1903.03.08
4,701 rows · 36,473 words · 375 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43
τῆς 8 Μαρτίου 1903.
(Σάββατον).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. παρόντων 128 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὔτε σήμερον κατωρθώθη νὰ συνέλθῃ ἐν ἀπαρτίᾳ. Ποιούμενος χρῆσιν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπιβάλλει τὸ ἄρθρον 55 τοῦ Κανονισμοῦ, παρακαλῶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. κ. Ἀθαν. Μουτσόπουλον, Ι. Καζαμπάκαν, Κ. Χαλκιόπουλον καὶ Γ. Μπαλτατζῆν, ὅπως προσέλθωσι καὶ μετάσχωσι τῶν συνεδριάσεων τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§2ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ποῖα εἶναι τὰ μέλη τὰ μὴ προσερχόμενα;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ τὰ μνημονεύσω.
§4ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Διότι ἡμεῖς οἱ ἐκ τῆς μειονοψηφίας προσερχόμεθα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγνωρίζω, ὅτι τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, τὰ περισσότερα, δὲν προσέρχονται. Δι’ αὐτὸ ἐκάλεσα πρὸς ἀναπλήρωσιν καὶ περισσοτέρους ἐκ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἤτοι τρία μέλη ἐκ τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἓν ἐκ τῆς μειονοψηφίας. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν «Ἑρμοῦ» περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ὡσαύτως ἀναφορὰν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου καταδίκων Ἰωάννου Γιαννοπούλου καὶ Φωτίου Παγιοῦ, αἰτουμένων νὰ τοῖς ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις.
§6Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἂν ἡ Βουλὴ συναινῇ, τὸ ψήφισμα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν μετὰ τοῦ ὑπομνήματος, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω, ὅτι συνοδεύει αὐτὸ, νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον πόρισμα ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει ὑπόμνημα. (Ἀναγινώσκεται τὸ πόρισμα). Ὁ κύριος Ν. Στρᾶτος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§8Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπ’ ὀλίγην ὥραν, ὅπως περιγράψω ὑμῖν κατάστασιν ὀδυνηρὰν, ἔκνομον καὶ, δύναμαι νὰ εἴπω, ὑπερβαίνουσαν τὰ ὅρια τῆς ἠθικῆς, ἐπικρατοῦσαν ἐν τῇ διαχειρίσει δήμου τινὸς τῆς ἐπαρχίας μου. Καίτοι δὲ γνωρίζω, ὅτι ἥκιστα μέγα εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Βουλῆς περὶ τῆς διαχειρίσεως ἑνὸς δήμου τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, τὸ ἐνδιαφέρον ὅμως τοῦτο δύναται νὰ ἦναι μεῖζον, καθόσον ἐν τῇ ἐξεικονίσει ἑνὸς δήμου τῆς ἐπαρχίας Βάλτου ἤθελεν ἴσως ἐμφανισθῆ ἡ εἰκὼν πολλῶν ἄλλων δήμων τοῦ Κράτους. Πρόκειται περὶ τοῦ δήμου Ἀμβρακίας, τοῦ δήμου τῆς πρωτευούσης Βάλτου. Ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ δήμαρχος ἀπὸ τεσσάρων ἐτῶν, ἐκλεγεὶς κατὰ τὰς τελευταίας δημοτικὰς ἐκλογὰς, διατελεῖ ὁ Ἐπαμεινώνδας Καραγιάννης. Ἀφ’ ἧς ὁ δήμαρχος οὗτος ἀνέλαβε τὴν διαχείρισιν τῆς δημοτικῆς περιουσίας δὲν ὑπῆρξε πρᾶξις ἔκνομος, τὴν ὁποίαν νὰ μὴ διέπραξεν. Ἐπικαλοῦμαι τὰ δημόσια ἔγγραφα, ἅτινα συνέλεξα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων στηρίζονται αἱ καταγγελίαι, ἃς ποιήσομαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Εἶναι δὲ τὰ ἔγγραφα ταῦτα: αʹ) ἔκθεσις τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ Ἀντωνίου Ροντήρη, ἐπιθεωρήσαντος τὴν διαχείρισιν τοῦ δήμου Ἀμβρακίας κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· βʹ) ἔκθεσις τοῦ δημοσίου ταμίου Βάλτου, ὑποβληθεῖσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατ’ ἐντολὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καλοῦντος τὸν