1903.03.12
3,720 rows · 28,668 words · 333 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46
τῆς 12 Μαρτίου 1903.
(Τετάρτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ.μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§2ΑΝΤ. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐπειδή, ὁσάκις συνέρχηται τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, λαμβάνουσι χώραν ἀδικήματα, μεταξὺ δὲ τῶν ἀδικουμένων εἶναι καὶ πολλοὶ συμπολῖταί μου, ἐπεφορτίσθην δι’ ἀναφορᾶς τινων ἐξ αὐτῶν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ διὰ νόμου κανονίσῃ τὸ ζήτημα τῆς παραχωρήσεως μεταλλείων, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότατον, διότι θέλει συντελέσει καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν δυνάμει τοῦ ψηφισθησομένου νόμου παραχωρῆται ποσοστόν τι ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου. Σήμερον γίνονται πολλὰ ἀδικήματα, διότι, ἐνῷ ὑπάρχει πρῶτος δηλωτὴς μεταλλείων, κατορθώνει εἷς δεύτερος δηλωτὴς, ἰσχύων παρὰ τῇ ἑκάστοτε Κυβερνήσει, νὰ παραχωρῆται εἰς αὐτὸν τὸ μεταλλεῖον. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργὸς θέλει σπεύσει νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἴσως καὶ νὰ ἔχῃ ἕτοιμον, διότι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὅτε ἦλθεν ἐν τῇ ἀρχῇ, ὑπεσχέθη νὰ προβῇ εἰς γενικὴν τακτοποίησιν τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐπειδὴ δὲ σήμερον, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ καλέσῃ τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις, οὔτε ἔγγραφα τῶν διαφόρων δηλωτῶν τῶν μεταλλείων, ὑπάρχει λόγος ἰσχυρὸς, ὅπως λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ὁπωσδήποτε. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος δηλώσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γεράκης ἔχει τὸν λόγον.
§4Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ σεβαστὸς κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐφρόντισε καὶ φροντίζει περὶ τῆς ἀναπτύξεως καὶ προστασίας τῆς βιομηχανίας. Πλὴν ὅμως ἔχω νὰ παρατηρήσω τι, ὅπερ ἀποβλέπει εἰς τὴν βιομηχανίαν τοῦ τόπου ἐν γένει, καὶ μάλιστα εἰς τὴν οἰνοποιΐαν. Ἐσχάτως ἐξεδόθη διακήρυξις, τῆς ὁποίας νομίζω ὅτι θὰ ἔλαβε γνῶσιν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ μέρους τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης διὰ τὴν ἐκποίησιν τοῦ παρακρατήματος τοῦ σταφιδοκάρπου. Εἰς τὴν διακήρυξιν ταύτην, ἐν ἄρθρῳ 15, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πᾶς ἀγοραστὴς ὑποχρεοῦται, ὅπως ἐντὸς προθεσμίας δεκαοκτὼ μηνῶν ἀπὸ τῆς κατακυρώσεως, ἤτοι μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου 1904, ἐξαγάγῃ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν τὸ ἥμισυ τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ἀγορασθέντος σταφιδοκάρπου, κατειργασμένου καὶ μεταπεποιημένου εἰς τὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τῆς παρούσης ἐπιτρεπόμενα εἴδη. Ἡ ἐξαγωγὴ γενήσεται ὑποχρεωτικῶς μόνον διὰ τῶν τελωνείων Πειραιῶς, Καλαμῶν, Πατρῶν καὶ Χαλκίδος· πᾶσα δὲ δι’ ἄλλου τελωνείου ἐξαγωγὴ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν.» Νομίζω ὅτι καὶ τὸ τελωνεῖον Ἀργοστολίου καὶ τὸ τελωνεῖον Κερκύρας καὶ τὸ τελωνεῖον Ζακύνθου καὶ τὸ τελωνεῖον Κατακώλου καὶ ἄλλα διάφορα τελωνεῖα εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἐκ τῶν ὁποίων δύναται ὁ ἔμπορος νὰ ἐξάγῃ τὸ ἐμπόρευμά του εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ δίκαιον εἶναι νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ ταῦτα εἰς τὴν διάταξιν τῆς διακηρύξεως, καὶ νὰ ἀρθῇ ὁ περιορισμὸς, ὁ διὰ τοῦ ἄρθρου 15 τῆς διακηρύξεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐπιβαλλόμενος. Ὁ περιορισμὸς οὗτος τείνει εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς βιομηχανίας· περιορίζοντες δὲ τὴν βιομηχανίαν, δὲν ἔχομεν τὴν ἰσότητα αὐτῆς, δὲν εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἰσότητος αὐτῆς. Δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον ἐγένετο ἡ ἐξαίρεσις αὕτη. Μήπως ἐγένετο τοῦτο διὰ νὰ ἐξάγηται ὁ σταφιδόκαρπος τῆς παρακρατήσεως μόνον ἐκ τῶν μερῶν, ἐν οἷς ὑπάρχουσιν ὑποκαταστήματα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης; Δὲν πιστεύω· διότι ῥίπτων ἓν βλέμμα εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἐξαγωγὴ καὶ ἐκ τοῦ τελωνείου Χαλκίδος, ὅπου δὲν ὑπάρχει ὑποκατάστημα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἄρα λοιπὸν δὲν εἶναι ὁ λόγος οὗτος. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιτρέπεται ἡ ἐξαγωγὴ ἐκ Χαλκίδος τοῦ σταφιδοκάρπου κατειργασμένου καὶ μεταπεποιημένου εἰς οἰνόπνευμα, οἶνον, σιρόπιον κλπ., κατὰ μείζονα λόγον ἔπρεπε νὰ ἐπετρέπετο ἐξ ὅλων τῶν λιμένων τῶν πόλεων ἐκείνων, ἐν αἷς ὑπάρχουσιν ὑποκαταστήματα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Οὐδένα λοιπὸν λόγον κατώρθωσα νὰ ἀνεύρω, ὅπως μὲ πείσῃ, ὅτι γίνεται τοῦτο πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἕν καὶ μόνον ὅμως παρετήρησα, ὅτι διὰ τούτου προσγίγνεται μέγα ἀδίκημα εἰς τὴν βιομηχανίαν, ὡς εἶπον δὲ καὶ προηγουμένως, οὐδεὶς ἄλλος σκοπὸς τῆς ἐξαιρέσεως ταύτης εἶναι ἢ ὁ περιορισμὸς τῆς βιομηχανίας τοῦ τόπου. Διότι, ἐνῷ οἱ βιομήχανοι Πειραιῶς, Καλαμῶν, Πατρῶν καὶ Χαλκίδος ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξάγωσι τὸν σταφιδόκαρπον, ὑφ’ ἃς μορφὰς ἀνέφερα προηγουμένως, ἐκ τῶν τελωνείων αὐτῶν, ἐκ τῶν ἄλλων τελωνείων δὲν ἐπιτρέπεται. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἔμπορος ἢ ὁ βιομήχανος Ἀργοστολίου, Κερκύρας κλπ, ἀποστείλῃ τὸν σταφιδόκαρπον, μεταπεποιημένον ὡς προεῖπον, εἴτε εἰς Πειραιᾶ, εἴτε εἰς Καλάμας, εἴτε εἰς Πάτρας ἢ Χαλκίδα, ἵνα ἐκεῖθεν ἐξαχθῇ, βεβαίως θὰ ὑποστῇ δαπάνην μεγάλην, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνταγωνισθῇ πρὸς τοὺς ἐμπόρους Πειραιῶς, Καλαμῶν, Πατρῶν καὶ Χαλκίδος, καὶ συνεπῶς διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἔχομεν περιορισμὸν τῆς βιομηχανίας καὶ οὐχὶ ἰσότητα, ἥτις ἐπιβάλλεται πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄδικον τοῦτο, θέλει ἄρει αὐτό, διατάσσων, ὅπως καὶ ἐκ τῶν ἄλλων λιμένων δύνανται οἱ βιομήχανοι νὰ ἐξάγωσι τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος σταφιδόκαρπον. Ἐπειδὴ ἔχω τὸν λόγον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἑξῆς περιστατικόν. Διὰ βασιλικῆς χάριτος, ἥτις ἐδόθη εἰς τοὺς ἐκ φυματιώσεως πάσχοντας, ἐτιμήθη καὶ εἷς ἐκ τῶν συμπολιτῶν μου, ὀνόματι Βασίλειος Πεφάνης. Ὁ ἀτυχὴς οὗτος εὑρίσκετο εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, ἐνῷ δὲ πάντες οἱ τυχόντες βασιλικῆς χάριτος μετηνέχθησαν εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς,— καὶ νομίζω ὅτι σήμερον ἀπελύθησαν πάντες — οὗτος εὑρίσκεται εἰσέτι εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ νὰ μεταφερθῇ καὶ ὁ κατάδικος οὗτος ἐκ τῶν φυλακῶν Συγγροῦ εἰς τὰς πολιτικὰς, ἵνα δυνηθῇ καὶ οὗτος νὰ ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν.
§5Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Κορινθίας κυρίου Στυμφαλιάδου περὶ τῆς δυνάμεως τῶν ἀστυφυλάκων, ἀστυνόμων κλπ. ἐν ταῖς ἀστυνομικαῖς περιφερείαις τοῦ Κράτους.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
§7Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐν Νεαπόλει τῆς Ἰταλίας ὑπάρχει Ἑλληνικὴ ἐκκλησία, ἧς, ὡς πληροφοροῦμαι, μεγάλη περιουσία κατεσπαταλήθη ὑπὸ τῶν διαχειριζομένων αὐτήν. Οἱ ἐκεῖ Ἕλληνες φοιτηταί, ἀποτελοῦντες «Ἕνωσιν Ἑλλήνων Φοιτητῶν», ἠθέλησαν, ἐξ ἐθνικοῦ φρονήματος ὁρμώμενοι, νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν περισυλλογὴν τῶν ναυαγίων τῆς περιουσίας ταύτης καὶ εἰς τὴν ὁπωσδήποτε διάσωσιν τοῦ ἐθνικοῦ γοήτρου ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ. Ἐζήτησαν δὲ πρὸς τοῦτο νὰ μετάσχωσι καὶ αὐτοὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διαχειριζομένης τὴν περιουσίαν τοῦ ναοῦ, ἀλλ’ ἡ αἴτησις αὐτῶν δὲν ἐγένετο δεκτὴ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες, ὡς πληροφοροῦμαι, ἐνδιαφέρονται νὰ μὴ μετάσχωσι τῆς διαχειρίσεως ἄνδρες τοιοῦτον σκοπὸν προτιθέμενοι. Τοῦτο ἐγένετο ἀφορμὴ ἐρίδων μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν, ὡς ὀνομάζονται τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ναοῦ, καὶ τῶν φοιτητῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν «Ἕνωσιν» ἡ ἔρις δὲ αὕτη κατέληξεν, ὡς φαίνεται εἰς συμπλοκὴν, κυρίως ἕνεκα τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ ἐκεῖ προξενικοῦ ὑπαλλήλου, — ὑποπροξένου ἢ γραμματέως τοῦ Προξενείου, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, — Ἀριστείδου Χαριτάτου.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ποῖον μέρος ἐγένετο συμπλοκή;
§9Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐν τῷ προαυλίῳ, νομίζω, τοῦ ναοῦ. Οἱ φοιτηταὶ τὴν διαμαρτύρησιν, ἣν ἐποιήσαντο πρὸς τὸν Πρόξενον περὶ τῆς καταστάσεως, ἠθέλησαν νὰ τοιχοκολλήσωσιν εἰς τὴν θύραν τοῦ ναοῦ· ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἀντέστησαν οἱ ἔχοντες τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τοῦ ναοῦ, ἐντεῦθεν δὲ ἐπῆλθε συμπλοκή, καὶ ὁ ὑποπρόξενος ἢ γραμματεὺς τοῦ Προξενείου ἐπεκαλέσθη ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης τὴν συνδρομὴν τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἐπεμβᾶσα νομίζω ὅτι ἐκράτησε καί τινα τῶν Ἑλλήνων φοιτητῶν. Τὸ σκάνδαλον τοῦτο βεβαίως περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν — ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι ἀκριβεῖς — δι’ ἐγγράφου διαμαρτυρίας, ἧς ἀντίγραφον καὶ πρὸς ἐμὲ ἀπεστάλη ἐκεῖθεν.
§10ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μέχρι τῆς ὥρας ταύτης οὐδὲν σχετικὸν γνωρίζω. Ἔλαβον μόνον μιὰν ἀναφοράν, δι’ ἧς ζητεῖται συνδρομή.
§11Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὅταν περιέλθῃ εἰς γνῶσιν τῆς ὑπηρεσίας, νὰ δώσητε εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, καὶ νὰ λάβητε τὰ προσήκοντα μέτρα.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἔλαβον γνῶσιν σήμερον ἐξ ἰδιωτικῆς ἐπιστολῆς.
§13Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἐξετάσητε τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ ἂν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, νὰ ἱκανοποιήσητε τοὺς φοιτητὰς διὰ τῆς τιμωρίας τοῦ προξενικοῦ ὑπαλλήλου, τοῦ τόσον σκανδαλωδῶς παρεμβάντος.
§14ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν θ’ ἀναμείνω, ἀλλὰ τηλεγραφικῶς θὰ ζητήσω πληροφορίας, καὶ ἂν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, θὰ πράξω τὸ καθῆκόν μου.
§15Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Οὐδόλως ἀμφέβαλλον, ὅτι θὰ πράξητε τὸ καθῆκόν σας. Μετὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ, ἵνα ἐπαναληφθῇ ἡ καθημερινὴ ταχυδρομικὴ συγκοινωνία μεταξὺ Σπάρτης καὶ Ξηροκαμπίου, κωμοπόλεως ἐχούσης ἱκανὸν ἐμπόριον, ὥστε νὰ καθίσταται ἀναγκαία ἡ τόσον συχνὴ ταχυδρομικὴ συγκοινωνία. Εἶναι ἀληθές, ὅτι πρότερον ἡ συγκοινωνία αὕτη διενηργεῖτο ἐκεῖ τρὶς τῆς ἑβδομάδος, ἀλλ’ ἀπὸ ἑνὸς ἔτους, κατανοηθείσης τῆς ἀνάγκης, ἐγένετο καθημερινή, καθόσον μάλιστα οὐδεμία προσετέθη δαπάνη, διότι, ἐνῷ πρότερον ὁ ταχυδρομικὸς σάκκος παρελαμβάνετο ἀπὸ Σπάρτης καὶ μετεφέρετο εἰς Ξηροκάμπιον καὶ τἀνάπαλιν δι’ εἰδικοῦ ταχυδρόμου, διανύοντος τρίωρον σχεδὸν ἀπόστασιν, ἀφ’ ὅτου ἤρξατο καθημερινὴ ἡ συγκοινωνία, μετεφέρετο ὁ ταχυδρομικὸς σάκκος ἐκ Σπάρτης διὰ τῆς ταχυδρομικῆς ἁμάξης Σπάρτης– Γυθείου, ἄνευ προσθέτου δαπάνης, εἰς θέσιν «Ἅγιος Βασίλειος» τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, ἡμίσειαν σχεδὸν ὥραν ἀπέχουσαν τοῦ Ξηροκαμπίου, καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης παρελαμβάνετο ὑπὸ τοῦ ταχυδρόμου καὶ μετεφέρετο εἰς Ξηροκάμπιον καὶ τἀνάπαλιν. Δικαίως λοιπὸν παραπονοῦνται οἱ συμπολῖταί μου διὰ τὴν κατάργησιν τῆς καθημερινῆς συγκοινωνίας χωρὶς ἐκ τούτου νὰ γίνηται οἰκονομία, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια ταῦτα παράπονα καὶ διατάξῃ ν’ ἀποκατασταθῇ καὶ πάλιν καθημερινὴ ἡ ταχυδρομικὴ συγκοινωνία μεταξὺ Σπάρτης καὶ Ξηροκαμπίου. Πρὸς τούτοις καὶ πάλιν θὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν αὐτὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα περὶ τῆς μελέτης τῆς κατασκευῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης–Ξηροκαμπίου, μελέτης γενομένης κατὰ τὸ 1890. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα γινώσκω καλῶς ὅτι ὑπάρχουσι.
§16ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ ἔχητε ὀλίγην ὑπομονὴν καὶ θὰ τὰ φέρω. Ἐβράδυνα ὀλίγον, διότι ἐπιθυμῶ νὰ τα φέρω πλήρη.
§17Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε Ὑπουργέ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μισυρλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§19Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν, Κύριοι, νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα τοῦ Ἐμποροκτηματικοῦ Συλλόγου Πύλου, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ καταρτισθὲν ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπίσης παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις περὶ ἱδρύσεως Μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Κατὰ καθῆκον ἀναφέρω περὶ τοῦ Μονοπωλίου, ἐπειδὴ μοὶ ἐδόθη τοιαύτη ἐντολὴ, διότι ἄλλως, ἀφοῦ οὐδὲν εἰσέτι περὶ τούτου εἶναι βέβαιον, δὲν ἦτο δυνατὸν ἤδη νὰ κάμω λόγον. Βεβαίως δὲ ἡ Βουλὴ ἐν καιρῷ, ἐὰν παρουσιασθῇ περίστασις, θέλει ἐπιληφθῆ τοῦ θέματος τούτου. Καταθέτω τὸ ψήφισμα τοῦ Συλλόγου.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§21Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὡς ἐκ τῆς ἀπουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ἀνέβαλον τὴν ἐπερώτησίν μου, ἵνα τὴν ὑποβάλω σήμερον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κατέθηκε πληροφορίας, ζητηθείσας ὑπ’ ἐμοῦ κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὅλαι αἱ ζητηθεῖσαι, διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν ἐπαρκεῖ ἡ ὑπηρεσία. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἱ ὑπ’ ἐμοῦ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι εἶναι σπουδαιόταται, διότι ἐκ τούτων θέλει καταδειχθῆ, ὅτι πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν κατηγγέλθησαν ἐπὶ δειλίᾳ καὶ δι’ ἄλλας πράξεις κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἐν τούτοις εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι προήχθησαν, ἐνῷ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης — δὲν ἐνθυμοῦμαι ποία ἦτο — εἶχε τὸ καθῆκον ἄλλως νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης. Ἐκτὸς δὲ τοῦ ἀτόπου τούτου, ἕνεκα τῶν προβιβασμῶν αὐτῶν ἐπηκολούθησε καὶ τὸ ἕτερον κακόν, περὶ τοῦ ὁποίου ἀνέφερα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 8ης τρέχοντος μηνός, ὅτι δηλαδὴ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀμοιβῆς τῶν ἀνδραγαθησάντων ὑπαξιωματικῶν, αἱ ἐκθέσεις ὅλων αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν, ἐνῷ ἄλλως δὲν ἤθελον ληφθῆ αὗται ὑπ’ ὄψιν, καὶ θὰ ἦτο εὐχερέστερον τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διορισθείσης πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ οὕτως ἤθελε δοθῆ δικαία ἀμοιβὴ εἰς αὐτούς. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι πιστεύω, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καθὼς καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι λίαν προσεχῶς θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, καὶ τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἀναπτύξω τὰς γνώμας μου καὶ ἐκθέσω σαφέστερον τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν εἰρημένων πληροφοριῶν.
§22Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ ὑπέβαλον πλείστας πληροφορίας ἐπὶ ἐπερωτήσεων, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι πιθανὸν νὰ μὴ ἀντελήφθην τὸν σκοπὸν τῶν τοιούτων αἰτήσεων πληροφοριῶν· ἀλλ’ αὐτὸ ἀφορᾷ τοὺς ὑποβαλόντας τὰς ἐπερωτήσεις, ὄχι ἐμέ. Ἐγὼ ἔσπευσα νὰ ὑποβάλω τὰς πληροφορίας, καὶ βεβαίως δὲν θέλω λείψει νὰ ὑποβάλω καὶ αὐτὰς, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ ἐκ Γυθείου ἀξιότιμος συνάδελφος συμπληρωτικῶς.
§23Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐὰν ἐνόησα καλῶς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Πετροπουλάκην, νομίζω ὅτι εἶπεν, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον προήχθησαν ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι κατηγγέλθησαν ἐπὶ δειλίᾳ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Πετροπουλάκης τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ὠθεῖ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤμην ἐγὼ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§24Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω. Ἐγὼ γενικῶς ἐζήτησα πληροφορίας.
§25Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγὼ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δρᾶσιν τὴν ἰδικήν μου τότε, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ δώσω τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Πραγματικῶς κατόπιν τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου ἔλαβον χώραν προβιβασμοὶ, καὶ μάλιστα ἀρκετοὶ, τοὺς ὁποίους προεκάλεσα ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· ἀλλ’ οἱ προβιβασμοὶ ἐκεῖνοι ἔλαβον χώραν ὡς ἑξῆς. Ἐν πρώτοις, καθὼς καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου εἶπον, ἐσυστήθη μία ἐξελεγκτικὴ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἀπηρτίζετο ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, καὶ δὴ ἀπὸ ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν κηλῖδα ἔφερον ἐκ τοῦ πολέμου...
§26Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κηλῖδα αἵματος;
§27Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κηλῖδα δράσεως. Ἡ ἐξελεγκτικὴ αὕτη ἐπιτροπὴ ἔκαμε τὰς προτάσεις της περὶ ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς Κρήτης. Κατόπιν, ἀφοῦ ἐξηλέγχθησαν αἱ ἐκθέσεις καὶ αἱ προτάσεις τῆς εἰρημένης ἐπιτροπῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐσυστήθησαν τὰ διάφορα Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, καὶ εἰς αὐτὰ παρεπέμφθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῶσι συνεπείᾳ προτάσεων τῆς ἐν λόγῳ ἐπιτροπῆς. Τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια ἐξέδωκαν τὰς ἀποφάσεις των, καὶ αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν ἐφηρμόσθησαν· καὶ ἄλλοι μὲν ἐτέθησαν εἰς ἀργίαν, ἄλλοι δ’ εἰς ἀπόταξιν κλπ. Κατόπιν ὅμως, ἕνεκα τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν εἰς τὸ στράτευμα, ἡ ὑπηρεσία εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ τὰς κενὰς θέσεις, καὶ ἠναγκάσθην νὰ κάμω προβιβασμούς. Ἠξεύρετε δὲ, ὅτι οἱ προβιβασμοὶ δὲν γίνονται κατὰ τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ στηρίζονται ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν, τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύναται νὰ παρίδῃ, διότι, ἐὰν τὸν παρίδῃ, ἐγκληματεῖ, καὶ ὑπόκειται καὶ εἰς ἀποζημιώσεις. Λοιπὸν, ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι κατηγγέλθησαν λ. χ. ἐπὶ δειλίᾳ, ἠθωώθησαν ἀπὸ τὰ Στρατοδικεῖα, ἢ ἀπὸ τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, εἰς τὰ ὁποῖα παρεπέμφθησαν, οὐδὲν δικαίωμα εἶχε πλέον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τοὺς διαγράψῃ ἐκ τοῦ πίνακος τῶν προβιβασμῶν, καὶ ἰδίως, ἀφοῦ κατόπιν ὅλων αὐτῶν ἐνηργήθη καὶ ἐπιθεώρησις ἀπὸ τοὺς τρεῖς διοικητὰς τῶν Μεραρχιῶν, καὶ συνεπείᾳ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐπιθεωρήσεων τούτων ἐγένετο καὶ ἐκυρώθη ὁ πίναξ οὗτος τῶν προβιβασμῶν. Ἑπομένως, ἐὰν τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ εὑρέθησαν ἐν τῷ πίνακι τῶν προβιβασμῶν, ὁ Ὑπουργὸς οὐδὲν δικαίωμα εἶχε νὰ μὴ συμπεριλάβῃ αὐτοὺς εἰς τοὺς προβιβασμοὺς, διότι ἐὰν δὲν τοὺς συμπεριελάμβανε, τότε ἤθελε παρανομήσει.
§28ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Διότι ἐγένοντο προβιβασμοί. Ἐὰν δὲν ἐγίνοντο;
§29Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μάλιστα, διότι ἐγένοντο προβιβασμοὶ, καθότι, ὡς σᾶς εἶπον, οἱ προβιβασμοὶ προεκλήθησαν ἐκ τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα ἐδημιουργήθησαν εἰς τὸ στράτευμα.
§30Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. στρατηγὸς νὰ εἴπω, ὅτι ἐγὼ, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ, δὲν θὰ προέβαινον εἰς προβιβασμοὺς, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸ δεδομένον αὐτὸ, ὅτι ἠθωώθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια καὶ ἀπὸ τὰ Στρατοδικεῖα. Καὶ ἰδοὺ διατί...
§31Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§32Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§33Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ τοὺς προβιβασμοὺς, διότι ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία εἶχεν ἀνάγκην αὐτῶν, εἶχεν ἀνάγκην βαθμοφόρων διὰ τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, διὰ τὰ Στρατοδικεῖα, ὅπου διὰ τὴν σύστασιν αὐτῶν οἱ βαθμοφόροι πρέπει νὰ ἦναι ὡρισμένοι. Λόγου χάριν, ἵνα παραπεμφθῇ εἷς συνταγματάρχης εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, πρέπει νὰ ἔχητε καὶ στρατηγοὺς, οἱ ὁποῖοι νὰ τὸν κρίνωσιν, ἢ διὰ νὰ δικασθῇ εἷς ὑποστράτηγος ἢ συνταγματάρχης, πρέπει νὰ ἔχητε διαθεσίμους στρατηγοὺς, ἵνα σχηματίσητε τὰ Στρατοδικεῖα. Ὥστε ἐκ τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, ὡς σᾶς εἶπον, ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ πληρώσῃ καὶ νὰ πληροῖ ἑκάστοτε τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται.
§34Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μετὰ τὸν πόλεμον τὸν ἀτυχῆ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία σχεδὸν εἶχε παραλύσει, καὶ ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀναδιοργανώσεως, ἑπομένως δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ συμπληρωθῶσι τὰ κενὰ δι’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλομεν κάμει νέον πόλεμον, θὰ τὸ ἔκοβαν λάσπη, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον.
§35Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τότε δὲν ἔπρεπε νὰ γείνωσι προβιβασμοί.
§36Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ γείνωσι· διότι ἔπρεπε πρῶτον νὰ καθαρισθῇ τὸ στράτευμα. Περὶ τούτου δὲ, ὅταν ἔλθῃ ἐπὶ τάπητος τὸ ζήτημα τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, θὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, καὶ θ’ ἀναπτύξω τὴν ἰδέαν μου. Καὶ πρέπει νὰ λεχθῶσιν ἐνταῦθα πολλὰ, ἵνα μὴ ὑποστῶμεν καὶ δευτέραν φορὰν τὸ πάθημα.
§37Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Νομίζετε ὅτι παρενόμησα; Ἐγὼ εἰργάσθην ἐντὸς τοῦ νόμου.
§38Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι παρενομήσατε, ἀλλ’ ἐγὼ, ἐὰν ἤμην Ὑπουργὸς, προκειμένου νὰ πράξω ἓν κακὸν ἠθικὸν διὰ τὸ μέλλον, ἤθελον προτιμήσει νὰ μὴ προβιβάσω.
§39Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μεταξὺ τῶν ζητησάντων ἔγγραφα ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶμαι καὶ ἐγώ. Εὐχαριστῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ ὅσας ἐζήτησα πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι σήμερον, ἀλλ’ ὅταν ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐγὼ ἐζήτησα πληροφορίας, πόσοι συνταγματάρχαι μετέσχον τοῦ πολέμου, πόσοι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ μόνῳ συντάγματι τοῦ Μηχανικοῦ, πόσοι ὑπηρετοῦσι σήμερον καὶ πόσοι προεβιβάσθησαν ἐκ τούτων. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, θ’ ἀποδειχθῇ, ἂν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐλπίδα ὀργανώσεως στρατοῦ εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔλαβον τὸν λόγον, ὀφείλω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Παρετήρησα εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεστρατεύθησαν μετὰ τὸν πόλεμον, εἴτε δυνάμει αἰτήσεως αὐτῶν, εἴτε δι’ ἀποφάσεως τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, προσέφυγον εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ τὰ Δικαστήρια, ὡς μὴ ὤφελεν, ἐδικαίωσαν αὐτούς...
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί ὡς μὴ ὤφελε;
§41Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μάλιστα. Λέγω «ὡς μὴ ὤφελε», διότι δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπῆρξεν ἔλλειψις τυπικὴ, καὶ ἐδικαίωσαν αὐτοὺς τὰ Δικαστήρια διὰ τοῦτο· ἐγὼ ὅμως ἀπορῶ, διατὶ κατὰ τὴν συγκρότησιν τῶν Συμβουλίων νὰ μὴ τηρηθῶσιν ὅλοι οἱ τύποι· διότι ἐκ τῆς μὴ τηρήσεως τῶν τύπων τὸ Δημόσιον σήμερον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ πληρώσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς μὲ τὸν βαθμὸν καὶ μὲ τὸν μισθόν, τὸν ὁποῖον ἤθελον λαμβάνει, ἂν δὲν ἀπεστρατεύοντο. Βλέπετε εἰς ποῖον ἄτοπον περιήλθομεν, διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰ κενὰ, τὰ ἐκ τοῦ πολέμου δημιουργηθέντα. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ ἓν μέτρον. Βεβαίως ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνεξάρτητος, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκονται εἰς καλὴν κατάστασιν, ἔπρεπε νὰ μὴ τηρήσῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία τόσον αὐστηρῶς τοὺς τύπους (Θόρυβος).
§42Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Θ’ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων ἀκριβῶς εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ συναδέλφου κ. Μοσχούλα. Ὡς σᾶς εἶπον, τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον τότε ἐσύστησε τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, ἵνα ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τῶν προτάσεων τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς. Τότε τινὲς τῶν ἀξιωματικῶν, φοβηθέντες τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, ἦλθον καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ τοὺς ἀποστρατεύσω. Ἐγὼ ἐγνώριζον, ὅτι ὑφίστατο ἔτι ἡ ἐπιστράτευσις εἰκονικῶς· διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ πραγματικὴ τοιαύτη ἀφοῦ ὑπεγράφη ἡ εἰρήνη, καὶ ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἤρχισεν ἤδη νὰ ἐκκενώνῃ τὴν καταληφθεῖσαν Θεσσαλίαν. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις ὑπῆρχεν εἰκονικῶς, ἵνα διατηρῆται τὸ δικαιοστάσιον εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἤπειρον καὶ μὴ καταδιώκωνται οἱ ὀφειλέται κλπ. Τότε λοιπὸν, ἐπειδὴ ἐγνώριζον, ὅτι δὲν εἶχον ἐκ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστρατεύσω τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν τὴν ἀποστράτευσίν των, ἔφερα τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τοῦ ὁποίου Πρόεδρος ἐτύγχανεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς κ. Ζαΐμης, καὶ εἶπον εἰς αὐτό, ὅτι πολλοὶ ἀξιωματικοὶ ζητοῦσι τὴν ἀποστράτευσίν των, ἀλλ’ ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ δώσω ταύτην, διότι ἀκόμη ὑφίστατο ἡ ἐπιστράτευσις, ἔστω καὶ εἰκονικῶς. Τότε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μὲ ἐξουσιοδότησε νὰ τοὺς ἀποστρατεύσω, καίτοι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον· ἐν τούτοις ἐγὼ δὲν ἤθελον ν’ ἀναλάβω τοιαύτην εὐθύνην, πρὶν συνταχθῇ Πρακτικὸν, ὥστε ὅλοι οἱ συνάδελφοι νὰ συμμετάσχωσι τῆς εὐθύνης. Ἀφοῦ ὅμως ὑπεγράφη τὸ Πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸ ἐδημοσίευσα εἰς ὅλον τὸν στρατὸν δι’ ἐγκυκλίου, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλεγον, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μὲ ἐξουσιοδότησε νὰ ἀποστρατεύσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ζητήσει τὴν ἀποστράτευσίν των, τότε πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν ὑπέβαλον ἀναφορὰς, παρακαλοῦντες νὰ τοὺς ἀποστρατεύσω. Ἐγὼ δὲ ἐδέχθην τοῦτο, τῇ συγκαταθέσει πάντοτε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Οἱ ἀξιωματικοὶ ὅμως ἐκεῖνοι, ἀτίμως φερόμενοι, ἤγειραν κατόπιν ἀγωγὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου, δηλαδὴ ἐξηπάτησαν τὴν Κυβέρνησιν· διότι ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἐγνώριζε τὴν τοιαύτην πρόθεσιν αὐτῶν, βεβαίως δὲν ἤθελε τοὺς ἀποστρατεύσει, καίτοι αὐτοὶ ἐζήτησαν τὴν ἀποστρατείαν των δι’ αἰτήσεως αὐτῶν.
§43Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα συνεπείᾳ τῶν ὑποβληθέντων στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, τότε θὰ μετάσχωμεν τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐννοηθῶσιν ὅλα τὰ τρωτὰ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Γυθείου καὶ Ὀλυμπίας, εἶναι ἀνάγκη νὰ κατατεθῶσι τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, ὅτε θὰ ἐργασθῶμεν καὶ νομοθετικῶς καὶ ἐλεγκτικῶς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς εὐθύνης τῶν ἀξιωματικῶν πλειστάκις ἐγένετο θέμα συζητήσεως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς, καὶ γενικὴ φωνὴ ἠκούσθη τότε ἐκ τοῦ Ἐθνικοῦ Κοινοβουλίου, φωνὴ πόνου ὡς ἐκ τῆς πολιτείας τῆς ποινικῆς στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης. Διότι ἐγνώσθη ἐκ τῆς ἐξελιχθείσης στρατιωτικῆς ἱστορίας, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς κατὰ τὴν δρᾶσίν του εἶχε δύο ἐχθρούς· τὸν ἐχθρόν, τὸν ὁποῖον ἀντεμετώπιζε καὶ καθ’ οὗ ἐμάχετο, καὶ τὸν ἐσωτερικὸν ἐχθρόν, τὸν στρατιώτην ἢ τὸν ἀξιωματικόν, τὸν μὴ παρέχοντα τὴν βοήθειαν, τὸν μὴ παρέχοντα τὰ ἐφόδια, ἢ τὸν ἐγκαταλιπόντα τὸν στρατόν. Καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου ἓν ζήτημα ἀπησχόλησε, νὰ ζητήσῃ εὐθύνας. Ἠξίωσε νὰ καθαρισθῇ ὁ στρατὸς ἀπὸ τὸν ἐσμὸν τῶν φυγάδων. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ λειτουργήσῃ ἡ ποινικὴ Δικαιοσύνη, εἰς ἣν ἀνῆκον ἐγκληματίαι ἀξιωματικοὶ καὶ πληθὺς φυγάδων. Ἀλλὰ πολλοὶ τούτων, ἀντὶ νὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν ποινικὴν Δικαιοσύνην, ἔσπευσαν νὰ ὑποβάλωσιν αἰτήσεις περὶ ἀποστρατεύσεως, καθ’ ὃν τρόπον ἐχαρακτήρισεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἀλλὰ τί ἔπαθον οἱ ὑπαχθέντες εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης; Εἶναι γνωστὸν ἐκ τῆς στατιστικῆς τῶν ἀποφάσεών της, ὅτι ἐξῆλθόν τινες ἐκ τῶν Στρατοδικείων μὴ φέροντες μὲν τὴν ποινὴν τῶν δεσμῶν, φέροντες ὅμως τὸ στίγμα, ὅτι δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς ποινήν, διότι ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς περιελθόντες εἰς πλήρη σύγχυσιν· ἀξιωματικός, εἰς ὃν ἀπεδόθη ἡ εὐθύνη τοῦ πανικοῦ καὶ τῆς φυγῆς τῆς Λαρίσης, ἐκηρύχθη ἔνοχος, ἀλλ’ ἀπηλλάγη τῆς ποινῆς λόγῳ τοῦ ὅτι περιῆλθεν εἰς σύγχυσιν ἕνεκα πανικοῦ! Ἕτερος ἀξιωματικός, ὅτε ἐδικάζετο, προσήγαγε πιστοποιητικὸν ἰατροῦ, βεβαιοῦν ὅτι αὐτός, καθ’ ἣν ὥραν ἐβάδιζεν ὁ λόχος κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, ὑπέστη πάθησιν παράδοξον, κοιλιακήν! Ἀλλ’ ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὀλυμπίας καὶ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀπεκάλυψαν ἄλλην κατάστασιν, ἥτις δέον διὰ νομοθετικῆς πράξεως νὰ θεραπευθῇ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὀλυμπίας παρέσχεν εἰς ἡμᾶς εἰκόνα οὐχὶ ἐποικοδομητικὴν διὰ τὸ ἔργον τῆς στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης· εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες δι’ ἀποφάσεων τῆς στρατιωτικῆς διαδικασίας ἐτάχθησαν εἰς ἀπόταξιν, προσέφυγον εἰς τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια, καὶ ἔτυχον δικαιοσύνης, διότι εὑρέθησαν παρατυπίαι τινὲς εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς διαδικασίας. Ἡ προσκόμισις τῶν ἀποφάσεων τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων δι’ ἀξιωματικοὺς ἀποταχθέντας ἢ ἀποστρατευθέντας συνεπείᾳ τυπικῶν παραλείψεων, ἃς διέπραξαν τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια ἢ τὰ Δικαστήρια τὰ στρατιωτικά, θέλει ἀποδείξει, ὅτι ἑκατοντάδες ἐδικαιώθησαν οὕτως ὑπὸ τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων· καὶ δὲν ἀνέλαβον μὲν τὸν βαθμόν, ἀνέλαβον ὅμως τὸν μισθόν.
