1903.05.01
1.289 στίχοι · 9.803 λέξεις · 93 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65
τῆς 1 Μαΐου 1903.
(Πέμπτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ῥάλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 45′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως καὶ κατὰ τὸν μῆνα Μάϊον τοῦ ἔτους 1903 τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν καὶ τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903, καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὸ ἓν δωδεκατημόριον τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων ἐν γένει διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1903». Ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 367). Οἱ κάτοικοι Πύργου, συνελθόντες ἐν συλλαλητηρίῳ, συνέταξαν καὶ ἀπέστειλαν εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα, δι’ οὗ ζητοῦσι τὴν ὑποβολὴν καὶ ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδίου κρατούμενος κατάδικος Ἰωάννης Γεωργόπουλος δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ τὴν ἀπαλλαγήν του ἀπὸ τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη θ’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν δύο δηλώσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903. Ἡ μία τούτων, ἐκ δραχμῶν 67,405, προτείνεται διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν προξένων καὶ τὰ γραφικὰ ἔξοδα αὐτῶν διὰ τὸ διαρρεῦσαν τετράμηνον διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐφηρμόσθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ δὲν συνεζητήθη ἔτι, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς ἔχει συνταχθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἡ ἑτέρα δήλωσις, ἐκ δραχμῶν 9160, ἀφορᾷ τοὺς μισθοὺς τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων, γραμματέων κλπ., διότι δὲν ἐφηρμόσθησαν ἔτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τελευταῖον, κατὰ τοὺς τρεῖς δὲ πρώτους μῆνας ἐφῃρμόζοντο αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ Ἐφοριῶν τοῦ ἰσχύοντος πρότερον. Εἰσάγω ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ παντὸς ἀμέσου ἢ ἐμμέσου δημοσίου φόρου τῶν προϊόντων τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ σακχαροποιΐας ἐπί τινα ἔτη, πρὸς προστασίαν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑποβληθεῖσαι δηλώσεις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ δὲ νομοσχέδιον θέλει ἐπίσης τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῇ κατὰ τὴν σειράν του ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 368–370). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸν λόγον.
§4ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀπαντήσεις εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν ὁ κ. Στάης κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 10 Φεβρουαρίου. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας βουλευτοῦ κ. Πονηροπούλου. Ἐπίσης τὸ πρακτικὸν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Κεφαλληνίας, καὶ τὸ πρακτικὸν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Κορινθίας.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀσημακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§6Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς ἀνεκοινώσατε εἰς τὴν Βουλὴν ἓν τηλεγράφημα κατὰ τοῦ πταισματοδίκου Αἰγίου. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ἂν τὰ τηλεγραφούμενα εἶναι ἀκριβῆ ἢ ὑπερβολικά, ἢ κατὰ πόσον ὁ εἰρημένος πταισματοδίκης παρενόμησεν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων του, δύναμαι ὅμως νὰ βεβαιώσω, ὅτι κατόπιν τῶν συμβάντων αὐτῶν ἡ περαιτέρω ἐν Αἰγίῳ διαμονὴ τοῦ πταισματοδίκου κατέστη δυσχερής. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης—ὁ ὁποῖος ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν παρευρίσκεται ἐνταῦθα —νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ καταγγελθέντα γεγονότα, καὶ νὰ προσπαθήσῃ, ὅσον τὸ δυνατὸν τάχιον, ν’ ἀπομακρύνῃ ἐκεῖθεν τὸν εἰρημένον πταισματοδίκην, οἱ δὲ ἁρμόδιοι εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸν τιμωρήσωσιν, ἂν ἔπταισε.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀνδρέας Στεφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§8ΑΝΔΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ 1900, κύριε Πρόεδρε, ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμος περὶ ἀνανεώσεως καὶ διαγραφῆς τῶν παλαιῶν χρεῶν, τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐτάσσετο προθεσμία μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1901 διὰ τὰ ὑποκείμενα πρὸς ἀνανέωσιν χρέη. Καὶ ὅσοι μὲν τῶν ὀφειλετῶν συνεμορφώθησαν μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου ἔτυχον ὅλων τῶν εὐεργετημάτων, ἤτοι ἀπηλλάγησαν τῶν προσθέτων τελῶν, τοῦ τόκου τῆς ὑπερημερίας καὶ λοιπῶν. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι, οὐχὶ ἐκ κακῆς προθέσεως, ἀλλ’ ἕνεκα ἀνεχείας, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὰς διατάξεις τοῦ εὐεργετικοῦ ἐκείνου νόμου. Ὡς ἐκ τούτου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ παρατείνῃ τὴν ἀνανέωσιν τῶν χρεῶν ἐκείνων, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἡ στιγμὴ εἶναι ἐπίκαιρος ἤδη, ὁπότε οἱ ὀφειλέται θὰ ἐσοδεύσωσι καὶ θὰ δυνηθῶσι νὰ πληρώσωσι τὰ χρέη των.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἓν τῶν προκατόχων Ὑπουργείων εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου, ἡ ὁποία εἶχε λήξει κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1901. Θέλω ἐξετάσει τὴν ὑπόθεσιν, καὶ θέλω συντάξει τοιοῦτο νομοσχέδιον καὶ εἰσαγάγει αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον.
§11ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§12Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ εὐχάριστον εἶναι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων συνάδελφος ἤδη ἀναγνωρίζει, ὅτι ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἔφερεν εὐχάριστα ἀποτελέσματα, καὶ δέον οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ νὰ ἐκπληρῶσιν αὐτὸν μετ’ εὐλαβείας. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπουργίας του δὲν ἐξετέλεσεν οὐδ’ ἐσεβάσθη ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου, διότι πολλάκις ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ἐφήρμοσε τοῦτον, καὶ πολλάκις πολλοὶ ἐμέμφθησαν τῆς πολιτείας αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Ἐγὼ ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ παρέμβω εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι ἤκουσα νὰ ὁμιλῶσι καὶ περὶ ἀποφάσεώς τινος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, μὴ ἐκτελεσθείσης ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ, καὶ διότι πρόκειται περὶ τοῦ δημοδιδασκάλου Π. Παναγοπούλου, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὴν ἐν Ξυλοκάστρῳ, ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι, Σχολὴν, τὴν ὁποίαν συνέστησεν ὁ ἀείμνηστος ἰατρὸς Ἰωάννου, καταγόμενος ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, ὅστις ἐκληροδότησε ποσόν 50 ἢ 80 χιλιάδων δραχμῶν, ἵνα κατατεθῶσιν αὗται εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ ἐκ τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν συντηρῆται ἡ Σχολή. Τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἀνέθηκεν εἰς τὴν χήραν ἤδη σύζυγόν του, μὲ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ αὐτὴ τὸν διευθυντὴν τῆς Σχολῆς, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τῆς διαθήκης, διὰ τῆς ὁποίας κατέλιπεν, ὡς εἶπον, 50,000 δραχμὰς, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ διδασκάλου Παναγοπούλου καὶ τοῦ ἐπιστάτου τοῦ σχολείου. Πράγματι δὲ ἡ σύζυγος τοῦ ἀειμνήστου Ἰωάννου, ἐκτελοῦσα τὴν διάταξιν ταύτην, κατέθηκε τὸ εἰρημένον ποσόν εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ ἔκτοτε ἀπὸ δεκαετίας περίπου, ἡ Σχολὴ λειτουργεῖ εὐδοκιμώτατα διευθυνομένη ὑπὸ τοῦ νέου τούτου, ὁ ὁποῖος τυγχάνει καὶ ἀνεψιός τοῦ εὐεργέτου τοῦ δήμου μας. Ἐκτὸς δὲ τοῦ ἐν λόγῳ ποσοῦ, ὁ ἀοίδιμος Ἰωάννου διὰ τῆς διαθήκης του κατέλιπεν εἰς τὴν χήραν σύζυγόν του ποσὸν ὡρισμένον, καὶ ἐνετείλατο αὐτῇ, ἵνα διὰ τούτου ἐκπαιδεύσῃ τὸν Παναγόπουλον, ὅπως οὗτος χρησιμεύσῃ ἐν καιρῷ ὡς διευθυντὴς τῆς Σχολῆς. Θὰ σᾶς παρακαλέσω δὲ νὰ ἀκούσητε τὴν σχετικὴν διάταξιν τῆς διαθήκης, διότι ἔχει σχέσιν μὲ τὴν λύσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ τὴν ληπτέαν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἀπόφασιν. (Ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν μέρος τῆς διαθήκης). Ὁ νέος οὗτος ἐσπούδασε διὰ χρημάτων τοῦ κληροδοτήματος τούτου, ἐξῆλθε τῆς Σχολῆς, εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων δημοδιδασκάλων, κατηρτίσθη γλωσσομαθέστατος, καὶ διευθύνει τὸ σχολεῖον ἐπὶ δεκαετίαν ἤδη. Ἀλλὰ τελευταῖον, δὲν γνωρίζω ἕνεκα τίνων λόγων, περιῆλθεν εἰς διαφωνίαν πρὸς τοὺς συναδέλφους του ἐν τῇ Σχολῇ, ὁ δὲ κ. ἐπιθεωρητὴς, ἀγνοῶν ἴσως τὰς πραγματικὰς ἀφορμὰς τῆς ἔριδος, μὴ μελετήσας δὲ καὶ τὰ τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Ἰωάννου, ἔσπευσε νὰ συγκαλέσῃ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς μεταθέσεως τοῦ διδασκάλου Παναγοπούλου εἰς ἄλλο χωρίον. Νομίζω ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸν ἰσχύοντα νόμον, διότι ὁ διευθυντὴς αὐτὸς ὑφίσταται δυνάμει κληροδοτήματος, ἀνέλαβε δὲ νὰ διδάσκῃ, μισθοδοτούμενος ἀπὸ τὴν κυρίαν Ἰωάννου δυνάμει συμβολαίου μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ δήμου, καὶ ἔχει ὁ δῆμος τὸ δικαίωμα, δυνάμει τοῦ συμβολαίου αὐτοῦ, νὰ ἔχῃ γνώμην περὶ τοῦ διευθύνοντος τὸ σχολεῖον ἐκεῖνο δημοδιδασκάλου, ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ μετατεθῇ ἐκεῖθεν. Ὁ ἐπιθεωρητὴς, μὴ ἔχων βεβαίως γνῶσιν τῆς διαθήκης καὶ τοῦ συμβολαίου, ἔσπευσε νὰ προκαλέσῃ τὴν μετάθεσιν, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ οὔτε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον οὔτε τὴν κυρίαν Ἰωάννου, ἂν συγκατατίθενται νὰ μετατεθῇ ὁ δημοδιδάσκαλος οὗτος...
§13Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει ὁ διδάσκαλος οὗτος ἀφομοιωθῆ πρὸς τοὺς δημοσίους διδασκάλους;
§14Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω, ὄχι. Δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἰδιώτης διδάσκαλος... Ἐὰν δὲ ἡ χήρα Ἰωάννου θελήσῃ —καὶ ἔχει δικαίωμα νὰ θελήσῃ—νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν μισθὸν τοῦ διδασκάλου τούτου, σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ποῖος θὰ πληρώσῃ τὸν μισθὸν αὐτοῦ; Βεβαίως θὰ ὑποχρεωθῇ ὁ δῆμος, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ὁ δῆμος, μόλις ἐγνώσθη ἡ μετάθεσις αὕτη, διὰ ψηφίσματός του ὑπ’ ἀριθ. 16 λέγει τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει σχετικὸν ἔγγραφον τοῦ δήμου Τρικκάλων πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν καὶ τὴν χήραν Ἰωάννου Ἰωάννου).
