λησμονεῖ, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἐν πόλεσι πολυπληθέσι διαφέρει τῆς ἐν ταῖς κώμαις καὶ τοῖς χωρίοις, πρέπει δὲ νὰ ἀναμνησθῇ, ὅτι ἡ ἐν τοιαύταις πόλεσιν ἀστυνομία ἔχει πολλῷ πλείονα καθήκοντα καὶ μερίμνας, ἑπομένως καὶ μεγαλειτέραν καὶ βαρυτέραν εὐθύνην ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ δημοτικὸς ἀστυνόμος πρὸς τοὺς συμπολίτας του ἢ πρὸς τὸν δήμαρχον. Λησμονεῖ δὲ προσέτι, ὅτι πρόκειται νὰ μεταβῶμεν ἀπὸ τὸ ἐκρύθμως αὐστηρὸν σύστημα τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνομιῶν εἰς τὸ ἠπιώτατον σύστημα τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, ὅπερ δὲν εἶναι προσῆκον ἐν ταῖς πόλεσι ταῖς πολυπληθέσιν, ἐν κοινωνίαις μεγάλαις· εἶναι μάλιστα τολμηρὸν νὰ ἐμπιστευθῇ τις τὴν μέριμναν τὴν ἀστυνομικὴν εἰς δημότας χρηστοὺς μὲν καὶ ἐντίμους, οὐδεμίαν ὅμως ἔχοντας παρασκευήν. Διὰ τοῦτο, ἕνεκα τῶν περισσοτέρων ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἔχουσιν αἱ πολυπληθεῖς πόλεις, ἕνεκα τῶν εὐθικτοτέρων ἕξεων, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ τὰς πολυπληθεῖς χώρας κατοικοῦντες, ἰδίως ἐκεῖ, ἔνθα ἑδρεύει ἡ κεντρικὴ διοίκησις τοῦ νομοῦ, ἐκρίναμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταστήσωμεν διοικητικὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλὰ ποῦ θέλομεν εὕρει τὰ ὄργανα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας; Οἱ διοικοῦντες κατὰ τὸ 1901 καὶ 1902 προσέφυγον εἰς δικηγόρους, καὶ κατήρτισαν σύστημα διοικητικῆς ἀστυνομίας, εἰς τὴν ὁποίαν τοιοῦτοι ἔμελλον νὰ γείνωσιν ἀστυνόμοι. Οἱ δικηγόροι εἶναι νέοι φιλότιμοι, ἐπιστήμονες, ἀλλ’ ἥκιστα ἐξησκημένοι διὰ νὰ ἐνεργῶσιν ἀστυνομικὰ καθήκοντα. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἐπαρκῶσιν, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀντιληφθῶσι καὶ νὰ κρίνωσι περὶ τῶν ἀναγκῶν τόπου τινὸς, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζουσι. Διὰ τοῦτο ἔκρινα, ὅτι ἔπρεπε νὰ προτιμήσωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, ἀφοῦ μάλιστα μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν διδακτόρων εἰς τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἐβελτιώθη τὸ προσωπικὸν τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐὰν ἔχωμεν λοιπὸν ἀνθυπομοιράρχους ἀστυνόμους, βεβαίως ἔχομεν περισσοτέρας ἐγγυήσεις ἢ ἂν ἔχωμεν ὄργανα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας πολίτας ἢ δικηγόρους! Ἡ διαφορὰ λοιπὸν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἐν τοῖς δήμοις, τοῖς ἔχουσι πληθυσμὸν μικρότερον τῶν 11,000 ψυχῶν, δημοτικῶν ἀστυνόμων καὶ τῶν ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν ἢ τῶν ἐν τοῖς δήμοις τοῖς ἔχουσι πληθυσμὸν ὑπέρτερον τῶν 11,000 ψυχῶν, ἡ διαφορὰ κεῖται ἀλλαχοῦ, εἶναι συνέπεια τῆς διαφορᾶς τῆς ἐνδεικνυομένης ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν ἑκατέρας τῶν κοινωνιῶν τούτων. Ἡ κοινωνία τῶν μικρῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πληθυσμὸν ὀλιγώτερον τῶν 11,000, ἔχει ἀνάγκας μικροτέρας, ὀλιγωτέρας λέγω μικροτέρας κατὰ τὴν οὐσίαν, ὀλιγωτέρας κατὰ τὸν ἀριθμὸν ἀπὸ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ κοινωνία τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πληθυσμὸν ἀνώτερον, καὶ μάλιστα ἡ κοινωνία τῶν πόλεων, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουσιν ὡς ἕδρα τῆς διοικήσεως, ὡς ἕδραι τῶν νομῶν. Ἀλλ’ εὑρέθη μία ἄλλη ἔνστασις, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ ἐτάραξε τὸ πνεῦμα τῆς ἰσότητος, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἐν τοῖς ἤθεσι καὶ ἐν τοῖς διδάγμασι τοῖς πολιτικοῖς τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας. «Διατὶ εἰς τινας δήμους παρέχετε ἀστυφύλακας, καὶ εἰς τινας ἄλλους δήμους δὲν δίδετε ἀστυφύλακας;» Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ καὶ ἐφαρμοσθῇ, περισσεύουσι πολλοὶ ἀστυφύλακες. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 ὑπῆρχον 172 ἐνωμοτάρχαι τῆς ἀστυφυλακῆς, 130 ὑπενωμοτάρχαι καὶ 2235 ἀστυφύλακες. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀπαιτοῦνται μόνον 1100. Ἐὰν ἤθελε παρουσιασθῆ ἀνάγκη κατ’ ἄλλο ἔτος, ἐὰν κατὰ τὸ 1904 ἤθελε παρουσιασθῆ ἀνάγκη πλειόνων, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ θέλει ἀναγραφῆ πίστωσις διὰ περισσοτέρους τῶν 1100, διὰ 1300, διὰ 1500. Ἀλλ’ ἐγὼ ὑπέθεσα, ὅτι κατὰ τὸ 1903 ἀρκοῦσι 1100, καὶ ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐφρόνει ὡσαύτως, ὅτι καλῶς ὑπελόγισα, ὅτι ἀρκοῦσι 1100.

§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν λέξιν; Ἐὰν ψηφισθῇ ὁ νόμος, θὰ δυνηθῆτε νὰ προσθέσητε ἀριθμὸν ἀστυφυλάκων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, ἐὰν θεωρηθῇ τροπολογία τοῦ νόμου;

§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.

§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκεῖ ὁρίζεται ὁ ἀριθμός.

§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ δῆμοι οἱ ἔχοντες πληθυσμὸν ὀλιγώτερον τῶν 11,000 ψυχῶν θέλουσιν ἔχει δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλὰ πόσους θέλει ἔχει ἕκαστος αὐτῶν κλητῆρας, αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ χρηματικὰ μέσα αὐτῶν. Ἐὰν θέλωσιν ἔχει ἀστυνομικοὺς κλητῆρας δημότας αὐτῶν, τοὺς ὁποίους ἤθελον προσλάβει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ κρίνωσιν ὅτι οὗτοι ἐπαρκοῦσιν, εἰσὶ κύριοι νὰ μεταχειρισθῶσιν αὐτούς. Ἐὰν ὅμως ἤθελον κρίνει, ὅτι εἰσὶν ἀναγκαῖοι εἰς αὐτοὺς ἄνδρες μᾶλλον ἠσκημένοι εἰς τὸ ἀστυνομεῖν,—τὸ Κράτος ἔχει διαθεσίμους πολλοὺς περιττεύοντας, ὡς εἴρηται, ἀστυφύλακας,—θέλουσι ζητήσει αὐτούς· βεβαίως δὲ θέλομεν παραχωρήσει εἰς τοὺς τοιούτους δήμους τόσους ἀστυφύλακας, ὅσους θέλουσι ζητήσει. Καὶ ἐπειδὴ οἱ δῆμοι δὲν εἶναι πάντοτε εὔποροι, ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ Κράτος νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρον καὶ νὰ πληρώνῃ εἰς τοὺς ἀστυφύλακας τούτους τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ των. Τοιουτοτρόπως θέλει εὐκολύνει τοὺς δήμους τούτους νὰ ἔχωσιν ἀστυφύλακας ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ δημοτικοῦ ἀστυνόμου. Αὐτὸ δὲν εἶναι, νομίζω, ἀνισότης, εἶναι εὐκολία, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος παρέχει εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δημοτικὴν ἀστυνομίαν, καὶ οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἔχωσι κλητῆρας, δηλαδὴ ἐκτελεστὰς τῶν παραγγελμάτων τῶν ἀστυνόμων μᾶλλον ἠσκημένους, μᾶλλον ἐπιτηδείους πρὸς τὸ ἐκπληροῦν τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα. Ἀλλ’ ἐξητάσθη καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὸ νομοσχέδιον, ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὅτι θέλουσιν ἐπιβαρυνθῆ οἱ δῆμοι δι’ ἐξόδων ἀστυνομικῶν. Πρόκειται περὶ τῶν δήμων τῶν ἐχόντων πληθυσμὸν ὀλιγώτερον τῶν 11,000. Οὗτοι θέλουσιν ἔχει ἕνα ἀστυνόμον· θέλει δὲ ἐκλέξει ἕκαστον Δημοτικὸν Συμβούλιον, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1891, τρεῖς ὑποψηφίους, ἵνα διορίσῃ ἕνα ἐξ αὐτῶν ὁ δήμαρχος. Θέλουσι πληρώνει βεβαίως τὸν μισθὸν τοῦ ἀστυνόμου, θέλουσιν ἔχει καὶ πέντε κλητῆρας, ἢ τρεῖς κλητῆρας, ἢ ἕνα κλητῆρα, ὅσους ἤθελον ἐγκρίνει καὶ δι’ ὅσους ἤθελον ἔχει τὰ μέσα νὰ ἀναγράψωσι πίστωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Εἶναι ὑπόθεσις τοῦ δήμου, ἀνάγκη τοῦ δήμου. Δὲν νομίζω ὅτι ἐπιβαρύνομεν ἡμεῖς τὸν δῆμον, διότι ἀφίνομεν αὐτὸν νὰ μισθοδοτῇ τὸν ἀστυνόμον, καὶ ἀφίνομεν αὐτὸν νὰ μισθοδοτῇ τοὺς ἀστυνομικοὺς κλητῆρας. Ὑπῆρξε μάλιστα ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐζήτουν ἀπὸ τοὺς δήμους κατὰ τὸν νόμον νὰ εἰσφέρωσι τὰ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ κατὰ τὰ πρῶτα δύο ἔτη εἰσεπράττοντο ἀσπλάγχνως ἀπὸ τοὺς δήμους ποσὰ ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα οὗτοι ἠδύναντο νὰ παράσχωσι, καὶ οἱ δῆμοι εἶχον περιπέσει εἰς στέρησιν τῶν μέσων τῆς διοικήσεως, οὐδὲ εἶχον τὰ μέσα ἵνα διοικηθῶσιν, ἕως οὗ εὑρέθη τρόπος καὶ ἐπετράπη εἰς τοὺς δήμους νὰ ἔχωσι 2000 δραχμὰς τοὐλάχιστον, διὰ νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τοῦ δήμου. Ὥστε τὸ σύστημα τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς δήμους ὑπεράγαν. Λέγω δ’ ὅτι ἡ διοίκησις θέλει ἔχει περισσεύοντας ἀστυφύλακας, καὶ διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν σημείωσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 814 χιλιάδες δραχμαὶ, τὰς ὁποίας θέλει πληρώνει τὸ Κράτος, ἕως ὅτου χρησιμοποιήσῃ τοὺς ἀστυφύλακας τούτους. Ἤθελεν εἶσθαι σκληρὸν, ἄδικον καὶ ἴσως καὶ ἐπικίνδυνον, νὰ ἀφήσῃ ἐν ἀργίᾳ, νὰ ῥίψῃ εἰς τὰς ὁδοὺς ἀνθρώπους ἠσκημένους εἰς τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἡ ἀφαίρεσις τοῦ πόρου τῆς ζωῆς, τὸν ὁποῖον εἶχον, δὲν ἦτο ἀδύνατον νὰ παραγάγῃ παρεκτροπὰς, ἢ πράξεις ἀξιοποίνους. Διὰ τοῦτο ἔκρινα, ὅτι ἡ χρησιμοποίησις αὐτῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας οὐ μόνον ἐνεδείκνυτο, ἀλλ’ ἀπέβαινε καὶ ὠφέλιμος. Ἐὰν ἀστυφύλακές τινες θέλωσι νὰ ἀπέλθωσι τῶν τάξεων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπηρέτουν, ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει ἀπολύσει αὐτούς. Ἐκείνους ὅμως, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι νὰ ἀπέλθωσιν, αὐτοὺς δυνάμεθα νὰ τοποθετήσωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν· τούτου δὲ γενομένου, θέλομεν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν 330 περίπου χωροφύλακας, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται τώρα ὡς δασοφύλακες, ἐκπληροῦντες ἔργα δασοφυλάκων. Βεβαίως, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον οἱ περισσεύοντες ἀστυφύλακες, ἤθελεν εἶσθαι συμφερώτερον, διότι ἠθέλομεν ἀπαλλαγῆ τῆς δαπάνης 814 χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐὰν αὐτοὶ διατηρηθῶσι, — καὶ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀπολύσωμεν αὐτοὺς τῆς ὑπηρεσίας, — δυνάμεθα νὰ τοὺς χρησιμοποιήσωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν, δυνάμεθα νὰ τοὺς χρησιμοποιήσωμεν προσέτι ἐν ἀνάγκῃ καὶ εἰς τὴν τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν, διότι πολλαὶ θέσεις τελωνοφυλάκων χηρεύουσι, τὰς ὁποίας οὔτε ἐγὼ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐσκέφθην νὰ πληρώσω, οὐδ’ ἔλαβον καιρὸν νὰ φροντίσω, ἵνα πληρώσω. Αὕτη εἶναι ὅλη ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου. Τὸ περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως νομοσχέδιον ἔλαβεν ὄντως ἀναξιοπρεπῆ ὑποδοχὴν παρὰ τοῖς ἀγορεύσασι μέχρι τοῦδε κατ’ αὐτοῦ. Ἡ πρώτη ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Κερκύρας βεβαίως δὲν ἐξεδήλου προσοχὴν, ἀλλ’ ὀλιγωρίαν τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ ἐθεώρησεν, ὅτι ἦτο ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἄξιον νὰ ῥιφθῇ ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρον, διότι ἔκρινεν αὐτὸ ἀμελέτητον, καὶ ὅτι αἱ διατάξεις αὐτοῦ ἦσαν ἀκατανόητοι. Ἔλεγε π. χ., ὅτι ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ προσδιωρίζετο ἀριθμὸς δημοτῶν 11,000, ὅτι δ’ ἐν ἄλλοις ἄρθροις προσδιωρίζετο ἀριθμὸς δημοτῶν 12,000. Τοῦτο παρίστα ὡς ἀποδεικνῦον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἦτο ἀμελέτητον. Καὶ τοῦτο ἦτο ἀληθῶς τυπογραφικὸν λάθος· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἔκρινεν αὐτὸ ὡς ἔλλειψιν μελέτης, ὡς ἔλλειψιν προσοχῆς, διότι ἔκρινεν, ὅτι ὁ νόμος δὲν κανονίζει πλήρως τὰς λεπτομερείας· εἷς μάλιστα τῶν κυρίων Βουλευτῶν—ὄχι ὁ κ. ἐκ Κερκύρας, ἀλλὰ συνάδελφος αὐτοῦ—ἐπρότεινε μίαν γνώμην, νὰ ἐπιστραφῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ μὲ τοιοῦτο νομοσχέδιον! Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δύναται πάντως νὰ παραπονεθῇ διὰ τὴν ἔλλειψιν προσοχῆς, τὴν ὁποίαν κατέδειξαν πρὸς αὐτό, δὲν εἶναι ὅμως τοιοῦτον· ἂν δ’ ἡμεῖς ἐπεμείναμεν νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ ἡ Βουλή, ἂν ἐπεμείναμεν φρονοῦντες, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ καὶ νὰ κυρωθῇ, ὅπως γένηται νόμος τοῦ Κράτους, ἐπεμείναμεν οὐχὶ μόνον διὰ τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα, ἀλλ’ ἐπεμείναμεν καὶ διὰ τὰ διοικητικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν, ὅτι θέλει παραγάγει τοῦ νόμου τούτου ἡ ἐκτέλεσις· ἐλπίζομεν δ’ ὅτι οἱ συμπολῖται ἡμῶν θέλουσιν εὐλογήσει τὸν νόμον τοῦτον, ὅταν δυνηθῶσι νὰ ἀναπνεύσωσι, πεπεισμένοι, ὅτι ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν δὲν εἶναι τὸ μαστίγιον τοῦ ὑπενωμοτάρχου καὶ τοῦ χωροφύλακος (εὖγε! εὖγε!), ὅτι αἱ ὄρνιθες αὐτῶν καὶ οἱ χοῖροι αὐτῶν καὶ οἱ ἀμνοὶ αὐτῶν δὲν πίπτουσι θύματα τῆς ὀρέξεως αὐτῶν τῶν ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον θαυμάζουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα. Ἠκούσατε τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, ὡς παρέστησεν αὐτὰ ὑμῖν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας; Εἶναι εἶδος λογαριασμῶν, τοὺς ὁποίους ἴσως ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας νομίζει ὀρθοὺς, ἐγὼ ὅμως δὲν κρίνω τὸ σύστημα τῶν λογαριασμῶν τούτων ὀρθὸν, θέλω δὲ ἀμέσως πραγματευθῆ περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων. Τὸ προσωπικὸν τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἀστυνομίας κατὰ τὸ 1901 ἀνήρχετο εἰς ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἀστυϊάτρων, 375, ἤτοι εἰς ἕνα Διευθυντὴν τῆς ἀστυνομίας, εἰς ἕνα ἀγροτικὸν ἀστυνόμον, εἰς 12 διευθυντὰς αʹ τάξεως, εἰς 5 διευθυντὰς βʹ τάξεως, εἰς 8 διευθυντὰς γʹ τάξεως, εἰς 21 ἀστυνόμους αʹ τάξεως, εἰς 20 ἀστυνόμους βʹ τάξεως, εἰς 66 ἀστυνόμους γʹ τάξεως, εἰς 90 ὑπαστυνόμους αʹ τάξεως, εἰς 120 ὑπαστυνόμους βʹ τάξεως, καὶ εἰς 31 ἀστυϊάτρους· ἐδαπανῶντο δὲ εἰς μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τούτου τῆς ἀστυνομίας δραχ. 653,760. Κατὰ τὸ 1902 περιωρίσθη τὸ προσωπικὸν εἰς 353, ἤτοι εἰς 38 ἀξιωματικοὺς ἐν τῇ Διευθύνσει τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, εἰς 315 δὲ ἀξιωματικοὺς ἐν ταῖς ἀστυνομίαις τῶν ἐπαρχιῶν· ἀνεγράφησαν δ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ μισθοὺς αὐτῶν πιστώσεις δραχ. 667,360, ἀλλ’ ἠλάττωσαν τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως κατὰ 150,000 δραχμὰς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἤθελον μείνει θέσεις τινὲς κεναί. Κατὰ τὸ 1903 ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων περιορίζεται κατὰ τὸ προταθὲν νομοσχέδιον, καὶ ἑπομένως διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς 59, ἡ δὲ διὰ τοὺς μισθοὺς αὐτῶν ἀναγραφεῖσα πίστωσις συνίσταται εἰς δραχμὰς 147,360. Φρονῶ δ’ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παραπέμψωμεν εἰς τὰ συντάγματα τοῦ στρατοῦ τοὺς περισσεύοντας 294 ἀξιωματικούς, ἀφοῦ ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία θέλει ἐκτελεῖσθαι οὐχὶ διὰ 353 ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ 59.

§128Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ τὴν καταργήσητε τὴν ἀστυνομίαν, καὶ βεβαίως ἡ παραβολὴ δὲν εἶναι ὀρθή.

§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως τὴν καταργοῦμεν, καὶ διὰ τοῦτο, ἀντὶ 375, θέλομεν ἀπασχολεῖ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν μόνον 59.

§130Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ θὰ ἔχητε τοὺς ἀστυνόμους τοὺς ἄλλους.

§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ἄλλοι ἀστυνόμοι, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἀνέρχονται εἰς 28, προστιθεμένων δ’ εἰς αὐτοὺς τῶν τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, συμποσοῦται τὸ ὅλον εἰς 59, καὶ δὲν θέλουσιν εἶσθαι 375. Λοιπὸν 294 ἀξιωματικοὺς θέλομεν παρακαλέσει νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ συντάγματά των.

§132Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ τοὺς πληρώνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.

§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως. Αὐτὸς εἶναι ἄλλος λογαριασμός... (γέλωτες ἐξ ἀριστερῶν). Μὴ γελᾶτε! μὴ γελᾶτε!... Εἶναι ἄλλος λογαριασμὸς, διότι θέλομεν πληρώνει αὐτοὺς διὰ νὰ ἐκπληρῶσι τὰ στρατιωτικά των ἔργα, καὶ οὐχὶ νὰ μένωσιν ὡς ἀστυνόμοι, διαφθειρόμενοι καὶ μεταβάλλοντες τὸ ἦθός των.

§134ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἄλλο αὐτό.

§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε. Ἄν ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι, συντελοῦμεν εἰς τὸ νὰ ἐπεκτείνηται ἡ διαφθορὰ τῶν ἀξιωματικῶν, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι προωρισμένοι νὰ ἐπιτηρῶσι τὰς Ἀγορὰς καὶ τὰ κρεοπωλεῖα, δὲν εἶναι προωρισμένοι νὰ ἐπιτηρῶσι τὰς ἄλλας γνωστὰς τάξεις τῆς κοινωνίας ἐν ταῖς πόλεσι καὶ ἐν τοῖς γνωστοῖς καταστήμασιν αὐτῶν.

§136ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ....

§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Φωτήλα, διακοπὰς δὲν δέχομαι. Σεῖς μάλιστα νὰ διακόπτητε, ὁ ὁποῖος συνεταυτίσατε τὴν τύχην σας μετ’ ἐμοῦ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σταφιδικοῦ! (γέλωτες). Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι, ἂν δὲν ὠφελήθη ὁ τόπος διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἂν δὲν ἔλαβον ἀφορμὰς νὰ εὐλογῶσι τὸ ἀστυνομικὸν τοῦτο σύστημα οἱ πολῖται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατεπιέσθησαν, ἐδάρησαν, ἐφυλακίσθησαν, ἐμωλωπίσθησαν, καὶ τῶν ὁποίων ἡρπάγησαν οἱ ἀμνοὶ καὶ αἱ ὄρνιθες καὶ οἱ χοῖροι καὶ τὰ οἰκιακά των ζῷα, νομίζετε, ὅτι τοῦτο μόνον ἔχομεν νὰ κατακρίνωμεν; Τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας συνετέλεσε ν’ ἀποκτήσωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ πολλὰς κακὰς ἕξεις, αἵτινες δὲν ἁρμόζουσιν εἰς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, μάλιστα τοῦ Ἑλληνικοῦ. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀποδώσωμεν αὐτοὺς εἰς τὰ συντάγματα, διὰ ν’ ἀνακτήσωσι τὰς παλαιάς των ἕξεις, τὸ παλαιὸν ἦθος αὐτῶν, τὸ ὁποῖον ἁρμόζει εἰς αὐτούς. Κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἀστυνομικὸν, ὑπῆρχον 4144 ἀστυφύλακες κατὰ τὸ 1901, καὶ ἀνεγράφη δι’ αὐτοὺς πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δραχμῶν 3,261,120. Ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν περιωρίσθη κατὰ τὸ 1902 εἰς 2257, ἑπομένως ἡ δι’ αὐτοὺς ἀναγραφεῖσα πίστωσις περιωρίσθη εἰς δρ. 1,838,400.

§138Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. 1984.

§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλουσι προστεθῆ.

§140Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.

§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 εἰσὶν ἀναγεγραμμένοι ἀστυφύλακες 2257. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων ἀναβαίνει εἰς 1100. Θέλουσιν ἐπαρκέσει οἱ 1100; Νομίζομεν ὅτι δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσι· καὶ ἂν δυνηθῶσι νὰ ἐπαρκέσωσιν, ἔχομεν αἰσθητὴν οἰκονομίαν δαπάνης.

§142ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐάν.

§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐάν. Αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὴν εὐθύνην ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως θέλομεν κατακριθῆ, ἐὰν συμβῶσι τόσαι ἀξιόποινοι πράξεις ἕνεκα ἀνεπαρκείας τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀστυφυλάκων, ὅσαι δὲν συνέβησαν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη.

§144Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον.

§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, κατὰ τοὺς περὶ αὐτῆς νόμους, ἐλάμβανον ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ των καὶ ἀποζημιώσεις. Διὰ τὰς ἀποζημιώσεις ταύτας κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθη πίστωσις 65,000 δραχμῶν, κατὰ τὸ 1902 ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις ἐκ δρ. 108,400, κατὰ τὸ 1903 δὲ περιορίζεται ἡ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἰς δρ. 16,980. Ὡς ἀστυνομικὰ ἔξοδα καὶ ὡς ἔκτακτα ἔξοδα ἀνεγράφη καὶ ἄλλη πίστωσις· καὶ κατὰ μὲν τὸ 1901 προϋπελογίσθη δαπάνη δραχμῶν 293,700, κατὰ τὸ 1902 ταῦτα προϋπελογίσθησαν εἰς δραχ. 317,064, κατὰ δὲ τὸ 1903 αἱ ἀναγραφεῖσαι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δι’ αὐτὰ πιστώσεις περιωρίσθησαν εἰς δραχ. 51,362.

§146Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἀναγράφετε δι’ ἔκτακτα ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς μόνον 13,400 δραχμάς. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν αὗται;

§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα δὲν ἐπαρκέσωσι, θέλομεν ζητήσει ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν. Ἀλλ’ ἡ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δὲν θέλει ἀναβιβάσει τὰ ἔξοδα εἰς τὸ ποσὸν οὐδὲ τῶν δραχμῶν 317,064, οὐδ’ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 293,700. Ἀνεγράψαμεν πίστωσιν δρ. 51,362· ἂν γένηται ἀνάγκη, δραχ. 90,000, ἔστω· ἀλλὰ δὲν θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 317,064. Ὡμίλησεν ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς καὶ περὶ ἐνοικίων. Τὰ ἐνοίκια κατὰ τὸ 1901 ἀνέβησαν εἰς δραχμὰς 265,000, κατὰ τὸ 1902 περιωρίσθησαν εἰς 262,000. Κατὰ τὸ 1903 ἡμεῖς ὑπολογίζομεν ποσὸν μικρότερον, διότι, ἐὰν, ὡς ἐλπίζομεν, τὰ συμβόλαια, διὰ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι μεμισθωμέναι αἱ οἰκίαι αἱ χρησιμεύουσαι ὡς στρατιωτικὰ ἀστυνομικὰ καταστήματα, δὲν ἔχωσιν ἐπιβάλει ὑποχρεώσεις εἰς τὸ Κράτος διὰ 5, 6, 8 ἢ 10 ἔτη, ὅπερ δὲν πιστεύομεν νὰ ἐγένετο, καὶ τὰ ἀστυνομικὰ καταστήματα ἐμισθώθησαν δι’ ἓν ἔτος ἢ διὰ δύο ἔτη...

§148Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν δύνασθε εἰς τὰς Πάτρας μὲ 70 δραχμὰς νὰ εὕρητε οἰκίαν δι’ ἀστυνομικὸν κατάστημα.

§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ἐὰν, λέγω, ἐμισθώθησαν δι’ ἓν ἢ δύο ἔτη, ἴσως λήγουσι νῦν αἱ τοιαῦται μισθώσεις· ἐὰν δὲ λήξωσιν ἐν ὅσῳ διαχειριζόμεθα ἡμεῖς τὰ κοινὰ, θέλομεν λάβει πρόνοιαν νὰ μὴ ἐξοδεύσωμεν 265,000 δραχμὰς εἰς ἐνοίκια. Ποία εἶναι ἡ πρόνοια; Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι τὴν πρόνοιαν ταύτην ἐφαρμόζω ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐν τῷ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἐνοίκια τελωνειακῶν καταστημάτων καὶ τελωνοσταθμαρχείων καὶ τελωνοφυλακείων καὶ διαφόρων ἄλλων ὑπηρεσιῶν, κατώρθωσα νὰ ἐπιτύχω ἐλαττώσεις τοιαύτας δαπανῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς ἐνοίκια νοσοκομείων, θεραπευτηρίων καὶ συνταγμάτων, ταγμάτων κλπ. ἐπήνεγκον καὶ ἐκεῖ ἐλαττώσεις. Οὕτω θέλω προσπαθήσει νὰ ἐπιφέρω τοιαύτην ἐλάττωσιν καὶ ἐπὶ τῶν ἐνοικίων τῶν ἀστυνομικῶν καταστημάτων. Ἐὰν δὲν ἐπιτύχωμεν μεγάλας ἐλαττώσεις, ἀλλὰ δαπάνην 265 χιλιάδων δραχμῶν δι’ ἐνοίκια ἐλπίζομεν νὰ μὴ ἔχωμεν.

§150Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ κἄποιος ἄλλος θὰ ἔχῃ αὐτὰς τὰς δαπάνας.

§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι. Οὐδείς.

§152Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς ὄχι; Νομίζετε, ὅτι εἰς τὸν Πόρον, τὴν Αἴγιναν κλπ. δὲν θὰ ὑπάρχωσιν ἀστυνομίαι;

§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀστυνομίας τῶν πόλεων καὶ τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 11,000, ἢ εἶναι πρωτεύουσαι νομῶν, τὰ ἐνοίκια τῶν ἀστυνομιῶν ἐκεῖ πληρώνει τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ τὰ ἐνοίκια τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν θέλουσι πληρώνει οἱ δῆμοι.

§154Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Δὲν θὰ ἦναι τόσον ὑπέρογκα.

§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖνα τὰ ἐνοίκια, τὰ ὁποῖα θέλουσι βαρύνει τοὺς δήμους, θέλουσι συνίστασθαι εἰς 15 δραχμὰς ἢ εἰς 12 δραχμάς.

§156Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατὰ τί εἶναι περισσότερα σήμερον;

§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὰ ἔξοδα αὐτὰ περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ φωτισμοῦ, τῆς θερμάνσεως, τῆς γραφικῆς ὕλης. Δι’ αὐτὰ κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθη πίστωσις δρ. 157,000, κατὰ τὸ 1902 ἀνεβιβάσθη αὕτη εἰς 175,000, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲ τοῦ 1903 ἀνεγράψαμεν ἐν γένει δρ. 23,162.

§158Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἐδαπανήθησαν, προϋπελογίσθησαν.

§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω προσωρινὸν ἀπολογισμόν.

§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχετε δαπάνην 136,000;

§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς κατωρθώθη ν’ ἀναγραφῶσιν 175,000 δραχμαὶ διὰ τὸ 1902; Ἡμεῖς ἀναγράφομεν, ὡς εἶπον, μόνον δραχμὰς 23,162. Ἐὰν θὰ πληρώσωμεν 30,000, καὶ τότε θέλομεν δαπανήσει ὀλιγώτερα τῶν 175 χιλιάδων. Νομίζετε ὅτι εἶναι ζημία, ἐὰν δὲν δίδωμεν τόσον μεγάλην εὐκολίαν εἰς τοὺς ἐκτελοῦντας νὰ γινώσκωσιν, ὅτι δύνανται νὰ δαπανήσωσι διὰ γραφικὴν ὕλην δρ. 175,000; Καὶ διὰ γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας κατὰ τὸ 1901 ἀνεγράφη πίστωσις δραχμῶν 26,000, κατὰ τὸ 1902 δραχ. 34,000, τόσον δὲ ποσὸν ἀναγράφομεν καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903. Πρέπει νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἄλλους ἀριθμοὺς, καίτοι αἱ λεπτομέρειαι σᾶς ἔφεραν κάματον. Κατὰ τὸ 1901 δι’ ἔξοδα ἀστυνομίας ἐν γένει προϋπελογίσθησαν δραχ. 4,471,860, κατὰ τὸ 1902 τὰ προϋπολογισθέντα ἐμειώθησαν εἰς δραχμὰς 3,192,224, ἐν δὲ τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 ἡ διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν δαπάνη προσδιωρίσθη εἰς δραχ. 2,291,816· τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο περιλαμβάνει καὶ δραχ. 814,320, δαπάνην προϋπολογισθεῖσαν διὰ τὸν μισθὸν τῶν περισσευόντων ἀστυφυλάκων, καὶ προσέτι δαπάνην 135,000 δρ. ἀναγραφεῖσαν διὰ μισθοὺς, ἐπιμίσθια, ὁδοιπορικὰ ἔξοδα, ἔξοδα γραφικῆς ὕλης καὶ θερμάνσεως, ἐνοίκια ἀστυνομικῶν καταστημάτων καὶ ἄλλα ἔξοδα ἐπὶ ἕνα καὶ ἥμισυ μῆνα, καθ’ ὃν ἤθελεν ἐξακολουθεῖ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1903 ἐφαρμοζόμενον τὸ ἰσχῦον ἀστυνομικὸν σύστημα, ἕως ἂν ψηφισθῇ καὶ κυρωθὲν τεθῇ ἐν ἐφαρμογῇ τὸ διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου εἰσαγόμενον νέον ἀστυνομικὸν σύστημα. Ἂν τὰ δύο ταῦτα ποσὰ, συγκεφαλαιούμενα εἰς δραχμὰς 944,320, ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δι’ ἔξοδα ἀστυνομίας ποσὸν τῶν 2,291,816, διότι ἡ ἀνάγκη τῆς δαπάνης τῶν δύο τούτων ποσῶν εἶναι παροδικὴ καὶ οὐχὶ μόνιμος, τὰ κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας περιορίζονται εἰς δρ. 1,347,496· ἂν δὲ προσθέσητε εἰς ταῦτα καὶ τὸ ποσὸν δραχ. 617,760, τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ σελίδι 331 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τοῦ ἔτους 1902, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖται μὲν μέχρι τοῦδε ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, διότι ἐπληρώνετο ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου, διὰ μισθοὺς τῶν ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν, θέλει ὅμως ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, ὅταν, τιθεμένου ἐν ἐφαρμογῇ τοῦ κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον νέου συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, ἐπανέλθωσιν εἰς τὰ συντάγματα, εἰς ἃ ἀνήκουσιν, οἱ ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ τυγχάνοντες νῦν ἀξιωματικοὶ, τὸ ὅλον τῶν ἐξόδων τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας κατ’ ἀνώτατον ὅρον θέλει ἀνέλθει εἰς δρ. 1,965,256. Ἑπομένως, ἂν ἐπιψηφισθῇ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, τὰ ἔξοδα θέλουσιν εἶσθαι ἐλάσσω τῶν κατὰ τὸ 1901 προϋπολογισθέντων κατὰ δρ. 2,506,604, ἐλάσσω δὲ τῶν κατὰ τὸ 1902 προϋπολογισθέντων κατὰ δρ. 1,226,968. Ἀλλὰ παρῆλθον τοῦ ἔτους τούτου καὶ ὁ Φεβρουάριος καὶ ὁ Μάρτιος καὶ ὁ Ἀπρίλιος καὶ ὁ Μάϊος, καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὸν Ἰούνιον, ἤτοι ἓξ ὅλοι μῆνες, καθ’ οὓς δὲν ἐστέρξατε νὰ συζητήσητε τὸ περὶ ἀστυνομίας νομοσχέδιον, οὕτω δὲ, ἐνῷ ἠδυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν κατ’ αὐτοὺς ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸ 1901 προϋπολογισθέντων δραχ. 1,253,302, ἢ ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸ 1902 προϋπολογισθέντων κατὰ δρ. 982,628, δαπανῶμεν κατὰ τὸ ἑξάμηνον τοῦτο τοῦ ἔτους τόσα, ὅσα ἐδαπανῶμεν καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Διὰ τοῦτο ἐφωνάζομεν προχθὲς πρὸς ὑμᾶς, ὅτι γίγνεσθε αἴτιοι νὰ δαπανᾷ τὸ Κράτος καθ’ ἕκαστον τῶν παρερχομένων μηνῶν, καθ’ οὓς δὲν σπεύδετε νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, διακοσίας καὶ πλέον χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ἀνώτατον ὅρον, ἢ 163,000 καὶ πλέον κατὰ κατώτατον ὅρον περισσότερα ὅσων ἤθελε δαπανήσει, ἂν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἀνῆλθεν εἰς γενικὴν ἄποψιν τῶν πραγμάτων, καὶ ἐξήτασε τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑπεσχέθημεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι θέλομεν ἐφαρμόσει. Ἐγὼ εἶπον πανταχοῦ, ὅπου ἠδυνήθην νὰ μεταβῶ, καὶ ἐν τῇ Τριχωνίᾳ, καὶ ἐν Βάλτῳ, ὅτε μετέβην εἰς τὸν Καρβασαρᾶν, καὶ ἐν Ἄρτῃ καὶ ἐν Βόλῳ καὶ ἐν Καρδίτσῃ καὶ ἐν Τρικκάλοις τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἐν Ναυπλίῳ καὶ ἐν Ἄργει καὶ ἐν Τριπόλει καὶ ἐν Καλάμαις καὶ ἐν Μεσσήνῃ, καὶ ἐν μέσαις Ἀθήναις ἐπανειλημμένως ἐκήρυξα διὰ φωνῆς ὅσον ἠδυνάμην εὐκρινοῦς καὶ ἐντόνου, ὅτι φρονοῦμεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ οἰκονομικὴ πολιτική, ἥτις εἰσήχθη παρ’ ὑμῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἀπὸ τοῦ πολέμου ἔτη· διότι, ἂν τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1902 διὰ τε τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ πιστώσεων χορηγηθεισῶν διὰ Β. Διαταγμάτων, ἢ καὶ διὰ πιστώσεων ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν, ψηφισθεισῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθεισῶν διὰ νόμων, ἀνῆλθον εἰς 132 καὶ πλέον ἑκατομμύρια...

§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι δαπανηθέντα.

