1903.05.06
1.760 στίχοι · 13.389 λέξεις · 166 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69
τῆς 6 Μαΐου 1903.
(Τρίτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τῶν δημοτῶν Ἄριος, παρακαλούντων νὰ ἀνασταλῇ ἡ καταδίωξις τῶν πρὸς ἀπότισιν τῶν ὀφειλομένων φόρων μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου. Ὡσαύτως ἀναφορὰν τῶν μοναχῶν τῆς Μονῆς Μεγάλου Σπηλαίου, διαμαρτυρομένων διότι τὰ ὄργανα τοῦ ἐν Μανωλάδι κτήματος τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου διέταξαν ὑλοτόμους καὶ ὑλοτομοῦσιν εἰς τὰ ἰδιόκτητα δάση τῆς Μονῆς ταύτης, ἀποκόπτοντες βαλανιδόδενδρα μεγάλης ἀξίας, καὶ αἰτουμένων νὰ ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα πρὸς προστασίαν τῆς περιουσίας των, νὰ περιορισθῇ δὲ ἡ δικαιοδοσία τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου εἰς τὰς ἐκτάσεις μόνον, τὰς διὰ τοῦ νόμου παραχωρηθείσας αὐτῷ. Ὁμοίαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Ριόλου, Πέτα καὶ Μπούκουρα τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν, καὶ Καγκάδι, Μπεντένι, Ματαράγκα, Ψάρι καὶ Μανωλάδος τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας. Θ’ ἀποσταλῶσι πρὸς κ. τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν αἱ δύο αὗται ἀναφοραί. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κατέθηκε τὴν ζητηθεῖσαν ἔκθεσιν τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον «περὶ τῶν δαπανῶν τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως». Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ νόσος μάλις πρὸ πολλοῦ ἐπέσκηψεν ἐν τοῖς σταύλοις τοῦ στρατοῦ ἐν Ἀθήναις, καὶ καθ’ ἑκάτερον τῶν δύο παρελθόντων ἐτῶν πολλοὶ τῶν ἵππων ἐφονεύθησαν, παθόντες ἐκ τῆς ἀσθενείας ταύτης. Ἡ γνώμη, ὅτι οἱ σταῦλοι ἔπρεπε ν’ ἀνανεωθῶσι, δὲν ἐφάνη ἡ ὀρθοτέρα, οὔτε ἐκρίθη, ὅτι ἦτο δυνατὸν διὰ τῆς κατασκευῆς νέων φατνῶν ν’ ἀποφύγωμεν τὸ μόλυσμα. Τοὺς πάσχοντας ἀπὸ μᾶλιν ἵππους μεταφέρουσιν εἰς ἄλλον σταῦλον, ἀλλ’ ὁ σταῦλος οὗτος κεῖται ἐγγύς, ἀπαιτεῖται δὲ νὰ συστηθῇ εἶδός τι νοσοκομείου, κεχωρισμένου ἀπὸ τὴν συγκοινωνίαν τῶν ἄλλων ἵππων, οἱ ὁποῖοι σταυλίζονται ἐν τοῖς ἄλλοις σταύλοις. Δι’ αὐτὸ συνετάχθη προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ τοιούτου νοσοκομείου ἐκ δραχμῶν 21,040.43, προτείνω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας τῆς πιστώσεως ταύτης.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ τὴν σειράν του. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 412). Ὁ κύριος Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§4Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παράκλησιν ἔχω νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι πολλοὶ πολῖται Ἕλληνες ἀπὸ ἐτῶν μεταναστεύουσιν εἰς τὴν Ἀμερικήν, ἀλλὰ φθάνοντας εἰς Νέαν Ὑόρκην τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα τῆς Ἀμερικανικῆς Πολιτείας δὲν δέχονται αὐτούς, καὶ ὑπὸ συνοδείαν τοὺς μεταφέρουν πάλιν εἰς τὸ ἀτμόπλοιον, δι’ οὗ ἔφθασαν ἐκεῖ, καὶ ἐπανέρχονται κακὴν κακῶς ὅθεν ἀνεχώρησαν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν γνωρίζῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Ἀμερικανικὴ Πολιτεία δὲν δέχεται ἐκεῖ τοὺς μετανάστας Ἕλληνας, ν’ ἀνακοινώσῃ αὐτοὺς ὄχι μόνον εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐγκυκλίου εἰς ὅλους τοὺς νομάρχας καὶ δημάρχους τοῦ Κράτους, ὅπως λάβωσι γνῶσιν οἱ σκοποῦντες ν’ ἀναχωρήσωσιν εἰς Ἀμερικὴν καὶ μὴ ἐπιχειρῶσι νὰ μεταναστεύωσι, μανθάνοντες τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα ἡ Ἀμερικανικὴ Πολιτεία δὲν δέχεται ἐκεῖ τοὺς πολίτας Ἕλληνας.
§5ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ἔδωκα ἀπάντησιν εἰς σχετικὴν ἐρώτησιν τοῦ κυρίου ἐξ Ἄργους συναδέλφου. Ὡς ἐνθυμοῦμαι, πρὸ 15 περίπου ἡμερῶν ἔλαβον ἔγγραφον τοῦ ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος, ὅστις ἐξέθετε τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς γίνονται νῦν δεκτοὶ οἱ μετανάσται. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο διεβίβασα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διὰ τῶν νομαρχῶν καὶ δημάρχων περιέλθωσιν οἱ ὅροι οὗτοι εἰς γνῶσιν ὅλων τῶν σκοπούντων νὰ μεταναστεύσωσιν.
§6Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ κοινοποιήσῃ τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἰς τοὺς νομάρχας καὶ τοὺς δημάρχους, ὅπως λάβωσι γνῶσιν οἱ πολῖται Ἕλληνες, οἵτινες, προκειμένου νὰ μεταναστεύσωσιν, ὑποβάλλονται εἰς πολλὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσιν, ἀλλ’ ἐξευρίσκουσι δανειζόμενοι ἐπὶ ὑποθήκῃ ὁλοκλήρου τῆς περιουσίας των, μεταβαίνοντες δὲ εἰς Ἀμερικὴν δὲν γίνονται δεκτοί, ἀλλ’ ἀποστέλλονται ἐνταῦθα κατεστραμμένοι οἰκονομικῶς.
§7ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀναμένω τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ τὸ ἀνακοινώσω ἀμέσως εἰς τοὺς νομάρχας καὶ τοὺς δημάρχους τοῦ Κράτους.
§8Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι εὐχάριστον βεβαίως, ὅτι ἡ Ἀμερικανικὴ Πολιτεία λαμβάνει μέτρα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ περιορίσουν εἰς τὸ μέλλον τὸ κακὸν τῆς μεταναστεύσεως, τὸ ὁποῖον ἀπό τινος χρόνου μαστίζει τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος· ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ δώσῃ πληροφορίας, ἂν προτίθεται νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον ἢ ἄλλως διοικητικῶς νὰ περιορίσῃ τὰς μεταναστεύσεις ταύτας. Διότι, καθὼς παρετήρησα εἰς τοὺς τελευταίους στατιστικοὺς πίνακας, ἡ μετανάστευσις ἤρχισε λαμβάνουσα τεραστίας διαστάσεις, καθόσον, ἐνῷ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη εἰς 2,000 ἔφθανον οἱ ἐξ Ἑλλάδος μετανάσται κατ’ ἔτος, ἤδη νομίζω, ὅτι ἐντὸς τῆς πρώτης τριμηνίας ὑπερέβησαν τὰς 6,000, καὶ, καθὼς φαίνεται, ἡ τάσις, τὴν ὁποίαν λαμβάνει παρ’ ἡμῖν ἡ μετανάστευσις τῶν ἀνδρῶν τῆς νεαρωτέρας καὶ ἀκμαιοτέρας ἡλικίας, θὰ καταντήσῃ, ὥστε ἐπαρχίαι ὁλόκληροι νὰ στερηθῶσι τῶν ἀκμαιοτέρων κατοίκων αὐτῶν, διότι, ὡς γνωρίζετε, οἱ μεταναστεύοντες ἐξ Ἑλλάδος ἄγουσιν ἡλικίαν ἀπὸ τοῦ 14ου μέχρι τοῦ 31ου ἔτους, τουτέστιν εἶναι ἐν τῇ γονιμωτέρᾳ ἡλικίᾳ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἀκόμη τῆς ἀναπτύξεως τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους (γέλως). Μεταναστεύουν οἱ ἐργατικώτεροι ἄνδρες, καὶ παραμελεῖται ἡ καλλιέργεια τῆς γῆς ἐν τῇ χώρᾳ, διότι, ὡς γνωστόν, οὗτοι ἀνήκουσιν εἰς τὸν γεωργικὸν πληθυσμόν. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχε προσκομίσει ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ κατὰ τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν, τῶν νομαρχῶν καὶ δημάρχων, ἐφαίνετο ὅτι ὁλόκληρα χωρία τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν ἔχουσιν ἐγκαταλειφθῆ ὑπὸ τῶν ἀρρένων κατοίκων αὐτῶν, καὶ ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, ἐὰν δὲν ἀρθῶσι τὰ αἴτια, τὰ προκαλοῦντα τὴν ἀθρόαν ταύτην μετανάστευσιν, οὐδεμία ὑπάρχει δυστυχῶς ἀμφιβολία, ὅτι θέλομεν ἴδει ἐπαρχίας ἐρημουμένας ἐντελῶς.
§9ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ τόσον σπουδαῖον, μελετᾶται ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· ἐσκέφθημεν δὲ νὰ συμβουλευθῶμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ τὴν νομοθεσίαν τῶν ἄλλων Κρατῶν, διότι τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σοβαρόν· εὐθὺς δ’ ὡς λάβωμεν πάσας τὰς πληροφορίας, θέλομεν ἴσως δυνηθῆ νὰ συντάξωμεν νομοσχέδιον καὶ ἐν καιρῷ νὰ τὸ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν.
§10Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρὸν βεβαίως, καὶ πολὺ ὀρθῶς ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ὑπὸ σοβαρὰν μελέτην ἔχει τὸ ζήτημα τοῦτο. Δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ κατορθωθῇ νὰ φθάσῃ εἰς συμπέρασμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐμποδίσῃ τὴν μετανάστευσιν τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, γνωρίζω ὅμως, ὅτι χιλιάδες Ἑλλήνων, μεταναστευσάντων πρὸ πολλοῦ εἰς Ἀμερικὴν καὶ ἐπιθυμούντων νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὴν πατρῴαν γῆν, δὲν δύνανται νὰ πράξωσι τοῦτο, φοβούμενοι τὰς ποινὰς τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Ἀπὸ παιδικῆς ἡλικίας οὗτοι διαμένοντες ἐκεῖ, ἐνηλικιωθέντες ὑπεχρεώθησαν ἐν Ἑλλάδι εἰς στράτευσιν, ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπανέλθωσιν, ὅπως ἐκπληρώσωσι τὴν ὑποχρέωσίν των ταύτην. Ἤδη ὅμως πολλαχόθεν ἐκδηλοῦται ἡ πρόθεσις νὰ ὑποστῶσι μίαν θυσίαν, ὅπως ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρῴαν γῆν, ἀλλὰ νὰ ἀποφύγωσι τὰς ποινὰς τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, διότι, καὶ γέροντες ἂν ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, βεβαίως τοὺς ἀναμένουσιν αἱ ποιναὶ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημά τι, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς ἐκ τῶν μεταναστῶν κληρωτούς, διὰ χρηματικῆς ποινῆς—οἱανδήποτε ἤθελε νομίσει ἡ Κυβέρνησις προσήκουσαν—νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι χιλιάδες πολιτῶν Ἑλλήνων θέλουσιν ἐπανέλθει εἰς τὴν πατρῴαν γῆν, μεμορφωμένοι εἰς πολίτας χρηστούς.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ πότε εἶναι ὑπόχρεοι εἰς στράτευσιν;
§12Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1895 καὶ ἐντεῦθεν.
§13ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ κύριος ἐκ Παξῶν συνάδελφος, ὁμιλῶν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεταναστῶν, ἀνέφερεν ἀριθμόν, ὁ ὁποῖος βεβαίως ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν, καί τις τῶν παρακαθημένων συναδέλφων μὲ ἠρώτησεν, ἂν ἔχω τοιαύτας πληροφορίας, διότι ὁμολογουμένως ὁ ἀριθμὸς τῶν 6,000, τὸν ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος ἀνέφερε διὰ τὴν τελευταίαν τριμηνίαν, θὰ ἦτό τι ὑπερβολικόν, διότι θὰ ἐσήμαινεν, ὅτι ἀπεδήμησαν ἢ θὰ ἀποδημήσουν περὶ τὰς 25,000 καθ’ ὅλον τὸ ἔτος.
§14Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν μεταναστεύουν.
§15ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι σήμερον νὰ εἴπω, εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν στατιστικήν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὁ ἀριθμὸς τῶν μεταναστῶν κατὰ τὰ ἔτη 1900, 1901 καὶ 1902 κυμαίνεται, τὸ μὲν 1900 καὶ 1901 μεταξὺ 5,000–6,000, τὸ δὲ 1902 ἔφθασεν εἰς 11,000 ὡς ἔγγιστα.
§16Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν τὸ 1902 ἔφθασεν εἰς 11,000, βεβαίως τὸ 1903 δύναται νὰ φθάσῃ εἰς 25,000. Ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι οἱ μεταναστεύοντες ἐξ Ἑλλάδος μεταναστεύουσιν εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν τοῦ ἔτους, καὶ ἑπομένως ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, εἶναι ἀκριβής. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι πάντες οἱ μεταναστεύοντες ἐξ Ἑλλάδος δὲν μεταβαίνουσιν εἰς Ἀμερικὴν μόνον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Τράνσβααλ, ὅπου ἀπέρχονται ἰδίως οἱ ἐξ Ἑπτανήσου μεταναστεύοντες, τοιοῦτοι δὲ, ὡς ἐπληροφορήθην, 600 μέχρι τοῦδε ἔφυγον ἐξ Ἑπτανήσου καὶ Πελοποννήσου. Ὥστε, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς λάβῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ Γενικοῦ Προξένου καὶ ἔχῃ καὶ πληροφορίας τῶν ἐν Ἀφρικῇ προξένων, θέλει ἴδει, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν μεταναστευσάντων κατὰ τὸ 1903 ὑπερβαίνει τὰς 6,000 κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν.
§17Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Διὰ νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἐπίδρασιν τῶν μεταναστεύσεων ἐπὶ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσκομίσῃ κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν καθυστερούντων κληρωτῶν κατὰ δήμους καὶ κατὰ νομοὺς τῆς Πελοποννήσου ἀπὸ τοῦ ἔτους 1898 μέχρι τοῦ παρόντος ἔτους, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ἐκ τῶν νομῶν, ὁπόθεν γίνεται ἡ μετανάστευσις, ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατευσίμων.
§18Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§19Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὡς οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν μεταναστεύσεων πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ περιορισμός, οἱονεὶ παρακράτησις, εἰς τοὺς μεταναστεύοντας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρῶ σοβαρόν, εἶναι ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι θὰ παρασκευάσῃ νομοσχέδιον πρὸς ἀπαγόρευσιν τῶν μεταναστεύσεων. Γνωρίζετε ἐκ τῆς ἱστορίας, ὅτι εἰς τὰς μεταναστεύσεις ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς μέγα μέρος τοῦ μεγαλείου καὶ τοῦ πλούτου αὐτῆς, διότι οἱ εἰς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου ἐγκατασταθέντες Ἕλληνες εἰσφέρουσι πλοῦτον καὶ ἐπαυξάνουσι τοὺς πόρους τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐκ τούτου προέρχονται οἱ ἄδηλοι λεγόμενοι πόροι. Δυνατὸν νὰ ληφθῇ μέτρον τι, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι καὶ ἄλλα Κράτη, πρὸς περιορισμὸν τῶν μεταναστεύσεων, περιορισμὸν ὅμως μὴ σωματικόν, παρακωλύοντα δηλονότι τὴν μετανάστευσιν, διότι οὕτω πως δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ μεταβαίνωμεν οὔτε εἰς ταξείδια χάριν ἀναψυχῆς· ἐννοῶ νὰ ληφθῇ μέτρον, ὅπως ἐμποδίζωνται νὰ μεταναστεύωσιν ὅσοι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὰς στρατιωτικὰς αὑτῶν ὑποχρεώσεις, ἢ νὰ ὑποβάλλωνται οὗτοι εἰς ἐγγυοδοσίαν τινά, εἴτε χρηματικὴν εἴτε κτηματικήν, ὥστε, ὅταν καλῶνται ὑπὸ τῆς πατρίδος νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν καὶ δὲν προσέρχωνται, νὰ καταπίπτῃ ἡ ἐγγυοδοσία πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους, μολονότι τὸ ἀντάλλαγμα τοῦτο δὲν εἶναι βεβαίως ἰσότιμον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, δι’ ἣν καλοῦνται, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εἶναι ποινὴ δι’ αὐτούς, καὶ ἀντιστάθμισμα ἐλάχιστον διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Θὰ ἦναι ὅμως πρωτοφανὲς ἐν τῷ κόσμῳ γεγονός, ἂν ἐπιβληθῇ ἀπαγόρευσις.
