| 2555 | Κατ’ αὐτὸν ἐχορηγήθησαν πιστώσεις διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν | |||
| 2556 | ταμείων ἐκ | δραχ. | 473,280 | |
| 2557 | Ἐδαπανήθησαν ὅμως | » | 416,088 | |
| 2558 | ἤτοι ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπελείφθησαν | δραχ. | 57,192 |
1903.05.07
3,026 rows · 23,098 words · 1 table · 267 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 70
τῆς 7 Μαΐου 1903.
(Τετάρτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 40′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Νικόλαος Δημακόπουλος, κάτοικος τοῦ χωρίου Μέσα Βουνὰ τοῦ δήμου Δύμης, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν καταγγέλλει, ὅτι ὁ Ἀσημάκης Ἀναστασόπουλος, ἀποτελέσας μετ’ ἄλλων φυγοδίκων συμμορίαν, διαπράττει διαφόρους ληστείας καὶ ἐκβιάσεις. Ὁ Π. Στριφτόμπολας, τέως ὑπενωμοτάρχης τῆς χωροφυλακῆς, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§2Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἐξ Ὕδρας βουλευτὴς κύριος Κουντουριώτης δι’ ἐπερωτήσεώς του ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν κυβερνητῶν τῶν πλοίων σχετικῶς πρὸς τὴν ἐκγύμνασιν τῶν νεοσυλλέκτων. Καταθέτω τὰς ἐκθέσεις ταύτας. Ὁ βουλευτὴς Ἄργους κ. Καρπετόπουλος ἐζήτησε διαφόρους πληροφορίας. Ἐκ τούτων καταθέτω σήμερον τὰς ἀφορώσας τὸν ἀριθμὸν τῶν μαχίμων ἀρχικελευστῶν, καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων, τῶν νηολογηθέντων εἰς τοὺς ἑλληνικοὺς λιμένας, διότι αὗται μόνον ὑπῆρχον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Αἱ ἄλλαι ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ Ναυστάθμου, ὡς τοῦ μόνου ἁρμοδίου· εὐθὺς δ’ ὡς ληφθῶσι, θέλουσιν ἀποσταλῆ εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κύριος Χοϊδᾶς προέτεινεν ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μάθῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον καθυστερεῖται πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, καὶ τὸ ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχονται τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως αὐτῆς. Τὰς πληροφορίας ταύτας συλλέξας καταθέτω, ἰδίως δὲ ἔγγραφον τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης καὶ πίνακας, καθ’ οὓς τὰ καθυστεροῦντα ἐκ δανείων πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἀνέρχονται εἰς δραχ. 5,178,563.55, αἱ δὲ δαπάναι τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης ἀπὸ τῆς 1 Αὐγούστου 1902 μέχρι τῆς 28 Φεβρουαρίου 1903 ἀνέρχονται εἰς δραχ. 201,680.02. Ἐκτὸς τούτων καταθέτω νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖται νὰ χορηγηθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 1037.85 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902, τοῦ Κεφαλαίου Εʹ «ἔκτακτοι ἀποστολαὶ», καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖται πίστωσις εἰδικὴ ἐκ δραχμῶν 24,607 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1903, ἐπιβαλλομένη εἴτε διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων, εἴτε διὰ πράξεων συμβιβαστικῶν ἐνώπιον συμβολαιογράφου, καὶ καταλογιζομένη εἰς τὸ Κεφάλαιον 10 «ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων».
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλουσι παραπεμφθῆ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπήν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 415 καὶ 416). Ὁ βουλευτὴς Ὀλυμπίας κ. Μοσχούλας κατέθηκε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν παραλίων τοῦ Κράτους». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 417). Ὁ κύριος Τσιτσάρας ἔχει τὸν λόγον.
§5Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Παρὰ διαφόρων ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλλήνων ἐμπόρων μοὶ ἀπεστάλη ἀναφορά, ὅπως ὑποβάλω αὐτὴν εἰς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, καὶ δι’ ὑμῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δεῖ. Πρόκειται περὶ τῶν παθόντων κατὰ τὸ 1896 ἕνεκα τῶν ταραχῶν, αἵτινες ἐπηκολούθησαν συνεπείᾳ τοῦ πραξικοπήματος τῶν Ἀρμενίων. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἔμποροι τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπέστησαν ζημίας· καὶ οἱ μὲν ὑπήκοοι τῶν ἄλλων ἐθνῶν διὰ τῶν προξένων καὶ τῶν πρεσβευτῶν αὐτῶν κατώρθωσαν ν’ ἀποζημιωθῶσιν, οἱ δὲ ἡμέτεροι ὑπήκοοι, καίτοι δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὸν πρέσβυν ἐζήτησαν καὶ αὐτοὶ ἐν μέτρῳ ν’ ἀποζημιωθῶσιν, οὐδὲν μέχρι τοῦδε ὁριστικὸν ἐγένετο. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ ζήτημα καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι εἶναι δυνατόν.
§6ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Παρομοίαν ἀναφορὰν ἔλαβον καὶ ἐγὼ πρό τινων ἡμερῶν ἐμπόρων παραπονουμένων διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ἀπέστειλα ἀμέσως πρὸς τὸν κ. ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτήν, πρὸς ὃν καὶ προφορικῶς συνέστησα τὴν ὑπόθεσιν, ὅτε ἐντεῦθεν ἀνεχώρει, ὅπως ζητήσῃ ἀποζημίωσιν διὰ τοὺς παθόντας ἐκ τῶν Ἀρμενικῶν ταραχῶν. Ἐκτὸς δὲ τούτου καὶ ἔγγραφον ἀπέστειλα πρό τινων ἡμερῶν πρὸς τὸν κ. πρέσβυν διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν.
§7Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἀπεστάλη ὁμοίας ἀναφορᾶς ἀντίγραφον παρὰ δύο ἐγκρίτων συμπολιτῶν μου, μεγάλως ζημιωθέντων καὶ αὐτῶν κατὰ τὰς Ἀρμενικὰς ταραχάς. Παραπονοῦνται καὶ οὗτοι, ὅτι, καίτοι οἱ Ἕλληνες εἶναι πολυπληθέστεροι ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας ἐθνικότητας, συνετέλεσαν δὲ ὑπὲρ πάντα ἄλλον εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τότε τῆς τάξεως, συντρέξαντες οὐκ ὀλίγον τὰς τουρκικὰς ἀρχάς, οἱ ἄλλοι δ’ ὑπήκοοι τῶν ἄλλων Δυνάμεων, καίτοι ὀλιγώτερον ζημιωθέντες, ἀπεζημιώθησαν, οἱ Ἕλληνες μόνοι δυστυχῶς δὲν ἐπροστατεύθησαν ἐπαρκῶς, καὶ μέχρι σήμερον δὲν ἔτυχον τῆς δεούσης ἀποζημιώσεως. Τοῦτο προσβάλλει τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν τῶν ὁμοεθνῶν μας, οἵτινες δικαίως παραπονοῦνται, καὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν μέριμναν τὴν αἴτησίν των ταύτην καὶ συντελέσῃ τὸ ἐφ’ ἑαυτῷ πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν παθόντων. Εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον ἀποβαίνει στοιχεῖον τάξεως καὶ πολύτιμος σύμμαχος τῆς τουρκικῆς ἐξουσίας πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, ὡς ἀπέδειξεν οὐ μόνον κατὰ τὰς ταραχὰς τῶν Ἀρμενίων, ἀλλὰ καὶ ἐσχάτως ἐν Μακεδονίᾳ, καὶ ἐν Ἀλβανίᾳ ἀκόμη, φρονῶ ὅτι δύναται νὰ ὑποδειχθῇ εἰς τὴν γείτονα Ἐπικράτειαν, ὅτι τὸ συμφέρον αὐτῆς ἐπιβάλλει, ὅπως ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐκτιμήσῃ τὰ δίκαια παράπονα τῶν Ἑλλήνων καὶ δώσῃ τὴν δέουσαν ἀποζημίωσιν. Τοῦτο οὐ μόνον θέλει συντελέσει πρὸς σύσφιγξιν τῶν δεσμῶν, ἀλλὰ καὶ θὰ ἄρῃ πᾶσαν δυσπιστίαν καὶ διαφοράν, χωρίζουσαν ἀτυχῶς τοὺς δύο λαούς. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ἔχων τόσον στερεὸν ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, δὲν θὰ δυσκολευθῇ ἐπὶ τέλους νὰ φροντίσῃ, ὅπως δοθῇ ἡ δέουσα ἱκανοποίησις καὶ ἀποζημίωσις εἰς τοὺς παθόντας Ἕλληνας πολίτας.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας κατατεθεῖσα ἀναφορὰ θ’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
§9Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐν πρώτοις εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, διότι εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, παρὰ τοῦ ὁποίου κατ’ ἐπανάληψιν ἐζήτησα τὸ μὲν πληροφορίας, τὸ δὲ νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα, ἅτινα ἠδύναντο ἀσφαλῶς νὰ κατατεθῶσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς βλάβης τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐκώφευσε μέχρι τοῦδε. Καὶ δὲν λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα παραπονεθῶ καὶ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ἔχει ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπέναντι ἡμῶν, ὡς συναδέλφων, ἀλλὰ λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν στάσιν, ἣν τηρεῖ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, στάσιν, ἥτις ἀναιρεῖ αὐτόχρημα αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει πᾶς Βουλευτής, ἵνα ζητῇ πληροφορίας καὶ ἔγγραφα, ὅπως δύνηται ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ ἐνασκῇ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἔλεγχον, ὅστις εἶναι ὑποχρέωσις καὶ δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ. Ἡ στάσις αὕτη τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ εἶναι αὐτόχρημα ἀντικοινοβουλευτική, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν ἐπιβάλλει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὀφείλει ν’ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὰς παρακλήσεις τῶν Βουλευτῶν, τῶν ζητούντων πληροφορίας, δὲν διδάσκει εἰς αὐτὸν τὴν κοινοβουλευτικὴν ἁβρότητα, ἣν ἀγνοεῖ, φαίνεται, ὁ κ. Ὑπουργὸς (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ πτέρυγι).
§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τὸν τιμωρήσῃ;
§11Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Βεβαίως νὰ τὸν τιμωρήσῃ, ἀφοῦ τὸ θέλετε, καὶ ὀφείλει νὰ τὸν τιμωρήσῃ, διὰ τὴν ἀνευλάβειαν, τὴν ὁποίαν δεικνύει πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ ὄχι πρὸς ἐμέ, ὡς ἄτομον. Ὅταν ζητῶμεν πληροφορίας, δὲν τὰς ζητοῦμεν βεβαίως χάριν διασκεδάσεως, ἀλλ’ ἵνα μορφώσωμεν γνώμην, τόσον ἡμεῖς, ὅσον καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, περὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐζήτησα νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα περὶ γεγονότων λαβόντων χώραν κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ λόγῳ ἁβρότητος καὶ λόγῳ ὑποχρεώσεως, ὤφειλε ν’ ἀπαντήσῃ, ἂν θὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἢ ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ ἕνεκα ὡρισμένων λόγων· ἀλλ’ οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἕτερον ἔπραξε, τηρήσας σιγὴν ἁρποκράτειον!
§12Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργός, διατί δὲν προσάγει τὰ ἔγγραφα.
§13Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην δικηγόρου ὁ κύριος Ὑπουργός· δύναται νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτόν, δύναται ν’ ἀπαντήσῃ ὁ ἴδιος.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τί χρησιμεύουσιν αἱ διακοπαί;
§15Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μίαν ὑπόμνησιν ἔκαμα.
§16Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν ἐζητήσαμεν ἔγγραφα, τὰ ἐζητήσαμεν, διότι ἔχομεν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐκ τῆς προσκομίσεως αὐτῶν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ παραβλαφθῶσι τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Ἐὰν καὶ τὴν ἐλαχίστην εἴχομεν περὶ τοῦ ἐναντίου ὑποψίαν, βεβαίως δὲν θ’ ἀνεμένομεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς ὑπομνήσῃ, ὅτι λόγοι δῆθεν ὑψηλῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἀπαγορεύουσι νὰ κατατεθῶσι τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα· διότι βεβαίως τὸ μονοπώλιον τοῦ πατριωτισμοῦ δὲν δύναται νὰ ἀξιοῖ ὅτι τὸ ἔχει μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§17ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἔχετε σεῖς;
§18Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀνήκει εἰς ὅλους τοὺς καθημένους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλ’ ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι ἀνεύθυνος, διότι, προσκεκολλημένος, φαίνεται, εἰς παλαιὰς συνηθείας, φρονεῖ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἐκαλεῖτο «Γραμματεία τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων καὶ ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ οἴκου», φρονεῖ, λέγω, ὅτι ἀντιπροσωπεύει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ τὸν Βασιλέα, καὶ ὅτι ἑπομένως συμμετέχει καὶ τῶν προνομίων ἐκείνου, καὶ συνεπῶς θεωρεῖ ἑαυτὸν οἱονεὶ ἀνεύθυνον ὁ κ. Ὑπουργός. Πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅστις ἔχει εὐθύνην διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ κυρίου Σκουζὲ ὡς Ὑπουργοῦ (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ), νὰ ἐξαναγκάσῃ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας καὶ τὰ ἔγγραφα. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττει ὁ κ. Πρωθυπουργός, νὰ τὸ πράττωσι καὶ οὗτοι, καὶ νὰ προθυμοποιῶνται νὰ δίδωσι τὰς ζητουμένας πληροφορίας, εἴτε προφορικῶς εἴτε καταθέτοντες τὰ ἔγγραφα, ἐὰν ἦναι ἀνάγκη καταθέσεως τοιούτων. Τοῦτο οὐδέποτε ἠρνήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς οὐδένα τῶν Βουλευτῶν, εἶναι δὲ ἀπορίας ἄξιον, πῶς οἱ κύριοι συνάδελφοι αὐτοῦ δὲν ἀκολουθοῦσι τὸ παράδειγμα, ὅπερ οὗτος καθ’ ἑκάστην παρέχει πρὸς αὐτούς, παρὰ τὴν ἡλικίαν καὶ τὸ βάρος τῶν πολλῶν καὶ μεγάλων αὐτοῦ ἀσχολιῶν.
§19ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὡς πρὸς μὲν τὸ μονοπώλιον τοῦ πατριωτισμοῦ, πιστεύω, ὅτι οὐδέποτε ἐπέδειξα τοιαύτας τάσεις, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐγνώριζον, ὅτι τὸ μονοπώλιον τοῦτο τοῦ πατριωτισμοῦ, τὸ ἀποδοθὲν εἰς ἐμέ, διεκδικεῖται ἀπὸ τὸν συνάδελφον...
§20Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§21ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. ... Ὡς πρὸς δὲ τὸ ζήτημα τῶν ἀρχαίων συνηθειῶν, καίτοι ὅλαι μου σχεδὸν αἱ τρίχες εἶναι λευκαί, δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ διετέλεσά ποτε πολιτευόμενος, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο καὶ τοῦ Βασιλικοῦ Οἴκου, ὥστε νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι κατ’ ἐκείνας τὰς συνηθείας πολιτεύομαι. Ἴσως ὁ κ. συνάδελφος, ὅστις φαίνεται νεώτερος ἐμοῦ...
§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι νεώτερος.
§23ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. .. ἢ τουλάχιστον ἐπιθυμεῖ νὰ φαίνηται νεώτερος, ἴσως, λέγω, ὁ κ. συνάδελφος ζῇ ἐν ἐκείναις ταῖς παραδόσεσι, καὶ νομίζει, ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι ἐπιθυμοῦσι ν’ ἀκολουθῶσι τὸ παράδειγμά του. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸ ἱλαρὸν μέρος τῆς ἀγορεύσεώς του. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξηγήσω, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὁ κ. συνάδελφος μὲ κακίζει, ὅτι δὲν σπεύδω, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δίδω ἀπαντήσεις, ἢ νὰ καταθέτω ἔγγραφα. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ καυχηθῶ, ὅτι, ὁσάκις ἦτο δυνατόν, αὐτοστιγμεὶ ἔδωκα τὰς ζητουμένας πληροφορίας, καὶ ὁσάκις μοῦ ἐζητήθησαν ἔγγραφα, καὶ ταῦτα ταχέως προσεκόμισα. Καὶ τώρα δὲ ἀκόμη εἰς τὸ χαρτοφυλάκιόν μου ἔχω ἔγγραφα πρὸς ἀπάντησιν εἰς ἐπερωτήσεις δύο συναδέλφων...
§24Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τῆς Συμπολιτεύσεως.
§25ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὄχι. Τῆς ἑτέρας πτέρυγος· εἰς ἀπάντησιν τῶν κ. κ. Παπαλουκᾶ καὶ Φικιώρη. Ἐπειδὴ δὲ δὲν βλέπω αὐτοὺς παρόντας, ἐθεώρησα καλλίτερον νὰ μὴ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, ἵνα μὴ μείνωσιν ἀπαρατήρητα, καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι παραπονῶνται. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος, ὅστις οἰκειοποιεῖται τὸ μονοπώλιον τοῦ πατριωτισμοῦ, ἔχῃ καὶ τὴν ἀντιπροσωπείαν αὐτῶν καὶ θέλῃ, τὰ καταθέτω, ὅπως δι’ αὐτοῦ λάβωσι γνῶσιν οἱ εἰρημένοι συνάδελφοι. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον μέρος τῆς παρατηρήσεώς του, λέγω ὅτι, ὅτε μοῦ ἐζήτησε τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης, εἶπον, ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα εἶναι τόσον πολλὰ καὶ εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε νομίζω, κατὰ γενικὴν ἀρχὴν, ὅτι δὲν δύναμαι καὶ δὲν ὀφείλω ὅλα νὰ τὰ καταθέσω. Καὶ συμβαίνει καὶ τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον οἱ πρὸ ἐμοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διατελέσαντες εἶναι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσωσι. Πολλὰ ἔγγραφα εἶναι διττῆς φύσεως· εἰς ταῦτα ὑπάρχουσι μέρη, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀνακοινωθῶσι, καὶ ὑπάρχουσιν ἄλλα μέρη, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται ν’ ἀνακοινωθῶσιν· ἐννοεῖτε λοιπόν, ποία ἐργασία πρόκειται νὰ γείνῃ, διὰ νὰ χωρισθῶσι τὰ ἔγγραφα τῆς διπλῆς φύσεως, ὥστε νὰ δύνανται νὰ κατατεθῶσιν ἀκινδύνως. Ἐζήτησεν ἐπίσης ὁ κ. συνάδελφος πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὴν κατάθεσιν τῆς λεγομένης Λευκῆς Βίβλου. Σήμερον ἐμονογράφησα τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσι σταλῆ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἑκατὸν ἀντίτυπα τῆς Βίβλου ταύτης. Δὲν ἠδυνάμην ὅμως νὰ τὰ λάβω ὑπὸ μάλης· θὰ ἔλθωσι διὰ χειραμάξης αὔριον. Ἂς ἔχῃ ὀλίγην ὑπομονὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ θὰ τὰ λάβῃ.
§26Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Περιλαμβάνει καὶ περὶ τῆς συνθήκης;
§27ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὄχι περὶ τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης, διότι ἡ Λευκὴ Βίβλος ἐδημοσιεύθη πολὺ πρὸ τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς καὶ τῶν διαπραγματεύσεων, ἀλλὰ μόνον περὶ τῆς προξενικῆς συνθήκης.
§28Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ εὐτράπελον, δηλαδὴ τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ λείψῃ ἀζημίως δι’ αὐτόν, διότι ἡ ἐπίδειξις πνεύματος εὐθύμου δὲν εἶναι ὠφέλιμον νὰ γίνηται εἰς πᾶσαν στιγμήν, σήμερον δὲ βεβαίως δὲν ἦτο ἐπίκαιρος ἡ ὥρα, ἵνα γείνῃ, προκειμένου περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι εὐτράπελα, διότι εἶναι ζητήματα ἀφορῶντα καίρια συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τὰ γνωρίζωμεν, καὶ ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τὰ σπουδάζωμεν καὶ νὰ τὰ μελετῶμεν. Τί ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν; ἐζήτησα νὰ καταθέσῃ ὡρισμένα διπλωματικὰ ἔγγραφα. Πότε ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς; μετὰ παρέλευσιν δύο ἑβδομάδων! Ὅταν λοιπὸν ἀπαντᾷ μετὰ δύο ἑβδομάδας, νομίζω ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι παρορᾷ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ Βουλευταί, καὶ παραγνωρίζει τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἔχει· οὔτε ἐκάκισα αὐτὸν δι’ ἔλλειψιν πατριωτισμοῦ, οὔτε ἐζήτησα νὰ λάβω ἐγὼ τὸ μονοπώλιον τοῦ πατριωτισμοῦ, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι μέρος τούτου ἀνήκει καὶ εἰς ἐμέ, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ κρίνω, ἂν ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων αὐτῶν εἶναι ἐπιβλαβὴς ἢ μὴ διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισεν εὐτυχῶς τὸ δίκαιον τῆς αἰτήσεώς μου, καὶ ὑπεσχέθη νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα. Τοῦτο δὲ τί σημαίνει; ὅτι ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων αὐτῶν οὐδεμίαν βλάβην δύναται νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὰ ὑψηλὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐὰν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσε σήμερον ὁ κ. Ὑπουργός, τὸ ἐδήλου ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ὑπέβαλα τὴν παράκλησιν, βεβαίως δὲν ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ὁμιλήσω, ὅπως ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐν τούτοις ἡ σημερινή του ἀπάντησις εἶναι ἀρκετὰ ἱκανοποιητική, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει πραγματοποιήσει τὴν ὑπόσχεσίν του, καὶ δὲν θέλω εὑρεθῆ εἰς τὸ μέλλον εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ψέξω αὐτόν.
§29Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω ἀπαντήσεις εἰς ἐπερωτήσεις τῶν βουλευτῶν: 1) κ. Δ. Τσιτσάρα, περὶ τῶν κατὰ Σαμίου βουλευμάτων· 2) κ. Κ. Κωνσταντοπούλου, περὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου Φαλάνθου· καὶ 3) κ. Α. Κεφαλᾶ, περὶ τοῦ ἐν Φιλιατροῖς ἀποθηκαρίου τῆς παρακρατήσεως.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιαννακίτσας ἔχει τὸν λόγον.
§31Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν παράκλησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐν Ἀμπελακίοις τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, λειτουργεῖ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν Σχολή, ὀνομαζομένη Μανιάρειος. Ἡ Σχολὴ αὕτη περιλαμβάνει δημοτικὸν σχολεῖον, παρθεναγωγεῖον καὶ Ἑλληνικὸν σχολεῖον. Τὰ τῆς διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τῆς Σχολῆς ταύτης ἔχει, κατὰ τὴν διαθήκην τοῦ ἀοιδίμου Διαμαντῆ Μάνιαρη, ὁ ἑκάστοτε δήμαρχος Ἀμπελακίων, εἰς τὴν φροντίδα δὲ τούτου ἀνάγεται καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς καὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Σχολῆς ταύτης. Ἀκριβῶς ὅμως τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ δημάρχου παρεμβάλλει τὰς περισσοτέρας δυσχερείας ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς Σχολῆς ἕνεκα τῆς μὴ εὑρέσεως τοῦ καταλλήλου προσωπικοῦ. Εἶναι δὲ δύσκολος ἡ εὕρεσις καλοῦ προσωπικοῦ, διότι ἡ ὑπηρεσία τῶν διδασκάλων παρὰ τῇ Σχολῇ ταύτῃ δὲν εἶναι συντάξιμος· ἐντεῦθεν δὲ τί συμβαίνει; ὁ δήμαρχος καὶ ἐκτελεστὴς τῆς διαθήκης δὲν δύναται νὰ εὑρίσκῃ διδασκάλους, εἴτε ἀξίους τοῦ ἐπαγγέλματός των εἴτε ἐπαρκεῖς διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ σχολείου, ἤ, ἂν εὑρίσκῃ ἐπαρκεῖς τοιούτους ἐνίοτε, οὗτοί εἰσιν ἀκατάλληλοι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· ὁ δήμαρχος ἐξαναγκάζεται νὰ πληρώνῃ τοὺς διδασκάλους καὶ δι’ ἀντιμισθίας περίπου διπλασίας ἐκείνης, ἣν λαμβάνουσιν οἱ ὁμοιόβαθμοί των εἰς τὰ δημόσια ἐκπαιδευτήρια, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ζημιοῦνται καὶ αὐτὰ τὰ συμφέροντα τῆς Σχολῆς. Ἄλλοτε ὁμοίας παραστάσεις ἐποιησάμην καὶ εἰς τὴν ὑπὸ τὸν ἔντιμον ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων συνάδελφος ὑπέβαλε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον καὶ ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀλλ’ ἔκτοτε ἐγκατελείφθη τοῦτο καὶ εὑρίσκεται εἰς τὰ ἀρχεῖα τῶν γραφείων τῆς Βουλῆς. Τὴν σύστασιν ταύτην ποιοῦμαι καὶ πρὸς ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, καὶ σᾶς παρακαλῶ θερμῶς, ὅπως εὐαρεστηθῆτε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ ἂν μὲν εὕρητε αὐτὸ ἄρτιον, νὰ τὸ εἰσαγάγητε εἰς τὴν Βουλήν, ἄλλως νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ διασκευάσητε αὐτὸ καταλλήλως καὶ τὸ εἰσαγάγητε, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ψηφισθῇ καὶ γένηται νόμος τοῦ Κράτους, καταστήσητε δὲ οὕτως εὔρυθμον τὴν λειτουργίαν τῆς Σχολῆς ταύτης, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως, ὡς ἔχει σήμερον, πολλὰς ἀτελείας παρουσιάζει. Ὑποθέτω δέ, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδεμίαν θέλει ἀπαντήσει δυσχέρειαν ἐν τῇ Βουλῇ.
§32ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα, καὶ ἐν ἀνάγκῃ, συνεννοούμενος μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν λοιπῶν συναδέλφων, θὰ ἴδω, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν.
§33Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀνακοινώσω καὶ τὸ ἑξῆς. Ἐπιτροπὴ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Καλύβια τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων ἀπέστειλε καὶ πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς ἄλλους κ. συναδέλφους ἐκ Θεσσαλίας, τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλούμεθα, νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα εὐαρεστηθῇ, ὅπως τὸ ὑποβεβλημένον ἤδη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτημάτων τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα υἱοθετήσῃ, ἢ, ἂν δὲν ἤθελεν εὕρει αὐτὸ ἄρτιον, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταρτίσῃ ἕτερον, τέλειον, καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἀπαλλοτρίωσις καὶ διάθεσις τῶν κτημάτων τούτων εἰς τοὺς χωρικούς. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ποιήσωμαι λόγον ἐν τῇ Βουλῇ, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία παρίσταται, ὅπως ἀνακουφισθῇ ἐπὶ τέλους ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλίας, εἴτε διὰ τῆς διανομῆς τῶν κτημάτων τοῦ Στεφάνοβικ, εἴτε διὰ τῆς εἰς χωρικοὺς ἀποδόσεως ἐπὶ χρεωλυτικῇ ἐξαγορᾷ τῶν κτημάτων Ζάππα. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐνεργήσωσιν ὅ,τι δεῖ.
§34Ι. ΠΑΛΑΣΚΑΣ. Ὅμοιον τηλεγράφημα ἐλάβομεν καὶ ἡμεῖς. Θὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μεριμνήσῃ καὶ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν Ζαππείων κτημάτων, καθόσον τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀφορᾷ τὰ συμφέροντα τῆς Θεσσαλίας, διότι θέλουσιν ἀπελευθερωθῆ οἱ γεωργοὶ καὶ θέλουσι γείνῃ ἰδιοκτῆται οἱ Θεσσαλικοὶ γεωργικοὶ πληθυσμοί. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει εἰσακούσει τὴν παράκλησίν μας καὶ θέλει τὸ ταχύτερον ὑποβάλει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἀμφιβάλω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει φανῆ προθυμοτάτη νὰ ψηφίσῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον.
§35Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα, καὶ συνενῶ τὴν φωνήν μου μετὰ τῆς τῶν προλαλησάντων, παρακαλῶν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ σπουδαίαν μέριμναν ὑπὲρ τοῦ ζητήματος τούτου, ἡ λύσις τοῦ ὁποίου βεβαίως πολὺ θέλει συντελέσει εἰς τὴν εὐημερίαν τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, θὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, τὴν πληροφορίαν, τί γίνεται ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς συνεστήσατε, ὅπως ἐπεξεργασθῇ καὶ μελετήσῃ τὰ διάφορα ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τοὺς Θεσσαλικοὺς πληθυσμούς; Ἐπεθύμουν δηλαδὴ νὰ μάθω, ἂν συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἂν εἰργάσθη, καὶ ἂν προέβη εἰς ἀποφάσεις τινὰς, ἢ εἰς ὡρισμένα πορίσματα. Διότι εἶναι λυπηρὸν νὰ παραπέμπωνται ζητήματα σπουδαιότατα, οὐσιωδέστατα, ἀφορῶντα αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν ὕπαρξιν τῆς χώρας, εἰς ἐπιτροπὰς, καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ οὐδέποτε νὰ καταλήγωσιν εἰς πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα!
