1903.03.18
3,645 rows · 28,102 words · 329 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51
τῆς 18 Μαρτίου 1903.
(Τρίτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυθείσης τῆς συνεδριάσεως χθὲς ἀμέσως μετὰ τὴν ἀναγγελίαν τοῦ θανάτου τοῦ ἀειμνήστου συναδέλφου ἐκ Τριχωνίας Ἀνδρέου Σκαλτσοδήμου, δὲν ἠδυνήθην νὰ προκαλέσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν τιμῶν, αἵτινες ὤφειλον ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸν νεκρὸν αὐτοῦ· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡρμήνευσα τὰ αἰσθήματα καὶ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, μεταβὰς παρὰ τῇ χήρᾳ τοῦ ἀποθανόντος συναδέλφου, καὶ ὑποβαλὼν αὐτῇ ἐξ ὀνόματος τῆς Βουλῆς τὰ συλλυπητήρια αὐτῆς, κατέθηκα δὲ καὶ στέφανον ἐπὶ τῆς σοροῦ τοῦ ἀειμνήστου συναδέλφου, συναινοῦντος καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ κηδεία αὐτοῦ θέλει γείνῃ εἰς τὸ Ἀγρίνιον, πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, ἐξ ἧς ἐξελέγετο ὁ ἀείμνηστος συνάδελφος· οὐχ ἧττον τὸ Προεδρεῖον θέλει συνοδεύσει τὸν νεκρὸν αὐτοῦ μέχρι τοῦ σταθμοῦ τοῦ σιδηροδρόμου αὔριον κατὰ τὴν ἑβδόμην πρωϊνὴν ὥραν. Ἡ μνήμη τοῦ ἐκλιπόντος συναδέλφου ἔσται παρ’ ἡμῖν προσφιλὴς, καὶ οὐδεὶς θέλει εἶναι ἐπιλήσμων τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ τοῦ ἀκεραίου, τοῦ ἐντίμου καὶ εἰλικρινοῦς.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας Πάλλης, ἐκφράζοντος τὴν εὐχὴν ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ὡσαύτως ἀναφορὰν τοῦ καταδίκου Εὐθυμίου Κουφοπούλου, ἱκετεύοντος ν’ ἀπονεμηθῇ αὐτῷ βασιλικὴ χάρις. Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν Βουλὴν κατετέθη νομοσχέδιον περὶ ἔργων τινῶν ὑδραυλικῶν μετὰ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης· ἀλλ’ ἡ τεχνικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διεβίβασε συμπληρωτικὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τοῦ χειμάρρου τῆς Μεσσήνης. Ἡ ἐν τῷ συμπληρωτικῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένη δαπάνη ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 3,231.05· τὸν προϋπολογισμὸν δὲ τοῦτον καταθέτω, ἵνα τυπωθῇ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τοῦ συμπληρωτικοῦ προϋπολογισμοῦ θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 270). Ὁ κύριος Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον.
§6ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἔχω ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· φρονῶ δὲ, ὅτι διερμηνεύω τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦναι τοῦτο, χρῶμαι τῷ δικαιώματι, ὅπερ μοὶ παρέχει ὁ Κανονισμὸς ὡς Βουλευτῇ, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ ἀπευθύνω, δὲν ἔπρεπε νὰ βραδύνῃ· διὰ τοῦτο καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἀφορᾷ εἰς τὸ χθὲς ἀνελιχθὲν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπεισόδιον.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀντιπρόεδρον κ. Ἀντωνόπουλον νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃ.
§8Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐπερώτησίς μου δὲν ἀφορᾷ ὑμᾶς. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Ἀντωνόπουλος). Ἡ ἐπερώτησίς μου ἀφορᾷ εἰς τὸ χθὲς ἀνελιχθὲν ἐν τῇ Βουλῇ ἐπεισόδιον, τοῦ ὁποίου πάντες ἐγενόμεθα μάρτυρες, καὶ τοῦ ὁποίου μνείαν ποιοῦνται τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, τὰ ἄρτι ἀναγνωσθέντα. Δὲν θὰ εἰσέλθω βεβαίως εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ ἐπεισοδίου ἐκείνου. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἀφορᾷ εἰς ἄλλο τι· διότι ἐκ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου γεννῶνται δύο ζητήματα, τὸ πρῶτον πραγματικὸν, καὶ τὸ ἕτερον συνταγματικόν. Καὶ τὸ μὲν πραγματικὸν ἀφορᾷ εἰς τὸ ἑξῆς. Πάντες, νομίζω, ἀντελήφθητε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν πληθούσῃ συνεδριάσει ἔδωκε τὴν παραίτησίν του, καὶ δὲν δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι τοῦτο ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα στιγμιαίας ὀργῆς ἢ παραφορᾶς, διότι ἡ παραίτησίς του ἐξήχθη ἐκ τοῦ χαρτοφυλακίου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐπεδόθη εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, βεβαίως ἡ παραίτησις ἐκείνη ἦτο πρᾶξις περιεσκεμμένη καὶ ἀποφασισμένη πρὸ πολλοῦ. Ποῖα ἦσαν τὰ αἴτια τὰ ὠθήσαντα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν παραίτησιν αὐτοῦ; Τοῦτο εἶναι ἐξεταστέον. Ἀλλὰ προκύπτει καὶ ζήτημα συνταγματικόν, διότι φρονῶ ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς εἰς τὰ χρονικὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, Ὑπουργὸς, διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του. Καὶ λέγω ὅτι εἶναι ζήτημα συνταγματικὸν, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι τοὺς Ὑπουργοὺς, δυνάμει ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, διορίζει ὁ Βασιλεὺς, εἶναι δὲ κοινῶς παραδεδεγμένον, ὅτι ὁ διορίζων εἶναι καὶ ὁ ἁρμόδιος νὰ δέχηται τὴν παραίτησιν. Ἂν δὲ τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ παραίτησις, ἵνα φθάσῃ εἰς τὸν Ἄνακτα, πρέπῃ νὰ διέλθῃ διὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐσωτερικῆς τάξεως· συνταγματικῶς ὅμως ἡ παραίτησις πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν Ἄνακτα. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἵνα παύσωσι πάντα τὰ ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀναγραφόμενα καὶ τὰ σχόλια τὰ διάφορα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοῦ διαβήματος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐξηνέχθησαν, ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ δικαιοῦται ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοιαύτας. Διὰ τοῦτο εἶπον ἀρχόμενος, ὅτι φρονῶ ὅτι διερμηνεύω τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς, προκαλῶν εἰς ἐξηγήσεις τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου μοὶ φαίνεται ὅτι ἀπευθύνεται μᾶλλον πρὸς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κύριον Λιμπρίτην, βουλευτὴν ἐκ Τυρνάβου.
§10ΚΩΝΣΤ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Οὐχὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν!
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε ὑπομονήν! Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελεν εἶσθαι Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου, ἐγὼ ἤθελον σπεύσει ν’ ἀνακοινώσω τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς νὰ μὴ ἀνυπομονῇ. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου περιεστράφη εἰς τοῦτο, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ, ὅταν πρόκηται νὰ παραιτηθῶσιν, ὑποβάλλουσι τὴν παραίτησίν των εἰς τὸν Ἡγεμόνα, διότι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργούς του. Πῶς λοιπὸν ἐδόθη εἰς ἐμέ; Τοῦτο ἀφορᾷ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου Βουλευτὴν ἐκ Τυρνάβου, ὅστις τυγχάνει ἁρμόδιος, ἵνα δώσῃ τὴν ζητουμένην διασάφησιν. Δὲν διστάζω ὅμως νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ αὐτοῦ, ἂν τυχὸν δὲν ᾖναι κατὰ τὴν ὥραν ταύτην παρών. Διότι ὁ κύριος Λιμπρίτης δὲν ἔδωκε πρὸς τὴν Βουλὴν παραίτησιν, ἀλλ’ ἔδωκεν ἐπιστολὴν ἐσφραγισμένην πρὸς ἐμὲ, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἐδήλου τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ νὰ ὑποβάλῃ πρὸς τὸν Βασιλέα τὴν παραίτησίν του· δὲν μοὶ ἔγραφε νὰ ὑποβάλω ταύτην εἰς τὴν Βουλήν. Πρὸς ἐμὲ ἀνεκοίνωσε τὴν ἐπιθυμίαν του δι’ ἐπιστολῆς, ὅπως ὑποβάλω τὴν παραίτησίν του εἰς τὸ Στέμμα. Ἑπομένως δὲν ἀνευρίσκω ἐν τούτῳ, ποῦ εἶναι τὸ ἀντισυνταγματικόν, ἢ ποῦ εἶναι τὸ ψεκτόν. Ἀλλὰ τὸ ἕτερον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου περιέχει τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ νὰ ἐξηγήσω καὶ τὰ αἴτια τῆς παραιτήσεως τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου, Βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου ὡμίλησε χθὲς πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπανειλημμένως, δὲν νομίζω δὲ, ὅτι δύναμαι νὰ προσθέσω τι περισσότερον εἰς ὅσα ὁ κύριος Λιμπρίτης εἶπεν. Ἐὰν ταῦτα ἦσαν ὀρθὰ ἢ μὴ ὀρθὰ, ἐγὼ οὔτε νὰ δικαιολογήσω οὔτε νὰ ἐπικρίνω ταῦτα εἶμαι ἁρμόδιος. Τὰ αἴτια ἐξέθηκε σαφῶς χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου. Ἄλλο τι περισσότερον δὲν δύναμαι νὰ εἴπω. Ποῖαι ἦσαν αἱ σχέσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τοὺς συναδέλφους του, ἐὰν ἤθελον προκληθῆ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ εἴπω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ, αἱ σχέσεις αὐτοῦ ἦσαν ἄρισται καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τοῦ ὁποίου ἦτο μέλος, καὶ πρὸς ἐμὲ αὐτὸν ἰδιαιτέρως.
§12Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ ἐπεισόδιον, κύριοι Βουλευταὶ, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, δὲν εἶναι ἐκ τῶν συνήθων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἀντιπαρέλθῃ ἡ Βουλὴ χωρὶς νὰ προσέξῃ. Εἶναι ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φέρει ὑπουργικὴν κρίσιν, εἴτε μερικὴν εἴτε καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἰς ἄλλας παρωχημένας ἐποχὰς συνέβησαν παραιτήσεις Ὑπουργῶν, ὡς κατὰ τὸ 1883 λ. χ. συνέβη παραίτησις Ὑπουργοῦ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ἀειμνήστου ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ, καὶ κατὰ τὴν προλαβοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς συνέβησαν παραιτήσεις δύο Ὑπουργῶν, τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ κ. Εὐταξία, ἀλλ’ αἱ παραιτήσεις αὐτῶν οὐδεμίαν εἶχον πολιτικὴν σημασίαν ἢ ἐπίδρασιν εἰς τὴν θέσιν τῶν Κυβερνήσεων, ἀφ’ ὧν παρητοῦντο, διότι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐξηκολούθει διατελοῦσα συμπαγὴς, καὶ ἡ Κυβέρνησις παρέμενεν ἑδραία.
§13Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Καὶ τώρα τί συνέβη;
§14Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε τὴν ῥίζαν αὐτῆς ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἡμερῶν εἰς ἀγνώστους ἡμῖν ἀφορμὰς· δὲν δύναμαι δὲ νὰ δεχθῶ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἀπὸ τοῦ ἀξιώματός του παραίτησιν, ἕνεκα τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξήνεγκεν ἀπὸ τῆς ἕδρας του, παραλαμβάνων τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια, διότι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι εἶναι τυπικοὶ, οὐδ’ ἐνεῖχον τι τὸ δυνάμενον νὰ παρεξηγηθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι τοῦτο ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παραίτησιν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς προτοῦ λάβῃ χώραν τὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς γνωστὸν ἐπεισόδιον εἶχεν ἤδη ἑτοίμην τὴν παραίτησίν του εἰς τὸ θυλάκιόν του, καὶ θὰ ἤμην περίεργος νὰ ἴδω, ἐὰν, ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ καθήμενοι εἰσέτι ἐπὶ τῶν ἑδρῶν τῶν Ὑπουργῶν τινάξωσι τὰ θυλάκιά των, θὰ πέσωσιν ἐπὶ τῶν ἐνώπιον αὐτῶν τραπεζῶν αἱ παραιτήσεις αὐτῶν. Εἶναι λοιπὸν ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν ἐκ τῶν προτέρων ἀποφασίσει νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του, καὶ ἡ ἀπόφασίς του αὕτη ἐχρονολογεῖτο ἀπὸ μακροῦ. Τὰ θεατρικὰ κινήματα δὲν σώζουσιν ἢ μόνον τὰ προσχήματα, ἡ οὐσία παραμένει ἀκεραία, καὶ ἡ ἐντύπωσις τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου εἶναι, ὅτι ἡ παραίτησις ἦτο μεμελετημένη καὶ ἴσως παρεσκευασμένη. Πολλὰ ἐλέχθησαν περὶ τῆς παραιτήσεως ταύτης, καὶ πλεῖστα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ τύπῳ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐκλόνισαν καὶ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ὑφίστανται κλονισμόν τινα, ὅταν μέλος τι αὐτῶν παραιτῆται, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εὐηρεστήθη ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν. Ἡ Κυβέρνησις ἑπομένως νομίζω ὅτι δὲν ἐμπνέει πλέον ἐμπιστοσύνην (θόρυβος)· καὶ ὅτι δὲν ἐμπνέει τοιαύτην, ἀπόδειξις εἶναι ἡ ἀνησυχία, ἡ ὁποία κατέχει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἡ παραλυσία, τὴν ὁποίαν πάντες ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι ὑπάρχει εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς Διοικήσεως. Ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων ἐκλήθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν παραδέχομαι δὲ, ὅτι ἡ μὴ πρόταξις τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων εἶναι ἡ αἰτία τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι πρόταξιν οὐδέποτε ἐζήτησεν ὁ κ. Λιμπρίτης, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ, ἀφοῦ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ προγράμματος τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκει, εἶναι αἱ οἰκονομίαι, εἶναι ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἐνῷ διὰ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων ἐπιζητεῖται ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ ζήτημα δὲ τῆς προτάξεως θὰ εἶχε κανονισθῆ ἐκ τῶν προτέρων, οὐδ’ εἶναι πιστευτὸν, ὅτι ἐπιμόνως ἐζήτησε τὴν πρόταξιν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι οὗτος κάλλιστα γινώσκει ποῖα εἶναι τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπισπευσθῶσι, τὰ ὁποῖα πολλάκις ὑπέδειξεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Οὐδὲ δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε τὴν νομοθετικήν του ἐργασίαν αὐτοβούλως, ὡς ἐλέχθη, χωρὶς οὐδὲ κἂν νὰ εἰδοποιήσῃ τοὺς συναδέλφους του· εἶμαι ἐξ ἐναντίας πεπεισμένος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ συμφώνου μετὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπέβαλε τὴν ἐργασίαν αὑτοῦ τὴν νομοθετικὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἔχομεν τὰς ἐπανειλημμένας δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀποτελοῦντα τὴν βάσιν τοῦ προγράμματος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, θὰ ψηφισθῶσι, καὶ θὰ γείνωσι νόμοι τοῦ Κράτους, διότι ἔχομεν τὴν ὁμολογίαν τῆς χθεσινῆς ἑσπέρας, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐδήλωσεν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἡ Κυβέρνησις τὰ υἱοθετεῖ, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ τῇ εἰσηγήσει πάντοτε τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφοῦ λοιπὸν, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχῃ ἄλλος λόγος, νὰ ὑπάρχωσιν ἄλλαι ἀφορμαὶ ῥιζικώτεραι, ἀφορμαὶ, τὰς ὁποίας ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα, μὴ ἔχοντες μαντικὴν δύναμιν, νὰ μαντεύσωμεν. Ἀλλ’ ἔρχεται ἤδη καὶ τὸ ἕτερον ζήτημα, ἔρχεται τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικὸν, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἡμερῶν πολλῶν ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Καὶ ἠκούσθη χθὲς ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, συνταγματάρχου κ. Λιμπρίτου, ὅτι τὸ στράτευμα εὑρίσκεται ἐν παραλυσίᾳ, ὅτι ἡ συγκέντρωσις τῆς ἐξουσίας εἰς μίαν μόνην ἀρχὴν εἶναι ἡ αἰτία, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὴν παραλυσίαν τοῦ στρατεύματος, ὅτι σήμερον ἐν τῷ στρατεύματι ἀνώτερος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ διαταγὰς πρὸς τὸν κατώτερον, ἀλλ’ οὐδ’ ὁ κατώτερος ὑπακούει εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ ἀνωτέρου. Καὶ ἠκούσαμεν τὸ καινοφανὲς δόγμα, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἢ περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἠκούσαμεν τὸ δόγμα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀποκεντρώσεως ἐν τῷ στρατεύματι. Δὲν ἔχω ἀξίωσιν, ὅτι γνωρίζω τὰ στρατιωτικὰ πράγματα· ἀλλ’ εἶναι τόσον ἁπλοῦν, τόσον στοιχειῶδες, καὶ δύναται πᾶς τις νὰ ἀντιληφθῇ, ὅτι πειθαρχία ἐν τῷ στρατῷ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ ἑνιαίας διοικήσεως, ὅτι πειθαρχία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐκεῖ, ὅπου πολλοὶ ἔχουσι γνώμην, ἐκεῖ ὅπου ἕκαστος δύναται ν’ ἀκολουθῇ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ πρωτοβουλίαν. Τὰ στρατεύματα μόνον δι’ ἑνιαίας διοικήσεως δύνανται νὰ ἦναι πειθαρχικὰ, δύνανται νὰ ἦναι ἐν τάξει στρατοῦ. Καὶ ἀπηγγέλθη κατηγορητήριον κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, καὶ κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀκόμη, ὑπὸ τοῦ κ. τέως Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐναντίον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ Γενικὴ Διοίκησις — καὶ δὲν ἔρχομαι ὑπερασπιστὴς αὐτόκλητος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, διότι ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα ἄλλοι, κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζοντες τὰ πράγματα, οἵτινες ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ θὰ λάβωσιν, ἐλπίζω, ἐπὶ τούτου τὸν λόγον — κατὰ τὴν γνώμην μου, λέγω, ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἔπραξε τὸ καθῆκον αὑτῆς, ἐφ’ ὅσον ἡ ἱκανότης τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐξικνεῖτο καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ μέσα παρὰ τῆς Πολιτείας παρείχοντο αὐτῇ. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω τι περιπλέον περὶ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὅταν ἔχωμεν τὴν ὁμολογίαν ἀνδρὸς εἰδικοῦ, ἀνδρὸς ἀμερολήπτου, ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐκπεφρασμένην γνώμην περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ γενναίου στρατηγοῦ κ. Σμολένσκη, ὁ ὁποῖος τί σᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου; ὅτι ἀφ’ ἧς ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἀνέλαβε τὰ τοῦ στρατεύματος ἠδραιώθη καὶ ἐπαγιώθη ἡ πειθαρχία.
§15Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε;
§16ΦΩΝΑΙ. Διαμαρτύρεται!
§17Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν δύναται νὰ διαμαρτυρηθῇ, διότι ὁ στρατηγὸς τὸ εἶπεν αὐτό.
§18Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγὼ, θὰ τὸ ἐπαναλάβω πάντοτε. Ὡμολόγησα ὅτι διετηρήθη ἡ πειθαρχία ὑπὸ τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ μέρη τρωτὰ, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπρόκειτο νὰ ἀναπτύξω.
§19Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶπον ἄλλο τι παρὰ αὐτὸ τοῦτο. Εἶναι λοιπὸν ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἐτήρησε τὴν πειθαρχίαν, κατὰ τὴν φράσιν, τὴν εἰς τὰς ἀκοάς μας ἔναυλον, τοῦ στρατηγοῦ. Ἂν δὲν ἔπραξε καί τι περιπλέον, δὲν τὸ ἔπραξεν, ὄχι διότι δὲν εἶχε τὴν θέλησιν, ὄχι διότι δὲν εἶχε τὴν ἱκανότητα, ἀλλὰ διότι δὲν ἐστάθη δυνατὸν, ἕνεκα ἐκτάκτων περιστάσεων, νὰ ψηφισθῶσι νομοθετήματα ἄρτια, νὰ ψηφισθῶσιν ἰδίως τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔφερον τὴν Γενικὴν Διοίκησιν εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν της, συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν καὶ αὐτῆς καὶ τοῦ ἔθνους. Ποίαν ἰδέαν ἔχω περὶ στρατεύματος, οὐ τοῦ παρόντος. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα (θόρυβος), καθ’ ἣν θέλω ἐκφέρει τὴν γνώμην μου.
§20ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ ΑΒΕΡΩΦ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ φωνασκοῦν ἔτσι!
§21Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἶναι δικαίωμά μας.
§22ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ θορυβεῖν δὲν εἶναι δικαίωμά σας.
§23ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σεῖς δὲν θὰ ἐπιβάλητε τὴν τάξιν. Ἐδῶ εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος.
§24Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ δικαιοῦται πᾶς τις νὰ ζητήσῃ.
§25Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι δικαιολογημένη λοιπὸν ἡ ἀνησυχία ἡμῶν καὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου νὰ μάθῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν πράγματι ὑφίσταται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἐζήτησε νὰ μάθῃ, ἂν ὑφίσταται δηλαδὴ κρίσις; διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ γνωρίζωμεν καὶ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπεχρέωσαν αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ χθὲς μετὰ πατάγου τὴν παραίτησίν του πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐξηγγέλλοντο ταῦτα ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παραπονουμένου δῆθεν διὰ τὴν μὴ πρόταξιν τῶν νομοσχεδίων του, καὶ ἀνομολογοῦντος τὴν παράλυσιν τοῦ στρατεύματος, ἠγέρθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ συνεφώνησε μετ’ αὐτοῦ! Ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι ὄντως ὑπάρχει παράλυσις ἐν τῷ στρατεύματι, ἀλλ’ ἡ παράλυσις τοῦ στρατεύματος ἐπῆλθεν ἐκ πταίσματος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐπεζήτησε τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων τῶν στρατιωτικῶν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐπεζήτησε νὰ μεταβληθῶσι τὰ καθεστῶτα, νὰ καταργηθῇ ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατεύματος· καὶ ὅταν θεσμός τις ὑπάρχῃ ἐν ἐκκρεμότητι, ὅταν ἐπ’ αὐτοῦ ἵσταται ἡ σπάθη ἡ Δαμόκλειος, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ θεσμὸς οὗτος νὰ ἔχῃ πλέον ἠθικὸν κῦρος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλληται ὁ Γενικὸς Διοικητής. Τὸ πταῖσμα ἑπομένως ἀνήκει ἀκέραιον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἔχει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ὑποχρέωσιν, καὶ ὑποχρέωσιν ἐπιβεβλημένην, νὰ διαλευκάνῃ τὴν κατάστασιν, διότι τηροῦσα σιγὴν διασαλεύει τὰ βάθρα ἑαυτῆς, διασαλεύει τὸ γόητρον τοῦ Στέμματος, διασαλεύει τὴν τάξιν αὑτήν, τὴν τόσον ἐπιθυμητὴν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Δὲν εἶναι ζήτημα παρωνυχίδος ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν συνταγματάρχης κ. Λυμπρίτης δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται καὶ παρέρχονται ἄνευ σημασίας. Ἦτο Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐνδεδειγμένος, καὶ προσελήφθη ἀκριβῶς, ὅπως φέρῃ βελτίωσιν εἰς τὰ στρατιωτικὰ πράγματα τῆς χώρας. Ἐὰν ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο ὅλως ἐπεισοδιακὴ καὶ τυχαία, ὀφειλομένη εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι ἀληθές. Διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ τῶν παρατηρήσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εἶχε σκοπὸν, καθὼς ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, νὰ ἐνθαρρύνῃ αὐτὸν, διότι, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ἁπλῶς, ὅτι καὶ τὰ χθὲς ὑποβληθέντα στρατιωτικὰ νομοσχέδια θὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν σειρὰν αὐτῶν, δηλαδὴ εἰς τὸ ἀριστερὸν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, εἶπεν, ὅτι θὰ λάβωσι τὴν σειρὰν τῶν ἄλλων στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Εἶναι δὲ γνωστὴ ἡ ἀμεροληψία, εἶναι γνωστὸς ὁ τρόπος καὶ τὸ κῦρος, μετὰ τοῦ ὁποίου διευθύνει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ὥστε οὐδὲ πόρρωθεν δυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς παραιτήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν γνωρίζω ἂν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐχάριστον περίστασιν νὰ συζητήσωμεν τὰ ὑποβληθέντα στρατιωτικὰ νομοσχέδια· δὲν γνωρίζω ἐπίσης, ἂν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐχάριστον περίστασιν νὰ συζητήσωμεν τὴν ἄλλην νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἣν ἐκόμισε πρὸς ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τό γε νῦν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαλευκάνῃ τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων, καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς καθαρῶς καὶ ἀπεριφράστως τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς, ἂν νομίζει, ὅτι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ παρέχῃ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ ἔθνος τὰ ἐχέγγυα Κυβερνήσεως δυναμένης μετὰ χειρὸς στιβαρᾶς νὰ κρατήσῃ τὰς ἡνίας, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν, ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὕψιστα συμφέροντα τῆς Πολιτείας νὰ διακυμαίνωνται ἐν ἐκκρεμότητι. Καὶ προκειμένου περὶ στρατεύματος, βεβαίως τὸ στράτευμα διατελεῖ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν ἐκκρεμότητι· διότι δὲν εἶναι μόνον ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἀκούομεν καθ’ ἡμέραν καὶ παρ’ ἄλλων Ὑπουργῶν λεγόμενον καὶ πρὸς ἡμᾶς καὶ πρὸς ἄλλους, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς κατάστασιν, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρομεν πῶς θὰ τελειώσῃ, δὲν γνωρίζομεν εἰς ποῖον σημεῖον θὰ φθάσωμεν. Πάντα ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, πρέπον εἶναι νὰ διαλευκανθῶσι, διὰ νὰ ἡσυχάσωμεν καὶ ἡμεῖς, διὰ νὰ ἡσυχάσῃ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα. Πρὶν ἢ τελειώσω τὸν λόγον, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ἰδίᾳ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των ὀφείλουσι νὰ ἐνισχύωσι τὴν πειθαρχίαν, ὅτι τὴν χειρίστην προσφέρουσι πρὸς τὴν πατρίδα αὐτῶν ὑπηρεσίαν, προσπαθοῦντες διὰ λόγων ἀρεστῶν εἰς τὰ πλήθη νὰ καταρρίπτωσι τὸ γόητρου τοῦ στρατοῦ, διότι καταρριπτομένου τούτου ἐπέρχεται ἡ ἐντελὴς αὐτοῦ παράλυσις καὶ ἀποσύνθεσις, οὐδ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς νὰ ῥίπτωσιν ὑπαινιγμοὺς ἐναντίον τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐτοποθέτησε τόσον ὑψηλὰ, ὥστε νὰ μὴ φθάνωσι τὰ βέλη τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, τοῦ ἔχοντος λόγους νὰ προσβάλλῃ τὰ πρόσωπα ταῦτα, διότι ἐπὶ τῶν προσώπων τούτων στηρίζομεν ὄχι μόνον ἐλπίδας ἐθνικὰς, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς ἐννόμου τάξεως τὴν ὕπαρξιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Ταῦτα ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ προκαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ προέλθῃ εἰς τὸ μέσον καὶ μετὰ θάρρους νὰ καθαρίσῃ τὸν σκοτεινὸν ὁρίζοντα, ὅστις περιβάλλει τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας προΐσταται, πρὸς τὸ συμφέρον ἀκριβῶς αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεώς του.
§26Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καίτοι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀποκλειστικῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ὡς γνωστὸν, ἐγὼ ἀπ’ ἀρχῆς ἀνήκω εἰς τοὺς συμμάχους αὐτῆς, ἐν τούτοις ἡ φράσις τοῦ κ. ἐξ Ὕδρας Βουλευτοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἠθέλησε νὰ κακίσῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἰσήγαγε τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια...
§27Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὄχι! δὲν τὴν ἐκάκισα.
§28Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. .. μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ εἰσαγάγῃ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Διότι κατὰ τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι προσωρινὸς, διότι ὁ νομοθέτης, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὸν νόμον αὐτὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, προέβλεπεν, ὅτι κατόπιν θὰ ἔλθῃ ἄλλος νόμος ὁριστικὸς περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διαλαμβάνει ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.» Ἑπομένως εἶχεν ἡ Κυβέρνησις πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ὁρισθῇ πλέον ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν στρατὸν εἰς κατάστασιν καλὴν, νὰ τὸν καταστήσῃ ἀξιόμαχον, καὶ τέλος πάντων τὸ ἔθνος νὰ ἔχῃ εἰς αὐτὸν τὴν ἀπαιτουμένην ἐμπιστοσύνην. Ὥστε δὲν εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου ἐκλόνισε καὶ τὴν πειθαρχίαν εἰς τὸν στρατὸν, ἐκλόνισε καὶ τὴν πεποίθησιν τοῦ κόσμου ὅλου ὡς πρὸς τὴν τάξιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ στρατεύματι ἡμῶν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἐμὲ, ὡς στρατιωτικόν, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐπερωτήσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι πρὸ 25 ἡμερῶν ὁ κ. Πρόεδρος ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀπαντῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἔχομεν στράτευμα σήμερον. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἡ φράσις αὕτη ἔκαμε μεγάλην αἴσθησιν εἰς πάντας, καὶ τὴν αὐτὴν αἴσθησιν ἔκαμε καὶ εἰς ἐμὲ, καὶ ἠναγκάσθην νὰ εἴπω τότε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν στρέβλωσιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἀνεγνώρισα, μολονότι εἶδον τὰ τρωτὰ μέρη ἐν τῷ νόμῳ αὐτῷ, καὶ δὲν παρέλειψα νὰ δηλώσω, ὅτι ὑπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ὑπὸ τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, ἡ πειθαρχία μέχρι σήμερον ἐτηρήθη ἐν τῷ στρατεύματι πλήρης. Αὐτὰ εἶπον.
§29Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπὴν, παρακαλῶ;
§30Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μάλιστα.
§31Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λησμονεῖ βεβαίως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ στρατηγὸς, ὅτι διετάχθη νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα αὐτῶν, ἐπὶ τῶν γευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τὰ ὁποῖα ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐχαρακτήρισαν ὡς προνουντσιαμέντον, ὡς συνωμοσίαν κατὰ τῶν καθεστώτων! Ταῦτα δ’ ἐγένοντο μετὰ τὴν πτῶσιν ἐμοῦ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἐκ μέρους τῆς Α. Ὑψηλότητος.
§32Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν ἐνθυμεῖσθε καλῶς, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε. Διότι, ὅτε ἐγὼ διετάχθην νὰ ἐνεργήσω τὰς ἀνακρίσεις, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας βουλευτὴς κ. Τσαμαδὸς, Πρόεδρος δὲ τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς κ. Θεοτόκης, ἡ δὲ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος εὑρίσκετο ἐν Εὐρώπῃ, καὶ δὲν εἶχεν ἀναλάβει τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ· τοῦτο δὲ ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὸ ὁμολογήσῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς, ὁ ὁποῖος εἶναι πλησίον σας. Ἀλλ’ ὅ,τι ἐνδιαφέρει ἐμὲ σήμερον, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκήρυξεν ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἔχομεν στρατὸν, καὶ σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τοῦτο μὲ ἔφερε τότε εἰς τὸ βῆμα καὶ εἶπον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, καὶ ὡμίλησα τότε περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, παραστήσας εἰς τὴν Βουλὴν τὰ τρωτὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ μέρη, καὶ ὡμίλησα ἐπίσης περὶ τοῦ ζητήματος τῆς πειθαρχίας. Κατόπιν ὅλων αὐτῶν ὁ ἀξιότιμος πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἢ εἰσέτι ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, — δὲν γνωρίζω, διότι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶπε σαφές τι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, — ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια περὶ στρατοῦ, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τοσοῦτον ἐνθουσιασμὸν ἐπροξένησεν ἡ ὑποβολὴ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, ὥστε ὁλόκληρος ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἐχειροκρότησε τὸν ὑποβαλόντα αὐτὰ ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν. Λοιπὸν ἐπερωτῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὕστερον ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν, ὅτι πρόκειται διὰ τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων νὰ διορθωθῇ ἡ κακὴ κατάστασις τοῦ στρατεύματος, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, — καίτοι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς καὶ ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν μέχρι τοῦ ἀποτελέσματος πρέπει νὰ παρέλθῃ τοὐλάχιστον ὁλόκληρος δεκαετία, διὰ νὰ ἴδωμεν τὰ καλὰ αὐτῶν ἀποτελέσματα, διότι αὐτοσχέδιοι στρατοὶ δὲν γίνονται σήμερον, καθότι, ἐπαναλέγω, διὰ νὰ γείνῃ εἷς στρατὸς ἀξιόμαχος, ἀπαιτοῦνται ἔτη πολλὰ ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, ὅπως φανῶσι κατόπιν τὰ ἀποτελέσματα, — ἐπιθυμῶ, λέγω, νὰ μάθω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ εἴπῃ, ποίαν ἰδέαν ἔχει. Νομίζει ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ πρέπει νὰ συζητηθῶσι ταχέως; ναὶ ἢ οὔ; Τὰ θεωρεῖ σπουδαῖα; ναὶ ἢ οὔ; Διότι τοῦτο θὰ μᾶς κάμῃ νὰ σχηματίσωμεν μίαν πεποίθησιν περὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν πραγματικῶς θὰ ἐπικυρωθῶσι καὶ ἂν θ’ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν. Διότι, ὡς προεῖπον, διὰ νὰ ἴδητε τ’ ἀποτελέσματα, δὲν θὰ τὰ ἴδητε οὔτε αὔριον οὔτε μεθαύριον· πρέπει νὰ παρέλθῃ ὁλόκληρος δεκαετία τοὐλάχιστον, καὶ ἐπειδὴ νῦν ὁ χρόνος ἐπείγει, διὰ τοῦτο ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν πρέπει νὰ γείνῃ ὡς οἷόν τε ταχύτερον.