§20ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδεὶς εἶπε τοιοῦτόν τι.
§21Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἴπετε, ὅτι θέλετε περιορίσει διὰ νόμου τὰς μεταναστεύσεις. Νομίζω ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν ν’ ἀφήσῃ ἐλευθερίαν πλήρη εἰς τὸν λαὸν, ἵνα πράξῃ ὅ,τι τὸν συμφέρει. Ἐλέχθη, ὅτι μεταβαίνουσι πολλοὶ μετὰ τῶν συζύγων καὶ τῶν τέκνων αὑτῶν, καὶ δὲν ἐπανέρχονται, ἀποβάλλουσι δ’ οὕτω πάντα δεσμὸν μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· διότι γνωρίζομεν πάντες, ὅτι, ὅσοι ἀπῆλθον εἰς ξένα μέρη, πάντοτε ἔμειναν καὶ θὰ μείνωσιν Ἕλληνες, διότι ὁ Ἕλλην οὐδέποτε οὐδένα ἐκ τῶν συνεκτικῶν δεσμῶν, τῶν συνδεόντων αὐτὸν πρὸς τὴν πατρίδα, ἀποβάλλει, οὔτε τὴν θρησκείαν οὔτε τὴν γλῶσσαν αὑτοῦ· καὶ ἄπειρα πρόκεινται τὰ παραδείγματα ἐνώπιον ἡμῶν καὶ ἐκ τῆς ἀπωτάτης ἀρχαιότητος καὶ ἐκ τῶν μετέπειτα χρόνων καὶ ἐκ τῆς νεωτέρας ἐποχῆς, καὶ ἔχομεν τὰς παροικίας ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Ἀμερικῇ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ρωσσίᾳ, ὅπου ὡς ἐκ τῆς ταυτότητος τοῦ θρησκεύματος ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἀφομοίωσις, ἀλλ’ οὔτε ἐκεῖ παρετηρήθη τοιοῦτόν τι. Ἂς ἀφήσωμεν τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὸ ἄτομον, καὶ βεβαίως οὐδεμίαν θέλει ὑποστῆ ζημίαν τὸ ἔθνος ἡμῶν, ἐξ ἐναντίας πολλὰ τὰ ὀφέλη θέλουσι πηγάσει, καὶ τὸ ἑλληνικὸν ὄνομα τετιμημένον πάντοτε καὶ ζηλευτὸν θὰ εὑρίσκηται ἐπὶ τῶν πέντε ἠπείρων, πρὸς τιμὴν τῆς μητρὸς Ἑλλάδος.
§22Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριοι, πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ τῶν μεταναστεύσεων καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῷ τύπῳ, καὶ πολλὰ μέτρα προὐτάθησαν πρὸς παρεμπόδισιν τῆς ἐλευθερίας τῆς κινήσεως τοῦ ἀτόμου, — διότι περιορίζοντες τὴν μετανάστευσιν οὐδὲν ἕτερον πράττετε ἢ νὰ περιορίζητε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου. — Πιθανόν τινες νὰ νομίζωσιν, ὅτι μόνον ἡ φυλάκισις περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου· ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλοι τρόποι. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν ἔχομεν ἢ νὰ ῥίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἐξετάσωμεν, ἂν ὠφέλησαν αἱ μεταναστεύσεις ἢ ὄχι. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ἄλλας ἐπαρχίας καὶ νομοὺς· περιορίζομαι εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, ὅπου αἱ μεταναστεύσεις εἶναι προαιώνιοι· ἤρχισαν, ὅτε ἡ Κεφαλληνία περιελάμβανεν ἐννέα ἢ δέκα μόνον χιλιάδας κατοίκους· μέγας πληθυσμὸς, μὴ δυνάμενος νὰ διατηρῆται ἐν τῇ νήσῳ ἐκείνῃ, ἐτράπη πρὸς τὴν Ρωσσίαν καὶ Ρουμανίαν, ἀλλὰ διὰ τῆς μεταναστεύσεως ταύτης δὲν ἐζημιώθη ἡ Κεφαλληνία, διότι καὶ ὁ πληθυσμὸς αὐτῆς ηὐξήθη, καὶ πλοῦτος ἀμύθητος εἰσέρρευσεν. Ὅλοι, ὅσοι ἔφυγον πρὸ ἐτῶν ἐκ Κεφαλληνίας, ἐπέστρεψαν κομίζοντες πλοῦτον ἑκατομμυρίων. Ἀλλοῦ, νομίζω, Κύριοι, πρέπει νὰ στρέψωμεν τὰ βλέμματα· εἰς τοὺς μετανάστας ὀφείλομεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν νὰ παρέχωμεν τὴν προστασίαν ἐκείνην, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς· πρέπει νὰ ἔχωμεν προξένους ἀνταξίους τοῦ προορισμοῦ των καὶ οὐχὶ ἐπαιτοῦντας, ὡς ἦσαν πρό τινων ἐτῶν· νὰ φροντίζωμεν νὰ στέλλωμεν ἱερεῖς, νὰ κατορθώσωμεν νὰ συστήσωμεν κοινότητας καὶ σχολεῖα. Αὐτὴν τὴν προστασίαν ζητοῦσι τὰ ἀτυχῆ αὐτὰ πλάσματα, ἅτινα, εἴτε ἐξ ἀνάγκης εἴτε διότι προσδοκῶσι μεγαλείτερα κέρδη, μεταβαίνουσιν εἰς τὰς μακρυνὰς ἐκείνας χώρας· ἔχοντες δὲ τοιαύτην προστασίαν, οὐδέποτε θ’ ἀπομακρυνθῶσι διὰ παντὸς τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀπαγορεύσητε τὰς μεταναστεύσεις διὰ νόμου, νομίζετε ὅτι θὰ κατορθώσητέ τι; Αὐτοὶ θὰ φεύγουν λαθραίως. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ εἴσοδος εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἀπαγορεύεται μόνον εἰς τοὺς Ἕλληνας, ἢ καὶ εἰς ἄλλους.
§23ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς ὅλους.
§24ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§25Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλως ἀντίθετον γνώμην ἔχω πρὸς τοὺς Κυρίους, οἵτινες πρὸ μικροῦ ἠγόρευσαν, δηλαδὴ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴν καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κραναίας Βουλευτήν. Ἀληθῶς, ἐὰν ἐξετάσῃ τις ἱστορικῶς τὰς μεταναστεύσεις ἐξ Ἑλλάδος, θὰ ἴδῃ, ὅτι ἀπὸ παλαιοτάτης ἐποχῆς οἱ Ἕλληνες εἶχον τάσιν πρὸς τὰς μεταναστεύσεις. Ἀλλὰ ἄλλοι ἦσαν οἱ ὅροι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξηνάγκαζον τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνας ν’ ἀποστέλλωσιν εἰς τὰς ἀποικίας των πολίτας καὶ νὰ ἱδρύωσιν ἀποικίας εἴτε εἰς τὴν λεκάνην τῆς Μεσογείου, εἴτε εἰς τὴν Ἰωνίαν. Αἱ μεταναστεύσεις ἐκεῖναι ἦσαν ἡ ἐνέργεια ἀποικιακῆς πολιτικῆς, μὴ διαφερούσης τῆς πολιτικῆς τῶν νεωτέρων Πολιτειῶν. Ἀλλ’ αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα ἔχει ἡ σημερινὴ μετανάστευσις; Πρὸ μικροῦ ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κυρίου Στάη ἀναφέροντος ὅτι ἐκ μόνης τῆς νήσου Κυθήρων 14,000 καὶ πλέον ἀπῆλθον καὶ μετηνάστευσαν εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, εἰς Σμύρνην. Τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον. Καὶ πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἐτῶν οἱ Ἕλληνες μετενάστευον εἴτε εἰς τὴν Δακίαν, εἴτε εἰς τὴν Ρωσσίαν, εἴτε εἰς τὴν Αἴγυπτον, εἴτε εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν. Πέραν αὐτῆς οὐδέποτε ἀπήρχοντο ἢ ἐλάχιστος ἀριθμὸς εἴτε εἰς Ἀμερικὴν, εἴτε εἰς Αὐστραλίαν, εἴτε εἰς Νότιον Ἀφρικήν. Κυρίως εἰπεῖν, δὲν δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι μετανάσται Ἕλληνες οἱ ἀπερχόμενοι ἐξ Ἑλλάδος, ἵνα μεταβῶσιν εἰς Μικρὰν Ἀσίαν, διότι ἐκεῖ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἂν ἦναι ἀκόμη ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγὸν ἡ Μ. Ἀσία, ἐὰν ἡ Σμύρνη ἀκόμη ἦναι τουρκικὴ πόλις, κατ’ οὐσίαν ὅμως εἶναι πόλις ἑλληνικὴ, καὶ οἱ Ἕλληνες, οἱ μεταβαίνοντες ἐκεῖ, οὐδὲν ἔχουσι νὰ πάθωσιν, ὑπὸ ἐθνολογικὴν ἔποψιν. Ἴσως δύνανται μᾶλλον ν’ ἀναπτύξωσι καὶ τὸ φρόνημα καὶ νευρώσωσι τὰ αἰσθήματα τῆς φιλοπατρίας, διαμένοντες ἐν Σμύρνῃ. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὰς ἄλλας πόλεις τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἢ Ἀσιατικῆς Τουρκίας, αἵτινές εἰσι κατῳκημέναι ὑπὸ ὁμοφύλων καὶ ὁμοθρήσκων· τοῦτ’ αὐτὸ συνέβαινε καὶ εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν καὶ εἰς τὸ Κάϊρον, καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ συμβαίνῃ ἀκόμη, διότι ἐκεῖ εἶναι εὐρύταται ἑλληνικαὶ ἀποικίαι, αἱ δὲ πόλεις ἐκεῖναι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἀκόμη, ὅτι εἶναι ἐξ ἴσου ἑλληνικοαιγυπτιακαὶ, ὅπως εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν Διαδόχων τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐποχῆς καὶ τῶν πολιτικῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς ὑπάρχει σήμερον ἡ Αἴγυπτος. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ μοὶ εἴπωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἵτινες τόσον ἐνθέρμως ὑποστηρίζουσι τὴν ἰδέαν τῆς μεταναστεύσεως, τί ἐγένοντο ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι κατέφυγον πρὸ ἐτῶν εἰς τὴν Κριμαίαν; Καὶ ἐκεῖνοι ἀθρόοι ἀπῆλθον ἐκ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀπῆλθον ἐκ λόγων θλιβερῶν, διότι δυσχείμερος ἐποχὴ ἐμάστιζε τότε τὸν Ἑλληνισμόν· ἀλλ’ ἐξ ὅλων τῶν χιλιάδων Ἑλλήνων, οἵτινες ἀπῆλθον εἰς τὴν Κριμαίαν, οὐδὲ εἷς ἀπέμεινε σήμερον Ἕλλην! (διάλογοι). Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. συνάδελφον, ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴν ταύτην μὲ διακόπτει, τί ἀπέγειναν οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέστησαν εἰς τὴν Ἰταλικὴν ἐπαρχίαν τοῦ Λέτσε; τί ἀπέγειναν οἱ κάτοικοι τῆς ἑλληνικωτάτης πόλεως Καλημέρας; τί ἀπέγειναν οἱ κάτοικοι τῆς Καλαβρίας; Πάντες ἐξιταλίσθησαν πλέον! Ἀλλὰ τί ἐγένοντο οἱ Ἕλληνες τῆς Κορσικῆς; Οὐδεὶς ἀπέμεινεν Ἕλλην, ἀλλὰ πάντες ἐγένοντο Κορσικανοί! Καὶ ἀφοῦ τοιαῦτα παραδείγματα ἔχομεν Ἑλλήνων μεταναστευσάντων εἰς χώρας πλησίον κειμένας καὶ εἰς διαρκῆ εὑρισκομένων ἐπικοινωνίαν μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, τί δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν ἐκ τῶν ἀπερχομένων εἰς τὴν Ἀμερικήν, οἵτινες ἀθρόοι μεταβαίνουσιν ἐκεῖ, ὅπως εὕρωσι τύχην, ἣν ματαίως ἐνίοτε ζητοῦσι; — διότι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωμεν μόνον τὰ μεμονωμένα παραδείγματα ὅτι ἐλάχιστοι πλουτοῦσιν· οἱ περισσότεροι κερδίζουσι μόλις τὸν ἄρτον, κακοδιαιτώμενοι, καὶ πολλοὶ καταστρέφονται. — Οἱ ἐγκαθιστάμενοι ἐκεῖ καὶ πλουτοῦντες, βλέποντες τὴν λαμπρὰν διοίκησιν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, δὲν σπεύδουσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ἀφ’ ὅτου ἀνεγίνωσκον τὰς ἐκθέσεις τῶν δημάρχων, τὰς ἀποσταλείσας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, οἱ ἐπιστρέφοντες πλούσιοι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν βλέπουσι τὴν ὥραν, ὅπως ἐπιστρέψωσιν εἰς τὴν Ἀμερικήν, διότι ἔχουσι πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν κακοδιοίκησιν τῆς Ἑλλάδος. Ὅτε, Κύριοι, ἔλεγον πρὸ μικροῦ, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα, βεβαίως δὲν εἶχον τὴν ἁπλότητα νὰ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἤθελεν εἰσαγάγει νομοσχέδιον, καὶ ὅτι ἤθελε ψηφίσει ἡ Βουλὴ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀπηγόρευε τὴν ἔξοδον ἐκ τῆς Ἑλλάδος παντὸς πολίτου θέλοντος νὰ ζητήσῃ ὅπου βούλεται οὗτος τύχην, οὐδὲ νομίζω ἢ πιστεύω, ὅτι τοιαῦτα μέτρα δύνανται νὰ ληφθῶσιν, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ κακὸν ἐν τῇ ῥίζῃ αὐτοῦ, νὰ μελετηθῶσι τὰ αἴτια τὰ προκαλοῦντα τὰς τόσον ἀθρόας μεταναστεύσεις, καὶ ἐκεῖ νὰ ζητηθῇ ἡ θεραπεία αὐτῶν.
§26ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸν λόγον.
§27Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο δὲ ἄσκοπον, ἐὰν Βουλευταὶ, οἵτινες ἐμελέτησαν τὸ ζήτημα τοῦτο, οἵτινες ἐνδιαφέρονται, ἀπετέλουν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ν’ ἀποσταλῇ ἐπὶ τόπου, ὅπως μελετήσῃ ἐπιτοπίως τὰ αἴτια καὶ τοὺς λόγους, οἵτινες προκαλοῦσι τὴν τοιαύτην ἀθρόαν μετανάστευσιν. Οὐδὲ αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, θὰ συστήσω ποτὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, τὸ νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀποσταλῶσιν ἱερεῖς. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι καί τις συνάδελφος, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν παρίσταται μεταξὺ ἡμῶν, ἐζήτει ἄλλοτε ν’ ἀποσταλῶσι καὶ ἀρχιερεῖς εἰς τὴν Ἀμερικὴν, διότι παρετηρήθη, ὅτι, ὅπου ἐγκατεστάθησαν ἑλληνικαὶ παροικίαι, εἴτε εἰς τὴν Εὐρώπην εἴτε εἰς τὴν Ἀμερικὴν, ἐκεῖ οἱ Ἕλληνες μετὰ τὴν πρώτην γενεὰν ἐξηλείφθησαν παντελῶς, καὶ εὑρίσκοντες προστασίαν καὶ, οὕτως εἰπεῖν, ἑλληνικὴν κοινωνίαν ἐν τῷ μεμακρυσμένῳ ἐκείνῳ τόπῳ, σπανίως σκέπτονται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρίδα αὑτῶν. Τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, τῆς μεταναστεύσεως τῶν συμπολιτῶν αὑτοῦ ἐξ Ἑλλάδος εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν, ὅτι εἶναι μεταναστεύσεις γενόμεναι εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, διότι πάντες οἱ ἀπερχόμενοι εἴτε εἰς Κωνσταντινούπολιν, εἴτε εἰς τὴν Αἴγυπτον, εἴτε εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, ἐργάζονται, πλουτοῦσιν, ἀλλὰ μένουσιν, οὕτως εἰπεῖν, ἐν ἑλληνικαῖς χώραις. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ αὐτῶν. Ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀπερχομένων μακρὰν, τῶν διασχιζόντων τοὺς ὠκεανοὺς, ὅπως εὕρωσι τύχην, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς δὲν δύνανται νὰ ζητήσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καίτοι ἡ Ἑλλὰς, ἄλλως διοικουμένη, θὰ ἠδύνατο νὰ παράσχῃ καὶ ἄρτον καὶ ἄνεσιν εἰς τὰ τέκνα αὑτῆς.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§29Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον.