§44Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αἱ ἀποφάσεις αὗται ἀναφέρονται εἰς τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§45Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἀντὶ τῶν συζητήσεων τούτων πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν θεραπείαν διὰ νομοθετικοῦ μέτρου, ἵνα μὴ ἡ ἱστορία αὕτη διαιωνίζηται καὶ ἐπαναλαμβάνηται εἰς βάρος τῆς τιμῆς τοῦ στρατεύματος καὶ εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου.
§46Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀφοῦ τὸ ζήτημα ἀνεκινήθη ἐν τῇ Βουλῇ, νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ λάβῃ νομοθετικὴν πρόνοιαν ἡ Βουλὴ περὶ αὐτοῦ· διότι, ἐὰν εὑρέθη σήμερον τὸ Δημόσιον εἰς τοιαύτην δυσχερῆ θέσιν, ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῇ καὶ αὔριον· νομίζω δέ, ὅτι τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς πλημμελείας τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος· διότι, ἐπειδὴ ἴσχυεν ἡ ἐπιστράτευσις, δὲν ἐδικαιοῦντο οἱ ἀποταχθέντες νὰ λάβωσι τὴν ἀποστρατείαν των, καὶ διὰ τοῦτο προσέφυγον εἰς τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια καὶ ἐδικαιώθησαν παρ’ αὐτῶν. Τὰ ἔθνη, βεβαίως πολλάκις ἐκ λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των ἀναγκάζονται νὰ ἔρχωνται εἰς πόλεμον, καὶ ἴσως εὑρεθῶμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην. Διὰ τοῦτο τὸ μέρος αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἡ περίστασις ἀπεκάλυψε, πρέπει νὰ τὸ θεραπεύσωμεν. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ὅτι ἴσως πολλοὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ φόβου, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς στρατηγὸς κ. Σμολένσκης, ἐζήτησαν τὴν ἀποστρατείαν των, τοῦτο εἶναι ἀρκετὸν νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ταχέως πρέπει νὰ λάβωμεν τὴν πρόνοιαν ταύτην.
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναμιμνήσκομαι παροιμίας τοῦ λαοῦ, ὅτι τὰ δυστυχήματα πρέπει νὰ γίνωνται μαθήματα. Τὰς παρατηρήσεις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ὀλυμπίας εὑρίσκω ὀρθάς. Βεβαίως ἡ περίοδος ἐκείνη ἦτο περίοδος δυστυχής· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς περιόδου ἐκείνης μέχρι τοῦδε παρῆλθον 6 ἢ 7 ἔτη· νὰ προσερχώμεθα δὲ σήμερον καὶ ν’ ἀναξέωμεν πληγὰς, ἕνεκα τῶν ὁποίων οὐχὶ μόνον ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς, ἀλλ’ ἴσως ὁ Ἑλληνισμὸς ὅλος ἠσθάνθη ἀλγηδόνας καὶ ὀδύνας, νομίζω, ὅτι εἴμεθα ἐν οὐ δέοντι· φρονῶ μάλιστα, ὅτι πρέπει ν’ ἀπόσχωμεν τοιαύτης συζητήσεως, τοιαύτης τακτικῆς. Ἐνῷ ηὐχόμην ὅμως νὰ μὴ ἐγίνοντο αἱ ἀποκαλύψεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο σήμερον, ἀναγνωρίζω, ὅτι πρέπει τὰ παθήματα νὰ γείνωσι μαθήματα, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι τὰ τῆς συγκροτήσεως τῶν πειθαρχικῶν καὶ ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, ὅπως κανονισθῶσι τὰ τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν πληρέστερον, καὶ ἀποφεύγωμεν τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα γίνονται νῦν εἰς τὸν δημόσιον θησαυρόν· ὅτι πρέπει τὰ Στρατοδικεῖα νὰ φροντίζωσι νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των, ἵνα μὴ ἐκ τῆς πλημμελοῦς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων των ἐπέρχωνται τοιαῦται εἰς τὸ Δημόσιον ζημίαι· ὅτι πρέπει νὰ προνοήσωμεν νὰ ἀνανεώσωμεν τὸν ὀργανισμὸν αὐτῶν, πρέπει δὲ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐργασίας ταύτης. Οὕτω δὲ πρέπει νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν κενῶν, εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, κλείοντες τὸ βιβλίον τῆς Ἱστορίας, ἥτις, ὁσάκις στρέφωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς αὐτὴν, πληροῖ τὰς ψυχὰς ἡμῶν θλίψεως καὶ ὀδύνης.
§48Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Τὰ ἀνακοινωθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περιάγουσι τοὺς ἀκούσαντας εἰς σχετικήν τινα ἀπορίαν. Ἐὰν ἦναι ἀκριβές, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ἀξιωματικοὶ ἤγειραν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀγωγὰς, οἵτινες εἶχον ὑποβάλει αἰτήσεις ἀποστρατεύσεως, γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, ποία εἶναι ἡ τύχη αὐτῶν τῶν αἰτήσεων; Ὑπάρχουν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου αἱ αἰτήσεις αὗται; καὶ ἂν ὑπάρχουν, ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς πολιτικῆς Δικαιοσύνης;
§49ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχουσι καὶ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν.
§50Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Παρουσιάσθησαν κατὰ τὴν ὑποστήριξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου αὗται αἱ αἰτήσεις;
§51Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ναὶ, παρουσιάσθησαν ἀλλὰ τοιαύτη ἔννοια ἐδόθη εἰς τὸν νόμον.
§52Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς προβιβασμοὺς, οὓς ἐνήργησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Σμολένσκης κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν διετέλεσεν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νομίζω, ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ πράξῃ τοῦτο· διότι, στηριζόμενος εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, οὐδένα ἠδύνατο νὰ παραλείψῃ ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν προταθέντων πρὸς προβιβασμόν. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε παραλείψει νὰ προβιβάσῃ ἀξιωματικόν τινα ἐκ τῶν κριθέντων ἱκανῶν πρὸς προβιβασμὸν, βεβαίως θὰ ἔμενε τότε εἰς τὸν βαθμόν του ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, ἀλλὰ θὰ κατέφευγεν εἰς τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια, καὶ ἤθελεν ἐπανέλθει σήμερον μὲ τὸν βαθμόν, τὸν ὁποῖον ἤθελεν ἀρνηθῆ εἰς αὐτὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· διότι, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς θελήσῃ νὰ μὴ προβιβάσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες διελθόντες δι’ Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων ἢ στρατιωτικῶν Δικαστηρίων ἀπηλλάγησαν, ὀφείλει νὰ μὴ προβιβάσῃ καὶ τοὺς κατὰ σειρὰν ἐρχομένους κατόπιν τούτων, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἀδικία μεγάλη διὰ τοὺς τελευταίους τούτους. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν προβιβασθέντων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες μετὰ τὸν πόλεμον ἐζήτησαν μόνοι των δι’ αἰτήσεως αὐτῶν τὴν ἀποστράτευσίν των, ἢ παραπεμφθέντες εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον ἀπεστρατεύθησαν. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι κατέφυγον εἰς τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα, εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς, ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ οὕτω δι’ ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων διετάχθη ἡ ἐπαναφορὰ αὐτῶν εἰς τὸ στράτευμα καὶ ἡ πληρωμὴ τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν. Ἔκτοτε οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ, χωρὶς νὰ προσφέρωσιν οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ στράτευμα, μισθοδοτοῦνται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὡς ἂν ἦσαν ἀξιωματικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ. Τοῦτο εἶναι πολὺ σοβαρὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν· διότι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἤτοι νὰ ἔχωμεν ἀξιωματικούς, ἀνωτέρους καὶ κατωτέρους, ἀπομακρυνθέντας τοῦ στρατεύματος καὶ λαμβάνοντας τὸν μισθὸν τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ. Πρέπει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὸ ἑξῆς μέτρον περὶ αὐτῶν· νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτοὺς εἰς τὸ στράτευμα, ἵνα καταλάβωσι τὰς θέσεις των, ἃς ἤδη κατέχουσι νεώτεροι ἀξιωματικοί, καὶ μετὰ ταῦτα ν’ ἀποπέμψῃ αὐτούς, ἐὰν δὲν πρέπῃ νὰ παραμένωσιν εἰς τὸ στράτευμα. Ἔχομεν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι μισθοδοτοῦνται, ἔχομεν καὶ ἑτέρους ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι προβιβάζονται εἰς τὰς θέσεις ἐκείνων.
§53Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατὶ δὲν τίθενται εἰς ἀργίαν;
§54Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν τίθενται εἰς ἀργίαν, διότι ἔχουσι συμπληρώσει τὸ πρὸς ἀποστρατείαν δικαίωμα· ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία δύναται νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτοὺς εἰς τὸ στράτευμα, καὶ συγχρόνως νὰ παραπέμψῃ αὐτοὺς εἰς νέαν ἐπιθεώρησιν, καὶ συνεπείᾳ ἐκθέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ νὰ ἀποπέμψῃ αὐτοὺς ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Γνωρίζω σήμερον ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι λυποῦνται, διότι ἐδικαιώθησαν τόσον ταχέως ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων· αὐτοὶ ἐπροτίμων νὰ παρέλθωσι 3 ἢ 4 ἔτη, ἵνα ἐπανέλθωσιν ἀργότερον εἰς τὸ στράτευμα μὲ δύο ἐπὶ πλέον βαθμούς, δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως! Τί ἔχουν νὰ χάσουν; Ἐξακολουθοῦν παραμένοντες εἰς τὰς οἰκίας των, διασκεδάζοντες καὶ ἐκτελοῦντες πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν, καὶ πληρώνονται μὲ τὸν μισθὸν τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ! Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρακαλέσω αὐτὸν, νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἔρχεται εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ παύσωσιν οὕτω καὶ αἱ ἐπερωτήσεις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Ἂς λάβῃ δὲ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μισθοδοτῶνται ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἀπεπέμφθησαν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν προσφέρουσιν εἰς τὸ στράτευμα.
§55Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολλοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι;
§56Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. 25 ἕως 30.
§57Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. 150!
§58Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὁσοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι.
§59Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ὀνόματα αὐτῶν δὲν δημοσιεύονται;
§60ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἀναγράφονται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.
§61Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τὰ ὀνόματα τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ πληρώνονται αὐτοὶ κατ’ ἔτος, πληρώνονται δὲ οἱ πλεῖστοι παρὰ τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον ἡ παροῦσα, ἀλλὰ καὶ ἡ προκάτοχος.
§62Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ μάθῃ τὸ ἔθνος, ποῖοι εἶναι αὐτοί.
§63Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ, βλέπετε, τοὺς καθιστῶ γνωστοὺς εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους.
§64Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἀπεδείχθη ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ περὶ ἐφεδρείας χωλαίνει εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ, εἰς τὸ ζήτημα δηλαδὴ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ χορηγῇ τὴν ἀποστρατείαν εἰς πάντα ἀξιωματικὸν αἰτοῦντα τοιαύτην, εἴτε ἐν ὥρᾳ πολέμου, εἴτε ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὡς ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως ταύτης θὰ ἦτο, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ φέρῃ τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου τούτου, τροποποίησιν τοιαύτην, ὥστε τὸ μὲν ἄτομον νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὑποχρεωτικῶς ἐν εἰρήνῃ νὰ ζητῇ τὴν ἀποστράτευσίν του, ἐν πολέμῳ ὅμως καὶ ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως νὰ δύναται νὰ τὴν ζητῇ, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως· ἐὰν δηλαδὴ κρίνῃ, ὅτι πρέπει νὰ τῷ δώσῃ τὴν ἀποστρατείαν του, νὰ τὴν δίδῃ· διότι, ἐὰν εὑρεθῇ ἀξιωματικὸς τόσον ἀφιλότιμος, ὥστε νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποστράτευσίν του ἐν ὥρᾳ πολέμου, ἢ ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας, ὁ τοιοῦτος ἀξιωματικὸς δὲν πρέπει νὰ μένῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, δὲν ἔχει δὲ καὶ τὸ στράτευμα νὰ ζημιωθῇ τίποτε, διότι, ἂν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἀποστρατευθῇ καὶ ἦναι ἀκόμη ἐντὸς τῆς ἡλικίας ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπ’ αὐτοῦ, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας, δύναται ὑποχρεωτικῶς νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν στρατόν. Ὥστε ἡ μὲν Πολιτεία δὲν ἔχει νὰ στερηθῇ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ τοιούτου ἀξιωματικοῦ, δύναται ὅμως ἡ Πολιτεία, ἀξιωματικούς, οἵτινες εἶχον τὴν ἀφιλοτιμίαν νὰ ζητήσωσι τὴν ἀποστράτευσίν των ἐν καιρῷ πολέμου, δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τοὺς ἀποστρατεύῃ· διότι σήμερον μὲ τὸν ὑπάρχοντα νόμον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, καὶ ἐκ τοῦ μὴ ἔχειν τοιοῦτον δικαίωμα ἐπήγασαν τὰ ἄτοπα.
§65Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν προτίθεμαι βεβαίως νὰ ἀναδιφήσω τὰς σελίδας τῆς ἱστορίας τοῦ τελευταίου πολέμου, καὶ νὰ ἐγείρω λυπηρὰς ἀναμνήσεις· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον εἰς τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τῇ αἰτήσει των ἐτέθησαν εἰς ἀποστρατείαν, καὶ κατόπιν ἤγειραν ἀγωγὴν καὶ ἐπανῆλθον εἰς ἐνέργειαν, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν λαμβάνουσι τὸν μισθὸν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εἰς ἑκάστην προαγωγὴν ἀξιωματικῶν ἐγείρουσιν ἀγωγὴν καὶ λαμβάνουσι μισθὸν ἀνωτέρου βαθμοῦ.
§66Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοδικαίως, ἄνευ ἀγωγῆς.
§67Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι εἶναι τερατῶδες· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν 100 καὶ πλέον ἀξιωματικοί, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἀναγράφονται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, νὰ ἐξακολουθῶσιν ἀκόμη λαμβάνοντες μισθὸν ἀξιωματικοῦ ἐν ἐνεργείᾳ, νὰ προάγωνται καὶ νὰ λαμβάνωσι μισθὸν ἀνώτερον, ἐνῷ οὐδεμίαν παρέχουσιν ὑπηρεσίαν, καὶ κυρίως ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν εἰς ἀποστρατείαν εἴτε λόγῳ κακῆς συγκροτήσεως τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων εἴτε τῇ ἰδίᾳ αὑτῶν αἰτήσει. Δὲν θέλω νά χαρακτηρίσω αὐτοὺς καθ’ ὃν τρόπον τοὺς ἐχαρακτήρισεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ στρατηγὸς κύριος Κ. Σμολένσκης. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν κωλύεται νὰ συνιστᾷ νέα Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, καὶ νὰ παραπέμπῃ εἰς αὐτὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους ἐπὶ ἀπάτῃ, ὅπως τεθῶσιν εἰς ἀποστρατείαν, καὶ οὕτω πως ἀπαλλαγῇ τὸ Δημόσιον τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται, καὶ ἡ ὁποία νομίζω ὅτι ὑπερβαίνει τὸ ἥμισυ ἑκατομμύριον δραχμῶν. Τοῦτο, Κύριοι, καὶ ἄλλοτε συζητῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔψεξα, ἀλλ’ οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη ἔκτοτε. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νομίζῃ ὅτι κωλύεται ὑπὸ τοῦ νόμου, ἂς εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅπως δοθῇ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ καταρτίσῃ νέα Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, εἰς ἃ νὰ παραπέμψῃ αὐτοὺς ἐπὶ ἀπάτῃ, καὶ ν’ ἀποστρατεύσῃ αὐτοὺς, ὅπως λείψῃ αὐτὴ ἡ δαπάνη, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ὄνειδος ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμόν.
§68Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτοὶ, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε, πρέπει νὰ ἀνακληθῶσι πρῶτον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ κατόπιν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὡς πρὸς αὐτοὺς τὸ μέτρον, ὅπερ συνιστᾶτε. Ἀλλὰ τοῦτο εὐχερῶς δὲν ἐπιτυγχάνεται, διὰ λόγους, οὓς ἄλλοτε θὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλήν.
§69ΕΛΕΥΘ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Οἱ ἀποστρατευθέντες ἀξιωματικοὶ μετὰ τὸν πόλεμον καὶ ἐν καταστάσει ἐπιστρατείας εὑρισκομένου τοῦ στρατοῦ, ἐγνώριζον, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ περὶ ἀποστρατείας τῶν ἀξιωματικῶν νόμου ἀπηγόρευε νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἀποστρατεία. Εἴτε ἐν γνώσει, ὅτι θὰ λάβωσι τὴν ἀποστρατείαν, ἀφοῦ ἔκαμε τὸ Πρακτικὸν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἴτε ἄλλως πως ἐζήτησαν τὴν ἀποστρατείαν, κακῶς τοῖς ἐδόθη. Ἐνῷ τὸ ἐγνώριζον αὐτὸ, προσέφυγον κατόπιν εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ ἐκέρδησαν τὴν ἀπαίτησίν των. Τί ὤφειλε μετὰ ταῦτα νὰ κάμῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν; νὰ τοὺς ἀνακαλέσῃ ἀμέσως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα τοὺς παραπέμψῃ ἐκ νέου εἰς Ἀνακριτικὰ Συμβούλια διὰ τὴν ἀπάτην, διὰ τὴν διαγωγήν των.
§70Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐπὶ ἀνικανότητι.
§71ΕΛΕΥΘ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐπὶ ἀνικανότητι ὅπως θέλετε. Καὶ ἀμέσως νὰ τοὺς θέσῃ εἰς ἀποστρατείαν. Ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη νὰ γείνῃ· πρῶτον ὅτι πρέπει διὰ νόμου νὰ καταβιβασθῶσιν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ των, καὶ νὰ ἔλθωσιν εἰς τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχον πρὶν ἀποστρατευθῶσι, διότι ὁ νόμος δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀξιωματικὸν νὰ ζητήσῃ ἀνώτερον βαθμὸν, λόγῳ ὅτι ἔχει δεκαετῆ ὑπηρεσίαν. Οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ, ἀπὸ τοῦ ταγματάρχου καὶ ἄνω, προβιβάζονται κατ’ ἐκλογήν. Ἐγνώριζον αὐτοὶ, ἂν θὰ ἐπροβιβάζοντο κατ’ ἐκλογήν; Λοιπὸν πρέπει πρῶτον νὰ καταβιβασθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχον πρὶν ἀποστρατευθῶσι, καὶ δεύτερον νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, καὶ οὐχὶ κατ’ ἔτος νὰ λαμβάνωσιν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον μεγάλα ποσὰ διὰ μισθούς. Τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ, νομίζω, ταχέως.
§72Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ νὰ γείνῃ ἀμέσως.
§73Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ, εἰμὴ διὰ νόμου.
§74Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι συμβαίνει ἓν ἄτοπον. Αἰφνιδίως παρουσιάζονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἔχομεν προηγουμένως γνῶσιν, ἵνα παρασκευασθῶμεν καὶ συντελέσωμεν εἰς τὴν καλλιτέραν αὐτῶν διεξαγωγήν. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ σήμερον. Ἠκούσατε ἐπικρινόμενον τὸν νόμον περὶ ἀποστρατείας, ὡς ἀπαγορεύοντα τὴν ἀποστρατείαν ἐν περιπτώσει ἐπιστρατείας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ὀρθότατος. Ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται ν’ ἀπομακρύνηται ἀπὸ τὸ στράτευμα, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν περιμένει ἡ πατρὶς ἀπὸ τὸν ἀξιωματικὸν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Τί πταίει ὁ νόμος, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ τὸ τότε Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐνόμισαν, ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσιν ὑπεράνω τοῦ νόμου καὶ νὰ ἐπιτρέψωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἀπαγορεύει; Ἐντεῦθεν ἐπῆλθον ὅλα ταῦτα. Διατὶ λοιπὸν ἐπικρίνομεν τὸν νόμον, καὶ δὲν ἐπικρίνομεν τοὺς παραιτίους τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου; Νομίζω ὅτι οὕτως ἔχει ἡ ὑπόθεσις, καὶ δὲν πρέπει οὐδὲ τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια νὰ ἐπικρίνωμεν, λόγῳ ὅτι, ὡς μὴ ὤφελεν, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὀλυμπίας Βουλευτὴς, ἐδέχθησαν τὰς ἀγωγάς. Τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον. Κατὰ συνέπειαν, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συστηθῇ εἰς ὅλους τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μὴ προκαλῶσιν αἰφνιδίως συζητήσεις ἐπὶ σπουδαιοτάτων ζητημάτων, ἀλλὰ νὰ γίνεται προηγουμένως προσδιορισμὸς ἡμέρας συζητήσεως, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ διεξάγωνται αἱ συζητήσεις πολὺ ἐπιτυχῶς καὶ πολὺ ἐπωφελέστερον διὰ τὰ δημόσια συμφέροντα.
§75Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐλησμόνησε τὴν ἐγκληματικὴν χροιὰν, ἡ ὁποία περιβάλλει τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι ἐδῶ πρόκειται περὶ καθαροῦ ἐγκλήματος. Οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ, ὡς σᾶς προεῖπον, παρεκάλεσαν νὰ τεθῶσιν εἰς ἀποστρατείαν. Προηγήθη Πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐδημοσιεύθη ἐγκυκλίως εἰς ὅλον τὸ στράτευμα, κατόπιν δὲ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικοὶ δι’ αἰτήσεώς των πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον παρεκάλεσαν νὰ τεθῶσιν εἰς ἀποστρατείαν, καὶ ἀφοῦ ἔλαβον τὴν ἀποστρατείαν, ἀτίμως φερόμενοι, ὡς σᾶς εἶπον, ἐκίνησαν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου. Λοιπὸν λησμονεῖ ὁ κ. προλαλήσας τὴν ἐγκληματικὴν χροιὰν, ἡ ὁποία περιβάλλει αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσαν αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοί. Ἐδῶ εἶναι μία καθαρὰ ἀπάτη! Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν τοῦτο δι’ ἑνὸς νομοθετήματος· νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ εἰς ἐνέργειαν, καὶ κατόπιν νὰ τοὺς καταδιώξῃ ἐπὶ ἀπάτῃ, παραπέμπων αὐτοὺς εἴτε εἰς τὰ Στρατοδικεῖα εἴτε εἰς Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, διὰ νὰ λάβωσι τὴν ποινὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία τοῖς ἁρμόζει, καὶ νὰ ἐξέλθωσι τοῦ στρατεύματος, διότι κηλιδώνουσιν αὐτό.
§76Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ζητήσω νὰ ἐξετάσω, ἂν ὁ ἀτυχὴς πόλεμος τοῦ 1897, τὸν ὁποῖον εἴθε νὰ μὴ ἐπικαλώμεθα πλέον, ἐδημιούργησεν ἥρωας ἢ παρουσίασε δειλοὺς καὶ φυγάδας, καθόσον τὴν περὶ τούτου γνώμην μου θὰ ἐκφράσω ἐν καιρῷ, κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν, καὶ τοῦτο τολμῶ νὰ συστήσω καὶ εἰς τοὺς ἀγαπητοὺς συναδέλφους. Θὰ ἐπιχειρήσω μόνον νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, τῆς ἀποστρατεύσεως ἀξιωματικῶν ἀποστρατευθέντων τῇ αἰτήσει των κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ μισθοδοτουμένων συνεπείᾳ ἀποφάσεων τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην φρονῶ ὅτι δὲν χρειάζεται καμμία νομοθετικὴ ἐργασία. Τὸ μέσον τοῦ νὰ θεραπευθῇ τὸ ἄτοπον τοῦτο τὸ κρατεῖ εἰς χεῖράς του ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός. Εἶναι εὔκολον εἰς αὐτόν, ἢ μᾶλλον ἐπιβεβλημένον, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον, δι’ ἑνὸς Β. Διατάγματος οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ νὰ ἀνακληθῶσιν εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν, ἀμέσως δὲ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, εἰς τὰ ὁποῖα ὡς βάσις τῆς ἐναντίον τῶν ἐν λόγῳ ἀξιωματικῶν κατηγορίας νὰ χρησιμεύσῃ αὐτὴ αὕτη ἡ αἴτησίς των τοῦ νὰ ἀποστρατευθῶσι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔδει νὰ ζητήσωσι νὰ παραμείνωσιν εἰς τὰς τάξεις των· συνεπείᾳ δὲ ἐκδοθησομένης ἀποφάσεως τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων νὰ ἀποταχθῶσιν, ἐὰν δ’ ἔχωσι συμπεπληρωμένον τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπόμενον χρόνον, νὰ ἀποστρατευθῶσι. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἐκλείψῃ τὸ ἄτοπον αὐτό, τὸ γινόμενον εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ εἰς βάρος τῆς ὑπολήψεως τοῦ στρατεύματος.
§77Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου προέκυψε κυρίως τὸ ἑξῆς· ὅτι προφανῶς παρεβιάσθη ὁ νόμος, καὶ ἡ παραβίασις αὕτη ὁμολογεῖται παρ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων Ὑπουργῶν. Πολὺ ὀρθῶς λοιπὸν ὁ σεβαστὸς ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητήσωμεν σήμερον περὶ τοῦ νόμου, ἀλλὰ περὶ τῶν παραβιασάντων τὸν νόμον. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ὑπάρχει νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ναὶ ἢ οὔ; Ἐὰν ὑπάρχῃ, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐφαρμόζεται, αὐτὴ ἡ κατάστασις θὰ ὑπάρχῃ, καὶ ἔτι χείρων. Δὲν ἀξιῶ βεβαίως σήμερον νὰ ἐφαρμόσωμεν ἡμεῖς τὸν νόμον, ζητοῦντες ποινικὴν εὐθύνην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ὑπέγραψε τοιοῦτο Πρακτικὸν, ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ὑπογραφὴ τοιούτου Πρακτικοῦ εἶναι ἐπίσημος ὁμολογία, ὅτι ἐν γνώσει παρενόμησαν καὶ ἀνέλαβον τὴν εὐθύνην τῆς παρανομίας των. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, προκειμένου νὰ ὑφίσταται τὸ Κράτος, τὸ ὑπὸ τὰς σημερινὰς οἰκονομικὰς συνθήκας εὑρισκόμενον, τὰ βάρη τῶν παρανομιῶν αὐτῶν, καταβάλλον τοὺς μισθοὺς τῶν οὕτω παρανόμως ἀποστρατευθέντων ἀξιωματικῶν, δέον νὰ ζητήσῃ ἁρμοδίως παρὰ τῶν αἰτίων τοῦ κακοῦ ἀποζημίωσιν διὰ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἕνεκα τῆς ἐν γνώσει γενομένης παρανομίας αὐτῶν πληρώνει πρὸς δικαιωθέντας ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἀξιωματικούς. Αὐτὸ ἐγὼ ἀξιῶ ἀπὸ τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι παρίστανται σήμερον καὶ φωνάζουν περὶ οἰκονομιῶν καὶ περὶ ἀνακουφίσεως τῶν βαρῶν τοῦ λαοῦ! Ἐπεθύμουν, οἱ ἀξιότιμοι ἐκεῖνοι Ὑπουργοὶ, — πρὸς τοὺς ὁποίους βεβαίως ἔχω ἀπεριόριστον ὑπόληψιν, — ὡς εἶχον τότε τὴν γενναιοφροσύνην νὰ ἀναλάβωσι δι’ ὑπογραφῆς Πρακτικοῦ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων τοῦ συναδέλφου των Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ εἶχον τὴν αὐτὴν γενναιοφροσύνην καὶ νὰ πραγματοποιήσωσι τὴν εὐθύνην ταύτην, καταβάλλοντες αὐτοὶ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἐκ τῆς παρανομίας των ὑπέστη καὶ ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενον τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§78ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τί γίνεται ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, ὁ ὡς ἀκαταλόγιστος κριθεὶς ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου. Ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ ἐν τῷ στρατεύματι;
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§80Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, κύριε Πρόεδρε, εἶχε λάβει τὴν ἀπόφασιν νὰ φροντίσῃ περὶ οἰκοδομῆς δικαστικοῦ καταστήματος ἐν Τριπόλει. Πρὸς τοῦτο ᾐτήσατο παρὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς νὰ προσφέρῃ τὸ κατάλληλον οἰκόπεδον. Ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ κατώρθωσε πράγματι νὰ ἀγοράσῃ ἀντὶ σπουδαίου ποσοῦ — 15,000 δραχμῶν, νομίζω — τὸ κατάλληλον οἰκόπεδον, ἵνα οἰκοδομηθῇ δικαστικὸν κατάστημα διὰ τῶν χρημάτων τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου ἐθνικοῦ εὐεργέτου Συγγροῦ, καὶ τὸ οἰκόπεδον τοῦτο προσέφερε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδεμία ἐγένετο περαιτέρω ἐνέργεια πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἕνεκα τούτου παρακαλῶ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς, τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ δηλώσωσι, διατὶ δὲν ἔγεινεν ἔναρξις τῆς οἰκοδομῆς τοῦ δικαστικοῦ καταστήματος ἐν Τριπόλει. Δὲν ἀμφιβάλλω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι περὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ μεριμνήσῃ, διότι καὶ χθὲς ἀκόμη ἐπεδείξατο τὸ ἐνδιαφέρον αὑτοῦ ὑπὲρ τῆς Τριπόλεως, ὑποσχεθεὶς νὰ μεριμνήσῃ ταχέως καὶ περὶ τῆς οἰκοδομῆς νέου καταστήματος ποινικῶν φυλακῶν. Ἀμφότερα τὰ ζητήματα ἐνδιαφέρουσι τὴν Τρίπολιν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ περὶ τοῦ ἑνὸς καὶ περὶ τοῦ ἑτέρου θὰ λάβῃ ταχίστην πρόνοιαν.
§81Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τῆς οἰκοδομῆς Δικαστηρίου ἐν Τριπόλει ἐξ ἴσου ἐνδιαφέρει καὶ ἡμᾶς, διότι καὶ ἡμεῖς εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον δικηγοροῦμεν. Μετέβην ἐπανειλημμένως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ τηλεγραφήσῃ εἰς τὸν νομάρχην Ἀρκαδίας, ὅπως μεταβάλῃ τὸ σχέδιον τῆς πόλεως, διότι ὑπῆρχον ἀρκεταὶ ἀνωμαλίαι· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐβράδυνεν ὁ νομάρχης Ἀρκαδίας νὰ ἀποστείλῃ τὸ σχεδιογράφημα, σήμερον πάλιν μεταβὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον προεκάλεσα νέον τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον προθύμως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἀπέστειλεν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι λίαν ταχέως θὰ περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ δικαστικοῦ καταστήματος.
§82Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰδικῶς διὰ τὸ κτίριον τῆς Τριπόλεως ἐζήτησα σχέδιον, καὶ διὰ τὰς Καλάμας ἐπίσης, ὡς καὶ δι’ ἑπτὰ ἄλλας πόλεις. Ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν κτιρίων αὐτῶν ὑπερβαίνουσι τὸ ποσὸν τὸ προωρισμένον δι’ ἀνέγερσιν δικαστικῶν καταστημάτων. Συνεπῶς ἀπέρριψα τὰ σχέδια αὐτά, διότι ὑπερέβαινον τὸ ποσὸν τὸ ὡρισμένον ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἑπομένως θὰ γείνῃ τροποποίησις τοῦ νόμου, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ποσά.
§83Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, σᾶς παρακαλῶ νὰ μεταβάλητε τὸν νόμον καὶ διὰ τὰς Πάτρας.
§84Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διὰ τὰς Πάτρας ἔχω πληροφορίαν, ὅτι, ὅπως κτισθῇ κτίριον σύμφωνον καὶ μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἡ δαπάνη πρέπει νὰ ἀνέλθῃ εἰς 300,000 δραχμὰς τοὐλάχιστον, διὰ νὰ περιλαμβάνῃ τὸ κτίριον Ἐφετεῖον, Πρωτοδικεῖον καὶ Εἰρηνοδικεῖον. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος.