§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως εἶναι προϋπολογισθέντα καὶ οὐχὶ δαπανηθέντα· ἀλλ’ ὅταν προϋπολογίζωνται ἔξοδα ὑπερβαίνοντα τὰ 132 ἑκατομμύρια, ἐνδέχεται νὰ δαπανηθῶσιν 128 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ δαπανηθῶσι καὶ 134 ἑκατομμύρια. Δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ προϋπολογισθῶσιν 132 καὶ πλέον ἑκατομμύρια δι’ ἔξοδα τοῦ 1902. Φυλλολογήσατε πάντας τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν, τὰ ὁποῖα παρῆλθον, καὶ εἰπέτε μοι, ἂν ἔφθασε ποτὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἰς τηλικοῦτον ὕψος, εἰς τόσον μέγα ποσόν. Ἐνδέχεται οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμένοντες Ἕλληνες νὰ μακαρίζωσι τὸν τόπον, ἐξηγοῦντες τὸ τοσοῦτον αὐξηθὲν ποσὸν τῶν ἐξόδων ὡς καταδηλοῦν τὴν εὐπορίαν καὶ τὴν εὐμάρειαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ χώρᾳ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν τὴν τακτικὴν ταύτην, Κύριοι, δὲν θέλει μόνον πτωχεύσει τὸ Κράτος· ἐπτώχευσεν ἤδη μίαν φοράν. Καὶ εἶχε τὸ θάρρος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος χθὲς νὰ ἀπειλήσῃ, ὅτι θέλει ἀποδείξει ἕνεκα τίνος ἐπεβλήθη ὁ ἔλεγχος. Τὸ διαβάλλειν καὶ συκοφαντεῖν χρησιμεύουσιν εἰς τοὺς μικροὺς συναγωνισμούς. Ἐγὼ δὲν ἐγκαλῶ τινα, καίτοι ἠδυνάμην νὰ δακτυλοδεικτήσω καὶ νῦν τοὺς ἐργάτας τοῦ ἐλέγχου· ἐγὼ καταγγέλλω τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσεν ὁ εἰρημένος Βουλευτής· ὅταν δὲ ἤθελε τολμήσει τις νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ ἀνεύρῃ, τίς εἶναι ὁ αἴτιος τοῦ ἐλέγχου, θέλω δυνηθῆ νὰ ἀποδείξω ἐγὼ τοὺς αἰτίους. Ἐὰν λοιπὸν ἐξακολουθήσωμεν νὰ διοικῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει Προϋπολογισμοῦ ἀναγράφοντος ἔξοδα ὑπερβαίνοντα τὰ 132 ἑκατομμύρια, μὴ νομίζετε, ὅτι θέλομεν περιέλθει μόνον εἰς πτώχευσιν τοῦ δημοσίου ταμείου, — ἐπτώχευσεν ἤδη τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὸ 1893, καὶ ἐπεβλήθη εἰς τὸν τράχηλον ἡμῶν ὁ κλοιός· — θέλει ἐπέλθει τώρα ἡ πτώχευσις τῆς χώρας, διότι θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ ποριζώμεθα τὰ 132 ἑκατομμύρια, ἢ τὰ 129 ἢ τὰ 128, τὰ ὁποῖα θέλομεν δαπανᾷ, ἐκ φόρων. Ἀλλὰ θέλομεν ζητεῖ νὰ εἰσπράξωμεν τοὺς φόρους μετὰ σκληρότητος καὶ ἀκαρδίας, ἢ θέλομεν αὐξάνει αὐτούς; Ὁ λαὸς ὅμως δὲν θὰ ἔχῃ νὰ πληρώνῃ, καὶ θέλει καταντήσει οὐ μόνον νὰ μὴ πληρώνῃ τὰ ἑκατομμύρια τῶν φόρων, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἔχῃ οὐδὲ νὰ συντηρηθῇ, νὰ ζῇ, νὰ καλλιεργῇ τὸν ἀγρόν του, τὴν ἄμπελόν του, τὴν σταφίδα του, καὶ θέλει περιέλθει ἡ χώρα ἐν πλήρει ἀνικανότητι, καὶ δὲν θέλομεν δύνασθαι νὰ εἰσπράξωμεν οὔτε 100, οὔτε 80, οὔτε 60 ἑκατομμύρια. Οὗτος εἶναι ὁ μέγας κίνδυνος, καὶ ἀπέναντι τοῦ κινδύνου τούτου ὑπεσχέθημεν ἡμεῖς νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους κατὰ 10 ἢ 12 ἑκατομμύρια. Ἴσως μεταξὺ ὑμῶν εἶναι πολλοί, οἱ ὁποῖοι μὲ ἤκουσαν λέγοντα πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ οἰκονομήσωμεν ἐκ τῶν δαπανῶν, ἐλαττώνοντες αὐτὰς διὰ τῶν νόμων, ἓξ ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐλπίζομεν δέ, ὅτι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐφαρμόζοντες πλήρη φειδώ, θέλομεν δυνηθῆ νὰ παρασκευάσωμεν περίσσευμα ὀκτὼ ἑκατομμυρίων. Οὐδὲ εἶναι τὸ πρᾶγμα ἀκατόρθωτον. Κατὰ τὸ 1896 εἰσηγάγομεν Προϋπολογισμὸν, ὅστις κατέληξεν εἰς περίσσευμα, ὡς ἀπέδειξεν ὁ ἀπολογισμός, διότι δὲν περιωρίσθημεν μόνον νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένας δαπάνας, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διῳκήσαμεν μετὰ φειδοῦς τὰ οἰκονομικὰ, προσπαθήσαντες νὰ παραγάγωμεν περισσεύματα πραγματικὰ, καὶ οὐχὶ εἰκονικά. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ πολιτικὴ, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς τὸν τόπον, εἶναι αὕτη, καὶ πεποιθότως ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτε εἰσῆγον τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ νομοσχέδια, ὅτι βεβαίως ἕκαστος πολιτικὸς ἀνὴρ πρέπει νὰ ἔχῃ φιλοδοξίαν, διότι, ἂν δὲν ἔχῃ φιλοδοξίαν, στερεῖται τοῦ οὐσιωδεστέρου προσόντος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ πολιτευόμενοι. Ἡ φιλοδοξία παράγει τὴν ἅμιλλαν, ἡ δὲ ἅμιλλα συντελεῖ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ἠθῶν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, εἰς τὴν συμπλήρωσιν αὐτῶν, εἰς τὸν καταρτισμὸν ἐργασίας πληρεστέρας, εἰλικρινεστέρας, χρησιμωτέρας. Ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ πρέπει νὰ ἔχῃ φιλοδοξίαν, δὲν ἐπιτρέπεται δ’ εἰς αὐτὸν νὰ ἔχῃ φιλαρχίαν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀγαπᾷ τὴν ἀρχὴν, ἵνα ἔχῃ τὴν ἀρχήν. Ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν νὰ ζητῇ τὴν ἀρχὴν, ἵνα πράξῃ τὸ καλὸν, ἵνα ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα. Ἑπομένως, ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτε εἰσῆγον τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ συναφῆ νομοσχέδια, ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν τὴν ἀρχὴν δι’ ἄλλον λόγον, εἰμὴ διὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ προσφέρωμεν μικρὰν εἰσφορὰν εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν. Ποίαν εἰσφοράν; Νὰ συντελέσωμεν, ἵνα περισταλῶσι τὰ ἔξοδα, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν περίσσευμα ἓξ ἑκατομμυρίων· οὕτω δὲ, ἂν ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα κατὰ ἓξ ἑκατομμύρια, θέλομεν δυνηθῆ νὰ διαθέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ πολέμου, εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, εἰς ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων, εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας. Καὶ δαπανῶντες τὰ χρήματα ταῦτα εἰς τοιαύτας ἀνάγκας, θέλομεν καταστήσει αὐτὰ παραγωγικά· διότι τὰ δαπανώμενα διὰ τὴν συγκοινωνίαν, δι’ ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων, δι’ ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς θέλουσι μᾶς ἀποδώσει πολλαπλάσια ἔσοδα, καὶ θέλουσι δυνηθῆ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι μᾶς διαδεχθῆ ἐν τῇ ἀρχῇ, νὰ ἔχωσι περίσσευμα ἀνώτερον τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων, 8 ἢ 10 ἑκατομμύρια. Ἂν δὲ καὶ ἐκεῖνοι ἀκολουθήσωσι τὴν αὐτὴν πολιτικήν, μετὰ δύο, μετὰ τρία ἢ μετὰ τέσσαρα ἔτη ἡ Ἑλλὰς θέλει ἀναλάβει οἰκονομικῶς, καὶ τότε δὲν θέλει ἔχει ἀνάγκην τῶν συμβουλῶν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Κερκύρας περὶ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ παρασκευῆς στρατοῦ, διότι θέλει ἔχει τὰ μέσα, ἵνα παρασκευάσῃ ἀληθῆ στρατόν. Δὲν μᾶς ἐλλείπει, Κύριοι, ὁ στρατιωτικὸς ὀργανισμός, εὔκολον εἶναι νὰ ἔχωμεν στρατιωτικὸν ὀργανισμόν, ἀλλὰ μᾶς ἐλλείπει ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὀργανισμῶν· δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ ἐκτελέσωμεν οἱονδήποτε ὀργανισμόν, ἐὰν δὲν ἔχωμεν χρήματα. Μάλιστα ἐὰν ἔχωμεν καθολικὴν στρατολογίαν, πῶς δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν τοιοῦτον ὀργανισμόν; Καθολικὴ στρατολογία παρασκευάζει στρατὸν ἐφεδρείας. Αὐτὴν τὴν καθολικὴν στρατολογίαν ἔχομεν ἀπὸ εἴκοσι καὶ πλέον ἐτῶν, ἀλλ’ ἔχομεν στρατὸν ἐφεδρείας; Ἠκούσατε ποτέ, ὅτι ἐκλήθησαν οἱ ἔφεδροι ἑνὸς νομοῦ οἱουδήποτε — δὲν λέγω πάντων τῶν νομῶν — ἵνα ἀσκηθῶσι; Καὶ πῶς νὰ ἀσκηθῶσι; Πρὸ τοῦ πολέμου εἴχομεν ἑκατὸν τεσσαράκοντα χιλιάδας ὅπλων Γκρᾶ, ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχομεν οὔτε ταῦτα. Καὶ πῶς δύνασθε νὰ συγκαλέσητε τοὺς ἐφέδρους; Δὲν ἔχετε στρατῶνας, ἵνα στρατωνίσητε αὐτοὺς, δὲν ἔχετε ἐνδύματα, ἵνα ἐνδυθῶσι, δὲν ἔχετε ἀποθήκας ὁπλισμοῦ, ἵνα δύνησθε νὰ ὁπλίζητε αὐτοὺς ἐν τῷ νομῷ· ἴσως δὲν ἔχετε καὶ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, ἵνα τοὺς συντηρήσητε. Καὶ ἀφοῦ δὲν ἔχετε στρατὸν ἐφεδρείας, ἔχετε εἰκονικὴν καθολικὴν στρατολογίαν. Δύνασθε νὰ μεταβάλητε τὸ σύστημα δι’ ἄλλων ὀργανισμῶν; Τοῦτο δύνασθε νὰ τὸ πράξητε· ἀλλ’ οὔτε τὸ νέον σύστημα θὰ δυνηθῆτε νὰ ἐκτελέσητε, ἐὰν δὲν ἔχητε χρήματα. Χρημάτων, χρημάτων ἔχομεν ἀνάγκην. «Δεῖ δὴ χρημάτων, καὶ ἄνευ αὐτῶν οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν». Ὅταν δ’ ἔχωμεν χρήματα, τότε δυνάμεθα νὰ σπεύσωμεν νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κορινθίας νὰ ἀναλάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ μορφώσῃ τὸν στρατόν. Ἀλλ’ ὑπῆρξε, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν Κερκύρας, καὶ ἄλλη τις ἀτέλεια τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας, ἥτις ἀπεδείκνυε, κατ’ αὐτὸν, τὴν ὀλίγην προσοχὴν, ἂν ὄχι τὴν ἀμάθειαν, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· διότι, ἐνῷ δὲν ἐψηφίσθη εἰσέτι ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ἐνῷ δὲν κατηργήθησαν οἱ δέκα δημιουργηθέντες κατὰ τὸ 1901 νομοὶ, ἑπομένως δὲν ἔχομεν μόνον 16, ἀλλ’ ἔχομεν 26 νομοὺς, τὸ νομοσχέδιον προβλέπει μόνον περὶ 16 νομῶν· ἐπειδὴ δὲ εἷς νομός, αἱ Ἀθῆναι, ἔχουσι διοικητικὴν ἀστυνομίαν, μόνον περὶ 15 ἄλλων ἀστυνομιῶν πρόκειται. Ἀλλὰ τὸ ἐλάττωμα τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι εὐτυχῶς πρὸς θάνατον. Ὑποθέσατε ὅτι δὲν ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν εἰς δέκα καὶ ἕξ, ὑποθέσατε ὅτι συνεζητήθη μὲν καὶ ἐπεψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ· οὐδ’ ἐκ τούτου παράγεται κώλυμά τι. Διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ πράξητε ἕτερόν τι, εἰμὴ νὰ προσθέσητε τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν διὰ τὸ προσωπικόν, διὰ τὴν θέρμανσιν, διὰ τὰ ἐνοίκια καὶ διὰ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν ἀξιωματικῶν, ἐν ὅλῳ ποσὸν δραχ. 136,000. Ἀλλὰ ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἔλλειψιν τοιαύτην, ὅπως λεχθῶσιν ὅσα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐλέχθησαν; Καὶ ἐγὼ μὲν ἔχω γνώμας, τὰς ὁποίας δὲν ἀπέκρυψα ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ὅτε ἤμην ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, δὲν νομίζω δὲ, ὅτι μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ὑποκριθῶ, ὅτι ἔχω σήμερον γνώμας διαφόρους ἐκείνων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι κατάτμησις τῆς Ἐπικρατείας εἰς διοικητικὰς περιφερείας πολλὰς δὲν εἶναι προτέρημα τῆς διοικήσεως, διότι τὸ νομαρχιακὸν σύστημα δὲν θεωρῶ μόνον ὡς σύστημα διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ ὡς σχολεῖον, ὡς διδακτήριον, ἐν τῷ ὁποίῳ διδάσκεται ὁ λαὸς νὰ αὐτοδιοικῆται. Τὸ νομαρχιακὸν σύστημα εἶναι ἐπινόημα εὐφυέστατον, χρησιμώτατον εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, εἰς ἃς ἐπικρατοῦσι φιλελεύθεροι θεσμοὶ, διότι διδάσκει τοὺς λαοὺς νὰ διοικῶνται μόνοι των. Ὁ νομάρχης δὲν εἶναι ὄργανον ἐκτελέσεως, εἶναι ὄργανον ἐπιτηρήσεως, ὅπως ἐκτελῶνται οἱ νόμοι, ὄργανον ἐλέγχου κατὰ τῶν παραβαινόντων τὸ καθῆκόν των. Τὴν χώραν διοικοῦσιν οἱ δήμαρχοι, ἕκαστος ἐν τῇ μικρᾷ περιφερείᾳ, ἣν διοικεῖ ὁ νομάρχης εἶναι ὀφθαλμὸς, ὅστις ἐπιτηρεῖ, συμβουλεύει, προτρέπει ἢ ἐκβιάζει τοὺς δημάρχους, αὐτοὺς τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ λαοῦ, νὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των. Οὕτω δὲ ἀποτελεῖται ἡ αὐτοδιοίκησις, διότι οἱ πολῖται διοικοῦσιν ἑαυτούς. Ἄν θέλητε δὲ νὰ πολλαπλασιάσητε τὰς διοικητικὰς περιφερείας, δὲν ἔχετε νομαρχιακὸν σύστημα, ἔχετε διοικητικόν. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ δὲν προφθάσῃ νὰ συζητήσῃ τὸ περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν νομοσχέδιον, ὅπως ἐπαναχθῇ τὸ πρότερον καθεστὼς νομαρχιακὸν σύστημα, τοῦτο δὲν εἶναι μέγα κώλυμα· τὸ θεμελιῶδες δι’ ἡμᾶς εἶναι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἡμῶν, ἡ ἐργασία, ἣν πρέπει νὰ εἰσφέρωμεν ὡς διοίκησις εἰς τὴν εἰλικρινῆ, τὴν ἀκριβῆ καὶ τὴν πλήρη λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ἡ συνδρομὴ, ἣν ὀφείλομεν νὰ εἰσφέρωμεν πρὸς τὸ Στέμμα διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀντιλαμβάνεται τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ὡς ἡμεῖς ἀντιλαμβανόμεθα αὐτῶν, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἀντιλαμβάνονται τῆς καταστάσεως τῆς χώρας· ἂν δ’ ᾖναι πλήρης καὶ πιστὴ ἡ ἀντίληψις αὐτῶν, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλουσιν ἔχει τὰς αὐτὰς πεποιθήσεις, οἵας ἔχομεν ἡμεῖς, καὶ ὅτι θέλουσιν ὑποστηρίξει τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, θέλουσι τὴν ὑποστηρίξει κατὰ παντὸς προσκόμματος, τὸ ὁποῖον ἡ παρασκευὴ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα προτείνομεν, θέλει προκαλέσει· οὕτω δὲ θέλουσι προσφέρει ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον, ὅστις εἶναι ἡ πατρὶς ἡμῶν. Λέγω δὲ καὶ αὖθις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, δοθείσης μοι ἄλλοτε ἀφορμῆς, εἶπον καὶ ἀλλαχοῦ, ὅτι μία τέλος πάντων πρέπει νὰ κρατῇ οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἐν τῷ Κράτει, ἡ πολιτικὴ τῆς φειδοῦς τοῦ δημοσίου χρήματος, ἡ πολιτικὴ τῆς διαθέσεως τοῦ παρασκευασθησομένου οὕτω περισσεύματος εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Αὐτὴν δὲ τὴν πολιτικὴν εὔχομαι ν’ ἀκολουθήσωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσι διαδεχθῆ ἡμᾶς. Εὔχομαι, ἵνα ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡμεῖς μὴ διαφωνῶμεν ἐπὶ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς. Δυνάμεθα νὰ διαφωνῶμεν ἐπὶ ἄλλων θεμάτων τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ὀφείλομεν ν’ ἀποδεχώμεθα πάντες τὸ ἔργον τῆς περιστολῆς τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, ἵνα διαθέτωμεν τὰ περισσεύματα εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Λέγω, ὅτι, ἂν οἱ κύριοι Βουλευταὶ σχηματίσωσι τὴν αὐτὴν πεποίθησιν, ἣν ἔχομεν ἡμεῖς, θέλουσι προσφέρει ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα, ὁ δὲ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει εὐλογήσει τὸ ἔργον. Ἄλλως, Κύριοι, ἡμεῖς θέλομεν καταθέσει τὴν ἀρχὴν, ἵνα ἀνέλθωσιν ἐπ’ αὐτὴν οἱ θέλοντες νὰ ἐφαρμόσωσιν ἀντίθετον πολιτικήν. Ἡ ἀρχὴ ἴσως ἔχει γόητρον δι’ ἀνθρώπους μήπω γευσαμένους αὐτῆς· δι’ ἡμᾶς ὅμως δὲν ἔχει ἄλλο γόητρον, εἰμὴ τὴν γαλήνην τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, διότι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα. Αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἀκολουθοῦμεν, αὐτὴν τὴν γαλήνην τῆς συνειδήσεως ἡμῶν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔχωμεν. (Ἐπευφημίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§164Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περὶ πολλῶν πολλὰ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πολὺ ὀλίγα εἶπε περὶ τοῦ νομοσχεδίου· καὶ εἶπεν ὀλίγα, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ πολλά. Ἐκάκισεν ἐμέ, ὅτι ἐκ συγχύσεως ἀπεκάλεσα τὴν νέαν ἀστυνομίαν στρατιωτικήν, καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ περὶ διοικητικῆς. Παρακαλῶ, ἀκούσατε τὴν διάταξιν τοῦ τρίτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1 (ἀναγινώσκει): «Ἐν τοῖς δήμοις ὅμως, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς 11,000, ἢ ἐν οἷς ὑπάρχει ἡ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ, ἡ ἀστυνομικὴ διοίκησις διατηρεῖται ἀνατεθειμένη εἰς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ.» Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μοὶ εἴπητε, ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς λέξεως «διατηρεῖται», καὶ τί σημαίνει ἡ λέξις αὕτη; Τί ἄλλο ἢ ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ κατάστασις ἡ σήμερον ὑπάρχουσα; — καὶ σήμερον ἔχομεν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. — Αἱ λέξεις δὲν ἔχουσι καὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἄλλην ἔννοιαν. Ἑπομένως σύγχυσις δὲν δύναται νὰ καταλογισθῇ εἰς ἐμέ, διότι τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ῥητῶς λέγει, ὅτι πρόκειται περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ μήπως εἶναι μόνη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου, ἡ καθιεροῦσα τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν; Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου λέγει: «Ἐν ἑκάστῳ τῶν δήμων, ἐν οἷς ἐξακολουθεῖ ἀνατεθειμένη εἰς ἀξιωματικοὺς ἡ ἀστυνομικὴ διοίκησις, διορίζεται στρατιωτικὸς ἀστυνόμος, ἀξιωματικὸς τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς.» Πρόκειται λοιπὸν περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἢ οὔ; Ἐὰν ὑποστηρίζητε, ὅτι ἡ ἀστυνομία τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι στρατιωτική, στρατιωτικὴ δὲν εἶναι καὶ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν τόσον δριμέως κατηγορεῖτε, διότι ἀντεγράψατε τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ τῆς ἀστυνομίας ἐν αἷς πόλεσιν αὕτη διατηρεῖται. Οὐδεμίαν λοιπὸν κάμνω σύγχυσιν, ἀλλ’ ὑμεῖς περιπίπτετε εἰς σύγχυσιν, ὅταν λέγητε, ὅτι θὰ ἀντικαταστήσητε τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν διὰ τῆς διοικητικῆς. Ἐὰν ἡ ἀστυνομία τοῦ νομοσχεδίου ἦναι διοικητική, καὶ ἡ σήμερον λειτουργοῦσα κατ’ ἀνάγκην εἶναι διοικητική· ἀλλ’ ἐὰν ἡ σήμερον λειτουργοῦσα ἦναι στρατιωτική, κατ’ ἀνάγκην στρατιωτικὴ εἶναι καὶ οὐχὶ διοικητικὴ ἡ ἀστυνομία, ἣν διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται νὰ ἐφαρμόσητε εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας 11,000 κατοίκους, δημοτικὴ δὲ ἡ ἀστυνομία τῶν δήμων, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς εἶναι κατώτερος τῶν 11,000. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχητε πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἡ δημοτικὴ ἐξασφαλίζει τὰ συμφέροντα τῆς τάξεως, διατὶ ἀφίνετε τὴν στρατιωτικὴν εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν 11 χιλιάδων κατοίκων; Ἅπασαι αἱ ἀπὸ τοῦ βήματος ἀναπτυχθεῖσαι θεωρίαι οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν. Εἶχον σημασίαν ἄλλοτε, ὅτε ὑπεστηρίζετε τὴν ἀρχὴν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ὅτε, μνημονεύοντες τὴν ἱστορίαν τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ἐλέγετε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους μία μόνη ἐξαίρεσις ἐγένετο διὰ τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἀλλὰ σήμερον τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην ἐπεκτείνετε εἰς ὅλας τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας ἀριθμὸν κατοίκων ἀνώτερον τῶν 11,000, καὶ ἔρχεσθε, ἐνῷ τοσαύτας ἐξαιρέσεις παραδέχεσθε, ὥστε καταντᾷ κανὼν μὲν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἐξαίρεσις δὲ ἡ δημοτική, ν’ ἀναβιβάσητε εἰς ἀρχὴν πολιτικὴν τὴν ἐξαίρεσιν! Ἀφήσατε λοιπὸν τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχάς, διότι τὰς ἀρχὰς τὰς καταπατεῖτε, καὶ ἀποδεικνύετε, ὅτι οὐδεμίαν ἔχετε ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τούτων. Δύνασθε ν’ ἀποκαλέσητε τὴν ἀστυνομίαν τοῦ νομοσχεδίου διοικητικήν, ἀλλὰ δὲν βλέπω, κατὰ τί διαφέρει τῆς σήμερον λειτουργούσης· ἀλλ’ εἴτε διοικητικὴν εἴτε στρατιωτικὴν καλέσωμεν αὐτήν, πρόκειται περὶ τοῦ κρατοῦντος συστήματος, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργός· μετέβη καὶ εἰς τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν, καὶ ἐξήτασε τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν· ἀλλ’ ἵνα ἐξετάσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, μετῆλθε σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ πρέπον· διότι, ἵνα συγκρίνῃ τὰς δαπάνας τῆς ἀστυνομίας διὰ τὸ 1903 πρὸς τὰς δαπάνας τῶν ἐτῶν 1899, 1890, 1901 καὶ 1902, ἐπεκαλέσθη τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν τούτων, ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1899, 1890, 1901 καὶ 1902 προέβλεψαν δαπάνας διὰ τὴν ἀστυνομίαν ὅλου τοῦ Κράτους, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 προβλέπει μόνον δαπάνας διὰ τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διὰ τὴν ἀστυνομίαν δεκαπέντε πρωτευουσῶν νομῶν καὶ δώδεκα δήμων ἐχόντων πληθυσμὸν ἄνω τῶν 11,000, ἀφίνει δὲ εἰς βάρος τῶν δήμων τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ὅπως σύγκρισις καταστῇ δυνατή, πρέπει νὰ ὑπολογίσητε καὶ νὰ προσθέσητε εἰς τὰς δαπάνας τοῦ 1903 καὶ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας εἶναι ὑπόχρεοι νὰ καταβάλλωσιν οἱ δῆμοι, ἢ μᾶλλον αὐτὸ τὸ Κράτος, διότι πρόκειται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον περὶ δήμων ἀπόρων. Καὶ ὅταν λέγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ δαπάνη τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας εἶναι μικρὰ, διότι πρόκειται περὶ τοῦ μισθοῦ ἑνὸς ἀστυνόμου καὶ δύο κλητήρων, ἐρωτῶ, ἡ Αἴγινα, ἡ Ὕδρα, αἱ Σπέτσαι, ἡ Λεβαδεία, τὸ Ληξούριον, ἡ Λευκὰς θὰ ἔχωσιν ἑκάστη ἕνα ἀστυνόμον καὶ δύο μόνον κλητῆρας; Ἀλλὰ τότε, ποία τάξις θὰ κρατῇ εἰς τὰς πόλεις ταύτας, καὶ πῶς θὰ ἐξασφαλισθῇ ἐν αὐταῖς ἡ ζωὴ καὶ ἡ περιουσία τῶν πολιτῶν; Αἱ δαπάναι τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας εἶναι μεγάλαι. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, τί ἐδαπανῶμεν ἄλλοτε, τί ἐδαπανᾶτο ὑπὸ τῶν διαφόρων δήμων διὰ τὴν ἀστυνομίαν, προσθέσατε τὰς δαπάνας ταύτας εἰς τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀθροίσατε τὰ δύο ποσὰ, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι θέλει δαπανᾷ τὸ Κράτος πολὺ περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δαπανᾷ σήμερον. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε προέβη εἰς τὴν σύγκρισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 πρὸς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν προγενεστέρων ἐτῶν. Ἐλησμόνησεν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 δὲν ἀναγράφεται δαπάνη 528,120 δραχμῶν διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία ἀφαιρεῖται μὲν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ δὲν ἀναγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ δαπάνη αὕτη, ὡς διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα ἤδη, πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· ταύτης δὲ προστιθεμένης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ὑπάρχει ἡ διαφορὰ ἡ φαινομενικὴ 975,888 δραχμῶν, ἀλλὰ 975,888 μεῖον 528,120, δηλαδὴ διαφορὰ 447,768 δραχμῶν. Περὶ τῶν δαπανῶν τοῦ 1933 πραγματευόμενος ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀνέφερεν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται δαπάνη δι’ ἀριθμόν τινα ἀστυφυλάκων, τῶν ὁποίων δὲν ἔχει ἀνάγκην, ἀλλὰ τοὺς ὁποίους θέλει διατηρήσει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἀπέδειξα ἤδη δι’ ἀριθμῶν, οὓς δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ οὔτε ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, οὔτε ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ αὐτῶν εἶναι ἐσφαλμένοι, ὅτι διὰ τὴν ἀστυνομίαν τῶν 15 πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ τῶν 12 δήμων, τῶν ἐχόντων πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 11 χιλιάδων, δὲν ἐπαρκοῦσι 500 ἀστυφύλακες, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην 498 ἀστυφυλάκων ἐπὶ πλέον ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμός. Πρέπει λοιπὸν οἱ 498 οὗτοι ἀστυφύλακες ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ὡς πλεονάζοντος ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διότι διὰ τῆς προσθήκης αὐτῶν θέλει δυνηθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τάξιν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν 15 νομῶν καὶ εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας 11 χιλιάδας κατοίκους. Μὴ ἀπατώμεθα, Κύριοι! Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι, ἐνῷ σήμερον ὑπηρετοῦσιν ἐν Πάτραις 110 ἀστυφύλακες, θὰ δυνηθῶμεν νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τοῦτον εἰς 50, ὡς ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον καὶ ὁ Προϋπολογισμός· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι ἡ ἀστυνομία τῶν Πατρῶν δύναται νὰ λειτουργήσῃ μὲ 50 μόνον ἀστυφύλακας, οὔτε δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ἡ ἀστυνομία Κερκύρας μὲ τὸ ἥμισυ τῆς δυνάμεως τῆς σήμερον ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ αὐτῆς ὑπηρετούσης. Ὡς βλέπετε, Κύριοι, καὶ ὡς ἀπέδειξα κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, ὅταν γείνωσιν αἱ ἀφαιρέσεις αὗται, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται, ἡ διαφορὰ εἶναι ἐλαχίστη. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, θετικὰ πράγματα, προκύπτοντα ἐκ τῶν ἀριθμῶν, καὶ δὲν δύναταί τις, μὲ τοὺς ἀριθμοὺς παίζων, νὰ παραστήσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ οἰκονομίας ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, προβαίνων εἰς τὴν σύγκρισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 πρὸς τοὺς Προϋπολογισμοὺς προγενεστέρων ἐτῶν, οὐ μόνον δὲν ἔκαμε μνείαν δαπανῶν, αἵτινες ὤφειλον νὰ ἐγγραφῶσι καὶ δὲν ἐνεγράφησαν, ἀλλὰ καὶ ἐλησμόνησεν, ὅτι οὐδεμία ἐπιτρέπεται σύγκρισις μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 καὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901, διότι, ὡς ἡ Βουλὴ γινώσκει, ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμος περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, δι’ οὗ προετιθέμεθα οὐ μόνον τὸ ὑφιστάμενον καθεστὼς νὰ βελτιώσωμεν, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν τῶν ξένων πρὸς αὐτὸν ὑπηρεσιῶν, αἱ δαπάναι σπουδαίως ηὔξανον, καὶ ἦσαν πολὺ ἀνώτεραι τῶν δαπανῶν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐλπίζοντες, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἐνεγράψαμεν εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς δαπάνας συμφώνως πρὸς τὸν νόμον αὐτὸν, ἀλλ’ αἱ δαπάναι αὗται δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, διότι ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη. Σύγκρισις μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 καὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν ἐκείνων παρουσιάζει διαφορὰν ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα εἶναι ἰδανικὰ, διότι μὴ ἐφαρμοσθέντος τοῦ νόμου αἱ δαπάναι δὲν ἐπραγματοποιήθησαν· ἐὰν δὲ παραβάλωμεν τὰς δαπάνας τὰς πραγματικὰς τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901 πρὸς τὰς δαπάνας τὰς σήμερον ἀναγραφομένας, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι ἐλαχίστη, ἐὰν μάλιστα, συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, προσθέσωμεν εἰς τὰς ζητουμένας πιστώσεις διὰ τὸ ἔτος 1903 τὰς δαπάνας διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν, διὰ μισθοὺς ἐνωμοταρχῶν καὶ ὑπενωμοταρχῶν τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διὰ νομὴν ἵππων τῶν ἀξιωματικῶν, δι’ ἐνοίκια ἀστυνομικῶν καταστημάτων καὶ ἄλλας, τὰς ὁποίας ἐν λεπτομερείᾳ ἀνέφερα κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀστυνομίας καὶ ἂς μεταβῶμεν εἰς τὸ γενικώτερον ζήτημα, τὸ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐπραγματεύθη. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐλέχθησαν τὰ δέοντα, ὅτε ἀπηντήσαμεν εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀπεδείξαμεν τότε, ὅτι δὲν πρόκειται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 περὶ οἰκονομιῶν 12, 10, 8 ἢ τοὐλάχιστον ἓξ ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μικρῶν, περὶ ἐλαχίστων οἰκονομιῶν. Ἔκτοτε ὑπεβλήθησαν τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐπρόκειτο νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ περὶ οἰκονομιῶν ἐπαγγελίαι τῆς Κυβερνήσεως. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων τούτων πρωτίστην κατέχει θέσιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπαγγέλλονται οἰκονομίαι ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου δραχμῶν· ἀπέδειξα δὲ ἤδη, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, ἀλλ’ ὅτι πρόκειται περὶ ἐλαχίστης οἰκονομίας. Τοιαῦτα εἶναι καὶ τὰ νομοσχέδια περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας καὶ περὶ προξενικῆς ὑπηρεσίας, τοιαῦτα εἶναι τὰ ἐκπαιδευτικά, περὶ τῶν ὁποίων τοσοῦτος ἐγένετο λόγος, καὶ δι’ ὧν πρόκειται ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸ Κράτος δαπάνης, μεταφέροντες ταύτην εἰς βάρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ἢ μᾶλλον τοῦ λαοῦ, δι’ ἐμμέσου φορολογίας. Ἀλλὰ ταῦτα θέλομεν ἐξετάσει ἐν καιρῷ. Δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως, φρονῶ, ἀφοῦ τὰ λεγόμενα οἰκονομικὰ νομοσχέδια ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ἐπακριβῶς τὰς ἐξ αὐτῶν προκυψούσας οἰκονομίας, νὰ ἐπιμένωμεν λέγοντες, ὅτι θὰ ἔχωμεν οἰκονομίας ἑκατομμυρίων καὶ περίσσευμα ἓξ ἑκατομμυρίων. Πῶς θὰ ἔχωμεν τὸ περίσσευμα τοῦτο, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐλαττώνομεν τὰ ἔσοδα κατὰ δύο τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων, διὰ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων καὶ ἄλλων, τοὺς ὁποίους ἤδη ἐψηφίσαμεν, καὶ ἀφοῦ αἱ οἰκονομίαι, καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν ὅλων τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, ἀδύνατον νὰ φθάσωσιν εἰς τὰ δύο ἑκατομμύρια; Καὶ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔφθασαν εἰς ποσὸν 130,000,000. Ἐκπλήσσεταί τις, ἀκούων τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τοιαῦτα λέγοντα, διότι καλῶς γινώσκει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἔχομεν τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους ἀνῆλθον εἰς 105,000,000, ἔχομεν τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1900, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους ἀνῆλθον εἰς 109,000,000, ἔχομεν καὶ τὴν Διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ τὸ ἔτος 1901, ἐξ ἧς καταφαίνεται, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ ἔτους ἐκείνου ἀνῆλθον εἰς 114 ἑκατομμύρια. Αὐταὶ εἶναι αἱ δαπάναι τῶν χρήσεων, τὰς ὁποίας ἡμεῖς διεχειρίσθημεν. Ποῦ εὑρίσκει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ 130,000,000; Ἂν παραβάλωμεν τὰς δαπάνας ταύτας πρὸς τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει δαπάνας 114 ἑκατομμυρίων, οὐδεμίαν εὑρίσκομεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον διὰ τὰ ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901· ἀπ’ ἐναντίας εὑρίσκομεν μεγάλην ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν ὑπὲρ τῶν ἐτῶν 1899 καὶ 1900. Καὶ σημειώσατε, ὅτι εἰς τὰ 114 ἑκατομμύρια τοῦ 1903 δέον νὰ προστεθῶσι καὶ αἱ γενόμεναι ἤδη δηλώσεις καὶ αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις τοῦ μέλλοντος. Καὶ εἶπεν ἀληθῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 διεσκευάσθη μετὰ τοσαύτης ἀκριβείας, ὥστε δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων· ἀπέδειξα ὅμως τὴν ἑσπέραν ταύτην, μετὰ πόσης ἀκριβείας συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμός. Ὡς ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, ἀφῃρέθησαν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δραχμαὶ 678,960 διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν, αἵτινες ὤφειλον ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλ’ ἐνῷ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἐνεγράφησαν μόνον δραχμαὶ 150,840, δὲν εἰδοποιήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως προσθέσῃ εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πιστώσεις διὰ δραχμὰς 528,120, διὰ τὰς ὁποίας θὰ ὑποβληθῶσι κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν Βουλὴν σχετικαὶ δηλώσεις. Ἀλλὰ μήπως ταύτην μόνην ἔχομεν τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀνακριβείας, μεθ’ ἧς συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμός; Συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐλησμονήθη κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργηθῶσι κατὰ τὸ ἔτος 1903 δημοτικαὶ ἐκλογαί, καὶ οὐδεμία ἐνεγράφη διὰ ταύτας πίστωσις. Συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ οὐδεμία ἐνεγράφη πίστωσις διὰ τὴν κατασκευὴν λεβήτων. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὁ Προϋπολογισμὸς ὑπεβλήθη ἔχων δαπάνας 114,000,000 δραχμῶν, ὑπεβλήθησαν δὲ μέχρι τοῦδε δηλώσεις ἄνω τῶν δύο ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἄρα τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν ἀνέρχεται νῦν εἰς 116 ἑκατομμύρια. Παραβάλατε τὰ 116,000,000 πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ 1899, τοῦ 1900 καὶ τοῦ 1901, καὶ εἴπετε, ποῦ εἶναι τὰ 10,000,000, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐξοικονομήσωμεν, ὅπως διὰ τῶν οἰκονομιῶν ὀργανώσωμεν τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;

§166Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, θέλω ζητήσει τὸν λόγον, ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν.

§167ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.

§168Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἂς ψηφισθῇ, κύριε Πρόεδρε, ἀπόψε εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον.

§169Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοιούτων νομοσχεδίων πρέπει ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως νὰ ὑποβάλλωνται ὅλαι αἱ παρατηρήσεις, νὰ ἐκτίθηνται ὅλαι αἱ ἰδέαι, ἵνα ὑπάρχῃ ὁ ἀνάλογος χρόνος νὰ μελετῶνται.

§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1...

§171Κ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε. Τί ἄρθρον 1, καὶ κολοκύθια στὸ πατερό! (γέλωτες).

§172ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Ὁρίστε νὰ ὑποβάλητε τὴν ἔνστασιν. Διατὶ κρύπτεσθε;

§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἐλέγετε προτήτερα, διὰ νὰ μὴ ψηφισθῇ οὐδὲ ἡ ἀρχή; Τώρα πῶς θὰ κανονισθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς αὔριον;

§174ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὡς εἴπετε προτήτερα, ὅτε ἡ Βουλὴ ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ.