εἰρημένον ταμίαν, ἵνα προβῇ εἰς ταχίστην εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων παρὰ τοῦ δήμου Ἀμβρακίας εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν· γʹ) ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, υἱοθετήσαντος τὰς τῶν ὑφισταμένων ἀρχῶν καταγγελίας περὶ ἐκνόμων πράξεων ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ δήμου Ἀμβρακίας, καὶ ζητοῦντος τὴν ταχίστην ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς κατὰ τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος. Τὴν ἀφορμὴν διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῶν τελεσθεισῶν ἐκνόμων πράξεων ἐν τῷ δήμῳ Ἀμβρακίας ἔδοσαν ἰδιῶται ἀδικηθέντες, ἔδωκε δὲ πρὸ παντὸς ἡ ληψοδοσία ἡ ἐκκρεμὴς μεταξὺ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου Ἀμβρακίας καὶ τοῦ Δημοσίου, ληψοδοσία ἀνερχομένη εἰς 35,000 δραχμὰς, ἀνεξόφλητος ἔτι παρὰ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι τὸ Δημόσιον προκαταβάλλει διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν εἰς τοὺς δήμους, κρατεῖ δὲ ἐκ τῶν δημοτικῶν εἰσπράξεων, τῶν ἐνεργουμένων παρὰ τῶν δημοσίων ταμείων, τ’ ἀναγκαιοῦντα πρὸς ἐξόφλησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, καὶ τὰ πλεονάσματα ἀποδίδει εἰς τοὺς δήμους. Ἀπὸ τοῦ δήμου Ἀμβρακίας οὐδὲν χρέος τούτου πρὸς τὸ Δημόσιον κατέστη δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ. Διατί; διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι, κατὰ τὴν βεβαίωσιν τῶν ἐπισήμων ἀρχῶν, κατορθοῦσιν ὁ διαχειριζόμενος τὰ τοῦ δήμου Ἀμβρακίας καὶ ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ νὰ μὴ παρουσιάζωσι ποτὲ οὐδὲ λεπτὸν ἐν τῷ δημοτικῷ ταμείῳ. Ἐφεῦρον τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ χρῆμα ἐξαφανίζεται ἀπὸ τὰς ὄψεις τῶν ἀνωτέρων ἀρχῶν, ὥστε πᾶς δανειστὴς τοῦ δήμου, ἢ τὸ Δημόσιον, οὐδὲν ποσὸν δύναται νὰ κατάσχῃ εἰς χεῖρας τρίτου. Ἐν τῇ διακηρύξει τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων ἀναγράφεται, παρὰ τὰς διαταγὰς τῆς Νομαρχίας, ἡ ἁπλουστάτη ρήτρα, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς δύναται νὰ δέχηται πρὸς ἐξόφλησιν τὰ ἐντάλματα τοῦ δήμου. Κατὰ συνέπειαν, ὅταν ἐπιβάλληται κατάσχεσις ὑπὸ τοῦ Δημοσίου παρουσιάζεται ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ, ὡς ἔχων λαμβάνειν ἐξωφλημένα ἐντάλματα ἀντὶ μετρητῶν...
§9ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπιτρέπεται κατάσχεσις;
§10Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἐνοικιαστοῦ καὶ τοῦ εἰσπράκτορος... Κατορθοῦται δ’ οὕτω, ὥστε ὁ μὲν εἰσπράκτωρ νὰ μὴ ἔχῃ ποτὲ λεπτὸν εἰς χεῖράς του, ὁ δὲ ἐνοικιαστὴς νὰ μὴ ὀφείλῃ ποτὲ τίποτε, νὰ ἦναι ἐξωφλημένος! Κατὰ τοιοῦτον τρόπον 35,000 δραχμῶν ὀφειλαὶ εἶναι ἀναγεγραμμέναι βεβαίως εἰς τὰ βιβλία τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ οὔτε εἰσεπράχθησαν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν, ἂν μὴ ληφθῇ μέτρον τι ῥιζικὸν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς διόρθωσιν τῆς καταστάσεως ταύτης. Τονίζω ταῦτα, Κύριοι, διότι ἀποτελοῦσι μίαν τῶν πολλῶν καὶ σπουδαιοτέρων πληγῶν τῆς δημοσίας διαχειρίσεως, δημιουργουμένην ἐκ τῆς διαχειριστικῆς ἀνωμαλίας τῶν κατωτέρων κύκλων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Εἶναι εὔκολον εἰς τὸ Δημόσιον, ὅταν θέλῃ, νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς δήμους διὰ τῆς ἀμέσου ἐποπτείας καὶ κηδεμονίας τῶν νομαρχῶν καὶ τῆς ἐπιστασίας τῶν ταμιῶν, ὥστε τὰ δημόσια ταῦτα ἔσοδα νὰ μὴ χάνωνται. Χάνονται δὲ κατὰ τὸν αἴσχιστον τῶν τρόπων, νοσφιζόμενα παρὰ τῶν δημάρχων καὶ τῶν περὶ αὐτούς. Ἔχω ἐνώπιόν μου τὴν ἔκθεσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Ροντήρη, βεβαιοῦσαν τὰ ἑξῆς γεγονότα...
