1903.03.13
2.998 στίχοι · 23.108 λέξεις · 239 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
τῆς 13 Μαρτίου 1903.
(Πέμπτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ.μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκπληρῶν τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς, ἐξέλεξα ἐκ τῶν συναδέλφων τοὺς ἑξῆς πρὸς συγκρότησιν τῆς ναυτικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς κατὰ θάλασσαν συγκοινωνίας ἐντὸς τοῦ Κράτους, καὶ θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν αὐτῆς· ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τοὺς κυρίους Θεόδωρον Βελλιανίτην, Χριστόφορον Ἀσιμῆν, Πέτρον Δελένδαν, Γ. Σκληρὸν, Παντελῆν Γκίκαν, Σταμ. Βαφειαδάκην, Ἰωάννην Καλαμάρην, Ἰωάννην Βρατσᾶνον καὶ Γ. Κορυζῆν· ἐκ δὲ τῆς μειονοψηφίας τοὺς κυρίους Ν. Λεωνίδαν, Κ. Τσιροπινᾶν, Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκον, Σπ. Ε. Στάην, Ἰωάννην Σιγάλαν καὶ Ἰωάννην Κουντουριώτην.
§2Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ ἀπαλλάξητε.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι! ὄχι!
§4ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἀντὶ ἐμοῦ νὰ θέσητε τὸν κ. Ἱερομνήμονα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουντουριώτης δὲν θέλει νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§6Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶμαι ἀπησχολημένος καὶ ἐξ ἄλλων ἐργασιῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντὶ τοῦ κυρίου Κουντουριώτου θέτω τὸν κ. Ἱερομνήμονα, διότι πρόκειται αἱ ἐργασίαι νὰ διαρκέσωσιν ἐπὶ ἱκανὸν χρόνον. Παρακαλῶ δὲ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ συνέλθῃ τὸ ταχύτερον. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 58,769,695 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 241). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν: 1) ἀναφορὰν τῶν ἀποστράτων ὑπαξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, ὑποβαλλόντων ὑπόμνημα περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ συντάξεως αὐτῶν νόμου· 2) αἴτησιν τοῦ Δημ. Καραμπάτσου, ὑποβάλλοντος ἀντίτυπα τῆς μελέτης αὐτοῦ περὶ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν τῶν ἐνυποθήκων σταφιδαμπέλων· 3) αἴτησιν τοῦ καταδίκου Παύλου Μπαβέα, ἱκετεύοντος ν’ ἀπονεμηθῇ αὐτῷ βασιλικὴ χάρις· 4) ὑπόμνημα τοῦ Κωνσταντίνου Γεράρη περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος· 5) τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Κορώνης, ἐκφράζοντος εὐχὴν ὑπὲρ ἀποδοχῆς τῶν προτάσεων περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος.
§8Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, νὰ διατάξητε νὰ συλλεχθῶσιν ὅλαι αἱ τηλεγραφικαὶ ἀναφοραὶ, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν παρὰ διαφόρων Συλλόγων, αἱ σχετιζόμεναι πρὸς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, διότι θὰ λάβωμεν ἀνάγκην αὐτῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου.
§9Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Τὴν ἀναφορὰν τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ καὶ ἐργατῶν τῆς θαλάσσης συνιστῶ θερμῶς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Ὁ νόμος περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου περιέχει ἔλλειψίν τινα, ἥτις σημαντικῶς καὶ ἀδικαιολογήτως ἀδικεῖ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ τεχνίτας τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ. Καὶ λέγω ἀδικαιολογήτως, διότι οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ πληρώνουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πληρώνουσι καὶ οἱ τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, καὶ ὅμως, ἐνῷ πληρώνουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα, οἱ μὲν κυβερνῆται λαμβάνουσι σύνταξιν πολὺ ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν οὗτοι, οἱ δὲ ἐμποροκυβερνῆται καὶ ἐμποροπλοίαρχοι κατὰ τὸ ἥμισυ σχεδὸν ἀνωτέραν. Διὰ τοῦτο τὴν ἀναφορὰν ταύτην συνιστῶ.
§10Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἔχω λάβει ὑπόμνημα σχετιζόμενον πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο.
§11Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε πρόνοιάν τινα διὰ τὴν ἔλλειψιν ταύτην τοῦ νόμου, καὶ νὰ διορθώσητε τὰ ἄτοπα ταῦτα.
§12ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Θερμῶς συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Ἡ ἀδικία ἡ προσγιγνομένη εἰς τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος ὑπαξιωματικοὺς προέρχεται ἐκ διατάξεως τοῦ νόμου περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τροποποιηθῇ. Κατ’ αὐτήν, προκειμένου περὶ συντάξεως ὑπαξιωματικῶν, λαμβάνεται ὁ μέσος ὅρος τῆς καταβολῆς αὐτῶν, ἐνῷ προκειμένου περὶ ἐμποροπλοιάρχων καὶ ἐμποροκυβερνητῶν, λαμβάνεται τὸ δεκαπλάσιον τῆς μηνιαίας αὐτῶν καταβολῆς, καὶ οὕτως ἐπέρχεται μεγάλη διαφορά, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. ἐκ Σπετσῶν συνάδελφος, ὑπὲρ τῶν ἐμποροπλοιάρχων καὶ κατὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν ἀποστράτων. Ἵνα τὸ ἀδίκημα τοῦτο διορθωθῇ, πρέπει νὰ διορθώσωμεν τὸν ὑφιστάμενον νόμον, καὶ πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἣν ὑπέγραψαν οἱ κύριοι ἐκ Σπετσῶν καὶ Ὕδρας συνάδελφοι Κουντουριώτης καὶ Λεωνίδας, καὶ τὴν ὁποίαν προσυπέγραψα καὶ ἐγώ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 242).
§14Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν γνωρίζω, ἂν οἱ κύριοι συνάδελφοι ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τῆς ἀδικίας καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Δὲν λέγω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπόλυτον ἐμπόδιον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ μελέτη τοῦ ζητήματος δέον νὰ συνδυασθῇ μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου τούτου, καὶ σχετικῶς πρὸς αὐτὴν νὰ γείνῃ δεδικαιολογημένη μεταβολὴ τοῦ ἰσχύοντος νόμου.
§15ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ αὔξησις, περὶ ἧς γίνεται ὁ λόγος, τότε δίκαιον εἶναι νὰ γείνῃ ἐλάττωσις τῆς συντάξεως τῶν ἐμποροπλοιάρχων καὶ ἐμποροκυβερνητῶν, ἵνα ἐπέλθῃ αὔξησις τῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὧν ἕνεκα καταβάλλεται μέγα ποσὸν εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, διότι εἰς τοῦτο καταβάλλονται μισθοὶ ἀνήκοντες εἰς ὑπαξιωματικοὺς καὶ ναύτας τιμωρουμένους, διότι εἰς τοῦτο καταβάλλονται καὶ ἄλλα χρηματικὰ ποσά, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐξ αὐτῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον, τὰ πλεονεκτήματα ταῦτα νὰ μὴ ἀπολαμβάνωσιν οἱ ἐμποροπλοίαρχοι καὶ οἱ ἐμποροκυβερνῆται, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων καταβάλλονται ταῦτα εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον. Ἐὰν λοιπὸν ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου τούτου δὲν εἶναι ἀνθηρά, τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ διορθωθῇ τὸ ἄτοπον, περὶ οὗ ὁ λόγος· ἁρμόδιος δὲ πρὸς τοῦτο εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§16Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀκριβῶς εἶπον, ὅτι θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα, διότι καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ὅτι ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου προσγίγνεται ἀδικία εἰς τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος ὑπαξιωματικούς. Ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ μελετηθῇ ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἐξόδων καὶ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, τῶν ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, ὡς καὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, τῶν πλοιάρχων κλπ. Ἐν σχέσει λοιπὸν πρὸς τὰς δαπάνας θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα, καὶ μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως ἤθελον συντελέσει, ἂν τοῦτο ἦναι δυνατὸν, εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀδικίας, ἡ ὁποία, ἐξ ὅσων ἐξετέθησαν, ὑφίσταται.
§17Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι. Συνιστῶ μὲν καὶ ἐγὼ τὴν σύστασιν τοῦ ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασίν του περὶ ἐλαττώσεως τῆς συντάξεως τῶν ἐμποροπλοιάρχων καὶ ἐμποροκυβερνητῶν καὶ τῆς αὐξήσεως τῆς συντάξεως τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ βελτιώσωμεν τὴν θέσιν τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ πρὸς βλάβην καὶ ζημίαν τῶν ἐμποροπλοιάρχων. Νομίζω ὅτι εἶναι καθαρὰ ἀδικία. Νὰ βελτιωθῇ βεβαίως ἡ σύνταξις τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, ἀλλὰ κατ’ ἄλλον τρόπον καὶ δι’ ἄλλων πόρων, τοὺς ὁποίους εὐχερὲς εἶναι νὰ ἐξεύρῃ ἡ Κυβέρνησις. Θερμῶς ὅθεν συνηγορῶ ὑπὲρ τῶν ἀποστράτων ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες δίκαιον εἶναι νὰ ἔχωσιν εἰς τὸ γῆρας αὑτῶν ἄνετον ὁπωσδήποτε ὕπαρξιν.
§18Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ὁ νομοθέτης τοῦ νόμου περὶ συστάσεως τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου οὐχὶ ἄνευ λόγου εἰσήγαγε τὴν διάκρισιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν, μεταξὺ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ καὶ τῶν ἐμποροπλοιάρχων. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι αἱ καταθέσεις τῶν ὑπαξιωματικῶν εἶναι διαδοχικαὶ, ἀρχόμεναι ἀπὸ τοῦ ναύτου μέχρι τοῦ ὑπαξιωματικοῦ· ἑπομένως οὗτοι δὲν καταβάλλουσιν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ποσὸν, ἀφ’ ὅτου ἀρχίσωσι καταθέτοντες εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου ὡρμήθη ὁ νομοθέτης, ἵνα ὁρίσῃ πρὸς κανονισμὸν τῆς συντάξεως τῶν ὑπαξιωματικῶν νὰ λαμβάνηται ὁ μέσος ὅρος, ἐνῷ οἱ ἐμποροναῦται καὶ οἱ κυβερνῆται πλοίων καὶ οἱ ἐμποροπλοίαρχοι ἔχουσι μίαν καὶ τὴν αὐτὴν κατάθεσιν διαρκῶς· ἵνα δὲ λάβωσιν οἱ ἐμποροπλοίαρχοι ὡς σύνταξιν τὸ δεκαπλάσιον τῆς καταθέσεώς των, ὀφείλουσι νὰ ὑπηρετήσωσι συνεχῶς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπὶ πενταετίαν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν. Ἕτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὥρισεν ὁ νομοθέτης τὴν σύνταξιν τῶν ὑπαξιωματικῶν μικροτέραν, εἶναι, ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἀπολαμβάνουσι διπλῆς συντάξεως, ἤτοι καὶ ἀπὸ τὸ Δημόσιον καὶ ἀπὸ τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ λάβῃ πρόνοιαν μεγαλειτέραν ὑπὲρ τῶν ἐμποροναυτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μίαν μόνον σύνταξιν, καὶ ταύτην ἠλαττωμένην, ἄλλως δὲ οἱ ἐργάται θαλάσσης, οἱ ἐπὶ ἐμπορίᾳ ναυτιλλόμενοι δέον νὰ ὑπηρετήσωσι διπλάσιον χρόνον, ὅπως ἀπολαύσωσι τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως, διότι ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν δὲν εἶναι διαρκής. Ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ κυρίου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ, ὅπως ἐλαττωθῇ ἡ σύνταξις τῶν ἐμποροπλοιάρχων καὶ ἐμποροναυτῶν, εἶναι πολὺ ἄδικος.
§19Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἀνεφάνη τῷ ὄντι ἡ δυσάρεστος κατάστασις τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, ἀλλὰ τότε ἡ Κυβέρνησις, ἡ διευθύνουσα τὰ κοινὰ, διὰ νομοθετήματος ἐφρόντισεν, ὅπως σωθῇ τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ἐκ βεβαίας καταστροφῆς. Ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅσοι ἀπετελεῖτε μέρος τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ὠθοῦντο πρὸς καταστροφὴν τὰ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, ὥστε εἶχον δαπανηθῆ καὶ 200,000 δραχμαὶ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ ταμείου. Ἀλλὰ δι’ εἰσφορῶν, αἵτινες τότε ἐπεβλήθησαν δυνάμει νόμου, καὶ διὰ τῆς αὐστηρᾶς προνοίας περὶ τὴν ἀπονομὴν τῶν συντάξεων πάντες οὗτοι οἱ κίνδυνοι ἀπεσοβήθησαν. Ἡ μετὰ ταῦτα Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὸν κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν, εἰσηγουμένου τοῦ κ. ἐκ Χαλκίδος Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐπίσης διὰ νομοθετήματος ηὔξησε τὰς προσόδους τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἂν ἡ ἀπονομὴ τῶν συντάξεων ἐνεργῆται κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ οὐχὶ χαριστικῶς, οὐδεὶς κίνδυνος ὑφίσταται καταστροφῆς τοῦ ἐν λόγῳ ταμείου, ἀρκεῖ, λέγω, νὰ μὴ ἐμφιλοχωρῇ κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῶν συντάξεων ἡ συνήθως ἀναφαινομένη καὶ κακῶς ὀνομαζομένη ἐπιείκεια, ἥτις δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἰμὴ αὐθαίρετος παράβασις τῶν κειμένων νόμων. Διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι, ἐὰν, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, τὰ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου διοικῶνται καλῶς, μετὰ τὰς προσόδους, δι’ ὧν ἐπροικοδοτήθη τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, οὐδεὶς ὑφίσταται κίνδυνος καταστροφῆς αὐτοῦ καὶ ἐλαττώσεως τῶν κεφαλαίων. Ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι θέλει εὑρεθῆ εἰς δύσκολον θέσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, προκειμένου νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἀποστρατευομένων ὑπαξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, ἣν καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω, μελετήσας αὐτὴν, διότι εὑρίσκω εὔλογον καὶ δικαίαν. Ὑπάρχει δὲ τῷ ὄντι ἔλλειψις τοῦ νόμου καὶ κενὸν, ὅπερ παρουσιάζει ὁ ἰσχύων νόμος. Πρὸς τοῦτο καὶ ἐγὼ ὑποβάλλω συμπλήρωσιν καὶ τροπολογίαν τοῦ νόμου. Ἐὰν δὲ τυχὸν αὕτη συμπίπτῃ πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Κυθήρων, τότε προσχωρῶ εἰς τὴν τροπολογίαν, ἣν οὗτος ὑπέβαλε.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Λεβίδου ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 243). Κύριοι Βουλευταὶ, λυθείσης τῆς συνεδριάσεως τῆς χθὲς δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην αὐτῆς περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς σήμερον. Ἀνέγραψα δὲ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δωδεκατημορίου τοῦ τρέχοντος μηνὸς Μαρτίου, τὸ ὁποῖον ἦτο ὥριμον καὶ ἐπεῖγον, κατόπιν δὲ ἔρχεται ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ἀφορᾷ ὄχι μόνον τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἀλλὰ τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ τόπου, ὅτι ἀναγκαίως ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐπιτακτικῶς νὰ λάβῃ ἓν μέτρον. Ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ἐξακολουθήσωσι νὰ παραλύωσιν αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ λύσις οἱαδήποτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, βεβαίως ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν θὰ ἔχῃ λόγον ὑπάρξεως. (Εὖγε! εὖγε!). Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ ἀνάγκαι τοῦ Λοιμοκαθαρτηρίου Δήλου κατέστησαν ἀναπόφευκτον τὴν πρόσκτησιν ἐκτάσεως γῆς, παρακειμένης εἰς τὸ Λοιμοκαθαρτήριον. Ἡ ἔκτασις αὕτη ἀνέρχεται εἰς 39 περίπου στρέμματα, καὶ ἀνήκει εἰς τὸν δῆμον Μυκώνου, ἐξετιμήθη δὲ ὑπὸ τῆς πρὸς τοῦτο καταρτισθείσης ἐπιτροπῆς πρὸς 80 δραχμὰς τὸ στρέμμα· ἑπομένως τὸ ἀντίτιμον τῆς ἐκτάσεως ταύτης ἀνέρχεται εἰς δρ. 3,151. Πρὸς πληρωμὴν τοῦ τιμήματος τούτου προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καταθέτω.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 244).
§23ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλω νομοσχέδιον «περὶ κανονισμοῦ τῶν διαπλεόντων τὴν διώρυγα Λευκάδος πλοίων καὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ κατασκευῆς λιμένος τῆς πόλεως Λευκάδος ΒΧΜΖʹ νόμου τῆς 24 Ἰουλίου 1899». Καταθέτω τὸν φάκελον τῶν συμβάσεων μετ’ ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, ὃν ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κέας.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 245).
§25Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Παρακαλῶ, ὁ κατατεθεὶς φάκελος ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§27ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 8 Φεβρουαρίου εἶχον παρακαλέσει τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς ἐπαρχίας Βόλου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος φορολογικοῦ συστήματος. Ἡ καταβολὴ τόσον βαρέος φόρου κρατεῖ ἐν συγκινήσει ἰδιαιτέρως τὴν ἐπαρχίαν μου. Τοῦτο δὲ ἀνεγνώρισε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις, περιοδεύων κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν τελευταίων βουλευτικῶν ἐκλογῶν τὰς διαφόρους ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διεκήρυξεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διατελεῖ ἐν συγκινήσει καὶ ἀγανακτήσει κατὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Πράγματι δὲ, ἀποβλέπων εἰς προσωρινὴν ἀνακούφισιν τῶν φορολογουμένων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24 Φεβρουαρίου νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1901 καὶ ἀπὸ προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας διὰ τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1899–1902. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ σημερινῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθμὸν 9. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν νὰ προτιμηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς πιστώσεως τοῦ δωδεκατημορίου τοῦ μηνὸς Μαρτίου, διότι ἐνδιαφέρει ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, πάντες δὲ, νομίζω, οἱ Βουλευταὶ εἶναι σύμφωνοι εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην εἶχον ὑποβάλει καὶ ἑτέραν παράκλησιν. Εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ συστήσει εἰς αὐτόν, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀπόφασιν τοῦ Πρωτοδικείου Βόλου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν ἑνὸς ἀστυνόμου, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτει κατὰ τὸ 1899 ἔν τινι δήμῳ τῆς ἐπαρχίας μου. Ἀνέπτυξα τότε ἐν ἐκτάσει τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα ὁ ἐν λόγῳ ἀστυνόμος διέπραξε, καὶ ἔκαμα τὴν σύστασιν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλ’ ἵνα διευκολύνω τὴν ὑπηρεσίαν, διότι γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν φροντίζει, ἵνα ἐν ταῖς ἀστυνομίαις ὑπηρετῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, ἐναντίον τῶν ὁποίων οὐδὲν παράπονον ἠκούσθη, οὐδεμία ἀπόφασις δικαστικὴ εἰς βάρος αὐτῶν ὑπάρχει. Ἀλλὰ καίτοι παρῆλθεν ἀρκετὸς χρόνος, οὐδεμίαν πληροφορίαν περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀστυνόμου ἔλαβον, ἐν τῇ Ἐφημερίδι δὲ τῆς Κυβερνήσεως εἶδον χθὲς πάλιν νέον διορισμὸν αὐτοῦ ὡς ἀστυνόμου. Δὲν ἐνδιαφέρομαι περὶ αὐτοῦ, ἀφοῦ ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία κρίνῃ καλὸν νὰ μένῃ οὗτος ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ. Φρονῶ ὅμως, ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ ᾖναι νὰ μὴ διατηρῇ τοιοῦτον ἀστυνόμον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀφοῦ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐγένετο αἴτιος ἀκυρώσεως ὁλοκλήρου ἐκλογῆς.
§28Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐστάλη ἀναφορὰ τοῦ ἐν Τριπόλει διαμένοντος ἀποστράτου ἀντισυνταγματάρχου Ἠλία Μουσαγιᾶ, ἰσχυριζομένου, ὅτι παρανόμως ἐτέθη εἰς ἀποστρατείαν, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου ὑπέβαλε μήνυσιν κατὰ τοῦ ἀποστράτου ὑποστρατήγου Α. Στράτου, προέδρου τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὅμως οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐνηργήθη. Κατὰ συνέπειαν παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἐνεργείας τῆς μηνύσεως ταύτης.
§29Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εὗρε στοιχεῖα, ἵνα διατάξῃ ἀνακρίσεις ἐπὶ τῆς μηνύσεως ταύτης.
§30Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅσα διὰ τῆς ἀναφορᾶς ὑποβάλλει, καὶ ἂν πεισθῆτε, ὅτι ταῦτα εἶναι βάσιμα, βεβαίως θέλετε ἐνεργήσει τὸ καθῆκόν σας.
§31Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἕνεκα τοῦ λόγου ὅτι συνάδελφός μου λοχαγὸς ἠδικήθη, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν σκοπῶ νὰ παρατείνω τὸν λόγον ἐπὶ μακρὸν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἐπ’ αὐτοῦ καὶ χθὲς ἀπησχολήθη ἡ Βουλή. Ὁ λοχαγὸς οὗτος ἀπεστρατεύθη συνεπείᾳ ἀποφάσεως Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, παραπεμφθεὶς ὑπὸ τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σμολένσκη, συνεπείᾳ μόνον ἀναφορᾶς ὑποδεεστέρου ἀξιωματικοῦ. Δὲν ἔχω πεποίθησιν, ἐβεβαιώθην ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος δὲν παρεπέμφθη προηγουμένως ἐνώπιον Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προτάσεως ταύτης, ὡς ἐγένετο καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ἀξιωματικούς, παραπεμφθῇ ἐνώπιον Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐκδώσει τὴν ἀπόφασίν του. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἀπεστρατεύθη συνεπείᾳ γνωματεύσεως τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου διὰ ψήφων τριῶν κατὰ δύο, ἀπεστρατεύθη δὲ ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ. Τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς εἰς χεῖράς μου ἐπισήμου ἐκθέσεως, φαίνεται ὅτι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του ταῦτα, ἀλλὰ πληροφορίας μόνον τινάς. Ἔχω εἰς χεῖράς μου ἀντίγραφον ἐκθέσεως περὶ τῆς δράσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου ἐν τῷ τελευταίῳ ἀτυχεῖ πολέμῳ, ἐκθέσεως φερούσης κῦρος, διότι εἶναι τεθεωρημένη ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, ὑποστρατήγου κ. Βάσσου. Παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ἵνα μὴ περιττολογῶ. Μετὰ δὲ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος μελετήσῃ τὸν φάκελον τὸν ἀφορῶντα τὸν εἰρημένον ἀξιωματικὸν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε κρίνει δίκαιον, νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτὸν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ διὰ Β. Διατάγματος, ἀφοῦ μάλιστα ὑπάρχει τελεσίδικος ἀπόφασις τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἀνέκτησε μὲν τὰ δικαιώματά του καὶ ἔλαβε τοὺς καθυστερουμένους μισθούς του, δὲν ἀνέκτησεν ὅμως καὶ τὸν βαθμόν του, διότι τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια μόνον περὶ τῶν μισθῶν ἀποφαίνονται, κατὰ τὸν νόμον. Ἐὰν δὲ ἡ ὑπηρεσία νομίζῃ ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος δὲν πρέπει νὰ παραμείνῃ εἰς τὸ στράτευμα, τοῦτο ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· ἀλλὰ νομίζω ὅτι κατόπιν τῆς ἐκθέσεως, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς εἶπον, εἶναι ἄδικον νὰ μὴ ἐπανέλθῃ ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος εἰς τὸ στράτευμα. Ἰδοὺ ἡ ἔκθεσις. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Ἡ ἔκθεσις αὕτη τοῦ ὑποστρατήγου κ. Τιμολέοντος Βάσσου εὑρίσκεται εἰς τὰ ἐπίσημα τεύχη τῶν ἐκθέσεων, τὰ ἀφορῶντα τὴν δρᾶσιν τῶν ἀξιωματικῶν. Διοικητὴς τοῦ συντάγματος ἦτο ὁ Ἐπαμεινώνδας Βρεττός. Ἔχει δὲ καὶ ἰδιαιτέραν ἔκθεσιν εἰς τὴν γενικὴν ἔκθεσιν. Ὁ λοχαγὸς οὗτος παρεπέμφθη ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ κατὰ τὸν πόλεμον τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1898. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔκθεσιν, ἥτις ὑπεβλήθη, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἀνεπαρκής. Δὲν γνωρίζω, ποῦ ἐστηρίχθη τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον· γνωρίζω μόνον, ὅτι ὁ λοχαγὸς προσέφυγεν εἰς τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα στηριζόμενα εἰς τὴν ἔκθεσιν ταύτην καὶ εἰς ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέχει ὁ λοχαγὸς, ἀπέδωκαν αὐτῷ τὸ δίκαιον. Εἶναι ἄδικον λοιπὸν, ὁ λοχαγὸς οὗτος, ὁ ὁποῖος δικαίως καὶ νομίμως λαμβάνει τὸν μισθόν του παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, νὰ καταλέγηται μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, περὶ ὧν τόσος ἐγένετο λόγος χθές. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ τὸν φάκελον τῶν ἐγγράφων, καὶ ἂν κρίνῃ ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικὸς εἰς τὸ στράτευμα, νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτόν· ἄλλως νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελον εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα πεισθῶ καὶ ἐγὼ περὶ τοῦ ἐναντίου.
§32Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ποῖος εἶναι ὑπογεγραμμένος;
§33Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐπαμεινώνδας Βρεττός.
§34Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Αὐτὸς δὲν παρεπέμφθη εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον;
§35Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Παρεπέμφθη, ἀλλ’ ὄχι μόνον ἀπηλλάγη ὑπὸ τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς τελευταίους προβιβασμοὺς προεβιβάσθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου, ἐνῷ ὁ λοχαγὸς, περὶ οὗ ὡμίλησα, οὐ μόνον δὲν προεβιβάσθη, ἀλλὰ καὶ ἀπετάχθη!
