| 1857 | Ἀδελφοὶ Φινόπουλοι | Πειραιῶς. | |
| 1858 | Ν. Κοτσώνης | Πειραιῶς. | |
| 1859 | Ἰω. Μπαρμπαρέσος | Πειραιῶς. | |
| 1860 | Δημ. Πουρῆς | Πειραιῶς. | |
| 1861 | Κων. Σαμαρᾶς | Πειραιῶς. | |
| 1862 | Σπυρ. Μεταξᾶς | Πειραιῶς. | |
| 1863 | Εὐάγγ. Ζάχος | Χαλκίδος. | |
| 1864 | Ν. Ἀσημακόπουλος | Πατρῶν. | |
| 1865 | Η. Θεοδωρόπουλος | Πατρῶν. | |
| 1866 | Ἰω. Μασσάρης | Πατρῶν. | |
| 1867 | Ὄθων Κουρούκλης | Κερκύρας. | |
| 1868 | Ἰω. Καλούλης | Καλαμῶν. | |
| 1869 | Υἱοὶ Παλμούτσου | Σύρου. | |
| 1870 | Γ. Πετρόπουλος | Μεσολογγίου. | |
| 1871 | Χρ. Σοφιανόπουλος | Πύργου.» |
1903.05.14
3,688 rows · 28,586 words · 1 table · 172 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 76
τῆς 14 Μαΐου 1903.
(Τετάρτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Πύλου, συνελθόντων ἐν συλλαλητηρίῳ καὶ παρακαλούντων νὰ ψηφισθῇ ἡ περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος σύμβασις. Ὅμοιον τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πύλου. Αἴτησιν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Πόρτας Παζὰρ, ζητούντων τὴν λῆψιν μέτρων πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ χωρίου των ἐκ τοῦ Πορταϊκοῦ χειμάρρου. Ἀναφορὰν τῶν ὑποδίκων τῶν φυλακῶν Κορίνθου, παραπονουμένων διὰ τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῶν φυλακῶν καὶ τὴν κακὴν ποιότητα τοῦ χορηγουμένου αὐτοῖς ἄρτου. Αἴτησιν τοῦ ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαιοῦ Στρατῶνος κρατουμένου καταδίκου Π. Παντούλη ἢ Παντελοπούλου, αἰτουμένου νὰ συμψηφισθῇ ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως αὐτοῦ εἰς τὴν ποινήν του. Ἀναφορὰν τοῦ ἐν ταῖς αὐταῖς φυλακαῖς κρατουμένου καταδίκου Γ. Βολτέρρα, καταγγέλλοντος διαφόρους ἀξιοποίνους πράξεις τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν. Αἴτησιν τῆς οἰκογενείας τοῦ ἀποθανόντος βουλευτοῦ Νάξου Μιλτιάδου Βαρότση, ζητούσης νὰ τῇ ἀπονεμηθῇ σύνταξίς τις. Ἀναφορὰν τοῦ Σπυρίδωνος Ἀναγνωσταρᾶ, αʹ τάξεως φύλακος τῶν ἀρχαιοτήτων, ἐκθέτοντος τὰ τῆς τελευταίας ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως ἱεροσυλίας, δι’ ἣν λέγει, ὅτι οὐδόλως αὐτὸς εὐθύνεται. Τηλεγράφημα τοῦ Γεωρ. Σπηλιώτου, ἐκ Τσαγκαράδας, καταγγέλλοντος, ὅτι ὁ ἀστυνομεύων Κισσοῦ κατεκράτησεν αὐτὸν παρανόμως. Τηλεγράφημα πολιτῶν Λαρίσης, ζητούντων, ἵνα ἡ Κυβέρνησις μεριμνήσῃ πρὸς ἐπίσπευσιν τῆς κατασκευῆς τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Λαρίσης. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Στρατιωτικῶν). Ὡς ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, οἱ κύριοι Βουλευταὶ Λοκρίδος ἀπηύθυναν πρὸ ἑβδομάδος ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ἐβεβαίουν, ὅτι γαῖαι ἱκανῆς ἐκτάσεως, κείμεναι παρὰ τὸν Ὀπούντιον κόλπον, ἕνεκα καθιζήσεως τοῦ ἐδάφους, γενομένης κατὰ τοὺς σεισμούς, κατεκλύσθησαν καὶ εὑρίσκονται ἤδη ὑπὸ τὴν θάλασσαν. Ἐπὶ τούτου διέταξα νὰ ἐξετασθῇ ἡ πληροφορία αὕτη· κατὰ πληροφορίας δέ, τὰς ὁποίας αἱ τοπικαὶ ἀρχαὶ ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, βεβαιοῦται, ὅτι ὄντως ἰδιωτικαὶ κτήσεις ἕνεκα τῆς καθιζήσεως τοῦ ἐδάφους κατεκλύσθησαν ὑπὸ τῶν ὑδάτων. Ἐπειδὴ δὲ μεταξὺ τῶν γαιῶν τούτων ὑπάρχουσι καὶ ἐκτάσεις ἐθνικαί, αἵτινες εἶχον παραχωρηθῆ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη πρὸς ἰδιώτας, κατὰ τὸν νόμον περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, προτείνω νομοσχέδιον πρὸς ἀκύρωσιν τῶν παραχωρητηρίων καὶ διαγραφὴν τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα οὗτοι ἕνεκα τούτου ἀνέλαβον πρὸς τὸ Δημόσιον. Μεταξὺ δύο νόμων περὶ τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων ὑπάρχει ἀντινομία τις, ἀντίφασις, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπέρχονται ἀδικήματα. Ὑποβάλλω διὰ τοῦτο νομοσχέδιον, δι’ οὗ αἴρεται ἡ ἀντινομία αὕτη. Ὑποβάλλω προσέτι δήλωσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐκ δραχ. 4460 ἐπὶ τῶν κεφαλαίων 19 καὶ 23. Καταθέτω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἀντίγραφον τοῦ ἐγγράφου, ὅπερ ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας. Ὡσαύτως καταθέτω ἐξ ὀνόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλουσιν ἐγγραφῆ κατὰ τὴν σειράν των ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ὡσαύτως θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ ἡ δήλωσις, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1903. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 460–462).
§4ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Λεβαδείας κ. Μπουφίδου. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Νάξου κ. Πρωτοπαπαδάκη.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§6Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς οἰκογενείας Βαρότση. Πρόκειται περὶ ἀπονομῆς μικρᾶς συντάξεως εἰς τὴν χήραν τοῦ πρώην συναδέλφου μακαρίτου Μιλτιάδου Βαρότση, ὅστις ἀπέθανε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, βουλευτὴς ὤν. Ὁ μακαρίτης ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν ὅλην ὑπηρέτησε τὸ Δημόσιον, ὡς ὑπάλληλος, εἰς θέσεις, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν ἐπέτρεψαν εἰς αὐτὸν νὰ ἀφήσῃ μικρὰν σύνταξιν εἰς τὴν οἰκογένειάν του. Ἀποθανὼν δὲ ἀφῆκε χήραν καὶ δύο θυγατέρας, ὧν ἡ μία, διδασκάλισσα οὖσα, συνετήρει τὴν οἰκογένειαν, ἀλλ’ ἤδη αὕτη εὑρίσκεται ἑτοιμοθάνατος ἐξ ἀνιάτου νοσήματος, καὶ ἡ οἰκογένεια διατελεῖ ἐν ἐσχάτῃ πενίᾳ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς οἰκογενείας ταύτης τοῦ ἐντίμου καὶ ἀγαθοῦ συναδέλφου Μιλτιάδου Βαρότση.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἑκατέρωθεν). Δικαιότατον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη θέλει διαβιβασθῆ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κύριος Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§9ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Ἔλαβον, κύριοι Βουλευταί, τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα ἐκ Λαρίσης, ἀπευθυνόμενον καὶ πρὸς ἄλλους ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφους καὶ φέρον ὑπογραφὰς ἐγκρίτων μελῶν τῆς Λαρισαϊκῆς κοινωνίας. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Οἱ κάτοικοι Λαρίσης ζητοῦσι νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν σήμερον ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν αὐτῶν περὶ ἐπισπεύσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Ἡ αἴτησις αὕτη εἶναι δικαία. Πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐσκόπουν ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ἐρωτήματά τινα, ἀφορῶντα τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, ἀλλὰ δὲν ἔπραξα τοῦτο ἕνεκα τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως, ὅπως κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις εἰσέρχηται ἡ Βουλὴ ἀμέσως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, πρὸς ἀποφυγὴν χρονοτριβῆς, ὅπως ψηφισθῶσιν ἐπείγοντά τινα νομοσχέδια. Διότι καὶ εἰς ἐμέ, ὡς καὶ εἰς τοὺς σήμερον τηλεγραφοῦντας, ἐνεποίει ἐντύπωσιν ἡ βραδύτης, μεθ’ ἧς πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς κατασκευαζομένης γραμμῆς, βραδύτης μὴ προερχομένη ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς ἀναδόχου ἑταιρείας, ἀλλ’ ἀπορρέουσα ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς συμβάσεως. Δὲν ἐννοῶ ποσῶς νὰ ψέξω τὴν σύμβασιν, διότι ὁ μελετῶν αὐτὴν εὑρίσκεται πρὸ σοβαρᾶς πράγματι καὶ μεμελετημένης ἐργασίας. Ἀλλ’ ὅμως ὑπάρχει ἐν αὐτῇ τὸ τρωτὸν μέρος, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ διαίρεσις τῆς ἐργασίας εἰς τρεῖς διαφόρους καὶ κεχωρισμένας ἀπ’ ἀλλήλων προθεσμίας ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου, καὶ προθεσμίας ὑπερβολικάς. Διότι διὰ κατασκευὴν γραμμῆς 350 χιλιομέτρων ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Λάρισαν θέτομεν χρονικὸν διάστημα 5½ ἐτῶν, ἤτοι δύο ἔτη διὰ τὸ ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Λεβαδείας τμῆμα, δύο ἔτη διὰ τὸ ἀπὸ Λεβαδείας μέχρι Δεμερλῆ, καὶ 1½ ἔτος διὰ τὸ ἀπὸ Δεμερλῆ μέχρι Λαρίσης. Ἐνῷ ἡ κατασκευὴ 350 χιλιομέτρων σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, κατὰ τὴν γνώμην μηχανικῶν, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν τεχνικῶν ἔργων, ἅτινα ἡ προκειμένη γραμμὴ παρουσιάζει, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπαιτήσῃ πλέον τῶν 2½ μέχρι 3 ἐτῶν, ὡς ἀπῄτησεν ἡ γραμμὴ Πειραιῶς–Πατρῶν–Κορίνθου–Ναυπλίου, ἔχουσα 303 χιλιόμετρα καὶ συντελεσθεῖσα εἰς 3½ ἐτῶν προθεσμίαν. Ἀλλὰ διατὶ ὁ νομοθέτης τοῦ 1900 ἔθετο μακρὰν τὴν προθεσμίαν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου; Μήπως διότι ἠρέσκετο εἰς τὴν χρονοτριβὴν; Οὐχὶ βεβαίως. Ὁ λόγος εἶναι οἰκονομικός. Ἤτοι ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὸ Δημόσιον διὰ καταβολῆς ὑπερόγκων διαμέσων τόκων (intérets intercalaires) πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ ὑπὸ τῆς ἀναδόχου Ἑταιρείας ἐκδοθησομένου δανείου, οὕτως ὥστε νὰ μὴ καταφύγῃ εἰς ἄλλους πόρους ἐκτὸς τῶν εἰδικῶς ὑπὲρ τοῦ ἔργου τούτου προορισθέντων. Ἀλλὰ μήπως φανταζόμεθα τὴν καταβολὴν τῶν διαμέσων τόκων πολὺ δυσχερῆ ἄνευ προσθέτου ἐπιβαρύνσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Μήπως ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον βλέπομεν τὰ ἄλλα δύο τμήματα τῆς σπουδαίας ταύτης σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, ἤτοι τὸ ἀπὸ Λεβαδείας εἰς Δεμερλῆ καὶ ἀπὸ Δεμερλῆ εἰς Λάρισαν, ἀναμένοντα τὴν παρέλευσιν ἐτῶν τεσσάρων μέχρις ὅτου ἀποπερατωθῶσι, μή, λέγω, ὁ λόγος οὗτος αἴρεται ἀφ’ ἑαυτοῦ, ὅταν τις ἐξετάσῃ τὴν νέαν οἰκονομικὴν συνθήκην, ὑφ’ ἣν πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον ὑπὸ τῆς ἀναδόχου Ἑταιρείας; Ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀπὸ τοῦδε ἐκδόσεως τοῦ δανείου οὐ μόνον διὰ τὸ ἀπὸ Λεβαδείας εἰς Δεμερλῆ τμῆμα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μέχρι Λαρίσης, ὅπως ἀμέσως ἄρξηται ἡ ἐργασία καὶ ἀπὸ τοῦ ἄλλου ἄκρου τῆς γραμμῆς. Ἄς ἐξετάσωμεν δηλ. τὸ ζήτημα ὑπὸ τὰς ἑξῆς δύο ἐπόψεις του. Ἐὰν μὲν ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώριζε τὸ χρήσιμον τῆς ἀπὸ τοῦδε ἐκδόσεως τοῦ δανείου δι’ ἀμφότερα τὰ τμήματα, ἤτοι ἀπὸ Λεβαδείας εἰς Δεμερλῆ, καὶ ἀπὸ Δεμερλῆ μέχρι Λαρίσης, κατὰ πόσον ἤθελεν ἐπιβαρυνθῆ ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου τούτου, ἤτοι πόσους διαμέσους τόκους (intérets intercalaires) θέλει ὑποχρεωθῆ νὰ προκαταβάλῃ τὸ Κράτος, ὅπως συντελεσθῇ τὸ ἔργον ταχύτερον καὶ ἀπαλλαγῇ ἑπομένως ταχύτερον τῆς καταβολῆς τῶν τόκων; Ἐὰν δ’ ἔλθωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὡς ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι μεγάλη, ἂς ἐξετάσωμεν τότε, ἂν ἡ προκαταβολὴ αὕτη, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ, παρέχει ὠφέλειάν τινα εἰς τὸ Κράτος, ἤτοι ὁποῖα θέλουσιν εἶσθαι τ’ ἀποτελέσματα τῆς ταχυτέρας ἐκδόσεως τοῦ ὅλου δανείου. Καὶ πρῶτον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ἥμισυ τῆς μέχρι Δεμερλῆ κατασκευασθησομένης γραμμῆς, τὸ δάνειον θέλει ἀνέλθει εἰς 21,750,000 φράγκα χρυσᾶ ὀνομαστικά, πρὸς 4%, ἤτοι 17,400,000 φρ. χρυσᾶ πραγματικά· ἤτοι οἱ ἐτήσιοι τόκοι τῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ δανείου τούτου ἀνέρχονται εἰς 870,000 φρ. χρυσᾶ. Ἂν λοιπὸν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐκδίδεται τὸ δάνειον τοῦτο πρὸ τῶν θερινῶν μηνῶν, ἤτοι κατὰ τὸν Ἰούνιον μῆνα, τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται διὰ τοὺς ἐννέα μῆνας, οἵτινες ὑπολείπονται μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1904, ὅτε εἶναι ὑπόχρεων τὸ Δημόσιον εἰς τὴν καταβολὴν τῶν τόκων τοῦ νέου δανείου, ὑποχρεοῦται, λέγω, νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ ποσοῦ 650,000 φρ. χρυσῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἴσως φανῇ ἐκ πρώτης ὄψεως ὑπέρογκον: καὶ πράγματι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ μείνῃ τοσοῦτον ποσὸν, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ζητήσῃ τις παρὰ τοῦ Δημοσίου τοιαύτην προκαταβολήν. Ἀλλὰ θέλετε ἴδει, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ 650,000 φράγκων, ἀλλὰ περὶ πολὺ μικροτέρου ποσοῦ. Καὶ ἰδοὺ διατί. Διὰ νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια αὕτη, ἡ Κυβέρνησις ἐπέτυχεν, ἵνα ἡ ἀνάδοχος ὁμὰς ὑποχρεῶται νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὸ Δημόσιον 3% ἐπὶ τοῦ προϊόντος τοῦ ἐκδοθησομένου δανείου τῶν φρ. 21,750,000, ἅτινα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ μέχρι Δεμερλῆ τμήματος· ἤτοι ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου τῶν 17,400,000 ἡ ἀνάδοχος ὁμὰς θέλει ὑποχρεωτικῶς ἐξασφαλίσει διὰ τοὺς 9 μῆνας ποσὸν 390,000 φρ. χρ. Ἐὰν ἐκπέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τοῦ ὅλου ἀπαιτηθησομένου ποσοῦ τῶν διαμέσων τόκων, εὑρισκόμεθα πρὸ πραγματικῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου, ἀνερχομένης εἰς 260,000 φρ. χρ. Τοιαύτη ἡ θυσία, ἣν θέλει ὑποστῆ τὸ Κράτος, ἐὰν πρὸ ἐννέα ὁλοκλήρων μηνῶν πρὸ τῆς ταχθείσης προθεσμίας ἐκδοθῇ τὸ δάνειον διὰ τὸ ἀπὸ Λεβαδείας μέχρι Δεμερλῆ τμῆμα. Ἴδωμεν νῦν, ὁποία ἤθελον εἶσθαι ἡ θυσία διὰ τὴν ἀπὸ τοῦδε ἔναρξιν τοῦ ἀπὸ Δεμερλῆ μέχρι Λαρίσης τμήματος. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἐν τῇ συμβάσει δὲν περιελαμβάνετο ἡ κατασκευὴ τοῦ τμήματος τούτου ὡς ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἐν τῷ ἄρθρῳ 34 τῆς συμβάσεως ἀφίνετο ἡ κατασκευὴ τοῦ ἀπὸ Δεμερλῆ μέχρι Λαρίσης τμήματος εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν βούλησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν περάτωσιν τοῦ ἔργου μέχρι Δεμερλῆ. Ἀλλ’ ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτής, ἀναγνωρίσας ὡς δικαίας τὰς παραστάσεις διαφόρων Βουλευτῶν, ἐδέχθη εὐτυχῶς καὶ προσετέθη εἰς τὸν κυροῦντα τὴν σύμβασιν νόμον τὸ ἄρθρον 2, διὰ τοῦ ὁποίου «ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται ἓξ τοὐλάχιστον μῆνας πρὸ τῆς ἀποπερατώσεως τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Δεμερλῆ νὰ αἰτήσηται παρὰ τῆς ἀναδόχου Ἑταιρείας τὴν κατασκευὴν τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 34 τῆς συμβάσεως προβλεπομένης προεκτάσεως μέχρι Λαρίσης». Ἑπομένως ἡ κατασκευὴ τῆς γραμμῆς ταύτης εἶναι ὑποχρεωτικὴ πλέον δι’ ἀμφότερα τὰ συμβαλλόμενα μέρη. Διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης τὸ ἄρθρον 34 τῆς συμβάσεως προβλέπει ἔκδοσιν δανείου φράγκων χρυσῶν πραγματικῶν 3,650,000. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ προστεθῶσιν ἐπὶ πλέον φράγκα χρυσᾶ 600,000 ὡς ἔγγιστα διὰ τὸ τροχαῖον ὑλικόν. Ἀπαιτεῖται λοιπὸν ἐν ὅλῳ ἔκδοσις συμπληρωματικοῦ δανείου 4,250,000 φράγκων χρυσῶν πραγματικῶν. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου τούτου θέλει ἀπαιτήσει πρὸς 5% διαμέσους τόκους 212,500 φράγκων χρυσῶν ἐτησίως. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἐπὶ τοῦ δανείου τούτου ἡ ἐκδοτικὴ ὁμὰς παρέχει εἰς τὸ Δημόσιον 3%, ἤτοι 127,500 φράγκα χρυσᾶ, ὑπολείπεται καθαρὰ παροχὴ διαμέσων τόκων, βαρύνουσα τὸ Δημόσιον, ἐξ 85,000 φράγκων χρυσῶν διὰ τὸ αʹ ἔτος καὶ 42,500 διὰ τὸ δεύτερον. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἓξ τοὐλάχιστον μῆνας πρὸ τῆς ἀποπερατώσεως τῆς γραμμῆς Δεμερλῆ, ἤτοι ἓξ μῆνας πρὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1906, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Ἑταιρείας τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου καὶ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς γραμμῆς Δεμερλῆ–Λαρίσης, ὑπολείπονται μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης 2 ἔτη καὶ 3 μῆνες, χρόνος, ὃν ζητοῦμεν νὰ κερδίσῃ τὸ Κράτος. Ὡς προθεσμία κατασκευῆς ἐτέθη ἐν τῇ συμβάσει 1½ ἔτος. Ἑπομένως θέλουσι πληρωθῆ εἰς τὴν Ἑταιρείαν ὡς διάμεσοι τόκοι ἐν ὅλῳ φράγκα χρυσᾶ 127,500 ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου, ἀντὶ νὰ καταβληθῶσι μετὰ 3 ἔτη. Ἑπομένως, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐντέλλεται τὴν ἀνάδοχον ὁμάδα νὰ ἐκδώσῃ τὰ δάνεια διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν γραμμῶν Λεβαδείας–Δεμερλῆ καὶ Δεμερλῆ–Λαρίσης ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου ἐνεστῶτος ἔτους, θέλει ἐπιβαρυνθῆ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους διὰ μὲν τὸ ἔτος τοῦτο διὰ φράγκων χρ. 260,000 διὰ τὸ μέχρι Δεμερλῆ τμῆμα, καὶ 85,000 διὰ τὸ μέχρι Λαρίσης, ἤτοι ἐν ὅλῳ διὰ φράγκων 345,000, διὰ δὲ τὸ 1894 θέλει ἐπιβαρυνθῆ διὰ ποσοῦ 45,000 φρ. χρυσῶν. Τοιαῦται αἱ ὑποχρεώσεις, ἃς συνεπάγεται ἡ ἐντολὴ πρὸς ἔκδοσιν τῶν δύο δανείων, ὅπως ἄρξηται καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν ἡ ἐργασία τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου...
§10Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πότε δύνανται νὰ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου;
§11Λ. ΜΕΛΑΣ. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου αἱ ἐργασίαι διὰ μὲν τὴν γραμμὴν Λεβαδείας–Δεμερλῆ θὰ λήξωσιν ἐννέα μῆνας πρότερον, διὰ δὲ τὴν γραμμὴν Δεμερλῆ–Λαρίσης θὰ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι 2 ἔτη καὶ 3 μῆνας πρότερον, ἀφοῦ θὰ συμπεριληφθῇ καὶ τὸ τμῆμα τοῦτο εἰς τὴν δεδομένην προθεσμίαν διὰ τὸ τμῆμα Λεβαδείας–Δεμερλῆ. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν ὑποχρεώσεων τούτων, τῶν ἀνερχομένων εἰς 345,000 φράγκα χρυσᾶ διὰ τὸ ἔτος 1903, καὶ εἰς μόνον 45,000 φράγκα διὰ τὸ ἑπόμενον, τὸ δημόσιον ταμεῖον πραγματοποιεῖ ἤδη κατ’ ἔτος σπουδαίαν ὠφέλειαν ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς τοῦ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατιθεμένου κατ’ ἔτος ποσοῦ τῶν 5,625,000 φράγκων χρυσῶν. Τῳόντι, κατὰ τὸ ἄρθρον 44 τῆς συμβάσεως, ἡ Κυβέρνησις ἀγοράζει ἐκ τοῦ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένου μέρους τοῦ δανείου ποσὸν 5,625,000 φράγκων χρυσῶν, μὲ τιμὴν συναλλάγματος παγίαν πρὸς 1 δραχμὴν καὶ 46 λεπτὰ, πωλεῖ δὲ τοῦτο μὲ τὴν τρέχουσαν τιμὴν, ἥτις κυμαίνεται μεταξὺ 1,62 καὶ 1,65. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς λοιπὸν, καθ’ ἣν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου, τὸ Δημόσιον πραγματοποιεῖ κατ’ ἐλάχιστον 17 μονάδων τῆς δραχμῆς ὄφελος, ἤτοι ἐπὶ 5,625,000 χρ. φράγκων ὠφελεῖται κατ’ ἔτος δραχμὰς 950,000. Διὰ μέρους λοιπὸν μόνον τοῦ ἐκτάκτου τούτου ἐσόδου τοῦ Δημοσίου δύναται νὰ καλυφθῇ τὸ ποσὸν τῶν διαμέσων τόκων, ὅπερ θέλει ἀπαιτηθῆ, ὅπως ταχύτερον συντελεσθῇ τὸ ἔργον καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ δαπάνης προσθέτου, ἀλλὰ περὶ συντελεστικωτέρας διαθέσεως τοῦ ἐκ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς προκύπτοντος κέρδους. Πρόκειται δηλαδὴ νὰ πληρώσωμεν τώρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ πληρώσωμεν ὑποχρεωτικῶς μετὰ δύο ἔτη. Νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅλως περιττὸν νὰ ἐκθέσω ὑμῖν τὰς ὠφελείας, ἃς θέλει προσπορισθῆ τὸ Κράτος ἐκ τῆς ταχυτέρας περατώσεως τῆς μεγάλης ταύτης γραμμῆς. Κατὰ τὴν σύμβασιν, παρέχεται διετὴς προθεσμία πρὸς κατασκευὴν τοῦ πρώτου τμήματος, μεθ’ ὃ ἄρχεται ἡ κατασκευὴ τοῦ δευτέρου τμήματος, ἤτοι μέχρι Δεμερλῆ, ὅπερ παραδοθήσεται μετὰ δύο πάλιν ἔτη, ἤτοι τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1906. Ὅταν δ’ ἐπιτευχθῇ ἡ κατὰ τὸ 1906 ἀποπεράτωσις τῶν ἔργων μέχρι Δεμερλῆ, τότε μόνον θέλει ἀρχίσει ἡ κατασκευὴ τῆς γραμμῆς Δεμερλῆ–Λαρίσης, δι’ ἣν κατὰ τὴν σύμβασιν ὁρίζεται προθεσμία 1½ ἔτους. Ἤτοι θέλομεν ἴδει ὅλην τὴν γραμμὴν περατωμένην μόνον κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ ἔτους 1908. Ἀλλ’ ὡς πληροφοροῦμαι, ἀπὸ τοῦδε ἡ Ἑταιρεία ἐκέρδισεν ἔτος σχεδὸν ἐπὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ πρώτου τμήματος, διότι τὸν Ὀκτώβριον θέλει παραδοθῆ τὸ πρῶτον τμῆμα. Πρὸς ποῖον λοιπὸν σκοπὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν ἀνάδοχον Ἑταιρείαν νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας, ἀναμένουσα τὴν συντέλεσιν τῆς ἐν τῇ συμβάσει προθεσμίας;
§12Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ἀλλὰ πῶς θέλετε ν’ ἀρχίσωσιν αἱ ἐργασίαι τοῦ τμήματος Δεμερλῆ–Λαρίσης, ἀφοῦ τὸ σημεῖον τῆς ἑνώσεως μετὰ τῶν διεθνῶν σιδηροδρόμων δὲν ὡρίσθη εἰσέτι;
§13Λ. ΜΕΛΑΣ. Ἐὰν ἀναγνώσητε, κύριε Βουλευτὰ, τὴν σύμβασιν, θέλετε ἴδει, ὅτι ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ὁρισθῇ τὸ σημεῖον τῆς ἑνώσεως, τοῦτο δὲν ἐπηρεάζει τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς Λαρίσης, διότι αὕτη εἶναι ὑποχρεωτικὴ πλέον καὶ τετελεσμένον γεγονός. Ἀλλὰ θὰ ὁμιλήσω μετ’ ὀλίγον καὶ περὶ τῆς ἑνώσεως, καίτοι τοῦτο εἶναι ζήτημα ἀφορῶν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν. Καὶ δὲν συνηγορῶ τόσον, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὸ ἀπὸ Λεβαδείας μέχρι Δεμερλῆ τμῆμα, διότι πέπεισμαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, διαβλέπουσα τὴν ἀνάγκην τῆς ταχυτέρας ἐξακολουθήσεως τῶν ἔργων, θέλει παραγγείλει εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἀπαιτουμένου δανείου τῶν 17,400,000 φρ. χρ. Ἀλλ’ ἔχων ὑπ’ ὄψει τὰ τόσα ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα διὰ τὴν χώραν ἡμῶν θέλει ἔχει ἡ ταχυτέρα ἀποπεράτωσις τῆς γραμμῆς μέχρι Λαρίσης, ἔχων ὑπ’ ὄψει, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἀναμείνωμεν 4½ ἔτη, μέχρις ὅτου συνδεθῇ ἡ πρωτεύουσα αὕτη τῆς Θεσσαλίας μετὰ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, δυνάμεθα ἐν διαστήματι 2½ ἐτῶν νὰ πραγματοποιήσωμεν τοῦτο, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν μεγάλην ὤθησιν, ἥτις θέλει δοθῆ εἰς τόσας ἐπαρχίας, ὧν ὁ πλοῦτος ἢ ἡ παραγωγὴ μένει ἀνεκμετάλλευτος λόγῳ ἐλλείψεως ταχείας συγκοινωνίας, ἔχων ταῦτα ὑπ’ ὄψει, ἐθεώρησα καθῆκον νὰ καταγείνω εἰς βαθυτέραν μελέτην περὶ τοῦ δυνατοῦ τρόπου τῆς ταχυτέρας ἐκτελέσεως τοιούτου ἐθνωφελοῦς ἔργου. Σημειωτέον δὲ, ὅτι δὲν προσθέτω εἰς τὰ ὑπὲρ τῆς ἀπὸ τοῦδε ἐνάρξεως τῆς ἀπὸ Δεμερλῆ μέχρι Λαρίσης γραμμῆς ἐπιχειρήματά μου καὶ τὴν πιθανωτάτην ἐκδοχήν, ὅτι τοῦτο θέλει χρησιμεύσει εἰς τὴν διευκόλυνσιν τῆς μετὰ τῶν διεθνῶν σιδηροδρόμων ἑνώσεως, ἀφοῦ ὁ μελετῶν τὰς τρεῖς προτεινομένας ὁδοὺς ἑνώσεως, ἐξ ὧν αἱ δύο πάντως διὰ Λαρίσης διέρχονται, βλέπει προφανῶς, ὅτι ἡ οἰκονομικωτέρα καὶ εὐκολωτέρα ὁδὸς εἶναι ἡ διὰ τῆς κοιλάδος τῶν Τεμπῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων ἔφερε τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως τῶν σιδηροδρόμων, δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἐρευνῶν τὰς τρεῖς μελετηθείσας γραμμὰς δὲν δύναται ἢ νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ μόνη κατορθωτὴ ἕνωσις, διὰ πολλοὺς λόγους, εἶναι ἡ διὰ Θεσσαλονίκης, ἤτοι ἡ διὰ τῆς κοιλάδος τῶν Τεμπῶν. Ἀλλὰ δὲν ποιοῦμαι τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου χρῆσιν, διότι ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐπελήφθη τῆς εὐτυχῶς ἐπελθούσης πλήρους καὶ εἰλικρινοῦς διαθέσεως περὶ εἰρηνικῆς συμβιώσεως ἀμφοτέρων τῶν ὁμόρων Ἐπικρατειῶν, καὶ ὅτι ἤρξατο ἀπὸ τοῦδε ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἑνώσεως τῶν ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων μετὰ τῶν εὐρωπαϊκῶν, ἑνώσεως, ἥτις τὰ μάλα θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἐμπορικὴν ἀνάπτυξιν ἀμφοτέρων τῶν Κρατῶν. Καὶ ἐπειδὴ ὁμιλῶ περὶ τῶν διαπραγματεύσεων τούτων, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπελήφθη εἰσέτι τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος, νομίζω ὅτι ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα. Διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ γείτων ἡμῶν Ἐπικράτεια δὲν σπεύδει εἰς τὰς ἀποφάσεις αὑτῆς, ἰδίως προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων. Εἶναι γνωστὴ ἡ προσοχὴ καὶ ἡ ἐπιφύλαξις, μεθ’ ἧς προβαίνουσιν ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν οἱ Ὀθωμανοί. Προσοχὴ δὲ καὶ ἐπιφύλαξις σημαίνουσι παρέλευσιν χρόνου, καὶ χρόνου πολλοῦ. Μὴ λησμονῶμεν, ὁπόσον ἐθυσίασαν χρόνον τὰ λοιπὰ Κράτη, ἅτινα συνεδέθησαν σιδηροδρομικῶς μετὰ τῆς Τουρκίας.
§14Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ Τουρκία δὲν θὰ συναινέσῃ ποτὲ εἰς τὴν ἕνωσιν τῶν σιδηροδρόμων αὑτῆς μετὰ τῶν ἰδικῶν μας.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Διατὶ λέγετε τοῦτο;
§16Λ. ΜΕΛΑΣ. Διὰ ποῖον λόγον θεωρεῖτε τὸ πρᾶγμα ἀδύνατον; Πῶς ἐπέτρεψε τοῦτο εἰς ἄλλους; Διατὶ νὰ θέτωμεν ἐν ἀμφιβόλῳ ἐκ τῶν προτέρων διαθέσεις, ἃς δὲν ἠρευνήσαμεν εἰσέτι; Καὶ ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς, ἐπειδὴ θεωροῦμεν, ὅτι θὰ ἀπαντήσωμεν δυσχερείας, νὰ μὴ ἐπιχειρήσωμεν τὴν ἐπίτευξιν τῆς ἑνώσεως, ἵνα τοὐλάχιστον ὦμεν εἰς θέσιν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπράξαμεν ὅ,τι ἔπρεπεν; Ἀλλ’ ἵνα ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα, ὅπερ ἐπὶ τοῦ βήματος μὲ ἔφερε, φρονῶ ὅτι, ἂν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Κυβέρνησις τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τῆς πρὸ δύο ἐτῶν πρὸ τοῦ ὑπολογιζομένου χρόνου ἐνάρξεως τῆς συγκοινωνίας μετὰ τῆς Θεσσαλίας, ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὑτῆς τὴν μεγίστην ὤθησιν, ἣν θέλει παράσχει εἰς πάσας τὰς ἐπαρχίας, ὁπόθεν διέρχεται, ὁ σιδηρόδρομος οὗτος, ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὑτῆς τὴν ἐπακολουθήσουσαν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας, τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τοῦ ἐκπολιτισμοῦ ἐν γένει τόσων τυφλωττόντων πληθυσμῶν, βεβαίως τότε θέλει συμπεράνει, ὅτι ἡ ἐπιβαλλομένη μικρὰ σχετικῶς θυσία πληροῖ σκοπὸν τοσοῦτον ὠφέλιμον, ὥστε οὐδεμιᾶς δικαιολογίας χρήζει. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἀπὸ τοῦδε ἔκδοσις τῶν δύο δανείων καὶ ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν ἀποβαίνει ὅπως δήποτε πρὸς ὄφελος τῆς ἀναδόχου Ἑταιρείας, φρονῶ ὅτι δυνάμεθα ὡς ἀντισήκωμα τῆς παρεχομένης αὐτῇ εὐκολίας νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς τὰς ἑξῆς δύο ὑποχρεώσεις· αʹ) τὴν ταυτόχρονον πρόοδον τῶν ἐργασιῶν εἰς ἀμφότερα τὰ ὑπολειπόμενα τμήματα, οὕτως ὥστε νὰ μὴ συγκεντρώσῃ τὴν δραστηριότητα αὐτῆς ἡ Ἑταιρεία ἐπὶ τῆς εὐκόλου καὶ ἁπλουστάτης γραμμῆς Δεμερλῆ–Λαρίσης, παραμελοῦσα τὸ σπουδαιότερον τμῆμα τῆς ὅλης γραμμῆς, ὅπερ εἶναι τὸ ἀπὸ Λεβαδείας εἰς Δεμερλῆ, καὶ βʹ) τὴν ὑποχρεωτικὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ὅλης γραμμῆς πρὸ ἓξ μηνῶν πρὸ τῆς διὰ τῆς συμβάσεως τεταγμένης προθεσμίας, ἤτοι περὶ τὰ τέλη τοῦ ἔτους 1905, καὶ οὐχὶ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1906. Ἐν τῇ προθεσμίᾳ ταύτῃ περιλαμβάνεται καὶ ἡ κατασκευὴ τοῦ ἀπὸ Δεμερλῆ μέχρι Λαρίσης τμήματος, ὅπερ οὕτω δὲν θέλει ἀποπερατωθῆ τὸ 1908, ὡς ὁρίζεται ἐν τῇ συμβάσει, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦδε θέλουσιν ἀρχίσει αἱ ἐργασίαι. Ὑποχρέωσιν ἐπίσης τῆς Ἑταιρείας θεωρῶ, ὡς δικαίαν διὰ τὸν τόπον, τὴν πρόσληψιν Ἑλλήνων ἐργατῶν ἀντὶ τῶν ξένων. Πέπεισμαι, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα, ὅπερ σήμερον ἔθιξα, θεωρεῖτε καὶ ὑμεῖς ἄξιον προσοχῆς. Πέπεισμαι, ὅτι οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι, ὧν τὰς ἐπαρχίας θέλει ἐξυπηρετήσει ὁ σιδηρόδρομος οὗτος, θέλουσιν ἑνώσει τὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παρακλήσεις αὐτῶν μετὰ τῶν ἰδικῶν μου. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐκ Γόρτυνος σεβαστοῦ πολιτευτοῦ θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα.
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὥστε ζητεῖτε νὰ ἐκδοθῇ μετὰ τοῦ δανείου τῶν 17,400,000 καὶ τὸ δάνειον τῶν 4,250,000.
§18Λ. ΜΕΛΑΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε. Ζητοῦμεν ὅπως, ὅταν δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 17,400,000 φρ. χρ. διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἀπὸ Λεβαδείας εἰς Δεμερλῆ τμήματος, δοθῇ καὶ ἡ ἄδεια τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 4,250,000 φρ. χρ. διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἀπὸ Δεμερλῆ εἰς Λάρισαν τμήματος. Διότι οὕτω πως, ἄνευ οἱασδήποτε βλάβης τοῦ Δημοσίου, ἐκτὸς τῆς ζημίας τῶν τόκων τοῦ προκαταβαλλομένου ποσοῦ τῶν 345,000 φράγκων ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, θέλομεν ἴδει τὴν ὅλην γραμμὴν μέχρι Λαρίσης περατουμένην πρὸ δύο ἐτῶν καὶ τεσσάρων μηνῶν πρὸ τοῦ διὰ τῆς συμβάσεως ὁριζομένου χρόνου. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι οὐδεμία θυσία προστίθεται εἰς τὸ Κράτος, διότι τὰ ποσὰ ταῦτα πάντως ἤθελον πληρωθῆ ἀργότερον. Ὑπάρχει δὲ ἡ προκύπτουσα ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ὠφέλεια, ἥτις θὰ εἰσφέρῃ τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν τῆς προκαταβολῆς. (Εὖγε! εὖγε!).