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ ποίαν ἐποχὴν ἦτο ἐπιθεωρητὴς ὁ Ροντήρης;
§12Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατὰ τὸ 1901... Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ἐπερώτησις ἀφορῶσα τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ὑπὸ τῆς ὑμετέρας Κυβερνήσεως, οὔτε ἡ ἐπερώτησίς μου ἔχει σκοπὸν νὰ ἐλέγξῃ τι γενόμενον ὑπὸ τῆς ὑπὸ τὴν ὑμετέραν προεδρίαν Κυβερνήσεως. Εἶναι ἐξιστόρησις καταστάσεως καὶ ἐπίκλησις ἐκ μέρουν ἐμοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ μέτρα πρὸς διάσωσιν τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δήμων. Λοιπὸν ἓν κονδύλιον ἀρκετὰ προσοδοφόρον διὰ τὸν δήμαρχον Ἀμβρακίας εἶναι τὸ τοῦ φωτισμοῦ. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Ροντήρη, ἣν ἔχω ἐνώπιόν μου, ὁ δήμαρχος Ἀμβρακίας, μὴ δοθέντος εἰς ἐργολαβίαν τοῦ φωτισμοῦ, ἐγένετο ὁ ἴδιος φωτοδότης τοῦ δήμου, προμηθευτὴς τῆς φωτιστικῆς ὕλης καὶ τῶν διὰ τὸν φωτισμὸν χρησίμων. Πάντα τὰ σχετικὰ τοῦ φωτισμοῦ ἐντάλματα ἐξοφλοῦνται διὰ λογαριασμὸν καὶ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ δημάρχου!
§13Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αὐτὸ εἶναι σύνηθες.
§14Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι σύνηθες, ἀλλὰ δὲν εἶναι συνήθη καὶ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα λαμβάνει.
§15Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Προϋπολογισμὸς δὲν ὑπάρχει; Πῶς γίνεται αὐτό;
§16Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τώρα θὰ σᾶς ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Οἱ 13 φανοὶ τῆς πόλεως, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠνάπτοντο κατὰ πᾶσαν ἑσπέραν, ἔχουσι περιεκτικότητα ἐν ὅλῳ μιᾶς καὶ ἡμισείας ὀκᾶς πετρελαίου, ἡ δὲ δαπάνη καὶ ὑπηρεσία τοῦ ἀνάμματος καὶ τοῦ καθαρισμοῦ ἐν γένει αὐτῶν σὺν τῇ ὑπηρεσίᾳ προσέτι τῆς καθαριότητος τῆς πόλεως δὲν ὑπερβαίνει τὰς 40 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ὁ δήμαρχος Ἀμβρακίας, μὴ δοθέντος εἰς ἐργολαβίαν τοῦ φωτισμοῦ τοῦ 1900, ἔλαβε κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 14, 55, 82, 83, 119,155 καὶ 204 χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ἐκδεδομένων ἐπ’ ὀνόματί του, δραχμὰς ἐν ὅλῳ 1800 διὰ τὸν τοιοῦτον τῆς πόλεως φωτισμόν...»