§33Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι παρηρμηνεύθησαν οἱ λόγοι μου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ἐγὼ δὲν ἐκάκισα τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἀπ’ ἐναντίας ὁμολογῶ, ὅτι ἡ μέριμνα αὐτῆς εἶναι ἐπαινετή. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησα νὰ παραστήσω ὡς ἔκτροπον, εἶναι ἡ ἐγκατάλειψις τῶν νομοσχεδίων.
§34ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος τὸ εἶπε;
§35Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Περὶ αὐτοῦ ἐγὼ ὡμίλησα.
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σπεύδω νὰ ἀποκριθῶ εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ σεβαστοῦ συμμάχου μου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ σεβαστός μοι φίλος ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἠρώτησεν, ἂν ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑποστηρίζουσα τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου, Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κατέθηκεν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἴσως εἶναι πλεονασμός, ἐὰν ἀφηγηθῶ τὰ τῆς ἱστορίας τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ· δὲν νομίζω δὲ μόνον, ὅτι εἶναι πλεονασμός, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται προσέτι, ὅτι διατρέχω τὸν κίνδυνον νὰ ἐπιτεθῇ κατ’ ἐμοῦ ἀδυσώπητος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, ὁ ὁποῖος πρὸ μικροῦ ἔπλεξε τὸ ἐγκώμιον τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ποίαν ἔχω γνώμην περὶ τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, δὲν ἀπέκρυψα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν εἰσήχθη ὡς νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εὑρέθην ἐν συναναστροφῇ φιλικῆς οἰκίας, εἰς τὴν ὁποίαν παρῆσαν πολλοὶ ἐκ τῶν πολιτικῶν μου φίλων, μελῶν τῆς παρελθούσης Βουλῆς, καὶ μεταξὺ αὐτῶν καί τις συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν ἀνήκει εἰς τὰς τάξεις τῶν φίλων μου, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀντίθετον πτέρυγα. Ἠρωτήθην λοιπὸν ὑπὸ πάντων τούτων τῶν φίλων, ποίαν ἔχω γνώμην περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, εἶπον δὲ πρὸς αὐτοὺς μετὰ παρρησίας ἀπροκαλύπτου, ὅτι νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ περιλαμβάνει διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος· ἑπομένως, εἶπον αὐτοῖς, δὲν κρίνω, ὅτι πρέπει νὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἐκ τῶν τότε παρεστώτων τις, πρὸς τὸν ὁποῖον εἶχον φιλικὰ αἰσθήματα, καὶ ἐξακολουθῶ ἀκόμη νὰ τιμῶ τὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν κάθηται πλέον εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, μοὶ εἶπε μετά τινας ἡμέρας, ὅτι τὴν γνώμην μου ταύτην ἀνεκοίνωσεν ἀλλαχοῦ, καὶ ὅτι δὲν ἐγένετο δεκτή. Ἐγὼ εἶπον, ποίαν εἶχον γνώμην περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἀγνοῶν ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μεταβιβασθῇ ἀλλαχοῦ ἡ γνώμη μου, ἥτις μετεβιβάσθη τυχαίως καὶ ἐν ἀγνοίᾳ μου. Τὴν γνώμην ταύτην μετέδωκα εἰς τοὺς πολιτικοὺς φίλους μου πάντας, καὶ πάντες οὗτοι ἠκολούθησαν αὐτὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐλάβομεν δὲ τότε καὶ τὴν ἐπικουρίαν ἀξιοτίμων καὶ διακεκριμένων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνῆκον εἰς τὰς τάξεις τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργασίας. Ἰσχυρίσθημεν λοιπὸν, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὑπῆρχον διατάξεις ἀντιβαίνουσαι εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεθυμοῦμεν νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως ἐψηφίσθη, καὶ ἐγένετο νόμος. Ἡμεῖς, ὡς πάντες, νομίζω, οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ὀφείλομεν νὰ πράττωμεν ὅσα λέγομεν ὅτι φρονοῦμεν· διὰ τοῦτο καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ μέχρι τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, οὐδέποτε ἐπαύσαμεν διαδηλοῦντες τὴν γνώμην ἡμῶν ταύτην, τὴν ὁποίαν πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπεφηνάμεθα δημοσίᾳ· προσεπαθήσαμεν δὲ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο νὰ πείσωμεν τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, ὅτι πρέπει ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ νὰ μεταβληθῇ, ἵνα ἀφαιρεθῇ ἀπ’ αὐτοῦ πᾶν ὅ,τι δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Δὲν πρέπει σήμερον νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλὴν, ποῖαι διατάξεις τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἀντιβαίνουσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διότι τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἀληθὴς ἀπώλεια χρόνου, ὅλως ἀδικαιολόγητος, ὡς ἀπώλεια χρόνου ἀδικαιολόγητος ἦτο καὶ ὁ πανηγυρικὸς τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον ἔπλεξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς, διότι δὲν συζητοῦμεν σήμερον περὶ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, οὔτε συζητοῦμεν σήμερον τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὁ φίλος μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου, ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐν τῷ πολιτικῷ ἡμῶν προγράμματι περιελάβομεν ῥητῶς τὴν ὑπόσχεσιν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ἀνελάβομεν πρὸς αὐτὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντελέσωμεν, ἵνα ἀρθῇ πᾶν ὅ,τι ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ προσπαθήσωμεν, ὅπως ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος συντελῆται ἀπροσκόπτως καὶ συναρμολογῶνται ἐν πᾶσι τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου μετὰ τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος. Ἐλθόντες λοιπὸν εἰς τὴν ἀρχὴν, εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας εἴχομεν δώσει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, προσεπαθήσαμεν δὲ, ὅση ἡμῖν δύναμις, νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς ὑποσχέσεις ἡμῶν ταύτας, προβαλόντες καὶ οἰκονομικὰ νομοσχέδια, καὶ Προϋπολογισμὸν σύμφωνον μὲ τὰς ἐπαγγελίας ἡμῶν, καὶ στρατιωτικὰ νομοσχέδια καὶ διοικητικὰ νομοσχέδια καὶ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, ἐκτελοῦντες ἐν πᾶσι τὸ ἡμέτερον πρόγραμμα. Ἄλλως τε, ὅτε εἰσῆγον τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ἔσπευσα, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, νὰ προσέλθω καὶ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ εἶπον μετὰ πάσης εἰλικρινείας πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡμεῖς, γενόμενοι Ὑπουργοὶ, δὲν ἔχομεν λόγον ὑπάρξεως ἐν τῇ ἀρχῇ, ἐὰν δὲν δυνηθῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, ὅτι δὲ, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἢ ἄλλαι περιστάσεις ἤθελον καταστήσει ἀδύνατον τὴν ἐπιψήφισιν καὶ νομοθέτησιν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἡμεῖς βεβαίως ἠθέλομεν καταλίπει τὴν ἀρχὴν, διότι δὲν ὤθησεν ἡμᾶς ὁ πόθος πρὸς τὴν ἀρχὴν, ὅπως ἀνέλθωμεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ τὸ καθῆκον, ὅπερ ἐφρονοῦμεν ὅτι εἴχομεν, νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὰ δημόσια συμφέροντα· θέλομεν δὲ ἀμυνθῆ καὶ διασώσει αὐτὰ μόνον διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἦτο παρὼν ὁ ἐμὸς φίλος Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου, Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἤθελεν ἴσως ἀφηγηθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὅτε μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ, πρὶν ἢ καταρτισθῇ τὸ Ὑπουργεῖον, ἔμελλον δὲ νὰ ἀνακοινώσω αὐτῷ, ὅτι εἶχον τὴν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς αὐτοῦ, καὶ ἐσκόπουν νὰ προτείνω αὐτὸν ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἠρώτησα πρὸ παντός: «ποίας ἔχετε γνώμας περὶ τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ»; — διότι ὁ κ. Λιμπρίτης δὲν εἶχεν ἀποφανθῆ ἔτι ἐπ’ αὐτοῦ. — Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου μοὶ εἶπεν, ὅτι ἔχει τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ εἶχον ἀνακοινώσει πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ εἶχον δημοσιεύσει εἰς τὸ κοινόν. Ἑπομένως μὲ συνέδεε μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν οὐχὶ μόνον πολιτικὴ φιλία, οὐχὶ μόνον προσωπικὴ ἐκτίμησις, ἀλλὰ καὶ ὁμοφροσύνη καὶ ταυτότης τοῦ φρονήματος καὶ τῶν γνωμῶν. Ἐὰν ἐν ταῖς λεπτομερείαις τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου, ὑπάρχη ἀνάγκη διορθώσεων, τροποποιήσεων ἢ διασαφήσεων, ἤθελεν εἶσθαι εὐτύχημα δι’ ἡμᾶς, ἐὰν ἡ Βουλὴ μᾶς συνέτρεχεν, ἐὰν μᾶς ἐβοήθει, ἐὰν μᾶς παρείχετε ὑμεῖς, φίλοι συνάδελφοι, τὰ φῶτα ὑμῶν, ἵνα καταστήσωμεν τὰ νομοθετήματα πληρέστερα, μᾶλλον σκόπιμα καὶ μᾶλλον συντελοῦντα εἰς τὴν βελτίωσιν καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ στρατοῦ. Τὰ στρατιωτικὰ λοιπὸν νομοσχέδια ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ προγράμματος ἡμῶν, ἡμεῖς δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαταλίπωμεν ταῦτα, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Βεβαίως ἐκεῖνος, ὅστις προέβαλε ταῦτα, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ μείνῃ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θέλει μᾶς στερήσει τῆς πολυτίμου συνδρομῆς του, τοῦτο δὲ θέλει εἶσθαι μεγάλη ζημία εἰς ἡμᾶς, διότι τὰ φῶτα αὐτοῦ ἤθελον μᾶς καθοδηγήσει εἰς τὴν μελέτην καὶ ἔρευναν τῶν λεπτομερειῶν τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλὰ καὶ τότε θέλομεν καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα μελετήσωμεν αὐτά, ἵνα φωτισθῶμεν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ πείσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ ὑποστηρίξῃ ταῦτα. Οὐδεμία δ’ ἐπιτρέπεται ἀμφιβολία, ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν ἐγκαταλίπει τὰς γνώμας καὶ τὰς ἰδέας ἡμῶν τὰς πολιτικάς, τὰς ὁποίας καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ἐδηλώσαμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπηγγείλαμεν, ὅτε περιήλθομεν τὰς ἐπαρχίας· ἡμεῖς δὲν θέλομεν ἐγκαταλίπει ταύτας, θέλομεν δὲ φροντίσει καὶ πᾶσαν θέλομεν καταβάλει προσπάθειαν, ἵνα τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐποιησάμην ποτὲ παράκλησιν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ ἠρώτησε τὴν γνώμην μου περὶ τῆς τάξεως τῶν ἀντικειμένων τῆς ἡμερησίας διατάξεως κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν. Εἶπον τότε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι, ἐπειδὴ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προεβάλλομεν ἐλαττώσεις πολλὰς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, διότι κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν αἱ ἐλαττώσεις αὗται ἐπιβάλλονται ὑπὸ τοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, φρονοῦμεν δέ, ὅτι, ἐὰν πραγματοποιηθῶσιν αἱ ἐλαττώσεις αὗται, θέλομεν παρασκευάσει περίσσευμα, τὸ ὁποῖον θέλομεν διαθέσει εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, εἰς ὑποστήριξιν τῆς κοινωνικῆς ἐργασίας καὶ προσέτι εἰς θεραπείαν πρόχειρον τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ. Εἴχομεν διὰ ταῦτα συμφέρον νὰ συζητηθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων μεταβάλλονται οἱ οἰκονομικοὶ νόμοι, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Παρεκαλέσαμεν λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ προτάξῃ ταῦτα, τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια, μετ’ αὐτὰ δὲ νὰ προτάξῃ τὰ στρατιωτικά· ἀλλ’ εἴχομεν δηλώσει τότε, ὅτι, καὶ ἂν ἤθελε προβληθῆ ἑτέρα γνώμη εἴτε ὑπὸ τῆς ἑτέρας πτέρυγος, εἴτε ὑπὸ φίλων ἡμῶν, δὲν εἴχομεν λόγον νὰ μὴ δεχθῶμεν μεταβολήν. Δὲν ἐπιδοκιμάζομεν οὐδὲ ἐγκρίνομεν νὰ μεταδίδωνται εἰς τὸν λαὸν ὑπόνοιαι, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ὑπισχνοῦνται γνώμας περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἢ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, λησμονοῦσιν αὐτάς, ἢ πράττουσι τἀναντία αὐτῶν, ἀπατῶντες τὸ κοινὸν, ὡς τελευταῖοι τυχοδιῶκται, ὡς ταπεινοὶ καιροσκόποι, ἀθετοῦντες τὰς ὑποσχέσεις των, ὅταν ἔρχωνται ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, καὶ προσπαθοῦντες, πῶς νὰ καταστρατηγῶνται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἵνα κατορθώνωσι νὰ διατηρῶνται ἐν τῇ ἀρχῇ. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§37ΝΙΚ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ δηλώσεις, ἃς ἐποιήσατο τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν σχέσει πρὸς τὰς γνώμας αὐτοῦ περὶ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, οὐδαμῶς ἀφορῶσιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως σαφῆ τὴν ἐξήγησιν τῶν συμβάντων τῆς χθές, διότι θεωροῦσιν, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν πρέπει νὰ ᾖναι ζηλωτὴς τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Εἶναι δὲ παραβίασις τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐγκατάλειψις δὲ τῶν δικαιωμάτων τούτων ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν, τῶν δικαιουμένων πρὸς τοῦτο, ἐὰν μὴ ἐρωτήσωσι νὰ μάθωσι, πῶς Ὑπουργός, ὅστις εἶχε τὴν τιμὴν ν’ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔλαβεν ἀφορμὴν ἡ Βουλὴ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἐστερήθη τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος, πῶς Ὑπουργός, ἔχων πλήρη τὴν ὑποστήριξιν ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ παρέχωσι ταύτην ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, πῶς παρῃτήθη, καθ’ ὃν τρόπον χθὲς παρῃτήθη. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρ’ ὀλίγον νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἔπεισεν ἡμᾶς πάντας, ὅτι δὲν ἔχομεν νὰ ζητήσωμεν νὰ μάθωμέν τι ἄλλο παρ’ αὐτοῦ ἐξ ὅσων ἐξέθεσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ πρέπει νὰ κατανοηθῇ καλῶς παρ’ ὅλων ἡμῶν—πρέπει νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐρώτησιν, διὰ νὰ γείνῃ καταληπτή, ἐπαναλαμβάνω, παρ’ ὅλων τῶν κυρίων Βουλευτῶν — ὅτι πρόκειται νὰ ζητηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐν τῷ δικαιώματι αὐτῆς, ὁ λόγος, διατί Ὑπουργός, ἀπολαμβάνων τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν παρῃτήθη, ἔδωκε τὴν παραίτησιν αὐτοῦ.
§38Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἔτσι ἤθελε! Δικαίωμά του ἦτο.
§39ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δικαίωμά του ἦτο.
§40Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπαντῶν εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, ὑποβαλόντα εἰς αὐτὸν τὸ ἐρώτημα, εἶπεν, ὅτι ἁρμόδιος νὰ ἀπαντήσῃ εἶναι ὁ κ. Βουλευτὴς Τυρνάβου· προσέθεσε μάλιστα, ὅτι ἄλλως τε ὁ Βουλευτὴς Τυρνάβου χθὲς ἔδωκε τὸν λόγον τῆς παραιτήσεως αὐτοῦ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν, ὁ ὁποῖος νὰ θεωρῇ, ὅτι ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκε σαφῶς τὸν λόγον τῆς παραιτήσεώς του χθές, ἐνῷ τοὐναντίον ἕκαστος δύναται καὶ νὰ ὑποθέσῃ, ἐξ ὅσων χθὲς συνέβησαν, τὸν λόγον τοῦτον. Βεβαίως ὁ λόγος, ὃν ἕκαστος ὑπονοεῖ, δὲν τιμᾷ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὁ λόγος οὗτος δύναται νὰ ἀναχθῇ εἰς ὑπονόμευσιν τῆς θέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δικαίωμα ἔχομεν, Κύριοι, — καὶ ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα ζηλωταὶ τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν — νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τίς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρῃτήθη. Χθὲς ὁ τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπαντῶν εἰς ὀρθοτάτην καὶ κολακευτικωτάτην διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν παρατήρησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, εἶπεν, ὅτι τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐννοεῖ ὅτι κανονίζει ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς οὐδὲ συμφέρον οὐδὲ δικαίωμα ἔχομεν ν’ ἀναμιχθῶμεν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ τίνα ἐκ τῶν νομοθετημάτων αὐτῆς θὰ προτάξῃ, καὶ τίνων τὴν ἐπιψήφισιν θὰ ἐπιζητήσῃ· καθῆκον ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων. Θεωροῦντες ὅτι πάντα τὰ νομοθετήματα ταῦτα, καθ’ ὃν τρόπον ὑπεβλήθησαν καὶ καθ’ ὃν τρόπον συνετάχθησαν, δὲν ἐξυπηρετοῦσι τὰ δημόσια συμφέροντα, καθῆκον ἔχομεν, ὑποστηρίζοντες τὰς γνώμας καὶ πεποιθήσεις ἡμῶν, νὰ ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τῶν νομοθετικῶν μέτρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν σήμερον ὡς καθεστώς, διότι ὑπὲρ ἐκείνων ἠγωνίσθημεν καὶ ἐκεῖνα ἐγένοντο συνεπείᾳ εἰσηγήσεων ἡμῶν νόμοι τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ πέραν τούτου οὐδὲν δικαίωμα ἔχομεν. Δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν, διατὶ προέταξεν ὅλων τῶν ἄλλων τὸ νομοσχέδιον, λόγου χάριν, περὶ νομικῶν συμβούλων, ἢ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν περὶ τούτου· ἔχομεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν καὶ μάθωμεν, ἵνα μὴ ἀφίνωμεν νὰ ὑπονοῶνται, τίνες εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐξηνάγκασαν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ, καθ’ ὃν τρόπον ἔδωκε, τὴν παραίτησίν του, ἐνῷ εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ἐνῷ εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος· ἂν καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ὑπηρεσιακοὶ λόγοι, οἵτινες ἠνάγκασαν αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ παραίτησιν. Διότι, Κύριοι, ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὡς εἶναι, ὅτι ὁ τέως Ὑπουργὸς ἀπελάμβανε τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι δὲν ἀπελύθη οὔτε προεκλήθη εἰς παραίτησιν παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προκαλῶσι τὰς παραιτήσεις καὶ ν’ ἀπολύωσι τοὺς Ὑπουργούς, ἐρωτῶ, τίνες διαφωνίαι μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἔφεραν εἰς θέσιν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ῥίψῃ ἐντὸς τῆς Βουλῆς κατὰ πρόσωπον τοῦ Πρωθυπουργοῦ τὴν παραίτησίν του, καὶ νὰ ἀπέλθῃ τοῦ Βουλευτηρίου; Δὲν γνωρίζω δὲ μεγαλείτερον δικαίωμα τῆς Βουλῆς συνεδριαζούσης ἀπὸ τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ καὶ μάθῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, πῶς ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ἐκλεκτὸς αὐτῆς, ἐγκαταλείπει τὸ ὑπουργικὸν ἑδώλιον, καὶ ἀπέρχεται, ῥίπτων οἱονεὶ βλέμματα ἀγανακτήσεως κατ’ ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων συνέπραττε μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ ἔμμεσος πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸν ἐντελῶς ἀθῷον εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἐπίθεσις κατὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐκ μέρους τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύναται νὰ ἐγένετο ἄνευ λόγου. Τοὺς λόγους ἀκριβῶς τούτους ἐπιζητῶ νὰ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· καὶ ἂν δὲν θέλῃ νὰ ἐξηγήσῃ αὐτούς, μὴ νομίσῃ ὅτι θὰ πείσῃ τινά, μὲ ὅλους τοὺς τίτλους, τοὺς ὁποίους ἀποδίδει εἰς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ ἐνθέρμου φίλου, ἂς μὴ νομίσῃ, λέγω, ὅτι θὰ πείσῃ τινά, ὅτι τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους δὲν θέλει νὰ ὁμολογήσῃ, δὲν παρεσκεύασεν αὐτὸς ὁ ἴδιος.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§42Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου καὶ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴν κ. Στεφάνου τὸ ζήτημα βεβαίως ἔλαβεν ὡρισμένην διατύπωσιν, καὶ ἐτέθη σαφῶς. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐχαρακτήρισεν ὡς συνταγματικόν, ἔδωκε, νομίζω, ἀπάντησιν, κατὰ τῆς ὁποίας οὐδὲν δύναταί τις εὐλογοφανῶς νὰ ἀντείπῃ, διότι, ἐπὶ τῇ εὐλόγῳ παρατηρήσει τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκε παραίτησιν πρὸς τὴν Βουλήν, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήγησεν, ὅτι δὲν ἔδωκε παραίτησίν τινα πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐσφραγισμένην, ἵνα οὗτος ἁρμοδίως βεβαίως ἀνακοινώσῃ τὰ ἐν αὐτῇ ἢ δώσῃ αὐτὴν ὅπου ἦτο πρέπον νὰ δοθῇ. Ἡ παρατήρησις λοιπὸν αὕτη ἤρθη ἐκ τῆς ἐξηγήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκεν. Ἀλλ’ εἶχε προταθῆ ὑπὸ τοῦ ἰδίου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ καὶ ἄλλο ζήτημα, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη ὡς πραγματικόν, περὶ τοῦ ὁποῖοί τινες εἶναι ἆρά γε οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔκρινε καθῆκον ἢ δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ. Ἐπὶ τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι κυρίως μὲν αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἁρμόδιος νὰ εἴπῃ, διὰ τίνας λόγους παρῃτήθη, — καὶ εὐτυχῶς ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀποτελεῖ μέλος τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν κρίνῃ εὔλογον καὶ ἀναγκαῖον, θὰ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεώς του. — Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν περιωρίσθη κἄν εἰς τὴν εὔλογον ταύτην παραπομπὴν, ἀλλὰ προέβη καὶ εἰς τὸ νὰ δώσῃ ἐν ὀνόματι ἢ διὰ λογαριασμὸν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπάντησιν, καὶ εἶπεν, ὅτι οἱ λόγοι τῆς παραιτήσεως αὐτοῦ εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσεν ἐν τῇ ἰδίᾳ συνεδριάσει, χθές, δηλονότι, αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀντηλλάγησαν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐκρίθησαν ὑπ’ αὐτοῦ ἱκαναί, ὅπως παραιτηθῇ. Τί νὰ εἴπῃ τις ἐναντίον τῶν ἐξηγήσεων τούτων, ἃς μέχρι τοῦδε μόνας ἔχομεν; πῶς δύναταί τις, χωρὶς νὰ ποιῆται ἐνστάσεις ἐκ δικαιώματος τρίτου, οὕτως εἰπεῖν, — ἂν ἐπιτρέπηται νὰ μεταχειρισθῶμεν ἔκφρασιν δικονομικὴν — νὰ ἐπιμένῃ ἐνταῦθα, ὅτι δὲν ἦσαν ἐκεῖνοι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐθεώρησεν ἐπιτρεπόμενον εἰς αὐτὸν νὰ παραιτηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ εἶναι ἄλλοι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους παρῃτήθη; Νομίζω ὅτι ἡ περαιτέρω ἔρευνα θὰ ἦτο ματαιοπονία καὶ θ’ ἀντέκειτο εἰς τὴν σοβαρότητα τῆς συζητήσεως ἄνευ τινὸς πολιτικῆς σκοπιμότητος. Βεβαίως οὐδόλως εἶναι παράδοξον, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ γίνεται λόγος περὶ τῶν αἰτίων τῆς παραιτήσεως ἑνὸς Ὑπουργοῦ. Ποῖος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον κατ’ ἀρχὴν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐπιτρέπεται καὶ ἐπιβάλλεται πολλάκις νὰ ζητῆται ἡ ἐξήγησις τῶν λόγων τῆς παραιτήσεως ἑνὸς Ὑπουργοῦ; ὁ λόγος ὅ εἶναι ἁπλούστατος, διότι ἕκαστος τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως καὶ ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ τὸ Ὑπουργεῖον, κατέχουσι τὴν ἐξουσίαν οὐχὶ ἔκ τινος δικαιώματος, ἀλλ’ ἐκ καθήκοντος ἐπιβεβλημένου τὸ μὲν ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως, τὸ δὲ ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς ὁ παραιτούμενος ἄνευ λόγου, ὑποτίθεται ὅτι φυγομαχεῖ, ὅτι ἐγκαταλείπει τὰς τάξεις του, ὅτι παραβαίνει τὸ καθῆκον, καὶ ὄχι ὅτι παραιτεῖται δικαιώματος, ὅπως ἤκουσα νὰ λέγηται, ὅτι ἦτο δικαίωμά του νὰ παραιτηθῇ. Αὐτὸ δύναται νὰ λέγηται τὸ πολὺ περὶ μικροῦ ὑπαλλήλου, ἀλλὰ περὶ Ὑπουργοῦ δὲν ἁρμόζει βεβαίως τοιαύτη ἰδέα καὶ τοιαύτη ἔκφρασις. Καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι πρόκειται περὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἐν οὐδενὶ πεδίῳ οὐδέποτε προέβη εἰς τὸ νὰ καταλίπῃ τὰς τάξεις αὐτοῦ. Λοιπὸν λίαν δικαιολογημένη ἦτο ἡ πρόκλησις τῶν ἐξηγήσεων τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρῃτήθη· ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο εἶναι δικαίωμα ἐν γένει τῆς Βουλῆς καὶ καθῆκον αὐτῆς, ἆρά γε δὲν θὰ ἦτο πρέπον καὶ ἀναγκαῖον νὰ διακρίνωμεν ἐν τοιούτῳ ζητήματι τὴν θέσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις ἐπερωτᾷ, πρὸς τὴν θέσιν τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τοῦ Ὑπουργείου; Ναὶ μὲν ἡ Βουλὴ εἶναι ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον κρίνεται λειτουργοῦν ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν δύναταί τις σπουδαιολογῶν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ κρίνῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπονέμουσι τὴν ἐμπιστοσύνην των πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, δηλαδὴ τὴν πλειονοψηφίαν, ἂν ἐκ τῆς παραιτήσεως ἑνὸς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν ἐκλονίσθη ἢ θὰ κλονισθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη αὐτῶν πρὸς τὸ σύνολον τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ δηλοῦντος ὁμοφροσύνην πάντων τῶν μελῶν αὐτοῦ καὶ πρὸς ἄλληλα καὶ πρὸς τὸν παραιτηθέντα, καὶ ἂν ἔλαβον ἢ ὄχι ἀκόμη καιρὸν ἢ ἂν δὲν ἐσκέφθησαν εἰσέτι νὰ ἐκδηλώσωσι τὴν δυσπιστίαν ἑαυτῶν ἐπὶ τῇ παραιτήσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τοῦτο ἀφορᾷ εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἶχον καὶ ἔχουν τοὺς αὐτοὺς δεσμοὺς, τοὺς ὁποίους εἶχε καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τοὺς μένοντας ἐν τῇ ἐξουσίᾳ συναδέλφους αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα, οὕτως εἰπεῖν, οἰκογενειακὸν μεταξὺ πλειονοψηφίας καὶ κοινοβουλευτικοῦ Ὑπουργείου. Διὰ ποῖον λοιπὸν λόγον νὰ ἐπιμένωμεν νὰ ἀναμιχθῶμεν εἰς ζήτημα οἰκογενειακὸν ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι; Τοῦτο εἶναι ἁρμόδιοι νὰ κρίνωσιν ἄλλοι, ἂν ἐκ τῆς παραιτήσεως τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἠλαττώθη ἡ ἐμπιστοσύνη των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι καὶ ἐν συνόλῳ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ἕκαστον τῶν μελῶν αὐτῆς ὑποτίθεται ἀπολαῦον τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν συναδέλφων τῆς πτέρυγος ἐκείνης. Ἡμεῖς τί θὰ ἐκαλούμεθα σήμερον νὰ ἐκδηλώσωμεν; μὴ ἆρά γε, ὅτι ἐκ τῆς παραιτήσεως τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ηὔξησε κατὰ βαθμὸν ἡ δυσπιστία ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; πρὸς τίνα σκοπὸν θὰ ἐδηλοῦτο ἐκ μέρους ἡμῶν αὐτὴ ἡ προϊοῦσα αὔξησις τῆς δυσπιστίας; Ἀλλὰ μήπως θὰ ἐπρόκειτο νὰ δηλώσωμεν, ὅτι ἐκ τῆς παραιτήσεως τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐκ τῆς μείζονος δῆθεν ὑπολήψεως, τὴν ὁποίαν τρέφομεν πρὸς τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ προτέρα ἡμῶν δυσπιστία ἠλαττώθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐγείναμεν πλέον ὁμόφρονες πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Εἰς τοιαῦτα παράδοξα ἠδύνατο νὰ μᾶς ἀγάγῃ ἡ περαιτέρω συζήτησις, ἐνῷ ἔχομεν τὴν Κυβέρνησιν δηλοῦσαν καὶ σήμερον, ὅτι κατ’ οὐδὲν ἠλλοιώθησαν οἱ ὅροι τοῦ προγράμματος αὐτῆς. Καὶ ἠκούσατε, ὅτι καὶ εἰδικώτερον, ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἐπισπεύσῃ καὶ θὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὰ, θεωροῦν μάλιστα, ὡς καὶ ἤδη ἐκήρυξεν, ἀντισυνταγματικὸν τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἔχει ἐπιρροήν τινα κοινοβουλευτικὴν ἡ παραίτησις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ τὰς γενομένας ἐξηγήσεις. Εἴμεθα, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὸ πρώην καθεστὼς, καὶ τὸ πρώην καθεστὼς εἶναι, ὅτι ἡ πτέρυξ ἐκείνη τρέφει, ὡς φαίνεται, ἀνεπιφύλακτον καὶ ἀναλλοίωτον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνην, ὅτι ἔχει πλήρη πεποίθησιν ὅτι τὸ πρόγραμμα αὐτῆς οὐδὲ κατὰ κεραίαν μετεβλήθη, ἡμεῖς δὲ, οἱ ἔχοντες τὴν θέσιν τῶν ἀντιπολιτευομένων, ἐπανερχόμεθα ἀμέσως ἐπίσης εἰς τὸ πρώην καθεστώς. Καὶ τὸ πρώην καθεστὼς εἶναι ἡ ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργείου ὕπαρξις Ἀντιπολιτεύσεως σοβαρᾶς καὶ συντηρητικῆς, μὴ ἐπισπευδούσης κρίσεις Κυβερνητικάς.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου; Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Γκράβας.
§44ΑΘ. ΓΚΡΑΒΑΣ. Χθὲς, κύριε Πρόεδρε, ἀνεγνώσατε τηλεγράφημα τοῦ ἐν Λονδίνῳ Γενικοῦ Προξένου, τὸ ὁποῖον σήμερον κατεχωρίσθη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ ὁ Γενικὸς Πρόξενος, ἀφοῦ ἀναιρεῖ ὅσα ἀνεγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, κατόπιν ἐπερωτᾷ καὶ λέγει, ὅτι εἶναι εὔνους πρὸς τὸ μονοπώλιον τῆς σταφίδος, ἀλλὰ χαρακτηρίζει τὸ σχέδιον τοῦ μονοπωλίου τοῦ Δημ. Δεληγιάννη ὡς παιδαριῶδες καὶ φαντασιῶδες. Φρονῶ ὅτι αὐτὸ δὲν ὀφείλω ν’ ἀφήσω ἀπαρατήρητον, τόσον διὰ τὸν κύριον Δ. Δεληγιάννην, καθὼς καὶ διὰ τοὺς ξένους, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐδῶ καὶ μᾶς ὑπέβαλον προτάσεις σοβαρὰς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μονοπώλιον τῆς σταφίδος, ἀλλὰ θὰ ἀποδοκιμάσω τὸ τηλεγράφημα τοῦ Γενικοῦ Προξένου καὶ θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν τιμωρίαν αὐτοῦ, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ ξένοι, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐνταῦθα διὰ τὸ μονοπώλιον, εἶναι ἔγκριτα μέλη τοῦ Λονδίνου, κατέχοντα θέσεις ὑψηλὰς ἔν τε τῇ κοινωνίᾳ, τῇ Πολιτείᾳ καὶ τῷ ἐμπορίῳ. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ χάριν ἁβρότητος ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων καὶ ἐκ καθήκοντος δὲν πρέπει ν’ ἀφήσῃ ἀπαρατήρητον τὸ τοιοῦτον τηλεγράφημα τοῦ ὑπαλλήλου τῆς Κυβερνήσεως.
§45ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μετὰ τὴν ἐρώτησιν, ἡ ὁποία μοὶ ἀπηυθύνθη πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν, ἀμέσως τηλεγραφικῶς ἐζήτησα ἀπὸ τὸν ἐν Λονδίνῳ πρέσβυν νὰ μοὶ ὑποβάλῃ ὅ,τι γνωρίζει σχετικὸν πρὸς τὰ ἀναφερθέντα ἐν τῇ Βουλῇ περὶ ὁμιλίας ἢ συνεντεύξεως τοῦ Γενικοῦ Προξένου, δημοσιευθείσης εἰς ἐφημερίδας τοῦ Λονδίνου. Ὁ πρέσβυς μοὶ ἐτηλεγράφησεν, ὅτι ταχυδρομικῶς μοὶ ἀναφέρει περὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Προξένου. Ἐννοεῖτε ὅτι πρὶν ἢ λάβω τὴν ἀπάντησιν ταύτην δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τι περὶ τῶν λεχθέντων ὑπ’ αὐτοῦ.
§46ΑΘ. ΓΚΡΑΒΑΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἀφορμὴν ὁ κύριος Μεσηνέζης εἰς τοιαῦτα παράπονα. Ἤδη χαρακτηρίζει τὰς προτάσεις τῶν Ἄγγλων ὡς φαντασιώδεις, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἦλθον ἐδῶ, ἵνα τὰς ὑποβάλουν, καὶ τὰς εὗρε σοβαρὰς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι δὲ καὶ ἡ μόνη λύσις, ἡ ὁποία θὰ σώσῃ τοὺς σταφιδοκτήμονας.
§47Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται ὁ ὑπάλληλος ὁπωσδήποτε νὰ ἔχῃ γνώμην, νὰ ἦναι ὑπὲρ ἢ κατὰ ἰδέας ἢ συστήματός τινος, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει παράδειγμα μέχρι τοῦδε, Πρόξενος Ἕλλην νὰ τηλεγραφῇ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀποδοκιμάζων καὶ ὑβρίζων πρόσωπα ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος. Νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔμαθεν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἀποτείνεται πρὸς τὴν Βουλὴν δι’ ἀνοικτοῦ τηλεγραφήματος, ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὴν παῦσιν αὐτοῦ, διότι ὁ ὑπάλληλος καθῆκον εἶχε νὰ ἀναφερθῇ πρὸς τὸν προϊστάμενον, οὐχὶ δὲ πρὸς τὴν Βουλὴν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ τὸ ταχυδρομεῖον, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον διότι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπάλληλος ἐτόλμησε νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν τηλεγραφικῶς, δι’ αὐτὸ καὶ μόνον ἔπρεπε νὰ τὸν ἀπολύσῃ τῆς θέσεώς του.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γεράκης... Ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου;
§49Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπηυθύνθη τηλεγράφημα ἐκ Ληξουρίου πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς ἡμᾶς ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Βεβαίως τόσον οἱ συμπολῖταί μου, ὅσον καὶ οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Πάλλης δὲν καταγίνονται εἰς τὸ νὰ συγκροτῶσι συλλαλητήρια, ὅπως ἐπικρατήσῃ αὕτη ἢ ἐκείνη ἡ γνώμη, ἢ ὅπως ἐπικρατήσῃ ὁ ὑφιστάμενος νόμος περὶ παρακρατήσεως, διότι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ διεῖδον, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἤλπιζον, ἀπέτυχον καθ’ ὁλοκληρίαν· πλὴν ὅμως ἀπέβλεψαν εἰς σοβαρὰς βάσεις, αἱ δὲ βάσεις εἶναι τὸ ἄγγελμα, ὅτι κεφαλαιοῦχοι Ἄγγλοι πρόκειται νὰ ζητήσωσι παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τὸ μονοπώλιον τῆς σταφίδος. Κατόπιν τοῦ ἀγγέλματος τούτου συνεκροτήθη συλλαλητήριον, καὶ τηλεγράφημα ἀπηυθύνθη πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς· ἔχω δὲ καὶ ἐγὼ πολλὰς καὶ διαφόρους ἰδιαιτέρας ἐπιστολὰς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Εὐτυχῶς, καθὼς μανθάνω καὶ ἐκ τῶν ἐφημερίδων καὶ ἐξ ἄλλων προσώπων, αἱ ὑποβληθεῖσαι πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως προτάσεις ἐκ μέρους τῶν Ἄγγλων κεφαλαιούχων εἶναι σοβαραὶ καὶ συζητητέαι. Ἐὰν πράγματι οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, καὶ ἀφοῦ τὴν ἑσπέραν ταύτην πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, θὰ ἱκετεύσω τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἦναι δυνατὸν καὶ ἂν δὲν παραβλάπτωνται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ποῖαι προτάσεις ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὸν, καὶ ποίας ἐντυπώσεις ἀπεκόμισε.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ποιήσωμαι ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐζήτησαν νὰ μὲ ἴδωσι τρεῖς πολῖται Ἄγγλοι· προσελθόντες δὲ ἐποιήσαντό μοι προφορικὴν ἀφήγησιν ἐν περιλήψει τῶν προτάσεων αὐτῶν. Ὁμολογῶ ὅτι ἔκρινα ἀξίας προσοχῆς τὰς προτάσεις, καὶ οὐχὶ ἀναξίας τοιαύτης· καθ’ ἃς δ’ ἔλαβον πληροφορίας, οἱ προβαλόντες τὰς προτάσεις εἰσὶν ἄξιοι πίστεως. Περισσότερα δὲν δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω. Ποιοῦμαι ὅμως σύστασιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ κατὰ συνέπειαν εἰς τοὺς ἁπανταχοῦ συμπολίτας, ὅτι, ἐπειδὴ θέλομεν εἰσέλθει πιθανῶς εἰς τὸ στάδιον τῶν συνεννοήσεων καὶ διαπραγματεύσεων, προσήκει νὰ ἔχωσιν ὑπομονὴν, καὶ νὰ ἀπέχωσιν ἐκδηλώσεων, διότι τοιαῦται ἐκδηλώσεις δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὰς διαπραγματεύσεις. (Εὖγε! εὖγε!)
§51Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐπιτρέπετε;
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικῶς;
§53Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μάλιστα.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§55Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τρεῖς Ἄγγλοι, ἄξιοι πάσης πίστεως, ἐζήτησαν νὰ συναντήσωσι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀνακοινώσωσιν εἰς αὐτὸν προτάσεις περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος...
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ κατάχρησιν λέγουσι μονοπώλιον. Δὲν πρόκειται περὶ συστάσεως μονοπωλίου.
§57ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ συνδικάτου πρὸς ἐμπορίαν τῆς σταφίδος.
§58Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὅταν μία ἑταιρεία παρουσιάζηται ἵνα ἀναλάβῃ τὴν πώλησιν ἑνὸς προϊόντος, βεβαίως ἀναλαμβάνει ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸ μονοπώλιον τοῦ προϊόντος τούτου, διότι μονοπώλιον οὐδὲν ἄλλο σημαίνει παρὰ ἓν ἀποκλειστικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον χορηγεῖται εἰς ἕνα, ἵνα διαθέσῃ αὐτὸς κατὰ βούλησιν ἓν προϊόν ἢ ἓν εἶδος.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐποιησάμην τὴν διασάφησιν ταύτην, διότι συνήθως μονοπώλια λέγουσι τὰς ἐπιχειρήσεις τοῦ Κράτους, ὅταν τοῦτο ἀπαγορεύῃ τὴν ἐμπορίαν ὡρισμένων προϊόντων εἰς τοὺς ἰδιώτας, καὶ ἀναλαμβάνῃ αὐτὸ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν.
§60Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ δέχομαι, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ πάντως εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα καταλήγομεν, διότι ἡ ὁμὰς αὕτη τῶν Ἄγγλων, ἡ ὁποία προσῆλθε καὶ προφορικὰς ἐποιήσατο ἀνακοινώσεις ἢ προτάσεις πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως ἐζήτησε νὰ λάβῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, συναινούσης τῆς Βουλῆς, τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς διαθέσεως ἑνὸς προϊόντος, καὶ δὴ τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἐκκρεμὲς ὑπὸ τὰς ὄψεις τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τῇ συγκαταθέσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἡ σταφιδικὴ ἐπιτροπὴ κατήρτισε, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φέρωμεν τοιαῦτα ζητήματα ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἀποκρούω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν προτάσεων, ἐὰν ἤθελον αὗται ὑποβληθῆ ἐγγράφως, τῶν Ἄγγλων κεφαλαιούχων, διότι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας τοῦ μονοπωλίου· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἐν ἐκκρεμότητι τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ. Τοιαύτην τινὰ ἔννοιαν εἶχεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ, διότι διὰ τῆς τοιαύτης προτάσεως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐναντίον τῆς παρακρατήσεως, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος, οὐδὲν ἄλλο ζητοῦσι ἢ τὴν παρέλκυσιν τοῦ ζητήματος. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι αἱ προτάσεις τῶν Ἄγγλων κεφαλαιούχων, ἐὰν αὗται ἤθελον ὑποβληθῆ ἐγγράφως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δύνανται βεβαίως νὰ συζητηθῶσι, ἀλλὰ νὰ συζητηθῶσι κατόπιν· πᾶσα δ’ ἄλλη συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου παρέλκει, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλεῖται ν’ ἀποφανθῇ.
§61Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι προσωπικόν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι εἶναι πρῶτον ἀντικείμενον τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον.
§63Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ θέλω νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις εἰς τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ ἡ προπαρασκευαστικὴ συζήτησις περιττεύει. Δύνασθε νὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀμέσως.
§65ΑΧ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων 3 καὶ 7 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐπαρχιῶν τινων τῆς Θεσσαλίας καὶ περὶ ἀναβολῆς τῆς καταβολῆς τοῦ ὀφειλομένου φόρου». Τὰς τροπολογίας ταύτας καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Φρονῶ, ὅτι τὸ εὐεργέτημα αὐτὸ τοῦ νομοσχεδίου πρέπει εὐλόγως νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λοκρίδος, διότι καὶ ἡ ἐπαρχία αὐτὴ ὑπέστη τὰς αὐτὰς ἀτυχίας κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἴσως δὲ καὶ μεγαλειτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Φθιῶτις. Ἐνθυμοῦμαι, — διότι ἰδίοις ὄμμασιν ἀντελήφθην τῶν πραγμάτων — ὅτι εἰς τὰ ὀρεινὰ μέρη τῆς Λοκρίδος κατὰ τὸ 1901 καὶ 1902 τὸ διπλάσιον μόνον τῶν σπαρέντων εἰσεκόμισαν οἱ γεωργοί. Ἐθεωρήθη δὲ εὐφορία, καὶ εὐφορία μεγάλη, εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα εἰσεκόμισαν τὸ τριπλοῦν τοῦ σπόρου, τὸν ὁποῖον ἔσπειραν οἱ γεωργοὶ ἐκεῖνοι. Λοιπὸν τοῦτο σημαίνει καταστροφήν. Καὶ τοιαύτη ἀναλογία βεβαίως ὑπῆρξε καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὡς καὶ εἰς τὴν Φθιώτιδα, ὥστε νὰ θεωρηθῇ, ὅτι τὰ μέρη ἐκεῖνα κατεστράφησαν εἴτε ἐκ θεομηνιῶν ἄλλων εἴτε ἐκ ξηρασιῶν. Οἱ λόγοι οὗτοι ὑφίστανται καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Λοκρίδος. Καὶ δὲν ἐχορηγήθησαν μὲν ἐπίσημοι πληροφορίαι, οὔτε προεκαλέσαμεν τοιαύτας τῶν ἀρχῶν, περὶ τῶν γεγονότων τούτων, διαβεβαιῶ ὅμως τὴν Βουλὴν καὶ τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω καὶ βεβαιῶ ταύτην τὴν στιγμήν, εἶναι ἴσως ἀληθέστερον καὶ πειστικώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπληροφορήθη ἡ σεβαστὴ Κυβέρνησις ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας. Εἶναι ἀληθὲς λοιπὸν, ὅτι καὶ ἡ Λοκρὶς ἐδυσπράγησε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, καὶ πρέπει νὰ τύχῃ καὶ αὐτὴ τοῦ εὐεργετήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀπονεμηθῇ εἰς τὰς Θεσσαλικὰς ἐπαρχίας καὶ εἰς τὴν Φθιώτιδα. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτου. Ἐπειδὴ δ’ ἔχω τὸν λόγον, μοὶ δίδεται ἀφορμὴ νὰ ἀναφέρω τὸ ἑξῆς περιστατικόν. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μενδενίτσης τοῦ δήμου Θερμοπυλῶν τῆς Λοκρίδος Ἀθανάσιος Μιχαλίτσας καὶ Ἀθανάσιος Ἀντεριώτης, μεταβάντες κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1899 εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἐλασσῶνος τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους χάριν ζῳοεμπορίας, ἐλῃστεύθησαν περὶ τὸ χωρίον Συκιὰ τῆς Ἐλασσῶνος, συλληφθέντες καὶ ἀπαχθέντες δέσμιοι ὑπὸ στρατιωτῶν Ὀθωμανῶν, μέχρις οὗ κατέβαλον πρὸς τούτους ἄκοντες πρὸς ἀπελευθέρωσίν των λίρας ὀθωμανικὰς δέκα. Τὸ γεγονὸς τοῦτο μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσίν των οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀνεκοίνωσαν εἰς τὴν παρατυχοῦσαν ἀρχὴν, ἀλλ’ ἴσως παρ’ αὐτῆς δὲν ἐνηργήθησαν τὰ ἀπαιτούμενα· ὅτε δ’ ἔφθασαν εἰς Λαμίαν, διηγήθησαν καὶ εἰς ἐμὲ τὸ δυστύχημά των, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμε ζωηρὰν ἐντύπωσιν. Ἀμέσως ὑπέβαλον περὶ τοῦ γεγονότος τούτου τὸν Μάϊον τοῦ 1899 ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ζητῶν τὴν ἐνέργειαν τῶν δεόντων πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν παθόντων, ἀλλ’ οὐδὲν ἐπ’ αὐτῆς ἐνηργήθη. Ὅτε ἦλθον ἐδῶ, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους καὶ τῆς ἐπαρχίας μου, ἔσπευσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐζήτησα ἀπὸ τὴν σχετικὴν ὑπηρεσίαν πληροφορίας, πρὸ πάντων δὲ, ἂν τοιαύτη ἀναφορὰ εἰσήχθη καὶ κατεχωρίσθη εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω καμμίαν πληροφορίαν· τελευταῖον δὲ, ὅτι ἐπέμεινα πολὺ, μοὶ εἶπον, ὅτι τοιαύτη ἀναφορὰ δὲν εὑρέθη, οὔτε εἰσήχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν! Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διατάξῃ νὰ γείνῃ ἡ δέουσα ὑπηρεσιακὴ ἐνέργεια, ὅπως εὑρεθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ περιῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα ἐν τάχει, διότι παρῆλθε πολὺς καιρὸς χωρὶς νὰ δοθῇ ἡ προσήκουσα ἱκανοποίησις εἰς Ἕλληνας ὑπηκόους, οἱ ὁποῖοι, μεταβάντες εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἵνα ἐμπορευθῶσιν, ἐλῃστεύθησαν ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ὀθωμανικῆς ἐξουσίας, ἀντὶ νὰ τύχωσι τῆς προστασίας αὐτῆς. Τὰ πρᾶγμα εἶναι σπουδαῖον, καὶ παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως δοθῇ λύσις ἱκανοποιητικὴ εἰς τοὺς συμπολίτας μου αὐτούς.
§66ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅτε ἤλθετε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν μοὶ ἐκάμετε λόγον περὶ τούτου. Δόσατέ μοι, παρακαλῶ, σημείωσιν, καὶ θέλω φροντίσει περὶ τούτου.
§67ΑΧ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ἐνόμισα καταλληλότερον νὰ κάμω λόγον ἐνταῦθα, ἵνα, ὡς ἐλπίζω, ἡ ὑπηρεσία συντονώτερον ἐνεργήσῃ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ 1894 ἐνέσκηψε σεισμὸς, ὁ ὁποῖος ἐπήνεγκε καταστροφὰς πολλὰς εἰς τὴν Λοκρίδα, καταστρέψας ὁλοκλήρους κοινότητας καὶ χωρία. Ἡ φιλανθρωπία ἔσπευσε νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς παθόντας, καὶ συνελέγησαν χρήματα, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν εἰς ταμεῖά τινα ὑπὸ διαχείρισιν ἐπιτροπῶν· τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων τούτων ἀνῆλθεν εἰς 600,000 περίπου δραχμὰς, ἀλλὰ δὲν εἶναι καθαρισμένον, ἂν διετέθησαν ὅλα, καὶ ἂν παρελήφθησαν ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αἱ ἐπιτροπαὶ ἐχαρακτήρισαν ὡς δικαιουμένους νὰ τὰ λάβωσι. Περὶ τούτου ἐγένοντο παράπονα εἰς ἐμὲ καὶ τοὺς ἄλλους ἐκ Λοκρίδος κ. συναδέλφους, καθ’ ὃν χρόνον περιωδεύομεν ἀνὰ τὴν ἐπαρχίαν Λοκρίδος χάριν τῶν ἐκλογῶν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι πολλὰ χρήματα, προωρισμένα νὰ δοθῶσιν εἰς πρόσωπα ὡρισμένα ἢ κοινότητας, δὲν ἐδόθησαν, καὶ μένουσιν εἰς χεῖρας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν δικαιοῦνται νὰ θέσωσι χεῖρα ἐπὶ χρημάτων ἱερῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς τοιαύτης διαχειρίσεως καὶ προσαγάγῃ τὰς σχετικὰς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἂν διετέθησαν τὰ χρήματα καὶ πῶς διετέθησαν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θὰ δυσκολευθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παράσχῃ τὰς πληροφορίας ταύτας εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν ἀσφαλῶς περὶ τῆς τύχης τῆς ἱερᾶς ταύτης περιουσίας.
§68ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εὐθὺς ὡς συλλέξω πάσας τὰς πληροφορίας, θέλω προσκομίσει ταύτας εἰς τὴν Βουλὴν. Καταθέτω ἀπαντήσεις εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις. Καὶ πρῶτον ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Καλαμπάκας κ. Κ. Κρίτσα περὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμπάκας ἐκτελεσθέντων δημοσίων ἔργων. Ἐπίσης καταθέτω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ὕδρας κ. Κουντουριώτου περὶ τῆς Διεθνοῦς Ἐκθέσεως Ἀθηνῶν. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς τὸν βουλευτὴν Τριφυλίας κύριον Πονηρόπουλον περὶ τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρομικῆς γραμμῆς μεταξὺ Κυπαρισσίας, Φιλιατρῶν καὶ Γαργαλιάνων. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς τὸν βουλευτὴν Λακεδαίμονος κ. Φικιώρην περὶ τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Σπάρτης–Λεονταρίου. Εὐθὺς ὡς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἔσπευσα νὰ καλέσω παρ’ ἐμοὶ τοὺς διευθυντὰς τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, καὶ ἐζήτησα πληροφορίας παρ’ αὐτῶν ἐπὶ τῶν σχεδιαζομένων γραμμῶν Σπάρτης. Οἱ Κύριοι μοὶ ἀπήντησαν, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔκαμον τρεῖς μελέτας εἰς διαφόρους διευθύνσεις· πρῶτον μελέτην γραμμῆς Τριπόλεως–Σπάρτης, δεύτερον γραμμῆς Φραγκοβρύσεως– Σπάρτης, καὶ τρίτον γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης. Τὰς δύο πρώτας γραμμὰς ἐγκατέλειψαν, διότι φρονοῦσιν, ὅτι εἶναι καὶ πολυδάπανοι καὶ δύσκολοι, καὶ δὲν ὑπηρετοῦν ὅλα τὰ κέντρα, παραδέχονται δὲ μόνον τὴν τρίτην γραμμήν, τὴν γραμμὴν Λεονταρίου–Σπάρτης, ὡς εὔκολον καὶ ἐπιδεκτικὴν μικροτέρας δαπάνης καὶ δυναμένην νὰ ἐξυπηρετήσῃ ὅλα τὰ κέντρα. Ἐπὶ τῆς γραμμῆς ταύτης πρόκειται νὰ γείνῃ ὁριστικὴ μελέτη, ἣν, ἅμα ὡς μοὶ ὑποβληθῇ, θέλω καταθέσει εἰς τὴν Βουλήν. Πρόκειται νὰ προστεθῇ καὶ διακλάδωσις μέχρι Ξηροκαμπίου, διότι ἡ ἀπόστασις εἶναι μικρά. Αὐταὶ εἶναι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§69Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Διὰ τὴν γραμμὴν Φραγκοβρύσεως–Σπάρτης αἱ μελέται διεκόπησαν;
§70ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὰ γνωρίζω μέχρι τοῦδε.
§71Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐκ Λοκρίδος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐπαρχιῶν τινων τῆς Θεσσαλίας» ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ· ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θέλομεν πείσει τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ βασίμου αὐτῶν. Ὑποστηρίζω ἔτι τὴν παράκλησίν του, ὅπως περιληφθῇ καὶ ἡ ἐπαρχία Λοκρίδος εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον περιέχει τὸ νομοσχέδιον, τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπέστησαν καταστροφὰς κατὰ τὸ 1901 καὶ 1902. Διαβεβαιῶ δὲ καὶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ ἡ ἐπαρχία Λοκρίδος ὑπέστη καταστροφὰς ἐκ τῆς πολυομβρίας, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦμεν, ἵνα περιληφθῇ καὶ αὐτὴ ἐν τῷ καταλόγῳ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ βεβαίωσις τῆς ζημίας ἀφίνεται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν κατὰ τόπους ἀρχῶν, ὡς καὶ ἡ βεβαίωσις τοῦ ποσοῦ τῶν γενομένων καταστροφῶν. Παρὰ τῶν ἀρχῶν ἄρα θέλει πληροφορηθῆ ἡ Κυβέρνησις, ἂν αἱ καταστροφαὶ εἶναι πραγματικαί. Ἐπίσης ὑποστηρίζω τὴν ἐπερώτησίν του περὶ καταθέσεως τῶν σχετικῶν ἐγγράφων ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν κατοίκων τῆς Λοκρίδος, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν καὶ ἡμεῖς, πληροφορήσωμεν δὲ καὶ τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦσι, πῶς διετέθησαν αἱ ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι συνελέγησαν ἀπὸ τοὺς φιλανθρώπους, οὓς βαθέως τότε συνεκίνησαν αἱ καταστροφαὶ καὶ οἱ θάνατοι τοσούτων ἀνθρώπων ἐκ τῶν σεισμῶν.
§72Γ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σχετικῶς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, θέλων νὰ ἱκανοποιήσω τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. συναδέλφου μου, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Ἔτυχε νὰ ὁμιλήσω μὲ τὸν κ. Σκουζὲν καὶ τὸν κ. Δούμαν περὶ τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν· μοὶ εἶπον διότι ἔχουσι κάμει τρεῖς μελέτας· μίαν Τριπόλεως–Σπάρτης, ἥτις εἶναι ἀδύνατον νὰ κατασκευασθῇ, διότι τὸ ἔδαφος εἶναι ἀνώμαλον, καὶ πρέπει νὰ γείνῃ ὀδοντωτὸς σιδηρόδρομος, ἑτέραν Φραγκοβρύσεως–Σπάρτης, ἥτις καὶ αὕτη εἶναι δύσκολος, καὶ τρίτην Λεονταρίου–Σπάρτης, ἥτις εἶναι ἡ συντομωτέρα, δι’ ἣν ὅμως ἀπαιτοῦνται, ὅπως μοὶ εἶπον, δώδεκα ἑκατομμύρια. Τώρα ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸ ἔργον, τοὐλάχιστον κατὰ τμήματα, διὰ νὰ ἔχουν οἱ κάτοικοι μίαν παρηγορίαν ἐπὶ τέλους, ὅτι τὸ ἔργον θὰ συντελεσθῇ μετά τινα ἔτη.
§73Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, παρατηρῶ, ὅτι μελέται προκαταρκτικαὶ ἐγένοντο ἐπὶ τριῶν γραμμῶν· αʹ) Τριπόλεως– Σπάρτης, βʹ) Φραγκοβρύσεως–Σπάρτης καὶ γʹ) Λεονταρίου– Σπάρτης. Ἡ τελευταία δ’ εἶχε γείνῃ καὶ ἄλλοτε, ἐν ἔτει 1890, ὅτε κατεσκευάζετο ἡ γραμμὴ Μύλων–Τριπόλεως, καὶ κατὰ τὴν προμελέτην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τῇ αἰτήσει μου προσεκόμισεν ὁ τότε Ὑπουργὸς, ὅτε συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς Μελιγαλᾶ–Κυπαρισσίας– Πύργου, ἡ δαπάνη ὑπερέβαινε τὰ 4,000,000 δραχμὰς κατὰ 2 ἢ 3 ἑκατοντάδας. Τώρα ὅμως ἡ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἐνήργησε νέαν προκαταρκτικὴν μελέτην, ἀναβιβάζει τὴν δαπάνην ταύτην, ὡς ἀκούω καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου, εἰς 12,000,000 καὶ πλέον! Ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν προσκομίσῃ τὴν μελέτην ταύτην καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, νὰ ἐξετάσω, πῶς ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, —καὶ ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι βάσιμοι, —ἡ γραμμὴ ἀπὸ Φραγκοβρύσεως εἰς Σπάρτην βεβαίως εἶναι κατά τι δαπανηροτέρα τῆς γραμμῆς ἀπὸ Λεονταρίου εἰς Σπάρτην, ἀλλ’ εἶναι ἀσυγκρίτως συμφερωτέρα διὰ τὴν συγκοινωνίαν, διότι θὰ ἦναι μὲν ἡ γραμμὴ ἀπὸ Φραγκοβρύσεως εἰς Σπάρτην κατὰ 3 χιλιόμετρα μακροτέρα τῆς ἀπὸ Λεονταρίου εἰς Σπάρτην, ἀλλ’ ἡ ἀπόστασις ἀπὸ Φραγκοβρύσεως μέχρι Λεονταρίου εἶναι 20 χιλιομέτρων, καὶ τοιουτοτρόπως, ἂν ἀπὸ τούτων ἀφαιρέσωμεν τὰ 3 χιλιόμετρα, καθ’ ἃ εἶναι μακροτέρα ἡ γραμμὴ ἀπὸ Φραγκοβρύσεως εἰς Σπάρτην, ἡ διὰ Φραγκοβρύσεως σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία θὰ ἦναι κατὰ 17 χιλιόμετρα συντομωτέρα ἢ ἂν γείνῃ διὰ Λεονταρίου. Ὡς βλέπετε λοιπὸν, θὰ συντμηθῇ ἡ σιδηροδρομικὴ ὁδὸς ἀπὸ Σπάρτης μέχρι Τριπόλεως κατὰ 17 ὅλα χιλιόμετρα, — κέρδος μέγιστον διὰ τὴν συγκοινωνίαν, διότι εἰς τοῦτο κυρίως ἀποβλέπομεν, εἰς τὴν ταχύτητα.
§74ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ὅμως ἀνώμαλον τὸ ἔδαφος.
§75Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἡ διὰ Φραγκοβρύσεως χάραξις βεβαίως ἐπὶ ἐκτάσεως τριῶν ἢ πέντε, νομίζω, χιλιομέτρων θὰ γείνῃ ἐπὶ ἀνωμάλου καὶ βραχώδους ἐδάφους, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαιτοῦνται περισσότερα τεχνικὰ ἔργα καὶ ἐκβραχισμοί. Ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν συντόμευσιν τῆς γραμμῆς, καὶ ἑπομένως καὶ τῆς συγκοινωνίας, κατὰ 17 χιλιόμετρα, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν νὰ ὑποστῶμεν καὶ τὴν μικρὰν αὐτὴν δαπάνην ἀπέναντι τῆς ταχυτέρας συγκοινωνίας, ἣν διὰ Φραγκοβρύσεως θὰ ἔχωμεν, καὶ ἀπέναντι τοῦ μεγάλου ἐκ ταύτης κέρδους ὡς πρὸς τὰ κόμιστρα καὶ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἐπιβατῶν, ὅπερ δὲν θὰ ἦναι ἀνάξιον λόγου, διότι ἐγένετο ὑπολογισμὸς, ὅτι περὶ τὰς 200,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος θὰ πληρώνῃ διὰ ταῦτα ἡ Λακεδαίμων ὀλιγώτερα, ἐὰν γείνῃ ἡ χάραξις τῆς γραμμῆς ἀπὸ Φραγκοβρύσεως καὶ ὄχι ἀπὸ Λεονταρίου. Ἡ Ἑταιρεία ὁμολογουμένως ἔχει συμφέρον, καὶ ἴσως θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γραμμὴν ἀπὸ Λεονταρίου, διότι, ἐνῷ θὰ κατασκευάσῃ ἀπὸ τούτου ὀλιγώτερα χιλιόμετρα, θὰ λαμβάνῃ κόμιστρα ἐπὶ περισσοτέρων χιλιομέτρων. Ἐπιφυλάσσομαι ὅμως, ὅταν προσκομισθῇ ἡ μελέτη τῆς γραμμῆς, νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου, καὶ θέλω ἀποδείξει καὶ διὰ τῶν πραγμάτων καὶ δι’ αὐτῆς τῆς ἰδίας μελέτης τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσκομίσῃ καὶ τὴν μελέτην τῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης, τὴν γενομένην ἐν ἔτει 1890, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ τμήματι τῶν Δημοσίων Ἔργων, καὶ τὴν μελέτην μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης τῆς γραμμῆς ἀπὸ Φραγκοβρύσεως εἰς Σπάρτην, ἵνα οὕτω κατορθώσωμεν νὰ πείσωμεν καὶ τὴν Ἑταιρείαν νὰ προτιμήσῃ τὴν γραμμὴν ταύτην καὶ ὄχι τὴν ἄλλην. Ἔχει δὲ τὴν δύναμιν ἡ Κυβέρνησις νὰ πείσῃ τὴν Ἑταιρείαν περὶ τούτου. Ἄλλως δὲν πρόκειται περὶ δαπάνης, τὴν ὁποίαν θὰ καταβάλῃ ἡ Κυβέρνησις, ὥστε ὡς δικαιολόγησιν τῆς ἀναβολῆς νὰ προβάλῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς ἀπαιτούμενα ἑκατομμύρια, ἀλλὰ πρόκειται περὶ δανείου, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐγγυηθῇ ἡ Κυβέρνησις, νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἑνὸς τοιούτου δανείου δὲν θὰ ἦναι τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ ἀποτρέψῃ τὴν κατασκευὴν ἔργου τόσον ἐπωφελοῦς εἰς ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία ἔχει ἐγκαταλειφθῆ τελείως. Σημειώσατε δὲ, ὅτι, ἐὰν ἀποκατασταθῇ σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία ἐν Λακεδαίμονι, ἡ ὠφέλεια θὰ ἦναι σημαντικωτέρα καὶ γενικωτέρα, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ ξένος, ὁ ὁποῖος, ἐπισκεπτόμενος τὴν Ἑλλάδα, δὲν θὰ μεταβαίνῃ νὰ ἐπισκεφθῇ καὶ τὴν Σπάρτην, ἥτις πλὴν τῆς ἀρχαιολογικῆς ἀξίας ἔχει καὶ ἔκτακτον φυσικὴν καλλονὴν, ἐνῷ σήμερον μόλις 100 ἐκ τῶν ἐπισκεπτομένων τὴν Ἑλλάδα χιλιάδων ξένων μεταβαίνουσιν εἰς Σπάρτην.
§76ΑΘΑΝ. ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ γραμμὴ ἀπὸ Φραγκοβρύσεως εἰς Σπάρτην ἐγκατελείφθη ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία ἀπέστειλε μηχανικούς, ἵνα μελετήσωσι τὴν γραμμὴν Λεονταρίου–Σπάρτης, ἥτις εἶναι ἐκτάσεως μόνον 65 χιλιομέτρων, ἐνῷ ἡ ἄλλη εἶναι 75 χιλιομέτρων καὶ ἀνώμαλος. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εὐχώμεθα νὰ γείνῃ ἡ γραμμὴ Λεονταρίου–Σπάρτης. Δι’ ἡμᾶς αὐτὸ εἶναι ἀρκετόν.
§77ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, κ. συνάδελφε, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην παροτρύνσεων, προκειμένου περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν Λακεδαίμονα, καθόσον, ὡς σᾶς εἶπον χθὲς, ἐὰν ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας ἔχητε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ συντελεσθῇ τὸ ἔργον τοῦτο, ἡμεῖς πλειότερον ἴσως ὑμῶν τὸ ἐπιθυμοῦμεν, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ δυνάμεθα. Λοιπὸν πρῶτον δέον νὰ προσκομίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὴν ὁριστικὴν μελέτην τῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης, τὴν ὁποίαν γραμμὴν θεωρῶ καταλληλοτέραν, εὐκολωτέραν καὶ ὀλιγώτερον δαπανηρὰν, κατόπιν δὲ νὰ συζητήσωμεν ἐν ἀνάγκῃ καὶ περὶ τῆς ἄλλης μελέτης, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς ἀνεφέρατε.
§78Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Περὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος, μετὰ τῆς ὁποίας καὶ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του μετὰ πολλῶν δεσμῶν συνδέεται, οὐδέποτε ἀμφεβάλλομεν.
§79Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἐν Τριπόλει ἔχει ἐνοικιάσει τὴν οἰκίαν του δι’ ἀστυνομικὸν κατάστημα, ἀλλ’ ἡ ἐνοικίασις δὲν ἔληξεν ἀκόμη· ἤδη δὲ πληροφορεῖται, ὅτι τὸ Δημόσιον διανοεῖται μονομερῶς νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς ἐνοικιάσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ οἰκία αὕτη, ὡς ἀπόκεντρος, δὲν εἶναι κατάλληλος δι’ ἀστυνομικὸν κατάστημα. Τὸ Δημόσιον μάλιστα, κ. Πρόεδρε, διώρισε καὶ ἐπιτροπήν, ἵνα γνωμοδοτήσῃ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· ὡς δ’ ἔμαθον, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη πράγματι ἐγνωμοδότησε περὶ διαλύσεως διὰ τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ οἰκία δι’ ἀστυνομικὸν κατάστημα. Ἀλλὰ οἱ λόγοι, ἐφ’ ὧν ἡ ἐπιτροπὴ ἐστηρίχθη, δὲν δικαιολογοῦσι κατὰ τὸν νόμον τὴν διάλυσιν τῆς ἐνοικιάσεως, δὲν ἀμφιβάλλω δέ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα, θέλει μελετήσει ἐπισταμένως τὸ ζήτημα, καὶ θέλει πράξει τὸ καθῆκόν του, διότι ἡ διάλυσις τῆς μισθώσεως παρὰ τὸν νόμον θέλει ἐπιβαρύνει τὸ Δημόσιον μὲ ἀποζημιώσεις.