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γιαννακίτσας εἶναι ἁρμοδιώτερος νὰ ἀπαντήσῃ.
§37Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἀνέμενον νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν ὁ ἐκλεγεὶς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἔντιμος ἐκ Καρδίτσης συνάδελφος· ἐπειδὴ ὅμως οὗτος ἀπουσιάζει, ἀναγκάζομαι ἐγὼ νὰ δώσω πληροφορίας ὡς πρὸς τὰς μέχρι τοῦδε ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς συνῆλθε κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἐξέλεξε τὸν πρόεδρον αὐτῆς καὶ τοὺς διαφόρους εἰσηγητὰς, ἀνέθηκε δὲ εἰς αὐτοὺς τὴν ἐντολὴν τῆς μελέτης διαφόρων θεμάτων ἀφορώντων τὴν Θεσσαλίαν. Ὁμολογουμένως οἱ εἰσηγηταί, οἱ ἀναλαβόντες τὴν μελέτην τῶν θεμάτων τούτων, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, εἰργάσθησαν καὶ κατήρτισαν τὰς ἐκθέσεις των. Πρὸ ἡμερῶν ἐπανελθὼν ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου ἀπετάθην πρὸς τὸν κ. πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν, ὅπως καὶ αὖθις καλέσῃ ἡμᾶς, ἵνα ὑποβάλωμεν τὰ πορίσματα τῶν μέχρι τοῦδε ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ὁ κ. πρόεδρος μοὶ εἶπεν, ὅτι θεωρεῖ φρόνιμον νὰ ἀναβάλῃ τὴν σύγκλησιν τῆς ἐπιτροπῆς μέχρις οὗ ἐπανέλθωσι πολλὰ μέλη αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ἀπουσιάζουν.
§38ΑΠ. ΒΑΣΑΡΔΑΝΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἀπέστειλεν εἰς Θεσσαλίαν μηχανικούς, οἱ ὁποῖοι ἤρχισαν ἤδη τὴν καταμέτρησιν τῶν κτημάτων.
§39Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, τὰς ὁποίας καὶ ἄλλοτε ἐζήτησα, περὶ τῶν κτημάτων τῶν ἰδιωτικῶν, ἐφ’ ὧν ὑπάρχουσι συμφέροντα δημόσια. Πρὸ πολλοῦ ἔχω ὑποβάλει τὴν παράκλησιν ταύτην, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδὲν κατετέθη. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, διότι αὗται σχετίζονται πρὸς τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, διότι ἴσως δὲν μοὶ διεβιβάσθη ἀπὸ τὸ Γραφεῖον. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε γραπτὴν ταύτην.
§41Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις ἦτο ἔγγραφος καὶ ὑπάρχει τυπωμένη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Θέλω εὕρει τὰ πρακτικά, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ σᾶς τὰ διαβιβάσῃ.
§42Ι. ΠΑΛΑΣΚΑΣ. Πρὸ τοῦ Πάσχα παρεκαλέσαμεν τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ σπεύσῃ ν’ ἀποστείλῃ μηχανικούς, διὰ νὰ κάμουν τὴν καταμέτρησιν τῶν Ζαππείων κτημάτων ἐν Θεσσαλίᾳ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησίν μας, καὶ ἀπέστειλε μηχανικούς, καὶ ἤδη γίνεται ἡ καταμέτρησις. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰ ἄλλα ζητήματα τὰ Θεσσαλικά, ἡμεῖς ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξέλεξεν ἐπιτροπὴν ἀπὸ εἴκοσι Βουλευτὰς, διὰ νὰ μελετήσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα τῆς Θεσσαλίας. Δυστυχῶς ὅμως, καίτοι πρὸ τοῦ Πάσχα συνήλθομεν δὶς, εἰς οὐδὲν ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα κατελήξαμεν, ἀνεβλήθη δὲ νὰ συνέλθωμεν μετὰ τὸ Πάσχα, ἀλλὰ μετὰ τὸ Πάσχα οὔτε συνῆλθε κἄν ἡ ἐπιτροπὴ, διὰ νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν Θεσσαλικῶν ζητημάτων. Εἴμεθα λοιπὸν ἄξιοι τῆς τύχης μας, καὶ δίκαια πάσχομεν· εἰς τοῦτο δὲ δὲν πταίει οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἄλλος τις, ἀλλὰ μόνον ἡμεῖς. Ἡμεῖς, φαίνεται, εἴμεθα ἱκανοὶ μόνον διὰ ῥεκλάμαις, ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ νὰ ἀκούηται εἰς τὰς ἐπαρχίας, ποῖος ὡμίλησε διὰ τὸ ζήτημα ἐκεῖνο καὶ ποῖος διὰ τὸ ἄλλο (γέλως).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γεράκης ἔχει τὸν λόγον.
§44Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας τοῦ ἐλαίου ἐν Ἑπτανήσῳ. Ὡς εἶναι γνωστὸν, σήμερον ἡ φορολογία τοῦ ἐλαίου γίνεται ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἐξαγομένου ἐλαίου· διὰ τῆς προτάσεώς μου ἡ φορολογία κανονίζεται οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἀξίας, ἀλλὰ κατ’ ὀκᾶν. Διὰ τῆς προτάσεώς μου ἐπίσης ζητῶ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου, καὶ φρονῶ, ὅτι αὕτη θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑπτανήσου, χωρὶς ποσῶς νὰ βλάψῃ τὰς προσόδους τοῦ Δημοσίου, διότι ἐκ τούτου οἱ κάτοικοι τῆς Ἑπτανήσου θὰ καταγίνωνται ἔτι περισσότερον εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν ἐλαιῶν, καὶ τὰ ἔλαια τῆς Ἑπτανήσου θὰ δύνανται νὰ συναγωνίζωνται πρὸς τὰ λοιπὰ ἔλαια τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ σήμερον ἕνεκα τῆς ὑπαρχούσης φορολογίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συναγωνισθῶσιν, ἀλλ’ οὐδὲ κἄν νὰ εἰσαχθῶσι τὰ ἔλαια ταῦτα εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ὡς π. χ. εἰς τὸν Πειραιᾶ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασίν μου ταύτην, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ὑπεβλήθη τοιοῦτο νομοσχέδιον καὶ διὰ τὰς ἐπαρχίας Οἰτύλου καὶ Γυθείου.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κραναίας ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ τὴν σειράν της. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 418).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάϊκος ἔχει τὸν λόγον.
§47Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐκ καθήκοντος πρὸς ἀδικουμένους πολίτας τῆς ἐπαρχίας μου, εἶχον ἀπευθύνει τηλεγράφημα πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἀτυχῶν γεωργῶν διὰ φόρον ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ ἐκ καθήκοντος, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας ὑπέβαλα τροπολογίαν, καὶ ἐζήτησα νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ἡ ἐπαρχία Βάλτου εἰς τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἡ Βουλή, ἐν τῷ κυριαρχικῷ αὐτῆς δικαιώματι, ἀπέρριψε τὴν πρότασιν ταύτην. Ἤδη νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω τοὐλάχιστον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως τῶν ἀτυχῶν γεωργῶν, οἱ ὁποῖοι κατεστράφησαν κατὰ τὸ 1902, ἡ ἀναστολὴ δὲ αὕτη δὲν βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἐποχὴ σήμερον εἶναι τοιαύτη, ὥστε οἱ γεωργοί, ἵνα κατορθώσωσι νὰ προμηθευθῶσι τὸν σπόρον, πληρώνουσι 24 καὶ 36 τοῖς ἑκατόν· ὅταν δὲ δὲν ἔχωσι νὰ πληρώσουν οὔτε τὸν σπόρον, πῶς θὰ ἐξεύρωσι χρήματα νὰ πληρώσουν τὸν φόρον τοῦ Δημοσίου; Ἄλλως εἶναι λυπηρὸν, καὶ οἰκτρὸν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου νὰ σύρωνται εἰς τὰς φυλακὰς διὰ τριάκοντα καὶ τεσσαράκοντα δραχμάς. Νομίζω, ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, οὐ μόνον διὰ τὴν ἐπαρχίαν, ἣν ἀντιπροσωπεύω, ἀλλὰ δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας νὰ ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν τῶν γεωργῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ πληρώσουν φόρους κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην· πρέπει δὲ διὰ νόμου νὰ καθιερωθῇ, ὅπως οἱ φόροι πληρώνωνται κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον, ὅτε οἱ γεωργοὶ ἔχουσι χρήματα. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω θερμὴν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως διατάξῃ τὸν ταμίαν Βάλτου νὰ ἀναστείλῃ πᾶσαν καταδίωξιν μέχρι τέλους Αὐγούστου. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ μὲ ἀπαλλάξῃ τοῦ κόπου νὰ ἀνέλθω καὶ πάλιν εἰς τὸ βῆμα καὶ ὁμιλήσω περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ μέτρον θὰ ἦναι σωτήριον οὐ μόνον διὰ τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν, ἀλλὰ δι’ ὅλους τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς, θὰ παύσῃ δὲ καὶ ἡ ἐκβίασις τῶν χωροφυλάκων καὶ τῶν ἀστυνόμων, οἱ ὁποῖοι σύρουσιν εἰς τὰς φυλακὰς ἐπιδεικτικῶς δυστυχεῖς ὀφειλέτας. Ἡ ἀναστολὴ τῆς πληρωμῆς διὰ δύο ἢ τρεῖς μῆνας δὲν δύναται νὰ βλάψῃ τὸ Δημόσιον. Κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, παραμένων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, παρέστην θεατὴς τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Εἰς μάτην ἀγωνιζόμεθα νὰ ψηφίζωμεν νόμους, οἵτινες εἰς οὐδὲν δύνανται νὰ συντελέσωσι πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν φροντίσῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, ὅπερ εἶναι τὸ πρῶτον καθῆκον πάσης Κυβερνήσεως. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι, ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς παγίωσιν τῆς τάξεως, τὸ κατώρθωσεν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ ἰδίως εἰς δῆμον τινά, ἐν διαστήματι τριῶν μηνῶν ἐγένοντο δέκα δολοφονίαι· παρέστην μάρτυς φρικτῆς καὶ στυγερᾶς δολοφονίας δύο οἰκοκυραίων. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐτηλεγράφησα ἐκ καθήκοντος καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὸν διοικητὴν τοῦ μεταβατικοῦ καὶ τὸν Εἰσαγγελέα, ὅπως λάβωσι σύντονα μέτρα οὐ μόνον πρὸς καταδίωξιν τῶν δολοφόνων, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν πτωμάτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐκδώσῃ τὰς δεούσας διαταγάς.
§48Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ στείλῃ εἰδικὸν ἀνακριτήν.
§49Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ πᾶς τις, κατέχων τὴν ἐξουσίαν, ἀρκεῖται μόνον νὰ διατάσσῃ, καὶ ὁ ὑπ’ αὐτὸν ἐπίσης ἀρκεῖται νὰ διατάσσῃ, ἀλλὰ δὲν βεβαιοῦται καὶ ἂν ἐξετελέσθη ἡ διαταγή. Πολλάκις ἐζήτησα τὴν συνδρομὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πολλάκις οὗτος ὑπεσχέθη, ἀλλ’ οὐδὲν ἐπραγματοποιήθη, οὐχὶ βεβαίως διότι δὲν εἶμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς πάντοτε μοὶ ἔλεγεν, ὅτι διέταξε τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα, ἡ παραγγελία του οὐδέποτε ἐξετελέσθη. Ἡ τοιαύτη δὲ κατάστασις οὐδόλως συντελεῖ εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ γοήτρου καὶ τῆς θέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τὸ Δικαστήριον τοῦ Μεσολογγίου εἶναι ἐκ τῶν πρώτων, τὰ ὁποῖα ἐργάζονται, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν ὑποθέσεων δὲν δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν σκοπὸν τῆς Δικαιοσύνης· ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Μανωλίδης εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων λειτουργῶν, καὶ ἐγὼ δὲ καὶ ὁ κ. Στρᾶτος παρεκαλέσαμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνισχύσῃ τὸ Δικαστήριον δι’ ἑνὸς ἔτι δικαστοῦ, καὶ μᾶς ὑπεσχέθη, ἀλλὰ δὲν εὑρέθη, φαίνεται, ἀκόμη τὸ κατάλληλον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀρέσκῃ εἰς τὴν πολιτικήν! — διότι δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας. Ὁμιλῶ δὲ οὕτως οὐχὶ διότι ἀνήκω εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὁμιλῶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους καὶ διότι τοῦτο μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ πράξω. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνισχύσῃ τὸ Δικαστήριον τοῦ Μεσολογγίου καὶ ζητήσῃ λόγον, διατὶ δὲν ἀπέστειλεν ἀνακριτὴν ὁ κ. Εἰσαγγελεύς. Ὑπάρχουσι κατηγορούμενοι καὶ φυγόδικοι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ὑπαγόμενοι εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας. Διὰ τῆς ἠθικῆς ἐπιρροῆς μου συνετέλεσα, ὡς πολιτευόμενος, νὰ προσέλθωσιν οἱ μάρτυρες καὶ ἐκδικασθῶσιν αἱ ὑποθέσεις τῶν κατηγορουμένων· συνετέλεσα δὲ νὰ προσέλθωσι καὶ οἱ φυγόδικοι· ἐπειδὴ δὲ ἐκ συμπτώσεως ἔτυχε νὰ γνωρίζω καὶ ἔχω συγγενῆ κατά τι τὸν Εἰσαγγελέα, ἐζήτησα πληροφορίας, πότε συνεδριάζει τὸ Κακουργιοδικεῖον, — διότι ὀτὲ μὲν συνεδριάζει ἐν Κεφαλληνίᾳ, ὁτὲ δὲ ἐν Κερκύρᾳ — ἀλλ’ ἀτυχῶς ἔμαθον, ὅτι δὲν συνεδριάζει Κακουργιοδικεῖον, διότι δὲν ἐκληρώθησαν ἔνορκοι, ἕνεκα ἐλλείψεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐφετῶν πρὸς ἐκλογὴν τῶν ἐνόρκων.
§50Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Προσδιωρίσθη καὶ ἐν Κερκύρᾳ Κακουργιοδικεῖον, δημοσιευθέντος τοῦ σχετικοῦ Διατάγματος, καὶ δύνασθε νὰ εἴπητε εἰς τοὺς φίλους σας νὰ προσέλθωσι νὰ δικασθῶσι.
§51Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν τὸ λέγετε εἰρωνευόμενος, διότι νομίζω, ὅτι γνωρίζετε, ὅτι οὔτε ἐγὼ οὔτε ἡ οἰκογένειά μου ἔχει φυγοδίκους φίλους. Σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ ἀπαντᾶτε ὡρισμένως εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σκέπτεσθε, διότι ἐνίοτε λέγετε ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον τῶν ὅσα σκέπτεσθε. Σᾶς λέγω δὲ, ὅτι μοὶ εἶναι ἀδιάφορον, ἂν συνέστη Κακουργιοδικεῖον ἐν Κερκύρᾳ· γνωρίζω μόνον, ὅτι, ἂν γείνῃ κλήρωσις τῶν ἐνόρκων, δὲν θὰ δυνηθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ προσδιορίσῃ δίκας διὰ τὸν Ἰούνιον, διότι εἶναι τόσον πολλοὶ οἱ ὑπόδικοι, ὥστε δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν 20 ἡμερῶν τοῦ μηνὸς Ἰουνίου, καθ’ ἃς θὰ λειτουργήσῃ τὸ Κακουργιοδικεῖον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ ν’ ἀναγνωρίσητε ὅτι ὑπεπέσατε εἰς σφάλμα, διότι δὲν συνεπληρώσατε τὸ Ἐφετεῖον ἐκεῖνο ἐγκαίρως. Παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχον ζητήσει πρὸ πολλοῦ χρόνου πληροφορίας τινὰς περὶ ἑνὸς ἐθνικοῦ κτήματος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου. Δὲν ἐπεθύμουν τότε νὰ ζητήσω τὴν κατάθεσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἤθελεν ἐπηρεασθῆ ποσῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἤθελε προθύμως παράσχει εἰς ἐμὲ πᾶσαν πληροφορίαν· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω τίνος ἕνεκα λόγου, ἴσως εἴτε ἐκ τῶν ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας του ἐπηρεασθεὶς, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, ἢ μὴ λαβὼν γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, δὲν μοὶ παρέσχε τὰς πληροφορίας ταύτας. Καὶ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως: γνωρίζετε διὰ τὸ κτῆμα «Βάλτος» νὰ μοὶ δώσητε πληροφορίας τινὰς, ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα;
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§53Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα, διότι ὁ τέως βουλευτὴς Βάλτου κ. Καραγιάννης, ὁ ὁποῖος τυγχάνει πολιτικός σας φίλος, δημοσιογραφῶν τελευταίως, ἔν τινι διατριβῇ ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ, ὅτι «ὁ Βουλευτὴς Βάλτου ψεύδεται ἀναισχύντως πρὸς τὴν Βουλὴν, λέγων, ὅτι τὸ κτῆμα ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ὄχι εἰς τὸν Καραγιάννην». Τὴν ἀπάντησίν μου εἰς τὰ δημοσιευθέντα θὰ τὴν ἀναγνώσῃ αὔριον ἢ μεθαύριον, καὶ θὰ ἱκανοποιηθῇ καὶ αὐτὸς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πλησιάζουσιν αὐτὸν, διότι πᾶν ὅ,τι θὰ γράψω θὰ ἦναι πιστὴ εἰκὼν τῆς ἀληθείας, ἀφοῦ πρώτην φορὰν ἀναγκάζομαι νὰ κατέλθω εἰς τὴν δημοσιογραφίαν μὲ τὴν ὑπογραφήν μου. Τὸ κτῆμα τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Δημόσιον· ἀνῆκε πάντοτε εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ τὸ κατέλαβεν αὐθαιρέτως ὁ πατὴρ τοῦ Καραγιάννη, τὸ κατέλαβε δὲ ἄνευ τινὸς δικαιώματος. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι, ἂν καταφύγητε εἰς τοὺς «Καιροὺς», θὰ ἴδητε, ὅτι αὐτὴν τὴν αὐθαίρετον κατάληψιν ὁ Καραγιάννης τὴν νομίζει ὡς δικαίωμά του. Κατέλαβε λοιπὸν τὸ κτῆμα τοῦτο ὁ πατὴρ τοῦ Καραγιάννη πρὸ πολλῶν ἐτῶν.
§54Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Πρὸ πόσων;
§55Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν! (γέλωτες). Μὴ γελᾶτε, διότι εἶναι σπουδαιότατον τοῦτο· καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ γελάσητε πρὶν ἢ μάθητε καλῶς τὰ τῆς ὑποθέσεως. Μόλις τὸ κατέλαβεν ὁ Καραγιάννης, τὸ Δημόσιον, ἐν τῷ δικαιώματι αὐτοῦ, προέβη δικαστικῶς, καὶ κατώρθωσεν, ἀφοῦ ἐπὶ 35 ἔτη ἐβασανίζετο αὐτὸ καὶ αἱ διάφοροι κοινότητες ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς τοιαύτης πιέσεως, διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων τοῦ Εἰρηνοδικείου, Πρωτοδικείου καὶ Ἐφετείου, καὶ δι’ ὁριστικῆς καὶ τελεσιδίκου ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατώρθωσε, λέγω, τὸ Δημόσιον νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ δάσος εἰς τὴν κυριότητά του. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ὁριστικῆς καὶ τελεσιδίκου ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ Δημόσιον ἐγκατέστη εἰς τὸ δάσος, ἐξεμίσθωσεν αὐτὸ, ὡς κύριον αὐτοῦ, εἰς διαφόρους ἐνοικιαστὰς τοῦ τόπου, καὶ εἰσέπραξε χρήματα. Ἀλλὰ μετὰ τρία ἔτη ὁ Δημήτριος Καραγιάννης, συνεταιρισθεὶς μετ’ ἄλλων ἐνοικιαστῶν, προέβη εἰς νέαν κατάληψιν τοῦ κτήματος, ἀφοῦ πρῶτον ἐξεδίωξε τὸν ἐνοικιαστὴν, εἰπὼν αὐτῷ, ὅτι δὲν εἶχεν δικαίωμα ἐπὶ τοῦ κτήματος· οὕτω δὲ ὁ ἐνοικιαστὴς ἐγκατέλειψε τὸ κτῆμα, καὶ ἔμεινεν ὁ Καραγιάννης ὡς νομεύς. Τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου του οἰκονομικοῦ ἐφόρου ἐζήτησε προσωρινὰ μέτρα, ἀλλ’ εἷς γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου, — ὁ ὁποῖος μάλιστα ἀπελύθη ἕνεκα τούτου — ἔδωκε τὰ προσωρινὰ μέτρα εἰς τὸν Καραγιάννην, καὶ δι’ ἀποφάσεώς του, ὡς εἰρηνοδικῶν, ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἔχει ἰσχὺν, καὶ ὅτι ὁ Καραγιάννης ἀπέκτησε κατ’ αὐτὸν τὸ δικαίωμα τῆς νομῆς! Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου, ἔκαμεν ἔφεσιν κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης, καὶ ἦλθεν ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου, ἀλλ’ ἔκτοτε τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου σιγᾷ, ὁ δὲ Καραγιάννης ἐξακολουθεῖ νὰ κατέχῃ τὸ κτῆμα συνεπείᾳ τῆς εἰρημένης ἀποφάσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου.