§19Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, ἔλαβον, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοι, τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Λαρίσης, δι’ οὗ παρακαλούμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν αἴτησιν αὐτῶν περὶ ἐπισπεύσεως τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Πάντες ἐπιθυμοῦμεν τὸ τοιοῦτον, καὶ θερμῶς συνιστῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐργασθῇ ἀποτελεσματικῶς πρὸς ἐπίσπευσιν τοῦ ἔργου τούτου. Ἐπειδὴ δὲ ἀγνοοῦμεν εἰς ποῖον σημεῖον ἔχουσι φθάσει αἱ ἐργασίαι τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, καὶ μόνον ἐκ τῶν ἐφημερίδων ἐνίοτε μανθάνομεν, ὅτι αἱ ἐργασίαι προβαίνουσι μετὰ σπουδῆς καὶ ἐλπίζεται ταχεῖα ἡ ἀποπεράτωσις τοῦ ἔργου, τοῦ μέλλοντος ἀληθῶς, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἁγυιᾶς συνάδελφος, νὰ ἐξυπηρετήσῃ σπουδαῖα συμφέροντα τῆς χώρας, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπισήμως, οὕτως εἰπεῖν, περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς προόδου τῶν ἐργασιῶν τούτων, διότι πολλάκις γίνεται γνωστὸν, ὅτι οὐκ ὀλίγαι δυσχέρειαι παρεμβάλλονται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, δυσχέρειαι προερχόμεναι εἴτε ἐκ λόγων τεχνικῶν εἴτε ἐκ λόγων ἀποζημιώσεως τῶν διαφόρων ἰδιοκτητῶν. Ἴσως ἡ φύσις τῶν δυσκολιῶν τούτων δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐπαρκῶς νὰ δικαιολογῇ τὴν παρατηρουμένην βραδύτητα. Ἡμεῖς ἐν τούτοις δικαιούμεθα νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀσκήσῃ πᾶσαν τὴν ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς πηγάζουσαν ἐπιρροὴν πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, καὶ νὰ ποιήσηται τὰς ἀναγκαίας παραστάσεις, ὅπως δι’ ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα παρέχουν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους καὶ ἡ τεχνικὴ ὑπηρεσία αὐτοῦ, αἴρωνται ταχέως αἱ παρουσιαζόμεναι δυσκολίαι εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον ἐξακολούθησιν τοῦ ἔργου. Ἐπιθυμητὸν δ’ εἶναι ἐπίσης, ὅπως ἡ Κυβέρνησις εὐαρεστηθῇ νὰ γνωρίσῃ ἡμῖν, ὡς προεῖπον, εἰς ποῖον σημεῖον ἔχουσι φθάσει αἱ ἐργασίαι τοῦ σιδηροδρόμου τούτου μέχρι σήμερον. Ἡ γνῶσις τῆς πληροφορίας ταύτης ἐνδιαφέρει ἰδιαζόντως ἡμᾶς. Καὶ λέγω ἡμᾶς, διότι ὅλως ἐξαιρετικὸν καὶ ἄμεσον ἐνδιαφέρον ἔχομεν ἡμεῖς οἱ ἐκ τοῦ νομοῦ Λαρίσης προερχόμενοι νὰ παρακολουθῶμεν τὰς ἐργασίας τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ἐκ τῆς προόδου τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ σύνδεσις τῆς Λαρίσης, τοῦ Τυρνάβου καὶ τῆς Ἁγυιᾶς μετὰ τῆς πρωτευούσης καὶ τῶν λοιπῶν μερῶν τῆς Ἑλλάδος, σύνδεσις, ἥτις ἀπολύτως ἤδη εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἁγυιᾶς εἶπε, κατὰ τὸ ἄρθρον 34 τῆς συμβάσεως ὑποχρεοῦται ἡ Ἑταιρεία νὰ κατασκευάσῃ τὴν γραμμὴν Δεμερλῆ–Λαρίσης, ἥτις γραμμή, προϋπολογισθεῖσα εἰς 3,500,000 περίπου χρυσᾶ φράγκα, ἀπολαύει τῶν αὐτῶν προνομίων, οἷα ἔχει καὶ ἡ λοιπὴ γραμμὴ Πειραιῶς–Δεμερλῆ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νόμου τοῦ κυρώσαντος τὴν σύμβασιν ἀνέλαβεν ὡρισμένην, σαφῆ, κατηγορηματικὴν τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως πρὸ 6 τοὐλάχιστον μηνῶν πρὸ τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Δεμερλῆ διατάξῃ τὴν Ἑταιρείαν νὰ ἄρξηται τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς Δεμερλῆ–Λαρίσης, συμμορφουμένη πρὸς τὸ ἄρθρον 34 τῆς συμβάσεως. Ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι μετ’ ἐνδιαφέροντος ἀξίου πρὸς τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἔργου παρακολουθεῖ αὐτό, τὸ μὲν ἐξ ὑποχρεώσεως πρὸς τὰ ἑαυτῆς καθήκοντα, τὸ δὲ ἐκ λόγων γενικωτέρου συμφέροντος τοῦ Κράτους, καὶ ἰδίᾳ ἐκ τῆς μερίμνης, ἵνα ἐγκαίρως ἐκτελέσῃ τὴν ἐκ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου τοῦ κυρώσαντος τὴν σύμβασιν ἐπιβαλλομένην ὑποχρέωσιν αὐτῆς, τουτέστι διατάξῃ τὴν Ἑταιρείαν ν’ ἀρχίσῃ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς Δεμερλῆ–Λαρίσης. Ἀλλ’ ἂν ἦναι ἀληθές, ὡς βεβαιοῖ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτής, ὅτι ὑπεβλήθησαν νέαι προτάσεις περὶ ἀμέσου ἐνάρξεως καὶ κατασκευῆς ὅλης τῆς γραμμῆς τοῦ Λαρισαϊκοῦ σιδηροδρόμου, καὶ αἱ προτάσεις αὗται εἶναι τόσον εὐνοϊκαί, ὥστε τὸ ἔργον δύναται νὰ συντελεσθῇ ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, ἤτοι κατὰ δύο ὅλα ἔτη πρὸ τῆς διὰ τῆς συμβάσεως ὁριζομένης προθεσμίας, ἐκτὸς δὲ τούτου, ὅτι τὸ Δημόσιον ἀντὶ τῶν 250,000 δραχμῶν θὰ πληρώσῃ μόνον 125,000, νομίζω ὅτι αἱ προτάσεις αὗται πρέπει νὰ γείνωσιν ἀποδεκταί, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, ἔχει τὸ καθῆκον, ὅπως ἀπὸ σήμερον διατάξῃ τὴν Ἑταιρείαν νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸ ἄρθρον 34 τῆς συμβάσεως. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς ποῖον σημεῖον προόδου ἔχουσι φθάσει αἱ ἐργασίαι τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ γνωρίσῃ ἡμῖν, ἂν ὄντως ὑπεβλήθησαν αἱ περὶ ὧν πρόκειται προτάσεις, καὶ τί ἐπ’ αὐτῶν σκέπτεται νὰ πράξῃ, εὐαρεστηθῇ δὲ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δέον, καὶ ἅμα ὡς τὸ τμῆμα Λεβαδείας– Λαμίας ἄρξεται κατασκευαζόμενον ἡ Ἑταιρεία συγχρόνως νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ τμήματος Δεμερλῆ–Λαρίσης.
§20Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸ ἀναγνωσθὲν τηλεγράφημα. Μετὰ τὴν ὄντως δὲ σοβαρὰν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἁγυιᾶς συναδέλφου, δι’ ἧς ἀπεκάλυψε πολλὰ περιστατικά, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 17,400,000. Εἶναι δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ ἔργον τοῦτο εὐχερέστατον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἔργου τῆς γραμμῆς Δεμερλῆ–Λαρίσης· οὐδ’ εἶναι ἀποχρῶν ὁ λόγος, ὃν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων Βουλευτὴς προέβαλε, περὶ τοῦ σημείου τῆς ἑνώσεως, διότι, οἱονδήποτε καὶ ἂν λάβητε σημεῖον ἑνώσεως, ἡ γραμμὴ Λαρίσης–Δεμερλῆ θὰ πραγματοποιηθῇ· ὥστε, καὶ ἂν γείνῃ διὰ Καλαμπάκας ἡ ἕνωσις καὶ ἂν δὲν γείνῃ, πάλιν ἡ γραμμὴ Λαρίσης–Δεμερλῆ θέλει συντελεσθῆ. Διατὶ λοιπὸν αἱ ἐργασίαι ν’ ἀρχίσωσιν ἀπὸ Λεβαδείας εἰς Λαμίαν, καὶ νὰ μὴ ἀρχίσωσιν ἀπὸ Δεμερλῆ εἰς Λάρισαν, ὅπου ἄλλως τε ἡ Ἑταιρεία δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τεχνικὰ ἔργα, καὶ ἀφοῦ ἡ γραμμὴ Δεμερλῆ–Λαρίσης θ’ ἀπαιτήσῃ μόνον 4,000,000; Συνεπῶς, ἀφοῦ ἡ Ἑταιρεία προσφέρεται ν’ ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας, καὶ ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἔχει νὰ χάσῃ, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ φροντίσῃ ὅσον τάχιστα νὰ γείνῃ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν, ὅπως καὶ ἡμεῖς συνδεθῶμεν μετὰ τοῦ λοιποῦ Βασιλείου σιδηροδρομικῶς.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Λεωνίδας Βαρουξῆς διὰ τηλεγραφήματός του ἐκ Πύργου παραπονεῖται, ὅτι δὲν τῷ ἐπεδόθη ἐγκαίρως τηλεγράφημα, πρὸς αὐτὸν ἀπευθυνόμενον, περὶ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Βουλὴν τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ὁ κύριος Γουλιμῆς ἔχει τὸν λόγον.
§22Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν τῆς Ἀμαλίας χήρας Π. Πετιμέζη, ἥτις παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μακαρίτου Π. Πετιμέζη. Δὲν ἀναγινώσκω τὴν ἀναφορὰν ταύτην· ἐν περιλήψει μόνον λέγω, ὅτι ὁ Π. Πετιμέζης ἦτο γνωστὸς εἰς πάντας τοὺς Βουλευτὰς, ὡς παλαιὸς πολιτευόμενος, παρέσχε δὲ πολλὰς ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον, ὡς πληρεξούσιος ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει καὶ ὡς Βουλευτής· κατέλιπε δὲ τὴν οἰκογένειάν του ἐν πενίᾳ, φονευθεὶς κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1895. Δὲν κατέλιπε περιουσίαν, οὔτε κινητὴν οὔτε ἀκίνητον, ἡ δὲ οἰκογένειά του εἶναι πολυμελεστάτη, ἀποτελουμένη ἐξ ἑνὸς ἄρρενος καὶ τεσσάρων θυγατέρων ἐν ὥρᾳ γάμου. Νομίζω, ὅτι ἀρκούντως δικαιολογεῖται σύστασις τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δι’ οἰκογένειαν ἑνὸς πολιτευτοῦ παρασχόντος τοιαύτας ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, τὴν δὲ Κυβέρνησιν παρακαλῶ νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν. Φρονῶ δὲ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἔργον δικαιοσύνης, καθόσον, ὡς λέγει καὶ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ τέλος, «πολλάκις τὸ ἔθνος ἦλθεν ἀρωγὸν εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἀφιέρωσαν τὴν ζωήν των εἰς τὴν πατρίδα καὶ τελευτήσαντες ἀφῆκαν ὡς μόνον κληροδότημα τὴν πενίαν εἰς τὰς οἰκογενείας των.»
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν Κυβέρνησιν;
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος Πρωτοπαπαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§26Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24 παρελθόντος Φεβρουαρίου ὑπέβαλον τῷ ἀξιοτίμῳ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργῷ ἐρωτήματά τινα, ζητῶν πληροφορίας σχετικὰς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς Ναξίας σμύριδος. Διὰ τοῦ πρώτου ἐρωτήματός μου παρεκάλουν τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, «πόση Ναξία σμύρις ἐπωλήθη ἐτησίως, καὶ πόσα εἰσεπράχθησαν ποσὰ ἀπὸ τοῦ 1890 καὶ ἐντεῦθεν, ὡς καὶ πόσα ποσὰ ἐπληρώθησαν ἐτησίως εἰς τοὺς σμυριδορύκτας». Εἰς ἀπάντησιν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς προσεκόμισεν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐν ᾧ παρατηροῦμεν, ὅτι ἐν ἔτει 1893 ἐπωλήθησαν 68,513 στατῆρες σμύριδος, καὶ εἰσεπράχθησαν 65,000 φρ. χρυσᾶ· ἐπωλήθη δηλαδὴ ἕκαστος στατὴρ πρὸς 95 χρυσᾶ λεπτὰ, ἐνῷ ἡ διὰ τὸ ἔτος 1893 τιμὴ πωλήσεως ὡρίζετο εἰς φράγκα χρυσᾶ ἑκατὸν κατὰ τόννον. Παρατηροῦμεν ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος 1893 ἐμφαίνεται ἐν τῷ πίνακι ὡς πληρωθὲν εἰς τοὺς σμυριδορύκτας διπλάσιον σχεδὸν ποσὸν, δραχ. 137,026, καὶ ἀποροῦμεν, πῶς ἡ ἁρμοδία τοῦ Ὑπουργείου ὑπηρεσία δὲν ἀντελήφθη, ὅτι οὐδέποτε τὸ Κράτος ὑπέστη ζημίαν ἐκ τῆς πωλήσεως τῆς σμύριδος, καὶ μάλιστα ἀνερχομένην εἰς ἑκατὸν τοῖς ἑκατόν! Κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος 1894 ἀναγράφονται ἐν τῷ αὐτῷ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προσκομισθέντι εἰς τὴν Βουλὴν πίνακι ὡς πωληθέντες 77,052 στατῆρες σμύριδος, ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν ὁποίων εἰσεπράχθησαν, συμφώνως πάντοτε πρὸς τὸν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ προσκομισθέντα εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, 39,292 φρ. χρυσᾶ. Ὥστε ἕκαστος στατὴρ ἐπωλήθη πρὸς πεντήκοντα περίπου χρυσᾶ λεπτὰ, ἐνῷ κατὰ τὸν αὐτὸν πάντοτε πίνακα εἰς τοὺς σμυριδορύκτας ἐπληρώθησαν δραχμαὶ δύο δι’ ἕκαστον στατῆρα. Ἀλλ’ ἂν ἤδη ἀφήσωμεν τὴν πρὸς ἀλλήλους παραβολὴν τῶν ἀριθμῶν τοῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ προσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν πίνακος, καὶ παραβάλωμεν τούτους πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους εὑρίσκομεν ἐν τῷ ἐπισήμῳ Δελτίῳ τοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος, ὅπερ δημοσιεύει αὐτὸ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοὺς ὁποίους ἀνεγράψαμεν παραπλεύρως τοῦ ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ προσκομισθέντος πίνακος, ἐκπλησσόμεθα, παρατηροῦντες τὰς καταπληκτικὰς διαφορὰς, ὅσαι ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν ἀντιστοίχων ἀριθμῶν τῶν αὐτῶν ἐτῶν τῶν δύο ὑπηρεσιῶν τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου. Οὕτω, λόγου χάριν, ἐνῷ ὁ ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ προσαχθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν πίναξ ἀναγράφει, ὅτι ἐν ἔτει 1893 ἐπωλήθησαν 68,513 στατῆρες σμύριδος, καὶ εἰσεπράχθησαν 65,000 φράγκα χρυσᾶ, τὸ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δημοσιευόμενον ἐπίσημον Δελτίον τοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος ἀναγράφει, ὅτι κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος 1893 ἐπωλήθησαν 18,182 στατῆρες σμύριδος, καὶ εἰσεπράχθησαν 218,164 φρ. χρυσᾶ. Ποῖοι ἆρά γε εἶναι οἱ ἀληθεῖς ἀριθμοί; Ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους προσεκόμισεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἢ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀναγράφει τὸ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δημοσιευόμενον ἐπίσημον Δελτίον τοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος; Δυστυχῶς καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ εἶναι ἀνακριβεῖς· διότι, ἐὰν ῥίψῃ τις ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ πρὸς τὰ δεξιὰ τῶν ἀνωτέρω πίνακος, ὃν ἐγὼ αὐτὸς κατήρτισα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀληθῶν δεδομένων, δὲν θ’ ἀπορήσῃ πλέον, δὲν θὰ ἐκπλαγῇ, ἀλλὰ θ’ ἀγανακτήσῃ, βλέπων, ὅτι κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος 1893 ἐπωλήθησαν πράγματι 85,043 στατῆρες σμύριδος, καὶ εἰσεπράχθησαν ἐκ τῆς πωλήσεως ταύτης 444,117 φράγκα χρυσᾶ. Κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος 1894, ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς πληροφορεῖ τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰσεπράχθησαν ἐκ πωλήσεως σμύριδος 39,292 φρ. χρυσᾶ, ἐνῷ τὸ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δημοσιευόμενον ἐπίσημον Δελτίον τοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος ἀναγράφει ὡς εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος 1894 ἐκ πωλήσεως σμύριδος 380,639 φρ. χρυσᾶ, τὰ πράγματι δὲ εἰσπραχθέντα ἐκ τῆς πωλήσεως ταύτης ἀνέρχονται εἰς 383,766. Ἐν ἔτει 1895 αἱ ἐκ πωλήσεως σμύριδος εἰσπράξεις ἀνῆλθον κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν εἰς φρ. χρ. 76,200, κατὰ δὲ τὸ ἐπίσημον Δελτίον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς 461,808, ἐνῷ τὰ πράγματι εἰσπραχθέντα ἀνῆλθον μόνον εἰς 430,428 φρ. χρυσᾶ. Καὶ ἐρωτῶ, ὅταν τοιαύτη σύγχυσις ἐπικρατῇ εἰς ἀριθμούς, οἵτινες ὑποτίθεται ὅτι ἐξάγονται ἐκ λογιστικῶν βιβλίων, εἶναι δυνατὸς ὁ ἀναγκαῖος ἔλεγχος καὶ ἡ πρόληψις καταχρήσεων, αἵτινες εἰς μεγάλην κλίμακα δύνανται νὰ λάβωσι χώραν ἐπὶ τῆς προκειμένης ἐπιχειρήσεως; Εἰς τὸ δεύτερον ἐρώτημά μου «ποῖαι ἄλλαι Ἐπικράτειαι παράγουσι σμύριδα, ποία ἡ ἐτησίως παραγομένη ἐν ταῖς Ἐπικρατείαις ταύταις σμύρις ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι σήμερον, ποῖαι αἱ ἀνὰ τόννον δαπάναι ἐκμεταλλεύσεως, ὡς καὶ ἡ ἀνὰ τόννον τιμὴ πωλήσεως τῆς σμύριδος ἐν ἑκάστῃ τῶν Ἐπικρατειῶν τούτων», ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε: «Σμύριδα παράγουσιν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ Ἀμερική, Γερμανία καὶ Σουηδία, ἀλλ’ εἰς μικρὰν ποσότητα, καθὼς καὶ ἡ Τουρκία, ἥτις παράγει ἐτησίως ὑπὲρ τὰς 15,000 τόννους καὶ ἥτις πωλεῖ ταύτην πρὸς 80 περίπου φράγκα τὸν τόννον. Στατιστικαὶ πληροφορίαι περὶ τῆς ἐτησίας παραγωγῆς, τῆς κατὰ τόννον δαπάνης τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ τῆς κατὰ τόννον τιμῆς τῆς πωλήσεως τῆς σμύριδος ἐν ταῖς ὡς ἄνω Ἐπικρατείαις δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ». Καὶ ἀποροῦμεν, πῶς τοιαῦται στατιστικαὶ δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἀφοῦ, καθ’ ἃ ἡμεῖς γνωρίζομεν, δὶς ἀπεστάλησαν εἰς τὴν Τουρκίαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰδικοὶ ἀπεσταλμένοι, ἵνα μελετήσωσι τὰ τῆς ἐπιχειρήσεως τῆς Μικρασιατικῆς σμύριδος, ὑπέβαλον δὲ οὗτοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκθέσεις, ἐν αἷς λεπτομερῶς ἀναφέρονται αἱ ζητηθεῖσαι ὑπ’ ἐμοῦ πληροφορίαι. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ τελείως μὲ ἔπεισεν, ὅτι ἡ παρὰ τῷ Ὑπουργῷ ἁρμοδία ὑπηρεσία οὐ μόνον οὐδόλως μεριμνᾷ περὶ τῆς τύχης τῆς Ναξίας Σμύριδος, ἀλλὰ καὶ ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν ἀφορώντων τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην διατελεῖ, εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ εἰς τὸ ἕκτον ἐρώτημά μου, δι’ οὗ παρεκάλουν «νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαι ἐν γένει αἱ πληροφορίαι, ἐφ’ ὧν βασιζόμενος ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὥρισεν ἐν τῷ ΙΒʹ κεφαλαίῳ καὶ ἄρθρῳ 8 τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους εἰς 600,000 φρ. χρ. τὴν ἐκ πωλήσεως Ναξίας σμύριδος πρόσοδον». Εἰς τὸ ἐρώτημά μου τοῦτο ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν: «Ὡς βάσις, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς καθορισμὸν τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 ἀναγραφέντος ὡς πωληθησομένου ποσοῦ σμύριδος, ἐχρησίμευσε τὸ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη πωληθὲν ποσὸν τοιαύτης». Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης καὶ μόνης πᾶς τις ἄγεται εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οὐδεμία ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐλήφθη φροντὶς πρὸς περισυλλογὴν καὶ μελέτην ὅλων ἐκείνων τῶν πληροφοριῶν, ἐφ’ ὧν ἀπαραιτήτως βασίζεται πᾶσα ἐμπορικὴ ἐπιχείρησις (καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ τῆς Ναξίας σμύριδος), ἵνα ὁρίσῃ τὴν τιμὴν, ἐξ ἧς ἐξαρτᾶται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἡ ἐτησία τοῦ ἐμπορεύματος κατανάλωσις. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, μεγίστη προσγίγνεται ἐκ τούτου ζημία εἴς τε τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ εἰς τοὺς προνομιακῶς ἐξορύσσοντας τὸ ὀρυκτὸν σμυριδορύκτας, συνέταξα πρότασιν νόμου, ἀφορῶσαν τὸν διακανονισμὸν τῶν τῆς πωλήσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς Ναξίας σμύριδος, εἰς ἣν ἐπισυνάπτω καὶ μακρὰν μονογραφίαν, ἐξετάζουσαν λεπτομερῶς τὰ τῆς ἐπιχειρίσεως τῆς σμύριδος, τόσον ὑπὸ ἐμπορικὴν, ὅσον καὶ ὑπὸ τεχνικὴν ἔποψιν. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ὅπως, ἀφοῦ σοβαρῶς ἐξετάσῃ τὰ ἐν τῇ μονογραφίᾳ ταύτῃ ἀναφερόμενα, προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν διατάξεων τῆς προτάσεως νόμου ταύτης, ἐφ’ ὅσον ἤθελεν, ὡς ἐλπίζω, πεισθῆ, ὅτι συνάδουσι ταῦτα πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου πρωτίστως, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον καὶ πρὸς τὰ τῶν σμυριδορυκτῶν.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κατατεθεὶς πίναξ ἀναντιρρήτως εἶναι ἐσφαλμένος, — καὶ λυποῦμαι, ὅτι κατεβάλετε κόπον, ἵνα ἐξελέγξητε τὰ λάθη αὐτοῦ, — ἕνεκα τῆς ἀπροσεξίας τῶν ὑπαλλήλων τῶν καταρτισάντων αὐτόν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ πίναξ αὐτὸς ἀνήκει εἰς προγενεστέραν ἡμῶν περίοδον ἢ εἰς ταύτην τὴν περίοδον, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ὁ τμηματάρχης, ὁ διευθύνων τὸν κλάδον ἐκεῖνον, ἀντικατεστάθη. Ἐγὼ θέλω ἐξετάσει τὰ τοῦ πίνακος, ἵνα ἀνεύρω τὸν δόντα τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ τιμωρήσω αὐτόν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνοδεύουσα τὴν πρότασιν νόμου τοῦ κυρίου Πρωτοπαπαδάκη αἰτιολογικὴ ἔκθεσις εἶναι τοσοῦτον πολυσέλιδος, ὥστε θ’ ἀπαιτήσῃ μεγάλην δαπάνην διὰ τὴν ἐκτύπωσίν της.
§29ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῇ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τόμος ὁλόκληρος.
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πειράζει· πρέπει νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις μετὰ τῆς ἐκθέσεως.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειράν της. (Ὅρα ἰδιαίτερον τεῦχος).
§33Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὡσαύτως ὑποβάλλω πρότασιν νόμου «περὶ συστάσεως ταμείου σμυριδορυκτῶν», συνοδευομένην καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ταύτην ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω κατὰ τὴν συζήτησιν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειράν της. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 463). Ὁ κύριος Γεράκης ἔχει τὸν λόγον.
§35Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐγένετο μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης σκέψις περὶ συστάσεως Θωρηκτῆς Μοίρας πρὸς ἐκτέλεσιν γυμνασίων κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνας Ἰούλιον, Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον. Εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην μὲ ἤγαγεν ὁ τρόπος τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν κληρωτῶν ναυτῶν, ὅστις, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, διὰ Β. Διατάγματος ἔχει ὁρισθῆ. Διὰ νόμου, ὡς γνωρίζετε, κατατάσσονται οἱ κληρωτοὶ ναῦται κατὰ τριμηνίαν, ἤτοι τὴν 1 Ἰανουαρίου, τὴν 1 Ἀπριλίου, τὴν 1 Ἰουλίου καὶ τὴν 1 Ὀκτωβρίου. Κατὰ τὴν κατάταξίν των ὁ Ναύσταθμος ἀποστέλλει αὐτοὺς εἰς τὸ Προγυμναστήριον Πόρου, ὅπου οἱ μὲν ἐγγράμματοι γυμνάζονται ἐπὶ 3 μῆνας, οἱ δὲ ἀγράμματοι ἐπὶ 6 μῆνας· μετὰ τὴν ἀποφοίτησίν των δὲ ἐκ τοῦ ἐν Πόρῳ Προγυμναστηρίου, κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστης τριμηνίας, διὰ Β. Διατάγματος μετατίθενται ἐπὶ τῶν Ποταμῶν, ὅπως ἐν τῇ πράξει ἐκμάθωσι καλῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρητικῶς ἐδιδάχθησαν ἐν τῷ Προγυμναστηρίῳ τοῦ Πόρου, καὶ συνηθίσουν νὰ ταξειδεύουν οἱ μὴ ναυτικοί· ἅμα δὲ τῷ πέρατι τῆς τριμηνιαίας ἐκπαιδεύσεως αὐτῶν εἰς τοὺς Ποταμοὺς, μετατίθενται πρὸς ἐκγύμνασιν ἐπὶ 6 μῆνας ἐπὶ τῶν θωρηκτῶν, κατὰ προτίμησιν δὲ ἐπὶ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ θωρηκτῶν, καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης δύνανται ν’ ἀποσπασθῶσιν εἰς οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν. Ἡ ἐκπαίδευσις ἐπιβάλλει τὴν σύστασιν τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας, διότι εἰς τὴν Θωρηκτὴν Μοῖραν θὰ ἐξασκηθῶσιν ἐν γένει ὅλαι αἱ σειραὶ τῶν κληρωτῶν ναυτῶν, καὶ θὰ ἐξασκηθῶσιν οὐ μόνον εἰς τὴν εἰδικὴν ὑπηρεσίαν, ἣν ἐτάχθη ἕκαστος νὰ ἐκπληροῖ, ἀλλὰ καὶ οἱ πυροβοληταὶ θὰ ἐκγυμνάζωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πυροβολικοῦ. Ἐπιβάλλεται δὲ ἡ σύστασις τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, εἰς τὰ θωρηκτὰ ἐτοποθετήθησαν τὰ πυροβόλα Καννέ, τὰ ὁποῖα ὀφείλουν νὰ γνωρίζουν οἱ ἐγκύψαντες εἰς τὴν εἰδικότητα τοῦ πυροβολικοῦ ναῦται, συνάμα δὲ νὰ ἐκγυμνασθῶσι καὶ ὅλαι ἐν γένει αἱ σειραὶ εἰς μεγαλείτερα γυμνάσια, ἤτοι γυμνάσια πολέμου. Τούτων ἕνεκα φρονῶ, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ συσταθῇ ἡ Μοῖρα αὕτη τῶν θωρηκτῶν κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνας, καὶ τοιαύτην σύστασιν ὑποβάλλω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργόν. Ἐξ ὅσων δὲ δύναμαι νὰ γνωρίζω, τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, οἵτινες καθ’ ἡμέραν παραπονοῦνται, ὄντες ἠναγκασμένοι νὰ περιφέρωνται εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν, διότι δὲν ἔχουσι μάχιμον ὑπηρεσίαν νὰ ἐκτελέσωσιν. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ζητοῦσιν ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ ἐφαρμόσωσι πρακτικῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρητικῶς γνωρίζουσιν. Ἑπομένως διὰ δύο σκοποὺς ἐπιβάλλεται ἡ σύστασις τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας, ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸς ἐκγύμνασιν τῶν ναυτῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρὸς ἐκγύμνασιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Ἐὰν, ὡς πιστεύω, πράξῃ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός, θὰ ἐκπληρώσῃ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, θὰ ὑποχρεώσῃ δὲ καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ.
§36Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀφοῦ ἡ ἐκγύμνασις τῶν κληρωτῶν ἐκ τοῦ ἰσχύοντος ὀργανισμοῦ ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι ἑξάμηνος ἐν τοῖς θωρηκτοῖς, φυσικὸν εἶναι, ὅτι θὰ ἐκτελεσθῇ τοῦτο. Πότε καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐκτελεσθῇ, ἀκόμη δὲν ἀπεφασίσθη. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ παράπονα τῶν ἀξιωματικῶν, ταῦτα νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθά, οὐδὲ δίκαια· διότι οἱ ἀξιωματικοὶ πάντες τοῦ Ναυτικοῦ εἶναι τοποθετημένοι εἰς τὰς θέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς αὐτούς, εἰς τὰς θέσεις δὲ ταύτας δύνανται καὶ νὰ γυμνάζωνται καὶ νὰ μελετῶσι καὶ νὰ ἀσχολῶνται εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν γνώσεών των, καὶ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι, ὅπως ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶπε, νὰ τρέχωσιν εἰς τὰ καφενεῖα καὶ τὰς ὁδούς.
§37Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ τελειώσω. Μοὶ ἀπεστάλησαν προσέτι δύο ἀναφοραὶ παρὰ τῶν καταδίκων τῶν φυλακῶν Ρίου. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὴν καλωσύνην ν’ ἀποστείλῃ, ὡς ἐπληροφορήθην ἐξωδίκως καὶ ὡς καὶ ἐκ τῶν ἀναφορῶν τούτων προκύπτει, ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν Ρίου, ἂν δηλ. εἶναι δυνατὸν νὰ διαμένωσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, τοὺς ὁποίους κατεδίκασεν ἡ Πολιτεία, εἰς τὰς φυλακὰς ἐκείνας, ἤ, ἂν τοῦτο δὲν ἦναι δυνατόν, ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς ἄλλας φυλακάς. Πράγματι, δέ, ὡς ἐπληροφορήθην πάλιν ἐξωδίκως, ἡ ἐπιτροπὴ ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, ἀποφανθεῖσα δι’ ἐκθέσεώς της, ὅτι αἱ φυλακαὶ ἐκεῖναί εἰσι καθ’ ὁλοκληρίαν ἄχρηστοι. Οἱ δυστυχεῖς κατάδικοι δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ διατάξῃ τὴν μεταφορὰν αὐτῶν εἰς ἄλλας φυλακάς. Πρὸς τούτοις δὲ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θέλων, φαίνεται, νὰ πληροφορηθῇ ἀκριβῶς καὶ εἰδικῶς παρ’ αὐτῶν τῶν φυλακισμένων, κατὰ πόσον οὗτοι εἶναι εὐχαριστημένοι, μένοντες εἰς τὰς φυλακὰς Ρίου, διέταξε, δὲν γνωρίζω ποῖον ὑπάλληλον, ὅστις κατ’ ἰδίαν βούλησιν ἔδωκε τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας. Ἐπληροφορήθησαν τοῦτο οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι ἄνθρωποι, καὶ δι’ ἑτέρας ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως, εἰ δυνατὸν, μὴ βασισθῇ εἰς τὰς πληροφορίας ἐκείνας, ἀλλὰ διατάξῃ τὸν νομάρχην Πατρῶν νὰ μεταβῇ εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐρωτήσῃ ἕνα ἕκαστον, ἂν εἶναι εὐχαριστημένος εἰς τὰς φυλακὰς ἐκείνας ἢ δὲν εἶναι· διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἤθελε πληροφορηθῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν εἶναι εὐχαριστημένος. Μᾶς ἐπιβάλλει δ’ ἔτι μᾶλλον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων αὐτῶν τῶν δυστυχῶν καὶ τὸ ἑξῆς. Πρό τινων ἡμερῶν εἶχε γείνῃ μέγας λόγος εἰς τὴν Βουλὴν περὶ φθίσεως· ἐνῷ δὲ 270 ἄνθρωποι μένουσιν εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Ῥίου, καὶ μένουσιν ἐπὶ σειρὰν ὅλην ἐτῶν, τί περιμένομεν; νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν κοινωνίαν φθισιῶντας; Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ λάβῃ ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ πόθου τῶν δυστυχῶν ἐκείνων. Ἐγχειρίζω δὲ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὰς ἀποσταλείσας μοι αἰτήσεις.
§38Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι παραθαλάσσιον Φθισιατρεῖον!
§39Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εὐθὺς ὡς ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον, ἀληθῶς τὰ πρῶτα παράπονα, τῶν ὁποίων ἀντελήφθην, καὶ ἡ πρώτη μέριμνα, εἰς τὴν ὁποίαν κατέγεινα, ἦτο, ὅπως κατὰ τὸ δυνατὸν βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν. Ὁμολογουμένως δὲ οἰκτρὰ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν Ῥίου. Πρὸς τοῦτο ἀπέστειλα ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ἀπὸ τὸν διευθύνοντα τὸ τμῆμα τῶν φυλακῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἀπὸ τὸν κ. Καστόρχην, ὑφηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, ὅστις εἰδικῶς καταγίνεται εἰς τὰ τῶν φυλακῶν, καὶ ἀπὸ τὸν κ. Καντᾶν μηχανικόν, ὅπως ἐξετάσωσι τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν, καὶ προτείνωσι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα πρὸς βελτίωσιν αὐτῶν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῶσιν. Ὁμολογουμένως αἱ ἐκθέσεις τῶν δύο ὑπαλλήλων, οἵτινες ὑπέβαλον τοιαύτας, ἤτοι τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ τμήματος τῶν φυλακῶν καὶ τοῦ κ. Καντᾶ, ἀπέδειξαν, ὅτι αἱ φυλακαὶ αὗται εἶναι εἰς ἀπαίσιον βαθμὸν κακαὶ, ὅτι μέγα μέρος αὐτῶν κατακλύζεται ὑπὸ τῆς θαλάσσης, καὶ ὅτι ὁμολογουμένως ὁ βίος τῶν φυλακισμένων ἐκεῖ εἶναι ἀβίωτος. Διὰ τοῦτο ἔλαβον μέτρα, ὅπως σώσω κατὰ πρῶτον τοὺς φυλακισμένους καὶ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐπισκευασθῇ—ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπισκευασθῇ—τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι σήμερον σχεδὸν ἔκθετον εἰς τὴν θάλασσαν. Τὸ πρῶτον μέτρον, ὅπερ ἔλαβον, εἶναι, ὅτι ἔγραψα εἰς τὸν κ. νομάρχην, ὅπως ὁ ἴδιος μεταβῇ εἰς Ῥίον καὶ ζητήσῃ παρὰ τῶν καταδίκων, τῶν εὑρισκομένων ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐκείναις, νὰ δηλώσωσι, ποῖοι εἶναι οἱ βουλόμενοι ν’ ἀπέλθωσιν ἑκουσίως καὶ ἰδίᾳ αὐτῶν δαπάνῃ, ὅπως συνδυάσωμεν καὶ τὴν οἰκονομίαν πρὸς τὴν ἀραίωσιν τῶν φυλακισμένων. Ὁ ἀριθμὸς τῶν δηλωσάντων ὅτι θέλουσι ν’ ἀπέλθωσι τῶν φυλακῶν τοῦ Ῥίου ἰδίᾳ αὐτῶν δαπάνῃ, διότι ἔχουσι τὰ μέσα πρὸς τοῦτο, νομίζω ὅτι ἀνέρχεται εἰς 45. Τούτων τὴν μεταγωγὴν διέταξα αὐθωρεί. Ἀμέσως κατόπιν συνέστησα εἰς τὸν κ. νομάρχην νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔρευναν, τίνων ἄλλων καταδίκων δυνάμεθα νὰ διατάξωμεν τὴν μεταγωγὴν, ἔστω καὶ δημοσίᾳ δαπάνῃ, συγχρόνως δὲ νὰ λύσωμεν καὶ τὸ ζήτημα, ποῦ εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφερθῶσιν αὐτοὶ, διότι βεβαίως δὲν ἔχομεν φυλακὰς ἐπαρκεῖς, ὅπως εἰσαγάγωμεν εἰς αὐτὰς ἀθρόως μέγαν ἀριθμὸν καταδίκων. Πρὸ ὀλίγου χρόνου μὲ ἐπληροφόρησαν, ὅτι ἐν ταῖς φυλακαῖς Ζακύνθου εἶναι δυνατὸν διά τινος βελτιώσεως αὐτῶν ταχείας νὰ εἰσαχθῶσι 60 ἢ 70 περίπου κατάδικοι. Τὴν μεταγωγὴν αὐτῶν δημοσίᾳ δαπάνῃ καὶ διὰ πολεμικοῦ πλοίου διέταξα, πρόκειται δὲ νὰ γείνῃ αὕτη ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Οὕτως ἡ ἀραίωσις τῶν καταδίκων τῶν φυλακῶν Ρίου θὰ ἦναι ἐπαρκὴς, διότι ἴσως ὑπολειφθῇ τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου, τότε δὲ θὰ προβῶμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν φυλακῶν. Τὴν αὐτὴν ἀνάγκην παρουσιάζουσι καὶ αἱ φυλακαὶ τοῦ Ναυπλίου, διότι καὶ αἱ φυλακαὶ αἱ λεγόμεναι τοῦ Μιλτιάδου, καὶ αὗται εἶναι ἀπαίσιαι. Καὶ περὶ αὐτῶν ἐλήφθη μέριμνα, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν γείνῃ ἀραίωσις τῶν ἐκεῖ ἐγκαθειργμένων. Καταγινόμεθα δὲ νὰ εὕρωμεν τὸν κατάλληλον χῶρον, ὅπως τοποθετήσωμεν τοὺς ἐκεῖ ἐγκαθειργμένους. Τοιοῦτον χῶρον εὕρομεν ἐν Αἰγίνῃ, ἔνθα ὑπάρχει διαμέρισμα ὁλόκληρον τοῦ ἀνακτόρου τοῦ ἀειμνήστου Κυβερνήτου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐχρησιμοποιήθη ἔτι. Διὰ δαπάνης 50,000 ἢ 60,000 δραχμῶν θὰ δυνηθῶμεν νὰ οἰκονομήσωμεν περὶ τοὺς 300 καταδίκους. Ἐκεῖ θὰ μετενεχθῶσι πάντες οἱ ἐκ τῶν δύο εἰρημένων φυλακῶν, Ρίου καὶ Ναυπλίου, ἀπομακρυνόμενοι. Τοιουτοτρόπως ἐλπίζω, ὅτι θὰ κατορθώσωμεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν ταύτην, ἕως ὅτου δυνηθῇ τὸ Κράτος, τῇ συνδρομῇ καὶ τοῦ ὑπάρχοντος ποσοῦ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, νὰ οἰκοδομήσῃ φυλακὰς, καὶ τοιουτοτρόπως ν’ ἀπαλλαχθῇ καὶ ἡ κοινωνία καὶ οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἀπὸ τὰς ὁμολογουμένως ἀπαισίας αὐτὰς φυλακὰς.