§85Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, καὶ ὁ δῆμος Λαμιέων κατώρθωσε ν’ ἀγοράσῃ οἰκόπεδον ἀκριβῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἵνα κατασκευασθῇ ἐπὶ τοῦ οἰκοπέδου ἐκείνου κτίριον Δικαστηρίου. Ἀλλ’ ὡς ἀκούω ἤδη παρὰ τῶν ἐπερωτώντων κ. συναδέλφων, τὸ ποσὸν τὸ προωρισμένον διὰ τὴν κατασκευὴν δικαστικῶν κτιρίων καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ, διότι ἤδη ἀκούω καὶ μανθάνω, ὅτι ποσὸν μέγα ἐκ δραχμῶν ἑξακοσίων χιλιάδων ἐδαπανήθη ἢ πρόκειται νὰ δαπανηθῇ διὰ τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν. Ἐπίσης ζητεῖται παρὰ τῶν κ. συναδέλφων ἐκ Μαντινείας μέγα ποσὸν, ἐκ 300,000 περίπου δραχμῶν, διὰ τὸ Δικαστήριον Τριπόλεως. Ἀλλὰ τότε, ἐρωτῶ, τί ὑπολείπεται διὰ τὰ ἄλλα Δικαστήρια; Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα κατασκευασθῶσι Δικαστήρια καὶ εἰς ἄλλας πόλεις τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ μετὰ τῆς δυνατῆς φειδοῦς καὶ οἰκονομίας, καὶ οὐχὶ πολυτελῆ καὶ τόσον πολυδάπανα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ νὰ γείνωσι σχέδια μετὰ τῆς δυνατῆς οἰκονομίας. Δύνανται μὲν νὰ κατασκευασθῶσι Δικαστήρια, οὐχὶ ὅμως νὰ περιλαμβάνωσι καὶ τὰ Εἰρηνοδικεῖα καὶ τὰς ἀστυνομίας καὶ λοιπὰς ἀρχὰς, διότι διὰ τοσοῦτον μεγάλας δαπάνας δὲν ἐπαρκεῖ τὸ ποσὸν τὸ προωρισμένον πρὸς τοιοῦτον σκοπόν. Ὅλα δὲ τὰ μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντα σχέδια δικαστικῶν μεγάρων δέον νὰ ἀκυρωθῶσι τάχιστα, καὶ ἔπρεπε μάλιστα ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ εἶχεν ἀκυρώσει αὐτὰ, διότι ἀδικοῦνται ἅπασαι αἱ λοιπαὶ πόλεις τοῦ Κράτους, ἐν αἷς ἑδρεύουσι Δικαστήρια, ἂν τὸ ὁλικὸν ποσὸν καταναλωθῇ διὰ τὴν κατασκευὴν δύο μόνον ἢ τριῶν δικαστικῶν μεγάρων. Δὲν ἐννοῶ δὲ, δυνάμει τίνος προνομίου πρέπει νὰ προτιμηθῶσιν αἱ πόλεις τῶν Πατρῶν, τῆς Τριπόλεως καὶ Ἀμφίσσης, δι’ ἃς ζητεῖται ἡ ἀνέγερσις Δικαστηρίων πολυτελῶν, ἐξαντλουμένου ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ, καὶ νὰ μείνωσιν ὅλαι αἱ ἄλλαι πόλεις ἄνευ δικαστικῶν κτιρίων. Διὰ τοῦτο ἐπαναλέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἀκυρωθῶσιν ὅλα τὰ σχέδια, τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ νὰ διαταχθῇ ἡ κατασκευὴ κτιρίων δικαστικῶν ἐπὶ τῇ βάσει νέων σχεδίων, οἰκονομικῶν καὶ μετὰ φειδοῦς συντεταγμένων, καθὼς προεῖπον.
§86Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ φέρῃ πληροφορίας, πόσα τὸ Κράτος δαπανᾷ εἰς ἐνοίκια δικαστικῶν καταστημάτων ἐν γένει, διότι περὶ τούτων θὰ γείνῃ συζήτησις, ἐξ ἧς θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος, συμβαλλόμενον μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, νὰ κατασκευάσῃ δικαστικὰ καταστήματα, τὸ δὲ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει δαπανήσει δι’ αὐτὰ, νὰ ἐξυπηρετῆται μὲ τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν σήμερον καταβάλλει διὰ τὰ ἐνοίκια.
§87ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ μάθωμεν κυρίως, πόσον ποσὸν ὑπολείπεται εἰσέτι, ἐὰν ἦναι δυνατόν.
§88Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μέχρι τοῦδε δὲν ἐδαπανήθη παρὰ ἐλάχιστον ποσὸν, διότι νομίζω, ὅτι ἐν Ἀμφίσσῃ μόνον ἐγένετο ἔναρξις οἰκοδομῆς. Ἕως τώρα ἐδαπανήθησαν 35 ἢ 40 χιλιάδες δραχμαί. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι αὐτό· τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι μὲ 750,000 δραχμὰς — διότι αὐτὸ εἶναι ὁλόκληρον τὸ κληροδότημα Συγγροῦ διὰ τὰ Δικαστήρια — δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν Δικαστήρια εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχε γείνῃ λόγος ὅσον ἀφορᾷ τὰ Εἰρηνοδικεῖα. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κυθήρων νομίζω ὅτι δὲν ἔχει προσέξει εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου τοῦ ἐψηφισμένου· ὁ ἐψηφισμένος νόμος δὲν ἐπιτρέπει νὰ οἰκοδομηθῶσιν Εἰρηνοδικεῖα μεμονωμένα εἰς ἐπαρχίας μὴ ἐχούσας Πρωτοδικεῖον ἢ καὶ Ἐφετεῖον. Ἑπομένως, ἐπειδὴ ἡ διαθήκη λέγει πρὸ πάντων Εἰρηνοδικεῖα, ἕπεται ὅτι τοῦ διαθέτου ἡ θέλησις ἦτο πρὸ πάντων ὑπὲρ τῆς εἰρηνοδικειακῆς Δικαιοσύνης. Συνεπῶς τὸ Διάταγμα τὸ Βασιλικὸν λελογισμένως ἔλαβε τὴν πρόνοιαν, ὅπως διὰ νόμου δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κτίσῃ μεμονωμένα Εἰρηνοδικεῖα ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχουν Πρωτοδικεῖα καὶ εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη.
§89ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ γείνουν εἰς ὅλας τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος.
§90Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ οἰκοδομήσῃ Δικαστήριον εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, διότι εὐτυχῶς ἀπέναντι τῶν ἄλλων Δικαστηρίων ἔχομεν ἀνάκτορον Δικαιοσύνης· εὐτυχῶς δὲ τὸ Δημόσιον δὲν δαπανᾷ πρὸς τοῦτο οὔτε δι’ ἐνοίκια. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ νὰ ἐπισκευασθῇ τὸ εἰρημένον δικαστικὸν κατάστημα Ἀργοστολίου, διότι ἡ στέγη αὐτοῦ εἶναι εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν, τὸ δ’ ἐσωτερικὸν τοῦ Δικαστηρίου εὑρίσκεται εἰς ἀθλίαν τοιαύτην. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὸν μηχανικὸν, ἵνα συντάξῃ προϋπολογισμὸν δαπάνης διὰ τὴν ἀπαιτουμένην ἐπισκευὴν τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω προσέτι τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν μηχανικὸν, ὁ ὁποῖος θὰ συντάξῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης καὶ θὰ ἐπιβλέψῃ τὸ ἔργον, ὅπως ἡ ἐργασία αὕτη πραγματικῶς λάβῃ χώραν. Διότι σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι πρὸ δύο, νομίζω, ἐτῶν ἐδαπανήθησαν ἀρκετὰ πρὸς ἐπισκευὴν τοῦ Δικαστηρίου τούτου, χωρὶς ἀποτέλεσμα, διότι δυστυχῶς οὐδὲν ἐξετελέσθη συμφώνως μὲ τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως. Ἔγεινε μόνον μία τερατώδης, οὕτως εἰπεῖν, ἐπισκευὴ, μετὰ τὴν ὁποίαν κατέρρευσαν καθ’ ὁλοκληρίαν οἱ τοῖχοι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φροντίσῃ περὶ τούτου καὶ νὰ διαταχθῇ ὁ ἁρμόδιος μηχανικὸς νὰ ἐπιστατήσῃ μετὰ προσοχῆς, ὅπως ἐκτελεσθῇ καταλλήλως ἡ ἐπισκευή.
§91Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει φροντίσει καὶ περὶ αὐτοῦ καὶ περὶ ὅλων τῶν Δικαστηρίων· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἴδωμεν, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου του ἔχει ἀρκετὴν πίστωσιν διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν δικαστικῶν κτιρίων, διότι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι τόσον ἀνθηρά.
§92Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὥστε, ἐὰν δὲν ἔχῃ χρήματα, νὰ καταρρεύσῃ τὸ Δικαστήριον! Ἀλλὰ τότε θὰ ἦναι μεγαλειτέρα ἡ ζημία, ἐνῷ διὰ τὴν ἐπισκευὴν δὲν θὰ χρειασθῶσι περισσότεραι τῶν χιλίων δραχμῶν.
§93Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Περὶ τοιαύτης προχείρου ἐπισκευῆς βεβαίως θέλει ληφθῆ μέριμνα.
§94Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἐπιθυμοῦμεν.
§95Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§96ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ διαξιφισμῶν δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ ἠθέλησε νὰ πλήξῃ καὶ ἐμὲ, ὁ ὁποῖος πρό τινων ἡμερῶν ὡμίλησα περὶ τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ ἐκδοθέντος ἐπὶ τῇ βάσει πράξεως Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διαβεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι, ἐὰν ἤθελεν ἐγκύψει εἰς τὴν μελέτην τοῦ Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον αὐτὸς οὗτος ὑπέγραψε, θὰ εἶχεν ἀλλοίαν γνώμην· διότι, ἀντὶ νὰ φρονῇ, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ κακῶς ἀντιληφθεὶς τοῦ Διατάγματος, θὰ ἐπείθετο, ὅτι ἐκεῖνος εἶναι ὁ κάκιστα ἀντιληφθεὶς τοῦ Διατάγματος, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε Διάταγμα, δι’ οὗ ἐτίθετο εἰς τάξιν αὐτὸς οὗτος, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδένα ἄλλον σκοπὸν εἶχε τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, εἰμὴ νὰ διδάξῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, τοὺς νῦν καὶ τοὺς μέλλοντας, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διαθέσωσι τὸ ποσὸν, τὸ ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου μεγάλου εὐεργέτου τοῦ ἔθνους Συγγροῦ κληροδοτηθὲν ὑπὲρ ἀνεγέρσεως φυλακῶν, κτιρίων δημοτικῶν σχολείων καὶ δικαστικῶν καταστημάτων, ἄνευ ἀδείας νομοθετικῆς, — πράγματα στοιχειώδη, ὅπως εἶπον καὶ πρὸ τινων ἡμερῶν, πράγματα, τὰ ὁποῖα γινώσκει πᾶς τις· διότι χωρὶς νὰ ἦναί τις νομικὸς γινώσκει, ὅτι τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῇ ἄλλως ἢ διὰ νόμου. — Ἐὰν, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε καταβάλει μεγαλειτέραν προσοχὴν, θὰ ἐπείθετο, ὅτι τὸ Βασιλικὸν ἐκεῖνο Διάταγμα πρὸ πάντων αὐτὸν ἀφεώρα, καὶ ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπογράψῃ αὐτὸ, ὡς εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς τὴν περικοπὴν, ἡ ὁποία ἔχει καταχωρισθῆ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, καὶ τὴν ὁποίαν μάτην ἐζήτησα, ἵνα ἀναγνώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, φαίνεται ὅτι περὶ ἄλλου τινὸς πρόκειται. Κύριε Πρόεδρε, ὅτε ἀνέλυσα τὸ Πρακτικὸν ὑπ’ ἀριθμὸν 114 τῆς 8 Ἰουλίου 1902 τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸ σχετικὸν περὶ τούτου Β. Διάταγμα, ῥητῶς εἶπον, ὅτι κακῶς ἀνεφέρετο ἐν αὐτῷ «ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐκδοθησομένου νόμου»· διότι εἶναι πρωτοφανὲς νὰ ἐκδίδωνται Β. Διατάγματα ἐπὶ τῇ βάσει ἐκδοθησομένου νόμου. Ἐὰν δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐγίνωσκε, τί εἶχεν ὑπογράψει, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἤθελε τόσον ἀφειδῶς ῥίψει καθ’ ἡμῶν τοιούτους ὑπαινιγμούς, ἀφοῦ μάλιστα ἔχει πεῖραν, ὅτι οἱ διαξιφισμοί του πολλάκις στρέφονται κατ’ αὐτοῦ.
§97Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξέλαβεν ὅλως ἀντιθέτως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον. Ἐγὼ δὲν προκαλῶ, ἀλλὰ καὶ προκαλούμενος δὲν συνηθίζω νὰ ῥίπτω πλαγίους διαξιφισμούς, ὡς εἶπεν ὁ κύριος συνάδελφος. Ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον εἶπον, καὶ τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν ἤκουσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι, ὅτι, ὅτε ὡμίλησε καὶ ἔψεξε τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, μεταξὺ ἄλλων, ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὸ ζήτημα τοῦ Διατάγματος, ἔλαβε τὴν δέουσαν ἀπάντησιν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ ἐργατικότης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἡ ἱκανότης, ὥστε βεβαίως νὰ μὴ τίθηται ἐν ἀμφιβόλῳ, ὅτι, ὅταν θέτῃ τὴν ὑπογραφήν του, ἔχει μελετήσει τὸ ζήτημα. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ νομίζῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἡμεῖς, θέντες τὴν ὑπογραφὴν ἡμῶν εἰς τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, ἐθέσαμεν τὴν θέλησιν ἡμῶν εἰς περιορισμοὺς ἐν ἀγνοίᾳ καὶ ἀμελετήτως. Καὶ βεβαίως ἔχει περιορισμοὺς τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν, διότι ὑποχρεοῖ πάντας, καὶ παρόντας καὶ μέλλοντας Ὑπουργούς, νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἰδίως εἰς τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὁ ὁποῖος πολλάκις παρεβάθη, καὶ παρεβάθη οὐχὶ βεβαίως παρ’ ἡμῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔθιξα ἐν μέρει, ἄνευ διαξιφισμῶν, εἶναι ἡ παρανόησις, εἰς ἣν ὑπέπεσεν ὁ κ. συνάδελφος, διότι εἶπε ῥητῶς,—καὶ ἔναυλοι εἶναι ἀκόμη οἱ λόγοι αὐτοῦ εἰς τὰ ὦτα ἡμῶν—ὅτι τὸ Διάταγμα εἶναι παράνομον κατὰ τοῦτο, καθ’ ὅσον προβλέπει περὶ ψηφίσεως νόμου ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νόμου ὑπάρχοντος. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπάρχει νόμος, τί νόμος θὰ ψηφισθῇ; Αὐτὸ εἶπον, ἀξιότιμε συνάδελφε. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς προσέτρεξα εἰς τὸν νόμον. Ἡ διαθήκη λέγει, ὅτι πρέπει νὰ οἰκοδομηθῶσι Δικαστήρια, καὶ πρὸ πάντων Εἰρηνοδικεῖα. Ὁ νόμος λέγει ῥητῶς: «Ἐν αἷς πόλεσιν ἑδρεύει Ἐφετεῖον, τὸ οἰκοδομηθησόμενον δικαστικὸν κατάστημα δέον νὰ ἦναι ἐπαρκές, ὅπως περιλαμβάνῃ τὸ Ἐφετεῖον, τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἐφετῶν, τὸ Πρωτοδικεῖον, τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Πλημμελειοδικῶν, τὸ Κακουργιοδικεῖον καὶ τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἢ τὰ Εἰρηνοδικεῖα». — Ὅπου ἑδρεύει Ἐφετεῖον.— «Ἐν αἷς πόλεσι δὲν ἑδρεύει Ἐφετεῖον, ἀλλὰ μόνον Πρωτοδικεῖον, τὸ ἀνεγερθησόμενον κατάστημα δέον νὰ ἦναι ἐπαρκὲς, ὅπως περιλάβῃ τὸ Πρωτοδικεῖον, τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Πλημμελειοδικῶν, τὸ Κακουργιοδικεῖον καὶ τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἢ τὰ Εἰρηνοδικεῖα». Ἄλλη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, συμφώνως τῇ βουλήσει τοῦ ἀειμνήστου διαθέτου, περὶ οἰκοδομῆς πρὸ πάντων Εἰρηνοδικείων εἰς μέρη, ἔνθα δὲν ὑπάρχει Πρωτοδικεῖον, δὲν προβλέπεται. Ἑπομένως, ἐὰν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν νὰ στεγάσωμεν τὴν εἰρηνοδικειακὴν δικαιοσύνην, —ὅπως ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ πράξῃ, προβάλλουσα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ βελτιώσεως τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης,—βεβαίως καθῆκον ἔχομεν νὰ μελετήσωμεν καὶ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νόμον περὶ οἰκοδομῆς Εἰρηνοδικείων εἰς μέρη, ἔνθα δὲν ὑπάρχει οὔτε Πρωτοδικεῖον οὔτε Ἐφετεῖον. Τὴν μέριμναν ταύτην ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐνόμισε καθῆκόν του νὰ κακίσῃ. Νομίζω, ὅτι οὔτε περὶ διαξιφισμῶν, οὔτε περὶ ἄλλου τινὸς ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ εἴπῃ· ἁπλῶς μόνον ὀλίγης προσοχῆς ἐδεῖτο περὶ τὴν ἀνάγνωσιν.
§98ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος, μελετημένος τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἔδωκεν ἐπιχειρήματα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπείσθη ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐγὼ εὑρίσκομαι ἐν τῷ δικαίῳ καὶ ἐκεῖνος ἐν τῷ ἀδίκῳ.
§99Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πάντοτε εἶναι μελετημένος, κύριε Βουλευτά.
§100ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ ἐκάκισα τὴν γνωστὴν διάταξιν τοῦ Διατάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ «ἐκδοθησομένου νόμου» θὰ κανονίσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς ἐνεργείας της. Εἶπον δὲ σαφῶς, ὅτι νόμος περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων ὑπῆρχε πρὸ πολλοῦ. Εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν δικαστικῶν καταστημάτων ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1899, καὶ ὁ ὁποῖος πολλὰς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ ἐγέννησε, περιελάμβανε καὶ τὰ Εἰρηνοδικεῖα. Ἡ λεπτομέρεια, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερεν, ὅτι ἐπετρέπετο διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου νὰ κατασκευασθῶσιν εἰρηνοδικειακὰ καταστήματα ἐν πόλεσιν, ἔνθα δὲν ὑπάρχει Ἐφετεῖον ἢ Πρωτοδικεῖον, εἶναι μία εἰδικὴ περίπτωσις. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φροντίσωσιν, ὅπως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπιτρέψῃ τὴν διάθεσιν τῶν 750,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἀοίδιμος μέγας εὐεργέτης Συγγρὸς κατέλιπεν εἰς τὸ Κράτος πρὸς οἰκοδομὴν Εἰρηνοδικείων. Δὲν ἤμην λοιπὸν ἐγὼ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν, ἀναγινώσκων τὸν νόμον περὶ κατασκευῆς εἰρηνοδικειακῶν καταστημάτων ἐν πόλεσιν, ἔνθα ὑπάρχει Ἐφετεῖον, σᾶς εἶπεν: «Ἆ! περὶ Εἰρηνοδικείων δὲν ἐλήφθη πρόνοια!» Ἐλήφθη πρόνοια. Καὶ ἀπόδειξις ὁ νόμος· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ταύτην τὴν στιγμὴν κτίζονται Εἰρηνοδικεῖα εἴς τινας πόλεις. Ἀλλ’ ὁ περιορισμὸς οὗτος, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι ὀρθός. Ὁπωσδήποτε εἶναι ἀπόφασις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν πάλιν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι δυνατὸν νὰ ἄρῃ. Ἐὰν δὲ σεῖς νομίζητε, ἔχοντες σήμερον τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι πρέπει νὰ ἀρθῇ, ἄρατέ την. Δὲν δικαιοῦσθε ὅμως νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμος περὶ ἱδρύσεως καταστημάτων δικαστικῶν κατὰ μείζονα δὲ λόγον δὲν δικαιοῦσθε νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος θὰ προλάβητε τὴν καταπάτησιν τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, καὶ ὅτι τὸ ἐκδοθὲν Βασιλικὸν Διάταγμα θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τοὺς μέλλοντας Ὑπουργοὺς, διότι καλῶς γινώσκετε, ὅτι τὸ Βασιλικὸν ἐκεῖνο Διάταγμα εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνακληθῇ ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλέσσας ἔχει τὸν λόγον.
§102Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Πρὸ δέκα μηνῶν ἐγένετο παρανάλωμα τοῦ πυρός, ἐμπρησθὲν ὑπὸ κακούργων χειρῶν, τὸ ἐν Μελέ τῆς Ἀλαγονίας Ἑλληνικὸν Ἐκπαιδευτήριον, τὸ ἱδρυθὲν δαπάναις τοῦ ἀειμνήστου Πέτρου Δημάκη, οὗ ἡ ἐν Ἀθήναις οἰκία χρησιμεύει ὡς Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδεμία ἐνέργεια ἐγένετο πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων, καίτοι οἱ ἔνοχοι εἶναι γνωστοὶ, διότι ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν γινώσκει τίνες εἶναι οἱ ἔνοχοι τῆς βδελυρᾶς αὐτῆς πράξεως· καὶ ὅμως ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἀδιαφορεῖ τελείως, ὡς ἀδιαφορεῖ καὶ διὰ πολλὰς καταγγελίας κατὰ τῶν δημάρχων Ἀλαγονίας, Θουρίας καὶ Ἄριος ἐπὶ ψευδεῖ πιστοποιήσει καὶ ἄλλαις πράξεσιν, ἃς ἐνήργησεν ὁ πρῶτος ἰδίως τούτων κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ ποίαν αἰτίαν μέχρι σήμερον δὲν ἐπελήφθη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία τῆς ἀνακαλύψεως τῶν ἐνόχων τοῦ εἰρημένου ἐγκλήματος, ὅπερ ἐστέρησε σπουδαίου ἐκπαιδευτηρίου τὴν Ἀλαγονίαν, ὅμοιον τοῦ ὁποίου εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνεγερθῇ ἐκεῖ, διότι ἡ ἀξία αὐτοῦ ὑπερβαίνει τὰς 100,000 δραχμάς. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ νομάρχου Μεσσηνίας, ἐπὶ τίνι λόγῳ ἀνέχεται οὗτος τὴν περικοπὴν τῆς μισθοδοσίας τοῦ δημοδιδασκάλου Θουρίας κ. Καράμπελα, καθ’ οὗ ὁ δήμαρχος Θουρίας ἐπετέθη ἀδίκως, καὶ δι’ ὅλων τῶν μέσων ζητεῖ τὴν περικοπὴν τῆς μισθοδοσίας αὐτοῦ, ἐναντίον τῆς γνώμης καὶ τῶν πληροφοριῶν τοῦ ἁρμοδίου ἐπιθεωρητοῦ. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν δὲ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ θέλω λάβει πάλιν τὸν λόγον.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καλούτσης ἔχει τὸν λόγον.
§104Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὑπάρχει μικρά τις βιομηχανία, ἐξηπλωμένη καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἐξ ἧς οὐ μόνον ἀποζῶσι πολλαὶ οἰκογένειαι, ἀλλὰ καὶ χρῆμα δὲν ἐξέρχεται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, χάρις τὴν βιομηχανίαν ταύτην, ἥτις εἶναι ἡ τῆς κατασκευῆς ἥλων καὶ πετάλων. Ἐν Τριπόλει ὑπάρχουσι 50 τοὐλάχιστον οἰκογένειαι, ἀποζῶσαι ἀπὸ τὴν ἐργασίαν ταύτην. Ἀτυχῶς διατρέχει κίνδυνον τελείας καταστροφῆς ἡ βιομηχανία αὕτη λόγῳ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ τῶν ἐκ Γερμανίας εἰσαγομένων ἥλων καὶ πετάλων, διότι σχεδὸν ταῦτα ἀτελῶς εἰσάγονται, καθόσον πληρώνουσι μόνον 19 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ὁ πρόεδρος τῆς ἐν Τριπόλει συντεχνίας τῶν σιδηρουργῶν ἀπέστειλε πρὸς ἐμὲ ἐπιστολὴν, δι’ ἧς μὲ παρακαλεῖ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐν τῇ μερίμνῃ, ἣν πάντοτε ἐπεδείξατο πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, ἀναλάβῃ ὑπὸ τὴν προστασίαν του καὶ τὴν βιομηχανίαν ταύτην, αὐξάνων τὸ ἐν τῷ δασμολογίῳ τέλος. Διότι οὕτω καὶ μίαν ἐγχώριον βιομηχανίαν θέλει σώσει, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ τοὺς καταναλωτὰς, τοὺς ἰδιοκτήτας ἵππων καὶ ἡμιόνων, θέλει ἀπαλλάξει ἀπὸ μεγάλης δαπάνης, διότι τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα δὲν κατασκευάζονται διὰ σφυρηλατήσεως, ἀλλ’ εἶναι χυτὰ καὶ ἑπομένως εὐθραυστότερα. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν του τὴν σύστασίν μου ταύτην. Χωρὶς νὰ θεωρηθῇ διαξιφισμὸς, κ. Πρόεδρε, — διότι οὕτω χαρακτηρίζουσί τινες τὰς συστάσεις καὶ ἐπερωτήσεις, — ἤθελον ἐπαναλάβει σύστασιν, ἣν πρὸ ἡμερῶν ἔκαμα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις, ὡς ἔχω δυστυχῶς ἀφορμὴν νὰ πιστεύω, οὐδέποτε ἐμερίμνησε περὶ τῶν συστάσεων τῶν προερχομένων ἐκ τῆς ἐπαρχίας Κυνουρίας· ἀλλ’ ἴσως τοῦτο προέρχεται ἐξ ἄλλων λόγων. Παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀκυρώσεως Διατάγματος ἐκδοθέντος ὑπὸ τοῦ προκατόχου του Ὑπουργοῦ κ. Καραπαύλου, δι’ οὗ ἀπεσπῶντο τέσσαρες δῆμοι τῆς ἐπαρχίας Κυνουρίας καὶ προσεκολλῶντο εἰς τὴν δικαστικὴν περιφέρειαν τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας, χωρὶς κἄν νὰ θέλωσι τοῦτο οἱ κάτοικοι τῶν δήμων ἐκείνων· τοῦτο δ’ ἐγένετο ὡς ἀντισήκωμα ἐκ μέρους τοῦ κ. Καραπαύλου πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Ναυπλίας διὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ Πρωτοδικείου Κορινθίας. Κατὰ τὴν ἐκλογικήν μας περιοδείαν καὶ καθ’ ἑκάστην οὐδὲν ἄλλο ἐζητήθη καὶ ζητεῖται παρ’ ἡμῶν ὑπὸ τῶν δήμων ἐκείνων ἢ ἡ ὑπαγωγὴ αὐτῶν εἰς τὴν Τρίπολιν, ὅπου διοικητικῶς ὑπάγονται. Διότι τώρα, ὡς σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ταξειδεύωσι διὰ θαλάσσης, ὅπως μεταβῶσιν εἰς Ναύπλιον, καὶ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὑποφέρουσιν ὑποβάλλονται καὶ εἰς μεγάλα ἔξοδα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσωσι περὶ τούτου ὡς οἷόν τε τάχιον.
§105Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ μέρους τῆς συντεχνίας τῶν ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος καὶ κάτοικος Τριπόλεως ἔλαβεν. Ἐνόμισα δὲ ὀρθόν, πρὶν ἢ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑποβάλω εἰς αὐτὸν τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εὐτυχῶς ἔχει ὑπὸ μελέτην τὸ ζήτημα, καὶ θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀξιώσεις τῶν σιδηρουργῶν καὶ θὰ πράξῃ ὅτι νομίζει δίκαιον.
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν τῶν σιδηρουργῶν Τριπόλεως, καὶ ἐπεθύμουν νὰ φανῶ πρὸς αὐτοὺς ὠφέλιμος. Δυστυχῶς ὅμως ὑπάρχει κώλυμα, ὅπερ δὲν γνωρίζω ἂν θὰ ὑπερβῶμεν· ἀντιτίθεται εἰς διάταξιν τῆς συμβάσεως ἡμῶν μετὰ τῆς Γερμανίας.
§107Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν παρακάμψητε τὸ κώλυμα, θὰ φανῆτε εὐεργετικὸς πρὸς ὁλόκληρον ἐργατικὴν καὶ βιομηχανικὴν τάξιν.
§108Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ ὁμοίαν ἐπιστολὴν, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι κατὰ προηγουμένην Σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑπέβαλον τοιαύτην αἴτησιν τῶν σιδηρουργῶν Τριπόλεως. Δὲν γνωρίζω πόθεν εἰσάγονται τὰ εἴδη, διὰ τὰ ὁποῖα γίνεται λόγος. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι ἡ Γερμανία ἡ μόνη χώρα, ἐξ ἧς εἰσάγονται, καὶ ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τελῶν εἰσαγωγῆς πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας διὰ τὰ ἐξ ἄλλων χωρῶν προερχόμενα τοιαῦτα εἴδη θὰ ἦναι δυνατή.
§109ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν πρόκειται, νομίζω, περὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Γερμανίας. Τὰ εἴδη ταῦτα εἰσάγονται ἐκ Βελγίου, ἑπομένως πρόκειται περὶ τῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ μὴ ἐπιβληθῇ φόρος εἰς τὰ εἴδη τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ Βελγίου. Ἐλάβομεν δὲ ἀπὸ τὸ Βέλγιον πολλὰ ἀνταλλάγματα οὐσιώδη ἀντὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τούτου τῆς εἰσαγωγῆς. Ἐν Γερμανίᾳ ὁ φόρος τῆς σταφίδος δὲν ἠλαττώθη διόλου, καίτοι διὰ τοῦτο παρεκαλέσαμεν, ἐνῷ τὸ Βέλγιον διὰ τὴν ἀτέλειαν αὐτὴν παρέσχε πολλὰ ἀνταλλάγματα. Προκειμένου λοιπὸν νὰ καταργηθῇ ἡ σύμβασις μετὰ τοῦ Βελγίου, δέον νὰ προσέξῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§110Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τῶν καπνοπωλῶν καὶ καπνεμπόρων τῆς πόλεως Ἀθηνῶν παραπονουμένων κατὰ τοῦ νόμου ΒΥΙΔʹ τῆς 9 Ἀπριλίου 1896, ὅτι παρεμποδίζει σπουδαίως τὰς ἐργασίας αὐτῶν, καὶ παρακωλύει τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον τῆς σιγαροποιίας. Ὅτε συνεζητεῖτο, κατὰ τὸ 1896, ὁ νόμος οὗτος, Βουλευτὴς καὶ τότε ὤν, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ψήφισις αὐτοῦ θὰ ἐγίνετο μέγα ἐμπόδιον εἰς τὰς ἐργασίας τῶν καπνοπωλῶν καὶ καπνεμπόρων ὄχι μόνον τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἑλλάδος ὅλης, διότι ὁ νόμος οὗτος ἀπηγόρευε τὴν χρῆσιν μηχανημάτων πρὸς κατασκευὴν σιγαροχάρτου. Γνωρίζετε ποίαν πρόοδον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔλαβεν ἡ σιγαροποιία ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἰδίως ἐν Ἀνατολῇ, πρὸ πάντων δὲ ἐν Αἰγύπτῳ. Ἐν Αἰγύπτῳ κατώρθωσαν διὰ τῆς ἐξαιρέτου κατασκευῆς τῶν σιγαρέτων καὶ διὰ τῆς ποιότητος τοῦ καπνοῦ νὰ ἐπιβληθῶσι πανταχοῦ. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι ἐνομίσαμεν ὅτι ἡ βιομηχανία αὕτη, ἡ ὁποία ἔχει εὐρύτατον μέλλον, πρέπει νὰ παρεμποδισθῇ, καὶ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ καὶ διὰ τὴν ἀλλοδαπὴν ὁ νόμος, καθ’ οὗ σφοδρῶς κατηνέχθην τότε, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην, διότι ἐμποδίζει, ὡς εἶπον, τὴν κατασκευὴν σιγαρέτων καὶ σιγαροχάρτου διὰ μηχανημάτων ἐν τοῖς ἐργοστασίοις τοῦ Κράτους. Ὑπεχρεώθησαν δὲ νὰ κατασκευάζωσι ὅλοι οἱ καπνοπῶλαι σιγαρόχαρτον μόνον ἐν τοῖς ἐργοστασίοις τοῦ κ. Ἀσπιώτου ἐν Κερκύρᾳ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει τέλεια μηχανήματα, καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου αὐτοῦ κατασκευάζωνται σιγαρέτα διαρρήγνυται τὸ σιγαρόχαρτον, καὶ ἀποβαίνουσιν ἄχρηστα. Ὁ νόμος δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς καπνοπώλας νὰ ἔχωσιν ἴδια μηχανήματα, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκαταστήσωσιν ἰδιαιτέρως αὐτοὶ τέλεια μηχανήματα. Ἀλλ’ ἤδη οὗτοι ζητοῦσι τὴν ἄδειαν νὰ τοποθετήσωσιν εἰς τὰ ἐργοστάσια τοῦ Κράτους, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸ τῶν Ἀθηνῶν, μηχανήματα τέλεια, δι’ ὧν νὰ κατασκευάζωνται σιγαρέτα, τῶν ὁποίων νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπιβάλωσι τὴν χρῆσιν καὶ κατανάλωσιν καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ τὸ ἄτοπον τοῦ νόμου τοῦ 1896, διότι ἡ βιομηχανία τοῦ καπνοῦ ἔχει μέλλον, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον, οὔτε συμφέρον, νὰ διακόπτωμεν ἡμεῖς αὐτοὶ τὴν πρόοδον τῆς βιομηχανίας ταύτης διὰ τοιούτων μέσων. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τῶν ποιμένων Ἀττικῆς. Οὗτοι, διερχόμενοι τὰ ὅρια πολλῶν δήμων, ὑποβάλλονται εἰς πολλὰς πιέσεις ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν ἑκασταχοῦ δημοτικῶν φόρων, οὕτω δὲ ἀναγκάζονται νὰ πληρώνωσι διπλασίους καὶ τριπλασίους φόρους, καὶ τὸ πρᾶγμα ἀποβαίνει ἀνυπόφορον. Παρακαλοῦσι λοιπὸν οἱ ποιμένες οὗτοι τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, νὰ μεριμνήσωσιν, ὅπως διὰ νόμου κανονισθῶσι δι’ αὐτοὺς τὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ δημοτικοῦ φόρου εἰς τὰ σύνορα τῶν διαφόρων δήμων.
§111Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Σμολένσκης ἐζήτησε κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφέδρων καὶ τὰ σώματα, εἰς τὰ ὁποῖα οὗτοι ἀνήκουσι. Καταθέτω τὴν κατάστασιν ταύτην.
§112Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ.