§36Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω περὶ προσωπικῆς ὑποθέσεως, ἀλλ’ ἥτις φέρει γενικώτερον χαρακτῆρα. Καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατὰ τὸ 1881 καὶ 1882 ᾠκοδόμησα οἰκίαν, ἥτις εὑρίσκεται ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἀκαδημίας, κατὰ τὸν νόμον δὲ, ὑπεχρεώθην νὰ καταβάλω καὶ κατέβαλον τὴν ἀνάλογον δαπάνην διὰ τὴν ὑπόνομον τῶν τριῶν ὁδῶν Ἀκαδημίας, Πινδάρου καὶ Κανάρη. Ἐκ τούτων οὔτε ὑπῆρχε τότε, οὔτε κατεσκευάσθη ἡ ὑπόνομος τῆς ὁδοῦ Κανάρη· οὐχ ἧττον κατεσκευάσθη ἐξ αὐτῆς ἓν μόνον μέρος, τὸ πρὸ τῆς οἰκίας μου μόνον καὶ ὀλίγον ἄνωθεν. Θὰ ἐσιώπων, ἂν δὲν ἐγίνετο τοῦτο ἀφορμὴ διαρκοῦς δυσωδίας, διότι κατεσκευάσθη ἓν μόνον μέρος, χωρὶς νὰ ἐπεκταθῇ ἐφ’ ὅλης τῆς ὁδοῦ καὶ νὰ συνδεθῇ μετὰ τῶν ἄλλων ὑπονόμων, ὥστε τὰ ὕδατα τῆς δεξαμενῆς ἢ τῶν βροχῶν νὰ ὠθῶσι καὶ ἀποδιώκωσι τὰς ἀκαθαρσίας. Ἀφοῦ παρῆλθον ἐν τοιαύτῃ καταστάσει 20 ἔτη, πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους ὑπέβαλον αἴτησιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ζητῶν, ὅπως συμφώνως πρὸς τὸν νόμον κατασκευασθῇ τέλος ἡ ὑπόνομος αὕτη τῆς ὁδοῦ Κανάρη. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, παραδεχθὲν τὸ νόμιμον καὶ δίκαιον τῆς αἰτήσεως, διέταξε δημοπρασίαν, καὶ κατεκυρώθη τὸ ἔργον τῆς κατασκευῆς τῆς ὑπονόμου εἰς τινα ἐργολάβον, ὅστις ὅμως παραδόξως, καίτοι παρῆλθεν ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, δὲν κατώρθωσε, καίτοι θέλει, ν’ ἀρχίσῃ τὸ ἔργον. Πολλάκις ἦλθε καὶ ἐζήτησε τὴν παρέμβασίν μου, διότι δι’ ὅλων τῶν παρακλήσεών του αὐτὸς δὲν εἶχε κατορθώσει ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἐργασία. Τὸν ἠρώτησα, ποῦ ἀπαντᾷ προσκόμματα· μοὶ ἀνέφερε δὲ πότε τὸ ἓν καὶ πότε τὸ ἄλλο παράπονον. Τῷ ἐσύστησα νὰ ἐπιμείνῃ ἐνεργῶν παρὰ τῷ δημάρχῳ, ἐξ οὗ ἡ ὑπόθεσις ἐξηρτᾶτο, ἀλλ’ οὐδὲν κατώρθωσεν. Ἐπὶ τέλους ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ τῆς ἐργολαβίας, ἀποκαμών. Ἐπιθυμῶ, πρὶν φέρω τὸν λόγον ἐκτενέστερον ἐπὶ τούτου, νὰ ἔχω τὸν σχετικὸν φάκελον, ἵνα πεισθῶ, εἰς τίνας πρέπει νὰ ἀποδοθῶσιν αἱ δυσκολίαι, καὶ διατὶ πολίτης, ὅστις ἔκτοτε ἐζητήθη καὶ κατέβαλε τὰ χρήματα, μετὰ 20 ἔτη ἀδυνατεῖ, καὶ παρὰ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου καὶ τὴν δημοπρασίαν, νὰ ἴδῃ αὐτὸ κατασκευαζόμενον. Βεβαίως ὑπάρχει δύναμίς τις ἀνωτέρα τῶν νόμων, ἥτις ἐμποδίζει ἐπὶ τόσα ἔτη τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Πρέπει νὰ ἴδωμεν, ποία εἶναι ἡ δύναμις αὕτη, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελον τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, ἐξ οὗ ἐλπίζω νὰ μάθωμεν, τίς ὁ μὴ θέλων καὶ ἐμποδίζων τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.
§38Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρὸ πολλοῦ εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ πληροφορίας σχετικὰς πρὸς τὰς ἐργασίας τοῦ Δικαστηρίου τῆς ἐπαρχίας μου, ἀλλὰ δὲν εἶδον νὰ προσκομίσῃ τίποτε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει, φαίνεται, ἰδιαιτέραν ἐχθρότητα πρὸς τὸ Δικαστήριον τοῦτο: διότι εἶναι τὸ μόνον Δικαστήριον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον μετέθεσε τοὺς δικαστὰς, μετέθεσε τὸν γραμματέα, μετέθεσε τὸν Πρόεδρον, χωρὶς νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ, καὶ οὕτω τὸ κατέστησεν ἀνίκανον νὰ ἐργασθῇ. Ὅταν καταθέσῃ τὰς πληροφορίας, θέλω πείσει αὐτὸν, ὅτι εἶναι ἄξιον τὸ Δικαστήριον τῆς ἰδιαιτέρας εὐνοίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· διότι καὶ πράγματι εἰργάσθη, καὶ καλῶς εἶχε διεξαγάγει τὰς ἐργασίας του. Πρὸς στιγμὴν ἐνόμισα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπεφάσισε νὰ ἐπιδαψιλεύσῃ τὴν εὔνοιάν του εἰς τὸ Δικαστήριόν μας, διότι εἶχον πληροφορηθῆ, ὅτι διώρισε γραμματέα τὸν ἰδιαίτερόν του γραμματέα, καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἀνέπνευσα. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον χρόνον εἶδον, ὅτι τὸν γραμματέα τοῦτον διώρισεν εἰρηνοδίκην, ἀφῆκε δὲ τὴν θέσιν τοῦ γραμματέως τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας κενήν. Καὶ εἶχε μὲν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ μονιμοποιήσῃ τὴν θέσιν τοῦ ἰδιαιτέρου γραμματέως του, ἀλλὰ δὲν ἐνόμιζον, ὅτι καὶ ἤθελεν ἀφήσει τὸ Δικαστήριον ἄνευ γραμματέως· ἀφοῦ ἀπεφάσισε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν ἰδιαίτερόν του γραμματέα, ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ νὰ διορίσῃ ἕτερον εἰς τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο. Τὸ Κακουργιοδικεῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ, διότι ὑπῆρχεν ἀκατάλληλος ὑπογραμματεὺς, καὶ ἐδέησε νὰ παρακληθῇ τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν νὰ στείλῃ ἐκεῖ ἕνα ὑπογραμματέα, ἵνα κατορθώσῃ νὰ διδάξῃ ἄλλον τινὰ, καὶ οὕτω νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ περατωθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Κακουργιοδικείου· ἀλλ’ ἕνεκα ἐλλείψεως ἱκανοῦ ἀριθμοῦ δικαστῶν δὲν λειτουργεῖ οὔτε τὸ Πρωτοδικεῖον οὔτε τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Ἐντεῦθεν παράπονα ἔχουσιν οἱ διάδικοι καὶ οἱ δικηγόροι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συμπληρώσῃ τὸ Δικαστήριον· διότι εἶναι ἄδικον νὰ παραλύσῃ τοῦτο μόνον καὶ μόνον ἕνεκα τῆς ἐχθρότητος, ἣν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς αὐτό. Ἤθελον δὲ παρακαλέσει καὶ τὸν ἐκ Λεβαδείας συνάδελφόν μου, τὸν τόσον στενῶς συνδεόμενον μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ παρακαλέσῃ ἰδιαιτέρως αὐτὸν νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸ Δικαστήριον Λεβαδείας νὰ παραλύσῃ.
§39Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔλλειψιν Προέδρου εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λεβαδείας, τοῦτο ἐξ ἀνάγκης προσωρινῶς θὰ μείνῃ ἄνευ Προέδρου, διότι εἷς τῶν ὑπαρχόντων ἀπελύθη δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἑπομένως, ἐὰν συμπληρωθῇ διὰ μεταθέσεως ἡ θέσις τοῦ Προέδρου τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας, θὰ κενωθῇ ἡ ἕδρα ἑτέρου Πρωτοδικείου, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔχωμεν Πρόεδρον. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι μεταξὺ τῶν Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους τὰ σπουδαιότερα καὶ σοβαρώτερα εἶναι τὰ νεότευκτα, τὰ ἐσχάτως συστηθέντα, τὰ ὁποῖα συνεστήθησαν ὅπως πάντες γνωρίζομεν. Ἀλλ’ ἵνα καταρτίσωμεν τὸ προσωπικὸν τοῦ Πρωτοδικείου ἐκείνου ὅσον οἷόν τε πλῆρες, ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Λάππας καὶ ἡ ὑπηρεσία καὶ ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Λεβαδείας, ὁ ὑπὸ πρόεδρον τὸν κ. Φόρτην, δι’ ἀναφορᾶς του, ἐζήτησαν τὴν συμπλήρωσιν ταύτην. Ἔστω δὲ βέβαιος ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι, ἂν δὲν ἔχω ἀδυναμίαν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον αὐτὸ λόγῳ τοῦ νεοτεύκτου αὐτοῦ, ἔχω ὅμως μεγάλην ἀδυναμίαν καὶ συμπάθειαν λόγῳ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων τῶν δύο ἐπαρχιῶν, διότι καὶ ἡ ἐπαρχία Λεβαδείας καὶ ἡ ἐπαρχία Θηβῶν πολλάκις μὲ ἐτίμησαν, ἐκλέξασαί με Βουλευτὴν, ὅτε ἐκράτει τὸ σύστημα τῆς εὐρείας περιφερείας· ἔχω δὲ καὶ φίλους προσωπικοὺς, ἰδίως εἰς τὴν ἐπαρχίαν Θηβῶν, ἀλλὰ καὶ ἐν Λεβαδείᾳ ἐπίσης, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐκ προσωπικῆς ἐχθρότητος κατέλιπον κενὴν τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου· τοὐναντίον ἠγάπησα καὶ ἀγαπῶ τὰς ἐπαρχίας ταύτας, καὶ πράττω καὶ θὰ πράξω πᾶν ὅ,τι δύναμαι ὑπὲρ αὐτῶν, ἐν τῷ καλῶς ἐννοουμένῳ συμφέροντι αὐτῶν.
§40Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εὐτυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι ἰδιαιτέραν ἔχει ἐχθρότητα πρὸς τὸ Δικαστήριον αὐτό· διότι εἶπεν, ὅτι ἐν τῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους ἔπρεπε νὰ παραμείνῃ ἄνευ Προέδρου. Ποῖον ἔπρεπε νὰ παραμείνῃ ἄνευ Προέδρου; ἔπρεπε νὰ παραμείνῃ ἄνευ Προέδρου ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ περισσότερον ἐνδιαφέρομαι, καὶ διὰ τοῦτο ἔμεινε τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς Λεβαδείας. Τὸ Δικαστήριον τῆς Λεβαδείας εἶχε Πρόεδρον ἀξιοτιμότατον καὶ ἱκανώτατον δικαστὴν· μετετέθη ὁ Πρόεδρος ἐκεῖνος, καὶ ἔπρεπε ν’ ἀντικατασταθῇ δι’ ἑτέρου· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς ὡμολόγησε, πρὸς τὸ Δικαστήριον Λεβαδείας ἔχει ἰδιαιτέραν ἐχθρότητα, μετέθεσεν ἐκεῖθεν τὸν Πρόεδρον, ἵνα συμπληρώσῃ ἄλλο εὐνοούμενον Δικαστήριον, ἀφῆκε δὲ τὸ τῆς Λεβαδείας ἄνευ Προέδρου. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς μεταξὺ ἄλλων εἶπεν, ὅτι τὰ «νεότευκτα Δικαστήρια συνεστήθησαν ὅπως πάντες γνωρίζομεν». Λέγω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅτι τὰ Δικαστήρια ταῦτα συνεστήθησαν διότι ἔπρεπε νὰ συστηθῶσιν, ἡ δρᾶσις δὲ αὐτῶν ἀπέδειξεν, ὅτι ἦτο ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ ἡ σύστασις αὐτῶν· ἀπέδειξεν, ὅτι ὄχι μόνον ἐγένοντο πρόξενα ὠφελείας εἰς τοὺς κατοίκους, ἀλλ’ ὠφέλησαν ἐν γένει καὶ τὴν Δικαιοσύνην καὶ τὴν Πολιτείαν. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα πληροφορίας καὶ ἂν προσεκομίζοντο αἱ πληροφορίαι, ἢ ὅταν αὗται προσκομισθῶσι, θέλει ἴδει, ὅτι τὰ «νεότευκτα» αὐτὰ Δικαστήρια εἰργάσθησαν ὡς δὲν εἰργάσθησαν τὰ παλαιὰ, καὶ θέλει ἴδει, ὅτι τοσαύτη ἐπὶ τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν πολιτῶν, ὥστε αὗται δὲν προσεβλήθησαν δι’ ἐφέσεων· καὶ ἀπειρία δὲ ποινικῶν ὑποθέσεων ἐξεδικάσθη, καὶ ἐπῆλθε τελεία ἐμπέδωσις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδεὶς φυγόδικος εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας. Ταῦτα θέλει ἴδει ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι κακῶς συνεστήθησαν, ὀφείλει νὰ τὰ καταργήσῃ, καὶ νὰ μὴ τὰ παριστᾷ ὡς ἄχρηστα, παραλύων οὕτω τὴν πεποίθησιν τῶν πολιτῶν ἐπὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτῶν. Ἔχει τὸ θάρρος νὰ τὰ καταργήσῃ; ἂς τὰ καταργήσῃ· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὑφίστανται, ἀφοῦ ἅπαξ συνεστήθησαν, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰ παραλύῃ, ἀφίνων αὐτὰ ἐπὶ τόσον χρόνον ἄνευ προσωπικοῦ. Διατὶ ν’ ἀφήσῃ τὸ Πρωτοδικεῖον Λεβαδείας ἄνευ γραμματέως ἐπὶ τόσον χρόνον; Εἶπον ὅτι εὗρε τὴν θέσιν πρόχειρον, ἵνα διορίσῃ εἰς αὐτὴν τὸν ἰδιαίτερόν του γραμματέα ὡς γραμματέα Πρωτοδικῶν· ἀφοῦ τὸν διώρισεν, ἂς τὸν ἄφινε γραμματέα· ἀλλ’ ἐνόει νὰ τὸν ἐξασφαλίσῃ καὶ τὸν θέσῃ εἰς τὴν ἰσοβιότητα, καὶ πρὸς τοῦτο τὸν παρέλαβε καὶ τὸν διώρισεν εἰρηνοδίκην, δὲν ἠξεύρω ποῦ· μόλις δ’ ἐξησφάλισε τὸν γραμματέα του, ἐλησμόνησε τὸ Πρωτοδικεῖον, καὶ τὸ ἀφῆκεν ἄνευ γραμματέως. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον, ποῖον θὰ διορίσῃ· ἂς διώριζεν οἱονδήποτε ἤθελεν, ἀλλ’ ἂς μὴ ἄφινε τὸ Πρωτοδικεῖον ἄνευ γραμματέως.
§41Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσας ἀνακριβείας εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ ἰδιαιτέρου γραμματέως καὶ λοιπῶν κρίνω περιττὸν νὰ διαψεύσω. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας πιστεύω ὅτι θέλω δυνηθῆ νὰ προσαγάγω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, ὅπως παύσῃ νὰ παραπονῆται. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θὰ λείψῃ εὐκαιρία νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Μπουφίδης, ὅσον ἀφορᾷ τὰ νεότευκτα Πρωτοδικεῖα, καὶ τότε θὰ λάβῃ τὴν δέουσαν ἀπάντησιν διὰ τῶν πραγμάτων καὶ δι’ ἀναμφισβητήτων ἀριθμῶν, καθόσον, νομίζω, ὁλόκληρος ὁ δικαστικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος καὶ σύμπασα ἡ κοινωνία ἔχει μορφώσει ἤδη γνώμην περὶ αὐτῶν.
§42ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τότε διατὶ δὲν τὰ καταργεῖτε; (Θόρυβος).
§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διατὶ δὲν τὰ καταργεῖτε;
§44Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θὰ ἔλθῃ καὶ αὐτό. Ὑπομονή!
§45Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Νὰ τὸ κάμητε. Μὴ μᾶς ἀπειλεῖτε!
§46ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ τὸ κάμωμεν! (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
§48Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν πρότασιν νόμου, δι’ ἧς ζητεῖται ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 5 καθιεροῦται τρόπος νέος ἐν Ἑλλάδι καταθέσεως παρὰ τῇ Τραπέζῃ χρημάτων, κατὰ μίμησιν τοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ settlement, πλὴν τρόπος, τοῦ ὁποίου, ἡ ἀνάγκη εἶναι προφανής. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου περιλαμβάνει καὶ διατάξεις τοσοῦτον περιοριστικάς, ὥστε, παρὰ τὰς γνώμας ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι θὰ φέρῃ ἀποτελέσματα ὅλως διόλου ἀντίθετα τῶν ἐπιζητουμένων, καὶ ἐντεῦθεν κίνδυνος ὑπάρχει νὰ ματαιωθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου.
§49ΑΠ. ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Δὲν εἶναι νόμος ἀκόμη, ἀφοῦ δὲν ἐκυρώθη εἰσέτι.
§50Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ καταθέσω ἀπὸ τοῦδε τὴν πρότασίν μου, καὶ ὅταν κυρωθῇ ὁ νόμος καὶ δημοσιευθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, δύναται ἡ ἐμὴ πρότασις νὰ τυπωθῇ, νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ συζητηθῇ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ἀνάγκην τῆς τροποποιήσεως. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν εἰς τοὺς συντάκτας τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου νὰ ἐπιβάλωσι τοὺς ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 ἀναγραφομένους περιορισμούς. Τοῦτο ποσῶς δὲν μὲ ἐνδιαφέρει· μὲ ἐνδιαφέρει ὅμως νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται δύνανται νὰ ἔχωσι συνεπείας βλαβερὰς ὄχι μόνον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ καταθέσωσι παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ χρήματα ἀναπαλλοτρίωτα, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων γίνεται ἡ κατάθεσις. Διότι διὰ τῶν περιοριστικῶν ὅρων, τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ νόμῳ, ἐμποδίζομεν τὰ κεφάλαια νὰ ἐκδυθῶσι καὶ εἰς μετοχὰς διαφόρων ἄλλων ἑταιρειῶν πλουτοπαραγωγῶν, οἷον εἰς μετοχὰς ἑταιρειῶν Σιδηροδρόμων, εἰς μετοχὰς ἑταιρειῶν ναυτικῶν, εἰς μετοχὰς τέλος ἄλλων ἑταιρειῶν, τὰς ὁποίας διὰ τῶν περιορισμῶν, οἵτινες ἐτέθησαν ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τοῦ νόμου, ὑποδεικνύομεν εἰς τοὺς πολίτας ὡς μὴ ἀσφαλεῖς, καὶ ἑπομένως ὅτι ὀφείλουν νὰ ἐπιδιώξουν ἢ τὰ ἐθνικὰ χρεώγραφα ἢ τὰς ἀξίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἴτε μετοχὰς εἴτε ὁμολογίας αὐτῆς. Εἶναι λοιπὸν εὐνόητον, ὅτι μεγάλαι ζημίαι δύνανται ἐντεῦθεν νὰ προέλθωσι, καὶ νὰ ματαιωθῇ καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, τουτέστι τοῦ νὰ δύνανται νὰ καταθέτωσι τὰς προῖκας ἢ τὰς περιουσίας τῶν ἀνηλίκων καὶ τῶν εὐαγῶν ἱδρυμάτων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Δὲν ἔχω δὲ παρὰ ἓν ἁπλοῦν παράδειγμα νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα πείσω αὐτὴν περὶ τοῦ βασίμου τῶν παρατηρήσεών μου. Ὑποθέσατε, ὅτι θέλει τις νὰ προικοδοτήσῃ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ, ἔχει δὲ τὰ πρὸς τοῦτο κεφάλαια ἐνδεδυμένα εἰς μετοχὰς ἄλλων ἑταιρειῶν, μετοχὰς παρεχούσας πλήρη ἀσφάλειαν καὶ πλήρεις ἐγγυήσεις δι’ αὐτὸν, διότι αὐτὸς κυρίως ἐνδιαφέρεται εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀξιῶν, αὐτὸς εἶναι ὁ καλλίτερος κριτὴς τῶν ἑαυτοῦ συμφερόντων, ἡ δὲ Ἐθνικὴ Τράπεζα οὐδὲν ἔχει ἐνδιαφέρον νὰ ἐξετάζῃ, ἂν ὁ καταθέτης ἔχει μετοχὰς ἀσφαλεῖς ἢ μὴ ἀσφαλεῖς, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἁπλούστατα θεματοφύλαξ μόνον. Ἐνῷ λοιπὸν θέλει νὰ προικοδοτήσῃ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ δι’ ὧν ἔχει κεφαλαίων ἐνδεδυμένων εἰς ἄλλας μετοχὰς τῆς ἰδικῆς του ἐγκρίσεως, θὰ ᾖναι ἐν τούτοις ὑποχρεωμένος διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου, διὰ νὰ συστήσῃ τὴν προῖκα, καταθέτων αὐτὴν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, νὰ ἐκποιήσῃ τὰς μετοχὰς αὐτὰς καὶ νὰ ἀγοράσῃ μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἢ ἐθνικὰ ἡμῶν δάνεια. Ἀλλ’ ἐνδέχεται, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀγοραπωλησίαν, αἱ μετοχαί του νὰ ἔχουν ὑποστῆ ὑποτίμησιν, καὶ ὑποτίμησιν σπουδαίαν, προελθοῦσαν ἐκ τῶν συνήθων διακυμάνσεων τοῦ χρηματιστηρίου. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἐνδεχόμενον, μετὰ 2 ἢ 3 ἡμέρας ἡ κατάστασις τῆς ἀγορᾶς νὰ βελτιωθῇ, καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς θὰ ἔχῃ τὰ κεφάλαιά του αὐτούσια. Ἐνῷ, ἂν καθ’ ἣν στιγμὴν κατέθετε παρὰ τῇ Τραπέζῃ τὰ χρήματά του ἐξεποίει τὰς μετοχὰς καὶ ἠγόραζε τοὺς παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένους τίτλους, βεβαίως ἤθελεν ὑποστῆ ζημίαν μεγάλην. Κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπέβαλον ἀντιρρήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, καὶ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὅρους αὐτοὺς, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ ἀντιρρήσεις μου αὗται καὶ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν μετὰ τοῦ ἐξ Ἁλμυροῦ κ. συναδέλφου ὑπεβάλομεν, δὲν ἐγένοντο δεκταὶ, μολονότι — ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω — ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεγνώρισε τὴν ὀρθότητα τῶν ἀντιρρήσεών μας, τοῦτο δὲ ἀνεγνώρισεν ἐπίσης καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ἔχει πεῖραν τοιούτων θεμάτων, δὲν ἀμφιβάλλω, δὲ ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχει. Ἀλλὰ δυστυχῶς, ὡς εἶπον, ἡ πρότασίς μας ἀπερρίφθη. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ διορθωθῇ διὰ νέου νόμου, ἢ διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὑποβάλλω τὴν πρότασιν νόμου ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ ὑπὲρ αὐτῆς τὴν ψῆφόν της.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ καὶ θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 246).
§52Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Ἐκ Ληξουρίου ἔλαβον μίαν αἴτησιν, κύριοι Βουλευταὶ, φέρουσαν 40 ὑπογραφὰς παντοπωλῶν καὶ μεταπρατῶν Ληξουρίου, οἵτινες παραπονοῦνται, ὅτι πρὸ τριετίας εἷς ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιθεωρῶν τὰ βιβλία τῶν ἐμπόρων, μετέβη καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πάλλης, ἐκεῖ δὲ εὗρε βιβλία παντοπωλῶν καὶ μεταπρατῶν, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησεν ὡς βιβλία ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑπαλλήλους τακτικοὺς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, συναλλάσσονται δὲ καὶ μὲ τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ἐπειδὴ τὰ ἐθεώρησεν ὡς μὴ νομίμως τηρούμενα, κατήγγειλε τοὺς ἀναφερομένους εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, ἵνα τιμωρηθῶσι διὰ προστίμου. Ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς αἰτήσεως ταύτης, Κύριοι, δύνασθε νὰ πεισθῆτε, οἱ ἀναφερόμενοι δὲν εἶναι τοιοῦτοι ἔμποροι, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πάλλης 40 ἔμποροι ἔχοντες τακτικοὺς ὑπαλλήλους καὶ συναλλαγὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὡς ἐννοεῖ ὁ νόμος· αὐτοὶ εἶναι μεταπράται καὶ παντοπῶλαι, ἔχουσιν ἓν πρόχειρον βιβλίον, καὶ ἐπὶ τοῦ προχείρου ἐκείνου ἐνεργοῦσι τὰς καθημερινὰς δοσοληψίας των. Ἐν τούτοις ὁ κύριος ἐπιθεωρητὴς ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὸν κύριον ταμίαν Κεφαλληνίας, ὁ ὁποῖος μετὰ τοῦτο ἐξέδωκεν ἀπόφασιν ἐπιβάλλουσαν εἰς ἕνα ἕκαστον τῶν ἀναφερομένων παντοπωλῶν καὶ μεταπρατῶν 100 δραχμῶν πρόστιμον. Ἅμα ἐκοινοποιήθη εἰς αὐτοὺς ἡ ἀπόφασις τοῦ κ. ταμίου, οὗτοι ἔκαμαν ἔφεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, συνοδευομένην καὶ μὲ πιστοποίησιν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία βεβαιώνει, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἔχουσιν ἐπάγγελμα ἐμπόρου, ἀλλ’ εἶναι παντοπῶλαι καὶ μεταπράται. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δυστυχῶς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια παράπονα τῶν ἀναφερομένων, καὶ ἀπέρριψε τὴν αἴτησιν αὐτῶν, σήμερον δὲ διετάχθη ἡ σύλληψις αὐτῶν παρὰ τοῦ ταμίου Κεφαλληνίας. Βεβαίως σήμερον ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸν νόμον θεωρεῖται ἀνέκκλητος· ἄλλο ἀνώτερον Δικαστήριον δὲν ἔχουν, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ καταφύγουν, ἢ μόνον τὸ Κοινοβούλιον, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέστειλαν τὴν αἴτησιν ταύτην, ἵνα γείνωσι γνωστὰ τὰ δίκαια παράπονά των εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, καὶ παρακληθῇ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὸν ταμίαν νὰ ἀναστείλῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν προστίμων καὶ νὰ προκαλέσῃ τὸν δήμαρχον Ληξουρίου νὰ βεβαιώσῃ ἐπὶ ἰδίᾳ αὑτοῦ εὐθύνῃ, ἂν καὶ εἷς ἔστω ἐξ αὐτῶν εἶναι ἔμπορος καὶ μετέρχεται τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἐμπόρου. Ἐπιδίδω τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, καὶ παρακαλῶ νὰ συστήσῃ αὐτὴν ἁρμοδίως, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια παράπονα τῶν ἀναφερομένων.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κύριος Λιδωρίκης ἔχει τὸν λόγον.
