1903.03.26
4,429 rows · 33,822 words · 403 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57
τῆς 26 Μαρτίου 1903.
(Τετάρτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα πολιτῶν ἐκ Χανίων τῆς Κρήτης, ἀγγελλόντων, ὅτι ἐνθουσιωδῶς ἐπανηγυρίσθη ἐκεῖ ἡ ἐπέτειος τῆς ἐθνικῆς παλιγγενεσίας, καὶ εὐχομένων ταχεῖαν τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Ὑπόμνημα διαφόρων ἐμπόρων ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ὑποστάντων ζημίας κατὰ τὰς Ἀρμενικὰς ταραχὰς, καὶ αἰτουμένων ἵνα ἡ Κυβέρνησις προβῇ εἰς τὰ κατάλληλα διαβήματα, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ κατὰ τὸ 1896 ὑποβληθεῖσαι εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν αἰτήσεις αὐτῶν περὶ ἀποζημιώσεως. Τηλεγράφημα ἐπιτροπῆς τοῦ λαοῦ Καλαμῶν, παραπονουμένου ὅτι ἕνεκεν τῆς ἀρνήσεως τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς παροχὴν δανείων διατελοῦσιν ἐν ἀπογνώσει, τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων των ἀποβαινούσης ἀδυνάτου, καὶ παρακαλοῦντος νὰ συστηθῇ ἁρμοδίως ἡ ἄμεσος παροχὴ δανείων.
§2Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ὑπὲρ τῆς αἰτήσεως ταύτης, διότι οἱ κάτοικοι δὲν δύνανται νὰ καλλιεργήσωσι τὰ κτήματά των, καὶ θὰ εὑρεθῶσι μετ’ ὀλίγον εἰς δύσκολον θέσιν.
§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ σταλῇ ἡ αἴτησις εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν.
§4Π. ΣΑΚΚΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἀναφορὰν ταύτην, θὰ συστήσω νὰ ληφθῇ μέτρον γενικώτερον, καὶ συστηθῇ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ παράσχῃ τοὐλάχιστον θειϊκὸν χαλκὸν εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Εἶναι ἐπάναγκες νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι κατάδικοι, κρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδίου δι’ ἐγκλήματα διαπραχθέντα κατὰ τὰ ἔτη 1877–1878 ἐν Θεσσαλίᾳ, δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ἱκετεύουσι νὰ τοῖς ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις. Ὁ Βασίλειος Μουντᾶνος, ἐκ Πανίτσης τοῦ Μαλευρίου, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονεῖται, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐζήτησε τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἀθηνῶν, δι’ ἧς ἐπεδικάσθησαν αὐτῷ 240 δραχμαὶ λόγῳ μισθώματος τῆς οἰκίας του. Ὁ Νικόλαος Νικηφόρος ἀπέστειλεν ὑπόμνημα περιέχον περίληψιν τοῦ μεταρρυθμιστικοῦ συστήματός του. Τὸ Βʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὁ βουλευτὴς Ἄνδρου κ. Ἐμπειρῖκος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ μηχανικῶν τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 322). Ὁ βουλευτὴς Καρυστίας κ. Ν. Σταματιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ ταῖς παραστάσεσι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἡ Βουλὴ διεβίβασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφορὰν τῆς χήρας τοῦ μακαρίτου Θρασυβούλου Κ. Κανάρη μετὰ συστάσεως ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Αἱ παραστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου εἰσὶ βάσιμοι, κατὰ πληροφορίας, τὰς ὁποίας καὶ ἡμεῖς ἰδιαιτέρως ἐλάβομεν. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω νομοσχέδιον, ὅπως χορηγηθῇ σύνταξις μηνιαία δραχμῶν ἑκατὸν εἰς τὴν χήραν καὶ τὰ τέκνα τοῦ μακαρίτου Θρασυβούλου Κ. Κανάρη. Ἐπίσης ἐκ πληροφοριῶν, ἃς ἐλάβομεν ἐκ Πατρῶν, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, εἰς ἣν κατέλιπε τὴν οἰκογένειάν του ὁ μακαρίτης Θᾶνος Κανακάρης, δὲν εἶναι εὐχάριστος. Διὰ τοῦτο προτείνω νομοσχέδιον, ἵνα ἀπονεμηθῇ καὶ εἰς τὴν χήραν καὶ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ μινιαία σύνταξις δραχμῶν διακοσίων.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλουσιν ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 323–324).
§8Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιδοκιμάζω τὰς προτάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἀλλὰ θὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς παράκλησιν, ἣν ἐλπίζω, ὅτι θέλει ἀποδεχθῆ σύσσωμος ἡ Βουλή. Ἡ θυγάτηρ τοῦ ἀειμνήστου Ἀναστασίου Πολυζωΐδου, τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ὅστις, ὡς γνωστόν, καὶ κατὰ τὸν Ἀγῶνα καὶ μετὰ τὸ πέρας τοῦ Ἀγῶνος μετ’ ἀπαραμίλλου πατριωτισμοῦ καὶ αὐταπαρνήσεως ὑπηρέτησε τὴν Πατρίδα, σήμερον πένεται καὶ λιμώττει κυριολεκτικῶς, περιερχομένη τὰς ὁδοὺς καὶ ζητοῦσα βοήθειαν! Ὅσοι τυχὸν ἀνεγνώσατε τὰ κατὰ τὴν δίκην τοῦ στρατηγοῦ Κολοκοτρώνη θὰ ἐνθυμῆσθε ὁποῖον πρόσωπον διεδραμάτισεν ὁ ἀείμνηστος Πολυζωΐδης, οὗτινος τὸ τέκνον σήμερον περιπλανᾶται εἰς τὰς ὁδοὺς ἄστεγον καὶ ἐλεεινόν! Τὸ πλάσμα αὐτὸ ἔχει ἀνάγκην προστασίας ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ προστασίας καὶ περιθάλψεως τῆς ἀτυχοῦς ταύτης γυναικός, ὅσον οἷόν τε τάχιον, εἰσάγουσα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς καὶ εἰς αὐτὴν συντάξεως ἔστω καὶ 50 δραχμῶν, ἵνα μὴ ἀποθάνῃ τῆς πείνης!
§9ΦΩΝΑΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ θυγάτηρ τοῦ ἀειμνήστου Πολυζωίδου εἶχε δικαίωμα εἰς σύνταξιν, διότι ἡ μήτηρ αὐτῆς μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Πολυζωίδου ἐλάμβανε σύνταξιν· ἀλλὰ συνέβη μετὰ τὸν θάνατον τῆς μητρὸς ἡ θυγάτηρ νὰ ἔλθῃ εἰς γάμον, ἕνεκα δὲ τούτου ἀπώλεσε τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως· κατόπιν δὲ ἀπεβίωσε καὶ ὁ σύζυγος αὐτῆς, καὶ ἔμεινεν ἐστερημένη τῶν πρὸς τὸ ζῆν. Διὰ νὰ ἀνακτήσῃ ἑπομένως τὸ πρὸς σύνταξιν δικαίωμα, πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς εἰς αὐτὴν συντάξεως.
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§13Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ φίλος μου κ. Λεβίδης ἀνέπτυξε τὰς ἐπερωτήσεις του, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τόσον αὐτὸς, ὡς καὶ ὁ ἕτερος ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς κ. Σμολένσκης. Ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων τούτων εἶπον ὅτι θὰ δώσω τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ θ’ ἀπαντήσω εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμὲ, διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, νὰ ὑποβάλω τὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν καὶ αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι μελέτας, αἵτινες ἐγένοντο ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἐπὶ διαφόρων ζητημάτων τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν Ναυτικοῦ. Ἡ ὑποβολὴ τῶν ἐκθέσεων τούτων οὐδεμίαν βεβαίως θὰ φέρῃ ὠφέλειαν, δύναται ὅμως νὰ φέρῃ βλάβην, ἔστω καὶ μικρὰν, διότι ἐν αὐταῖς ὑπάρχουσι πολλαὶ λεπτομέρειαι περὶ τῶν ναυτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ὧν ἡ δημοσίευσις δύναται νὰ βλάψῃ. Ἄν ὅμως εἴτε οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες εἴτε ἄλλος Βουλευτὴς θέλῃ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν, εὐχαρίστως θέλω διευκολύνει αὐτοὺς εἰς τοῦτο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Σήμερον δὲ ἐκ τῶν ἐκθέσεων καὶ τῆς ὑπηρεσίας ἀρυόμενος τὰς πληροφορίας, ἃς μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ποιήσωμαι γνωστὰς ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔθιξαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, θέλω ἀνακοινώσει ταύτας εἰς τὴν Βουλήν. Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἠθέλησαν νὰ μάθωσιν, ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν λεβήτων τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν καὶ τῶν τορπιλλοβόλων, ἰδίως τῶν Γερμανικῶν. Ἡ κατάστασις τῶν λεβήτων τούτων εἶναι κατάστασις λεβήτων γεγηρακότων· οὗτοι ἔπρεπεν ἴσως πρὸ πολλοῦ ν’ ἀντικατασταθῶσιν, ὄχι διότι καθιστῶσι τὰ πλοῖα ἀνίκανα πρὸς πλοῦν, ἀλλὰ διότι, εἰς οἵαν κατάστασιν εὑρίσκονται, δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἀρχικῆς αὐτῶν ταχύτητος. Περὶ τῶν λεβήτων τούτων ἠσχολήθην καὶ ἐγὼ εὐθὺς ὡς ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὅτε ἠθέλησα νὰ μελετήσω τὴν κατάστασιν τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν, καὶ πράγματι ἐπείσθην, ὅτι πρέπει ν’ ἀντικατασταθῶσιν οἱ λέβητες τῶν θωρηκτῶν, ὡς καὶ οἱ τῶν τορπιλλοβόλων, ἂν γενικὴ αὐτῶν διόρθωσις δὲν ἦναι ἀποτελεσματικῶς δυνατή. Ἐπείσθην ὅτι καὶ τὸ σύστημα αὐτῶν πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, καὶ ἀντὶ λεβήτων κυλινδρικῶν νὰ προτιμηθῶσι διὰ τὰ θωρηκτὰ λέβητες σωληνωτοὶ, διότι οὗτοι σήμερον θεωροῦνται τελειότεροι καὶ χρησιμώτεροι. Δὲν ἠθέλησα δὲ νὰ ἀρκεσθῶ εἰς μόνας τὰς μελέτας τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἁρμοδίων προσώπων, ἀλλ’ ἐζήτησα τὴν γνώμην καὶ ἁρμοδιωτέρων ἡμῶν, τῶν κατασκευαστῶν τῶν θωρηκτῶν, δηλαδὴ τῆς Ἑταιρείας τῶν Forges et Chantiers. Καὶ ἡ ἑταιρεία δὲ αὕτη ἐπεδοκίμασε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου. Ἔλαβον δὲ ἤδη παρ’ αὐτῆς πληροφορίας τινὰς, περιμένω δὲ προσεχῶς καὶ λεπτομερεστέρας τοιαύτας. Ἄν δὲ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνέγραψα ποσὸν μικρότερον τοῦ ἀπαιτουμένου, ἔπραξα τοῦτο, διότι ἡ ἀντικατάστασις τῶν λεβήτων δὲν δύναται νὰ συντελεσθῇ ἐντὸς τοῦ 1903. Ὡσαύτως οἱ λέβητες τῶν πέντε τορπιλλοβόλων τῶν Γερμανικῶν χρῄζουσι καὶ οὗτοι ῥιζικῆς μεταρρυθμίσεως. Ἐγένετο μελέτη καὶ ἐξακολουθεῖ αὕτη, ὅπως πεισθῶμεν, ἂν πρέπει ν’ ἀντικατασταθῶσι καὶ οὗτοι διὰ νέων λεβήτων, ἢ ἂν εἶναι δυνατὸν ἄνευ βλάβης τῆς λειτουργίας αὐτῶν νὰ γείνῃ ῥιζικὴ αὐτῶν διόρθωσις χάριν οἰκονομίας· ἐὰν δὲ ἀποδειχθῇ ἀναγκαία ἡ ἀντικατάστασίς των, βεβαίως καὶ ταύτην θὰ ἐπιδιώξωμεν. Ἐζητήθησαν ὡσαύτως πληροφορίαι περὶ τοῦ ὁπλισμοῦ τῶν πλοίων, καὶ ἰδίως, ἂν τὰ ἀρχικῶς τοποθετηθέντα ἐπὶ τῶν θωρηκτῶν πυροβόλα, τὰ βραδυβόλα, δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν εἰς ταχυβόλα διὰ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ κλείστρου καὶ ἄλλων τροποποιήσεων αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι δυνατόν, ἀλλὰ διὰ δαπάνης οὐ σμικρᾶς. Εἶναι ὅμως ἀμφίβολον, ἂν διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης θὰ ἔχωσιν ὅλα τὰ πλεονεκτήματα τῶν σημερινῶν ταχυβόλων, καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ διότι ταῦτα εἶναι βραχύκαννα. Ἐὰν πρόκηται νὰ δαπανήσωμεν ποσὸν ἄξιον λόγου διὰ μεταβολὴν μὴ ἐξασφαλίζουσαν τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦμεν, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἐπιδιώξωμεν αὐτὴν, καὶ θ’ ἀναμείνωμεν εὐθετωτέρας περιστάσεις, ὅπως προβῶμεν εἰς ἀντικατάστασιν αὐτῶν. Ὡς δ’ εἶναι γνωστόν, ἐκτὸς τῶν ἀρχικῶν βραδυβόλων πυροβόλων ἐτοποθετήθησαν ἐπὶ τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν καὶ ταχυβόλα, τινὰ μὲν κατὰ τὸ 1896, ἄλλα δὲ τελευταῖον, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ μὲν ἐτοποθετήθησαν ἐπὶ ἑνὸς τῶν θωρηκτῶν, ἕτερα πρόκειται νὰ τοποθετηθῶσιν, εὑρισκόμενα ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, καὶ ἄλλα θὰ ἔλθωσιν ἐκ τοῦ καταστήματος, τὸ ὁποῖον κατασκευάζει αὐτά. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι καὶ περὶ τῶν πυρομαχικῶν τοῦ στόλου. Τὰ πυρομαχικά μας δὲν εἶναι εἰς τὴν ἀπελπιστικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἠθέλησάν τινες νὰ τὰ παραστήσωσιν. Ἀπ’ ἐναντίας εἶναι σχετικῶς εἰς καλὴν κατάστασιν. Ὑπάρχουσι φυσίγγια, τὰ ὁποῖα ἔπαθον, καὶ τῶν ὁποίων ἡ διόρθωσις εἶναι δυνατή· ὑπάρχουσιν ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος στρατηγὸς κ. Σμολένσκης ἠρώτησεν, ἂν ἔχομεν ἄκαπνον πυρίτιδα. Ἔχομεν τοιαύτην. Τὰ ταχυβόλα βεβαίως δι’ ἀκάπνου πυρίτιδος δύνανται νὰ λειτουργῶσι. Τὰ βραδυβόλα δύνανται καὶ ταῦτα, ἀλλ’ ὡς γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἡ χρῆσις τῆς ἀκάπνου πυρίτιδος εἰς τὰ βραδυβόλα δύναται νὰ φέρῃ βλάβην εἰς τοὺς ἐσωτερικοὺς αὔλακας τοῦ σωλῆνος. Ἀλλ’ ἂν ἀπόλυτος παραστῇ ἀνάγκη, δύναται νὰ γείνῃ χρῆσις καὶ ἀκάπνου πυρίτιδος, ἥτις θὰ καταστήσῃ τότε ταχυτέραν τὴν βολὴν τῶν πυροβόλων τούτων. Ἠρωτήθην, ἂν τὸ πυροβολικὸν τοῦ στόλου ἡμῶν εἶναι ἱκανὸν νὰ προστατεύσῃ τὰ πλοῖα. Ἡ προστασία τῶν πλοίων, ὡς κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος στρατηγός, εἶναι ὁ θώραξ. Τὸ πυροβολικὸν εἶναι πρὸς ἐπίθεσιν μᾶλλον παρὰ πρὸς ἄμυναν...
§14Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· δὲν εἶπον αὐτό.
§15Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ βλέπω εἰς τὰς τυπωμένας ἐπερωτήσεις.
§16Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα, ἂν τὰ πυροβόλα εἶναι ἱκανὰ διὰ τὴν ἄμυναν τῶν πλοίων.
§17Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐπίθεσις ἀποτελεῖ ἄμυναν.
§18Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐδῶ σφάλλετε.
§19Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πιθανόν. Εἶναι ζήτημα κυριολεξίας. Ἕτερον ἐρώτημα: «εἰς πόσας βολὰς ἀντέχουσι τὰ βραδυβόλα;» Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, κατ’ ἐλάχιστον ὅρον δύνανται ν’ ἀνθέξωσιν εἰς 300 βολὰς πλήρεις.
§20Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε; Τὰ πυροβόλα τῶν 0,27 νομίζετε ὅτι ἀντέχουσιν εἰς 300 βολάς; Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνακριβές. Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ σᾶς εἴπω εἰς πόσας βολὰς πολέμου ἀντέχουσιν, ἀλλὰ βεβαίως ἀντέχουσιν εἰς πολὺ κατωτέρας.
§21Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐζητήσατε νὰ σᾶς εἴπω ἐγώ! Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐκ τῶν ἁρμοδίων ἔχω, καθὼς καὶ ἐκ τῶν κατασκευαστῶν, εἶναι, ὅτι εἰς βολὰς πλήρεις θωρακορρήκτας τῶν 120 κοιλῶν ἀντέχουσιν εἰς τριακοσίας περίπου, εἰς μὴ πλήρεις βολὰς τῶν 80 κοιλῶν ἀντέχουσιν εἰς πολὺ περισσοτέρας· τὰ ἰδικά μας δὲ πυροβόλα πλήρεις βολὰς θωρακορρήκτας ἔρριψαν ἐλαχίστας, ἔρριψαν δὲ μέχρι τοῦδε βολὰς περισσοτέρας τῶν 80 κοιλῶν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος στρατηγὸς κ. Σμολένσκης ἐζήτησε προσέτι νὰ μάθῃ τὴν κατάστασιν τῶν ἐπακτίων πυροβολείων τοῦ Κράτους. Ἡ κατάστασις τῶν ἐπακτίων πυροβολείων εἶναι σχετικῶς καλή, διότι εἶναι προχώματα. Δὲν εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ὡπλισμένα, ἀλλὰ φυλάσσονται καὶ συντηροῦνται ὑπὸ δύο ἢ τριῶν ναυτῶν ἕκαστον. Τὰ πυροβόλα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς αὐτά, μένουσιν ἐν τῷ τόπῳ, τὰ πυρομαχικὰ δὲ μετεφέρθησαν εἰς τὸν Ναύσταθμον. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἐνόμισα ὅτι δύναμαι νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας· νομίζω δέ, ὅτι ἀπαντῶσιν αὗται εἰς τὰς κυριωτέρας τῶν ἐπερωτήσεων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἀλλὰ δίδων τὰς πληροφορίας ταύτας, κατόπιν τῆς γενομένης ἀναπτύξεως περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στόλου ἡμῶν, ὡς τοσοῦτον ἀπελπιστικῆς, νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἰσέλθω συντόμως καὶ εἰς οὐσιαστικωτέραν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἤγειραν καὶ ἀνέπτυξαν οἱ ἀξιότιμοι ἐπερωτήσαντες. Κατὰ τὴν γενομένην ἀνάπτυξιν τῆς καταστάσεως τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν μᾶς παρουσιάζετο ἡ ἀπορία, πρὸς τίνα σκοπὸν ἐγένετο αὕτη. Δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω ἀκριβῶς, τίνα πρακτικὸν σκοπὸν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ τοιαύτη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀνάπτυξις καὶ ἡ ὑπερβολικὴ περιγραφὴ τῶν ἐλλείψεων τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν. Ἐξήχθησαν κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην διάφορα συμπεράσματα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐξετάσω τὰ συμπεράσματα ταῦτα. Ἓν ἐκ τῶν ἐξαχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου συμπερασμάτων εἶναι, ὅτι, ἂν τοιαύτη ἦναι ἡ κατάστασις τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν, καλλίτερον εἶναι νὰ διαλύσωμεν αὐτό, νὰ μὴ καλέσωμεν τοὺς κληρωτούς, νὰ θέσωμεν εἰς διαθεσιμότητα τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ νὰ καταργήσωμεν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν! Ἂν εἰς τοῦτο ἤθελε νὰ καταλήξῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν γνωρίζω· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἂν ἤθελεν ὑπάρξει Ὑπουργός, ἢ καὶ Βουλευτής, ὅστις σοβαρῶς καὶ θετικῶς ἤθελε προτείνει τοιοῦτόν τι. Εἶμαι περίεργος νὰ ἴδω, τίς θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα: «κατάργησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ μὴ διατηρῇς πλέον στόλον!» — εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία κυρίως εἶναι ἔθνος ναυτικόν, ἡ ὁποία ὄχι μόνον ὑπὸ πολιτικήν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πλουτολογικὴν ἔποψιν εἰς τὸ ναυτικὸν κυρίως στηρίζεται.— Ἀφαιρέσατε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τὸν ἐμπορικὸν καὶ ναυτικὸν χαρακτῆρα, περιορίζοντες αὐτὴν εἰς μόνην τὴν γεωργίαν καὶ τὴν μικρὰν βιομηχανίαν, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ δύναται πλέον νὰ μείνῃ ὁποία εἶναι σήμερον, μὲ τὰς μικρὰς μέν, ἀλλὰ θετικὰς αὐτῆς προόδους καὶ τὰς ἐλπίδας τοῦ μέλλοντος. Δὲν πιστεύω, ὅτι δύναταί τις, ὀρθῶς σκεπτόμενος, νὰ καταλήξῃ εἰς τοιοῦτον συμπέρασμα. Πεποιθὼς περὶ τούτου, ἠθέλησα νὰ ἴδω, μήπως τὸ συμπέρασμα τῆς περιστολῆς τοῦ στόλου ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς γενομένης ἀναπτύξεως. Ἐλέχθη, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἐχόντων πολεμικὴν χρησιμότητα, τὰ ἄλλα πλοῖα ἡμῶν εἰσιν ἄχρηστα, καὶ ὅτι ταῦτα πρέπει νὰ ἐκποιήσωμεν. Τοῦτο δὲ ὑπεστήριξε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, διευθύνας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ πολὺν καιρόν. Βεβαίως ὑπάρχουσιν εἰς τὸν στόλον ἡμῶν πλοῖα ἄχρηστα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσι χρησιμότητα, ὡς εἶναι τὰ Ἀγγλικὰ καὶ τὰ Γαλλικὰ τορπιλλοβόλα καὶ δύο ἢ τρία ἕτερα πλοῖα, μηδεμίαν ἔχοντα χρησιμότητα· ταῦτα ἐλαχίστην ἔχουσιν ἀξίαν, καὶ μόνον ὡς ὑλικὸν ἄχρηστον δύνανται νὰ ἐκποιηθῶσι. Τοιαῦτα πλοῖα δὲν ἀπαντῶσι μόνον ἐν τῷ Ναυτικῷ ἡμῶν, ἀλλὰ κατ’ ἀναλογίαν, ἀνωτέραν ἴσως, ἀπαντῶσι καὶ εἰς τὸ Ναυτικὸν ἄλλων Κρατῶν· ἂν δὲ ταῦτα ἐπρόκειτο νὰ ἐκποιηθῶσιν εἰς οὐχὶ ἐξηυτελισμένην τιμήν, ὡς ὑλικόν, βεβαίως οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος νὰ μὴ ἐκποιηθῶσιν, ἔστω καὶ ἂν ἐλάχιστα ἠθέλομεν εἰσπράξει ἐκ τῆς πωλήσεως αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῶν πλοίων αὐτῶν, τῶν μὴ ἐχόντων ἀξίαν καὶ τῶν ὁποίων ἡ μὴ πώλησις δὲν ἐπιβάλλει δαπάνας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Διὰ νὰ καταλήξῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ πωληθῶσι τὰ ἄχρηστα πλοῖα χάριν ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου, θὰ ἐνόει τὰ πλοῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μίαν οἱανδήποτε χρησιμότητα, εἴτε ὡς πλοῖα μεταγωγικά, εἴτε ὡς πλοῖα ἐκγυμναστικά, εἴτε ὡς χρήσιμα πρὸς καταδίωξιν τῶν λαθρεμπορίων. Τὰ πλοῖα ταῦτα βεβαίως, καίτοι δὲν ἔχουσι σπουδαίαν τινὰ πολεμικὴν ἀξίαν, ἔχουσιν ὅμως σχετικὴν χρησιμότητα, καὶ δὲν δύνανται ἐπωφελῶς νὰ ἐκποιηθῶσιν, ἂν περιστάσεις εὐνοϊκαὶ τῆς χώρας ἡμῶν δὲν ἐπιτρέψωσι τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν δι’ ἄλλων καταλληλοτέρων. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἰδέαν τῆς ἀμέσου ἐκποιήσεως αὐτῶν, πρέπει τὸ ἥμισυ τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν κόσμου τοῦ πολεμικοῦ νὰ τὸ θέσωμεν εἰς διαθεσιμότητα καὶ νὰ τὸ καταστήσωμεν ἀργόν. Ἀπορῶ δέ, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὅστις καὶ ἐμελέτησε τὸ ζήτημα, ὑποθέτω, καὶ ἀλλαχόθεν ἔλαβε πληροφορίας, μὴ ἀρκεσθεὶς δὲ εἰς αὐτάς, συνεβουλεύθη καὶ τὸ ἱστορικὸν τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου τοῦ Θουκυδίδου, μνημονεύσας χωρίον αὐτοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου χαρακτηρίζεται τὸ Ναυτικὸν ὡς ἔργον τέχνης καὶ οὐχὶ ὡς πάρεργον, ἀπορῶ, πῶς ἐπίστευσεν, ὅτι, ἂν ἡμεῖς πωλήσωμεν τὰ πλοῖα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὴν σχετικὴν χρησιμότητά των, θὰ δυνηθῶμεν νὰ μορφώσωμεν τὸ Ναυτικὸν ἡμῶν οὕτως, ὥστε ν’ ἀποκτήσωσιν οἱ ἀσχολούμενοι περὶ τὰ πολεμικὰ ναυτικὰ τὴν τέχνην, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς σήμερον ἀμφισβητεῖ, καὶ αὐτὸς ὁ Θουκυδίδης συνιστᾷ. Βεβαίως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἠθέλομεν ἀναγκασθῆ, ἢ νὰ κρατῶμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ εἰς ὑπηρεσίας τῆς ξηρᾶς, καὶ νὰ περιφέρωνται εἰς τὰς Ἀθήνας ἢ ἀλλαχοῦ, ἢ νὰ τοὺς ἀπολύσωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν τοῦ Ναυτικοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ποία ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἀξία τῆς ἱκανότητος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ναυτῶν ἡμῶν, —τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἀνεγνώρισε καὶ πάντες ἀναγνωρίζομεν, —ἐὰν τὸ πλεῖστον τῶν ἱκανῶν τούτων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν καταδικάσωμεν εἰς ἀργίαν, δὲν ἠξεύρω ποίαν ἀξίαν ἤθελεν ἔχει ἡ ἱκανότης τῶν ναυτῶν ἡμῶν, δὲν ἠξεύρω τί θὰ ἀπέβαινον αἱ παραδόσεις ἡμῶν αἱ ναυτικαί, τί θὰ ἐγίνετο ὁ χαρακτηρισμὸς ἡμῶν ὡς ναυτικοῦ ἔθνους, ἐὰν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἠθέλομεν περιορίσει τὴν ἐκγύμνασιν καὶ τῶν στελεχῶν καὶ τῶν ναυτῶν ἡμῶν. Δὲν δύναμαι ἑπομένως νὰ θεωρήσω καὶ τὸ συμπέρασμα τοῦτο τῆς μερικῆς καταργήσεως τῶν ναυτικῶν ἡμῶν ἐργασιῶν ὡς προερχόμενον ἐκ μελέτης τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας· διότι, ὡς εἶπον, ἐφ’ ὅσον τὰ πλοῖα ταῦτα, τὰ χρήσιμα εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἄλλων καταλληλοτέρων, ἐξ ἀνάγκης ὀφείλομεν νὰ τὰ συντηρῶμεν καὶ δι’ ἄλλας ἀνάγκας καὶ διὰ νὰ ἐκγυμνάζωμεν τοὺς ναύτας καὶ τὰ στελέχη τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν. Ἕτερον συμπέρασμα, δυνάμενον νὰ ἐξαχθῇ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ συμπληρώσωμεν τὸν στόλον ἡμῶν συμφώνως μὲ τὴν πρόοδον τῆς ναυτικῆς πολεμικῆς ἐπιστήμης, καὶ διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὸν στόλον ἡμῶν, πρέπει νὰ προμηθευθῶμεν τοὐλάχιστον ἕξ νέα τορπιλλοβόλα, τρία ἀντιτορπιλλικά, ἓν καταδρομικόν, νὰ κατασκευάσωμεν δεξαμενήν, νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὸ πυροβολικὸν ἡμῶν διὰ νέου συστήματος ταχυβόλων, νὰ πληρώσωμεν τὰς ἀποθήκας μας πολεμεφοδίων κλπ. Βεβαίως, Κύριοι, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ταῦτα, οὐδεὶς θὰ ἦτο ἐναντίος. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος φοβοῦμαι ὅτι δὲν ὑπελόγισε, τί πρέπει νὰ δαπανήσωμεν, διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ τοιούτου συμπεράσματος. Βεβαίως ἄνω τῶν 30 ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν μᾶς χρειάζονται, διὰ νὰ ἐκτελέσωμεν τὰ ἔργα ταῦτα. Δὲν νομίζω, ὅτι θετικῶς σκεπτόμενοι δυνάμεθα σήμερον νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ δαπανήσωμεν ἀμέσως 30,000,000 φράγκα, διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὸν στόλον ἡμῶν, διότι δὲν ἔχομεν διαθέσιμον τὸ ποσὸν τοῦτο, οὔτε δυνάμεθα νὰ τὸ προμηθευθῶμεν ἄνευ μεγάλων καὶ δυσαναλόγων ἴσως θυσιῶν. Δὲν πιστεύω ἑπομένως, ὅτι τὸ συμπέρασμα τοῦτο ἀπετέλει τὸν σκοπὸν τῆς γενομένης ἀναπτύξεως τῆς καταστάσεως τοῦ στόλου ἡμῶν. Νομίζω, ὅτι ὅλη ἡ ὑπὲρ τῆς καταστάσεως τοῦ στόλου ἡμῶν ἀνακοινωθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν μελέτη τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων εἶχε σκοπὸν νὰ ἐπικρίνῃ τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἐπίστευσεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος συνετάχθη ἄνευ μελέτης, ἄνευ ἐμπνεύσεως καὶ μεγαλουργοῦ σκοποῦ. Βεβαίως μεγαλουργὸς θὰ ἦτο ὁ σκοπὸς, ἐὰν ἀμέσως μετεσκευάζομεν πλήρη στόλον, καθ’ ὃν ἴσως τρόπον ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Εὔκολον ὅμως εἶναι νὰ συλλαμβάνῃ τις σχέδια μεγαλουργὰ, εὔκολον εἶναι νὰ μορφώνῃ τις ἐπιθυμίας εὐρείας, ἀλλὰ τὰ σχέδια καὶ αἱ ἐπιθυμίαι, διὰ νὰ ὦσι θετικαὶ, πρέπει νὰ στηρίζωνται καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶχε καλλίτερον προσέξει εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἤθελεν ἴδει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος δὲν ἀφορᾷ μόνον πρόσωπα, ἀφορᾷ καὶ πράγματα. Δὲν ἦτο δυνατὸν δὲ νὰ μὴ ἀφορᾷ πρόσωπα, διότι ἄνευ τῶν προσώπων δὲν ἠξεύρω ποίαν ἔννοιαν καὶ ποίαν σημασίαν ἔχουσι τὰ πράγματα· ἂν, λέγω, εἶχε προσέξει ὁ κ. συνάδελφος εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤθελεν ἴδει, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὸν ἀναγράφοντα 7 ἑκατομμύρια περίπου δαπάνας, ἐπιπροστίθενται καὶ ἕτερα 3½ ἑκατομμύρια περίπου, ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου Ἀβέρωφ. Ταῦτα δὲ δὲν ἀφορῶσι πρόσωπα, ἀλλὰ πράγματα χρήσιμα εἰς τὰ πρόσωπα. Ἐὰν ἐξήταζε καλλίτερον, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ἀνεγράφησαν διὰ τοὺς λέβητας τῶν τορπιλλοβόλων 50,000 φρ. χρυσᾶ, διὰ δὲ τοὺς τῶν θωρηκτῶν 150,000, διότι ἡ ἀντικατάστασις τῶν λεβήτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐντὸς τοῦ ἔτους· θὰ ἦτο δὲ εὐτύχημα, ἂν ὑπῆρχε τρόπος, καθ’ ὃν νὰ γείνῃ μεμελετημένη καὶ σοβαρὰ καὶ ταχεῖα ἀντικατάστασις τῶν λεβήτων τούτων ἐντὸς τοῦ 1903. Δὲν ἤθελον τότε διστάσει νὰ παρακαλέσω τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως αὐξηθῶσι τὰ ποσὰ ταῦτα. Δὲν νομίζω ὅμως πιθανὸν τοῦτο, ἐκτὸς ἐὰν θέλωμεν νὰ διαπράξωμέν τι ἐσπευσμένον καὶ παρακεκινδυνευμένον. Μολονότι, Κύριοι, πολὺ ὀλίγον εἶμαι ναυτικός, μόλις ἀπὸ βραχέος χρονικοῦ διαστήματος ἀσχολούμενος εἰς τὰ ναυτικά, οὐχ ἧττον, ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ᾐσθάνθην πάντοτε βαρεῖαν τὴν ἐξ αὐτῆς εὐθύνην καὶ τὸ καθῆκον, ὅπως ἀσχοληθῶ σπουδαίως εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ τὴν μελέτην τῶν ἐλλείψεων τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν καὶ τοῦ τρόπου τῆς θετικῆς διορθώσεως αὐτῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὴν μελέτην μου ταύτην δὲν ἐπηρεάσθην κυρίως ἐκ τῆς συγκρίσεως τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν πρὸς τὸ Ναυτικὸν ἄλλων Κρατῶν. Γνωρίζω καὶ ἐγώ, ὅπως ἴσως καὶ πλεῖστοι ὑμῶν γνωρίζετε, ὅτι ἡ γείτων Αὐτοκρατορία ἐνισχύει καὶ αὐξάνει τὸ Ναυτικὸν αὐτῆς· ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης βλέψεως, δὲν ᾐσθάνθην, ὁμολογῶ, αἴσθημα φθόνου πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ Ναυτικοῦ τῆς γείτονος Αὐτοκρατορίας, μὲ τὴν ὁποίαν εὐτυχῶς φιλικαὶ μᾶς συνδέουσι σχέσεις, ἔχω δὲ τὴν γνώμην, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐγένετο καταληπτὴ ἡ ἰδέα, ὅτι τὰ συμφέροντα ἀμφοτέρων τῶν Κρατῶν ἐν Ἀνατολῇ πρέπει νὰ συμβαδίζωσι. Δὲν ἐπηρεάσθην ἑπομένως ἐκ τοῦ φόβου, μήπως αὔριον ἔλθωμεν εἰς σύγκρουσιν μὲ τὸ «Μεσσουδιέ»· ἀπ’ ἐναντίας ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν θὰ ἔλθωμεν. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, δὲν ἠθέλησα νὰ ἐπηρεασθῶ ἐκ τῶν συγκρίσεων εἴτε πρὸς τὴν ἐπαύξησιν τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, εἴτε καὶ πρὸς τὸ Ναυτικὸν ἄλλων Δυνάμεων, ὡς π.χ. τῆς Αὐστρίας, τῆς Ἰταλίας ἢ ἄλλης ἐκ τῶν Δυνάμεων ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα γειτονεύουσι μὲ τὰ συμφέροντα τὰ ἰδικά μας. Ἐὰν ἡ ἀφετηρία τῶν σκέψεών μου ἦτο ἡ σύγκρισις ἡμῶν τῶν μικρῶν πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, θὰ ἐκινδύνευον ἴσως νὰ ἐμπνευσθῶ καὶ ἐγὼ ἐξ ἰδεῶν μεγαλουργῶν, καὶ νὰ μορφώσω εὐρέα σχέδια ἀεροβατικά, τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐφαρμογήν. Ἐπηρεάσθην μόνον ἐκ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πόρων καὶ τῆς ἀνάγκης τῶν ἐπιβαλλομένων διορθώσεων τῶν ἐλλείψεων τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν. Καὶ ἡ μελέτη, ἣν, βοηθούμενος πάντοτε ἐκ τῶν εἰδικωτέρων ἐμοῦ περὶ τὰ ναυτικὰ, ἔκαμα, εἶναι, πῶς δύναται διὰ τῶν πόρων ἡμῶν νὰ σχηματισθῇ μονὰς ναυτικῆς δυνάμεως, συμφώνως μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς προόδου τῆς ναυτικῆς πολεμικῆς ἐπιστήμης· μονάδα δὲ ναυτικῆς δυνάμεως, ὅπως οἱ ἀσχοληθέντες περὶ τὰ ναυτικὰ γνωρίζουσι, δὲν ἀποτελοῦσι τὰ 3 θωρηκτὰ ἡμῶν, οὔτε τὰ 5 Γερμανικὰ τορπιλλοβόλα, καὶ ὅταν ἀκόμη διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν λεβήτων καταστήσωμεν αὐτὰ ἱκανὰ καὶ πλήρη πρὸς δρᾶσιν. Μονὰς πολεμικῆς δυνάμεως σήμερον δὲν δύναται νὰ σχηματισθῇ ἄνευ ἀντιτορπιλλικῶν. Διὰ ν’ ἀποβῶσι δύναμις πραγματικὴ τὰ θωρηκτά, καὶ διὰ ν’ ἀποβῶσι λυσιτελὴς δύναμις τὰ τορπιλλοβόλα, ὑπάρχει ἐπιβεβλημένη ἀνάγκη ἀντιτορπιλλικῶν. Τοιοῦτον εἶναι τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασα, ὡς εἶπον, ὁδηγούμενος καὶ ἐκ τῶν εἰδικῶν, τῶν παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐξ ἄλλων μελετῶν, τὰς ὁποίας ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ποιήσωμαι. Περὶ τοιαύτας ἐργασίας, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ φιλοδοξῶμεν νὰ ἀσχολώμεθα σήμερον, ἀφίνοντες εἰς εὐθετωτέρας περιστάσεις τὴν μόρφωσιν πληρεστέρου σχεδίου συμπληρώσεως τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων. Συμφώνως μὲ τοὺς πόρους μας μελετῶν τὴν διόρθωσιν τῶν ἐλλείψεων καὶ τὴν συμπλήρωσιν κατὰ τὸ ἐνὸν τῶν σημερινῶν ἡμῶν πλοίων πρὸς σχηματισμὸν τοιαύτης μονάδος, κρίνω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ μορφώσωμεν ὁριστικὸν σχέδιον καὶ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ διὰ τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἐν τῷ ὁποίῳ, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ἐπιδιώκομεν καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν οἰκονομίας. Ὑπάρχει ὅμως ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἕτερος πόρος, ὁ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ ὁ τοῦ ἀοιδίμου Γ. Ἀβέρωφ. Εἰς τοὺς πόρους δὲ τούτους ἐθεώρησα χρήσιμον καὶ ἀναγκαῖον νὰ καταφύγωμεν πρὸς θεραπείαν τῆς ἀμέσως ἐπιβαλλομένης ἀνάγκης, πιστεύων ὅτι συμφέρον τοῦ Κράτους εἶναι, ἀντὶ νὰ συσσωρεύωνται τὰ χρήματα τῶν πόρων τούτων διὰ τῶν τόκων αὐτῶν πρὸς ἐφαρμογὴν ἐν πολὺ ἀπωτέρῳ μέλλοντι τελειοτέρου σχεδίου, ἀντὶ τούτου συμφερώτερον καὶ σύμφωνον πρὸς τὰς ἐπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον συνεστήθη τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ πρὸς τὰς διαθέσεις τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ, εἶναι νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ κατασκευὴ δύο ἀντιτορπιλλικῶν. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἐν τῷ βραχεῖ χρονικῷ διαστήματι, καθ’ ὃ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, νὰ ποιήσωμαι μελέτην τεχνικὴν πλήρη περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ κατασκευασθῶσι τὰ ἀντιτορπιλλικὰ ταῦτα. Ἔπρεπεν ὅμως ν’ ἀναγραφῇ ποσόν τι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ, ὅπως ἀποβῇ δυνατὴ ἡ τοιαύτη μελέτη καὶ κατασκευὴ τῶν πλοίων τούτων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς, συμφώνως μὲ τὸν περὶ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου νόμον, τὸν ἀναθέτοντα τὴν διοίκησιν αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ τὴν διεύθυνσίν του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, κατόπιν γνωμοδοτήσεως εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Κατὰ προχείρους δὲ πληροφορίας περὶ διαφόρων παραγγελιῶν ὁμοίων πλοίων, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τῇ προτάσει μου, παρεδέχθη τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου 1,300,000 φράγκων δι’ ἓν μεγαλείτερον ἀντιτορπιλλικὸν κατασκευασθησόμενον ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Ἀβέρωφ, καὶ 900,000 δι’ ἓν σύνηθες ἀντιτορπιλλικὸν ἢ πλείονα τορπιλλικὰ, ἂν ταῦτα ἤθελον κριθῆ χρησιμώτερα, κατασκευασθησόμενα ἐκ τῶν πόρων τοῦ ταμείου τούτου. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀναγραφὴ δὲν συνεπιφέρει καὶ τὴν ἐκ τῶν προτέρων παραδοχὴν τοῦ εἴδους καὶ τοῦ τύπου τῶν πλοίων. Τοῦτο θέλει γείνῃ μετὰ ἐπισταμένην μελέτην καὶ σκέψιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν μετὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς ὁριστικὴν ἀπόφασιν διὰ τὴν παραγγελίαν αὐτῶν. Ἐζήτησα ἤδη γνώμας καὶ προτάσεις παρὰ τῶν κυριωτέρων κατασκευαστῶν τοιούτων πλοίων, παρὰ δύο δὲ ἢ τριῶν τοιούτων καταστημάτων ἔλαβον ἤδη σχέδια καὶ πληροφορίας. Περιμένω δὲ, ἵνα καὶ ἐκ τῶν ἄλλων καταστημάτων λάβω τοιαύτας πληροφορίας, ὅπως μετὰ τοῦτο προβῶ μετὰ τῶν ἁρμοδίων εἰς μελέτην οὐχὶ θεωρητικὴν, ἀλλὰ θετικὴν, περὶ τοῦ ποιοῦ καὶ τοῦ σχήματος τῶν πλοίων, ἅτινα ἔσονται ἡμῖν χρήσιμα καὶ ἀναγκαῖα. Διὰ τὴν μελέτην δὲ ταύτην εἶναι πιθανὸν, ὅτι θὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη καὶ ξένων, ἁρμοδιωτέρων ἴσως ἡμῶν. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον παρὰ τῶν ἁρμοδίων καταστημάτων, ἐξάγω, ὅτι πρὸς κατασκευὴν τελειοτέραν, ὡς πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰ πλοῖα ταῦτα, θὰ παραστῇ ἴσως ἀνάγκη δι’ αἰτήσεως παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου αὐξήσεώς τινος διὰ δηλώσεως τῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τῷ προσηρτημένῳ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Τὸ πρῶτον ἀντιτορπιλλικόν, τὸ μεγαλείτερον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ, πρέπει νὰ ἐκπληροῖ συνάμα καὶ τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης, κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ κατασκευασθῇ «καταδρομικὸν δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς Σχολὴ πρακτικὴ καὶ θεωρητικὴ τῶν ναυτικῶν δοκίμων». Νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ τί εἶναι καταδρομικὸν πλοῖον. Κατὰ τὴν κυριολεκτικὴν σημασίαν τῆς λέξεως, εἶναι μέγα πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μέρος μεγάλου στόλου καὶ χρησιμεύει κυρίως πρὸς ἀνίχνευσιν. Πλοῖον τοιοῦτον διὰ νὰ κατασκευασθῇ, ἀπαιτεῖ δαπάνην ἀνωτέραν τῶν 12,000,000 φράγκων χρυσῶν...
§22Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι δά! Ἕν πλοῖον τοιοῦτον ἀπὸ τὰ μεγαλείτερα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν, μᾶς προσέφεραν ἀντὶ 6 ἑκατομμυρίων μόνον.
§23Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἕτοιμον, τοῦ ὁποίου ὅμως ἡ κατασκευὴ θὰ ἐστοίχιζε τὸ διπλάσιον. Εἰς τὰ ἕτοιμα δὲν ἠξεύρω ἂν πρέπει νὰ καταφύγωμεν σήμερον.
§24Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχετε μίαν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν βεβαίως θὰ ἐμελετήσατε.
§25Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶδον τὰ συμπεράσματά της. Σήμερον, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν, τὰ καταδρομικά, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται τέλεια, τὰ καταδρομικὰ πρὸς ἀνίχνευσιν.
§26Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μεγαλείτερα ἀπὸ τὰ θωρηκτά, διαφέρει.
§27Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ὄχι μεγαλείτερα. Διὰ νὰ κατασκευάσωμεν καταδρομικόν, δυνάμενον νὰ ἐκτελῇ τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται μεγάλοι στόλοι, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, ἀπαιτοῦνται 12,000,000 φράγκα.
