1903.05.12
3.096 στίχοι · 23.636 λέξεις · 246 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 74
τῆς 12 Μαΐου 1903.
(Δευτέρα).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ., παρόντων 130 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ δήμαρχος Πειραιῶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα σχετικὸν πρὸς τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ΞΗʹ νόμου τοῦ 1847 περὶ δημοτικῆς φορολογίας». Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου συστᾶσαν ἐπιτροπήν.
§2Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ αὐτό, κύριε Πρόεδρε.
§3Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι μακρὸν ὑπόμνημα. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§5ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ ὁποία ὅμως ἔχει ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της σήμερον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν πρότασίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου μετ’ ἐκθέσεως αἰτιολογικῆς. Θὰ παρακληθῇ νὰ συνέλθῃ ἐκ νέου, ὅπως λάβῃ γνῶσιν καὶ τοῦ ὑπομνήματος τοῦ κ. δημάρχου Πειραιῶς.
§7ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ μὴ θεωρηθῇ λοιπὸν ὑποβεβλημένη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.
§8Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ κατάθεσις τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἀποτελῶ μέλος, μέχρις ὅτου λάβωμεν γνῶσιν τοῦ ὑπομνήματος τοῦ δημάρχου Πειραιῶς.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶπον καὶ ἐγὼ, ὅτι θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ. Ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Στελλάκης ὑποβάλλει τροπολογίας καὶ προσθήκας ἄρθρων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων». Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 449). Ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Γ. Ἀλεξανδρόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ διαθέσεως δραχμῶν 3,000 ἐκ τῶν χρημάτων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Δολόπων τοῦ νομοῦ Εὐρυτανίας πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν τῷ χωρίῳ Καροπλεσίῳ τοῦ δήμου Δολόπων». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ τὴν σειράν της. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 450). Ὁ βουλευτὴς Λεβαδείας κ. Μπουφίδης ὑποβάλλει τὰς ἑξῆς ἐγγράφους ἐπερωτήσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ τὸ δημοτικὸν ταμεῖον τοῦ δήμου Λεβαδείας, κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου ͵ΒΣϞϚʹ τῆς 15 Ἰουλίου 1895 «περὶ συμπληρώσεως καὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου ᾼΦΙϚʹ τῆς 7 Μαρτίου 1891», παραμένει ἀνατεθειμένον εἰς δημόσιον εἰσπράκτορα, ἐνῷ μόνον εἰς ἐπαρχιακὸν ταμίαν ἢ ὑποταμίαν, ἐλλείψει δημοτικοῦ ταμίου, ἠδύνατο ν’ ἀνατεθῇ, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δήμου ἀναγράφει ἔσοδα πλέον τῶν 100,000 δραχμῶν. Παρακαλεῖται δὲ νὰ διατάξῃ, ἵνα ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὴν χιλιομετρικὴν ἔκτασιν τῶν ἐν τῷ Κράτει ὑπαρχουσῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν. Παρακαλεῖται δὲ νὰ καταθέσῃ τὴν πληροφορίαν ταχέως, διότι θὰ χρησιμεύσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου.» Ὁ Ντούλας Γώγου Σημανίκας, κατάδικος κρατούμενος ἐν ταῖς φυλακαῖς Ρίου, ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ ἀπονομῆς αὐτῷ βασιλικῆς χάριτος, προβάλλων, ὅτι κατεδικάσθη διὰ πρᾶξιν διαπραχθεῖσαν πρὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Θεσσαλίας. Θὰ παραπεμφθῇ ἡ αἴτησίς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἤδη πρὸ μηνὸς καὶ πλέον γνωστὸν καὶ εἰς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἰς τὸ κοινὸν τὸ Ἑλληνικόν, ὅτι ἀφίκοντο ἐξ Ἀγγλίας δύο Ἄγγλοι, ὁ κ. Ἐδουάρδος Ἄλλεν Μπρόδερτον καὶ ὁ κ. Ροβέρτος Σολομῶν Βακχάους, μετ’ αὐτῶν δὲ καὶ ὁ κ. Δημήτριος Δεληγιάννης, οὗτοι δ’ ἐζήτησαν νὰ μὲ ἴδωσι, καὶ ὅτε μὲ εἶδον, μοὶ ἀνεκοίνωσαν, ὅτι σκοποῦσι νὰ προβάλωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν προτάσεις, ὅπως ἐπιτραπῇ αὐτοῖς καὶ κατορθωθῇ ν’ ἀγοράζωσι τὸ προϊόν τὸ παραγόμενον τῆς σταφίδος, καὶ ν’ ἀναλάβωσι τὴν πώλησιν αὐτοῦ. Ἠρώτησα αὐτοὺς, ἂν ἔχουσι σχέδιόν τι, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι εἶχον συντάξει προσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ μοὶ ἔδωκαν. Ἀλλὰ τὸ προσχέδιον τοῦτο δὲν ἦτο τόσον σαφὲς, δὲν μοὶ ἐφάνη δὲ καὶ πλῆρες, κατεῖδον δὲ, ὅτι ἔπρεπε νὰ συνεργασθῶ μετ’ αὐτῶν, διὰ νὰ λάβω παρ’ αὐτῶν διαφόρους πληροφορίας καὶ κατανοήσω ἐν πᾶσι τοῖς μέρεσιν αὐτοῦ τὸ προβαλλόμενον προσχέδιον· καὶ συνειργάσθην πρὸς τοῦτο ἐπὶ μίαν περίπου ἑβδομάδα μετὰ τοῦ κ. Βακχάους καὶ τοῦ κ. Δ. Δεληγιάννη, διότι ὁ κ. Μπρόδερτον ἀνεχώρησεν εἰς Πάτρας, καὶ ἐκεῖθεν εἰς Ἀγγλίαν. Ἀφοῦ κατενόησα, μετὰ τὰς διασαφήσεις, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκεν ὁ κύριος Βακχάους, τὰς διατάξεις τοῦ εἰρημένου προσχεδίου, ἐζήτησα τὴν συνδρομὴν καὶ τὰ φῶτα ἄλλων συναδέλφων καὶ φίλων, παρεκάλεσα δὲ ἰδίως τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου κύριον Λ. Δεληγεώργην, τὸν συνάδελφον ὡσαύτως καὶ φίλον μου βουλευτὴν Αἰγιαλείας κ. Α. Παναγιωτόπουλον, τὸν βουλευτὴν Πατρῶν κ. Δ. Γούναρην, τὸν φίλον μου βουλευτὴν Μεσσήνης κ. Π. Μερλόπουλον, κατὰ τὸ τέλος δὲ τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν τὸν κύριον Διονύσιον Παυλόπουλον, φίλον βουλευτὴν Ἠλείας. Ἰδίως δὲ παρεκάλεσα τὸν κ. Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἵνα μετάσχῃ τῶν ἐργασιῶν τούτων, καὶ πάντες ὁμοῦ ἐργασθῶμεν ἐπὶ τοῦ προσχεδίου τούτου τῆς συμβάσεως καὶ ἐξετάσωμεν αὐτό. Οὕτω δὲ προέβημεν εἰς συνεννοήσεις μετὰ τοῦ κ. Βακχάους καὶ τοῦ κ. Δημητρίου Δεληγιάννη. Ἡ τακτικὴ αὕτη καταδηλοῖ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐγὼ, ἐν ὀνόματι αὐτοῦ, ἔκρινα, ὅτι τὸ μέτρον κατ’ ἀρχὴν εἶναι λυσιτελὲς, ἰδίως δὲ ἀναγκαῖον, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, εἰς ἃς περιήχθη ἡ παραγωγὴ τοῦ πολυτίμου τούτου προϊόντος. Ἤρξατο οὕτως ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία ἐξηκολούθησεν ἐπὶ εἴκοσι καὶ ἕξ ἡμέρας, καθ’ ἃς πάντες οἱ ἀξιότιμοι φίλοι καὶ συνάδελφοι, τῶν ὁποίων ἐμνήσθην πρὸ μικροῦ, εἰργάζοντο μετ’ ἐμοῦ καὶ μετὰ τοῦ κ. Βακχάους καὶ τοῦ κυρίου Δ. Δεληγιάννη, προσέτι δὲ καὶ μετὰ τοῦ κυρίου Γ. Στρέϊτ, καθηγητοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ὃν ὁ κ. Βακχάους διώρισε νομικὸν σύμβουλον. Ἡ ἐργασία αὕτη παρήγαγε τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Τὸ προσχέδιον, τὸ ὁποῖον μοὶ εἶχεν ἐγχειρισθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Βακχάους, ἐντελῶς μετεβλήθη, καὶ οὐ μόνον μετεβλήθη, ἀλλὰ καὶ συνεπληρώθη, καὶ ἀντὶ 22 ἄρθρων, τὰ ὁποῖα περιεῖχε τὸ προσχέδιον, κατηρτίσθη σύμβασις ἰδία ἐξ ἄρθρων 41. Ἡ ἐπιχείρησις, τὴν ὁποίαν οἱ εἰρημένοι Κύριοι ἐπρότειναν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἀναλάβωσιν, εἶναι πρωτοφανὴς εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν εἶναι καὶ συνήθης ἐν Εὐρώπῃ. Τὰ μικρὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα περὶ τῶν τοιούτων ἐργασιῶν ποριζόμεθα ἐξ Εὐρώπης, δὲν μοὶ πορίζουσι τὴν πληροφορίαν, ἂν ἐγένετο τοιαύτη ἐπιχείρησις ἐν ἄλλῃ τινὶ χώρᾳ. Τούτου ἕνεκα τὰ φῶτα ἡμῶν δὲν ἦσαν πολλὰ, διότι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προσφύγωμεν εἰς κανονισμοὺς, εἰς σχέδια, εἰς καταστατικὰ ἑταιρειῶν ὁμοίων ἐπιχειρήσεων, ἑταιρειῶν συσταθεισῶν πρότερον ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἦτο καὶ ἄλλως ἡ ἐργασία δυσχερὴς, διότι, καινοφανὴς, ὡς εἶπον, ἔμελλε νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις τῆς Ἑταιρείας πρὸς τοὺς παραγωγοὺς, αἱ ὁποῖαί εἰσι ποικίλαι καὶ πολύπλοκοι, καὶ μάλιστα ἐν χώρᾳ, ἐν ᾗ πάντες οἱ παραγωγοὶ δὲν ἔχουσι τὰ αὐτὰ συμφέροντα. Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἡ σταφὶς καλλιεργεῖται ἐν πλείσταις ἐπαρχίαις τῆς Πελοποννήσου· ἀλλ’ εἴτε ἕνεκα τῆς ποιότητος ἢ τῆς γονιμότητος τοῦ ἐδάφους, εἴτε ἕνεκα ἀτμοσφαιρικῶν ἄλλων λόγων, εἴτε ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῶν ἐμπορικῶν ἐργασιῶν, δὲν ἔχουσι πάντες οἱ πολῖται τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν τὰ αὐτὰ συμφέροντα, διΐστανται δὲ ταῦτα πρὸς ἄλληλα ἐν πολλοῖς· καὶ ἐνίοτε μὲν ἡ ἀντίθεσις εἶναι ἱκανῶς σοβαρὰ, ἐνίοτε δὲ ἐλαφρά. Ἔπρεπε λοιπὸν περὶ πάντων τούτων νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα οἱ ὅροι τῆς συμφωνίας, ἐὰν αὕτη ἤθελε καταρτισθῆ, ἐπαρκέσωσιν εἰς θεραπείαν πάντων τούτων τῶν πολυειδῶν καὶ ἐν ἀντιθέσει εὑρισκομένων συμφερόντων. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω δημοσίᾳ πολλὰς χάριτας εἰς πάντας τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι μετ’ ἐμοῦ συνειργάσθησαν ἐν τῷ ἔργῳ τούτῳ. Ἡ φιλοπονία αὐτῶν, τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα προσήνεγκον εἰς τὴν ἐργασίαν, τὸ μέγα ἐνδιαφέρον ἐκ φιλοπατρίας, τὸ ὁποῖον ὡδήγει αὐτοὺς, μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ μὴ διέλθω ἐν σιωπῇ τὴν πολύτιμον εἰσφορὰν, τὴν ὁποίαν εἰσήνεγκον πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Τέλος πάντων, ἀφοῦ τὸ προσχέδιον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐδόθη κατ’ ἀρχὰς, μετεβλήθη καθόλου, ἀφοῦ ἓν ἄλλο σχέδιον, συμπληροῦν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μοὶ εἶχε δοθῆ ἀπὸ τὸν κύριον Βακχάους, καὶ τοῦτο μετεβλήθη ἐξ ὁλοκλήρου, κατηρτίσθη σχεδὸν νέον, ἔχον βάσεις τὰς αὐτὰς, καὶ κανονίζον τὰ τῆς συμβάσεως πολυτρόπως· καὶ οὕτω συνετελέσαμεν σύμβασιν ἐκ 41 ἄρθρων, τὴν ὁποίαν σήμερον ὑπεγράψαμεν ὅ τε κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐγὼ ἀφ’ ἑνὸς, καὶ οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὸν κ. Βακχάους, ὁ κ. Γ. Στρέϊτ καὶ ὁ κ. Δημ. Δεληγιάννης ἀφ’ ἑτέρου. Ὁ κ. Βακχάους καὶ ὁ κ. Μπρόδερτον εἰσὶ μέλη μιᾶς ἀνωνύμου ἑταιρείας ἐν Λονδίνῳ, ἡ ὁποία ὀνομάζεται «Ἑταιρεία Παραχωρήσεων καὶ Μονοπωλίων». Ὁ κ. Βακχάους καὶ ὁ κύριος Μπρόδερτον διὰ πληρεξουσίου τῆς Ἑταιρείας ταύτης ἦλθον καὶ εἰργάσθησαν ἐνταῦθα ἐν ὀνόματι αὐτῆς. Ὁ κ. Μπρόδερτον ἀφῆκε τὸν κ. Βακχάους πληρεξούσιον, ὁ δὲ κ. Βακχάους, ἐπειδὴ τὰς τελευταίας ἡμέρας ἠναγκάσθη ν’ ἀναχωρήσῃ, ἀφῆκε πληρεξούσιον τὸν κ. Γεώργιον Στρέϊτ, διότι ὁ κ. Δημ. Δεληγιάννης εἶχε πληρεξούσιον ὅμοιον μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ κ. Βακχάους, διότι εἶναι μέλος τῆς Ἑταιρείας καὶ αὐτὸς καὶ σύμβουλος αὐτῆς. Ποία εἶναι ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν συνωμολογήσαμεν; Νομίζω ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ ἀφηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς λεπτομερεῖς περὶ τῶν διατάξεων αὐτῆς πληροφορίας. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι αἱ διατάξεις αὐτῆς σαφεῖς, ἐλήφθη φροντὶς, ἵνα ἐκτυπωθῇ αὕτη, ἐξετυπώθησαν δὲ πολλὰ ἀντίτυπα. Νομίζω δ’ ὅτι μέχρις ἑσπέρας ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς θέλουσιν εἶσθαι ἱκανὰ κατ’ ἀριθμὸν ἀντίτυπα, ὅπως διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 451). Ὅταν οἱ κύριοι Βουλευταὶ λάβωσι τὴν σύμβασιν καὶ μελετήσωσιν αὐτὴν, βεβαίως θέλουσιν εὑρεθῆ εἰς κρείττονα θέσιν ἢ ὅσον ἤθελον εὑρεθῆ, ἐὰν ἐγὼ ἔδιδον εἰς αὐτοὺς πληροφορίας προφορικάς. Δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἄλλην γνώμην εἰς τὴν Βουλὴν, εἰμὴ ὅτι τὸ ἔργον εἶναι σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον, καὶ συνιστῶ αὐτὸ εἰς αὐτὴν, διότι νομίζω, ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡ σύμβασις παραδέχεται, εἶναι καὶ λυσιτελὲς καὶ ἀναγκαῖον. Ἐὰν ὅμως ἤθελε θεωρηθῆ, ὅτι δύνανται νὰ εἰσφέρωσι φῶτα καὶ αἱ σταφιδοφόροι χῶραι, θέλω παρακαλέσει τὸν συνάδελφόν μου κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ στείλῃ ἀντίτυπα εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἵνα δοθῇ εἰς αὐτὰς ἀφορμὴ νὰ εἰσφέρωσι τὰ φῶτα αὐτῶν κατὰ τὴν διάρκειαν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ θὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως...
§11Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τηλεγραφικῶς, ἐὰν ἦναι δυνατόν, διότι ἐπείγει τὸ πρᾶγμα.
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι βία.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατόν. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι βεβαίως μέγα ἐνδιαφέρον, ἵνα παράσχωσι τὴν συνδρομήν των εἰς μίαν πολυπληθῆ τάξιν παραγωγῶν, ὁποία εἶναι ἡ τάξις τῶν καλλιεργούντων τὸ πολύτιμον τοῦτο προϊὸν, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλουσι καταβάλει εἰλικρινεῖς καὶ θερμὰς προσπαθείας, ὅπως συντελέσωσιν ἐν ἀνάγκῃ μὲν εἰς τὴν πληρεστέραν διαφώτισιν τῶν θεμάτων, βεβαίως δὲ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως. Τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι προβληθῆ πρὸς συζήτησιν, δὲν μετέχουσι παντάπασι τῆς πολιτικῆς, οὔτε προσήκει νὰ δοθῇ ὁ ἐλάχιστος χαρακτηρισμὸς εἴτε εἰς τὰ θέματα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συμβάσεως, εἴτε εἰς τὰ θέματα τὰ συναφῆ πρὸς τὰς λεπτομερείας αὐτῆς. Ἐὰν ἡ συντήρησις καὶ ἡ προκοπὴ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καλλιεργοῦσι τὸ πολύτιμον τοῦτο προϊὸν, ἀποτελῇ καθῆκον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, μόνον αὐτὸ τὸ καθῆκον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ὁδηγήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ μελέτην τῆς συμβάσεως. Ἡμεῖς συνιστῶμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς, πρόθυμοι νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην.
§14Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λεχθὲν πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη σήμερον, περὶ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος οὐδὲν τὸ κοινὸν ἔχει πρὸς τὴν πολιτικὴν, διότι ἀφορᾷ ὄχι μόνον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους ἡμῶν, μὲ ἤγαγεν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα προβάλω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ ἐκ τοῦ προχείρου παρατηρήσεις τινὰς, ἃς κρίνω ἀναγκαίας καὶ ἐπειγούσας. Δὲν ὁρμῶμαι ἐκ σκοποῦ ἀντιδράσεως, οὐδὲ ἐκ λόγων ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλω μάλιστα ἐκ προοιμίου νὰ διακηρύξω ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι πᾶν ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὴν συντήρησιν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς πολυπληθεστάτης τάξεως τῶν σταφιδοκτημόνων, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν πρόληψιν τῆς ἐπικειμένης σταφιδικῆς κρίσεως, εἶναι πρέπον νὰ λεχθῇ ὡς οἷόν τε τάχιον, ἵνα ἔχῃ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον ἡ διαπραγματευθεῖσα τὴν σύμβασιν Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ εἰς ἄμεσον συνεννόησιν μετὰ τῶν λαβόντων τὴν παραχώρησιν, ἤτοι τῶν συμβληθέντων μετ’ αὐτῆς καὶ ὑπογραψάντων τὴν σύμβασιν, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ βελτίωσις τῶν ὅρων αὐτῆς. Πάντες γινώσκομεν, ὅτι ἀπὸ τριῶν ἤδη μηνῶν οὐ μόνον αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι, ἀλλ’ ἅπασα ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀνάστατος, ἀναμένουσα τὴν ἔκβασιν τῶν διεξαγομένων διαπραγματεύσεων πρὸς συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ἡ ἀναμενομένη κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος παραγωγὴ τῆς σταφίδος προαγγέλλεται λίαν πλουσία. Ἀποθέματα ἐκ τῆς παραγωγῆς τοῦ παρελθόντος ἔτους ὑπάρχουσιν οὐχὶ εὐκαταφρονήτου ποσοῦ, οἱ δὲ ἐνδιαφερόμενοι σταφιδοκτηματίαι καὶ σταφιδέμποροι διατελοῦσιν ἐν ἀπογνώσει καὶ ἀπογοητεύσει, μὴ γινώσκοντες τὸ μέλλον τῆς σταφίδος καὶ τὴν ἀναμένουσαν αὐτοὺς τύχην. Οὐ μόνον συλλαλητήρια πολλὰ ἐγένοντο ἐν ταῖς σταφιδοφόροις ἐπαρχίαις, ἀλλὰ καὶ ὁμάδες σταφιδοκτημόνων ἔλαβον στάσιν ἐπιβλητικὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἀπέναντι τῶν ἀντιπροσωπευόντων αὐτοὺς ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὑπεχρέωσαν αὐτοὺς νὰ ἐπανέλθωσιν ὡς τάχιστα εἰς Ἀθήνας, καὶ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου. Δύναμαι μάλιστα ἀπεριφράστως νὰ εἴπω, ὅτι ἐν ταῖς σταφιδοφόροις ἐπαρχίαις ἐδημιουργήθη τοιαύτη ψυχολογικὴ κατάστασις, ὥστε δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ψύχωσις ὑπὲρ τῆς συμβάσεως, διότι ὑπολαμβάνεται αὕτη ὡς ἄγκυρα σωτηρίας. Ὡς ἐκ τούτου ἐπιβάλλεται ἡμῖν τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως μετὰ μείζονος προσοχῆς, ἵνα μὴ ἡ ἄγκυρα σωτηρίας μεταβληθῇ εἰς βάραθρον καταστροφῆς. Ὅτε τὸ πρῶτον ἀκούει τις, ὅτι πρόκειται περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, δὲν διατίθεται εὐμενῶς ὑπὲρ τῆς ἰδέας τοῦ μονοπωλίου. Μονοπώλιον, ἐν τῇ πρώτῃ ἐντυπώσει, οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ δέσμευσις τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ ἐμπορίου, καὶ ἐν γένει εἶναι ὅ,τι καταδικάζει ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη. Τοιαῦταί τινες ἰδέαι προέκυψαν καὶ ὅτε τὸ πρῶτον παρουσιάσθη ὡς ἄγκυρα σωτηρίας ἡ παρακράτησις. Καὶ ἐγὼ μετὰ πολλῶν ἄλλων, τότε εἰς τὴν Βουλὴν διατελούντων, διετέθην κατ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ ὅτε βραδύτερον ἐπείσθην, ὅτι ἄνευ μέτρου τινὸς ἡρωϊκοῦ διατρέχουσι κίνδυνον οὐ μόνον οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας ἡμῶν, προσεχώρησα εἰς τὴν ἰδέαν τῆς παρακρατήσεως. Τίνα σκοπὸν ἔχει ἡ παρακράτησις; νὰ ἄρῃ ἢ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἀνισορροπίαν μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως. Σήμερον ἀπεδείχθη ἡ παρακράτησις ἀνεπαρκής, καὶ προβάλλεται ὡς ἄγκυρα σωτηρίας τὸ μονοπώλιον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει τὸ μονοπώλιον νὰ γένηται ἀποδεκτὸν ὑπὸ ὅρους ἐξασφαλίζοντας τὴν παραγωγὴν καὶ ἐκπληροῦντας τὸν προορισμόν, δι’ ὃν ἡ Πολιτεία πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τοὺς περιορισμοὺς τοῦ μονοπωλίου τὴν σταφιδοπαραγωγήν. Προκειμένου περὶ τοιαύτης συμβάσεως, ἥτις ἔχει τι τὸ καινοφανὲς, ὡς ὡμολογήθη καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι πρέπον νὰ συζητήσωμεν, ἀνεξαρτήτως πάσης πολιτικῆς ἀποχρώσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ὁ σκοπός, δι’ ὃν πρόκειται νὰ δεχθῶμεν τὸ μονοπώλιον, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ ἀνταλλάγματα τῆς παραχωρήσεως τοσοῦτον σπουδαίου προνομίου, μέλλοντος νὰ παραδώσῃ ἐπὶ εἰκοσαετίαν τὸ πολυτιμότατον τῆς χώρας ἡμῶν προϊὸν εἰς μίαν ξένην Ἑταιρείαν. Ἡ Ἑταιρεία αὕτη, δὲν γνωρίζω, ἂν παρ’ ἡμῖν δύναται νὰ ὀνομασθῇ Ἑταιρεία. Εἶναι μία ὁμὰς ὀλιγαρίθμων Ἄγγλων, οἵτινες ἐδήλωσαν, κατὰ τοὺς Ἀγγλικοὺς νόμους, εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ὅτι συνιστῶσι μίαν Ἑταιρείαν. Κατὰ τοὺς Ἀγγλικοὺς νόμους, ὅταν ἑπτὰ πολῖται Ἄγγλοι παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου καὶ δηλώσωσιν, ὅτι συνιστῶσιν Ἑταιρείαν μεθ’ οἱουδήποτε κεφαλαίου, ἡ Ἑταιρεία θεωρεῖται συνεστημένη, μετὰ μόνης τῆς διαφορᾶς, ὅτι πάντα τὰ ἔγγραφα ἢ συμφωνητικὰ, ἅτινα θέλουσιν ἐπακολουθήσει, θέλουσι κατατίθεσθαι εἰς τὸ αὐτὸ γραφεῖον. Γινώσκομεν, ὅτι οἱ συμβληθέντες μετὰ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως συνεβλήθησαν οὐχὶ ἐπὶ ἰδίῳ ὀνόματι, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑταιρείας ταύτης, καὶ εἶναι πρέπον νὰ ἐξετάσωμεν, τίς εἶναι ἡ Ἑταιρεία αὕτη. Ἐκ πληροφοριῶν, ἢ μᾶλλον ἐκ πηγῶν ἀξιοπίστων, ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸ Καταστατικὸν τῆς Ἑταιρείας ταύτης. Ὡς πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε παρὰ τοῦ εἰσαγαγόντος τὴν σύμβασιν κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ Ἑταιρεία φέρει τὸν τίτλον «Ἑταιρεία τῶν παραχωρήσεων καὶ μονοπωλίων» (Concessions and Monopolies Limited). Οἱ ἀποτελέσαντες δὲ ταύτην εἶναι 7, ἤτοι ὁ Ε. Χιούσαν ἐμποροϋπάλληλος, Ι. Γότσων ἐμποροϋπάλληλος, Βάλτερ Σμὶθ ἐμποροϋπάλληλος, Φρ. Τάϊλορ ἐμποροϋπάλληλος, Ἐρνέστος Ἔλμαγ ἐμποροϋπάλληλος, Ι. Κρώλεϋ ἰδιώτης καὶ Γ. Μάσων δικηγόρος. Κεφάλαια τῆς Ἑταιρείας εἶναι 6,000 λίραι, διῃρημέναι εἰς 5,000 συνήθεις μετοχὰς πρὸς 1 λίραν ἑκάστη, καὶ 5,000 μετοχὰς ἱδρυτῶν πρὸς 4 σελίνια ἑκάστη. Σκοπὸς τῆς Ἑταιρείας ταύτης, πλὴν ἄλλων ἐπιχειρήσεων καὶ ἐργασιῶν, εἶναι νὰ ἐξασφαλίσῃ περιστάσεις ἢ ἐργασίας πρὸς ἀπασχόλησιν κεφαλαίων ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Αὐτοκρατορίᾳ, ὡς λέγει τὸ Καταστατικόν. Αἱ 5,000 μετοχαὶ τῶν τεσσάρων σελινίων τῶν ἱδρυτῶν τάσσονται, ὡς πρὸς τὸ μέρισμα καὶ τὴν διανομὴν, ἐξ ἴσου μὲ τὰς συνήθεις μετοχάς. Τὸ καταβεβλημένον κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας εἶναι μόνον λίραι στερλίναι 5,000. Ὡς προεῖπον, εἰς τὸ Καταστατικὸν τῆς προκειμένης ἑταιρείας (Concessions and Monopolies Limited) προστίθεται ἡ λέξις «Limited». Γνωστὴ δὲ εἶναι εἰς πολλοὺς ἐξ ὑμῶν ἡ σημασία τῆς ἀγγλικῆς ταύτης λέξεως, ὅταν αὕτη προστίθηται εἰς τὸν τίτλον ἱδρυομένης τινὸς ἐν Ἀγγλίᾳ Ἑταιρείας. Δι’ αὐτῆς ἀποκλείεται πᾶσα εὐθύνη τῶν μετόχων τῆς Ἑταιρείας ταύτης πέραν τοῦ ποσοῦ τῆς ἐν τῷ μετοχικῷ κεφαλαίῳ συμμετοχῆς ἑκάστου αὐτῶν. Ἡ λέξις αὕτη, προστεθεῖσα εἰς τὸν τίτλον τῆς προκειμένης Ἑταιρείας ἐκ λιρῶν 5,000, εἰς ἣν παραχωρεῖται τὸ μονοπώλιον, ἀποκλείει πᾶσαν εὐθύνην τῶν μετόχων αὐτῆς (ἤτοι τῶν πέντε ἐμποροϋπαλλήλων, ἑνὸς ἰδιώτου καὶ ἑνὸς δικηγόρου) περὶ τῆς συμμετοχῆς ἑκάστου αὐτῶν εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν λιρῶν 5,000.
§15Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ καταβεβλημένον ἢ τὸ ὀνομαστικόν;
§16Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ καταβεβλημένον 1000 δὲ λίραι δὲν κατατίθενται, ἀλλὰ δίδονται εἰς τοὺς ἱδρυτάς. Τὸ ποσὸν δὲ αὐτὸ θέλει ἔχει τὰ αὐτὰ προνόμια τῶν ἄλλων 5,000 μετοχῶν. Ἡ Ἑταιρεία διώρισεν ὡς διοικητὰς ἢ διευθυντὰς τοὺς Νιοῦτον Δὼν ἐφοπλιστήν, Φρ. Δουπρὲ ἔμπορον, Ροβέρτον Σ. Μπακχάους μεσίτην καὶ Δ. Ι. Δεληγιάννην ἔμπορον.