§113Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οἱ κάτοικοι τοῦ ἱστορικοῦ Βαλτετσίου τῆς Μαντινείας ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων παραχειμάζουσιν εἰς Ἑρμιονίδα, ἀσχολούμενοι εἰς ἀγροτικὰς καὶ ποιμενικὰς ἐργασίας. Ἐκεῖ δὲ κατὰ διαδοχὴν ἀπὸ τῶν προγόνων αὐτῶν παρέλαβον καὶ κατέχουσι γαίας καλλιεργημένας τε καὶ ἀκαλλιεργήτους, βόσκοντες ἐν αὐταῖς τὰ ποίμνια αὐτῶν, ἢ ἐνεργοῦντες σπορὰν δημητριακῶν καρπῶν. Ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν κατέχουσι τὰς γαίας ταύτας, ἀλλ’ ἵνα ἐπὶ πλέον νομιμοποιήσωσι τὴν κατοχὴν καὶ κυριότητα αὐτῶν, προέβησαν, ὅτε τοῦτο ἐπετράπη διὰ νόμου, εἰς τὴν δήλωσιν τῶν γαιῶν τούτων, καλλιεργημένων τε καὶ ἀκαλλιεργήτων, αἱ ὁποῖαι ἐκαλύπτοντο ἀπὸ διάφορα δενδρύλλια, ἐν οἷς ἦσαν καὶ ἀγριελαῖαι. Κατὰ τὸ 1856 ἐγένετο νόμος, ἐπιτρέπων εἰς πάντας, κατόχους καὶ μὴ κατόχους, τὴν δήλωσιν καὶ ἐγκέντρισιν ἀγριελαιῶν· πολλοὶ τῶν ποιμένων ἐδήλωσαν τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ προέβησαν καὶ εἰς τὸν ἐγκεντρισμὸν τῶν ὑπαρχουσῶν ἀγριελαιῶν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο κατορθωτὸν δι’ ὅλον τὸν χῶρον, ἀλλὰ μόνον διὰ τὸν περιέχοντα ἀγριελαίας, δυναμένας νὰ ἀποφέρωσι καρπὸν ἀνάλογον πρὸς τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας. Οὕτως εἶχον καλῶς τὰ πράγματα, ὅτε τὸ 1883 νέος νόμος ἐπέτρεψε νὰ γείνωσι νέαι τοιαῦται δηλώσεις. Τότε ὁμάς τις ἠθέλησε νὰ ἐκδιώξῃ ἐκεῖθεν τοὺς πτωχοὺς Βαλτετσιώτας διὰ δηλώσεως τῶν μικρῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα ἦσαν μεταξὺ τῶν κτημάτων τούτων ἀδήλωτα, ὑπὸ τὴν πρόφασιν, ὅτι περιείχοντο εἰς ταῦτα ἀγριελαῖαι, ἃς ἐζήτουν νὰ ἐγκεντρίσωσιν. Οὕτω δὲ προβαίνουσιν εἰς τοιαύτας δηλώσεις καὶ περικλείουσι πανταχόθεν τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους ἀγρότας εἰς χῶρον στενόν, ὥστε νὰ ἀναγκασθῶσι νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸν χῶρον ἐκεῖνον καὶ παράσχωσι τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν ἁρπακτικὴν ἐκείνην ὁμάδα νὰ καταλάβῃ ὅλον ἐκεῖνον τὸν χῶρον. Διὰ τῶν μέσων τούτων, κύριε Πρόεδρε, συντελεῖται ἐκεῖ μέγα ἔγκλημα, μέγα ἀνοσιούργημα, διότι δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς ἢ δύο οἰκογενειῶν, πρόκειται περὶ ὁλοκλήρου συνοικισμοῦ, πρόκειται περὶ συμπάσης τῆς κοινότητος Βαλτετσίου, ἡ ὁποία παραχειμάζει ἐπὶ ἓξ καὶ πλέον μῆνας ἐκεῖ. Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ πρόνοιαν, καὶ διὰ νομοθετήματος ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους ἀγρότας καὶ ποιμένας νὰ δηλώσωσι τὰ μεταξὺ τῶν γαιῶν των μικρὰ κενὰ, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐγκεντρίσεως τῶν ἀγριελαιῶν, καὶ οὕτω μὴ στερηθῶσι τῶν ἰδικῶν των ἐκτάσεων καὶ μὴ ἀποβληθῶσιν ἐκεῖθεν ὑπὸ τῆς ἁρπακτικῆς ἐκείνης ὁμάδος.
§114Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν προσθήκην μόνον θὰ κάμω. Ἡ ὁμὰς ἐκείνη, ἡ ὁποία ἠτήσατο ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὴν παραχώρησιν τῶν ἐκτάσεων αὐτῶν πρὸς ἐγκέντρισιν τῶν ἀγριελαιῶν, δὲν εἶχε κύριον σκοπὸν τοῦτον, διότι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ὁμάδα αὐτὴν οὔτε κάτοικοι Ἑρμιονίδος εἶναι οὔτε γεωργοί· εἶναι κάτοικοι τῶν παρακειμένων νήσων Ὕδρας καὶ Σπετσῶν, καὶ ἐδήλωσαν κτήματα, ἐν Ἑρμιονίδι κείμενα, οὐχὶ ἵνα ἐγκεντρίσωσι τὰς ἀγριελαίας, ἀλλ’ ἵνα ἡ ἔκτασις ἐκείνη παραχωρηθῇ εἰς αὐτοὺς, καὶ ἐνοικιάζωσιν αὐτὴν εἰς τοὺς ἐκ Βαλτετσίου ποιμένας ὡς ποιμνιοστάσια. Τὴν τοιαύτην καταδολίευσιν τοῦ νόμου παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ τὴν προλάβῃ καὶ τὴν περιστείλῃ, ὅπως μὴ οἱ πτωχοὶ ἐκεῖνοι ποιμένες, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων κατέχουσι τὰς κτήσεις, τὰς ὁποίας νέμονται καλῇ τῇ πίστει, καὶ ἐγκεντρίζουσι μέγαν ἀριθμὸν ἀγριελαιῶν, στερηθῶσι τῆς οἱονεὶ ἰδιοκτησίας των.
§115Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι φυσικὴ καὶ δεδικαιολογημένη ἡ πρότασις τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Μαντινείας ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν· ἀλλ’ ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐξεφράσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς κύριος Μπακόπουλος, δὲν ἦτο ὁ ἁρμόζων διὰ τοὺς κτηματίας τοὺς ἐξ Ὕδρας, ἐκ Σπετσῶν καὶ Ἑρμιονίδος καταγομένους, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κύριος Μπακόπουλος, ὁ τόσον πρακτικός, ἀγνοεῖ τὰ πράγματα αὐτά. Ἄνθρωποι ἐξ Ὕδρας ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ἔχουσιν ἐγκατασταθῆ εἰς τὸ μέρος αὐτὸ τῆς Πελοποννήσου, καὶ ἔχουσι κτήματα πεφυτευμένα ἰδίως μὲ λεμονόδενδρα, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τὰ κτήματα ταῦτα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιορίσωσι μόνον εἰς τὸ κάτω μέρος τῆς παραλίας, ὅπου τὸ μέρος εἶναι κατάλληλον διὰ τὰ ἑσπεριδοειδῆ· ἦτο λοιπὸν φυσικὸν νὰ ἐκταθῶσι καὶ εἰς τὰ ὑψηλὰ μέρη, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὑπέβαλον δηλώσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, συμμορφούμενοι μὲ τὸν νόμον, ἐνεκέντρισαν ἀγριελαίας, καὶ ἔχουσιν ἐλαιῶνας ἐκτεταμένους· καὶ ὄχι μόνον οἱ ἰδιῶται, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινότης, καὶ ἡ Μονὴ Ὕδρας, ἡ ὁποία ἔχει ἀπέραντον ἐλαιῶνα καὶ ὅλα ἐν γένει τὰ κτήματα ἐκεῖνα. Αἱ αἰτιάσεις τῶν κυρίων συναδέλφων εἶναι ἀδικαιολόγητοι, ὅτι δῆθεν οἱ κτηματίαι Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ Ἑρμιονίδος κατέλαβον αὐθαιρέτως τὰ μέρη ἐκεῖνα πρὸς σκοπὸν ὄχι ἐντελῶς ἠθικόν, ἵνα δηλαδὴ ἐκμεταλλεύωνται τοὺς γεωργοὺς ἢ ποιμένας, τοὺς ἐκ Βαλτετσίου ἢ καὶ ἐκ Μαντινείας προερχομένους, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἔτος μεταβαίνουσι πρὸς τὰ μέρη ταῦτα. Εἶναι γενικῶς γνωστὸν, ὅτι ὁ ἔχων κτήματα ἔχει ἐν αὐτοῖς καὶ βοσκησίμους γαίας, αὐτὸ δὲ τοῦτο πράττουσι καὶ οἱ κτηματίαι τῶν μερῶν ἐκείνων· τὸ μέρος τοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ εἰς καλλιέργειαν ἢ σπορὰν ἢ δενδροφυτείαν, τὸ ἐνοικιάζουν εἰς τοὺς ποιμένας, ὅπως ἐκ τούτου ἔχωσι μικρὸν εἰσόδημα, καὶ οὕτως ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ ἄλλου κτήματος. Εἶναι λοιπὸν ἀδικαιολόγητοι αἱ αἰτιάσεις τῶν κυρίων συναδέλφων.
§116Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν κατοίκων Ἑρμιονίδος, Σπετσῶν καὶ Ὕδρας, ἀλλὰ περὶ ὁμάδος ἐχούσης ἐπὶ κεφαλῆς πρόσωπον, μεθ’ οὗ συνδέονται διὰ συγγενείας, ἢ διὰ μέσων ἄλλων, διάφοροι ἀκόλουθοι. Δὲν πρόκειται περὶ κτημάτων Σπετσιωτῶν καὶ Ὑδραίων, τὰ ὁποῖα δῆθεν θέλουσι νὰ ἐπεκτείνωσι· σκοπὸν ἔχουσιν οἱ τῆς διωργανωμένης ταύτης ὁμάδος νὰ συσφίγξωσι, δι’ ὧν εἶπον τρόπων, τοὺς Βαλτετσιώτας, καὶ ἐκδιώξωσιν αὐτοὺς ἐκεῖθεν καὶ ἁρπάσωσι γαίας, ἃς οὗτοι ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, ἀπὸ πάππων καὶ προππάπων κατέχουσιν, ἐγκεντρίσαντες ἀγριελαίας, καὶ ἐλαιῶνας καταρτίσαντες. Οὐδὲν ἔχομεν νὰ εἴπωμεν περὶ τῆς Μονῆς, τῆς ἐχούσης ἐλαιῶνας εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἢ περὶ ἄλλου τινός. Περὶ τούτου πρόκειται μόνον, ὅτι οἱ τῆς ἁρπακτικῆς ἐκείνης ὁμάδος ἐπιζητοῦσι νὰ περικλείσωσι πανταχόθεν τοὺς πτωχοὺς ἐκείνους καὶ τοὺς ἀναγκάσωσιν ἢ νὰ γείνωσιν φόρου ὑποτελεῖς εἰς τὴν ὁμάδα ἐκείνην, ἢ νὰ ἀπέλθωσιν ἐκεῖθεν, ἐὰν ὁ ζητούμενος φόρος ἦναι μέγας. Δίκαιον λοιπὸν καὶ νόμιμον εἶναι νὰ σωθῇ ἡ κοινότης ἐκείνη ἀπὸ τῶν ὀνύχων τῆς εἰρημένης ὁμάδος διὰ καταλλήλου νομοθετήματος.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον.
§118ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν καὶ πρὸς τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔχω ἐξώδικον πληροφορίαν, ὅτι εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον ὑπάρχουσι κατατεθειμέναι δέκα μετοχαὶ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, ὑπ’ ἀριθ. 23,371 ἕως 23,380, μετὰ τῶν τοκομεριδίων αὐτῶν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 1898, ἀνήκουσαι εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Δημητρίου Δωρίδου. Αἱ μετοχαὶ αὗται ἐκληρώθησαν, ἀλλ’ ἐκ σφάλματος τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας δὲν προσήχθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως ἐξαργυρωθῶσιν ἢ ἀνταλλαγῶσι, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1898· ἐντεῦθεν τὸ ποσὸν τοῦτο τοῦ Δωριδίου κληροδοτήματος ὑπέπεσεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου περὶ παραγραφῆς. Δὲν εἶναι ὅμως δίκαιον ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν ἁρμοδίων νὰ ζημιωθῇ τὸ κληροδότημα τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύουσιν αἱ δέκα αὗται μετοχαὶ, αἱ ὁποῖαι σήμερον ἀντιπροσωπεύουσι ποσὸν δρ. 5,000.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι κατατεθειμέναι;
§120ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῦ;
§122ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ, ὡς παρακαταθήκη αὐτούσιος.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως.
§124ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐξετάσωσι τὸ ζήτημα, καὶ ἂν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι ἀσφαλεῖς, νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅπως λυθῇ τὸ ζήτημα. Ἐπειδὴ δὲ ἔχω τὸν λόγον, ὑποβάλλω καὶ ἄλλην ἐπερώτησιν ἔγγραφον, τὸ δεύτερον ἤδη, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Παρακαλῶ δὲ θερμῶς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ τὸν κόπον καὶ διατάξῃ νὰ προσαχθῶσιν αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι λίαν πρόχειροι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἤτοι νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα πόσα μέχρι σήμερον εἶναι τὰ ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, πόσα τούτων ἐδαπανήθησαν καὶ εἰς ποίας ἀνάγκας. Ὡς ἐπίσης καὶ πίνακα σημειοῦντα τὴν ἀξίαν 1) τῶν κατασκευασθέντων κτιρίων δημοτικῶν σχολείων, 2) τῶν κατασκευαζομένων καὶ 3) τῶν μέχρι τῆς 1 Μαρτίου ἐ. ἔ. ἐγκεκριμένων. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ ἐμφαίνηται: 1) Πόσαι καὶ τίνος ποσοῦ ἀγωγαὶ ἐκ μέρους Ὑπουργῶν καὶ Βουλευτῶν ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς κατὰ τοῦ Δημοσίου· τίνος ποσοῦ εἶναι ἑκάστη, καὶ εἰς χεῖρας τίνος νομικοῦ συμβούλου, καὶ ποία ἡ ἐνεστῶσα στάσις τῆς δίκης. 2) Πόσαι ἀγωγαὶ ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς τοῦ Δημοσίου κατὰ Ὑπουργῶν καὶ Βουλευτῶν, τίνος ποσοῦ ἑκάστη, εἰς χεῖρας τίνος νομικοῦ συμβούλου, καὶ ποία ἡ ἐνεστῶσα στάσις αὐτῆς;
§125Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ζήτημα ἔχει γενικωτέραν σημασίαν, καὶ θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν εὕρῃ, ὅτι εἶναι δίκαιαι αἱ αἰτήσεις πολλῶν ἐκ τῶν ζημιωθέντων, νὰ προβῇ εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ προσήκοντος νομοσχεδίου. Εἰς τὴν πόλιν Μεσολογγίου κατελείφθη πρὸ ἐτῶν κληροδότημα, ὁρίζον τὴν ἵδρυσιν Ἐπαγγελματικῆς Σχολῆς, οὗτινος, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, τὸ κεφάλαιον ἀνήρχετο μέχρι 400 χιλιάδων φράγκων. Τὸ κληροδότημα τοῦτο εἶχε τοποθετηθῆ εἰς χρεώγραφα πάγια ἐθνικά. Μετὰ τὴν ἀναστολὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, τὴν ἐπελθοῦσαν κατὰ τὸ 1893, πολλὰ ἐκ τῶν χρεωγράφων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, ἐχούσης τὴν φύλαξιν καὶ ἐνεργούσης τὴν εἴσπραξιν τῶν τοκομεριδίων, ὧν τὸ προϊόν κατέθετεν εἰς τὴν Τράπεζαν ἔμειναν παρὰ τῇ Κυβερνήσει. Μετὰ τὸν συμβιβασμὸν, ὁ ὁποῖος ἐγένετο κατὰ τὸ ἔτος 1898, καὶ διὰ τοῦ νόμου περὶ Διεθνοῦς Ἐλέγχου ἐκανονίσθησαν τὰ τῆς πληρωμῆς τῶν 70% ἐπὶ τῶν τοκομεριδίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπληρώθησαν ἀπὸ τῆς 1 Ἀπριλίου 1894 μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1898. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὡρίσθη ἀπὸ τοῦ 1898 νὰ πληρώνωνται κατ’ ἔτος 5% ἐπὶ τῶν 70% αὐτῶν, τῶν καθυστερούντων ἐπὶ τέσσαρα ἔτη, ὡρίσθη δὲ, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῶν τεσσάρων ἐτῶν ἔπρεπε νὰ παρουσιάζωνται τὰ ἀποδεικτικά, τὰ παραδοθέντα εἰς τοὺς κομιστὰς, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται τὸ δικαίωμα καὶ ἡ καθυστέρησις, ὅπως πληρώνωνται· ὡρίσθη δὲ, ὅτι μέχρι τέλους τῆς 31 Δεκεμβρίου 1902 ἤθελον παραγραφῆ πᾶσαι αὗται αἱ ἀπαιτήσεις τῶν 5% ἐπὶ τῶν 70% τῶν καθυστερούντων, καὶ ἑπομένως ὅσα δὲν ἐνεφανίσθησαν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1902 παρεγράφησαν, διότι ὁ νόμος περὶ ἐλέγχου καθιέρωσε συντομωτάτην παραγραφὴν, λήγουσαν τὴν 31 Δεκεμβρίου 1902. Τί ὅμως συνέβη; Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ κατεῖχε τοὺς τίτλους τοῦ κληροδοτήματος αὐτοῦ, καὶ ὤφειλεν ἀπὸ τῆς 1 Ἀπριλίου 1894, συμφώνως πρὸς τὰ νενομισμένα, νὰ ἐμφανίσῃ αὐτοὺς πρὸς πληρωμὴν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἔκδοσιν τῶν πιστοποιητικῶν περὶ μὴ πληρωμῆς, παρέλιπε νὰ πράξῃ τοῦτο. Οὕτω δὲ, ὅτε ὁ νόμος περὶ Ἐλέγχου ὥρισε διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν 5% ἐπὶ τῶν μὴ πληρωθέντων 70% τὴν προσαγωγὴν τῶν πιστοποιητικῶν, τοιαῦτα ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ὑπῆρχον, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν οὔτε τὸ ἓν ἔπραξεν, οὔτε τὸ ἄλλο, ὅσον ἀφορᾷ τὸ κληροδότημα τοῦ Καρατζᾶ. Ἐνῷ δὲ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δημοσίου χρέους ἀνέγραφε τὸ ποσὸν τὸ ἀναλογοῦν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν 5% ἐπὶ τῶν 70%, τί συνέβη; Ἐπειδὴ τὸ Δημόσιον δὲν ἐφρόντισε νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸν νόμον, δὲν ἐπληρώθησαν ταῦτα, ὅτε ἔπρεπεν, ἐπειδὴ δὲ παρῆλθεν ἡ 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1902, πρὸ τῆς ὁποίας ἔδει νὰ πληρωθῶσιν, ἐννοεῖται, ὅτι παρεγράφησαν· ἑπομένως τὸ νομικὸν πρόσωπον τῆς Ἐπαγγελματικῆς Σχολῆς, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἀνέλαβε τὸ Δημόσιον νὰ φροντίζῃ καὶ νὰ ἐπιμελῆται τὰ τῆς περιουσίας αὐτοῦ, ζημιοῦται σπουδαῖον σχετικῶς ποσὸν ἐκ τῆς ἀμελείας τοῦ Δημοσίου. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι εἶναι δίκαιον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ζημιώσαντος Δημοσίου, νὰ ὑποβάλῃ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον, διότι παρεγράφησαν πλέον αἱ ἀπαιτήσεις αὗται, καὶ δὲν δύναται διοικητικῶς νὰ προβῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν πληρωμὴν αὐτῶν, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι θέλει ἐγκρίνει τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ μάλιστα δὲν πρόκειται τὸ παράπαν νὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον, διότι εἰς τὸ Δημόσιον ἐπεστράφησαν ἤδη ἀπὸ τὸν Ἔλεγχον τὰ χρήματα ταῦτα, ὡς μὴ ζητηθέντα μηδὲ πληρωθέντα, καὶ εὑρίσκονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Εἶναι λοιπὸν πρέπον, ἐπειδὴ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐγένετο παραίτιον τῆς ζημίας τῆς Ἐπαγγελματικῆς Σχολῆς Μεσολογγίου, ἀφοῦ ἔχει τὰ χρήματα, νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ νὰ τὰ καταβάλῃ. Βεβαίως ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ δικαιωθῶσιν ὅλα τὰ νομικὰ πρόσωπα, ἅτινα ἐξ αὐτῆς τῆς ἀμελείας τοῦ Δημοσίου ἐζημιώθησαν. Ἀλλ’ εἶναι περιττὴ καὶ ἀδικιολόγητος ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ Δικαστήρια. Τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ σπεύδῃ νὰ ἀνορθώνῃ τὰς ζημίας, ἃς ἐπροξένησε διὰ τῆς ἀμελείας αὐτοῦ.
§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔλαβον γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἐμελέτησα αὐτὴν ἐπαρκῶς, κατέληξα δὲ εἰς τὴν γνώμην, ἣν καὶ ὑμεῖς πρὸ ὀλίγου ἐξηνέγκατε, ὅτι πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἵνα πληρωθῇ τὸ ἀντίτιμον τῶν χρεωγράφων, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἡ ζημία ἐπῆλθεν ἕνεκα ἀμελείας τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας. Ἐγὼ ἔχω εὐρυτέραν γνώμην, ὅτι, καὶ ὅταν δὲν πρόκηται περὶ εὐαγῶν καὶ φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, τὸ Κράτος, ὅταν διαχειρίζηται τοιαῦτα κεφάλαια, πρέπει νὰ κρίνῃ κατ’ ἐπιείκειαν· διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἁρμόζει εἰς τὸ Κράτος νὰ ὠφελῆται ἐκ διατάξεων, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι ἀνέγραψαν πρὸς ποινὴν τῶν ἀμελούντων, καὶ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὁποίων ἐπέρχονται τοιαῦται ζημίαι. Τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς ἐπραγματεύθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, δὲν γνωρίζω. Θέλω ἐξετάσει, καὶ θέλω λάβει πᾶσαν πρόνοιαν.
§127Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ὑποβληθῇ προσεχῶς καὶ τὸ νομοσχέδιον.
§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω φροντίσει.
§129ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν εἶναι ἀληθὲς τὸ γραφὲν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ διὰ συνεντεύξεων, τὰς ὁποίας ἔκαμε, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν εἰς ἀγγλικὰς ἐφημερίδας, ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἐμπόρων τῆς σταφίδος. Δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ τὴν σταφίδα, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἐν λόγῳ πρόξενος ἔδειξε τοιαύτην διαγωγὴν ἀνάρμοστον πρὸς τὰ καθήκοντά του, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, τί γνωρίζει ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§130ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μέχρι τῆς ὥρας οὐδεμίαν εἴδησιν ἔχω. Καὶ πρὸ ὀλίγου συνάδελφος ἄλλος μὲ ἠρώτησε περὶ τούτου.
§131Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ ζητήσητε πληροφορίας.
§132ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Θέλω τὸ πράξει.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πυλίας κ. Σάκκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΒΨΗʹ προξενικοῦ νόμου τῆς 31 Μαρτίου 1900». Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 239). Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 5,867.39 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 240). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκε πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸ δημόσιον ἀπόθεμα τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κτημάτων τοῦ Δημοσίου, πρώην Στεφάνοβικ. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Φίλιππος Γιαννακόπουλος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν κατόπιν τῶν λεχθέντων κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 8 Φεβρουαρίου 1903 περὶ τοῦ ἐν Ζαγορᾷ Κρητσκείου κληροδοτήματος ὑπέβαλε Διάταγμα περὶ διορθώσεως τοῦ ἀπαιτουμένου ἤδη βαθμοῦ «λίαν καλῶς» εἰς «καλῶς» τῶν διαγωνισθησομένων, καὶ ὃν βαθμὸν σύσσωμος ἡ Βουλὴ ἀπεδέξατο ὡς ὀρθότατον νὰ διορθώσῃ. Ἐπίσης ἂν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησιν καὶ σύστασίν μου περὶ προκηρύξεως διαγωνισμοῦ, μετὰ τὴν τοιαύτην διόρθωσιν, εἰς ὅλας τὰς τάξεις τὰς γυμνασιακὰς τοῦ ἐν Βόλῳ Γυμνασίου ἀπὸ τέσσαρας ὑποτροφίας ἀνὰ ἑκάστην τάξιν, διότι εἶναι ἤδη τελείως ὡμολογημένον τὸ μέγα ὑπὲρ τῆς Ζαγορᾶς περίσσευμα.» Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Κ. Τοπάλης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ γενομένη δημοπρασία κατὰ Νοέμβριον παρελθόντος ἔτους ἐν Βόλῳ περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ καταστήματος ἐν τῇ πόλει ταύτῃ. Ἐνεκρίθη ἢ ὄχι; Ἐὰν δὲν ἐνεκρίθη, διατὶ δὲν ἐνεκρίθη; καὶ εἰς ποῖα μέτρα προέβη ὁ κ. Ὑπουργός;» Ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Λ. Δεληγεώργης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: Ποῖος ὁ φόρος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ mistel εἰς Γερμανίαν, Αὐστρίαν, Ἰταλίαν, Γαλλίαν, καθ’ ἑκατόλιτρον. Ποῖος ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς καθ’ ἑκατὸν χιλιόγραμμα τῆς ξηρᾶς σταφίδος ἐν ταῖς ἀνωτέρω χώραις. Πόσον συνήθως καὶ κατὰ μέσον ὅρον ποσὸν ξηρᾶς σταφίδος ἀπαιτεῖται πρὸς παραγωγὴν ἑνὸς ἑκατολίτρου μιστέλ, καὶ ποία ἡ περιεκτικότης αὐτοῦ εἰς οἰνόπνευμα. Γίνεται ἀνάμιξις οἰνοπνεύματος μετὰ τοῦ μιστὲλ πρὸς ἐξαγωγήν, καὶ ἐν ποίᾳ ἀναλογίᾳ; Πόσον ποσὸν μιστὲλ ἐξήχθη ἐξ Ἑλλάδος κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη, καὶ διὰ τίνας χώρας, καὶ πόσον ποσὸν σταφίδος ἐδηλώθη δι’ αὐτό. Πρὸς τίνα χρῆσιν ἀγοράζεται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὸ μιστὲλ συνήθως.» Ὁ κύριος Σιγάλας ἔχει τὸν λόγον.
§134Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Μοὶ τηλεγραφοῦσιν ἐκ Τήνου, ὅτι ἡ ἀτμοπλοϊκὴ συγκοινωνία ἔχει διακοπῆ ἀπὸ δέκα ἤδη ἡμερῶν. Αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι, μὴ εὑρίσκουσαι συμφέρον κατὰ τὸν χειμῶνα εἰς τὴν γραμμὴν ταύτην, ἀπὸ σκοποῦ ἐγκαταλείπουσιν αὐτήν, οὕτω δὲ ἡ νῆσος ἡμῶν μένει ἀποκεκλεισμένη, καὶ τὸ ἐμπόριον πάσχει, καὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν δύνανται νὰ συγκοινωνήσωσιν ἐξ ἰδιοτελείας τῶν ἑταιρειῶν — διότι κατὰ τὸ τηλεγράφημα τρεῖς ἑταιρεῖαι διέκοψαν τοὺς πλόας των. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ τίνα λόγον αἱ ἑταιρεῖαι αὗται διέκοψαν τὰς γραμμὰς, ἐνῷ εἶναι ὑποχρεωμέναι κατὰ τὰς συμβάσεις νὰ ἐκτελῶσι τακτικῶς τὰ δρομολόγιά των. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν ἀτμοπλοίων· διότι, ὡς πληροφοροῦμαι, δύο ἢ τρία ἀτμόπλοια εἶναι ἐπικινδύνως σεσαθρωμένα.
§135Γ. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Καθ’ ὅσον δύναμαι νὰ γνωρίζω, ἡ προσέγγισις τῶν ἀτμοπλοίων εἰς Τῆνον εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος, καὶ ἀτμόπλοιον ἐν τρικυμίᾳ δὲν δύναται νὰ προσεγγίσῃ. Πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν καὶ περὶ τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως τῶν ἀτμοπλοίων. Ἐγὼ δύναμαι νὰ γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι τὰ παράπονα δὲν εἶναι ἀληθῆ, διότι ἡ ἐπιθεώρησις τῶν ἀτμοπλοίων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐγένετο αὐστηροτάτη, αἱ ἐκθέσεις κατετέθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ τὰς φέρῃ. Ἐκ τούτων δὲ θέλει ἴδει ἡ Βουλὴ, ὅτι οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμμερίζομαι, εἶναι τὰ παράπονα τῶν Βουλευτῶν τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι τακτικὴν συγκοινωνίαν, διότι αἱ συμβάσεις περὶ τῶν ἀγόνων γραμμῶν, αἱ συναφθεῖσαι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχουσι καλῶς, καθόσον αἱ ἑταιρεῖαι ἔχουσιν ἐλευθερίαν νὰ μεταβάλλωσι τὰ δρομολόγιά των. Πταίουσι δὲ αἱ Κυβερνήσεις, διότι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι πρέπει νὰ προστατεύσωσι τὰς ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρείας, τὰς ἐχούσας ἀτμόπλοια μεγάλα, διότι αἱ μεγάλαι ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι παρέχουσι μεγίστην ὠφέλειαν εἰς τὸ Δημόσιον.
§136Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Τὸ τηλεγράφημα βεβαιοῖ, ὅτι διεκόπη ἡ συγκοινωνία ὑπὸ τριῶν ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι μόνον κατὰ τὸ θέρος, ὅτε ἡ γραμμὴ εἶναι προσοδοφόρος, ἐργάζονται, κατὰ δὲ τὸν χειμῶνα λησμονοῦσι τὰς ὑποχρεώσεις των. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις, ἃς ἐζήτησε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σπετσῶν, ὅπως καὶ ὁ κόσμος ἡσυχάσῃ, μανθάνων τὴν τυχὸν καλὴν κατάστασιν τῶν ἀτμοπλοίων.
§137Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς γραμμὰς τὰς ἐκτελουμένας ὑπὸ τῶν ἑταιρειῶν, μετὰ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει σύμβασις, δὲν δύναμαι νὰ ἀντείπω· ἐπιβάλλεται ὅμως εἰς ἐκείνας, αἵτινες ἔχουσι σύμβασιν νὰ ἐκτελῶσι τὰς ἀγόνους λεγομένας γραμμὰς, νὰ προσεγγίζωσιν ὅπου ὑποχρεοῦνται. Ἀλλ’ εἰς τὰς συμβάσεις ὑπάρχει ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι δύνανται αἱ ἑταιρεῖαι νὰ τροποποιῶσι τὰ δρομολόγιά των ἀναλόγως τῶν συμφερόντων αὐτῶν, ἀρκεῖ νὰ εἰδοποιηθῇ πρὸς τοῦτο τὸ ταχυδρομεῖον. Ὡς πρὸς τὴν ἑταιρείαν ὅμως, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν τήρησιν τῶν ἀγόνων γραμμῶν, ἔχω νὰ φέρω παρατηρήσεις. Εἰς αὐτὴν δὲν συμβαίνει ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος Λεωνίδας. Ἐὰν ἡ ἑταιρεία δὲν εὕρισκε συμφέρον ν’ ἀναλάβῃ τὴν τήρησιν τῶν ἀγόνων γραμμῶν, ὤφειλε ν’ ἀπορρίψῃ τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ μὴ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις. Τούτου δ’ ἕνεκα καὶ ὁ κύριος συνάδελφος ἐκ Κέας ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσιν αἱ συμβάσεις. Δὲν γνωρίζω, ἂν μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν συμβάσεων τούτων θὰ λάβω τὸν λόγον. Ἀνέφερα μόνον εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, κατὰ τίνα τρόπον ἡ «Νέα Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρεία» ἐξετέλει τὴν συγκοινωνίαν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, διότι εἶχε συμφέρον. Σήμερον ἐξακολουθοῦσι τὰ ἀτμόπλοια τῆς Ἑταιρείας τοὺς πλόας αὐτῶν, ἀλλὰ πάντοτε οἱ πλοίαρχοι προσεγγίζουσι πολὺ μακρὰν καὶ τῶν νήσων τῶν ἔχουσιν καλοὺς λιμένας, ὅταν δὲ τύχῃ νὰ ἦναι ὀλίγος ἄνεμος ἢ ὀλίγον νὰ κυμαίνηται ἡ θάλασσα, ἡ προσέγγισις δὲν ἐκτελεῖται· τὸ ἀτμόπλοιον ἀπέρχεται, καὶ μένουσι νῆσοι πολλαί, ὡς οἱ Παξοὶ, ἡ Κέα καὶ ἄλλαι, ἐπὶ μῆνα καὶ πλέον ἄνευ συγκοινωνίας, ἐνῷ ὅπου ὑπάρχουσι λιμένες ἐπιβάλλεται νὰ εἰσέρχωνται τὰ ἀτμόπλοια ἐντὸς αὐτῶν, καὶ νὰ ἀποβιβάζωσι τοὺς ἐπιβάτας καὶ τὰ ἐμπορεύματα. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ κατατεθῇ, ὡς οἷόν τε τάχιον, ἡ σύμβασις αὕτη, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ τίνα τρόπον ἐκτελεῖ τοὺς πλόας τῶν γραμμῶν αὐτῶν ἡ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἀνέλαβεν αὐτάς.
§138Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Καὶ πρὸ ἡμερῶν ἔφερα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας. Τὴν ἑσπέραν ὅμως ταύτην ἤκουσα πανταχόθεν φωνὰς διαμαρτυρίας, ἀλλὰ βεβαίως ἐγὼ δὲν ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀκούσω διαμαρτυρίας, διότι εἶμαι αὐτόπτης μάρτυς τῶν διαμαρτυριῶν πολλοῦ κόσμου. Ἡ συγκοινωνία τῶν ἀγόνων γραμμῶν, ὡς ἀνέφερα καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, δὲν εἶναι ἐν μέρει μόνον ἐλλιπὴς, ἀλλὰ παντελῶς ἐλλείπει ἀπὸ τὸ Κράτος.