§28Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θὰ κάμητε, τί εἶναι;
§29Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω τί εἶναι. Διὰ νὰ ἐπιδιώξωμεν δὲ τὴν κατασκευὴν τοιούτου καταδρομικοῦ, τὸ κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ πρέπει νὰ λειτουργήσῃ 30 ἢ 40 ἔτη, ὅπως σχηματισθῇ διὰ τῶν τόκων αὐτοῦ τὸ ποσόν, ὅπερ ἀπαιτεῖται διὰ τὴν κατασκευὴν μεγάλου καταδρομικοῦ, τὸ ὁποῖον διὰ τὸν μικρὸν ἡμῶν στόλον θὰ ἦναι πολυτέλεια, δυνάμενον νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ ὡς ἄχρηστον, διότι, ὡς εἶπον, τὰ τοιαῦτα καταδρομικὰ εἶναι χρήσιμα διὰ τοὺς μεγάλους στόλους. Εἶναι δὲ παραδεδεγμένον σήμερον, ὅτι τὸ ἔργον τῶν πλοίων τῶν καταδρομικῶν ἐκτελοῦσιν ἐν τοῖς μικροτέροις στόλοις τὰ ἀντιτορπιλλικά. Τὸ ἀντιτορπιλλικὸν ἑπομένως μεγαλειτέρου μεγέθους τῶν συνήθων ἐκπληροῖ τὸν σκοπὸν τοῦ καταδρομικοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ χαρακτῆρος τοῦ καταδρομικοῦ, ὃν ἐκπληροῖ τὸ ἀντιτορπιλλικόν, ἡ διαθήκη τοῦ ἀοιδίμου Ἀβέρωφ ζητεῖ, ὅπως τοῦτο χρησιμεύσῃ καὶ ὡς θεωρητικὴ καὶ πρακτικὴ Σχολὴ τῶν δοκίμων. Τοῦτο εἶναι ζήτημα χώρου, ὅπως οἱ δόκιμοι δύνωνται νὰ διαμένωσιν ἐν αὐτῷ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν διδασκαλίαν αὐτῶν, πᾶς ὁ ἀσχοληθεὶς περὶ τὰ ναυτικὰ θὰ παραδεχθῇ, ὅτι σήμερον ἡ σπουδαιοτέρα διδασκαλία διὰ τοὺς ναυτικοὺς ἀξιωματικοὺς εἶναι ἡ ἐκμάθησις τοῦ χειρισμοῦ τῶν μηχανῶν τοῦ ἀντιτορπιλλικοῦ καὶ τῆς χρήσεως ἐν γένει τῶν τορπιλλῶν. Ἡ ἐπὶ ἀντιτορπιλλικοῦ σκάφους διδασκαλία ἑπομένως τῶν δοκίμων δύναται νὰ θεωρηθῇ λυσιτελεστέρα τῆς ἐπὶ ἱστιοφόρου ἢ ἄλλου πλοίου. Ὅθεν τὸ πλοῖον, τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ κατασκευή, εἶναι καθαρῶς ἀντιτορπιλλικὸν, ἔχον πλειότερον χῶρον τῶν συνήθων ἀντιτορπιλλικῶν, ὅπως χρησιμεύῃ καὶ πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν ναυτικῶν δοκίμων. Τὸ πλοῖον τοῦτο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἴτε ἐξ ἰδίας μελέτης εἴτε ἐκ πληροφοριῶν ἄλλων, ἐνόμισεν ὅτι εἶναι τέρας καὶ χίμαιρα!...
§30Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἕν ἀξιοπερίεργον τέρας!
§31Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ μεγαλείτεροι ὅμως εἰδικοὶ κατασκευασταὶ ἀντιτορπιλλικῶν, τῶν ὁποίων μέχρι σήμερον ἐλάβομεν τὰς ἀπαντήσεις, δὲν ἐθεώρησαν τὸ πλοῖον τοῦτο ὡς τέρας· ἀπ’ ἐναντίας σχέδια πλήρη καὶ καλῶς μεμελετημένα ἐστάλησαν ἤδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀντιτορπιλλικὰ τοῦ μεγέθους τούτου, δυνάμενα νὰ χωρήσωσι δοκίμους πρὸς ἐκγύμνασιν, καὶ νὰ ἐκτελῶσι καὶ ἀνιχνεύσεις. Τοιοῦτον δὲ ἀντιτορπιλλικὸν κατασκευάζει σήμερον ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις 500 τόννων. Ὑπάρχουσι δὲ τορπιλλικὰ 1000 καὶ 1200 τόννων, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι καὶ πρὸς ἐκγύμνασιν καὶ πρὸς ἀνίχνευσιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπεκρίθη μεθ’ ὑπερβολῆς ἡ κατάστασις τοῦ στόλου ἡμῶν, καὶ ἐθεωρήθη καλὸν νὰ ἐκποιήσωμεν ὡς ἄχρηστα τὰ πλοῖα ἡμῶν καὶ νὰ διαλύσωμεν τὸ Ναυτικόν, ἔπρεπε καὶ τὸ πλοῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον οἱ ἁρμοδιώτεροι τῶν κατασκευαστῶν παρεδέχθησαν ὡς καλῶς ἐσκεμμένον, καὶ οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν νὰ συντάξωσι καὶ νὰ πέμψωσιν εἰς ἡμᾶς σχέδια, ἔπρεπε, λέγω, νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς τέρας! Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τοιαύτη συζήτησις περὶ τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν δύναται νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα ἐπιδείξεως ἢ ἀντιπολιτεύσεως, δύναται νὰ ἔχῃ οἱονδήποτε ἄλλον χαρακτῆρα, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα ὠφελείας διὰ τὰ ναυτικὰ ἡμῶν πράγματα. Ἐγὼ θὰ ἤμην εὐτυχὴς, ἂν εἴτε ἰδιαιτέρως εἴτε ἐν τῇ Βουλῇ ἤκουον τὰς γνώμας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μελετῶσι τὸ Ναυτικὸν ζήτημα, καὶ ἤθελον σεβασθῆ αὐτάς. Ὡς εἶπον, δὲν εἶμαι ναυτικός· ἀλλὰ μελετῶν τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰ μελετῶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτῶν τὴν θετικήν. Δὲν νομίζω χρήσιμον νὰ ἀνέρχωμαι εἰς τὰ σύννεφα, καὶ νὰ μορφώνω σχέδια ἀπραγματοποίητα, ὡς ἐπίσης δὲν εὑρίσκω ὀρθὸν νὰ κατέρχωμαι κάτω τῆς πραγματικότητος καὶ νὰ εὑρίσκω ὅτι ὅλα εἰσὶν ἄξια καταστροφῆς. Θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ μελετῶ τὰς ἐλλείψεις, ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπισταμένως, νὰ λαμβάνω τὰς γνώμας τῶν εἰδικωτέρων μου, καὶ συνδυάζων τοὺς πόρους τοῦ Κράτους μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ναυτικοῦ, νὰ μορφώνω τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ τί εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιήσωμεν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐλλείψεων καὶ ἀτελειῶν τοῦ στόλου ἡμῶν. Τοιαύτη εἶναι ἡ μελέτη, τὴν ὁποίαν ποιοῦμαι, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης μελέτης ἐπισταμένης νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προβαίνωμεν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν ἡμῶν, ἀρχόμενοι ἐκ τῶν μᾶλλον κατεπειγουσῶν. Ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐκθέσω τὰς γνώμας ταύτας, διότι πιστεύω, ὅτι αἱ ἀνάγκαι καὶ ἡ σημασία τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν ἐπιβάλλουσι νὰ μὴ ὑποβιβάζωμεν τὴν κατάστασιν αὐτοῦ, χαρακτηρίζοντες αὐτὸ ὡς ἄξιον ἐγκαταλείψεως, οὔτε νὰ ἐπιδιώκωμεν ἰδέας καὶ σχέδια ἀνεφάρμοστα καὶ μὴ δυνάμενα νὰ ἀπολήξωσιν εἰς πρακτικὰ ἀποτελέσματα.
§32Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ πρὸ τούτου μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀπέτυχεν ὅλως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ φίλος μου, σπεύσας νὰ δηλώσῃ, ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς ἐπερωτήσεως. Ἀπόδειξις ὅτι ἡ ἐπερώτησίς μου, οὕτως εἰπεῖν, — ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν τορπιλλικὴν λέξιν, ὡς ἀπαντῶν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, — ἔπιασεν, εἶναι, ὅτι ἐπὶ ἱκανὴν ὥραν ἠκούσαμεν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀναφέροντος τὰς ἰδέας αὐτοῦ, καὶ προβαίνοντος εἰς συμπεράσματα. Ἦτο δὲ καὶ εὐχάριστον τοῦτο, διότι ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης ἠκούσαμεν πρῶτον νῦν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀναλύοντα τὰς ἰδέας αὐτοῦ, καὶ ἐκθέτοντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁπωσδήποτε τὰς γνώσεις, ἃς ἐδυνήθη νὰ ἀποκτήσῃ κατὰ τὸ τετράμηνον τοῦτο διάστημα ἐν ταῖς ὑποθέσεσι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Εἶπον ὅμως, ὅτι πρωτίστως πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὴν συζήτησιν. Ὑπέθετον δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελε δειχθῆ ἐπιεικέστερός πως πρὸς τὴν ἐμὴν ἀπειρίαν, καὶ δὲν ἤθελε προβῆ εἰς ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐζήτησα. Διότι δὲν εἶναι καὶ ἀπὸ τοῦ ἴσου ὁ ἀγὼν, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς, ἐρχόμενος πάνοπλος ἐκ τῶν γραφείων τοῦ Ὑπουργείου, μεθ’ ὅλων τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐκ τῶν εἰδικοτήτων ἔλαβεν, ἐπιτίθηται κατὰ ἐπερωτήσεως, ἥτις στερεῖται ὅλων τῶν εἰδικοτήτων καὶ ὅλων αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἡ ἐπερώτησις ἐζήτησεν. Ἐν τούτοις ἐπιτρέψατέ μοι δι’ ὀλίγων ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰ κυριώτατα τῶν μερῶν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ φίλου μου. Λέγω δὲ καὶ τονίζω ἐπανειλημμένως τὸ «καὶ φίλου μου», ἵνα πείσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι πολὺ ἀπεῖχον, ἐγείρων τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην, σκοποῦ ἀντιπολιτεύσεως, καὶ μάλιστα κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ὑπάρχουσι τοσαῦτα θέματα, ἐφ’ ὧν δύναταί τις νὰ φέρῃ τὸν λόγον, ἐὰν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ἀντιπολιτευομένου, ὥστε ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ εὕρῃ τις τὰς ἐπερωτήσεις, ἃς ἐγὼ ὑπέβαλον, ὅπως ὑπὸ τὴν πανοπλίαν αὐτῶν κηρυχθῇ ἀντιπολιτευόμενος, καὶ δὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν ῥίψητε ταχὺ βλέμμα εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, ἃς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἐξ οὐδεμίας αὐτῶν κινδυνεύει ἡ ἀσφάλεια, τὸ μέλλον τοῦ Κράτους· καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠξίωσε νὰ μὴ προσκομίσῃ ἔγγραφα, διὰ τῶν ἐπερωτήσεων τούτων ζητηθέντα, ὅταν ἐπὶ τοιούτων ἐπερωτήσεων βασιζόμενοι καὶ αὐτὸς καὶ ἐγὼ καὶ πλεῖστοι, ἐπὶ μακρὰ ἔτη, καθήμενοι πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἐζητοῦμεν πληροφορίας οἱασδήποτε καὶ ποικίλας παρὰ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Διότι ἠρώτησα, διατὶ σκοπεῖ νὰ ἐπισκευάσῃ τοὺς λέβητας τῶν τορπιλλοφόρων, καὶ οὐχὶ ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτούς. Ποῖον δημόσιον συμφέρον κινδυνεύει, ἐὰν φέρῃ τὴν περὶ τούτου ἔκθεσιν, ἀφοῦ μάλιστα σήμερον, μεταβαλὼν γνώμην, ἐδήλωσεν, ὅτι πιθανὸν νὰ προβῇ εἰς ἀντικατάστασιν τῶν λεβήτων, ἐνῷ τὴν πίστωσιν, ἣν ἐζήτει, ἤθελε δι’ ἐπισκευὴν τῶν λεβήτων τῶν τορπιλλοφόρων; Ἐζήτησα νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἀρκοῦσιν αἱ 50 χιλιάδες φράγκων χρυσῶν, ἔστω διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν λεβήτων τῶν πέντε Γερμανικῶν τορπιλλοφόρων, καὶ παρεκάλεσα νὰ προσκομισθῇ ἡ περὶ τούτου ἔκθεσις. Διατὶ νὰ μὴ προσκομισθῇ; Ποῖον δημόσιον συμφέρον κινδυνεύει; Ἐζήτησα νὰ φέρῃ τὰς ἐκθέσεις περὶ τοῦ συστήματος τῶν λεβήτων, ὅπερ θέλει προτιμήσει· πότερον θέλει προτιμήσει, τὸ κυλινδρικὸν ἢ τὸ σωληνοειδές; Εἶπε δὲ, ὅτι θέλει προτιμήσει τὸ σωληνοειδές. Ἑπομένως ποῖος ὁ κίνδυνος, ἂν ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ὑπάρχῃ, ἡ περὶ τούτου ἔκθεσις; Ἐζήτησα νὰ φέρῃ ἔκθεσιν, ποῖα ἐκ τῶν πλοίων θεωρεῖ ἀναγκαῖα πρὸς πολεμικὴν ἐνέργειαν, καὶ ποῖα πρὸς ἐκπαιδευτικήν. Κινδυνεύει συμφέρον τι τοῦ Κράτους ἢ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐὰν τοιαύτη ἔκθεσις προσκομισθῇ εἰς τὴν Βουλήν; Ἐζήτησα νὰ καθορίσῃ, ποῖα ἐκ τῶν πλοίων δύνανται νὰ θεωρηθῶσι καὶ πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἄχρηστον ὑλικόν. Πρῶτον, ὑπάρχουσι πλέον σήμερον μυστικὰ τῶν Κρατῶν περὶ τοιούτων ζητημάτων; Ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις τοῦ Κόσμου, ὅλαι αἱ Ἐπιθεωρήσεις, ὅλα τὰ Περιοδικὰ, ὅλος ὁ Τύπος σήμερον ὁμιλοῦσι καὶ περὶ αὐτῶν τῶν ἐσχάτων ἀκόμη λεπτομερειῶν τῶν ζητημάτων τούτων, καὶ ταῦτα μάλιστα, προκειμένου περὶ Κρατῶν μεγάλων καὶ ἰσχυρῶν, ἅτινα ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν δύνανται νὰ περιπλακῶσιν εἰς πόλεμον πρὸς ἄλληλα. Ἡμεῖς, δόξα τῷ Θεῷ, τέλος πάντων δὲν ὑπάρχει καὶ φόβος νὰ περιπλακῶμεν εἰς πόλεμον πρός τινα, τοὐλάχιστον ἐπὶ ἱκανὸν χρόνον. Ναυτικῶς μάλιστα εἶναι καὶ ὀλίγον ἀστεῖον νὰ ὑποθέσῃ τις τοιοῦτόν τι. Διότι ὑποθέτω, ὅτι οὔτε πρὸς τὸ Ρουμανικὸν Ναυτικὸν θέλομεν παλαίσει, οὔτε πρὸς τὸ Σερβικόν, οὔτε πρὸς τὸ τοῦ Μαυροβουνίου, οὔτε πρὸς τὸ τῆς Βουλγαρίας. Περὶ τῆς Τουρκίας πρόκειται. Ἀλλὰ περὶ ταύτης ἀκούομεν καθ’ ἑκάστην, ὅτι αἱ σχέσεις ἡμῶν πρὸς τὴν γείτονα Ἐπικράτειάν εἰσι λίαν φιλικαί· εὐχαρίστως δὲ καὶ ἐγὼ ἀπεδέχθην τὰς φιλικὰς ταύτας σχέσεις, μάλιστα δ’ ηὐχήθην περὶ αὐτῶν, ὡς χθὲς ἔλεγον, ἀκόμη ἀπὸ τῆς παρελθούσης Περιόδου τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, Κύριοι, ὅταν ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἐκλέγωνται εἰδικαὶ ἐπιτροπαὶ τῶν Βουλῶν, καὶ ὑποβάλλωνται πολυσέλιδοι ἐκθέσεις εἰς τὰς Βουλάς, οὐχὶ δὲ μόνον ἐκθέσεις, ἀλλὰ καὶ τὰ σχέδια καὶ οἱ τύποι τῶν πλοίων, ἅτινα τὰ Κράτη ταῦτα πρόκειται νὰ ναυπηγήσωσιν, ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι μόνον ἡμεῖς, τὸ πρωτότυπον τοῦτο Κράτος, πρέπει νὰ ζητῶμεν ἐν παντὶ τὸ σκότος, τὴν μυστικότητα; Λυποῦμαι, διότι δὲν ἔφερα ἐκ τοῦ γραφείου μου τὸ τελευταῖον τεῦχος ἐπιτροπῆς τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, σοφωτάτης, ἥτις ἐμελέτησε καὶ τὰς ἐλαχίστας αὐτὰς λεπτομερείας περὶ τε τῶν ἀναγκῶν καὶ τοῦ ἐξοπλισμοῦ τοῦ Γαλλικοῦ στόλου. Καὶ ταῦτα λαμβάνουσι πλήρη δημοσιότητα, ἐκτυποῦνται καὶ διανέμονται πρὸς πάντας, ὡς οἴκοθεν ἐννοεῖται. Καὶ δὲν εἶναι παράδοξον, Κύριοι, νὰ ἔρχηται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὃν διακρίνει πολυχρόνιος πεῖρα, καὶ νὰ ὑποβάλλῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ κληροδοτήματος Ἀβέρωφ πρὸς ναυπήγησιν πλοίων, δι’ ἅπερ θέλουσι δαπανηθῆ 3,480,000 δραχμαί, καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι ἀνέγραψε τὸ ποσὸν, ἵνα ἐγκύψῃ μετὰ ταῦτα εἰς μελέτας περὶ τῶν τύπων τῶν πλοίων, ὑπὲρ ὧν θέλει ἐξοδεύσει τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα; Μάλιστα σήμερον προσέθηκεν, ὅτι ἐπείσθη, ὅτι τὰ 3,480,000 δραχμαὶ, ἃς ἀναγράφει ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τούτοις, δὲν εἶναι ἐπαρκῆ πρὸς κατασκευὴν τῶν πλοίων, ἅπερ φαντάζεται, ὅτι ἤθελεν ἴδει οὕτω ναυπηγούμενα. Εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐγκρίνῃ προϋπολογισμοὺς τριῶν καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων, χωρὶς νὰ ἔχῃ, ἂν οὐχὶ τέλος πάντων τὴν τεχνικὴν ἔκθεσιν τοῦ τύπου τῶν πλοίων, ἀλλὰ τὴν γνωμοδότησιν τοὐλάχιστον τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν ἐν συμπεράσματι τῶν ἐπερωτήσεων χθὲς ἐζήτουν; Εἶναι σύμφωνος τοιαύτη παράλειψις πρὸς τὰς συνηθείας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Εἶναι δυνατὸν νὰ ζητῇ παρ’ ἡμῶν νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν 3,480,000 δραχμὰς, χωρὶς νὰ σπεύσῃ εὐθὺς ἀμέσως, σὺν τῇ ὑποβολῇ τῶν προϋπολογισμῶν, νὰ ὑποβάλῃ καὶ τοὺς τύπους τῶν πλοίων, καὶ τὴν γνωμοδοτικὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς; Ἢ μήπως νομίζει, ὅτι θέλομεν ἐπανέλθει εἰς τὴν μακαρίαν ἐκείνην ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἕκαστος ἐζήτει χρήματα παρὰ τῶν Βουλῶν, καὶ κατεσκεύαζε τὸν ποικίλον τοῦτον στόλον, τὸν στόλον τῶν «Ἀλφειῶν» καὶ τῶν «Ἀχελώων» καὶ τῶν «Πληξαυρῶν» καὶ τῶν «Κισσῶν» καὶ τῶν «Ἀηδόνων»; Περὶ τοιαύτης ναυτικῆς παρασκευῆς σκέπτεσθε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν; Ἔχομεν δηλαδὴ ἀνάγκην μιᾶς, οὕτως εἰπεῖν, ναυτικῆς ἀνθοδέσμης ἐκ ποικίλων ἀνθέων; — Διότι περὶ τούτου παρατηρῶ ὅτι πρόκειται. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οὐδαμῶς ἐσκόπουν ν’ ἀντιπολιτευθῶ ὑμᾶς. Ἐσκόπουν ὅμως, ἐφ’ ὅσον μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον καὶ δυνατὸν, νὰ καταδείξω, ὅτι τουλάχιστον διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν οὐδὲν ἄλλο πράττετε ἢ ν’ ἀκολουθῆτε τὴν πεπατημένην, οὐδὲν ἄλλο πράττετε ἢ ζητεῖτε νὰ δαπανήσητε 7,000,000 δραχμῶν περίπου, ἐκτὸς τῶν 3,480,000 τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ κληροδοτήματος Ἀβέρωφ, ἀσκόπως καὶ ματαίως καὶ ἀλυσιτελῶς. Τίς ἀρνεῖται τῷ ἀξιοτίμῳ Ὑπουργῷ τῶν Ναυτικῶν καὶ φίλῳ μου, ὅτι οἱ μεγάλοι στόλοι ἀπαιτοῦσι καὶ μεγάλας δαπάνας καὶ πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν; Ἀλλὰ, Κύριοι, πρόκειται ἆρά γε ἐνταῦθα περὶ τοσοῦτον μεγάλου στόλου, ὥστε νὰ καταληφθῇ ὑπὸ τηλικούτου ἀπελπισμοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν; Πρόκειται περὶ μιᾶς καὶ μόνης ναυτικῆς μονάδος, ἧς τὸ κύριον μέρος ἔχομεν ἤδη, διότι ἔχομεν τὰ τρία θωρηκτά. Πρόκειται περὶ ἓξ τορπιλλοφόρων καὶ τριῶν ἀντιτορπιλλικῶν καὶ περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τοῦ πυροβολικοῦ τῶν πλοίων τῶν θωρηκτῶν. Θέλετε νὰ δεχθῶ, ὅτι πρόκειται περὶ τριάκοντα ἑκατομμυρίων δραχμῶν; Δέχομαι τοῦτο προθύμως. Ἀλλ’ ἂν τόσα περίπου ἑκατομμύρια ἀπαιτῶνται διὰ τὴν συμπλήρωσιν μιᾶς ναυτικῆς μονάδος, ὡς καὶ διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ Ναυστάθμου, εἶναι ἆρά γε ὀρθὸν τὸ σύστημα, ὅπερ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς παρεδέχθη ἐν τῇ ὑποβολῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν; Ἀλλὰ δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἆρά γε προτιμότερον—καὶ λέγω τοῦτο ὡς ἐν παραδείγματι, χωρὶς βεβαίως νὰ ἐπιμένω, διότι δὲν εἶμαι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὥστε νὰ γνωρίζω τὰς λεπτομερείας, —δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἆρά γε, λέγω, προτιμότερον, ἂν οὐχὶ περὶ μεγαλουργοῦ σχεδίου ἐσκέπτετο, ἀλλ’ ἂν ἀπεδέχετο νὰ μελετήσῃ τὴν ἑξῆς γνώμην, δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἆρά γε δυνατὸν, δὲν ἤθελεν εἶσθαι λυσιτελέστερον, ἂν διὰ τῶν χρημάτων τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου προέβαινεν εἰς τὴν σύναψιν δανείου, ὑπηρετουμένου διὰ τῶν πόρων τοῦ ταμείου τούτου, πρὸς μείζονα τέλος πάντων τινὰ ναυτικὴν παρασκευήν; Ἀλλὰ βεβαίως ἐκ τοῦ προχείρου τις, καὶ ἐκτὸς μάλιστα ὢν τῆς ἀρχῆς, δὲν δύναται νὰ ποιῆται συστάσεις. Ἐρωτήσεις ἁπλῶς ὑποβάλλω πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἵνα πείσω, ὅτι τὸ σύστημα, ὅπερ καθιέρωσεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δὲν εἶναι τὸ μόνον, δὲν εἶναι τέλος πάντων τὸ λυσιτελὲς, τουλάχιστον κατ’ ἐμὴν γνώμην. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἀγορεύων ἐγὼ χθὲς πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν ἐπερωτωμένων παρ’ ἐμοῦ θεμάτων, ἐζήτησα τὴν κατάργησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Τουναντίον. Ὅταν ἐγὼ λέγω καὶ ἔλεγον, ὅτι δι’ 6,700,000 δραχμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ προέτεινον, ἵνα ἐκ παντὸς τρόπου ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἀναβιβασθῇ εἰς δέκα ἑκατομμύρια δραχμὰς, προέτεινον τάχα τὴν κατάργησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν; Ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προτείνει ταύτην, ὅστις ἀμύνεται, ἵνα σταθῶμεν εἰς τὰ 6,700,000 δραχμὰς, αἵτινες εἰς οὐδὲν ἄλλο χρησιμεύουσιν ἢ εἰς μισθοὺς καὶ τροφοδοσίαν ἐπιτελείων καὶ ναυτῶν; Ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς θέλει εὑρεθῆ, προτείνων τὴν κατάργησιν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ εἶναι χείρων τῆς καταργήσεως ἡ ἐνεστῶσα αὐτοῦ κατάστασις, ἀτυχῶς δὲ καὶ ἡ μέλλουσα, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐξακολουθῇ ἐμμένων εἰς τὰς ἰδέας αὐτοῦ. Διότι νομίζετε, ὅτι π. χ. γίνεται ἐκπαίδευσις ἀληθὴς ἐν τῷ Ναυτικῷ, καὶ γίνεται ἡ δέουσα ἐκπαίδευσις ἐν τῷ Προγυμναστηρίῳ τοῦ Πόρου; γίνονται γυμνάσια τῶν θωρηκτῶν; γίνονται τέλος πάντων ἔστω καὶ σύντομοί τινες πλόες. Ποσάκις ἐξέπλευσαν οἱ μαθηταὶ τῆς Σχολῆς τῶν Ναυτικῶν Δοκίμων κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους μῆνας πρὸς ἐξάσκησιν πρακτικήν; Οὐδέποτε! Οἱ ναῦται χρησιμεύουσι, παραλλήλως, εἰς τὰς αὐτὰς ὑπηρεσίας, εἰς ἃς χρησιμεύει καὶ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς τῆς ξηρᾶς. Εἰς τί δὲ χρησιμεύει σήμερον καὶ ἀπὸ πολλοῦ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς κατὰ ξηράν; εἰς ἀστυνομίας, εἰς φρουρὰς τῶν Ἀνακτόρων καὶ τῆς Βουλῆς, εἰς φρούρησιν φυλακῶν, πρὸς εἴσπραξιν φόρων, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀξιωματικῶν. Εἰς οὐδὲν ἐκγυμνάζεται, εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ τὴν ὑπόστασιν τοῦ ἔθνους καὶ τὸ μέλλον αὐτοῦ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν θέλει μεταβληθῆ, ὅταν εὐτυχήσωμεν νὰ συζητήσωμεν καὶ κατασκευάσωμεν εἰς νόμους τοῦ Κράτους τὰ ὑποβληθέντα ἀναμορφωτικὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως περὶ στρατοῦ. Ἀλλ’ ὡς ἔχει σήμερον, ἁμιλλᾶται συναλλήλως ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς πρὸς τὸν τῆς θαλάσσης. Καὶ ἤθελεν εἶσθαι ἀληθῶς φιλόπατρι ἔργον, ἂν, ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἠγείροντο Βουλευταὶ μετὰ θάρρους καὶ εὐτολμίας καὶ ἐζήτουν τὴν κατάργησιν τοιούτου ἀχρήστου στρατοῦ, οὐχὶ κατὰ τὰς ἰδέας τὰς ἐμὰς καὶ τὰς ὑμετέρας, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἰδέας αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἐντίμων ἀξιωματικῶν αὐτοῦ. Εὔχομαι νὰ μὴ ἐπανέλθωσιν αἱ τραγικαὶ ἐκεῖναι ἡμέραι τοῦ τελευταίου πολέμου, ἵνα ἴδῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἂν δὲν ὀφείλεται εἰς ἡμᾶς, ναί! ἐθνικὴ εὐγνωμοσύνη, καὶ ἂν δὲν πρέπει νὰ ὀφείληται τοιαύτη εἰς ἡμᾶς, οἵτινες θαρραλέως, ἀλλὰ καὶ μετὰ πόνου, ἐκφέρομεν τὰς ἡμετέρας ἰδέας. Διότι Ναυτικόν, ὡς ἐπιχειρεῖται νὰ δημιουργηθῇ διὰ τοῦ εἰκονικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δὲν δημιουργεῖται. Δημιουργεῖτε ἀξιωματικοὺς, σπεύδοντας νὰ λάβωσιν ἐπωμίδας καὶ παράσημα ἐν οὐ δέοντι, — λέγων δὲ ἐν οὐ δέοντι, θέτω τελείας τινὰς, θέλω δὲ ἐξηγήσει τὴν σημασίαν αὐτῶν ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, διότι μοὶ ἔδωκε τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα, — δημιουργεῖτε ἀχρήστους ναύτας, μὴ ἐκπαιδευομένους ποσῶς, ἐξακολουθεῖτε τὴν αὐτὴν πεπατημένην ὁδὸν τῆς συγκλήσεως καθ’ ἕκαστον ἔτος τῶν κληρωτῶν, ἐνῷ ὀρθότερον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ἐγκλειόμενοι ἐν τῷ γραφείῳ ὑμῶν περιεστέλλετε τὰς διὰ τὰ πρόσωπα δαπάνας, τιθέμενοι πλείστους ἀξιωματικοὺς εἰς διαθεσιμότητα, πράττοντες πᾶν τὸ δυνατὸν, φράσσοντες τὸ φρέαρ ἐκεῖνο τοῦ Ναυστάθμου, ἐν ᾧ ἄχρηστοι εἰργάζοντο καὶ ἐργάζονται, καταργοῦντες πάσας τὰς τοιαύτας δαπάνας, μεταβάλλοντες ἐκ ῥίζης τὸ σύστημα τῆς ναυτικῆς ὀργανώσεως τοῦ τόπου, ὅτε καὶ μόνον θέλετε δυνηθῆ νὰ εἴπητε, ὅτι παρασκευάζετε στόλον. Ποία δὲ ἡ πρόρριζος αὕτη μεταβολὴ τοῦ συστήματος; Εἶναι ἡ ἔρευνα καὶ ἡ μελέτη περὶ τὴν διαρρύθμισιν καὶ τὴν θεραπείαν τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν τοῦ στόλου, καὶ οὐχὶ τῶν προσωπικῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν, Κράτος μικρὸν καὶ πτωχὸν, ὡς τὸ ἡμέτερον, νὰ συντελῇ καὶ εἰς τὰ δύο διὰ παντὸς καὶ ἀδιακόπως. Βεβαίως ὡραῖον θέαμα εἶναι, καθ’ ἕκαστον ἔτος νὰ καλῶνται 2500 μέχρι 3000 κληρωτῶν θαλάσσης. Ἀλλ’ ἂν ἐξακολουθήσητε οὕτω πως βαίνοντες, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀφήσητε πᾶσαν περὶ τῶν πραγμάτων τοῦ στόλου μέριμναν, διότι εἶναι ἀδύνατον αἱ δύο αὗται μέριμναι νὰ συμπορεύωνται. Τοῦτο χθὲς ἐγὼ ὑπεστήριζον, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτύξω αὐτὸ ἐν ταῖς λεπτομερείαις, μὴ ἔχων τὰ φῶτα καὶ τὰ στοιχεῖα, ἅπερ ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Προέτεινα χθὲς, καὶ τολμῶ νὰ προτείνω καὶ σήμερον, τὴν τάξιν πολλῶν ἀξιωματικῶν πάντων τῶν κλάδων τοῦ Ναυτικοῦ εἰς διαθεσιμότητα, ὡς ἀχρήστων σήμερον, ὡς ἔχει τὸ πραγματικὸν μέρος τοῦ στόλου. Τολμῶ νὰ προτείνω τὴν μὴ κατάταξιν ὅλων τῶν κληρωτῶν, οὓς ἐζητήσαμεν διὰ τοῦ νόμου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ. Τοῦτο πρέπει ἀφεύκτως νὰ ἐκτελεσθῇ ἐπὶ τρία ἢ καὶ τέσσαρα ἔτη. Διότι μόνον τότε, ἐξοικονομοῦντες τὰς διὰ τοὺς κληρωτοὺς δαπάνας, δύνασθε νὰ σκεφθῆτε περὶ ὑπάρξεως ναυτικοῦ ἐδάφους, περὶ τῆς ἀνυπαρξίας οὗτινος ἠκούσατε σήμερον ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, εἰπόντος ὅτι, ἐκτὸς τῶν τριῶν θωρηκτῶν καὶ τῶν πέντε Γερμανικῶν τορπιλλοφόρων, οὐδὲν ἄλλο πλοῖον δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς πολεμικὸν σκάφος.
§33Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§34Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θωρηκτὰ ἐστερημένα πάντων τῶν μέσων σχεδόν, ἢ τοὐλάχιστον τῶν πλείστων, καὶ τορπιλλοφόρα σεσηπότα! Διότι τί εἶναι ἡ φράσις «ἄχρηστα πρὸς οἱανδήποτε πολεμικὴν δρᾶσιν»; Ἐφοβήθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῶν πραγμάτων τοῦ στόλου. Ἐγὼ ὅμως δὲν φοβοῦμαι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι προσφέρω ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα, δηλῶν καὶ κατηγορῶν, ὅτι αἱ πυρίτιδες τοῦ στόλου εἶναι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἄχρηστοι, διότι εἶναι εἴκοσι μέχρις εἰκοσιπέντε ἐτῶν ἡλικίας. Ἂς κρίνωσιν οἱ συνάδελφοι ἀξιωματικοί, οἱ κοσμοῦντες τὴν αἴθουσαν ταύτην. Τὰ πυροβόλα τὰ παλαιὰ τῶν θωρηκτῶν εἶναι ἄχρηστα ἐντελῶς, ὡς χθὲς λεπτομερῶς ἀπέδειξα, βάλλοντα μίαν βολὴν κατὰ πᾶν τέταρτον τῆς ὥρας. Τὰ πυροβόλα τῶν τριῶν θωρηκτῶν ὅλα ὁμοῦ εἶναι κατὰ τὸ ⅙ κατώτερα τοῦ πυροβολικοῦ ἑνὸς ὀθωμανικοῦ πλοίου, τοῦ «Μεσσουδιέ»! Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ στόλου, ἣν φοβεῖται νὰ ὁμολογήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν! Ἀλλ’ ἐγὼ τολμῶ καὶ κατηγορῶ αὐτήν, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μεγαλαυχῶμεν, δὲν ἐπιθυμῶ μετά τινα ἐξαίφνης ἔτη νὰ καλέσωσι πάλιν ἡμᾶς εἰς πόλεμον, καὶ νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν οὔτε τὴν ἀσφάλειαν τῶν παραλίων καὶ τῶν νήσων, ἣν εἴχομεν κατὰ τὸν παρελθόντα πόλεμον...
§35Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὴν «Ἀηδόνα»!
§36Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§37Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν «Ἀηδόνα», ἔκαμε καὶ τὰ θωρηκτά!
§38Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀληθῶς οὐδεὶς εἶναι ὁ ἀρνούμενος, ὅτι τὰ θωρηκτὰ ταῦτα κατώρθωσαν ν’ ἀποκλείσωσι τὸν Ὀθωμανικὸν στόλον εἰς τὸν Ναγαρᾶν, οὐχὶ διότι δὲν εἶχον τὴν ἀνδρείαν οἱ Τοῦρκοι ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὸν ἡμέτερον στόλον, ἀλλὰ διότι ὁ στόλος αὐτῶν ἦτο ἐν ἐλεεινῇ καὶ ἀθλίᾳ καταστάσει, καθὰ οὐχὶ ἡμεῖς ἐλέγομεν, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ Γκόλτς πασσᾶς, ὁ ὀργανωτὴς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἐν τῇ ἱστορίᾳ αὑτοῦ περὶ τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου. Διὰ τοῦτο ποσῶς δὲν μεταμέλομαι, διότι ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν καὶ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἐπερωτήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τοῦ στόλου. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἴσως θὰ ἐδυνάμην αὔριον νὰ ἐπαναλάβω αὐτήν, καὶ νὰ ἐκθέσω ἐν λεπτομερείᾳ ὅλα τὰ κεφάλαια, — ἵνα εἴπω λογιστικῶς, — καὶ ὅλα τὰ ἐδάφια τοῦ στόλου τοῦ Ἑλληνικοῦ. Ἀλλὰ δὲν πράττω τοῦτο, πρῶτον μὲν διότι βλέπω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἐπιθυμεῖ ν’ ἀναδεχθῇ τὸν ἀγῶνα, ἀρνούμενος νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἅπερ ἐζήτησα, ἔπειτα δὲ, διότι νομίζω, ὅτι, καὶ δι’ ὅσων κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην εἶπον καὶ δι’ ὅσων χθὲς λεπτομερῶς ἐπὶ ὥρας δύο ἀνέπτυξα, κατέδειξα τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, ἐξ ἧς δύνανται βεβαίως νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ κυβερνῶντες τὸν τόπον.
§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐνόμιζον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τοῦ κ. Λεβίδου, ἤθελε περιορισθῆ εἰς ξηρὰν πρὸς αὐτὸν ἀπάντησιν, ἢ ἤθελεν ἀναβάλει τὴν συζήτησιν εἰς καταλληλοτέραν ὥραν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς προεκάλεσεν αὐτὸς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Ναυτικοῦ, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν σχεδίων αὐτοῦ ἐπὶ τὸ μέλλον. Ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ λύπης ἤκουσα τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ταῦτα ἀπέδειξαν, ὅτι οὐδεμίαν ὡρισμένως ἰδέαν ἔχει ἐν τῷ νῷ, οὐδὲν ὡρισμένον σχέδιον. Λέξεις τινὲς, ἐγγραφαί τινες ἀσαφεῖς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπάρχουσι, καὶ ἐπὶ τούτων καλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ. Δὲν εἴδομεν ὡρισμένον σχέδιον, ἀλλ’ εἴδομεν ὅτι ὑπάρχει ἕν ποσὸν, ἐξ οὗ ἐγένοντο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐγγραφαί τινες ὑπὸ τύπον παρακλήσεως μᾶλλον. «Πρὸς ναυπήγησιν ἑνὸς τορπιλλοβόλου ἢ ἀντιτορπιλλικοῦ 900,000 φράγκα.» Ἡ ἐγγραφὴ αὕτη ἀποδεικνύει, ὅτι οὐδὲν σχέδιον, οὐδεμία μελέτη ἐγένετο. Καὶ αὕτη εἶναι σπουδαία κατηγορία, ἣν ἐγὼ ἀπευθύνω. Ὁμιλοῦσι καὶ περὶ τοῦ παρελθόντος καὶ λέγουσι: «τί ἐπράξατε σεῖς;» Μεγάλην τόλμην ἔχει ὁ θέλων νὰ ἀπευθύνῃ εἰς ἡμᾶς τὴν ἐρώτησιν ταύτην. Διότι ἡμεῖς ἐναυπηγήσαμεν τὰ τρία θωρηκτὰ, καὶ θεωρῶ ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, διότι συνέδεσα τὸ ὄνομά μου μὲ ἓν τῶν τριῶν τούτων θωρηκτῶν, δι’ ὧν προσφάτως ἀπεδείχθη, ὅτι ἠδυνήθημεν ν’ ἀσφαλίσωμεν τὰ παράλια ἡμῶν. Διὰ τὰ ναυτικὰ καὶ τὰ στρατιωτικὰ τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον προέχει, εἶναι τὸ χρηματικὸν ζήτημα. Ὅτε ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς σκέψεις, πρὶν ἢ ἴδωμεν ποία ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις· διότι σεῖς πάντοτε ἐλέγετε, ὅτι βαίνομεν εἰς τὴν χρεωκοπίαν. Ὅτε δὲ εἴδομεν, ὅτι αἱ προρρήσεις τῶν ἀντιπάλων ἀπεδείχθησαν ἐσφαλμέναι, ὅτε ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ χρήσεις ὅλαι ἀφῆκαν περισσεύματα, ἐσκέφθημεν περὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων· καὶ τὸ πρῶτον, ὅπερ ἐπράξαμεν, ἦτο ἡ σύστασις τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ταῦτα εὕρετε, καὶ ἐπὶ τούτων βασιζόμενοι ἐνεργεῖτε, διὰ νὰ δείξητε ὅτι σοβαρῶς ἐνεργεῖτε...
§40Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σύμφωνα πρὸς τὸν νόμον.
§41Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι! διότι δὲν θὰ ἐλέγετε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ ζητήσητε ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν. Τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου ἀπαγορεύει τοῦτο.