§31ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§32Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἐπιτροπὴν παραπέμπονται, κύριε Πρόεδρε, ζητήματα, τὰ ὁποῖα διὰ τὸ πολυσύνθετον αὑτῶν χρήζουσι μελέτης, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῶσιν ἐνώπιον πολυμελοῦς Σώματος· ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ ζήτημα τοῦτο ὄχι μόνον δὲν ἐπιβάλλει τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον μόνον ἐν Σώματι πολυμελεστάτῳ δύναται νὰ συζητηθῇ καὶ λυθῇ ὑπὸ πάσας αὑτοῦ τὰς ἀπείρους ἐπόψεις. Μήπως κατ’ ἀρχὴν τοὐλάχιστον εἴμεθα σύμφωνοι, ὥστε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ συζητηθῶσιν αἱ λεπτομέρειαι, ἐφ’ ὧν διαφωνεῖ τὸ Σῶμα; Ὄχι. Οἱ μὲν λέγουσιν, ὅτι ἡ μετανάστευσις πρέπει κατ’ ἀρχὴν νὰ ἐνισχυθῇ, ἄλλοι, ὅτι τοὐναντίον πρέπει νὰ ἐμποδισθῇ. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο συνιστᾶται νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, ἀφοῦ κατ’ ἀρχὴν διαφωνοῦμεν ἐνταῦθα, εἰς ἐπιτροπὴν, οὕτως εἰπεῖν, κηδεμονευτικὴν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ καὶ φωτίσῃ περὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῆς βάσεως τοῦ τοιούτου ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, μὰ τὴν ἀλήθειαν, θὰ ἦτο παράδοξος ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς! Ἀλλὰ μήπως ἡ ἐπιτροπὴ πρόκειται νὰ συζητήσῃ κανὲν ἄλλο ζήτημα κεφαλαιῶδες, τοῦ ὁποίου ὁ προτείνας τὴν σύστασιν αὐτῆς ἤθελε νὰ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὴν τὴν λύσιν; Μήπως ἡ ἐπιτροπὴ πρόκειται νὰ συζητήσῃ, ἂν αἱ μὲν πρὸς τὴν Ἀνατολὴν μεταναστεύσεις εἰσὶν ὠφέλιμοι καὶ πρέπει νὰ ἐνισχυθῶσι, τοὐναντίον δὲ αἱ πρὸς τὴν Δύσιν πρέπει νὰ ἐμποδισθῶσιν; Ἐὰν περὶ τούτου ἐπρόκειτο, θὰ εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ προτείνας τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι αὕτη ἔπρεπε νὰ συζητήσῃ καὶ μᾶς εἴπῃ, διὰ τίνων μέσων θὰ ἐνισχυθῶσιν αἱ πρὸς τὴν Ἀνατολὴν μεταναστεύσεις, καὶ διὰ τίνων θὰ ἐμποδισθῶσιν αἱ πρὸς τὴν Δύσιν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν μεταναστεύσεων ἀπὸ μιᾶς ἄλλης ἐπόψεως, καὶ ἐκείνης μόνης, δέον μετὰ προσοχῆς νὰ ἐξετασθῇ. Ποῖα δηλαδὴ τὰ αἴτια, τὰ προκαλοῦντα τὰς τόσας μεταναστεύσεις. Ἰδοὺ ἡ σπουδαία καὶ μόνη ἔποψις, ὑφ’ ἣν δέον ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον τὸ ζήτημα. Διότι εἶναι ἀληθῶς παράδοξον, πῶς ἀπὸ τόπου, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ἑλκύῃ καὶ ἑλκύει καὶ τόσους ξένους, προκειμένου νὰ ἐπισκέπτωνται αὐτὸν, ἀπὸ τόπου, ὁ ὁποῖος δὲν διακρίνεται καὶ διὰ τὸν μεγάλον αὐτοῦ πληθυσμὸν, ἀπὸ τόπου, ὁ ὁποῖος ἔχει τόσας φυσικὰς καλλονὰς, ἀπὸ τόπου, πρὸς τὸν ὁποῖον μετὰ φιλοπατρίας ἔχουσιν ἐστραμμένους αὐτοὶ οὗτοι οἱ μεταναστεύοντες τοὺς ὀφθαλμούς των διαρκῶς, πῶς συμβαίνει, λέγω, ν’ αὐξάνῃ τὸ ῥεῦμα τῆς μεταναστεύσεως ἀπὸ τοῦ τόπου τούτου! Καὶ τὸ χρυσίον βεβαίως, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, εἶναι μεταξὺ τῶν αἰτίων τῆς μεταναστεύσεως. Καὶ ἂν ἄλλα δὲν μᾶς φωτίζωσιν εἰσέτι, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς μεταναστεύσεως πρέπει ν’ ἀνοίξῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμῶν, ἵνα ἴδωμεν, πῶς διοικεῖται ὁ τόπος οὗτος, καὶ ὁποῖά τινα πάσχει, ἐξ ὧν ἀραιοῦται ἔτι μᾶλλον ὁ πληθυσμὸς αὐτοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τόπου, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τοῦ κλίματος ἢ ἄλλων γεωγραφικῶν καὶ φυσικῶν ἐλαττωμάτων φυγαδεύει τοὺς κατοίκους αὐτοῦ, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ χώρας, τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι διακρίνονται διὰ τὸ ἀφιλόπατρι αὐτῶν, τότε τὸ φαινόμενον δὲν θὰ ἦτο ἄξιον ν’ ἀπασχολήσῃ πολὺ τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ τόπου, τοῦ ὁποίου ὅλα τὰ στοιχεῖα ἔπρεπε νὰ ἑλκύωσι ξένους τε καὶ ἐντοπίους, τὸ νὰ παρουσιάζηται ἀπό τινος χρόνου τάσις ῥαγδαίας μεταναστεύσεως, αὐτὸ πρέπει πλέον νὰ ἀνοίξῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμῶν, καὶ νὰ ἴδωμεν, κατὰ τίνα τρόπον θ’ ἀπομακρύνωμεν τὸ κακὸν αὐτὸ ἀπὸ τὴν πατρίδα μας. Διότι βεβαίως ἡ ὑπερορία ἡ ἐξουσία δὲν εἶναί τι καλὸν δι’ οἱονδήποτε ἄνθρωπον. Δι’ αὐτὸ θεωρῶ, ὅτι εἶναι ματαιοπονία νὰ σκεπτώμεθα, οὕτως εἰπεῖν, περὶ τῆς παρακρατήσεως τῶν ἀνθρώπων, ὡς εὐφυῶς ὠνομάσθησαν τὰ μέτρα τῆς παρακωλύσεως τῶν μεταναστεύσεων. Ἡ μετανάστευσις ἔχει βεβαίως ἰδιάζοντας λόγους, ἡ δὲ ἐλευθερία τῆς κινήσεως εἶναι ἡ στοιχειωδεστέρα τῶν ἐλευθεριῶν. Λοιπὸν μὴ ματαιοπονῶμεν. Ἄς σκεφθῶμεν μόνον περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τὸ φαινόμενον τῆς μεταναστεύσεως ἔπρεπε νὰ μᾶς διδάσκῃ.
§33Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς μεταναστεύσεως, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖος εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ὑποχρεώνει τοὺς ἡμετέρους συμπολίτας νὰ μεταναστεύωσιν. Οἱ μεταναστεύοντες, κύριοι Βουλευταὶ, φεύγουσιν ἀπὸ τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν, ὄχι διότι τοῦτο δὲν ἔχει τὰ μέσα πρὸς διατήρησιν αὐτῶν, τοὐναντίον τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ἔχει γαίας ἱκανὰς οὐ μόνον τοὺς ἀναχωροῦντας κατοίκους νὰ θρέψῃ, ἀλλὰ καὶ διπλάσιον πληθυσμὸν ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔχει, καὶ τριπλάσιον. Πρὸς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους κύριοι Βουλευταὶ, πρέπει νὰ ἐπιρρίψωμεν τὴν αἰτίαν τῆς μεταναστεύσεως. Ἡ αἰτία εἶναι ἡ ἀστοργία, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ἔδειξε πρὸς τὴν τάξιν τὴν ἐργατικήν. Ἡ ἐργατικὴ τάξις ἀναχωρεῖ ἕνεκα τῆς κακῆς διοικήσεως. Ἡ Πολιτεία οὐδεμίαν δυστυχῶς δίδει προσοχὴν, καὶ ἀφίνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ καταλήγωσιν εἰς τὸ σημεῖον νὰ μὴ δύνανται νὰ ἔχωσι τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως, καὶ νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβαίνωσιν ἀλλαχοῦ, ὅπου ὑποφέρουσι μυρίας ταλαιπωρίας, καὶ ῥίπτονται εἰς τὰς φυλακὰς καὶ περιφρονοῦνται. Καὶ σήμερον, κύριοι Βουλευταὶ, ἐνῷ ἡμεῖς φαινόμεθα ἄστοργοι πρὸς τὴν τάξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ὑποφέρει ἀπὸ πεῖναν καὶ δυστυχίαν, θέλομεν νὰ δεσμεύσωμεν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς μεταβάσεως τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων ἀλλαχοῦ. Ἐπειδὴ ἡμεῖς εἴμεθα ἐλεύθεροι, πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς ἄλλους; Δὲν εἶναι δυνατὸν, κύριοι Βουλευταὶ, αὐτό. Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ὡρίμως, καὶ νὰ ἐνεργήσῃ δραστηρίως· νὰ ἐξετάσῃ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ φέρωσι τοὺς Ἕλληνας αὐτοὺς, τοὺς ἐργατικοὺς, εἰς τὴν θέσιν νὰ δύνανται νὰ μένωσιν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, διότι καὶ ἡμεῖς ἐξ αὐτῶν συντηρούμεθα καὶ τὸ Κράτος καὶ ἡ Βασιλεία καὶ τὰ πάντα, Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, οὐχὶ νὰ δεσμεύσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἀνθρώπων.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τράκας ἔχει τὸν λόγον.
§35ΚΟΜΝΑΣ ΤΡΑΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας ἕως σήμερον παρῆλθον 22 ἔτη, καὶ βαίνομεν πρὸς τὰ 23, καὶ ὅμως ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ μένει ἀκόμη εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Δικαστηρίων τῆς Λαρίσης, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀπέχει τὸ ἄκρον τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ 20 ὥρας, τὰ δὲ πλησιέστερα μέρη 15! Δυστυχῶς ἡ παλαιὰ ὁροθετικὴ γραμμὴ εἶχε διαχωρίσει κτήματα χωρίων τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, καὶ ἔμενον ταῦτα εἰς τὴν Θεσσαλίαν· ἐξακολουθεῖ δὲ δυστυχῶς ἡ κατάστασις αὕτη ἀκόμη καὶ τώρα. Ἀλλὰ τοῦτο φέρει μεγάλας δυσκολίας εἰς τὰς ὑποθέσεις τὰς δικαστικὰς, καὶ ζημίας εἰς τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων· διότι διὰ μίαν μικρὰν σύγκρουσιν εἴτε διὰ τὰς γαίας εἴτε διὰ τὰς βοσκὰς εἶναι ἠναγκασμένοι πολλοὶ κάτοικοι τῆς Φθιώτιδος νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια τὰ ποινικὰ ἢ τὰ πολιτικὰ τῆς Λαρίσης. Συλλογισθῆτε πόσον τοῦτο εἶναι κακόν! Ἐπίσης δὲ κακὸν καὶ εἰς τοὺς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ, διότι καὶ ἐκεῖνοι εἶναι πολὺ μακρὰν, καὶ εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν Λάρισαν, ἐνῷ εἰς τὴν Λαμίαν κατὰ πᾶν Σάββατον ἔχουσιν ἑβδομαδιαίαν ἀγορὰν, ἔχουσι ποικίλας συναλλαγὰς καὶ τόσα συμφέροντα ἐκεῖ. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ἐκρίναμεν καλὸν μετὰ τῶν συναδέλφων μου κυρίων Δ. Δεδούση καὶ Ν. Κοντογιάννη νὰ συντάξωμεν πρότασιν νόμου «περὶ ἀποσπάσεως τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ ἐκ τῆς δικαιοδοσίας τῶν Δικαστηρίων Λαρίσης καὶ ὑπαγωγῆς αὐτῆς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας καὶ τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν». Θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιψηφίσῃ τὴν πρότασιν νόμου ταύτην. Ἀλλὰ πρὸ τούτου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ νὰ συγκατατεθῇ νὰ συζητηθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων, ἵνα ψηφιζομένη ἐφαρμοσθῇ ὡς νόμος, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, πρὸς διευκόλυνσιν τῶν κατοίκων Δομοκοῦ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Τράκα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 413). Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§37Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε. Πρὸ ὀλίγου ἤκουσα ἀνακοινωθείσας δύο ἀναφορὰς τῶν κατοίκων χωρίων τινῶν τοῦ δήμου Δύμης καὶ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Μεγάλου Σπηλαίου. Ἐπειδὴ ἐπ’ αὐτῶν θὰ λάβω τὸν λόγον κατά τινα τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίγραφον τῆς διαταγῆς, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀπόσπασμα λόχου ἐκ 50 ἢ 60 ἀνδρῶν, ὑπὸ τὴν διοίκησιν ἀξιωματικοῦ, ἀπεσπάσθη εἰς τὰ κτήματα ἐκεῖνα, καὶ προσεκολλήθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν κτημάτων τοῦ Διαδόχου, διότι θὰ μοὶ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν συζήτησιν.
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ ποῖον χρόνον συνέβη αὐτό;
§39Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὑφίσταται ἀπὸ 5 ἢ 6 ἐτῶν αὐτὴ ἡ κατάστασις. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, ἔχουσι βεβαίως γνῶσιν καὶ ὅλα τὰ σχετικά.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Λεωνίδας Πετιμεζᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 414).
§41ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄλλο πάλιν αὐτό;
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλο. Ὁ βουλευτὴς Βονίτσης κ. Γουλιμῆς κατέθηκεν ἔγγραφον ἐπερώτησιν, δι’ ἧς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν «νὰ ὑποβάλῃ πίνακα τῶν μὴ προσελθόντων ἐνώπιον τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων κληρωτῶν, κατὰ δῆμον, τῶν νομῶν τῆς Πελοποννήσου ἀπὸ τοῦ ἔτους 1898 μέχρι τοῦ 1903 συμπεριλαμβανομένου, εἰ δυνατόν.» Ὁ βουλευτὴς Νάξου κύριος Πρωτοπαπαδάκης ζητεῖ «νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν αʹ) τὴν ἔκθεσιν τῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη, περὶ τοῦ γενομένου σιδηροδρομικοῦ δυστυχήματος ἐν τῷ σταθμῷ Λαυρίου, καὶ βʹ) σχετικὴν ἔκθεσιν τῆς αὐτῆς ὑπηρεσίας περὶ τῆς ἐπελθούσης κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀνατροπῆς τῆς ἁμαξοστοιχίας παρὰ τὸν σταθμὸν Ἡρακλείου.» Ὁ βουλευτὴς Καλαμῶν κ. Κ. Φλέσσας ὑποβάλλει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἔγγραφον ἐπερώτησιν περὶ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ δημοτικοῦ φόρου Ἀλαγονίας ἐπὶ τοῦ ἐλαίου κλπ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 8,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 113,434.58 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902. 2) Περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 27,218.75 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 15,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§44Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶχον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξηγήσῃ ἡμῖν, τίνες οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι τὸν ἔπεισαν νὰ προβῇ εἰς τὴν δαπάνην ταύτην τῶν 15,000 δραχμῶν. Ποῖαι περιστάσεις τὸν ἠνάγκασαν, ὄχι μόνον ν’ ἀποφασίσῃ τὴν δαπάνην, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν πληρώσῃ χωρὶς τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς — πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἄλλοτε, νομίζω, ἐγένετο.
§45ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ χθὲς εἶπον καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἀνάγκη ἦτο λίαν ἐπείγουσα, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ οὔτε στιγμήν. Καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν ἐτηλεγράφησα, ἵνα δοθῇ ποσόν τι, ἡ Βουλὴ δὲν συνεδρίαζε. Νομίζω λοιπόν, ὅτι καλῶς ἔπραξα. Ἄλλως τε δὲν ἐδόθη ὁλόκληρον τὸ ποσόν. Ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν διαχείρισιν τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ ἡ ὁποία συνέκειτο ἀπὸ τὸν νομάρχην, ἀπὸ τὸν ἔφορον, ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπον καὶ ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα, διένειμε μόνον τὸ ποσὸν τῶν 5,000 δραχμῶν, αἱ δὲ λοιπαὶ 10,000 ἐπεστράφησαν.