§139ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ ὅλον; καὶ ἡ διὰ ξηρᾶς;
§140Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ἐννοῶ ἀπὸ τὰς νήσους. Ἀλλ’ εἰς τὴν παρατήρησίν σας ταύτην, κύριε συνάδελφε, θὰ ἀπαντήσω, ὅτι ἡ διὰ ξηρᾶς συγκοινωνία μὲ τὸ ἐκτελεσθὲν δίκτυον τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν εἶναι τελεία. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐκ τῆς πλουσιωτάτης αὐτῆς ὑμῶν τραπέζης, τῆς διὰ ξηρᾶς διὰ τῶν σιδηροδρόμων συγκοινωνίας, ζητῶ—καὶ νομίζω ὀρθὸν καὶ δίκαιον—ἵνα ἔστω καὶ ψιχίον παραχωρηθῇ εἰς τὰς νήσους. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, κύριε Πρόεδρε, ἐπανειλημμένως διεμαρτυρήθην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὴν κατάστασιν τῆς συγκοινωνίας. Εἰς τὰ τηλεγραφήματά μου ὅμως καὶ τὰς διαμαρτυρίας μου δυστυχῶς ἀπήντησεν ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ἑταιρείας, ὅτι ἐξεφραζόμην τραγικῶς! Ἀπὸ χαρακτῆρος καὶ ἐξ ἀνατροφῆς, κύριε Πρόεδρε, δὲν κατέρχομαι εἰς προσωπικότητας, οὐδὲ ποιοῦμαι κατάχρησιν τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ἑταιρείας παρίστατο ὁλοκλήρους νύκτας χειμερινὰς, ὁπότε ἀσθενεῖς, γυναῖκες καὶ παιδία ἀνέμενον εἰς ὁρμίσκους τὸ ἔλεος τῆς Ἑταιρείας, δὲν θὰ ἐχαρακτήριζε τραγικὰς τὰς διαμαρτυρίας μου, ἀλλὰ θὰ ἐσκέπτετο, πῶς μᾶλλον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς πάσχοντας ἐκείνους ἀνθρώπους καὶ ἐγκαταλελειμμένους εἰς τοὺς ὅρμους τῶν νήσων. Πρὸ δέκα ἡμερῶν εἶχον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν τῶν ἀγόνων γραμμῶν. Τὸ πολυάσχολον ἴσως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ δὲν ἐπέτρεψε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης νὰ καταθέσῃ οὔτε τὴν σύμβασιν τὴν συναφθεῖσαν μεταξὺ Ἑταιρείας καὶ Δημοσίου, οὔτε τὰ δρομολόγια. Ἐζήτησα τὰ δρομολόγια, διότι δι’ αὐτῶν θὰ ἀποδείξω πρὸς ὅλους ὑμᾶς, ὅτι τὰ δρομολόγια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Νέα Ἑταιρεία, εἶναι ἐντελῶς ἀνεκτέλεστα, εἶναι δρομολόγια, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, οὐδὲ θὰ δυνηθῇ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος νὰ τὰ ἐφαρμόσῃ. Διὰ τοῦτο παρατηρεῖται τὸ ἄτοπον, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὐδὲ ὑπάρχει εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ Κράτους συγκοινωνία, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἡ αὐτὴ Ἑταιρεία, ἴσως ἐξ ἄλλων λόγων, πυκνὴν τὴν μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ συγκοινωνίαν διατηρεῖ. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ τὴν εἰρημένην σύμβασιν, τότε θὰ συζητήσωμεν διὰ μακρῶν καὶ ἐπὶ τῆς συμβάσεως αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῶν προγενεστέρων. Διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ἄλλοτε τὸ Δημόσιον παρεῖχε μεγάλην ἀμοιβὴν εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑταιρείαν. Κατὰ τὸ 1880 ἐγένετο σύμβασις δωδεκαετὴς μὲ τὴν Παλαιὰν Ἑταιρείαν,—τὴν μετονομασθεῖσαν ἤδη Νέαν, ἀλλ’ ἥτις μόνον ὄνομα ἤλλαξε, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, φαίνεται, τὸν γηράσαντα καὶ παλαιὸν νὰ κατορθώσῃ τις νὰ κάμῃ νέον καὶ ἀλλοῖον τοῦ παλαιοῦ· —ἐγένετο, λέγω, σύμβασις δωδεκαετὴς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Παλαιᾶς Ἑταιρείας, καὶ τὸ Δημόσιον παρεῖχε τότε εἰς τὴν Ἑταιρείαν ὡς ἀποζημίωσιν 600,000 δραχμὰς διὰ τὴν συγκοινωνίαν· βεβαίως δὲ καὶ τὸ ποσὸν ἦτο λίαν ἐπαρκὲς καὶ τὸ διάστημα μέγα. Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑταιρείαν ζωήν, ἦτο δυνατὸν νὰ καταστήσῃ αὐτὴν ἑταιρείαν μεγάλην, ἑταιρείαν, ἥτις θὰ ἠδύνατο ν’ ἀναλάβῃ καὶ τὰς ἐσωτερικὰς καὶ τὰς ἐξωτερικὰς γραμμάς. Δυστυχῶς ὅμως πλημμελὴς διοίκησις, πλημμελὴς διαχείρισις ἐπέφερε τὴν καταστροφὴν τῆς Παλαιᾶς Ἑταιρείας, καὶ ἐπῆλθεν ἡ πρώτη αὐτῆς πτώχευσις, καὶ οὕτως ὁλόκληρος περιουσία, ἀνήκουσα οὐχὶ πλέον εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἀλλ’ εἰς αὐτὸ τὸ ἔθνος, ἐπωλήθη ἀντὶ εὐτελεστάτης τιμῆς. Ἀντιπαρῆλθον τὰ ἔτη ταῦτα, καὶ ἡ σύμβασις ἡ πολυετὴς δὲν ἀνενεώθη πλέον. Μονομερεῖς καὶ μονοετεῖς μόνον συμβάσεις ὑπῆρξαν κατόπιν τὸ ἔργον τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Αἱ μονοετεῖς ὅμως συμβάσεις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιφέρωσι τὰ καλὰ ἀποτελέσματα τῆς συγκοινωνίας. Διὰ τοῦτο, κατιδὼν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ τῆς ἐξωτερικῆς, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, κατὰ τὸ 1890 ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας, νομοσχέδιον πολὺ μεγάλης σημασίας ἐθνικῆς. Δυστυχῶς ὅμως κακῶς τότε ἐννοουμένη ἀντιπολίτευσις δὲν ἐπέτρεψε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο νόμος τοῦ Κράτους, βεβαίως δὲν θὰ εἴχομεν σήμερον τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῆς συγκοινωνίας. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς νῦν Κυβερνήσεως, τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὠνόμασε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο νομοσχέδιον φόνου τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας τῆς Παλαιᾶς, καὶ ἔλεγε τότε, ὅτι δὲν ἐπεθύμει οὐδὲ τὸν πρόωρον θάνατον οὐδὲ τὸν ἐκβιασμὸν τῆς Παλαιᾶς Ἑταιρείας. Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἔλεγε τότε ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίσθη, ἡ Παλαιὰ Ἑταιρεία μετὰ δύο ἢ τρία ἔτη ἐκηρύσσετο εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, καὶ ἐπωλεῖτο ὁλόκληρος ἡ περιουσία αὐτῆς ἀντὶ 800,000 μόνον δραχμῶν. Ἔλεγε δ’ ἐπὶ πλέον, ὅτι ἤθελεν ἀντὶ μιᾶς μεγάλης ἑταιρείας πολλὰς ἑταιρείας, διότι διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ θὰ ἐπήρχετο καὶ ἡ εὐκολία τῶν ἐπιβατῶν καὶ ἡ πύκνωσις καὶ εὐκολία τῆς συγκοινωνίας. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε ὑπάρχουσι πλείονες τῆς μιᾶς ἑταιρείας, ἐγένοντο ταῦτα; Βεβαίως οὐχί. Προσέτι δ’ ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἤθελε τὴν Νέαν Ἑταιρείαν μὲ τὰ αὐτὰ παλαιὰ καὶ ἄνευ ταχύτητος ἀτμόπλοια τῆς Παλαιᾶς Ἑταιρείας, ὡς π. χ. τὸ «Πανελλήνιον» καὶ τὴν «Ὕδραν». Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἔλεγεν ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ 13 ἐτῶν, ὅτι δὲν ἤθελε τὸ «Πανελλήνιον» καὶ τὴν «Ὕδραν», διότι ἦσαν παλαιά, ἐν τούτοις ἀνέχεται ἀκόμη καὶ σήμερον νὰ φέρωσι τὰς σημαίας τὸ «Πανελλήνιον» καὶ ἡ «Ὕδρα» ἀνὰ τοὺς λιμένας τῆς ἔσω Ἑλλάδος! Ἕνεκα ὅλων τούτων τῶν λόγων, ὡς προεῖπον, ἡ κακῶς ἐννοουμένη καὶ γενομένη τότε ἀντιπολίτευσις ἐπέφερε τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀντιπαρῆλθεν ὁλόκληρον χρονικὸν διάστημα χωρὶς πάλιν οὐδὲν νὰ γείνῃ. Μόνον κατὰ τὸ 1891 ἦλθε νὰ θεραπεύσῃ ἐν μέρει τὸ κακὸν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτής, καὶ ὑπέβαλε τότε εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας τοῦ Λόϋδ, δι’ ἧς ἐπετρέπετο εἰς αὐτὴν ἡ ἀκτοπλοΐα καὶ ἡ ἐκτέλεσις γραμμῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Ἀλλὰ δυστυχῶς τότε ἡ σύμβασις ἐκείνη δὲν ἐψηφίσθη. Λυποῦμαι δὲ διότι δὲν ἔχουν δημοσιευθῆ ἔτι τὰ πρακτικὰ τὰ ἐστενογραφημένα τῆς συζητήσεως ἐκείνης, ἵνα ἴδωμεν τὴν συζήτησιν καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ σύμβασις αὕτη ἐπολεμήθη· ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἐπολεμήθη τότε, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ εἰς ξένην ἑταιρείαν νὰ ἔχῃ τὴν ἀκτοπλοΐαν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν ἠξεύρω διατὶ τὸ Δημόσιον δὲν φροντίζει νὰ ἐκτελῶνται αἱ γραμμαὶ, νὰ ἐπιβάλλῃ δὲ τὴν τάξιν εἰς τὰς ἑταιρείας, αἱ ὁποῖαι ἀνέλαβον τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας. Ἐγὼ ἐπαινῶ βεβαίως τὴν μέριμναν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, διότι παρετήρησα, ὅτι ὑπέβαλε πρὸς ψήφισιν πολλὰς ἀτμοπλοϊκὰς συμβάσεις. Ἀλλ’ ἐνῷ φροντίζει νὰ καταρτίσῃ γραμμὰς μὲ τὸ Κὲρτς, τὸ Ταϊγάνιον, τὸ Νικολάϊεφ, τὴν Ἀγγλίαν, Ὁλλανδίαν, Σουηδίαν καὶ τόσας ἄλλας ἐπικρατείας, δὲν πρέπει ἆρά γε νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως καὶ αἱ διὰ τὰς νήσους τῆς Ἑλλάδος ἄγονοι γραμμαὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐκτελῶνται, ἵνα οὕτω καὶ αἱ νῆσοι αὗται ἔχωσι συγκοινωνίαν; Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν, ὅπως κατατεθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν τάχιον ἡ σύμβασις καὶ τὰ δρομολόγια τῆς ἑταιρείας, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἐπακριβῆ ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ δευτέρου θέματος, ἤτοι περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀτμοπλοίων, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου πέντε μόνον ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ, διότι τὰς ἄλλας δὲν κατέθηκεν ἔτι. Ἡ μία ἔκθεσις εἶναι περὶ τοῦ «Πανελληνίου». Ἐγένετο τὴν 23 Σεπτεμβρίου 1902. Ἡ κατάστασις τοῦ ἀτμοπλοίου τούτου κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ ὡρισμένως ἀπεφήνατο, ὅτι εἶναι ἱκανὸν νὰ λειτουργήσῃ μόνον ἐπὶ 6 ἔτι μῆνας. Μοὶ φαίνεται δὲ, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι τὸ διάστημα τοῦτο λήγει τὴν 23 Μαρτίου ἐνεστῶτος ἔτους. Δίκαιον λοιπὸν εἶναι νὰ διατάξητε καὶ λάβητε τὰ πρὸς τοῦτο κατάλληλα μέτρα, διότι αἱ μηχαναὶ τοῦ ἀτμοπλοίου εἶναι τελείως κατεστραμμέναι. Ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον, ἐπειδὴ τὸ «Πανελλήνιον» εἶναι ἐκ τῶν ἀτμοπλοίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἱστορίαν κατὰ τὴν Κρητικὴν ἐπανάστασιν, φέρει δὲ τουρκικὰς σφαίρας ἐπ’ αὐτοῦ, νὰ ἀγορασθῇ ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ κατατεθῇ ὡς ἱστορικὸν κειμήλιον εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ φέρῃ ἡμᾶς ἀπὸ λιμένος εἰς λιμένα. Ἡ δευτέρα ἔκθεσις εἶναι περὶ τῆς «Ἑπτανήσου». Ἐγένετο ἐν Σύρῳ, ὡς παρατηρῶ, μόνον αὕτη, καὶ ἐγένετο τὴν 6 Μαρτίου 1902· ἡ δὲ ἐπιτροπὴ λέγει, ὅτι «εὑρέθη εἰς καλὴν κατάστασιν τὸ ἀτμόπλοιον»· προθεσμίαν δὲ νέας ἐπιθεωρήσεως τάσσει μόνον ἓν ἔτος. Ἀλλὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἔληξε, καὶ εἶναι δίκαιον νὰ γείνῃ νέα ἐπιθεώρησις. Τρίτη ἔκθεσις εἶναι ἡ περὶ τοῦ «Πηνειοῦ», διὰ τὸν ὁποῖον οὐδὲν λέγει ἡ ἐπιτροπὴ, παρὰ μόνον ἐπιτρέπει νὰ ταξειδεύῃ. Κατόπιν ἔχομεν τὴν ἔκθεσιν περὶ τῆς «Χίου», ἑνὸς ἐκ τῶν μεγαλειτέρων καὶ καλλιτέρων ἀτμοπλοίων, ἔκθεσιν γενομένην ἐν Πειραιεῖ τὴν 22 Ἰανουαρίου 1903. Εὑρίσκει δὲ ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι τὸ πλοῖον εὑρίσκεται μὲν ἐν καλῇ σχετικῶς καταστάσει, καὶ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τοὺς πλόας αὐτοῦ, οὐχ ἧττον δέον ἐντὸς τριμήνου χρονικοῦ διαστήματος ἀπὸ τῆς ἐπιθεωρήσεως νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ ὑποδεικνυόμεναι ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγκαῖαι ἐπὶ τῶν μηχανῶν ἐπισκευαί, ἄλλως δέον τὸ ἀτμόπλοιον νὰ παρεμποδισθῇ τοῦ πλοῦ. Καὶ τελευταῖον ἔχομεν τὴν ἔκθεσιν περὶ τοῦ «Πέλοπος», ἐπίσης ἑνὸς τῶν καλλιτέρων ἀτμοπλοίων, τὸ ὁποῖον μάλιστα θὰ μεταβῇ καὶ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, νομίζω. Ἐγένετο αὕτη τὴν 28 Ἰανουαρίου 1903. Ἀναφέρει δὲ ἡ ἔκθεσις, ὁποῖαι ἀναγκαῖαι ἐπισκευαὶ δέον νὰ γείνωσιν ἐπὶ τῶν μηχανῶν. Εἰς τὴν τετάρτην παρατήρησιν ἀναγινώσκω τὰ ἑξῆς: «Οἱ λέβητες εὑρέθησαν ἐν καταστάσει τοιαύτῃ, ὥστε ἡ κανονικὴ λειτουργία αὐτῶν νὰ μὴ θεωρῆται ἀσφαλὴς, διότι αἱ ἑστίαι αὐτῶν ἔχουσι καταστραφῆ κλπ.» Ἀποφαίνεται δὲ ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι, ἐὰν ἐντὸς τετραμήνου χρονικοῦ διαστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται εἰς τὸ ἐν λόγῳ πλοῖον νὰ ἐκτελῇ πλόας, μὲ ἠλαττωμένην ὅμως πίεσιν ἀτμοῦ, δὲν ἀντικατασταθῶσιν αἱ ἑστίαι τῶν λεβήτων καὶ δὲν ἐκτελεσθῶσιν αἱ λοιπαὶ ἐπισκευαὶ τῆς μηχανῆς, θέλει παρεμποδισθῆ τὸ πλοῖον παντὸς περαιτέρω πλοῦ. Ταῦτα λέγουσι, κύριε Ὑπουργὲ, αἱ ἐκθέσεις.
§141Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος τὰς ἔχει ὑπογράψει, καὶ πότε ἐγένοντο;
§142Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ἔχουσιν ὑπογράψει οἱ κύριοι Ἀναστάσιος Ἀνδρεάδης, Δημήτριος Λαζαρῖμος, ὁ μηχανικὸς κ. Ἀντωνιάδης καὶ εἷς ἀνθυποναυπηγός. Ἐγένοντο δὲ ἡ μία τὴν 22 Ἰανουαρίου καὶ ἡ ἄλλη τὴν 28 Ἰανουαρίου 1903. Ὥστε ἔχομεν Ἰανουάριον, Φεβρουάριον, Μάρτιον διὰ τὴν «Χίον», καὶ λήγει τὸ τρίμηνον διάστημα, διὰ δὲ τὸν «Πέλοπα» ἔχομεν ἀκόμη ἑνὸς μηνὸς προθεσμίαν. Καὶ ἐπειδὴ ἤλθομεν καὶ πάλιν εἰς τὰ ἀτμοπλοϊκὰ, ἠκούσαμεν δὲ πανταχόθεν πολλὰς διαμαρτυρίας, διὰ τοῦτο νομίζω δίκαιον καὶ προτείνω, ὅπως συστηθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, ἵνα μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς κατὰ θάλασσαν συγκοινωνίας ἐντὸς τοῦ Κράτους, καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν αὐτῆς. Νομίζω δὲ, ὅτι δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασίς μου, διότι ἀφορᾷ γενικὸν ζήτημα τοῦ τόπου, τὸ περὶ τῆς συγκοινωνίας τῶν νήσων καὶ ὅλων τῶν ἀγόνων γραμμῶν, καὶ φρονῶ, ὅτι πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων, οἵτινες ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν συγκοινωνίαν, θὰ ὑποστηρίξωσι τὴν πρότασίν μου.
§143Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ κατὰ τὸ παρελθὸν οὐδὲν παράπονον εἶχον κατὰ τῆς «Νέας Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας», ἡ ὁποία ἐξετέλει τὰς προσεγγίσεις τῆς ἀγόνου γραμμῆς Ἀκαρνανίας, διότι οὐδέποτε τοιοῦτον παράπονον μοὶ ἐγένετο ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μου. Παραπονοῦμαι ὅμως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, — καὶ κατὰ τὴν 11 Φεβρουαρίου ἐξήνεγκον τὸ αὐτὸ παράπονον — ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης παρελθόντος Ἰανουαρίου κατηργήθησαν οἱ πλόες τῆς ἀγόνου γραμμῆς Ἀκαρνανίας, καὶ ἔκτοτε οἱ συμπολῖταί μου εἶναι τελείως ἀποκεκλεισμένοι ἀπὸ πάσης συγκοινωνίας κατὰ θάλασσαν. Θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν σκοπεῖ νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὰς ἀγόνους γραμμὰς καὶ τὴν Ἀκαρνανίαν, ἢ πρέπει τελείως νὰ ἀποκλεισθῶμεν ἀπὸ πᾶσαν ἀτμοπλοϊκὴν συγκοινωνίαν.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον.
§145Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ὑποβάλλω πρότασιν, κ. Πρόεδρε.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὁ κύριος Σιγάλας ἐζήτησεν ἤδη τὴν κατάθεσιν τῶν ἐκθέσεων. Λοιπόν, ὅταν κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις καὶ συζητηθῇ γενικώτερον τὸ ζήτημα, τότε θὰ ὑποβληθῇ ἡ πρότασις.
§147Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ἀνεξάρτητος εἶναι, κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασίς μου.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, ἐὰν ὑπάρχωσι δέκα ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασίν σας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο τελεσφόρος ἡ ἐπερώτησίς σας, ἐὰν συνεδέετο ὅλον τὸ ζήτημα· ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως ἐὰν θέλητε νὰ ὑποβάλητε πρότασιν, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν.
§149Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἐν τῇ προτάσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κέας περιλαμβάνεται καὶ ἡ πρότασις ἡ ἰδική μου, ὅπως κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἀκριβῶς τὰς ἐκθέσεις θὰ ἐξετάσῃ, καὶ θὰ περιλάβῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ τὰ τῶν ἐκθέσεων, τὰ τῆς καταστάσεως τῶν ἀτμοπλοίων κλπ.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ ἐκλεχθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ κάμῃ τί;
§151Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Νὰ ἐξετάσῃ ὅλα τὰ ὑπὸ τῶν κ. Ὑπουργῶν ὑποβληθέντα καὶ ὑποβληθησόμενα ἔγγραφα.
§152ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὄχι ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίνος εἴδους ἐπιτροπὴν θέλετε;
§154Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Νομίζω, ὅτι σκοπὸς τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς διατυποῖ αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κέας, εἶναι ὁ ἑξῆς· νὰ συστηθῇ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἐξετάσῃ τὰς συμβάσεις μετὰ τῶν διαφόρων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, νὰ ὑποδείξῃ τὰ τρωτὰ αὐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οὕτως ἡ Κυβέρνησις νὰ κανονίσῃ αὐτὰς τελειότερον.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰς συμβάσεις;
§156Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Τὰς συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι συνήφθησαν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν διαφόρων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, ἐκ τῶν ὁποίων συμβάσεων προκύπτουσι τὰ παράπονα τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§157Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ἡ πρότασις ἡ ἰδική μου, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἐπειδὴ ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει συγκοινωνία τῶν νήσων, ἐπρότεινα, νὰ συστηθῇ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς εἶναι σήμερον συνωμολογημέναι αἱ συμβάσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ ἄγονοι γραμμαί, νὰ προβῇ εἰς τὴν μελέτην τῆς κατὰ θάλασσαν συγκοινωνίας ἐντὸς τοῦ Κράτους, διὰ τὸ μέλλον πάντοτε.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπετε, ὅτι πρόκειται περὶ συμβάσεων πρὸς τίνα;
§159Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Νομοσχεδίου, ὅρων συμβάσεως, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν θὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ μέλλον νὰ συνάπτῃ νέας συμβάσεις πρὸς ἑταιρείας.
§160Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν διετυπώθησαν καλῶς τὰ πράγματα.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ὑποθέτω καὶ ἐγώ.
§162Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ παρεπονέθησαν ἐναντίον τῶν ἐλλείψεων τῶν συμβάσεων· ἐπὶ παραδείγματι, οἱ κύριοι Βουλευταὶ παραπονοῦνται διὰ τὸ ἀκατάλληλον τοῦ ἀτμοπλοίου, τοῦ ἐκτελοῦντος τὰς ἀγόνους καλουμένας γραμμάς, λόγῳ τῆς μικρᾶς χωρητικότητος αὐτοῦ. Ἐν τῇ συμβάσει περιέχεται ὁ ὅρος, ὅτι ἡ Πανελλήνιος Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρεία ἢ ἡ Ἑταιρεία τῆς Σύρου ὑποχρεοῦται νὰ διαθέτῃ ἀτμόπλοιον χωρητικότητος 300 τόννων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀτμόπλοιον χωρητικότητος 300 τόννων εἶναι μικρὸν διὰ τὴν συγκοινωνίαν· ἑπομένως ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ συστηθῇ, θὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ ἀτμόπλοιον ἐκεῖνο δέον νὰ ἦναι μεγαλειτέρας χωρητικότητος. Αἱ συμβάσεις αὗται πρόκειται ν’ ἀνανεωθῶσι μετ’ ὀλίγον, διότι ὑποθέτω, ὅτι αἱ προθεσμίαι τῶν συμβάσεων αὐτῶν λήγουσι προσεχῶς. Ἐκτὸς λοιπὸν τοῦ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ὑποδείξῃ τὰ ἐλαττώματα τῶν συμβάσεων, ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ὑποδείξῃ καὶ ἄλλο τι, θὰ ὑποδείξῃ, ὅτι ἡ ἐπιχορήγησις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς 2½ δραχμὰς τὸ μίλιον εἶναι μικρά, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναται ἡ Ἑταιρεία νὰ διαθέσῃ κατάλληλον ἀτμόπλοιο. Θὰ ὑποδείξῃ λοιπὸν αὐτὰ ἡ ἐπιτροπή, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις τὰ ἐγκρίνῃ, θὰ τὰ υἱοθετήσῃ, καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ συνάψῃ συμβάσεις ὑπὸ νέους ὅρους.
§163Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ἀκριβῶς αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς προτάσεώς μου, κύριε Πρόεδρε.
§164ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἶναι καὶ ἀκριβεῖς καὶ δίκαιαι, δὲν στηρίζονται ὅμως δυστυχῶς ἐπὶ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ 1893 ἐψηφίσθη, καὶ δυνάμει τοῦ ὁποίου συνάπτονται αἱ συμβάσεις μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν· ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐπιβάλλει καὶ τὴν ἐτησίως ἀνανέωσιν τῶν συμβάσεων καὶ τὴν μικρὰν χωρητικότητα τῶν ἀτμοπλοίων· ἐὰν δὲ ἡ μνήμη δὲν μὲ ἀπατᾷ, ἡ καθαρὰ χωρητικότης, κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἦναι μικροτέρα τῶν 150 τόννων. Οὕτως ὁ νόμος ἐπέτρεψεν εἰς μικρὰς χωρητικότητος ἀτμόπλοια νὰ ἀναλαμβάνωσι τὴν συγκοινωνίαν τῶν ἀγόνων γραμμῶν τῶν νήσων. Οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι παραπονοῦνται, λίαν δικαίως κατὰ τὴν γνώμην μου. Ἀλλ’ ἵνα θεραπευθῶσι τὰ παράπονα αὐτῶν, τὰ προερχόμενα ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1893, πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος· πρέπει ἑπομένως νὰ ὑποβληθῇ πρότασις νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου τοῦ 1893, ἵνα θεραπευθῇ τὸ κακὸν, πρέπει νὰ λείψωσιν οἱ δύο οὗτοι οὐσιώδεις ὅροι, οἱ ἐλαττωματικοὶ, τοὺς ὁποίους δὲν θεωρῶ ὅτι εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἀναπτύξω καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ ἀτελὴς συγκοινωνία τῶν νήσων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κέας πρέπει νὰ μελετήσῃ τὰς ἀτελείας τοῦ νόμου τούτου καὶ μετὰ τὴν μελέτην ταύτην νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα.
§165Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κέας συνάδελφος, εἶναι ζήτημα ὑψίστης σπουδαιότητος, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὄχι μόνον τὴν συγκοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἑπομένως ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κέας, δὲν εἶναι καὶ τόσον περίεργος, ὅσον ἐφάνη· ἠδίκησε δὲ αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων. Ἐπὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ πρέπει νὰ γείνῃ μία σκέψις· ἀλλ’ ἡ σκέψις δέον νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα ὁπωσδήποτε ἐπίσημον, καὶ νὰ δύναται νὰ ἐπιβληθῇ. Εἶναι ὀρθὸν ἑπομένως νὰ συστήσῃ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μίαν ἐπιτροπὴν ἐκ τριῶν ἢ τεσσάρων Βουλευτῶν, ἐκ τῶν μᾶλλον ἐνδιαφερομένων, ἥτις νὰ μελετήσῃ τὸν νόμον, καὶ νὰ συντάξῃ τὰς ἀναγκαίας τροποποιήσεις, καὶ νὰ παρουσιάσῃ αὐτὰς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· δὲν ἔχω δὲ ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ τὰς υἱοθετήσῃ. Ἂν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ φανῇ εὐεργετικὴ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, θὰ προβῇ αὐτὴ εἰς βελτίωσιν τοῦ νόμου τούτου.
§166Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Πρόκειται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ μελετήσῃ καὶ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον ὄχι μόνον πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν αὐτῆς. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ οἱ ὑπάρχοντες νόμοι. Ἀδίκως δὲ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξειδίκευσε τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτροπῆς, ἐνῷ πρόκειται νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ συγκοινωνία κατὰ τῶν παραβάσεων τῶν ἑταιρειῶν, ὡς πρὸς τὰς συμβάσεις.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποβάλλει πρότασιν περὶ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς.
§168Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Δὲν ἐζήτησα τοιοῦτό τι. Δὲν πρόκειται νὰ κατηγορήσω· πρόκειται νὰ βελτιώσωμεν τὴν συγκοινωνίαν. Εἰς τὸ τέλος τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ τρέχοντος ἔτους λήγουσιν αἱ συμβάσεις, καὶ ἰδίως ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Νέας Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας τῆς Σύρου· συνεπῶς θὰ εὑρεθῶμεν πάλιν εἰς τὸ ἄτοπον, εἰς ὃ εὑρέθημεν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ὅτε ἔπαυσεν ἐντελῶς ἡ συγκοινωνία, διότι ἐμεσολάβησε χρονικὸν διάστημα ἑνὸς ὁλοκλήρου μηνὸς διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνανεώσῃ τὴν σύμβασιν. Καὶ ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν εἶχε τὸ μίλιον δραχ. 2 καὶ 25, κατόπιν πολλῶν προσπαθειῶν, κατώρθωσε μετὰ ἕνα ὁλόκληρον μῆνα νὰ ἀνανεώσῃ τὴν σύμβασιν μὲ τὴν ἰδίαν ἑταιρείαν πρὸς τρεῖς δραχμὰς τὸ μίλιον. Διὰ τοῦτο ἐπρότεινα τὴν ἐπιτροπήν, διὰ νὰ καταρτίσῃ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως καὶ μελέτην περὶ τῆς συγκοινωνίας.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ὑποκαθίστασθε εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὑποθέτω ὅτι ἔχει εἰς τὸν νοῦν της τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν θέλει ὑποβάλει. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε βραδύνει, βεβαίως ἔχετε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποκαθίστασθε εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως.
§170Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποκατασταθῶ εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμβάσεις συνομολογοῦνται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὸ Δημόσιον. Τοὺς ὅρους αὐτοὺς τῆς συμβάσεως τοὺς ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Τώρα θέλετε σεῖς νὰ τοὺς ὑπαγορεύσητε; εἰπέτε τους.
§172Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι αἱ συμβάσεις γίνονται κατά τινα τύπον, ὃν κατήρτισεν ἡ Διεύθυνσις τῶν ταχυδρομείων, καὶ ἐπαναλαμβάνονται στερεοτύπως. Ἤδη ὁ μέγας ἀνταγωνισμὸς καὶ ἡ ἕνεκα τῆς ἀκαταπαύστου ἐργασίας ἐλάττωσις τῆς δυνάμεως καὶ ἀσφαλείας, ἣν πρέπει νὰ προσφέρουν τὰ ἀτμόπλοια, ἐπιβάλλουσι νέους ὅρους. Λοιπὸν θεωρῶ δίκαιον, οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πεῖραν ἀνωτέραν τῆς πείρας ἡμῶν τῶν ἄλλων, νὰ μελετήσουν ὅλα τὰ κείμενα τῶν συμβάσεων καὶ τοὺς ὅρους τοὺς νέους, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ περιλάβωμεν ἐν τῇ συμβάσει. Οἱ ὅροι οὗτοι δὲν εἶναι ὑποχρεωτικοὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἐξ ἐναντίας εἶναι ὑπηρεσία μεγίστη, τὴν ὁποίαν προσφέρουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα πολλοὶ ἐκ τῶν συναδέλφων ἔχουσι, καὶ δὲν θὰ ἔχῃ νὰ προσφεύγῃ μόνον εἰς τὰ φῶτα τῶν ὑπαλλήλων τῶν ταχυδρομικῶν. Ἡ συνομολόγησις συμβάσεων μετὰ ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν εἶναι ἓν τῶν δυσκολωτέρων ἔργων.
§173Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐδῶ εἶναι μία σύγχυσις. Ὁ σκοπὸς εἶναι ὁ ἑξῆς· νὰ συστηθῇ μία ἐπιτροπὴ, ὡς ἔγεινε καὶ ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων, νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῶν ἐνδιαφερομένων, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὸν τρόπον τῆς συγκοινωνίας, καὶ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης αὐτῆς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν· ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ, τί πρέπει νὰ πράξῃ.
§174Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§175Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κέας εἶναι δικαιοτάτη. Ἐγὼ πρῶτος εἰς τὴν συσταθησομένην ἐπιτροπὴν θέλω νὰ δώσω μεγαλειτέραν ἁρμοδιότητα. Ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν Κυβέρνησις κατὰ τὸ παρελθὸν, ἐπιθυμοῦσα νὰ συντρέξῃ καὶ συντελέσῃ εἰς τὴν πρόοδον τῆς ἀτμήρους καὶ ἱστιοφόρου ἐμπορικῆς ναυτιλίας, εἶχε καταρτίσει ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ναυτικῶν νήσων, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν τότε καταλληλότατα, καὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν σπουδαιοτάτην ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας υἱοθέτησε, καὶ τῆς ἐργασίας ταύτης μέγα μέρος περιεβλήθη καὶ νομοθετικὸν κῦρος· ἐγένετο δὲ τότε ὁ νόμος «περὶ μηχανικῶν τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων», ὁ ὁποῖος ἀληθῶς ἀποτελεῖ ἓν κόσμημα εἰς τὴν ναυτικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν· ἕνεκα ὅμως ἐλλείψεως χρόνου ἡ ἐργασία αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τύχῃ τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς συζητήσεως τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ λοιπὸν προτείνω νὰ ἀνασυσταθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ ἐν γένει τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀτμήρη καὶ ἱστιοφόρον ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ παρουσιάσῃ ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις, ἂν νομίσῃ ὅτι εἶναι ἀναγκαία διὰ τὴν πρόοδον τῆς ναυτιλίας ἡμῶν, νὰ υἱοθετήσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§176Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρεστάθη ἀπ’ ἀρχῆς ὡς ζήτημα συμπληρώσεως τῆς διὰ θαλάσσης συγκοινωνίας ἡμῶν καὶ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν γραμμῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται ὡς ἄγονοι, λαμβάνει, ἀναλόγως τῶν διαθέσεων ἑκάστου ἐκ τῶν ἀγορευσάντων κυρίων συναδέλφων, ἄλλην φάσιν. Σήμερον δὲ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Σπετσῶν ἐξέτεινε τὸ ζήτημα, καὶ ζητεῖ νὰ μελετηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁλόκληρος ἡ ναυτικὴ ἡμῶν νομοθεσία. Ὁ κ. Βουλευτὴς Σπετσῶν, ἀνήκων εἰς νῆσον ναυτικήν, ἐλησμόνησε τὴν εὐρύτητα τοῦ θέματος. Θέμα δὲ τοιαύτης εὐρύτητος βεβαίως δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ θέμα μελέτης ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα πρακτικόν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ σύστασις μιᾶς τοιαύτης ἐπιτροπῆς θὰ ἔχῃ μόνον χαρακτῆρα ἀκαδημαϊκόν. Θὰ δύναται αὐτὴ νὰ κάμῃ οἱασδήποτε μελέτας, καλὰς ἢ κακὰς, ἀλλὰ δὲν θὰ φθάσῃ εἰς θετικόν τι ἀποτέλεσμα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς κατὰ θάλασσαν συγκοινωνίας, δὲν πρέπει νὰ πλανώμεθα· τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα χρηματικόν. Ἂν τὸ Κράτος δύναται νὰ διαθέσῃ ἑκατομμύρια, ἡ συγκοινωνία αὕτη θὰ ἦναι πλήρης καὶ τελεία, ἂν δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ ἑκατομμύρια, ἀλλὰ δεκάδας μόνον ἢ ἑκατοντάδας χιλιάδων, ἡ συγκοινωνία θὰ ἦναι περιωρισμένη. Τὸ ζήτημα τῆς μελέτης τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας δὲν θὰ ἦναι σοβαρὸν, ἂν τὸ θέσωμεν ὑπὸ τὴν μελέτην ἐπιτροπῆς· διότι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἐξετάσῃ τί; τὴν σύστασιν ἑταιρειῶν; τὴν περιποίησιν τῶν ναυτῶν; τὴν τελειότητα τῶν ἀτμοπλοίων; Ὅλα ταῦτα καταλήγουσιν εἰς ζήτημα χρημάτων. Νομίζω ὅτι, ἂν θέλουν οἱ προτείνοντες τὴν γνώμην ταύτην νὰ δώσουν εἰς αὐτὴν χαρακτῆρα θετικώτερον, δυνάμενον νὰ καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα, δὲν πρέπει νὰ ἐπεκτείνωσιν αὐτὴν τόσον, ὥστε νὰ περιλάβῃ ὅλον τὸ ζήτημα τῆς ναυτιλίας ἡμῶν, διότι θὰ καταντήσῃ εἰς ἀκαδημαϊκὴν συζήτησιν.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη. Οἱ κύριοι Ἱερομνήμων καὶ Στάης ὑπέβαλον τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς κατὰ θάλασσαν συγκοινωνίας ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν αὐτῆς.» Ὑπάρχουν δέκα ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν; (Ἐγείρονται πλείονες τῶν δέκα). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί. Τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον). Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν. Πῶς θέλετε νὰ συστηθῇ ἡ ἐπιτροπή;
§178Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ὁρίσητε ὑμεῖς τὴν ἐπιτροπήν.
§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θ’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ὀνόματα τῆς ἐπιτροπῆς.