§56Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Πότε ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου;
§57Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Πρὸ πέντε ἐτῶν. Τὸ ζήτημα δὲν τὸ θεωρῶ προσωπικὸν, διότι ἀφορᾷ τὸν κ. Καραγιάννην, ἀλλὰ τὸ κτῆμα τοῦτο ἔχει ὕδωρ, ἐξ οὗ ποτίζονται τὰ διάφορα ζῷα τῶν κοινοτήτων, ἕνεκα δὲ τούτου ὁ κάτοχος τοῦ κτήματος πιέζει τοὺς κατοίκους, ἐπιβάλλων τὴν θέλησίν του, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοὺς φορολογεῖ, ἐνῷ, ὅταν τὸ κτῆμα ἀνήκῃ εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ ὕδωρ δὲν κατακρατεῖται, οὔτε παρεμποδίζεται. Εἶπον ταῦτα οὐχὶ ὡς πολιτικὸς ἀντίπαλος τοῦ κ. Καραγιάννη, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ ὡς τοιοῦτος παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα. Ὄσον ἀφορᾷ δὲ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Καραγιάννη δημοσιευθέντα, δι’ ὧν ἠθέλησε νὰ μὲ παραστήσῃ, ὅτι λέγω ψεύδη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ καταφύγω, ὡς προεῖπον, εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, καὶ θ’ ἀποδείξω ὅτι αὐτὸς καὶ λέγει καὶ γράφει ψεύδη· διὰ τοῦτο δὲ καὶ πάλιν παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου ὑπηρέτει ὡς δασάρχης ὁ ἀνθυπομοίραρχος κ. Παπαδόπουλος. Μετὰ θάρρους, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ὡς ἀξιωματικὸς καὶ ὡς Βουλευτὴς, λέγω, ὅτι ὁ κύριος Παπαδόπουλος εἶναι εἷς τῶν ἐντιμοτέρων ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, εἶναι εἷς τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας. Ἡ ἐπαρχία Βάλτου εἶναι δασώδης, ἀλλὰ τὰ δάση αὐτῆς ἐξεμεταλλεύθησαν μερικοὶ ἐκ τῶν πολιτευομένων πρὸς κατασκευὴν ἀνθράκων. Ὑπῆρχεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἑταιρεία ἀνθρακοποιῶν, ὑποστηριζομένη ὑπὸ τῶν πολιτευομένων, ἀρχηγὸς δ’ αὐτῆς ἦτο ὁ Δ. Καραγιάννης. Ὁσάκις ὑπῆρχον δασάρχαι ἐκτελοῦντες τὸ καθῆκόν των, ὁ κ. Καραγιάννης παρουσιάζετο ἀπαιτῶν τὴν ἐκεῖθεν ἀπομάκρυνσίν των· καὶ σήμερον ἔτι εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακὰς ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Καραγιάννη καὶ τρεῖς ἄλλοι ἀνθρακοποιοὶ φίλοι του, οἱ ὁποῖοι κατηγόρησαν τὸν δασάρχην κ. Θαλασσινὸν καὶ τὸν ἀστυνόμον κ. Νταλιάνην ὡς μὴ ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκόν των· ἀλλὰ καταγγελθέντες ὑπὸ τούτων ἐπὶ συκοφαντία, κατεδικάσθησαν εἰς δύο ἐτῶν φυλάκισιν. Τὴν αὐτὴν τακτικὴν μετῆλθον καὶ ἀπέναντι τοῦ ἐντίμου δασάρχου κ. Παπαδοπούλου, μὴ δεχθέντος νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς παρανόμους ὀρέξεις των, ἤδη δὲ, συνεπεία τηλεγραφικῆς διαταγῆς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διετάχθη ὁ δασάρχης νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ λάβῃ νέας διαταγάς. Ἡ τοιαύτη δὲ διαταγὴ μὲ ἠνάγκασε κυρίως νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Ὁ δασάρχης ἦλθεν ἐνταῦθα, καὶ παραμένει ἀκόμη ἐδῶ. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπηρεσίας προὐκάλεσε τὴν τοιαύτην ἀνάκλησιν τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου. Καὶ λέγω ἀνάκλησιν, διότι καὶ διὰ τηλεγραφήματός του ὁ Καραγιάννης πρὸς τοὺς φίλους του λέγει, ὅτι ὁ δασάρχης μετετέθη. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νομίζητε, ὅτι ὡς πολιτευόμενος πρέπει νὰ ὑποστηρίζητε τὸν κ. Καραγιάννην, τοῦτο εἶναι δικαίωμά σας· ἀλλ’ ἡ πρὸς αὐτὸν ὑποστήριξίς σας πρέπει νὰ ἦναι ἠθικὴ καὶ ἐντὸς τῶν νόμων. Βεβαίως πᾶς ἀρχηγὸς κόμματος ἔχει τὸ δικαίωμα, ἐλευθέρως νὰ παρέχῃ τὴν συνδρομήν του πρὸς τοὺς πολιτικούς του φίλους· ἀλλ’ ὅταν οὗτοι ἐκμεταλλεύωνται τὴν θέσιν τοῦ ἀρχηγοῦ, εἶναι ἀνάξιοι πάσης προστασίας. Ἡ πολιτικὴ φιλία, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Καραγιάννης, δὲν εἶναι βεβαίως τοιαύτη, ὥστε νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν κ. Πρόεδρον. Εὑρεθεὶς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ταῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ ν’ ἀποδείξω αὐτά· καὶ θέλω ἀποδείξει τὴν ἀλήθειαν αὐτῶν ὄχι μόνον διὰ τῆς δημοσιογραφίας, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, κατατιθεμένων ἐν τῇ Βουλῇ. Πρὸ δύο μηνῶν ὑπηρέτει ἐν Καρβασαρᾷ ὡς ἀστυνόμος ὁ κ. Βαρδῆς, ἀνθυπολοχαγὸς, ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του. Ὁ ἀστυνόμος οὗτος, διότι δὲν ἐγένετο ὄργανον τοῦ κ. Καραγιάννη, κατηγγέλθη ἐνώπιον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀφοῦ βεβαίως ἐξηντλήθησαν ὅλα τὰ μέσα, — τὰ ὁποῖα γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, πάντες, ὅτι ἐξαντλοῦνται πλησίον τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, — ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔδωκε τὴν ὡραίαν ἐκείνην ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ δώσῃ, — ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ δὲ νὰ τὸν συγχαρῶ διὰ τοῦτο, — διέταξε δηλαδὴ ἀξιωματικὸν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, ἵνα ἐξετάσῃ, ἂν ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, καὶ ἂν δὲν τὸ ἐξεπλήρωσε, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ. Μετέβη ὁ ἀξιωματικός, καὶ μετὰ τὰς ἀνακρίσεις, ἃς ἐνήργησεν, ὑπέβαλε τὸ πόρισμα αὐτῶν ἐν ἐκθέσει ἀρίστῃ διὰ τὸν ἀστυνόμον ἐκεῖνον· συνεπείᾳ δὲ τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀξιότιμος Ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ δεχθῇ τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Καραγιάννη. Φρονῶ δὲ, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς κ. Παπαδόπουλον ἐκ τοῦ Δασαρχείου Βάλτου, καὶ μάλιστα εἰς τοιαύτην ἐποχὴν, οἷα ἡ σημερινή· διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην παύει ἡ ἀνθρακοποιία, ἀπέρχονται οἱ ὑλοτόμοι εἰς τὰς ἐπαρχίας των, καὶ εἶναι ἐκκρεμεῖς ὅλοι οἱ λογαριασμοὶ, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι σήμερον μεταξὺ τῶν διαφόρων ὑλοτόμων καὶ τῶν διαφόρων χωροφυλάκων. Ἐὰν κατηγγέλθη ὁ δασάρχης ὡς ἐγκληματήσας, ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ ἡ ὑπηρεσία ἀνακρίσεις, καὶ μετὰ τὸ πέρας τῶν ἀνακρίσεων νὰ διατάξῃ τὴν μετάθεσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, ἂν ἦτο ἔνοχος εἴς τι, καὶ νὰ τὸν τιμωρήσῃ. Ἤδη ἡ ἐπαρχία Βάλτου μένει ἄνευ δασονόμου ἀξιωματικοῦ. Ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς εἶναι ἐδῶ, καὶ κατὰ σύμπτωσιν τὸν συνήντησα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, μεταβαίνοντα ἵνα παρουσιασθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα. Αὐτὰ λέγω, Κύριοι, διότι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ τὰ εἴπω καὶ τὰ ἀποδείξω, ἵνα μὴ εἴπῃ τις, ὅτι τὰ λέγω θέλων νὰ καταδιώξω εἴτε τὸν Καραγιάννην, ὡς πολιτικὸν ἀντίπαλον, εἴτε ἄλλον τινά. Σᾶς λέγω, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἐπαρχίας μου ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον των, καὶ εἶναι τιμὴ διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου. Οὐδένα ἐξ αὐτῶν ἐγὼ διώρισα, οὐδένα ἐπλησίασα. Ἀλλὰ βεβαίως, ὅταν δὲν ἀρέσκωσιν οὗτοι εἰς τὸν Καραγιάννην, αὐτὸς ζητεῖ τὴν μετάθεσιν αὐτῶν. Πῶς δύνασθε λοιπὸν νὰ ζητήσητε καὶ εὕρητε ἠθικοὺς ὑπαλλήλους, ὅταν ἤμεθα ἀνήθικοι ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι; πῶς θέλετε νὰ ἠθικοποιήσητε τὸν λαόν; Διατὶ παραπονούμεθα κατὰ τοῦ λαοῦ, ὅστις μᾶς τιμᾷ σήμερον διὰ τῆς ψήφου του, καὶ ὁ λαὸς αὐτὸς δὲν βλέπει καμμίαν προστασίαν; Τί περιμένετε ἀπὸ ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος μεταβαίνει εἰς μίαν ἐπαρχίαν διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διαταγὰς, τὰς ἐντολὰς τοῦ πολιτευομένου; Καὶ δυστυχῶς τοῦτο συμβαίνει παρὰ πολλῶν· ἀλλὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι πρέπον. Πρέπει, Κύριοι νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι ἔχομεν ὁπωσδήποτε, ὑποχρεώσεις· πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι ἡμεῖς καὶ μόνοι δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὴν κατάστασιν ταύτην· βελτιώνομεν δὲ τὴν κατάστασιν ταύτην πρωτίστως διὰ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος τῶν ἁρμοδίων κυρίων Ὑπουργῶν, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον διὰ τῆς μὴ ὑποβολῆς ἀπαιτήσεων ἐκ μέρους ἡμῶν πρὸς τοὺς διαφόρους ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων. Ἐγὼ, Κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, καὶ φίλος ἂν ἤμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὐδέποτε θὰ ἐτόλμων νὰ ζητήσω παροχὴν, ἥτις θὰ ἦτο πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων εἴτε τοῦ τόπου εἴτε τῶν ἐντίμων ὑπαλλήλων. Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν καὶ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων πρώην Ὑπουργῶν, πρὶν ἢ ἐκλεχθῶ Βουλευτὴς, ὅτε ἤμην καὶ ἐγὼ εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον ὁ κ. Καραγιάννης, ἐὰν ἐζήτησα ποτὲ τοιοῦτόν τι. Σήμερον δὲ δὲν ζητῶ νὰ μοὶ παράσχῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καμμίαν συνδρομὴν, ζητῶ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των, νὰ καυτηριάσῃ δὲ τὸν πολιτευόμενον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸν πλησιάζει οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διὰ νὰ μεταβάλῃ τὴν καλὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει διὰ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἴσως ἀγνοεῖ τὸν χαρακτῆρά του. Καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐτόνισα καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσητε εἰς τὴν δημοσιογραφίαν ὅσα ἔγραψα διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων τῶν πολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι κρύπτονται· προκαλῶ δὲ ὑμᾶς, Κύριοι, νὰ μοὶ παρουσιάσητε ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστον, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποδεικνύῃ, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σήμερον λέγω ἐγώ, δὲν εἶναι ἀπόρροια τῆς πεποιθήσεως καὶ τοῦ καλοῦ χαρακτῆρός μου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν ὑμᾶς, ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε, τῆς Κυβερνήσεως, νὰ διατάξητε τὸν δασάρχην Βάλτου νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θέσιν του, νὰ διατάξητε δὲ καὶ ἀνακρίσεις, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ τὸ ἐλάχιστον, τὸ ὁποῖον νὰ βαρύνῃ τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν τῆς χωροφυλακῆς, δηλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι θὰ ὀφείλω μεγίστην πρὸς ὑμᾶς ὑποχρέωσιν. Εἰς τοιοῦτον σημεῖον φθάνω διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι πλησιάζων ὑμᾶς ὁ Καραγιάννης σᾶς βλάπτει ἠθικῶς. Δὲν ζητῶ προστασίαν, δὲν ζητῶ διὰ κομματικοὺς λόγους νὰ μοὶ παράσχητε συνδρομὴν, ζητῶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς πάντα ἀντιπρόσωπον νὰ ζητήσῃ. Σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσητε παρέχοντες τοιαύτην συνδρομὴν πρὸς τὸν κ. Καραγιάννην, ἔχω καθῆκον, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τὴν καυτηριάσω, ἔχω καθῆκον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ παρακωλύσω πᾶσαν ἐργασίαν· διότι βεβαίως δὲν ἐννοῶ νὰ προσέρχωμαι εἰς μίαν Κυβέρνησιν, νὰ ἦμαι φίλος, διὰ νὰ ἀποκρούω τὰς ἀνηθίκους πράξεις ἑνὸς πολιτευομένου. Βεβαίως πᾶσαν πρᾶξιν τοῦ πολιτευομένου τῆς ἐπαρχίας μου ἔχω καθῆκον καὶ δύναμαι νὰ τὴν καυτηριάζω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἂν δ’ ἔχῃ τὸ θάρρος ὁ πολιτευόμενος ἐκεῖνος νὰ μὲ διαψεύσῃ, δύναται νὰ μὲ διαψεύσῃ, καταγγέλλων με, ἢ δημοσιογραφῶν καὶ ἀποδεικνύων τοῦτο δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων. Ἔχω λοιπὸν τὴν πεποίθησιν, ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν θὰ μὲ φέρητε εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως τὸν Κύριον αὐτὸν τὸν ἀποστείλητε εἰς τὴν ἐπαρχίαν του ὡς ἀποτυχόντα, ἵνα ἐργασθῇ καὶ αὐτὸς πρὸς ἀνύψωσιν τοῦ γοήτρου του, καὶ εἰς μέλλουσαν ἐποχὴν, ὅταν θὰ ἔλθῃ νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν ἐπαρχίαν του, τότε βεβαίως θὰ συγκριθῶσιν αἱ πράξεις μας, καὶ τότε θὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ποῖος ὑπῆρξεν ὁ ἠθικώτερος τῶν πολιτευομένων, ὡς αὐτὸς ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ γράφει, — ἐγὼ οἱ ἀποτυχόντες καλλίτερον θὰ ἔπραττον, ἂν ἐσιώπων. Θέλετε νὰ ὑποστηρίξητε τὸν κύριον Καραγιάννην; δόσατέ τῳ ὅσα ρουσφέτια θέλετε, δόσατέ τῳ διορισμοὺς, δόσατέ τῳ παύσεις, δόσατέ τῳ ὅ,τι θέλετε· μὴ τῷ δίδετε ὅμως συνδρομὴν πρὸς βλάβην τῆς ἐπαρχίας μου, διότι τοιαύτην ὑποστήριξιν δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἀνεχθῶ, ἀλλὰ μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ τὴν ἀποκρούσω διὰ πάσης δυνάμεως· καὶ νὰ ἦσθε βέβαιος, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πολὺ θὰ πικραθῆτε, ἐὰν ἐπαναλάβητε καὶ παράσχητε εἰς αὐτὸν συνδρομήν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἠθική.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά, ὅταν ἀποτείνησθε πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ λέγητε, ὅτι παρέχει συνδρομὴν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἠθική.
§59Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐκ πλάνης, κύριε Πρόεδρε, παρέχει· τοῦτο ἀκριβῶς εἶπον προτήτερα. Συνιστῶ εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ πείθηται εἰς τὰς εἰσηγήσεις τοῦ Καραγιάννη, διότι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβαλλόμενα προέρχονται ἐκ τοιούτων λόγων, καὶ συνεπῶς δὲν ἐπιθυμῶ ἵνα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος εὑρίσκηται εἰς πλάνην. Ἡ συνδρομὴ βεβαίως δὲν εἶναι ἠθική, καὶ τὴν ἀποδεικνύω. Δὲν δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἠθική.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά, νὰ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν.
§61Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ποίαν φράσιν, παρακαλῶ;
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτι δὲν εἶναι ἠθικὴ ἡ συνδρομή, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§63Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τὴν ἀποδεικνύω.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀποδεικνύετε τίποτε.
§65Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τὴν ἀποδεικνύω δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν.
§67Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ποίαν φράσιν;
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτι δὲν εἶναι ἠθική. Εἶναι προσβλητική, λεγομένη πρὸς οἱονδήποτε.
§69Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐπιτρέψατε μοι, κύριε Πρόεδρε...
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὴν ἀνακαλέσητε.
§71Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν δὲν τὴν ἀνακαλέσητε, θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§73Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Θὰ τὴν ἀνακαλέσω.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀνακαλέσατέ την.
§75Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφήσατέ τον νὰ ἀπολογηθῇ (θόρυβος).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι. Πρόκειται περὶ ἐκφράσεως ὑβριστικῆς, πρὸς οἱονδήποτε συνάδελφον καὶ ἂν ἀπευθύνηται, οὐχὶ μόνον πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως (ὁ θόρυβος ἐξακολουθεῖ). Καθήσατε κάτω! Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§77Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ προκαλέσητε σκάνδαλον, κύριε Πρόεδρε, δὲν τὴν ἀνακαλῶ. Νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ δικαιολογηθῶ, καὶ ἔχει καθῆκον ὁ κ. Πρόεδρος νὰ μὲ ἀκούσῃ.
§78ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μεγάλη ἡ ἀνοχή σας, κύριε Πρόεδρε! Δύο ἢ τρεῖς φορὰς ἐπανέλαβε τὴν φράσιν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Ἐξακολουθήσατε, κύριε Βουλευτά.
§80Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι εἶναι δικαίωμά μου, ὅταν ἴδω πρᾶξιν, ἥτις ὄντως εἶναι ἀνήθικος, νὰ τὴν καταγγείλω. Δὲν λέγω ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἐγένετο ἐν γνώσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποία εἶναι ἡ πρᾶξις ἡ ἀνήθικος;
§82Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Σᾶς εἶπον, ἀνεκλήθη ὁ δασάρχης Βάλτου.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι πρᾶξις ἀνήθικος· εἶναι δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ (θόρυβος).
§84ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατέ τον νὰ τελειώσῃ.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι... Ποία εἶναι ἡ πρᾶξις ἡ ἀνήθικος; Ὁρίσατέ την.
§86Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Σᾶς λέγω, ἡ ἀνάκλησις τοῦ δασάρχου.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀνάκλησις εἶναι δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ.
§88Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἀνακαλέσατε τὴν φράσιν (θόρυβος). Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Βάλτου ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν.
§90ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα, μάλιστα.
§91Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ. Ἐφ’ ὅσον ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δικαιολογήσῃ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ εἰς Ἀθήνας, βεβαίως...
§92ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν ἔχει ἀνάγκην.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι.
§94Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀνεκλήθην εἰς τὴν τάξιν· ἐτιμωρήθην.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐτελείωσεν! Ὁρίστε!
§96Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Λοιπὸν διαβεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν πράγματι ἐπείσθη εἰς εἰσηγήσεις καὶ παρακλήσεις περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, τὸν βεβαιῶ, ὅτι ἡ διαταγὴ αὕτη εἶναι διαταγὴ ἀπορρέουσα ἐκ κακῶν εἰσηγήσεων, καὶ περισσότερον βλάπτει τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διατάξῃ τὸν ἀξιωματικὸν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θέσιν του.
§97Κ. ΤΡΑΚΑΣ. Κύριε Σταΐκε, αὐτὸ εἶναι δουλιὰ τῆς ὑπηρεσίας.
§98Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, περάσατε ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), καὶ τότε ἀπαντήσατε. Δὲν θὰ τὰ ἐλέγετε αὐτὰ τότε. Ἐγὼ ὅμως θὰ τὰ ἔλεγον, εἰς οἱανδήποτε πτέρυγα καὶ ἂν ἀνῆκον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ θὰ πεισθῇ ὁ ἴδιος, ἂν ἡ πρᾶξις ἐκείνη δὲν εἶναι οἵα ἐγὼ τὴν ἐχαρακτήρισα. Νομίζω ὅτι, μολονότι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ ἀνεκάλεσεν εἰς τὴν τάξιν, ἐγὼ λίαν δεδικαιολογημένως ἀπήντησα, καὶ μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ εἴπω ταῦτα· ὁ δὲ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἁρμόδιος νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει. Ἐγὼ ὅμως ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτά, ἐφ’ ὅσον γίνονται τοιαῦται πράξεις, καὶ ἂς μὲ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος ἐκ δευτέρου εἰς τὴν τάξιν.
§99Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου κ. Σταΐκου, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, διότι πρόκειται περὶ τῆς ἐπαρχίας μου, ἡ ὁποία βεβαίως ἀπὸ 6 ἤδη μηνῶν ἔχει χάσει πᾶσαν διοίκησιν πλέον (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ σιγᾶτε! Ἐὰν ἀρχίσω ἐγὼ νὰ ἐκθέτω πλυμμένα καὶ ἄπλυτα, θὰ μετανοήσητε μερικοὶ (θόρυβος).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§101Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Συνεχίζω, κύριε Πρόεδρε. Ἔχει παραδοθῆ ἡ ἐπαρχία ὁλόκληρος εἰς ἕνα Κύριον, ὁ ὁποῖος δὲν σέβεται οὐδὲ νόμους οὐδὲ ἀρχάς! Λέγω δὲ τοῦτο, οὐχὶ διὰ νὰ κακίσω τὴν Κυβέρνησιν, — διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει ἀνάγκην πιστοποιητικοῦ καλῆς διαγωγῆς οὐδὲ παρ’ ἐμοῦ, οὐδὲ παρ’ οὐδενὸς τῶν κυρίων Βουλευτῶν· αἱ λευκαί του τρίχες καὶ ἡ ἄσπιλος τιμιότης του καθ’ ὅλον τὸν πολιτικόν του βίον δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ὑπερασπίσεως οὐδὲ παρ’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, οὐδὲ παρ’ ἄλλου τινὸς, οὐδ’ ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν τοῦ κ. Σταΐκου εἶναι ἱκανοποίησις πρὸς τὸν κύριον Δηλιγιάννην.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἱκανοποιήσεως πρὸς τὸν κύριον Δηλιγιάννην, ἐπρόκειτο περὶ τῆς τάξεως ἐν τῇ Βουλῇ· οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς Βουλευτὴν νὰ λέγῃ πρὸς οἱονδήποτε συνάδελφον, κατὰ μείζονα δὲ λόγον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ πρὸς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὴ πρὸς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, ὅτι πρᾶξις ὡρισμένη εἶναι πρᾶξις ἀνήθικος.
§103Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θέλω ν’ ἀποκρούσω πᾶσαν ὑπόνοιαν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἤθελε νὰ μεμφθῇ τὴν ἄσπιλον ἐντιμότητα τῆς διοικήσεως προσωπικῶς τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλω ὅμως νὰ τονίσω δύο πράγματα, Καὶ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς παρέστησα ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν παράχορδον κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ ἐπαρχία μου, ὑπὸ ἔποψιν δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη. Ὀφείλω δὲ νὰ τονίσω τοῦτο, ὅτι ἐντιμότατος ἀστυνόμος, ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Τρυπογιῶργος, ὁ ὁποῖος, ἐπὶ δύο ἔτη ὑπηρετῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βάλτου, εἶχεν ἀσφαλίσει τὴν τάξιν, μετετέθη ἀμέσως μετὰ τὰς ἐκλογὰς, ἄνευ οὐδενὸς λόγου, μετετέθη δὲ, διότι ἦτο ἀπαίτησις τῶν τοπικῶν ὑποψηφίων. Ἀπὸ τῆς μεταθέσεως αὐτοῦ παρέλυσεν ἡ δημοσία τάξις. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀξιώσω, ὅτι τὸ μόνον ἀστυνομικὸν δαιμόνιον εἶναι τὸ τοῦ κ. Τρυπογιώργου, ἀλλὰ διὰ τοὺς γνωρίζοντας τὰ τῆς ἐπαρχίας καὶ τῶν πέριξ εἶναι πολλῆς σημασίας ἄξιον γεγονὸς διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ὅτι εἷς ἀξιωματικὸς ἔχει ἀποκτήσει τὸν σεβασμὸν τῶν ἐντοπίων. Ἀπεστάλη ἄλλος, ἔντιμος καὶ αὐτὸς, ἀστυνόμος, οὗτος ὅμως οὐδεμίαν εἶχε γνῶσιν τῶν ἐν Βάλτῳ κοινωνικῶν συνθηκῶν, καὶ κατ’ ἀνάγκην δὲν ἠδυνήθη νὰ εὐδοκιμήσῃ. Ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα! Ὁ Τρυπογιῶργος οὐ μόνον μετετέθη, ἀλλὰ πρὶν ἢ μετατεθῇ ἐξετοπίσθη, ἅμα ὡς ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν, καὶ ἐπὶ ἕνα περίπου μῆνα ἔμενεν ἐκτὸς ὑπηρεσίας ἐν Ἀγρινίῳ, κατόπιν δὲ ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα περὶ μεταθέσεώς του. Ὥστε πρὶν ἢ εἴπῃ ὁ Ἄναξ τὴν τελευταίαν λέξιν ἀφέθη ἡ ὑπηρεσία εἰς τὴν διοίκησιν ἑνὸς ὑπενωμοτάρχου! Ἡ ἐπαρχία ἔχασε τὸν ἀστυνόμον της, καὶ ἡ ἀστυνομία τῆς πρωτευούσης καὶ τῶν ὀρεινῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, ἔμεινεν εἰς χεῖρας ὑπενωμοταρχῶν! Θὰ ὑπομνήσω δὲ καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸ τριῶν μηνῶν, διότι ἀκριβῶς ἡ ἀποφυγὴ ἐνεργείας τῆς Δικαιοσύνης ἀπεθράσυνε τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατήγγειλεν ὁ συνάδελφός μου. Ὑπάρχει ὑπόδικος ὁ δήμαρχος Καραγιάννης ἐπὶ πλαστογραφίᾳ καὶ ὑπεξαιρέσει, καὶ ἐνῷ ζητῶ νὰ ἐνεργήσῃ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς, οὗτος κοιμᾶται, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν καμαρώνει! Ἕνεκα τῆς καταστάσεως ταύτης ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐγείρωμεν φωνὴν ἐντονωτέραν τοῦ δέοντος, διότι πονοῦμεν διὰ τὴν ἀθλιότητα, ἥτις ἐδημιουργήθη ἐν τῷ τόπῳ μας. Ἂν ἐπιθυμῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀκούῃ ἐπαίνους καὶ οὐχὶ ἔλεγχον, ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν της, βύουσα τὰ ὦτα πρὸς πᾶσαν πλαγίαν σύστασιν.
§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διακρίνωμεν τὰ δικαιώματα ἡμῶν. Ἡμεῖς εἴμεθα, ὡς Ὑπουργοὶ, ὑπεύθυνοι δι’ ὅσα πράττομεν ἐναντίον τοῦ νόμου ἢ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου ἢ τῶν συμφερόντων ἐν γένει τοῦ Κράτους, ὡς εἴμεθα ἐπίσης ὑπεύθυνοι, ἂν δὲν πράττωμεν ὅσα ὀφείλομεν νὰ πράττωμεν, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, παρελείψαμεν νὰ πράξωμεν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ εὐθύνη ἡμῶν σταματᾷ μέχρις ἑνὸς ὁρίου, οὐδὲ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἐλέγχωσιν ἡμᾶς διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι μᾶς ἔδωκαν τὸ δικαίωμα νὰ πράττωμεν. Οἱ παραβαίνοντες τὰ δικαιώματα ταῦτα, τὰ ὑπὸ τῶν νόμων ἀπονεμημένα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, καταχρῶνται τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ πολίτευμα ἀπένειμεν εἰς αὐτοὺς, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα πάντες πρέπει νὰ ὦμεν εὐλαβεῖς. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ τὸν Ὑπουργὸν, διότι παύει ἢ μεταθέτει ὑπάλληλον, ἢ διότι ἀνακαλεῖ εἰς τὰς Ἀθήνας ὑπάλληλον λόγῳ ὑπηρεσίας, οὐδὲ νὰ ζητῇ λόγον διὰ τὴν πρᾶξίν του ταύτην. Ἐὰν ὅμως οἱ ὑπάλληλοι, τοὺς ὁποίους διορίζει ἡ Κυβέρνησις, παραβαίνωσι τὸ καθῆκόν των, πράττουσι πράξεις ἀσυμβιβάστους πρὸς τὸν νόμον, ἀσυμβιβάστους πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἀσυμβιβάστους πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας· ἡ δὲ εὐθύνη δὲν βαρύνει μόνον τοὺς ὑπαλλήλους τούτους, ἀλλὰ βαρύνει καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι διώρισαν αὐτοὺς, ἄν ἐν γνώσει τῆς τοιαύτης ἠθικῆς ἢ ἐπαγγελματικῆς καταστάσεως αὐτῶν διώρισαν αὐτούς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου, ἐνῷ ἐξύμνει τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν χρηστότητα καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους διώρισεν, ἠγανάκτει κατὰ τοῦ κ. Καραγιάννη, ἄλλοτε βουλευτοῦ Βάλτου. Καὶ ν’ ἀγανακτῇ μὲν ἔχει δικαίωμα ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ ἡμᾶς, διότι δὲν ἐπράξαμεν ὅσα ὑπέθεσεν ὅ,τι ἐπράξαμεν. Τί ἐπράξαμεν; Ποία πρᾶξις ἡμῶν ἐχαρακτηρίσθη ὑπ’ αὐτοῦ ἀνήθικος, διὰ τὸν ὁποῖον χαρακτηρισμὸν εὐλόγως ὠργίσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς; Ἀνήθικος πρᾶξις εἶναι ἡ πρᾶξις, δι’ ἧς προσεκάλεσα ἕνα δασάρχην ἐνταῦθα; Δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ προτείνῃ εἰς τὸν Βασιλέα καὶ μετάθεσιν δασάρχου καὶ παῦσιν δασάρχου καὶ διορισμὸν δασάρχου; Ἀλλ’ ἂν αἱ πράξεις μου αὗται, ἂν οἱ διορισμοὶ οἱ γενόμενοι ἀπέβησαν πρὸς ζημίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἢ ἂν αἱ μεταθέσεις παραλύωσι τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἢ ἐπήνεγκον ζημίαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τότε ἡμεῖς ἐσμεν ὑπεύθυνοι. Καταδείξατέ μοι λοιπὸν τὰς παρανομίας, τὰς ὁποίας οἱ ὑπάλληλοι, οἱ διορισθέντες τῇ προτάσει τῶν συναδέλφων μου ἢ ἐμοῦ ἐν τῇ διοικήσει τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, ἔπραξαν, ἢ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἡ διαγωγὴ αὐτῶν ἐπήνεγκεν. Ἀλλ’ ἂν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἔχωσιν ἀντιπαθείας πρὸς ἄλλον συμπολίτην των, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀντικείμενον τῆς μερίμνης τῆς Βουλῆς· δύνανται νὰ διεξαγάγωσι δημοσιογραφικοὺς ἀγῶνας, δύνανται νὰ φρονῶσιν ὅ,τι θέλουσι περὶ τῶν ἀντιθέτων των, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν καλεῖται νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὰς προσωπικὰς ταύτας διαφορὰς, εἰς τὰς κομματικὰς ταύτας διαμάχας. Ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ καὶ νὰ ἐλέγχῃ τοὺς κυβερνῶντας. Ἔχομεν τὸ θάρρος νὰ ἀμυνθῶμεν, ὑπερασπιζόμενοι τὰς πράξεις ἡμῶν. Ὅσοι ἔχουσι πράξεις ἡμῶν δυναμένας νὰ καταγγελθῶσιν, ἂς τὰς καταγγείλωσιν· ὅσοι ἔχουσι παραλείψεις ἡμῶν δυναμένας νὰ καταγγελθῶσιν, ἂς τὰς καταγγείλωσι, καὶ θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι καὶ αἱ πράξεις ἡμῶν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸν νόμον, καὶ αἱ παραλείψεις ἡμῶν ἐπεβάλλοντο ὑπὸ τῶν νόμων. (Χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν).
§105Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως δὲν εἶπον, ὅτι σήμερον ἐπιθυμῶ νὰ ἀπαγγείλω κατηγορητήριον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι βεβαίως τὸ καθῆκόν μου, ὡς Βουλευτοῦ, τὸ γνωρίζω.
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ δὲν ἔχετε καὶ δικαίωμα νὰ ἀπαγγείλητε κατηγορητήριον.
§107Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὄχι, σᾶς εἶπον. Θὰ ἔλθω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν σειράν. Βεβαίως ἀπόδειξις τρανοτάτη εἶναι, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, εἶναι ἡ πραγματικὴ καὶ ἡ πιστὴ ἀλήθεια, διότι τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς συνεχάρην, ὡς ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκόν των, καὶ τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, διορισθέντα εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, βεβαίως τὸν θεωρῶ μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες ἐξετέλουν τὸ καθῆκόν των. Ἐνόμισα καθῆκον, πρὶν ἢ ἔλθῃ τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς Βουλευτὴς, νὰ ἐλέγχῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ὑποβάλλῃ κατηγορητήριον διὰ τὰς παρανόμους αὐτῆς πράξεις, ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς πράξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ διορθωθῶσι. Τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐγὼ δὲν ἠθέλησα ποσῶς οὔτε νὰ κακίσω, οὔτε νὰ τῷ ἀποδώσω τὴν ἐλαχίστην μομφήν· ἀλλὰ γνωρίζων ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, γνωρίζων ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων τὴν κατάστασιν τῆς ἐπαρχίας μου, ἠθέλησα νὰ παρεμβῶ καὶ νὰ φέρω εἰς γνῶσίν του ταῦτα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐθνικὸν κτῆμα, διὰ τὸ ὁποῖον πρὸ μηνὸς περίπου ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησιν ἐκείνην, βεβαίως τὸ ζήτημα τοῦτο ἤθελε λυθῆ, καὶ δὲν ἤθελεν ἔλθει σήμερον εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἡ ὑπόθεσις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πεισθῇ, ὅτι δὲν ὡρμήθην ἐκ προσωπικῶν λόγων, ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Καραγιάννην, ἀλλὰ μόνον ἐκ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς ἐμὲ ἡ ἐπαρχία μου.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§109Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἔσπευσε καὶ ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς δημοσίας ὑγιεινῆς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔχει καθῆκον, ἀφοῦ ἅπαξ ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ τὸ συμπληρώσῃ καθ’ ὅλην τὴν σειρὰν τῆς ὑγιεινῆς. Ἓν ἐκ τῶν συναφῶν νομοσχεδίων πρὸς τὸ τῆς δημοσίας ὑγιεινῆς εἶναι καὶ τὸ περὶ φαρμακείων. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ φαρμακεῖα καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ὁ νόμος ὁ παλαιὸς εἶχε δώσει τὸ δικαίωμα εἰς ἐμπειρικοὺς φαρμακοποιοὺς, ἵνα, δίδοντες ἐξετάσεις ἐνώπιον ἐπιτροπῆς ἐν τῇ Νομαρχίᾳ, λαμβάνωσι τὴν ἄδειαν τοῦ φαρμακεμπόρου. Δυστυχῶς ὅμως οἱ φαρμακέμποροι ἐξετέλουν καὶ συνταγὰς, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον δὲν δικαιοῦνται.