§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 20′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 87
2τῆς 30 Μαΐου 1903.
3(Παρασκευή).
4(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δ. Ράλλη).
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 7 μ. μ., παρόντων 129 Βου-
6λευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρα-
7κτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λέκας ἔχει τὸν λόγον.
9§2Θ. ΛΕΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅτε τὸ πρῶτον ἐψηφίσθη ὁ
10περὶ στρεμματικῆς φορολογίας νόμος, εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμο-
11νας τριῶν δήμων τῆς Ἀττικῆς, ἤτοι τῶν δήμων Ἀθηναίων,
12Φυλῆς καὶ Ἀχαρνῶν, κατελογίσθη φόρος βαρύτατος, ἐν συγ-
13κρίσει δὲ πρὸς τὸν καταλογισθέντα φόρον εἰς τοὺς ἀμπελο-
14κτήμονας τῶν ἄλλων δήμων τῆς Ἀττικῆς, ἦτο σχεδὸν δι-
15πλάσιος. Τὸ ἄδικον αὐτὸ οἱ συμπολῖταί μας ἐζήτησαν νὰ
16θεραπευθῇ, καὶ ὁμολογουμένως αἱ δύο προκάτοχοι Κυβερνή-
17σεις διέταξαν τοὺς ὑποταμίας νὰ εἰσπράττωσι φόρον ἀνάλο-
18γον μὲ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θὰ ἐπλήρωνον καὶ οἱ ἀμπελοκτή-
19μονες τῶν ἄλλων δήμων τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, ἐπιφυλασ-
20σόμεναι πάντοτε νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν νόμον περὶ
21ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ ὑπολοίπου. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπεβλήθη
22νόμος, ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι νόμος τοιοῦτος δὲν ἐψη-
23φίσθη, σήμερον δὲ οἱ ὑποταμίαι καὶ οἱ ταμίαι ζητοῦσι φό-
24ρον τεσσάρων ἐτῶν, καὶ ὄχι μόνον τὸν φόρον, ἀλλὰ καὶ πρόσ-
25θετον τέλος διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον πληρωμήν.
26Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι προτιμότερον διὰ τοὺς ἀμπε-
27λοκτήμονας αὐτοὺς θὰ ἦτο, ἂν ἐξ ἀρχῆς ἐγνώριζον, ὅτι θὰ
28κατέβαλλον τὸν φόρον τοῦτον, καὶ ἐπλήρωνον αὐτόν. Ἐν τού-
29τοις θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
30νήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, — διότι φρονῶ,
31ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον ἔχει ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν
32ἠθικήν τινα ὑποχρέωσιν, — θὰ παρακαλέσω, λέγω, αὐτὸν νὰ
33ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον.
34§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
35γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ καταθέσητε
36γραπτὴν τὴν ἐπερώτησίν σας, διὰ νὰ μελετήσω τὴν ὑπό-
37θεσιν.
38§4Θ. ΛΕΚΑΣ. Ἐκτὸς τούτου, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακα-
39λέσω τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ πλη-
40ροφορήσῃ, ποίαν ἀπόφασιν ἔλαβεν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῶν ἐν
41Ἀθήναις ἐπιπλοποιῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ ἐπιβληθῇ δα-
42σμὸς βαρύτερος ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων ἐπί-
43πλων.
44Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δημοσίας
45Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργόν, ἐπειδὴ μοὶ ὑπεβλήθησαν παρά-
46πονα ὑπὸ τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Θορικίων, ὅτι εἰς ὅλην
47σχεδὸν τὴν Ἀττικὴν ἀνηγέρθησαν σχολεῖα, καὶ μόνον ἐν τῷ
48δήμῳ Θορικίων δὲν ἀνηγέρθησαν τοιαῦτα, ἂν ἦναι δυνατόν,
49νὰ προνοήσῃ περὶ τούτου.
50§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον.
51§6ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν σύστασιν,
52καὶ συγχρόνως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν
53Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ ζητήματος ἀφορῶντος τὴν ἐπαρ-
54χίαν μου.
55Εἰδικῶς διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως ὅσον ἀφο-
56ρᾷ τὰς νήσους Κεφαλληνίαν καὶ Ζάκυνθον, διὰ νόμου τοῦ
571872 ὡρίσθη φόρος ἐξαγωγῆς, ἀντικαταστήσας τὸν ὁδικὸν
58φόρον, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ 1867 περὶ ὁδοποιΐας εἶχε
59καθιερώσει. Ὁ φόρος οὗτος ἐκμισθοῦται κατ’ ἔτος διὰ πλειο-
60δοτικῆς δημοπρασίας, ἐφέτος δὲ ἡ ἐκμίσθωσις πρόκειται νὰ
61γείνῃ τὴν 1 προσεχοῦς Ἰουνίου, ἤτοι μεθαύριον. Κατὰ τὰς
62πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω ἐκεῖθεν, εἰς τὴν δημοπρασίαν
63τῶν φόρων συμβαίνει τι ἄτοπον, — καὶ ἐπὶ τούτου ἀκριβῶς
64θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν
65Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. — Ἐκτίθενται εἰς δημοπρασίαν οἱ
66φόροι, ἀποτυγχάνει ἡ δημοπρασία, καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν
67ὑπῆρξε προσφορά, εἰσπράττονται οἱ φόροι δι’ ἐπιστασίας.
68Τοῦτο ἄλλον σκοπὸν δὲν ἔχει ἢ νὰ ἀπασχολήσῃ προσωπι-
69κὸν μὲ μηνιαῖον μισθόν, καὶ ἐπὶ βλάβῃ συγχρόνως τοῦ τα-
70μείου, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ φόροι αὐτοὶ ἀνήκουσι. Τὸ αὐτὸ ἐγέ-
71νετο καὶ ὡς πρὸς τὸν λιμενικὸν φόρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου αἱ
72συνέπειαι τῆς τοιαύτης ἐνεργείας εἶναι πολὺ περισσότερον
73καταφανεῖς, διότι τὸ λιμενικὸν ταμεῖον εἶναι ἐπιβεβαρημέ-
74νον διὰ δανείου ἑνὸς σχεδὸν ἑκατομμυρίου δραχμῶν πρὸς τὴν
75Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὴν Ἰονικήν, ὑπάρχει δὲ καὶ καθυ-
76στέρησις τόκων περὶ τὰς 40,000 δραχμῶν. Ἐφέτος οἱ φό-
77ροι οἱ λιμενικοὶ εἰσπράττονται δι’ ἐπιστασίας, κατὰ τὰ μέ-
78χρι τοῦδε δ’ ἀποτελέσματα ὑπάρχει ἔλλειμμα ἀρκετὰ σπου-
79δαῖον, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ παρελθόντος
80ἔτους. Καὶ ἐνῷ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει ἀνάγκην νὰ συν-
81ομολογήσῃ δάνειον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθησαν καὶ εἰδικοὶ
82φόροι, πρὸς ἐκβάθυνσιν τοῦ λιμένος, ὁ ὁποῖος προσεχώσθη εἰς
83τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ἀναδίδει ἀδιακόπως ἀποφορὰν, ἰδίως
84δὲ ἐν καιρῷ θέρους, ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἐν παντελεῖ
85ἀδυναμίᾳ νὰ προβλέψῃ περὶ τῆς θεραπείας τοῦ κακοῦ τού-
86του, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, μετὰ τῆς ὁποίας εἶχεν ἀρ-
87χίσει διαπραγματεύσεις, αἵτινες εἶχον φθάσει σχεδὸν εἰς τὸ
88τέλος, ἀρνεῖται σήμερον νὰ χορηγήσῃ τὸ δάνειον, διότι δὲν
89θεωρεῖ ἑαυτὴν ἐξησφαλισμένην, ἕνεκα τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ
90ὁποῖα ἀπέδωκεν ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου κατὰ τὸ παρελθόν.
91Λοιπὸν ἡ σύστασίς μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
92τερικῶν εἶναι ἡ ἑξῆς· νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς, νὰ μὴ
93στηριχθῇ δὲ εἰς τὰς πληροφορίας τὰς τυχὸν πρὸς αὐτὸν δο-
94θησομένας, ὅτι ἀπέτυχεν ἡ δημοπρασία, καὶ ὅτι ἑπομένως
95εἶναι ἀνάγκη εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν ἐπαρχιακῶν προσό-
96δων δι’ ἐπιστασίας, διότι ὁ φόρος οὗτος εἶναι ὁ μόνος σχε-
97δὸν πόρος τῶν δήμων τῶν ἐξοχικῶν, καθόσον ὁ φόρος οὗτος,
98εἰσπραττόμενος εἰς τὸ τελωνεῖον, κατανέμεται κατόπιν ἀνα-
99λόγως τοῦ πληθυσμοῦ, κατὰ τὴν διαβάθμισιν, τὴν ὁποίαν
100ἔχει ὁρίσει ὁ νόμος τοῦ 1872.
101§7ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
102Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε;
103§8ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μάλιστα.
104§9ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν ὅμως δὲν ἔχωμεν
105προσφορὰς, τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν; Διότι μοὶ φαίνεται,
106ὅτι καὶ πέρυσι τὸ αὐτὸ συνέβη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἐὰν
107συμβῇ καὶ ἐφέτος τὸ αὐτὸ, δηλαδὴ νὰ μὴ ἔχωμεν προσφο-
108ρὰς, τί πρέπει νὰ πράξωμεν;
109§10ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἰδοὺ, κύριε Ὑπουργὲ, συνήθως τί
110γίνεται. Ἀφίνουσιν οἱ ἐνοικιασταὶ νὰ ἐκτίθηνται οἱ φόροι εἰς
111δημοπρασίαν ἅπαξ, δὶς, τρὶς, καὶ περιμένουσι κατὰ τὴν τρί-
112την δημοπρασίαν νὰ προσφέρωσι τιμήν. Λοιπὸν νὰ μὴ περι-
113ορισθῆτε μόνον εἰς τὴν ἀποτυχίαν τῆς πρώτης ἢ τῆς δευτέ-
114ρας δημοπρασίας, διότι συνεννοοῦνται πολλάκις οἱ ἐνοικια-
115σταὶ καὶ ἀπέχουσι μέχρι τέλους, μέχρι τῆς τρίτης δημο-
116πρασίας.
117§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
118§12Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτι-
119κῶν, ἐν τῇ ἀξιεπαίνῳ αὐτοῦ μερίμνῃ πρὸς βελτίωσιν τῶν
120διαφόρων κλάδων τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας, προέβη τελευταῖον
121εἰς τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζε-
122ται σειρὰ μαθημάτων διὰ τοὺς μηχανικοὺς τοῦ στόλου, καὶ
123ἰδίως διὰ τοὺς μηχανικοὺς τοὺς ἀνήκοντας εἰς τοὺς κατω-
124τέρους βαθμούς. Ἀλλὰ τὸ Διάταγμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐξε-
125δόθη τὴν 22 Μαΐου ἐνεστῶτος ἔτους, περιλαμβάνει μαθήμα-
126τα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον, ὄχι μόνον οἱ μηχανικοὶ ἐκεῖνοι,
127— οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων εἶναι πρακτικοὶ καὶ βεβαίως δὲν
128ἔτυχον τῆς ἀναγκαίας ἐκπαιδεύσεως, ὥστε νὰ ἦναι εἰς θέσιν
129νὰ διδαχθῶσι τὰ μαθήματα ταῦτα καὶ κατανοήσωσιν αὐτὰ,
130— ὄχι μόνον, λέγω, οἱ μηχανικοὶ ἐκεῖνοι, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ
131καθηγηταὶ τῶν Φυσικομαθηματικῶν δὲν εἶναι ἴσως εἰς θέσιν,
132ἐντὸς τοῦ χρόνου μάλιστα, τὸν ὁποῖον ὥρισεν ὁ κ. Ὑπουρ-
133γὸς, νὰ ἀντιληφθῶσι, καὶ καρπωθῶσιν ἐξ αὐτῶν ὠφέλειάν
134τινα. Ὁρίζει διὰ τοῦ Διατάγματος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἑξάμη-
135νον διάστημα διδασκαλίας διὰ τοὺς μηχανικούς, ὑποκελευ-
136στὰς, κελευστὰς καὶ σημαιοφόρους. Ἀλλ’ ἐντὸς ἕξ μηνῶν
137εἶναι δυνατὸν, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ διδαχθῶσιν οἱ ἄνθρωποι
138οὗτοι παραστατικὴν Γεωμετρίαν, ἀναλυτικὴν Γεωμετρίαν,
139Ἄλγεβραν, διαφορικὸν ὑπολογισμὸν καὶ περὶ ἀντιστάσεως
140τῆς ὕλης, ὁλοκληρωτικὸν ὑπολογισμὸν, καὶ ὅλα ἐν γένει τὰ
141ἀνώτερα μαθηματικὰ, τὰ ὁποῖα διδάσκονται ἐν τῇ Πολυ-
142τεχνικῇ Σχολῇ καὶ ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Φυσικομαθηματικῶν
143τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου;
144Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ποῖος ὁ λόγος, ὁ παρακινή-
145σας τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ εἰρημέ-
146νου Διατάγματος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ γνωρίζω καὶ οἱ
147εἰδήμονες καὶ οἱ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας προερχόμενοι ἀνομολογοῦ-
148σιν, εἶναι, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο ἔσεται ἀνεφάρμοστον.
149Καὶ ὄχι μόνον ἀνεφάρμοστον εἶναι τὸ Διάταγμα, ἀλλὰ καὶ
150ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον· διότι, ἂν πρόκηται διὰ τῆς ἑξα-
151μήνου ταύτης διδασκαλίας νὰ κανονισθῶσιν ὁ τρόπος καὶ
152τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμὸν, ὁ σκοπὸς τῆς ἐκδόσεως τοῦ
153Διατάγματος τούτου προφανῶς ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον,
154ὅστις ῥητῶς ὁρίζει, κατὰ τίνα τρόπον οἱ ναυτικοὶ οὗτοι ἀξιω-
155ματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ θέλουσι προάγεσθαι, — ἐκτὸς ἐὰν
156ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπέβαλον τῷ κ. Ὑπουργῷ τὴν γνώμην τῆς
157ἑξαμήνου ταύτης διδασκαλίας, ἔχωσι λόγον τινὰ ἰδιαίτερον,
158— διότι μεταξὺ τοῦ Σώματος τῶν μηχανικῶν, καὶ ἰδίως
159τῶν κατωτέρων, ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξῆλθον τῆς
160Σχολῆς τῆς Πολυτεχνικῆς ἢ ἄλλης ξένης Σχολῆς, ἀλλ’
161εἶναι ἄνθρωποι πρακτικοὶ, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ 15, 18
162καὶ 20 ἔτη εἰς τὸ ναυτικὸν, εἶναι δὲ ἄριστα κατηρτισμένοι
163ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν δηλαδὴ ἐκείνην, δι’
164ἣν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν ἠσκημένους καὶ μεμορφωμέ-
165νους τοὺς μηχανικοὺς τοῦ στόλου ἡμῶν. Βεβαίως δὲν ἀπο-
166κλείεται καὶ ἡ θεωρία, ἀλλὰ κατὰ τὸν χρόνον καθ’ ὃν αὐ-
167τοὶ κατετάχθησαν, δὲν εἶχον οὐδὲ τὰ μέσα, οὐδὲ τὸν τρό-
168πον, ἵνα ἀποκτήσωσι τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει σή-
169μερον εἰς αὐτοὺς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
170Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν
171Βουλὴν, τίς ὁ σκοπὸς τῆς Σχολῆς ταύτης, Σχολῆς προσκαί-
172ρου, Σχολῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ πρακτικὰ ἀπο-
173τελέσματα, διότι, ὡς προεῖπον, τὰ μαθήματα ταῦτα δὲν
174εἶναι δυνατὸν νὰ διδαχθῶσιν ἐντὸς ἕξ μηνῶν, δὲν εἶναι δυνα-
175τὸν εἰς ἀνθρώπους μὴ κεκτημένους στοιχειώδεις γνώσεις τῶν
176πρώτων μαθηματικῶν, τὰς βάσεις δηλαδὴ, νὰ ἀντιληφθῶσι
177παραστατικὴν Γεωμετρίαν, νὰ ἀντιληφθῶσιν ὁλοκληρωτικὸν
178ὑπολογισμὸν, νὰ ἀντιληφθῶσιν ἄλλα θεωρητικὰ μαθήματα,
179τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῶν εἰδικῶν ἄχρηστα
180ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς αὐτοὺς, ἰδίᾳ δὲ εἰς τοὺς ὑπαξιωμα-
181τικούς.
182Ἐὰν ἡ μέριμνα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν
183ἦτο, ὅπως φρονῶ, νὰ καταρτίσῃ Σχολὴν ναυτικῶν μηχανι-
184κῶν, εἰς τὴν Σχολὴν δὲ ταύτην νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ εἰσέρ-
185χωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ καταταχθῶσιν ἐν
186αὐτῇ, δι’ εἰσιτηρίων ἐξετάσεων, θὰ ἦτο λαμπρὸν τὸ μέτρον,
187οὐχὶ ὅμως νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν διδασκαλίαν ἐπὶ 6 μῆνας εἰς ἀν-
188θρώπους, οἵτινες ὑπέστησαν ἤδη τρεῖς ἢ τέσσαρας ἐξετάσεις,
189ὑπέστησαν ἐξετάσεις εἰσαγωγῆς, ὑπέστησαν ἐξετάσεις προα-
190γωγῆς ἀπὸ τοῦ πρώτου βαθμοῦ εἰς τὸν ἑπόμενον, πρόκειται
191δὲ νὰ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις καὶ μετὰ ἓν ἔτος ἢ μετὰ δύο
192ἔτη. Ἐὰν σήμερον ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτοὺς ν’ ἀκολουθήσωσι
193μαθήματα τοιαῦτα, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐξεγείρω-
194μεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἴσως τοὺς ἀναγκάσωμεν νὰ
195ὑποβάλωσιν ἀθρόας παραιτήσεις. Ἐννοεῖτε δὲ, εἰς ποίαν
196θέσιν δυσχερῆ ἤθελον εὑρεθῆ τὰ πολεμικὰ ἡμῶν πλοῖα, ἐὰν
197τοιοῦτο μέτρον προὐτίθετο ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ ἐφαρμόσῃ.
198Καθ’ ἃ δὲ πληροφοροῦμαι, καὶ ὡς προεῖπον, τὸ μέτρον τοῦτο
199προετάθη χάριν τῶν ἐχόντων πτυχίον τοῦ Πανεπιστημίου
200ἢ ἄλλης ὁμοταγοῦς Σχολῆς, οἵτινες εἶναι κατώτεροι ὡς
201πρὸς τὴν ἀρχαιότητα, καὶ οἱ ὁποῖοι ὅμως, ἀκολουθοῦντες
202τὰ μαθήματα ταῦτα καὶ ὑποβαλλόμενοι μετὰ τὸ ἑξάμηνον
203εἰς ἐξετάσεις, κατὰ φυσικὸν λόγον θὰ δώσωσιν ἀπαντήσεις,
204οἵας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀμοιροῦσι
205τῶν γνώσεων τούτων. Ὁ σκοπὸς λοιπὸν εἶναι, ὅπως ἐκεῖ-
206νοι ὑπερπηδήσωσι τοὺς μὴ κεκτημένους τὸ προσὸν τῶν γνώ-
207σεων τούτων. Ὥστε ἡ ἀδικία εἶναι προφανής, καὶ ἡ ἐναν-
208τίον τοῦ νόμου ἔκδοσις τοῦ Β. Διατάγματος εἶναι καὶ αὐ-
209τὴ προφανεστάτη.
210Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν,
211ἐὰν ἐξετάσῃ τὰ δύο ταῦτα ζητήματα, θέλει ἀνακαλέσει τὸ
212Διάταγμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον φέρει πρόσκομμα εἰς τὴν κανο-
213νικὴν λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας καὶ εἰς τὸν ζῆλον, τὸν
214ὁποῖον οἱ ἄνδρες οὗτοι ἐπέδειξαν καὶ θὰ ἐπιδείξωσι πάν-
215τοτε. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ μηχανικοί, ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἀσκη-
216θέντες εἰς τὸν χειρισμὸν τῶν μηχανῶν τῶν πλοίων, εἶναι
217ἄριστα κατηρτισμένοι, ἀπέδειξαν δὲ καὶ κατὰ τὴν περίοδον
218τῆς πολεμικῆς ἐνεργείας, ὅτι κατέχουσι πάντα τὰ στοιχεῖα,
219τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κατέχῃ ὁ μηχανικός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ
220ψυχὴ τοῦ πλοίου.
221Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκον νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς,
222ὅπως ἑλκύσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτι-
223κῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ
224προβῇ εἰς τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος, συμφώνως καὶ
225πρὸς τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων, ν’ ἀφήσῃ δὲ τὰ πράγματα
226ὡς ἔχουσιν, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς. Ἐλπίζω
227δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει δώσει τὰς προσηκούσας ἐξη-
228γήσεις.
229§13Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ
230κ. συνάδελφος, ὑποθέτω, δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι Διάταγμα δὲν δύ-
231ναται νὰ ἀκυρώσῃ νόμον. Ἦτο ἑπομένως περιττὴ ἡ θεωρία,
232τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε, περὶ δῆθεν ἀντιθέσεως τοῦ Διατάγματος
233πρὸς τὸν νόμον. Τὸ Διάταγμα ἀφίνει — διότι δὲν δύναται
234νὰ πράξῃ ἄλλως — ἀκέραιον καὶ πλήρη τὸν ἰσχύοντα νόμον.
235Ὡς πρὸς τὰς ἐξετάσεις ἑπομένως, τὰς γινομένας κατὰ τὸν
236ἰσχύοντα νόμον πρὸς προαγωγὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸν
237κλάδον τῶν κελευστῶν, καὶ τούτων εἰς τὸν κλάδον τῶν ἀξιω-
238ματικῶν, οὐδόλως θίγεται ὁ νόμος· μένει ἐν πλήρει ἰσχύϊ.
239Ὅτι δὲ ὁ νόμος μένει ἐν πλήρει ἰσχύϊ, ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος
240ἠκολούθει τὴν ἔκδοσιν τῶν διαφόρων Διαταγμάτων, τῶν σχε-
241τιζομένων πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἤθελεν ἰδεῖ, πῶς ἐσχημα-
242τίσθη ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θέλει ἐξετάσει τοὺς ὑπαξιωμα-
243τικοὺς, ὅπως συμφώνως τῷ ἰσχύοντι νόμῳ ὁρίσῃ τὸν πίνακα
244τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα νὰ προβιβασθῶσιν ἀπὸ κελευστῶν
245εἰς ἀρχικελευστὰς, καὶ ἀπὸ ἀρχικελευστῶν εἰς μηχανικοὺς
246βʹ τάξεως, χωρὶς ν’ ἀναμιγνύηται τὸ Διάταγμα εἰς τὴν ἐκ-
247τέλεσιν τοῦ νόμου.
248Τὸ Διάταγμα ἔχει σκοπὸν, ὅπως οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ
249μηχανικοῦ, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἔχουσιν ὀλιγίστας
250ἐργασίας εἰς τὰ πλοῖα τὰ ἑδρεύοντα ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, καὶ
251εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης καὶ εἰς τὸν Ναύ-
252σταθμον, ἀντὶ νὰ διέρχωνται τὸν καιρόν των εἰς τὰ καφενεῖα
253ἢ εἰς ἄλλους τόπους διασκεδάσεως, ἀσχολῶνται εἰς τι ὠφέ-
254λιμον διὰ τὸ στάδιον αὐτῶν. Ὅπως δ’ ἀσχολῶνται εἰς τι
255ὠφέλιμον δι’ αὐτοὺς, ἐνόμισα ὅτι εἶναι χρήσιμον, ἄνευ οὐδε-
256μιᾶς τροποποιήσεως τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἄνευ οὐδεμιᾶς
257προσθέτου δαπάνης, νὰ προσκληθῶσιν οἱ μένοντες ἐν τῇ Ὑ-
258ποβρυχίῳ Ἀμύνῃ καὶ τῷ Ναυστάθμῳ ἀξιωματικοὶ νὰ διδά-
259σκωσι τοὺς ὑπαξιωματικοὺς εἰς ὡρισμένας ὥρας μαθήματα
260μηχανικῆς. Τοῦτο θὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα τὴν βελτίωσιν αὐτῶν
261τῶν ἰδίων, ἤτοι καὶ τῶν ἀρχαίων, τῶν μὴ κεκτημένων πολ-
262λὰς γνώσεις θεωρητικὰς, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κέκτηνται
263τοιαύτας, διότι, ὅσας καὶ ἂν κέκτηνται γνώσεις, ἡ ἐνασχό-
264λησις αὐτῶν εἰς μαθήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι χα-
265ρακτῆρα θεωρητικὸν, εἶναι ἐπωφελὴς εἰς αὐτούς.
266Ἐὰν δὲ τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ὁρίζονται διὰ τοῦ Δια-
267τάγματος, ἐφάνησαν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ὑπερβαί-
268νοντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ὁρισθῶσι, τοῦτο, νομίζω,
269δὲν εἶναι λόγος πρὸς τροποποίησιν. Τὰ μαθήματα ὡρίσθησαν
270ὑπὸ τῶν ἁρμοδιωτέρων ἐκ τῶν μηχανικῶν ἡμῶν. Οὗτοι συνέ-
271ταξαν τὸ πρόγραμμα, τὸ περιλαμβανόμενον ἐν τῷ Διατάγ-
272ματι. Ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ τις ὁ ἔχων διάφορον γνώμην, θὰ μοὶ
273ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ μὴ θεωρήσω τὴν γνώμην
274αὐτοῦ ἀνωτέραν τῆς γνώμης τῶν κυριωτέρων μηχανικῶν τοῦ
275ναυτικοῦ ἡμῶν...
276§14Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶδον τὸν νόμον.
277§15Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν τοῦτο. Ὁ νόμος
278ἐξακολουθεῖ ἐφαρμοζόμενος, ἄνευ οὐδεμιᾶς τροποποιήσεως·
279καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας γίνονται ἐξε-
280τάσεις δυνάμει τοῦ νόμου· ἀπόδειξις δὲ, ὅτι τοὺς παλαιοὺς
281μηχανικούς, τοὺς ἐμπειρικούς, οὕτως εἰπεῖν, ἡ πρόσκλησις
282εἰς ἐξετάσεις τοὺς εὐνοεῖ· διότι δὲν παρεδέχθην τὴν γνώ-
283μην ἄλλων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ δώσωσιν ἄλλην ἑρμηνείαν,
284ὅτι δηλ. καὶ οἱ μὴ ἔχοντες διετῆ ὑπηρεσίαν δικαιοῦνται νὰ
285λάβωσι μέρος εἰς τὰς ἐξετάσεις ταύτας. Ὁ νόμος ἀπαιτεῖ
286διετῆ ὑπηρεσίαν, καὶ οἱ μὴ ἔχοντες διετῆ ὑπηρεσίαν εἶναι ἀνώ-
287τεροι κατὰ θεωρίαν, κατὰ δὲ τὴν πρᾶξιν κατώτεροι. Ὥστε
288καὶ τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ διδαχθῶσι, καὶ ὁ
289σκοπὸς τοῦ ἐκδοθέντος Βασιλικοῦ Διατάγματος σκοποῦσι
290τὴν βελτίωσιν ἀκριβῶς τῶν γνώσεων καὶ τῆς καταστάσεως
291τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται τῶν ἀπαι-
292τουμένων θεωρητικῶν γνώσεων. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι δὲν
293πρόκειται οὔτε περὶ παραβάσεως νόμου, οὔτε περὶ ὑπερβολι-
294κῆς ἐργασίας, οὔτε περὶ ἀδικίας τινὸς πρὸς τοὺς μηχανικούς.
295Πρόκειται ἁπλῶς νὰ δοθῇ ἐπωφελὴς καὶ χρήσιμος ἐνασχό-
296λησις εἰς μέγαν ἀριθμὸν ὑπαξιωματικῶν μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι,
297μένοντες σήμερον εἰς τὸν Ναύσταθμον καὶ ἔχοντες ἀσχολίαν
298πολὺ ὀλιγόωρον, ὡς εἶπον, θέλουσιν ἀπασχολεῖ τὸ ὑπόλοιπον
299τοῦ χρόνου αὐτῶν, ἀκούοντες μαθήματα, οὐδόλως δὲ ἡ διὰ
300τῆς τοιαύτης ἀσχολίας βελτίωσις αὐτῶν θέλει ἐπηρεάσει εἰς
301τὰς ἐξετάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ γίνωνται κατὰ
302τὸν ἰσχύοντα νόμον.
303§16Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω δυσκο-
304λίαν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτι-
305κῶν ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὸν καὶ τὰ ἐξετέλεσεν ἀπὸ χρηστοῦ
306τοῦ συνειδότος. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ σκοπὸς
307ἐκείνων, οἵτινες ὑποβάλλουσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν ἰδέαν
308τῆς ἐκδόσεως τοιούτων Διαταγμάτων, εἶναι ἄλλος.
309Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον
310τὸ Διάταγμα. Ἀλλὰ συνιστᾶτε, κύριε Ὑπουργέ, Σχολὴν
311μηχανικῶν ἐν Ναυστάθμῳ; Δυνάμει τίνος νόμου συνιστᾶτε
312αὐτήν; Δὲν μᾶς λέγετε, παρακαλῶ, τὸν νόμον αὐτόν;
313§17Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι Σχολή.
314§18Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τί εἶναι λοιπὸν, ἀφοῦ δὲν εἶ-
315ναι Σχολή; Εἶναι Σχολὴ κατὰ τὸ Διάταγμά σας.
316§19Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι. Εἶναι ἴσως Γυμναστήριον, εἶ-
317ναι ὑπηρεσία.
318§20Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ Διάταγμα λέγει, ὅτι «δι-
319δάσκεται ὁλοκληρωτικὸς ὑπολογισμὸς, παραστατικὴ Γεωμε-
320τρία» κλπ. Ἑπομένως εἶναι Σχολή· δὲν εἶναι οὔτε θέατρον
321οὔτε Ἀγορά.
322§21Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Πρέπει νὰ διδάσκωνται.
323§22Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Νομίζετε σεῖς εὔκολον πρᾶγμα
324δι’ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν φροντίδα τῆς κινήσεως
325τῆς μηχανῆς, νὰ καταγίνωνται καὶ εἰς τὴν παραστατικὴν
326Γεωμετρίαν καὶ εἰς τὴν τριγωνομετρίαν; Τότε ἂς καταγί-
327νωνται καὶ εἰς τὴν μικροβιολογίαν!
328§23Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Βεβαίως· νὰ καταγίνωνται, ὄχι νὰ
329κάθηνται.
330§24Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Περὶ ἀντιστά-
331σεως τῆς ὕλης, περὶ σχεδιάσεως, περὶ διαφορικοῦ ὑπολογι-
332σμοῦ, περὶ λογαρίθμων...»
333§25Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὅλα αὐτά. Ἐὰν δὲν ἠξεύρῃ νὰ κά-
334μνῃ ἓν μικρὸν τεχνικὸν πρᾶγμα, τί μηχανικὸς θὰ γείνῃ;
335§26Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὅταν θὰ διοργανώσητε ὑμεῖς,
336νὰ διοργανώσητε οὕτω (γέλωτες).
337§27Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τὰ διωργάνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ
338νομίζω, ὅτι πολὺ καλῶς τὰ διωργάνωσεν.
339§28Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ γίνεται, λέγει ὁ κύριος
340Ὑπουργὸς, διὰ νὰ μὴ ἦναι χασομέρηδες! Ἄνθρωποι, οἱ
341ὁποῖοι ἐργάζονται ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, εἶναι χασο-
342μέρηδες; Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἔχωσιν ἐργασίαν, εἶναι λόγος
343αὐτὸς νὰ φορτώσωμεν τοὺς ἀνθρώπους μὲ σωρείαν μαθημά-
344των; Ἂς δώσῃ ἐργασίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς αὐτοὺς κατὰ
345τὸν τρόπον τὸν ἐπιτρεπόμενον ὑπὸ τῶν νόμων τοῦ Κράτους·
346ἂς θέσῃ εἰς κίνησιν τὰ πλοῖα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐργασία, τῆς
347ὁποίας ἔχουσιν ἀνάγκην. Τὸ νὰ θέλωμεν διὰ conférances
348νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ μάθωσι πράγ-
349ματα ἄγνωστα, τώρα, εἰς τὴν ἡλικίαν, εἰς ἣν εὑρίσκονται,
350νομίζω ἀδύνατον, καὶ ἐπιμένω φρονῶν καὶ πιστεύων, ὅτι ὁ
351σκοπὸς τοῦ Διατάγματος εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον εἶπον
352καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, ὅτι δηλαδὴ οἱ μηχα-
353νικοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι πτυχίον τοῦ Πολυτεχνείου, καὶ
354οἵτινες εὑρίσκονται, ὑπὸ ἔποψιν ἀρχαιότητος, κάτω τῶν ἄλ-
355λων, τῶν ἐμπειρικῶν, ἀλλὰ χρησιμωτάτων ἐπίσης, ἐκεῖνοι, θέ-
356λοντες νὰ ἔλθωσιν εἰς ἀνωτέραν θέσιν, ἐζήτησαν ἴσως καὶ
357διὰ τῶν ἁρμοδίων ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους συνεβουλεύθη
358ὁ κύριος Ὑπουργὸς, νὰ συστηθῇ ἡ Σχολὴ αὕτη, Σχολὴ δη-
359λαδὴ τοῦ Πανεπιστημίου, ἢ Σχολὴ Πολυτεχνικὴ, μεταφε-
360ρομένη εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἵνα διδάξῃ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι
361ἔχουσι 15 καὶ 20 ἔτη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ οἱ ὁποῖοι ὑπερ-
362έβησαν τὸ τεσσαρακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των, καὶ μερικοὶ
363ἔφθασαν ἤδη εἰς τὸ πεντηκοστὸν, νὰ διδάξῃ αὐτοὺς παρα-
364στατικὴν Γεωμετρίαν!
365Ἀλλὰ, κύριε Ὑπουργὲ, σᾶς παρακαλῶ πολὺ, μὴ δίδετε
366καὶ πολλὴν πίστιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι κι-
367νοῦνται ἐξ ἄλλων λόγων, ἵνα εἰσηγῶνται εἰς τὸν Ὑπουργὸν,
368ὅτι τὰ τοιαῦτα εἶναι ὠφέλιμα ἢ σωτήρια. Θέλετε νὰ δώ-
369σητε ἐργασίαν εἰς τοὺς ἀξιωματικούς; Θέσατε εἰς κίνησιν
370τὰ πλοῖα. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἔχω-
371σιν ἐργασίαν. Ἐὰν μένωσιν ἀργοὶ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, δὲν
372πταίουσιν αὐτοί, πταίετε ὑμεῖς, πταίει ἴσως ἡ ἀνεπάρκεια
373τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, δὲν εἶναι ὅμως ὀρθὸν νὰ μεμφώμεθα
374αὐτούς. Ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν μένουσιν ἀργοὶ, διότι οἱ μη-
375χανικοὶ ἔχουσι πάντοτε νὰ ἐκτελέσωσιν ὑπηρεσίαν, ὅπως καὶ
376οἱ μάχιμοι ἀξιωματικοὶ, καὶ ὑπηρεσίαν περισσοτέραν ἀπὸ
377ὅλους τοὺς ἄλλους βαθμοφόρους· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν
378ν’ ἀφήσωσι τὰς μηχανὰς ἐν ἀκινησίᾳ, καὶ καθ’ ἑκάστην
379ἐπιθεωροῦσιν αὐτὰς, καὶ ἀσκοῦσι τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς ἄνδρας,
380καὶ μελετῶσι τὰ ζητήματα τὰ ἐνδιαφέροντα αὐτούς. Ὥστε
381δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι κάθηνται ἀργοί.
382Κύριε Ὑπουργὲ, σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ εὐαρεστηθῆτε
383νὰ μελετήσητε τὸ ζήτημα, καὶ ν’ ἀνακαλέσητε τὸ ἀντι-
384κανονικὸν καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου ἐκδοθὲν Διάταγμα, — διότι
385ἐπιμένω, ὅτι εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου· ἐὰν δ’ ἔχητε ἐναν-
386τίαν ἰδέαν, σᾶς παρακαλῶ νὰ μᾶς τὸ ἀποδείξητε κατὰ τρό-
387πον μὴ ἐπιδεχόμενον ἀμφισβήτησιν.
388§29Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐ μόνον δικαίωμα εἶναι τοῦ
389Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νὰ κανονίζῃ ἐπὶ τὸ ἐπωφελέστε-
390ρον τὸν τρόπον τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀποτελούντων πάντα
391κλάδον ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπο-
392χρέωσιν ἔχει νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ὅσον ἔνεστι τελείας μορ-
393φώσεως καὶ τῆς ἐν γένει διαπαιδαγωγήσεως αὐτῶν.
394Ἐν τῷ παρόντι βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ συστάσεως
395ἰδίας Σχολῆς, ὡς μετ’ ἀδικαιολογήτου ἐπιμονῆς ἰσχυρί-
396σθη ὁ ἔντιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ
397κανονισμοῦ ἀπαραιτήτου θεωρητικῆς διδασκαλίας, ἐπεχού-
398σης τόπον ἀσκήσεως, καὶ ἥτις θ’ ἀποβῇ ἀσφαλῶς ἐπωφε-
399λὴς εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην ταύτης μηχανικούς.
400Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος νὰ τῷ παρατη-
401ρήσω, ὅτι ἡ πρακτικὴ ἐκπαίδευσις συνεπάγεται ἀπαραιτή-
402τως καὶ θεωρητικὴν τοιαύτην. Ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν με-
403γαλειτέραν προσέγγισιν εἰς τὸ τέλειον, ἀνάγκη νὰ συνυπάρ-
404χωσιν οἱ δύο οὗτοι ὅροι. Ἐν τῇ σημερινῇ προόδῳ, ἐν ᾗ εὑ-
405ρίσκεται ἡ Μηχανική, ἡ θεωρητικὴ ἐκπαίδευσις ἀποτελεῖ
406τὸ πρῶτον, ἵνα μὴ εἴπω τὸ μοναδικόν, ἔρεισμα.
407Ἄλλως τε πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι
408οἱ μηχανικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ διαιροῦνται εἰς δύο
409τάξεις, σχετικῶς πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν, ἣν κέκτηνται· εἶναι
410οἱ ἐμπειρικοὶ μηχανικοί, οἱ ὁποῖοι προέλευσιν ἔχουσι διά-
411φορα ἐργοστάσια, καὶ οἱ ἐκ τῆς Πολυτεχνικῆς Σχολῆς ἢ ἐξ
412ἄλλων ξένων Σχολῶν προερχόμενοι, οἵτινες συγκεντρώνουσιν
413ἐν ἑαυτοῖς ἐκτὸς τῆς πρακτικῆς καὶ θεωρητικὴν μόρφωσιν.
414Σημειωτέον δ’ ὅτι ὑπὸ τὴν δευτέραν ταύτην ἔποψιν ἡ ἡμε-
415τέρα Πολυτεχνικὴ Σχολὴ καταρτίζει ἀρίστους μηχανικούς.
416Οἱ τῶν δύο τούτων κατηγοριῶν μηχανικοί, κατατασσό-
417μενοι εἰς τὸ Βασιλικὸν Ναυτικόν, προάγονται κατὰ τρόπον
418καὶ χρόνον ἀνάλογον πρὸς τὴν ἱκανότητά των μέχρι τοῦ
419βαθμοῦ τοῦ ἀρχικελευστοῦ. Ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ ὅμως τούτου
420καὶ ἄνω, τουτέστιν ἵνα εἰσέλθωσιν εἰς τὴν στήλην τῶν
421ἀξιωματικῶν μηχανικῶν, ἀπαραιτήτως ἀναγκαιοῦσιν αὐτοῖς
422ἀνώτεραι θεωρητικαὶ γνώσεις, ἃς κατέχουσι μόνον οἱ ἐκ τῶν
423Σχολῶν ἐξερχόμενοι· ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθω-
424σιν εἰς τοὺς ἑκάστοτε προκηρυσσομένους διαγωνισμοὺς πρὸς
425πλήρωσιν χηρευουσῶν θέσεων.
426Τί ἐπιζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ μέτρου, ὅπερ ἔλαβε
427καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου πάνυ ἀβασανίστως ἐπιτίθεται ὁ προ-
428λαλήσας συνάδελφος, νὰ συντρέξῃ τοὺς ἐμπειρικοὺς μηχα-
429νικοὺς εἰς τὴν ἀπόκτησιν ὅσον τὸ δυνατὸν πλειοτέρων θεωρη-
430τικῶν γνώσεων, ὥστε νὰ καταστήσῃ αὐτοὺς ἱκανοὺς ν’ ἀν-
431ταγωνισθῶσι πρὸς τοὺς ὁμοιοβάθμους αὐτῶν θεωρητικοὺς μη-
432χανικούς. Ἐκεῖνοι δέ, οἵτινες ἔχουσι θεωρητικάς τινας γνώ-
433σεις, μετὰ τὴν διατασσομένην νῦν ἐκπαίδευσιν θὰ κατα-
434στῶσιν ἀσφαλῶς ἱκανοί, τάχιον ἢ βράδιον, νὰ προσέλθωσιν
435καὶ διαγωνισθῶσιν οὐχὶ ἄνευ ἐλπίδων ἐπιτυχίας, ἀλλὰ καὶ
436ἂν τοῦτο δὲν ἐπιτύχωσι, πάντως ἐκ τῆς διδασκαλίας ταύ-
437της δὲν ἔχουσι νὰ ζημιωθῶσι.
438Ποῦ λοιπὸν εὑρίσκει τὸ ἄτοπον ὁ ἐπίμονος ἐπιτιμητὴς τοῦ
439μέτρου τούτου ἀγαπητὸς συνάδελφος, ὥστε νὰ ἐξαιτῆται
440πεισμόνως τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Β. Διατάγματος, ὅπερ λίαν
441προνοητικῶς προὐκάλεσεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουρ-
442γός; Ἢ ποῦ διαβλέπει τὸ φοβερὸν ἀδίκημα, ὡς θέλει νὰ
443τὸ ὀνομάζῃ, τὸ προσγινόμενον εἰς τὸν κλάδον τῶν μηχανι-
444κῶν διὰ τῆς ἀποφάσεως, ἣν ἀξιεπαίνως ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουρ-
445γός, ἐπιθυμῶν νὰ συμπληρώσῃ καὶ ἐπεκτείνῃ τὰς γνώσεις
446τῶν ἀποτελούντων τὸν χρησιμώτατον τοῦτον κλάδον ἀτόμων;
447Βεβαίως πρέπει νὰ ἦναί τις ἥκιστα φίλος τῆς προόδου,
448ἵνα ταῦτα ἰσχυρίζηται, ἀφοῦ μάλιστα γνωστὸν τοῖς πᾶσι
449τυγχάνει, ὅτι εἰς ὅλα τὰ ναυτικὰ Κράτη οὕτω πως ἐκπαι-
450δεύονται οἱ μηχανικοί, καὶ μόνον οἱ τοιαῦτα συγκεντροῦντες
451προσόντα προάγονται εἰς ἀξιωματικοὺς μηχανικούς. Καὶ
452ἀκόμη περισσότερον δέον νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι οὐδ’ αὐτοὶ οἱ
453ὑπαξιωματικοὶ μηχανικοί, οἱ μὴ ἀξιοῦντες ἄλλην προαγω-
454γήν, εἰσὶ ξένοι πρὸς ὡρισμένας θεωρητικὰς γνώσεις. Τουλά-
455χιστον οὕτω συμβαίνει εἰς Κράτη, ὅπου τὸ πολεμικὸν ναυ-
456τικὸν τυγχάνει προηγμένον καὶ ἀντάξιον τοῦ μεγάλου αὐτοῦ
457προορισμοῦ.
458§30Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶμαι συμφωνότατος, ὅτι ἡ
459θεωρία πρέπει νὰ συνοδεύηται μὲ τὴν πρᾶξιν, καὶ βεβαίως
460δὲν εἶπον τὸ ἐναντίον. Ἀλλ’ ἤδη πρόκειται περὶ ὑπαξιωμα-
461τικῶν μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν τὰς ὑπηρεσίας των
462ἐπὶ 10 καὶ 15 ἔτη εἰς τὸν στόλον.
463§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀρκετὰ ἀμείβονται· λαμβάνουν διὰ
464τοῦτο 300 δραχμὰς τὸν μῆνα.
465§32Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ναί· ἀλλὰ διὰ τοῦ Διατάγ-
466ματος τούτου κανονίζονται τὰ μαθήματα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ
467δώσωσιν ἐξετάσεις οἱ ἄνθρωποι αὐτοί· εἶναι δὲ φυσικῶς ἀδύ-
468νατον νὰ μάθωσι τὰ μαθήματα αὐτὰ ἐντὸς 6 μηνῶν.
469§33Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ποῖος
470σᾶς τὸ εἶπε;
471§34Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πρόκειται νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις
472καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ διπλώματα, βεβαίως δὲ
473οὗτοι θὰ λάβωσι βαθμὸν ἀνώτερον, καὶ θὰ λάβωσι τὴν σει-
474ράν των. Θέλετε λοιπὸν νὰ πετάξητε εἰς τοὺς δρόμους τοὺς
475ὑπαξιωματικοὺς τούτους;
476§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν αὐ-
477τά. Μὴ ὁμιλεῖτε περὶ αὐτῶν.
478§36Α. ΨΥΛΛΑΣ. Δὲν θὰ χάνωμεν τὸν καιρόν μας μὲ τοὺς
479ὑπαξιωματικούς!
480§37Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Προτιμότερον εἶναι νὰ ὁμιλῶ-
481μεν περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, παρὰ νὰ ἀπα-
482σχολῶμεν τὴν Βουλὴν μὲ τοὺς καλογήρους τῆς Πεντέλης·