§80Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, τί σκέπτεται περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ συνιστῶ εἰς αὐτόν, ἐὰν μὴ ἐμποδίζηται ὑπὸ νόμου, νὰ σπεύσῃ νὰ διαλύσῃ τὴν μίσθωσιν τῆς οἰκίας, ἡ ὁποία κεῖται ἔξω τῆς πόλεως, ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, καὶ ἔχομεν ἓν μόνον ἀστυνομικὸν κατάστημα ἐν Τριπόλει, τὸ ὁποῖον ἀναντιρρήτως πρέπει νὰ εὑρίσκηται ἐν τῷ κέντρῳ τῆς πόλεως, χάριν τῆς δημοσίας τάξεως· διότι, ἀφ’ ὅτου ἐτοποθετήθη ἐκεῖ, ὅπου εὑρίσκεται, πολλὰ καταστήματα τῆς πόλεως ἐλεηλατήθησαν νύκτωρ. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ἔχῃ νόμιμόν τι κώλυμα, τὸν παρακαλῶ, ἐν ὀνόματι ὁλοκλήρου τῆς πόλεως, νὰ σπεύσῃ νὰ διαλύσῃ τὴν μίσθωσιν ταύτην.
§81ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται τὴν στιγμὴν ταύτην, δηλαδὴ νὰ ἀσκῆται ἔλεγχος ἐπὶ πράξεων κυβερνητικῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξετελέσθησαν· νομίζω ὅτι ὁ ἔλεγχος πρέπει νὰ ἐξασκῆται ἐπὶ πράξεων συντετελεσμένων. Ἤδη πρόκειται περὶ τῆς ἐνοικιάσεως ἑνὸς καταστήματος, καὶ συζητοῦσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ ἐνοικιασθῇ! Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ λέγωνται ταῦτα.
§82Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ νέα ἐνοικίασις, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δεχθῇ νὰ φωτισθῇ ἀπὸ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν τὰ πράγματα καλλίτερον. Ἐγὼ δὲν ἐκλέγομαι ἐκ Τριπόλεως, ἀλλὰ μένω ἐν Τριπόλει, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Κωνσταντόπουλον, ὅτι πολλάκις χάριν τῶν συμπολιτῶν αὑτοῦ μετέβην εἰς τὰ διάφορα ἀστυνομικὰ καταστήματα, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἓν κεῖται εἰς ἀπόκεντρον μέρος. Ἠναγκάσθη δὲ ὁ ἀστυνόμος, ἐπειδὴ τοῦτο ἦτο μικρὸν καὶ ἀνεπαρκές, νὰ ἐνοικιάσῃ καὶ δύο ἕτερα, τὰ ὁποῖα ὡσαύτως δὲν εἶναι οἰκίαι, ἀλλ’ εἶναι τρῶγλαι! Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, χάριν τῆς τάξεως τῆς πόλεως, χάριν τῶν πολιτῶν, χάριν ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι, προστατεύοντες τοὺς πολίτας, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐπισκεπτώμεθα τὰ ἀστυνομικὰ καταστήματα, νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ ἐνοικιάσῃ διὰ ἀστυνομικὸν κατάστημα οἰκίαν οἱανδήποτε εἰς τὸ κέντρον τῆς πόλεως.
§83Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς ἀνεκινήθη, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς μετὰ τοῦ ἰδιοκτήτου συμβάσεως δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐγκαταλίπω τὴν περὶ ἧς πρόκειται οἰκίαν. Διενοήθην καὶ ἐγὼ νὰ διαλύσω τὴν μίσθωσιν, διότι ὄντως ἡ οἰκία αὕτη εὑρίσκεται εἰς τὸ ἄκρον τῆς πόλεως, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς συμβάσεως δὲν ἐπετρέπετο ἡ διάλυσις. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὕρῃ, ὅτι ἔχει ἕτερον λόγον, ἵνα προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν ταύτην, θὰ τὸν παρακαλέσω καὶ ἐγὼ νὰ προβῇ εἰς αὐτὴν, πεπεισμένος ὅτι θὰ προσφέρῃ μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς κατοίκους Τριπόλεως.
§84Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ ἠδίκησε, νομίσας ὅτι ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ἐλέγξω τὰς πράξεις του. Ἐγὼ τῷ ὑπέδειξα μόνον τὰς ζημίας, αἵτινες ἐνδέχεται νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ Δημόσιον, ἐὰν ἄνευ δικαιώματος, ἄνευ νομίμου λόγου προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς μισθώσεως ταύτης· προσέθεσα μάλιστα, ὅτι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θέλει προβῇ εἰς πρᾶξιν παράνομον καὶ ἐπιζήμιον διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ οἰκίσκων εἰς τοὺς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βονίτσης συνοικισθέντας Καμαριναίους καὶ ἄλλους Ἠπειρώτας». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 271). Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Γούναρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ διϋλισμένου ἐλαίου καὶ τῶν ἁπαλῶν σύκων». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 272). Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 585 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 273). Ἰδιοκτῆται καὶ κάτοικοι τῆς συνοικίας Μακρυγιάννη τῶν Ἀθηνῶν ὑποβάλλουσιν αἴτησιν, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται, ὅτι τὸ Δημόσιον σπεύδει εἰς κατάληψιν γηπέδων αὐτῶν διὰ τὴν λεωφόρον Συγγροῦ ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§86Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ταῦτα τῶν συμπολιτῶν μου, διότι πρόκειται βεβαίως περὶ στερήσεως περιουσίας, τὴν ὁποίαν κατέλαβεν ἡ λεωφόρος Συγγροῦ.
§87Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος θὰ ὑπομνήσω ὅσα καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, ὅτι, ὅ,τι γίνεται, γίνεται παρανόμως, διότι πρὶν κηρυχθῇ ἐθνικὴ ὁδὸς ἡ ὁδὸς αὕτη δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καταλαμβάνωνται ἰδιωτικὰ γήπεδα, οὐδὲ ν’ ἀναλαμβάνῃ τὸ Δημόσιον δαπάνας μεγάλας καὶ ἐτησίας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συντήρησιν τῆς ὁδοῦ, δαπάνας ὑπερβαινούσας τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατό τις νὰ ἀνεχθῇ, καὶ παρατύπως ἐπιβαλλόμενον. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ μῆκος τῆς ὁδοῦ εἶναι 6,000 μέτρα, καὶ τὸ πλάτος κατὰ μέσον ὅρον 30 μέτρα, ἔχομεν 180,000 τετραγωνικὰ μέτρα ὁδοῦ, ἡ ὁποία θὰ ἦναι δενδροφυτευμένη, καὶ ὡς ὁδὸς περιπάτου θὰ διατηρῆται ἐξαιρετικῶς καλά. Ἂν ὑπολογίσωμεν μίαν δραχμὴν τὸ τετραγωνικὸν μέτρον κατ’ ἔτος διὰ τὴν συντήρησιν, ἔχομεν δαπάνην 180,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος διὰ συντήρησιν τῆς ὁδοῦ, ἔστω καὶ 100,000. Πῶς θὰ γείνῃ ἡ δαπάνη αὕτη; Νόμος δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, κηρύττων τὴν ὁδὸν ταύτην ἐθνικήν, ἵνα ἐφαρμοσθῶσι καὶ δι’ αὐτὴν αἱ περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως διατάξεις. Ἑπομένως αἱ καταλήψεις τῶν ἰδιωτικῶν γηπέδων χάριν τῆς ὁδοῦ γίνονται αὐθαιρέτως, καὶ μόνον ἑκούσιαι παραχωρήσεις αὐτῶν ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν δύνανται νὰ διευκολύνουν τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ. Ἂν ὅμως ἰδιοκτήτης τις δὲν θέλῃ, ἡ ἀφαίρεσις τοῦ γηπέδου του εἶναι ἀδύνατος. Διὸ καλὸν εἶναι, ἡ Κυβέρνησις νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης, διότι ναὶ μὲν σπουδαῖον ἰδιωτικὸν ποσὸν δαπανᾶται ὑπὲρ ὁδοῦ, ἡ ὁποία θὰ ὠφελήσῃ καὶ θὰ ἐξωραΐσῃ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καλὸν εἶναι, ὅ,τι θὰ γείνῃ, νὰ γείνῃ νομίμως καὶ ἐν γνώσει τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται περὶ μεγάλων δαπανῶν, ἃς συνεπάγεται εἰς τὸ Δημόσιον ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ταύτης, διότι, ἂν γείνῃ ἡ ὁδὸς, ὡς ἤδη γίνεται, δηλ. ἄνευ νόμου, δὲν θὰ δύναται τὸ Δημόσιον νὰ τὴν συντηρῇ. Θὰ τὴν ἐγκαταλίπωμεν; Χρῆμα πρὸς συντήρησιν δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν ὡρίσθη. Λοιπὸν κατεστρέψαμεν τὴν ὑπάρχουσαν ὁδὸν, ἥτις ἐπήρκει, κατεστρέψαμεν τὴν γέφυραν, καὶ δὲν εἶναι βέβαιον, ἂν θὰ δαπανᾷ τὸ Κράτος πρὸς συντήρησιν αὐτῆς, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ ἐθνικῆς ὁδοῦ.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Παυλόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου κλπ.» Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 274). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Νεοχωρίου τῆς Παραχελωΐτιδος, ἐκφραζόντων τὰς εὐχαριστίας των διὰ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§89ΑΘ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§91ΑΘ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε χθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῶν κατοίκων ἐπαρχιῶν τινων, ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εὐηρεστήθη νὰ δηλώσῃ, ὅτι σχετικῶς πρὸς τὴν τροποποίησιν ἐκείνην θὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται δέον νὰ περιστρέφωνται εἰς τὸ ἑξῆς· ἐὰν ὄντως κατὰ τὸ 1901 καὶ κατὰ τὸ 1902 εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεγαλοπόλεως οἱ μὲν πρώϊμοι καρποὶ ἕνεκα ὑπερβολικῆς πολυομβρίας κατεστράφησαν τελείως, οἱ δὲ ὄψιμοι κατεστράφησαν ἕνεκα ἐκτάκτου ἀνομβρίας. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησίν μου ταύτην.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ διελθόντα τὴν βάσανον τῆς πρώτης καὶ δευτέρας ἀναγνώσεως χθές, ὅπως ἀρξώμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ σταφιδικοῦ μετὰ τὴν διακοπήν;
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος, Βελγίου, Γαλλίας, Ἰταλίας καὶ Ἑλβετίας προσθέτου συμβάσεως εἰς τὴν νομισματικὴν σύμβασιν τῆς 6 Νοεμβρίου 1885». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1901 τῶν ἀμπελοκτημόνων, ὧν ἡ ἐκ τῶν ἀμπέλων παραγωγὴ κατεστράφη, καὶ ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902 τῶν φορολογουμένων τῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων, Καρδίτσης, Καλαμπάκας, Φαρσάλων καὶ Δομοκοῦ, ἐν αἷς οἱ πρώϊμοι καὶ ὄψιμοι δημητριακοὶ καρποὶ κατεστράφησαν, ὡς καὶ περὶ ἀπαλλαγῆς προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας ὀφειλομένων παρὰ ἀποτισάντων τὸν ἐπὶ τῶν ἀμπέλων φόρον τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901 ἄνευ προσθέτων τελῶν καὶ ἄνευ τόκων ὑπερημερίας, καὶ προσέτι περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τοῦ τε ὀφειλομένου φόρου ἀμπέλων τῶν αὐτῶν χρήσεων καὶ τῆς τοῦ 1902 καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§95Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Νομίζω ὅτι ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον παραδέχεται, δὲν εἶναι ἡ ὀρθοτέρα. Ὅπως προσδιορίσωμεν τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν ὄχι τὴν παραγωγὴν ἑνὸς ἔτους, ἀλλὰ τὸν μέσον ὅρον τῆς παραγωγῆς ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἐλάττωσις τῆς παραγωγῆς ἑνὸς ἔτους, ἀναπληρουμένη διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς ἄλλων ἐτῶν, συμψηφίζεται. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι λόγος ἐπαρκὴς, διὰ νὰ χαρίζῃ τὸ Δημόσιον τοὺς φόρους του, ἁπλῶς καὶ μόνον διότι συνέπεσεν ἕν ἔτος ἡ παραγωγὴ νὰ ἐλαττωθῇ ἢ νὰ ἐκλείψῃ καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἐγὼ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀναγνωρίζω, ὅτι τὸ Δημόσιον δύναται νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν, ἀλλ’ εἰς ποίους; μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνδεεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄποροι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν νὰ πληρώσουν. Ἀλλὰ διατὶ αὐτὸ τὸ μέτρον τὸ ἐπεκτείνομεν καὶ εἰς εὐπόρους καὶ εἰς ἑκατομμυριούχους; Εἶναι δίκαιον νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν φιλανθρωπίαν εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὅλα τὰ μέσα νὰ πληρώσουν εἰς τὸ Δημόσιον; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει, ἐκτὸς τῆς βεβαιώσεως τῆς καταστροφῆς, νὰ βεβαιωθῇ συγχρόνως καὶ τὸ ἄπορον καὶ τὸ ἐνδεὲς τῶν παθόντων, καὶ μόνον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ν’ ἀπαλλάσσωμεν αὐτοὺς τῆς πληρωμῆς.
§96Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὁδηγὸς πρὸς τοιαῦτα μέτρα εὐεργετικὰ πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἐντὸς τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον φορολογεῖ τὸ Κράτος, κατάστασις τῶν πραγμάτων. Ὅταν καθιερῶμεν φόρον οὐχὶ ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἐπὶ τοῦ προϊόντος ἑνὸς ἔτους, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ὀργάνων, ἐπὶ τῶν μέσων τῆς παραγωγῆς, ὡς οἱ ἀροτῆρες, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ λέγωμεν, ὅτι εἶναι ἀδιάφορον ἡμῖν, ἂν παρήγαγεν ἢ δὲν παρήγαγεν ὁ φορολογούμενος. Ἄλλο εἶναι ἡ πότε μεγαλειτέρα καὶ πότε μικροτέρα παραγωγὴ καρπῶν, ὁπότε συμψηφισμὸς ἀφόρων καὶ εὐφόρων ἐτῶν εἶναι εὔλογος, καὶ ἄλλο ἡ παντελὴς ἔλλειψις παραγωγῆς. Ὅταν ἐπιβάλλωμεν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἐπὶ τοῦ προϊόντος, οὐδεὶς ἔχει λόγον καὶ ἀφορμὴν νὰ ζητῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἀπαλλαγὰς ἢ ἐλαττώσεις, διότι ἡ φορολογία δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἐτησίας δαπάνης. Ὅταν ὅμως τοὺς φόρους τοὺς ἐπιβάλλητε οὐχὶ ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, οὐχὶ ἐπὶ τοῦ προϊόντος, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, — διότι τοὺς ἐπιβάλλετε ἐπί τινος ὀργάνου τῆς παραγωγῆς, — καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι αὐτὸ τὸ ὄργανον εἶναι τὸ ἐπιτηδειότερον εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ φόρου, διότι δεικνύει ἐγγύτερον, ποῖον εἶναι τὸ κατὰ μέσον ὅρον ληπτέον ποσὸν, δὲν δύνασθε, ὅταν ἔρχηται καὶ λέγῃ ὁ φορολογούμενος, ὅτι οὐδὲν παρήγαγε κατά τι ἔτος, νὰ τὸν ἀποπέμψητε, λέγοντες ὅτι ὁ φόρος οὕτως ὡρίσθη, διότι ὁ νόμος εἶχεν ὑπ’ ὄψει παραγωγὴν μικρὰν ἢ μεγάλην, οὐχὶ δ’ ἀπώλειαν τελείαν παντὸς προϊόντος. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τοιούτου συστήματος φορολογικοῦ, οὐδὲν νὰ ζητῆται, ὅταν βεβαιωθῇ κατά τι ἔτος, ὅτι οὐδὲν παρήχθη. Ἂν ἡ ἐξεύρεσις τοῦ εἰσοδήματος πρὸς φορολογίαν ἦναι δυσχερὴς, καὶ διὰ τοῦτο ὁ νομοθέτης ἀποφεύγῃ νὰ φορολογῇ τὸ εἰσόδημα, καὶ μόνον αὐτὸ, ὡς εἶναι λογικὸν καὶ δίκαιον, ἂν ἕνεκα τούτου ἀναγκάζηται νὰ φορολογῇ τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν ἢ μόνον τὴν ὕπαρξιν τῶν ὀργάνων αὐτῶν, οὐχὶ δὲ καὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν τοῦ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν φόρου νὰ μὴ φορολογῇ ἢ τὸ εἰσόδημα. Δὲν εἶναι φόρος ἐπὶ τῆς γῆς στρεμματικὸς, εἶναι φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, λαμβανομένου διὰ μέσου ὅρου ἐτησίας παραγωγῆς καὶ ἀναλογιζομένου διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀροτριώντων ἑκάστου χωρίου. Ἂν δὲν ἀναζητῇ τὸ εἰσόδημα ἀπ’ εὐθείας, τὸ προσδιορίζει ἐμμέσως, διὰ μέσων ὅρων καὶ ἀναλογισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀροτριώντων ζῴων. Ὅταν ὑπόκηται ὡς βάσις τοῦ φόρου τὸ εἰσόδημα, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποπέμπωμεν ἐκείνους, περὶ ὧν ἐβεβαιώθη διὰ τῶν ἀρχῶν, ὅτι οὐδὲν παρήγαγον εἰσόδημα κατά τι ἔτος. Τὸ ὅτι παρήγαγεν ὁ τοιοῦτος κατ’ ἄλλα ἔτη ἢ θὰ παραγάγῃ, δὲν δικαιολογεῖ νὰ τὸν ἀποπέμψωμεν, διότι ὁ φόρος οὗτος ὑποθέτει εἰσόδημα. Εἴτε ἔχει τις νὰ πληρώσῃ εἴτε μὴ, δὲν πρέπει νὰ πληρώνῃ τοιοῦτον φόρον, ἂν οὐδὲν παρήγαγε. Δύναται τὸ Κράτος, ἂν θέλῃ, νὰ προσθέσῃ ἄλλους φόρους, τοὺς ὁποίους νὰ πληρώνουν πάντοτε οἱ ἔχοντες τὰ μέσα, οἱ εὔποροι, εἴτε παρήγαγον εἴτε μὴ ἔκ τινος ἐπιχειρήσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ πληρώνωσι τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ εἰσαγάγῃ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μαντινείας, πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ καὶ νὰ καθιερώσῃ διάκρισιν μεταξὺ τῶν εὐπόρων καὶ τῶν μὴ εὐπόρων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ματαίως συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὡς ἀπαλλακτικοῦ. Θ’ ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς, ὅτι οὐδένα θ’ ἀπαλλάξῃ, διότι ἀπαιτεῖ τοιούτους ὅρους, ὥστε εἶναι ἀδύνατον αὐτοὶ νὰ συναντηθῶσιν ἢ εἰς ὀλίγα ἄτομα, διότι ἀπαιτεῖ καταστροφὴν τῆς ἐσοδείας καὶ τῶν πρωΐμων καὶ τῶν ὀψίμων καρπῶν, τοιαύτη δὲ καταστροφὴ σπανίως θὰ παρουσιασθῇ, καὶ ἑπομένως τὸ μέτρον, ἐνῷ φαίνεται ὅτι περιλαμβάνει ὁλοκλήρους ἐπαρχίας καὶ ἀπαλλάττει πολλοὺς, θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ἀπαλλάττει ἢ ἐλαχίστους.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Ὁ βουλευτὴς κ. Ζέρβας ἔχει ὑποβάλει τὴν ἑξῆς τροποποίησιν. «Ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς διὰ τὸ ἔτος 1902 τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τοῦ συμβεβαιωμένου δημοτικοῦ οἱ φορολογούμενοι τῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων, Καρδίτσης, Καλαμπάκας, Φαρσάλων, Δομοκοῦ καὶ Μεγαλοπόλεως, ἐν αἷς ἡ ἐσοδεία τῶν πρωΐμων καὶ ὀψίμων δημητριακῶν καρπῶν ἤθελε βεβαιωθῆ, ὅτι κατεστράφη ἕνεκεν ἐπελθουσῶν ἐξ ἀνομβρίας καταστροφῶν.»
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶχε περιορίσει τὴν τροπολογίαν του ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαλοπόλεως μόνον εἰς τὸν δῆμον Φαλαισίας.
§99Α. ΖΕΡΒΑΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιορίζεται λοιπὸν εἰς τὸν δῆμον Φαλαισίας τῆς Μεγαλοπόλεως.
§101Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω τροπολογίαν, κύριε Πρόεδρε.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐτελείωσα.
§103Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἐγὼ ἔχω τροπολογίαν, κύριε Πρόεδρε.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Γκότσης ζητεῖ νὰ περιληφθῇ καὶ ὁ δῆμος Τριταίας τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν. Ὁ βουλευτὴς Μαντινείας κύριος Παπαναστασίου ζητεῖ νὰ περιληφθῶσι καὶ τὰ χωρία Μπεζενίκου τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ καὶ Χοτούσα τοῦ δήμου Νάσων.
§105Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Παπαναστασίου, παρακαλῶ, τὸν λόγον.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζῖσκος ζητεῖ νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ ἐπαρχία Φθιώτιδος.
§107ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποβάλλω τροπολογίαν διὰ τὸν δῆμον Σουδενῶν τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαλουκᾶς ἔχει τροπολογίαν δι’ ὁλόκληρον τὴν ἐπαρχίαν τῆς Λοκρίδος.
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τρέχομεν τὸν κίνδυνον, ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας νὰ γείνῃ ἀσπαστὴ πανταχοῦ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι τ’ ἀναγραφόμενα ἐν αὐτῷ εἶναι πόρισμα τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκαν αἱ ἀρχαί· τὰ ἄλλα εἶναι πληροφορίαι ἰδιωτῶν, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ βασανίσωμεν.
§110ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ἐλάβετε πληροφορίας περὶ τῶν Σουδενῶν; Κατεστράφη ὁλοτελῶς ἡ ἐσοδεία αὐτῶν.
§111Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιελήφθησαν αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, περὶ ὧν ἔλαβε πληροφορίας παρὰ τῶν ἀρχῶν, καὶ ἑπομένως αἱ ἐπαρχίαι, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐζητήθησαν τοιαῦται πληροφορίαι, ἀλλὰ περὶ ὧν ἐξηνέχθησαν ἀτομικαὶ πληροφορίαι καὶ γνῶμαι, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου λέγει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως ἐμερίμνησε περὶ τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ ἐζήτησε πληροφορίας, ἂν ὄντως ὑπέστη τὰς ζημίας ταύτας ἡ γεωργία, οὕτω νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τῶν ἀρχῶν καὶ περὶ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, ἂν ὑπέστη καὶ αὕτη τὰς ζημίας ταύτας· καὶ ἂν τὰς ὑπέστη, διατὶ νὰ ἐξαιρεθῇ; Ἄλλως τε δὲν εἶναι καὶ βέβαιον, ὅτι ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι τῆς Θεσσαλίας ὑπέστησαν καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς ζημίας ταύτας. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει τὸ μέτρον νὰ ἦναι γενικόν· ἂν δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομίζῃ, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβε παρὰ τῶν ἀρχῶν, εἶναι ἀρκεταὶ, καὶ θέλει νὰ περιορίσῃ τὸ εὐεργέτημα τοῦτο μόνον εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Θεσσαλίας, ἐγὼ ἐκφράζω τὴν λύπην ἐμοῦ καὶ τῶν συναδέλφων μου διὰ τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ κάμῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου.
§112Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι περὶ τῶν ἐπαρχιῶν, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἔχει πληροφορίας, ἐπιφυλάσσεται, ἅμα ὡς λάβῃ τοιαύτας, νὰ ὑποβάλῃ συμπληρωτικὸν νομοσχέδιον· καὶ ἡμεῖς ἀναμένομεν νὰ τὰς λάβῃ.
§113ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ λήξουν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ ἔλθουν ἀκόμη αἱ πληροφορίαι.
§114Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀπὸ καθαρῶς ὑπηρεσιακοῦ νομοσχεδίου κινδυνεύει νὰ γείνῃ γενικὸν, καὶ νὰ ἀφεθῇ ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐχορήγησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αἱ διάφοροι τοπικαὶ ἀρχαὶ, καὶ συνέταξε νομοσχέδιον ἀνακουφιστικὸν διὰ τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, τῶν ὁποίων κατεστράφησαν αἱ ἐσοδεῖαι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Περὶ τῆς δικαιολογητικῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀρκετὰ ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτής· ὡς πρὸς δὲ τὴν οὐσίαν, εἶναι γνωστὴ εἰς ὅλην τὴν Βουλὴν ἡ πενία, ἡ ὁποία μαστίζει τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς. Οἱ εὔποροι, τοὺς ὁποίους ἐζήτησε νὰ ἐξακριβωθῶσιν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Κωνσταντόπουλος, βεβαίως ἔχουν πληρώσει τὰς ὑποχρεώσεις των, διότι ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἦτο ἡ 31 Ἰανουαρίου· ἤδη ὀφειλέται εἶναι οἱ ἐνδεεῖς ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ «οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος», καὶ μένει, οὕτως εἰπεῖν, μία τακτοποίησις τῶν λογαριασμῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς πτωχοὺς αὐτοὺς γεωργούς. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ ἐν γένει νομοσχέδιον. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ παρεκίνησε νὰ λάβω τὸν λόγον, εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Παπαναστασίου. Αὕτη δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεφύη αὐτὴν τὴν στιγμὴν, οὔτε εἶναι τὸ νομοσχέδιον αἰτία αὐτοῦ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σιμόπουλος ἔλαβε πληροφορίας παρὰ τῶν ἀρχῶν Τριπόλεως, ὅτι ἡ ἐσοδεία χωρίων τινῶν τῶν δήμων Ὀρχομενοῦ, Βαλτετσίου καὶ Νάσων κατεστράφη, καὶ ἐκ λόγων φιλανθρωπίας δι’ ἐγκυκλίου διαταγῆς διέταξε τὰς ἐπιτοπίους ἀρχὰς νὰ ἀναστείλωσι πᾶσαν εἴσπραξιν φόρων. Μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κυρίου Σιμοπούλου ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Νέγρης, ὁ ὁποῖος διέταξε τὴν εἴσπραξιν. Ὑπέμνησα τότε ἀπὸ τοῦ βήματος εἰς τὸν κ. Νέγρην τὴν διαταγὴν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ κ. Σιμοπούλου, καὶ ὁ κ. Νέγρης, ἀναγνωρίσας ἀμέσως τὴν ὀρθότητα αὐτῆς, διέταξε δι’ ἐγκυκλίου διαταγῆς πρὸς τὰς ἐκεῖ ἀρχὰς καὶ αὖθις τὴν ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων. Τοιοῦτον εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ τοῦτο ἠνάγκασε τὸν κύριον Παπαναστασίου νὰ προτείνῃ τὴν τροπολογίαν. Τότε δὲ καὶ ὁ κύριος Σιμόπουλος καὶ ὁ κ. Νέγρης ὑπεσχέθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς πρώτην εὐκαιρίαν ἤθελον φέρει νόμον, δι’ οὗ ν’ ἀπαλλάσσωνται οἱ πτωχοὶ ἐκεῖνοι ἀγρόται τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων· ἀλλ’ ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἔληξαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐκείνης, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑποσχεθὲν νομοσχέδιον οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι. Ὥστε βλέπετε, ὅτι πρόκειται περὶ ἀνάγκης ἀνεγνωρισμένης, πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη πρὶν ἢ συλληφθῇ ἡ ἰδέα τῆς συντάξεως καὶ ὑποβολῆς τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου.
§115Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου δὲν συμβιβάζονται ἀκριβῶς μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Παπαναστασίου, διότι παρέστησεν, ὅτι καὶ εἰς τὸν δῆμον Βαλτετσίου ὑπάρχει ἡ αὐτὴ ἀνάγκη, ἐνῷ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Παπαναστασίου δὲν περιλαμβάνει τὸν δῆμον Βαλτετσίου.
§116Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἐγὼ ὑποτροπολογίαν περὶ τούτου· νὰ περιληφθῇ καὶ ὁ δῆμος Βαλτετσίου.
§117Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δύο λέξεις θὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Μπακόπουλος. Οὐ μόνον αἱ δύο προκάτοχοι Κυβερνήσεις διέταξαν τὴν ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων εἰς τοὺς εἰρημένους δήμους τῆς Μαντινείας, ἀλλὰ καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Εἰς τοῦτο ἐρειδόμενος προέτεινα τὴν τροπολογίαν. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη ἀνεγνωρισμένη τὸ πάθημα τῶν δύο ἐκείνων χωρίων, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποδεχθῇ καὶ ὑποστηρίξῃ τὴν τροπολογίαν, διότι δικαιοτέρα αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ.
§118ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας συνέλεξε παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐχρησίμευσαν μόνον ὡς ἀφορμὴ τῆς συντάξεως καὶ ὑποβολῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν ἀποτελοῦσι τὸν αἰτιολογικὸν λόγον τῆς ἀπαλλαγῆς, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιώκομεν. Ὁ λόγος τῆς ἀπαλλαγῆς εἶναι ἡ καταστροφὴ τοῦ εἰσοδήματος. Ὅτι δὲ τοῦτο οὕτως ἔχει, καὶ ὅτι ὁ λόγος τῆς ἀπαλλαγῆς εἶναι ἡ καταστροφὴ τοῦ εἰσοδήματος, καὶ ὅτι δὲν βασίζεται ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ μόνων τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκαν αἱ ἀρχαί, ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι καθορίζεται ἐπιτροπή, κατὰ τὸ ἄρθρον 4, ἡ ὁποία διὰ πρωτοκόλλου θὰ βεβαιώσῃ, ἂν ἀληθῶς ἐπῆλθε καταστροφή. Δικαίως δὲ καὶ ὀρθῶς ἀνεγράφη τὸ ἄρθρον 4, διότι δὲν νομίζω καὶ ἐγὼ, ὡς δὲν νομίζει καὶ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι πρέπει μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τῶν ἀρχῶν νὰ καθορίσωμεν τὴν ἀπαλλαγὴν, ἄνευ βεβαιώσεως τῆς καταστροφῆς ὑπὸ προσώπων ὑπὸ τοῦ νόμου κρινομένων ὡς ἁρμοδίων νὰ βεβαιώσωσι ταύτην, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔχωσι γνῶσιν τῶν τοπικῶν περιστάσεων, καὶ νὰ βεβαιώσωσιν, ἂν πράγματι συνέβησαν καταστροφαί. Τὴν ὀρθὴν ταύτην ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον δὲν καθιεροῖ μόνον διὰ τὰς ἐπαρχίας τῆς Θεσσαλίας καὶ Φθιώτιδος, δηλαδὴ μόνον περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὴν καθιεροῖ γενικῶς διὰ τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων. Ἀλλὰ διὰ τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων δὲν ποιεῖται τὴν ἐξαίρεσιν, τὴν ὁποίαν ποιεῖται διὰ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι πολὺ ὀρθῶς ἐπεκτείνει τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν ἐπὶ πασῶν τῶν ἀμπέλων καὶ ὑπὲρ ὅλων τῶν ἀμπελοκτημόνων τοῦ Κράτους. Ὁ λόγος δὲ, ὁ ὁποῖος ἔπεισε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν ὑπὲρ ὅλων τῶν ἀμπελοκτημόνων, εἶναι ἀποχρῶν, νομίζω, καὶ ἀρκετὸς νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐπέκτασιν ὑπὲρ ὅλων τῶν ὑποχρέων νὰ πληρώσωσι καὶ φόρον ἀροτριώντων κτηνῶν τοῦ Κράτους, διότι, ὅπως ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἐκ τῶν προτέρων νὰ βεβαιωθῇ, ἀλλ’ οὔτε ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ γείνῃ τι, χωρὶς νὰ κληθῇ καὶ διὰ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπή, ἵνα βεβαιώσῃ, ἂν ἔλαβε χώραν καταστροφή. (Ἀφοῦ δὲ ἡ βάσις τῆς εὐεργετικῆς διατάξεως εἶναι ἡ καταστροφή, δὲν βλέπω διατὶ τὸ εὐεργέτημα τοῦτο νὰ μὴ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων ὁρμώμενος, ὑποβάλλω τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον νὰ γράψῃ, ἵνα ἐπεκταθῇ ἡ διάταξις ἡ εὐεργετικὴ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
§119Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ μὴ ἐπεκταθῇ ἡ ἀπαλλαγὴ καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἰς ὅλον τὸ Κράτος, ἀφοῦ ἀνατίθεται εἰς ἐπιτροπὴν παρέχουσαν ὅλα τὰ ἐχέγγυα νὰ πιστοποιήσῃ, ἂν ἐπῆλθον καταστροφαί, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ φόρου. Ζημία τοῦ Κράτους δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ. Ποῖον προνόμιον ἔχουν μερικαὶ ἐπαρχίαι νὰ ζητῶσι μόνον αὐταὶ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ φόρου; Λόγος τῆς εὐεργετικῆς διατάξεως εἶναι ἡ καταστροφή. Ἂν ἀποδειχθῇ ἡ καταστροφὴ καὶ δι’ ἄλλας ἐπαρχίας, τὸ εὐεργέτημα πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ εἰς ὅλας ταύτας τὰς ἐπαρχίας. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ προλαλήσαντος, καὶ παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν διατάξητε νὰ ἀναγνωσθῶσιν ἐκ νέου τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, λύονται ὅλαι αἱ ἀπορίαι.