§54Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τὴν στιγμὴν ταύτην ἔλαβον τηλεγράφημα ἐξ Αἰγίου, διὰ τοῦ ὁποίου μὲ παρακαλοῦσι νὰ συστήσω νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου τῆς πόλεως ἐκείνης ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ἐπειδὴ τοῦτο ὑποθέτω ὅτι εἶναι δύσκολον, θὰ παρακαλέσω, ἵνα τὸ ὑπόμνημα τοῦτο τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίας πόλεως;
§56Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Αἰγίου περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ἔχω καὶ ἐγὼ παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τίνι λόγῳ αἱ ἐργασίαι πρὸς ἀνέγερσιν δικαστικοῦ καταστήματος ἐν Ἀμφίσσῃ πρὸ πολλοῦ κατέπαυσαν.
§57Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν γνωρίζω λεπτομερείας περὶ τοῦ θέματος· ἔμαθον ἐξωδίκως, ὅτι ἐσταμάτησαν αἱ ἐργασίαι. Ἐγὼ ἓν μόνον γνωρίζω, ὅτι ἅπαξ ἔλαβον ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐζήτει νὰ συνυπογράψω χρηματικὸν ἔνταλμα 3,000 ἢ 3,500, νομίζω, δραχμῶν, τότε δὲ καὶ μόνον ἔλαβον γνῶσιν, ὅτι οἰκοδομεῖται δικαστικὸν κτίριον ἐν Ἀμφίσσῃ καὶ ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ ὑπογραφὴ τῶν ἐνταλμάτων ἀναλόγως τῆς προόδου τῆς ἐργασίας. Χθὲς ἐτηλεγράφησα εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοδοσίας μου, τὸν κ. Εἰσαγγελέα καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ ἐν Ἀμφίσσῃ Πρωτοδικείου, καὶ ἐζήτησα παρ’ αὐτῶν πληροφορίας, ἂν συμφώνως πρὸς τὸν νόμον λαμβάνουσι καὶ αὐτοὶ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐξελέγχουσαν καὶ ἐπιτηροῦσαν τὴν πρόοδον τῆς ἐργασίας, καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ κτίριον. Ἔλαβον δὲ πληροφορίας, ὅτι ἡ πρόοδος τῆς ἐργασίας δὲν εἶναι πολὺ ταχεῖα, καὶ ὅτι ἡ περισσοτέρα ἐργασία εὑρίσκεται ἀκόμη ἐν Ἀθήναις, ἥ τε ξυλουργικὴ καὶ ἡ λεπτουργική. Ἀφοῦ ἔλαβον τὰς πληροφορίας ταύτας, καὶ ἠσφαλίσθην, ὅτι ἠδυνάμην νὰ ὑπογράψω τὸ ἔνταλμα, ὑπέγραψα αὐτό. Τώρα μανθάνω διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ὑμῶν, ὅτι ἐσταμάτησαν αἱ ἐργασίαι. Θὰ τηλεγραφήσω καὶ πάλιν, καὶ εὐθύς, ὡς λάβω ἀπάντησιν, θ’ ἀνακοινώσω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γιαννακίτσας ἔχει τὸν λόγον.
§59Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἀνάγκην πληροφοριῶν τινων, καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν. Αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι: 1) Πόσα συνεργεῖα ἐργάζονται ἐν Θεσσαλίᾳ πρὸς καταμέτρησιν τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου (τέως Στεφάνοβικ). 2) Ποῖα κτήματα καὶ πόσα κατ’ ἔκτασιν μέχρι σήμερον κατεμετρήθησαν. 3) Πόση ἔκτασις ὑπολείπεται ἀκόμη πρὸς καταμέτρησιν. 4) Πότε λήγει ἡ μίσθωσις τῶν καταμετρηθέντων κτημάτων, καὶ ἂν αὕτη ὑφίστατο πρὸ τῆς ἀγορᾶς αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Καταθέτω γραπτὴν τὴν ἐπερώτησίν μου, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ παράσχῃ τὰς πληροφορίας ταύτας.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ροῦφος ἔχει τὸν λόγον.
§61Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα εἰς τὸν μετ’ οὐ πολὺ ὑποβληθησόμενον πίνακα τῶν ἐκτελεσθησομένων δημοσίων ἔργων πρὸς ἔγκρισιν τῶν προϋπολογισμῶν αὐτῶν, συμπεριλάβῃ καὶ τὴν γέφυραν Καμαρῶν τοῦ δήμου Ἐρινεῶν. Τὸν δῆμον διαρρέει χείμαρρος ἀρκετοῦ πλάτους, ἐφ’ οὗ οὐδεμία ὑπάρχει γέφυρα, ὡς ἐκ τούτου οἱ κάτοικοι τὸν χειμῶνα ὑποφέρουσι τὰ πάνδεινα, ἵνα διέλθωσι τὸν χείμαρρον ἐκεῖνον, πολλάκις δὲ καθίσταται εἰς αὐτοὺς ἀδύνατον νὰ τὸν διαβῶσιν, ὅπως μεταβῶσιν εἰς τὴν σιδηροδρομικὴν στάσιν Καμαρῶν. Ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι γνωστὴ ἀπὸ πολλοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Τὸν Σεπτέμβριον ἢ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1899 τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διέταξε τὸν νομομηχανικὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν μελέτην τοῦ ἔργου καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης. Ὁ νομομηχανικὸς ἀπέστειλε τὸν προϋπολογισμόν, ἀλλὰ τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων Ἔργων δὲν ἐνέκρινεν αὐτὸν, καὶ τὸν ἐπέστρεψε πρὸς τὸν νομομηχανικόν, ὁ νομομηχανικὸς ὅμως καὶ αὖθις ἀπέστειλεν αὐτὸν ἐσχάτως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Θεωρῶ δίκαιον, προκειμένου περὶ ἐπαρχίας, ἡ ὁποία τόσα συνεισφέρει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, νὰ μὴ λησμονηθῇ ἡ κατασκευὴ τοῦ ἔργου τούτου. Ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει ὑποβληθῆ ὑπὸ τοῦ νομομηχανικοῦ, ἀναβιβάζει τὴν δαπάνην εἰς 58,000 δραχμάς. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὸν πίνακα τῶν κατασκευασθησομένων δημοσίων ἔργων καὶ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Πατρῶν– Πύργου ἀπὸ Ἀχαΐας εἰς Ἀνηφορέϊκα. Εἰς τὸν πέρυσιν ὑποβληθέντα πίνακα εἶχε συμπεριληφθῆ ἡ κατασκευὴ τοῦ τμήματος τούτου, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἕνεκα τῆς κωλυσιεργίας, ὁ πίναξ δὲν ἐψηφίσθη, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔργον τόσον χρήσιμον ἐματαιώθη. Ἐλπίζω, ὅτι αἱ συστάσεις μου αὗται θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§62Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέθεσε φάκελον ἐγγράφων σχετικῶν πρὸς τὸ ζήτημα τῆς σμύριδος, τὰ ὁποῖα προηγουμένως εἶχον ζητήσει. Ἐκ τοῦ φακέλου ἐκείνου ἔλειπον δύο ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐσημείωσα, καὶ παρεκάλεσα κατ’ ἰδίαν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰ δυνατόν, νὰ προσαγάγῃ καὶ ταῦτα, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι νὰ χρησιμοποιήσω καὶ τὰ λοιπά, ὅσα εὑρίσκονται ἐν τῷ κατατεθέντι φακέλλῳ. Ὑπομιμνήσκω τὴν παράκλησίν μου.
§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ εἴχετε δώσει σημείωσιν;
§64Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μάλιστα. Σᾶς εἶχον δώσει τὴν σημείωσιν ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν θὰ λάβῃ πρόνοιαν πράγματι, ὅπως μοὶ ὑπεσχέθη, περὶ τῶν δυστυχῶν σμυριδωρυκτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποθνήσκουσι κυριολεκτικῶς ἐκ τῆς πείνης.
§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη, καὶ ἴσως αὔριον δυνηθῶ νὰ τὸ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§67ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει πολλὰς εὐχαριστίας πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διὰ τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς. Τὸ ἄρθρον 16 ἀπὸ μακροῦ χρόνου εἰς ἀχρηστίαν τελείαν εἶχε περιπέσει. Ὁ ἀξιότιμος ὅμως Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔθηκεν αὐτὸ ἐν ἐνεργείᾳ. Ἀληθῶς δὲ ἡ ἐνέργεια αὕτη εἶναι λίαν ὠφέλιμος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ παρακολουθῶσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἡ ἡμερησία διάταξις καταρτίζεται κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης τῶν συνεδριάσεων. Διὰ τῆς τοιαύτης, ἐννοεῖται, διατάξεως ἕκαστος ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως προμελετήσῃ, καταρτισθῇ καὶ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα συζητήσῃ ὅσα ἐκ τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων δύναται. Τὸ λαμπρὸν τοῦτο μέτρον, τὸ ὁποῖον εἶχε λάβει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, σήμερον παρέβη, ἐπαρκῶς δικαιολογήσας τὴν παράβασιν ταύτην. Δὲν εἶχεν ὅμως ἀνάγκην νὰ διαπράξῃ τὴν παράβασιν ταύτην, διότι ὑπάρχει ἕτερον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ 29, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται νὰ τροποποιῇ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Οὕτω τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀναγεγραμμένον ὑπ’ ἀριθμὸν 58 ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ αὐτοστιγμεὶ πρῶτον. Τοῦτο δύναται πᾶς Βουλευτὴς νὰ τὸ ζητήσῃ, καὶ πᾶς Ὑπουργὸς κατὰ μείζονα λόγον, ἡ δὲ Βουλὴ ἀποφασίζει. Θὰ ἦτο ἐπίσης δυνατὸν νὰ ἀναγράφηται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον τῶν δωδεκατημορίων ὡς τελευταῖον, καὶ νὰ ζητήσωμεν ἀμέσως τὴν πρόταξιν αὐτοῦ, διότι βεβαίως τοιοῦτο νομοσχέδιον πρέπει νὰ προταχθῇ πάντων, καὶ διότι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, καὶ διότι δὲν πρόκειται νὰ γένηται μακρὰ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι τηρῆται ἡ τάξις καὶ ἐφαρμόζηται τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον, ὡς πρὸ μικροῦ εἶπον, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρῶτος νῦν τὸ πρῶτον ἐφήρμοσε.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ἀντίρρησιν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἀντικειμένου;
§69ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Οὐδεμίαν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως καὶ κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον τοῦ ἔτους 1903 τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ εἰδικοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903, καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὸ ἓν δωδεκατημόριον τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων ἐν γένει διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἰδίου ἔτους 1903». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§71ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ συναπτόμενον ὧδε νομοσχέδιον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι μέχρι τέλους τοῦ τρέχοντος μηνὸς ὅλα τὰ μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903 σχετιζόμενα νομοσχέδια καὶ αὐτὸς ὁ Προϋπολογισμός.» Καὶ περὶ μὲν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὀρθῶς λέγει ἡ ἔκθεσις, ὅτι βεβαίως, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ψηφισθῇ μέχρι τῶν ἐπικειμένων ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, ζητεῖται ἡ ἐπιψήφισις ἑνὸς δωδεκατημορίου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ νομοσχέδια τὰ συναφῆ τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον ψηφισθῆ, δὲν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ ζητούμενον δωδεκατημόριον, φρονῶ ὅτι κακῶς ἐτέθη ἡ φράσις αὕτη, διότι ἀκριβῶς ἡ ἀντίθετος αὐτῆς ἔπρεπε νὰ λεχθῇ, διότι αἱ πιστώσεις αἱ ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς καταβολὴν τῶν μισθῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν, τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ζητηθῶσι καὶ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, τοιαῦται δὲ δὲν ζητοῦνται διὰ τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοί, ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα. Παρατηρῶ μάλιστα, ὡς πρὸς τὴν δήλωσιν τὴν ἀναφερομένην ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη μία μόνον δήλωσις, ἀλλὰ πολλαὶ τοιαῦται δηλώσεις, δηλώσεις ἀφορῶσαι καὶ ἄλλα μὲν Ὑπουργεῖα, ἰδίως ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, δηλώσεις ἀφορῶσαι καὶ ἐλαττώσεις δαπανῶν. Ἐπὶ παραδείγματι, εἰς τὸ κεφάλαιον 3 ἄρθρον 1 «προσωπικὸν Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς» προσθήκη 1500 δραχμῶν· εἰς τὸ ἄρθρον 2 «ἀστυφύλακες Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς» προσθήκη 12,000 δραχμῶν· εἰς τὸ ἄρθρον 7 «προσωπικὸν ἀστυνομιῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις» ἐλάττωσις κατὰ δρ. 10,000 καὶ οὕτω τὸ ἄρθρον, τοῦ ὁποίου τὸ σύνολον εἶναι 78,000, κατέρχεται εἰς 68,000. Εἰς τὸ ἄρθρον 9 «ἔξοδα ἀστυνομιῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις» ἐλάττωσις 4,000 δραχμῶν· εἰς τὸ ἄρθρον 8 «ἐνωμοτάρχαι καὶ ἀστυφύλακες ἐν ταῖς ἀστυνομίαις τῶν δήμων» ἐλάττωσις κατὰ 140,000 δραχμάς. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη εἶναι πολὺ περίεργος, διότι προσθήκη ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ καὶ οὐχὶ ἐλάττωσις. Εἰς τὸ κεφάλαιον 3 ἄρθρον 8 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν δαπάνην ἐνωμοταρχῶν καὶ ἀστυφυλάκων ἐν ταῖς ἀστυνομίαις τῶν δήμων ἀναγράφεται πίστωσις δραχ. 569,700 ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζετε ὅτι εἶναι ὥρα ἐξετάσεως τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ;
§73ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, διότι πρόκειται περὶ δαπάνης, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχετε ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνάγεται ἡ δήλωσις, νὰ ἔχητε τὴν καλωσύνην νὰ ὁμιλήσητε...
§75ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι, ἐὰν, ὁσάκις εἰσάγεται νομοσχέδιον, ἀρχίζῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νομίζω ὅτι εἶναι πρόωρος ἡ ἔρευνα τοῦ περιεχομένου καὶ ἀπώλεια χρόνου.
§77ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἂς μοι ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην, (νὰ φρονῶ τουτέστιν, ὅτι ἡ συζήτησις ὄχι μόνον δὲν εἶναι πρόωρος, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐπίκαιρος. Διότι πρόκειται νὰ καταβληθῶσι μισθοὶ, τοὺς ὁποίους εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ καταβάλητε κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον, δὲν κατεβάλετε δὲ οὐδὲ κατὰ τὸν μῆνα Φεβρουάριον. Εἶσθε δὲ ὑποχρεωμένοι νὰ καταβάλητε τοὺς μισθοὺς τούτους, διότι τὸ προσωπικὸν τῶν ἀστυνομιῶν ὑφίσταται. Ὁ καταρτισμὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ στηρίζεται καὶ ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου τοῦ νέου συστήματος τῆς ἀστυνομίας, διὰ τοῦ ὁποίου εἰς ἄλλους μὲν δήμους θὰ ὑπάρχῃ στρατιωτικὴ, εἰς ἄλλους δημοτικὴ καὶ εἰς ἄλλους διοικητικὴ ἀστυνομία, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχετε τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ σας, διότι ἐνομίζετε ὅτι θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ ἡ δαπάνη θὰ ἐρρίπτετο εἰς βάρος τῶν δήμων. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίσθη, καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη· ἑπομένως εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ καταβάλητε τὰς δαπάνας. Πῶς θὰ τὰς καταβάλητε, ἀφοῦ δὲν ζητεῖτε διὰ δηλώσεως τὰς δαπάνας ταύτας; Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἐπίκαιρος ἡ στιγμὴ, ὅπως ζητηθῇ τοῦτο. Αἱ δηλώσεις συζητοῦνται ὅταν θὰ συζητηθῇ τὸ σύνολον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Σήμερον δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ συζητηθῇ τὸ σύνολον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶσθε ὅμως ὑποχρεωμένοι νὰ κάμητε τὰς δηλώσεις. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ παρατήρησίς μου εἶναι ὀρθὴ καὶ ἐπίκαιρος, καὶ τὴν παρατήρησιν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ τροποποιήσωσι τὰς δηλώσεις αὐτῶν, τὰς ὁποίας χθὲς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τῶν συναδέλφων του ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Παιδείας.
§78Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πότε διενεμήθησαν αὗται;
§79ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Σήμερον. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν δηλώσεων αὐτῶν, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐμπεριέχονται αἱ πιστώσεις, αἱ ἀπαιτούμεναι διὰ τὴν καταβολὴν ὅλων τῶν μισθῶν τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἀστυνομιῶν τοῦ Κράτους, ἀνεξαρτήτως, λέγω, τούτων, παρατηρῶ ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν δὲν ἔχουν ἀναγραφῆ αἱ ἀπαιτούμεναι πιστώσεις διὰ τὴν καταβολὴν τῶν μισθῶν τοῦ ἀνωτέρου προσωπικοῦ τῶν ἀστυνομιῶν ὅλου τοῦ Κράτους. Πάντως θὰ καταβληθῶσιν οἱ μισθοί. Ἀλλὰ πόθεν θὰ καταβληθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, ἀφοῦ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δίδει τὴν ἄδειαν, διότι τοιαύτη δὲν ἐζητήθη; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε δηλώσει κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν ἄλλου δωδεκατημορίου, ὅτι διὰ δηλώσεως ἤθελε ζητήσει τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις. Ἀλλ’ οὔτε σήμερον δὲν ἐγένοντο αἱ δηλώσεις αὗται. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας τὰς συντόμους ἐπιφυλάσσομαι κατ’ ἄλλην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου λεπτομερέστερον νὰ ἀναπτύξω, ἐκτὸς ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς λάβῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν.
§80Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, καὶ εἰς ἃς δὲν ἠθέλησε ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὀρθαὶ, ὥστε ἄλλοτε αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος εὕρισκεν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς αἰτήσεως τῶν δωδεκατημορίων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβαλλομένου εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι τὸ ὀρθὸν, καὶ πιθανὸν ἡ γνώμη αὕτη τοῦ κυρίου Προέδρου νὰ ᾖναι καὶ ἡ ὀρθοτέρα. Διότι, ὅταν οἱ Προϋπολογισμοὶ ὑποβάλλωνται μὲ διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον ἀρκετὰ σοβαρὰν, ἡ αἴτησις τῶν δωδεκατημορίων ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν Προϋπολογισμῶν, στηριζομένη εἰς νομοσχέδια ἢ ὑποβληθέντα καὶ μὴ συζητηθέντα, ἢ μήπω ὑποβληθέντα κἂν εἰς τὴν Βουλήν, προσβάλλει, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, καὶ ἀντίκειται εἰς τὴν ὀφειλομένην πρὸς τὴν Βουλὴν ἁβρότητα, διότι καλεῖται νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ἁπλῶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑποβληθέντων εἰς αὐτὴν νομοσχεδίων. Διὰ τοῦτο θὰ ἦτο ὀρθότερον, συμφώνως πρὸς τὴν ἄλλοτε ἐκφρασθεῖσαν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ζητῶνται τὰ δωδεκατημόρια ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Οὕτω δὲ γινομένης τῆς αἰτήσεως τῶν δωδεκατημορίων δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ζημία τις. Διότι, ἐὰν μὲν ἐν τῷ μεταξὺ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, καὶ ἑπομένως μειωθῶσι δυνάμει τῶν νομοσχεδίων τούτων αἱ δαπάναι, αἱ πιστώσεις αἱ περιπλέον αἰτηθεῖσαι θέλουσι μείνει ἀδιάθετοι· ἂν ὅμως συμβῇ νὰ μὴ ψηφισθῶσιν ἐν τῷ μεταξὺ τὰ νομοσχέδια καὶ ὁ Προϋπολογισμός, τότε αἱ πιστώσεις θὰ ἦναι ἐπαρκεῖς, ἐνῷ ἤδη ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ περιπτώσει μένει προφανῶς κενόν, καὶ κατ’ ἀνάγκην ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ προκαλέσῃ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ὅσον καὶ ἂν δὲν θέλῃ νὰ τὸ εἴπῃ καὶ θέλῃ νὰ τὸ ἀποφύγῃ. Βεβαίως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 θέλει ἐπιβαρυνθῆ δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεις, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς ταῦτα τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα θὰ δαπανηθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυόντων ὀργανικῶν νόμων διὰ τοὺς μῆνας, δι’ οὓς ζητεῖται δωδεκατημόριον ἠλαττωμένον κατὰ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμόν, στηριζόμενον εἰς μὴ ψηφισθείσας ἐλαττώσεις, εἶναι δὲ ὑποχρεωμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταβάλῃ, ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται οἱ ὀργανικοὶ νόμοι, ἀφοῦ ἕνεκα τούτου ὑφίστανται καὶ τὰ δικαιώματα τῶν δικαιούχων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀρθοτέρα εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ἄλλοτε ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντικρούων ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰσήγαγον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ δωδεκατημόρια, τουτέστι νὰ ζητῆται τὸ δωδεκατημόριον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παρελθόντος Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Τοῦτο ἤθελεν εὐκολύνει καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, δὲν θέλει δὲ θεωρηθῇ καὶ ὡς ἔλλειψις ἁβρότητος πρὸς τὴν Βουλήν, προκαλουμένην νὰ ψηφίζῃ ἐπὶ τῇ βάσει νομοσχεδίων ἀγνώστων αὐτῇ.
