1903.04.30
2,782 rows · 20,939 words · 224 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64
τῆς 30 Ἀπριλίου 1903.
(Τετάρτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. παρόντων 141 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τοῦ δευτέρου μέρους τῆς συνεδριάσεως τῆς 1 Ἀπριλίου).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον τὰ πρακτικὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν ἐκλογῶν Ἄνδρου καὶ Θήρας. Παρακαλοῦνται τὰ μέλη τοῦ Ζʹ τμήματος τῆς Βουλῆς νὰ συνέλθωσιν αὔριον, τὴν 4ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, ἵνα ἐπιληφθῶσι τῆς ἐξελέγξεως τῶν εἰρημένων ἐκλογῶν. Ὁ δήμαρχος τοῦ δήμου Λαυρεωτικῆς ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐκφράζοντος τὴν εὐχὴν νὰ ἀνασταλῇ ὁ ὑποβιβασμὸς τοῦ τελωνείου καὶ ἡ κατάργησις τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας Λαυρίου. Ὁ Σπῦρος Δελλαπόρτας, καταδικασθεὶς ἐπὶ λιποταξίᾳ καὶ διανύσας τὸ ἥμισυ καὶ πλέον τῆς ποινῆς του, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ τὴν ἀπαλλαγήν του ἀπὸ τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς. Ἐξ Αἰγίου τηλεγραφεῖ ὁ κ. Πολυχρονιάδης, ὅτι ὁ πταισματοδίκης ἔφερε δέσμιον ἀπὸ Διακοπτοῦ εἰς Αἴγιον τὸν δικηγόρον Λινάρδον, καὶ ἕνεκα τούτου οἱ κάτοικοι διατελοῦσιν ἐν ἐξεγέρσει. Οἱ κάτοικοι Καλαμῶν συνελθόντες ἀπέστειλαν τηλεγράφημα πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὑποβάλλει αἴτησιν, δι’ ἧς προκαλεῖται ὁ βουλευτὴς κ. Μοσχούλας νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὸν, ὅτι «ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης ἔπεσεν εἰς χεῖρας ὑπόπτους». Παρατηρῶ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ὅτι ὁ Βουλευτὴς οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ ἀπαντήσῃ.
§2Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, συγγνώμη. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ἐγὼ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ταύτην. Κατόπιν, ἐὰν θέλητε, ὁμιλεῖτε.
§4Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ποῖος ἀναφέρεται;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Παρατηρῶ μόνον, ὅτι οὐδεμίαν ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσητε. Οἱ κάτοικοι Κύμης, συνελθόντες ἐν συλλαλητηρίῳ, ἀπέστειλαν τηλεγράφημα, δι’ οὗ παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ συμπεριληφθῇ ἐν τῇ συμβάσει τοῦ μονοπωλίου ὁ ὅρος τῆς οἰνοποιήσεως τῆς σταφίδος. Οἱ κάτοικοι Κύμης δι’ ἑτέρου τηλεγραφήματός των διαβιβάζουσιν ἐνθέρμους εὐχὰς τῷ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ ἱδρύσεως ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης αὐτόθι. Κάτοικοι Πύλου διὰ τηλεγραφήματός των ἀποδοκιμάζουσι τὴν στάσιν σταφιδεμπόρων τινῶν ἐν τῷ ζητήματι τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Κάτοικοι Στεμνίτσης διὰ τηλεγραφήματός των ζητοῦσι τὴν ἀνάκλησιν τῶν αὐτόθι ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καὶ ἰδίᾳ τοῦ ἀστυνομεύοντος ἐνωμοτάρχου, διότι ἡ διαγωγή των εἶναι ἔκνομος. Ἡ χήρα τοῦ ἀποβιώσαντος βουλευτοῦ Τήνου Γρηγορίου Μαυρομαρᾶ δι’ ἀναφορᾶς της πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ ν’ ἀπονεμηθῇ ἀνάλογος σύνταξις εἰς αὐτὴν καὶ τὰς δύο ἀγάμους θυγατέρας της. Ἐκ Λαμπόβου ἀπεστάλη ὑπόμνημα τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς κοινότητος, ζητοῦντος τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὅρων τῆς διαθήκης τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα σχετικῶς πρὸς τὴν διατήρησιν τῶν σχολείων τῆς κοινότητος Λαμπόβου. Ἅπασαι αἱ ἀναφοραὶ αὗται καὶ τὰ τηλεγραφήματα θὰ ἀποσταλῶσιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς. Κατὰ τὴν προχθὲς ἀποτυχοῦσαν συνεδρίασιν δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας, μὲ τὴν ἀπαγγελίαν ὅτι παρισταμένων μόνον 114 Βουλευτῶν ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, παρετήρησα εἰς τοὺς δύο κυρίους Βουλευτὰς Κυθήρων καὶ Δωρίδος, ὅτι ἦτο ἀνάρμοστον, ἐπιδεικτικῶς νὰ κρατῶσι κατάλογον, σημειοῦντες ἐν αὐτῷ τοὺς παρόντας, διότι τοῦτο ἀπετέλει προσβολὴν καὶ ἀμφισβήτησιν τῆς εἰλικρινείας τοῦ Προεδρείου. Ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἐδικαιολογεῖτο ἡ πρᾶξίς του αὕτη, — ἡ ὁποία ἐν τούτοις ἀντίκειται εἰς τὸν Κανονισμὸν, διότι ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου πᾶς Βουλευτὴς δύναται νὰ ἐξακριβώσῃ κατὰ πόσον εἶναι ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀλλ’ ὄχι βεβαίως αὐτὸν τὸν ἐπιδεικτικὸν καὶ προσβλητικὸν τρόπον διὰ τὸ Προεδρεῖον, — ἐβεβαίωσεν, ὅτι παρόντες ἦσαν 111 μόνον, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν τὸ Προεδρεῖον ἀπήγγειλεν ἀριθμὸν μὴ ἀληθῆ, ἀναγγεῖλαν ὅτι παρόντες ἦσαν 114. Ἐκ τῆς παραβολῆς τοῦ καταλόγου, τοῦ τηρηθέντος παρὰ τοῦ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ, τοῦ δημοσιευθέντος καὶ ἐν τῷ «Νέῳ Ἄστει», πρὸς τὸν κατάλογον τὸν ἐπίσημον τοῦ Προεδρείου προκύπτει, ὅτι λανθασμένος εἶναι ὁ ψευδοκατάλογος ὁ τηρηθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων, διότι δὲν ἀνεγράφησαν ἐν αὐτῷ οἱ παρόντες βουλευταὶ Γεώργιος Καρπετόπουλος, Δημήτριος Τσιτσάρας καὶ Χαράλαμπος Βοζίκης. Παρακαλῶ δὲ τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτὰς, τῶν ὁποίων ἐξεφώνησα τὰ ὀνόματα, νὰ δηλώσωσιν, ἐὰν παρίσταντο κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Δευτέρας.... Ὁ κύριος Καρπετόπουλος;
§6Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τσιτσάρας; Παρίστασθε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Δευτέρας;
§8Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μάλιστα, παριστάμην. Τὸ Σάββατον δὲν ἤμην ἐδῶ, τὴν Δευτέραν ἤμην.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὁ κύριος Βοζίκης. Θὰ ἔλθῃ μετ’ ὀλίγον, καὶ θὰ τὸ βεβαιώσῃ, διότι ἀντελήφθην ἐγὼ αὐτὸς τὴν παρουσίαν του, καὶ ἐβεβαίωσα ὅτι ἦτο παρών. Σχετικῶς πρὸς τὸ παράπονον τοῦτο ἔχω νὰ παρατηρήσω πρὸς τοὺς κ. δημοσιογράφους, ὅτι τὸ Προεδρεῖον παρέχει αὐτοῖς πᾶσαν συνδρομὴν πρὸς ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων των. Δύνανται κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῶν συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας νὰ ἀναγράφωσι τὰς συζητήσεις, τὰς λαμβανούσας χώραν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς, τὰ ἐπισήμως ἐξαγγελλόμενα ἀποτελέσματα νὰ τὰ διαστρέφωσι καὶ στρεβλώνωσιν· ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ἤθελε φωραθῆ δημοσιογραφικὸν φύλλον στρεβλῶνον τὰ ἐπισήμως ἐξαγγελλόμενα ἐντεῦθεν ἀποτελέσματα, ἐγὼ, μὴ ἔχων ἄλλον τρόπον ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ Προέδρου, θέλω ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸ δημοσιογραφικὸν ἐκεῖνο φύλλον—καὶ ἔχω περὶ τούτου στερρὰν ἀπόφασιν—τὸ εἰσιτήριον εἰς τὸ δημοσιογραφικὸν θεωρεῖον. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων θέλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον, τὸν παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ.
§10ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εὐχαρίστως, κύριε Πρόεδρε. Πρῶτον ἐπαναλαμβάνω τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην καὶ τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ δυσπιστίας ἢ περὶ μομφῆς κατὰ τοῦ Προεδρείου· φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει δίκαιον, λέγων ὅτι ὁ Κανονισμὸς ὑποδεικνύει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὁ Βουλευτὴς δύναται νὰ ἐξελέγξῃ, μὴ οὔσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, τοὺς ἐν αὐτῇ παρευρισκομένους Βουλευτάς· διότι ἀληθῶς ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ὑποδεικνύει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὁ Βουλευτὴς δύναται νὰ λάβῃ ἐπίσημον ἀντίγραφον καὶ τῶν παρόντων Βουλευτῶν καὶ πάσης ἄλλης πράξεως τῆς Βουλῆς, ὁπόταν ἡ Βουλὴ εὑρίσκηται ἐν ἀπαρτίᾳ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένω, ὅτι δύνασθε νὰ διατυπώσητε ἐν πάσῃ στιγμῇ ἔνστασιν ἀπαρτίας.
§12ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀναμφισβητήτως δύναται ὁ Βουλευτὴς ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ προτείνῃ ἔνστασιν ἀπαρτίας· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν εὑρεθῇ ἐν ἀπαρτίᾳ, βεβαίως ὁ Βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ ἐξελέγξῃ, οὔτε τὸ Προεδρεῖον νὰ κρατήσῃ κατάλογον τῶν παρόντων Βουλευτῶν· οὐδέποτε δ’ ἐκρατήθη τοιοῦτο πρωτόκολλον ἀναγνώσεως καταλόγου, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εὑρίσκετο ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς ἐπόψεως ταύτης τοῦ ζητήματος, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα, καὶ ἐρωτῶ, εἶναι ἀληθὲς τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου λεχθὲν, ὅτι ἡμεῖς, δηλαδὴ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Δωρίδος βουλευτὴς κ. Μαστραπᾶς καὶ ἐγὼ, εἴχομεν σκοπὸν νὰ ἐκφράσωμεν δυσπιστίαν πρὸς τὸ Προεδρεῖον, σημειοῦντες τοὺς παρόντας Βουλευτάς; Ἐπαναλέγω, ὄχι! Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν, καὶ μάλιστα τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔχει συμφέρον νὰ γνωρίζῃ, τίνες ἐκ τῶν Βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως εὑρίσκονται παρόντες ἐν δεδομένῃ καὶ μάλιστα κρισίμῳ στιγμῇ; Ἀναμφιβόλως, κύριε Πρόεδρε· λυποῦμαι δὲ πολὺ, διότι ὑμεῖς, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀφορμῆς, ἠθελήσατε ν’ ἀποδώσητε καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς ὑμᾶς αὐτὸν σκέψεις, αἱ ὁποῖαι, οὔτε εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἥρμοζον, ἀλλ’ οὔτε καὶ εἰς ἡμᾶς. Μετὰ λύπης δὲ παρατηρῶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, —τὸν ὁποῖον ἁπαξάπαντες, ἄνευ ἐξαιρέσεων, ἑκάστοτε ἀποδεικνύομεν ὅτι σεβόμεθα ὑπὲρ πάντα ἄλλον, — ὅτι αἱ ἐξάψεις αὐτοῦ καὶ αἱ ἐξεγέρσεις, τὰς ὁποίας ἑκάστοτε κατὰ τῶν Βουλευτῶν, καὶ κατ’ ἐμοῦ δὲ πολλάκις, λαμβάνει, δὲν εἶναι δίκαιαι, ἀδικοῦσι δὲ καὶ αὐτὸν καὶ τὸν τόπον, ἐὰν μάλιστα λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι σπάνις καταπληκτικὴ πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἐξεχόντων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, δυστυχῶς ὑπάρχει. Ἐδικαιούμην δὲ νὰ παρατηρήσω ἐγὼ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν, — διότι ἐγὼ εὐτυχῶς δὲν τὰ ἤκουσα, ἀλλ’ ἐβεβαιώθησαν ἢ ἐγράφησαν, — κατελύπησαν καὶ ἐμὲ καὶ τοὺς φίλους του καὶ τοὺς ἀντιπάλους του καὶ πάντα ἐνδιαφερόμενον ὑπὲρ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ἐπαναλέγω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατ’ οὐδένα λόγον δύναται νὰ ἐμποδίσῃ πάντα Βουλευτὴν νὰ κρατήσῃ οἱασδήποτε θέλει σημειώσεις, οὔτε ἔχει κανὲν δικαίωμα νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ δυσπιστίας πρὸς αὐτόν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξήγησε τὴν τήρησιν ἀντιγράφου τοῦ καταλόγου τῶν παρόντων Βουλευτῶν ὡς ζήτημα δυσπιστίας πρὸς τὸ Προεδρεῖον, διατί νὰ μὴ θελήσω καὶ ἐγὼ νὰ παρεξηγήσω ὅσα εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν παρόντων Βουλευτῶν; Ἐγὼ ὅμως, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν πράγματι οἱ παρόντες ἦσαν 114, ὁμολογῶ, ὅτι ὑπεπέσαμεν εἰς λάθος, ἀριθμήσαντες αὐτοὺς εἰς 111. Δὲν εἶσθε ἄνθρωποι καὶ ὑμεῖς, οἱ τὸ Προεδρεῖον ἀποτελοῦντες, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποπέσητε εἰς λάθος, ἀφοῦ ἄλλως τε πολλάκις ἀπεδείχθη, ὅτι ὑπεπέσατε καὶ ὑποπίπτομεν πάντες εἰς τοιαῦτα λάθη; Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ κύριος Βοζίκης δὲν ἦτο παρών...
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετ’ ὀλίγον θὰ ἴδητε.
§14ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. .. Ἐὰν δὲ οὗτος παρεστάθη ὡς παρὼν, σκοπίμως παρεστάθη; Ὄχι! Ἀλλὰ καὶ ὅταν τυχὸν ἡ Βουλὴ ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ, δὲν ἔχει πᾶς Βουλευτὴς τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ ἔνστασιν ἀπαρτίας, καὶ νὰ ζητήσῃ ἐπίσημον ἀντίγραφον τοῦ πρωτοκόλλου τῶν παρόντων Βουλευτῶν, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς κρατεῖτε; Δὲν εὑρίσκω ἑπομένως δικαίας τὰς τοιαύτας παρατηρήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, οὔτε τὰς μομφάς· παρακαλῶ δὲ αὐτὸν, χάριν σεβασμοῦ καὶ αὐτοῦ καὶ τοῦ Προεδρείου, νὰ ἦναι μετριώτερος πρὸς τὰς ἐπικρίσεις του.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθῶ νὰ θεωρῶ, ὅτι θὰ ἦτο ὕβρις πρὸς τὸ Προεδρεῖον πᾶς τοιοῦτος ἔλεγχος κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, οὔτε θὰ τὸ ἐπιτρέψω. Ἐκ τῶν λεχθέντων καὶ ἐκ τῶν βεβαιωθέντων ὑπὸ τῶν συναδέλφων, ἐκτὸς ἑνὸς, ἀπόντος νῦν, ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ παρόντες ἦσαν ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνεγράφησαν εἰς τὸν ἐπίσημον κατάλογον. Ὑπολείπεται μόνον τὸ ζήτημα τοῦ κυρίου Βοζίκη, ἀλλὰ καὶ τοῦτο θὰ ἐξακριβωθῇ μετ’ ὀλίγον, ὅτε ὁ κύριος Βουλευτὴς θὰ ἔλθῃ. Ἀλλ’ αὐτὸ καὶ μόνον ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον μετῆλθον ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων καὶ ὁ ἐκ Δωρίδος, βεβαίως ἦτο ἀνάρμοστος· διότι καθήμενοι ἐκεῖ, εἰς μίαν γωνίαν, δὲν ἠδύναντο ν’ ἀντιλαμβάνωνται ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀντελήφθη τὸ Προεδρεῖον. Τὴν ἐπιοῦσαν δ’ εὑρέθημεν πρὸ τοῦ γεγονότος, ὁ Πρόεδρος νὰ ἀπαγγέλλῃ ἓν ἀποτέλεσμα, ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων νὰ τὸ ἀμφισβητῇ, οἱ δὲ δημοσιογράφοι, κατὰ τὰς συμπαθείας ἢ τὰς ἀντιπαθείας αὐτῶν, νὰ βεβαιῶσιν ἐκεῖθεν, ὅτι εἶδον 111 καὶ ὄχι 114! Αὐτὰ βεβαίως δὲν συντελοῦσιν εἰς τὸ κῦρος τοῦ Σώματος, καὶ δι’ αὐτὸ ἠθέλησα νὰ τὰ καταστείλω ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι μὲ θίγουσιν ὅσα εἴπετε κατ’ ἐμοῦ, εἶσθε πολὺ ἠπατημένος· ἀλλ’ ἐγὼ θέλω νὰ ὑψωθῇ τὸ Σῶμα ἐκεῖ, ὅπου ἐμπρέπει αὐτῷ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ προσκτήσεως ἐδάφους τινὸς ἐν Δήλῳ παρὰ τῷ λοιμοκαθαρτηρίῳ, ἐδάφους τοῦ ὁποίου ἡ κυριότης ἀνήκει εἰς τὸν δῆμον Μυκόνου. Μετ’ ἐπισταμένην μελέτην τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν, ἐκρίναμεν ὅτι τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου δεῖται τροπολογίας τινὸς, τὴν ὁποίαν καὶ προβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Ὡσαύτως ὑπάρχει εἰσηγμένον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἁλιείας κοραλλίων, οὗ τὸ τρίτον ἄρθρον ἐκρίθη, ὅτι δεῖται τροπολογίας τινὸς, διότι πρέπει νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως τῆς ἐκτάκτου, ὅπερ ἐζητήθη διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀπὸ δραχμῶν 20,000 εἰς δραχμὰς 32,000. Τὴν τροπολογίαν ταύτην καταθέτω. Εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως ἑνὸς δωδεκατημορίου διὰ τὸν μῆνα Μάϊον, διότι αὔριον ἄρχεται ὁ μὴν, καὶ ἄρχονται αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς τούτου. Εἰσάγω ὡσαύτως νομοσχέδια ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1903· αʹ) ἐκ δραχμῶν 1000 πρὸς συνδρομὴν τῶν ζημιωθέντων ἐκ τῆς κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1902 ἐπελθούσης λαίλαπος κατοίκων τοῦ χωρίου Παλαιοχωρίου τοῦ δήμου Ἤλιδος· βʹ) ἐκ δραχμῶν 15,000 πρὸς συνδρομὴν τῶν κτηνοτρόφων, οἱ ὁποῖοι ἐζημιώθησαν κατὰ τὴν περιφέρειαν τῆς ἐπαρχίας Βόλου, ἐν Ἁλμυρῷ καὶ ἐν Πλατάνῳ· γʹ) ἐκ δραχμῶν 8,000 δι’ ἔξοδα τοῦ κυρίου Βιάλα, γνωστοῦ ἀμπελογράφου καὶ καθηγητοῦ ἐν τῷ ὑγειονομικῷ Ἰνστιτούτῳ τῆς Γαλλίας, ὅστις ἐδήλωσεν ἐπιθυμίαν καὶ προαίρεσιν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ἀμπελογραφίαν τῆς χώρας, δὲν ἠξίωσε δὲ ἄλλην ἀποζημίωσιν, εἰμὴ τὰ ἔξοδα τῆς καθόδου καὶ ἐπιστροφῆς αὐτοῦ, δι’ ἃς ζητεῖται ἡ πίστωσις τῶν 8,000 δραχμῶν, διότι ἐκλήθη ἤδη ὁ κ. Βιάλας νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα. Εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν προσέτι δύο νομοσχέδια ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἓν ἐκ δραχμῶν 113,434.58 ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902, σχετιζόμενον πρὸς τὰς δαπάνας τὰς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τοῦ συνομολογηθέντος πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης καὶ τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Μελιγαλᾶ, καὶ ἕτερον νομοσχέδιον ἐκ δραχμῶν 18,600 πιστώσεως ἀναπληρωματικῆς, ἡ ὁποία ἐκρίθη ἀναγκαία διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 3 «πληρώματα βασιλικῶν πλοίων», τοῦ κεφαλαίου 14 «ὑλικὸν» καὶ τοῦ κεφαλαίου 19 «διάφορα εἴδη».
§17Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ καὶ τὰ προηγούμενα εἶναι τῆς χρήσεως τοῦ 1902;
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Εἰσάγω νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 27,218.75 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902», δι’ ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων. Εἰσάγω δήλωσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1903. Πρῶτον ἐκ δραχμῶν 30,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ἀγορὰν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ, δεύτερον ἐκ δραχμῶν 1007 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1903 διὰ νομισματικὴν διαφοράν, καὶ τρίτον ἐκ δραχμῶν 65,000 δι’ ἔξοδα ἐκλογικὰ, διότι πρόκεινται αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, καὶ τελευταῖον εἰσάγω δήλωσιν ἐκ δραχμῶν 1,400,000, ἤτοι 900,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ 500,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ κληροδοτήματος Ἀβέρωφ. Ὑπάρχει εἰσηγμένον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας», δι’ αὐτοῦ δὲ μεταβάλλονται αἱ διατάξεις τῶν ἰσχυόντων περὶ ὑπηρεσίας τῶν ταμείων νόμων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνεζητήθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ πρόκειται νὰ συζητηθῇ εἰς δευτέραν, ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθμὸν 13. Ἐπὶ τούτου ἐπῆλθον τροπολογίαι τινὲς πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ καὶ βελτίωσιν, ταύτας δὲ δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια περὶ πιστώσεων θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσι· θ’ ἀποσταλῶσι δὲ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παρακαλουμένην νὰ συνέλθῃ αὔριον τὴν 4ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς ἐξελέγξεως αὐτῶν, ἀκούσῃ δὲ καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1903. Ὡσαύτως θέλουσι τυπωθῆ καὶ αἱ τροπολογίαι καὶ αἱ δηλώσεις, αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἐν καιρῷ κατὰ τὴν συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 353–365). Ὁ κύριος Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§20Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πρὸ δύο καὶ ἐπέκεινα μηνῶν ὁμὰς Ἄγγλων κεφαλαιούχων ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν προτάσεις περὶ ἀποκλειστικῆς διαχειρίσεως καὶ διαθέσεως τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος ἐπ’ ἀνταλλάγμασι, τὰ ὁποῖα, ἐὰν ἤθελέ τις κρίνει ἐκ τῶν δημοσιευομένων ἐν ταῖς ἐφημερίσι συζητήσεων καὶ ἀποφάσεων τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὁρισθείσης, ὅπως προβῇ εἰς συζητήσεις μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Ἄγγλων κεφαλαιούχων, δὲν ἤθελε κρίνει ἀνάξια προσοχῆς. Ἐπειδὴ δὲ ὁλόκληροι οἱ πληθυσμοὶ οἱ καλλιεργοῦντες τὴν σταφίδα, εἰς τοὺς ὁποίους μετεδόθη ἡ εἴδησις αὕτη, εὑρίσκονται ὑπὸ τὸ κράτος ψυχολογικῆς καταστάσεως δικαιολογούσης τὴν ἀπαίτησιν τῆς διὰ τῆς ἐπισήμου φωνῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διαφωτίσεως ἐπὶ τοῦ φλέγοντος τούτου ζητήματος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον στάδιον εὑρίσκονται αἱ μετὰ τῶν Ἄγγλων τούτων κεφαλαιούχων διαπραγματεύσεις, πότε κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θέλουσι λήξει, καὶ κατὰ ποίαν ἡμέραν, ὑπογραφομένης τῆς σχετικῆς μετ’ αὐτῶν συμβάσεως, θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον πρὸς κύρωσιν αὐτῆς. Ὑποθέτω, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην διερμηνεύω καὶ τὴν γνώμην τῶν ἀντιπροσώπων τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἐπιθυμοῦσιν, ἵνα ἡ Βουλὴ ἄρξηται ἀμέσως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ τόσον σπουδαίου τούτου θέματος. Διότι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν εἶναι ἡ τύχη τῆς συμβάσεως ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν ἐπιτρέπονται κομματικοὶ ἀνταγωνισμοὶ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θίγουσιν οὐ μόνον ὁλόκληρον τὴν σταφιδοπαραγωγὴν τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς. Ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προκαλέσωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ ἐξενέγκωμεν τάχιστα κατ’ αὐτὴν τὰς γνώμας ἡμῶν.