§40Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν παρήγγειλεν ἰδιώτας νὰ περιοδεύσωσι τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐπιθεωρήσωσι τὰς φυλακὰς, καὶ ὀνομαστὶ τὸν δημοτικὸν σύμβουλον Ἀθηναίων κ. Καλλισπέρην καὶ τὸν ὑφηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου κ. Καστόρχην, καὶ δαπάναις τίνος περιώδευσαν οὗτοι· δαπάναις τοῦ Δημοσίου ἢ ἰδίαις δαπάναις; Τρίτον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχεται τὸ κληροδότημα τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, τὸ ὁποῖον οὗτος κατέλιπε πρὸς βελτίωσιν τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν θὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ, ἴσως λάβω τὸν λόγον.
§41Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, δύναμαι ἀμέσως νὰ δώσω εἰς αὐτὸν τὴν πληροφορίαν, ἧς ἔχει ἀνάγκην. Ἐπεθύμουν, ἂν ἦτο δυνατὸν, χάριν τῶν φυλακισμένων, νὰ μετέβαινον ἐγὼ αὐτὸς, ὅπως ἰδίοις ὀφθαλμοῖς ἀντιληφθῶ τὴν κατάστασιν τῶν φυλακισμένων καὶ προλάβω τὰ ἀπαίσια, τὰ ὁποῖα μοὶ διεμηνύοντο ἀπὸ διάφορα μέρη. Δυστυχῶς δὲν ἦτο δυνατὸν ἐγὼ αὐτοπροσώπως νὰ μεταβῶ. Αἱ ὑπάρχουσαι ἐκεῖ ἀρχαὶ μεταβαίνουσι συνήθως, ἀλλὰ δυστυχῶς, ὡς ἀπεδείχθη, αἱ ὑποβαλλόμεναι ὑπ’ αὐτῶν ἐκθέσεις εἶναι σχεδὸν τυπικαί. Εἶχον λοιπὸν ἀνάγκην, αἰφνιδίως ν’ ἀποσταλῶσι πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶχον ἐμπιστοσύνην, ὅτι εἰλικρινῶς καὶ εὐθέως, καὶ ἀσχέτως πρὸς πᾶσαν συμπάθειαν τοπικὴν, θὰ μοὶ ὑπέβαλλον ἔκθεσιν. Ὡς τοιούτους ἀμέσως ἐσκέφθην νὰ παρακαλέσω δύο ὑφηγητὰς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, νέους δραστηρίους, ἔχοντας ζῆλον πρὸς τὴν εὐποιΐαν καὶ εἰδικὴν μάθησιν, διότι καταγίνονται ἀκριβῶς εἰς τὸ περὶ φυλακῶν ζήτημα, οἷοι εἶναι ὁ κ. Καστόρχης, ὁ ὁποῖος περιῆλθεν ὅλας τὰς φυλακὰς τῆς Εὐρώπης καὶ ἔχει καταγείνῃ εἰδικῶς, καὶ ὁ κ. Καλλισπέρης. Παρεκάλεσα αὐτοὺς νὰ μεταβῶσιν, ἵνα μὲ ἀντιπροσωπεύσωσιν εἰς τὴν ἐπίσκεψιν τῶν φυλακῶν καὶ μοὶ ὑποβάλωσιν ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῶν, ὅπως διέταξα καὶ Εἰσαγγελέα τινὰ νὰ μεταβῇ καὶ ἐκεῖνος εἰς ὡρισμένας φυλακάς. Οὗτοι ἐδέχθησαν, καὶ μετέβησαν, χωρὶς νὰ λάβωσιν ἄλλην ἀποζημίωσιν ἢ μόνον τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἦτο καθῆκόν μου, καὶ θὰ πράττω τοῦτο, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκω νέους τοιούτους ἱκανοὺς, ἐπιστήμονας καὶ ἁγνοὺς, ἔχοντας τὴν διάθεσιν νὰ ἐργασθῶσι.
§42Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι ὄντως ἀξιέπαινος ἡ μέριμνα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἡ στοργὴ, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύει πρὸς βελτίωσιν τῶν φυλακῶν διὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν ἀξιοτίμων νέων, οἱ ὁποῖοι καὶ ὀργῶντες εἶναι καὶ πόθον πρὸς βελτίωσιν τῶν φυλακῶν ἔχουσιν (ἱλαρότης). Ὄντως δὲ ὁ διευθύνων τὸ τμῆμα τῶν φυλακῶν κ. Γεννάδης κατέγεινεν εἰδικῶς περὶ φυλακῶν, καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐπεσκέφθη τὰς διαφόρους φυλακὰς τοῦ Κράτους, ὡς καὶ τὰς φυλακὰς Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Πρὸς τούτοις δὲ συνέγραψε καὶ μελέτην περὶ φυλακῶν, ἡ ὁποία καὶ ἔχει ἐκτυπωθῆ δαπάναις τοῦ Ὑπουργείου, θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διανείμῃ τὸ τεῦχος τοῦτο πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅπως λάβωσι γνῶσιν τῶν ἀναγκῶν τῶν φυλακῶν καὶ τῶν βελτιώσεων, τὰς ὁποίας προτείνει ὁ τμηματάρχης οὗτος, ὅστις ἐκ τῶν ἐνόντων εἰργάσθη, ὅπως ἐπέλθῃ βελτίωσις καὶ εἰς τὸ σύστημα τῶν φυλακῶν καὶ εἰς τὸ οἰκονομικὸν αὐτῶν μέρος, καὶ ἐπρότεινε μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὸ ἐκτυπωθὲν τεῦχος, τὸ ὁποῖον ζητῶ νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτὰς, διότι πρέπει τέλος πάντων νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὰ σχέδια καὶ τὰς αἰωνίους μελέτας, καὶ νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰ ἔργα, ἔργα ἐκπολιτιστικὰ, ἔργα φιλανθρωπίας στοιχειώδους, διότι αὐτὸ εἶναι σήμερον τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν, διαπαιδαγώγησις καὶ μόρφωσις, οὐχὶ μαρτύριον καὶ ἐξαγρίωσις τῶν ἀποτιόντων τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβληθεῖσαν ποινήν. Καὶ δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι ἡ μὲν μέριμνα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν φυλακῶν εἶναι ἀρίστη, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπέλθει, θὰ ἦναι ἴσον τῷ μηδενὶ, ὅπως καὶ πάντοτε ἐγένετο. Πάντοτε ἐγείρεται συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, πάντοτε ἔρχονται ἀναφοραὶ ἐκ μέρους τῶν φυλακισμένων, ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν, περὶ τοῦ ἀπαισίου τῶν φυλακῶν, τὰς ὁποίας δικαίως τρώγλας καλοῦσι, καὶ εἶναι τοιαῦται, ὡς καὶ ἐγὼ ἀντελήφθην ἐν Παλαμηδίῳ καὶ Αἰγίνῃ καὶ εἰς ἄλλα μέρη, ὅπου ἔτυχε νὰ μεταβῶ, φυλακαὶ, αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς ἐμποιοῦσι φρίκην, εἶναι ἑστίαι διαφθορᾶς καὶ ἐξαχρειώσεως, καὶ μολυσματικῶν καὶ μεταδοτικῶν νόσων παρασκευαστήρια. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μὲ τὴν πολιτικὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ὤφειλε νὰ προτείνῃ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι νὰ ζητήσῃ, ὅπως τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι πρὸς ἵδρυσιν φυλακῶν, δοθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἵνα κατορθωθῇ ἡ συγκέντρωσις τῶν φυλακῶν εἰς δύο ἢ τρία μέρη· ἀλλὰ πρωτίστως, ὅπως ἐπιτευχθῇ τοῦτο, ἀνάγκη εἶναι νὰ κλείσῃ τὰ ὦτα αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὰς τοπικὰς ἀπαιτήσεις, καὶ ν’ ἀποφασίσῃ νὰ μεταφέρῃ τὰς φυλακὰς εἰς ὡρισμένα μέρη, διὰ καταλλήλων δὲ συνδυασμῶν, τοὺς ὁποίους εἰς ἄλλην περίστασιν θέλω ἀναπτύξει, νὰ εἰσαγάγῃ καὶ τὴν ἐργασίαν, εἴτε τὴν μικτὴν εἴτε τὴν ἁπλῆν λεγομένην, ἐντεῦθεν δὲ θέλει ἔχει τὸ Δημόσιον ὠφέλειαν μεγίστην, ἴσως δὲ θέλει φθάσει καὶ εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε ἐκ τῆς ἐργασίας τῆς γενησομένης ἐν ταῖς φυλακαῖς νὰ προκύπτωσι τόσα ἔσοδα, ὥστε οὐδεμίαν δαπάνην νὰ ὑφίσταται τὸ Δημόσιον διὰ τὴν συντήρησιν τῶν φυλακῶν. Αὐτὴν τὴν μέριμναν ἔπρεπε νὰ ἤμεθα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν ν’ ἀκούσωμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἔλαβε περὶ τῶν φυλακῶν, καὶ αὐτὴν πρέπει νὰ συστήσῃ καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· καὶ πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι ἄλλως αἱ προθέσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θέλουσι καταλήξει εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατέληξαν αἱ προθέσεις καὶ αἱ ἐπαγγελίαι καὶ ἄλλων Ὑπουργῶν καὶ ἄλλων Κυβερνήσεων, ἤτοι εἰς τὸν σχηματισμὸν μιᾶς ἐπιτροπῆς καὶ τὸν καταρτισμὸν ἑνὸς νομοσχεδίου, δηλ. μόνον εἰς λόγους καὶ σχέδια, καὶ οὐδὲν πλέον.
§43Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς, ἀληθῶς εἶναι ἡ πρακτικωτέρα καὶ ἡ ῥιζικωτέρα μέριμνα. Περὶ ταύτης δὲ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι ἐμερίμνησα εἰδικῶς. Ὡς βάσιν ἔλαβον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ὁ προκάτοχος συνάδελφος κύριος Τοπάλης. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διεβίβασα πρὸς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου καὶ διαπρεπῆ δικαστικόν, ἤδη διαθέσιμον, τὸν κ. Μπένσην, ὅστις διὰ συνεργασίας μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ τμήματος τῶν φυλακῶν καταγίνεται εἰς βελτίωσιν καὶ συμπλήρωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλω συνεργασθῆ καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτοῦ, καὶ ὅταν συμπληρωθῇ τὸ ἔργον, θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως, ἐὰν ὑπάρχῃ καιρὸς, ψηφισθῆ.
§44Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπηρώτησα τὸν κ. Ὑπουργόν, — καὶ τὸν εὐχαριστῶ, διότι εὐηρεστήθη νὰ ἀπαντήσῃ, ὅτι τῷ ὄντι ἀνέθεσε τὴν ἐπίσκεψιν τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους εἰς ἰδιώτας, τὰ ὁδοιπορικὰ τῶν ὁποίων ἐπληρώθησαν ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, — διότι εἶχον τὴν τιμὴν ἡμέραν τινὰ, καθ’ ἣν ἐταξείδευον εἰς Τρίπολιν, νὰ συνταξειδεύσω μεθ’ ἑνὸς τῶν νέων τούτων καὶ συζητήσω ἐν ἐκτάσει τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν. Ἡ μετ’ αὐτοῦ συζήτησις κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ ἐπισκέψεις τῶν φυλακῶν τῶν διαφόρων Κρατῶν ἔχουσι λόγον, ὅταν ἐν ταῖς φυλακαῖς ταύταις λειτουργῶσι καὶ διάφορα συστήματα φυλακῶν. Τότε αἱ ἐπισκέψεις ἔχουσι λόγον, ὑπὸ ἐπιστημόνων γινόμεναι, ἵνα κρίνωσι καὶ μεταξὺ τῶν διαφόρων συστημάτων, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ποῖον τὸ καταλληλότερον, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ἐν ὅλαις ταῖς φυλακαῖς τοῦ Κράτους ἐκείνου· ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι, ὄχι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει Ἕλλην μὴ γνωρίζων, ὅτι αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ δὲν εἶναι κατάλληλοι οὔτε διὰ χοίρους, ὄχι δι’ ἀνθρώπους! Ἀνθρωπίνη ὕπαρξις δὲν δύναται νὰ διαιτηθῇ ἐν ταῖς τρώγλαις ἐκείναις, χωρὶς νὰ ἀπεκδυθῇ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ! Τίνα λοιπὸν σκοπὸν ἔχουσιν αἱ περιοδεῖαι αὗται, ἀνατιθέμεναι εἰς ἐκλογεῖς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐγὼ δὲν βλέπω. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ μέριμνα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ τοῦ νῦν ἢ τοῦ προκατόχου αὐτοῦ, δέον νὰ ἦναι, ὅπως διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐκληροδότησεν ὁ μέγας εὐεργέτης τοῦ ἔθνους Συγγρὸς, σπεύσῃ νὰ οἰκοδομήσῃ εἴτε μίαν εἴτε πολλὰς φυλακὰς καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ τότε ἔρχεται ἡ σειρὰ τῆς σκέψεως καὶ ἀποφάσεως, ποῖον σύστημα φυλακῶν εἶναι καταλληλότερον νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἄλλως ἐν ταῖς τρώγλαις αὐταῖς, ἐν Παλαμηδίῳ ἢ Ῥίῳ, ἢ ἐν ὅλαις ταῖς φυλακαῖς τοῦ Κράτους, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως, νὰ δαπανῶνται χρήματα πρὸς περιοδείαν, ὅπως ὁ προκάτοχος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἔπραξεν, ἢ πρὸς ἐπίσκεψιν τῶν φυλακῶν ὑπὸ ὑφηγητῶν ἢ καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐγὼ δὲν βλέπω κανένα λόγον. Διὰ τοῦτο λαμβάνω καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς πρῶτον μέλημα αὐτῆς, νὰ οἰκοδομηθῶσι τέλος πάντων εἴτε μία εἴτε περισσότεραι φυλακαὶ εἰς οἱονδήποτε μέρος τοῦ Κράτους, ὅπως οἱ δυστυχεῖς φυλακισμένοι ἐνδιαιτῶνται ὅπως δήποτε ἀνθρωπινώτερον, καὶ παύσωσιν αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους νὰ ἦναι χοιροστάσια ἢ φθισιατρεῖα, ἢ οἱονδήποτε ὄνομα δύνασθε νὰ δώσητε.
§45Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δεικνύει πολὺν ζῆλον πρὸς καταπολέμησιν τῆς φυματιώσεως, τῆς ἐπικρατούσης ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Κράτους, θὰ ὑποδείξω αὐτῷ τι, τὸ ὁποῖον ἐσχάτως ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὠφέλιμον, ἀφοῦ τὸ ζήτημα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Ἀκαδημίαν τῆς Ἰατρικῆς. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐν ταῖς φυλακαῖς, — ὄχι μόνον ταῖς ἡμετέραις, ἀλλὰ καὶ ταῖς ξέναις, — οὕτως εἰπεῖν, ἀναγκαστικῶς μεταδίδεται ἡ φυματίωσις, ἀφοῦ ὑποχρεοῦνται οἱ κατάδικοι νὰ συζῶσιν ἐντὸς τῶν αὐτῶν δωματίων, ἀδιαφορούσης τῆς ἀρχῆς συνήθως, ἂν μεταξὺ αὐτῶν τινες πάσχουσιν ἐκ μεταδοτικῆς νόσου. Ἐντὸς τῶν αὐτῶν δωματίων, ἐννοεῖται, ἔρχονται οὗτοι εἰς ἐπαφὴν διὰ παντὸς τρόπου, ὃν ἐπιβάλλει ἡ συμβίωσις· ἀλλ’ ὅ,τι ἐπὶ φυματιώσεως βλάπτει εἶναι ἰδίως τὰ πτύελα, τὰ ὁποῖα εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι μεταδίδουσι τὴν φυματίωσιν εἰς τοὺς προδιατεθειμένους, ῥιπτόμενα κατὰ γῆς, εἴτε ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, εἴτε ἐπὶ τῆς γῆς αὐτῆς, ξηραινόμενα καὶ μεταβαλλόμενα εἰς κόνιν εἰσπνεομένην· αὐτὰ εἶναι ὁ συνηθέστερος ἀγωγὸς τοῦ μολύσματος, ὁ μεταδίδων τὴν φθίσιν. Ἑπομένως, ἐὰν φαντασθῆτε καὶ τοιούτους καταδίκους συμβιοῦντας ἐν τῷ αὐτῷ δωματίῳ μετ’ ἄλλων ἀπροφυλάκτως, δύνασθε νὰ κρίνητε, πόσον εὐκόλως δύναται νὰ μεταδοθῇ ἡ φυματίωσις καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσιν ἐντὸς αὑτῶν τὸ ἔδαφος παρεσκευασμένον, ὅπως μεταλάβωσιν αὐτῆς. Ἐπειδὴ ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιπτώσεις εὑρισκόμεθα καὶ ἡμεῖς ὡς πρὸς τὰς φυλακάς, θεωρῶ, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ὅπερ εἶναι ἐντελῶς ἀνέξοδον, δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἀπευθύνεται κατὰ τῶν πτυέλων, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὸν κίνδυνον, καὶ ἀπ’ αὐτῶν σκοπεῖ νὰ προφυλάξῃ τοὺς τυχὸν ἔχοντας προδιάθεσιν εἰς τὴν νόσον. Τὸ μέσον εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἠρωτήθη ἡ Ἀκαδημία ἡ Ἰατρικὴ, ποῖα εἶναι τὰ ἀγγεῖα τὰ καταλληλότερα, καὶ διὰ τίνος ὕλης πρέπει νὰ ἦναι πεπληρωμένα, ὅπως, πτυόντων ἐντὸς αὐτῶν τῶν καταδίκων, μὴ ὑφίσταται ὁ κίνδυνος τῆς μεταδόσεως ἐκ τῶν πτυέλων τῶν νοσούντων ἐκ τῆς νόσου ταύτης. Ἐσχάτως εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡ Ἰατρικὴ Ἀκαδημία ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὑποδείξασα καὶ τὸ σχῆμα καὶ τὴν ὕλην, ἥτις πρέπει νὰ τίθηται ἐντὸς τῶν ἀγγείων, καὶ αὐτὰ ἐτέθησαν εἰς χρῆσιν ἤδη ἐν πάσαις ταῖς φυλακαῖς τῆς Γαλλίας. Εἶναι εὔκολον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ἡμετέρου πρέσβεως ἐν Παρισίοις νὰ ζητήσῃ τοιαῦτα καὶ εἰσαγάγῃ αὐτὰ ἐν ταῖς φυλακαῖς, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι σπουδαίως θέλει συντελέσει εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς φθίσεως ἐν ταῖς φυλακαῖς ἡμῶν.
§46Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐδίστασα, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ πολύ, ἂν ἔπρεπε ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν, διότι εἶναι διατεθειμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀποδίδῃ εἰς κακότητα πᾶσαν συμμετοχήν μου εἰς συζήτησιν ἀφορῶσαν θέματα ἀναγόμενα εἰς τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλ’ ἐθεώρησα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητον ὅ,τι ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου βήματος, τὸ ὁποῖον κατέχει, τουτέστιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐβεβαίωσεν ἐπισήμως, ὅτι, καίτοι ἀπολαύει αὐτὸς τῆς πλήρους ἐκτιμήσεως καὶ ἐμπιστοσύνης τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, οὐδεμίαν πρὸς αὐτὰς αὐτὸς ἔχει ἐμπιστοσύνην, διότι ἐθεώρησεν, ὅτι εἰς οὐδένα ἐκ τῶν Εἰσαγγελέων ἢ τῶν ἄλλων δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἠδύνατο νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν φυλακῶν, ὅπως φωτίσωσιν αὐτὸν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν, καὶ ἐδέησε νὰ ἀνεύρῃ τοὺς δύο ὀργῶντας νέους, ἵνα ἀναθέσῃ εἰς αὐτοὺς καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε ἐκπληροῦσιν οἱ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διατελοῦντες Εἰσαγγελεῖς καὶ ἄλλαι δικαστικαὶ ἀρχαί. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ κατέθετεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς ἐκθέσεις τῶν δύο νέων, οἵτινες μετὰ ζήλου προφανοῦς προσηνέχθησαν καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἀνέθεσεν αὐτὸ τὸ ἔργον — διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐκθέσεις περὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως ταύτης. — Θὰ ἐπεθύμουν δὲ νὰ ἐγνώριζον ἐκ τῶν ἐκθέσεων τούτων, τίς τῶν δύο τούτων ὀργώντων νέων ἀντεπροσώπευσεν ἐπιτυχέστερον τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ παραμείνῃ τελείως ἀδικαιολόγητος ἡ δαπάνη, ἔστω καὶ περιοριζομένη εἰς τὸ μικρὸν ποσὸν τῶν ἐξόδων τῆς μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου, ὅταν πρόκηται τοιαύτη δαπάνη νὰ δοθῇ εἰς ἰδιώτας, οἵτινες οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσι ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πρὸ πάντων τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ποίας ἐντυπώσεις ἀπεκόμισαν οἱ Κύριοι οὗτοι ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν φυλακῶν; Ἐὰν δὲν ἦναι βέβαιον, ὅτι οὐδεμίαν νεωτέραν ἐντύπωσιν ἀπεκόμισαν, εἶναι ὅμως ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἐκ Μαντινείας συνάδελφος εἶπεν, ὅτι τὰ περὶ φυλακῶν εἶναι γνωστὰ εἰς ὅλους ἡμᾶς, καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν πρόκειται νὰ μελετήσωσι τὰ διάφορα συστήματα τῶν φυλακῶν, διότι οὐδὲν σύστημα ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν. Προκειμένου ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεριμνήσῃ περὶ μεταρρυθμίσεως ἢ περὶ βελτιώσεως ἢ περὶ ἐγκαταστάσεως νέου συστήματος φυλακῶν, δὲν θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ περιέλθωσι τὰς φυλακὰς οἱ εἰδότες τὰ περὶ φυλακῶν, ἀλλ’ ἠδύναντο νὰ συνεδρεύσωσι μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, νὰ θέσωσιν ὑπ’ ὄψει των ὅσα εἶναι γεγραμμένα περὶ φυλακῶν, νὰ ἐκλέξωσιν ἓν τῶν συστημάτων ἢ πλείονα, καὶ νὰ ἐφαρμόσωσιν ἕν σύστημα εἰς ὅλας τὰς φυλακὰς, ἢ πλείονα συστήματα εἰς διαφόρους φυλακὰς τοῦ Κράτους. Ἑπομένως ἡ δαπάνη μένει ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, καὶ δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον καὶ λογιστικῶς θέλει δικαιολογηθῆ. Ἀλλ’ αὐτὸ ἀπόκειται εἰς τοὺς καταγινομένους περὶ τὰ λογιστικὰ νὰ κρίνωσιν. Ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι οὐσιαστικῶς ἡ δαπάνη εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, καὶ ὅτι βεβαίως πρὸς ἄλλον σκοπὸν ἐγένετο αὐτὴ ἡ ἀνὰ τὸ Κράτος περιοδεία τῶν δύο ὀργώντων νέων, τοὺς ὁποίους ἐξέλεξεν, ὡς μόνους ἀνθρώπους τῆς ἐμπιστοσύνης του, ὁ κ. Ὑπουργός· ἐὰν δὲ οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ᾐσθάνθησαν ποτὲ θλῖψιν δι’ ὅσα ὑπὸ Ὑπουργοῦ ἀνεκοινώθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, βεβαίως θὰ αἰσθανθῶσι μείζονα θλῖψιν δι’ ὅσα ἐλέχθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁσάκις λαμβάνῃ τὸν λόγον, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του, ὅτι διαχειρίζεται τὴν μᾶλλον ὑψηλὴν, ἀλλὰ καὶ τὴν μᾶλλον λεπτὴν, ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν, ἐξουσίαν, καὶ νὰ μὴ ἀπογοητεύῃ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ὑπαλλήλους, εἰς τρόπον ὥστε, ἐάν ποτε ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν αὐτῶν, ν’ ἀποφασίσωσι καὶ οὗτοι νὰ ἄρωσι τὴν ἐμπιστοσύνην ἀπ’ αὐτοῦ, ἀφοῦ οὗτος οὐδεμίαν ἔχει πρὸς αὐτοὺς πλέον ἐμπιστοσύνην.
§47Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε παρεξήγησα τὴν πρόθεσιν καὶ τὰ ἐνδόμυχα αἰσθήματα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, ὁσάκις ἐπερωτᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· ἀκριβῶς πάντοτε ἐξετίμησα ταῦτα, καὶ ἔχω ὡρισμένην γνώμην περὶ αὐτοῦ, καὶ βεβαίως αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχει καὶ αὐτὸς περὶ τῆς ἐκτιμήσεως ταύτης. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποβολὴν ἐκθέσεως παρὰ τῶν ἀποσταλέντων πρὸς ἐπίσκεψιν τῶν φυλακῶν καὶ πρὸς βεβαίωσιν εἴτε διαφόρων πληροφοριῶν εἴτε τῆς πραγματικῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν, ἀπροόπτως ἐνεργουμένης τῆς ἐπισκέψεως παρ’ ἀνθρώπων τῆς ἐμπιστοσύνης μου, βεβαίως θέλω ὑποβάλει ταύτην. Μετ’ ὀλίγον δὲ χρόνον ἐλπίζω, ὅτι θέλω ὑποβάλει καὶ φυλλάδιον, περιέχον πληροφορίας περὶ τῶν ἐργασιῶν τῶν γενομένων ὑπὲρ τῶν φυλακῶν καὶ ὑπὲρ τῶν ἀτυχῶν ἀνθρώπων, περὶ ὧν πάντες κηδόμεθα, ὡς καὶ αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς Λεβαδείας. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν ἔχω πρὸς τὰ δικαστικὰ πρόσωπα, ἤλπιζον, ὅτι δὲν ἤθελε μὲ ἀδικήσει τόσον ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτής. Τὰ πρόσωπα ταῦτα μετεχειρίσθην πάντοτε μετ’ ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ δὲν ἐπεθύμουν οὔτε ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιπροσθέσω ἐργασίαν εἰς τὰ δικαστικὰ πρόσωπα τοιαύτην, δι’ ἣν ἴσως ταῦτα δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν, ἀφοῦ ἡ κυρία ἐργασία αὐτῶν εἶναι ἐπαρκὴς καὶ ἴσως ὑπερβολική. Μεταχειρίζομαι δὲ τούτους, ὁσάκις παραστῇ ἀνάγκη. Λαμβάνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἀνωνύμους ἐπιστολὰς καὶ ἐνυπογράφους ἀναφορὰς φυλακισμένων, παραπονουμένων διὰ τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν καὶ ἀπειλούντων συγκρούσεις, ἐπικειμένας δραπετεύσεις καὶ ἄλλα. Καὶ δι’ ὅσα μὲν ὑπάρχει ἄμεσος ἀνάγκη, διὰ τηλεγραφικῆς διαταγῆς παραγγέλλονται οἱ ἁρμόδιοι εἰσαγγελεῖς καὶ νομάρχαι καὶ ἐνεργοῦσιν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν, δι’ ὅσα δ’ ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς ἰδίας μου ἀντιλήψεως, ἔδωκα ἐντολὴν πρὸς τὸν Διευθυντὴν τοῦ τμήματος τῶν φυλακῶν, ὅπως ἐξακριβώνῃ ταῦτα. Ἑπομένως οὐδαμῶς ἔλειψεν ἡ ἐμπιστοσύνη μου πρὸς τὰ δικαστικὰ πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα ἔχω πλήρη τοιαύτην, γνωρίζουσι δὲ τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν, ὅτι καὶ πεποίθησιν καὶ ἀγάπην ἔχω πρὸς αὐτά. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου προέβαλε, θέλω σπεύσει νὰ δώσω πληροφορίας· ἀλλ’ ὡς καὶ ἄλλοτε, κατὰ προηγουμένας συζητήσεις, καθ’ ἃς ὡμίλησαν καὶ ὁ κ. ἐκ Κέας Βουλευτὴς καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ἐλέχθη, ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς καὶ ἰατρὸς διαπρεπὴς εἶχεν ὑποδείξει ἐν Κερκύρᾳ ἀκτῖνά τινα τῶν φυλακῶν, ἥτις ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς σανατόριον, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ εἰσαχθῶσιν οἱ ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ σταδίου τῆς φθίσεως εὑρισκόμενοι· τὸ δὲ κλῖμα τῆς Κερκύρας, ὡς γνωρίζετε, εἶναι εὐεργετικὸν διὰ τοὺς ἀσθενοῦντας ἐκ τῆς νόσου ταύτης. Διὰ τοῦτο καταγίνομαι, ὅπως τὸ μεγαλείτερον τμῆμα τῶν πασχόντων ἐκ τῆς νόσου ταύτης, εἰς οὓς δὲν εἶναι πρέπον ἢ δίκαιον νὰ δοθῇ χάρις, μεταφερθῇ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ἐν εἴδει σανατορίου προσεχῶς λειτουργῆσον. Ἀλλ’ ἐπίσης ἐλήφθη μέριμνα, ὅπως καὶ εἰς ἄλλο μέρος, πλησιέστατα τῶν Ἀθηνῶν, ἐξοχικὸν, μεταφερθῶσιν οἱ πάσχοντες, παρεχομένου τοῦ κτήματος δωρεὰν μετὰ οἰκοδομῆς καὶ δασώδους ἐκτάσεως. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἦμαι εἰς θέσιν ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τούτου.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κοκκέβης ἔχει τὸν λόγον.
§49Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Χθὲς, καθ’ ἣν ὥραν ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν ὁ κύριος Γεράκης πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τοῦ δημολογιστοῦ τῆς Νομαρχίας Τριφυλίας, δὲν ἤμην ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἵνα δώσω τὰς δεούσας πρὸς αὐτὸν πληροφορίας. Ἠπόρησα, μαθὼν, ὅτι ὁ κ. Γεράκης, ὅστις εἶναι εἷς τῶν καλλιτέρων δικηγόρων τῆς Κεφαλληνίας καὶ ἔχει ἀντίληψιν μεγίστην καὶ ἱκανότητα οὐ τὴν τυχοῦσαν, ἐπηρώτησε τὸν κ. Ὑπουργὸν, μεμφόμενος τὴν ἐνέργειαν ἰδίως τοῦ κ. νομάρχου Τριφυλίας, ὅτι διώρισε δημολογιστὴν Τριφυλίας τὸν κύριον Πάτερην, ὅστις δῆθεν, ταμίας ὢν Μεγαλοπόλεως, κατέλιπεν ἔλλειμμα ἐκ τῆς διαχειρίσεώς του 5,500 δραχμῶν. Ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Γεράκης, ζωηρὰν ἔχων τὴν ἀντίληψιν καὶ δικηγόρος ἀντιλαμβανόμενος ἀμέσως πάσης παρουσιαζομένης ὑποθέσεως, ἔπραξε τὸ ἄτοπον νὰ κάμῃ τοιαύτην ἐπερώτησιν. Ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τότε ἦτο ὁ κ. Σιμόπουλος, ἀπὸ τὸν κ. Σιμόπουλον δὲ δὲν ἤθελε διαφύγει ἡ διαχείρισις τοῦ ὑπολόγου ὑπαλλήλου, ἂν ἀπεδεικνύετο ἐλλειμματίας, καὶ ἤθελε προκαλέσει τὴν ποινικὴν καταδίωξίν του. Ἀφοῦ δὲ δὲν ὑπῆρχεν ἀπόφασις δικαστικὴ οὔτε βούλευμα, ἀφοῦ, λέγω, δικαστικῶς δὲν ἦτο ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἦτο ἐλλειμματίας ὁ τότε ταμίας Μεγαλοπόλεως καὶ δὲν κατεδιώχθη ποινικῶς, ὁ νομάρχης πολὺ δικαίως εὗρεν αὐτὸν ἔχοντα τὰ προσόντα, ὅπως τὸν διορίσῃ, καὶ τὸν διώρισε δημολογιστήν, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει λόγον νὰ ἐπιπλήξῃ τὸν κ. νομάρχην διὰ τὸν διορισμὸν τοῦτον. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Γεράκην, ἵνα μὴ γίνηται μακροτέρα συζήτησις, νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἐπερώτησίν του, διότι μόνος ὁ Πάπας θεωρεῖται ἀλάθητος, ὁ δὲ κ. Γεράκης περιέπεσεν εἰς λάθος, διότι παρεκλήθη παρ’ ἄλλων νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐπερώτησιν. Ἔχω πεποίθησιν εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. Γεράκη, ὅτι θ’ ἀνακαλέσῃ, διότι ἄνευ θετικῶν πληροφοριῶν προέβη εἰς τὴν ἄτοπον ταύτην ἐπερώτησιν. Διότι πρὸ ταύτης πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ καταφύγῃ εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον καὶ ἐρωτήσῃ αὐτὸν, διατὶ ἀπέλυσε τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον. Καὶ ἐπειδὴ δὲν κατέφυγεν εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν πληροφορήσω ἐγὼ περὶ τούτου. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἦτο Ὑπουργὸς κοινοβουλευτικός, γνωρίζομεν δὲ, ὅτι οἱ κοινοβουλευτικοὶ Ὑπουργοὶ ὑπόκεινται εἰς ἀπαιτήσεις τῶν φίλων των. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐξοικονομηθῇ μία θέσις ταμίου, καὶ κατάλληλος ἐθεωρήθη ἡ θέσις τοῦ ταμίου Μεγαλοπόλεως, ὅστις δὲν ἐπροστατεύετο, διότι ἦτο φίλος μου καὶ διότι δὲν ἤμην Βουλευτὴς, ἤ, καὶ ἂν ἤμην Βουλευτὴς, δὲν θὰ ἤμην φίλος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ ταμίας οὗτος ἤθελε παυθῆ. Διὰ τὸν ταμίαν τοῦτον ἐζητήθη ἡ συνδρομὴ τοῦ συναδέλφου μου κ. Δ. Ἀναστασοπούλου, πρὸς ὃν προὐτάθη νὰ γείνῃ φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα διατηρηθῇ ὁ ταμίας. Διὰ τίνα δὲ λόγον ἐπαύθη; Διότι, μὴ θέλων νὰ παύσῃ ἡ λειτουργία τῆς διοικήσεως τοῦ δήμου Λυκοσούρας τῆς Μεγαλοπόλεως, δὲν ἐκράτησε τὴν εἰσφορὰν τοῦ δήμου ὁλόκληρον, διότι ὁ δῆμος δὲν εἶχε τὰ μέσα νὰ συντηρηθῇ. Τοῦτο ἐθεωρήθη νόμιμος λόγος, ὅπως προβῇ εἰς τὴν παῦσίν του ὁ κ. Ὑπουργός· ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ τοποθετήσῃ ἐκεῖ φίλον του. Ἐσυκοφαντήθη ἐν τῇ Βουλῇ ἄνθρωπος ἐντίμως ὑπηρετῶν τὴν πατρίδα ἐπὶ εἰκοσαετίαν καὶ συνταξιοῦχος, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἐπερώτησίν του ὁ κ. συνάδελφος, διότι δὲν πρέπει οὕτω νὰ συκοφαντῶμεν ἐντίμους ὑπαλλήλους. Ἤθελον μάλιστα παρακαλέσει καὶ τὸν κύριον Πονηρόπουλον ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἐπερώτησιν, ἣν ἔκαμε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διά τινα δήμαρχον, διότι κατετέθησαν ἔγγραφα, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι νομάρχης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ὁ κ. Δάσιος, ὅστις δὲν ἦτο μὲν τυχαῖος νομάρχης καὶ διέπρεπε διὰ τὰς ἀπείρους γνώσεις του, ἀλλὰ δὲν εἶχε πνεῦμα διοικητικόν. Δι’ ἕκαστον δὲ κλάδον πρέπει νὰ ἔχῃ τις ἰδιοφυΐαν· δὲν δύναταί τις νὰ ἦναι καλὸς διοικητικὸς ὑπάλληλος ἢ διδάσκαλος, ἂν δὲν ἔχῃ πρὸς τοῦτο ἰδιοφυΐαν. Ἔντιμος ἄνθρωπος καὶ ἱκανὸς, ἐνέκρινε τὰς πράξεις τοῦ εἰρημένου δημάρχου μετὰ δημοπρασίαν· ἐν τούτοις ὁ συνάδελφός μου κ. Πονηρόπουλος ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν....
§50ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἀπεστάλησαν τὰ ἔγγραφα, ἅτινα αὔριον θὰ ἀποδώσω· σᾶς εἰδοποιῶ ὅμως, ὅτι θὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτῶν, διότι ὁ νῦν κ. νομάρχης Τριφυλίας ἀπέφυγε νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὸ ζήτημα. Ὥστε σπεύδετε.
§51Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὁ κύριος Γεράκης καὶ ὑμεῖς εἶσθε νέοι, ἐνῷ ἡμεῖς εἴμεθα γέροντες, εἶσθε δὲ προσέτι καὶ ἄγαμοι, ὥστε νὰ θέλητε τὴν διάδοσιν τοῦ ὀνόματός σας, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τοιούτους λόγους (ἱλαρότης). Δὲν ἦτο λοιπὸν αὐτὸ τὸ πρόσωπον ὁ νῦν νομάρχης, ὁ χορηγήσας τὰς ἐγκρίσεις αὐτὰς εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχήν· τὸ πρόσωπον ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου, ἦτο ἄλλος νομάρχης· ἦτο φίλος αὐτοῦ μάλιστα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ κ. Πονηρόπουλος, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσῃ. Προκειμένου, Κύριοι, περὶ τοῦ ζητήματος τῶν φυλακῶν, τί νομίζετε ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ;—διότι κατὰ τὰ 25 ἔτη, καθ’ ἃ ἐκλέγομαι Βουλευτής, χιλιάκις ἤκουσα ἐνταῦθα τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν.— Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει σύστημα φυλακῶν, τί ἠθέλετε ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἀνακόψῃ τὴν λογοκοπίαν, ἡ ὁποία καθ’ ἑκάστην γίνεται ἐνταῦθα; νὰ εἴπῃ, ὅτι μὲ τοιαύτας ἐπερωτήσεις καὶ συζητήσεις δὲν εἶναι Βουλὴ πλέον αὐτή, δὲν ἔχει πλέον κανένα προορισμόν! Ναί, Κύριοι, πρέπει πολὺ νὰ προσέξωμεν εἰς αὐτό, διότι καταρρίπτομεν τὴν ἀξίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐγὼ εἶμαι γέρων, καὶ διήνυσα πλέον τὸ στάδιόν μου, τὰ λέγω ὅμως πρὸς σᾶς τοὺς νέους, διὰ νὰ τὰ σκεφθῆτε πολύ, καὶ ἂν θέλητε, ἀκούσατέ τα. Λοιπὸν ἐπερίμενα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔλαβεν αὐτὸ τὸ μέτρον· ἔχει τόσας χιλιάδας δραχμὰς ἀπὸ τὸ κληροδότημα τοῦ Συγγροῦ, καὶ δύναται νὰ κάμῃ φυλακὰς καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐγκρίνει τὸ μέτρον, τότε νὰ παραιτηθῇ. Οὕτω πολιτεύονται αἱ Κυβερνήσεις καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ τὰ Κράτη, ἅτινα θέλουν νὰ εὐδοκιμήσουν, καὶ ὄχι νὰ ἐπιτρέπουν εἰς τὸν καθένα νὰ ἔρχηται ἐδῶ νὰ λογοκοπῇ, διὰ νὰ ἀκούηται τὸ ὄνομά του εἰς τὰ καφενεῖα τῶν ἐπαρχιῶν καὶ νὰ γίνηται λόγος ἐκεῖ: «εἶδες, τί καλὰ ποῦ τὰ λέγει, καὶ τί παλληκάρι εἶναι! εἶδες, πῶς ἐπιτίθεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Ὑπουργῶν!» Πρὸς Θεοῦ! εἶναι ἀντικείμενα αὐτά, μὲ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καταναλίσκωμεν τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς; Προχθές, Κύριοι, διὰ δέκα δραχμὰς ἑνὸς γραμματιστοῦ τῶν Ἀμπελακίων κατηναλώσαμεν δύο ὥρας! Καὶ λυποῦμαι πολὺ διὰ τὸν φίλον μου κ. Πρωθυπουργόν, διότι, κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον, δὲν κόπτει ἀμέσως τὸν βῆχα τῶν διὰ τοιαῦτα μηδαμινὰ πράγματα καταναλισκόντων τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς, λέγων: «ἐγὼ τὸ διέταξα· ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὰ νομοθετικά μας ἔργα!» Οὕτω, Κύριοι, διοικοῦνται τὰ Κράτη καὶ εὐδοκιμοῦσιν. Ἀλλ’ ἵνα μὴ καὶ ἐγὼ ὑποπέσω εἰς αὐτὸ τὸ ἄτοπον, τελειώνω τὸν λόγον, παρακαλῶν τοὺς δύο εἰρημένους συναδέλφους νὰ ἀνακαλέσωσι τὰ ὑπ’ αὐτῶν λεχθέντα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι καμμίαν ἀξίαν καὶ βάσιν.
