1903.05.31
818 στίχοι · 6.144 λέξεις · 57 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 88
τῆς 31 Μαΐου 1903.
(Σάββατον).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ ἄρτι ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Τυρνάβου κ. Λεωνίδας Λαπαθιώτης νὰ προσέλθῃ, ὅπως ὁρκισθῇ. (Προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ κ. Α. Λαπαθιώτης). Οἱ κάτοικοι Πύλου, συνελθόντες ἐν συλλαλητηρίῳ, ἀπέστειλαν τηλεγράφημα, δι’ οὗ ζητοῦσι τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐφετεινῆς παραγωγῆς. Οἱ ἰατροὶ Γκότσης, Μητρόπουλος, Δραγάτσης καὶ Σακελλαρίου ὑποβάλλουσιν ἐνστάσεις κατὰ τοῦ κύρους τοῦ τελεσθέντος διαγωνισμοῦ τῶν ἀνθυπιάτρων. Ὁ δήμαρχος Λαπαθῶν ἀπέστειλε ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δι’ οὗ ἐκφράζεται εὐχὴ ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ὁ Ἰωάννης Σπίνουλας, κάτοικος Γαστουρίου τῆς Κερκύρας, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονεῖται διὰ τὴν κατάληψιν κτήματός τινος αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, ἐνῷ δὲν ὑφίσταται τοιαύτη.
§2Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως ἑνὸς δωδεκατημορίου διὰ τὸν προσεχῆ μῆνα Ἰούνιον, ἤτοι τὸν ἕκτον μῆνα τοῦ ἐνιαυτοῦ. Εἰσάγω ὡσαύτως ἕτερον νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης δραχμῶν 25,000 διὰ τὴν κατασκευὴν ὑδραγωγείου πρὸς διοχέτευσιν ὕδατος εἰς τὸ χωρίον Ρεκοῦνι ἐκ τῆς πηγῆς εἰς θέσιν Φεγγάρι. Πλὴν τούτων εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου.» Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸν νόμον ἐπιτρέπεται διὰ διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν προτεινομένων μεταβολῶν ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχω καθῆκον νὰ δώσω λεπτομερεῖς πληροφορίας περὶ τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένων μεταβολῶν. Εἰς τὴν εʹ κλάσιν τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου ἀναγράφονται τὰ τέλη, τὰ πληρωνόμενα ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου βουτύρου μαγειρικῆς χρήσεως (ἡλατισμένου) καὶ μαργαρίνης, καὶ προσέτι βουτύρου τραπέζης ἀναλάτου ἢ ἡμιηλατισμένου. Ἐπὶ τούτου προτείνω μεταβολὴν, διότι τὸ μικρὸν τέλος ἐπὶ τῆς εἰσαγομένης μαργαρίνης ἐνίσχυσεν ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι ἀποβαίνουσιν εἰς βλάβην τῆς δημοσίας ὑγείας, καὶ παρακωλύουσι τὸν συναγωνισμὸν τοῦ ἀληθοῦς ἐμπορίου τοῦ βουτύρου. Ἡ μαργαρίνη εἶναι οὐσία, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζονται ἀντὶ τοῦ βουτύρου, τοσοῦτον δ’ ἐπλεόνασε τελευταῖον ἡ χρῆσις αὐτῆς ἐν τῇ μαγειρικῇ, ὥστε, κατὰ τὰς πληροφορίας τῶν τελωνείων, τὰ εἰσαγόμενα ποσὰ ἀνῆλθον εἰς ὀκάδας 4651 κατὰ τὸ 1899 καὶ εἰς ὀκάδας 4159 κατὰ τὸ 1900. Διὰ τοῦτο προτείνω διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς πρώτης παραγράφου, ἔνθα ἀναγράφεται «βούτυρον μαγειρικῆς χρήσεως (ἡλατισμένον) καὶ μαργαρίνη», ἡ φράσις «καὶ μαργαρίνη», διότι ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τὸ τέλος προσδιορίζεται εἰς 60 δραχμὰς κατὰ 100 ὀκάδας εἰς μεταλλικόν, ἢ 79 καὶ 35/00 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, νὰ περιληφθῇ δὲ ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ τῆς αὐτῆς κλάσεως, ἐν ᾧ ἀναγράφεται «βούτυρον τραπέζης ἀνάλατον ἢ ἡμιηλατισμένον», μὲ τέλος 160 δραχμῶν εἰς μεταλλικὸν τὰς 100 ὀκάδας, καὶ 211 καὶ 60/00 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Οὕτως αὐξάνεται τὸ τέλος τῆς μαργαρίνης κατὰ 100 δραχμὰς μεταλλικὰς τὰς 100 ὀκάδας, ἤτοι μίαν δραχμὴν τὴν ὀκᾶν.
§5Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς θὰ διακρίνηται;
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκαν ὁ εἰδικὸς ἐπιθεωρητὴς κ. Ζαλοκώστας καὶ ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης, ἡ διάκρισις εἶναι εὐκολωτάτη. Ὡσαύτως ἐν τῇ κλάσει 23 ἀναγράφεται ὁ τελωνισμὸς τῆς ὀρύζης καὶ τῶν καστάνων, τὸ δὲ εἰσαγωγικὸν τέλος προσδιορίζεται, αἱ 100 ὀκάδες εἰς δραχμὰς 15 εἰς μεταλλικὸν, καὶ εἰς δραχ. 19 καὶ 84/00 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἐκ Κρήτης ἐγένοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον παραστάσεις, καὶ ἐζητήθη νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων καστάνων τέλος· ἐπειδὴ δὲ τὰ παραγόμενα ἐν τῇ χώρᾳ κάστανα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συναγωνισθῶσι κατὰ ποιότητα πρὸς τὰ κάστανα τῆς Κρήτης, διότι ταῦτα εἶναι ποιότητος καλλιτέρας, οὐδ’ ἡ παραγωγὴ ἡ ἐγχώριος εἶναι τοσαύτη, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τέλους περιορισμὸς τῆς καταναλώσεως αὐτῶν, προτείνομεν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις «καὶ κάστανα» ἀπὸ τῆς κλάσεως 23 «ὄρυζα καὶ κάστανα», καὶ νὰ προστεθῇ δεύτερον ἐδάφιον, ἔχον οὕτω: «Κάστανα, μὲ γενικὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν αἱ 100 ὀκάδες, εἰς μεταλλικὸν δραχμὰς 5, εἰς τραπεζογραμμάτια 6 καὶ 61/00». Τοιουτοτρόπως τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῶν καστάνων ἀπὸ 15 δραχμῶν περιορίζεται εἰς 5 δραχμὰς μεταλλικάς. Ἐν τῇ κλάσει 24 ἀναγράφεται τὸ πληρωτέον τέλος ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου ὀρυζαλεύρου καὶ κασταναλεύρου καὶ φάρου εἰς δραχμὰς 20 τὰς ἑκατὸν ὀκάδας εἰς μεταλλικὸν ἢ εἰς δρ. 26 καὶ 45/00 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Τὸ δασμολόγιον ὀνομάζει τὸν φάρον πτισάνην. Ἡ παρατήρησις εἶναι γραμματική· δὲν πρόκειται δὲ νὰ ἀντιλέξω, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐπὶ Ῥωμαίων ὑπῆρχεν εἶδος γάμου, ὀνομαζομένου Confareatio, διότι ἐγίγνετο κατ’ αὐτὸν χρῆσις τοῦ φάρου, ἦτο δὲ ἤδη γνωστὸν τὸ ὄνομα τοῦ φάρου. Εἰς τὸ ὀρυζάλευρον, τὸ καστανάλευρον καὶ τὸν φάρον προσεθήκαμεν καὶ τὸ γεωμηλάλευρον, τὸ ὁποῖον καὶ πρότερον ἦτο προστεθειμένον εἰς τὴν κλάσιν 24, εἶχε δ’ ἀφαιρεθῆ πρό τινων ἐτῶν καὶ ἀπετέλεσεν ἰδίαν κλάσιν, διότι ἔρριπτον εἰς τὸ γεωμηλάλευρον χημικήν τινα οὐσίαν καὶ καθίστων αὐτὸ ἄχρηστον διὰ τροφὴν, ἐχρησιμοποίουν δ’ αὐτὸ εἰς