§46Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ὑπεσχέθη ῥητῶς νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀποδείξεις, αἱ ὁποῖαι ἔπεισαν αὐτὸν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς δαπάνης καὶ περὶ τοῦ ἐπείγοντος αὐτῆς. Τοιαύτην ἀπόδειξιν οὐδεμίαν προσάγει. Βεβαιοῖ μόνον, ὅτι θεωρεῖ τὴν δαπάνην κατεπείγουσαν. Ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν, ὁποῖαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας κατέχει, καὶ ἐπὶ τίνων ἐγγράφων βασίζονται αὗται, καὶ πῶς ἐπείσθη νὰ προβῇ εἰς αὐτὴν τὴν δαπάνην. Κατὰ προσθήκην μάλιστα λέγω, ὅτι δὲν ἐννοῶ, πῶς ἐξεδόθη αὐτὸ τὸ ἔνταλμα. Πᾶν ἔνταλμα, διὰ νὰ ἐκδοθῇ, πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς νόμον ἢ Διάταγμα, ἐν ἐλλείψει δὲ τοιούτου δὲν ἐπιθεωρεῖται τὸ ἔνταλμα ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Πῶς λοιπὸν ἐθεωρήθη τὸ περὶ οὗ πρόκειται; Ἡ τοιαύτη διαχείρισις, κύριε Πρόεδρε, τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, πρωτοφανὴς, καὶ ἑπομένως πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της, ὄχι διὰ τὸ εὐτελὲς τοῦ ποσοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἀλλὰ διότι εἷς ἄλλος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ, παρούσης τῆς Βουλῆς, νὰ δώσῃ καὶ 100,000 δραχμὰς καὶ 1,000,000! Αὐτὰ τὰ πράγματα διατὶ ὁ νόμος ἔλαβε πρόνοιαν νὰ τὰ καθορίσῃ ῥητῶς; Διότι ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ, ὅσον ἦτο δυνατὸν, τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ παροῦσα ἡ Βουλὴ, ἀφίνεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ, ἂν ὑπάρχει κατεπείγουσα δαπάνη. Ὅταν ὅμως ἦναι παροῦσα ἡ Βουλὴ, μόνον αὐτὴ ἔχει ἁρμοδιότητα, οὐδέποτε δὲ ὁ Ὑπουργός. Ἑπομένως συνοψίζων παρατηρῶ, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν γνωρίζω περὶ τίνος ἐπρόκειτο δὲν γνωρίζω πῶς ἐπείσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῆς ἀνάγκης, καὶ πῶς ἀπεφάσισε νὰ δώσῃ τὰ χρήματα· δὲν γνωρίζω, πῶς ἐξεδόθη καὶ πῶς ἐξηργυρώθη ἔνταλμα μὴ στηριζόμενον οὔτε εἰς νόμον οὔτε εἰς Β. Διάταγμα. Περὶ τούτου πρέπει νὰ δώσῃ πληροφορίας ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὶν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§47ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τὴν ἀνάγκην. Βεβαίως τὰ κτήνη, περὶ ὧν πρόκειται, ἠπειλοῦντο ν’ ἀποθάνωσιν ἐκ τοῦ ψύχους. Λοιπὸν ἦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πληρωμὴν, βεβαίως ἐγὼ ἀνέλαβον ὑπ’ εὐθύνην μου νὰ δοθῇ αὐτὸ τὸ ποσὸν, καὶ ἐδόθη ὑπ’ εὐθύνην μου.
§48Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀναλαμβάνῃ ὑπ’ εὐθύνην του πληρωμὰς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου προερχομένας. Ἐὰν ἐξεδόθη ἔνταλμα, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀρνηθῇ τὴν θεώρησιν αὐτοῦ, τότε ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν θεώρησιν ὑπ’ εὐθύνην του· ἀλλὰ πληρωμὰς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου οὐδέποτε δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐνεργήσῃ ὑπὸ ἰδίαν του εὐθύνην. Ἐκ τῆς ἰδίας του περιουσίας ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ, ἐπιφυλασσόμενος κατόπιν νὰ λάβῃ τὰ δοθέντα.
§49ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζετε, ὅτι πρώτην φορὰν γίνεται τοῦτο;
§50Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρώτην.
§51ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πλανᾶσθε!
§52Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτω δίδονται τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου; 15,000!
§53ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. 5,000 μόνον ἐδόθησαν.
§54Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου λέγει ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ἢ νόμος ἢ Διάταγμα. Πῶς ἔγεινεν ἡ πληρωμή;
§55ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§56Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος προλαλήσας εἶπεν, ὅτι ἐπείσθη περὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς ἀνάγκης, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη. Διὰ νὰ πεισθῇ ὅμως καὶ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου, πρέπει νὰ δηλώσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, τί ἀκριβῶς συνέβη, ὁποία ἡ ζημία καὶ ποία ἡ χρησιμοποίησις τῶν χρημάτων· διότι, ἐὰν τὰ ποίμνια θνήσκωσιν ἀπὸ τὸν πολὺν χειμῶνα, δὲν ἐννοῶ εἰς τί θὰ χρησιμεύσωσι τὰ χρήματα εἰς τὰ ποίμνια.
§57ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Διὰ νὰ ἀγορασθῶσιν ἄλλα ποίμνια.
§58Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος προλαλήσας εἶπε προσέτι, ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα διὰ τὴν δαπάνην ταύτην. Οὐδέποτε, ὑπαρχούσης τῆς Βουλῆς, ἐπιτρέπεται νὰ ἐκδοθῇ Διάταγμα, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀναμείνωμεν τὴν προσέλευσιν τῆς Βουλῆς. Πᾶν ἄλλο μέσον δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς μυρίας καταχρήσεις.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ παραστάσεις τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ ἐγένοντο μὲν, διότι ἔχει δικαίωμα, ἀλλὰ δὲν ἐγένοντο μετὰ τῆς δεούσης ἁβρότητος. Ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς δυσπιστεῖ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὰς βεβαιώσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκε, καὶ προβάλλει τὴν ἀξίωσιν νὰ προσκομίσῃ οὗτος ἔγγραφα. Τοῦτο εἶναι δικαίωμά του. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει τὰ ἔγγραφα ἐν τῇ Βουλῇ, πρόκειται δὲ νὰ καταθέσῃ αὐτὰ ἄλλοτε, βεβαιοῖ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἡ Βουλὴ ὑπῆρχε μὲν συγκεκροτημένη, ἀλλὰ δὲν ἦτο παροῦσα, διότι οἱ Βουλευταὶ, ἕνεκα τῶν ἑορτῶν, εἶχον ἀπέλθει εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ἐπειδὴ δ’ ἐπῆλθε βαρὺς χειμὼν, ὅστις κατέστρεψε τὰ ποίμνια ἐν Ἁλμυρῷ, προέβη εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα διέταξεν. Ἀληθῶς ἢ ἔπρεπε νὰ περιμείνῃ τὴν ἐπάνοδον τῆς Βουλῆς, ἵνα τότε ζητήσῃ τὴν πίστωσιν, ἢ ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ, ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ, ἐπίκουρος πρὸς διάσωσιν τῶν καταστρεφομένων ποιμνίων, προετίμησε δὲ τὸν δεύτερον. Ἀπόκειται δὲ νῦν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν πίστωσιν. Τὸ διάβημα τοῦτο τοῦ κ. Ὑπουργοῦ βεβαίως δὲν εἶναι παράνομον, ἤθελε δ’ εἶσθαι ἀξιοκατάκριτος, ἐὰν ἐγκατελίμπανε τὰ ποίμνια νὰ καταστραφῶσιν ἐκ τοῦ χειμῶνος.
§60Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ, ἐκπληροῦσα τὸ καθῆκόν της, ὀφείλει νὰ μὴ ἀρκῆται εἰς βεβαίωσιν οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ περὶ ὑπάρξεως τοῦ κατεπείγοντος, διότι ἕκαστος Ὑπουργὸς δύναται νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας βεβαιώσεις. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὰς περιστάσεις, αἵτινες προὐκάλεσαν τὴν δαπάνην τὴν ἔκτακτον, πρέπει νὰ μάθῃ, ποῖον τὸ συμβὰν, καὶ ποία ἡ σωτηρία, ἣν δύναται νὰ παράσχῃ ἡ χρηματικὴ βοήθεια, καὶ οὕτως ἡ Βουλὴ δύναται νὰ πράξῃ ὅ,τι ἂν κρίνῃ δίκαιον. Δὲν λέγω τοῦτο, ἵνα ἐκφράσω καὶ τὴν ἐλαχίστην δυσπιστίαν πρὸς τὸν κύριον Μαυρομιχάλην, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ δικάζει οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει βεβαιώσεων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ἀποδείξεων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δύναται Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς δαπάνην διὰ Β. Διατάγματος, μὴ συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς, τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὸν νόμον. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχῃ δικαίωμα νὰ πράξῃ τι, δὲν πρέπει νὰ τὸ πράξῃ, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ἀνάγκη. Ἀφοῦ δὲ ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι μόνον ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἡ Βουλὴ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἕνεκεν ἐκτάκτου καὶ ἀπροσδοκήτου περιστάσεως νὰ δαπανήσῃ, πῶς δαπανᾶτε, ὑπαρχούσης τῆς Βουλῆς; Ἡ πρᾶξις εἶναι ἔκνομος, καὶ πρέπει νὰ στιγματισθῇ.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἔκνομος. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἐπείγουσα ὑπὲρ τοῦ Κράτους καὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ὁ Ὑπουργὸς δύναται ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ νὰ προβῇ εἰς πίστωσιν διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἣν μετὰ ταῦτα ἐγκρίνει ἡ Βουλή.
§62Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλητε, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀντικρούσητε τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ θέσις σας αὕτη.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶμαι ἐντὸς τοῦ καθήκοντός μου, καὶ ὑπομιμνήσκω, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ὁ Ὑπουργός.
§64Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ὁρίζει ῥητῶς περὶ τίνων ζητημάτων δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ὁμιλεῖ περὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ περὶ οὐδενὸς ἄλλου θέματος, διότι ἄλλως πρέπει νὰ κατέλθῃ εἰς τὸ βῆμα.
§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι κρίνει ἀξίαν στιγματισμοῦ τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, μὲ ἐκπλήσσει. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πολλάκις ἔδωκα διαταγὴν πρὸς τὸν ταμίαν, ὅπως πληρώσῃ χρήματα, ἀναλαμβάνων νὰ δικαιολογήσω τὴν δαπάνην ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ. Ὅτε εἰς ἐποχὴν παρῳχημένην ὁ μακαρίτης Τρικούπης ἐπρόκειτο ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Λονδῖνον, καὶ ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀναχωρήσῃ ἐντεῦθεν τὴν ἐπιοῦσαν, ἔπρεπε δὲ εὐλόγως νὰ χορηγηθῶσιν αὐτῷ τὰ ἔξοδα τοῦ ταξειδίου ἐκ φράγκων χρυσῶν 10,000, δὲν ὑπελείπετο χρόνος, ἵνα προκαλέσω Βασιλικὸν Διάταγμα, ἐκδώσω δυνάμει αὐτοῦ ἔνταλμα, ἐπιθεωρήσῃ αὐτὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἐξοφληθῇ τὸ ἔνταλμα ὑπὸ τοῦ ταμίου. Ἔγραψα ἑπομένως ἐπιστολήν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διέταξα τὸν ταμίαν νὰ πληρώσῃ δεκακισχίλια φράγκα εἰς τὸν Χ. Τρικούπην ὑπ’ εὐθύνην μου. Ἐπειδὴ ὁ Τρικούπης δὲν ἀπῆλθεν εἰς Λονδῖνον, ἐπεστράφησαν τὰ χρήματα· ἀλλ’ ἐγὼ ἔπραξα ὅ,τι ὤφειλον νὰ πράξω, ἀφοῦ ἡ δαπάνη τῶν χρημάτων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ γένηται αὐθημερόν.
§66Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ βεβαίως παρενομήσατε.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔδωκα παραγγελίαν νὰ πληρώσῃ ὁ ταμίας ὑπ’ εὐθύνην μου. Εἶχε δικαίωμα ὁ ταμίας νὰ ἀρνηθῇ νὰ πληρώσῃ τὸ ζητούμενον χρῆμα, ἀπαιτῶν νὰ ἐκπληρωθῶσιν αἱ διατυπώσεις πᾶσαι· ἀλλ’ οὗτος, ἐμπιστευόμενος τὸν Ὑπουργὸν, προκατέβαλεν, οὕτως εἰπεῖν, δαπάνην, ἥτις ἔμελλε νὰ τακτοποιηθῇ κατόπιν. Ὅταν ἔκτακτοι περιστάσεις ἐπιβάλωσι τὴν δαπάνην, ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ ὀφείλει νὰ διατάσσῃ τὴν καταβολὴν αὐτῆς· διὰ Βασιλικοῦ μάλιστα Διατάγματος, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ζητεῖ τοιαύτην πίστωσιν. Τί πρέπει νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ὀφείλει νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας καὶ νὰ περιμείνῃ τὴν Βουλὴν, ἐνῷ κίνδυνος ἐπίκειται;
§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὰ ἀπόλυτα εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστηριχθῶσι, διότι, ἐὰν ὁ νόμος πράγματι ἔχῃ τὰς διατάξεις, ὧν ἐμνήσθη ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, τὰ ἐπιχειρήματα, ἅτινα ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔχουσι μεγάλην σημασίαν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, βασιζόμενος ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξωσι περιστάσεις ἀπολύτως ἐπείγουσαι, καθ’ ἃς πρέπει οἱ νόμοι νὰ σιωπῶσι. Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ παραδεχθῇ τις. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἀναλάβῃ εἰς περιστάσεις τινὰς, ἐντελῶς ἐκτάκτους καὶ ἐπειγούσας, τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών του, ἀφοῦ ἄλλως τε ὑπόκειται ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἥτις ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν προσαγωγὴν ἐγγράφων, ὅπως δικαιολογηθῇ ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, προκειμένου νὰ συζητηθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ δικαιολογοῦντα τὸ μέτρον, ὅπερ ἔλαβεν. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐλέχθη, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐντάλματος τῶν 15,000 δραχμῶν ἐπεστράφησαν αἱ 10,000 δραχμαί, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ, διατὶ ζητεῖ πίστωσιν 15,000 δραχμῶν, ὅταν ἡ ἀνάγκη, ἥτις ἐπρόκειτο διὰ τοῦ ἐντάλματος νὰ καλυφθῇ, ἐκαλύφθη διὰ τῶν 5,000 δραχμῶν;
§69ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅτε συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἦτο ἀκριβῶς γνωστὸν τὸ δαπανηθὲν ποσόν, ἐπειδὴ δὲ κατόπιν ἐγένετο γνωστὸν, τὸ ἀνακοινῶ ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, διότι μόλις προχθὲς τὸ ἔμαθον.
§70Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε προτείνατε τροπολογίαν.
§71ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔγγραφα, εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὰ προσαγάγω.
§72Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Προτείνω, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου...
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φρονῶ, ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις, ἥτις ἔλαβε χώραν, ἦτο ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας ὤφειλε νὰ περιμείνῃ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρθρου, καὶ εἶτα νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον.
§74Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον πρότερον, ἀλλὰ δὲν μὲ ἠκούσατε.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§76Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὰς ἀντιρρήσεις, ἃς προέβαλεν ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτής, πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν προσαγωγῆς τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ πίστωσις τῶν 15,000 δραχμῶν. Ἐκτὸς δὲ τούτου πρέπει, φρονῶ, μόνον περὶ τῶν 5,000 δραχμῶν νὰ γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μόνον αὐταὶ ἐδαπανήθησαν, καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ἵνα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον διὰ τὸ ὅλον ποσόν, οὐδεμίαν δὲ σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι χάριν λογιστικῶν τύπων ζητεῖται διὰ τὸ ὅλον, καὶ τέλος πάντων ἡ παράλειψις τοιούτου τύπου οὐδεμίαν δύναται νὰ φέρῃ ἀνωμαλίαν. Ὀφείλει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προσκομίσῃ τὰ δικαιολογητικὰ, τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, καὶ τοῦτο οὐχὶ διὰ νὰ γείνῃ ἔλεγχος προσωπικῶς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ὁποίου πλήρη ἔχομεν ἐμπιστοσύνην, ἀλλ’ ἁπλῶς χάριν φωτισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβάλλετε πρότασιν ἀναβολῆς;
§78Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν δύνανται νὰ διαφωτισθῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ Ὕδρας καὶ Μαντινείας.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δέκα ὑποστηρίζοντες τὴν ἀναβολήν; (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς δέκα). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902. 2) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 18,600 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιβολῆς λιμενικοῦ φόρου καὶ ἐπὶ τῶν διὰ ξηρᾶς ἐξαγομένων προϊόντων τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν».