§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δυσκολεύομαι νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς ἠγόρευσεν ὁ κ. ἐξ Ὀλυμπίας Βουλευτής. Λέγω πληροφορίας τινάς, διότι ἤθελεν εἶσθαι ἴσως οὐχὶ ἀκίνδυνον, ἐὰν ἤθελον ἀφηγηθῆ τὰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὸ σύνολον τῆς προτάσεως, τῆς γενομένης εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Λέγω οὐχὶ ἀκίνδυνον, διότι μοὶ εἶναι δύσκολον ν’ ἀπομνημονεύσω ἑκάστην τῶν λεπτομερειῶν τούτων. Πληροφορῶ ὅμως τὸν κύριον Βουλευτὴν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀληθῶς ἐγένοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον προτάσεις ὑπὸ Ἄγγλων, ἀνδρῶν ἀξίων προσοχῆς καὶ πίστεως, περὶ παραχωρήσεως δικαιώματος ἀποκλειστικῆς ἀγορᾶς τῆς παραγομένης ἐν Ἑλλάδι σταφίδος. Ἡ ἐπιχείρησις, τὴν ὁποίαν ἀνήγγειλαν οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ταύτην Ἄγγλοι, εἶναι καινοφανὴς, εἶναι δὲ ἐπιχείρησις τὰ μάλα πολύπλοκος, ἐφαπτομένη κατὰ ποικίλους τρόπους μεγάλων ἀληθῶς συμφερόντων τοῦ τόπου, τῶν συμφερόντων τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος. Ἐγὼ, ὅστις προΐσταμαι τοῦ Ὑπουργείου, δὲν συνέβη νὰ φυτεύσω σταφίδα, οὐδὲ νὰ γένωμαι ἰδιοκτήτης τοιαύτης· κατὰ συνέπειαν οὐδὲ γνωρίζω τὰ κατὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς σταφίδος, οὐδὲ τὰ κατὰ τὴν ἐμπορίαν αὐτῆς. Εἶχον ἀνάγκην φώτων καὶ ἐν ἀρχῇ μὲν συνειργάσθην μετὰ τοῦ κ. Μπακχάουζ, ἑνὸς τῶν Ἄγγλων, οἵτινες προέβαλον τὴν πρότασιν ταύτην, βοηθουμένου ὑπὸ δύο, ἑνὸς νομικοῦ συμβούλου του καὶ ἑνὸς συνεταίρου του. Εἰργάσθην ἡμέρας τινάς, διὰ νὰ κατανοήσω τὴν ὑπόθεσιν, διότι δὲν ἦτο εὔκολον νὰ καταμάθω αὐτὴν ἐκ τῶν γενομένων ἁπλῶν προτάσεων. Ὅτε δὲ κατενόησα τὰ προτεινόμενα, τότε ἐνόμισα, ὅτι ἔχω ἀνάγκην φώτων, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ σχηματίσω γνώμην ἐπ’ αὐτῶν, καὶ παρεκάλεσα διάφορα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ προσέτι καὶ ἄλλους ἀξιοτίμους πολίτας, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ μὲ βοηθήσωσιν εἰς τοῦτο, συζητοῦντες ἐν πρώτοις τὰ ἄρθρα τοῦ προσχεδίου τῆς συμβάσεως. Ἡ ἐργασία γίνεται καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, καὶ τέσσαρες ὧραι πρὸ μεσημβρίας διατίθενται καθ’ ἡμέραν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἶναι 17 ἢ 18 αἱ ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας συνεργάζομαι μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαία, ὅτι δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολάβῃ τις, ὅτι ἐπῆλθε βραδύτης, ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἀναγκαία καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπῆλθε ζημία εἰς τὴν τάξιν τῶν παραγωγῶν εἴτε τῶν ἐμπορευομένων τὴν σταφίδα. Αἱ συσκέψεις τῶν ἀποτελεσάντων τὴν ἐπιτροπὴν ἀξιοτίμων συμπολιτῶν καὶ φίλων ἦσαν ἄξιαι πολλῆς προσοχῆς καὶ σπουδαιότητος, ἐλπίζω δ’ ὅτι, ὅταν ἡ Βουλὴ γένηται ἐν γνώσει τῶν ἐπιτευχθέντων ἀποτελεσμάτων κατὰ τὴν σύσκεψιν ταύτην, θ’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ὀφείλονται μεγάλαι χάριτες εἰς τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι ἠξίωσαν νὰ συνεργασθῶσι μεθ’ ἡμῶν εἰς τὴν μελέτην τῆς συμβάσεως. Ἡ ἐργασία αὕτη καταλήγει εἰς ἀποτέλεσμα, ἐλπίζω δὲ αὔριον νὰ ἦναι ἡ τελευταία συνεργασία μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς· ἀλλὰ καὶ πολὺ πιθανὸν νὰ μὴ τελειώσῃ αὔριον, καὶ νὰ διατεθῇ καὶ ἡ ἑπομένη ἡμέρα· πάντως ὅμως εἴμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ πέρατος τῆς ἐργασίας ταύτης. Τότε θέλω δυνηθῆ ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν πᾶν ὅ,τι ὀφείλω νὰ ἀνακοινώσω, ἵνα τοῦ θέματος τούτου γένηται ἡ προσήκουσα καὶ ἐπισταμένη ἐξέτασις καὶ ὑπὸ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§23Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ μηνῶν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐδημοσιεύθησαν Β. Διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων μετακινοῦνται ὑπάλληλοι, καὶ δὴ εἰς τὸ προσωπικὸν δικαστῶν, ἐχόντων δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν δικαστικὰς ἀποφάσεις. Τὰ Διατάγματα ταῦτα, καίτοι ἐδημοσιεύθησαν πρὸ μηνῶν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐξετελέσθησαν, οὔτε ἀνεκλήθησαν. Ἑπομένως τὰ δικαστικὰ ἐκεῖνα πρόσωπα ἔμειναν εἰς τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας κατεῖχον πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τῶν Διαταγμάτων τούτων, ἀσκοῦσι τὰ δικαιώματά των, καὶ ἐκδίδουσιν ἀποφάσεις! Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, λαμβάνων γνῶσιν τῆς ἀνακοινώσεως ταύτης, θέλει σπεύσει νὰ ἐκτελέσῃ ἢ νὰ ἀνακαλέσῃ τὰ Διατάγματα ταῦτα, βεβαίως δὲ θέλει ζητήσει καὶ τὴν παρέμβασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως νομιμοποιηθῶσιν αἱ πράξεις τῶν δικαστικῶν προσώπων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θίγουσι συμφέροντα πολιτῶν. (Ἐνταῦθα εἰσέρχεται εἰς τὴν αἴθουσαν ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Χαρ. Βοζίκης).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βοζίκης θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν ἐρωτήσω, ἂν κατὰ τὴν ματαιωθεῖσαν ἐλλείψει ἀπαρτίας συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Δευτέρας ἦτο παρών, διότι ἠγέρθη ἀμφισβήτησις.
§25ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἦλθον εἰς τὸ Βουλευτήριον καὶ παρέμεινα εἰς τὸ δωμάτιον τῆς ἀριστερᾶς· ὅτε δὲ διὰ μίαν στιγμὴν ἠθέλησα νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν αἴθουσαν, συνήντησα τὸν κύριον Πολυγένην εἰς τὴν θύραν, καὶ πάλιν ἐξῆλθον. Εἶδον ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία, καὶ ἐθεώρησα περιττὸν νὰ μείνω.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθετε ἐντὸς τῆς αἰθούσης, καὶ ἐγὼ σᾶς εἶδον. Δὲν ἔχω ἐγὼ ἀμφιβολίαν, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων, προσετέθη δὲ εἰς τοῦτον καὶ ὁ κ. Λεωνίδας.
§27Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα τὸν κύριον Βοζίκην καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν δὲν ἦτο εἰς τὴν αἴθουσαν.
§28ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος μὲ εἶδεν εἰς τὴν θύραν καὶ μὲ ἐσημείωσεν ὡς παρόντα, δὲν ἔχω τι νὰ εἴπω. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ τόση συζήτησις.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
§30Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Σήμερον, ὅτε ἐτελείωσαν αἱ συζητήσεις ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπὶ τῶν προξενικῶν συμβάσεων καὶ τῆς ἐμπορικῆς, ἥτις καὶ ἐπεκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πρακτικὰ τῶν γενομένων συζητήσεων καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, κατὰ τὸ παρελθὸν ὁ κ. Βουλευτὴς Κραναίας καὶ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε δώσει παραγγελίαν νὰ τυπωθῶσι πάντα τὰ ἔγγραφα, καὶ κατηρτίσθη ἓν τεῦχος ἢ πλειότερα, —δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐπακριβῶς —τοῦτο ζητοῦμεν νὰ κατατεθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα λάβωσι γνῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταί. Δὲν πιστεύω δὲ, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παρουσιάσῃ δυσκολίαν, ἀφοῦ μάλιστα τὰ ἔγγραφα ἐτυπώθησαν, καὶ ἔλαβον γνῶσιν αὐτῶν οἱ τυπογράφοι. Νομίζω ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν εἶναι ἄξιοι κατωτέρας ἐμπιστοσύνης. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσι καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν τελευταίαν σύμβασιν τὴν ἐμπορικήν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπάρχουσι λεπτομέρειαι, ἐφ’ ὧν θέλω κάμει λόγον ἐν τῇ Βουλῇ.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σιγάλας ἔχει τὸν λόγον.
§32Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Παρετήρησα, κύριε Πρόεδρε, μετὰ λύπης, ὅτι παρῆλθε πρὸ ἡμῶν ἀπαρατήρητος ἡ ἀναγγελία τῆς ἀναφορᾶς τῆς οἰκογενείας ἐντίμου πολιτευτοῦ, τοῦ ἀειμνήστου Γρηγορίου Μαυρομαρᾶ, πρώην βουλευτοῦ Τήνου, χωρὶς νὰ γείνῃ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ δέουσα σύστασις πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν ἀναφοράν, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμέ, εἶναι ἀξία πάσης συστάσεως καὶ προσοχῆς, οὐ μόνον διότι ὁ ἀείμνηστος Γρηγόριος Μαυρομαρᾶς, καταναλώσας 50 ὁλόκληρα ἔτη εἰς τὴν θεραπείαν τῶν κοινῶν, ἀφῆκε τὴν ἀγαθὴν μνήμην του καὶ τὴν ἔντιμον πενίαν του ὡς μόνην κληρονομίαν εἰς τὰς ἀπορφανισθείσας θυγατέρας του, ἀλλὰ καὶ διότι διεκρίθη καὶ ἔδρασεν ὑπὲρ τῶν κοινῶν καὶ κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1863, ὡς πληρεξούσιος, καὶ κατόπιν κατὰ πλείστας Περιόδους τῆς Βουλῆς, πεφωτισμένος ὑπερασπίζων πάντοτε τὰ κοινὰ καὶ τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς, ὡς μέλος αὐτῶν, πρὸς σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος, καὶ ὡς Εἰσαγγελεὺς ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, καὶ ὡς εἰσηγητὴς τῆς πρὸς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, διακρινόμενος πάντοτε διὰ τὴν ἀκάματον φιλοπονίαν καὶ τὴν χρηστότητα τοῦ χαρακτῆρός του, ὡς καὶ διὰ τὴν πεφωτισμένην συνείδησιν καὶ τὴν ἐλευθεριότητα τῶν φρονημάτων του. Ἕνεκα τῶν μακρῶν τούτων καὶ γονίμων ἀγώνων τοῦ ἀειμνήστου πολιτευτοῦ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων συνηγορῶ ἐκθύμως ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς τῆς χήρας αὐτοῦ, καὶ παρακαλῶ τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ αὐτὴν σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν, καθόσον ὁ ἀείμνηστος ἐκ Τήνου πολιτευτὴς ἀφῆκε χήραν καὶ ὀρφανὰς θυγατέρας ἀπροστατεύτους.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τσαμαδὸς ἔχει τὸν λόγον.
§34Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν θὰ ποιήσωμαι σύστασίν τινα, καὶ θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ ἐπιλάβηται ἐξετάσεως αὐστηρᾶς καὶ ἐπιβάλῃ τὴν πρέπουσαν τιμωρίαν εἰς τὸν ὑπαίτιον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἀπεδόθησαν αἱ κεκανονισμέναι τιμαὶ εἰς τὸν νεκρὸν τοῦ πλοιάρχου τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ Ἀντωνίου Ρεβίδου, τοῦ ὑπηρετήσαντος ἐντίμως καὶ κατὰ τὸν Ἀγῶνα καὶ μετὰ τὸν Ἀγῶνα ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν τὴν πατρίδα. Ὁ νεκρὸς τοῦ ἀνωτέρου τούτου ἀξιωματικοῦ, πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν ἀποβιώσαντος, δὲν ἔτυχε τῶν κεκανονισμένων τιμῶν, καίτοι εἰδοποιήθη τὸ Ὑπουργεῖον ἐμπροθέσμως ὑπὸ τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ, καὶ ἐξέδωκε τὰς δεούσας διαταγάς· διετάχθησαν μόνον δύο ἢ τρεῖς ἀξιωματικοὶ νὰ κρατῶσι τὰ ἄκρα τοῦ νεκρικοῦ καλύμματος, ἀλλ’ οὐδὲν παρέστη ἐπικήδειον ἀπόσπασμα, οὔτε μουσική, κατὰ τὰ κεκανονισμένα. Τοῦτο δ’ ἀπετέλεσε θέαμα οἰκτρότατον. Ἡ δὲ παράλειψις αὕτη καθίσταται ἔτι καταφανεστέρα, ὁπόταν ἀναλογισθῆ τις, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχον ἀποδοθῆ μεγάλαι τιμαὶ πρὸς ἄτομον ξένον τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἐν Ἑλλάδι, τὸ ὁποῖον ἀπήλαυσε πασῶν τῶν τιμῶν, τῶν ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ ὁριζομένων, ἐκ μέρους τοῦ ἔθνους, εἰς ὃ ἀνῆκε, — καὶ οὗτος ἦτο ὁ κυβερνήτης ἑνὸς τῶν ἐν Πειραιεῖ ὁρμούντων ῥωσσικῶν θωρηκτῶν — καὶ ἐνῷ ἀπήλαυσεν, ἐπαναλαμβάνω, ὅλων τῶν τιμῶν τῆς πατρίδος του, προσετέθησαν καὶ αἱ ἡμέτεραι. Ἐν τούτοις εἰς τὸν νεκρὸν τοῦ πλοιάρχου τοῦ ἡμετέρου Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ οὐδεμία τιμὴ ἀπεδόθη! Πρὸς δικαιολογίαν δὲ τῆς τοιαύτης παραλείψεως τὸ Ὑπουργεῖον ἐξέδωκε διαταγὴν πρὸς τὸ Φρουραρχεῖον Πειραιῶς, ἵνα ἀποδώσῃ τὰς τιμὰς εἰς τὸν τεθνεῶτα. Τὸ Φρουραρχεῖον Πειραιῶς, δι’ ἔλλειψιν οὐχὶ ἐπαρκοῦς, ἀλλ’ οἱασδήποτε δυνάμεως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ τὰς προσηκούσας τιμὰς, καθόσον ἐν Πειραιεῖ φρουρεῖ μικρὸν ἀπόσπασμα, ἀποτελούμενον ἐξ ὀλίγων ὁπλιτῶν, οἵτινες, ὄντες διατεθειμένοι εἰς τὴν ἡμερησίαν ὑπηρεσίαν, δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποδώσωσι τὰς τιμὰς πρὸς νεκρὸν, ὅστις κατὰ τὸν κανονισμὸν ἔδει νὰ τιμηθῇ διὰ τάγματος ὁλοκλήρου, ἀναλόγως πρὸς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν καὶ τὸ παράσημον, τὸ ὁποῖον ἔφερεν· ἑπομένως ἡ πρὸς τὸ Φρουραρχεῖον Πειραιῶς διαταγὴ, ἵνα ἀποδώσῃ τὰς τιμὰς εἰς τὸν νεκρὸν τοῦ πλοιάρχου Ρεβίδου, ἦτο εἰρωνεία διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου. Παραλείπω δὲ νὰ ἀναφέρω, ὅτι τὰ παράσημα ἐρρίφθησαν εἴς τινα ἄκραν! Νομίζω, ὅτι ἔχει καθῆκον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ τιμωρήσῃ αὐστηρότατα ἐκεῖνον, ὅστις ἔδειξε τοιαύτην ἀβελτηρίαν, τοιαύτην περιφρόνησιν πρὸς ἄνδρα ὑπηρετήσαντα ἐντίμως τὴν πατρίδα καὶ φέροντα ἐπαξίως τὸν βαθμὸν, ὃν ἔφερε.
§35Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς τὸν νεκρὸν τοῦ ἀποβιώσαντος ἀποστράτου πλοιάρχου Ἀντ. Ρεβίδου διέταξα ν’ ἀποδοθῶσι πᾶσαι αἱ κεκανονισμέναι τιμαί. Πρώτην φορὰν μανθάνω, ὅτι δὲν ἐγένετο τοῦτο. Ἐὰν προηγουμένως τὸ ἐμάνθανον, βεβαίως ἤθελον λάβει τὰ ἀναγκαῖα μέτρα. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ κάμῃ παρατήρησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι τοῦτο ἐνόμισε καθῆκόν του ν’ ἀποδώσῃ τιμὰς εἰς ξένον πλοίαρχον, ἀποβιώσαντα καὶ ταφέντα ἐνταῦθα, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀντιπροσωπεύων τὸ Κράτος, εἰς ὃ ἀνῆκεν ὁ ἀποβιώσας, ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι θέλει τύχει παρὰ τοῦ Κράτους του τῶν κεκανονισμένων τιμῶν, εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν ὁποίων καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἐξ ἁβροφροσύνης ἔδει νὰ μετάσχῃ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν ἀποβιώσαντα Ρεβίδην, τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ γνωρίζω τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας, θέλω ἐξετάσει, καὶ θέλω λάβει τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τὸ καθῆκον μοὶ ἐπιβάλλει.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§37Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ περί τινος ὑποθέσεως, περὶ ἧς καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα. Κατὰ τὸ ἔτος 1898 συμπολίτης μου πλοίαρχος, κυβερνῶν ἱστιοφόρον πλοῖον, τὸ ὁποῖον μετέφερεν ἐκ Κερκύρας εἰς Παξοὺς εἴδη μονοπωλίου, συνελήφθη ἢ μᾶλλον ἐβυθίσθη ὑπὸ τουρκικοῦ τορπιλλοβόλου. Ἔκτοτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πολλάκις διὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας ἐζήτησε τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ βυθισθέντος πλοίου, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν κατέληξεν ἀποτέλεσμα, διότι τότε καὶ αἱ σχέσεις τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Τουρκίας δὲν ἦσαν οἷαι εἶναι σήμερον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι σήμερον δύναται ν’ ἀναψηλαφήσῃ τὴν ὑπόθεσιν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἀπευθυνόμενον πρὸς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ τὴν ὀφειλομένην ἀποζημίωσιν διὰ τὸν παθόντα πλοίαρχον ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ τορπιλλοβόλου.
§38ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ ζητήσω τὸν σχετικὸν φάκελον, καὶ θὰ πράξω ὅ,τι εἶναι δυνατόν.
§39Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§40Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὑπάρχει, νομίζω, ἀναγεγραμμένη πρότασις περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἐπικειμένης τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως ταύτης, ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ τροποποίησιν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, διότι, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλήν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀφίνηται ἡ προσωρινὴ προεδρία εἰς τὸν πρεσβύτερον τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ πρέπει καὶ ὁ προσωρινὸς Πρόεδρος νὰ ἐκλέγηται ὑπὸ τοῦ Σώματος.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν καιρῷ. Οἱ βουλευταὶ Ἄργους κ. κ. Γ. Καρπετόπουλος καὶ Γ. Πολυγένης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἐν τῷ δήμῳ Ὑσιῶν». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως νόμου ταύτης. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 366). Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον.
§42ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατ’ ἐπανάληψιν ἐζήτησα πληροφορίας τινὰς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐπὶ τῇ εὐχαρίστῳ εὐκαιρίᾳ τῆς προσελεύσεως εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν θερμὴν παράκλησιν, ὅπως εἴς τινας τῶν ἐπερωτήσεών μου εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ ταχέως ἀπάντησιν, ἰδίως ἐπειδὴ πρόκειται περὶ καταστρατηγήσεως τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἐπερώτησίν μου, τὴν ὑποβληθεῖσαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 10 Φεβρουαρίου καὶ ἀφορῶσαν εἰς τρία ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλω λάβει τὸν λόγον αὔριον, ἐὰν εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα.
§43ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ δυνηθῶ αὔριον νὰ καταθέσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητεῖτε, διότι ἀπουσίαζον ἐπὶ τόσον καιρόν· ἀλλὰ μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι θέλω προσπαθήσει, ὡς τάχιστα, ἵνα τὰς προσκομίσω.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§45ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀνέγνων εἴς τινα ἐφημερίδα, κύριε Πρόεδρε, τηλεγράφημα τῆς κοινοτικῆς ἐπιτροπῆς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βουρβούρων τοῦ δήμου Πάρνωνος, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀραχωβῖται ἔνοπλοι, ἔχοντες ἐπὶ κεφαλῆς τοὺς ἱερεῖς των, ἀπεστέγασαν καὶ κατηδάφισαν τὸ παρεκκλήσιον τῆς κοινότητος ἡμῶν «ἡ Ἀνάληψις». Τὰς εἰκόνας τὰς ἐπυροβόλησαν καὶ τὰς ἔκαυσαν. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου μας, δικαίως ἐξεγερθέντες ἐπὶ τῷ πρωτακούστῳ γεγονότι, ἐπιζητοῦσι τὴν διὰ τῶν ὅπλων λύσιν. Ἐπίκειται αἱματηρὰ συμπλοκή. Σώσατε, Μεγαλειότατε, τὴν κοινότητα ἡμῶν. Διατάξατε τὰς Ἀρχὰς νὰ προστατεύσωσιν ἡμᾶς, πρὸς ταχίστην ἀνοικοδομὴν τῆς κατηρειπωμένης ἐκκλησίας ἡμῶν. Σώσατε τὴν τιμὴν τῆς περιϋβρισθείσης θρησκείας μας. Κοινοτικὴ ἐπιτροπὴ Βουρβούρων.» (Ἕπονται αἱ ὑπογραφαί). Ἡ σκηνὴ ἡ καταγγελλομένη εἶναι μία ἐκ τῶν διαρκῶς συμβαινουσῶν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα μεταξὺ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βουρβούρων τοῦ Πάρνωνος καὶ Ἀραχώβης τῆς Λακεδαίμονος· ἀφορμὴ δὲ τῶν σκηνῶν τούτων εἶναι ἔρις περὶ ὁρίων, ὑφισταμένη ἀπὸ δεκαπενταετίας. Κατὰ τὸ 1890, ἕνεκα παραστάσεων τῶν μελῶν τῆς κοινότητος Ἀραχώβης, ἐξεδόθη ἀπόφασις ὑπουργική, καθορίζουσα τὰ ὅρια τῶν δύο τούτων χωρίων, τὰ ὁποῖα εἶναι συγχρόνως ὅρια καὶ δύο ἐπαρχιῶν καὶ δύο νομῶν. Ἀλλὰ καθώρισεν ἡ ἀπόφασις τὰ ὅρια ταῦτα κατὰ τρόπον ἀποκλείοντα τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Βουρβούρων πάσης σχέσεως ἢ συναφείας πρὸς τὰ κτήματά των, διότι ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου Πάρνωνος σχεδὸν ὁλόκληρον τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου Βουρβούρων, πλὴν τῶν οἰκιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπὶ τῆς ἀπέναντι ὄχθης τοῦ ποταμοῦ, ὅστις ὡρίσθη ὡς ὅριον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἐξηφάνισεν ἡ κατόπιν Κυβέρνησις τοῦ 1892, ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μαντινείας Βουλευτήν, δι’ ἑτέρας ἀποφάσεως, καθ’ ἣν δὲν ἐλύθη τὸ ζήτημα αὐτὸ οὔτε ὁριστικῶς οὔτε ὁπωσδήποτε συστηματικῶς, ἀλλ’ ἀποφαίνεται τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν ὡς ἀποδεικτικὰ εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, δὲν ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐπαρκῆ πρὸς δικαιολογίαν τῆς τοιαύτης καταστάσεως, καὶ τοιουτοτρόπως ἔμεινεν ἡ κατάστασις ἐκκρεμής, ὡς ὑφίστατο καὶ ὡς ὑφίσταται οὐχὶ ἀπὸ δεκαπενταετίας μόνον, ἀλλ’ ἀπὸ τεσσαρακονταετίας, ἀφ’ ἧς ἤρξαντο νὰ λαμβάνωσι χώραν ἔριδες περὶ ὁρίων μεταξὺ τῶν χωρίων τούτων. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἐζήτει νὰ λάβῃ λεπτομερεῖς πληροφορίας, ἤθελεν ἴδει, ὅτι ἡ δημοσία τάξις εἰς τὰ χωρία ἐκεῖνα ἔχει τελείως διασαλευθῆ· καθ’ ἑκάστην συμβαίνουσι μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν κοινοτήτων ἔριδες καὶ διαπληκτισμοί, οὐχὶ σπανίως ἐπενεγκόντες καὶ τραυματισμούς, συχνότατα δὲ οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Βουρβούρων εἰσάγονται ὡς κατηγορούμενοι εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Σπάρτης, ὡς παραβάται δασονομικῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας οἱ ἑκάστοτε ἐνδιαφερόμενοι Λακεδαιμόνιοι κατώρθωσαν νὰ ἐπιτύχωσι, τῆς δασονομικῆς ὑπηρεσίας ὁρισάσης ὅρια χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ διοικητικὸν ὅριον, τὸ μεταξὺ τῶν δύο ἐπαρχιῶν, οὐδὲ διαταγή τις ὑπουργικὴ σχετική. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ παρέστησα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Βουρβούρων ἐκ τῶν καταπιέσεων, τὰς ὁποίας ὑφίστανται καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐξεπατρίσθησαν πολλοί, ἀναγκασθέντες νὰ καταναλώσωσιν ὁλοκλήρους περιουσίας εἰς δικαστικὰ ἔξοδα. Ἐν τούτοις οὐδὲν ἐλήφθη μέτρον. Κατὰ τὸν Νοέμβριον παρελθόντος ἔτους διέταξεν ἡ Κυβέρνησις νὰ συγκληθῶσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ἵνα λύσωσιν—ὡς λέγουσιν αἱ ὁδηγίαι—τὴν διαφοράν· συνῆλθεν ὅμως μόνον τὸ Συμβούλιον τοῦ δήμου Πάρνωνος, καὶ δὲν συνῆλθε τὸ ἕτερον, συνετάχθη ἡ προσήκουσα ἔκθεσις, καὶ ἡ ὑπόθεσις ἐσταμάτησε. Δὲν εἶναι τὸ μόνον σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑφίστανται ἔριδες περὶ ὁρίων, διαταράττουσαι τὴν δημοσίαν τάξιν· δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ δῆμοι ἐν Ἑλλάδι μὴ ἔχοντες πρὸς τοὺς γείτονας ἔριδας περὶ τῶν ὁρίων καὶ μὴ διαταράττοντες τὴν δημοσίαν τάξιν διὰ τῶν αἱματηρῶν συμπλοκῶν, εἰς ἃς καθ’ ἑκάστην περιέρχονται. Γνωρίζω ὅτι τὸ ἀκανόνιστον τῶν ὁρίων τῶν διαφόρων δήμων τῆς ἐπαρχίας μου καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν εἶναι μεγάλη πηγὴ ἐγκλημάτων, μεγάλη ἀφορμὴ διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως, διότι οὐδὲν ἐλήφθη μέτρον, οὐδεμία νομοθετικὴ πρόνοια μέχρι τοῦδε πρὸς καθορισμὸν τῶν ὁρίων, ἀλλὰ μόνον δι’ ὑπουργικῶν ὁδηγιῶν, διδουσῶν ἀφορμὴν εἰς κανονισμὸν τῶν ὁρίων κατὰ τὰς ἑκάστοτε παραστάσεις τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ οὐχὶ εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα καταληγουσῶν, ἀλλὰ προκαλουσῶν τὰς ἔριδας, προσεπαθήσαμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς ἐπαναφορὰν τῆς τάξεως καὶ ῥιζικὴν λύσιν τῆς διαφορᾶς, διὰ νὰ παύσωσι τὰ μέχρι τοῦδε συμβαίνοντα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ προτείνῃ νομοθετικὰ μέτρα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ κανονισμοῦ τῶν ὁρίων τῶν δήμων· ἡ Κυβέρνησις δέ, ἡ ὁποία θὰ πράξῃ τοῦτο, ἔστω βεβαία, ὅτι θὰ προσφέρῃ μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς δημότας τῶν δήμων τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, ἡ ὁποία διασαλεύεται ἐκ τῶν τοιούτων ἐρίδων, αἵτινες, δύναμαι νὰ εἴπω, κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπιδρῶσι καὶ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, καὶ ἐπὶ τῆς ἁρμοδιότητος τῆς δικαστικῆς, καὶ ἐπὶ τῶν βοσκῶν καὶ τῆς ἰδιαιτέρας περιουσίας τῶν δημοτῶν.