κατασκευὴν κόλλας, ἡ ὁποία ἐχρησίμευεν εἰς τὰ ὑφαντήρια τῶν πανίων. Ἕνεκα τούτου τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος εἶχε προσδιορισθῆ εἰς 5 δραχ. μεταλλικὰς τὰς 100 ὀκάδας, ἢ εἰς δραχ. 6 καὶ 61/00 εἰς τραπεζογραμμάτια. Ἀλλὰ τὸ ἐμπόριον κατώρθωσε διά τινων χημικῶν ἐργασιῶν νὰ καθαρίζῃ τὸ γεωμηλάλευρον ἀπὸ τῆς θειϊκῆς μαγνησίας, μεθ’ ἧς ἀνεμιγνύετο, καὶ νὰ ἐξάγῃ αὐτὴν, νὰ μεταχειρίζηται δὲ τὸ ἀπαλλαχθὲν τῆς θειϊκῆς μαγνησίας γεωμηλάλευρον εἰς παραγωγὴν σιροπίου, γλυκὸζ, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντικαθίστων τὴν σάκχαριν κατὰ τὴν κατασκευὴν τῶν χαλβάδων, οὕτω δὲ κατεστρατηγοῦντο τῆς εὐκολίας, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ δασμολόγιον ἀπελάμβανον χάριν τῆς ὑφαντικῆς τῶν πανίων. Καὶ οὕτω, κατὰ πληροφορίας στατιστικὰς, ἐνῷ κατὰ τὸ 1900 εἶχον εἰσαχθῆ γεωμηλάλευρα ὀκάδες 239,664, κατὰ τὰ 1901 καὶ 1902 ηὐξήθη ἡ εἰσαγωγὴ ὑπὲρ τὰ 50%. Ἀλλ’ ἡ τοσαύτη εἰσαγωγὴ τῶν γεωμηλαλεύρων, τὰ ὁποῖα πλέον ἐχρησίμευον εἰς παραγωγὴν τῆς γλυκείας οὐσίας, γλυκὸζ, ἣν ἐχρησιμοποίουν ἀντὶ τῆς σακχάρεως εἰς κατασκευὴν χαλβάδων, ἐπέφερε τὴν ἐλάττωσιν τῆς εἰσαγωγῆς σακχάρεως, τοσοῦτον δ’ ηὐξήθη ἡ εἰσαγωγὴ τῶν γεωμηλαλεύρων, ὥστε ὁ περιορισμὸς τῆς εἰσαγωγῆς σακχάρεως ἀνῆλθεν εἰς 200,000 ὀκάδας ἐπὶ ἔλαττον, ὅπερ ἠλάττωσε τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου κατὰ δραχμὰς 155,200. Διὰ τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτείνεται ν’ ἀπαλειφθῇ τῆς κλάσεως 94 ἡ δευτέρα παράγραφος «ἄμυλον γεωμήλων γεύσεως πικρᾶς διὰ μετουσιώσεως δραχμὰς 5 τὰς 100 ὀκάδας εἰς μεταλλικὸν, ἢ 6 καὶ 61/00 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια», νὰ προστεθῇ δὲ ἡ κατηγορία τῶν ἀμύλων γεωμήλων εἰς τὴν κλάσιν 24, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκε καὶ πρότερον. Ἡ κλάσις 43 περιλαμβάνει τὰ τέλη τὰ εἰσπραττόμενα ἐπὶ τῶν οὐσιῶν τῶν ἐλαιωδῶν: «Πᾶν ἕτερον ἔλαιον ἐδώδιμον ἢ μὴ (πλὴν τῶν ὀρυκτῶν, ἐμπυρευματικῶν, ἀρωματικῶν καὶ φαρμακευτικῶν) ὡς καὶ τὸ βεβρασμένον λινέλαιον». Ταῦτα ὑπήγοντο εἰς τέλος εἰσαγωγικὸν 30 δραχμῶν μεταλλικῶν κατὰ 100 ὀκάδας ἢ 39 καὶ 68/00 εἰς τραπεζογραμμάτια. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτείνεται ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ λέξεις «ὡς καὶ τὸ βεβρασμένον λινέλαιον», νὰ προστεθῇ δὲ δεύτερον ἐδάφιον, ἔχον οὕτω: «Λινέλαιον ἐν γένει, μὲ γενικὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν διὰ τὰς 100 ὀκάδας, εἰς μεταλλικὸν δραχμὰς 50, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 66 καὶ 13/00.» Τοιουτοτρόπως διὰ τὸ λινέλαιον ἰδίως ηὔξησε τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἀπὸ 30 δραχμῶν μεταλλικῶν εἰς 50 δραχμὰς μεταλλικὰς, καὶ ἀπὸ δρ. 39 καὶ 68/00 εἰς 66 καὶ 13/00 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἡ μεταβολὴ αὕτη προτείνεται, διότι ὑπάρχουσι δύο ἐργοστάσια ἐν Ἑλλάδι, τὰ ὁποῖα κατασκευάζουσι λινέλαιον, ἡ δὲ παραγωγὴ αὐτῶν εἶναι τοσαύτη, ὥστε ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Εἰς τὴν κλάσιν 59 ἀναγράφεται τὸ τέλος τὸ πληρωτέον κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν βαφῶν δασικῶν ἢ φυτικῶν παντὸς εἴδους, πλὴν τοῦ λουλακίου. Τὸ τέλος τὸ προσδιοριζόμενον συνίσταται εἰς 10 δραχμὰς μεταλλικὰς κατὰ 100 ὀκάδας, ἢ 13 καὶ 23/00 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· εἰς δευτέραν δὲ παράγραφον ἀναγράφεται τὸ λουλάκιον, διὰ τὸ ὁποῖον προσδιορίζεται τέλος εἰσαγωγικὸν 300 δραχμῶν μεταλλικῶν κατὰ 100 ὀκάδας, ἢ 396 καὶ 75/00 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· καὶ τοῦτο εἶναι ὁ γενικὸς εἰσαγωγικὸς δασμὸς, οὐχὶ δὲ ὁ συμβατικὸς, διότι δυνάμει τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀγγλίας προσδιορίζεται τὸ συμβατικὸν τέλος εἰς 10 δραχμὰς μεταλλικὰς κατὰ 100 ὀκάδας, καὶ εἰς 13 καὶ 20/00 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Εἰς τὰ δύο ταῦτα εἴδη προστίθεται τρίτη παράγραφος, ἔχουσα οὕτω: «Καμπεχιανὸν ξύλον (τὸ λεγόμενον μπακάμι) κιτρινόξυλον καὶ ἐρυθρόξυλον, ὑπὸ ἀτέλειαν». Ταῦτα ἐξαιροῦνται ἀπὸ τὰ ἄλλα ξύλα, τὰ εἰς τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ὑποβαλλόμενα, καὶ ἐπιτρέπεται καὶ αὐτὰ νὰ εἰσάγωνται ἀτελῶς. Μέχρι τοῦδε ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς καμπεχιανοῦ ξύλου, χρυσοξύλου καὶ κιτρινόξυλου εἰσεπράττοντο δρ. 13,488, ἑπομένως ἡ ἐλάττωσις τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἥτις θέλει προέλθει ἐκ τῆς ἀτελείας αὐτῶν, εἶναι μικρά. Ἐν τῇ κλάσει 87 ἀναγράφονται τὰ τέλη, τὰ πληρωτέα ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων χρωμάτων τῶν βερνικίων τῶν παρασκευαζομένων δι’ ἐλαίου καὶ ἐπὶ τῶν πρὸς στίλβωσιν τῶν ὑποδημάτων χρησίμων· ἐν τῇ κλάσει δὲ 88 ἀναγράφονται τὰ τέλη ἐπὶ τῶν βερνικίων τῶν παρασκευαζομένων δι’ οἰνοπνεύματος. Ἐνταῦθα ὑπάρχει μικρά τις βιομηχανία, ἡ ὁποία παράγει τὰ προϊόντα ταῦτα. Καὶ δὲν εἶναι μὲν αὕτη βεβαίως εἰς βαθμὸν ἀκμῆς, ἐζήτησε δὲ εὐκολίαν τινὰ, ἵνα ἀφίενται ἀτελεῖς αἱ φιάλαι ἢ τὰ δοχεῖα, ἅτινα εἰσάγει ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Τὴν εὐκολίαν ταύτην προτείνομεν νὰ παραχωρήσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὴν βιομηχανίαν ταύτην, ἀφοῦ ἐλήφθησαν τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ἵνα μὴ καταστρατηγῆται ἡ προαίρεσις τοῦ νομοθέτου. Διὰ τοῦτο προτείνομεν νὰ προστεθῇ κάτωθι ἑκατέρας τῶν κλάσεων ἡ φράσις «ἄνευ ἐκπτώσεως ἀποβάρου διὰ τὰ μετάλλινα, ὑάλινα ἢ ξύλινα δοχεῖα». Διὰ τὰ εἰσαγόμενα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ὑπολογίζεται συνήθως τὸ βάρος τῶν δοχείων, ἐνῷ διὰ τὰ παραγόμενα ἐνταῦθα δὲν θέλει ὑπολογίζεσθαι. Αὐτὴ ἡ προστασία πρόκειται νὰ παρασχεθῇ εἰς τὸ εἶδος τοῦτο τῆς βιομηχανίας. Εἰς τὴν κλάσιν 89 ἀναγράφονται τὰ χρώματα. Καὶ ἐπὶ μὲν τῶν χρωμάτων τῶν ἐκ λιθάνθρακος παραγομένων προσδιορίζεται τὸ τέλος εἰς 40 δραχμὰς μεταλλικὰς τὰς 100 ὀκάδας, ἢ 52 καὶ 10/00 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Γερμανίας καθιστᾷ ταῦτα ἀτελῆ. Ἐν