§52Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πρὸ μικροῦ ἐνόμισα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, διότι οὗτος, παρ’ ἐλπίδα, ἔρχεται νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον χθές.
§53Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Βεβαίως, διότι εἶμαι ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων.
§54Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐνόμιζον λοιπόν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος θὰ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Β. Διάταγμα καὶ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας δικαιολογεῖται ἡ παῦσις τοῦ νῦν δημολογιστοῦ Διονυσίου Πάτερη ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ ταμίου Μεγαλοπόλεως, καὶ ὅτι πρὸς τούτοις θὰ κατέθετε τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τῆς ὁποίας ἐδημοσιεύθησαν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ τῶν ὁποίων κατελογίσθη ὁ τότε ταμίας Μεγαλοπόλεως Διονύσιος Πάτερης διὰ ποσὸν 5,500 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἐφρόντισε νὰ περισυλλέξῃ τοιαύτας πληροφορίας, ἀλλ’ ἀπησχολήθη κατὰ τὸ ἀπόγευμα τῆς σήμερον νὰ λάβῃ ἄλλας πληροφορίας καὶ φέρῃ αὐτὰς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἰς ἀπάντησιν τῆς χθεσινῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἤτοι κατέγεινε τὸ ἀπόγευμα ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς Βουλῆς νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, ἂν εἶμαι ἔγγαμος ἢ ἄγαμος, ὅτε δὲ ἦλθον ἐνταῦθα, καὶ μὲ ἠρώτησαν μερικοὶ περὶ τούτου, ἐνόμισα, ὅτι κάποια προξενιὰ μοῦ ἑτοιμάζεται (γέλως), δὲν ἐνόμιζον ὅμως, ὅτι τὴν πληροφορίαν ταύτην ἐζήτει ὁ κ. Κοκκέβης, ἵνα κατορθώσῃ νὰ μὲ σαγηνεύσῃ δι’ αὐτῆς, ὅπως ἀνακαλέσω τὴν χθεσινὴν ἐπερώτησιν. Νῦν ὅμως δηλῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον—καὶ πιστεύω ὅτι θ’ ἀνακαλέσῃ ὅσα εἶπε—(γέλως)...
§55Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Διόλου.
§56Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. .. δηλῶ, ὅτι προέβην εἰς τὴν χθεσινὴν ἐπερώτησιν, στηριζόμενος ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ Διατάγματος τῆς ἀπολύσεως τοῦ Διονυσίου Πάτερη, καὶ τῆς ἐγκυκλίου, ἥτις, ὡς προεῖπον, ἀναφέρει τὴν ἀπόφασιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τὴν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ Διατάγματος τῆς ἀπολύσεώς του, κατὰ μῆνα Φεβρουάριον τοῦ 1900, ἀγαπητὲ συνάδελφε, ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Μεγαλειότατε! Ἡ ἐνεργηθεῖσα ἐπιθεώρησις τοῦ ταμείου Μεγαλοπόλεως ἀπεκάλυψεν, ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ διωρισμένος ταμίας Διονύσιος Πάτερης ἠνείχετο χρηματικὰ ἐλλείμματα τῆς διαχειρίσεως τῶν παρ’ αὐτῷ εἰσπρακτόρων, καὶ ὅτι ἀπέδιδεν εἰς τοὺς δήμους τῆς δικαιοδοσίας τοῦ ταμείου του τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ὑπ’ αὐτῶν εἰσπραττομένων δημοτικῶν φόρων, παραλείπων, ἐναντίον τοῦ καθήκοντός του, τὸν συμψηφισμὸν τούτων εἰς τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλόμενα ὑπ’ ἐκείνων χρέη ἐξ εἰσφορᾶς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ ἐξ ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐπειδὴ τοιαῦται παραβάσεις καθήκοντος, διενεργούμεναι παρὰ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν διαρκῆ μέριμναν τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐμπεπιστευμένων αὐτοῖς δημοσίων ἐσόδων, πρέπει νὰ τιμωρῶνται παραδειγματικῶς, προτείνω τὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπόλυσιν τοῦ εἰρημένου ταμίου. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Α. Σιμόπουλος.» Λυποῦμαι πολύ, ὅτι ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν ἔχω καὶ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου.
§57Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Τίνα σχέσιν ἔχουν αὐτὰ μὲ τὸν διορισμόν του ὡς δημολογιστοῦ;
§58Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζετε καὶ ζητεῖτε πληροφορίας παρ’ ἐμοῦ. Ὁ δημολογιστὴς εἶναι ἐκεῖνος ἀκριβῶς, ὁ ὁποῖος ἐξελέγχει τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ ἀπολογισμοὺς τῶν δήμων. Ὅταν λοιπὸν διορίζωνται δημολογισταὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι κατεχράσθησαν...
§59Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἦτο κατάχρησις ἡ πρᾶξις τοῦ Πάτερη.
§60Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κατάχρησις εἶναι, διότι κακῶς διεχειρίσθη τὸ δημόσιον χρῆμα... Ὅταν, λέγω, τοιοῦτοι ὑπάλληλοι διορίζωνται δημολογισταί, τί περιμένομεν παρ’ αὐτῶν; πολὺ δὲ μᾶλλον, διότι διωρίσθη δημολογιστὴς εἰς τὴν Νομαρχίαν Τριφυλίας ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου ὁ ἀδελφὸς εἶναι δήμαρχος δήμου πρώτης τάξεως, ὑπαγομένου εἰς τὴν Νομαρχίαν ταύτην, καὶ ὁ δημολογιστὴς αὐτὸς θὰ ἐξελέγχῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ ἀπολογισμοὺς τοῦ ἀδελφοῦ του!
§61Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Εἶναι ἐντιμότατος.
§62Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἂν ἦναι ἐντιμότατος, δὲν ἔχω νὰ ἀντιλέξω. Ἀλλ’ ἔχω τὸν καθρέπτην τῶν ἀποφάσεων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει, ἂν πράγματι εἶναι ἔντιμος ἢ ὄχι. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος θὰ ἦναι σύμφωνος, ὅτι οἱ τοιοῦτοι ὑπάλληλοι δὲν πρέπει ν’ ἀναλαμβάνουν τοιούτου εἴδους ὑπηρεσίαν, διότι ἀλλοίμονον εἰς τὸ Κράτος, ἂν ἐξακολουθήσωμεν νὰ διορίζωμεν τοιούτους ὑπαλλήλους!
§63Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§64Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον ὑποβάλει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν περὶ τῶν ἀμπελοφυλάκων τοῦ Νεοχωρίου τῶν Τρικκάλων, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν ἀμέσως, δι’ ὃ καὶ τὸν εὐχαριστῶ. Τὸ Νεοχώριον εἶναι κτῆμα ἀνῆκον εἰς τὸν κύριον Δεληγεώργην, ἔχει δὲ ἀμπελῶνας, ἐξ ὧν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς λαμβάνει μόνον δύο δραχμὰς κατὰ στρέμμα. Τὰς ἀμπέλους διευθύνουσιν οἱ κολλῆγαι, ἐπὶ τούτων δὲ οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ὁ κ. Δεληγεώργης, ὡς τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἄλλων χωρίων· ὁ ἐπιστάτης τοῦ κυρίου Δεληγεώργη—καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης διατελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ—δι’ ἀναφορᾶς του ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν νομάρχην νὰ διορίσῃ ἀμπελοφύλακας, ἐνῷ οἱ χωρικοί, κατὰ τὰ ἐπικρατοῦντα ἔθιμα, αὐτοὶ διορίζουσι τοὺς ἀμπελοφύλακας, διότι οἱ ἰδιοκτῆται οὐδὲν πρὸς τοῦτο ἔχουν συμφέρον. Οἱ χωρικοὶ λοιπὸν συνελθόντες ἐξέλεξαν τοὺς ἀμπελοφύλακας, οὓς ὁ νομάρχης διώρισεν. Ὁ ἐπιστάτης τοῦ κ. Δεληγεώργη ἐζήτησε νὰ διορίσῃ καὶ αὐτὸς ἀμπελοφύλακας, καὶ ὁ λόγος εἶναι πάντοτε κομματικός, καὶ διότι ὑπάρχουσιν ἰδιοκτῆται, τῶν ὁποίων συμφέρον εἶναι νὰ καταστραφῶσιν ἄμπελοι, ἐξ ὧν ἐλάχιστα ἀπολαμβάνουσιν. Ὁ κ. νομάρχης ἠρώτησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τί νὰ πράξῃ· ὁ δὲ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἀγνοῶν τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ νομίζων ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται δικαιοῦνται νὰ διορίζωσιν ἀμπελοφύλακας, διέταξε τὸν νομάρχην νὰ διορίσῃ τοὺς δύο προταθέντας. Τοῦτο εἶναι παράνομον, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου βεβαιώσῃ, ὅτι ὅσα εἶπον εἶναι ἀληθῆ, θὰ διατάξῃ τὸν νομάρχην νὰ ἀπολύσῃ τῆς ὑπηρεσίας τοὺς δύο ἀμπελοφύλακας.
§65Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ζήτημα δὲν ἔχει ἢ νομικὴν σημασίαν. Διότι οὐδὲν κέρδος πρόκειται ν’ ἀποκομίσωσιν οἱ χωρικοί. Ὅ,τι ἐγένετο, ἐγένετο συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ὅστις λέγει, ὅτι οἱ φύλακες τῶν ἀμπέλων διορίζονται παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν· οὐδεμίαν ἄλλην διάκρισιν φέρει· μόνον δ’ ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν κτημάτων ἐπιτρέπει νὰ ἐκλέγωνται οἱ ἀγροφύλακες παρὰ τῶν κατόχων. Οὐδεὶς λοιπὸν λόγος ὑπάρχει, ὅπως μὴ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἤδη ὁ νόμος. Τὸ ἔθιμον, ὅπερ ὁ κ. συνάδελφος ἀνέφερε, δὲν εἶναι βέβαιον, διότι ἐν Νεοχωρίῳ ὑπάρχουσι παραδείγματα, ὡς σήμερον, καθ’ ἃ τὰ ⅔ τῶν κατοίκων εἶναι ὑπὲρ τοῦ διορισμοῦ ἀμπελοφυλάκων ὑπὸ τοῦ ἐπιστάτου. Ἴσως τὸ ⅓ νὰ συμμερίζηται τὴν ἐναντίαν γνώμην. Ἔθιμον δὲν ὑπάρχει. Ἑπομένως θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ὅστις, ὡς νόμος νεώτερος καὶ διοικητικός, δὲν καταργεῖται δι’ ἐθίμου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης λαμβάνει ἀπὸ τοὺς κολλήγας δύο δραχμὰς κατὰ στρέμμα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸν ἀποστερεῖ τοῦ δικαιώματος νὰ διορίζῃ τοὺς ἀμπελοφύλακας. Ὁ τελευταῖος μάλιστα νόμος, ὅστις ἐψηφίσθη, περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, ὑποχρεοῖ τὸν ἰδιοκτήτην νὰ καταβάλλῃ πρὸς τὸ Δημόσιον τὸν φόρον, οὐχὶ τὸν καλλιεργητὴν, ὁσάκις δ’ ἐνίοτε προσφεύγωσιν οἱ ἐπιστάται εἰς τοὺς ταμίας, ζητοῦντες ὅπως τοὺς ἀπαλλάξωσι τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, οἱ ταμίαι ἀπαντῶσιν, ὅτι αὐτοὶ δὲν γνωρίζουν ἄλλους ἢ τοὺς ἰδιοκτήτας. Οὐδεμίαν σημασίαν ἀποδίδω εἰς τὸ ζήτημα. Ἀφοῦ κατὰ νόμον ὁ ἰδιοκτήτης, ἂν θέλῃ, δύναται νὰ ἀποβάλῃ τοὺς χωρικούς, καὶ αὐτοὺς τοὺς ἔχοντας ἀμπέλους, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ κτήματος, ἀπορίας ἄξιον εἶναι νὰ μὴ τῷ ἀναγνωρίζηται τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν τοὺς ἀγροφύλακας. Ἀληθῶς οἱ ἰδιοκτῆται λαμβάνουσι δύο δραχμάς, ἀλλ’ οὐχὶ ὅπως ἀποστερηθῶσιν, ἀλλ’ ἵνα ἔτι μᾶλλον βεβαιώσωσι τὰ δικαιώματά των ἰδιοκτησίας. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος μομφῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἐνήργησε συμφώνως πρὸς τὸν νόμον.
§66ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου δὲν ἔχω νὰ προσθέσω πολλά. Ὄντως ὁ νομάρχης ἐζήτησε τὴν γνώμην μου, καὶ δὲν ἐδίστασα νὰ τῷ παραγγείλω νὰ διορίσῃ τοὺς ἀμπελοφύλακας, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ στηριχθῶ ἐπὶ τοῦ ἐθίμου, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ στηριχθῶ ἐπὶ τοῦ νόμου, ὅστις μοὶ ἐπέτρεπε τὸν διορισμὸν τῶν ἀμπελοφυλάκων.
§67Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, κύριε Ὑπουργὲ, ἂν ἐζητεῖτε νὰ προταχθῇ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ὑπεβάλετε, διότι ὁ ὑπάρχων νόμος εἶναι ἀτελὴς, καὶ οὕτω θὰ λείψουν ὅλα τὰ παράπονα.
§68Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου εἶπεν, ὅτι τὰ ⅔ τοῦ χωρίου θέλουν τοὺς κατὰ πρότασιν τοῦ ἐπιστάτου τοῦ κ. Δεληγεώργη διορισθέντας ἀμπελοφύλακας. Ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, οἱ χωρικοὶ θὰ ἐπροτίμων τοὺς ὑπὸ τοῦ ἐπιστάτου προταθέντας καὶ ὄχι τοὺς ὑπ’ αὐτῶν διορισθέντας. Εἶπεν ἔτι, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ρητός. Δὲν εἶναι ρητὸς, οὔτε δύναται νὰ κατισχύσῃ τοῦ ὑπάρχοντος ἐθίμου, διότι ὁ νόμος ἀναφέρει περὶ διορισμοῦ ἀμπελοφυλάκων μόνον ὅπου ἔχουσιν οἱ ἰδιοκτῆται νὰ προστατεύσωσιν ἴδια αὐτῶν κτήματα, ὅπου ὅμως δὲν ἔχουσι κανὲν συμφέρον, παρὰ μόνον τὰς δύο δραχμὰς κατὰ στρέμμα, δὲν ἀσχολοῦνται περὶ τῶν ἀμπελοφυλάκων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ἀμπελοφυλάκων, τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλῶ νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσιν τῶν τῇ προτάσει τοῦ ἐπιστάτου διορισθέντων.
§69Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μεταβάλω γνώμην, ἀφοῦ ὑπάρχει ὁ νόμος. Δὲν δίδω σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἀφοῦ ἠσκήθη τὸ δικαίωμα παρὰ τοῦ ἐπιστάτου, καὶ τὰ ⅔ τῶν χωρικῶν εἶναι σύμφωνα πρὸς αὐτὸν, νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα καλῶς ἐγένετο.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κωνσταντῖνος Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§71Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης θὰ κάμω μίαν παράκλησιν ἐκ μέρους τῶν καταδίκων τῶν φυλακῶν Κορίνθου, ὅπως ἐπεμβῇ καὶ κατορθώσῃ νὰ μὴ καθυστερῶνται τὰ 10 λεπτὰ, τὰ διδόμενα εἰς αὐτοὺς καθ’ ἑκάστην. Τὴν ἀναφορὰν τῶν καταδίκων τούτων παραδίδω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν ἀποστείλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ βούλευμα κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Καστορίου τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος Ν. Ἀγαλλοπούλου, τὸν παρακαλῶ δὲ νὰ τὸ ὑποβάλῃ ταχέως, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεριμνήσῃ περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν Ῥίου, διότι ἔχω ἐπιστολὰς πολλῶν καταδίκων, ἐκτραγῳδούντων τὴν ἐκεῖ κατάστασιν. Εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ὑποβάλω παράπονον κατὰ τοῦ ταχυδρομικοῦ ἐπιστάτου Λεύκτρου, διότι ἀπέστειλα ἐπιστολὰς εἰς τὰς φυλακὰς, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἀπεσφράγισεν, ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀσφάλεια καὶ ἐμπιστοσύνη.
§72Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τῆς πρωΐας ἐδόθη εἰς πολλοὺς τῶν κυρίων Βουλευτῶν αἴτησις, ἐν εἴδει ἀναφορᾶς, πολλῶν οἰνοπνευματοποιῶν ἐκ διαφόρων κέντρων βιομηχανικῶν τῆς Ἑλλάδος, οἷον Πειραιῶς, Πατρῶν, Χαλκίδος, Καλαμῶν, Πύργου καὶ ἄλλων μερῶν, ἐν ᾗ οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ τῶν διαφόρων τούτων πόλεων παραπονοῦνται κατὰ διατάξεών τινων τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, καὶ προτείνουσι μέτρα, ἅτινα θέλουσι προλάβει τὴν καταστροφὴν ὅλων αὐτῶν τῶν βιομηχανικῶν κέντρων, ἡ ὁποία θέλει ἐπέλθει, ἂν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, ὡς ἔχει. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη μετ’ ἀπορίας δὲν ἤκουσα ν’ ἀναγνωσθῇ ὑπὸ τοῦ Προεδρείου. Παρακαλῶ, δὲν περιῆλθεν εἰς τὸ Προεδρεῖον; Ἐὰν περιῆλθε, παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ, διότι οἱ λόγοι, οὓς οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ ἀναφέρουσιν, εἰσὶν οὐσιωδέστατοι.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν περιῆλθεν εἰς τὸ Προεδρεῖον τοιαύτη ἀναφορά.
§74Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω ἐγὼ ταύτην ἐξ ὀνόματος τῶν ἐν Πειραιεῖ συμπολιτῶν μου, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γραμματεὺς παρακαλεῖται νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἀναφοράν.
§76ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
«ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΤΩΝ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΟΠΟΙΩΝ
Πρὸς τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Κύριε Πρόεδρε. Παραγωγὴ καὶ βιομηχανία εἶναι τὸ μέτρον τῆς ζωτικότητος καὶ τῆς προόδου τῶν νεωτέρων κοινωνιῶν. Ἀμφότεροι δὲ οἱ μεγάλοι οὗτοι κλάδοι τῆς κοινωνικῆς ἐργασίας ἀξιοῦνται τῆς μερίμνης καὶ προστασίας τῆς Πολιτείας, διότι ἀποτελοῦσι τὰς πηγὰς τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ κοινωνικοῦ πλούτου. Ὅσον δὲ αὗται εἶναι ἀφθονώτεραι, τόσον ἀφθονώτερα εἶναι ἔνθεν μὲν τὰ δημόσια ἔσοδα, ἔνθεν δὲ τὰ κοινωνικὰ κέρδη. Εἰ καὶ μεταξὺ ἀμφοτέρων τῶν μεγάλων τούτων οἰκονομικῶν κλάδων ἡ βιομηχανία ἠδύνατο νὰ ἀξιώσῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν προτίμησιν, διότι καὶ μείζονος ἀναπτύξεως ἢ ἡ παραγωγὴ φυσικῶν προϊόντων εἶναι ἐπιδεκτικὴ καὶ μᾶλλον ἢ ἐκείνη εἶναι παραγωγὸς πλούτου, ἀφοῦ τὰ οἰκονομικῶς εὐρωστότερα ἔθνη εἶναι συγχρόνως καὶ τὰ βιομηχανικώτερα, ἐν τούτοις οἱ ὑποφαινόμενοι, μετερχόμενοι μίαν τῶν σημαντικωτάτων, ἂν μὴ καὶ τὴν σημαντικωτάτην τῶν ἐγχωρίων βιομηχανιῶν, δὲν ἀξιοῦμεν τοιαύτην προτίμησιν, ἀλλὰ φρονοῦμεν, ὅτι δικαιούμεθα νὰ ἀξιώσωμεν ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας μας ἴσην στοργὴν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας καὶ ἴσην μέριμναν ὑπὲρ αὐτῆς πρὸς τὴν ἐνδεικνυομένην ὑπὲρ τῆς σπουδαιοτέρας ἐγχωρίου παραγωγῆς. Οὐδένα τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. Βουλευτῶν καὶ τῶν ἐνδιαφερομένων ὑπὲρ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, λανθάνει, ὅτι ἀπό τινων ἐτῶν, ἰδίᾳ δὲ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως, αἱ ἐγχώριοι βιομηχανίαι τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, οἰνοποιΐας, κονιακοποιΐας καὶ ποτοποιΐας ἀνεπτύχθησαν καὶ ἐτελειοποιήθησαν οὕτως, ὥστε νὰ καταστῶσιν εἰς τῶν σπουδαιοτάτων πλουτολογικῶν παραγόντων τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἡ καταπληκτικὴ αὕτη ἀνάπτυξις δὲν ἐπῆλθεν ἐκ τύχης, οὐδ’ ἄνευ κόπων πολλῶν καὶ θυσιῶν μεγάλων ἐπετεύχθη. Ἀγῶνες πολυχρόνιοι, ἐμπειρία διὰ πολλῶν θυσιῶν ἀποκτηθεῖσα, καὶ κεφάλαια κολοσσιαῖα κατεβλήθησαν, ἵνα ἡ βιομηχανία μας, διὰ γιγαντιαίων ἁλμάτων προοδεύουσα, φθάσῃ εἰς τὸ εὐχάριστον σημεῖον, ὥστε οὐ μόνον ὡς ἀμυντικὴ βιομηχανία νὰ κυριαρχήσῃ ἀποκλειστικῶς τῆς ἐσωτερικῆς ἀγορᾶς, ἀλλὰ καὶ ἐπιθετικὴ καταστᾶσα νὰ ὑποκαταστήσῃ ἁπανταχοῦ σχεδὸν τῆς Ἀνατολῆς τὰ προϊόντα τῆς εὐρωπαϊκῆς οἰνοπνευματοποιΐας καὶ ποτοποιΐας, εἰσάγουσα εἰς τὸν τόπον πλέον τῶν 10 ἑκατομμυρίων φράγκων ἐτησίως. Μεταξὺ τῶν ὀλίγων ἐξαγωγικῶν βιομηχανιῶν μας ἡ οἰνοπνευματοποιΐα καὶ οἱ συναφεῖς αὐτῇ κλάδοι τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας κατέχει τὴν πρώτην καὶ ἐπιφανεστάτην θέσιν, ἐπ’ αὐτῇ δὲ δύναται νὰ καυχᾶται τὸ ἔθνος, διότι δι’ αὐτῆς διαγωνίζεται ἐν ταῖς ἐξωτερικαῖς ἀγοραῖς νικηφόρως πρὸς κραταιὰς καὶ πεφημισμένας βιομηχανίας τῆς Εὐρώπης. Τὴν σημαντικότητα τῶν βιομηχανικῶν κλάδων, οὓς ἀντιπροσωπεύομεν οἱ εὐπειθῶς ἀναφερόμενοι, μαρτυροῦσιν οἱ ἑπόμενοι ἀριθμοί. Τὰ ἐν Ἑλλάδι λειτουργοῦντα μεγάλα οἰνοπνευματοποιεῖα, οἰνοποιεῖα καὶ κονιακοποιεῖα εἶναι ὑπὲρ τὰ ἑξήκοντα, ἐξ ὧν 15 μὲν λειτουργοῦσιν ἐν Πειραιεῖ, 6 ἐν Ἀθήναις, 10 ἐν Πάτραις, 5 ἐν Κεφαλληνίᾳ, 3 ἐν Χαλκίδι, 3 ἐν Καλάμαις, 3 ἐν Τριπόλει, 2 ἐν Κερκύρᾳ, 2 ἐν Ζακύνθῳ, 2 ἐν Πύργῳ, 2 ἐν Ναυπλίῳ, 2 ἐν Σύρῳ, 2 ἐν Κύμῃ, καὶ ἀνὰ 1 ἐν Μεσολογγίῳ, ἐν Τήνῳ, ἐν Θήρᾳ, ἐν Ἰτέᾳ, ἐν Γυθείῳ καὶ ἐν Βόλῳ. Τὰ κεφάλαια τῶν ἐγκαταστάσεων καὶ τῆς κινήσεως τῶν ἐργοστασίων τούτων, ὧν τοὐλάχιστον τὰ 20 λειτουργοῦσιν ἕκαστον μὲ κεφάλαιον πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου, ὑπερβαίνουσι τὰ 40,000,000 δραχμῶν. Ἡ ἀξία τῶν προϊόντων αὐτῶν ὑπολογίζεται ἀνωτέρα τῶν 35 ἑκατομμυρίων, ὧν πλέον ἢ τὸ ⅓ ἀντιπροσωπεύει τὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κατανάλωσιν. Καὶ ἐν τούτοις ἡ πλήρης ἀκμῆς καὶ τόσον πλουτοπαραγωγὸς αὕτη βιομηχανία, ἥτις, ἂν προστεθῶσι καὶ τὰ ὑπερδιακόσια ἐν Ἑλλάδι ποτοποιεῖα, ἀποτελεῖ κολοσσιαίαν ἐθνικὴν ἐργασίαν, ἐπαπειλεῖται ὑπὸ κινδύνου ἐντελοῦς καταστροφῆς, ἂν μὴ διευκρινηθῇ ἡ περὶ βιομηχανικῆς κατεργασίας τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφίδος διάταξις ἐν τῷ ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς νομοσχεδίῳ περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ἡ σταφιδοπαραγωγὴ πάσχει· πρέπει νὰ προστατευθῇ. Ἂν ἡ σωτηρία τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, ἂς ψηφισθῇ. Ἀλλὰ φρονοῦμεν, ὅτι ἤθελεν εἶναι ἄδικον καὶ ἀδικαιολόγητον νὰ παραχωρηθῶσιν ἀντὶ ἑνὸς δύο μονοπώλια, ἓν μονοπώλιον τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος, καὶ δεύτερον μονοπώλιον τὸ τῆς βιομηχανικῆς κατεργασίας τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφίδος. Ἄδικον μὲν, διότι καταστρέφονται περιουσίαι διὰ πολλῶν κόπων καὶ πολλῶν βασάνων ἀποκτηθεῖσαι, καὶ ἐκμηδενίζεται βιομηχανία, ἐξ ἧς μεγάλως ὠφελεῖται καὶ τιμᾶται ὁ τόπος, καὶ χιλιάδες οἰκογενειῶν κερδίζουσι τὸν ἄρτον αὐτῶν, ἀδικαιολόγητον δὲ, διότι ἄνευ ἀνάγκης καὶ ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας θὰ παρεχωρεῖτο εἰς ξένην Ἑταιρείαν πλοῦτος κοινωνικὸς, ὃν, φρονοῦμεν, οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς δημιουργήσαντας αὐτὸν ἀντὶ μεγίστων θυσιῶν καὶ κινδύνων, ἵνα τὸν δωρήσῃ κατ’ εὔνοιαν εἰς αὐτήν. Ὅτι δὲ εἶναι πραγματικὸς ὁ κίνδυνος, ὅστις διὰ τῆς συμβάσεως ἐπικρέμαται κατὰ τῆς βιομηχανίας μας, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἑξῆς: Ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου τῆς συμβάσεως καταφαίνεται, ὅτι οὐδὲ κόκκος σταφίδος παραχωρεῖται εἰς τὰς βιομηχανίας μας, οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς ἡ ἀγορὰ τοιαύτης ἐκ μέρους ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἤθελεν ἐπιτραπῆ εἰς ἡμᾶς τοιαύτη ἀγορὰ, οὐδεὶς τῶν σταφιδοπαραγωγῶν θὰ πεισθῇ νὰ πωλήσῃ εἰς ἡμᾶς σταφίδα, διότι θὰ ἔχανε τὸ ἀναλογοῦν ἐκ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν μονοπωλιακὴν ἐπιχείρησιν κέρδος. Μὴ ἔχοντες δὲ σταφίδα, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ κλείσωμεν τὰ ἐργοστάσιά μας, ν’ ἀποσυρθῶμεν σταδίου, ὅπερ δι’ ὑπερόγκων θυσιῶν ἀνεπτύξαμεν, καὶ νὰ πετάξωμεν εἰς τοὺς δρόμους χιλιάδας ἐργατῶν καὶ τεχνιτῶν, ἀποζώντων πλησίον ἡμῶν. Διότι διὰ προγενεστέρων νόμων ἀπαγορεύεται ἡ παραγωγὴ οἰνοπνεύματος ἐξ ἄλλης ὕλης, πλὴν τῆς σταφίδος. Ἐὰν ἡ σταφιδοπαραγωγὴ εἶχε τὸ εὐτύχημα νὰ ἐξηντλεῖτο ὁλόκληρος εἰς τὴν παγκόσμιον ἀγορὰν, τότε, ἂν καὶ πάλιν θὰ κατεστρέφετο ἡ βιομηχανία μας, δὲν θὰ εἴχομεν κανὲν παράπονον, διότι ἡ ἐξάπλωσις τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος εἶναι γενικὸν ἀγαθόν, καὶ πρὸ τοῦ γενικοῦ καλοῦ πρέπει νὰ ὑποχωρῇ τὸ μερικὸν συμφέρον, ὅσον καὶ ἂν ἦναι τοῦτο μέγα καὶ νόμιμον, ὅσον εἶναι τὸ συμφέρον τῆς σημαντικωτέρας βιομηχανίας τῆς χώρας. Δυστυχῶς ὅμως δὲν μᾶς ἀφαιρεῖ τὸ μέσον τῆς κοινωφελοῦς ἐργασίας μας ἡ κατανάλωσις ὁλοκλήρου τῆς ἐτησίας παραγωγῆς τῆς σταφίδος, ἀλλ’ αἱ σκόπιμοι διατάξεις τῆς συμβάσεως, αἱ ὁποῖαι ἐξασφαλίζουν εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἐμμέσως καὶ τὸ μονοπώλιον τῆς βιομηχανικῆς κατεργασίας τοῦ πλεονάσματος τοῦ σταφιδοκάρπου. Διότι ὁ ὅρος ὁ διαλαμβανόμενος ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τῆς συμβάσεως, καθ’ ὃ δικαιοῦται ἡ Ἑταιρεία νὰ ποιήσηται οἱανδήποτε βιομηχανικὴν κατεργασίαν οἱουδήποτε ποσοῦ, εἶναι καθαρὰ ἐκχώρησις πρὸς αὐτὴν καὶ δευτέρου μονοπωλίου, ὅπερ καταστρέφει μὲν κραταιὰν ἐθνικὴν βιομηχανίαν, χαρίζει δὲ εἰς αὐτὴν κατὰ τρόπον παράδοξον κολοσσιαίας ὠφελείας ἐκ τῆς μονοπωλιακῆς βιομηχανικῆς κατεργασίας τῆς σταφίδος. Ἀλλὰ διὰ τοῦ δευτέρου τούτου μονοπωλίου δὲν καταστρέφεται μόνον ἡ μᾶλλον πλουτοπαραγωγὸς βιομηχανία τοῦ τόπου, ἀλλ’ ἐμμέσως ἀναιρεῖται καὶ εἷς τῶν σκοπῶν τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Εἰς τοῦτο δὲ ὀφείλει νὰ προσέξῃ ἰδιαζόντως ἡ Βουλὴ, μάλιστα δὲ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Διότι θὰ ἦναι αἰωνία καταδίκη διὰ πάντας τοὺς ὑπευθύνους, ἂν μὴ προλάβωσι τὸν μέγαν τοῦτον κίνδυνον. Δύο εἶναι οἱ σκοποὶ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Πρῶτον νὰ κανονισθῶσιν εὔλογοι σταθεραὶ τιμαὶ ἀγορᾶς καὶ πωλήσεως τῆς σταφίδος, καὶ δεύτερον νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ βαθμιαία ἐξάπλωσις τῆς ἀναλώσεως τοῦ εὐγενοῦς προϊόντος. Καὶ ὁ μὲν πρῶτος τῶν σκοπῶν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, ἂν βελτιωθῶσι καὶ πρὸ πάντων διευκρινήθωσιν οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν διάκρισιν καὶ τὴν δικαίαν ἐκτίμησιν τῶν ποιοτήτων. Ὁ δεύτερος ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ, ἂν ἀφεθῇ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὸ δικαίωμα τῆς βιομηχανικῆς κατεργασίας τῶν κατωτέρων ποιοτήτων τοῦ σταφιδοκάρπου. Διότι ἡ Ἑταιρεία, κατεργαζομένη τοῦτο βιομηχανικῶς, καὶ ἔχουσα τὸ μονοπώλιον τῆς ἀναλώσεως τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων τῆς σταφίδος, θὰ ἐξασφαλίζῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τοιαῦτα κέρδη, ὥστε οὐδὲν συμφέρον θὰ ἔχῃ νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐξαπλώσεως τῆς ἀναλώσεως τῶν κατωτέρων ποιοτήτων, δηλαδὴ τοῦ ἡμίσεος τῆς ὅλης σταφιδοπαραγωγῆς. Αἱ τιμαὶ τῆς ἀναλώσεως τῶν κατωτέρων ποιοτήτων τῶν 100 καὶ 110 καὶ 115 φράγκων δὲν ἀφίνουσι τόσα κέρδη, ὅσα θὰ ἀσφαλίζῃ ἡ Ἑταιρεία ἐκ τῆς μονοπωλιακῆς κατεργασίας τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφίδος, κατ’ ἀκολουθίαν οὐδὲν συμφέρον θὰ παρακινῇ αὐτὴν νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν ἐξάπλωσιν καὶ διάδοσιν τῆς καταναλώσεως. Τοὐναντίον τὸ συμφέρον αὐτῆς κεῖται εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς ἀναλώσεως μόνον εἰς τὰς ἀνωτέρας ποιότητας. Ὥστε δὲν εἶναι ἀπίθανον μετὰ τὴν λῆξιν τῆς εἰκοσαετίας οὐ μόνον νὰ μὴ ἔχῃ ἐξαπλωθῆ ἡ ἀνάλωσις τῆς σταφίδος, ἀλλὰ καὶ νὰ φανῇ περιορισθεῖσα. Τότε δὲ μόνον θὰ ἔχῃ συμφέρον πραγματικὸν ἡ Ἑταιρεία νὰ ἐπιδιώξῃ δραστηρίως καὶ ἀποτελεσματικῶς τὴν εὐρυτέραν διάδοσιν τῆς σταφίδος, ὅταν δὲν ἔχῃ δικαίωμα νὰ κατεργασθῇ αὐτή, ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, τὸ πλεόνασμα. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος. Ὅταν ἀπαγορευθῇ εἰς αὐτὴν ἡ βιομηχανικὴ κατεργασία τοῦ πλεονάσματος, οὐδὲν θὰ ἔχῃ νὰ ἐλπίζῃ κέρδος ἐκ τοῦ μὴ αὐτουσίως ἀναλισκομένου σταφιδοκάρπου, ἀλλὰ μᾶλλον ζημίαν, διότι θὰ πωλῇ τοῦτο εἰς τὴν βιομηχανίαν κατωτέρω τῆς τιμῆς τῶν 100 φράγκων χρυσῶν. Ὅσον λοιπὸν μικρότερον εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ πλεονάσματος, τόσον ὀλιγώτεραι μὲν θὰ ἦναι αἱ ζημίαι τῆς Ἑταιρείας, τόσον δὲ περισσότερα τὰ κέρδη, ἂν κατορθώσῃ τὴν εὐρυτέραν τῆς σταφίδος διάδοσιν. Ὥστε ὑπάρχει ἐλπὶς περὶ τὰ τέλη τῆς εἰκοσαετίας νὰ κατορθωθῇ ἡ ἀνάλωσις ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς, διότι τὸ συμφέρον τῆς Ἑταιρείας θὰ κεντρίζῃ αὐτὴν διηνεκῶς εἰς ἀποτελεσματικὰς ἐνεργείας πρὸς εὐρυτέραν κατανάλωσιν. Φρονοῦμεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, καὶ ἂν μὴ ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι ἰσχυροὶ λόγοι, ἀποτρέποντες ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως καὶ τοῦ μονοπωλίου τῆς βιομηχανικῆς κατεργασίας τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφίδος εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἤρκει ὁ πραγματικὸς κίνδυνος τῆς στασιμότητος, ἂν μὴ καὶ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῆς ἀναλώσεως τῆς σταφίδος, νὰ καταστήσῃ ἀπαράδεκτον τὴν ἐκχώρησιν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ δικαιώματος τῆς βιομηχανικῆς κατεργασίας τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφίδος. Μετὰ τὰ εἰρημένα φρονοῦμεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Σεβαστὴ Ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, σταθμίζουσα ἔνθεν μὲν τὸ συμφέρον τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, καὶ κατανοοῦσα τὸν κατ’ αὐτῆς ἐπικρεμάμενον κίνδυνον, ἔνθεν δὲ τὸ συμφέρον τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας, ἧς μέγιστος πλουτολογικὸς παράγων ἀπειλεῖται ὑπὸ τελείας καταστροφῆς, θέλει μεριμνήσει διὰ προσηκούσης τροποποιήσεως τῆς συμβάσεως νὰ προστατεύσῃ ἀποτελεσματικῶς ἀμφότερα. Ἐν τούτοις, ὅπως παράσχωμεν ἀφορμὴν μείζονος ἀναπτύξεως καὶ ἀκριβεστέρας ἐρεύνης τοῦ τόσον διαφέροντος, ὅσον καὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος, ὑποβάλλομεν εὐσεβάστως δι’ ὑμῶν τῇ Σεβαστῇ Βουλῇ τὰς ἀκολούθους γνώμας καὶ σκέψεις, ἃς ὑπαγορεύει ἡ μικρὰ ἡμῶν πεῖρα καὶ ἃς πεποίθαμεν ὅτι θὰ εὕρῃ ὀρθὰς ἡ Σεβαστὴ Βουλή. Αʹ) Ἡ Ἑταιρεία τοῦ Μονοπωλίου νὰ ὑποχρεωθῇ, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀνέφικτος ἡ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατανάλωσις ὁλοκλήρου τοῦ παραγομένου σταφιδοκάρπου, ἐπὶ τιμῇ μετρίᾳ καὶ εὐλόγῳ νὰ παραχωρῇ εἰς τὴν βιομηχανίαν μας σταφιδόκαρπον τῆς τελευταίας ποιότητος, τοὐλάχιστον μέχρι ποσοῦ 50 ἑκατομμυρίων λιτρῶν, ἂν ὄχι καὶ πλέον, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἐκ τοῦ καθαρισμοῦ τῆς σταφίδος ἐν τοῖς ἐργοστασίοις τῆς Ἑταιρείας ἀπομένοντος ποσοῦ, ὅπερ κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς εἰδικῶν δύναται νὰ συμποσωθῇ εἰς 15–20 ἑκατομμύρια ἑνετικῶν λιτρῶν. Βʹ) Ἡ πώλησις τοῦ οὕτω παραχωρηθησομένου ποσοῦ, ἢ καὶ ἀνωτέρου, κατὰ βούλησιν τῆς Ἑταιρείας, νὰ γίνηται διὰ πλειοδοτικῆς δημοπρασίας τμηματικῶς κατ’ ἀποθήκας, ἵνα οὕτω δύνωνται νὰ προμηθεύωνται τὴν πρώτην ὕλην πάντες οἱ δυνάμενοι καὶ βουλόμενοι νὰ κατεργάζωνται σταφιδόκαρπον. Γʹ) Ὁ ὁρισμὸς τῆς πρώτης προσφορᾶς νὰ τίθηται ἑκάστοτε ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει δειγματοληψίας ἐκ πασῶν τῶν ἀποθηκῶν, ὧν τὸ ἀπόθεμα πρόκειται νὰ ἐκποιηθῇ. Δʹ) Ν’ ἀπαγορευθῇ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Μονοπωλίου ἡ ἵδρυσις ἐργοστασίων πρὸς κατεργασίαν σταφίδος καὶ πρὸς παραγωγὴν ἐκ ταύτης οἱουδήποτε προϊόντος, ὡς ἐπίσης καὶ ἡ ἄμεσος ἢ ἔμμεσος συμμετοχὴ αὐτῆς εἰς οἱονδήποτε τῶν νῦν ὑπαρχόντων ἢ ἀνεγερθησομένων ἐργοστασίων, πρὸς δὲ καὶ ἡ ἐνοικίασις διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς οἱουδήποτε τοιούτου ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἢ τῶν ἱδρυθησομένων τοιούτων. Κύριε Πρόεδρε. Δὲν ἐπιζητοῦμεν προνόμια· δὲν ἐπιθυμοῦμεν ὑπὲρ ἡμῶν νὰ θυσιασθῇ οὐδὲν γενικὸν συμφέρον. Ὅ,τι ἀπεκδεχόμεθα ἐκ τῆς Σεβαστῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἡ προστασία ἐργασίας πλουτοποιοῦ, ἥτις διὰ πολλῶν θυσιῶν ὠργανώθη καὶ προήχθη εἰς βαθμὸν ζηλωτόν, καὶ ἣν βεβαίως οἱ σεβαστοὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους δὲν θὰ παρίδωσι καταστρεφομένην, καὶ μετ’ αὐτῆς στειρεύουσαν πλουσίαν πηγὴν ἐθνικοῦ πλούτου. Τοσοῦτο δὲ μᾶλλον προσδοκῶμεν εὔνουν τὴν γνώμην τῆς Σεβαστῆς Βουλῆς ὑπὲρ τῶν αἰτημάτων ἡμῶν, ὅσον ἡ προστασία τῆς βιομηχανίας μας οὐ μόνον σώζει ἐκ τοῦ ἐσχάτου κινδύνου βιομηχανικὸν κλάδον πολλοῦ διαφέροντος, ἀλλὰ καὶ ἀσφαλίζει αὐτὸ τὸ μέλλον τῆς σταφίδος, ὅπερ κεῖται εἰς τὴν εὐρυτέραν ἐξάπλωσιν τῆς ἀναλώσεως αὐτῆς, καὶ οὕτω μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ χρόνου τοῦ μονοπωλίου ἡ σταφὶς, τὸ μὲν διὰ τῆς διαδόσεως πρὸς βρῶσιν, τὸ δὲ διὰ τῆς βιομηχανικῆς κατεργασίας, θέλει εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ ἐξακολουθήσῃ μόνη τὸν ἀγῶνα, καὶ δὲν θέλει παραστῆ ἀνάγκη ἀνανεώσεως τοῦ μονοπωλίου. Ὑποσημειούμεθα εὐσεβάστως Ἡ Ἐπιτροπή
| Ἀδελφοὶ Φινόπουλοι | Πειραιῶς. |
| Ν. Κοτσώνης | Πειραιῶς. |
| Ἰω. Μπαρμπαρέσος | Πειραιῶς. |
| Δημ. Πουρῆς | Πειραιῶς. |
| Κων. Σαμαρᾶς | Πειραιῶς. |
| Σπυρ. Μεταξᾶς | Πειραιῶς. |
| Εὐάγγ. Ζάχος | Χαλκίδος. |
| Ν. Ἀσημακόπουλος | Πατρῶν. |
| Η. Θεοδωρόπουλος | Πατρῶν. |
| Ἰω. Μασσάρης | Πατρῶν. |
| Ὄθων Κουρούκλης | Κερκύρας. |
| Ἰω. Καλούλης | Καλαμῶν. |
| Υἱοὶ Παλμούτσου | Σύρου. |
| Γ. Πετρόπουλος | Μεσολογγίου. |
| Χρ. Σοφιανόπουλος | Πύργου.» |
§77Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Ἀντωνόπουλος).