§181Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἐζήτησα ἤδη, περὶ τῶν προξενικῶν τελῶν. Σήμερον εἶναι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ προξενικὸν νομοσχέδιον. Ἄνευ τῶν πινάκων τούτων εἶναι ἀδύνατον νὰ συζητήσωμεν. Ἄλλως θὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§182ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ μὴ ζητήσητε ἀναβολήν. Δὲν ἐπίστευον, ὅτι θὰ ἦσθε τόσον ἀνυπόμονος. Ἄλλοτε, ἐνθυμεῖται ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι, προκειμένου περὶ σπουδαιοτέρων ἀντικειμένων, ἐζήτησα ἐγώ, ὡς Βουλευτής, πληροφορίας, καὶ παρῆλθεν ἡ πρώτη Σύνοδος, παρῆλθε καὶ ἡ δευτέρα, καὶ δὲν ἔτυχον ἀπαντήσεως ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ. Σήμερον ἡ βραδύτης ἐπῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι, ὅτε κατὰ πρώτην φορὰν μοὶ ὑπέβαλε τοὺς πίνακας ἡ ὑπηρεσία, παρετήρησα ὅτι ἐκ παραβλέψεως Προξενείου τινὸς ἔσοδά τινα εἶχον σημειωθῆ ἐπὶ ἔλαττον. Ὥστε σήμερον θὰ ὑποβάλω τοὺς πίνακας. Ἐκ τῆς βραδύτητος δὲ μᾶλλον ὠφελήθη ὁ κ. συνάδελφος, ὡς βλέπει.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεωνίδας ἔχει τὸν λόγον.
§184Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν μὲ ἐκάκισε διὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, εἰπὼν ὅτι ἡ πρότασις δὲν ἔχει καμμίαν πρακτικὴν ἀξίαν, καὶ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου τινός, εἰμὴ περὶ ἀκαδημαϊκῆς συζητήσεως, διότι μία ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τακτοποιήσῃ τὰ κακῶς ἔχοντα ἐν γένει τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας. Ἐγὼ ὅμως ἀπαντῶ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅτι πρὶν μὲ κακίσῃ ἔπρεπε προηγουμένως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶχε συστηθῆ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Θεοτόκη. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη εἰργάσθη καταλλήλως, καὶ παρουσίασε τὸ νομοσχέδιον «περὶ μηχανικῶν τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων». Ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τὰ ἐμπορικὰ ἡμῶν ἀτμόπλοια δὲν ἠδύναντο πρὶν νὰ ἔχωσιν Ἕλληνας μηχανικούς, ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν Ἄγγλους μηχανικούς, διότι αἱ ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι δὲν ἐδέχοντο ποτὲ νὰ ἀσφαλίσωσιν ἐμπορικὰ ἀτμόπλοια μὲ μηχανικοὺς ἄνευ διπλώματος. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν ἐκείνη κατήρτισε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατόπιν ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους καὶ σπουδαίως συνετέλεσεν εἰς τὴν πρόοδον τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ νόμου «περὶ μηχανικῶν τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων», ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη κατήρτισε καὶ μίαν ἄλλην μελέτην, σπουδαιοτάτην, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, κατήρτισε τὴν τροποποίησιν ἐκείνην τοῦ νόμου «περὶ ὑποθήκης τῶν πλοίων». Γνωρίζει ἴσως ἡ Βουλή, τί ἐστὶ νόμος περὶ ὑποθήκης τῶν πλοίων. Ὅλα τὰ Κράτη τὰ πεπολιτισμένα ἔχουσι τοιοῦτον νόμον· τὰ κεφάλαια ἐκεῖ προσέρχονται ἀφθονώτατα εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, ἐνῷ ἡμᾶς διέπει εἰσέτι ὁ νόμος περὶ ναυτοδανείων, οὐδεὶς δὲ δύναται ἕνεκα τοῦ νόμου τούτου νὰ δώσῃ οὔτε ὀβολὸν εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν. Ἀποταθῆτε πρὸς τὰς Τραπέζας, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι οὔτε ὀβολὸν δύνανται νὰ δώσωσι, καθόσον οὐδεμίαν ἀσφάλειαν ἔχουσιν ἐκ τοῦ νόμου περὶ ναυτοδανείων. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν ἐκείνη εἰργάσθη καταλλήλως καὶ παρεσκεύασε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τροποποίησιν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν νόμον περὶ ὑποθήκης τῶν πλοίων, καὶ τὴν ὁποίαν τροποποίησιν αὐταὶ αἱ Τράπεζαι ὑπέδειξαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ὑπέβαλε καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ ἐτυπώθη, διενεμήθη καὶ ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 220 τοῦ Ἐμπορικοῦ ἡμῶν Νόμου. Διὰ τῆς τροποποιήσεως ἐκείνης δύνανται ἀφθονώτερα νὰ προσέλθωσι τὰ κεφάλαια πρὸς ἀγορὰν ἀτμοπλοίων, διότι κατὰ τὸν νόμον δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι δικαίωμα κυριότητος καὶ νὰ ζητήσωσι διανομὴν καὶ ἐκποίησιν ἀτμοπλοίου οἱ ἰδιοκτῆται ὀλιγωτέρου τοῦ ἡμίσεος τοῦ ἀτμοπλοίου. Ἐνόμισε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, καὶ τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὰ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ δύναται τελεσφορώτερον νὰ ἐξετάσῃ· εἶναι καὶ τὰ διέποντα ἐν γένει τὴν ἐμπορικὴν ἡμῶν ναυτιλίαν. Γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦ 1835, τὸ ὁποῖον ἐπέχει ἰσχὺν νόμου, διέπει τὴν ἐμπορικὴν ἡμῶν ναυτιλίαν; Γνωρίζετε, ὅτι δὲν ἔχομεν νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ἀφορᾷ τὰ ἀτμόπλοια, ἢ ἓν Διάταγμα μόνον, ἀλλὰ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ὁμιλεῖ μόνον περὶ ἱστιοφόρου ναυτιλίας; Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς προτιμότερον θὰ ἦτο, ὅτε ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ εἶχεν ἑτοιμάσει ἐργασίαν τοιαύτην, τὴν ὁποίαν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, παρὰ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πρότασίν μου περὶ συστάσεως ναυτικῆς ἐπιτροπῆς ὡς ἐστερημένην πρακτικῆς ἀξίας. Ἀλλὰ τοιαύτην ἐργασίαν οὐδεμίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός, οὔτε νομοσχέδιόν τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἀφορᾷ τὴν ἐμπορικὴν ἡμῶν ναυτιλίαν. Ἑπομένως, ἀντὶ νὰ μὲ κακίσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ἔπρεπε νὰ μὲ εὐχαριστήσῃ, διότι τῷ ὑπέμνησα ζητήματά τινα, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ ηὐχαρίστησαν αὐτόν.
§185Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν ἐπὶ Ναυτικῶν). Δὲν ἐκάκισα τὸν κ. Βουλευτὴν Σπετσῶν· ἀπ’ ἐναντίας ἐπῄνεσα αὐτὸν διὰ τὴν φροντίδα. Ἐκάκισα μόνον τὴν ἰδέαν τῆς ἐν γένει ἐξετάσεως τῶν τῆς ναυτιλίας ἡμῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ζητήματα αὐτά, βεβαίως καὶ ἐγὼ θὰ ὠφεληθῶ ἐκ τῶν φώτων τοῦ τε κ. Βουλευτοῦ Σπετσῶν καὶ ἄλλων συναδέλφων.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§187ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§188Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Σᾶς ἐζήτησα ἐγὼ ἀπὸ χθὲς τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κύριος Στεφάνου. Εἶναι πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου.
§190ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μετὰ τὴν διακοπήν, κύριε Πρόεδρε.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μ. μ.)
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§193ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κραναίας περί τινων στατιστικῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐζήτησε.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ τοῦ 1899 περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§195Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§196ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ κύριος ἐκ Πυλίας συνάδελφος θέτει πρὸ τῆς Βουλῆς ζήτημα ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, διότι προκαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, καὶ ἐν ἀνάγκῃ συναινεῖ—ἐὰν συναινέσῃ καὶ ἡ Βουλὴ βεβαίως—νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν προθεσμίαν τινά, ἐπαρκῆ, ὅπως μελετήσῃ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον καὶ ἐκφέρῃ τὴν ἑαυτῆς γνώμην. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι μετὰ τὸν γενόμενον πάταγον, μετὰ τὰς διεξαχθείσας συζητήσεις, μετὰ τὸν σχηματισμὸν ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος, δὲν εἶναι πλέον καιρὸς νὰ συζητῶμεν περὶ ἀναβολῆς. Ἐὰν τὸ ζήτημα ἔμενεν ἐν τῇ χαώδει, οὕτως εἰπεῖν, καταστάσει, εἰς ἣν εὑρίσκετο πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, καθ’ ἣν ἐκ τῶν διαφόρων σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἐξεπέμποντο γνῶμαι καὶ προτάσεις ἀλληλοσυγκρουόμεναι, ἐννοῶ πολὺ καλὰ, ὅτι τότε θ’ ἀπῃτεῖτο χρόνος, ἵνα ὁ θέλων νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα ἐγκύψῃ, ὥστε νὰ καθορίσῃ τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὤφειλε νὰ ἐκφέρῃ γνώμην. Σήμερον ὅμως τὰ θέματα, διὰ τῆς μελέτης τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τῆς συζητήσεως τῆς διεξαχθείσης ἐν αὐτῇ ἐξεκαθαρίσθησαν.
§197Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν δὲν ἐσκοτίσθησαν!
§198Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἴσως ἐν τῷ νῷ ὑμῶν· ἐν τῷ ἰδικῷ μου εἶναι λίαν ἐκκαθαρισμένα. Τὰ θέματα ἐξεκαθαρίσθησαν, ὥστε δὲν πρέπει ἐν ἀοριστολογίαις νὰ συζητῶμεν τὸ νομοσχέδιον. Ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὰ θέματα, ὧν ἐπελήφθη ἡ ἐπιτροπή, ἀνάγονται εἰς θέματα γενικὰ, καὶ εἰς θέματα εἰδικὰ, ἀφορῶντα εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς λειτουργίας τῆς Τραπέζης καὶ τῆς συγκροτήσεως τῆς Συνελεύσεως τῶν μετόχων· ἀλλὰ τὰ θέματα ταῦτα, τὰ ὀργανωτικὰ, εἶναι ἐντελῶς δευτερεύοντα, ἐν σχέσει πρὸς τὰ γενικά· τὰ θέματα ταῦτα βεβαίως, λαμβάνοντα νομοθετικὴν λύσιν, θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀπροσκοπτοτέραν λειτουργίαν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Τὰ θέματα ὅμως τὰ δεόμενα ἐπειγούσης λύσεως εἶναι ὀλίγα, καὶ ταῦτα συνοψίζονται εἰς τὰ ἑξῆς τρία. Πρῶτον, ποῖον θὰ ἦναι τοῦ λοιποῦ τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως; Πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ ποσοστὸν τὸ ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ κειμένου νόμου; ἢ θὰ αὐξήσωμεν τὸ ποσοστὸν τοῦτο κατ’ ἄλλο ὅριον ἀνώτατον; ἢ θὰ τὸ ἀφήσωμεν ἀπεριόριστον; Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον θέμα, τὸ προβαλλόμενον εἰς τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς, εἰς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως. Δεύτερον θέμα εἶναι, εἰς τί θὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ παρακράτημα; Θὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐμμένοντες εἰς τὸ νῦν καθεστὼς, ἢ τοὐναντίον, κατὰ τὴν ἐξενεχθεῖσαν γνώμην ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ παρακράτημα τοῦτο πρέπει ἀποκλειστικῶς νὰ χρησιμοποιῆται πρὸς μεταποίησιν εἰς οἰνόπνευμα καὶ ἐν μέρει εἰς ἀπόσταγμα καθαροῦ οἴνου; Θ’ ἀπαγορευθῇ ἡ μιστελοποίησις; Αὐτὰ εἶναι τὰ θέματα, ἢ μᾶλλον αἱ ὑποδιαιρέσεις, αἱ κατὰ φυσικὴν συνέπειαν ἀπορρέουσαι ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ δευτέρου θέματος. Αὐτὰ ἐν συνόψει εἶναι τὰ θέματα ἐν τῇ ἁπλουστέρα αὐτῶν διατυπώσει, καὶ τὰ θέματα ταῦτα δὲν προβάλλονται τὸ πρῶτον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν προβάλλονται τὸ πρῶτον ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ, δὲν συζητοῦνται σήμερον μόνον· αὐτὰ ἀποτελοῦσιν ἀντικείμενον συζητήσεως καὶ τοῦ Τύπου καὶ τῶν ἰδιωτῶν καὶ τῶν Ἐμπορικῶν Συλλόγων, καὶ ἄλλοτε δὲ ἤχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§199Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀπροσδιόριστον ποτέ!
§200Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ δευτέρου θέματος, — παρακαλῶ νὰ μὲ παρακολουθῆτε — ὁμιλῶ περὶ τῆς μιστελοποιήσεως ἢ οἰνοπνευματοποιήσεως. Καὶ πέρυσι, Κύριοι, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, εἰσηγουμένου τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας βουλευτοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, Ὑπουργοῦ ὄντος τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ κ. Νέγρη, — ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν εὑρίσκεται κατὰ τὴν Περίοδον ταύτην μεταξὺ ἡμῶν — κατέθεσε νομοσχέδιον θῖγον πάντα τὰ θέματα ταῦτα. Καὶ δὲν ἦλθε μὲν εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐγένετο ἀντικείμενον συζητήσεως ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, διότι καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν προέτεινε νέα πράγματα. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἦτο, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ἀπήχησις τῆς σχηματισθείσης ἐν τῷ σταφιδικῷ κόσμῳ γνώμης. Τρίτον θέμα, γενικὸν φέρον χαρακτῆρα, εἶναι, ἐὰν μὴ ἡ ἀπαγόρευσις, τοὐλάχιστον ἡ διὰ βαρείας φορολογίας παρεμπόδισις νέας φυτουργίας σταφιδαμπέλων καὶ ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης ἀπεφάνθη ὁμοψήφως ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς. Ταῦτα λοιπόν, Κύριοι, εἶναι τὰ τρία γενικὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων προκαλεῖται ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς.
§201Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὰ μόνον εἶναι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς· ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ κατάργησις τῆς παρακρατήσεως.
§202Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰ τῆς καταργήσεως τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν θέλητε, θίγω καὶ τὸ θέμα τοῦτο, ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖτε. Ἐγὼ συζητῶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ, δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ περιεχομένου τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἰ συνεζητεῖτο εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν· ἀντικρούω τὴν πρότασιν τοῦ συναδέλφου ἐκ Πυλίας. Αὐτὰ λοιπόν, λέγω, εἶναι τὰ τρία γενικὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων προκαλεῖται ἡ σκέψις καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς καὶ ἡ γνώμη συγχρόνως τῆς Κυβερνήσεως, θέματα, τὰ ὁποῖα κατὰ κόρον συνεζητήθησαν ἐν τῷ Τύπῳ, κατὰ κόρον συνεζητήθησαν ἐντὸς τῶν Ἐμπορικῶν Συλλόγων τῶν Καλαμῶν, Πατρῶν κλπ. Ἑπομένως, Κύριοι, δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν καὶ ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ καινοφανῶν ἰδεῶν καὶ γνωμῶν. Τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, κύριοι συνάδελφοι, συζητεῖται ἐπὶ δωδεκαετίαν ἤδη, καὶ ὁσάκις πλησιάζῃ ἡ συγκομιδὴ τοῦ σταφιδοκάρπου, παρ’ ὅλοις τοῖς σταφιδικοῖς κέντροις ἐγείρονται τὰ ζητήματα ταῦτα κατ’ ἔτος, καὶ συζητοῦνται. Ἐρωτῶ λοιπόν, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν ἔχει γνώμην ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων, κατ’ ἐξοχὴν ἐνδιαφερόντων καὶ τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἐν γένει τῆς χώρας; Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο ἐντὸς τοῦ προγράμματος αὐτῆς, —ὡς ὑπέδειξε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πυλίας— προγράμματος ἀναγράφοντος, ὅτι κύριον μέλημα τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦναι καὶ ἡ ἐμψύχωσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς; Ἐπιτρέπεται, λέγω, εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι εἶναι ἀπαράσκευος, ὅτι δὲν ἔχει γνώμην, ὅτι περιμένει ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς ἐν τῇ Βουλῇ νὰ σχηματίσῃ γνώμην; Καὶ ἐδῶ, Κύριοι, ἔρχομαι νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὅτε συνεζητεῖτο ὁ σχηματισμὸς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ἐξέφρασα, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιμένω, καὶ τὴν ὁποίαν καθ’ ἑκάστην βλέπω ἐπαληθεύουσαν, τουτέστιν, ὅτι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων μόνη ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἁρμοδία, εἰς αὐτὴν καὶ μόνην ἀπόκειται νὰ εἰσηγῆται εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα ῥιζικά, μέτρα σχετιζόμενα πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, μέτρα σχετιζόμενα πρὸς τὴν καλλιέργειαν προϊόντος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου κρέμαται τὸ πλεῖστον τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἡ εὐεξία τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις, καθῆκον εἶχε καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἔχῃ ἐσχηματισμένην γνώμην ἐπὶ τῶν τοιούτων θεμάτων, διότι Κυβέρνησις, ἡ ὁποία κηρύττει ἑαυτὴν ἀνίκανον νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἀφ’ ἑαυτῆς ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, πῶς δύναται νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι εἶναι ἱκανή;
§203Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος σᾶς τὸ εἶπεν, ὅτι ἐκήρυξεν ἑαυτὴν ἀνίκανον νὰ ἔχῃ γνώμην; Τὸ ἐπλάσατε σεῖς τὸ μύθευμα αὐτό.
§204Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Οὐδέποτε συνήθισα νὰ διηγῶμαι μυθεύματα. Βεβαίως ἡ φράσις σας δὲν εἶναι πολὺ ἁβρόφρων. Θέλετε νὰ φέρωμεν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς 12 Φεβρουαρίου, διὰ νὰ ἴδητε, τί ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε;
§205Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ μάλιστα.
§206Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω τὴν φράσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι τὴν ἔχω ἀκόμη εἰς τὸν νοῦν μου, διότι μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ὅτε ἐπροτείνετο ἡ σύστασις εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἐγὼ δ’ ὑπεστήριζον, ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπέκειτο νὰ φέρῃ προτάσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς λύσιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὰ φῶτα ἑαυτοῦ καὶ τῶν συναδέλφων του δὲν ἦσαν ἐπαρκῆ. Τὸ εἶπε, ναὶ ἢ ὄχι;
§207Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§208Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Λοιπὸν δὲν λέγω μυθεύματα.
§209Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἴπετε, ὅτι εἶναι ἀνίκανος νὰ ἔχῃ γνώμην.
§210Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὅταν δὲν ἔχῃ φῶτα, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καὶ γνώμην ἡ Κυβέρνησις. Ἐν ἄλλοις λόγοις, ἐγὼ φρονῶ, —καὶ τοῦτο εἶναι γνώμη μου ἀτομικὴ — ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ ἦναι στοιχεῖον ἑτερόφωτον. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας καὶ τὰ μέσα, ἵνα φωτισθῇ, καὶ μόνη αὐτὴ εἶναι ἱκανὴ νὰ συλλέξῃ τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὴν μελέτην τῶν ζητημάτων, καὶ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προτάσεις συγκεκριμένας. Ἄλλως ἔχομεν τὸ παράδειγμα καὶ τὴν πεῖραν δωδεκάδων ὅλων ἐτῶν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι δὶς ἢ τρὶς ἦλθε τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνθυμεῖσθε ὁποία Βαβυλωνία εἶχε καταντήσει ἡ Βουλή, ὥστε δὲν ἠδυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν, τί τὸ προτεινόμενον, τί τὸ συζητούμενον, τί τὸ συμπέρασμα;—καὶ ἂν θέλετε, πρὸς ἐπικύρωσιν τῶν λόγων μου, σᾶς φέρω τὰ πρακτικὰ τῶν Συνόδων τοῦ 1893, τοῦ 1895, τοῦ 1899— καὶ μόνον ὅτε ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν, ἔφερε νομοσχέδιον ἄρτιον, ἔστω καὶ μὴ πληροῦν πάσας τὰς ἀνάγκας τῶν περιστάσεων ἐκείνων, τότε καὶ μόνον κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ νόμος περὶ σταφιδικοῦ ζητήματος, καὶ μόνον κατὰ τὸ 1895, ὅτε ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ἔφερε πρότασιν περὶ καθιερώσεως τῆς παρακρατήσεως, τότε καὶ μόνον ἡ Βουλὴ ἐπὶ κειμένου ὡρισμένου συνεζήτησεν, ἐψήφισε καὶ ἐνομοθέτησε. Σήμερον, Κύριοι, ἔχομεν νόμον διέποντα τὰ τοῦ θέματος τούτου· εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1899. Ἀλλ’ ὅπως πᾶν νομοθέτημα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ κατέδειξε τὰς ἀτελείας αὐτοῦ, οὕτω καὶ αἱ ἀτέλειαι ἐκεῖναι ἐφανερώθησαν εὐθὺς ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τῆς ἐφαρμογῆς του, καὶ ἔκτοτε οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, ἔκτοτε τὰ κέντρα τὰ σταφιδικὰ ἐζήτουν τὴν διόρθωσιν τοῦ νόμου, καὶ καθωρίσθησαν διὰ τῆς συζητήσεως ἐκείνης τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπροκαλεῖτο ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο παρενέπεσε κρίσις δεινή, ἡ ἐμφάνισις τοῦ περονοσπόρου, ἡ ὁποία, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ἔφερεν εἰς ἀπελπισίαν τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, καὶ τότε ἦλθεν ἐκ νέου ἐπὶ τοῦ τάπητος τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως. — Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, κύριε συνάδελφε ἐξ Ἀττικῆς. — Ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως, διότι ἐτίθετο τὸ ἐρώτημα, ἂν ἡ παρακράτησις ὠφέλησε τὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν, ἂν ἐχρησίμευσεν ἡ παρακράτησις διὰ τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν ἐνομοθετήθη. Τὸ ἐρώτημα δὲ τοῦτο ἐπιτακτικώτερον ἐτίθετο κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε δὲν ὑπῆρξε περονόσπορος, ὅτε ἡ παραγωγὴ ὑπῆρξεν ἄφθονος, ἡ παρακράτησις δ’ ἔφθασεν εἰς τὸ ἀνώτατον αὐτῆς σημεῖον, καὶ ἐν τούτοις αἱ τιμαὶ ἐξέπεσαν. Καὶ τότε οἱ κατὰ τῆς παρακρατήσεως, ἔχοντες ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, ἠρώτων: λοιπὸν ἡ παρακράτησις εἰς τί ὠφελεῖ; Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως ἔρχεται ἐπὶ τοῦ τάπητος. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀφ’ ἧς προετάθη ἡ παρακράτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ μᾶλλον ἀφ’ ἧς ἐζητήθη νὰ μονιμοποιηθῇ ἡ παρακράτησις, — διότι δὲν ἀπετέλουν μέρος τῆς Βουλῆς τοῦ 1895, ὅτε τὸ πρῶτον ἐψηφίσθη ἡ παρακράτησις, ὥστε νὰ ἐκφέρω γνώμην, — ὅτε, λέγω, ἐζητήθη νὰ μονιμοποιηθῇ ἡ παρακράτησις, ἐγὼ πρῶτος ἔρριψα λίθον κατ’ αὐτῆς· καίτοι δ’ ἀνῆκον εἰς τὰς τάξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία προέτεινε τὸν νόμον, οὐχ ἧττον, ἐν τῇ πεποιθήσει, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ ἔχω κατὰ τῆς παρακρατήσεως, ὕψωσα φωνὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατ’ αὐτῆς, διότι ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἔποψιν θεωρῶ, ὅτι καὶ εἰς τὴν παρακράτησιν ἐφαρμόζεται τὸ ῥητὸν ἐκεῖνο τοῦ Εὐαγγελίου: «λίθον, ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐτέθη εἰς κεφαλὴν γωνίας.» Ἡ ἐπιστήμη καταδικάζει τὴν παρακράτησιν· μεθ’ ὅσα δὲ καὶ ἂν λέγωσιν οἱ πρακτικοὶ νόες, δὲν παραδέχομαι, ὅτι αὕτη ὠφελεῖ εἰς τὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι μόνη ἡ ἔλλειψις τῆς προσφορᾶς συντελεῖ εἰς τὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν· διότι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα πολλὰ στοιχεῖα, καὶ γνωστὰ καὶ ἄγνωστα, τὰ ὁποῖα συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ κανονίζωσιν ἑκάστοτε τὰς τιμὰς ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς καταναλώσεως. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον, Κύριοι, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τῇ μελετησάσῃ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, ἠθέλησα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ θέσω τὸ θέμα ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ, κατὰ τὴν γνώμην μου, τουτέστιν ὅτι, ἀφοῦ ἡ παρακράτησις ἐτέθη ὡς βάσις τῆς ἱδρύσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ ἄρωμεν τὴν παρακράτησιν, χωρὶς συγχρόνως νὰ διασαλεύσωμεν καὶ τὰ θεμέλια τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Καὶ δύνανται μὲν νὰ ὑπάρχωσιν οἱ φρονοῦντες, ὡς καὶ ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτε τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης προεβλήθη, ὅτι τὸ ἵδρυμα τοῦτο δὲν ἦτο προωρισμένον νὰ ζήσῃ ἐπὶ πολύ.
§211Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο προωρισμένον νὰ ζήσουν πολλοί!
§212Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. .. οὐχ ἧττον εἶναι ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο δεκτὸν ὑπὸ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, πρὸς τὸ ὁποῖον οἱ πληθυσμοὶ οὗτοι προσέβλεπον ὡς πρὸς ἀρωγὸν εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις, ἐν αἷς εὑρίσκοντο καὶ εὑρίσκονται. Δὲν δύναμαι δὲ ἐγὼ μὲ ἐλαφρὰν συνείδησιν νὰ εἴπω ἐρρέτω ἡ Τράπεζα! Διὰ τοῦτο τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ, δὲν εἶναι καιρὸς νὰ συζητηθῇ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι πρέπει νὰ καταργηθῇ συγχρόνως καὶ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Ἄλλως τε, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι αἴροντες τὴν παρακράτησιν καὶ κατακρημνίζοντες τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἐν ὥρᾳ κρισίμῳ, Τράπεζαν, τὴν ὁποίαν θεωροῦσιν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ὡς ἀρωγόν, δημιουργοῦμεν τὸ χάος καὶ παραπέμπομεν τοὺς πάσχοντας εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου! Ἔχει τὴν δύναμιν ἡ Βουλὴ νὰ τὸ πράξῃ; ἂς τὸ πράξῃ. Ἔχει τὸ σθένος ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ «ἄρωμεν τὴν παρακράτησιν», ὅτε ἀναγκαίως αἴρεται καὶ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα; ἂς τὸ εἴπῃ. Ἐγὼ δὲν τὸ προτείνω, οὐδὲ προκαλῶ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτου, διότι θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶναι τῆς παρούσης περιστάσεως. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλήν, ὅταν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ προσβλέπουν πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ὡς πρὸς σώτειραν, καὶ ἐπικαλοῦνται τὴν συνδρομὴν αὐτῆς, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ τοὺς παραπέμψωμεν εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου. Ἐπανερχόμενος λοιπὸν εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου, — εἰς ὃν παρενέθεσα τὰ τῆς παρακρατήσεως, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον—ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τρία εἶναι τὰ θέματα, ἐφ’ ὧν προκαλεῖται ἡ σκέψις τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἡ γνώμη καὶ αἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐρρήθη, ὅτι τὰ θέματα ταῦτα ἀπαιτοῦσι τοιαύτην μελέτην, ὥστε ἀνάγκη ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγώ, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως, λέγω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ.
§213Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπρότεινέ τις τὴν ἀναβολήν;
§214Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Πυλίας.
§215Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦναι ἕτοιμος νὰ συζητήσῃ, ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω· ἐγὼ ἔκαμα τὴν πρότασιν, βασιζόμενος εἰς ὅσα εἶπεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν.
§216Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε προεκλήθημεν νὰ συντάξωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ τεθῇ πρῶτον ἀντικείμενον τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, ἀντείπομεν ἡμεῖς εἰς τὸ νὰ προταθῇ;
§217Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Λέγω λοιπόν, ὅτι πλὴν τῶν τριῶν τούτων θεμάτων, τὰ λοιπὰ εἶναι λεπτομέρειαι δευτερεύουσαι. Ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἐγὼ ὡμίλησα, ὅτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύσω τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἔκαμα τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα παραστήσω τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου θέλω λάβει πάλιν τὸν λόγον.
§218Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, οὐχὶ διότι προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ διότι προτίθεμαι νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν τρόπον, κατὰ τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὀφείλει νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Οὐχ ἧττον προτοῦ προέλθω εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς γνώμης μου, καθῆκον ἔχω δι’ ὀλίγων ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἐκ Πυλίας καὶ Ζακύνθου. Ἀληθῶς ἠπόρησα, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής, ἐνῷ ἔχει γνώμην ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον πρὸς τὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ, ὡς πρὸς τὰς βάσεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ νόμου, δι’ οὗ συνέστη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἐν τούτοις συνέπεσεν ἡ γνώμη ἀμφοτέρων εἰς τὸ νὰ κακίσουν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἔχει γνώμην, ἢ διότι εἶναι ἀνίκανος νὰ ἔχῃ γνώμην, καὶ ὅτι πρέπει, κατὰ τὸν ἕτερον τῶν κυρίων συναδέλφων, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Οἱ λόγοι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, καθ’ ἣν ἀπεφασίσθη ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς, δηλοῦσιν, ὅτι προθύμως ἀπεκδέχεται τὰ φῶτα τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ ἀπὸ τοὺς κυρίους Βουλευτάς, καὶ δὴ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς τὸ παράδειγμα τῶν νόμων τοῦ 1895 καὶ 1899, καὶ ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπὶ τοιούτων θεμάτων καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσηγῆται τὰ μέτρα ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, ἄλλως οὐδέν ἐστὶ γενέσθαι, ὅταν τοιαῦται προτάσεις προέρχωνται ἐκ βουλευτικῆς πρωτοβουλίας. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1895 προηγήθη μακρὰ καὶ θορυβώδης συζήτησις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ διάφοροι προτάσεις νόμου ὑπεβλήθησαν, καὶ διὰ μακρῶν συνεζητήθη τὸ ζήτημα προτοῦ προέλθῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ μέτρον νὰ προτείνῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ λαβὸν ἰσχὺν νόμου κατόπιν. Κατὰ τὸ ἔτος 1899, ὅτε προΐστατο τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, τοιαῦται συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ δὲν προηγήθησαν, ἡ δὲ Κυβέρνησις τότε προέβαλε τὸν νόμον τοῦ 1899 περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης· ἀλλὰ ἦσαν ὅλως διάφοροι ἡ μία περίστασις ἀπὸ τὴν ἄλλην· διότι κατὰ τὸ 1895 ἐπρόκειτο τότε πρῶτον νὰ δημιουργηθῇ ὁ θεσμὸς, ὅστις ὑπῆρξεν ἡ βάσις τῆς συστάσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἐπρόκειτο περὶ θέματος ὅλως νέου καὶ καινοφανοῦς καὶ εἰς τὴν ἡμετέραν καὶ εἰς τὰς ξένας νομοθεσίας, θεσμοῦ, ἐφ’ οὗ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε καὶ δὲν ὤφειλε νὰ ἔχῃ ἰδίαν γνώμην. Διότι, προκειμένου νὰ νομοθετηθῇ μέτρον τοιοῦτον, ἡ Κυβέρνησις ἐδίστασεν, εὐλόγως, νὰ λάβῃ ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτῆς μέτρον καθαρῶς δημευτικόν. Ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἐφεκτικὴ κατὰ τὸ 1895· διότι ἐπὶ θεμάτων τοιούτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅταν οἱ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι δὲν δύνανται νὰ προνοήσωσι περὶ τῶν ἰδίων συμφερόντων, τότε μόνον ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρεμβῇ μεταξὺ τῶν ἀντιθέτων μερίδων, ὅπως ληφθῇ μέτρον τι κατὰ τὴν γνώμην τῆς πλειονότητος τῶν ἐνδιαφερομένων. Τὸ δὲ παράδειγμα τοῦ 1899 εἶναι ὅλως ἀτυχὲς κατ’ ἐμὲ, διότι τότε δὲν ἐνομοθετήθη τι νέον καὶ καινοφανὲς, διότι τότε ἱδρύθη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, περὶ τῆς ὁποίας συζητήσεις ἐγένοντο καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου φρονεῖ, ὅτι πάντα τὰ θέματα, περὶ τῶν ὁποίων τὸ νομοσχέδιον, τὸ συνταχθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προνοεῖ, εἶναι ἐκ τῶν πολλάκις συζητηθέντων ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἐν τῷ Τύπῳ καὶ ἐν τοῖς Ἐμπορικοῖς Συλλόγοις καὶ ἀλλαχοῦ, φρονεῖ δ’ ἐπίσης, ὅτι ἐπὶ τῶν συζητήσεων ἐκείνων ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἰδίαν γνώμην. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι τὰ θέματα ταῦτα πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ θέματα συζητηθέντα. Καὶ ἐρωτῶ αὐτὸν, ποία συζήτησις ἐγένετο ἐπὶ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ παρασκευασθέντος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς; ποία συζήτησις ἐγένετο περὶ τοῦ ἀπροσδιορίστου τῆς παρακρατήσεως;
§219ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Συνεζητήθη ἐν τῷ Τύπῳ.
§220Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε, οὔτε ἐν τῷ Τύπῳ. Ἀλλὰ ἔστω συνεζητήθη ἐν τῷ Τύπῳ· νομίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ παρακολουθῇ τὰ ἐν τῷ Τύπῳ γραφόμενα καὶ τὰ ἐν τοῖς Ἐμπορικοῖς Συλλόγοις λεγόμενα; Ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου ἔλεγεν, ὅτι δὲν εἶναί τι καινοφανὲς τὸ ἀπροσδιόριστον τῆς παρακρατήσεως, καὶ ὅτι εἶναι μέτρον συζητηθὲν ἤδη. Ἐπεθύμουν, ἐὰν δὲν ἐφοβούμην μήπως παρεξηγηθῶ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, νὰ ἐρωτήσω αὐτὸν, μέχρι τίνος ἆρά γε ποσοῦ ἐννοεῖ νὰ φθάσῃ τὸ ποσὸν τῆς παρακρατήσεως; Μέχρις 60%, μέχρι 90%; ἢ εἶναι δυνατὸν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ εἰσαχθὲν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ φθάσωμεν καὶ εἰς 100%; Εἶναί τι παλαιόν, ἢ εἶναί τι νέον καὶ ἀνατρέπον ὅλον;
§221Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν εἶναι γνώμη ἐμοῦ.