τούτοις κατωρθώθη νὰ συστηθῇ ἐνταῦθα βιομηχανία στουπετσίου, τὸ στουπέτσιον δὲ, κατὰ τὰς ἡμετέρας πληροφορίας, δὲν προέρχεται ἐκ Γερμανίας, μεθ’ ἧς ὑπάρχει σύμβασις, ἀλλ’ ἐξ Ὁλλανδίας καὶ Βελγίου. Ἑπομένως ἡ ῥήτρα τῆς Γερμανικῆς συμβάσεως, δι’ ἧς ἐπετεύχθη ν’ ἀπαλλαγῇ παντὸς τέλους ἡ εἰσαγωγὴ στουπετσίου, δὲν παράγει ὠφέλειάν τινα εἰς τὴν Γερμανίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ περὶ τούτου ἀξίωσις αὐτῆς πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν θέλῃ προτεθῆ ἡ συνομολόγησις συμβάσεως μετὰ τῆς Γερμανίας. Ἐν τῇ κλάσει 99, «κηριζίνη, παραφίνη καὶ πᾶσα τεχνητὴ κηρώδης ὕλη», ἀναγράφεται τέλος 120 δραχμῶν μεταλλικῶν κατὰ 100 ὀκάδας, ἢ 158 καὶ 70/00 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτείνομεν, ἵνα τὸ τέλος ἀναβιβασθῇ εἰς 180 δραχ. μεταλλικάς. Ἐπίσης προτείνομεν καὶ ἐπὶ τῆς κλάσεως 101, ἐν ᾗ ἀναγράφεται τὸ τέλος τῶν στεατοκηρίων ἢ σπερματσέτων, νὰ αὐξηθῇ τοῦτο εἰς 250 δραχμὰς μεταλλικὰς τὰς 100 ὀκάδας, ἢ 330 καὶ 60/00 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Προήχθη βιομηχανία καὶ ἰδίως ἐν Κερκύρᾳ, κατασκευάζουσα στεατοκήρια, ταύτην δὲ κρίνομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐνισχύσῃ τὸ Κράτος, καὶ διὰ τοῦτο προτείνομεν τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ. Κατὰ πληροφορίας ἄλλας, ἃς ἔχομεν, περὶ τὸ χωρίον Καστανιὰ, παρὰ τὴν Πίνδον, εὑρέθη ὀρυχεῖον ῥητίνης, ἥτις ὀνομάζεται ἐν τῇ ἐπιστήμῃ παραφίνη· κατὰ τὴν γνώμην δὲ Γερμανοῦ ὀρυκτολόγου, ὑπάρχει καὶ κηριζίνη ὀρυκτὴ, καὶ ἂν ἡ γνώμη αὐτοῦ ἐπαληθεύσῃ, θέλομεν ἔχει καὶ ὀρυκτὴν κηριζίνην, ἥτις, προστιθεμένη εἰς τὴν φυσικῶς παραγομένην ἐν τῷ τόπῳ, θέλει πάντως ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο ἡ προστασία τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς ἀπαιτεῖται κατὰ τῆς ἔξωθεν εἰσαγομένης. Ἐν τῇ κλάσει 103, παραγράφῳ βʹ, ἀναγράφεται τέλος εἰσαγωγῆς τοῦ θειϊκοῦ σιδήρου, ἤτοι βιτριολίου, καὶ τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ (γαλοζόπετρας) δραχμῶν πέντε μεταλλικῶν κατ’ ὀκᾶν. Τὸ τέλος τοῦ θειϊκοῦ σιδήρου αὐξάνομεν εἰς δραχμὰς 10 μεταλλικὰς ἢ εἰς 13 καὶ 50/00 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ ὑπάρχει καὶ ἐγχώριος παραγωγὴ, καὶ ὁ βιομηχανικὸς οὗτος κλάδος ἀποτελεῖ παράρτημα τοῦ Πυριτιδοποιείου· δυστυχῶς ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ προστατεύσωμεν τὴν βιομηχανίαν ταύτην τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ, διότι, κατὰ σύμβασιν, ἣν ἔχομεν μετὰ τῆς Ἀγγλίας, ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοῦ εἶναι ἀτελής. Ἐν τῇ κλάσει 130 ἀναγράφεται τέλος ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἐπίπλων ἐκ κοινοῦ ξύλου, κεχρυσωμένων ἢ τετορευμένων, εἴτε ἁπλῶν εἴτε πεπλεγμένων, ἐκ 200 δραχμῶν. Ἡ ἐπιπλοποιΐα προώδευσε παρ’ ἡμῖν ἱκανῶς, δύναται δέ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀκμάζει. Πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπετάθησαν οἱ ἐπιπλοποιοὶ — καὶ πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν παρέστησαν ἀναγκαίαν τὴν πρόνοιαν — πρὸς προστασίαν τῆς βιομηχανίας των, αἱ δὲ ἀναφοραὶ αὐτῶν ἀνεκοινώθησαν ὑπὸ τοῦ Προεδρείου εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ κατὰ τὴν σήμερον γενομένην ἐγκαινίασιν τῆς Ἐκθέσεως τελετὴ μᾶς παρέχει τὴν εὐκολίαν νὰ ἴδωμεν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι κατασκευάζονται ἔπιπλα, τὰ ὁποῖα καὶ κατὰ τέχνην καὶ κατὰ πολυτέλειαν ὑπερβαίνουσι πᾶσαν προσδοκίαν περὶ τῆς προόδου τῆς βιομηχανίας ταύτης. Οὐ μόνον δὲ ἡ σκέψις, ὅτι χρεωστοῦμεν νὰ προστατεύσωμεν αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ ἡ σκέψις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐνθαρρύνωμεν τὴν πολυτέλειαν, καταδείκνυσιν, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ εὐκολύνωμεν τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτων πολυτελῶν ἐπίπλων. Ἀφίεται εἰς τοὺς εὐπόρους νὰ εἰσάγωσι, διότι αὐτοὶ δύνανται καὶ νὰ πληρώνωσιν· αἴρεται δ’ ἄλλως καὶ πειρασμός, ὁ ὁποῖος ἐνοχλεῖ καὶ τοὺς μὴ εὐπόρους, οἵτινες πολλάκις ἐκ φιλοτιμίας ἐκτίθενται εἰς δαπάνας δυσαναλόγους πρὸς τοὺς πόρους αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἐστέρξαμεν μεταβολὴν εἰς τὸ δασμολόγιον, καὶ προτείνομεν νὰ προσδιορισθῇ τὸ τέλος ἐπὶ τῶν ἐν τῇ παραγράφῳ πρώτῃ τῆς κλάσεως 135 ἐπίπλων ἐκ κοινῶν ξύλων ἁπλῶν ἀστορέστων εἰς 60 δραχμὰς μεταλλικάς, ἢ 79 καὶ 35/00 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια κατὰ 100 ὀκάδας, ἐπὶ δὲ τῶν ἐν τῇ βʹ παραγράφῳ ἐκ κοινῶν ξύλων ἐστορεσμένων τὸ τέλος νὰ προσδιορισθῇ εἰς δραχμὰς 90 εἰς μεταλλικόν, ἢ 119 καὶ 3/00 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Τὰ δ’ ἐν τῇ τρίτῃ κατηγορίᾳ ἐκ πολυτελῶν ξύλων ἀστορέστων ἔπιπλα νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τέλος 200 δραχμῶν μεταλλικῶν, ἢ 264.50 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἑτέρα κατηγορία «ἐπίπλων ἐκ πολυτίμων ξύλων ἐστορεσμένων πολυτελῶς, καὶ ὁλοστορέστων πολυτελῶς», προτείνομεν δὲ νὰ διαιρεθῇ αὕτη εἰς δύο ἐδάφια, δʹ καὶ εʹ. Ἐδάφιον δʹ: «Καθῆκλαι ἐκ γνησίου καλάμου ἢ ἐκ στρογγύλου ξύλου, μὲ εἰσαγωγικὸν δασμὸν διὰ τὰς 100 ὀκάδας εἰς μεταλλικὸν δρ. 150, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 198.38.» Ἐδάφιον εʹ: «Ἔπιπλα ἐκ πολυτίμων ξύλων ἐστορεσμένα ἁπλῶς, ἢ ὁλοστόρεστα ἁπλῶς, μὲ γενικὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν διὰ τὰς 100 ὀκάδας εἰς μεταλλικὸν δραχ. 400, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δρ. 529.» Τὸ ἐδάφιον εʹ τῆς κλάσεως 135 γίνεται ϛʹ, ὁ δὲ γενικὸς εἰσαγωγικὸς δασμὸς τῶν ἐπίπλων ἐκ πολυτίμων ξύλων ἐστορεσμένων πολυτελῶς καὶ ὁλοστορέστων πολυτελῶς ὁρίζεται διὰ τὰς 100 ὀκάδας εἰς μεταλλικὸν δραχ. 700, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δραχ. 924. (Χειροκροτήματα ἐξ ἑνὸς θεωρείου).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κενωθῇ τὸ θεωρεῖον, διότι παρέβη τὴν ὑφισταμένην ἀπαγόρευσιν. (Τὸ θεωρεῖον κενοῦται).