§79Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διὰ τοῦ ὑπομνήματος τούτου οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ ὅλων τῶν βιομηχανικῶν κέντρων τῆς Ἑλλάδος ἐπικαλοῦνται τὴν προστασίαν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀναφέρουσιν, ὅτι, ἂν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις ὡς ἔχει, ἐὰν δὲν ληφθῶσι μέτρα πρὸς σωτηρίαν αὐτοῦ τοῦ μεγάλου παραγωγικοῦ κόσμου, θέλει ὑποστῆ οὗτος τελείαν καταστροφὴν, διότι κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς συμβάσεως δὲν ἐλήφθησαν παντάπασιν ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα τοῦ βιομηχανικοῦ τούτου κλάδου.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἁρμόζει κατόπιν, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως;
§81Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει τὴν στιγμὴν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσθη τὸ ὑπόμνημα τοῦτο τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, νὰ γνωρίσωμεν, ἀφοῦ οἱ καταρτίσαντες τὴν σύμβασιν ταύτην δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα καὶ ἄλλων συμπολιτῶν μας, ἢ ἐπλανήθησαν ὑπὸ τῆς φρενίτιδος, ἡ ὁποία κατέλαβε τὰς διαφόρους ἐπαρχίας, πρέπει, λέγω, νὰ γνωρίσωμεν ἀπὸ τοῦδε, ἂν μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπομνήματος τούτου ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως προστατεύσῃ τὰ μεγάλα συμφέροντα μεγάλου κλάδου τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ, ἂν μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν παραστάσεων τῶν βιομηχάνων τούτων σκέπτεται νὰ ἔλθῃ, ἢ ἂν ἦλθε πρὶν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τοὺς Ἄγγλους κεφαλαιούχους, οἵτινες προσῆλθον ἐνταῦθα φέροντες τὸ μονοπώλιον, ἂν ἦλθε, λέγω, εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν εἰρημένων ἀντιπροσώπων, ὅπως ἐξασφαλίσῃ καὶ τὰ συμφέροντα ταῦτα τῶν οἰνοπνευματοποιῶν ὁλοκλήρου σχεδὸν τῆς Ἑλλάδος.
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅ, τι ἐνθυμοῦμαι εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ προσχεδίου τῆς συμβάσεως ἐγένετο μεταξὺ ἡμῶν λόγος καὶ περὶ τῆς οἰνοπνευματοποιΐας. Αἱ παραστάσεις καὶ αἱ ἀνακοινώσεις αἱ ἀναγκαῖαι, ὅσαι ἐγένοντο τότε, δὲν παρέστησαν εἰς ἡμᾶς ἐν κινδύνῳ τὴν βιομηχανίαν τῶν οἰνοπνευματοποιῶν. Τὴν ἀναφορὰν ἢ τὴν ἔκθεσιν ἢ τὸ ὑπόμνημα τῶν οἰνοπνευματοποιῶν δὲν ἀνέγνωσα εἰσέτι, διότι τοῦτο μοὶ ἐδόθη καθ’ ἣν ὥραν εἰσηρχόμην εἰς τὸ Βουλευτήριον. Οἰνοπνευματοποιοί τινες ἐζήτησαν νὰ λάβωσι συνέντευξιν μετ’ ἐμοῦ, προσδιώρισα δὲ εἰς αὐτοὺς τὴν αὔριον, ἵνα ἀκροασθῶ αὐτῶν, καὶ μελετήσω τὸ ὑπόμνημά των, ὅπως σκεφθῶ, τί πρέπει νὰ πράξω.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§84Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, κ. Πρόεδρε, δύο λέξεις θὰ προσθέσω. (Ἐκδήλωσις ἀνυπομονησίας παρὰ πολλῶν Βουλευτῶν).
§85Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συζητοῦμεν ἐνταῦθα ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν Βουλευτῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν! δὲν δυνάμεθα ἐλευθέρως νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην μας ἐνταῦθα!
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς σᾶς ἠμπόδισε;
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ λέγετε αὐτά!
§88Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ζητοῦνται πληροφορίαι, καὶ ἡ γνώμη τῶν συντακτῶν τῆς συμβάσεως εἶναι ζήτημα προκαταρκτικὸν, περὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰς ζητουμένας πληροφορίας, πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐπὶ τῆς συμβάσεως συζήτησιν. Διότι, ἂν ὄντως κινδυνεύῃ μία βιομηχανία, ἡ βιομηχανία τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, ἢ τῆς διὰ τὸ ἐξωτερικὸν οἰνοποιΐας, κονιακοποιΐας καὶ ποτοποιΐας, ἡ ἀπασχολοῦσα κεφάλαια δραχμῶν 40,000,000, βιομηχανία, ἧς ἡ ἐτησία πρόσοδος ἀνέρχεται εἰς 35,000,000, δι’ ἧς τοὐλάχιστον 10,000,000 χρ. φράγκα ἐτησίως εἰσέρχονται εἰς τὸν τόπον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὡς κατεδείχθη πρὸ μικροῦ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ὑπομνήματος τῶν οἰνοπνευματοποιῶν πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρόκειται περὶ οὐσιωδεστάτου καὶ μεγίστου ζητήματος. Τὸ καθ’ αὑτὸ δὲ ζήτημα δικαιούμεθα νὰ γνωρίζωμεν ἀπὸ τοῦδε καὶ πρὶν ἢ ἔτι εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως. Πρωτίστως ἔχομεν ἀνάγκην νὰ γνωρίζωμεν, ἂν εἶναι διατεθεμένη ἡ μεθ’ ἧς συνεβλήθημεν Ἑταιρεία νὰ ἔλθῃ καὶ αὖθις πρὸς ἡμᾶς εἰς συζήτησιν καὶ περὶ τῶν οὐσιωδεστάτων ὅρων τῆς συμβάσεως, καθ’ ὅσον οὗτοι ἤθελον θεωρηθῆ παρ’ ἡμῶν, συζητούντων τὴν σύμβασιν, ἀπαράδεκτοι. Τὴν σύμβασιν θὰ συζητήσωμεν ὡς συζητοῦμεν τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις, ἀκούουσα ταύτας ἢ ἐκείνας τὰς γνώμας, ἀποδέχεται ἢ ἀπορρίπτει αὐτὰς, συμφώνως πρὸς τὴν ἰδίαν αὐτῆς πεποίθησιν; Ἀλλὰ συζητοῦντες τὴν σύμβασιν προϋποθέτομεν καὶ ἄλλους τοὺς μεθ’ ἡμῶν συμβληθέντας, μετὰ τῶν ὁποίων κατηρτίσαμεν τὴν σύμβασιν. Εὐλόγως ἄρα ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν παρὰ τῶν συντακτῶν τῆς συμβάσεως, ἂν ἔχουσι πιθανότητά τινα περὶ ἀποδοχῆς τῶν γνωμῶν τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῶν συμβληθέντων, ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλὰ διὰ τῆς συμβάσεως οὐδόλως ὑπολογίζεται ἡ ὕπαρξις τῆς βιομηχανίας, περὶ ἧς πρόκειται· οἱ μέχρι τοῦδε ὅροι τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς προόδου τῆς βιομηχανίας ταύτης διὰ τοῦ ἐκποιουμένου παρακρατήματος ἐκλείπουσι, συνεκλείπει δὲ μετ’ αὐτῶν ἡ μεγίστη τῶν ἐγχωρίων βιομηχανιῶν, ἡ τῆς οἰνοποιΐας, τῆς μιστελοποιήσεως, βιομηχανία, ἣν διὰ τοσούτων θυσιῶν ἀνεπτύξαμεν. Ἀπαιτεῖται τάχα ἀναγκαίως ἡ θυσία τῆς βιομηχανίας ταύτης, ἥτις διὰ τοσούτων χρημάτων, κόπων καὶ ἱδρώτων ἑδραιώθη; ἀπαιτεῖται ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ βιομηχανία αὕτη ἐκ τῶν χειρῶν Ἑλλήνων καὶ παραδοθῇ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Ἑταιρείαν; Τί ζητεῖτε λοιπὸν ἀνάγνωσιν συμβάσεως; Τί πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, καὶ πῶς θὰ συζητήσωμεν, ἂν μὴ προηγουμένως γνωρίζωμεν, ἂν ὑπάρχει ἐλπὶς τροποποιήσεως τῆς συμβάσεως καὶ ἀποδοχῆς ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῆς γνώμης ἡμῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐπουσιώδεις ἢ καὶ αὐτοὺς τοὺς οὐσιώδεις ὅρους τῆς συμβάσεως, τοὺς συνδεομένους μὲ τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς; Ἢ ἔφεραν πρὸ ἡμῶν μίαν σύμβασιν, ἀποβλέποντες εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ἂν θέλομεν ἢ δὲν θέλομεν ταύτην, ἂν θὰ εἴπωμεν Ναὶ ἢ Ὄχι; Οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, ἀναγνωρίζει τὸ εὔλογον τῶν αἰτήσεων ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὁ ἁρμοδιώτατος νὰ ἔχῃ γνώμην, ὢν καὶ ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπὶ τῆς συντάξεως τῆς συμβάσεως ἐπιτροπῆς, καὶ ἐγείρεται διὰ νὰ δώσῃ τὰς αἰτουμένας πληροφορίας καὶ ἐξενέγκῃ τὴν περὶ πιθανότητος τῆς ἀποδοχῆς τῶν γνωμῶν τῆς Βουλῆς γνώμην του, καὶ ἀμέσως προκαλεῖται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς νὰ σιωπήσῃ, διὰ νὰ εἰσέλθωμεν μετὰ σπουδῆς εἰς τὴν δῆθεν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, διὰ ν’ ἀποδεχθῶμεν ταύτην ἀσυζητητὶ, διὰ νὰ ἀκούσωμεν ὡς γεγονὸς τετελεσμένον, — τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω πρὸς τί εἶναι χρήσιμον, — τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἡ σύμβασις! Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι σοβαρώτερον πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐπὶ τῆς συμβάσεως συζητήσεως, καὶ πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν ταύτης, οὐ μόνον ἂν ἀναγνωρισθῇ ἡ σημασία τοῦ ζητήματος τῆς βιομηχανίας τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, ἀλλὰ καὶ γενικώτερον καὶ ἀφοῦ προηγουμένως ἀκούσωμεν ἐπί τε τῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῶν διαφόρων ὅρων τῆς συμβάσεως μίαν μακρὰν, μακροτάτην εἰσήγησιν. Ἐκακίζομεν ἄλλοτε τὰς πρώην Κυβερνήσεις, διότι μὲ συντόμους προεισαγωγικὰς ἐκθέσεις εἰσῆγον κοινὰ νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν, καὶ νῦν εἰσάγεται ὡς ἁπλοῦν κείμενον σύμβασις πρωτοφανὴς εἰς αὐτὰ τὰ παγκόσμια χρονικὰ, καὶ εἰσάγεται ἄνευ οὐδεμιᾶς προεισαγωγῆς ἐκθέσεως, καὶ μετὰ σπουδῆς προκαλεῖται ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἀκουσθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες βεβαίως ἐμελέτησαν καὶ γνωρίζουσι τοὺς λόγους καὶ τὴν αἰτιολογίαν ἑκάστης τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν κατήρτισαν καὶ ἔφεραν πρὸ ἡμῶν εἰς συζήτησιν, συμβάσεως ἀναιρούσης τοὺς γνωστοὺς ἔν τε τῷ ἐμπορίῳ καὶ τῇ ἐπιστήμῃ νόμους ἐν πολλοῖς, νόμους, ὧν ἡ ἀναίρεσις πρέπει τοὐλάχιστον νὰ καταδειχθῇ ὅτι ἐγένετο ἐξ ἀνάγκης ἀνυπερβλήτου τοπικῆς, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ καταστήσωσιν ἡμῖν καταφανῆ αὐτοὶ οἱ ἀναγνωρίσαντες ταύτην. Ἄνευ τοιαύτης γνώσεως πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ εἰς ὁλομερῆ συζήτησιν τῆς συμβάσεως ἡ Βουλή; Ὀφείλει διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ἀμέσως εἴτε διὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς συμβάσεως, νὰ εἰσαγάγῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ πνεῦμα τῆς συμβάσεως καὶ τὴν θεμελιώδη αὐτῆς ἀρχὴν καὶ εἰς τὰς καθ’ ἕκαστον διατάξεις. Διότι ἡ σύμβασις δὲν περιέχει μόνον τὴν ἐπιστημονικήν της οἰκονομικὴν καὶ νομικὴν σημασίαν, ἔχει καὶ τὸ τεχνικόν της μέρος· ἔχει τὸ τεχνικὸν μέρος τοῦ ἐμπορίου τοῦ εἰδικοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος, πῶς διεξάγεται αὐτὸ ἐν Ἑλλάδι, —καὶ τοῦτο δυνάμεθα νὰ γνωρίσωμεν ἀσφαλῶς, —ἀλλὰ καὶ πῶς διεξάγεται ἐν Ἀγγλίᾳ, —καὶ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν πάντες ἀσφαλῶς. — Ἡ κατανόησις καὶ ἡ αἰτιολογία καὶ ἡ δικαιολογία πολλῶν καὶ οὐσιωδῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ἐξηγεῖται ἐκ προϋποθέσεως ὡρισμένου τρόπου διεξαγωγῆς τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν ἀσφαλεῖς τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι εἶναι ἀντιφατικαί, διότι προέρχονται εἴτε ἐκ τῶν μεθ’ ὧν συνεβλήθημεν, εἴτε ἐξ ἄλλων, ἀντίθετα τῶν τοῦ Μονοπωλίου ἐχόντων συμφέροντα· καὶ λέγων συμφέροντα, ἐννοῶ ἠθικά, δεδικαιολογημένα συμφέροντα. Οὕτω, καθ’ ὑπόθεσιν, ὑπάρχει μία διάδοσις, ὅτι τάχα ἀείποτε, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αἱ τιμαὶ ἐν τῷ μεγάλῳ ἐμπορίῳ ἐν Ἀγγλίᾳ, αἱ τιμαὶ ἐν τῷ μικρῷ ἐμπορίῳ εἶναι σχεδὸν αἱ αὐταί, ἀναλόγως τῆς ποιότητος ποικίλλουσαι μεταξὺ 2½ πεννῶν καὶ 6 πεννῶν κατ’ ἀγγλικὴν λίτραν. Ἀλλ’ ἡ διάδοσις αὕτη, ὡς ἀπαντῶ ἁπανταχοῦ ὡς ἀσφαλὲς διδόμενον, εἶναι ἀκριβής; Πόθεν θὰ ἀρυσθῇ ἡ Βουλή, ὡς τοιαύτη, ἀψευδεῖς καὶ ἀσφαλεῖς πληροφορίας; Ἀλλ’ ἂν τὰ διαδιδόμενα ἦναι ἢ δὲν ἦναι ἀκριβῆ, ἡ διάδοσις ἔχει οὐσιώδεις συνεπείας εἰς τὴν γνώμην, ἣν θὰ μορφώσῃ τις ἐπὶ οὐσιωδῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Σπεύδετε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ προκαλεῖτε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ πῶς παρερχόμεθα πρὸ ἄλλου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὠφείλομεν διὰ πλείστους λόγους ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν προηγουμένως λελυμένον καὶ διευκρινισμένον; Τί παραχωροῦμεν διὰ τῆς συμβάσεως; Κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, οὐδὲν ἄλλο παραχωροῦμεν ἢ αὐτὸν τὸν θεσμὸν τῆς παρακρατήσεως, διότι ἀδύνατος καὶ ἀκατανόητος ἡ ἰδέα καὶ ἡ ἔννοια τοῦ μονοπωλίου ἄνευ παρακρατήματος. Τὸ μονοπώλιον δὲν θὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν κατανάλωσιν μὲ οἱανδήποτε τιμὴν νὰ δεχθῇ πλειότερον ἐκείνου τοῦ ποσοῦ, ὅπερ δέχεται διὰ τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας καὶ διὰ τῶν μικροτέρων ταύτης τιμῶν. Κατ’ ἀνάγκην θὰ ὑπάρξῃ παρακράτημα, τόσον μεγαλείτερον παρακράτημα διὰ τοῦ μονοπωλίου, ὅσον τοῦτο ἔχει κατώτατον ὅριον πωλήσεως τῆς σταφίδος 2½ πέννας κατ’ ἀγγλικὴν λίτραν, ἐνῷ διὰ τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας ἠδύνατο νὰ κατέλθῃ ἡ τιμὴ καὶ κάτω τῶν 2½ πεννῶν. Καὶ ἐρωτῶ, πῶς ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ὑπέδειξεν ἡμῖν, ὅτι εἰς μάτην καταναλίσκομεν τὸν χρόνον ἡμῶν, συζητοῦντες περὶ παρακρατήσεως 25% ἐκ τῆς παραγωγῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι αἱ ἐνδεχόμεναι ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς περὶ ἀποδοχῆς τοῦ ποσοστοῦ τούτου θὰ προσέκρουον εἰς τὴν ὑφισταμένην σύμβασιν μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος, πῶς, λέγω, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις σιωπᾷ νῦν, προκειμένου περὶ νομοθετήσεως ὑφ’ ἡμῶν μονοπωλίου, ἔχοντος ἀπόλυτον ἀνάγκην, διὰ νὰ ὑπάρξῃ, παρακρατήματος 30 καὶ 40%, ἢ καὶ ἔτι πλειοτέρου, κατὰ τὰς περιστάσεις καὶ ἀναλόγως τῆς ποσότητος τῆς ἐτησίας παραγωγῆς, ἔχοντος ἀνάγκην παρακρατήματος ἀπροσδιορίστου; Ἡ μεγάλη καὶ κραταιὰ Κυβέρνησις τῆς Μεγάλης Βρεττανίας θὰ εὑρεθῇ εἰς τοιαύτην ἀντίφασιν; ἢ δὲν θὰ σιωπήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι; Καὶ διατὶ παρημπόδισεν ἡμᾶς ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἰς λῆψιν νομοθετικῶν μέτρων μεγαλειτέρας παρακρατήσεως τῶν 20%; παρημπόδισεν ἡμᾶς προδήλως, ὅπως μὴ πιέζωμεν τὴν Ἀγγλικὴν κατανάλωσιν. Ἀλλ’ ἐδόσαμεν τότε τῷ πρεσβευτῇ τῆς Ἀγγλίας νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἡμεῖς, ζητοῦντες τὴν διὰ μεγαλειτέρας παρακρατήσεως ἀνύψωσιν τῶν τιμῶν, δὲν ἐζητοῦμεν νὰ πιέσωμεν τὴν κατανάλωσιν, ἀλλ’ ἐζητοῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὰς εὐλόγους τιμὰς, τὰς λογικὰς τιμὰς τῆς σταφίδος μας, τὰς ὁποίας τιμὰς οὐδεὶς καταναλωτὴς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, πολλῷ δ’ ὀλιγώτερον ἡ ὑπὲρ πάντα ἄλλον δυναμένη νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ὀρθότητα τῶν ἰσχυρισμῶν μας μεγάλη Ἀγγλία; Ἀλλ’ ἂν ἐγένοντο αἱ προσήκουσαι παραστάσεις τότε καὶ δὲν εἰσηκούσθησαν, πῶς νῦν δὲν προστατεύει τοὺς καταναλωτάς της ἡ Ἀγγλία, ἀπειλουμένους ἐντονώτερον καὶ πραγματικώτερον ὑπὸ τοῦ Μονοπωλίου; Νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Ἀγγλία ἀδιαφορεῖ νῦν, διότι, ὅ,τι θὰ χάνωσιν οἱ καταναλωταὶ αὐτῆς θὰ τὸ κερδίζωσι τὰ ἀγγλικὰ κεφάλαια καὶ τὸ ἀγγλικὸν ἐμπόριον; Ἀλλὰ πάντα ταῦτα εἶναι δυναταὶ ὑποθέσεις. Πρὸ τῆς συζητήσεως ὅμως ἐπιβάλλεται νὰ διευκρινηθῇ τὸ μέγα τοῦτο ζήτημα, διότι πολλὰ ἐνδέχονται καὶ αὖθις· οὐχὶ μόνον εἰς μάτην, ἀλλὰ καὶ μετὰ ζημιῶν δυνατὸν εἶναι νὰ νομοθετῶμεν νομοθετήματα, ὧν τὸ κῦρος δὲν ἐξαρτᾶται ἐξ ἡμῶν καὶ μόνον. Ἀλλ’ ἂν καὶ τὴν τελευταίαν περίπτωσιν ἀποδεχθῶμεν, τὴν τῆς πιθανῆς σιωπῆς τῆς Ἀγγλίας, ἀφοῦ τὰ ἀγγλικὰ κεφάλαια θ’ ἀποκομίζωσι τὰ κέρδη τῶν ἐμπόρων τῆς σταφίδος, δὲν ὑπολογίζομεν, ὅτι ἡ σταφὶς καταναλίσκεται καὶ εἰς ἄλλας χώρας; Θὰ μείνῃ ἀπαθὴς ἡ Γερμανία, καθ’ ὑπόθεσιν, βλέπουσα ὅτι ἡ Ἀγγλία διαθέτει ἐπικερδῶς 1,000,000 ἢ 2,000,000 λίρας, κεφάλαιον, ὅπερ θὰ ἐκμεταλλεύηται μονοπωλιακῶς πάσας τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως; Εἶναι, Κύριοι, πάντα ταῦτα ζητήματα, πρὸ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ σιωπήσῃ τις, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ἀπόψε τὴν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως ἀσυζητητί; Πρέπει νὰ ἐξομαλυνθῇ τὸ ἔδαφος· πρέπει νὰ δοθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι, διὰ νὰ δυνηθῶμεν μετ’ ἀπολύτου βεβαιότητος περὶ τοῦ σκοπουμένου νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν μελέτην καὶ ἐκτίμησιν τοῦ εὐρυτάτου περιεχομένου τῆς πρὸς συζήτησιν ὑποβληθείσης συμβάσεως. Ἂς ἐκλείψῃ τὸ ἐκδηλούμενον πνεῦμα τῆς σπουδῆς πρὸς ἐπιψήφισιν, ἡ τάσις πρὸς σιωπὴν καὶ πρὸς κέρδος χρόνου, ἡ τάσις, ὅπως ὡς τάχιστα καὶ ὡς ἔτυχε ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν. Ἂν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν πιέζωνται ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν των, δὲν πρέπει ὅμως νὰ λησμονῶσι καὶ τὰ ὑπέρτατα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα πάντες ἔχομεν ἐνταῦθα. Τὰ ἄτομα ἔχουσι τὰ συμφέροντά των, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα αὐτῶν εἶναι ἐνεστῶτα καὶ προσωρινά· τὸ Κράτος καὶ μόνον τὸ Κράτος ἀντιπροσωπεύει τὰ διαρκῆ τῆς χώρας συμφέροντα. Ἡμεῖς δὲ, οἱ ὡς νομοθετικὴ ἐξουσία παριστάμενοι ἐνταῦθα καὶ συζητοῦντες, δὲν θὰ λημονήσωμεν ποτὲ, ὅτι δὲν εἴμεθα ὁμὰς ἀτόμων, εἰς τὰ συμφέροντα μόνον τῶν ἀτόμων προσέχοντες, ἀλλ’ εἴμεθα μέλη τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ ὡς τοιαῦτα ἀναλαμβάνομεν βαρυτάτας ὑποχρεώσεις. Ὁ φόβος, ἂν θὰ διατηρήσωμεν τὰς θέσεις μας ἐνταῦθα, οὐδόλως πρέπει νὰ ἐπηρεάζῃ τὰς γνώμας ἡμῶν. Ἐπαξίως τις κατέχει τὴν θέσιν του, ὅταν γνωρίζῃ καὶ νὰ χάσῃ ταύτην. Καὶ θὰ ηὐχόμην, τὰ ἐσωτερικὰ συναισθήματα, ἐν σχέσει πρὸς τὴν σύμβασιν, τὰ ὁποῖα κατέχουν τοὺς πλείστους Βουλευτὰς ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, θὰ ηὐχόμην, λέγω, τὰ αἰσθήματα ταῦτα νὰ μὴ συνεκαλύπτοντο, ἀλλὰ ν’ ἀποκαλυφθῶσι, διὰ νὰ διδάξωσιν οὗτοι τοὺς συμπολίτας των, ὅτι πρέπει νὰ ἡσυχάζωσι καὶ νὰ διατελῶσιν ἤρεμοι, ὅπως καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα ἐν ἠρεμίᾳ, ἐπιβαλλομένῃ ἐκ τοῦ μεγέθους τοῦ ζητήματος, ἀποφανθῶμεν περὶ αὐτοῦ, ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ μόνον τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἀφορᾷ αὐτὸ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, οὐχὶ μόνον ἀπὸ ὑλικῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀμύνεται κατὰ κινδύνου ἀνυπάρκτου, διότι οὐδὲ πίεσις ἐνησκήθη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ κατὰ τῶν θελόντων νὰ ἀγορεύσωσιν, οὐδὲ προτροπαὶ ἀπηυθύνθησαν εἴς τινα, ἵνα μὴ ἀγορεύσῃ, ἢ ἵνα περισταλῇ ἡ συζήτησις, οὐδὲ σκοπὸς ἐξεδηλώθη, ἵνα ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν ἀσυζητητὶ, οὐδέ τις ὑπέλαβεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος θέλει συζητηθῆ ὡς συζητοῦνται τὰ νομοσχέδια περὶ κυρώσεως συμβάσεων ταχυδρομικῶν ἢ ἀτμοπλοϊκῶν. Ἡμεῖς, ὅτε εἰσηγάγομεν τὴν σύμβασιν, παρεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν νὰ ἐξονυχίσῃ τὴν σύμβασιν, νὰ ἐξετάσῃ αὐτὴν ἐν ταῖς λεπτομερείαις της· ἐδηλώσαμεν μάλιστα τὴν ἐπιθυμίαν νὰ κοινοποιηθῇ τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως εἰς ὅλους τοὺς δήμους, ἀνὰ πάσας τὰς ἐπαρχίας, ἵνα πάντες μελετήσωσι τὴν σύμβασιν, διὰ νὰ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας παντὸς τοῦ Πανελληνίου, ὄχι μόνον τῶν ἐνδιαφερομένων, ἀλλὰ πάντων τῶν πολιτῶν. Καὶ ἡμεῖς, εἰσαγαγόντες τὴν σύμβασιν, ἐκηρύξαμεν ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ συζητηθῇ ἡ σύμβασις ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, νὰ ἀκούσωμεν ἐπὶ ἑκάστου τῶν ἄρθρων τὰς γνώμας πάντων, νὰ ἀνταλλάξωμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν, νὰ συνεννοηθῶμεν, κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν ἀμυνθῆ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν ἀμυνθῆ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν ἐξασφαλίσει τὴν εὐημερίαν τῆς χώρας. Ποῖος λοιπὸν κίνδυνος ἐνεποίησεν εἰς ὑμᾶς τόσον ἐρεθισμόν, ὥστε νὰ νομίζητε, τί; ὅτι πρόκειται νὰ περισταλῇ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, νὰ ἐπιβληθῇ ἡ σύμβασις εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε διὰ μιᾶς ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως νὰ ψηφισθῇ! Λυποῦμαι διὰ τὴν ὑπερβολὴν τοῦ αἰσθήματος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς· ἀλλ’ ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸν αὐτὸν πόνον, τὸν ὁποῖον ἔχει καὶ ἐκεῖνος, ὅτι ἀκόμη δὲν ἐτυφλώθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν, οὐδ’ ἐψυχράνθη ἔτι ἡ καρδία μας, οὐδ’ ἐπάγωσαν τὰ αἰσθήματα ἡμῶν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ὅπως ὑπολάβῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προτρέπῃ ἡμᾶς καὶ νὰ συμβουλεύῃ καὶ ἐξορκίζῃ ἡμᾶς νὰ ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας τῶν οἰνοπνευματοποιῶν. Ἀλλὰ τί ζητεῖτε ἀπὸ ἡμᾶς, ἀφοῦ δὲν ἀνέγνωμεν ἔτι τὸ ὑπόμνημα τῶν οἰνοπνευματοποιῶν; Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἔχομεν γνῶσιν τοῦ ὑπομνήματος· ἐλάβομεν αὐτὸ εἰς τὴν θύραν τῆς Βουλῆς. Ἀνεγνώσθη μὲν ἀληθῶς, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠκούσαμεν ἀκριβῶς τὸ κείμενον, δὲν ἐνοήσαμεν καλῶς τὰς ἐννοίας, τὰς ὁποίας περιέχει. Ὀφείλομεν νὰ μελετήσωμεν αὐτὸ, νὰ ἴδωμεν τὰς ἐπιθυμίας τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, νὰ ἴδωμεν τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας παριστῶσι, διὰ νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἡμεῖς μετὰ τῶν Βουλευτῶν, μετὰ παντὸς Βουλευτοῦ πάντων τῶν κομμάτων καὶ τῶν πτερύγων, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν πᾶσαν βιομηχανίαν, ὄχι μόνον τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, ἀλλὰ πᾶσαν βιομηχανίαν, πᾶσαν ἐθνικὴν ἐργασίαν. Καὶ ἡμεῖς δὲν σᾶς εἴπομεν, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν τὸ θεωροῦμεν πολιτικόν, ὅτι δὲν θεωροῦμεν αὐτὸ ζήτημα κόμματος, ἀλλὰ φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ, νὰ γένηται θέμα ἐλέγχου, ζήτημα λαοῦ, ζήτημα τῆς χώρας; Καὶ πῶς δυσπιστεῖτε, πῶς ἔχετε τὸ θάρρος νὰ ὑποπτεύητε, ὅτι θὰ συμπράξωμεν, ἵνα φραχθῇ τὸ στόμα τινός, ὅπως μὴ ἀκουσθῶσι παρατηρήσεις, ἐνῷ ἔχομεν ἀνάγκην τῶν παρατηρήσεων καὶ τοῦ τελευταίου πολίτου, ἀφοῦ πρόκειται ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ συμβάσεως, ἡ ὁποία ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη θέλει δεσμεύσει τὴν ἐλευθερίαν τῶν παραγόντων τὸ προϊόν τῆς χώρας; Ἀλλ’ ἐὰν ἡμεῖς ἐπελαβόμεθα τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως, ἐὰν ἐκοπιάσαμεν, ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ κοπιάσωμεν, ἐὰν εἰργάσθημεν, ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐργασθῶμεν, τὸ ἐπράξαμεν διότι γνωρίζομεν εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι, γνωρίζομεν εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι ὁ σταφιδικὸς λαός, καὶ εἴπομεν, ὅτι, ἂν τυχὸν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν μίαν συνδρομήν, μίαν ἐπικουρίαν εἰς τὴν κοινωνίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία κοπιάζει καὶ μοχθεῖ ὑπὲρ ἑαυτῆς μὲν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς χώρας πάσης καὶ ὑπὲρ τῆς οἰκονομίας τοῦ Κράτους ὅλου, ἂς πράξωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωμεν· οὔτε ἐνομίσαμεν, ὅτι ἠθέλομεν ἐκπληρώσει καθῆκον, ἐὰν ἐκλείομεν τὰς θύρας ἡμῶν, καὶ ἀπεδιώκομεν πᾶσαν πρότασιν, πᾶσαν ἀντίρρησιν ἐνδεχομένην. Ἢ νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐσκέφθημεν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ, εἴτε νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, εἴτε ψηφισθεῖσα νὰ μὴ κυρωθῇ δι’ ἕνα ἢ ἄλλον λόγον, δι’ ἀνικανότητα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνηλλάγησαν μεθ’ ἡμῶν, ἵνα ἀναλάβωσι τὸ μονοπώλιον, ἢ διὰ περιπλοκὰς ἄλλας ἐσωτερικὰς ἢ μὴ τοιαύτας, τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν λησμονοῦμεν; Ἢ νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς διετελέσαμεν ἥσυχοι καὶ ἤρεμοι, ὅτι ἐπῆλθον αἱ ὑποθέσεις, αἱ σκέψεις αὗται εἰς τὴν κεφαλὴν ἡμῶν καὶ δὲν ἠρευνήσαμεν, τί τὸ ποιητέον, δὲν ἀφέθημεν εἰς μακρὰς καὶ ποικίλας σκέψεις περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ πράξωμεν, ὅπως ἔλθωμεν ἐπίκουροι εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, καθ’ ἣν ὥραν αὐτοὶ οἱ πληθυσμοὶ ἤθελον ἀπελπισθῆ διὰ τὴν τύχην τῆς ἐφετεινῆς αὐτῶν ἐσοδείας; Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ σύμβασις πρέπει νὰ τεθῇ εἰς συζήτησιν: πρέπει νὰ τεθῇ εἰς συζήτησιν ὡς ἂν ἡ σύμβασις ἦτο αὐτὴ νομοσχέδιον, δηλαδὴ ν’ ἀναγνωσθῶσιν ἓν πρὸς ἓν τὰ ἄρθρα τῆς συμβάσεως, καὶ ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου νὰ ὁμιλήσωσι πάντες, ὅσοι θέλουσι νὰ ὁμιλήσωσι, νὰ τὸ ἐλέγξωσι, νὰ τὸ ἐξονυχίσωσι, νὰ τὸ ἀνατάμωσι, διὰ νὰ φωτίσωσι καὶ τοὺς ἄλλους, ὅσοι τυχὸν θέλουσι νὰ φωτισθῶσιν, ὅπως σχηματισθῶσι γνῶμαι, ὅσον τὸ δυνατὸν ὀρθαί, ὅσον τὸ δυνατὸν χρήσιμοι, ὅσον τὸ δυνατὸν λυσιτελεῖς, μὴ παραβλάπτουσαι συμφέρον τι, μὴ παραβλάπτουσαι μηδεμίαν τάξιν παραγωγικήν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἦναι διατεθειμένη νὰ ἐπιλάβηται τοῦ θέματος τούτου ἀπόψε, ἂς τὸ ἀναβάλῃ δι’ αὔριον· οὐδεὶς κίνδυνος. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ διατεθῶμεν οὕτω πως, ὡσανεὶ ἡμυνόμεθα κατὰ κινδύνου, ὁ ὁποῖος ἐπέσκηψεν εἰς τὴν Βουλὴν ἢ εἰς τὴν χώραν.