§17Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔξοδα παραστάσεως ἔχει αὐτὸς εἰς τὸν προϋπολογισμόν;
§18Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔχω τὸν προϋπολογισμόν· ἔχω τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρήσαντος τὴν διαχείρισιν τοῦ δήμου ὑπαλλήλου, κύριε συνάδελφε. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «... Σημειωτέον δ’ ὅτι ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθμὸν 155 ἐκ δραχμῶν 300 ἐντάλματι ὁ κ. δήμαρχος καλεῖται χορηγητὴς τῆς ὕλης τοῦ φωτισμοῦ. Διὰ δὲ τὴν καθαριότητα τῆς πόλεως, μὴ διατεθεῖσαν καὶ ταύτην εἰς ἐργολαβίαν, ὁ κ. δήμαρχος, ὡς ἐπόπτης καὶ χορηγητὴς τῆς διὰ τὴν καθαριότητα δαπάνης, ἔλαβε κατὰ τὸ ἔτος 1900 διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθμὸν 13, 54, 76, 77, 120, 121, 122, 170, 171, 175 καὶ 203 ἐνταλμάτων, ἐκδεδομένων ἐπ’ ὀνόματί του, δραχμὰς 999 καὶ λεπτὰ 83, ἤτοι ἐν συνόλῳ διὰ φωτισμὸν καὶ καθαριότητα φαίνονται δαπανηθέντα ὑπὸ τοῦ δημάρχου δραχ. 2,799.83, ἤτοι πολὺ πλέον τοῦ διπλασίου ἢ ὅσον φαίνεται πιθανὸν τὸ διὰ τὰς τοιαύτας ὑπηρεσίας δαπανηθέν. Ἐννοεῖται δ’ ὅτι καὶ διὰ τὰς δαπάνας ταύτας οὐδὲν δικαιολογητικὸν ἐπισυνάπτεται ἐν τοῖς ἐντάλμασι, πλὴν τῆς ἐξοφλητικῆς ἀποδείξεως τοῦ δικαιούχου δημάρχου.» Ὅσον ἀφορᾷ τὴν καθαριότητα ταύτην, ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω τὴν μόνην ἀλήθειαν, ἡ ὁποία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι δυστυχῶς τὴν καθαριότητα τῆς πόλεως Καρβασαρᾶ, ἀντὶ τῶν ὑπηρετῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Δημαρχίας, τὴν ἐνεργοῦσιν οἱ χοῖροι μόνον! Εἶναι οὗτοι τὸ μόνον ὄργανον καθαριότητος ἐν Καρβασαρᾷ. Εἶναι δὲ καὶ ὄργανον ἐντελῶς ἀνέξοδον...
§19ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν φωτισμὸν δὲν ὑπεβλήθησαν προϋπολογισμοί;
§20Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα.
§21ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνεκρίθησαν;
§22Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Δυστυχῶς ἐγκρίνονται. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐλλείψεως τῶν δικαιολογητικῶν. Διότι ἐγκρίνονται οἱ προϋπολογισμοί, ἀλλ’ ἐγκρίνονται εἶτα καὶ οἱ ἀπολογισμοί, καίπερ ἐλλειπόντων τῶν δικαιολογητικῶν. Ἀλλὰ τὸ χειρότερον ὅλων, κύριοι Βουλευταί, εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναγνώσω τώρα. «Ἐκτὸς τούτου», λέγει ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητής, «ἄξιον ἰδιαζούσης σημειώσεως διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πρὸς τὸν δῆμον αἰσθημάτων τοῦ δημάρχου εἶναι, ὅτι, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν βιβλίων στελεχῶν ἐνταλμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1901, ὑπάρχουσιν ἐκδεδομένα τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 97 (ἐκ δραχμῶν 500), ὑπ’ ἀριθμὸν 109 (ἐκ δραχμῶν 500), καὶ ὑπ’ ἀριθμὸν 124 (ἐκ δραχμῶν 500) χρηματικὰ ἐντάλματα ἐπ’ ὀνόματι τοῦ δημάρχου Ἐπαμ. Καραγιάννη ὡς ἐκδοχέως ἀπαιτήσεων τοῦ Ἰωάννου Ἀναγνωστοπούλου καὶ τῆς συζύγου αὐτοῦ Κατήγκως ἐκ δραχμῶν 2,680, μεταβιβασθεισῶν αὐτῷ διὰ τοῦ ἐν ἀντιγράφῳ συναπτομένῳ ὧδε ὑπ’ ἀριθμὸν 225 τῆς 6 Ἰουλίου 1900 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Ἀμβρακίας Σπ. Γαλάνη, ἐν τῷ ὁποίῳ συμβολαίῳ ἡ ἀπαίτησις τοῦ Ἀναγνωστοπούλου χαρακτηρίζεται ὡς ἐπίδικος, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου συμβολαίου ἀναλαμβάνει ὁ δήμαρχος Ἐπαμ. Καραγιάννης νὰ διεξαγάγῃ ἰδίᾳ δαπάνῃ καὶ ἰδίῳ κινδύνῳ τὸν κατὰ τοῦ δήμου Ἀμβρακίας δικαστικὸν ἀγῶνα!...