§15Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὑπὸ τίνος διωρίσθη;
§16Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, τῇ συγκαταθέσει τῆς χήρας Ἰωάννου. Τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως μετὰ αἰτήσεως τοῦ δημοδιδασκάλου, φρονοῦντος ὅτι ἠδικήθη διὰ τῆς τοιαύτης πράξεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου· νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, γνωρίζουσα ὅτι ἡ μετάθεσις αὕτη ἀντίκειται εἰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ συμβολαίου καὶ τῆς διαθήκης, καὶ ὅτι τρέχει τὸν κίνδυνον τὸ Δημόσιον νὰ ἐκτεθῇ εἰς ἀποζημιώσεις, καλῶς ἔπραξε καὶ δὲν ἐξετέλεσε τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ δὲν ἔπρεπεν οὔτε κἂν νὰ συντελεσθῇ· φρονῶ δ’ ὅτι συνετελέσθη ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων ἐκ μέρους τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Τοιαύτην δὲ ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀντικειμένην εἰς εἰδικὰς διατάξεις τῆς διαθήκης, ἥτις διέπει τὰ τῆς Σχολῆς ἐκείνης, δὲν ὑποχρεοῦται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐκτελέσῃ. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου, καὶ ταύτην συμβουλεύω τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀκολουθήσῃ.
§17ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§18Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ προσέξῃ εἰς ὅ,τι θὰ εἴπω, ἵνα συμπληρώσῃ κενόν τι, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται εἰς πολλὰ δημοτικὰ σχολεῖα τοῦ Κράτους. Πολλὰ δημοτικὰ σχολεῖα τοῦ Κράτους ἀργοῦσιν ἐλλείψει δημοδιδασκάλων, καὶ τοῦτο, διότι ὁ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμος δὲν ἐπιτρέπει νὰ διορισθῶσιν εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα γραμματισταί. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπάρχουσι δημοδιδάσκαλοι, ἵνα διορισθῶσι, τὰ σχολεῖα ἐκεῖνα ἀργοῦσι. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ διορίζουν ἐν ἀνάγκῃ γραμματιστὰς εἰς δημοτικὰ σχολεῖα, ἐφ’ ὅσον δὲ παρουσιάζονται δημοδιδάσκαλοι, ν’ ἀντικαθιστῶσιν οὗτοι τοὺς γραμματιστάς, ἵνα μὴ τὰ σχολεῖα ταῦτα μένωσιν ἀργά· διότι πολλὰ τοιαῦτα σχολεῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Κράτος, μεταξὺ τῶν ὁποίων 4 ἢ 5 εἰς τὴν ἐπαρχίαν, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ἀντιπρόσωπος. Εἶναι δὲ βεβαιωμένον ἀπὸ τὰ ὑποδιδασκαλεῖα, τὰ ἐξετάζοντα κατ’ ἔτος γραμματιστάς, ὅτι πολλοὶ τούτων εἶναι κατὰ πολὺ ἀνώτεροι τῶν δημοδιδασκάλων τῶν παλαιῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα καὶ προβῇ εἰς τὴν θεραπείαν τῆς ἐλλείψεως ταύτης διὰ νομοθετικοῦ μέτρου.
§19ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα, ἵνα ἴδω, τί εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ.
§20Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ ἄρτι ἐκλεγεὶς βουλευτὴς Θήρας κ. Β. Μαρκεζίνης νὰ προσέλθῃ, ἵνα ὁρκισθῇ. (Προσελθὼν ὁ κ. Μαρκεζίνης ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον).
§22ΑΘ. ΓΚΡΑΒΑΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ συνάδελφος κύριος Στυμφαλιάδης νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Οἱ κάτοικοι Φενεοῦ δι’ ἐμοῦ καὶ τῶν λοιπῶν ἐκ Κορινθίας φίλων τῆς Κυβερνήσεως συναδέλφων παρέστησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι αἱ γαῖαι αὐτῶν σήμερον δὲν ἔχουσι χρησιμότητα, διότι κατακλύζονται ὑπὸ τῶν ὑδάτων, αἱ δὲ καταβόθραι εἶναι κατεφραγμέναι, καὶ συνεπῶς, ἐὰν θελήσωσι νὰ καλλιεργήσωσιν, ἡ σπορὰ καταστρέφεται, καὶ δὲν δύνανται νὰ συγκομίσωσι καρπούς. Ὁ σεβαστὸς κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν, καὶ ἀπεφάσισε νὰ στείλῃ μηχανικὸν, ὁ ὁποῖος νὰ μελετήσῃ τὴν διευθέτησιν τῶν χειμάρρων καὶ τὴν ἀπόφραξιν τῶν καταβοθρῶν, διότι ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία ἔγεινε κατὰ τὸ παρελθόν, δὲν ἔγεινε πλήρης καὶ τελεία. Ἐπίσης, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπέρογκον τοῦ φόρου, συνεπείᾳ παραστάσεων ἡμῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεφάσισε νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ μειώσεως κατὰ μίαν δραχμὴν τὸ στρέμμα τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας τῶν γαιῶν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι κατόπιν τῆς ἀνακοινώσεώς μου ταύτης πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. συνάδελφος δύναται, ἂν θέλῃ, νὰ μὴ ἐνδιατρίψῃ περισσότερον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο.
§23Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ μέτρον τάχιστα διὰ νομοθετήματος, διότι ἡ μετάβασις ἐπιτροπῶν ἢ μηχανικῶν καὶ ὑπομηχανικῶν καὶ ἀνθυπομηχανικῶν εἶναι ἓν πικρὸν παρελθὸν εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ Φενεοῦ.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ὄντως εὔλογος ἡ μείωσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας ἐκ δραχμῶν τριῶν κατὰ στρέμμα, τὸ ὁποῖον ἔχει νομοθετηθῆ, διότι μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν τῶν γαιῶν καὶ τὴν γενομένην καλλιέργειαν ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ γαῖαι δὲν εἶχον τοσαύτην γονιμότητα, ὅσην προσεδόκων ὅτι ἤθελον ἔχει, ἵνα ἡ πρόσοδος αὐτῶν ἐπαρκῇ εἰς τὴν πληρωμὴν τοσούτου ποσοῦ. Διὰ τοῦτο συνέταξα καὶ εἰσάγω νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου περιορίζεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας κατὰ μίαν δραχμήν.
§25Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον καὶ ἐγὼ ἕτοιμον νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἵνα τὸ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χαίρω, διότι συμπίπτουσιν αἱ σκέψεις μας.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 371).
§28Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κυρίου Στυμφαλιάδου ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ τὴν σειράν της. (Ὅρα Παράρτημα 372).
§30ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύο λέξεις, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικῶς;
§32ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι σχετικῶς.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἐπὶ ἄλλου ζητήματος.
§34ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε, ἐγγράψατέ με, παρακαλῶ.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§36Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἕνεκα διαφόρων λόγων εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἑκάστοτε ἀπομακρύνονται ἀφυπηρετοῦντες πολλοὶ ὁπλῖται ἐκ τοῦ σώματος τῆς ἀστυφυλακῆς, καὶ δὴ ἀστυφύλακες. Ἡ ἔλλειψις αὕτη, ἕνεκα τῆς μὴ ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις πρὸ μηνῶν ὑπέβαλε, δὲν κατωρθώθη νὰ πληρωθῇ. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πρὸ πέντε μηνῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε καταρτίσει διαταγὴν, ὅπως καταταχθῶσι περὶ τοὺς ἑκατὸν ἀστυφύλακες πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν, ἵνα λειτουργήσῃ ὁπωσδήποτε ἡ ὑπηρεσία· ἀλλ’ ἠναγκασμένος ὢν νὰ ἐφαρμόσῃ πιστῶς τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἐσκέφθη νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν διαταγὴν ταύτην. Ἀλλ’ ἡ οἰκονομία αὕτη εἶναι εἰς βάρος τοῦ φορολογουμένου λαοῦ· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν μὲ δύναμιν ἀστυφυλακῆς ἐλλιπῆ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ὑπηρεσία; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης δυοῖν θάτερον πρέπει νὰ γείνῃ· ἢ νὰ διατάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν κατάταξιν τῶν περὶ ὧν εἶπον ἑκατὸν νέων ἀστυφυλάκων, εἰς ἀντικατάστασιν τῶν ἀφυπηρετησάντων τοιούτων, ἢ νὰ προταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι ἐν Σύρῳ τὰ τῆς ἀστυνομίας εἰς τοιοῦτο σημεῖον περιῆλθον, ὥστε δύο ἀστυνομικοὶ σταθμοὶ, τοὺς ὁποίους κατήρτισεν ἡ ὑπηρεσία, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λειτουργήσωσιν ἐλλείψει ἀνδρῶν, καίτοι ὁ ἀστυνόμος ἐπανειλημμένως ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, παρακαλῶν ν’ ἀποσταλῇ ἐνίσχυσις εἰς τὴν δύναμιν αὐτοῦ δι’ ὀλίγων ἀνδρῶν. Νομίζω ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν πρέπει νὰ παραταθῇ, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος πολλὰ μέχρι τοῦδε ἤκουσε παράπονα περὶ τοιαύτης ἐλλείψεως, πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ ἀποτελεσματικὰ μέτρα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρπετόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§38Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἑκατὸν καὶ πλέον Ἕλληνες μετανάσται, ἀδιάφορον ἂν καλῶς ἢ κακῶς σκεφθέντες, ἀπεφάσισαν νὰ ζητήσωσι τύχην εἰς ἄλλο ἡμισφαίριον. Ἀλλ’ ἅμα τῇ ἀποβιβάσει τῶν εἰς Νέαν Ὑόρκην οὐ μόνον παρημποδίσθησαν ἀπὸ τοῦ περαιτέρω ταξειδίου των, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἐνεκλείσθησαν εἰς τὰς ἐκεῖ φυλακάς, χωρὶς οὐδεὶς ἀπολύτως νὰ ὑπάρχῃ λόγος δικαιολογητικὸς, καθόσον καὶ μὲ τὰ σχετικὰ διαβατήρια ἦσαν ἐφωδιασμένοι καὶ τὴν ὑγείαν ἄριστα εἶχον, ὡς ἀπέδειξαν ἀλλεπάλληλοι ἰατρικαὶ ἐπιθεωρήσεις. Μετὰ πάροδον δὲ δέκα ἡμερῶν, καθ’ ἃς διετέλεσαν ἐγκαθειργμένοι καὶ ἐν τελείᾳ καὶ αὐστηρᾷ ἀπομονώσει, ὡς οἱ ἐπικινδυνωδέστεροι ἐγκληματίαι, ἐπεβιβάσθησαν βίᾳ ἐπὶ τῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀποπλεόντων ἀτμοπλοίων, καὶ ἐπανέκαμψαν εἰς τὰς ἑστίας τῶν ἄπρακτοι, καὶ μὲ μόνον κέρδος τὴν μεγίστην χρηματικὴν ζημίαν, ἣν ὑπέστησαν διὰ τοὺς ναύλους, τοὺς ὁποίους διὰ μυρίων στερήσεων ἐξοικονόμησαν κατὰ τὴν ἐντεῦθεν ἀναχώρησίν των. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι οἱ εἰρημένοι Ἕλληνες μετανάσται τόσον κατὰ τὴν εἰς Νέαν Ὑόρκην ἄφιξίν των, ὅσον καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ὅλως ἀδικαιολογήτου αὐτόθι φυλακίσεώς των, ὡς μόνην προστασίαν εὗρον τὴν παντελῆ ἀπουσίαν οιουδήποτε ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅστις, ἐὰν δὲν τοὺς ἐπροστάτευε, τόσον καταφώρως ἀδικουμένους, τοὐλάχιστον νὰ τοὺς ἀνεκούφιζεν, οὑτωσὶ βασανιζομένους. Τὸ ἄτοπον τοῦτο, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἐχρησίμευσεν ὡς ἀφορμὴ ἑτέρου μείζονος ἀτόπου. Εἶναι τινὲς ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι, ἐπωφεληθεῖσαι τῆς τοιαύτης καταστάσεως, ἐξαγγέλλουσι καθ’ ἑκάστην διὰ τῶν ἐδῶ ἐκδιδομένων ἐφημερίδων, ὅτι οὐ μόνον ἀναλαμβάνουσι τὴν μεταφορὰν μεταναστῶν εἰς Ἀμερικὴν, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον, ὅτι ἐξασφαλίζουσι καὶ τὴν ἐκεῖ ἀποβίβασίν των, παρουσιαζόμεναι οἱονεὶ αὐταὶ προστάτιδες τῶν ἀπροστατεύτων μεταναστῶν! Ἐπειδὴ ἄπορον καθίσταται εἰς ἐμὲ, πῶς αἱ τοιαῦται ἑταιρεῖαι ἐν τῷ κερδοσκοπικῷ συναγωνισμῷ ἀνέλαβον νὰ ὑποκαταστήσωσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των καὶ τὰς ἐδῶ καὶ τὰς ἐκεῖ Ἑλληνικὰς ἀρχὰς, ἐπεθύμουν καὶ ἐπὶ τούτου μίαν ἐξήγησιν, ἵνα διασκεδάσω πᾶσαν τυχὸν δυναμένην νὰ γεννηθῇ ὑπόνοιαν—τὴν ὁποίαν, τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἀποκρούω—περὶ μὴ ἐπαρκοῦς μερίμνης καὶ προστασίας ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας πρὸς τοὺς εἰς τὰς μεμακρυσμένας ἐκείνας χώρας μεταναστεύοντας καὶ βιοῦντας ὁμοεθνεῖς μας.