483διότι οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι προσέφεραν ὑπηρεσίας, προσ-
484φέρουσιν ὑπηρεσίας καὶ θὰ προσφέρωσιν ὑπηρεσίας. Δὲν νο-
485μίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ συζήτησις αὕτη.
486§38Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Προ-
487λαμβάνονται ὅλα αὐτά· καὶ τὸ Διάταγμα προσφέρει ὑπη-
488ρεσίαν.
489§39Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὄχι! δὲν πρέπει ν’ ἀδικηθῶ-
490σιν οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν
491πραγματικὰς ὑπηρεσίας, καθ’ ἣν ἐποχὴν πολλοὶ ἀξιωματι-
492κοὶ δὲν προσέφεραν τοιαύτας.
493§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει
494τὸν λόγον.
495§41ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
496Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τῶν ἐκ
497Μαντινείας βουλευτῶν κ. κ. Μανέτα καὶ Κωνσταντοπούλου
498περὶ τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ Τριπόλεως.
499§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερη-
500σίας διατάξεως;
501§43Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
502§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.
503§45Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
504ρικῶν εἶχον παρακαλέσει νὰ καταθέσῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα
505τὰ ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ γραφεῖα, τὰ ὁποῖα συνε-
506στήθησαν, καὶ τὴν γεωμετρικὴν ἔκτασιν τῶν μερῶν.
507§46ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
508Ἐσωτερικῶν). Καταρτίζεται ὁ πίναξ, καὶ διέταξα νὰ γείνῃ
509ταχέως, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἐργασία δὲν εἶναι μικρά.
510§47Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ἔχουσιν εἰς τὸ γρα-
511φεῖον καταστάσεις τῆς γεωμετρικῆς ἐκτάσεως, καὶ ὅτι εἶναι
512πρόχειροι αὗται. Διὰ τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ χρειάζηται
513πολλὴ ἐργασία.
514Μοὶ γράφουσιν ἐκ Δομβραίνης, ὅτι τὸ αὐτόθι τηλεγρα-
515φεῖον μένει ἐπὶ δύο ἤδη μῆνας κλειστὸν ἕνεκα ἐλλείψεως τη-
516λεγραφητοῦ. Καθὼς γνωρίζετε, διὰ τῆς Δομβραίνης μετα-
517φέρονται ὅλα τὰ προϊόντα τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας. Παρα-
518καλῶ λοιπὸν τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ
519μεριμνήσῃ πρὸς πλήρωσιν τῆς θέσεως ταύτης διὰ τοῦ διο-
520ρισμοῦ ἢ μεταθέσεως ἐκεῖσε τηλεγραφητοῦ.
521§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμε-
522ρησίας διατάξεως;
523Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
524Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
525§49Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύ-
526νης καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλον πρό
527τινος νομοσχέδιον «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ΞΗʹ
528νόμου τῆς 22 Δεκεμβρίου 1847 περὶ δημοτικῶν φόρων.»
529Ἐπηκολούθησε συζήτησίς τις ἐπί τινων ἄρθρων, ἧς ἀποτέ-
530λεσμα ὑπῆρξεν ἡ ἐκλογὴ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς
531ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ὑπο-
532βολὴν ἄλλου. Ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε καὶ ὑπέβαλε τοιαύτην
533πρότασιν νόμου ἤδη ἀπὸ τῆς 12 Μαΐου ἐ. ἔ. Προηγεῖται
534δὲ τῆς προτάσεως ταύτης νόμου μακρὰ καὶ ἐμπεριστατω-
535μένη αἰτιολογικὴ ἔκθεσις. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν θέλει ὑπάρξει
536ἀντίρρησις, ἐὰν παρακαλέσω νὰ ἀνέλθῃ κατά τι ἡ πρότα-
537σις νόμου αὕτη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι ἔχει ἐν αὑ-
538τῇ ἀριθμὸν 65. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν θέλει ὑπάρξει ἀντίρρη-
539σις ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης νόμου, διότι πολλὰ συμφέ-
540ροντα κινδυνεύουσιν ἐκ τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως. Μά-
541λιστα προχθὲς ὁλόκληρος ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος ἐποιήσατο
542τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα παρὰ τοῖς συναδέλφοις κ. κ. Βου-
543λευταῖς ἐξ Ἀττικῆς, ὡς καὶ παρ’ ἐμοί, ὅπως μὲ παρα-
544καλέσωσι, χάριν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν συμφερόντων πολλοῦ
545κόσμου, νὰ συστήσω τοῖς κυρίοις Ὑπουργοῖς, ὅπως, εἰ δυ-
546νατὸν, λάβῃ ἀνώτερον ἀριθμὸν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ
547περὶ ἧς ὁ λόγος πρότασις νόμου.
548§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίνα ἀριθμὸν ἔχει ἐν τῇ ἡμερησίᾳ δια-
549τάξει;
550§51Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἑξηκοστὸν πέμπτον.
551§52Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, κύριε
552Λεβίδη, δύναται ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ τώρα.
553§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προταχθῇ αὔριον μεταξὺ τῶν πρώτων.
554Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου
555«περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως».
556§54Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι λίαν ἐπεῖγον εἶναι
557τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Καὶ
558ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὁ καὶ εἰση-
559γητὴς τοῦ νομοσχεδίου, ἐζήτησεν, ἄνευ αἰτιολογικῆς ἐκθέ-
560σεως καὶ χωρὶς νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, νὰ ψηφισθῇ εἰς
561πρώτην ἀνάγνωσιν, ὡς καὶ ἐψηφίσθη. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι
562δύναται νὰ προταχθῇ καὶ ψηφισθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν,
563καὶ κατόπιν νὰ ψηφισθῇ τὸ ἀστυνομικόν. Δὲν πιστεύω νὰ
564ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη.
565§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι τροπολογίαι, ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ
566τῶν βουλευτῶν Τρικκάλων κ. κ. Ραδινοῦ καὶ Μπασδέκη.
567§56Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἄλλοτε εἶχον
568τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν
569νὰ μὴ λησμονήσωσι τὸ δυστύχημα καὶ τὰς καταστροφάς,
570αἵτινες συνέβησαν κατὰ τὸ 1894 εἰς διάφορα τῆς Λοκρίδος
571χωρία, ὡς καὶ εἰς τὸ χωρίον Κυπαρίσσι, καὶ νὰ λάβωσι μέ-
572τρα νομοθετικὰ ὑπὲρ τῶν παθόντων, ἐν σχέσει πρὸς τὰς κατα-
573κλυσθείσας ὑπὸ τῆς θαλάσσης γαίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
574Κυβερνήσεως εἶχε τὴν εὐγενῆ καλωσύνην καὶ τὴν φιλανθρω-
575πίαν νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν
576Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς τῶν
577δόσεων οἱ δηλωταὶ καὶ κάτοχοι τῶν γαιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι,
578ὡς εἶπον, κατεκλύσθησαν ὑπὸ τῆς θαλάσσης. Δυστυχῶς
579τὸ νομοσχέδιον τοῦτο φέρεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπὸ
580τὸν αὔξοντα ἀριθμὸν 111, ἐν ᾧ οἱ κάτοχοι τῶν γαιῶν ἐκεί-
581νων καταδιώκονται ὑπὸ τῶν εἰσπρακτόρων τοῦ Δημοσίου,
582ὅπως πληρώσωσι τὰς καθυστερουμένας ἐτησίας καὶ παγίας
583δόσεις. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι
584εἶναι ἐντελῶς ὑπηρεσιακόν, καὶ οὐδεμίαν θὰ προκαλέσῃ συ-
585ζήτησιν ἢ ἀντίρρησιν.
586§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγραφῇ καὶ αὐτὸ μεταξὺ τῶν πρώ-
587των ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον.
588§58Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Δὲν ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε,
589ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ βουλευτοῦ Τρικκάλων κ. Χατζηπέ-
590τρου. Ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν δέχεται, καὶ κατόπιν δί-
591δετε τὸν λόγον εἰς ἄλλον.
592§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις νὰ προταχθῇ τοῦ νο-
593μοσχεδίου περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως τὸ περὶ ἀναβολῆς
594τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν;
595§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
596§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
597ἀναβολῆς τῆς ἐνεργείας τῆς ψηφοφορίας πρὸς ἐκλογὴν τῶν
598νέων δημοτικῶν ἀρχῶν».
599Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακα-
600λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
601Βουλὴ παρεδέχθη.
602Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
603Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Μπασδέκης προτείνει τὴν
604ἑξῆς τροπολογίαν:
605«Ἡ κατὰ τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ προσεχοῦς μηνὸς
606Ἰουλίου ἐνεργηθησομένη ψηφοφορία πρὸς ἐκλογὴν τῶν νέων
607δημοτικῶν ἀρχῶν ἀναβάλλεται διὰ τὴν προτελευταίαν Κυ-
608ριακὴν τοῦ προσεχοῦς μηνὸς Σεπτεμβρίου, ἤτοι τὴν 21 τοῦ
609μηνὸς τούτου.»
610Τὴν αὐτὴν τροπολογίαν ὑπέβαλε καὶ ὁ κ. Ραδινός, βου-
611λευτὴς Τρικκάλων.
612Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Σπ. Κουμουνδοῦρος προτείνει
613τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Ὀκτωβρίου.
614Θὰ θέσω κατὰ σειρὰν εἰς ψηφοφορίαν τὰς τροπολογίας.
615Ἡ μία ὁρίζει τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Ὀκτωβρίου.
616§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
617§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ δύο ἄλλαι τὴν προτελευταίαν Κυρια-
618κὴν τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου, ἤτοι τὴν 21 τοῦ μηνός.
619§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποίαν ἡμέ-
620ραν τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ ποίαν τοῦ Ὀκτωβρίου;
621§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ μὲν τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Ὀκτω-
622βρίου, ἡ δὲ τὴν προτελευταίαν Κυριακὴν τοῦ Σεπτεμβρίου,
623ἤτοι τὴν 21 τοῦ μηνός.
624§66Ν. ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ὁρισθεῖσα ἡμέρα πρὸς
625ἐκλογὴν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν κατὰ τὴν 7 Σεπτεμβρίου
626δὲν εἶναι κατάλληλος, διότι ἐν Πελοποννήσῳ ἰδίως ὅλος ὁ
627κόσμος ἐργάζεται, ἔχων τὴν σταφίδα ἐν τοῖς ἁλωνίοις.
628§67ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καθ’ ὅλας τὰς ἐποχὰς τοῦ ἔτους
629ἔχουν ἐργασίας οἱ ἄνθρωποι.
630§68Ν. ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Ἡ 21 Σεπτεμβρίου εἶναι καταλ-
631ληλοτέρα, διότι τότε τελειώνουν αἱ ἐργασίαι τῶν ἀμπέλων,
632καὶ ὁ λαὸς τότε ἔχει ἐπανέλθει ἀπὸ τῶν πεδινῶν δήμων εἰς
633τοὺς ὀρεινοὺς, καὶ θὰ δυνηθῶσι νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς ἐκ-
634λογάς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ ἡ 21 Σεπτεμβρίου.
635§69ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης νὰ ὁρι-
636σθῇ ἡμέρα ἡ ὁριζομένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου,—καὶ παρα-
637καλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσέξῃ εἰς
638τοῦτο, —διὰ λόγους δικαστικούς. Ὡς γνωστὸν, κατὰ τὸ τέ-
639λος Αὐγούστου λήγουν αἱ δικαστικαὶ διακοπαὶ, αἱ ὁποῖαι
640ἀρχίζουν τυπικῶς τὴν 1 Ἰουλίου. Ἐὰν αἱ ἐκλογαὶ ὁρισθῶσι
641τὴν τελευταίαν Κυριακὴν τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, θὰ ἔχω-
642μεν καθ’ ὅλον τὸν Σεπτέμβριον δικαιοστάσιον, διότι δὲν θὰ
643δύνανται οἱ δικασταὶ νὰ ἐργασθῶσιν. Εἶναι προτιμότερον,
644ἐὰν δὲν γείνωσιν αἱ ἐκλογαὶ κατὰ τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁρι-
645ζομένην ἡμέραν, νὰ γείνωσι πρότερον.
646§70ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι, ὡς ἔχει τὸ νομο-
647σχέδιον, ἔχει πολὺ καλῶς μελετηθῆ, καὶ αὐτὸ μᾶς διδάσκει
648καὶ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος. Νομίζω ὅτι ἡ 7 Σεπτεμ-
649βρίου εἶναι ἡ μόνη ἐποχὴ, καθ’ ἣν καὶ οἱ σταφιδοπαραγω-
650γοὶ ἔχουσι μειώσει τὰς ἐργασίας των τὰς σπουδαιοτέρας,
651καὶ οἱ κτηνοτρόφοι δὲν θὰ ἔχωσιν ἀκόμη ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ
652τὰς ὀρεινὰς βοσκὰς εἰς τὰς θερινάς. Εἶναι ἡ μόνη ἐποχὴ,
653κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν παραβλάπτονται καὶ τὰ δικαστικὰ
654συμφέροντα, ὡς ἀπέδειξεν ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος.
655§71ΑΧΙΛ. ΧΟΙΔΑΣ. Αἱ διακοπαὶ τῶν ἐργασιῶν τῶν δικα-
656στηρίων, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας συνά-
657δελφος, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀρχίζουν πολὺ πρὸ τοῦ Ἰουλίου,
658λήγουν δὲ πάντοτε μετὰ τὴν 15 Σεπτεμβρίου. Ἀλλ’ ἐκτὸς
659τούτου καὶ αἱ γεωργικαὶ ἐργασίαι δὲν εἶναι ἀκόμη περατω-
660μέναι κατὰ τὴν 7 Σεπτεμβρίου.
661§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ὅλαι
662περατωμέναι.
663§73ΑΧΙΛ. ΧΟΙΔΑΣ. Δὲν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, ἀκόμη. Καὶ
664ἐφέτος μάλιστα, ἂν ἡ ἐσοδεία ἦναι μεγάλη, ὡς προμηνύε-
665ται, καὶ δὲν συμβῇ τι, τὸ ὁποῖον νὰ τὴν μειώσῃ, τὴν 7 Σε-
666πτεμβρίου ἡ σταφὶς θὰ ἦναι ἀκόμη ἐν τοῖς ἁλωνίοις. Διὰ
667τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, διὰ
668τῆς ὁποίας ὁρίζεται ἡμέρα πρὸς ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν
669ἐκλογῶν ἡ 21 Σεπτεμβρίου.
670§74Κ. ΤΡΑΚΑΣ. Τὴν 21 Σεπτεμβρίου δὲν εἶναι δυνατὸν,
671διότι ἔχομεν τὰς ἐμποροπανηγύρεις. (Διάλογοι).
672§75Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν 7 Σε-
673πτεμβρίου νὰ ἔχῃ συγκομισθῆ ὅλη ἡ σταφίς· ἐὰν μάλιστα
674βρέξῃ, θὰ ἦναι εἰς τὰ ἁλώνια ἡ σταφὶς μέχρι τῆς 15 Σε-
675πτεμβρίου. Λοιπὸν ἡ 7 Σεπτεμβρίου δὲν εἶναι κατάλληλος
676ἐποχή· ἡ 14 μάλιστα, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἶ-
677ναι ἡ ἑορτὴ τοῦ Σταυροῦ, πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡ 21 Σεπτεμ-
678βρίου.
679§76Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
680§77ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
681Ἐσωτερικῶν). Ὅτε συνετάξαμεν τὸ νομοσχέδιον, εἴχομεν
682ὑπ’ ὄψει, ὅτι θὰ ὑπάρξωσιν ἀντιρρήσεις, καὶ ἐσκέφθημεν πο-
683λὺ, ποίαν ἡμέραν ἔπρεπε νὰ ὁρίσωμεν. Σταθμίσαντες δὲ τὰ
684πράγματα, ἐπείσθημεν ὅτι θὰ ὑπῆρχον πολὺ πλειότεραι
685ἀντιρρήσεις διὰ τὴν 14, διὰ τὴν 21, διὰ τὴν 28 Σεπτεμ-
686βρίου· λαβόντες δὲ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόν-
687τος, —διότι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ὁσάκις ἀνεβλήθησαν αἱ δη-
688μοτικαὶ ἐκλογαὶ, ἐνηργήθησαν αὗται τὴν πρώτην Κυριακὴν
689τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, —ἐκρίναμεν ὅτι ἡμέρα προτιμοτέρα
690εἶναι ἡ πρώτη Κυριακὴ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, ἣν καὶ ὡρί-
691σαμεν. Νομίζω δὲ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς αὐτήν.
692§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Διάλογοι).
693§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἡσυχάσατε, διὰ νὰ ἀκούσω-
694μεν. Πρόκειται περὶ ἡμερομηνίας. Λοιπὸν θέτω κατὰ σειρὰν
695εἰς ψηφοφορίαν τὰς τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1.
696Ἡ πρώτη, ὡς ἀπωτέρα, εἶναι ἡ τοῦ κ. Σπυρ. Κουμουν-
697δούρου.
698Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ὁρισθῇ ὡς ἡμέρα ψηφοφορίας ἡ πρώ-
699τη Κυριακὴ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
700θῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
701Δευτέρα τροπολογία συγχωνευομένη εἶναι ἡ τῶν κυρίων
702Μπασδέκη καὶ Ραδινοῦ.
703Οἱ παραδεχόμενοι ὡς ἡμέραν ψηφοφορίας διὰ τὴν ἐκλο-
704γὴν τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν τὴν 21 Σεπτεμβρίου παρα-
705καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί· ἀμφίβολον τὸ
706ἀποτέλεσμα).
707§80ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπερρίφθη, κύριε Πρόεδρε.
708§81ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, δὲν ἀπερρίφθη.
709§82ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (Θόρυ-
710βος καὶ διάλογοι).
711§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἡσυχάσητε, δὲν θὰ ἀντιληφθῆτε
712περὶ τίνος πρόκειται. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ἀντελήφθησαν
713ὅλοι τὴν τροπολογίαν. Προσέξατε, διότι θὰ θέσω εἰς ψηφο-
714φορίαν τὸ ἀντίθετον.
715Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἀντὶ τῆς πρώτης Κυρια-
716κῆς τοῦ Σεπτεμβρίου, δηλ. τῆς 7 Σεπτεμβρίου, νὰ ὁρισθῇ
717ὡς ἡμέρα ἡ 21 Σεπτεμβρίου.
718Οἱ μὴ παραδεχόμενοι ὅπως αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἐνερ-
719γηθῶσι τὴν 21 Σεπτεμβρίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
720(Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν
721τροπολογίαν.
722§84ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε
723Πρόεδρε.
724§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15 οἱ ζητοῦντες ὀνομαστικὴν κλῆ-
725σιν; Παρακαλῶ νὰ ἐγερθῆτε (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15).
726Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
727σεως.
728Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν κ. κ. Μπασδέκη
729καὶ Ραδινοῦ, ὅπως ἡμέρα πρὸς ψηφοφορίαν διὰ τὰς νέας δη-
730μοτικὰς ἐκλογὰς ὁρισθῇ ἡ 21 Σεπτεμβρίου, λέγουσι Ναὶ,
731οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
732(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
733ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γ. Κορυζῆ καὶ Γ. Ραδινοῦ, ὡς
734ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτό-
735κολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
736Λέων Μελᾶς Ν Ἀθαν. Μουτσόπουλος Ν
737Στέργ. Μ. Καρανίκας Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς Ο
738Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ἀρν.Κυριάκος Λιγυνὸς
739Κ. Ἀσημακόπουλος Ο Λάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς Ο
740Εὐάγγ. Καναβαριώτης Ἀνδρέας Ψύλλας Ν
741Γεώργιος Μπαλτατζῆς Νικόλαος Γουναράκης Ν
742Κωνστ. Ἀργυρόπουλος Ο Θεόδωρος Λέκας
743Δημήτριος Γ. Μωραΐτης Ἰσίδωρος Κολιάτσος Ο
744Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος Ο Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος
745Γεώργ. Πολυγένης Ο Νικόλαος Α. Στρᾶτος Ο
746Γεώργ. Καρπετόπουλος Ο Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Ν
747Ἰωάννης Ζωγράφος Ν Κωνσταντῖνος Τοπάλης
748Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ο Φίλιππος Γιαννακόπουλος
749Ἰωάννης Γ. Καραπάνος Ο Νικόλαος Σταματιάδης
750Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης Ο Δημ. Καρακίτης
751Κωνστ. Β. Κοττίκας Κωνστ. Φιλιππίδης
752Δημήτρ. Γ. Ράλλης Ο Ἀντ. Καρτάλης
753Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Νικ. Γουλιμῆς Ν
754Κωνστ. Σμολένσκης Ο Κωνσταντῖνος Γρίβας Ν
755Νικόλαος Λεβίδης Ο Κωνστ. Παπανικολῆς Ν
756Θ. Π. Δηλιγιάννης Ο Ἰωάννης Κ. Ρώτας
757Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης Ο Γεώρ. Ν. Θεοτόκης Ο
758Περικλῆς Ἀλεξάκης Ο Μιχ. Ν. Θεοτόκης Ο
759Π. Ταμπακόπουλος Ο Νικόλ. Σ. Μαρκέτης Ο
760Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Ν Ἀλκίνοος Σ. Ζερβός Ο
761Χαρίλ. Τζαννετάκης Γουλιέλμος Ι. Σκάρπας
762Γεώργ. Θ. Πετροπουλάκης Σπυρίδων Α. Ἀγάθος
763Μιχ. Φωτιάδης Περικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος Ο
764Βασ. Μαστραπᾶς Ο Ἠλίας Α. Πολίτης Ο
765Κ. Α. Λιδωρίκης Σπυρίδων Ι. ΔεληγιάννηςΝ
766Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος Ο Παναγιώτης Δ. Πετρίδης Ν
767Μιχ. Ι. Στελλάκης Ἀθανάσιος Α. Γκράβας
768Γ. Π. Καπιτσίνης Ἀναστάσ. Στυμφαλιάδης
769Πάϊκος Λ. Ρίτσος Ἀπόστολος Σ. Ζούζουλας Ν
770Σταμάτιος Μήτσας Ν Κωνστ. Β. Χρηστόπουλος Ο
771Δημ. Τσιτσάρας Ο Ἄθως Ι. Ρωμᾶνος Ο
772Δημ. Χατζόπουλος Ν Διονύσιος Π. ΒενιεράτοςΟ
773Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Ο Κωνσταντ. Α. Γεράκης Ο
774Ἰωάν. Σερμπᾶνος Ο Δημήτριος Β. Τραυλὸς
775Κ. Δ. Ἄργας Λομβάρδος Ο Σπυρίδων Ε. Στάης
776Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας Διονύσιος Καλούτσης
777Γεώργιος Ι. Μελισσηνός Νικόλαος Τσοῦχλος Ν
778Διονύσιος Π. Στεφάνου Ο Παναγ. Σπυράκης Ν
779Χρῆστος Ι. ΣτεφανόπουλοςΝ Ἰωάννης Καλούτσης Ν
780Ἀνδρέας Ι. Στεφανόπουλος Χαράλαμπος Βοζίκης Ο
781Ἰωάννης Ν. Σισίνης Ν Γ. Α. Μαυρομιχάλης
782Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης Ν Ἰω. Π. Μελετόπουλος
783Διονύσιος Π. ΠαυλόπουλοςΝ Πέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης
784Ἰωάννης Θ. Ψημένος Ν Στέφανος Κοπανίτσας
785Γεώργιος Λ. Κρεστενίτης Γεώργιος Δ. Φικιώρης
786Δημοσθένης Γ. Δόγκας Ν Ἰωάννης Φίλιος Ο
787Νικόλαος Δαούτης Ο Κωνσταντῖνος Καρακίτης
788Ἰωάννης Κόλλιας Ἰωάννης Γιαννακίτσας
789Λουκᾶς Γ. Μπέλλος Νικόλαος Μπουφίδης Ο
790Χριστόφορος Ι. Ἀσημῆς Ν Ἰωάννης Γ. Λάππας ΟΝ
791Πέτρος Ν. Δελένδας Περικλῆς Σ. Βαλαωρίτης Ο
792Β. Μαρκεζίνης Ν Γεώργιος Σκληρός
793Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς Ο Εὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Ο
794Γεώργιος Ν. Καλλίνικος Ο Κωνστ. Χαλκιόπουλος
795Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς Ν Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς
796Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης Ο Γκίκας Μάστορης
797Ἀλέξανδρος Φωτήλας Ν Ἰωάννης Μπακόπουλος
798Γεώρ. Χ. Παπαδημητρίου Ν Νικόλ. Τριανταφυλλᾶκος Ν
799Βασιλάκης Κ. Γιαννουσίου Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Ο
800Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ν Παναγ. Παπαναστασίου Ο
801Κωνσταντῖνος Κρίτσας Παναγιώτης Μανέτας Ο
802Ἰωάννης Δαμηλάτης Ο Ἀθαν. Πετρόπουλος Ν
803Κωνστ. Ι. Φλέσσας Ο Ἀθαν. Ζέρβας Ν
804Ἠλίας Π. Μαυρομιχάλης Ο Π. Ἀναστασόπουλος Ο
805Κίμων Βελλίνης Ν Γεώργιος Νικολαΐδης
806Ι. Καυταντζόγλου Ν Κωνσταντ. Τρικούπης
807Ι. Παλάσκας Λεωνίδας Δεληγεώργης Ν
808Δ. Τερτίπης Περικλῆς Μποῦτος Ν
809Ι. Καζαμπάκας Ν Παναγ. Δ. Μερλόπουλος Ν
810Α. Βασαρδάνης Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος
811Κ. Ζωγλόπιτης Ν Ἰωάννης Νικολαΐδης Ν
812Νικόλ. Μπαλάφας Ο Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης
813Νικόλ. Σταματιάδης Ο Ἀριστομέν. ΠροβελέγγιοςΝ
814Μιχ. Στεφανίδης Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης
815Νικόλ. Νικολαΐδης Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος Ο
816Θεμιστοκλῆς Κόλλιας Νικόλαος Κ. Κρίσπης
817Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Ο Δημ. Ι. Φαρμάκης
818Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος Ο Κωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς
819Ἰωάννης Ν. Καναβός Ἐμμαν. Ε. Λαδόπουλος
820Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Ἀντώνιος Π. Βιτάλης Ο
821Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος Ἰωάννης Ν. Σιγάλας
822Κωνσταντ. Χριστοδούλου Κάρολος Μ. Βιτάλης Ο
823Ἀθάν. Πετσάλης Κων. Εὐθ. Χατζηπέτρος Ν
824Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ο Σωτήριος Ι. Χατζηγάκης
825Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Γεώργιος Ραδινὸς Ν
826Κυρ. Α. Μαυρομιχάλης Ο Ἀπόστολος Ζάππας Ν
827Φώτιος Π. Μοσχούλας Ἠλίας Μπασδέκης
828Νικόλ. Α. Παπαλέξης Ν Σπυρίδων Γεωργόπουλος
829Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος Ν Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς Ο
830Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος Ο Εὐστάθιος Κοκκέβης Ο
831Νικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος Ν Ἀλέξ. Δ. Πανηρόπουλος Ν
832Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης Δημ. Ἀναστασόπουλος
833Ἀνάργυρος Σιμόπουλος Ἀθαν. Νικολίτσας Ο
834Ἰωάννης Δελμοῦζος Ο Ἀλέξ. Στάϊκος Ο
835Δημήτριος Π. Νίκας Ο Γεώργιος Κορυζῆς Ο
836Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος Ν Θεόδωρος Λυμπρίτης Ν
837Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς Ν
838Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης Ο Παντελῆς Γκίκας ἀρν.
839Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος Ν Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Ο
840Κωνσταντῖνος Γκότσης Ν Νικόλαος Μ. Τσαμαδός
841Δημήτριος Π. Γούναρης Ν Νικόλαος Πλατσῆς
842Δ. Ἀνδρ. ἢ Μπουκαούρης Ν Ν. Χατζῖσκος Ο
843Γεώργιος Ράλλης Χαρ. Εὐταξίας Ο
844Παναγιώτης Π. Σάκκης Ο Δ. Δεδούσης
845Νικόλαος Α. Μισυρλῆς Ο Κομνᾶς Ν. Τράκας Ο
846Νικόλ. Δ. Ραφτόπουλος Ν Ν. Κοντογιάννης Ο
847Ἰωάννης Α. Βρυώνης Ο Μιχαὴλ Κακαρᾶς
848Ἰωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Βασίλειος Βουδούρης Ο
849Νικόλαος Γ. Λεωγίδας Ο Γεώργιος Ἀβέρωφ
850Διομήδης Ν. Κυριακὸς Νικόλαος ΚαλογερόπουλοςΟ
851Ἰωάννης Ν. Καλάμαρης Ο Νικόλαος Μαμούνης
852Σταμ. Δ. Βαφειαδάκης Ἰωάννης Θ. Βρατσάνος Ο
853§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 143. Ἐκ τούτων
85481 ἐψήφισαν κατὰ τῆς προτάσεως, 60 ὑπὲρ τῆς προτάσεως,
855καὶ δύο ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη.
856Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται
857νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρε-
858δέχθη.
859§87ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρότασις.
860§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη πρότασις.
861§89Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, προτείνω νὰ ἐνερ-
862γηθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ τὴν 14 Σεπτεμβρίου.
863§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη ἤδη.
864§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη. Ἠρωτήθη ἡ Βουλὴ,
865καὶ ἀπεφάνθη καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου.
866Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει).
867Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
868§92Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ζητήμα-
869τος τῶν προθεσμιῶν ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνω-
870σιν μεγάλη συζήτησις. Ἡ προθεσμία πρέπει νὰ γείνῃ τοὐ-
871λάχιστον εἰκοσαήμερος.
872§93ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
873Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
874§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀμφότεραι αἱ προθεσμίαι γίνονται
87520 ἡμερῶν, δηλαδὴ εἰκοσαήμερος καὶ διὰ τὸ Ἐφετεῖον, ὡς
876εἶναι διὰ τὸ Πρωτοδικεῖον.
877Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρα-
878καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
879Βουλὴ παρεδέχθη.
880(Ἀναγιγνώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς
881καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
882§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9
883καὶ 30′.
884(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 35′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται
885δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 40′ μ. μ.)
886§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὑπάρ-
887χει ἀντίρρησις;
888§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
889§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως
890τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως».
891§99Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον προηγουμένως.
892§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
893§101Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ὑμᾶς, κύριε Πρόε-
894δρε, καὶ τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ προ-
895ταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 122 νομοσχέδιον. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ
896ὑπάρξῃ καμμία ἀντίρρησις. Πρόκειται νὰ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια
897νὰ ἐγγραφῶσι νέαι ὑποθῆκαι καὶ προσημειώσεις εἰς τὰ βι-
898βλία τῶν ἀποτεφρωθέντων καὶ καταστραφέντων ὑποθηκοφυ-
899λακείων.
900§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη νομοσχέδιον χθὲς ὑπὸ τοῦ κ.
901Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
902§103Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Ὅλα τὰ τοπικοῦ συμφέροντος νομοσχέ-
903δια νὰ προτιμηθῶσι.
904§104Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι τοπικοῦ συμφέροντος·
905εἶναι γενικοῦ συμφέροντος.
906§105Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προτείνομεν ἡμεῖς,
907εἶναι γενικοῦ συμφέροντος· πρόκειται περὶ νόμου ἰσχύοντος.
908§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἴμεθα
909ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν
910διάταξιν, καὶ εἶναι συνέχεια συζητήσεως νομοσχεδίου ἀρξα-
911μένης ἤδη.
912§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν πρότασιν, κύριε Γε-
913ράκη;
914§108Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, αὔριον, ἂν ἦναι δυνα-
915τὸν, νὰ προταχθῇ.
916§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν δι’ αὔ-
917ριον.
918§110Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ, ὅλα τὰ τοπικοῦ
919ἐνδιαφέροντος νομοσχέδια ν’ ἀναγραφῶσιν αὔριον.
920§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως θὰ κανο-
921νίσωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
922§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ πρέ-
923πει νὰ συνεννοηθῶμεν. Ὑπάρχουσι πολλὰ νομοσχέδια τοπι-
924κοῦ συμφέροντος. Νομίζω ὅτι ταῦτα δύνανται νὰ ψηφισθῶσι
925μετὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τῶν
926ἀναγομένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ πρὸ τῆς συζητή-
927σεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
928§113Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, κύριε Πρόεδρε,
929ἀφοῦ μάλιστα τινὰ ἐξ αὐτῶν εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
930§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τὸ συμφέρον τοῦ Κρά-
931τους νομίζω ὅτι προηγεῖται τοῦ συμφέροντος τοῦ τοπικοῦ.
932§115Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂς ὁρισθῇ μία ἡμέρα πρὸς συζή-
933τησιν ὅλων τῶν τοπικοῦ συμφέροντος νομοσχεδίων.
934§116Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ αὐριανὴ συνεδρίασις νὰ ἔχῃ εἰς
935τρίτην ἀνάγνωσιν, τοὐλάχιστον νὰ ψηφισθῶσιν αὔριον.
936§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς
937πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομικῆς δι-
938οικήσεως».
939Ὁ κύριος Θεοτόκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ
940νομοσχεδίου.
941§118Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον τὴν
942στιγμὴν ταύτην συζητεῖ ἡ Βουλὴ, εἶναι βεβαίως ἓν τῶν
943σπουδαιοτέρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δύναται ἡ Ἑλληνικὴ
944Βουλὴ νὰ συζητήσῃ. Καὶ λέγων ἓν τῶν σπουδαιοτέρων νο-
945μοσχεδίων, ἀποβλέπω οὐχὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
946ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον τὴν στιγμὴν ταύ-
947την συζητοῦμεν, ἀλλ’ εἰς τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου
948τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀσχολεῖται.
949Κύριοι, ἡ ὕπαρξις ἐν τῷ Κράτει ἀστυνομίας δυναμένης
950νὰ ἐκτελέσῃ τὸν προορισμὸν αὐτῆς, καὶ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ
951πολλαπλᾶ καθήκοντα, τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς καλῶς ὠργανω-
952μένην ἀστυνομίαν, ἀποτελεῖ μίαν τῶν πρωτίστων ἀναγκῶν
953εὐνομουμένου Κράτους. Τὸ ζήτημα τὸ ἀστυνομικὸν ἀπὸ πολ-
954λῶν ἐτῶν συζητεῖται ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ. Ἡ δημοτικὴ
955ἀστυνομία, ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐφαρμοσθεῖσα καὶ λειτουργήσασα,
956ἀπεδείχθη τοσοῦτον ἀνίκανος πρὸς ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόν-
957των τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς καλῶς ὠργανωμένην ἀστυνομίαν,
958ὥστε κραυγαὶ πανταχόθεν ἠγέρθησαν κατ’ αὐτῆς, παράπονα
959κατ’ αὐτῆς ἐπὶ ἔτη διετυποῦντο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ
960ἡ Βουλὴ ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὸ σύστημα τῆς
961δημοτικῆς ἀστυνομίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ.
962Ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ συστήματος ἐκείνου ἀστυνομία δὲν
963ὑπῆρχε, καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔλλειψις πάσης ἀστυ-
964νομίας ἦτο τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦ συστήματος ἐκείνου. Ἡ
965ἀστυνομία ἐξετελεῖτο ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν στρα-
966τιωτικῶν ἀποσπασμάτων, καὶ αὐτὸ ἦτο τὸ ἰδανικὸν ἀστυ-
967νομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐκράτησε!
968Κατηργήθη ἐπὶ τέλους ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, καὶ ἀντι-
969κατεστάθη ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Τὸ σύστημα
970δὲ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὅτε τὸ πρῶτον ἐφηρμόσθη,
971ἐπέφερε λίαν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, καὶ οὐδεὶς, πιστεύω,
972ὑπάρχει ὁ δυνάμενος νὰ ἀναιρέσῃ, ὅτι ὑπὸ τὸ σύστημα
973ἐκεῖνο, τὸ πρῶτον ἐφαρμοσθέν, εἴχομεν καλὴν ἀστυνομίαν.
974Ἀλλὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ὅπως πολλάκις ἔλαβον τὴν τι-
975μὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐβασίζετο κυρίως εἰς τὴν ὕπαρ-
976ξιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, διότι ἡ ὕπαρξις τοῦ
977Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς ἐξησφάλιζε τὴν ἀνεξαρτησίαν
978τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων· ὅτε δὲ ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀρχηγείου
979τῆς Χωροφυλακῆς κατηργήθη, ἐννοεῖται, ὅτι τὸ σύστημα
980τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον εἶχε φέρει λίαν
981ἀγαθοὺς καρπούς, ἤλλαξεν ἐντελῶς, διότι δυστυχῶς ἡ ἀστυ-
982νομία ἔχασε τὴν ἀνεξαρτησίαν, ἥτις ἐξησφαλίζετο αὐτῇ διὰ
983τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς.
984Δὲν εἶναι τῆς στιγμῆς ταύτης, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω, ποῖοι
985λόγοι πολιτικοὶ, δυσκόλως κατ’ ἐμὲ δυνάμενοι νὰ θεραπευ-
986θῶσι, φέρουσιν ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα, ὅτι, ὁσάκις ἐξου-
987σίαι τινὲς ἐκ μόνης τῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξαρτῶν-
988ται, δὲν δύνανται νὰ λειτουργήσωσιν ἐλευθέρως. Τοὺς λό-
989γους τούτους ἅπαντες γνωρίζομεν· τὸ νὰ ἐπιμένωμεν δὲ εἰς
990τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν, θεωρῶ ἐντελῶς περιττόν.
991Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς
992Χωροφυλακῆς, καὶ μετὰ τὴν ἀπώλειαν, ὡς ἐκ τῆς καταργή-
993σεως τούτου, τῆς ἀνεξαρτησίας, ἣν πρότερον εἶχεν ἡ ἀστυ-
994νομία, καίτοι δὲν δύναμαι νὰ μὴ ὁμολογήσω, ὅτι πολλαὶ
995παρεκτροπαὶ ἐγένοντο, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ ἀναγνωρίσω,
996ὅτι, παραβαλλομένου τοῦ συστήματος τῆς στρατιωτικῆς