§42Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ εἴπετε. Ἀλλὰ πάντα τὰ ἀσαφῶς παρ’ ὑμῶν λεχθέντα, ὅταν ἐλέγχωνται, παύουν νὰ θεωρῶνται λεχθέντα παρ’ ὑμῶν! Ἀπὸ τῆς ναυπηγήσεως τῶν θωρηκτῶν παρῆλθον 12 ἔτη, καὶ παρουσιάζεται ἀνάγκη τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν λεβήτων, καὶ ἡ δαπάνη εἶναι μεγάλη. Ἐρωτῶ δὲ, κύριε Ὑπουργὲ, μήπως ὁ Προϋπολογισμὸς ὑμῶν δεικνύει μέριμναν πρὸς βελτίωσιν τῶν θωρηκτῶν; Τί ἀναγράφετε; 1,500,000 φράγκα πρὸς κατασκευὴν τῶν λεβήτων. Ἀλλ’ εἴχετε καθῆκον νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γενομένας μελέτας, νὰ ὑποβάλητε τὰς συμβάσεις μετὰ τῶν ἀναλαβόντων τὴν κατασκευὴν τῶν λεβήτων, καὶ τὸ συμπέρασμα νὰ ἦτο ἡ ἀναγραφὴ τῶν 1,500,000 φράγκων· ἀλλὰ σεῖς ἀνεγράψατε αὐτὰ ’ς τὰ κουτουροῦ! Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἴχετε καθῆκον, ἀφοῦ εὑρέθητε ἀπέναντι σπουδαίου ποσοῦ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, νὰ προβῆτε ἀμέσως εἰς τὴν μελέτην τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ παραγγελθῶσι, μελέτην, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ἔλεγεν, ὅτι ὁ ὀλίγος χρόνος δὲν τῷ ἐπέτρεψε νὰ φθάσῃ εἰς συμπεράσματα ὁριστικὰ, καὶ ἑπομένως ἀναβάλλει τὰς πρὸς τοῦτο προτάσεις διὰ τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν αἱ πληροφορίαι αὐτοῦ θὰ ἦναι πλήρεις, τότε θὰ συνέχαιρον αὐτόν. Ἀλλ’ ἤδη δὲν βλέπω ἢ ἀναγραφάς τινας, ὅπως εἴπωμεν, ὅτι ναυπηγοῦμεν πλοῖα, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς, ὅτε ὡμίλει ἀπὸ τοῦ βήματος, δὲν ἤξευρεν, ἂν ἐπρόκειτο νὰ παραγγείλῃ ἀνιχνευτικὸν πλοῖον ἢ καταδρομικὸν, συγκεχυμένας ἰδέας ἔχων. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς παρουσίασεν ὥς τι ὁμαλὸν τὴν ναυπήγησιν ἀντιτορπιλλικοῦ καὶ ἐν ταὐτῷ πλοίου χρησιμεύοντος καὶ ὡς Σχολὴ τῶν δοκίμων. Ἀλλὰ πρῶτον, τίς ἀγνοεῖ, ὅτι πλοῖον, ἐν ᾧ πρόκειται νὰ διαιτῶνται ἑξήκοντα δόκιμοι, δὲν εἶναι καὶ πλοῖον δυνάμενον νὰ ἦναι ἀνιχνευτικὸν ἢ καταδρομικόν; Ἀπόδειξις ὅτι τοιαῦτα πλοῖα οὐδὲν Κράτος ἔχει. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη νὰ μὴ προσκαλῶνται ναῦται, νὰ στέλλωνται δὲ εἰς διαθεσιμότητα ἀξιωματικοί. Διὰ νὰ ὑπάρχῃ ναυτικὴ δύναμις, ἀπαιτεῖται ἀφ’ ἑνὸς προσωπικὸν γεγυμνασμένον καὶ ἀφ’ ἑτέρου πλοῖα. Πλοῖα δὲ ἄνευ ναυτῶν καὶ ἀξιωματικῶν εἰς οὐδὲν χρησιμεύουσιν, ὡς εἰς οὐδὲν χρησιμεύει καὶ προσωπικὸν ἄνευ καλῶν πλοίων. Ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι, ὅτι πρὸς ναυπήγησιν πλοίων πρέπει νὰ καταστρέψωμεν ὅ,τι καλὸν ἔχομεν. Διότι εἰς τί θὰ μᾶς χρησιμεύσουν τότε τὰ πλοῖα; Παραδέχομαι, ὅτι ὑπάρχουσι πολλὰ ἄχρηστα πλοῖα, ἀπὸ τῶν ὁποίων πρέπει τάχιστα ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸ Ναυτικόν, ἵνα ἐκ τῆς ἐκποιήσεως αὐτῶν κάμωμεν οἰκονομίας, διὰ νὰ ἐκγυμνάσωμεν τὸ προσωπικόν. Διότι, ὅπως καταδικάζω τὴν παραπομπὴν τῶν ἀξιωματικῶν εἰς διαθεσιμότητα, καταδικάζω ἐπίσης τὴν τοποθέτησιν τῶν ἀξιωματικῶν ἐπὶ πολὺν χρόνον εἰς τὰ ἄχρηστα πλοῖα. Ἀπαλλαγὴ λοιπὸν τοῦ Ναυτικοῦ ἀπὸ τῶν ἀχρήστων πλοίων, καὶ κατασκευὴ νέων λεβήτων τῶν θωρηκτῶν, ἀντικατάστασις τῶν λεβήτων τῶν Γερμανικῶν τορπιλλοβόλων, ναυπήγησις νέων, καὶ ναυπήγησις καταδρομικῶν καὶ ἀντιτορπιλλικῶν. Ἀλλὰ πάντοτε ταῦτα προϋποθέτουν μελέτην ὡρισμένην καὶ θετικὴν, διότι ὑπάρχουσι πολλοὶ τύποι τῶν εἰδῶν αὐτῶν. Ἐρωτῶ, ἠσχολήθητέ ποτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου; κατηρτίσατε ἐπιτροπὴν, ἥτις εἰργάσθη καὶ ὑπέβαλεν ὡρισμένα σχέδια; Βεβαίως δὲν ἀπαιτῶ νὰ ὑποβάλητε αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν· ἀπ’ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι οὐδέποτε πρέπει νὰ ὑποβάλητε αὐτά. Ἀπαιτῶ μόνον νὰ εἴπητε, τί ἀπεφάσισεν ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ τίνα γνώμην ξένην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπροκαλέσατε. Ἀφοῦ εἰς πάντα ταῦτα προέβητε, κύριε Ὑπουργὲ, τότε προβῆτε καὶ εἰς ἀναγραφὴν τῶν ἀναγκαίων πιστώσεων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐφ’ ὅσον δὲν γείνουν ταῦτα, πᾶσα ἄλλη ἐνέργεια ὑμῶν θὰ προσθέσῃ μόνον ἄλλο ἄχρηστον ὑλικόν εἰς τὸ ἄχρηστον ὑλικόν, τοῦ ὁποίου θέλομεν ν’ ἀπαλλαγῶμεν. Ἔχετε δὲ παράδειγμα τῆς σπουδαιότητος ταύτης. Πρὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν ἐγένετο πρότασις παρ’ ἡμῶν πρὸς ἀγορὰν ἑνὸς καταδρομικοῦ, θεωρουμένου τότε τελειοτάτου, ἀλλὰ πρὸ τούτου ἀνεθέσαμεν εἰς τὸν κ. Δυπὼν, νὰ μεταβῇ εἰς Ἀγγλίαν καὶ ἐξετάσῃ τὰ τοῦ πλοίου. Ἀποτέλεσμα δὲ τῆς ἐνεργείας μας ταύτης ἦτο, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ κυρίου Δυπὼν συνίστα νὰ μὴ ἀγοράσωμεν τὸ πλοῖον ἐκεῖνο, διότι ἦτο μὲν τελειότατον, ἡ τιμὴ αὐτοῦ ἦτο κάτω τῆς πραγματικῆς ἀξίας, ἀλλ’ εἶχε μηχανισμὸν πολύπλοκον. Καὶ συνεμορφώθημεν πρὸς τὴν ἔκθεσιν ταύτην. Ἐὰν ἔλαβον τὸν λόγον, ἔλαβον αὐτὸν οὐχὶ ἵνα ἐπικρίνω ἢ ἀντιπολιτευθῶ ὑμᾶς, διότι φρονῶ, ὅτι, προκειμένου περὶ τῶν ναυτικῶν καὶ τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἐν τῇ Βουλῇ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ Συμπολίτευσις καὶ Ἀντιπολίτευσις· ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα παρατηρήσω, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε ἐνέργεια ὑμῶν ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ ναυτικὸν ζήτημα δὲν ἐμελετήσατε εἰσέτι μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς· συνιστῶ ὅμως ὑμῖν νὰ τὸ μελετήσητε, νὰ συστήσητε ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν καλλιτέρων ἀξιωματικῶν, νὰ ζητήσητε τὴν γνώμην ξένων εἰδικῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφοῦ πάντα ταῦτα πράξητε, τότε θὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα, ἂν εἶναι δυνατὸν τὰς δαπάνας ταύτας νὰ καταβάλωμεν διὰ μιᾶς, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθωμεν εἰς συμφωνίας μετὰ τῶν κατασκευαστῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς παραγγελίας εἰς ὡρισμένον διάστημα. Καὶ τότε ἀμέσως παρουσιάζεται τὸ ζήτημα: τίνες οἱ πόροι ἡμῶν; Οἱ πόροι ἡμῶν εἶναι ἐκεῖνοι, οὓς ἀνέφερεν ὁ κ. Βουδούρης· ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῶν ἔχει καθῆκον τὸ Κράτος, ἐὰν εὕρῃ τοὺς πόρους τούτους ἀνεπαρκεῖς, νὰ προσθέσῃ καὶ ἑτέρους, ἵνα γείνωσιν ὅσον εἶναι δυνατὸν μεγαλείτεραι οἰκονομίαι εἰς τὰς περιττὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν νέων τούτων προσόδων τοῦ ταμείου γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἂν θὰ δυνηθῶμεν νὰ συνάψωμεν δάνειόν τι, ὅπως διὰ μιᾶς ἐκτελέσωμεν τὴν παραγγελίαν. Ἐὰν πεισθῆτε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, τότε βεβαίως πρέπει νὰ διαιρέσητε τὴν παραγγελίαν εἰς ὡρισμένον ἀριθμὸν ἐτῶν, ἵνα αὕτη ἐκτελεσθῇ. Καθῆκον ἡμῶν βεβαίως εἶναι νὰ παρασκευάσωμεν τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς τοῦ ἔθνους δυνάμεις· εὐχάριστος εἰς ὅλους εἶναι, καὶ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ τροπή, ἣν ἔλαβον ἀπὸ ἐτῶν ἤδη αἱ σχέσεις Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἀλλὰ τὸ καθῆκον ἑνὸς Κράτους εἶναι, ἐν εἰρήνῃ νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν αὐτοῦ ζητημάτων. Τὰς σκέψεις ταύτας, κύριε Ὑπουργὲ, πρέπει νὰ ἔχητε πρὸ ὀφθαλμῶν, νὰ μὴ ἐγκαταλείψητε δὲ αὐτὰς, λόγῳ ὅτι αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας εἶναι φιλικαί.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§45Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δι’ ὅσων θὰ εἴπω δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Οὗτος πρὸ ὀλίγων μόλις μηνῶν ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ συνεπῶς δὲν ἐδόθησαν ἀφορμαί, ἵνα τὸν μεμφθῇ τις. Ἐγὼ δὲ δὲν ἐπιχειρῶ νὰ πράξω τοῦτο. Κύριοι Βουλευταὶ, μετὰ λύπης μου ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, εἰπόντα μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι αἱ φιλικαὶ σχέσεις τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθῇ τις περὶ τῆς ἐνισχύσεως τοῦ Ναυτικοῦ...
§46Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Διόλου!
§47Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προσκομισθῶσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο ἤκουσα.
§48Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§49Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τότε δὲν ἤκουσα καλῶς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν — ἂν καλῶς ἤκουσα — εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ ἄχρηστα πλοῖα νὰ διαλυθῶσι καὶ πωληθῶσιν ὡς ἄχρηστος σίδηρος, διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν κατασκευάζομεν νέα πλοῖα...
§50Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε· καὶ αὐτὸ δὲν τὸ εἶπον.
§51Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τότε τί εἴπετε;
§52Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶπον ὅτι ὑπάρχουσιν ἄχρηστα πλοῖα ἄνευ οὐδεμιᾶς χρησιμότητος, ὧν ὅμως ἡ πώλησις θ’ ἀποφέρῃ ἐλάχιστον ποσὸν εἰς τὸ Δημόσιον. Εἶπον ὅτι ὑπάρχουσιν ἄλλα πλοῖα, ἅπερ ἔχουσι μικρὰν μὲν πολεμικὴν ἀξίαν, εἶναι ὅμως χρήσιμα πρὸς ἐκγύμνασιν, ἢ πρὸς ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν. Ταῦτα, μέχρις ὅτου ἀντικατασταθῶσι, δὲν δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀπολύτως ἄχρηστα. Αὐτὰ εἶπον.
§53Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐρωτῶ, ἔχει τὸ Κράτος ὑποχρέωσιν νὰ διατηρῇ πλοῖα ἄχρηστα, πλοῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι καμμίαν πολεμικὴν ἀξίαν, ἀλλὰ μόνον ἵνα χρησιμεύωσι πρὸς τοποθέτησιν τῶν ἀξιωματικῶν;
§54Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δὲν τὰ ἐπωλήσατε σεῖς;
§55Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Ἀγγελόπουλε, δὲν ἦσθε Βουλευτὴς εἰς τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν τὸ γνωρίζετε· καὶ ἐπειδὴ δὲν τὸ γνωρίζετε, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ θὰ σᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι ἐγὼ εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ προβῶ εἰς τὴν ἐκποίησιν ὅλων τῶν ἀχρήστων πλοίων, ὁ δὲ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς, τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, —τοῦ ὁποίου τὴν μαρτυρίαν ἐπικαλοῦμαι—μοὶ εἶπε: «Κύριε Ὑπουργὲ, ὀφείλετε νὰ ζητήσητε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς». Εἶσθε εὐχαριστημένος τώρα;
§56Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζητήσατε τοιαύτην ἄδειαν;
§57Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε, παρακαλῶ, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ 8 Νοεμβρίου, ἥτις προὐκάλεσεν ὑπουργικὴν μεταβολήν. Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι τὰ πλοῖα τὰ ἄχρηστα πρέπει νὰ διατηρῶνται διὰ νὰ ἐξοικονομῶνται οἱ ἀξιωματικοί; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἔχει καμμίαν τοιαύτην ὑποχρέωσιν· ἀλλὰ καὶ οἱ ἀξιωματικοί, βεβαιωθῆτε, δὲν ἔχουν τοιαύτην ἀπαίτησιν. Ἀπ’ ἐναντίας οἱ ἀξιωματικοὶ μίαν ἐπιθυμίαν ἔχουσι, τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐνισχυθῇ ὁ Ἑλληνικὸς στόλος διὰ πλοίων νέων, ἔχουσι τὴν ἐπιθυμίαν νὰ τοῖς δίδηται ἐργασία, ἵνα ἐργάζωνται, καὶ μὴ κάθηνται τὰ πλοῖα ἠγκυροβολημένα εἰς τοὺς λιμένας. Λοιπὸν ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ποία ἐκγύμνασις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν πληρωμάτων γίνεται διὰ τοῦ σεσηπότος θωρηκτοῦ «Ὄλγας», διὰ τοῦ ἀχρήστου πλοίου πρώην «Ἀμφιτρίτης», διὰ τῶν ἀχρήστων πλοίων «Ἀμβρακίας» καὶ «Ἀκτίου», διὰ τοῦ ἀχρήστου καὶ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἠγκυροβολημένου πλοίου «Μυκάλης», διὰ τοῦ ἀχρήστου καὶ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἠγκυροβολημένου πλοίου «Κανάρη», διὰ τῶν ἀχρήστων 15 ἢ 20 τορπιλλοβόλων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγκαταλελειμμένα καὶ δὲν χρησιμεύουσιν εἰς τίποτε; Ποία, σᾶς ἐρωτῶ, ἐκγύμνασις τῶν πληρωμάτων γίνεται διὰ τῶν πλοίων αὐτῶν;
§58Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν γίνεται βεβαίως καμμία.
§59Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τώρα ἠξεύρετε εἰς τί χρησιμεύουσι τὰ πλοῖα αὐτά; Ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀκούσητέ τι, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς κάμῃ ἐντύπωσιν, καὶ τὸ ὁποῖον φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, διὰ νὰ ἴδητε, τί γίνεται εἰς αὐτὸ τὸ Ναυτικὸν, ἵνα ἐξοικονομῶνται πρόσωπα; Ὑπάρχει ἓν πλοῖον ὀνομαζόμενον «Σαλαμινία»· τὸ πλοῖον αὐτὸ ἐτάχθη εἰς τὴν τάξιν τῶν παρωπλισμένων πλοίων. Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, τρεῖς εἶναι αἱ τάξεις, εἰς τὰς ὁποίας τάσσονται τὰ πλοῖα· πλοῖα ἐν ἐνεργείᾳ, πλοῖα ἐν ἐφεδρείᾳ, καὶ πλοῖα ἐν παροπλισμῷ. Τὰ ἐν ἐφεδρείᾳ πλοῖα ἔχουν τὸ τρίτον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ πληρώματος, μένουν εἰς Ναύσταθμον, καὶ εἰς πρώτην διαταγὴν ἐκπλέουν διὰ νὰ ἐκτελέσουν ὑπηρεσίαν. Αὐτὰ τὰ πλοῖα, ὡς εἶπον, ἔχουν τὸ τρίτον τοῦ πληρώματος· τὸν κυβερνήτην, τὸν ὕπαρχον καὶ ἀνάλογον ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν. Τὰ ἐν παροπλισμῷ πλοῖα παραδίδονται εἰς τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου, τὸ ὁποῖον φροντίζει περὶ τῆς συντηρήσεως αὐτῶν. Τὰ πλοῖα αὐτὰ δὲν ἔχουν οὔτε κυβερνήτην οὔτε ἀξιωματικοὺς οὔτε πλήρωμα, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν φροντίζει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ναυστάθμου. Ἡ «Σαλαμινία», ἐμοῦ ὑπουργοῦντος, ἐτέθη εἰς παροπλισμὸν, καὶ διετάχθη ἡ ἐπισκευὴ αὐτῆς· οἱ λέβητες ἦσαν κατεστραμμένοι, ἡ μηχανὴ ἦτο ἐφθαρμένη, οἱ ἱστοὶ τοῦ πλοίου ἦσαν σεσηπότες, καὶ ἔπρεπε ν’ ἀντικατασταθοῦν· τὸ κατάστρωμα ὡσαύτως τοῦ πλοίου ἔπρεπε ν’ ἀντικατασταθῇ. Τὸ πλοῖον τοῦτο παρέλαβε τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου, ἐξήγαγε τοὺς λέβητας καὶ τὴν μηχανὴν πρὸς διόρθωσιν, ὡς ἐπίσης καὶ τοὺς ἱστοὺς, καὶ ἐν τοιαύτῃ καταστάσει εὑρισκόμενον τὸ πλοῖον, δι’ ἑνὸς Διατάγματος μετεφέρθη εἰς τὴν σειρὰν τῶν ἐφέδρων πλοίων.
§60Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ποῖος ἐπροκάλεσε τὸ Διάταγμα;
§61Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι βεβαίως ἐγώ· οὔτε ὁ κύριος Καραπάνος. Δι’ ἑνὸς Διατάγματος λοιπὸν μετεφέρθη εἰς τὴν σειρὰν τῶν ἐφέδρων πλοίων, καὶ διωρίσθη κυβερνήτης τοῦ πλοίου τούτου ἀξιωματικὸς κατοικῶν ἐν Ἀθήναις, ἐν τῷ οἴκῳ του, καὶ λαμβάνων μισθὸν θαλασσίας ὑπηρεσίας! Αὐτὴ ἡ κατάστασις ἐξηκολούθησεν ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ πλέον, τὸ δὲ πλοῖον, ὡς προεῖπον, δὲν ἔχει οὔτε μηχανὴν οὔτε λέβητας οὔτε ἱστοὺς, ἐχρησίμευε δὲ μόνον, ἵνα ὑπάρχῃ τοποθετημένος ἐν αὐτῷ ἀξιωματικὸς, ὅστις νὰ λαμβάνῃ τὸν μισθὸν τῶν θαλασσίων ἀποδοχῶν.
§62Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐγένετο τότε εἰς τὴν Βουλὴν λόγος περὶ αὐτοῦ;
§63Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Εἰς τὴν ἀτμοημιολίαν «Σῦρον» εἶχε γείνῃ προηγουμένως τὸ αὐτὸ, καὶ εἶχε διορισθῆ κυβερνήτης, ὅπως παρευρίσκηται εἰς τὴν ἐπισκευὴν τοῦ πλοίου, ἵνα καὶ ταχύτερον καὶ τελειότερον γένηται αὕτη.
§64Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐὰν ἐγένετο τοῦτο εἰς τὴν ἀτμοημιολίαν «Σῦρον», ἐγένετο ὅτε ἡ ἐπισκευὴ τοῦ πλοίου ἦτο ἐν τῷ τελειοῦσθαι, καὶ ὑπῆρχεν ἀνάγκη πλοιάρχου, ὅπως οὗτος ἐπιστατήσῃ ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς διακοσμήσεως τοῦ πλοίου, τὸ ὁποῖον δύο μῆνας μετὰ τὸν διορισμὸν τοῦ πλοιάρχου ἀπέπλευσε, καὶ ἐπὶ 2½ ἔτη κατεγίνετο εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, ἐνῷ ἡ «Σαλαμινία» εἶναι ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη ἄνευ μηχανῆς, ἄνευ λεβήτων, ἄνευ ἱστῶν, καὶ ἐν τούτοις ἀπὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἤδη ἔτους ἔχει πλοίαρχον καθήμενον εἰς τὸν οἶκόν του καὶ λαμβάνοντα θαλασσίους ἀποδοχάς!
§65Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Μάλιστα! Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἤρχισεν ἡ ἐπισκευὴ διωρίσθη ὁ κυβερνήτης!
§66Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὰ τὰ πλοῖα λοιπὸν τὰ ἄχρηστα εἰς οὐδὲν ἄλλο χρησιμεύουν ἢ εἰς τὸ νὰ γίνωνται αὐταὶ αἱ εὐκολίαι. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπεφάσιζε ν’ ἀπαλλάξῃ τὸ πολεμικὸν Ναυτικὸν ἀπὸ τὰ βάρη αὐτὰ, ἤθελε πρῶτον πάντων ὑπηρετήσει τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως τὸ οἰκονομικὸν, διότι τὰ πλοῖα αὐτὰ, ἀποσυρόμενα ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, θὰ φέρωσιν ὡς ἀποτέλεσμα μίαν οἰκονομίαν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, θέλων νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ σκέψις κἄν νὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος περὶ ἐνισχύσεως τοῦ στόλου διὰ κατασκευῆς νέων πλοίων......
§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§68Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἴπετε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλομεν 30 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ ποῦ θὰ τὰ εὕρωμεν;
§69Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄν τὰ εὕρωμεν.
§70Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐντελῶς ἀλλοίαν πρὸς τὴν ἰδικήν σας ἰδέαν· ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τόσον δύσκολον καὶ ἀδύνατον, καὶ ὅτι ἡ ἐνίσχυσις τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ διὰ τῆς κατασκευῆς νέων πλοίων εἶναι κατορθωτή. Ὅπως σᾶς εἶπον καὶ προχθές, ἡ σύστασις τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου αὐτὸν καὶ μόνον τὸν σκοπὸν εἶχεν· εἶχε τὸν σκοπὸν τῆς ἐνισχύσεως τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ διὰ τῆς κατασκευῆς νέων πλοίων. Διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισε κατὰ τὸ 1900, εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου παρεχωρήθησαν: αʹ) τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανεν ἀπὸ τοὺς φάρους καὶ φανούς, βʹ) αἱ εἰσπράξεις τῆς Δεξαμενῆς, γʹ) αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Νομίζω δέ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀνέρχεται εἰς ἓν περίπου ἑκατομμύριον.
§71Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Περισσότερον.
§72Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ περισσότερον, ὡς λέγετε. Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος αὐτός, συνεχωνεύθη δι’ αὐτοῦ τὸ παλαιὸν ταμεῖον τοῦ στόλου, καὶ τὸ χρῆμα αὐτοῦ κατετέθη εἰς λογαριασμὸν τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ χρῆμα αὐτὸ ἀνήρχετο περίπου εἰς 1,500,000 δραχμὰς εἰς μετρητὰ καὶ εἰς κτήματα. Ἔχω τὴν εὐχάριστον πληροφορίαν, ὅτι ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν γαιῶν τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ, αἵτινες ἐκποιοῦνται ἤδη ἐν Αἰγύπτῳ, ἑκάστη μερὶς θὰ φθάσῃ τὰς 7,000 λίρας. Ταύτην τὴν πληροφορίαν μοὶ ἔδωκεν ὁ ἐκ Καλαμπάκας ἀξιότιμος Βουλευτής. Συνεπῶς αἱ εἴκοσι μερίδες, τὰς ὁποίας ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ ἐκληροδότησεν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, θὰ δώσουν περίπου 140,000 λίρας, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι ποσὸν 3,500,000 φράγκων χρυσῶν. Προσθέτοντες εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ ποσὸν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ πεντακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, δηλαδὴ ποσὸν 1,000,000 φράγκων χρυσῶν, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν παλαιὰν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἔχομεν 4½ ἑκατομμύρια φράγκα χρυσᾶ. Ἐὰν εἰς ταῦτα προσθέσωμεν καὶ 3,000,000 δραχμὰς ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐτῶν 1901, 1902 καὶ 1903 δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, δι’ οὗ συνέστη τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἤτοι 2 ἑκατομμύρια περίπου εἰς χρυσὸν, θὰ ἔχωμεν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους αὐτοῦ περὶ τὰ 6,500,000 εἰς χρυσόν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἀπαιτοῦνται 30,000,000. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπρόκειτο νὰ κάμωμεν στόλον ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίων ἰδικῶν μας, — διότι καὶ ἡμεῖς εἴχομεν σκεφθῆ τότε νὰ ζητήσωμεν τὴν γνώμην ξένων ἀνδρῶν εἰδικῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ μᾶς φωτίσουν, ποῖα πλοῖα πρέπει νὰ κάμωμεν, καὶ τίνος εἴδους πλοῖα, — ὑπελογίζομεν τότε, ὅτι 20 μόνον ἑκατομμύρια φράγκα χρυσᾶ, ἴσως καὶ ὀλιγώτερα, θὰ ἦσαν ἀρκετὰ διὰ τὴν κατασκευὴν 6 τορπιλλοβόλων, ταχύτητος 28–30 μιλίων, 6 ἀντιτορπιλλικῶν καὶ ἑνὸς καταδρομικοῦ, διὰ τὴν ἀλλαγὴν τῶν λεβήτων τῶν τριῶν θωρηκτῶν καὶ τὴν μετατροπὴν εἰς ταχυβόλα τῶν πυροβόλων τῶν 0,15 καὶ 0,27 τῶν θωρηκτῶν τούτων. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν: «ἀφοῦ ἔχομεν μόνον 6,500,000 φράγκα χρυσᾶ, καὶ χρειαζόμεθα 20,000,000, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ σχέδιον αὐτό;» Εἰς ἀπάντησιν τῷ λέγω, ὅτι ἡμεῖς, ὡς καὶ προχθὲς σᾶς εἶπον, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν· ἀπεφασίσαμεν νὰ προικοδοτήσωμεν τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου δι’ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἐκ τῶν δημοσίων εἰσπράξεων, συνάμα δὲ νὰ διαλύσωμεν ὅλα τὰ ἄχρηστα πλοῖα, καὶ νὰ παραδώσωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὰ ἀναγκαῖα πλοῖα διὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, νὰ ἐλαττώσωμεν δ’ οὕτω τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ ἓν ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν παραχωρήσει εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Διὰ τοῦ ἑκατομμυρίου τούτου ἤθελε κατορθώσει τὸ Ταμεῖον τοῦ Στόλου νὰ ἔχῃ σταθερὸν εἰσόδημα 2,000,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, — καὶ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Καραπάνος, ὅστις καταγίνεται εἰς τὰ οἰκονομολογικά, δύναται ν’ ἀποφανθῇ, ἂν ἦτο εὔκολον νὰ συμπληρώσωμεν τὰ ἀπαιτούμενα ποσὰ διὰ τὴν κατασκευὴν νέων πλοίων καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ὑπαρχόντων. — Δὲν εἴχομεν σκοπὸν νὰ κατασκευάσωμεν νέα πλοῖα, καὶ νὰ διατηρήσωμεν τὰ ἄχρηστα. Ἠθέλομεν μόνον νὰ διατηρήσωμεν τὰ 3 θωρηκτὰ καὶ 5 τορπιλλοβόλα, νὰ διατηρήσωμεν τὸ εὔδρομον «Ν. Μιαούλην», μετασχηματίζοντες αὐτὸ εἰς ἐκπαιδευτικὸν, νὰ διατηρήσωμεν τοὺς 4 Ποταμοὺς, οἵτινες χρησιμεύουσι διὰ τὴν ἐκγύμνασιν τῶν ναυτῶν εἰς τὴν ἱστιοπλοΐαν, τὰ δὲ λοιπὰ ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ νὰ ἐλαττωθῇ οὕτω ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοῦ. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἐννοήσωμεν τέλος πάντων, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη ἐνισχύσεως τοῦ στόλου. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι Κράτος περιβρεχόμενον ὑπὸ θαλάσσης· ὅταν δὲ δυνάμεθα διὰ θυσίας ἑνὸς ἑκατομμυρίου κατ’ ἔτος νὰ συμπληρώσωμεν τὸν στόλον, δὲν πρέπει νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου ἡ φιλοπατρία εἶναι γνωστή, θέλει λάβει ὑπὸ σκέψιν τὸ ζήτημα, καὶ ἀφοῦ τὸ μελετήσῃ θέλει πεισθῆ, ὅτι διὰ τῆς πωλήσεως τῶν ἀχρήστων πλοίων ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν θέλει ἐλαττωθῆ, καὶ οὕτω θὰ δύναται νὰ προικοδοτηθῇ τὸ Ταμεῖον τοῦ Στόλου δι’ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν κατ’ ἔτος, καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν ποθούμενον σκοπὸν, ἵνα μὴ πάθωμεν ὅ,τι ἐπάθομεν ἄλλοτε, νὰ ἴδωμεν δηλαδὴ νέον τινὰ Χόβαρτ πασσᾶν ἀποκλείοντα τὰ παράλια ἡμῶν.
§73Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς ἀνέφερε πλοῖά τινα, καὶ μὲ ἠρώτησεν, εἰς τί χρησιμεύουσι ταῦτα. Ἀνέφερε λ.χ. τὴν «Βασίλισσαν Ὄλγαν». Αὐτὸ τὸ πλοῖον χρησιμεύει ὡς Προγυμναστήριον ἐν Πόρῳ. Εἶναι βεβαίως πεπαλαιωμένον, καὶ πρέπει ν’ ἀντικατασταθῇ δι’ ἑτέρου, ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν ἀντικαθίσταται, δὲν δύναται τὸ Προγυμναστήριον Πόρου νὰ λειτουργήσῃ ἄνευ αὐτοῦ. Τὴν ἀνάγκην τῆς κατασκευῆς νέων πλοίων πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων, ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ καὶ πάντες, ἀλλ’ ἀπαιτοῦνται 20,000,000. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς κατασκευῆς, ἣν ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας, ἐστηρίζετο εἰς τὴν προϋπόθεσιν τῆς συνομολογήσεως δανείου. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἦλθον πρὸς ἐμὲ δύο ἢ τρεῖς Κύριοι καὶ μοὶ ἐπρότειναν τὴν ἰδέαν ταύτην, ὡς τοῦτο ἔπραξαν καὶ εἰς προκατόχους μου Ὑπουργοὺς τῶν Ναυτικῶν. Ἠρώτησα, τίς ὁ καταβάλλων τὰ χρήματα, ὅπως φροντίσωμεν περὶ τῆς ἀναγκαίας μελέτης, ἀλλ’ οὐδεμία σοβαρὰ πρότασις μοὶ ὑπεβλήθη.
§74Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θεωρῶ ὠφέλιμον νὰ καταβάλληται προσπάθεια ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν, ὅπως ἐξάγηται καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος ἀκόμη ἐκ τῆς ἀδιαφορίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀφίνεται λίαν συχνὰ νὰ ἐμπίπτῃ, ὅσον ἀφορᾷ τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν πράγματα, εἴτε τὰ ἀφορῶντα τὴν παρασκευὴν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς εἴτε τὰ ἀφορῶντα τὴν παρασκευὴν τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης. Νομίζω ἀναγκαῖον, συχνότερον ἢ ὅσον γίνεται, νὰ δίδηται ἀφορμὴ, ἵνα μελετᾶται καὶ ἡ κατάστασις, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, καὶ αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ θεραπεύσωμεν, ἀνάγκαι, αἵτινες δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀφίνωσιν οὔτε στιγμὴν ἡσύχους. Δὲν ὑποθέτω νὰ ὑπάρχῃ ἔθνος ἄλλο, ὅπερ περισσότερον τοῦ ἡμετέρου νὰ ἦναι ὑποχρεωμένον νὰ μὴ παύῃ παρασκευαζόμενον καὶ ἐργαζόμενον, ὅπως ᾖ ἕτοιμον στρατιωτικῶς. Τὸ μεγαλείτερον μέρος αὐτοῦ δὲν εἶναι ἐλεύθερον. Ἐκ τοῦ μὴ ἐλευθέρου δὲ μέγα μέρος, ἐνῷ διατελεῖ ὑπὸ τὸν ξένον ζυγόν, βιάζεται παρ’ ἄλλων νὰ προσέλθῃ ὑπὸ ἄλλην κυριαρχίαν καὶ ἀποσπασθῇ τῆς Ἑλληνικῆς οἰκογενείας. Ὁ κίνδυνος οὗτος ἰδίως καθιστᾷ ἐπείγουσαν τὴν παρασκευὴν ἡμῶν, καὶ ἐπιβάλλει ἄγρυπνον στρατιωτικὴν ἐργασίαν· παρασκευὴ ὅμως τῆς χώρας ἡμῶν εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ γίνεται ὑπὸ τοὺς πλέον δυσμενεῖς ὅρους, διότι, ἐνῷ εἴμεθα ἔθνος πτωχὸν καὶ μικρόν, εἴμεθα ἀφ’ ἑτέρου ἠναγκασμένοι οὐ μόνον κατὰ ξηρὰν νὰ παρασκευαζώμεθα καὶ δαπανῶμεν, ἀλλὰ καὶ κατὰ θάλασσαν, ἐνῷ οὐδὲν τῶν ἄλλων ἀντιζήλων γειτονικῶν Κρατῶν, πρὸς τὰ ὁποῖα ἴσως φέρωσιν ἡμᾶς μίαν ἡμέραν αἱ περιστάσεις νὰ συγκρουσθῶμεν, φέρει τὴν αὐτὴν ὑποχρέωσιν, δηλαδὴ νὰ παρασκευάζηται καὶ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, καὶ νὰ ἀναγράφῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ αὐτοῦ διπλᾶς δαπάνας. Ταῦτα συγκεντροῦσιν εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ περισσότερα τὰ μέσα καὶ τὰς δαπάνας, ὅταν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὁποῖαι πρόοδοι σήμερον συντελοῦνται καθ’ ἡμέραν εἰς τὴν παρασκευὴν καὶ τὰ μέσα τοῦ πολέμου, πῶς αἱ παρασκευαὶ τῆς χθὲς μεταβάλλονται εἰς ἀχρήστους μετ’ ὀλίγον χρόνον, θέλετε ἐννοήσει, πόσον δυσανάλογοι δαπάναι ἐπιβάλλονται διὰ τὴν παρασκευὴν ἡμῶν καὶ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν. Ἡ Τουρκία ἴσως δὲν εἶναι ἠναγκασμένη, λόγῳ τῆς γειτονίας καὶ τῆς κατὰ ξηρὰν στρατιωτικῆς ὑπεροχῆς αὐτῆς ἀπέναντι ἡμῶν, νὰ παρασκευάζηται κατὰ θάλασσαν· ἐὰν δὲ ἀπό τινων ἐτῶν ἐπανέλαβε καὶ πάλιν τὴν ἀπόπειραν, ὅπως καὶ ναυτικὴν δύναμιν παρασκευάσῃ, τοῦτο, ὅσον καὶ ἂν καὶ πάλιν ἀποτύχῃ, εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἀναγκάζῃ ἡμᾶς νὰ μὴ ἀποφασίσωμεν νὰ παραιτήσωμεν τὴν ναυτικὴν ἡμῶν παρασκευήν. Οὐχ ἧττον πρόδηλον εἶναι, ὅτι ἡ Τουρκία, μεθ’ ὅλα ταῦτα, θεωρεῖ ἑαυτὴν ἀνέκαθεν καὶ πάντοτε παρασκευάζει ἑαυτὴν ὡς δύναμιν στρατιωτικὴν κατὰ ξηρὰν, δαπανῶσα πρὸς τοῦτο μεγάλα ποσά. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι οὐδεμίαν ἀξίαν λόγου παρασκευὴν κατὰ θάλασσαν ἐπιχειροῦσι καὶ οὐδεμίαν δαπάνην διὰ ναυτικὰς παρασκευὰς ὑφίστανται καὶ ἡ Ρουμανία καὶ ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Σερβία, δηλαδὴ ὅλα τὰ Βαλκανικὰ Κράτη. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι, καὶ κατὰ ξηρὰν νὰ ἤμεθα παρεσκευασμένοι καὶ κατὰ θάλασσαν, καὶ νὰ ἤμεθα παρεσκευασμένοι χωρὶς νὰ ἤμεθα κύριοι τῆς ἀποφάσεως ταύτης καὶ τῆς καταστάσεως. Δύσκολον νὰ ῥιψοκινδυνεύσωμεν, διότι, ἐνῷ ἔχομεν ἐπαρχίας Ἑλληνικὰς μὴ ἐλευθέρας, ἔχομεν ἀντιπάλους ὄχι μόνον τὴν Τουρκίαν, ἡ ὁποία καὶ μόνη εἶναι ἀρκετὴ νὰ κρατῇ ἡμᾶς εἰς περίσκεψιν, ἀλλὰ καὶ ἄλλας ἀντιζήλους, αἱ ὁποῖαι ἀμφισβητοῦσι τὰς Ἑλληνικὰς χώρας. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ ἤμεθα πάντοτε ἐπὶ ποδὸς πολέμου καὶ ἄγρυπνοι, ὅπως εἶναι καὶ οἱ ἡμέτεροι ἀντίπαλοι. Ταῦτα εἶπον, ὅπως φθάσω εἰς τὴν ἑξῆς σκέψιν. Δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα βεβαίως λίαν ἀπαιτητικοὶ ἀπὸ ἡμᾶς αὐτοὺς, ὄχι διότι δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ τὸν λαὸν, εἰς πάσας νὰ ὑποβάλληται τὰς θυσίας, ὅπως ἦναι παρεσκευασμένος ὁ τόπος ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης καὶ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, ἀλλὰ διότι, ὁσάκις ἀποφαινώμεθα περὶ τῆς ἀνεπαρκείας ἡμῶν, πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν τὴν ἐκ τῶν εἰρημένων περιστάσεων ἀδυναμίαν ἡμῶν, ἡ ὁποία ἐνυπάρχει εἰς τὰ διπλᾶ ταῦτα βάρη, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν βαρύνουν τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν, καὶ νὰ προσπαθῶμεν νὰ διεξάγωμεν τὴν ἐργασίαν τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς μετὰ τέχνης καὶ προσοχῆς ἀποδιδούσης μεγαλείτερα καὶ ταχύτερα ἀποτελέσματα ἢ ὅσα ἀποδίδουν παρὰ τοῖς ἐχθροῖς ἡμῶν. Ἡ μέθοδος τῆς ἐνεργείας εἶναι σπουδαία. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον μελέτη ἐπισταμένη ἀπαιτεῖται καὶ ἐνδελεχής, τί πρέπει πρῶτον καὶ κυρίως νὰ ἐπιχειρήσωμεν, καὶ ἀναλόγως τῶν δυνάμεων ἡμῶν. Τὸ καλλίτερον σχέδιον παρασκευῆς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπ’ ὄψει τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ καὶ τὰς περιστάσεις, καὶ κατ’ αὐτὰς καταρτίζει καὶ διευθύνει τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἡμετέρου Κράτους. Ἐκτὸς τοιούτων περιστάσεων μελετώμενον σχέδιον, ὅσον καὶ ἂν φαίνηται λογικὸν καὶ σύμφωνον πρὸς τὰ ἀλλαχοῦ, κινδυνεύει νὰ μὴ ἀποβῇ χρήσιμον καὶ πρακτικὸν κατὰ τὴν περίστασιν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὡς τὴν πιθανωτέραν. Δυστυχῶς δέ, οὐδόλως λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ ἐχθρός, οὐδ’ αἱ μᾶλλον πιθαναὶ περιστάσεις ἐνεργείας ἡμῶν. Λοιπὸν εἴμεθα ἠναγκασμένοι κυρίως ταῦτα νὰ παρασκευάζωμεν καὶ μελετῶμεν. Ἤκουσα χθὲς ἐν τούτοις λεγόμενον, καὶ σήμερον ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι πρέπει καὶ ὡς ἐπιθετικὴ δύναμις καὶ ὡς ἀμυντικὴ κατὰ θάλασσαν νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι. Τοῦτο εἶναι πᾶν ἄλλο ἢ πολεμικὸν σχέδιον. Ἀμυντικὴ κατὰ θάλασσαν δύναμις ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὡς τὸ τίποτε, μόνον δ’ ἐπιθετικὴ τοιαύτη δύναμις δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα, οὐ μόνον κατὰ θάλασσαν, ἀλλὰ καὶ κατὰ ξηράν. Ἂν τοῦτο δὲν δυνάμεθα, περιττὸν νὰ δαπανῶμεν διὰ τὸ Ναυτικόν. Ἡ δαπάνη ἂς γείνῃ διὰ στρατόν. Ἀλλ’ οὐδὲ ἄλλοι λόγοι ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς τὰς μεγάλας δαπάνας καὶ παρασκευάς, τὰς ὁποίας ἄλλα Κράτη, ἴσως εἶναι ἠναγκασμένα νὰ ὑφίστανται. Ἤκουσα, ὅτι ἀπαιτεῖται ἐξάπαντος νὰ ἔχωμεν καταδρομικὰ πλοῖα. Εἶναι τοῦτο ἆρά γε ἀναπόφευκτον; Ἔχομεν ἡμεῖς τὰς μεγάλας ἀποικίας καὶ τὰς θαλάσσας καὶ τοὺς ὠκεανοὺς νὰ φυλάττωμεν, δι’ οὓς ἀπαιτοῦνται μεγάλα καὶ ταχύτατα καταδρομικά, δυνάμενα ἄνευ προσεγγίσεων νὰ διατρέχωσι μεγάλας ἐκτάσεις, φέροντα ὅλον τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν τῶν ἀνθράκων; ἔχομεν ἡμεῖς τοιαῦτα συμφέροντα νὰ προστατεύσωμεν, καὶ δι’ αὐτὰ νὰ συντηρῶμεν τοιαῦτα καταδρομικά; Δὲν λέγω, τί πρέπει νὰ ἔχωμεν, καὶ τί νὰ μὴ ἔχωμεν. Περὶ τούτου ἐγένετό ποτε εἰδικῶν μελέτη ἐν Ἑλλάδι; ἐμελετήθη δηλαδὴ τὸ ζήτημα τῆς ναυτικῆς παρασκευῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δυνάμεων καὶ ἀναλόγως τοῦ ἐχθροῦ καὶ τῶν θαλασσῶν καὶ τῶν παραλίων, ἐν οἷς θ’ ἀναγκασθῶμεν μίαν ἡμέραν νὰ ἐνεργήσωμεν;
§75ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπανειλημμένως.
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπάρχει μελέτη σπουδαιοτάτη. Ὁ ναύαρχος Λεζαὶν ἔκαμε σχέδιον πληρέστατον.
§77Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἴσως λέγει, ποῖα πλοῖα εἶναι ἀναγκαῖα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἐγένετο ποτὲ σχέδιον ναυτικῆς ἐνεργείας καὶ ἐπιθέσεως ἡμῶν.
§78Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Δεληγεώργη, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ πατρός μου ὄχι μόνον ἐγένετο μελέτη, ἀλλὰ καὶ ἐντολὴ ἐδόθη περὶ κατασκευῆς πλοίων· ἀλλὰ παρῃτήθη τότε τῆς ἀρχῆς ὁ πατήρ μου, καὶ ὁ μακαρίτης Τρικούπης ἀνέτρεψε τὴν μελέτην καὶ τὴν ἐντολὴν τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων, καὶ ἔκαμε κατόπιν τὰ θωρηκτά.
§79ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς τελευταίας μάλιστα πρωθυπουργίας του ἐγένετο σύμβασις, — ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἐπρόφθασε νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, — δυνάμει τῆς ὁποίας ἐπρόκειτο νὰ ναυπηγηθῶσιν ἕξ θωρηκτά, κατὰ τὰ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ προπλάσματα, ἀντὶ 25,000,000, καταβλητέων ἐκ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους εἰς πέντε δόσεις.
§80Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἐγένοντο μελέται περὶ τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑπάρχωσι, περὶ τοῦ στόλου, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ καταρτισθῇ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας αὕτη εὑρίσκεται, τὰς οἰκονομικάς, μὲ τὴν πρόοδον καὶ τὰς μεταβολὰς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ εἰς τὴν ταχύτητα τῶν πλοίων καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν γαιανθράκων καὶ εἰς τὸ πυροβολικὸν καὶ εἰς τὴν πυρίτιδα καὶ εἰς τὰ ἐκρηκτικὰ βλήματα καὶ εἰς τὰ ὑποβρύχια καὶ εἰς τὰ τορπιλλικὰ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικαλώμεθα τὰς πρὸ 20 ἐτῶν ἐργασίας...
§81Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐχὶ μόνον ἅπαξ, ἀλλ’ ἐγίνοντο ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν.
§82Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ παρελθόντος ἐν γένει, οὐδ’ ἐννοῶ νὰ κατακρίνω τινά, ὅτι δὲν εἰργάσθη οὐδ’ ἐμελέτησε τὰ τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἑκάστη ἐποχὴ ἔχει ἰδίους ὅρους καὶ περιστάσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ λαμβάνῃ τις ὑπ’ ὄψιν. Λοιπὸν λέγω, ὅτι καλὸν εἶναι, ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ἀναποφεύκτως νὰ ἔχωμεν, ἐκεῖνο καὶ νὰ ἐπιχειρῶμεν, οὐχὶ δὲ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι πέραν τῶν πόρων ἡμῶν καὶ οὐχὶ ἀπολύτως ἀναγκαῖα. Τοῦτο μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ μετάσχω εἰς τὴν συζήτησιν, διότι δὲν νομίζω ὅτι τὰ ὀλίγα χρήματα, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν ἐκ τοῦ Ταμείου τοῦ Στόλου, ὅπερ μόλις ὠργανώθη πρὸ δύο ἐτῶν, καὶ ἐξ ἄλλων πόρων, ὡς κληροδοτημάτων, πρέπει νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ σχεδίου εὐρυτέρου ἢ ὅσον ἐπιβάλλουν αἱ ἀνάγκαι καὶ αἱ δυνάμεις ἡμῶν. Ὅταν ἐπιχειρῶμεν πολλὰ δι’ ἀνεπαρκῶν πόρων, οὐδὲν θὰ πράξωμεν πρεπόντως. Καλλίτερον μετριώτερον πρόγραμμα, ἀλλ’ ἀνάλογον πρὸς τὰ μέσα ἡμῶν· μὲ αὐτὸ θὰ ἤμεθα συγκριτικῶς καλλίτερον παρεσκευασμένοι μίαν ἡμέραν. Ἡ ἀνάγκη τῶν καταδρομικῶν δὲν μοὶ φαίνεται τοιαύτης χρησιμότητος, ὥστε νὰ παρίδωμεν ἄλλων πολεμικῶν πλοίων τὴν ἀπόκτησιν, π. χ. θωρηκτῶν. Ἡ ἀνάγκη καὶ ἡ χρησιμότης ἀμύνης ἡμῶν κατὰ θάλασσαν δὲν μοὶ φαίνεται ἐπίσης τόσον ἀναγκαία καὶ ὠφέλιμος, ὥστε νὰ δαπανήσωμεν δι’ αὐτὴν ὅσα θὰ ἐδαπανῶμεν ἐπωφελέστερον διὰ τὴν ἐπίθεσιν. Ἐλέχθη πρὸ μικροῦ, ὅτι πλοῖα ἐντελῶς ἄχρηστα κρινόμενα, ἢ μικρᾶς χρησιμότητος, πρέπει νὰ ἐκποιηθῶσι, καὶ ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν πλοίων αὐτῶν νὰ πορισθῶμεν χρήματα πρὸς ἀντικατάστασιν διὰ χρησιμωτέρων. Ἡ πρότασις εἶναι ὀρθή. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι πρὸ τινων ἐτῶν ἡ Ἰταλία, — δὲν δύναμαι νὰ εἴπω νῦν ἀκριβῶς τὸν ἀριθμὸν, ἀλλὰ δὲν ἀπατῶμαι λέγων, ὅτι πλοῖα μέχρις 70, μικρὰ καὶ μεγάλα, ἐξεποίησε, καὶ ἐκ τῶν χρημάτων τούτων ἐπεχείρησε κυρίως ἔργα ἐν τοῖς Ναυστάθμοις καὶ κατασκευὴν νέων πλοίων, τὰ ὁποῖα συντελοῦν εἰς τὴν σημερινὴν ναυτικὴν δύναμιν τῆς Ἰταλίας. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἀκόμη αὐστηρότεροι ὡς πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἤμεθα τῶν Ἰταλῶν, διότι εἴμεθα ἠναγκασμένοι τόσον πολλὰ νὰ δαπανῶμεν διὰ τὸ Ναυτικόν, ἔχομεν δὲ τόσον μικροὺς πόρους, ὥστε πρέπει ὡς ἀρχὴν νὰ θέσωμεν, ὅτι οὐδὲν πλοῖον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ Ναυτικῷ, ἂν δὲν δύναται τὴν ἐπαύριον τῆς προσκλήσεως νὰ χρησιμοποιηθῇ ἐν πολέμῳ εἴτε ὡς πολεμικὸν εἴτε ὡς μεταγωγικόν. Τὸ αὐτὸ καὶ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν τὴν ἐπαύριον τῆς κλήσεώς του νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν πολέμῳ, δὲν εἶναι χρήσιμος, καὶ περιττὸν νὰ δαπανᾷ δι’ δι’ αὐτὸν τὸ Κράτος. Οὐδὲν ἄχρηστον πρέπει νὰ μένῃ ἐν τῷ Ναυτικῷ. Ὅταν ἔχωμεν Ναυτικόν, ὅπερ ἀποτελεῖται ἀπὸ ὑλικὰ ἄχρηστα καὶ ἀπὸ ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν εὐθὺς ἀμέσως ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης, ἔχομεν δαπάνας ναυτικάς, ἀλλ’ οὐχὶ δυνάμεις ναυτικάς. Ὁ καθαρισμὸς τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ τὰ πρόσωπα τὰ ἄχρηστα εἶναι ἡ πρώτη καὶ κυριωτάτη ἐργασία. Ἀπ’ αὐτῆς πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν. Ἴσως τοιαύτη ἀρχὴ θὰ ἦναι ἡ ἰσχυροτέρα ἀπόδειξις περὶ τῆς σοβαρᾶς ἡμῶν ἀποφάσεως νὰ ἱδρύσωμεν πολεμικὸν Ναυτικόν. Ἄνευ τούτου οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύομεν ἢ ὅτι τὸ πολεμικὸν Ναυτικὸν θεωροῦμεν ἀναγκαῖον, μόνον ἵνα δικαιολογῆται μισθολόγιον καὶ παρασκευάζωνται συνταξιοῦχοι.