§46Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πράγματι ἐλήφθη τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἀνήγγελλεν, ὅτι ἐπέκειτο σύγκρουσις μεταξὺ τῶν δύο δήμων, ἰδίως διὰ τὴν οἰκοδομὴν μιᾶς ἐκκλησίας, τὴν ὁποίαν οἱ κάτοικοι τῶν Βουρβούρων ἤθελον νὰ οἰκοδομήσωσιν ἐπὶ ἀρχαιολογικοῦ τόπου. Τηλεγραφικῶς ἔδωκα διαταγὰς περὶ τῶν ληπτέων μέτρων, καὶ σήμερον τὴν πρωΐαν ἔλαβον τηλεγράφημα, ὅτι προελήφθη πᾶσα σύρραξις μεταξὺ τῶν κατοίκων τῶν δύο δήμων. Ὥστε ἤδη ἐπικρατεῖ πλήρης ἡσυχία, καὶ οὐδεὶς κίνδυνος διαταράξεως τῆς τάξεως ἐπὶ τοῦ παρόντος ὑφίσταται· περὶ τοῦ μέλλοντος ὅμως βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῇ ἡ ἀναγκαία πρόνοια.
§47Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐν ἔτει 1833 ἢ 1836, ὅτε ἐγένετο ἡ διοικητικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους, διῃρέθη ὁ νομὸς τῆς Λακωνικῆς καὶ ὁ νομὸς Ἀρκαδίας. Τὰ ὅρια μεταξὺ τοῦ χωρίου Βουρβούρων καὶ τοῦ χωρίου Ἀραχώβης εἶναι ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον χωρίζει τοὺς δύο νομούς. Περὶ αὐτοῦ ὑπάρχει, καθὼς γνωρίζει βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ σχεδιογράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον καθορίζει καὶ τὰς θέσεις. Μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἐτῶν, ἐν ἔτει 1892, ἠγέρθη ἔρις μεταξὺ τῶν δύο κοινοτήτων, καὶ τότε ἐκανόνισαν τὰ ὅρια προσωρινῶς οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι Κυνουρίας καὶ Λακεδαίμονος, διὰ τῆς ἀποφάσεώς των δ’ ἐκείνης προσεκυρώθη πρὸς τὸ μέρος τῆς Ἀραχώβης μέρος ἀνῆκον εἰς τὴν Κυνουρίαν. Ἔκτοτε ἠγέρθη ἡ ἔρις αὕτη μεταξὺ τῶν δύο χωρίων. Κατὰ τὸ 1895, ὅτε ηὐτύχησαν οἱ Βουρβουραῖοι νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ καὶ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔτυχον προστασίας, καὶ δι’ ἀποφάσεώς του ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠκύρωσε τὴν ἀπόφασιν τῶν ἐφόρων Λακεδαίμονος καὶ Κυνουρίας, διότι αὐτοὶ οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα εἶχον, καὶ ἐπανῆλθε τὸ πρώην καθεστώς. Ἀντὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1895, ἀφ’ ὅτου συνεχῶς ἐκλέγεται Βουλευτὴς ἐκ τῆς ἐπαρχίας Κυνουρίας, καὶ ὅτε ἦτο ἰσχυρὸς κατ’ ἐπανάληψιν παρὰ Κυβερνήσεσι, μὴ ἀπασχολουμέναις τόσον πολύ, ὅσον ἀπασχολεῖται ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ, ἀντὶ, λέγω, ὁ κ. συνάδελφος νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν ἀτυχῶν Βουρβουραίων, ὅτε σύσσωμον τὸ χωρίον προσῆλθε πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ πρὸς ἐμὲ ἐν Τριπόλει καὶ διεμαρτυρήθημεν διὰ τοῦ τότε νομάρχου, ἤδη, ὅτε εἶδε τηλεγράφημα τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βουρβούρων, ἐξανέστη, καὶ ἐνόμισε, — διότι ἐγὼ ἐννοῶ καλλίτερον παντὸς ἄλλου τὸν κ. συνάδελφον, — ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιρρίψῃ μομφὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς Βουλευτὰς τοὺς κυβερνητικοὺς, ὅτι δῆθεν δὲν ἐμερίμνησαν. Διαβεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι εὐθὺς ὡς διεμαρτυρήθησαν οἱ συμπολῖταί μας, συγχρόνως δὲ καὶ ὁ κ. Μαυρομιχάλης παρεπονεῖτο ἐκ μέρους τῶν Ἀραχωβιτῶν, ἐσπεύσαμεν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀμέσως, καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ διατάξῃ τοὺς ἀστυνόμους Οἰνοῦντος καὶ Πάρνωνος νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ, νὰ ἀποδώσωσι συλληφθέντα ζῷα καὶ νὰ ἐνεργήσωσι προσωρινῶς ὅ,τι δυνατὸν πρὸς καθησύχασιν τῶν πραγμάτων. Δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως ἵστανται Βουλευταὶ, οἵτινες περισσότερον παντὸς ἄλλου μεριμνῶσι περὶ τῶν συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας των.
§48Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Καὶ ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐλάβομεν πληροφορίας, τὰς ὁποίας δὲν ἠρύσθημεν ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ἀλλὰ πληροφορίας τηλεγραφικὰς, περὶ τῶν λαβόντων χώραν ἐν Βουρβούροις καὶ Ἀραχώβῃ. Εὐθὺς δ’ ὡς ἐλάβομεν τὸ τηλεγράφημα καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Καλούτσης μετέβημεν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐκάμαμεν παραστάσεις, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς διέταξεν ἀμέσως τὰς ἐπιτοπίους ἀρχὰς νὰ ἐπιληφθῶσι τοῦ ζητήματος καὶ ἐπαναφέρωσι τὴν τάξιν, ἡ ὁποία δὲν διεσαλεύθη, ὡς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος. Μικρὰ μόνον φιλονικία ἠγέρθη, ὡς συνήθως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀμφισβήτησιν, περὶ τῆς ὁποίας εἶπεν ὁ κ. Βοζίκης, ὅτι τὰ ὅρια δὲν ἔχουσι κανονισθῆ ἐπαρκῶς, — καὶ ἔχουσι κανονισθῆ ἀνεπαρκῶς ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μαντινείας κ. Κωνσταντοπούλου, — τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ τὸν φάκελον τὸν ἀφορῶντα τὴν διευθέτησιν τῶν ὁρίων, καὶ τότε θὰ πληροφορηθῇ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἡ ἐργασία ἡ γενομένη κατὰ τὸ 1895 ἦτο καὶ νόμιμος καὶ ἀκριβής. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐπαναλαμβάνω, συνεπείᾳ τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν, ἐκάμαμεν τὰς δεούσας παραστάσεις, καὶ ἡ Κυβέρνησις διέταξε τὰ δέοντα· ἀποτέλεσμα δὲ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν, εἶναι ὅτι, καθ’ ἃς ἐλάβομεν πληροφορίας, τὰ πράγματα καθησύχασαν.
§49ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελον πειραχθῆ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι ἤθελον νομίσει, ὅτι προσέβαλα τὰ ἐπαρχιακά των συμφέροντα διὰ τῆς παραστάσεως τῆς δικαίας, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λάβῃ μέτρα περὶ ῥιζικῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, διαβεβαιῶ τοὺς συναδέλφους, ὅτι δὲν ἤθελον ἐπιχειρήσει νὰ κάμω οὐδὲ αὐτὴν τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ κάμω, διὰ νὰ μὴ τοῖς φανῶ δυσάρεστος. Βλέπω παρ’ ἐλπίδα, ὅτι τὸ ζήτημα ἐξετοπίσθη ἐκεῖθεν, ὅπου ἐτέθη, καὶ ἀπὸ ζητήματος ἀφορῶντος τὴν δημοσίαν τάξιν, ἐγένετο κομματικόν. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ τοὐλάχιστον ἐδικαιούμην ν’ ἀπαιτήσω περισσοτέραν προσοχὴν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποδοθεῖσάν μοι μομφήν, καὶ περισσοτέραν μελέτην τῆς ὑποθέσεως, χάριν τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων κοπτόμεθα. Καὶ ὁ κύριος Καλούτσης, ὁ ἔντιμος συνάδελφος, καὶ ὁ κύριος Σπυράκης ἀπέδειξαν, δι’ ὅσων εἶπον, ὅτι τὴν ὑπόθεσιν δὲν τὴν ἐμελέτησαν, μεθ’ ὅλας τὰς διαβεβαιώσεις αὐτῶν, ὅτι ἐποιήσαντο παραστάσεις ἰδιαιτέρας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὰς ὁποίας ἐγὼ βεβαίως δὲν ἠδυνάμην νὰ κάμω. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐλύθη ὁριστικῶς ὑπὲρ τῶν Βουρβούρων ἐν ἔτει 1892. Κατὰ τὸ ἔτος 1892 καθιερώθη ἡ ἐκκρεμότης τῆς ὑποθέσεως, διότι ἀκριβῶς ἀπεφάνθη τότε ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ὁριστικὴν λύσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν διὰ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν εἰς ἔκδοσιν ὁριστικῆς ἀποφάσεως ὑπὲρ τῶν δημοτῶν Οἰνοῦντος, καὶ μένει ἔκτοτε ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις. Καὶ ὁ συνάδελφος καὶ ἰδιαίτερος συμπολίτης μου, κ. Καλούτσης δὲν ἔλαβε τὸν κόπον νὰ ἀναζητήσῃ — ἀφοῦ μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ κάμῃ παραστάσεις — τὸν σχετικὸν φάκελον, καὶ ἴδῃ, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος κατώρθωσα, μὴ ἀνευρισκομένου τοῦ σχετικοῦ φακέλου εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, κλαπέντος ἴσως, κατώρθωσα νὰ ἀνεύρω εἰς τὴν Νομαρχίαν Ἀρκαδίας, ἐρριμμένα εἰς διαφόρους θυρίδας, τῶν ὁποίων τὴν κόνιν ἀνεδίφησα ἐγὼ αὐτὸς, κατώρθωσα, λέγω, νὰ ἀνεύρω τὰ διάφορα ἔγγραφα, καὶ νὰ παρακαλέσω νὰ σταλῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀντίγραφα, καὶ νὰ σχηματισθῇ φάκελος. Καὶ δὲν θὰ ἀρνηθῇ, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ Κυβέρνησις συνεπείᾳ τῶν παραστάσεών μου ἐπεχείρησεν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Δὲν ἀνέγνωσεν ἴσως, ὅτι ἀπὸ τριῶν ἤδη ἐτῶν ποιοῦμαι παραστάσεις ἐδῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶχον περιπλέξει διὰ δασονομικῶν διατάξεων οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Οἰνοῦντος. Δὲν ἀνέγνωσεν ἴσως, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1895, ἀφ’ ὅτου ἐγὼ ἐγενόμην Βουλευτὴς, ἕν τῶν κυρίων μελημάτων μου ἦτο καὶ τοῦτο, τὸ νὰ λύσω, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, τὰς διαφορὰς περὶ ὁρίων, τὰς ὑφισταμένας μεταξὺ τῶν διαφόρων δήμων τῆς ἐπαρχίας μου, διότι ἐκεῖ διέβλεπον τὴν διασάλευσιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τὴν δυστυχίαν τῶν συμπολιτῶν μου. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ ἴδῃ τὸν φάκελον τῶν ἐγγράφων, δὲν θὰ μοὶ ἀπέδιδεν ὅσα μοὶ ἀπέδωκεν. Ἐὰν δὲ νομίζῃ, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξυπηρετεῖ τὴν ὑπόθεσιν, τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν ἐξυπηρετεῖται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ὑπόθεσις· ἄλλα συμφέροντα ἐξυπηρετοῦνται. Δὲν ἐννοῶ νὰ παραστήσω ἐγὼ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πῶς ἔχει τὸ ζήτημα κατ’ οὐσίαν, καὶ τίνες ἔχουσι τὸ δίκαιον σήμερον, οἱ κάτοικοι τῶν Βουρβούρων ἢ οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Οἰνοῦντος. Τὴν Κυβέρνησιν παρακαλῶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, καὶ νὰ δώσῃ τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν νομίζει δικαίαν, χωρὶς νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὰς κατ’ οὐσίαν γνώμας ἡμῶν.
§50Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νὰ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἤδη τὴν λύσιν τῆς ὑποθέσεως, τοῦτο σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ ἡ ὑπόθεσις κατὰ τῶν Κυνουριέων. Καὶ ἰδοὺ διὰ τίνα λόγον· διότι ὁ κ. Βοζίκης γνωρίζει, — διότι καὶ ἀντιλαμβάνεται καὶ δύναται νὰ μελετᾷ, — ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ 1895, ἡ ὁποία ἦτο κεκρυμμένη καὶ ἡ ὁποία ἀνεκαλύφθη μετὰ τὰς ἐκλογάς, — καὶ γνωρίζει ὁ κύριος Βοζίκης κατὰ τίνα τρόπον ἦτο κεκρυμμένη καὶ ἄγνωστος εἰς ἡμᾶς — γνωρίζει, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐκείνη ἀκυροῖ τὰς ἀποφάσεις τοῦ 1892, διὰ τῶν ὁποίων ἐκανονίζοντο τὰ ὅρια τῆς Κυνουρίας, συνεπῶς ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ Διάταγμα τοῦ 1833. Ἐὰν λοιπὸν ἐπανερχώμεθα εἰς τὸ Διάταγμα τοῦ 1833, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ διοικητικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους, δὲν ἔχει νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Κυβέρνησις ζητήματός τινος. Τίνος ζητήματος νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ τὴν ἐπιζητήσωμεν πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833, οὐχὶ ἵνα ἐπιληφθῇ ἤδη τῆς συζητήσεως τῆς ὑποθέσεως, διότι πᾶσα συζήτησις θὰ προσκόψῃ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν Κυνουριέων, καὶ αὐτὴν τὴν ἀνάμιξιν τῆς Κυβερνήσεως θέλομεν ἡμεῖς νὰ ἀποφύγωμεν.
§51ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐμμένω εἰς ὅ,τι εἶπον, κύριε Πρόεδρε· ὅτι δηλαδὴ δὲν ἐμελετήθη ἡ ὑπόθεσις.
§52Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Κυνουρίας φαίνεται ὅτι εὑρίσκονται εἰς διαφωνίαν μεταξύ των. Ἠκούσθη ἡ φωνὴ τῶν Βουρβουραίων, νομιζόντων ὅτι ἀδικοῦνται. Πρέπει νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ φωνὴ τῶν Ἀραχωβιτῶν. Ἔχω τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀναγκάζομαι νὰ ἀναγνώσω, μεθ’ ὅσα εἶπον οἱ κύριοι Βουλευταὶ Κυνουρίας, νομίζοντες ὅτι ἀδικοῦνται οἱ συμπολῖταί των (ἀναγινώσκει): «Κυρίους Μελετόπουλον, Μαυρομιχάλην κλπ. Ἀντιπρόσωποι Κυνουρίας (ὑπαινίσσονται οἱ τηλεγραφοῦντες τὸν κ. Καλούτσην καὶ τὸν κ. Σπυράκην, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βοζίκης κατηγόρησεν ὡς μὴ ἐπεμβαίνοντας ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν των) ἐπεμβαίνουν σκανδαλωδῶς πρὸς ὑποστήριξιν τῶν συμπολιτῶν των κλπ.» Οἱ κύριοι Βουλευταὶ Κυνουρίας παρέστησαν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἴσως ἡ Βουλὴ πρὸς στιγμὴν ἐπείσθη, ὅτι ἀδικοῦνται οἱ συμπολῖταί των. Ἐκ τῆς τελευταίας ὅμως ὁμιλίας τοῦ κ. Καλούτση ἐπείσθητε, νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ζητοῦσι νὰ ἀδικήσωσι — μεθ’ ὅλα, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βοζίκης, — τὸ χωρίον τῆς Ἀραχώβης. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ κανονισμοῦ ὁρίων. Ἰδοὺ τί συμβαίνει. Πρό τινος καιροῦ εἷς δασάρχης ἀπηγόρευσε τὴν χρῆσιν ἑνὸς μέρους πρὸς ἀναδάσωσιν. Ἐνόμισαν οἱ κάτοικοι καὶ τοῦ ἑνὸς χωρίου καὶ τοῦ ἑτέρου, ὅτι ἐπρόκειτο ὁ δασάρχης νὰ καθορίσῃ τὰ ὅρια, καὶ ἐντεῦθεν αἱ ἀμφισβητήσεις. Μετέβην καὶ ἐγὼ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ Δασικὸν τμῆμα, καὶ εἶδον ὅτι ἐστάλησαν ἐπανειλημμέναι διαταγαὶ καὶ εἰς τὸν ἕνα καὶ εἰς τὸν ἄλλον ἀστυνόμον, καὶ συνεπείᾳ αὐτῶν ἐπανῆλθεν ἡ τάξις, καίτοι οὐδὲν σοβαρὸν εἶχε συμβῆ. Ὅταν ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τότε θὰ πεισθῇ, ὅτι ζητοῦσιν οἱ Κυνουριεῖς νὰ ἀδικήσωσι τοὺς Λακεδαιμονίους. Περὶ τούτου πρόκειται, καὶ περὶ τούτου νομίζω, ὅτι καὶ ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Καλούτση ἐπείσθη ἡ Βουλή.
§53Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πάντοτε οἱ Λακεδαιμόνιοι τὴν Κυνουρίαν τὴν ἔχουσι τιμάριον!
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν».
§55Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§57ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ. Ἔχω παρατήρησίν τινα ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ σχετικὸν ἀντικείμενον, διὰ τὸ ὁποῖον παραπονεῖσθε.
§59ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ συνόλου.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἀντικειμένου ἔχετε νὰ φέρητε παρατήρησιν;
§61ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ πρώτου ἀντικειμένου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ὅλης ἡμερησίας διατάξεως· διότι κατὰ τὴν ἀπουσίαν ὑμῶν, τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, κατηρτίσθη ἄλλως ἡ ἡμερησία διάταξις ἢ ὡς εἶχε κατὰ τὴν Μεγάλην Τετάρτην, κατὰ τὴν τελευταίαν τουτέστι συνεδρίασιν πρὸ τῶν διακοπῶν. Ἐπειδὴ δὲ ὑμεῖς ἐφαρμόζετε τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καταρτίζει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῇ ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ ἡμερησία διάταξις, ὡς ἦτο κατηρτισμένη κατὰ τὴν Μεγάλην Τετάρτην, μετεβλήθη ἄρδην, διότι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 114, ἐπὶ παραδείγματι, νομοσχέδιον μετεφέρθη εἰς τὴν θέσιν τοῦ 15, τὸ περὶ νομικῶν συμβούλων, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπ’ ἀριθ. 100, βλέπω σήμερον μεταξὺ τῆς δευτέρας δεκάδος, τὸ περὶ ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπ’ ἀριθ. 90, τὸ βλέπω σήμερον μεταξὺ τῶν πρώτων. Ὁ καταρτισμὸς οὗτος τῆς ἡμερησίας διατάξεως βεβαίως δὲν εἶναι κατὰ τὸν Κανονισμόν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Μεγάλης Τετάρτης. Ἡ Βουλὴ βεβαίως δικαιοῦται καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ μεταβάλῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐγὼ ὅμως εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις ταύτας.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν ταύτην, διὰ νὰ δώσω τὴν ἀπαιτουμένην διασάφησιν. Ἡ ἡμερησία διάταξις εἶχε κανονισθῆ κατ’ ἄλλον τρόπον πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν· μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν ἐπήρχετο ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μοὶ ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον νὰ φροντίσω, ἵνα τεθῶσι πρὸς συζήτησιν πρὸ παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν νομοθέτησιν μεταβολῶν οἰκονομικῶν, πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ κύριον πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου. Ἑπομένως εἰσηγησάμην εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς — διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἦτο ἀπὼν — τὴν μεταβολὴν ταύτην. Ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν ταύτην, διὰ νὰ δηλώσω, ὅτι ἐν ὀνόματι τῆς πλειονοψηφίας ἐζήτησα τὴν τροποποίησιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διὰ νὰ τεθῶσι πρὸ παντὸς ἄλλου τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προετάχθησαν, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος τοῦ Ὑπουργείου.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις εἴς τι νομοσχέδιον, νὰ διατυπωθῇ ἡ πρότασις ἡ σχετική. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου «περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν».