§23Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ἐκπροσωπεῖ τὸν δῆμον αὐτός;
§24Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποκέντρωσις!
§25Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐκπροσωπεῖ τὸν δῆμον αὐτός! Σᾶς καθιστῶ δὲ γνωστόν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις αὕτη ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ δήμου, καὶ ὁ δήμαρχος, χωρὶς νὰ διεξαγάγῃ ἰδίῳ ὀνόματι καὶ κινδύνῳ δικαστικὸν ἀγῶνα, ἔλαβε τὸ ποσὸν ἀκέραιον. Ἄλλως τε φαίνεται καὶ ἐκ τῶν ἐνταλμάτων...
§26Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὰ ἐντάλματα ἐξεδόθησαν μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν;
§27Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως.
§28Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τότε εἶναι καλά. Ἐπεκυρώθη ἡ πρᾶξις ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου.
§29Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Θὰ ἀκούσητε καὶ ἄλλα. Μὴ μὲ διακόπτετε. «Ἐκτὸς τούτων», συνεχίζει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ροντήρη, «ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἐξάγεται, ὅτι ἐκ μὲν τῶν φόρων ὠνίων καθυστεροῦνται δραχμαὶ 7,499.80, εἰσπραχθεισῶν μόνον δραχμῶν 500, ἐκ δὲ τῶν φόρων ἐμπορευμάτων καθυστεροῦνται δραχμαὶ 6,058, εἰσπραχθεισῶν μόνον δραχμῶν 2,942». Ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου ὠνίων ὡς καὶ τοῦ φόρου ἐμπορευμάτων τοῦ ἔτους 1899 εἶναι ὁ Ἐπαμ. Καραγιάννης, ὁ δήμαρχος Ἀμβρακίας, ὁ ὁποῖος δηλαδὴ καθυστερεῖ ἐν ὅλῳ δραχμὰς 11,115.30...»
§30ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχεται τὸ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ὠνίων ἔσοδον;
§31Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς 15,000 δραχμὰς ἐτησίως, δηλαδὴ ὀφείλεται τὸ ἥμισυ τοῦ ἑνὸς ἔτους καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ ἑτέρου ἔτους· ὀφειλέτης δὲ καὶ ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου εἶναι αὐτὸς ὁ δήμαρχος Ἐπαμεινώνδας Καραγιάννης. Ὁ κύριος αὐτὸς ἦτο ἐνοικιαστὴς ἕξ μῆνας πρὸ τῆς ἐκλογῆς του ὡς δημάρχου, ὅτε δὲ ἐξελέγη δήμαρχος, ἔμεινε καὶ ὀφειλέτης.
§32Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἦναι ἐπισήμως ἐνοικιαστὴς ὁ δήμαρχος.
§33Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ βεβαιοῖ ὁ ὑπάλληλος τοῦ Δημοσίου, ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητής.
§34Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἶναι λάθος.
§35Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι λάθος. Βεβαίως λανθάνεσθε σεῖς, ἀγνοῶν τὰ πράγματα. Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκὼν τῆς καταστάσεως τοῦ δήμου Ἀμβρακίας, τὴν ὁποίαν ἐξεικονίζει ὁ ἐνταλεὶς πρὸς ἐξέλεγξιν τοῦ δημοτικοῦ ταμείου οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς κ. Ροντήρης...
§36Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μήπως ἦτο ἐνοικιαστὴς πρὶν γείνῃ δήμαρχος;
§37Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως ἦτο ἐνοικιαστὴς πρὶν γείνῃ δήμαρχος, ἀλλὰ γενόμενος δήμαρχος ἀφῆκεν ὀφειλήν του πρὸς τὸν δῆμον τὸ ὑπόλοιπον τοῦ φόρου. Δὲν ἠτιάθην ὅτι ἐγένετο ὀφειλέτης, ὢν δήμαρχος. Τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι ἐξακολουθεῖ ὢν ὀφειλέτης 15,000 δραχμῶν.