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ παρεξηγηθῶ, ἄν ἐκδηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπορίαν, εἰς ἣν περιέρχομαι, ἕνεκα τοῦ προκύψαντος ζητήματος. Καὶ ἐρωτῶ ἐμαυτόν, πόθεν προέκυψεν ἡ συζήτησις αὕτη; τί ἐσκόπει αὕτη; Ἄν ἀφαιρέσω τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ προκαλέσας τὴν συζήτησιν ταύτην, ἀπηύθυνε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας, ἂν δὲν δύναμαι νὰ κρίνω κατ’ οὐσίαν, δὲν δύναμαι ὅμως ν’ ἀποδώσω εἰς προαίρεσιν εἴτε ἐπικρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, εἴτε ἐπικρίσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἄν, λέγω, ἀφήσω κατὰ μέρος τὰς παρατηρήσεις ταύτας, δὲν εὑρίσκω οὐδὲ δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πόθεν προέκυψεν ἡ ἐπιθυμία τῶν ἀγορευσάντων, νὰ μάθωσι, ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων, καὶ νὰ ἐλέγξωσι τὴν ἔλλειψιν τοιούτου προγράμματος. Ἐγὼ συνδέομαι διὰ κοινωνικῶν σχέσεων καὶ προσωπικῆς φιλίας μετὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος κατὰ τὸ 1901 εἶπε, ποῖον εἶχε πρόγραμμα ἢ ποῖον ἐφρόνει ὅτι εἶχε πρόγραμμα ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέρος, καὶ τὸ πρόγραμμα τοῦτο ἀπήγγειλε τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἀλλὰ πότε ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατήρτισε τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ; Τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Βουλευτοῦ Κερκύρας, συνέστη κατὰ τὸν Ἰανουάριον ἢ Φεβρουάριον τοῦ 1900, καὶ κατὰ τὸ 1901, περὶ τὴν δύσιν τοῦ 1901 πρὸς τὸ 1902, ἠκούσθη τὸ πρόγραμμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα ἐν τῇ Κυβερνήσει πρὸ 12 ἢ πρὸ 18 μηνῶν; Καὶ ἂν εὕρισκέ τις, ὅτι ἡ πολιτεία ἡμῶν ἡ μέχρι τοῦδε εἶχε δώσει ἀφορμὴν νὰ εἰκάσῃ, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ἕτοιμον πρόγραμμα περὶ τῶν ναυτικῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου, ἤθελον ἐννοήσει τὴν ἀφορμὴν τῆς συζητήσεως· ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδεμίαν ἐποιησάμεθα μνείαν περὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων τοῦ τόπου· οὔτε ὅτε περιηρχόμεθα τὰς ἐπαρχίας, ἀγορεύοντες πρὸς τὸν λαόν, ὑπεσχέθημέν τι περὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων, οὔτε ὅτε εἰσήγομεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἐποιησάμεθα μνείαν περὶ τῶν ναυτικῶν. Τί ἐδήλουν ταῦτα; Ἐδήλουν ὅτι δὲν εἴχομεν μελετήσει τὰ πράγματα. Καὶ δύναταί τις νὰ μεμφθῇ ἡμῶν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀκόμη μελετήσει τὰ ναυτικὰ πράγματα; Καὶ εἶναι δυνατόν, προκειμένου περὶ τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους, νὰ προβαίνωμεν μετ’ ἐλαφρότητος εἰς μελέτας, καὶ νὰ ἐξαγάγωμεν ἐκ τοῦ θυλακίου ἡμῶν τὴν μελέτην, ὡς ἐξάγομεν σύνηθες καὶ ἁπλοῦν σημείωμα, οὕτως εὐκόλως, καὶ νὰ ἐπιδείξωμεν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν; Ἡμεῖς ἐπηγγέλθημεν, ὅτι ἠθέλομεν ἀσχοληθῆ περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, διότι ταῦτά εἰσιν ἡ βάσις τῆς μελέτης ἡμῶν καὶ τῶν ἔργων ἡμῶν. Βεβαίως τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος ἐψήφισεν ἡ Βουλή, βεβαίως παρασκευάζει κεφάλαιόν τι πρόχειρον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς μελέτας περὶ τοῦ καταρτισμοῦ στόλου καὶ εἰς διαρρύθμισιν τῶν ναυτικῶν πραγμάτων· ἀλλ’ οἱ πόροι αὐτοῦ εἰσί βεβαίως ἀνεπαρκεῖς, ἵνα πληρώσωσιν αὐτοὶ καὶ μόνοι τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι θέλουσι παραστῆ κατὰ τὰς σκέψεις περὶ καταρτισμοῦ τοῦ στόλου, ἀπῃτεῖτο δὲ πάντοτε ἐπικουρία τοῦ Κράτους, ἐπικουρία ἴσως μεγάλη, διότι, ὅταν λέγωμεν περὶ στόλου ἢ περὶ στρατοῦ, ὀφείλομεν νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι αὐτὰ δὲν γίνονται διὰ λόγων, ἀπαιτοῦνται χρήματα, ἵνα γείνωσι καὶ ἐκτελεσθῶσι, καὶ χρήματα ἴσως πολλὰ, τὸ δὲ Κράτος τοῦτο, τὸ μικρὸν, ἔχει πενιχρὰ μέσα, καὶ ἂν πειραθῇ τις ὀλίγον νὰ ἐντείνῃ τὰς δυνάμεις αὐτοῦ, ἀκούει πανταχόθεν φωνὰς, ὅτι κατεπονήθη ἡ παραγωγὴ, ὅτι ἐπιφαίνεται κίνδυνος πτωχεύσεως τῆς χώρας! Ὅταν, λέγω, σκεπτώμεθα περὶ στόλου ἢ στρατοῦ, πρέπει μετὰ περισκέψεως μεγάλης νὰ προβαίνωμεν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι τὰς μελέτας ἡμῶν περιωρίσαμεν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, περὶ τῆς διοικήσεως, περὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἂν δὲν εἰσήχθη ἔτι νομοσχέδιον περὶ τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, περὶ ἧς ἀνηγγείλαμεν ὅτι εἴχομεν κάμει μελέτας, θέλει προσεχῶς εἰσαχθῆ καὶ τοῦτο, ὡς καὶ περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, περὶ ἧς ἐποιησάμεθα ὡσαύτως μελέτας. Περὶ στρατιωτικῶν, ἓν νομοθέτημα, ὅπερ ἔσπευσεν ὁ πρώην συνάδελφος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ στρατιωτικοῦ προγράμματος ἡμῶν, τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας, διότι τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγε, πληροῦσιν ἀληθῶς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ δὲν ἀποτελοῦσι καὶ τὴν βάσιν τοῦ καταρτισμοῦ αὐτοῦ. Περὶ Ναυτικοῦ οὐδὲ νύξιν ἐποιησάμεθα. Διατί; Διότι εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μελετήσωμεν πρῶτον τοὺς πόρους τοῦ Κράτους, νὰ ἴδωμεν ποῖα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν, θέλει παραγάγει ἀποτελέσματα, ποῖα τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα, ἂν αὐτὰ θέλουσιν εἶσθαι ἱκανὰ, ἵνα ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ στόλου, ὅπως κρίνωμεν, ποίας βοηθείας, ποῖον θάρρος θέλομεν πορισθῆ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θέλομεν δυνηθῆ νὰ προορίσωμεν διὰ τὸ Ναυτικόν. Διὰ τοῦτο κρίνω, ὅτι ἡ μεγάλη σπουδὴ εἶναι ἄκαιρος, καὶ πᾶσα κρίσις περὶ τῶν πραγμάτων τούτων πρόωρος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἰσήγαγε προϋπολογισμόν. Βεβαίως οἱ προϋπολογισμοὶ παριστῶσι τὸ κάτοπτρον τῶν σκέψεων τῶν κυβερνώντων, τῶν διοικούντων, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς ὁ εἰσαχθεὶς ὑπὸ τοῦ συναδέλφου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν βεβαίως δὲν παρουσιάζει νέον τι· εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1901 ἢ 1902. Περιελήφθη ὅμως ἐν αὐτῷ πίστωσις πρὸς κατασκευὴν πλοίου καταδρομικοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο, ὡς εἰκάζω, πρὸς ἐκτέλεσιν ἐντολῆς τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1890 ἔτι, ὅτε ἤμην ἐν τῇ ἀρχῇ, ὁ μακαρίτης Ἀβέρωφ μοὶ ἐδήλωσεν ἔκτοτε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ κατασκευασθῇ πλοῖον καταδρομικὸν, καὶ ὅτι διέθετε πρὸς τοῦτο ἓν ἑκατομμύριον. Αὐτὴν τὴν ἰδέαν πάντοτε εἶχε, καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὴν ἀνέγραψεν ἐν τῇ διαθήκῃ αὐτοῦ. Ἵνα δὲ μὴ φανῇ ὁ ἐμὸς συνάδελφος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι λησμονεῖ τὴν θέλησιν τοῦ διαθέτου, ἔσπευσε νὰ ἐγγράψῃ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐκτελῶν τὴν θέλησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι σχέδιον ναυτικῶν παρασκευῶν; Βεβαίως τὸ σχέδιον ἡμῶν περὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων θέλετε ἀκούσει ὅταν τελειώσωμεν τὰ νομοθετικὰ ἡμῶν ἔργα, τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀποτελέσει τὰς ἐργασίας τῆς Συνόδου ταύτης· ἂν δὲ μείνωμεν ἐν τῇ ἀρχῇ μέχρι τῆς ἐρχομένης Συνόδου, ἡ Βουλὴ θέλει γνωρίσει τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, τό τε ναυτικὸν καὶ τὸ στρατιωτικὸν, ἂν ἤθελον ψηφισθῆ ὁ νόμος περὶ στρατολογίας καὶ τὰ ἄλλα στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Πολλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ περὶ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἡ χώρα ἡμῶν βρέχεται πανταχόθεν ὑπὸ θαλασσῶν· δύναται μάλιστα νὰ εἴπῃ πολλὰ, ἀναμιμνησκόμενος τῶν λόγων τοῦ Θεμιστοκλέους, καὶ εἰκονίζων τὴν ἀνάγκην τοῦ στόλου· πολλὰ δύναται νὰ εἴπῃ καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης στρατοῦ, διότι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ ὕπαρξις καὶ στρατοῦ· ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ταῦτα ἐπάγουσι τὴν ἀνάγκην πολλῶν χρημάτων. Καὶ δὲν πρόκειται νὰ μεριμνήσωμεν περί τινων ἑκατοντάδων μόνον χιλιάδων δραχμῶν, διότι δὲν ἠξεύρω, ἂν διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Ναυτικοῦ θέλουσιν ἀρκέσει δεκάδες ἑκατομμυρίων. Νὰ σκεπτώμεθα δὲ ἀπὸ τοῦδε περὶ τούτου, νομίζω ὅτι εἶναι μάταιον, ἂν δὲν εἶναι τολμηρόν. Μετ’ ἀπορίας ὅμως ἤκουσα εἰς τὰ τοῦ στόλου ἀναμιγνυόμενα θέματα ξένα πρὸς ταῦτα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἀνέδραμεν εἰς τὸ παρελθόν, καὶ ἐζήτησε νὰ παραστήσῃ τὴν πολιτείαν τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου ἦτο Πρόεδρος, ὡς συνέχειαν τῆς πολιτείας τῶν πολιτικῶν φίλων αὐτοῦ, οἵτινες ἐκυβέρνησαν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ἡ τακτικὴ αὕτη φαίνεται αὐτῷ ἀρεστή, ἀλλ’ ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ χωρίσωμεν διὰ μιᾶς μεγάλης τάφρου τὸ παρελθὸν ἀπὸ τὸ ἐνεστώς· ἐπεθύμουν δὲ τοῦτο, διότι κρίνω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συνιστᾶται ἀγὼν περὶ τοῦ παρελθόντος. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπεστηρίξαμεν τὸ παρελθόν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνεκρίναμεν αὐτό, μετὰ μεγάλης προσοχῆς ἐφροντίσαμεν νὰ μὴ ἀναδράμωμεν ποτὲ εἰς τὸ παρελθόν, διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι εἶναι καὶ ἀπρεπές, διότι τοῦτο ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν, καὶ ἄνανδρον, διότι δὲν ζῇ δυστυχῶς ὁ παριστῶν τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ παραιτήσωμεν τὸ παρελθόν, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς· ἔχομεν δὲ στάδιον καὶ ἐργασίας καὶ ἀνταγωνισμοῦ, ἔχομεν στάδιον νὰ κρίνωμεν ἀλλήλους, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας νὰ κρίνῃ ἡμᾶς καὶ μᾶς ἐπικρίνῃ, διότι ταύτην ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν, καὶ ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν αὐτὸν καὶ τὸν ἐπικρίνωμεν. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωσι τὴν θέσιν εἰσαγγελέως κατὰ τῶν ἀντιφρονούντων, καὶ ἂν ἔτι φρονῶσιν, ὅτι τὰ φρονήματα καὶ τὰ ἔργα αὐτῶν ἐζημίωσαν τὴν χώραν καὶ τὸ Κράτος. Διὰ τοῦτο μετὰ μεγάλης φροντίδος ἀπέφυγον νὰ ἐπεκτείνω τὰς παρατηρήσεις μου περὶ τοῦ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον παρελθόντος, καὶ νὰ ἀναμιμνήσκω ἑκάστοτε ποῖα κακὰ ἀπειργάσθησαν κατ’ αὐτό. Ἀλλὰ πολὺ περισσότερον κρίνω περιττὴν τὴν μνείαν τῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος μετὰ τοῦ ὁμόρου Κράτους· λέγω δὲ περιττὴν τὴν μνείαν ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν συζητοῦμεν περὶ τῶν παρασκευῶν τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἥτις, ὡς Κράτος εὑρισκόμενον εἰς τὸ ἄκρον τῆς Ἑλληνικῆς χερσονήσου, ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ἰδίας παρασκευῆς, ἵνα δύνηται νὰ ἐνασκῇ ἣν ὀφείλει προστασίαν τῶν διεθνῶν συμφερόντων. Ἐγὼ εὑρέθην ἀληθῶς δὶς εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν στρατιωτικὴν συνδρομὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· τὸ πρῶτον καθ’ ὃν χρόνον πραξικόπημα τῆς Ἡγεμονίας, ἡ ὁποία συνεστήθη κατὰ τὸ 1878 πρὸς βορρᾶν τῆς χερσονήσου, συνετελέσθη, ἵνα καταλύσῃ, καὶ κατέλυσεν ὄντως, μίαν ἐπαρχίαν αὐτόνομον, ἡ ὁποία ἦτο ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Σουλτάνου. Ἡ κατάλυσις τῆς αὐτονόμου ἐκείνης ἐπαρχίας ἦτο ἀληθὴς κατεδάφισις προμαχῶνος, τὸν ὁποῖον ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου ἡ Εὐρώπη ἀνήγειρεν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Εἶχον καθῆκον, ἀντιπροσωπεύσας τότε ἐν Βερολίνῳ τὴν Ἑλλάδα, νὰ καταδηλώσω, ὡς Κυβέρνησις, πραγματικὴν διαμαρτυρίαν κατὰ τοῦ κινήματος ἐκείνου, διαμαρτυρίαν οὐχὶ κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἁρπασάντων τὴν ὑπὸ τὴν Ὀθωμανικὴν κυριαρχίαν αὐτόνομον ἐπαρχίαν. Δυστυχῶς ὅμως τὸ πραξικόπημα ἐκεῖνο ἔτυχε τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς Εὐρώπης. Ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ἦτο πρᾶξις ἐχθρικὴ πρὸς τὴν ὅμορον χώραν, ἀλλ’ ἦτο διαδήλωσις, διαμαρτυρία, ὑπομιμνήσκουσα εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἡμεῖς δυσχεραίνομεν, διότι ἀφῃρέθη ἀπὸ ἡμᾶς διὰ παραβάσεως τῶν διεθνῶν συνθηκῶν μέγα ἀγαθόν, τὸ ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ Εὐρώπη μᾶς εἶχε παραχωρήσει κατὰ τὸ 1878, σκοποῦσα νὰ ἀσφαλίσῃ δι’ αὐτοῦ τὸ μέλλον τῆς ἐθνικότητος ἡμῶν. Καὶ κατὰ τὸ 1896 παρεσκευάσθη ὑπ’ ἄλλων παραπλησία περίστασις, καὶ τότε δὲ ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω τὴν στρατιωτικὴν συνδρομὴν τῶν συμπολιτῶν μου, ἐκπληρῶν καθῆκον, τὸ ὁποῖον αἱ περιστάσεις μοὶ ἐπέβαλλον. Ἀλλὰ πάντοτε εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἡ φιλία τῶν δύο Κρατῶν ἐνδείκνυται εἰς ἀμφότερα τὰ Κράτη ὑπὸ τῶν περιστάσεων ἑκατέρου αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο, ἅμα ἡ Α. Μεγαλειότης εὐηρεστήθη νὰ μὲ καλέσῃ εἰς τὴν ἀρχήν, μετὰ σπουδῆς ἠσπάσθην τὴν πολιτικὴν ταύτην, ἐφ’ ὅσον ἀπ’ ἐμοῦ ἐξηρτᾶτο, καὶ ἐφαρμόζω μετὰ πεποιθήσεως αὐτήν. Νομίζω ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη εἶναι ἐντελῶς κεχωρισμένη ἀπὸ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὡς Κράτος, ὅπως ἀσχολώμεθα νὰ κατασταθῶμεν ἱκανοί, ἵνα ἀποσοβήσωμεν, ἵνα ἀποκρούσωμεν ἀντιδράσεις ἄλλων ἐθνικοτήτων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπαυσαν παρασκευαζόμεναι, ἵνα ἐπιδράμωσιν ἐπὶ τὰς χώρας ἐκείνας, μὲ τὰς ὁποίας μᾶς συνδέουσιν ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος καὶ ταυτότης ἐθνικότητος. Δὲν ἐπεθύμουν ὄντως νὰ ἀναμίξω εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα τὰς φιλίας σχέσεις τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, διότι φρονῶ, ὅτι, ἐν ὅσῳ ὑφίστανται αἱ μετὰ τῆς ὁμόρου Αὐτοκρατορίας φιλικαὶ σχέσεις ἡμῶν, ἐν ὅσῳ ἐξακολουθεῖ λειτουργοῦσα καὶ ἐφαρμοζομένη ἡ πολιτικὴ αὕτη, θέλουσι παραχθῆ πάντοτε ἀγαθὰ ἀποτελέσματα καὶ ὑπὲρ τῶν γειτόνων καὶ ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ τὰ ἀγαθὰ ταῦτα ἀποτελέσματα θέλουσι παραχθῆ οὐ μόνον ἐκ τῶν τοιούτων σχέσεων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς στάσεως ἡμῶν κατὰ πᾶσαν ἐνδεχομένην περίστασιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε παραγάγει ἡ ἀπίθανος εὐτυχῶς διατάραξις τῆς εἰρήνης ἐπὶ τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπομονήν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐγένοντο κατὰ παρελθόντας αἰῶνας θαύματα, θαύματα ὅμως, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ γίνωνται πάντοτε, καὶ μάλιστα ἐφ’ ὅσον οἱ αἰῶνες λειτουργοῦσιν ὡς λειτουργοῦσι, διαδεχόμενοι ἀλλήλους. Τότε διὰ πέντε ἄρτων ἐτρέφοντο χιλιάδες λαῶν· ἀλλὰ τώρα πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν, πρέπει νὰ κοπιάσωμεν, ἵνα παραγάγωμεν σῖτον ἐπαρκῆ διὰ νὰ θρέψῃ τὰς χιλιάδας ἡμῶν. Διὰ τοῦτο πρὸ παντὸς πρέπει νὰ φροντίζωμεν νὰ παραγάγωμεν τὸν ἀναγκαῖον σῖτον, διὰ νὰ θρέψωμεν τὰς χιλιάδας· ἀφοῦ δὲ παραγάγωμεν τὸν ἀναγκαῖον σῖτον, ἔχομεν εὔλογον τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ σῖτος οὗτος θέλει μᾶς χρησιμεύσει, ἵνα ἐκπληρώσωμεν καὶ πάσας τὰς ἄλλας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν καὶ εἰς ἡμᾶς, ὡς Κράτος, καὶ εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§84Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Συνεστήσατε ἡμῖν ὑπομονήν, κύριε Πρωθυπουργέ· ἀλλὰ τὴν σύστασιν ὑμῶν ἔπρεπε νὰ ἀπευθύνητε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν· διότι ἐγώ, λαβὼν τὸν λόγον, εἶπον, ὅτι οὐδόλως ἤθελον ἐπικρίνει αὐτόν, ἐὰν ἔλεγε «δὲν εἶχον καιρόν, ὅπως παρασκευάσω τὰ σχέδιά μου». Ἀλλὰ παρεσκεύασε σχέδια. Ὑμεῖς δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐβεβαιώσατε, ὅτι οὐδὲν ναυτικὸν σχέδιον ἔχετε! Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐπίσημος δήλωσις ὑμῶν. Ἀλλὰ τὴν ἐπίσημον ταύτην δήλωσιν ὑμῶν διαψεύδει ὁ ὑμέτερος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Διότι δὲν περιωρίσθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ὅπως διατείνεται ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰς τὸ νὰ διαθέσῃ ποσόν τι, ὅπως ἐκτελέσῃ τὴν διαθήκην τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ· διότι δὲν ὑπάρχει μόνον ἡ ἀναγραφὴ περὶ καταδρομικοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου· ὑπάρχει καὶ ἑτέρα ἀναγραφή· ὑπάρχει ἀναγραφὴ 900,000 φρ. χρυσῶν «πρὸς ναυπήγησιν ἑνὸς πλοίου ἀντιτορπιλλικοῦ ἢ πλειόνων τορπιλλικῶν». Ἑπομένως ὑπάρχει σχέδιον ἐν τῷ νῷ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν· ὑμεῖς δὲ, διακηρύξαντες, ὅτι οὐδὲν σχέδιον ἡ Κυβέρνησις προητοίμασεν, οὐδὲν ἕτερον ἐπράξατε ἢ νὰ διδάξητε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον. Καὶ ὅτι ὑπάρχει σχέδιον, ἐξάγεται ἐξ αὐτῶν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Διότι πρὶν ἢ ἀναγράψῃ τὴν πίστωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῇ ἀδείᾳ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ, δυνάμει ῥητῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου, ἔκθεσις τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Διότι τὸ ἄρθρον 4 λέγει: «Τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ὑπάγεται ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διοικεῖται δὲ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀποφασίζοντος, συμφώνως τῷ παρόντι νόμῳ, τῇ εἰσηγήσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ μετὰ προηγουμένην ἑκάστοτε ἔκθεσιν διαρκοῦς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν γνωμοδοτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀποφαινομένης κατὰ πλειονοψηφίαν καὶ ἀποτελουμένης ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, τῶν ἀρχηγῶν τῶν δύο Ναυτικῶν Μοιρῶν, τοῦ παρὰ τῷ ἐπιτελείῳ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ συνταγματάρχου, ἢ τοῦ ἀναπληροῦντος αὐτὸν ἀντισυνταγματάρχου, τῶν δύο ἀνωτέρων ναυπηγοῦ καὶ μηχανικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ, τοῦ τμηματάρχου τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ τμηματάρχου τοῦ πυροβολικοῦ τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου». Ἀκριβῶς οἱ εἰδικοὶ ἄνδρες. Ἄρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἥτις βεβαίως ἀπεφάνθη ὑπὲρ ἀγορᾶς εἴτε ἑνὸς ἀντιτορπιλλικοῦ, εἴτε πολλῶν τορπιλλικῶν,—διότι ἀσαφὴς ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· διότι λέγει «πρὸς ναυπήγησιν ἑνὸς πλοίου ἀντιτορπιλλικοῦ ἢ πλειόνων τορπιλλικῶν»· ἄρα ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεφάνθη, ἂν θὰ ἦναι ἓν ἢ πολλά,—καὶ δυνάμει τῆς ἐκθέσεως ταύτης ὁ Ὑπουργὸς ἐζήτησε τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἄρα καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτε ἀνέγραψε τὴν πίστωσιν ταύτην, εἶχε σχέδιον. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον τοῦτο τὸ ἐλησμονήσατε τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ ἐδόσατε εἰς ἡμᾶς μάθημα, ὅτι σπεύδομεν, ἐνῷ ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι ἤθελον ἐννοήσει κάλλιστα, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἤρχετο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔλεγε: «Τρεῖς μόνον μῆνας ἢ τέσσαρας διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνήθην ἀκόμη νὰ ἀποκτήσω τὰ φῶτα, τὰ ἐκ τῶν εἰδικῶν κυρίως ἀνδρῶν προερχόμενα, ὅπως σχηματίσω ἰδέαν περὶ τοῦ τί δέον γενέσθαι. Ὅταν οἱ εἰδικοὶ οὗτοι ἄνδρες καταλήξωσιν εἰς ἀποτελέσματα ὁριστικὰ, θ’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πορίσματα τῆς μελέτης.» Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ κατέκρινε, διότι ἀνέδραμον εἰς τὸ παρελθόν. Καὶ ἐρωτῶ: ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ Ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσω, ὅτι ἡ μόνη πραγματικὴ δύναμις αὐτῆς εἶναι τὰ τρία θωρηκτά; καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσω καὶ τὸν ἀείμνηστον ἀρχηγόν μου, ὁ ὁποῖος ἀπεφάσισε τὴν ναυπήγησιν αὐτῶν, καὶ ὅτι ἐγὼ ἔλαβον τὸ εὐτύχημα, ἵνα τὸ ὄνομά μου συνδέσω μὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην; Ἀνέδραμον, εἶπεν, εἰς τὸ παρελθόν, καὶ ἔπρεπε τάφρος νὰ χωρίσῃ τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ κατόπιν παρελθὸν ἡμῶν! Ἐδήλωσε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δὲν ἀναλαμβάνει ἔργα εἰσαγγελέως οὔτε δι’ αὐτὸ τὸ παρελθὸν οὔτε διὰ τὸ κατόπιν. Ἀλλὰ παρακαλῶ, κύριε Πρωθυπουργέ, ἐὰν ἔχητε ν’ ἀναλάβητε τὸ ἔργον εἰσαγγελέως, νὰ τὸ πράξητε. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ὑπάρχει τι ἐν τῇ διαχειρίσει ἡμῶν, ὅτι εἰς τὰ μέτρα τὰ παρ’ ἡμῶν τότε ληφθέντα ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς ὑμᾶς τὸ δικαίωμα, ἵνα τὸ ἔργον τοῦ εἰσαγγελέως ἀναλάβητε, προκαλῶ ὑμᾶς νὰ τὸ ἀναλάβητε. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχω, ὅταν συζητῶνται ναυτικὰ πράγματα, νὰ μνησθῶ τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὴν πατρίδα του ὑπηρέτησε τοὐλάχιστον διὰ τῆς ναυπηγήσεως τῶν τριῶν ἐκείνων θωρηκτῶν. Δὲν δύναμαι λοιπόν, Κύριοι, νὰ κατακριθῶ ἐπὶ σπουδῇ, συζητῶν ἐπὶ προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι μετὰ σπουδῆς ἐνήργησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ἡ ἐπίκρισις λοιπόν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ στρέφεται πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν.
§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς βεβαίως ἐβιάσθη διὰ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην, ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα περὶ σχεδίου ναυτικῆς δυνάμεως. Ἐὰν ἤθελε δώσει πλειοτέραν προσοχὴν εἰς ὅσα εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος, βεβαίως δὲν ἤθελεν εἴπει, ὅτι ὡμίλησα περὶ σχεδίου ναυτικοῦ. Ἀπ’ ἐναντίας εἶπον, ὅτι καιρὸν δὲν ἔσχομεν, ἵνα κάμωμεν μελέτας περὶ γενικοῦ σχεδίου συμπληρώσεως τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων. Εἶπον δὲ, ὅτι συμφώνως μὲ τὸν νόμον περὶ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἐνόμιζον ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον ν’ ἀναγράψω πίστωσιν, ὅπως γείνῃ μελέτη πρὸς κατασκευὴν δύο ἀντιτορπιλλικῶν, τοῦ μὲν ἑνὸς διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τοῦ δὲ ἑτέρου ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Γ. Ἀβέρωφ· ἐδήλωσα δὲ προσέτι κατηγορηματικῶς, ὅτι οὔτε καιρὸς ὑπῆρχεν, οὔτε ἐσκόπουν νὰ μελετήσω καὶ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον σχέδιον περὶ συμπληρώσεως τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων. Εἶπον μάλιστα, ὅτι πρὶν μελετήσω τοιοῦτο σχέδιον καὶ πρὶν ὑποβάλω τοιοῦτον εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐζήτησα τὰς γνώμας κατασκευαστῶν πλοίων, ὅπως ἐκεῖθεν ἀρυσθῶ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Ἐὰν δὲ ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς εἶχε μελετήσει καλλίτερον τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε διὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ὅστις ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἤθελεν ἴδει, ὅτι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιδιώκωνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, δὲν δύνανται νὰ ἐπιδιωχθῶσιν ἢ ἀφοῦ συζητηθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἀφοῦ προηγουμένως γνωμοδοτήσῃ ἐπιτροπὴ παγία.
§86Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρον· εἶναι τὸ ἄρθρον 1.
§87Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἐπροσέχετε εἰς αὐτὸ, θὰ ἐβλέπετε, ὅτι μόνον πίστωσις ζητεῖται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ πίστωσις παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἀποτελεῖ παράρτημα τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὅτι δὲ ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἐπλανήθη, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἐνόμισεν, ὅτι ἐγὼ ἐπρόκειτο νὰ ζητήσω ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§88Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σεῖς τὸ εἴπετε.
§89Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶπον ὅτι ἤθελον ζητήσει ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, ἐὰν παρουσιάζετο ἀνάγκη, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν λεβήτων· δὲν δύναμαι δὲ νὰ ζητήσω ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν πρὶν ἢ ὁ Προϋπολογισμὸς ψηφισθῇ. Ἐὰν θεωρήσω ἀναγκαίαν τὴν αὔξησιν τῆς ἀναγραφῆς τοῦ ποσοῦ τῆς πιστώσεως, θὰ ζητήσω τοῦτο διὰ δηλώσεως. Τοὺς τύπους τοῦ Λογιστικοῦ ἡμῶν νόμου ὁπωσδήποτε, κατὰ τὸ ἐνόν, τοὺς ἐμελέτησα, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ εἴπω τὸ σόλοικον, ὅτι θὰ ζητήσω ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν ἐπὶ πιστώσεως μὴ ψηφισθείσης. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι δὲν ἐπρόσεξεν εἰς ὅσα εἶπον ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, εἶναι, ὅτι ἰσχυρίσθη, ὅτι καὶ διὰ τὴν ἐπιδιόρθωσιν καὶ τὸν καθαρισμὸν τῶν λεβήτων ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον καὶ μελέτας, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ γείνωσι πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς σχετικῆς πιστώσεως.
§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον ποτὲ αὐτό. Εἶπον, ἂν ἐμελετήσατε ποία εἶναι ἡ δαπάνη.
§91Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴπετε ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐπαναλαμβάνεται ἡ πίστωσις δι’ ἐπισκευὴν καὶ διόρθωσιν λεβήτων, ὅπως ἀνεγράφετο ἐν τῷ προηγουμένῳ Προϋπολογισμῷ.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.)
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§94ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ναυτικοῦ ζητήματος.
§96ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι δι’ ἄλλην ἡμέραν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου; Ἀφοῦ οὐδεὶς ἄλλος ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον, ὁ κύριος Γιαννουσίου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§98Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ναυτικοῦ ζητήματος, κύριε Πρόεδρε.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι διότι ἤδη εἶναι ἀργά. Μετέβημεν εἰς ἄλλο ἀντικείμενον.
§100Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Σμολένσκης;
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου. Ὡς ἐπεφυλάχθη ὁ κύριος Στάης, ἐπιφυλαχθῆτε καὶ σεῖς. Οὐδὲν θὰ χάσητε ἀναβάλλοντες.
§102Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μετὰ στενοχωρίας λαμβάνω τὸν λόγον, ἀναλογιζόμενος τὸ ἐπεῖγον τοῦ χρόνου, ἀναλογιζόμενος τὴν πληθὺν τῆς νομοθετικῆς ὕλης, ἥτις πρόκειται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἀναγκάζομαι νὰ πράξω τοῦτο ἐξ ὑπερτάτης ἀνάγκης, ἀνάγκης ἐπιβαλλομένης ἐκ πράξεων, αἵτινες περιῆλθον ἄλλοτε εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ σεβαστοῦ μοι Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πράξεων, δι’ ἃς οὗτος ἐφείλκυσεν, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, τότε τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων, πράξεων, ἃς ὁ τότε ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Θεοτόκης ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐγκληματικὰς, πράξεων, τὰς ὁποίας ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος καὶ ὁ Νομάρχης Τρικκάλων ἐχαρακτήρισαν ὡς ἐγκληματικὰς, καὶ τὰς ὁποίας μόνον τὸ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν Δασονομικὸν τμῆμα ἐχαρακτήρισεν ἄλλως πως, ἐξ ἀτυχοῦς βεβαίως τῶν πραγμάτων ἀντιλήψεως, ὀφειλομένης εἰς ὑπερβολικὸν ζῆλον καὶ εὐλάβειαν πρὸς τοὺς τύπους, ἀλλὰ ζῆλον ὅλως ἀντίστροφον ἐκείνου, ὅστις ἐπεδείχθη εἰς ἄλλας ὑποθέσεις παραπλησίας, περὶ ὧν πρὸ ἡμερῶν ἐποιησάμην πρὸς ὑμᾶς λόγον. Καὶ ἐνῷ ἐν ἐκείναις ταῖς ὑποθέσεσι κατεκρεουργήθησαν τύποι καὶ οὐσία, ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἐτηρήθη εὐλάβεια μεγάλη πρὸς τοὺς τύπους, ἀκριβῶς ἵνα διαρπασθῇ—διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ σκληροτέραν λέξιν—περιουσία ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν!...
§103ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τοῦ Δημοσίου;
§104Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Τῆς κοινότητος.
§105Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τοῦ Κλεινοβοῦ;
§106Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Μάλιστα. Καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι διαρπάζεται ἡ περιουσία αὕτη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ παρηγορία τις, ὅτι ἀπὸ τῆς κοινότητος μεταβιβάζεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· διαρπάζεται ἀπὸ ἰδιώτην, ἀπὸ ἰδιώτας. Ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι αἱ κοινότητες ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν ἠδύναντο, κατὰ τὴν τουρκικὴν νομοθεσίαν, νὰ ἔχωσι τίτλους διὰ τὰς γαίας καὶ διὰ τὰ δάση αὐτῶν, ἀλλ’ ἑκάστη κοινότης εἶχεν εἰς τὴν νομὴν καὶ κυριότητα αὐτῆς ὡρισμένην περιφέρειαν γαιῶν, καὶ ὡρισμένην περιφέρειαν δασῶν, τῶν λεγομένων μπαλταλικίων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀνέκαθεν προωρισμένα πρὸς χρῆσιν τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος. Ἐνῷ ὅμως ταῦτα οὕτως ἔχουσιν, ὑπάρχουσι καὶ κοινότητες, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τίτλους· τοιούτους δ’ ἔχουσιν ὄχι διότι ἐπετρέπετο ἵνα καὶ αἱ κοινότητες ἔχωσι τίτλους κατὰ τοὺς νόμους ἐκείνους, ἀλλὰ διότι ἄλλος ἦτο ὁ ἱστορικὸς πρὸς τοῦτο λόγος. Αἱ κοινότητες ἐκεῖναι, αἵτινες ἐξ ἐθνικῶν περιπετειῶν εἶχον ἀπολέσει τὴν αὐθυπαρξίαν των, εἶχον δηλ. περιπέσει εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν τσιφλικίων, ἐξηγόραζον τὰ κτήματα ταῦτα εἴτε παρὰ τοῦ Ἀλῆ πασσᾶ, εἴτε παρὰ τῶν υἱῶν αὐτοῦ, ἢ καὶ παρ’ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀγοράσει οὕτως τὰ κτήματα. Ἀλλ’ ἐξαγοράζουσαι ταῦτα εἶχον ἀνάγκην τίτλων· διότι δύο ἦσαν οἱ λόγοι, κατὰ τὴν ὀθωμανικὴν νομοθεσίαν, δι’ οὓς ἐπετρέπετο λῆψις τίτλων, ἡ εἰδικὴ διαδοχὴ καὶ ἡ καθολικὴ διαδοχή· ἐν προκειμένῳ δ’ ἐπρόκειτο περὶ εἰδικῆς διαδοχῆς, ἐπρόκειτο νὰ ἐξαγορασθῶσι τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον γείνῃ τσιφλίκια, ἤτοι αὐτὰ τὰ κεφαλοχώρια, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀποβάλει τὴν ἐλευθερίαν των. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ὁσάκις αἱ κοινότητες ἐνόμιζον, ὅτι αἱ γαῖαι αἱ ἐξιδιασμέναι διὰ τὴν χρῆσιν αὐτῶν δὲν ἐπήρκουν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, ὑπῆρχον δὲ πέραν τῶν γαιῶν τῶν κοινοτικῶν αἱ νεκραὶ λεγόμεναι γαῖαι τῆς πέμπτης κατηγορίας τοῦ Ὀθωμανικοῦ νόμου περὶ γαιῶν, τότε ἐξηγόραζον μέρος τῶν νεκρῶν τούτων γαιῶν, καὶ κατ’ ἀνάγκην τότε ἔπρεπε νὰ ἔχωσι τίτλους. Ἀλλὰ οἱ τίτλοι πῶς ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῶσι;—καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της.—Παρὰ τῇ Ὀθωμανικῇ νομοθεσίᾳ δὲν ὑπῆρχον σαφῶς διαγεγραμμένα τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἐχώριζον τὰ φυσικὰ πρόσωπα ἀπὸ τῶν κοινοτήτων, ὡς νομικῶν προσώπων, οὐχ ἧττον πολλαχοῦ τῆς Ὀθωμανικῆς νομοθεσίας αἱ κοινότητες ἀνεγνωρίζοντο ὡς ὑποκείμενα δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων. Εἴτε διὰ τοῦτον λοιπὸν τὸν λόγον, εἴτε δι’ οἰκονομικοὺς λόγους, εἴτε διότι ἡ Ὀθωμανικὴ Ἐπικράτεια πάντοτε ὑπόπτως ἔβλεπε πρὸς τὰς κοινότητας, ὁσάκις αἱ κοινότητες ἤθελον ν’ ἀποκτήσωσιν ἀκίνητον περιουσίαν, πλὴν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔδιδεν εἰς αὐτὰς ὁ νόμος, πλὴν τουτέστι τῶν κοινοτικῶν γαιῶν καὶ τῶν μπαλταλικίων, οἱ τίτλοι ἐξεδίδοντο ἐπ’ ὀνόματι οὐχὶ τοῦ νομικοῦ προσώπου τῆς κοινότητος, ἀλλ’ ἐπ’ ὀνόματι ὡρισμένων προσώπων, ἀπολαυόντων τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς κοινότητος· ὁσάκις δὲ δὲν ὑπῆρχον πρόσωπα ἀπολαύοντα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς κοινότητος, τότε οἱ τίτλοι ἐξεδίδοντο ἐπ’ ὀνόματι ἀνυπάρκτων προσώπων. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν ἐξωκονομοῦντο τὰ πράγματα ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ, καὶ διεσώζοντο αἱ ἱεραὶ περιουσίαι τῶν κοινοτήτων, εἴτε ἐπ’ ὀνόματι προσώπων ἀπολαυόντων τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν κοινοτήτων ἐξεδίδοντο οἱ τίτλοι, εἴτε ἐπ’ ὀνόματι ἀνυπάρκτων προσώπων. Ἡ κοινότης Κλεινοβοῦ τοῦ δήμου Χαλκίδος παρ’ Ἀσπροποτάμῳ τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας εἶχε καὶ ἔχει δάση ἀπέραντα καὶ λιβάδια ἐπίσης μεγάλα εἰς τὴν νομὴν αὐτῆς καὶ κυριότητα, δάση ἀξίας τοὐλάχιστον ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν σήμερον·—λέγω δὲ τοὐλάχιστον ἑνὸς ἑκατομμυρίου, διὰ νὰ μὴ ἦμαι ὑπερβολικός.—Οἱ τίτλοι οἱ ἀφορῶντες τὰ δάση καὶ τὰ λιβάδια ἐκεῖνα, εἶχον ἐκδοθῆ ἀρχικῶς ἐπ’ ὀνόματι ἑνὸς Παπαγιάννη· ἀλλ’ ἂν ὑπῆρχε Παπαγιάννης, Κύριοι, ἢ δὲν ὑπῆρχε, τοῦτο εἶναι ἄγνωστον. Ἐν Κλεινοβῷ δὲν ὑπάρχει σήμερον συγγενὴς τοῦ Παπαγιάννη, ἐν Κλεινοβῷ δὲν σῴζεται ἀπὸ μνήμης, ἂν ὑπῆρχε ποτὲ Παπαγιάννης. Εἴτε ὅμως ὑπῆρχεν εἴτε δὲν ὑπῆρχεν, οἱ τίτλοι ἐκεῖνοι εἶχον ἐκδοθῆ πρὸ 250 ἢ 300 ἴσως ἐτῶν ἐπ’ ὀνόματι τοιούτου τινός· ἐνῷ δὲ, ὡς εἶπον, ἐπὶ 250 ἢ 300 ἔτη ἡ κοινότης ἐκείνη ἐνέμετο τὰ δάση καὶ τὰ λιβάδια ἀνενοχλήτως, αἴφνης τὸ 1873 ἐκδίδεται Αὐτοκρατορικὸς ἰραδὲς, ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, διὰ τοῦ ὁποίου ἰραδὲ ἐκαλοῦντο πρὸς ἀνανέωσιν τίτλων πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον τοιούτους ἀνὰ χεῖρας. Ἔπρεπε λοιπὸν, ἵνα μὴ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς μὴ ἀνανεώσεως, καὶ ἡ κοινότης Κλεινοβοῦ ν’ ἀνανεώσῃ τοὺς τίτλους αὐτῆς. Ποῦ νὰ εὑρεθῇ ὅμως ὁ Παπαγιάννης; Ὁ Παπαγιάννης δὲν ἐσῴζετο, οὐδ’ ὑπῆρχέ τις ὁ γνωρίζων ἂν ὑπῆρξε Παπαγιάννης! Ἀλλὰ παρουσιάζονται τότε ὀκτὼ πρόσωπα, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν λοιπῶν κατοίκων τῆς κοινότητος, φέροντα τὰ ὀνόματα Γιάννης, Τάσος, Στέργιος, Κώστας, Νικόλαος, Χρῆστος, Δημήτριος, Γεώργιος, καὶ λέγουσιν εἰς τὰς τουρκικὰς ἀρχάς: «ἡμεῖς εἴμεθα παιδιὰ τοῦ Παπαγιάννη». Ἐννοεῖται ὅτι διηκολύνθησαν τὰ πράγματα, —δύνασθε δὲ νὰ φαντασθῆτε πῶς—καὶ ἐγένοντο δεκτοὶ αὐτοὶ ὡς τέκνα τοῦ Παπαγιάννη. Οὕτω δὲ, Κύριοι, ἐξεδόθησαν αὐτοὶ οἱ τίτλοι, τοὺς ὁποίους ἔχω ἐν ἀντιγράφοις, διότι τὰ πρωτότυπα εἶναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐξεδόθησαν τρεῖς τίτλοι διὰ τὰ λιβάδια καὶ τρεῖς τίτλοι διὰ τὰ δάση τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐπ’ ὀνόματι τῶν αὐτῶν προσώπων. Οὕτως, ἐκδοθέντων τῶν τίτλων, ἐξηκολούθησεν ἡ κοινότης συνεχίζουσα τὴν νομὴν, καρπουμένη τὰ δάση μέχρι τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας. Μάλιστα τὸ 1875, τὴν 8 Φεβρουαρίου, ἐπὶ τουρκοκρατίας, ἐγένετο συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ δάση αὐτὰ ἐξεμισθώθησαν εἴς τινα Ἀθανασούλαν Γεωργίου, μέλος τῆς κοινότητος Κλεινοβοῦ. Ἀναφέρω δὲ τοῦτο, διότι θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ κατωτέρω. Οὕτω, λέγω, εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλὰ σὺν τῇ προσαρτήσει τῆς Θεσσαλίας ἐγεννήθη παρά τισι μέλεσι τῆς κοινότητος Κλεινοβοῦ ἡ ἰδέα, ὅτι κἄτι δύναται νὰ γείνῃ μὲ αὐτὰ τὰ δάση καὶ τὰ λιβάδια. Παρουσιάζονται λοιπὸν, Κύριοι, πέντε ἢ ἓξ πρόσωπα, —οἱ Νάκος Ἀμπράζης, Ἀθαν. Γεωργίου, Δημ. Μπάρος, Γεώργ. Ράφτης, Μῆτρος Ὀροκλὸς, Γεώργ. Γκόγκος, —ὡς υἱοὶ τοῦ Παπαγιάννη, ὡς ἀδελφοὶ ἀλλήλων, καὶ ἐνοικιάζουσι τὰ δάση εἴς τινα Ταχὶρ–μπέην καὶ εἰς τὸν Θωμᾶν Λεγάτσικαν. Ἀλλ’ ἀμέσως ὅλοι παρεξενεύθησαν, πῶς ἐγένετο αὐτὴ ἡ μίσθωσις, πῶς παρουσιάσθησαν αὐτοὶ ὡς υἱοὶ τοῦ Παπαγιάννη. —Δότε προσοχὴν, Κύριοι, καὶ θὰ φρίξητε! —Ὅτι ἐκεῖνοι δὲν ἦσαν τέκνα τοῦ Παπαγιάννη, τὸ ἐγνώριζον ὅλοι· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη ἀπόδειξις, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι δὲν συνδέονται διὰ τοῦ δεσμοῦ τῆς ἀδελφότητος, ἢ τοὐλάχιστον διὰ συγγενικοῦ τινος δεσμοῦ. Πλὴν τούτου ὅμως ὑπῆρχε καὶ διαφορὰ εἰς τὰ ἐπώνυμα αὐτῶν· διότι, ὡς προεῖπον, ὁ εἷς ἐλέγετο Δημήτριος Ὀροκλὸς, ὁ ἕτερος Δημήτριος Μπάρος, ὁ ἄλλος Ἀθανάσιος Γεωργίου κλπ., κατώρθωσαν δὲ νὰ συνδεθῶσι μόνον διὰ τοῦ κοινοῦ ἐπωνύμου Παπαγιάννης, ὅπερ προσέδωκαν εἰς ἑαυτούς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, αὐτοὶ οἱ ἓξ εἶχον ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφὰς, ὥστε, ἐὰν συμπεριλάβωμεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὰς ἀδελφὰς, ὁ Παπαγιάννης θ’ ἀπεδεικνύετο ἔχων τεσσαράκοντα υἱούς! Ἀλλὰ, ὡς εἶπον, συνεδέθησαν διὰ τοῦ ἐπινοηθέντος ὑπ’ αὐτῶν ἐπωνύμου Παπαγιάννης, καὶ λέγουσιν εἰς τὸ συμβόλαιον: Δημ. Μπάρος Παπαγιάννης, Νάκος Ἀμπράζης Παπαγιάννης, Δ. Ὀροκλὸς Παπαγιάννης κλπ. (γέλως). Γελᾶτε, Κύριοι, ἀλλὰ δὲν ἐγέλασε τὸ Δασονομικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν!