§81Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου παρεκάλεσα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα τὰς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰσπράξεις τῶν δύο λιμενικῶν ταμείων, τουτέστι τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Καλαμῶν καὶ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Μεσσήνης, διότι ὁ πίναξ οὗτος σημαντικῶς θέλει ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς τὸν σχηματισμὸν γνώμης καὶ κρίσεως περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἐπὶ τῇ προτάσει δὲ ταύτῃ παρεκάλεσα συνάμα τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἡ συζήτησις αὐτοῦ, συναινούντων τοῦ τε κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνεβλήθη ἕως ὅτου προσκομισθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται εἰς τὴν Βουλήν· ἤδη ὅμως ἀνεγράφη πάλιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Νομίζω, ὅτι κακῶς ἐγένετο τοῦτο, καὶ πρέπει νὰ διαγραφῇ, καὶ τότε μόνον νὰ ἀναγραφῇ, ὅταν προσαχθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι.
§82Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἡ ἀναβολὴ οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει, διότι ἐβεβαιώθη, ὅτι ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης εἶναι ὑπόχρεως νὰ συμμερισθῇ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβε τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Καλαμῶν, διότι ἐκ τοῦ λιμένος Καλαμῶν ἐξήγοντο καὶ ἐξάγονται τὰ προϊόντα τῆς Μεσσήνης, καὶ εἰσήγοντο καὶ εἰσάγονται τὰ εἰς αὐτὴν ἀποστελλόμενα ἐμπορεύματα. Δὲν ἐννοοῦμεν λοιπόν, Κύριοι, πρὸς τί ἡ ζητουμένη ἀναβολή, ἀφοῦ ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης ἔλαβεν ἀρχῆθεν μέρος εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ λιμένος Καλαμῶν. Διότι τώρα ἐγένετο ὁ σιδηρόδρομος, πρέπει ν’ ἀπαλλαγῇ ἡ ἐπαρχία τῆς Μεσσήνης τῶν ὑποχρεώσεων τούτων; Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν δικαιοτάτην τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἶναι ἄδικον νὰ στερηθῇ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Καλαμῶν τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ προλάβῃ πολλὰς καταστροφάς.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, κύριε Μερλόπουλε, εἰς τὴν ἀναβολήν;
§84Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης ἤθελεν ἔχει δίκαιον ν’ ἀπαιτήσῃ, ἵνα ἀναβληθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ὑπαχθῇ καὶ ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης εἰς τὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβαλλομένην φορολογίαν· ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ γένηται, εἶναι περιττὴ ἡ ἀναβολή. Μάλιστα ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσσήνης, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ μὴ ἀναγραφῇ παρ’ ὅταν προσκομισθῶσιν οἱ αἰτηθέντες ὑπ’ αὐτοῦ πίνακες, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι εὔλογος.
§86ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβληθῇ ὁ περὶ οὗ πρόκειται φόρος καὶ ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι καὶ πρέπει νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφισθῇ νόμος, ἐπιβάλλων φόρον καὶ εἰς τὰ προϊόντα τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, ὅταν ὁ τόπος δὲν ἐξεδήλωσε τοιαύτην προαίρεσιν. Κατὰ τοὺς θεμελιώδεις κανόνας, οἱ ὁποῖοι κανονίζουσι τὴν διαχείρισιν τῶν τοπικῶν συμφερόντων, δὲν δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσι βάρη χάριν τοπικοῦ συμφέροντος, εἰμὴ ὅταν οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὸν τόπον ζητήσωσι τοῦτο. Οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὸν τόπον βεβαίως δὲν ἔχουσι τοιαύτην ἐντολήν· ἤθελεν ἴσως θεωρηθῆ καθ’ ὑπερβολὴν ἐπιτεταμένη ἡ ἐντολὴ αὐτῶν, ἂν ὑπελαμβάνομεν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα νὰ παριστᾷ νόμῳ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ τόπου. Διὰ τοῦτο ἔλεγον, ὅτι, ἐὰν οἱ κ. Βουλευταὶ Μεσσήνης δὲν ἤθελον προτείνει ἀντίρρησιν, ἤθελε ψηφισθῆ νόμος, ὅπως ἐπιβάλληται φόρος καὶ εἰς τὰ προϊόντα τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης· ὅταν ὅμως οὗτοι προτείνωσιν ἀντίρρησιν, δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν τοῦτο. Ἡ Κυβέρνησις κατόπιν ἴσως, ἐὰν κρίνῃ, ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις εἶναι τοσοῦτον δυσεκτέλεστοι, ὥστε ἄνευ τῶν βαρῶν τούτων, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῶσι καὶ εἰς τὰ προϊόντα τῆς Μεσσήνης, δὲν δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Καλαμῶν, δύναται ν’ ἀποταθῇ εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην αὐτῶν, καὶ ἂν ταῦτα συναινέσωσι, νὰ προβάλῃ ἴδιον νομοσχέδιον, ὅπως ἐπεκταθῇ ὁ φόρος καὶ ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης· ἐὰν δὲ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια δὲν συναινέσωσι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προταθῇ νόμος βαρύνων τὰ προϊόντα τῆς Μεσσήνης.
§88Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Δὲν πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀναγνωρισθῶσι νέαι ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ πρόκειται ν’ ἀναγνωρισθῶσιν αἱ παρελθοῦσαι ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔκτοτε ἀνέλαβεν ἡ ἐπαρχία τῆς Μεσσήνης πρὸς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Καλαμῶν, διότι ἐκεῖθεν ἐξήγοντο καὶ ἐξάγονται τὰ προϊόντα τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης. Ὅτε ἀπεφασίσθη νὰ κατασκευασθῇ ὁ λιμὴν Καλαμῶν, κατεσκευάσθη ὡς λιμὴν τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν καὶ συνάμα τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, καὶ ἀνέλαβε βάρη· ἄλλως δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἡ ἐπαρχία Καλαμῶν νὰ κάμῃ τόσον μέγαν λιμένα, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ αὐτῆς μόνης· ἀλλ’ ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς αὐτὰ τὰ βάρη θὰ συμπεριληφθῇ καὶ ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης. Ἤδη ὅμως, μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σιδηροδρόμου, λέγουσιν: «ἡμεῖς δὲν ἀναλαμβάνομεν τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνελάβομεν ἐξ ἀρχῆς, διότι σήμερον κατεσκευάσθη ὁ σιδηρόδρομος, καὶ δι’ αὐτοῦ μεταφέρονται τὰ προϊόντα καὶ ἐμπορεύματα τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης· κατὰ συνέπειαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνωμολόγησαν εἰς βάρος ἡμῶν τόσα βάρη, ἂς τὰ ἀναλάβωσι μόνοι· ἡμεῖς ἀπέχομεν». Ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀναγνωρίσεως παρελθουσῶν ὑποχρεώσεων, διὰ τὰς ὁποίας δὲν πρέπει ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης νομίμως νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπηλλαγμένη τοῦ φόρου τῆς ἐξαγωγῆς τῶν προϊόντων αὐτῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διὰ νὰ γνωσθῇ, τίνες ἀντιπράττουσιν εἰς αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς ἀνεγνωρισμένας ὑποχρεώσεις τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης.
§89Ι. ΔΑΜΗΛΑΤΗΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ νὰ γείνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμέσως. Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον 1. Τὸ ἄρθρον 1 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ δυνάμει τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΡΚΘʹ νόμου τοῦ ἔτους 1865 ἐπιβεβλημένοι λιμενικοὶ φόροι πρὸς κατασκευὴν λιμένος ἐν Καλάμαις ἐπὶ τῶν ἐπιβιβαζομένων πρὸς ἐξαγωγὴν ἢ μεταφορὰν προϊόντων ἐπιβάλλονται ἐπίσης καὶ ὅταν τὰ προϊόντα ταῦτα μεταφέρωνται διὰ ξηρᾶς ἐκτὸς τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν.» Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου οἱ κ. κ. Ι. Δαμηλάτης, Ἠλίας Μαυρομιχάλης καὶ Σπυρ. Στάης προτείνουσι νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ προϊόντα τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης.
§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρακληθῶσιν οἱ προτείνοντες τὴν τροπολογίαν ταύτην νὰ μὴ ἐπιμείνωσι διότι, ἐὰν τυχὸν ἤθελε συμβῆ νὰ γείνῃ παραδεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη, ἠθέλομεν περιέλθει εἰς ἀνικανότητα νὰ προκαλέσωμεν τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου, μετὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκον πρὸ μικροῦ περὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ προτείνοντες νομοθετήματα ἐπιβαρύνοντα τὴν χώραν ἕνεκα τοπικοῦ συμφέροντος.
§92ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Νὰ παραιτηθῶμεν τῆς τροπολογίας, δὲν εἶναι δυνατόν. Ἡ Βουλὴ δύναται, ἂν θέλῃ, νὰ ἀπορρίψῃ αὐτήν. Ἀλλὰ δὲν βλέπω, διατὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκωλύετο νὰ κυρώσῃ τὸν νόμον ἕνεκα τῆς τοιαύτης τροπολογίας, ἀφοῦ θὰ ἐπήρχετο ἐν τῷ μεταξὺ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ θὰ ἠδύναντο νὰ γείνωσι διαβήματα πρὸς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ὅπως δηλώσωσιν, ἂν ἀποδέχονται τὴν φορολογίαν ταύτην. Ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀπορρίψῃ τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἡμεῖς ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ παραιτηθῶμεν αὐτῆς.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶμαι περισσότερον ἀπὸ ὑμᾶς ὑπὲρ τῆς γνώμης νὰ εἰσφέρωσιν οἱ λαοὶ τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης ὑπὲρ τοῦ λιμένος τῶν Καλαμῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ Βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης ἀντιλέγουσι, δὲν ἔχομεν δὲ ῥητὴν δήλωσιν παρὰ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὸν τόπον, ὅτι στέργουσι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰ βάρη ταῦτα, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ προκαλέσωμεν τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα τροπολογία εἶναι ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἡ εἴσπραξις δὲ ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν σταθμαρχῶν τῆς φορτώσεως ἐπὶ ἀμοιβῇ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ εἰσπραττομένου ποσοῦ.»
§95Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ «ὑπὸ τῶν διευθυνόντων τοὺς σταθμούς», ὄχι «ὑπὸ τῶν σταθμαρχῶν».
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§97Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ἤθελον προτείνει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· ἀντὶ τῆς λέξεως «ἐπιβεβλημένοι», νὰ τεθῇ «ἐπιβαλλόμενοι», διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωσιν ἐπιβληθῆ φόροι, ἀλλὰ νὰ μὴ ἔχῃ τεθῆ ὁ ἀνώτατος ὅρος.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὰς δύο τροπολογίας κατὰ μέρος. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως προστεθῶσι μετὰ τὰς λέξεις «ἐπαρχίας Καλαμῶν» αἱ λέξεις «καὶ ἐπαρχίας Μεσσήνης» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἡ ἑτέρα τροπολογία εἶναι, νὰ προστεθῇ μετὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον δευτέρα παράγραφος, ὡς ἑξῆς: «Ἡ εἴσπραξις δὲ ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν διευθυνόντων τοὺς σταθμοὺς τῆς φορτώσεως, ἐπὶ ἀμοιβῇ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ εἰσπραττομένου ποσοῦ.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ λιμενικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ διὰ τοῦ λιμένος Κατακώλου ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου καὶ ἐπιβολῆς προσθέτου δημοτικοῦ φόρου». Τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχουσι ψηφισθῆ τὰ τέσσαρα πρῶτα ἄρθρα. Ὁ κ. Δόγκας ὑποβάλλει τροπολογίαν, ἥτις θὰ ἀποτελέσῃ ἄρθρον 5· ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς: «Τὰ κατὰ τὴν διανομὴν τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου καθοριζόμενα ποσὰ ὑπὲρ τῶν δήμων Ὀλυμπίων καὶ Ὠλένης παραμένουσι κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς κατασκευὴν δημοτικῶν ἔργων, ὁριζομένων ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν σχετικῶν νόμων, ἐκτὸς τεσσάρων χιλιάδων δραχμῶν, ἃς δύναται νὰ λαμβάνῃ ἑκάτερος τῶν δήμων τούτων ἐτησίως διὰ τὰς γενικὰς αὐτοῦ δαπάνας.»
§99ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀποδεχόμεθα τὴν τροπολογίαν ταύτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἠλείας.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν τοῦ κ. Δόγκα ὡς ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ΑΧΝʹ νόμου τοῦ 1888 περὶ διακρίσεως καὶ ὁροθεσίας δασῶν».
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, διότι δὲν συνελέξαμεν ἔτι τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΡϞϚʹ νόμου τῆς 13 Ἀπριλίου 1884 περὶ διευθύνσεως τοῦ Β. Ναυστάθμου καὶ ὁρισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ».
§103Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐμφάνισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου εὐθὺς ἀμέσως κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην, ἐνῷ ἀκόμη ἔναυλά εἰσιν ὅσα καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμος συνάδελφος εἴπομεν, ἐγὼ μὲν ζητήσας νὰ προσκομισθῶσιν ὡρισμέναι πληροφορίαι, ἐκεῖνος δὲ καταδείξας τὸ ὅλως ἀμελέτητον τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἡ τόσον ταχεῖα, λέγω, ἐμφάνισις τοῦ νομοσχεδίου μὲ ἐξέπληξε, καὶ μόνον ἐὰν ἀποδώσω εἰς πεῖσμα τὴν τοιαύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ σπουδὴν, θὰ εὕρω τὴν ἐξήγησιν.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν παρίστασθε ἐνταῦθα κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ὡς ὠφείλετε, — διότι εἶσθε καὶ Γραμματεύς, — θὰ ἐγνωρίζετε, ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις διετυπώθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς χθεσινῆς. Μὴ θέλετε λοιπὸν νὰ ὑποδείξητε, ὅτι ἡ ἐμφάνισις τοῦ νομοσχεδίου προέρχεται ἐξ ἄλλων λόγων.
§105Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν, καὶ ἐν ὅσῳ δὲν μοὶ δίδονται αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι, δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ὑποθέσω ἄλλον λόγον ἢ ὅτι ἀνεγράφη ἐκ πείσματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἂν ἀναμείνωμεν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ μὴ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ, ὡς εἶπε, προέρχεται ἐκ λόγων οἰκονομίας· καὶ ἐγὼ λέγω: «δότε μοι τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, καὶ δὲν θὰ βραδύνω νὰ σᾶς καταδείξω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ διαπνέεται ἀπὸ πνεῦμα ἄκρας σπατάλης, καὶ ὅτι στηρίζεται ἐπὶ πληροφοριῶν προχείρως καὶ ἀβασανίστως ληφθεισῶν ἀπὸ τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου». Καὶ ἐνῷ ἀνέμενον τὰς ἐγκαίρως αἰτηθείσας ἀπαραιτήτους πληροφορίας, βλέπω νὰ προβάλλῃ, καὶ ἐπιδεικτικῶς μάλιστα, μεταξὺ τῶν πρώτων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὗτινος οὐδαμοῦ βλέπω τὴν σκοπιμότητα, ἐξ ἧς νὰ δικαιολογῆται ἡ σπουδὴ τῆς ἐπιψηφίσεώς του. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐννοῶ νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτοῦ ἐφωδιασμένος μὲ τὰ στοιχεῖα, ἅτινα θεωρῶ ὡς τὰ μόνα ἱκανὰ νὰ καταδείξωσι τὸ ἄκρως πλημμελὲς καὶ ἐπιζήμιον τῶν ἐν γένει διατάξεών του, καὶ τούτου ἕνεκα ἐπιμένω εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως μέχρι τῆς προσκομίσεως τῶν πληροφοριῶν.