§64Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον «περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν» ἀνάγεται εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς σχετιζόμενα ἀρρήκτως πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἢ μᾶλλον πρὸς τὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτυγχάνεται οἰκονομία, ἢ περικοπὴ τῶν δημοσίων δαπανῶν. Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου προφανῶς εἶναι νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν. Κατὰ τὴν γνώμην μου, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρέλκει. Ἠδύνατο ἡ οἰκονομία αὕτη τῶν δαπανῶν νὰ πραγματοποιηθῇ χωρὶς νὰ μεταβληθῇ ὁ θεμελιώδης νόμος περὶ συστάσεως ὑπηρεσίας ἐλέγχου ἐπιθεωρήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν, διότι, ὡς εἶναι, Κύριοι, γνωστὸν, οἱ ἐπιθεωρηταὶ, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ὑπεράριθμοι, πάντες ἀπελύθησαν, διατηρεῖται δὲ ἀριθμὸς κατώτερος τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον δημιουργεῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτου τοῦ θέματος δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ παρατηρήσω τι εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι οὕτως ἔδοξεν αὐτῷ, διὰ νόμου νὰ τροποποιήσῃ τὸν νόμον τὸν ὑφεστῶτα. Ἴσως—δὲν θέλω νὰ τὸν μεμφθῶ ἐπὶ τούτῳ—νομίζει, ὅτι, πάντα νόμον ψηφισθέντα τῇ πρωτοβουλίᾳ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοί εἰσι πολιτικοί του ἀντίπαλοι, ὀφείλει νὰ τὸν ἀνατρέπῃ, ὅταν τῷ παρουσιάζηται εὐκαιρία. Κατὰ τὸ 1899, μεταξὺ τῶν πρώτων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν μέλος, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἦτο καὶ τὸ «περὶ συστάσεως ὑπηρεσίας ἐπιθεωρήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν». Ὁ νόμος αὐτὸς, τῇ εἰσηγήσει μου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ψηφισθεὶς, φέρει στοιχεῖα ͵ΒΧΛΔʹ καὶ χρονολογίαν 19 Ἰουλίου 1899. Ποῖος ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἐκείνου, τοῦ ὁποίου σήμερον ζητεῖται ἡ κατάργησις, ἢ μᾶλλον ἡ τροποποίησις; Ὑπῆρχε καὶ πρότερον, —διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀπὸ τῆς συστάσεως ἀκόμη τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας—ὑφίστατο πάντοτε ὁ θεσμὸς τῆς ὑπηρεσίας τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, ἀλλὰ οἱ ἐπιθεωρηταὶ παρήλλασσον καὶ κατ’ ἀριθμὸν καὶ κατὰ τὴν ἀποστολὴν, ἀναλόγως τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν. Ἄλλοτε οἱ ἐπιθεωρηταὶ εἶχον ἕδραν τὰς Ἀθήνας, ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐξήρχοντο δὲ τῶν Ἀθηνῶν, μόνον ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρήγγελλεν αὐτοὺς νὰ μεταβῶσι πρὸς ἐκτέλεσιν ὡρισμένης ἐπιθεωρήσεως. Ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταὶ οἱ οἰκονομικοὶ δὲν ἐξεπλήρουν τὸ καθῆκόν των ὡς ἔδει, διότι ἐγίνωσκον, ὅτι αἱ ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλλον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα φθάσωσι μέχρις αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ διέλθωσι διὰ τῶν τμηματαρχῶν, ἢ διὰ τῶν ἁρμοδίων εἰσηγητῶν. Πολλάκις οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἐν τῇ ἐπιθεωρήσει ὡρισμένης οἰκονομικῆς ἀρχῆς ἀνεκάλυπτον ἔλλειψιν ἢ παράβασιν, ἡ ὁποία συνεδέετο πρός τινα διαταγὴν ἐλαττωματικὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, διαταγὴν, ἥτις ἐξεδόθη ἐν ἀγνοίᾳ πολλάκις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι λεπτομέρειαί τινες, ἀναγεγραμμέναι εἰς ἓν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἦτο δυνατὸν νὰ διαφύγωσι τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἑπομένως πάντοτε οἱ ἐπιθεωρηταὶ, ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἔκθεσίν των, ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἦτο δυνατὸν, ἂν διὰ τῆς ἐκθέσεως ταύτης ἤθελον παρατηρήσει, ὅτι ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης ἢ εἰσηγητὴς περιέπεσεν εἰς λάθος τι, νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν δυσμένειαν αὐτοῦ, καὶ ἀπέφευγον πάντοτε νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν ἀλήθειαν τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἀνακαλυπτομένων. Τοῦτο παρετηρήθη πρὸ ἡμῶν εἰς ἄλλα μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα ἔθνη, καὶ πανταχοῦ σχεδόν, ὅπου ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία λειτουργεῖ καλῶς, ὑπάρχει συνεστημένον παρ’ ἑκάστῳ Ὑπουργείῳ, ἰδίᾳ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, τμῆμα ἐπιθεωρήσεων. Εἰς τὸ τμῆμα αὐτὸ τῶν ἐπιθεωρήσεων συγκεντροῦνται ὅλαι αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν. Τὸ τμῆμα τῶν ἐπιθεωρήσεων καὶ μόνον τοῦτο γινώσκει, ποῦ εὑρίσκονται οἱ ἐπιθεωρηταί, τίνας ὑπηρεσίας ἐκπληροῦσι, τίνας ἐπιθεωρήσεις ἐνήργησαν, τίνος ἀρχῆς τὰς πράξεις εὑρίσκουσιν ἐλαττωματικάς. Τὸ τμῆμα τὸ ἁρμόδιον τῶν ἐπιθεωρήσεων εἰσάγει τὰς ἐκθέσεις αὐτὰς εἰς τὸν Ὑπουργὸν μετὰ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ διευθύνων τὸ τμῆμα, ὁ Ὑπουργὸς διαφωτίζεται, καὶ προβαίνει εἰς ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τὸ καθῆκον ἐπιβάλλει εἰς αὐτόν. Αὐτὸ τοῦτο ἐγένετο διὰ τοῦ νόμου τοῦ ὑφεστῶτος. Ἐδημιουργήθη ἓν τμῆμα ἐπιθεωρήσεων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδημιουργήθη φυσικῶς μία θέσις τοῦ προϊσταμένου τοῦ τμήματος αὐτοῦ, ἐδημιουργήθησαν δὲ καὶ δύο μικραὶ θέσεις γραφέων, ἀναγκαίων, ἵνα διεξάγηται καλῶς ἡ ὑπηρεσία τοῦ τμήματος τούτου. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐδημιουργήθη τότε ἐκτάκτως καὶ μία θέσις ἐπιθεωρητοῦ τῶν τελωνείων, ἀλλ’ ἐκείνη ἐδημιουργήθη προσωρινῶς, ἵνα μετακληθῇ ἐξ Ἰταλίας ἐπιθεωρητής, δυνάμενος διὰ τῶν φώτων του νὰ προσδώσῃ εἰς ἡμᾶς γνώμας ἐπὶ τῆς ὀργανώσεως τῆς τελωνοφυλακῆς. Ἦλθε τοιοῦτος ἐπιθεωρητής, καὶ παρέμεινε παρ’ ἡμῖν ἐπ’ ὀλίγους μῆνας. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου συνεστήθη καὶ εἰδικὸς οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητής, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ εἰδικὸν προσὸν τοῦ χημικοῦ, διότι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ὑπάρχῃ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν εἷς ἐπιθεωρητὴς χημικός, ὁ ὁποῖος εἰς πολλὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου χρησιμεύει, πρὸ πάντων δὲ χρησιμεύει καὶ ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀποφαίνεται ἐπὶ τῶν ἀμφισβητήσεων τῶν ἐγειρομένων περὶ τὴν κατάταξιν τῶν ἐμπορευμάτων εἰς τὰς προσηκούσας τοῦ δασμολογίου κλάσεις. Ἀλλὰ καὶ ἕτερόν τι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐπετεύχθη. Ἡ δικαιοδοσία τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν, ἀλλ’ ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ταμείων, τῶν ταμείων τῶν λιμένων, τῶν ταμείων τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὅλων ἐκείνων τῶν ἱδρυμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι διαχείρισιν καὶ εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐπίβλεψις καὶ ἡ ἐποπτεία ἐκ μέρους τῆς κεντρικῆς ἀρχῆς· ἐκ πείρας δ’ ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί, προκληθέντες νὰ ἐπιθεωρήσωσι καὶ δημοτικὰ ταμεῖα, ταμεῖα ἀγαθοεργῶν καταστημάτων καὶ ταμεῖα λιμενικά, ἀνεκάλυψαν ἐν αὐτοῖς ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦτο εὔκολον ν’ ἀνακαλυφθῶσι παρ’ ἄλλων μὴ ἐχόντων τὰς ἀναγκαίας γνώσεις. Ὅπως δὲ ἡ ἀποστολὴ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν ἐπιτύχῃ, παρεσχέθη αὐτοῖς καὶ ἐξουσία τις πειθαρχικὴ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἠσκήθη ἡ δικαιοδοσία αὐτῶν ἐκ μέρους αὐτῶν, καὶ ἐπετεύχθησαν ἀποτελέσματα ἄξια μνείας. Μεθ’ ὅλα ταῦτα ἐν τῷ προγράμματι τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, τῷ ἀφορῶντι εἰς τὴν ἐπίτευξιν οἰκονομιῶν, ἤτοι εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν δημοσίων δαπανῶν, καταλέγεται καὶ τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν. Κατ’ ἐμὲ, εἶναι σφάλμα ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν, διότι ἄνευ τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἄνευ τῆς ἐπιτηρήσεως, ἄνευ τοῦ φόβου, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐπαρκεῖς ἐπιθεωρηταί, ἵνα ἐπιβλέπωσι τοὺς διαχειριζομένους τὰ δημόσια, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀκριβὴς βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ νὰ ἐξελέγχωνται προσηκόντως οἱ ὑπόλογοι. Ἡ δαπάνη δὲ, ἡ καταβαλλομένη πρὸς συντήρησιν ἐπαρκοῦς ἀριθμοῦ ἐπιθεωρητῶν, ἀποζημιοῦται πολλαπλασίως ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπιτυγχάνονται ἰδίως ὡς πρὸς τὰ δημόσια ἔσοδα. Ἀλλ’ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ συζητήσω σήμερον, διότι παρατηρῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εὑρίσκεται εἰς τρίτην συζήτησιν καὶ διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐκληφθῇ, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἐναντίοι τῆς περικοπῆς τῶν δαπανῶν, ἐναντίοι τῶν οἰκονομιῶν, ὅπως ἐχαρακτηρίσθημεν ὑπὸ τῶν πολιτικῶν μας ἀντιπάλων. Ἡμεῖς, ὁσάκις ἐδημιουργήσαμεν διὰ τῶν νόμων, τῶν ὁποίων ἐγενόμεθα εἰσηγηταί, δαπάνας ἀνωτέρας τῶν μέχρι τότε ἀναγραφομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸ ἐπράξαμεν ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν πρωτίστως τὰ δημόσια συμφέροντα διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δημοσίων προσόδων καὶ διὰ τῆς ἀσκήσεως τοῦ προσήκοντος ἐλέγχου ἐπὶ τῶν διαχειριστῶν. Ἐὰν δὲ καὶ εἰς ἄλλους κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας προετάθησαν παρ’ ἡμῶν αὐξήσεις δαπανῶν, προήλθομεν εἰς ταύτας, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἐξυπηρετοῦσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι δυνατὸν, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν νὰ βελτιωθῇ, διότι τὸ νομοσχέδιον καταργεῖ ὅλας τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἐπιθεωρητῶν· δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν, εἴτε εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δύο γραφέων ἢ τοῦ κλητῆρος, ἀλλ’ ἀναιροῦν τὸν νόμον ἐκεῖνον δημιουργεῖ δώδεκα θέσεις ἐπιθεωρητῶν, δὲν ἀναγράφει δὲ οὔτε τὴν ἕδραν αὐτῶν, οὔτε τὰ καθήκοντα αὐτῶν. Νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχει τελευταία διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου δύνανται νὰ καθορισθῶσι διὰ Β. Διατάγματος, ἴσως διὰ Διατάγματος εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπληρωθῶσιν αἱ ἐλλείψεις αὗται. Κατ’ ἐμὲ, τὰ Β. Διατάγματα δὲν δύνανται θεμελιώδεις διατάξεις νὰ ἀναγράψωσι, δὲν δύνανται νὰ δημιουργήσωσι πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τῶν ἐπιθεωρητῶν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, δὲν δύνανται νὰ ἐπεκτείνωσι τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἐπιθεωρητῶν ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ταμείων, ἐπὶ τῶν λιμενικῶν, ἐπὶ τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, ἐπὶ τῶν κοινοτήτων κλπ. Ἐάν τις ἀνατρέξῃ εἰς τοὺς περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν νόμους, τοὺς προηγουμένους τοῦ νόμου, ὅστις τῇ εἰσηγήσει ἐμοῦ ἐψηφίσθη, θέλει ἀνεύρει, ὅτι εἰς αὐτοὺς πάντοτε προέβλεψεν ὁ νομοθέτης νὰ κανονίσῃ τὰ καθήκοντα καὶ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῶν πληρέστερον, νὰ παράσχῃ εἰς αὐτοὺς πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἕδρας αὐτῶν, καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ πάντα ταῦτα εἰς ἓν Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσῃ ὁ Ὑπουργὸς, καὶ τὸ ὁποῖον ὁ διάδοχος αὐτοῦ δύναται νὰ τροποποιήσῃ, καθ’ ἃ δοκεῖ αὐτῷ. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐκ τῶν παρακολουθούντων τὰ τῆς διαχειρίσεως ἐν γένει τῶν ταμείων τῶν κοινοτήτων, τῶν λιμένων, τῶν δήμων καὶ τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, ὁ μὴ φρονῶν, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ὑπάρχῃ ἐν νόμῳ ἀναγεγραμμένη ἡ ἐξουσία τῶν ἐπιθεωρητῶν, ὅπως δύνωνται ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ ἐπιθεωρῶσι ταῦτα. Ἐὰν μετὰ τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου σήμερον γίνεται εἰσηγητὴς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, ἐπιθεωρητής τις διαταχθῇ νὰ ἐπιθεωρήσῃ ἓν λιμενικὸν ταμεῖον ἢ ταμεῖον κοινότητος, βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ προϊστάμενος τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνης νὰ τὸν ἐκδιώξῃ. Ἀκόμη καὶ ἕτερόν τι. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ ὑφεστῶτος οἱ ἐπιθεωρηταὶ εἰς δεδομένας περιστάσεις ἔχουσι τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐξετάζωσι τὰ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, διότι τὰ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν σχετίζονται πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν δημοσίων συμφερόντων. Τὸ Δημόσιον εἰσπράττει φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν· ὑπάρχουσι δὲ ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι προσπαθοῦσι νὰ μειώσωσι τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν μάλιστα θελήσητε νὰ ἐξετάσητε τὰς ἑταιρείας, τῶν ὁποίων ἡ ἕδρα εἶναι ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐκεῖ ἡ προσπάθεια πρὸς καταδολίευσιν τῶν συμφερόντων τοῦ ἡμετέρου Κράτους εἶναι κατάφωρος. Ὅτε διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχον λάβει ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω ἕνα ἰσολογισμὸν, ὁ ὁποῖος παρίστα τὴν κατάστασιν τῆς ἑταιρείας ἐκείνης ὡς οὐδὲν ἀποδίδουσαν καθαρὸν ἔσοδον. Παρήγγειλα ἕνα τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν νὰ ἐξελέγξῃ τὰ κατὰ τὴν ἑταιρείαν ἐκείνην. Εἶναι δύσκολον νὰ φαντασθῆτε, ὁποῖαι παρενεβλήθησαν δυσκολίαι ἐκ μέρους τῶν διευθυνόντων τὴν ἑταιρείαν, ὅπως μὴ παράσχωσι τὰ μέσα εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν, ἵνα ἐξελέγξῃ τὰ τῆς καταρτίσεως τοῦ ἰσολογισμοῦ. Ἐπὶ τέλους, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ, ἡ ἑταιρεία αὕτη ὑπεχρεώθη νὰ μεταφέρῃ ἐνταῦθα τὰ βιβλία της. Περαιτέρω δὲν παρηκολούθησα τὴν ὑπόθεσιν, διότι δὲν ἤμην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὅτε τὰ βιβλία ἦλθον. Ταῦτα εἶπον, διὰ νὰ καταδείξω τὴν ἀνάγκην, ὅπως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συμπληρωθῇ καὶ βελτιωθῇ. Λυποῦμαι, διότι ἕνεκα λόγων ὑγείας δὲν παρέστην οὔτε κατὰ τὴν πρώτην οὔτε κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου· διότι, ἐὰν παριστάμην ἐνταῦθα, ἤθελον παρακαλέσει τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, τροποποιήσῃ ῥιζικώτερον καὶ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν κατάργησιν μεγάλου ἀριθμοῦ ἐπιθεωρητῶν, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὴν τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τμήματος τῶν ἐπιθεωρήσεων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν, ἵνα μὴ φανῶ ὀχληρὸς, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου δύνανται, ἔστω καὶ ἐν μέρει, νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, νὰ θελήσῃ νὰ μὴ ψηφισθῇ σήμερον τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ συμβουλευόμενος τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν νὰ καταστήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἄξιον τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκει, καθόσον ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν εἶναι ἐκ τῶν χρησιμωτάτων, ἄνευ δὲ τούτου ἀδύνατον νὰ ἔχῃ τις πεποίθησιν, ὅτι τὰ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ ἐν γένει τὰ τῶν ὑπολόγων δύνανται νὰ λειτουργῶσι κανονικῶς καὶ εὐρύθμως.
§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς δύο κυρίως θέματα περιεστράφησαν αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παρνασσίδος· πρῶτον εἰς τὸ ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 12 ἐπιθεωρητῶν, τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν ἐπαρκεῖ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐπιθεωρητῶν, καὶ δεύτερον εἰς τὸ ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀτελὲς καὶ δὲν περιλαμβάνει εἰδικὰς διατάξεις περὶ τῶν καθηκόντων τῶν ἐπιθεωρητῶν. Ἡ πρώτη παρατήρησις τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ δὲν μοὶ φαίνεται βάσιμος, καὶ τρέπομαι ἀμέσως ἐπὶ τὴν ἔρευναν τῆς παρατηρήσεως αὐτοῦ, χωρὶς νὰ προέλθω εἰς γενικὰς θεωρίας, καθόσον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν πρόκειται νὰ καταργήσωμεν σύστημα· δὲν καταργοῦμεν δὲ τὸ σύστημα τῶν ἐπιθεωρητῶν, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ σύστημα ἐπιθεωρήσεως, ἡμεῖς πρῶτοι ἐνομοθετήσαμεν τοῦτο, Ὑπουργοῦ τυγχάνοντος τοῦ καὶ ἤδη τοιούτου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ. Μεταβάλλομεν τὸ σύστημα τῆς ἐπιθεωρήσεως κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὀργάνων αὐτῆς, διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι οἱ 22 ἐπιθεωρηταὶ δὲν ἦσαν ἀναγκαῖοι, καὶ ὅτι προέκυπτε σπατάλη διὰ τὴν μισθοδοσίαν 10 προσώπων μὴ ἀναγκαίων, καὶ ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 12 ἐπιθεωρητῶν ἐπήρκει πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ δὲ γνώμη αὕτη δὲν εἶναι γνώμη ἡμῶν, ἀλλὰ τῆς ὑπηρεσίας, ὡς εἶχε καταρτίσει αὐτὴν ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, διότι οὗτος ἐκανόνισε τὰ τῶν ἐπιθεωρήσεων διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1899, ὡς εἰ ἐπρόκειτο νὰ κανονίσῃ ἰδίαν ὑπηρεσίαν, αὐτοτελῆ καὶ ἀνεξάρτητον, καὶ κατέληξεν εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἐπιθεωρήσεως, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐν ἐγγράφῳ του, φέροντι ἡμερομηνίαν 22 Νοεμβρίου 1902, περιλαμβάνει σημείωσιν τῶν ἀργομίσθων καὶ τῶν περιττῶν, ὡς τοιούτους θεωρῶν καὶ τοὺς δέκα ἐπιθεωρητάς. Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται ν’ ἀνακοινώσω τὰ ὀνόματα τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἀλλὰ δύναμαι νὰ ἐπιδείξω τὴν ὑπογραφὴν τοῦ διευθύνοντος τὴν Ἐπιθεώρησιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οἱ 12 ἐπιθεωρηταὶ, ὧν εἷς εἶναι καὶ εἰδικὸς ἐπιστήμων, ἀρκοῦσι πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐπιθεωρήσεως. Δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῶν τμηματαρχῶν νέα ἀρχὴ, ἐπιτηροῦσα τοὺς τμηματάρχας. Διότι νομίζω, ὅτι, ἐὰν τμηματάρχης τις ἤθελεν ἀποπλανήσει τὸν Ὑπουργὸν, εἶναι ἀνάξιος νὰ κατέχῃ δημόσιον ἀξίωμα, καὶ ἂν ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἤθελεν ἐπιτηρεῖ τοὺς τμηματάρχας, ὥστε νὰ δύναται ἐν παντὶ καιρῷ καὶ πάσῃ στιγμῇ νὰ ἐλέγχῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν ἐπὶ πάσης ὑποθέσεως, νομίζω ὅτι καὶ οὗτος δὲν εἶναι ἱκανὸς Ὑπουργός. Ἑπομένως δὲν εὑρίσκω ἀναγκαίαν τὴν μεσολάβησιν ἐλεγκτοῦ τῶν τμηματαρχῶν, ὡς ἐθεώρησεν αὐτὴν ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής. Ἡ δευτέρα παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παρνασσίδος σκοπὸν εἶχε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ νόμος δὲν εἶναι ἀτελὴς, διότι ἀναγράφει τὰ καθήκοντα τῶν ἐπιθεωρητῶν. Δὲν θέλω νὰ ἐπικρίνω τὸν νόμον τοῦ 1899, δύναμαι ὅμως νὰ ἰσχυρισθῶ, καὶ νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1899 Πρωθυπουργοῦ ὄντος τοῦ μακαρίτου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, διετάχθη καὶ ἐγένετο ἐπιθεώρησις ἐπὶ τῶν ταμείων πάντων τῶν ἠθικῶν προσώπων, ἑταιρειῶν, Τραπεζῶν, σωματείων, φιλανθρωπικῶν καὶ ἄλλων ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, χωρὶς νὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ νομοθετικὴ ἄδεια διὰ τὴν ἐπιθεώρησιν. Διότι ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πολλῶν νόμων αἱ διατάξεις ἐπιτρέπουσι τοῦτο, αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 29–50 τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 13, παράγραφος 29, περὶ καθηκόντων τῶν νομαρχῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρεται ἡ ἐξέτασις τῶν Τραπεζῶν, τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, τῶν ἐμπορικῶν, τῶν ταμείων τῶν κοινοτήτων, τῶν ἐκπαιδευτηρίων, τῶν Συλλόγων, τῶν σωματείων καὶ παντὸς ἄλλου ἐκπαιδευτικοῦ ἢ ἀγαθοεργοῦ ἱδρύματος. Λοιπὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιθεωρήσεως εἶναι ἤδη νενομοθετημένον, καὶ δὲν πρόκειται νὰ τὸ νομοθετήσωμεν ἡμεῖς. Διὰ τοῦτο φρονῶ, χωρὶς νὰ ἔχω οὐδὲν ἀτομικὸν συμφέρον ἢ μόνον τὴν πρόθεσιν νὰ βελτιώσω πᾶν ὅ,τι χρήζει βελτιώσεως, ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἱκαναὶ νὰ μὲ πείσωσι νὰ μεταβάλω γνώμην.
§66Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κρατῶν εἰς χεῖρας ἔκθεσιν τοῦ τέως προϊσταμένου τοῦ τμήματος τῆς Ἐπιθεωρήσεως, ἐπεκαλέσθη ταύτην πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν ὁ διὰ τοῦ ὑφεστῶτος νόμου δημιουργηθείς. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη ἀφορᾷ οὐχὶ εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀνικανότητά τινων ἐξ αὐτῶν. Ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, βεβαίως εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀπόκειται ν’ ἀντικαταστήσῃ τοὺς μὴ ἱκανοὺς δι’ ἄλλων ἱκανωτέρων, διότι ἴσως ἐγὼ εἴτε ὁ διάδοχός μου προέβημεν εἰς διορισμὸν προσώπων, ἅτινα δὲν κρίνονται ὑπὸ τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργοῦ ἐπαρκῆ. Ἡ ἔκθεσις αὕτη τοῦ κ. Πλατύκα, ἣν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν παρατηρήσεών μου, δὲν ἀφορᾷ τὸ περιττὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρατηρῶ, ὅτι ὑπάρχουσι παραδείγματα πολλὰ ἐπιθεωρητῶν, διαταχθέντων νὰ ἐνεργήσωσιν ἐπιθεώρησιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, εἰς δημοτικὰ ταμεῖα κλπ., ὅπου οἱ ἁρμόδιοι δὲν ἐδέχθησαν τοὺς ἐπιθεωρητάς· γενομένης δὲ ἐρεύνης καὶ ἐξετάσεως τῶν κειμένων νόμων, εὑρέθη, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐπιθεώρησις. Τὸ Διάταγμα περὶ καθηκόντων τῶν νομαρχῶν παρέχει τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν καὶ ἐξέλεγξιν εἰς τοὺς νομάρχας, ἀλλ’ οὗτοι εἶναι οἱ ἥκιστα ἁρμόδιοι πρὸς ἐξέλεγξιν διαχειρίσεως ὑπολόγων, καὶ δι’ αὐτὸ οὐδέποτε ἐγένετο ἐκ μέρους τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν ἐξέλεγξις. Δὲν βλέπω δὲ, κατὰ τί ἠδύνατο νὰ βλάψῃ, ἐὰν τὴν διάταξιν, ὡς εἶχεν ἐν τῷ ὑφεστῶτι νόμῳ, ἢ ἄλλην νέαν περιλάβῃ τὸ νέον νομοσχέδιον, ὅπως οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ ἔχωσι τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπιθεωρῶσι τὴν διαχείρισιν τῶν ἠθικῶν προσώπων, τῶν λιμενικῶν ταμείων κλπ. Κατὰ τὴν πρὸ ὀλίγου σύντομον ἀγόρευσίν μου παρέλειψα νὰ προσθέσω τὸ ἑξῆς. Νομίζομεν πάντες, ὅτι, ὅταν ἐκ τῶν ὑφισταμένων θέσεων καταργῶνταί τινες, ἐπιτυγχάνεται πλήρης ἡ οἰκονομία τοῦ μισθοῦ τῶν ἐν αὐταῖς ὑπηρετούντων ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ὅσοι γινώσκουσιν ἐγγύτερον τὰ πράγματα δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν κατεχόντων τοιαύτας θέσεις εἶναι ὑπάλληλοι συντάξιμοι, καὶ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐπιτυγχάνεται οἰκονομία εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφ’ ἑτέρου αὐξάνει ἡ πίστωσις ἡ ἀναγραφομένη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τὰς συντάξεις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ὅταν λόγῳ οἰκονομίας ἀποφασίζωσιν οἱ Ὑπουργοὶ ν’ ἀπολύσωσιν ὑπαλλήλους, πρέπει νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν, μήπως δὲν ἐπιτυγχάνουσι τὴν οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκουσιν. Ἀλλὰ περὶ τούτου εἰδικώτερον θέλω ἀσχοληθῆ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀρκοῦμαι εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας προέβαλον. Ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζῃ, ὅτι δύναται βελτίωσίς τις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ ἐπέλθῃ, ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄμεσον ψήφισιν αὐτοῦ, ὡς ἔχει. Ὀφείλω δὲ νὰ σημειώσω, ὅτι τὰς παρατηρήσεις καὶ γνώμας μου προέβαλον οὐχὶ ἐκ σκοποῦ ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἐκ σκοποῦ βελτιώσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§67Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁποῖος εἶναι ὁ ἰσχύων νόμος, ἐξήγησεν ἐν λεπτομερείᾳ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐκανονίσθησαν καὶ ζητήματά τινα, τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ ἦναι δεκτικὰ ἀμφισβητήσεως. Ἕν τῶν ἀντικειμένων τούτων εἶναι καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων καὶ τῶν σωματείων. Βεβαίως καὶ κατὰ τὴν πρὸ τοῦ ὑφισταμένου νόμου νομοθεσίαν παρείχοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, ὅπως ἐνασκῇ τὴν δέουσαν ἐπιθεώρησιν ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐν τῷ νόμῳ περὶ νομαρχῶν σχετικὴ διάταξις ἐκ τῆς γενικότητος αὐτῆς δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀφορῶσα εἰς τὸν προσδιορισμὸν μόνης τῆς δικαιοδοσίας, μὴ κανονίζουσα ὅμως καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐνασκήσεως τῆς δικαιοδοσίας ταύτης. Διὰ τοῦτο ἡ συμπλήρωσις τοῦ ἀντικειμένου τούτου διὰ τῶν διατάξεων, ἃς περιέχει ὁ ἰσχύων νόμος, νομίζω ὅτι εἶναι προτιμοτέρα. Ἐν τούτοις τὸν ἰσχύοντα νόμον ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισε καλὸν νὰ τροποποιήσῃ, καὶ εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀρχικῶς εἰσαχθὲν, ἐν τῷ ὁποίῳ διὰ συντόμων διατάξεων κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ῥητῶς νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος ὁ ἰσχύων...
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν νόμον.
§69Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΒΧΛΔʹ τῆς 21 Ἰουλίου 1899, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν νόμον τοῦτον καταργοῦνται.»
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον δὲν περιέχει τοιαύτην διάταξιν.
§71Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀρχικῶς εἰσαχθέν.
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο ὅμως ἐτροποποιήθη.