§39ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἤμην παρὼν ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε σχετικά τινα περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, τὸν παρακαλῶ, εἰ δυνατόν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν διὰ τὴν ἐφετεινὴν ἐσοδείαν θὰ λειτουργήσῃ ἢ μὴ τὸ μονοπώλιον, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε ψηφισθῇ ἡ περὶ τούτου σύμβασις.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν πεποίθησιν, ἣν ἐσχημάτισα καὶ ἐγὼ καὶ πάντες οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ συνεργαζόμενοι μετ’ ἐμοῦ ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ κατὰ τὰς παραστάσεις ἐκείνων, οἵτινες συνεννοοῦνται μεθ’ ἡμῶν, εἶναι δύσκολον νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὴν ἐφετεινὴν συγκομιδὴν ἡ σύμβασις, ἣν διαπραγματευόμεθα, ἂν αὕτη ἤθελεν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κυρωθῇ ὑπ’ αὐτῆς. Διότι δὲν εἶναι μόνον ἀναγκαῖον νὰ παρέλθῃ ὡρισμένος τις χρόνος, ὅστις εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖος πρὸς σχηματισμὸν τοῦ κεφαλαίου, ὅπερ ἀπαιτεῖται διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἑταιρείας, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ νὰ λειτουργήσῃ πλήρης ὀργανισμός, ὅστις πρέπει προηγουμένως νὰ συντεθῇ, νὰ συναρμολογηθῇ, νὰ ἐγκριθῇ, καὶ ἔπειτα νὰ τεθῇ εἰς λειτουργίαν. Ἕνεκα τούτου νομίζω, καὶ οἱ ἐμοὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συνάδελφοι φρονοῦσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ σύμβασις ἐπὶ τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας.
§41Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως, ἣν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος κατὰ τὴν τρέχουσαν ἐσοδείαν, ἀποδεικνύεται, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπωλέσθη χρόνος ἐπὶ ματαίῳ. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ Ἄγγλοι κεφαλαιοῦχοι κατῆλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου, καὶ ἔκτοτε ὑπέβαλον τὰς προτάσεις αὑτῶν περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὗτος ἀπεποιεῖτο νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς αὐτούς, ἰσχυριζόμενος τὸ πολυάσχολον αὑτοῦ. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἔχει πολλὰς ἀσχολίας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος, ἐξ οὗ ἐξαρτᾶται ἡ ζωὴ χιλιάδων πολιτῶν, ἔπρεπε νὰ τεθῇ ὑπὲρ πᾶσαν ἀσχολίαν, καὶ νὰ ὑποχωρήσῃ πρὸ αὐτοῦ πᾶν ἄλλο ζήτημα.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν εἰσαχθῇ ἡ σύμβασις εἰς τὴν Βουλήν, θέλει μάθει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας καὶ θέλει πληροφορηθῆ καὶ ἡ Βουλὴ, ὅτι οὐ μόνον δὲν παρελείφθη ὅ,τι ἔπρεπε νὰ γένηται, ἀλλὰ καὶ κατεβλήθησαν ἔκτοτε προσπάθειαι μεγάλαι, ἵνα βασανισθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἥτις τυγχάνει τοσοῦτον καινοφανὴς, καὶ ἥτις, ἂν δὲν κατεβάλλοντο αἱ καταβληθεῖσαι προσπάθειαι, ἐγίνετο δὲ δεκτὸν τὸ σχέδιον τὸ προταθὲν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἤθελε καταστῆ δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ, καὶ ἂν δ’ ἐλειτούργει, ἤθελε πιθανώτατα ἐπιφέρει καταστροφὰς εἰς τὸν τόπον.
§43Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, καὶ νὰ μὴ μεταβληθῇ τὸ ζήτημα εἰς πολιτικὸν,—διότι παρατηρῶ, ὅτι ἐξεδηλώθη τοιαύτη τάσις. Ἐφ’ ὅσον δὲν γνωρίζουσιν οἱ Κύριοι, οἵτινες ἐπιλαμβάνονται τοῦ ζητήματος, τί συμβαίνει, καὶ ἐν τούτοις ζητοῦσι νὰ ἐπιρρίψωσιν εὐθύνας, ἡ ἐπίκρισις εἶναι ἀδικαιολόγητος. Πρὶν ἢ βεβαιωθῶσι περὶ τίνος πρόκειται, ποῖαι δυσκολίαι προβάλλουσι, ποῖα ζητήματα ἔδει νὰ λυθῶσι, ποῖαι δυσχέρειαι ἀπαντῶνται καὶ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες πρόκειται ν’ ἀναλάβωσι τὸ μονοπώλιον, ποῖα προσκόμματα ἀλλαχοῦ δέον νὰ ὑπερνικηθῶσι, πρὶν ταῦτα πάντα λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, καὶ προσέτι ὅτι πρόκειται περὶ μονοπωλίου, οὗ ὅμοιον δὲν ὑπάρχει ἀλλαχοῦ, ὥστε νὰ δανεισθῶμεν ἐξ ὁμοίων ξένων ἑταιρειῶν ἢ ἐξ ἄλλων Κρατῶν διατάξεις ὁμοίας τῶν καὶ παρ’ ἡμῖν ἀναγκαιουσῶν εἴτε ἐν τῇ συμβάσει εἴτε ἐν τῷ μέλλοντι καταστατικῷ, ἐφ’ ὅσον, λέγω, δὲν ἐξήτασαν πάντα ταῦτα, δὲν πρέπει νὰ ἐπιρρίπτωσιν εὐθύνας, ὅτι ἠμέλησεν ἢ ἀμελεῖ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅτι ἐκ σφάλματος αὐτῆς δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ σύμβασις καὶ ἐπὶ τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχομεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀνάγκην παραστάσεων, ὅπως σπεύσωμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν. Τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει οἱ ἐπικριταὶ, καὶ νὰ μὴ βιάζωνται.
§44ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα ἁπλῶς πληροφορίαν· οὐδένα πλάγιον σκοπὸν εἶχον.
§45Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπέρριψα μομφὴν εἰς οὐδένα· ἠθέλησα μόνον νὰ ἐξάρω τὴν σπουδαιότητα τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος καὶ νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τελευταῖον ἐγράφη καὶ ἀνεκοινώθη εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅτι ἡ σύμβασις περὶ τῆς σταφίδος εἶναι ἑτοίμη πρὸ πολλοῦ, ἀλλὰ δὲν ψηφίζεται διότι ἀπουσιάζουσιν ἐκ τῆς Βουλῆς οἱ Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν.
§46Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶσα τοιαύτη συζήτησις παραβλάπτει τὴν περαιτέρω διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως.
§47Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἀφορμὴ, ὥστε νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν σύμβασιν τοῦ Μονοπωλίου πρὸς δημοκοπικὸν σκοπὸν καὶ ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς (ψίθυροι).
§48Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος συνάδελφος, καθὼς καὶ οἱ διατεθειμένοι νὰ λάβωσι τὸν λόγον...
§49Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς εἶναι διατεθειμένος πρὸς τοῦτο.
§50Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. νὰ ἐκφράσω τὴν εὐχὴν νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, διότι καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤδη ἐλέχθησαν, ἴσως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσωσιν, ὅπως μὴ φθάσωμεν εἰς ἐπωφελῆ ἀποτελέσματα. Πᾶσα περαιτέρω συζήτησις δύναται νὰ βλάψῃ καιρίως τὸ ζήτημα, ἴσως δὲ καὶ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ νὰ μὴ ἐπιτύχωμεν ὅλους τοὺς ὅρους, ὅσους δυνάμεθα ἤδη νὰ ἐπιτύχωμεν. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ ὑπὸ πίεσιν, τὴν ὁποίαν θέλουσι νὰ ἐξασκήσωσι, καίτοι δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι οὐδεμίαν ἐξήσκησαν αἱ ἀπόπειραι αὗται ἐπίδρασιν, διότι πάντες οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐπιτροπὴν, μετὰ πολλῆς ἐπιμονῆς καὶ προσοχῆς προβαίνουσιν εἰς τὸ ἔργον αὑτῶν. Ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἐκφράζων ἰδίαν εὐχὴν,—νομίζω δὲ, καὶ εὐχὴν πολλῶν συναδέλφων,—νὰ μὴ ἐξακολουθήσωμεν συζήτησιν, ἥτις δὲν θὰ ὠφελήσῃ ἐκείνους, ὑπὲρ ὧν ἀγωνιζόμεθα.
§51ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ δήλωσις, εἰς ἣν προέβη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατόπιν τῆς ἐρωτήσεώς μου, νομίζω ὅτι ἦτο ἀναγκαία.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πληροφορία, ἣν ἐζήτησεν ὁ κ. ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὴς, ἦτο ἀναγκαία, διότι ἔδει νὰ μάθωσιν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ, ὅτι κατὰ τὴν ἐφετεινὴν συγκομιδὴν δὲν θέλει ἐφαρμοσθῆ ἡ σύμβασις.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σιγάλας ἔχει τὸν λόγον.
§54Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Κατὰ τὸ 1898 ἐγένετο πλειοδοτικὴ δημοπρασία περὶ ἐνοικιάσεως τῶν θαλασσίων λουτρῶν ἐν Τήνῳ. Ἡ ἐνοικίασις αὕτη, συντελεσθεῖσα διὰ συμβολαίου, διελύθη κατόπιν, σκανδαλωδῶς, δύναμαι νὰ εἴπω, κατὰ τὰς πληροφορίας ἃς ἔχω, ἔτι δὲ σκανδαλωδέστερον ἤδη πρόκειται νὰ διαρρηχθῇ καὶ ἡ νέα συμφωνία περὶ ἐνοικιάσεως. Ἵνα μὴ ὑποπέσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς νέον σφάλμα, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελον τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ αἰγιαλοῦ πρὸς χρῆσιν θαλασσίων λουτρῶν, μετὰ τῆς σχετικῆς διακηρύξεως, τῶν συμβολαίων καὶ τῶν λοιπῶν διαμειφθέντων ἐγγράφων πρὸς διάλυσιν τῆς παλαιᾶς ἐνοικιάσεως, ὡς καὶ πρὸς διάλυσιν τῆς νέας ἐνοικιάσεως.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ ζητούμενα ἔγγραφα θέλω καταθέσει· ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ μοὶ εἴπῃ, εἰς ποῖον προγενέστερον σφάλμα περιέπεσα κατὰ τὴν δημοπρασίαν ταύτην.