§106Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶπον καὶ χθές, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. ἐξ Ἄργους Βουλευτὴς ἐζήτησεν, ἀπαιτοῦσι μηνῶν διάστημα, διὰ νὰ συλλεγῶσι καὶ ὑποβληθῶσι, διότι ζητοῦνται πληροφορίαι, ποῖοι ἐργάται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν κατετάχθησαν εἰς τὸν Ναύσταθμον, καὶ ἂν ἀναμείνωμεν τὴν ὑποβολὴν αὐτῶν, τότε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν θὰ φέρῃ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπικρίνῃ ὡρισμένας παραβάσεις τοῦ παρόντος Ὑπουργείου ἢ τῶν προκατόχων, ἐάν τις εὐθύνηται, θέλει ἀπολογηθῆ· ἀλλὰ δὲν δικαιολογεῖται ἡ περὶ ἀναβολῆς πρότασις, διότι οὕτω πως, ζητουμένων πληροφοριῶν, αἵτινες ἀπαιτοῦσι μηνῶν ἐργασίαν, ἵνα προσκομισθῶσιν, οὐδὲν νομοσχέδιον δύναται νὰ συζητηθῇ κατ’ οὐσίαν. Τὴν οὐσίαν εἶμαι πρόθυμος νὰ συζητήσω, καὶ ἂν τὸ νομοσχέδιον περιέχῃ τι χρῇζον διορθώσεως, δυνάμεθα νὰ τὸ παραδεχθῶμεν. Οὐδὲν ἕτερον διαφέρον ἔχω ἢ τὴν βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ναυστάθμου. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν ἀναβολήν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τῆς οὐσίας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ μελετήσῃ καλλίτερον αὐτό· ἤθελε δὲ ἰδεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐσιώδης διαφορὰ μεταξὺ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου καὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Τὸ Διάταγμα ἐπιτρέπει τὴν κατάταξιν ἐργατῶν αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχωσιν ἐργάται ἔχοντες τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμόν. Ὁσάκις παρίσταται περίστασις, καθ’ ἣν τοιοῦτοι ἐργάται δὲν ὑπάρχουσι, δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ λάβῃ ἔξωθεν ἐργάτας καὶ αʹ καὶ βʹ καὶ γʹ τάξεως. Τὸ νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ θίγῃ τὴν ὑφισταμένην διάταξιν, χωρὶς νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προσλαμβάνῃ ἀπολύτως ἔξωθεν ἐργάτας, ἀφίνει τὴν διάταξιν ἀκεραίαν· ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπάρχουσιν ἐργάται ἔχοντες τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμόν, ἐπιτρέπει τὴν ἔξωθεν πρόσληψιν ἐργατῶν γʹ καὶ δʹ τάξεως, τὴν δὲ αʹ καὶ βʹ τάξιν ἀπολύτως διαφυλάττει διὰ τοὺς ἐργαζομένους. Ὥστε δὲν ὑπάρχει σπουδαία τροποποίησις τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 2, τοῦτο εἶναι καθαρόν· ὁρίζει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπ’ εὐθείας κατάταξις τεχνιτῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως.
§107ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§108Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει ἀληθῶς νὰ ὑπάρχῃ ἐνταῦθα ἔλλειψις καλῆς πίστεως, ἵνα ἰσχυρίζηταί τις ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων ἰσχυρίζετο πρὸ ἡμερῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων ἀνέλαβε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν, διότι, ἐνῷ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λέγει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπ’ εὐθείας κατάταξις ἔξωθεν ἐρχομένων τεχνιτῶν εἰς ἀνωτέρας τάξεις, ἔρχεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοσχεδίου νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπιτρέπεται. Καὶ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ ἄρθρον 2. Ἀλλ’ ἀνέγνωσε τοῦτο ἀπὸ σκοποῦ εἰς τοιοῦτον τρόπον περικεκομμένον, ὥστε ὁ μὴ ἔχων ἐνώπιον αὑτοῦ τὸ νομοσχέδιον ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ, ὅτι πραγματικῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποδεικνύει ἔλλειψιν εἰλικρινείας καὶ εὐθύτητος· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἐπιτρέπεται ἵνα οἱ αʹ καὶ βʹ τάξεως τεχνῖται προσλαμβάνωνται ἔξωθεν. Τοῦτο δὲ εἶναι τοσοῦτον σαφὲς καὶ καθαρὸν, ὥστε πᾶς ἄλλος ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ, καὶ εἰς πάντα ἄλλον ἐπετρέπετο νὰ σφάλῃ εἰς τὴν ἑρμηνείαν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ εἰς τὸν πρώην διδάσκαλον κ. Στάην. Ἀπορῶ λοιπὸν, πῶς δύνανται ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ εἰς ἐπήκοον ὅλων τῶν ἀντιπροσώπων τῆς χώρας νὰ λέγωνται ταῦτα μετὰ τοσαύτης τόλμης, καὶ μετὰ τοσαύτης θρασύτητος, δύναταί τις εἰπεῖν, νὰ γίνεται ἡ ἐπίκρισις τοῦ νομοσχεδίου διὰ παραχαράξεως τῶν κειμένων.
§109Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθη νὰ μοὶ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, μοὶ παρέχει τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ γραφικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δὲν εὑρίσκεται εἰς εὐάρεστον σημεῖον· διότι, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ παράσχῃ τὰς ζητουμένας πληροφορίας, ζητεῖ μακρὸν χρόνον πρὸς τοῦτο. Μεγάλως δὲ μὲ ἠδίκησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑποθέσας, ὅτι θέλω νὰ ματαιώσω τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ζητῶν τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἐγὼ τὰς ζητῶ ὡς ἀμέσως σχετιζομένας πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὐδὲ βλέπω κατὰ τί θέλει παραβλαφθῆ τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν αὐτοῦ ἐπί τινας ἡμέρας, μέχρις οὗ καταστῇ δυνατὴ ἡ προσαγωγὴ τῶν πληροφοριῶν.
§110Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ἀγγελόπουλον—διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸ ἄρθρον—νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ, τί σημαίνει τὸ «... ἐπιτρέπεται, ὅπως πληρωθῇ ἴσος ἀριθμὸς θέσεων, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, διὰ τῆς κατατάξεως...» Διὰ τῆς κατατάξεως τίνων;
§111Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τεχνιτῶν τρίτης καὶ τετάρτης τάξεως.
§112Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ κατατασσόμενοι;
§113Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§114Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἄρα, ἐνῷ ὁ νόμος ἀπαγορεύει τὴν κατάταξιν ἔξωθεν προσληφθησομένων προσώπων ὡς τεχνιτῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως, ἀντιφάσκει τὸ ἄρθρον πρὸς τὸν νόμον, λέγον, ὅτι δύνανται νὰ πληρωθῶσι τὰ κενὰ διὰ τῆς κατατάξεως τεχνιτῶν, ὄχι διὰ προαγωγῆς. Ἀκούσατε, πῶς διατυποῦται τὸ ἄρθρον 2: «Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπ’ εὐθείας κατάταξις τεχνιτῶν πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως· ἐὰν ὅμως αἱ κεναὶ θέσεις τούτων δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ συμπληρωθῶσι διὰ τῆς προαγωγῆς τῶν ὑπαρχόντων, ὡς μὴ κεκτημένων τὰ νόμιμα προσόντα, ἐπιτρέπεται ὅπως πληρωθῇ ἴσος ἀριθμὸς θέσεων, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, διὰ τῆς κατατάξεως ἢ τῆς προαγωγῆς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ τεχνίτου γʹ καὶ δʹ τάξεως καὶ εἰς μαθητευομένους τῶν διαφόρων τάξεων.» Διὰ τῆς κατατάξεως τίνων, παρακαλῶ;
§115Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τῶν τρίτης καὶ τετάρτης τάξεως.
§116Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ πράγματα, ὡς ἔχουσι κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἔξωθεν πρόσληψις ἐργατῶν αʹ, βʹ, γʹ καὶ δʹ τάξεως, εἰμὴ ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ ἐργάται, οἱ ἐργαζόμενοι ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, δὲν ἔχουσι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία ἀπαιτεῖ νὰ ἔχωσιν, ὅπως προαχθῶσιν. Ὅταν τρίτης τάξεως ἐργάται, ὑπάρχοντες ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, δὲν ἔχωσι τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα διὰ νὰ γείνωσι δευτέρας τάξεως, τότε καὶ μόνον ἐπιτρέπεται ἡ πρόσληψις ἔξωθεν ἐργατῶν δευτέρας τάξεως...
§117Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τρίτης καὶ τετάρτης τάξεως ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ νομοσχέδιον.
§118Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα λοιπὸν νόμον, ἂν δὲν ὑπάρχωσι βʹ τάξεως ἐργάται, ἔχοντες τὰ προσόντα, ὅπως προαχθῶσι, πρὸς συμπλήρωσιν κενῆς θέσεως αʹ τάξεως ἐργάτου, δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ λάβῃ ἔξωθεν ἐργάτας καὶ διορίσῃ αʹ τάξεως, ἐπίσης βʹ, ἐπίσης γʹ, ἐπίσης δʹ τάξεως. Ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία μένει, Κύριοι, καθ’ ὅλα ἐν ἰσχύϊ. Τί προστίθεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου; ὅτι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις αʹ καὶ βʹ τάξεως, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουσιν ἐργάται βʹ τάξεως, ὅπως προαχθῶσιν εἰς αʹ, καὶ γʹ, ὅπως προαχθῶσιν εἰς βʹ, ἔχοντες τὰ προσόντα, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προσλάβῃ ἔξωθεν αʹ καὶ βʹ τάξεως· ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐργατῶν καὶ ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις αʹ καὶ βʹ τάξεως, δὲν ὑπάρχουσιν ὅμως οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα, ἀπαγορεύεται δὲ νὰ προσληφθῶσιν ἔξωθεν, διὰ νὰ μὴ λείψῃ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς πρὸς λειτουργίαν τῶν ἐργοστασίων τοῦ Ναυστάθμου, ἐπιτρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ προσληφθῶσιν ἔξωθεν, ἀλλὰ μόνον γʹ καὶ δʹ τάξεως. Τὰς δὲ αʹ καὶ βʹ τάξεως θέσεις τὰς ἀφίνει κενὰς, ὅπως συμπληρωθῶσιν, ὅταν θὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη συμπληρώσεως, πάλιν διὰ προβιβασμοῦ. Ὥστε τὰς θέσεις αʹ καὶ βʹ τάξεως τὰς φυλάττει καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπολύτως διὰ προβιβασμὸν, δὲν ἐπιτρέπει δὲ τὴν πρόσληψιν ἔξωθεν ἐργατῶν. Σήμερον, ὁσάκις δὲν ὑπάρχωσιν ἐργάται ἔχοντες τὰ προσόντα διὰ νὰ προβιβασθῶσιν εἰς αʹ καὶ βʹ τάξεως κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ προσλάβῃ ἔξωθεν ἐργάτας αʹ καὶ βʹ τάξεως. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ὅτι ἐργάται, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν ὡς μαθητευόμενοι καὶ διῆλθον πολλὰ ἔτη ἐν τῷ Ναυστάθμῳ μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς προαγωγῆς των, ἀποκλείονται καὶ δυσκόλως δύνανται νὰ γείνωσι αʹ καὶ βʹ τάξεως, ὅταν παρουσιασθῇ ἡ περίστασις, τὴν ὁποίαν προβλέπει ὁ νόμος. Τοῦτο θέλει τὸ νομοσχέδιον νὰ προλάβῃ. Τοῦτο δὲ διατὶ θέλει; Διὰ νὰ ἐπιφυλάξῃ ἀκριβῶς τὰς δύο πρώτας θέσεις, τὰς σπουδαιοτέρας, εἰς τὴν προαγωγὴν, καὶ νὰ διατηρήσῃ πλῆρες τὸ θάρρος καὶ τὴν πεποίθησιν εἰς τοὺς ἐργάτας, ὅτι αὐταὶ αἱ θέσεις δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσιν εἴτε ἕνεκα εὐνοίας εἴτε ἕνεκα συμπαθειῶν πρὸς ἔξωθεν ἐρχομένους ἐργάτας. Οὐδεμίαν τροποποίησιν φέρει εἰς τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, φέρει δὲ τὴν ἑξῆς ὠφέλειαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυστάθμου, ὅτι ἐλαττώνει τὴν ἀνάγκην τῶν ἡμερομισθίων ἐργατῶν, τοὺς ὁποίους πάντες γνωρίζομεν, πῶς ἐνίοτε συμβαίνει νὰ προσλαμβάνωσιν ἐκεῖ, ἐλαττώνει τὴν ἀνάγκην αὐτήν, αὐξάνει δὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐργατῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀφωσιωμένοι εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ Ναυστάθμου, καὶ οἱ ὁποῖοι νομίζω, ὅτι περισσότερον θ’ ἀφοσιωθῶσιν εἰς τὴν ἐργασίαν των, ὅταν ἐξασφαλισθῇ εἰς αὐτοὺς ἀπολύτως ἡ θέσις τῶν ἐργατῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως.
§119ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§120Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι δά!
§121ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Νὰ κατατάσσῃ ἴσον ἀριθμόν, ἀλλὰ νὰ δύναται νὰ κατατάσσῃ καὶ αʹ καὶ βʹ τάξεως.
§122Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι, ὄχι.
§123ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ καθαρίσωμεν τὸ ζήτημα.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον συζητήσεως, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐδήλωσε τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει, εἶναι δὲ σύμφωνος μὲ τὴν ἔννοιαν τὴν ἰδικήν σας.
§125ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἂς τὸ διατυπώσῃ.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον θὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι ἡ τελευταία φράσις «καὶ εἰς μαθητευομένους διαφόρων τάξεων» δὲν ἠξεύρω ποῦ ἀνάγεται. Ἴσως θέλει νὰ εἴπῃ «καὶ διὰ μαθητευομένων τῶν διαφόρων τάξεων.»
§127ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ συνέταξεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἂς τὸ ἐξηγήσῃ.
§128Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Πρέπει νὰ διατυπωθῇ ἄλλως πως, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ ἦναι σαφέστερον τὸ ἄρθρον.
§129Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν, κύριε Πρόεδρε.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ καθιστᾶτε σαφέστερον.
§131ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὴν ἀναβολήν, διὰ νὰ ἡσυχάσωμεν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§133Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§134Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ ἀναβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι φαίνεται, ὅτι βεβιασμένως συνετάχθη αὐτό· διότι δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις τῶν τεχνιτῶν, ἡ ὁποία θὰ ἐπιφέρῃ τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ τεχνῖται οὗτοι δὲν πρόκειται νὰ βελτιώσουν τὴν κατάστασιν τὴν νῦν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ βελτιώσῃ αὐτήν, εἶναι μᾶλλον ἡ ὀργάνωσις θέσεων ἀνωτέρων τεχνιτῶν, δηλαδὴ ἐπιβλεπόντων τὴν ἐργασίαν τῶν λοιπῶν. Ἐπίσης δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν ἀμίσθων, οἵτινες σήμερον δὲν ἔχουσι κανένα μισθόν, οὐδὲ τροφήν, παρὰ μόνον 300 δράμια ἄρτον· ἀναγκάζονται λοιπὸν νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὰ λοιπὰ συσσίτια, λαμβάνοντες ὡς ἀντίτιμον τῆς ὑπηρεσίας των ταύτης ὀλίγην τροφήν. Τὸ τοιοῦτον ἄγει εἰς πολλὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἀρθῶσι, καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ κανονισθῇ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τροφὴ δι’ αὐτοὺς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ μικρόν τι ἐπίδομα, διὰ νὰ δύνανται οὗτοι καὶ τὴν ἐνδυμασίαν των νὰ συμπληρώνωσι καὶ τὰ λοιπὰ νὰ βελτιώνωσιν, ἢ μᾶλλον δέον οὗτοι νὰ ἐξομοιωθῶσι μὲ τοὺς ἐν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ ναυτόπαιδας. Ἐπίσης σήμερον, ὅπως ἔχουσιν οἱ τεχνῖται οὗτοι, διατελοῦσιν ἄνευ ἐπιβλέψεως, διότι ἀποστελλόμενοι εἰς τὰ πλοῖα πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων, εἰς οὐδενὸς τὴν ἐπιτήρησιν εὑρίσκονται, καὶ δὲν ἐργάζονται. Δέον λοιπὸν νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ἐργοστασιαρχῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ βλέπωσι τὰς ἀταξίας αὐτῶν καὶ νὰ μὴ τοὺς ἀφήνωσι νὰ κάθηνται ἄεργοι.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρωτοπαπαδάκης ὑπέβαλε τροπολογίαν, ἡ ὁποία διασαφηνίζει τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 2, κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν.
§136Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἔχετε;
§138Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπ’ αὐτοῦ. Παράδοξον μοὶ φαίνεται τὸ ἐγειρόμενον ζήτημα καὶ ἡ ἀμφισβήτησις τοῦ ἀκριβοῦς. Εἶναι ζήτημα τόσον σαφές...
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλύθη αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§140Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πῶς;
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι ὑπεδείχθη μία τροπολογία.
§142Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη τροπολογίας, προκειμένου περὶ σαφοῦς πράγματος.
§143Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περιττὴ ἂν ἦναι, δὲν βλάπτει.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτως ὅμως δὲν θὰ ψηφισθῇ τὸ περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου.