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ὀρθοτέρα εἶναι ἡ γνώμη αὕτη. Εἶναι ὀρθοτέρα οὐχὶ μόνον διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὑμεῖς προβάλλετε, ἀλλ’ εἶναι ὀρθοτέρα, καὶ διότι ἀποδεικνύει τὴν φειδώ, μετὰ τῆς ὁποίας ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία παρέχει τὴν ἄδειαν νὰ δαπανῶνται τὰ χρήματα. Διότι, ὅταν αἱ πιστώσεις δίδωνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους ἔχει ἐξετασθῆ καὶ κριθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἑπομένως ὑπάρχει ἐγγύησις, ὅτι ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν θέλει δαπανήσει πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶχε χαράξει κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ὅταν ὁ προτεινόμενος Προϋπολογισμὸς δὲν στηρίζηται ἐπὶ τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ θεωρία αὕτη. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 συνετάχθη ἐπὶ ἄλλων βάσεων καὶ πρὸς ἄλλους σκοπούς, συνετάχθη νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔξοδα, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον· ἀλλὰ διὰ νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔξοδα ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, ἔπρεπε νὰ μεταβληθῶσιν οἱ νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων τὰ ἔξοδα εἶχον ἀναβιβασθῆ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἔπρεπε λοιπὸν αἱ ζητούμεναι διὰ τὸ δωδεκατημόριον πιστώσεις νὰ μὴ στηριχθῶσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, διότι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐδόθη ἄδεια εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ δαπανήσῃ περισσότερα ἢ ὅσα προτείνομεν, ἵνα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπιτρέψῃ διὰ τὸ τρέχον ἔτος. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἡ ἐξαίρεσις αὕτη, οὐχὶ ἐξ ἐλλείψεως ἁβρότητος πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διὰ νὰ μὴ δαπανηθῶσι περισσότερα ἀπὸ ὅσα τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν σύστημα ἐπιτρέπει νὰ δαπανήσωμεν. Δυστυχῶς ἡ Βουλὴ ἤρξατο βραδέως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, διότι ἀπωλέσθη πολὺς χρόνος κατὰ τὰς ἐξελέγξεις, ἀλλὰ καὶ νῦν ἔτι, ἐνῷ βαίνομεν εἰς τὸ τέλος τοῦ τρίτου μηνὸς, ἀκόμη δὲν ἐψηφίσθησαν τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι τὸν Προϋπολογισμὸν, ἑπομένως ἀναγκαζόμεθα νὰ ζῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει δύο Προϋπολογισμῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἰσχύοντος διὰ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον, μέχρις οὗ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος, διότι ὀφείλομεν νὰ δαπανῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων τῶν μὴ μετατραπέντων. Ἄν τυχὸν ὑπάρχωσιν ἐλλείψεις ἐν ταῖς δηλώσεσιν, ἢ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, αὗται θέλουσι διορθωθῆ· διότι οὐδεὶς Ὑπουργὸς θέλει δαπανήσει ἐξ ἰδίων του πρὸς πλήρωσιν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἀφοῦ δὲν ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἀναγκαζόμεθα νὰ προτείνωμεν, ἵνα αἱ πιστώσεις τοῦ δωδεκατημορίου χορηγηθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους. Αἱ ἄλλαι παρατηρήσεις, αἱ γενόμεναι ἐπὶ τῶν δηλώσεων, εἶναι πρόωροι, θέλω δὲ φροντίσει νὰ δώσω τὰς δεούσας ἐπ’ αὐτῶν ἐξηγήσεις κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§82Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι αἱ δικαιολογίαι, τὰς ὁποίας ἔφερε πρὸς στήριξιν τῆς γνώμης του, δὲν εἶναι βάσιμοι. Εἶπεν, ὅτι ζητεῖται τὸ δωδεκατημόριον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ, διότι θεωρεῖ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος, καταρτισθεὶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν οἰκονομιῶν, δίδει εἰς τὴν Βουλὴν πλήρη τὴν ἐλευθερίαν νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος, ὅπερ ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ σήμερον διοικούμεθα ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὀργανικῶν νόμων, οἵτινες ἐλήφθησαν ὡς βάσις πρὸς καταρτισμὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902· ἑπομένως διοικούμεθα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἄν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία χορηγήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσῃ ποσὰ συμφώνως πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, δὲν δίδει τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσῃ πλείονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δέον νὰ δαπανήσῃ, καὶ τὰ ὁποῖα πάντως θὰ δαπανήσῃ, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ἂν ὑποβληθῇ τὸ δωδεκατημόριον, διότι, ἐφ’ ὅσον οἱ νέοι ὀργανικοὶ νόμοι δὲν ψηφίζονται, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταβάλῃ τὰς δαπάνας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπαρχόντων ὀργανικῶν νόμων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, ἑπομένως δὲν δίδει τὴν ἄδειαν ἡ Βουλὴ νὰ δαπανᾷ ἡ Κυβέρνησις πλείονα· ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ δαπανήσῃ ὅ,τι πρέπει νὰ δαπανήσῃ. Ἄν ὅμως ἐν τῷ μεταξὺ συμπέσῃ νὰ ψηφισθῇ καὶ ἐφαρμοσθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, ὡς καὶ τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια, πρὶν ἢ λήξῃ ὁ μὴν, πάλιν δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον, οὐδὲ ἡ ἄδεια ἡ δοθεῖσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν θὰ ἐπιτρέπῃ εἰς αὐτὸν νὰ δαπανήσῃ πέραν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δυνάμει τῶν ψηφισθησομένων νέων ὀργανικῶν νόμων δικαιοῦται νὰ δαπανήσῃ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς αἱ δικαιολογίαι, ἃς ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι μετέβαλε γνώμην, καὶ ἀκολουθεῖ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν γνώμην ὅλων τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων, ζητῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ δωδεκατημόρια. Ἐγὼ δὲν καταγίνομαι ἰδιαιτέρως περὶ τὰ οἰκονομικὰ, ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν ἔχουσιν ὀρθῶς, ὡς ἔχουσι, τὰ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ, διότι, ὡς ἔχουσι ταῦτα, παρουσιάζουσι κενὰ διὰ τὰς γενησομένας δαπάνας ἐντὸς τοῦ μηνὸς Μαρτίου, ὡς παρουσίασαν κενὰ διὰ τὰς ἐντὸς τοῦ Φεβρουαρίου, ὡς θὰ παρουσιάσουν κενὰ διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον, ἂν δὲν κατορθωθῇ μέχρι τοῦ Πάσχα νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός· ὥστε ἔχομεν δύο μῆνας ἀκόμη, κατὰ τοὺς ὁποίους ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἦναι ὑπόχρεως νὰ καταβάλλῃ δαπάνας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902. Διὰ τίνα λοιπὸν λόγον ζητεῖται τὸ δωδεκατημόριον, ὡς ζητεῖται, ἀφοῦ εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι θέλουσι πληρωθῆ αἱ δαπάναι δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων; Τοῦτο οὔτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου περὶ τῶν δύο δωδεκατημορίων τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους ἀπέφυγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε σήμερον. Διατί λοιπὸν νὰ ζητῶνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις καὶ διατὶ νὰ μὴ ζητηθῶσι διὰ τοῦ δωδεκατημορίου αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπαρκεῖς πρὸς πληρωμὴν τῶν δαπανῶν τοῦ 1903, ἀφοῦ οὔτε ὁ Προϋπολογισμὸς οὔτε τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη;
§83Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ συντάσσωνται τὰ νομοσχέδια περὶ δωδεκατημορίων, δὲν γεννᾶται πρῶτον σήμερον. Ἐνθυμοῦμαι εἰς παρωχημένην ἐποχὴν, ὅτι συνεζητήθη τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν εὐρύτητι. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι τότε ἐγὼ ὑπεστήριξα, ὅτι οὔτε τὸ σύστημα τῆς παραπομπῆς εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, οὔτε τὸ σύστημα τῆς παραπομπῆς εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους εἶναι τὸ ὀρθόν. Ἐπικαλούμενος δὲ τὰ συμβαίνοντα ἐν ἄλλῃ χώρᾳ, ἐκ τῆς ὁποίας παρελάβομεν ἡμεῖς τὴν λογιστικήν μας νομοθεσίαν, ἰσχυρίσθην, ὅτι, προκειμένου περὶ δωδεκατημορίου, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ σύντομον Προϋπολογισμὸν, περιέχοντα ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δυνάμει τῶν νόμων ἔχει τὸ Κράτος, ἵνα δυνάμει αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πληρωθῶσιν αἱ δαπάναι. Οὔτε λοιπὸν εἰς τὸν ἕνα Προϋπολογισμὸν οὔτε εἰς τὸν ἄλλον γίνεται ἐν Γαλλίᾳ τοιαύτη τις παραπομπή. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον νομίζω ὀρθότερον. Καὶ ὅμως, κύριε Πρόεδρε, δὲν φρονῶ, ὅτι ἔχει ἔλλειψίν τινα τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται σήμερον εἰς τὴν Βουλήν. Διατί; Διότι ἀκριβῶς λαμβάνει τὴν πρόνοιαν νὰ μεριμνήσῃ περὶ ὅλων τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Κράτος σήμερον. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου πραγματευόμενον περὶ τῶν ἐσόδων, παραπέμπει εἰς τὸν εἰσαχθέντα Προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ προσθέτει: «ἐφ’ ὅσον ταῦτα στηρίζονται εἰς τὰς ἰσχυούσας ἐν τῷ Κράτει διατάξεις». Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ παρὰ ἐκεῖ μόνον, ὅπου ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία ἐπιτρέπει εἴσπραξιν ἐσόδου. Πᾶν ἄλλο ἔσοδον, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ περιεχόμενον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται. Ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον μεριμνᾷ καὶ περὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, καὶ αὐτῶν ἔτι, αἵτινες δὲν περιέχονται εἰς τὸν τρέχοντα Προϋπολογισμὸν, διὰ τοῦ ἄρθρου 3, καθ’ ὃ «ἐπιτρέπεται ἡ ὑπέρβασις τῆς ἀναλογίας τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ͵ΒΩΝΘʹ καὶ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον τριῶν δωδεκατημορίων διὰ μόνας τὰς δαπάνας, ὧν ἡ ἐντὸς τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου τοῦ ἔτους 1903 πληρωμὴ τυγχάνει ὑποχρεωτικὴ δυνάμει νόμων ἢ ἰδιαιτέρων συμβάσεων καὶ συμφωνιῶν.» Λαμβάνει λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τὴν πρόνοιαν νὰ πληρωθῶσιν ὅλαι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ὅσαι ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὸ δυνάμει νόμων ἢ ἰδιαιτέρων συμβάσεων καὶ συμφωνιῶν. Ἕνεκα τούτου, κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ κατ’ οὐσίαν τὸ σύστημα τὸ εἰσαχθὲν, καίτοι κατ’ ἄλλην διατύπωσιν, ἀνταποκρίνεται πληρέστατα πρὸς τὸ σύστημα τὸ ἐν Γαλλίᾳ, οὐδεμίαν ἠθέλησα νὰ ἐπιφέρω παρατήρησιν εἰς τὸ νομοσχέδιον, οὔτε ὅτε τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη διὰ τοὺς παρελθόντας δύο μῆνας, οὔτε σήμερον. Νομίζω ὅτι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, τὸ Κράτος δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου δὲν ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ, εἰμὴ ὅ,τι δυνάμει τῶν κειμένων νόμων εἶναι ὑπόχρεων νὰ πληρώσῃ. Ὅσα ἄλλα θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ διὰ τοῦ νέου Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι ἐψηφισμένα ἀκόμη, καὶ δὲν ὑποχρεοῦσι τὸ Κράτος, συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τὰς ἰσχυούσας. Νομίζω λοιπόν, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὅλα δὲ τὰ περὶ δηλώσεων λεχθέντα μέχρι τοῦδε εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, διότι ὅταν ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς θὰ ἴδωμεν, ἂν αἱ δηλώσεις εἶναι ἐπαρκεῖς ἢ μή. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου αἱ δηλώσεις δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν.
§84ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, αἱ δηλώσεις δὲν εἶχον καμμίαν σχέσιν, τότε δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγράφηται ἐν αὐταῖς δι’ αὔξησιν μισθοῦ προέδρων Ἐφετείων καὶ ἐφετῶν, προέδρων Πρωτοδικείων, πρωτοδικῶν καὶ ἐμμίσθων παρέδρων, εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων ἐφετῶν, εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων Πρωτοδικῶν διὰ 45 ἡμέρας ποσὸν δραχμῶν 8,325. Ἐπίσης εἰς ἄλλο κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἀπαντᾷ τοιαύτη διάταξις — διάταξις, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται πληρωμὴ μισθοῦ ἐπὶ 45 ἡμέρας — διότι ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους μέχρι τῆς 15ης Φεβρουαρίου εἶχε λάβει τὴν πρόνοιαν ὁ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς εὑρισκόμενος Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, ἀπὸ τῆς 15 ὅμως Φεβρουαρίου δὲν εἶχε λάβει πρόνοιαν, διότι ὑπέθετεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ εἶχον ψηφισθῆ τὰ νομοσχέδια αὐτῆς, καὶ ὅτι ἑπομένως ἤθελον ἐλαττωθῆ αἱ πιστώσεις συμφώνως μὲ τὰς προβλέψεις αὐτῆς ἐν τοῖς νομοσχεδίοις. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐψηφίσθησαν τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ πιστώσεις συμπληρωματικάς. Δὲν εἶναι ἡ ἁρμόζουσα φράσις κατὰ τὸν Λογιστικὸν νόμον «συμπληρωματικαὶ», εἶναι ὅμως ἡ κοινὴ φράσις. Ἡ κατὰ τὸν Λογιστικὸν νόμον φράσις εἶναι ἢ «ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις» ἢ «διὰ δηλώσεων αἰτούμεναι πιστώσεις». Τὰς διὰ τῶν δηλώσεων αἰτουμένας πιστώσεις καλῶς ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ζητήσῃ, κακῶς δὲ ὁ ἐκ Μαντινείας κ. συνάδελφος νομίζει, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσιν αἱ δηλώσεις, διότι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν δηλώσεων θὰ καταβληθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀπαλλάξει εὐθὺς ὡς ἤθελον ψηφισθῆ τὰ νομοσχέδια αὐτῆς. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ εἶπον, εἶμαι ὑπόχρεως καὶ πάλιν νὰ ἐπαναλάβω καὶ νὰ διασαφηνίσω ὅτι δηλαδὴ, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καλῶς πράξας κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀνέγραψε τὰς μισθοδοσίας διὰ 45 ἡμέρας τῶν εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων τῶν ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν, τῶν προέδρων Ἐφετείων καὶ Πρωτοδικείων, τῶν ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν καὶ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀναγράψῃ τὰς μισθοδοσίας τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἀστυνομιῶν τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς 15 Φεβρουαρίου μέχρι τέλους τρέχοντος μηνός. Ἀλλ’ ἀντὶ τοῦτο νὰ πράξῃ, ἔπραξεν ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον. Ἕν παράδειγμα θέλω λάβει, διὰ τοῦ ὁποίου ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι θὰ γείνω καταληπτὸς εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς τὸ κεφάλαιον 3 ἄρθρον 8 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναγράφεται δαπάνη ποσοῦ δρ. 569,700 διὰ τὰς μισθοδοσίας 60 ἐνωμοταρχῶν βʹ τάξεως, 45 ὑπενωμοταρχῶν, 50 ἀστυφυλάκων αʹ τάξεως, 120 βʹ τάξεως καὶ 330 γʹ τάξεως. Ἀπέναντι τῆς μισθοδοσίας τοῦ συνόλου τούτου ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 εἶχεν ἀναγράψει ποσὸν δρ. 1,405,980.
§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ μόνον;
§86ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ μόνον. Διότι τὸ μὴ ψηφισθὲν νομοσχέδιον καταργεῖ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν εἰς τὰς διαφόρους κωμοπόλεις καὶ τοὺς μικροὺς δήμους τοῦ Κράτους. Εἶπον ἄλλοτε, ὅτι ἡ οἰκονομία αὕτη εἶναι φανταστική, διότι τὸ πλεῖστον αὐτῆς μέρος θὰ μετατεθῇ εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ δαπάνη δὲ αὕτη κατὰ λάθος δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα, λέγω ὅτι τὸ δωδέκατον τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ τὰς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1902 ἦτο δραχμαὶ 117,165, ἐνῷ τὸ δωδέκατον τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 εἶναι 47,475. Ὑπάρχει ἑπομένως διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο τούτων ποσῶν ἐκ δραχ. 69,690, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπόχρεως νὰ καταβάλῃ, διότι δὲν μετεβλήθη ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Τὸ ποσὸν τῶν 569,700 δραχμῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀντὶ νὰ ζητήσῃ διὰ δηλώσεως νὰ αὐξήσῃ, ὅπως ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοὺς μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τῶν δικαστῶν τῶν Ἐφετείων καὶ Πρωτοδικείων, τοὐναντίον ζητεῖ νὰ τὸ ἐλαττώσῃ κατὰ δραχμὰς 140,000, ἐνῷ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἐπαναλέγω, ὑφίσταται. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ ἐν ταῖς δηλώσεσι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ περιλάβῃ καὶ τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως ταύτης. Αὐτὸ ἦτο τὸ θέμα ἀκριβῶς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ κατ’ ἀρχὰς ἔλαβον τὸν λόγον. Ἄλλο εἶναι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος, εἰς ὃν ἀπήντησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον· περιορίζομαι μόνον ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν τῶν περιεχομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ ἐπὶ τῆς ἀναγραφῆς 140,000 δραχμῶν κατ’ ἐλάχιστον;
§88ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. 69,690 ἐπὶ πλέον. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ, ἡ ὑπάρχουσα εἰς τὰς μισθοδοσίας τῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ ἀστυνόμων, ὑπαστυνόμων, ἐνωμοταρχῶν, ὑπενωμοταρχῶν καὶ ἀστυφυλάκων ἐν τούτῳ τῷ κεφαλαίῳ. Ἀλλὰ παρόμοιαι διαφοραὶ ὑπάρχουσι καὶ εἰς ἄλλα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἑπομένως, ἵνα μὴ ἡ Κυβέρνησις εὑρεθῇ ἐν δυσχερείᾳ, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ζητήσῃ συμπληρωματικὰς πιστώσεις.
§89Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις μόνον. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ δωδεκατημορίου τοῦ μηνὸς Μαρτίου, εἶναι ἀκριβῶς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς — διότι ἐκεῖ πρόκειται περὶ συστήματος —: τὸ δωδεκατημόριον πρέπει νὰ ληφθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προηγουμένου Προϋπολογισμοῦ ἢ τοῦ τρέχοντος; Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη ἤδη διὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, διότι ἐχορηγήσαμεν δύο δωδεκατημόρια τοῦ Ἰανουαρίου καὶ τοῦ Φεβρουαρίου, καὶ ἑπομένως, καίτοι, κατὰ θεωρίαν, πιστεύω ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἀφοῦ ἐψηφίσαμεν τὰ δύο δωδεκατημόρια ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν τὸ τρίτον δωδεκατημόριον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, διότι οὕτως ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία βεβαίως θὰ ἀπησχολεῖτο ἐπὶ ματαίῳ. Φρονῶ ὅμως, ὅτι εὐθὺς μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦ δωδεκατημορίου πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλπίζω.
§91Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐλπίζετε, καὶ τὸ γνωρίζω. Καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι λογικώτερον θὰ ἦτο νὰ ζητηθῶσιν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις· διότι εὑρίσκεσθε εἰς πολὺ δύσκολον θέσιν, καθόσον ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἡ ὀρθή, διότι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη, ὅπως λύσῃ τὸ ζήτημα, δὲν λύει αὐτό. Συνεζήτησα ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πρώτου νομοσχεδίου περὶ τῶν δύο δωδεκατημορίων τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, καὶ προσεπάθησα νὰ δώσω τὴν ἀληθῆ ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 3. Τὸ ἄρθρον 3 λέγει: «Ἐπιτρέπεται ἡ ὑπέρβασις τῆς ἀναλογίας τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ͵ΒΩΝΘʹ καὶ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον τριῶν δωδεκατημορίων διὰ μόνας τὰς δαπάνας, ὧν ἡ ἐντὸς τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου τοῦ ἔτους 1903 πληρωμὴ τυγχάνει ὑποχρεωτικὴ δυνάμει νόμων ἢ ἰδιαιτέρων συμβάσεων καὶ συμφωνιῶν». Τί ὑποθέτει τοῦτο τὸ ἄρθρον; Ὑποθέτει ὅτι πίστωσις χορηγουμένη διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ χορηγουμένη δι’ ὅλον τὸ ἔτος, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ δωδεκατημορίων πρέπει νὰ διαιρῆται εἰς δώδεκα ἴσα μέρη, καὶ λέγει τὸ ἄρθρον 3, ὅτι ἐπιτρέπεται ὑπέρβασις τῆς ἀναλογίας, ὅταν νόμοι ἢ συμβάσεις ἀπαιτῶσι τοῦτο. Τί προβλέπει λοιπὸν τὸ ἄρθρον 3; Προβλέπει τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς πρέπει νὰ καταβληθῇ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἀναλογοῦντος διὰ τὸν μῆνα ἐκεῖνον. Καὶ ἔφερα παράδειγμα. Ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δυνάμει συμβάσεων εἴμεθα ὑποχρεωμένοι εἰς ὡρισμένον μῆνα νὰ πληρώσωμεν ὅλον τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις αὕτη, βεβαίως δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὸ δωδέκατον αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ. Ἀλλ’ εἴμεθα δυνάμει νόμου ἢ συμβάσεως ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωμεν τὸ ὅλον τοῦ ποσοῦ, καὶ τότε τὸ ἄρθρον 3 ψηφίζεται, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ δαπάνη αὕτη. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Εὑρισκόμεθα ὡς ἐκ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, τινὰ τῶν ὁποίων φέρουσιν ἐλάττωσιν δαπανῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ καταρτισθέντος δυνάμει τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, εὑρισκόμεθα πρὸ δαπανῶν, περὶ ὧν δὲν προνοεῖ ὁ Προϋπολογισμός· καὶ πρόκειται αὐτὰς ἀκριβῶς τὰς δαπάνας νὰ ἐξουσιοδοτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκτελέσῃ· ἀλλ’ ὅπως ἐπιτρέψωμεν τοῦτο, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις· τοιαύτη ὅμως δὲν ὑπάρχει. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς ἀναλογίας καλύπτει τὴν ἀνάγκην; Διὰ νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ δαπανήσητε τὰ ποσὰ τὰ ἀναγεγραμμένα εἰς τὰς δηλώσεις, φρονῶ ὅτι πρέπει αἱ δηλώσεις αὗται νὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Πρὸ τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ προβῆτε εἰς πληρωμήν; Κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἀδύνατον, καὶ ἑπομένως φρονῶ, ὅτι λογικώτερον εἶναι νὰ ζητηθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις πρὸς κανονισμὸν τῆς δαπάνης. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη ἦτο καὶ ἰδέα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι, ὅτι οὗτος κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν δύο πρώτων δωδεκατημορίων, εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ζητήσῃ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ἂν δὲν ἔχῃ ἐπαρκεῖς. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἔκαμα, διότι νομίζω, ὅτι, ἂν θελήσωμεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ἄλλως, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἀπροχωρήτου.
§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ συνταύτισις τῆς εἰσαχθείσης δηλώσεως, δι’ ἧς προτείνεται μεταβολὴ τῶν ἐξόδων, ἡ συνταύτισις αὐτῆς μετὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως τοῦ δωδεκατημορίου τοῦ μηνὸς Μαρτίου φέρει τὴν σύγχυσιν. Τί ἐστὶ δήλωσις εἰσαγομένη εἰς τὴν Βουλήν; Ἡ δήλωσις δὲν εἶναι νόμος, ἀλλὰ πρότασις πρὸς μεταβολὴν τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων. Ἐὰν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ἦναι ὑπερβολικὰ, ἀνώτερα τῶν πραγματικῶς ἀπαιτουμένων, ζητεῖται ἡ ἐλάττωσις αὐτῶν, ἐὰν δὲ ταῦτα ἦναι ὀλιγώτερα τῶν πραγματικῶς ἀπαιτουμένων, ζητεῖται ἡ αὔξησις αὐτῶν. Τί εἶναι ἡ δήλωσις; Εἶπον ὅτι δι’ αὐτῆς ζητεῖται νὰ προσθέσωμεν ποσὰ ἐπὶ τῶν ἄρθρων δεῖνα τῶν κεφαλαίων δεῖνα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι τὰ ἀναγραφέντα εἰσὶν ἀνεπαρκῆ. Διατὶ συμβαίνει τοῦτο; Διότι καθ’ ὃν χρόνον συνετάσσετο ὁ Προϋπολογισμὸς, κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον, καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον κατὰ μῆνα Νοέμβριον, εἴχομεν ὑπ’ ὄψει τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὰ ὁποῖα ἤθελον κατασταθῆ νόμοι, ἐὰν ἤθελον γενῆ δεκτὰ καὶ ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως κατὰ τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως ἤθελε παρουσιασθῆ ἀνάγκη τόσων πιστώσεων, ὅσαι ἦσαν αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμέναι, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς ἐψηφίζετο τὴν πρώτην Ἰανουαρίου τοῦ 1903, καὶ ἂν οἱ προταθέντες νέοι νόμοι, ἐφ’ ὧν οὗτος ἐστηρίζετο, εἶχον ἐκδοθῆ πρότερον, τότε ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ ὁλόκληρον τὸ σύστημα. Ἀλλὰ τοῦτο δυστυχῶς δὲν συνέβη· προέβημεν εἰς τὸ νέον ἔτος, καὶ βαίνομεν ἤδη κατὰ μῆνα Μάρτιον. Οὕτως αἱ δαπάναι τῶν τριῶν μηνῶν εἶναι ἀνώτεραι, ἀπαιτοῦσι ποσὰ ἀνώτερα τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπηνέγκομεν ἐλαττώσεις τινὰς τῶν ἐξόδων, διότι καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι ἐφηρμόσαμεν τὰς ἐλαττώσεις ὅπου ἠδυνάμεθα, ὅπου τοῦτο ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν διακριτικὴν ἡμῶν ἐξουσίαν. Ἐγὼ, φέρ’ εἰπεῖν, ἔπαυσα δώδεκα καὶ πλέον ὑπαλλήλους ἐκτάκτους τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, δεκαπέντε καὶ πλέον ὑπαλλήλους τοῦ τε Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἄλλων γραφείων, δέκα περίπου οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς, διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ κατὰ τὰ νομοσχέδια, ἅτινα εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκρίνοντο οἱ ἀπολυθέντες περιττοί. Ἀλλ’ αἱ ἐλαττώσεις αὗται ἦσαν αἱ ἐπιτρεπόμεναι εἰς ἡμᾶς, καθ’ ὃ ἐξαρτώμεναι ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν· ἀλλὰ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τοῖς νόμοις, δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀφαιρεθῶσιν, εἰμὴ διὰ νέων νόμων, τροποποιούντων τοὺς ὑφεστῶτας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἐλαττώσεις. Ἑπομένως κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ δαπανήσωμεν πλείονα ἢ ὅσα ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 ἀναγράφει. Κατὰ συνέπειαν, καίτοι διανύομεν τὸν μῆνα Μάρτιον, ἐλπίζομεν, ὅτι κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον ἢ τὸν Μάϊον θέλουσιν ἐπιψηφισθῆ τὰ νομοσχέδια καὶ ὁ Προϋπολογισμός· διὰ τῆς δηλώσεως ἑπομένως προτείνομεν νὰ χορηγηθῶσι πιστώσεις διὰ τὰς δαπάνας τῶν διαρρευσάντων μηνῶν, προστιθέμεναι εἰς τὰ ποσὰ, ἅτινα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνεγράφησαν ὀλιγώτερα. Ἡ δήλωσις αὕτη, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προσθήκας, τὰς αὐξήσεις, δὲν ἔχει τι κοινὸν μὲ τὰ νομοσχέδια. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἐλαττώσεις, προτείνω ἐλάττωσιν κατὰ δραχ. 140,000 ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῶν ἐξόδων τῆς ἀστυνομίας, διότι εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν συνετάχθη συμφώνως πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπενεχθῇ ἐλάττωσις τῆς περὶ τούτου πιστώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διὰ τοῦτο ἠρώτων πρὸ μικροῦ τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, πῶς ἀνεγράφη ἡ πίστωσις αὕτη, ἵνα διαγνώσω μήπως ἐγένετο λάθος. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν δηλώσεων. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ δωδεκατημόριον τοῦ μηνὸς Μαρτίου, περὶ τούτου διαλαμβάνει νομοσχέδιον ἴδιον, ἀνεξάρτητον τῆς δηλώσεως, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 κανονίζει τὰ τῶν ποσῶν, ἅπερ εἰσὶν ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὀλιγώτερα τῶν πραγματικῶν· διότι ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ ὑπερβῶσι τὰ δωδεκατημόρια, τὰ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 χορηγούμενα, διὰ μόνας τὰς δαπάνας, ὧν ἡ ἐντὸς τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου πληρωμὴ τυγχάνει ὑποχρεωτικὴ δυνάμει συμβάσεων ἢ νόμων. Ἐὰν νόμοι τοῦ Κράτους ἰσχύοντες, ἢ συμβάσεις νομίμως συνομολογηθεῖσαι, ἐπιβάλλωσι κατὰ τὸν Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον δαπάνας περισσοτέρας ἐκείνων, αἵτινες ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὡς ἀναποφεύκτως συμβαίνει, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει νόμων, ἐλαττούντων τὰ ἔξοδα, οἵτινες ὅμως δὲν ἐπεψηφίσθησαν ἔτι, καὶ ἰσχύουσιν ἔτι οἱ παλαιοί, ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ ἀναγράψωσιν ἐν ταῖς πιστώσεσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα.
§93Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν ἐξήγησιν, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἔχετε ἀναγράψει δι’ ἕκαστον τῶν προέδρων πρωτοδικῶν μισθὸν δραχμῶν 400, πολλαπλασιάζετε τὰς 400 δραχ. πρὸς 26, ὅσοι εἶναι ὅλοι οἱ πρόεδροι, καὶ φθάνετε εἰς τὸ ποσὸν δραχμῶν 124,800. Εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσητε εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν μὲ δραχμὰς 450 μηνιαίως; Βεβαίως ὄχι.
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἐδίδετο κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον.
§95Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅσα εἶπον, προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς πιστώσεως τῶν δύο πρώτων δωδεκατημορίων, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δίδεται αὐθαιρέτως, διότι τὸ ἄρθρον 3 δὲν προβλέπει τοῦτο, ἀλλὰ μεταβολὴν εἰς τὰς ἀναλογίας· δὲν σᾶς ἐπιτρέπει νὰ μεταβάλλητε μισθοὺς ὁριζομένους ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903. Φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη οὐδεμίαν ἄλλην ἔννοιαν δύναται νὰ ἔχῃ ἢ ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ διατάραξις τῆς ἀναλογίας, ὅταν πρόκηται περὶ δαπάνης γινομένης ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς, χωρὶς νὰ ἐπεκτείνηται αὕτη καὶ εἰς ἕτερον μῆνα. Ἡ ἀναλογία τί προϋποθέτει; ὅτι ἡ δαπάνη, ἥτις ἀναγράφεται διὰ τοὺς 12 μῆνας, αὐξάνεται ἀφ’ ἑνὸς διὰ τοὺς 6 πρώτους μῆνας, ἐλαττοῦται ἀφ’ ἑτέρου διὰ τοὺς ἓξ ἑτέρους μῆνας· ἀλλ’ ἐδῶ ἔχετε αὔξησιν δαπάνης διὰ τοὺς τρεῖς μῆνας, τοὺς πρώτους, ἄνευ ἐλαττώσεως εἰς τοὺς ἄλλους μῆνας. Ἑπομένως πράττετέ τι, τὸ ὁποῖον ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ τὰ νομοσχέδια περὶ δωδεκατημορίων δὲν σᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ πράξητε.