§121ΑΧ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. Καὶ ὑπὸ οὐσιαστικὴν ἔποψιν ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, βεβαίως, ὅταν λέγωμεν «καταστροφὴ», τὴν κατάστασιν ταύτην θὰ τὴν ὑπολογίσωμεν σχετικῶς καὶ οὐχὶ ἀπολύτως· διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀπόλυτον ἐκδοχήν, ἣν ἐκφράζει ἡ λέξις «καταστροφὴ», βεβαίως δὲν εἴμεθα ἐντὸς τῶν ὁρίων, διότι δὲν εἶναι δυνατόν ποτε ὁ γεωργὸς ὁ σπείρων νὰ μὴ θερίσῃ ποσῶς.
§122Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὄχι δά!
§123ΑΧ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ἀλλ’ ἐν Θεσσαλίᾳ οἱ σπείραντες γεωργοὶ βεβαίως δὲν ἐθέρισαν ὡς ἔπρεπεν. Ἀλλοῦ ἔσπειραν, καὶ ἐθέρισαν διπλάσιον. Ἐν τούτοις, Κύριοι, τοῦτο σημαίνει καταστροφήν· διότι ὁ γεωργὸς, ὁ ὁποῖος σπείρει ἓν, καὶ θερίζει δύο ἢ τρία, δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως. Δι’ αὐτὸν τὸν γεωργὸν δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπορίσθη τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς του. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, Κύριοι, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξάγομεν τὴν καταστροφήν. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἀσφαλῶς, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐκφράζουσιν αἱ λέξεις ἐκεῖνο καὶ συμβαίνει. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶδον καὶ τὴν πραγματικὴν καταστροφὴν, καὶ τοιαύτην καταστροφὴν σᾶς εἶπον ὅτι ὑπέστησαν πλεῖστα μέρη τῆς Λοκρίδος καὶ τῆς Φθιώτιδος, καὶ τὴν ὑπέστησαν εἰς μεγαλείτερον βαθμόν. Ἔσπειραν ἓν, καὶ ἐθέρισαν δύο. Ἔχω καὶ ἐγὼ ἀγρόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἄλλοτε ἐλάμβανον 200 κοιλὰ σίτου, καὶ ἐφέτος, Κύριοι, ἔλαβον 35 μόνον. Ὁ γεωργὸς ὁ σπείρας τὸν Ἰανουάριον δὲν ἠδυνήθη νὰ θερίσῃ τὸν Ἰούνιον ὅ,τι ἔσπειρεν· ὁ γεωργὸς ὁ σπείρας τὸν Ἰούνιον, ὅπως συνέβη τὸ 1902 εἰς τοὺς γεωργοὺς, δὲν ἠδυνήθη νὰ συλλέξῃ τὸν Σεπτέμβριον καὶ τὸν Ὀκτώβριον ὅ,τι ἤλπιζε νὰ συλλέξῃ. Ἕνεκα τῆς πολυομβρίας τῆς διαρκοῦς καὶ μεγάλης ἐπῆλθον αἱ καταστροφαί, τὰς ὁποίας ὀνομάζομεν μὲ μίαν λέξιν. Λοιπὸν μὴ διστάσωμεν, Κύριοι, νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι εἰς ὅλον αὐτὸν τὸν κόσμον συνέβησαν τὰ αὐτά.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 ἀφορᾷ εἰς ὀφειλόμενον φόρον. Καθὼς παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἄρθρον 1 λέγει, ὅτι «ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς τοῦ ὀφειλομένου διὰ τὸ ἔτος 1902 φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τοῦ συμβεβαιωμένου δημοτικοῦ οἱ φορολογούμενοι τῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων, Καρδίτσης, Καλαμπάκας, Φαρσάλων καὶ Δομοκοῦ, ἐν αἷς ἡ ἐσοδεία τῶν πρωΐμων καὶ ὀψίμων δημητριακῶν καρπῶν ἤθελε βεβαιωθῆ ὅτι κατεστράφη ἐξ ἐπελθουσῶν πλημμυρῶν ἢ ἐξ ἀνομβρίας.» Καθ’ ὅσον δ’ ἐπληρώθη ὁ φόρος, δὲν ἀποδίδεται. Ἑπομένως ὅλαι αἱ διατάξεις, ὅλαι αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἴτε εἰς ἐπαρχίας, εἴτε εἰς δήμους, εἴτε εἰς χωρία καταβαλόντα τὸν φόρον, δὲν ὠφελοῦνται ἐκ τῶν τροπολογιῶν.
§125Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Μάλιστα· εἴμεθα σύμφωνοι. Νὰ τεθῇ «τοῦ ὀφειλομένου.»
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐχ ἧττον θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν μίαν πρὸς μίαν ὅλας τὰς τροπολογίας.
§127Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ γενικὴ τροπολογία, τότε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῶσιν αἱ ἄλλαι.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἑκάστη τροπολογία ψηφίζεται χωριστά.
§129Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ νὰ σᾶς βοηθήσω, παρατηρῶ ὅτι ἐκτὸς τῶν ἐπαρχιῶν, τῶν ὁποίων ποιεῖται μνείαν τὸ νομοσχέδιον, εἰς ὅλας τὰς ἄλλας κατεβλήθη ὁ φόρος. Μόνον εἰς αὐτὰς παρηγγέλθησαν οἱ ταμίαι νὰ μὴ εἰσπράξωσι, καὶ δὲν εἰσέπραξαν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον μεριμνᾷ περὶ τῆς μὴ πληρωμῆς τῶν καθυστερουμένων φόρων. Ὅλοι οἱ ἄλλοι ἔχουσι καταβάλει. Ἐὰν δὲν ἔχωσι καταβάλει, βεβαίως ὑπόκεινται εἰς πρόστιμον καὶ εἰς τοὺς τόκους, τοὺς ὁποίους ὁρίζει ὁ νόμος.
§130Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δίκαιον, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία ἐπληροφόρησε τὸ Ὑπουργεῖον περὶ συμβασῶν ζημιῶν, νὰ μὴ ληφθῇ μέτρον γενικὸν δι’ ὅλους τοὺς ζημιωθέντας κτηματίας. Διατὶ νὰ γείνῃ μόνον περὶ τῶν ἐπαρχιῶν, περὶ ὧν οἱ ὑπάλληλοι ἀνήγγειλαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ζημίαν; Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀναγγέλλομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι δῆμοι ζημιωθέντες, δὲν λαμβανόμεθα ὑπ’ ὄψιν; Δὲν εἴμεθα πλέον ἀξιόπιστοι ἀπὸ τὰς πληροφορίας τῶν ὑπαλλήλων;
§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι δὲν συνενοήθημεν καλῶς· θέλομεν δὲ περὶ τούτου πεισθῆ, ἂν ἀναγνώσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Πρόκειται περὶ παραγωγῆς ἑκατέρου τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν. Καὶ περὶ μὲν τῆς παραγωγῆς τοῦ 1901 κατὰ τὸ ἄρθρον 1 ἀπαλλάσσονται τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον βεβαιώσει τὴν καταστροφὴν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2. Ὥστε περὶ τοῦ 1901 δὲν ὑπάρχει πλέον ἀμφιβολία. Θέλουσιν ἀπαλλαγῆ τοῦ φόρου τούτου πάντες ἐκεῖνοι, ἐν αἷς ἐπαρχίαις ἤθελεν ἀποδειχθῆ συντελεσθεῖσα ἡ καταστροφή. Πῶς; Κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 3 καὶ 4 τοῦ ΒΩΚΒʹ νόμου. Ἀλλὰ περὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ 1902 δὲν ἐγένετο τοιοῦτόν τι, διότι διὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ 1902 δὲν ὑπῆρξαν παράπονα περὶ πλήρους καταστροφῆς· ἐπειδὴ δὲ ἐβράδυναν νὰ πληρώσωσιν ἐμπροθέσμως τὸν φόρον, διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπαλλάσσονται τοῦ προστίμου καὶ τῶν τελῶν οἱ μὴ πληρώσαντες τὸν φόρον ἐμπροθέσμως.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 5 «ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων προσθέτων τελῶν καὶ τῶν τόκων ὑπερημερίας οἱ φορολογούμενοι, οἱ καταβαλόντες τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων τῶν χρήσεων 1899, 1900 1901 ἄνευ τοιούτων, παρατείνεται δὲ ἡ πρὸς πληρωμὴν τοῦ καθυστερουμένου τούτου φόρου τῶν εἰρημένων χρήσεων προθεσμία μέχρι τῆς 31 Ἰουλίου 1903 ἄνευ προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας.» Λοιπὸν διὰ μὲν τὴν παραγωγὴν τοῦ 1902 ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀναβολὴ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου καὶ ὁ ὁρισμὸς τῶν προθεσμιῶν εἰς ὡρισμένας περιόδους χρονικὰς, περὶ δὲ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀπαλλαγὴ τῆς πληρωμῆς τοῦ ὀφειλομένου φόρου ἐκεῖ, ὅπου κατεστράφη ἡ ἐσοδεία καὶ τῶν πρωΐμων καὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ἐὰν γίνηται μνεία διὰ τοῦ ἄρθρου 7 περὶ τῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων, Καρδίτσης, Καλαμπάκας, Φαρσάλων, Δομοκοῦ καὶ Φθιώτιδος, τοῦτο ἐγένετο διότι καθυστερήθη ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Οἱ γεωργοὶ ὑπέθεσαν, ὅτι ἴσως δὲν ἤθελον ὑποχρεωθῆ νὰ πληρώσωσιν ἐμπροθέσμως, καὶ δὲν ἐπλήρωσαν ἐμπροθέσμως, διὰ τοῦτο δ’ ἀπαλλάσσονται τοῦ προστίμου τῆς ὑπερημερίας καὶ τῶν τόκων.
§134Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Αἱ ἐπαρχίαι αὗται ἀπαλλάσσονται ἐκ τῆς παρατάσεως καὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου;
§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 7. Ἐπιτρέπεται, ἵνα ὁ ὑπὸ τῶν φορολογουμένων τῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων, Καρδίτσης, Καλαμπάκας, Φαρσάλων, Δομοκοῦ καὶ Φθιώτιδος, καθυστερούμενος φόρος ἀροτριώντων κτηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902 καταβληθῇ μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1903 ἄνευ προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας.»
§136Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀπαλλαγὴν δὲν ἀποδίδετε. Μόνον τῶν προσθέτων τελῶν.
§137Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει τίποτε νὰ ζημιωθῇ, ἐὰν εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτὰς περιληφθῶσι καὶ αἱ ἄλλαι. Ὅσαι μὲν ἐπλήρωσαν, καλῶς ἐπλήρωσαν· ὅσαι ὅμως δὲν ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των, σημαίνει ὅτι δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ τὸ πράξωσι. Πρέπει δὲ νὰ δοθῇ καὶ εἰς αὐτὰς ἡ ἀνακούφισις, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὰς ἄλλας προνομιούχους ἐπαρχίας.
§138Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ δικαιολογητικὸς λόγος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νομίζω ὅτι εἶναι ἡ ἀνακούφισις τῶν φορολογουμένων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν παρήγαγον τὸ προϊὸν, διὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσι φόρον. Ἐὰν βεβαίως, ὡς δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, ὁ δικαιολογητικὸς λόγος τούτου εἶναι οὗτος, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες, τῶν ὁποίων τὸ προϊὸν κατεστράφη κατὰ τὸ 1902. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δὲν συμπεριέλαβε καὶ τοὺς παθόντας τοιαύτην καταστροφὴν κατὰ τὸ 1902, διότι δὲν ἐγένοντο παράπονα περὶ τελείας καταστροφῆς τοῦ προϊόντος κατὰ τὸ ἔτος αὐτό. Διαβεβαιῶ ὅμως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐκ τοῦ δήμου Σπαρτιατῶν ἐγένοντο τοιαῦτα παράπονα, καὶ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1902 τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1902 ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐξεφράσθη εὐχὴ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις διὰ νομοθετήματος προκαλέσῃ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τῶν ἀμπελοκτημόνων ἐκείνων, τῶν ὁποίων αἱ ἄμπελοι κατεστράφησαν, διότι πράγματι πολλῶν χωρίων τοῦ δήμου αὐτοῦ αἱ ἄμπελοι ὑπέστησαν τελείαν καταστροφὴν ἕνεκα χαλάζης, ὥστε οὐδὲν συνεκόμισαν οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν. Τὸ ψήφισμα δὲ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὑπεβλήθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3592 τῆς 9 Σεπτεμβρίου 1902 ἐγγράφου τοῦ Νομάρχου Λακεδαίμονος, συστήσαντος καὶ τούτου τὴν πραγματοποίησιν τῆς τοιαύτης εὐχῆς τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας συνάδελφος κ. Χρηστόπουλος ὑπέβαλεν, ὅπως συμπεριληφθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 1 ἡ ἀπαλλαγὴ τῆς πληρωμῆς φόρου ὄχι μόνον τοῦ 1901, ἀλλὰ καὶ τοῦ 1902· διότι, καὶ ἂν δὲν ἐγεννήθησαν παράπονα, δὲν ἕπεται ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου καὶ οἱ παθόντες κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ, ἐὰν βεβαίως ἀποδειχθῇ, ὡς τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ἡ καταστροφὴ τῶν ἀμπέλων των. Καὶ ἂν τοῦτο ἀποδειχθῇ, δὲν πρέπει, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀπαλλαγῶσι καὶ αὐτοὶ τοῦ φόρου, ὅπως ἀπαλλάσσονται οἱ τοῦ 1901; Διατὶ νὰ ἦναι οὗτοι εἰς κρείττονα μοῖραν τῶν φορολογουμένων τοῦ 1902; Πιστεύω ὅτι τὴν σύστασίν μου ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει εὕρει ὀρθοτάτην, καὶ θέλει συναινέσει εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς σχετικῆς τροπολογίας τοῦ κ. ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Μπαλτατζῆς, Βοζίκης καὶ Μισυρλῆς ὑποβάλλουσι τὴν ἑξῆς πρότασιν. Ἀντὶ «τῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων, Καρδίτσης, Καλαμπάκας, Φαρσάλων, Δομοκοῦ καὶ Φθιώτιδος» νὰ τεθῇ «τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους»· ἤτοι νὰ περιληφθῶσι πᾶσαι αἱ ἐπαρχίαι συλλήβδην. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν κυρίων Βουλευτῶν Πυλίας, Ἁλμυροῦ καὶ Κυνουρίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί. Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα).
§140Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον.
§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν;
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν.
§144Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Συμφώνως μὲ τὸ νομοσχέδιον.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδή: «Ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς τοῦ ὀφειλομένου διὰ τὸ ἔτος 1902 φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τοῦ συμβεβαιωμένου δημοτικοῦ οἱ φορολογούμενοι ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ἐν αἷς ἡ ἐσοδεία τῶν πρωΐμων καὶ ὀψίμων δημητριακῶν καρπῶν ἤθελε βεβαιωθῆ ὅτι κατεστράφη ἐξ ἐπελθουσῶν πλημμυρῶν ἢ ἐξ ἀνομβρίας».
§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δίδομεν δίδαγμα κακὸν εἰς τὸν λαόν.
§147Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διατὶ αὐτὰ τὰ προνόμια εἰς μερικὰς ἐπαρχίας μόνον; Ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι κατεστράφησαν καὶ ἄλλαι, διατὶ νὰ μὴ συμπεριληφθῶσι καὶ αὐταί;
§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ προνόμιον δὲν τὸ δίδομεν ἡμεῖς. Αἱ ἀρχαὶ διέταξαν, διατὶ δὲ διέταξαν; διότι ἐπείσθησαν ὅτι εἶχε καταστραφῆ ἡ ἐσοδεία τῶν δημητριακῶν καρπῶν.
§149Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη, βεβαίως εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ εἰσπράττηται φόρος. Βεβαίως εἶναι ἀρχὴ κακὴ, διότι ὅλοι δὲν θὰ πληρώνωσιν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ ἔλθῃ κατόπιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τῆς πληρωμῆς καὶ τῶν συνεπειῶν τῆς μὴ πληρωμῆς.
§150ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν ὅλα αὐτὰ, ἐὰν δὲν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ληφθῇ ἓν γενικὸν μέτρον περὶ τοῦ τίνες ἐπαρχίαι νὰ ἀπαλλάσσωνται εἰς τὸ μέλλον τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου. Διότι, ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ καθεστὼς, καὶ ἂν ἐρχώμεθα ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ ψηφίζωμεν τοιούτους νόμους, ἀφορῶντάς τινας μόνον ἐπαρχίας, δίδομεν ἀφορμὴν νὰ πιστευθῇ, ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι εἶναι χαριστικοὶ, καὶ ὅτι ἀποβλέπουσιν εἰς ἐξυπηρέτησιν συμφερόντων τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὁποίων ἀνήκουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ κατώρθωσαν νὰ ἐνεργήσωσιν, ἵνα ψηφισθῇ τοιοῦτος νόμος. Βεβαίως λοιπὸν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν φόρους, ἀλλὰ καὶ κακὰ παραδείγματα θέλομεν δώσει εἰς τὸν λαόν. Δὲν λέγω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῶσι τοιαῦτα μέτρα εὐεργετικὰ ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες ὄντως κατεστράφησαν ἐκ λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των, ἀλλὰ καλὸν εἶναι, εἰ δυνατὸν, ἀντὶ τῶν τοιούτων μερικῶν νομοσχεδίων, νὰ γείνῃ γενικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἀπαλλάξῃ, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀπαλλάξῃ, τῆς πληρωμῆς παντὸς φόρου ἐκείνους τοὺς κτηματίας, τῶν ὁποίων τὸ εἰσόδημα κατεστράφη. Οὕτω δὲ θέλομεν ἀποφύγει πᾶσαν κατάχρησιν καὶ πᾶσαν παρεκτροπὴν, ἀλλὰ καὶ πάντα φόβον, ὅτι τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους θέλουσι μειωθῆ. Προτείνω λοιπὸν, ὑποβάλλων τὴν γνώμην αὐτὴν εἰς τοὺς ἁρμοδίους, νὰ ἐγκαταλειφθῇ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον γενικόν, ἀφορῶν τὴν λῆψιν τοῦ γενικοῦ αὐτοῦ μέτρου.
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προτείνετε νὰ ἐγκαταλειφθῇ, δὲν διατάσσει τι νέον· νομιμοποιεῖ τὸ γενόμενον ἀπὸ τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου ἦσθε φίλος. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε τότε τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων, καὶ καλῶς ἔπραξε κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, διότι αἱ ἀρχαὶ ἐβεβαίουν, ὅτι ὑπῆρξε πλήρης καταστροφή. Τὰς πράξεις ταύτας τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν προκατόχων μου, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καθ’ ὑπέρβασιν τῆς νομίμου ἐξουσίας αὐτῶν, εἶχον δ’ ἐπιβληθῆ εἰς αὐτοὺς ἐκ τῆς ἀνάγκης, αὐτὰς νομιμοποιεῖ τὸ νομοσχέδιον. Νομίζετε ὅτι ἡμεῖς ψηφίζομεν διὰ τὸ 1903;
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας εἶναι ἀμφίβολον, καὶ ἑπομένως θὰ θέσω ἀντιθέτως τὸ ἐρώτημα. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, καθ’ ἣν ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους πρέπει νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέρριψε τὴν τροπολογίαν. Ἤδη ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Γκότση, ἡ ὁποία περιλαμβάνει καὶ τὸν δῆμον Τριταίας τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν.
§153Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὁ δῆμος Τριταίας, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν αὐτὴν, διατελεῖ ὑπὸ περιστάσεις κλιματολογικὰς παραδόξους. Ἐνῷ ὁμολογουμένως ἡ γῆ ἐκεῖ εἶναι παχεῖα, συμβαίνει τὸ ἑξῆς περίεργον· ἐπὶ ἕξ μῆνας τοῦ ἔτους βρέχει ἀδιακόπως, καὶ ἐπὶ ἕξ μῆνας εἶναι ἀνομβρία· τοῦτο, ἐννοεῖται, δὲν συμβαίνει τακτικῶς, ἀλλὰ συνέβη κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη. Συνέβη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος νὰ βρέχῃ ἐξακολουθητικῶς ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μέχρι τοῦ Ἰουνίου μηνός· καὶ τί ἐπῆλθεν ἐκ τούτου; ἡ πρώϊμος σπορὰ κατεστράφη καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ὁ σῖτος ἐπνίγη ὑπὸ τὰ χόρτα τὰ ἀναφυέντα. Ἀλλὰ δὲν συνέβη τοῦτο μόνον. Καθ’ ὅσον αἱ βροχαὶ ἐξηκολούθουν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ σπορὰ τῶν ὀψίμων καρπῶν. Ἔσπειραν οἱ γεωργοὶ ἐκεῖ ἅπαξ ἀραβόσιτον, ἐπειδὴ δὲ οὗτος ἐπνίγη, ἠναγκάσθησαν καὶ πάλιν νὰ σπείρουν, ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἡ δευτέρα σπορὰ κατεστράφη, ἠναγκάσθησαν καὶ ἐκ τρίτου νὰ σπείρουν, κατώρθωσαν δὲ νὰ σπείρουν περὶ τὰ τέλη Ἰουνίου ἀραβόσιτον. Φαντασθῆτε, ἂν εἶναι δυνατὸν ὁ ἀραβόσιτος αὐτὸς νὰ εὐδοκιμήσῃ. Ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις διατελεῖ ὁ δῆμος Τριταίας, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν ταύτην. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πεισθῇ εἰς τοὺς λόγους μου, διότι δὲν πράττω τοῦτο ἐκ σκοποῦ δημοκοπικοῦ· διότι, ἐὰν εἶχον σκοπὸν δημοκοπικόν, θὰ ὑπέβαλλον τροπολογίαν δι’ ὁλόκληρον τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ ἰδιαιτέρως θὰ ὑπέβαλλον τοιαύτην διὰ τὸν δῆμον, εἰς ὃν ἀνήκω, ἀλλ’ ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ὑπὲρ δήμου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὄντως εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ τοιαύτη πρόνοια.
§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἀκρίβειαν τῶν πληροφοριῶν τοῦ προαγορεύσαντος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ· ἀλλ’ ἐὰν δὲν περιελήφθη ὁ δῆμος Τριταίας, δὲν περιελήφθη, διότι δὲν ἐγένοντο παραστάσεις ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ὅτι ὄντως κατεστράφη ἡ ἐσοδεία αὐτοῦ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου νομιμοποιεῖται τὸ γενόμενον, δὲν δύναμαι δ’ ἐγὼ νὰ προσθέσω νέας κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν.
§155Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀνεφέρθησαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, τοῦτο συνέβη, διότι συνήθισαν νὰ μὴ κάμνουν παραστάσεις. Κατὰ τὸ 1900 ἀκριβῶς ὑπέστησαν πανωλεθρίαν, καὶ δὲν εἶχον χρήματα, οὔτε σπόρον ν’ ἀγοράσωσιν· ἀπηυθύνθησαν τότε πρὸς τὸν νομάρχην· ὁ νομάρχης ἠναγκάσθη νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου, ἐξήτασε τὰ πράγματα, ἐβεβαιώθη περὶ τῆς καταστροφῆς, καὶ τοῖς ὑπεσχέθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει τοὺς προστατεύσει. Τί δὲ συνέβη; ὄχι μόνον οὐδεμιᾶς ἔτυχον προστασίας, ἀλλὰ καὶ κατεδιώχθησαν ἀπηνῶς, διὰ νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους, καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ πωλήσουν τοὺς βόας των, διὰ νὰ πληρώσουν! Ἀλλὰ καὶ τὸ 1901 τὸ ἴδιον συνέβη. Καὶ ὅταν, ὅ,τι καὶ ἂν κάμουν, δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, πῶς ἠθέλετε νὰ παραπονεθοῦν διὰ τὸ 1902;
§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ὑποβάλωσιν αἴτησιν, ἵνα ἐξετασθῶσι τὰ πράγματα, καὶ προταθῇ ἴδιον νομοσχέδιον, ἐὰν βεβαιωθῇ ἡ ἀνάγκη.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Γκότση.
§158Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζίσκος ἔχει τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς διὰ τὸ ἔτος 1902 τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ οἱ φορολογούμενοι τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος.
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος παρῄτησε τὴν τροπολογίαν του.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεδέχθη τὴν παρατήρησιν, ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ἐπειδὴ ἐγένετο ἡ τροπολογία, θὰ τὴν θέσω εἰς ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χατζίσκου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Παπαναστασίου, τροπολογουμένη ὑπὸ τοῦ κ. Μπακοπούλου.
§162Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἐρωτηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν εἶχε διαταχθῆ ἡ ἀναστολὴ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων ἐν τοῖς δήμοις τούτοις.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Νὰ προστεθῇ: «καὶ τῶν χωρίων Μπεζενίκου τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ τῆς Μαντινείας καὶ Χοτούσης τοῦ δήμου Νάσων καὶ τῶν χωρίων τοῦ δήμου Βαλτετσίου.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§164Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε!
§165ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς ὄχι!
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ζέρβα. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχουσιν). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§167Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ νὰ διορθωθῇ τὸ λεκτικὸν τῶν ἐδαφίων 1, 2 καὶ 3. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου πρέπει νὰ γείνῃ τὴν 1 Αὐγούστου, τὴν 1 Σεπτεμβρίου καὶ τὴν 1 Ὀκτωβρίου τοῦ 1903. Εἶναι λοιπὸν ὑποχρεωμένοι οἱ φορολογούμενοι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τὴν 1 Αὐγούστου, τὴν 1 Σεπτεμβρίου καὶ τὴν 1 Ὀκτωβρίου, ἵνα πληρώσωσι τὸν φόρον. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δεχθῇ, ἀντὶ «τὴν 1 Αὐγούστου» ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ, νὰ τεθῇ «ἐντὸς τοῦ Αὐγούστου». Ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ, ἀντὶ «τὴν 1 Αὐγούστου καὶ 1 Σεπτεμβρίου» νὰ τεθῇ «ἐντὸς τοῦ Αὐγούστου καὶ ἐντὸς τοῦ Σεπτεμβρίου». Καὶ ἐν τῷ τρίτῳ ἐδαφίῳ, ἀντὶ «τὴν 1 Αὐγούστου, 1 Σεπτεμβρίου καὶ 1 Ὀκτωβρίου», νὰ τεθῇ «ἐντὸς τοῦ Αὐγούστου, ἐντὸς τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ ἐντὸς τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1903».
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην.
§169ΚΩΝΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. Τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κ. Μπακοπούλου ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ, ἀλλὰ δι’ ἄλλον λόγον. Πρέπει νὰ τεθῇ προθεσμία ἐντὸς τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, διότι εἶναι ἡ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσπράττουσιν οἱ φορολογούμενοι τὰ εἰσοδήματά των.
§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, οὕτω νὰ τεθῇ.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Γουλιμῆ, ὅπως προστεθῇ καὶ ἡ ἐπαρχία Βονίτσης. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἔτι τροπολογία τοῦ κ. Παπαλουκᾶ, ὅπως περιληφθῇ καὶ ἡ ἐπαρχία Λοκρίδος. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 10′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 25′ μ. μ.)
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, θὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τῶν ἀναγεγραμμένων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μέχρι καὶ τοῦ ἀριθμοῦ 14, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν θὰ προκληθῇ συζήτησις. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς τρίτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον «περὶ τῶν ὑπὸ ἀποβιώσαντος ταμίου Χαλκίδος Μιχαὴλ Κούκα ἐκδοθέντων καὶ μὴ ὑπογραφέντων ὑπ’ αὐτοῦ τριπλοτύπων ἀποδεικτικῶν παραλαβῆς εἰσπρακτέων καὶ γραμματίων παραλαβῆς». Ὡσαύτως γίνονται δεκταὶ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, αἱ προτάσεις νόμων: 1) περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου εἰς τὴν κωμόπολιν Παραλίου Ἄστρους, 2) περὶ διαθέσεως δραχ. 20,000 ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Φαρῶν τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείων ἐν τοῖς χωρίοις Γουρζούμισο, Λακκώματα, Πλάτανος καὶ Σποδιάνα τοῦ ἐν λόγῳ δήμου, καὶ 3) περὶ ἀνασυστάσεως τῆς θέσεως ἑρμηνέως παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Τρικκάλων. Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) περὶ πληρωμῆς τοῦ ἐργατικοῦ δικαιώματος τῶν σμυριδωρυκτῶν, καὶ 2) περὶ προσδιορισμοῦ τῆς εἰς τὰς ἀσχολουμένας εἰς τὴν μεταξοϋφαντικὴν ἐν Καλάμαις πρώην Μοναχὰς τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου καὶ τὰς συντρόφους αὐτῶν ἐτησίας χορηγίας).
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κανονισμοῦ τῶν διαπλεόντων τὴν διώρυγα Λευκάδος πλοίων καὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ κατασκευῆς λιμένος τῆς πόλεως Λευκάδος ͵ΒΧΜΖʹ νόμου τῆς 24 Ἰουλίου 1899». Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§175Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς, διότι δι’ αὐτοῦ μέγα ἄδικον προσγίγνεται εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λευκάδος. Ἄδικον ὄντως εἶναι νὰ ἐπιβαρύνηται μία ἐπαρχία μὲ τὰς δαπάνας τῆς κατασκευῆς διώρυγος, τῆς ὁποίας ἡ ὠφέλεια δὲν ἀποβλέπει τὴν ἐπαρχίαν ταύτην μόνον, ἀλλ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, στρατηγικῶς δὲ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον. Ὅπως ἡ διῶρυξ τῆς Κορίνθου ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος, οὕτω καὶ ἡ διῶρυξ τῆς Λευκάδος ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος, καὶ τὸ ἔθνος πρέπει νὰ πληρώσῃ δι’ αὐτὴν, ὄχι δὲ ἡ Λευκὰς, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς μέγαν φόρον ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Εἰς οὐδεμίαν χώραν τοῦ κόσμου ἐπιβαρύνεται μία ἐπαρχία δι’ ἔργα ἀνήκοντα εἰς ὅλον τὸ ἔθνος καὶ διὰ τὰ ὁποῖα τοσαῦται δαπάναι ἀπαιτοῦνται. Περαιτέρω ἐξετάζοντες τὸ νομοσχέδιον, βλέπομεν ὅτι ἐπεβλήθη φόρος ὄχι μόνον διὰ τὴν διώρυγα εἰς ὅλους τοὺς λιμένας τῶν διαφόρων δήμων τῆς Λευκάδος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν λιμένα τῆς πόλεως Λευκάδος, ἐνῷ διὰ τοῦτον μόνον τὸ λιμενικὸν ταμεῖον τῆς πόλεως ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ· ἑπομένως τοῦτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν φόρον καὶ ὄχι οἱ ἄλλοι δῆμοι, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἔχουσι καὶ ἰδίους λιμένας, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ λιμὴν τῆς πόλεως δὲν καταβάλλει τίποτε. Καὶ ὅμως διὰ τοῦ παλαιοῦ νόμου ἐπιβάλλεται εἰς τὸν λιμένα Βασιλικῆς νὰ πληρώνῃ τὸ τρίτον τῶν λιμενικῶν φόρων εἰς τὸν λιμένα Λευκάδος. Τοῦτο βεβαίως εἶναι μέγα ἀδίκημα καὶ αὐθαιρεσία, δὲν πρέπει δὲ νὰ μείνῃ οὕτω. Συνάμα βλέπω, ὅτι ἐπιβάλλεται φόρος δραχ. 1,40 κατὰ χιλιάδα ἐνετικῶν λιτρῶν διὰ τοῦ ἄρθρου 3 «ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων ἢ μεταφερομένων ἐκ τῆς νήσου καὶ τῶν ἀπ’ αὐτῆς ἐξαρτωμένων νησιδίων πεπιεσμένων ἐν βυτίοις σταφυλῶν». Ἡ ἐξαγωγὴ τῶν σταφυλῶν τούτων μόλις ἤρχισε πρὸ ἑνὸς ἔτους, καὶ ἠδύνατο ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ὠφελήσῃ τὴν παραγωγὴν, ἥτις μεγάλως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐζημιώθη ἕνεκα τῆς μὴ ἐξαγωγῆς τῶν οἴνων. Ἀλλὰ διὰ τοῦ φόρου τούτου θὰ ἐμποδίσωμεν βεβαίως καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἐξαγωγὴν ταύτην, ἀφοῦ μάλιστα ἀπειλεῖται νὰ τεθῇ φόρος ἐπ’ αὐτῶν καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν. Προτείνω λοιπὸν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ τεθῇ ὁ φόρος οὗτος, διότι μεγάλως θὰ ζημιώσῃ τὴν ἐπαρχίαν. Συγχρόνως δὲ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν ἐπαρχίαν μου ἀπὸ τὸν μέγαν φόρον, τὸν ἐπιβληθέντα πρὸς κατασκευὴν τῆς διώρυγος, διότι πρόκειται περὶ ἔργου, ὡς εἶπον, δημοσίου, καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κατασκευασθῇ ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν μόνον. Διὰ γενικὰ ἔργα οὐδεμία ἐπαρχία ποτὲ ἐπλήρωσε μονομερῶς. Ὑποβάλλω λοιπὸν τροπολογίαν, ὅπως ὁ λιμὴν Λευκάδος πληρώνῃ μόνον διὰ τὰ ἔργα τοῦ ἐσωτερικοῦ λιμένος, διὰ δὲ τὰ ἔργα τῆς διώρυγος νὰ πληρώνῃ τὸ Κράτος, διότι τοῦτο, νομίζω, εἶναι τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον. Συνάμα προτείνω νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον τῶν πεπιεσμένων ἐν βυτίοις σταφυλῶν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι θὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ θὰ ἐπιδοκιμάσουν τὴν τροποποίησιν ταύτην.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 275).