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Μπρόδερτον δὲν ἀναφέρεται;
§18Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Κατετέθη ἓν συμφωνητικὸν μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας ταύτης καὶ τοῦ κ. Δ. Δεληγιάννη, ὅστις, ὡς φαίνεται, ὑπέβαλε πρὸς τὴν Ἑταιρείαν σχέδιον περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Διὰ τοῦ συμφωνητικοῦ τούτου ὁ κ. Δ. Δεληγιάννης διορίζεται «νὰ μεταβῇ εὐθὺς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας καὶ προσπαθήσῃ νὰ λάβῃ τὴν παραχωρητήριον σύμβασιν τοῦ μονοπωλίου», ὅπως τοῦτο γράφεται ἐν τῷ σχεδίῳ τούτῳ, «δίδων πρὸς τοῦτο τὸν καιρόν του καὶ τὴν προσοχήν του, καὶ χρησιμοποιῶν τὴν ἐπιρροήν του ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως». Διὰ τὰς ὑπηρεσίας δὲ ταύτας ἡ Ἑταιρεία ἐκχωρεῖ αὐτῷ εὐθὺς τὸ ὅλον τῶν 5,000 μετοχῶν τῶν ἱδρυτῶν ἐπ’ ὀνόματί του, εὐθὺς ὡς ἤθελεν αὐτὸς διατάξει, καὶ θὰ πληρώσῃ ἡ Ἑταιρεία αὕτη τὰ ἔξοδα μεταβάσεως καὶ ἐπιστροφῆς, λογαριασμοὺς ξενοδοχείων καὶ ἄλλα πάμπολλα ἔξοδα. Αἱ μετοχαὶ τῶν ἱδρυτῶν θὰ κατατεθῶσιν ὡς πλήρως πληρωμέναι. Ἐπὶ τοῦ ἀνωτέρω ἀναφερομένου συμφωνητικοῦ ὑπάρχει σημείωσις τοῦ ἁρμοδίου ἐν τῷ Ὑποθηκοφυλακείῳ ὑπαλλήλου «ἀνεπαρκὴς ἐκτέλεσις». Ὁ κ. Μπρόδερτον δὲν ἀναφέρεται, ἴσως δὲ μεταγενεστέρως ἐγένετο μέλος, οὔτε φαίνεται ὢν ἐκ τῶν ἐχόντων πληρεξουσιότητα ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας. Δὲν γνωρίζω δέ, ἂν εἰς τὴν Κυβέρνησιν προσήχθη καὶ ἐκ μέρους τῶν ἄλλων, τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἑταιρείαν, εἰδικὸν πληρεξούσιον, ὅπως ἀντιπροσωπεύσῃ καὶ ὁ κ. Μπρόδερτον τὴν Ἑταιρείαν κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως. Δὲν φαίνεται δὲ οὔτε εἰς τὴν σύμβασιν τὸ ὄνομα αὐτοῦ, εἰμὴ μόνον, ὅτι θ’ ἀποτελέσῃ μέλος τοῦ πρώτου ἐν Λονδίνῳ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Ἂν συσταθῇ ἡ Ἑταιρεία, θὰ ἦναι οὗτος μέλος τοῦ Συμβουλίου. Τό γε νῦν, οὐδαμοῦ ἀναφέρεται οὗτος, οὐδ’ εὐθύνην τινὰ ἀναλαμβάνει. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀνεφέρετο, τοῦτο δὲν ἔχει πολλὴν σημασίαν, διότι οἱ συναλλαγέντες μετὰ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως δὲν συναλλάσσονται ἐν ἰδίῳ ὀνόματι. Οὔτε ὁ κ. Δ. Δεληγιάννης, οὔτε ὁ κ. Μπακχάους συναλλάσσονται ἐν ἰδίῳ ὀνόματι, ἀλλὰ συναλλάσσονται ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑταιρείας ταύτης, τῆς ἐχούσης κεφάλαιον 5,000 λιρῶν. Νομίζω, ὅτι εἰς ἓν προσχέδιον ὑπῆρξέ τι, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ τελικῷ σχεδίῳ ἀπηλείφθη. Ἐπρόκειτο νὰ κατατεθῇ ἐκ μέρους τῶν λαμβανόντων τὸ μονοπώλιον ἐγγύησις χρηματική, ἥτις, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελον ἐκτελεσθῆ οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως, ἤθελε καταπέσει ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὸ σχέδιον ὅμως, ὡς εἶπον, ὅπερ ἔχομεν νῦν ὑπ’ ὄψει, δὲν ὑπάρχει τοιοῦτόν τι. Ὑπ’ ὄψει λοιπὸν ἔχομεν μίαν σύμβασιν, εἰς ἣν παρουσιάζεται ἡ Ἑταιρεία, ἧς ἐποιησάμην μνείαν, ἐκπροσωπουμένη ὑπὸ τοῦ κ. Μπακχάους, ὅστις διώρισεν ὑποκατάστατον πληρεξούσιόν του τὸν κ. Γ. Στρέϊτ, καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Δ. Δεληγιάννη, ὅστις εἶναι τῷ ὄντι εἷς τῶν διοικητῶν τῆς Ἑταιρείας, καὶ ἔχει πληρεξούσιον, διότι ἀκριβῶς ἀναφέρεται ἐν τῇ συμβάσει ἓν συμβόλαιον, συνταχθὲν τὴν 7 Μαΐου 1903 ἐν Λονδίνῳ, δι’ οὗ ἐδόθη πληρεξουσιότης πρὸς διαπραγμάτευσιν τῆς συμβάσεως εἰς τοὺς κ. κ. Μπακχάους καὶ Δ. Δεληγιάννην. Εἶχε γραφῆ εἰς ἐφημερίδας κατὰ τὸν χρόνον τῶν διαπραγματεύσεων, ὅτι ὁ κύριος Μπρόδερτον εἶχε προσωπικῶς προσφερθῆ νὰ ἀναλάβῃ προσωπικὴν εὐθύνην διὰ τὴν καταβολὴν τοῦ ἡμίσεος τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, ἐπίσης δὲ εἶχε γραφῆ εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι καὶ ἡ ἡμετέρα Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις μετέχει κατὰ 40,000 λίρας εἰς τὴν ἐπιχείρησιν, ὅτι καὶ αὐτὴ ἤθελε προσφερθῆ νὰ ἀναλάβῃ εὐθύνην, ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο τῶν καταθέσεων τοῦ κεφαλαίου, δηλαδὴ ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐκ τῶν προτέρων ἠγγυημένον κεφάλαιον ἐκ 13,500,000 φράγκων. Ἀλλ’ ἐν τῇ συμβάσει, ἥτις προβάλλεται σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδὲν τούτων ἀναγράφεται. Σήμερον ἔχομεν ἀκριβῶς μίαν σύμβασιν, δι’ ἧς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δίδει εἰς τοὺς Κυρίους, οἵτινες ἐκπροσωποῦσι τὴν Ἑταιρείαν τῶν 5,000 λιρῶν, μίαν αἵρεσιν (option)· δηλ. ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν, νὰ τὴν κυρώσωμεν διὰ νόμου, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως. Οἱ συμβληθέντες μετὰ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως θὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, θὰ κρούσωσι θύρας τραπεζιτῶν καὶ κεφαλαιούχων πρὸς πώλησιν τοῦ ἀκόπως καὶ ἀδαπάνως κτηθέντος ὑπ’ αὐτῶν προνομίου τῆς μονοπωλίας τῆς σταφίδος, καὶ ἐπὶ τέλους θὰ ἐκδώσωσιν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε καλυφθῆ τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον, θὰ προβῶσιν εἰς τὰ περαιτέρω. Ἐτέθη καί τι, ὅπερ κατ’ ἐμὲ δὲν ἔχει πολλὴν σημασίαν· ὅτι, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἐκ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου ἤθελε καλυφθῆ εἰς τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν τὸ ἥμισυ τοῦ κεφαλαίου, ὑποχρεοῦνται οἱ μετὰ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως συμβληθέντες μέχρι τῆς 31 Ἰουλίου 1903 νὰ προσαγάγωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν πρόσωπα τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς, τὰ ὁποῖα νὰ ἐγγυῶνται τὴν κατάθεσιν τοῦ ἡμίσεος τοῦ κεφαλαίου.
§19Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ἂν δὲν τὰ προσαγάγωσιν;
§20Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύμβασις εἶναι ἄκυρος.
§21Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἡμεῖς λοιπὸν θὰ ψηφίσωμεν στὸ βρόντο!
§22Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τὸ πρῶτον ἐνταῦθα ἀφιχθεὶς, ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν Ἄγγλων, ἢ μᾶλλον τῆς Ἑταιρείας ταύτης, κ. Δ. Δεληγιάννης μοὶ παρέσχε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ, οἰκουροῦντα ἕνεκεν ἀσθενείας, καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσε τὰ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Ἑταιρείας ταύτης, μοὶ προσέθηκε δὲ, ὅτι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν εὐοδωθῆ ἡ ἐπιχείρησις, ἤθελεν ἔχει ὡς ἀμοιβὴν 5,000 λίρας.
§23Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλον τὸ κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας!
§24Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τούτου ἡ Ἑταιρεία ἡ σχηματισθησομένη ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν πέντε χιλιάδων λιρῶν 10,000 λίρας, ἐξ ὧν 5,000 εἶναι τὸ κατατεθειμένον ὑπ’ αὐτῆς κεφάλαιον, καὶ ἄλλαι 5,000 λόγῳ τῆς προμηθείας καὶ ἐξόδων ἀμοιβῆς καὶ ἀποζημιώσεως. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς παρετήρησα εἰς τὸν κ. Δ. Δεληγιάννην, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ option εἰς τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, χωρὶς οὐδεμίαν νὰ ἔχῃ ἐγγύησιν. Οὗτος μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ἐγγύησιν 100,000 φράγκων, ἐν ἀνάγκῃ δὲ καὶ νὰ διπλασιάσῃ ταύτην μέχρι 200,000 φράγκων. Παρετήρησα πρὸς αὐτὸν, ὅτι οἱ ἰδιῶται, ὅταν συναλλάσσωνται μετ’ ἄλλων ἰδιωτῶν, θέτουσι μίαν ποινικὴν ῥήτραν, ὅταν δὲ ὁ ἕτερος τῶν συναλλασσομένων δὲν ἤθελεν ἐκτελέσει τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνέλαβεν, καταπίπτει ὑπὲρ τοῦ ἄλλου ἡ ποινικὴ ῥήτρα. Ἀλλ’ εἰς τὰς Κυβερνήσεις, αἵτινες δὲν φροντίζουσι νὰ πορίσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον μικρὸν κέρδος ἐκ ποινικῆς ῥήτρας, ἀλλ’ ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐπιχειρήσεως, τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται. Εἰς τὰς Κυβερνήσεις δὲν ἐπιτρέπεται ἐπὶ τοιαύτῃ ποινικῇ ῥήτρᾳ, καὶ μάλιστα τόσον γλίσχρᾳ, νὰ συνομολογηθῇ σύμβασις, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἀνατρέψῃ ἐμπορικὸν ὀργανισμὸν λειτουργοῦντα ἀπὸ αἰώνων, ἡ ὁποία δύναται νὰ μεταβάλῃ τὰς σχέσεις σταφιδοκτημόνων καὶ σταφιδεμπόρων, μεσιτῶν καὶ μεταπρατῶν, καὶ νὰ παραλύσῃ αὐτὸν τὸν ὀργανισμὸν, εἰς τρόπον ὥστε βραδύτερον, ὅταν ζητήσωμεν ἐκ νέου νὰ ἀνεύρωμεν τὴν πελατείαν καὶ ἐν γένει τὸν ὀργανισμὸν, καθ’ ὃν μέχρι τοῦδε λειτουργεῖ ἡ σταφιδεμπορία, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν τὰ στοιχεῖα τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου. Ὁ κ. Δ. Δεληγιάννης μοὶ παρετήρησε τότε: «διατὶ, ὅτε ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἀπετελεῖτε μέλος, διεπραγματεύθητε μετὰ τῶν ἀναλαβόντων τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ, διατὶ τότε δὲν ἐζητήσατε ἐγγυήσεις τοιαύτας;» Εἰς αὐτὸν παρετήρησα πρῶτον, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο ἐπιχειρήσεων, διότι ἐκεῖ ἐπρόκειτο νὰ συνομολογήσῃ τὸ Κράτος ἡμῶν ἓν δάνειον, διὰ τοῦ δανείου δὲ τούτου νὰ κατασκευασθῇ ὁ σιδηρόδρομος. Τοῦ δανείου τὸ προϊὸν ἐπρόκειτο νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ χρῆσις αὐτοῦ ἐπρόκειτο νὰ γένηται ἐπὶ τῇ βάσει ἐκτελεσθείσης ἐργασίας. Ἀλλὰ μολονότι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο ἐπιχειρήσεων, οὐχ ἧττον ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος, ἐζήτησε τότε νὰ μὴ συναλλαχθῇ μόνον μετὰ τῆς ὁμάδος ἐκείνης, ἡ ὁποία τότε ἀπετέλει ἓν εἶδος Συνδικάτου, ἓν εἶδος Ἑταιρείας, κατά τι διαφερούσης τῆς σημερινῆς, — διότι νομίζω, ὅτι τὸ κεφάλαιον αὐτῆς ἦτο 10,000 λίραι, — ἀλλ’ ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ἐγγύησιν παρὰ τραπεζίτου ὡμολογημένης πίστεως καὶ δυνάμεως, τοῦ Ἐρλάγγερ, παρὰ τῆς ἐν Γαλλίᾳ γνωστῆς Ἑταιρείας Μπατινιὸλ, παρὰ τῶν ἀδελφῶν Ῥέουτερ καὶ ἄλλων φερεγγυοτάτων προσώπων, οἱ ὁποῖοι δι’ ἐπιστολῆς των πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐδήλωσαν, ὅτι αὐτοὶ ἀναλαμβάνουσι πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ὁμάδος, τὴν ὁποίαν ἐξεπροσώπει ὁ ἐνταῦθα ἐλθὼν κ. Ῥέουτερ, ὑπεχρεοῦντο δὲ αὐτοὶ, ἅμα τῇ συνομολογήσει τῆς συμβάσεως καὶ τῇ κυρώσει αὐτῆς, νὰ καταθέσωσιν 750,000 δραχμὰς ἅμα τῇ κυρώσει τῆς συμβάσεως, ἄλλας δὲ 750,000 δρ. ἅμα τῇ ἐπικυρώσει τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ἐνταῦθα τὰ πράγματα διαφέρουσιν. Ὑπέμνησα εἰς αὐτὸν καὶ ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι μὲν γνωστὸν εἰς κύκλον μέγαν, ἐν τούτοις εἶναι βεβαιωμένον. Τουτέστιν, ὅτι κατὰ τὸ 1900 ἦλθον πρός με, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δύο Ἄγγλοι, προβάλλοντες τὴν πρὸς αὐτοὺς παραχώρησιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, καὶ ἀναλαμβάνοντες τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συστήσωσιν Ἑταιρείαν ἀνώνυμον, μὲ κεφάλαιον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, 20,000,000 φράγκων. Εἶπον εἰς αὐτοὺς, ὅτι πρὶν ἢ ἄρξωμαι τῶν διαπραγματεύσεων μετ’ αὐτῶν εἶναι ἀνάγκη νὰ γινώσκω, τίνα ἐγγύησιν προσφέρουσιν, ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ᾖναι βεβαία, ὅτι θὰ κατατεθῇ ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον. Ἐκεῖνοι τότε μοὶ προέβαλον, ὅτι ἠδύναντο νὰ δώσωσιν ἐγγύησιν 50,000 λιρῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελον ἐκπληρώσει τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ καὶ τὴν ἐγγύησιν ταύτην ἐθεώρησα ἀνεπαρκῆ, καὶ ἐζήτησα παρ’ αὐτῶν νὰ προσφέρωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐγγύησιν γνωστοῦ τραπεζιτικοῦ καταστήματος, ἀναλαμβάνοντος τὴν ὑποχρέωσιν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ τοιαύτη σύμβασις ἤθελε κυρωθῆ διὰ νόμου, νὰ καταβάλῃ ἐντὸς δύο ἢ τριῶν μηνῶν ὁλόκληρον τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον, καὶ ἂν ἀκόμη ἐν τῇ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἐκδόσει τῶν μετοχῶν τῆς Ἑταιρείας δὲν καλυφθῇ ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον. Εἴχομεν ζητήσει τότε πληροφορίας καὶ ἀπὸ τὸν ἐνταῦθα πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας καὶ ἀπὸ τὸν ἐν Λονδίνῳ ἡμέτερον πρέσβυν, καὶ ἐλάβομεν τὴν πληροφορίαν, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὸ Συνδικάτον, ἦσαν πολλοὶ γνωστοὶ, ἀξίας καὶ φερεγγυότητος· ἀλλὰ γινώσκομεν, ὅτι καὶ οἱ μεγαλείτεροι τῶν τραπεζιτῶν καὶ τῶν κεφαλαιούχων, ὅταν δὲν ἀναλαμβάνωσιν ὡρισμένην προσωπικὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ συνιστῶσι μίαν Ἑταιρείαν ἢ μίαν ὁμάδα, καὶ παρουσιάζωνται ὡς ἐκπροσωποῦντες τὴν ὁμάδα ταύτην, οὐδεμίαν ὑπέχουσιν ἀτομικὴν εὐθύνην ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀποτύχει ἡ ἐπιχείρησις. Πράγματι δ’ οὗτοι προσῆλθον εἰς τὸν ἐν Λονδίνῳ γνωστὸν τραπεζίτην κ. Hambro, καὶ προσήγαγον εἰς αὐτὸν τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας βεβαίως ἐκεῖνος ἐζήτησε παρ’ αὐτῶν, καὶ ὁ κύριος Hambro ἐξέδωκε δύο ἐπισήμους ἐπιστολὰς, μίαν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ μίαν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διὰ τῶν ὁποίων ἐδήλου, ὅτι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τοιαύτη τις σύμβασις ἤθελε συνομολογηθῆ μετὰ τῶν ἐνταῦθα ἐλθόντων Ἄγγλων, καὶ ἤθελεν αὕτη κυρωθῆ διὰ νόμου, ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσῃ αὐτὸς ὁλόκληρον τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον. Προέβην τότε εἰς διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν κατέληξαν εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα, διότι προεκλήθη ἐξέγερσις τῶν καπνοπαραγωγῶν, καὶ δὲν ἐθεωρήθη τὸ μονοπώλιον ὡς δυνάμενον νὰ συντελέσῃ εἰς προαγωγὴν τοῦ προϊόντος τοῦ καπνοῦ. Ὁ κ. Δ. Δεληγιάννης εἰς ἀπάντησιν μοὶ παρετήρησεν, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ προσαχθῇ τοιαύτη ἐκ τῶν προτέρων τραπεζικὴ ἐγγύησις περὶ καταβολῆς τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, διότι κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν ἀπολαμβάνει ἐν Εὐρώπῃ μεγάλης πίστεως, καὶ δὲν δύναται αὐτὸς ἐκ τῶν προτέρων νὰ γινώσκῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῇ ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐγγραφῇ τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου λιρῶν στερλινῶν. Οὐδεὶς δὲ ἐκ τῶν ἐν τῇ ἐπιχειρήσει ταύτῃ ἀναμιγνυομένων ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καλύψῃ τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε καλυφθῆ κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν. Δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνω εἰς αὐτὸν ἄλλην τινὰ παρατήρησιν. Ἠρκέσθην νὰ τὸν συγχαρῶ μόνον, διότι ἀναλαμβάνει ἐπιχείρησιν, ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποβῇ εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς χρήσιμος. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν οὐχὶ πρὸ ὡρισμένου τινὸς τραπεζίτου ἢ κεφαλαιούχου, ἀναλαμβάνοντος εὐθύνην τινὰ, ἔστω καὶ ἠθικὴν, ἀλλ’ εὑρισκόμεθα πρὸ ἀντιπροσώπων μιᾶς ὁμάδος, τῆς ὁποίας τὸ κεφάλαιον ἀνέρχεται εἰς 5,000 λίρας. Εἰς αὐτὴν λοιπὸν τὴν Ἑταιρείαν ἢ τὴν ὁμάδα δίδομεν μίαν σύμβασιν, μὲ τὸ δικαίωμα νὰ περιέλθῃ ὄχι μόνον τὴν Ἀγγλίαν, ἀλλὰ καὶ ἄλλας εὐρωπαϊκὰς πόλεις, καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ εὕρῃ μετόχους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἐπιχείρησιν, ἣν οὗτοι ἔχουσιν εἰς χεῖράς των διὰ συμβάσεως, ἣν μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους συνωμολόγησαν. Οἱ συναλλαχθέντες μετὰ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως ἔχουσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ εὕρωσι μετόχους, καὶ ὅτι θὰ καλυφθῇ ὁλόκληρον τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον. Ἀλλ’ ὅσοι ἐξ ἡμῶν παρακολουθοῦμεν τὰ τῶν τοιούτων ἐπιχειρήσεων, γινώσκομεν, ὅτι οὐδεὶς τοῦτο δύναται ἐκ τῶν προτέρων νὰ βεβαιώσῃ. Παρατηροῦμεν μάλιστα ἀπὸ τοῦδε ἀντίδρασίν τινα ἐν Ἀγγλίᾳ ἐκ τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν ἤδη εἰς τὰς ἐφημερίδας· βλέπομεν τὴν ἀντίδρασιν τῶν παντοπωλῶν τῆς Ἀγγλίας, διὰ τῶν ὁποίων πωλεῖται ἡ σταφίς. Γινώσκομεν δὲ καὶ ἕτερόν τι ἐπεισόδιον, ἐνδεικτικὸν τῆς ἐξεγερθείσης ἀντιδράσεως. Ὅτε ἐν ἀρχῇ εἶχον ἔλθει οἱ Κύριοι αὐτοὶ ἐνταῦθα καὶ προέβαλον τὸ προσχέδιον τῆς συμβάσεως, ἐδήλωσαν, ὅτι μεταξὺ τῶν μετόχων εἶναι καὶ ὁ κ. Πάλμερ, γνωστὸς μέγας ἐργοστασιάρχης ἐν Λονδίνῳ, κατασκευάζων μπισκότα, ὁ ὁποῖος καταναλίσκει, κατὰ τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἡμῖν, 2,000 τόννους σταφίδος εἰς κατασκευὴν τῶν μπισκότων τούτων, τὰ ὁποῖα καταναλίσκονται ἐν Ἀγγλίᾳ. Ὅτε δὲ βραδύτερον εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνέγνωμεν, ὅτι ὁ κ. Πάλμερ ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει συμμετοχὴν, ἐζητήσαμεν πληροφορίας, διατὶ ἀπεσύρθη ὁ κ. Πάλμερ, ἐλάβομεν δὲ τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ κύριος Πάλμερ ἐδήλωσε, μὲ τὴν εἰλικρίνειαν τὴν ἀγγλικὴν, ὅτι, ὅτε πρὸς αὐτὸν προσῆλθεν ὁ πρόεδρος τῶν παντοπωλῶν καὶ τῷ εἶπεν, ὅτι, ἐὰν συντελέσῃ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ μονοπωλίου, ὅλοι οἱ παντοπῶλαί εἰσι διατεθειμένοι νὰ ἀντιδράσωσιν εἰς τὴν πώλησιν τῶν μπισκότων, τὰ ὁποῖα οὗτος κατασκευάζει, τότε, ἐπὶ τῇ ἀπειλῇ ταύτῃ, αὐτὸς παρῃτήθη. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν παντοπωλῶν δὲν εἶναι ὀλίγος ἐν Ἀγγλίᾳ· τὸν ἀναβιβάζουσιν εἰς 40,000.
§25Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι 75,000.