§38Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι εἶχον δίκαιον;
§39Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Καλούτση, ἔχετε δίκαιον μόνον ὅταν προσέχητε εἰς τὰ λεγόμενα. Ὅταν δὲν προσέχητε, δὲν θὰ ἔχητε ποτὲ δίκαιον. Ζωηρότερον ἐξεικονίζει τὴν κατάστασιν ταύτην ὁ ταμίας Βάλτου, ὁ ὁποῖος προσθέτει καὶ ἕτερόν τι γεγονός· ὅτι, γενομένης τῆς ἐνοικιάσεως τῶν δημοτικῶν φόρων, προσῆλθεν εἰς τὴν ἐνοικίασιν ὡς πλειοδότης ἀξιόχρεώς τις πολίτης ἀντιθέτου πολιτικῆς τοῦ δημάρχου (τοῦ ὁποίου πολίτου ἀγνοῶ καὶ τὸ ὄνομα, οὔτε περιλαμβάνεται τοῦτο ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ταμίου) καὶ προσήνεγκε 3,000 δρ. περιπλέον, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δεκτός, ἄνευ λόγου, καὶ ἐζημιώθη οὕτως ὁ δῆμος δρ. 3,000. Εἰς τοῦτο, Κύριοι, δὲν ἐπιμένω. Τὸ ἀναφέρω μόνον, διότι βεβαιοῦται παρὰ δημοσίου ὑπαλλήλου ἀναφέροντος τὸ γεγονὸς πρὸς τὴν προϊσταμένην του ἀρχήν. Δυνατὸν ὅμως νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐκ πλάνης εἰσεχώρησε τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. ταμίου, καὶ ὅτι μᾶλλον εἶναι ἡ καταγγελία αὕτη προϊὸν εἰσηγήσεώς τινος πρὸς τὸν κ. ταμίαν, ὀφειλομένης εἰς πολιτικὴν ἐμπάθειαν. Ἐπειδὴ δὲ γνωρίζω, ὅτι εἶναι ἀντίθετος τοῦ δημάρχου ὁ πλειοδότης, διὰ τοῦτο ἀντιπαρέρχομαι τὴν καταγγελίαν ταύτην, οὐδ’ υἱοθετῶ αὐτήν. Ἐμμένω δὲ εἰς τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ἀνεπίδεκτα πάσης παρεξηγήσεως ὀφειλομένης εἰς πολιτικὴν ἀντίθετον, εἶναι γεγονότα ἀναμφισβήτητα, βεβαιούμενα ὑπὸ τῶν ἐπισήμων ἀρχῶν, τόσον δὲ βέβαια, ὥστε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, βλέπον προφανῆ τὴν κατάστασιν ταύτην, βλέπον τὴν ζημίαν τὴν ὁποίαν ὑφίσταται τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης, υἱοθετεῖ καταγγελίαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀναφερόμενον πρὸς τοῦτο, καὶ ζητεῖ τὴν ἄμεσον ποινικὴν καταδίωξιν τῶν ὑπαιτίων· ὑπαίτιοι δὲ ὑπῆρξαν ὁ δήμαρχος βεβαίως καὶ ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ, κατὰ τὸν νόμον. Μετὰ τὰ γενόμενα καὶ μετὰ τὴν πρόκλησιν τῆς ποινικῆς δίκης παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο ἑπόμενον, ὅτι ἐπέμβασις τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης ἔπρεπε νὰ λάβῃ χώραν, καὶ τοιαύτη ἐγένετο. Ἀνακριτὴς ἀπεστάλη ἐπὶ τόπου, ὁ ὁποῖος καὶ διεξήγαγεν ἐν τάχει τὰς ἀνακρίσεις, ἀπήγγειλε δὲ κατηγορίαν κατὰ τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος. Ὁ αὐτὸς ἀνακριτής, ἀφοῦ συνεπλήρωσε τὰς ἀνακριτικὰς πράξεις, — εἶναι δὲ εἷς τῶν ἐντιμοτάτων δικαστῶν τοῦ Κράτους, ὁ κύριος Πολίτης, — μόλις μετὰ πάροδον ἔτους ὁλοκλήρου κατώρθωσε νὰ συναγάγῃ συμπεράσματα πλήρη, ἕνεκα τῆς πολλῆς ἐργασίας, ἣν εἶχεν ἐν Μεσολογγίῳ. Ἐξέδωκε συνεπῶς ἔνταλμα συλλήψεως κατ’ ἀμφοτέρων τῶν ὑπαιτίων. Ἀλλ’ ἔρχεται, Κύριοι, τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πλημμελειοδικῶν, ἵνα ἀποφανθῇ τελικῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν εἶχεν ἐνώπιόν του ἔνταλμα συλλήψεως ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος, ἐπὶ ἀπιστίᾳ, ἀπάτῃ, ἰδιοποιήσει, πλαστογραφίᾳ, — μία σειρὰ κατηγοριῶν — δευτέρα σειρὰ κατηγοριῶν, ἐπὶ πλαστογραφίᾳ· τρίτη σειρά, ἐπὶ ζημίᾳ ὑπὸ πραγματογνωμόνων καὶ παραβάσει καθήκοντος καὶ τετάρτη, ἐπὶ ζημίᾳ ὑπὸ πραγματογνωμόνων, παραβάσει καθήκοντος καὶ δωροδοκίᾳ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἅπαντον τοῦ δημάρχου Ἀμβρακίας, ἐκδεδομένον παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πρωτοδικῶν. Λοιπὸν τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν εἶχεν ἐνώπιόν του ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔνταλμα συλλήψεως διὰ τὴν πρώτην σειρὰν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἶχε βεβαίως γνῶσιν, ὅτι ὑπῆρχε καὶ ἄλλη σειρὰ ἀξιοποίνων πράξεων, διὰ τὰς ὁποίας κατηγορεῖτο ὁ εἰρημένος δήμαρχος, καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἡ ἀνάκρισις δὲν εἶχε συμπληρωθῆ ἔτι. Διαφωνεῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς πρὸς τὸν ἀνακριτὴν, καὶ ἔρχεται τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον τὸν μὲν δημοτικὸν εἰσπράκτορα κρίνει ἀπολυτέον προσωρινῶς, διότι ὑπερέβη τὸ 70ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του καὶ ἀσυνειδήτως ὑπέγραφεν ὡς ἐκ τούτου τὰ ὑπὸ ἄλλων συντασσόμενα ἔγγραφα τῆς διαχειρίσεώς του ὡς δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει δὲν εὕρισκε προκυπτούσας ἐπαρκεῖς ἀποδείξεις περὶ δολίας προαιρέσεως, δικαιολογούσης τὴν ποινικὴν καταδίωξιν, καὶ τοιουτοτρόπως ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ ἀναπνέει τὸν καθαρὸν καὶ ζείδωρον ἀέρα, τὸν ὁποῖον παρέχει ὁ Ἀμβρακικὸς τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἔρχεται καὶ διὰ τὸν δήμαρχον, καὶ λέγει ὅτι, «ἐπειδὴ ἡ πρότασις τοῦ Εἰσαγγελέως τυγχάνει νόμιμος, κρίνει προσωρινῶς ἀπολυτέον τὸν κατηγορούμενον Ἐπαμ. Καραγιάννην». Ἄνευ δηλαδὴ οὐδενὸς δικαιολογητικοῦ σπουδαίου κρίνει προσωρινῶς ἀπολυτέον ἄνθρωπον διαχειριζόμενον δημοσίαν περιουσίαν!
§40Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀντιφάσκει.
§41Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μία γνώμη ἀποκρούει τὴν ἄλλην.