997ἀστυνομίας πρὸς τὸ σύστημα τὸ πρότερον κρατῆσαν, βεβαίως
998ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐξυπηρέτησε τὰ συμφέροντα τῆς
999ἀσφαλείας καὶ τῆς τάξεως πολὺ καλλίτερον τῆς δημοτικῆς
1000ἀστυνομίας. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ἐποχὴν, ὅτε, τοῦ ζη-
1001τήματος τούτου συζητουμένου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οἱ ὑπο-
1002στηρίζοντες τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εὑ-
1003ρίσκοντο πάντοτε πρὸ ἐπιχειρήματος ἀρχῆς, οὕτως εἰπεῖν,
1004διότι ὑπεστηρίζετο τότε, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα
1005συναφὲς πρὸς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, ὅτι εἶναι δικαίωμα
1006ἀνῆκον ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχήν. Τὴν ἀρχὴν
1007ταύτην ὑπεστήριξαν πολλοὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει
1008τὴν δεξιὰν), τὴν ἀρχὴν δὲ ταύτην ὑπεστήριξε κυρίως ὁ νῦν
1009Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνθυμοῦμαι τὴν ἀγόρευσιν αὐ-
1010τοῦ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ νομοθετηθῇ τὸ σύστημα
1011τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἡ ἀγόρευσις αὐτοῦ τότε, ἡ
1012μακρὰ, ἐστηρίζετο κυρίως εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ
1013ἀστυνομεῖν ἀνήκει εἰς τοὺς δήμους. Ἐλησμόνει τότε, ὅτι
1014τὸ δικαίωμα τοῦτο οἱ δῆμοι ἐξασκοῦσι κατὰ παραγγελίαν
1015καὶ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι ἑπομένως τὸ δικαίω-
1016μα τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἐπὶ
1017τοῦ ζητήματος τούτου καθίσταται ὅλως περιττὴ σήμερον,
1018διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐν ὀνόματι τῆς ἀρχῆς ταύτης ἐπο-
1019λέμουν τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐγκατέ-
1020λιπον τὴν ἀρχὴν ταύτην διὰ τοῦ ὑποβεβλημένου εἰς τὰς
1021σκέψεις τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου· διότι τί ἕτερον εἶναι ἢ
1022ἐγκατάλειψις τῆς ἀρχῆς ἡ ἀναγνώρισις, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ
1023ἀστυνομία δέον νὰ ἐξακολουθήσῃ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν
1024νομῶν καὶ εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν ὑπὲρ τὰς
102511,000 κατοίκων; τί ἄλλο εἶναι τοῦτο ἢ ἀναγνώρισις, ὅτι
1026ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία εἶναι καλλιτέρα τῆς δημοτικῆς;
1027Διότι ταύτην ἐφαρμόζει εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ
1028εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 11
1029χιλιάδων· ἀλλὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἀποτελεῖ ἀναγνώρισιν,
1030ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία εἶναι καλλιτέρα τῆς δημοτικῆς,
1031ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἐπίσης ἀναγνώρισιν τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὸ δι-
1032καίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, καὶ ἐγκατά-
1033λειψιν πλήρη τῆς ἀρχῆς, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας ἄλλοτε ἐπο-
1034λεμεῖτο ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Δὲν πρόκειται λοιπὸν
1035πλέον σήμερον νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ
1036Κράτους, διότι, ἐγκαταλειφθείσης τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὸ ἀστυ-
1037νομεῖν εἶναι δικαίωμα τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, παρ’ ἐκείνων,
1038οἵτινες ταύτην ὑπεστήριζον, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος
1039τούτου θὰ ἦτο ὅλως περιττή.
1040Ὑπεστήριξα καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, καὶ διὰ μακρῶν ἀνέ-
1041πτυξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ σύστημα τῆς στρατιω-
1042τικῆς ἀστυνομίας, καίτοι ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ σύστημα τῆς
1043δημοτικῆς, εἶναι ἀσυγκρίτως καλλίτερον, δὲν εἶναι δυνα-
1044τὸν νὰ λειτουργήσῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ πραγματικὸς σκοπὸς βελ-
1045τιώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ. Βελτίωσις τῶν τοῦ στρατοῦ καὶ
1046ὕπαρξις στρατιωτικῆς ἀστυνομίας δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ.
1047Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοήσῃ τις ὀργανισμὸν στρατοῦ, ἐκ-
1048παίδευσιν στρατοῦ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀπόσπασιν μεγάλου ἀριθ-
1049μοῦ ἀξιωματικῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
1050νομίας.
1051Ἀλλ’ ἔλεγον τότε καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι,
1052ἐνόσῳ ὁ νέος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ δὲν ψηφίζεται ὑπὸ τῆς
1053Βουλῆς, ἐνόσῳ ὁ ὀργανισμὸς οὗτος δὲν ἐφαρμόζεται, ἐνόσῳ
1054ὁ στρατὸς ἡμῶν ἀποτελεῖται κυρίως ἀπὸ στελέχη, ἐνόσῳ
1055ἄνδρες ἐλλείπουσιν ἀπὸ τοὺς λόχους, τὰ τάγματα καὶ τὰ
1056συντάγματα, ἡ παραμονὴ ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τῇ
1057ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ καθίσταται περιττὴ, καὶ δυνάμεθα
1058ἄνευ κινδύνου βλάβης τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ νὰ
1059ἀποσπάσωμεν ἀριθμόν τινα ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν
1060τῆς ἀστυνομίας. Ὅπως ἔχουσι σήμερον, Κύριοι, τὰ τοῦ
1061στρατοῦ, ἐλλείπουσιν ἄνδρες, καὶ ἑπομένως ἡ παρουσία ὅλων
1062τῶν ἀξιωματικῶν ἐν αὐτῷ καθίσταται περιττή. Ὁμιλοῦσι
1063περὶ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν
1064Βουλὴν νομοσχέδια περὶ τούτου, ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα
1065μέχρι τοῦδε δὲν συνεζητήθησαν, ἀγνοῶ δὲ, καὶ ἂν θὰ συζη-
1066τηθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν συζητηθῶσιν, ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν θὰ
1067ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1904, ἑπομένως δὲν πρό-
1068κειται σήμερον περὶ ἐφαρμογῆς νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ,
1069καὶ τὰ λεχθέντα προχθὲς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐσω-
1070τερικῶν Ὑπουργοῦ οὐδόλως ἐφαρμόζονται κατὰ τὴν στιγ-
1071μὴν ταύτην, οὔτε θὰ ἐφαρμοσθῶσι μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ
10721904.
1073Κατ’ ἐμὴν γνώμην, Κύριοι, ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ
1074σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας μέχρι τῆς ἐφαρμογῆς
1075τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἔπρεπεν ἐν ταὐτῷ,
1076διδασκόμενοι ἐκ τῆς πείρας, νὰ φέρωμεν εἰς τὸν θεσμὸν τῆς
1077στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τὰς βελτιώσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι
1078ἠδύναντο τὸν θεσμὸν τοῦτον νὰ καταστήσωσι καλλίτερον, νὰ
1079ἐπιτρέψωσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ν’ ἀνταπο-
1080κριθῇ πρὸς τὰς πολλαπλᾶς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχει νὰ ἐξυ-
1081πηρετήσῃ· καὶ τοιαύτην ἐργασίαν περιέμενον ἀπὸ τὴν Κυ-
1082βέρνησιν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην τῆς Βουλῆς, περιέμενον
1083δέ, ὅπως μετὰ τὸ τέλος τῆς Συνόδου ταύτης ἀσχοληθῇ
1084ἐπισταμένως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀστυνομικοῦ, τὸ ὁποῖον
1085βεβαίως, ὡς εἶπον, ἀποτελεῖ τὸ σπουδαιότερον μέλημα πά-
1086σης Κυβερνήσεως, καὶ φέρῃ μεμελετημένον σχέδιον, καὶ οὐχὶ
1087τὸ σχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον βεβαίως, ἂν δὲν ἀποδεικνύῃ
1088ἕτερόν τι, ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἀσχολεῖται,
1089οὐδόλως ἐμελετήθη.
1090Τὸ ζήτημα τὸ ἀστυνομικόν, Κύριοι, ἀπησχόλησε μεγά-
1091λως τὴν ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου Κυβέρνησιν. Καὶ τότε ὑπε-
1092βλήθη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἀστυνομικόν, ἔχω δὲ τὴν
1093πεποίθησιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἦτο ὡς οἷόν τε τέ-
1094λειον, ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ καλλίτερον πρὸς ἐξυπη-
1095ρέτησιν τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἀστυνομικὸν σύστημα
1096προώρισται νὰ θεραπεύσῃ.
1097Ἀλλ’ ἀτυχῶς αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας δὲν
1098ἐπέτρεψαν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου, διότι πρὸς ἐφαρ-
1099μογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου ἀπῃτεῖτο αὔξησις δαπανῶν. Καὶ
1100δὲν ἀπῃτεῖτο αὔξησις δαπανῶν μόνον διὰ τὴν ἀστυνομίαν,
1101ἀλλ’ αὔξησις δαπανῶν καὶ διὰ τὴν χωροφυλακήν. Νομοθε-
1102τοῦντες περὶ ἀστυνομίας, πρέπει νὰ νομοθετήσωμεν καὶ περὶ
1103χωροφυλακῆς· καὶ τοῦτο πρὸς ἐξασφάλισιν καλῆς ἐν τῇ χώρᾳ
1104τοπικῆς ἀστυνομίας καὶ πλήρους τάξεως καὶ ἀσφαλείας.
1105Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσπα-
1106θήσωμεν νὰ κατορθώσωμεν· πρέπει ἐπίσης νὰ ἐπιτύχωμεν,
1107ἵνα ἀστυνομία καὶ χωροφυλακὴ ἔχωσιν ὀργανισμὸν ἐπιτρέ-
1108ποντα αὐταῖς νὰ ἀναλάβωσι τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, αἵ-
1109τινες εἶναι ξέναι πρὸς τὸν προορισμὸν τοῦ στρατοῦ, αἵτινες
1110ἀπορροφῶσιν ὅλον τὸν χρόνον αὐτοῦ, καὶ ἐμποδίζουσι τὴν
1111στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ.
1112Ἐνόσῳ, Κύριοι, ἀστυνομία καὶ χωροφυλακὴ δὲν δυνηθῶσι
1113τὰς ὑπηρεσίας ταύτας νὰ ἀναλάβωσιν, οἱονδήποτε ὀργανι-
1114σμὸν στρατοῦ καὶ ἂν φέρητε, ὁ ὀργανισμὸς οὗτος ἐν τῇ ἐφαρ-
1115μογῇ αὐτοῦ θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι οὐδόλως δύναται νὰ συντε-
1116λέσῃ εἰς τὴν πρόοδον τοῦ στρατοῦ. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, τί ἤθελε
1117τὸ Κράτος κερδίσει, ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, ἂν ἀντὶ 15
1118χιλιάδων στρατιωτῶν εἶχεν 20 χιλιάδας, ὅταν αἱ 10 ἢ αἱ
111912 χιλιάδες ἀσχολῶνται εἰς ἔργα, τὰ ὁποῖα, ξένα πρὸς τὸν
1120προορισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἁρμοδιότητος ἀποκλειστι-
1121κῶς τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς, καθιστῶσι τὴν
1122ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ ἀδύνατον;
1123Πρέπει λοιπὸν ἐν συνδυασμῷ τὰ πολλαπλᾶ ταῦτα ζητή-
1124ματα νὰ ἐξετασθῶσιν· ὁμολογῶ δέ, ὅτι ἡ λύσις αὐτῶν θὰ
1125ἀπαιτήσῃ χρηματικὰς θυσίας. Αἱ θυσίαι αὗται κατὰ τὸ
1126παρελθὸν ἦτο ἀδύνατον νὰ γείνωσιν, οὐχὶ τόσον διὰ τὴν ἔλ-
1127λειψιν τῶν ἀναγκαίων πόρων, ἀλλὰ διότι εὑρισκόμεθα τότε
1128πρὸ Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἰσχυρίζετο, ὅτι ἠδύνατο τὸ
1129Κράτος νὰ διοικηθῇ μὲ 10 ἢ 12 ἑκατομμύρια ὀλιγώτερα
1130κατ’ ἔτος. Ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν τὸ ἐναντίον. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ
1131ἡ ἀπόδειξις αὕτη δὲν ἐδίδετο, ἀδύνατον ἦτο νὰ προβῶμεν
1132εἰς αὔξησιν δαπανῶν· περιεμένομεν τὴν ἀπόδειξιν ταύτην,
1133καὶ ἡ ἀπόδειξις αὕτη νομίζω ὅτι δὲν ἐδόθη, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναν-
1134τίας ἀπεδείχθη, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, τὸ Κράτος νὰ διοικηθῇ
1135μὲ δαπάνας μικροτέρας ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατεβλήθησαν
1136κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἡ ἀπόδειξις αὕτη εἶναι πλήρης
1137σήμερον, διότι οὐδεὶς ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι, καὶ ἂν ψηφισθῶ-
1138σιν ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ὡς προω-
1139ρισμένα νὰ ἐπιφέρωσιν οἰκονομίας μεγάλας, καὶ ἂν ἐφαρμο-
1140σθῶσιν ἅπαντα ταῦτα, αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος οἰκονομίαι δὲν
1141θὰ ὑπερβῶσι τὸ ἑκατομμύριον. Μακρὰν λοιπὸν εἴμεθα τῶν
114212 ἢ τῶν 13 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τόσα ἔτη διε-
1143σαλπίζοντο, καὶ διὰ τῶν ὁποίων βεβαίως οὐχὶ μόνον ἡ ἀστυ-
1144νομία ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ καλλίτερον, οὐχὶ μόνον ἡ χω-
1145ροφυλακὴ νὰ βελτιωθῇ, ἀλλὰ καὶ ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτι-
1146κὸν ἠδύναντο νὰ βελτιωθῶσιν εἰς βαθμὸν ἐπιτρέποντα αὐτοῖς
1147ν’ ἀνταποκριθῶσι πρὸς τὸν προορισμὸν αὐτῶν. Ὁ χρόνος
1148παρῆλθε, καὶ ἐπῆλθεν ἡ ἐξάτμισις τῶν δώδεκα ἑκατομμυ-
1149ρίων, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἐξοικονομηθῶσιν ἀπὸ τὰς τα-
1150κτικὰς δαπάνας, οὐδεμία δὲ ἐλπὶς ὑπάρχει, ὅτι τὸ Κράτος
1151δύναται νὰ διοικηθῇ μὲ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπὶ το-
1152σαῦτα ἔτη ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἦτο ἐπαρκὲς πρὸς καλὴν διοί-
1153κησιν τοῦ Κράτους.
1154Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ νομοσχέδιον, λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρ-
1155νησις καθῆκον εἶχε ν’ ἀσχοληθῇ ἐπιμελῶς, ὅπως λύσῃ τὸ
1156ζήτημα τὸ ἀστυνομικὸν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῆς χω-
1157ροφυλακῆς, πρὸς τὸ ζήτημα ἴσως τῆς ἀγροφυλακῆς, ἐν σχέ-
1158σει κυρίως πρὸς τὸν νέον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ οὐ-
1159δὲν τοιοῦτον βλέπομεν. Βλέπομεν ὑποβαλλόμενον νομοσχέ-
1160διον, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ συστήματα ἄγνωστα μέχρι τῆς
1161στιγμῆς ταύτης. Λέγω ἄγνωστα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1162παραδεχθῇ τις, ὅτι ἐν χώρᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ ἰσότης πρέπει
1163τὰ πάντα νὰ διέπῃ, δύνανται νὰ καθιερωθῶσι συστήματα ἐν-
1164τελῶς διάφορα· διάφορον διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ,
1165διάφορον διὰ τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, διάφορον διὰ τοὺς
1166δήμους τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν ἄνω τῶν 11 χιλιάδων, διά-
1167φορον διὰ τοὺς ἄλλους δήμους. Καὶ ἐρωτῶ, διατὶ ἡ ἀνισό-
1168της αὕτη; Ἐξαίρεσις ἐγένετο ἄλλοτε διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ
1169τὸν Πειραιᾶ, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας·
1170ἀλλ’ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη ἦτο μοναδική. Τὴν ἐκτείνετε σήμε-
1171ρον εἰς ὅλας τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, τὴν ἐκτείνετε εἰς
1172ὅλους τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας 11,000 κατοίκους, δὲν
1173τὴν ἐφαρμόζετε δὲ εἰς τοὺς ἄλλους δήμους. Ἀλλ’ ἐρωτῶ,
1174ποῦ βασιζόμενοι τὴν διάκρισιν ταύτην ποιεῖτε; Ἀναγνω-
1175ρίζετε, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία εἶναι καλλιτέρα τῆς
1176δημοτικῆς, καὶ ἐφαρμόζετε αὐτὴν εἰς τοὺς δήμους τοὺς
1177ἔχοντας 11 χιλιάδας κατοίκους· διατὶ λαμβάνετε αὐθαιρέ-
1178τως τὸν ἀριθμὸν τῶν 11 χιλιάδων καὶ λέγετε: «ὅταν ὁ δῆ-
1179μος ἔχῃ 11 χιλιάδας κατοίκους, εἶναι ἄξιος νὰ ἔχῃ στρα-
1180τιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἀλλ’ ὅταν ἔχῃ 10,900, τότε δὲν εἶ-
1181ναι ἄξιος νὰ ἔχῃ στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἄρα καλὴν
1182ἀστυνομίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ δημοτικήν»;
1183Ἀλλὰ μήπως περιορίζεσθε εἰς τοῦτο μόνον; Ὄχι. Καὶ
1184εἰς ἄλλην προβαίνετε ἀνισότητα. Λέγετε ὅτι, ἂν δῆμός τις,
1185μὴ ἔχων 11,000, ἔχῃ διάθεσιν νὰ ἔχῃ ἀστυφύλακας, τότε
1186τὸ Κράτος δίδει τοὺς ἀστυφύλακας εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον,
1187καὶ ἀναλαμβάνει τὴν πληρωμὴν τοῦ ἡμίσεος τοῦ μισθοῦ αὐ-
1188τῶν. Ἄρα δύο κατηγορίαι ἀστυνομίας· εἰς τοὺς δήμους
1189τοὺς μὴ ἔχοντας πληθυσμὸν 11,000, εἰς τοὺς δήμους, οἵτι-
1190νες ἔχουσι τὴν διάθεσιν νὰ ἔχωσιν ἀστυφύλακας, ἀστυνο-
1191μία ἡμιστρατιωτικὴ, τῆς ὁποίας τὴν δαπάνην ἀναλαμβάνει
1192κατὰ τὸ ἥμισυ τὸ Κράτος, ἀναλαμβάνον τὴν πληρωμὴν τοῦ
1193ἡμίσεος τοῦ μισθοῦ τῶν ἀστυφυλάκων· εἰς τοὺς δήμους τοὺς
1194μὴ δυναμένους νὰ ἔχωσιν ἀστυφύλακας, ἀστυνομία δημοτικὴ,
1195τῆς ὁποίας ἡ ὁλικὴ δαπάνη βαρύνει τὸν δῆμον.
1196Λοιπὸν διαφορὰ ὡς πρὸς συστήματα ἀστυνομικὰ, καὶ
1197διαφορὰ μεγάλη. Ἀλλὰ διαφορὰ καὶ ὡς πρὸς τὰ βάρη, τὰ
1198ἐπιβαλλόμενα εἰς τοὺς δήμους, διότι τὸ ὑμέτερον νομοσχέ-
1199διον θὰ ἔχῃ ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα, ὅτι οἱ δῆμοι οἱ
1200ἔχοντες πληθυσμὸν 11 χιλιάδων ἀπαλλάσσονται πάσης δα-
1201πάνης διὰ τὴν ἀστυνομίαν, οἱ δῆμοι δὲ οἱ ἔχοντες κατοίκους
1202ὀλιγωτέρους τῶν 11 χιλιάδων ἀπαλλάσσονται τοῦ ἡμίσεος
1203τῆς δαπάνης, ἐὰν θέλωσι νὰ ἔχωσιν ἀστυφύλακας. Οἱ δῆ-
1204μοι οἱ ἄλλοι βαρύνονται δι’ ὅλης τῆς δαπάνης τῆς ἀστυνο-
1205μικῆς. Ἐρωτῶ, ποῦ βασιζόμενοι νομοθετεῖτε τὰς διαφορὰς
1206ταύτας; ποῦ βασιζόμενοι εὑρίσκετε, ὅτι ἔχετε δικαίωμα,
1207τοὺς μὲν νὰ ἀπαλλάξητε πάσης συνεισφορᾶς διὰ τὴν ἀστυ-
1208νομίαν, τοὺς δὲ νὰ ἐπιβαρύνητε διὰ τοῦ ὅλου τῆς δαπάνης
1209ταύτης; Εἶναι σύστημα ἀστυνομικὸν, Κύριοι, τοῦτο;
1210Ἀλλὰ μᾶς λέγουσι: «δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐλαττώματα τὸ
1211σύστημα τοῦτο, ἀλλὰ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ συστήματος τού-
1212του μεγάλη γίνεται οἰκονομία, καὶ τὸ Δημόσιον ἀπαλλάσ-
1213σεται δαπάνης ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου.» Ἂς ἐξε-
1214τάσωμεν, Κύριοι, ἂν οἱ ταῦτα λέγοντες βασίζονται ἐπὶ τῶν
1215πραγμάτων.
1216Ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1903 περιλαμβάνει
1217δαπάνην διὰ τὴν ἀστυνομίαν ἀνερχομένην εἰς 2,291,816
1218δραχμάς. Διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου καλύπτονται τὰ ἔξοδα τῆς
1219ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, τῆς ἀστυνομίας τῶν πρω-
1220τευουσῶν τῶν νομῶν καὶ τῆς ἀστυνομίας τῶν 12 δήμων, τῶν
1221ἐχόντων πληθυσμὸν ἄνω τῶν 11 χιλιάδων κατοίκων. Ἀλλὰ
1222μένει, ὡς εἶπον ἤδη, εἰς βάρος τῶν δήμων τῶν μὴ ἐχόντων
122311 χιλιάδας κατοίκους, ὅλη ἡ δαπάνη, ἢ τὸ ἥμισυ τῆς δα-
1224πάνης, τῆς ἀναγκαίας διὰ τὴν ἀστυνομίαν· ἀλλὰ μένει εἰς
1225βάρος τοῦ Κράτους ἑτέρα δαπάνη, τὴν ὁποίαν δὲν εὑρί-
1226σκομεν ἐγγεγραμμένην εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἡ δαπάνη
1227τῆς χωροφυλακῆς. Περὶ τούτου δὲν γίνεται μνεία ἐν τῷ ὑπὸ
1228συζήτησιν νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ τὴν εὑρίσκομεν ἀναγεγραμμέ-
1229νην εἰς ἄρθρον τι τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ διοι-
1230κητικῆς διαιρέσεως, τὸ ἄρθρον 15, τὸ ὁποῖον διατάσσει:
1231«Ἐν ἑκάστῃ τῶν ἐπαρχιῶν, ἐν αἷς ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία
1232ἐν οὐδενὶ τῶν δήμων τυγχάνει ἀνατεθειμένη εἰς ἀστυνόμον
1233ἀξιωματικὸν τοῦ στρατοῦ, καθιστᾶται ὑπομοιραρχία, διοι-
1234κουμένη ὑπὸ ἀνθυπομοιράρχου, ἔχουσα δύναμιν ἀνδρῶν, τῶν
1235ὁποίων ὁ ἀριθμὸς προσδιορίζεται μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ ἁρ-
1236μοδίου νομάρχου ὑπὸ τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρα-
1237τιωτικῶν Ὑπουργείων.» Ἄρα εἰς τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι
1238ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, πρέπει νὰ προστεθῶ-
1239σιν ἀφ’ ἑνὸς αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας θέλουσι κάμει οἱ δῆμοι
1240διὰ τὴν ἀστυνομίαν τὴν δημοτικὴν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου αἱ δα-
1241πάναι, τὰς ὁποίας θέλει κάμει τὸ Κράτος δυνάμει τοῦ εἰρη-
1242μένου ἄρθρου 15, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ
1243διοικητικῆς διαιρέσεως, πρέπει βεβαίως νὰ μεταφερθῇ εἰς
1244τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον συζητοῦμεν.
1245Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, ἀνεξαρτήτως τούτου, τὸν Προϋπο-
1246λογισμὸν τοῦ 1903, τὸν ὑποβληθέντα, καὶ ἂς παραβάλω-
1247μεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον πρὸς τὸν τοῦ 1902, πρὸς
1248τὸν ὁποῖον ἡ σύγκρισις γίνεται.
1249Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 ἐγγράφεται διὰ τὴν
1250ἀστυνομίαν δαπάνη ἀνερχομένη εἰς 2,291,816. Ἡ δαπάνη
1251αὕτη ὑπερβαίνει τὴν δαπάνην τοῦ 1902 κατὰ 1,010,740,
1252ὑπολείπεται δὲ τῆς δαπάνης τοῦ 1902 κατὰ 1,986,628,
1253ἄρα ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον δραχμῶν 975,888 εἰς
1254τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν Προϋ-
1255πολογισμὸν τοῦ 1902. Ἴδωμεν τώρα, ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι
1256πραγματική; Καὶ πρῶτον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων
1257τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, σελ. 328, ἀναγινώσκο-
1258μεν: «Ἐκπίπτεται ὁ μισθός, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπιβαρύνεται ὁ
1259προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν εἰς
1260τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας ἀπεσπασμένων καὶ ἀποσπα-
1261σθησομένων 10 περίπου ἀνθυπιλάρχων, δρ. 24,600». Ἐν σε-
1262λίδι 331: «Ἐκπίπτεται ὁ μισθός, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπιβαρύ-
1263νεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν,
1264τῶν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀπεσπασμένων καὶ ἀπο-
1265σπασθησομένων ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, δρ. 617,760.»
1266Ἐν τῇ αὐτῇ σελίδι ἐκπίπτεται ὁ μισθὸς 33 ἀνθυπασπι-
1267στῶν, δραχ. 39,600. Ἄρα ἐκπίπτονται, λόγῳ ὅτι ἐπιβα-
1268ρύνεται δι’ αὐτῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, δραχ-
1269μαὶ ἐν ὅλῳ 678,960 ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουρ-
1270γείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἔδει τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ
1271ἦναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουρ-
1272γείου τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλ’ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
1273Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρίσκομεν μόνον δαπάνην
1274διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν, διὰ μὲν τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν
1275καὶ Πειραιῶς δραχμῶν 72,840, διὰ δὲ τὴν ἀστυνομίαν τῶν
1276ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δραχμῶν 78,000. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ἐγ-
1277γραφῶσιν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερι-
1278κῶν δραχμαὶ 678,960, αἵτινες δὲν ἐνεγράφησαν εἰς τὸν
1279προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι
1280ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουρ-
1281γείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνεγράφησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
1282τοῦτον μόνον δραχμαὶ 150,840· προκύπτει δ’ ἐκ τούτου
1283διαφορὰ δραχμῶν 528,120, αἵτινες πρέπει νὰ προστεθῶσιν
1284εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, ἂν θέλωμεν νὰ παραβά-
1285λωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν
1286τοῦ 1902· διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 περιελάμβανε
1287πᾶσαν τὴν δαπάνην διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν
1288ἀστυνόμων, ἀπαλλασσομένου ταύτης τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
1289Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν ᾧ διὰ μισθοὺς ἀξιωματι-
1290κῶν βαρύνεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσω-
1291τερικῶν τοῦ 1903 μόνον μὲ δραχμὰς 150,840, μένουσι δὲ εἰς
1292βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτι-
1293κῶν δραχ. 528,120, αἵτινες κακῶς ἐξεπέσθησαν καὶ αἵτι-
1294νες δέον νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον. Ἐὰν
1295ἐκ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 καὶ
1296τοῦ τοῦ 1903, τῆς ἀνερχομένης, ὡς εἴπομεν, εἰς δραχμὰς
1297975,888, ἀφαιρέσωμεν δραχμὰς 528,120, αἵτινες δέον νὰ
1298ἐγγραφῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1299Στρατιωτικῶν, φθάνομεν ἀμέσως εἰς διαφορὰν ὄχι πλέον, ὡς
1300εἶπον, 975,888 δραχμῶν, ἀλλὰ μόνον 447,768.
1301Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ οἰκονομίας 1,500,000 δραχ-
1302μῶν, ὡς ἐπανειλημμένως ἐλέχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ
1303περὶ οἰκονομίας 447,768.
1304Ἀλλ’ ἡ οἰκονομία αὕτη εἶναι τάχα ἀληθής; Καὶ πρῶ-
1305τον, Κύριοι, παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ὑποβλη-
1306θέντι εἰς τὴν Βουλὴν ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων
1307τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν
1308ἀστυφυλάκων τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ τῶν δήμων
1309τῶν ἐχόντων πληθυσμὸν ἄνω τῶν 11,000. Καὶ ὅσον μὲν
1310ἀφορᾷ τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ὁρίζεται ἀριθμὸς
1311600 ἀστυφυλάκων, ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰς ἑτέρας ἀστυνομίας
1312τῶν 15 νομῶν καὶ τῶν 12 δήμων τῶν ἐχόντων πληθυσμὸν
1313ἄνω τῶν 11,000 κατοίκων, ὁρίζεται ἀριθμὸς ἀστυφυλάκων
1314500, καὶ ἀριθμὸς ὑπαξιωματικῶν 105.
1315Δὲν ἐξετάζω, Κύριοι, ἂν εἶναι δυνατὸν ἐν νόμῳ νὰ ὁρίζη-
1316ται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων· δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἐμὲ
1317νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι ἡ ἀστυνομία Ἀθηνῶν θέλει ἔχει πάντοτε
1318600 ἀστυφύλακας, διότι, μὲ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν αἱ
1319Ἀθῆναι λαμβάνουσιν, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι
1320μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς τῶν 600, ὁ
1321κατ’ ἐμὲ καὶ σήμερον ἀνεπαρκής, θὰ ἦναι ἐπαρκὴς εἰς τὸ
1322μέλλον; οὔτε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῶν 27
1323ἀστυνομιῶν δύνανται νὰ θεραπευθῶσι διὰ 500 ἀστυφυλάκων.
1324Ἀλλ’ ἔστω· ἐνόμισεν ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἠδύ-
1325νατο νὰ πράξῃ τοῦτο, τὸ ὁποῖον βεβαίως λογικῶς δὲν εἶναι
1326ἐπιτετραμμένον νὰ γείνῃ. Μήπως ὁ προϋπολογισμὸς ἀντα-
1327ποκρίνεται πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου; Ὄχι. Ἐν
1328τῷ νομοσχεδίῳ ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων τῆς
1329ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς εἰς 600, ὁ δὲ προϋπολογι-
1330σμὸς περιλαμβάνει μόνον 470. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον.
1331Ἐλησμόνησεν ὁ συντάξας τὸν προϋπολογισμόν, ὅτι δύναμις
1332ἀστυφυλάκων 470 δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ ἐνωμοτάρχας
1333καὶ ὑπενωμοτάρχας, καὶ οὐδεμίαν ἐνέγραψε δαπάνην δι’ ἐνω-
1334μοτάρχας καὶ ὑπενωμοτάρχας, ἐν τῇ παραβολῇ δὲ τῶν δα-
1335πανῶν μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 καὶ τοῦ 1903
1336ἡ μὴ ἐγγραφεῖσα αὕτη δαπάνη φέρεται ὡς οἰκονομία. Ἐρω-
1337τῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε 470 ἀστυφύλακας ἄνευ
1338ἐνωμοταρχῶν, ἄνευ ὑπενωμοταρχῶν; Διὰ τὰς ἀστυνομίας
1339τὰς ἄλλας προβλέπει 105 ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενωμοτάρ-
1340χας, διὰ τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς οὐδὲ ἕνα προ-
1341βλέπει! Πρέπει λοιπὸν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας
1342τὰς ἀναγεγραμμένας οὐ μόνον τὴν δαπάνην τῶν ἐνωμοταρ-
1343χῶν καὶ ὑπενωμοταρχῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν τῶν 130 ἀστυφυλά-
1344κων, τοὺς ὁποίους ἐσφαλμένως ἀφαιρεῖτε, διότι, ἐνῷ ἔχετε,
1345ἐπαναλαμβάνω, νομοσχέδιον περιέχον διάταξιν, δυνάμει τῆς
1346ὁποίας ἀπαιτοῦνται 600 ἀστυφύλακες διὰ τὴν ἀστυνομίαν
1347Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔχετε 470, ἀδύ-
1348νατον δὲ νὰ ἐπαρκέσητε εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἀστυνομίας
1349Ἀθηνῶν–Πειραιῶς μὲ 470 ἀστυφύλακας, ἐκτὸς ἐὰν ἀποφα-
1350σίσητε νὰ ἔχητε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας στρα-
1351τιώτας καὶ εὐζώνους, καὶ διὰ τούτων ν’ ἀναπληρώσητε τὸν
1352ἐλλείποντα ἀριθμὸν τῶν ἀστυφυλάκων. Ἀλλὰ τότε τί γί-
1353νονται ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν προχθές, ὅτι εἶναι ἀνάγ-
1354κη νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν ἀστυνομικῶν κα-
1355θηκόντων;
1356Ἀλλὰ μήπως τοῦτο, Κύριοι, μόνον ἔχομεν; — Ἔχομεν
1357καὶ ἕτερόν τι, — διότι τὰ παράδοξα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ
1358καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ καταρτισθέντι ἐπὶ τῇ βάσει
1359αὐτοῦ εἶναι πολλά. — Ἔχομεν τὸ ἄρθρον 10 τοῦ κεφαλαίου
13603 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν,
1361«καταστήματα ἀστυνομιῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις». Ἐν τῷ
1362ἄρθρῳ τούτῳ ἐγγράφεται ἡ δαπάνη δι’ ἐνοίκια 15 κατα-
1363στημάτων ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν, καὶ δι’ ἐνοίκια
136413 καταστημάτων ἐν τοῖς δήμοις. Ἔλεγον προχθὲς ἐπανα-
1365λαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι δὲν ἐννοῶ τὸν ἀριθμὸν 13· διότι, ἂν
1366πρόκηται περὶ δήμων ἐχόντων πληθυσμὸν ἄνω τῶν 11,000,
1367ἐγὼ δὲν εὑρίσκω παρὰ 12 μόνον τοιούτους δήμους· διατὶ ἐν
1368τῷ προϋπολογισμῷ περιλαμβάνονται 13 τοιοῦτοι, δὲν γνω-
1369ρίζω, οὔτε πιστεύω ὅτι γνωρίζει τοῦτο ὁ κύριος Ὑπουργός,
1370διότι, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀνέφερε τὰ ὀνό-
1371ματα τῶν δήμων τῶν ἐχόντων πληθυσμὸν ἄνω τῶν 11,000
1372συμφώνως μὲ τὴν στατιστικήν, δώδεκα τοιούτους ἀνέφερεν,
1373ἀφαιρέσει, ἐγνοεῖται, τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν. Ἀλλὰ
1374εἰς τὸν προϋπολογισμὸν γίνεται λόγος περὶ 13. Μήπως περι-
1375λαμβάνετε καὶ τὸν δῆμον Πειραιῶς, ὅπως φθάσητε εἰς τὸν
1376ἀριθμὸν 13; Ὑποθέτω ὄχι, διότι ὁ δῆμος Πειραιῶς περι-
1377λαμβάνεται εἰς τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.
1378Ἀλλ’ ἂν περιληφθῇ καὶ ὁ Πειραιεὺς, καὶ ἔχομεν τότε 13,
1379ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν 500 ἀστυφυλάκων, τὸν προωρισμένον
1380διὰ τὰς ἀστυνομίας τῶν ἐπαρχιῶν, πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν
1381100, προωρισμένους διὰ τὴν ἀστυνομίαν Πειραιῶς, καὶ τότε
1382θὰ φθάσωμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 400 διὰ τὰς ἀστυνομίας
1383τῶν ἐπαρχιῶν.
1384Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐπὶ τίνος βάσεως ἐλογαριάσατε τὸν ἀριθμὸν
1385αὐτόν; Ἐλάβετε τάχα τὸν κόπον νὰ μελετήσητε, πόσους
1386ἔχετε ἀστυφύλακας σήμερον, ὑπηρετοῦντας εἰς τὰς ἀστυνο-
1387μίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας διατηρεῖτε; Ἐγὼ ἔλαβον τὸν κό-
1388πον τοῦτον, καὶ εὑρίσκω, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπηρετοῦ-
1389σιν: ἐν Χαλκίδι 34, ἐν Λαμίᾳ 31, ἐν Μεσολογγίῳ 39, ἐν
1390Λαρίσῃ 53, ἐν Τρικκάλοις 38, ἐν Ἄρτῃ 25, ἐν Πάτραις
1391110, ἐν Τριπόλει 25, ἐν Ναυπλίῳ 22, ἐν Καλάμαις 47,
1392ἐν Σπάρτῃ 38, ἐν Σύρῳ 33, ἐν Κερκύρᾳ 76, ἐν Ἀργοστο-
1393λίῳ 37, καὶ ἐν Ζακύνθῳ 31, ἤτοι ἐν ὅλῳ 639 εἰς τὰς
139415 πρωτευούσας τῶν νομῶν. Ἂς λάβωμεν καὶ τοὺς δήμους
1395τοὺς ἔχοντας ἄνω τῶν 11,000 κατοίκους, ἵνα ἴδωμεν πόσοι
1396ὑπηρετοῦσι σήμερον εἰς τὰς ἀστυνομίας ταύτας. Ἐν τῷ
1397δήμῳ Λαυρεωτικῆς 25, Ἄργους 34, Κορίνθου 38, Αἰγίου
139842, Λετρίνων (Πύργου) 48, Ἥλιδος 21, Μυρτουντίων 27,
1399Ὀλυμπίων 25, Ἐράνης 30, Τυρνάβου 22, Βόλου 30,
1400Καρδίτσης 17· ἐν ὅλῳ 359, οἵτινες προστιθέμενοι εἰς τοὺς
1401639, τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν,
1402μᾶς δίδουν 998 ἀστυφύλακας, ὑπηρετοῦντας σήμερον. Τὸν
1403ἀριθμὸν αὐτὸν τῶν ἀστυφυλάκων τὸν περιορίζετε εἰς 500,
1404ἐὰν δ’ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὸν Πειραιᾶ, εἰς 400. Εἶναι δυ-
1405νατὸν, Κύριοι, νὰ ὑποθέσητε, ὅτι μὲ ἀριθμὸν τοσοῦτον, ἐπὶ
1406ἔλαττον πλέον τῶν 50% τῆς δυνάμεως τῆς σήμερον
1407ὑπηρετούσης, εἶναι δυνατὸν, λέγω, νὰ ὑποθέσητε, ὅτι θὰ
1408ἦναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ἀστυνομία; Καὶ εἶναι δυνα-
1409τὸν νὰ λειτουργήσῃ αὕτη, ὅταν ἔχητε ἕνα μόνον ἀξιωματικὸν
1410δι’ ἑκάστην ἀστυνομίαν; Ἐνῷ εἰς τὰς Πάτρας ὑπηρετοῦσι
1411σήμερον 6 ἀξιωματικοὶ, εἰς τὴν Κέρκυραν 2, εἰς τὸν Βόλον
14123, ἐνῷ γνωρίζετε, ὅτι ἀπαιτεῖται εἰς πολλὰ μέρη εἷς ἀστυ-
1413νόμος, ἵνα ἐκτελῇ τὰ καθήκοντα τοῦ δημοσίου κατηγόρου,
1414ἕτερος δὲ διὰ τὴν ἀγροτικὴν ἀστυνομίαν, ἔχετε ἕνα μόνον
1415ἀξιωματικὸν δι’ ἑκάστην ἀστυνομίαν. Ἐὰν ἐννοῆτε διὰ τοῦ
1416τρόπου τούτου τὰς οἰκονομίας, ἐγὼ θαυμάζω, πῶς δὲν ἐκά-
1417μετε οἰκονομίαν 2,000,000! Διότι δύνασθε πολὺ καλὰ, ἀντὶ
1418τῶν 998 ἀστυφυλάκων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσι σήμερον, νὰ
1419ἐγγράψητε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν δαπάνην δι’ 100 μόνον
1420ἀστυφύλακας, καὶ τότε βεβαίως ἡ ἀστυνομία θὰ ἦναι ἀνω-
1421τέρα ἐκείνης, ἡ ὁποία παρουσιάζεται σήμερον ἐν τῷ Προϋπο-
1422λογισμῷ. Εἶναι ταῦτα σπουδαῖα; εἶναι σοβαρά; Εἶναι δυ-
1423νατὸν, ἐπὶ τούτων βασιζόμενοι, νὰ λέγητε, ὅτι τὰ μέτρα,
1424τὰ ὁποῖα προτείνετε, πρόκειται νὰ φέρωσιν οἰκονομίαν ἑνὸς
1425ἑκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων δραχμῶν;
1426Ἀλλὰ μήπως εἶναι ταῦτα μόνον τὰ προδίδοντα, ὅτι δὲν
1427ἐμελετήθησαν τὰ πράγματα; ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις, ὅπως
1428ὅλα τὰ κονδύλια τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐλαττωθῶσιν ἄνευ
1429μελέτης; Ἐπιτρέψατέ μοι καὶ ἄλλας τινὰς παρατηρήσεις
1430νὰ κάμω, διὰ τῶν ὁποίων θέλω ἀποδείξει, ὅτι δὲν ἐλησμο-
1431νήσατε μόνον τοὺς ἐνωμοτάρχας καὶ τοὺς ὑπενωμοτάρχας τῆς
1432ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία γί-
1433νεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μνεία, ὅτι δὲν περιωρίσθητε νὰ
1434ἐλαττώσητε αὐθαιρέτως καὶ κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα,
1435ὅπως αἱ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ τῶν δήμων
1436ἀστυνομίαι λειτουργήσουν, τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν
1437καὶ ἀστυφυλάκων, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἐνοικίων τῶν καταστη-
1438μάτων αὐθαιρέτως ἐκανονίσατε. Ὡς πρὸς τὰ ἐνοίκια, ἔχε-
1439τε συμβόλαια, τὰ ὁποῖα δὲν δύνασθε ἢ νὰ ἐκτελέσητε· ἀλλὰ
1440μ’ ὅλα ταῦτα μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἀδιαφορίαν γράφετε ἐν
1441τῷ προϋπολογισμῷ: «ἐνοίκια 15 καταστημάτων ἐν ταῖς πρω-
1442τευούσαις τῶν νομῶν, πρὸς 70 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ 13
1443ἐν τοῖς δήμοις, πρὸς δραχμὰς 50». Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, δυνά-
1444μει συμβολαίων τί πληρώνονται σήμερον, — διότι ἐπ’ αὐτῶν
1445οἰκονομία εἶναι ἀδύνατος. — Σήμερον, Κύριοι, πληρώνονται
1446τὰ ἑξῆς ποσά. Τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα Λαυρεωτικῆς