§73Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἀρχικῶς εἰσαχθέντος, καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ τροποποιηθέντος καὶ ἤδη συζητουμένου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Τοῦτο δὲν εἶναι τόσον σύντομον, ὅσον τὸ ἀρχικῶς ὑποβληθέν. Διατί; Διότι διατάξεις τοῦ κειμένου νόμου ἐνόμισε καλὸν νὰ περιλάβῃ τὸ νομοσχέδιον. Περιέλαβε ῥητῶς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ κειμένου νόμου, ὅπερ ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ ἔχει θέσιν ἄρθρου 5, περιέλαβε τὴν τοῦ ἄρθρου 14, ἐδαφ. βʹ, ὅπερ ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ ἔχει θέσιν ἄρθρου 6. Περιέλαβε λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον, ὡς ὑπεβλήθη, διατάξεις περιεχομένας εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον, καὶ ἡ παραλαβὴ ἐκεῖθεν τῶν διατάξεων αὐτῶν συνετέλεσεν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ συζητοῦμεν. Ἀλλ’ ἀντὶ τῆς τελικῆς διατάξεως, ἣν εἶχε τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΧΛΔʹ, περιέχει τὴν διάταξιν, ὅτι «πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται». Ἡ διαφορὰ αὕτη μὲ ἠνάγκασε νὰ ὑποβάλω τὴν παρατήρησιν, ὅτι γεννᾶται ἀμφιβολία, τίνες διατάξεις καταργοῦνται καὶ τίνες διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ, διότι πολλαὶ διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου δὲν φαίνονται ἀντικείμεναι εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Φέρ’ εἰπεῖν, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλωσι πειθαρχικὴν τιμωρίαν· τοῦτο ἀντίκειται «εἰς τὸν παρόντα νόμον»; Ἐπίσης κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἔχουσι δικαίωμα εἰκοσαημέρου ἀδείας. Διατηρεῖται τοῦτο ἢ καταργεῖται; Ἀμφίβολον. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι, ὅτι ἔχομεν ἤδη νόμον πλήρη περὶ ἐπιθεωρήσεως· ἵνα δὲ φθάσωμεν εἰς ἕτερον νόμον, καλὸν εἶναι νὰ περιλάβωμεν ἐν τούτῳ πάσας τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν θεωρήσει τηρητέας, νὰ καταργήσωμεν δὲ τὸν ὑπάρχοντα νόμον.
§74Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἰσχυρισθείς, ὅτι δὲν περιλαμβάνει διατάξεις τὸ νομοσχέδιον παρεχούσας εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιθεωρῶσι καὶ ἄλλα γραφεῖα, πλὴν τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, διότι ἕνεκα τῆς ἀσθενείας μου δὲν ἔλαβον γνῶσιν τοῦ δευτέρου. Μετὰ τὰς γενομένας ὅμως παρατηρήσεις ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας παρετήρησα, ὅτι ὑπάρχει καὶ δεύτερον νομοσχέδιον, εἰς ὃ περιελήφθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6, καθ’ ἣν οἱ ἐπιθεωρηταὶ δύνανται νὰ ἐξελέγχωσι καὶ ἄλλα γραφεῖα, ὡς ἑταιρειῶν καὶ Συλλόγων, ἅτινα δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Φαίνεται δ’ ὅτι οὐ μόνον ἐγὼ δὲν ἐγνώριζον τὴν διάταξιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἐλησμόνησεν, ἀφοῦ ἀπαντῶν εἰς ἐμὲ δὲν ἀνέφερε ταύτην.
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παντάπασι δὲν ἐλησμόνησα· σεῖς τὴν ἐλησμονήσατε, διότι ἦσθε προσηλωμένος εἰς τὸν νόμον σας.
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἠγνόει τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰπόντος, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἦτο προσηλωμένος εἰς τὸν νόμον του καὶ δὲν ἔλαβε γνῶσιν, εἶναι ἀκριβής· διότι ἐγὼ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι, προσηλωμένος ὢν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ πρῶτον αὑτοῦ νομοσχέδιον, εἶχε λησμονήσει τὸ δεύτερον, διότι ἄλλως δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸν νόμον τὸν καταστατικὸν τῶν νομαρχῶν, καὶ ἑπομένως ἡ παρατήρησίς του στρέφεται πρὸς αὐτόν.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐθεωρήθη ἐπαρκὴς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ἂν ἐθεωρεῖτο τοιαύτη, ἠθέλετε πεισθῆ, ὅτι ἡ διάταξις δὲν δημιουργεῖ δικαίωμα ἐπιθεωρήσεως, διότι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν διατάξει νόμου ἰσχύοντος, ἀλλὰ δίδει εὐκολίαν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ ἐκτὸς τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀναφέρεται, ὅτι τῇ ἐντολῇ ἄλλων Ὑπουργῶν δύναται καὶ ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ ἐπιθεώρησιν. Τοῦτο ἀναγράφει τὸ προκείμενον ἄρθρον, δὲν ἀναγράφει δικαίωμα ἐπιθεωρήσεως. Συμβαίνει τὸ εὐτύχημα, ὅτι ἐγὼ αὐτὸς ἐργάζομαι ἐπὶ τῶν ἔργων μου, καὶ δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω ὅ,τι ἔγραψα.
§78Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο συμβαίνει, ὅταν ἐργάζηταί τις ἐπὶ τῶν ἰδίων ἔργων· ἀκριβῶς αὐτό, τὸ ὁποῖον παρετήρησα, ὅτι δηλαδὴ δημιουργεῖται δικαίωμα. Ἐγὼ ἐθεώρησα, ὅτι δὲν ἦτο πρέπον, εἷς ἐπιθεωρητὴς νὰ ἐπιθεωρῇ ἓν λιμενικὸν ταμεῖον ἢ ἓν δημοτικὸν ἄνευ ὡρισμένης διαταγῆς, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τῇ διαταγῇ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ γίνεται ἡ ἐπιθεώρησις τῶν ταμείων τῶν μὴ ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§79Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 14 τοῦ ὑφισταμένου νόμου ἔχει δύο ἐδάφια· τὸ πρῶτον ἀναγράφει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιθεωρήσεως ὅλων τῶν ἰδιωτικῶν ἑταιρειῶν καὶ ἄλλων καταστημάτων, τὸ δεύτερον ἐδάφιον εἶναι ὅμοιον πρὸς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου, ἀλλὰ παρελείφθη ἐκ τούτου ἡ διάταξις περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν ἰδιωτικῶν ἑταιρειῶν, καὶ ἡ παράλειψις αὕτη δὲν εἶναι πρέπουσα.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς ἔχουσιν). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§81Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ περιορισμὸς αὐτός, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ξένα Πανεπιστήμια, εἰς μόνον τὰ ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ δὲν εἶναι δεδικαιολογημένος. Ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει χημικὸς ἄριστος τῆς Γεωργίας, ὅστις ἐσπούδασεν ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἀλλὰ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ δύναταί τις ἄριστα νὰ ἐκπαιδευθῇ. Καλὸν εἶναι νὰ μὴ γείνῃ ἡ διάκρισις. Δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὡρισμένον πρόσωπον, ἐκπαιδευθὲν ἐν Γαλλίᾳ ἢ Γερμανίᾳ, ἀλλὰ δὲν πιστεύω ἕνεκα τούτου νὰ θελήσῃ νὰ θέσῃ περιορισμοὺς τὸ νομοσχέδιον. Διπλώματα τοιαῦτα χημικοῦ δίδει καὶ ἡ ἐν Ζυρίχῃ Σχολή.
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅτι ὁ χημικὸς πρέπει νὰ ἔχῃ δίπλωμα τῶν ἐν Γαλλίᾳ ἢ Γερμανίᾳ Πανεπιστημίων, ἐλήφθη ἐκ τοῦ προγενεστέρου νόμου· ἀλλ’ ἐὰν ἦναι καὶ ἄλλων Κρατῶν Πανεπιστήμια, τὰ ὁποῖα παρέχουσι διπλώματα χημείας, δὲν ἀντιλέγω νὰ ἀναγράψωμεν καὶ ταῦτα.
§83Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συντάξω τὸ νομοσχέδιον, τὸν νῦν ἰσχύοντα νόμον, συνεβουλεύθην καθηγητάς τινας, πάντες δὲ μοὶ εἶπον, ὅτι Πανεπιστήμια δίδοντα διπλώματα Χημείας δὲν εἶναι ἢ ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέγραψα αὐτὸ τὸ προσόν.
§84Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θεωρῶ ἄτοπον νὰ λέγηται, ὅτι μόνον τὰ Γαλλικὰ καὶ Γερμανικὰ Πανεπιστήμια ἐκδίδουσι διπλώματα Χημείας, τὰ δὲ ἄλλα μόνον certificats. Ὑπάρχουσι Πανεπιστήμια, ἐν οἷς διδάσκεται τὸ μάθημα τῆς βιομηχανικῆς Χημείας, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐνταῦθα ὑπ’ ὄψει μας. Τὸ μάθημα τῆς Χημείας ἀποτελεῖ μάθημα πολλῶν Σχολῶν, εἴτε τῆς Ἰατρικῆς εἴτε τῶν Φυσικομαθηματικῶν, πανταχοῦ ἐν πᾶσι τοῖς Πανεπιστημίοις τῆς Εὐρώπης, ἐν οἷς ὑπάρχουσι τοιαῦται Σχολαί, ἐν αἷς διδάσκεται καὶ τὸ μάθημα τοῦτο, καὶ αἵτινες ἀναδεικνύουσι διδάκτορας καὶ τῶν Φυσικῶν ἐπιστημῶν. Ὑπάρχουσι καὶ Σχολαὶ εἰδικαί, ἐν πάσαις δὲ καὶ ἐργαστήρια Χημείας, ἐν οἷς ἀσκοῦνται οἱ μέλλοντες νὰ λάβωσι τὸ δίπλωμα. Δὲν δύναται νὰ ᾖναι λοιπὸν ἡ μὴ παροχὴ διπλώματος ἐξ ἄλλων Πανεπιστημίων ὁ λόγος, δι’ ὃν ἀνεγράφη ἡ περιοριστικὴ αὕτη διάταξις. Νομίζω ὅτι οὕτως ἀδικοῦμεν πολλοὺς νέους, οἱ ὁποῖοι ἐσπούδασαν ἢ σπουδάζουσιν ἐν Εὐρώπῃ, σήμερον καὶ οἱ ὁποῖοι, ἐρχόμενοι αὔριον ἐνταῦθα καὶ ζητοῦντες τὴν θέσιν ταύτην, θ’ ἀποκλεισθῶσιν ἀδίκως, διότι δὲν ἔχουν δίπλωμα Γαλλικοῦ ἢ Γερμανικοῦ Πανεπιστημίου, ἐνῷ ἔχουν ἄλλου οὐχὶ κατωτέρου.
§85Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅμως, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσι Πανεπιστήμια ξένα, ἐν Ἀμερικῇ π. χ., τὰ ὁποῖα ἐκδίδουσι διπλώματα ἐπὶ πληρωμῇ. Πρέπει λοιπὸν νὰ προσέξωμεν πολύ, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ βλάβη μεγάλη· πρέπει πάντως νὰ προσδιορίσωμεν τὰ Πανεπιστήμια, τῶν ὁποίων θὰ δύνανται νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν τὰ διπλώματα.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις;
§87Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν θέλητε, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁρίσητε Πανεπιστήμια, εἶσθε ἁρμοδιώτερος ἐμοῦ. Θέσατε καὶ τὰ Πανεπιστήμια τῆς Ἀγγλίας καὶ τοῦ Βελγίου καὶ τῆς Ἑλβετίας.
§88Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὅτε τὸ νομοσχέδιον συνεζητεῖτο εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ἐπρότεινα νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ διάταξις περὶ διπλωμάτων ξένων Πανεπιστημίων, καὶ νὰ ὑποχρεωθῇ πᾶς ὑποψήφιος νὰ ὑποβάλληται εἰς ἐξέτασιν ἐνώπιον τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου, καὶ νὰ ἐφοδιάζηται μὲ τὸ δίπλωμα αὐτοῦ. Διὰ τῆς μεθόδου τῶν ξένων Πανεπιστημίων ἐπέρχεται, Κύριοι, μεγάλη βλάβη, καὶ συμβαίνουσι, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀδικήματα. Ὑπάρχουσι βεβαίως Πανεπιστήμια, τὰ ὁποῖα εἶναι πρώτης τάξεως, ἀλλὰ καὶ ἕτερα, τὰ ὁποῖα παρέχουσι διπλώματα ἄνευ ἀξίας· ἐκτὸς δὲ τούτων ὑπάρχουσι καὶ τεχνικαὶ Σχολαί, αἱ ὁποῖαι προπαρασκευάζουσι πολὺ καλλίτερον τοὺς ἐν αὐταῖς σπουδάζοντας. Ἂς ἔχωσι καὶ οὗτοι τὸ δικαίωμα νὰ δίδωσιν ἐξετάσεις εἰς τὸ ἡμέτερον Πανεπιστήμιον, καὶ ἂν κρίνωνται ἄξιοι, νὰ λαμβάνωσι τὸ δίπλωμα καὶ ν’ ἀποκτῶσι τὸ προσὸν τοῦ διορισμοῦ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν). Ἄρθρον 5, τὸ 6 τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκεται).
§90Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ εἰδικὸς ἐπιθεωρητής, ὁ χημικός, ὁρίζεται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅτι θὰ ἑδρεύῃ ἐν Ἀθήναις, καὶ ὅτι «ἐκτὸς τῶν ἄλλων διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος κανονισθησομένων καθηκόντων αὐτοῦ μετέχει καὶ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 2 § δʹ τοῦ ͵ΒΡΚΑʹ νόμου περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου ἐπιτροπῆς.» Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν ἐπὶ τούτου, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἀπό τινος χρόνου ἔχομεν τοσοῦτον συχνὰ παράπονα, ἐγειρόμενα ἐκ μέρους τῶν ἐμπόρων διὰ τὴν βραδύτητα, μεθ’ ἧς διεξάγεται ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἀμφισβητουμένων ζητημάτων, ἅτινα ἐγείρονται μεταξὺ τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν τελωνειακῶν ἀρχῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάταξιν τῶν ἐμπορευμάτων, ὥστε πρέπει νὰ παύσῃ ἡ κατάστασις αὕτη. Δὲν εἶναι ὑπερβολή, ἂν εἴπω, ὅτι καὶ μὴν πολλάκις παρέρχεται, καθ’ ὃν ὁ ἔμπορος μάτην περιμένει τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ εἶναι ἠναγκασμένος ν’ ἀφίνῃ τὸ ἐμπόρευμά του ἐν τῷ τελωνείῳ, καὶ νὰ ζημιῶται, στερούμενος αὐτοῦ ἀδίκως κατὰ τὸν κατάλληλον χρόνον τῆς πωλήσεως αὐτοῦ. Ὡς νῦν γίνεται ἡ ὑπηρεσία αὕτη τῆς ἐξελέγξεως, εἶναι ἐπιζήμιος καὶ ἄλλως. Σημειώσατε, ὅτι ἕνεκα ἐλλείψεως χημικοῦ ἐν τῷ τελωνείῳ δὲν παρίσταται ὁ ἔμπορος κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀντιρρήσεων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἔμπορος ἐναντίον τοῦ τελώνου, καὶ τὰς ὁποίας ἔπρεπε ν’ ἀκούσῃ ὁ χημικός. Τοῦτο εἶναι ἄτοπον, καὶ χωρὶς νὰ ἀξιῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἕδρα τοῦ χημικοῦ ἐπιθεωρητοῦ ὁ Πειραιεὺς, καὶ νὰ ἐπιβληθῇ αὐτῷ νὰ ἔχῃ τὸ γραφεῖον αὐτοῦ ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς, νομίζω, ὅτι δύναται καθ’ ὡρισμένας ὥρας, τρὶς ἢ τετράκις τῆς ἑβδομάδος, νὰ κατέρχηται εἰς τὸ τελωνεῖον, καὶ νὰ γίνηται ἐνώπιόν του ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀντιρρήσεων. Πρὸς τοῦτο καλὸν θὰ ἦτο, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐν τῷ Διατάγματι, τὸ ὁποῖον θέλει ἐκδώσει, νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε τὰ παράπονα ταῦτα νὰ θεραπευθῶσι. Δὲν εἶναι μεγάλη δυσχέρεια, ὁ χημικὸς ἐπιθεωρητὴς τρὶς τῆς ἑβδομάδος νὰ συνεδριάζῃ καθ’ ὡρισμένην ὥραν μετὰ τῶν ἄλλων, οὓς ὁρίζει ὁ νόμος, καὶ ν’ ἀποφαίνωνται παρόντος καὶ αὐτοῦ καὶ τῶν μερῶν ἐπὶ τῶν διαφορῶν αὐτῶν.
§91Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου περὶ ἕδρας τοῦ χημικοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἐν Πειραιεῖ δὲν εἶναι πρακτική, διότι δὲν ἐγείρονται μόνον εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς αἱ τοιαῦται ἀμφισβητήσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα τελωνεῖα τοῦ Κράτους, καὶ μάλιστα εἰς τὰ ἄλλα περισσότεραι, διότι εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς ὑπάρχει ἀριθμὸς ἐλεγκτῶν ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων, καὶ σημειώσεις κρατοῦνται περὶ τῶν παρουσιασθεισῶν ἀπὸ ἐτῶν ὁμοίων περιπτώσεων, ὡς ἐκ τούτου δὲ αἱ τοιαῦται ἀμφισβητήσεις λύονται εὐχερέστερον. Περὶ τῶν ἐγειρομένων δὲ ἀμφισβητήσεων δὲν ἀπαιτοῦνται μόνον χημικαὶ γνώσεις, ἀλλ’ ἐπιδιώκεται πρὸ πάντων, ὅπως τὸ αὐτὸ ἐμπόρευμα ὑποβάλληται πάντοτε καὶ πανταχοῦ εἰς τὸ αὐτὸ τέλος, διότι ἄλλως ὑπάρχει ἀνισότης, καὶ τὸ ἐμπόριον παραβλάπτεται. Ἄλλως τε ἔχομεν νόμον κανονίζοντα τὰ περὶ τούτου. Κατ’ αὐτὸν γνωμοδοτεῖ περὶ αὐτῶν ἐπιτροπή, συνισταμένη ἀπὸ τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, τὸν εἰδικὸν χημικὸν ἐπιθεωρητὴν καὶ ἕνα οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητήν. Ἡ βραδύτης δὲ περὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων ἀμφισβητήσεων οὐδέποτε προῆλθεν ὁμολογουμένως ἀπὸ τὸν χημικὸν ἐπιθεωρητήν, διότι αὐτὸς εἶναι πάντοτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐνήμερος εἰς τὸ ἔργον του καὶ φιλόπονος, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ προέρχεται ἐκ τῆς εἰς ἄλλα ἔργα ἀπασχολήσεως τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου. Ἡ τοιαύτη βραδύτης πράγματι παραβλάπτει τὸ ἐμπόριον, ὁσάκις δὲ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβον γνῶσιν τῆς τοιαύτης βραδύτητος, ἔδωκα διαταγὰς, ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἐργασία, καὶ πολλάκις προσωπικῶς παρεκάλεσα νὰ μὴ μένωσιν ἐκκρεμεῖς αἱ τοιαῦται ὑποθέσεις. Εἶναι ζήτημα ἐκτελέσεως. Ἐὰν οἱ τρεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπήν, συνέρχωνται τρὶς τῆς ἑβδομάδος, βεβαίως δὲν θὰ γεννῶνται παράπονα· ἐὰν ὅμως συνέρχωνται ἅπαξ τοῦ μηνός, βεβαίως θὰ παρέχηται ἀφορμὴ τοιούτων. Ἑπομένως ἡ ἐργασία τοῦ χημικοῦ ἐπιθεωρητοῦ κατ’ ἐμὲ πρέπει νὰ γίνεται, ὡς γίνεται σήμερον. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ὁ ὑπάρχων τοιοῦτος εἶναι ἐκ τῶν φιλοπονωτάτων ὑπαλλήλων.
§92Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι ἀναγκαιοτάτη ἡ παρουσία τοῦ χημικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, εἰδικοῦ ἰδίως εἰς τὴν ἐμπορευματολογίαν, περὶ ἧς καὶ ἐν ἄλλῃ συζητήσει ἐλέχθησαν πολλά, διότι αὐτὸς εἶναι ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ, εἰς τίνα τάξιν ἢ κατηγορίαν ἀνήκει ἐμπόρευμά τι. Ἐν τούτοις ἐγώ, χωρὶς νὰ ζητήσω, ὅπως ὁ Πειραιεὺς γείνῃ μόνιμος ἕδρα τοῦ χημικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, νομίζω ὅτι δὲν εἶπόν τι, ὅπερ ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπαράδεκτον, ὅτε ἰσχυρίσθην, ὅτι ἐν Πειραιεῖ, ἐν τῷ τελωνείῳ, δύναται οὗτος νὰ συνεδριάζῃ τοὐλάχιστον τρὶς τῆς ἑβδομάδος· διότι, ὡς γνωστόν, διὰ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς εἰσάγονται τὰ ἡμίση τῶν ἐμπορευμάτων τῶν εἰσαγομένων δι’ ὅλων τῶν ἄλλων τελωνείων τοῦ Κράτους· εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι καὶ πολλὰ τῶν ἐμπορευμάτων τῶν διὰ τὰς ἐπαρχίας προωρισμένων εἰσάγονται διὰ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς. Λοιπὸν θὰ ἦτο μεγάλη εὐκολία τοῦ ἐμπορίου, ἂν ὡρίζετο, ὅπως τοὐλάχιστον τρὶς τῆς ἑβδομάδος συνεδριάζῃ οὗτος ἐνώπιον τῶν ἐμπόρων, περὶ ὧν ἠγέρθη ἡ ἀμφισβήτησις, καὶ ταχέως τὴν ἐκδικάζῃ. Τότε θὰ ἠδύνατο καὶ τὸ ζήτημα τῆς συγκροτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς νὰ κανονισθῇ ἄλλως, διότι, ὡς παρετήρησε καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, ἡ παρουσία ἑνὸς νομικοῦ συμβούλου δὲν βλέπω τίνα θέσιν ἔχει ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ταύτῃ. Ἠδύνατο ὁ τελώνης, ὁ χημικός, εἷς τῶν ἐλεγκτῶν, ἄλλος παρ’ ἐκεῖνον, ὅστις ἐξήλεγξε τὸ ἀμφισβητούμενον, νὰ καταρτίζωσι τὴν ἐπιτροπήν, καὶ αὐθωρεὶ ἢ ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος νὰ λύωσι τὰς ἀναφυομένας διαφοράς. Τὸ ἐμπόριον εἶναι ταχύτης. Νομίζω δέ, ὅτι, ἂν τοῦτο ἤθελε παραδεχθῆ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εὐκόλως θὰ ἠδύναντο νὰ κανονισθῶσι σκοπιμώτερον καὶ τὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία, ὡς ἔχει σήμερον, βραδέως λίαν ἀποφασίζει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ ἕνεκα τούτου, ἀντὶ εὐκολιῶν, δυσκολίας μᾶλλον παρεμβάλλει εἰς τὸ ἐμπόριον.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀφορμή, ἥτις ἔδωκεν εἰς ὑμᾶς τὴν εὐκαιρίαν ἵνα ἀπευθύνητε παρατηρήσεις, εἶναι ἡ περὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων διαφωνιῶν περὶ τοῦ εἰσπρακτέου τελωνιακοῦ τέλους ἐπιγιγνομένη βραδύτης· καὶ βεβαίως ἡ ἕνεκα τῆς τοιαύτης βραδύτητος ἐπερχομένη ἀναστολὴ τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως ἀποβαίνει τὰ μέγιστα ἐπιζήμιος, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ μελετηθῶσι καὶ νομοθετηθῶσι κατάλληλα μέτρα πρὸς ἄρσιν τῆς βραδύτητος ταύτης. Αἱ αἰτίαι ἔγκεινται ἐν τῇ ἐκτελέσει, καὶ εἶναι πολλαί. Δὲν ἐγένετο μνεία, εἰμὴ μόνον τῆς ἀνάγκης τῆς καθ’ ὡρισμένας ὥρας παρουσίας ἐν τῷ τελωνείῳ τοῦ χημικοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι θέλω ἀσχοληθῆ εἰδικῶς περὶ τούτου καὶ διαρρυθμίσει τὰ τῆς ἐκδικάσεως τῶν εἰρημένων διαφωνιῶν, ὥστε νὰ κατασταθῇ ταχυτέρα ἡ λειτουργία τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπ’ αὐτῶν δικαζούσης.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6–9 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 ὁ βουλευτὴς κ. Ταμπακόπουλος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν προστίθεται ὡς παράγραφος αʹ εἰς τὸ ἄρθρον 10 ἡ ἑξῆς: «Εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ὑπάγονται καὶ οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου ΒΡΞΒʹ τῆς 13 Φεβρουαρίου 1893 τέσσαρες ἐπιθεωρηταὶ τῶν δασῶν.»
§95Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος, κανονίζων τὰ καθήκοντα τούτων. Δὲν ἔχει σχέσιν τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Αὐτοὶ ἐκ τοῦ κλάδου τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας οὐδὲν ἄλλο γινώσκουσι παρὰ μόνον τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ δάση.
§96Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, κύριε Πρόεδρε· πρόκειται ἰδίως περὶ τῶν ἐξετάσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν. Ὡς γνωρίζετε, δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐπιθεωρηταὶ τῶν δασῶν παρὰ οἱ ἔχοντες δίπλωμα Δασικῆς Σχολῆς τῆς ἀλλοδαπῆς. Λοιπὸν αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ ὑποβάλλωνται πάλιν εἰς ἐξετάσεις· διότι ἐδῶ δὲν ὑπάρχει Σχολὴ, καὶ ἕνεκα τούτου ἐπέρχεται δυσχέρεια. Περὶ τούτου πρόκειται ἰδίως ἐν τῇ τροπολογίᾳ ταύτῃ, ἐπειδὴ καὶ αὐτοὶ εἶναι ἐπιθεωρηταὶ, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν, καὶ δὲν ὑπάρχει καταλληλοτέρα εὐκαιρία παρὰ αὐτή.
§97Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐναντίον, δὲν εἶναι δυνατόν ποτε εἰς τὸν νόμον αὐτὸν νὰ γείνῃ, διότι ὑπάρχει ἴδιον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ περὶ τούτου. Τοῦτο βεβαίως ἔχει ὑπ’ ὄψει του ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐκεῖ κανονίζονται πολλὰ πράγματα, σχετιζόμενα καὶ πρὸς τὰς ἐξετάσεις καὶ πρὸς τὴν θέσιν καὶ πρὸς τὸ μέλλον τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ τὰ καθήκοντα αὐτῶν. Ἐνταῦθα τροποποιοῦμεν μόνον τὸν νόμον περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, δὲν εἶναι δὲ προσῆκον νὰ περιλάβωμεν ἐνταῦθα διάταξιν ἀφορῶσαν τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῶν δασῶν, καὶ ν’ ἀπαλλάξωμεν ἢ νὰ μὴ ἀπαλλάξωμεν αὐτοὺς ἀπὸ τὰς ἐξετάσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ὑποστῶσιν οὗτοι.