§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθ’ ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λευκάδος, σκοπὸς αὐτοῦ ἦτο νὰ προτείνῃ δύο προτάσεις κεχωρισμένας· τὴν πρώτην πρὸς κανονισμὸν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ὁποίου εἰσπράττεται φόρος λιμενικός, τὴν ἄλλην πρότασιν, ὅπως νομοθετηθῇ, ἵνα τὰ βάρη τῆς κατασκευῆς τῆς διώρυγος ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἡ δευτέρα πρότασις, ἡ περιεχομένη ἐν τῇ τροπολογίᾳ, νομίζω ὅτι δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι δὲ μεγάλης σπουδαιότητος καὶ πολλῆς μελέτης ἀξία, καὶ ἂν πρόκηται νὰ προταθῇ τοιαύτη πρότασις εἰς τὴν Βουλήν, πρέπει νὰ προταθῇ δι’ αὐτοτελοῦς καὶ ἰδίου νομοσχεδίου. Αἱ παραστάσεις τοῦ κυρίου συναδέλφου περὶ τῆς διώρυγος δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι τὰ ἔξοδα τῆς ἀνορύξεως τῆς διώρυγος κατέβαλεν Ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιχειρήσῃ ἐπιχείρησιν ἰδίαν, ἀνορύττουσα τὴν διώρυγα. Τὰ ἔργα τοῦ λιμένος κατὰ τὸν νόμον, ὑπάρχοντα ἐν ἐνεργείᾳ ἀπὸ καιροῦ, ἐπιβαρύνουσι τοὺς κατοικοῦντας τὴν πόλιν, τὴν ὁποίαν ὁ λιμὴν πρόκειται νὰ ὑπηρετήσῃ. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ ἰδέα νὰ προτιμηθῇ ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅπως τὰ ἔξοδα τῆς διώρυγος ἐπιβαρύνωσι τὸ δημόσιον ταμεῖον, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ἴδιον νομοσχέδιον περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὁρίζει τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσιν· ἐὰν δ’ ἔχῃ περὶ τούτου τροπολογίας ὁ κ. Βουλευτής, δύναται νὰ προτείνῃ αὐτὰς σήμερον, ὅπως τυπωθῶσιν· ἀλλ’ ἡ πρότασις αὐτοῦ, ἡ ἀφορῶσα τὴν βάσιν τῶν συλλογισμῶν του, περὶ ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου, αὕτη ἀποτελεῖ πρότασιν αὐτοτελῆ.
§178Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἐγὼ ἔχω ὑποβάλει πρότασιν τροποποποιήσεως τοῦ νομοσχεδίου διὰ τῆς ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου 3 αὐτοῦ.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν τροπολογίαν σας ταύτην.
§180Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Πολὺ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθεσε τὰ περὶ κατασκευῆς τοῦ λιμένος Λευκάδος· ἀλλ’ ἐγὼ ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω, ὅτι ὑπάρχουσι διάφοροι λιμένες εἰς τὴν νῆσον, καὶ σήμερον διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου ὅλοι οἱ λιμένες τῆς νήσου ὑποβάλλονται εἰς ὑποχρεώσεις ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος τῆς πόλεως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον οὕτως, ὥστε μόνον ὁ λιμὴν τῆς πόλεως νὰ πληρώνῃ τὰ πρὸς κατασκευὴν αὐτοῦ ἀναγκαῖα ἔξοδα.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχουσι). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§182ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον 3, ὡς προτείνει ὁ ἕτερος τῶν δύο συναδέλφων, διότι ἡ νέα αὕτη φορολογία ἐτέθη διὰ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται τὸ λιμενικὸν ταμεῖον ἐκ τῆς νέας ἐξαγωγῆς τῶν πεπιεσμένων σταφυλῶν. Πέρυσι, κύριε Πρόεδρε, ἐξήχθησαν 15,000 βαρέλαι, ἰσοδυναμοῦσαι μὲ 6,000 δρ. φόρον λιμενικόν. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἀναπτυσσομένη ἡ νέα αὕτη ἐξαγωγή, θὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ εἰσπράξεις τοῦ λιμενικοῦ ταμείου. Καὶ ἐδῶ ἐγείρεται ἓν ζήτημα λίαν σπουδαῖον· οἱ λιμενικοὶ φόροι εἰσπράττονται μὲν ὑπὸ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, ἀλλὰ παραδίδονται ἀμέσως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἰς ἣν εἶναι ὑπέγγυοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δανείου 1,350,000 δραχμῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Λευκάδος πρὶν ἢ προτείνῃ τὸ ἄρθρον 3 συνενοήθη μετὰ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατ’ ἀρχὴν ὄχι μόνον ἐδέχθη, ἀλλὰ καὶ ὑπέδειξεν εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν, ὅτι ἦτο ἀναγκαία ἡ νέα αὕτη φορολογία, ἵνα μὴ μειωθῶσι κατὰ πολὺ τὰ ἔσοδα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, ὁπότε δὲν θὰ ἐπήρκουν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν τόκων τοῦ δανείου τῶν 1,350,000 δραχμῶν. Διὰ νὰ ἀπαλειφθῇ λοιπὸν τὸ ἄρθρον 3, εἶναι ἀπαραίτητον ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, πρὶν ἢ ἐρωτηθῇ ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§183Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀγνοῶ ἂν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ φίλος μου κ. Βαλαωρίτης ἀντιπροσωπεύει τὴν Τράπεζαν ἢ ἀντιπροσωπεύει τὴν ἐπαρχίαν Λευκάδος — διότι τὴν στιγμὴν ταύτην νομίζω ὅτι ὑπερασπίζεται τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης. — Σήμερον ἔχομεν μίαν ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία πάσχει ἐκ τοῦ μεγάλου φόρου, ἔχομεν μίαν ἐπαρχίαν, διὰ τὴν ὁποίαν μόλις τώρα, μετὰ τόσα ἔτη δυστυχίας, ἕνεκα τῆς μὴ ἐξαγωγῆς τοῦ οἴνου της, μόλις τώρα, λέγω, ἤρξατο μία ἀκτὶς ἀναφαινομένη εἰς τὸν ὁρίζοντα διὰ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν πεπιεσμένων σταφυλῶν, καὶ ἥτις ἐλπίζεται νὰ σώσῃ τὴν ἐπαρχίαν. Θέλομεν νὰ φορολογήσωμεν τὰς πεπιεσμένας σταφυλὰς, Κύριοι, καθ’ ὃν χρόνον, ὡς λέγεται, θὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτὰς φόρος ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου εἰσάγονται. Δὲν πιστεύω ποτὲ, ἡ σύμβασις, ἡ ὑπάρχουσα μὲ τὴν Τράπεζαν, καθὼς ὁ συνάδελφός μου κ. Βαλαωρίτης ἰσχυρίζεται, νὰ ἀπαιτῇ φόρον εἰς τὰς νωπὰς σταφυλὰς, διότι τοῦτο εἶναι ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο γνωστὸν προηγουμένως. Ἀρκεῖ ὅτι μὲ τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τῆς διώρυγος κατέστη ἡ Λευκὰς πτωχοτάτη, ἀρκεῖ ὅτι ὑπεχρεώθη νὰ πληρώνῃ ἐπὶ πολλὰ ἔτη δυσανάλογον φόρον. Θὰ ἦναι λοιπὸν δυστύχημα, ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, ἵνα ὁ νέος οὗτος φόρος τεθῇ ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων σταφυλῶν, καὶ ἐμποδίσῃ οὕτω μίαν ἀκτῖνα, ἥτις ἐφάνη εἰς τὴν νῆσον διὰ τοῦ νέου τούτου ἐμπορίου.
§184ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ ὑποδείξῃ νέαν τινὰ φορολογίαν, ἡ ὁποία νὰ ἐξασφαλίζῃ τοὺς τόκους ἑνὸς δανείου, τὸ ὁποῖον ἡ νῆσος Λευκὰς πρέπει νὰ πληρώσῃ. Λέγει, ὅτι ἡ φορολογία εἶναι βαρεῖα· ὡμολόγησα καὶ ἐγὼ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν τὸ τοιοῦτον, ἀλλὰ τὸ ἔργον τοῦτο ἤρχισεν ἀπὸ τοῦ 1899, καὶ ὅτε ὁ συνάδελφός μου κ. Σκληρὸς ἔζη ἐν Λονδίνῳ, ἠγνόει τὸ ὠφέλιμον τοῦτο ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν Λευκάδι. Σήμερον ἔρχεται ἡ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀνοίξῃ ἡ διῶρυξ, καὶ πρέπει νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῆς διώρυγος, καὶ ἀνάγκη νὰ ἐξασφαλισθῶσιν οἱ πόροι πρὸς συντήρησιν αὐτῆς. Ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι μία, ὥστε δὲν δύναται ὁ κ. συνάδελφος νὰ ὀνομάσῃ ἐμὲ ἀντιπρόσωπον αὐτῆς. Ἐγὼ ἀντιπροσωπεύω τὴν ἐπαρχίαν Λευκάδος, ὡς καὶ ὁ συνάδελφός μου. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπερασπισθῶ τὸν νόμον τοῦ 1899, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἓν δάνειον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔκαμεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ σήμερον, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Λευκάδος, δὲν δύναμαι ἢ νὰ ὑποδείξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ σεβασθῶμεν τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνελάβομεν ἀπέναντι τῆς Τραπέζης, καὶ εἰς οὐδεμίαν νὰ προβῶμεν τροποποίησιν ἄνευ προηγουμένης μετ’ αὐτῆς συνεννοήσεως.
§185Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. συνάδελφος κατὰ τῆς ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθείσης προτάσεως περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου 3, δι’ οὗ ἐπιβάλλεται φόρος δραχ. 1 καὶ 40/00 ἐπὶ ἑκάστης χιλιάδος ἐξαγομένων πεπιεσμένων σταφυλῶν ἐξ ὅλων τῶν λιμένων τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος, ἵνα μὴ ὡς ἐκ τούτου ῥιψοκινδυνεύσῃ τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης, ἀπαντῶ, ὅτι εἰς τὴν Τράπεζαν ὑποχρεούμεθα νὰ δίδωμεν ἐτησίως ἐπὶ 40 ὅλα ἔτη πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τοῦ λιμένος διὰ τόκον καὶ χρεωλύσιον δραχμὰς 89,401 καὶ 80 λεπτὰ καθ’ ἕκαστον ἔτος, ἀλλὰ διὰ τὸ χρέος αὐτὸ ἡ Τράπεζα λαμβάνει τὰ ἐκ τῶν λιμενικῶν φόρων εἰσπραττόμενα, ἅτινα κατὰ μέσον ὅρον ὑπερβαίνουσι τὰς 120,000 δραχμὰς ἐτησίως, καὶ διὰ τῶν ὁποίων καὶ τὸ ἐτήσιον τοκοχρεωλύσιον ἐξοφλεῖται, καὶ τὰς περισσευούσας 30,598 δραχμὰς καὶ 20 λεπτὰ παραδίδει εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ λιμένος, ὅπως κατὰ βούλησιν αὕτη διαθέτῃ αὐτάς. Ὡς ἐκ τούτου δὲν κινδυνεύουσι τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἡ εἴσπραξις τῶν ἐσόδων θέλει αὐξήσει ἔτι μᾶλλον διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι καὶ ἐκ τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τῶν ἑταιρειῶν πολλὰ θὰ εἰσπράξῃ, καὶ τὰ διόδια πολὺ θέλουν ἐπαυξήσει τὰ ἐτήσια ἔσοδα. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως, ὅτι ἡ δαπάνη τοῦ ἔργου θέλει ὑπερβῆ τὰ πέντε ἑκατομμύρια δραχμῶν.
§186ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε, μὲ συγχωρεῖτε. Ἐπανειλημμένως εἴπετε, ὅτι στοιχίζουν τὰ ἔργα 5 ἑκατομμύρια. Ποῦ τὸ εὑρίσκετε αὐτό;
§187Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ὁ κ. συνάδελφος μὲ ἐρωτᾷ, πόθεν ἐξάγω, ὅτι στοιχίζουν 5 ἑκατομμύρια. Εἶναι γεγονός, ὅτι δυνάμει τοῦ συνομολογηθέντος τὴν 30 Ἰανουαρίου 1901 λιμενικοῦ δανείου ὑποχρεούμεθα νὰ πληρώσωμεν 1,350,000 δραχμὰς, καταβάλλοντες ἐτησίως ἐπὶ 40 ἔτη δραχμὰς 89,401 καὶ 80 λεπτά, οὕτω δὲ τὸ δάνειον αὐτὸ ἐξοφλεῖται μὲ τὴν χορηγίαν 3,376,076 δραχμῶν. Ἐὰν δὲ προϋπολογίσωμεν τὰ δαπανηθέντα πρὶν τοῦ δανείου τῆς Τραπέζης διὰ προηγούμενα δάνεια καὶ τὰ σχετικὰ πρὸς τὰ ἔργα γενόμενα παρὰ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ἕτερα ἔξοδα, πολὺ περισσότερα τῶν πέντε ἑκατομμυρίων θέλομεν ἀνεύρει· δυστυχῶς ὅμως ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ οὐδέποτε ἔδωκεν ἀπολογισμόν, διὰ νὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ τὰ γνωρίζομεν καὶ νὰ τὰ ἐξελέγξωμεν.
§188Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πρέπει νὰ φᾶτε τὰ χρήματα τῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα σᾶς ἔδωκε διὰ νὰ κάμητε τὸ ἔργον; Ἐὰν δὲν πληρωθοῦν φόροι, δὲν θὰ πληρωθῇ ἡ Τράπεζα.
§189Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ὁ συνάδελφος κ. Χατζηπέτρος ἐνδιαφερόμενος μὲ ἐρωτᾷ, ἂν ἡ Τράπεζα θὰ λάβῃ τὰ χρήματά της. Ναί, θὰ τὰ λάβῃ, καὶ χωρὶς νὰ θέσωμεν ἄλλους φόρους, διότι οἱ πληρωνόμενοι ἀρκοῦν διὰ τὸ δάνειον τῆς Τραπέζης καὶ περισσεύουν.
§190Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὰ ἔξοδα πόσα εἶναι; καὶ πόσα τὰ ἔσοδα; πόσα καθαρίζουν ἀπὸ τὰς 120,000 δραχμάς;
§191Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Μὲ ἐρωτᾷ πόσα τὰ ἔξοδα καὶ πόσα τὰ ἔσοδα. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι οἱ τόκοι ἀνέρχονται εἰς 89,401 δραχμὰς καὶ 80 λεπτά, ἐνῷ τὰ εἰσπραττόμενα ἀνέρχονται εἰς 120,000 καὶ πλέον, τὰ δὲ ἔργα ἐκτελοῦνται ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου καὶ τῶν περισσευμάτων τῶν εἰσπράξεων, μετὰ 2 δὲ μῆνας ἐλπίζομεν νὰ ἴδωμεν τὰ ἔργα περατωμένα. Ἀλλ’ ἂν ἔχωμεν καθῆκον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν Τράπεζαν, ἔχομεν καὶ ἄλλο καθῆκον ὑψηλότερον, τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας μας. Τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη διὰ προστατευτικῶν νόμων παρεμποδίζουν τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ξένων οἴνων εἰς τὰς ἐπικρατείας αὐτῶν· πρὶν δὲ τῶν προστατευτικῶν αὐτῶν νόμων εἰσήγοντο εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα καὶ κατηναλίσκοντο οἱ οἶνοι τῆς ἐπαρχίας μας, καὶ τότε οἱ παραγωγοὶ τῆς πατρίδος μου ἐπώλουν κατὰ μέσον ὅρον τοὺς οἴνους των πρὸς δρ. 18 ἢ 20 τὴν βαρέλαν, νῦν δὲ, ἕνεκα τῶν προστατευτικῶν νόμων, λογιζόμεθα εὐτυχεῖς, ὅταν δυνηθῶμεν νὰ πωλήσωμεν τοὺς ἰδίους οἴνους πρὸς δραχ. 6 ἢ τὸ πολὺ 8 τὴν βαρέλαν. Ἑπομένως, ἐὰν ἡμεῖς ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, οἱ σταφυλοπαραγωγοὶ δὲν θὰ δυνηθῶσι πλέον νὰ πωλῶσι τὰς σταφυλάς των κατὰ τὸν μῆνα τοῦ τρυγητοῦ, διότι οἱ ἀγορασταὶ δὲν θὰ προσέρχωνται εἰς τόπον, ὅπου αἱ σταφυλαὶ ἐπιβαρύνονται διὰ φόρου ἐξαγωγῆς, ἀφοῦ εἰς οὐδεμίαν ἄλλην τοῦ Κράτους ἐπαρχίαν ὑπάρχει τοιαύτη φορολογία· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, καὶ αἱ Κυβερνήσεις τῶν ξένων Κρατῶν, μιμούμεναι τὸ παράδειγμα ἡμῶν, δυνατὸν νὰ φορολογήσωσι βαρέως τὸ εἶδος αὐτὸ, οὕτω δὲ ν’ ἀποβαίνῃ ἀδύνατος ἡ κατανάλωσις, καὶ οἱ παραγωγοὶ νὰ μὴ ἔχωσι νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἐπειγούσας ἀνάγκας αὐτῶν. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἐπρότεινα τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 3· ἐλπίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θέλει ἀποδεχθῆ τὸ τοιοῦτον.
§192ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη τῇ αἰτήσει καὶ τῇ παρακλήσει πάντων τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Λευκάδος...
§193Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Διαμαρτύρομαι, κύριε Ὑπουργέ! Κατ’ οὐδένα λόγον ὑπέβαλον, οὔτε συγκατένευσα οὔτε θέλω συγκατανεύσει εἰς τοιοῦτο νομοσχέδιον.
§194ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐξαιρέσει τοῦ κυρίου Σκληροῦ. Τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅπως ἀρθῇ ὁ ἀποκλεισμός, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκετο ἡ νῆσος. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἀρθῇ ὁ ἀποκλεισμός, ὁ ὁποῖος ὑφίστατο ἕνεκα τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος ἐπεβάλλετο ἐπὶ τῶν πλοίων, καὶ διὰ τὸν ὁποῖον τὰ πλοῖα δὲν προσήγγιζον εἰς τὴν νῆσον. Δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπαλείψωμεν τὸ ἄρθρον 3, διότι εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης, διότι, ὡς γνωστόν, ἡ Τράπεζα ἐδάνεισε μεγάλα ποσὰ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων, καὶ συνεπῶς, ἂν θέλητε ν’ ἀπαλείψητε τὸ ἄρθρον 3, τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν θέλετε τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἀναβληθῇ.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις, Κύριοι, περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου 3 δὲν ἀποτελεῖ τροπολογίαν. Θὰ ὑποβληθῇ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἑπομένως σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιφυλαχθῆτε δι’ αὔριον, ὅταν θὰ ἔλθῃ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἡ μόνη λοιπὸν τροπολογία εἶναι ἡ τοῦ κ. Σκληροῦ, ἡ ὁποία θὰ ἔλθῃ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5, ὡς ἔχουσιν). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§196Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν εἶναι σαφές, διότι λέγει ὅτι, ἂν αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι καταβάλωσιν ἐντὸς τριῶν μηνῶν τὸ ποσὸν τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ, δηλαδὴ ἓν λεπτὸν κατὰ τόννον χωρητικότητος, τότε ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς τῶν δέκα λεπτῶν· ἀλλὰ λέγει καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναλάβωσι καὶ ἐξακολουθήσωσι τοὺς πλόας αὐτῶν ἐπὶ 12 μῆνας. Ἀλλὰ ποία ἐγγύησις ὑπάρχει περὶ τῆς ἐξακολουθήσεως τῶν πλόων; Ἡ Ἑταιρεία δύναται νὰ πληρώσῃ τὸ ἓν λεπτόν, καὶ ὕστερον νὰ διακόψῃ τοὺς πλόας της.
§197ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ᾼΧΜΖʹ τῆς 14 Ἰανουαρίου 1888 περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Παμίσου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ διϋλισμένου ἐλαίου καὶ τῶν ἁπαλῶν σύκων».
§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, διότι ἀκόμη δὲν ἐκανόνισα τὰ περὶ τῆς φορολογίας τοῦ ἐλαίου τοῦ παραγομένου ἐν Ἑπτανήσῳ.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συντηρήσεως τοῦ δημοτικοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης». Ὁ κ. Μερλόπουλος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 1 αἱ λέξεις: «Χρόνος δὲ, ἀφ’ οὗ ἄρχεται ἡ χορηγία αὕτη, ὁρίζεται ἡ πρώτη Σεπτεμβρίου 1901.» Ἡ τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 277). (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον «περὶ συντηρήσεως τοῦ δημοτικοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης», κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Συνιστῶ, ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 72 νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τῆς ἐπὶ τῶν κυνῶν φορολογίας».
§202ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 14 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφίου δευτέρου τοῦ ἄρθρου 585 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας» ἀναβάλλεται, διότι ὑπεβλήθη τροπολογία ὑπὸ τοῦ κ. Γούναρη. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 72. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς δευτέραν συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως τῆς ἐπὶ τῶν κυνῶν φορολογίας»).
§204Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ τὸ περὶ ἠλεκτροφωτισμοῦ τῆς Κηφισιᾶς.
§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ αὐτό. Ἐπίσης, ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς δευτέραν συζήτησιν καὶ τὸ «περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν».
§206Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ τὸ περὶ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ τοῦ ἐν Κηφισιᾷ ἄλσους.
§207Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ψηφισθῶσι καὶ αἱ συμβάσεις μετὰ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν.
§208Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ παρακαλέσω νὰ προταχθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ταχθῇ πρῶτον, ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον.
§210ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν συμπληρωματικῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς περὶ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ τοῦ ἐν Κηφισιᾷ ἄλσους καὶ περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς ἀποπεράτωσιν αὐτοῦ». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς δευτέραν συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ προηγουμένως πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς αὔριον.
§212ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§213Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν ἔχω οὔτε τὴν ῥητορικὴν ἱκανότητα οὔτε τὴν παιδείαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐγὼ κάθημαι εἰς τὴν ἕδραν μου ἐδῶ, καὶ δὲν ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν μὲ ἀγορεύσεις καθημερινάς. Ἀναγνωρίζω καὶ τὴν ἱκανότητά του τὴν ῥητορικὴν καὶ τὴν ἐπιστημονικήν, καὶ ἦτο περιττὸν νὰ μὲ ψέξῃ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἐγώ, διότι δὲν ὁμιλῶ, ὅπως αὐτός, καθ’ ἑκάστην, δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα. Ἐγὼ δὲν ἔψεξα τὸν κύριον Βουλευτήν. Ἐγὼ εἶπον ὅ,τι συνέβη. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐζήτησε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἂν συναινεῖ νὰ ἀναγνωσθῶσι μερικὰ νομοσχέδια.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια τὰ ἀναγνωσθέντα χθές.
§215Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα... Ἡ δὲ Βουλὴ συνεφώνησε, καὶ ἡ μία πτέρυξ καὶ ἡ ἄλλη, νὰ ἀναγνωσθῶσι. Τοῦτο δὲν εἶναι πρωτοφανές. Εἰς ἑκάστην Σύνοδον, ἐκ κοινῆς συνεννοήσεως τῶν δύο πτερύγων, ἀναγινώσκονται νομοσχέδια. Λοιπὸν ἦτο περιττὸν νὰ πειραχθῇ ὁ κύριος Βουλευτής, καὶ νὰ μὲ ψέξῃ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ἱκανότητα νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἐγὼ δὲν τὴν ἔχω, καὶ τὸν συγχαίρω, διότι αὐτὸς ἔχει τοιαύτην ἱκανότητα, καὶ ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν.
§216ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔψεξα κανένα, προκειμένου περὶ ἀνικανότητος ἢ ἱκανότητος. Ἔψεξα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχον δικαίωμα νὰ ψέξω. Παρετήρησα εἰς τὸ Προεδρεῖον μετὰ τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ, ὅτι δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν ἔχει, δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρῶνται ἄνευ κατεπειγούσης ἀνάγκης. Εἰς προσωπικὰ δὲν κατέρχομαι. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι μέχρι τοῦδε ἦτο γνωστὸν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀρχηγοὶ τῆς μειονοψηφίας καὶ τῆς πλειονοψηφίας, ὑπαρχηγοὶ ὅμως πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας ταύτην τὴν ἑσπέραν παρουσιάζονται. Θαυμάζω διὰ τὸ γεγονός!
§217Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀρχηγοὶ τῆς μειονοψηφίας καὶ τῆς πλειονοψηφίας! Ἐγὼ τὸν ἀρχηγὸν δὲν ἐπαγγέλλομαι, οὔτε καταγίνομαι νὰ γείνω ἀρχηγός, οὔτε ζητῶ διὰ τῶν καθημερινῶν ἀγορεύσεων νὰ δημιουργήσω θέσιν ἀρχηγοῦ, οὔτε ἐζήτησα ποτέ τοιοῦτόν τι. Εἶμαι τεταγμένος εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, καὶ θεωρῶ ἐμαυτὸν τὸν ἔσχατον τῶν Βουλευτῶν.
§218Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτήν. Τὰ νομοσχέδια τὰ ἀναγνωσθέντα, ἐκτὸς τῶν δύο τελευταίων, εἶχον ψηφισθῆ χθὲς εἰς πρώτην ἢ δευτέραν συζήτησιν, κατὰ κοινὴν συνεννόησιν, εἰς τὴν ὁποίαν συνέπραξε καὶ ὁ κύριος Βουλευτής, ἄνευ οὐδεμιᾶς παρατηρήσεως. Ἐπειδὴ δ’ ἐλύθη ἡ συνεδρίασις ἕνεκα τῆς ἀγγελίας τοῦ θανάτου τοῦ ἀειμνήστου συναδέλφου ἐκ Τριχωνίας, δὲν ἠδυνήθην νὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα προταχθῶσι καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Ἐντεῦθεν ἀνεγράφησαν ὅλα τὰ νομοσχέδια κατὰ τὴν σειράν. Ἐζήτησα σήμερον ἀπὸ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ, ἂν θέλει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων, καὶ ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως ἀπεδέχθη τὴν πρότασίν μου. Λυποῦμαι ὅτι ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ἀφῃρέθη ἓν δικαίωμα, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἦναι παρὼν, ὡς ἦσαν ὅλοι οἱ συνάδελφοι.
§220Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν διὰ τὴν πρότασιν.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ δὲ θὰ ἀρχίσῃ πάλιν ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σταφιδικοῦ ἀπόψε, θά μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ πρὸ τούτου νὰ ζητήσω τὴν γνώμην αὐτῆς ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς αὔριον, διότι οὐδέποτε ἐλέχθη, ὅτι πρέπει τώρα νὰ ψηφισθῶσιν αἱ πιστώσεις. Ὡς πρῶτον ἀντικείμενον, εἴπομεν πρὸ ὀλίγου, ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλή, νὰ τεθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων.
§222ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§223Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς διαμαρτυρόμεθα. Ἀφοῦ εἶναι εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὸ ἐγκαταλείψωμεν, καὶ ἂν θελήσητε νὰ τὸ ῥίψητε τελευταῖον, ἡμεῖς θὰ διαμαρτυρηθῶμεν καὶ θ’ ἀποχωρήσωμεν.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§225Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Ὥστε μόνον σταφιδικὸν ζήτημα ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα;
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι καμμίαν συζήτησιν, καὶ ἑπομένως δύναται ἄνευ ἀργοπορίας νὰ φθάσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σταφιδικοῦ. Ἐὰν θέλητε, δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἄλλο τι. Ὁλόκληρον τὸ δεύτερον τμῆμα τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς νὰ τὸ ἀφιερώσωμεν εἰς τὸ σταφιδικόν.
§227Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τῆς αὔριον;
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον, καθ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ συζήτησις. Τὸ δὲ πρῶτον τμῆμα νὰ τὸ χρησιμοποιήσωμεν εἰς ἄλλα νομοσχέδια.
§229ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν θὰ κατατάξω τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§231Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἀντίρρησιν. Τὸ σταφιδικὸν ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, καὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ τὸ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας καὶ τόσα ἄλλα...
§232ΠΟΛΛΟΙ. Εἴπομεν.
§233Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ... Βεβαίως, κ. Πρόεδρε, ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἴπετε, εἶναι σεβαστὴ, νὰ ἀφιερώσωμεν τὸ πρῶτον τμῆμα τῶν συνεδριάσεων εἰς τὰ νομοθετικὰ ἔργα τὰ ἄλλα. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν μᾶς μείνῃ καιρὸς;
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ μείνῃ διὰ μεθαύριον.
§235Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε πότε θὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων;
§236Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ ἀποφασίσῃ νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ σταφίδος, νὰ μείνῃ εἰς αὐτὸ, νὰ ἐξακολουθήσῃ συζητοῦσα αὐτὸ καὶ νὰ προτάξῃ αὐτὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον. Μετ’ αὐτὸ τάσσονται τὰ ἄλλα νομοσχέδια. Νὰ μὴ ἐγκριθῇ δὲ ἡ διαίρεσις αὕτη τῶν τμημάτων τῆς συνεδριάσεως, διότι τοιουτοτρόπως θέλει περιπλακῆ ἡ συζήτησις. Προηγοῦνται αἱ ἐπερωτήσεις. Μετ’ αὐτὰς τάσσεται πρῶτον ἀντικείμενον τὸ σταφιδικὸν, μετ’ αὐτὸ δὲ ἄλλα νομοσχέδια, τῶν ὁποίων τὴν τάξιν προσδιορίζει ὁ κ. Πρόεδρος.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλὴ νὰ τεθῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον αὔριον ἡ συζήτησις τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, κατόπιν ὅλα τὰ ψηφισθέντα σήμερον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ ἀκολούθως αἱ πιστώσεις.
§238ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τῆς προτάσεως νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης». Ὁ κ. Μερλόπουλος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν χθὲς διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν του.
§240Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρέστησα, Κύριοι, χθὲς πρὸς τὴν Βουλὴν, ὁποίας ζημίας ὑπέστημεν ἀφ’ ὅτου λειτουργεῖ ὁ θεσμὸς ὁ διέπων τὰ τῆς φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἰδιαιτέρως δ’ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη ὁ σταφιδόκαρπος ὁ προερχόμενος ἀπὸ τὴν παραγωγὴν καὶ διατιθέμενος διὰ τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου, δι’ ἐξαγωγῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐν ταῖς ξέναις ἀγοραῖς, ἐν ταῖς ὁποίαις καταναλίσκεται συνήθως τὸ προϊὸν ἡμῶν, ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ ἐχθροῦ ἐπικινδυνοτάτου, τὸν ὁποῖον συνήντησε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ συναντᾷ ἐν αὐταῖς, τουτέστι τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων τῆς σταφίδος, ἥτις δὲν προέρχεται ἐκ τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου, ἀλλ’ ἥτις παραλαμβάνεται ἐκ τῶν ἀποθηκῶν, πρὶν μὲν τοῦ Δημοσίου, ἤδη δὲ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§241Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὴν κατάργησιν τῆς παρακρατήσεως θὰ ζητήσητε;
§242Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ κανονίσω ἐγὼ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος κ. Ροῦφος παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅλως ἀβλαβῆ εἶναι διὰ τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος τὰ προϊόντα τὰ βιομηχανικὰ, τὰ ἐξ αὐτῆς προερχόμενα, ἐν τῷ τόπῳ δὲ παρασκευαζόμενα καὶ ἐξαγόμενα εἴτε εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, τουτέστι τὰ μιστέλια καὶ οἱ οἶνοι. Δὲν ἠξεύρω, ποῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος στηρίζει τὴν γνώμην του ταύτην, δὲν ἠξεύρω, ἂν ἔχει ἰδιαιτέρας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου πληροφορίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζει τὴν γνώμην, ὅτι ὄντως ἀβλαβῆ εἶναι τὰ βιομηχανικὰ προϊόντα τῆς σταφίδος, τὰ ἐξαγόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ συναντῶντα ἐκεῖ τὴν σταφίδα τὴν προερχομένην ἐκ τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου. Ἐπεκαλέσθη ὅμως ἕν γεγονὸς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ὀρθοῦ τῆς γνώμης του, ὅτι ὄντως ἀκίνδυνα καὶ ἀβλαβῆ εἶναι τὰ προϊόντα ταῦτα τῆς σταφίδος πρὸς τὴν σταφίδα τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου· τὸ γεγονὸς δὲ τοῦτο ἠρύσθη ἐκ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ἡ Διοίκησις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐδημοσίευσεν ἐπ’ ἐσχάτων, ἐκ τῶν ὁποίων πινάκων καταφαίνεται ἡ κίνησις τῶν μιστελίων καὶ τῶν οἴνων, τῶν προερχομένων ἐκ τῶν σταφίδων τῶν ἀποθηκῶν τῆς Σταδιφικῆς Τραπέζης, εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἡ μόνη χώρα, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ μέγα μέρος καὶ ἐν μεγάλαις ποσότησι καταναλίσκονται τὰ βιομηχανικὰ ταῦτα προϊόντα τοῦ σταφιδοκάρπου, εἶναι ἡ Ἰταλία, ἐν Ἰταλίᾳ δὲ εἶναι γνωστόν, ὅτι σταφὶς αὐτουσία ἐκ τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου προερχομένη δὲν εἰσάγεται· συνεπῶς ἡ σταφὶς ἡμῶν δὲν εὑρίσκει τὸν ἐπικίνδυνον τοῦτον ἀνταγωνιστὴν ἐν τῇ ἀγορᾷ τῆς Ἰταλίας, καὶ διὰ τοῦτο τὰ προϊόντα τὰ βιομηχανικὰ τὰ ἐκ τῆς σταφίδος παραγόμενα εἶναι ὅλως ἀβλαβῆ διὰ τὴν σταφίδα. Ἀληθὲς εἶναι, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἐδημοσίευσε τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ τὸν ὁποῖον καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τῶν μετόχων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος περιέλαβεν, ἡ Ἰταλία παρουσιάζει τὴν μεγαλειτέραν εἰσαγωγὴν τοιούτων προϊόντων, διότι εἰς μιστέλια καὶ οἴνους εἰσήχθη ποσὸν ἀντιστοιχοῦν εἰς 1,452,921 λίτρων...