§90Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως ἔν τισι παρεξηγήθην. Ἐγώ, τονίσας τὴν παρεμπόδισιν τοῦ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, ἐξήγησα, ποίου εἴδους παρεμπόδισις ἦτο ἡ παράκλησις νὰ μὴ ὁμιλήσῃ. Ἀφοῦ ἐπὶ τόσας ὥρας συζητοῦμεν, δύναταί τις εἰπεῖν, οὐχὶ περὶ τόσον σοβαρῶν πραγμάτων, ὅτε ἦλθεν εἰς συζήτησιν λίαν οὐσιῶδες ζήτημα, προκειμένου περὶ παραπόνων βιομηχάνων, — καὶ τοιούτων βιομηχάνων — καὶ ἠγέρθη ὁ κύριος Δεληγεώργης νὰ ὁμιλήσῃ, παρεκλήθη ἐπιμόνως νὰ διακόψῃ, ἀναβάλλων τὴν ὁμιλίαν του, μέχρις ὅτου ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἡ σύμβασις. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία, ἡ σπουδὴ ἡ ἀδικαιολόγητος περὶ διακοπῆς τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου ζητήματος, εἰς ὃ ἤθελον νὰ συνεισφέρω καὶ ἐγὼ πρὸς κατάληψιν τῆς σπουδαιότητος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν εὐτυχῶς ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὴν σύμβασιν θὰ τὴν ψηφίσωμεν οὐχὶ ὡς σύμβασιν, ἀλλ’ ὡς νομοσχέδιον, ἤτοι μετὰ συζήτησιν αὐτῆς ἄρθρον πρὸς ἄρθρον.
§91Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὰς συζητήσεις, αἵτινες προηγήθησαν τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου τοῦ 1897 ἔτους, δὲν γνωρίζω κρισιμωτέραν ἐποχὴν διὰ τὸ Κράτος καὶ διὰ τὸ ἔθνος τῆς παρούσης. Ἐὰν συνέβησαν τὰ γνωστὰ ἐκεῖνα λυπηρὰ γεγονότα, μέγιστον τῶν αἰτίων ὑπῆρξεν ἡ φρενῖτις, ἥτις εἶχε καταλάβει τὴν χώραν. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἔλθῃ ἐποχή, καθ’ ἣν νὰ ζητηθῶσιν οἱ ὑπεύθυνοι τῶν γεγονότων, ἅτινα δύνανται νὰ συμβῶσιν ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως ταύτης, καὶ οἱ ὑπεύθυνοι νὰ ἦναι μακράν, καὶ οὐδεὶς νὰ ὑπάρχῃ ὁ ὑπεύθυνος, καὶ οὐδεὶς νὰ ἀναδέχηται τὴν εὐθύνην τῶν πεπραγμένων. Διὰ τοῦτο, ὅτε ἠγέρθη Βουλευτὴς τῆς περιωπῆς τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου ἀντιπροσώπου, ἵνα ἐκφράσῃ τὴν πεφωτισμένην αὑτοῦ γνώμην καὶ ἐκ τῶν φώτων, ἅτινα ἔχει, καὶ ἐκ τῶν φώτων, ἅτινα ἀπεκόμισεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῇ προκαταρκτικῇ ἐπὶ τῆς συμβάσεως, νομίζω ὅτι ἔπρεπε πάντες νὰ συντελέσωμεν, ἵνα ἀκούσωμεν τὴν γνώμην ταύτην. Ἐὰν σήμερον φρενῖτις κατέλαβε τὰς ἐπαρχίας πάσας, καὶ δικαίως, διότι φαντάζονται, ὅτι δύνανται νὰ σωθῶσιν ἐκ τῆς κακῆς καταστάσεως, διατὶ ἆρά γε τοῦτο συμβαίνει; Συμβαίνει, Κύριοι, ὡς ἕκαστος οἴκοθεν ἐννοεῖ, ἕνεκα τῶν ζημιῶν, ἕνεκα τῶν ἀγώνων περὶ ὑπάρξεως, οὓς διεξάγουσιν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί. Ἀλλ’ ἰδού, ὅτι ἐξαίφνης, εὐθὺς ὡς ἐδημοσιεύθη ἡ σύμβασις, ἄλλα ἑκατομμύρια συμφερόντων ἠγέρθησαν, ἀντιπροσωπεύοντα κεφάλαια ἐν τῇ χώρᾳ 40 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὡς ἀποδεικνύουσιν οἱ ἀναφερόμενοι ἐργοστασιάρχαι, ποτοποιοὶ καὶ οἰνοπνευματοποιοὶ καὶ λοιποί. Ἐὰν ἄλλα ἑκατομμύρια συμφερόντων ἀμέσως ἐξεγείρωνται, καὶ ζητῶσι νὰ φωτισθῶσι καὶ προστατευθῶσι δι’ οἱουδήποτε τρόπου ἤθελεν ἐγκρίνει ἡ Βουλή, ἔχομεν εὐθὺς ἀμέσως παριστάμενα δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα, ἅτινα ἐν τέλει δύνανται νὰ μὴ ἐξακολουθήσωσιν ἀντιμαχόμενα· δυνατὸν τὰ διεστῶτα συμφέροντα νὰ συμβιβασθῶσιν ἐπὶ τόσων οὐσιωδῶν ζητημάτων, ἐπὶ τόσων, κατὰ τὸ φαινόμενον τοὐλάχιστον καὶ πρὸς τὸ παρόν, συγκρουομένων γνωμῶν. Ἰδού, ὅτι παρουσιάζεται ἡ εὐκαιρία νὰ προκληθῇ προκαταρκτική τις συζήτησις, καὶ τῆς προκαταρκτικῆς συζητήσεως ταύτης εἰσηγητὴς νὰ γένηται ὁ ἐκ τῶν μᾶλλον πεπειραμένων καὶ πεφωτισμένων ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Καὶ ὅμως ἠκούσαμεν αἰφνιδίως, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἀγῶνα γινόμενον, ἵνα μὴ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τοῦ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι, πρὶν ἢ ἀρχίσωμεν ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, ὑφίσταται γενική τις κατηγορία ζητήματος ἀφ’ ἑνός, καὶ γενική τις κατηγορία ζητήματος ἀφ’ ἑτέρου. Εἶναι δυνατὸν τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν νὰ συμβιβασθῶσι πρὸς τὰ ἀντιμαχόμενα συμφέροντα τῶν οἰνοπνευματοποιῶν καὶ ποτοποιῶν; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις περὶ τῶν ζητημάτων τούτων; Ἰδοὺ ἀμέσως, ὅτι ἐπέρχεται γαλήνη καὶ ἠρεμία εἰς τὰς ψυχὰς καὶ τὰ συμφέροντα καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ. Θεωρῶ λοιπόν, ὅτι ἦτο εὐτύχημα ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ἀναγνωσθείσης ἀναφορᾶς τῶν οἰνοπνευματοποιῶν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὅτι πρὸ τῆς ἀναγνώσεως τῆς συμβάσεως, ἴσως ὡς εἰσαγωγὴ εἰς τὴν μέλλουσαν νὰ διεξαχθῇ πεφωτισμένην καὶ ἤρεμον, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, συζήτησιν, συμφέρον ἦτο νὰ προηγηθῇ τοιαύτη τις εἰσαγωγικὴ συζήτησις περὶ τοῦ δυνατοῦ τοῦ συμβιβασμοῦ αὐτῶν τῶν ἀντιμαχομένων συμφερόντων. Τοῦτο ἤθελε κατὰ πολύ, Κύριοι, συντελέσει εἰς τὴν καταπράϋνσιν τῶν ἐξεγερθεισῶν γνωμῶν, εἰς τὴν ἤρεμον καὶ μᾶλλον πεφωτισμένην συζήτησιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Διὰ τοῦτο, οὐχὶ πλέον παρακαλῶ, ἀλλ’ ἱκετεύω τὸν κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸν ἀγῶνα, ὃν πρὸ ὀλίγου ἠθέλησε νὰ ἀναλάβῃ, καὶ νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος περὶ τῶν αἰτημάτων τῶν οἰνοπνευματοποιῶν Πειραιῶς, Πατρῶν καὶ τῶν ἄλλων βιομηχανικῶν πόλεων τῆς Ἑλλάδος.
§92Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀδίκως ἀπεδόθη ἡ σημασία, ἥτις ἀπεδόθη εἰς τὸ γεγονός, ὅτι θελήσας νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν δὲν ἐγίνωσκον, ἀλλὰ τῆς ὁποίας μόνον τὰ τελευταῖα αἰτήματα τὴν τελευταίαν ὥραν εἶχον ἀναγνώσει, ἐνέδωκα εἰς παράκλησιν συναδέλφων, ὅπως ἀναβάλω τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐσκόπουν νὰ δώσω κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ γείνῃ μετ’ ὀλίγον. Ὁ κύριος Γουναράκης ἐνόμισεν, ὅτι ἐγὼ ἐγίνωσκον καὶ ἠδυνάμην νὰ ἀνακοινώσω πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι θὰ κατέπαυον τὴν ἀγωνίαν, ὑπὸ τῆς ὁποίας φαίνεται ὅτι κατέχονται ἀπέναντι τῆς συμβάσεως οἱ οἰνοπνευματοποιοί. Ἐγὼ ἁπλῶς θὰ ἠρκούμην νὰ δώσω ἐξηγήσεις, πῶς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀντελήφθημεν τὰ συμφέροντα τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, καὶ πῶς ἐζητήσαμεν νὰ τὰ συμβιβάσωμεν μετὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ἐν τῇ συμβάσει βεβαίως ὑπάρχει ἐπιφύλαξις τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς ἀποστάξεως τῆς ξηρᾶς σταφίδος, ὅπως καὶ πρίν. Οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ σήμερον εὑρίσκονται ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς παρακρατήσεως εἰς θέσιν τοιαύτην, ὥστε βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ὦσιν εὐχαριστημένοι, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς παρακρατήσεως καὶ μετὰ τὴν σύστασιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης συνασπισμὸς μᾶλλον ἐπεκράτησε τῶν μεγάλων οἰνοπνευματοποιῶν καὶ τῶν μεγάλων κεφαλαιούχων, ὅπως αὐτοὶ ἅπαν σχεδὸν τὸ παρακράτημα, τὸ ὁποῖον πωλεῖται κατ’ ἔτος, τὸ ἀγοράζωσι, καὶ αὐτοὶ ἀποκλειστικῶς τὸ ἀποστάζωσιν. Ἐκ τούτου ἠγέρθη, ὡς γνωστόν, ἡ ἀντίδρασις τῶν μικρῶν οἰνοπνευματοποιῶν, τῶν ἐν Πειραιεῖ καὶ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐργαζομένων, ἐναντίον τῶν μεγάλων ἐργοστασιαρχῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐπωφελούμενοι τῶν εὐνοϊκῶν δι’ αὐτοὺς μόνους ὅρων, ὑφ’ οὓς συντάσσονται αἱ διακηρύξεις περὶ ἐκποιήσεως τοῦ παρακρατήματος, — ὅρων, οἵτινες μόνον τὸν συνασπισμὸν τῶν μεγάλων οἰνοπνευματοποιείων μετὰ τῶν μεγάλων κεφαλαιούχων καθιστῶσιν ἱκανὸν ν’ ἀγοράζῃ τὸ παρακράτημα, διότι αἱ διακηρύξεις αὗται ἀπαιτοῦσι τὴν πώλησιν ὁλοσχεροῦς τοῦ παρακρατήματος διὰ μιᾶς, ἀνερχομένου πολλάκις εἰς 40, 50 καὶ 60 ἑκατομμύρια λίτρας, καὶ ἐπιβάλλουσι τὴν κατάθεσιν, νομίζω, 400–500 χιλιάδων δραχμῶν ἐγγυήσεως, — γίνονται αὐτοὶ ἀναγκαίως ἄνευ διαγωνισμοῦ μόνοι κύριοι ὅλου τοῦ παρακρατήματος τοῦ ἔτους, παρακρατήματος, ὅπερ πρόκειται νὰ χρησιμεύσῃ δι’ ἀπόσταξιν τοῦ ἐκ σταφίδος οἰνοπνεύματος. Ἐπειδὴ δὲ οἱ νόμοι περὶ παρακρατήσεως ἀπηγόρευσαν τὴν ἀπόσταξιν οἰνοπνεύματος ἐξ ἄλλων ὑλῶν, ἐννοεῖται ὅτι περιήγαγον τοὺς μικροὺς ἐργοστασιάρχας εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ δύνανται ἀπολύτως νὰ ἐργάζωνται, ἀφοῦ στεροῦνται σταφίδος, διότι ὀλίγιστον εἶναι τὸ οἰνόπνευμα, τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀποσταχθῇ ἀπὸ στέμφυλα ἢ οἴνους ἢ σῦκα. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις σήμερον τῆς μέσης οἰνοπνευματοποιΐας. Ἡ οἰνοπνευματοποιΐα εἶναι συγκεντρωμένη διὰ τῆς σταφίδος εἰς χεῖρας ὀλίγων, μόλις δὲ κατωρθώθη πέρυσι καὶ ἐφέτος νὰ δοθῇ παρὰ τῶν μεγάλων ποσόν τι εἰς τοὺς μικροτέρους οἰνοπνευματοποιούς. Καὶ αὐτὸ δὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον τοῖς ἐδόθη, ἀπεκτήθη ἀντὶ μεγάλων θυσιῶν, ὡς αὐτοὶ τοὐλάχιστον ἰσχυρίζονται. Ἤδη πρόκειται ν’ ἀντικατασταθῇ τὸ σύστημα τῆς παρακρατήσεως διὰ τοῦ μονοπωλίου. Ἀναμφιβόλως καὶ ὑπ’ αὐτὸ μέγα ποσὸν τῆς παραγομένης σταφίδος δὲν θὰ δύναται νὰ ἐξαχθῇ. Τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποτελῆται ἀπὸ τὴν κατωτάτην ποιότητα, τὴν ποιότητα τῶν ἑκατὸν φράγκων, θὰ καταναλίσκηται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν Ἑλλάδι, καὶ θὰ καταναλίσκηται πιθανώτατα εἰς ἀπόσταξιν οἰνοπνεύματος. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τοῦ Μονοπωλίου μᾶλλον θὰ δεχθῇ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ τῆς σταφίδος, ὃν ἐπιθυμοῦσιν οἱ μικρότεροι οἰνοπνευματοποιοὶ, παρὰ ἐκεῖνον, ὃν βλέπομεν ἐφαρμοζόμενον ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τελείως ἀποτυχούσης εἰς τοὺς συνδυασμοὺς κατὰ τοῦτο. Ἡ Ἑταιρεία τοῦ Μονοπωλίου θὰ δεχθῇ πιθανὸν, ἵνα κατὰ μικρὰς ποσότητας, πεντακοσίων χιλιάδων ἢ ἑνὸς ἑκατομμυρίου λιτρῶν, διὰ δημοπρασίας παραχωρῇ σταφίδα χάριν τῶν μικροτέρων ἐργοστασίων. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν τοιαύτη διάταξις νὰ περιληφθῇ ἐν τῇ συμβάσει; Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑταιρείας δὲν ἐδέχθησαν τὸν περιορισμὸν διὰ τὸ διαθετέον ποσὸν, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἀνεγράφη ὅ,τι ζητοῦσιν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ, δηλαδὴ ἡ Ἑταιρεία τοῦ Μονοπωλίου, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀνέφικτος ἡ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατανάλωσις τοῦ παραγομένου σταφιδοκάρπου, νὰ παραχωρῇ εἰς τὴν βιομηχανίαν ποσὸν τοὐλάχιστον μέχρι 50,000,000 λιτρῶν πρὸς ἀπόσταξιν. Οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι, ἂν κατορθωθῇ διὰ τῆς τελειοποιήσεως τῶν ποιοτήτων νὰ καταναλίσκηται ὅλη ἡ σταφὶς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, οὐδεμίαν ἀξίωσιν θὰ ἔχωσιν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν συμβῇ τοῦτο, ἀξιοῦσι νὰ τοῖς παραχωρῇ ἡ Ἑταιρεία τοὐλάχιστον 50,000,000 λίτρας σταφίδος διὰ τὰ ἐργοστάσιά των. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τοῦτο ἀναγκαίως θὰ συμβῇ, καὶ ὅτι ποσὸν τοὐλάχιστον 50,000,000 λιτρῶν θὰ διατίθηται κατ’ ἔτος οὐ μόνον διὰ τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν οἰνοποιΐαν καὶ τὴν μιστελοποίησιν. Εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ περιληφθῇ ἐν τῇ συμβάσει διάταξις, καθ’ ἣν νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρέωσιν ἡ Ἑταιρεία, ἵνα ποσὸν τοὐλάχιστον 50,000,000 λιτρῶν, καθ’ ὅσον δὲν ἐξάγεται, παραχωρῆται ἐπὶ τιμῇ μετρίᾳ καὶ εὐλόγῳ εἰς τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν; Νομίζω ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς διαθέσεως τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἡ Ἑταιρεία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τοιοῦτον ὅρον, διότι ἀναλαμβάνει κινδύνους, ὁ μεγαλείτερος δὲ κίνδυνος αὐτῆς εἶναι τὸ ποσὸν τῶν κατωτέρων ποιοτήτων τῆς σταφίδος, τῶν 160,000,000 δηλ. λιτρῶν σταφίδος. Ἐξ αὐτοῦ ἓν ποσὸν θὰ κατορθώσῃ, ὑποθέτω, νὰ ἐξάγῃ ἡ Ἑταιρεία, ἀλλὰ θὰ μείνῃ ποσὸν ἐν τῷ τόπῳ, ὅπερ ἐνῷ, ἠγόρασε πρὸς 100 φράγκα χρυσᾶ τὴν χιλιάδα, θ’ ἀναγκάζηται νὰ διαθέτῃ ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 60 ἕως 80 δραχμῶν. Ἡ αἴτησις τῶν οἰνοπνευματοποιῶν θὰ ἦναι κατὰ τοσοῦτον δυσκολωτέρα, καθ’ ὅσον θὰ ἐπιτυγχάνῃ ἡ Ἑταιρεία μεγαλειτέρας τιμὰς τῆς σταφίδος ταύτης εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐκείνων, ἃς ἐπιτυγχάνει ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑταιρεία, ὅταν θὰ δύναται μέγα ποσὸν σταφίδος τῆς κατωτέρας ποιότητος νὰ ἐξάγῃ ἐπὶ συμφερούσαις τιμαῖς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, νὰ τὸ δίδῃ ἐνταῦθα εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς ἀντὶ 60 ἕως 100 τὸ πολὺ δραχμῶν; Ἐνῷ λοιπὸν εἶναι δικαία ἡ αἴτησις, ἐνῷ διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἀποστάξεως ἐξ ἄλλων ὑλῶν ἐπιβάλλεται ἡ χορήγησις τῆς σταφίδος εἰς τὴν βιομηχανίαν, ἀφ’ ἑτέρου ζητεῖταί τι δυνάμενον νὰ διακινδυνεύσῃ τὸ ἔργον τῆς ἐπωφελοῦς διευθετήσεως τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, χάριν τοῦ ὁποίου ἐλήφθησαν ὅλα τὰ ἔκτακτα μέτρα. Ὅ,τι ἐγείρομεν διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς τὸ καταρρίπτομεν διὰ τῆς ἄλλης! Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί θὰ γείνῃ; Θὰ ἐπιτραπῇ, ὡς πρίν, ἡ ἀπόσταξις ἐξ ἄλλων ὑλῶν. Βεβαίως εἶναι κακὴ ἡ ποιότης τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, καὶ δὲν δύνανται νὰ λειτουργῶσι τοιαῦτα καταστήματα ἀποστάξεως ἀμυλωδῶν οὐσιῶν ἄνευ βλάβης, μολονότι σήμερον ἡ τελειοποίησις τῶν ὀργάνων τοῦ καθαρισμοῦ ἐβελτίωσε τὴν ποιότητα. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν στενοχωριῶν δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ ἄλλη διέξοδος. Ἢ θὰ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Μονοπωλίου νὰ χορηγῇ ἐπὶ ταῖς τιμαῖς, αἵτινες σήμερον εἶναι αἱ συνήθεις, τῶν 60–100 δραχμῶν, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἀπομένῃ ἐκ τῆς κατωτέρας ποιότητος, ἢ, ἂν ἴδωμεν, ὅτι τοῦτο δὲν πράττει, εἴτε διότι τὸ ἐξάγει, εἴτε διότι ἐπιχειρεῖ ἡ ἰδία ἀπόσταξιν,—ὅπερ θέλουσί τινες νὰ μὴ πράττῃ ἡ Ἑταιρεία, ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὸ πράξῃ, καὶ τότε θὰ στερήσῃ τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τῆς πρώτης ὕλης, —εἴτε διότι προτιμᾷ νὰ τὸ ἐξάγῃ, κατασκευάζουσα μετὰ σακχάρεως γλυκύσματα, καταναλισκόμενα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἐὰν, λέγω, ἴδωμεν ταῦτα, καὶ δὲν κατορθώσωμεν νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν Ἑταιρείαν νὰ διαθέτῃ ἓν ποσὸν 50,000,000 λιτρῶν τοὐλάχιστον ὑπὲρ τῆς ἐντοπίας οἰνοπνευματοποιΐας.
§93Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παραχωροῦμεν τότε πρὸς τὴν Ἑταιρείαν δύο μονοπώλια, τὸ τῆς σταφίδος καὶ τὸ τῆς οἰνοπνευματοποιΐας.
§94Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως, ἐὰν ὑφίσταται ὁ νόμος, καθ’ ὃν μόνον ἐκ σταφίδος ἐπιτρέπεται ἀπόσταξις οἰνοπνεύματος.
§95ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐὰν δὲν ἀπαγορεύηται διὰ τῆς συμβάσεως ἡ ἐσωτερικὴ ἐμπορία τῆς σταφίδος, ὡς δὲν ἀπαγορεύεται, εἶναι ἐλεύθεροι οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ νὰ ἀγοράζωσιν ὅσον ποσὸν θέλουσι διὰ τὴν βιομηχανίαν των.
§96ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§97Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐλύθη τὸ ζήτημα αὐτό.
§98Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τελευτῶν ἐπαναλέγω, ὅτι θεωρῶ δύσκολον νὰ δεχθῇ ἡ Ἑταιρεία νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν περιορισμὸν αὐτόν· ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναγινώσκων τὴν ἔκθεσιν καὶ τοὺς λόγους τῆς ἀναφορᾶς τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, καὶ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις τὰς γενομένας ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν Ἀττικῆς, κατορθώσῃ νὰ ἐπιτύχῃ παρὰ τῆς Ἑταιρείας συγκατάβασίν τινα, καθ’ ἣν νὰ μὴ ἀποστερήσῃ ἡ Ἑταιρεία τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἀπολύτως ἀναγκαιοῖ διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτῶν, καὶ νὰ χορηγῇ αὐτὸ πρὸς αὐτοὺς ἐπὶ ὅροις, οἱ ὁποῖοι νὰ καθιστῶσι προσιτὸν τὸ ποσὸν τοῦτο τῆς σταφίδος εἰς ὅλους. Διότι, ἂν αὔριον ἡ Ἑταιρεία εἴπῃ, ὅτι δίδει μὲν 60,000,000 λίτρας σταφίδος, ἀλλ’ ὁλικῶς, καὶ ἀπαιτεῖ ἀναγκαίως μεγάλην ἐγγύησιν ἀπὸ τοὺς ἀγοραστὰς, βεβαίως θὰ συμβῶσιν ὅσα συνέβησαν καὶ μὲ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ὅτε ἐβλέπετε, ὅτι συνεταιρίζοντο ὀλίγοι, ἵνα ἀποτελέσωσι Συνδικάτον, ὅπερ νὰ συγκεντρώσῃ εἰς χεῖράς του ὅλον τὸ ποσὸν, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ αἰσχροκερδεῖς ὅρους εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας τοὺς ἐκτὸς τοῦ Συνδικάτου, ἰδίως τοὺς τῶν ἐπαρχιῶν. Ἐὰν αὐτὸ τοῦτο ἐπαναληφθῇ καὶ μὲ τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Μονοπωλίου, θὰ ἔχωμεν τὰ αὐτὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπιτύχῃ τοιαύτην πρότασιν πλησίον τῆς Ἑταιρείας, ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ καὶ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῆς σταφίδος, ὑπὲρ οὗ συνηγορῶ. Ἀλλὰ τὸ νὰ θεωρήσωμεν τὴν σύμβασιν ἐν τῷ κενῷ τούτῳ ὡς μειονεκτοῦσαν, καὶ ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ ζητούμενον ὑπὸ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, ἂν ἐζητοῦμεν τοῦτο, διαμαρτύρομαι, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον οὔτε ἀληθές· διότι ἐζητήσαμεν τοιαύτας παραχωρήσεις, ἀλλὰ δὲν ἐστάθη δυνατὸν ἡ Ἑταιρεία νὰ δεχθῇ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοιούτους περιορισμούς. Διότι εἶναι φυσικὸν, ὅταν φορτώνηται ἡ Ἑταιρεία μὲ ποσὸν 60 ἕως 100 ἑκατομμυρίων λιτρῶν κατωτέρας ποιότητος σταφίδος ἐπὶ τιμῇ 100 φράγκων, σταφίδος, ἣν δύναται καὶ νὰ ἐξαγάγῃ ἐπωφελέστερον, εἶναι φυσικὸν, λέγω, ὅτι θέλει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα, ὅπως τὸ διαθέσῃ, ὡς θέλει.
§99Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἰδού, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ προκαταρκτικὴ συζήτησις ὠφέλησε.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 1037.85 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 24,607 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς γʹ συζήτησιν). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 72,780.49 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς γʹ συζήτησιν). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ παραχωρήσεως μονοπωλίου τῆς σταφίδος». (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει αὖθις τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος κ. Δ. Ράλλης).
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπεται, νομίζω, ν’ ἀνακοινώσω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γένηται συζήτησις περὶ τῆς ἀρχῆς τῆς συμβάσεως, νὰ γένηται δὲ μετὰ πάσης εὐρύτητος. Μετὰ τοῦτο δὲ, ἀφοῦ ἐξαντληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, νὰ γένηται συζήτησις ἐφ’ ἑκάστου τῶν ἄρθρων τῆς συμβάσεως. Οὕτω θέλουσιν ἀνακοινωθῆ αἱ γνῶμαι ἡμῶν, θέλομεν ἀνταλλάξει τὰς γνώμας ἡμῶν πάντες, ὅπως μάθωμεν, τί ἕκαστος φρονεῖ, καὶ μετὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τοῦτο διαγράφει ὁ Κανονισμός. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§103Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως δι’ αὔριον, διότι, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν προκαταρκτικῶς, καὶ μεθ’ ὅσα ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ καιρὸς, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Μονοπωλίου. Διότι, καθὼς βλέπετε, ἡ σύμβασις αὕτη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ προτοῦ ἀκόμη ἄρξηται ἡ συζήτησις αὐτῆς παρουσίασε κενὰ, ἅτινα θέτουσιν εἰς κίνδυνον μέγιστα συμφέροντα τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐζήτησα νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Εἶχε δὲ ἀπολύτως ἄδικον ὁ κ. προεδρεύων ἀντιπρόεδρος, ὅτε ἠθέλησε νὰ μὲ παρακωλύσῃ τοῦ λόγου· διότι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου εἶπεν, ὅτι τὰς αἰτήσεις ταύτας τῶν οἰνοπνευματοποιῶν ἐζήτησε καὶ ὑπεστήριξεν ἐν ταῖς συνεδριάσεσι τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Ἄγγλων κεφαλαιούχων ἀπέρριψαν αὐτάς. Οὕτω δὲν παραχωροῦμεν τὸ μονοπώλιον μόνον τῆς σταφίδος εἰς τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, ἀλλὰ παραχωροῦμεν καὶ τὸ μονοπώλιον τῆς οἰνοπνευματοποιΐας καὶ πλεῖστα ἄλλα, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς.
§104Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παραχωροῦμεν τὸ μονοπώλιον παντὸς προϊόντος ἐκ τῆς σταφίδος.
§105Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. .. Ἀλλ’ οὕτω θέλομεν ἐξαναγκάσει μεγάλην βιομηχανίαν, τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν καὶ οἰνοποιΐαν, νὰ παύσῃ ἐργαζομένη, καὶ θέλομεν ὠθήσει αὐτὴν εἰς τὴν καταστροφήν. Ἢ πρέπει νὰ φέρωμεν νόμον, δι’ οὗ νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν παραγωγὴν οἰνοπνεύματος ἐξ ἄλλων ὑλῶν, παραγουσῶν οἰνοπνεύματα καταστρεπτικὰ εἰς τὴν ὑγείαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας εἶπεν, ὅτι δὲν θὰ καταστρέψῃ τὴν περιουσίαν του. Πρέπει ὅμως νὰ ληφθῇ μέτρον, ὅπως καὶ σπουδαῖος κλάδος βιομηχανίας μὴ καταστραφῇ· διὰ τοῦτο δὲ ζητῶ καὶ τὴν ἀναβολήν. Διότι, ἂν οὕτω πως πρόκηται νὰ καταστραφῇ τοιαύτη βιομηχανία, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἀποζημιωθῶσι τὰ μεγάλα ἐργοστάσια, ἅτινα πρόκειται νὰ καταστρέψῃ ἡ Πολιτεία.
§106Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ σύμβασις νὰ συζητηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, τότε ἡ αἴτησις περὶ ἀναβολῆς δὲν ἤθελεν εἶσθαι εὔλογος. Ἀλλ’ ὅταν, ὡς προτείνει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, πρόκηται νὰ συζητήσωμεν κατ’ ἀρχὴν, ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς εἶναι λίαν δεδικαιολογημένη, καὶ πρέπει ν’ ἀναβληθῇ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ συζήτησις· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται συζήτησις κατ’ ἀρχὴν, ὅταν ἓν μέγα κεφάλαιον, τὸ ἀφορῶν τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς καὶ ποτοποιοὺς καὶ τοὺς κατασκευαστὰς τοῦ κονιὰκ, μία μεγάλη κατηγορία ἐθνικῆς παραγωγῆς δὲν γνωρίζωμεν ποίαν τύχην θέλει λάβει; Ἀφοῦ ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι αὔριον πρόκειται νὰ ἴδῃ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, ἀφοῦ ἠκούσαμεν τὴν ἑτέραν γνώμην, ὅτι δὲν φαίνονται διατεθειμένοι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑταιρείας τοῦ Μονοπωλίου νὰ δεχθῶσι τὰς προτάσεις ταύτας, εἶναι δικαία ἡ ἀναβολὴ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅπως ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς συνεννοηθῇ μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν οἰνοπνευματοποιῶν καὶ μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑταιρείας τοῦ Μονοπωλίου καὶ προβῶμεν οὕτως, ἔχοντες τὰ δύο ταῦτα κεφάλαια καθωρισμένα, εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως καὶ κατόπιν εἰς τὰς λεπτομερείας. Δὲν διαβλέπω τοὺς κινδύνους, οἵτινες ἐπικρέμανται κατὰ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους ἐκ τῆς ἀναβολῆς ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας. Ἀπ’ ἐναντίας νομίζω, ὅτι ἡ ἀναβολὴ τὰ μέγιστα θέλει συντελέσει εἰς τὴν διαφώτισιν τῆς συζητήσεως· διότι καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης ἀνέπτυξε πολλοὺς λόγους, οἵτινες πολὺ διεφώτισαν ἡμᾶς, καὶ θέλομεν εἶσθαι εἰς κατάστασιν νὰ συζητήσωμεν περὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς συμβάσεως, ἀφοῦ αὔριον κανονισθῶσι τὰ ζητήματα τὰ θεμελιώδη ἐπὶ τῶν δύο κεφαλαίων τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν, οὐχὶ διότι ἐπιθυμῶ νὰ συζητήσωμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅπως σπεύδοντες φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα, ἀλλὰ διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ συνεννοηθῶμεν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Ἄγγλων κεφαλαιούχων, πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν ἐφ’ ὅλων τῶν θεμάτων, ἐφ’ ὧν ἡ Βουλὴ θέλει ἔχει διάφορον γνώμην. Ἐὰν τώρα ὑμεῖς προβάλλητε, ὅτι ἔχετε διάφορον γνώμην ἐπὶ τῆς διατάξεως περὶ οἰνοπνευματοποιΐας καὶ ποτοποιΐας, δὲν γνωρίζω τί θέλει ἀποφασίσει ἡ Βουλή. Ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὸν ἰσχυρισμὸν ὑμῶν, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις· ἀλλ’ ἐνδέχεται κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν νὰ παρουσιασθῇ παραπλησία περίπτωσις, ἑπομένως νὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη καὶ ἑτέρας συνεννοήσεως, ἴσως δὲ καὶ τρίτης καὶ τετάρτης. Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης νὰ συζητήσωμεν ἐν τάξει. Πρῶτον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι ἤκουσά τινων τῶν κ. Βουλευτῶν μὴ ἀσπαζομένων τὴν ἀρχήν. Μετὰ ταῦτα θέλομεν ἴδει ἐπὶ τίνων διατάξεων ὑπάρχουσι δισταγμοί· καὶ ἂν τοιοῦτοι ὑπάρχωσι πολλοί, τότε καλὸν εἶναι ἐφ’ ὅλων τούτων νὰ ἔλθω συγχρόνως εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑταιρείας, εἰς νέας διαπραγματεύσεις. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ παρουσιάζωμαι ἑκάστοτε, ὁσάκις προβάλλεται δισταγμός, καὶ νὰ προβαίνω εἰς συνεχεῖς καὶ πολλὰς διαπραγματεύσεις, διότι τοῦτο εἰς οὐδὲν θέλει συντελέσει.
§108Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τῶν κυρίων συναδέλφων, τῶν προλαλησάντων, τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, καὶ δι’ οὓς λόγους ἀνέφεραν οἱ κύριοι συνάδελφοι, καὶ διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μελετήσωμεν τὴν σύμβασιν ἐπισταμένως, καθόσον πρόκειται νὰ δεσμευθῇ τὸ Κράτος ἐπὶ 20 ὁλόκληρα ἔτη. Πρόκειται νὰ παραδώσωμεν τὸ πολυτιμότερον τῆς χώρας προϊὸν εἰς χεῖρας Ἑταιρείας ξένης, ἥτις θὰ διαχειρισθῇ οὕτως ὕψιστα οἰκονομικὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος· καὶ θὰ ἦναι λυπηρόν, Κύριοι, ἄνευ μελέτης καὶ προεπεξεργασίας νὰ προβῶμεν εἰς ψήφισιν συμβάσεως, ἥτις οὕτως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιφέρῃ περιπλοκάς, αἵτινες ἀναμφισβητήτως θέλουσιν ἐπιδράσει οὐ μόνον ἐπὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Δὲν ὁμιλῶ περὶ μὴ ψηφίσεως τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ αὕτη, καὶ τότε νὰ προβῶμεν εἰς ἐπιψήφισιν.
§109Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἡμεῖς γνωρίζομεν τὰ συμφέροντά μας κάλλιον.
§110Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ἡμεῖς γνωρίζομεν, τί συμφέρει καὶ τί δὲν συμφέρει, ὄχι εἰς ὑμᾶς, ἀλλ’ εἰς τὸ Κράτος, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀτομικῶν συμφερόντων, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μᾶς τὸ ὑποδείξητε. Δὲν ἀνήκομεν εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἀλλ’ εἰς ὅλον τὸ ἔθνος, καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, ἥτις ἴσως θὰ ἦναι καὶ ἡ ὀρθοτέρα καὶ ἡ μᾶλλον βαρύνουσα, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι δὲν ἔχομεν ὑλικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα νὰ δύνανται νὰ μᾶς ἐπηρεάσωσιν εἰς τὸ νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην μεροληπτικήν, ὅπως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ δι’ ἐκείνους, οἵτινες συνδέονται μετὰ τῶν σταφιδοφόρων πληθυσμῶν καὶ ἔχουσιν ἄμεσα ὑλικὰ συμφέροντα. Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον, κατὰ τὴν ἐφετεινὴν ἐσοδείαν. Ὅτι δὲ τοῦτο εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μονοπώλιον κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μᾶς τὸ εἴπωσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, μᾶς τὸ λέγουν αὐτὰ τὰ πράγματα, ὅσοι δὲ κατέγειναν περὶ τὰ τοιαῦτα γνωρίζουσιν, ὅτι, ἵνα καταρτισθῇ μία τοιαύτη ἐπιχείρησις καὶ λειτουργήσῃ, ἀπαιτεῖται χρόνος, καὶ χρόνος μακρός. Νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς διάστημα 15 ἡμερῶν ἢ καὶ ἑνὸς μηνὸς νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ κεφάλαια, νὰ καταρτισθῇ Ἑταιρεία, νὰ μελετηθῶσιν ὅλαι αἱ λεπτομέρειαι τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτῆς, καὶ νὰ ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία τοῦ καινοφανοῦς αὐτοῦ θεσμοῦ ἀπὸ τῆς 15 Αὐγούστου ἢ τῆς 1 Σεπτεμβρίου, ὅτε ἡ σταφὶς παραδίδεται εἰς τὸ ἐμπόριον; Ἡ ἀναβολὴ ἑπομένως τῆς συζητήσεως ἐπιβάλλεται, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀρχομένου σταφιδικοῦ ἔτους. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Ἑταιρεία ἐξεύρῃ τὰ κεφάλαια, δὲν ἔχει τὸν ἀναγκαῖον χρόνον, ὅπως λειτουργήσῃ ὡς πρέπει καὶ ὡς κελεύει ἡ σύμβασις καὶ ὁ νόμος. Ὅταν λοιπὸν πρόκηται περὶ θεσμοῦ, ὅστις πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ μετὰ παρέλευσιν ἐνιαυτοῦ, πρὸς τί αὐτὴ ἡ σιδηροδρομικὴ ταχύτης, νὰ προβῶμεν εἰς ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως, καὶ νὰ μὴ δοθῇ ἀναβολὴ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ὅπως μελετήσωμεν, ὅπως σπουδάσωμεν τὴν σύμβασιν ἐν ταῖς λεπτομερείαις; Καὶ προκαλῶ ἰδίως τοὺς νομομαθεῖς, τοὺς παρακαθημένους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ ἐκφέρουν τὴν γνώμην των ἐπὶ τοῦ νομικοῦ μέρους τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ κυροῦντος αὐτὴν νομοσχεδίου, διότι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἐν τῇ συμβάσει διατάξεις, αἵτινες ἀνατρέπουσι τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ χορηγήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως, ὅπως μελετήσωμεν αὐτὴν ἐν ἀνέσει καὶ δυνηθῶμεν ἐν ἐπιγνώσει νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐξετάσεως αὐτῆς.