§98Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ αὐτοὶ εἶναι οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ, διότι ὑπάγονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· εἶναι ἐπιθεωρηταὶ τῶν δασῶν· ἔχουσιν ἄλλον κλάδον ἐπιθεωρήσεως, ἀλλ’ εἶναι οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί. Κατὰ τὴν προτεινομένην τροπολογίαν, πρόκειται περὶ τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδὲν ἔχει κανονισθῆ μέχρι τοῦδε. Ὅταν δὲ ψηφισθῇ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λέγετε, διαφέρει· ἀλλ’ ἕως ὅτου ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τί θὰ γείνωσιν αὐτοί; Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διάταξις περὶ τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν.
§99Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ κατάλληλον μέρος ἐδῶ, ἵνα γείνῃ λόγος περὶ ἐπιθεωρητῶν τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας. Εἶναι ἐντελῶς ἄσχετος ἡ δασικὴ ὑπηρεσία. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐὰν θέλητε συλλήβδην νὰ νομοθετήσωμεν περὶ ὅλων τῶν ἐπιθεωρήσεων, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ περιλάβωμεν καὶ τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ νὰ συντάξωμεν ἕνα νόμον κανονίζοντα ὅλας τὰς ἐπιθεωρήσεις.
§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω ἐκ τῆς τροπολογίας, ὁ σκοπὸς τῶν προτεινόντων αὐτὴν εἶναι νὰ ἐπιτραπῇ νὰ διορίζωνται ἐπιθεωρηταὶ καὶ ἐκ τῶν ἓξ ὑποτρόφων, οἱ ὁποῖοι ἀπεστάλησαν εἰς τὴν Γερμανίαν, ὅπως σπουδάσωσι τὴν δασοκομίαν καὶ δασολογίαν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπανῆλθον ἐνταῦθα. Ὁμολογῶ, ὅτι βεβαίως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν πλείονας τοῦ ἑνὸς ἐπιθεωρητὰς τῶν δασῶν, διότι πολλαὶ ἀνάγκαι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν τὴν συνεχῆ καὶ ἀλληλεπάλληλον ἐπιθεώρησιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ἐὰν αὐτὸς μόνον ἦναι ὁ σκοπὸς τῶν προτεινόντων τὴν τροπολογίαν, ὁ σκοπὸς, λέγω, τοῦ νὰ ἐπιτραπῇ νὰ διορίζωνται ἐπιθεωρηταὶ δασῶν καὶ οἱ ἐπανελθόντες ἐξ Εὐρώπης καὶ σπουδάσαντες δασολογίαν καὶ δασοκομίαν, ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω εἰς τοῦτο.
§101Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρέλθῃ τόσος χρόνος ἕως ὅτου γείνωσιν ἐπιθεωρηταί, ὥστε εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ψηφισθῇ εἰδικὸς νόμος.
§102Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον, οἱ νέοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐσπούδασαν εἰς δασικὰς τῆς ἀλλοδαπῆς Σχολὰς, δύνανται νὰ διορισθῶσι παρ’ ἡμῖν δασάρχαι, μετὰ ὡρισμένην δὲ ὑπηρεσίαν δασάρχου, δύνανται νὰ προαχθῶσιν εἰς θέσιν ἐπιθεωρητοῦ. Νομίζω, ὅτι ἐγεννήθη διαφορά τις μεταξὺ τῶν νέων αὐτῶν καὶ τοῦ διευθύνοντος τὸ τμῆμα τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν αὐτοὶ δύνανται νὰ προβιβασθῶσιν εἰς ἐπιθεωρητὰς ἄνευ ἐξετάσεων. Ὑπάρχει ἐν τῷ Διατάγματι τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου ἐκείνου διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι μετὰ διετῆ ὑπηρεσίαν εἰς ἐξέτασιν, ἵνα προβιβασθῶσιν εἰς θέσιν ἐπιθεωρητοῦ, οὐχὶ ἐφ’ ὅσων ἐξητάσθησαν ἤδη, ὅπως γείνωσι δασάρχαι, ἀλλ’ ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, ἀφορώντων εἰς τὴν μελέτην τῆς δασικῆς νομοθεσίας. Ὑπάρχουσι καὶ μεταξὺ αὐτῶν τούτων τῶν ἐξ Εὐρώπης ἐλθόντων οἱ μᾶλλον προηγμένοι, οἱ ἔχοντες περισσοτέραν εἰς ἑαυτοὺς πεποίθησιν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκουσιν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ὀρθὴ, καὶ ὅτι πρέπει μετὰ διετίαν νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τοιαύτας ἐξετάσεις.
§103Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχει νόμος ἐπιβάλλων τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν;
§104Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ὑπάρχει, ὡς εἶπον, ἓν Διάταγμα... Ἄλλοι φέρουσι βαρέως αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἐξετάσεις. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, αὐτὰ τὰ θέματα δὲν πρέπει νὰ λυθῶσι διὰ μιᾶς παρεμπιπτούσης τροποποιήσεως, προτεινομένης εἰς νόμον ἄσχετον. Ὅταν ἔλθῃ τὸ εἰδικὸν νομοσχέδιον, τότε τὰ τοῦ θέματος τούτου δύνανται νὰ ἐξετασθῶσι, καὶ ἂν κριθῇ ἡ γνώμη αὕτη ὡς ἡ ὀρθοτέρα, δύναται ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ. Ἀλλὰ σήμερον, ἂν εἰσαγάγωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ τοιαύτην διάταξιν, νομίζω ὅτι πράττομέν τι ἔκρυθμον.
§105Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν τροποποίησιν ταύτην διατηροῦνται πᾶσαι αἱ διατάξεις, περὶ ὧν διέλαβεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος. Ὥστε δὲν πρόκειται νὰ μεταβληθῇ τίποτε· πρόκειται μόνον νὰ κανονισθῇ, ὅτι δύνανται νὰ προάγωνται καὶ αὐτοὶ, ὡς οἱ λοιποὶ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί. Εἶναι δὲ καὶ αὐτοὶ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί, καὶ ἀπορῶ, πῶς, χάριν εὐφυολογίας ἴσως, ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος ἀνέφερε καὶ τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· διότι τότε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ οἱ τελωνειακοὶ ἐπιθεωρηταὶ ἀνήκουσιν εἰς ἄλλον κλάδον. Αὐτοὶ εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἡ δασικὴ ὑπηρεσία εἶναι εἷς κλάδος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ περὶ τούτου δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ὁ κ. Ἀγγελόπουλος. Ἐδῶ δὲ δὲν πρόκειται νὰ μεταβληθῇ τίποτε· πρέπει μόνον νὰ γινώσκῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νόμου θὰ διορίσῃ ἢ θὰ προαγάγῃ αὐτούς.
§106Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ μεταβάλητε καὶ τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου· νὰ εἴπητε «περὶ ἐπιθεωρητῶν οἰκονομικῶν καὶ περὶ ἐπιθεωρητῶν τῶν δασῶν».
§107Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῶν δασῶν εἶναι οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί.
§108Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν νόμον ἰσχύοντα, κ. συνάδελφε, κατὰ τὸν ὁποῖον αὐτοὶ εἶναι εἰδικοὶ ἐπιθεωρηταὶ τῶν δασῶν.
§109Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ μεταβληθῇ τίποτε· πρόκειται μόνον ν’ ἀσφαλισθῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Ἄνευ λόγου, νομίζω, γίνεται τόση συζήτησις.
§110Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀντικείμενον ἄλλου νόμου.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ τροπολογία;
§112Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα. Νὰ γείνῃ δεκτή, κύριε Πρόεδρε.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι 10 ὑποστηρίζοντες τὴν τροπολογίαν;
§114Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μάλιστα.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος ἔχει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10.
§116Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε; Ὄχι.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τὸ τελευταῖον ἄρθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐκάμετε τὴν παρατήρησιν.
§118Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἤθελε τὴν ἀποδεχθῆ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν τὴν ἀπεδέχθη...
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Ταμπακοπούλου, ὡς πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 10...
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναγνωσθῇ πάλιν, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται).
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ δασικὴ ὑπηρεσία διεξάγεται κακῶς, ἕνεκα ἐλλείψεως τῶν ἐπιτηδείων πρὸς διεξαγωγὴν αὐτῆς ὀργάνων. Ἔχομεν ἕνα μόνον ἐπιθεωρητὴν δασολόγον καὶ δασονόμον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν δασολόγον καὶ δασονόμον, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἀναθέσωμεν τὴν διοίκησιν τοῦ τμήματος τοῦ δασικοῦ. Λοιπὸν παρελήφθη ὁ ἐπιθεωρητὴς οὗτος, καὶ εἰς αὐτὸν ἀνετέθη ἡ διοίκησις τοῦ δασικοῦ τμήματος· τοῦτον ἀπασχολοῦμεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν ἔχομεν κανὲν ἄλλο ὄργανον ἐπιστῆμον. Τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασαρχῶν ἔχομεν ἀναθέσει εἰς ὑπομοιράρχους, εἰς ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔχουσι γνῶσιν δασονομικὴν ἢ δασολογικήν. Ἑπομένως εἴμεθα ἐν μεγίστῃ ἐρημίᾳ δασικῆς ὑπηρεσίας. Ἡ ἀποστολὴ ὑποτρόφων, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1896, εἰς τὴν Εὐρώπην μᾶς ἐπροίκισε μὲ ἓξ νέους, σπουδάσαντας τὴν δασολογίαν καὶ δασοκομίαν, κομίζοντας δὲ δίπλωμα Πανεπιστημίου, ἀναγνωρίζον αὐτοὺς ὡς δασολόγους. Αὐτῶν δὲν ἐποιησάμεθα εἰσέτι χρῆσιν. Θέλει εἶσθαι εὔκολον νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτοὺς ὡς ἐπιθεωρητὰς τῶν δασῶν. Θέλει παρασταθῆ ἀνάγκη νὰ τάξωμεν αὐτοὺς εἰς ἓν τμῆμα τοῦ Πολυτεχνείου, διὰ νὰ δημιουργήσωμεν Σχολὴν δασολογικὴν καὶ δασοκομικὴν, ἐν ᾗ νὰ διδάσκηται ἡ δασολογία καὶ δασοκομία, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ παρασκευάσωμεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν δασικὴν ὄχι μόνον τοὺς δασοκόμους, τοὺς ὁποίους παρασκευάζομεν ἐν τῷ Γεωργικῷ σταθμῷ τῆς Βυτίνης, ἀλλὰ καὶ δασολόγους καὶ δασοκόμους ἐν τῇ Σχολῇ τοῦ Πολυτεχνείου, ἢ νὰ τάξωμεν αὐτοὺς εἰς ἓν τμῆμα δασικόν, καὶ ὑποχρεώσωμεν αὐτοὺς νὰ ἐφαρμόσωσι σύστημα διαχειρίσεως τῶν δασῶν, καὶ καταστήσωμεν αὐτοὺς ὑπευθύνους τῆς διαχειρίσεως ταύτης. Ταῦτα εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα εἰσέτι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ λύσωμεν· ἀσχολούμεθα εἰς τὴν μελέτην αὐτῶν, καὶ ἐν καιρῷ θέλει ληφθῆ πρόνοια περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν δασολόγων καὶ δασοκόμων, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, ἐπανελθόντας ἐκ τῆς Εὐρώπης. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι θέλει εἶσθαι δύσκολον νὰ ἀναμίξωμεν τὴν μελέτην ταύτην εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀποσύρεται ἡ τροπολογία;
§124Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀποσύρεται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Κανονισμοῦ τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν). Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ τροποποιουμένου ἄρθρου 7; Ὁ βουλευτὴς Μαντινείας κ. Κωνσταντόπουλος ὑπέβαλε τροπολογίαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ συζητηθῇ χωριστά.
§126Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι σχετικὸν τὸ ζήτημα, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπανέρχηται ὁπόταν θέλῃ εἰς τὸν Κανονισμόν, νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ συζητηθῶσιν αἱ τροπολογίαι ὅλαι ὁμοῦ.
§127Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ τυπωθῇ.
§128Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ, καὶ ἑπομένως ἔχομεν καιρὸν νὰ ἀναγνώσωμεν τὴν τροπολογίαν καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον.
§129ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Αὐτὰ ἀναγινώσκονται εἰς μίαν ἀνάγνωσιν.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Πρόκειται περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς προτείνει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς τὰ ἑπόμενα ἐδάφια: «Κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλευτικῆς Περιόδου, μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ πρεσβυτέρου τῶν Βουλευτῶν ὡς Προέδρου, ἡ Βουλὴ προβαίνει εἰς τὴν ἐκλογὴν ἑνὸς προσωρινοῦ Προέδρου καὶ δύο ὁμοίων ἀντιπροέδρων διὰ ψηφοδελτίων, διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας καὶ δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας. Ἄν οὐδεὶς τύχῃ τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας, ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφορία, ὅτε καὶ ἡ σχετικὴ πλειονοψηφία ἀρκεῖ. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας προτιμᾶται ὁ τὴν ἡλικίαν πρεσβύτερος.» Λοιπὸν πρόκειται οὐχὶ πλέον περὶ τῆς πρώτης στιγμῆς, ἀλλ’ ἀφοῦ καταλάβῃ τὴν ἕδραν ὁ λόγῳ πρεσβείων γίνεται μία πρόσθετος ἐκλογὴ, καὶ ἔπειτα ἄλλη μία μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν.
§131Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνόησα, τί εἴπετε.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν τροπολογίαν σας, ἔχομεν πρῶτον τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ προσωρινοῦ Προέδρου λόγῳ πρεσβείων...
§133Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὴν ἀναπτύξω ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§135Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν ἐτυπώθη καὶ δὲν διενεμήθη.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τροπολογία.
§137Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Θὰ συζητηθῇ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, ἢ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν δέκα, νομίζω, Βουλευταί;
§138Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλαι θὰ συζητηθῶσι.
§139Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐκείνης;
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ἔχω τὴν τροπολογίαν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Προέδρου περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος Βουλευτὴς Μαντινείας ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1. Ἑπομένως αὕτη δύναται κάλλιστα νὰ συζητηθῇ.
§141Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, Βουλευταί τινες ὑπέβαλον τροπολογίας ἐπὶ ὡρισμένων ἄρθρων.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Καὶ αὐταὶ θὰ συζητηθῶσιν. Ὁρίστε, κύριε Κωνσταντόπουλε.
§143Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου, κύριε Πρόεδρε, νὰ τροποποιηθῶσιν ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι πρὸ πάντων πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1, ὁ πρεσβύτερος τὴν ἡλικίαν τῶν παρόντων Βουλευτῶν προεδρεύει ὄχι μόνον κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως πάσης Συνόδου, ἀλλὰ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλῆς, μέχρι τῆς ἐκλογῆς τοῦ ὁριστικοῦ Προέδρου. Ἡ τοιαύτη διάταξις εἶναι προδήλως πλημμελής. Ἐὰν ἀπαιτῶνται προσόντα σπουδαῖα διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ δεόντως τὰ καθήκοντά του ὁ ἑκάστοτε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὰ προσόντα ταῦτα ἐννοεῖται, ὅτι ἀπαιτοῦνται — καὶ κατὰ μείζονα ἴσως λόγον — κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ὅτε καὶ αἱ συζητήσεις πολλάκις γίνονται ἐμπαθέστεραι, προκειμένου περὶ προσωπικῶν συμφερόντων. Ἀναγκαῖον λοιπὸν νὰ ἐκλέξῃ καὶ τότε ἡ Βουλὴ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θεωρεῖ ἑκάστοτε κατάλληλον, ἵνα διευθύνῃ τὰς ἐργασίας. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Κανονισμοῦ τεκμαίρεται ὡς τοιοῦτος ὁ πρεσβύτερος τὴν ἡλικίαν. Ἀλλὰ ἡ λίαν προκεχωρημένη ἡλικία, Κύριοι, δύναται νὰ θεωρηθῇ ἔλλειψις προσόντων πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων, καὶ ὄχι ὡς συστατικὸν τοῦ Προέδρου. Ἕνεκα τούτου εἰς ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κοινοβούλια, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, μόνον κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Συνόδου ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διορίζεται ὁ πρεσβύτερος τὴν ἡλικίαν, ἀμέσως δὲ κατόπιν, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ἐκλεχθῇ ὁ ὁριστικὸς Πρόεδρος, — καὶ τοῦτο γίνεται εἰς πάσας τὰς Συνόδους, ἐκτὸς τῆς πρώτης, — γίνεται ἐκλογὴ προσωρινοῦ Προέδρου μέχρι τοῦ πέρατος τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν. Ἐὰν δὲ τοῦτο ἰσχύῃ πανταχοῦ, εἰς ἡμᾶς πρέπει νὰ ἰσχύσῃ κατὰ πολὺ ἰσχυρότερον λόγον, διότι, ὡς γνωρίζετε, δὲν ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν ληξιαρχικὰ βιβλία, καὶ κατὰ συνέπειαν ἑκάστοτε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἀμφισβήτησις ἐγείρεται, τίς ὁ πρεσβύτερος· ἑκάστη δὲ τῶν μερίδων προσπαθεῖ, ἔστω καὶ διὰ καταλήψεως τοῦ Βουλευτηρίου, νὰ ἐγκαθιδρύσῃ ὡς Πρόεδρον τὸν ὀπαδὸν αὐτῆς. Ὅλα αὐτὰ θὰ λείψουν, ἐὰν παραδεχθῶμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πανταχοῦ γίνεται. Εἰς τὴν πρώτην Σύνοδον βεβαίως ὁ πρεσβύτερος τὴν ἡλικίαν θὰ προεδρεύῃ. Ἀμέσως κατόπιν θὰ γίνηται ἡ ἐκλογὴ τοῦ ὁριστικοῦ Προέδρου, ἐὰν πρόκειται περὶ τῶν ἄλλων Συνόδων, ἢ τοῦ προσωρινοῦ, ἐὰν πρόκειται περὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἄνευ συζητήσεως ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἀποδεκτή.
§144Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἅπαξ μόνον δὲν θὰ συζητηθῶσι καὶ θὰ ψηφισθῶσιν αὐτὰ τὰ ἄρθρα;
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§146Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τυπωθῇ ἡ τροπολογία.
§147Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τόσον ἁπλοῦν!
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε λοιπὸν νὰ ἀναβληθῇ;
§149ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι! ὄχι! Νὰ τελειώσωμεν.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν ἡ τροπολογία;
§151ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα, μάλιστα.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί· ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν.
§153Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις εἶναι ὀρθοτάτη ἡ τροπολογία.
§154Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀδιάφορον.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Κανονισμοῦ προτείνεται ἡ ἑξῆς τροπολογία (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Κανονισμοῦ τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἐὰν ἐντὸς τῆς Βουλευτικῆς Περιόδου συμπέσῃ νὰ γείνωσι κατὰ μέρος νέαι ἐκλογαί, λόγῳ ἀκυρώσεως, θανάτου, παραιτήσεως ἢ ἐκπτώσεως ἐκ τῆς βουλευτικῆς ἐντολῆς, ἡ ἐξέλεγξις αὐτῶν ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν τμημάτων, εἰς ἃ τὸ πρῶτον παρεπέμφθησαν κατὰ τὸ ἄρθρον 3 αἱ ἐκλογαὶ αὗται. Μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐπαναληπτικῶν τούτων ἐκλογῶν, ὡς πρὸς τοὺς ἐκλεγέντας κατ’ αὐτὰς Βουλευτὰς ἐφαρμόζεται τὸ προηγούμενον ἄρθρον.» Εἶναι ἡ συνέπεια τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην.
§156ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 7 ἐγένετο χάριν τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τῆς τροπολογίας· ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτυγχάνεται πλήρης ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἰδίᾳ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἐφήρμοσε καὶ τὸ μέτρον τοῦτο κατὰ τινα τῶν προλαβουσῶν ψηφοφοριῶν, διότι διὰ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τῆς τροπολογίας παραπέμπει εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 6· ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον 6 εἶναι τὸ ἀμφισβητήσιμον, τοῦτο δὲ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἠμφισβήτησεν, ἔλυσε δὲ δι’ ἀποφάσεως αὐτῆς ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἄνευ συζητήσεως, διότι τότε δὲν ἐπετρέπετο συζήτησις. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ, λύσας ὡς ἔλυσε τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς εἶναι πλημμελής, ἡ ἀνάγνωσις δὲ τοῦ ἄρθρου 6, καὶ μόνη αὐτή, ἀρκεῖ, ἵνα πείσῃ πάντας, ὅτι ὁ Κανονισμός, ὁ ἐν ἰσχύϊ σήμερον, δὲν λύει τὸ ζήτημα, παραπέμπει δὲ τὸ ἄρθρον 7, τὸ συζητούμενον σήμερον καὶ τροποποιούμενον, εἰς τὸ ἄρθρον 6. Τὸ τροποποιούμενον ἄρθρον, ὡς τροποποιεῖται, ἔχει ὡς ἑξῆς κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ παράγραφον: «Μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐπαναληπτικῶν τούτων ἐκλογῶν, ὡς πρὸς τοὺς ἐκλεγέντας κατ’ αὐτὰς Βουλευτὰς ἐφαρμόζεται τὸ προηγούμενον ἄρθρον.» Τί λέγει τὸ προηγούμενον ἄρθρον 6 τοῦ Κανονισμοῦ; «Οἱ Βουλευταὶ δὲν ψηφοφοροῦσι μὲν ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐκλογῶν, λαμβάνουσιν ὅμως μέρος εἰς τὴν συζήτησιν»—εἰς τὴν συζήτησιν, προκειμένου περὶ τῶν ἰδίων ἐκλογῶν—δὲν ἐξάγεται ὅμως ἐκ τούτου, ὅτι καὶ συζητοῦσι καὶ ψηφοφοροῦσι, προκειμένου περὶ ἄλλων ἐκλογῶν. Γίνεται τοῦτο, ὁπόταν εὑρισκώμεθα ἐν τῷ σταδίῳ τῶν προεξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν. Τοῦτο δὲ λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὅτι συμβαίνει καὶ ὅταν μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν συμβῇ νὰ γένωνται ἐπαναληπτικαὶ ἐκλογαὶ καὶ νὰ ἔρχωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς ἐξέλεγξιν. Ἀλλ’ εἶναι λύσις τοῦ ζητήματος διὰ τοῦ ζητήματος. Ἀφοῦ εὑρισκόμεθα ἑπομένως εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην, σαφηνίσατε τὸ ἄρθρον. Ἀντὶ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα διὰ τοῦ ζητήματος, τὴν τροποποίησίν σας, ἡ ὁποία εἶναι ὀρθοτάτη, διατυπώσατέ την οὕτω πως, ὥστε νὰ λύῃ τὴν ἀμφισβήτησιν τοῦ ἄρθρου 6. Διατὶ ν’ ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον 6 ἀσαφές; Ἔστω καὶ εἷς μόνον ἂν ἀμφιβάλλῃ περὶ τῆς ἐννοίας καὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 6, πρέπει δι’ αὐτὸν νὰ λυθῇ ἡ ἀμφιβολία. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι μόνος ἐγὼ, εἶναι τὸ πλεῖστον τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ἀμφιβολίαν ταύτην. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, ταυτοχρόνως νὰ κανονίσῃ καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ 6 ἄρθρου.
§157Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί ὅμως γίνεται, εἶναι ἀμφίβολον. Τί γίνεται σήμερον;
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 6, «οἱ Βουλευταὶ δὲν ψηφοφοροῦσιν ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐκλογῶν»· ἕπεται λοιπὸν, ὅτι ψηφοφοροῦσιν ὑπὲρ τῶν ἐκλογῶν τῶν ἄλλων. Τὸ μόνον ζήτημα, ὅπερ ἠδύνατο ν’ ἀμφισβητηθῇ, εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶχε φέρει κατὰ τὴν περὶ τούτου συζήτησιν ἔν τινι τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας, ἤτοι, κατὰ πόσον οἱ Βουλευταὶ, τῶν ὁποίων δὲν ἐξηλέγχθησαν αἱ ἐκλογαὶ, μετὰ τὸν ὁριστικὸν καταρτισμὸν τῆς Βουλῆς εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς πολιτικὰς συζητήσεις. Ἀλλὰ τότε ἐγένετο δεκτὴ γενικῶς ἡ ἀντίθετος γνώμη πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτής. Ἑπομένως δὲν γεννᾶται ζήτημα.
§159Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ εἶχον φέρει τὸ ζήτημα. Ὥστε ἀντίθετος πρὸς τὴν ἰδικήν μου εἶναι ἡ συζητουμένη τροπολογία.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεστηρίξατε καὶ ὑμεῖς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτής.
§161Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι· τὸ ἀντίθετον.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀντίθετον. Δηλαδὴ μόνος ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ὑπεστήριξε τὴν ἀπωτέραν γνώμην, ὅτι ὁ Βουλευτὴς, ἐκ τοῦ τεκμηρίου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ὑπὲρ αὐτοῦ συνεπεία τῆς ἀνακηρύξεώς του, κέκτηται ὅλας τὰς προνομίας τὰς βουλευτικὰς, καὶ ἑπομένως δύναται καὶ νὰ φέρῃ καὶ νὰ ψηφίσῃ ζητήματα πολιτικά. Ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὴν ἀντίθετον γνώμην, καὶ ἑπομένως οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα.
§163ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀπεφήνατο ἡ Βουλὴ μόνον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ψηφοφορίας, προκειμένου περὶ ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς Βουλευτοῦ, οὐχὶ ὅμως προκειμένου καὶ περὶ πολιτικῶν ζητημάτων. Λοιπὸν ἐγὼ προτείνω, ὅτι πρέπει τώρα, ἐπὶ τῇ καταλλήλῳ εὐκαιρίᾳ, νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι λελυμένον· διότι, ὅταν λέγῃ τὸ ἄρθρον 6 ὅτι «οἱ Βουλευταὶ δὲν ψηφοφοροῦσιν ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐκλογῶν», ἕπεται ὅτι ψηφοφοροῦσιν ὑπὲρ τῶν ἐκλογῶν τῶν ἄλλων.