§56Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ἔλαβον χώραν ἐκτροπά τινα, ἤθελον νὰ εἴπω, ἅτινα ἤδη θὰ γείνωσιν ἐκτροπώτερα. Ἐπειδὴ ἔχω τὸν λόγον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ ἀσφάλεια τοῦ λιμένος Πειραιῶς. Πλεῖστοι ναυτικοὶ προσῆλθον πρός με καὶ διεξετραγώδησαν τὴν κατάστασιν τοῦ λιμένος αὐτοῦ. Ἡ περιουσία τῶν ναυτικῶν ἐν τοῖς πλοίοις καὶ ἡ παραμονὴ αὐτῶν ἐν αὐτοῖς ἀποβαίνει προβληματική. Πλεῖσται νυκτοκλοπαὶ λαμβάνουσι χώραν εἰς τὴν παραλίαν τοῦ Πειραιῶς, διότι οὐδεὶς ἀγρυπνεῖ εἰ μόνον οἱ λωποδύται. Καθ’ ἑκάστην κλέπτονται ἀσυστόλως ἱστία, σχοινία, χρήματα καὶ ἄλλα πράγματα. Πρὸ ἡμερῶν ἐκλάπη τὸ χρηματοφυλάκιον συμπολίτου μου, ἐκινδύνευσε δὲ καὶ οὗτος νὰ δολοφονηθῇ ἐν αὐτῷ τῷ κοιτῶνί του, διότι ὁ κλέπτης εἰσῆλθε λάθρα, κρατῶν μάχαιραν εἰς τὴν χεῖρα, ὅπως ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ συμπολίτου μου, ἐὰν οὗτος ἤθελεν ἀμυνθῆ. Ἀλλὰ καὶ ἑτέρου πλοιάρχου ἐκλάπη τὸ χρηματοφυλάκιον. Κλέπτονται λοιπὸν ἀσυστόλως πλεῖστα εἴδη καὶ λέμβοι ἔτι, καὶ πωλοῦνται εἰς τὰ διὰ τὸ ἐξωτερικὸν ἀναχωροῦντα ξένα πλοῖα! Εὐτυχῶς ὁ κ. λιμενάρχης Πειραιῶς εἶναι ζηλωτὴς τοῦ καθήκοντος, δραστήριος καὶ ἱκανώτατος, ἀλλὰ δὲν παρέχονται αὐτῷ τὰ μέσα, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν, διότι καὶ ὁ ἀκταιωρὸς ἐν Πειραιεῖ στερεῖται ἐπαρκῶν ἀνδρῶν. Ἐὰν μία ἢ δύο ἀτμάκατοι ἢ καὶ λέμβοι τοῦ ἀκταιωροῦ περιεπόλουν ἐν τῷ λιμένι τοῦ Πειραιῶς τὴν νύκτα, θὰ ἐξησφάλιζον τὴν περιουσίαν τῶν βαρέως φορολογουμένων ναυτικῶν. Ἡ ἔλλειψις δὲ πάσης ἐπιτηρήσεως συνετέλεσεν ὥστε νὰ μὴ προληφθῇ οὐδὲ ν’ ἀνακαλυφθῇ ἀμέσως ὁ διαπράξας τὸ φοβερὸν κακούργημα ἐν τῷ γερμανικῷ πλοίῳ, δι’ ὃ ἐπὶ χρόνον τινά, μέχρι τῆς ἀνακαλύψεως τοῦ δράστου, διεσύρετο τὸ ὄνομα τῆς Ἑλλάδος. Εἰς ἄλλα Κράτη ἀπὸ ὡρισμένης ὥρας δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθωσιν οἱ ἐν τοῖς πλοίοις εὑρισκόμενοι. Παρακαλῶ ἐν τούτοις τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια παράπονα τῶν ναυτικῶν, στερουμένων πάσης ἀσφαλείας, ἣν δικαιοῦνται ν’ ἀπαιτήσωσι, μετὰ τόσους μάλιστα βαρεῖς φόρους, εἰς οὓς ὑποβάλλονται. Δὲν ἔχει ἢ νὰ αὐξήσῃ τὸ προσωπικὸν τοῦ ἀκταιωροῦ, καὶ νὰ ὁρίσῃ μίαν ἢ δύο ἀτμακάτους, ἢ καὶ λέμβους, ἵνα περιέρχωνται τὸν λιμένα κατὰ τὰς νυκτερινὰς ὥρας.
§57Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὰς ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐκθέτωμεν ἐπὶ τὸ ὑπερβολικώτερον. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω εὐθύνην τινὰ εἰς οἱονδήποτε διὰ τὸ γεγονός, ὅπερ ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέμνησε, τοῦ κακουργήματος ἐπὶ τῆς «Λορελάϋ» ὑπὸ ναύτου Γερμανοῦ. Οὐδεμία ἐξουσία ἀστυνομικὴ ἦτο δυνατὸν νὰ προλάβῃ τοῦτο. Τοιαῦτα δὲ δὲν συμβαίνουσι μόνον παρ’ ἡμῖν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ λιμενικὴ ἀρχὴ Πειραιῶς καὶ αἱ τῶν λοιπῶν λιμένων τοῦ Κράτους δὲν ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην ἐξουσίαν πρὸς ἐξάσκησιν ἀστυνομικῶν καθηκόντων καὶ πρόληψιν ἐγκλημάτων ἐν τοῖς λιμέσιν. Ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἔχει τὴν ἔλλειψιν ταύτην, πρὸς πλήρωσιν δ’ αὐτῆς ὑπεβάλομεν νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τὸν σκοπὸν ἀνέπτυξα προφορικῶς, ὅπως δώσωμεν εἰς τὰς λιμενικὰς ἀρχὰς ἐξουσίαν ἀστυνομικήν, δι’ ἧς νὰ προλαμβάνωσι τὰ συνήθως γινόμενα πλημμελήματα καὶ σπανίως κακουργήματα. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, θέλει ψηφίσει καὶ τοῦτο, τὸ ἀφορῶν τὰς λιμενικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι σήμερον, μὴ ἔχουσαι ἀρκοῦσαν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, δὲν δύνανται οὔτε νὰ συλλάβωσιν οὔτε νὰ παρεμποδίσωσί τινα. Θὰ ἦτο ὠφελιμώτερον, ἂν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων του, ἤθελε μᾶς βοηθήσει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§58Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Κακίστη εἶναι ἡ σκέψις, ὅταν τις ἀναφέρῃ καὶ καταγγέλλῃ ἀτακτήματα καὶ κακουργήματα, νὰ θεωρῆται, ὅτι προσβάλλει τὰς καθεστηκυίας ἐξουσίας· ἐγὼ τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι τὰ ἐγκλήματα πρέπει νὰ στιγματίζωνται, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ὑψοῦται φωνὴ κατ’ αὐτῶν, ὅπως γίνωνται γνωστὰ εἰς εὐρύτερον κύκλον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω, ὅτι ἡ δημοσία τάξις ἐκλονίσθη, καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ ἐμπεδώσῃ τὴν τάξιν. Τὸ ἔγκλημα τῆς «Λορελάϋ» ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ δημοσία τάξις διεσαλεύθη, διότι ἄλλως ἤθελε προληφθῆ τοῦτο, καὶ ὁ δράστης ἤθελε συλληφθῆ ἀμέσως, ἐὰν ὑπῆρχεν ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις ἐν τῷ λιμένι. Δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὴς ἡ καθεστηκυῖα νομοθεσία. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶχε παρὰ νὰ διατάξῃ μίαν ἢ δύο ἀτμακάτους, ἵνα ἐκτελῶσι περιπολίαν ἐν τῷ λιμένι καὶ μόνη δὲ ἡ παρουσία αὐτῶν θὰ ἤρκει νὰ ἀποτρέψῃ πάντα, ὅστις ἤθελεν ἐπιχειρήσῃ νὰ διαπράξῃ ἔγκλημα.
§59Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὡς πρὸς τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἱκανὰ ἀπήντησεν ὁ ἐμὸς συνάδελφος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλ’ ἐκφράζω τὴν θλῖψίν μου, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τήνου συνάδελφος μετέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα ὁ ξένος τύπος ἔγραψε περὶ τοῦ γενομένου ἐγκλήματος ἐν τῷ γερμανικῷ πλοίῳ· ἀλλὰ καὶ ὁ τύπος οὗτος, ὅτε ἔμαθεν, ὅτι τὸ ἔγκλημα ἐξετελέσθη ὑπὸ φύλακος τοῦ πλοίου, μετέβαλε γλῶσσαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη ἐθεωρήθη ἀξιέπαινος παρὰ πάντων, διότι ἠδυνήθη νὰ συλλάβῃ τὸν ἔνοχον καὶ ἐξακριβώσῃ τὸ ἔγκλημα, καὶ φιμώσῃ τὰ στόματα τῶν ἐχθρῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον.
§60Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ὁ κ. Σιγάλας δὲν ἐπετέθη κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ ἀσφάλεια τοῦ λιμένος Πειραιῶς εὑρίσκεται εἰς οἰκτρὸν σημεῖον, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ πράξῃ τίποτε! Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ἀντὶ νὰ ἀναμείνῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, δύναται νὰ διατάξῃ τὸν λιμενάρχην νὰ ἐνασκῇ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, δύναται νὰ διατάξῃ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὸν λιμενάρχην ἀτμακάτους, ἵνα περιπολῶσι τὸν λιμένα.
§61Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ἐὰν ἐκακίσθη ἡ Ἑλλὰς, διότι ὑπετέθη πρὸς στιγμήν, ὅτι Ἕλλην ἦτο ὁ ἐγκληματήσας εἰς τὸ γερμανικὸν πλοῖον, κατόπιν ἀπεδείχθη ἡ ἀλήθεια· διότι εἰς τοιοῦτον βαθμὸν κακουργήματος οἱ Ἕλληνες δὲν φθάνουν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ εὐθύνη βαρύνει τὰς καθεστηκυίας ἐξουσίας, διότι δὲν προέλαβον τὸ ἔγκλημα, καὶ διότι ἀφῆκαν πολὺς χρόνος νὰ παρέλθῃ, μέχρις ὅτου ἀνακαλύψωσι τὸν δράστην.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
§63Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Προκειμένου ἀπόψε ἢ αὔριον νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, διότι τῆς ἐκθέσεως ταύτης θὰ λάβωμεν ἀνάγκην, ὅπως ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§64ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως). Θέλω καταθέσει τὴν ἔκθεσιν ταύτην.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σμολένσκης ἔχει τὸν λόγον.
§66Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπερωτηθεὶς χθὲς, ἂν σκοπεῖ ἐφέτος νὰ εἰσαγάγῃ μαθητὰς εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων, εἶπεν, ὅτι δὲν προτίθεται νὰ πράξῃ τοῦτο, λόγῳ οἰκονομίας. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ μάθω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, τί προτίθεται νὰ κάμῃ διὰ τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν· διότι ἔχω σκοπὸν νὰ τῷ συστήσω τι.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ προσωρινῶς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ προκάτοχός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου κ. Λιμπρίτης ἐφρόνει, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον, πρὸς μείωσιν τῆς ὑπαρχούσης ἀνωμαλίας ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς πράγμασι, νὰ μὴ εἰσαχθῶσιν ἐφέτος μαθηταὶ οὔτε εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων οὔτε εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἡ ἀνωμαλία, τῆς ὁποίας ἐμνήσθην, εἶναι ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν ὑπεραρίθμων ἀνθυπολοχαγῶν καὶ ὑπολοχαγῶν εἰς τὰ τεχνικὰ Σώματα, τὸ μηχανικὸν καὶ τὸ πυροβολικὸν, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Σῶμα τοῦ πεζικοῦ. Ὁ κύριος Λυμπρίτης ἐφρόνει, ὅτι ἔπρεπε νὰ στειρεύσῃ ἡ πηγὴ, ἐκ τῆς ὁποίας λαμβάνομεν τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ μειώσωμεν ἢ ἄρωμεν ἐντελῶς τὸ ὑπεράριθμον τῶν ὑπαξιωματικῶν, διότι τὸ ὑπεράριθμον τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐπάγει τὴν δυσάρεστον συνέπειαν, ὅτι οἱ κατωτέρου βαθμοῦ ἀξιωματικοὶ ἀναγκάζονται νὰ μένωσι 14 καὶ 15 καὶ 16 ἔτη ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, οὐδὲ ἀποβαίνει δυνατὸν νὰ προαχθῶσιν, ἀφοῦ πρὸ αὐτῶν καὶ μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχει ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν ὑπερβαίνων τὸν ὑπὸ τῶν ὀργανισμῶν προσδιοριζόμενον ἀριθμόν. Τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κυρίου Λυμπρίτου συνεζήτησα καὶ ἀπεδέχθην, ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, θέλω ἐφαρμόσει αὐτήν.