§111Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἡ ἔναρξις τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως δὲν σημαίνει καὶ ἐπιψήφισιν. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς δὲν θὰ καταλήξῃ βεβαίως τὴν ἑσπέραν ταύτην, οὔτε θὰ λήξῃ.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε συνεπάγεται τὴν ἐπιψήφισιν.
§113Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἁπλῶς ἡ ἔναρξις τῆς συζητήσεως εἶναι κατ’ ἀρχὴν συζήτησις πρὸς διαφωτισμόν. Ἔχομεν δὲ συμφέρον νὰ καθησυχάσωμεν τοὺς πληθυσμούς, οἵτινες εἶναι τεταραγμένοι. Τὸ λεχθὲν δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνεννοηθῇ μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑταιρείας τοῦ Μονοπωλίου, δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι ἡ συζήτησις θὰ γείνῃ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν· δύναται δὲ νὰ συνεννοηθῇ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι, εἴτε ἐφαρμοσθῇ ἡ σύμβασις κατὰ τὸ τρέχον ἔτος εἴτε δὲν ἐφαρμοσθῇ, οὐδεμία θὰ ἐπέλθῃ βλάβη ἐκ τῆς ἀναβολῆς, δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον συμβαίνει, καθόσον ἀκριβῶς διὰ τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως καὶ διὰ τῆς συνεννοήσεως τῆς ταχυτέρας τοῦ σεβαστοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν μελῶν τῶν ἀντιπροσωπευόντων τοὺς κεφαλαιούχους δύναται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα πολὺ ταχέως, καὶ νὰ μὴ διατελῶμεν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀπορίας, ἂν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου ἡ σύμβασις ἢ δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ, — πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιφέρῃ μεγίστην βλάβην εἰς τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν καὶ τοῦ ἐμπορίου ἐν γένει. — Διὰ τοῦτο νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ αἴτησις τῆς ἀναβολῆς, καὶ μάλιστα ἐπὶ 24 ὥρας, οὐδένα λόγον ἔχει. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, νὰ γείνῃ ἔναρξις τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία, ὡς εἶπον καὶ ἐν ἀρχῇ, δὲν σημαίνει καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως, δὲν σημαίνει καὶ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως. Θὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν, θὰ προχωρήσωμεν, ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, καὶ ἂν δὲν περατώσωμεν αὐτὴν σήμερον, ὡς εἶναι ἑπόμενον, θὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν ἑπομένην. Ἀλλ’ ἐὰν ἀρχίσωμεν ἀπὸ τώρα ζητοῦντες τὴν ἀναβολὴν διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον, αὔριον θὰ γείνῃ ἄλλη πρότασις παρ’ ἄλλων βιομηχάνων, βλαπτομένων, καθ’ ἃ αὐτοὶ νομίζουσι, καὶ θὰ ἔχωμεν αἰτήσεις ἀναβολῆς καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ εἰσέλθωμεν ποτὲ εἰς τὴν συζήτησιν. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἐβασανίσθησαν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ, ἐπὶ τόσους μῆνας ἀναμένοντες τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος, τοῦ μέλλοντος νὰ κανονίσῃ τὴν τύχην αὐτῶν, τοῦ μέλλοντος νὰ κανονίσῃ τὸν ἄρτον τῶν οἰκογενειῶν των. Πρέπει νὰ κάμωμεν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως, διὰ νὰ δώσωμεν λύσιν τινὰ εἰς τὸ ζήτημα, εἴτε ψηφίζοντες εἴτε καταψηφίζοντες τὴν σύμβασιν, ἵνα καὶ αὐτοὶ λάβωσι μίαν ἀπόφασιν, ὅτι δύνανται νὰ ἐλπίζωσιν ἢ νὰ ἀπελπισθῶσι, καὶ νὰ παύσωσιν ἱκετεύοντες.
§114Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει ἀφεύκτως ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης εἰς τὴν συζήτησιν· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ καὶ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖται ἡ ἀναβολή, ἀφοῦ ἀκόμη δὲν ἐγένετο ἀρχή. Εἴμεθα εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν. Θὰ διαρκέσῃ καὶ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις καὶ ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις ἐπὶ μακρὸν χρόνον, καὶ ὅλαι αἱ γνῶμαι, ὅλαι αἱ προτάσεις καὶ τροποποιήσεις θὰ δοθῇ καιρὸς νὰ ὑποβληθῶσι καὶ ἀναπτυχθῶσι, καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ἐπ’ αὐτῶν μίαν ἀπόφασιν, συνεννοουμένη μετὰ τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ὅταν ἰσχυριζώμεθα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνεκα τοῦ προκεχωρηκότος τοῦ ἔτους νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ σύμβασις ἀπὸ τοῦ ἔτους τούτου, δὲν νομίζω ὅτι εἴμεθα δικαιολογημένοι, ἀμελοῦντες τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως, διότι ἐν αὐτῇ ἀκριβῶς τῇ συμβάσει, ἐν ἄρθρῳ 38 ὁρίζεται, ὅτι, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ σύμβασις ἀπὸ τοῦ ἔτους τούτου, πρέπει αὕτη νὰ ἔχῃ ψηφισθῆ μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου. Δὲν λέγω, ὅτι ἀπὸ σήμερον, ἀπὸ τῆς 15 Μαΐου μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου δὲν δίδεται ἀρκετὸς χρόνος, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης ὄχι μόνον πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, ἀλλὰ πρέπει καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας νὰ ὑποβληθῶσι τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναλάβωσι τὸ ἥμισυ τῶν κεφαλαίων. Διὰ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἔχηται ἀμελῶς τῆς συμβάσεως, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ σπουδαῖος λόγος, νὰ μὴ ἀναβάλῃ τὴν ἐργασίαν ἐπὶ τῆς συμβάσεως. Ἔχω μάλιστα τὴν ἰδέαν, ὅτι τοῦτο ἤθελε καὶ κακὴν ἐντύπωσιν προξενήσει εἰς τὰς σταφιδικὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας φόβος ἐπικρατεῖ, μὴ δὲν ψηφισθῇ, οὐχὶ διότι νομίζουσιν, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως θὰ παύσῃ ἡ κακὴ κατάστασις τῆς σταφίδος, ἀλλὰ διότι πιστεύουσιν, ὅτι πᾶσα ἀναβολὴ θὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως ἀπὸ τοῦ ἔτους τούτου. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως. Ἐπειδὴ ὅμως ἐλέχθη πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐγὼ ἐβεβαίωσα ὅτι ἀπερρίφθησαν τῶν οἰνοπνευματοποιῶν αἱ προτάσεις ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν, ἐξηγῶ, ὅτι δὲν εἶπον τοῦτο, οὐδ’ ἐνόησα τοιοῦτόν τι. Αἱ προτάσεις αὗται ἦσαν ἄγνωστοι καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Δὲν ἐτέθη ἡ Ἑταιρεία ἀπέναντι αὐτῶν τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας σήμερον ἀναγινώσκομεν, ἵνα ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν τὰς δέχεται· ἀλλὰ ἐκ τῶν γνωμῶν αὐτῆς, ἐκ τῶν ἰδεῶν αὐτῆς, ἐξ ἄλλων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι εἰσήχθησαν εἰς τὴν σύμβασιν, δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ ὡς ἀπορριφθείσας ὅλας ἐκείνας τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔτεινον νὰ περιορίσωσι τὴν Ἑταιρείαν εἰς τὰ τῆς διαθέσεως τῆς σταφίδος, ἐκείνης ἰδίως, ἥτις θὰ ἐχρησίμευεν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο εἶπον. Τοῦτο δὲν ἐνέχει τὴν γνώμην, ὅτι ἀπερρίφθησαν ἤδη καὶ ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτοι τοιαῦται προτάσεις. Δύνανται νὰ ὑποβληθῶσι, καὶ ἡ Ἑταιρεία θὰ σκεφθῇ, ἂν θὰ τὰς δεχθῇ.
§115Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ στιγμιαίαν χθὲς ἀπουσίαν μου ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, παρ’ ἐλπίδα, ἐψηφίσθη ἡ πρόταξις τῆς συμβάσεως κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Καὶ λέγω παρ’ ἐλπίδα, διότι ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰπόντος ἐν τῇ προεισαγωγικῇ ἀγορεύσει του, ὅτι θὰ διαβιβάσῃ ἀντίγραφον τῆς συμβάσεως εἰς ὅλους τοὺς δήμους καὶ εἰς ὅλας τὰς κοινότητας, εἰ δυνατόν, ὥστε πανταχόθεν νὰ συλλέξῃ τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ διαφωτίσωσι καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν. Μετὰ τὴν τοιαύτην δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, βεβαίως δὲν ὑπέθετον ποτὲ, ὅτι κατὰ τὴν στιγμιαίαν ἀπουσίαν μου ἤθελεν ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ νὰ προταχθῇ ἡ σύμβασις κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν.
§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§117Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§119Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγὼ, καὶ αὐτὸ βεβαιῶ. Ἐννοῶ, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι ἐναντίον τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξεφράσατε, ὅτι θέλετε νὰ συλλέξητε φῶτα καὶ ἐκ τῶν δήμων καὶ ἐκ τῶν κοινοτήτων, ὅπως φωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς μετὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἀπεφασίσθη ἡ πρόταξις τῆς συμβάσεως.
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ σᾶς λύσω τὴν ἀπορίαν;
§121Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἐγὼ καὶ τότε ὑπέλαβον καὶ σήμερον φρονῶ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ ἡ σύμβασις καὶ νὰ τελειώσῃ ἀπόψε, ὅτι αἱ τρεῖς ἀναγνώσεις θέλουσιν ἴσως καταναλώσει δέκα ἡμέρας τοὐλάχιστον, ἐν τῷ διαστήματι δὲ τῶν δέκα ἡμερῶν θέλομεν ἔχει τὰς γνώμας ὅλου τοῦ κόσμου.
§123Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἀλλὰ πρὸ τούτου θ’ ἀκολουθήσω τὴν σειρὰν τοῦ συλλογισμοῦ, τὸν ὁποῖον θέλω νὰ ἀναπτύξω. Ἠπόρησα λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, πῶς ὡρίσθη ἡ σύμβασις εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, ἀφοῦ μάλιστα, ὡς εἶναι γνωστόν, τόσον σοβαρά, τόσον πρωτοφανὴς σύμβασις διενεμήθη μόλις προχθὲς εἰς τοὺς Βουλευτὰς, τὸ δὲ νομοσχέδιον εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον δὲν περιῆλθεν, εἰμὴ χθὲς μετὰ μεσημβρίαν. Ἡ ἀξίωσις λοιπὸν τῶν θαυμαστῶν τῆς συμβάσεως, ὅπως ἐντὸς 20 ὡρῶν ἢ μᾶλλον 10 ὡρῶν μελετηθῇ τόσον σοβαρά, τόσον πρωτοφανὴς σύμβασις, ἀσκοῦσα ἀπόλυτον ἐπιρροὴν ἐπὶ ὅλου τοῦ ἔθνους, ἐπὶ τῆς ὑπάρξεως ἀκόμη καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτοῦ, δύναμαι νὰ εἴπω, μοὶ ἐφάνη λίαν τολμηρά. Καὶ δὲν μὲ λανθάνει ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἤκουσα καὶ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἠλείας Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν θὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις ἀμέσως ταύτην τὴν ἑσπέραν· ἀλλὰ λησμονοῦσιν ἀμφότεροι, ὅτι, διὰ νὰ μορφώσῃ τις γνώμην, διὰ νὰ ταχθῇ τις ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς συμβάσεως, ὀφείλει νὰ μελετήσῃ, ὀφείλει νὰ χωνεύσῃ τὴν σύμβασιν, ὀφείλει νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ἢ νὰ δώσῃ ψῆφον ἐν συνειδήσει. Δὲν δύναταί τις βεβαίως ἀμελετήτως καὶ ἀνεπιγνώστως νὰ ταχθῇ ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης γνώμης, καὶ κατόπιν νὰ φωτισθῇ καὶ νὰ μεταβάλῃ γνώμην. Ὁ κύριος ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς μᾶς ἀντέταξεν, ὅτι οἱ πληθυσμοὶ οἱ σταφιδικοὶ διατελοῦσιν ἐν ἐξάψει· ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι διατελοῦσιν ἐν ἐξάψει, πρέπει νὰ δοθῇ καὶ εἰς τοὺς πληθυσμοὺς αὐτοὺς καὶ εἰς τοὺς διατελοῦντας ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπιρροὴν, ὑπὸ τὰς ἀπειλὰς τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν Βουλευτάς.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δά! κανεὶς δὲν εὑρίσκεται ὑπὸ ἀπειλάς.
§125Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον καὶ ἂν θέλωμεν νὰ διαψεύσωμεν τὰ πράγματα.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· δὲν πρόκειται περὶ πραγμάτων· πρόκειται μόνον περὶ φαντασιῶν.
§127Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι καὶ τηλεγραφήματα ἀπηυθύνθησαν εἰς τοὺς Βουλευτάς.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ παντὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν τόπον, ἀπευθύνονται τηλεγραφήματα.
§129Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Καὶ ἀποδοκιμάζονται Βουλευταί.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο τηλεγραφήματα ἔλαβον, εἰς τὰ ὁποῖα οὐδὲ ἀποδοκιμασία τις ὑπάρχει οὐδὲ φράσις δριμεῖα.
§131Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Τοὐλάχιστον εἶναι γνωστὸν, ὅτι πλεῖστοι Βουλευταὶ δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ εὑρίσκωνται, ὅπως ἀποφασίσωσι μὲ ἐλευθέραν συνείδησιν καὶ μὲ ἀνεξαρτησίαν φρονήματος. Οὐδένα δύναταί τις νὰ ἀδικήσῃ, κύριε ἐξ Ἠλείας Βουλευτὰ, ὅταν οὗτος διατελῇ ὑπὸ τοιαύτην ψυχολογικὴν βίαν· διότι ψυχολογικὴ βία εἶναι, ὅταν ἀποδοκιμάζηται εἷς Βουλευτὴς, ψυχολογικὴ βία εἶναι, ὅταν ἀπειλῆται, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὸν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος ἠπειλήθη;
§133Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Τοὐλάχιστον δι’ ἕνα Βουλευτὴν ἔχω αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἤχθησαν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου. Λοιπὸν, διότι διατελοῦσιν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ἐν ἐξάψει, δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον πρέπει νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς καιρὸς, ὥστε καὶ διὰ τῆς σκέψεως τῆς ἰδίας καὶ διὰ τῶν φώτων τῶν ἄλλων νὰ καθησυχάσωσιν ὀλίγον καὶ νὰ μὴ περιμένωσιν, ὅτι δύνανται διὰ τῆς συμβάσεως καὶ μόνης, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὕτη, νὰ σωθῶσιν. Ἵνα δὲ ἐννοήσῃ τις τὴν ψύχωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν δυστυχῶς διατελοῦσιν οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ πληθυσμοὶ, ἐνθυμίζω ὅτι, ὅτε κατηρτίζετο ἀκόμη ὑπὸ τῆς ἄλλης ἐπιτροπῆς τὸ ψηφισθὲν ἤδη νομοσχέδιον, «περὶ μεταρρυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου ΒΦΠΓʹ τοῦ 1899 περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης», καὶ πρὶν ἢ οἱ Βουλευταὶ λάβωσι γνῶσιν αὐτοῦ, πρὶν ἢ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη καταρτίσῃ τοῦτο, συνήρχοντο οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ εἰς συλλαλητήρια, καὶ διετάσσοντο οἱ Βουλευταὶ, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, νὰ ψηφίσωσι καὶ νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ νομοσχέδιον· ποῖον νομοσχέδιον; τὸ ἄγνωστον, τὸ ἀκατάρτιστον! Αὐτὸ τοῦτο ἀκριβῶς συνέβη καὶ τώρα κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ μονοπωλίου· πρὶν ἢ καταρτισθῇ, πρὶν ἢ λάβῃ γνῶσιν καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου, συλλαλητήρια ἐπὶ συλλαλητηρίων καὶ δι’ ὅλων τῶν μέσων ἐκδηλώσεις ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ μονοπωλίου· ποίου μονοπωλίου; τοῦ ἀγνώστου μονοπωλίου, ὅπερ μόλις σήμερον ἡμεῖς εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίσωμεν καὶ μελετήσωμεν. Ἀκριβῶς λοιπὸν διότι οὐδὲ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, οὐδὲ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ φρονήματος καὶ τῆς πεποιθήσεως τῶν Βουλευτῶν προσήκει ἡ τοιαύτη ἐσπευσμένη καὶ ἀμελέτητος ἀκόμη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, προτείνω νὰ ἀναβληθῇ αὕτη διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ὅπως δοθῇ καιρὸς εἰς ὅλους τοὺς Βουλευτὰς νὰ μελετήσωσι τὴν σύμβασιν ἐπισταμένως.
§134Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§135Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ἵνα μὴ εἰσέλθω πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς εἰς ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τῆς συμβάσεως, ὅπως ἀποδείξω τὸ ἀπαραίτητον τῆς ἀναβολῆς, συντρέχουσι πολλοὶ λόγοι. Θὰ ὑπομνήσω μόνον εἰς τοὺς ἐκ τῶν σταφιδικῶν ἐπαρχιῶν Βουλευτὰς, ὅτι ἡ σπουδὴ, ἡ ὁποία καταδηλοῦται πάντοτε εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, καὶ ἡ διαίρεσις τῆς Ἑλλάδος εἰς ζώνας, σταφιδικὴν, θεσσαλικὴν καὶ ἄλλας, κατακερματίζει τὴν Ἑλλάδα, χωρίζει τὰ συμφέροντα αὐτῆς εἰς ζώνας καὶ καταστρέφει τὸ γενικὸν συμφέρον καὶ τὴν ἐθνικὴν ἑνότητα. Ὥστε ἂς μὴ ἀξιῶσιν οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι μόνον αὐτοὶ ἔχουσι τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὸ καθῆκον νὰ φροντίσωσιν, ὅπως συζητηθῇ ἡ σύμβασις μετὰ μεγάλης σπουδῆς· ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην νὰ σχηματίσω γνώμην καὶ πεποίθησιν, ἐὰν δὲν δοθῇ καιρὸς εἰς ἐμὲ—ὡς καὶ εἰς ἄλλους Βουλευτὰς—νὰ μελετήσω ταύτην ἐπαρκῶς.
§136Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὅτε χθὲς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου, βεβαίως δὲν ἐσκόπουν ὑπὸ τὸ κράτος πιέσεως νὰ ζητήσω, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀμελετήτως εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοσοῦτον σπουδαίας συμβάσεως. Ἐξήγησα, ὅτι ἐθεώρουν ἀναγκαῖον νὰ ἄρξηται ἡ Βουλὴ τῆς μελέτης τῆς συμβάσεως, διότι δυστυχῶς, ἐνῷ διατελοῦσιν ἐν ἐξάψει δικαίᾳ οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ, εὑρίσκονται ἄνθρωποι, ζητοῦντες νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τοὺς πληθυσμοὺς αὐτοὺς κατὰ πολιτευομένων διὰ τῆς συκοφαντίας καὶ ῥᾳδιουργίας. Ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τὰς καθ’ ἡμῶν ἐνεργείας τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, καὶ νομίζω ὅτι ὄχι μόνον αὐτὸς ὁ λόγος συντρέχει, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν ταχυτέραν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ σημερινὴ δήλωσις τοῦ ἡμιεπισήμου ὀργάνου τῆς Κυβερνήσεως ἐπιτείνει ἔτι μᾶλλον τὴν ἀνάγκην ταύτην.
§137Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Βεβαίως οἱ ἐπιμένοντες εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως ταύτης εἶναι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καταγόμενοι συνάδελφοι, καὶ βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ ἀποδώσω οὐδεμίαν μομφὴν περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται νὰ δικαιολογήσω τὴν θέσιν μου, καὶ βεβαίως πᾶς τις καὶ ἐξ ὑμῶν, εὑρισκόμενος ὑπὸ τοιαύτην πίεσιν, ὑπὸ τοιαύτην κατηγορίαν, τοῦτ’ αὐτὸ ἤθελε ζητήσει. Πολὺ δικαία εἶναι βεβαίως ἡ αἴτησις τῶν ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν συναδέλφων, διότι καὶ ἐγὼ, ἐὰν ἤμην ἐξ ἐκείνων, τὸ αὐτὸ ἤθελον ζητήσει· φρονῶ ὅμως, ὅτι ἡ σύμβασις περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος εἶναι τὸ μεγαλείτερον τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι ζήτημα μεγαλείτερον καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου, εἶναι ζήτημα, ὅπερ σπουδαίως πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν· διότι, ἐὰν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εὑρίσκοντο ἄνδρες μὴ ἐπηρεαζόμενοι οὔτε ἀπὸ συλλαλητήρια οὔτε ἀπὸ τὴν ἐξέγερσιν τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἔχοντες τὴν ἐλευθερίαν, ἔχοντες τὸ θάρρος, ὡς ἀντιπροσωπεύοντες τὰς ἐπαρχίας των καὶ τὸ ἔθνος, νὰ εἴπωσιν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι δὲν ἦτο συμφέρον νὰ γείνῃ ὁ πόλεμος, βεβαίως δὲν θὰ εἴχομεν τὰς συνεπείας αὐτοῦ. Σήμερον λοιπὸν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, νομίζω ὅτι πρέπει, ἀνεξαρτήτως πάσης πολιτικῆς ἀποχρώσεως, ἀνεξαρτήτως παντὸς ἐπηρεασμοῦ, παντὸς συμφέροντος, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, νὰ μείνωσι κύριοι καὶ ἐλεύθεροι, ἵνα ἐκφράσωσι τὰς γνώμας των. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἴτε ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις εἰς ἄλλην ἡμέραν εἴτε δὲν ἀναβληθῇ, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω, εἶναι νὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τοὺς ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καταγομένους, νὰ μὴ προβάλωσι πλέον ὡς αἰτιολογίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι οἱ πληθυσμοὶ οἱ σταφιδικοὶ ἐξηγέρθησαν, νὰ μὴ προβάλωσιν, ὅτι ἐπίκειται ἡ τελεία καταστροφὴ αὐτῶν, καὶ ἄλλα τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, ὅπως πείσωσι τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἐπειδή τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπρότειναν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ὑποθέτω διὰ τὴν αὔριον, δὲν νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τῆς τοιαύτης ἀναβολῆς εἶναι τόσον σοβαρὸν, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἀνεπαισθήτως ἡ ἀναβολὴ διὰ τῆς παρατάσεως τῆς ἐπὶ τούτῳ συζητήσεως ἐπὶ τόσην ὥραν, καὶ ἴσως διά τινος ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας μετ’ ὀλίγον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει δυνάμενον νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως διὰ τὴν αὔριον, ἀφοῦ μάλιστα παρουσιάσθη τὸ σοβαρὸν ζήτημα τοῦ ὑπομνήματος τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, οἵτινες ἀντιπροσωπεύουσι κεφάλαια 40 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ οἵτινες, ἐὰν ἀποκλεισθῶσι σήμερον ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς τῆς σταφίδος, βεβαίως δὲν ἔχουσι πλέον ὕπαρξιν.
§138Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ ἐμὲ, εἴτε ψηφισθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ σύμβασις εἴτε ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον, τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει ἀξίαν, καὶ τοῦτο, διότι μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὰς γνώμας τῶν διαφόρων φίλων του ἐκ τῶν διαφόρων σταφιδικῶν πληθυσμῶν, τὸ ζήτημα, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἰσῆλθεν εἰς τὸ ἀδιέξοδον, διότι οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀπὸ δεκαετίας ζητοῦσι τόπους καταναλώσεως διὰ τὴν σταφίδα, καὶ διὰ τοῦτο τὸ νομοθετικὸν σῶμα μετὰ πολλὰς καὶ διαφόρους σκέψεις καὶ συζητήσεις κατέληξεν εἰς τὴν παρακράτησιν, ἡ ὁποία ὅμως ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἐπέφερε τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσεδόκων οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι τὴν αὐτὴν θέρμην, τὴν ὁποίαν σήμερον ἔχουσι διὰ τὸ μονοπώλιον, εἶχον καὶ ὅτε παρουσιάσθη τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως. Τί λοιπὸν ζητοῦσιν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί; Ζητοῦσι διέξοδον διὰ τὴν σταφίδα, τόπον καταναλώσεως. Αὐτὸ λέγουσι καὶ σήμερον, αὐτὸ θὰ εἴπωσι καὶ αὔριον εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι δὲν θὰ ἦναι σύμφωνοι, διότι ἑκάστη τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἔχει ἴδια συμφέροντα, καὶ θὰ γεννηθῶσι συζητήσεις καὶ ἀμφιβολίαι, καὶ τὸ πρᾶγμα θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ἀδιέξοδον· καὶ τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ μᾶς εἴπῃ: «τί νὰ σᾶς κάμω! οἱ μὲν λέγουσι τοῦτο, οἱ ἄλλοι ἐκεῖνο· ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἔχω γνώμην»! Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅτε ἐπελάβετο τῆς συζητήσεως μετὰ τῶν ξένων κεφαλαιούχων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ σταφὶς συνδέεται μετὰ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἑλληνικῆς βιομηχανίας, καὶ τὰ ζητήματα ταῦτα σπουδαίως ἔπρεπε νὰ μελετήσῃ, σπουδαίως ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ, ἂν ὤφειλε νὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν κεφαλαιούχων ἐκείνων, προκειμένου περὶ τοιαύτης συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν· καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσιζεν ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως, ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι ἐπωφελὴς εἰς τὸν τόπον, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπῃ: «τοῦτο εἶναι τὸ συμφέρον, τοῦτο πρέπει νὰ πράξωμεν»· καὶ τότε ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῇ τῶν λεπτομερειῶν. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην, ὅτι, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδείκνυε τοῦτο τὸ θάρρος, δὲν θὰ εἴχομεν σήμερον αὐτὰς τὰς συζητήσεις. Ἀλλὰ δυστυχῶς μὲ τὸ «ἤξεις ἀφίξει», τὸ ὁποῖον πάντοτε εἰς τὰς σκέψεις του ἐπεκράτησεν, ἐπέφερε τὴν κατάστασιν ταύτην, ἡ ὁποία, μετὰ λύπης λέγω, εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα θὰ ἀπολήξῃ. Εἶναι λοιπὸν ἀναγκαῖον, πρωτίστως ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις ἡγεῖται τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ μᾶς εἴπῃ καθαρῶς ὁποίαν ἔχει γνώμην περὶ τοῦ ζωτικωτάτου τούτου ζητήματος, καὶ ἂν ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι ἄρθρα τινὰ ἢ ἐδάφια χρήζουσι τροποποιήσεως, — ἣν βεβαίως θὰ προέβαλε καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑταιρείας τοῦ Μονοπωλίου, ἀλλὰ δὲν ἐπέτυχε, — νὰ τὸ εἴπῃ καθαρά, ἵνα δυνηθῇ ἕκαστος Βουλευτὴς νὰ σχηματίσῃ σαφῆ καὶ καθαρὰν γνώμην. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι οἱ Βουλευταί, ὡς εἶπόν τινες, θὰ σκεφθῶσι συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα ἢ μᾶλλον πρὸς τὴν νευρικὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία κρατεῖ εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, ἀλλὰ θὰ σκεφθῶσιν ὁποῖον εἶναι τὸ ἀληθές, τὸ πραγματικὸν συμφέρον τοῦ κόσμου ἐκείνου. Ἐγώ, Κύριοι, καίτοι κατάγομαι ἐξ ἐπαρχίας σταφιδοπαραγωγοῦ, — οὐχὶ βεβαίως μεγάλου ποσοῦ, — καίτοι εἶμαι μικρὸς σταφιδοκτήμων καὶ συμφέρον ἔχω οὐ μόνον προσωπικόν, ἀλλὰ καὶ συγγενικὸν καὶ τοπικόν, διότι πάντες οἱ συγγενεῖς μου καὶ πλεῖστοι συμπολῖταί μου ἔχουσι σταφιδαμπέλους ἀρκετὰ ἐκτεταμένας, καὶ πολλὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων παράγουσι, δὲν θὰ προσέξω ποτὲ εἰς τὸ συμφέρον τοῦτο, προκειμένου περὶ ὑποθέσεως τοιαύτης, ἡ ὁποία ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν θὰ δεσμεύσῃ τὸν τόπον. Εὑρίσκω συμφερούσας πολλὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται εἰς τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ καὶ πολλὰ τρωτὰ ἐν αὐτῇ. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τὴν σαφῆ καὶ καθαρὰν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι δὲν πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν οἱ τῶν σταφιδοφόρων καὶ μόνον ἐπαρχιῶν Βουλευταί· εἶναι κατὰ τὰ δύο τρίτα καὶ πλέον Βουλευταὶ μὴ καταγόμενοι ἐκ σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ ἐξ ἴσου ἐνδιαφερόμενοι, — διότι τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος εἶναι ζήτημα ἀφορῶν συμφέροντα ὅλου τοῦ Κράτους καὶ οὐχὶ μόνον τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, — καὶ ἡ γνώμη αὐτῶν θὰ βαρύνῃ πολύ, καὶ ἡ ψῆφος αὐτῶν εἶναι διπλασία τῆς ἰδικῆς μας, καὶ ἐκείνη θ’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς τύχης τοῦ ζητήματος. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀκουσθῇ πρῶτον ἡ φωνὴ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως σχηματίσῃ ἅπασα ἡ Βουλὴ γνώμην περὶ τοῦ τόσον φλέγοντος τούτου ζητήματος.
§139Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Αἱ πρῶται λέξεις, τὰς ὁποίας ἤκουσα περὶ ἀναβολῆς παρὰ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Ἀττικῆς κ. κ. Λεβίδου καὶ Γουναράκη, ἦσαν, ὅτι πρέπει νὰ προστατευθῶσιν οἱ βιομήχανοι, τὰ καταστήματα αὐτῶν, τὰ καταστήματα δηλαδή, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον ἀπερρόφησαν τὸ αἷμα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, καὶ ἠγόραζον τὴν σταφίδα πρὸς 50 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον, καὶ σήμερον οἱ βιομήχανοι αὐτοὶ ἐπλούτησαν καὶ ἔχουσιν ἑκατομμύρια, ἀντὶ δὲ νὰ ἐκφράσωσι τὴν εὐγνωμοσύνην των πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, ὅτι μέχρι σήμερον ἀρκετὰ ἐκέρδισαν, ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου νὰ ζητῶσιν, ὅτι πρέπει οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ νὰ ἐργάζωνται, ὅπως διὰ τοῦ ἱδρῶτος αὐτῶν θησαυρίζωσιν οἱ κύριοι βιομήχανοι τῆς σταφίδος! Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπεράσπισις, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί! καὶ πρέπει, κατὰ τὴν ἀξίωσιν τῶν κυρίων βιομηχάνων, τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ν’ ἀποφασίσῃ περὶ ἀτόμων τινῶν μόνον, καὶ οὐχὶ περὶ ἑκατοντάδων χιλιάδων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν ἐσχάτῃ πενίᾳ, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι προστασίαν, καὶ ἄνευ αὐτῆς δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι πλέον! Ἡ Ἑταιρεία, Κύριοι, μετὰ τῆς ὁποίας συνεβλήθη ἡ Κυβέρνησις καὶ κατήρτισε τὴν σύμβασιν τοῦ μονοπωλίου, ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους καλῆς τάξεως καὶ κοινωνικῆς πίστεως, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ἐν τῇ Βουλῇ, εἰπὼν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ ποτὲ εἰς σύμβασιν μετὰ τῶν ξένων ἐκείνων, ἐὰν προηγουμένως δὲν ἐλάμβανεν, ὅπως ἔλαβεν, ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῆς ἀξιοπιστίας καὶ βαρύτητος αὐτῶν. Καὶ ὅμως εὑρέθησαν Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσι τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ὡς ἀσήμους, σχεδὸν ὡς λωποδύτας! ἐνῷ περὶ αὐτῶν ἔδωκαν τὰς ἀρίστας πληροφορίας ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κύριος Στρέϊτ καὶ ἄλλα σημαίνοντα πρόσωπα. Λοιπὸν, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήντλησεν ὅλα τὰ μέσα καὶ ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του ἀκριβῶς, ὡς πάντοτε, καὶ ἔφερε μίαν σύμβασιν, διὰ τὴν ὁποίαν κατέβαλε τόσους κόπους καὶ φροντίδας, παρουσιάζεται καὶ ὁ κ. Στάϊκος μὲ τὸ βελανίδι (γέλωτες), ζητῶν τὴν ἀναβολὴν, διὰ νὰ καταστρέψωμεν τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς! (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Πρέπει, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν, ἀφοῦ ἔχομεν πλήρη πεποίθησιν περὶ τῶν προσώπων τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία κατήρτισεν αὐτὴν, καὶ ἀφοῦ ἐπεξειργάσθη αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ σύμβασις ἂς ψηφισθῇ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ ἔχομεν καιρὸν εἰς τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν ν’ ἀκούσωμεν ὅλων τὰς γνώμας.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μονοκροῦσε, ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
§141Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Μάλιστα. Γελᾶτε, Κύριοι, διότι δὲν γνωρίζετε εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται οἱ πληθυσμοὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Διὰ ταῦτα παρακαλῶ θερμῶς τὴν Βουλὴν νὰ ἀπορρίψῃ τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, καὶ νὰ δεχθῇ ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς;
§143ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς δὲν θὰ ἀναμιχθῶ. Τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ τῆς ἀναβολῆς ἐξηντλήθησαν. Ὁ κ. Γουναράκης, προτείνων τὴν ἀναβολὴν, εἶπε προσέτι, ὅτι τὸ μονοπώλιον τῆς σταφίδος περιέχει κεκαλυμμένην παρακράτησιν. Ὅτε πρὸ μηνὸς ἐν τῇ αὐτῇ ἢ καὶ περισσοτέρᾳ ἐξάψει συνεζητεῖτο τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προέβησαν εἰς δηλώσεις ὡρισμένας, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀνθίσταται εἰς τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως. Κεκαλυμμένως, ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σχεδὸν ἐπανέλαβε τὸ αὐτὸ ἀπόψε, ἤτοι ὅτι, καὶ ἂν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, δυνατὸν διὰ περιπλοκὰς, τὰς ὁποίας δὲν λησμονοῦμεν, νὰ μὴ κυρωθῇ.
§144Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§145ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ὡρισμένως αὐτὸ εἶπε. «Δύναται, διὰ περιπλοκὰς, τὰς ὁποίας δὲν λησμονοῦμεν, ἡ σύμβασις νὰ μὴ κυρωθῇ», εἶπε. Εἰς ποίαν ἔξαψιν εὑρίσκονται οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ, εἶναι περιττὸν νὰ τὸ εἴπωμεν πάλιν ἐνταῦθα. Πόσας κενὰς ἐλπίδας — ἐπαναλαμβάνω τὰς λέξεις, — στηρίζουσιν εἰς τὴν σύμβασιν, οὐδεὶς ἀρνεῖται. Ἐὰν ὅμως πρόκηται ἐπὶ ματαίῳ νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως καὶ ψηφίσωμεν αὐτὴν, καὶ μετὰ τοῦτο, εἴτε διὰ τοῦτον τὸν λόγον εἴτε δι’ ἐκεῖνον, — τὸν ὁποῖον ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλώσῃ, — δὲν κυρωθῇ ἡ σύμβασις, εἶναι περιττὴ ὄχι ἡ ἀναβολὴ, ἀλλὰ πᾶσα συζήτησις. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ, τί ἐνόει διὰ τῆς φράσεως «διὰ περιπλοκὰς».
§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἔσχον τοιαύτην ἀφορμήν.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς; Ὑπάρχουσι δέκα ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς; (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς δέκα Βουλευταί). Λοιπὸν, Κύριοι, θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς.
§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα εἶναι ἕνδεκα παρὰ εἴκοσι. Θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀναβολή. Θὰ συζητήσωμεν βεβαίως ἡμίσειαν ἢ μίαν ὥραν ἀκόμη. Ἐὰν ὑπάρχωσι — καὶ φαίνεται ὅτι ὑπάρχουσιν — οἱ θέλοντες τὴν ἀναβολὴν, ἀφοῦ μάλιστα γίνεται λόγος περὶ πιέσεων καὶ περὶ καταναγκασμοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν νὰ χάσωμεν πολὺ, ἐὰν διακόψωμεν.
§149Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις. (Θορυβώδεις διάλογοι καὶ ἀντεγκλήσεις).
§150Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Νὰ γείνῃ ψηφοφορία, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι!
§152Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι, ἐνῷ ἐκ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος πολλὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ἐζήτησαν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως συμβάσεως τόσον σοβαρᾶς, ἴσως τινὲς ὑπέθεσαν, εἰπόντος ἐμοῦ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις, ὅτι εἶπον τοῦτο ἀπὸ πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὅτι ἀπὸ τοιοῦτον πνεῦμα ὁρμώμενοι ἐζητήσαμεν τὴν ἀναβολήν. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὑπάρχουσι Βουλευταὶ, νομίζοντες ὅτι δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἵνα ἐκμεταλλευθῶσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα θίγουσι τὴν δυστυχίαν ἢ τὴν εὐτυχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡμεῖς ἐκ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος εἴπομεν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον, διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μελετήσωμεν τὴν σύμβασιν, σύμβασιν τόσον σοβαρὰν, τῆς ὁποίας δὲν γνωρίζομεν τὰς συνεπείας. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, βλέπων ὅτι ὑπάρχει πρότασις ἀναβολῆς, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἄρξηται ἡ συζήτησις τὴν ἑσπέραν ταύτην, συνεφώνησε μεθ’ ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν οἱ Κύριοι ἐπιμένουσιν εἰς ψηφοφορίαν! Διατὶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνῃ ψηφοφορία; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε νὰ διακόψωμεν, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα. Πότε θὰ συζητήσωμεν;
§153ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔχομεν δύο ὥρας τοὐλάχιστον ἀκόμη.
§154Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τότε θὰ καταγγείλω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν ἀναβολήν.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὴν ἀναβολήν. (Διάλογοι θορυβώδεις).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι. Εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς, ἑπομένως εἰς οὐδένα θὰ δώσω τὸν λόγον. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ δι’ ἀναστάσεως, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχωσι 15 ζητοῦντες τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.
§157Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δι’ ἀναστάσεως, κύριε Πρόεδρε.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν ἀναβολήν. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§159ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρότασις· ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπρότεινε νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀναγκαίως συνεγωνεύθη μὲ τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§161Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Φρονῶ, ὅτι δὲν ἐγένετο προσήκουσα ἡ συζήτησις... (Θόρυβος).