§110Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§111Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Καὶ ἀφοῦ τοῦτο ἐγίνετο ὡς πρὸς τὰ φαρμακεμπορεῖα, δὲν δυνάμεθα νὰ ἤμεθα πλέον εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὰ φαρμακεῖα, διότι πλεῖστα ἐκ τῶν φαρμακείων διευθύνονται ἀπὸ ἀνθρώπους μὴ εἰδότας καθόλου τὴν φαρμακευτικήν. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐν αὐταῖς ταῖς Ἀθήναις ὑπάρχουσι δέκα καὶ πλέον φαρμακεῖα διευθυνόμενα ἀπὸ μὴ ἐπιστήμονας φαρμακοποιοὺς, δύο μάλιστα διευθύνονται ἀπὸ πρώην ἠθοποιοὺς, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι καὶ δικαιότερον νὰ διευθύνωνται ἀπὸ ἠθοποιοὺς, διότι παίζεται κωμῳδία, ἀλλὰ κωμῳδία βεβαίως πάντοτε ἐπὶ βλάβῃ ὑπάρξεώς τινος, καὶ διὰ τοῦτο καθ’ ἑκάστην βλέπομεν οὐκ ὀλίγα θύματα ἕνεκα κακῆς ἐκτελέσεως τῶν συνταγῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω δικαιότατον, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν σπεύσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν φαρμακείων, τὸ ὁποῖον θέλει συντελέσει σπουδαίως εἰς τὴν δημοσίαν ὑγιεινήν. Καὶ ἐνῷ εὑρίσκομαι εἰς εὐχάριστον θέσιν ὡς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἔχει πάντοτε τὴν καλωσύνην νὰ σπεύδῃ ν’ ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς παρακλήσεις τῶν Βουλευτῶν, δὲν δύναμαι δυστυχῶς νὰ εὑρίσκωμαι εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν καὶ ὡς πρὸς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργόν. Λυποῦμαι, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κακίσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, διότι, ἐνῷ πρὸ δύο καὶ τριῶν περίπου μηνῶν πλειστάκις ἀπετάθην πρὸς αὐτὸν, ὅπως λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις ἐπιθεωρήσεως τῶν ἀτμοπλοίων, ἐν τούτοις μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δυστυχῶς οὐδεμίαν ἔλαβον ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἃς ἐζήτησα. Εἶχε μόνον τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τέσσαρας ἐκθέσεις περὶ τῶν ἀτμοπλοίων τῆς «Νέας Ἑταιρείας», περὶ τοῦ «Πανελληνίου», τῆς «Χίου», τοῦ «Πέλοπος» καὶ τοῦ «Πηνειοῦ». Αἱ ἐκθέσεις ἐκεῖναι βεβαίως δὲν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ μᾶς δώσωσι τὴν εὐχαρίστησιν νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Αἱ ἐκθέσεις ἦσαν τοιαῦται, ὥστε μᾶς ἐπέβαλλον τὴν ὑποχρέωσιν ὄχι μόνον νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ καὶ νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ ταχίστην πρόνοιαν καὶ μέριμναν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀτμοπλοίων. Αἱ ἐκθέσεις ἐκεῖναι ἀπεδείκνυον, ὅτι τὰ μεγαλείτερα ἀτμόπλοια τῆς «Νέας Ἀτμοπλοΐας» εὑρίσκοντο εἰς κακίστην κατάστασιν, ὡς πρὸς τὴν ἔποψιν τῶν μηχανῶν. Αἱ ἐκθέσεις ἐκεῖναι ἀπεδείκνυον, ὅτι ἓν τῶν ἀτμοπλοίων, τὸ «Πανελλήνιον», εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστον· καὶ ἐνῷ ἐπανειλημμένως ὑπέμνησα τοῦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀναμένει νὰ καταπλεύσῃ τὸ πλοῖον εἰς τὸν Πειραιᾶ, ἵνα διατάξῃ νὰ γείνῃ ἐπιθεώρησις, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ καταπλεύσῃ, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ πλέον εἰς ἄλλους λιμένας, καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ μεταφέρον ἐπιβάτας, καὶ πιθανὸν μετ’ οὐχὶ μακρὸν χρόνον νὰ ἀκούσωμεν θύματα, καὶ τότε πιθανῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ διατάξῃ ἐπιθεώρησιν, ἢ μᾶλλον νὰ παραγγείλῃ οἱανδήποτε λιμενικὴν ἀρχήν, εἰς οἱονδήποτε λιμένα καὶ ἂν καταπλεύσῃ τὸ «Πανελλήνιον», νὰ γείνῃ ἡ δέουσα ἐπιθεώρησις αὐτοῦ, ἢ μᾶλλον νὰ θεωρηθῇ ἄχρηστον! Καὶ ἐνῷ ταῦτα εἶπον περὶ τῶν ἐκθέσεων ἐκείνων, τί δέον νὰ εἴπω διὰ τὰς ἄλλας ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησα καὶ τὰς ὁποίας ἀκόμη ἐπὶ τόσον χρόνον ἀναμένω; Ἐζήτησα τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν ἀτμοπλοίων «Ὁμονοίας», «Πρίγκηπος Γεωργίου», «Ἑρμουπόλεως» καὶ «Ὕδρας», καὶ ἐνῷ ἐζήτησα τὰς ἐκθέσεις ταύτας, οὐδόλως εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὰς ὑποβάλῃ. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέσεις αὐτὰς, μὴ εἶχε τοὐλάχιστον τὴν καλωσύνην νὰ διατάξῃ νέαν ἐπιθεώρησιν τῶν ἀτμοπλοίων, τὴν ὁποίαν ὑπεδείκνυεν ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐξετέλεσε τὴν ἐπιθεώρησιν κατὰ τὸ 1901; Ἡ ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν λιμενάρχην, τὸν ἀρχιμηχανικὸν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ ἄλλον τινὰ μηχανικὸν, ἀπεφάνθη περὶ τῶν τριῶν ἀτμοπλοίων, τοῦ «Πέλοπος», τῆς «Χίου» καὶ τοῦ «Πηνειοῦ», ὅτι δέον ἐντὸς τριμήνου χρονικοῦ διαστήματος νὰ γείνωσι νέαι ἐπιθεωρήσεις αὐτῶν. Ἐὰν δὲ αὗται δὲν γείνωσιν, ἐὰν δὲν ἐπέλθωσιν αἱ ἐπιδιορθώσεις καὶ ἐπισκευαὶ, ἃς ὑποδεικνύει ἡ ἐπιτροπὴ, ἔπρεπε τὰ πλοῖα ταῦτα νὰ ἦναι ἄχρηστα. Καὶ ἐνῷ παρῆλθε τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα, δὲν εἴδομεν οὔτε νέας ἐκθέσεις περὶ τῶν ἀτμοπλοίων, οὔτε τὰ ἀτμόπλοια ταῦτα νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὸν Πειραιᾶ, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦσι νὰ πλέωσι, μεταφέροντα ἐπιβάτας καὶ ἐμπορεύματα ἀπὸ λιμένος εἰς λιμένα. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς γενομένης ἐπιθεωρήσεως τῶν ἀτμοπλοίων, καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψει τὰς μέχρι τοῦδε ἐκθέσεις, νομίζω ὅτι ἔχει καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐπεκτείνῃ ἐφ’ ὅλων τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν τὴν ἐνέργειάν του ταύτην. Διότι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸν διαβεβαιώσω, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἀτμοπλοίων δὲν εὑρίσκονται εἰς καλὴν κατάστασιν, νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει ὑποχρέωσιν τοιαύτην, διότι ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων εἶναι πολύτιμος, καὶ ὀφείλομεν νὰ ὑπερασπίζωμεν αὐτήν. Ὁποία δὲ εἶναι ἡ ὑπεράσπισις τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, ὅταν αἱ μὲν γραμμαὶ δὲν ἐκτελῶνται κανονικῶς, διότι οὕτω θέλουσιν αἱ ἑταιρεῖαι, αἱ δὲ μηχαναὶ τῶν ἀτμοπλοίων εὑρίσκωνται εἰς κακὴν κατάστασιν, καὶ ἐπαπειλῆται ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἡ ζωὴ τῶν ἐπιβατῶν; Ὁποία εἶναι ἡ προστασία ἐφ’ ὅλων τῶν γραμμῶν, εἴτε τῶν ἀγόνων εἴτε ἐν γένει τῆς ἀκτοπλοΐας τῆς Ἑλλάδος; Οὐδεμία ποτὲ μέριμνα ἐλήφθη, καὶ νομίζω, ὅτι καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ ἀνανήψωμεν ἐκ τοῦ ὕπνου καὶ τοῦ ληθάργου, εἰς ὃν εὑρισκόμεθα. Ἐπειδὴ δ’ ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ ναυτικοῦ ζητήματος, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς νὰ ποιήσωμαι αὐτῷ παρατήρησίν τινα περὶ τοῦ λιμένος Πειραιῶς, ἣν ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ λησμονήσῃ. Οἱ πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ἐγένετο ἡ ἐπέκτασις τοῦ λιμένος Πειραιῶς, καὶ ὅτι οἱ λιμενοβραχίονες αὐτοῦ ἐπεξετάθησαν μέχρι τοῦ Βασιλικοῦ περιπτέρου. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τοῦ δεξιοῦ λιμενοβραχίονος ὑπάρχει ὁ φανὸς ὁ ὑποδεικνύων τὴν εἴσοδον τοῦ λιμένος, ἐπὶ τοῦ ἀριστεροῦ λιμενοβραχίονος δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος φανός. Ὑπάρχει ὁ φανὸς τοῦ Θεμιστοκλέους, ἀλλ’ οὗτος εἶναι σημεῖον τοῦ λιμένος τοῦ Πειραιῶς, ἀπὸ τοῦ φανοῦ δὲ τοῦ Θεμιστοκλέους ἐπεξετάθη πολὺ ὁ βραχίων, καὶ δέον νὰ τεθῇ ἐπὶ τοῦ ἄκρου τοῦ λιμενοβραχίονος φανός. Πᾶν εἰσερχόμενον κατὰ τὴν νύκτα πλοῖον πρέπει νὰ ἔχῃ πλοίαρχον λίαν ἔμπειρον, ἵνα μὴ συγκρουσθῇ μετὰ τοῦ λιμενοβραχίονος. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ φανὸς τοῦ δεξιοῦ βραχίονος ἐτέθη κατόπιν συγκρούσεως ἀτμοπλοίου τοῦ Γουδῆ μετὰ τοῦ βραχίονος, ἀλλὰ δὲν ὑποθέτω ὅτι θὰ περιμένητε σύγκρουσίν τινα μετὰ τοῦ ἀριστεροῦ βραχίονος, ἵνα τοποθετήσητε φανόν.
§112Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ φανοῦ, τοῦτο εἶναι τεχνικόν, φαίνεται δὲ, ὅτι ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία δὲν νομίζει ἀναγκαίαν τὴν τοποθέτησιν αὐτοῦ. Θέλω ὅμως ἐξετάσει, καὶ θὰ πράξω τὰ δέοντα. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν ἀτμοπλοίων, ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις, αἵτινες ὑπῆρχον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε τὴν ὑποβολὴν αὐτῶν. Ἐὰν δὲ νομίζῃ ὅτι εἶναι κανονικόν, πᾶσα ἔκθεσις γιγνομένη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπιθεωρήσεως νὰ ὑποβάλληται ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τοιοῦτόν τι καθιερωθῇ, πρέπει ὁλόκληρος ἡ ὑπηρεσία νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀναγκαῖον νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἀποσταλεῖσαι ἤδη τυχὸν ἐκθέσεις, θέλω καταθέσει καὶ ταύτας. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ἀτμοπλοίων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐπιτροπὴν εἰς ἕκαστον λιμένα, διότι ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ νόμον σύγκειται ἐκ τοῦ λιμενάρχου, ἑνὸς μηχανικοῦ καὶ ἑνὸς ναυπηγοῦ, ἐὰν δὲ θελήσωμεν νὰ ἐγκαταστήσωμεν εἰς ἕκαστον λιμένα τοιαύτην ἐπιτροπὴν, πρέπει ν’ αὐξήσωμεν κατὰ πολὺ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅπερ δὲν ἐπιτρέπουσιν οἱ πόροι ἡμῶν. Ἐὰν ὑπάρχῃ ὅμως ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπεθεωρήθη καὶ παρουσιάζει κινδύνους, ἡ πρὸς τοῦτο ἐπιφορτισμένη ἐπιτροπὴ θὰ ἐπιθεωρήσῃ καὶ τοῦτο. Ἐὰν δὲ καταγγείλητε ὡρισμένην πρᾶξιν, θέλω φροντίσει νὰ λάβω τὰς δεούσας πληροφορίας, καὶ ἴδω, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της ἢ οὔ.
§113Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Νομίζω ὅτι ἀπὸ τῆς 12 Μαρτίου μέχρι τῆς 8 Μαΐου ὑπῆρχε καιρὸς νὰ γείνωσιν αἱ ἐπιθεωρήσεις, ἀφοῦ ἄλλως ὑπεδείχθη παρ’ ἡμῶν, ὅτι ὡρισμένα ἀτμόπλοια εὑρίσκονται ἐν κινδυνώδει καταστάσει.
§114Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἐγένοντο ἐπιθεωρήσεις, θὰ ὑποβάλω τὰς ἐκθέσεις εἰς τὴν Βουλήν.
§115Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ἔπρεπε νὰ διατάξητε τὴν ἐπιθεώρησιν.
§116Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει γενικὴ διαταγή.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§118Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν πρὸ πολλοῦ εἶχον ὑποβάλει, ἀφορῶσαν σύστασιν φαρμακείου ἐν Τριπόλει. Τὴν σύστασιν τοῦ φαρμακείου τούτου οἱ λοιποὶ φαρμακοποιοὶ θεωροῦσιν ὡς μὴ νομίμως γενομένην. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ τῆς ὑποθέσεως ἔγγραφα.
§119ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μοὶ ἀπηυθύνθη τοιαύτη ἐπερώτησις, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἠμέλησε νὰ μοὶ δώσῃ τὸν φάκελον. Θέλω ζητήσει καὶ ὑποβάλει αὐτόν.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀργασάρης Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§121Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κατόπιν διεθνοῦς δημοπρασίας, προκληθείσης ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Θεοτόκη, συνωμολογήθη μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀγγλικῆς ἑταιρείας σύμβασις, ἥτις καὶ ὑπεβλήθη κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς ληξάσης Βουλευτικῆς Περιόδου. Διὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης παρεχωρεῖτο εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἑταιρείαν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἐν Ζακύνθῳ πηγῶν νάφθης καὶ πετρελαίου, κατετέθη δὲ ὑπὸ τῆς ἑταιρείας, κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, καὶ ἐγγύησις ἐξ 80,000 δραχμῶν, ἥτις μένει ἔκτοτε κατατεθειμένη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Δυστυχῶς, ἕνεκα τῆς τότε πολιτικῆς καταστάσεως, δὲν ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις ὑπὸ τῆς παρελθούσης Βουλῆς. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς νὰ δηλώσωσι, διὰ ποῖον λόγον δὲν ἔφεραν τὴν σύμβασιν ταύτην εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον· ἂν δὲ δὲν ἔχωσι λόγους τυχὸν ἐναντιουμένους εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς συμβάσεως, νὰ ὑποβάλωσι ταύτην εἰς τὴν Βουλήν.
§122Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Πάντα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου καὶ συμπολίτου μου εἶναι λίαν ὀρθὰ καὶ ἄξια νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐλησμόνησεν ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἑταιρείας ταύτης Ἀρθοῦρος Χίλλ ἀπεβίωσε πρὸ δύο μηνῶν, καὶ ἑπομένως οἱ Ἄγγλοι κεφαλαιοῦχοι δὲν ἀντιπροσωπεύονται πρὸς τὸ παρὸν ἐνταῦθα.
§123Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ ἔσπευσεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ συμπολίτης μου ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὰς πληροφορίας, ἃς οὗτος ἦτο πρόθυμος νὰ δώσῃ. Ἐὰν ἄφινε τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὁμιλήσῃ, ἤθελε μάθει, ὅτι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἀρθούρου Χὶλλ ἡ ἑταιρεία αὕτη διώρισεν ἐνταῦθα ἀντιπρόσωπον τὸν κ. Μιλτιάδην Ράλλην, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὑπεβλήθη ἡ ἑταιρεία δι’ αὐτοῦ εἰς πρόσθετον ἐπὶ τῆς συμβάσεως ὑπὲρ τοῦ τόπου ὅρον, διὰ τοῦ ὁποίου καθορίζεται ἡ ἀπονομὴ ὡρισμένου ποσοστοῦ ἐκ τοῦ ἐξορυσσομένου ὀρυκτοῦ ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἐδάφους.
§124Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Πιθανὸν νὰ ἔσπευσα ὀλίγον· τοῦτο ὅμως προῆλθεν ἐκ τῆς ἐπιθυμίας μου, ὅπως ἐκπληρωθῇ ὁ πόθος τοῦ κ. συναδέλφου μου· διότι, ἂν ἅπαξ αὐτὸς ἐπιθυμῇ τοῦτο, ἐγὼ τὸ ἐπιθυμῶ περισσότερον, διότι ὁμολογῶ, ὅτι μεγάλην ὠφέλειαν θέλει προσδώσει εἰς τὸν τόπον ἡ ἐπιψήφισις τῆς συμβάσεως ταύτης. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ ἐξετάσῃ, ἐλπίζω, τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν.
§125ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁμολογῶ ὅτι, ἔχοντες πολλὰ νομοσχέδια νὰ μελετήσωμεν καὶ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἐλάβομεν τὸν καιρόν, ἵνα μελετήσωμεν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· θέλομεν ὅμως μελετήσει αὐτό, καὶ ἂν δυνηθῶμεν, θὰ τὸ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλήν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κεφαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§127Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Τὸ Κράτος, ἀναγνωρίζον τὰ μεγάλα ἀγαθὰ, τὰ προκύπτοντα ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς συγκοινωνίας, καὶ βλέπον, ὅτι σπουδαῖα καὶ παραγωγικὰ τμήματα τῆς χώρας ἔμενον ἐστερημένα συγκοινωνίας, ἀπεφάσισε κατὰ τὸ 1900 καὶ συνεβλήθη μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἐδανείσθη 11,770,000 δραχμὰς πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ. Ἡ γραμμὴ αὕτη ἀπεδείχθη ἐπωφελεστάτη, διότι τὰ κέρδη αὐτῆς εἶναι ἀνώτερα τῶν τοκοχρεωλυσίων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ συναφθέντος δανείου. Διὰ τῆς αὐτῆς συμβάσεως τὸ Κράτος ἀνωμολόγησε τὴν μεγάλην σπουδαιότητα καὶ χρησιμότητα τῆς κατασκευῆς γραμμῆς ἀπὸ Κυπαρισσίας διὰ Φιλιατρῶν καὶ Γαργαλιάνων μέχρι Πύργου, διότι ἄνευ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς γραμμῆς ταύτης οἱ σπουδαιότατοι καὶ παραγωγικώτατοι πληθυσμοὶ τῆς Τριφυλίας μένουσιν ἐστερημένοι τῶν ἀγαθῶν τῆς συγκοινωνίας, ἐνῷ συνεισφέρουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον περὶ τὸ ἓν καὶ πλέον ἑκατομμύριον δραχμῶν κατ’ ἔτος εἰς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους. Δίκαιον λοιπόν, ὅπως ἡ μέριμνα τοῦ Κράτους ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων. Εὐτυχῶς δὲ ἡ ἑταιρεία, ἀναλογιζομένη ὅτι ἡ γραμμὴ αὕτη εἶναι ἐπωφελής, καὶ ἔχουσα τὰ ὑλικὰ καὶ τὰ μηχανήματα ἐν Κυπαρισσίᾳ, ἔκαμε μελέτας τῆς γραμμῆς ταύτης, καὶ ὑπελογίσθη, ὅτι τὸ ἔργον ἀπαιτεῖ μέχρι Γαργαλιάνων 3,500,000 δραχμάς. Ὡς ἔμαθον δὲ, ἡ ἑταιρεία εἶναι διατεθειμένη νὰ προβῇ εἰς κατασκευὴν τοῦ ἔργου τούτου ὑπὸ εὐνοϊκοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, καθόσον ζητεῖ μόνον ἓν ἑκατομύριον τὸ πρῶτον ἔτος, ἓν τὸ ἑπόμενον, καὶ τὰ ὑπόλοιπα κατὰ τὸ τρίτον. Ἐπίσης ὀφείλω νὰ κάμω μίαν ἐξήγησιν σχετικὴν πρὸς τὴν ὑποβολὴν ἑνὸς νομοσχεδίου, ὅπερ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ ὑπεβάλομεν προχθές. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι θὰ παρουσιασθῶσι σπουδαῖαι δυσχέρειαι πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ μονοπωλίου ἐφέτος, ἐνομίσαμεν καλὸν, ὅπως προκαλέσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ὑποβάλωμεν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, δι’ οὗ ὑποχρεοῦται ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ ἀγοράζῃ σταφιδόκαρπον πρὸς 140 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εὐτυχῶς ἐγένετο ἀντικείμενον συζητήσεως παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν. Ἤθελον ὅμως νὰ ἐξηγήσω, ὅτι ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου οὐδένα σκοπὸν ἀντιδράσεως εἶχε, —διότι εὐτυχῶς εἶμαι ἐκ τῶν ἐνθερμοτέρων ὑποστηρικτῶν τοῦ μονοπωλίου, —ἀλλ’ ἁπλῶς ἐσκόπει νὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐφέτος τὸ μονοπώλιον ψηφιζόμενον, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὐλάχιστον, πρὸς πρόληψιν τῆς κρίσεως καὶ τῶν ὀλεθρίων ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπήρχοντο, τοιαύτην τινὰ λύσιν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§129ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι μετ’ ἀγωνίας παρακολουθεῖ ἡ κοινὴ συνείδησις τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν τὰς συζητήσεις περὶ τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, καὶ ἐναγωνίως ἀναμένει τὸ πέρας αὐτῆς. Βεβαιωθῆτε, ὅτι πᾶσα ἄλλη σκέψις καὶ πᾶσα φροντὶς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὑπεχώρησε, καὶ μόνη ἡ προσδοκία τῆς ἀγαθῆς ἐκβάσεως τῶν διαπραγματεύσεων τούτων, ὑπὸ τοὺς ὅρους πάντοτε, οἵτινες θὰ ἐξασφαλίσωσι τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν, συγκεντροῖ πᾶν μέλημα τῶν κατοίκων πάσης σταφιδικῆς γωνίας. Τὴν ἀγωνίαν ὅμως ταύτην ἐντείνουσιν εἰς τὸ κατακόρυφον αἱ ἀπό τινος δημοσιευόμεναι εἰδήσεις, εἰδήσεις αἱ ὁποῖαι δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον δύνανται νὰ διεκδικήσωσι τὸ γέρας τῆς αὐθεντίας. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος, καίτοι γνωρίζω, ὅτι δὲν ἐτέθη ἀκόμη τὸ ποθούμενον τέρμα εἰς τὰς ἐπὶ τῆς συμβάσεως συζητήσεις, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀνακοινώσῃ ἡμῖν ὅ,τι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λεχθῇ ἐν σχέσει πρὸς τὰς διεξαγομένας διαπραγματεύσεις, ἄνευ παραβιάσεως τῆς ἐπιβαλλομένης ἐχεμυθίας, πρὸς διαφώτισιν τοῦ κοινοῦ, τὸ ὁποῖον δικαίως ἀναμένει νὰ καταδειχθῶσι τὰ πραγματικὰ σημεῖα τῶν γινομένων συζητήσεων, πρὸς ἄρσιν τῆς κρατούσης ὀδυνηρᾶς ἀβεβαιότητος. Διότι ἡ ἀβεβαιότης αὕτη καὶ αἱ διασπειρόμεναι ἀνακρίβειαι ἀπὸ μηνὸς ἤδη καὶ πλέον συνετέλεσαν νὰ παραχθῇ μία γενικὴ ἠθικὴ συγκίνησις ἀνὰ πᾶσαν σχεδὸν τὴν χώραν, ἡ ὁποία μόνον διὰ τῆς ἐπισήμου διευκρινήσεως τῶν πραγμάτων δύναται νὰ ἐκλείψῃ, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μετριασθῇ, ἄλλως δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπιβλαβῶς ἐπὶ τοῦ τόπου. Ἀνάγκη λοιπὸν, κατ’ ἐμὲ, νὰ διαχυθῇ, εἰ δυνατὸν, ἡ γαλήνη εἰς τὰ ἀγωνιῶντα πνεύματα τῶν συμπολιτῶν μας, καὶ νὰ καθορισθῶσι τὰ σημεῖα τῶν εὐλόγων προσδοκιῶν πρὸς ἀνάκτησιν τοῦ θάρρους, τὸ ὁποῖον αἱ διαδόσεις ἐπηρεάζουσι, καὶ πρὸς διασκέδασιν τοῦ κρατοῦντος σκότους ἐν ζητήματι, ὅπερ δυστυχῶς δὲν στερεῖται καὶ ἐχθρῶν, ἐπωφελουμένων πάσης δημοσιευομένης ἀνακριβείας, ἵνα τὸ διαστρέφωσι. Βεβαίως τὰ τοιαῦτα βέλη δὲν δύνανται νὰ βλάψωσι ζήτημα ὄντως περισπούδαστον διὰ τὸν τόπον, ἐὰν πρὸς ἐγκατάστασιν τοῦ μονοπωλίου συντρέχωσιν αἱ ἀπαιτούμεναι συνθῆκαι πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ἅτινα μόνα ληφθήσονται ὑπ’ ὄψιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Διὰ τοῦτο ὅμως φρονῶ, ὅτι μέχρις οὗ ἡ σύμβασις τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ὁ σεβαστὸς κ. Πρόεδρος ἤθελεν εὐαρεστήσει γενικῶς, καταδεικνύων ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ καταδειχθῇ ἄνευ βλάβης τοῦ ζητήματος.
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι δύναμαι νὰ ἀναγγείλω, εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν 4ην μετὰ μεσημβρίαν ὥραν σήμερον μοὶ ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι πᾶσαι αἱ συνεννοήσεις καὶ διαπραγματεύσεις ἐτελείωσαν, ἑπομένως ὑπολείπεται ἐπιθεώρησίς τις τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον συνετάχθη, καὶ ἴσως τὴν Παρασκευὴν εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον. Βλέπετε ὅτι τὰ πράγματα εἶναι ἐν τῷ πέρατι· ὀφείλω δὲ, ὄχι ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὡς πρεσβύτερος, νὰ συμβουλεύσω τοὺς συμπολίτας μου νὰ καταπραΰνωσι τὴν νευροπάθειαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ζητεῖ τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ βουλευτὴς Καρυστίας κ. Μιχαὴλ Στεφανίδης ὑποβάλλει δύο προτάσεις νόμων: 1) Περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου εἰς τὴν πόλιν Σκῦρον ἐκ τῶν χρημάτων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας. 2) Περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἐν τῇ παραλίᾳ Κύμης διὰ χρημάτων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλουσιν ἐγγραφῆ κατὰ τὴν σειρὰν των ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 419 καὶ 420). Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐπανάληψις τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΡϞϚʹ νόμου τῆς 13 Ἀπριλίου 1884 περὶ διευθύνσεως τοῦ Β. Ναυστάθμου καὶ ὁρισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι: Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
§132ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐπιμένουν εἰς τὴν ἀναβολήν.
§133ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος ἀναβολῆς. Θέλομεν μόνον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ διατυπώσῃ τὸ ἄρθρον σαφέστερον.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διετυπώθη διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Πρωτοπαπαδάκη.
§135ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ταυτοχρόνως ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ ἐξηγήσῃ, ἂν οἱ μέλλοντες νὰ καταταχθῶσιν ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ καταταχθῶσι μετὰ ἐξετάσεις.
§136Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μετὰ ἐξετάσεις, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχουσι πρόσωπα ἔχοντα τὰ προσόντα νὰ προαχθῶσιν.
§137ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἐπειδὴ ὁ ἰσχύων νόμος δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀπ’ εὐθείας κατάταξιν, εἰμὴ μετὰ ἐξετάσεις ὑπὸ ἐπιτροπῆς διοριζομένης παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἡ ὁποία ἐξετάζει εἰς ὡρισμένα θέματα, καθιερωθέντα διὰ Β. Διατάγματος, τοὺς μέλλοντας νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὰς διαφόρους κατηγορίας, ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ εἴπῃ, ἂν ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου δὲν θὰ καταργηθῇ.
§138Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μένει πλήρης. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰς λεπτομερείας τῆς διατάξεως, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν προτίθεται νὰ μεταβάλῃ πολὺ δὲ ὀλιγώτερον νὰ ἀκυρώσῃ καμμίαν διάταξιν. Ἑπομένως ἡ ἰσχύουσα διάταξις θὰ ἐξακολουθῇ ἐφαρμοζομένη πλήρης καὶ ἀκεραία καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ οὐδεὶς θέλει καταταχθῆ παρὰ τὰς διατάξεις τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας.
§139ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι αὕτη, ἀλλ’ ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 2 εἶναι τοιαύτη, ὥστε δύναται νὰ ἐξηγηθῇ καὶ ἄλλως ἡ ἔννοια αὐτοῦ.
§140Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλει διορθωθῆ, ἐὰν ἦναι ἀνάγκη διορθώσεως. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§141ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Διότι δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν, πρόκειται καὶ περὶ ἄλλων Ὑπουργῶν. Ἄλλοι Ὑπουργοὶ εἰς τὸ μέλλον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγήσωσι κατ’ ἄλλον τρόπον τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 2. Λέγω περὶ ἄλλων Ὑπουργῶν, διότι σεῖς ἤδη ἐδόσατε τὴν διαβεβαίωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδένα θέλετε κατατάξει παρὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ ἰσχύοντος, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὴν ἐξέτασιν· ἀλλ’ ἄλλος τις Ὑπουργός, μεθ’ ὑμᾶς, ὡς εἶναι διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον, δυνατὸν νὰ νομίσῃ, ὅτι ἐπιτρέπεται αὐτὴ ἡ κατάταξις. Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω· δὲν ἔχω δὲ καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ μὴ γείνῃ ἡ ψηφοφορία περὶ ἀναβολῆς, ἐὰν ἄλλος τις δὲν ἐπιμένῃ.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Καρπετόπουλε, ἐπιμένετε;
§143Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§144ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ποία εἶναι ἡ πρότασις; Ἐπρόκειτο περὶ ἀναβολῆς διὰ τὴν σήμερον;
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· περὶ ἀναβολῆς ἐν γένει τοῦ νομοσχεδίου. (Διάλογοι).