§26Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι 40,000... Γινώσκομεν πρὸς τούτοις, ὅτι οἱ καταναλωταὶ τῆς σταφίδος πολὺ ὀλίγον ἐνδιαφέρονται, ἐὰν θὰ γείνῃ ἢ ὄχι τὸ μονοπώλιον, οὐδ’ εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργανώσωσιν, οὕτως εἰπεῖν, μίαν ἀντίδρασιν, ὅπως εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργανώσωσι τοιαύτην οἱ Ἄγγλοι παντοπῶλαι. Ἡμεῖς γινώσκομεν, ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἡμετέραν Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον μία σύμβασις, ἀφορῶσα εἰς παραχώρησιν ἐλαχίστων δικαιωμάτων, πρὸς σύστασιν Ἑταιρείας σκοπούσης τὴν κατασκευὴν σιγάρων πρὸς ἐξωτερικὴν κατανάλωσιν καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς βιομηχανίας τῆς σιγαροποιίας ἐν Ἑλλάδι. Γινώσκομεν, ὅτι οἱ τῶν καπνοπαραγωγῶν ἐπαρχιῶν κάτοικοι, ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τῆς καπνοπαραγωγῆς, εὕρισκον, ὅτι εἶχον συμφέρον νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις ἐκείνη, ἀλλ’ ἐσχηματίσθη ἀντίδρασις ἐκ μέρους τῶν καπνοπωλῶν, καὶ ἡ σύμβασις αὕτη δὲν ἐψηφίσθη. Εἷς τῶν τότε Βουλευτῶν, νοημονέστατος καὶ γινώσκων τ’ ἀποτελέσματα τῆς συμβάσεως ἐκείνης, ἐκηρύχθη κατὰ τῆς συμβάσεως. Οὗτος ἠρωτήθη ὑπ’ ἐμοῦ, διατὶ ἦτο κατὰ τῆς συμβάσεως, ἀφοῦ ἀνεγνώριζε τὴν χρησιμότητα αὐτῆς; Μοὶ ἀπήντησε δέ: «πῶς θέλετε νὰ μὴ ἦμαι κατὰ τῆς συμβάσεως, ὅταν πάντες οἱ καπνοπῶλαι, οἱ ἀποτελοῦντες καὶ κινοῦντες τὴν ἀγορὰν, εἰς μελλούσας ἐκλογὰς θέλουσι κηρύξει κατ’ ἐμοῦ πόλεμον;» Εἰς τὸν κ. Δ. Δεληγιάννην, ὅτε μὲ ἐπεσκέφθη καὶ ἀνεκοίνωσεν εἰς ἐμὲ τὰ κατὰ τὴν ἐπιχείρησιν, παρετήρησα, ὅτι τὸ κεφάλαιον τοῦ 1,000,000 λιρῶν εἶναι ἀνεπαρκὲς διὰ τοιαύτην ἐπιχείρησιν· οὗτος δὲ ἐζήτησεν ἐπὶ τούτῳ ἐξηγήσεις. Εἶπον εἰς αὐτὸν, ὅτι διὰ μίαν τοιαύτην ἐπιχείρησιν ἀπαιτοῦνται τοὐλάχιστον 2,000,000 λίραι, ἤτοι 50,000,000 φράγκα, ἵνα ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἔχῃ τὸ ἀπαιτούμενον κεφάλαιον, ὅπως ἀγοράσῃ ὁλόκληρον τὸν σταφιδόκαρπον μιᾶς ἐτησίας παραγωγῆς. Ἐκ τῆς συμβάσεως γινώσκομεν, ὅτι ἀναλαμβάνει ἡ Ἑταιρεία τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαθέσῃ εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς σταφίδος 40,950,000 φράγκα, δηλαδὴ 41 ἑκατομμύρια. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη μεταβάλλεται εἰς νόμον τοῦ Κράτους, ἄρχεται δὲ ἡ Ἑταιρεία ἀγοράζουσα σταφιδόκαρπον σχηματίζεται μία ἀντίδρασις ἐν Ἀγγλίᾳ, ὥστε νὰ μὴ εὑρίσκῃ ἀμέσως ἡ Ἑταιρεία πρόχειρον τὴν κατανάλωσιν τοῦ σταλέντος ἐντεῦθεν σταφιδοκάρπου, καὶ νὰ μὴ εὑρίσκῃ ἀμέσως πρόχειρον δάνειον. Ἐξαντλεῖται τὸ κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας, τῶν 25,000,000, εἶναι δὲ ὑποχρεωμένη αὕτη νὰ δαπανήσῃ ἀκόμη 16 ἑκατομμύρια. Τί γενήσεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Θέλει ἀναγκαίως σταματήσει, περιμένουσα ἢ νὰ πωληθῇ ἡ σταφὶς, τὴν ὁποίαν ἔστειλεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἢ νὰ ἐνεχυριάσῃ τὴν σταφίδα, ὅπως προμηθευθῇ τὸ κεφάλαιον τῶν 16 ἑκατομμυρίων, ἵνα πληρώσῃ τὰς ἀγοράς. Ἀλλ’ ὅτε μοὶ παρέστησεν ὁ κ. Δ. Δεληγιάννης, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ τοσοῦτον κεφάλαιον διὰ τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην, δὲν ἐπέμεινα εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ κεφαλαίου μέχρι 2 ἑκατομμυρίων λιρῶν, διότι παρεδέχθην, ὅτι εἶναι δυνατόν, ὅταν ἡ Ἑταιρεία δαπανήσῃ 25,000,000 καὶ τὰ διαθέσῃ πρὸς ἀγορὰν σταφιδοκάρπου, νὰ εὕρῃ πιστώσεις διὰ τὸ ἀναγκαιοῦν αὐτῇ ὑπόλοιπον ἐκ φράγκων 16,000,000 κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν τεσσάρων μηνῶν, καθ’ οὓς ἔχει δικαίωμα νὰ ἀγοράζῃ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐγγύησις ἐκ τῶν προτέρων, πρὶν ἢ μεταβληθῇ ἡ σύμβασις εἰς νόμον, ὅτι θὰ καταβληθῇ ὁλόκληρον τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου λιρῶν. Ἀλλ’ ἤθελεν ἴσως ἀντιταχθῆ εἰς τὰς παρατηρήσεις μου ἡ ἀντίρρησις: «τί ἡμεῖς θέλομεν χάσει, ἐὰν δώσωμεν τὴν σύμβασιν πρὸς τοὺς μεθ’ ἡμῶν συμβληθέντας, ὡς ἀντιπροσώπους τῆς ὁμάδος τῶν 5,000 λιρῶν, ὅπως οὗτοι ἐκθέσωσιν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τὰς μετοχάς; Ἐὰν ἀποτύχῃ, ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ πρώην καθεστώς». Ἐγὼ δὲν εἶμαι τῆς γνώμης ταύτης, ὅτι εἶναι πρέπον ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει νὰ δώσωμεν μίαν option εἰς τοὺς Κυρίους αὐτοὺς, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς βεβαιότητος, ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ ἡ ἔκδοσις εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν. Ἴσως θὰ ἤμην ἐνδοτικός, ἐὰν ἤμην βέβαιος, ὅτι ταῦτα πάντα θέλουσι δοκιμασθῆ καὶ ἐκκαθαρισθῆ πρὸ τῆς πρώτης τοῦ ἐπιόντος μηνὸς Ἰουλίου, τουτέστιν, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ γινώσκωμεν κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην τὴν τύχην τῆς ἐκδόσεως εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν, ὅπως ὦμεν εἰς καιρὸν νὰ ἐργασθῶμεν κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ πρώην καθεστῶτος. Ἀλλὰ ἐκ τῆς συμβάσεως καὶ ἐξ ὅσων ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συνάγεται, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν θέλει λειτουργήσει, καὶ ἂν συστηθῇ, ἢ μόνον κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1904. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡμεῖς θέλομεν διατελεῖ ἐν μετεώρῳ καταστάσει καὶ ἐν ἀγωνιώδει ἐκκρεμότητι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ θὰ χαλαρωθῇ αὐτὸς ὁ ὑφιστάμενος νῦν ἐμπορικὸς ὀργανισμὸς, ὡς πρὸς τὴν πώλησιν τῆς σταφίδος, καὶ ὅτι μετὰ 14 ἀπὸ σήμερον μῆνας θέλομεν εὑρεθῆ εἰς χείρονα τῆς σημερινῆς κατάστασιν; Δὲν νομίζετε, ὅτι καὶ οἱ σταφιδοκτήμονες καὶ οἱ σταφιδέμποροι θέλουσι περιαχθῆ εἰς τὸ ἀπροχώρητον, ἰδίᾳ δὲ οἱ σταφιδέμποροι, οἵτινες ὑπὸ τοιαύτην ἐκκρεμῆ κατάστασιν δὲν δύνανται νὰ ῥυθμίσωσι τὰς ἐνεργείας καὶ τὰς πράξεις των; Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἐπάναγκες εἶναι, πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προκειμένης συμβάσεως, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν ὑπογραψάντων τὴν σύμβασιν, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁριστικῶς ἀποφασισθῇ, ἂν ἡ σύμβασις θὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ἀμέσως, ἢ κατὰ τὴν ἐσοδείαν τοῦ 1904, ἀφ’ ἑτέρου δὲ προσκομίσωσιν ἐγγύησιν τραπεζίτου ἀξιόχρεου, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε καλυφθῆ τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον διὰ τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς, ἀναλαμβάνει ἡ ἐγγυηθησομένη ὑπὲρ αὐτῆς Τράπεζα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καλύψῃ τὸ ὑπόλοιπον μετοχικὸν κεφάλαιον· τότε καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ ὦμεν βέβαιοι, ὅτι ἡ σύμβασις, ἣν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, δύναται νὰ λειτουργήσῃ καὶ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν, δι’ ὃν ἐγένετο. Τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι ὅρος ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, διότι ἄλλως οὐδὲν ἕτερον πράττομεν, παρέχοντες τὴν σύμβασιν εἰς ἀντιπροσώπους Ἑταιρείας ἐχούσης κεφάλαιον 5,000 λιρῶν, ἢ δίδομεν εἰς αὐτὴν μίαν option μέχρι τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1904. Δέον νὰ ἐννοηθῇ καλῶς, ὅτι ψηφίζοντες τὴν σύμβασιν, ὡς νῦν αὕτη ὑπεβλήθη, δεσμευόμεθα μὲν ἡμεῖς ἀπέναντι αὐτῶν, αὐτοὶ δὲ οὐδεμίαν ἀπέναντι ἡμῶν ἀναλαμβάνουσιν ὑποχρέωσιν. Νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ποιήσωμαι καὶ ἑτέραν τινὰ παρατήρησιν. Κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, ἕδρα τῆς Ἑταιρείας ὁρίζεται τὸ Λονδῖνον. Ἐν τῇ πόλει ταύτῃ θὰ ἑδρεύῃ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Ἑταιρείας, ἐν Ἀθήναις δὲ θὰ ἑδρεύῃ πενταμελὴς ἐπιτροπή, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἐν Λονδίνῳ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐκτελεστὴς τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου, καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑταιρείας ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ παντὸς τρίτου, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἀποφάσεως· ἐν Λονδίνῳ θὰ κρατῶνται οἱ λογαριασμοὶ τῆς Ἑταιρείας καὶ θὰ λαμβάνωνται πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἑταιρείας. Λαμβάνεται μόνον πρόνοια διὰ τῆς συμβάσεως, ὅπως μετέχῃ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὸ Συμβούλιον διὰ δύο ἀντιπροσώπων, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· λαμβάνεται ἐπίσης καὶ ἑτέρα πρόνοια, ὅπως καὶ ἡ ἡμετέρα Ἐθνικὴ Τράπεζα μετάσχῃ εἰς τὸ Συμβούλιον δι’ ἀντιπροσώπων αὐτῆς. Καθορίζονται ὡσαύτως ἀπὸ τοῦδε ὡς μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου οἱ κύριοι Μπρόδερτον καὶ Μπακχάους. Δὲν ὁρίζεται ὅμως ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου, ὅπερ ἐνδεικνύει, ὅτι ὁρισθήσεται πολυμελὲς τὸ Συμβούλιον· ὅπως δήποτε ἡ πλειονοψηφία θὰ ἀνήκῃ εἰς τοὺς Ἄγγλους. Ὡς δ’ ἐπληροφορήθην, τελευταῖον ἐν Ἀγγλίᾳ ἐψηφίσθη νόμος, καθ’ ὃν τὰ μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ὑπέχουσιν εὐθύνας διὰ τὴν μὴ ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν ἐπιβεβλημένων αὐτοῖς καθηκόντων καὶ διὰ πᾶσαν ὡς ἐκ τούτου βλάβην τῶν συμφερόντων τῆς Ἑταιρείας. Δὲν γινώσκω, ἂν ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις, ἡ ἐκπροσωπουμένη ἐν τῷ Συμβουλίῳ διὰ τῶν δύο ἀντιπροσώπων αὐτῆς, ἐν περιπτώσει ἀτυχήματός τινος τῆς Ἑταιρείας, δὲν ἤθελεν ὑπέχει εὐθύνας. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ποιοῦμαι ὡς ἐκ περισσοῦ, ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἀποφυγὴν ἀπευκταίου τινός. Πρὸ πάντων ὅμως νομίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ Ἑταιρείας διαχειριζομένης πολυτιμότατον Ἑλληνικὸν μονοπώλιον, ἡ ἕδρα αὐτῆς ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐν Ἑλλάδι, ἐν Ἀγγλίᾳ δὲ ἡ ἕδρα τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δύναται ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὸ ἐν Ἀθήναις Διοικητικὸν Συμβούλιον. Ὑπάρχει ἐν τῇ συμβάσει διάταξις, καθ’ ἣν πᾶσαι αἱ διενέξεις αἱ προκύπτουσαι ἐκ τῶν σχέσεων τῆς Ἑταιρείας, θὰ εἰσάγωνται εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ Ἑταιρεία παρεβίασε τὴν σύμβασιν ἢ τὸ Καταστατικόν, καὶ, ὡς ὑπέχουσα εὐθύνας, ἐνάγεται ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων καὶ καταδικάζεται. Ποῦ θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις; ἐν Λονδίνῳ. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν, ἀσκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, ἐλάβετε ἀφορμὴν νὰ γινώσκητε, τίνι τρόπῳ δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἀπόφασις Ἑλληνικοῦ Δικαστηρίου ἐν Ἀγγλίᾳ, δύνασθε νὰ ἐννοήσητε, ἂν ἡ ἁρμοδιότης τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων παρέχει εἰς ἡμᾶς πλεονέκτημά τι. Δὲν ἐννοῶ διατὶ οἱ συμβληθέντες μετὰ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως δὲν ἠθέλησαν ν’ ἀποδεχθῶσιν, ὅπως ἡ ἕδρα τῆς Ἑταιρείας ἦναι ἐν Ἑλλάδι. Μόνον ἂν ἡ Ἑταιρεία ἑδρεύῃ ἐν Ἑλλάδι, εἶναι δυνατὸν καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ παρακολουθῶσι τὰ ἔργα αὐτῆς καὶ νὰ γινώσκωσιν, ἂν ἡ Ἑταιρεία προσηκόντως διαχειρίζεται τὰ κατ’ αὐτὴν καὶ δὲν διατρέχει κίνδυνον, ἐξ οὗ μόνον οἱ ἡμέτεροι σταφιδοπαραγωγοὶ θὰ ὑποστῶσι τὰς ἐπακολουθούσας ζημίας. Ἔχομεν κεκτημένην ἤδη πεῖραν ἐκ τοῦ παραδείγματος τῆς Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων, ἡ ὁποία ἔχει ἕδραν τὸ Βέλγιον· οὐ μόνον ἐγώ, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι διατελέσαντες Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐζητήσαμεν νὰ ἐλεγχθῶσι τὰ τῆς διαχειρίσεως αὐτῆς ἐν σχέσει πρὸς τὸν εἰς τὸ Δημόσιον ἀνήκοντα φόρον ἐκ τῶν καθαρῶν τῆς Ἑταιρείας κερδῶν, ἀλλ’ ἀπέβη ἡμῖν ἀδύνατος ὁ ἔλεγχος ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἑδρεύει εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἐὰν ὅμως εἶχεν ἡ Ἑταιρεία τὴν ἕδραν αὐτῆς ἐν Ἀθήναις, πᾶσα ἐξέλεγξις θὰ ἦτο δυνατή. Ἐν τῇ συμβάσει εἶδον ὅρον τινά, ὁ ὁποῖος μοὶ ἐγέννησεν εὔλογον ἀπορίαν· ὅταν ἐκ τῶν κερδῶν τῆς Ἑταιρείας ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔξοδα, τὸ ποσόν, ὅπερ ἤθελε δαπανηθῆ διὰ τὴν διαφήμισιν, κρατεῖται τόκος 6%, κρατεῖται ποσοστόν τι πρὸς σχηματισμὸν τακτικοῦ καὶ ἐκτάκτου ἀποθεματικοῦ, τὸ δὲ ὑπόλοιπον διανέμεται ἐξ ἴσου μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλὰ τὸ ἥμισυ τοῦτο διανέμεται μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας καὶ τῶν συμβληθέντων, καθ’ ἣν ἤθελον μεταξὺ των ὁρίσει ἀναλογίαν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ παραχθῶσι τοιαῦτα κέρδη· ἀλλ’ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι θὰ παραχθῶσι τοιαῦτα, δὲν νομίζετε, ὅτι ὑπὸ τὸν τύπον τῶν κερδῶν τούτων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τοὺς ἀναδόχους, θὰ δημιουργηθῶσιν ἱδρυτικοὶ τίτλοι, καὶ θὰ προκύψωσι προσωπικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσι προσκόμματα εἰς μίαν τινὰ τῆς Ἑταιρείας διάλυσιν; Διὰ τῆς συμβάσεως ὁρίζεται τετράμηνον χρονικὸν διάστημα πρὸς ἀγορὰν πάσης τῆς παραγωγῆς. Οἱ ἐκπροσωποῦντες τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας γινώσκουσιν, ὅτι πολλοὶ σταφιδοπαραγωγοί, πιεζόμενοι ὑπὸ ἀναγκῶν, σπεύδουσι νὰ πωλήσωσι τὸ προϊόν των, ἵνα θεραπεύσωσι τὰς μᾶλλον κατεπειγούσας ἀνάγκας αὐτῶν. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ σταφιδοπαραγωγὸς μεταφέρει τὸν καρπόν του εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ μονοπωλίου, ὁ δὲ ἁρμόδιος ὑπάλληλος ἀρνεῖται νὰ παραλάβῃ, προβάλλων τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δικαιοῦται νὰ παραλάβῃ οὐχὶ ἀμέσως, ἀλλ’ ἐν τῷ ὡρισμένῳ, ὡς νομίζει, διαστήματι, ἤτοι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου. Τὸ κώλυμα τοῦτο δὲν εἶναι ἐπουσιῶδες, διότι ἐκ τούτου προκύπτει ἕτερόν τι, ὅτι οἱ σταφιδοκτήμονες διατελοῦσιν ὑπὸ χρηματικὰς ὑποχρεώσεις, ὧν ἡ ἱκανοποίησις δὲν δύναται νὰ πληρωθῇ, εἰμὴ διὰ τῆς πωλήσεως προϊόντος πολλῶν ἐτῶν· ἔχουσιν ἀπέναντί των πιστωτάς, ἀναμένοντας νὰ λάβωσι τὸ προϊόν τῆς σταφίδος, πρὸς ἀπότισιν ἔστω καὶ μέρους τῶν εἰς αὐτοὺς ὀφειλομένων· τί θέλει συμβαίνει; Θὰ περιμένῃ ὁ πιστωτὴς εἰς τὰς θύρας τῆς ἀποθήκης, ἵνα ἐπιβάλῃ κατάσχεσιν! Ἡ Ἑταιρεία οὐδεμίαν ἑτέραν ἔχει ὑποχρέωσιν ἢ νὰ καταβάλῃ τὸ τίμημα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, μὴ εὐθυνομένη διὰ τοὺς τόκους ἢ δι’ ἕτερα ἔξοδα τῆς ἀπαιτήσεως, δι’ ἣν ἐπεβλήθη ἡ κατάσχεσις. Κατ’ ἐμέ, ἡ Ἑταιρεία ἔδει νὰ ἦναι ὑποχρεωμένη νὰ παραλαμβάνῃ τὸν προσαγόμενον εἰς τὰς ἀποθήκας αὐτῆς σταφιδόκαρπον, ἄνευ ἀναβολῆς τινος, ἐκτὸς τῆς ἐπιβαλλομένης ἐκ τῆς ἐπισωρεύσεως πολλῶν πωλητῶν. Ἐν τῇ συμβάσει καθορίζονται κατὰ κατηγορίας ἢ κατὰ ποιότητας τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Ἑταιρεία νὰ ἀγοράζῃ. Ἔχει μὲν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀγοράζῃ πᾶσαν τὴν παραγωγήν, ἀλλὰ δὲν ἀναλαμβάνει ῥητὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀγοράζῃ καὶ τὸ πλέον τοῦ ὁρισθέντος κατὰ κατηγορίαν ποσοῦ. Ἐν τούτοις ὑπάρχουσι σταφιδοκτήμονες, οἱ ὁποῖοι ἁμιλλῶνται, πῶς νὰ βελτιώσωσι τὰς ποιότητας τῆς σταφίδος των καὶ κατορθώσωσι νὰ γείνῃ αὕτη κρείσσων· μὲ τὴν ἰδέαν δὲ, ὅτι θὰ πωλήσωσιν ἀναλόγως εἰς ἀνωτέραν τιμὴν, προσάγουσι τὴν σταφίδα των εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἀλλ’ αὕτη ἀρνεῖται, λέγουσα, ὅτι ἔχει συμπληρώσει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀγοράσῃ ἀπὸ τὴν κατηγορίαν, εἰς ἣν ἀνήκει ἡ προσαγομένη σταφίς. Ὑπάρχει ἐν τῇ συμβάσει διάταξίς τις, ἀλλὰ δὲν εἶναι σαφής. Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, ἐὰν ἡ Ἑταιρεία ἤθελεν ἀγοράσει ποσὸν ἀνώτερον ἐκ τῶν ἀνωτέρω κατηγοριῶν, δικαιοῦται, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδαπάνησε πλέον τῶν 41 ἑκατομμυρίων, νὰ τὸ κρατήσῃ ἐκ τῆς ἑπομένης ἐσοδείας, κανονίζουσα ἀναλόγως τὰς τιμὰς, ἢ ἐκ τῶν κερδῶν, ἅτινα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἡ δυνητικὴ αὕτη διάταξις δὲν ἐξασφαλίζει τὸν σταφιδοκτήμονα, ὁ ὁποῖος προσῆλθε μετὰ τοῦ προϊόντος του εἰς τὴν ἀποθήκην τῆς Ἑταιρείας, ὑποβληθεὶς εἰς ἡμεραργίας καὶ δαπάνας, καὶ βελτιώσας τὴν ποιότητα τῆς σταφίδος του κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ νομίζῃ, ὅτι θὰ λάβῃ 250 ἢ 200 φράγκα, δὲν ἐξασφαλίζει αὐτὸν ἀπέναντι τῆς ἀρνήσεως τοῦ ἀποθηκαρίου τῆς Ἑταιρείας, ὑποχρεούμενον οὕτω νὰ τὴν πωλήσῃ εἰς κατωτέραν τιμήν. Εἶναι μάλιστα γνωστὸν, ὅτι ὑπάρχει εἴς τινα μέρη, καὶ ἰδίᾳ ἐν Ζακύνθῳ, σταφὶς, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ ὑπὸ τὸ ὄνομα σταφὶς ἀχαράκωτος, ἡ ὁποία πωλεῖται εἰς ἣν τιμὴν πωλεῖται ἡ σταφὶς τοῦ Αἰγίου, ἀλλ’ ὅταν σχηματίζηται ἡ κατηγορία τῆς πρώτης ποιότητος ἀπὸ τὴν σταφίδα τοῦ Παναριτίου ἢ τοῦ Κακοχωρίου, νομίζω...
§27Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει κἄν ποιότης Κακοχωρίου· παραδόξως ὅλως ἡ σύμβασις περιέλαβε τοιαύτην ποιότητα.
§28Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὸ ὄνομα αὐτό. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ σταφὶς, ἡ ἀχαράκωτος, τῆς Ζακύνθου ἐπωλεῖτο εἰς ἣν τιμὴν ἐπωλεῖτο ἡ καλὴ σταφὶς τοῦ Αἰγίου. Τό γε νῦν ἔχον, ἤτοι ὡς ἔχουσι τὰ τῆς συμβάσεως, ἡ Ἑταιρεία θὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀγορὰν τῆς σταφίδος ταύτης εἰς ἣν τιμὴν θὰ πληρώσῃ τὴν τοῦ Αἰγίου. Ἀλλ’ ἐν Ζακύνθῳ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα ποιότης, ἡ ψιλὴ λεγομένη, ἡ ὁποία, νομίζω, παράγεται ἐκ τῆς μηχανῆς καὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον μόνον ἐν Ζακύνθῳ εἶναι ἐν χρήσει. Αὕτη ἡ ψιλὴ σταφὶς καταλέγεται νῦν εἰς τὰς ἀνωτέρας ποιότητας. Ἐν τούτοις ἡ σύμβασις δὲν προνοεῖ περὶ τούτων! Ἀναλογίσθητε ἕνα σταφιδοκτήμονα, ὁ ὁποῖος μετήνεγκεν εἰς τὴν ἀποθήκην τὴν σταφίδα του, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ λάβῃ τὴν τιμὴν, ἡ ὁποία ὁρίζεται διὰ τὴν κρείσσονος ποιότητος· ὅταν εἰς αὐτὸν δοθῇ ἡ ἀπάντησις τοῦ ἀποθηκαρίου, ὅτι συνεπληρώθη τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ Ἑταιρεία νὰ ἀγοράσῃ ἐκ τῆς ἀνωτέρας κατηγορίας, εἰς ἣν ἀνήκει ἡ προσαγομένη σταφὶς, θὰ ἦναι ὑποχρεωμένος ὁ σταφιδοκτήμων οὗτος νὰ δεχθῇ τὴν τιμὴν τῆς κατωτέρας ποιότητος, καίτοι ὑπέστη θυσίας, ἵνα παραγάγῃ σταφίδα κρείσσονος ποιότητος. Ἐν τῇ συμβάσει ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν δὲν ὑποχρεοῦται ἡ Ἑταιρεία νὰ ἀγοράσῃ σταφιδόκαρπον προηγουμένης παραγωγῆς. Εἶναι σχεδὸν βέβαιον, ἵνα μὴ εἴπω ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι, καὶ ἂν πρόκηται ἡ σύμβασις νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμον, εἶναι ἀδύνατον κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο νὰ λειτουργήσῃ. Αὕτη, κατὰ γνωστὸν δεδομένον, θὰ λειτουργήσῃ, ἂν ψηφισθῇ κατὰ τὸ ἔτος 1904. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἡ ἐφετεινὴ παραγωγὴ προμηνύεται πλουσία, ἤτοι ὅτι δυνατὸν ἴσως, κατὰ τινας, νὰ παραχθῇ ποσότης σταφίδος μέχρι 400,000,000 ἐνετικῶν λιτρῶν. Ἂς παραδεχθῶμεν ἐν τούτοις παραγωγὴν 350 ἑκατομμυρίων. Γνωστὸν εἶναι ἐπίσης, προκύπτει δὲ καὶ ἐκ τῆς συμβάσεως, ὅτι ἡ κατανάλωσις ἐν Ἀγγλίᾳ, Ἀμερικῇ, Γερμανίᾳ καὶ λοιπαῖς χώραις δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 250 ἑκατομμύρια. Μέχρις ὅμως τῶν 350 ἑκατομμυρίων θὰ ἔχωμεν πλεόνασμα 100 ἑκατομμύρια. Αὐτὸ θ’ ἀπομείνῃ πλέον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχωμεν ἀπόθεμα ἐκ τῆς παρελθούσης παραγωγῆς, ἤτοι μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐφετεινὴ παραγωγή· ὑπολογίζεται δὲ τὸ ἀπόθεμα παρελθούσης παραγωγῆς εἰς 30 ἢ 35 ἑκατομμύρια. Οἱ κάτοχοι αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν 100 ἢ 130 ἑκατομμυρίων δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ πωλήσωσι τὴν σταφίδα των, εἶναι δὲ ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν πωλήσωσι πρὶν ἢ ἄρξηται ἡ λειτουργία τοῦ μονοπωλίου εἰς εὐτελεστάτας τιμάς. Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι πρέπον, καὶ διὰ τοὺς κατόχους αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν 100 ἑκατομμυρίων νὰ ληφθῇ τις πρόνοια; Ἄλλως οὗτοι θὰ παραδοθῶσιν εἰς χεῖρας τῶν κερδοσκόπων καὶ θὰ καταστραφῶσι. Κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τῆς συμβάσεως, «ἡ Ἑταιρεία ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πωλῆται λιανικῶς ὁ ἐξαγόμενος σταφιδόκαρπος εἰς τοὺς καταναλωτὰς, ἐν Ἀγγλίᾳ μὲν, ὡς καὶ ἐν πάσῃ ἄλλῃ χώρᾳ, ἔνθα ὁ δασμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς 2 λίρας στερλίνας κατὰ τόννον ἀγγλικὸν, εἰς τιμὴν μεταξὺ 2½–6 πεννῶν (pennies) κατ’ ἀγγλικὴν λίτραν, ἀναλόγως τῆς ποιότητος, ἐν ταῖς χώραις δὲ, ἔνθα ὁ δασμὸς ἤθελεν εἶσθαι ἀνώτερος τοῦ ἄνω σημειωθέντος, δύναται ἡ Ἑταιρεία νὰ αὐξάνῃ τὰς τιμὰς τῆς λιανικῆς πωλήσεως ἀναλόγως». Λάβετε ὑπ’ ὄψιν δύο ἀγορὰς καταναλώσεως, τὴν ἀγορὰν τῆς Ἀγγλίας καὶ τὴν ἀγορὰν τῆς Ἀμερικῆς· ὑποθέσατε, ὅτι εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὁ δασμὸς εἶναι ἀνώτερος· ἐκεῖ δικαιοῦται ἡ Ἑταιρεία νὰ κανονίσῃ τιμὰς ἀνωτέρας· ἀλλὰ δύναται νὰ τὸ πράξῃ; Νομίζετε, ὅτι τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐλεύθερον, ὅταν γινώσκῃ ὅτι θὰ πωλήσῃ μὲ τιμὰς ἀνωτέρας, θὰ κρατήσῃ τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ δὲν θὰ τὸ ἀποστείλῃ εἰς Ἀμερικὴν ἢ ἀλλαχοῦ; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸς ὁ κίνδυνος· ὑπάρχει καὶ ἕτερος, τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ παρορῶμεν, τουτέστιν, ὅτι, ἂν ἡ Ἑταιρεία ζητήσῃ νὰ πιέσῃ τοὺς καταναλωτὰς, ὑψώνουσα κατὰ τι τὰς τιμὰς, θὰ ἐλαττωθῇ ἡ κατανάλωσις. Ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν τινες, οἱ ὁποῖοι μετέρχονται τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος καὶ οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει στατιστικὰς τῆς μέχρι τοῦδε καταναλώσεως τῆς σταφίδος, ὅτι ἄνω τῶν τριῶν πεννῶν κατὰ λίτραν, δηλαδὴ 23 σελίνια κατὰ στατῆρα σταφίδος, μόνον 15,000 ἢ 20,000 τόννοι δύνανται νὰ πωληθῶσι, χωρὶς νὰ ἐλαττωθῇ ἐπαισθητῶς ἡ κατανάλωσις ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ αὐτὸ δὲ τὸ ποσὸν οὐχὶ ἄνω τῶν 4–4½ πεννῶν κατὰ μέσον ὅρον, δηλαδὴ 35 σελίνια τὸν στατῆρα. Οἱ λοιποὶ 40,000 τόννοι πρέπει καὶ πρὸς 2 καὶ πρὸς 2½ πέννας νὰ πωληθῶσιν. Ἐκ τῶν τιμῶν αὐτῶν δέον ν’ ἀφαιρεθῇ καὶ τὸ κέρδος τοῦ παντοπώλου, διότι ἄνευ αὐτοῦ ἡ διανομὴ ἀποβαίνει ἀδύνατος. Ταῦτα ἐν Ἀγγλίᾳ. Διὰ τὰς ἄλλας ὅμως χώρας πρέπει νὰ ὁρισθῇ τιμὴ μικροτέρα· ἡ μεταβολὴ τοῦ καθεστῶτος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαττώσῃ τὴν κατανάλωσιν καὶ μέχρι 40%, ὅπερ ὅμως θὰ ἐπηρεάσῃ τὸ μέλλον τῆς σταφίδος ἡμῶν.
§29Π. ΣΑΚΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὴν σύμβασιν· θὰ κάμω δὲ τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν ἀγορεύοντα, ὅτι ὁμιλεῖ περὶ λεπτομερειῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν.
§30Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἤθελε μοὶ παρατηρήσει, ὅτι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως, ἢ παρερμηνεύω αὐτό, τότε καὶ μόνον ἤθελον ἔχει θέσιν ἡ παρατήρησίς σας.
§31Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν τὴν σύμβασιν.
§32Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐγνώρισα εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον, οὗ ἕνεκεν ἐνόμισα ἀναγκαῖον ἀπὸ σήμερον νὰ προβάλω τὰς παρατηρήσεις μου, διότι ὁ χρόνος εἶναι πολύτιμος, ὁ χρόνος ἐπείγει, αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι εὑρίσκονται εἰς ἀναστάτωσιν, εἶναι δὲ πρέπον ἀπὸ τοῦδε νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα ἐπέλθῃ βελτίωσις εἰς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως.
§33Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως αὐτὰ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν· οὐδὲν εἴπετε, τὸ ὁποῖον δὲν συνεζήτησεν ἡ ἐπιτροπή.
§34Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσον τὸ καλλίτερον. Ἐγὼ δὲν μέμφομαί τινος, οὐδ’ αἰτίασίν τινα ἀπηύθυνα κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐξετάζω τὴν σύμβασιν ἐν τῷ συμφέροντι τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Ὡς γινώσκετε, ἡ σταφὶς δὲν εἶναι ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης, ἡ σταφὶς εἶναι μᾶλλον ἀντικείμενον πολυτελείας· ἑπομένως, ἂν ἤθελε τυχὸν ἡ κατανάλωσις ἐλαττωθῇ, ἂν οἱ καταναλωταὶ ἤθελον τραπῆ εἰς τὴν χρῆσιν ἄλλου τινὸς προϊόντος, τότε ἡμεῖς ζημιούμεθα. Γινώσκετε, τί ἐγένετο κατὰ τὸ 1900. Τότε εἴχομεν περονόσπορον, εἴχομεν ἠλαττωμένην τὴν παραγωγήν, ὑπεπέσαμεν δὲ εἰς τὸ λάθος νὰ ἐπιβάλωμεν παρακράτησιν. Ὑψώθησαν μὲν ἐν ἀρχῇ αἱ τιμαί, ἀλλ’ ὅτε κατόπιν οἱ παντοπῶλαι ἐν Ἀγγλίᾳ συνεφώνησαν νὰ μὴ ἀγοράσωσι σταφίδα εἰς τὰς ὑψηλὰς τιμάς, ἃς ἐζήτουν οἱ κάτοχοι, αἱ τιμαὶ ἐξέπεσαν, ἡ δὲ κατανάλωσις ἠλαττώθη σπουδαίως. Ἐὰν λοιπὸν ἠθέλομεν διὰ τῆς συμβάσεως συντελέσει εἰς τὸ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ κατανάλωσις, θέλομεν παρασκευάσει διὰ τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς ἀληθῆ καταστροφὴν ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀλλὰ καὶ μίαν τελευταίαν παρατήρησιν ἀναγκάζομαι νὰ προβάλω, ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἔλλειψιν πάσης ἐν τῇ συμβάσει διατάξεως, ἐπιτρεπούσης εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅπως καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς εἰκοσαετίας, ἔστω καὶ ἐπὶ ἀποζημιώσει τῶν ἐνδιαφερομένων, δύνηται νὰ διαλύσῃ ταύτην. Εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις ἐπιτρέπεται πάντοτε εἰς τὸ Κράτος ἐπὶ ἀποζημιώσεσι νὰ διαλύῃ αὐτάς· δὲν γινώσκω, ποῖαι κατὰ τὸ διάστημα τῶν εἴκοσιν ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα παραδιδόμεθα δέσμιοι εἰς μίαν ξένην Ἑταιρείαν, περιστάσεις ἢ περιπέτειαι θὰ παρουσιασθῶσιν, ἐὰν ἔχωμεν μίαν ἀσθένειαν ἐν τῇ παραγωγῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ σταφὶς ἡ ὑπολειπομένη νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ὑπερτιμηθῇ. Δὲν γνωρίζω, τί δύναται νὰ συμβῇ ἐν τῷ διαστήματι τῆς εἰκοσαετίας, ὅπερ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν διάλυσιν τῆς συμβάσεως πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας αὐτῆς. Δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον, οὗ ἕνεκα δὲν περιελήφθη ἐν τῇ συμβάσει διάταξις, καθ’ ἣν ἐπὶ ἀποζημιώσει τῆς Ἑταιρείας ἤθελεν ἐπιτραπῆ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν αὐτῆς. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐκ τοῦ προχείρου ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ προβάλω, ὁρμηθεὶς ἐκ τοῦ λόγου, οὗτινος ἐμνήσθην ἤδη. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ προέλθῃ εἰς πάσας τὰς ἀναγκαίας ἐνεργείας καὶ συνεννοήσεις ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν βελτίωσιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως· διότι, ὡς ἔχουσι νῦν οὗτοι, ὁ σκοπὸς τῆς παραχωρήσεως τοῦ προνομίου τῆς μονοπωλίας δὲν ἐπιτυγχάνεται. Ἐπιφυλάσσομαι δ’ ἐν καιρῷ νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἑτέρας παρατηρήσεις ἐπὶ δευτερευουσῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι μόνη ἄγκυρα σωτηρίας εἶναι τὸ μονοπώλιον. Τό γε νῦν ἔχον, ἡ συζήτησις ἐπὶ ἄλλου συστήματος, δυναμένου νὰ προλάβῃ τὴν σταφιδικὴν κρίσιν, ἀποβαίνει ἀδύνατος, διότι, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, οἱ σταφιδοκτήμονες κατέχονται ὑπὸ ψυχώσεως, νομίζοντες ὅτι μόνον διὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος θὰ σωθῶσιν. Ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι εἰς προσεχῆ τινα συνεδρίασιν νὰ ὑποδείξω καὶ ἕτερόν τι σύστημα, δυνάμενον, χωρὶς νὰ δεσμεύωνται οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ἐπὶ εἰκοσαετίαν, χωρὶς νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς πλουτισμὸν ὀλίγων προσώπων, δυνάμενον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ προλάβῃ τὴν σταφιδικὴν κρίσιν καὶ νὰ διασώσῃ τὴν σταφιδοπαραγωγήν.