§162Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Δὲν θὰ κανονίσητε σεῖς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§164ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἄρχομαι, κύριοι Βουλευταί, διὰ μιᾶς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀναγκαίαν ἐν τῇ καταστάσει, εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦσι τὰ πνεύματα οὐ μόνον ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα. Τὴν δήλωσιν ταύτην θεωρῶ ἀναγκαίαν, μεθ’ ὅσα ἰδίως ἐγράφησαν ἐν τῷ τύπῳ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δυσμενῶς ἔχει πρὸς τὴν σύμβασιν. Καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πιθανὸν τὸ γεγονὸς, ὅτι πρῶτος ἐγὼ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐζήτησα τὸν λόγον, νὰ παρερμηνευθῇ. Δὲν προέρχεται ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, οὐδ’ ἐκ πνεύματος ἐχθρικοῦ πρὸς τὴν σύμβασιν, ὅτι ἀνέρχομαι τὸ βῆμα. Ἀνέρχομαι τὸ βῆμα ἐκ συναισθήσεως καθήκοντος καθαρῶς, τοῦ καθήκοντος καὶ ὡς Βουλευτοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὸ ἔθνος, καὶ ὡς Βουλευτοῦ ἐκλεγομένου ἐξ ἐπαρχίας σταφιδοφόρου, καὶ διότι, Κύριοι, εἰλικρινῶς φρονῶ, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτων ὑψίστων ζητημάτων, ἕκαστος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ὀφείλει νὰ ἐκφέρῃ μετὰ πάσης ἐλευθερίας καὶ εἰλικρινείας τὴν γνώμην του, διότι μόνη ἡ τοιαύτη συζήτησις θὰ φέρῃ τὸ φῶς, καὶ ὀφείλει ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του εἰλικρινῶς καὶ ἐλευθέρως, μηδαμῶς προσέχων εἰς ὅ,τι περὶ αὐτὸν, καὶ ἔξω καὶ ἔσω, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναλαμβάνηται. Ἰδίως δὲ δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεάζῃ ἡμᾶς ἡ κατάστασις τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, διότι αὗται ἀπὸ δεκαετίας ἤδη μαστίζονται ὑπὸ φοβερᾶς κρίσεως, καὶ κατὰ φυσικὸν λόγον εὑρίσκονται σήμερον ἐν τοιαύτῃ καταστάσει νευρικῇ, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ διαγνώσωσι, τί τὸ συμφέρον αὐταῖς. Ἐν τῷ ἰδιωτικῷ βίῳ, κύριοι Βουλευταὶ, πολλάκις παρέστημεν πρὸ ἀσθενοῦς, τοῦ ὁποίου ἡ νόσος εἶναι εὐδιάγνωστος, ἀλλὰ περὶ τῆς θεραπείας τῆς ὁποίας οἱ ἰατροὶ δὲν συμφωνοῦσι, καὶ εὑρίσκεται ἰατρὸς, ὁ ὁποῖος προτείνει φάρμακον, ὑποσχόμενος, ὅτι δι’ αὐτοῦ ὁ ἀσθενὴς θὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑγείαν του. Οἱ οἰκεῖοι τοῦ ἀσθενοῦς βεβαίως μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἀποδέχονται τὴν γνώμην τοῦ ἰατροῦ, καὶ προσδοκῶσιν ἀπὸ τοῦ φαρμάκου ἐκείνου τὴν θεραπείαν τοῦ ἀσθενοῦς. Ἐν τοιαύτῃ ἀκριβῶς καταστάσει ἀπὸ δεκαετίας ἤδη εὑρίσκονται οἱ σταφιδοπαραγωγοί. Διὰ τοῦτο, ὅτε τὸ πρῶτον, κομπογιανιτικῷ τῷ τρόπῳ — καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις αὕτη, διότι καὶ ἄλλοτε τὴν ἐξέφερα — προεβλήθη ἡ παρακράτησις, ἅμα ὡς εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς παρεστάθη, ὅτι αὕτη θὰ ἦναι ἡ σωτηρία αὐτῶν, πάραυτα κατέλαβεν αὐτοὺς φρενῖτις ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως! Καὶ τίς ἐτόλμα τότε, Κύριοι, νὰ ἐγείρῃ φωνὴν κατὰ τῆς παρακρατήσεως; Καὶ ἐψηφίσθη ἡ παρακράτησις κατ’ ἀρχὰς ὡς μέτρον προσωρινὸν, ἀλλὰ κατόπιν καὶ ἐμονιμοποιήθη. Ὅτε δ’ ἐπρόκειτο νὰ νομοποιηθῇ ἡ παρακράτησις, καὶ τότε ἐνόμισα καθῆκόν μου ν’ ἀντιταχθῶ κατ’ αὐτῆς· καὶ ὤφειλον νὰ ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς παρακρατήσεως, διότι τὴν παρακράτησιν ἀπεδοκίμαζεν ἡ ἐπιστήμη. Καίτοι δὲ ἀνῆκον εἰς τὰς τάξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις τὴν παρακράτησιν τότε προέτεινεν, οὐχ ἧττον ἐθεώρησα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Οὕτω καὶ σήμερον, ὅτε, ἀποτυχούσης τῆς παρακρατήσεως, τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἡ ἐπιτροπὴ παρεσκεύασε, δὲν ἐψηφίσθη ἄρτιον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἦλθε καὶ ἀνεφάνη ἡ ἰδέα τοῦ μονοπωλίου. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἔτι ὁ σταφιδικὸς κόσμος γνωρίσῃ τὰ κατὰ τὸ μονοπώλιον καὶ τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, ἐνθουσιασμὸς κατέλαβε πάντας, ὁ ὁποῖος ἀληθῶς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἔφθασε μέχρι ψυχώσεως. Ἀλλ’ ὡς προεῖπον, ὀφείλομεν καὶ καθῆκον ἔχομεν πρὸς τὴν πατρίδα, οὐ μόνον διότι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα σχετίζεται πρὸς ὕψιστα οἰκονομικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καθῆκον ἔχομεν καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς νὰ εἴπωμεν ἕκαστος τὴν ἀληθῆ καὶ καθαρὰν γνώμην του, ἀδιαφορῶν ἂν θὰ ἐκληφθῇ ὡς κακὰ λέγων, ἢ ὡς κακὰ συμβουλεύων. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ, Κύριοι, τὸ μονοπώλιον δὲν εἶναι ἰδέα ἁπλῆ. Τὸ μονοπώλιον ἐν ἑαυτῷ, ὡς παρίσταται ἐν τῇ συμβάσει, ἐγκυμονεῖ πληθὺν ζητημάτων, ζητημάτων σπουδαίων καὶ σοβαρῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην μελέτης καὶ ἀναλύσεως καὶ σπουδῆς. Δὲν πρόκειται δὲ, Κύριοι, περὶ παρωνυχίδος, περὶ μέτρου δοκιμαστικοῦ, ὥστε νὰ ἤμεθα πάντοτε εἰς θέσιν νὰ μεταβάλωμεν τὰ τοῦ συστήματος. Διότι πρόκειται διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ νὰ δεσμεύσωμεν τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος, ἐσωτερικὸν καὶ ἐξωτερικὸν, ἐπὶ εἰκοσαετίαν. Διὰ τοῦτο ἀπαιτεῖται περίσκεψις μεγάλη καὶ σύντονος, ἵνα ἴδωμεν, ἂν πρέπει νὰ παραδοθῶμεν εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ, καὶ ν’ ἀπαλλοτριώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, καὶ νὰ δεσμεύσωμεν τὰς βιομηχανίας, αἱ ὁποῖαι θὰ πάθωσιν ἐκ τοῦ μονοπωλίου. Καὶ δὲν λέγω διὰ τοῦτο, ὅτι κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ μονοπωλίου. Συζητῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καθῆκον ἔχω καὶ ὀφείλω νὰ ὑποδείξω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, ἐφ’ ὧν μοὶ ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι, διότι εἰς πάντα τὰ θέματα οὐδέποτε δύνασθε νὰ εὕρητε ὅλα ὑπὲρ καὶ οὐδὲν τὸ κατά. Ἐν παντὶ ζητήματι, ἐφ’ οὗ προκαλεῖσθε νὰ σχηματίσητε γνώμην, θὰ ἐξετάσητε τοὺς λόγους τῆς ἀμφιβολίας, ἀλλὰ καὶ τοὺς λόγους τοὺς ἀποφασιστικοὺς, καὶ ἂν οἱ λόγοι οἱ ἀποφασιστικοὶ ὑπερισχύωσι τῶν λόγων τῆς ἀμφιβολίας, τότε δύνασθε ἀδιστάκτως νὰ προβῆτε εἰς ἀπόφασιν. Διὰ τοῦτο θὰ περιορισθῶ συζητῶν — κατὰ τὴν γνώμην, ἣν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, — μόνον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἐπιφυλασσόμενος κατόπιν, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν παρατηρήσεις τινὰς, ἃς ἐκ τῆς μελέτης τῆς συμβάσεως ἐπορίσθην. Καὶ ἄρχομαι τῶν λόγων τῆς ἀμφιβολίας. Πρῶτος λόγος ἀμφιβολίας προβάλλεται ἡ σπουδαιότης ἢ μὴ τῆς Ἑταιρείας, ἥτις παρίσταται ὡς ἀνάδοχος. Ἀλλ’ ἡ σπουδαιότης αὐτῆς φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ νόμου, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ὁποίου ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἐγεννήθη, καὶ οὗτος εἶναι ὁ νόμος ὁ Ἀγγλικός. Ὡς γνωστὸν εἰς τοὺς περὶ τὰ νομικὰ ἀσχολουμένους, καὶ ἰδίως εἰς τὰ τῆς συγκριτικῆς νομοθεσίας, πρὸ τοῦ ἔτους 1862 ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ἦτο γνωστὸν ἢ ἕν εἶδος Ἑταιρείας, τὸ τῆς ὁμορρύθμου, ὑπῆρχε δὲ καὶ ἓν εἶδος ἀνωνύμου Ἑταιρείας, τὸ τῆς ἑνώσεως τῶν κεφαλαίων (joing stock), ἀλλ’ ἀκατάρτιστον νομοθετικῶς. Συνήθως οἱ ἐμπορευόμενοι, εἴτε ὑπὸ ἐπωνυμίαν ἐμπορικὴν ἐμπορεύοντο, εἴτε ὑπὸ ἀτομικὴν ἰδιότητα μετ’ ἄλλων, ηὐθύνοντο ἄνευ περιορισμοῦ διὰ πάσης τῆς περιουσίας αὐτῶν. Τὰ ἄτοπα ταῦτα κατενοήθησαν ἀπὸ πολλοῦ, ἀλλ’ ἰδίως ἀφ’ ἧς ἡ ἐμπορικὴ ἐπιχειρηματικότης ἀνεπτύχθη. Καὶ τότε πρῶτον, ἐν ἔτει 1862, ἐψηφίσθη ὁ πρῶτος νόμος, ὁ κανονίσας τὰ κατὰ τὰς ἀνωνύμους ἐμπορικὰς Ἑταιρείας, ἢ μᾶλλον τὰ κατὰ τὰς ἀνωνύμους Ἑταιρείας, διότι ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν γίνεται διάκρισις μεταξὺ ἀστικῶν καὶ ἐμπορικῶν Ἑταιρειῶν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον λοιπὸν, ἡ ἀνώνυμος Ἑταιρεία συνιστᾶται διὰ τῆς συμμετοχῆς ἑπτὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀρκεῖ νὰ συνέλθωσι καὶ δηλώσωσιν, ὅτι συνιστῶσιν Ἑταιρείαν, ἵνα θεωρηθῶσιν, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ νόμου, ὡς ἐν Ἑταιρείᾳ διατελοῦντες. Δὲν εἶναι δὲ καὶ ἀνάγκη νὰ καταθέσωσιν ἑταιρικόν τι κεφάλαιον μέγα, διότι δύναται ἕκαστος τῶν συνεταίρων τούτων νὰ καταθέσῃ καὶ ἓν μόνον σελίνιον, ἤτοι ἓν φράγκον καὶ 25 λεπτά. Ὁ νόμος τοῦ 1862 ὠργάνωσε συγχρόνως καὶ γραφεῖον εἰδικὸν, διευθυνόμενον ὑφ’ ἑνὸς προϊσταμένου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου γίνονται αἱ δηλώσεις τῶν ἐν Ἑταιρείᾳ συνερχομένων. Διὰ τοῦ νόμου δὲ τούτου περιωρίσθη ἡ εὐθύνη τῶν συνεταίρων, πρὸς τοῦτο δὲ εἰς τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑταιρεία λαμβάνει, εἴτε τοῦτο εἶναι τὸ ὄνομα τῶν συνιστώντων αὐτὴν προσώπων, εἴτε ὄνομα ἀφηρημένον, δέον νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «Limited», τουτέστιν Ἑταιρεία περιωρισμένης εὐθύνης· ἐκεῖνο δὲ τὸ «Limited», τὸ ὁποῖον προσεκολλήθη εἰς πάσας τὰς Ἑταιρείας τὰς Ἀγγλικὰς, ἔχει ἱστορίαν, διότι ἐν Ἀγγλίᾳ μέχρι τοῦ 1862 ἡ εὐθύνη τῶν συνεταίρων ἦτο ἀπεριόριστος· διὰ τοῦτο διὰ τῆς λέξεως ἐκείνης εἰδοποιεῖται τὸ κοινὸν νὰ μὴ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ἀπεριόριστον παρὰ μόνον εἰς τὴν καταβολὴν, τὴν ὁποίαν οἱ μέτοχοι κατέβαλον. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τὸ γραφεῖον τὸ εἰδικὸν εἶναι ἀνοικτὸν καὶ προσιτὸν εἰς πάντα θέλοντα νὰ λάβῃ πληροφορίας περὶ οἱασδήποτε Ἑταιρείας ἐγγεγραμμένης ἐν τῷ μητρῴῳ τοῦ γραφείου ἐκείνου. Ἐν τῷ γραφείῳ ἐκείνῳ κατατίθεται καὶ τὸ ἑταιρικὸν συμβόλαιον τῆς Ἑταιρείας, τὸ ὁποῖον οἱ ἱδρυταὶ ὀφείλουσι νὰ τυπώσωσιν, ὥστε νὰ ἦναι προσιτὸν εἰς πάντα ζητοῦντα νὰ λάβῃ πληροφορίας περὶ τῆς Ἑταιρείας ταύτης. Ἅμα δ’ ὡς ἐκπληρωθῶσιν αἱ διατυπώσεις αὗται τοῦ νόμου, ὁ προϊστάμενος τοῦ γραφείου ἐκείνου δίδει πιστοποιητικὸν εἰς τοὺς ἱδρυτὰς, ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὕτη νόμῳ ὑπάρχει καὶ ὑφίσταται. Ἐὰν δὲ οὗτοι, ἀφοῦ οὕτως ἱδρύσωσι τὴν Ἑταιρείαν, κρίνωσιν, ὅτι πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς ἐπιχειρήσεως, τὴν ὁποίαν σκοπεύουσι, νὰ κάμωσιν, ἔχουσιν ἀνάγκη περαιτέρω κεφαλαίων, δύνανται τότε νὰ ἐπεκτείνωσι τὴν δρᾶσιν τῆς Ἑταιρείας δι’ ἐκδόσεως μετοχῶν, καὶ ἑπομένως νὰ εὐρύνωσι τὸν κύκλον καὶ τῶν μετόχων καὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἑταιρείας. Ταῦτα προέταξα, κύριοι Βουλευταὶ, οὐχὶ ἵνα περιττολογήσω καὶ κουράσω τὴν Βουλὴν, δίδων πληροφορίας περὶ τοῦ πῶς συνιστῶνται αἱ Ἑταιρεῖαι ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ διὰ νὰ θέσω τὴν Βουλὴν ἐν καταστάσει νὰ κρίνῃ, ὅτι οἱ παρασταθέντες ὡς ἀνάδοχοι τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης ὑπάρχουσιν ἐν Ἑταιρείᾳ κατὰ τὸν Ἀγγλικὸν νόμον, καὶ οὐδὲν τὸ παράδοξον, ἐὰν ἑπτὰ πρόσωπα συνιστῶσι τὴν Ἑταιρείαν ταύτην. Τώρα περὶ ἀξιοχρέου τῆς Ἑταιρείας, περὶ τῆς εὐδοκιμήσεως τῆς Ἑταιρείας, τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ γεγονότων μελλόντων, ἐὰν τουτέστιν ἡ Ἑταιρεία, ὅπως ἐν τῇ συμβάσει προβλέπεται, κατορθώσῃ νὰ τοποθετήσῃ τὰς μετοχὰς ἐκ μιᾶς λίρας μέχρις 1,000,000 λιρῶν στερλινῶν. Τοῦτο δὲ εἶναι καὶ ἄλλο ἐρωτηματικὸν, ἄλλος λόγος ἀμφιβολίας, ἐμπεριεχόμενος ἐν τῇ συμβάσει, ἐὰν τουτέστι θὰ εὐδοκιμήσῃ ἢ μὴ ἡ ἐπιχείρησις, ἐὰν τουτέστιν ἡ Ἑταιρεία θὰ κατορθώσῃ νὰ συγκεντρώσῃ τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο. Ἕτερος λόγος ἀμφιβολίας, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη ἐν ἐμοὶ, μελετῶντι τὴν σύμβασιν, εἶναι ἡ ἕδρα τῆς Ἑταιρείας. Ἕδρα τῆς Ἑταιρείας οὐ μόνον τῆς ἀναδόχου, — διότι βεβαίως τῆς ἀναδόχου ἡ ἕδρα ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἐν Λονδίνῳ, — ἀλλὰ τῆς Ἑταιρείας τῆς συσταθησομένης, τῆς ἐκ τῆς τέφρας, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἀναδόχου Ἑταιρείας γεννηθησομένης, καὶ ἐκείνης ἡ ἕδρα ὁρίζεται ἐν Λονδίνῳ. Ἔλεγον, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ δι’ ἐμὲ λόγον ἀμφιβολίας, καὶ εἰκότως, διότι πρόκειται περὶ ἐπιχειρήσεως, ἡ ὁποία θὰ γίνηται ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ. Πρόκειται περὶ Ἑταιρείας ἀναλαμβανούσης ὑποχρεώσεις οὐ μόνον ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τοῦ κοινοῦ, τῆς ὁποίας ὅμως ἡ κεφαλὴ κεῖται μακρὰν τοῦ Κράτους, κεῖται ἐν ἄλλῳ Κράτει· εἶναι μειονέκτημα τοῦτο, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι εἶναι μειονέκτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν ἴσως νὰ ὑπερνικήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Εὐκταῖον βεβαίως θὰ ἦτο, ἄν, ὅπως εἰς ἄλλας συμβάσεις, τὰς ὁποίας συνωμολόγησε τὸ Κράτος πρὸς ξένους, ἡ Ἑταιρεία ἐσχηματίζετο μὲ ἰθαγένειαν Ἑλληνικὴν, ἄν ἕδρα τῆς Ἑταιρείας ὡρίζετο ἡ πρωτεύουσα ἢ ἄλλη τις ἐπαρχιακὴ πόλις τοῦ Κράτους, ὅπως αἱ Πάτραι, ἄν ἡ Ἑταιρεία αὕτη ὑπεβάλλετο εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους, — διότι καὶ τοῦτο εἶναι ἀμφίβολον κατὰ τὴν σύμβασιν, ἄν δηλαδὴ ὑποβάλλεται ἡ Ἑταιρεία εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους· διότι ἄρθρον τι τῆς συμβάσεως, — νομίζω, τὸ 32 — λέγει, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐνάγεται καὶ ἐνάγει ἐν Ἑλλάδι, ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν Ἑλληνικῶν νόμων μένει ἀμφίβολον. — Εὐκταῖον, ὡς εἶπον, λοιπὸν θὰ ἦτο, ἄν ἡ Ἑταιρεία εἶχεν ἰθαγένειαν Ἑλληνικὴν, ἄν ἕδραν εἶχε τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος. Ἡ Ἑταιρεία αὕτη θὰ ἔλθῃ εἰς ἀμέσους καὶ ποικίλας σχέσεις πρὸς τοὺς ἐν Ἑλλάδι, θὰ δύναται μὲν νὰ ἐνάγηται καὶ ἐνάγῃ, ἀλλὰ δι’ ἀντιπροσώπων, διότι ἡ ἕδρα της κεῖται ἀλλαχοῦ. Ἄλλος λόγος ἀμφιβολίας, γεννηθεὶς ἐν ἐμοὶ, εἶναι τὸ ἐπαρκὲς ἢ μὴ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου. Τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας ὁρίζεται εἰς 1,000,000 λίρας, τουτέστιν εἰς 25,000,000 φράγκα χρυσᾶ. Ἀλλ’ ὅπως ἐξ ἄρθρου τινὸς τῆς συμβάσεως φαίνεται, — νομίζω τοῦ ἄρθρου 21, — ἡ Ἑταιρεία ἀναλαμβάνει νὰ ἀγοράζῃ κατ’ ἀνώτατον ὅρον σταφιδόκαρπον ἀξίας 40,950,000 φρ. ἢ 41,000,000 φράγκων, τουτέστι πέραν τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου αὐτῆς, ὥστε τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, — ἴσως καὶ κατὰ τὸ δεύτερον, ἀλλὰ βεβαίως κατὰ τὸ πρῶτον, — θὰ ἐνασχολήσῃ τὸ μετοχικὸν αὐτὸ κεφάλαιον, καὶ θὰ μείνῃ καὶ ὀφειλέτης, ἐν συνόλῳ λαμβανομένης τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἀγορᾶς. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, λέγω, ἐνδείκνυται κατ’ ἐμὲ ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου καὶ ἐνδεχόμενος κίνδυνος περιπλοκῶν. Ἕτερος λόγος ἀμφιβολίας, γεννηθεὶς ἐν ἐμοὶ κατὰ τὴν μελέτην τῆς συμβάσεως, εἶναι ὁ ἑξῆς. Ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 1, ἤτοι τῶν παραγράφων 2, 4 καὶ 5, προκύπτει σαφῶς καὶ ἀρκετὰ καθαρῶς, ὅτι εἰς τὴν Ἑταιρείαν παρέχομεν αἵρεσιν ἁπλῆν, διότι δύναται νὰ ἀποστῇ τῆς συμβάσεως· ὑπάρχουσι μάλιστα καὶ περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ παραμέλησις προθεσμιῶν συνεπάγεται τὴν ἔκπτωσιν τῆς Ἑταιρείας, ἢ μᾶλλον ὄχι τὴν ἔκπτωσιν, ἀλλὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως καὶ τὴν ματαίωσιν αὐτῆς. Ἐν ἄρθρῳ τινὶ τῆς συμβάσεως, τῷ 2, γίνεται λόγος περὶ ἐγκρίσεως τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἑταιρείας ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν γνωρίζω κατὰ ποίαν ἔννοιαν ἐτέθη ἡ ἔγκρισις αὕτη, τουτέστιν ἡ ἔγκρισις ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἄνευ αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ Ἑταιρεία; ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς τὴν Κυβερνητικὴν ταύτην πρᾶξιν τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, προκειμένου περὶ ἀνωνύμου Ἑταιρείας; ἢ ἐννοεῖ ἁπλῶς συναίνεσιν καὶ ἀμοιβαίαν συμφωνίαν περὶ τοῦ Καταστατικοῦ; Νομίζω ὅτι καὶ τοῦτο πρέπει νὰ σαφηνισθῇ. Διὰ τῆς συμβάσεως, κύριοι Βουλευταί, κανονίζονται καὶ περιπτώσεις διαιτησίας, διαιτησίας ὄχι μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἑταιρείας, προκειμένου περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ καὶ τὰς σχέσεις τῆς Ἑταιρείας πρὸς τοὺς παραγωγούς. Διὰ τῶν διατάξεων δὲ τούτων κανονίζεται ὁ τρόπος τῆς διαιτησίας, ὁρίζονται τὰ πρόσωπα τῶν διαιτητῶν, καὶ κανονίζεται αὐτὴ ἡ διαδικασία. Καίτοι τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς συμβάσεως, οὐχ ἧττον ὅμως κρίνω ἀναγκαῖον ἀπὸ τοῦδε, ὁμιλῶν περὶ τῆς ἀρχῆς τῆς συμβάσεως, νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν διὰ τῆς συμβάσεως νὰ ἀφαιρῶνται οἱ πολῖται τοῦ φυσικοῦ αὐτῶν δικαστοῦ, καὶ νὰ ὑποχρεῶνται εἰς καταβολὴν ἀποζημιώσεως τῶν διαιτητῶν, ὡς ἐν τῷ ἄρθρῳ 14. Προκειμένου, Κύριοι, ν’ ἀφαιρεθῇ ὁ πολίτης ἀπὸ τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ δικαστοῦ καὶ νὰ μεταβληθῇ ἡ κοινὴ διαδικασία, τοῦτο δύναται νὰ καθορισθῇ μόνον διὰ νόμου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἀποτελεῖ παράρτημα τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑποβαλλομένου εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν, ἀλλ’ ἡ σύμβασις αὕτη δὲν ἀποτελεῖ νόμον, διότι δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὰς διατυπώσεις, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ὑποβάλληται ὁ καταρτισμὸς τῶν νόμων, τὰς τρεῖς ἀναγνώσεις καὶ τὴν κατ’ ἄρθρον ψήφισιν. Παραπλήσιον πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἄρθρων τῶν ἀπαγγελλόντων ποινὰς ἐν τῇ συμβάσει. Ἀμφιβάλλω, Κύριοι, καὶ ὄχι μόνον ἀμφιβάλλω, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ συμβατικὸν τοῦτο δίκαιον δὲν δύναται νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὰ Δικαστήρια καὶ τοὺς πολίτας. Δύνανται ἐν ταῖς συμβάσεσι νὰ συνομολογῶνται ποινικαὶ ῥῆτραι, οὐδέποτε ὅμως ποιναὶ ἐπιβλητέαι εἰς τοὺς πολίτας. Τοῦτο ἀπαγορεύει τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Συντάγματος. Παραπλήσιον πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι καὶ τὸ ἕτερον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐν τῇ συμβάσει παρέχονται εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὰ προνόμια τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑφισταμένων Τραπεζῶν. Φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο συμβατικῶς νὰ παράσχῃ τὰ προνόμια ταῦτα εἰς τὴν Ἑταιρείαν, διότι πρὸς τοῦτο ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου ῥητοῦ. Ἐπίσης ἐν ἄρθρῳ τινὶ τῆς συμβάσεως, τῷ 29, ὁρίζεται, ὅτι ἡ ἀθέτησις τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως συνεπάγεται τὴν ἔκπτωσιν τῆς Ἑταιρείας ἀπὸ τοῦ προνομίου. Φρονῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι λίαν ἀόριστον, διότι, ἂν ἡ σύμβασις ψηφισθῇ καὶ ἐφαρμοσθῇ, θέλει παράσχει πράγματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν πάντοτε, ὅτι πρόκειται περὶ Ἑταιρείας ἀλλοδαπῆς, διατελούσης ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς Δυνάμεως, εἰς τὴν ἰθαγένειαν τῆς ὁποίας ἀνήκει, φρονῶ δὲ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μεγαλειτέρα πρόνοια, οὕτως ὥστε τὰ τῆς ἐκπτώσεως νὰ παρασκευασθῶσιν, ἵνα μὴ γεννήσουν ἐκ τῶν ὑστέρων δυσχερείας διπλωματικάς. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι δύναται νὰ προσφύγῃ ἡ Ἑταιρεία εἰς τὴν διαιτησίαν, ἀλλ’ ἔχομεν προηγούμενα παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα αἱ δυσχέρειαι κατέστησαν σχεδὸν ἀνυπέρβλητοι, καὶ ἔφεραν διπλωματικὰς περιπλοκάς. Ἐνδεικνύω ἁπλῶς τὸ θέμα, προκαλῶν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπέφυγον, Κύριοι, νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς συμβάσεως, ἐπιφυλαττόμενος νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπ’ αὐτῶν παρατηρήσεις μου, ὅταν συζητηθῶσι τὰ κατὰ μέρος ἄρθρα. Ἐξέφρασα εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους τῆς ἀμφιβολίας, οἵτινες ἐγεννήθησαν ἐν ἐμοὶ, μελετῶντι τὴν σύμβασιν. Καὶ ἤδη θὰ μὲ ἐρωτήσητε: «καὶ ποίαν γνώμην ἐσχημάτισες περὶ τῆς συμβάσεως;» Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ δὲν δύναταί τις ἐκ τοῦ προχείρου νὰ σχηματίσῃ γνώμην ἑδραίαν καὶ ἀδιάσειστον περὶ τοῦ τοιούτου ζητήματος, διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἔρχεται ν’ ἀντικαταστήσῃ προαιώνιον καθεστώς, καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἔχει τὰς ῥίζας του ἐν αὐτῇ τῇ ὑπάρξει τοῦ ἔθνους. Οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ἀπὸ τῶν προγόνων αὐτῶν συνήθισαν εἰς ἄλλο σύστημα, συνήθισαν εἰς ἄλλο σύστημα καλλιεργείας, εἰς ἄλλο σύστημα καθαρισμοῦ, πωλήσεως, μεταβιβάσεως τῆς σταφίδος καὶ συναλλαγῆς ἐπὶ τῆς σταφίδος, σήμερον δ’ ἔρχεται ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ἐσωτερικὸν καὶ τὸ ἐξωτερικὸν συγχρόνως, — διότι πρόκειται καὶ περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ συγχρόνως ἐμπορίου τῆς σταφίδος — σύστημα νέον, καινοφανές, εἰς τὸ ὁποῖον, ὅσην καὶ ἂν καταβάλῃ τις μελέτην, ὅσην καὶ ἂν καταβάλῃ προσοχήν, εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσδύσῃ, εἶναι ἀδύνατον νὰ κατανοήσῃ καὶ προΐδῃ ποίας θὰ ἔχῃ τὸ σύστημα τοῦτο συνεπείας κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Προκαλῶ δὲ οἱονδήποτε νὰ ἀντιλέξῃ εἰς τοῦτο. Καὶ τίς, Κύριοι, ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ εἴπῃ σήμερον ἀσφαλῶς, ὅτι αἱ συνέπειαι τοῦ συστήματος τούτου θὰ ἦναι ἀγαθαὶ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς παραγωγῆς; Δυνατὸν καὶ εὔχομαι νὰ ἦναι τοιαῦται, ἐὰν ἡ σύμβασις ψηφισθῇ, δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ ἐγγυηθῶ περὶ τούτου· τοὐναντίον, Κύριοι, τί ἔχω ἀπέναντί μου; ἔχω σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς μαστιζομένους ὑπὸ τῆς κρίσεως τῆς παραγωγῆς, ἔχω κατάστασιν οἰκονομικὴν οἰκτροτάτην, ἔχω καθεστὼς, τὸ ὁποῖον δεῖται μεταβολῆς βεβαίως, διότι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ οὕτω, καὶ ζητεῖται τὸ φάρμακον τὸ θεραπευτικόν· καὶ ἐν τῇ ἀπογνώσει ταύτῃ ἔρχεται ἡ σύμβασις αὕτη ὡς φάρμακον θεραπευτικόν. Εὑρίσκομαι, Κύριοι, εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἰατροῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος, ἔχων ἀσθενῆ ψυχορραγοῦντα, σκέπτεται, ἂν πρέπει νὰ τῷ δώσῃ τὸ φάρμακον ἐκεῖνο, διότι τοῦτο δύναται νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ζωήν, ἀλλὰ δύναται καὶ νὰ τὸν θανατώσῃ. Ἀλλ’ εὑρίσκομαι ἀπέναντι καὶ ἑτέρας καταστάσεως. Καὶ ἂν ἡ σύμβασις δὲν ψηφισθῇ, τί ἔχομεν νὰ τὴν ἀντικαταστήσωμεν; Ὑπάρχει πρόχειρόν τι μέσον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐφαρμόσωμεν εὐθύς, ἢ τοὐλάχιστον νὰ προοιωνίσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἔστω καὶ δοκιμαστικῶς; Οὐδὲν προτείνεται. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλο μειονέκτημα τῆς συμβάσεως· θέλει ἐφαρμοσθῆ ἆρά γε κατὰ τὸ τρέχον ἔτος; Νομίζω, ὅτι 99 καὶ ¾ τοῖς ἑκατὸν δύναταί τις ἀσφαλῶς ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογὴ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Καὶ τότε τί θὰ γείνῃ ἡ παραγωγὴ ἡ μέλλουσα, ἡ ἐπὶ θύραις; Λαμβάνεται τοὐλάχιστον πρόνοιά τις περὶ τούτου ἐν τῇ συμβάσει; Ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία δὲν ζητεῖ ἄλλο ἢ νὰ λάβῃ τὴν σύμβασιν, καὶ κατόπιν θέλει σκεφθῆ, ἂν θὰ δυνηθῇ νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ ἢ ἂν δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ· βεβαίως δὲ δὲν θὰ τὴν ἐφαρμόσῃ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἔχω δὲ ἀμφιβολίαν, ἂν θὰ τὴν ἐφαρμόσῃ καὶ κατὰ τὸ προσεχές. Ἐν τούτοις ἡμεῖς οἱ δεσμευθέντες διὰ τῆς συμβάσεως τί θέλομεν πράξει; Θὰ μείνωμεν μὲ τὰς χεῖρας δεσμευμένας; καὶ δὲν πρέπει, πρὶν ἢ ἐξεύρωμεν τὸ μέσον, νὰ μὴ δεσμευθῶμεν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐπιβάλωμεν ὡς ὅρον εἰς τοὺς ἀναδόχους καὶ τὰ τῆς διαθέσεως τοῦ προϊόντος τῆς ἐφετεινῆς παραγωγῆς; Καὶ ἄλλο ζήτημα, Κύριοι, ἀπορίας καὶ τοῦτο· τί γενήσεται ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα; — διότι πρέπει καὶ περὶ τούτου νὰ φροντίσωμεν, πρέπει ἐν τῇ συζητήσει τῆς συμβάσεως νὰ συζητηθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. — Ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη διὰ τῆς συνεισφορᾶς τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, τὸ ὁποῖον καλῶς ἢ κακῶς ἐλειτούργησεν, ἀδιάφορον, εἶναι βέβαιον ὅμως, ὅτι ἦλθεν ἀρωγὸν εἰς στιγμὰς κρισίμους πρὸς τὴν παραγωγήν, θὰ τὸ διαλύσωμεν ἢ θὰ τὸ ἐγκαταλείψωμεν εἰς τὴν τύχην του; Ἀλλὰ δὲν γεννᾶται ἐν ἡμῖν καὶ ἄλλο ἐρώτημα; Ἡ σύμβασις προβλέπει περὶ τῆς ἀγορᾶς τῆς σταφίδος καὶ περὶ τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος· ἀλλὰ διὰ νὰ παραγάγωσιν οἱ κτηματίαι σταφίδα, ἔχουσιν ἀνάγκην προκαταβολῶν, ἔχουσιν ἀνάγκην ἐξόδων καλλιεργείας, ἕως οὗ δ’ ἀνακουφισθῶσι διὰ τῶν τιμῶν, τὰς ὁποίας ὑπόσχεται καὶ παρέχει ἡ σύμβασις, πῶς θὰ πορισθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, ἀφοῦ ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τῶν παραγωγῶν εἶναι κατάχρεως; Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα σήμερον ἔχει λαμβάνειν· ἀλλὰ ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ διατηρηθῇ ἕως οὗ, βελτιουμένων τῶν τιμῶν, ἀνακουφιζομένων τῶν παραγωγῶν, δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ ἃ ἔχει λαμβάνειν; Ἐν τούτοις σήμερον οἱ παραγωγοὶ εἶναι ἐν παντελεῖ ἀδυναμίᾳ ν’ ἀποδώσωσιν εἰς τὴν Τράπεζαν ὅσα ἔλαβον παρ’ αὐτῆς. Ἡ ἀνάγκη λοιπὸν Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἡ ἀνάγκη Γεωργικῆς Τραπέζης δὲν ἐκλείπει καὶ μετὰ τὴν σύμβασιν· ἐὰν δὲ ἡ σύμβασις δὲν πρόκηται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐφέτος, κατ’ ἀνάγκην ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, συγχρόνως μετὰ τῆς συμβάσεως ταύτης νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα καὶ παραταθῇ ὁ βίος αὐτῆς, ἀναδιοργανουμένης, καὶ λαμβάνοντος τοῦ Κράτους ἐνεργὸν μέρος ἐν τῇ διοικήσει τῆς Τραπέζης, εὑρισκομένων νέων πόρων διὰ τὴν Τράπεζαν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ μετασχηματίσωμεν εἰς Γεωργικὴν Τράπεζαν. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ παρίδωμεν, ὅτι ἡ παραγωγὴ ἔχει ἀνάγκην Γεωργικῆς Τραπέζης, καὶ μία τῶν πρωτίστων προνοιῶν, τὰς ὁποίας πᾶσα Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ καταβάλῃ, ὅταν μάλιστα ἐπαγγέλληται τὴν ἐμψύχωσιν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, πρὸ παντὸς τοιοῦτον ἵδρυμα πρέπει νὰ ὀργανώσῃ, νὰ ἐμψυχώσῃ, νὰ ὑποστηρίξῃ πάσῃ δυνάμει. Καὶ ἔχομεν ἤδη τὸ ἵδρυμα τοῦτο. Διατὶ θὰ τὸ ἐγκαταλείψωμεν; Πιστεύω δ’ ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον, μὲ ὅσα κεφάλαια μέχρι τοῦδε ἔχει ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, νὰ ἐξευρεθῶσι καὶ νέοι πόροι καὶ ν’ ἀναδιοργανωθῇ ἡ Τράπεζα, ὥστε νὰ ἀποδειχθῇ εὐεργετικὴ εἰς τὴν παραγωγὴν ἰδίως τῆς σταφίδος. Κύριοι συνάδελφοι, δι’ ὅσων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς ἠθέλησα νὰ δώσω νύξεις, ὥστε νὰ λάβωσιν ἐκ τούτου ἀφορμὴν καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ ἐγκύψωσιν εἰς τὴν σύμβασιν· ἐπιφυλάσσομαι δὲ καὶ ἐγὼ, ἀκούων καὶ ἄλλων γνώμας ἀναπτυσσομένας, νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι εἶναι θέμα ἄξιον μεγάλης μελέτης, ἄξιον τῆς συντόνου προσοχῆς τῆς Βουλῆς, πρὶν ἢ ψηφίσωμεν, ἵνα μὴ κατόπιν μετανοήσωμεν, ὅταν δὲν θὰ ὑπάρχῃ καιρὸς πρὸς ἐπάνοδον εἰς τὰ ἐψηφισμένα. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶμαι πολέμιος τῆς συμβάσεως, ζητῶ ὅμως καὶ ἐγὼ, ὅπως καὶ ἡ Κυβέρνησις, νὰ φωτισθῶ, ἵνα, ὅταν θὰ ἐκφέρω τὴν ὁριστικὴν ψῆφόν μου, ἐκφέρω αὐτὴν ἐν πλήρει συνειδήσει καὶ πεφωτισμένην.
§165Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ὀλυμπίας κύριος Μοσχούλας, ἀσθενῶν καὶ μὴ δυνάμενος νὰ παρασταθῇ εἰς τὴν συνεδρίασιν, μὲ παρεκάλεσε νὰ δηλώσω ἐξ ὀνόματος αὐτοῦ, ὅτι αὐτὸς ἔχει δεδηλωμένην γνώμην ὑπὲρ τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως.
§167ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§168ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν Παρασκευήν.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἂν θέλει νὰ συνεδριάσῃ αὔριον.
§170ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι μεγάλη ἑορτὴ αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν γενομένην πολλῶν ἤκουσα συναδέλφων, εἰπόντων, ὅτι δὲν ἐμελέτησαν ἀκόμη τὴν σύμβασιν. Ἂς δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὸν καιρόν, ἵνα αὔριον μελετήσωσι.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν Παρασκευήν, εἰς τὰς 5 μετὰ μεσημβρίαν. Ἡ ἡμερησία διάταξις θὰ μείνῃ ὅπως ἔχει. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 11 καὶ 20′ μ. μ.)