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ κλάσει 162 ἀναφέρονται τὰ τέλη τὰ εἰσαγωγικὰ ἐπὶ τῶν φλανελλῶν τῶν βαμβακερῶν εἰς τόπια, λευκῶν ἢ χρωματισμένων, δι’ οἱανδήποτε χρῆσιν. Τὸ τέλος τοῦτο ἐλαττώνομεν, περιορίζοντες ἀπὸ 150 δραχμῶν μεταλλικῶν κατ’ ὀκᾶν εἰς 120 δραχμὰς μεταλλικάς, ἢ 158.40 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἐν τῇ κλάσει 340 ἐδαφ. γʹ, ἔνθα ἀναγράφονται τὰ καψύλια ὅπλων ἐν γένει καὶ τὰ καψύλια δυναμίτιδος, προτείνομεν τὴν αὔξησιν τοῦ ἐπ’ αὐτῶν τέλους κατὰ χιλιάδα, εἰς μεταλλικὸν μὲν δραχμὰς 8, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δὲ δραχ. 10 καὶ 58/00. Ἐκ τῆς κλάσεως 180 μεταφέρονται αἱ λέξεις «πιλήματα διὰ πίλους εἰς σχῆμα κώνου εἰς φυσικὴν χροιὰν καὶ οὐδεμίαν ἄλλην κατεργασίαν φέροντα καὶ εἰς ὑπερδιπλάσιον μέγεθος τῶν συνήθως εἰσαγομένων πίλων» εἰς ἴδιον ἐδάφιον τῆς αὐτῆς κλάσεως, μὲ γενικὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν κατὰ κομμάτιον λεπτὰ 32 εἰς μεταλλικόν, 42 δὲ καὶ 24/00 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Εἰς τὴν κλάσιν 130 προστίθεται καὶ τρίτον ἐδάφιον, ἔχον οὕτω: «Κορνίζαι ἐκ κοινῶν ξύλων ἐπικεχρισμέναι διὰ γύψου ἀχρύσωτοι, καλαπόδια, κρουνοὶ ἐκ ξύλου οἱουδήποτε καὶ πάσης χρήσεως (κάνουλαι) καὶ καλαμάρια παίδων ἐκ κοινῶν ξύλων», μὲ γενικὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν διὰ τὰς 100 ὀκάδας, εἰς μεταλλικὸν δραχ. 100, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δραχμὰς 132 καὶ 25/00. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον τῆς κλάσεως 209 τροποποιεῖται οὕτω: «Πιλήματα (κετσέδες) διὰ πίλους εἰς σχῆμα κώνου, πλὴν τῶν ἐν τῷ κατωτέρῳ βʹ ἐδαφίῳ καὶ τῶν ἐν τῇ κλάσει 180 καὶ τῷ βʹ αὐτῆς ἐδαφίῳ ἀναφερομένων, φέροντα κατεργασίαν ξυρίσματος ἢ μή, ἕκαστον κομμάτιον μὲ γενικὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν εἰς μεταλλικὸν λεπτὰ 50, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 66 καὶ 13/00.» Ὁ γενικὸς εἰσαγωγικὸς δασμὸς τῶν ἐν τῇ παραγράφῳ βʹ τῆς κλάσεως 209 ἀναφερομένων πιλημάτων ὁρίζεται δι’ ἕκαστον κομμάτιον εἰς μεταλλικὸν δραχ. 1,50, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 1,98. Ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς τῶν ἐν τῷ ἐδαφίῳ βʹ ὑπὸ συμβατικὸν τέλος ἀναφερομένων πίλων ἀνδρῶν καὶ παίδων τῆς κλάσεως 210 ὁρίζεται δι’ ἕκαστον κομμάτιον, εἰς μεταλλικὸν δραχ. 4, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δραχ. 5,29. Ὁ γενικὸς εἰσαγωγικὸς δασμὸς τῶν ὑπὸ ἀτέλειαν «λιθογραφημάτων, χαλκογραφημάτων, ξυλογραφημάτων, χρωμολιθογραφημάτων, χρωμοφωτογραφημάτων καὶ ἐκτυπωμάτων ποικίλων ἄλλων» τῆς κλάσεως 314 ὁρίζεται διὰ τὰς 100 ὀκάδας, εἰς μεταλλικὸν δραχμὰς 150, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δραχ. 198. Εἰς τὴν αὐτὴν κλάσιν 314 προστίθεται καὶ βʹ ἐδάφιον, ὡς ἑξῆς: «Ἐτικέτται ἐν γένει, μὲ γενικὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν διὰ τὰς 100 ὀκάδας, εἰς μεταλλικὸν δραχ. 50, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δραχ. 66.13.» Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ὅπερ εἰσάγω εἰς τὴν Βουλήν, ἀνέγραψα ἐν ἄρθρῳ 2 διάταξιν, καθ’ ἣν «ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τούτων ἄρχεται ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΑʹ περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου.» Ὅτε προὐτάθη τὸ δασμολόγιον, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἦτο μικρά· νομίζω, ὅτι εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ὑπὸ τῶν συντακτῶν τοῦ δασμολογίου, ὅτι αὕτη ἀνήρχετο εἰς 32 λεπτὰ καὶ ¼ τοῦ λεπτοῦ. Ἑπομένως ἐν τῷ δασμολογίῳ ἀνεγράφη ὡς βάσις ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου εἰς μεταλλικὸν εἰς λεπτὰ 132 καὶ ¼ τοῦ λεπτοῦ. Ἔκτοτε τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, καὶ ἡ διαφορὰ τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον εἶναι πολλῷ μεγαλειτέρα. Βεβαίως δὲν ἔχω τὴν γνώμην νὰ προσδιορίσωμεν τὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τέλη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τοσοῦτον προβάσης ὑποτιμήσεως τῶν γραμματίων, ἤτοι τῆς τιμῆς τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ποιοῦμαι ὅμως ὑμῖν γνωστόν, ὅτι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, τὰς ὁποίας δὲν συνέλεξα μόνον τώρα, ὅτε ἐκλήθην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἶχον συλλέξει καὶ κατὰ τὸ 1890 καὶ κατὰ τὸ 1895, μεγάλην δυσκολίαν παράγει εἰς τὴν τελωνιακὴν ὑπηρεσίαν ὁ προσδιορισμὸς τοῦ τέλους ἕνεκα τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν μὴ ἀρτίων, τῶν μικρῶν μονάδων καὶ τῶν μικρῶν κλασμάτων, διότι οἱ τελῶναι, διὰ νὰ εὕρωσι τὸ τέλος, ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπολογίσωσι τὰ βάρη ἢ τὰς μονάδας ἐπὶ τῇ βάσει 132¼ λεπτῶν κατὰ χρυσοῦν φράγκον, ἕνεκα δὲ τούτου οὐ μόνον πολὺν καταναλίσκουσι χρόνον, ἀλλὰ καὶ πολλάκις σφάλλονται, καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον παρέχουσιν ἀσχολίας, ἵνα εὑρίσκῃ τὰ ἀκριβῆ ποσὰ τὰ πληρωτέα, μεταβάλλον ὑπολογισμοὺς ἐσφαλμένους τῶν τελωνείων. Διὰ τοῦτο ἔκρινα, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὰ κλάσματα, νὰ λάβωμεν δὲ ἀκέραιον ἀριθμόν, καὶ ηὐξήσαμεν τὸ ἀντίτιμον τοῦ χρυσοῦ φράγκου ἀπὸ λεπτῶν 132¼ εἰς 135. Βεβαίως ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν ἐπιβαρύνει πολὺ τὸ ἐμπόριον, εὐκολύνει ὅμως πολὺ τὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον εἰσάγω εἰς τὴν Βουλήν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλουσιν ἐγγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 499–502).