§146ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ὁ κύριος Καρπετόπουλος δὲν ἐπιμένει.
§147Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν τῆς ἐκδηλωθείσης διαθέσεως τῆς Βουλῆς ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου, ἀλλ’ ἐν ταυτῷ ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§149Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄοπλος ἤδη, οἷον μὲ ἠθέλησεν ἡ ἀδικαιολόγητος σπουδὴ καὶ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, μεταχειριζόμενος ὡς ὅπλα αὐτὰ ταῦτα τὰ ὅπλα, διὰ τῶν ὁποίων ὑπεραμύνεται τοῦ νομοσχεδίου του ἐν τῇ εἰσηγητικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὅπερ ἀπετέλεσεν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ σπουδαιότερον χαράκωμα, καὶ τὸ ὁποῖον ἐδέχθη τὴν ἐπίθεσιν ὅλων τῶν χθὲς ἀγορευσάντων καὶ μέχρι μάλιστα τοιούτου βαθμοῦ, ὥστε ν’ ἀναγκασθῇ ὁ πολιὸς διδάσκαλος, ὁ σεβαστὸς ἐκ Μαντινείας συνάδελφος, νὰ ὑπερασπίσῃ αὐτὸ, ἀναμνησθεὶς παλαιῶν ἐνδόξων διδασκαλικῶν ἡμερῶν. Τὸ ἄρθρον 2 τὸ εὑρίσκω ἄριστα ἔχον κατὰ τὴν σύνταξιν, οὐδὲ ἐπιδεκτικὸν παρερμηνείας τινὸς εἶναι· τὸ εὑρίσκω μόνον ἄδικον, ὡς ἐπιτρέπον τὴν κατάταξιν ἀπ’ εὐθείας τεχνιτῶν γʹ καὶ δʹ τάξεως, πρὸς ζημίαν τῶν ὑπηρετούντων μαθητευομένων καὶ τῶν τεχνιτῶν δʹ τάξεως. Ἡ παρεμβολὴ ἀτόμων ξένων ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν δὲν προάγει βεβαίως τὸ Σῶμα, οὔτε ἐμπεδώνει, οὔτε ἀνυψοῖ τὸν ζῆλον τῶν ἤδη ὑπηρετούντων τεχνιτῶν· ἀπ’ ἐναντίας ἀδικεῖ καὶ ἀποθαρρύνει αὐτοὺς ἐπιζημίως. Τὸ νομοσχέδιον θὰ τὸ ἐξετάσω ἀπὸ γενικωτέρας, ὅσον ἔνεστιν, ἐπόψεως, ἔχων ὡς συνεπίκουρον αὐτὴν ταύτην τὴν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑποβαλόντος αὐτὸ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Καὶ πρῶτον θὰ τὸ ἐπισκοπήσω ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, καὶ θὰ ἀναζητήσω νὰ ἴδω, τίνες εἰσὶν αἱ προκύπτουσαι οἰκονομίαι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου. Ἀφαιροῦνται ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, περιοριζομένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐργατῶν, 20,000 δραχμαί. Αὐξάνονται ἀφ’ ἑτέρου αἱ δαπάναι διὰ κατατάξεως νέων τεχνιτῶν κατὰ δραχμὰς 19,980.50. Μένει ἄρα διαφορὰ δραχμῶν 19 καὶ λεπτῶν 50! Αὐταὶ εἶναι, Κύριοι, αἱ προκύπτουσαι οἰκονομίαι, αἱ τόσον πομπωδῶς ἐξαγγελλόμεναι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου· 19 δραχμῶν καὶ 50 λεπτῶν! Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, εἶναι πραγματικὴ οἰκονομία ἔστω καὶ αὐτῶν τῶν 19 δραχμῶν; Ἐγὼ λέγω ὄχι· ἀπ’ ἐναντίας δὲ δέχομαι, ὅτι εἶναι ἐπὶ πλέον δαπάνη 20,000 δραχμῶν, διότι διὰ τῆς κατατάξεως τῶν μονίμων 16 αὐτῶν τεχνιτῶν τὸ Δημόσιον ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μισθοδοτῇ καὶ διατρέφῃ ὅλον αὐτὸ τὸ προσωπικὸν, τὸ ἀποτελούμενον ἀπὸ τοὺς καταταχθησομένους τεχνίτας, ἐνῷ ἡ πρόσληψις ἐκτάκτων ἡμερομισθίων ἐργατῶν, χάριν τῶν ὁποίων ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡ δαπάνη τῶν 20,000 δραχμῶν, ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὅπως εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη προσλήψεως ἡμερομισθίων ἐργατῶν, οὕτως εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ μὴ παρουσιασθῇ τοιαύτη ἀνάγκη, καὶ συνεπῶς ἡ δαπάνη τῶν 20 χιλιάδων δραχμῶν δὲν εἶναι οὔτε ὁριστικὴ οὔτε ὑποχρεωτικὴ, ὡς ἐξαρτωμένη ἐκ τῶν παρουσιασθησομένων τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀναγκῶν. Ἂν δ’ εἶχον εἰς χεῖράς μου τοὺς αἰτηθέντας πίνακας, εὐχερῶς ἤθελον καταδείξει, ὅτι ὑπῆρξαν ἔτη, καθ’ ἃ ἡ ἑκάστοτε ἀναγραφομένη δαπάνη τῶν 20,000 δραχμῶν δι’ ἐκτάκτους ἡμερομισθίους ἐργάτας δὲν ἐδαπανήθη, ἢ καὶ δὲν ἐξηντλήθη, ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου, ἐπιψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ Δημόσιον ἀναλαμβάνει ὁριστικῶς πλέον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δαπανᾷ ἐτησίως τὸ ποσὸν τῶν 19,980 δραχμῶν καὶ 50 λεπτῶν διὰ μισθοτροφοδοσίαν τῶν τακτικῶν τεχνιτῶν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων δαπανῶν, στρατωνισμοῦ, ἱματισμοῦ κλπ., ἃς προϋποθέτει ἡ τοιαύτη μόνιμος κατάταξις. Ἡ πρώτη λοιπὸν βάσις, ἡ οἰκονομία, ἐφ’ ἧς ἐστήριζε τὸ νομοσχέδιόν του ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ Ὑπουργός, καταρρέει, καὶ μετὰ πατάγου μάλιστα, ἀφοῦ ἀντὶ ταύτης μὲ περισσοτέραν δαπάνην ἐπιβαρύνει τὸν κατάφορτον προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ποσοῦ καὶ ποιοῦ τῆς ἐργασίας, ὧν ὑπισχνεῖται τὴν βελτίωσιν ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲν ἀπολύτως ἐπιτυγχάνομεν, διότι ὀφείλομεν πάντες νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι οὐδὲν Κράτος, οὐδὲ αὐτὰ τὰ μᾶλλον προηγμένα ὑπὸ ναυτικὴν ἔποψιν ἐξαρτῶσιν ἢ ἐπιδιώκουσι τὰς μεγάλας ἐργασίας ἢ σοβαρὰς ἐπισκευὰς τοῦ στόλου ἀπὸ τὰ συνεργεῖα τῶν Ναυστάθμων των, ἀλλὰ καταφεύγουσιν εἰς ἰδιωτικὰ ἐργοστάσια, τὸ μὲν λόγῳ οἰκονομίας, ἵνα μὴ συντηρῶσι μονίμως μέγαν ἀριθμὸν τεχνιτῶν, τὸ δὲ λόγῳ ἐμψυχώσεως τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπιτυγχάνουσι δύο ἐν ταυτῷ καλά. Ἡμεῖς ὑπὲρ πᾶν ἄλλο Κράτος ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ περιστέλλωμεν τὰς δαπάνας, ἀποφεύγοντες πᾶσαν περιττὴν καὶ ἄσκοπον δαπάνην, ἀπέχοντες οἱασδήποτε πολυτελοῦς ὀργανώσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ναυστάθμου μας, ἀφοῦ μάλιστα καλῶς γνωρίζομεν, ὅτι δὲν ἔχομεν τοῦτον διὰ νὰ συντηρῶμεν τὸν στόλον, ἀλλ’ ἔχομεν τὸν στόλον, ἀτυχῶς, οἷον τὸν ἔχομεν, διὰ νὰ δικαιολογῶμεν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ναυστάθμου, εἰς ὃν σήμερον προφασιζόμεθα, ὅτι σκοποῦμεν νὰ ἐπιφέρωμεν σοβαρὰς καὶ πρακτικὰς τροποποιήσεις διὰ τοῦ συζητουμένου μηδαμινῆς σημασίας νομοσχεδίου. Ἰδοὺ τελεία ἀνατροπή, μυρία κακὰ προξενοῦσα καὶ ἄλλα πολλὰ ἐπιφυλάττουσα! Ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἤθελεν, ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν, νὰ δείξῃ ἐνδιαφέρον διὰ τὸ τεχνικὸν μέρος τοῦ στόλου, ἀλλαχοῦ ἔδει νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν του. Τὴν μέριμναν καὶ τὴν πρωτοβουλίαν του ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσῃ ὁ κλάδος τῶν μηχανικῶν, ὁ δεόμενος μείζονος προστασίας καὶ τελείας ὀργανώσεως, καὶ μάλιστα σήμερον, ὅτε ὁ ἀτμὸς καὶ ὁ ἠλεκτρισμὸς ἐν τῇ διηνεκεῖ καὶ πανταχοῦ χρησιμοποιήσει των προέχουσαν ἔδωκαν θέσιν εἰς τὸν ἀπαραίτητον διὰ τὴν ὕπαρξιν ἀξιομάχου στόλου κλάδον τῶν μηχανικῶν τῶν πλοίων. Ἐκεῖ λοιπὸν ἂς ζητήσῃ νὰ μεριμνήσῃ ἐπωφελῶς, προβλέπων νὰ ἐξασφαλίσῃ πηγὴν προελεύσεως τοῦ προσωπικοῦ ἀνταξίαν τῆς ἀποστολῆς του, σταματῶν τὴν πρόοδον τῆς ἀχρηστίας καὶ ἀνικανότητος, καὶ τέλος δημιουργῶν ὑποχρεώσεις μεγάλας, ἀλλὰ καὶ δικαιώματα ἀνάλογα καὶ ἀπαράβατα διὰ τοὺς κατατασσομένους ἢ ὑπηρετοῦντας εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο μηχανικούς. Τοιοῦτον λοιπὸν τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μὲ τοσαύτην περιέβαλε στοργὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον τηλικαύτην ἐπεδείξατο σπουδήν, καὶ τὸ ὁποῖον ἂν ἐπιψηφίσητε, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι οὔτε βελτιώνετε οὔτε κλεΐζετε τὴν ναυτικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας δημιουργεῖτε μίαν ἐπὶ πλέον ἄσκοπον δαπάνην, ἐνῷ συγχρόνως ἀνοίγετε δίοδον, διὰ τῆς ὁποίας ἐλευθέρως θὰ διέρχωνται τὰ ἀδικήματα ἐν τῷ μέλλοντι.
§150ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μοὶ χαρίσῃ ὀλίγων στιγμῶν προσοχήν. Νομίζω ὅτι, καὶ ὡς ἐτροπολογήθη, τὸ ἄρθρον δὲν ἔχει καλῶς. Ἡ τελευταία παράγραφος φαίνεται ὅλως ἀντίθετος πρὸς τὴν προηγουμένην καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου 2. Διότι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχουσι τεχνῖται βʹ, γʹ καὶ δʹ τάξεως, ἵνα προαχθῶσιν, ἐπιτρέπεται ἡ κατάταξις τεχνιτῶν γʹ καὶ δʹ τάξεως. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναληφθῇ, ὅτι ἡ ἔλλειψις τοῦ ἀριθμοῦ θ’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς προαγωγῆς. Ἡ ἔλλειψις πρὸς προαγωγὴν τεχνιτῶν τρίτης καὶ τετάρτης τάξεως εἰς δευτέραν καὶ πρώτην συνεπιφέρει τὴν κατάταξιν τεχνιτῶν γʹ καὶ δʹ τάξεως· ἀλλ’ ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ προαγωγὴ ἀπὸ τῶν μικρῶν τάξεων, τότε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ ἔλλειψις θὰ πληρωθῇ διὰ τῆς προαγωγῆς. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι δὲν ἐκφράζεται καλῶς τὸ νόημα.
§151Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐὰν ἐπέλθῃ κενὸν εἰς τὴν πρώτην καὶ δευτέραν τάξιν, εἴτε διὰ τῆς προαγωγῆς ἑνὸς τεχνίτου εἴτε ἄλλως, τότε πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὡρισμένου ἀριθμοῦ δύνανται νὰ καταταχθῶσιν ἔξωθεν, ἀλλ’ οὐδέποτε αʹ καὶ βʹ τάξεως, καὶ πάντοτε συμφώνως πρὸς τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, διὰ τῶν ἐξετάσεων. Καὶ ταῦτα θέλει νὰ θεραπεύσῃ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου.
§152ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τότε ἡ γνώμη σας πρέπει νὰ διατυπωθῇ ἄλλως πως.
§153ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὁ τότε βουλευτὴς ἐκ Κέας κύριος Γ. Κόρπας, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὑπέβαλε νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου βάσις ἦτο ἡ αὐτὴ μὲ τὴν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 2 εἶχεν οὕτω: «Ἡ ἐν τοῖς συνεργείοις κατάταξις γίνεται διὰ διαγωνισμοῦ, ἐνεργουμένου κατ’ ἔτος ἐν τῷ Ναυστάθμῳ κατὰ μῆνα Αὔγουστον. Κατατάσσονται δὲ μὲ τὸν κατώτερον βαθμὸν ἑκάστου κλάδου, τότε δὲ μόνον δύνανται διὰ διαγωνισμοῦ νὰ καταταχθῶσι καὶ εἰς ἀνωτέρους βαθμοὺς, ὁπότε καθίσταται ἀδύνατος ἡ πλήρωσις τῶν κενῶν θέσεων διὰ προαγωγῆς τῶν ὑπηρετούντων.» Τὸ ἄρθρον τοῦτο διατυποῖ, νομίζω, καλλίτερον τὸ πρᾶγμα.
§154Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὅπως ἔχει τὸ σχέδιον, ἀφίνει τὴν κατάταξιν εἰς τοὺς κατωτέρους. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀπαγορευθῇ, εἶναι ἡ πρόσληψις ἔξωθεν ἐργατῶν πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως.
§155Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Οἱ πλεῖστοι εἰσέρχονται εἰς τὸν κλάδον αὐτόν, ἵνα ἀσφαλίσωσι τὸ μέλλον των, μὴ ἀποβλέποντες εἰς τὸν πρόσκαιρον μισθόν. Μόνον διὰ τοῦ διαγωνισμοῦ θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐκλογὴ τῶν καταλληλοτέρων. Ἀλλὰ γνωρίζομεν καὶ πῶς γίνονται αἱ ἐξετάσεις καὶ πῶς καταρτίζονται αἱ ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαί.
§156Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τί ἐννοεῖτε; Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῆτε.
§157Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Μόνον τοὺς διαδόχους ἐννοῶ. Αἱ παρατηρήσεις μου δὲν ἀφορῶσιν εἰς ὑμᾶς.
§158Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὅταν ὁμιλῆτε γενικῶς περὶ Ὑπουργῶν...
§159Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Εἶπον, ὅτι γνωρίζομεν, πῶς οἱ Ὑπουργοὶ εἰσάγουσι τοὺς εὐνουμένους των πάντοτε. Ὅθεν πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ περιορισθῶσιν αἱ ἐνδεχόμεναι καταχρήσεις τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ὄχι ν’ ἀναπετασθῶσιν αἱ θύραι εἰς αὐτάς. Φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασίς μου εἶναι ὀρθή, καὶ ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου ἐκείνου καταλληλοτάτη, καὶ μάλιστα ἐὰν τεθῶσιν ἀντὶ τῶν λέξεων «κατωτέρων βαθμῶν» αἱ λέξεις «τρίτης καὶ τετάρτης τάξεως».
§160Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἡ μεταβολὴ τοῦ τρόπου τῆς εἰσαγωγῆς πρέπει νὰ μεταβάλῃ τὸν τρόπον τῶν ἐξετάσεων τῶν εἰσερχομένων ἐργατῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ μεταβάλωμεν τὸν τρόπον τῶν ἐξετάσεων, καὶ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὰς διὰ διαγωνισμοῦ, διότι τότε πρέπει νὰ τροποποιήσωμεν πολλὰς διατάξεις καὶ δεκάδας ἄρθρων, διότι πρέπει νὰ προσδιορίσωμεν, πῶς θὰ γίνηται ὁ διαγωνισμὸς καὶ ποῦ θὰ γίνηται, πῶς θὰ καταρτίζωνται αἱ ἐπιτροπαὶ κλπ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς τοιαύτης μεταβολῆς, καὶ ἂν θελήσητε νὰ ὑποβάλητε πρότασιν τοιούτου νόμου, μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως θὰ τὴν μελετήσω. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σχετίζεται μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§161Ι. Θ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἂν σκοπεῖ νὰ ὑποβάλῃ ἰδιαίτερον νομοσχέδιον διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν συνεργείων τοῦ Ναυστάθμου.
§162Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ συνεργεῖον τοῦ Ναυστάθμου βεβαίως ἔχει ἀνάγκην πολλῶν βελτιώσεων, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἔχω ὑπὸ μελέτην. Ἀλλὰ γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι, ἐνῷ δὲν εἶμαι ναυτικός, δὲν ἔχω καὶ ἀρκετὸν καιρὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὅπως δυνηθῶ νὰ διεξαγάγω ὅλα τὰ ζητήματα. Διεῖδον πολλὰς ἐλλείψεις, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω ἀθρόως εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῶν. Χρήζουσι βεβαίως πολλῆς μελέτης τὰ τοῦ συνεργείου, ὅπως χρήζει πολλῆς μελέτης καὶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄργους συνάδελφος κ. Καρπετόπουλος, τῆς βελτιώσεως καὶ μορφώσεως τῶν μηχανικῶν ἡμῶν, ὅπερ εἶναι εὐρύτερον. Καὶ ὁ κλάδος τῶν μηχανικῶν ἔχει ἀνάγκην πολλῶν βελτιώσεων. Ἤδη προέβην εἰς ἓν διάβημα ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως ταύτης, τὸ ὁποῖον θὰ γείνῃ γνωστόν, καὶ θὰ ἴδῃ αὐτὸ ἡ Βουλὴ μετά τινας ἡμέρας, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ ὡς πυρὴν τῶν βελτιώσεων τοῦ κλάδου τούτου. Καὶ ἄλλοι κλάδοι τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν ἔχουσιν ἀνάγκην βελτιώσεως, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ σχετισθῇ μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§163Ι. Θ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, εἶναι νὰ ληφθῇ μία πρόνοια διὰ τοὺς ἀμίσθους, διότι αὐτοὶ σήμερον λαμβάνουσι μόνον 300 δράμια ἄρτον.
§164Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ γνωρίζω· ἀλλ’ ἔχομεν τὸν προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιτρέπει πολλὰς τοιαύτας δαπάνας.
§165Ι. Θ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι μεγάλη ἡ δαπάνη.
§166Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ὅμως πάντοτε δαπάνη.
§167Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως διηυκρινήθη τὸ ἄρθρον, κατόπιν τῆς γενομένης συζητήσεως, νομίζω, ὅτι δύναται νὰ παρουσιάσῃ ἄτοπά τινα, τὰ ὁποῖα θέτω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ. Ἡ λειτουργία ἑνὸς ἐργοστασίου ὑποθέτει τι ἁρμονικόν, ἀποτελούμενον ἀπὸ ὡρισμένον ἀριθμὸν τεχνιτῶν τοιαύτης ἢ τοιαύτης κατηγορίας. Ὅπως τώρα διηυκρινήθη τὸ ἄρθρον, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρουσιασθῇ ἡ ἑξῆς περίπτωσις· νὰ ἔχητε 30 τεχνίτας αʹ τάξεως εἰς τὸν Ναύσταθμον ἀναγκαίους, νὰ ἐλλείπωσι δὲ 15. Ἐν τοιαύτῃ περιτώσει ὑμεῖς δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ εἰσαγάγητε ἄλλους 15, οὔτε δύνασθε νὰ προβιβάσητε ἐκ τῶν ἄλλων. Κατὰ ποῖον τρόπον θὰ συμπληρώσητε τὸ προσωπικὸν τοῦ ἐργοστασίου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην ὡρισμένου ἀριθμοῦ ἐργατῶν πρώτης, δευτέρας, τρίτης καὶ τετάρτης τάξεως;
§168Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ λέγει τὸ ἄρθρον.
§169Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι! Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς τῆς γενομένης συζητήσεως, τὰ κενὰ τῶν πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως τεχνιτῶν δὲν συμπληροῦνται.
§170Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ συμπληρωθῶσι προσεχῶς.
§171Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἄρα, ἀφοῦ θὰ συμπληρωθῶσι προσεχῶς, δὲν τὸ λέγει, ὡς εἴπετε, τὸ ἄρθρον. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, πῶς θὰ λειτουργήσῃ τὸ ἐργοστάσιον;
§172Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πῶς ἄλλως παρὰ διὰ τῆς προσλήψεως τῶν ἐργατῶν πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως ἐκ τῶν τεχνιτῶν τρίτης καὶ τετάρτης τάξεως, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν ἐπὶ τόσον χρόνον ἐν τῷ Ναυστάθμῳ; Ἐὰν θέλωμεν ὅλα νὰ τὰ ἐξετάσωμεν, δὲν ὑπάρχει πρᾶξις ἀνθρωπίνη, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχῃ τι τὸ δύσκολον. Θέλομεν νὰ ἐνθαρρύνωμεν ὅλους τοὺς ἐργάτας, ἐξασφαλίζοντες τοὺς τρίτης καὶ τετάρτης τάξεως διὰ τῆς προαγωγῆς των εἰς πρώτης καὶ δευτέρας.
§173Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι, ἂν ἤθελεν ἐν τῷ ἄρθρῳ προταχθῆ ἡ προαγωγὴ τῆς κατατάξεως, ἴσως ἤθελεν ἱκανοποιεῖσθαι περισσότερον τὸ σύνολον, τὸ ὁποῖον πανταχόθεν ἐνδείκνυται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀρθῶς δὲν θέλει νὰ ἐπιτραπῇ νὰ πληρωθῶσιν αἱ θέσεις τῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως ἐργατῶν διὰ προαγωγῆς τῶν γʹ καὶ δʹ τάξεως, διότι δὲν ἔχουσι τὰ προσόντα· ὅταν ὅμως ἔχωμεν ἱκανοὺς γʹ καὶ δʹ τάξεως, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, ἀφοῦ ἅπαξ δεχόμεθα νὰ κατατάξωμεν ἔξωθεν, νὰ μὴ προηγῆται τὸ δικαίωμα αὐτῶν, ὅπως προαχθῶσι· δηλαδὴ ὁ δʹ τάξεως νὰ γείνῃ γʹ, ὁ μαθητευόμενος δʹ, καὶ τότε, ἐὰν μείνωσι θέσεις κεναὶ, τὰς ὁποίας θεωροῦμεν ἀναγκαίας, νὰ δεχώμεθα ἄλλοθεν.
§174Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, πάντοτε, ὁσάκις ὑπάρχωσιν ἐργάται ἔχοντες τὰ προσόντα νὰ προαχθῶσι, δὲν ἐπιτρέπεται ἔξωθεν ἡ εἰσαγωγὴ, καὶ μόνον ὅταν δὲν ὑπάρχωσιν ἐργάται ἔχοντες τὰ προσόντα πρὸς προαγωγὴν, προσλαμβάνονται ἔξωθεν.
§175Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι, προκειμένου περὶ ἐργατῶν γʹ καὶ δʹ τάξεως, πρέπει αὐτοὶ νὰ προαχθῶσι, καὶ ἂν δὲν ἔχωσι τὰ προσόντα· δηλαδὴ ὁ δʹ τάξεως νὰ γείνῃ γʹ, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ ἀποκτήσει τὰ προσόντα. Διατὶ, ἀντὶ νὰ προσλαμβάνωνται ἔξωθεν ἐργάται, νὰ μὴ προάγωνται οἱ ὑπάρχοντες ἐκ τῆς δʹ τάξεως εἰς τὴν γʹ;
§176Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἔξωθεν προσλαμβανόμενος, ἔχων τὰ προσόντα, θὰ ἐξετασθῇ, καὶ ἂν ἐπιτύχῃ, τότε θὰ προσληφθῇ.
§177Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τίνα περισσότερα προσόντα ἔχει ὁ ἔξωθεν εἰσαγόμενος; Ὁ ὑπάρχων, διὰ νὰ καταταχθῇ, τὰ εἶχε.
§178Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος· εἶναι ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία, καὶ μόνον ὅταν οἱ ἐργάται γʹ καὶ δʹ τάξεως ἔχωσι τὰ προσόντα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προσληφθῶσιν ἔξωθεν.
§179ΕΛΕΥΘ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι καλὸν εἶναι, ὅλαι αἱ τάξεις, πρώτης, δευτέρας καὶ τρίτης, νὰ μὴ δύνανται νὰ ἔρχωνται ἔξωθεν, μόνον δὲ διὰ τῆς προαγωγῆς τῶν ὑπαρχόντων τρίτης καὶ δʹ τάξεως νὰ συμπληρῶνται τὰ κενά. Παράδειγμα ἔχω τὴν στρατιωτικὴν μουσικήν· δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταταχθῇ τις μουσικὸς πρώτης, δευτέρας, τρίτης ἢ τετάρτης τάξεως. Θὰ ἔλθῃ νὰ καταταχθῇ μαθητευόμενος, καὶ ἀπὸ μαθητευομένου προάγεται εἰς τὴν ἀμέσως ἀνωτέραν θέσιν. Πρέπει λοιπὸν, διὰ νὰ παρεμποδίσωμεν τὰς παρανομίας,—διότι εἴμεθα Ρωμηοὶ καὶ τὰ γνωρίζομεν· λαμβάνετε ἕνα ἰδικόν σας καὶ τῷ λέγετε: «ἔλα νὰ καταταχθῇς τρίτης τάξεως καὶ νὰ σὲ προαγάγω εἰς τὴν δευτέραν»,—πρέπει, λέγω, νὰ ὑπηρετῇ ἕκαστος τεχνίτης 2 καὶ 3 ἔτη εἰς μίαν τάξιν, καὶ τότε νὰ προάγηται εἰς ἄλλην. Διατὶ εἷς τεχνίτης τρίτης τάξεως νὰ ὑπηρετῇ ἐπὶ ἔτη, καὶ νὰ ἔρχηται κατόπιν ἄλλος νὰ δίδῃ ἐξετάσεις καὶ νὰ καταλαμβάνῃ τὴν θέσιν;
§180Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο, διότι τὸ ἀπαγορεύει ὁ νόμος ὁ ἰσχύων.
§181ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει κατ’ οὐδένα λόγον νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἔξωθεν πρόσληψις.
§182Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ περιττοῦ, κατ’ ἐμὲ, τούτου νομοσχεδίου παρατείνεται ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐλπίζω ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ πεισθῇ, ὅτι καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καλῶς θὰ πράξῃ, ἂν ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετηθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα διατυπωθῇ καλλίτερον· διότι εἶμαι ἀντίθετος πρὸς τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἔκαμε παρατηρήσεις· εἰς ταύτας ἀπήντησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, εἰπὼν ὅτι βεβαίως προτιμῶνται, δυνάμει τοῦ κειμένου νόμου, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, εἶναι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ πρόκειται νὰ προαχθῶσιν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἐξακολουθεῖ ὑπάρχουσα, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ μνημονεύσητε αὐτῆς ἐνταῦθα, καὶ δὴ κατὰ τρόπον οὐχὶ ἐπιτυχῆ; Διότι τὸ νομοσχέδιον λέγει «διὰ τῆς κατατάξεως ἢ τῆς προαγωγῆς τῶν τεχνιτῶν τρίτης ἢ τετάρτης τάξεως». Ἄρα ὑπάρχει νέα διάταξις, ἡ ὁποία δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τροποποιοῦσα τὴν διάταξιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καὶ δίδουσα δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν θέσεων διὰ κατατάξεως· καὶ ἐπειδὴ ἡ κατάταξις ἔρχεται ὡς πρώτη, δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς συμπλήρωσιν τῶν θέσεων διὰ κατατάξεως. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἰδέα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἦναι ὀρθὴ, ὅτι ἐξακολουθοῦσιν ἰσχύουσαι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, πρὸς τί νὰ προστεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι συμπλήρωσις θέσεων γίνεται διὰ προαγωγῆς τῶν τρίτης καὶ τετάρτης τάξεως; Ἰσχυούσης τῆς διατάξεως τοῦ ἰσχύοντος νόμου, δικαιωματικῶς αὐτοὶ προάγονται· πρὸς τί νὰ ἐπαναλαμβάνηται καὶ ἐνταῦθα; Ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις γεννᾶται ἐκ τῆς κακῆς, κατ’ ἐμὲ, διατυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὑπέβαλον εἰς ὑμᾶς, ὅπως σκεφθῆτε ἐπ’ αὐτῶν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη εἶναι.