§68Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰ τεχνικὰ ὅπλα, πράγματι ὑπάρχουσιν ὑπεράριθμοι ἀξιωματικοί· καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ πεζικὸν, φρονῶ ὅτι δὲν ὑπάρχουσι, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων μέχρι τοῦδε οἱ μαθηταὶ ἐξήρχοντο ὄχι εἰς τὰ τεχνικὰ ὅπλα, ἀλλ’ εἰς τὸ πεζικόν. Θὰ συστήσω λοιπὸν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν τὸ ἑξῆς. Οἱ μαθηταὶ, οἱ μέλλοντες νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων, δὲν ἔχουσιν ἀσχοληθῆ εἰς ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον νὰ τοὺς ζημιοῖ, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελον εἰσέλθει εἰς τὴν Σχολὴν ταύτην, διότι εἶναι μαθηταὶ τῶν Γυμνασίων καὶ μαθηταὶ ἄλλων σχολείων, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἔχουν ὑπ’ ὄψει, ὅτι δὲν εἶναι ἐφικτὴ ἡ εἰσαγωγή των εἰς τὴν Σχολὴν ταύτην, τότε θὰ προσπαθήσωσι νὰ γείνωσιν ἄξιοι ἄλλων ἐπαγγελμάτων. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ μαθηταὶ τῆς Σχολῆς ταύτης λαμβάνονται ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Οὗτοι, κατὰ τὴν ὑποχρεωτικὴν στρατολογίαν, εἰσέρχονται εἰς τὸν στρατὸν, ἵνα ὑπηρετήσωσιν εἴτε ὑποχρεωτικῶς εἴτε ὡς ἐθελονταὶ, συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους· ἀλλ’ ἄλλοι μὲν κατατάσσονται εἰς τὸν στρατὸν, ἵνα ὑπηρετήσωσι τὰ δύο ἔτη, καὶ κατόπιν νὰ ἀπέλθωσιν, ἄλλοι δὲ μένουσι, διὰ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ νὰ ἐξέλθωσιν ὡς ἀξιωματικοὶ εἴτε εἰς τὸ πεζικὸν εἴτε εἰς τὸ οἰκονομικόν, ἢ καὶ εἰς τὸ ἱππικόν. Ἡ δευτέρα λοιπὸν αὕτη κατηγορία ὑφίσταται ἀληθὲς ἀδίκημα ἐκ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, διότι οἱ ἐξακολουθοῦντες νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸν στρατὸν, μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἀφοσιοῦνται πλέον εἰς τὸ στράτευμα, καὶ ἑπομένως αὐτοὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τραπῶσιν εἰς ἕτερα ἐπαγγέλματα· ὥστε ὑφίστανται πραγματικὴν ζημίαν, καὶ μάλιστα ἀδικοῦνται, ὡς προεῖπον, ἐκ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐπειδὴ τὴν σήμερον στρατὸς δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ ἐπιτελεῖον, στελέχη, ἐφεδρεῖαι καὶ καλὸς ὁπλισμός, καὶ ἐπειδὴ τὰ στελέχη ταῦτα δέον ν’ ἀνανεῶνται βαθμηδὸν, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν πρέπει ν’ ἀπελπίσῃ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς αὐτοὺς, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ νὰ εἰσαγάγῃ μαθητὰς τουλάχιστον εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἵνα μὴ ἀδικήσῃ ὑπαξιωματικούς, οἵτινες ἀφωσιώθησαν εἰς τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα. Αὐτὴν τὴν σύστασιν εἶχον νὰ κάμω.
§69Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, —εἰς ἣν δὲν γνωρίζω ἂν θὰ ἐπιμείνῃ, καὶ μὲ τὴν ὁποίαν δὲν συμφωνῶ, δι’ οὓς λόγους προανέφερεν ὁ σεβαστός μοι στρατηγός, —νομίζω, ὅτι ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ὀφείλει ν’ ἀπαγορεύσῃ νομοθετικῶς τὴν κατάταξιν ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ ὡς ἀξιωματικῶν τῶν ἐκ τῶν ξένων Σχολῶν ἀποφοιτώντων. Διότι τῇ ἀληθείᾳ θὰ ἦτο ἀδίκημα, ν’ ἀποκλείωνται μὲν οἱ ἐδῶ ὑπαξιωματικοί, ν’ ἀφίνωνται δ’ ἀνοικταὶ αἱ πύλαι εἰς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐκπαιδευομένους.
§70Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διαθέσεως 3,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Ὑσιῶν τῆς ἐπαρχίας Ἄργους πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ ἐν λόγῳ δήμου».
§72Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κινδυνεύει νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον, ὅτι πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ πρότασις νόμου περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἐν τῷ δήμῳ Ὑσιῶν τῆς ἐπαρχίας Ἄργους. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον συνδέεται τοῦτο πρὸς τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ βεβαίως συνδέεται πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκλογήν· ἑπομένως ὑποθέτω, ὅτι εἶναι πολὺ ἐπεῖγον νὰ ψηφισθῇ. Εἶναι ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ψηφίσῃ.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τῶν κυρίων Γ. Καρπετοπούλου καὶ Γ. Πολυγένους, δι’ ἧς τὸ διαθετέον ὑπὲρ τοῦ ὑδραγωγείου ποσὸν αὐξάνεται ἀπὸ δραχμῶν 3,000 εἰς 5,000. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον, ὡς τροποποιεῖται, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς τρίτην συζήτησιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 33,261 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902».
§74Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην διὰ τῶν προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως πολλαὶ ἔχουσι ζητηθῆ πιστώσεις, πολλὰ ἔχουσαι τὰ πρωτοφανῆ. Μεταξὺ αὐτῶν ἔχομεν καὶ τὴν πρότασιν τὴν διατυπουμένην εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ δημιουργίας νέου εἴδους πιστώσεως. Ἐγινώσκομεν μέχρι τοῦδε, ὅτι λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν εἷς νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ πιστώσεις διαιροῦνται εἰς τέσσαρας κατηγορίας. Πιστώσεις κανονικαὶ εἶναι αἱ πιστώσεις αἱ χορηγούμεναι διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου, ἤτοι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· πιστώσεις ἀναπληρωτικαὶ ἢ ἀναπληρωματικαὶ εἶναι αἱ πιστώσεις αἱ χορηγούμεναι ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἢ ὅπως ἄλλως ὁ νόμος ὁρίζει, ὅταν αἱ ψηφισθεῖσαι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πιστώσεις ἀποδειχθῶσι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἀνεπαρκεῖς· πιστώσεις ἔκτακτοι εἶναι αἱ πιστώσεις αἱ χορηγούμεναι ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἢ ὅπως ἄλλως ὁ νόμος ὁρίζει, ὅταν πρόκειται περὶ δαπανῶν ἢ ὑπηρεσιῶν ἢ ἀναγκῶν, περὶ ὧν οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια ἐν τῷ ψηφισθέντι Προϋπολογισμῷ. Ὑπάρχει καὶ τετάρτη κατηγορία πιστώσεων, τῶν λεγομένων συμπληρωματικῶν, τῶν ὁποίων σπανιώτατα γίνεται χρῆσις, καὶ αἱ ὁποῖαι συνήθως χρησιμεύουσιν, ὅταν κατὰ τὴν σύνταξιν ἢ ἔγκρισιν τοῦ ἀπολογισμοῦ συμβαίνῃ ν’ ἀποδειχθῶσιν αἱ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις ἀνεπαρκεῖς· ὑπάρχουσι δὲ καὶ πιστώσεις ἄλλαι, τῶν ὁποίων γίνεται ἡ ἔγκρισις διὰ τοῦ νόμου τοῦ ἐγκρίνοντος τοὺς ἀπολογισμούς. Ἐνῷ λοιπὸν ταῦτα γινώσκομεν, βλέπομεν διάφορα νομοσχέδια περὶ χορηγίας πιστώσεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καί τινα ἀναφερόμενα εἰς ἕτερον χαρακτῆρα πιστώσεων, πιστώσεων εἰδικῶν. Ποῦ στηρίζεται ἡ δημιουργία τοιούτου εἴδους πιστώσεων; Ὅτε ἐγὼ δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρευρίσκωμαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἕνεκα ἀσθενείας, ἤκουσα ὅτι ἐγένετο ἐκτενὴς συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ὑπολαμβάνων δὲ τὸ θέμα τοῦτο ἄξιον μείζονος συζητήσεως, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Διότι, ἂν παραδεχθῶμεν ἀσυζητητὶ τὴν δημιουργίαν νέου εἴδους πιστώσεων, εἶναι πιθανὸν νὰ ἐκληφθῶμεν ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται περὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ λογιστικά, ὡς μὴ ἐννοοῦντες οὐδὲ τοὺς στοιχειώδεις λογιστικοὺς κανόνας· ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον εἶναι, ὅτι καταδικάζομεν εἰς ἀχρηστίαν αὐτὸν τὸν ὑφεστῶτα νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει πρόθεσις νὰ παρουσιασθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903 ὡς ὀλιγώτερα φέρων βάρη καὶ ἑπομένως ὡς παρουσιάζων μέγιστον πλεόνασμα, πρὸς ἔκπληξιν πάντων τῶν μὴ ἐννοούντων, πῶς τὸ πλεόνασμα τοῦτο ἐδημιουργήθη. Δὲν φρονῶ, ὅτι τοιοῦτος ὑπάρχει σκοπός, ὅπως ὁ ἀτυχὴς Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰσέτι ἐν ἐνεργείᾳ, ἐπιβαρυνθῇ μὲ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτόν. Εἶναι λυπηρόν, διότι ἐκ τῶν τάξεων τῆς Βουλῆς ἀπουσιάζει ὁ ἀξιότιμος προκάτοχος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Νέγρης, ὅστις βεβαίως ἤθελεν ἐντόνως διαμαρτυρηθῆ, διότι εἰς τὴν ῥάχιν αὐτοῦ, ὡς ὑπέχοντος εὐθύνην τινὰ διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, πίπτουσι πιστώσεις, αἵτινες πρέπει, καὶ κατὰ νόμον καὶ κατὰ λογικήν, νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ μία τις πρόφασις, ὅπως τοιοῦτος πρωτοφανὴς χαρακτηρισμὸς πιστώσεων δημιουργηθῇ, καὶ ἀνευρέθη μεταξὺ τῶν νόμων παλαιὸς νόμος, ψηφισθεὶς τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀειμνήστου Σωτηροπούλου, νόμος εἰς πᾶν ἄλλο σκοπῶν ἢ εἰς τὴν δημιουργίαν τοιούτου εἴδους πιστώσεων. Ἀπόδειξις, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 τοιοῦτόν τι δὲν προβλέπει, εἶναι, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον διέρρευσαν ἔτη 32, οὐδεὶς δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο, εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον στηριζόμενος, νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δημιουργίαν εἰδικῶν πιστώσεων, ἵνα τὰς πιστώσεις ἐκ τῆς χρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρύνωσι, μεταθέσῃ εἰς ἄλλην χρῆσιν. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τετράκις ἢ ἑξάκις διῆλθεν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμούς, καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πιστώσεις ἀναπληρωματικάς, καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πιστώσεις ἀφορώσας εἰς δαπάνας διαγεγραμμένων χρήσεων· οὐδέποτε ὅμως ἐπεκαλέσθη τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἵνα δημιουργήσῃ, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, νέον εἶδος πιστώσεων, εἰδικῶν καλουμένων. Λυπηρὸν εἶναι, ὅτι τὸ ἐπινόημα δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς προερχόμενον — ἐννοῶ κατ’ οὐσίαν — ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Εἶναι ἐπινόημα τοῦ διευθύνοντος τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Δὲν προτίθεμαι νὰ ἀποδώσω μομφήν τινα εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ὅτε διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τελευταίως, εἶχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἔχω Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου αὐτὸν τοῦτον, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι πρὸς ἐμὲ, οὐδένα εἶχε λόγον ἀφοσιώσεως ἐκτάκτου, διότι ἐγὼ δὲν εἶχον διορίσει τοῦτον Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀλλ’ οὐχ ἧττον τὸν διετήρησα, διότι ἔγνων ἐν αὐτῷ ὑπάλληλον ἀφωσιωμένον εἰς τὸ καθῆκόν του, φιλόπονον καὶ ἐκτελοῦντα τὰς διαταγάς μου μετὰ πολλῆς προθυμίας. Βεβαίως ὑπάρχει μία τις διαφορὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ νῦν Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος τὸ πρῶτον εἶχε διορίσει αὐτὸν, καὶ νῦν πάλιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτῇ μετεκαλέσατο αὐτόν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς πιστώσεως ἀναγομένης εἰς κεκλεισμένας χρήσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τῆς ὁποίας τὸ ποσὸν δὲν ἦτο εὐκαταφρόνητον, διότι ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς 1,645,000. Ἐπρόκειτο περὶ πιστώσεως, ἧς ὁ ἐμὸς συνάδελφος τότε ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τὸ τέλος τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐποιήσατο μνείαν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ ἡ ὁποία ὁμολογῶ, ὅτι ὑπῆρξε δι’ ἐμὲ ἔκπληξις, διότι τοιαύτη πίστωσις, μετὰ τοσοῦτον χρόνον παρουσιαζομένη, ἐπιβαρύνουσα τὸν Προϋπολογισμὸν, περὶ τοῦ ὁποίου πολλὴ ἐγένετο σκέψις καὶ πρόνοια, ἦτο ἑπόμενον νὰ συνταράξῃ τὸ ἰσοζύγιον, εἰς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ὁποίου εἰργαζόμην μετὰ τοσούτου ζήλου. Διετέλουν λοιπὸν εἰς εἶδός τι στενοχωρίας, ὅτε μοὶ προεβλήθη, ὅτι ἠδυνάμην νὰ τὴν ῥίψω εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1898, ἐπικαλούμενος τὸν νόμον τοῦ 1871. Ἀσυζητητὶ τὴν πρότασιν ταύτην ἀπέρριψα, διότι ἐγίνωσκον τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁ νόμος τοῦ 1871· τὸ ἐγίνωσκον, διότι συνεδεόμην διὰ προσωπικῆς σχέσεως μετὰ τοῦ ἀειμνήστου Σωτηροπούλου, καὶ ἐγίνωσκον, ὅτι εὑρίσκετο εἰς στενοχωρίαν τινὰ, διότι ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὅπως μεταβάλῃ αὐτὸ εἰς νόμον. Εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τὴν πρὸ τοῦ 1871, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους—δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι σήμερον ἀνθοῦσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους—ἦσαν ἔτι μᾶλλον δυσχερῆ καὶ στενόχωρα, καὶ ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ δαπανῶν ἀναγομένων εἰς χρήσεις κεκλεισμένας, αἱ δυσκολίαι καὶ αἱ βραδύτητες περὶ τὴν πληρωμὴν ἦσαν μείζονες ἢ νῦν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἵνα ψηφισθῶσι δαπάναι ἀναγόμεναι εἰς κεκλεισμένας χρήσεις, ἔπρεπε πολλαὶ νὰ καταβληθῶσι προσπάθειαι, ὅπως ἀναγραφῶσιν αἱ πιστώσεις αὗται εἰς τὸν Προϋπολογισμόν· ὁσάκις δὲ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα δὲν εἶχον ἐγγραφῆ, μετὰ δυσκολίας ἤθελεν ἐγκριθῆ ἡ δήλωσις περὶ προσθήκης ἄλλων· διότι ἐχρειάζετο νὰ γείνῃ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ἢ νὰ γείνῃ εἰδικὸν νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως. Διάφοροι λοιπὸν δικαιοῦχοι κατέφευγον, ἕνεκα ἐλλείψεως ἢ ὑπερβάσεως τῶν πιστώσεων τῶν ψηφισθεισῶν, εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ ἐλάμβανον μίαν δικαστικὴν ἀπόφασιν, δυνάμει τῆς ὁποίας προσήρχοντο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἔλεγον εἰς αὐτόν: «Ἐγὼ ἔχω νὰ λάβω δι’ ἀποφάσεως δικαστικῆς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπεδικάσθη, ἑπομένως ὀφείλετε νὰ μὲ πληρώσητε ἐκ τοῦ κεφαλαίου πιστώσεων, τὸ ὁποῖον φέρει τὸν τίτλον «δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις». Καὶ προέβαλλον τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο μετὰ πολλῶν καὶ βασίμων λόγων, διότι ἔλεγον: «τίνα ἄλλον σκοπὸν ἔχει ἡ πίστωσις δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις, ἢ τὴν πληρωμὴν πάντων ἐκείνων τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων ἐπιδικάζονται ὑπὲρ ἰδιωτῶν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου;» Οἱ δυστυχεῖς Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἦσαν ἠναγκασμένοι νὰ ζητῶσιν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, καὶ ἐπὶ τῆς πιστώσεως αὐτῆς νὰ ἀναγράφωσι μεγάλα ποσὰ, ἢ νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἀρνῶνται, καὶ νὰ προκαλῶσι τὰ παράπονα καὶ τὴν ἐχθρότητα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσιν. Ὁ ἀείμνηστος Σωτηρόπουλος δύο πράγματα ᾐσθάνετο πιέζοντα αὐτὸν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· τὸ μὲν, ὅτι μετεβάλλετο, οὕτως εἰπεῖν, ὁ προορισμὸς τῶν πιστώσεων, τὸ δὲ, ὅτι τὰ εἰσαγόμενα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἴδη πρὸς χρῆσιν ὑπηρεσιῶν δημοσίων δὲν ὑπεβάλλοντο εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος, οὕτω δὲ μετεβάλλετο ὁ προορισμὸς τῶν πιστώσεων καὶ ηὐξάνοντο αἱ πιστώσεις ἐν ἀγνοίᾳ τῶν Βουλῶν. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, καὶ ἄλλος Ὑπουργὸς εἶχε τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὴν εἰς τοὺς συναδέλφους του. Ὁ μακαρίτης Σωτηρόπουλος ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο δι’ ἑνὸς νόμου νὰ ἐπιτύχῃ τὴν θεραπείαν· ἔφερε λοιπὸν νόμον, ὅστις ἐψηφίσθη, καὶ ὅστις εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ, ἐν πληρεστάτῃ ἐνεργείᾳ· διότι, ὅταν εἰς ἐμὲ καὶ πάντα Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν παρουσιάζηται ἀπόφασις δικαστική, ἐπιδικάζουσα εἴς τινα ἰδιώτην ποσόν τι ἀνῆκον εἰς αὐτὸν ἐκ μισθοδοσιῶν, εἰς κεκλεισμένας χρήσεις ἀναγομένων, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν πληρώνουσιν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλὰ λαμβάνουσι σημείωσιν, καὶ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν προσεχῆ ἀναγράφεται μεταξὺ τῶν ὀφειλομένων, τῶν πληρωτέων ἐκ τοῦ κεφαλαίου «ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων». Αὐτὴ ἡ τακτικὴ ἀκολουθεῖται μέχρι σήμερον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ὑπάρχουσί τινες φράσεις ἀσαφεῖς· ἀλλ’ ὅταν τις μελετήσῃ καλῶς τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὅταν σχετίσῃ αὐτὸν πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὰς διατάξεις τὰς σχετικὰς τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, οὐχὶ τὴν ἔκθεσιν τὴν εἰσηγητικήν, διότι τοιαύτην τότε δὲν ἐσυνήθιζον οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ὑποβάλλωσι μετὰ τῶν νομοσχεδίων.
§75ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔχει ἔκθεσιν.
§76Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὴν εὗρον· ἀλλ’ ἀπὸ τὰς παρατηρήσεις καὶ σκέψεις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἐκείνου. Δὲν εὗρον τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν προχείρως, διότι δυστυχῶς δὲν εἶχον τὸν ἀπαιτούμενον ὑλικὸν χρόνον, ἵνα ἀσχοληθῶ εἰς τοῦτο.
§77ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀποδεικνύει ὅ,τι ὑπεστηρίξατε ἕως τώρα.