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔκρινεν ἀναγκαῖον καὶ λυσιτελὲς νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἐκεῖνοι, μεθ’ ὧν συνηλλάγημεν, ἔχουσι προσόντα, τὰ ὁποῖα μεταδίδουν εἰς τοὺς ἄλλους τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἄνδρες οἰκονομικῆς δυνάμεως καὶ οἰκονομικῆς πίστεως, δυνάμενοι νὰ πορισθῶσι καὶ νὰ διαθέσωσι τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ὑπισχνοῦνται, κατὰ τὴν σύμβασιν, ὅτι θέλουσι διαθέσει πρὸς ἀγορὰν τῶν σταφίδων, ἐξεπλάγην, καὶ ἔλεγον κατ’ ἐμαυτόν: «σήμερον δὲν συζητοῦμεν περὶ τῆς συμβάσεως; λοιπὸν αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἐσκόπουν ν’ ἀναιρέσωσι τὴν ἀρχὴν τῆς συμβάσεως;» Τοῦτο θέλει συζητηθῆ μετὰ δύο ἡμέρας, ἢ αὔριον, ἢ μετὰ τρεῖς, ὅταν θέλει προταθῆ ἡ σύμβασις εἰς συζήτησιν καὶ θέλει συζητηθῆ κατ’ ἀρχήν.
§36ΦΩΝΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν λέγω, ὅτι τοῦτο θὰ γείνῃ μετὰ ἓξ μῆνας. Ἡ αὔριον ἢ μεθαύριον, ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφασίσει περὶ τούτου. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ μὲ διακόπτητε, διὰ νὰ εἴπητε, ὅτι θέλει συζητηθῆ αὔριον. Αὔριον θέλει συζητηθῆ, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ θέλῃ. Ὁ ζῆλος αὐτὸς εἶναι ὑπέρμετρος. Ἀλλ’ ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος προέβη περαιτέρω, καὶ ἤρξατο ἀναλύων ἕκαστον τῶν ἄρθρων τῆς συμβάσεως, καὶ ἀναιρῶν τὸν σκοπὸν ἢ τὴν διάταξιν ἢ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ σύμβασις κανονίζει τὰς σχέσεις τὰς μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας καὶ τῶν παραγωγῶν, ἢ μεταξὺ τῶν παραγωγῶν καὶ τῶν ἀγοραστῶν, ὑπέλαβον, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔσπευδε διὰ τὸ κατεπεῖγον τῆς ὑποθέσεως, — διότι πράγματι ἡ ὑπόθεσις εἶναι κατεπείγουσα — καὶ ὅτι ἤθελε παρακαλέσει τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ θέσῃ εἰς ψηφοφορίαν τὴν σύμβασιν, καὶ ἔμελλε νὰ προκαλέσῃ ἡμᾶς νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ ἢ κατὰ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἔλεγον κατ’ ἐμαυτόν: «Διὰ ποῖον λόγον δὲν ἀνέμενε τοὐλάχιστον αὔριον, ὅπως ἐν τῷ μεταξὺ ἀναγνώσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὴν σύμβασιν, ὥστε νὰ δώσωσι ψῆφον ἐν συνειδήσει, ἐν ἐπιγνώσει τῆς συμβάσεως;» Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ κατανοήσω, ποῖον συμφέρον νομοθετικόν, ποῖον συμφέρον τῆς χώρας, ποῖον συμφέρον τῶν παραγωγῶν ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος νὰ λάβῃ τὸν λόγον διατί; διὰ ν’ ἀπαγγείλῃ τὸ κατηγορητήριον ἑκάστης τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως, καθ’ ὃν χρόνον δὲν ἦτο ἡ Βουλὴ εἰς θέσιν, οὐδὲ τὰ μέλη αὐτῆς, νὰ ἀντιλέξωσιν εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Τοιουτοτρόπως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μείνῃ τὸ κοινόν, νὰ μείνῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος. Νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὅτι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως, δὲν εἶχον ἐπέλθει εἰς τὴν κεφαλὴν ἄλλου τινὸς ἐξ ἡμῶν, καὶ ἦλθε νὰ ἐλέγξῃ ἡμᾶς, διότι τόσον ἀπρονοήτως, τόσον ἐλαφρῶς διεξηγάγομεν ζήτημα οὕτω σπουδαῖον, χωρὶς νὰ ζητήσωμεν νὰ λάβωμεν τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος μᾶς ἤλεγξεν ἐμμέσως, ὅτι δὲν ἐλάβομεν; Ὅταν προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, καὶ συζητηθῇ ἕκαστον τῶν ἄρθρων αὐτῆς, θέλει ἐννοήσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὅτι δὲν ἐφεῦρε τὴν πυρίτιδα αὐτὸς, διότι εἶχον ἐφεύρει αὐτὴν πρότερον ἄλλοι (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ἑκάστη διάταξις νόμου, ἑκάστη διάταξις συμβάσεως, μάλιστα ὅταν δὲν νομοθετῇ τὸ Κράτος, κανονίζον τὰς ἐν τῇ χώρᾳ σχέσεις τῶν πολιτῶν, ὅταν συναλλάσσηται μετ’ ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι μέλη τῆς Πολιτείας αὐτῆς, καὶ ζητοῦσι νὰ θεραπεύσωσι μόνον συμφέροντα, δὲν θερμαίνει δὲ τὰ στήθη αὐτῶν τὸ πῦρ τοῦ πατριωτισμοῦ, διότι εἶναι ἀλλοδαποί, νομίζει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὅτι ἑκάστη διάταξις τοιαύτης συμβάσεως δὲν ἔχει ἄλλην κρείσσονα, ὅτι δὲν ἔχει τις νὰ ἐπινοήσῃ διατάξεις καλλιτέρας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας περιέλαβεν ἡ σύμβασις; Ἐὰν τοιαῦτα νομίζῃ, πλανᾶται. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν, ν’ ἀφήσῃ νὰ συζητήσωμεν τὴν σύμβασιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ τὰς λεπτομερείας, διὰ νὰ ἴδῃ, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν, ὅτι ὑπάρχουσι κείμενα κρείττονα τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως, καὶ ἰδέαι κρείττονες, καὶ ἔννοιαι μᾶλλον συμφέρουσαι εἰς τοὺς παραγωγοὺς, καὶ γνῶμαι μᾶλλον προστατεύουσαι τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ δεχθῶμεν τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως, πρέπει ἕκαστος νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐπιτύχωμέν τι καλλίτερον. Ἀλλὰ καὶ αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς συμβάσεως, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ὅτε ὁ κ. Μπρόδερτον καὶ ὁ κ. Μπακχάους ἦλθον πρός με καὶ μὲ ἐπεσκέφθησαν, ἡ πρώτη ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην, ἦτο, νὰ μεταβῶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Διοικητὴν αὐτῆς νὰ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ ἑκάστου τῶν Κυρίων τούτων, νὰ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως αὐτῶν, περὶ τῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν ἐμπνέουσι τὰ ἄτομα αὐτῶν, νὰ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τῆς χρηστότητος καὶ τῆς ὑπολήψεως τῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτούς. Ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπετάθη καὶ εἰς Παρισίους καὶ εἰς Λονδῖνον, αἱ πληροφορίαι δὲ, τὰς ὁποίας ὁ κύριος Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μοὶ ἔδωκε, καὶ τὰς ὁποίας ἐπορίσθη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐκ τοῦ «Comptoir National d’ Escompte» τῶν Παρισίων, τὰς ὁποίας ἐπορίσθη δὲν γνωρίζω ἀπὸ ποῖον ἐν Λονδίνῳ, — ἂν ἀπὸ τὸν κύριον Χάμπρο ἢ ἀπὸ τὸν κ. Ροδοκανάκην, δὲν ἠξεύρω ἀπὸ ποῖον, — αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκεν, ἦσαν, ὅτι ἑκάτερος τούτων εἶναι οἰκονομικὴ πίστις, καὶ ὅτι, ἂν ὁ κ. Μπακχάους δὲν ἔχῃ ἑκατομμύρια νὰ διαθέσῃ, ἀπολαύει ὅμως μεγάλης ὑπολήψεως διὰ τὴν ἐντιμότητα αὐτοῦ καὶ τὴν χρηστότητα περὶ τὰς σχέσεις αὐτοῦ, ἐπίσης, ὅτι καὶ ὁ κ. Μπρόδερτον εἶναι ἄνθρωπος καὶ εὔπορος καὶ κεφάλαια ἔχει καὶ ἀπολαύει μεγάλης ὑπολήψεως καὶ τιμῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Μπρόδερτον, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὅτι δὲν εἶναι μέλος τῆς Ἑταιρείας, ὅτι δὲν ἀναμιγνύεται εἰς τὴν ὑπόθεσιν! Ἐγὼ ὅμως ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ συμβόλαιον τοῦτο τῆς πληρεξουσιότητος, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Μπρόδερτον εἶναι μέλος τῆς «Ἑταιρείας τῶν Παραχωρήσεων καὶ τῶν Μονοπωλίων», κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Μπρόδερτον ὑπέγραψε τὸ πληρεξούσιον τοῦτο πρὸς τὸν κ. Μπακχάους. Ἀλλὰ δύναται νὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὅτι ὁ κύριος Μπρόδερτον, καὶ ἂν ἦναι μέλος τῆς Ἑταιρείας τῆς ἀνωνύμου «τῶν Παραχωρήσεων καὶ τῶν Μονοπωλίων», καὶ ἂν ἔδωκε πληρεξουσιότητα εἰς τὸν κύριον Μπακχάους, οὐδεμίαν εὐθύνην ἀναλαμβάνει, οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἀναλαμβάνει! Ἀλλ’ ὁ κ. Μπρόδερτον, κατὰ τὴν σύμβασιν, θέλει εἶσθαι μέλος τοῦ πρώτου Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρείας τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Καὶ νομίζετε ὅτι ὁ κύριος Μπρόδερτον ἠμπορεῖ νὰ παίζῃ μὲ τὴν πίστιν του καὶ μὲ τὸ ὄνομά του, νὰ δέχηται νὰ γείνῃ μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου Ἑταιρείας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ χρήματα, διότι δὲν ἀπολαύει πίστεως, διότι οἱ γκρόσσερς τοῦ Λονδίνου πολεμοῦσιν αὐτήν; Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Μπρόδερτον ἤθελεν εἶσθαι τὰ μάλιστα ἐλαφρὸς, ἐὰν τοιαύτην ἐποιεῖτο χρῆσιν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, ἀφοῦ δὲν εἶχε πεποίθησιν, ὅτι θέλει καλύψει τὴν πίστιν του διὰ τῆς ἐπιχειρήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιδίδεται. Ἐγὼ δὲν εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Ἑταιρεία θέλει εὑρεῖ ἀμέσως τὸ ἓν ἑκατομμύριον λιρῶν στερλινῶν· ἓν ἑκατομμύριον λιρῶν στερλινῶν ἀποτελεῖ 25 ἑκατομμύρια φράγκων. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ Ἑταιρεία τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς – Συνόρων, ἂν δὲν εὑρίσκοντο τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθη τὸ Κράτος ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ἂν, λέγω, ἄνευ τούτου ἡ Ἑταιρεία αὕτη θὰ ἦτο βεβαία, ὅτι τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐκδώσει, ἤθελεν ἐπιτύχει. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ εὕρῃ τὰ χρήματα ἡ Ἑταιρεία, καὶ τότε δὲν θέλει συσταθῆ· δὲν εἶναι ἀδύνατον. Εἶναι δὲ ἐπίσης ἐνδεχόμενον νὰ εὕρῃ τὰ χρήματα. Καὶ ὅταν εὕρῃ κεφαλαιούχους προθύμους νὰ ἐγγυηθῶσι διὰ τὰς 500 χιλιάδας λίρας, τῶν κεφαλαιούχων δὲ τούτων τὴν δύναμιν ὑποβάλῃ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἤθελε κρίνει, ὅτι εἰσὶν ἀξιόπιστοι, ὡς ἔχοντες οἰκονομικὰς δυνάμεις, καὶ ὅταν κατατεθῇ τὸ πρῶτον κεφάλαιον τῶν 500 χιλιάδων λιρῶν, ἤτοι 12,500,000 φράγκα, νομίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχει πιθανότης νὰ σχηματισθῇ τὸ ποσὸν τοῦ 1,000,000 λιρῶν; Ἐν ὅσῳ δὲν ἔχομεν τὸ ἓν ἑκατομμύριον λιρῶν ἐπὶ τῆς τραπέζης, ἐν ὅσῳ δὲν τὸ ἔχομεν μὲ ὑπογραφὰς ἐμπορικὰς ἀξιοπίστους, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι θέλομεν εὕρει τὸ ἑκατομμύριον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἠθέλομεν ἔχει τὸ ἑκατομμύριον τῶν λιρῶν, δὲν ἠθέλομεν εὕρει αὐτοὺς τοὺς ἔχοντας τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν, ἵνα ἐγγυηθῶσιν, ὅπως κρίνωμεν αὐτοὺς ἱκανοὺς νὰ δώσωσι τὴν ἐγγύησιν τῆς εὑρέσεως τῶν 500,000 λιρῶν, ἡ Ἑταιρεία δὲν θέλει συσταθῆ, ἡ ἐπιχείρησις δὲν θέλει κατασταθῆ, καὶ ἕκαστος θέλει ἀπέλθει εἰς τὸν οἶκόν του. Ἀλλ’ ἠπόρει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, διατὶ δὲν ἐζητήσαμεν χρηματικὴν καταβολήν. Ὁ κ. Μπακχάους εἶχεν ἀληθῶς προτείνει νὰ καταθέσῃ ἐγγύησιν 200 χιλιάδων φράγκων, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐστέρξαμεν τὴν προσφοράν· καὶ δὲν ἐστέρξαμεν, διότι ἐκρίναμεν, ὅτι θὰ ἦτο ἐμπαιγμὸς τῆς χώρας νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὴν ἱκανοποιημένην, διατί; διότι ἐκέρδισε 200,000 φράγκα ἀπὸ τὴν ἀποτυχίαν τῆς Ἑταιρείας, δι’ ἐπιχείρησιν, ἡ ὁποία ἐσκόπει νὰ σώσῃ πληθυσμοὺς ὁλοκλήρους τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Στερεᾶς. Διὰ τοῦτο δὲν ἐδέχθημεν τὴν χρηματικὴν καταβολήν. Ἐγὼ συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μελετήσῃ καὶ νὰ ἐξονυχίσῃ τὴν σύμβασιν, διότι σκοπὸν ἔχει σπουδαιότατον καὶ συνδέεται μετὰ πολυτίμων συμφερόντων τῆς χώρας. Ἀληθῶς, ἐν ᾗ περιήχθημεν οἰκονομικῇ καταστάσει, ἐὰν δὲν ἤθελε παρασχεθῆ συνδρομή τις καὶ βοήθεια εἰς τοὺς καλλιεργοῦντας τὸ προϊὸν τῆς σταφίδος, ἐὰν ἡ παραγωγὴ ἤθελε χορηγήσει αὐτοῖς σταφίδα μόνον, ἀλλὰ τὸ προϊόν των δὲν ἤθελε πωληθῆ, ἀνησυχῶ, Κύριοι, περὶ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἡ ὁποία θέλει ἐπισκήψει. Διὰ τοῦτο ἔκρινα, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη μᾶς παρέχει τὴν ἐλπίδα, — οὐχὶ τόσον σαθράν, ὅσον ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος διενοήθη νὰ παραστήσῃ, — μᾶς παρέχει τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δώσῃ χεῖρα ἀρωγὸν εἰς χιλιάδας συμπολιτῶν ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐν ἀληθεῖ ἀμηχανίᾳ. (Χειροκροτήματα).
§38Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἀνεξαρτήτως καὶ ἀσχέτως ὅλως πρὸς τὰς ἀμφιβολίας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, περὶ τοῦ ἂν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ τελεσφορήσῃ ἡ σύμβασις, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, ἡμεῖς οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ ἅπας ὁ πληθυσμὸς ὁ Ἑλληνικός, — διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ τύχη τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας ἁπάσης καὶ τοῦ Κράτους ἀκόμη, — ἔχομεν ἀνάγκην νὰ γνωρίζωμεν θετικῶς, ἂν ἡ σύμβασις αὕτη, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἤθελε γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἤθελεν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὴν ἐπικειμένην ἐσοδείαν, διότι, ὡς ἠκούσατε παρὰ πάντων, καὶ ὡς γνωρίζετε πλέον πάντες, ἡ παραγωγὴ τοσοῦτον πλουσία προμηνύεται ἐφέτος, ὥστε ἀφεύκτως θέλει μᾶς ὁδηγήσει εἰς κρίσιν φοβεράν, ἡ ὁποία θέλει ἔχει φοβερὰς συνεπείας διὰ τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας, ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦνται ὑπὸ καταστροφῆς. Ἤθελον παρακαλέσει λοιπὸν τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς διαφωτίσῃ περὶ τούτου· θὰ ἦναι δυνατὸν ἆρά γε ἡ σύμβασις αὕτη, ψηφιζομένη καὶ μεταβαλλομένη εἰς νόμον τοῦ Κράτους, νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὴν τρέχουσαν ἐσοδείαν; — διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἤθελε θεωρηθῆ, ὅτι φροντίζομεν περὶ τῆς ἐσοδείας τοῦ 1904, ἐνῷ ὁ κίνδυνος εἶναι πρὸ τῶν θυρῶν. Λέγω τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, διότι ἔλαβον τὴν τιμὴν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἐκ τοιαύτης ἀφορμῆς ὁρμηθείς, ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐφέτος ἡ σύμβασις αὕτη, καὶ ἂν ἤθελε γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἂν ἤθελε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ ἐφαρμογή της δὲν ἤθελε προσκόψει εἰς κανὲν ἐμπόδιον, καὶ ἂν οὐδεμία ἐκ τῶν ἀμφιβολιῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἐξέφρασε, πραγματοποιηθῇ, ἔλαβον, λέγω, τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ λήψεως ἄλλου μέτρου, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἠδύνατο νὰ συγκρατήσῃ τὰ πράγματα καὶ νὰ μὴ μᾶς ὠθήσῃ εἰς τὴν τελείαν κρίσιν τῆς σταφίδος καὶ τὴν πλήρη καταστροφήν. Νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θέλει δώσει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀφετηρίαν νὰ σκεφθῇ, ἂν πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ πρότασίς μου αὕτη, ἢ ἂν τοὐλάχιστον πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ περὶ λήψεως ἄλλου μέτρου, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται ν’ ἀποσοβήσῃ τὸν κίνδυνον, ὅστις μᾶς ἀπειλεῖ. Διότι, κύριοι Βουλευταί, ἐὰν πραγματικῶς πρόκηται νὰ παραχθῶσιν ἀπὸ τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς 350 ἑκατομμύρια, καὶ ἂν εἰς ταῦτα προστεθῶσι καὶ τὰ ἀποθέματα τὰ ὑπάρχοντα, — βεβαιωθῆτε δέ, ὅτι εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δὲν γίνεται κατανάλωσις παρὰ μόνον 250 ἑκατομμυρίων, — θὰ ἔχωμεν ἕν ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιφέρῃ πλήρη ἐξευτελισμὸν τῶν τιμῶν, καὶ τοῦτο βεβαίως θὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς καταστροφάς. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ περὶ λήψεως μέτρου, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ μᾶς σώσῃ, ἢ τοὐλάχιστον νὰ συγκρατήσῃ τὰ πράγματα, διὰ νὰ μὴ καταντήσωμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον· διότι, ἂν δὲν πρόκηται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ σύμβασις ἀπὸ τοῦδε, περὶ τοῦ 1904 οὔτε νὰ σκεφθῶμεν κἄν πρέπει.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀνέγνωτε τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως.
§40Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν τὸ ἀνέγνωσα, κύριε Πρόεδρε.
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ σχέδιον τοῦτο μέχρι τῆς ἑσπέρας βεβαίως θέλει τυπωθῆ. Θέλετε δ’ ἐξ αὐτοῦ πληροφορηθῆ, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν σύμβασιν κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τῆς συγκομιδῆς τοῦ 1903, ἐὰν ἡ σύμβασις δὲν ψηφισθῇ μέχρι τῆς 1/14 Ἰουνίου.
§42Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ψηφισθῇ, ἀναλαμβάνει;
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ λέγει.
§44Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἓν δὲν λύει τὸ ἄλλο, κύριε Πρόεδρε. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§46Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὅτι δύναται νὰ ἀναλάβῃ, δὲν λύει τὸ ζήτημα, δὲν σημαίνει δηλαδή, ὅτι ὀφείλει νὰ ἀναλάβῃ. Τὸ δὲ ἐμπόριον αὐτὴν τὴν στιγμὴν κατρακυλᾷ ἀκριβῶς ἐκ τῆς ἀβεβαιότητος ταύτης, ἐπιδεινοῖ δὲ ἡ ἀβεβαιότης τὸ μέλλον τῆς μελλούσης ἐσοδείας, καὶ ἂν δὲν ἦναι, ὡς ὑπερβολικῶς παρίσταται, μεγάλη — καὶ δὲν εἶναι, ἀλλ’ ἐννοοῦμεν διατὶ τὴν παριστῶσι μεγαλειτέραν. — Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν προεκαλέσατε τῶν ἀναδόχων τὴν γνώμην, ἂν δύνανται νὰ τὴν ἀναλάβωσιν ἐφέτος, ἐδήλωσαν οὗτοι τὸ πρῶτον, ὅτι δὲν δύνανται.
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Καὶ τὸ εἶπον εἰς τὴν Βουλήν.
§48Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἴπετε εἰς τὴν Βουλήν. Ἔκτοτε δὲν ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν, — ἴσως ἀνέλαβον κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, εἰς ἣν ἐγὼ δὲν παρέστην, — ὅτι ὑποχρεοῦνται διὰ τὴν ἐφετεινὴν ἐσοδείαν, κυρουμένης τῆς συμβάσεως. Νομίζω δὲ, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο πρέπει πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ λυθῇ, διότι νομίζω, ὅτι ὅλα τὰ ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων ἐκτελεῖται τὸ ἐμπόριον, τηροῦνται ἐν ἀπελπιστικῇ καταστάσει· ἔπαυσεν ἡ παρασκευὴ ξυλείας πρὸς κατασκευὴν σταφιδοκιβωτίων, διεκόπησαν ὅλαι αἱ ἐργασίαι αἱ προπαρασκευαστικαὶ διὰ τὴν σταφίδα, παρέλυσαν διάφοροι ὀργανισμοὶ καὶ παραλύουσιν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ἔλειψε πᾶσα πίστις πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, νομίζω δὲ, ὅτι πρὶν ἢ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς εἰκοσαετίας πρέπει νὰ λυθῇ, ἂν θὰ ἔχωμεν σταφίδα τὸν ἐρχόμενον Αὔγουστον.
§49Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλητε νὰ τακτοποιήσωμεν τὴν συνεδρίασιν, νὰ κηρύξωμεν, ὅτι ἡ συζήτησις ἄρχεται ἀπὸ σήμερον, παραλειπομένων τῶν ἄλλων ἀντικειμένων.
§51Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ παύομαι τοῦ λόγου, καίτοι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος προὐκάλεσεν ἡμᾶς.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἠδύνατο νὰ γείνῃ μᾶλλον αὔριον, μετὰ τὴν διανομὴν τῆς συμβάσεως· ἀλλὰ σήμερον δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐπ’ ἄπειρον (θόρυβος). Δὲν ἔχει ἄλλος τὸν λόγον. (Κρούει τὸν κώδωνα).
§53Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος ζητῶ τὸν λόγον.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετ’ ὀλίγον (θόρυβος).
§55Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δύνασθε ν’ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον ἀπὸ Βουλευτὴν (θόρυβος).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἂν θέλει νὰ ἐξακολουθήσωμεν οὕτω πῶς (θόρυβος).
§57Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Θέλει νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, ἂν θ’ ἀρχίσῃ ἐφέτος ἡ ἐφαρμογὴ τῆς συμβάσεως.
§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ταῦτα θὰ λεχθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπω ὅτι πλησίστιοι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατὰ μέρος συζήτησιν τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη συζήτησις δὲν θ’ ἀποβῇ τελεσφόρος. Αὔριον θὰ διανεμηθῇ ἡ σήμερον τυπουμένη σύμβασις, καὶ εἰσερχόμεθα ἀμέσως αὔριον, ἂν θέλητε, εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν αὐτῆς, ἀναγράφοντες ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὴν σύμβασιν. Ἠμπορεῖτε, νομίζω, νὰ ἀναμείνητε ἐπὶ 18 ὥρας. Ὅσαι παρατηρήσεις ἐγένοντο μέχρι τοῦδε, ἐγένοντο ἐπὶ τῶν κατὰ μέρος διατάξεων τῆς συμβάσεως. Θέλετε νὰ τεθῇ ἡ σύμβασις ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον;
§60Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω δύο λέξεις.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§62Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συμβάσεως. Αὕτη δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ οὔτε αὔριον οὔτε μεθαύριον, διότι πρέπει πρῶτον νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῆς πάντες οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ κοινοῦ νόμου, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις περὶ σπουδαιοτάτων συμφερόντων· ἑπομένως ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας δὲν βλάπτει. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἂν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ σύμβασις, ψηφιζομένη σήμερον, ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας· διότι δὲν πρέπει τὰ πράγματα νὰ μένωσι μετέωρα.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο ἀποτελεῖ διάταξιν τῆς συμβάσεως· ἐγένετο δὲ καὶ λόγος ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παρνασσίδος καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσολογγίου.
§64Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλομεν νὰ μάθωμεν, ἂν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἐφέτος.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ποῦ θέλετε νὰ καταλήξητε; Αὐτὸ, σᾶς εἶπον, ἀποτελεῖ μέρος τῆς συμβάσεως (θόρυβος). Ζητῶ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν θέλει αὔριον νὰ ἐγγραφῇ πρώτη ἡ σύμβασις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν (θόρυβος).
§66Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε! Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§68Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ μοῦ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον (θόρυβος).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ φέρω τάξιν εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ σεῖς μοὶ λέγετε, ὅτι περιορίζω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου! (θόρυβος).
§70Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι τρόπος διοικήσεως αὐτὸς (θόρυβος).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρχίσατε τὴν ἐξέτασιν ζητήματος, τοῦ ὁποίου δὲν ἦλθεν ἀκόμη ἡ σειρά (θόρυβος).
§72Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἐξέτασιν ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τῆς συμβάσεως.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιφυλαχθῆτε δι’ αὔριον.
§74Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλομεν νὰ μάθωμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἡ σύμβασις θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν, διότι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτων συμφερόντων (θόρυβος).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Τσαρλαμπᾶς, Μελισσηνὸς, Βελλιανίτης, Καλλίνικος, Σκληρὸς, Στεφάνου, Βαλαωρίτης, Δενδρινὸς, Βρυώνης, Λομβάρδος, Γεράκης καὶ Στάης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἐδαφίου γʹ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 20 Ἰανουαρίου 1866 ΡΝʹ νόμου». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειράν της. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 452). Ὁ δήμαρχος Κραθίδος ἀπέστειλεν ἐξ Ἀκράτας τὸ ἑπόμενον τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει): «Ἐξ Ἀκράτας, 13 Μαΐου 1903. Προέδρους Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς, Ἀθήνας. Διερμηνεύων φρόνημα δημοτῶν μου, σπουδαίως παραβλαπτομένων συμφερόντων των ἐκ τῶν ὅρων τοιαύτης συμβάσεως μονοπωλίου σταφίδος, παρακαλῶ μὴ ἐπισπευσθῇ ἐπιψήφισις αὐτῆς, προκειμένου μάλιστα περὶ δεσμεύσεως ἐθνικοῦ πλούτου ἐπὶ εἰκοσαετίαν, ἀλλὰ προηγηθῇ μακρὰ μελέτη καὶ ἐκ τῶν εἰδότων τὰ τοῦ προϊόντος τούτου καὶ ὑποβληθῇ σύμβασις κατὰ τακτικὴν Σύνοδον Βουλῆς ἐπὶ θετικωτέρων καὶ ἐπωφελεστέρων βάσεων διὰ παραγωγούς. Δήμαρχος Κραθίδος Λουκᾶς Θεοχαρόπουλος.»
§76Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου ζητῶ τὸν λόγον.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παναγιωτόπουλος ἔχει τὸν λόγον. (Ὁ κ. Πρόεδρος ἐνταῦθα καταλείπει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου, καὶ καταλαμβάνει αὐτὴν ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Ἀντωνόπουλος).