§107Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ κἄποιος Πρόεδρος Πρωτοδικῶν!
§108Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ἀμέσως. Δὲν θὰ παραλείψω τίποτε. Ἀμέσως, Κύριοι, διαμαρτύρονται τὰ λοιπὰ μέλη τῆς κοινότητος Κλεινοβοῦ, γίνονται παραστάσεις, γίνεται θόρυβος, ἐξ οὗ φοβηθέντες οἱ εἰρημένοι πλαστοὶ Παπαγιάννηδες, μήπως καταγγελθῶσι, συνῆλθον τὴν 8 Μαΐου τοῦ 1882 καὶ συντάξαντες ὑπέγραψαν ἔγγραφον, δι’ οὗ ἐδήλουν αʹ) ὅτι ψευδῶς αὐτοὶ παρέστησαν ἑαυτοὺς ὡς υἱοὺς Παπαγιάννη, βʹ) ὅτι τὰ κτήματα εἶναι κοινοτικὰ, καὶ οὐδεμίαν ἀξίωσιν ἔχουσιν ἐπ’ αὐτῶν, καὶ τέλος, ὅτι τὴν μίσθωσιν ἐνήργησαν διὰ λογαριασμὸν τῆς κοινότητος. Καὶ ὑπογράφονται αὐτοὶ οἱ πέντε ἢ ἕξ, — τοὺς ὁποίους, Κύριοι, τοῦ λοιποῦ θὰ ὀνομάζω ψευδοπαπαγιανναίους, διὰ νὰ διευκολυνθῶ εἰς τὴν περαιτέρω ἀφήγησιν. — Ἦτο, ὡς εἶπον, ἡ 8 Μαΐου τοῦ 1882...
§109Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔχει καθαρῶς δικαστικὸν χαρακτῆρα. Νομίζω, ὅτι τὸ καθῆκον ὑμῶν εἶναι νὰ καταφύγητε εἰς τὰ Δικαστήρια· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν εὕρητε τὸ δίκαιόν σας, τότε ν’ ἀποταθῆτε εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ καταπονῆται δι’ ὑποθέσεις δικαστικάς.
§110Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν συμβουλήν. Ἐὰν ὅμως εἴχετε τὴν ὑπομονὴν, κύριε συνάδελφε, ν’ ἀκούσητε, θὰ συνεφωνεῖτε μετ’ ἐμοῦ ἐν τέλει, καὶ θὰ ἐλέγετε, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ καταπονήσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ περὶ ἀποδόσεως δικαίου εἰς ἀδικουμένην κοινότητα, ὅτι πρόκειται περὶ ἐλέγχου τῆς ἐνεργείας τῆς Διοικήσεως.
§111Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Γνωρίζω καλῶς τὴν ὑπόθεσιν, διότι παρέμεινα ἐν Θεσσαλίᾳ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσητε.
§112Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Δὲν πιστεύω νὰ τὴν γνωρίζητε καλλίτερον ἐμοῦ. Ἐν τούτοις σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ βοηθήσητε, διὰ νὰ συμπληρώσω τὰς τυχὸν ἐλλείψεις. Ὅτι λοιπὸν αὐτοὶ οἱ κύριοι ἦσαν ψευδοπαπαγιανναῖοι, ὅτι δὲν ἦσαν υἱοὶ τοῦ Παπαγιάννη, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Προσθέτω μάλιστα εἰς ὅσα εἶπον, ὅτι ἐκ τῶν ἀναφερομένων ἐν τοῖς τίτλοις ὀνομάτων τέσσαρες δὲν ἀναφέρονται τοὐλάχιστον ἔχοντες αὐτὰ τὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἔφερον οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι παρουσιάσθησαν ὡς υἱοὶ τοῦ Παπαγιάννη. Ἐν τῷ μεταξὺ κατηγγέλθησαν αὐτοὶ οἱ Κύριοι ἐπὶ ἀπάτῃ· ἐγένοντο ἀνακρίσεις, καὶ ἀπολογούμενοι αὐτοὶ ὡμολόγησαν, ὅτι οὐδέποτε ἠξίωσαν ἴδια δικαιώματα νομῆς καὶ κυριότητος ἐπὶ τῶν δασῶν, καὶ ὅτι ὅ,τι ἔπραξαν τὸ ἔπραξαν διὰ λογαριασμὸν τῆς κοινότητος· ἐξεδόθη δὲ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Τρικκάλοις Πλημμελειοδικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηλλάγησαν οἱ Κύριοι οὗτοι, τὸ μὲν δι’ ἔλλειψιν δολίας προαιρέσεως, τὸ δὲ λόγῳ παραγραφῆς, διότι ἀνήχθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ 1873. Λοιπὸν διὰ μὲν τὴν κατηγορίαν ὅτι παρέστησαν αὐτοὶ ὡς υἱοὶ τοῦ Παπαγιάννη κατὰ τὸ 1873, ἀπηλλάγησαν λόγῳ παραγραφῆς, διὰ δὲ τὴν κατηγορίαν ὅτι παρουσιάσθησαν μετὰ ταῦτα ἐνώπιον συμβολαιογράφου καὶ ἐδήλωσαν ὅτι αὐτοὶ ἦσαν υἱοὶ τοῦ Παπαγιάννη, ἀπηλλάγησαν δι’ ἔλλειψιν δολίας προαιρέσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα οὕτως εἶχον, ἐνόμισαν καλὸν νὰ συμβληθῶσι μὲ κἄποιον Γάκην Οἰκονόμου, οἰκονομικὸν ἔφορον Καλαμπάκας. Συντάσσουν λοιπὸν συμβόλαιον, καὶ λέγουσι τὰ ἑξῆς, — ἀφοῦ προηγουμένως ἔκαμαν δηλώσεις, ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν διεχειρίζοντο τὰ κτήματα καὶ πρὸ τῆς προσαρτήσεως καὶ μετὰ τὴν προσάρτησιν —: «Ἡμεῖς διεχειριζόμεθα τὰ κτήματα αὐτὰ, ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸν Γάκην Οἰκονόμου, μόνον υἱὸν τοῦ Παπαγιάννη. Ἐπειδὴ ὁ Γάκης Οἰκονόμου κατεδιώκετο ὑπὸ τῆς τουρκικῆς ἐξουσίας, καὶ διέτρεχε τὸν κίνδυνον τῆς δημεύσεως τῆς περιουσίας του, διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἀνελάβομεν ὑπὸ τὴν προστασίαν μας τὴν διαχείρισιν, καὶ οὕτως ἐστέλλομεν τακτικῶς τὰ εἰσοδήματα εἰς αὐτόν. Αὐτὸς ὁ Γάκης Οἰκονόμου κατόπιν συντάσσει ἕτερον συμβόλαιον, δι’ οὗ δωρεῖται ὅλα τὰ δάση καὶ τὰ λιβάδια, ἀξίας ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, εἰς τὴν σύζυγον τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Τρικκάλοις Πρωτοδικῶν, τοῦ Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἀπήλλαξεν αὐτούς! ...
§113ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται ὁ Πρόεδρος;
§114Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Πρεβεδοῦρος.
§115Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐλέγοντο ταῦτα.
§116Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ἐν τούτοις τὰ γνωρίζω. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμής. Ἔχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσητε ἀφηγούμενον τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ στενοχωρεῖσθε. Δὲν σκοπῶ νὰ κακίσω οὔτε τὴν κυρίαν Πρεβεδούρου οὔτε ἄλλον τινά. Ἄλλο εἶναι τὸ σημεῖον, διὰ τὸ ὁποῖον θέλω παραπονεθῆ· δὲν πρόκειται περὶ τῆς Στέλλας Πρεβεδούρου.
§117Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὁμιλεῖτε ἐκ προκαταλήψεως, καὶ οἱ λόγοι σας πιθανὸν νὰ ἔχωσιν ἐπιρροὴν εἰς τὴν δίκην.
§118Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Παντάπασι. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ παρακολουθήσητε, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ μὲ δικαιώσητε, εὑρεθέντα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρενοχλήσω τοσούτους συναδέλφους διὰ τοιαύτην ὑπόθεσιν. Δωρεῖται λοιπὸν εἰς τὴν Στέλλαν Πρεβεδούρου ὅλην αὐτὴν τὴν περιουσίαν ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἡ δὲ Στέλλα Πρεβεδούρου ἐγείρει ἀγωγὴν κατὰ τῆς κοινότητος ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου Τρικκάλων. Ἡ ἀγωγὴ ἀπερρίφθη, ὅτε ἡ Στέλλα Πρεβεδούρου εἶχεν ἐκχωρήσει ὅλην τὴν ἀπαίτησίν της πρὸς τὸν Χριστόδουλον Δημάκην, δήμαρχον Καστανέας.— Οὗτος εἶναι καὶ συγγενὴς ἰδικός μου· ἐν τούτοις δὲν παραλείπω νὰ εἴπω τὰ ἀνομήματα αὐτοῦ, διότι ἐνταῦθα ποιοῦμαι ἔλεγχον.— Ὁ Χριστόδουλος Δημάκης, ὡς ἐκδοχεὺς τῶν δικαιωμάτων τῆς Στέλλας Πρεβεδούρου, ἤγειρεν ἀγωγὴν διεκδικητικήν. Ὁ Δημάκης εἶχεν ἀναδεχθῆ τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ καταβάλῃ τὰ χρήματα, ὅταν κατορθώσῃ διὰ τῶν μέσων τῆς πολιτικῆς νὰ καταλάβῃ τὰ κτήματα. Ἡ ἀγωγὴ ἡ διεκδικητικὴ, ἣν ἤγειρεν, εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης. Βεβαίως δὲ ὅλοι ᾤκτειρον καὶ πολιτευομένους καὶ Δικαιοσύνην καὶ Διοίκησιν, βλέποντες τὴν κατάστασιν αὐτὴν, τὴν κωμικὴν ἢ τραγικὴν — ὅπως θέλετε χαρακτηρίσατέ την. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπαίζετο αὐτὸ τὸ παιγνίδιον ἀφ’ ἑνὸς, βλέπομεν ἄλλο παράδοξον ἀφ’ ἑτέρου· βλέπομεν, ὅτι οἱ εἰρημένοι Κύριοι, ἐνῷ παρίστανον ἑαυτοὺς ψευδῶς ὡς υἱοὺς τοῦ Παπαγιάννη, καίτοι δὲν ἦσαν οὔτε συγγενεῖς ἀλλήλων, μετὰ τοῦτο ἐδήλουν, ὅτι τὰ κτήματα εἶναι κοινοτικὰ, καὶ ἀκολούθως προέβαινον εἰς ἑτέραν δήλωσιν, ὅτι τὰ κτήματα ἀνῆκον εἰς τὸν Γάκην Οἰκονόμου, καὶ οὕτω καθεξῆς. Κατόπιν ὅμως πάντων τούτων διενοήθησαν, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὠφεληθῶσιν ὅπως δήποτε ἐξ αὐτῆς τῆς κοινοτικῆς περιουσίας· ἐδόθη λοιπὸν ἡ συμβουλὴ ὅτι, ἵνα ὠφεληθῶσιν, ἔπρεπεν ἡ περιουσία νὰ παύσῃ οὖσα κοινοτικὴ, καὶ πρὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἓν συμβόλαιον, δι’ οὗ τὰ μέλη τῆς κοινότητος ν’ ἀναγνωρίζωσιν αὐτοὺς τοὺς ψευδοπαπαγιανναίους ὡς κυρίους, καὶ οὕτως ἡ περιουσία τῆς κοινότητος θὰ περιήρχετο ἐκ τοῦ νομικοῦ προσώπου τῆς κοινότητος εἰς αὐτούς. Πράγματι ἐκάλεσαν ἕνα εἰρηνοδίκην (δεδικαιωμένον καὶ αὐτὸν, διότι ἀπέθανεν), ὅστις δὲν ἐδίστασε νὰ συντάξῃ συμβόλαια, τὰ ὑπ’ ἀριθ. 210 καὶ 211, δυνάμει τῶν ὁποίων 42 μέλη τῆς κοινότητος ἀνεγνώριζον τοὺς ψευδοπαπαγιανναίους ὡς υἱοὺς τοῦ Παπαγιάννη. Αὐτὰ τὰ 42 πρόσωπα ἐνήργουν καὶ δι’ ἕτερα 40 ἀπόντα, καὶ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 211 συμβολαίου οἱ ψευδοπαπαγιανναῖοι ἀνεγνώριζον αὐτοὺς ὡς συγκυρίους, δι’ ἑτέρων δὲ συμβολαίων, ὑπ’ ἀριθ. 256, 257 καὶ 258, διώριζον πληρεξούσιον, ὅπως διαχειρίζηται τὴν περιουσίαν ἐκείνην ὡς ἰδίαν, καὶ οὕτως ἐτελείωσε τὸ ζήτημα! Ἡ περιουσία ἡ κοινωτικὴ δι’ αὐτῶν τῶν συμβολαίων ἐγένετο ἰδιωτικὴ, οἱ δὲ ἰδιῶται διώριζον τοὺς ἰδίους πληρεξουσίους, οἵτινες ἤρχοντο νὰ διαχειρισθῶσι τὴν περιουσίαν! Ἀφοῦ διωρίσθησαν πληρεξούσιοι, δύο ἐξ αὐτῶν, οἵτινες ὡμολόγησαν ὅτι δὲν ἦσαν τέκνα τοῦ Παπαγιάννη, πωλοῦσι 13/80 ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἐκμισθοῦσιν 67/80 ἀφ’ ἑτέρου ἐκ τῶν δασῶν καὶ λιβαδίων δι’ εἰκοσαετίαν ὁλόκληρον ἀντὶ 15 χιλιάδων δραχμῶν! Δάση καὶ λιβάδια τὰ ἐκμισθοῦσιν εἰς ἕνα Γεώργιον Παπαπᾶντον, ἕνα ἀπὸ τοὺς διώκοντας τύχην, ἕνα, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει περιουσίαν οὔτε 100 δραχμῶν, ἕνα ἄνθρωπον τῶν τριόδων, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅτι αὐτὸς τὰ ἔχει καλὰ καὶ μὲ τοὺς Βουλευτὰς καὶ μὲ τὰ Δικαστήρια. Πωλοῦσι λοιπὸν 13/80, καὶ ἐνοικιάζουσιν 67/80 ἀντὶ 15 χιλιάδων δραχμῶν ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν! Σημειώσατε δὲ, ὅτι τὰ λιβάδια μόνα ἔχουσι μίσθωσιν 18 ἕως 20 χιλιάδων δραχμῶν. Αὐτὸς ὁ Γεώργιος Παπαπᾶντος ὑπεκμισθοῖ κατὰ τὸ 1892 ἢ 1894, (τὰ συμβόλαια τὰ ἔχω ἐδῶ, καὶ ὅ,τι λέγω ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῶν) ὑπεκμισθοῖ ταῦτα εἰς ἕνα Ἀναστάσιον Μαντζούκαν, ξυλέμπορον. Ὅτε, Κύριοι, ἐγένετο μισθωτὴς αὐτὸς ὁ κύριος Μαντζούκας, ὅλοι παρεξενεύθησαν, πῶς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος θὰ κατορθώσῃ νὰ ὑλοτομήσῃ. Αὐτὸς ὁ κ. Μαντζούκας εἶναι δικαιοδόχος τοῦ Παπαπάντου, καὶ ὁ Παπαπᾶντος δικαιοδόχος τῶν ψευδοπαπαγιανναίων· ἀλλ’ οἱ ψευδοπαπαγιανναῖοι ὁμολογοῦσιν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσιν· οἱ ψευδοπαπαγιανναῖοι δὲν ἀναφέρονται κἄν εἰς τοὺς τίτλους, καὶ προσέτι διὰ πλήθους συμβολαίων ἐπισήμων ἔχουσιν ὁμολογήσει, ὅτι τὰ κτήματα εἶναι κοινωτικά. Ἐν τούτοις ὁ Μαντζούκας ἀναδέχεται ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην τὴν ἐνοικίασιν!
§119ΙΣΙΔ. ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἡ μίσθωσις εἶναι προσωπική· τί τὸν ἐνδιαφέρει αὐτὸν διὰ τοὺς τίτλους;
§120Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ἡ κοινωνία ὁλόκληρος ἐξεπλήσσετο, πῶς ὁ Μαντζούκας ἐγένετο μισθωτὴς δασῶν, τὰ ὁποῖα ἦσαν ὁμολογουμένως κοινωτικὰ, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ὅπως δήποτε ἤθελε φέρει μίαν εὐθύνην. Πῶς θὰ κατώρθου ἆρά γε αὐτὸς νὰ πείσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ ἄδειαν ὑλοτομίας; Ἡ ἀπορία αὕτη προεκαλεῖτο, διότι αὐτὸς ὁ Μαντζούκας, ὅτε τὰ δάση ἐξεμισθοῦντο ὡς κοινωτικά, αὐτὸς ἐπλειοδότει. Ἰδοὺ μία πλειοδοσία αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἀναστάσιος Μαντζούκας δρ. 21,000.» Τότε κατεκυρώθη ἓν τμῆμα τῶν δασῶν ἀντὶ 34,000 δραχμῶν ἐπ’ ὀνόματι ἑνὸς Νικολάου Κουτανίτση, τῇ 20 Μαρτίου 1893. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τότε δὲν ἐδέχθη τὴν μίσθωσιν, διότι ἦτο εὐτελὲς τὸ μίσθωμα, καὶ ὁμολογουμένως ἦτο εὐτελὲς, διότι ἐπρόκειτο περὶ δασῶν 100 χιλιάδων ἢ 200 χιλιάδων δραχμῶν· βεβαίως δὲ θὰ κρίνητε, ὅτι ἦτο εὐτελὲς τὸ μίσθωμα, ὅταν μάθητε, ὅτι ἐφέτος ὑλοτομήθησαν 100,000 ξύλα ἐξ ἐλάτης, 20, 000 στρωτῆρες σιδηροδρόμου, 20,000 ζεύγη σανίδων, καὶ ἑκατοντάδες χιλιάδων ὀκάδες ξυλανθράκων. Αὐτὰ λοιπὸν τὰ δάση ὑπεξεμίσθου ὁ Παπαπᾶντος εἰς τὸν Μαντζούκαν· δάση καὶ λιβάδια, τὰ ὁποῖα εἶχεν αὐτὸς μισθώσει διὰ μίαν εἰκοσαετίαν ἀντὶ 15,000 δραχμῶν, τὰ ὑπεξεμίσθωσεν ἀντὶ 20,000 δραχμῶν δι’ ἓν ἔτος, μετὰ ταῦτα δ’ ἔκαμεν ἄλλο συμβόλαιον διὰ 10,000 δραχμάς· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ συμβόλαια ἐκεῖνα δὲν ἐνεκρίθησαν, ἐξεμίσθωσε τὰ δάση καὶ λιβάδια ταῦτα ἀντὶ 20,000 δραχμῶν ἐπὶ μίαν πενταετίαν, ἤτοι ἐπὶ ἐτησίῳ μισθώματι 4,000 δραχμῶν. Κατώρθωσε δὲ αὐτὸς ὁ Μαντζούκας ἐν τῷ μεταξὺ νὰ λάβῃ ἄδειαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ποῦ στηριζόμενον τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκε τὴν ἄδειαν, εἶναι ἄξιον ἀπορίας· ἐδόθη ὅμως ἡ ἄδεια κατὰ τὸ ἔτος 1894. Ἡ κοινότης ἤγειρεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Μαντζούκα ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου Καστανέας περὶ προσωρινῶν μέτρων, ἢ—ἵνα νομικώτερον χαρακτηρίσω ταύτην—περὶ διαταράξεως νομῆς. Ἡ ἀγωγὴ ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Τρικκάλων, κατ’ ἔφεσιν δικάζοντος. Ὁ Μαντζούκας ὅμως δὲν ἀπελπίζεται· ζητεῖ τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως, καὶ ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλὰ τίς νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ δικαιώματα τῆς κοινότητος ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου; Ἀνυπεράσπιστος δικάζεται ἡ κοινότης, διότι ὁ Μαντζούκας ἦλθεν εἰς συνεννόησιν μὲ τὸν Πρόεδρον...
§121ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖον Πρόεδρον;
§122Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Τὸν Πρόεδρον τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου... Καταγγέλλεται ὁ Πρόεδρος τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς κοινότητος, καὶ καταδικάζονται ὁ Πρόεδρος καὶ τὰ τέσσαρα μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς κοινότητος εἰς διετῆ φυλάκισιν.
§123Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κατ’ ἀντιμωλίαν.
§124ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ ποῖον λόγον;
§125Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Κατεδικάσθησαν ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 439 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἐπὶ ζημίᾳ ὑπὸ ἐπιτρόπων γενομένῃ, ὅτι παρέλειψαν τὸ καθῆκόν των ἐξ ἰδιοτελείας. Ἐκ τῆς διαδικασίας δὲ ἀπεδείχθη, ὅτι αὐτοὶ ὠφελήθησαν κλπ...
§126Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναιρεσίβλητος ἦτο ἡ κοινότης ἢ ἀναιρεσείουσα;
§127Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ἀναιρεσίβλητος. Ἀναιρεθείσης τῆς ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, παρεπέμφθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαρίσης, ὅπως δικασθῇ ἐκ νέου. Ἀλλ’ ἡ ἄδεια ἐξηκολούθει νὰ δίδηται εἰς τὸν Μαντζούκαν, καὶ ὁ Μαντζούκας ὑλοτόμει. Τηλεγραφοῦσιν ἐπανειλημμένως οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Κλεινοβοῦ, καὶ μεταξὺ ἄλλων τηλεγραφεῖ πρὸς τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον νῦν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τότε ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ Πρόεδρος τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου— ὄχι ὁ καταδικασθεὶς, ἀλλ’ ἄλλος—ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Ἐπικαλεῖται δὲ τὴν ἀντίληψιν διαφόρων προσώπων, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ ὑλοτομία. Ὁ τότε νομάρχης Τρικκάλων Παπαχελᾶς, λαβὼν γνῶσιν τῶν καθέκαστα...
§128Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Πότε ἦτο;
§129Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Κατὰ τὰ 1899 καὶ 1900... Ὁ τότε, λέγω, νομάρχης Τρικκάλων ὑπέβαλεν ἔκθεσιν λεπτομερῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ τῆς ὁποίας ἀφηγεῖτο ὅλην τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ εἰδεχθείᾳ, μετὰ λεπτομερειῶν, τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἐκθέσω ἐδῶ, φειδόμενος τοῦ χρόνου, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν μόνον μέρος. Λέγει ὁ νομάρχης (ἀναγινώσκει)... Αὐτὰ ἔλεγεν ὁ κύριος νομάρχης. Ἡ ἔκθεσις αὕτη περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ νῦν ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος διεβίβασε πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἑξῆς ἔγγραφον. (Ἀναγινώσκει)... Ταῦτα ἔλεγεν ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς κ. Θεοτόκης. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εὗρεν ὀρθὰς τὰς κρίσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τοῦ Νομάρχου Τρικκάλων, καὶ ἐθεώρησε καλὸν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν πρὸς μελέτην εἰς τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον. Ὑποβάλλονται οἱ τίτλοι εἰς τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον, καὶ ἐρωτᾶται οὗτος, ἂν πρέπει νὰ δοθῶσιν ἄδειαι εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσάγουσι τίτλους. Ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος ἀπαντᾷ: «Ἐὰν οἱ τίτλοι ἦναι γνήσιοι, νὰ δώσητε.» Ἀλλὰ εἰς ποίους νὰ δώσωσιν; Εἰς τοὺς δικαιουμένους ἐκ τῶν τίτλων. Τὸ Δασικὸν τμῆμα λέγει: «Αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι μοὶ ὑπέβαλον τοὺς τίτλους, αὐτοὶ δικαιοῦνται»·— ἔστω καὶ ἂν οὗτοι ἦναι οἱ ψευδοπαπαγιανναῖοι, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἀναφέρωνται ἐν τοῖς τίτλοις!...
§130Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ δικάσῃ ὁ Σάμιος ὡς Καδῆς;
§131Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ κυρίου Σαμίου· δὲν γνωρίζω μάλιστα, ἂν ὑπῆρχεν οὗτος τότε. Ἐγὼ παραπονοῦμαι, ὅτι παρείχοντο ἄδειαι εἰς τοὺς ψευδοπαπαγιανναίους.
§132Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος θὰ κρίνῃ, παρακαλῶ, περὶ αὐτοῦ; Ἡ δασονομικὴ ὑπηρεσία θὰ κρίνῃ, ἢ τὰ Δικαστήρια;
§133Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Μὴ ταράσσεσθε, κύριε Ἀγγελόπουλε.
§134Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδόλως ταράσσομαι. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ἐπειδὴ εἶσθε νομικὸς, ποῖος θὰ κρίνῃ;
§135Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Τώρα θὰ ἴδητε, ποῖος ἔκρινεν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἀποστέλλεται ἕτερον ἔγγραφον, καὶ ἀπαντᾷ ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος. Ἀκούσατε, Κύριοι, τί ἀπαντᾷ ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος. Τότε ἀνέγνωσε καὶ τὰ ἔγγραφα ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος. (Ἀναγινώσκει)...
§136Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη μεταγενεστέρα γνωμοδότησις;
§137Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Κύριε Ἀγγελόπουλε, μὴ μὲ διακόπτετε· ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν δύναμιν τὴν ἰδικήν σας, ἵνα κρατήσω τὸν εἱρμὸν τῶν ἰδεῶν μου, καὶ δὲν βλέπω διατὶ ταράττεσθε διὰ δάση τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας.
§138Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ ὄχι; Μὴ νομίζετε, ὅτι δὲν εἶμαι καὶ ἐγὼ Βουλευτὴς καὶ τῆς Καλαμπάκας;
§139Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Πιθανὸν καὶ τοῦτο νὰ γείνῃ.
§140Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σύνταγμα τοὐλάχιστον τοῦτο λέγει.
§141Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Τιμή μας θὰ ἦναι. Νομάρχης, Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν, Δικαστικὸς Σύμβουλος, ὅλοι λέγουν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐγκλημάτων. Ἐν τούτοις αἱ ἄδειαι ἐξακολουθοῦν νὰ δίδωνται!
§142Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. Διότι ἦτο κάτοχος.
§143Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ποῖος ἦτο κάτοχος;
§144Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. Ὁ Μαντζούκας.
§145Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ποῖος σᾶς τὸ εἶπε;
§146Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. Σεῖς τὸ εἴπετε. Ὅταν ὑλοτομῇ ἐπὶ τόσον χρόνον, αὐτὸς κατέχει καὶ νέμεται.
§147Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ἡ ὑλοτομία γίνεται διὰ τῆς μπαγιοννέττας! Φαίνεται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐξακολουθεῖ νὰ δίδῃ ἀδείας ὑλοτομίας. Καὶ σήμερον ἀκόμη παρουσίασα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἓν τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Γκοδοβάσδας, οἱ ὁποῖοι μοὶ λέγουσι: «τί νὰ κάμωμεν τώρα;» — Διότι εἰσῆλθεν ἐκεῖ εἷς μισθωτὴς τοῦ δάσους, ὁ ὁποῖος ἐνωκίασε τὸ δάσος ἀντὶ 350 δραχμῶν, δάσος ἀξίας 100,000 δραχμῶν! — Καὶ ἠρώτησα τὸν κ. Πρόεδρον: «Τί νὰ τηλεγραφήσω, κύριε Πρόεδρε; Νὰ τοῖς εἴπω νὰ ἀντιστῶσι; Θὰ ὑπάγουν καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, καὶ ἐγώ, ὡς ἠθικὸς αὐτουργός. Νὰ τοῖς εἴπω νὰ μὴ κάμουν τίποτε; Θὰ χάσουν τὴν περιουσίαν των. Καὶ φρονεῖτε, ὅτι οἱ χωρικοὶ ἐκεῖνοι δύνανται νὰ πάρουν τὰ ὅπλα καὶ ν’ ἀντισταθῶσι κατὰ σπείρας ὁλοκλήρου, κατὰ 150 ἀτόμων, κατὰ χωροφυλάκων, κατὰ δασαρχῶν;
§148ΧΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἀπηντήσατε;
§149Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐγὼ ἀπήντησα εἰς παρομοίαν περίστασιν, πρὸ τινων ἡμερῶν, τηλεγραφήσας νὰ ἀντιστῶσι, διότι ἀμύνονται ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας των. Καὶ ἂν διὰ τοῦτο φυλακισθῶ, πολὺ εὐχαρίστως θὰ τὸ ὑποστῶ. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἀφήσωμεν νὰ μᾶς πάρουν τὰ δάση δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου.
§150Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καλλίτερον νὰ τὰ πάρῃ τὸ Δημόσιον, νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα.
§151Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐγώ, κύριε συνάδελφε, ὁμιλῶ περὶ δάσους δημοσίου.
§152Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ἐπανέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαρίσης. Προσθέτω μόνον εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐρωτήσεως τοῦ κ. Χριστοδούλου, ὅτι δὲν εἶχε τὴν κατοχὴν ὁ Μαντζούκας. Ἡ κοινότης εὑρίσκετο ἐντὸς τῶν δασῶν, διότι καὶ τὸ χωρίον ἐντὸς τοῦ δάσους εὑρίσκεται. Ἀπορῶ λοιπὸν, πόθεν ἐξηγάγετε, ὅτι ὁ Μαντζούκας εἶχε τὴν κατοχήν. Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐτήρησεν ὡς ἀρχὴν ἀπαράβατον νὰ χορηγῇ ἀδείας μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσῆγον τίτλους. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος εἶμαι ἰδιοκτήτης δάσους, ἐὰν δὲν προσῆγον τίτλους, ἦτο ἀδύνατον νὰ λάβω ἄδειαν. Καὶ διὰ αὐτὸν τὸν λόγον ἀκριβῶς ἠρνήθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀδείας εἰς ὅλας τὰς κοινότητας, αἱ ὁποῖαι δὲν προσῆγον τίτλους. Καὶ δὲν προσῆγον τίτλους αἱ κοινότητες, διότι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τίτλους. Ἀφοῦ λοιπὸν, ὅταν τὸ δίκαιον ἦναι καταφανὲς ὑπὲρ τῆς κοινότητος, ὅταν αὕτη εὑρίσκηται ἐν κατοχῇ, κατοχῇ οὐχὶ ἐπιληψίμῳ, κατοχῇ, ἡ ὁποία δὲν προδίδει τοιαῦτα ἕλκη, οἷα ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμα πρὸ μικροῦ λόγον, κατοχῇ ἀπὸ 100 καὶ 200 ἐτῶν, ἀφοῦ, λέγω, προκειμένου περὶ τοιαύτης κατοχῆς, δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐκ τῆς νομῆς δικαίωμα, ὅπως δοθῶσι τίτλοι, πῶς εὑρίσκετε δικαιολογημένην τὴν χορηγίαν ἀδειῶν, κ. Χριστοδούλου, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι κατόπιν τοιούτων καὶ τοσούτων αἰσχῶν ἐδόθησαν ἄδειαι; Ἐπανέρχομαι λοιπὸν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τὴν ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου Λαρίσης, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ δικάσῃ κατὰ παραπομπὴν ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον. Δικάζεται ἡ ὑπόθεσις. Κατὰ νόμον ἔλαβον μέρος τρεῖς δικασταί. Πρὸ τριῶν ὅμως ἡμερῶν ἐνώπιον τῶν βουλευτῶν κ. κ. Καρανίκα καὶ Καζαμπάκα ἀξιότιμος δικηγόρος ἐκ Λαρίσης, ὁ ὁποῖος ἦτο δικηγόρος τῆς κοινότητος Κλεινοβοῦ, μοὶ εἶπεν ἐν ὀργῇ καὶ ἀγανακτήσει: «πρέπει νὰ καταγγείλητε τὴν ἀπόφασιν ὡς πλαστήν, διότι κατ’ αὐτὴν ἔλαβον μέρος ὁ δεῖνα καὶ δεῖνα καὶ δεῖνα δικαστής, ἐνῷ κατὰ τὴν διάσκεψιν εἶχον λάβει μέρος ἄλλοι!» (αἴσθησις).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δύναται ν’ ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν πρακτικῶν.
§154Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω κανένα. Ἴσως τοῦτο ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν Δικαιοσύνην, λαμβάνων τὰ κατάλληλα μέτρα. Σᾶς λέγω μόνον, ὅτι ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις κατὰ πλειονοψηφίαν.
§155Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. Ποῖοι δικασταὶ ἦσαν αὐτοί;
§156Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Δὲν θέλω νὰ τοὺς ὀνομάσω. Ἐξεδόθη ἀπόφασις κατὰ πλειονοψηφίαν, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Πρωτοδικεῖον Λαρίσης εἶπεν, ὅτι ἀκύρως ἐδόθη ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου ὁ ὅρκος, διότι αὐτὸς δὲν ἔλαβε τὴν ἄδειαν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου. Νομολογία πρωτοφανής! Δηλαδὴ ἐπήχθη ὁ ὅρκος εἰς τὴν κοινότητα, τὸν ἐδέχθη ἡ κοινότης κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ ἐτάχθη προθεσμία οὐχὶ πρὸς δήλωσιν, ἀλλὰ πρὸς δόσιν τοῦ ὅρκου. Προσῆλθεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἔδωκε τὸν ὅρκον. Ἀλλὰ τὸ Δικαστήριον κατὰ πλειονοψηφίαν, διὰ ψήφων 2 κατὰ 1, λέγει: «Ἐπειδὴ ὁ Πρόεδρος τῆς κοινότητος ὤφειλε νὰ λάβῃ καὶ τὴν ἄδειαν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, ἀκύρως ἐδόθη ὁ ὅρκος!» Πρωτοφανὴς νομολογία! διότι τὴν νομολογίαν τὴν ἰδικήν μας διέπει εἰδικὸς νόμος, οὐδέποτε δ’ ἐγένετο τοιοῦτόν τι. Λοιπὸν ἀπερρίφθη ἡ ἀγωγὴ τῆς κοινότητος ὡς ἀβάσιμος. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀγωγῆς περὶ διαταράξεως. Προσέρχομαι εἰς τὸ Δασονομικὸν τμῆμα καὶ κάμνω παραστάσεις: «—Διατὶ ἐξακολουθεῖτε, Κύριοι, δίδοντες ἀδείας; —Διότι ἔχουσι τίτλους. — Ἀλλ’ οἱ τίτλοι δὲν εἶναι ἰδικοί των. Δὲν εἶναι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι τοὺς προσήγαγον. Αὐτοὶ δὲ, οἱ ὁποῖοι τοὺς προσήγαγον, ὡμολόγησαν καὶ πρὸ καὶ μετά, καὶ ἤδη ὁμολογοῦσι διὰ δηλώσεως ἐπισήμου, ὅτι δὲν εἶναι ἰδιοκτῆται. — Ἀλλ’ ἐξεδόθη καὶ ἀπόφασις. — Ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν λέγει τίποτε ἄλλο, παρ’ ὅτι ἀπορρίπτει ὡς ἀβάσιμον μίαν ἀγωγὴν περὶ διαταράξεως κατοχῆς. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἀποδεικνύεται καὶ τίς εἶναι ὁ κάτοχος· διότι πιστοποιεῖ μίαν κατάστασιν ἀναγομένην εἰς τὸν κατὰ τὴν ἔγερσιν τῆς ἀγωγῆς χρόνον.»
§157Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. Κατὰ τίνος ἀπηυθύνετο ἡ ἀγωγή;
§158Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ἀπηυθύνετο κατὰ τοῦ Μαντζούκα.
§159Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. Διατί;
§160Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ὡς διαταράξαντος τὴν νομὴν τῆς κοινότητος. Δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ἐκ τοῦ ὅτι ἀπερρίφθη ἡ ἀγωγὴ τῆς κοινότητος, δὲν ἕπεται, λέγω, ὅτι ἀπέκτησεν ὁ Μαντζούκας τὴν κατοχήν. Διότι πιθανὸν νὰ ἀπερρίφθη ἡ ἀγωγή, λόγῳ ὅτι δὲν διεταράχθη ἡ κατοχή. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἀπόφασις ἀνάγεται εἰς τὸν κατὰ τὴν ἔγερσιν τῆς ἀγωγῆς χρόνον. Τοῦτο καὶ μόνον βεβαιοῖ ἡ ἀπόφασις, ἂν ὑπῆρχον τὰ στοιχεῖα τῆς ἀγωγῆς περὶ διαταράξεως τῆς νομῆς κατὰ τὸ 1895! Ἀλλ’ ὑποτεθείσθω πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1895 καὶ μετὰ ταῦτα ἡ κοινότης δὲν εἶχε τὴν νομὴν, ἀλλὰ κατέλαβε τὴν νομὴν — ὅπερ εἶναι πραγματικὸν γεγονὸς — ἐν ἔτει 1898 ἢ 1899· ἕπεται ἐκ τῆς ἀποφάσεως, ὅτι εἶναι νομεὺς ὁ Μαντζούκας; Ὄχι βεβαίως. Μία γνώμη ὑποστηρίζεται θεωρητικῶς, ἐν σχέσει πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα· ἐὰν ὁ ἐναγόμενος ἐπὶ διαταράξει νομῆς ἰσχυρισθῇ, ὅτι αὐτὸς ἔχει τὴν νομὴν, δύναται νὰ ἐπιδικασθῇ αὐτῷ ἡ νομή, — πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν παραδέχονται οἱ πλεῖστοι. Εἶναι τοῦ μακαρίτου Οἰκονομίδου γνώμη μεμονωμένη. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, καὶ ἂν τὴν γνώμην αὐτὴν παραδεχθῶμεν, ὅτι Μαντζούκας αὐτὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι αὐτὸς εἶναι νομεὺς; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἰσχυρίσθη τοῦτο, δὲν ἐπεδικάσθη εἰς αὐτὸν ἡ νομή. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ νομὴ δὲν ἐπεδικάσθη εἰς αὐτὸν, ἀφοῦ δὲν ἦτο ἐνάγων ὁ Μαντζούκας, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ ἐνοικιάσεως, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ ἐνδείκνυται, τίς ὁ νομεὺς, ἀφοῦ πρόκειται περὶ νομῆς τόσον ἐπιληψίμου, τόσον ἑλκώδους, τόσον ἐγκληματικῆς, πῶς σὺ τὸ Κράτος, ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία καὶ εἰς τὸν ἰδιώτην δύνασαι νὰ ἀρνηθῇς, ἐν τῇ διακριτικῇ σου ἐξουσίᾳ, νὰ χορηγήσῃς ἄδειαν ὑλοτομίας, ὅταν πρόκηται περὶ δάσους, — διότι πρόκειται περὶ γενικωτέρων συμφερόντων, — πῶς σύ, λέγω, ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία ἀρνεῖσαι εἰς ὅλας τὰς κοινότητας, αἱ ὁποῖαι εἶχον καὶ ἔχουσι πασιφανῶς τὸ δίκαιον, ἀρνεῖσαι ἀδείας ὑλοτομίας, διότι δὲν σοῦ ἔφεραν τίτλους, πῶς, λέγω, δίδεις εἰς τὸν Μαντζούκαν ἄδειαν; Ἰδοὺ λοιπὸν ποῦ θέλω νὰ καταλήξω, κ. Ἀγγελόπουλε καὶ κ. συνάδελφε ἐκ Ξηροχωρίου· θέλω νὰ καταλήξω εἰς τὸ ὅτι κακῶς ἐδίδοντο αἱ ἄδειαι εἰς τὸν Μαντζούκαν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὰ δικαιώματα παρὰ τῶν ψευδοπαπαγιανναίων, παρ’ ἐκείνων δηλαδή, οἱ ὁποῖοι ὡμολόγησαν καὶ ἐξακολουθοῦσι καὶ σήμερον ἔτι ὁμολογοῦντες, ὅτι δὲν εἶναι κύριοι, δὲν εἶναι νομεῖς τῶν δασῶν· κακῶς ἐδίδετο καὶ ἐξακολουθεῖ διδομένη ἡ ἄδεια εἰς τὸν Μαντζούκαν, στηριζόμενον ἐπὶ τίτλων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκουσιν οὔτε εἰς αὐτὸν οὔτε εἰς τοὺς δικαιοπαρόχους αὐτοῦ· κακῶς δίδεται εἰς τὸν Μαντζούκαν ἡ ἄδεια, ὅταν ἐξ ἐπισήμων συμβολαίων ἀποδεικνύηται κομβολόγιον ἐγκλημάτων! Ἐγὼ, Κύριοι, αὐτὸ τὸ καθῆκον εἶχον νὰ παραπονεθῶ διὰ τὴν μέχρι τοῦδε χορηγίαν ἀδείας ὑλοτομίας, ἀδείας, τὴν ἀναστολὴν τῆς ὁποίας ὑπέδειξαν Νομάρχης, Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, Δικαστικὸς Σύμβουλος. Ἐὰν μέχρι σήμερον ἡ ἄδεια δὲν ἀνεστάλη, τοῦτο δὲν εἶναι ἐμὸν ἔργον.
§161ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ τελευταία ἄδεια πότε εἶναι, κύριε Γιαννουσίου;
§162Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Θὰ προσθέσω δὲ καὶ τοῦτο. Περὶ 2,300 στρεμμάτων γίνεται ὁ ἀγὼν ἀλλ’ ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ δάσος ἐκεῖνο συνίσταται ἐξ 73,000 στρεμμάτων. Διατί σὺ Πολιτεία, σὺ κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, σὺ Δασονομικὸν τμῆμα, δὲν χαρακτηρίζεις τοὐλάχιστον ὡς δημόσια αὐτὰ τὰ δάση, ἀφοῦ ἠθέλησες νὰ χαρακτηρίσῃς ὅλα τὰ ἄλλα, διατὶ δὲν χαρακτηρίζεις ὡς δημόσια 73 χιλιάδας στρέμματα; Δὲν ὁμιλῶ περὶ προστασίας, οὔτε ἐννοῶ νὰ θίξω τὴν ὑπόληψιν οὐδενὸς προσώπου. Ἀλλ’ ἂν μοὶ ἐπετρέπετο, θὰ παρεκάλουν νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παύσῃ ἡ ἀγανάκτησις, εἴτε δικαία εἴτε ἄδικος, ἡ ὁποία κατέχει ὁλόκληρον τὴν ἐκεῖ κοινωνίαν.