§10ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶχεν ὑποβληθῆ, κύριε Πρόεδρε, ἄλλοτε, εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησις τῶν καλαποδοποιῶν, ἡ ὁποία εἶναι δικαιοτάτη καὶ συμβιβάζεται πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησίς των ἐν τῇ κλάσει 130, ἐδαφ. γʹ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ νὰ συνέλθῃ καὶ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δωδεκατημορίου τοῦ μηνὸς Ἰουνίου.
§13Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν διαβιβασθεῖσαν εἰς αὐτὸν ἀναφορὰν τοῦ Ἰωάννου Σπίνουλα, κατοίκου Γαστουρίου τῆς Κερκύρας, ὁ ὁποῖος ζητεῖ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ λύσις τῆς διαφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἔχει μετὰ τοῦ Δημοσίου διὰ τὰ κτήματά του, τὰ ὁποῖα κατέλαβε τὸ Δημόσιον πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ χώρου τῆς περιοχῆς τῶν ἀνακτόρων τῆς Αὐτοκρατείρας Ἐλισάβετ.
§14ΑΝΑΣΤ. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μέρος τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, τὸ ἀφορῶν τὴν ἐμὴν δρᾶσιν, ὡς ἀξιωματικοῦ· διότι, κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐλέχθη, ὅτι ἐγὼ ὑπῆρξα φυγὰς τοῦ πολέμου. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ ἐπισήμως, ὅτι οὐ μόνον δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀληθὲς εἶναι, ὅτι συνιστῶμαι διὰ τῆς ἐκθέσεως εἰς προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν διά τε τὴν διοικητικὴν ἱκανότητα καὶ διότι ἀνεδείχθην κατὰ τὰς διαφόρους μάχας. Θ’ ἀπέφευγον νὰ εἴπω τι περὶ τούτου εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν· τὸ λέγω ὅμως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ παρακαλῶ νὰ βεβαιωθῇ τὸ ἀκριβὲς αὐτοῦ ἐπισήμως διὰ τῆς ἐκθέσεως, διότι ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, τί ἔλαβε χώραν κατ’ ἐμοῦ προχθὲς ἐνταῦθα. Ἐγὼ οὐδέποτε εἶπον εἴς τινα, ὅτι αἱ ἐκθέσεις ἐκεῖναι κάμνουσι μνείαν περὶ ἐμοῦ, ἢ ἂν ἠρίστευσα, ἢ ἂν ἐξεπλήρωσα ἁπλῶς τὸ καθῆκόν μου, ἢ ὅπως δήποτε ἄλλως. Ἀπέφυγα τοῦτο, διότι, Κύριοι, ὡς ἀξιωματικός, ἀνήκων εἰς τὸ στράτευμα, φρονῶ ὅτι δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπω τι, καθόσον θὰ ἐμείωνα τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἔχω ἀμέριστον πρὸς τοὺς προϊσταμένους μου, οἱ ὁποῖοι μὲ διώκησαν καὶ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ κατὰ τὸν πόλεμον. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, Κύριοι, ὑπάρχουσι συνάδελφοι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι, πάντες περίπου, γνωρίζουσι περὶ ἐμοῦ. Τοὺς παρακαλῶ, ἐάν τις γνωρίζῃ τι, δυνάμενον νὰ ὑποστηρίξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς προχθές, νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ λείψῃ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλήν, καθόσον τότε καὶ μόνον θὰ θεωρήσω, ὅτι εἶναι πλήρης ἡ ἱκανοποίησίς μου ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Εἶναι γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὰ πολυπληθῆ σωματεῖα ἐν ταῖς συζητήσεσι ταράσσονται πολλάκις, ἐνίοτε δὲ καὶ μέχρις ἀντεγκλήσεων καὶ ὕβρεων καὶ διαπληκτισμῶν προβαίνουσιν, ἐντεῦθεν δὲ προκύπτουσι κατ’ ἀνάγκην προσβάλλοντες καὶ προσβαλλόμενοι. Ἡ ἀνατροφὴ ὅμως, ἡ ὁποία ἐμπρέπει εἰς ἐκείνους μάλιστα, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ ἐθνικοῦ τούτου Συνεδρίου, ἐπιβάλλει εἰς μὲν τοὺς προσβαλλομένους νὰ ζητήσωσιν ἱκανοποίησιν, εἰς δὲ τοὺς προσβαλόντας νὰ δώσωσι τοιαύτην εἴτε δι’ αἰτήσεως συγγνώμης εἴτε καὶ διὰ τῶν ὅπλων. Ὁ μὴ πράττων τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι εἶναι ὁ ἔσχατος ἀχθοφόρος (θόρυβος).
§15Ι. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, βεβαιῶ, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀνωτέρου ἐπόπτου τοῦ στρατεύματος τῆς Θεσσαλίας κατὰ τὸν πόλεμον, ὅτι οὔτε ἐπισήμως ἐβεβαιώθη, οὔτε δημοσίως ἢ ἰδιαιτέρως ἐλέχθη, οὔτε ἠκούσθη, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας συνάδελφος, ὡς ἀξιωματικός, δὲν ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του.
§16Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Τρίτης, τὰς ἀφορώσας εἰς τὰ μέτρα τὰ ληφθησόμενα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας, πάντες ἠλπίζομεν, ὅτι ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ἤθελεν εἰσαχθῆ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον καὶ ἴσως καὶ ψηφισθῆ. Εἰς πρωϊνήν τινα ἐφημερίδα παρετήρησα, ὅτι ἐγεννήθησαν δυσχέρειαί τινες μεταξὺ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν τῶν πρώτων καὶ τῶν κατωτέρων. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν τῳόντι ἐγεννήθησαν τοιαῦται δυσχέρειαι, ἂν αἱ δυσχέρειαι αὗται δύνανται νὰ γεννήσωσι τὸν κίνδυνον τῆς ματαιώσεως τοῦ προσωρινοῦ ἐκείνου μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐφετεινὴν ἐσοδείαν τῆς σταφίδος, καὶ μέχρι ποίας ἐποχῆς νομίζει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτο μέτρον. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, — ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ κώλυμά τι — εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, καὶ ἂν ἐλπίζει νὰ ἐπανέλθῃ καὶ πότε θὰ ἐπανέλθῃ ἡ σύμβασις εἰς συζήτησιν.