1447πληρώνει δραχ. 70, τοῦ Ἄργους 60, τῆς Κορίνθου 80, τοῦ
1448Αἰγίου 100, τοῦ Πύργου 160, τῆς Ἤλιδος 60, τῶν Μυρ-
1449τουντίων 70, τῶν Ὀλυμπίων 40, τῆς Ἐράνης 75, τοῦ Βό-
1450λου 150, τῆς Καρδίτσης 100. Δὲν περιέλαβον τὸ τοῦ Τυρ-
1451νάβου, διότι τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον.
1452Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, τί πληρώνονται δι’ ἀστυνομικὰ κατα-
1453στήματα εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν. Τὸ τῆς Χαλκίδος
1454πληρώνει δραχμὰς 110, τῆς Λαμίας 130, τοῦ Μεσολογγίου
1455120, τῆς Λαρίσης 150, τῶν Τρικκάλων 170, τῆς Ἄρτης
145680, τῶν Πατρῶν δύο οἰκίαι 575, τῆς Τριπόλεως 130, τῶν
1457Καλαμῶν 110, τῆς Σπάρτης 130, τῆς Σύρου 150, τῆς
1458Κερκύρας 240, τοῦ Ἀργοστολίου 70, τῆς Ζακύνθου 150.
1459Καὶ ὑμεῖς ἐγγράφετε δι’ ἕκαστον ὅλων αὐτῶν δραχμὰς 70!
1460Ἔχετε δ’ οὕτω διαφορὰν ἐκ τούτου μόνον τοῦ ἄρθρου δραχ.
146114,960 κατ’ ἔτος.
1462Ἀλλὰ μήπως εἶναι τοῦτο μόνον; Ἐν ἄρθρῳ 12, ἐδαφίῳ
1463εʹ, διὰ νομὴν ἵππων ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων περιελήφθη ἐν
1464ὅλῳ πίστωσις δραχ. 2,000 δι’ ὅλον τὸ ἔτος 1903. Ἀδύ-
1465νατον νὰ ἐπαρκέσῃ ἡ πίστωσις αὕτη, διότι 28 ἀξιωματικοὶ
1466ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἀστυνόμοι θὰ ἔχωσιν ἰσαρίθμους ἵππους.
1467Κατὰ μέσον ὅρον διὰ νομὴν ἑκάστου ἵππου πληρώνει ἤδη
1468τὸ Δημόσιον δραχ. 50 μηνιαίως. Ἄρα ἀπαιτεῖται διὰ 28
1469ἵππους μηνιαίως μὲν δαπάνη δραχμῶν 1400, ἐτησίως δὲ
147016,800.
1471Οὕτω πως συνετάχθη, Κύριοι, ὁ Προϋπολογισμός! Ἐὰν
1472δ’ ἐξετάσητε κατ’ ἄρθρον καὶ ἐδάφιον τὸν Προϋπολογισμόν,
1473εἰς ἕκαστον ἐδάφιον θέλετε εὕρει τὰς διαφορὰς ταύτας.
1474Ἐὰν ἀθροίσητε τὰς διαφορὰς ταύτας ὅλας, καὶ ἀφαιρέσητε
1475τὸ ἄθροισμα ἐκ τῆς ἐπὶ ἔλαττον διαφορᾶς τοῦ Προϋπολογι-
1476σμοῦ τοῦ 1903, ἥτις, ὡς εἶπον, ἀνέρχεται εἰς δρ. 447,768,
1477θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι ἐλαχίστη, καὶ ὅτι μόνον ἐν
1478τῇ φαντασίᾳ τῶν συντακτῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903
1479εὑρίσκεται τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον.
1480Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν,
1481ἡ προκύπτουσα ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων. Θὰ ἤμην
1482δὲ εὐτυχής, ἂν ἤκουον ὑμᾶς διὰ πραγμάτων ἀμφισβητοῦντα
1483τὰ κονδύλια ταῦτα, ἀμφισβητοῦντα τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα.
1484Ἐγὼ ἐπὶ τῇ βάσει δημοσίων ἐγγράφων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
1485ὑπηρετούντων σήμερον ἀστυφυλάκων ἔφθασα εἰς τὰ συμπε-
1486ράσματα, τὰ ὁποῖα ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν.
1487Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδε-
1488χθῇ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδεμίαν θεωρητικὴν βάσιν στη-
1489ρίζεται· διότι δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὑπάρ-
1490χει βάσις θεωρητικὴ εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον λαμβάνει αὐ-
1491θαιρέτως τὸν ἀριθμὸν 11,000 κατοίκων, καὶ καθιεροῖ ἄλλην
1492ἀστυνομίαν εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας 11,000 κατοί-
1493κους, ἄλλην εἰς τοὺς ἔχοντας ὀλιγωτέρους κατοίκους, σύ-
1494στημα, τὸ ὁποῖον δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν σπουδαιότητα
1495μερῶν τινων, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς βιομηχανικῆς καὶ ἐμπο-
1496ρικῆς αὐτῶν ἀναπτύξεως πρέπει νὰ ἔχωσι καλήν, ὅσον ἔν-
1497εστιν, ἀστυνομίαν, ἀλλὰ βασίζεται εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν κα-
1498τοίκων τοῦ δήμου· δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὑπάρχει
1499βάσις θεωρητικὴ εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀφίνει λειτουργοῦσαν
1500τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ἐν τοῖς δήμοις Λαυρεωτικῆς,
1501Ἀργείων, Κορινθίων, Αἰγίου, Λετρίνων, Ἤλιδος, Μυρτουν-
1502τίων, Ὀλυμπίων, Ἐράνης, Τυρνάβου, Παγασῶν καὶ Καρ-
1503δίτσης, καὶ ἐπαναφέρει ὑπὸ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν τὴν
1504Λεβαδείαν, τὴν Ἄμφισσαν, τὸ Καρπενήσιον, τὸ Γύθειον, τὴν
1505Κυπαρισσίαν, τὴν Λευκάδα, τὰς Θήβας, τὸ Ἀγρίνιον, τὰς
1506Σπέτσας, τὴν Ὕδραν, τὸν Πόρον, τὴν Μεσσήνην, τὸ Λη-
1507ξούριον, τὴν Ἰθάκην καὶ ἄλλας ἀξίας λόγου πόλεις καὶ κώ-
1508μας. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἔχει θεωρητικὴν βά-
1509σιν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν κα-
1510τοίκων τοῦ δήμου, καὶ οὐχὶ εἰς τὰς πολλαπλᾶς περιστάσεις,
1511αἵτινες καθιστῶσιν εἴς τινα μέρη ἀνεπαρκῆ τὴν δημοτικὴν
1512ἀστυνομίαν. Ὑπάρχουσι πόλεις, αἵτινες ὡς ἐκ τῆς τοποθε-
1513σίας αὐτῶν εἰσιν εὔθετοι πρὸς λαθρεμπορίαν, ἢ παρέχουσιν
1514ἄσυλα καὶ καταφύγια εἰς φυγοδίκους, ἢ ἐξ εἰδικῆς τινος
1515βιομηχανίας συγκεντρώνουσιν ἐργατικὸν πληθυσμόν. Εἰς τὰς
1516πόλεις ταύτας ὅλως ἀνίσχυρος εἶναι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία.
1517Ἀντὶ δὲ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν πάντα ταῦτα, ἐλάβετε αὐθαι-
1518ρέτως τὸν ἀριθμὸν 11,000, καὶ καθιερώσατε ἀδικαιολόγη-
1519τον ἀνισότητα.
1520Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀνισότητος ταύτης πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ
1521λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἑτέραν ἀνισότητα, τὴν σχετιζομένην
1522πρὸς τὴν δαπάνην διὰ τὴν ἀστυνομίαν. Δὲν βλέπω διατὶ αἱ
1523Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεὺς καὶ αἱ πρωτεύουσαι τῶν νομῶν καὶ
1524οἱ δῆμοι οἱ ἔχοντες πληθυσμὸν 11,000 κατοίκων ἀπαλλάσ-
1525σονται πάσης εἰσφορᾶς διὰ τὴν ἀστυνομίαν, οἱ ἄλλοι δὲ δῆ-
1526μοι ὑποβάλλονται εἰς σύστημα μικτὸν, καὶ ὅταν ζητῶσιν
1527ἀστυφύλακας ὑποβάλλονται εἰς τὸ ἥμισυ τῆς δαπάνης, ὅταν
1528δὲ δὲν ζητῶσιν, ὑποβάλλονται εἰς τὸ ὅλον. Φοβοῦμαι, ὅτι
1529ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο θὰ γεννήσωμεν διὰ τὸ Κράτος χρη-
1530ματικὰς δυσχερείας ὁμοίας ἐκείνων, αἵτινες προῆλθον ἐκ τοῦ
1531νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Οἱ δῆμοι οἱ ἄποροι θὰ
1532ζητήσωσι μετ’ οὐ πολὺ ἀρωγὴν, ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπαρ-
1533κέσωσιν εἰς τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ἥτις
1534δι’ αὑτοὺς καθιεροῦται. Μὴ λησμονῶμεν δὲ, ὅτι οἱ πλεῖστοι
1535τῶν δήμων, εἰς οὓς θέλει λειτουργήσει ἡ δημοτικὴ ἀστυνο-
1536μία, εἶναι ἄποροι, εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες οὔτε τὰ ἔξοδα τῆς
1537δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δύνανται νὰ καταβάλωσιν.
1538Αὐτὰ εἶναι τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προβλέπω ἐκ τῆς
1539ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον παρεστάθη ὡς
1540προτιθέμενον νὰ φέρῃ οἰκονομίαν ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυ-
1541ρίου δραχμῶν, αὐτὰ εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου
1542τούτου, τὸ ὁποῖον, κατὰ τοὺς εἰσηγητὰς αὐτοῦ, ἔπρεπεν ἡ
1543Βουλὴ ἄνευ ἀναβολῆς νὰ ψηφίσῃ, ἵνα μὴ βαρύνῃ τὸ Δημό-
1544σιον ἐπὶ πλέον ἡ δαπάνη τοῦ σήμερον κρατοῦντος συστήμα-
1545τος! (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
1546§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐντύπω-
1547σις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐνεποίησεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευ-
1548τοῦ ἐκ Κερκύρας, ὁμολογῶ ὅτι δὲν μοὶ ἦτο εὐχάριστος, οὐχὶ
1549διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἠσχολήθη νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὸ νομο-
1550σχέδιον εἶναι ἀτελὲς ἢ πλημμελὲς, ἢ ὅτι δὲν δύναται νὰ
1551ἐφαρμοσθῇ, ἢ ὅτι, ἂν ἐφαρμοσθῇ, θέλει βλάψει τὰ συμφέ-
1552ροντα τῆς δημοσίας τάξεως καὶ θέλει ἐγκαταστήσει ἀνισό-
1553τητα καὶ ἀνωμαλίας, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἦτο εὐχάριστος ἡ ἐκ
1554τοῦ λόγου τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐντύπωσις, διότι κατέδειξε
1555πλήρη σύγχυσιν ἰδεῶν.
1556Ἐνῷ ἔχει ὑπ’ ὄψει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντὶ τῆς
1557στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καθιστᾶται ἀστυνομία διοικητι-
1558κὴ, ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καθι-
1559στῶμεν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν
1560νομῶν! Καὶ ἐνῷ ἔχει ὑπ’ ὄψει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου
1561ἐπαναφέρομεν τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν ἐν τοῖς δήμοις, οἵ-
1562τινες ἔχουσι μικρὸν πληθυσμὸν, παριστᾷ τὸ μέτρον τοῦτο
1563ἀνατρεπτικὸν τῶν θεωριῶν τῆς ἐπιστήμης! Ἡμεῖς οὐδέποτε
1564ἤμεθα ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, οὐδὲ σήμερον,
1565εἰσάγοντες νομοσχέδιον, ἠδυνάμεθα νὰ προτείνωμεν στρατιω-
1566τικὴν ἀστυνομίαν. Μελετήσατε τὸ νομοσχέδιον, ἵνα πληρο-
1567φορηθῆτε, ἂν πρόκειται περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
1568Ἡμεῖς ἐπαναφέρομεν τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν ἐν τοῖς μι-
1569κροῖς δήμοις, ἀποκαθιστῶμεν δὲ τὴν διοικητικὴν ἐν ταῖς
1570πρωτευούσαις τῶν νομῶν, καλοῦμεν δὲ ὄργανα τῆς διοικητι-
1571κῆς ἀστυνομίας στρατιωτικούς. Τοῦτο διαφέρει ὅλως ἀπὸ
1572τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, οἵαν εἶχε καταστήσει ὁ νό-
1573μος τοῦ 1892 καὶ ὁ νόμος τοῦ 1893. Οἱ νόμοι οὗτοι, καὶ
1574ἰδίως ὁ τοῦ 1893, κατέστησαν οὐχὶ στρατιωτικὴν ἀστυ-
1575νομίαν, ἀλλ’ Ὑπουργεῖον Ἀστυνομίας, τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς
1576Χωροφυλακῆς, διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ὁποίου καὶ κατὰ τὸ
15771895 ἐθρήνουν οἱ περὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας καὶ
1578νῦν πρὸ μικροῦ ἠκούσαμεν αὐτὸν θρηνοῦντα. Τοιοῦτον Ἀρ-
1579χηγεῖον ζητοῦσι νὰ ἐπαναφέρωσιν! Ἀλλὰ ποίους καρποὺς
1580παρήγαγε τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς κατὰ τὰ ἔτη
1581ἐκεῖνα; Διότι δὲν ἔχουσι τὴν εὐκολίαν νὰ πράττωσιν ἐκεῖ-
1582να, τὰ ὁποῖα τότε ἐγίνοντο; Ἐταξείδευον εἰς τὸν Βόλον
1583καὶ τὴν Θεσσαλίαν, ὁ δὲ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς ἔδιδε
1584παραγγελίας νὰ ἀναφέρωσιν εἰς αὐτὸν, ποῦ μετέβαινον, μετὰ
1585τίνων συνδιελεγόμην, ποίους ἐπεσκεπτόμην, ποῦ ἐγευόμην
1586καὶ ποῦ διενυκτέρευον! Αὐτὴν τὴν ἀστυνομίαν ζητοῦσιν,
1587ἀλλ’ αὕτη δὲν εἶναι ἀστυνομία, ἡ εὐεργετικὴ ἐκείνη τῆς
1588κοινωνίας λειτουργία, ἀλλ’ εἶναι κατασκοπεία. Ἡ ἀστυ-
1589νομία εἶναι διοίκησις, ὑπηρεσία εὐεργετικὴ εἰς τὸν τόπον,
1590ἀσχολουμένη νὰ προλαμβάνῃ τὰς ἀξιοποίνους πράξεις, ὅτε
1591δ’ αὗται ἐτελέσθησαν, νὰ ἀνακαλύπτῃ τοὺς πρωταιτίους
1592καὶ τοὺς συνεργοὺς, καὶ νὰ παραπέμπῃ αὐτοὺς εἰς τὴν Δι-
1593καιοσύνην. Ὅτε τὸ Ἀρχηγεῖον ἐκεῖνο ὑπῆρχεν, ἦτο Ὑπουρ-
1594γὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, ἐρωτώ-
1595μενος δ’ ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῶν ἀστυνομικῶν παρεκτροπῶν
1596καὶ τῶν παραβάσεων τῶν ὀργάνων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
1597νομίας, ἔλεγεν, ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτε, διότι ὁ ἀρχηγὸς
1598δὲν εἶχεν ἀναφέρει αὐτῷ τι! Ὁ ἀρχηγὸς ἀληθῶς ἦτο ἀρχὴ,
1599εἰς οὐδεμίαν ἐπιτήρησιν, εἰς οὐδένα ἔλεγχον ὑποκειμένη,
1600πρὸ τῆς ὁποίας ἐσταμάτα πᾶσα ἀρχή.
1601Ἡμεῖς ἐπολεμήσαμεν τὸ σύστημα ἐκεῖνο καὶ κατὰ τὸ
16021892 καὶ κατὰ τὸ 1893. Ἡ Βουλὴ τότε ἀπετελεῖτο ἐκ
1603πλειονοψηφίας, ἥτις ἀπεδέχετο τὸ σύστημα τῆς στρατιω-
1604τικῆς ἀστυνομίας, ἡμεῖς δὲ, ἐν μειονοψηφίᾳ τυγχάνοντες,
1605ὑπεκύψαμεν, οὐδ’ ἐκρίναμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρεμβάλωμεν
1606προσκόμματα κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν αὐτοῦ, ἀλλ’
1607ἀφήσαμεν νὰ δοκιμασθῇ τὸ σύστημα, ἵνα κατανοήσῃ τὸ κοι-
1608νὸν, ἵνα ἀντιληφθῇ ἡ κοινωνία, ποῖον σύστημα ἦτο ἐκεῖνο,
1609τὸ τότε νομοθετούμενον, καὶ ἐξενέγκῃ τὴν ψῆφόν της· οὐδὲ
1610εἴχομεν ἀμφιβολίαν, ποῖα ἤθελεν ἐπενέγκει ἀποτελέσματα
1611ἐφαρμογὴ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀπετελεῖτο ἐξ ὀργάνων,
1612ἅτινα δὲν ἤθελον σεβασθῆ οὔτε τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν,
1613οὔτε τὸ οἰκογενειακὸν ἄσυλον, οὐδὲ τὴν ἱερότητα τῶν κτή-
1614σεων τοῦ πολίτου.
1615Στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ εἰς
1616Κράτος εὐνομούμενον. Δὲν γνωρίζω, ποίαν ἀστυνομίαν εἶχεν
1617ἡ Σερβία τελευταῖον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πολλὰ
1618Κράτη ἔχοντα τοιαύτην. Ἐν χώρᾳ δὲ, οἵα ἡ Ἑλλὰς, δὲν
1619εἶναι δυνατὸν νὰ ἁρμόζῃ σύστημα στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
1620Κατὰ τὸ 1836, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἠρίθμει βίον, ὡς Κράτος,
1621τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν, ἀλλοδαποὶ νομοθέται κατέστησαν
1622ἀστυνομίαν δημοτικὴν ἐν πᾶσι τοῖς δήμοις τοῦ Κράτους, καὶ
1623ἀνέγραψαν τὰ καθήκοντα αὐτῆς καὶ τὴν ἔκτασιν τῶν δι-
1624καιωμάτων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων· ἂν δὲ τοιαύτην τότε
1625ἀνέγραφον ἐν τοῖς νόμοις ἀστυνομίαν ἀλλοδαποὶ ἐν τῷ τόπῳ
1626ἡμῶν, ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι σήμερον, μετὰ 67
1627ἔτη, ὁ τόπος ἡμῶν δὲν ἦτο ἄξιος ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας
1628κατὰ τὸ 1836 ἀπένεμον εἰς αὐτὸν οἱ Βαυαροί; ὅτι ἐσμὲν
1629ἄξιοι τοῦ βούρδουλα, τὸν ὁποῖον μεταχειρίζονται σήμερον οἱ
1630ἐνωμοτάρχαι καὶ ὑπενωμοτάρχαι καὶ οἱ ἄλλοι ἐπὶ τῶν ὤμων
1631καὶ τῆς ῥάχεως τῶν πολιτῶν; Δὲν ἐνθυμεῖσθε τὰ σκάν-
1632δαλα, τὰ ἐν μέσαις Ἀθήναις διαπραχθέντα, ὅτε ἔφριξεν ἡ
1633κοινωνία ὅλη; Ἐνθυμοῦμαι ἀποθανόντα συνάδελφον καὶ
1634ἀγαπητὸν φίλον, τὸν μακαρίτην Βαρότσην, ὅτε ἀφηγεῖτο
1635ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοὺς ἄθλους τοῦ τότε Διευθυντοῦ
1636τῆς Ἀστυνομίας, τὰ ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Βασιλείου
1637διαπραττόμενα. Δὲν ἐνθυμεῖσθε τοὺς ἄθλους τῆς ἀστυνομίας
1638τοῦ δήμου Δύμης, τοὺς ἄθλους τοῦ ἀστυνόμου Νάξου καὶ
1639τοὺς ἐν διαφόροις πόλεσι καὶ διαφόροις χωρίοις; Ἐνθυμεῖσθε
1640ὅτι ἐπληρώθησαν οἱ δῆμοι ὅλοι ἀπὸ ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενω-
1641μοτάρχας, τῶν ὁποίων βεβαίως ἡ ἀνατροφὴ καὶ ἡ ἐκπαίδευ-
1642σις καὶ ἡ παρασκευὴ ἡ κοινωνικὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶχε δι-
1643δάξει αὐτοὺς τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλουσι πρὸς τὴν ἰδιο-
1644κτησίαν τοῦ πολίτου, πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λαοῦ, πρὸς
1645τὴν ἱερότητα τῶν κτήσεων αὐτοῦ, πρὸς τὸ ἄσυλον τῆς οἰκο-
1646γενείας αὐτοῦ.
1647Ἀλλὰ διατὶ συνηγορεῖτε σήμερον ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς
1648ἀστυνομίας ὑμεῖς, ἐνῷ πρὸ δύο ἐτῶν διεμαρτυρήθητε κατ’
1649αὐτῆς, προτείνοντες τὴν κατάργησιν αὐτῆς, καὶ εἰσηγάγετε
1650νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον, ἐπειδὴ
1651εἴχετε τὴν πλειονοψηφίαν, ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ
1652τὸ ὁποῖον ἐκυρώθη μὲν, δὲν ἐξετελέσθη δὲ, διὰ λόγους οἱ-
1653ουσδήποτε; Ἀλλὰ διὰ νὰ εἰσαγάγητε νομοσχέδιον περὶ
1654διοικητικῆς ἀστυνομίας, τί ἄλλο ἐξεδηλοῦτε τότε ἢ ὅτι
1655ἐφρονεῖτε, ὅτι ἔπρεπε νὰ παύσῃ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία;
1656Καὶ ἡμεῖς ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1896 νο-
1657μοσχέδιον περὶ συστάσεως διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ
1658δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ὑποβάλωμεν αὐτὸ εἰς τὸν Ἡγεμόνα πρὸς
1659κύρωσιν, οὐ μόνον διότι μᾶς ἔλειπεν ἡ συνδρομὴ ἄλλων ὑπη-
1660ρεσιῶν, ἀναγκαιοτάτη ἵνα λειτουργήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖ-
1661νο, ἀλλὰ καὶ διότι αἱ ἐπιφανεῖσαι τότε πολιτικαὶ ἀνωμα-
1662λίαι δὲν ἐπέτρεπον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ
1663ὑπάρχοντος ἀστυνομικοῦ συστήματος, καὶ ἂν ἐκρίνομεν αὐτὸ
1664κακόν.
1665Καὶ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ δὲν πρόκειται περὶ
1666ἀστυνομίας γενικῆς, περὶ ἀστυνομίας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ
1667πρόκειται περὶ ἀστυνομίας τοπικῆς (police locale), ἥτις
1668δὲν καλεῖται νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, περὶ
1669συντηρήσεως τῆς δημοσίας τάξεως, ἀλλὰ καλεῖται νὰ προ-
1670νοῇ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς μικρᾶς ἐκείνης κοινωνίας, ἐν ᾗ
1671λειτουργεῖ. Μήπως ἡ τοπικὴ ἀστυνομία καλεῖται νὰ ἐκ-
1672πληροῖ τὰ καθήκοντα τῆς ἀστυνομίας τῆς ὑπαίθρου χώρας,
1673νὰ ἔχῃ τὴν φροντίδα τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας, τῆς
1674καταδιώξεως τῶν ἐγκληματιῶν, οἱ ὁποῖοι κρύπτονται ἐν
1675τοῖς δάσεσι καὶ τοῖς δρυμῶσι, τῆς ἀμύνης κατὰ κινδύνων
1676ἀπειλούντων τὴν δημοσίαν τάξιν, τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν;
1677Ὄχι. Πρόκειται περὶ τοῦ ἠρέμου βίου τῶν κωμῶν καὶ τῶν
1678χωρίων, περὶ τῆς ἀστυνομίας τῶν μικρῶν κοινωνιῶν, περὶ
1679τῆς κανονικῆς λειτουργίας ἐκείνων, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς
1680δὲν ὑπερβαίνει τὰς ἕνδεκα χιλιάδας κατοίκων. Ποῖαι εἶναι
1681αἱ ἀνάγκαι τῶν τοιούτων κοινωνιῶν; Νὰ ἔχωσιν ὁδοὺς ἐν
1682τῷ χωρίῳ, νὰ ἔχωσι κρήνας, ἵνα ὑδρεύωνται, νὰ ἔχωσιν ἐπι-
1683τήρησιν τῆς ἀγορᾶς τῶν τροφίμων, διὰ νὰ μὴ δολιεύωνται
1684αὐτοὺς κατὰ τὰ μέτρα καὶ τὰ σταθμὰ, διὰ νὰ μὴ νοθεύωσι
1685τὴν γνησιότητα τῶν τροφίμων. Αὐτὴ εἶναι ἡ τοπικὴ ἀστυ-
1686νομία, καὶ δι’ αὐτὴν τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν δὲν θέλετε νὰ
1687ἐμπιστευθῶμεν αὐτοὺς τούτους τοὺς πολίτας, τοὺς ἔχοντας
1688ἀνάγκην αὐτῆς! αὐτοὺς τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῇ μικρᾷ
1689ἐκείνῃ περιφερείᾳ!
1690Τινὲς τῶν ἀγορευσάντων ἠρεύνησαν τὰ περὶ τοῦ δικαιώ-
1691ματος τοῦ ἀστυνομεῖν, καὶ ἀνέφεραν θεωρίας· μάλιστα ὁ κ.
1692Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας—τὸν ὁποῖον τιμῶ—ἀνέφερεν, ὅτι
1693διατάξεις τινὲς τοῦ νομοσχεδίου ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ Σύν-
1694ταγμα, ἄλλαι δὲ παραγνωρίζουσι τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους,
1695ἵνα μεριμνᾷ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως. Ἐὰν
1696ἡ ἀστυνομία εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως ἢ δικαίωμα
1697τοῦ δήμου, τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ, ὅτι ὁ
1698νομοθέτης τοῦ 1836 ἔλυσε κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ἀνεκή-
1699ρυξε τὸ ἀστυνομεῖν δικαίωμα τοῦ Κράτους. Οὐδεὶς ἀμφι-
1700σβητεῖ, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀστυνομῇ, νὰ
1701φροντίζῃ περὶ τῆς ἰδίας αὑτοῦ συντηρήσεως, διότι, ἐὰν δὲν
1702ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀστυνομῇ, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα
1703νὰ φροντίζῃ νὰ μὴ διαταράσσηται ἡ δημοσία τάξις, νὰ μὴ
1704ἀνατρέπηται ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἤθελε τὸ Κράτος τρέχει
1705τὸν κίνδυνον νὰ ἴδῃ ἑαυτὸ ζημιούμενον ἢ ἀνατρεπόμενον.
1706Ἀλλὰ ποῦ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀστυνομῇ; Νὰ ἐνασκῇ τὴν
1707γενικὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους, τὴν ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία
1708ἐκτείνεται ἐν πάσῃ τῇ χώρᾳ, καὶ ἰδίως ἐν τοῖς μέρεσιν
1709ἐκείνοις τῆς χώρας, εἰς τὰ ὁποῖα προσφεύγουσιν οἱ κακο-
1710ποιοὶ, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ βλάψωσι τὸ Κράτος, οἱ ὁποῖοι
1711εἶναι ἐχθροὶ τοῦ Κράτους καὶ ῥέπουσιν εἰς τὰ ἐγκλήματα.
1712Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει
1713τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν, καὶ αὐτοὶ ἀνέγραψαν ἐν τῷ
1714περὶ ἀστυνομίας Β. Διατάγματι τοῦ 1836, ὅτι τὸ δικαίωμα
1715τοῦ ἀστυνομεῖν ἐν χωρίοις, ἐν κώμαις ἢ ἐν πολίχναις ἀνήκει
1716εἰς αὐτοὺς τοὺς κατοικοῦντας ἐν αὐταῖς· διὰ τοῦτο ἀνέγρα-
1717ψαν, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἐνασκεῖται ὑπὸ τοῦ δήμου, κατ’ ἐν-
1718τολὴν καὶ ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὰ ὄργανα τὰ
1719ἀστυνομικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων ἐκείνων
1720ἐμπιστεύονται. Καὶ εὐλόγως, ἀφοῦ κατὰ τὸ Σύνταγμα οἱ
1721κάτοικοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγωσι τὸν δήμαρχον,
1722τὸν διοικητὴν τῆς χώρας των, ἄνευ μεσολαβήσεως τῆς Κυ-
1723βερνήσεως, ἄνευ μεσολαβήσεως τοῦ Κράτους, καὶ ἐγκαθί-
1724στανται οἱ δήμαρχοι διοικηταὶ τῶν περιφερειῶν ἐκείνων, καὶ
1725οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος ἐμπιστεύεται αὐτοὺς,
1726ὡς τὰ ἄκρα ὄργανα τῆς διοικήσεως, τῆς ἐκτελέσεως τῶν
1727νόμων ἐν τῇ περιοχῇ ἐκείνῃ. Καὶ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι δὲν πρέπει
1728νὰ ἔχῃ δικαίωμα ὁ δήμαρχος νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἐκλογῆς
1729ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναθέτει τὴν πρόνοιαν τῆς τηρήσεως
1730τῆς τάξεως ἐν τῷ δήμῳ, ἐν τῷ χωρίῳ!
1731§120Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε,
1732νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν;
1733§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα,
1734ἀφοῦ ἐπιθυμεῖτε.
1735§122Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἀπεδόσατε
1736μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐξέφρασα. Ἐγὼ εἶπον ἁπλού-
1737στατα, ὅτι κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ καὶ τὰ
1738ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τῆς το-
1739πικῆς ἀστυνομίας ὡς δικαίωμα τοῦ δήμου, αἱ ἀστυνομίαι
1740ἀναγνωρίζονται ὡς δημοτικαὶ ἀρχαὶ, ἐγὼ δὲ ἀπέναντι αὐ-
1741τοῦ προβάλλω τὸ ἄρθρον 105 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ
1742ὁποῖον «αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἐκλέγονται δι’ ἀμέσου, καθολι-
1743κῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας», ἐνῷ κατὰ τὸ
1744νομοσχέδιον καὶ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἡ ἀστυνομία ἀνα-
1745γνωρίζεται ὡς καθαρῶς δημοτικὴ ἀρχὴ, ἐκλέγεται δι’ ἐμ-
1746μέσου ἐκλογῆς, ἤτοι διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν δημοτικῶν συμ-
1747βούλων καὶ τοῦ δημάρχου. Τί ἄλλο εἶναι τοῦτο ἢ ἔμμεσος
1748ἐκλογή; Δὲν εἶναι ὅπως ἦτο πρὶν, ὅτε ὁ ἀστυνόμος διωρί-
1749ζετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Τότε ὁ νόμος, συνεπὴς πρὸς
1750ἑαυτὸν, ἄφινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ
1751τοὺς ἀστυνόμους.
1752§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει μι-
1753κρὰ σύγχυσις, διότι ὑμεῖς ἐκλαμβάνετε τὴν ἀστυνομίαν ὡς
1754δημοτικὴν ἀρχήν· ἀλλ’ ὁ ἀστυνόμος εἶναι ὄργανον τῆς δη-
1755μοτικῆς ἀρχῆς, εἶναι ὑπάλληλος τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, δὲν
1756εἶναι αὐτὸς δημοτικὴ ἀρχή· διὰ τοῦτο κατὰ τὸν νόμον τοῦ
17571891 τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐκλέγει τρεῖς ὑποψηφίους
1758διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀστυνόμου, ἐξ αὐτῶν δὲ διορίζει τὸν ἀστυ-
1759νόμον ὁ δήμαρχος. Ἑπομένως, ἐὰν τὸ Σύνταγμα ἔθετο τὴν
1760ἀρχὴν, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ προέρχονται ἀμέσως ἐκ τοῦ
1761δήμου, ὅτι προέρχονται ἐκ τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς τῶν δημο-
1762τῶν, τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀνεκήρυξεν, ὅπως ἀνατραπῇ ἄλλη
1763ἀρχὴ, ἥτις ὑπῆρχε πρὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, κατὰ
1764τὴν ὁποίαν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ δὲν ἐξελέγοντο ἀμέσως ὑπὸ
1765τῶν δημοτῶν, ἀλλὰ τὸ μὲν Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐξελέγετο
1766ἐξ ὡρισμένων τάξεων δημοτῶν, ὁ δὲ δήμαρχος ἀνεδεικνύετο
1767δι’ ἐμμέσου ἐκλογῆς, ἐκλεγομένων ἑκάστοτε τριῶν ὑποψη-
1768φίων ὑπὸ Συμβουλίου, πρὸς τοῦτο συγκροτουμένου ἐκ τάξεών
1769τινων τῶν ἐκλογέων, ὁ δὲ Βασιλεὺς διώριζεν ἕνα τῶν ὑποψη-
1770φίων τούτων. Τὴν ἀρχὴν λοιπὸν ταύτην ἀνέτρεψε τὸ Σύν-
1771ταγμα τοῦ 1864, ἀνακηρῦξαν, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἐκ-
1772λέγονται δι’ ἀμέσου ἐκλογῆς καὶ καθολικῆς ψηφοφορίας
1773ὑπὸ τῶν δημοτῶν τοῦ δήμου. Ἐν ᾧ δὲ τὸ Σύνταγμα ἐνεπι-
1774στεύθη εἰς τοὺς δημότας τοῦ δήμου τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀρχῶν
1775τοῦ δήμου, ὑμεῖς θέλετε νὰ μὴ ἐμπιστευθῶμεν τὰς ἀρχὰς
1776ταύτας, ἵνα διορίζωσι τὸν ἀστυνόμον, καὶ ζητεῖτε νὰ διορ-
1777γανώσωμεν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, νὰ ἀναθέσωμεν εἰς
1778αὐτὴν τὴν φροντίδα νὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς κοι-
1779νότητος, περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ χωρίου ἢ τοῦ δήμου! Αὐτὸν,
1780τὸν ἀλλότριον τοῦ δήμου, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τὰς ἀνάγκας
1781αὐτοῦ, δὲν ἐσπούδασε τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος
1782δὲν γνωρίζει τὴν ἱστορίαν καὶ τὸν χαρακτῆρα τῶν δημοτῶν,
1783θέλετε νὰ ἐμπιστευθῶμεν, νὰ μὴ ἐμπιστευθῶμεν δ’ ἐκεῖνον,
1784τὸν ὁποῖον θέλει ἐκλέξει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ θέλει
1785διορίσει ὁ δήμαρχος!
1786Ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι καὶ ἥκιστα κατάλληλοι, ἵνα
1787ἐκπληρῶσι καθήκοντα ἀστυνόμου. Ὁ ἀξιωματικὸς ἀρετὴν
1788ἔχει τὸ πειθαρχεῖν, τὸ ὑπακούειν, τὸ μὴ ἀντιλέγειν, ἀλλὰ
1789καὶ τὸ διατάσσειν, τὸ ἐπιβάλλειν, τὸ ἐκτελεῖν. Ὁ ἀστυ-
1790νόμος δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τοιαῦτα προσόντα, πρέπει ἐξ ἐν-
1791αντίας νὰ ἦναι συνετὸς, ἄνθρωπος τοῦ τόπου, γνωρίζων τὰ
1792πρόσωπα, τὰς ἕξεις αὐτῶν, τὰς ἀδυναμίας αὐτῶν, τὰς σχέ-
1793σεις αὐτῶν, ἵνα δύνηται, ὅταν λαμβάνῃ χώραν ἔγκλημά τι,
1794παράπτωμά τι, νὰ γνωρίζῃ, ποῖοι ῥέπουσιν εἰς τὸ παράπτω-
1795μα, εἰς τὸ ἔγκλημα, καὶ νὰ ὁδηγῆται εἰς ἀνεύρεσιν τοῦ δια-
1796πράξαντος τὸ ἔγκλημα. Ὁ ἀστυνόμος πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὰς
1797ἀνάγκας τοῦ τόπου, τὰς ἰδιαιτέρας ἐκείνας περιστάσεις, αἱ
1798ὁποῖαι συντελοῦσιν εἰς τὴν εὐκολίαν τῆς εὑρέσεως τῶν τρο-
1799φίμων, ἢ τῆς ὑδρεύσεως τῆς κοινότητος ἢ τοῦ χωρίου, ἢ τῆς
1800κατασκευῆς ἢ συντηρήσεως τῶν ἀγροτικῶν ὁδῶν. Τί γνωρίζει
1801ὁ ἐνωμοτάρχης, ὁ ὁποῖος κατάγεται ἀπὸ τὴν Εὐρυτανίαν ἢ
1802τὴν Γόρτυνα, στελλόμενος εἰς Κέρκυραν, ἵνα ἐκτελέσῃ ἔργα
1803ἀστυνόμου ἐν τῷ δήμῳ Λευκίμμης;
1804Τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας μοὶ φαίνεται
1805πλημμελές· πλημμελὲς κατ’ ἀρχὴν, πλημμελὲς κατὰ τὴν
1806λειτουργίαν αὐτοῦ καὶ προωρισμένον ν’ ἀποτυγχάνῃ· ἀλλ’
1807εἶναι προσέτι σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀναποφεύκτως κλίνει εἰς
1808παρεκτροπάς. Ἀλλὰ θέλουσι μᾶς ἐρωτήσει: «διατί, ἀφοῦ
1809τοιοῦτον εἶναι τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας,
1810ἀφοῦ τοιοῦτον τὸ θεωρεῖτε, διατί καλεῖτε ἀξιωματικοὺς νὰ
1811ἐκπληρῶσιν ἔργα ἀστυνόμου ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νο-
1812μῶν, ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους;» Εἶναι γνωστὸν, ὅτι
1813μέχρι τοῦ 1848 ὁ πληθυσμὸς τῆς πρωτευούσης ἦτο μικρὸς,
1814ἡ πόλις ἦτο μικρὰ, ἀλλ’ εἶχεν ἀρχίσει ἡ ἀνάπτυξις αὐτῆς
1815καὶ ἡ πρόοδος. Εἶχον τότε ἀρχίσει νὰ ἐπισκέπτωνται τὴν πό-
1816λιν ξένοι, ν’ ἀποκαθίστανται δὲ καὶ πολῖται τῶν ἐπαρχιῶν
1817ἐν αὐτῇ, ἡ δὲ δημοτικὴ ἀστυνομία δὲν ἐπήρκει πρὸς πρόλη-
1818ψιν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, πρὸς περιστολὴν τῶν ἐγκλημά-
1819των· συνέβη δὲ κλοπὴ ἐν μέσαις Ἀθήναις εἰς οἰκογένειαν
1820ἀφικομένην ἀρτίως τότε ἐκ Σμύρνης, ἡ δὲ κλοπὴ αὕτη κατε-
1821πτόησε τὴν κοινωνίαν ὅλην, πολλοὶ δὲ τῶν ἐξ ἄλλων μερῶν
1822κατοικησάντων ἐν Ἀθήναις ἤρξαντο νὰ σκέπτωνται, ἂν δὲν
1823ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλίπωσι τὴν πόλιν. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
1824γικοῦ Συμβουλίου ἦτο ἀνὴρ διάσημος, ὑπέροχος πολιτικὸς,
1825ὁ Ἰωάννης Κωλέττης· αὐτὸς τότε προέτεινε νομοσχέδιον εἰς
1826τὴν Βουλὴν περὶ συστάσεως τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας
1827Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς· τότε συνέστη αὕτη, καὶ διωρίζοντο
1828ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἴδια ὄργανα ἀστυνομικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα
1829ἀνετίθετο ἡ ὑπηρεσία αὕτη, ἀστυνόμοι καὶ ὑπαστυνόμοι ἐπι-
1830στήμονες, ἢ ἄλλοι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ δὲ κλητῆρες
1831ἐλαμβάνοντο ἐκ τῶν πολιτῶν. Ἡ ἀποκατάστασις τῆς διοι-
1832κητικῆς ἀστυνομίας ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ ἐπέτυχεν, ἀπο-
1833κατεστάθη δὲ ἡ τάξις, καὶ περιεστάλησαν τὰ ἐγκλήματα.
1834Ἐν τῇ Βουλῇ ὅμως τὸ νομοσχέδιον εὗρε μεγάλην ἀντί-
1835στασιν, διότι ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις, ἣν ἀπετέλουν οἱ φί-
1836λοι τοῦ Ἀλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, ἀντέστη κατὰ τοῦ νο-
1837μοσχεδίου, ἐπιμένουσα νὰ μὴ ψηφισθῇ, συνηγοροῦσα δὲ ὑπὲρ
1838τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ἡ πλειονοψηφία τέλος ἐπεψή-
1839φισε τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία ἀποκατε-
1840στάθη. Ἡ πόλις ἐξετείνετο, ὁ πληθυσμὸς αὐτῆς ηὔξανε, καὶ
1841ἐνῷ τὸ πρῶτον ἦσαν 50 οἱ κλητῆρες, ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν κατὰ
1842τὸ 1856 ἀνεβιβάσθη εἰς 100. Μετὰ τὸ 1856 ἡ αὔξησις
1843τῆς πόλεως προέβαινε, τὰ ὄργανα δὲν ἐπήρκουν κατ’ ἀριθ-
1844μὸν, ἐπολλαπλασιάζοντο δ’ ἑκάστοτε, καὶ εἶχον ἀναβιβασθῆ
1845κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς 200 ἢ 250 οἱ ἀστυνομικοὶ
1846κλητῆρες.
1847Κατὰ τὸ 1892 ἐπέσκηψεν ἡ ἰδέα τῆς στρατιωτικῆς
1848ἀστυνομίας· εἰσήχθη δὲ τότε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσή-
1849γαγεν ὁ ἀποθανὼν Βουλευτὴς Μεσολογγίου. Ἐγὼ ἀντέστην
1850ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ἐψήφισε τὸ νομοσχέ-
1851διον, ὅπερ καὶ ἐγένετο νόμος. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1892, εἰ καὶ
1852ἐγένετο νόμος, δὲν ἐξετελέσθη, κατὰ δὲ τὸ 1893 προετάθη
1853νέον νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον,
1854καίτοι τότε εὗρεν ἀντίστασιν παρὰ τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἐν
1855τῇ Βουλῇ, ἐψηφίσθη, καὶ ἔκτοτε ἐγκατεστάθη ἡ στρατιω-
1856τικὴ ἀστυνομία, καὶ Σῶμα στρατιωτικῶς συντεταγμένον, ἡ
1857ἀστυφυλακή. Οἱ ἀστυφύλακες δὲν εἶναι ἀστυνομικοὶ κλητῆ-
1858ρες, εἶναι Σῶμα στρατιωτικόν, ὅπερ ἐδημιουργήθη διὰ τὴν
1859ἀστυνομίαν. Ἡ προγενεστέρα νομοθεσία εἶχε καταστήσει
1860τὴν χωροφυλακὴν, εἰς ἣν εἶχεν ἀναθέσει τὰ καθήκοντα τῆς
1861τηρήσεως τῆς τάξεως ἐν τῇ ὑπαίθρῳ χώρᾳ, εἶχε δὲ κατα-
1862στήσει αὐτὴν καὶ ὡς βοηθητικὸν ὄργανον τῆς ἀστυνομίας.
1863Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος παρήγαγε πολλὰ ἄτοπα.
1864Εἶσθε πολῖται Ἕλληνες, κατοικεῖτε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις,
1865ἔχετε σχέσεις ἐν αὐταῖς, διότι ἀπὸ αὐτὰς προήλθετε, γνω-
1866ρίζετε δὲ ποῖα ἄτοπα παρήγαγε τὸ σύστημα τῆς στρατιω-
1867τικῆς ἀστυνομίας. Ἴσως δὲν πρέπει τις νὰ τὰ ἀναμιμνήσκῃ
1868ἑκάστοτε καὶ νὰ ἀριθμῇ αὐτὰ, διότι ἐνδεχόμενον εἶναι, τινὲς
1869νὰ ὑπολάβωσιν, ὅτι ταῦτα τὰ ἔκτροπα, τὰ λαβόντα χώραν,
1870συνδέονται μετὰ τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν πρέπει νὰ ἔχωμεν
1871πάντες ἐπὶ τοὺς ἄνδρας τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ κρίνω, ὅτι τὸ
1872πλεῖστον τῶν ἀτόπων ἐπῆλθεν ἕνεκα τοῦ εἴδους τῆς ὑπηρε-
1873σίας τοῦ ἀστυνομεῖν, ὅλως ἀντιθέτου πρὸς τὰ ἤθη καὶ τὰς
1874ἕξεις τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ. Ἡ ἀνατροφὴ τῶν κυρίων
1875ἀξιωματικῶν ἐπιβάλλει αὐτοῖς, ἐάν που εὕρωσι τὴν παρα-
1876μικρὰν ἀντίστασιν, νὰ καταστέλλωσιν αὐτὴν διὰ τῆς βίας,
1877καὶ ὅταν παραγγέλλωσί τι, νὰ ἀπαιτῶσι νὰ ἐκτελῆται ἀμέ-
1878σως καὶ ἀπαρασαλεύτως. Χαρακτὴρ τοιοῦτος, ἤθη τοιαῦτα
1879δὲν ἁρμόζουσιν εἰς ἀστυνόμους.
1880Ἀλλὰ πλὴν τούτου καὶ τὸν νόμον αὐτὸν περὶ στρατιω-
1881τικῆς ἀστυνομίας ἠθέτησαν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν· διότι, ἐνῷ
1882δὲν ἐπετρέπετο νὰ διορίζωνται ἐνωμοτάρχαι καὶ ὑπενω-
1883μοτάρχαι ἀστυνόμοι, κατέκλυσαν πάντας τοὺς δήμους μὲ
1884ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενωμοτάρχας, ἀντικατέστησαν δὲ τοὺς
1885ἄλλοτε δημοτικοὺς ἀστυνόμους οἱ ὑπενωμοτάρχαι, οἱ ὁποῖοι
1886ἐνίοτε ὠλίσθησαν καὶ εἰς σκέψεις ἰδιοωφελεῖς, καταγγελλού-
1887σας πρόνοιαν περὶ τῆς ἰδίας αὐτῶν εὐπορίας, οὐκ ὀλίγοι δὲ
1888ἐξετρέποντο καὶ εἰς καταχρήσεις, εἰς χρηματολογίας, εἰς
1889καταπιέσεις, εἰς καταθλίψεις, εἰς βασανισμούς, εἰς πράξεις
1890ἀποτροπαίους, τὰς ὁποίας εὔχομαι νὰ μὴ ἐπανίδω τελου-
1891μένας ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν.
1892Ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ εἴπωσι πρὸς ἡμᾶς: «διατὶ, ἀφοῦ
1893ἀποδέχεσθε τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, δὲν
1894ἐφαρμόζετε αὐτὸ διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἐφ’ ὅλου
1895τοῦ Κράτους; Τοῦτο δὲν εἶναι ἀνισότης;» Αὐτὴν τὴν ἀνι-
1896σότητα ἤλεγχεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας. Ἀλλὰ λησμονεῖ,
1897ὅτι ἡ ἀστυνομία ἐν πόλεσι πολυπληθέσι διαφέρει τῆς ἐν ταῖς
1898κώμαις καὶ τοῖς χωρίοις, πρέπει δὲ νὰ ἀναμνησθῇ, ὅτι ἡ
1899ἐν τοιαύταις πόλεσιν ἀστυνομία ἔχει πολλῷ πλείονα καθή-
1900κοντα καὶ μερίμνας, ἑπομένως καὶ μεγαλειτέραν καὶ βαρυ-
1901τέραν εὐθύνην ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ δημοτικὸς
1902ἀστυνόμος πρὸς τοὺς συμπολίτας του ἢ πρὸς τὸν δήμαρχον.
1903Λησμονεῖ δὲ προσέτι, ὅτι πρόκειται νὰ μεταβῶμεν ἀπὸ τὸ
1904ἐκρύθμως αὐστηρὸν σύστημα τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνομιῶν
1905εἰς τὸ ἠπιώτατον σύστημα τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, ὅπερ
1906δὲν εἶναι προσῆκον ἐν ταῖς πόλεσι ταῖς πολυπληθέσιν, ἐν
1907κοινωνίαις μεγάλαις· εἶναι μάλιστα τολμηρὸν νὰ ἐμπιστευθῇ
1908τις τὴν μέριμναν τὴν ἀστυνομικὴν εἰς δημότας χρηστοὺς
1909μὲν καὶ ἐντίμους, οὐδεμίαν ὅμως ἔχοντας παρασκευήν. Διὰ
1910τοῦτο, ἕνεκα τῶν περισσοτέρων ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἔχουσιν
1911αἱ πολυπληθεῖς πόλεις, ἕνεκα τῶν εὐθικτοτέρων ἕξεων, τὰς