§78Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἀλλ’ εὗρον ἐκ συμπτώσεως τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τῆς συνεδριάσεως τῆς 12 Νοεμβρίου 1871, κατὰ τὴν ὁποίαν συνεζητεῖτο τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοθέτημα· καὶ εἶναι ἐν σελίδι 694–695 τοῦ τεύχους τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Προεκλήθη τότε ὁ εἰσαγαγὼν αὐτὸ Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, τίνα σκοπὸν ἔχει τὸ νομοθέτημα. Αἱ δοθεῖσαι ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις κυροῦσιν ὅσα προηγουμένως ἐξέθηκα. Οὐδεμίαν δέ, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην καταλείπουσιν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 πᾶν ἄλλο ἐσκόπει ἢ τὴν δημιουργίαν νέου εἴδους πιστώσεων, οἷαι αἱ προτεινόμεναι νῦν. Δὲν νομίζω νὰ ἀπέμεινεν εἴς τινα ἐξ ὑμῶν ἀμφιβολία, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 ἀποκλειστικῶς καὶ κυρίως ἐσκόπει εἰς τοῦτο. Ὅταν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως τελεσιδίκου ἐπιδικάζηται εἰς πολίτην τινὰ χρηματικόν τι ποσόν, ἀναγόμενον εἰς τὰς τοῦ δημοσίου Προϋπολογισμοῦ πιστώσεις, ἕνεκα ὑπερβάσεως ἢ ἐλλείψεως τοιούτων, δέον νὰ προκαλῆται εἰδικὴ πίστωσις, δηλαδὴ νὰ ἀναγράφηται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς τρεχούσης χρήσεως εἰς τὸ κεφάλαιον «ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων». Ἀπόδειξις δ’ ὅτι οὕτως ἔχει, εἶναι καὶ τοῦτο ἀκόμη, ὅτι δὲν μετέβαλε τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Τὸ ἄρθρον 67 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ μένει ἀκέραιον. Καὶ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦτο; (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 67. Πρὸς πληρωμὴν χρέους ἀποχρώντως ἀποδεδειγμένου κεκλεισμένης τινὸς χρήσεως, μὴ συμπεριλαμβανομένου δὲ εἰς τὰ πληρωτέα ὑπόλοιπα κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν αὐτῆς, ἀπαιτεῖται ἀναπληρωματικὴ ἐπὶ τῆς τρεχούσης χρήσεως πίστωσις, καταλογιζομένη εἰς τὸ κεφάλαιον κεκλεισμέναι χρήσεις». Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι πρόκειται εἰδικὴ πίστωσις νὰ ζητηθῇ, δὲν δύναται νὰ ζητηθῇ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1902, διότι τὸ ἄρθρον 67 ῥητῶς ἀπαιτεῖ, ἡ πίστωσις αὕτη νὰ ζητῆται ἐπὶ τῆς τρεχούσης χρήσεως, δηλαδὴ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1903. Οὔτε ὁ νόμος τοῦ 1871 εἶπεν, ὅτι πρέπει ἡ πίστωσις αὕτη νὰ ζητῆται ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ ἢ ἐπὶ χρήσεως προγενεστέρας· ἁπλῶς εἶπεν, ὅτι χρειάζεται εἰδικὴ πίστωσις, ἵνα μὴ ἐπιβαρύνηται τὸ κεφάλαιον τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἰς τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει εἰδικὴ νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ πίστωσις, πάλιν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τοιαύτην πίστωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902. Περὶ τίνος δὲ δαπάνης πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, δι’ οὗ ζητεῖται ἡ πίστωσις; Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εὗρεν, ὅτι ἡ πίστωσις ἡ χορηγηθεῖσα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 διὰ συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπῆρξεν ἀνεπαρκὴς, καὶ ὅτι ἓξ δῆμοι ἄποροι, δικαιούμενοι νὰ λάβωσι παρὰ τοῦ Δημοσίου, δὲν ἔλαβον, διότι ἐξηντλήθη ἡ πίστωσις. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, διότι συνέπεσε νὰ μελετήσω τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς ὀφειλομένας χρηματικὰς συνδρομὰς ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων, ὅτι δὲν εἶναι μόνον οἱ ἓξ αὐτοὶ δῆμοι, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, ὑπὲρ ὧν δὲν ἐλήφθη φροντὶς, ὅπως ἐκδοθῶσι Διατάγματα ἀναγνωρίζοντα τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Δημοσίου, ἐκ τοῦ λόγου δὲ τούτου δὲν ἐθεωρήθη ἐκκαθαρισμένη ἡ ἀπαίτησις τῶν δήμων ἐκείνων. Οἱ δῆμοι λοιπὸν, περὶ ὧν πρόκειται, Παλέων, Σαμαίων, Κλειτορίας, Λυρκείας, Ἀποδοτίας καὶ Θελπούσης, δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν ἀπὸ συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως δραχμὰς 33,261, δηλαδὴ καθ’ ὑπέρβασιν τῆς κεχορηγημένης πιστώσεως, διότι ἡ πίστωσις ἦτο, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, 800,000, καὶ ἐξηντλήθη. Τίποτε ἁπλούστερον ἢ νὰ ἀναγραφῶσι τὰ πρὸς τοὺς δήμους τούτους χρέη τοῦ Δημοσίου εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, καὶ νὰ πληρωθῶσιν, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι δικαιοῦχοι, τῶν ὁποίων αἱ ἀπαιτήσεις ἀνεγράφησαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903. Διατὶ νὰ καινοτομήσωμεν; Ὑπάρχει λόγος τις νὰ στρεβλώσωμεν μάλιστα ἕνα νόμον τοῦ 1871 τὸ πρῶτον νῦν μετὰ 32 ἔτη; Διατὶ; Διὰ νὰ ἐπιβαρύνωμεν μίαν χρῆσιν προγενεστέραν, ὅπως ἐλαφρώσωμεν ἑτέραν χρῆσιν μεταγενεστέραν, ὡσανεὶ τοῦτο εἶχε σημασίαν τινὰ ἐπὶ τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὁμολογῶ, ὅτι μᾶλλον ἔκπληξιν ἐκ τῆς τοιαύτης καινοτομίας ᾐσθάνθην, οὐχὶ δὲ καὶ λόγον τινὰ, ἐπηρεάζοντα τὰ δημόσια οἰκονομικὰ καὶ δυνάμενον νὰ ἐκτιμηθῇ ὑπὸ ἔννοιαν ἔστω καὶ ἐντυπώσεων διὰ τὴν καλὴν καὶ ἀνθηρὰν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, τὴν κατὰ τὸ 1903 παρουσιαζομένην. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ ἐκτιμήσῃ τὰς συνεπείας μιᾶς τοιαύτης καινοτομίας, λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εὐθὺς ὡς καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς τοιαύτης τοῦ νόμου τοῦ 1871 ἐφαρμογῆς πολλὰ θὰ προκύψωσι τὰ ἄτοπα ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν, ἐλπίζω, ὅτι θέλει συγκατατεθῆ, ἵνα ἡ πίστωσις λάβῃ ἄλλον χαρακτῆρα, παρὰ τὸν καινοφανῆ καὶ ἀστήρικτον χαρακτῆρα τῆς εἰδικῆς πιστώσεως. Τὸν τίτλον τοῦτον τῶν πιστώσεων ἔχουσι καὶ ἕτερα νομοσχέδια, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν ὑπερβαίνει, νομίζω, τὰ 2 ἑκατομμύρια.
§79ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. 2,600,000.
§80Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 2,500,000–2,600,000... Καὶ ἂν τὸν νόμον ἐκεῖνον ἐφαρμόσῃ, δὲν δύναται νὰ παραβιάσῃ τὸ ἄρθρον 67 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται καὶ κατὰ τύπους καὶ κατὰ λογικὴν νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1902, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν πιστώσεων τούτων, τῶν ἀνερχομένων εἰς 2,600,000, ἀναγκαίως πρέπει ν’ ἀφήσῃ εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903.
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς συνέπεσεν, ἕνεκα ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς του αἰτίων, διότι ἠσθένει, νὰ μὴ ἦναι παρὼν κατὰ τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν νῦν. Ἐὰν ἦτο παρών, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἵνα προσθέσῃ νεώτερα ἐπιχειρήματα εἰς ὅσα ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς καὶ ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος ἰσχυρίζονται, ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμος, ἐπιτρέπων τὸν καταλογισμὸν εἰς εἰδικὰς πιστώσεις τῶν ποσοτήτων, αἵτινες ἐδαπανήθησαν καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθ’ οὓς ὅρους ἐδαπανήθη ἡ πίστωσις τῶν 33,261. Καὶ ἐνῷ ἰσχυρίζοντο, ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμος, ὅτι τρία μόνον εἴδη πιστώσεων ὑπάρχουσιν, αἱ πιστώσεις αἱ ἀναπληρωματικαί, αἱ ἔκτακτοι καὶ αἱ τακτικαί, καὶ ὅτι εἰδικαὶ πιστώσεις δὲν ὑπάρχουσιν, ἐνεθυμήθησαν μετὰ ταῦτα, ὅτι ὑπῆρχε νόμος τοῦ 1871, ὁ ὁποῖος κατέταξε τέταρτον εἶδος πιστώσεων, τὰς πιστώσεις τὰς εἰδικάς. Ὥστε ὁ καταλογισμὸς ὡς εἰδικῆς πιστώσεως τοῦ ποσοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, δὲν ἀποτελεῖ παράβασιν νόμου, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἐκτέλεσιν νόμου. Ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς εἶπε τουλάχιστον, ὅτι ναὶ μὲν ὑπῆρχε νόμος, ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς περιέπεσεν εἰς ἀχρηστίαν, διότι δὲν ἐξετελέσθη! Ἐὰν ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος δὲν ἦναι κατὰ τοὺς νομικοὺς ὀρθός, ἦτο ὅμως ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔκρινε νὰ προβάλῃ ὁ εἰρημένος Βουλευτής. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς δὲν προέβαλε τοιοῦτον ἐπιχείρημα. Ἐνθυμεῖται οὗτος, ὅτι ὑπάρχει νόμος, ἀλλ’ ὅτι ὁ νόμος οὗτος πραγματεύεται περὶ ἄλλου τινός, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν πρόκειται σήμερον ἐν τῇ πιστώσει ταύτῃ. Ἔκρινε μάλιστα, ὅτι ἡ κατάταξις καὶ τοῦ εἴδους τούτου τῶν πιστώσεων, τῶν εἰδικῶν, φέρει μεγάλας ζημίας καὶ μεγάλας βλάβας. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 εἶναι τροποποίησις τοῦ νόμου τοῦ Λογιστικοῦ· διότι, ἐὰν ὁ νόμος ὁ Λογιστικὸς ἀνέγραψε τρία εἴδη πιστώσεων, ὁ νόμος τοῦ 1871 προσέθηκε καὶ τέταρτον εἶδος πιστώσεων· καὶ ἂν δ’ ὁ νόμος οὗτος ἦτο παράλογος, ὡς ἰσχυρίσθησαν οἱ εἰρημένοι κύριοι Βουλευταί, οὐδεὶς ὅμως ἀπὸ τοῦ 1871 μέχρι τοῦ 1903, ἤτοι ἐπὶ 32 ἔτη, ἐζήτησε τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, κατὰ δὲ τὰ 32 ταῦτα ἔτη ὑπῆρξαν Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀναγνωρίσει τὸ παράλογον τοῦ νόμου τούτου καὶ ἤθελον προτείνει τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, ἵνα μὴ μείνῃ ἀναγεγραμμένος ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τοῦ Κράτους. Καὶ ἄλλον προέβαλον ἰσχυρισμὸν οἱ εἰρημένοι Βουλευταί, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου τοῦ 1871 εἶναι διάταξις μὴ ἀναγκαία, περιττή, ματαία, ὅτι δ’ ἐγὼ εἶχον αὐτὸν τὸν μέγαν καὶ εὐγενῆ σκοπόν, τὸν ὁποῖον ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς μοὶ ἀπέδωκεν ὅτι εἶχον, νὰ ἐπιβαρύνω τὴν πίστωσιν τοῦ 1902, διὰ νὰ ἀπαλλάξω τὸ 1903, καθ’ ὃ τυγχάνω ἐν τῇ ἀρχῇ, τοῦ βάρους τοῦ ποσοῦ τῶν 33 χιλιάδων δραχμῶν! Ἀλλ’ ἂς κρίνῃ ἡ Βουλή, ποῖα ἀνάρμοστα ἐπιχειρήματα προβάλλει ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, ἀνάρμοστα, λέγω, εἰς τὴν ἐμβρίθειαν αὐτοῦ. Ὁ νόμος τοῦ 1871 εἶναι νόμος ἀναγκαῖος, περιέχει δὲ διατάξεις χρησιμωτάτας, καὶ ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ ἀναγράφωσιν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς δαπάνας καὶ ζητῶσι πιστώσεις παρὰ τῶν Βουλῶν, ὀφείλουσι νὰ φροντίζωσιν, ἵνα ζητῶσι τοσαῦτα ποσὰ, ὅσα εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα, διότι, ἐὰν ζητῶσι ποσὰ ὀλιγώτερα τῶν ἀναγκαίων, θέλουσιν εὑρεθῆ ταχέως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δαπανήσωσι περισσότερα ἀφ’ ὅσα ἀνέγραψαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ παρέχει μίαν προσφυγὴν, νὰ ζητήσωσιν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις· ἀλλ’ ἐὰν προέβαλλον εἰς τὴν Βουλὴν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, εἶχον καθῆκον νὰ παραστήσωσι, ποῦ καὶ πῶς ἐδαπάνησαν τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας εἶχον ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, πῶς δὲ καὶ διατὶ ἀνέγραψαν ποσὰ ὀλιγώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα αἱ ἀνάγκαι ἀπέδειξαν ὅτι ἀπῃτοῦντο, ἀνεπαρκῆ εἰς τὰς ἀνάγκας, περὶ τῆς θεραπείας τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο. Ἀλλὰ τὸ ἔργον ἦτο ὀλίγον δυσχερές. Ὑπῆρξε λοιπὸν τρόπος νὰ ἀποφύγωσι τὴν ἀνάγκην νὰ λογοδοτήσωσιν εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἀνέγραψαν ὀλιγώτερα τοῦ δέοντος, διότι ἀπέκρυψαν ποσὰ, ἵνα παραστήσωσιν οἰκονομίας, καὶ ὁ τρόπος ἦτο αὐτός, νὰ μὴ ζητήσωσιν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, νὰ κλείσῃ ἡ χρῆσις, νὰ ἀναγράψωσι δὲ εἰς ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τὰς ἀπαιτουμένας δαπάνας. Καὶ πάει λέγοντας! Λοιπὸν ὁ νόμος περὶ εἰδικῶν πιστώσεων εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος θεραπεύει τὸ ἄτοπον τοῦτο. Ποῖον δὲ κακὸν ἐπιγίγνεται, παρακαλῶ; ποία ἀνωμαλία οἰκονομικὴ ἐπέρχεται εἰς τὰ λογιστικὰ τοῦ Κράτους; ποῖα ἄτοπα ἀποτελέσματα συμβαίνουσι διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν καὶ τὴν κατάταξιν καὶ τετάρτου εἴδους πιστώσεως; Ἕκαστος, ὁ ὁποῖος θέλει διαχειρίζεσθαι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θέλει ἀναγκάζεσθαι νὰ σκέπτηται, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγράφῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τ’ ἀναλογοῦντα πρὸς τὰ πιθανῶς ἀπαιτούμενα, καὶ θέλει σκεφθῆ πρὶν ἢ ἀναγράψῃ ποσὰ ὀλιγώτερα, διότι θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι αἱ προβλέψεις του δὲν ἦσαν ἀληθεῖς· ὅταν δὲ προσέρχηται εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα δώσῃ λόγον, διατὶ δὲν ἐπήρκεσεν ἡ πίστωσις, δὲν θέλει εἶσθαι αὐτῷ δυνατὸν νὰ ῥίπτῃ εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦτο ἀναγκαῖον νὰ δαπανηθῶσι πέραν τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἐζήτησε, καὶ θέλει ἕκαστος ὑπέχει τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων πράξεων. Διὰ τοῦτο ἔκρινα, ὅτι προσῆκε νὰ εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ εἰδικῶν πιστώσεων, ὅταν πρόκηται νὰ ζητήσω πιστώσεις περὶ τοιούτων δαπανῶν.