§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3 ὁδηγόν. Κατ’ αὐτὴν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τοῦ δωδεκατημορίου. Ὑποθέσατε ὅτι τὰ ἔξοδα κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 ἀνῆλθον εἰς 36 ἑκατομμύρια· τὸ δωδεκατημόριον αὐτῶν ἀποτελοῦσι τρία ἑκατομμύρια. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπιτρέψῃ δαπάνην ἀνωτέραν τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων, ἐὰν νόμοι ἰσχύοντες ἐπιβάλλωσι τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς ποσοῦ ἀνωτέρου τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων. Ὁ μισθὸς τῶν προέδρων τῶν πρωτοδικῶν δὲν κανονίζεται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου· διὰ τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ μεταβληθῇ τὸ ποσὸν τῶν μισθῶν αὐτῶν. Κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον τοῦ 1900, δι’ οὗ ηὐξήθησαν οἱ μισθοὶ τῶν προέδρων πρωτοδικῶν, οὗτοι λαμβάνουσιν ἐπὶ πλέον 50 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἤτοι ἀντὶ δραχμῶν 400 λαμβάνουσι 450. Ἀλλὰ ὁ νόμος, δι’ οὗ ηὐξήθησαν οἱ μισθοὶ, μόνον διὰ νέου νόμου δύναται νὰ καταργηθῇ· ἐν ὅσῳ δὲ ὁ νόμος οὗτος δὲν καταργεῖται, ἀλλ’ ἰσχύει, οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει, ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς περιλάβῃ δραχ. 400 καὶ οὐχὶ 450 κατὰ μῆνα πρὸς πληρωμὴν τοῦ μισθοῦ τῶν προέδρων. Διὰ τοῦτο αἱ δαπάναι θέλουσιν ὑπερβῆ κατ’ ἀνάγκην τὰ τρία δωδεκατημόρια. Τοῦτο διατάσσει τὸ ἄρθρον 3, ἀναγράφον ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ὑπέρβασις τῶν δωδεκατημορίων, ὅταν τὴν δαπάνην ταύτην ἐπιβάλλωσιν οἱ νόμοι. Ἐπιβάλλουσι νόμοι τὴν δαπάνην τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν προέδρων; Βεβαίως ἐπιβάλλουσιν αὐτὴν, οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀπορία περὶ τούτου.
§97Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιμένωμεν πλέον περὶ τῆς ἐννοίας, ἣν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ἔχει. Ὁ κ. ἐκ Κερκύρας συνάδελφος περιέστειλε τὴν ἔννοιαν πλέον τοῦ δέοντος. Πᾶσα δαπάνη, ἥτις προβλέπεται δι’ εἰδικοῦ νόμου, ὁσάκις αὕτη ὑπερβαίνῃ τὸ δωδεκατημόριον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ πληρωθῇ δυνάμει τοῦ νόμου. Παρατηρῶ μόνον τοῦτο, ὅτι ὅλαι αἱ συζητήσεις δεικνύουσι τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης, ἣν ἀνέκαθεν ὑπεστήριξα, καὶ ἡ ὁποία ἰσχύει ἐν Γαλλίᾳ, προκειμένου περὶ douzièmes provisoires, τῆς γνώμης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναφερώμεθα οὔτε εἰς τὸν ἕνα οὔτε εἰς τὸν ἄλλον Προϋπολογισμὸν, διότι ἄλλως περιπίπτομεν εἰς ἄτοπα. Ἐὰν ἀναφερθῶμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, ἐνδέχεται νὰ διατάσσῃ οὗτος παροχὴν συνδρομῆς εἰς Συλλόγους· ἀλλ’ ὁ εἰσαχθεὶς Προϋπολογισμὸς οὐδὲν περὶ τούτου λέγει. Πῶς δυνάμεθα νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκτελέσῃ διάταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ἐκτελέσῃ, ἀφοῦ δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸν τρέχοντα Προϋπολογισμὸν; Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν οὔτε ὁ εἷς Προϋπολογισμὸς οὔτε ὁ ἄλλος νὰ ληφθῇ μονομερῶς ὑπ’ ὄψιν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς τὸ Κράτος κατὰ τοὺς μῆνας ἐκείνους, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ δοθοῦν τὰ δωδεκατημόρια, καὶ αὐτὸς ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ κυρῶται ὑπὸ τῆς Βουλῆς προσωρινῶς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, ἂν αἱ δηλώσεις ἔχουσιν ἐπιρροὴν εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα, ἐπιμένω φρονῶν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐπιρροήν. Ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσάγεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ Κυβέρνησις τροποποιεῖ τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τῶν δηλώσεων οὕτως, ὥστε αἱ δηλώσεις ἀποτελοῦσιν ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὅθεν πᾶσα περὶ δηλώσεων συζήτησις οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα.
§98Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι, ὁσάκις ὑποβάλληται Προϋπολογισμὸς διάφορος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ ἐγκεκριμένου ἤδη, τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅστις, καθὸ Προϋπολογισμὸς συζητηθεὶς καὶ ἐψηφισμένος καὶ ἐξεληλεγμένος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐγγύτατος εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἐφ’ οὗ πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ, εἶναι ὁ καταλληλότερος, ὅπως προσδιορίζῃ καὶ τὰ δωδεκατημόρια τοῦ ἀρχομένου ἔτους, ὅταν, λέγω, ὑποβάλλεται Προϋπολογισμὸς διάφορος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἑπόμενον εἶναι νὰ συμβῶσι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα σήμερον παρουσιάζονται, τὰ ὁποῖα ὅμως νομίζω ὅτι εὐκόλως δύνανται νὰ διορθωθῶσιν, ἐφαρμοζομένου τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ προλαλήσας ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτι πρέπει νὰ ζητῶνται δωδεκατημόρια περιλαμβάνοντα τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἀπαιτεῖται καὶ ὀφείλεται κατὰ τὸν μῆνα, διὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖται τὸ δωδεκατημόριον· δηλαδὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁρίζεται αὐθαιρέτως, ἐκ τῶν προτέρων, ὑποβαλλομένου δωδεκατημορίου περιλαμβάνοντος ἀκριβῶς τὸ δωδέκατον καθ’ ἕκαστον Ὑπουργεῖον καὶ ἑκάστην ὑπηρεσίαν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ τὰς δαπάνας τοῦ μηνός, νὰ ὑποβάλληται συμπληρωματικῶς διὰ τῶν δηλώσεων. Αἱ δηλώσεις ἀναφέρονται μὲν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καθ’ ὅσον δὲν ἐψηφίσθη οὗτος, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦνται δωδεκατημόρια, πρέπει ν’ ἀποτελέσουν ἀπὸ τοῦδε μέρος τοῦ δωδεκατημορίου, τὸ ὁποῖον ζητεῖται σήμερον. Ἐὰν λοιπὸν ἡ δήλωσις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη χθὲς εἰς τὴν Βουλήν, περιέχῃ ὅλας ἐκείνας τὰς προσθέτους πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται δυνάμει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 νὰ ληφθῶσι, διότι δὲν ἀναγράφονται ἐν αὐτῷ, προστίθενται ὅμως ὡς ἀναγκαῖαι, πρέπει ν’ ἀναλογισθῶσι καὶ εἰς τὰ ζητούμενα δωδεκατημόρια, ἑπομένως καὶ εἰς τὸ τοῦ Μαρτίου, ἀφοῦ εἶναι τὸ βεβαιωθὲν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ὡς ἀναγκαῖον ποσόν. Κατ’ οὐσίαν τοῦτο εἶναι λογικόν· ἄλλως θὰ εἴχομεν Προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνέγραφεν, ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, τοιαύτας πιστώσεις, ὥστε τὸ δωδεκατημόριον αὐτοῦ νὰ ἐπαρκῇ διὰ τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς Μαρτίου, ἐνῷ διὰ τῶν δηλώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, προσετέθησαν ποσά, ἅτινα δὲν θὰ ἔχωμεν κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον, καὶ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἀνωμαλίαν. Διὰ τοῦτο εὔχομαι, ὅπως ἡ δήλωσις, ἡ ὁποία σκοπεῖ νὰ συμπληρώσῃ τὰ κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, περιληφθῇ ἀναλόγως εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Μαρτίου, ἐκτὸς ἐκείνων τῶν πιστώσεων, αἵτινες δὲν στηρίζονται, ὡς εἶναι νόμιμον, εἰς νόμους ἐψηφισμένους, οὔτε εἰς τοὺς Προϋπολογισμούς, καὶ συνεπῶς οὔτε εἰς τὰ δωδεκατημόρια ἐπιτρέπεται ν’ ἀναγράφωνται. Τοιουτοτρόπως ἡ Βουλή, ψηφίζουσα τὸ δωδεκατημόριον, ἀναφέρεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, συμπεπληρωμένον διὰ τῶν δηλώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νομίζω ὅτι καλλίτερον συμπληροῦται τὸ ἄτοπον, ὅπερ παρουσιάζουν τὰ δωδεκατημόρια, καὶ εὔχομαι, ὅπως αὐτὴ ἡ ὁδὸς ἐξακολουθήσῃ, ὡς ἡ ἀσφαλεστέρα.
§99ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Διηυκρινήθη τὸ ζήτημα τοσοῦτον, ὥστε καὶ ὁ ἐκ Μαντινείας κ. συνάδελφος εἶναι σύμφωνος μετ’ ἐμοῦ, ἀφοῦ συμφωνεῖ, ὅτι διὰ τὸ ζητούμενον δωδεκατημόριον πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν καὶ τὰς ὑποβληθείσας δηλώσεις· ὀρθότατα δὲ ἀνέπτυξε τὸ θέμα ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, καὶ ἑπομένως θεωρῶ, ὅτι εἶναι περιττὸν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ ὁμιλήσω. Δὲν θὰ ἐπανηρχόμην δὲ, ἂν μὴ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερε μετά τινος ἀσαφείας τὸ ζήτημα τῆς ἐλαττώσεως τῶν 140,000 δραχμῶν τοῦ κεφαλαίου 3 τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης. Εἶναι σαφὲς τὸ δίλημμα, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις. Ἢ κακῶς ἐν ταῖς δηλώσεσιν αὑτῆς ζητεῖ νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις πρὸς καταβολὴν τῶν μισθῶν τῶν προέδρων, εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων ἐφετῶν καὶ τῶν ἐφετῶν, τῶν προέδρων, εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων πρωτοδικῶν, τῶν πρωτοδικῶν καὶ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων διὰ τὰς προσθέτους δαπάνας τῶν 45 ἡμερῶν, ἢ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀναγράψῃ ἐν ταῖς δηλώσεσιν αὐτῆς καὶ τὰς δαπάνας τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὸ κεφάλαιον 3 ἄρθρον 8 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δαπάνας, αἱ ὁποῖαι, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον ἀνέρχονται εἰς 69,690 δρ. ἐπὶ πλέον· διότι τὴν καταβολὴν τῶν μισθῶν δὲν ἀμφισβητεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἡ καταβολὴ αὕτη ἄνευ νόμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ. Πρέπει ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἐν ταῖς δηλώσεσιν αὐτῆς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ, καὶ αἱ ὁποῖαι θὰ ψηφισθῶσι μετ’ αὐτοῦ, νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν δαπάνην ταύτην. Τὸ ζητούμενον λοιπὸν δωδεκατημόριον ἐπὶ ἄλλου κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ περιλαμβάνει πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιλάβῃ, ἐπὶ ἄλλου δὲ δὲν περιλαμβάνει πιστώσεις, ἃς ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ περιλάβῃ. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ διλήμματος τούτου. Πρέπει νὰ δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἢ ὅτι κακῶς συμπεριέλαβε τὰς πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἢ ὅτι κατὰ παράλειψιν δὲν συμπεριέλαβε τὰς πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὀρθῶς δὲ παρετήρησεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. συνάδελφος, ὅτι πρέπει πάσας τὰς τοιαύτας ἐλλείψεις νὰ συμπεριλάβῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς δηλώσεις της, καὶ τότε νὰ ζητήσῃ τὸ δωδεκατημόριον.
§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων ἐπανέλαβε, καταλήγων τὸν λόγον, τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἔδωκεν, ὅτι αἱ δηλώσεις εἶναι συμπλήρωμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, ὅτι πρὸ τινος δὲν εἶχε τὴν αὐτὴν γνώμην, ἀλλ’ ἐσύγχισε, κατὰ τὸ εἰωθὸς, τὰς πιστώσεις καὶ τὰς δηλώσεις μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦ δωδεκατημορίου. Τίς ἰσχυρίσθη, ὅτι αἱ δηλώσεις δὲν εἶναι συμπλήρωμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Τί ἔλεγον ἐγὼ πρὸ μικροῦ περὶ δηλώσεων; ὅτι αἱ δηλώσεις μεταβάλλουσι τὰς ἀναγραφὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἴτε κατ’ αὔξησιν εἴτε κατ’ ἐλάττωσιν. Ἀφοῦ δὲ ταῦτα ἔλεγον, καὶ ἀφοῦ ταῦτα ἐβεβαίωσε καὶ ὁ ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς καὶ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ἐμφανίζεται ὁ ἐκ Κυθήρων, λέγων, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ γνώμη, καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς δίλημμα. Φαντάζεται πάντοτε ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς διλήμματα, καὶ δι’ αὐτῶν προσπαθεῖ νὰ καλύψῃ τὰς ἀντιφάσεις, εἰς ἃς περιπίπτει.
§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις ὑμῶν· δηλαδὴ εἶσθε σύμφωνοι μετὰ τοῦ κυρίου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ὡς καὶ μετὰ τοῦ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτοῦ, ὅτι αἱ δηλώσεις ἀποτελοῦσι μέρος ἀναπόσπαστον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ ὑποβληθῶσι δηλώσεις, δύναται νὰ ζητηθῇ δωδεκατημόριον ὑπερβαῖνον τὴν ἀναλογίαν τὴν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προερχομένην. Ἀλλ’ ἐνῷ εἶσθε σύμφωνοι πρὸς τοῦτο, λησμονεῖτε, ὅτι ἐζητήσατε δύο δωδεκατημόρια τοῦ Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, χωρὶς νὰ ὑποβληθῶσι δηλώσεις διὰ τὰς δέκα πέντε ἡμέρας τοῦ Μαρτίου, ἄρα χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἀναπόσπαστον αὐτὸ μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐζητήσαμεν τὰς πιστώσεις διὰ τὰς δέκα καὶ πέντε ἡμέρας τοῦ Μαρτίου, διότι μᾶς ἔδιδε τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσωμεν καθ’ ὑπέρβασιν τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§103Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ παραδέχεται ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής.
§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ δηλώσεις λοιπὸν εἶναι συμπλήρωμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰς δηλώσεις δὲ διατὶ προβάλλομεν; Ἐὰν εἶχεν ἐπιψηφισθῆ ὁ Προϋπολογισμὸς, ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ. Ἐὰν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ μᾶς κατεδείκνυον, ὅτι αἱ πιστώσεις αἱ ἀναγραφεῖσαι δι’ ἔξοδα δὲν ἐπαρκοῦσιν, ἠθέλομεν ζητήσει τότε ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ἐψηφίσθη, ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μεταβάλῃ τὸν Προϋπολογισμόν. Κατὰ τίνα τρόπον; Προβάλλον εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μεταβολὰς διὰ δηλώσεων, ἵνα ἡ Βουλὴ ἦναι ἐν γνώσει. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, οὐδὲ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβῇ τις ἐπὶ ἕδρας καθηγητικῆς, ἵνα διδάξῃ τί ἐστὶ Προϋπολογισμός.
§105ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι ἐγὼ ἐσύγχισα τὸ ζήτημα, ἐνῷ ἐγὼ διηυκρίνησα αὐτὸ, καὶ ἀπέδειξα, ὅτι διὰ τῶν δηλώσεών της ἡ Κυβέρνησις δὲν ζητεῖ τὰς πιστώσεις τὰς ἐλλειπούσας ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, τοῦ συνταχθέντος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νομοσχεδίων της, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἐψηφίσθησαν. Δὲν ἠθέλησα δὲ νὰ ἐπεκτείνω τὸν λόγον, καὶ νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τῶν λοιπῶν θεμάτων, διὰ νὰ μὴ ὑποθέσῃ τις, ὅτι θέλω νὰ συγχίσω τὸ θέμα. Διότι, ἐὰν ἤθελον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν πρὸ μικροῦ διὰ πομπώδους φράσεως ἀναγγελθεῖσαν ἀπόλυσιν σωρείας ὑπαλλήλων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, θὰ ἠδυνάμην ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν, ἀποδεικνύων, ὅτι ἡ ἀπόλυσις τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων εἶναι καταστροφὴ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἡ δὲ δαπάνη, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἐθεώρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς οἰκονομίαν, εἶναι ἀναγκαιοτάτη καὶ παραγωγικωτάτη, ἐνῷ ἄλλας δαπάνας διοικητικὰς, ἃς ἠδύνατο νὰ περικόψῃ, δὲν περιέκοψεν. Ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, χωρὶς νὰ ἀναμνησθῇ, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῶν ὑπολόγων καθυστεροῦσιν ἀπὸ τοῦ 1884· ἀνέφερε τὴν ἀπόλυσιν τῶν ὑπαλλήλων τούτων, δὲν ἀνέφερεν ὅμως διατὶ δὲν ἀπέλυσε τοὺς νομάρχας καὶ...
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ πρόσθετοι ὑπάλληλοι ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ δὲν εἶχον ταχθῆ διὰ νὰ τακτοποιήσωσι τοὺς λογαριασμοὺς τῶν ὑπολόγων, ἀλλ’ εἶχον ταχθῆ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ ἀνανεώσεως τῶν χρεῶν· ἐπειδὴ δὲ ἡ διάρκεια τοῦ νόμου ἐκείνου εἶχε λήξει τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1901, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ διατηρηθῶσι πλέον οὗτοι, κατὰ παράβασιν δὲ τοῦ νόμου διετηρήθησαν μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1902, καὶ μάλιστα ἄνευ ἀνάγκης.
§107ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Χωρὶς νὰ ἐξετάσω τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου τελευταῖον ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἐπιφυλάττομαι νὰ ὁμιλήσω εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, καὶ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ἐν ταῖς δηλώσεσι πρέπει νὰ περιλάβῃ τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους τοῦ 1903 δὲν ἀναγράφονται. Εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι ἀναγράφει πιστώσεις 569,700 δραχμῶν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1903 ἐν τῷ κεφαλαίῳ 3 ἄρθρῳ 8 διὰ τὰς μισθοδοσίας τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τῶν ἀστυνομιῶν, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 ἀναγράφει πιστώσεις 1,405,980 δραχμῶν. Ἡ διαφορὰ εἶναι 836,280 δραχμῶν, προερχομένη ἐκ τῆς ἐλπιζομένης ἐφαρμογῆς τοῦ νέου ἀστυνομικοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐψηφίσθη ἀκόμη, ἀφοῦ ὑφίσταται ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Τὰς δαπάνας λοιπὸν ταύτας ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσητε διὰ δηλώσεως. Καὶ προσέτι ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φωτίσητε τὴν Βουλὴν καὶ περὶ τῶν ἄλλων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔθιξα πρὸ ὀλίγου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ συζητηθὲν, ὡς ἄνω, νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως ἑνὸς δωδεκατημορίου διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον τοῦ 1903, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης κατ’ ἄρθρον συζητήσεως τῆς προτάσεως νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου ΒΦΠΓʹ τοῦ 1899 περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης». Εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον ἐγένετο 3 (ἀναγινώσκεται).
§109Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, τοῦ ἤδη τρίτου γενομένου, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς μεταβολῆς, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπήνεγκεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συμμετοχὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ὁ ἰσχύων ἀπαιτεῖ διὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ παρακρατήματος. Οὐδεὶς ἐκ τῶν προλαλησάντων ἐξέθηκε τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐθεώρησεν ἡ ἐπιτροπὴ ἀναγκαῖον τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὸ κατ’ ἐμὲ, θεωρῶ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ζητηθῇ ὁ ἀποκλεισμὸς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς ἀποφάσεις τοσοῦτον σπουδαίας, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρῶμεν ὡς καθαρῶς ἰδιωτικὸν ἵδρυμα τὴν παρακράτησιν καὶ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ὡς ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται. Ὅτι ἐκ πρώτης ὄψεως βλέπομεν εἶναι, ὅτι οἱ σταφιδοκτήμονες συνεισφέρουν ἕκαστος ποσοστὸν τοῦ προϊόντος αὐτῶν, καὶ ἐκ τῶν ποσοστῶν τούτων ἀποτελεῖται τὸ παρακράτημα· ἀλλ’ ὅ,τι ἐφελκύει περισσότερον τὴν προσοχὴν εἶναι, ὅτι τὸ Κράτος ἐπεμβῆκεν εἰς ἰδιωτικῆς μὲν φύσεως, ἀλλὰ γενικοῦ συμφέροντος ὑπόθεσιν, καὶ τὴν ἐκανόνισε διὰ νόμου, δι’ οὗ ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας νὰ συνεισφέρουν μέρος τῶν καρπῶν των, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἵδρυσε τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ὡς εἶναι φανερὸν, καὶ ἡ παρακράτησις καὶ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον ἰδιωτικὰ ἱδρύματα· ἐξηναγκάσθησαν οἱ σταφιδοκτήμονες χάριν δημοσίου συμφέροντος νὰ ὑποβληθῶσιν ἀνεξαιρέτως εἰς τὴν παρακράτησιν καὶ τὴν ἵδρυσιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης διὰ νόμου. Ὁ ἀποκλεισμὸς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ ἦτο ὀρθὸς, ἂν οἱ σταφιδοκτήμονες, συνελθόντες ἑκουσίως εἰς ἑταιρείαν, ἐκανόνιζον τὰ τοῦ παρακρατήματος καὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ κανονίσαντες τὰ τοῦ παρακρατήματος τοῦ προϊόντος αὐτῶν καὶ τὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἄνευ τῆς βοηθείας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἤρχοντο καὶ ἔλεγον, ὅτι δὲν θέλουν νὰ παρεμβαίνῃ τὸ Κράτος εἰς τὴν διοίκησιν τῶν συμφερόντων αὐτῶν. Ὡς εἶναι γνωστὸν, ἡ παρακράτησις, καὶ ὅτε ἐπεβλήθη καὶ σήμερον ἀκόμη, διατηρεῖται διὰ νόμου, παρὰ τὴν βούλησιν καὶ ἴσως καὶ παρὰ τὸ ἰδιαίτερον συμφέρον τινῶν ἐκ τῶν κτηματιῶν. Διὰ τοῦτο ἐχρειάσθη, ἡ Πολιτεία νὰ ἔλθῃ διὰ νόμου καὶ ἐπιβάλῃ εἰς πάντας τὴν ὑποχρέωσιν τῆς εἰσφορᾶς ἰδιωτικῆς περιουσίας. Ὅταν λοιπὸν ἐκρίθη ἀναγκαῖον, διὰ νόμου ἡ πλειονοψηφία νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν μειονοψηφίαν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, καὶ πρὸς ἀσφάλειαν ἐδόθη ὡς ἐγγύησις ἡ παρέμβασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πῶς εἶναι δυνατὸν ἤδη νὰ ἐπιτρέπηται νὰ ἔρχωνται ἀντιπρόσωποι ἐπαρχιῶν τινων καὶ νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι πρόκειται περὶ καθαρῶς ἰδιωτικῆς ὑποθέσεως; Ἂν θέλουν αὐτὴν τὴν γλῶσσαν νὰ μετέλθουν σήμερον, διὰ νὰ ἦναι συνεπεῖς, πρέπει νὰ θελήσουν πρῶτον νὰ παύσῃ ὁ νόμος περὶ παρακρατήσεως καὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης ἔχων ὑποχρεωτικὴν δι’ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς σταφιδοκτήμονας δύναμιν. Ἐχρειάσθη ἡ Πολιτεία διὰ νόμου, μετὰ μακρὰς συζητήσεις καὶ διαμαρτυρίας, νὰ ἐπιβληθῇ, καὶ θέλετε νὰ παύσῃ ἤδη ἔχουσα τὴν ἀνωτάτην ἐπίβλεψιν καὶ τὴν τελευταίαν γνώμην ἐφ’ ὅσων πράττονται καὶ ἀποφασίζονται, προκειμένου περὶ σπουδαιοτάτης ἀποφάσεως, τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος πρέπει νὰ παρακρατῆται, ἐνῷ τόσον ἀντίθετα ἐπὶ τούτου εἶναι τὰ συμφέροντα καὶ αἱ ἀξιώσεις τῶν ἐπαρχιῶν; Τὸ Κράτος διὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρέπει νὰ συμμετέχῃ εἰς τοιαύτας ἀποφάσεις, ὡς καὶ μέχρι τοῦδε, διότι τὸ Κράτος ἐμπνέει τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς πάντας τοὺς σταφιδοκτήμονας, ὅτι ἀμερολήπτως καὶ πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον σταθμίζον τὰ πράγματα ἀποφαίνεται περὶ τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλὰ μήπως τοῦτο μόνον εἶναι; Τὸ τῆς σταφίδος ζήτημα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἔχει σημασίαν ἐσωτερικὴν, ἔχει καὶ μεγάλην τοιαύτην ἐξωτερικὴν, διότι θίγει τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον τοῦ τόπου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀφήσωμεν ἄνευ ἐποπτείας καὶ περιορισμοῦ εἰς ἰδιωτικὴν ἑταιρείαν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξέλθῃ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὸ πρώην καὶ σήμερον ἰσχῦον καθεστὼς, καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ λαμβάνει, πρέπει νὰ ὑποβάλληται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις προεδρεύει τῆς Ἑταιρείας, εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται περὶ τοῦ ποσοστοῦ, ὅπερ ἑκάστοτε πρέπει νὰ παρακρατηθῇ. Οὐδένα λόγον ἔχομεν νὰ φοβώμεθα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, βλέπουσα ἀπόφασιν πλειονοψηφίας, εἰς ἣν μετέσχε διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν νομαρχῶν καὶ προηγουμένων ἐρευνῶν καὶ ἐκτιμήσεων δημοσίων ὑπαλλήλων, ὅσον ἀφορᾷ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ παρακρατήματος, δὲν θὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ὅτι κατ’ ἄλλον τρόπον θὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου ἢ ὅπως ἡ ἐπιτροπή. Οὐδὲν τοιοῦτο μέχρι σήμερον παράπονον ἠγέρθη ἐναντίον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καίτοι Κυβερνήσεις ἐν τῷ μεταξὺ ὑπῆρξαν πολλαὶ καὶ διάφοροι. Διὰ ποῖον λόγον λοιπὸν θέλομεν ν’ ἀποκλείσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ἐνῷ κατεδείχθη ἕως σήμερον ὡς ἐγγύησις; Ὡς παράδειγμα τοῦ ἀναποφεύκτου καὶ χρησίμου τῆς συμμετοχῆς τῆς Κυβερνήσεως δύναμαι ν’ ἀναφέρω τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον ἀνεκινήθη, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ παρακράτησις ἀπεριόριστος, καὶ ὅτι δύνανται νὰ γείνωσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ παρατηρήσεις. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν καλλιτέραν παντὸς ἄλλου νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν σπουδαιότητα τῶν παρατηρήσεων τούτων, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ νὰ περιορίσῃ τὰς τάσεις τινῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου ἡμῶν; Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους συνηγορῶ ὑπὲρ διατηρήσεως τοῦ καθεστῶτος, ὅπερ ἀρκούντως ἠσφάλισε τὰ σταφιδικὰ συμφέροντα τῆς χώρας, ἀποφαινομένου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει ἑκάστοτε νὰ παρακρατῆται. Νομίζω δὲ, ὅτι οὐχὶ ἵνα δώσῃ πραγματικὴν ἐγγύησιν, ἀλλὰ διὰ νὰ φαίνηται ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων συμμετέχει εἰς τὰς ἀποφάσεις, θὰ ἦτο συμφερώτερον νὰ τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅπερ καθορίζει τὰ πρόσωπα τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος οὐ μόνον μέγιστον ἀξίωμα φέρει, ἀλλὰ συνήθως εἶναι καὶ τὸ πρόσωπον, ὅπερ παρέστη εἰς ὅλας τὰς συζητήσεις περὶ τῶν σταφιδικῶν, καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ πεφωτισμένην ἰδίαν γνώμην ἐν τῷ Συμβουλίῳ, ὅταν καλῆται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παρακρατήματος. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἀναφαίνεται καὶ πάλιν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο καλὸν, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἐτίθετο ἐκτός. Ὡς θέλετε παρατηρήσει καὶ ἐν τῷ νόμῳ τῷ παλαιῷ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, μετέχει εἰς πλεῖστα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ βεβαίως εἰς αὐτὸν ἀνήκει καὶ περισσότερον ὅλων ὡς ἐκ τοῦ ἀντικειμένου τῆς Ἑταιρείας καὶ ὡς ἐκ τῶν σχέσεων τοῦ Δημοσίου μετὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ αὐτὸς καλεῖται νὰ συμμετέχῃ εἰς πολλὰς ἀποφάσεις. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδεμίαν ἔχει θέσιν ἐν τῷ θεσμῷ τούτῳ. Καὶ λέγω ταῦτα, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγκεντρωθῇ πᾶσα ἡ ἐξουσία εἰς ἕνα καὶ μόνον Ὑπουργὸν, δὲν πρέπει εἷς μόνος νὰ παρακολουθῇ τὰς πράξεις καὶ τὰς ἐργασίας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ὅτε πρῶτον ἱδρύθη, ἐκανονίσθη ὡς ἀνώνυμος ἐμπορικὴ ἑταιρεία, καὶ ἐπειδὴ τὰ τῶν ἑταιρειῶν τούτων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὑπάγονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐθεωρήθη ὅτι καὶ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, καὶ ἐτέθη ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ὡς καὶ ἐν τῷ νόμῳ φαίνεται, ὁ τύπος τῆς ἀνωνύμου ἐμπορικῆς ἑταιρείας ἐδόθη μόνον κατ’ ἐπιφάνειαν. Διὰ τοῦτο ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ τῷ ἰσχύοντι λέγεται, ὅτι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς συγκροτήσεως θεωρεῖται ὡς ἀνώνυμος ἐμπορικὴ ἑταιρεία· πράγματι δὲ οὔτε ἐμπορικὴ ἑταιρεία δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὑπαγομένη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, οὔτε πρέπει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συμμετέχῃ εἰς τὰ τῆς ἐπιβλέψεως. Διὰ τοῦτο ἤθελον συνηγορήσει, ὅπως μεταβληθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας.