§78Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§79Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ, διότι εἶναι ἀνάγκη, ἵνα οἱ κύριοι Βουλευταὶ λάβωσι γνῶσιν τοῦ κειμένου τῆς συμβάσεως, ὅπως ἐπὶ ταύτης συζητήσωσιν. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰγιαλείας, εἶναι ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ δώσωμεν λύσιν τινὰ, καὶ ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς πάντας ἡμᾶς, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀνεξαρτήτως τῆς συμβάσεως, νὰ προκαλέσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἀφεθῇ ἐν ἀμφιβολίᾳ, διότι ἡ ἀμφιβολία καταστρέφει τὸ ἐμπόριον, καταστρέφει τὴν ἐφετεινὴν παραγωγήν. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ σύμβασις θέλει ἀρχίσει ἐκτελουμένη ἀπὸ τῆς ἐπικειμένης ἐσοδείας, τότε βεβαίως πρέπει ἐν τῇ συμβάσει νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἡ ἰσχὺς αὐτῆς θέλει ἀρχίσει ἀπὸ τοῦ 1904, διότι πρέπει νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀμφιβολία. Καὶ ἄλλην ὑποβάλλω παρατήρησιν. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ὁρισμοῦ τῆς ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἄρξεται ἡ ἐφαρμογὴ τῆς συμβάσεως, πρέπει ἀπολύτως νὰ λυθῇ ἐν τῇ συμβάσει. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὑπαρχούσης ἀμφιβολίας εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποφασισθῇ, ὅτι θέλει ἀρχίσει ἀπὸ τοῦ ἔτους 1904, προσέτι δὲ πρέπει νὰ ληφθῇ σύντονος μέριμνα περὶ τοῦ ἀποθέματος τοῦ 1902, διότι ἄλλως καταστρέφεται ἡ παραγωγὴ τοῦ 1903. Διότι, ἐν ὅσῳ μένει ἀμφίβολον τὸ ζήτημα, ἂν κατὰ τὸ ἔτος 1904 θέλει ἐφαρμοσθῆ ἡ σύμβασις, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ τοῦτο ὡρισμένον ἐν τῇ συμβάσει, — διότι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς εὑρέσεως τοῦ κεφαλαίου, — ἐρωτῶ, τί θὰ γείνῃ διὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ 1903, ὑπαρχούσης ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως ἀπὸ τοῦ 1904, μὲ τὴν ῥήτραν, τὴν ἐν τῇ συμβάσει ὑπάρχουσαν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν πρόκειται ν’ ἀγοράσῃ ἢ τὴν παραγωγὴν τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ἀρχίζει ἡ ἐφαρμογὴ τῆς συμβάσεως; Τὸ ἀπόθεμα ὅλου τοῦ 1902 τί θὰ γείνῃ; Τότε οἱ παραγωγοὶ δὲν θὰ σπεύσωσιν ὅπως–ὅπως νὰ πωλήσωσι τὴν παραγωγὴν τοῦ 1903, ἵνα μὴ εὑρεθῶσι μὲ ἀπόθεμα κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1904; Τὰ ζητήματα ταῦτα θεωρῶ ἀνεξάρτητα πρὸς τὴν σύμβασιν, καὶ ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ταῦτα πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως καὶ προκαλέσῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἂν θ’ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς συμβάσεως ἀπὸ τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας· ἂν δὲ νομίζῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μέχρι τοῦ Αὐγούστου νὰ γείνωσιν ὅλαι αἱ πράξεις, τότε ν’ ἀρχίσῃ ἀμέσως ἀπὸ τοῦ 1904, ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ ἀποθέματος τοῦ 1902 καὶ τῆς ἐσοδείας τοῦ 1903.
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ συστάσεις ὑμῶν εἶναι λογικαὶ, ὡς ἐνδείκνυται ἐκ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀσθένεια τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα πράξῃ τι ἐπὶ τῶν συστάσεων τούτων, εἶναι ἐπίσης ὡμολογημένη. Διατί; Διότι εἶναι ἀβέβαιον, ἂν θέλουσιν εὑρεθῆ ἓν ἑκατομμύριον λίραι στερλίναι· ἐν ὅσῳ δὲ τοῦτο εἶναι ἀμφίβολον, τί δύναται νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις; Ἐνδέχεται τὸ κεφάλαιον νὰ εὑρεθῇ, ὅτε θέλει ἐφαρμοσθῆ ἡ σύμβασις κατὰ τὸ 1903, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ εὕρῃ ἡ Ἑταιρεία τὸ εἰρημένον κεφάλαιον οὔτε κατὰ τὸ 1903 οὔτε κατὰ τὸ 1904. Ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ μεταβληθῇ ὁ ὀργανισμὸς τῆς ἐμπορίας, ἀλλὰ νὰ διατηρηθῇ ὡς αὕτη γίγνεται σήμερον, ἵνα, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ ἐλπὶς τῆς συστάσεως τῆς Ἑταιρείας ἐκλίπῃ, ἐξακολουθῇ λειτουργῶν ὁ ὀργανισμὸς οὗτος, ὅτε ἀναγκαίως ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θέλουσιν ἀποφασίσει, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν θέλει ἐφαρμοσθῆ κατὰ τὸ 1903. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ 1903, τί θέλει γείνῃ; Ὅ,τι ἤθελε γείνῃ, ἐὰν δὲν ἤρχοντο οἱ Ἄγγλοι ἐνταῦθα, ἐὰν δὲν ἐπροτείνετο ἡ σύμβασις τοῦ μονοπωλίου, ἐὰν ἑπομένως δὲν ἐγίνετο διαπραγμάτευσις. Εἰς οἵαν κατάστασιν ἤμεθα πρὶν ἢ ἔλθωσιν οἱ Ἄγγλοι, εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν θέλομεν εὑρεθῆ, ἐὰν ῥητῶς ἀποφασίσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ σύμβασις κατὰ τὸ 1903· δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι δὲν ἐξαρτᾶται οὔτε ἀπὸ τὴν δύναμιν ἡμῶν οὔτε ἀπὸ τὴν δύναμιν τῆς Ἑταιρείας. Πρέπει ταῦτα νὰ ἐννοηθῶσι καλῶς· πρέπει νὰ θέσωμεν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ νὰ εὕρωμεν, τί πρέπει νὰ γείνῃ. Ἡ κατάστασις εἶναι ὁμοία μὲ ἐκείνην, ἡ ὁποία ἦτο πρὶν γείνῃ λόγος περὶ τῆς συστάσεως τοῦ μονοπωλίου. Θέλει διατηρηθῆ ὁ ὀργανισμὸς ὁ αὐτὸς, θέλομεν εὑρεθῆ ἔχοντες 30 ἢ 40 ἑκατομμύρια λίτρας σταφίδος ἀπόθεμα τοῦ 1902, προσέτι δὲ καὶ τὴν παραγωγὴν τοῦ 1903, ἡ ὁποία λέγεται ὅτι θὰ ἦναι ἄφθονος, καὶ ἑπομένως τὰς τιμὰς μικροτέρας.
§81ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια.
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποία πρόνοια;
§83ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν.
§84Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγένετο λόγος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι πιθανὸν νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ ἐργασθῇ αὐτὸ τὸ ἔτος ἡ Ἑταιρεία. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν τὸ ἀπόθεμα τὸ ὑπάρχον σήμερον, καὶ τὴν παραγωγὴν τὴν προσεχῆ, ἥτις προμηνύεται μεγάλη. Καὶ ἀντηλλάγησαν διὰ τοῦτο γνῶμαι, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ αὐτὸ τὸ ἔτος τὸ μονοπώλιον, καὶ ἤθελον ἐπέλθει τὰ δυσάρεστα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε. Ἀλλὰ τούτου τιθεμένου κατὰ μέρος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τὸ ἄλλο, ὅπερ παρά τινων προτείνεται, ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ λύσωμεν ὁριστικῶς τὸ ζήτημα, ὅτι κατὰ τὸ 1903 δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μονοπώλιον. Δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο, διότι ἡ μὲν Ἑταιρεία μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν θὰ ἦναι αὐτῇ δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ μονοπώλιον, ἀλλὰ δὲν δύναται καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν, μετὰ τῆς ὁποίας διαπραγματεύεται, νὰ πράξῃ τοῦτο· διότι δὲν θὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι μέγας πληθυσμὸς σταφιδικός, ἐὰν αὔριον ἔλθῃ εἴδησις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τηλεγραφικὴ ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας ἐξ Ἀγγλίας, ὅτι δέχεται νὰ ἄρξηται ἡ λειτουργία τοῦ μονοπωλίου ἀπὸ τοῦδε, θέλει ἀναστατωθῆ, καὶ ὅτι ἐνδέχεται γενικὴν εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας ἀναστάτωσιν τοιαύτη εἴδησις νὰ φέρῃ, ὅταν εὑρεθῶσι πρὸ τοῦ γεγονότος τοιαύτης ἀποφάσεως, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μονοπώλιον. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐν μέσῳ αὐτῆς τῆς δυσκολίας, ἡ ὁποία εἶναι πανθωμολογημένη, δύναται νὰ δοθῇ ἡ λύσις, ἥν τινες συμβουλεύουσιν, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκουσι τρόπον, πῶς νὰ διατυπώσωσιν. Εὑρίσκετέ τινα διατεθειμένον νὰ ψηφίσῃ τοιαύτην πρότασιν, ὅτι τὸ μονοπώλιον δὲν θέλει λειτουργήσει;
§85ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Τοὐναντίον, θέλομεν νὰ λειτουργήσῃ.
§86Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν ἐπρότεινα νὰ μὴ λειτουργήσῃ. Ἐγὼ ἐπρότεινα νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ἂν θὰ λειτουργήσῃ ἢ δὲν θὰ λειτουργήσῃ.
§87ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν δὲν πρόκηται νὰ λειτουργήσῃ τὸ μονοπώλιον κατὰ τὸ 1903, λάβῃ τὴν πρόνοιαν, ὅπως ληφθῶσιν ἄλλα μέτρα διὰ τὴν παραγωγὴν ταύτην.
§88Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Συνεζητήθησαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τὰ ἄλλα μέτρα.
§89ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ συνεζητήθησαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι ἄγνωστα. Ἐγὼ δὲν προτίθεμαι ἤδη νὰ προτείνω μέτρον τι, ἐπιδοκιμάζω ὅμως τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, καὶ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ 1903, ἡ ὁποία κινδυνεύει. Ἀλλὰ δὲν κινδυνεύει μόνον ἡ παραγωγὴ τοῦ 1903· παρέλυσε καὶ τὸ ἐμπόριον, παρέλυσαν καὶ τὰ λοιπὰ παρομαρτοῦντα ἐπαγγέλματα, τὰ ὁποῖα ἐπιδρῶσι καὶ ἐπὶ τῆς τύχης ἄλλων ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι παράγουσι τὴν ξυλείαν καὶ ἄλλα εἴδη, ἅτινα χρειάζονται εἰς τὴν ἐμπορίαν τῆς σταφίδος. Διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἐξέφρασε τὴν εὐχήν, οὕτως εἰπεῖν, ἵνα ἐντὸς τοῦ κειμένου τῆς συμβάσεως ὁρισθῇ σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς, εἰ δυνατόν, πότε θὰ ἄρξηται ἡ λειτουργία τοῦ μονοπωλίου, ἵνα ἐξέλθωμεν τῆς ἀβεβαιότητος.
§90Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§91ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς πολὺ ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι τοῦτο δὲν κεῖται εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἔστω...
§92ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οὐδὲ τῆς Ἑταιρείας.
§93ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἐὰν ἡ Ἑταιρεία δὲν εὑρίσκῃ συμφέρον νὰ ὁρισθῇ εἰς τὰ 1903, θὰ ἦναι προτιμότερον νὰ ὁρισθῇ, ὡς ἐλέχθη, κατὰ τὸ 1904, διότι ἡ Ἑταιρεία ἢ θὰ δυνηθῇ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ εὕρῃ τὸ κεφάλαιον, ἢ δὲν θὰ δυνηθῇ. Ἐὰν δὲν τὸ εὕρῃ, δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ τίποτε.
§94Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σήμερον ὑπεγράφη ἡ σύμβασις.
§95ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ ὅλα εἶναι σύστασις πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· μὴ νομίσῃ δέ τις, ὅτι προτιθέμεθα νὰ ἐκφράσωμεν μομφήν· διότι τὸ ζήτημα βεβαίως εἶναι σπουδαιότατον, καὶ βεβαίως θὰ ἀδικήσῃ τὴν φιλοπατρίαν πάντων ἡμῶν πᾶς, ὅστις ἤθελε νομίσει, ὅτι ἐκ πολιτικῶν λόγων ἀγωνιζόμεθα ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Οὐδεὶς διενοήθη νὰ ἐκφράσῃ μομφὴν κατ’ οὐδενός. Καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀξιεπαίνως εἰργάσθησαν, ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιτελέσωσί τι τελειότερον. Οὐδεὶς σκέπτεται οὐδὲ διανοεῖται νὰ μεμφθῇ τινος. Ἀγόμεθα, Κύριοι, πάντες ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος, καὶ διὰ τοῦτο ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τοὺς διευθύνοντας τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι μεγαλειτέρα ἐλευθερία τοῦ λόγου θὰ συντελέσῃ περισσότερον εἰς τὴν διαφώτισιν τοῦ Κοινοβουλίου.
§96Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἐναντίαν γνώμην τῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τριφυλίας. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη εἰς οὐδὲν ἕτερον συντελεῖ ἢ εἰς τὴν διασκότισιν ἀκριβῶς τῶν σκέψεων τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν τὴν σύμβασιν, διότι δὲν ἐλάβετε ἔτι γνῶσιν τῆς συμβάσεως. Ὁμιλῶ πρὸς ὑμᾶς, δὲν ὁμιλῶ πρὸς τὸν κ. Παναγιωτόπουλον, διότι ὁ κ. Παναγιωτόπουλος ὑπῆρξε μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπεξεργασθείσης τὴν σύμβασιν, θαυμάζω δὲ, ὅτι εἶπε σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν σχετίζεται μὲ τὴν σύμβασιν, τὸ ὁποῖον εἶναι ξένον πρὸς τὴν σύμβασιν. Καὶ ἐρωτῶ, δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς; Ἀλλὰ τότε ἡ διάψευσις, τὴν ὁποίαν ἔσπευσε νὰ καταχωρίσῃ (εἰς τὰς διαφόρους ἐφημερίδας) τί γίνεται; Ἐὰν δ’ ἔλαβε μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰγιαλείας, βεβαίως θὰ παρέστη καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 36 τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἀφῆκε τὸν ὁρισμὸν τῶν ἐν αὐτῷ ἀναφερομένων εἰς τὴν συνεννόησιν τῆς Ἑταιρείας τοῦ Μονοπωλίου μετὰ τῆς Κυβερνήσεως...
§97Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν;
§98Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Δὲν ἐπιτρέπω τίποτε.
§99Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§100Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφῆκε, λέγω, εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑταιρείας καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁρίσωσι τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ μονοπώλιον θὰ ἀρχίσῃ (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 36. Τὰ τῆς καταργήσεως τῆς εἰς εἶδος φορολογίας τῆς σταφίδος, ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τῆς παρούσης συμβάσεως ἀπαγορεύσεως τῆς ἐξαγωγῆς καὶ ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως τοῦ μονοπωλίου καὶ τῶν ἐργασιῶν καὶ τοῦ κατὰ τὴν παροῦσαν σύμβασιν προνομίου τῆς Ἑταιρείας ὁρισθήσονται ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας διὰ Β. Διατάγματος κλπ.» Ἐρωτῶ, αὐτὸ τὸ ἄρθρον 36 ἀποτελεῖ ἢ δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῆς συμβάσεως ταύτης, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ἀπόψε, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζετε σεῖς, κύριε Πονηρόπουλε;
§101ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἐδηλώθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὸ δημοσιευθὲν ἐν ταῖς ἐφημερίσι κείμενον εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ τῆς κατατεθείσης ὑπ’ αὐτοῦ συμβάσεως. Ἐπ’ αὐτοῦ ἠγέρθη συζήτησις. Ἑπομένως ἔχομεν τὴν ἐπίσημον δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ὁποία ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν γνῶσιν τοῦ κειμένου τῆς συμβάσεως. Ἄλλως δὲν ἠθέλομεν συζητήσει.
§102Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι περὶ αὐτοῦ. Ἐνδιαφέρομαι νὰ μάθω, ἂν ὑπὸ τοιούτους ὅρους θὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς· ἐνδιαφέρομαι νὰ μάθω, ἂν ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς θὰ ἰσχύῃ ἢ θὰ ᾖναι ῥάκος· διότι ὑπὸ τοιούτους ὅρους διεξαγόμεναι αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς εἰς οὐδὲν θ’ ἀπολήξωσι· θέλομεν μόνον ἔχει τελείαν σύγχυσιν. Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος παρέστη καθ’ ὅλας τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς προπαρασκευασάσης αὐτὴν τὴν σύμβασιν...
§103Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντήσω.
§104Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ ἀπαντήσητε.
§105Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε πάλιν θὰ παραβῶ τὸν Κανονισμόν!
§106Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διαρκῶς παραβαίνετε τὸν Κανονισμόν, διότι συνηθίσατε νὰ μὴ ὑποτάσσησθε εἰς τὸν Κανονισμόν, διότι νομίζετε, ὅτι, ὅταν ὁ Πρόεδρος σᾶς παρακαλῇ νὰ συμμορφωθῆτε πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, σᾶς ἀφαιρεῖ τὸν λόγον, ὅπως τὸ νομίζει καὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος.
§107Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§108Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις ὁ Πρόεδρος οὐδὲν ἕτερον πράττει ἢ προσπαθεῖ νὰ καταστήσῃ μᾶλλον τελεσφόρους τὰς συζητήσεις. Διότι ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν ἠξεύρω διατὶ ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης εὐηρεστήθη νὰ παραιτηθῇ προχθὲς τοῦ λόγου, ὅτε ἠθέλησε νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 80 ἀντικειμένου τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Λοιπὸν σᾶς ἐρωτῶ, κύριε Παναγιωτόπουλε, παρέστητε κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον 36 τῆς συμβάσεως ἐγένετο δεκτόν;
§109Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐρωτᾶτε;
§110Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἀπαντήσητε, ὅταν ἦναι καιρός... Ἐὰν ἦσθε παρὼν, θὰ ἐγνωρίζετε, ὅτι αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον συνεζητήθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἠδύνασθε δὲ κάλλιστα νὰ διαμαρτυρηθῆτε τότε, νὰ ἐκφράσητε ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ὅλας ἐκείνας τὰς σοφὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἐσπεύσατε νὰ ἐκφράσητε ἀπόψε, καὶ παρατύπως ἀπόψε, ἐνῷ ἠδύνασθε νὰ περιμένητε μέχρι τῆς αὔριον· διότι ὑποθέτω, ὅτι ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης μέχρι τῆς αὔριον δὲν πρόκειται νὰ καταστραφῇ τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος· τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος θὰ καταστραφῇ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος διάταξις μείνῃ μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου χωρὶς νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις ὁριστική. Τότε καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατασκευάζουν τὰ κιβώτια, θὰ παύσωσι τὴν ἐμπορίαν, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ μεταφέρωσι τὰ κιβώτια, θὰ παύσωσιν ἐπίσης, καὶ οὕτω καθεξῆς, κατὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀνεπτύξατε. Ἀλλὰ διατὶ δὲν τὰς ἀνεπτύξατε — σᾶς ἐρωτῶ — ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς; Καὶ ἀφοῦ τὰς ἀνεπτύξατε ἢ δὲν τὰς ἀνεπτύξατε, τὰς ἠκούσατε ἢ δὲν τὰς ἠκούσατε κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς ἐπιτροπῆς, διατὶ τὰς φέρετε ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ διατὶ ἐπιμένετε ἰσχυριζόμενος ὅτι πρόκειται περὶ ἀντικειμένων ἀλλοτρίων πρὸς τὴν σύμβασιν, ἀκριβῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καταστρατηγήσητε τὸν Κανονισμόν, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐκφύγητε τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ; Καὶ ἐρωτῶ, κύριε Βουλευτὰ, ὑμᾶς, ὁ ὁποῖος βεβαίως δύνασθε νὰ καυχᾶσθε, ὅτι εἶσθε στοιχεῖον τάξεως, ἂν δὲν συνετελέσατε εἰς ἀταξίαν, ἂν δὲν συνετελέσατε εἰς σύγχυσιν, ἂν δὲν συνετελέσατε μόνον εἰς ματαίαν ἀπώλειαν χρόνου, χωρὶς κανένα σκοπόν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, Κύριοι, σᾶς δηλῶ, ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου.
§111Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§112Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὤφειλε νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι κατεστρατηγήσατο τοῦ Κανονισμοῦ, διότι, ἐνῷ συνήδρευεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ μετέσχεν ὅλης τῆς συζητήσεως τῆς ἐπὶ τῶν ἄρθρων 36 καὶ 38 τῆς συμβάσεως, ἦλθεν ἐν τούτοις νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νέον ζήτημα, ἐντελῶς ἀνεξάρτητον τοῦ ζητήματος τῆς συμβάσεως, ζήτημα, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε δὲν ἐξητάσθη, καὶ ἤρχετο νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐγὼ δὲ προσεπάθησα διὰ παντὸς τρόπου νὰ τῷ παρεμποδίσω τὸν λόγον! Καὶ ἐν τούτοις ὡμολόγησεν, ὅτι ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους συνεζήτει ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ἦτο ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπανῆλθεν ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰγιαλείας ἐπανειλημμένως καὶ ἐν ταῖς συνεδριάσεσι τῆς ἐπιτροπῆς καὶ κατ’ ἰδίαν, ὅτε ἔτυχε νὰ συνομιλήσῃ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου μετὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ αὐτὸ ἦτο νέον ἀντικείμενον, ἐντελῶς ἀνεξάρτητον τῆς συμβάσεως, καὶ ἐγὼ ἔσφαλον, διότι τὸν παρεκάλεσα νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νὰ προεξοφλήσῃ τὴν συζήτησιν ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἶχεν εἰς χεῖράς του καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἐγνώριζον παρὰ μόνον τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ δύο ἢ τρεῖς ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ λάβωσι γνῶσιν οὕτως ἢ ἄλλως. Ἐγὼ δὲν εἶχον γνῶσιν τῆς συμβάσεως, καίτοι μοὶ τὴν ἐνεχείρισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα τὰ ἄρθρα 36 καὶ 38. Ἀλλὰ βεβαίως ὁ κύριος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς εἶχεν ἀναγνώσει αὐτά, βεβαίως ἐγνώριζε, τίνες ἦσαν αἱ σκέψεις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τίνες αἱ σκέψεις τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑταιρείας τοῦ Μονοπωλίου, βεβαίως ἐγνώριζε, πῶς διετυπώθη τὸ ἄρθρον 38 ὑπὸ τοιούτους ὅρους, λόγῳ τῆς ἀδυναμίας τοῦ νὰ εὕρῃ ἡ Ἑταιρεία τὰ κεφάλαια, ὡς ἐπανειλημμένως ἐδηλώθη· ἀλλ’ ἐνόμιζεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἔπρεπε νὰ προτρέξῃ, ἵνα προσφέρῃ αὐτὴν τὴν μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος, ὡς εἰ ἐπρόκειτο ἀπὸ ἀπόψε μέχρι τῆς αὔριον νὰ κριθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο! Δὲν θὰ κριθῇ οὔτε ἀπόψε οὔτε αὔριον, διότι σᾶς ἀπήντησεν ὁ κύριος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, ὅτι εἶναι ζήτημα ἀκριβῶς, ἐκ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθητε ἄλλως, ἐὰν δὲν θέλητε νὰ μείνητε εἰς αὐτὰς τὰς ἀμφιβολίας, παρὰ μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι θὰ καταργήσητε ἀπὸ τοῦδε τὴν σύμβασιν περὶ μονοπωλίου. Λοιπὸν μὴ λέγετε, ὅτι ἐτηρήσατε τὸν Κανονισμόν. Ὁμολογήσατε, ὅτι ἠθέλετε νὰ προεξοφλήσητε τὴν συζήτησιν αὐτήν, παραπεισθέντες ἐκ τοῦ συμφέροντος τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἐκ τῆς ἰδέας τῶν ὁποίων κατέχεσθε. Ἀλλ’ ὑπὸ τοιούτους ὅρους βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσω ἐγὼ διευθύνων τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο θέτω ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἂν ἡ συζήτησις αὕτη, ὅπως ἔλαβε χώραν, δὲν ἦτο ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ.
§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν διέκρινα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφος εἶχε πρόθεσιν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ θερμὸν ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον γεννᾷ ἡ μέριμνα περὶ τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος, ἠνάγκασε τὸν κ. ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφον νὰ ἔχῃ ἀκατάσχετον ἐπιθυμίαν νὰ μάθῃ, ἂν θέλει ἐφαρμοσθῆ ἐφέτος ἡ σύμβασις ἢ δὲν θέλει ἐφαρμοσθῆ...
§114Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι μόνον ὁ κ. ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς, ἀλλὰ ὅλοι.
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν τάξιν. Ὅτι ἡ συζήτησις τῆς ἑσπέρας ταύτης ἐγένετο ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, οὔτε οἱ ἀρξάμενοι τοῦ λόγου κατ’ ἀρχάς· διότι, ὅταν εἰσάγωνται νομοσχέδια, οὐδεὶς προβαίνει ἀμέσως εἰς συζήτησιν ἐπ’ αὐτῶν· ἔχει πάντοτε καιρὸν νὰ φέρῃ τὰς κρίσεις του, ὅταν θὰ προταθῇ πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, θέλει δὲ προταθῆ, ὅταν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ ἀναγράψῃ αὐτὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ προσδιορίσῃ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν θέλει ἔχει ἐν αὐτῇ. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τῆς συζητήσεως, τοῦτο δὲν ἐμφαίνει οὔτε πρόθεσιν πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ, οὔτε ἐπιθυμίαν νὰ μὴ παράσχωμεν πάντες τὴν συνδρομὴν ἡμῶν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος τῷ ὄντι διεξάγει βαρὺ ἔργον, ἀσχολούμενος νὰ διευθύνῃ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐ μόνον ἡ πλειονοψηφία, ἀλλὰ πᾶσα ἡ Βουλὴ ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτόν.
§116ΦΩΝΑΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἂν δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν Πρόεδρον.
§118ΦΩΝΑΙ (ἑκατέρωθεν). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§119Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§120Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν ὅσῳ δὲν ἐπέλθῃ ψηφοφορία τῆς Βουλῆς, ἀναγνωρίζουσα ὅτι ἐφήρμοσα τὸν Κανονισμὸν, βεβαίως δὲν θὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§122ΦΩΝΑΙ (ἑκατέρωθεν). Ὄχι, ὄχι.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη παμψηφεί.
§124Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς ἔχει τὸν λόγον!
§125Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί παρεδέχθη ἡ Βουλή;
§126Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠμπορεῖ νὰ παρεβιάσθη ὁ Κανονισμὸς, ἀλλ’ ἔπρεπεν ἐξ ἀρχῆς νὰ ἀφαιρεθῇ ὁ λόγος ἀπὸ τὸν πρῶτον, ὁ ὁποῖος ἤρξατο τῆς συζητήσεως εἰς τὰ καθέκαστα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§127Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν περιβάλλει μὲ ἐμπιστοσύνην τὸν Πρόεδρον.
§129ΦΩΝΑΙ (ἑκατέρωθεν). Βεβαίως, βεβαίως. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Διατὶ θέτετε τὸ ἴδιον ζήτημα;
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐδέχθη ὁ Πρόεδρος. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι ἐξακολουθεῖ περιβάλλουσα διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὑτῆς τὸν Πρόεδρον κ. Δ. Ράλλην. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§131Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δι’ ὅσων εἶπον ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, νομίζω ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς τὰς μακρὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν καὶ αἱ ὁποῖαι ὁμολογῶ, ὅτι προώρως διεξήχθησαν. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶπον, δὲν ἔχουσι ποσῶς σχέσιν μὲ τὴν σύμβασιν. Ἐγὼ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ἂν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐφέτος ἡ σύμβασις.
§132Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὁ κ. Παναγιωτόπουλος τὸ ἴδιον πρᾶγμα ἔκαμε.
§133Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἔκαμε τὸ ἴδιον.
§134Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐντελῶς τὸ ἴδιον· ἀνέπτυξε δὲ τὸ ζήτημα περισσότερον, διὰ νὰ καταδείξῃ τὴν ἀνάγκην. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρόεδρος, ἀφοῦ ἐπέτρεψε καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους νὰ ὁμιλήσουν, ἠθέλησε νὰ στερήσῃ τοῦ λόγου τὸν κ. Παναγιωτόπουλον, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον ἐγὼ, ὅτι ἐζήτησε νὰ στερήσῃ τοῦ λόγου τὸν Βουλευτὴν ὁμιλοῦντα. Αὐτὰ δὲ τὰ παιγνίδια, κάθε ’λίγο νὰ ἔχωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, αὐτὰ δὲν εἶναι σοβαρά.
§135Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα ἔχετε νεῦρα!
§136Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπατᾶσθε, νομίζοντες ὅτι ἐγὼ ὁμιλῶ μὲ νεῦρα. Σεῖς νομίζετε, ὅτι ὁμιλῶ μὲ νεῦρα, διότι δὲν ἔχετε ποτὲ νεῦρα. Καὶ γνωρίζετε, τί θέλω νὰ εἴπω μὲ αὐτό.
§137Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ἀνεξαρτήτως τῆς συμβάσεως, ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μάθωμεν, ἂν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἐφέτος ἡ σύμβασις· διότι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν παρ’ ὅλων, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐφέτος ἡ σύμβασις, ἀλλ’ εἶναι ἀμφίβολον.
§138Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀναβάλλομεν;
§139Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι πεπεισμένος...
§140ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Προχωρήσατε, κύριε Βουλευτά· ὅστις δὲν θέλῃ ν’ ἀκούσῃ ἂς φύγῃ!
§141Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναπολήσητε τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, εἰπόντος ὅτι, ἂν ἡ σύμβασις ψηφισθῇ μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου, καὶ ἂν κατορθωθῇ νὰ σχηματισθῇ τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐπιχείρησιν, τότε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἀπὸ τῆς παρούσης ἐσοδείας ἡ σύμβασις; ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀμφίβολον, ἂν δηλαδὴ θὰ ἐφαρμοσθῇ. Εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, ἔλεγον ἐγώ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μᾶς σώσῃ ἀπὸ τὴν κρίσιν, ἡ ὁποία μᾶς ἐπαπειλεῖ. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν καὶ ἄλλο. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἐφέτος ἡ σύμβασις. Τὸ μέτρον, ὅπερ θὰ λάβωμεν, δὲν ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν σύμβασιν, διότι τοῦτο εἶναι συνδεδεμένον μὲ τὴν παρακράτησιν καὶ μὲ τὴν λειτουργίαν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐγὼ βεβαίως εἶμαι ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, ἀνεξάρτητον πρὸς τὸ μονοπώλιον, ὥστε, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐφαρμοσθῇ ἡ σύμβασις ἐφέτος, νὰ ἔχωμεν τὸ μέτρον αὐτό. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἵνα, ἀνεξαρτήτως τοῦ μονοπωλίου, ἐπιτρέψῃ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου, ἣν ὑπέβαλον, ὄχι διότι νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι τὸ μόνον μέτρον, ὅπερ δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἀλλὰ διότι θὰ δώσῃ αὕτη ἀφορμήν, ἵνα ἐκτεθῶσι πολλῶν αἱ γνῶμαι καὶ αἱ ἰδέαι, καὶ ληφθῇ τὸ κατάλληλον μέτρον.