§163Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θλίβομαι ἀληθῶς, κύριοι συνάδελφοι, καὶ στενοχωροῦμαι, διότι εἰς τοιαύτην ὥραν καὶ μετὰ τοιοῦτον μαρτυρολόγιον ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ προσθέσω ὀλίγας σταγόνας πικρίας εἰς τὸ ποτήριον τῆς ὑπομονῆς ὑμῶν. Θὰ προσπαθήσω νὰ ἦμαι βραχύτατος, ὥστε καὶ ἡ πικρία, τὴν ὁποίαν ἐξ ἐμοῦ θὰ αἰσθανθῆτε, νὰ ἦναι μετριωτέρα. Ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι δὲν εἶναι πρέπον ν’ ἀφίνωνται ἄνευ ἀπαντήσεως ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔρχονται καὶ ἐκτοξεύουν ἐντεῦθεν ὅλως ἀνυπόστατα πράγματα καὶ κατηγορίας. Κατηγορήσατε καὶ προχθὲς καὶ σήμερον τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν σχετικὴν πρὸς τὴν δασοκομίαν, καὶ εἴπετε καὶ προχθές, ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὕτη κατέχεται ὑπὸ μιᾶς ψυχώσεως, ὑπὸ τῆς ψυχώσεως, ὅλα τὰ δάση τῆς Ἑλλάδος νὰ κηρυχθῶσιν ἐθνικά.
§164Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Τῆς Θεσσαλίας.
§165Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ἔρχεσθε καὶ κατηγορεῖτε ἀντιθέτως τὴν αὐτὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι ἀνεγνώρισε δάση ἰδιωτικά! Σχετικῶς, Κύριοι, πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ δάσους Κλεινοβοῦ, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω τὰ ἑξῆς. Περὶ τοῦ δάσους αὐτοῦ ὑπεβλήθησαν τίτλοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐζητήθησαν δυνάμει τῶν τίτλων τούτων ἄδειαι ὑλοτομίας. Τὸ Δασικὸν τμῆμα εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ, ἂν οἱ τίτλοι οὗτοι ἦσαν γνήσιοι καὶ ἂν ἦσαν γνήσιοι, εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκδώσῃ ἀδείας ὑλοτομίας. Ἔπεμψε λοιπὸν τοὺς τίτλους τούτους εἰς τὸ Αὐτοκρατορικὸν Γραφεῖον τῆς Τουρκίας, καὶ ἠρώτησεν, ἂν οἱ τίτλοι ἦσαν γνήσιοι,— διότι, ὡς γνωστόν, ἄπειροι τίτλοι προσάγονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὧν οἱ περισσότεροι εἶναι ψευδεῖς, διότι ἀνεπτύχθη ἐν Θεσσαλίᾳ μία βιομηχανία ψευδῶν τίτλων δασῶν, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον καθῆκον ἔχει νὰ ἐξελέγχῃ τοὺς τίτλους τούτους. — Ἔπεμψε λοιπὸν τοὺς τίτλους αὐτοὺς εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Αὐτοκρατορικὸν Γραφεῖον, καὶ ἠρώτησεν, ἂν οἱ τίτλοι, οἱ προσαγόμενοι ὑπὸ τῶν κληρονόμων Παπαγιάννη, εἶναι γνήσιοι, καὶ τὸ Αὐτοκρατορικὸν Γραφεῖον ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι γνήσιοι, γνησιώτατοι, ὅτι εἰς τὰ βιβλία τοῦ Ὀθωμανικοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Γραφείου εἶναι ἐγγεγραμμένα τὰ δάση ὡς ἰδιόκτητα. Ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὴ Πρεσβεία ἐπιστοποίησε δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων πάντα ταῦτα, καὶ ὅτε ἦλθεν εἰς Ἀθήνας ἡ ἀπάντησις, τὸ Δασικὸν τμῆμα ἡτοιμάζετο νὰ ἐκδώσῃ τὰς ἀδείας ὑλοτομίας εἰς τοὺς προσαγαγόντας τοὺς τίτλους, ἀλλ’ ὑπεβλήθη μία ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος Κλεινοβοῦ, ἰσχυριζομένων ὅτι οἱ τίτλοι εἶναι μὲν γνήσιοι, ἀλλὰ δὲν ἀνήκουσιν εἰς τοὺς κληρονόμους Παπαγιάννη, διότι οὗτος, ὅτε ἀπέκτησε τοὺς τίτλους, ἐνήργει κατ’ ἐντολὴν καὶ ἐξ ὀνόματος τῆς κοινότητος, καὶ ὅτι ἑπομένως οἱ τίτλοι οὗτοι ἦσαν καὶ εἶναι τῆς κοινότητος. Τὸ Δασικὸν τμῆμα, εὑρεθὲν ἀπέναντι τοιαύτης περιπλοκῆς, ἀπηυθύνθη εἰς τὸ Δικαστικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἠρώτησε: «δύναμαι νὰ ἐκδώσω ἀδείας ὑλοτομίας εἰς τοὺς προσαγαγόντας τοὺς τίτλους; ἢ πρέπει ν’ ἀκούσω τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι οἱ τίτλοι οὗτοι δὲν ἀνήκουσιν εἰς τοὺς προσαγαγόντας;» Τὸ δὲ Νομικὸν Συμβούλιον ἐν ὁλομελείᾳ ἀπεφάνθη, ὅτι πρέπει νὰ ἐκδοθῶσιν αἱ ἄδειαι ὑλοτομίας. Ἠρώτησα πρὶν τὸν συνάδελφον, ἂν ὑπάρχει γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ἀπαντήσῃ. Ὑπάρχει λοιπὸν τοιαύτη ὑπὲρ τῆς ἐκδόσεως ἀδειῶν. Τὸ αὐτὸ δὲ Συμβούλιον εἶπεν, ὅτι, ἂν ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ τίτλοι ἀνήκουσιν εἰς αὐτούς, οὗτοι πρέπει ν’ ἀποταθῶσιν εἰς τὰ Δικαστήρια. Καὶ οὕτω τὸ Δασικὸν τμῆμα, συμμορφωθὲν μὲ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἐξέδωκε τὰς ἀδείας ὑλοτομίας.
§166Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ἐγὼ ἀνέγνωσα ὅλην τὴν δικογραφίαν, καὶ δὲν εἶδον ἀπόφασιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ φρονῶ, μεθ’ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν εἰς τοὺς νομικοὺς συμβούλους, ὅτι θὰ ἦτο παραλογισμὸς νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶπε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὅτι εἶναι γνήσιος ὁ τίτλος π. χ. διὰ τὸν Ζέρκα, ἀλλ’ ὅταν παρουσιάζῃ τὸν τίτλον αὐτὸν ὁ Γιαννουσίου, ὀφείλει τὸ τμῆμα νὰ δώσῃ ἄδειαν εἰς τὸν Γιαννουσίου.
§167Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί θὰ εἰπῇ αὐτό;
§168Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ἂν ἐγὼ εὕρω τίτλους διὰ δάσος ἰδικόν σας, τοῦ μακαρίτου Ἀγγελοπούλου, τοῦ πατρός σας, ἂν τοὺς εὕρω ἐγὼ καὶ τοὺς παρουσιάσω εἰς τὸ Δασικὸν τμῆμα, θὰ μοὶ δώσῃ ἄδειαν;
§169Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν δύναται νὰ τὸ κρίνῃ τὸ Δασικὸν τμῆμα, διότι τὸ Δασικὸν τμῆμα δὲν δικάζει. Τὸ Δασικὸν τμῆμα εἶχεν ἐνώπιόν του τίτλους γνησίους, προσαγομένους ὑπὸ τῶν κληρονόμων Παπαγιάννη· ἔχον δ’ ὑπ’ ὄψει αὐτοῦ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἐξέδωκεν ἄδειαν ἐπ’ ὀνόματι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσήγαγον τοὺς τίτλους.
§170Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη γνωμοδότησις.
§171Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει. Διὰ τοῦτο δὲ νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ μεμφθῇ τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν ὅτι κακῶς ἐξεδόθη ἡ ἄδεια αὕτη. Δύνασθε ν’ ἀποταθῆτε εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ ν’ ἀποδείξητε, ὅτι οἱ τίτλοι εἶναι κλεμμένοι.
§172Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Τὸ Δημόσιον τὰ λιβάδια ἐκεῖ τὰ ἐνοικιάζει ὡς ἰδικά μας.
§173Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ λιβάδια δὲν ὑπάγονται εἰς τὸ Δασικὸν τμῆμα, ὑπάγονται εἰς ἐξαιρετικὰς διατάξεις. Ἄλλαι αἱ διατάξεις περὶ λιβαδίων, καὶ ἄλλαι αἱ περὶ δασῶν καὶ ὑλοτομίας.
§174Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἶναι πρωτοφανὴς τακτικὴ νὰ ἔρχηται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς Βουλευτὴς νὰ ὑποστηρίζῃ τμῆμα Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν ἢ Ἐσωτερικῶν. Νομίζω ὅτι τὴν εὐθύνην ὁλόκληρον τῆς πράξεως ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε ὁ νῦν εἴτε ὁ πρώην, ὁ δὲ τμηματάρχης τῶν δασῶν δὲν δύναται ἢ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἄν τις ἔπταισε, δὲν ἔπταισεν ὁ τμηματάρχης, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργός, εἴτε ὁ νῦν εἴτε ὁ πρώην, καὶ αὐτὸς πρέπει νὰ δώσῃ λόγον, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐμελέτησε τὸ ζήτημα ἀκόμη, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀπήντησεν. Ἐπιφυλάσσεται βεβαίως νὰ ἀπαντήσῃ, ἀφοῦ μελετήσῃ τὴν σχετικὴν δικογραφίαν.
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εὗρον τὴν ὑπηρεσίαν τὴν δασικὴν εἰς ἄλλην κατάστασιν, παρὰ ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο κατὰ τὸ 1897...
§176Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καλλιτέραν ἢ χειροτέραν;
§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν ἐννοῆτε καλλιτέραν ἢ χειροτέραν τὴν ταχεῖαν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων, τοῦτο εἶναι γνώμη· ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἦτο ταχυτέρα τότε ἢ νῦν. Τότε διηύθυνε τὸ τμῆμα τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας ὁ μακαρίτης Χλωρὸς, τὰ τῶν δασῶν δὲ τῶν προσαρτηθεισῶν εἰς τὸ Κράτος ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου ἐβεβαίου πίναξ, ὅστις κατηρτίσθη κατὰ τὴν κατάληψιν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων. Ἄν εἶναι ἀκριβὴς ὁ πίναξ οὗτος ἢ δὲν εἶναι, δὲν γνωρίζω. Ἐπειδὴ εὗρον αὐτὸν ἀποδεδεγμένον ὡς ἀληθῆ, ἐξηκολούθησα καὶ ἐγὼ νὰ στηρίζω ἐπ’ αὐτοῦ τὰς πράξεις μου. Ἑπομένως ἐπὶ τῶν δασῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφοντο ἐν τῷ πίνακι ὡς δάση ἐθνικὰ, ἐδίδομεν ἀδείας ἐν ὀνόματι τοῦ Δημοσίου, ἐπὶ τῶν δασῶν δὲ, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφοντο ὡς ἰδιωτικὰ, ἐξετελοῦμεν ὡσαύτως τὰ διατασσόμενα ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἀλλὰ νῦν δὲν εὕρομεν τὰ πράγματα οὕτω, διότι εὕρομεν νέον καθεστώς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι τὸν κανόνα, ὅτι πᾶν δάσος, τοῦ ὁποίου τίτλος δὲν προσεκομίσθη εἰς τὴν Διοίκησιν, ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀπεδέχθη ἡ Ἀντιβασιλεία κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐγκατεστάθη ἡ Βασιλεία ἐν Ἑλλάδι, ἀφοῦ δι’ ἑνὸς Διατάγματος προσεκάλεσε πάντας τοὺς ἔχοντας ἀξιώσεις ὅτι εἶναι ἰδιοκτῆται δασῶν νὰ καταθέσωσι τοὺς τίτλους των ἐντὸς προθεσμίας, δὲν ἀνεγνώρισε δὲ δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ δασῶν, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν προσήγαγον τίτλους. Τὴν ἀρχὴν ταύτην δὲν ἀποδέχομαι, οὔτε νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ἐπικηρύττωσιν ἢ νὰ ἀποδέχωνται καὶ ἐφαρμόζωσιν αὐτὴν τὰ Κράτη. Ἀλλὰ κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας δὲν ἐγένετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου· κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου συνεστήθη ἡ Μικτὴ λεγομένη Ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἐξ Ὀθωμανῶν καὶ Ἑλλήνων, αὕτη δὲ ἐξήταζε τοὺς τίτλους τῶν διαφόρων ἰδιοκτητῶν εἴτε γαιῶν εἴτε δασῶν, καὶ ἀπεφαίνετο ἐπὶ τούτων. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Θεσσαλίας συνεστήθη μὲν μία ἐπιτροπὴ, διωρίσθησαν μέλη τινὰ ἐν Λαρίσῃ, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη δὲν εἰργάσθη παντάπασιν· ἔμειναν δ’ οὕτω τὰ πράγματα ἐκκρεμῆ. Ὑπῆρχεν εἷς πίναξ τῶν δασῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ Δημόσιον, ὡς προεῖπον, ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ καταγωγὴ τοῦ πίνακος, δὲν γνωρίζω· ἐνθυμοῦμαι μόνον, ὅτι μοὶ εἶπον τότε, ὅτι κατηρτίσθη ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία εἶχε δυνηθῆ νὰ συλλέξῃ ἐκ τοῦ Γραφείου τῆς Ὀθωμανικῆς Διοικήσεως. Τώρα ὅμως ὁ πίναξ αὐτὸς δὲν θεωρεῖται ἰσχύων, ἐγένετο δ’ ἄλλο καθεστὼς, κατὰ τὸ ὁποῖον πολλὰ δάση, τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦντο πρότερον ὡς ἀνήκοντα εἰς τὰς κοινότητας, δὲν θεωροῦνται πλέον ὡς ἀνήκοντα εἰς αὐτάς. Οἱ ἰσχυριζόμενοι, ὅτι τὰ δάση ταῦτά εἰσι κοινοτικὰ, προβάλλουσιν ὅτι ὑπὸ τὴν Τουρκίαν αἱ κοινότητες δὲν ἠδύναντο νὰ ἦναι νομικὰ πρόσωπα καὶ νὰ ἔχωσι δικαίωμα κυριότητος· παρουσιάζοντο δύο μέλη τῆς κοινότητος, καὶ ἠγόραζον τὸ δάσος, ὡς ἴδιον αὐτῶν κτῆμα, ἀλλὰ τὸ δάσος αὐτὸ ἦτο κοινοτικόν. Οἱ προβάλλοντες δ’ ὅτι τὰ δάση ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον οὐδὲν τούτων στέργουσιν. Ἐγὼ πολλάκις ἐξέφρασα τοὺς δισταγμούς μου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν, μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἐργασία τις ἐμμονωτέρα καὶ μᾶλλον συνεχὴς, διὰ νὰ ἀνευρεθῇ ἡ ἀλήθεια καὶ ἐκλείψωσι τὰ παράπονα ταῦτα. Καὶ ἀληθῶς, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον, καθ’ ἡμέραν ἀκούω παράπονα τοιαῦτα, καὶ πάντοτε ζητῶ παρὰ τοῦ διευθύνοντος τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἀνακοινώνει· ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην ἔτι νὰ σχηματίσω γνώμην ἀκριβῆ. Βεβαίως ἡ Διοίκησις πρέπει νὰ φωτισθῇ περὶ τούτων, καὶ νὰ χαράξῃ ὁμαλωτέραν πορείαν· δὲν ἔκρινα ὅμως, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνατρέψω τὸ καθεστὼς, πρὶν ἢ πεισθῶ, ὅτι εἶναι πλημμελὲς ἢ ἀτελές. Ἐξακολουθῶ νὰ ζητῶ τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐλπίζω μετά τινα καιρὸν νὰ τὴν εὕρω. Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι τὸ γε νῦν νὰ ἔχω ἀσφαλῆ γνώμην.
§178Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήνεγκεν, ὅτι εὗρεν ἀλλοῖον καθεστὼς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀφῆκεν εἰς παρῳχημένον χρόνον, ἐπιρρωνύει τὴν γνώμην ἡμῶν τῶν φρονούντων, ὅτι πᾶν μέσον καὶ πάντα τρόπον μετεχειρίσθη ἡ δασονομικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως χαρακτηρίσῃ πᾶν δένδρον ἐπὶ ἑλληνικῆς γῆς ὡς ἐθνικόν. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος, συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς δασονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ᾠκειοποιήθη δικαίωμα ἀλλότριον.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δά! Ὁ Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅ,τι νομίζει ὀρθόν.
§180Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἶπεν ὅτι γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου λέγει τοῦτο καὶ ἐκεῖνο, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχεν εἰς χεῖράς του καμμία γνωμοδότησις! Τὸ πρᾶγμα αὐτὸ βεβαίως δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, διότι ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ τὸ δέχεται ἢ δὲν τὸ δέχεται ὡς ἀληθές. Ἀλλ’ ἔχω νὰ ὑπομνήσω ἀντίθετον γνώμην εἰς τὸν κύριον Ἀγγελόπουλον, τὴν ὁποίαν ἡ δασικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ ὡρισμένα ἔγγραφα, ἐξ ὧν θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι, καίτοι ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος, καίτοι ἡ ὁλομέλεια τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἀπεφήνατο κατὰ τὸν δεῖνα τρόπον, ἡ δασονομικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔπραξε κατ’ ἀντίθετον τρόπον. Δὲν ἐπεκτείνομαι τώρα εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι ἐπιφυλάσσομαι νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τὰ ῥηθέντα ἔγγραφα, καὶ τότε ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν θὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ κ. Ἀγγελόπουλος δὲν ἔχει δίκαιον, συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δασικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§181Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅτι ἄλλοτε ὑπῆρχε πίναξ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἀνεγνωρίζοντο ἄλλα μὲν δάση ὡς ἰδιωτικὰ, ἄλλα ὡς κοινοτικὰ καὶ ἄλλα ὡς δημόσια. Δὲν εἴπετε οὕτω;
§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§183Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι αὐτὸς ὁ πίναξ ἔπρεπε νὰ ἰσχύῃ καὶ τώρα· διότι δὲν προῆλθεν ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἦτο δυνατὸν νὰ παρέσχεν ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία, ἀλλὰ βεβαίως συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει ἑτέρου πίνακος, ὁ ὁποῖος ἐπεδόθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὀλίγον μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἀφεώρα τὰς ἰδιοκτησίας τοῦ Ὀθωμανικοῦ Δημοσίου, ἃς τοῦτο ἐκέκτητο ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ διὰ τὰς ὁποίας μάλιστα ἐζήτει, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια ἀποζημίωσιν. Τὸν πίνακα τοῦτον θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσαγάγῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν, διότι μὲ ἐνδιαφέρει εἰδικῶς, καθόσον τὰ κοινοτικὰ δάση τοῦ Ἁλμυροῦ, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, δὲν ἀναφέρονται ποσῶς ἐν αὐτῷ, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου σειρὰ ὁλόκληρος δασῶν καὶ ἐν Καλαμπάκᾳ καὶ ἐν Τρικκάλοις καὶ ἀλλαχοῦ ἀναφέρονται. Ἀπὸ τοῦ 1898, νομίζω, ἤρξατο ἡ ἐνέργεια τοῦ Δασικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τῶν κοινοτικῶν δασῶν τῆς Θεσσαλίας· ἀγνοῶ δὲ, τίνα ἐπικαλουμένη νόμον ἡ δασικὴ ὑπηρεσία ἠξίωσε τὴν προσαγωγὴν τίτλων πρὸς ἀπόδειξιν τῆς κυριότητος τῶν δασῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου βεβαίως δὲν ἀποδέχεται, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Διάταγμα τῆς 17 Νοεμβρίου 1836, τὸ θεσπίσαν τὴν προσαγωγὴν τοῦ ὀθωμανικοῦ ἐγγράφου τίτλου, ἐν ἐλλείψει τοῦ ὁποίου τὰ δάση ἐκηρύσσοντο δημόσια. Τὸ Β. Διάταγμα τοῦτο φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ οὐ μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλ’ οὐδ’ ἐπὶ τῶν ἄλλων δασῶν, τῶν ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι φυομένων τυχὸν σήμερον, διότι ἦτο καθαρῶς φύσεως παροδικῆς, καὶ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ περιωρίζετο εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐξεδόθη.
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, τῆς Ἀντιβασιλείας, ἐφηρμόσθη, ὡς ἐνθυμοῦμαι καλῶς, διότι δάση, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς κτήματα τῆς οἰκογενείας μου, ἐθεωρήθησαν δημόσια, λόγῳ ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν δὲν προσήγαγον τοὺς τίτλους αὐτῶν.
§185Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἐφηρμόσθη βεβαίως διὰ τὰ δάση ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ· ἀλλ’ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι σήμερον ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι ἐφύη δάσος, τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῶν δασῶν τῆς Θεσσαλίας δὲν ἔχει ἰσχὺν τὸ Διάταγμα.
§187Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κατηγορήσω τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν, προσπαθῶ νὰ ἀνεύρω ἀλλαχοῦ τὴν αἰτιολογίαν τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τέλος πάντων ἐπιδιώκω νὰ μάθω, τίς εἶναι ὁ νόμος, ὅστις ἐπέβαλε τὴν ἐνέργειαν ταύτην.
§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὸν πίνακα αὐτὸν, ὁσάκις τὸν ἐζήτησα, μοὶ προσήγαγεν ὁ τότε τμηματάρχης τοῦ Βʹ τμήματος τῶν ἀμέσων φόρων Ἰωάννης Χαραλάμπης, ἐν τῷ τμήματι τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ὁ πίναξ οὗτος.
§189Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἀλλ’ ἂν τὸ Διάταγμα τοῦ 1836 δὲν ἰσχύῃ, πόθεν λοιπὸν ὡρμήθη ἡ δασικὴ ὑπηρεσία; Ἔχομεν τὸν πίνακα τῶν δασῶν, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κτημάτων αὐτῆς, ἐν ᾧ δὲν ἀναφέρονται, ὡς προεῖπον, τὰ δάση τοῦ Ἁλμυροῦ. Διατὶ λοιπὸν τὸ τμῆμα τῶν δασῶν θέλει νὰ διεκδικήσῃ αὐτὰ ὡς δημόσια; Ἴσως ἔπραξε τοῦτο βασιζόμενον ἐπί τινος σχετικοῦ ἄρθρου τῆς συνθήκης τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας. Δὲν ἔχω τὴν συνθήκην ἐνταῦθα, ἀλλὰ βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι λέγει που ἡ σύμβασις αὕτη, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θ’ ἀναγνωρίζῃ τὸ τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα ἐπὶ βοσκῶν, γαιῶν, δασῶν κλπ. κατεχομένων δυνάμει χοτζετίων, φιρμανίων, ταπίων, ἢ καὶ δυνάμει τῶν Ὀθωμανικῶν νόμων. Ἀνέφερε δὲ καὶ ὁ κ. ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτής, ὅτι δυνάμει τοῦ περὶ γαιῶν Ὀθωμανικοῦ νόμου, ὅστις, οὕτως εἰπεῖν, ἐκωδικοποίησε τὰς πρὸ τῆς κατὰ τὸ 1857 ἐκδόσεως τοῦ ἀστικοῦ Ὀθωμανικοῦ νόμου ἰσχυούσας διατάξεις, τὰ δάση τὰ κοινοτικὰ ἐν Τουρκίᾳ δὲν εἶχον ἀνάγκην τίτλων, διότι ἐκ τοῦ νόμου εἶχον τὸ δικαίωμα τὰ μέλη τῆς κοινότητος νὰ νέμωνται δι’ ἰδίαν χρῆσιν τὰ δάση τὰ περιβάλλοντα τοὺς συνοικισμούς, ἐν οἷς εὑρίσκοντο αἱ κοινότητες.
§190Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ δι’ ἐμπορίαν.
§191Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Καὶ δι’ ἐμπορίαν. Αὐτὸ τὸ εἶπε καὶ ὁ κ. Γιαννουσίου ἐπανειλημμένως.
§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Φέρω παρατήρησιν ἐπὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων. Εἶπεν ὅτι ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τῶν κοινοτήτων, ἵνα ὑλοτομῶσι καὶ δι’ ἐμπορίαν. Ἡ ὑπηρεσία τῶν δασῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἔχει ἄλλην γνώμην, φρονοῦσα ὅτι ὑπὲρ τῶν κοινοτήτων ὑπάρχει τὸ δικαίωμα μπαλταλίκι, δηλαδὴ τὸ δικαίωμα τῆς νομῆς τοῦ δάσους διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος.
§193Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Τὰ μέλη τῆς κοινότητος ἐκέκτηντο καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐμπορίας ἐπὶ τῶν ξύλων ἐκείνων, καὶ τὰ μέλη τῆς κοινότητος, κύριε Πρόεδρε, δύνανται μόνα των νὰ ὑλοτομῶσι.
§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἰδική μου γνώμη.
§195Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὄχι. Εἶναι ὁ τουρκικὸς νόμος.
§196Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Δύναμαι ἐν τούτοις νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ ἀστικοῦ Ὀθωμανικοῦ κώδικος ἀναφέρει «καὶ δι’ ἐμπορίαν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διατείνεται, ὅτι ἡ φράσις αὕτη ἡρμηνεύθη, ὅτι «ἕκαστον μέλος τῆς κοινότητος ἠδύνατο νὰ ὑλοτομήσῃ καὶ ἐμπορευθῇ τόσον μόνον, ὅσον ἤθελεν ὑλοτομήσει δι’ ἰδίαν χρῆσιν.» Ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν διακρίνει. Ὁ νόμος ἀναφέρει ῥητῶς, ὅτι «ἐπιτρέπεται ἡ ὑλοτομία καὶ δι’ ἐμπορίαν», καταβαλλομένης εἰς τὸ Δημόσιον τῆς δεκάτης, ἥτις εἶναι ὁ καταβαλλόμενος φόρος ἐπὶ παντὸς προϊόντος τῆς γῆς ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου. Ἀλλὰ τέλος οὕτω σήμερον τὸ Δημόσιον νομίζει, ὅτι θὰ ἐνασκήσῃ τὰ ὑποτιθέμενα δικαιώματά του· θέλει νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντά του. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἄλλην μομφὴν ἀποδίδω εἰς τὸ τμῆμα τὸ δασονομικόν — καὶ τὸ λέγω ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ — ἢ τὴν τοῦ ὑπερβολικοῦ ζήλου. Τὸ Δημόσιον, λέγω, θέλει νὰ διεκδικήσῃ αὐτὰ τὰ δάση; ἂς τὰ διεκδικήσῃ. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐκδίδονται ἄδειαι ὑλοτομίας; Αἱ κοινότητες ἔχουσι τοὐλάχιστον τὴν κτητικὴν παραγραφὴν ὑπὲρ ἑαυτῶν, ἀφοῦ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδειχθῇ καὶ διὰ μαρτυρικῶν ἀποδείξεων, ὅτι αὗται ἐν Θεσσαλίᾳ τὰ δάση ταῦτα ἐνέμοντο πρὸ τῆς προσαρτήσεως, τὸ δὲ Ἑλληνικὸν Δημόσιον μόνον ὡς ἐκδοχεὺς τοῦ Ὀθωμανικοῦ Δημοσίου δικαιοῦται νὰ τὰ διεκδικήσῃ. Ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐκβάσεως τοῦ δικαστικοῦ ἀγῶνος, ὅστις δυνατὸν νὰ ᾖ μακρός, νομίζω ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκδίδῃ ἀδείας ὑλοτομίας, διότι τὰ μέλη τῶν κοινοτήτων νομίμως ἐνέμοντο καὶ νέμονται τὰ δάση, ἀπέζων δὲ ἐκ μόνης τῆς ὑλοτομίας, ἄνευ τῆς ὁποίας ἐξωθοῦνται εἰς ἀπόγνωσιν. Καὶ ἐκ τούτου τολμῶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ συστήσω αὐτῷ, ὅπως, εἰ δυνατὸν, εὐαρεστηθῇ νὰ ἐκδίδῃ τοὐλάχιστον ἀδείας ὑλοτομίας, ὡς κατὰ τὸ παρελθόν.
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι εἶμαι ἐν ἐπιφυλάξει, διότι, ἐὰν δὲν δύναμαι νὰ ἀποφήνωμαι γνώμην, ὅτι τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ἀντικατεστάθη μετὰ τὸ 1897, εἶναι πλημμελές, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ἐπείσθην, ὅτι τοῦτο ἔχει ὀρθῶς. Διὰ τοῦτο ἀσχολοῦμαι νὰ ἐξετάσω τὰ πράγματα, διὰ νὰ σχηματίσω γνώμην· οὐδ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀκολουθήσω ἄλλο σύστημα, ἐὰν πεισθῶ περὶ τοῦ καθεστῶτος.
§198Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ ἦναι δυνατὸν μετὰ τὸ Πάσχα, ὅταν θὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως;
§199ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ μὲ συγχωρήσῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἐγὼ τρίτος παρεμβαίνω εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν· ἀλλ’ αἰσθάνομαι πρὸς τοῦτο τὸ καθῆκον, διότι ἐκ τῆς προηγουμένης μου ὑπηρεσίας ἔχω πως γνῶσιν τοῦ θέματος, καὶ φρονῶ, ὅτι δύναμαι νὰ βοηθήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὴν Βουλὴν συγχρόνως νὰ διαφωτίσω, ἐκ τῶν γνώσεων, ἃς ἔχω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἀληθῶς, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ἐν ὅσῳ τὸ τμῆμα τὸ Δασικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διηύθυνεν ὁ μακαρίτης Χλωρὸς, ἐφηρμόζετο ὁ κανὼν ἐκεῖνος, περὶ οὗ ἐποιήσατο μνείαν ὁ κ. Πρωθυπουργός· διότι τὴν ὑπηρεσίαν καθωδήγει ὁ κατάλογος τῶν κτημάτων ὁ παραδοθεὶς ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν ἐπιτρόπων πρὸς τοὺς Ἕλληνας ἐπιτρόπους τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς συσταθείσης δυνάμει τῆς συνθήκης περὶ παραχωρήσεως τῆς Θεσσαλίας, ἡ ὁποία ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ἐν Λαρίσῃ ἐπὶ 3 ἔτη. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι εἰργάσθη χωρὶς νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτελέσματα, ἀλλὰ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἔχομεν βεβαιωμένον, ὅτι, ἐπειδὴ μεταξὺ τῶν καθηκόντων τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο καὶ τὸ νὰ ὁρίσῃ τὴν ἀποζημίωσιν τὴν ὀφειλομένην εἰς τὴν Τουρκίαν διὰ τὰ κτήματα τὰ δημόσια, τὰ ὁποῖα συνεπείᾳ τῆς παραχωρήσεως περιῆλθον εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἐπελήφθη καὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἡ Ὀθωμανικὴ ἐπιτροπὴ παρέδωκε κατάλογον ἐπίσημον πρὸς τοὺς Ἕλληνας ἐπιτρόπους. Ὁ κατάλογος δὲ οὗτος, ὁ περιέχων τὰς ἀξιώσεις τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἀποζημιώσει τῶν δημοσίων κτημάτων, τῶν περιελθόντων εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατεχωρίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἀνεκοινώθη δὲ δι’ ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰς Οἰκονομικὰς Ἐφορίας τῆς Θεσσαλίας, ἵνα λάβωσι τοῦτον ὡς ὑπογραμμὸν διὰ τὴν τυχὸν καταπάτησιν τῶν δημοσίων κτημάτων, τὰ ὁποῖα δυνάμει τῆς συνθήκης τῆς παραχωρήσεως περιῆλθον εἰς τὸ Δημόσιον τῆς Ἑλλάδος. Μεταξὺ δὲ τῶν κτημάτων τούτων ἀναφέρονται καὶ τὰ δάση τὰ πρὶν ἀνήκοντα εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Δημόσιον, ἤτοι τὸν Σουλτᾶνον, περιελθόντα δὲ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Τὸν κατάλογον τοῦτον δύναται νὰ ἀνεύρῃ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1882, ἐτυπώθη δὲ καὶ ἐν ἰδιαιτέρῳ φυλλαδίῳ, ἵνα δοθῇ αὐτῷ μεγαλειτέρα δημοσιότης καὶ ἀποσταλῇ εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, ὅπως ἔχωσι τοῦτον ὑπ’ ὄψει. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ Θεσσαλία παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα δυνάμει συνθήκης, δὲν κατεκτήθη δὲ διὰ πολέμου, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὡς δὲν ἐφηρμόσθη εἰς τὴν Φθιώτιδα καὶ τὴν Βοιωτίαν, τὸ δίκαιον τοῦ πολέμου, ἀλλὰ τὸ δίκαιον τῶν συνθηκῶν. Διὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Θεσσαλίαν τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον ἐπὶ Βαυαροκρατίας ἐξεδόθη ὑπὸ τῆς Ἀντιβασιλείας, καθ’ ὃ οἱ Βαυαροὶ τότε, ἀγόμενοι ἐκ τῶν ἐν Γερμανίᾳ κρατουσῶν ἰδεῶν, ὅτι τὰ δάση θεωροῦνται ὡς Βασιλικὰ νομήματα, καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Πελοπόννησος καὶ μέρος τῆς Στερεᾶς περιῆλθον εἰς τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος δυνάμει τοῦ πολέμου, ἔθηκαν ὡς ἀρχὴν, ὅτι παρ’ ἡμῖν δάση, ἐφ’ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀποδεδειγμένη ἰδιωτικὴ ἰδιοκτησία, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, διότι αἱ Ὀθωμανικαὶ ἰδιοκτησίαι περιῆλθον δικαιώματι πολέμου εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ἔθηκαν λοιπὸν τὸν κανόνα, ὅτι πᾶν δάσος, ἐφ’ οὗ δὲν ἀποδείκνυται ἰδιωτικὴ ἰδιοκτησία, ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος. Τοῦτον τὸν σκοπὸν εἶχε τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, ὅτε ἔθετε προθεσμίαν ἑνὸς ἔτους διὰ τοὺς ἰδιώτας, ὅπως προσαγάγωσι τοὺς τίτλους των, ἵνα ἐξελεγχθῶσιν ἀπὸ τὸ δασονομικὸν τότε τμῆμα, καὶ ἀποδειχθῇ, ἂν ὁ ἰδιώτης, ὁ προβάλλων τὸν τίτλον, εἶναι ἀληθὴς ἰδιοκτήτης τοῦ δάσους, ἐφ’ οὗ ἀξιοῖ δικαιώματα κυριότητος. Καὶ ἐνταῦθα ἔγκειται ἡ σύγχυσις, ἐξ ἧς προέρχονται ὅλα τὰ ἄτοπα, ἅτινα ἠκούσατε σήμερον ἐξελισσόμενα ἐνώπιον ὑμῶν· διότι, δὲν γνωρίζω πῶς, τὸ Δασονομικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ Διάταγμα τοῦ 1836 καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ἑπομένως ἠθέλησε νὰ κηρύξῃ ἀρχὰς μὴ ἐφαρμοζομένας ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅτι πᾶν δάσος μὴ ἀποδεικνυόμενον ἰδιωτικὸν ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ αἱ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς διετέλεσεν ἡ Θεσσαλία πρὸ τῆς προσαρτήσεως αὐτῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι αὐταὶ αἱ τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου, ἢ μᾶλλον τῶν ἐπαρχιῶν τῶν περιελθουσῶν εἰς τὸ Κράτος δυνάμει τοῦ δικαιώματος τοῦ πολέμου; Βεβαίως ὄχι. Ποῖον εἶναι τὸ πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας καθεστὼς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς κοινότητας; — διότι κυρίως παρατηρῶ καὶ ἐν τῷ ἰδιωτικῷ μου βίῳ, καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σήμερον ἤκουσα ἀναπτυσσόμενον, ὅτι ὁ μέγας ἀγὼν συνίσταται μεταξὺ κοινοτήτων καὶ Δημοσίου.
§200Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μάλιστα.
§201Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κατὰ τὴν Ὀθωμανικὴν νομοθεσίαν εἶναι κανὼν ἀνεγνωρισμένος καὶ μὴ ἀμφισβητούμενος, ὅτι αἱ κοινότητες εἶχον τὴν νομὴν, ἂν μὴ τὴν ἰδιοκτησίαν, — διότι κατὰ τὸ Ὀθωμανικὸν δίκαιον πᾶσα ἡ γῆ ἀνήκει εἰς τὸν Σουλτᾶνον, — εἶχον τὴν νομὴν τῶν δασῶν τῶν κειμένων ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῶν. Τοῦτο προκύπτει οὐ μόνον ἐκ καθεστῶτος προαιωνίου, ἀλλὰ καὶ ἐκ νόμου τουρκικοῦ, μετὰ ταῦτα ἐκδοθέντος· ἔχομεν δὲ νόμον περὶ γαιῶν, οὗτινος ἐμνήσθη ὁ κ. ἐξ Ἁλμυροῦ Βουλευτὴς, ἀναγνωρίζοντα τὴν ἐπικαρπίαν ταύτην εἰς τὰς κοινότητας. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάλογόν τι καὶ παρ’ ἡμῖν, ὡς πρὸς τὰς βοσκὰς, διότι καὶ ἐκεῖναι ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ τουρκικὸν διετέλουν. Καὶ ἔχομεν τὸν νόμον τοῦ 1864, καθ’ ὃν ἐκανονίσθησαν τὰ τῶν βοσκῶν, διότι τοιοῦτος ἀγὼν καὶ ἐνταῦθα συνήπτετο μεταξὺ τῶν κοινοτήτων καὶ τοῦ Δημοσίου. Τὰ τῶν βοσκῶν λοιπὸν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἵτινες περιῆλθον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δυνάμει συνθηκῶν, ὡς ἡ Φθιῶτις, ἐκανόνισεν ὁ νόμος τοῦ 1864. Φρονῶ δὲ, ὅτι τοῦτο σήμερον ἐνδείκνυται εἴπερ ποτέ.
§202Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1864 ἔχει ἄλλον σκοπόν· ἀποβλέπει εἰς τὴν προστασίαν τῆς κτηνοτροφίας εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας, καὶ δὴ τὴν Φθιώτιδα καὶ Φωκίδα, τὴν Αἰτωλίαν καὶ Ἀκαρνανίαν καὶ τὰς ἐπαρχίας Θηβῶν καὶ Λεβαδείας. Ἂν δὲ ἡ Φθιῶτις παρεχωρήθη δυνάμει συνθηκῶν, ἡ Αἰτωλοακαρνανία ὅμως οὐχί.
§203Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐπεξετάθη κατόπιν.
§204Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, ψηφισθέντος τῇ προτάσει τοῦ μακαρίτου Ἐπ. Δεληγεώργη, ἡ ὑποστήριξις τῆς κτηνοτροφίας.
§205Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἡ κατάργησις τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον ἐζήτει ἐπίσης χοτζέτια καὶ τίτλους;
§206Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1864 σκοπεῖ ὅ,τι σᾶς εἶπον.
§207Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Σᾶς συνιστῶ νὰ ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, καθ’ ἣν ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξήνεγκε τὴν γνώμην...
§208Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Ἤμην εἰσηγητής.
§209Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἀπὸ τὴν Ἀντιβασιλείαν ἐσφετερίσθη δικαιώματα νομοθετικῆς ἐξουσίας, ζητήσασα τίτλους καὶ χοτζέτια ἀπὸ τὰς κοινότητας.
§210Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Φρονῶ λοιπὸν ἐν συμπεράσματι, ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἐνδείκνυται ἡ ἀνάγκη λήψεως νομοθετικοῦ μέτρου ἐπὶ ταῖς βάσεσιν, ἃς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς, ὅτι πᾶν δάσος, ἐφ’ οὗ δὲν ἀποδεικνύεται ἰδιωτικὴ κτῆσις, εἶναι δημόσιον, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει, ὅτι ἡ Θεσσαλία παρεχωρήθη διὰ συνθήκης εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐδέχθη τὴν ὑποχρέωσιν, δυνάμει τῆς συνθήκης ἐκείνης, νὰ σεβασθῇ τὴν ἰδιωτικὴν κτῆσιν, ὅταν βεβαίως ἀποδεικνύηται αὕτη, οὐχὶ ὅμως καὶ ὅταν τὰ δικαιώματα τῶν κατόχων ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως ταύτης δὲν ἀποδεικνύωνται, ὅτε φυσικὰ αἱ ἐκτάσεις αἱ δασικαὶ ἀνήκουσιν ὡς ἀδέσποτοι εἰς τὸ Δημόσιον.
§211Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ πόσα ἔτη κατέχων;
§212Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐδῶ δὲν πρόκειται νὰ νομοθετήσω ἐγώ, διότι τότε θὰ ἐσκεπτόμην τὰς λεπτομερείας. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἡ μέλλουσα νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρὸς ἄρσιν ὅλων αὐτῶν τῶν συρράξεων μεταξὺ κοινοτήτων καὶ Δημοσίου, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι τέλος, — διότι αὐτὸ τὸ νέον σύστημα τῆς ἐπιβολῆς καὶ τίτλοι εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἵνα ἐξακριβῶται ἡ γνησιότης αὐτῶν, δὲν εἶναι τὸ ἀσφαλέστερον, — ἡ ἀνακάλυψις νομοθετικοῦ μέτρου, καθ’ ἃ ὑπέδειξα.
§213ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἴπατε ὅτι ἐδημιουργήθησαν ψευδεῖς τίτλοι;
§214Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε συνάδελφε, πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι εἰς τὸ Διφτὲρ–Χανὲ τῆς Κωνσταντινουπόλεως δὲν καταγράφονται ἢ μόνον αἱ μεταβιβάσεις τῆς κυριότητος, καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν προσωρινὴν νομὴν ἢ κατοχήν, ἣν ἂν εἶχον αἱ κοινότητες εἴτε ἐξ ἀνοχῆς τῆς ἐξουσίας ἢ δυνάμει χοτζετίων ἢ ταπίων, αὗται δὲν καταγράφονται εἰς τὸ Διφτὲρ–Χανέ, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ βιβλίον τῆς μεταγραφῆς, τὸ ἀναγράφον τὰς μεταβιβάσεις τῆς κυριότητος, οὐχὶ ἄλλων ἐμπραγμάτων δικαιωμάτων.
§215Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Αἱ κοινότητες δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τίτλους;
§216Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μοῦ ὑπομιμνήσκετε καὶ τοῦτο, ὅτι δὲν ὑπάρχει τίτλος διὰ τὰς κοινότητας ἐπὶ Τουρκίας. Διότι ἡ Τουρκία δὲν ἀναγνωρίζει κοινότητας. Τί συνέβαινε λοιπόν; ὅ,τι συμβαίνει σήμερον εἰς τὴν Τουρκίαν μὲ τὰς ὑφισταμένας κοινότητας, ὅτι παρουσιάζονται δύο ἢ τρεῖς ὡς κύριοι, καὶ ἔγκειται εἰς τὴν καλὴν πίστιν αὐτῶν νὰ θελήσουν νὰ ἀναγνωρίσουν τὰ δικαιώματα τῆς κοινότητος, ἢ νὰ μὴ τὰ ἀναγνωρίσουν. Τοῦτο δὲ πολλάκις συμβαίνει ἐκ μέρους τῶν κληρονόμων, — τοῦτο γνωρίζω ἐξ ἰδιωτικῶν πληροφοριῶν — τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς Θεσσαλίαν σήμερον· κληρονόμοι πολλῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀντιπρόσωποι τῆς κοινότητος, οἰκειοποιοῦνται δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον οἱ πατέρες αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν πληρεξούσιοι καὶ ἀντιπρόσωποι τῆς κοινότητος, διότι τοῦτο κατ’ ἀνάγκην ἐγίνετο, διότι αὐτοὶ παρουσιάζοντο ὡς ἰδιοκτῆται ἐνώπιον τῆς τουρκικῆς ἐξουσίας, καὶ τοῦτο ἀκριβῶς περιπλέκει τὰ πράγματα. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε συνιστῶν ἐπιτροπήν, εἴτε ὁ ἴδιος μελετῶν — ὅταν λάβῃ καιρὸν — τὸ ζήτημα, δέον νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ καθορίσῃ ὅλα αὐτά. Ἄλλως ἀδιακόπως θὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ σύρραξις μεταξὺ τῶν κοινοτήτων καὶ τοῦ Δημοσίου.