§184Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τρίτη εἶναι; Ὥστε δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ κατ’ ἐμὲ περιττοῦ τούτου νομοσχεδίου· διότι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι, ὅτι ἔχετε δαπάνην θετικὴν, σταθερὰν καὶ μόνιμον 20,000 δραχμῶν ἐτησίως, ἀντὶ τῆς δαπάνης ἴσου ποσοῦ, ἡ ὁποία θὰ ὑπάρχῃ, μόνον ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀνάγκη. Διότι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ αὔριον μία ἀνάγκη, ἡ ὁποία νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρόσληψιν μονίμων ἐργατῶν, ἡ ἀνάγκη δ’ αὐτὴ νὰ ἐκλείψῃ μετὰ παρέλευσιν δύο ἢ τριῶν μηνῶν, καὶ ἐν τούτοις θὰ ἔχητε μίαν σταθερὰν δύναμιν ἀνωτέραν, προκαλοῦσαν δαπάνην 20,000 δραχμῶν ἐτησίως, ἐνῷ θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ τοῦ ἰσχύοντος συστήματος νὰ καλύψητε τὴν ἀνάγκην τὴν προσωρινῶς παρουσιαζομένην, καὶ ν’ ἀπαλλαγῆτε τῆς δαπάνης μετὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῆς ἀνάγκης ταύτης. Ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι σκέψις ἀφορῶσα ὑμᾶς. Ἐγὼ τοῦτο μόνον παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης τῶν λέξεων «ἢ τῆς προαγωγῆς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ τεχνίτου γʹ καὶ δʹ τάξεως» εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπονοηθῇ, ὅτι μεταβάλλεται ἡ διάταξις ἡ ἰσχύουσα, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθῇ, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς κατατάξεως εἶναι ἀπόλυτον, καὶ ἐπειδὴ μάλιστα τίθεται ἡ λέξις «κατατάξεως» πρὸ τῆς λέξεως «προαγωγῆς», εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάταξιν ἀνεξαρτήτως τῆς προαγωγῆς.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλαι αὐταὶ αἱ παρατηρήσεις ἀποβλέπουσιν εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον.
§186Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπιτρέψατε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 2, θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ὑποβάλωσι τὰς τροπολογίας των.
§188Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχομεν δυσκολίαν.
§189ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις γίνεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀναβολῆς, ἣν οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ἀνεκάλεσαν. Πρόκειται ἑπομένως νὰ καταδείξωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἀναβολῆς ἐπρόκειτο νὰ ἐπιτύχωμεν, τουτέστι τὴν καλλιτέραν διασκευὴν ὁλοκλήρου τοῦ νομοσχεδίου. Κατεδείχθη ἤδη, μετὰ τὰς σαφεῖς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ συνταχθῇ τὸ νομοσχέδιον· διότι, ὅπως εἶναι συντεταγμένον, δίδει χώραν εἰς παρερμηνείας.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον πάντοτε.
§191Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δύναται νὰ ψηφισθῇ ἡ ἀρχή. Τίς ὁ λόγος νὰ μὴ ψηφισθῇ;
§192ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ λόγος, κύριε Πρόεδρε, εἶναι, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὸ ἀναβάλῃ διὰ τὴν αὔριον, ὅπως τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον.
§193Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι! Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συζητῶμεν αἰωνίως τὸ ἴδιον νομοσχέδιον.
§194ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ψηφιζομένου τοῦ πρώτου ἄρθρου, δὲν θὰ ἦτο πρέπον νὰ μετασχηματίσωμεν τὸ δεύτερον ἄρθρον. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁμιλοῦμεν ἐν τῇ ἀρχῇ περὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν ἀναβολήν· ἡμεῖς ὑποχωροῦμεν, καὶ ἀναμένομεν τὸ δεύτερον ἄρθρον, διὰ νὰ ὑποβάλωμεν τὰς τροπολογίας.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ· ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§196Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ μακραὶ συζητήσεις οὐδένα λόγον ἔχουσι. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, κατ’ οὐδὲν ἕτερον νεωτερίζει ἢ μόνον κατὰ τὴν προσθήκην 16 νέων τεχνιτῶν· καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα μένει ἐν ἰσχύϊ ἡ κρατοῦσα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νομοθεσία.
§197Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· δὲν ἔχει οὕτω.
§198Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ δεύτερον ἄρθρον τὸ συζητοῦμεν.
§199Π. ΓΚΙΚΑΣ. «Διὰ κατατάξεως ἢ διὰ προαγωγῆς» ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον. Θέλετε νὰ φέρητε πρώτην τὴν προαγωγήν; εἶναι ἀδιάφορον. Τὴν κατάταξιν καὶ τὴν προαγωγὴν τὴν κανονίζουσιν οἱ νόμοι οἱ ὑφιστάμενοι. Οὐδεὶς δύναται νὰ προαχθῇ, ἂν δὲν ἔχῃ συμπληρώσει διετίαν, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ πρότασις περὶ προαγωγῆς αὐτοῦ· δὲν δύνανται δὲ νὰ καταταχθῶσιν ἔξωθεν, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ πρότασις τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Αἱ διατάξεις αὗται μένουσιν ἐν ἰσχύϊ, διότι εἰς τὸ νομοσχέδιον δὲν γίνεται λόγος περὶ καταργήσεως τοῦ ὑφισταμένου νόμου. Θέλετε νὰ τὸ καθορίσητε καλλίτερον; Δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ κατάταξις καὶ ἡ προαγωγὴ γίνεται συμφώνως πρὸς τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν. Εἶναι τόσον καθαρὸν τὸ δεύτερον ἄρθρον, ὥστε ἀπορῶ, πῶς γίνεται τόση συζήτησις.
§200ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω κατὰ τί νεωτερίζει τὸ νομοσχέδιον; νεωτερίζει, κύριε συνάδελφε, κατὰ τοῦτο.
§201Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ὅτι προσθέτει 10 μαθητευομένους ἀμίσθους.
§202ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν προσθέτει μόνον 8 καὶ 8 τεχνίτας, καὶ μαθητευομένους 10, δὲν νεωτερίζει μόνον κατὰ τὰ τρία ταῦτα, νεωτερίζει καὶ κατὰ τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν εἶναι ὀρθόν· δὲν ἐπιτρέπει πλέον τὴν κατάταξιν τεχνιτῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως ἔξωθεν, ἐνῷ ὁ σήμερον ἰσχύων νόμος ἐπιτρέπει τοῦτο. Ἰδοὺ ὁ νεωτερισμός· ἀλλ’ ὁ νεωτερισμὸς οὗτος εἰσήχθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε καθ’ ἡμᾶς δίδει ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις σπουδαίας.
§203Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ τὸ διορθώσωμεν.
§204Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἀπ’ ἐναντίας διὰ τῆς πρώτης διατάξεως δὲν ἐπιτρέπεται κατάταξις αʹ καὶ βʹ τάξεως τεχνιτῶν, δεσμεύονται δ’ οὕτως αἱ χεῖρες τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐνῷ πρότερον ἠδύνατο νὰ κατατάξῃ αʹ καὶ βʹ τάξεως τεχνίτας, σήμερον ἀπαγορεύεται τοῦτο. Ἐπειδὴ δὲ πιθανὸν νὰ μένωσι καὶ κενὰ εἰς τοὺς αʹ καὶ βʹ τάξεως τεχνίτας, αὐτὰ τὰ πληροῖ διὰ τῆς κατατάξεως γʹ καὶ δʹ τάξεως τεχνιτῶν. Ὁ ἀριθμὸς δὲ οὐδόλως μεταβάλλεται· δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ οὐδὲ ἕνα ἐπὶ πλέον τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ὡρισμένου. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ὅτι θὰ προάγωνται οἱ ἔξωθεν εἰσαγόμενοι· διότι ὁ ἔξωθεν εἰσαγόμενος, διὰ νὰ προαχθῇ, πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ δύο ἔτη καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἐξετάσεις. Ὑποθέσατε, ὅτι εἷς τεχνίτης εἶναι κατατεταγμένος πρὸ τριῶν μηνῶν, καὶ ἔρχεται ἄλλος καὶ κατατάσσεται μετὰ τρεῖς μῆνας. Διατὶ νὰ προτιμηθῇ οὗτος; Οὐδὲ ὁ εἷς οὐδὲ ὁ ἄλλος δύναται νὰ προαχθῇ, ἂν δὲν συμπληρώσῃ δύο ἔτη, καὶ δὲν εὐδοκιμήσῃ κατὰ τὰς ἐξετάσεις, ἑπομένως δὲν εἶναι φόβος νὰ προαχθῶσιν οἱ ἔξωθεν εἰσαγόμενοι, προτιμώμενοι τῶν ἄλλων.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§206Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εὑρίσκω ματαίαν τὴν γενομένην συζήτησιν, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος εἶπεν. Ἀκριβῶς τὸ ἐπιζήμιον τοῦ νομοσχεδίου ἔγκειται εἰς τὴν κατάταξιν 16 τεχνιτῶν, ὡς ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι κατεδείξαμεν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐπιβαρύνεται μὲ 20,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος· ἀναλαμβάνει τὸ Δημόσιον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δίδῃ 20,000 δραχμὰς εἰς τὰ συνεργεῖα τοῦ Ναυστάθμου διὰ μισθοτροφοδοσίαν τῶν κατατασσομένων ἐργατῶν, καὶ τούτου ἕνεκα εἴμεθα κατ’ ἀρχὴν ἐναντίοι τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν γενομένην συζήτησιν περὶ τῆς κατατάξεως καὶ προαγωγῆς τῶν τεχνιτῶν, ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν κατάταξιν καὶ ἐνισχύσωμεν τὴν προαγωγήν, διορθουμένης τῆς λέξεως «κατατάξεως», ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροποποίησιν· νὰ τεθῇ: «διὰ τῆς προαγωγῆς καὶ τῆς κατατάξεως ἐν ἀπολύτῳ ἐλλείψει τῶν προβιβασίμων». Τότε νομίζω, ὅτι τὰ πράγματα ἔρχονται εἰς τὴν φυσικὴν αὐτῶν θέσιν.
§207Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ λέγει ὁ ἰσχύων νόμος. Ἔχω προσθήκην «κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους», ὅτι δηλ. δὲν θὰ κατατάσσωνται ἔξωθεν παρὰ μόνον, ὅταν δὲν ὑπάρχωσιν οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα τῆς προαγωγῆς.
§208Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε θὰ προηγῶνται ἐξετάσεις τῶν ὑπηρετούντων νῦν, καὶ ὅταν αὐτοὶ δὲν κριθῶσιν ἱκανοί, τότε θὰ ἔρχωνται ἔξωθεν ἄλλοι πρὸς συμπλήρωσιν.
§209Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως αὐτὸ ἐννοεῖ.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§211ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§212Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἔχω τροπολογίαν. Μετὰ τὰς λέξεις «ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας» προτείνω νὰ προστεθῇ «καὶ συμφώνως μὲ τοὺς ἰσχύοντας νόμους διὰ προαγωγῆς ἢ διὰ κατατάξεως». Προηγεῖται τὸ «διὰ προαγωγῆς».
§213Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἁπλούστερον ἴσως θὰ ἦτο, ἂν ἐτροποποιεῖτο ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 2. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπ’ εὐθείας κατάταξις τεχνιτῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως· ἐὰν ὅμως αἱ κεναὶ θέσεις τούτων δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ συμπληρωθῶσι διὰ τῆς προαγωγῆς τῶν ὑπαρχόντων, ὡς μὴ κεκτημένων τὰ νόμιμα προσόντα, ἐπιτρέπεται νὰ πληρωθῇ ἴσος ἀριθμὸς θέσεων τεχνιτῶν γʹ καὶ δʹ τάξεως, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου».
§214ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀκριβέστερον.
§215Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ὁρίσητε οὔτε κατάταξιν οὔτε προαγωγήν. Καὶ τότε ἔχετε καὶ τὰς ἐξετάσεις.
§216Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐὰν πρόκηται νὰ ἦναι ἡ ἰδία ἔννοια, διατὶ νὰ μὴ συμπεριλάβωμεν καὶ τοὺς μαθητευομένους;
§217Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§218Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν προσθέτω τὴν φράσιν «ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας καὶ συμφώνως μὲ τοὺς ἰσχύοντας νόμους διὰ τῆς προαγωγῆς ἢ κατατάξεως εἰς τὸν βαθμὸν τεχνιτῶν γʹ καὶ δʹ τάξεως καὶ εἰς τοὺς μαθητευομένους τῶν διαφόρων τάξεων». Ἡ ἔννοια εἶναι πλήρης.
§219Ι. Θ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τεθῇ γενικὴ ἀπαγορευτικὴ διάταξις διὰ τοὺς ξένους· διότι ἄλλως οὐδεὶς ἐκ τῶν τοῦ ἐργοστασίου θὰ δύναται νὰ προβιβασθῇ.
§220Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· διότι οὕτω θὰ κλείσωμεν τὰ ἐργοστάσια.
§221Ι. Θ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Πέρυσιν ἀκριβῶς ἐγένετο διαγωνισμός. Οὐδεὶς ἔχει τὰ προσόντα.
§222Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι πλήρης ὁ ἀριθμός. Δὲν ὑπάρχει κανὲν κενόν.
§223Ι. Θ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Μετὰ δύο ἔτη μόνον θὰ ἔχωσι προσόντα.
§224Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσιν ἐργάται, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι προσόντα.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ τροπολογίαι.
§226Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ «καὶ εἰς μαθητευομένους» δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ κατανοήσωμεν.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκφρασις βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθή. Θέλει νὰ εἴπῃ «καὶ διὰ μαθητευομένων».
§228Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). «Εἰς τὸν βαθμὸν τεχνιτῶν γʹ καὶ δʹ τάξεως καὶ εἰς μαθητευομένους διαφόρων τάξεων». Εἶναι διάφοροι τάξεις. Νὰ τεθῇ: «Εἰς τὸν βαθμὸν τῶν τεχνιτῶν γʹ καὶ δʹ τάξεως καὶ εἰς τὰς διαφόρους τάξεις τῶν μαθητευομένων».
§229Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 2 ἀκριβέστερον δύναται νὰ ἔχῃ ὡς ἑξῆς; «Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπ’ εὐθείας κατάταξις τεχνιτῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως. Ἐὰν ὅμως αἱ κεναὶ θέσεις τούτων δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ συμπληρωθῶσι διὰ τῆς προαγωγῆς τῶν ὑπαρχόντων, ὡς μὴ κεκτημένων τὰ νόμιμα προσόντα, ἐπιτρέπεται νὰ πληρωθῇ ἴσος ἀριθμὸς θέσεων, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, διὰ τεχνιτῶν γʹ καὶ δʹ τάξεως καὶ μαθητευομένων, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου.»
§230Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλετε δόξαν φιλολογικήν;
§231Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν θέλω καμμίαν δόξαν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶναι ἀκριβεστέρα ἡ ἰδική σας διατύπωσις, ἂς γείνῃ δεκτή, νὰ τελειώνωμεν. Ἐγὼ δὲν θέλω ἄλλο παρὰ νὰ μὴ διαιωνίζωμεν τὰς συζητήσεις. Δὲν θέλετε αὐτό; θέλετε τὸ ἰδικόν σας; ψηφίσατε τὸ ἰδικόν σας.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, προσέξατε! Ἰδοὺ πῶς θὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 2. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπ’ εὐθείας κατάταξις τεχνιτῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως. Ἐὰν ὅμως αἱ κεναὶ θέσεις τούτων δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ συμπληρωθῶσι διὰ τῆς προαγωγῆς τῶν ὑπαρχόντων, ὡς μὴ κεκτημένων τὰ νόμιμα προσόντα, ἐπιτρέπεται νὰ πληρωθῇ ἴσος ἀριθμὸς θέσεων, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, διὰ τεχνιτῶν γʹ καὶ δʹ τάξεως καὶ διὰ μαθητευομένων τῶν διαφόρων τάξεων, κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§233Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἓν τρίτον ἄρθρον, ἐὰν τὸ ἐγκρίνῃ.
§234Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶναι ὅλως διόλου διάφορον. Θὰ τὸ μελετήσω, καὶ θὰ ἴδω.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην καὶ τελευταίαν ἀνάγνωσιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 8,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 113,434.58 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 27,218.75 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 15,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§236ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, κατ’ ἀπαίτησιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Μαντινείας, ὁ ὁποῖος δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἔφερα πάσας τὰς πληροφορίας τὰς ἀφορώσας τὴν αἴτησιν τῆς πιστώσεως ταύτης. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων προκύπτει, ὅτι 5,000 δραχμαὶ μόνον διενεμήθησαν εἰς τοὺς ἀπορωτέρους τῶν κτηνοτρόφων, αἱ δὲ λοιπαὶ 10,000 ἐπεστράφησαν. Ἐπειδὴ ὅμως, κατὰ λογιστικὴν ἀνάγκην, — διότι τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου — ἐχρειάσθη νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ, διὰ τοῦτο ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται.
§237ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἄρα ἐξεδόθη ἔνταλμα.
§238Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μοὶ συγχωρεῖτε μίαν ἐρώτησιν; Χωρὶς νὰ σᾶς κατακρίνω οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον δι’ ὅ,τι ἐπράξατε σχετικῶς πρὸς τὴν πίστωσιν ταύτην, θὰ ἐζήτουν μίαν πληροφορίαν· τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὸ ἐνέκρινεν αὐτὸ τὸ ἔνταλμα;
§239Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξεδόθη πρῶτον ἔνταλμα;
§240ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἐξεδόθη.
§241ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τότε δὲν χρειάζεται ὁλόκληρον τὸ ποσόν.
§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰσήχθη ὅμως εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ ὑπόλοιπον ποσόν, καὶ ἀνεγράφη ὡς ἔσοδον.
§243ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ ταμίας δι’ ἁπλῆς ὑπουργικῆς διαταγῆς ἐχορήγησε τὴν πίστωσιν ταύτην διὰ μιᾶς, εἶναι δυνατὸν τὸ ὑπόλοιπον τῶν 10,000 δραχμῶν νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ, καὶ ἑπομένως δὲν ἀπαιτεῖται πίστωσις παρὰ μόνον διὰ τὰς 5,000.
§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξεδόθη τακτικὸν γραμμάτιον ἐπὶ τῇ βάσει δρ. 10,000.
§245Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἐκδοθῇ γραμμάτιον, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἔνταλμα.
§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ διαταγῆς ὁ ταμίας παρέδωκε 15,000. Ὁ νομάρχης ἐπέστρεψε τὰς 10.000, καὶ ἐξέδωκε γραμμάτιον ὁ ταμίας διὰ τὰς 10,000. Ἑπομένως εἶναι ἔξοδα 5,000 καὶ ἔσοδα 10,000.
§247Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν χρειάζεται καμμία πιστοχρέωσις. Ἐπεστράφησαν 10,000, ἄρα μένουν 5,000.
§248Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μία τροπολογία εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ περιορισθῇ τὸ ποσὸν εἰς 5,000 μόνον.
§249Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι γνώμη σας αὐτή.
§250Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μάλιστα. Τὸ ποσὸν τῶν 10,000 δὲν ἐδαπανήθη, οὔτε πρόκειται νὰ δαπανηθῇ, ἀφοῦ παρῆλθεν ἡ ἀνάγκη, δι’ ἣν προωρίσθησαν αἱ 15,000.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ὁρίστε, κύριε Γεράκη, ἐὰν θέλητε νὰ ὑποβάλητε τροπολογίαν, ἵνα περιορισθῇ τὸ ποσόν.
§252Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην καὶ τελευταίαν ἀνάγνωσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 4000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς τρίτην συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 18,600 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ΑΧΝʹ νόμου τοῦ 1888 περὶ διακρίσεως καὶ ὁροθεσίας δασῶν».
§254Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ τὸ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§256Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ τὸ ἑπόμενον νομοσχέδιον, τὸ «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν παραλίων τοῦ Κράτους», παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἐπίσης, διότι πρόκειται νὰ εἰσαγάγω τροποποιήσεις τινάς.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀναβάλλεται καὶ αὐτό. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπεβλήθη τροπολογία ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ψαρῶν κ. Ι. Βρατσάνου, ἥτις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 421). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§258Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον «περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας» προφανῶς ὑπηγορεύθη ὑπὸ τοῦ συστήματος τῶν οἰκονομιῶν, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸν κύριον ὅρον τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπιδιώξει τῶν οἰκονομιῶν εἰς τὸν κλάδον τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας, τῇ εἰσηγήσει, ὑποθέτω, τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ὑπέλαβεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ προβάλῃ δι’ αὐτοῦ καὶ διατάξεις περὶ μεταβολῆς τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων περὶ ταμείων καὶ ὑποταμείων. Δέον ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τὰς δύο αὐτοῦ ἐπόψεις, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν οἰκονομιῶν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν εἰσαγομένων τροποποιήσεων εἰς τὴν ὑφεστῶσαν νομοθεσίαν περὶ τοῦ ταμιακοῦ κλάδου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς οἰκονομίας, τὰς ἐπιδιωκομένας διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐκ προοιμίου παρατηρῶ, ὅτι φαίνονται τῷ ὄντι οἰκονομίαι τινὲς ἐπαγόμεναι διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰς δαπάνας τὰς μέχρι τοῦδε καταβαλλομένας διὰ τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ αὗται θέλουσιν ὑπερκαλυφθῆ ἐκ τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ἐπάγονται εἰς τὰ δημόσια ἔσοδα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον, ὅπως θέλω, προβαίνων εἰς τὴν συζήτησιν, ἀποδείξει, ὑπῆρξεν ἀτυχὴς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου. Πρωτίστως ὅμως δέον νὰ ἐξετασθῇ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο νομοσχεδίων, τοῦ τὸ πρῶτον προβληθέντος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ τοῦ τελευταῖον ὑπὸ τοῦ ἰδίου εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰσήγαγε τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, τὸ καὶ ὑπὸ συζήτησιν σήμερον διατελοῦν, εἶπεν, ὅτι μελέται μᾶλλον ἐπισταμέναι, γενόμεναι ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, ἀπέδειξαν, ὅτι συμφέροντα ὑπηρεσίας σοβαρὰ ἀπῄτουν τροποποιήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ κειμένου τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, καὶ δι’ αὐτὸ, ἀντὶ νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὰς τὰς τροποποιήσεις ἰδιαιτέρως, ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο προτιμότερον νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον πλῆρες, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφονται καὶ αἱ κριθεῖσαι ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας ἀναγκαῖαι τροποποιήσεις. Δέον κατ’ ἀκολουθίαν νὰ ἐξετασθῇ, ἂν αἱ τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι εἰς τὸ νεώτερον νομοσχέδιον ἐπῆλθον, ὑπηγορεύθησαν ὄντως ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν θέλω ἐξετάσει τὰς ἐπουσιώδεις μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον διὰ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου, διότι δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν· περιορίζομαι δὲ εἰς τὰς κυριωτέρας μεταξὺ αὐτῶν. Εἰς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, ἄρθρον 29, ἀναγράφεται διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγινώσκει) «οἱ ταμίαι δὲν παύονται διαρκούσης τῆς λογιστικῆς χρήσεως, εἰμὴ μόνον ἐν τῇ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 209 τοῦ ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1852 νόμου ΣΙΒʹ προβλεπομένῃ περιπτώσει, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ μετατεθῶσιν, εἰμὴ ἐὰν ἤθελον βεβαιωθῆ ἀταξίαι ἐν τῇ διαχειρίσει αὐτῶν δι’ ἐκθέσεως τοῦ ἐξελέγξαντος τὸ ταμεῖον ἐπιθεωρητοῦ ἢ ἄλλου οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου». Εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον προσετέθη, ὅτι πλὴν τῶν ταμιῶν δὲν παύεται καὶ «ὁ παρὰ τῷ ταμείῳ τοῦ σφραγιστοῦ ἐν γένει χάρτου πρῶτος γραμματεὺς ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου χαρτοσήμου καὶ λοιπῶν ἐνσήμων.» Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ταμίας, ἐννοῶ τὸν λόγον, οὗ ἕνεκεν ἐκρίθη ἀναγκαία ἡ ἀπαγόρευσις τῆς παύσεως ἢ μεταθέσεως, διαρκούσης τῆς χρήσεως· ὁ λόγος ἀνάγεται εἰς τὴν ἀποφυγὴν τῆς ἐπερχομένης ἀνωμαλίας εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν καὶ τὸν ἔλεγχον αὐτῆς. Δὲν ἐννοῶ ὅμως, διατί νὰ περιληφθῇ μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ γραμματεὺς τοῦ ταμείου τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἕτερα καθήκοντα, εἰμὴ νὰ λαμβάνῃ παρὰ τοῦ ταμείου τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου ὡρισμένης ἀξίας καὶ διὰ τὴν ἡμερησίαν κατανάλωσιν χαρτόσημα, καὶ νὰ πωλῇ αὐτὰ λιανικῶς, ἀποδίδων εἰς τὸν ταμίαν τὸ εἰσπραχθὲν τίμημα τῶν ληφθέντων, καὶ λαμβάνων ἕτερα χαρτόσημα. Διὰ τῆς παύσεως ἢ μεταθέσεως αὐτοῦ οὐδεμία ἐπέρχεται ἀνωμαλία εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ. Δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ τὸ λεχθὲν ὑπὸ ἁρμοδίων προσώπων, ὅτι θεραπεία προσωπικοῦ συμφέροντος ὑπηγόρευσε τὴν τοιαύτην τροποποίησιν. Ἐξετάζω δευτέραν μεταρρύθμισιν, εἰσαγομένην διὰ τοῦ νεωτέρου νομοσχεδίου. Εἰς τὸ ἄρθρον 30 τοῦ πρώτου νομοσχεδίου ἀνεγράφετο διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν, «εἰς τὸν βʹ ταμίαν ἐπὶ τῶν πληρωμῶν τῶν συντάξεων Ἀττικῆς ἐπιτρέπεται ν’ ἀνατεθῇ διὰ Β. Διαταγμάτων ἡ πληρωμὴ καὶ ἄλλων ἐξόδων τοῦ Κράτους». Τὸ ἄρθρον 30 τοῦ πρώτου νομοσχεδίου ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ νεωτέρου, ἔχοντος ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 31. Εἰς τὸ δεύτερον ταμεῖον ἐπὶ τῶν πληρωμῶν τῶν συντάξεων Ἀττικῆς ὑπάγεται καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, εἰς ὃ θ’ ἀποστέλλωνται οἱ χρηματικοὶ κατάλογοι πρὸς βεβαίωσιν αὐτοῦ παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν· ἐπιτρέπεται δὲ εἰς τὸν διευθύνοντα τὸ ταμεῖον τοῦτο ταμίαν νὰ ἐνεργῇ εἰσπράξεις ἀπ’ εὐθείας, δι’ ἐκδόσεως διπλοτύπων ἀποδεικτικῶν εἰσπράξεως παρὰ τῶν φορολογουμένων, ἐν ἐλλείψει ὑποταμίου, ἐκδίδων ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς τὰ προσήκοντα γραμμάτια παραλαβῆς, καὶ συνάπτων ἐν τοῖς γραμματίοις παραδόσεως ἀποσπάσματα ἐκ τῶν στελεχῶν τῶν διπλοτύπων εἰσπράξεως. Ἐκ τῶν ἀνηκόντων τῷ μνησθέντι ταμίᾳ ποσοστῶν ἐκ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἢ τῶν ἀποδιδομένων αὐτῷ ἐκ τῶν ποσοστῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸν παρ’ αὐτῷ τυχὸν διορισθησόμενον ὑποταμίαν καὶ τοὺς εἰσπράκτορας οὐδὲν ἀποδίδοται ποσοστὸν εἰς τοὺς λοιποὺς ἐνταῦθα ταμίας, τοὺς ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 28 μνημονευομένους, καὶ τὸν παρὰ τῷ ταμείῳ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου γραμματέα ἐπὶ τῆς λιανικῆς πωλήσεως τοῦ χαρτοσήμου.» Εἶναι ἀνάγκη νὰ γινώσκῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι διὰ τοῦ πρώτου καὶ δευτέρου νομοσχεδίου δημιουργεῖται ἓν νέον ταμεῖον, τὸ δεύτερον ταμεῖον τῶν πληρωμῶν ἐπικληθὲν, εἰς ὃ ἀνατίθεται ἡ πληρωμὴ τῶν συντάξεων. Μέχρι τοῦδε εἷς γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ ἐπιμισθίῳ ἐξεπλήρου τὰ καθήκοντα τῆς πληρωμῆς τῶν συντάξεων. Οὗτος δὲ δὲν ἀπασχολεῖ πάντα τὸν χρόνον αὐτοῦ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν συντάξεων, ἀλλ’ ἐργάζεται τὸ πλεῖστον εἰς τὸ κύριον αὐτοῦ ἔργον. Τώρα δημιουργεῖται δεύτερον ταμεῖον τῶν πληρωμῶν, εἰς ὃ θὰ γίγνηται ἡ πληρωμὴ τῶν συντάξεων. Ἄλλως ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ τὸ μέτρον αὐτό, διότι ὅ τε Κεντρικὸς ταμίας καὶ ὁ ταμίας τῶν πληρωμῶν ἐπιβαρύνονται μὲ τόσας ἀσχολίας, ὥστε ἠδύνατο νὰ ἀφαιρεθῇ τμῆμά τι τῶν ἐπιβαρυνουσῶν τοὺς ταμίας τούτους ἀσχολιῶν, καὶ νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ δημιουργούμενον δεύτερον ταμεῖον τῆς πληρωμῆς τῶν συντάξεων. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ὑπῆρχεν, εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον ἀνατίθεται εἰς τὸ Βʹ ταμεῖον τῶν πληρωμῶν ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Ἔχει ἐν πρώτοις τι τὸ σόλοικον νὰ ἀποκαλῆται ταμίας ἐπὶ τῶν πληρωμῶν, καὶ ν’ ἀνατίθηται αὐτῷ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν· ἀλλ’ ἔχει καί τι τὸ οὐσιαστικῶς ἄτοπον καὶ ἀσυμβίβαστον πρὸς τοὺς νόμους, τοὺς ὁρίζοντας τὰς ἀποδοχὰς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐάν τις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, πόσα εἶναι τὰ ποσοστὰ τὰ ἀποδιδόμενα τῷ ὑποταμίᾳ κατὰ τὸν νόμον ἐπὶ τῶν εἰσπραττομένων ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ἂν λάβῃ συνάμα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ ταμίας οὗτος ἔχει μισθὸν ταμίου γʹ τάξεως ἐκ δραχμῶν 180 μηνιαίως, καὶ ἂν τέλος λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ ταμίας οὗτος μετέχει τῶν ποσοστῶν, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τοῦ ταμείου τῶν εἰσπράξεων καὶ τοῦ ταμείου τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου, θὰ εὕρῃ, ὅτι ὁ μέλλων νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν ταύτην ἔσεται προνομιοῦχος ὑπάλληλος. Θὰ λαμβάνῃ ὡς ταμίας γʹ τάξεως μισθὸν δραχμὰς 180 μηνιαίως, ἤτοι ἐτησίως δραχμὰς 2160· θὰ λαμβάνῃ ἐκ τῆς μετοχῆς εἰς τὰ ποσοστὰ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἄλλων ἐνταῦθα ταμείων κατ’ ἐλάχιστον ἐτησίως 3,600 δραχμάς· θὰ λαμβάνῃ ποσοστὸν 1% ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν — ὅστις ἀνέρχεται κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἰς δραχμὰς 1,600,000, — δραχ. 16,000· ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχμὰς 21,760. Ἐὰν ἀφαιρεθῇ τὸ ⅒ ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, τὸ ἀνῆκον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἐφορίας, θὰ λαμβάνῃ περίπου 20,000. Ὁ Κεντρικὸς ταμίας, οὗ αἱ ἀσχολίαι καὶ αἱ εὐθῦναι δὲν δύνανται νὰ συγκριθῶσι πρὸς τὰς τοῦ βʹ ταμίου τῶν πληρωμῶν, λαμβάνει τοιαύτην ἀμοιβήν; Ἀληθῶς ἡ ἐργασία τῆς πληρωμῆς τῶν συντάξεων δὲν δικαιολογεῖ τὴν δημιουργίαν ἑνὸς ταμείου, ἔστω καὶ γʹ τάξεως. Ὑπάρχουσιν ὅμως τόσον πολλαὶ αἱ ἐργασίαι τοῦ Κεντρικοῦ ταμίου καὶ τοῦ πρώτου ταμίου τῶν πληρωμῶν καὶ τοῦ ταμίου τῶν εἰσπράξεων, ὥστε δύναται καὶ πρέπει ἓν τμῆμα τῶν ἐργασιῶν τούτων ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸν δεύτερον ταμίαν τῶν πληρωμῶν τῶν συντάξεων. Ἡ εἰς τὸ ταμεῖον τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐσόδων Ἀττικῆς προσθήκη τῆς ἐξοφλήσεως τῶν ἐκδιδομένων ὑπ’ αὐτοῦ γραμματίων παρακαταθηκῶν, δὲν εἶναι ἔργον μικρόν. Τὰ ἐκδιδόμενα ὑπ’ αὐτοῦ τοιαῦτα γραμμάτια ἀνέρχονται μέχρι 3000, προέρχονται δὲ πολλὰ τούτων ἐκ κατασχέσεων, ἢ ἐπιβάλλονται ἐπὶ πολλῶν ἐξ αὐτῶν κατασχέσεις, ἐπαυξάνουσαι τὰς δυσχερείας τῆς ἐξοφλήσεως. Τὰ γραμμάτια τῶν δημοτικῶν παρακαταθηκῶν, τὰ συμψηφιζόμενα ἀπέναντι τῶν προκαταβαλλομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς μισθοὺς δημοδιδασκάλων, κατ’ ἀνάγκην δέον νὰ ἐξοφλῶνται ὑπὸ τοῦ αʹ ταμείου τῶν πληρωμῶν Ἀττικῆς, παρ’ οὗ καὶ προκαταβάλλονται οἱ μισθοὶ τῶν δημοδιδασκάλων καὶ τὰ λοιπὰ ἔξοδα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τοῦτο, πλὴν τῶν γραμματίων τούτων, πάντων τῶν λοιπῶν ἡ ἐξόφλησις πρέπει ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Βʹ ταμεῖον τῶν πληρωμῶν Ἀττικῆς, ἀντὶ ν’ ἀνατεθῇ εἰς τοῦτο ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν. Εἰς τὸ αὐτὸ ταμεῖον ἠδύνατο ν’ ἀνατεθῶσι καὶ ἄλλα ἔξοδα, πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ Κεντρικοῦ ἰδίως ταμίου, ὅστις τυγχάνει λίαν βεβαρημένος, καὶ ἐξ οὗ τὰ ἐπουσιωδέστερα ἔξοδα ἠδύναντο ν’ ἀνατεθῶσιν εἰς τὸ Αʹ ταμεῖον τῶν πληρωμῶν, ἐκ τούτου δὲ ἕτερα ἔξοδα εἰς τὸ Βʹ ταμεῖον τῶν πληρωμῶν. Δὲν ἔχω λόγους νὰ ὑποθέσω, ὅτι λόγος προσωπικὸς ὑπηγόρευσε τὴν εἰσαχθεῖσαν εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον διάταξιν περὶ ἀναθέσεως τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν εἰς τὸν βʹ ταμίαν. Εἶναι ὅμως ἀναντίρρητον, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγένετο διὰ τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου δὲν εἶναι βελτίωσις τοῦ πρώτου, ἥτις ἐπεβάλλετο ἐκ τῆς ἀνάγκης καὶ τῶν συμφερόντων τῆς ὑπηρεσίας. Πλὴν τούτου ἐγένοντο καὶ ἄλλαι μεταρρυθμίσεις, ὡς πρὸς τὴν κατάταξιν τῶν ἐσόδων διὰ τὸν κανονισμὸν τῶν ποσοστῶν. Κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, εἰς τὰς εἰσπράξεις τῶν ἰχθυοτροφείων ἐδίδετο ποσοστὸν 1%, εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον καταβιβάζεται τοῦτο εἰς ¼%. Ἐλέχθη, — ὅπερ ὅμως ἐγὼ δὲν πιστεύω, — ὅτι καὶ εἰς τοῦτο λόγος προσωπικὸς ὑπηγόρευσε τὴν μεταβολήν· ἐλέχθη, ὅτι, ὅτε συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, διετέλει ταμίας Μεσολογγίου ὁ τελευταῖον εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρώτου γραμματέως τοῦ ταμείου τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου μετατεθείς. Χάριν τούτου, ὡς ταμίου Μεσολογγίου, ἐκανονίσθησαν πλούσια τὰ ποσοστὰ ἐξ εἰσπράξεων τῶν μισθωμάτων τοῦ ἰχθυοτροφείου. Ὁ λόγος ὅμως οὗτος ἐξέλιπε. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι καὶ ἡ μεταβολὴ αὕτη δὲν ὑπηγορεύθη ὑπὸ λόγων βελτιώσεως τῶν διατάξεων τοῦ πρώτου νομοσχεδίου ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Δημοσίου ἢ τῆς ὑπηρεσίας. Πρὶν ἢ μεταβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τὰς δύο αὐτοῦ ἐπόψεις, ἐξήτασα τὰς διαφορὰς μεταξὺ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου. Νῦν ποιοῦμαι μίαν παρατήρησιν, ἥτις εἶναι μᾶλλον τυπική, ὅτι ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐσφαλμένος, διότι δὲν πρόκειται περὶ ὀργανώσεως τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων «περὶ συστάσεως ταμείων καὶ ὑποταμείων»· τοιοῦτον δὲ τίτλον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι περὶ ὀργανώσεως τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας ὑπάρχουσιν ἄλλοι νόμοι, μὴ μεταρρυθμιζόμενοι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐπιλαμβάνομαι νῦν τῆς ἐξετάσεως τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιωκομένων οἰκονομιῶν. Ἐλαττοῦται ὁ μισθὸς τοῦ ταμίου τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου ἀπὸ δραχ. 320 εἰς δρ. 280, ἤτοι ἐπέρχεται οἰκονομία 480 δραχ. ἐτησίως. Ὡς δικαιολογητικὸς τῆς ἐλαττώσεως ταύτης λόγος φέρεται, ὅτι ἡ ἐργασία αὐτοῦ, ὡς πρὸς τὴν ἀποστολὴν τῶν ἐνσήμων καὶ χαρτοσήμων εἰς τοὺς ταμίας, ἠλαττώθη αἰσθητῶς ἕνεκα τῆς ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων ἀποστολῆς τῶν ἐνσήμων πρὸς τοὺς ταμίας. Τοῦτο εἶναι ἀληθές· ἐλησμονήθη ὅμως, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς τὸν ταμίαν τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου ἀνετέθη ἐργασία ἐπίπονος, ἡ τῆς συγκεντρώσεως τῶν ἐφθαρμένων κερματίνων γραμματίων, τῆς κατατάξεως αὐτῶν εἰς πίνακας καὶ τῆς ἐξαφανίσεως αὐτῶν. Ἡ ἐργασία δὲ αὕτη εἶναι καὶ ἐπίπονος καὶ λεπτεπίλεπτος, διότι, μὴ διεξαγομένη ἀκριβῶς, δύναται νὰ βλάψῃ τὰ δημόσια συμφέροντα. Εὑρίσκω λοιπόν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ εἰς τὸν ταμίαν τοῦτον ἀποδιδομένου νῦν μισθοῦ, ὅστις θεωρεῖται καὶ γλίσχρος ἀπέναντι τῶν τόσων ἀσχολιῶν αὐτοῦ, δὲν δικαιολογεῖται. Ἡ δευτέρα οἰκονομία γίνεται ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ τοῦ παρὰ τῷ αὐτῷ ταμείῳ κλητῆρος ἀπὸ δραχ. 70 εἰς 40. Ὁ μισθὸς οὗτος τοῦ κλητῆρος τούτου ἐνομοθετήθη πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ἤτοι καθ’ ἣν ἐποχὴν αἱ βιωτικαὶ ἀνάγκαι ἦσαν ἐλάσσονες τῶν νῦν. Σημειωτέον δέ, ὅτι ὁ ταμίας τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου, ἐπειδὴ δὲν ἔχει ἄλλον ὑπάλληλον, πρέπει νὰ ἔχῃ κλητῆρα τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης του, διότι οὗτος εὑρίσκεται ἐντὸς γραφείου, ὅπου ὑπάρχουσιν ἀξίας ἀντικείμενα. Οὗτος ἐπίσης παραλαμβάνει τὰ ἐφθαρμένα κερμάτινα γραμμάτια ἀπὸ τὸ ταχυδρομεῖον καὶ τὰ μεταφέρει, ὅταν καταταχθῶσιν εἰς πίνακας, εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅπου γίνεται ἡ ἐξαφάνισις αὐτῶν. Ἀδύνατον λοιπὸν ἀντὶ δρ. 40 μηνιαίως νὰ εὑρεθῇ κλητὴρ ἐμπιστοσύνης, ἐκπληρῶν εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά του. Ἀλλὰ διατὶ ὁ μισθὸς τοῦ κλητῆρος τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου ἐκ δραχ. 70 παραμένει ἀκέραιος, τοῦ δὲ τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου ἐλαττοῦται κατὰ 30 δραχμάς; Τρίτη οἰκονομία εἶναι ὁ ὑποβιβασμὸς 7 ταμείων τρίτης τάξεως εἰς τετάρτης, καὶ ὁ ὑποβιβασμὸς τοῦ μισθοῦ τῶν ταμιῶν ἀπὸ δρ. 180 εἰς 160, ἐξ οὗ προκύπτει ἐτησίως οἰκονομία δραχ. 1680. Ὁ ὑποβιβασμὸς τῶν ταμείων τούτων δικαιολογεῖται· ἴσως μάλιστα ἔπρεπε νὰ δημιουργηθῶσι καὶ ἕτερα ταμεῖα τετάρτης τάξεως, ἀντὶ τῶν ὑποταμείων, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιοῦνται ὡς ταμίαι καὶ νὰ δοκιμάζωνται οἱ ἐκ τῶν θέσεων τῶν γραμματέων προβιβαζόμενοι. Δὲν δικαιολογεῖται μόνον ἡ ἔλλειψις γραμματέων ἢ γραφέων παρ’ οἱᾳδήποτε τάξει ταμείων, διότι πάντως πρέπει παρὰ παντὶ διαχειριζομένῳ ἓν ταμεῖον νὰ ὑπάρχῃ εἷς βοηθός. Τετάρτη οἰκονομία εἶναι ἡ ἐλάττωσις τοῦ μισθοῦ τοῦ κλητῆρος τοῦ ἐπὶ τῶν πληρωμῶν Ἀττικῆς ταμείου ἀπὸ δρ. 70 εἰς 40, ἡ ἐλάττωσις τοῦ μισθοῦ τῶν κλητήρων 20 ἐπαρχιακῶν ταμείων ἀπὸ δραχ. 40 εἰς 30, καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ μισθοῦ 29 κλητήρων ἀπὸ δρ. 40 εἰς 20. Ἐκ τῶν ἐλαττώσεων τούτων προκύπτει οἰκονομία δρ. 9720. Δὲν γινώσκω, ἂν μετεβλήθησαν αἱ κοινωνικαὶ συνθῆκαι καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κλητῆρας καὶ ὑπαλλήλους ἄνευ μισθοῦ, ἢ μετὰ μισθοῦ τόσον γλίσχρου. Κατ’ ἐμέ, ὁ μισθὸς τοῦ κλητῆρος τοῦ ταμείου τῶν πληρωμῶν ἐξ 70 δραχ. εἶναι ἀνεπαρκὴς πρὸς συντήρησιν ἑνὸς ἐν Ἀθήναις προσώπου, ὅταν μάλιστα οὗτος ἦναι οἰκογενειάρχης. Ἐπίσης ἀνεπαρκὴς ἦτο, κατ’ ἐμέ, καὶ ὁ μισθὸς τῶν κλητήρων τῶν λαμβανόντων 40 δραχμάς, οὗτος δὲ γίνεται ἀνεπαρκέστατος, καταβιβαζόμενος εἰς δραχ. 20...
§259ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κλητὴρ εἶναι ὑπηρέτης.
§260Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὑπηρέτης. Διότι εἶναι ὑπόχρεως νὰ μεταφέρῃ τὸ ταχυδρομεῖον, νὰ ἐκπληροῖ ἄλλα καθήκοντα συνεννοήσεως μετὰ τῶν ἄλλων ἀρχῶν κλπ. Οἱ μισθοὶ οὗτοι τῶν κλητήρων ἐκανονίσθησαν πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν. Ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι μετὰ πεντήκοντα ἔτη, ἤτοι νῦν, ὁ βίος κατέστη εὐθηνότερος. Οὐχὶ κλητῆρα, ἀλλ’ οὐδὲ ὑπηρέτην καλὸν δύναται νὰ εὕρῃ τις σήμερον ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ δραχμῶν εἴκοσιν. Εἰς ἐμέ, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πολλάκις ὑπεβλήθησαν παράπονα ὑπό τινων ταμιῶν, ὅτι ἐπὶ τῷ ὑφισταμένῳ μισθῷ δὲν εὑρίσκουσι κλητῆρας. Τῷ ἐπ’ ἐμοί, εὑρίσκω, ὅτι δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ οἰκονομία 9720 δραχμῶν, ὅταν πρόκηται ν’ ἀφαιρεθῇ ὁ ἄρτος 50 δημοσίων ὑπηρετῶν, καὶ νὰ κατασταθῇ δυσχερὴς ἡ λειτουργία τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας. Πέμπτη οἰκονομία εἶναι ἡ μεταβολὴ θέσεων τινων τοῦ ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ τῶν ταμείων, ἥτις ἐπάγεται οἰκονομίαν τριῶν χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ οἰκονομία αὕτη ἠδύνατο νὰ γείνῃ καὶ ἄνευ νόμου· διότι, ἂν ἐξετάσῃ τις τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901, λάβῃ δὲ ὑπ’ ὄψιν τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐχορηγήθησαν, θέλει εὕρει τὰ δαπανηθέντα ποσὰ ἐλάσσονα τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ διαχειρισθέντες τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν τούτων ἐπετύγχανον τὴν οἰκονομίαν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν Προϋπολογισμῶν. Ἡ σπουδαιοτέρα τῶν οἰκονομιῶν εἶναι ἡ ἀναγομένη εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ἐμμίσθων εἰσπρακτόρων, ὧν ὁ ἀριθμὸς ἐλαττοῦται ἀπὸ 200 εἰς 120. Ἡ οἰκονομία αὕτη ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 38,200. Ἡ οἰκονομία αὕτη παρουσιάζεται ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι λαμβάνει ὡς ὅρον συγκρίσεως τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902. Ἐὰν ὅμως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν παρελθόντων ἐτῶν, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ πίστωσις ἡ ληφθεῖσα διὰ μισθὸν τοῦ προσωπικοῦ τῶν ταμείων, εἰς ὃ περιλαμβάνονται καὶ οἱ εἰσπράκτορες, δὲν ἐδαπανᾶτο ὁλόκληρος. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1899.
| Κατ’ αὐτὸν ἐχορηγήθησαν πιστώσεις διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν | ||
| ταμείων ἐκ | δραχ. | 473,280 |
| Ἐδαπανήθησαν ὅμως | » | 416,088 |
| ἤτοι ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπελείφθησαν | δραχ. | 57,192 |
Τούτου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ Ὑπουργὸς ἐπέτυχεν οἰκονομίαν ἀνωτέραν τῆς νῦν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτυγχανομένας, ἥτις ἀνέρχεται εἰς μόνον 44,448 δραχμάς. Ἐκ τοῦ παραδείγματος δὲ τούτου πείθεται ἡ Βουλή, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν σπάταλοι οἱ διαχειρισθέντες τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901, ἀλλ’ εἰργάζοντο ἀθορύβως πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν οἰκονομιῶν ἐκείνων, αἵτινες ἦσαν ἐφικταὶ ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ὑπηρεσίας. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν εὑρίσκω ἀποχρῶντας οὐδὲ συμβιβαζομένους πρὸς τὸ συμφέρον τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς προῆλθεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐμμίσθων εἰσπρακτόρων. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 εἶχον ἀναγραφῆ εἰσπράκτορες 160. Εἰς τοὺς τῶν ἑπομένων ἐτῶν Προϋπολογισμοὺς ἀνεγράφησαν 200 συνεπείᾳ παραστάσεων τῶν ταμιῶν. Πολλοὶ τούτων μ’ ἐβεβαίωσαν, ὑποβαλόντες καὶ καταστάσεις ἀναγραφούσας συγκεκριμένως τὰ ποσοστὰ, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανόν τινες τῶν εἰσπρακτόρων, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο εἰς 15–25 δραχμὰς κατὰ μῆνα· οἱ ταμίαι οὗτοι κατέληγον εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ εὕρωσιν ἐπὶ τοιαύτῃ ἀποζημιώσει πρόσωπα κατάλληλα διὰ τὴν θέσιν τοῦ εἰσπράκτορος. Ὡς ἐκ τούτου ἐνόμισα, ὅτι μικρά τις αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐμμίσθων εἰσπρακτόρων ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἀκριβεστέραν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων· τοῦτο δὲ ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, διότι αἱ εἰσπράξεις κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος παρουσίασαν ἐλάσσονας καθυστερήσεις. Εἶναι ἄλλως τε πανθομολογούμενον, ὅτι, ὅταν ἀναθέτητε εἴς τινα τὴν εἴσπραξιν φόρων, ἂν οὗτος δὲν ἀποζημιῶται, ἂν δὲν δύναται ἐκ τῶν ποσοστῶν νὰ ζήσῃ, ἢ δὲν θὰ δεχθῇ τὴν θέσιν, ἤ, ἂν τὴν δεχθῇ, θὰ φροντίσῃ νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἀποδοχάς του διὰ πιέσεως τῶν φορολογουμένων· οὕτω δὲ, ἐλαττοῦντες κατὰ τι τὰς δημοσίας δαπάνας, αὐξάνετε τὴν φορολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Γινώσκω, ὅτι ὑπάρχουσιν εἰσπράκτορες, οἱ ὁποῖοι ἀποτείνονται εἰς τοὺς ὀφείλοντας πρὸς τὸ Δημόσιον φόρον τινὰ, καὶ αἰτοῦνται τὴν ἄμεσον καταβολὴν αὐτοῦ· ὁ ὀφειλέτης παρακαλεῖ ν’ ἀναβληθῇ ἡ εἴσπραξις, λόγῳ τοῦ ὅτι διατελεῖ ἐν τῇ στιγμῇ ἐκείνῃ εἰς ἀδυναμίαν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ εἰσπράκτωρ ζητεῖ ἀμοιβὴν πρὸς χορηγίαν προθεσμίας 5 καὶ πλέον δραχμάς· ἡ τοιαύτη πίεσις ἐπαναλαμβάνεται καὶ κατὰ τὸν ἑπόμενον μῆνα, ἂν ἡ ἀδυναμία τοῦ ὀφειλέτου παραταθῇ. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἔπρεπεν ἡ πληγὴ τῶν εἰσπρακτόρων νὰ ἐκλείψῃ, καὶ νὰ καθιερωθῇ ἕτερος τρόπος εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Δὲν θέλω νὰ παρατείνω σήμερον τὸν λόγον, ἐξετάζων, ἂν τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν ἔχει καὶ ἄλλα ἐλαττώματα. Οἱ εἰσπράκτορες διορίζονται τῇ ὑποδείξει τῶν κατὰ καιροὺς ἰσχυόντων, εἶναι δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ κομματάρχαι καὶ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν ἐν οἷς δήμοις ὑπηρετοῦσιν. Εἶναι δυνατὸν οὗτοι νὰ μὴ φέρωνται πρὸς μὲν τοὺς φίλους τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκουσιν, ἐπιεικεῖς, πρὸς δὲ τοὺς ἀντιπάλους αὐστηροί; Δὲν ὑπάρχει πληγὴ κοινωνικὴ ἐν τῇ φορολογίᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ αἰσθητοτέρα τῆς τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων. Κατ’ ἐμὲ, ἐὰν πρόκηται νὰ διατηρηθῇ τὸ νῦν κρατοῦν σύστημα τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων, ἔδει ἄλλως νὰ κανονισθῶσι τὰ τῶν ἀποδοχῶν αὐτῶν. Πρὸς εὐκολίαν τῶν εὑρισκομένων εἰς σχέσεις πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον δέον νὰ ὑπάρχῃ τοὐλάχιστον εἷς εἰσπράκτωρ εἰς ἕκαστον δῆμον, νὰ λαμβάνωσι δὲ πάντες τὰ νόμιμα ποσοστὰ ἐπὶ τῶν ὑφ’ ἑκάστου τούτων ἐνεργουμένων εἰσπράξεων, ἐν τῷ τέλει δὲ ἑκάστης τριμηνίας, ὅπου εἰσπράκτορός τινος τὰ ποσοστὰ εἶναι κατώτερα τῶν δραχ. 40, ν’ ἀποδίδῃ αὐτῷ τὸ συμπλήρωμα τὸ Δημόσιον, ἐκτὸς ἂν ὑπάρχωσιν ἀποδείξεις, ὅτι ὁ εἰσπράκτωρ οὗτος ὑπῆρξε προφανῶς ἀμελὴς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του. Οὕτως, ἐνῷ ὁπωσδήποτε ἀμείβονται οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἀπαλλάσσεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς πιέσεως, ἥτις συνήθως ἀσκεῖται ἐπ’ αὐτοῦ διὰ τὴν παροχὴν τῆς θέσεως τοῦ ἐμμίσθου εἰσπράκτορος. Τὸ ὀρθότερον ὅμως ἤθελεν εἶσθαι νὰ ὀργανωθῇ ἴδιον σῶμα τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, νὰ καταταχθῶσιν ἐν αὐτῷ μεθ’ ὡρισμένων προσόντων οἱ ἐκτελοῦντες τὰ χρέη τοῦ εἰσπράκτορος μὲ ὡρισμένην θητείαν, νὰ ὑπόκηνται δὲ εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Ἕτερον σύστημα εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων εἶναι ὁ παρ’ ἑκάστῳ ταμείῳ διορισμὸς ἀναλόγου ἀριθμοῦ γραμματέων, εἰς οὓς ὁ ταμίας ὑποχρεοῦται νὰ ἀναθέτῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ὑπὸ τῶν κατοικούντων ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ταμείου. Οἱ γραμματεῖς οὗτοι ἔσονται βεβαίως ἀνώτεροι κατὰ τὰ προσόντα τῶν σήμερον διοριζομένων εἰσπρακτόρων, ἀποβλέποντες δὲ εἰς μέλλον, θέλουσι βεβαίως ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα αὑτῶν ἀκριβέστερον καὶ εὐσυνειδητότερον. Οὕτω καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωμεν καθυστερήσεις εἰς τὰ βεβαιούμενα ἔσοδα, καὶ νὰ μὴ ὑφίστανται οἱ ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου ὅσας ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα ὑφίστανται πιέσεις. Ἀντὶ ὅμως ὅλων τούτων ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, πρὸς ἐπιτυχίαν μικρᾶς οἰκονομίας, θέλει νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰσπρακτόρων ἀπὸ 200 εἰς 120. Αὐταί εἰσιν αἱ οἰκονομίαι αἱ ἐπιδιωκόμεναι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐπὶ τῶν μισθῶν τοῦ προσωπικοῦ τῶν ταμείων ἀνέρχονται αὗται εἰς δραχμὰς 44,448. Ἐπιτραπήτω δὲ εἰς ἐμὲ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι, ἂν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901, θέλει ἀποδειχθῇ, ὅτι αἱ οἰκονομίαι αἱ ἐπιτευχθεῖσαι ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν Προϋπολογισμῶν ἦσαν ἀνώτεραι. Νομίζω, ὅτι ἀρκοῦσι ταῦτα πρὸς πλήρη κατανόησιν τοῦ ἀσκόπου τῶν οἰκονομιῶν, τῶν ἐπιδιωκομένων ἐπὶ τοῦ κλάδου ἐκείνου τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐξ οὗ ἐξαρτῶνται ἐν γένει αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου. Καὶ πραγματικαὶ ἄν ἦσαν αἱ οἰκονομίαι τῶν 44,448 δραχμῶν, αἱ ἐπιδιωκόμεναι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἡ βλάβη, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰς εἰσπράξεις, θὰ ἦναι ἀσυγκρίτως μείζων. Ἄν δύναταί τις νὰ ὑπολογίσῃ ταύτην εἰς ἀριθμοὺς, βεβαίως ἔσεται τριπλασία. Μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τὴν οὐσιαστικὴν αὐτοῦ ἔποψιν· προβαίνω δὲ κατὰ σειρὰν τῶν ἄρθρων, οὕτως ὥστε, ἄν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἤθελεν ἀποδώσει σημασίαν τινὰ εἰς τὰς παρατηρήσεις μου, νὰ προβάλῃ τὰς ἀναγκαίας τροποποιήσεις κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Διὰ τοῦ ἄρθρου ἑβδόμου, «ἐπιτρέπεται, ὅπως διὰ Β. Διατάγματος συσταθῶσιν ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ ἓν ἢ καὶ πλείονα ὑποταμεῖα, ὁρισθῇ ἡ δικαιοδοσία ἑκάστου, καὶ καταργηθῶσι τοιαῦτα ἐκ τῶν ὑπαρχόντων.» Τὰ ὑποταμεῖα συνεστήθησαν διὰ τοῦ νόμου ΑΨΙΔʹ τοῦ 1887, τούτου δὲ τὰς διατάξεις καταργεῖ τὸ ἄρθρον 40 τοῦ νομοσχεδίου, πλὴν τοῦ ἄρθρου 14, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς τὴν μετονομασίαν τῶν παρὰ τῷ Κεντρικῷ ταμείῳ ὑπαρχόντων μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὑποταμιῶν. Ἐὰν μείνῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὑπόχρεως νὰ παύσῃ πάντας τοὺς ὑποταμίας καὶ διορίσῃ νέους. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 7, διότι σκοπὸς τοῦ νομοθέτου εἶναι οὐχὶ νὰ παύσῃ καὶ ἀναδιορίσῃ, ἀλλὰ μόνον νὰ καταργήσῃ ὅσα ὑποταμεῖα ἤθελε κρίνει περιττά. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἄλλως ἐσκέφθη, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μεγίστη ἀνωμαλία, ἐὰν πάντες οἱ ὑποταμίαι παυθῶσι καὶ διορισθῶσιν ἐκ νέου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 9, οἱ ταμίαι ὑποχρεοῦνται ἐπὶ ποινῇ αὐστηρᾶς τιμωρίας νὰ καταλογίζωσι τοὺς ὑποταμίας δι’ ἀποφάσεώς των μὲ τὸ καθυστερῆσαν ἔσοδον. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ πρῶτον νῦν βλέπω εἰς νόμον ἀπειλὴν αὐστηρᾶς τιμωρίας· τὰ τοιαῦτα γράφονται εἰς ἐγκυκλίους, ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ παραγγέλλωσιν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των· ἀλλ’ ἡ ἀναγραφὴ εἰς νόμον τοιαύτης τινὸς ἀπειλῆς εἶναι ἄτοπος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νομοσχεδίου, «οἱ ὑποταμίαι ὑποβάλλουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν γενικὸν ἰσολογισμὸν τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν, τεθεωρημένον ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ταμιῶν, εἰς οὓς παραδίδουσιν ἐπὶ ἀποδείξει καὶ τὰ βιβλία διπλοτύπων εἰσπράξεως.» Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, «οἱ ὑποταμίαι μεταβιβάζουσι τὰς εἰσπράξεις των εἰς τὸν ταμίαν μετὰ καταλόγου ἐνδεικνύοντος τὰς γενομένας κατὰ τὸν λήξαντα μῆνα εἰσπράξεις, εἰς τὸ τέλος δὲ τοῦ ἔτους ὑποβάλλουσι τὸν ἰσολογισμόν.» Σημειωτέον, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον «ὁ ταμίας εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις τοῦ ὑποταμίου, καὶ ὑποχρεοῦται νὰ παρακολουθῇ καὶ ἐξελέγχῃ τὰς πράξεις καὶ τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ. Ἐὰν ὁ ὑποταμίας ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἐλλειμματίας, ὁ ταμίας εἶναι μετ’ αὐτοῦ ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου συνυπεύθυνος.» Ἐρωτῶ, κατὰ τίνα τρόπον θὰ γίνεται ὁ ἔλεγχος τοῦ ὑποταμίου; ἵνα δὲ οἱ ταμίαι θεωρήσωσι τὸν ἰσολογισμὸν, ὀφείλουσι νὰ ἐξελέγξωσι τὰ βιβλία διπλοτύπων εἰσπράξεως, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ ἀποσπάσματα, τὰ ὁποῖα οἱ ὑποταμίαι ἀποστέλλουσιν εἰς αὐτοὺς, κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου, μετὰ τῶν μηνιαίων εἰσπράξεών των. Τὰ ἀποσπάσματα ὅμως ταῦτα δὲν εὑρίσκονται πλέον εἰς χεῖρας τοῦ ταμίου, ὅστις ὑπέβαλε ταῦτα μετὰ τῶν σχετικῶν γραμματίων εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Ὅπως δὲ οἱ ταμίαι ἐκδώσωσι τὰ γραμμάτια ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποσπασμάτων τῶν ἀποστελλομένων αὐτοῖς ὑπὸ τῶν ὑποταμιῶν, ὀφείλουσι προηγουμένως νὰ πιστώσωσιν εἰς τοὺς χρηματικοὺς καταλόγους πάντας τοὺς πληρώσαντας ὀφειλέτας, ὧν ὁ ἀριθμὸς ἀνέρχεται εἰς χιλιάδας. Οὕτως ἡ ἐργασία τῶν ταμιῶν αὐξάνει τερατωδῶς, ἄνευ πρακτικοῦ σκοποῦ, ἑπόμενον δὲ εἶναι νὰ παραλείπηται ὁ ἔλεγχος, καὶ ν’ ἀποβαίνῃ ἰδανικὴ ἡ εὐθύνη τῶν ταμιῶν. Ὁμολογουμένως ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς δυσχερείας καὶ τὸ πολύπλοκον τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διαδικασίας. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ τοιαύτη διάταξις δέον νὰ διαγραφῇ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως μὴ κατασταθῇ δυσχερεστέρα ἡ ἐργασία τοῦ ταμίου. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁμολογεῖ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν τοῦ νομοσχεδίου ἔκθεσιν, ὅτι «ἡ ταμιακὴ ὑπηρεσία, ἀποτελοῦσα τὸν στύλον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πᾶσα ἡ διοικητικὴ μηχανὴ τοῦ Κράτους στηρίζεται, εὐλόγως πρέπει νὰ ἐπισπάσηται τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῷ τέλει, ἵνα καὶ αὕτη καταστῇ ὁμαλωτέρα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου περιφρουρηθῶσι». Λοιπὸν, ἐὰν ὄντως ἀποτελῇ ἡ ταμιακὴ ὑπηρεσία τὸν στύλον, πρέπει τὸν στύλον αὐτὸν νὰ μὴ καταστήσωμεν μᾶλλον ἑτοιμόρροπον ἢ ὅ,τι εἶναι σήμερον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ νομοσχεδίου, οἱ δημόσιοι εἰσπράκτορες, οἱ ὑπηρετοῦντες παρὰ τῷ ὑποταμείῳ, διορίζονται τῇ προτάσει τοῦ ὑποταμίου, ὑποβαλλομένῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ οἰκείου ταμίου, καὶ ὑπ’ εὐθύνην τοῦ τε ταμίου καὶ ὑποταμίου. Ἐρωτῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ εὐθύνη παρὰ τοῦ ταμίου, ὅταν πρόκηται περὶ εἰσπράκτορος ἐργαζομένου παρὰ τῷ ὑποταμείῳ, ὅταν οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν ὁ εἰσπράκτωρ νὰ βλέπῃ τὸν ταμίαν, ὅταν αἱ εἰσπράξεις αὐτοῦ θὰ ἐξελεγχθῶσι μόνον εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους; Ἀπὸ τὸν ταμίαν πρέπει νὰ ζητῆτε εὐθύνην ἐκεῖ, ὅπου δύναται νὰ ἀσκῇ ἔλεγχον. Ἐὰν ζητῆτε ἀπὸ τὸν ταμίαν εὐθύνας περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν εἰσπρακτόρων τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἐργαζομένων, εἶναι λογικόν· ἀλλὰ νὰ ζητῆτε παρ’ αὐτοῦ εὐθύνην καὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἐργάζονται ὑπὸ τὸν ὑποταμίαν, δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω. Κατὰ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ νομοσχεδίου, «ἐκ τῶν εἰς ἕκαστον ταμίαν ἀνηκόντων ποσοστῶν ἐκπίπτεται τὸ ⅒, ὅπερ ἀποδίδοται εἰς τοὺς παρ’ αὐτῷ γραμματεῖς, ἀναλόγως τοῦ μισθοῦ ἑκάστου αὐτῶν. Ἡ εἰς τοὺς ὁπωσδήποτε ἀπουσιάζοντας γραμματεῖς ἑκάστου ταμείου ἀνήκουσα μερὶς ἐκ τῶν ποσοστῶν προσαυξάνει τὴν μερίδα τῶν λοιπῶν. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν παρά τινι ταμείῳ δὲν διορισθῶσι γραμματεῖς, τὸ εἰς αὐτοὺς ἀνῆκον μέρος ἐκ τῶν ποσοστῶν ἀποδίδοται τῷ ταμίᾳ.» Ἡ διάταξις αὕτη, ὡς διατυποῦται, εἶναι δυσκατάληπτος. Ἢ ὑπάρχουσι γραμματεῖς, καὶ τότε πράγματι θὰ ἀποδίδηται εἰς αὐτοὺς τὸ ⅒ τῶν ποσοστῶν, ἢ δὲν ὑπάρχουσι, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποσπᾶται ὡς ὀφειλόμενον εἰς τὸν γραμματέα, καὶ ἀφοῦ πιστοποιηθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει γραμματεὺς, ν’ ἀποδίδηται εἰς τὸν ταμίαν. Εἶναί τι, τὸ ὁποῖον καὶ ὡς διατύπωσις ἐν νόμῳ καὶ ὡς συνδεόμενον πρὸς τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως παρουσιάζει τι τὸ ἐντελῶς ἀνώμαλον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 30 τοῦ νομοσχεδίου, «οἱ ταμίαι καὶ ὁ παρὰ τῷ ταμείῳ τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου γραμματεὺς ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου χαρτοσήμου καὶ λοιπῶν ἐνσήμων δὲν παύονται, διαρκούσης τῆς λογιστικῆς χρήσεως, εἰμὴ μόνον ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἄρθρου 209 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ μετατεθῶσιν, εἰμὴ ἂν ἤθελον βεβαιωθῆ ἀταξίαι ἐν τῇ διαχειρίσει αὐτῶν». Ἀλλ’ ἐρωτῶ, πότε λήγει ἡ λογιστικὴ χρῆσις; Ὅταν ἡ μία χρῆσις λήγῃ, ὑπάρχουσιν ἐν ἐνεργείᾳ ἐκ τῆς ἑπομένης διαχειρίσεως δέκα μῆνες. Εἶναι γνωστόν, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ χρῆσις ἑκάστου ἔτους λήγει τὴν 31 Ὀκτωβρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους· πράγματι τὴν 31 Ὀκτωβρίου ἔληξεν ἡ χρῆσις τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἀλλ’ ἔχομεν ἤδη τὴν χρῆσιν δέκα μηνῶν τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, τίς ἔσεται ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ παυθῇ ὁ ταμίας, ἢ νὰ μετατεθῇ. Ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπιτρέπεται καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως ἡ μετάθεσις, ὅταν βεβαιωθῶσι λογιστικαὶ ἀταξίαι. Ὡς ὅμως εἶναι διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον, εἶναι καλλίτερον νὰ λείψῃ, διότι λογιστικαὶ ἀταξίαι ἐπουσιώδεις δύνανται πολλάκις νὰ εὑρεθῶσιν, οἷον ἓν λάθος ἀθροιστικὸν ἢ γραφικόν. Διὰ τοιαύτας ἀταξίας τιμωρεῖται πειθαρχικῶς ὁ ὑπόλογος, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ μετατίθηται. Ἵνα μετατεθῇ οὗτος, πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἕτερος, ἵνα τὸν ἀντικαταστήσῃ· ἑπομένως ἐκ τοῦ λόγου τούτου τὸ ἀμετάθετον ἀποβαίνει ἰδανικόν. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον, ὁμολογῶ, ὅτι φαινομενικῶς παρουσιάζει τι, διὰ τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ συγχαρῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐνδεικνύει ἀτελῆ τινα προαίρεσιν πρὸς καθιέρωσιν τῆς μονιμότητος τῶν ταμιακῶν ὑπαλλήλων. Κατ’ ἐμέ, ἡ μονιμότης εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἔπρεπε νὰ ἦναι γενικωτέρα· ὑπάρχουσιν ὅμως κλάδοι τινές, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων ἀποτελεῖ τὴν μόνην ἀσφαλῆ ἐγγύησιν ἐν τῇ ἀπροσκόπτῳ λειτουργίᾳ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ πρὸ πάντων ἐν τῇ ἐξυπηρετήσει τῶν δημοσίων συμφερόντων. Τοιοῦτος κλάδος εἶναι ὁ ταμιακός. Ἡ διάθεσις αὕτη, ἡ ὑπεμφαίνουσα τοιαύτην προαίρεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἐμφαίνει ποιάν τινα μεταμέλειαν αὐτοῦ, ὅστις κατήργησε τὸν νόμον περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων κατὰ προγενεστέραν ἐποχήν. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἠσχολήθην εἰς τὴν κατάρτισιν νομοσχεδίου περὶ διοργανώσεως τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐπὶ τοιούτων θεμάτων ὁ Ὑπουργὸς δὲν πρέπει νὰ σπεύδῃ, διότι πολλὰ πρέπει νὰ μελετηθῶσιν, ἵνα ἐπιτευχθῇ ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχον μελετήσει τὰ τοῦ θέματος τούτου, καὶ κατὰ τὸ 1901 εἶχον καταλήξει εἰς σύνταξιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπῆλθεν ὅμως ἡ ὑπουργικὴ μεταβολή, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐστερήθην τῆς εὐχαριστήσεως νὰ ὑποβάλω αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπιτύχω τὴν ἐπιψήφισίν του. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ περιελήφθησαν καὶ διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ ταμίαι δὲν παύονται οὐδὲ μετατίθενται ἢ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις. Δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἀναγινώσκων τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο· ἀλλ’ ἤθελον πάντως εὐχηθῆ, προκειμένου νὰ ψηφίσωμεν νέον νόμον περὶ τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας, νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν διάταξιν περὶ μονιμότητος τῶν ταμιακῶν ὑπαλλήλων. Βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ μένωσιν οἱ ταμίαι αὐτοὶ ἄνευ ἐλέγχου, οὐδὲ πρόκειται νὰ παραλειφθῇ ἡ προσήκουσα πρόνοια περὶ ἐπιβλέψεως αὐτῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ καθορισθῶσιν αἱ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ παύωνται ἢ μετατίθενται. Ἐγὼ εἶχον περιλάβει διάταξίν τινα, ἡ ὁποία μοὶ φαίνεται, ὅτι παρέχει ἐπαρκῆ ἐγγύησιν. Ἡ διάταξις δ’ ἐκείνη ἔχει οὕτως: «Ἄρθρον 32. Μετάθεσις ἢ ἀπόλυσις ταμίου ἢ ὑποταμίου, ἐκτὸς τῆς κατὰ τὰς περιπτώσεις τῶν ἄρθρων 21, 22 καὶ 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ τῶν ἄρθρων 199 καὶ 209 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου ὑποχρεωτικῆς παύσεως, δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ, ἂν μὴ προηγουμένως ἀποφανθῇ κατὰ πλειονοψηφίαν ἐπιτροπή, συγκειμένη ἐκ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, δύο ἐλεγκτῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὁριζομένων ἐπὶ τριετίαν διὰ Β. Διατάγματος, καὶ τοῦ Γενικοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ. Οἱ ταμιακοὶ γραμματεῖς δὲν δύνανται ν’ ἀπολυθῶσι τῆς ὑπηρεσίας, ἂν μὴ μετὰ προηγουμένην ἀπολογίαν τοῦ ὑπαλλήλου γνωμοδοτήσῃ ὑπὲρ τῆς ἀπολύσεως ἐπιτροπή, συγκειμένη ἐκ τριῶν ἐλεγκτῶν τοῦ Συνεδρίου, τοῦ ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐσόδων Ἀττικῆς ταμίου καὶ τοῦ ἀρχαιοτέρου τῶν παρὰ τῷ τμήματι τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων γραμματέων.» Αὐτὸ εἶναι, κατ’ ἐμέ, μία ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν ταμιῶν, ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων δηλ. ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὰ δημόσια χρήματα, διότι, διατελοῦντες οὗτοι ὑπὸ τοιαύτην τινὰ μονιμότητα, καὶ γινώσκοντες, ὅτι δὲν δύνανται νὰ παυθῶσιν ἐπὶ τῷ παραπόνῳ ἑνὸς οἱουδήποτε φίλα διακειμένου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἤθελον ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν των μετὰ μείζονος ἐπιμελείας καὶ ζήλου. Οὕτω δὲ ἠθέλομεν εἶσθαι βέβαιοι, ὅτι αἱ καθυστερήσεις, τὰς ὁποίας βλέπομεν κατ’ ἔτος ἐν τοῖς βεβαιουμένοις ἐσόδοις, ἤθελον ἐλαττωθῆ κατὰ τὰ δύο τρίτα. Ἤθελον εὐχηθῆ, ὅπως ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, ἀντὶ τῆς διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μετάθεσις ἢ ἀπόλυσις διαρκούσης τῆς χρήσεως, περιλάβῃ ἑτέραν διάταξιν, καθιστῶσαν τὴν θέσιν τῶν ταμιακῶν ὑπαλλήλων μᾶλλον ἀσφαλῆ. Ἡ ἀναγραφομένη νῦν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις οὐδεμίαν παρέχει, κατ’ ἐμὲ, ἐγγύησιν, διότι θὰ δοθῇ εἰς αὐτὴν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἡ ἑρμηνεία, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ τῆς χρήσεως, καθ’ ἣν ἤρξατο ἡ διαχείρισις τοῦ ταμιακοῦ ὑπαλλήλου. Ἀντὶ ταύτης θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ περιληφθῇ διάταξις, δι’ ἧς τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως, ἤτοι ἡ διακριτικὴ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ παύειν καὶ μεταθέτειν τοὺς ὑπαλλήλους νὰ ὑποβληθῇ εἰς περιορισμόν τινα, ἤτοι εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς προηγουμένης γνωμοδοτήσεως ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἀπὸ τοὺς ἁρμοδιωτέρους νὰ κρίνωσιν, ἂν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ παυθῇ ἢ μετατεθῇ ὁ ταμίας. Εἰς τὸ ἄρθρον 40 μνημονεύονται αἱ διατάξεις τῶν νόμων, αἱ καταργούμεναι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διὰ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 6 τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζονται μόνον οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ταμείων καὶ αἱ ἐπιχορηγήσεις τῶν ταμιῶν. Ἑπομένως ἔδει διὰ τοῦ ἄρθρου 40 νὰ καταργηθῶσι τὰ ἄρθρα 13 καὶ 14 τοῦ νόμου ΣΞΔʹ τοῦ 1853, ἐφ’ ὅσον ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς τοὺς μισθοὺς καὶ τὰ ἔξοδα τῶν ταμιῶν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τοῦ νομοσχεδίου καθορίζονται αἱ ἐπιχορηγήσεις τῶν ταμιῶν, εἰς τὰς ὁποίας περιλαμβάνονται καὶ τὸ ἐνοίκιον καὶ τὰ γραφικὰ ἔξοδα. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι δημόσια καταστήματα εἴς τινα μέρη τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν ὡς ταμεῖα. Δὲν ἐλήφθη δὲ πρόνοια, ὥστε νὰ ὦσι κατά τι ἐλάσσονα τὰ ποσὰ τῶν ἐπιχορηγήσεων, ὅπου τὰ ταμεῖα εὑρίσκονται ἐν δημοσίαις οἰκοδομαῖς. Διὰ τῶν ἄρθρων 22 μέχρις 29 κανονίζονται τὰ τῶν ποσοστῶν, τῶν ἀποδοτέων εἰς τοὺς εἰσπράττοντας τὰ δημόσια ἔσοδα. Μεταβολὴ τῶν κρατούντων νῦν περὶ τῶν ποσοστῶν ἐπεβάλλετο, διότι ἡ ὑφεστῶσα κλῖμαξ, περιλαμβάνουσα ἀπείρους βαθμίδας, κατὰ λόγον τοῦ ποσοῦ τοῦ ὀφειλομένου ὑφ’ ἑκάστου τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, καθίστα δυσχερὲς τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ποσοστῶν, καὶ ὑπέβαλλε τὴν ὑπηρεσίαν εἰς ἐπίπονον καὶ ἐπίμοχθον ἐργασίαν, ἧς ἕνεκεν ἐπιβραδύνεται ἡ εἰς τοὺς δικαιούχους ἀπόδοσις τῶν ποσοστῶν. Προκειμένου ὅμως νὰ μεταβληθῇ ἡ κλῖμαξ αὕτη, ἔδει, κατ’ ἐμὲ, νὰ κανονίζωνται τὰ ποσοστὰ οὐ μόνον κατ’ εἶδος φόρου καὶ κατὰ χρῆσιν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ χρόνου τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν, ἔδει τουτέστι νὰ ὦσι τὰ ποσοστὰ ἀνώτερα διὰ τοὺς εἰσπράττοντας ἐγκαιρότερον. Ἔδει προσέτι τὰ ποσοστὰ τὰ ἀποδοτέα εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν νὰ μὴ λαμβάνωνται ἐκ τῶν τοῖς ταμίαις ἀποδοτέων, ὅπερ καὶ νῦν κρατεῖ καὶ ἐπαναλαμβάνεται διὰ τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὃ ἀποδίδονται εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Ἐφοριῶν τὰ 10 ἑκατοστημόρια. Ἐκ πείρας ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ ποσοστὰ τῶν Ἐφοριῶν δέον νὰ ὦσι κεχωρισμένα, καὶ νὰ κανονίζωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιουμένων ἐμπροθέσμως ὑπὸ τῶν ἐφόρων. Ἡ σπουδαιοτέρα μεταρρύθμισις, ἣν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν κρατοῦσαν νομοθεσίαν, εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν θεσμὸν τῶν ὑποταμείων. Ὁμολογῶ, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν ὑποταμείων ἔπρεπε νὰ μεταρρυθμισθῇ. Ἀπεδείχθη ἐκ τῆς πείρας, ὅτι δὲν ἐξυπηρέτησεν ἐπαρκῶς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὡς ὑπελόγιζεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ θεσμοῦ· ἀπεδείχθη δὲ καὶ ἕτερόν τι, ὅτι οἱ εὐνοούμενοι ἐκ τῶν ὑποταμιῶν τοποθετοῦνται εἰς τὰ ὑποταμεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πολλὰ ποσοστά. Καὶ διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου πολλοί, διὰ νὰ μὴ εἴπω ὅτι ἐπλούτησαν, βεβαίως ἀπεκόμισαν πολλὰ περισσεύματα ἐκ τῶν ποσοστῶν, ἐνῷ ταμίαι ἀνωτέρας ἱκανότητος, ὑποβαλλόμενοι εἰς μείζονας κόπους καὶ εὐθύνας, δὲν ἀποζημιοῦνται, ὅπως οἱ ὑποταμίαι. Πλὴν τούτων ἐδημιουργήθη ἐν τῇ λογιστικῇ ὑπηρεσίᾳ μία σύγχυσις, καὶ ηὔξησεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐλέγχου κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε πολλάκις νὰ ἀποβαίνῃ ἐργώδης καὶ δυσέφικτος. Ἔπρεπεν ἑπομένως ὁ θεσμὸς αὐτὸς νὰ τροποποιηθῇ, ὄχι ὅμως ὡς τροποποιεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἀπομένουν τὰ ὑποταμεῖα, ὡς ἔχουσι σήμερον, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι ἐλαττοῦνται τὰ ποσοστὰ, καὶ ἐλαττοῦνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἀμφιβάλλω, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν οἱ παρέχοντες ἐχέγγυα, ἵνα ἀναλάβωσι τὰ καθήκοντα τῶν ὑποταμιῶν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ μέσον ὅρον οἱ μισθοὶ τῶν καλλιτέρων ὑποταμιῶν ἀνέρχονται εἰς 500 δραχμὰς μηνιαίως· ἐλαττοῦνται νῦν τὰ ποσοστὰ κατὰ τὸ ἥμισυ, ἐνῷ αἱ ἀσχολίαι δὲν ἐλαττοῦνται. Ὅταν δέ τις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ ὑποταμίας εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἔχῃ οἴκημα δι’ ὑποταμεῖον, δι’ ἐνοίκιον τοῦ ὁποίου θὰ πληρώνῃ 50 τουλάχιστον δραχμὰς τὸν μῆνα, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἔχῃ ἕνα ὑπάλληλον καὶ ἕνα εἰσπράκτορα, θέλει εὕρει, ὅτι διὰ τῶν 250 δραχμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ. Οὕτω δὲ ἡ ὑπηρεσία τῆς εἰσπράξεως θὰ στερηθῇ τῶν καλλιτέρων ὑποταμιῶν. Θέτει δὲ αὐτοὺς ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν ταμιῶν, ἐνῷ σήμερον ἔχουσιν ἀνεξαρτησίαν τινὰ, ἐνῷ σήμερον ὑποβάλλονται εἰς τὸν ἔλεγχον εὐχερέστερον. Ἤθελον ἐννοήσει τὴν βελτίωσιν τοῦ τοιούτου θεσμοῦ, ἐὰν ἀντὶ ὑποταμείων, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, ἀπεδείχθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον ὡς μὴ ἐκπληροῦντα τὸν προορισμόν των, ἐδημιουργοῦντο περισσότερα ταμεῖα. Ἐπὶ παραδείγματι, ἐχωρίσθησαν τὰ ταμεῖα ἐν Ἀθήναις εἰς ταμεῖον πληρωμῶν, ταμεῖον εἰσπράξεων κλπ. Διατὶ νὰ μὴ εἰσαγάγωμεν τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ εἰς τὰς μεγαλειτέρας πόλεις, οἷον εἰς Πάτρας, Σῦρον, Βόλον, καὶ εἰς ἕτερα μέρη, νὰ δημιουργήσωμεν ταμίας τρίτης τάξεως, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἔχει ὀλιγωτέρας ἀποδοχὰς, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἤθελον ὑπηρετήσει σκοπιμώτερον τὰ δημόσια συμφέροντα; Οὕτως ἤθελεν ἐκλείψει ὁ θεσμὸς τῶν ὑποταμιῶν. Διὰ μείζονος ἀριθμοῦ γραμματέων θὰ ἐξεπληροῦντο σκοπιμώτερον τὰ καθήκοντα τῶν ὑποταμιῶν καὶ εἰσπρακτόρων. Ὅπου δὲ εἶναι πολλαὶ εἰσπράξεις, ἐκεῖ ἠδύναντο νὰ δημιουργηθῶσι καὶ ἄλλα ταμεῖα. Αὐτὴ ἦτο ἡ βελτίωσις ἐκ τῆς διαρρυθμίσεως τῶν ποσοστῶν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, παρουσιάζεται οἰκονομία 100,000 δραχμῶν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὰ ποσοστὰ τὰ ἀποδοτέα εἰς τοὺς ταμίας καὶ τοὺς εἰσπράκτορας ἀνέρχονται εἰς 400,000 δραχμάς. Λαμβάνεται ὡς ὅρος συγκρίσεως ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1901, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπληρώθησαν 500,000 δραχ. ποσοστὰ, καὶ εὑρίσκεται, ὅτι εἶναι οἰκονομία 100,000 δραχμῶν. Ἐὰν ὅμως ἐλαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς προηγουμένους ἀπολογισμούς, ἠθέλομεν εὕρει, ὅτι κατὰ τὸ 1899 ἐπληρώθησαν μόνον 368,000 δραχμαὶ, κατὰ δὲ τὸ 1900 μόνον 439,000. Δὲν εἶναι λοιπὸν βέβαιον, ὅτι ἐπιτυγχάνεται οἰκονομία. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ 1901 τὰ ποσοστὰ ηὐξήθησαν μέχρι τοῦ ποσοῦ 500,000 δραχμῶν, διότι καὶ αἱ εἰσπράξεις ἦσαν ἀνώτεραι, ἀλλὰ δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως ταύτης θὰ ἔχωμεν εἰσπράξεις μείζονας τῶν τοῦ 1901, μὲ τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικὰ, τὰ προταθέντα ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν τις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς γενομένας, κατὰ τὴν κατάστασιν τὴν δημοσιευθεῖσαν, εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1902 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1903, θέλει εὕρει, ὅτι μόνον εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους ὑπάρχει καθυστέρησις ἀνωτέρα τοῦ ἑκατομμυρίου. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν κατὰ τὸ 1903 εἰσπράξεις ἀνωτέρας τῶν τοῦ 1902, μετὰ τὰ ψηφισθέντα ἤδη τῇ εἰσηγήσει τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδια περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ τῆς τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν. Φοβοῦμαι δὲ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ νῦν συζητοῦμεν, ἐὰν γείνῃ ἀποδεκτὸν, ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ γένηται πρόξενον ζημίας εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καὶ δὲν θὰ παραγάγῃ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προβλέπει. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν μελέτην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ πρὸς ὅσα ἔσχον τὴν τιμὴν τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς ὅσα δύναται νὰ μάθῃ παρὰ τῶν ἁρμοδιωτέρων προσώπων, καὶ νὰ βελτιώσῃ αὐτό· διότι, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ὑπεβλήθη, ἐπαναλαμβάνω, θὰ γένηται πρόξενον μεγίστης ζημίας εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Λυποῦμαι παρατηρῶν ἐν τέλει, ὅτι ἡ ἐπιδίωξις ἀσημάντων οἰκονομιῶν ἐν ταῖς δημοσίαις δαπάναις παρέσυρε τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς ὑποβολὴν νομοσχεδίων ἀμελετήτων, ὁδηγούντων εἰς ζημίας ἀσυγκρίτως μείζονας τῶν ἐπιδιωκομένων οἰκονομιῶν.
§261Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ γείνῃ εὐρυτάτη συζήτησις. Οὐδεὶς ἐμποδίζει τὴν συζήτησιν.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐπιμένει εἰς τὴν ἀναβολήν;
§263ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
§265ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Βεβαίως.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Φ. Μοσχούλα καὶ Περ. Ἀλεξάκη, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.)