1912ὁποίας ἔχουσιν οἱ τὰς πολυπληθεῖς χώρας κατοικοῦντες,
1913ἰδίως ἐκεῖ, ἔνθα ἑδρεύει ἡ κεντρικὴ διοίκησις τοῦ νομοῦ,
1914ἐκρίναμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταστήσωμεν διοικητικὴν ἀστυ-
1915νομίαν.
1916Ἀλλὰ ποῦ θέλομεν εὕρει τὰ ὄργανα τῆς διοικητικῆς ἀστυ-
1917νομίας; Οἱ διοικοῦντες κατὰ τὸ 1901 καὶ 1902 προσέφυγον
1918εἰς δικηγόρους, καὶ κατήρτισαν σύστημα διοικητικῆς ἀστυ-
1919νομίας, εἰς τὴν ὁποίαν τοιοῦτοι ἔμελλον νὰ γείνωσιν ἀστυ-
1920νόμοι. Οἱ δικηγόροι εἶναι νέοι φιλότιμοι, ἐπιστήμονες, ἀλλ’
1921ἥκιστα ἐξησκημένοι διὰ νὰ ἐνεργῶσιν ἀστυνομικὰ καθήκοντα.
1922Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἐπαρκῶσιν, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ
1923δύνανται νὰ ἀντιληφθῶσι καὶ νὰ κρίνωσι περὶ τῶν ἀναγκῶν
1924τόπου τινὸς, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζουσι. Διὰ τοῦτο ἔκρινα, ὅτι
1925ἔπρεπε νὰ προτιμήσωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλα-
1926κῆς, ἀφοῦ μάλιστα μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν διδακτόρων εἰς τὸ
1927Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἐβελτιώθη τὸ προσωπικὸν τῶν ἀξιω-
1928ματικῶν. Ἐὰν ἔχωμεν λοιπὸν ἀνθυπομοιράρχους ἀστυνόμους,
1929βεβαίως ἔχομεν περισσοτέρας ἐγγυήσεις ἢ ἂν ἔχωμεν ὄρ-
1930γανα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας πολίτας ἢ δικηγόρους!
1931Ἡ διαφορὰ λοιπὸν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἐν τοῖς
1932δήμοις, τοῖς ἔχουσι πληθυσμὸν μικρότερον τῶν 11,000 ψυ-
1933χῶν, δημοτικῶν ἀστυνόμων καὶ τῶν ἐν ταῖς πρωτευούσαις
1934τῶν νομῶν ἢ τῶν ἐν τοῖς δήμοις τοῖς ἔχουσι πληθυσμὸν ὑπέρ-
1935τερον τῶν 11,000 ψυχῶν, ἡ διαφορὰ κεῖται ἀλλαχοῦ, εἶναι
1936συνέπεια τῆς διαφορᾶς τῆς ἐνδεικνυομένης ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν
1937ἑκατέρας τῶν κοινωνιῶν τούτων. Ἡ κοινωνία τῶν μικρῶν δή-
1938μων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πληθυσμὸν ὀλιγώτερον τῶν 11,000,
1939ἔχει ἀνάγκας μικροτέρας, ὀλιγωτέρας λέγω μικροτέρας κατὰ
1940τὴν οὐσίαν, ὀλιγωτέρας κατὰ τὸν ἀριθμὸν ἀπὸ τὰς ἀνάγκας,
1941τὰς ὁποίας ἔχει ἡ κοινωνία τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι
1942πληθυσμὸν ἀνώτερον, καὶ μάλιστα ἡ κοινωνία τῶν πόλεων,
1943αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουσιν ὡς ἕδρα τῆς διοικήσεως, ὡς ἕδραι
1944τῶν νομῶν.
1945Ἀλλ’ εὑρέθη μία ἄλλη ἔνστασις, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ ἐτά-
1946ραξε τὸ πνεῦμα τῆς ἰσότητος, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἐν τοῖς
1947ἤθεσι καὶ ἐν τοῖς διδάγμασι τοῖς πολιτικοῖς τοῦ κ. Βουλευ-
1948τοῦ Κερκύρας. «Διατὶ εἰς τινας δήμους παρέχετε ἀστυφύ-
1949λακας, καὶ εἰς τινας ἄλλους δήμους δὲν δίδετε ἀστυφύλα-
1950κας;» Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ καὶ ἐφαρμοσθῇ, περισ-
1951σεύουσι πολλοὶ ἀστυφύλακες. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
19521902 ὑπῆρχον 172 ἐνωμοτάρχαι τῆς ἀστυφυλακῆς, 130
1953ὑπενωμοτάρχαι καὶ 2235 ἀστυφύλακες. Κατὰ τὸ νομο-
1954σχέδιον ἀπαιτοῦνται μόνον 1100. Ἐὰν ἤθελε παρουσιασθῆ
1955ἀνάγκη κατ’ ἄλλο ἔτος, ἐὰν κατὰ τὸ 1904 ἤθελε παρου-
1956σιασθῆ ἀνάγκη πλειόνων, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ θέλει ἀνα-
1957γραφῆ πίστωσις διὰ περισσοτέρους τῶν 1100, διὰ 1300,
1958διὰ 1500. Ἀλλ’ ἐγὼ ὑπέθεσα, ὅτι κατὰ τὸ 1903 ἀρκοῦσι
19591100, καὶ ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
1960κῶν ἐφρόνει ὡσαύτως, ὅτι καλῶς ὑπελόγισα, ὅτι ἀρκοῦσι
19611100.
1962§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν λέξιν; Ἐὰν ψη-
1963φισθῇ ὁ νόμος, θὰ δυνηθῆτε νὰ προσθέσητε ἀριθμὸν ἀστυφυ-
1964λάκων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, ἐὰν θεωρηθῇ τρο-
1965πολογία τοῦ νόμου;
1966§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
1967§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκεῖ ὁρίζεται ὁ ἀριθμός.
1968§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ δῆμοι οἱ ἔχοντες πληθυ-
1969σμὸν ὀλιγώτερον τῶν 11,000 ψυχῶν θέλουσιν ἔχει δημοτικὴν
1970ἀστυνομίαν. Ἀλλὰ πόσους θέλει ἔχει ἕκαστος αὐτῶν κλητῆ-
1971ρας, αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ χρηματικὰ μέσα αὐτῶν. Ἐὰν
1972θέλωσιν ἔχει ἀστυνομικοὺς κλητῆρας δημότας αὐτῶν, τοὺς
1973ὁποίους ἤθελον προσλάβει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ κρίνωσιν ὅτι
1974οὗτοι ἐπαρκοῦσιν, εἰσὶ κύριοι νὰ μεταχειρισθῶσιν αὐτούς.
1975Ἐὰν ὅμως ἤθελον κρίνει, ὅτι εἰσὶν ἀναγκαῖοι εἰς αὐτοὺς ἄν-
1976δρες μᾶλλον ἠσκημένοι εἰς τὸ ἀστυνομεῖν,—τὸ Κράτος ἔχει
1977διαθεσίμους πολλοὺς περιττεύοντας, ὡς εἴρηται, ἀστυφύλα-
1978κας,—θέλουσι ζητήσει αὐτούς· βεβαίως δὲ θέλομεν παραχω-
1979ρήσει εἰς τοὺς τοιούτους δήμους τόσους ἀστυφύλακας, ὅσους
1980θέλουσι ζητήσει. Καὶ ἐπειδὴ οἱ δῆμοι δὲν εἶναι πάντοτε εὔ-
1981ποροι, ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ Κράτος νὰ
1982ἔλθῃ ἐπίκουρον καὶ νὰ πληρώνῃ εἰς τοὺς ἀστυφύλακας τού-
1983τους τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ των. Τοιουτοτρόπως θέλει εὐκο-
1984λύνει τοὺς δήμους τούτους νὰ ἔχωσιν ἀστυφύλακας ὑπὸ τὰς
1985διαταγὰς τοῦ δημοτικοῦ ἀστυνόμου. Αὐτὸ δὲν εἶναι, νομίζω,
1986ἀνισότης, εἶναι εὐκολία, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος παρέχει εἰς
1987τὴν κοινωνίαν τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δημοτικὴν ἀστυ-
1988νομίαν, καὶ οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἔχωσι κλητῆρας, δηλαδὴ
1989ἐκτελεστὰς τῶν παραγγελμάτων τῶν ἀστυνόμων μᾶλλον
1990ἠσκημένους, μᾶλλον ἐπιτηδείους πρὸς τὸ ἐκπληροῦν τὰ ἀστυ-
1991νομικὰ καθήκοντα.
1992Ἀλλ’ ἐξητάσθη καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὸ νομοσχέδιον,
1993ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὅτι θέλουσιν ἐπιβαρυνθῆ οἱ δῆμοι δι’ ἐξόδων
1994ἀστυνομικῶν. Πρόκειται περὶ τῶν δήμων τῶν ἐχόντων πληθυ-
1995σμὸν ὀλιγώτερον τῶν 11,000. Οὗτοι θέλουσιν ἔχει ἕνα ἀστυ-
1996νόμον· θέλει δὲ ἐκλέξει ἕκαστον Δημοτικὸν Συμβούλιον, κατὰ
1997τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1891, τρεῖς ὑποψηφίους, ἵνα
1998διορίσῃ ἕνα ἐξ αὐτῶν ὁ δήμαρχος. Θέλουσι πληρώνει βε-
1999βαίως τὸν μισθὸν τοῦ ἀστυνόμου, θέλουσιν ἔχει καὶ πέντε
2000κλητῆρας, ἢ τρεῖς κλητῆρας, ἢ ἕνα κλητῆρα, ὅσους ἤθελον
2001ἐγκρίνει καὶ δι’ ὅσους ἤθελον ἔχει τὰ μέσα νὰ ἀναγράψωσι
2002πίστωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Εἶναι ὑπόθεσις τοῦ δήμου,
2003ἀνάγκη τοῦ δήμου. Δὲν νομίζω ὅτι ἐπιβαρύνομεν ἡμεῖς τὸν
2004δῆμον, διότι ἀφίνομεν αὐτὸν νὰ μισθοδοτῇ τὸν ἀστυνόμον,
2005καὶ ἀφίνομεν αὐτὸν νὰ μισθοδοτῇ τοὺς ἀστυνομικοὺς κλη-
2006τῆρας. Ὑπῆρξε μάλιστα ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐζήτουν
2007ἀπὸ τοὺς δήμους κατὰ τὸν νόμον νὰ εἰσφέρωσι τὰ ἔξοδα τῆς
2008στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ κατὰ τὰ πρῶτα δύο ἔτη εἰσε-
2009πράττοντο ἀσπλάγχνως ἀπὸ τοὺς δήμους ποσὰ ἀνώτερα ἐκεί-
2010νων, τὰ ὁποῖα οὗτοι ἠδύναντο νὰ παράσχωσι, καὶ οἱ δῆμοι εἶ-
2011χον περιπέσει εἰς στέρησιν τῶν μέσων τῆς διοικήσεως, οὐδὲ
2012εἶχον τὰ μέσα ἵνα διοικηθῶσιν, ἕως οὗ εὑρέθη τρόπος καὶ
2013ἐπετράπη εἰς τοὺς δήμους νὰ ἔχωσι 2000 δραχμὰς τοὐλά-
2014χιστον, διὰ νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τοῦ
2015δήμου. Ὥστε τὸ σύστημα τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβα-
2016ρύνῃ τοὺς δήμους ὑπεράγαν.
2017Λέγω δ’ ὅτι ἡ διοίκησις θέλει ἔχει περισσεύοντας ἀστυ-
2018φύλακας, καὶ διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν σημείωσιν τοῦ κυρίου
2019Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολο-
2020γισμῷ 814 χιλιάδες δραχμαὶ, τὰς ὁποίας θέλει πληρώνει
2021τὸ Κράτος, ἕως ὅτου χρησιμοποιήσῃ τοὺς ἀστυφύλακας τού-
2022τους. Ἤθελεν εἶσθαι σκληρὸν, ἄδικον καὶ ἴσως καὶ ἐπικίν-
2023δυνον, νὰ ἀφήσῃ ἐν ἀργίᾳ, νὰ ῥίψῃ εἰς τὰς ὁδοὺς ἀνθρώπους
2024ἠσκημένους εἰς τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἡ ἀφαί-
2025ρεσις τοῦ πόρου τῆς ζωῆς, τὸν ὁποῖον εἶχον, δὲν ἦτο ἀδύ-
2026νατον νὰ παραγάγῃ παρεκτροπὰς, ἢ πράξεις ἀξιοποίνους.
2027Διὰ τοῦτο ἔκρινα, ὅτι ἡ χρησιμοποίησις αὐτῶν ἐν τῇ
2028ὑπηρεσίᾳ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας οὐ μόνον ἐνεδείκνυτο,
2029ἀλλ’ ἀπέβαινε καὶ ὠφέλιμος. Ἐὰν ἀστυφύλακές τινες θέ-
2030λωσι νὰ ἀπέλθωσι τῶν τάξεων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπηρέτουν,
2031ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει ἀπολύσει αὐτούς. Ἐκείνους ὅμως, οἱ
2032ὁποῖοι δὲν θέλουσι νὰ ἀπέλθωσιν, αὐτοὺς δυνάμεθα νὰ τοπο-
2033θετήσωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν· τούτου δὲ γενομέ-
2034νου, θέλομεν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν 330
2035περίπου χωροφύλακας, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται τώρα ὡς δα-
2036σοφύλακες, ἐκπληροῦντες ἔργα δασοφυλάκων. Βεβαίως, ἐὰν
2037δὲν ὑπῆρχον οἱ περισσεύοντες ἀστυφύλακες, ἤθελεν εἶσθαι
2038συμφερώτερον, διότι ἠθέλομεν ἀπαλλαγῆ τῆς δαπάνης 814
2039χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐὰν αὐτοὶ διατηρηθῶσι, — καὶ βε-
2040βαίως δὲν πρέπει νὰ ἀπολύσωμεν αὐτοὺς τῆς ὑπηρεσίας, —
2041δυνάμεθα νὰ τοὺς χρησιμοποιήσωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν
2042δασῶν, δυνάμεθα νὰ τοὺς χρησιμοποιήσωμεν προσέτι ἐν ἀνάγ-
2043κῃ καὶ εἰς τὴν τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν, διότι πολλαὶ θέσεις
2044τελωνοφυλάκων χηρεύουσι, τὰς ὁποίας οὔτε ἐγὼ κατὰ τὸ
2045διάστημα τοῦτο ἐσκέφθην νὰ πληρώσω, οὐδ’ ἔλαβον καιρὸν
2046νὰ φροντίσω, ἵνα πληρώσω.
2047Αὕτη εἶναι ὅλη ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου. Τὸ περὶ ἀστυνο-
2048μικῆς διοικήσεως νομοσχέδιον ἔλαβεν ὄντως ἀναξιοπρεπῆ
2049ὑποδοχὴν παρὰ τοῖς ἀγορεύσασι μέχρι τοῦδε κατ’ αὐτοῦ. Ἡ
2050πρώτη ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Κερκύρας βεβαίως
2051δὲν ἐξεδήλου προσοχὴν, ἀλλ’ ὀλιγωρίαν τοῦ νομοσχεδίου,
2052διότι τὸ ἐθεώρησεν, ὅτι ἦτο ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἄξιον
2053νὰ ῥιφθῇ ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρον, διότι ἔκρινεν αὐτὸ ἀμελέτη-
2054τον, καὶ ὅτι αἱ διατάξεις αὐτοῦ ἦσαν ἀκατανόητοι. Ἔλεγε
2055π. χ., ὅτι ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ προσδιωρίζετο ἀριθμὸς δη-
2056μοτῶν 11,000, ὅτι δ’ ἐν ἄλλοις ἄρθροις προσδιωρίζετο ἀριθ-
2057μὸς δημοτῶν 12,000. Τοῦτο παρίστα ὡς ἀποδεικνῦον, ὅτι
2058τὸ νομοσχέδιον ἦτο ἀμελέτητον. Καὶ τοῦτο ἦτο ἀληθῶς τυ-
2059πογραφικὸν λάθος· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἔκρι-
2060νεν αὐτὸ ὡς ἔλλειψιν μελέτης, ὡς ἔλλειψιν προσοχῆς, διότι
2061ἔκρινεν, ὅτι ὁ νόμος δὲν κανονίζει πλήρως τὰς λεπτομερείας·
2062εἷς μάλιστα τῶν κυρίων Βουλευτῶν—ὄχι ὁ κ. ἐκ Κερκύρας,
2063ἀλλὰ συνάδελφος αὐτοῦ—ἐπρότεινε μίαν γνώμην, νὰ ἐπι-
2064στραφῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι δὲν ἔπρεπε
2065ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ μὲ τοιοῦτο νομοσχέδιον! Τὸ νομοσχέ-
2066διον τοῦτο δύναται πάντως νὰ παραπονεθῇ διὰ τὴν ἔλλει-
2067ψιν προσοχῆς, τὴν ὁποίαν κατέδειξαν πρὸς αὐτό, δὲν εἶναι
2068ὅμως τοιοῦτον· ἂν δ’ ἡμεῖς ἐπεμείναμεν νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ ἡ
2069Βουλή, ἂν ἐπεμείναμεν φρονοῦντες, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ
2070καὶ νὰ κυρωθῇ, ὅπως γένηται νόμος τοῦ Κράτους, ἐπεμεί-
2071ναμεν οὐχὶ μόνον διὰ τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα,
2072ἀλλ’ ἐπεμείναμεν καὶ διὰ τὰ διοικητικὰ ἀποτελέσματα,
2073τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν, ὅτι θέλει παραγάγει τοῦ νόμου τού-
2074του ἡ ἐκτέλεσις· ἐλπίζομεν δ’ ὅτι οἱ συμπολῖται ἡμῶν θέ-
2075λουσιν εὐλογήσει τὸν νόμον τοῦτον, ὅταν δυνηθῶσι νὰ ἀνα-
2076πνεύσωσι, πεπεισμένοι, ὅτι ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν δὲν εἶ-
2077ναι τὸ μαστίγιον τοῦ ὑπενωμοτάρχου καὶ τοῦ χωροφύλακος
2078(εὖγε! εὖγε!), ὅτι αἱ ὄρνιθες αὐτῶν καὶ οἱ χοῖροι αὐτῶν
2079καὶ οἱ ἀμνοὶ αὐτῶν δὲν πίπτουσι θύματα τῆς ὀρέξεως αὐτῶν
2080τῶν ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον θαυμάζουν
2081ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὸ σύστημα τῆς στρατιω-
2082τικῆς ἀστυνομίας.
2083Ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα. Ἠκούσατε
2084τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, ὡς παρέστησεν αὐτὰ ὑμῖν ὁ
2085κ. Βουλευτὴς Κερκύρας; Εἶναι εἶδος λογαριασμῶν, τοὺς
2086ὁποίους ἴσως ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας νομίζει ὀρθοὺς, ἐγὼ
2087ὅμως δὲν κρίνω τὸ σύστημα τῶν λογαριασμῶν τούτων ὀρ-
2088θὸν, θέλω δὲ ἀμέσως πραγματευθῆ περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀπο-
2089τελεσμάτων.
2090Τὸ προσωπικὸν τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἀστυνομίας κατὰ
2091τὸ 1901 ἀνήρχετο εἰς ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν, συμπεριλαμβα-
2092νομένων καὶ τῶν ἀστυϊάτρων, 375, ἤτοι εἰς ἕνα Διευθυντὴν
2093τῆς ἀστυνομίας, εἰς ἕνα ἀγροτικὸν ἀστυνόμον, εἰς 12 δι-
2094ευθυντὰς αʹ τάξεως, εἰς 5 διευθυντὰς βʹ τάξεως, εἰς 8 δι-
2095ευθυντὰς γʹ τάξεως, εἰς 21 ἀστυνόμους αʹ τάξεως, εἰς 20
2096ἀστυνόμους βʹ τάξεως, εἰς 66 ἀστυνόμους γʹ τάξεως, εἰς 90
2097ὑπαστυνόμους αʹ τάξεως, εἰς 120 ὑπαστυνόμους βʹ τάξεως,
2098καὶ εἰς 31 ἀστυϊάτρους· ἐδαπανῶντο δὲ εἰς μισθοὺς τοῦ
2099προσωπικοῦ τούτου τῆς ἀστυνομίας δραχ. 653,760. Κατὰ
2100τὸ 1902 περιωρίσθη τὸ προσωπικὸν εἰς 353, ἤτοι εἰς 38
2101ἀξιωματικοὺς ἐν τῇ Διευθύνσει τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνο-
2102μίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, εἰς 315 δὲ ἀξιωματικοὺς ἐν
2103ταῖς ἀστυνομίαις τῶν ἐπαρχιῶν· ἀνεγράφησαν δ’ ἐν τῷ Προ-
2104ϋπολογισμῷ διὰ μισθοὺς αὐτῶν πιστώσεις δραχ. 667,360,
2105ἀλλ’ ἠλάττωσαν τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως κατὰ 150,000
2106δραχμὰς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἤθελον μείνει θέσεις τινὲς κεναί.
2107Κατὰ τὸ 1903 ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων περι-
2108ορίζεται κατὰ τὸ προταθὲν νομοσχέδιον, καὶ ἑπομένως διὰ
2109τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς 59, ἡ δὲ διὰ τοὺς μισθοὺς αὐτῶν
2110ἀναγραφεῖσα πίστωσις συνίσταται εἰς δραχμὰς 147,360.
2111Φρονῶ δ’ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παραπέμψωμεν εἰς τὰ συν-
2112τάγματα τοῦ στρατοῦ τοὺς περισσεύοντας 294 ἀξιωματι-
2113κούς, ἀφοῦ ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία θέλει ἐκτελεῖσθαι οὐχὶ
2114διὰ 353 ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ 59.
2115§128Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ τὴν καταργήσητε τὴν ἀστυνομίαν,
2116καὶ βεβαίως ἡ παραβολὴ δὲν εἶναι ὀρθή.
2117§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως τὴν καταργοῦμεν, καὶ
2118διὰ τοῦτο, ἀντὶ 375, θέλομεν ἀπασχολεῖ εἰς τὴν ἀστυνο-
2119μικὴν ὑπηρεσίαν μόνον 59.
2120§130Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ θὰ ἔχητε τοὺς ἀστυνόμους τοὺς
2121ἄλλους.
2122§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ἄλλοι ἀστυνόμοι, θέλετε
2123ἰδεῖ, ὅτι ἀνέρχονται εἰς 28, προστιθεμένων δ’ εἰς αὐτοὺς
2124τῶν τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς,
2125συμποσοῦται τὸ ὅλον εἰς 59, καὶ δὲν θέλουσιν εἶσθαι 375.
2126Λοιπὸν 294 ἀξιωματικοὺς θέλομεν παρακαλέσει νὰ μετα-
2127βῶσιν εἰς τὰ συντάγματά των.
2128§132Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ τοὺς πληρώνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
2129Στρατιωτικῶν.
2130§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως. Αὐτὸς εἶναι ἄλλος
2131λογαριασμός... (γέλωτες ἐξ ἀριστερῶν). Μὴ γελᾶτε! μὴ
2132γελᾶτε!... Εἶναι ἄλλος λογαριασμὸς, διότι θέλομεν πλη-
2133ρώνει αὐτοὺς διὰ νὰ ἐκπληρῶσι τὰ στρατιωτικά των ἔργα,
2134καὶ οὐχὶ νὰ μένωσιν ὡς ἀστυνόμοι, διαφθειρόμενοι καὶ μετα-
2135βάλλοντες τὸ ἦθός των.
2136§134ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἄλλο αὐτό.
2137§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ διακό-
2138πτετε.
2139Ἄν ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι, συντελοῦμεν εἰς
2140τὸ νὰ ἐπεκτείνηται ἡ διαφθορὰ τῶν ἀξιωματικῶν, διότι οἱ
2141ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι προωρισμένοι νὰ ἐπιτηρῶσι τὰς Ἀγο-
2142ρὰς καὶ τὰ κρεοπωλεῖα, δὲν εἶναι προωρισμένοι νὰ ἐπιτηρῶ-
2143σι τὰς ἄλλας γνωστὰς τάξεις τῆς κοινωνίας ἐν ταῖς πόλεσι
2144καὶ ἐν τοῖς γνωστοῖς καταστήμασιν αὐτῶν.
2145§136ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ....
2146§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Φωτήλα, διακοπὰς δὲν
2147δέχομαι. Σεῖς μάλιστα νὰ διακόπτητε, ὁ ὁποῖος συνεταυ-
2148τίσατε τὴν τύχην σας μετ’ ἐμοῦ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ
2149σταφιδικοῦ! (γέλωτες).
2150Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι, ἂν δὲν ὠφελήθη ὁ τόπος διὰ
2151τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἂν δὲν ἔλαβον ἀφορμὰς νὰ
2152εὐλογῶσι τὸ ἀστυνομικὸν τοῦτο σύστημα οἱ πολῖται ἐκεῖνοι,
2153οἱ ὁποῖοι κατεπιέσθησαν, ἐδάρησαν, ἐφυλακίσθησαν, ἐμωλω-
2154πίσθησαν, καὶ τῶν ὁποίων ἡρπάγησαν οἱ ἀμνοὶ καὶ αἱ ὄρνιθες
2155καὶ οἱ χοῖροι καὶ τὰ οἰκιακά των ζῷα, νομίζετε, ὅτι τοῦτο
2156μόνον ἔχομεν νὰ κατακρίνωμεν; Τὸ σύστημα τῆς στρατιω-
2157τικῆς ἀστυνομίας συνετέλεσε ν’ ἀποκτήσωσιν οἱ ἀξιωματι-
2158κοὶ πολλὰς κακὰς ἕξεις, αἵτινες δὲν ἁρμόζουσιν εἰς ἀξιωμα-
2159τικοὺς τοῦ στρατοῦ, μάλιστα τοῦ Ἑλληνικοῦ. Πρέπει λοι-
2160πὸν ν’ ἀποδώσωμεν αὐτοὺς εἰς τὰ συντάγματα, διὰ ν’ ἀνα-
2161κτήσωσι τὰς παλαιάς των ἕξεις, τὸ παλαιὸν ἦθος αὐτῶν,
2162τὸ ὁποῖον ἁρμόζει εἰς αὐτούς.
2163Κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἀστυνομικὸν, ὑπῆρχον 4144 ἀστυ-
2164φύλακες κατὰ τὸ 1901, καὶ ἀνεγράφη δι’ αὐτοὺς πίστωσις
2165ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δραχμῶν 3,261,120. Ὁ ἀριθμὸς αὐ-
2166τῶν περιωρίσθη κατὰ τὸ 1902 εἰς 2257, ἑπομένως ἡ δι’
2167αὐτοὺς ἀναγραφεῖσα πίστωσις περιωρίσθη εἰς δρ. 1,838,400.
2168§138Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. 1984.
2169§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλουσι προστεθῆ.
2170§140Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
2171§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
21721902 εἰσὶν ἀναγεγραμμένοι ἀστυφύλακες 2257. Κατὰ τὸ
2173σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων ἀνα-
2174βαίνει εἰς 1100. Θέλουσιν ἐπαρκέσει οἱ 1100; Νομίζομεν
2175ὅτι δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσι· καὶ ἂν δυνηθῶσι νὰ ἐπαρκέσω-
2176σιν, ἔχομεν αἰσθητὴν οἰκονομίαν δαπάνης.
2177§142ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐάν.
2178§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐάν. Αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὴν
2179εὐθύνην ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως θέλομεν κατακριθῆ, ἐὰν
2180συμβῶσι τόσαι ἀξιόποινοι πράξεις ἕνεκα ἀνεπαρκείας τοῦ
2181ἀριθμοῦ τῶν ἀστυφυλάκων, ὅσαι δὲν συνέβησαν κατὰ τὰ
2182παρελθόντα ἔτη.
2183§144Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον.
2184§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς στρατιω-
2185τικῆς ἀστυνομίας, κατὰ τοὺς περὶ αὐτῆς νόμους, ἐλάμβα-
2186νον ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ των καὶ ἀποζημιώσεις. Διὰ τὰς ἀπο-
2187ζημιώσεις ταύτας κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθη πίστωσις
218865,000 δραχμῶν, κατὰ τὸ 1902 ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπο-
2189λογισμῷ πίστωσις ἐκ δρ. 108,400, κατὰ τὸ 1903 δὲ περι-
2190ορίζεται ἡ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἰς δρ. 16,980.
2191Ὡς ἀστυνομικὰ ἔξοδα καὶ ὡς ἔκτακτα ἔξοδα ἀνεγράφη
2192καὶ ἄλλη πίστωσις· καὶ κατὰ μὲν τὸ 1901 προϋπελογίσθη
2193δαπάνη δραχμῶν 293,700, κατὰ τὸ 1902 ταῦτα προϋπε-
2194λογίσθησαν εἰς δραχ. 317,064, κατὰ δὲ τὸ 1903 αἱ ἀνα-
2195γραφεῖσαι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δι’ αὐτὰ πιστώσεις περιω-
2196ρίσθησαν εἰς δραχ. 51,362.
2197§146Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἀναγράφετε δι’ ἔκτακτα ἔξοδα
2198τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς μόνον 13,400 δραχμάς.
2199Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν αὗται;
2200§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
2201ἀναγραφόμενα δὲν ἐπαρκέσωσι, θέλομεν ζητήσει ἀναπληρω-
2202ματικὴν πίστωσιν. Ἀλλ’ ἡ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δὲν
2203θέλει ἀναβιβάσει τὰ ἔξοδα εἰς τὸ ποσὸν οὐδὲ τῶν δραχμῶν
2204317,064, οὐδ’ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 293,700. Ἀνεγράψαμεν
2205πίστωσιν δρ. 51,362· ἂν γένηται ἀνάγκη, δραχ. 90,000,
2206ἔστω· ἀλλὰ δὲν θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 317,064.
2207Ὡμίλησεν ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς καὶ περὶ ἐνοικίων.
2208Τὰ ἐνοίκια κατὰ τὸ 1901 ἀνέβησαν εἰς δραχμὰς 265,000,
2209κατὰ τὸ 1902 περιωρίσθησαν εἰς 262,000. Κατὰ τὸ 1903
2210ἡμεῖς ὑπολογίζομεν ποσὸν μικρότερον, διότι, ἐὰν, ὡς ἐλπί-
2211ζομεν, τὰ συμβόλαια, διὰ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι μεμισθω-
2212μέναι αἱ οἰκίαι αἱ χρησιμεύουσαι ὡς στρατιωτικὰ ἀστυνο-
2213μικὰ καταστήματα, δὲν ἔχωσιν ἐπιβάλει ὑποχρεώσεις εἰς τὸ
2214Κράτος διὰ 5, 6, 8 ἢ 10 ἔτη, ὅπερ δὲν πιστεύομεν νὰ ἐγέ-
2215νετο, καὶ τὰ ἀστυνομικὰ καταστήματα ἐμισθώθησαν δι’ ἓν
2216ἔτος ἢ διὰ δύο ἔτη...
2217§148Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν δύνασθε εἰς τὰς Πάτρας μὲ 70
2218δραχμὰς νὰ εὕρητε οἰκίαν δι’ ἀστυνομικὸν κατάστημα.
2219§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ... Ἐὰν, λέγω, ἐμισθώθησαν
2220δι’ ἓν ἢ δύο ἔτη, ἴσως λήγουσι νῦν αἱ τοιαῦται μισθώσεις·
2221ἐὰν δὲ λήξωσιν ἐν ὅσῳ διαχειριζόμεθα ἡμεῖς τὰ κοινὰ, θέ-
2222λομεν λάβει πρόνοιαν νὰ μὴ ἐξοδεύσωμεν 265,000 δραχμὰς
2223εἰς ἐνοίκια.
2224Ποία εἶναι ἡ πρόνοια; Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι τὴν πρόνοιαν
2225ταύτην ἐφαρμόζω ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ
2226ἐν τῷ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονο-
2227μικῶν, εἰς ἐνοίκια τελωνειακῶν καταστημάτων καὶ τελωνο-
2228σταθμαρχείων καὶ τελωνοφυλακείων καὶ διαφόρων ἄλλων
2229ὑπηρεσιῶν, κατώρθωσα νὰ ἐπιτύχω ἐλαττώσεις τοιαύτας
2230δαπανῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς ἐνοίκια
2231νοσοκομείων, θεραπευτηρίων καὶ συνταγμάτων, ταγμάτων
2232κλπ. ἐπήνεγκον καὶ ἐκεῖ ἐλαττώσεις. Οὕτω θέλω προσπα-
2233θήσει νὰ ἐπιφέρω τοιαύτην ἐλάττωσιν καὶ ἐπὶ τῶν ἐνοικίων
2234τῶν ἀστυνομικῶν καταστημάτων. Ἐὰν δὲν ἐπιτύχωμεν με-
2235γάλας ἐλαττώσεις, ἀλλὰ δαπάνην 265 χιλιάδων δραχμῶν
2236δι’ ἐνοίκια ἐλπίζομεν νὰ μὴ ἔχωμεν.
2237§150Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ κἄποιος ἄλλος θὰ ἔχῃ αὐτὰς
2238τὰς δαπάνας.
2239§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι. Οὐδείς.
2240§152Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς ὄχι; Νομίζετε, ὅτι εἰς τὸν Πό-
2241ρον, τὴν Αἴγιναν κλπ. δὲν θὰ ὑπάρχωσιν ἀστυνομίαι;
2242§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀστυνομίας
2243τῶν πόλεων καὶ τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πληθυσμὸν ἀνώ-
2244τερον τῶν 11,000, ἢ εἶναι πρωτεύουσαι νομῶν, τὰ ἐνοίκια
2245τῶν ἀστυνομιῶν ἐκεῖ πληρώνει τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ τὰ ἐνοί-
2246κια τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν θέλουσι πληρώνει οἱ δῆμοι.
2247§154Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Δὲν θὰ ἦναι τόσον ὑπέρογκα.
2248§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖνα τὰ ἐνοίκια, τὰ
2249ὁποῖα θέλουσι βαρύνει τοὺς δήμους, θέλουσι συνίστασθαι εἰς
225015 δραχμὰς ἢ εἰς 12 δραχμάς.
2251§156Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατὰ τί εἶναι περισσότερα σήμερον;
2252§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὰ ἔξοδα αὐτὰ περιλαμ-
2253βάνονται καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ φωτισμοῦ, τῆς θερμάνσεως, τῆς
2254γραφικῆς ὕλης. Δι’ αὐτὰ κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθη πί-
2255στωσις δρ. 157,000, κατὰ τὸ 1902 ἀνεβιβάσθη αὕτη εἰς
2256175,000, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲ τοῦ 1903 ἀνεγράψαμεν
2257ἐν γένει δρ. 23,162.
2258§158Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἐδαπανήθησαν, προϋπελογίσθησαν.
2259§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω προσωρινὸν ἀπολογισμόν.
2260§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχετε δαπάνην 136,000;
2261§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς κατωρθώθη ν’ ἀναγραφῶ-
2262σιν 175,000 δραχμαὶ διὰ τὸ 1902; Ἡμεῖς ἀναγράφομεν,
2263ὡς εἶπον, μόνον δραχμὰς 23,162. Ἐὰν θὰ πληρώσωμεν
226430,000, καὶ τότε θέλομεν δαπανήσει ὀλιγώτερα τῶν 175
2265χιλιάδων. Νομίζετε ὅτι εἶναι ζημία, ἐὰν δὲν δίδωμεν τόσον
2266μεγάλην εὐκολίαν εἰς τοὺς ἐκτελοῦντας νὰ γινώσκωσιν, ὅτι
2267δύνανται νὰ δαπανήσωσι διὰ γραφικὴν ὕλην δρ. 175,000;
2268Καὶ διὰ γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας κατὰ τὸ 1901 ἀνεγράφη
2269πίστωσις δραχμῶν 26,000, κατὰ τὸ 1902 δραχ. 34,000,
2270τόσον δὲ ποσὸν ἀναγράφομεν καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ Προϋπολογι-
2271σμῷ τοῦ 1903.
2272Πρέπει νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἄλλους ἀριθμοὺς, καίτοι αἱ
2273λεπτομέρειαι σᾶς ἔφεραν κάματον. Κατὰ τὸ 1901 δι’ ἔξοδα
2274ἀστυνομίας ἐν γένει προϋπελογίσθησαν δραχ. 4,471,860,
2275κατὰ τὸ 1902 τὰ προϋπολογισθέντα ἐμειώθησαν εἰς δραχ-
2276μὰς 3,192,224, ἐν δὲ τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 ἡ διὰ
2277τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν δαπάνη προσδιωρίσθη εἰς δραχ.
22782,291,816· τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο περιλαμβάνει καὶ δραχ.
2279814,320, δαπάνην προϋπολογισθεῖσαν διὰ τὸν μισθὸν τῶν
2280περισσευόντων ἀστυφυλάκων, καὶ προσέτι δαπάνην 135,000
2281δρ. ἀναγραφεῖσαν διὰ μισθοὺς, ἐπιμίσθια, ὁδοιπορικὰ ἔξοδα,
2282ἔξοδα γραφικῆς ὕλης καὶ θερμάνσεως, ἐνοίκια ἀστυνομικῶν
2283καταστημάτων καὶ ἄλλα ἔξοδα ἐπὶ ἕνα καὶ ἥμισυ μῆνα,
2284καθ’ ὃν ἤθελεν ἐξακολουθεῖ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1903 ἐφαρ-
2285μοζόμενον τὸ ἰσχῦον ἀστυνομικὸν σύστημα, ἕως ἂν ψηφισθῇ
2286καὶ κυρωθὲν τεθῇ ἐν ἐφαρμογῇ τὸ διὰ τοῦ συζητουμένου νο-
2287μοσχεδίου εἰσαγόμενον νέον ἀστυνομικὸν σύστημα.
2288Ἂν τὰ δύο ταῦτα ποσὰ, συγκεφαλαιούμενα εἰς δραχμὰς
2289944,320, ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπο-
2290λογισμῷ δι’ ἔξοδα ἀστυνομίας ποσὸν τῶν 2,291,816, διότι
2291ἡ ἀνάγκη τῆς δαπάνης τῶν δύο τούτων ποσῶν εἶναι παρο-
2292δικὴ καὶ οὐχὶ μόνιμος, τὰ κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέ-
2293διον ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας περιορίζονται εἰς δρ. 1,347,496·
2294ἂν δὲ προσθέσητε εἰς ταῦτα καὶ τὸ ποσὸν δραχ. 617,760,
2295τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ σελίδι 331 τοῦ Προϋπολογισμοῦ
2296τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τοῦ ἔτους 1902, τὸ
2297ὁποῖον ἀφαιρεῖται μὲν μέχρι τοῦδε ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν
2298τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, διότι ἐπληρώνετο
2299ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουρ-
2300γείου, διὰ μισθοὺς τῶν ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ ὑπηρετούντων ἀξιω-
2301ματικῶν, θέλει ὅμως ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐπὶ
2302τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, ὅταν, τιθεμένου ἐν ἐφαρ-
2303μογῇ τοῦ κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον νέου συστήμα-
2304τος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, ἐπανέλθωσιν εἰς τὰ συν-
2305τάγματα, εἰς ἃ ἀνήκουσιν, οἱ ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ
2306τυγχάνοντες νῦν ἀξιωματικοὶ, τὸ ὅλον τῶν ἐξόδων τῆς ἀστυ-
2307νομικῆς ὑπηρεσίας κατ’ ἀνώτατον ὅρον θέλει ἀνέλθει εἰς δρ.
23081,965,256. Ἑπομένως, ἂν ἐπιψηφισθῇ τὸ συζητούμενον νο-
2309μοσχέδιον, τὰ ἔξοδα θέλουσιν εἶσθαι ἐλάσσω τῶν κατὰ τὸ
23101901 προϋπολογισθέντων κατὰ δρ. 2,506,604, ἐλάσσω δὲ
2311τῶν κατὰ τὸ 1902 προϋπολογισθέντων κατὰ δρ. 1,226,968.
2312Ἀλλὰ παρῆλθον τοῦ ἔτους τούτου καὶ ὁ Φεβρουάριος καὶ
2313ὁ Μάρτιος καὶ ὁ Ἀπρίλιος καὶ ὁ Μάϊος, καὶ εἰσήλθομεν
2314εἰς τὸν Ἰούνιον, ἤτοι ἓξ ὅλοι μῆνες, καθ’ οὓς δὲν ἐστέρ-
2315ξατε νὰ συζητήσητε τὸ περὶ ἀστυνομίας νομοσχέδιον, οὕτω
2316δὲ, ἐνῷ ἠδυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν κατ’ αὐτοὺς ὀλιγώτερα
2317τῶν κατὰ τὸ 1901 προϋπολογισθέντων δραχ. 1,253,302, ἢ
2318ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸ 1902 προϋπολογισθέντων κατὰ δρ.
2319982,628, δαπανῶμεν κατὰ τὸ ἑξάμηνον τοῦτο τοῦ ἔτους τόσα,
2320ὅσα ἐδαπανῶμεν καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Διὰ τοῦτο ἐφωνά-
2321ζομεν προχθὲς πρὸς ὑμᾶς, ὅτι γίγνεσθε αἴτιοι νὰ δαπανᾷ τὸ
2322Κράτος καθ’ ἕκαστον τῶν παρερχομένων μηνῶν, καθ’ οὓς δὲν
2323σπεύδετε νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, διακοσίας καὶ πλέον
2324χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ἀνώτατον ὅρον, ἢ 163,000 καὶ
2325πλέον κατὰ κατώτατον ὅρον περισσότερα ὅσων ἤθελε δαπα-
2326νήσει, ἂν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον.
2327Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἀνῆλθεν εἰς γενικὴν
2328ἄποψιν τῶν πραγμάτων, καὶ ἐξήτασε τὴν οἰκονομικὴν πολι-
2329τικήν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑπεσχέθημεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν,
2330ὅτι θέλομεν ἐφαρμόσει. Ἐγὼ εἶπον πανταχοῦ, ὅπου ἠδυνήθην
2331νὰ μεταβῶ, καὶ ἐν τῇ Τριχωνίᾳ, καὶ ἐν Βάλτῳ, ὅτε μετέ-
2332βην εἰς τὸν Καρβασαρᾶν, καὶ ἐν Ἄρτῃ καὶ ἐν Βόλῳ καὶ ἐν
2333Καρδίτσῃ καὶ ἐν Τρικκάλοις τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἐν Ναυ-
2334πλίῳ καὶ ἐν Ἄργει καὶ ἐν Τριπόλει καὶ ἐν Καλάμαις καὶ ἐν
2335Μεσσήνῃ, καὶ ἐν μέσαις Ἀθήναις ἐπανειλημμένως ἐκήρυξα
2336διὰ φωνῆς ὅσον ἠδυνάμην εὐκρινοῦς καὶ ἐντόνου, ὅτι φρονοῦμεν
2337ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ οἰκονομικὴ πολιτική, ἥτις
2338εἰσήχθη παρ’ ὑμῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἀπὸ τοῦ πολέμου
2339ἔτη· διότι, ἂν τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1902 διὰ τε
2340τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ πιστώσεων χορηγηθεισῶν διὰ
2341Β. Διαταγμάτων, ἢ καὶ διὰ πιστώσεων ἐκτάκτων καὶ ἀνα-
2342πληρωματικῶν, ψηφισθεισῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθει-
2343σῶν διὰ νόμων, ἀνῆλθον εἰς 132 καὶ πλέον ἑκατομμύρια...
2344§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι δαπανηθέντα.
2345§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως εἶναι προϋπολογι-
2346σθέντα καὶ οὐχὶ δαπανηθέντα· ἀλλ’ ὅταν προϋπολογίζωνται
2347ἔξοδα ὑπερβαίνοντα τὰ 132 ἑκατομμύρια, ἐνδέχεται νὰ δα-
2348πανηθῶσιν 128 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ
2349δαπανηθῶσι καὶ 134 ἑκατομμύρια. Δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ
2350προϋπολογισθῶσιν 132 καὶ πλέον ἑκατομμύρια δι’ ἔξοδα τοῦ
23511902. Φυλλολογήσατε πάντας τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν
2352ἐτῶν, τὰ ὁποῖα παρῆλθον, καὶ εἰπέτε μοι, ἂν ἔφθασε ποτὲ
2353Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἰς τηλικοῦτον ὕψος, εἰς τό-
2354σον μέγα ποσόν. Ἐνδέχεται οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμένοντες
2355Ἕλληνες νὰ μακαρίζωσι τὸν τόπον, ἐξηγοῦντες τὸ τοσοῦτον
2356αὐξηθὲν ποσὸν τῶν ἐξόδων ὡς καταδηλοῦν τὴν εὐπορίαν καὶ
2357τὴν εὐμάρειαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ χώρᾳ. Ἀλλ’ ἐὰν
2358ἐξακολουθήσωμεν τὴν τακτικὴν ταύτην, Κύριοι, δὲν θέλει
2359μόνον πτωχεύσει τὸ Κράτος· ἐπτώχευσεν ἤδη μίαν φοράν.
2360Καὶ εἶχε τὸ θάρρος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος χθὲς νὰ
2361ἀπειλήσῃ, ὅτι θέλει ἀποδείξει ἕνεκα τίνος ἐπεβλήθη ὁ ἔλεγ-
2362χος. Τὸ διαβάλλειν καὶ συκοφαντεῖν χρησιμεύουσιν εἰς τοὺς
2363μικροὺς συναγωνισμούς. Ἐγὼ δὲν ἐγκαλῶ τινα, καίτοι ἠδυ-
2364νάμην νὰ δακτυλοδεικτήσω καὶ νῦν τοὺς ἐργάτας τοῦ
2365ἐλέγχου· ἐγὼ καταγγέλλω τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τὴν
2366ὁποίαν ἐφήρμοσεν ὁ εἰρημένος Βουλευτής· ὅταν δὲ ἤθελε
2367τολμήσει τις νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ ἀνεύρῃ, τίς εἶναι ὁ αἴτιος
2368τοῦ ἐλέγχου, θέλω δυνηθῆ νὰ ἀποδείξω ἐγὼ τοὺς αἰτίους.
2369Ἐὰν λοιπὸν ἐξακολουθήσωμεν νὰ διοικῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει
2370Προϋπολογισμοῦ ἀναγράφοντος ἔξοδα ὑπερβαίνοντα τὰ 132
2371ἑκατομμύρια, μὴ νομίζετε, ὅτι θέλομεν περιέλθει μόνον εἰς
2372πτώχευσιν τοῦ δημοσίου ταμείου, — ἐπτώχευσεν ἤδη τὸ δη-
2373μόσιον ταμεῖον κατὰ τὸ 1893, καὶ ἐπεβλήθη εἰς τὸν τρά-
2374χηλον ἡμῶν ὁ κλοιός· — θέλει ἐπέλθει τώρα ἡ πτώχευσις τῆς
2375χώρας, διότι θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ ποριζώμεθα τὰ 132
2376ἑκατομμύρια, ἢ τὰ 129 ἢ τὰ 128, τὰ ὁποῖα θέλομεν δα-
2377πανᾷ, ἐκ φόρων. Ἀλλὰ θέλομεν ζητεῖ νὰ εἰσπράξωμεν τοὺς
2378φόρους μετὰ σκληρότητος καὶ ἀκαρδίας, ἢ θέλομεν αὐξάνει
2379αὐτούς; Ὁ λαὸς ὅμως δὲν θὰ ἔχῃ νὰ πληρώνῃ, καὶ θέλει
2380καταντήσει οὐ μόνον νὰ μὴ πληρώνῃ τὰ ἑκατομμύρια τῶν
2381φόρων, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἔχῃ οὐδὲ νὰ συντηρηθῇ, νὰ ζῇ, νὰ
2382καλλιεργῇ τὸν ἀγρόν του, τὴν ἄμπελόν του, τὴν σταφίδα
2383του, καὶ θέλει περιέλθει ἡ χώρα ἐν πλήρει ἀνικανότητι, καὶ
2384δὲν θέλομεν δύνασθαι νὰ εἰσπράξωμεν οὔτε 100, οὔτε 80,
2385οὔτε 60 ἑκατομμύρια.
2386Οὗτος εἶναι ὁ μέγας κίνδυνος, καὶ ἀπέναντι τοῦ κινδύ-
2387νου τούτου ὑπεσχέθημεν ἡμεῖς νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα
2388τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους κατὰ 10 ἢ 12 ἑκατομ-
2389μύρια. Ἴσως μεταξὺ ὑμῶν εἶναι πολλοί, οἱ ὁποῖοι μὲ ἤκου-