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δίδω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἠλείας τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Ἔχω ἐπιστολὴν τοῦ κυρίου Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία φέρει ἡμερομηνίαν τῆς 31 Μαΐου, δηλαδὴ σημερινήν, καὶ τὴν ὁποίαν ἔλαβον καθ’ ὥραν 6 μετὰ μεσημβρίαν. Διὰ ταύτης μὲ πληροφορεῖ ὁ κ. Διοικητὴς, ὅτι ἡ σύμβασις, ἥτις ἔμελλε νὰ συνομολογηθῇ μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Οἰνοποιητικῆς Ἑταιρείας, ἐμελετήθη, ἐβελτιώθη, καὶ τὴν Δευτέραν θέλει πιθανῶς τελειώσει. Προσέτι μὲ πληροφορεῖ, ὅτι τὴν Δευτέραν ἢ Τρίτην θέλει εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ ἐργασθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς συμβάσεως τῶν Τραπεζῶν πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, καὶ προσέτι γίνεται ἡ ἀναγκαία ἐργασία πρὸς κανονισμὸν τῆς ἐγγυήσεως τοῦ Δημοσίου. Οὕτως ἐργασία γίνεται ἀδιαλείπτως, καὶ ἐλπίζω ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλει ὑποβληθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τοῦ ἄλλου ἐρωτήματος ὑμῶν σᾶς πληροφορῶ, ὅτι οὐδεμίαν ἔχω πληροφορίαν. Ἡ μόνη πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔχω, εἶναι, ὅτι μετεβιβάζοντο πᾶσαι αἱ γνῶμαι καὶ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας τὸ Προεδρεῖον μοὶ ἀπέστειλε καὶ τὰς ὁποίας ἐπεξεργασθεὶς παρέδωκα εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑταιρείας. Ὡς ἐνθυμοῦμαι δὲ, σήμερον ἢ χθὲς ἦλθε καὶ μὲ ἀπεχαιρέτισεν ὁ ἕτερος τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑταιρείας, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι προσεκλήθη εἰς Λονδῖνον ἀπὸ τὸν κ. Μπακχάους, ἵνα συνεργασθῇ μετ’ αὐτοῦ, καὶ ὅτι θέλει ἀναχωρήσει, δὲν ἠξεύρω ποίαν ἡμέραν τῆς ἑπομένης ἑβδομάδος, ἐκ Λονδίνου, ἵνα ἐπανέλθῃ ἐνταῦθα ταχέως.
§18ΗΛ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σήμερον ἔλαβον τηλεγράφημα τοῦ πρώην συναδέλφου ἡμῶν κ. Ν. Σάλμα, καταγγέλλοντος, ὅτι ὁ ἀστυνόμος Ἀλαγονίας συνέλαβεν ἄνευ λόγου τὸν θεῖον αὐτοῦ κ. Σάλμαν. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὸ τηλεγράφημα τοῦτο. (Ἀναγινώσκει αὐτό). Εἶμαι βέβαιος, ὅτι κατόπιν τοῦ τοιούτου τηλεγραφήματος ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς θὰ διατάξῃ τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκεῖθεν τοῦ εἰρημένου ἀστυνόμου.
§19Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ὁ ἀστυνόμος Ἀλαγονίας εἶναι ἄνθρωπος διαπράξας τὰ αἴσχιστα. Ἐτιμωρήθη εἰς διετῆ φυλάκισιν, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφίνει ἀκόμη ἐκεῖ τοιοῦτον ἄνθρωπον. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ταχεῖαν ἐκεῖθεν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἀστυνόμου, διότι, ἂν ἐξακολουθήσῃ οὗτος διαμένων ἐκεῖ, θὰ ἔχωμεν συνεπείας δυσαρέστους.
§20ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶσθε βέβαιος, ὅτι ἐτιμωρήθη εἰς διετῆ φυλάκισιν διὰ τὰ ἐν Ἀλαγονίᾳ;
§21Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Εἰς τὰς Καλάμας ἐτιμωρήθη, ὅπου καὶ ἐκεῖ πολλὰ τὰ ἔκνομα εἶχε διαπράξει.
§22Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§23Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν 16 λήγοντος Μαΐου ὑπέβαλον τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις ἐπιθεωρητῶν κατὰ δασαρχῶν, καὶ τίνων, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τίνες οἱ καταγγελθέντες δασάρχαι, ὀνομαστὶ ἕκαστος, καὶ διὰ ποίας πράξεις κατηγγέλθησαν καὶ ἀπηλλάγησαν τῶν δασονομικῶν καθηκόντων ἂν συνεστήθησαν δι’ αὐτοὺς Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, καὶ τί ἀπεφάνθησαν ταῦτα ἢ ἂν δὲν παρεπέμφθησαν οἱ δασάρχαι οὗτοι εἰς Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, ἂν αἱ κατ’ αὐτῶν ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν ἐστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης (ὅτε παρακαλῶ νὰ σταλῶσιν αὗται εἰς τοὺς κατὰ τόπους Εἰσαγγελεῖς, ἔνθα ἐξετελέσθησαν αἱ πράξεις), ἢ ἂν ἐστάλησαν ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς τοὺς ἁρμοδίους Εἰσαγγελεῖς, καὶ εἰς τίνας. Παρακαλῶ ἡ ἀπάντησις νὰ δοθῇ συντόμως.» Παρῆλθον ἔκτοτε 15 ἡμέραι, καὶ δὲν ἐδόθη καμμία ἀπάντησις. Παρακαλῶ πολὺ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξετάσῃ.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν μοὶ εἰσήχθη τοιαύτη ὑπόθεσις. Θὰ ἐξετάσω διατὶ δὲν μοὶ εἰσήχθη ἕως τώρα.
§25Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἔμαθον μάλιστα, ὅτι ἐτιμωρήθη εἷς τῶν δασαρχῶν τούτων διοικητικῶς μὲ δίμηνον φυλάκισιν.
§26Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται, ὅτι λειτουργεῖ ἡ ὑπηρεσία.
§27Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύεται ἢ ὅτι ἡ ὑπηρεσία θέλει ἄλλο τι νὰ κάμῃ, θέλει νὰ ἐξοικονομήσῃ ἄλλως πως τὴν ὑπόθεσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὐτυχῶς εἶναι καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἔλαβε βεβαίως τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος ἐκθέσεις. Εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἀνέγνωσα, ὅτι δασάρχαι τινὲς ἀπελύθησαν τῶν καθηκόντων των. Λοιπὸν πῶς αὐτοὶ ἀπελύθησαν; Ὑπέπεσαν εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν; ὑπέπεσαν εἰς παράπτωμα; Ἀφοῦ δ’ ἐστάλησαν αἱ ἐκθέσεις αὗται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διατὶ δὲν ἐξετελέσθησαν; Θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐνεργήσῃ συντόνως τὰ δέοντα.