§142Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Ὅτε εἶδον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, μετὰ ἐργασίαν 27 ἡμερῶν μετ’ ἐγκρίτων συναδέλφων, περὶ τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς ἀξίας τῶν ὁποίων οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, νὰ ὑποβάλῃ τὴν σύμβασιν τοῦ μονοπωλίου, τὴν τόσον σωστικὴν διὰ τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς πληθυσμοὺς, ἐνόμισα ὅτι οὐδεμία θὰ ὑπῆρχεν ἀντίρρησις. Ἀλλ’ ἤκουσα τὸν κύριον ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴν νὰ ἀντιλέγῃ κατ’ αὐτῆς μὲ διαφόρους θεωρίας περὶ τῶν ἀντιδράσεων τῶν παντοπωλῶν τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλὰ ποία ἡ σχέσις μεταξὺ τῶν παραγωγῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ τῶν παντοπωλῶν τῆς Ἀγγλίας; (γέλωτες). Δύναμαι μάλιστα νὰ βεβαιώσω, ὅτι οἱ παντοπῶλαι οὗτοι ἐπέφεραν τὴν κατάπτωσιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος, οἱ δὲ κεφαλαιοῦχοι, μετὰ τῶν ὁποίων συμβαλλόμεθα, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀνάγκην τῶν παντοπωλῶν αὐτῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ σώσωμεν τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς διὰ τοῦ μονοπωλίου, καὶ νὰ μὴ ἐρχώμεθα ἐδῶ διὰ τεχνητῶν μέσων νὰ ἐπιζητῶμεν τὴν ἀπόρριψίν του. Σημειώσατε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ἂν δὲν ψηφισθῇ τὸ μονοπώλιον, οὐδεὶς τῶν Βουλευτῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν θὰ τολμήσῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του. Διὰ τοῦτο πάντες, καὶ οἱ καταγόμενοι καὶ οἱ μὴ καταγόμενοι ἐκ σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, παμψηφεὶ πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν σύμβασιν, ἀφοῦ ἐκφράσωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην μας πρὸς τὴν τόσον τελεσφόρως ἐργασθεῖσαν ἐπιτροπήν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§144ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάϊκος.
§146Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§147ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Πονηροπούλου. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ φαρμακείων νόμου». Ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ ἀνωτέρου Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς γεωργίας καὶ περὶ γεωργικῶν ἐπιθεωρητῶν». Ὡσαύτως νομοσχέδιον «περὶ προσόντων ἐργοδηγῶν τῆς γεωργίας».
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλουσιν ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ τὴν σειράν των. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 453–455). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§149ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 96. Ἡ πρότασις νόμου αὕτη συνδέεται μὲ τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῆς σταφίδος.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι 10 ὑποστηρίζοντες τοῦτο; (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 10).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
§152ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, ὥστε νὰ προκληθῇ ὀνομαστικὴ κλῆσις.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεών τινων εἰς τὸν ΒΦΠΓʹ νόμον περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης κλπ.» (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου αὕτη εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς πρώτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1037.85 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902. Περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 24,607 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 72,780.49 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας».
§155ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ παρελθὸν Σάββατον παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰ ποσοστὰ τὰ καταβληθέντα εἰς εἰσπράκτορας. Εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν ὁ ἐκ Βάλτου συνάδελφος ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσιν ἐπίσης ἄλλοι πίνακες. Φρονῶ ὅτι, ἵνα προβῶμεν εἰς συζήτησιν, εἶναι ἐπάναγκες νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ ἰδίως οἱ πίνακες, οὓς ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐζητήσαμεν. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου μέχρι προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων. Ἐπίσης παρατηρῶ, ὅτι εἶχον ὑποβάλει καὶ μίαν τροπολογίαν, ἥτις ὅμως δὲν περιελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, διότι εἶναι ἤδη ἐπὶ τρεῖς μῆνας ὑπ’ ὄψει ὑμῶν τὸ νομοσχέδιον, ἐγὼ δὲ εἶχον παρακαλέσει νὰ ἐξετασθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ ἐπαγόμενα ἐλάττωσιν δαπανῶν, ἀλλὰ καθ’ ἑκάστην προτείνονται ἀναβολαί. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ τὸ εἴπῃ καθαρῶς, διὰ νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα μας, ὅπως κληθῇ ἄλλη Κυβέρνησις, ἵνα διοικήσῃ τὸν τόπον. Ζητεῖτε πίνακας ποσοστῶν, διὰ νὰ παρέρχηται ὁ χρόνος. Εἶναι σύστημα τοῦτο, ὅπερ δὲν ἐξυπηρετεῖ οὔτε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, οὔτε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, οὔτε τὰ τῆς χώρας.
§157ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἀδικεῖ ἡμᾶς, ὑποθέτων ὅτι θέλομεν νὰ παρακωλύσωμεν τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος διὰ στρεψοδίκων ἐνστάσεων. Τὸ νομοσχέδιον «περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας» ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν κατὰ τὴν ἐπάνοδον τῶν Βουλευτῶν μετὰ τὸ Πάσχα. Ἀλλ’ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν μετέσχομεν τῆς συζητήσεως πάντες, καὶ ὑπεβάλομεν τροπολογίας, διότι κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τῶν νομοσχεδίων δὲν δίδεται συνήθως καὶ πολλὴ προσοχή. Τινὲς τῶν τροπολογιῶν περιελήφθησαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγνωρίσαντος τὴν ὀρθότητα αὐτῶν. Πῶς σήμερον ἔρχεται καὶ λέγει, ὅτι στρεψοδικοῦμεν; Φρονῶ ὅτι πάντες ἔχομεν καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ συζητῶμεν ἀγαθῷ τῷ συνειδότι. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, ἅτινα θεωρῶ ἀπαραίτητα, ἀλλὰ δὲν προσεκομίσθησαν.
§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ προσεκόμισα. Ἰδοὺ ὁ πίναξ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρω τοὺς πίνακας τοῦ 1902, διότι δὲν συνεκεντρώθησαν ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ οἱ λογαριασμοὶ τῶν ποσοστῶν. Κατὰ τὸ ἔτος 1901 τὰ πληρωθέντα ποσοστὰ ἀνῆλθον εἰς δραχ. 98,289, ὑπηρέτησαν δὲ παρὰ τοῖς ταμείοις 251 δημόσιοι εἰσπράκτορες, ἐκ τῶν ὁποίων 160 ἦσαν ἔμμισθοι. Οὕτως ὁ παρὰ τῷ ταμείῳ τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου εἰσπράκτωρ ἔλαβε δραχ. 4,620, ἤτοι κατὰ μῆνα δραχ. 385, τῇ προσθήκῃ δὲ τοῦ μισθοῦ τῶν 40 δραχμῶν ἔλαβε κατὰ μῆνα δραχμὰς 425. Ὁ παρὰ τῷ ταμείῳ Χαλκίδος ἔλαβε δραχ. 3,881, ἤτοι κατὰ μῆνα δραχ. 323, καὶ μετὰ τοῦ μισθοῦ του δραχ. 363. Ὁ παρὰ τῷ ταμείῳ Πειραιῶς–Αἰγίνης δραχ. 2,832, ἤτοι κατὰ μῆνα δραχμὰς 236, καὶ μετὰ τοῦ μισθοῦ του δραχ. 276. Τέσσαρες ἄλλοι εἰσπράκτορες ἔλαβον ἐκ τῶν ποσοστῶν μετὰ τοῦ μισθοῦ των κατὰ μῆνα ὁ μὲν δραχμὰς 264, ἕτερος δραχμὰς 201, ἄλλος δραχμὰς 200, καὶ ὁ τέταρτος δραχ. 197· ἕξ ἄλλοι εἰσπράκτορες ἔλαβον κατὰ μέσον ὅρον κατὰ μῆνα δραχ. 182 ἕκαστος, δεκατέσσαρες ἄλλοι δραχ-160 ἕκαστος, δώδεκα ἄλλοι δραχ. 110 ἕκαστος, ἓξ ἄλλοι δραχ. ἕκαστος 100, δέκα ὀκτὼ ἄλλοι ἕκαστος ἀνὰ δραχμὰς 85, τρεῖς ἄλλοι ἀνὰ δραχ. 95, καὶ οὕτω καθεξῆς.
§159ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν ὑφ’ ὑμῶν ἀνάγνωσιν τῶν ἀριθμῶν τῶν ποσοστῶν καὶ νὰ ἀντιληφθῶμεν καλῶς. Πρέπει νὰ κατατεθῶσιν οἱ πίνακες, διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς.
§160ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἂν ἡ παράκλησις διετυποῦτο κατ’ ἄλλον τρόπον, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε συναινέσει εἰς τὴν ἀναβολήν. Ἐγὼ ὑπέβαλον ἔγγραφον ἐπερώτησιν τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν· ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ κατατεθῶσι τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν κατετέθησαν. Ἡμεῖς δὲν θὰ παρακωλύσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ μέχρι τοῦδε γενομένη συζήτησις, δι’ ἧς ἐσκοποῦμεν τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ καὶ ἐτροποποιήθη ἐν πολλοῖς κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μόλις δὲ σήμερον ὑπεβλήθη μὲ τὰς τροποποιήσεις εἰς τὴν Βουλήν. Αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι εἶναι σπουδαιόταται, διότι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν δυνατὸν νὰ τροποποιηθῇ ἐπὶ τὸ βέλτιον τὸ νομοσχέδιον. Ἰδίως εἰς τὴν κατάταξιν τῶν διαφόρων φορολογικῶν ἀντικειμένων σκοποῦμεν νὰ φέρωμεν παρατηρήσεις, ἀφορώσας τὰ μεγάλα ποσοστὰ, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς τοὺς ταμίας.
§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἔστερξα εἰς τὰς προταθείσας τροπολογίας, διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἶμαι ἀλάθητος, φρονῶ δ’ ὅτι τὰ νομοσχέδια πρέπει διὰ τῆς συζητήσεως νὰ συμπληρῶνται, οὐδ’ ἔχω τὸν ἐγωϊσμὸν νὰ ἀξιῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι πλῆρες καὶ τέλειον· διὰ τοῦτο ἐδέχθην τὰς τροπολογίας. Καὶ ἦτο ἀτυχὲς ἐπιχείρημα τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι δεκτικὸν καὶ νέων τροπολογιῶν. Ὑπὸ τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἔχουσι δικαιώματα καὶ καθήκοντα. Ἐὰν φρονῶσιν, ὅτι νομοσχέδιόν τι ἀνατρέπει κλάδον τῆς διοικήσεως ἢ τὰς βάσεις τῆς Πολιτείας, ἢ ὑποκρύπτει σπατάλας καὶ καταχρήσεις, ἐγὼ στέργω τὴν κωλυσιεργίαν. Δι’ αὐτῆς ἄλλοτε ἡμεῖς ἐσώσαμεν συμφέροντα μεγάλα τοῦ τόπου· ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον σήμερον ἡ Ἀντιπολίτευσις παραλύει τὰς συνεδριάσεις, δὲν ἐξυπηρετεῖ, ἀλλὰ παραλύει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Τοιαύτη τακτικὴ δὲν ἐπιτρέπεται, διότι ἀποβαίνει ὀλεθρία. Οὕτως, ἐνῷ ἐπρόκειτο διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ἐπροτείναμεν, νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους κατὰ ἓξ ἑκατομμύρια, παρῆλθον ἤδη ἄπρακτοι τόσοι μῆνες, ἕνεκα δὲ τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς ἐλαττώσεις κατὰ τοὺς μῆνας τούτους, τὸ δὲ δημόσιον ταμεῖον θέλει ἐπιβαρυνθῆ διὰ δύο ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἄλλως δὲν ἤθελε πληρώσει. Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις πείθηται, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα, ἵνα προτείνῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἂς τὸ προτείνῃ. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ, ὅτι δὲν ἦλθεν ἔτι ἡ ὥρα, ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν νομοσχεδίων· ἀλλὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν δὲν πρέπει νὰ παρατείνῃ ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους.
§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ κατηγορία ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται οὐχὶ βάσιμος. Πάντες οἱ παρακολουθοῦντες τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς γινώσκουσιν, ὅτι τῇ παρουσίᾳ ἡμῶν γίνεται ἀπαρτία καὶ ὅτι τῇ συνδρομῇ ἡμῶν ἐξακολουθοῦσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ παραδέχομαι τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ φρονῶ, ὡς αὐτὸς, ὅτι αἱ Ἀντιπολιτεύσεις, ὅταν θέλωσι, δύνανται νὰ θέτωσι ζητήματα ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης καθῆκον ἔχουσι νὰ συζητῶσι τὰ νομοσχέδια, νὰ ὑποστηρίζωσι τὰς γνώμας αὐτῶν, νὰ προσπαθῶσιν, ὅπως αἱ γνῶμαι αὐτῶν κατισχύσωσιν, ἀφίνοντες τὴν εὐθύνην τῶν ἀποφάσεων εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν ὑποστηρίζουσαν αὐτὴν πλειονοψηφίαν. Ἀλλὰ τί ἔπραξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον; Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀφῆκε τὴν Κυβέρνησιν νὰ διευθύνῃ, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα, τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἡ δὲ Κυβέρνησις τίνα νομοσχέδια προέταξεν; Ἡ Κυβέρνησις προέταξε νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν σχετίζονται μὲ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐπηγγέλθη· ἀφ’ ἑτέρου ἐψηφίσαμεν νομοσχέδια, σωρείαν νομοσχεδίων, περὶ τοπικῶν συμφερόντων, συνεζητήσαμεν καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἀναβληθῶσι, συνεζητήσαμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλῶν καὶ τελμάτων, συνεζητήσαμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἁλιείας τῶν κοραλλίων, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν γνωρίζει κάλλιστα ἐκ τῶν ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου του τὰ περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε ὤθησαν ἡμᾶς νὰ παρασκευάσωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ κοραλλίων. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι οὐδὲν εὑρίσκω τὸ ἐπεῖγον εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις προτάσσει τὸ νομοσχέδιον περὶ κοραλλίων, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καθῆκον ἔχει νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Πρόθυμοι πρὸς συζήτησιν τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτασσομένων νομοσχεδίων εἴμεθα. Ἀλλὰ τί ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας; νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας μέχρις αὔριον, ἵνα λάβῃ γνῶσιν τῶν πινάκων, οὓς ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ μήπως ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι πρόθυμος νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἄλλων νομοσχεδίων; Ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων, τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἀστυνομικοῦ νόμου. Νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχομεν συμφέρον ἡμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ συζητηθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα; Ἔχομεν συμφέρον νὰ συζητηθῶσιν, ὄχι διότι παραδεχόμεθα τὰς ἰδέας τῶν προτεινομένων νομοσχεδίων, ἀλλὰ διότι φρονοῦμεν ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι δι’ αὐτῶν οὐ μόνον καταστρέφονται αἱ διάφοροι ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῶν, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν, ὅτι θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι καὶ αἱ οἰκονομίαι, περὶ ὧν γίνεται τοσοῦτος ἐνταῦθα λόγος, εἶναι ὅλως ἰδανικαί, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ οἰκονομιῶν 6,000,000, ὡς διατείνεται ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλ’ οὔτε περὶ σπουδαίων οἰκονομιῶν πρόκειται. Ποῦ εὑρίσκετε τὰ 6,000,000; ποῖα εἶναι τὰ νομοσχέδια τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὰς οἰκονομίας ταύτας; Τὰ νομοσχέδια τὰ ἐπιφέροντα οἰκονομίας εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας, τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων, τὸ νομοσχέδιον περὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀστυνομικόν. Ἂν ἀθροίσωμεν τὰς οἰκονομίας τὰς πραγματικάς, τὰς ἐκ τῶν νομοσχεδίων τούτων προκυπτούσας, — καὶ θέλομεν προβῆ εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην, συζητοῦντες ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, — θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι μικρὸν εἶναι τὸ ποσὸν τῶν διὰ τῶν νομοσχεδίων ἐπιτυγχανομένων οἰκονομιῶν. Ἀλλ’ ἐκ τούτων, ἐπειδὴ ἐπιμένει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας, θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως, τοῦ νομοσχεδίου τούτου ψηφιζομένου, προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄλλων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐγγεγραμμένων. Κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ἡ Βουλὴ δὲν ἐπετέλεσε νομοθετικὴν ἐργασίαν ἀξίαν λόγου· τοῦτο ὀφείλεται κυρίως εἰς τὸ πλημμελὲς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῇ κυρίως εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰς ἐπαγγελθείσας οἰκονομίας καὶ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν· ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ τὰ πρὸς αὐτὸν συναφῆ νομοσχέδια, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἄλλων νομοσχεδίων σπουδαιοτάτων, τὰ ὁποῖα ἐρρίφθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς εἶναι ἐπὶ παραδείγματι τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορήσητε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι δὲν σπεύδει, ὅπως συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, δὲν σπεύδει πρὸς ψήφισιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ἱστορίαν, ἣν ἔχει τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, καὶ ἡ ὁποία εἶναι βεβαίως λυπηρά; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε πρὸ πολλοῦ ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει ὑποβάλει τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ἀφοῦ δὲ προανήγγειλεν αὐτὸ καὶ πολλάκις περὶ αὐτοῦ ἔκαμε λόγον, ἐπὶ τέλους μίαν ἑσπέραν τὰ ὑπέβαλε. Τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νομοσχέδιον περιεῖχε τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου, τοῦ εἰσηγήσει ἡμῶν ἄλλοτε ψηφισθέντος, ἀλλὰ περιεῖχε καὶ διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνασυνιστῶντο τὰ ἐπαρχεῖα. Τὴν ἐπαύριον πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἀνασυστάσεως ταύτης τῶν ἐπαρχείων, ἀλλ’ αἴφνης βλέπομεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν διανέμεται, ἀλλ’ ἐξαφανίζεται· ἐρωτῶμεν ἂν τυποῦται, καὶ μᾶς λέγουσιν, ὅτι τυποῦται. Ἡ τύπωσις ἐξακολουθεῖ ἐπὶ 6 ἡμέρας, καὶ διανέμεται· ἀλλ’ ἐν τῷ διανεμηθέντι νομοσχεδίῳ δὲν γίνεται πλέον λόγος περὶ ἀνασυστάσεως τῶν ἐπαρχείων. Καὶ ὅμως ἔχομεν τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τῇ ὁποίᾳ γίνεται λόγος περὶ ἀνασυστάσεως τῶν ἐπαρχείων! Ἀπήλειψαν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τὴν διάταξιν περὶ ἐπαρχείων καὶ ἐπάρχων, ἐλησμόνησαν ὅμως ν’ ἀφαιρέσωσι καὶ τὸ σχετικὸν μέρος τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ νομοσχέδιον τὸ ἐπιγραφόμενον «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους»! αὕτη εἶναι ἡ σοβαρὰ διοικητικὴ ἐργασία, περὶ ἧς πρόκειται. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τοῦ ὁποίου οὔτε τὴν ὑποβολὴν ἐπέσπευσεν ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἑπομένως τὴν ψήφισιν ἐπεδίωξεν· ὑπάρχουσιν ἕτερα νομοσχέδια μεγάλης ὡς ἐκ τοῦ ἀντικειμένου αὐτῶν σπουδαιότητος. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι τὰ στρατιωτικά, σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ. Ἔπρεπε τὰ νομοσχέδια ταῦτα νὰ προταχθῶσιν ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐξυπηρετοῦσι βεβαίως ἀνάγκας τοπικὰς, τινὰ δ’ ἐξ αὐτῶν καὶ γενικάς, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἀναβληθῶσι μέχρι τῆς ἑπομένης Συνόδου, νὰ προταχθῶσι δὲ τὰ πρὸς τὰς οἰκονομίας, τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας σχετιζόμενα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔβλεπε τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀντιδρῶσαν κατὰ τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἠδύνατο νὰ ἐγκαλέσῃ ἡμᾶς· ἀλλ’ ἡ κατηγορία, ἡ κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκτοξευθεῖσα, ὅτι αὕτη ἐπὶ πέντε ἤδη μῆνας συντρέχει εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, παραμένουσα ἐνταῦθα ἐπὶ πέντε περίπου καθ’ ἑκάστην ὥρας, καὶ συντελοῦσα εἰς τὴν ἀπαρτίαν, εἶναι οὐ μόνον ἀβάσιμος, ἀλλὰ καὶ ἄδικος καὶ κατὰ τῆς κατηγορίας ταύτης διαμαρτύρομαι.
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). — Ἡμεῖς, ὡς Ἀντιπολίτευσις, εἴχομεν πρόγραμμα βελτιώσεως τῆς διοικήσεως, ἐλαττώσεως ἐξόδων, ἀνορθώσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ τοῦτο τὸ πρόγραμμα ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἵνα ἐφαρμόσωμεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ἐβεβαίωσα τὴν Βουλὴν δεκάκις, ὅτι θέλομεν προτείνει εἰς αὐτὴν, ἵνα συζητήσῃ ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας, ὅπως γένηται δυνατὸν νὰ ἄρξηται ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ πρὸ τοῦ 1904, τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου ὑλικοῦ πολέμου, ἵνα μὴ βραδύνῃ περαιτέρω ἡ ἔναρξις τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ προγράμματος τοῦ Ὑπουργείου, εἶναι δὲ μεγάλη ζημία νὰ λήξῃ ἡ Σύνοδος χωρὶς νὰ συζητηθῶσι ταῦτα. Ἀλλ’ ὡσαύτως ἐπροτείναμεν νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπεσχέθημεν, περὶ καταργήσεως τῶν προσθέτων νομῶν τοῦ Κράτους καὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν εἰς δέκα καὶ ἕξ· οὐδ’ εἴχομεν κατὰ νοῦν ν’ ἀνασυστήσωμεν τὰ ἐπαρχεῖα· ἂν δὲ κατὰ λάθος τὰ γραφεῖα ἀνέγραψαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σύστημα ἐπαρχιακῆς διοικήσεως, μόλις ἐμάθομεν τοῦτο, ἀνελάβομεν τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν εἴχομεν κατὰ νοῦν νὰ συστήσωμεν ἐπαρχεῖα. Εἴχομεν ὑποβάλει νομοσχέδια καὶ ἄλλα, ἀλλ’ ἐπροτείναμεν καὶ τριάκοντα νομοσχέδια ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων. Τί πταίομεν ἡμεῖς διὰ τοῦτο; Ἐὰν δὲν προεβάλλομεν αὐτὰ, ἐὰν τὰ ἀφίναμεν περαιτέρω ἐκκρεμῆ, ἤθελον ἐγερθῆ παρὰ τῶν δικαιούχων δίκαι, χθὲς δ’ ἔτι ἤγειρε δίκην ἐναντίον τοῦ Δημοσίου ὁ κ. Ρετσίνας ἐκ Πειραιῶς, διότι δὲν ἐπληρώνετο ἐγκαίρως τὸ ἀντίτιμον ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ζητεῖ μάλιστα καὶ τόκους. Ἄν ἐπληρώνοντο ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν τὰ ὀφειλόμενα ἐγκαίρως, δὲν ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ὅθεν ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια, ἵνα ἐξοφλήσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν ἀπεδείχθησαν αἱ ζητούμεναι πιστώσεις ἀναγκαῖαι, τί δεικνύει τοῦτο; Δὲν δεικνύει ἀνεπάρκειαν τῶν ψηφισθεισῶν πιστώσεων; Πταίομεν διὰ τοῦτο ἡμεῖς, ἢ οἱ προκάτοχοι, οἵτινες ἀνέγραφον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔξοδα ὀλιγώτερα τῶν ἀναγκαιούντων, διὰ νὰ κρύψωσι τὰ ἐλλείμματα τῶν Προϋπολογισμῶν των; Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλλονται ἐλαττώσεις ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλλονται μεταβολὴν διοικήσεως, τὸ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, τὸ περὶ ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς καὶ τὰ τρία στρατιωτικὰ νομοσχέδια, τῶν ὁποίων ἐμνήσθην. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόγραμμα ἡμῶν. Κατὰ τὸ διάστημα ὅμως τοῦτο δὲν εἰργάσθημεν ἐπὶ πέντε μῆνας, ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, διότι ἐπὶ 25 ἡμέρας εἴχομεν ἑορτὰς τοῦ Πάσχα, εἴχομεν καὶ τὰς ἑορτὰς προσέτι τῶν Ἀπόκρεων, ἀπέμειναν δὲ τρεῖς μόνον μῆνες ἐργασίας, καθ’ οὓς ἡμεῖς δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ παρακωλύσωμεν τὴν πλήρη ἐλευθερίαν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως. Ἀλλ’ ὅταν ἄρχηται ἡ συζήτησις τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τότε πρέπει νὰ συζητῶνται τὰ νομοσχέδια, ἐνῷ ὑμεῖς δὲν παύετε ζητοῦντες τὴν ἀναβολὴν αὐτῶν. Ἀναβολὴ ἐζητήθη, ὅτε ἠγόρευεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος· μόλις δὲ, μετὰ μακρὰν περίοδον ἐπερωτήσεων καὶ ἀχρήστων πολυλογιῶν, ἐφθάσαμεν τὴν ἑπομένην ἡμέραν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νέα πάλιν ἐζητήθη ἀναβολή! Ζητεῖται καὶ σήμερον νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Ἔστω, ἂς τὸ ἀναβάλωμεν, ἀλλὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἄλλων νομοσχεδίων.
§164ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ κατατεθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω, εἶναι, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου δὲν ἠδυνήθη νὰ συγκεντρώσῃ τὰς καταστάσεις τῶν πληρωθέντων ποσοστῶν τοῦ 1898 καὶ 1899, συνεκέντρωσεν ὅμως τὰ ποσοστὰ τοῦ 1901. Καταθέτω πρὸς τούτοις τὰς ζητηθείσας πληροφορίας περὶ τῶν τιμῶν.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ «περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας» ἀναβάλλεται καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως, συνομολογηθείσης μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας Μάγκος υἱοὶ καὶ Σα». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς γʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων», ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§167Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀληθῶς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ὡς διετύπωσεν αὐτὸ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, καὶ συνεπῶς πρέπει νὰ προταχθῇ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων· διὰ τοῦτο καὶ ἐπεψηφίσθη ἤδη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Δυστυχῶς ὅμως οἱ προβαλόντες παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου περιωρίσθησαν εἰς τὸ τεχνικὸν μόνον μέρος αὐτοῦ, ἀναπτύξαντες τὰ περὶ τῆς μετακλήσεως ἢ μὴ ξένων μηχανικῶν, περὶ προπαρασκευαστικῶν ἐργασιῶν αὐτῶν κλπ., οὐδεμίαν δὲ μνείαν ἐποιήσαντο περὶ τῶν σχέσεων τῶν μεταξὺ ἰδιωτῶν, οἵτινές εἰσι κύριοι τελματωδῶν γαιῶν, καὶ τοῦ Δημοσίου· οὐδεὶς ὡμίλησε περὶ τῶν ὑποχρεώσεων, αἵτινες ἠδύναντο νὰ γεννηθῶσι μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τελματωδῶν γαιῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ πρῶτον αὐτοῦ ἄρθρον, εἰς τὴν χορήγησιν πιστώσεως πρὸς μελέτην, νὰ μὴ κάμῃ δὲ λόγον περὶ τῶν σχέσεων μεταξὺ ἰδιωτῶν καὶ Δημοσίου, ὡς ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 ἀναγράφεται. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τοῦ νομοσχεδίου βλέπομεν, ὅτι τὸ Δημόσιον λαμβάνει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς μελέτας πρὸς ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων οὐ μόνον ἐν τόποις δημοσίοις, ἀλλὰ καὶ εἰς ἰδιωτικὰς ἐκτάσεις, καὶ κανονίζεται, ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὁ ἰδιώτης θ’ ἀποζημιώσῃ τὸ Δημόσιον διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς τελματώδους γῆς, ἥτις ἀνήκει εἰς αὐτόν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἱ σχέσεις αὗται μεταξὺ ἰδιωτῶν καὶ Δημοσίου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν, ἔπρεπε νὰ διατυπωθῶσιν ἐν ἰδιαιτέρῳ νομοσχεδίῳ, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον δυνάμενον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἐπιθυμίας καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, τοιοῦτο νομοσχέδιον, οἷον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὡς Ἀντιπολίτευσις, πολλάκις διετύπωσε, νομοσχέδιον παρεμφερὲς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ῥυθμίζονται αἱ σχέσεις περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν μεταξὺ ἰδιωτῶν καὶ Δημοσίου κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐπέρχηται ἀρωγὸν τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τελματωδῶν γαιῶν, ἀνηκουσῶν εἰς ἰδιώτας, διότι ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἀποξηράνσεως, καὶ ἐμμέσως διὰ τῆς ἀποξηράνσεως τελματωδῶν γαιῶν, ἀνηκουσῶν εἰς ἰδιώτας, περὶ τῆς ἐπαυξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Διὰ τῆς διατάξεως ὅμως, τὴν ὁποίαν τὸ παρὸν νομοσχέδιον διατυποῖ ἐν τῷ ἄρθρῳ 5, θὰ συμβῇ πολλάκις ν’ ἀποξηραίνηται τελματώδης γῆ, διὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος νὰ δαπανᾷ ποσὸν πολὺ περισσότερον τῆς ἀξίας τῆς ἀποξηραινομένης τελματώδους γῆς, καὶ θ’ ἀναγκάζηται ὁ ἰδιώτης ν’ ἀφίνῃ τὴν ἰδιοκτησίαν του ταύτην εἰς τὸ Δημόσιον, διότι δὲν θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ τὴν ἀξίαν αὐτῆς εἰς τὸ Δημόσιον, ἐνῷ, ἐὰν τὸ Δημόσιον νομίζῃ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἀρωγὸν τὸ Κράτος διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν τελματωδῶν γαιῶν, τῶν κειμένων εἰς ἰδιοκτήτους γαίας, εἶναι προτιμότερον νὰ προειδοποιῆται ὁ ἰδιοκτήτης, ὅτι ὀφείλει ν’ ἀποξηράνῃ αὐτὸς τὸ τέλμα αὐτὸ, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν θέλει αὐτὸς νὰ τὸ ἀποξηράνῃ, νὰ καταλαμβάνηται τότε λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, ν’ ἀποζημιῶται ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ τὸ Δημόσιον νὰ ἀποξηραίνῃ τὴν τελματώδη ταύτην γῆν καὶ νὰ τὴν διαθέτῃ ὅπως αὐτὸ θέλει. Οὕτω νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις μεταξὺ ἰδιωτῶν καὶ Δημοσίου. Ἤλπιζον παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων» θὰ ἦτο τοιοῦτον, οἷον ἡ πρώην Ἀντιπολίτευσις, ἡγουμένου αὐτοῦ, διετύπωσε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐξ ἄλλης θέσεως, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πράγματι θὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀποξηρανθῶσιν, ὄχι μόνον αἱ γαῖαι αἱ δημόσιαι, ἀλλὰ καὶ αἱ γαῖαι αἱ ἀνήκουσαι εἰς ἰδιώτας, ἐρχομένου τοῦ Δημοσίου ἀρωγοῦ καὶ χάριν τῆς ἀποξηράνσεως καὶ ἐξυγιάσεως τῆς χώρας, καὶ χάριν, ὡς εἶπον, ἐπαυξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω.