2390σαν λέγοντα πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ οἰκο-
2391νομήσωμεν ἐκ τῶν δαπανῶν, ἐλαττώνοντες αὐτὰς διὰ τῶν
2392νόμων, ἓξ ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐλπίζομεν δέ, ὅτι κατὰ τὴν
2393ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐφαρμόζοντες πλήρη φειδώ,
2394θέλομεν δυνηθῆ νὰ παρασκευάσωμεν περίσσευμα ὀκτὼ ἑκα-
2395τομμυρίων. Οὐδὲ εἶναι τὸ πρᾶγμα ἀκατόρθωτον. Κατὰ τὸ
23961896 εἰσηγάγομεν Προϋπολογισμὸν, ὅστις κατέληξεν εἰς
2397περίσσευμα, ὡς ἀπέδειξεν ὁ ἀπολογισμός, διότι δὲν περιωρί-
2398σθημεν μόνον νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμέ-
2399νας δαπάνας, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπο-
2400λογισμοῦ διῳκήσαμεν μετὰ φειδοῦς τὰ οἰκονομικὰ, προσπα-
2401θήσαντες νὰ παραγάγωμεν περισσεύματα πραγματικὰ, καὶ
2402οὐχὶ εἰκονικά.
2403Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ πολιτικὴ, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς
2404τὸν τόπον, εἶναι αὕτη, καὶ πεποιθότως ἔλεγον πρὸς τὴν
2405Βουλὴν, ὅτε εἰσῆγον τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ νομοσχέ-
2406δια, ὅτι βεβαίως ἕκαστος πολιτικὸς ἀνὴρ πρέπει νὰ ἔχῃ φι-
2407λοδοξίαν, διότι, ἂν δὲν ἔχῃ φιλοδοξίαν, στερεῖται τοῦ οὐ-
2408σιωδεστέρου προσόντος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ πολι-
2409τευόμενοι. Ἡ φιλοδοξία παράγει τὴν ἅμιλλαν, ἡ δὲ ἅμιλλα
2410συντελεῖ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ἠθῶν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν,
2411εἰς τὴν συμπλήρωσιν αὐτῶν, εἰς τὸν καταρτισμὸν ἐργασίας
2412πληρεστέρας, εἰλικρινεστέρας, χρησιμωτέρας. Ὁ πολιτικὸς
2413ἀνὴρ πρέπει νὰ ἔχῃ φιλοδοξίαν, δὲν ἐπιτρέπεται δ’ εἰς αὐ-
2414τὸν νὰ ἔχῃ φιλαρχίαν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀγαπᾷ τὴν ἀρ-
2415χὴν, ἵνα ἔχῃ τὴν ἀρχήν. Ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν νὰ ζητῇ
2416τὴν ἀρχὴν, ἵνα πράξῃ τὸ καλὸν, ἵνα ὑπηρετήσῃ τὴν πατρί-
2417δα. Ἑπομένως, ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτε εἰσῆγον τὸν
2418Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ συναφῆ νομοσχέδια, ἡμεῖς δὲν ζη-
2419τοῦμεν τὴν ἀρχὴν δι’ ἄλλον λόγον, εἰμὴ διὰ νὰ ἐκπληρώσω-
2420μεν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ προσφέρωμεν μικρὰν εἰσ-
2421φορὰν εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν. Ποίαν εἰσφοράν; Νὰ συντε-
2422λέσωμεν, ἵνα περισταλῶσι τὰ ἔξοδα, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ
2423ἔχωμεν κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν περίσσευμα ἓξ ἑκατομμυ-
2424ρίων· οὕτω δὲ, ἂν ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα κατὰ ἓξ ἑκατομ-
2425μύρια, θέλομεν δυνηθῆ νὰ διαθέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς
2426ἀγορὰν ὑλικοῦ πολέμου, εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, εἰς ἀποξήραν-
2427σιν ἑλῶν καὶ τελμάτων, εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγω-
2428γῆς, τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας. Καὶ δαπανῶντες τὰ
2429χρήματα ταῦτα εἰς τοιαύτας ἀνάγκας, θέλομεν καταστήσει
2430αὐτὰ παραγωγικά· διότι τὰ δαπανώμενα διὰ τὴν συγκοινω-
2431νίαν, δι’ ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων, δι’ ἐνίσχυσιν τῆς
2432ἐθνικῆς παραγωγῆς θέλουσι μᾶς ἀποδώσει πολλαπλάσια ἔσο-
2433δα, καὶ θέλουσι δυνηθῆ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι μᾶς δια-
2434δεχθῆ ἐν τῇ ἀρχῇ, νὰ ἔχωσι περίσσευμα ἀνώτερον τῶν ἓξ
2435ἑκατομμυρίων, 8 ἢ 10 ἑκατομμύρια. Ἂν δὲ καὶ ἐκεῖνοι ἀκο-
2436λουθήσωσι τὴν αὐτὴν πολιτικήν, μετὰ δύο, μετὰ τρία ἢ
2437μετὰ τέσσαρα ἔτη ἡ Ἑλλὰς θέλει ἀναλάβει οἰκονομικῶς,
2438καὶ τότε δὲν θέλει ἔχει ἀνάγκην τῶν συμβουλῶν τοῦ κυρίου
2439Βουλευτοῦ Κερκύρας περὶ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ
2440παρασκευῆς στρατοῦ, διότι θέλει ἔχει τὰ μέσα, ἵνα παρα-
2441σκευάσῃ ἀληθῆ στρατόν.
2442Δὲν μᾶς ἐλλείπει, Κύριοι, ὁ στρατιωτικὸς ὀργανισμός,
2443εὔκολον εἶναι νὰ ἔχωμεν στρατιωτικὸν ὀργανισμόν, ἀλλὰ μᾶς
2444ἐλλείπει ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὀργανισμῶν· δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ
2445ἐκτελέσωμεν οἱονδήποτε ὀργανισμόν, ἐὰν δὲν ἔχωμεν χρήμα-
2446τα. Μάλιστα ἐὰν ἔχωμεν καθολικὴν στρατολογίαν, πῶς δυ-
2447νάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν τοιοῦτον ὀργανισμόν; Καθολικὴ
2448στρατολογία παρασκευάζει στρατὸν ἐφεδρείας. Αὐτὴν τὴν
2449καθολικὴν στρατολογίαν ἔχομεν ἀπὸ εἴκοσι καὶ πλέον ἐτῶν,
2450ἀλλ’ ἔχομεν στρατὸν ἐφεδρείας; Ἠκούσατε ποτέ, ὅτι ἐκλή-
2451θησαν οἱ ἔφεδροι ἑνὸς νομοῦ οἱουδήποτε — δὲν λέγω πάντων
2452τῶν νομῶν — ἵνα ἀσκηθῶσι; Καὶ πῶς νὰ ἀσκηθῶσι; Πρὸ
2453τοῦ πολέμου εἴχομεν ἑκατὸν τεσσαράκοντα χιλιάδας ὅπλων
2454Γκρᾶ, ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχομεν οὔτε ταῦτα. Καὶ πῶς δύνασθε
2455νὰ συγκαλέσητε τοὺς ἐφέδρους; Δὲν ἔχετε στρατῶνας, ἵνα
2456στρατωνίσητε αὐτοὺς, δὲν ἔχετε ἐνδύματα, ἵνα ἐνδυθῶσι,
2457δὲν ἔχετε ἀποθήκας ὁπλισμοῦ, ἵνα δύνησθε νὰ ὁπλίζητε αὐ-
2458τοὺς ἐν τῷ νομῷ· ἴσως δὲν ἔχετε καὶ τὰ ἀναγκαῖα χρήμα-
2459τα, ἵνα τοὺς συντηρήσητε. Καὶ ἀφοῦ δὲν ἔχετε στρατὸν ἐφε-
2460δρείας, ἔχετε εἰκονικὴν καθολικὴν στρατολογίαν. Δύνασθε
2461νὰ μεταβάλητε τὸ σύστημα δι’ ἄλλων ὀργανισμῶν; Τοῦτο
2462δύνασθε νὰ τὸ πράξητε· ἀλλ’ οὔτε τὸ νέον σύστημα θὰ δυ-
2463νηθῆτε νὰ ἐκτελέσητε, ἐὰν δὲν ἔχητε χρήματα. Χρημάτων,
2464χρημάτων ἔχομεν ἀνάγκην. «Δεῖ δὴ χρημάτων, καὶ ἄνευ
2465αὐτῶν οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν». Ὅταν δ’ ἔχωμεν χρή-
2466ματα, τότε δυνάμεθα νὰ σπεύσωμεν νὰ παρακαλέσωμεν τὸν
2467κ. Βουλευτὴν ἐκ Κορινθίας νὰ ἀναλάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
2468Στρατιωτικῶν καὶ τὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ μορ-
2469φώσῃ τὸν στρατόν.
2470Ἀλλ’ ὑπῆρξε, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν Κερκύρας, καὶ
2471ἄλλη τις ἀτέλεια τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου περὶ ἀστυ-
2472νομίας, ἥτις ἀπεδείκνυε, κατ’ αὐτὸν, τὴν ὀλίγην προσοχὴν, ἂν
2473ὄχι τὴν ἀμάθειαν, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· διότι,
2474ἐνῷ δὲν ἐψηφίσθη εἰσέτι ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως,
2475ἐνῷ δὲν κατηργήθησαν οἱ δέκα δημιουργηθέντες κατὰ τὸ
24761901 νομοὶ, ἑπομένως δὲν ἔχομεν μόνον 16, ἀλλ’ ἔχομεν
247726 νομοὺς, τὸ νομοσχέδιον προβλέπει μόνον περὶ 16 νομῶν·
2478ἐπειδὴ δὲ εἷς νομός, αἱ Ἀθῆναι, ἔχουσι διοικητικὴν ἀστυνο-
2479μίαν, μόνον περὶ 15 ἄλλων ἀστυνομιῶν πρόκειται. Ἀλλὰ
2480τὸ ἐλάττωμα τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι εὐτυχῶς πρὸς
2481θάνατον. Ὑποθέσατε ὅτι δὲν ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον
2482περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν εἰς δέκα καὶ ἕξ,
2483ὑποθέσατε ὅτι συνεζητήθη μὲν καὶ ἐπεψηφίσθη τὸ νομοσχέ-
2484διον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ λει-
2485τουργήσῃ· οὐδ’ ἐκ τούτου παράγεται κώλυμά τι. Διότι δὲν
2486εἶναι ἀνάγκη νὰ πράξητε ἕτερόν τι, εἰμὴ νὰ προσθέσητε τὴν
2487ἀναγκαίαν πίστωσιν διὰ τὸ προσωπικόν, διὰ τὴν θέρμανσιν,
2488διὰ τὰ ἐνοίκια καὶ διὰ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν ἀξιωματικῶν,
2489ἐν ὅλῳ ποσὸν δραχ. 136,000. Ἀλλὰ ταῦτα ἀποτελοῦσιν
2490ἔλλειψιν τοιαύτην, ὅπως λεχθῶσιν ὅσα κατὰ τοῦ νομοσχε-
2491δίου ἐλέχθησαν;
2492Καὶ ἐγὼ μὲν ἔχω γνώμας, τὰς ὁποίας δὲν ἀπέκρυψα ἀπὸ
2493τὴν Βουλὴν, ὅτε ἤμην ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, δὲν νομίζω
2494δὲ, ὅτι μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ὑποκριθῶ, ὅτι ἔχω σήμερον γνώ-
2495μας διαφόρους ἐκείνων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι κατάτμησις τῆς
2496Ἐπικρατείας εἰς διοικητικὰς περιφερείας πολλὰς δὲν εἶναι
2497προτέρημα τῆς διοικήσεως, διότι τὸ νομαρχιακὸν σύστημα
2498δὲν θεωρῶ μόνον ὡς σύστημα διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ ὡς σχο-
2499λεῖον, ὡς διδακτήριον, ἐν τῷ ὁποίῳ διδάσκεται ὁ λαὸς νὰ
2500αὐτοδιοικῆται. Τὸ νομαρχιακὸν σύστημα εἶναι ἐπινόημα
2501εὐφυέστατον, χρησιμώτατον εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, εἰς ἃς
2502ἐπικρατοῦσι φιλελεύθεροι θεσμοὶ, διότι διδάσκει τοὺς λαοὺς
2503νὰ διοικῶνται μόνοι των. Ὁ νομάρχης δὲν εἶναι ὄργανον ἐκ-
2504τελέσεως, εἶναι ὄργανον ἐπιτηρήσεως, ὅπως ἐκτελῶνται οἱ
2505νόμοι, ὄργανον ἐλέγχου κατὰ τῶν παραβαινόντων τὸ καθῆκόν
2506των. Τὴν χώραν διοικοῦσιν οἱ δήμαρχοι, ἕκαστος ἐν τῇ μι-
2507κρᾷ περιφερείᾳ, ἣν διοικεῖ ὁ νομάρχης εἶναι ὀφθαλμὸς, ὅστις
2508ἐπιτηρεῖ, συμβουλεύει, προτρέπει ἢ ἐκβιάζει τοὺς δημάρ-
2509χους, αὐτοὺς τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ λαοῦ, νὰ ἐκτελῶσι τὸ κα-
2510θῆκόν των. Οὕτω δὲ ἀποτελεῖται ἡ αὐτοδιοίκησις, διότι οἱ
2511πολῖται διοικοῦσιν ἑαυτούς. Ἄν θέλητε δὲ νὰ πολλαπλα-
2512σιάσητε τὰς διοικητικὰς περιφερείας, δὲν ἔχετε νομαρχια-
2513κὸν σύστημα, ἔχετε διοικητικόν.
2514Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ δὲν προφθάσῃ νὰ συζητήσῃ τὸ περὶ
2515περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν νομοσχέδιον, ὅπως ἐπα-
2516ναχθῇ τὸ πρότερον καθεστὼς νομαρχιακὸν σύστημα, τοῦτο δὲν
2517εἶναι μέγα κώλυμα· τὸ θεμελιῶδες δι’ ἡμᾶς εἶναι ἡ οἰκονο-
2518μικὴ πολιτικὴ ἡμῶν, ἡ ἐργασία, ἣν πρέπει νὰ εἰσφέρωμεν ὡς
2519διοίκησις εἰς τὴν εἰλικρινῆ, τὴν ἀκριβῆ καὶ τὴν πλήρη λει-
2520τουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ἡ συνδρομὴ, ἣν ὀφείλομεν νὰ
2521εἰσφέρωμεν πρὸς τὸ Στέμμα διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς Βασι-
2522λικῆς ἐξουσίας.
2523Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀντιλαμβάνεται τῶν πραγμάτων
2524τῆς χώρας, ὡς ἡμεῖς ἀντιλαμβανόμεθα αὐτῶν, ὅτι οἱ κύριοι
2525Βουλευταὶ ἀντιλαμβάνονται τῆς καταστάσεως τῆς χώρας·
2526ἂν δ’ ᾖναι πλήρης καὶ πιστὴ ἡ ἀντίληψις αὐτῶν, δὲν ἀμφι-
2527βάλλω, ὅτι θέλουσιν ἔχει τὰς αὐτὰς πεποιθήσεις, οἵας ἔχο-
2528μεν ἡμεῖς, καὶ ὅτι θέλουσιν ὑποστηρίξει τὴν οἰκονομικὴν
2529πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, θέλουσι τὴν ὑποστηρίξει κατὰ
2530παντὸς προσκόμματος, τὸ ὁποῖον ἡ παρασκευὴ τῶν νομοθε-
2531τημάτων, τὰ ὁποῖα προτείνομεν, θέλει προκαλέσει· οὕτω
2532δὲ θέλουσι προσφέρει ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον, ὅστις εἶναι ἡ
2533πατρὶς ἡμῶν.
2534Λέγω δὲ καὶ αὖθις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, δοθείσης μοι ἄλλοτε
2535ἀφορμῆς, εἶπον καὶ ἀλλαχοῦ, ὅτι μία τέλος πάντων πρέπει
2536νὰ κρατῇ οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἐν τῷ Κράτει, ἡ πολιτικὴ τῆς
2537φειδοῦς τοῦ δημοσίου χρήματος, ἡ πολιτικὴ τῆς διαθέσεως
2538τοῦ παρασκευασθησομένου οὕτω περισσεύματος εἰς ἐνίσχυσιν
2539τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Αὐτὴν δὲ τὴν πολιτικὴν εὔχομαι
2540ν’ ἀκολουθήσωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσι διαδεχθῆ ἡμᾶς.
2541Εὔχομαι, ἵνα ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡμεῖς μὴ διαφωνῶ-
2542μεν ἐπὶ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς. Δυνάμεθα νὰ διαφωνῶμεν
2543ἐπὶ ἄλλων θεμάτων τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ὀφείλομεν ν’ ἀπο-
2544δεχώμεθα πάντες τὸ ἔργον τῆς περιστολῆς τῶν δαπανῶν
2545τοῦ Κράτους, ἵνα διαθέτωμεν τὰ περισσεύματα εἰς ἐνίσχυσιν
2546τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς.
2547Λέγω, ὅτι, ἂν οἱ κύριοι Βουλευταὶ σχηματίσωσι τὴν
2548αὐτὴν πεποίθησιν, ἣν ἔχομεν ἡμεῖς, θέλουσι προσφέρει ὑπη-
2549ρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα, ὁ δὲ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει εὐλο-
2550γήσει τὸ ἔργον. Ἄλλως, Κύριοι, ἡμεῖς θέλομεν καταθέσει
2551τὴν ἀρχὴν, ἵνα ἀνέλθωσιν ἐπ’ αὐτὴν οἱ θέλοντες νὰ ἐφαρμό-
2552σωσιν ἀντίθετον πολιτικήν. Ἡ ἀρχὴ ἴσως ἔχει γόητρον δι’
2553ἀνθρώπους μήπω γευσαμένους αὐτῆς· δι’ ἡμᾶς ὅμως δὲν
2554ἔχει ἄλλο γόητρον, εἰμὴ τὴν γαλήνην τῆς συνειδήσεως ἡμῶν,
2555διότι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα. Αὐτὴν
2556τὴν πολιτικὴν ἀκολουθοῦμεν, αὐτὴν τὴν γαλήνην τῆς συνει-
2557δήσεως ἡμῶν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔχωμεν. (Ἐπευφημίαι ἐκ τῆς
2558δεξιᾶς).
2559§164Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περὶ πολλῶν πολλὰ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος
2560τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πολὺ ὀλίγα εἶπε περὶ τοῦ νομοσχε-
2561δίου· καὶ εἶπεν ὀλίγα, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ πολλά.
2562Ἐκάκισεν ἐμέ, ὅτι ἐκ συγχύσεως ἀπεκάλεσα τὴν νέαν
2563ἀστυνομίαν στρατιωτικήν, καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ
2564στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ περὶ διοικητικῆς. Παρα-
2565καλῶ, ἀκούσατε τὴν διάταξιν τοῦ τρίτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου
25661 (ἀναγινώσκει): «Ἐν τοῖς δήμοις ὅμως, τῶν ὁποίων ὁ πλη-
2567θυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς 11,000, ἢ ἐν οἷς ὑπάρχει ἡ πρω-
2568τεύουσα τοῦ νομοῦ, ἡ ἀστυνομικὴ διοίκησις διατηρεῖται ἀνα-
2569τεθειμένη εἰς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ.»
2570Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μοὶ εἴπητε, ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς
2571λέξεως «διατηρεῖται», καὶ τί σημαίνει ἡ λέξις αὕτη; Τί ἄλλο
2572ἢ ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ κατάστασις ἡ σήμερον ὑπάρχουσα; —
2573καὶ σήμερον ἔχομεν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. — Αἱ λέξεις
2574δὲν ἔχουσι καὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἄλλην ἔννοιαν. Ἑπο-
2575μένως σύγχυσις δὲν δύναται νὰ καταλογισθῇ εἰς ἐμέ, διότι
2576τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ῥητῶς λέγει, ὅτι πρόκειται περὶ
2577στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
2578Ἀλλὰ μήπως εἶναι μόνη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου,
2579ἡ καθιεροῦσα τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν; Τὸ ἄρθρον 8
2580τοῦ νομοσχεδίου λέγει: «Ἐν ἑκάστῳ τῶν δήμων, ἐν οἷς
2581ἐξακολουθεῖ ἀνατεθειμένη εἰς ἀξιωματικοὺς ἡ ἀστυνομικὴ
2582διοίκησις, διορίζεται στρατιωτικὸς ἀστυνόμος, ἀξιωματικὸς
2583τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς.»
2584Πρόκειται λοιπὸν περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἢ οὔ;
2585Ἐὰν ὑποστηρίζητε, ὅτι ἡ ἀστυνομία τοῦ νομοσχεδίου δὲν
2586εἶναι στρατιωτική, στρατιωτικὴ δὲν εἶναι καὶ ἐκείνη, τὴν
2587ὁποίαν τόσον δριμέως κατηγορεῖτε, διότι ἀντεγράψατε τὸ
2588ἄρθρον, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ τῆς ἀστυνομίας ἐν αἷς πό-
2589λεσιν αὕτη διατηρεῖται. Οὐδεμίαν λοιπὸν κάμνω σύγχυσιν,
2590ἀλλ’ ὑμεῖς περιπίπτετε εἰς σύγχυσιν, ὅταν λέγητε, ὅτι θὰ
2591ἀντικαταστήσητε τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν διὰ τῆς
2592διοικητικῆς. Ἐὰν ἡ ἀστυνομία τοῦ νομοσχεδίου ἦναι διοι-
2593κητική, καὶ ἡ σήμερον λειτουργοῦσα κατ’ ἀνάγκην εἶναι διοι-
2594κητική· ἀλλ’ ἐὰν ἡ σήμερον λειτουργοῦσα ἦναι στρατιωτική,
2595κατ’ ἀνάγκην στρατιωτικὴ εἶναι καὶ οὐχὶ διοικητικὴ ἡ ἀστυ-
2596νομία, ἣν διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται νὰ ἐφαρμόσητε εἰς
2597τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχον-
2598τας 11,000 κατοίκους, δημοτικὴ δὲ ἡ ἀστυνομία τῶν δή-
2599μων, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς εἶναι κατώτερος τῶν 11,000.
2600Ἀλλ’ ἐὰν ἔχητε πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἡ δημοτικὴ
2601ἐξασφαλίζει τὰ συμφέροντα τῆς τάξεως, διατὶ ἀφίνετε τὴν
2602στρατιωτικὴν εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν 11
2603χιλιάδων κατοίκων;
2604Ἅπασαι αἱ ἀπὸ τοῦ βήματος ἀναπτυχθεῖσαι θεωρίαι οὐ-
2605δεμίαν ἔχουσι σημασίαν. Εἶχον σημασίαν ἄλλοτε, ὅτε ὑπε-
2606στηρίζετε τὴν ἀρχὴν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ὅτε,
2607μνημονεύοντες τὴν ἱστορίαν τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πει-
2608ραιῶς, ἐλέγετε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους μία μόνη ἐξαί-
2609ρεσις ἐγένετο διὰ τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.
2610Ἀλλὰ σήμερον τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην ἐπεκτείνετε εἰς ὅλας
2611τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχον-
2612τας ἀριθμὸν κατοίκων ἀνώτερον τῶν 11,000, καὶ ἔρχεσθε,
2613ἐνῷ τοσαύτας ἐξαιρέσεις παραδέχεσθε, ὥστε καταντᾷ κανὼν
2614μὲν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἐξαίρεσις δὲ ἡ δημοτική,
2615ν’ ἀναβιβάσητε εἰς ἀρχὴν πολιτικὴν τὴν ἐξαίρεσιν! Ἀφή-
2616σατε λοιπὸν τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχάς, διότι τὰς ἀρχὰς τὰς
2617καταπατεῖτε, καὶ ἀποδεικνύετε, ὅτι οὐδεμίαν ἔχετε ἐμπι-
2618στοσύνην ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τούτων. Δύνασθε ν’ ἀποκαλέσητε
2619τὴν ἀστυνομίαν τοῦ νομοσχεδίου διοικητικήν, ἀλλὰ δὲν βλέ-
2620πω, κατὰ τί διαφέρει τῆς σήμερον λειτουργούσης· ἀλλ’ εἴτε
2621διοικητικὴν εἴτε στρατιωτικὴν καλέσωμεν αὐτήν, πρόκειται
2622περὶ τοῦ κρατοῦντος συστήματος, καὶ οὐδὲν πλέον.
2623Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργός· μετέβη
2624καὶ εἰς τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν, καὶ ἐξήτασε τὸ ζήτημα
2625τὸ οἰκονομικόν· ἀλλ’ ἵνα ἐξετάσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα,
2626μετῆλθε σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ πρέ-
2627πον· διότι, ἵνα συγκρίνῃ τὰς δαπάνας τῆς ἀστυνομίας διὰ
2628τὸ 1903 πρὸς τὰς δαπάνας τῶν ἐτῶν 1899, 1890, 1901
2629καὶ 1902, ἐπεκαλέσθη τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν τού-
2630των, ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν
26311899, 1890, 1901 καὶ 1902 προέβλεψαν δαπάνας διὰ
2632τὴν ἀστυνομίαν ὅλου τοῦ Κράτους, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς
2633τοῦ 1903 προβλέπει μόνον δαπάνας διὰ τὴν ἀστυνομίαν
2634Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διὰ τὴν ἀστυνομίαν δεκαπέντε πρω-
2635τευουσῶν νομῶν καὶ δώδεκα δήμων ἐχόντων πληθυσμὸν ἄνω
2636τῶν 11,000, ἀφίνει δὲ εἰς βάρος τῶν δήμων τὰς δαπάνας
2637τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ὅπως σύγκρισις καταστῇ δυ-
2638νατή, πρέπει νὰ ὑπολογίσητε καὶ νὰ προσθέσητε εἰς τὰς
2639δαπάνας τοῦ 1903 καὶ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας εἶναι ὑπό-
2640χρεοι νὰ καταβάλλωσιν οἱ δῆμοι, ἢ μᾶλλον αὐτὸ τὸ Κράτος,
2641διότι πρόκειται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον περὶ δήμων ἀπόρων. Καὶ
2642ὅταν λέγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ δαπάνη τῆς δημοτι-
2643κῆς ἀστυνομίας εἶναι μικρὰ, διότι πρόκειται περὶ τοῦ μι-
2644σθοῦ ἑνὸς ἀστυνόμου καὶ δύο κλητήρων, ἐρωτῶ, ἡ Αἴγινα,
2645ἡ Ὕδρα, αἱ Σπέτσαι, ἡ Λεβαδεία, τὸ Ληξούριον, ἡ Λευκὰς
2646θὰ ἔχωσιν ἑκάστη ἕνα ἀστυνόμον καὶ δύο μόνον κλητῆρας;
2647Ἀλλὰ τότε, ποία τάξις θὰ κρατῇ εἰς τὰς πόλεις ταύτας,
2648καὶ πῶς θὰ ἐξασφαλισθῇ ἐν αὐταῖς ἡ ζωὴ καὶ ἡ περιουσία
2649τῶν πολιτῶν;
2650Αἱ δαπάναι τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας εἶναι μεγάλαι.
2651Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, τί ἐδαπανῶμεν ἄλλοτε, τί ἐδαπανᾶτο ὑπὸ
2652τῶν διαφόρων δήμων διὰ τὴν ἀστυνομίαν, προσθέσατε τὰς
2653δαπάνας ταύτας εἰς τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ Προϋπολογι-
2654σμῷ, ἀθροίσατε τὰ δύο ποσὰ, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι θέλει δα-
2655πανᾷ τὸ Κράτος πολὺ περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δαπανᾷ
2656σήμερον.
2657Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε
2658προέβη εἰς τὴν σύγκρισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903
2659πρὸς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν προγενεστέρων ἐτῶν. Ἐλη-
2660σμόνησεν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 δὲν ἀναγρά-
2661φεται δαπάνη 528,120 δραχμῶν διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν,
2662ἡ ὁποία ἀφαιρεῖται μὲν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουρ-
2663γείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ δὲν ἀναγράφεται εἰς τὸν
2664προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ δαπάνη
2665αὕτη, ὡς διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα ἤδη, πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς
2666τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· ταύτης δὲ προστιθεμένης
2667εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ὑπάρχει ἡ δια-
2668φορὰ ἡ φαινομενικὴ 975,888 δραχμῶν, ἀλλὰ 975,888 μεῖον
2669528,120, δηλαδὴ διαφορὰ 447,768 δραχμῶν.
2670Περὶ τῶν δαπανῶν τοῦ 1933 πραγματευόμενος ὁ κύριος
2671Πρωθυπουργὸς, ἀνέφερεν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγρά-
2672φεται δαπάνη δι’ ἀριθμόν τινα ἀστυφυλάκων, τῶν ὁποίων
2673δὲν ἔχει ἀνάγκην, ἀλλὰ τοὺς ὁποίους θέλει διατηρήσει εἰς
2674τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἀπέδειξα ἤδη δι’ ἀριθμῶν, οὓς δὲν
2675δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ οὔτε ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, οὔτε
2676ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι οἱ ὑπολογι-
2677σμοὶ αὐτῶν εἶναι ἐσφαλμένοι, ὅτι διὰ τὴν ἀστυνομίαν τῶν
267815 πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ τῶν 12 δήμων, τῶν ἐχόν-
2679των πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 11 χιλιάδων, δὲν ἐπαρκοῦσι
2680500 ἀστυφύλακες, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην 498 ἀστυφυλάκων
2681ἐπὶ πλέον ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀναγράφει ὁ Προϋπολογι-
2682σμός. Πρέπει λοιπὸν οἱ 498 οὗτοι ἀστυφύλακες ν’ ἀφαιρε-
2683θῶσιν ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ὡς πλεονάζοντος ἀναγεγραμμένου
2684ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διότι διὰ τῆς προσθήκης αὐτῶν θέ-
2685λει δυνηθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τάξιν εἰς τὰς
2686πρωτευούσας τῶν 15 νομῶν καὶ εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχον-
2687τας 11 χιλιάδας κατοίκους.
2688Μὴ ἀπατώμεθα, Κύριοι! Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ
2689τις, ὅτι, ἐνῷ σήμερον ὑπηρετοῦσιν ἐν Πάτραις 110 ἀστυφύ-
2690λακες, θὰ δυνηθῶμεν νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τοῦτον εἰς
269150, ὡς ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον καὶ ὁ Προϋπολογισμός·
2692δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι ἡ ἀστυνομία τῶν
2693Πατρῶν δύναται νὰ λειτουργήσῃ μὲ 50 μόνον ἀστυφύλακας,
2694οὔτε δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λει-
2695τουργήσῃ ἡ ἀστυνομία Κερκύρας μὲ τὸ ἥμισυ τῆς δυνάμεως
2696τῆς σήμερον ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ αὐτῆς ὑπηρετούσης.
2697Ὡς βλέπετε, Κύριοι, καὶ ὡς ἀπέδειξα κατὰ τὴν πρώτην
2698ἀγόρευσίν μου, ὅταν γείνωσιν αἱ ἀφαιρέσεις αὗται, αἱ ὁποῖαι
2699ἐπιβάλλονται, ἡ διαφορὰ εἶναι ἐλαχίστη.
2700Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, θετικὰ πράγματα, προκύπτοντα ἐκ
2701τῶν ἀριθμῶν, καὶ δὲν δύναταί τις, μὲ τοὺς ἀριθμοὺς παί-
2702ζων, νὰ παραστήσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ οἰκονομίας ἑνὸς καὶ
2703ἡμίσεος ἑκατομμυρίου.
2704Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, προβαίνων εἰς τὴν σύγκρισιν
2705τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 πρὸς τοὺς Προϋπολογισμοὺς
2706προγενεστέρων ἐτῶν, οὐ μόνον δὲν ἔκαμε μνείαν δαπανῶν, αἵ-
2707τινες ὤφειλον νὰ ἐγγραφῶσι καὶ δὲν ἐνεγράφησαν, ἀλλὰ καὶ
2708ἐλησμόνησεν, ὅτι οὐδεμία ἐπιτρέπεται σύγκρισις μεταξὺ τοῦ
2709Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 καὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν
27101900 καὶ 1901, διότι, ὡς ἡ Βουλὴ γινώσκει, ἐψηφίσθη ὑπὸ
2711τῆς Βουλῆς νόμος περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας. Διὰ τοῦ νό-
2712μου ἐκείνου, δι’ οὗ προετιθέμεθα οὐ μόνον τὸ ὑφιστάμενον
2713καθεστὼς νὰ βελτιώσωμεν, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν
2714στρατὸν τῶν ξένων πρὸς αὐτὸν ὑπηρεσιῶν, αἱ δαπάναι σπου-
2715δαίως ηὔξανον, καὶ ἦσαν πολὺ ἀνώτεραι τῶν δαπανῶν τῆς
2716στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐλπίζοντες, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν
2717νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἐνε-
2718γράψαμεν εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς δαπάνας συμφώνως
2719πρὸς τὸν νόμον αὐτὸν, ἀλλ’ αἱ δαπάναι αὗται δὲν ἐπραγμα-
2720τοποιήθησαν, διότι ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη. Σύγκρισις με-
2721ταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 καὶ τῶν Προϋπολογι-
2722σμῶν τῶν ἐτῶν ἐκείνων παρουσιάζει διαφορὰν ἑκατομμυρίων,
2723ἀλλὰ τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα εἶναι ἰδανικὰ, διότι μὴ ἐφαρ-
2724μοσθέντος τοῦ νόμου αἱ δαπάναι δὲν ἐπραγματοποιήθησαν·
2725ἐὰν δὲ παραβάλωμεν τὰς δαπάνας τὰς πραγματικὰς τῶν
2726ἐτῶν 1900 καὶ 1901 πρὸς τὰς δαπάνας τὰς σήμερον ἀνα-
2727γραφομένας, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι ἐλαχίστη,
2728ἐὰν μάλιστα, συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας
2729ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, προσθέσωμεν εἰς τὰς ζητουμένας
2730πιστώσεις διὰ τὸ ἔτος 1903 τὰς δαπάνας διὰ μισθοὺς ἀξιω-
2731ματικῶν, διὰ μισθοὺς ἐνωμοταρχῶν καὶ ὑπενωμοταρχῶν τῆς
2732ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διὰ νομὴν ἵππων τῶν
2733ἀξιωματικῶν, δι’ ἐνοίκια ἀστυνομικῶν καταστημάτων καὶ
2734ἄλλας, τὰς ὁποίας ἐν λεπτομερείᾳ ἀνέφερα κατὰ τὴν πρώ-
2735την ἀγόρευσίν μου.
2736Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀστυνομίας καὶ ἂς
2737μεταβῶμεν εἰς τὸ γενικώτερον ζήτημα, τὸ τῆς οἰκονομικῆς
2738πολιτικῆς, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐπραγματεύθη.
2739Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐλέχθησαν τὰ δέοντα, ὅτε ἀπην-
2740τήσαμεν εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀπεδείξα-
2741μεν τότε, ὅτι δὲν πρόκειται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903
2742περὶ οἰκονομιῶν 12, 10, 8 ἢ τοὐλάχιστον ἓξ ἑκατομμυρίων,
2743ἀλλὰ πρόκειται περὶ μικρῶν, περὶ ἐλαχίστων οἰκονομιῶν.
2744Ἔκτοτε ὑπεβλήθησαν τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐπρόκειτο νὰ
2745πραγματοποιηθῶσιν αἱ περὶ οἰκονομιῶν ἐπαγγελίαι τῆς Κυ-
2746βερνήσεως. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων τούτων πρωτίστην κα-
2747τέχει θέσιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπαγγέλ-
2748λονται οἰκονομίαι ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου δραχμῶν·
2749ἀπέδειξα δὲ ἤδη, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος
2750ἑκατομμυρίου, ἀλλ’ ὅτι πρόκειται περὶ ἐλαχίστης οἰκονομίας.
2751Τοιαῦτα εἶναι καὶ τὰ νομοσχέδια περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας
2752καὶ περὶ προξενικῆς ὑπηρεσίας, τοιαῦτα εἶναι τὰ ἐκπαιδευ-
2753τικά, περὶ τῶν ὁποίων τοσοῦτος ἐγένετο λόγος, καὶ δι’ ὧν
2754πρόκειται ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸ Κράτος δαπάνης, μεταφέρον-
2755τες ταύτην εἰς βάρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ἢ
2756μᾶλλον τοῦ λαοῦ, δι’ ἐμμέσου φορολογίας.
2757Ἀλλὰ ταῦτα θέλομεν ἐξετάσει ἐν καιρῷ. Δὲν ἐπιτρέπε-
2758ται ὅμως, φρονῶ, ἀφοῦ τὰ λεγόμενα οἰκονομικὰ νομοσχέδια
2759ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν
2760ἐπακριβῶς τὰς ἐξ αὐτῶν προκυψούσας οἰκονομίας, νὰ ἐπιμέ-
2761νωμεν λέγοντες, ὅτι θὰ ἔχωμεν οἰκονομίας ἑκατομμυρίων
2762καὶ περίσσευμα ἓξ ἑκατομμυρίων. Πῶς θὰ ἔχωμεν τὸ περίσ-
2763σευμα τοῦτο, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐλαττώνομεν τὰ ἔσοδα κατὰ δύο
2764τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμά-
2765των, διὰ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων καὶ ἄλ-
2766λων, τοὺς ὁποίους ἤδη ἐψηφίσαμεν, καὶ ἀφοῦ αἱ οἰκονομίαι,
2767καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν ὅλων τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων,
2768ἀδύνατον νὰ φθάσωσιν εἰς τὰ δύο ἑκατομμύρια;
2769Καὶ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ Προϋπολογι-
2770σμοὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔφθασαν εἰς ποσὸν 130,000,000.
2771Ἐκπλήσσεταί τις, ἀκούων τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τοιαῦτα
2772λέγοντα, διότι καλῶς γινώσκει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι
2773ἔχομεν τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται
2774ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους ἀνῆλθον εἰς 105,000,000,
2775ἔχομεν τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1900, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξά-
2776γεται, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους
2777ἀνῆλθον εἰς 109,000,000, ἔχομεν καὶ τὴν Διαδήλωσιν τοῦ
2778Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ τὸ ἔτος 1901, ἐξ ἧς καταφαί-
2779νεται, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ ἔτους ἐκείνου ἀνῆλθον εἰς 114
2780ἑκατομμύρια. Αὐταὶ εἶναι αἱ δαπάναι τῶν χρήσεων, τὰς
2781ὁποίας ἡμεῖς διεχειρίσθημεν. Ποῦ εὑρίσκει ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2782γὸς τὰ 130,000,000; Ἂν παραβάλωμεν τὰς δαπάνας
2783ταύτας πρὸς τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος
2784περιλαμβάνει δαπάνας 114 ἑκατομμυρίων, οὐδεμίαν εὑρί-
2785σκομεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον διὰ τὰ ἔτη 1899, 1900 καὶ
27861901· ἀπ’ ἐναντίας εὑρίσκομεν μεγάλην ἐπὶ ἔλαττον δια-
2787φορὰν ὑπὲρ τῶν ἐτῶν 1899 καὶ 1900. Καὶ σημειώσατε,
2788ὅτι εἰς τὰ 114 ἑκατομμύρια τοῦ 1903 δέον νὰ προστεθῶσι
2789καὶ αἱ γενόμεναι ἤδη δηλώσεις καὶ αἱ ἀναπληρωματικαὶ πι-
2790στώσεις τοῦ μέλλοντος. Καὶ εἶπεν ἀληθῶς ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2791γὸς, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 διεσκευάσθη μετὰ το-
2792σαύτης ἀκριβείας, ὥστε δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη ἀναπληρω-
2793ματικῶν πιστώσεων· ἀπέδειξα ὅμως τὴν ἑσπέραν ταύτην,
2794μετὰ πόσης ἀκριβείας συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμός. Ὡς
2795ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, ἀφῃρέθησαν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ
2796τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δραχμαὶ 678,960 διὰ
2797μισθοὺς ἀξιωματικῶν, αἵτινες ὤφειλον ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς
2798τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλ’
2799ἐνῷ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἐνεγρά-
2800φησαν μόνον δραχμαὶ 150,840, δὲν εἰδοποιήθη ὁ Ὑπουρ-
2801γὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως προσθέσῃ εἰς τὰς δαπάνας τοῦ
2802Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πιστώσεις διὰ δραχμὰς
2803528,120, διὰ τὰς ὁποίας θὰ ὑποβληθῶσι κατ’ ἀνάγκην
2804εἰς τὴν Βουλὴν σχετικαὶ δηλώσεις. Ἀλλὰ μήπως ταύτην
2805μόνην ἔχομεν τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀνακριβείας, μεθ’ ἧς συνε-
2806τάχθη ὁ Προϋπολογισμός; Συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς
2807τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐλησμονήθη κατὰ τὴν
2808σύνταξιν αὐτοῦ, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργηθῶσι κατὰ τὸ ἔτος
28091903 δημοτικαὶ ἐκλογαί, καὶ οὐδεμία ἐνεγράφη διὰ ταύ-
2810τας πίστωσις. Συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουρ-
2811γείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ οὐδεμία ἐνεγράφη πίστωσις διὰ
2812τὴν κατασκευὴν λεβήτων. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὁ Προϋπολο-
2813γισμὸς ὑπεβλήθη ἔχων δαπάνας 114,000,000 δραχμῶν,
2814ὑπεβλήθησαν δὲ μέχρι τοῦδε δηλώσεις ἄνω τῶν δύο ἑκατομ-
2815μυρίων δραχμῶν, ἄρα τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν ἀνέρχεται νῦν
2816εἰς 116 ἑκατομμύρια. Παραβάλατε τὰ 116,000,000 πρὸς
2817τὰς δαπάνας τοῦ 1899, τοῦ 1900 καὶ τοῦ 1901, καὶ εἴ-
2818πετε, ποῦ εἶναι τὰ 10,000,000, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐξ-
2819οικονομήσωμεν, ὅπως διὰ τῶν οἰκονομιῶν ὀργανώσωμεν τὸν
2820στρατὸν τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
2821§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;
2822§166Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, θέλω ζη-
2823τήσει τὸν λόγον, ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν δὲν εἶναι δυνα-
2824τὸν νὰ συζητήσωμεν.
2825§167ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
2826§168Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἂς ψηφισθῇ, κύριε Πρόεδρε, ἀπόψε
2827εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον.
2828§169Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοιούτων νομοσχεδίων πρέ-
2829πει ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως νὰ ὑποβάλλωνται ὅλαι αἱ
2830παρατηρήσεις, νὰ ἐκτίθηνται ὅλαι αἱ ἰδέαι, ἵνα ὑπάρχῃ ὁ
2831ἀνάλογος χρόνος νὰ μελετῶνται.
2832§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχε-
2833δίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
2834(Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2835Ἄρθρον 1...
2836§171Κ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε
2837Πρόεδρε. Τί ἄρθρον 1, καὶ κολοκύθια στὸ πατερό! (γέλωτες).
2838§172ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Ὁρίστε νὰ ὑποβάλητε τὴν ἔνστα-
2839σιν. Διατὶ κρύπτεσθε;
2840§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἐλέγετε προτήτερα, διὰ νὰ μὴ ψη-
2841φισθῇ οὐδὲ ἡ ἀρχή; Τώρα πῶς θὰ κανονισθῇ ἡ ἡμερησία
2842διάταξις τῆς αὔριον;
2843§174ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὡς εἴπετε προτήτερα, ὅτε ἡ Βουλὴ
2844ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ.
2845§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 20′
2846μετὰ τὸ μεσονύκτιον).