§110Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου εἶναι ὀρθὴ, καὶ αὔριον κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ ὑποβάλω τροπολογίαν.
§111Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, διαφωνῶ τελείως πρὸς τὸν προλαλήσαντα κ. συνάδελφον, διότι ὑπῆρξα εἰσηγητὴς τῆς συνταξάσης τὸ νομοσχέδιον ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου ὁριζομένη, παρέχει ὅλας τὰς διασαφήσεις· σκοπὸς δὲ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης εἶναι νὰ δώσῃ πληροφορίας, ποία εἶναι ἡ ἑκάστοτε παραγωγὴ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ νὰ κανονισθῇ τὸ παρακράτημα. Διὰ τὴν γνῶσιν τοῦ σκοποῦ τούτου τῆς γενομένης παραγωγῆς ὁρίζεται ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν δήμων τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἐκ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῶν νομαρχῶν ὅλων τῶν σταφιδοφόρων μερῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἶναι ἡ μόνη δυναμένη νὰ γνωρίζῃ, ποία εἶναι ἡ παραγωγὴ, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ὁρισθῇ ἡ παρακράτησις. Πᾶσα ἄλλη εἰσήγησις, μὴ προερχομένη ἐκ τῶν ἁρμοδίων προσώπων, ἔπρεπε νὰ λείψῃ, διότι καὶ πεῖραν τοῦ κακοῦ ἔχομεν ἀπὸ τοῦ 1901, ὅτε ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε καὶ ἐγνωμάτευσεν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, δὲν συνεμορφώθη πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐὰν δὲ, ὡς ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας νομίζει, ὑπάρχωσιν ἕτεροι λόγοι, οὗτοι θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν, ὁπόταν ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ εἰς τὸ Στέμμα πρὸς κύρωσιν τὸν ψηφισθησόμενον νόμον· προκειμένου ὅμως ἤδη νὰ νομοθετήσωμεν, νομίζω ὅτι ἡ παρέμβασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου οὐδένα ἔχει λόγον.
§112Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, θὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι ζητοῦμεν τὴν συμμετοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὰ τῆς παρακρατήσεως, ζητοῦμεν τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιδιώκοντες νὰ θέσωμεν ὡς μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου δύο πρόσωπα, διοριζόμενα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐνῷ κατὰ τὸν ὑφιστάμενον νόμον δὲν ὑπῆρχον, ζητοῦμεν τὴν συμμετοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα διορίζῃ Βασιλικὸν Ἐπίτροπον μόνιμον, πρὸς τούτοις δὲ ζητοῦμεν νὰ διορίζηται καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης σχεδὸν ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἔχῃ ψῆφον καὶ νὰ προεδρεύῃ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Ἐνῷ δὲ ζητοῦμεν ταῦτα πάντα, ἐρχόμεθα εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3, καὶ ἐπιδιώκομεν νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ἔχῃ τοιαύτην, ὥστε νὰ δύναται νὰ περιορίσῃ ἀκριβῶς τὴν θέλησιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποδείξωσι τὸ ὁριστέον ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως. Μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα προηγουμένως τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν ἀναπτύσσοντα τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐπιβάλλεται νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὑφισταμένου νόμου καὶ ἀπορρίψωμεν τὰ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προτεινόμενα· καὶ ὡς ἐκ τούτου τάσσομαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Τάσσομαι δὲ ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτοῦ ὄχι μόνον διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει κατὰ τὸν ὑφιστάμενον νόμον, δηλαδὴ μόνον νὰ γνωμοδοτῇ, γνώμην ἁπλῶς πρέπει νὰ ἔχῃ, τὴν δὲ γνώμην καὶ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας νὰ δύναται νὰ σταθμίζῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ σταθμίζον αὐτὴν ν’ ἀποφασίζῃ, ὁποῖον πρέπει νὰ ἦναι τὸ ἐτήσιον ποσοστὸν τοῦ παρακρατήματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πληρώσωσιν αἱ διάφοροι σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι· διότι, ἂν περιορίσωμεν τὴν συμμετοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀφήσωμεν ἐλευθέρους τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν κατόπιν νὰ διορθώσωμεν οὐδὲ διὰ τοῦ πέμπτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖται ἐκ 32 ἀντιπροσώπων τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἐκ τῶν νομαρχῶν καὶ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἀποτελεῖται ἀπὸ 47 πρόσωπα. Ἐννοεῖται ὅτι τὰ 45 πρόσωπα τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα θὰ ἔλθωσιν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, δὲν ἔχουσι νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ἢ μόνον τὴν παραγωγὴν τῆς ἰδίας ἐπαρχίας, διότι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι γνῶσιν τῆς γενικῆς παραγωγῆς τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Ἐνδέχεται λοιπὸν ἡ πλειονοψηφία τῶν ἀντιπροσώπων τούτων νὰ ἀποφανθῇ, σκεπτομένη ὅτι ἡ παραγωγὴ εἶναι τοσαύτη, ὥστε δέον νὰ ἐπιβληθῇ τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ παρακρατήματος, ἤ, ἂν ἔχωμεν τοῦτο ἀόριστον, νὰ παραδεχθῇ 50%, καὶ νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις τῆς μειονοψηφίας, ἡ ὁποία θὰ φωνάζῃ: «σεῖς ἔχετε τοσαύτην παραγωγήν, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τοσαύτην». Ὡς σᾶς εἶπον δὲ καὶ προχθές, ἡ μείωσις τῆς παραγωγῆς δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐκ διαφόρων αἰτίων. Ἑπομένως θὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον καταστάσεως τοιαύτης, ὥστε, ἀντὶ νὰ ὠφελήσωμεν, μᾶλλον θὰ ἀδικήσωμεν. Καὶ θὰ ἀδικήσωμεν βεβαίως, Κύριοι, ἐπ’ ὠφελείᾳ ἐκείνων μόνον τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ παραγάγωσι μέγα ποσὸν σταφιδοκάρπου, αἱ ὁποῖαι θὰ πωλήσωσιν εἰς μεγαλειτέραν τιμήν, ἡμεῖς δὲ οἱ λοιποί, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ παραγάγωμεν τόσον καρπόν, ὅσον ἔπρεπε νὰ παραγάγωμεν, θὰ χάσωμεν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας. Ἀλλὰ τότε, κύριοι Βουλευταί, εἶναι προτιμότερον νὰ μᾶς εἴπητε νὰ σᾶς παραδώσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὴν περιουσίαν μας, ἵνα τελειώσῃ ἐπὶ τέλους πᾶσα διαφωνία μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἡμῶν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος πολιτευτής, καὶ νὰ ἐπεμείνωμεν νὰ παραμείνῃ ἰσχύουσα ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ ὑφισταμένου νόμου.
§113Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἐὰν δοθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐὰν μάλιστα φθάσῃ μέχρι τοῦ νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ σύνολον λόγῳ συμφερόντων πολλαπλῶν, θὰ ἐπιφέρῃ μεγάλας ζημίας εἰς ὡρισμένην τάξιν πολιτῶν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς νὰ συζητήσωμεν, καὶ νὰ ἤμεθα παρεσκευασμένοι, ὅπως ἀντικρύσωμεν τὰ ζητήματα ταῦτα. Πρόκειται, ὡς βλέπετε, περὶ θεμάτων ἐκτάκτων, ὡς εἶναι τὸ τοῦ ἀορίστου τοῦ παρακρατήματος καὶ τὸ τοῦ περιορισμοῦ ἢ μᾶλλον τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐμφυτεύσεως. Αὐτὰ εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα προσβάλλουσι καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου· νομίζω δέ, ὅτι οὕτω πως δὲν πρέπει νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τόσον σοβαρῶν θεμάτων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι βλέψεις σπουδαιόταται, σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικόν, τὰς ὁποίας ἕκαστος Βουλευτής, ἰδίως δὲ ἡμεῖς οἱ ὁρμώμενοι ἀπὸ τὰς σταφιδικὰς ἐπαρχίας, πρέπει νὰ μελετήσωμεν, καὶ νὰ ἔχωμεν αὐτὰς ὑπ’ ὄψει ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ ἐκτάσει, ἵνα γνωρίζωμεν, τί πρόκειται νὰ πράξωμεν, ἂν ἔχουσι σχέσιν τινὰ μὲ τὰς βλέψεις ἐκείνας, ἂν πρόκειται αἱ βλέψεις ἐκεῖναι νὰ πραγματοποιηθῶσιν. Ἐπειδὴ δὲ τὰ θέματα ταῦτα εἶναι κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθῶμεν ἡμεῖς, οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, ἐὰν δώσωμεν μικρὰν ἀναβολήν.
§114Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ὄχι μόνον ζημιοῦνται οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, ἀλλὰ καὶ καταστρέφονται ἐκ τῆς ἀναβολῆς, διότι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα κατήντησε χρηματιστήριον!
§115Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταγινώμεθα οὕτω πως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου.
§116Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κατὰ τίνα τρόπον;
§117Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πιθανόν, ἐὰν ψηφίσωμεν αὐθημερὸν τὸ νομοσχέδιον, οἱ πεινῶντες σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ νὰ λάβωσι τὰ μέσα τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς πείνης των, ἀλλὰ πιθανὸν ἄλλοι νὰ πάθωσι ζημίαν φοβεράν. Διὰ τοῦτο νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν δι’ ὀλίγας ἡμέρας, τοὐλάχιστον μέχρι τῆς Δευτέρας, διότι νομίζω, ὅτι ἕως τότε, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, θὰ ἦναι καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς θέσιν νὰ ἐκφέρῃ γνώμην σαφῆ περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπασχολοῦσι, καὶ νὰ μὴ ματαιοπονῶμεν, — διότι νομίζω ὅτι τώρα τίποτε ἄλλο δὲν πράττομεν παρὰ ματαιοπονοῦμεν. Προτείνω λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου νὰ μείνῃ μέχρι τοῦ σημείου, εἰς ὃ ἐφθάσαμεν, καὶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ περαιτέρω συζήτησις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ὅτε, ἐὰν δὲν ἔχωμεν τίποτε ἄλλο καλλίτερον νὰ σκεφθῶμεν, θὰ συζητήσωμεν σοβαρῶς ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, τῶν τόσον σπουδαίων.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς προτείνει τὴν ἀναβολήν. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος τούτου ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§119ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε. Τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικὸν δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν παρουσιάζεται εἰς τὴν Βουλήν, οὐδὲ χρειάζεται μελέτη ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ πλειοτέρα. Τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικὸν μελετᾶται ἀφ’ ὅτου ἐνέσκηψεν ἡ σταφιδικὴ κρίσις, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1893. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μάλιστα, χθὲς ὁμιλῶν, εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1890 εἶχε λάβει πρόνοιαν καὶ εἶχε προβάλει διὰ φίλου του πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ φόρος μιᾶς δραχμῆς κατὰ χιλιάδα λιτρῶν σταφιδοκάρπου ὑπὲρ ἱδρύσεως εἴτε Τραπέζης εἴτε ταμείου ἀμύνης ὑπὲρ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡριμάσει εἰς τὴν συνείδησιν ὅλου τοῦ κόσμου, ὅλων τῶν Βουλευτῶν. Ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὸ 1895 ἐπεψηφίσθη ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως, ἀκολούθως δ’ ἐπῆλθεν ὁ νόμος τῆς ἱδρύσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον νὰ ἀναβάλωμεν, ὅπως φωτισθῶμεν, ὅπως σχηματίσωμεν γνώμην, ὅπως σχηματίσωμεν πεποίθησιν. Ὅλοι ἔχομεν μορφώσει γνώμην, ὅλοι ἔχομεν μορφώσει πεποίθησιν, ὑποθέτω δὲ, ὅτι πλειότερον ὅλων ἡμῶν θὰ ἔχῃ μορφώσει γνώμην καὶ πεποίθησιν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλως, κύριοι Βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συνετάχθη ἀπὸ ἐπιτροπήν, τῇ ὁμοφώνῳ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς καταρτισθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας μελετήσασα καὶ συζητήσασα, κατήρτισε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰσάγεται ἤδη τὸ πρῶτον εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις αὐτοῦ. Ἡ συζήτησις αὐτοῦ βεβαίως θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Δυνάμεθα λοιπὸν ὅλοι νὰ μελετήσωμεν ἐν τῷ μεταξὺ πλειότερον καὶ τελειότερον, καὶ νὰ φέρωμεν τὰς γνώμας μας, νὰ φέρωμεν τὰς κρίσεις μας, νὰ φέρωμεν τὰς τροπολογίας μας καὶ εἰς τὴν δευτέραν καὶ εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὅτι ἔχομεν καὶ ἄλλας βλέψεις. Εἴθε νὰ εἴχομεν! Ἐγὼ μάλιστα θὰ εἴπω κατηγορηματικῶς, ποίας βλέψεις ἔχομεν. Ὑπάρχουσι προτάσεις περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, καὶ τὰς προτάσεις ταύτας ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι θὰ τὰς μελετήσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχωσι τοιαῦται βλέψεις πρὸς τὸ συμφέρον τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ, οὐδὲν ἐμποδίζει, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὕρῃ τὰς προτάσεις αὐτὰς συμφερούσας εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, νὰ φέρῃ σχέδιον νόμου, ὁ ὁποῖος νὰ καταργήσῃ τὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντα. Ἀλλὰ τό γε νῦν ἔχον, κύριοι Βουλευταί, ὅλοι οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ἐμπνέονται ἀπὸ τὴν ἰδέαν, τὸ ταχύτερον νὰ ἐπιψηφισθῇ εἷς νόμος, νομίζοντες ὅτι θ’ ἀνακουφίσωμεν αὐτοὺς, ἐὰν μεταβάλωμεν τὸν ὑφεστῶτα νόμον, ἐὰν μεταβάλωμεν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὅπως κατορθώσωμεν, ἵνα καὶ τὸ ἵδρυμα αὐτὸ λειτουργήσῃ τελειότερον καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Οὐδεὶς λόγος λοιπὸν ὑπάρχει ἀναβολῆς. Τὸν λόγον τῆς ἀναβολῆς δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ τις. Ποῖος εἶναι ὁ λόγος; Διότι ἐλπίζομεν νὰ ἔχωμεν προτάσεις περὶ μονοπωλίου; εἶναι ὡς νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐλπίζομεν ὅτι θὰ ἔχωμεν μετ’ ὀλίγον τὸν χρυσοῦν αἰῶνα, ὅτι θὰ εὕρωμεν Ἄγγλους κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀγοράσωσιν ὅλον τὸ προϊὸν μας, δύνανται νὰ μᾶς εἴπωσιν ἄλλοι Βουλευταὶ, καὶ οὕτω νὰ ἀναβάλωμεν ἐπ’ ἄπειρον τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρονται ὄχι μόνον οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, ἀλλ’ ἐνδιαφέρεται ὁλόκληρος ἡ χώρα. Διότι δὲν πρόκειται περὶ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν· πρόκειται περὶ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς Πελοποννήσου, πρόκειται περὶ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑλλάδος, πρόκειται περὶ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους· διότι ἄνευ τακτοποιήσεως τοῦ ζητήματος τῆς σταφίδος αὐτὴ ἡ οἰκονομικὴ ὑπόστασις τοῦ Κράτους κλονίζεται, καὶ Προϋπολογισμὸν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἄρτιον καὶ ἀληθῆ. Δὲν δύναται λοιπὸν, φρονῶ, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ὑπάρχῃ τις σοβαρῶς δυνάμενος νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Ἤδη ἔρχομαι...
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, σταματήσατε ἐκεῖ, διὰ νὰ τελειώσῃ πρῶτον ἡ παρεμπίπτουσα συζήτησις περὶ ἀναβολῆς.
§121ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἤθελον νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, παρακαλῶ· διότι εἶναι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
§123ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Μετὰ τὴν συζήτησιν περὶ ἀναβολῆς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἔχω τὴν σειρὰν τοῦ λόγου.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐγγεγραμμένος.
§125ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν λόγος νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν νομοσχεδίου, συζητουμένου εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι καὶ ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦναι ἡ αὐτὴ, διότι πλειότερον ὅλων ἡμῶν ἐνδιαφέρον ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διότι ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν Πελοπόννησον καὶ διότι ἐνδιαφέρεται διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.
§126Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὥρα νὰ διακόψωμεν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κύριος Γούναρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος τῆς ἀναβολῆς.
§129Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§130Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, προκαλούμεθα νὰ ἐκθέσωμεν τὰς ἰδέας μας. Ἡμεῖς τὰς ἰδέας μας τὰς ἔχομεν ἐκθέσει, ὡς πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Πατρῶν. Ἀλλ’ ἂν ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν, δὲν τὴν ἐζήτησα διὰ νὰ φωτισθῶ ἐγώ...
§131Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω ὅτι προέχει τὸ ζήτημα τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε. Ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν. Εἶναι δέκα;
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, παρακαλῶ.
§133Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν, διὰ νὰ δοθῇ καιρὸς νὰ φωτισθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι φωτισθῆ.
§134Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφαρμόσατε τὸν Κανονισμόν. Ἡ πρότασις πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ δέκα.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφαρμόζομεν τὸν Κανονισμόν. Σᾶς ἀπαγορεύω τὸν λόγον!
§136Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ.
§137Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἀφήσατέ με λοιπόν!
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, σᾶς παρακαλῶ, προχωρήσατε. Μὴ ἀπευθύνεσθε πρὸς τοὺς Βουλευτάς.
§139Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐλπίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς Πατρῶν ὅσα εἶπε δὲν τὰ εἶπεν ἐκ πεποιθήσεως ἰδίας, ἀλλὰ θέλων ἰδίως νὰ εὐαρεστήσῃ εἰς τοὺς πληθυσμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύει, διότι δὲν πιστεύω ποτὲ ὁ κύριος Γούναρης νὰ ἀποδέχηται τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ νομοσχέδιον. Ἄλλως τε, κύριε Πρόεδρε, εἶναι συζήτησις αὐτὴ, ἡ ὁποία γίνεται; Ἐδῶ ἔχομεν ἓν καθεστὼς, διὰ τὸ ὁποῖον ἠγωνίσθημεν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπέτυχε. Τὸ καθεστὼς αὐτὸ θέλουσι νὰ τὸ μεταβάλωμεν. Εἰς τί δὲ θέλουσι νὰ τὸ μεταβάλωμεν, κύριε Πρόεδρε; Θέλουσι νὰ καθιερωθῇ τὸ ἀπεριόριστον τοῦ παρακρατήματος, θέλουσι δηλαδὴ νὰ ἀπαγορευθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ διαχειρίζηταί τις ἐλευθέρως τὴν περιουσίαν του, ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ ἐμφύτευσις σταφιδαμπέλων. Καὶ δὲν εἶδον κανένα, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας, νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, νὰ ἐκθέσῃ τὰ ἐπιχειρήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζουσι τὰς ἐκτρόπους αὐτὰς σκέψεις. Ἠκούσατε κανένα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν—διότι ἐγὼ δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος αὐτῆς—τὰς ἰδέας ταύτας, τὰς ἐκτρόπους, τὰς πρωτοφανεῖς, τὰς ἀνατρεπούσας ὅλας τὰς νομοθεσίας μας, τὰς ἀντικειμένας καὶ εἰς αὐτὸ τὸ πολίτευμά μας, ἠκούσατε κανένα ἐξ αὐτῶν νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ ἐκθέσῃ τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὰς προτάσεις ἐκείνας;
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ παρημποδίσατε τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως κατ’ οὐσίαν, προβαλόντες τὴν ἀναβολήν.
§141Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε. Ἐτέθη ὑπὸ συζήτησιν ἡ ἀρχή.
§142Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶναι ἐντὸς τοῦ θέματος.
§144Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐτέθη, Κύριοι, ὑπὸ συζήτησιν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἔλαβε τὸν λόγον, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐτέθη ὑπὸ συζήτησιν τὸ ἄρθρον 2, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως, καὶ οὐδεὶς ἔλαβε τὸν λόγον ἐκ τῶν κυρίων τῶν ἀποτελούντων τὴν πολυμελῆ ἐκείνην ἐπιτροπὴν τῶν σταφιδικῶν δήμων, ἵνα μᾶς εἴπῃ, ποῦ βασιζόμενος προτείνει τὸ ἀπεριόριστον, καὶ μέχρι ποίου σημείου θέλει φθάσει αὐτὸ τὸ ἀπεριόριστον. Δὲν ἠξεύρομεν τίποτε! Μᾶς ἐφώτισαν ἐπὶ τούτου; Τὰ δύο ταῦτα θέματα, κύριε Πρόεδρε, τὰ σπουδαῖα, δὲν ἀποτελοῦσι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς ἐπὶ πολλὰ ἔτη καταγινόμεθα, διὰ νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἴμεθα φωτισμένοι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικόν, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νέων γνωμῶν. Μᾶς λέγουσι καινοφανῆ πράγματα. Δύο θέματα προὐτάθησαν. Τίνα φῶτα νὰ ἔχωμεν λοιπὸν ἐπ’ αὐτῶν; Τὰ υἱοθετοῦσιν οἱ Κύριοι; ἂς τὰ ὑποστηρίξωσι. Ποίους λόγους ἔχουσιν, ἵνα τὰ ἀποφύγωσιν; Εἶναι συζήτησις αὐτή; Θέλουσι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἄνευ συζητήσεως; Ἡμεῖς τοὺς προκαλοῦμεν νὰ μᾶς εἴπωσι, ποῦ βασιζόμενοι προτείνουσιν αὐτὰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ὅταν πράξωσι τοῦτο, θὰ ἦναι ἐν τῷ δικαίῳ νὰ λέγωσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητήσωμεν ἀναβολήν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν πράττουσι τοῦτο, δὲν εἶναι συζήτησις, κύριε Πρόεδρε, πρακτική, δὲν εἶναι συζήτησις σοβαρά, συζήτησις, διὰ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ διαρρυθμισθῶσι τόσα σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ τόπου. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, προτείνω τὴν ἀναβολήν. Ἄλλως τε ἐγὼ δὲν ἔχω συμφέρον. Ἐγὼ ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία εἶναι κατ’ ἐξοχὴν σταφιδοπαραγωγός, διότι ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων ἔχει σταφιδοφυτείας καὶ εἰς ἐπαρχίας, ὅπου ὑπάρχουσι πληθυσμοὶ ἐναντίον τῆς παρακρατήσεως, καὶ εἰς ἐπαρχίας, ὅπου ὑπάρχουσιν ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως. Δὲν ἔχω λοιπὸν κανένα λόγον νὰ ζητῶ τὴν ἀναβολὴν, καὶ ἂς μὴ νομίζωσιν ὅτι θέλω νὰ παραλύσω τὸ ζήτημα δι’ οἱονδήποτε λόγον. Θέλω μόνον νὰ νομοθετήσωμεν ὅπως πρέπει. Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν ἐπιμένετε εἰς τὴν ἀναβολήν;
§146Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἔχει λόγον νὰ ἐπιμένῃ· δὲν ἐπιμένει.