§222Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς διήρεσε τὰ θέματα, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, εἰς θέματα γενικὰ καὶ πρωτεύοντα, καὶ εἰς θέματα δευτερεύοντα, εἰδικώτερα· καὶ παριστῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ θέματα ταῦτα ἔχουσιν ἤδη συζητηθῆ καὶ ὅτι ἔχει μορφωθῆ κρίσις περὶ αὐτῶν, ἀπέφυγε νὰ πραγματευθῇ περὶ τῶν δευτέρων θεμάτων καὶ εἰδικῶν, ὡσανεὶ ταῦτα ἦσαν ἐντελῶς ἀνώδυνα, οὐδεμιᾶς συζητήσεως δεόμενα, καὶ ὡσανεὶ ἡ Κυβέρνησις, ἴσως καὶ ἡ Βουλὴ καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ μὴ καταγόμενοι ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, τελείως νὰ εἶχον ἐσχηματισμένην γνώμην. Δυστυχῶς καὶ τὰ θέματα ταῦτα εἶναι ἐξ ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία ποτὲ ἐγένετο συζήτησις. Καὶ εἶναι θέματα οὐχὶ δευτερεύοντα καὶ εἰδικὰ, ἀλλὰ θέματα σπουδαῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων συντόνως ὀφείλει νὰ ἐπιστήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν προσοχὴν αὑτῆς. Διότι τί βλέπομεν ἐκ τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου; ἀντιθέτως πρὸς τοὺς κανόνας τοὺς κρατοῦντας ἐν πάσαις ταῖς Τραπέζαις, παρ’ ἁπάσαις ταῖς ἀνωνύμοις ἑταιρείαις, βλέπομεν ὅτι ἡ Συνέλευσις τῶν μετόχων δὲν καταρτίζεται ὅπως καταρτίζεται δι’ ἁπάσας τὰς Τραπέζας, ἀλλὰ καταρτίζεται κατὰ τρόπον ὅλως ἴδιον, ὅλως πρωτοφανῆ. Βλέπομεν, ὅτι οἱ σύμβουλοι τῆς Τραπέζης δὲν διορίζονται παρὰ τῶν μετόχων αὐτῆς, ἀλλὰ μετέχει ἐν τῷ διορισμῷ αὐτῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις. Βλέπομεν ἄλλο τι νέον, περίεργον πρᾶγμα καὶ πρωτοφανές, δυνάμενον νὰ περιαγάγῃ εἰς τὸν μέγιστον τῶν κινδύνων τὴν Τράπεζαν· βλέπομεν ὅτι χορηγοῦνται δάνεια παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ἐγχειρογράφων τῶν γενικῶν αὐτῆς ἀποθηκῶν. Καὶ τοιαῦτα θέματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς νομίζει ὡς εἰδικὰ καὶ δευτερεύοντα, δὲν νομίζει ὅτι ἐνέχουσι τοσαύτην σπουδαιότητα, ὥστε νὰ χρῄζωσι προεπεξεργασίας τινὸς καὶ προμελέτης, ὅπως σχηματίσῃ τις γνώμην περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ τὰ θεωρεῖ ὡς ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχουν σχηματισθῆ κρίσεις ἀσφαλεῖς καὶ γνῶμαι θετικαί. Ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, εἶπον, οὐχὶ ἵνα συζητήσω, ὡς προεῖπον, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπιφυλάσσομαι ἐν καιρῷ νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἵνα καταδείξω εἰς τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτὰς τοὺς προαγορεύσαντας, ὅτι ἀτόπως ὅλως ἐκάκισαν τὴν Κυβέρνησιν, ὁ μὲν εἷς ἐξ αὐτῶν, ὅτι δῆθεν ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὁ δ’ ἕτερος, ὅτι δὲν ἔχει ἐσχηματισμένην γνώμην περὶ τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου. Τὸν λόγον ἔλαβον, κύριε Πρόεδρε, ἵνα ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ διεξαχθῇ ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου συζήτησις. Ὡς ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ διατάξεις, ὅλως πρωτοφανεῖς, ὅλως καινοφανεῖς καὶ ἰδιορρύθμους· ἔχομεν δὲ πρωτίστως τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις οὐδένα θέτει περιορισμὸν εἰς τὸ ἀφαιρετέον κατ’ ἔτος ποσόν, ἔχομεν τὰς λοιπὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ἀφορώσας τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ παρακρατήματος. Ἔχομεν ἑτέρας διατάξεις, ἐπίσης σπουδαίας, θιγούσας τὰ συμφέροντα, ἂν οὐχὶ ὅλων τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, θιγούσας ὅμως τὰ συμφέροντα πολλῶν ἐξ αὐτῶν, καὶ διατάξεις προσδιοριζούσας χρόνον ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος ἐκ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐνῷ ἔχομεν τοιαύτας διατάξεις, (τινὲς τῶν ὁποίων καὶ πρωτοφανεῖς εἶναι καὶ ἰδιόρρυθμοι, ὁποία εἶναι καὶ ἡ εἰσαγομένη ἀπαγόρευσις τῆς περαιτέρω σταφιδοφυτείας, ἐνῷ ἔχομεν τοιαύτας διατάξεις νὰ συζητήσωμεν, καθῆκον ἔχομεν νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπεξεργασθείσης τὸ νομοσχέδιον, καὶ δὴ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς, ὅπως, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐκθέσωσι πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην καὶ τὰς σκέψεις αὐτῶν, ἀπὸ τῶν ὁποίων ὡρμήθησαν, ἵνα προτείνωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψήφισιν τοιούτων διατάξεων, αἵτινες ἄρδην ἀνατρέπουσι τὸ οἰκονομικὸν καθεστὼς τῆς χώρας καὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, κατερχόμενος πρὸ ὀλίγου τὸ βῆμα, ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ ἐξηγήσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις, ἀπὸ τῶν ὁποίων ὡρμήθη ἡ ἐπιτροπή, ἵνα ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἦναι πρωθύστερος ἐργασία, καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην δέον νὰ προηγηθῇ ἡ εἰσήγησις αὕτη, ἵνα φωτισθῇ ἡ Βουλή, ἵνα ἀκούσῃ τὴν γνώμην καὶ τὰς σκέψεις, αἵτινες ἐκράτησαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ πόρισμα τῶν ὁποίων ὑπῆρξεν ἡ διατύπωσις τῶν διατάξεων τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§223Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, φαίνεται, ὅτι δὲν ἦσθε παρὼν, ὅτε ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἐκθέσεως λεπτομεροῦς.
§224Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι ἤμην παρὼν, ὅτι ἤκουσα τῶν λόγων αὐτοῦ, ἀλλ’ ὀφείλω ἐπίσης νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος δὲν ἀπετέλουν πλήρη εἰσήγησιν περὶ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν κρίσιν πολλῶν. Ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς περιωρίσθη ν’ ἀνακοινώσῃ ἡμῖν, ὁποίας διατάξεις καθιέρωσε τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὁποίας ἐπὶ τοῦ θέματος ἐκείνου, ἀλλ’ ἀπέσχε—δὲν λέγω σκοπίμως, ἀλλ’ ἴσως διότι τὸ ἐθεώρει περιττὸν ἢ πρόωρον—νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ ἐπιτροπὴ προῆλθεν εἰς ἀποφάσεις, καὶ καθιέρωσε τοιαύτας διατάξεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ταύτας τὰς σκέψεις εἶχε καθῆκον ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐκθέσῃ, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ νὰ ἐκθέσῃ.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§226ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἐκ Μεσσήνης κ. συναδέλφου. Ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἀπήλλαξε τοῦ κόπου νὰ ἀποκρούσω τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν. Εὐλόγως καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ 1893, ὅτε ἐνέσκηψεν ἡ σταφιδικὴ κρίσις ἐν Ἑλλάδι, πάντες οἱ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἐνησχολήθησαν περὶ τὴν ἔρευναν τῶν αἰτίων τούτων καὶ τῶν μέσων, δι’ ὧν ἡ κρίσις ἠδύνατο νὰ ἀρθῇ, συνεζητήθη δὲ εὐρέως τὸ θέμα τοῦτο καὶ ἐν τῷ Σταφιδικῷ Συνεδρίῳ ἐν Πάτραις, καὶ κατὰ τὸ 1895 ἐν τῇ Βουλῇ, πρωθυπουργοῦντος τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατὰ τὸ 1899, ὅτε τῆς Κυβερνήσεως προήδρευεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τότε, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν πλῆρες καὶ ἄρτιον κατὰ τὴν διασκευὴν αὐτοῦ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐψηφίσθη καὶ ἀποτελεῖ νόμον τοῦ Κράτους, εὐλόγως, λέγω, εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδει νὰ ᾖ ἑτοίμη, ἵνα ἐκφράσῃ πλέον τὴν γνώμην αὐτῆς. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἵνα ἀποκρούσω τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ἐναγωνίως ἀναμένουσι τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς καὶ τὰ ληφθησόμενα νομοθετικὰ μέτρα, ἵνα ἀποσοβηθῇ ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος ἐπικρέμαται ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν. Ἡ κατάστασις τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν εἶναι οἰκτρὰ, καὶ ἴσως μετ’ οὐ πολὺ φθάσωσιν εἰς ἀπόγνωσιν, καὶ θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἀπροσδοκήτων καὶ δυσαρέστων. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος, εἰσελθὼν εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, μὲ ἄγει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἀπαντῶν καὶ εἰς αὐτόν. Βεβαίως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος, εἰσηγηθεὶς τὸ νομοσχέδιον, τὸ παρασκευασθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἔν τε τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ συνοδευούσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀνέφερε καὶ ἐξέθηκεν ἁπάσας τὰς αἰτιολογίας, αἱ ὁποῖαι δικαιολογοῦσι τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Ἐν τούτοις δὲν ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν οἱ μετασχόντες τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι παρήγαγον τέλειόν τι. Ἡμεῖς ἀκριβῶς τοῦτο ζητοῦμεν· νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις, βεβαίως θέλομεν συζητήσει, καὶ θ’ ἀκούσωμεν μετὰ προσοχῆς τὰς γνώμας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσήνης κυρίου Βουλευτοῦ καὶ παντὸς ἄλλου, ὅστις θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως. Ἤδη θεωρῶ πρόωρον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἔρευναν τῶν λεπτομερειῶν. Δὲν εἶναι πρέπον ὅμως νὰ χαρακτηρίζωμεν τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ὡς ἀπολύτως ἐλλιπὲς, καθὼς ἔπραξεν ὁ κ. ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος. Καταλήγων φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρὸ παντὸς ἄλλου ὀφείλει νὰ θέσῃ ὑπὸ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἵνα προλάβῃ τὴν ἐπικειμένην κρίσιν, κρίσιν οὐχὶ σταφιδικὴν, ἀλλὰ Ἐθνικήν.
§227Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ θέμα τὸ συζητούμενον ἐνδιαφέρει ὄχι μόνον τὴν Πελοπόννησον, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος ὁλόκληρον, καὶ ὅτι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, δὲν εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πεδίον πολιτικῆς διαμάχης. Θέμα, οἷον τὸ σταφιδικὸν, καὶ νομοσχέδιον, οἷον τὸ συζητούμενον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νομοθετηθῇ καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, κατὰ τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον γνώμην, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις, ἡ μόνη ἁρμοδία, ἡ μόνη δυναμένη νὰ γνωρίζῃ τὰς περιστάσεις, δὲν φέρει τὴν γνώμην της ἐπὶ τούτου. Διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι πρὸ πάσης συζητήσεως τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;
§229ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη.
§231ΑΠ. ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Θὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς παρακαλῶ νὰ ὑποστηριχθῇ ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν, κατὰ τὸν Κανονισμόν. Εἶσθε δέκα;
§233ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι).
§235Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τοὺς προτείνοντας τὴν ἀναβολὴν νὰ μὴ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν πρότασιν αὐτῶν. Τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ συζητηθῇ, πρέπει νὰ ἀναπτυχθῶσι πᾶσαι αἱ γνῶμαι, πρέπει νὰ ἀκουσθῇ τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Ἡ ἀναβολὴ εἶναι βλαπτική.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις λοιπὸν περὶ ἀναβολῆς ἀπερρίφθη. Ἄλλος τις ἔχει τὸν λόγον; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§237Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤκουσα ὅτι πολλοὶ τῶν συναδέλφων Βουλευτῶν ἐπιθυμοῦσι νὰ μάθωσι, ποίαν ἔχει γνώμην ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει τὸ καθεστὼς, τὸ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον ἰσχῦον. Τὸ καθεστὼς κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον εἶναι δικαίωμα, καὶ ἑπομένως ὑποχρέωσις τῶν καλλιεργητῶν τῆς σταφίδος, τῶν παραγόντων σταφίδα, νὰ ἀφίνωσιν 20% ἐκ τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον συνεκόμισαν, ἐπὶ τῇ μειώσει τοῦ ποσοῦ τεσσάρων δραχμῶν ἐκ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἐπλήρωνον, ὡς ἀντιτίμου τῶν τεσσάρων δραχμῶν, πλέον τοῦ περισσεύοντος ποσοῦ ἐκ τοῦ κρατουμένου ποσοῦ τῶν 20%, προορισθέντος πρὸς ἵδρυσιν καὶ συντήρησιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Καθεστὼς δὲ τυγχάνει καὶ ἡ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου ἱδρυθεῖσα καὶ σχηματισθεῖσα Σταφιδικὴ Τράπεζα. Τοῦτο εἶναι τὸ καθεστώς. Τὸ καθεστὼς τοῦτο κρίνεται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσοβήσῃ τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν κατανάλωσις ὀλιγωτέρα τῆς παραγωγῆς ἐπάγει ἀναγκαίως· οὕτω δὲ ἐκρίθη, ὅτι εἶναι ἀνάγκη μέτρων, ὅπως γένηται δυνατὸν, ἵνα ἡ κατανάλωσις εὐρυνθῇ καὶ ἐπεκταθῇ, καταναλωθῇ δὲ ὅλον τὸ παραγόμενον ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἑπομένως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, εἶναι, ποῖά εἰσι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβωμεν, ἵνα κατασταθῇ δυνατὴ ἡ κατανάλωσις ὅλου τοῦ παραγομένου προϊόντος. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ κρίνωμεν σήμερον, ἂν πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ παρακράτησις, ἢ νὰ μὴ καταργηθῇ, ὡς δὲν πρόκειται νὰ κρίνωμεν ὡσαύτως, ἂν πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἢ πρέπει νὰ συντηρηθῇ. Ἐνδέχεται ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐν τῷ ὀργανισμῷ αὐτῆς νὰ ἔχῃ ἀτελείας, ἀλλὰ δὲν ἀμφισβητεῖται, ὅτι τὸ ἵδρυμα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἶναι ἀναγκαῖον. Ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ 1890 προετείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον πρὸς παρασκευὴν κεφαλαίων, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς ἵδρυσιν Σταφιδικῆς Τραπέζης· φίλος μου, κατ’ ἐντολήν μου, προέβαλε τότε πρότασιν, ἵνα ἐπιβληθῇ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος τέλος μιᾶς δραχμῆς κατὰ πᾶσαν χιλιάδα, ὅπως τὸ ποσὸν τοῦτο χρησιμεύσῃ ὡς κεφάλαιον πρὸς ἵδρυσιν Σταφιδικῆς Τραπέζης. Προεβλέπομεν ἔκτοτε, ὅτι δὲν ἤθελεν εἶσθαι διαρκὴς ἡ ζήτησις τοῦ προϊόντος ἐν τῇ Γαλλίᾳ, διότι ἡ καταστροφὴ, ἥτις εἶχεν ἐπέλθει ἐπὶ τῶν ἀμπέλων τῆς Γαλλίας, ἔμελλε νὰ παρέλθῃ, ἀφοῦ εἶχον ἐν Γαλλίᾳ προσφύγει εἰς τὰς ἀμερικανικὰς ἀμπέλους, ὑπῆρχον δὲ ἐνδείξεις, ὅτι ἤθελεν ἐπιδώσει καὶ προκόψει ἡ ἐμφύτευσις ἐν Γαλλίᾳ τῆς ἀμερικανικῆς ἀμπέλου. Ὅτε κατὰ τὸ 1889 ἐπεσκέφθην τὴν μεσημβρινὴν Γαλλίαν, εἶδον τὰς ἀμπέλους βαινούσας ἐν ἀκμῇ πρὸς παραγωγὴν, ἑπομένως ἤμην ἔκτοτε βέβαιος, ὅτι ἤθελε παύσει πλέον ἐκεῖ ἡ ζήτησις τῆς σταφίδος, καὶ ὅτι ἤθελε προσεχῶς παρασταθῇ ἡ ἀνάγκη νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ὅπως καταναλίσκηται ἀλλαχοῦ τὸ μέγα ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατηναλίσκετο ἐν Γαλλίᾳ· ἄλλως ἤθελεν ἐπέλθει μεγίστη κρίσις εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1890 διεῖδον, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο διατεθειμένη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐμὸς φίλος εἶχεν ὑποβάλει, ἐγκατελίπομεν δ’ αὐτὴν, καὶ δὲν συνεζητήθη. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1895, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς καταναλώσεως ὅλου τοῦ παραχθέντος ποσοῦ τῆς σταφίδος κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη 1893–1894, ἡ κρίσις, ἐπισκήψασα ἕνεκα τούτου, ἐξήγειρε τοὺς πληθυσμοὺς, διεδόθη δὲ ἡ γνώμη, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐθεώρησα τότε τὸ μέτρον ὡς λίαν ἐμπειρικὸν, οὐδ’ ἐσχημάτισα πεποίθησιν, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἤθελεν ἀποσοβηθῇ ὁ κίνδυνος. Διὰ τοῦτο ἔμεινα ἐν ἐπιφυλάξει, οὐδ’ ἀπεφηνάμην γνώμην. Ὅτε ὅμως αἱ ἐπανειλημμέναι συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, αἱ ὁποῖαι διήρκεσαν ἐπὶ ἑβδομάδας, εἶδον ὅτι εἰς οὐδὲν κατέληγον ἀποτέλεσμα, παρέλυε δὲ πᾶσα ἐργασία, καὶ ἐφ’ ἑτέρου κατελαμβάνοντο ὑπὸ ἀπελπισίας οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ, ἠσχολήθην νὰ ἐξυφάνω συνδυασμὸν περικαλύπτοντα τὸν ἐμπειρισμὸν τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως, καταλήγοντα ὅμως εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς περικοπῆς ποσοστοῦ ἐκ τοῦ παραγομένου ποσοῦ· οὕτω δὲ συνεδύασα τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου κατὰ τέσσαρας δραχμὰς μετὰ τῆς παρασκευῆς κεφαλαίου πρὸς ἵδρυσιν Σταφιδικῆς Τραπέζης διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ποσοῦ μείζονος τοῦ ἀντιτίμου τῶν τεσσάρων δραχμῶν. Ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦ κρατουμένου σταφιδοκάρπου, τὸ ὑπερβαῖνον τὸ ἀντίτιμον τῶν τεσσάρων δραχμῶν, ἀπετέλει τὸ κεφάλαιον πρὸς ἵδρυσιν Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὁ νόμος λοιπὸν τοῦ 1895 ἐπραγματοποίει δύο συγχρόνως σκοπούς· πρῶτον ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν πλείστων, ὅπως κρατηθῇ ποσόν τι ἐκ τοῦ παραγομένου καρποῦ, καὶ προβάλληται εἰς τὴν κατανάλωσιν ποσὸν ὀλιγώτερον τοῦ παραχθέντος· δεύτερον παρεσκευάζετο τὸ κεφάλαιον πρὸς σύστασιν Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὑπελάμβανον δὲ, ὅτι τὸ ἵδρυμα τοῦτο ἤθελε μεγάλως συντελέσει, ἂν οὐχὶ νὰ ἀποσοβηθῇ ἐντελῶς ὁ ἐπερχόμενος κίνδυνος, ἀλλὰ πάντως νὰ μειωθῇ κατὰ πολὺ, νὰ παρέχῃ δὲ εἰς τοὺς παραγωγοὺς ἐπικουρίαν τινὰ διὰ τὰ ἔξοδα καὶ τῆς καλλιεργείας καὶ τῆς συγκομιδῆς. Δὲν εἶμαι θαυμαστὴς τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη παρεμπίπτουσα. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀτέλειαι, αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, πιθανῶς δὲ καὶ ἡμεῖς νὰ δυνηθῶμεν νὰ προτείνωμεν τροπολογίας, ὅπως βελτιώσωμεν τὸν ὀργανισμὸν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης· ἀλλ’ οὐδεὶς ἐφάνη μέχρι τοῦδε διανοούμενος νὰ προτείνῃ τὴν κατάργησιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὅπως οὐδεὶς ἐφάνη διανοούμενος νὰ προτείνῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ 1895 ἀποκατέστησε, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπετάθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1899. Ἀλλ’ ἀμφότερα τὰ μέτρα ταῦτα δὲν ἐπήρκεσαν, διὰ νὰ ἀποσοβήσωσι τὸν κίνδυνον, ὅστις ἐπεφάνη καὶ ὁσημέραι καθίσταται καταφανέστερος· ὅσον δὲ προβαίνει ὁ χρόνος, τοσοῦτον ὁ κίνδυνος μεγεθύνεται καὶ καταφαίνεται λίαν ἀπειλητικός. Οἱ ἐκτὸς ἡμῶν ἔχουσι δικαίωμα νὰ προστατεύωσι τὰ προϊόντα τῆς χώρας αὐτῶν, ἡ προστασία δὲ τῶν προϊόντων αὐτῶν ἀποτελεῖ πόλεμον κατὰ τῶν προϊόντων ἡμῶν. Οὕτω δὲ τὰ προϊόντα ἡμῶν τυγχάνουσιν ὑπὸ καταδίωξιν ἕνεκα τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ ἄλλοι, ἵνα προστατεύωσι τὰ ἴδια αὐτῶν προϊόντα. Διὰ τοῦτο ἀνάγκη νὰ φροντίσωμεν, ἵνα ποὺ μὲν βελτιώσωμεν τὴν ποιότητα τῶν προϊόντων ἡμῶν, ὥστε νὰ ἐπιβληθῇ ἡ κατανάλωσις τῶν πολεμουμένων προϊόντων ἡμῶν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν προστατευτικῶν μέτρων τῶν ἀποκλείουσιν αὐτά, ποὺ δὲ ἀνεύρωμεν νέας ἀγοράς, ἵνα δυνάμεθα νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν κατανάλωσιν τοῦ παραγομένου ποσοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ προτεινόμενον περιέχει μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ συντάξασα αὐτὸ ἐπιτροπὴ προέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἔκρινεν, ὅτι δύναται δι’ αὐτῶν ν’ ἀποσοβηθῇ πληρέστερον ὁ κίνδυνος. Ἡμεῖς περιμένομεν ν’ ἀκούσωμεν τὰς συζητήσεις, ν’ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰσιν ἐμπειρότεροι, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται περισσότερον ἀπὸ ἡμᾶς εἰς τὴν μελέτην τῶν θεμάτων τούτων, καὶ οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς φωτισμὸν τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ στάσις, τὴν ὁποίαν τηροῦμεν. Βεβαίως θέλομεν καὶ ἡμεῖς ἀνακοινώσει ἐν καιρῷ τὴν ἡμετέραν γνώμην, καὶ ἰδίως ὅταν προτεθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ἵνα συμπράξῃ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ νόμου· θέλομεν πάντως τότε ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον ἡμῶν, εἴτε προτείνοντες εἰς τὸ Στέμμα τὴν κύρωσιν τοῦ νομοσχεδίου, εἴτε συμβουλεύοντες τὸν Ἡγεμόνα νὰ μὴ τὸ κυρώσῃ, οὐδέποτε δὲ θέλομεν μείνει ἄνευ γνώμης.
§238Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸν λόγον.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου.
§240Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Σχετικῶς μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου.
§242Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄρθρον πρῶτον· ὑπάρχει ἄρθρον μόνον. Ὅλον τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἓν ἄρθρον.
§243Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ πρῶτον τὸ ἄρθρον.
§245Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Νὰ μὲ ἐννοήσητε πρῶτον, τί ζητῶ, καὶ κατόπιν ἀρχίζετε τὴν ἀνάγνωσιν.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐγγεγραμμένος. Ἔχετε τὸν λόγον ἀμέσως. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου). Κύριε Γεράκη, ἔχετε τὸν λόγον τώρα.
§247Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον, οὐχὶ ἵνα συζητήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲ ἐπὶ τοῦ μόνου ἄρθρου· ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ ἐκτοπίσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ζήτημα, καὶ ἠθέλησε νὰ ἀποκλείσῃ ἐκείνους ἀκριβῶς, οἱ ὁποῖοι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ πολλῶν ἄλλων Βουλευτῶν.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἀποκλείεται.
§249Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Παρακαλῶ! Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέδειξεν, ὅτι οὐδεὶς διανοεῖται νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν τῆς παρακρατήσεως...
§250Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ ἐν γνώσει ἐμοῦ οὐδεὶς εἶναι ἕως τώρα. Ἐὰν ὑπάρχῃ πρότασις, ἐγὼ οὐδένα θὰ ἐμποδίσω, ἵνα προτείνῃ αὐτήν, διότι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐμποδίσω.
§251Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὅταν λέγῃ τις, ὅτι οὐδεὶς διανοεῖται, ἐννοεῖ βεβαίως αὐτό. Ἐὰν ἐννοῇ τὸ ἀντίθετον, δὲν ἔχω νὰ ἀντιλέξω, οὐδὲ νὰ διαμαρτυρηθῶ.
§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζετε, κύριε συνάδελφε, ὅτι μόνον ὁ Θεὸς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐτάζειν καρδίας καὶ νεφροὺς (γέλωτες).
§253Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Τὸ γνωρίζω πολὺ καλὰ, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐδεὶς θὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ πρῶτον ἄρθρον...
§255Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πρῶτον καὶ δεύτερον ἄρθρον· εἶναι ἓν καὶ μόνον· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἓν καὶ μόνον ἄρθρον, ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ προβῶ εἰς τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ διάταξις τῆς ὕλης τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, ὅλως ἄστοχος. Ἓν καὶ μόνον ἄρθρον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιέχῃ τόσας διατάξεις, ὅσας περιέχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, συγκείμενον ἐκ σελίδων ὁλοκλήρων καὶ ἐξ ἄρθρων πολλῶν. Ἄρθρον, νομίζω, εἶναι ἑκάστη διάταξις αὐτοτελής. Αὐτὴ ἡ ἀρχὴ τηρεῖται ἀπὸ τοὺς συντάσσοντας νόμους καὶ ἀπὸ τοὺς ψηφίζοντας νόμους. Ἐδῶ ἔχομεν αὐτοτελεῖς διατάξεις πολλάς, πλείστας, συγκεντρωθείσας ὅλας εἰς ἓν ἄρθρον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, καὶ κατενεμήθη ἡ ὕλη τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ὅλως ἄστοχος, πρέπει δὲ νὰ διαιρεθῇ εἰς ἄρθρα, διότι ἄλλως παρεμποδίζεται καὶ ἡ συζήτησις ἀκόμη τῶν κατὰ μέρος διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Πῶς θέλετε, ἡ Βουλὴ νὰ προέλθῃ εἰς τὴν ψήφισιν διατάξεώς τινος, νὰ ἀσκήσῃ δὲ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀπορρίψῃ διάταξίν τινα, ἀφοῦ πᾶσαι κεῖνται ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ; Εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ἡ ὕλη τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ διαιρεθῇ εἰς ἄρθρα, νὰ μὴ προηγηθῇ δὲ ἡ γενικὴ διάταξις τῆς πρώτης παραγράφου, διὰ τῆς ὁποίας «καταργοῦνται τὰ ἄρθρα 2, 3, 4, 5, 8, 9, 10, 11, 15, 18, 20, 21, 22, 24, 25, 26, 28, 29, 33 καὶ 36 τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ, καὶ ἀντικαθίστανται διὰ τῶν ἑξῆς...», διότι καὶ τοῦτο εἶναι ἀνακόλουθον καὶ ἄτακτον· διότι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ προέρχεται κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως ταύτης, διὰ τῆς ὁποίας καταργοῦνται τὰ ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ μνημονευόμενα ἄρθρα 2, 3 κλπ., πῶς δύναται κατόπιν νὰ προέλθῃ εἰς τὴν ἀπόρριψιν ἄρθρων τινῶν, διὰ τῶν ὁποίων γίνεται ἡ ἀντικατάστασις τῶν καταργουμένων; Αἱ καταργήσεις συνήθως γίνονται ἐν τῷ τέλει τοῦ νόμου, καὶ αὐτὴν τὴν τάξιν πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ· ν’ ἀντικαταστήσωμεν ἐν μέρει ὅσα ἄρθρα νομίζομεν ἀντικαταστατέα, καὶ ἐν τέλει τοῦ νόμου νὰ ἀναγράψωμεν γενικὴν διάταξιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ περιλαμβάνωνται πάντα τὰ καταργούμενα ἄρθρα τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος νόμου.
§256ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ ἐπιτροπὴ, κύριοι συνάδελφοι, ἠκολούθησε σύστημα οὐχὶ πρωτοφανὲς, σύστημα πολλάκις ἐφαρμοσθὲν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ μας, ὁσάκις πρόκηται νὰ μεταρρυθμίσωμεν διατάξεις νόμου συγκειμένου ἐκ πολλῶν ἄρθρων, καὶ ἐπειδὴ οὐχὶ ὁλόκληρος ὁ νόμος ΒΦΠΓʹ τοῦ 1899 ἐπρόκειτο νὰ μεταρρυθμισθῇ καὶ νὰ καταργηθῇ, ἀλλὰ διατάξεις τινὲς μόνον αὐτοῦ, ἡ ἐπιτροπὴ ἠκολούθησε τὸ σύστημα, εἰς ἕκαστον τῶν τροπολογουμένων ἄρθρων τοῦ νόμου τοῦ 1899 νὰ ὑποκαταστήσῃ κείμενον ἄλλο, οὕτως ὥστε μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ δύναται νὰ γείνῃ μία ἔκδοσις νέα τοῦ νόμου, καὶ ὁ ἀναγινώσκων καὶ ἐφαρμόζων αὐτὸν νὰ ἔχῃ ὁλόκληρον τὸ κείμενον τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐν τῷ συνόλῳ, ὡς μετερρυθμίσθη. Τὸ σύστημα τοῦτο ἠκολούθησεν ὁ στρατολογικὸς νόμος, ὁ ὑποστὰς ἀπὸ τοῦ 1880 μυρίας τροποποιήσεις καὶ τροπολογίας. Τὸ μέτρον τοῦτο ἐφηρμόσθη εἰς τὸν προξενικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ 1877, ὅτε τὸ πρῶτον ἐψηφίσθη, ἐτροποποιήθη ἀπειράκις, καὶ ἐκρίθη τὸ μέτρον τοῦτο πρόσφορον διὰ τὴν εὐκολίαν τῶν ἐφαρμοζόντων τὸν νόμον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι, ἐκ τοῦ ὅτι ἐτέθη ἄρθρον μόνον, πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τὸ νομοσχέδιον καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ ἄρθρον τὸ μόνον τοῦ νομοσχεδίου συλλήβδην, διότι λέγει ποῖα ἄρθρα μεταρρυθμίζονται, ἀντὶ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ἕκαστον ἄρθρον, καὶ νὰ λέγῃ «τὸ ἄρθρον δεῖνα τοῦ νόμου καταργεῖται καὶ ἀντικαθίσταται». Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ ἀνάγνωσις καὶ ἡ ψήφισις πρέπει νὰ προβῇ κατὰ τὰ ἄρθρα τὰ μεταρρυθμιζόμενα, διότι ἡ Βουλὴ θὰ ἐρωτηθῇ: «θέλει νὰ ἰσχύῃ ὁ κείμενος νόμος, ἢ ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν προτείνει ἡ ἐπιτροπή;» καὶ ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως ταύτης βεβαίως ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ προτείνῃ τροποποιήσεις ἢ προσθήκας καταλλήλους, ὅσαι ἐκ τῆς συζητήσεως καταδειχθῶσιν ἀναγκαῖαι. Διὰ τοῦτο λοιπὸν φρονῶ, ὅτι, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἐγένετο, ἐπὶ ἑκάστου τροποποιουμένου ἄρθρου πρέπει νὰ προκαλῆται ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς.
§257Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν γείνῃ δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον, ἐν τῷ ὁποίῳ ὀνομάζονται τὰ μεταρρυθμιστέα ἄρθρα, καὶ κατόπιν κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν μεταρρυθμιστέων ἄρθρων τινὰ δὲν θεωρηθῶσιν ὡς καταργητέα, τότε τί γενήσεται;
§258Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως καὶ ψηφίσεως· ἑπομένως τὸ ἄρθρον μόνον ἠμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ τελευταῖον.
§259Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε μάλιστα. Ὥστε, ἐφ’ ὅσον προβαίνει ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἔργον αὑτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπὶ τοσοῦτον θέλει φανῆ, ποίαν ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΒΦΠΓʹ θέλει νὰ καταργήσῃ, καὶ ποίαν ν’ ἀφήσῃ ἐν ἰσχύϊ. Ὥστε ἡ διάταξις ἡ καταργοῦσα τὰς διατάξεις ἄλλου νόμου πρέπει νὰ μετατεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου.
§260Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μεταθέσατέ την.
§261Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁ ἁπλούστερος τρόπος, ὅπως συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ὁ ἐφαρμοσθεὶς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου. Τὸ πρῶτον ἄρθρον νὰ μὴ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, τὸ δεύτερον δὲ ἄρθρον νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ὡς πρῶτον, καὶ νὰ λεχθῇ: «τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ΒΦΠΓʹ τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς...» τοῦτο δὲ νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς ἕκαστον ἄρθρον, καὶ οὕτω καθεξῆς.
§262Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι προβάλλονται, ὅπως τροποποιήσωσι τοὺς ὑπάρχοντας, προβάλλονται κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἀπὸ τὸν παλαιὸν νόμον καὶ νὰ ἀναγραφῇ τὸ ἄλλο. Ἑπομένως, ἂν θελήσητε νὰ ἀκολουθήσητε τὴν τακτικὴν ταύτην, πρέπει νὰ ἀπαλείψητε τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὰ ἑπόμενα δὲ ἄρθρα νὰ ἀναγράψητε κατὰ σειράν, ἄρθρον 1ον, 2ον, 3ον, ἀλλ’ ἕκαστον ἄρθρον νὰ προορίζηται, ἵνα ἀντικαταστήσῃ ἄρθρον τι τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος. Τὸ ἄρθρον δεύτερον τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ δηλ. ἀντικαθίσταται ἢ τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς... κλπ.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναγινώσκεται τὸ τροποποιούμενον ἄρθρον 2 τοῦ ἰσχύοντος νόμου ὡς ἄρθρον 1.
§264Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ εἴπωμεν: «Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑπομένου...»
§265Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς κάθε ἄρθρον τότε. Καλλίτερον νὰ εἴπωμεν: «τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ τροποποιοῦνται...»
§266Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ οὕτω δύναται νὰ γείνῃ, καὶ τοῦτο ἐγένετο, ὁσάκις νόμοι ἐτροποποιήθησαν ὑπὸ μεταγενεστέρων νόμων. Καὶ μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγομεν, ὑπάρχουσι νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων τροποποιοῦνται ὑπάρχοντες νόμοι, τοιαύτην δὲ καὶ ἐν αὐτοῖς τακτικὴν ἠκολουθήσαμεν.
§267Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς ἀνέφερε πλείστους νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐτροποποιήθησαν οὕτω· τὸν στρατολογικόν, τὴν προξενικὴν νομοθεσίαν κλπ.
§268Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Θὰ ἦτο εὐχερέστερον, ἂν διετυποῦντο ὡς ἀκολούθως: «Τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ παρόντος νόμου ὑποκαθίστανται εἰς τὰ ταυτάριθμα ἄρθρα τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ.»
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 2 θὰ ψηφισθῇ ὡς ἄρθρον 1· τὸ δὲ ἄρθρον μόνον τροποποιούμενον θὰ τεθῇ ἄρθρον τελευταῖον. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ τροποποιουμένου ἄρθρου 2 τοῦ ἰσχύοντος νόμου ͵ΒΦΠΓʹ ὡς ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου).