§82Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε πρὸ ὀλίγου ὑπεστήριζον, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 εἰς πᾶν ἄλλο ἀφορᾷ ἢ εἰς τὴν δημιουργίαν ἰδίου εἴδους πιστώσεως, δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὴν ἔκθεσιν τὴν σχετικὴν τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ. Ἤδη ἐξ ὑποδείξεως ἀξιοτίμου συναδέλφου ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ κείμενον τῆς ἐκθέσεως τῆς εἰσηγητικῆς τοῦ νομοθετήματος. Ἡ ἔκθεσις ἡ εἰσηγητικὴ, ἣν δύνανται νὰ ἀναγνώσωσι πάντες οἱ Βουλευταὶ, κατακεχωρισμένη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, οὐδεμίαν καταλείπει ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπεδίωκεν ὁ νόμος τοῦ 1871, καὶ περὶ τῶν λόγων, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ μετεβλήθη εἰς νόμον. Πλὴν ὅμως τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως ἔρχονται πρὸς κύρωσιν τῶν λόγων μου αἱ ὑπὸ τοῦ εἰσηγησαμένου τὸν νόμον Ὑπουργοῦ δοθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, εὑρισκόμεναι ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς. Ἐκ πάντων τούτων συνάγεται, ὅτι ἀκριβῶς πρόκειται περὶ ἑνὸς καὶ μόνου θέματος, πῶς νὰ προληφθῇ ἡ κατάχρησις τῆς χορηγουμένης διὰ δικαστικὰς ἀποζημιώσεις πιστώσεως. Οὐδέποτε ἐνόησεν ὁ νομοθέτης, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέσον πρὸς δημιουργίαν εἰδικῆς πιστώσεως, καὶ μάλιστα πρὸς δημιουργίαν πιστώσεως οὐχὶ ἐπὶ τῆς τρεχούσης χρήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν προηγουμένων. Νομίζω δ’ ὅτι ἀποτελεῖ προφανῆ παράβασιν καὶ στρέβλωσιν τοῦ νόμου τοῦ 1871 τὸ γινόμενον σήμερον. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅτι ἡ ὑποβολὴ νομοσχεδίου περὶ δημιουργίας εἰδικῆς πιστώσεως σκοπεῖ καὶ ἕτερόν τι, νὰ καθιστᾷ τοὺς Ὑπουργοὺς προσεκτικωτέρους εἰς τὴν χρῆσιν τῶν πιστώσεων. Νομίζω, ὅτι διὰ τῆς δημιουργίας νέου εἴδους πιστώσεων δὲν ἐπιτυγχάνεται ἡ ἐπιβολὴ μείζονος προσοχῆς εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς περὶ τὴν χρῆσιν τῶν πιστώσεων. Τὴν προσοχὴν ταύτην ἐπιβάλλει τοῖς Ὑπουργοῖς τὸ καθῆκον. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, ἀνεξαρτήτως τοῦ νόμου τοῦ 1871, ὀφείλομεν νὰ μὴ παρίδωμεν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ ἄρθρον 67 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Κατ’ αὐτὸ, αἱ πιστώσεις, περὶ ὧν πρόκειται, πρέπει ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 μὲ ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν δικαιούχων, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν, ποῖοι εἶναι οἱ ἔχοντες λαμβάνειν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐξ ὑπερβάσεως τῶν πιστώσεων, καὶ διὰ τίνα αἰτίαν.
§83Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, διότι ἀναγνωρίζει ὁ ἴδιος, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1871 ἐπλάσθη, ἐσχηματίσθη εἶδος πιστώσεως διάφορον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐμόρφωσεν ὁ Λογιστικὸς ἡμῶν νόμος. Θέλει τὴν πίστωσιν ταύτην νὰ τὴν περιορίσῃ εἰς μόνα ἴσως τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, ἢ θέλει νὰ τὴν συγχωνεύσῃ εἰς τὰς τακτικὰς πιστώσεις; Ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεως βαρυνούσης κεκλεισμένην χρῆσιν εἶναι ἀναγραφὴ τακτικῆς πιστώσεως, οὐδ’ ἔχει τι εἰδικὸν ἡ ἀναγραφὴ τῆς πιστώσεως ταύτης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διότι καὶ αὐτὴ συγκατατάσσεται εἰς ὅλας τὰς σχετικὰς πιστώσεις, τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 ἔπλασε νέαν πίστωσιν, αὕτη δὲ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία βαρύνει κεκλεισμένην χρῆσιν, ἀλλὰ τὴν βαρύνει διότι ἔκλεισεν αὕτη πρὸ τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ σχετικοῦ ποσοῦ, ὅπερ βαρύνει τὸ δημόσιον ταμεῖον. Καὶ τοιαύτη ἡ πίστωσις αὕτη, ἡ βαρύνουσα τὴν χρῆσιν τοῦ 1902, διότι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου ἐγεννήθη διὰ Διατάγματος ἐκδοθέντος τὸ 1902.
§84Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δαπάνη ἀνάγεται εἰς τὸ 1901.
§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ δαπάνη, ἧς ἡ ἀνάγκη παρουσιάσθη κατὰ τὸ 1901, ἀνεγνωρίσθη διὰ Β. Διατάγματος ἐκδοθέντος τὸ 1902. Ἑπομένως τότε ἡ δαπάνη ἔπρεπε νὰ βαρύνῃ τὸ 1901. Ἀλλ’ ἐνεκρίθη νὰ μὴ βαρύνῃ τὸ 1901, καὶ ἀφέθη νὰ βαρύνῃ τὸ 1902 διὰ λόγους, τῶν ὁποίων περιττὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὰς λεπτομερείας. Ἡ χρέωσις ἐν τοσούτῳ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀναγνωρίζεται ἐν τῷ 1902. Ἀποτελεῖται πίστωσις διάφορος καὶ τῆς τακτικῆς πιστώσεως, τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, τῆς διδομένης εἴτε ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἴτε διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐντὸς τῆς χρήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖται, καὶ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως, τῆς ἀναφερομένης εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις. Ἀναμφισβητήτως ὁ νόμος ἔπλασε νέαν πίστωσιν. Ἐὰν δὲ δὲν ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε, ἡ διάταξις ὅμως ὑφίσταται νομίμως, καὶ οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐπλάσθη ἡ πίστωσις αὕτη, ἀνεπτύχθησαν ἤδη καὶ ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ὅτι ἐπλάσθη πίστωσις διακεκριμένη τῶν τριῶν ἄλλων πιστώσεων, ἢ μᾶλλον τῶν τεσσάρων πιστώσεων, ἃς ἀναγράφει ὁ Λογιστικὸς νόμος, τῆς τακτικῆς, τῆς ἀναπληρωματικῆς, τῆς ἐκτάκτου καὶ τῆς συμπληρωματικῆς, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, διότι ἄλλως ὁ νόμος τοῦ 1871 εἰς οὐδὲν ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ, διότι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ σκοπὸν ἄλλον ἢ τὸ νὰ προλάβῃ τὴν μὴ πληρωμὴν χρεῶν τοῦ Δημοσίου ἐξ ὑποχρεώσεων αὐτοῦ παρ’ Ὑπουργοῦ μὴ θέλοντος νὰ ἐπιβαρύνῃ ὡρισμένην χρῆσιν, καὶ νὰ ὠθήσῃ τὸν δικαιοῦχον εἰς τὴν δι’ ἀγωγῆς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ἐπιδίωξιν τῆς πληρωμῆς τῶν εἰς αὐτὸν ὀφειλομένων. Ἠθέλησε νὰ προλάβῃ τὴν ἐπ’ ἄπειρον ἐπαύξησιν τῶν ὑποχρεώσεων ἐκ δικαστικῶν ἀποζημιώσεων, καὶ ἔπλασε τὴν πίστωσιν ταύτην, δι’ ἧς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβαρυνθῶσι καὶ ἄλλαι χρήσεις, καθ’ ἃς ἡ πίστωσις ἡ ἀναπληρωματική, ἢ ἔκτακτος καὶ ἡ τακτικὴ ἐπιτρέπεται νὰ λειτουργῶσι.
§86ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 6,500 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 1,625,800 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902. 2) Περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 146,221.38 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902. 3) Περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 4,959 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903. 4) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 32,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902. 5) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 275,864.90 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902, καὶ περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων ἐκ δρ. 3,000 εἰς χρυσὸν καὶ δρ. 1950 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. 6) Περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 32,133.13 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903). (Μετὰ ταῦτα ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσθήκης καὶ ἑτέρων ἄρθρων εἰς τὸν νόμον ᾼϠΟʹ τῆς 3 Ἀπριλίου 1901 περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια γεωργοκτηματιῶν»).
§88ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον θὰ προηγηθῶσιν αἱ πιστώσεις;
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον ἔσεται τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως ἑνὸς δωδεκατημορίου διὰ τὸν τρέχοντα μῆνα Μάϊον, δεύτερον τὸ περὶ δανείων εἰς γεωργοκτηματίας, καὶ κατόπιν αἱ πιστώσεις.
§90Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πρὸ πολλοῦ ἔχω ὑποβάλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΧΔʹ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους». Ὡς εἶχον τὴν τιμὴν καὶ ἄλλοτε νὰ εἴπω, ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ὑπάρχει διάταξις ἐναντία τῆς ὑπαρχούσης συμβάσεως περὶ ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ καὶ ἡ πρότασις νόμου αὕτη.
§91ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις νόμου περὶ ἀτελείας τῶν κυτίων τῶν σύκων.
§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· ἀλλὰ πρὸ παντὸς τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπάγονται ἐλαττώσεις ἐξόδων.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 10′ μ. μ.)