§147Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι! Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἀποσύρετε τὴν πρότασιν, ἐγὼ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐξακολουθῶ δίδων τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
§149Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πῶς θὰ ἀποσύρω τὴν πρότασιν, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ τὴν ὑπεστήριξα;
§150Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· προηγεῖται ἄλλος. Εἶναι ὁ κ. Παυλόπουλος, κατόπιν ἔρχονται οἱ κύριοι Γεράκης, Μονοκροῦσος, Καλαντζόπουλος. Αὕτη εἶναι ἡ σειρά. Ὁ κύριος Παυλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§152ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς δὲν ἔχει δίκαιον, προτείνων τὴν ἀναβολὴν, λόγῳ ὅτι δὲν ἐφωτίσθη δεόντως παρὰ τῶν ὑποβαλόντων τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, ὡς πρόεδρος τῆς συνταξάσης αὐτὸ ἐπιτροπῆς, εἶπεν ὅτι, ἐπειδὴ ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως, περιορισθεὶς διὰ τοῦ ἀνωτάτου ὅρου, δὲν ἔφερε τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα, ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινε σκόπιμον νὰ προτείνῃ τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως...
§153Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸς εἶναι λόγος ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§154Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν σήμερον τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, νὰ ἀκουσθῶσιν αἱ γνῶμαι τῶν ἀντιφρονούντων, καὶ μετὰ τοῦτο, ἐὰν οἱ Κύριοι ἐπιμένωσι, δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν δευτέραν συζήτησιν διὰ μεθαύριον, τὸ Σάββατον.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Δευτέραν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ ἡ δευτέρα συζήτησις.
§156Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω. Ἀλλ’ ἂς συζητηθῇ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον.
§157Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν συζητεῖ κανείς.
§158Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητεῖται.
§159Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή.
§160Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως συζητούμενον τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν πρόκειται νὰ γείνῃ νόμος; Ὄχι. Νομίζω, ὅτι δύνασθε ν’ ἀποσύρητε τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, ν’ ἀφήσητε νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ ἂς ἀναβληθῇ διὰ τὸ Σάββατον ἢ τὴν Δευτέραν ἢ δευτέρα ἀνάγνωσις.
§161ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν τὸ δεχόμεθα.
§162Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγωμαι καὶ ἐγὼ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, τῆς παρ’ ὑμῶν καταρτισθείσης. Ὅτε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἦλθε τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει νὰ καταρτισθῇ νομοσχέδιον καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐζήτησα τὸν λόγον παρὰ τοῦ κ. προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὑπέδειξα, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἓν καὶ μόνον καθῆκον εἶχε, νὰ ἐξετάσῃ τὰς ἀτελείας τοῦ ὑφισταμένου νόμου καὶ νὰ καταρτίσῃ ἔκθεσιν, ἣν νὰ ὑποβάλῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐπιβαλλομένας μεταρρυθμίσεις ἐπὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Ἡ γνώμη μου αὕτη δὲν ἐγένετο δεκτή. Ἀλλ’ ὅτε ἐγὼ ἐζήτουν τοῦτο, εἶχον ὑπ’ ὄψει μου, τί ἤθελε παρουσιάσει συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου καταρτιζομένου ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς ὅ,τι προέβλεπον ἐγένετο...
§163Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ...
§164Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. .. Διότι, ἐὰν δὲν κατηρτίζετο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ δὲν ὑπεβάλλετο εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, βεβαίως δὲν θὰ ἤμεθα θεαταὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνέβησαν χθές, καὶ εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὰ ὑποστηρίξωμεν, κύριε ἐκ Πατρῶν Βουλευτά· διότι, ἀφοῦ ὑπεβάλετε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, ὠφείλετε νὰ ἀνέλθητε ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ ὑποστηρίξητε κατ’ ἄρθρον αὐτό. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐπράξατε. Ὠφείλετε, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Πατρῶν, νὰ ἀνέλθητε ἐπὶ τοῦ βήματος, ὅτε ἐφθάσαμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 2, καὶ νὰ ὑποστηρίξητε τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ νὰ μᾶς διαφωτίσητε, διὰ τίνας λόγους ζητεῖτε τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως, ὅπως οὕτω δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν. Δυστυχῶς ὅμως οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐτόλμησε νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ὑποστηρίξῃ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἀλλὰ προσεπαθήσατε δι’ ὑφαρπαγῆς, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ψηφισθῇ, καὶ τοῦτο τὸ ἐπετύχετε. Ἐξηναγκάσθημεν, ἀξιότιμε ἐκ Πατρῶν βουλευτὰ κ. Γούναρη, νὰ μεταχειρισθῶμεν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθημεν χθές, διότι ἐβλέπομεν, ὅτι διὰ τῆς βίας ἠθέλετε νὰ δημεύσητε τὴν περιουσίαν μας, διὰ τῆς βίας ἠθέλετε νὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν περιουσίαν μας, καὶ διὰ νόμου μάλιστα! Ποία λογική, ποῖος νόμος μέχρι σήμερον ἐν πᾶσι τοῖς Κράτεσιν ὑφίσταται, ὥστε ὁ ἰδιώτης νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ ἄλλου, ἢ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ ἰδιώτου; Οὐδεὶς, φρονῶ, μέχρι σήμερον. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα κατωρθώθη παρ’ ἡμῖν νὰ ἐπιψηφισθῇ νόμος τοιοῦτος, ὥστε καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ ἰδιώτης νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν περιουσίαν μας καὶ νὰ τὴν μεταχειρίζηται ὅπως θέλει, χωρὶς ἡμεῖς νὰ δυνάμεθα νὰ διαμαρτυρηθῶμεν ἐπὶ τούτῳ, καὶ νὰ ἀποτρέψωμεν τὸ κακὸν, χωρὶς νὰ δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν ὅπως θέλομεν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὕπαρξιν! Ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, καλῶς ἐσκέφθη, διότι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἑξῆς περιστατικά· ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ὅτι ὑποβάλλεται νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν χρῆζον ἐπισταμένης μελέτης 15 ἕως 20 ἡμερῶν, ὅπως δυνηθῇ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ σχηματίσῃ γνώμην καὶ συζητήσῃ ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι παρουσιάζεται ζήτημα συναφέστατον μὲ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, τὸ ζήτημα τῆς συμβάσεως, δι’ ἧς πρόκειται νὰ γείνῃ πρότασις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ μέρους κεφαλαιούχων διὰ τὸ μονοπώλιον τῆς σταφίδος. Εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν, πρῶτον ἐπισταμένως νὰ μελετήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἔπειτα νὰ συζητήσωμεν αὐτό, μετὰ τὴν ὑποβληθησομένην σύμβασιν. Ἐγὼ βεβαίως ἐκηρύχθην καὶ κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως δι’ οὓς λόγους εἶπον ἤδη. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μὴ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐρχομένην Τετάρτην, διότι τότε καὶ καλῶς θὰ ἔχωμεν μελετήσει, καὶ ἂν ὑποβληθῶσι προτάσεις, ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον τότε νὰ ὑποβάλῃ τὰς προτάσεις ταύτας ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ καταρτίσῃ ὅλως διάφορον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§165Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Καὶ ἐγὼ συμμερίζομαι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ μικρὰ ἀναβολή, τοὐλάχιστον μέχρι τῆς Δευτέρας, ἀφοῦ ἄλλως τε πολλοὶ διαπρεπεῖς Βουλευταὶ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἀπουσιάζουσιν, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἀναπτύξωσι τὸ ζήτημα ἐνταῦθα πρὸς ὄφελος τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ εἴπωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ὁποίους καρποὺς ἔδωκεν ἡ παρακράτησις ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτῆς μέχρι σήμερον; Ἐὰν ἔφερε ζωὴν εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἤθελον ἀσπασθῆ καὶ ἐγὼ τὴν ὑπὲρ ταύτης γνώμην. Δυστυχῶς καρποὶ τῆς παρακρατήσεως εἶναι, ὅτι χιλιάδες ἄνθρωποι καταδιώκονται, συλλαμβάνονται καὶ φυλακίζονται διὰ χρέη πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ἀντὶ νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἔπρεπε νὰ συζητῶμεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀναστέλληται ἡ καταδίωξις τοῦ ἐργατικοῦ στοιχείου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς μυρίας στερήσεις καὶ κακουχίας ἐν τῇ ἐργασίᾳ του, καὶ τοῦ ὁποίου αἱ χεῖρες ἀποτελοῦσι τὰ θεμέλια τοῦ Κράτους. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ παρακράτημα αὐτὸ οὐδένα ἄλλον ἔχει σκοπὸν ἢ μόνον νὰ ὠφελήσῃ καταστήματά τινα, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ παρακρατήματος κατασκευάζουσι τὸ μιστέλιον, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης, εἰς τὴν Γερμανίαν, Γαλλίαν κλπ., καὶ ἐξηυτέλισε τὴν τιμὴν τῶν ἑλληνικῶν οἴνων, καὶ μᾶς ἔφερεν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ εὑρισκόμεθα σήμερον. Συναισθάνομαι τὴν θέσιν μου ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, διότι εἶμαι ἀγράμματος Βουλευτὴς ἐνώπιον ἐπιστημόνων, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἐνταῦθα τὸ Σύνταγμα καταπατεῖται καὶ ἐξευτελίζεται παρὰ τῶν ἐπιστημόνων. Ποῖος νόμος ἢ θεσμὸς τῆς χώρας δίδει εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα, ἐπειδὴ εἴμεθα ἀνεύθυνοι, νὰ ἐπιβάλωμεν χεῖρα ἐπὶ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν; Εἰς οὐδὲν Κοινοβούλιον τῆς Εὐρώπης ἐγένετο τοιοῦτος νόμος. Πρέπει, Κύριοι, πρὸ παντὸς νὰ σεβώμεθα τοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας. Οἱ συμπολῖται ἡμῶν μᾶς ἀπέστειλαν ἐδῶ, ὅπως ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας καὶ προστατεύσωμεν τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ μὴ ἐπεμβαίνωμεν εἰς τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ νὰ ἀφήσωμεν αὐτοὺς ἐλευθέρους νὰ διαχειρίζωνται αὐτὴν ὅπως θέλουν. Ἰδικόν μας καθῆκον εἶναι νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξεύρῃ ἄλλα μέσα καταναλώσεως τῆς σταφίδος, ὅπως δώσωμεν ζωὴν εἰς τοὺς γεωργοὺς ἐκείνους, ὑποστηρίζοντες οὕτω τὸ προϊόν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἀσπάζομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Πετιμεζᾶ περὶ ἀναβολῆς, διότι οὐδὲν δικαίωμα ἔχομεν, ὅπως διὰ τῆς παρακρατήσεως ἐπεμβαίνωμεν εἰς τὴν περιουσίαν καὶ τὸν ἱδρῶτα τῶν πτωχῶν.
§166Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Οἱ προτείνοντες τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐν ᾗ ψυχολογικῇ καταστάσει εὑρίσκονται οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ, νομίζω ὅτι ἀναλαμβάνουσι βαρεῖαν τὴν εὐθύνην ἀπέναντι λαοῦ ἐν τοιαύτῃ ἀγωνίᾳ εὑρισκομένου.
§167Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀντιστρόφως φρονοῦμεν ἡμεῖς.
§168Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὸ ὅτι οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ εὑρίσκονται ἐν ἀγωνίᾳ ὑπερτάτῃ, τὸ γνωρίζει ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν ἀπειραρίθμων τηλεγραφημάτων, ἅτινα καθ’ ἑκάστην ἀποστέλλονται εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὑπεκινήθη τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος· ἐκτὸς ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀναφέρωνται, δὲν εἶναι Ἕλληνες πολῖται, ἢ δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας...
§169Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλ’ ἔχουσι σταφίδα οἱ... (θόρυβος).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
§171Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν, ὁ ὁποῖος ἀνεφέρθη, ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πύργου, ὅστις ἐπίσης ἀνεφέρθη, καὶ ὅλοι οἱ κτηματικοὶ Σύλλογοι. Καὶ ὅταν κατατεθῶσι τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως, καὶ ἀναγνωσθῶσι, τότε θὰ πεισθῆτε, ὅτι ὁλόκληρος ὁ σταφιδικὸς κόσμος συνεταράχθη, ἅμα ὡς ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἀναμένει μετ’ ἀγωνίας τὴν νομοθετικὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ οἱ ζητοῦντες τὴν ἀναβολὴν ἐγκαλοῦσιν ἡμᾶς λέγοντες: «Σεῖς δὲν ἤλθετε νὰ συζητήσητε! ὑπεβάλετε ἓν νομοσχέδιον εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε, καὶ ζητεῖτε νὰ συναρπάσητε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος παρ’ ὑμῶν νομοσχεδίου!» Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν βεβαίως καὶ τὸ θάρρος, ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὴν δύναμιν, νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν τῇ ἐγκρίσει τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῇ ἐγκρίσει τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς. Ἀλλὰ μήπως ἐπετρέψατε εἰς ἡμᾶς νὰ συζητήσωμεν; Ὅτε χθὲς ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, εἶπον πρὸς ὑμᾶς: «Κύριοι συνάδελφοι, ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν ἐδῶ, ἵνα ἐπιβάλωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, ἀλλὰ ἤλθομεν, ἵνα συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀφήσατέ μας λοιπὸν νὰ συζητήσωμεν.» Ὡς ἀπάντησιν δὲ μᾶς ἐρρίψατε τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, ἢ μᾶλλον τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, τὴν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ! Λοιπὸν κατὰ τίνα τρόπον θέλετε νὰ συζητήσωμεν, ἀφοῦ ἡμεῖς θέλομεν νὰ συζητήσωμεν, σεῖς δὲ ὑποβάλλετε προτάσεις ἀναβολῆς καὶ ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας; Ὁ κ. πρόεδρος τῆς σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὸν ὁποῖον ἡμεῖς εἴχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην νὰ ἀναθέσωμεν τὴν προεδρίαν καὶ τὴν φροντίδα, ὅπως συντάξῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι πόρισμα τῆς μελέτης καὶ τῶν συζητήσεων τῆς σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς, εἰσηγούμενος τὴν περὶ τούτου πρότασιν νόμου, ὡμίλησεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν τοὺς λόγους, δι’ οὓς θεωρεῖ, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡμεῖς δὲν ἀποστέργομεν τὴν συζήτησιν· ἡμεῖς εἴμεθα πρόθυμοι νὰ εἰσφέρωμεν τὰ μικρὰ ἡμῶν φῶτα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ν’ ἀντικρούσωμεν ὑμᾶς, ἢ μᾶλλον νὰ πείσωμεν ὑμᾶς, ἀντικρούοντας τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Ὅταν προέλθητε εἰς συζήτησιν τῶν ἄρθρων, θέλομεν πείσει ὑμᾶς, ὅτι τὰ μέτρα τὰ προτεινόμενα δὲν προετάθησαν εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ προετάθησαν, ἵνα σώσωσιν ὄχι μόνον τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, ἀλλὰ καὶ τὴν οἰκονομίαν αὐτὴν τοῦ Κράτους. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς, προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος· ὅταν δὲ ἡ Βουλὴ ἐπαναλάβῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν προταθέντων μέτρων, τότε καὶ ἐγὼ θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι διὰ τῶν μικρῶν μου φώτων θὰ πείσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅτι ὀρθῶς προετάθη τὸ ἄρθρον τοῦ ἀπεριορίστου τοῦ παρακρατήματος.
§172Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε θὰ ἔχητε δίκαιον νὰ τὸ ζητήσητε.
§173Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σᾶς παρακαλοῦμεν λοιπὸν ν’ ἀφήσητε νὰ χωρήσωμεν ἐπὶ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ διὰ τὸν ἄλλον ἀκόμη λόγον, διότι, ὡς πάντες ὑμεῖς γνωρίζετε, οἱ παρακαθήμενοι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, τὰ προβαλλόμενα μέτρα τὰ κυβερνητικὰ ψηφίζονται εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως, εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες προβάλλουσι τὰς τροπολογίας αὐτῶν ἐπὶ τῶν ψηφιζομένων ἄρθρων, καὶ εἰς τὴν τρίτην κυρίως ἀνάγνωσιν γίνεται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑποβεβλημένου εἰς τὴν κρίσιν καὶ ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§174ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο κανών.
§175Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σχεδὸν κανὼν εἶναι, ὅτι τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ψηφίζονται ἀσυζητητί. Ἡμεῖς θὰ δεχθῶμεν τὰς τροπολογίας, ἐὰν προβληθῶσι τοιαῦται, ὑποθέτω δὲ, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ δεχθῇ τὰς τροπολογίας, υἱοθετοῦσα τὸ νομοσχέδιον, διότι τοῦτο δὲν εἶναι προϊὸν τῆς γνώμης ἡμῶν μόνον τῶν ὀλίγων Βουλευτῶν, τῶν συνελθόντων ἵνα καταρτίσωμεν αὐτὸ, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἐξωτερίκευσις ὅλης τῆς λαϊκῆς θελήσεως, εἶναι τὸ ἀπαύγασμα μελέτης καὶ συζητήσεων, ἐπὶ ὁλόκληρον δεκαετίαν καὶ ἐν τῷ Τύπῳ καὶ ἐν τοῖς σταφιδικοῖς Συνεδρίοις καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ γενομένων. Ἡμεῖς λοιπὸν δὲν ἤλθομεν νὰ προβάλωμεν κενὰς ἐννοιῶν θεωρίας. Ὁλόκληρος ὁ σταφιδικὸς πληθυσμὸς κραυγάζει ὑπὸ τὸ κράτος τῆς πείνης καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἐμπόρων, ὁλόκληρος ὁ σταφιδικὸς πληθυσμὸς, ἀλγῶν καὶ πεινῶν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ὑπεδήλωσε διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, οὐχὶ τῶν παρακαθημένων ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἀλλὰ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν συνελθόντων εἴτε ἐν Ἐπιμελητηρίοις, εἴτε ἐν Συλλόγοις οἱοισδήποτε, ὑπεδήλωσε καὶ ὑπέδειξε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα χρήζουσι νομοθετικῆς προνοίας, τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ὑφεστῶτος νόμου περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ παρακρατήσεως. Ἡμεῖς λοιπὸν διερμηνεῖς ἐκείνων γινόμεθα, ἡμεῖς δὲν προβάλλομεν κενὰς θεωρίας, οὔτε θέλομεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, οὔτε ἀξιοῦμεν, ἵνα ἡ γνώμη ἡμῶν ἔχῃ ἀπόλυτον κῦρος ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡμεῖς σᾶς παρακαλοῦμεν, σᾶς ἱκετεύομεν, Κύριοι, ἐν ὀνόματι τοῦ πεινῶντος, τοῦ γυμνητεύοντος λαοῦ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ ἔλθητε νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, καὶ βεβαίως θὰ δεχθῶμεν πᾶσαν γνώμην, ἥτις ἐκ τῆς συζητήσεως ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὀρθή. Μὴ ὠθεῖτε ὅμως αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς, τοὺς πενομένους συμπολίτας ἡμῶν, μὴ ὠθεῖτε αὐτοὺς εἰς τὰ ἄκρα — διότι ἐκεῖ τείνετε νὰ τοὺς ὠθήσητε διὰ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καλαντζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§177Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀσχέτως πρὸς τὴν γενικωτέραν ἰδιότητά μου, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, διερμηνεύων ἰδιαιτέρως τὴν γνώμην τῆς ἰδιαιτέρας μου ἐπαρχίας Ναυπακτίας, τῆς πενιχρᾶς μὲν φύσει, ὑπερηφάνου ὅμως καὶ νομοταγοῦς, ἤθελον βεβαίως, χάριν τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τῆς χώρας, ὑποκύψει εὐχαρίστως εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προφανῶς δημευτικοῦ, ἀντισυνταγματικοῦ καὶ ἐκθέσμου σταφιδικοῦ νομοθετήματος, τοῦ ὑποβληθέντος ἐνώπιον ἡμῶν. Ἀλλ’ ὅτε βλέπω ὅτι οἱ υἱοθετήσαντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἄνδρες κατὰ τὰ ἄλλα διαπρεπεῖς, ἔρχονται καὶ κατηγοροῦσιν ἡμῶν ὡς ἀντιστρατευομένων εἰς τὸ δίκαιον καὶ τὸ νόμιμον, ὡς κωλυσιεργούντων, ὡς φωνασκούντων, βεβαίως ἀναγκάζομαι νὰ ταχθῶ εἰς τὴν ὁμάδα ἐκείνην τῶν συναδέλφων, ἥτις ἀντεπεξέρχεται κατὰ τοῦ ἐκθέσμου, ὡς προεῖπον, νομοθετήματος τούτου. Καὶ ἔχω δίκαιον, μεθ’ ὅλην τὴν ἐκδηλουμένην ἀνησυχίαν ὑμῶν, νὰ χαρακτηρίσω, Κύριοι, ὡς ἔκθεσμον τὸ νομοθέτημα τοῦτο, διότι ἔκθεσμον εἶναι, ὅταν ἀφ’ ἑνὸς ζητῆτε νὰ δημεύσητε τὸν καρπὸν καὶ τὴν περιουσίαν ἐκείνων τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τῆς φύσεως ἔλαβον τὸ προνόμιον τοῦ νὰ παράγωσι καρπὸν πολυτιμότερον καὶ ἐκλεκτότερον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀποκρούητε ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἴσως θὰ συνετέλουν εἰς τὴν ὁριστικὴν καὶ εὐμενεστέραν λύσιν τοῦ ζητήματος, καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι ἐξ ἴσου παράνομα, ὡς φέρ’ εἰπεῖν ἡ προταθεῖσα ἐκρίζωσις μεγάλου μέρους τῶν σταφιδοφυτειῶν.
§178ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐπροτάθη ποτὲ τοιοῦτόν τι.
§179Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὑποβάλλετε νόμον;
§180Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νόμον δὲν ὑποβάλλω ἐγώ, κύριε συνάδελφε. Διάφοροι Βουλευταὶ, ἀγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, ὑπέδειξαν μεταξὺ τῶν ἄλλων μέσων καὶ αὐτό. Ἡ βάσις τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, εἶναι βάσις νομοθετήματος ἀφορῶντος τὰ συμφέροντα τῆς χώρας ὁλοκλήρου, καὶ δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ διαιρώμεθα εἰς τοπικὰ διαμερίσματα, καὶ νὰ περιβάλλωμεν ἔνθεν καὶ ἐκεῖθεν, διατάξεις μεροληπτικὰς, ὑποστηριζούσας τὰ συμφέροντα τῆς Α ἢ τῆς Β ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Κατάδηλον καθίσταται ἐκ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας προέβαλον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὅτι δὲν ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω μονομερῶς τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας μου, ὡς ὑμεῖς πράττετε ὑπὲρ τῶν ἰδικῶν σας, καὶ τὸ πράττετε, ἀναμφισβητήτως, — μονομερῶς καὶ μεροληπτικῶς, — καὶ μᾶς ἀπειλεῖτε καὶ μᾶς ἐκβιάζετε, ὑποδεικνύοντες τὴν ἐξέγερσιν τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Πελοποννήσου, ὑποδεικνύοντες τὰ συλλαλητήρια, ἐπισείοντες διὰ τῆς τυπικῆς δημοσιογραφίας σας καὶ τὴν κάθοδον ἀκόμη μέχρι τῶν Ἀθηνῶν στασιαστικῶς! Βεβαίως ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν, Κύριοι, ὅτι ἐξετράπημεν τῆς εὐθείας καὶ τῆς κεκανονισμένης νομοθετικῆς ὁδοῦ. Θὰ ἤθελον νὰ συζητῶμεν ἀείποτε πατριωτικώτερον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ εἰδικῶς ἐπὶ ζητημάτων τόσον βαρυσημάντου σπουδαιότητος. Ἀλλὰ πρὸς στιγμὴν δὲν παρεξηγῶ ὑμᾶς, ἐνδιαφερομένους, δι’ οὓς λόγους προεῖπον, ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν ὑμῶν· ἀλλ’ ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε, ἤθελον ἐκφέρει ὄχι μομφὴν, διότι βεβαίως θὰ ἦτο βαρεῖα ἡ λέξις, ἀλλά τι παραπλήσιον κατὰ τῶν ἐπιλέκτων ἐκείνων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δὴ τῶν ἀρχηγῶν πάντων τῶν κομμάτων, οἵτινες ἀφίνουσιν ἡμᾶς νὰ διαιρώμεθα εἰς ζητήματα τοιαύτης γενικῆς σπουδαιότητος, καὶ νὰ ὑποστηρίζωμεν μεροληπτικῶς τὰ συμφέροντα τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἐπαρχίας. Θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως πάντες οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἐγερθῶσι καὶ βροντοφωνήσωσιν ἡμῖν «κάτω τὰς χεῖρας!» καὶ θέσωσι πρὸ ἡμῶν τὴν λογικὴν, τὸ δίκαιον, τὴν ἠθικὴν, διότι πάντα ταῦτα εἶναι ἐρείσματα τῶν νόμων καὶ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν θέλω νὰ ἐπιρρίψω μομφὴν κατὰ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, διότι βεβαίως εἶναι βαρεῖα ἡ λέξις, ἀλλὰ δὲν ἀποκρύπτω τὴν λύπην μου, ὅτι ἔπρεπε νὰ δείξωσι περισσότερον πολιτικὸν σθένος, διότι καὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐν τῷ ἐθνικῷ ὁρίζοντι ἐκπροσωποῦσι τὴν ἡμιεπίσημον Πολιτείαν, ἐκπροσωποῦσι τὴν πολιτικὴν κορυφὴν τῆς κοινωνίας, ὡς πρώην ἡγέται τῆς χώρας καὶ ὡς μέλλοντες τοιοῦτοι.
§181Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Νὰ εἴπητε καὶ διὰ τὸν νῦν ἡγέτην.
§182Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κάμνω διακρίσεις, διότι ὁμιλῶ ὡς ἀληθὴς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε εἰς διακοπάς.