§243Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τί τὸ χρησιμοποιεῖ;
§244Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτά. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι μόνον ἡ Ἰταλία ἡ εἰσάγουσα καὶ καταναλίσκουσα τοιαῦτα προϊόντα βιομηχανικά, προερχόμενα ἐκ τῆς σταφίδος, διότι εἶναι καὶ ἄλλαι χῶραι, αἱ ὁποῖαι, ἂν ὄχι ἐπὶ τῇ αὐτῇ ποσότητι, οὐχ ἧττον ἐπὶ ποσότητι σημαντικῇ λίαν, ἐπὶ ποσότητι τοιαύτῃ, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς τύχας καὶ τὰς τιμὰς τοῦ προϊόντος ἡμῶν, εἰσάγουσι τὰ βιομηχανικὰ αὐτὰ προϊόντα τῆς σταφίδος. Τοιαῦται δὲ χῶραι εἶναι πρῶτον ἡ κατ’ ἐξοχὴν σταφιδοφάγος χώρα, ἡ Ἀγγλία, ἥτις εἰσήγαγε τοιαῦτα εἴδη, ἀντιστοιχοῦντα εἰς σταφίδας 933,313 λίτρα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, εἶναι ἡ Αὐστρία, ἥτις εἰσήγαγε τοιαῦτα διὰ ποσὸν λίτρων 489,773, εἶναι ἡ Γερμανία, ἥτις εἰσήγαγε διὰ ποσὸν 325,860, εἶναι ἡ Τουρκία, ἥτις εἰσήγαγε διὰ ποσὸν 826,197. Ἀνέφερα τὰς χώρας ταύτας ἐπὶ παραδείγματι, διότι καὶ ἄλλαι πλὴν αὐτῶν ἀναφέρονται ἐν τῷ πίνακι, αἵτινες εἰσήγαγον σημαντικὰ μὲν ποσά, μικρότερα ὅμως ἐκείνων, τῶν ὁποίων πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὄχι μόνον ἐν Ἰταλίᾳ εἰσάγονται τὰ βιομηχανικὰ προϊόντα τῆς σταφίδος, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς χώραις, εἰς τὰς ὁποίας εἰσάγεται αὐτούσιος ὁ σταφιδόκαρπος, εἶναι δὲ γνωστόν, εἰς ποίας ἀνάγκας χρησιμοποιεῖται ὁ σταφιδόκαρπος εἰς τὰς χώρας ἐκείνας. Βεβαίως δὲν καταναλίσκεται ὡς ἐδώδιμον, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖται, ὡς πάντες γνωρίζετε, κατὰ τὰ 9)10 εἰς ὁμοίας ἀνάγκας βιομηχανικάς. Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς, ἂν ὄχι εἰς τὴν Ἀγγλίαν, βεβαίως ὅμως ἐν ταῖς ἄλλαις χώραις, ἐν τῇ Γερμανίᾳ, ἐν τῇ Αὐστρίᾳ, ἐν τῇ Γαλλίᾳ, ὅπου τοιαύτη γίνεται χρῆσις τοῦ προϊόντος ἡμῶν, εἰσαγομένου εἰς τὰς χώρας ταύτας, ἐρωτῶ, λέγω, ὑμᾶς, δὲν εἶναι τὸ μιστέλιον καὶ ὁ οἶνος, τὰ παρασκευαζόμενα ἐκ τῆς σταφίδος τῆς παρακρατήσεως, ἐπικινδυνωδέστατος ἀνταγωνιστὴς τοῦ προϊόντος ἡμῶν, τῆς σταφίδος τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου;
§245Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§246Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴμεθα σύμφωνοι, διότι ἤκουσά τινος τῶν συναδέλφων ἀγορεύοντος καὶ ὑποστηρίζοντος τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ εἰσαγωγὴ τῶν μιστελίων εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§247Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ἀναγνώσητε τὸ νομοσχέδιον.
§248Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις εἶναι ἄστοχος. Τὸ ἀνέγνωσα, καὶ γνωρίζω ὅτι ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διὰ τῆς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατασκευὴ μιστελίων καὶ οἴνων ἐκ σταφίδος τῆς παρακρατήσεως.
§249ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Μολονότι τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς περιλαμβάνει τοιαύτην διάταξιν, ἡμεῖς θὰ ζητήσωμεν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ μιστελίου καὶ τοῦ ἐκ σταφίδος οἴνου εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§250Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὰ εἴπητε εἰς τὸν κ. Μισυρλῆν αὐτά.
§251Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἀπαγορεύεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἐξαγωγὴ τοιούτων προϊόντων· ἑπομένως εἴμεθα σύμφωνοι.
§252Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴμεθα παντάπασι σύμφωνοι. Ὅσα δὲ λέγω, ἔχετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὰ λέγω, ἵνα ἀποδείξω, ποῖον εἶναι τὸ μέχρι τοῦδε παθητικόν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς νομοθεσίας, ἡ ὁποία διέπει τὰ τῆς σταφίδος, καὶ ἵνα ἀποδείξω, ποίας ζημίας ὑπέστημεν μέχρι τοῦδε, καὶ θὰ ἐξακολουθῶμεν ὑφιστάμενοι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ λειτουργία τοῦ θεσμοῦ τούτου, ποῖαι εἶναι αἱ ζημίαι αἱ οἰκονομικαί, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ χώρα, ὁ ἐργατικὸς πληθυσμός, ὁ παράγων, ὁ κοπιάζων, ὁ ἱδρώνων, ὁ χύνων τὸ αἷμά του, ὁ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος βασανιζόμενος καὶ μοχθῶν ὡς δοῦλος, ὑπὸ τὰς χειροτέρας ἀτμοσφαιρικὰς καταστάσεις, ἵνα ἴδῃ εἰσκομιζόμενον τὸν καρπόν του, τὸν ὁποῖον σεῖς ἀφαιρεῖτε, ἵνα ὑποτιμήσητε! (Διάλογοι).
§253ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπαγορεύσατε τοὺς διαλόγους, κύριε Πρόεδρε.
§254Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαῦτα, κύριοι συνάδελφοι, ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ θεσμοῦ τοῦ διέποντος τὴν φορολογίαν τοῦ σταφιδοκάρπου. Καὶ ἵνα ἐπιτύχωμεν τοιαῦτα ἀποτελέσματα, ἐφορολογήσαμεν σκληρῶς καὶ ἀπηνῶς τὸν παραγωγόν, τὸν ἐργάτην, τὸν ἐργαζόμενον καὶ ἐλπίζοντα νὰ ἀποζήσῃ ἐκ τῆς καλλιεργείας τῶν σταφιδαμπέλων, ἵνα πλουτίσωμεν τίνας; τοὺς βιομηχάνους τῆς σταφίδος, οἵτινες οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὴν σταφίδα, οἵτινες οὐδόλως συνδέονται πρὸς τὴν γῆν καὶ τὴν σταφιδάμπελον, τῆς ὁποίας κοπτόμεθα ὅτι εἴμεθα προστάται, καὶ τῆς ὁποίας θέλομεν νὰ ἤμεθα σωτῆρες. Διότι ἀληθῶς τοὺς βιομηχάνους ἐπλουτίσαμεν, ἐπλουτίσαμεν τὰ καταστήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξεμεταλλεύθησαν τὸν ἱδρῶτα τοῦ λαοῦ! Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα ἐπετύχομεν, παριστάμεθα ὡς σωτῆρες δῆθεν τοῦ ἐργατικοῦ πληθυσμοῦ, τοῦ καλλιεργοῦντος τὴν σταφιδάμπελον! Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, Κύριοι, ἀπὸ γενικωτέρας οἰκονομικῆς ἀπόψεως, ὁποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἂς ἴδωμεν, ἂν ἕως ἐδῶ καὶ μόνον περιωρίσθησαν αἱ ζημίαι, τὰς ὁποίας ὑπέστημεν, καὶ αἱ ζημίαι, τὰς ὁποίας ὑφίσταται τὸ ποσὸν τῶν 250,000,000 ἑνετικῶν λιτρῶν, τὸ κατὰ μέσον ὅρον ἐξαγόμενον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ὅπερ εὑρίσκει ἐκεῖ ἀκαταγώνιστον ἀνταγωνιστὴν τὸ βιομηχανικὸν προϊόν τῆς σταφίδος τῆς παρακρατήσεως. Ἀπὸ τοῦ 1895, ὅτε τὸ πρῶτον ἐψηφίσθη καὶ ἔλαβε μορφὴν καὶ σάρκα νόμου ἡ γνώμη, ἡ ἀδεσπότως τὸ πρὶν ῥιφθεῖσα καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ῥιζοβολήσασα ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ κόσμου, ἡ γνώμη τῆς παρακρατήσεως, ἀπὸ τοῦ 1895 ἔχομεν μέχρι σήμερον ὀκταετίαν πλήρη ἐνώπιον ἡμῶν. Ἂς ἴδωμεν λοιπόν, ποῖα ὑπῆρξαν τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῆς ὀκταετίας διὰ τὸν παραγωγόν, διὰ τὸν καλλιεργοῦντα τὴν σταφιδάμπελον. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, —καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις περὶ τούτου, ἢ τοὐλάχιστον δὲν θὰ ὑπάρξῃ σοβαρὰ ἀντίρρησις ἐκ μέρους τινὸς τῶν συναδέλφων, —εἶναι γνωστόν, λέγω, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ μέσον ὅρον ἐξάγεται ἐτησίως εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς καὶ καταναλίσκεται εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀνέρχεται εἰς 250,000,000 λίτρας ἑνετικάς, ἂν μὴ καὶ εἰς πλείονας. Ἐξεταστέον λοιπόν, τί ἐχρειάσθη νὰ καταβληθῇ ὡς φόρος εἰς εἶδος διὰ τὴν ἐτησίαν ἐξαγωγὴν τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 250,000,000 λιτρῶν; Ἐὰν ὑπολογίσωμεν, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ μέσον ὅρον τὸ ποσοστὸν τὸ ἀφαιρεθὲν ἐκ τῆς ἐτησίας παραγωγῆς καὶ ἀποδοθὲν ἐν τοῖς τελωνείοις κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν εἰς 15%—διότι συνέβη νὰ ἦναι καὶ ἀνώτερον τοῦ ὅρου τούτου, συνέβη νὰ ἦναι καὶ κατώτερον, — ἐάν, λέγω, ὑπολογίσωμεν εἰς 15% τὸ ἀφαιρεθὲν ποσοστὸν ἐπὶ τῶν 250,000,000, τὰ ὁποῖα κατ’ ἔτος ἐξάγομεν, ἔχομεν ἐτήσιον παρακράτημα λιτρῶν 37,500,000...
§255Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφαιρεῖτε ἐπὶ τῶν 250,000,000;
§256Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς ὅλης παραγωγῆς, διότι διὰ νὰ ἐξαχθῶσι 250,000,000, πρέπει ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου πρίν, εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης νῦν, 37,500,000. Ἄς ὑπολογίσωμεν δὲ τὴν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἡ ἀξία κανονίζεται ἐκ τῶν διακηρύξεων, αἵτινες τὸ πρὶν μὲν ἐγίνοντο παρὰ τοῦ Δημοσίου, νῦν δὲ παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ ἡ ἀξία αὕτη ἐκυμαίνετο μεταξὺ τῶν 20 καὶ τῶν 80 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν.
§257Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποτὲ 20!
§258Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ 20 βεβαίως. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν διακήρυξιν ἔτους τινὸς, ἵνα σᾶς καταδείξω, ὅτι καὶ δι’ εἴκοσι δραχμὰς προεκηρύχθη δημοπρασία δι’ ἑκάστην χιλιάδα λιτρῶν σταφίδος.
§259Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Καὶ ἐπωλήθη 110.
§260Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πρέπει νὰ λάβητε τὸν μέσον ὅρον, καὶ ὁ μέσος ὅρος εἶναι 50 δραχμαί.
§261Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω ὄχι, ἀλλὰ λέγω ὅτι εἶχε προκηρυχθῆ δημοπρασία καὶ δι’ εἴκοσι δραχμὰς τὴν χιλιάδα.
§262Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Μερλόπουλε;
§263Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁρίστε.
§264Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Συζητεῖται, κύριε Πρόεδρε, νομοσχέδιον σπουδαιοτάτης καὶ ὑψίστης ἐθνικῆς σημασίας, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τὰ ἑδώλια τῶν Βουλευτῶν εἶναι κενά! Πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, πρόκειται ν’ ἀποφανθῶμεν, ἂν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως, διότι διὰ τῆς παρακρατήσεως παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα ὄχι μόνον τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν οἰνοπαραγωγῶν τοιούτων, ὡς θὰ ἀναπτύξω μετ’ ὀλίγον, ὅτε θὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα βλέπω τὰ ἑδώλια κενά!
§265Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω ὡς μέσον ὅρον τιμῶν, ἐπὶ ταῖς ὁποίαις διετέθη τὸ παρακράτημα, τὸ ποσὸν δραχμῶν 50, οὕτω δ’ ἔχομεν ἐπὶ τοῦ ὅλου ἐτησίου ποσοῦ δραχμὰς 1,875,000. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πρέπει νὰ ἐκπέσω τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὥρισεν ὁ νόμος τοῦ 1895 ὡς φόρον ἀποδοτέον εἰς τὸ Δημόσιον, ἤτοι 4 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον. Ἀφαιροῦνται λοιπὸν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 1,875,000 δραχμαὶ 150,000, καὶ οὕτω μένει ὑπόλοιπον ἐκ δραχμῶν 1,725,000, ὡς προϊὸν ἀξίας σταφιδοκάρπου, ὅστις ἀπεδόθη εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου θ’ ἀφαιρεθῇ καὶ ἕτερον ποσόν, ἵνα εὕρωμεν τὴν καθαρὰν ἀξίαν τοῦ σταφιδοκάρπου, τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως τοῦ παρακρατήματος, καὶ τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀνέρχονται, κατὰ τὸν τελευταῖον ἰσολογισμὸν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, εἰς δραχμὰς 181,000· καὶ οὕτω τὸ ποσὸν τῶν 1,725,000, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς διαχειρίσεως, περιορίζεται εἰς δραχμὰς 1,544,000. Ἄς πολλαπλασιάσωμεν ἤδη τὸ ποσὸν τοῦτο, διὰ νὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ ἀξία τοῦ ἐπὶ ὀκταετίαν ἀφαιρεθέντος σταφιδοκάρπου ἀπὸ τὴν παραγωγήν· διότι δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ τὸ ἐναντίον, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἐγένετο ἀφαίρεσις, δὲν δύναταί τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἀφαίρεσις δὲν ἐγένετο ἀμέσως, δὲν ἐγένετο ἀφαίρεσις ἀπὸ τὴν παραγωγήν. Ὁ ἔμπορος ὁ ἀγοράζων τὸν σταφιδόκαρπον ὑπολογίζει ὁλόκληρον τὸ ποσὸν μετὰ τοῦ φόρου, καὶ ἔχει κάμει ἤδη τὴν ἔκπτωσιν τοῦ ποσοῦ, τοῦ εἰς φόρον ἀντιστοιχοῦντος. Πρόκειται δὲ περὶ ἀφαιρέσεως πραγματικῆς, εἴτε 10% εἴτε 20%, ἀπὸ τὰς ἀποθήκας τῶν παραγωγῶν. Τὸ ποσὸν σταφιδοκάρπου, τὸ ἐπὶ μίαν ὀκταετίαν οὕτω πως ἀφαιρεθὲν ἀπὸ τῆς κυριότητος καὶ τῆς ἐξουσίας τῶν παραγωγῶν, ἀνέρχεται εἰς 300 ἑκατομμύρια λιτρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῇ τιμῇ τοῦ μέσου ὅρου τῶν 50 δραχμῶν ἔχουσιν ἀξίαν 15 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐκ τούτων ὅμως πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν τὸ ποσόν, ὅπερ ἀπεδόθη εἰς τὸ Δημόσιον πρὸς δραχμὰς 4 κατὰ χιλιόλιτρον ἐπὶ μίαν ὀκταετίαν, ὡς ἐπίσης καὶ τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως, ἤτοι ἀνὰ δραχμὰς 331,000 ἐτησίως, θὰ ἐκπέσωμεν δηλ. ἐν ὅλῳ διὰ μίαν ὀκταετίαν ποσὸν δραχμῶν 2,648,000. Μετὰ τὸν ὑπολογισμὸν δὲ τοῦτον θὰ εὕρητε τὸ ἀπομεῖναν καθαρὸν κέρδος τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀνερχόμενον εἰς 12,352,000 δραχμάς. Ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα τὰ οἰκονομικὰ ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν! Φορολογούμεθα ἐπὶ ὀκταετίαν, καὶ φορολογούμεθα ἀπηνῶς. Ἀφῃρέσαμεν δὲ σταφιδόκαρπον 300,000,000, ἵνα καταλήξωμεν ποῦ; εἰς τὸ νὰ προικοδοτήσωμεν τὴν Τράπεζαν μὲ ποσὸν 12,352,000 δραχμῶν! Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ τις, ὅτι καὶ τὸ ποσὸν τῶν 12,352,000 εἶναι χρῆμα, ὅπερ ἀνήκει εἰς τοὺς κτηματίας, τοὺς καταβαλόντας μέρος τῆς παραγωγῆς αὑτῶν εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Τραπέζης, διότι μέτοχος αὐτῆς εἶναι πᾶς, ὅστις παράγει σταφιδόκαρπον καὶ εἰσφέρει. Ἀλλὰ ἡ ἄποψις αὕτη δὲν εἶναι ἀληθής· καὶ μετὰ λύπης λέγω τοῦτο, διότι τὸ χρῆμα τοῦτο δὲν εἶναι χρῆμα ἀνῆκον εἰς τὸν θεωρούμενον μέτοχον. Καὶ ἵνα ἐννοηθῇ τοῦτο, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς περικοπὰς ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἥτις ἐδημοσιεύθη κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον. Ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη εὐσυνειδήτως, καὶ ἐξήλεγξεν ἐν πλήρει λεπτομερείᾳ πᾶσαν τὴν διαχείρισιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καταλήξασα εἰς πόρισμα ἀσφαλέστατον, δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ εἰς πρόγνωσιν περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐν τέλει δὲ τῆς ἐκθέσεως αὑτῆς ἰδοὺ ἐπὶ λέξει τί ἀναγράφει (ἀναγινώσκει): «Ἐντεῦθεν τοῦ πλείστου μέρους τῶν μετόχων ἡ ἀντίληψις παρέμεινεν εἰς τὸ πολὺ πρωτογενὲς σημεῖον, ὅτι τὰ κεφάλαια τῆς Τραπέζης εἰσὶ κεφάλαια αὐτῶν ἴδια, προωρισμένα πρὸς καταβρόχθισιν. Οἱ οὕτω κρίνοντες δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ παραδοθέντα τῇ Τραπέζῃ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κεφάλαια ἐκ τῆς μέχρι τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς ἐνεργηθείσης παρακρατήσεως, ἅτινα ἀνέρχονται εἰς τὸ σημαντικὸν ποσὸν τῶν δραχμῶν 5,373,212.71, δὲν ἀποτελοῦσι προίκισιν μελλόντων μετόχων, ἀλλὰ προίκισιν τῆς Τραπέζης πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς· ὅθεν καὶ ἡ διανομὴ μερίσματος ὡρίσθη μετὰ τὴν κατάθεσιν ἴσης ποσότητος κεφαλαίων ὑπὸ τούτων, οὐδὲ κατεῖδον τὴν σημασίαν τῆς περὶ ἀναπαλλοτριώτου τῶν μετοχικῶν κεφαλαίων διατάξεως, καθ’ ἣν σημασίαν, ἐφ’ ὅσον ἡ Τράπεζα ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη, καὶ αὐτὰ ταῦτα τὰ κατατεθειμένα ὑπὸ τῶν μετόχων κεφάλαια δὲν ἀνήκουσι τὸ παράπαν εἰς αὐτούς, ἀλλ’ εἰς τὴν Τράπεζαν...» Τοιαύτη, Κύριοι, εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, ὡς ἐξηγεῖ αὐτὴ ἡ ἐπιτροπή. Δυστυχῶς δὲ ἡ Τράπεζα περιῆλθεν εἰς τὸ σημεῖον τῆς ὑποχωρήσεως πρὸς τὰ ὀπίσω, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διανείμῃ μέρισμα, καὶ ὅτι ἡ μετοχὴ ἑκάστου μετόχου ἀνήκει εἰς αὐτήν. Δὲν ἀνήκουσιν εἰς τοὺς μετόχους τὰ χρηματικὰ κεφάλαια, ἀλλ’ εἰς τὸ ἰδανικὸν πρόσωπον τῆς Τραπέζης. Ἐὰν δὲ θέλητε νὰ μάθητε, πῶς ἔχουν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει): «Δέον νὰ ἐννοηθῇ ἐπαρκῶς, ὅτι ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 30 § βʹ τοῦ ὀργανικοῦ τῆς Τραπέζης νόμου διάλυσις αὐτῆς ἐπέστη ἤδη ἐπὶ θύραις, θέλει δὲ ἀποτραπῆ αὐτὴ διὰ μόνης τῆς ὁλοσχεροῦς εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων δανείων. Τὸ λίαν ὀγκῶδες καθυστέρημα τῶν δανείων τῆς πρώτης καὶ δευτέρας περιόδου, ἐνῷ ἐπέστη ἤδη ὁ χρόνος τῆς εἰσπράξεως καὶ τῶν δανείων τῆς τρίτης περιόδου, ἐπαυξανόμενον διὰ παρομοίας καθυστερήσεως ἐκ τῶν δανείων τῆς τελευταίας περιόδου, προφανῶς ἀποτελεῖ μείωσιν τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου τῆς Τραπέζης, ἱκανὴν, ὅπως ὑπαγορεύσῃ τὴν διάλυσιν αὐτῆς, πρὸς διάσωσιν τοῦ ὑπολοίπου κεφαλαίου.» Τοιαύτη εἶναι ἡ πρόγνωσις τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς. Σημαίνει δὲ τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου· διότι ἐπέστη ἤδη ὁ κίνδυνος τῆς διαλύσεως, καὶ ἀπειλεῖ τὴν ὕπαρξιν τῆς Τραπέζης, διότι σχεδὸν εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου ἔφθασαν τὰ καθυστερήματα τῆς πρώτης καὶ δευτέρας δανειστικῆς περιόδου, τὰ ὁποῖα φέρονται μὲν εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τῆς Τραπέζης, πρέπει δὲ πράγματι νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὰς διαγραπτέας ἀπαιτήσεις. Ἔχω ἐπίσημον σημείωσιν, ἐκ τῆς ὁποίας καταφαίνεται, ὅτι ἐκ τῶν δύο δανειστικῶν περιόδων τὰ καθυστερούμενα ἀνέρχονται εἰς μέγα ποσὸν, ἀρκετὸν νὰ κλονίσῃ οὐχὶ τὴν Τράπεζαν ταύτην τὴν πτωχὴν, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ἄλλην Τράπεζαν, διότι τὰ καθυστερούμενα εἶναι δρ. 6,860,978...
§266Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τίνες τὰ ἔλαβον;
§267Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κτηματίαι καὶ οἱ μὴ κτηματίαι. Ἂν ὁ κ. Κοκκέβης π.χ. ἔλαβε δάνειον ὡς κτηματίας, ἔλαβον τοιοῦτον καὶ ἄλλοι, καίτοι μὴ κτηματίαι.
§268ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ λάβῃ πλέον τῆς μετοχῆς του.
§269Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ὅσοι ἔλαβον δάνεια δὲν εἶναι καὶ μέτοχοι, συνεπῶς οὐδὲ πιστοῦχοι. Τὸ οὐσιῶδες ὅμως δὲν εἶναι τοῦτο· τὸ οὐσιῶδες εἶναι, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν μετὰ ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ ἐπὶ μίαν ὀκταετίαν, ἤγαγον ἡμᾶς, μετὰ τὴν ἐξάτμισιν, ἵνα οὕτως εἴπω, 300 ἑκατομμυρίων σταφιδοκάρπου, εἰς τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἰσχνοῦ κεφαλαίου τῶν 12,352,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἀνῆκε μὲν ὀνόματι εἰς τοὺς μετόχους τῆς Τραπέζης, τοὺς κτηματίας, διὰ τῆς εἰσφορᾶς τῶν ὁποίων κατηρτίσθη, περιῆλθεν ὅμως ἀνεπιστρεπτὶ εἰς τοὺς μὴ μετόχους καὶ τοὺς μὴ κτηματίας κατὰ τὸ πλεῖστον. Ἐὰν λέγητε δὲ, ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα, ληφθέντα παρὰ τῶν μετόχων καὶ καθυστερούμενα ἔτι, μένουσιν εἰς χεῖρας αὐτῶν, καὶ ὅτι ἐκ τῆς καθυστερήσεως δὲν ἐπῆλθε ζημία εἰς τοὺς μετόχους, δὲν λέγετε τὰ ἀκριβῆ· διότι δὲν εἶναι πάντες οἱ μέτοχοι τῆς Τραπέζης οἱ καθυστεροῦντες· τὰ καθυστερήματα προέρχονται ἀπὸ τοὺς μὴ γνησίους μετόχους τῆς Τραπέζης...
§270Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Τράπεζα διαλύεται σήμερον, καὶ διανέμονται τὰ κεφάλαια αὐτῆς εἰς τοὺς μετόχους, θὰ λάβωσι καὶ αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι καθυστεροῦσι;
§271Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ λάβωσι τὴν μετοχήν των ἐπὶ ἔλαττον τῆς ὀφειλῆς των.
§272Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἄρα οἱ πληρώσαντες δὲν θὰ ζημιωθοῦν τίποτε, διότι θὰ λάβωσιν ὁλόκληρον τὴν μετοχήν των.
§273Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ μέτοχοι νὰ λάβωσιν ὁλόκληρον τὴν μετοχήν των, ἀφοῦ τὸ κεφάλαιον τῆς Τραπέζης ἠλαττώθη εἰς τὸ ἥμισυ. Καὶ τότε θὰ ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι διὰ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ψευδεῖς μέτοχοι, χωρὶς ν’ ἀποδώσουν αὐτὰ, τὸ κεφάλαιον κατῆλθε κάτω τοῦ ἡμίσεος, καὶ ὅτι συνεπῶς ἐκεῖνοι, οἵτινες οὐδὲν ἐδικαιοῦντο νὰ λάβουν ἐξ αὐτοῦ, ἔλαβον ἐν τούτοις ὑπὲρ τὸ ἥμισυ τοῦ κεφαλαίου, οἱ δὲ ἀληθεῖς μέτοχοι δὲν θὰ δυνηθῶσιν, ἕνεκα τούτου, νὰ λάβουν ἐκ τοῦ κεφαλαίου πλήρη τὴν μετοχήν των, θὰ λάβουν δὲ αὐτὴν ἠλαττωμένην ὑπὲρ τὸ ἥμισυ.
§274Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πόσον σταφιδόκαρπον εἰσέπραξεν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἀφ’ ἧς ἤρχισε νὰ λειτουργῇ;
§275Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ 300 ἑκατομμύρια σταφιδοκάρπου, ἀφαιρουμένου τοῦ δημοσίου φόρου, ἀπέδωκαν ἐν τέλει 12,352,000 δραχμάς.
§276Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Τὸ ὑπόλοιπον τί ἐγένετο;
§277Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπόλοιπον ἐξητμίσθη καὶ διελύθη ὡς καπνός. Αὕτη εἶναι ἡ ὠφέλεια, ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, ἡ ὁποία προέκυψεν ὑπὲρ τῶν παραγωγῶν!
§278ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως ἔχετε δίκαιον, ἂν πρόκηται νὰ μὴ πληρωθῇ τὸ καθυστέρημα· ἀλλ’ ἤδη ἐκ τῆς χρήσεως τῆς τρεχούσης ἐπληρώθησαν περὶ τὰ 2 ἑκατομμύρια· ἐνῷ ὠφείλοντο 6 ἑκατομμύρια, ὀφείλονται νῦν 4 ἑκατομμύρια· ἐὰν δὲ μέχρι τοῦδε δὲν ἐπληρώθησαν καὶ ταῦτα, δὲν ἕπεται ὅτι ὁ κόσμος τὰ ἔφαγεν ἢ τὰ ἔρριψεν εἰς τοὺς ἀνέμους, ἀλλὰ περιελθὼν εἰς τὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας περιῆλθε, προεκάλεσε τὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς ταμίας καὶ εἰσπράκτορας διαταγὴν, νὰ μὴ ὦσιν αὐστηροὶ, καὶ νὰ παρέχωσι τὰς συνήθεις εὐκολίας.
§279Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον καὶ ἰδιαίτερον φίλον μου κ. Κουμουνδοῦρον, ὅτι τὸ καθυστέρημα δὲν εἶναι 4 ἑκατομμυρίων, ὡς φρονεῖ. Ἐγὼ εἶπον, καὶ ἐπιμένω, μὲ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα ἀνὰ χεῖρας ὅτι τὸ καθυστέρημα ἀνέρχεται σήμερον εἰς δραχμὰς 6,860,978. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἔχει εἰσπραχθῆ ποσὸν, ὄχι 2 ἑκατομμυρίων, ὡς φρονεῖ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἀλλὰ 1,065,507 δραχμῶν· ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ ἐκπεσθῇ ἀπὸ τὸ ἀρχικὸν καθυστέρημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήρχετο εἰς 6,860,978, ὡς πιστεύει ὁ συμπολίτης μου, ἀλλ’ εἰς 7,926,486 δραχμὰς, κατὰ τὸν ἀνὰ χεῖράς μου ἐπίσημον πίνακα τῆς Τραπέζης· ὥστε τὸ ἀπομένον σήμερον καθυστέρημα εἶναι δραχμαὶ 6,860,978, κατὰ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐξέδωκε. Καὶ δὲν δύναται νὰ ἦναι ἔλαττον τὸ καθυστέρημα, ὅταν ἀποβλέψητε εἰς τὰς κατὰ πρακτορεῖα καὶ ὑποκαταστήματα καθυστερήσεις τῶν ὀφειλομένων πρὸς τὴν Τράπεζαν δανείων. Εἶναι δὲ παράδοξον καὶ πρέπει νὰ ἴδητε μέχρι τίνος ποσοῦ φθάνουσιν αἱ καθυστερήσεις αὗται. Καὶ ἐπὶ παραδείγματι ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς τὰ ὑποκαταστήματα: Ζακύνθου, παρουσιάζον καθυστέρημα 55.91% ἐπὶ τῶν δανεισθέντων. Κεφαλληνίας, 72.47½%. Λεχαινῶν, 75.60%. Ἀμαλιάδος, 47.56%. Ὀλυμπίων, 39.97%. Ἤτοι σημαντικὰ καθυστερήματα. Δὲν δύνανται λοιπὸν τὰ τοῦ καθυστερήματος νὰ ἔχωσιν ἄλλως· διότι τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐφέτος παρουσιάζεται, καὶ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν ἔφθανε· καὶ δὲν γνωρίζω ποῦ θὰ φθάσῃ, ὅταν ἀκούωμεν καθ’ ἡμέραν φωνὰς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρὰ τῶν κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι κόπτονται ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, καὶ ζητοῦσι νὰ παύσῃ ἡ καταδίωξις. Ἐνδεχόμενον τότε νὰ φθάσωμεν καὶ μέχρις ἐκείνου τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον προβλέπει ἡ ἐξελεγκτικὴ ἐπιτροπή, εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Τραπέζης. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὀλυμπίας ἐρρήγνυε φωνὴν ἐντεῦθεν, καὶ παρεκάλει τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῶν φυλακισμένων, διότι ἡ συσσώρευσις αὐτῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἐπαρκῶσιν αἱ φυλακαί. Καὶ ὅταν ἀκούωνται τοιαῦται φωναί, ἑπόμενον εἶναι, τὰ καθυστερήματα ταῦτα νὰ ἀγάγωσιν ἡμᾶς εἰς τὸ τέλος, τὸ ὁποῖον προεῖδεν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐξελεγκτική. Ταῦτα ὤφειλον νὰ εἴπω, ἵνα ἐννοηθῇ ἡ σημασία τοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, θεσμοῦ ὅλως νέου καὶ ἀδοκήτου πράγματι, ἀφοῦ δὲν ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ποσὸν τὸ ἀφαιρετέον λόγῳ παρακρατήσεως, ἢ τοὐλάχιστον ὁ ἀνώτατος ὅρος, ἀλλ’ ἀφίνεται νὰ φθάσῃ ἡ παρακράτησις μέχρι τῆς ἀνωτάτης βαθμίδος· καὶ ταῦτα, ἐνῷ κατέδειξα ἤδη δι’ ὅσων εἶπον, εἰς ποῖα ἀποτελέσματα ἐφθάσαμεν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ καθεστῶτος θεσμοῦ, σχετικῶς λογικωτέρου, ἵνα ἴδητε πόσον ὀλέθρια θὰ ᾖναι τὰ ἀποτελέσματα ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ θεσμοῦ τοῦ νέου, τὸν ὁποῖον εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ πολλοὶ συνάδελφοι κατεβόων καὶ καταβοῶσι κατὰ τῶν ἀντιταχθέντων κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως, λέγοντες: «μὴ θίγετε τὸ καθεστώς, διότι συνεδέθη μὲ ἓν ἵδρυμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πολλὰ προσδοκᾷ ἡ παραγωγή». Ἀπέναντι τοιούτου ἐπιχειρήματος εἶμαι πολὺ διατεθειμένος νὰ ἐνδώσω καὶ νὰ ὑποχωρήσω, ἵνα μὴ φανῇ, ὅτι ἐγὼ ὑψῶ φωνὴν κατὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ ζητῶ τὴν πτῶσιν αὐτῆς. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἐλπίς, ὅπως ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα φανῇ μίαν ἡμέραν εὐεργέτις τῶν γεωργικῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, εὔχομαι ὁλοψύχως νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο. Ἀλλ’ ἆρά γε τοιοῦτόν τινα σκοπὸν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, οἷον πράγματι ἔχει; Ἡ Τράπεζα ἡ Σταφιδική, θυγάτηρ μονογενὴς τῆς παρακρατήσεως, ἐξ αὐτῆς προελθοῦσα, ἥτις παρακράτησις ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος, ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὅλως διάφορον προορισμόν. Δυστυχῶς ἡ πορεία τῆς Τραπέζης ἦτο ὅλως ἀντίθετος πρὸς τὸν προορισμόν, τὸν ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἐπιδιώξῃ. Ἂν ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ ἐντεῦθεν ἡ ὑπερβάλλουσα παραγωγὴ ἐπέφερε τὴν ἔκπτωσιν τῶν τιμῶν, ποῖον ἐντεῦθεν ἐνεδείκνυτο μέτρον, ὅπως ἐπιτύχητε τὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν; Ἐνεδείκνυτο ἡ ἐνίσχυσις καὶ αὔξησις τῆς παραγωγῆς; ἐνεδείκνυτο ἡ παροχὴ μέσων ἀφθόνων, ἵνα ἐνισχύσωμεν τὴν ὑπερβάλλουσαν παραγωγήν; ἢ ἐνεδείκνυτο τὰ ἐναντία μέτρα εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν; ἢ ἐνεδείκνυτο ἐπιτακτικῶς ἡ ἀνάγκη νὰ περιορίσωμεν τὴν παραγωγὴν καὶ οὕτως ἐμμέσως νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀνύψωσιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος; Ἀλλὰ τί ἐπράξαμεν; Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐπορεύθημεν ὁδὸν ὅλως ἐναντίαν· ἐνισχύσαμεν τὴν παραγωγὴν διὰ παροχῆς δανείων ἐπὶ εὐτελεῖ τόκῳ, διὰ παροχῆς θεϊκοῦ χαλκοῦ. Καὶ ἐνῷ, κατὰ τοὺς νόμους, οἵτινες ἐπιφέρουσι κατ’ ἀνάγκην τὴν μείωσιν τῆς παραγωγῆς, ὅταν ἡ παραγωγὴ ᾖναι ὑπερβολικὴ, καὶ ὅταν ἡ ἀνάγκη τῆς καταναλώσεως ὑπολείπηται τῆς παραγωγῆς, ἐπέρχεται κατ’ ἀνάγκην ἡ μείωσις τῆς παραγωγῆς, καὶ ἐνῷ λοιπὸν ἐβαίνομεν πρὸς τὴν ἄρσιν τῆς κρίσεως διὰ τῆς μειώσεως τῆς παραγωγῆς, τοὐναντίον διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐξετείναμεν τὴν παραγωγὴν, ἤτοι ἐνετείναμεν τὴν κρίσιν, διαιωνίζοντες αὐτήν!...