§168Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω καθῆκον νὰ ἀπευθύνω παράκλησιν, ἔστω καὶ ἄκαιρον, πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν αὔριον, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον φαίνεται. Ἐὰν ὅμως ἐπιμένῃ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν, θέλω προβῆ εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ συζητηθῇ αὔριον, διότι νομίζω, ὅτι πολλοὶ θὰ λάβωσι τὸν λόγον καὶ πολλαὶ θὰ γείνωσι παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Πρὸ πάντων τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὡς παρετηρήθη καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Φθιώτιδος, δὲν περιλαμβάνει μόνον διάταξιν περὶ μετακλήσεως ξένων μηχανικῶν, περὶ τῶν ὁποίων θὰ γείνωσι γνωσταὶ αἱ γνῶμαι καὶ ἄλλων Βουλευτῶν ἐνταῦθα, ἀλλὰ καθορίζει καὶ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον αὐτὰ τὰ βάρη θὰ ἐπιβάλλωνται, καὶ τοιουτοτρόπως προχωρεῖ εἰς κανονισμὸν σπουδαιοτάτων ἀντικειμένων, θιγόντων τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν πολιτῶν, ἀντικειμένων, ἐπὶ τῶν ὁποίων νομίζω ὅτι ὀρθὸν εἶναι ἡ συζήτησις νὰ γείνῃ οὐχὶ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ. Ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται περὶ τῆς τρίτης καὶ τελευταίας συζητήσεως, παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀναβολήν.
§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος ἐμελετήσατε καὶ ἔχετε γνώμας, δύνασθε νὰ προτείνητε τροπολογίας. Ἀλλὰ διότι δὲν ἦσθε παρὼν κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν, νὰ ἔρχησθε εἰς τὴν τρίτην, νὰ ζητῆτε τὴν ἀναβολὴν, διὰ νὰ συζητήσητε, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι λογικόν. Συζητήσατε, προτείνατε τροπολογίας, ἵνα τὰς συζητήσωμεν.
§170Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχε συντάξει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ἢ ὄχι, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον, καὶ ἂν τὸ εἰσήγαγε, δὲν συνεζητήθη. Ἐνδέχεται τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ νὰ ἦτο πόρισμα μελέτης ξένων νομοθεσιῶν, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν ἡμεῖς, βεβαίως δὲν εἶναι πόρισμα μελέτης ξένων νομοθεσιῶν, εἶναι ὅμως πόρισμα μελέτης τῶν περιστάσεων τοῦ τόπου, τῆς ἐρεύνης τῆς νομοθεσίας αὐτοῦ, τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα αὕτη παρήγαγεν ἐν τῇ χώρᾳ. Ἀληθῶς πρὸ χρόνων πολλῶν, ὅτε ἀπεξηράνθη τὸ Βοιωτικὸν πεδίον, τοιοῦτο νομοσχέδιον ἐγένετο, καὶ ἡ ἀποξήρανσις ἐτελέσθη, καὶ οὐδεὶς ἐζημιώθη, ἡ δὲ ἀποξήρανσις εἰσήνεγκεν εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ τὴν παραγωγὴν δύο ἀποξηρανθέντα ἐδάφη, καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὴν ἐκ τῶν προσόδων αὐτῶν εἰσφοράν. Συμβαίνει δέ τι, περὶ τοῦ ὁποίου ἴσως δὲν ἤθελεν ἀμφιβάλλει τις, ὅτι εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως· ὅτι ὑπάρχουσι τέλματα οὐχὶ πλήρως καὶ ἀδιακόπως κεκαλυμμένα ὑπὸ ὑδάτων, ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἄλλα, καλυπτόμενα κατὰ περιόδους. Ἐπὶ τούτων δὲ, καθ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις προβαίνει εἰς τὴν ἀποξήρανσιν αὐτῶν, οἱ ἰδιοκτῆται δύνανται νὰ σιωπῶσι, περιμένοντες τὴν ὥραν τῆς πλήρους ἀποξηράνσεως, ὅπως ἐγείρωσι τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν. Ἐὰν ὅμως τοῦτο γένηται καὶ ἐφαρμοσθῇ, θέλει βεβαίως παραλύσει πᾶσαν ἐνέργειαν πρὸς ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων. Εἰς τὸ τέλμα τοῦ Λεσινίου εὑρέθησαν περίοικοι προτείναντες δηλώσεις, ὅπως ἀποκτήσωσι τὴν κυριότητα ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως αὐτοῦ, καθ’ ὃν τρόπον ἀποκτῶσι κυριότητα οἱ δηλοῦντες ἐθνικὰς γαίας δυνάμει τοῦ νόμου περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, εὑρέθησαν δ’ ἄλλοι, ἔχοντες ἐπίσημον χαρακτῆρα, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν τὰ δικαιώματα αὐτῶν. Ἐὰν λοιπὸν ἀποξηρανθῇ τὸ Λεσίνιον, θέλουσι παρουσιασθῆ οἱ περίοικοι ἕτοιμοι νὰ διεκδικήσωσι τὰς ἐκτάσεις αὐτοῦ δικαστικῶς, ὡς ὅτε ἡ Βοιβηῒς ἀπεξηράνθη κατὰ μέρος τι, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ περίοικοι ἐφάνησαν καὶ ἤγειραν ἀξιώσεις. Διὰ τοῦτο ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἔκρινεν, ὅτι, ἂν τὸ ἀποξηρανθὲν τέλμα ἐτύγχανεν ἀδιακόπως εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ τέλματος, ἡ Κυβέρνησις, ἀρχομένη τῆς ἀποξηράνσεως, θέλει προβῆ εἰς τὴν κατάληψιν αὐτοῦ, εἰς δὲ τοὺς παρουσιασθησομένους ὡς ἔχοντας ἀξιώσεις κυριότητος, ἂν ἔχωσι τίτλους ἢ ἀποφάσεις, δι’ ὧν βεβαιοῦνται τὰ δικαιώματα αὐτῶν, θέλει δηλώσει, ὅτι τοῦ κτήματος ἡ ἀξία ηὔξησε διὰ τῆς ἀποξηράνσεως, καὶ ὅτι ἑπομένως τὸ Δημόσιον κατέχει αὐτό, ἕως ἂν ἀποζημιωθῇ διὰ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα κατέβαλε πρὸς ἀποξήρανσιν. Οὕτως ἀναστέλλεται ἡ ἐπιδρομὴ τοῦ ἰδιοκτήτου, ὅστις ἐσιώπα ὅτε ἤρξαντο τὰ ἔργα τῆς ἀποξηράνσεως καὶ καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἀποξηράνσεως. Δὲν βλέπω ἐν τούτῳ τι τὸ αὐθαίρετον οὐδὲ τὸ δημευτικόν, τὸ ὁποῖον ἐκίνησεν εἰς ἀγανάκτησιν τὸν ἐμβριθῆ συνάδελφον, ὅστις ἠσχολήθη καὶ κατέγεινε καὶ εἰς ξένας νομοθεσίας. Ἡ δὲ ὕβρις καὶ ἡ προσβολή, ἥτις προσεγένετο εἰς τοὺς μηχανικούς, καὶ ἥτις ἐξήγειρε τὸν κ. πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πραγματική. Τοῦτο εἶναι δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἰς τῆς ὁποίας τὰ κελεύσματα ὀφείλουσι νὰ ὑποτάσσωνται καὶ οὗτοι. Οὐδεὶς ὕβρισε τὴν τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν, οὔτε τὴν ταχυδρομικήν, οὔτε ἄλλας ὑπηρεσίας, διότι ἐζητήθησαν ξένοι ὀργανωταί. Θέλει ἐκλάβει ἑαυτὴν ὑβρισθεῖσαν ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων, διότι μετακαλοῦνται ἐνταῦθα ξένοι ὑδραυλικοί; Προσωπικὴ ὕβρις δὲν ὑπάρχει, ἐὰν τὸ σῶμα τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν κρίνηται μὴ ἐπαρκὲς, ἵνα ἐπιχειρήσῃ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν τελμάτων καὶ ἑλῶν· ἔστω δὲ μαρτύριον τὸ τέλμα τοῦ Μουστοῦ τῆς Κυνουρίας, τὸ ὁποῖον θερίζει τοὺς κατοίκους τῶν δήμων Θυρέας, Δολιανῶν καὶ Βρασιῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1833 δὲν κατωρθώθη νὰ ἀποξηρανθῇ. Ὅταν δὲ ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι ὑπολαμβάνοντες τὸ προτεινόμενον μέτρον ὡς ὑβριστικὸν, καὶ θέλοντες νὰ ἀμυνθῶσι κατὰ τοιούτου κινδύνου, περιπίπτουσιν εἰς τὸ ἐλάττωμα, εἰς τὸ ὁποῖον περιέπεσεν ὁ ζωγραφηθεὶς παρά τινος ζωγράφος. Οἱ μηχανικοὶ, οἵτινες θέλουσιν ἐλθεῖ ἐνταῦθα, θέλουσι συμπληρώσει τὴν ἱκανότητα, ἣν ἔχομεν ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν. Εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐνενήκοντα τέλματα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι διπλάσια, καὶ ἂν ἔλθωσι δύο ἢ τρεῖς ξένοι, ἕκαστος ἐξ αὐτῶν θέλει συγκροτήσει ἓν συνεργεῖον καὶ θέλει μεταβῆ εἰς ἕκαστον τέλμα, ὅπως μελετήσῃ τὴν ἀποξήρανσιν αὐτοῦ. Ἐὰν οἱ ἡμέτεροι μηχανικοὶ κριθῶσιν ὑπὸ τῶν προϊσταμένων αὐτῶν, ὅτι δύνανται νὰ διατεθῶσι πρὸς ἀποξήρανσιν ἑνὸς τέλματος, τότε θέλουσι καὶ οὗτοι ταχθῆ εἰς τοιαύτην ἐργασίαν. Εἷς τῶν μηχανικῶν τούτων προέβαλε πρότασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τῷ ἐπιτραπῇ νὰ σχηματίσῃ συνεργεῖον πρὸς ἀποξήρανσιν τέλματός τινος. Τίς θέλει ἀποκρούσει τοιαύτας προτάσεις; Πάντες πρέπει νὰ ἐργασθῶσι πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν τελμάτων, καὶ οἱ ἡμέτεροι καὶ οἱ μετακληθησόμενοι μηχανικοί, πρέπει δὲ νὰ γείνῃ καταληπτὸν, ὅτι οὐδεὶς πρόκειται νὰ προσβληθῇ.
§172Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν διαρκῶν τελμάτων εἶναι ὀρθὰ, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον προβλέπει καὶ περὶ τελματωδῶν ἐδαφῶν, ἐφ’ ὧν οὐδὲν δικαίωμα κατοχῆς ἢ κυριότητος ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ταῦτα ἀποξηραινόμενα θὰ περιέλθωσιν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου, μέχρις οὗ οἱ διεκδικοῦντες ἐπ’ αὐτῶν δικαιώματα καταβάλωσι τῷ Δημοσίῳ ὅσα τοῦτο ἐδαπάνησεν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων ὑπάρχουσι καὶ τὰ περιοδικῶς τελματούμενα ἐδάφη, τοιαῦτα δ’ ἔχομεν πολλὰ ἐν Μαντινείᾳ. Πρὸ δύο ἐτῶν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν τῶν πέντε χωρίων τοῦ δήμου Βαλτετσίου περὶ ἀποξηράνσεως τέλματος περιστοιχιζομένου ὑπὸ τῶν χωρίων τούτων καὶ περιοδικῶς ἀναφαινομένου. Ἐὰν ἀποξηρανθῇ τὸ τέλμα τοῦτο, τί θὰ γείνῃ, ἀφοῦ οἱ χωρικοὶ, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἔχουσι πληρώσει τὸ τίμημα εἰς τὸ Δημόσιον;
§173Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἔχουσι τοὺς τίτλους των.
§174Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ ὅμως ἀκυροῦνται, ἀποξηραινομένου τοῦ τέλματος.
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ πρᾶγμα διορθοῦται διὰ τῆς προσθήκης τροπολογίας, καθ’ ἣν αἱ γαῖαι, αἱ διατελοῦσαι ἀργαὶ, νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν τελμάτων. Γαίας ἀργὰς ἐννοοῦμεν τὰς μὴ καλλιεργουμένας ποσῶς.
§176Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε τὸ νομοσχέδιον εἶναι εὐεργετικόν.
§177Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐὰν δὲν καλλιεργῶνται αἱ γαῖαι, εἶναι ὅμως χρήσιμοι πρὸς βοσκὴν κατὰ τὸ θέρος.
§178Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νομοσχεδίου θέλει ἀπαντήσει πολλὰς δυσχερείας εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6. Ἐὰν ἠκολουθοῦμεν τὴν φυσικὴν σειρὰν τῶν πραγμάτων καὶ μὴ προσεκολλώμεθα εἰς ἐξαιρέσεις, θὰ ἦτο δυνατὸν τὰ πράγματα νὰ κανονισθῶσιν ὁμαλώτερον καὶ προσαρμοσθῶσι πρὸς ὅλας τὰς περιπτώσεις. Ὅταν θέλητε ν’ ἀποξηράνητε ἕλος ἢ τέλμα, εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῆτε αὐτὸ μὴ παρέχον ἐντελῶς καὶ διαρκῶς κατακεκλυσμένας γαίας, καὶ γαίας περιοδικῶς κατακλυζομένας. Ἐὰν ἄρξηται ἡ ἀποξήρανσις, τὸ ἕλος πρέπει νὰ διαχωρισθῇ εἰς δύο μέρη, εἰς τὰς κατακεκλυσμένας ἐντελῶς καὶ εἰς τὰς περιοδικῶς κατακλυζομένας γαίας, καὶ θὰ συνταχθῇ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης, καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς δαπάνης θὰ κανονισθῇ ἡ ἀξία ἑκάστου στρέμματος, καὶ θὰ ὁρισθῇ τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ πρῶτον ἐρώτημα, ὅπερ γεννᾶται, εἶναι τὸ ἑξῆς: ἡ Διοίκησις μόνη θὰ ἐπιληφθῇ τῆς διαχωρίσεως τῶν δύο ζωνῶν; Ἐκ τοῦ προσδιορισμοῦ ὅμως τούτων δυνατὸν νὰ προσβληθῶσι δικαιώματα ἰδιωτικά. Διὰ τοῦτο ὁ διαχωρισμὸς εἶναι ὀρθότερον νὰ γένηται συμπραττόντων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἂν ὄχι ὅλων, τινῶν ἐξ αὐτῶν, ἀντιπροσωπευόντων καὶ τοὺς ἄλλους, μετὰ τῆς Διοικήσεως. Μετὰ τοῦτο θὰ γείνῃ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης τοῦ ἔργου. Ὅ,τι παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας εἶναι ὀρθόν. Τὰ ἔργα τάχα θὰ δύνανται νὰ κριθῶσι τὰ μὲν ὡς ἀνήκοντα μόνον εἰς τὸ μέρος τὸ μὴ κατακλυζόμενον διαρκῶς, τὰ δὲ ὡς ἀνήκοντα μόνον εἰς τὸ κατακλυζόμενον διαρκῶς καὶ νῦν ἀποξηρανθέν; Τὸ κατ’ ἐμὲ, φαντάζομαι ὡς τι συνηθέστερον τὸ νὰ ὑπάρχωσιν ἔργα, συντελέσαντα καὶ εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τῶν μονίμως κατακεκλυσμένων γαιῶν καὶ εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τῶν περιοδικῶς κατακλυζομένων. Ὡς γνωστὸν, αἱ ἀποξηράνσεις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον γίνονται διὰ διωρύγων, δι’ αὐλάκων, μία δὲ διῶρυξ δύναται νὰ συντελέσῃ καὶ συντελεῖ εἰς τὴν ἀποξήρανσιν καὶ τοῦ μονίμως καὶ τοῦ περιοδικῶς κατακλυζομένου μέρους, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακριθῇ εὐχερῶς, κατὰ πόσον συνετέλεσεν ἡ διῶρυξ διὰ τὸ μὲν καὶ κατὰ πόσον διὰ τὸ δὲ, ὅπως προσδιορισθῇ ἡ ἀναλογοῦσα εἰς ἑκάτερον δαπάνη. Ἀλλὰ δέχομαι, ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι εὔκολα. Ἔρχεται ἑτέρα δυσκολία. Ὀφείλουσιν αἱ γαῖαι νὰ πληρώσωσι τὸ ποσόν, ὅπερ προϋπελογίσθη καὶ ἐδαπανήθη διὰ τὴν ἀποξήρανσιν αὐτῶν; Τοῦτο δύναται νὰ ἀποβῇ ἄδικον καὶ ἐπιζήμιον εἴτε εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας εἴτε εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐὰν τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησεν 100,000 δραχμὰς πρὸς ἀποξήρανσιν καὶ κατέλαβε τὸ ἀποξηρανθὲν μέρος, τί ὀφείλει νὰ πληρώσῃ πρὸς τὸ Δημόσιον ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ πρὶν περιοδικῶς κατακλυζομένου καὶ νῦν ἀποξηρανθέντος μέρους; τὴν βελτίωσιν τῆς ἀξίας, τὴν διαφορὰν τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος μετὰ τὴν ἀποξήρανσιν, τὴν κατὰ στρέμμα αὔξησιν τῆς ἀξίας. Ἐπίσης, ἂν τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησε μὲν ὀλίγα, ἀλλ’ ἐπήνεγκε μείζονα βελτίωσιν εἰς τὰς γαίας, εἶναι δίκαιον νὰ λάβῃ τὸ ἀνώτερον τοῦ ἀναλογοῦντος ἐπὶ τῶν δαπανηθέντων, ἀλλ’ οὐχὶ τὸ ὅλον. Ἂν διὰ δαπάνης 10,000 δραχμῶν ἐπῆλθεν αὔξησις τῆς τιμῆς κατὰ 100,000 δραχμὰς, εἶναι δίκαιον νὰ λάβῃ π. χ. 50,000 δραχμάς. Ἀλλ’ εἶναι ἄδικον νὰ λάβῃ τὸ ὅλον τῆς διαφορᾶς. Λοιπὸν βάσις εἰς προσδιορισμὸν τοῦ πληρωτέου παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου ἀντιτίμου κατὰ στρέμμα πρὸς τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη, ἀλλ’ ἡ βελτίωσις, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὴν παραγωγικότητα τῶν γαιῶν. Διὰ τοῦτο θεωρῶ καλὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 νὰ γένηται διατύπωσις, καθαρώτερον ἐνδεικνύουσα τὰς περιπτώσεις καὶ τὰς ἀναλογίας μεταξὺ Δημοσίου καὶ γαιοκτητῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατανομὴν τῶν βαρῶν. Ἀλλ’ ἐγένετο λόγος καὶ περὶ τῆς ἄλλης περιπτώσεως, καθ’ ἣν καταλαμβάνει τὸ Δημόσιον πάσας τὰς γαίας, ἐφ’ ὧν δὲν ἤθελον ἀποδείξει οἱ ἀξιοῦντες τὰ δικαιώματα αὐτῶν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Τὸ ἄρθρον ἀποτελεῖ παραβίασιν τῶν ἀνεγνωρισμένων ἀρχῶν τοῦ δικαίου, διότι δύνανται οὗτοι νὰ ἔχωσι δικαστικὰς ἀποφάσεις ἀπὸ πρίν, ἀλλ’ ὡς ἐκφράζεται τὸ νομοσχέδιον, δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἀπαιτεῖται νέα ἀπόφασις. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ δικαστικὴ ἀπόφασις, δύνανται νὰ ὑπάρχωσι παραχωρητήρια, καὶ περὶ τούτου τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ἐκφράζηται σαφῶς.
§179Ι. ΠΑΛΑΣΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν τὸ Κράτος ἔλθῃ νὰ ἀποξηράνῃ τὰ τέλματα καὶ τὰ ἕλη, δὲν πρέπει νὰ ἀποξηράνῃ καὶ τὰ τῶν χωρίων Ἀλῆ καὶ Βελῆ, διότι θὰ αὐξήσῃ τὰ εἰσοδήματα τῶν τσιφλικιούχων, καὶ ἄν ποτε ἔλθωσιν εἰς διαπραγματεύσεις οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας, διὰ νὰ γείνωσιν ἰδιοκτῆται, δὲν θὰ δυνηθῶσι. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, Συμπολίτευσιν καὶ Ἀντιπολίτευσιν, νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἀποκαταστήσῃ τοὺς χωρικοὺς μικροϊδιοκτήτας. Θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εὐεργετικὸν, ἀλλ’ εἰς τὴν Θεσσαλίαν ὑπάρχουσι τσιφλικιοῦχοι, δὲν ὑπάρχουσιν ἐθνικαὶ γαῖαι, καὶ δὲν πρέπει τὸ Κράτος νὰ δαπανᾷ χρήματα διὰ τὸν Α καὶ Β τσιφλικιοῦχον, καὶ νὰ αὐξάνῃ τὰ εἰσοδήματα αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἐὰν ψηφισθῇ καὶ γείνῃ νόμος, δὲν πρέπει νὰ ἰσχύῃ καὶ διὰ τὴν Θεσσαλίαν.
§180ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὰς παρατηρήσεις, ἃς πρὸ μικροῦ ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς κ. Τριανταφυλλᾶκος, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ, ἣν εἶχεν, ὅπως συνηγορήσῃ δῆθεν ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων μηχανικῶν τοῦ Κράτους, ὡς εἰ εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἀμείλικτοι αὐτῶν πολέμιοι. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας φαίνεται, ὅτι δὲν παρευρίσκετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὰς προηγουμένας ἀναγνώσεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅτε εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Νάξου Βουλευτοῦ λεχθέντων συνηγόρησα ἐκθύμως, ἀλλὰ καὶ δικαίως, ὑπὲρ τοῦ σώματος τῶν Ἑλλήνων μηχανικῶν. Εἶπον δὲ τότε, ὅτι, ἂν ὑπάρχωσι καὶ πληγαί τινες ἐν τῷ εἰρημένῳ σωματείῳ, ὡς πανταχοῦ συμβαίνει, πρέπει ὅμως νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὸ πλεῖστον μέρος αὐτοῦ δὲν στερεῖται οὔτε ἀξίας οὔτε ἐντιμότητος. Προσέθηκα δὲ τότε, ὅτι ἐν πολλαῖς περιστάσεσιν, ἰδίᾳ δ’ ἐσχάτως, οἱ ἡμέτεροι μηχανικοί, ἀντιμετρηθέντες πρὸς τοὺς ξένους, ἀπέδειξαν, ὅτι ἔχουσι πολλὰ στοιχεῖα ἱκανότητος, κατορθώσαντες πολλάκις νὰ γένωνται ἀποδεκταὶ αἱ γνῶμαι αὐτῶν. Ἀληθῶς δὲν ἐννοῶ, διατὶ καὶ πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ὑπέλαβεν εὔκαιρον τὴν περίστασιν, ὅπως συνηγορήσῃ ὑπὲρ σωματείου, ὅπερ οὐδεμίαν ἀπολύτως πρόκειται νὰ ὑποστῇ βλάβην, οὔτε ὑλικὴν οὔτε ἠθικήν. Ἐὰν δ’ ἐσκέφθημεν διὰ τοῦ ἡμετέρου νομοσχεδίου νὰ μετακαλέσωμεν ἕνα ἢ πλείονας ξένους μηχανικούς, καὶ δὴ ὑδραυλικοὺς εἰδικούς, ἐπράξαμεν τοῦτο, διότι εἴχομεν καὶ ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι, καίτοι ἡ ὑδραυλικὴ τέχνη ἀποτελεῖ μέρος τῆς μηχανικῆς τέχνης, ἐν τούτοις πάντες ἀνομολογοῦσιν, ὅτι καὶ ἐν Εὐρώπῃ ἀκόμη σπάνιοι εἶναι οἱ ἐξέχοντες ὑδραυλικοί. Ἐὰν δὲ τοῦτο συμβαίνῃ ἐν τοῖς Κράτεσι τοῖς πλειότερον προηγμένοις ἡμῶν, κατὰ μείζονα λόγον ὑπελάβομεν ὅτι συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, ἔνθα οἱ ὑδραυλικοὶ δακτυλομετροῦνται. Ἄλλως τε, καὶ ἂν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι παρ’ ἡμῖν, οὗτοι θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἐργασθῶσι παραλλήλως πρὸς τοὺς ξένους μηχανικούς, ἁμιλλώμενοι καὶ προθυμοποιούμενοι, ἵνα μελετήσωσι τὴν ἀποξήρανσιν πάντων, εἰ δυνατόν, τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων τῆς χώρας ἡμῶν, καὶ συντελέσωσιν οὕτως εἰς τὴν ἐξαφάνισιν τῆς μεγίστης τῶν πληγῶν, τῶν λυμαινομένων τὴν Ἑλλάδα. Ἀναγκάζομαι ταυτοχρόνως νὰ ἔλθω καὶ εἰς ἄλλο θέμα, πρὸ μικροῦ συζητηθέν, ὅπως ἐκφράσω τὴν λύπην μου δι’ ἄλλην ἀνακρίβειαν, τὴν φορὰν ταύτην ἐξελθοῦσαν τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ καὶ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. Θεοτόκη. Λυποῦμαι, λέγω, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Οὐδεμίαν ἐγὼ τοιαύτην ἀντίφασιν βλέπω· διότι εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ποιεῖται μνείαν περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς προτέρας διοικητικῆς διαιρέσεως, τῶν δεκαὲξ δηλαδὴ νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, οὐδαμοῦ ὅμως τῆς ἐκθέσεως γίνεται λόγος περὶ ἐπαρχείων καὶ προσωπικοῦ τῶν ἐπαρχείων. Ναί, προτιθέμεθα νὰ ἐπαναφέρωμεν διὰ τοῦ ἡμετέρου νομοσχεδίου τοὺς δεκαὲξ νομοὺς, ὡς καὶ τὰς ἐπαρχίας, οὐδέποτε ὅμως ἐσκέφθημεν νὰ ἐπαναφέρωμεν τοὺς ἐπάρχους καὶ τὰ ἐπαρχεῖα, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ἡμέτερος νόμος δὲν θὰ ἦτο νόμος οἰκονομιῶν, σύμφωνος πρὸς τὸ πρόγραμμα ἡμῶν καὶ πρὸς τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔσχομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νόμος πολυτελείας καὶ σπατάλης· καὶ ἴσως ἕνεκα τούτου ἐδυσφόρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής.
§181Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω περὶ τίνος νομοσχεδίου ὁμιλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀντελήφθην ὅμως περὶ τίνος ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας· διότι τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως δὲν διενεμήθη εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ δὲ τὸ διανεμηθὲν δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν διορισθησομένων ἐπάρχων. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ τὸ ὁποῖον παρέλαβον ἐγὼ αὐτοστιγμεὶ καὶ τὸ ἀνέγνωσα μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, περιεῖχε τὴν ἀνασύστασιν τῶν ἐπαρχείων, καὶ ὥριζεν, ὅτι διαιρεῖται τὸ Κράτος εἰς 70 ἐπαρχεῖα, καὶ ὅτι ἑκάστου ἐπαρχείου προΐσταται ἔπαρχος, εἶχον δὲ τὴν ἁπλότητα ν’ ἀνακοινώσω τοῦτο, καὶ δὲν γνωρίζω πλέον τῇ συμβουλῇ τίνος ἐλήφθη τὸ μέτρον ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ διατάξεις αὗται. Ἀλλὰ τόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε σκοπὸν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ἀνασυστήσῃ τὰ ἐπαρχεῖα, ὥστε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀγορεύων τὸ ὡμολόγησε, δικαιολογηθεὶς, ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἐκ λάθους τῆς ὑπηρεσίας. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἀλλὰ μὴ διανεμηθὲν, περιελάμβανε τὴν ἀνασύστασιν τῶν ἐπαρχείων, καὶ ὡμίλει περὶ διορισμοῦ ἐπάρχων καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἀποδεικνύει καὶ τὸ γεγονὸς, ὅτι αὐθεντικῶς ἀνεγράφη τὸ πρᾶγμα ἐν τῇ «Πρωΐᾳ» τὴν ἑπομένην ἡμέραν. Ἡ «Πρωΐα», τὸ ἐπίσημον ὄργανον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ῥητῶς ἀνέγραψεν, ὅτι διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ἀνασυνιστῶντο τὰ ἐπαρχεῖα· ἐκ τούτου δὲ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὕτω πως διενοήθη νὰ μεταβάλῃ τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως.
§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε.
§183Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἐξεπλάγην μάλιστα, ἀναγνώσας τὸ νομοσχέδιον καὶ ἰδὼν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος εἰς δαπάνας διπλασίας· δὲν συνεβιβάζετο δὲ καὶ πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἣν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκ τούτου δ’ ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη μετὰ τῆς αὐτῆς ἐπιπολαιότητος, μεθ’ ἧς καὶ τὰ ἄλλα νομοσχέδια· διότι, ἐνῷ περιελάμβανε διάταξιν περὶ ἀνασυστάσεως τῶν ἐπαρχείων, οὐδὲν ἔλεγε περὶ ἐπάρχων, οὐδὲ περὶ τοῦ προσωπικοῦ, ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ ἐργασθῇ πλησίον αὐτῶν· τὴν τοιαύτην δ’ ἀτέλειαν κατέδειξα ἐγὼ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἰς πλείστους Βουλευτὰς, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τότε ἔδωκεν εἰς τὸ τυπογραφεῖον καὶ ἐτυπώθη ἄλλο νομοσχέδιον.