§28ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, Κύριοι, καίτοι ἀναγνωρίζω, ὅτι μεγίστη φειδὼ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐν τούτοις εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκθέσω τινά, σχετιζόμενα πρὸς τὰς πράξεις καὶ ἐνεργείας τοῦ νομάρχου Ἀρκαδίας κ. Δούνη, πρώην συναδέλφου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τούτων τοῦ κ. νομάρχου. Ὁ κ. νομάρχης Ἀρκαδίας, ἐφαρμόζων τὸν νόμον περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἐξέδωκε, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, δύο διαταγὰς πρὸς τὸν δήμαρχον τοῦ δήμου Τροπαίων τῆς ἐπαρχίας Γόρτυνος. Καὶ διὰ μὲν τῆς μιᾶς ἐξ αὐτῶν παρήγγελλε τὸν δήμαρχον, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει ἐκθέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὡς λέγει, προβῇ εἰς τὴν μίσθωσιν δύο οἰκημάτων, ὅπως ταῦτα χρησιμεύσωσιν ὡς διδακτήρια ἀρρένων ἐν τοῖς χωρίοις Σπαθάρι καὶ Ρένεσι τοῦ δήμου ἐκείνου, ὡς καὶ ἑτέρου οἰκήματος ἐν τῷ χωρίῳ Βυζιτσίῳ, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς σχολεῖον θηλέων. Διὰ τῆς διαταγῆς του δὲ ταύτης, ἥτις φέρει ἀριθμὸν 1799 τῆς 17 Μαρτίου 1903, παραγγέλλει ὁ κ. νομάρχης τὸν δήμαρχον νὰ προβῇ εἰς τὴν μίσθωσιν ταύτην, ἀφοῦ προηγουμένως οἱ ἰδιοκτῆται τῶν οἰκιῶν τῶν ἐν Σπαθάρι καὶ Ρένεσι προβῶσιν εἰς τὰς ὑποδειχθείσας ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἐπισκευάς, τουτέστι κατασκευάσωσιν, ὡς λέγει ἡ διαταγή, «ταβάνια, δάπεδα, παράθυρα κλπ.» Δὲν μένει δηλαδὴ τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ στέγη νὰ κατασκευασθῇ εἰς αὐτὰ τὰ οἰκήματα, ἵνα καταστῶσι πρόσφορα διὰ τὴν ἐνοικίασιν. Ἐὰν ὑπῆρξεν ἔκθεσις ἐπιθεωρητοῦ, καὶ πῶς ὑπῆρξε τοιαύτη, τοῦτο βεβαίως ἀγνοῶ, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι τοῦτο ἀντικείμενον τῆς παρούσης συζητήσεως. Διὰ δὲ τὸ οἴκημα τὸ ἐν τῷ χωρίῳ Βυζιτσίῳ οὐδὲν προσθέτει. Φαίνεται, ὅτι τὸ οἴκημα ἐκεῖνο ἐθεωρήθη τέλειον. Ὁ δήμαρχος τοῦ δήμου Τροπαίων, δι’ ἀναφορᾶς του, ἡ ὁποία φέρει χρονολογίαν 24 Μαρτίου, ἤτοι μετὰ 6 ἢ 7 ἡμέρας, ἀπαντᾷ ἐκτεταμένως εἰς τὸν κ. νομάρχην, ὅτι διὰ μὲν τὴν μίσθωσιν τῶν πρώτων οἰκημάτων εὑρίσκεται ἐν ἀπορίᾳ περὶ τοῦ πρακτέου, καὶ δὲν δύναται νὰ συστήσῃ τί συμφέρει, πρὶν ἢ ἐκτελεσθῶσιν αἱ ἐπισκευαί, τὰς ὁποίας ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ ἡ διαταγὴ τοῦ νομάρχου ὑποδεικνύουσιν, καθόσον ἄλλως εἶναι ὑποχρεωμένος, ληξάσης τῆς μισθώσεως τῶν οἰκημάτων, νὰ ἐγκαταλείψῃ ταῦτα, καὶ νὰ εὑρεθῇ ἄνευ διδακτηρίων. Ἰδίᾳ δὲ διὰ τὸ οἴκημα τὸ ὑποδεικνυόμενον ἐν τῷ χωρίῳ Βυζιτσίῳ, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς διδακτήριον θηλέων, ἀναφέρει εἰς τὸν κ. νομάρχην διὰ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς του, ὑπ’ ἀριθμὸν 130 τῆς 24 Μαρτίου, ὅτι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Αὐγούστου, ληξάσης τῆς πρώτης μισθώσεως τοῦ οἰκήματος τοῦ χρησιμεύοντος ὡς διδακτηρίου τῶν θηλέων, ὁ ἰδιοκτήτης τῆς οἰκίας ταύτης προεκάλεσε τὸν δήμαρχον, ἢ νὰ προβῇ εἰς νέαν μίσθωσιν, ἢ ἄλλως νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ οἴκημα. Ὁ δήμαρχος ἠρώτησε τὸν ἐπιθεωρητήν,—ἐν τῷ μεταξὺ δὲ τούτῳ σημειωτέον, ὅτι ἔλαβε χώραν καὶ ἀναμίσθωσις, ἡ ὁποία δὲν ἀπηγορεύετο, καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐνέκρινε τὴν ἀναμίσθωσιν, —συνετάχθη δὲ νέον συμβόλαιον ἀναμισθώσεως τῆς οἰκίας ἐν τῷ χωρίῳ Βυζιτσίῳ, καὶ ἑπομένως ἡ μίσθωσις αὕτη δὲν ἔληξεν ἔτι. Ἐὰν δὲ ὁ δήμαρχος προβῇ εἰς τὴν μίσθωσιν τοῦ οἰκήματος τοῦ ὑποδεικνυομένου ὑπὸ τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ καὶ τοῦ νομάρχου, θὰ εὑρεθῇ ὁ δῆμος ἐκτεθειμένος εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ ἀποζημίωσιν εἰς τὸν πρῶτον ἰδιοκτήτην, καθόσον ὁ λόγος τῆς λύσεως τῆς μισθώσεως, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει τὸ συμβόλαιον, ὅτι ἐγκαταλείπεται τὸ οἴκημα καὶ λύεται ἡ μίσθωσις, ἐὰν ὁ χῶρος θεωρηθῇ ἀνεπαρκὴς διὰ τὴν αὔξησιν τῶν μαθητῶν, δὲν ὑφίσταται. Ἐν τούτοις ὁ δήμαρχος καὶ ἐν τούτῳ ἀκόμη ἠρώτησε τὸν κ. νομάρχην, τί ὤφειλε νὰ πράξῃ. Ἀλλὰ προσετέθη καὶ ἓν ἕτερον γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαῖον καὶ ἔδει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ νομάρχου, ὅτι ἡ οἰκία, ἡ ἐν τῷ χωρίῳ Βυζιτσίῳ προτεινομένη ὡς διδακτήριον τῶν θηλέων, ἐχρησίμευε μέχρις ἐσχάτων ὡς λεπροκομεῖον δύο μελῶν τῆς οἰκογενείας τοῦ ἰδιοκτήτου, τελευτησάντων πρὸ μικροῦ! Γνωρίζετε δέ, καὶ ἐπιστημονικῶς εἶναι παραδεδεγμένον, ὅτι εἶναι μεταδοτικὴ ἡ νόσος, ἀλλὰ καὶ ὁποῖαι προλήψεις ἐπικρατοῦσι παρὰ τοῖς χωρικοῖς περὶ τῆς μεταδόσεως τῆς ἐλεφαντιάσεως. Ὡς ἐκ τούτου ὑποδεικνύει εἰς τὸν κ. νομάρχην ὁ δήμαρχος, ὅτι ἡ οἰκία αὕτη θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ νὰ φυγαδεύσῃ τὰ τέκνα τῶν χωρικῶν ἐκ τοῦ σχολείου...
§29Π. ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα αὐτὰ δὲν τὰ γνωρίζετε ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Σᾶς τὰ εἶπεν ὁ δήμαρχος. Ἠξεύρετε, τίνα συμφέροντα ἔχει ὁ δήμαρχος;
§30ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἐκ πληροφοριῶν τὰ γνωρίζω, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὰ βεβαιώσῃ καὶ ἐπισήμως. Δέν μοὶ τὰ εἶπεν ὅμως ὁ κ. δήμαρχος, τὸν ὁποῖον οὐδὲ εἶδον οὐδὲ καλῶς γνωρίζω. Αἱ πληροφορίαι μου ἐν τούτοις, δύνασθε νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι εἶναι ἀσφαλεῖς, καὶ θὰ τὸ ἴδητε καὶ ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων. Ἀλλ’ ἀναμείνατε νὰ περατώσω τὴν ὁμιλίαν μου, καὶ δύνασθε νὰ μὲ διαδεχθῆτε καὶ ν’ ἀντικρούσητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑποθέτετε ὅτι μοὶ εἶπεν ὁ δήμαρχος. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ δήμαρχος μοὶ εἶπε ταῦτα, τί πρὸς τοῦτο; Ἐγὼ ἐκθέτω τὰ γεγονότα, καὶ ἀπόκειται εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ κρίνῃ, ἂν ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. νομάρχου εἶναι νόμιμος. Ἰδοὺ πῶς ἀποφαίνεται ὁ κ. νομάρχης, ἀφοῦ προηγήθη μία διαταγὴ αὐτοῦ τῆς 10 Ἀπριλίου 1903: «Ἀπολογηθῆτε ἐπὶ ἐνσήμου χάρτου κλπ.» Καὶ ὁ δήμαρχος ἀπαντᾷ λέγων: «Πιθανὸν νὰ μὴ περιῆλθεν εἰς χεῖρας ὑμῶν ἡ ἀναφορὰ ἐκείνη, ἡ ὁποία περιεῖχε τόσα γεγονότα, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ τὴν περιλάβω ὁλόκληρον ἐν τῇ ἀπολογίᾳ μου». Ὁ κ. νομάρχης προβαίνει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου παρεχομένου αὐτῷ δικαιώματος, καὶ ἐπιβάλλει εἰς τὸν δήμαρχον ποινὰς δύο προστίμων ἐκ 200 δραχμῶν. Ἀλλὰ δὲν σταματᾷ ἕως ἐδῶ ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. νομάρχου. Τὸ παραδοξότερον ὅλων εἶναι ἡ τελευταία ἐνέργεια αὐτοῦ μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν ποινῶν...
§31Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ νομάρχης;
§32ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης, πρώην συνάδελφός μας.
§33ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ ἐντιμότατος ἄνθρωπος.
§34ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν κρίνω τὴν ἐντιμότητα τοῦ ἀνθρώπου, κρίνω τὰς πράξεις του.
§35Π. ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ δραστηριώτερος ὅλων.
§36ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθέστατον καὶ τοῦτο, διότι καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ τὸν γνωρίσω ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἔλαβον πεῖραν τῆς δραστηριότητός του.