§270ΑΠ. ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀνεγνώσθη ἀκόμη τὸ ἄρθρον. Ἀφήσατε ν’ ἀναγνωσθῇ.
§272ΑΠ. ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Τότε, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
§273Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἀπ. Ζούζουλα καὶ Φ. Μοσχούλα μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 145 Βουλευτῶν. Ἄρθρον πρῶτον τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκεται). (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Ἀντωνόπουλος).
§276Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ συγκρότησιν πολυπροσώπου ἐπιτροπῆς θεωρῶ ὅλως ἄσκοπον, διότι ὅσοι ἔλαβον μέρος εἰς ἐπιτροπὰς εἶδον, ὅτι δὲν ἔχει πρακτικὸν ἀποτέλεσμα τὸ πολυπρόσωπον.
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἄλλος τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου;
§278ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ ψηφισθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως τὸ πρῶτον ἄρθρον.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15, κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§280ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν οἱ προτείνοντες τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν. (Ἐγείρονται ὀλιγώτεροι τῶν 15). Δὲν εἶσθε 15. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2, τὸ τροποποιούμενον ἄρθρον 3 τοῦ νόμου. (Ἀναγινώσκεται).
§282ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπὶ τίνος ἄρθρου εὑρισκόμεθα; (θόρυβος παρατεταμένος).
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἔχει τις τὸν λόγον; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Θόρυβος καὶ διάλογοι). Ἄρθρον 3, τὸ τροποποιούμενον 4 τοῦ νόμου. (Ἀναγινώσκεται).
§284Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε... (θόρυβος).
§285Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ προσέτι νὰ γένηται φροντὶς, ὥστε νὰ τηρῶνται αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ.
§286Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀκριβῶς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελον νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγώ. Ἡμεῖς μετεβλήθημεν εἰς χάβραν τῶν Ἑβραίων, διότι παρουσιάζομεν τὴν εἰκόνα Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον θορυβεῖ, ἀντὶ νὰ συζητῇ. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀντιφρονοῦντες, ἂς ἔλθουν νὰ εἴπουν τὴν γνώμην των, ὄχι νὰ ζητοῦν νὰ ἐπιβάλουν τὴν γνώμην αὐτῶν διὰ φωνασκιῶν εἰς τὴν γνώμην τῶν πλειόνων. Ἐδῶ συζητεῖται ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη ἀπὸ μίαν ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον μέρος πάντες σχεδὸν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Οἱ ἀντιφρονοῦντες πρὸς τὰς γνώμας τὰς ἰδικάς μας δύνανται νὰ συζητήσωσι μεθ’ ἡμῶν· ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ συναρπάσωμεν τὴν γνώμην αὐτῶν. Ἐὰν ὅμως ἐξακολουθήσωμεν τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν, βεβαίως θὰ φθάσωμεν εἰς ἀντεγκλήσεις, καὶ ἐκ τῶν ἀντεγκλήσεων βεβαίως οὐδὲν ἄλλο θὰ προκύψῃ ἢ νὰ ἐξέλθῃ τὸ Κοινοβούλιον καταπεπτωκὸς παρὰ τῇ κοινῇ συνειδήσει. Ἀλλὰ πρέπει νὰ συλλογιζώμεθα καὶ τὴν κατάστασιν τῶν συμπολιτῶν μας, οἱ ὁποῖοι πεινῶσι καὶ τείνουσι χεῖρας ἱκέτιδας πρὸς ἡμᾶς.
§287Ν. Γ. ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ. Ἡ παρακράτησις τοὺς ἔφερεν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν!
§288Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν πρόκειται, ὡς εἶπε καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, σήμερον νὰ συζητήσωμεν περὶ παρακρατήσεως. Ἔχομεν ἕνα θεσμόν, καὶ ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου παρουσιάζονται ἀτέλειαι, τὰς ὁποίας ἐρχόμεθα νὰ θεραπεύσωμεν. Ἐὰν θέλητε νὰ προσβάλητε τὸν θεσμὸν τῆς παρακρατήσεως, ἔλθετε νὰ προβάλητε τὴν γνώμην σας, χωρὶς νὰ θέλητε διὰ τῶν φωνασκιῶν καὶ τῶν ἐνστάσεων περὶ μὴ ἀπαρτίας νὰ ἐπιβάλητε αὐτήν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι καιρὸς, ὅπως συνέστησε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις, καὶ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, ὡς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τοῦ θέματος μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης σοβαρότητος. Ἐὰν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀποδέχηται τὰς γνώμας τῶν ἀντιφρονούντων, βεβαίως ἡμεῖς θὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὰς γνώμας αὐτῶν· ἐὰν ὅμως ἀποδεχθῇ τὰς γνώμας τὰς ἰδικάς μας, ὀφείλουν ἐκ καθήκοντος, ἐὰν θέλουν νὰ μὴ καταρρεύσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα...
§289Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Σεῖς πταίετε διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, οἱ ὁποῖοι ἐζητήσατε τὴν πρόταξιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. (Διάλογοι καὶ θόρυβος).
§290Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος λέγει, ὅτι ἡμεῖς πταίομεν, διότι τοσοῦτον ἐξετράπη ἡ συζήτησις. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πταίομεν ἡμεῖς, διότι, ὅτε τὸ πρῶτον προεκλήθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ σταφιδικοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, ἐγὼ ἀπετάθην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἶπον τὰ ἑξῆς: «Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου». Ἀλλὰ τότε προὐτάθη ἡ πρότασις παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πυλίας, ὅπως καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ συντάξῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ ὡς συνέπεια τῆς ἀποδοχῆς αὐτῆς ὑπῆρξεν ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς σύστασις τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία καταρτισθεῖσα εἰργάσθη καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν τὸ πόρισμα τῆς μελέτης αὐτῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον παρεκάλεσα πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν, ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ στέρξῃ εἰς τὴν ἀναγραφὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὡς πρώτου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς ἐπαύριον, ἀπήντησε: «Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ ἀναβάλωμεν τοῦτο μέχρι τῆς Δευτέρας»· καὶ ἡμεῖς ἐδέχθημεν τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἀνεγράφη ὡς πρῶτον σήμερον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Λοιπὸν διὰ τίνα λόγον ὁ ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος λέγει ὅτι πταίομεν ἡμεῖς; Ἡμεῖς ἠκολουθήσαμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καθ’ ἣν ἡμέραν οὗτος ὥρισε. (Θόρυβος καὶ διάλογοι).
§291Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Πρωτίστως, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἐπιβάλητε τὴν τάξιν. Ἐπὶ τίνος θέματος συζητοῦμεν;
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. (Διάλογοι).
§293Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγεννήθη ἕν παρεμπῖπτον ζήτημα. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, ἐφ’ οὗ δι’ ἀναστάσεως προεκλήθη ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, τινὲς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἠτήσαντο ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον, ὅπως ἡ ψηφοφορία γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διότι οἱ συνάδελφοι, οἱ προτείναντες τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, ἰσχυρίζοντο, ὅτι ἦσαν εἰς ἐπαρκῆ ἀριθμόν, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἀπαιτεῖται διὰ νὰ γείνῃ ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις· ἄλλοι εἶχον τὴν ἐναντίαν γνώμην. Ἐγεννήθη λοιπὸν ἕν ζήτημα παρεμπῖπτον, τὸ ὁποῖον ἐπέφερε τὸν σάλον τὸν ἐπακολουθήσαντα.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ κατόπιν ἀνεγνώσθη τὸ ἄρθρον 3.
§295Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀκριβῶς, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὀλυμπίας, ἔλαβον τὸν λόγον, διότι θεωρῶ, ὅτι αἱ αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἀπέδωκεν εἰς τοὺς συναδέλφους, εἶναι ὅλως ἄδικοι. Διότι οὐδεὶς ἐνταῦθα ἐπεχείρησεν, ὅπως βίᾳ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του εἰς τὴν πλειονότητα τῶν Βουλευτῶν. Ἐὰν ἡ πλειονότης τῶν Βουλευτῶν ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅπως τὸ νομοσχέδιον γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἡ γνώμη τῶν πλειόνων θέλει κρατήσει, καὶ τὸ νομοσχέδιον θέλει γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, οὐδεὶς δὲ οὔτε θὰ τολμήσῃ οὔτε θ’ ἀποπειραθῇ κἄν, ὅπως διὰ βίας ἢ δι’ ἀπειλῆς ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ. Οἱ δὲ συνάδελφοι, πρὸς τὴν γνώμην τῶν ὁποίων ἀντίθετον ἔχει γνώμην ὁ ἐξ Ὀλυμπίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς, οἱ συνάδελφοι ἐκεῖνοι κήδονται, ἂν ὄχι πλειότερον, πάντως ὅμως ἐξ ἴσου πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ὀλυμπίας Βουλευτὴν, τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ὅταν ἀνίστανται 10 ἢ 15 ἢ 20 τὸν ἀριθμὸν Βουλευταὶ καὶ ζητῶσι νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ παρὰ τὴν γνώμην τῶν Βουλευτῶν τούτων ἡ ψηφοφορία γίνεται δι’ ἀναστάσεως, ἔχουσι δίκαιον οἱ συνάδελφοι νὰ διαμαρτυρηθῶσι κατὰ τοῦ τρόπου τούτου τῆς ψηφοφορίας.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον δὲν ἀντελήφθη, ὅτι ἦσαν 15 οἱ αἰτοῦντες.
§297ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐννέα ἦσαν.
§298Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι δὲν ἦσαν 9, ἀποδεικνύει ἡ ἔγγραφος πρότασις περὶ τῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίας, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς χεῖράς του ὁ ἐκ Κορινθίας ἀξιότιμος συνάδελφος.
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον.
§300ΑΠ. ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Ὑποβάλλω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας (θόρυβος).
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Διον. Π. Βενιεράτου καὶ Κ. Δ. Γεροκωστοπούλου· μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 120. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3; (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος κ. Δ. Ράλλης).
§303Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν πρώτοις ἔχω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τυπικάς τινας παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 3. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ καθεστῶτος νόμου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου, «ἡ γνωμοδότησις τῆς ἐπιτροπῆς, περὶ τῆς ὁποίας προνοεῖ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ αὐτοῦ νόμου, «ὑποβάλλεται ἀμέσως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν». Τὴν πρόνοιαν ταύτην τῆς ἀμέσου ὑποβολῆς τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἔλαβε τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν· διότι ὁρίζει, ὅτι «ἡ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἀπόφασις, διαβιβαζομένη πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, δημοσιεύεται ἐντὸς δύο ἡμερῶν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπαγορεύεται ἡ πρὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου ἑκάστου ἔτους φόρτωσις ξηρᾶς σταφίδος τῆς παραγωγῆς τοῦ ἰδίου ἔτους πρὸς ἐξαγωγὴν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν». Ὁρίζει καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο τὴν διορίαν τῶν δύο ἡμερῶν· θεωρῶ ὅμως τὴν ἄμεσον ὑποβολὴν ὡς ἀπαραίτητον, διότι, ὡς ἔχει διατυπωθῆ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου, ἡ διορία τῶν δύο ἡμερῶν δὲν φαίνεται ποῦ ἀνάγεται· εἰς τὴν διαβίβασιν τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ εἰς τὴν δημοσίευσιν αὐτῆς εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως;
§304ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Τὸ νομοσχέδιον καινοτομεῖ κατὰ τοῦτο, ὅτι κατὰ τὸν κείμενον νόμον ἔχομεν ἁπλῶς γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον ἔχομεν μεταβολὴν τῆς γνωμοδοτήσεως εἰς ἀπόφασιν ὁριστικὴν καὶ ἀμετάκλητον, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς διαβιβάζεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, ἵνα δημοσιευθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Καινοτομεῖ καὶ κατ’ ἄλλο τὸ νομοσχέδιον, ὅτι τὴν ἐπιτροπήν, τὴν κατὰ τὸν κείμενον νόμον γνωμοδοτοῦσαν, θέτει πλέον ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὄχι τοῦ προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸν ὁποῖον ἐξωβέλισε τὸ νομοσχέδιον· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ προεδρεύῃ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἐπιτροπὴ θ’ ἀποφασίζῃ ὁριστικῶς, καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς θὰ μεταβιβάζῃ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ὅπως ἐντὸς δύο ἡμερῶν δημοσιεύηται. Μετέβαλε δὲ καὶ τὴν ἡμερομηνίαν τῆς συγκλήσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Αὕτη κατὰ τὸν κείμενον νόμον συνέρχεται τὴν 1 Αὐγούστου, κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον, τὴν 8 Αὐγούστου· τοῦτο δ’ ἐγένετο, διότι, ἀφοῦ ἐδόθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίζῃ, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ συντάξασα τὸ νομοσχέδιον, ἐσκέφθη ὅτι τὴν 8 Αὐγούστου ἡ συγκομιδὴ εἶναι συντετελεσμένη, καὶ ἑπομένως τὰ ἀποτελέσματα εἶναι γνωστὰ καὶ ψηλαφητὰ, καὶ δὲν δύνανται νὰ γεννηθῶσιν ἀμφιβολίαι περὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ ἔτους. Διὰ τοῦτο βλέπετε τὴν διάταξιν ταύτην.
§305Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα πάντα εἶχον λάβει ὑπ’ ὄψιν μου, καὶ ἀνέγνωσα τὸ νομοσχέδιον. Οὐχ ἧττον, μετὰ τὴν εἰσήγησιν, ἣν ἔκαμεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ ἐμμείνω εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐποιησάμην εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν δ’ ἐξετάσωμεν, διὰ ποῖον λόγον τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου τοῦ καθεστῶτος καθιέρωσεν οἵας ἀνέγραψε διατάξεις, θέλομεν ἴδει, ὅτι αἱ προτεινόμεναι ὑπ’ ἐμοῦ τροποποιήσεις καὶ ἤδη ἔχουσι λόγον ὑπάρξεως, καὶ ἤδη, ὅτε κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ γνωμοδότησις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι πλέον γνωμοδότησις, ἀλλ’ εἶναι ἀπόφασις, καὶ ἤδη, ὅτε ἡ ἐπιτροπὴ, ἀντὶ νὰ συνέρχηται τὴν 1 Αὐγούστου, συνέρχεται τὴν 8 Αὐγούστου, ὅτε τὰ ἀποτελέσματα τῆς παραγωγῆς εἶναι πλέον ψηλαφητὰ, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Ζακύνθου ἔντιμος Βουλευτής. Ὁ λόγος, δι’ ὃν τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου ἔταξε διορίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ δημοσιεύηται ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον ὑφιστάμενος, καὶ θέλει ὑφίστασθαι καὶ ὅταν ποτὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ὁποῖον στάδιον κερδοσκοπίας ἐμπορικῆς δύναται νὰ ἀνοιχθῇ ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἀποφάσεως περὶ τῆς παρακρατήσεως. Αἱ συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἐν ταῖς ὁποίαις συνεζητοῦντο τὰ περὶ τούτων, κατὰ τὸν καθεστῶτα νόμον, ἦσαν βεβαίως μυστικαὶ, μέχρι δὲ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ κανονίζουσα τὸ ποσὸν τῆς παρακρατήσεως, ἐδημοσιεύετο ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἐμπόριον οὐδὲν ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ, ἢ, ἂν ἐγνώριζέ τι ἐκ τῶν σκέψεων τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκ τῶν σκέψεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦτο θὰ ἐγνώριζεν ἐξ ἁπλῶν διαδόσεων, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ βασίζῃ ἀσφαλῆ ἐπιχείρησιν ἐμπορικὴν ἐπὶ τοιούτων διαδόσεων. Οὗτος ἦτο ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου καθιερώθη ἡ διάταξις τῆς ἀμέσου ὑποβολῆς τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως ἐντὸς δύο ἡμερῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ἐάν ποτε τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν καταστῇ νόμος, δὲν θὰ ἔχῃ ἆρά γε ὁ ἔμπορος ἀνοικτὸν τὸ αὐτὸ στάδιον πρὸς κερδοσκοπίαν κατὰ τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε μεσολαβήσει ἀπὸ τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως, ἥτις θὰ ληφθῇ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ δημοσιευθῇ ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως; Ποῖαι θὰ ἦναι αἱ πληροφορίαι τοῦ ἐμπορίου περὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς; Αἱ πληροφορίαι θὰ ἦναι αἱ ἁπλαῖ διαδόσεις περὶ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς ἀποφάσεως. Ἐκθέτομεν λοιπὸν προφανῶς τὸ ἐμπόριον εἰς κινδύνους ἐξ ἐπιχειρήσεων κερδοσκοπικῶν, οὓς πρέπον καὶ δίκαιον εἶναι νὰ προλάβωμεν. Διὰ τοῦτο ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν, ἐάν ποτε τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐψηφίζετο ὡς διάταξις τοῦ νέου νόμου, θὰ ἐπεθύμουν, λέγω, νὰ ταχθῇ διορία σύντομος, συντομωτάτη, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ δημοσιεύηται ἡ πρᾶξις τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας προέρχομαι εἰς ἄλλας οὐσιαστικωτέρας παρατηρήσεις. Τὸ ἄρθρον τοῦτο τροποποιεῖ τὰς ἀντιστοίχους διατάξεις τοῦ καθεστῶτος νόμου. Κατὰ τὸν νόμον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τοῦ ἀφαιρετέου κατ’ ἔτος ποσοστοῦ, ἀλλ’ εἶχεν ἁπλῶς τὸ δικαίωμα νὰ γνωμοδοτῇ πρὸς τὴν Διοίκησιν περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκείνη ἐνόει ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῆς ἐτησίας παραγωγῆς, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ ἰσορροπία μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως· ἀλλ’ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐδόθη ἡ ἐξουσία, ὅπως τὴν γνωμοδότησιν ταύτην τῆς ἐπιτροπῆς ἀποδέχηται ἢ ἀπορρίπτῃ, ἢ καὶ τροποποιῇ ἐν μέρει, προσδιορίζον τὸ ποσὸν τὸ ἀφαιρετέον. Αὕτη λοιπὸν εἶναι ἡ καινοτομία ἡ μεγάλη, ἡ οὐσιώδης, ἡ περιληφθεῖσα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐξουσία αὕτη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παύει ἐπὶ τὸ μέλλον, καὶ ἡ ἐξουσία αὕτη μεταφέρεται ἀπὸ τῆς κρίσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§306Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Προεδρεύει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κύριε συνάδελφε.
§307Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§308Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὑποτίθεται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ διερμηνεύῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§309Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑποτίθεται παντάπασιν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι εἷς Ὑπουργός· μὴ ἀποβλέπετε δὲ εἰς τὸν νῦν διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀποβλέψατε, παρακαλῶ, εἰς τὸ μέλλον.
§310Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Καὶ εἰς τὸ παρελθόν.
§311Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὸ παρελθόν... Ἀποβλέψατε, λέγω, εἰς τὸ μέλλον, ὅτε εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἦναι καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, —διότι δὲν νομοθετοῦμεν μόνον διὰ τὸ παρόν, νομοθετοῦμεν καὶ διὰ τὸ μέλλον. Ἡ ἐξουσία λοιπὸν, τὴν ὁποίαν εἶχε κατὰ τὸν νόμον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀφαιρεῖται ἀπ’ αὐτὸ, καὶ δίδεται ἀκεραία εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἐνταῦθα λοιπὸν κεῖται ἡ οὐσιωδεστέρα μεταβολὴ τοῦ νόμου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ εἰσαχθὲν εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ ποσοστὸν ἀφαιρετέον ἐκ τῆς ἐτησίας παραγωγῆς καὶ πέραν τῶν 10%.
§312Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§313Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ.
§314Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐξηγήσητε, τί κακὸν διαβλέπετε ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου τούτου;
§315Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ προσπαθῶ νὰ ἐξηγήσω.
§316Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν;
§317Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§318Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ, τί κακὸν προβλέπομεν, ἀφοῦ μοὶ δίδει τὴν ἄδειαν ὁ κ. συνάδελφος. Τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον προβλέπομεν, εἶναι τὸ ἑξῆς· συνέρχεται ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη κατὰ τὴν 8ην Αὐγούστου ἑκάστου ἔτους ἐν Ἀθήναις, διὰ νὰ ὁρίσῃ τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως· δυνατὸν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ παρακράτημα 40%, —καὶ τοῦτο, διότι εἰς τὴν ἐπαρχίαν των οἱ ἀντιπρόσωποι οὗτοι προβλέπουσιν, ὅτι ἔχουσι πράγματι μεγάλην παραγωγὴν, ἥτις τοῖς ἐπιβάλλει νὰ ἔχωσι παρακράτημα 40%,—ἡ δὲ μειονοψηφία νὰ μὴ συμφωνῇ εἰς τοῦτο, διότι, εἴτε λόγῳ ἀσθενείας, εἴτε δι’ ἄλλον οἱονδήποτε λόγον, ἡ παραγωγὴ τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῆς δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἦναι δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ παρακράτημα 40%. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλει ἐπικρατήσει ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας, τὸ δὲ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἂν τὸ ποσοστὸν τοῦ παρακρατήματος ὡρίσθη καλῶς ἢ κακῶς· ἐνῷ, ἂν ἔχῃ τοιοῦτον δικαίωμα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δύναται νὰ σταθμίσῃ τὸ δίκαιον ἀφ’ ἑνὸς τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς μειονοψηφίας, καὶ τοιουτοτρόπως ἀντὶ τῶν 40% νὰ κανονίσῃ τὸ παρακράτημα εἰς 20%, ἢ καὶ ὀλιγώτερον. Αὐτὴ εἶναι ἡ παρατήρησίς μου, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθοτάτη. Ἡ ἐπαρχία ἡ ἰδική μου, ἡ ὁποία πιθανὸν νὰ μὴ παραγάγῃ ἐκεῖνο, τὸν ὁποῖον παρήγαγε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀλλὰ πολὺ ὀλιγώτερον ποσόν, βεβαίως δὲν θὰ θελήσῃ νὰ πληρώσῃ παρακράτημα 40%, ὡς ζητοῦσιν αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι μεγάλην παραγωγήν.
§319Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Κύριε Μερλόπουλε, ἐπιτρέπετε καὶ εἰς ἐμὲ μίαν παρατήρησιν;
§320Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως.
§321Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Παρετήρησεν ὁ κ. Γεράκης, ὅτι τὸ νὰ ὁρισθῇ μεῖζον ἢ ἔλασσον παρακράτημα δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς μερικῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ ἐκ τοῦ συνόλου. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι μία ἐπαρχία ἔκαμε μικροτέραν παραγωγήν, δὲν ἕπεται, ὅτι θὰ ἀξιώσῃ νὰ προσδιορισθῇ μικρότερον παρακράτημα, ἐκτὸς ἐὰν νομίζῃ, ὅτι, ἐπειδὴ ἔκαμεν ὀλιγωτέραν σταφίδα, πρέπει νὰ τὴν πωλήσῃ καὶ εὐθηνότερον. Μόνον ἐὰν νομίζῃ ἐκεῖνος ὁ παραγωγὸς, ὁ ὁποῖος παρήγαγεν ὀλιγωτέραν σταφίδα, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ μικρότερον παρακράτημα, διὰ νὰ τὴν πωλήσῃ καὶ εὐθηνότερον, τότε βεβαίως ἔχει δίκαιον· διότι δὲν γίνεται ἡ παρακράτησις τοπικῶς· δὲν πρόκειται νὰ ἐξέλθῃ κατὰ τεμάχια ἡ σταφίς· θὰ ἐξέλθῃ ἐν συνόλῳ. Ἐὰν λοιπὸν ὁρισθῇ παρακράτημα 40% διὰ τὴν ἐν συνόλῳ παραγωγὴν, ἡ παρακράτησις θὰ ὑψώσῃ τὰς τιμὰς πασῶν τῶν σταφίδων, ἄρα καὶ τῆς σταφίδος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος παρήγαγεν ὀλιγώτερον ποσόν.
§322Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής.
§323Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω; (ἱλαρότης).
§324Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἤθελον νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ συνάδελφος.
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἕκαστος ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ ἔχῃ ἕνα λόγον διακοπῆς πρὸς τὸν ἀγορεύοντα, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ μεταξὺ σας ποτέ.
§326Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἤθελον νὰ διασαφήσω τὴν παρατήρησιν τοῦ κυρίου Γούναρη.
§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἀρκετὴν ἡλικίαν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ διασαφήσῃ τὰς ἰδέας του ὁ κ. Γούναρης (ἱλαρότης).
§328Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὅμως θὰ δώσω ἀμεσωτέραν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ὀλυμπίας, τοῦ ἐρωτήσαντός με, τί κακὸν βλέπω εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῆς ὁποίας ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ δίδεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ δικαίωμα τοῦ ὁρίζειν τὸ ποσοστὸν τοῦ παρακρατήματος. Λέγω, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν καταργεῖται τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου, ἑπομένως τοῦτο τὸ κακὸν διαβλέπω, ἢ μᾶλλον τοῦτο τὸ κακὸν βλέπω—διότι τὸ κακὸν εἶναι καταφανές. —Καὶ οὕτως ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ἐξουσία ν’ ἀποφασίζῃ. Διότι ποία εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου, καὶ τί καταργοῦμεν διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου; Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου λέγει: «... ὅπερ (Ὑπουργικὸν Συμβούλιον) ἀποφαίνεται ὁριστικῶς». Τοῦτο λοιπὸν τὸ κακὸν διαβλέπω, ὅτι καταργεῖται ἡ διάταξις αὕτη ἡ σωτήριος, ἡ θέσασα τὸν ἀναγκαῖον φραγμὸν κατὰ τοιούτων ὑπερβασιῶν, — διότι ὑπερβασία εἶναι ἀληθὴς ἡ ψήφισις τοιούτου νόμου, ὁποῖος ὁ διέπων τὰ τῆς παρακρατήσεως, νόμου δημευτικοῦ, νόμου καθιεροῦντος τὸν κοινωνισμὸν τοῦ Κράτους. Διότι οὐδὲν ἄλλο εἶναι τοῦτο ἢ κοινωνισμὸς τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἐξουσίαν καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἐξουσίαν νὰ ἀναμιγνύηται ἀμέσως εἰς τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων. Ἡ ῥύθμισις τῶν συμφερόντων τῶν ἀτομικῶν ἀνήκει εἰς τὰ ἄτομα καὶ μόνον εἰς τὰ ἄτομα. Τὸ Κράτος οὐδ’ ἐξουσίαν οὐδὲ δικαίωμα ἔχει, οὐδὲ πρέπει νὰ ἔχῃ, ν’ ἀναμιγνύηται εἰς ταῦτα καὶ νὰ τὰ κηδεμονεύῃ. Ἀναμιγνυόμενον δὲ, καθιεροῖ τὸν κοινωνισμὸν τοῦ Κράτους, ὡς εἶπον. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι εἶναι καθαρὰ ὑπερβασία νομοθετικὴ ἡ ψήφισις τοιούτου νόμου, καὶ τὴν ὑπερβασίαν ταύτην τὴν νομοθετικὴν τείνομεν νὰ ἐπεκτείνωμεν ἐπ’ ἀόριστον, νὰ ἐπεκτείνωμεν ἐπὶ τοῦ ὅλου τῆς παραγωγῆς. Διότι, ὅταν λέγητε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, περὶ τῆς ὁποίας προνοεῖ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ν’ ἀφαιρεθῇ ποσὸν ἀπροσδιόριστον, ὅτι δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι καὶ τῶν 50%, μέχρι καὶ τῶν 60%, ἢ καὶ πέραν ἀκόμη, ἐπὶ τῆς παραγωγῆς — διότι αὐτὴ εἶναι ἡ λογικὴ συνέπεια τῆς διατάξεώς σας, — ὅταν μοὶ λέγητε τοῦτο, δὲν δύναμαι ἢ νὰ εἴπω, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἀποτελεῖ ὑπερβασίαν νομοθετικὴν, καὶ ὑπερβασίαν μάλιστα τερατώδη. Τοῦτο λοιπὸν τὸ κακὸν διαβλέπω, κύριε συνάδελφε, ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 3, ὅτι καταργεῖται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ἐτέθη εἷς φραγμὸς καὶ ἓν ὅριον εἰς τὴν τοιαύτην τερατώδη ὑπερβασίαν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κύριοι Βουλευταὶ, μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ὀνομάσῃ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ἡ μελέτη τοῦ ζητήματος τοῦ σταφιδικοῦ καὶ ἡ παρασκευὴ νομοσχεδίου. Ἐδήλωσα εὐθὺς ἀμέσως πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι ἕνεκα ἄλλων ἀσχολιῶν δὲν ἤμην εἰς θέσιν νὰ ἐργασθῶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ διότι ἤμην ἀπησχολημένος καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἕνεκα τούτου λοιπὸν δὲν μετέσχον τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ λυποῦμαι, Κύριοι, διὰ τοῦτο· διότι, ἂν μοὶ ἦτο δυνατὸν, νὰ παρασταθῶ κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ ἐλάμβανον τὴν εὐκαιρίαν καὶ τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω τὰς γνώμας μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρὸς τὴν ἐπιτροπήν. Παρέτυχον ὅμως κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν αὐτῆς, ἤκουσα δὲ εἰσηγούμενον περὶ τῶν ληπτέων μέτρων τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τριφυλίας συνάδελφον κ. Κεφαλᾶν. Τότε τὸ πρῶτον ἤκουσα ἀνακοινουμένην τὴν γνώμην ταύτην, τὴν καθιερωθεῖσαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὴν γνώμην τοῦ ἀπροσδιορίστου τῆς παρακρατήσεως· ὁ δὲ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς γνώμης ταύτης ἐξέθηκε τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα ἐφρόνει, ὅτι διάταξις τοιαύτη, περιλαμβανομένη ἐν τῷ νόμῳ, θὰ περιέσωζε τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, θὰ κατώρθου νὰ ἀνυψώσῃ τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος, καὶ θὰ ἔφερε, συνελόντι εἰπεῖν, τὸν χρυσοῦν αἰῶνα εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας. Ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τριφυλίας συνάδελφον λέγοντα πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι κύριος καὶ σπουδαιότερος λόγος τῆς ὑποτιμήσεως τῶν σταφίδων εἶναι ἡ ἐνεργουμένη πρὸ τῆς ὡριμάνσεως τοῦ καρποῦ προπώλησις ἐκ μέρους τῶν κερδοσκόπων. Οἱ κερδοσκόποι, προτοῦ ἀκόμη ὁ καρπὸς ὡριμάσῃ, προτοῦ τρυγηθῇ, προτοῦ ἀποθηκευθῇ, προβαίνουσιν εἰς πράξεις μετὰ τῶν ἐμπόρων τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἰς πράξεις προπωλήσεως, ὧν ἕνεκα ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ συμφέρον νὰ ὑποτιμήσωσι τὸ προϊόν. Ποῖος λοιπὸν φραγμὸς, ἠρώτα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, θὰ τεθῇ κατὰ τοῦ ἔργου τούτου τῶν προπωλήσεων, ἵνα παύσῃ ἡ ὑποτίμησις τῶν σταφίδων; Μέτρον ἄλλο νομοθετικὸν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν εὕρισκε πρόσφορον, ὅπως καταστείλῃ τὴν τάσιν ταύτην τῶν κερδοσκόπων τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος διὰ τὰς ἐνεργουμένας προπωλήσεις, καὶ εὗρε τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ μέτρον τοῦ ἀπροσδιορίστου τῆς παρακρατήσεως. Διότι ἐσκέφθη ὅτι, ὅταν ὁ ἔμπορος, ὁ θέλων νὰ ἐπιχειρήσῃ κερδοσκοπίαν διὰ προπωλήσεων, ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν συμβάλλεται ἐπὶ προπωλήσει μετὰ τῶν ἐμπόρων τοῦ ἐξωτερικοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ μέχρι τίνος ποσοῦ θὰ ἀνέλθῃ τὸ ἀφαιρεθησόμενον ποσοστόν, δὲν θὰ ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας πράξεις συναλλαγῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν θὰ παύσῃ τὰς προπωλήσεις, προπώλησις δὲ οὐδεμία θέλει γείνῃ· διότι, ἐὰν γείνῃ, θὰ διατρέχῃ ὁ ἐνεργήσας αὐτὴν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδῃ τὰς τιμὰς ἀνερχομένας διὰ τῆς ἀφαιρέσεως μεγαλειτέρου καὶ παρὰ τὰς προσδοκίας αὐτοῦ ποσοστοῦ, θὰ τρέχῃ τὸν κίνδυνον νὰ ἴδῃ ἑαυτὸν περιερχόμενον εἰς ἀδυναμίαν ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών του, καὶ νὰ ὑποστῇ πανωλεθρίαν. Ἐφρόνει λοιπὸν ὁ κ. συνάδελφος κατὰ τὸν εἱρμὸν τῶν σκέψεων αὐτοῦ, ὅτι θέλομεν φθάσει ἀσφαλῶς εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα διὰ τοῦ ἀπροσδιορίστου τῆς παρακρατήσεως, εἰς τὸ ἀποτέλεσμα δηλαδὴ τῆς ἀνυψώσεως τῶν τιμῶν διὰ τῆς καταστολῆς τοῦ συστήματος τῶν προπωλήσεων. Εἶναι δηλαδή, κατὰ τὸν εἱρμὸν τῶν σκέψεων τούτων ἡ καθιερωθεῖσα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις μία ἀπειλή, ἡ ὁποία ἐπισείεται κατὰ τῶν ἐνεργούντων τὰς προπωλήσεις ἐμπόρων, ἀπειλὴ καὶ κίνδυνος, ὅστις ἐπίκειται κατ’ αὐτῶν, ἐὰν ἐνεργήσωσι προπωλήσεις. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπειλῆς τῆς ἀπευθυνομένης πρὸς τοὺς σταφιδεμπόρους, ὁποῖον πόρισμα θέλομεν συναγάγει; Τί σημαίνει δὲ ἀπειλή, ἀπειλὴ περὶ μέλλοντος κακοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ; — διότι εἶμαι τῆς γνώμης, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱαιδήποτε διατάξεις, οὐχὶ τοῦ ἄρθρου 3, ἀλλὰ ἑκατὸν ἄρθρων τοιούτων, ἂν τεθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ, προσδιορίζουσαι τὸ ἀπροσδιόριστον τῆς παρακρατήσεως, δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ εὑρεθῇ ἐπιτροπὴ νὰ ὑπερβάλῃ τὸ ἀφαιρετέον ποσοστὸν τῶν 20 ἢ 25%. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, νὰ μοὶ εἴπητε ἐν συνειδήσει, ἂν θέλει εὑρεθῆ ποτε ἐπιτροπή, ἥτις νὰ εἴπῃ «ἡ παραγωγὴ πλεονάζει σχετικῶς μὲ τὴν κατανάλωσιν κατὰ 50%, καὶ παρακρατῶ 50%»...
§329ΑΠ. ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Νομίζω, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι ὁμιλεῖτε πρὸς κενὰ ἑδώλια. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§330Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πρέπει νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἐν ἀπορίᾳ λογικῶν ἐπιχειρημάτων κατὰ τὴν συζήτησιν καταφεύγουν εἰς ἐνστάσεις ἀπαρτίας... Εἶσθε ἀνάξιοι νὰ ἦσθε Βουλευταί!! (Θόρυβος).
§331ΑΠ. ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Ἀνάξιοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φωνάζουν (Θόρυβος).
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ λάβω τὸ μέτρον νὰ δημοσιεύωνται τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε ἀπουσιάζουν. Ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 45′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).