§280Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Λαμπρὸν φάρμακον!
§281Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως λαμπρὸν φάρμακον θὰ ἦτο τοῦτο. Ἡ ἀνάγκη ἦτο σκληρὰ μὲν, ἀλλ’ αὕτη ἦτο ἡ μόνη ὁδὸς, ἡ ἄγουσα πρὸς τὴν λύσιν τῆς κρίσεως. Ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ἡ παραγωγὴ, νὰ ἐκριζωθῶσι κτήματά τινα· ἔπρεπεν αἱ ἐκτάσεις ἐκεῖναι, αἵτινες παράγουσιν 80 ἢ 100 ὀκάδας κατὰ στρέμμα, νὰ παύσωσι καλλιεργούμεναι καὶ παράγουσαι σταφιδόκαρπον, διότι οὔτε τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας ἀποδίδουσι!
§282Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἀργολίδα ὅλαι αἱ ἐκτάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπέδιδον ἀρκοῦσαν ποσότητα, ἐξεφυτεύθησαν ἀπὸ τὰς ἀμπέλους, καὶ ἡ Ἀργολὶς δὲν κατεστράφη, ἀλλ’ εὐημερεῖ· διότι ἐκτάσεις, αἱ ὁποῖαι πρὶν κατείχοντο ὑπὸ σταφιδώνων, σήμερον καλλιεργοῦνται δι’ ἄλλων εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἀποδίδουσι πλείονα. Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ἵνα γένωμαι εὐάρεστος πρὸς τοὺς συναδέλφους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὡς ἀκατάβλητον ἐπιχείρημα ἐπικαλοῦνται τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς παρακρατήσεως συνεδέθη στενῶς καὶ ἀναποσπάστως μετὰ τῆς ὑπάρξεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, οἱ ὁποῖοι παριστῶσιν εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἡ ἄρσις τοῦ θεσμοῦ τούτου εἶναι ἄρσις καὶ ἀνατροπὴ ἐκ θεμελίων τοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος, τοῦ τόσον εὐεργετικοῦ εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Ἑλλάδος, ἵνα γένωμαι, λέγω, εὐάρεστος πρὸς τοὺς συναδέλφους τούτους, προσχωρῶ εἰς τὴν γνώμην αὐτῶν, καὶ δέχομαι νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον ὑφιστάμενον τὸ διέπον τὴν φορολογίαν τῆς σταφίδος καθεστώς. Ἀλλὰ δὲν ἀρκοῦνται εἰς τοῦτο οἱ κύριοι συνάδελφοι· μᾶς λέγουσιν, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀφαίρεσις ποσοστοῦ 20% ἐπὶ τῆς παραγωγῆς· πρέπει τὸ ποσοστὸν τὸ ἀφαιρετέον ἐκ τῆς παραγωγῆς νὰ δύναται νὰ ἀνέλθῃ μέχρι τῶν 100%! (Θόρυβος).
§283ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὸ λέγει;
§284Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιόν σας τὸ λέγει. Διατί τὸ ἀρνεῖσθε; «Δὲν ἀρκεῖ», λέγουσιν εἰς ἡμᾶς, «νὰ ἀφαιρέσωμεν 20%· πρέπει νὰ μᾶς δώσητε 100%» — ἢ μέχρι 50%, κύριε συνάδελφε ἐκ Πατρῶν, ἵνα σᾶς εὐχαριστήσω, — «διότι ἄλλως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν καλὰς τιμὰς τῆς σταφίδος». Οἱ ταῦτα δὲ λέγοντες, κύριοι συνάδελφοι, προβάλλουσι δύο τινὰς λόγους, ἵνα πείσωσιν, ὅτι ἐπιβάλλεται τὸ μέτρον τοῦτο. Παρέτυχον, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς παρασκευασάσης τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καὶ ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ εἰσηγουμένου τὴν γνώμην ταύτην πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐξαγγέλλοντος καὶ προλέγοντος τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ τὸ μέτρον τοῦτο, νομοθετούμενον. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Τριφυλίας ὡς μόνον συντελεστὴν τῆς ὑποτιμήσεως ἀνεύρισκε τὰς προπωλήσεις, τὰς παρὰ τῶν ἐμπόρων γινομένας, καὶ παρίστα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὸ στάδιον πρὸς κερδοσκοπίαν εἶναι ἐλεύθερον εἰς τὸν ἔμπορον, ἐφ’ ὅσον τὸ στάδιον εἶναι ἀνοικτὸν εἰς τοῦτον, ἵνα προμηθεύηται τὸ προϊόν, τὸ ὁποῖον προπωλεῖ ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαρτίου ἢ Ἀπριλίου ἢ Μαΐου εἰς τὸ ἐξωτερικόν, οὐδεὶς φραγμὸς θὰ τεθῇ κατὰ τοῦ συστήματος τῶν προπωλήσεων· εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς πάντας, — καὶ πρῶτος εἶμαι ἐγὼ, ὅστις τὸ ὁμολογῶ, — ὅτι αἱ προπωλήσεις βλάπτουσι, καὶ βλάπτουσι καιρίως τὰς τιμὰς τοῦ προϊόντος ἡμῶν. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς προπωλητάς, πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς κερδοσκόπους τὰ μέσα, ὅπως πραγματοποιήσωσι τὰς πωλήσεις αὑτῶν, πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ αὐτοὺς τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ εὕρωσι μίαν ἡμέραν τὸ ποσὸν τὸ προπωλούμενον εἰς τὰς ἀγορὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἵνα περιορίσωμεν αὐτοὺς εἰς τὰς συναλλαγάς των, ἵνα ἐμβάλωμεν εἰς αὐτοὺς τὸν φόβον, ὅτι δὲν θὰ εὕρωσι μίαν ἡμέραν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προεπώλησαν, ἵνα τὸ παραδώσουν εἰς τὰς ἀγορὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ. Καὶ οὕτω μὲν παρίστα ὁ κ. συνάδελφος ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσῃ τὸ κακὸν τῶν προπωλήσεων. Ἐνταῦθα ὅμως, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἐρωτήσω αὐτὸν, ἂν διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπεριορίστου τῆς παρακρατήσεως ἀπευθύνεται ἀπειλὴ κατὰ τῶν προπωλητῶν. Ἄν τοῦτο ἐννοῇ ὁ κ. συνάδελφος, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι πλανᾶται, καὶ πλανᾶται πλάνην δεινήν· ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης διατάξεως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχῃ τὸν περιορισμὸν, τὴν ματαίωσιν τῶν προπωλήσεων.
§285Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ἐπειδὴ μὲ ἐρωτᾶτε, ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω;
§286Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁρίστε, παρακαλῶ.
§287Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Λοιπὸν, κύριε συνάδελφε, ἄλλο ἐνόουν. Ἐνόουν τὸ ἑξῆς· ὅτι διὰ τοῦ ἀπεριορίστου θὰ ἀφαιρῆται τόσον πλεόνασμα, ὥστε θὰ γεννᾶται ἡ πεποίθησις εἰς τοὺς κτηματίας, καὶ οἱ κτηματίαι δὲν θὰ καταλαμβάνωνται ὑπὸ πανικοῦ, ἵνα προσφέρωσι τὸ πρᾶγμά των.
§288Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τίνος θὰ γεννᾶται πεποίθησις;
§289Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Οἱ κτηματίαι, ἔχοντες πεποίθησιν ὅτι δὲν περισσεύει τὸ πρᾶγμά των, ὅτι μένει ἐμπορεύσιμον πρᾶγμα τόσον, ὅσον εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν κατανάλωσιν, θὰ ἦναι ἐφεκτικοὶ, θὰ ὑπάρχῃ δηλαδὴ ζήτησις καὶ ὄχι προσφορά. Ἀκριβῶς λοιπὸν ἤθελον διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι θὰ παρεμποδίζεται ἡ προσφορὰ, ἡ ὁποία κυρίως εἶναι ἡ αἰτία τῆς ὑποτιμήσεως.
§290Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔρχομαι εἰς τὰ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ συνοδευούσῃ τὸ νομοσχέδιον προτεινόμενα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ ἀναγινώσκω τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ σπουδαῖον θέμα συζητήσεως παρέσχεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ ἀπεριόριστον τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως, καθόσον τοῦτο ἐθεωρήθη συντελεστικὸν πρὸς περιορισμὸν τοῦ πλεονάσματος τῆς παραγωγῆς ἐν σχέσει πρὸς τὸ καταναλισκόμενον ἐν ταῖς ξέναις ἀγοραῖς, κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε στατιστικὴν, καὶ ἀφοῦ ἐκ τῆς πείρας ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ νενομοθετημένον ἀνώτατον ὅριον τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως καταλείπει πάντοτε πλεόνασμα σπουδαίως ἐπηρεάζον τὰς τιμὰς τῆς καταναλώσεως τοῦ προϊόντος...» Αὕτη εἶναι ἡ σκέψις ἡ ὁδηγήσασα εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς διατάξεως περὶ ἀπεριορίστου τῆς παρακρατήσεως. Μὲ ὅλον τὸ ποσοστὸν, τὸ νομοθετηθὲν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1899, τῶν 20%, ὑπολείπεται πάντοτε πλεόνασμα, λέγει ἡ ἐπιτροπὴ, ἐπηρεάζον τὰς τιμὰς, ἐπηρεάζον τὴν γνώμην τῶν κτηματιῶν, ὡς θέλει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας συνάδελφος, ἐνῷ, ἂν τεθῇ διάταξις τοιαύτη ἐν τῷ νόμῳ, καθ’ ἣν θὰ ἦναι δυνατὸν καὶ ὑπὲρ τὰ 20% νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τῆς παραγωγῆς, θὰ ἐκλείψῃ πᾶς φόβος ἐν τῇ συνειδήσει τῶν παραγωγῶν, θὰ ἑδραιωθῇ παρ’ αὐτοῖς ἡ πεποίθησις, ὅτι ἰσορροπεῖ πλέον ἡ παραγωγὴ πρὸς τὴν κατανάλωσιν, καὶ οὐδεὶς θὰ σπεύσῃ νὰ πωλήσῃ τὸ προϊόν αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ ἦναι ἐφεκτικὸς, ὡς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος...
§291Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἶναι θεωρία αὐτή.
§292Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα θεωρία, ἡ ὁποία δυστυχῶς οὐδόλως συμβαδίζει μὲ τὰ πράγματα· διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐρωτῶ τὸν κύριον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινε, καὶ τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐδέχθη νὰ ἀναγράψῃ τοιαύτην διάταξιν περὶ ἀπεριορίστου τῆς παρακρατήσεως, ἐρωτῶ, πῶς δικαιοῦσθε νὰ ζητήσητε παρ’ ἡμῶν, πῶς δικαιοῦσθε νὰ ζητήσητε παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ φορολογία ἡ βαρεῖα τῶν 20% ἐπεκταθῇ καὶ πέραν τοῦ ὁρίου τούτου, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε δὲν ἐκάμετε χρῆσιν τοῦ ἀνωτάτου νενομοθετημένου ὅρου τῶν 20%; — διότι ἅπαξ μόνον ἐκάμετε χρῆσιν τῶν 20%.
§293Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Εἰς τὰ 1902.
§294Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πότε ἀπεδείχθη ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ ποσοστοῦ αὐτοῦ;
§295Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Σᾶς ἀπαντῶμεν καθαρώτατα· ἀκριβῶς πέρυσιν.
§296Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Μισυρλῆ, ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ. Δὲν θὰ τελειώσῃ ποτέ! Ἄς εἴπῃ ὅσα θέλει!
§297Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ δίδετε σεῖς ἀφορμὴν νὰ παρατείνω τὴν ὁμιλίαν μου.
§298Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Παρατείνατε ὅσον θέλετε.
§299Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι, κύριε Κοκκέβη, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες παρατείνουσιν ἐφ’ ὅσον θέλουσιν, ἀλλὰ παρατείνω ἐφ’ ὅσον πρέπει νὰ παρατείνω, καὶ περὶ τούτου σᾶς παρακαλῶ νὰ βεβαιωθῆτε. Ὁ μέσος ὅρος, Κύριοι, τοῦ ἀφαιρεθέντος μέχρι τοῦδε ποσοῦ οὐδέποτε ἔφθασε τὰ 20%. Καὶ διὰ τοῦτο ἠρώτησα τοὺς κυρίους συναδέλφους, τοὺς παρασκευάσαντας τὸ νομοσχέδιον, πότε ἐγένετο χρῆσις τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου, τὸ ὁποῖον ἔταξεν ὁ νόμος, ἵνα ἐντεῦθεν ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ λέγητε: «δὲν ἤρκεσεν ἡμῖν τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος μᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦμεν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς ἡμᾶς, ἵνα καὶ πέραν τῶν 20% ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῆς παραγωγῆς.» Ἀλλ’ ἵνα ἀποδείξω εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἀνεπαρκὲς τὸ ποσὸν τῶν 20%, τὸ ὁποῖον ὡς ἀνώτατον ὅρον ἔταξεν ὁ νόμος τοῦ 1899, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ παρακολουθήσητε εἰς μικρόν τινα ὑπολογισμόν. Ἀφ’ ὅτου, Κύριοι, ἐξερράγη ἡ κρίσις ἡ σταφιδική, ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ ἐντεῦθεν, εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας τοὺς συνδεομένους μετὰ τοῦ ἐργατικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἰδιαιτέρως δὲ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐκ σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἕλκουσι τὴν καταγωγήν, πόσον κατεπονήθη ἡ παραγωγὴ τῆς σταφίδος. Εἶναι γνωστόν, ὅτι καὶ τὰ μέσα πρὸς καλλιέργειαν τῆς γῆς ἐξέλιπον, καὶ ἡ διάθεσις ἀκόμη ἡ ψυχικὴ παρὰ τοῖς κτηματίαις καὶ τοῖς γεωργοῖς ἐμειώθη...
§300Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας καὶ τὸν περονόσπορον, κύριε συνάδελφε.
§301Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦτο ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν μου, κ. συνάδελφε... Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν ἐπίσης, ὅτι τὰ χρηματικὰ κεφάλαια ἐγένοντο σπανιώτερα ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τῆς ἀξίας τῆς γῆς. Ἐντεῦθεν δ’ ἔχετε τὸ ἀσφαλὲς πόρισμα, ὅτι ἡ παραγωγὴ σημαντικῶς ἐμειώθη ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ ἐντεῦθεν. Ἐὰν δὲ ἡ μέση παραγωγὴ κατὰ τὴν δεκαετίαν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ ἐντεῦθεν διήλθομεν, δὲν ἦναι κατωτέρα τῶν 300 ἑκατομμυρίων, βεβαίως ὅμως δὲν εἶναι ἀνωτέρα τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἔχομεν λοιπὸν μέσην παραγωγὴν κατὰ τὴν δεκαετίαν τὴν ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ ἐντεῦθεν 300,000,000 περίπου λίτρας. Ἔχομεν ἐπίσης βεβαιωμένον ἐξ ἀσφαλῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν, ὅτι ἡ ἐτησία ἐξαγωγὴ ἀνέρχεται εἰς 250,000,000 κατ’ ἔτος. Ἔχω δὲ ἤδη ἐνώπιόν μου τὴν τελευταῖον, κατὰ τὴν 13 Μαρτίου ἐνεστῶτος ἔτους, δημοσιευθεῖσαν κατάστασιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος ἀπὸ 5 Αὐγούστου 1902 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1902, καθ’ ἣν τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 206,628,000 λίτρας. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὑπερβολή, ἂν εἴπω, ὅτι ἡ μέση ἐξαγωγὴ κατ’ ἔτος, ἂν δὲν ὑπερβαίνῃ, δὲν ὑπολείπεται ὅμως τῶν 250,000,000. Ἔχομεν λοιπὸν ὑπόλοιπον ἐκ 50 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ εἰς τὴν κατανάλωσιν, τὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν γιγνομένην, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ προσθέσωμεν καὶ ἕν ποσὸν λίαν σημαντικόν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦ νόμου τοῦ 1899 κατηνάλισκεν ἡ ἐγχώριος βιομηχανία πρὸς οἰνοπνευματοποίησιν, ἥτις, ἂν δὲν κατηνάλισκεν 25 ἑκατομμύρια, βεβαίως ὅμως κατηνάλισκε περὶ τὰ 20 ἑκατομμύρια. Οὕτω πως τὸ ὑπόλοιπον τῶν 50 ἑκατομμυρίων μειοῦται εἰς ὑπόλοιπον 30 ἑκατομμυρίων μόνον. Ἐρωτῶ δὲ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐπὶ καταναλώσεως ὁλικῆς, ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς, 270 ἑκατομμυρίων, ὡς παρέστησα αὐτὴν, ποία εἶναι ἡ ἀναλογία τῶν ὑπολειπομένων 30 ἑκατομμυρίων; εἶναι ἀναλογία 11%, καί τι ἔλαττον τῶν 11%. Ἀλλὰ δέχομαι, ὅτι ἡ παραγωγὴ ὑπερβαίνει τὰ 300 ἑκατομμύρια· ἀλλὰ καὶ ἂν 320 ἑκατομμύρια ὡς μέσην παραγωγὴν ὑπολογίσωμεν, θέλομεν ἔχει τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα· διότι, ἂν ἀπὸ 320 ἑκατομμύρια ἀφαιρέσωμεν κατανάλωσιν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν ὅσην εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἤτοι 270 ἑκατομμύρια, θέλομεν ἔχει ἀναλογίαν 19%, ὅτε καὶ πάλιν ἐρωτῶ ὑμᾶς: διατί, Κύριοι, λέγετε, ὅτι δὲν ἀρκεῖ τὸ 20%, ἀλλὰ θέλετε νὰ ὑπερβῆτε καὶ αὐτὸ, θέλετε νὰ φθάσητε εἰς 25, εἰς 30%, ἴσως δὲ καὶ νὰ ὑπερβῆτε καὶ αὐτό;
§302Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἀπόθεμα!
§303Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει σημασίαν τὸ ἀπόθεμα, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ ὅλον τῆς παραγωγῆς;
§304Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. 330 ἑκατομμύρια εἶναι ἡ ἐφετεινὴ παραγωγή, καὶ 70 ἑκατομμύρια ἀπόθεμα· ὅλον τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταναλωθῇ εἰς τὸ ἐμπόριον. Διὰ τοῦτο ἐκάμαμεν τὴν παρακράτησιν.
§305Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, καὶ ἄλλοτε ἀντετάχθην κατὰ τοῦ μέτρου, καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐξεδήλωσα πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως. Καὶ τότε εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν μὲ πτοεῖ μὲν τὸ ποσοστὸν τῶν 15%, τὸ ὁποῖον τότε εἰσήγετο ὡς ποσοστὸν ἀφαιρετέον, μὲ πτοεῖ μόνον ἡ ἰδέα, ὅτι, ἀκολουθοῦντες τοιοῦτον εἱρμὸν σκέψεων, θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπερβῶμεν τὸ ποσοστὸν αὐτό. Καὶ ἰδοὺ πραγματοποιεῖται ἤδη ὁ φόβος μου· διότι εἴκοσι συνάδελφοι ἀξιοῦσι νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα φθάσῃ τὴν ἀνωτάτην βαθμίδα τῆς κλίμακος, ὅπως ἐπιτύχῃ ἰδανικοὺς σκοπούς, — διότι ἰδανικοὶ καὶ φαντασιώδεις σκοποὶ εἶναι ἀληθῶς οἱ ἐπιδιωκόμενοι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, — καὶ τοῦτο, ὅτε εἴχομεν καὶ ἔχομεν νόμον, ὅστις ἀφήρεσε μέρος τῆς παραγωγῆς ἡμῶν, νόμον, ὅστις κατέστησε πενέστερον τὸν παραγωγόν τῆς σταφίδος, ἵνα πλουτίσῃ τὸν βιομήχανον, ὅτε ἔχομεν νόμον, ὅστις παρεσκεύασεν, ὄχι τὴν λύσιν τῆς κρίσεως, ἀλλὰ τὴν ἐπιδείνωσιν αὐτῆς διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς, ὅστις παρασκευάζει δεινὸν καὶ ἀκαταμάχητον ἀνταγωνιστὴν τοῦ προϊόντος ἡμῶν ἐν ταῖς ἐξωτερικαῖς ἀγοραῖς. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ σταφὶς ἐκ τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων τῆς παρακρατήσεως, καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Δεληγεώργην, ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω ἄλλο τι. Παρεστάθη, Κύριοι, ἄλλοτε, ὅτι τὰ βιομηχανικὰ προϊόντα, τὰ ἐκ τῆς παρακρατήσεως παραγόμενα, δὲν ἀνταγωνίζονται, διότι ταῦτα εἰσάγονται εἰς χώρας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἰσάγεται ἡ σταφὶς ἡμῶν. Ἀληθῶς, εἰς τὴν Ἰταλίαν, εἰς ἣν εἰσάγεται τὸ μέγιστον ποσὸν τῶν βιομηχανικῶν τούτων προϊόντων, σταφὶς δὲν εἰσάγεται. Ἀλλὰ τί ἆρά γε ἐμποδίζει τὸν ἔμπορον, τὸν βιομήχανον τὸν Ἰταλὸν, τὸν εἰσάγοντα προϊόντα βιομηχανικὰ ἐκ σταφίδος, τί ἐμποδίζει αὐτὸν νὰ τὰ ἐξαγάγῃ τῆς Ἰταλίας καὶ εἰσαγάγῃ αὐτὰ εἰς χώρας, ἐν αἷς εἰσάγεται ἡ σταφίς; Δυστυχῶς τὸ περιθώριον τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος εἶναι τόσον εὐρὺ, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς αὐτὸν τὴν μεταπώλησιν ἐπὶ κέρδει· καὶ τότε τί ἐμποδίζει αὐτὸν, ἵνα ἐξάγῃ ἐξ Ἰταλίας καὶ εἰσάγῃ εἰς ἄλλας χώρας τὰ μιστέλια καὶ τοὺς οἴνους, τὰ ὁποῖα οὕτω θὰ ἀποβῶσιν οἱ ἐπικινδυνωδέστεροι ἐχθροὶ τῆς σταφίδος; Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσητε, Κύριοι, ὁποῖον περιθώριον ἀφίνει ἡ τιμὴ τοῦ μιστελίου εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἐν σχέσει πρὸς τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ κάμητε τὴν σύγκρισιν μεταξὺ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῆς σταφίδος καὶ τοῦ μιστελίου. Ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς τοῦ μιστελίου δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι κατώτερος τοῦ ἐν Γαλλίᾳ, πάντως ὅμως εἶναι κατώτερος τοῦ τῆς σταφίδος, καὶ μάλιστα κατὰ πολύ. Διότι, ἐνῷ ἐπὶ μιστελίου ἔχομεν δασμὸν 12 φράγκων κατὰ ἑκατόλλιτρον, προκειμένου περὶ εἰσαγωγῆς σταφίδος ἔχομεν δασμὸν 25 φράγκων κατὰ χιλιόλιτρον. Ἐνῷ, Κύριοι, τοιαύτην πεῖραν ἐλάβομεν ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον παρεστάθη εἰς ἡμᾶς ὡς σωστικὸν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, δὲν ἠρκέσθημεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἐχορήγησεν ὁ νόμος πρὸς ἀφαίρεσιν μέρους τῆς παραγωγῆς· θέλομεν τὴν ἐξουσίαν ταύτην νὰ τὴν ἐπεκτείνωμεν, καὶ νὰ τὴν ἐπεκτείνωμεν πέραν τοῦ ὁρίου, τὸ ὁποῖον προσδιώρισεν ὁ νόμος· τὸ δὲ παραδοξότατον πάντων εἶναι, ὅτι, μολονότι οὐδὲν λογικὸν ἐπιχείρημα ἠδύνατο νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ μέτρου τούτου, καὶ ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα καταδικάζει τὸν θεσμὸν τοῦτον, — καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ μαρτυροῦσιν ὅτι εὐλόγως καταδικάζεται, — οὐδόλως πειθόμεθα περὶ τούτου· καὶ ἐνῷ δὲν πειθόμεθα εἰς τὰ διδάγματα τῆς πείρας, ἐνῷ περιφρονοῦμεν αὐτά, δὲν πτοούμεθα οὐδὲ πρὸ τῶν εὐλόγων παρατηρήσεων, αἵτινες, ὡς πρό τινων ἡμερῶν ἀνηγγέλθη εἰς τὴν Βουλήν, ἐγένοντο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Καὶ ὅταν οὑτωσὶ κλίνῃ ἡ πλάστιγξ ὑπὲρ τῶν ἀδικουμένων πολιτῶν, οἱ κύριοι συνάδελφοι ἀδιαφοροῦσιν, ἐπιμένουσι δὲ, ὅπως τὸ σχέδιον αὐτῶν γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους! Ὅταν ἔρχηται ὁ πρεσβευτὴς ἰσχυρᾶς, ἰσχυροτάτης Δυνάμεως, πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἰδιαιτέρως ὀφείλει νὰ τρέφῃ εὐγνώμονα αἰσθήματα, ὅταν ἔρχηται ἡ Κυβέρνησις Κράτους ἰσχυροῦ, ὅταν ἔρχηται τὸ Στέμμα τὸ Ἀγγλικὸν καὶ ῥίπτηται ἐπὶ τῆς πλάστιγγος, καὶ βαρύνῃ αὐτὴν κατὰ τῆς γνώμης αὐτῶν, οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐξακολουθοῦσιν ἔτι κοπτόμενοι, ὅπως κατισχύσῃ ἡ θέλησις αὐτῶν, ὅπως τὸ μέτρον αὐτῶν γείνῃ νόμος καὶ διέπῃ εἰς τὸ μέλλον τὰ συμφέροντα ἡμῶν καὶ τὰς περιουσίας ἡμῶν! Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν δὲν συνέβαινε, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Πολιτείαν ἐλευθέραν καὶ προοδευτικὴν νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῶν περιουσιῶν, νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων, ἐγκαινίζουσα οὕτω τὸν κοινωνισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ ἀναμιγνύηται ἐκεῖ, ὅπου, καὶ μὴ προκαλουμένη καὶ προκαλουμένη, ὀφείλει νὰ ἀπέχῃ πάσης ἐπεμβάσεως. Ὀφείλομεν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ συνέλθωμεν ἐν τέλει, νὰ ἴδωμεν ὅτι βαίνομεν κατὰ κρημνῶν, ὅτι τὸν παραγωγὸν καὶ τὸν καλλιεργητὴν τῆς σταφιδαμπέλου, τὸν ὁποῖον ἀπηνῶς ἐφορολογήσαμεν, διὰ νὰ παρασκευάσωμεν εἰς αὐτὸν ζημίας, ὀφείλομεν ἐπὶ τέλους νὰ παύσωμεν ἐνοχλοῦντες. Ὀφείλομεν νὰ παύσωμεν ἀφαιροῦντες τὴν περιουσίαν αὐτοῦ καὶ τὸν κόπον καὶ αὐτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του. Ἐὰν ἔχητε ἄλλο τι μέτρον, Κύριοι συνάδελφοι, ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, ἄξιον τῆς ψήφου ἡμῶν, νὰ προτείνητε εἰς τὴν Βουλήν, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς νὰ προτείνητε αὐτό...
§306ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Σεῖς δὲν ἔχετε;
§307Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε συνάδελφε, θὰ τὸ εἴπω ἐν καιρῷ. Νομίζω ὅτι δὲν ἐπέστη ἀκόμη ἡ κατάλληλος στιγμή, ἀφοῦ συζητοῦμεν ἤδη τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ἐκφράσω οἵαν ταπεινὴν γνώμην ἔχω περὶ τοῦ πρακτέου. Ἐὰν ἔχητε μέτρον τι ἄξιον τῆς ψήφου ἡμῶν, ἔλθετε νὰ προτείνητε αὐτό. Μὴ περιμένετε ὅμως νὰ πείσητε ποτὲ ἡμᾶς, ὅτι τὸ μέτρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ πεῖρα μιᾶς ὀκταετίας κατεδίκασεν, ὅτι τὸ μέτρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποδοκιμάζει, δι’ ὅσων ἐδήλωσε πρὸς τὴν Βουλήν, ἡ Κυβέρνησις αὕτη, καὶ τὸ ὁποῖον καταδικάζει Δύναμις Μεγάλη, πρὸς τὴν ὁποίαν συνδεόμεθα διὰ τῶν δεσμῶν συμβατικῆς ὑποχρεώσεως, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ δύναται νὰ σώσῃ τὴν σταφιδοπαραγωγήν.
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§309ΝΙΚ. ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκουράσθημεν πλέον.
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ διέλθῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§311Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω ὅτι δὲν εἶναι ὅλοι ἐδῶ, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν αὔριον...
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον;
§313Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἄλλως θ’ ἀναγκασθῶ νὰ προβῶ εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν ἀποδοκιμάζω. Τὰ ἑδώλια εἶναι κενά, καὶ θὰ προβάλω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
§314ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§315Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§316Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε. Τὸ ζήτημα αὐτὸ πρέπει νὰ συζητηθῇ. Ἢ εἶναι ἐπαρκὴς ἡ ὥρα νὰ ἐξακολουθήσωμεν, ἢ πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν. Διότι ἡ ἐπιψήφισις εἰς δευτέραν συζήτησιν θὰ δώσῃ νέα ὅπλα εἰς τὴν κερδοσκοπίαν. Περιμένουσιν ὅλοι οἱ κερδοσκόποι νὰ ἐνισχύσωσι τὰς ἐλπίδας των ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἐλπίζοντες ὅτι δύναται νὰ ψηφισθῇ καὶ εἰς τρίτην.
§317Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος νομίζει, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμπορεύονται, δὲν γνωρίζουσιν ὅτι οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται νόμος τοῦ Κράτους, ἂν δὲν περάσῃ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τρίτη ἀνάγνωσις θὰ ἔλθῃ αὔριον.
§319Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζω τὴν ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας, κύριε Πρόεδρε.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁρίστε σεῖς ὅμως, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλετε τὴν ἔνστασιν, νὰ ἀναγνώσητε καὶ τὸν κατάλογον.
§321ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ. Τί κάθησθε;
§322ΝΙΚ. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, κύριε Πρόεδρε.
§323ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§324Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Ζητῶ τὴν ἀναβολὴν, μέχρις ὅτου οἱ ξένοι κεφαλαιοῦχοι ὑποβάλωσι τὰς περὶ μονοπωλίου προτάσεις των.
§325ΙΩ. ΤΣΕΡΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, νὰ τελειώσῃ!
§326Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ, κ. Πρόεδρε. Εἶναι τὸ σπουδαιότερον τῶν νομοσχεδίων.
§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, προβάλλεται πρότασις περὶ ἀναβολῆς.
§328ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον πρῶτον ἀντικείμενον θὰ ἦναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 1 καὶ 45′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).