§165Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. Ἐγὼ εἶχον φέρει τὸ ζήτημα, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ ἡ ἐκλογὴ Αἰγιαλείας, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ἐκαλοῦντο νὰ ψηφοφορήσωσιν ἄλλοι Βουλευταὶ, τῶν ὁποίων αἱ ἐκλογαὶ δὲν εἶχον ἐξελεγχθῆ· ὑπεστήριξα δὲ τότε, οὐχὶ γνώμην ἐμοῦ, πρεσβεύοντος ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξα ὡς ὑπὸ τῆς Βουλῆς παραδεδεγμένα διὰ μακρᾶς καὶ συνεχοῦς νομολογίας. Ἐγὼ τότε εἶπον, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἐπεκράτησεν ὡς δόγμα, ὅτι οἱ Βουλευταὶ, τῶν ὁποίων αἱ ἐκλογαὶ δὲν εἶχον ἐξελεγχθῆ μέχρι τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος, δὲν δύνανται, ἐὰν πρόκειται κατόπιν νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ τινος ἐκλογῆς, νὰ μετάσχωσι τῆς ψηφοφορίας. Εἶπον δὲ τοῦτο, στηριζόμενος εἰς τὴν μακρὰν νομολογίαν τῆς Βουλῆς, διότι οὐδέποτε, καίτοι πλειστάκις παρουσιάσθη τὸ ζήτημα, ἐλύθη ἀντιθέτως, τουτέστιν οὐδέποτε ἐκλήθησαν νὰ ψηφοφορήσωσι μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος Βουλευταὶ, ὧν αἱ ἐκλογαὶ δὲν εἶχον ἐξελεγχθῆ. Εἶπον ὅμως συγχρόνως, ἁπαντῶν εἰς ὅσα ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπον τότε, ὅτι ἐν τῷ Γαλλικῷ Κανονισμῷ ἐτέθη ῥητὴ διάταξις περὶ τούτου, διότι καὶ ἐκεῖ πρὶν ἢ τεθῇ ἡ διάταξις τὸ ζήτημα ἠμφισβητεῖτο· πρὸς καθορισμὸν δὲ τοῦ ζητήματος, ἵνα μὴ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, προεκλήθη ἡ τοιαύτη ῥητὴ περὶ τούτου διάταξις, ἐπιτρέπουσα εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ ψηφοφορῶσιν οὐ μόνον ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πάντων τῶν θεμάτων, ἐφ’ ὧν καλεῖται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίζῃ. Εἶπον δὲ τότε, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα, καὶ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης καὶ ἐγὼ ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι τὰ παρ’ ἡμῖν κρατοῦντα διὰ μακρᾶς δράσεως τῆς Βουλῆς καθιερώθησαν, διότι ἐξ ἀρχῆς οὕτως ἐνόησεν ἡ Βουλὴ ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ αὐτῆς βίῳ νὰ καθιερώσῃ δύο διακεκριμένα στάδια τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ γράμματος καὶ ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος προκύπτει προδήλως, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς συγκροτήσεως τῆς Βουλῆς οἱ ἀνακηρυχθέντες ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου καὶ εἰσελθόντες οὕτως εἰς τὴν Βουλὴν ἔχουσι τὰ δικαιώματα, τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος παρεχόμενα τοῖς Βουλευταῖς, ἑπομένως καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφοφορεῖν ἐν τοῖς νομοθετικοῖς ἔργοις. Ἀλλ’ ἀφοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ Βουλὴ ἐθεώρησε πάντοτε πρέπον, ἵνα κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων μὴ ἐπιλαμβάνηται οὐδενὸς ἄλλου θέματος, οὐδὲ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, διὰ τοῦτο ὑπεστήριξα τότε, ὅτι οἱ μὴ ἐξελεγχθέντες Βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ ψηφοφορήσωσι. Προκειμένου ὅμως νὰ σαφηνίσωμεν τὸ ζήτημα, καὶ νὰ δώσωμεν διὰ ῥητῆς διατάξεως τὴν ὀρθὴν καὶ σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα λύσιν, πρέπει, ὡς ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ, νὰ περιλάβωμεν καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ Κανονισμῷ διάταξιν, καθ’ ἣν οἱ Βουλευταὶ θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζωσιν ἐπὶ πάντων τῶν θεμάτων εὐθὺς ὡς ἀνακηρυσσόμενοι νομίμως ἀποκτήσωσι τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, καθόσον ἅμα τῇ ἀνακηρύξει αὐτῶν ἀπολαύουσι τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζει τὸ Σύνταγμα εἰς τοὺς Βουλευτάς.
§166Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸν ἰσχύοντα Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν οἱ ἐκλεχθέντες, πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν ἐκλογῶν των, μόνον προκειμένου περὶ ἐξελέγξεως ἄλλων ἐκλογῶν δύνανται νὰ λάβωσι μέρος, εἰς οὐδεμίαν δὲ ἄλλην ἐργασίαν τῆς Βουλῆς. Ὁ ἡμέτερος Κανονισμός, ὡς ἀξιόλογα εἶπεν ὁ κύριος προλαλήσας, διακρίνει τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων καὶ τὸ τῶν κυρίως συζητήσεων. Μέχρις ἐντελοῦς ἐξαντλήσεως τῶν ἐξελέγξεων δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὰς νομοθετικὰς αὐτῆς ἐργασίας. Ἑπομένως πρέπει νὰ περατωθῶσιν αἱ ἐξελέγξεις, ἵνα ἀποκτήσωσιν οἱ Βουλευταὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὅμως ἤρξαντο αἱ ἐργασίαι αὐτῆς, καὶ κατόπιν ἐγένετο ἐπαναληπτικὴ ἐκλογή, οἱ τοιοῦτοι Βουλευταὶ εἰς ποίαν θέσιν πρέπει νὰ τεθῶσιν; Εἰς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἦσαν οἱ Βουλευταὶ πρὸ τοῦ πέρατος τῶν ἐξελέγξεων· δηλαδὴ δύνανται νὰ λάβωσι μέρος εἰς ἐξέλεγξιν ἐκλογῶν ἄλλων Βουλευτῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνασκήσωσι τὰ βουλευτικά των δικαιώματα. Ἠθέλησαν νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου γνώμης τὰ ἐν Γαλλίᾳ συμβαίνοντα· ἀλλὰ ταῦτα στηρίζονται εἰς ἄλλους λόγους, οἵτινες δὲν ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν. Ἐν Γαλλίᾳ ἡ Βουλὴ θεωρεῖται συγκεκροτημένη, ὅταν περατωθῶσιν αἱ ἐξελέγξεις τοῦ ἡμίσεος ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἀμέσως ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὰς τακτικὰς αὐτῆς ἐργασίας, καὶ ὅλοι οἱ Βουλευταί, καὶ ἐκεῖνοι, ὧν αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἐξηλέγχθησαν, λαμβάνουσι μέρος εἰς τὰς συζητήσεις. Ἑπομένως, ἂν νέος Βουλευτὴς εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἀποκλείεται τῶν ἐργασιῶν, ἀφοῦ ὅλοι οἱ Βουλευταὶ, ὧν δὲν ἐξηλέγχθησαν αἱ ἐκλογαὶ, λαμβάνουσι μέρος.
§167Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπ’ ἀρχῆς ἄρχονται ἐν Γαλλίᾳ αἱ νομοθετικαὶ ἐργασίαι, ἐὰν δὲν ἀμφισβητοῦνται αἱ ἐκλογαὶ τοῦ ἡμίσεος ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν.
§168Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ κάμω ἰδιαιτέραν διάκρισιν μεταξὺ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἡμίσεος τῶν Βουλευτῶν καὶ τῆς μὴ ἀμφισβητήσεως αὐτῶν, διότι καὶ τότε ἐπικυροῦνται. Λοιπὸν ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. προλαλήσαντος, καθ’ ἣν ὁ Βουλευτὴς ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ ἔχει δικαίωμα νὰ συμμετέχῃ εἰς ὅλας τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Τοὐναντίον, πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς οὐδεμίαν ἄλλην ἐργασίαν δύναται νὰ κάμῃ ἢ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, διότι ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων. Περὶ ἐνασκήσεως ὅμως νομοθετικῶν καθηκόντων δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος ἢ μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς.
§169Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἶναι θεωρητικῶς ὀρθὴ ἢ μὴ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλὰ γνωρίζω τοῦτο, ὅτι, ὁσάκις ὑποστηρίζω τὰς παραδόσεις τὰς κοινοβουλευτικὰς, εὑρίσκω ἀντιθέτους, ὑποστηρίζοντας θεωρητικῶς τὴν γνώμην, ἣν ἀποδέχονται. Παραδέχονται, ὅτι ὑπάρχουσι δύο εἴδη Βουλῆς παρ’ ἡμῖν. Ποῦ εὗρον τοῦτο ἀναγεγραμμένον; Οὐδαμοῦ ὁ Κανονισμὸς ποιεῖται τοιαύτην διάκρισιν, κατὰ μείζονα δὲ λόγον οὔτε τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἀμέσως μετὰ τὸ ἄρθρον τὸ περὶ συγκλήσεως ἀναγράφει τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς. Οὐδαμοῦ τὸ Σύνταγμα ἀποδέχεται, ὅτι ἄλλα δικαιώματα ἔχει ἡ Βουλὴ μέχρι τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἄλλα μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν· οὐδ’ ὁ Κανονισμὸς ἀποδέχεται τοῦτο. Ὁ Κανονισμὸς, ἑπόμενος τῷ Συντάγματι, ὅπερ ἀναθέτει τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναγράφει κατ’ ἀνάγκην τὴν διαδικασίαν, καθ’ ἣν γίνεται ἡ ἐξέλεγξις, ἀλλὰ δὲν διακρίνει δύο στάδια ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ δὲν ἐπιμένω, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν θέλει νὰ μεταβληθῶσι τὰ μέχρι τοῦδε παραδεδεγμένα, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐννοηθῇ καλῶς, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κρατεῖ παρ’ ἡμῖν, κρατεῖ οὐχὶ ὡς ἐπιβαλλόμενον ἐκ τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἐκ τῶν παραδόσεων, διότι καὶ ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ Σύνταγμα ὁρίζουσιν ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κρατοῦσιν ἐκ τῶν παραδόσεων τῆς Βουλῆς. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ, κατὰ τὰς κρατούσας παραδόσεις, μέχρι τοῦ πέρατος τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν εἶναι ἄλλο τι Σῶμα καὶ οὐχὶ νομοθετικὸν, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος καθίσταται τι τελειότερον τοῦ προηγουμένου, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει βεβαίως ὁ Βουλευτὴς, ὅστις δὲν ἔχει ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, εἰς οὐδεμίαν ἐργασίαν δύναται νὰ συμμετάσχῃ, οὐδ’ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Διατί; Διότι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν, ὧν αἱ ἐκλογαὶ ἔχουσιν ἤδη ἐξελεγχθῆ, καὶ τῶν Βουλευτῶν, ὧν αἱ ἐκλογαὶ πρόκειται νὰ ἐξελεγχθῶσι μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος. Εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα ἄγει ἡ θεωρία ἐκείνων, οἵτινες ἐπιζητοῦσι νὰ πολεμήσωσι τὴν γνώμην μου. Ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν, ὧν αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἐξηλέγχθησαν μέχρι τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος, καὶ τῶν Βουλευτῶν, ὧν αἱ ἐκλογαὶ ἐξηλέγχθησαν, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν ἰσοτιμίαν κατὰ τὴν ψῆφον. Ἵνα καταλήξωμεν λοιπὸν εἰς τὴν ἰσοτιμίαν, ὅπερ εἶναι τὸ ὀρθὸν, πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅ,τι δέχεται καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, ὅτι οἱ Βουλευταί, εὐθὺς ὡς ἀνακηρυχθῶσιν, ἔχουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ τεκμήριον τῆς νομιμότητος, ἔχουσι τὰ πλεονεκτήματα καὶ τὰ δικαιώματα, ὅσα τὸ Σύνταγμα ἀναγνωρίζει εἰς τοὺς Βουλευτάς. Αὐτὰ τὰ δύο πρέπει καλῶς νὰ διακρίνωμεν. Ἢ θὰ δεχθῶμεν τὸ πρῶτον, καὶ θὰ νομοθετήσωμεν διάταξιν σύμφωνον πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, ἢ θὰ ἀποδεχθῶμεν τὰ μέχρι τοῦδε παραδεδεγμένα, καὶ τότε θὰ δεχθῶμεν, ὅτι οἱ Βουλευταί, ὧν αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἐξηλέγχθησαν μέχρι τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος, εἰς οὐδεμίαν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ συμμετάσχωσι. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ σαφῶς ἐξήγησα τὰς ἰδέας μου, καὶ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν τὸ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦν, ὅπερ ἡ Βουλὴ δὲν φαίνεται διατεθειμένη ν’ ἀποδεχθῇ, διότι ἔζησεν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ὑπὸ τὰς παραδόσεις αὐτὰς, καὶ δὲν θέλει ἴσως νὰ μεταβάλῃ ὅ,τι ἡ ἰδία καθιέρωσεν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀποδέχεται διττὴν κατάστασιν Βουλευτῶν, τουτέστι Βουλευτῶν ἀναμφισβητήτου κύρους καὶ Βουλευτῶν ὑπὸ αἵρεσιν μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, πρέπει ὡς ἀναγκαίαν συνέπειαν τῆς τοιαύτης διακρίσεως ν’ ἀποδεχθῇ, ὅτι οἱ ὑπὸ αἵρεσιν Βουλευταὶ εἰς οὐδεμίαν δύνανται νὰ συμμετάσχωσι πρᾶξιν ἢ ἀπόφασιν μετὰ τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες ὑπὸ οὐδεμίαν πλέον διατελοῦσιν αἵρεσιν. Ἀλλὰ τοῦτο, ὡς ἐν ἀρχῇ ἀνέπτυξα, εἰς οὐδεμίαν στηρίζεται διάταξιν οὐδὲ τοῦ Κανονισμοῦ οὐδὲ τοῦ Συντάγματος, ὅπερ θεωρεῖ τοὺς Βουλευτὰς τοιούτους, μὲ πλήρη τὰ δικαιώματα αὐτῶν ἀπὸ τῆς εἰσόδου των ἐν τῇ Βουλῇ.
§170Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, ὅτι ἔχομεν μίαν Βουλήν, καὶ οὐχὶ δύο, εἶναι οὐχὶ σκόπιμος, διότι οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἔχομεν δύο Βουλάς. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ πρώτιστον καθῆκον ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τὰ πληρεξούσια τῶν Βουλευτῶν καὶ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν ἀναφαινομένων ἀμφιβολιῶν· πρὸ τῆς ἐξετάσεως δὲ τῶν πληρεξουσίων ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ πράξῃ τι. Τοῦτο λέγει τὸ Σύνταγμα, συμφωνεῖ δὲ καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Πρὸ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν εἰς οὐδεμίαν ἐργασίαν δύναται νὰ προβῇ, μετὰ δὲ τὴν ἐξέλεγξιν προβαίνει εἰς ἐκλογὴν Προέδρου. Ἐὰν μετὰ τὸν καταρτισμὸν γένηται νέα ἐκλογή, αὕτη θὰ συζητηθῇ ὡς συζητοῦνται αἱ προηγούμεναι, θὰ λάβωσι δὲ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ὅσοι λαμβάνουσι καὶ πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Ὅλοι λοιπὸν πρέπει νὰ λάβωσι μέρος, καὶ ἐκεῖνοι, ὧν δὲν ἐξηλέγχθησαν αἱ ἐκλογαί. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὴν ὀρθὴν θεωρητικῶς ἑρμηνείαν τοῦ ζητήματος πρέπει νὰ ἐξελεγχθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Βουλευτοῦ, ἵνα ἔχῃ οὗτος τὸ δικαίωμα νὰ ἐνασκήσῃ τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ. Πρὸ τούτου συμβαίνει δι’ αὐτὸν ὅ,τι εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων. Νομίζω ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ λύσις ἡ βασιζομένη ἐπὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Τὰ δὲ παραδεδεγμένα ἐν Γαλλίᾳ στηρίζονται ἐπὶ ἄλλου εἰδικοῦ λόγου, ὅστις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ παρ’ ἡμῖν ἐπιρροήν.
§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις δὲν γίγνεται ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας τῆς κειμένης ἐν τῷ Κανονισμῷ διατάξεως, ἧς ἡ ἔννοια ἀμφισβητεῖται ἢ κρίνεται ἀμφίβολος. Ἡ συζήτησις γίγνεται, ὅπως προστεθῇ διάταξις πληροῦσα κενόν, ἐν τῷ Κανονισμῷ ὑπάρχον. Ἀλλ’ ὑπάρχει τοιοῦτον κενόν; Μοὶ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει· διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6, καθ’ ἣν «οἱ Βουλευταὶ δὲν ψηφοφοροῦσιν ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐκλογῶν, λαμβάνουσιν ὅμως μέρος εἰς τὴν συζήτησιν», νομίζω ὅτι παριστᾷ τὸ κενόν. Διατί; Διότι λαμβάνουσι μέρος εἰς πάσας τὰς συζητήσεις; ψηφοφορῶσιν ὑπὲρ πάντων τῶν θεμάτων καὶ δὲν ψηφοφοροῦσι μόνον ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐκλογῶν; Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ψηφοφοροῦσιν ἐπὶ τῶν ἰδίων ἐκλογῶν, ψηφοφοροῦσιν ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν τῶν ἄλλων; Δύναται ὅμως νὰ ὑποληφθῇ, ὅτι ψηφοφοροῦσιν ἐπὶ πάντων τῶν θεμάτων τῶν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προσθέσῃ διάταξιν, πληροῦσαν τὰ τοῦ κενοῦ τούτου. Ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ προσθήκης πρὸς πλήρωσιν κενοῦ, ἡ συζήτησις δὲν ἔχει πρακτικὸν χαρακτῆρα, εἶναι μᾶλλον ἐπιστημονική, καὶ δὲν διστάζω νὰ προτείνω τὴν γνώμην μου. Συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Βουλευτὰς τοὺς εἰσελθόντας μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐξελέγξεων τῆς Βουλῆς, εἴτε διότι ἐβράδυνεν ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν ἕνεκα διακοπῆς, εἴτε διότι προῆλθεν ἐξ ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν, πρέπει ν’ ἀναγνωρισθῇ, λέγω, τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ὅλοι οἱ Βουλευταί. Διότι ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν ἡ πρόληψις (présomption), ὅτι ὅλοι οἱ Βουλευταὶ εἶναι νομίμως ἐκλελεγμένοι, διότι ἄλλως δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσάγωμεν αὐτοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ περιμένωσιν ἔξω, διὰ νὰ περιμένωσι τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ὅταν δὲ εἰσάγωμεν αὐτοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ, πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωμεν εἰς αὐτοὺς ὅλα τὰ δικαιώματα, ἅπερ ἔχουσιν οἱ Βουλευταί, ν’ ἀφαιρέσωμεν δὲ μόνον τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορῶσιν ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐκλογῶν. Εὐτυχῶς ἡ τοιαύτη πρότασις δὲν ἀπειλεῖ κινδύνους διὰ τὴν γνησιότητα τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Βουλῆς, διότι κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν τὰ μέτρα, ἅτινα ἐνομοθετήθησαν, ἐξησφάλισαν τοσοῦτον τὴν γνησιότητα τῶν ἐκλογῶν, ὥστε ἕκαστος πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι σπανιωτάτη εἶναι ἡ ἀκύρωσις ἐκλογῆς. Σπανιώτατα σήμερον ἀκυροῦνται ἐκλογαί, διότι ἡ βία καὶ ἡ νοθεία τῆς θελήσεως τῶν ἐκλογέων ἐξέλιπε, καὶ κατὰ γενικὸν κανόνα αἱ ἐκλογαὶ εἶναι νόμιμοι, διότι ἐξησφάλισε τὴν γνώμην τῶν ἐκλογέων ἡ παρουσία τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ ὁ κίνδυνος δὲν εἶναι πραγματικός, καὶ δὲν πρέπει ἕνεκα τοιούτου φόβου νὰ ἀρνηθῶμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Βουλευτοῦ εἰς τοὺς ἐκλεχθέντας.
§172Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 6 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπερ ἐπικαλοῦνται, δὲν ἔχει ἐπιρροὴν εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Πραγματεύεται περὶ τῶν συμβαινόντων κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, καὶ οὐχὶ περὶ τῶν μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν ἐπερχομένων. Τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι ὁ Βουλευτὴς εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς του δύναται νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ψηφοφορήσῃ, δύναται ὅμως νὰ ψηφοφορήσῃ ἐπὶ ἄλλων ἐκλογῶν. Τὸ ζήτημα εἶναι, μετὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος ὁ Βουλευτὴς ὁ προερχόμενος ἐξ ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς ποῖα δικαιώματα ἔχει; Ὁ κ. Πρόεδρος λέγει, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχει τεκμήριον, ὅτι εἶναι Βουλευτής, πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ δικαιώματα. Τότε λοιπὸν καὶ κατὰ τὴν ἕναρξιν τῆς Περιόδου, ὅτε συνέρχεται ἡ Βουλὴ, πρέπει νὰ ἐξασκῇ ὅλα τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ. Διατὶ ὅμως ὁ Κανονισμὸς διατάσσει, ὅτι πρέπει νὰ ἐξελεγχθῶσι τὰ πληρεξούσια τῶν Βουλευτῶν; Διότι δὲν ἀρκεῖ τὸ τεκμήριον, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ βεβαιότης, ὅτι εἶναι Βουλευτής· ἑπομένως ἐκεῖνος, περὶ οὗ δὲν ὑπάρχει βεβαιότης, δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐργασίας. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ μόνη σύμφωνος μὲ τὴν θεωρίαν καὶ μὲ τὰ κείμενα γνώμη εἶναι, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ὁ μετ’ ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν εἰσελθὼν εἰς τὴν Βουλὴν δύναται νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς ἐξέλεγξιν ἐκλογῶν, ἔστω καὶ πρὸ τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς του, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς ἄλλας ἐργασίας.
§173Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅτε ἐπρόκειτο περὶ ψηφοφορίας ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως, εἶπον, ὅτι ὁ Βουλευτὴς, ὡς ἐκ τοῦ τεκμηρίου τοῦ προκύπτοντος ἐκ τῆς ἐκλογῆς του, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξασκῇ πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ Βουλευτοῦ. Τοῦτο κατὰ γενικὸν λόγον, καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ παραδεχθῶ τὴν διάκρισιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μαντινείας, διότι ταύτην δὲν βλέπω διατετυπωμένην οὔτε ἐν τῷ Συντάγματι οὔτε ἐν τῷ Κανονισμῷ. Ἔθος ἐπεκράτησεν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀσχολῆται κατὰ προτίμησιν ἐν ἀρχῇ περὶ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐν ἐπειγούσῃ περιστάσει, καὶ ἂν πρόκειται αἱ ἐξελέγξεις νὰ διαρκέσωσιν ἐπὶ μακρόν, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ κατὰ προτίμησιν νὰ ἀσχοληθῇ περὶ ἄλλο τι· δὲν δύναμαι ἐπίσης νὰ παραδεχθῶ, ὅτι οἱ Βουλευταὶ, ὧν ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν συζητεῖται ἐν τῇ Βουλῇ μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ἔχουσι μόνον δικαίωμα ψήφου περὶ ἄλλων ἐκλογῶν, οὐχὶ δὲ καὶ δικαίωμα νὰ λάβωσι μέρος εἰς ἄλλην συζήτησιν. Ποῦ βασίζετε τὴν διάκρισιν ταύτην; τὴν βασίζετε εἰς τὸ ὅτι οἱ Βουλευταὶ πρὶν ἐξελεγχθῶσιν αἱ ἐκλογαί των ψηφίζουσιν ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν τῶν ἄλλων, καὶ λέγετε, ὅτι, ἐπειδὴ ψηφίζουσι, πρέπει καὶ ἐνταῦθα οὕτω νὰ γείνῃ. Κατ’ ἐμὲ, ἢ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν κατ’ ἀρχὴν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς, δυνάμει τοῦ τεκμηρίου, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκῇ πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ Βουλευτοῦ, μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς καταστροφὴν τοῦ τεκμηρίου διὰ τῆς ἀκυρώσεως, ἢ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει. Διὰ τοῦ ἄρθρου 6 ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης νὰ ἐμποδίσῃ τὸν Βουλευτὴν νὰ ψηφίζῃ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς του, ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη, κατ’ ἐμὲ, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ ἐπὶ ἄλλων θεμάτων. Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἐξετάσωσι καὶ ἑτέραν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἔνθα προβλέπονται περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συνέλθῃ, καὶ ἂν ἔτι ἦναι διαλελυμένη, ἢ καὶ ἂν ἔληξεν ἡ Περίοδος αὐτῆς. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ λυθῇ δι’ ἰδιαιτέρας διατάξεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἠγέρθησαν ἀμφισβητήσεις, φρονῶ, ὅτι διάταξις ὁριστικὴ, λύουσα τὸ ζήτημα, πρέπει νὰ περιληφθῇ ἐν τῇ τροπολογίᾳ.
§174Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος. Νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ Κανονισμοῦ καθιεροῖ, χωρὶς νὰ τὸ λέγῃ, καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὐτοῦ, ἄλλο τι, καὶ πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς ἑξῆς· ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν ψηφοφοροῦσιν ἐπὶ τῶν ἰδίων ἐκλογῶν, ἀλλὰ λαμβάνουσι μέρος εἰς τὰς συζητήσεις τὰς ἀφορώσας ἄλλας ἐκλογάς; διότι τὸ ἄρθρον 6 φέρεται ὑπὸ τὸ κεφάλαιον Αʹ «περὶ τοῦ προσωρινοῦ Προεδρείου καὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν Βουλευτικῶν ἐκλογῶν». Αὐτὴ ἡ ἐπιγραφὴ δεικνύει, ὅτι ἐν τῷ πνεύματι τοῦ Κανονισμοῦ ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα, ὅτι μέχρι πέρατος τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν τὰ πάντα εἶναι προσωρινά, καὶ οὐδὲν πραγματικῶς συμφωνότερον μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων, παρὰ ἡ πρότασις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ· διότι πῶς εἶναι δυνατόν, ἐπὶ τῷ λόγῳ μόνον, ὅτι ἀνεκηρύχθη τις Βουλευτὴς καὶ ὅτι ἔλαβεν εἰσιτήριον τοῦ νομάρχου, νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ ἀξιοῖ, πρὸ τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ, ὅτι εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας του καὶ ἑπομένως τοῦ ἔθνους, καὶ νὰ μετέχῃ νομοθετικῶν ἀποφάσεων; Ἂν αὕτη ἦτο ἡ ἔννοια, θὰ ἀνεγράφετο ῥητῶς ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἐν τῷ Κανονισμῷ. Ἀλλὰ δὲν ἀναφέρεται τοιοῦτόν τι· τοὐναντίον ἀπαιτοῦνται προσόντα, τὰ ὁποῖα μόνον ἡ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ ἐξετάσῃ καὶ καὶ τὰ ὁποῖα μὴ ὑπάρχοντα προκαλοῦσι τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀνακήρυξις καὶ τὸ εἰσιτήριον. Καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελέ ποτε παραδεχθῆ κατὰ τὸ στάδιον αὐτὸ νόμον διὰ πλειονοψηφίας μιᾶς ψήφου, καὶ αὐτὴ ἡ ψῆφος ἦναι τοῦ Βουλευτοῦ, οὗ ἡ ἐκλογὴ δὲν ἐξηλέγχθη ἀκόμη, ποῖον κῦρος θὰ ἔχῃ ὁ νόμος, ἐὰν κατόπιν ἡ ἐκλογὴ τοῦ Βουλευτοῦ αὐτοῦ ἀκυρωθῆ; Ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὸν τὸ ἑξῆς· ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν πρέπει νὰ ψηφίζωσιν ἐπὶ τῆς ἰδίας αὑτῶν ἐκλογῆς, ἀλλὰ πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς των μετέχουσι μὲν τῶν συζητήσεων, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ μετέχωσι τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὰ πολιτικὰ καὶ νομοθετικὰ ζητήματα, ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ ῥίπτωσι Κυβερνήσεις ἢ νὰ ψηφίζωσι νόμους. Πρὶν ἡ Βουλὴ ἐξελέγξῃ τὰς ἐκλογάς της καὶ καταρτισθῆ διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ ὁριστικοῦ Προεδρείου, δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς νομοθετικὰ ἔργα. Συνέπεια τούτου εἶναι, ὅτι καὶ Βουλευτὴς μὴ ἀνακηρυχθεὶς τοιοῦτος ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει ψῆφον νομοθετικὴν, καίτοι ἡ Βουλὴ κατηρτίσθη διὰ τῶν ἄλλων αὐτῆς μελῶν.