§145Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγεννήθη ζήτημα προαγωγῆς καὶ κατατάξεως· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης παρεῖδεν, ὅτι ἡ μὲν κατάταξις ἀφορᾷ εἰς τὴν τελευταίαν τάξιν, ἡ δὲ προαγωγὴ εἰς τὰς ἀνωτέρας τάξεις. Ἀφοῦ ὁλοτελῶς ἀπαγορεύεται ἡ ἀπ’ εὐθείας κατάταξις εἰς τὴν αʹ καὶ βʹ τάξιν κατὰ τὸ πρῶτον ἐδάφιον, ἡ προαγωγὴ δὲν ἀποβλέπει εἰς ἄλλο ἢ εἰς τοὺς μαθητευομένους, προαγομένους εἰς ἐργάτας γʹ ἢ δʹ τάξεως, καὶ ἡ κατάταξις εἰς τοὺς μαθητευομένους, ἵνα εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν πρώτην τάξιν. Μόνον καινοφανὲς παρουσιάζεται τοῦτο, ὅτι δὲν θὰ τηρῆται ὁ νόμιμος ἀριθμὸς ἐργατῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως ἕνεκα τῆς παρουσιαζομένης ἐλλείψεως, ἡ ὁποία εἶναι ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ, μέχρις οὗ ἀποκτήσωσι τὰ προσόντα οἱ κατατασσόμενοι εἰς τὴν γʹ καὶ δʹ τάξιν, διὰ νὰ καταταχθῶσι. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀνάγκη οὐδεμιᾶς τροπολογίας, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφές.
§146Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἀκριβῶς, ὅτι ἀπαγορεύεται πλέον ἡ προαγωγὴ, διότι λέγετε, ὅτι κατατάσσετε ἴσον ἀριθμὸν, καὶ ὅτι διὰ τοῦ ἴσου ἀριθμοῦ πληροῦνται τὰ κενὰ τῶν τεχνιτῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως. Ἑπομένως προαγωγὴ γʹ καὶ δʹ τάξεως τοιούτων δὲν θὰ γείνῃ ποτέ. Τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νομοσχεδίου, διότι λέγετε, ὅτι «δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πληρωθῶσιν αἱ κεναὶ θέσεις διὰ τῆς προαγωγῆς τῶν ὑπαρχόντων, ὡς μὴ κεκτημένων τὰ νόμιμα προσόντα». Τὸ δυσάρεστον ὅμως ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι κατατάσσετε ἴσον ἀριθμὸν γʹ καὶ δʹ τάξεως, καὶ κλείετε τοὺς ἀριθμοὺς τῆς αʹ καὶ βʹ τάξεως, καὶ ἑπομένως ἀπαγορεύετε εἰς τοὺς τεχνίτας γʹ καὶ δʹ τάξεως, ὅταν ἀποκτήσωσι τὰ προσόντα, νὰ προαχθῶσιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου. Ταράσσεται δὲ καὶ ἡ ἀναλογία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν τεχνιτῶν διαφόρων τάξεων, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος, μὴ ὑπαρχόντων τεχνιτῶν γʹ καὶ δʹ τάξεως, ἐχόντων τὰ προσόντα, ὅπως προαχθῶσι, δύνασθε ν’ αὐξήσητε ἐπὶ τοσοῦτον τὸν ἀριθμὸν τῶν γʹ καὶ δʹ τάξεως, ὥστε νὰ ἐλαττῶται ἐπ’ ἄπειρον ὁ ἀριθμὸς τῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως, καὶ ἑπομένως νὰ ἐπέλθῃ δυσαναλογία μεταξὺ τῶν ἐργατῶν τῶν διαφόρων τάξεων. Αὐτὸ εἶναι, κατ’ ἐμὲ, τὸ ἐλάττωμα.
§147Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τώρα ἀκριβῶς θὰ συμβῇ τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἴπετε, διότι θὰ συμπληρωθῇ ὁ ἀριθμὸς τοῦ ὅλου τῶν ἐργατῶν, θὰ μένωσι δὲ κεναὶ θέσεις αʹ τάξεως καὶ βʹ τάξεως.
§148Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι.
§149Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Θὰ μένωσι κεναὶ θέσεις αʹ καὶ βʹ τάξεως.
§150Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς;
§151Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ τὸ ἐξηγήσω. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ πράξω τοῦτο δι’ ἀριθμῶν. Ὑποθέσατε ὅτι ἔχομεν ἀριθμὸν 120 ἐργατῶν, ἐξ ὧν 30 εἰς ἑκάστην τάξιν, αʹ, βʹ, γʹ καὶ δʹ. Κενοῦται, εἴτε ἕνεκα θανάτου εἴτε ἕνεκα ἀποχωρήσεως, μία θέσις αʹ τάξεως, καὶ μένουσιν 119. Ὁ 120ὸς πρέπει νὰ εὑρεθῇ, πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ὁ ἀριθμός. Ἀλλὰ δὲν δύναται ὁ 120ὸς οὗτος, καίπερ ὑπαρχούσης κενῆς θέσεως, νὰ ληφθῇ ἔξωθεν καὶ νὰ γείνῃ αʹ τάξεως· θὰ ληφθῇ ἔξωθεν, ἀλλὰ θὰ γείνῃ γʹ ἢ δʹ τάξεως, θὰ μείνῃ δὲ κενὴ ἡ θέσις αʹ τάξεως. Θὰ ἦναι λοιπὸν πάντοτε 120, διότι θὰ ἔχωμεν οὕτως 29 αʹ τάξεως καὶ 31 γʹ ἢ δʹ. Ὅταν ἀποκτήσῃ προσόντα εἷς τῶν γʹ τάξεως, θὰ προαχθῇ εἰς τὴν βʹ τάξιν, καὶ ἑπομένως θὰ μένωσιν 120 πάντοτε, ἀλλ’ ὁ 31ος, ὁ ὁποῖος θὰ ἦναι ὑπεράριθμος εἰς τὴν δʹ τάξιν, θὰ μένῃ πάντοτε ἐκεῖ, θὰ προαχθῇ δὲ μόνον ὅταν ἀποκτήσῃ ὁ τῆς γʹ τάξεως τὸ προσὸν τοῦ προβιβασμοῦ, ὅτε θὰ προαχθῇ καὶ ὁ τῆς βʹ εἰς τὴν αʹ. Δὲν θὰ προσληφθῇ ἔξωθεν. Ὥστε μένουσιν αἱ θέσεις αʹ καὶ βʹ τάξεως κεναί, μέχρις οὗ συμπληρωθῶσι διὰ προαγωγῆς. Δὲν μένει δὲ ὁ ἀριθμὸς ἀτελής· μένουσι πάντοτε οἱ 120, τοὺς ὁποίους ὑπεθέσαμεν ἀποτελοῦντας τὸν ἀριθμὸν 120, ἀλλ’ ὁ ἕνεκα ἐλλείψεως προσλαμβανόμενος ἔξωθεν δὲν δύναται νὰ γείνῃ αʹ τάξεως, ἔστω καὶ ἂν ὁ ἐκλείψας εἴτε ἕνεκα θανάτου εἴτε ἕνεκα ἀποχωρήσεως ἦτο αʹ τάξεως. Θὰ συμπληρωθῇ δὲ τὸ κενὸν τῆς ἀνωτέρας τάξεως διὰ προαγωγῆς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐμελέτησα καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν λογιστικὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πράξεως, ἀκριβῶς ἐπεδίωξε τοῦτο, τὰς θέσεις τῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως ἐργατῶν νὰ μὴ τὰς καταλαμβάνωσιν ἔξωθεν ἐρχόμενοι ἐργάται, ἀλλὰ νὰ ἀνήκωσιν αὗται ἀποκλειστικῶς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐπὶ ἔτη ἐν τῷ ἐργοστασίῳ, καὶ νὰ πληρῶνται διὰ προαγωγῆς. Ἂν ὅμως εἰς τὴν προτεινομένην τροποποίησιν ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον καθορίζει σαφέστερον τὴν ἔννοιαν, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν· ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἔννοια· ἔξωθεν δὲν δύναται νὰ προσληφθῇ ἐργάτης, ὁ δ’ ἐν ἀνάγκῃ προσλαμβανόμενος θὰ μείνῃ εἰς μίαν τῶν κατωτέρων τάξεων, διὰ προαγωγῆς δὲ θέλουσι συμπληρωθῆ αἱ θέσεις τῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως.
§152Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀναγκάζομαι νὰ φέρω τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους, ὅλως διαφόρου. Βεβαίως διὰ τούτου δὲν ἐννοῶ νὰ ἀποκρούσω τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς· ἀλλὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἐδάφους. Ἐγὼ ἤθελον συστήσει τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Ναυτικῶν, ἀντὶ νὰ ζητῇ ν’ ἀντικαταστήσῃ τοὺς ἐκτάκτους ἐργάτας διὰ τακτικῶν τεχνιτῶν, νὰ παύσῃ τὴν πρόσληψιν τοσούτων ἐκτάκτων τεχνιτῶν, ὅσοι σήμερον προσλαμβάνονται εἰς τὸν Ναύσταθμον. Διότι, Κύριοι,—ἂς μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων ἡμῶν — ἐδῶ πρόκειται νὰ συναφθῇ συζήτησις. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὴν νομικὴν ἔποψιν τοῦ ζητήματος, καὶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς συζητήσεις τῶν ἐντεῦθεν ἢ τῶν ἐκεῖθεν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἐρωτῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, δὲν ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἂν, ἀντὶ νὰ ζητῇ ν’ ἀντικαταστήσῃ τοὺς ἐκτάκτους ἐργάτας διὰ τακτικῶν τεχνιτῶν, ἔπαυεν ἀριθμόν τινα ἐκτάκτων ἐργατῶν, χωρὶς νὰ ζητῇ ν’ ἀντικαταστήσῃ τούτους διὰ τακτικῶν τεχνιτῶν; Προβάλλω τὴν ἐρώτησιν ταύτην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι, ὅταν τελειώσω, θέλει συγκατανεύσει νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ. Προέβαλον δὲ τὴν ἐρώτησιν ταύτην ἕνεκα τῶν ἑξῆς λόγων. Ποῖαι εἶναι αἱ ἐργασίαι, αἱ μεγάλαι καὶ σπουδαῖαι, αἵτινες κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο θέλουσιν ἐκτελεσθῆ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἐλαττώσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐκτάκτων ἐργατῶν, ἀλλὰ καὶ τοὐναντίον νὰ ὑφίσταται ἀνάγκη αὐξήσεως τῶν τακτικῶν τεχνιτῶν; Ἐγὼ, Κύριοι, εἰμὶ βέβαιος, ὅτι, ἐὰν ὁ Ναύσταθμος ἀπετέλει μέρος τῆς ἰδιαιτέρας περιουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ προέκειτο νὰ δαπανήσῃ ὁ κ. Καραπάνος ἐκ τοῦ ἰδίου αὐτοῦ ταμείου, βεβαίως διὰ τὰ ἔργα, ἅτινα ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, γνωρίζομεν πάντες, ὅτι ἤθελεν ἀρκεσθῆ ὁ κ. Καραπᾶνος εἰς τοὺς 327 τεχνίτας, ἀρχιτεχνίτας, ἐργοστασιάρχας, ὑπεργοστασιάρχας, οὓς ἀναγράφει ἡ δύναμις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ναυστάθμου ἐν τοῖς Συνεργείοις (ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ): «Ἐργοστάσιον Ναυστάθμου. 3 ἀρχιεργοστασιάρχαι, 5 ἐργοστασιάρχαι, 1 ἐργοστασιάρχης ὁπλοποιὸς, 1 ἐργοστασιάρχης λεμβουργὸς, 1 ἐργοστασιάρχης χύτης, β ὑπεργοστασιάρχαι, 60 τεχνῖται αʹ τάξεως, 58 τεχνῖται βʹ τάξεως, 50 τεχνῖται γʹ τάξεως, 30 τεχνῖται γʹ τάξεως ἐργάται, 32 τεχνῖται δʹ τάξεως ἐργάται, 18 τεχνῖται μαθητευόμενοι αʹ τάξεως, 18 τεχνῖται μαθητευόμενοι βʹ τάξεως, 14 τεχνῖται μαθητευόμενοι γʹ τάξεως, 30 τεχνῖται μαθητευόμενοι ἄμισθοι.» Τὸ σύνολον 327, ἀποτελοῦντες τὴν δύναμιν τῶν ἐργατῶν, τῶν τεχνιτῶν τοῦ Ναυστάθμου. Ἕκαστος, Κύριοι, θέλει ἐρωτήσει, εἰς τί ἆρά γε καταγίνονται—ἂς εἴπω οὕτως—οἱ συναποτελοῦντες τὴν σφηκοφωλιὰν ταύτην ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, τῷ μὴ παρουσιάζοντι ἀναλογίαν τῶν προσώπων πρὸς τὰς παρεχομένας ὑπ’ αὐτῶν ἐργασίας; Εἰς τί καταγίνονται; Εἰς τί θέλουσιν ἐργασθῆ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὑποβληθέντα, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν; Εἶναι ἀνάγκη νὰ αὐξήσωμεν κατὰ 16 τεχνίτας ἐφέτος τὴν δύναμιν τοῦ Ναυστάθμου ἐν τῷ ἐργοστασίῳ, ἵνα αὐξήσωμεν αὐτοὺς τῷ ἑπομένῳ ἔτει κατ’ ἄλλους ἑκατόν, καὶ τῷ παρεπομένῳ κατ’ ἄλλους διακοσίους, καὶ φθάσωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ ἐκεῖ περιττὴν πολυτέλειαν, ἧς τὴν ἐργασίαν δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν; Ἐδῶ, Κύριοι, ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ φέρωμεν ἐν συμπεράσματι τὴν συζήτησιν. Μήπως τὸ ἀντιτορπιλλικὸν ἐκεῖνο, ὅπερ θὰ ᾖναι καὶ Σχολὴ τῶν ναυτικῶν δοκίμων, θεωρητικὴ καὶ πρακτική, ὅπερ θὰ ᾖναι καὶ καταδρομικόν, πρόκειται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παρασκευάσῃ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Ναυστάθμῳ; Μήπως τὰ τορπιλλοβόλα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τοῦ στόλου ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ πρόκειται νὰ κατασκευασθῶσιν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Ναυστάθμῳ; Ὁ Ναύσταθμος ἡμῶν δυστυχῶς εἶναι ἀνίκανος διὰ τοιαύτας ἐργασίας. Εἰς τί ἐργάζονται, παρακαλῶ, αὐτοὶ οἱ 327 τεχνῖται; Ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν θέλητε νὰ ἀναγνώσω τὰ σχετικὰ μέρη αὐτοῦ, θέλετε ἴδει, ὅτι κατασκευάζουσι λέμβους! θέλετε ἴδει, ὅτι γίνεται ἐργασία ἐπὶ ἑνὸς ἀχρήστου πλοίου, τῆς «Σφακτηρίας»! ἀχρήστου ἐντελῶς, διότι δὲν εἶναι πολεμικὸν πλοῖον, εἶναι πλοῖον, ὅπερ δὲν γνωρίζω εἰς τί θέλει χρησιμεύσει. Ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἀπόπειρα πλοίου μεταγωγικοῦ, διότι δὲν εἶναι καὶ πλοῖον μεταγωγικόν. Εἰς τί θέλουσι χρησιμεύσει ὅλα αὐτὰ τὰ μεταγωγικὰ πλοῖα τοῦ στόλου, ἅτινα εὑρίσκονται ἐν ἐλεεινοτάτῃ καταστάσει, ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως; Σχεδὸν εἰς τίποτε. Ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως θέλουσι χρησιμεύσει εἰς ὅ,τι ἐχρησίμευσαν κατὰ τὸν ἀτυχῆ ἡμῶν πόλεμον τοῦ 1897 ἔτους. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι, ὅπως δώσωσιν ἐπὶ ἀποζημιώσει τὰ ἐμπορικὰ αὐτῶν πλοῖα, ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν εἶσθαι ἀνίκανος καὶ ἀδύνατος νὰ ἐπιστρατευθῇ διὰ τῶν πλοίων τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, καὶ τῶν θαλαμηγῶν, ἢ τῶν μεταγωγικῶν. Ἀλλὰ δεδόσθω, ὅτι γίνεται ἐργασία ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ἵνα μετασκευασθῇ ἡ «Σφακτηρία» εἰς πλοῖον μεταγωγικόν, δεδόσθω ὅτι κατασκευάζονται ἐκεῖ λέμβοι τινὲς—ὁμιλῶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ—δὲν ἀρκοῦσιν οἱ ἀναγεγραμμένοι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐργάται; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὑπεραρκοῦσιν. Ἤθελον δὲ συστήσει τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Ναυτικῶν νὰ παύσῃ πλείστους ὅσους τῶν ἐκτάκτων ἐργατῶν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, οἵτινες γνωρίζομεν πῶς ἁλιεύονται, καὶ παρὰ τίνων ἁλιεύονται. Τὸ πλεῖστον αὐτῶν εἰσιν ἀργόμισθοι. Καὶ ἀντὶ νὰ ζητῶμεν ν’ ἀντικαταστήσωμεν τοὺς ἡμερομισθίους διὰ τακτικῶν τεχνιτῶν, περιττῶν ὅλως, διότι οἱ ὑπάρχοντες τακτικοὶ τεχνῖταί εἰσιν ὑπερπλεονάζοντες διὰ τὴν ἐν ἐνεργείᾳ ἐργασίαν τοῦ Ναυστάθμου, ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν εἰς τοῦτο καὶ μόνον, εἰς τὴν διαγραφὴν τῶν ἡμερομισθίων ἐργατῶν, καὶ εἰς τὴν περιστολὴν εἰς τὸν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀριθμὸν τῶν τακτικῶν τεχνιτῶν. Ἐὰν ῥίψητε ἁπλοῦν βλέμμα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, θέλετε ἴδει, ὅτι ἰδίᾳ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐργοστασίου τοῦ Ναυστάθμου ἀνέρχεται διὰ τὸ τρέχον ἔτος εἰς δραχμὰς 271,844, ἀπέναντι δραχμῶν 259,120 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 ἔτους. Μόνον διὰ τὸ ἐργοστάσιον τοῦ Ναυστάθμου δαπανᾷ διὰ μισθοὺς τὸ Κράτος δραχ. 271,844! Ποία δὲ εἶναι ἡ παραγομένη ἐργασία; ἐλαχίστη. Συντήρησις τῶν ὑπαρχόντων ἀχρήστων καὶ χρησίμων πλοίων, κατασκευὴ λέμβων, χάριν διασκεδάσεως κατὰ πολύ. Οὐδεμία σπουδαία ἐργασία συντελεῖται. Πρὸ πολλοῦ χρόνου οὐδὲ ἓν καρφίον ἐτέθη εἰς τὰ πλοῖα τοῦ στόλου τὰ μάχιμα! Καὶ ἐρχόμεθα σήμερον, ἐν τοιαύτῃ καταστάσει εὑρισκομένου τοῦ Κράτους, νὰ ζητῶμεν διὰ τοῦ κατασκευάσματος αὐτοῦ, ὅτι τουτέστιν ἀντικαθιστῶμεν τοὺς τεχνίτας ἐργάτας διὰ τακτικῶν τεχνιτῶν, νὰ καταστήσωμεν μόνιμον τὴν πλεονάζουσαν ταύτην δαπάνην ὡς ἐκ τῆς προσθήκης τῶν 16 αὐτῶν τεχνιτῶν! «Διὰ προμήθειαν ἐλασμάτων πρὸς ἐπισκευὴν τῶν λεβήτων καὶ σκαφῶν τῶν τορπιλλοβόλων γερμανικῆς κατασκευῆς 50,000 φράγκα χρυσᾶ». Ἡ κατασκευὴ αὕτη θὰ γένηται ἐν τῷ Ναυστάθμῳ; Καὶ ἂν γένηται ἐκεῖ, δὲν ἀρκοῦσι 320 τεχνῖται; «Διὰ κατασκευὴν τῶν λεβήτων τῶν θωρηκτῶν». Ἐν τῷ Ναυστάθμῳ θὰ κατασκευασθῶσι καὶ οὗτοι; Ἀμφιβάλλω. «Δι’ ἐπισκευὴν τῶν τορπιλλοβόλων γαλλικῆς κατασκευῆς 10,000 φρ. χρυσᾶ». Δι’ ἐργασίαν λοιπὸν 100,000 δραχμῶν δὲν ἀρκοῦσι 320 ἐργάται; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ ὑπερβάλλοντες. Ἐὰν τώρα μετεβῆτε εἰς ἄλλην σελίδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέλετε ἀναγνώσει: «Δι’ ὑλικὰ κατασκευῆς καὶ ἐπισκευῆς λέμβων καὶ φορτηγίδων δραχ. 9,000. Διὰ προμήθειαν ὑλικῶν, ἐργαλείων καὶ ἐπισκευὴν τῶν Βασιλικῶν πλοίων δραχ. 7,000». Προκειμένου λοιπὸν ἐν συνόλῳ περὶ ποσοῦ ἐργασίας 200,000 μέχρι 300,000 δραχμῶν, ζητοῦμεν σήμερον νὰ καταστήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν τεχνιτῶν τοῦ ἐργοστασίου μόνιμον μὲ αὔξησιν 16 τεχνιτῶν! Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θέλει συγκαταβῆ εἰς τὸ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ θέλει φροντίσει νὰ εὕρῃ, τίνες τῶν τεχνιτῶν ἐργατῶν εἰσι περιττοὶ καὶ ἐπιζήμιοι εἰς τὰ Συνεργεῖα τοῦ Ναυστάθμου, καὶ θέλει ἀποβάλει αὐτοὺς τῆς ὑπηρεσίας, καὶ δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν παγίαν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ τῆς δυνάμεως τῶν Συνεργείων τοῦ Ναυστάθμου ἄνευ λόγου καὶ συμφέροντος. Διὰ τούτους τοὺς λόγους ἀνθίσταμαι ἐκ βάσεως πρὸς τὸ νομοσχέδιον, καὶ ζητῶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νὰ ἀποσύρῃ αὐτό, ὅπως μελετήσῃ τοῦτο μᾶλλον ἐπισταμένως.
§153Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἰδικοῦ μου ἐργοστασίου, ἤθελον ἐνεργήσει, ὥστε ν’ ἀντικαταστήσω πολὺ πλείονας ἡμερομισθίους ἐργάτας διὰ τακτικῶν ἐργατῶν, ἀντὶ νὰ φροντίσω νὰ ἐλαττώσω τοὺς τακτικοὺς ἐργάτας, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπε. Νομίζω, ὅτι ὁ τακτικὸς ἐργάτης παράγει ἐργασίαν πολὺ μεγαλειτέραν, ἐργασίαν τελειοτέραν καὶ εὐθηνοτέραν ἀφ’ ὅ,τι ὁ ἡμερομίσθιος ἐργάτης παράγει.
§154Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι.
§155Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ οὗτος ἀκριβῶς εἶναι ὁ σκοπός, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀφετηρία τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰς ἄλλας ἐργασίας, ἐὰν ἄλλος τις, μὴ ἀσχοληθεὶς εἰς τὰ ναυτικὰ ἡμῶν, ἔλεγεν ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, δὲν ἤθελον ἀπορήσει, ἀπορῶ ὅμως, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ ἐλαττώσῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὰς ἐργασίας τοῦ Ναυστάθμου. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἔχει ἰδέας πολὺ ἀπαισιοδοξοτέρας παντὸς ἄλλου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάστασιν τῶν πλοίων ἡμῶν, καὶ αἱ ἰδέαι του αὗται ἔπρεπε νὰ τὸν ὠθήσωσι μᾶλλον εἰς τὸ νὰ ἀπαιτῇ πλειοτέραν ἐργασίαν πρὸς συντήρησιν καὶ ἐπισκευὴν τῶν πλοίων τούτων ἢ ὅσην ἐγὼ θεωρῶ ἀναγκαίαν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀνάγκην ἐπισκευῆς ἔχουσι τὰ πλοῖα ἡμῶν ὅλα καὶ συντηρήσεως· καὶ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην συντηρήσεως καὶ ἐπισκευῆς μόνον τὰ πλοῖα ἡμῶν, ἀλλὰ τὰ πλοῖα παντὸς στόλου. Ἐὰν δὲν συντηρῶνται τακτικῶς ἐν Ναυστάθμῳ τὰ πλοῖα ἡμῶν, δὲν δύνανται οὔτε νὰ πλεύσωσιν οὔτε νὰ χρησιμεύσωσιν. Ἑπομένως ὄχι μόνον τὰ μάχιμα ἔχουσιν ἀνάγκην ἐπισκευῆς καὶ συντηρήσεως, καὶ πρὸς τοῦτο ἔχομεν σήμερον τακτικὴν ἐργασίαν ἐπὶ τῶν δύο θωρηκτῶν, ἀλλ’ ἔχομεν τακτικὴν ἐργασίαν καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων πολεμικῶν πλοίων, τοῦ «Μιαούλη» π. χ., ἐργασίαν σοβαράν. Δὲν πρόκειται ἑπομένως οὔτε τοὺς λέβητας τῶν θωρηκτῶν οὔτε τοὺς τῶν τορπιλλοβόλων τῶν γαλλικῶν οὔτε τοὺς τῶν γερμανικῶν νὰ κατασκευάσωμεν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, διότι δυστυχῶς δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἐγκατάστασιν. Ἐὰν εἴχομεν τοιαύτην ἐγκατάστασιν, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν χιλιάδας ἐργατῶν νέων, καὶ θὰ ἦτο εὐτύχημα δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τοιοῦτόν τι. Ἀλλ’ ἡ καθημερινὴ συντήρησις τῶν πλοίων, ἡ καθημερινὴ ἐπισκευὴ τῶν πλοίων, ἐκ τῶν ὁποίων τινὰ, ὅπως γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, χρονολογοῦνται ἀπὸ 50 ἢ 60 ἐτῶν, καί τινα ἐξ αὐτῶν ἀκόμη ὀλίγην ἴσως δύνανται νὰ παράσχωσιν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τῆς πολεμικῆς καὶ τῆς τελωνειακῆς, ἐπιβάλλει τὴν συντήρησιν τῶν πλοίων, ἡ καθημερινὴ, λέγω, συντήρησις καὶ ἡ ἐργασία αὕτη ἀπορροφᾷ τὴν ἐργασίαν πάντων τῶν ὑφισταμένων τεχνιτῶν, καὶ ἀπαιτεῖ ἑκάστοτε τὴν πρόσληψιν καὶ ἐκτάκτων ἐργατῶν. Ἡ πρόσληψις ἐκτάκτων ἐργατῶν γίνεται, ὡς γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἀναλόγως τῆς παρουσιαζομένης ἀνάγκης δι’ ἑκάστην παρουσιαζομένην ἐργασίαν. Ὅταν δὲν ὑπάρχωσι τακτικοὶ ἐργάται, ὁ Ναύσταθμος διὰ προϋπολογισμοῦ ζητεῖ ἄδειαν, ὅπως προσλάβῃ ἐκτάκτους ἐργάτας, καὶ προσλαμβάνει τοιούτους ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἡ ἔκτακτος αὕτη ἐργασία, ὅταν δὲ τελειώσῃ αὕτη, τοὺς ἀπολύει. Τώρα, ἐὰν προσλαμβάνωνται ἀργόμισθοι καὶ κακοὶ ἐργάται, ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχῃ τις ὁ παραβὰς τὸ καθῆκόν του καὶ προσλαμβάνων τοιούτους. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ὅπως ἐκλείψῃ τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, ὅπως ἐκλείψῃ, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, ἡ ἀνάγκη προσλήψεως πλειοτέρων ἐκτάκτων ἐργατῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν τακτικῶν ἐργατῶν...
§156Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποίας ἐργασίας σήμερον ἔχετε;
§157Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τὰ δύο θωρηκτὰ ἐπισκευάζονται καὶ ὁ «Μιαούλης» καὶ ἡ «Ἀφρόεσσα» ἦλθε προχθὲς νὰ ἐπισκευασθῇ, καὶ ἡ «Σφακτηρία» ἐπισκευάζεται, καὶ ἡ «Σαλαμινία» ἐπισκευάζεται, καὶ ὅλων αὐτῶν δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς ἄλλην συζήτησιν, ὅπως ἀποδείξω, ποία εἶναι ἡ μὴ πολεμικὴ χρησιμότης, ἀλλ’ ἡ πραγματική. Ὅλα αὐτὰ ἀπασχολοῦσι τοὺς ἐργάτας τοὺς τακτικοὺς, τοὺς ὑπάρχοντας ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Ἐγὼ δὶς ἐπεσκέφθην τὸν Ναύσταθμον, καὶ δὲν εἶδον ἐργάτας ἐκ τῶν τακτικῶν ἐργατῶν καθημένους ἀργούς. Ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶδον ἐν ἑκάστῳ κλάδῳ τοὺς ἐργάτας ἐργαζομένους. Εἶδον εἰς τὸ χυτήριον τοὺς ἐργάτας, τοὺς ὁποίους εἶχον ἐγγεγραμμένους, ὅτι ἠσχολοῦντο εἰς τὴν ἐργασίαν των, εἶδον εἰς τὸ ἐφαρμοστήριον τοὺς ἐγγεγραμμένους ἐργάτας καὶ τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν κάμνουσι. Βεβαίως ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ μεταξὺ τριακοσίων ἐργατῶν δι’ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των. Ἐλπίζω, ὅτι οἱ προϊστάμενοι αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ ἐκεῖνοι καθῆκον πρὸς τὸν τόπον των καὶ ὀφείλουσι νὰ σέβωνται τὴν θέσιν καὶ τοὺς βαθμούς των, ὅτι ἐπιβλέπουσιν, ὅπως μὴ ὑπάρχωσιν ἀργόμισθοι ἐργάται. Τοῦτο ὅμως εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐργασίαι ἀπαιτοῦσαι τὴν παρουσίαν τῶν ἐργατῶν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐάν ποτε φθάσωμεν εἰς βαθμὸν νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην αὐτῶν τῶν πλοίων, ἢ νὰ ἔχωμεν πλοῖα ἄλλα, ἀπαιτοῦντα ὀλιγωτέραν ἐργασίαν, τότε οὐδένα θὰ ἐμποδίσωμεν νὰ σκεφθῇ, ποῖον ὀργανισμὸν νὰ δώσωμεν εἰς τὸ ἐργοστάσιον τοῦ Ναυστάθμου. Σήμερον ἔχομεν καθ’ ἡμέραν 5 ἢ 6 πλοῖα εἰς ἐπισκευήν· ἐπισκευάζεται τὸ ἕν, καὶ ἔρχεται τὸ ἄλλο, ἵνα ἐπισκευασθῇ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου ὑφίσταται, ἀνάγκη ἐπιβαλλομένη ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἡμερομισθίων ἐργατῶν καὶ τῆς βελτιώσεως τῆς ἐργασίας τοῦ Ναυστάθμου.
§158Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ μοὶ λύσητε τὴν ἑξῆς ἀπορίαν. Εἴπετε, ὅτι εὑρίσκεσθε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσλαμβάνητε ἐνίοτε καὶ ἐκτάκτους ἐργάτας, διότι αἱ ἐργασίαι τοῦ Ναυστάθμου, ἄλλοτε μὲν εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἀπαιτῆται ἡ παρουσία ἐκτάκτων ἐργατῶν, ἄλλοτε δὲ οὐχί. Ἀλλ’ ὅταν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τοὺς καθιστᾶτε τακτικοὺς ἐργάτας, θὰ ἦσθε ὑποχρεωμένοι νὰ τοὺς κρατῆτε διαρκῶς, καὶ νὰ τοὺς πληρώνητε καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἐργασία δι’ αὐτούς.
§159Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑπάρχει πάντοτε ἐργασία.
§160Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν συμβιβασμὸν αὐτόν· ἐν ᾧ συχνὰ ἀπολύετε τοὺς ἐκτάκτους λόγῳ μὴ ἐργασίας, τώρα θέλετε νὰ κάμητε αὐτοὺς τακτικούς! Αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω. Ἄλλοτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατήγγελλεν, ὅτι τὰ πλοῖα, περὶ ὧν ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι ἄχρηστα, καὶ ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ τὰ ἐκποιήσῃ. Ποῖον λόγον ἔχει σήμερον νὰ ἐξοδεύῃ χρήματα δι’ αὐτά;
§161Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὴν τελευταίαν ἀπορίαν τοῦ κ. συναδέλφου συνεζήτησα διὰ μακρῶν. Ὡς πρὸς τοὺς ἐργάτας, λέγω, ὅτι οἱ τακτικοὶ ἐργάται εἶναι οὕτω πως ὠργανωμένοι, ὥστε δὲν κάθηνται ποσῶς ἀργοί, ἔχουσι πάντοτε τακτικὴν ἐργασίαν· ὁσάκις δὲ παρουσιάζηται ἔκτακτος ἀνάγκη, θεραπεύεται διὰ προσλήψεως ἐκτάκτων, οἵτινες ἀπολύονται μετὰ τὸ τέλος τῆς ἐργασίας.
§162Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν πρόκειται νὰ διοργανωθῶσι θέσεις καὶ ἐξοικονομηθῶσι Βουλευταί, ἀλλὰ πρόκειται νὰ βελτιωθῇ ἡ θέσις τῶν ἀμίσθων μαθητευομένων. Εἰς τὸ νομοσχέδιον νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν μόνον τὸ δεύτερον ἄρθρον, ν’ ἀπαλειφθῇ δὲ τὸ πρῶτον.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§164Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε δεκαπέντε; (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς δεκαπέντε). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Ἀργασάρη Λομβάρδου καὶ Περ. Ἀλεξάκη, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ, Κύριοι, δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 10 καὶ 10′ μ. μ.)