§217Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καιρὸς εἶναι, ἡ Κυβέρνησις νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο νομοθετικῶς, ἐὰν νομίζῃ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νομοθετήματος, ἀφοῦ πρὶν δι’ εἰδικῶν ἀνδρῶν πεισθῇ περὶ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῆς νομοθεσίας τῆς κειμένης. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὡς κειμένην νομοθεσίαν ἔχομεν τὸ Διάταγμα τοῦ 1836 καὶ τὴν συνθήκην τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ ἀποφανθῶμεν, ὅτι ἡ ἐπέκτασις τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836 ἐπὶ τῶν δασῶν τῆς Θεσσαλίας δὲν στηρίζεται οὔτε εἰς τὰ κείμενα οὔτε εἰς τὴν λογικήν. Ὁ ἀναγινώσκων τὸ Διάταγμα τοῦ 1836 ἐξ αὐτῶν τῶν λέξεων αὐτοῦ πείθεται, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ τῆς καταστάσεως πραγμάτων τῆς ὑπαρχούσης πρὸ τοῦ πολέμου ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας, διότι ῥητῶς λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἰδιωτικὰ δάση, μεταξὺ τῶν δασῶν τοῦ Βασιλείου, θεωροῦνται μόνον ὅσα δι’ ἐγγράφων ἐκδεδομένων κατὰ τοὺς νομίμους τύπους ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας τουρκικὰς ἀρχὰς, ἀποδειχθῶσιν ὅτι ὑπῆρχον καὶ πρὶν τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνος ἰδιοκτησίαι πλήρεις ἰδιωτῶν.» Θὰ ἦναι παράδοξον νὰ θέλῃ τις σήμερον νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι καὶ μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας κατὰ τὸ 1881 διὰ τῆς ἐπεκτάσεως ἐπ’ αὐτὴν τῆς νομοθεσίας τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου καθιερώθη ἡ αὐτὴ ἀρχή, δηλαδὴ ὅτι μόνον ὅσοι καὶ πρὸ τοῦ 1821, ὅτε ἤρχισεν ἡ Ἑλληνικὴ ἐπανάστασις, κατεῖχον δάση δυνάμει νομίμων τίτλων, αὐτοὶ ἀναγνωρίζονται κύριοι αὐτῶν. Τίνα σχέσιν ἔχει ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1821 καὶ ἡ πρὸ αὐτῆς κατάστασις πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Θεσσαλίας μετὰ τὴν προσάρτησιν εἰς τὴν Ἑλλάδα; Λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν τοιοῦτον νόμον, ἔχοντα περιωρισμένην κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔννοιαν, νὰ ἀναγνωρίζωμεν ὡς κανονίζοντα τὰ ἰδιωτικὰ δικαιώματα ἐπὶ τῶν δασῶν σήμερον. Αἱ περιστάσεις καὶ οἱ ὅροι καθ’ ἑκατέραν τῶν δύο περιπτώσεων εἶναι ἐντελῶς διάφοροι. Ἑπομένως, καὶ ἂν ἤθελε γείνῃ δεκτόν, ὅτι διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς νομοθεσίας τῆς ἰσχυούσης ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ καὶ ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας κατ’ ἐκείνην θὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα, ἔπρεπε πάλιν νέος νόμος νὰ τάξῃ τὴν προθεσμίαν τοῦ ἑνὸς ἔτους πρὸς προσαγωγὴν τῶν τίτλων ἰδιοκτησίας. Τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο· ἀφοῦ δὲ δὲν ἐγένετο, οἱ κάτοχοι δασῶν, ἐφ’ ὧν ἔχουν μὲν καὶ δύνανται νὰ ἀποδείξουν δικαίωμα ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ στεροῦνται τίτλων, ἐξακολουθοῦν νὰ κατέχουν, ἕως οὗ δικαστικῶς ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἀνήκουν ταῦτα εἰς τὸ Δημόσιον. Πολὺ περισσότερον δικαιοῦνται νὰ τὰ κατέχουν οἱ ἔχοντες τίτλους, καίτοι δὲν παρουσίασαν αὐτοὺς ἐντὸς ἔτους, ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὴν Θεσσαλίαν, διότι τοιαύτη ἀνατρεπτικὴ προθεσμία δὲν ἔτρεξε κατὰ τῶν Θεσσαλῶν κατόχων δασῶν. Ἡ νομοθεσία, εἰς ἣν δέον νὰ προσέξωμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δὲν εἶναι τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, ὅπερ δὲν ἐφαρμόζεται ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ ἡ περὶ προσαρτήσεως συνθήκη τοῦ 1881. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 4 τῆς συνθήκης τοῦ 1881, ὅπερ ὁμιλεῖ περὶ ἀναγνωρίσεως τῶν ἰδιοκτησιῶν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; ὅταν τις γινώσκῃ τὴν τουρκικὴν νομοθεσίαν ὅσον ἀφορᾷ τὰ κοινοτικὰ δάση, εὐκόλως τὸ ἐννοεῖ. Τὸ ἄρθρον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει ἀναγνωρίσει ἐν ταῖς παραχωρουμέναις χώραις τὸ τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἀγροκηπίων, βοσκῶν, λειμώνων, νομῶν (γρασιδοτόπων Kechlak), δασῶν καὶ παντὸς εἴδους γαιῶν ἢ ἀκινήτων, κατεχομένων ὑπὸ ἰδιωτῶν ἢ κοινοτήτων δυνάμει φιρμανίων, χοτζετίων, ταπίων καὶ ἄλλων τίτλων, ἢ δυνάμει τῶν ὀθωμανικῶν νόμων.» Ἐρωτᾶται ἤδη, ἐπετρέπετο νὰ κατέχωνται δάση ὑπὸ κοινοτήτων ἐν Θεσσαλίᾳ δυνάμει τῶν ὀθωμανικῶν νόμων; Βεβαίως. Ὁ νόμος περὶ γαιῶν εἶναι καθαρός. Τὸν ἐπεκαλέσθη προχθὲς ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτής. Συνεβουλεύθην καὶ ἐγὼ αὐτὸν παρ’ Ἀριστάρχῃ. Ὁ τουρκικὸς νόμος ἀναγνωρίζει δικαιώματα εἰς τὰς κοινότητας ἐπὶ τῶν δασῶν καὶ χρήσεως καὶ νομῆς καὶ ἐμπορίας ξύλων, κατὰ Μπαλτατζῆν, ἀναγνωρίζει εἰς τὰς κοινότητας. Οἱ Τοῦρκοι εὗρον τὰς κοινότητας νεμομένας τὰ δάση. Μόνον ἀπαγορεύεται εἰς αὐτὰς ἡ ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ἐκποίησις τῶν τοιούτων δασῶν εἰς ὅλους, ἤτοι τῆς γῆς ἢ τῆς ἐπιφανείας. Τὰ πρὸς ἐμπορίαν ξύλα ὑπόκεινται εἰς τὴν δεκάτην, ἐν γένει δὲ καὶ τὰ τοιαῦτα δάση ὑπόκεινται εἰς τὴν ἐποπτείαν καὶ ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους. Ἀνεξαρτήτως τούτων οἱ κάτοικοι τῶν κοινοτήτων κατὰ τὸν τουρκικὸν νόμον ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνωσι δωρεὰν τὰ ἀναγκαιοῦντα αὐτοῖς ξύλα διὰ τὰς οἰκίας των, ἀχυρῶνας, σταύλους κλπ., ἔτι δὲ νὰ συλλέγωσι τὰ ξηρὰ ξύλα. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοῇ ἄλλους ἡ συνθήκη ἢ αὐτοὺς τοὺς νόμους καὶ τὴν δυνάμει αὐτῶν ἐξουσίαν τῶν κοινοτήτων ἐπὶ τῶν δασῶν; Εἴτε ἐπιτρέπεται νὰ ἐκδίδωνται τίτλοι ἰδιοκτησίας τῶν δασῶν εἰς τὰς κοινότητας εἴτε δὲν ἐπιτρέπεται, εἴτε εἶναι καταγεγραμμένοι ἐν τῷ Δεφτὲρ–χανὲ εἴτε δὲν εἶναι, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν τουρκικὴν νομοθεσίαν ἀναγνωρίζονται δικαιώματα τῶν κοινοτήτων ἐπὶ τῶν δασῶν, εἰ καὶ δὲν ἀναγνωρίζονται τοιαῦτα ἰδιοκτησίας. Ποία, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἦτο ἡ θέσις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν κοινοτήτων αὐτῶν μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας, καὶ ποία τῷ ἐπεβάλλετο ἐνέργεια; Ὤφειλε νὰ ἐπιδοθῇ εἰς διοικητικὴν ἔρευναν, καὶ ἂν αὕτη ἀπεδείκνυεν, ὅτι ὑπάρχουν δάση κατεχόμενα ἀνέκαθεν ὑπὸ τῶν κοινοτήτων, ὤφειλε ν’ ἀναγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα αὐτὰ εἰς τὰς κοινότητας· ἐὰν δὲ δὲν ἤθελε νὰ τ’ ἀναγνωρίσῃ, ὤφειλε νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ ν’ ἀναμείνῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν. Νὰ ἐπικαλεσθῇ ὅμως διοικητικῶς καὶ μονομερῶς τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, καὶ διὰ τῆς δημοσίας δυνάμεως νὰ ζητήσῃ νὰ ἐγκατασταθῇ ἄνευ παρεμβολῆς τῶν Δικαστηρίων εἰς τὰ δάση αὐτὰ, καὶ νὰ ἀρνῆται ἀνεξετάστως τὰ δικαιώματα τῶν κοινοτήτων, τοῦτο οὔτε νόμιμον οὔτε δίκαιον εἶναι, καὶ πρέπει νὰ παύσῃ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις διὰ τῶν ἐπιτρόπων αὐτῆς κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἡ συνθήκη ὥρισε πρὸς λύσιν διαφόρων ζητημάτων, ὑπέβαλε πίνακα περὶ τῶν δημοσίων δασῶν. Δὲν γνωρίζω, ἂν τὰ ἐν τῷ πίνακι τούτῳ ἀναφερόμενα δάση εἶναι πάντα ἀναμφισβητήτως δημόσια, ὡς ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐχαρακτήρισεν αὐτά· οὐδὲ τίνα περιλαμβάνει ὁ πίναξ. Δέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι εἶναι ἀκριβὴς ὁ πίναξ, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ κοινοτικὰ δάση δὲν δύνασθε δυνάμει τοῦ πίνακος αὐτοῦ νὰ στὰ καταλάβητε. Ὅ,τι μόνον δύνασθε νὰ πράξητε, εἶναι νὰ καταφύγητε εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ ἐνώπιον αὐτῶν προσάγοντες τὸν πίνακα μετ’ ἄλλων ἀποδείξεων νὰ ἐπιτύχητε τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, ἐὰν ὑπάρχωσι καὶ οἷα ὑπάρχουσι. Διοικητικῶς κατάληψις αὐτῶν εἶναι αὐθαίρετος, ἀφοῦ μάλιστα ἀποδεικνύεται κατοχή τινων ἐκ τῶν δασῶν αὐτῶν ὑπὸ τῶν κοινοτήτων. Καὶ ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τὸ Διάταγμα περὶ τῶν ἰδιωτικῶν δασῶν ἀνεγνώρισε τὴν διατήρησιν τῆς κατοχῆς τῶν δασῶν εἰς ἐκείνους, ὧν τὸ Δημόσιον δὲν ἀνεγνώρισε τοὺς τίτλους ὡς νομίμους, καὶ παρέπεμψε τὸ περὶ τῆς κυριότητος ζήτημα εἰς τὰ Δικαστήρια. Ὁπωσδήποτε τὸ Δημόσιον δὲν δύναται παρὰ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ μπαλταλικίου διὰ νὰ λυθοῦν δὲ τὰ ζητήματα αὐτά, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ παρέμβουν τὰ Δικαστήρια. Ἡ διοικητικὴ κατάληψις τῶν δασῶν δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τοὺς νόμους, καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ δεχθῇ ν’ ἀνασταλῶσιν αἱ καταλήψεις αὗται τῶν κοινοτικῶν δασῶν, ἀφοῦ κατέχουν αὐτὰ αἱ κοινότητες, καὶ νὰ προσφύγῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἐὰν δὲ νομίζῃ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νόμου, ἄλλως λύοντος τὰς ἀμφισβητήσεις ταύτας, πρέπει νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ κανονίσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα.
§218Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Θεωρῶ ἀναγκαιότατον νὰ προσθέσω δύο λέξεις. Πρόκειται περὶ τοῦ καταλόγου, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπὴ, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρονται τὰ δάση τὰ ἐθνικά. Ἀναφέρει ὁ ἐκδοὺς τὸν κώδικα τοῦτον, ὅτι δὲν θεωρεῖ καὶ αὐτὸς τὸν πίνακα ἀκριβῆ. Ἀλλὰ δὲν ἐπικαλοῦμαι τοῦτο. Λέγω μόνον, ὅτι ὁ πίναξ οὗτος δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι εἰς τὸν πίνακα αὐτὸν ἀναφέρονται καὶ πολλὰ δάση, ὄχι πλέον κοινοτικὰ, ὄχι ἐθνικά, ἀλλὰ δάση ἰδιωτικὰ, δάση, διὰ τὰ ὁποῖα προσεκομίσθησαν τίτλοι ἐκ μέρους ἰδιωτῶν, ἀπεστάλησαν οἱ τίτλοι εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἐξηκριβώθη ἡ γνησιότης αὐτῶν, καὶ τὸ Δημόσιον ἀνεγνώρισε τὰ δάση αὐτὰ ὡς ἰδιωτικά. Τοιοῦτον δάσος εἶναι τὸ δάσος τοῦ χωρίου Κοττόρι, τὸ ὁποῖον ὅμως ἀναφέρεται εἰς τὸν κατάλογον ὡς ἐθνικόν, καίτοι οἱ ἰδιοκτῆται αὐτοῦ ὑπέβαλον τοὺς τίτλους αὐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἀνεγνώρισεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἰδιοκτησίαν· ἐπίσης καὶ τὸ δάσος Λεπενίτσης, τὸ ὁποῖον ὅμως ἀναφέρεται καὶ αὐτὸ ἐν τῷ καταλόγῳ ὡς ἐθνικόν. Ὥστε αὐτὸς ὁ πίναξ δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῆς συνθήκης, τοῦτο δὲ ἀκριβῶς ὡμολόγησε καὶ αὐτὸς ὁ τμηματάρχης τοῦ Δασικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δηλαδὴ ὁ πίναξ δὲν εἶναι ἀκριβὴς, καὶ περὶ τούτου πείθομαι ἤδη ἐκ τοῦ ὅτι διὰ πολλὰ δάση τοιαῦτα προσήχθησαν τίτλοι· ὥστε δὲν δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ στηρίξῃ ἐπὶ τοῦ καταλόγου ἐκείνου τὴν προσήκουσαν ἀπόδειξιν.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.
§220Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, ἵνα ἀπευθύνω ἐπερώτησιν· ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι εἶναι μία ὥρα μετὰ τὸ μεσονύκτιον, καὶ ἡ Βουλὴ μέχρι τοῦδε ἠσχολήθη ἐπὶ θεμάτων, ἐφ’ ὧν δὲν πρόκειται νὰ καταλήξῃ εἰς ἀπόφασιν ἢ συμπέρασμα. Ὀφείλω νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ἀφοῦ δὲν πρόκειται ἤδη νὰ κάμω ἐπερώτησιν, ὅτι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐλάχιστοι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔλαβον τὸν λόγον, οἱ πλεῖστοι δ’ ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως κατηνάλωσαν πολὺν χρόνον, ἵνα καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ δὲν ἔχει γνώμην. Συζητεῖται τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα, καὶ ἡ Κυβέρνησις προκαλουμένη ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει γνώμην! συζητεῖται τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν ἔχει γνώμην! Ἀλλ’ οὕτω καταργεῖται ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη. Ἐγὼ μόνον θέλω νὰ καταστήσω γνωστόν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοιούτους ὅρους, καὶ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ καθαρά, ἂν ἐννοεῖ νὰ ἦναι Κυβέρνησις, καὶ νὰ μᾶς ὑποδείξῃ τὰ θέματα, ἐφ’ ὧν θὰ δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν τὴν γνώμην αὐτῆς.
§221Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μετὰ τὴν χθεσινὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, τὸ σταφιδικὸν ζήτημα πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ναυαγῆσαν. Θεωρῶ ὅμως καθῆκον νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐπήνεγκε τὸ ναυάγιον τοῦ ζητήματος, τί σκέπτεται νὰ πράξῃ ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος; Τὸ θέμα εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος. Δὲν ἐκτείνομαι περισσότερον· ἀλλ’ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἐγκαταλίπῃ τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς εἰς τὴν τύχην των;
§222Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐννοῶ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς κρίνει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἐχθρικὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου στάσιν, καίτοι μανθάνω, ὅτι δὲν παρέλιπόν τινες καὶ τηλεγραφικῶς νὰ ἀναγγείλωσι τοῦτο εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅπως ἐξεγείρωσι τὸ δημόσιον φρόνημα καθ’ ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ υἱοθετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ γνωρίζει ὅτι ἀντιπρόσωπος ξένης Δυνάμεως, μεθ’ ἧς τὸ Κράτος ἔχει συνομολογήσει συνθήκην ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν παραγωγῶν τῆς σταφίδος, μαθὼν ὅτι παρεσκευάσθη τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι ἠναγκασμένος νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ καταγγείλῃ τὴν σύμβασιν, ἂν ἠθέλομεν ἐπιψηφίσει αὐτό. Ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀναλάβωμεν ἡμεῖς τὸ νομοσχέδιον καὶ προβῶμεν εἰς πράξεις, αἵτινες ἤθελον βλάψει τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἤθελον διαθέσει δυσμενῶς τὴν ἀγορὰν τοῦ Λονδίνου; Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ῥυθμίζωμεν τὰς πράξεις μας πρὸς τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς καὶ τῆς χρηστότητος, καὶ νὰ μὴ καταγγέλλωμεν ψευδῶς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι διάκειται ἐχθρικῶς, ἢ ὅτι δὲν ἔχει γνώμην ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Τὸ περὶ σταφίδος νομοσχέδιον δὲν εἶναι θέμα πολιτικόν, ἵνα δικαιολογηθῆτε καταγγέλλοντες ἡμᾶς ὡς ἀντιπολιτευομένους αὐτό, ὅτι ἐγκατελίπομεν τὸ νομοσχέδιον ἐξ ἐχθρότητος πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι γνωστή, οὐδὲ δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡμεῖς κρίνομεν ἀπαραίτητον τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς· ἀλλὰ φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τῆς σταφίδος Κυβερνητικὴ πρόνοια δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ συντρέξωμεν, ἵνα ψηφισθῇ ἡ διάταξις περὶ τοῦ ἀπεριορίστου τοῦ παρακρατήματος, διότι αὕτη θέλει βλάψει.
§223Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Βεβαίως καὶ ἡμεῖς δὲν θεωροῦμεν τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ὡς πολιτικόν. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποκρύψωμεν, διότι ἐγράφη τοῦτο, — καίτοι δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην, — ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τῶν δηλώσεων, ἃς ἔκαμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ διὰ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας τὰς ἰδέας αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Ἂν ὑπάρχωσι διατάξεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐφ’ ὧν ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην, ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ σωτήριος διάταξις, δι’ ἧς ἀπαγορεύεται πᾶσα νέα σταφιδοφυτεία, ἐφ’ ἧς διατάξεως ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην.
§224Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χάριν πέντε κερδοσκόπων! (θόρυβος).
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀσημακόπουλος νὰ μὴ λαμβάνῃ τὸν λόγον, διότι δὲν ἔχει δικαίωμα, μὴ ἐξελεγχθείσης ἔτι τῆς ἐκλογῆς του (θόρυβος).
§226Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον νὰ ψηφίσω δὲν ἔχω δικαίωμα (θόρυβος).
§227Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἡμεῖς ἀπετελέσαμεν ἐπιτροπήν, ἥτις ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας συνεζήτησε τὸ νομοσχέδιον.
§228Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Πόσοι εἶσθε; ἕξ!
§229Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὄχι ἕξ, ἀλλὰ εἰκοσιδύο. Καὶ σεῖς παρευρέθητε εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§230Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἤμην ἀντιλέγων.
§231Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη, ἐπινεύοντος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔφερεν εἰς φῶς τὸ πόρισμα τῆς ἐργασίας της, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ ὡρισμένων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου;
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ἔλθωσιν αἱ διατάξεις αὗται εἰς συζήτησιν, καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του.
§233Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤλεγξε τὸν κ. Βουλευτὴν Πατρῶν καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν θέλει νὰ μεταβάλῃ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα εἰς πολιτικόν. Εἰς τοῦτο συμφωνῶ καὶ ἐγώ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα ἀφορᾷ τὴν τύχην 200,000 ψυχῶν καὶ αὐτὴν τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας. Ἀπὸ τίνας αὔριον ἡ Κυβέρνησις θὰ ζητήσῃ φόρους; ὅταν ὁ παραγωγὸς δὲν εἰσπράξῃ, πῶς θὰ πληρώσῃ τὸν φόρον του; Θὰ ἀντιτάξῃ οὗτος τὸ «οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος!» Δικαιοῦμαι λοιπὸν νὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλει νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου, διότι ὑπάρχουσι πολλοὶ οἱ ἀντιφρονοῦντες, καὶ ὀφείλει νὰ καθοδηγήσῃ τὴν συζήτησιν. Ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διὰ τῆς ὁποίας ἀπαγορεύεται ἡ χρησιμοποίησις τοῦ παρακρατήματος διὰ τὴν οἰνοποίησιν· ὑπάρχει διάταξις ἔτι περὶ τοῦ ἀπροσδιορίστου τοῦ παρακρατήματος. Ἐφ’ ὅλων αὐτῶν τῶν διατάξεων ὀφείλει νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἡ Κυβέρνησις, ὅπως μὴ συζητῶμεν ἀσκόπως καὶ παρέρχωνται μάτην αἱ ἡμέραι.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω τηλεγραφήματα ἀπ’ εὐθείας πρὸς ἐμὲ ἐκ Φιλιατρῶν καὶ Πατρῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἐπικαλοῦνται τὴν παρέμβασίν μου πρὸς ταχίστην ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκτελῶν δὲ τὴν ἐντολὴν τῶν τηλεγραφούντων, καταγγέλλω ἐνταῦθα πάντας ἐκείνους, οἵτινες ἀκαίρως λαμβάνουσι τὸν λόγον, ἐνῷ μετ’ ὀλίγον θὰ ἔλθῃ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις.
§235ΑΛΕΞ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§236Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Φαίνεται ὅτι εἶναι προωρισμένον, ἵνα ἡ διεξαγομένη νῦν συζήτησις καταγγέλληται ὡς παρακωλύουσα τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου! Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς γνωρίζει ἐπίσης καλῶς, ὡς καὶ ἐγὼ, ὅτι ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ γείνῃ. Πρόκειται περὶ ἀπορρίψεως ἢ περὶ ἐμπαιγμοῦ! Ὅτε ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προσεπάθησε νὰ σώσῃ τὸ 30%, ἠλπίσαμεν ὅτι θὰ κατωρθοῦτο νὰ σωθῇ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο δὲν ἠδυνήθη νὰ σωθῇ.
§237Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ δημοκοπήσητε!
§238Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δημοκοπήσωμεν· ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐστήριξαν τὴν πολιτικήν των ὕπαρξιν ἐπὶ τῆς δημοκοπίας· εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἐπανειλημμένως ἀνελθόντες ἐπὶ τὴν ἀρχὴν διὰ τῆς δημοκοπίας, κατέστρεψαν τὸν τόπον, ὅπως θὰ καταστρέψωσι νῦν καὶ τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς διὰ τῆς δημοκοπίας, ἵνα παραμένωσιν ἐν τῇ ἀρχῇ (θόρυβος).
§239Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Κάθησε κάτω τώρα! (Ἄφησέ τα αὐτά!
§240Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ταράσσουν αἱ διακοπαί. Ὅταν λέγωσιν ὅτι δὲν ὑπάρχει γνώμη ὡρισμένη, βεβαίως δὲν ὑπάρχει τοιαύτη, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, διότι, κατὰ τὰς περιοδείας τὰς ἐκλογικὰς δὲν ἀνηγγέλθη ποία ἦτο ἡ γνώμη τῆς νῦν Κυβερνήσεως περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος· κατὰ δὲ τὴν πρωτότυπον θεωρίαν, ἡ ὁποία ἠκούσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καθ’ ἣν ὅ,τι δὲν ἀνεκοινώθη εἰς τὸ ἐκλογικὸν πρόγραμμα τῆς νῦν Κυβερνήσεως δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἦλθε νὰ ἐκτελέσῃ αὕτη, οὔτε περὶ στρατιωτικῶν οὔτε περὶ ναυτικῶν παρασκευῶν δύναται νὰ γείνῃ λόγος, ἀφοῦ κατὰ τὰς ἐκλογὰς οὔτε καὶ περὶ τούτων τὸ πολιτικὸν τῆς Κυβερνήσεως πρόγραμμα ἐπηγγέλθη τι. Αἱ διακοπαί, αἱ ὁποῖαι ταράττουσι τὴν ὑπουργικὴν πτέρυγα...
§241Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν τὴν ταράττουσι καθόλου. Ἡμεῖς ταρασσόμεθα, διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ σταφίδος.
§242Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ σταφίδος διὰ νὰ τὸ ἀπορρίψητε!
§243Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἐγὼ ἐψήφισα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τώρα μετανοῶ, ὅτι ἔδωκα τοιαύτην ψῆφον.
§244Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της, ἂν ἀπορρίψῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀπατᾶσθε ἀπάτην μεγάλην! (διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος).
§245Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε, τὸ σταφιδικὸν περιλαμβάνει πολλὰ κεφάλαια καὶ πολλὰ θέματα. Πρῶτον θέμα εἶναι τὸ περὶ ἀπεριορίστου τοῦ παρακρατήματος· ἂν δηλαδὴ τοῦτο ὠφελεῖ ἢ δὲν ὠφελεῖ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις εἶχε μίαν γνώμην, ὅτι τῇ ἐπεβάλλετο νὰ μὴ ἔχῃ γνώμην, διότι ὑπῆρξεν ἀντίδρασις ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἃ ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν Βουλήν, ἕνεκα δὲ τούτου ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τῇ ἐπεβάλλετο νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν καὶ εἴπῃ τὴν γνώμην της περὶ τοῦ θέματος τούτου. Νομίζω δὲ, ὅτι ἀδεξίως συζητοῦμεν, ἀλλὰ καὶ οὐχὶ εὐπρεπῶς, ὅταν λέγωμεν καὶ ὑποστηρίζωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συνεννοήθη μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, ἵνα δι’ αὐτῆς καταπολεμήσῃ τὴν πρότασιν τοῦ νόμου, ἣν συζητοῦμεν. Αὐτὰ δὲν προσήκει νὰ λέγωνται. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τῶν ἄλλων θεμάτων, — καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ, — βεβαίως τὴν γνώμην ταύτην εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ εἴπῃ, καὶ θὰ τὴν εἴπῃ. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι ἐπάθομεν σύγχυσιν καὶ γλωσσῶν καὶ φρενῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐλέχθησαν ὅσα ἐλέχθησαν, καὶ τὰ ὁποία δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῶσι, χάριν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ὅπερ ὑπερασπίζομεν, ἐὰν εἰλικρινῶς ἐνδιαφερώμεθα ὑπὲρ αὐτοῦ.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σμολένσκης ἔχει τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν εἶναι παρών. Ὁ κύριος Λεβίδης.
§247Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον· ἠθέλησα μόνον νὰ δηλώσω, κατ’ ἐντολὴν τοῦ στρατηγοῦ κ. Σμολένσκη, ὅτι ἀναβάλλει δι’ αὔριον νὰ ὁμιλήσῃ.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος.
§249Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς θὰ ὁμιλήσητε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Α. Πετιμεζᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ διαθέσεως 47,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν ταῖς κωμοπόλεσι Σουδενῶν, Λυκουρίας καὶ Κρινοφύτων». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 325). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§251Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε. Ἐζήτησα προηγουμένως τὸν λόγον, καὶ δὲν μοὶ τὸν ἐδόσατε, διότι τὸν εἴχετε δώσει εἰς ἕτερον. Ταύτην τὴν στιγμὴν ποιοῦμαι μνείαν τούτου, διότι ἐνῶ εἶμαι ἐγγεγραμμένος εἰσήλθετε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν χωρὶς νὰ δηλώσητε ὅτι εἶμαι ἐγγεγραμμένος. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, ἀναβάλλω νὰ ὁμιλήσω αὔριον.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε ἐγγεγραμμένος. Τὴν στιγμὴν, περὶ ἧς ὁμιλεῖτε, δὲν ἠκούσατε τί σᾶς εἶπον. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς καταστάσεως τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ εἶχε ζητήσει τὸν λόγον προηγουμένως ὁ κύριος Στάης. Ὅτε ὁ κύριος Στάης παρῃτήθη τοῦ λόγου, καὶ ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος ἐκείνου, καὶ προσεκάλεσα νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κύριος Γιαννουσίου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐγγεγραμμένος εἰς ἕτερον θέμα, τότε ἐζητήσατε ὑμεῖς τὸν λόγον, καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ἐπὶ τοῦ ναυτικοῦ ζητήματος ἀνέβαλεν ὁ κύριος Στάης τὸν λόγον δι’ αὔριον, ὅτι μετέβημεν εἰς ἕτερον θέμα, καὶ ὅτι καὶ ὑμεῖς οὐδὲν ἔχετε νὰ χάσητε, ἀναβάλλοντες τὸν λόγον δι’ αὔριον.
§253Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν τὸ ἤκουσα αὐτό, ὅτι οὐδὲν θὰ χάσω, ἀναβάλλων. Ἀναβάλλω λοιπὸν καὶ ἐγὼ δι’ αὔριον.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας κατ’ ἄρθρον συζητήσεως τῆς προτάσεως νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης».
§255ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μοὶ ἐδόσατε, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε καὶ ὑμεῖς! Θὰ καταγγείλω καὶ ὑμᾶς!
§257ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν μὲ ἀκούσητε, θὰ πεισθῆτε, ὅτι δὲν ἔχετε νὰ μὲ καταγγείλητε. Πολλοὶ σταφιδοκτήμονες περιέστησαν εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ὑποχρεώσεις των, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν δικαιοῦνται νὰ λάβωσι θειϊκὸν χαλκὸν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Ἐπειδὴ ὅμως οὗτοι συνεισέφεραν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος τὸ παρακράτημα, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ εἰς τιμὴν μεγαλειτέραν τῆς ἀξίας τοῦ διανεμομένου κατ’ ἔτος θειϊκοῦ χαλκοῦ, καὶ ἂν δὲν λάβωσι θειϊκὸν χαλκόν, θὰ καταστραφῶσι τὰ κτήματά των, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ παράσχῃ εἰς αὐτοὺς τὸν θειϊκὸν χαλκόν, ὁ ὁποῖος τοῖς ἀναγκαιοῖ.
§258Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἠλείας κρίνω εὔλογον. Διὰ τοῦτο, μαθὼν ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα προβαίνει εἰς καταδίωξιν τῶν μὴ ἀποδόντων τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀντὶ δανείου ἔλαβον παρ’ αὐτῆς, ἐπειδὴ τὰ καταδιωκτικὰ μέτρα καταλήγουσιν εἰς προσωπικὴν κράτησιν, παρεκάλεσα τὸν κύριον νομάρχην Ἠλείας νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ μὴ προσωποκρατῇ τοὺς ὀφειλέτας αὐτῆς, καθ’ ἣν ὥραν ἐπίκειται ἡ καλλιέργεια τῆς σταφίδος, ἵνα μὴ οὗτοι ἐγκαταλείψωσι τὰ κτήματά των. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν δανείων. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν θειϊκὸν χαλκόν, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν δικαιοῦται νὰ μὴ παράσχῃ τοιοῦτον. Αὐτὴ εἶναι ἐπικουρία, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ὀφείλει νὰ προβαίνῃ πρὸς τοὺς μετόχους αὐτῆς. Διὰ τοῦτο αὔριον θέλω παρακαλέσει τὸν κ. νομάρχην νὰ ποιήσηται παραστάσεις πρὸς τὴν εἰρημένην Τράπεζαν, ἵνα μὴ ἐπιμένῃ καθυστεροῦσα πρὸς αὐτοὺς τὸν θεϊκὸν χαλκόν.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀναγκαίως δὲ θὰ συζητηθῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τὸ «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ΒΨΠΓʹ περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης».
§260Θ. ΛΕΚΑΣ. Θὰ μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις; Διατὶ δὲν συζητοῦμεν τὸ περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον προηγεῖται;
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγκαίως θὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, διότι διεκόπη ἡ συζήτησις αὐτοῦ, καὶ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν αὐτήν.
§262Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι καλλίτερον. Ἐπειδὴ ὅμως θὰ γείνωσι μακραὶ συζητήσεις ἐπὶ ἑκάστου τῶν ἄρθρων, δὲν νομίζετε ὀρθότερον νὰ προτάξωμεν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων»;
§263ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προχωρήσωμεν λοιπὸν κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, διότι τὰ πρὸ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ προκαλέσωσι συζητήσεις.
§265Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις, κ. Πρόεδρε.
§266ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφίου εʹ τοῦ ἄρθρου 39 τῆς διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΨΝΔʹ τῆς 8 Ἀπριλίου 1900 κυρωθείσης συμβάσεως τῆς 9 Μαρτίου 1900».
§268Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω τροπολογίαν ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατυπώσω αὐτήν. Ἡ πέμπτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 39 τῆς συμβάσεως περὶ δανείου πρὸς κατασκευὴν τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Λαρίσης περιλαμβάνει δύο περιπτώσεις, τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν οἱ κάτοχοι τῶν ὁμολογιῶν τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης δὲν παρουσιάσωσι μετὰ παρέλευσιν 5 ἐτῶν τὰ τοκομερίδια τῶν μετοχῶν αὐτῶν πρὸς ἐξόφλησιν, καὶ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν φροντίσωσι νὰ παρουσιάσωσιν ἐγκαίρως τὰς κληρωθείσας ὁμολογίας αὐτῶν πρὸς ἐξόφλησιν. Ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία προὐτάθη προχθὲς καὶ ἐψηφίσθη, μετέβαλε τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 39, ἀναγράψασα τὴν παραγραφὴν τῶν κληρωθεισῶν ὁμολογιῶν μετὰ τὴν παρέλευσιν τριάκοντα ἐτῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν τοκομεριδίων οὐδεμίαν περιέλαβε διάταξιν. Παρελείφθη λοιπὸν εἰς τὴν τροπολογίαν, ποία θέλει εἶσθαι ἡ παραγραφὴ τῶν τοκομεριδίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐφρόντισαν νὰ παρουσιάσωσι πρὸς ἐξόφλησιν οἱ κάτοχοι αὐτῶν. Ἐπειδὴ δέ, ἂν δὲν γείνῃ μνεία τις καὶ περὶ τῶν τοκομεριδίων, θέλει ὑπάρχει κενὸν ἐν τῇ περὶ τούτου νομοθεσίᾳ, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ἡ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ψηφισθεῖσα παράγραφος διὰ τῆς ἑξῆς προσθήκης: «Τὰ τοκομερίδια τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δυνάμει τῆς παρούσης συμβάσεως ἐκδοθησομένου δανείου παραγράφονται μετὰ πέντε ἔτη, αἱ δὲ κληρωθεῖσαι ὁμολογίαι παραγράφονται τριάκοντα ἔτη μετὰ τὴν ὁρισθεῖσαν προθεσμίαν πρὸς ἐξόφλησιν.»
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Τοῦ ἐκδοθησομένου δανείου». Ἀλλὰ τότε δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ παρελθόν;
§270Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἀφοῦ δὲν γίνεται τροποποίησις, δὲν γίνεται σύμβασις νέα μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρείας, καλλίτερον νὰ γείνῃ μνεία ῥητὴ καὶ περὶ τῶν κληρωθεισῶν ὁμολογιῶν· διότι ἀναφέρεσθε εἰς τὸν χρόνον τῆς συμβάσεως.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Τοῦ παρόντος δανείου». Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ θέσητε «τοῦ ἐκδοθησομένου δανείου».
§272Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). «Τὰ τοκομερίδια τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δυνάμει τῆς παρούσης συμβάσεως ἐκδοθησομένου δανείου παραγράφονται μετὰ πέντε ἔτη».
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ἀπὸ πότε;
§274Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς πληρωμῆς.
§275Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχομεν εἰς τὸ τέλος «μετὰ τὴν ὁρισθεῖσαν προθεσμίαν πρὸς ἐξόφλησιν».
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Τοῦ δανείου τούτου».
§277Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς δευτέραν συζήτησιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς συνομολογηθείσης προξενικῆς συμβάσεως». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Πρόκειται περὶ τῆς τρίτης καὶ τελευταίας ἀναγνώσεως. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὁ βουλευτὴς Καρυστίας κ. Ν. Σταματιάδης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, προτείνων νέαν κλίμακα φορολογίας. (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ βουλευτοῦ Καρυστίας κυρίου Ν. Σταματιάδου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§279Θ. ΛΕΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχει καὶ ἄλλη τροπολογία.
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποία;
§281Θ. ΛΕΚΑΣ. Ἡ ἰδική μου.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κύριος Λέκας προτείνει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Αὐτὴ ἡ τροπολογία εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν ἀπορριφθεῖσαν τροπολογίαν τοῦ κ. Σταματιάδου. Ἀνάγεται εἰς τὴν κλίμακα καὶ εἰς τὰ αὐτὰ ποσά.
§283Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Σταματιάδου, ὡς ἤκουσα, προτείνει τὴν προσθήκην καὶ μέσης κατηγορίας, μεταξὺ τῶν δραχμῶν 2 καὶ 1, κατηγορίας, εἰς τὴν ὁποίαν προσδιορίζεται ὁ φόρος εἰς 1½ δραχμήν. Ἡ τροπολογία αὕτη ἐψηφίσθη;
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπερρίφθη.
§285Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ ποίας ἄλλης τροπολογίας πρόκειται;
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Λέκα, ἥτις συμπίπτει μετὰ τῆς τοῦ κ. Σταματιάδου.
§287Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συμπίπτει, κύριε Πρόεδρε. Διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Λέκα προτείνεται νὰ διαγραφῇ ἡ πρώτη βαθμὶς τῆς κλίμακος.
§288Θ. ΛΕΚΑΣ. Ἡ τροπολογία ἡ ἰδική μου ἔχει τὸν ἑξῆς λόγον. Διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου δὲν θεραπεύονται αἱ ἀνάγκαι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ χωρία Ἀμαρούσιον καὶ Χαλάνδριον τοῦ δήμου Ἀθηναίων, καὶ τοὺς δήμους Ἀχαρνῶν καὶ Φυλῆς. Εἶναι μία μεγάλη διαφορά. Οἱ ἀμπελοκτήμονες ἐπλήρωσαν 6 δραχμὰς τὸ στρέμμα.
§289Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία εἰς τὸ ἄρθρον 2 σχετικῶς πρὸς ὅσα λέγει ὁ κ. συνάδελφος.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν πρωτοκόλλων, διὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνης εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ τὸ ἄτοπον αὐτό. Λοιπὸν παραιτεῖσθε τῆς τροπολογίας ταύτης;
§291Θ. ΛΕΚΑΣ. Ἐὰν θεραπεύηται τὸ ἄτοπον διὰ τοῦ ἄρθρου 2, μάλιστα.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου. (Ἀναγινώσκεται).
§293ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπορρίπτεται.
§294Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δῆμος Θορικίων καὶ ὁ δῆμος Κρωπίας ἔχουσι τὸν ἀνώτατον ὅρον.
§295Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴπομεν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἄνευ συζητήσεως. Ἂν ἔχῃ συζήτησιν, νὰ ἀναβληθῇ.
§296Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει συζήτησιν ἄλλο ἄρθρον.
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§298Θ. ΛΕΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρῃτήθην τῆς τροπολογίας μου, διότι εἴπετε, ὅτι θεραπεύεται τὸ ἄτοπον διὰ τοῦ ἄρθρου 2 — ἀλλὰ δὲν θεραπεύεται τίποτε.
§299ΛΑΜΠΡΟΣ Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3. Τὸ ἄρθρον 3 ἀναφέρει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸν καταλογισμὸν τοῦ φόρου, ἐὰν τὸ σύνολον τῆς ἐκτάσεως τῶν εἰς ἕκαστον ἀμπελοκτήμονα ἐν τινι δήμῳ ἀνηκουσῶν ἀμπέλων περιλαμβάνῃ καὶ κλάσματα στρέμματος, ταῦτα λογίζονται ὡς ἥμισυ μὲν στρέμμα, ἐὰν ἦναι κατώτερα τοῦ ἡμίσεος, ὡς ὁλόκληρον δὲ στρέμμα, ἐὰν ἦναι ἀνώτερα.» Φρονῶ, ὅτι, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον ἐπιβάλλει, ἀπομακρυνόμεθα πολὺ τοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι νὰ ἐλαττώσῃ τὸν βαρὺν φόρον, ὅστις ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ παλαιοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου τὴν τροποποίησιν σκοπεῖ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν χωρικῶν ἔχουσι τὰς ἀμπέλους των εἰς μικρὰ τεμάχια. Συμβαίνει, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μίαν ἰδιοκτησίαν ἐκ 15 ἢ 20 στρεμμάτων, νὰ ἔχωσιν 8 ἢ 10 τοιαῦτα τεμάχια. Λοιπὸν, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι τὰ κλάσματα, τὰ ὁποῖα μένουσι, καταμετροῦνται ὡς ἥμισυ στρέμμα, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προτείνεται διὰ νὰ ἀνακουφίσῃ τοὺς ἀμπελοκτήμονας, νὰ ἐπιβαρύνῃ αὐτοὺς ἐξ ἴσου, ἤτοι ὅσον καὶ ὁ ἰσχύων νόμος. Ἄλλως τε, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ὀφείλουσι πάντες νὰ κάμωσιν ἰδιαιτέραν δήλωσιν δι’ ἕκαστον τεμάχιον ἀμπέλου, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν, ἑπομένως διὰ τῆς διαιρέσεως αὐτῆς θὰ παρουσιάζωνται πολλὰ κλάσματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἀριθμούμενα θὰ δίδωσι πολὺν ἀριθμὸν στρεμμάτων. Λοιπὸν προτείνω καὶ παρακαλῶ καὶ τὸν σεβαστὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποδεχθῇ τὸ ἑξῆς· νὰ γίνηται μία δήλωσις δι’ ὅλα τὰ τεμάχια τοῦ αὐτοῦ ἰδιοκτήτου, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ αὐτοῦ δήμου.
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ νὰ ἀθροίζωνται.
§301Λ. Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀντὶ δὲ νὰ προστίθηνται τὰ κλάσματα χωριστὰ, νὰ γίνηται γενικὴ ἄθροισις, καὶ ἂν ἐξ ὅλου αὐτοῦ τοῦ συνόλου περισσεύῃ τι, νὰ λογίζεται ὡς ἥμισυ στρέμμα.
§302Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑποθέτει ὅτι ὁ καταλογισμὸς τοῦ φόρου θὰ γίνηται ἐπὶ ἑκάστου τεμαχίου ἀμπέλου· ἑπομένως, ἂν εἷς ἀμπελοκτήμων ἔχῃ δέκα τεμάχια, θέλουσιν ὑπάρξει δέκα ὑπόλοιπα, καὶ ἑπομένως δέκα κλάσματα. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβής. Ὁ νόμος ἀναφέρει ῥητῶς περὶ τοῦ συνόλου τῶν κλασμάτων, ἑπομένως δὲν ὑπολογίζεται ἰδίᾳ τὸ κλάσμα ἑκάστου τεμαχίου, ἀλλὰ συγκεφαλαιοῦνται τὰ κλάσματα πάντων τῶν ὑπολοίπων. Ἑπομένως ἓν ὑπόλοιπον μένει.
§303Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλῶς ἔχει.
§304Λ. Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὁ ἰσχύων νόμος ὑποχρεοῖ νὰ γίνηται δήλωσις δι’ ἓν ἕκαστον τεμάχιον.
§305Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Τὸ σύνολον», λέγει τὸ νομοσχέδιον.
§306Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἰς τὴν Σῦρον ἐξαιρετικῶς συμβαίνει τὸ ἑξῆς. Δὲν ἔχομεν ἐκεῖ στρέμματα, ἀλλὰ τεμάχια. Τί θὰ γείνῃ, σᾶς παρακαλῶ; Ἔχει ἥμισυ στρέμμα ὁ ἰδιοκτήτης Πόσον θὰ πληρώσῃ;
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἥμισυ στρέμμα. Τὸ ἐξήγησεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§308Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μετὰ τὴν λέξιν «ἀναγνωρισθῶσι» νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «κατὰ τὰ διὰ Β. Διατάγματος κανονισθησόμενα».
§309Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Παρατηρῶ τὸ ἑξῆς· ὅτι οἱ σύζυγοι κηρύττονται ὑπεύθυνοι διὰ τὰς προικῴας καὶ τὰς ἐξωπροίκους δηλώσεις ἀμπέλων. Κατὰ τὸ κείμενον δίκαιον, οἱ σύζυγοι οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσιν ἐπὶ τῶν ἐξωπροίκων. Λοιπὸν πῶς δύνανται αὐτοὶ νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ὑπεύθυνοι διὰ τὸν φόρον τῶν ἐξωπροίκων ἀμπέλων; αἱ ἐξώπροικοι ἄμπελοι ἀνήκουσιν εἰς τὰς συζύγους, καὶ αἱ σύζυγοι πρέπει νὰ πληρώνωσιν.
§310ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ στρεμματικῆς τῶν ἀμπέλων φορολογίας, ἐτέθη ἡ διάταξις αὕτη, ἵνα ἐκβιάζωνται οἱ σύζυγοι νὰ πληρώνωσι τὸν φόρον. Εἰς τινα μέρη τοῦ Κράτους — ὡς μὲ ἐπληροφόρησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν — συνέβη, ἀπόντων τῶν συζύγων, νὰ δηλώσουν αἱ σύζυγοι· συνετάχθησαν πρωτόκολλα κατὰ τῶν συζύγων, καὶ καταδιώκονται αὗται. Λοιπὸν, ὅπως παύσῃ ἡ καταδίωξις κατὰ τῶν συζύγων, ἐτέθη τὸ ἄρθρον αὐτό.
§311ΔΗΜ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἡ ἀπορία μου εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἔχομεν νόμον ἀστικόν, τὸν ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν. Κατὰ τὸ καθεστὼς αὐτό, οἱ σύζυγοι ἐπὶ τῶν ἐξωπροίκων δὲν ἔχουν δικαίωμα. Διαπράττομεν δὲ φορολογικὸν σφάλμα, ἐπιβάλλοντες νὰ πληρώσῃ φόρον ἄνθρωπος οὐδεμίαν ἔχων σχέσιν μὲ τὴν περιουσίαν αὐτήν.
§312Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ σύζυγος οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἐπὶ τῶν ἐξωπροίκων. Δυστυχῶς εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον ἀνεγράφη, ὅτι καὶ τὰς ἐξωπροίκους ἀμπέλους ὀφείλει νὰ δηλώνῃ ὁ σύζυγος, — κάκιστα, παρανόμως. — Ἤδη λοιπὸν, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου τούτου εὑρισκόμενοι, πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὸ ἑξῆς· ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ σύζυγος, ὑποχρεούμενος δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου, δὲν ἐδήλωσε τὰς ἀμπέλους ταύτας, ἀλλὰ συνέπεσε νὰ τὰς δηλώσῃ ἡ σύζυγός του, θὰ ὑπαχθῇ ὁ σύζυγος εἰς πληρωμήν; Λέγομεν λοιπὸν, ὅτι, ἂν ἀναγνωρίσῃ τὰς πράξεις ἐκείνας ὁ σύζυγος, τότε θὰ πληρώσῃ.