§184Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καθὼς σᾶς προεῖπον, ὡς σεῖς ὑποστηρίζετε τὰ συμφέροντα τὰ μονομερῆ τῆς ἐπαρχίας σας, ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ τὸ πράξω, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξα, διότι δὲν ἤθελον ν’ ἀντιστρατευθῶ εἰς τὸ γενικὸν συμφέρον τῆς χώρας, εἰς τὴν βάσιν τῶν νόμων καὶ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ἀποτελεῖ ἡ ἠθικὴ καὶ τὸ δίκαιον. Τὸ γενικὸν συμφέρον εἶναι νὰ μὴ ὑποστηρίζωνταί τινα τῶν διαμερισμάτων τοῦ Κράτους ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἄλλων. Ἀλλ’ ἀναγκάζομαι, ὡς προεῖπον, ἀκριβῶς διότι ἐπιρρίπτετε μομφὴν καθ’ ἡμῶν, ὡς ἀντιστρατευομένων εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, νὰ ταχθῶ εἰς τὴν ὁμάδα ἐκείνην τῶν ἐγκρίτων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἀντεπεξέρχονται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δηλῶ ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐξαλείψητε τὰς δημευτικὰς ἐκείνας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δηλαδὴ τὸ ἀπροσδιόριστον τοῦ παρακρατήματος, δηλῶ ὅτι μετὰ τῆς ὁμάδος αὐτῆς — βεβαίως νομοταγῶς — θὰ πολεμήσω τὸ ἔκθεσμον καὶ ἀντισυνταγματικὸν νομοσχέδιον, μεταχειριζόμενος καὶ τὸ μέτρον τῆς κωλυσιεργίας, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀπολύτως καταδεδικασμένον, πολλάκις δὲ καὶ ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, ὅσοι ἐπὶ πολλὰ ἔτη διετέλεσατε μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἐκάματε χρῆσιν καὶ κατάχρησιν τῶν κωλυσιεργικῶν μέσων, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγορεῖτε ἡμᾶς σήμερον. Βεβαίως, κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης, αἱ κωλυσιεργίαι καταδικάζονται τότε μόνον, ὁπόταν χρησιμοποιῶνται ὡς ἀνήθικα μέσα πρὸς ἄδικον καταπολέμησιν τῶν Κυβερνήσεων ἐκ φιλαρχίας· ὅταν ὅμως αἱ κωλυσιεργίαι ἐκπροσωπῶσιν ἄμυναν κατὰ τῶν ἐκθέσμων διαθέσεων τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, βεβαίως εἶναι ἀσπασταὶ παρ’ αὐτῆς τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης, ὅπως ἐπικυροῖ ἡ ἱστορία τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοβουλίων.
§185ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὥστε κωλυσιεργεῖτε;
§186Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κωλυσιεργῶ, κύριε συνάδελφε, ἀλλ’ ἐγείρω φωνὴν, στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἠθικῆς, ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ καταξεσχίσωσι τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ὑπὲρ ὧν ἔρχονται καὶ κόπτονται ἀκριβῶς αὐτοί, οἱ ὁποῖοι τὸ ἀμαυροῦσιν ἐνώπιον τῆς κοινῆς συνειδήσεως. Ἀκριβῶς λοιπὸν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ἵνα προτάξωμεν νομοταγῶς ὅπλον ἐναντίον ὑμῶν, τῶν οὕτω πως προσπαθούντων δι’ ὑφαρπαγῆς νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτο παράνομον νομοσχέδιον, καὶ δὲν ἀποκρύπτω, ὅτι θ’ ἀσκήσω τοιαύτην ἀντίδρασιν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος τούτου ζητήματος τῆς ἀναβολῆς. Ἐπιφυλάσσομαι δέ, ὅπως ἐν τῇ λεπτομερεῖ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσω τὰς ἰδέας μου εἰδικώτερον.
§187Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐσκόπουν νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ ἀναβολὴ δὲν εἶναι χρήσιμος, ἀλλὰ μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων θεωρῶ περιττὸν, ἀφοῦ ἐπείσθη ἡ Βουλή.
§188Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ματαίως κατηναλώθη τόσος χρόνος εἰς συζητήσεις ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς. Ἐγὼ εἶχον ζητήσει ἀπ’ ἀρχῆς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι πᾶσα πρότασις ἀναβολῆς πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν, καὶ ἐζήτησα νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός, διὰ νὰ μὴ ἀπολεσθῇ εἰς μάτην τόσος χρόνος.
§189Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀπορῶ, πῶς ἐπὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου γίνεται τόση συζήτησις, καὶ προβάλλεται ἐντεῦθεν ἀναβολὴ, καὶ ἀποκρούεται ἐκεῖθεν αὕτη, πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει γνώμην. Πρὸ παντὸς ἄλλου ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος· διότι δὲν πρέπει ν’ ἀποφασισθῇ τι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐκ μόνης τῆς ἀνταλλαγῆς γνωμῶν μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων, εἴτε τῶν ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως εἴτε τῶν κατὰ, χωρὶς νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως· διότι τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἀναμένουσι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι γνώμην κατὰ, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι γνώμην ὑπέρ, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δι’ ἕνα ἢ ἄλλον λόγον δὲν ἐνδιαφέρονται ἀμέσως. Πρέπει λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις διευθύνει τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον σπουδαίου, τὸ ὁποῖον κλονίζει ἢ δύναται νὰ κλονίσῃ τὴν τάξιν, ἐπὶ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀτενίζουσιν ἐναγωνίως τοσοῦτοι πληθυσμοὶ, πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ γνώμην, διότι ἄλλως ματαιοπονοῦμεν συζητοῦντες. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχῃ γνώμην καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀναβολῆς καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς οὐσίας, ματαίως συζητεῖ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τόσας ὥρας, διότι εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα θέλει καταλήξει. Εἶναι ἀδύνατον νὰ σιωπᾷ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοιούτου θέματος, διότι τοῦτο χιλιάκις συνεζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἠσχολεῖτο, πρὶν ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, εἰς μελέτας διαφόρων συστημάτων διοικητικῶν, δικαστικῶν, στρατιωτικῶν, βεβαίως εἶχε τὸν καιρὸν νὰ σκεφθῇ, καὶ ἀναντιρρήτως ἐσκέφθη καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπερ ἐνδιαφέρει οὐ μόνον τὰς σταφιδικὰς ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐν γένει συμφέροντα τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἦτο ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἠξίου — καὶ δικαίως — εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος ν’ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως· ὅτε δὲ προεκλήθη τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡγέτης τότε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἐπὶ τοιούτου θέματος δὲν εἶναι δυνατόν, εἰμὴ νὰ ἔχῃ γνώμην ἡ Κυβέρνησις. Ἐθεώρει τὸ ζήτημα σπουδαιότατον, καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε τότε γνώμην, καὶ ἀπέδειξε τοῦτο· ἀλλ’ ἠθέλησε ν’ ἀφήσῃ ἐλευθερίαν εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ἐδήλωσε, διατὶ ἀπέφυγε νὰ λάβῃ μέρος εἰς αὐτήν· ἔλαβεν ὅμως πᾶσαν πρόνοιαν, ὅπως ἡ συζήτησις διεξαχθῇ κοσμίως, καὶ ἡ συζήτησις ἐκείνη ἐπέφερεν ἀποτέλεσμα· διότι πᾶν ὅ,τι ἐνεργήθη ὑπὲρ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἐγένετο συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἀλλ’ ἤδη βλέπομεν ἀνερμάτιστον τὴν Βουλὴν νὰ φέρηται τῇδε κἀκεῖσε, καὶ ἐγείρονται φίλοι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ζητοῦσι τὴν ἀναβολὴν, καθὼς καὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἄλλοι ζητοῦσιν ἐπίσης τὴν ἀναβολὴν, ἄλλοι δ’ ἀποκρούουσιν αὐτὴν, ἡ δὲ Βουλὴ ἀγνοεῖ, τί πρέπει νὰ πράξῃ. Δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῶμεν, ὅτι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁμιλοῦμεν ἐνταῦθα, ἀγρυπνοῦσιν οἱ πληθυσμοὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἀναμένοντες τί θ’ ἀποφασισθῇ περὶ τῆς τύχης αὐτῶν· καὶ ὅμως φερόμεθα ἀνερμάτιστοι! Ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐκφέρῃ γνώμην οὐ μόνον ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Οὔτε εἶναι πρέπον νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν ἔχει γνώμην περὶ τοῦ θέματος· διότι, ἂν δὲν ἔχῃ, δὲν εἶναι ἀξία τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς καὶ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει. Δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον σπουδαιότερον τοῦ συζητουμένου, ἐφ’ οὗ ἡ Βουλὴ καλεῖται ν’ ἀποφασίσῃ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀναμένω τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα κατ’ αὐτὴν κανονίσω τὴν ψῆφόν μου.
§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς κατέληξεν εἰς πόρισμα. Ἀλλὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα ἀποκαλύπτουσιν, ὅτι ὁ εἰρημένος κ. Βουλευτὴς περιμένει νὰ μάθῃ — καὶ δυσφορεῖ, διότι δὲν τὸ ἔμαθεν ἔτι — ποίαν γνώμην ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ κανονίσῃ καὶ αὐτὸς τὴν ψῆφον αὑτοῦ. Ποίαν εὑρίσκει συνάφειαν τῆς ψήφου ἡμῶν τῶν Ὑπουργῶν μετὰ τῆς ἰδίας αὑτοῦ ψήφου; Θέλει τάχα νὰ μάθῃ, ἂν ἔχομεν γνώμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου σύμφωνον μὲ τὰς διατάξεις αὐτοῦ, διὰ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἀντίθετον; Ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει καλῶς τὰ καθήκοντα αὑτῆς, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς διδασκαλίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιθυμῇ νὰ κατασταθῇ τὸ συζητούμενον θέμα ζήτημα πολιτικὸν, ἢ κάλλιον εἰπεῖν ζήτημα κομματικόν, ἡ Κυβέρνησις δὲν συμμερίζεται τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ ταύτην· ἀποδεικνύουσι δὲ τὴν γνώμην ἡμῶν ταύτην τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Φίλοι τῆς Κυβερνήσεως προβάλλουσι τὴν ἀναβολήν, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀποκρούεται ἡ ἀναβολή, ὑποστηρίζουσιν ὅμως καὶ φίλοι αὐτῆς τὴν ἀναβολήν. Πλανᾶται ὅστις πειρᾶται νὰ ἐκμεταλλευθῇ, ὡς πολιτικὸν ζήτημα, ζήτημα κοινοῦ συμφέροντος, καὶ πειρᾶται νὰ ὠθήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς στάδιον ἀνάρμοστον. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναβολῆς θέλω ἐκφέρει τὴν γνώμην μου, ὅταν ἡ Βουλὴ ἐρωτηθῇ. Δὲν εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, διότι δὲν εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς οὐδενὸς νομοσχεδίου, ἐπιθυμοῦντες νὰ συζητηθῶσι πάντα τὰ νομοσχέδια, ὅσα ὑπεβλήθησαν· οὐδ’ εἴμεθα ὑπὲρ τῆς παρελκύσεως τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ μάλιστα ἀφοῦ παρῆλθον μέχρι τοῦδε τρεῖς μῆνες, ἓν δὲ μόνον ἐψηφίσθη νομοσχέδιον κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο.
§191Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἤκουσα τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, καὶ εὐχαρίστως ἤκουσα τοῦτο, διότι οὐδεὶς εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς. Ἀλλὰ δὲν ἤκουσα τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἐκάκισε, διότι, προκειμένου νὰ δώσω ψῆφον ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ συζητουμένου, ἐζήτησα νὰ κανονίσω τὴν ψῆφόν μου συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἐγὼ, τοῦτο εἰπὼν, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξα ἢ ὅ,τι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἄλλοτε, ὡς ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἰδοὺ τί ἔλεγε συγκεκριμένως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἄλλοτε. (Περίοδος ΙΓʹ Σύνοδος Δʹ, σελ. 262 Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς): «Ὑπέθετον ὅτι δὲν ἤθελε συγκροτηθῆ σήμερον συνεδρίασις, καὶ διὰ τοῦτο ἐβράδυνα νὰ ἔλθω· δὲν γνωρίζω, ἂν οἱ Ὑπουργοὶ ἐδήλωσαν, ποίαν ἔχουσι γνώμην ἐπὶ τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως, μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἡ πρόνοια πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν καθηκόντων τῆς Διοικήσεως. Ἐννοῶ ὅτι ἡ πρωτοβουλία τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὅτι, ὅταν νόμοι προβάλλονται ὑπὸ Βουλευτῶν, οἱ Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ μὴ ἐκφέρωσι τοιαύτην κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως, νὰ ἐπιφυλαχθῶσι δὲ νὰ δηλώσωσι ποίαν ἔχουσι γνώμην κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἔχουσι, νὰ προτείνωσιν ἢ νὰ μὴ προτείνωσιν εἰς τὸ Στέμμα τὴν κύρωσιν τοῦ νομοθετήματος τούτου. Ἀλλὰ τὸ συζητούμενον θέμα τοῦτο ἀφορᾷ παραγωγὴν, ὡς ἀπεκλήθη μάλιστα, ἐθνικὴν, τῆς ὁποίας ἡ τύχη ἐπηρεάζει ὄχι μόνον τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα αὐτὰ τοῦ δημοσίου ταμείου. Λοιπόν, πρὶν ἢ οἱ Βουλευταὶ σκεφθῶσι, ποῖα νὰ προτείνωσι μέτρα, πρὶν ἢ σκεφθῶσιν οἱ ἄλλοι Βουλευταὶ, τίνα νὰ ἀποφήνωνται γνώμην περὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἕτεροι Βουλευταὶ ἤθελον φέρει, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἐξεύρῃ σκόπιμον πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς μέτρον καὶ νὰ προτείνῃ αὐτό· ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς, ποῖον ἐκ τῶν προταθέντων ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν μέτρων κρίνει λυσιτελὲς ἢ προσῆκον, ὅπως ψηφίσωμεν καὶ ἡμεῖς. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι εὑρίσκομαι ἐν ἀπορίᾳ ὄχι μόνον διὰ τὴν παράλειψιν, τὴν ὁποίαν βλέπω ἐν τῇ τακτικῇ, ἣν μετῆλθε τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, ἀλλ’ εὑρίσκομαι ἐν ἀπορίᾳ καὶ διὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν πρέπει τις νὰ ἐκφέρῃ, διότι ἡ γνώμη ἡμῶν δὲν εἶναι πεφωτισμένη ἐκ τῶν παραστάσεων καὶ τῶν κρίσεων τοῦ Ὑπουργείου, ὅσον ἤθελεν εἶναι πεφωτισμένη, ἂν ἠκούομεν τὰς παρατηρήσεις τῶν Ὑπουργῶν...» Τοιαῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ σήμερον ψέγει ἐμὲ, ζητοῦντα ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην του, ἵνα συμφώνως κανονίσω τὴν ψῆφόν μου! Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι ἐγὼ δὲν σκοπῶ νὰ παραιτηθῶ τῆς ἀξιώσεώς μου ταύτης, καὶ ἀναμένω πάντοτε τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτής, ἀνακαλῶν εἰς τὴν ἐνθύμησιν τῆς Βουλῆς τὰς κατὰ τὸ 1894 συζητήσεις, παρέβαλε τὴν ἐνεστῶσαν συζήτησιν πρὸς τὰς συζητήσεις ἐκείνας τοῦ 1894. Ἀλλὰ τὰ ἐνεστῶτα πράγματα διαφέρουσιν ἐκείνων, οὐδ’ ὑπάρχει παραπλησία ἡ περίπτωσις. Νῦν εἴμεθα πρὸ νομοσχεδίου βουλευτικῆς πρωτοβουλίας, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε καὶ συνέταξεν ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν γνώμην αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀκούσῃ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων, καὶ ἔκρινεν ἀναγκαῖα τὰ φῶτα τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἐπειδὴ πᾶσαι αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, ὑπάρχουσι δὲ Βουλευταὶ καταφερόμενοι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἄλλοι δέ εἰσιν ὑπὲρ αὐτοῦ. Δὲν ἀντιλέγομεν πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν πάντων τὰς γνώμας. Διὰ τοῦτο ἀκολουθοῦμεν τὰς συζητήσεις, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, θέλομεν ἐκφέρει τὴν γνώμην μας.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δέκα Βουλευταὶ ὑποστηρίζοντες τὴν ἀναβολήν; (Ἐγείρονται δέκα).
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4.
§196Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διὰ σήμερον.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φωτήλας ἔχει τὸν λόγον.
§198ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Παραιτοῦμαι καὶ ἐγώ. (Μετὰ τοῦτο γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου, γενόμενον 3. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, γενόμενον 4).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου, γινόμενον 5 (ἀναγινώσκεται).
§200Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πρὸ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν τροπολογίαν περὶ προσθήκης ἄρθρου 6, ἔχοντος ὡς ἑξῆς: «Ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων βαρελίων, σάκκων, κιβωτίων καὶ παντὸς εἴδους δοχείων, περιεχόντων σταφιδόκαρπον, σημειοῦται ὁ τόπος τῆς παραγωγῆς· ἂν δὲ ὁ ἐν αὐτοῖς σταφιδόκαρπος ἦναι διαφόρων τόπων παραγωγῆς, σημειοῦται ἐπ’ αὐτῶν σταφιδόκαρπος ἀνάμικτος.» Τὴν τροπολογίαν ταύτην, ὑπογεγραμμένην καὶ ὑπὸ τοῦ ἐκ Πάλλης συναδέλφου κ. Ν. Μαντζαβίνου, καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ ἡ τροπολογία, θὰ διανεμηθῇ καὶ θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 247). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἄρθρον 5. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9, 10, 11 καὶ 15 τοῦ νομοσχεδίου, λαβόντα τὴν θέσιν ἄρθρων 6, 7, 8 καὶ 9).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18 τοῦ νομοσχεδίου, γινόμενον ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§203Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18 μίαν παρατήρησιν.
§204ΦΩΝΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἀφήσατε. Ἐὰν ὑπάρχωσι παρατηρήσεις, νὰ γείνωσι σήμερον, διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§206Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν παρατηρήσεις θεμελιώδεις δι’ ὅλα.
§207Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 18, κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὰς λέξεις «Τὸ τῆς χλωρᾶς σταφίδος, ὡς ἄνω, παρακράτημα δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἄλλον βιομηχανικὸν σκοπόν, εἰμὴ πρὸς παραγωγὴν καθαροῦ ἀποστάγματος» παρακαλῶ νὰ προστεθῇ: «ὑφ’ ἃς μορφὰς ἀναφέρει ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου.»
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὑποβάλητε τροπολογίαν, διὰ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§209Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πολὺ καλά. Τὴν ὑποβάλλω.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 248). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18, ὡς ἄρθρον 10. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 20, 21, 22, 24, 25, 26, 28, λαβόντα τὴν θέσιν ἄρθρων 11–17).
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 29 τοῦ νομοσχεδίου, γινόμενον 18 (ἀναγινώσκεται).
§212Ι. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ. Τὸ ἄρθρον 29 ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νομοσχεδίου. Ἀφοῦ ἐπετρέψαμεν τὴν ἀπόσταξιν τῆς σταφίδος πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος ἢ καθαροῦ ἀποστάγματος, ἐδῶ ἐπιτρέπομεν τὴν ἀπόσταξιν οἰνοπνεύματος καὶ ἐξ ἄλλων ὑλῶν, σύκων, κομάρων, συκομούρων, μήλων, κορομήλων καὶ κερατίων. Ἡ ἀπόσταξις ἐκ τῶν ὑλῶν τούτων εἶναι τοιαύτη, ὥστε δίδει εἰς τὸ προϊὸν τὸ ἐξαγόμενον πρὸς κατανάλωσιν, ἤτοι τὸ κονιάκ, τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι δὲν παράγεται ἐκ σταφίδος, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων ὑλῶν βλαπτικῶν, καὶ διὰ τοῦτο βλάπτεται τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον τοῦ κονιάκ. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη, καὶ νὰ μείνῃ ἡ περὶ ἀποστάξεως οἰνοπνεύματος μόνον ἐκ τῶν προϊόντων τῶν ἀμπέλων καὶ σταφιδαμπέλων.
§213Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης εὑρίσκω ὀρθοτάτην· διότι, ἐὰν θέλωμεν διὰ τοῦ παρακρατήματος νὰ ἐνισχύσωμεν μίαν βιομηχανίαν διὰ τὸ ἐξωτερικόν, — εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι μία μεγάλη βιομηχανία ἤρξατο ἀναφαινομένη καὶ προοδεύουσα ἐπαρκῶς διὰ τῆς ἀγορᾶς τοῦ παρακρατήματος — ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν βιομηχανίαν τοῦ κονιάκ, πρέπει ν’ ἀπαγορεύσωμεν τὴν ἀπόσταξιν οἰνοπνεύματος ἐκ σύκων, κομάρων, συκομούρων, μήλων, κορομήλων καὶ κερατίων, διότι ἡ κονιακοποιΐα ὁμολογουμένως ἀπὸ μιᾶς περίπου δεκαετίας, ἀπὸ τοῦ 1890, ἀναπτυχθεῖσα ἐν Ἑλλάδι, ἤρξατο εὑρίσκουσα ἔδαφος καταναλώσεως ἐν ὅλῃ τῇ Ἀνατολῇ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιτραπῇ ἡ ἀπόσταξις ἐκ σύκων, κομάρων καὶ λοιπῶν, βεβαίως οἱ καταναλωταὶ τοῦ κονιὰκ τοῦ Ἑλληνικοῦ, τοῦ ἁγνοῦ κονιάκ, τοῦ ἐκ σταφυλῆς ἢ σταφίδος ἀποσταζομένου, αὐτοὶ δὲν θὰ παύσωσιν ἔχοντες τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι δὲν εἶναι γνήσιον προϊὸν τῆς ἀμπέλου τὸ κονιὰκ τοῦτο, καὶ ἑπομένως τραυματίζομεν σήμερον τὴν ἐντὸς τῆς προόδου εὑρισκομένην κονιακοποίησιν τῆς σταφίδος. Διὰ τοῦτο εὑρίσκω καὶ ἐγὼ ὀρθὴν τὴν πρότασιν, ὅπως ἐπιτρέπηται ἡ ἀπόσταξις οἰνοπνεύματος μόνον ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν ἀμπέλων καὶ σταφιδαμπέλων. Ὥστε ἡ πρώτη παράγραφος πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἀπαγορεύεται ἡ ἐν τῷ Κράτει ἀπόσταξις οἰνοπνεύματος ἐξ ἑτέρων ὑλῶν, πλὴν τῶν ἐκ τῶν ἀμπέλων καὶ σταφιδαμπέλων.»
§214Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§215ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ζήτημα δὲν ἐγεννήθη ἤδη τὸ πρῶτον, ἐγεννήθη ἀπὸ ἐτῶν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἐπιψήφισιν τοῦ παρακρατήματος εἶχον ἐξαιρεθῆ ὅλα αὐτὰ τὰ εἴδη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποστάζονται οἰνοπνεύματα, ἀλλὰ μετὰ τὸ δεύτερον ἔτος, ὅτε ἐψηφίσθη πάλιν ἡ παρακράτησις, τὸ ζήτημα ἀνεπτύχθη εὐρύτατα, ἐπείσθη δὲ τότε ἡ Βουλή, ὅτι τὸ οἰνόπνευμα τὸ ἐκ τοιούτων εἰδῶν ἀποσταζόμενον δὲν εἶναι κατώτερον, καὶ ἐζήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξαιρεθῶσι, καὶ ἐξῃρέθησαν ὅλαι αἱ ἄλλαι ὗλαι, «πλὴν τῶν ἐκ τῶν ἀμπέλων καὶ σταφιδαμπέλων, τῶν σύκων, κομάρων, συκομούρων, μήλων, κορομήλων καὶ κερατίων.» Ἡ διάταξις αὕτη αὐτολεξεὶ ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ ἰσχύοντι καὶ νῦν τροποποιουμένῳ νόμῳ «περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης».
§216Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἡμεῖς προτείνομεν τὴν τροπολογίαν, ἢ μᾶλλον ἀποδεχόμεθα τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἐκ Μεσσήνης κ. συνάδελφος, ὄχι διότι δύναται νὰ συναγωνισθῇ τὸ οἰνόπνευμα τὸ ἐκ σύκων, κομάρων κλπ. παραγόμενον πρὸς τὸ ἐκ σταφίδος τοιοῦτον, ἀλλὰ διότι, ἀναπτυσσομένης τῆς κονιακοποιΐας ἐν Ἑλλάδι καὶ διαδιδομένης καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, δύνανται οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι «σεῖς οἱ Ἕλληνες δὲν παράγετε κονιὰκ μόνον ἐκ τῆς σταφίδος, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων οὐσιῶν», — πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ παρακωλύσῃ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας ταύτης.
§217Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ δυσφήμησις τοῦ Ἑλληνικοῦ κονιὰκ προῆλθεν, οὐχὶ διότι κατεσκευάζετο κονιὰκ ἐκ σύκων, κομάρων καὶ λοιπῶν ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, ἀλλὰ διότι τὰ ἀποστελλόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κονιὰκ ἐνοθεύοντο κατ’ ἄλλον τρόπον, ἀναμιγνυόμενα π. χ. μὲ κοινὰ καὶ ἀκάθαρτα οἰνοπνεύματα, χρωματιζόμενα καὶ ἀρωματιζόμενα χυδαίως. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ φοβῆταί τις συναγωνισμὸν εἰς τὸ ἐκ σταφίδος κονιὰκ ἐκ τῆς κατασκευῆς οἰνοπνεύματος ἐξ ἄλλων οὐσιῶν. Μᾶλλον πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν τῶν παραγωγῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 29, ὡς ἄρθρον 18. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 33 καὶ 36 τοῦ νομοσχεδίου, λαβόντα τὴν θέσιν ἄρθρων 19 καὶ 20).
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§219ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§220ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ καταθέσω ὑπομνήματα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ μεταξὺ περιῆλθον εἰς ἐμὲ, ὡς πρόεδρον τῆς σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τακτοποιήσεως τῶν ὑπολοίπων διαφόρων ἢ χρηματιστικῶν λογαριασμῶν καὶ διακανονισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896 καὶ ἐφεξῆς καταβληθέντων καὶ καταβαλλομένων.»
§222ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε νὰ κατέλθωμεν ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§224ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὄχι! νὰ μὴ κατέλθωμεν. Ἐγὼ θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§225Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Προτείνω τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι κεκμηκυῖα, καὶ ἡ ὥρα εἶναι δωδεκάτη. Παρακαλῶ δὲ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε περὶ τούτου τὴν Βουλὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις ὑπὸ 15 Βουλευτῶν; (Ἐγείρονται πλείονες τῶν 15).
§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν ἐπιμένουν οἱ κύριοι εἰς ὀνομαστικὴν κλῆσιν, βεβαίως θέλομεν ἀπολέσει τὸν καιρὸν, τὸν ὁποῖον ἠθέλομεν ἐξοδεύσει πρὸς συζήτησιν.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, Κύριοι, νὰ προβῶμεν.
§229Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Διὰ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1901, καὶ ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων τῆς χρήσεως τοῦ 1902» δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 4. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ νομικῶν συμβούλων».
§231ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ ἀναβληθῇ.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως».
§233ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πρόκειται νὰ φέρωμεν τροπολογίαν.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τῶν διὰ τοῦ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς ἐπικρατείας ΒΧΔʹ νόμου τοῦ 1899 προστεθεισῶν θέσεων ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ περὶ ταύτης ΒΤΜΘʹ νόμου».
§235Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 9, κύριε Πρόεδρε, (θόρυβος καὶ διάλογοι).
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον λοιπὸν θὰ τεθῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως ἑνὸς δωδεκατημορίου διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον. Τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον θὰ τεθῇ μετὰ τὰ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν εὑρισκόμενα.
§237Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε.
§238ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι! ὄχι!
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπω ὅτι δὲν ὑπάρχει ὄρεξις δι’ ἐργασίαν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 15′ τῆς νυκτός).