§37Π. ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ τὰ λέγετε λοιπὸν αὐτά;
§38ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν γίνομαι κατήγορος τοῦ κυρίου Δούνη· ἐγὼ ἐκθέτω τὰς πράξεις αὐτοῦ.
§39Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἔχετε δυσπιστίαν διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κυρίου Δούνη;
§40ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν δυσπιστίαν ἔχω, ὅτι αὐτὰ ἐγένοντο ἀκριβῶς ὡς τὰ ἐκθέτω. Ἡ τελευταία ἐνέργεια τοῦ κυρίου νομάρχου ποία νομίζετε ὅτι εἶναι; Ἐκδίδεται ἔγγραφος διαταγὴ αὐτοῦ, δι’ ἧς παραγγέλλεται ὁ εἰρηνοδίκης Τροπαίων νὰ ἐγκαταστήσῃ τὰ εἰρημένα σχολεῖα ἐν τοῖς ὑποδειχθεῖσιν οἰκήμασιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἰς τίνα διάταξιν τοῦ νόμου εὗρεν ὁ κ. νομάρχης, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης δύναται ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὸν δήμαρχον; Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν διαταγὴν θέλων νὰ ἐξετάσω, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἴσως ὁ κ. νομάρχης ἐφήρμοσε κατ’ ἀναλογίαν ἑτέραν διάταξιν τοῦ νόμου—ἀλλ’ αὕτη ἀπέχει πολὺ—περὶ τῆς ἐν ἐλλείψει προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου θεωρήσεως τῶν ἐνταλμάτων τῶν δικαιούχων ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἅλμα, ἂν οὐχὶ εἰς τὸ κενὸν, τοὐλάχιστον ὑπὲρ τὰ ἐσκαμμένα. Διὰ τοὺς λόγους τούτους παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, —διὰ νὰ πεισθῇ καὶ ὁ κ. ἐκ Τριφυλίας συνάδελφος, ὅτι δὲν δυσπιστῶ εἰς τὰς ἐνεργείας τοῦ κ. νομάρχου, ἀλλ’ ὅτι αἱ ἐνέργειαι αὐτοῦ εἶναι αὐταὶ αὗται, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἀνέφερα, — παρακαλῶ, λέγω, τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας καὶ πάσας τὰς διαταγὰς, τὰς σχετιζομένας πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ νὰ καταθέσῃ αὐτὰς, ἵνα λάβωμεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἀκούσωμεν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος συναδέλφου, τίνα γνώμην ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχει.
§41Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δικαιολογεῖ τὴν ἀπόφασίν του ὁ νομάρχης;
§42ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ συμπληρώσῃ τὰ λοιπά.
§43Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τρεῖς ἐπερωτήσεις, καὶ μέχρι σήμερον δὲν ἀπήντησεν εἰς αὐτάς. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἀπαντήσῃ, διότι θ’ ἀναγκασθῶ νὰ ἀναπτύξω τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας καὶ ἄνευ τῆς ἀπαντήσεώς του.
§44ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν γνωρίζω περὶ τίνος πρόκειται.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ὑποβάλει ἐγγράφως τὰς ἐπερωτήσεις σας;
§46Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Βεβαίως.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εὑρεθῶσι καὶ θ’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ὁ κύριος Ραδινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§48Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἦλθε τὸ ζήτημα περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἐσκόπουν καὶ ἐγὼ νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ δι’ ὀλίγων νὰ ἀναπτύξω σχετικὸν ζήτημα. Ἐπειδὴ ὅμως παρῆλθεν ἡ ὥρα, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἶχον κάμει σχετικῶς πρὸς διατάξεις τινὰς τοῦ περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως νόμου.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Θέλετε νὰ προχωρήσωμεν, ἢ θέλετε νὰ διακόψωμεν;
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὶν ἢ διακόψητε, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§52ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ, κύριε Πρόεδρε.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναγνωσθῶσιν. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται μέχρι τοῦ σημείου τούτου τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§55ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐζήτησα τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἐπειδὴ ἔμαθον, ὅτι θ’ ἀναγνωσθῇ τὸ Διάταγμα τῆς λήξεως τῆς Συνόδου. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς. Φρονῶ ὅτι ἡ ὑμετέρα προσωπικότης δὲν ἔχει ἀνάγκην θυμιαμάτων καὶ λόγων κολακευτικῶν ἐπὶ τῇ πιστῇ ἐκπληρώσει τῆς κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ληγούσης Συνόδου δηλώσεως ὑμῶν, καθ’ ἣν ὑπεσχέθητε ἀπὸ τῆς ἱερᾶς ἐκείνης θέσεως τελείαν ἀμεροληψίαν καὶ αὐστηρὰν τὴν τήρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἐπιτραπήτω ἡμῖν, τοῖς μὴ ὁμοφρονοῦσι πολιτικῶς πρὸς ὑμᾶς, νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ ἄκρα ἀμεροληψία ὑμῶν καὶ ἡ αὐστηρὰ τήρησις τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ συνετέλεσαν εἰς τὴν εὔρυθμον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος λειτουργίαν, ἀφ’ ἧς ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Εἴθε, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, νὰ χρησιμεύσῃ τὸ ὑμέτερον παράδειγμα, ὡς μέγας ἠλεκτρικὸς φάρος, διὰ τῶν ἀκτίνων τοῦ ὁποίου ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ κοινωνικὴ ἱεραρχία τοῦ Κράτους νὰ ὁδηγηθῶσιν εἰς τὴν αὐστηρὰν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα).
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν ὀνόματι τῆς πλειονοψηφίας δύναμαι νὰ ἐκφράσω μεγάλην χαράν, διότι ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία ἔδωκε, διὰ νὰ ἀναδειχθῇ Πρόεδρος ὁ κ. Δημήτριος Ράλλης, ἦτο ψῆφος, ἥτις ἐπέτυχε πληρέστατα. Ὁ κ. Ράλλης, προσωπικότης διακεκριμένη, ἐξεπλήρωσε τὰς εὐχὰς καὶ τοὺς πόθους τῆς πλειονοψηφίας, ἐτήρησεν ἀκριβῶς τὸν Κανονισμόν, διετήρησε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν τάξιν ἐν ταῖς συνεδριάσεσιν αὐτοῦ, καὶ ἐγένετο τῷ ὄντι ἄξιος τῶν συγχαρητηρίων καὶ τῶν εὐχαριστιῶν ἡμῶν. (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ζωηρὰ ἑκατέρωθεν). Μᾶς χωρίζουσιν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου ἡμέραι ὀκτώ. Ἡ γνώμη ἡμῶν ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ἵνα κηρυχθῇ ἡ λῆξις τῆς Συνόδου ταύτης. Ἐπειδὴ δὲ δυστυχῶς τὰ κυριώτερα ἔργα τῆς Βουλῆς δὲν ἐξετελέσθησαν, πολλὰ δὲ μένουσιν ἐκκρεμῆ ἔργα, ἄνευ τῶν ὁποίων ἤθελεν ὑπάρξει συμβεβηκὸς ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἀκατανόητον, νὰ διέλθῃ μία ὁλόκληρος Σύνοδος ἕξ μηνῶν, καὶ νὰ μὴ ἐκπληρωθῶσι τὰ κυριώτερα τῶν ἔργων αὐτῆς, διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὴν Α. Μεγαλειότητα, ἵνα ἐγκρίνῃ νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἔκτακτον Σύνοδον. Δὲν ἔχω εἰσέτι τὴν ἀπόφασιν τοῦ Βασιλέως. Ἐὰν λάβω αὐτὴν αὔριον, θὰ φροντίσω νὰ δημοσιευθῇ αὐθημερὸν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως· ἐλπίζω δὲ, ὅτι, ἂν ὁ Βασιλεὺς ἐγκρίνῃ, ἡ ἔκτακτος Σύνοδος θ’ ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας της ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. Ἐν τούτοις ἀναγινώσκω τὸ Διάταγμα τῆς λήξεως τῆς Συνόδου:
»ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ
»ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
Λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος, κηρύσσομεν τὴν λῆξιν τῆς Αʹ Συνόδου τῆς ΙϚʹ Βουλευτικῆς Περιόδου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, θέλει δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει τὸ Διάταγμα τοῦτο. Ἐν Ἀθήναις τῇ 31 Μαΐου 1903.
»ΓΕΩΡΓΙΟΣ.
»Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.»
§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλὴν ἀντάμωσιν! (Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ.)