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§314Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προθεσμία «ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου» πρέπει νὰ παραταθῇ ἀκόμη· διότι οἱ ἔχοντες νεοφύτους ἀμπέλους δὲν εἶναι εὔκολον νὰ λάβωσιν εἴδησιν, ἂν δημοσιευθῇ ὁ νόμος ἐντὸς τριῶν μηνῶν. Νὰ γείνῃ λοιπὸν «ἐντὸς ἑνὸς ἔτους».
§315Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Καρυστίας κ. Κόλιας ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6: «Οἱ μηδόλως ἢ ἐλλιπῶς μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου δηλώσαντες τὰς ἰδίας αὑτῶν ἀμπέλους, νεοφύτους καὶ μὴ, τὰς προικώας ἢ ἐξωπροίκους, καὶ καθ’ ὧν συνετάχθησαν πρωτόκολλα καταμετρήσεως ἢ ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις, ἀπαλλάσσονται πάσης ποινῆς, διατηρουμένων ἰσχυρῶν κατὰ τὰ ἄλλα τῶν πρωτοκόλλων καὶ ἀποφάσεων, ἐὰν ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου ἐπιδώσωσιν ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου πρὸς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον τὴν ἀνήκουσαν δήλωσιν, ἢ τὴν κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον 5 ἀναγνώρισιν ὑπὸ τῶν συζύγων.»
§317ΘΕΜ. ΚΟΛΙΑΣ. Τὸ ἄρθρον 6 περιλαμβάνει μόνον τὰς νεοφύτους ἀμπέλους, τὰς προικώας καὶ τὰς ἐξωπροίκους, δὲν λέγει δὲ καὶ διὰ τὰς ἰδίας ἀμπέλους, τὰς οὐδόλως δηλωθείσας, ἢ τὰς ἐλλιπῶς δηλωθείσας, κατὰ τῶν ὁποίων συνετάχθη πρωτόκολλον. Τοιουτοτρόπως δὲ αὐταὶ μένουσιν ἐκτὸς τοῦ νόμου, καὶ θὰ ὑπόκηνται οἱ ἀμπελοκτήμονες εἰς ποινάς. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἐπεκταθῇ τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τῶν περιπτώσεων τούτων.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον τὸ «ἐλλιπῶς» προστίθεται.
§319Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βεβαίως... Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι εὐεργετικός· ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἀπέβλεψεν εἰς τὸ νὰ συγχωρήσῃ τὰ κατὰ τὸ παρελθὸν γενόμενα λάθη καὶ ἀταξίας· νὰ εἰσπράξῃ μὲν ἕνα φόρον ἁπλοῦν, ἀλλὰ ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς καθ’ ὧν τὰ πρωτόκολλα ἐγένοντο τῆς πληρωμῆς προσθέτου φόρου καὶ προστίμου. Διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6 δὲν πληροῦται ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν προβλέπεται ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἀμπέλου ἐδήλωσεν ἐλλιπῶς καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου συνετάχθη πρωτόκολλον, ἢ δὲν ἐδήλωσε τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἄμπελον ἢ τὴν ἐξώπροικον ἢ τὴν προικώαν, ἀσχέτως ἂν τὰς ἐδήλωσεν ὁ σύζυγος ἢ ὄχι.
§320Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. «Ὡς καὶ οἱ μὴ δηλώσαντες τὰς ἰδίας ἢ προικώας ἢ ἐξωπροίκους ἀμπέλους, δηλωθείσας ὅμως παρὰ τῶν συζύγων αὐτῶν».
§321Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. «Δηλωθείσας ὅμως παρὰ τῶν συζύγων αὐτῶν».
§322Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ νὰ διαγραφῇ, καὶ τότε εἶναι πλῆρες τὸ ἄρθρον.
§323Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἠδύνατο νὰ διαγραφῇ ἐδῶ, ἀλλὰ διὰ τὴν πλήρη οἰκονομίαν ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθῃ κατωτέρω: «... ἐὰν ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου οἱ μὲν ὑπόχρεοι πρὸς δήλωσιν νεοφύτων ἀμπέλων ἐπιδώσωσι τὴν ἀνήκουσαν δήλωσιν, οἱ δ’ ἄλλοι τὴν κατὰ τὸ ἀνωτέρω 5ον ἄρθρον ἀναγνώρισιν πρὸς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου.» Δὲν προβλέπει εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν οὔτε τὰς ἐλλιπῶς δηλωθείσας ὑπὸ τῶν κυρίων οὔτε τὰς ἰδίας αὐτῶν ἀμπέλους, ὁσάκις παρέλειψαν καὶ οἱ δύο, ἤτοι καὶ ὁ σύζυγος καὶ ἡ σύζυγος.
§324Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν διαγραφῇ αὐτὴ ἡ φράσις, πληροῦται ἡ ἔλλειψις.
§325Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν πληροῦται. Ἅμα τὸ μελετήσητε καλῶς, θὰ πεισθῆτε, ὅτι δὲν πληροῦται. Μόνον ὅπως ἔχει ἡ τροπολογία προβλέπεται πλήρως.
§326Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποία τροπολογία;
§327Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Θεμ. Κόλια, δι’ ἧς προβλέπονται ὅλαι αἱ περιπτώσεις, καὶ προτείνεται ν’ ἀντικατασταθῇ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 6. Οἱ μηδόλως ἢ ἐλλιπῶς μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου δηλώσαντες τὰς ἰδίας αὐτῶν ἀμπέλους, νεοφύτους καὶ μή, τὰς προικώας ἢ ἐξωπροίκους, καὶ καθ’ ὧν συνετάχθησαν πρωτόκολλα καταμετρήσεως ἢ ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις, ἀπαλλάσσονται πάσης ποινῆς, διατηρουμένων ἰσχυρῶν κατὰ τὰ ἄλλα τῶν πρωτοκόλλων καὶ ἀποφάσεων, ἐὰν ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου ἐπιδώσωσιν ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου πρὸς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον τὴν ἀνήκουσαν δήλωσιν, ἢ τὴν κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον 5 ἀναγνώρισιν ὑπὸ τῶν συζύγων.» Ἐὰν δηλαδὴ εἶχον δηλωθῆ αἱ ἄμπελοι αὗται ἀπὸ τὰς συζύγους των. Ἐὰν δὲν εἶχον δηλωθῆ, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἀναγνώρισις. Πρόκειται νὰ προβλέψωμεν, τί θὰ συμβῇ διὰ τὴν προῖκα. Φρονῶ δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ὅπως ἔχει, ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κόλια.
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νέον τῆς τροπολογίας εἶναι, ὅτι περιλαμβάνει ὄχι μόνον τὰς νεοφύτους, ἀλλὰ καὶ τὰς μὴ νεοφύτους, δηλαδὴ πᾶσαν ἄμπελον.
§329Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§330ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητεῖται ν’ ἀπαλλαγῶσι πάσης ποινῆς οἱ παραβάται τοῦ νόμου, οἱ μὴ δηλώσαντες ποσῶς ἢ δηλώσαντες ἐλλιπῶς, ἀλλὰ καταδικασθέντες συνεπείᾳ πρωτοκόλλου, νὰ ἐξαλείψωμεν δὲ διὰ τοῦ νόμου τὰς συνεπείας τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως. Τοῦτο ζητεῖται. Δὲν γεννᾶται πλέον ζήτημα. Ἀλλ’ εἶναι ὀρθὸν καὶ συμφέρον, καὶ ὑπὸ ἄλλας ἐπόψεις, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ τὴν τοῦ συμφέροντος τοῦ νόμου τούτου, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξαφάνισιν τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ πάσης ποινῆς τῶν καταδικασθέντων; Καὶ παρέχομεν ἐγγυήσεις πλέον; Καὶ δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἤθελον προβῆ εἰς δήλωσιν εἰς τὸ μέλλον αὐτοὶ οὗτοι οἱ μηδόλως δηλώσαντες, ἢ καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ κύριοι τῶν νεοφύτων ἀμπέλων; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ βλέπω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν νόμον, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐρχόμεθα δι’ ἑνὸς Νόμου νὰ καταστρέψωμεν τὰς τελεσιδίκους ἀποφάσεις!
§331ΘΕΜ. ΚΟΛΙΑΣ. Δὲν εἶναι ἀκόμη τελεσίδικοι. Τὰς ποινὰς τῶν πρωτοκόλλων.
§332ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις. Ὅταν λέγωμεν ἀποφάσεις, ἐννοοῦμεν τελεσιδίκους. Ταύτας ὅμως ὑμεῖς ζητεῖτε νὰ ἐξαφανίσωμεν διὰ τοῦ νόμου.
§333ΘΕΜ. ΚΟΛΙΑΣ. Δὲν εἶναι ἀποφάσεις· εἶναι τοῦ ἐφόρου. Ποινὰς μόνον ἔχουσι.
§334ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀφήσατε νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην μου. Ἐὰν ἔχητε ἀντίρρησιν, ὁμιλήσατε. Θέλετε νὰ σώσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπήκουσαν εἰς τὸν νόμον καὶ ἀφῆκαν νὰ καταδικασθῶσι νὰ πληρώσουν. Ἀλλὰ συμφέρει νὰ τοὺς ἀπαλλάξωμεν τῶν ποινῶν, αἱ ὁποῖαι τοῖς ἐπεβλήθησαν, ἢ πρέπει νὰ καταμετρηθῶσιν αἱ ἄμπελοι, καὶ νὰ γνωρίζωσι νὰ δηλώνωσιν οἱ ἄλλοι, καὶ νὰ πεισθῇ ὁ κόσμος νὰ δηλώνῃ εἰς τὸ μέλλον; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει. Διὰ τοῦτο εἶμαι κατὰ τῆς τροπολογίας.
§335ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶναι μικρότερον τὸ ἁμάρτημα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδήλωσαν ἐλλιπῶς, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τοὺς γαιοκτήμονας γεωμέτρας, ἵνα γνωρίζωσι νὰ δηλώνωσιν ἐπακριβῶς. Γνωρίζω ὅτι ἐγένοντο πολλὰ πρωτόκολλα καὶ διὰ 10, 20 καὶ 30 μέτρα.
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Τὸ ἄρθρον 6, ὅπως ἔχει, ἀποβλέπει εἰς τὰς νεοφύτους ἀμπέλους, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπεβάλλοντο εἰς φορολογίαν· ἐντεῦθεν ἐπῆλθε παρεξήγησις τοῦ νόμου, καὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες δὲν ὑπέβαλον δήλωσιν ἐγκαίρως. Ἐκ τοῦ ὅτι δὲ δὲν ὑπέβαλον δήλωσιν ἐγκαίρως ἐγένοντο πρωτόκολλα κατ’ αὐτῶν. Ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ πρωτόκολλα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἕνεκα τῆς παραλείψεως ταύτης καὶ ἐκ παραδρομῆς, θέλει νὰ καταργήσῃ, ἀλλ’ ὄχι νὰ καταργήσῃ τὴν δήλωσιν περὶ τῶν ἀμπέλων τῶν ὑποβαλλομένων εἰς φόρον.
§337ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω καὶ περὶ τῶν ἀμπέλων τῶν ἄλλων, διότι ὑπάρχουσι πρωτόκολλα κατ’ ἀμπελοκτημόνων, οἵτινες παρέλειψαν νὰ δηλώσωσιν ἐπὶ ὡρισμένης ἐκτάσεως.
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θέλουσι καταπέσει ὅλαι αἱ ἀποφάσεις, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυνουρίας.
§339ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν φρονῶ ὅτι ὅμοιον ἁμάρτημα διέπραξεν ὁ ἀμπελοκτήμων, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδήλωσε, μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ μὴ δηλώσας ποσῶς. Νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ δηλώσαντες ἐλλιπῶς.
§340Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. «Τῶν μὴ δηλωσάντων» λέγει ὁ νόμος. (Διάλογοι).
§341ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρακαλῶ (ἀναγιγνώσκει): «Οἱ ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ παραλιπόντες μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου, τὴν δήλωσιν νεοφύτων ἀμπέλων...» Εἰς αὐτοὺς ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον, ἀλλ’ ὄχι καὶ εἰς τοὺς παραλείψαντας τὴν δήλωσιν τῶν ἀμπέλων τῶν παλαιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπήγοντο εἰς τὴν φορολογίαν.
§342ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Καλὸν εἶναι νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ ἐκεῖνοι.
§343ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Διότι θὰ καταπέσωσιν αἱ ἀποφάσεις.
§344Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν καταπίπτουσιν αἱ ἀποφάσεις. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀπαλλάσσονται τῆς ποινῆς μόνον. Τὰ ἔξοδα τῆς καταμετρήσεως, τὸν ἁπλοῦν φόρον καὶ τὰ τέλη τῆς ἀποφάσεως θὰ τὰ πληρώσουν. Πρῶτον πάντων, κύριε Πρόεδρε, κατ’ ἀρχὴν—ἀλλὰ δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας—ἡ στρεμματικὴ φορολογία κατὰ βάσιν εἶναι σόλοικος. Λοιπὸν ἦλθε μία περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, εἴτε διότι ἔλειπον εἰς τὰ ξένα εἴτε δι’ ἄλλον σπουδαῖον λόγον, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πληρώσουν τὸν ἁπλοῦν φόρον. Αὐτοὶ νὰ πληρώσουν τὰ ἔξοδα τῆς καταμετρήσεως, τὸν ἁπλοῦν φόρον καὶ τὰ τέλη τῆς ἀποφάσεως. Εἶναι ἀνάγκη νὰ πληρώσουν καὶ τὴν ποινήν; Αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀπάνθρωπον, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ὁ ὁποῖος διακρίνεται διὰ τὰ φιλανθρωπικά του αἰσθήματα, εἶναι κατ’ αὐτῆς.
§345Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. Ὁ νόμος, ὡς ἔχει, ἐφηρμόσθη κατὰ πρῶτον τὸ 1899. Αἱ ἄμπελοι ἐδηλώθησαν ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ 1899. Ὅσοι ἐδήλωσαν τὸ 1899 κατετάχθησαν καὶ ἐπλήρωσαν. Σκιαμαχοῦμεν λοιπόν! Αἱ ἄμπελοι ἐδηλώθησαν ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ 1899 συνετάχθη τὸ μητρῷον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ συνετάχθησαν οἱ χρηματικοὶ κατάλογοι. Ὅσοι λοιπὸν ὑπεχρεώθησαν διὰ πρωτοκόλλου νὰ πληρώσουν τὸ τριπλάσιον, βεβαίως ἀπὸ τοῦ 1899 ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρώσουν. Ἐὰν δὲ ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρώσουν, ὁ ἔφορος καθῆκον ἔχει νὰ καταγράψῃ τὰς ἀμπέλους αὐτῶν εἰς τὸ μητρῷον. Ἔκτοτε, μετὰ τὸ 1899, δὲν ἐγένετο νέα καταμέτρησις.
§346ΘΕΜ. ΚΟΛΙΑΣ. Εἶναι τὸ 1902.
§347Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος ὁρίζει τὰς προθεσμίας, καθ’ ἃς πρέπει νὰ γείνῃ ἡ καταμέτρησις τῶν ἀμπέλων.
§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Θεμ. Κόλια, διότι ἐπιμένει.
§349ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ἂν γείνῃ δεκτή, νὰ ληφθῇ πρόνοια, πῶς θὰ ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματα εἰς τοὺς πληρώσαντας.
§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Θεμ. Κόλια ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6, ὅπως ὑπεβλήθη καὶ ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§351Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον;
§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 6. Οἱ ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ παραλιπόντες μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου τὴν δήλωσιν νεοφύτων ἀμπέλων, ὡς ἐπίσης καὶ οἱ μὴ δηλώσαντες τὰς ἰδίας ἢ προικῴας ἢ ἐξωπροίκους ἀμπέλους, δηλωθείσας ὅμως παρὰ τῶν συζύγων αὐτῶν, καὶ καθ’ ὧν συνετάχθησαν πρωτόκολλα καταμετρήσεως ἢ ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις, ἀπαλλάσσονται πάσης ποινῆς, διατηρουμένων ἰσχυρῶν κατὰ τὰ ἄλλα τῶν πρωτοκόλλων καὶ ἀποφάσεων, ἐὰν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου οἱ μὲν ὑπόχρεοι πρὸς δήλωσιν νεοφύτων ἀμπέλων ἐπιδώσωσι τὴν ἀνήκουσαν δήλωσιν, οἱ δ’ ἄλλοι τὴν κατὰ τὸ ἀνωτέρω 5ον ἄρθρον ἀναγνώρισιν πρὸς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου.»
§353Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅμως ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ λέξις «ἐπίσης» τοῦ δευτέρου στίχου. Μετὰ τὴν προσθήκην τὴν γενομένην ἐν τῷ πρώτῳ στίχῳ, «οἱ ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ παραλιπόντες», νὰ λείψῃ τὸ «ἐπίσης», διότι ἐνδέχεται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀναφέρεται εἰς τὸ ἐν «μέρει ἢ ἐν ὅλῳ». Νὰ μείνῃ ἁπλῶς «ὡς καὶ οἱ μὴ δηλώσαντες».
§354ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· «ὡς καὶ οἱ μὴ δηλώσαντες». Λοιπὸν διαγράφεται τὸ «ἐπίσης».
§355Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ «ἰδίας» τοῦ τρίτου στίχου τώρα μὲ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον πῶς θὰ συμβιβασθῇ; «Οἱ δὲ ἄλλοι τὴν κατὰ τὸ ἀνωτέρω 5ον ἄρθρον ἀναγνώρισιν» λέγει τὸ ἄρθρον 6. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 5 πραγματεύεται περὶ προικώων ἢ ἐξωπροίκων. Τὸ «ἰδίας» τί ἐννοεῖ; Ἄλλας παρὰ ἐξωπροίκους ἢ προικώας;
§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λέγει «καὶ οἱ μὴ δηλώσαντες τὰς ἰδίας ἢ προικώας ἢ ἐξωπροίκους ἀμπέλους, δηλωθείσας ὅμως παρὰ τῶν συζύγων αὐτῶν.»
§357Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλῶς ἔχει.
§358Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν λέγῃ «ἰδίας»...
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι ἐδηλώθησαν παρὰ τῶν συζύγων.
§360Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§361ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Τὸ λέγει τὸ ἄρθρον: «... ὡς καὶ οἱ μὴ δηλώσαντες τὰς ἰδίας ἢ προικώας ἢ ἐξωπροίκους ἀμπέλους, δηλωθείσας ὅμως παρὰ τῶν συζύγων αὐτῶν». Αὐτὴ ἡ πρότασις περιλαμβάνει ὅλα.
§362ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§363ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν...
§364Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Σημειωτέον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ψηφίζοντες τὸ ἄρθρον 6 βραβεύομεν τοὺς δολιευθέντας τὸν νόμον. Διότι γνωρίζομεν πάντες, ὅτι οἱ σύζυγοι, διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων των εἰς τὸ Δημόσιον, ὁσάκις δύνανται, διότι ἔχουσι δίκας, βάζουν τὰς συζύγους των καὶ δηλώνουσι τὰς ἀμπέλους. Λοιπὸν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν πρόνοιαν καὶ τὸν δόλον νὰ βάλουν τὰς συζύγους των νὰ δηλώσουν τὰς ἰδίας των ἀμπέλους, ἐρχόμεθα ἤδη καὶ λέγομεν «ἀφίεμεν τὰς ἁμαρτίας σας!» Κάμνουν δήλωσιν εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, καὶ οὕτω πως δὲν πληρώνουν οὔτε προικῶον οὔτε τίποτε. Δι’ ὅσας ὅμως ἀμπέλους τυχὸν παρέλειψαν οἱ σύζυγοι, ἤδη αὐτοὶ πρέπει νὰ πληρώσουν! Δὲν φρονεῖτε ὅτι τὸν πονηρευθέντα σύζυγον προστατεύομεν, καὶ τὸν μὴ πονηρευθέντα ἀδικοῦμεν;
§365ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κύριος Γκότσης ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 ἔχει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς παράγραφος: «Ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΔʹ δηλώσεως καὶ μέχρι τῆς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὁριστικῆς ἐπιβεβαιώσεως τῆς καταστροφῆς, ἐκριζώσεως ἢ ἐγκαταλείψεως ἀναστέλλεται ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου τῆς ἀμπέλου, περὶ ἧς ἡ δήλωσις.»
§366Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἰδοὺ τί συμβαίνει. Κατὰ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΔʹ τοῦ ἔτους 1899, ὁ ἀμπελοκτήμων, ὁ ἕνεκα καταστροφῆς τῆς ἀμπέλου του ἀναγκασθεὶς νὰ ἐκριζώσῃ ἢ ἐγκαταλείψῃ αὐτὴν ἀκαλλιέργητον, ὀφείλει ἐντὸς τοῦ μηνὸς Αὐγούστου νὰ κάμῃ δήλωσιν πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, ζητῶν τὴν ἀπαλλαγήν του ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, ὁ δὲ ἔφορος εἶναι ὑποχρεωμένος διὰ γεωμέτρου — τοῦτο δὲ μεταρρυθμίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὁριζομένων καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων, — νὰ ἐπιβεβαιώσῃ τὴν δήλωσιν ταύτην καὶ συντάξῃ πρωτόκολλον. Ἔχω ὑπ’ ὄψει πολλὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος παρέλειψε νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του τοῦτο. Καίτοι ἐπανειλημμένως ἐγὼ αὐτὸς μετέβην εἰς τὸν ἔφορον, ἐν τούτοις οὐδὲν κατώρθωσα, διότι ὁ ἔφορος ἐνόμιζεν, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι πρέπει νὰ παρακαλέσουν τὸν γεωμέτρην νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου. Νὰ τὸν πληρώσουν! Καὶ συμβαίνει τὸ ἄτοπον, νὰ μὴ ἐπακολουθῇ ἡ βεβαίωσις ἐγκαίρως, παραμελουμένης τῆς τοιαύτης ἐργασίας, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ὁ τοιαύτην δήλωσιν ὑποβαλὼν νὰ ἐξακολουθῇ νὰ πληρώνῃ φόρον ἐπὶ ἀμπέλου ἐκριζωθείσης ἢ ἐγκαταλειφθείσης!
§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ὀφειλέτης μὴ κατορθῶν τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου διὰ τῆς δηλώσεως ὅτι ἐξερρίζωσε τὴν ἄμπελόν του.
§368Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιβεβαιώσῃ ἐντὸς μηνός, ἐὰν ἡ δήλωσις εἶναι ἀληθής· ἐὰν δὲ ἦναι ψευδής, ὑπάρχουσι ποιναὶ κατὰ τοῦ ψευδῶς δηλοῦντος.
§369Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξηγήσατέ μοι, παρακαλῶ, διότι δὲν παρηκολούθησα τὴν παρατήρησίν σας.
§370Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΔʹ ὁ ἐκριζῶν ἢ ἐγκαταλείπων τὴν ἄμπελόν του ὀφείλει νὰ κάμῃ δήλωσιν ἐνώπιον τοῦ ἐφόρου ἐντὸς τοῦ μηνὸς Αὐγούστου. Ὁ ἔφορος εἶναι ὑποχρεωμένος, ἢ κωλυομένου αὐτοῦ ὁ γραμματεὺς τῆς Ἐφορίας ἢ ὁ γεωμέτρης, νὰ ἐπιβεβαιώσῃ διὰ πρωτοκόλλου τὴν ἐκρίζωσιν ἢ ἐγκατάλειψιν τῆς ἀμπέλου. Ἔχομεν ὅμως περιστάσεις, καθ’ ἃς, καίτοι ἐπεδόθη ἡ δήλωσις, δὲν ἐνηργήθη τι ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων πρὸς ἐπιβεβαίωσιν, οὕτω δὲ παρέρχονται ἓν ἢ δύο ἔτη, καὶ ὁ ἐκριζῶν ἢ ἐγκαταλείπων τὴν ἄμπελόν του ἐξακολουθεῖ νὰ πληρώνῃ φόρον! Λοιπὸν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον, ὅτι, ἐὰν ἐντὸς μηνὸς δὲν κάμῃ τὴν ἐπιβεβαίωσιν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, ἀναστέλλεται ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου.
§371Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν μεταβῶσιν οἱ ὑπάλληλοι πρὸς ἐπιβεβαίωσιν, θὰ τιμωρηθῶσιν.
§372Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγει ὁ νόμος; «Μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μηνὸς τιμωρεῖται ἐπίσης ὁ ἔφορος ἢ ὁ γεωμέτρης διὰ πᾶσαν παράλειψιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, εἴτε ἐπῆλθεν εἴτε δὲν ἐπῆλθε ζημία εἰς τὸ Δημόσιον ἢ εἰς τοὺς φορολογουμένους.»
§373Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ ἐπειδὴ θὰ φυλακισθῇ ἕνα μῆνα ὁ ὑπάλληλος, πρέπει νὰ πληρώσῃ ὁ φορολογούμενος; Δὲν πρόκειται νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος ἐξαναγκασμοῦ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του. Τὸ ζήτημα εἶναι, πῶς ὁ ἰδιώτης θὰ προστατευθῇ κατὰ μιᾶς ἀδίκου πληρωμῆς. Δὲν βλέπω δὲ, τί δύναταί τις νὰ εἴπῃ κατὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. συναδέλφου.
§374ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύναται νὰ ἀντείπῃ, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ δυνατὴ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου, διότι θὰ ἐπέρχηται ἀναστολή, ἐὰν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν κάμουν τὸ καθῆκόν των. Ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ συμβῇ τὸ ἄτοπον αὐτό.
§375Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἡμεῖς ζητοῦμεν ν’ ἀνασταλῇ ἡ καταδίωξις ἡ γινομένη κατ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι φορολογούμενοι. Ἀδιάφορον δὲ δι’ αὐτοὺς, ἂν οἱ ὑπάλληλοι ἐκτελοῦσιν ἢ ὄχι τὸ καθῆκόν των.
§376Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐγὼ λέγω τὸ ἑξῆς. Ἐὰν πράξωσι τὸ καθῆκόν των οἱ πρὸς ἐπιβεβαίωσιν ὑπόχρεοι ὑπάλληλοι, οὐδὲν ἔχει νὰ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον· ἐὰν ὅμως δὲν πράξωσιν αὐτό, δὲν πρέπει νὰ πληρώσῃ ὁ φορολογούμενος· διότι τί πταίει οὗτος, ἂν οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των; Ἀπορῶ, πῶς γίνονται ἀντιρρήσεις ἐπ’ αὐτοῦ!
§377Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τί ἔχει νὰ πάθῃ ὁ φορολογούμενος;
§378ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ πληρώσῃ.
§379Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου, καθ’ ὃν εἰσπράττεται ὁ φόρος οὗτος, ἔχει δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ ὁ φορολογούμενος.
§380Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τί νὰ ἐνεργήσῃ; Ἐγὼ ἔχω τοιαύτας ἐκκρεμεῖς δηλώσεις δύο ἐτῶν. Ἀντὶ δὲ νὰ λέγωμεν εἰς τὸν φορολογούμενον νὰ ἐνεργήσῃ,—ὅστις καὶ δὲν ἔχει ἄλλο μέσον ἐνεργείας, πλὴν τῆς ὑποβολῆς τῆς δηλώσεως,—καλλίτερον νὰ ἐξαναγκάσωμεν τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον νὰ ἐνεργήσῃ πρὸς ἐπιβεβαίωσιν τῆς δηλώσεως· τοῦτο δ’ ἐπιτυγχάνεται ἀσφαλῶς διὰ τῆς τροπολογίας μου.
§381ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει συνταχθῆ, φαίνεται, ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψει νὰ παράσχῃ περισσοτέρας εὐκολίας εἰς τοὺς δηλωτάς, καὶ διὰ τοῦτο ἐπετράπη, ἵνα ἡ βεβαίωσις τῆς δηλώσεως περὶ ἐγκαταλείψεως γίνηται ὑπὸ τοῦ γεωμέτρου, τοῦ ἐφόρου κλπ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχω ὑπ’ ὄψει ὡρισμένας περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ ἕδρα τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας, ἕνεκα τῆς γεωγραφικῆς καταστάσεως τῆς ἐπαρχίας, εἶναι ἀπόκεντρος, εἶναι δὲ δύσκολον εἰς τὸν ἔφορον ἢ τὸν γραμματέα ἢ τὸν γεωμέτρην νὰ μεταβαίνῃ ἐπὶ τόπου καὶ πιστοποιῇ περὶ τῆς ἐκριζώσεως ἢ ἐγκαταλείψεως, πολλαὶ δὲ Ἐφορίαι δὲν ἔχουσιν οὔτε γεωμέτρας, καὶ πολλάκις πρόκειται περὶ ἀμπέλου ἑνὸς στρέμματος τὸ πολύ, νομίζω ὅτι καὶ ἄλλαι ἀρχαὶ δύνανται νὰ βεβαιώσωσι τὴν ἐγκατάλειψιν ἢ ἐκρίζωσιν, ἀρχαὶ ὑπεύθυνοι καὶ παρέχουσαι ἐγγυήσεις. Ἄξιος δὲ τοιαύτης ἐμπιστοσύνης νομίζω ὅτι εἶναι καὶ ὁ δήμαρχος· οὐδεὶς δὲ δήμαρχος θὰ πιστοποιήσῃ ψευδῶς, ὅτι ἐξερριζώθη ἄμπελος, ἥτις ὑφίσταται. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ὡς τοιαύτη ἀρχὴ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὁ εἰρηνοδίκης, ἢ ὁ ἀστυνόμος, ἢ ἄλλη ἀρχή. Ἄλλως δὲ δύναται νὰ γίνεται προσωρινὴ βεβαίωσις παρὰ τῆς τοπικῆς ἀρχῆς, δυνάμει τῆς ὁποίας νὰ ἀναστέλληται ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου, ἔπειτα δὲ παρὰ τοῦ ἐφόρου νὰ γίνηται ἡ ὁριστικὴ βεβαίωσις.
§382Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὅλα ὅμως ταῦτα δὲν αἴρουσι τὸ ἄτοπον, ὅπερ ἐγὼ ὑπέδειξα.
§383ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν πληρώσῃ ὁ φορολογούμενος παρὰ τὴν δήλωσίν του, δύναται ν’ ἀναλάβῃ τὸν πληρωθέντα φόρον.
§384Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δυσκολεύομαι ν’ ἀποδεχθῶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Νὰ προστεθῇ ὅμως «ἀπὸ τῆς γενομένης κατὰ τὸ ἄρθρον 21 δηλώσεως»· διότι ἡ ὑποβολὴ τῆς δηλώσεως ἔχει καὶ ἄλλην σημασίαν.
§385ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰς τὸ ἄρθρον 7 προστίθεται δευτέρα παράγραφος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἀπὸ τῆς γενομένης κατὰ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ νόμου ΒΦΟΔʹ δηλώσεως καὶ μέχρι τῆς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὁριστικῆς ἐπιβεβαιώσεως τῆς καταστροφῆς, ἐκριζώσεως ἢ ἐγκαταλείψεως ἀναστέλλεται ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου τῆς ἀμπέλου, περὶ ἧς ἡ δήλωσις.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§386Θ. ΛΕΚΑΣ. Ἀντὶ «μέχρι τέλους Ἰουλίου», ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλῶ νὰ γραφῇ «μέχρι τέλους Αὐγούστου». Τοῦτο εἶναι ἀποτελεσματικώτερον.
§387Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§388ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη, τῇ προτάσει τοῦ βουλευτοῦ κυρίου Λέκα, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται). Ἔχει τις τὸν λόγον; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ βουλευτὴς Τήνου κύριος Σιγάλας προτείνει νὰ προστεθῇ ὡς ἄρθρον 10 τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὰς ἐν τοῖς ἄρθροις 31 καὶ 32 τοῦ ͵ΒΦΟΔʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1899 νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς ἐπὶ τοῦ οἴνου φορολογίας διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων» ἀναγραφομένας ἐπαρχίας προστίθεται καὶ ἡ τῆς Τήνου, ὑπαγομένης εἰς τὰς αὐτὰς διατάξεις.» Ὁ δὲ κύριος Γκότσης προτείνει νὰ τεθῇ ὡς ἄρθρον 10 τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἀνασύνταξιν τῶν ὑπὸ τῆς αʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΔʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1899 ὁριζομένων πρωτοκόλλων, ὅπου ἤθελε κρίνει τοῦτο ἀναγκαῖον, καὶ νὰ κανονίσῃ τὰς πρὸς τοῦτο διορίας. Ἡ τοιαύτη ἀνασύνταξις τῶν πρωτοκόλλων θέλει ἐνεργηθῆ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2 καὶ τῆς αʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ͵ΒΧΝΗʹ. Ἡ οὕτω γενομένη ἀνασύνταξις τῶν πρωτοκόλλων καὶ ἡ κατανομὴ τοῦ φόρου ἐπάγεται τὴν μεταβολὴν τῆς γενομένης κατανομῆς τοῦ φόρου διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1899.» Ὁ κ. Σιγάλας ἔχει τὸν λόγον.
§389Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Καίτοι εἶσθε κεκμηκότες, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιτρέψατέ μοι ἵνα δι’ ὀλίγων λέξεων σᾶς παραστήσω τὴν ἐξαιρετικὴν κατάστασιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκεται ἡ νῆσος Τῆνος, ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων. Δυστυχῶς τὸ ἄγονον τοῦ τόπου καὶ αἱ συνεχεῖς ξηρασίαι κατέστρεψαν σχεδὸν τὴν ἀμπελοφυτείαν, οἱ δὲ κάτοικοι κατὰ συνοικισμοὺς μετοικοῦσιν εἰς διάφορα μέρη τοῦ ἐξωτερικοῦ πρὸς εὕρεσιν ἐργασίας. Εἶναι δυστυχῶς τόσον φιλήσυχοι, ὥστε δὲν ἐννοοῦσι νὰ προκαλῶσι θόρυβον, οὐδὲ νὰ διαμαρτυρηθῶσι καὶ ἐπικαλεσθῶσι τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ κατάστασις αὐτῶν εἶναι ἀξιοθρήνητος, οἵα καὶ εἴς τινας ἄλλας ἐπαρχίας. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οὐδὲ τὸ ⅓ τῶν κατοίκων μένει ἐν τῷ τόπῳ, ἕνεκα τοῦ ἀγόνου αὐτοῦ καὶ τῆς βαρείας φορολογίας. Ἰδίως ὅμως ὡς πρὸς τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων ἡ Τῆνος διατελεῖ ἐν ὅλως ἐξαιρετικῇ θέσει. Ἐκεῖ ἡ ἄμπελος χρησιμεύει μᾶλλον πρὸς συγκράτησιν τῶν χωμάτων. Οὐδαμοῦ τῆς Τήνου εὑρίσκονται ἀμπελῶνες συστηματικοὶ, ὡς ἐκ τοῦ ἀγόνου καὶ βραχώδους τῆς νήσου· ὅλοι οἱ ἀγροὶ εἶναι κλιμακωτοὶ, καὶ ὀνομάζονται κοινῶς σκάλες, χωριζόμενοι διὰ τοίχων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους καὶ μόνον φυτεύονται ἄμπελοι σποράδην, πρὸς συγκράτησιν τῶν χωμάτων...
§390Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πιστεύσατε ὅτι ἡ πατρίς μου εἶναι χειροτέρα ἀπὸ τὴν Τῆνον. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς λέγετε σκάλες, λέγονται ἐκεῖ πεζούλια. Ἔδαφος πετρῶδες, ξηρόν! Ἐὰν λοιπὸν ἤθελε παραδεχθῆ ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην ὑμῶν, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ παραδεχθῇ αὐτὴν ἐπὶ πολλῶν ἐπαρχιῶν.
§391Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοὺς τοίχους τῶν ἀγρῶν ἔχουν μερικὰ κλήματα· δὲν εἶναι ἀμπελῶνες πεφυτευμένοι.
§392Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ εἰς τὴν Γορτυνίαν τὸ ἴδιον εἶναι.
§393Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ἐὰν μοὶ χαρίσητε μικρὰν προσοχὴν, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐν Τήνῳ ἡ ἄμπελος διατελεῖ ὑπὸ ὅλως ἐξαιρετικοὺς ὅρους. Καὶ δι’ ἐγκυκλίου ἀπὸ 10 Αὐγούστου 1901, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΔʹ τοῦ 1899, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, σαφῶς ἑρμηνεῦσαν τὸν νόμον, ἐδέχθη, ὅτι ἀπαλλάσσονται πάσης φορολογίας τὰ ἐν περιβολίοις καὶ ἀγροῖς εἰς ἐπικλινῆ ἐδάφη πεφυτευμένα κλήματα· παραδόξως ὅμως τὰ ἐν Τήνῳ δὲν ἐξῃρέθησαν αὐτῆς. Ἰδίως ὅμως ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος συντρέχει διὰ τὴν Τῆνον, εἶναι, ὅτι εἴς τινα μέρη διὰ τῆς μεγάλης φιλοπονίας τῶν κατοίκων παράγεται ἱκανὸς οἶνος, καὶ ἔχει ἀνάγκην ἐνθαρρύνσεως ἡ ἀμπελοφυτεία ἐν Τήνῳ, διότι ἐκεῖ παράγεται ὁ οἶνος ὁ λεγόμενος ἀνθοσμίας, ὁ οἶνος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει φήμην πανευρωπαϊκὴν, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος εἶναι ὀλίγιστος, διότι οἱ κάτοικοι, πιεζόμενοι ἀπὸ τοὺς φόρους καὶ τὴν ξηρασίαν, ἐγκατέλιπον τὴν καλλιέργειαν τῶν κλημάτων αὐτοῦ. Χάριν τοῦ οἴνου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε εἰσῆγε πολὺ χρῆμα εἰς τὸν τόπον, ἤξιζε νὰ τύχωμεν προστασίας, ὥστε νὰ ἐνθαρρυνθῇ ἡ καλλιέργεια τῆς ἀμπέλου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, παρετήρησα, ὅτι, κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τὴν Τῆνον ἐβεβαιώθη φόρος μόνον 4500 δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ βεβαιωθέντος τούτου φόρου δὲν εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον οὐδὲ 2000 δραχμὰς, ἐνῷ εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι πάντοτε μὲν πλέον τῶν 60 ἢ 70 χιλιάδων ὀκάδες οἴνου, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς εὐφορίας καὶ πλέον τῶν 100 χιλιάδων ἐξάγονται ἀπό τινα μέρη διὰ τὴν Τουρκίαν καὶ τὴν Ρωσσίαν. Ὥστε καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ τὸ συμφέρον τῶν κατοίκων εἶναι νὰ ἐνθαρρυνθῶσιν εἰς τὴν ἀμπελοφυτείαν, καὶ πρὸ πάντων διὰ τὰ μέρη τὰ ἄγονα ἐπιβάλλεται νὰ δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§394ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς συμβαίνει νὰ ἐξάγηται οἶνος, ἀφοῦ δὲν παράγεται;
§395Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Εἶχον σκοπὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Εἰς τὰ ἀγονώτερα μέρη παράγουν ὀλίγον οἶνον αἱ ἄμπελοι, καὶ τότε, ἐνῷ εἰσάγεται ἐξ Ἀλιβερίου καὶ ἄλλων μερῶν εὐθηνότερον γλεῦκος, ἐξάγεται ἐξ ἄλλου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀπό τινων μερῶν, εὐτυχῶς γονιμωτέρων· ὡς ἐκ τούτου παρουσιάζεται τὸ παράδοξον φαινόμενον, νὰ εἰσάγηται μὲν ἐξ Ἀλιβερίου καὶ ἄλλων μερῶν εὐθηνὸν καὶ ἐλαφρὸν γλεῦκος, νὰ ἐξάγωνται δὲ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τὴν Τουρκίαν καὶ Ρωσσίαν ἱκαναὶ ποσότητες οἴνου. Ἐκ τούτου ὅμως ὑποβάλλονται καὶ εἰς διπλῆν φορολογίαν οἱ κάτοικοι, διότι καὶ εἰς τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν ὑπόκεινται καὶ διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ οἴνου πληρώνουσιν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου παρουσιάζει τὸ ἐξαιρετικὸν ἡ Τῆνος, ὅτι τὰ αὐτὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται διὰ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων, φορολογοῦνται καὶ διὰ τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς, ἡ δὲ καταμέτρησις τῶν ἀμπέλων καὶ ἡ ἐξεύρεσις τῆς ἐκτάσεως αὐτῶν ἀποβαίνει δυσχερὴς καὶ ὅλως ἄδικος καὶ ὑπερβολική. Διότι, ἀφοῦ τὰ κλήματα εἶναι πρὸς συγκράτησιν τῶν χωμάτων σποραδικῶς πεφυτευμένα, ἐννοεῖται ὅτι καταμέτρησις ἐπακριβῶς δὲν δύνανται νὰ γείνῃ, ἀλλὰ γίνεται αὐθαιρέτως καὶ πάντοτε πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ τὸ αὐτὸ κτῆμα καταμετρεῖται, καὶ ἡ αὐτὴ ἔκτασις, ἡ ὁποία τὸν χειμῶνα σπείρεται διὰ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, κατέχεται τὸ θέρος ἀπὸ τὴν ἄμπελον. Καὶ δι’ αὐτὸν ἔτι τὸν λόγον φορολογοῦνται διττῶς οἱ κάτοικοι. Ἐνῷ κατὰ τὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ πάντοτε εἰς τοὺς φορολογικοὺς νόμους, τὸ ἐπικρατέστερον προϊὸν πληρώνει, τὸ δὲ δευτερεῦον προϊὸν, ὡς εἶναι διὰ τὴν Θήραν, μετὰ τὰς ἀμπέλους, ὁ βάμβαξ καὶ τὰ ὄσπρια, δὲν ὑπόκειται εἰς φορολογίαν, τὸ ἐναντίον δυστυχῶς συμβαίνει ἐν Τήνῳ, ὅπου οἱ δημητριακοὶ καρποὶ εἶναι τὸ κύριον προϊὸν, καὶ δίκαιον ἦτο νὰ φορολογηθῶσιν οἱ καρποὶ οὗτοι, καὶ νὰ ἀπαλλαχθῇ ἡ ἄμπελος, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν εἰσπράττει περισσότερα τῶν ὅσα θὰ εἰσέπραττεν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν αὐτοῦ. Ὅ,τι δὲ ἰδίως μὲ ἀναγκάζει νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν ταύτην, εἶναι ὅτι πολλοὶ συμπολῖταί μου μεγάλως στενοχωροῦνται μὲ τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου ἐπὶ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, καὶ περιπλέκονται παντοιοτρόπως μὲ τὰ πρωτόκολλα· οὕτω δὲ καὶ τὸ Δημόσιον ἀποδείκνυται καταπιεστικόν, χωρὶς νὰ ὠφελῆται, καὶ οἱ συμπολῖταί μου καταπιεζόμενοι ἐκπατρίζονται. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν — διότι βεβαίως δὲν θὰ ἔκαμνον λόγον, ἐὰν δὲν ἦτο καὶ φιλανθρωπίας καὶ δικαιοσύνης ζήτημα — νὰ ἀποδεχθῇ, ὅπως ὑπαχθῇ καὶ ἡ Τῆνος εἰς τὴν φορολογίαν, εἰς ἣν ὑπόκεινται αἱ νῆσοι Πάρος, Ἀντίπαρος, Θήρα καὶ Θηρασία, ἤτοι νὰ φορολογῆται καὶ αὕτη κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ οἴνου. Οὕτω θὰ φορολογῶνται μόνον αἱ ἄμπελοι, αἵτινες ὄντως παράγουσιν, οὐχὶ δὲ καὶ αἱ μηδὲν παράγουσαι.
§396ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Σιγάλα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἔρχεται ἤδη ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Γκότση.
§397Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνατρέπει τὰ πάντα! Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτή.
§398ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία αὕτη μεταβληθεῖσα ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἀνασύνταξιν τῶν ὑπὸ τῆς αʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΔʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1899 ὁριζομένων πρωτοκόλλων, ὅπου ἤθελε κρίνει τοῦτο ἀναγκαῖον, καὶ νὰ κανονίσῃ τὰς πρὸς τοῦτο διορίας κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 τοῦ νόμου ͵ΒΧΝΗʹ.» (Διαλογικὴ συζήτησις μεταξὺ τῶν κ. κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη Πρωθυπουργοῦ, Γκότση καὶ Μπακοπούλου). Λοιπὸν ἀποσύρετε τὴν τροπολογίαν σας, κύριε Γκότση;
§399Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§400ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται λοιπὸν ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Γκότση. Εἶναι μία τελευταία τροπολογία τοῦ κ. Ρούφου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἐφαρμόζονται ἀπὸ τοῦ ἔτους 1902.»
§401Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ παραδεχθῶμεν· ἀντιβαίνει εἰς πάντα κανόνα.
§402Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἀφοῦ εἶναι ὡνωμολογημένη ἡ ἀνάγκη τῆς ἄρσεως τῆς ἐπαχθεστάτης ταύτης φορολογίας, διατὶ νὰ ἐπιβαρυνθῶσι δι’ αὐτῆς οἱ ἀμπελοκτήμονες, μόνον διότι πέρυσι δὲν ἐπρόφθασεν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον;
§403ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Ρούφου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου θὰ συναρμολογηθῇ καὶ θὰ ψηφοφορηθῇ αὔριον, τιθέμενον ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Δεύτερον θὰ ἦναι τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφίου εʹ τοῦ ἄρθρου 39 τῆς διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΨΝΔʹ τῆς 8 Ἀπριλίου 1900 κυρωθείσης συμβάσεως τῆς 9 Μαρτίου 1900» καὶ τρίτον τὸ νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης». Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 2 καὶ 30′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).