§175Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ὅτι ἐν τῷ Συντάγματι εὑρίσκεται διάταξις, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ, καὶ ἂν κηρυχθῇ ἡ λῆξις αὐτῆς, χωρὶς νὰ ἐμποδισθῇ ἀπὸ κανένα λόγον, παρατηρῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἀνάγεται εἰς τὰ περὶ τῆς χηρείας τοῦ Θρόνου· ἀλλ’ ἐπὶ τοιαύτης περιστάσεως, ἐξ ἧς ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία τοῦ Κράτους, βεβαίως μία Βουλὴ δύναται νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ νὰ συνέλθῃ ἐκ νέου. Ἀλλ’ ἡ ἔκτακτος αὕτη περίστασις δὲν εἶναι δεκτικὴ διασταλτικῆς ἑρμηνείας.
§176Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ Σύνταγμα διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, τοῦ 52, προέβλεψεν ὡρισμένην περίστασιν.
§177Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον, ὅτι ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζεται, ὅτι καὶ διαλυθεῖσα ἡ Βουλὴ καλεῖται, διότι εἶναι ἐπεῖγον, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῆ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἀναθέτει εἰς αὐτήν. Ἐὰν λοιπὸν τὸ Σύνταγμα ἀναγνωρίζῃ, ὅτι δύναται νὰ κληθῇ καὶ Βουλὴ διαλυθεῖσα, ἠρώτησα: εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι Βουλὴ νεωστὶ ἐκλεχθεῖσα ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐπικυρωθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ, νὰ διανύσῃ δηλαδὴ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας, πρὶν ἐπιληφθῇ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἐθεώρησε τοσοῦτον ἐπείγοντα, ὥστε καὶ διαλυθεῖσα δύναται νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῶν;
§178Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐγένοντο νέαι ἐκλογαὶ, καὶ ἴσως ἐπερατώθησαν, καὶ ἔλαβον οἱ Βουλευταὶ τὰ εἰσιτήριά των, θὰ κληθῇ πάλιν ἡ παλαιὰ Βουλὴ, ἡ διαλυθεῖσα.
§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποῦ τὸ εὑρίσκετε, ὅτι θὰ κληθῇ ἡ διαλυθεῖσα Βουλὴ, ἐνῷ ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ τῆς νέας; (Διάλογοι).
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι τρεῖς γνῶμαι, καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὸ ἄρθρον 13 ἐπιτρέπεται, ὅταν συζητῶνται θέματα σχετιζόμενα μὲ τὸν Κανονισμὸν, νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ Πρόεδρος, ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, καὶ τὴν ὁποίαν θεωρῶ σχετικῶς ὀρθοτέραν. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὁ Βουλευτὴς εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καταρτισθεῖσαν μετὰ τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν, ἡ ἐκλογή του εἶναι ὑπόδικος, ἐκ τοῦ ὅτι δὲ εἶναι ὑπόδικος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ὁ Βουλευτὴς, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκλογὴ εἶναι ὑπόδικος, δύναται νὰ ἀσκήσῃ τὰ δικαιώματα καὶ προνόμια τοῦ Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ διατὶ τότε δὲν ὠθοῦμεν τὴν θεωρίαν ταύτην μέχρι τοῦ ἄλλου ἄκρου; διατὶ δὲν τὸν ἀποκλείομεν καὶ τοῦ δικαιώματος νὰ μετάσχῃ καὶ τῶν ἄλλων καθηκόντων;—διότι ἄλλως θέλομεν φθάσει εἰς τὸ ἀδιέξοδον, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τοσοῦτος ἀριθμὸς ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν θέλει ὑπάρξει, ὥστε νὰ μὴ καταρτίζηται ἀπαρτία.—Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν διετύπωσα· θέλω ὅμως θέσει εἰς ψηφοφορίαν καὶ τὰς τρεῖς γνώμας. Καὶ πρῶτον τὴν ἀπωτέραν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Κερκύρας...
§181ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὑπεβλήθη πρότασις ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας.
§182Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἡ πρότασις ἡ ἐξαχθεῖσα ἐκ τῶν ὑποστηριχθέντων ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Κερκύρας εἶναι ἡ ἑξῆς: «Μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐπαναληπτικῶν τούτων ἐκλογῶν, οἱ ἐκλεγέντες κατ’ αὐτὰς Βουλευταὶ ἐκπληροῦσιν ἅπαντα τοῦ Βουλευτοῦ τὰ καθήκοντα, δὲν ψηφίζουσι μόνον ἐπὶ τῶν ἰδίων ἐκλογῶν.»
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη λοιπὸν καὶ ἀπωτέρα εἶναι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας, ἣν διετύπωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυνουρίας. Μὲ αὐτὴν τὴν πρότασιν συμφωνεῖ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον 7 λοιπὸν τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἐὰν ἐντὸς τῆς Βουλευτικῆς Περιόδου συμπέσῃ νὰ γείνωσι κατὰ μέρος νέαι ἐκλογαί, λόγῳ ἀκυρώσεως, θανάτου, παραιτήσεως ἢ ἐκπτώσεως ἐκ τῆς βουλευτικῆς ἐντολῆς, ἡ ἐξέλεγξις αὐτῶν ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν τμημάτων, εἰς ἃ τὸ πρῶτον παρεπέμφθησαν κατὰ τὸ ἄρθρον 3 αἱ ἐκλογαὶ αὗται. Μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐπαναληπτικῶν τούτων ἐκλογῶν οἱ ἐκλεγέντες κατ’ αὐτὰς Βουλευταὶ ἐκπληροῦσιν ἅπαντα τοῦ Βουλευτοῦ τὰ καθήκοντα, δὲν ψηφίζουσι μόνον ἐπὶ τῶν ἰδίων ἐκλογῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκταὶ, δι’ εἰδικῆς ἐπὶ ἑκατέρας αὐτῶν ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως, αἱ προτάσεις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς κ. Δ. Ράλλη περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 22 καὶ 30 τοῦ Κανονισμοῦ, ἔχουσαι οὕτω: «Τὸ ἄρθρον 22 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Μετὰ τὰς γενομένας κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἀνακοινώσεις, μὴ ζητοῦντός τινος τὸν λόγον, ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ προκαλεῖ τὴν ἐφ’ ἑκάστου τούτων συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Σώματος, καθ’ ἣν ἐτάχθησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει σειράν.» «Τὸ ἄρθρον 30 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει οἴκοθεν τὸ διαιρετόν. Τὸ διαιρετὸν ἀπαγγέλλεται ὡσαύτως ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῇ αἰτήσει παντὸς Βουλευτοῦ. Ὑπαρχούσης δ’ ἀντιρρήσεως ὡς πρὸς τὸ διαιρετὸν, ἀποφαίνεται περὶ τούτου ἡ Βουλή.»
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 56, στίχῳ πέμπτῳ, ἡ λέξις «διευθυντὴν» ἀντικαθίσταται διὰ τῆς λέξεως «διεκπεραιωτήν». Ἐν τῷ ὀγδόῳ καὶ ἐνάτῳ στίχῳ ὁμοίως αἱ λέξεις «διευθυντὴς» διὰ τοῦ «διεκπεραιωτής». Ὁμοίως καὶ ἐν τῷ δεκάτῳ ἕκτῳ στίχῳ ἡ λέξις «διευθυντὴς» ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ «διεκπεραιωτής». Πρόκειται περὶ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας, καὶ αἱ τροπολογίαι αὗται ἀφορῶσιν εἰς τὸ νὰ διεξάγῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁρμόδιος· ἐκεῖνος, εἰς ὃν παραδίδονται τὰ ἔγγραφα, νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην καὶ τῆς παραδόσεως πρὸς τοὺς Βουλευτὰς καὶ τῆς ἀναλήψεως αὐτῶν. Ὑπάρχει ἀντίρρησις; Οἱ παραδεχόμενοι τὰς ἀναγνωσθείσας τροποποιήσεις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἤδη ἡ πρότασις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Πονηροπούλου, Φ. Μοσχούλα, Β. Βουδούρη, Νικ. Λεωνίδα, Ι. Δελμούζου, Ν. Τσούχλου, Κ. Ἱερομνήμονος, Δ. Ἀνδρικοπούλου ἢ Μπουκαούρη, Κ. Χρηστοπούλου, Π. Πρωτοπαπαδάκη καὶ Ἐπ. Ἐμπειρίκου, ἔχουσα οὕτω: «Ἡ αʹ § τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἅρθρον 63. Ὁ Πρόεδρος μετὰ τοῦ Ἐφόρου, οἱ ἀντιπρόεδροι, ὁ κοσμήτωρ καὶ οἱ γραμματεῖς, ἐν σώματι παριστάμενοι, ἀντιπροσωπεύουσι τὴν Βουλὴν κατὰ τὰς Βασιλικὰς καὶ ἐθνικὰς ἑορτὰς, ἄλλας τελετὰς ἢ δεξιώσεις, διαρκούσης τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου. Ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ νὰ παραστῇ ἐν σώματι εἰς ἐκτάκτους καὶ ὅλως ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος περιστάσεις.» «Τὸ ἄρθρον 93 τροποποιεῖται οὕτω: «Ἅρθρον 93. Ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὁριστικοῦ Προέδρου αὑτῆς ἐκλέγει καθ’ ἑκάστην Σύνοδον Βουλευτικὴν καὶ δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας ὡς Ἔφορον τοῦ Βουλευτηρίου καὶ τῆς Βιβλιοθήκης ἕνα ἐκ τῶν διαρκῶς ἐν Ἀθήναις διαμενόντων Βουλευτῶν. Ὁ Ἔφορος ἐνασκεῖ τὰ ἀνατεθειμένα αὐτῷ καθήκοντα καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἀμέσως ἑπομένης καὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ νέου Ἐφόρου. Ἐν περιπτώσει δὲ διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐξακολουθεῖ ἐνασκῶν τὰ καθήκοντά του μέχρι τῆς συγκροτήσεως τῆς νέας Βουλῆς καὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ νέου Ἐφόρου, καὶ ἂν μὴ ἐκλεχθῇ Βουλευτής.» «Τὸ ἄρθρον 94 τροποποιεῖται ὡς ἕπεται: «Ἅρθρον 94. Ὁ Ἔφορος εἶναι ὁ ἀνώτατος ἐπόπτης τοῦ Βουλευτηρίου καὶ τῆς Βιβλιοθήκης, ἐπιβλέπει τὰ τῶν τελετῶν, τῆς διακοσμήσεως καὶ τῆς ἐν γένει ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς παραστάσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπιμελεῖται τῆς κανονικῆς διεξαγωγῆς τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν γραφείων τῆς Βουλῆς. Ὑπὸ τοῦ Ἐφόρου ὑποβάλλονται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς καὶ παρ’ αὐτῆς εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν αἱ αἰτήσεις πρὸς χορήγησιν πιστώσεων διὰ τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Βιβλιοθήκης.» Αἱ τροπολογίαι αὗται εἶναι ὅλαι σχετικαὶ, ἀφορῶσαι ἀκριβῶς εἰς τὸ νὰ καταστήσωσι τὴν θέσιν τοῦ Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης ὡς θέσιν Ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ ὑπαγάγωσι καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν αὐτοῦ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ καταστήσῃ τὸν Πρόεδρον αὐτῆς homme de bois! Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἤδη ἐρχόμεθα εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 76, ὡς ἐπρότεινα ταύτην· ἤτοι: «Τὸ τρίτον ἐδάφιον τροποποιεῖται οὕτω: «τοῦ βοηθοῦ αὐτοῦ 150.» Τὸ πέμπτον ἐδάφιον τροποποιεῖται οὕτω: «τοῦ διορθωτοῦ τῶν ἐντύπων 240.» «Τὸ ἕκτον ἐδάφιον τροποποιεῖται οὕτω: «τοῦ διεκπεραιωτοῦ 270.» Τὸ δέκατον ἐδάφιον τροποποιεῖται οὕτω: «τοῦ ἀρχειοφύλακος 150.» Πρόκειται περὶ μειώσεως τῶν μισθῶν.
§185ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ μισθοὶ δὲν εἶναι τόσον μεγάλοι, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ μείωσις αὕτη.
§186Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πρόκειται περὶ οἰκονομίας δραχμῶν 800 κατ’ ἔτος.
§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι μόνον ὁ λόγος τῆς οἰκονομίας, ὁ προκαλῶν τὴν μείωσιν ταύτην, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ μία ἀναλογία μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν διαφόρων ἄλλων δημοσίων γραφείων.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῶν προτεινομένων τούτων τροπολογιῶν; Οἱ παραδεχόμενοι τὰς ἀναγνωσθείσας τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 76 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἐφάνη ὅτι δὲν παρεδέχθη.
§189Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς δὲν παρεδέχθη, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρξεν ἀντίρρησις;
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰς τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 76. Τὸ ἄρθρον 77 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διορίζει καὶ παύει, προτάσει τοῦ Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Τὰ ἐδάφια ἕκτον «ἕνα διεκπεραιωτὴν» καὶ δέκατον πέμπτον «τοῦ διεκπεραιωτοῦ 120» διαγράφονται». Τὸ πρῶτον μέρος ἀφορᾷ εἰς τὸν διορισμὸν καὶ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, ὡς γίνεται καὶ μέχρι σήμερον, τῇ προτάσει τοῦ Ἐφόρου, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ Προέδρου καὶ ὄχι ὑπὸ τοῦ Προεδρείου.
§191ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ ὀρθῶς.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ δευτέρα τροπολογία ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως τοῦ διεκπεραιωτοῦ τῆς Βιβλιοθήκης, ἥτις θέσις ἐθεωρήθη ὅτι οὐδένα ἔχει σκοπόν.
§193Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἐγώ, πιστὸς ὀπαδὸς τοῦ ἐθνικοῦ κόμματος, ἑπόμενον ἦτο νὰ κάμω πᾶσαν ἐφικτὴν οἰκονομίαν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς Βιβλιοθήκης, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει κατὰ τὸ παρελθὸν ὁ προκάτοχός μου Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης κ. Ἀλέξ. Κανάρης, ἐκ δραχμῶν 51,888, κατῆλθον εἰς τὰς δραχμὰς 45,000, ἐπιτυχὼν οἰκονομίας ἐκ δραχμῶν 6,888. Μετὰ τὴν δήλωσίν μου ταύτην, ἐὰν ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι καὶ εἰς ἄλλας οἰκονομίας πρέπει νὰ προβῇ ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ν’ ἀποδεχθῶ τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως τοῦ διεκπεραιωτοῦ.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὰς ἀναγνωσθείσας τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 77 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον 83 τροποποιεῖται οὕτω: «Μὴ ἐπαρκεσάσης τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς ἀναγεγραμμένης πιστώσεως διὰ τὰ μικρὰ ἔξοδα, ὧν ἡ πληρωμὴ δὲν δύναται ν’ ἀναβληθῇ, ἐκδίδεται συνεπείᾳ ἐγγράφου τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν χρηματικὸν ἔνταλμα ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ καὶ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ λογιστοῦ τῆς Βουλῆς, ὀφείλοντος νὰ δικαιολογήσῃ τὴν γενομένην αὐτῷ προπληρωμήν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§195Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ ἀνατυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε, ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Προβαίνομεν τώρα εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς Αʹ Συνόδου ΙϚʹ Περιόδου. Κεφάλαιον Αʹ. «Ἀποζημίωσις Βουλευτῶν δρ. 421,200». (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Κεφάλαιον Βʹ. «Ἔξοδα Γραφείων Βουλῆς ἐν γένει». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
§197Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προτείνω, εἰς τὸ κεφάλαιον Βʹ νὰ προστεθῇ πρόσθετον ἄρθρον πρὸς χορηγίαν βοηθήματος δραχμῶν 300 εἰς τὴν χήραν Κωνσταντίνου Γεωργίου. Εἶναι σύζυγος τοῦ ἀποθανόντος ἀρχικλητῆρος τῆς Βουλῆς. Ὑπῆρχε τὸ βοήθημα καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ κατὰ λάθος παρελείφθη ἐν τῷ συζητουμένῳ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς.
§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἄλλοτε παρετήρησα, ὅτε ἤμην ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὰς ἰδιαιτέρας αὑτῆς δαπάνας, ὅσας ἤθελε κρίνει ἀναγκαίας πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἔργων της, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἐγκριθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων αὐτῆς ὑπὸ ἄλλης τινὸς ἀρχῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐλευθερία αὕτη τῆς Βουλῆς περιορίζεται μόνον ὡς πρὸς τὰς δαπάνας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τῆς Βουλῆς, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς ἀγαθοεργίας. Αἱ ἀγαθοεργίαι ὑπάγονται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συστήσῃ τὴν αἴτησιν περὶ ἀπονομῆς βοηθήματος εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§199ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγκαίως τὸ μισθολόγιον θὰ τροποποιηθῇ συμφώνως μὲ τὰς τροποποιήσεις τὰς γενομένας δεκτὰς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Λοιπὸν ὁ βοηθὸς τοῦ Διευθυντοῦ ἀντὶ δρ. 180 θὰ λαμβάνῃ 150· τοῦ διορθωτοῦ τῶν ἐντύπων ὁ μισθὸς γίνεται δρ. 240, τοῦ διεκπεραιωτοῦ δραχ. 270, καὶ τοῦ ἀρχειοφύλακος δρ. 150. (Γίνεται δεκτὸν τὸ Κεφάλαιον Βʹ μὲ τὰς ἀνωτέρω τροποποιήσεις). Κεφάλαιον Γʹ. «Ἔξοδα Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Ἡ πίστωσις διὰ τὴν σύνταξιν καταλόγου καὶ ἐκτύπωσιν καὶ προμήθειαν χάρτου ἐκ δραχμῶν 7,000 φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ εἰς 5,000.
§201ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὡς ἦτο καὶ κατὰ τὸ παρελθόν.
§202Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ὁ κύριος Στάης, διὰ νὰ τυπώσῃ 13 τυπογραφικὰ φύλλα, ἐξώδευσε 5,910 δραχμάς. Ἤδη πρόκειται νὰ τυπωθῶσι 30 τυπογραφικὰ φύλλα κατὰ συνέπειαν μόλις ἐξαρκεῖ τὸ ποσὸν τῶν 7,000 δραχμῶν. Θέλετε νὰ τὸ περικόψητε καὶ αὐτό; εἶσθε ἐλεύθεροι, ἀλλὰ δὲν θὰ τυπωθῇ κανὲν φυλλάδιον.
§203ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ πρόκειται ἁπλῶς περὶ δαπάνης ἀφορώσης τυπωτικά· ἀλλ’ ἡ δαπάνη, ἣν ἀνέφερε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀνάγεται εἰς τὸν καταρτισμὸν καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ καταλόγου, ἐργασίαν ἐπιστημονικὴν, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα πρὸ μικροῦ. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἡ ἐργασία αὕτη ἡ συντελεσθεῖσα, ἡ ὁποία ἀφορᾷ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λεβαδείας καὶ Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης, εἰς 30 τυπογραφικὰ φύλλα, ἔχει ἤδη πληρωθῆ.
§204Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ὄχι ὅλη.
§205ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τουλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον.
§206Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ δεχθῶ. Ἔκαμα προϋπολογισμόν.
§207ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πρόκειται ἤδη περὶ δαπάνης ἐκτυπώσεως, ὄχι περὶ δαπάνης συντάξεως τοῦ καταλόγου. Ἑπομένως φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 5,000 δραχμῶν εἶναι ἐπαρκές· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦναι ἐπαρκὲς, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸ τεσσάρων ἐτῶν πρὸς σύνταξιν καὶ ἐκτύπωσιν τοῦ πρώτου φυλλαδίου τοῦ μέλλοντος νὰ τυπωθῇ καταλόγου.
§208Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ δαπάνη ἡ ἀναγεγραμμένη τῶν 7,000 δραχμῶν δὲν εἶναι ἐπαρκής· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ἡ ὑπάρχουσα Βιβλιοθήκη ἄνευ καταλόγου· καταντᾷ σχεδὸν νὰ ἦναι ἄχρηστος, καὶ ὅλος ὁ κατάλογος τῶν ἀπειραρίθμων βιβλίων τῆς Βιβλιοθήκης νὰ εὑρίσκηται ἐν τῇ κεφαλῇ τοῦ διευθύνοντος τὴν Βιβλιοθήκην. Ἡ ἐκτύπωσις λοιπὸν καταλόγου Βιβλιοθήκης, καὶ μάλιστα Βιβλιοθήκης, οἵα ἡ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀπαραίτητος. Νομίζω δὲ, ὅτι διὰ τῶν 7,000 δραχμῶν μόλις καὶ μετὰ βίας θὰ κατορθωθῇ ἡ ἐκτύπωσις μέρους τοῦ καταλόγου μόνον, ὄχι ὁλοκλήρου. Ὡς ἤκουσα πρὸ μικροῦ, ὁ κ. Ἔφορος εἶπεν, ὅτι 13 μόνον τυπογραφικὰ φύλλα ἐτυπώθησαν· ἀλλ’ ἀναντίρρητον εἶναι, ὅτι ὁ κατάλογος τῶν βιβλίων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς θὰ περιληφθῇ εἰς 40 ἢ καὶ 50 τυπογραφικὰ φύλλα. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θὰ στοιχίσῃ ἀκριβὰ ὁ κατάλογος αὐτός· ἀλλ’ ἄνευ τοῦ καταλόγου ἡ Βιβλιοθήκη εἶναι ἄχρηστος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἂν ἦναι δυνατὸν, πρέπει καὶ νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσόν· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν αὐξηθῇ, πάντως πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ποσὸν τῶν 7,000 δραχμῶν.
§209Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§210Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἂν περισσεύσουν, δὲν ἔχει κανεὶς νὰ τὰ λάβῃ.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅπως τὸ ἐδάφιον 13 τοῦ Κεφαλαίου Γʹ «σύνταξις καταλόγου καὶ ἐκτύπωσις καὶ προμήθεια χάρτου» ἀπὸ 7,000 δραχμῶν μειωθῇ εἰς 5,000, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι).
§212Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἀπερρίφθη.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§214Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἄρα μένει τὸ ποσὸν τῶν 7,000.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Τί θέλετε νὰ κάμω; (γέλωτες). Ἑπομένως πλὴν τῆς ἀποκοπῆς τῶν 1440 δραχμῶν διὰ τὸν μισθὸν τοῦ διεκπεραιωτοῦ τὸ Κεφάλαιον Γʹ μένει ὅπως ἔχει. Κεφάλαιον Δʹ, «Ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων τῆς Βουλῆς». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
§216ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου Δʹ ζητῶ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§217Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διάφοροι δικαιοῦχοι παρουσίασαν λογαριασμὸν ἐκ δραχμῶν 1533, ὡς ἑξῆς: Ὁ βιβλιοδέτης Ν. Λάρδης διὰ δραχμὰς 170, ὁ αὐτὸς διὰ δραχμὰς 126, ὁ βιβλιοδέτης Χ. Ἀφεντάκης διὰ δραχμὰς 373, καὶ οἱ κύριοι Γεώργιος καὶ Σάββας Βαρβιτσιώτης διὰ δραχμὰς 864. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ προτείνω, εἰς τὸ Κεφάλαιον Δʹ νὰ προστεθῶσι τέσσαρα ἔτι ἐδάφια, 8, 9, 10 καὶ 11, καὶ νὰ ἀναγραφῶσιν αἱ ὀφειλαὶ αὗται.
§218ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν εἰς τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος ἀνέφερε, περιλαμβάνεται καὶ πίστωσις δραχμῶν 373 διὰ τὸν βιβλιοδέτην Ἀφεντάκην διὰ βιβλιοδετικὰ πρακτικῶν Βουλῆς τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς ΙΕʹ Περιόδου.
§219Ι. ΚΑΛΛΟΥΤΣΗΣ. Περιλαμβάνεται.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῶσιν αἱ πρόσθετοι αὗται δηλώσεις ὡς ἐδάφια 8, 9, 10 καὶ 11, τὸ ὅλον δραχμαὶ 1533, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἀπαιτήσεων.
§221ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτω τὸ Κεφάλαιον Δʹ ἀναβιβάζεται εἰς δραχμὰς 2385. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ Κεφάλαιον Δʹ, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ Κεφάλαιον Εʹ. «Ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων Βιβλιοθήκης»). Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς τρεχούσης Συνόδου, κατόπιν τῶν γενομένων μεταβολῶν, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 581,355. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Παρακαλῶ. Ἀπόψε δὲν θὰ ἐπανέλθωμεν. Διὰ τὴν αὔριον παρακαλῶ νὰ ὁρίσῃ ἡ Βουλὴ ὡς ὥραν συνεδριάσεως τὴν 5ην μετὰ μεσημβρίαν.
§223ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον εἰς τὰς 5. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 καὶ 45′ μ. μ.).