§184ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές.
§185Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἔλθῃ τὸ ταχύτερον εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, καὶ δὲν θέλω βεβαίως προβάλει τὴν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ παρεχομένην μοι ἀντίρρησιν, ὅτι νομοσχέδιον μὴ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν δὲν δύναται ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν διενεμήθη τὸ ὑποβληθέν· ἀλλὰ τοῦ τοιούτου δικαιώματος θέλω παραιτηθῆ. Παρακαλῶ μόνον τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναγράψῃ πρῶτον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἵνα συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἴδωμεν, ἂν διὰ λόγους οἰκονομίας ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἢ ἂν ἀντὶ οἰκονομιῶν θὰ γένηται μεγίστη σπατάλη τοῦ δημοσίου χρήματος.
§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου πρόκειται ἡ συζήτησις, περιελάμβανε διατάξεις περὶ ἀνασυστάσεως τῶν ἐπαρχείων, βεβαίως ἤθελεν ἐπιφέρει αὔξησιν τῶν δαπανῶν καὶ οὐχὶ ἐλαττώσεις αὐτῶν· ἀλλὰ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστῶνται ἐπαρχεῖα, δὲν εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συμπίπτει πρὸς τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν, οὐδὲ πρὸς τοὺς λόγους, οὓς εἴπομεν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων, οὐδὲ πρὸς ὅσα ἀγορεύοντες εἴπομεν πρὸς τὴν Βουλήν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι τὸ νομαρχιακὸν σύστημα ἔχει ὡμολογημένην ἀρετὴν, ὅτι κρατύνει ἐν τῷ τόπῳ τὴν αὐτοδιοίκησιν, ἐθίζει τοὺς πολίτας, ἵνα διοικῶσιν αὐτοὶ ἑαυτοὺς, ἐνῷ τὸ σύστημα τῶν ἐπαρχείων δὲν πληροῖ τὸν ὅρον τοῦτον. Ἐὰν συνεστήθησαν ἐπαρχεῖα τὸ πρῶτον, τοῦτο ἐγένετο, ἵνα ἀσκηθῶσιν οἱ λαοὶ καὶ παρασκευασθῶσιν εἰς τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως διὰ τῶν νομαρχιῶν. Τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως, τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ τὸν τόπον εἰς τὴν αὐτοδιοίκησιν, εἶναι οἱ δῆμοι· ἐν ἑκάστῳ τῶν δήμων ὁ δήμαρχος αὐτοῦ περιλαμβάνεται, ὑπὸ τὸ νομαρχικὸν σύστημα, ὡς διοικητὴς αὐτοῦ, ἐν δὲ τῷ νομῷ ὁ νομάρχης εἶναι ὁ ἐπιβλέπων τὴν διοίκησιν τῶν δημάρχων ἐν ἑκάστῳ τῶν δήμων, εἰς οὓς διαιρεῖται ὁ νομός, εἶναι ὁ τιμωρῶν τὰς παρανομίας ἢ τὰς ἐλλείψεις αὐτῶν, ὁ ἀσκῶν τὴν ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῶν δήμων. Τοιοῦτον σύστημα κρίνομεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑφίσταται, τοιοῦτον περιλαμβάνει τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, ἡμεῖς δ’ αὐτὸ ἐζητήσαμεν. Ἀλλὰ καὶ ὅτε ἐλειτούργει τὸ σύστημα τῶν ἐπαρχείων, τὰ ὁποῖα εἶχον ταχθῆ μεταξὺ τῶν δημάρχων καὶ τοῦ νομάρχου, τὸ σύστημα τοῦτο ἐλειτούργει πλημμελῶς, καὶ ἔφερε βλάβας καὶ περιπλοκάς. Ἐν τῇ διανοίᾳ λοιπὸν ἡμῶν, ἐν τῷ σκοπῷ ἡμῶν δὲν ὑπάρχει τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως διὰ τῶν ἐπαρχείων. Ἐὰν ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου παρενεβλήθη ἄρθρον, ἐν ᾧ ἀναφέρονται ἐπαρχεῖα, τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἦτο ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἡ δὲ παρεμβολὴ αὐτοῦ ἀποδεικνύει μόνον τὴν ἀμάθειαν τοῦ ὑπαλλήλου, ὅστις, μὴ ἐξετάσας τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, περιέλαβε τὴν σύστασιν τῶν ἐπαρχείων. Μόλις ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔμαθε τοῦτο, ἐφρόντισε ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ νομοσχέδιον διὰ νομοσχεδίου ἑτέρου, μετ’ ἀκριβείας ἀντιγραφέντος ἀπὸ τὸ πρωτόγραφον, οὐδὲ ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ εἰσαχθῇ ἄλλο νομοσχέδιον, διότι τὸ εἰσαχθὲν περιεῖχε λάθος εἰς τὴν ἀντιγραφήν, καὶ δὲν ἦτο ὀρθόν.
§187Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διακόψας τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας, ἐρωτῶντα περὶ τίνος τῶν νομοσχεδίων συζητοῦμεν, ἐλησμόνησεν, ὅτι, ὁμιλῶν περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐγὼ περιέπεσα εἰς ἀνακρίβειαν, ὑποδείξας, ὅτι ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ τοῦ τυπωθέντος καὶ διανεμηθέντος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἔλαβε τὸν λόγον, ἀπαντῶν εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, ὡμολόγησεν, ὅτι ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον παρεῖδε τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ περιέλαβε διάταξιν περὶ ἐπαρχείων. Προσέθηκε δὲ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι, μόλις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπληροφορήθη, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοιαύτη διάταξις, ἐζήτησεν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον βελτιωθῇ, ἀφαιρουμένης τῆς διατάξεως περὶ ἐπαρχείων· ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὶν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, δὲν ἀνέγνωσεν αὐτό; δὲν εἶδε ποίας διατάξεις περιεῖχεν; Ἀλλὰ περὶ τούτου σήμερον δὲν πρόκειται· σήμερον πρόκειται περὶ ἑτέρου ζητήματος· ὑπάρχει ἀντίφασις ἢ ὄχι; Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπιμένει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θέλω ἐξετάσει καὶ ἕτερον ζήτημα· ὑπῆρχεν ἐν τῷ νῷ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀνασύστασις τῶν ἐπαρχείων, ναὶ ἢ οὔ; Προκαλεῖται καὶ ἀπαντᾷ. Ἰδοὺ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις (ἀναγινώσκει). Ἐρωτῶ, ὑπάρχει ἢ ὄχι ἡ ἐπαρχιακὴ διοίκησις, ἡ ὁποία κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου ΑΦΞΑʹ τοῦ 1887, ἐπανῆλθεν ὅμως διὰ τοῦ νόμου ΑϠΟΓʹ τοῦ 1891; Δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι ἐπαρχίαι ὑπῆρχον καὶ πρὶν ἢ τὰς ἐπαναφέρητε. Ἀλλὰ μήπως δὲν ὑπάρχουν ἐπαρχίαι καὶ σήμερον; Διατὶ λέγετε λοιπόν, ὅτι ἐπαναφέρετε τὸ σύστημα τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν; (ἀναγινώσκει): «... Διὰ τοῦτο ὑποβάλλομεν τὸ παρὸν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπαναφέρεται τὸ παλαιὸν διοικητικὸν σύστημα τῆς κατὰ νομοὺς καὶ ἐπαρχίας διοικητικῆς διαιρέσεως...» Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ εἴπητε, ὅτι ἐπαναφέρετε τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἐπαρχίας διαιρέσεως; Ταῦτα παρακαλῶ νὰ μὴ λέγωνται ἐν τῇ Βουλῇ, διότι, εὐτυχῶς δι’ ἡμᾶς, εἴμεθα ἐν καταστάσει νὰ ἀναγινώσκωμεν τὰς εἰσηγητικὰς ἐκθέσεις καὶ τὰ νομοσχέδια. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐγένετο πολὺς πάταγος, καὶ ἕνεκα τοῦ πατάγου τούτου ἀπηλείφθη ἡ περὶ ἐπαρχείων διάταξις ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ἐκτὸς ἐὰν παραδεχθῶ, ὅτι καὶ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις καὶ τὸ νομοσχέδιον συνετάχθησαν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπ’ ἀνθρώπου ἔχοντος ἄλλας ἰδέας περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς χώρας.
§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Ἐπικράτεια διαιρεῖται εἰς ἐπαρχίας, εἰς δήμους καὶ εἰς νομούς. Τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν Νομαρχιῶν, περιέλαβε καὶ τὴν διαίρεσιν τῶν ἐπαρχιῶν. Ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας ἡμεῖς συνηγορήσαμεν, ὅτε κατηργήσαμεν τὰς εὐρείας κατὰ νομὸν ἐκλογικὰς περιφερείας. Ἡ ἐπαρχία εἶναι πρόσωπον νομικὸν, εἶναι ἐκλογικὴ περιφέρεια, ἀλλὰ δὲν ἀνεκηρύξαμεν ταύτην ὡς διοικητικὴν διαίρεσιν, ἀλλὰ πᾶσαι αἱ ἀποτελοῦσαι τὸν νομὸν ἐπαρχίαι διοικοῦνται ἀπὸ τὸν νομάρχην.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§190Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἔχω μίαν παρατήρησιν νὰ κάμω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ μᾶλλον τὴν ἐρώτησιν, ἂν θὰ μείνωσιν ἐν ἰσχύϊ οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι προβλέπουσι περὶ μετακλήσεως ξένων μηχανικῶν, ὁ νόμος ΑΤΛΓʹ τοῦ 1885 καὶ ὁ νόμος ͵ΒΚΓʹ τοῦ 1892, ὧν ὁ μὲν πρῶτος προνοεῖ περὶ διορισμοῦ 40 ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν, ὁ δὲ ἕτερος περιώρισε τούτους εἰς 19. Θὰ μείνωσιν αἱ διατάξεις τῶν νόμων τούτων ἰσχύουσαι;
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἦναι κατηργημέναι, δὲν δίδομεν εἰς αὐτὰς ἡμεῖς νέαν ζωήν· ἐὰν διατηρῶνται ἐν ἰσχύϊ, θέλουσιν ἰσχύει. Ἡμεῖς οὐδεμίαν χρῆσιν αὐτῶν ἐποιησάμεθα.
§192Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διατὶ δὲν τὰς καταργεῖτε;
§193Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μίαν ἄλλην παρατήρησιν θὰ φέρω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Αἱ 100,000 δραχμαὶ δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι καὶ πρὸς χρησιμοποίησιν τοῦ ἐδάφους καὶ τῶν κατακλυζόντων αὐτὸ ὑδάτων. Νομίζω ὅτι πρόκειται μόνον περὶ μελετῶν.
§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 1 ἐξηγεῖ πρὸς ποίους σκοποὺς θὰ διατεθῶσιν αἱ 100,000 δραχμαί.
§195Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν 100,000 δραχμῶν πρόκειται νὰ διατεθῶσι πρὸς χρησιμοποίησιν τοῦ ἐδάφους καὶ τῶν κατακλυζόντων αὐτὸ ὑδάτων, διότι ὑποθέτω, ὅτι τὰ ὕδατα πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῶσι δι’ ἀρδεύσεις, ἢ ὡς κινητήριος δύναμις, τὰ δὲ ἐδάφη διὰ σπορὰν καὶ τὰ τοιαῦτα.
§196Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποσὸν αὐτὸ πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῇ μόνον διὰ τὰς μελέτας.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§198Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διὰ τρίτην φορὰν, κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸ περιεχόμενον τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ τὴν μετάκλησιν ξένων μηχανικῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, διὰ νὰ μελετήσωσι τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων. Ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι τοῦτο ἀντίκειται ῥητῶς εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος. Δὲν γνωρίζω, τί ἔγεινεν ἄλλοτε, καὶ ἂν ἔγεινε νομίμως· ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἤκουσα, ἀφ’ ὅτου τοὐλάχιστον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐνταῦθα, τὸ Σύνταγμα δὲν δύναται νὰ τροποποιηθῇ διὰ νόμου, τὸ δὲ Σύνταγμα λέγει ῥητῶς ἐν ἄρθρῳ 3, ὅτι μόνον πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τῆς ἐμῆς ἁρμοδιότητος, καὶ τὸ ἀφίνω εἰς τοὺς κυρίους συνταγματολόγους. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν ξένων μηχανικῶν, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ μετακαλέσωμεν ἔξωθεν, καὶ ἀπαντῶ εἰς ὅσα πρὸ μικροῦ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι δηλαδὴ ἔχομεν ἐνταῦθα μηχανικοὺς, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ μὴ ἀνήκωσιν εἰς τὸ σῶμα τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο εἶναι τελείως κατηρτισμένον, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν εἰδικότητας διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, δὲν ἔχομεν δηλαδὴ ὑδραυλικοὺς μηχανικούς. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ κατάταξις εἰς εἰδικότητας τῶν μηχανικῶν μόνον ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει· διότι δὲν γνωρίζω κανὲν σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον σπουδάζουσιν εἰδικῶς ὑδραυλικοὶ μηχανικοί. Ὁ μηχανικὸς γίνεται καὶ ὀνομάζεται ὑδραυλικὸς, διότι ἔτυχε νὰ ἀσχοληθῇ καὶ εἰς ὑδραυλικὰ ἔργα καὶ ν’ ἀποκτήσῃ πεῖραν εἰς τὰ ὑδραυλικά· γίνεται σιδηροδρομικός, διότι ἠσχολήθη καὶ μὲ σιδηροδρόμους. Δὲν ἕπεται ὅμως, ὅτι οἱ μηχανικοὶ τοῦ σώματος τῶν δημοσίων ἔργων, πολλοὶ τῶν ὁποίων ἠσχολήθησαν καὶ εἰς ὑδραυλικὰ ἔργα, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτελέσωσι τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Ἄλλως τε ποίαν βεβαιότητα θὰ ἔχωμεν, ὅτι αἱ μελέται, τὰς ὁποίας θὰ μᾶς ὑποβάλωσιν οἱ μηχανικοί, τοὺς ὁποίους θὰ μετακαλέσωμεν ἔξωθεν, δὲν θὰ ἦναι ἐσφαλμέναι; Εἰς ποῖον ἔλεγχον θὰ ὑποβληθῶσι; — διότι καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν μελετῶν αὐτῶν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ τὸν ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς εἰδικούς, — Ὅσον δὲ καὶ ἂν δὲν ἦναι ὑδραυλικοὶ οἱ μηχανικοί, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ σῶμα τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι ὑδραυλικώτεροι καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οἵτινες, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, πρόκειται νὰ ἐγκρίνωσι τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος μελέτας. Λοιπὸν καὶ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἔγκρισιν τῶν μελετῶν τούτων, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ὑποβάλωσιν οἱ ξένοι μηχανικοί, ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων, ἀπὸ τὴν Διεύθυνσιν τῶν δημοσίων ἔργων, διότι ῥητῶς ἐν ἄρθρῳ 4 λέγετε, ὅτι... «αἱ ἐπὶ ἑκάστου τῶν ἔργων τούτων μελέται καὶ τὰ συνταχθησόμενα διαγράμματα καὶ σχέδια τῶν ἐκτελεστέων ἔργων θέλουσιν ἐγκρίνεσθαι ὑπὸ τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν, πλὴν τῶν προϋπολογισμῶν τῆς ἀπαιτουμένης ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἑκάστου τῶν ἔργων, οἵτινες ἐγκριθήσονται συμφώνως τῷ νόμῳ ΒΣΛΗʹ τοῦ 1894.» Θέλουσιν ἐγκρίνεσθαι αἱ μελέται, — οὐχὶ πλέον οἱ προϋπολογισμοὶ — θέλουσιν ἐγκρίνεσθαι τὰ τοπογραφικὰ σχέδια, τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θέλουσι χαραχθῆ ὑπὸ τῶν μετακληθησομένων ξένων μηχανικῶν διὰ τὴν ἀποξήρανσιν κλπ. Καὶ ἐρωτῶ, ποία εἶναι ἡ ἀσφάλεια, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ὅτι ἐπὶ τέλους δὲν θὰ τύχωμεν ἑνὸς μηχανικοῦ ξένου, ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς παρουσιάσῃ μίαν μελέτην οὐχὶ ὀρθήν, μίαν μελέτην ἐσφαλμένην; Ὅταν ὑμεῖς θὰ θέσητε τὴν ὑπογραφήν σας ἐπὶ τῆς μελέτης ταύτης καὶ θὰ τὴν ἐγκρίνητε πρὸς ἐκτέλεσιν, ποίαν βάσιν θὰ ἔχητε, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγκρίνετε πρὸς ἐκτέλεσιν, εἶναι ὀρθόν;
§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν προσυπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου, ὁ ὁποῖος θὰ ἦναι ἐπιστήμων.
§200Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ποίου τμηματάρχου;
§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§202Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μέχρι τοῦδε, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ὅλα αὐτὰ τὰ ἔργα ἐγκρίνονται ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων, ἐφ’ ὅσον ὑπερβαίνουσι τὴν ἀξίαν τῶν 1000 δραχμῶν. Μόνον ἔργα κατώτερα τῆς ἀξίας τῶν 1000 δραχμῶν δὲν ἐγκρίνονται ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων.
§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά, οἱ ξένοι ὑδραυλικοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦναι προϊστάμενοι ἑνὸς συνεργείου, τὸ ὁποῖον θ’ ἀσχολῆται εἰς τὴν μελέτην τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ τέλματος καὶ εἰς τὴν μελέτην τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ῥοῦ τῶν ὑδάτων, αὐτοὶ θέλουσι συντάξει τὴν μελέτην, θέλουσιν ὑποβάλει αὐτὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, —οὐχὶ εἰς τὸν κ. Κυριακούλην Μαυρομιχάλην, —ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἐξετασθῆ αὕτη καὶ θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῇ προσυπογραφῇ τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου θέλει ἐγκρίνει ἢ δὲν θέλει ἐγκρίνει αὐτήν.
§204Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀκριβῶς, ἐὰν γείνῃ τοῦτο, θὰ γείνωσι τὰ πράγματα κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἄρθρου εἰδικοῦ, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ καὶ νὰ μὴ δώσῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδετε ὑμεῖς σήμερον, εἷς δ’ ἄλλος Ὑπουργὸς ἐνδεχόμενον νὰ ἔλθῃ νὰ ἐγκρίνῃ ἀπ’ εὐθείας τὰ σχέδια, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ τοὺς μηχανικοὺς τοῦ Ὑπουργείου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν ἐννοῶ διατὶ ἐτέθη τὸ ἄρθρον αὐτό· διότι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε τώρα, γίνεται εἰς ὅλα τὰ δημόσια ἔργα.
§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ ἡ ἔγκρισις τῶν μελετῶν εἰς τὸν ξένον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ συντάξει αὐτάς.
§206Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν μένει σήμερον ἡ κύρωσις τῆς μελέτης κανενὸς δημοσίου ἔργου εἰς τὸν ἐκτελέσαντα ταύτην μηχανικόν.
§207Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὁ ὑδραυλικός, ὁ ὁποῖος θέλει ἔλθει, ἵνα διευθύνῃ τὸ συνεργεῖον, θέλει ὑπολάβει ἴσως, ὅτι τὴν μελέτην ταύτην θέλει ἐγκρίνει αὐτός. Τοῦτο ἔσεται ἐκ πλάνης αὐτοῦ, διότι πρέπει νὰ ἐγκριθῇ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§208Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν μόνον;
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζετε τὴν ὑπηρεσίαν.
§210Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐὰν αὐτὸς ἔλθῃ καὶ προσκολληθῇ εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων καὶ δὲν ἀποτελῇ ἀνεξάρτητον ὑπηρεσίαν, ὅπως λέγει τὸ ἄρθρον 2, αὐτὸς φυσικὰ θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ μίαν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ὑποβάλλῃ τὰς μελέτας του. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, βεβαίως ἐπὶ ματαίῳ, ἀφοῦ τὰς ἐπανέλαβον τρὶς, χωρὶς δυστυχῶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ τὰς κάμω.
§211ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Νάξου Βουλευτὴς παρουσιάζει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δύο φάσεις, ἄκραν δυσπιστίαν πρὸς τοὺς Ἕλληνας μηχανικούς, —διότι ἠκούσατε τὰ κατ’ αὐτῶν κατηγορητήριά του ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπὶ πολλὰς δ’ ἡμέρας μᾶς ἀπησχόλησε μὲ τὰ κατηγορητήριά του κατὰ τῶν Ἑλλήνων μηχανικῶν, —καὶ δεύτερον ἄκραν ἐμπιστοσύνην πρὸς τοὺς Ἕλληνας μηχανικούς! Ἤδη ἐπιθυμεῖ, ὅλα τὰ ἔργα τὰ ὑδραυλικὰ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τοὺς Ἕλληνας μηχανικούς. Ἡμεῖς δὲν διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τοῦτο, διότι βεβαίως διὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πάντα θὰ γίνωνται. Πρέπει ὅμως νὰ βεβαιώσωμεν τὴν ἀντίφασιν ταύτην τῶν ἰδεῶν τοῦ κ. ἐκ Νάξου συναδέλφου. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς ὑδραυλικούς, βεβαίως γνωρίζομεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἡ ὑδραυλικὴ ἐπιστήμη ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἐπιστήμης τοῦ μηχανικοῦ, πᾶς δὲ μηχανικὸς ὀφείλει κατ’ ἀκολουθίαν νὰ ᾖναι καὶ ὑδραυλικός. Πρέπει ὅμως νὰ ὁμολογήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Νάξου Βουλευτὴς, ὅτι, ὅπως ὑπάρχουσιν εἰδικότητες εἰς ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα, ὑπάρχει εἰδικότης καὶ εἰς τὰ ὑδραυλικά· μάλιστα ἡ εἰς ταῦτα εἰδικότης εἶναι πολὺ μεγάλη καὶ πολὺ σπανία. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μετακαλέσωμεν ὑδραυλικοὺς εἰδικοὺς ἐνταῦθα, ἵνα καὶ οἱ ἡμέτεροι ὠφεληθῶσιν ἐκ τῶν γνώσεών των, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη.
§212Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἐπειδὴ εἶναι ὅλως διόλου τεχνικὸν, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ ἀπαντήσω. Ἔρχομαι εἰς τὸ πρῶτον, τὸ σχετικὸν μὲ τὴν ἀντίφασιν, ὡς εἶπε, τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἀπησχόλησα πρὸ πολλῶν ἡμερῶν τὴν Βουλὴν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, διὰ νὰ κατακρίνω τοὺς πολιτικοὺς μηχανικούς. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν ἢ ἐπὶ δύο ὥρας ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ καταδείξω ἐκνόμους πράξεις ὡρισμένων ἀτόμων ἐν τῷ σώματι τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων.
§213ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς ηὐχαρίστησα ἐπὶ τούτῳ.
§214Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Καὶ ἂν ἐνθυμῆται καλῶς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, τὴν ἐπαύριον συναντήσας με εἰς τὸν πρόδομον τῆς Βουλῆς μὲ συνεχάρη.
§215ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§216Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μοὶ εἶπεν, ὅτι ὡμίλησε μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων, ὁ ὁποῖος εὗρεν, ὅτι καθ’ ὅλα εἶχον δίκαιον εἰς ὅσα εἶπον, καὶ μὲ συνεχάρη, ἐπαναλαμβάνω, διότι τὸν κατέστησα ἐνήμερον εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἤξευρε.
§217ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ὁμολογῶ.
§218Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, κύριε Ὑπουργὲ, ἢ ὄχι;
§219ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀκριβέστατον.
§220Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν βλέπω κατὰ ποίαν ἄλλην περίστασιν ὡμίλησα κατὰ μηχανικῶν· διότι μέχρι τοῦδε δὲν ὡμίλησα κατὰ τοῦ σώματος τῶν μηχανικῶν, ὡμίλησα κατὰ μηχανικῶν, τοὺς ὁποίους καὶ ὠνόμασα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Προχθὲς ἐπεχείρησα νὰ ὑποστηρίξω τὸ νομοσχέδιόν μου, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ «Πολυτεχνικὸς Σύλλογος», ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐφαρμόζων τὸν Κανονισμόν, — τοῦ ὁποίου ἐγὼ δὲν ἐγνώριζον ἐπακριβῶς τὰς διατάξεις, — δὲν ἠξεύρω ἂν καλῶς ἢ κακῶς, μοῦ ἀφήρεσε τὸν λόγον, καὶ οὐδὲν εἶπον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι μέχρι τοῦδε ἐγὼ δὲν ἐξεφράσθην ἐνταῦθα ἐναντίον τοῦ σώματος τῶν μηχανικῶν, ὥστε ν’ ἀνακαλύψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύο φάσεις εἰς ἐμὲ, τὴν μίαν κατὰ τῶν Ἑλλήνων μηχανικῶν καὶ τὴν ἄλλην ὑπὲρ αὐτῶν.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)... Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§222Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 προτείνω μίαν προσθήκην. Εἰς τὸν πέμπτον στίχον, μετὰ τὰς λέξεις «ἐκ πλημμύρας», νὰ προστεθῇ: «καὶ ἕνεκα τούτου διατελοῦσι διαρκῶς ἀργαί». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης).
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§224Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 προτείνω μίαν ἄλλην προσθήκην. Μετὰ τὰς ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου λέξεις «Ἄν ἤθελον προταθῆ», νὰ προστεθῇ: «εἴτε τίτλοι ἰδιοκτησίας, εἴτε»· μεθ’ ὃ ἐξακολουθεῖ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει: «ἀξιώσεις δικαιωμάτων ἐπὶ χώρου περιλαμβανομένου ἔν τινι τῶν εἰρημένων δύο περιφερειῶν, αἱ δὲ ἀξιώσεις αὗται ἤθελον ἐξετασθῆ κατὰ τοὺς νόμους, καὶ ἤθελον ἀναγνωρισθῆ διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων δικαιώματα κυριότητος ἰδιωτῶν...» κλπ.
§225Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δηλαδὴ πάντες θὰ ὑπάγουν εἰς τὰ Δικαστήρια;
§226Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πλήρης ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως: «ἐὰν ἤθελον προταθῆ εἴτε τίτλοι ἰδιοκτησίας, εἴτε ἀξιώσεις δικαιωμάτων κυριότητος κλπ., αἱ δὲ ἀξιώσεις αὗται ἤθελον ἐξετασθῆ κατὰ τοὺς νόμους καὶ ἤθελον ἀναγνωρισθῆ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων...»· διότι, καὶ ἂν κατατεθῶσι τίτλοι ἀναμφισβήτητοι, τότε πρέπει πάλιν νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις.
§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· οἱ τίτλοι δὲν περιλαμβάνονται· μόνον αἱ ἀξιώσεις. Οἱ τίτλοι εἶναι ἀναντίρρητοι, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην κυρώσεως διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως.
§228Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐπὶ τίτλων δὲν θὰ ἔχῃ δικαίωμα παρακατασχέσεως τὸ Δημόσιον;
§229Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι βεβαίως.
§230Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. (Ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 6. Ἄν ἤθελον προταθῆ εἴτε τίτλοι ἰδιοκτησίας εἴτε ἀξιώσεις δικαιωμάτων κυριότητος ἐπὶ χώρου περιλαμβανομένου ἔν τινι τῶν εἰρημένων δύο περιφερειῶν, ἤθελον δ’ ἐξετασθῆ αἱ ἀξιώσεις αὗται κατὰ τοὺς νόμους, καὶ ἤθελον ἀναγνωρισθῆ διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων δικαιώματα ἐπ’ αὐτῶν κυριότητος ἰδιωτῶν, τὸ Δημόσιον θέλει ἐξακολουθεῖ νὰ κατέχῃ...» καὶ τὰ λοιπά. Δύο περιπτώσεις ὑπάρχουσι· τίτλοι καὶ ἀξιώσεις. Αἱ ἀξιώσεις εἶναι μέχρις ἀναγνωρίσεως διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως.
§231Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ τίτλοι ἀναγνωρίζονται ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως;
§232Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§233Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῶσιν αὐτὰ εἰς τὰ πρακτικά.
§234Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐτελείωσα ἐγώ. Τὸ ἄρθρον 6 εἰς τὴν ἀρχὴν λέγει: «Ἐὰν ἤθελον προταθῆ ἀξιώσεις»...
§235Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. «Ἐὰν ἤθελον προταθῆ ἀξιώσεις εἴτε τίτλοι».
§236Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσι τίτλοι ἢ ἀξιώσεις οὐχὶ ἐπὶ τοῦ χώρου τούτου, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ὑδάτων ἢ τῆς χρήσεως τῶν ὑδάτων. Δὲν θὰ προηγήται ἀποζημίωσις εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον ἔχει τοιαῦτα δικαιώματα ἀνεγνωρισμένα, τὰ ὁποῖα θὰ κατεστρέφοντο διὰ τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους, διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν ἰδιοκτησιῶν των; Παραδείγματος χάριν, ὑπάρχουσι μύλοι ἐντὸς τῶν ὑδάτων τῶν ῥεόντων δι’ αὐτῶν τῶν ἑλῶν ἢ τῶν τελμάτων· οἱ μύλοι οὗτοι θὰ κατεστρέφοντο, ἂν τὰ ὕδατα δι’ ἄλλου τρόπου ἤθελον μειωθῆ, ἢ ἂν διὰ τῶν ἐργασιῶν τῶν ἐκτελεσθεισῶν πρὸς ἀποξήρανσιν ἤθελον ἐντελῶς ἐξαφανισθῆ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί θὰ γείνῃ; Δὲν θ’ ἀποζημιῶνται οἱ ἰδιοκτῆται;
§237Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ μύλοι θὰ ἀποζημιωθῶσι.
§238Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὥστε θὰ προηγῆται ἀποζημίωσις;
§239Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§240Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἀλλὰ δὲν φρονεῖτε, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ περὶ τούτου μία δήλωσις ἐν τοῖς πρακτικοῖς;
§241Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ λέγει ὁ νόμος.
§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠξεύρω ποίους μύλους ἐννοεῖτε, οἱ δὲ ἰδιοκτῆται γνωρίζουσιν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀπαλλοτριώσεως αὐτῶν.
§243ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρακάτω.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8, ὡς ἔχουσιν, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§245ΦΩΝΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 11 καὶ 45′ μετὰ μεσημβρίαν).