§42Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βλέπετε ὅμως, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, τὸ ὁποῖον ἀπαρτίζεται ὑπὸ δικαστῶν ἐντιμοτάτων, — ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, διότι βεβαίως πλάνη ἐνεφιλοχώρησεν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα — ἀπέλυσε καὶ τοὺς δύο. Τοιουτοτρόπως ἔχομεν αὐτοὺς τοὺς δύο κυρίους ἐλευθέρους ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἰουνίου. Καὶ ὁ μὲν δημοτικὸς εἰσπράκτωρ ἀπελύθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κατόπιν ἀναφορᾶς πρὸς τοῦτον τοῦ νομάρχου Αἰτωλοακαρνανίας, στηριζομένης εἰς τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, τὸ θεωρῆσαν αὐτὸν προσωρινῶς ἀπολυτέον ἀπὸ τῆς ποινικῆς καταδιώξεως, ὡς ἀκαταλόγιστον, καὶ παρασχὸν οὕτως αὐτῷ πιστοποιητικὸν σαφὲς διοικητικῆς ἀνεπαρκείας. Ἀπέλυσε, λέγω, τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀνετέθη τότε ἡ εἴσπραξις τῶν δημοτικῶν προσόδων εἰς τὸν παρὰ τῷ ταμείῳ Βάλτου δημόσιον εἰσπράκτορα. Ὁ δὲ κ. δήμαρχος Ἀμβρακίας ἀπελύθη τῶν φυλακῶν Μεσολογγίου, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ δήμου Ἀμβρακίας, διαχειριζόμενος τοῦτον καθ’ ὃν τρόπον καὶ πρότερον, καὶ συγχρόνως παρασκευάζων τὰ μέσα τῆς ἀμύνης διὰ τὴν περαιτέρω ἐξακολούθησιν τῆς κατ’ αὐτοῦ ποινικῆς καταδιώξεως, καὶ ἔχων πλήρη τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δημαρχικοῦ του ἀξιώματος! Τοιουτοτρόπως προστατεύονται τὰ δημοτικὰ χρήματα, καὶ διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐπέμβασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, πρὸς ὃν ἀπηυθύνθην περὶ τούτου δι’ ἀναφορᾶς, ἀλλ’ ἡ ἀναφορὰ ἔμεινεν ἄνευ ἀπαντήσεως παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, αἵτινες πάντοτε, προκειμένου περὶ τοιούτων συμφερόντων, κωφεύουσιν. Ἐπικαλοῦμαι, λέγω, τὴν ἐπέμβασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως διαταχθῇ ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν Μεσολογγίου ν’ ἀποπερατώσῃ τάχιστα τὴν ὑπόθεσιν, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δημαρχεύῃ δήμαρχος κατηγορούμενος ἐπὶ τοιαύταις καταχρήσεσιν, ἢ, ἂν αὗται ὦσι ψευδεῖς, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ παραμένῃ οὗτος ὑπὸ τὸ βάρος τοιούτων κατηγοριῶν, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀποδοθῇ ὑπὸ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν κοινωνίαν ἐντελῶς καθαρὸς δι’ ὁριστικοῦ βουλεύματος...
§43Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἐξεδόθη ἔνταλμα;
§44Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ ἀνακριτὴς ἐξέδωκεν ἔνταλμα συλλήψεως, ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς διεφώνησεν ἄνευ δικαιολογητικοῦ τινος λόγου. Ζητήσας τὴν προσωρινὴν ἀπόλυσιν ὁ Εἰσαγγελεύς, ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν εἶναι πλήρης ἡ ἀνάκρισις. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τάχιστα τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀφοῦ ἕνεκα τοῦ διορισμοῦ ἤδη νέου δημοτικοῦ εἰσπράκτορος διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοτικῶν ἐσόδων θὰ ἦναι δυνατὸν πάλιν νὰ ἐπιβάλωσιν ἐπὶ τῶν χρημάτων τούτων βέβηλον χεῖρα. Ἀλλ’ ἐξευρέθη, Κύριοι, καὶ ἕτερός τις τρόπος ἀφαιρέσεως τῶν κοινοτικῶν πλέον χρημάτων. Ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλωκαρνανίας, ὡς καὶ ἐν τῇ Φωκίδι καὶ ἐν τῇ Λεβαδείᾳ, νομίζω, αἱ κοινότητες ἔχουσιν ἰδίαν κοινοτικὴν περιφέρειαν διὰ τὰς βοσκὰς τῶν ζώων, ἧς τὸ ὑπὸ τῶν τεταγμένων πρὸς ταῦτα ἀρχῶν καθοριζόμενον περίσσευμα ἐνοικιάζεται διὰ δημοπρασίας, διατιθεμένου τοῦ ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως ἐσόδου ὑπὲρ θεραπείας κοινωτικῶν ἀναγκῶν. Ἡ κοινότης Καρβασαρᾶ εἶχεν ἀπὸ τοιούτων ἐνοικιάσεων περίσσευμα δρ. 8000, κατατεθειμένον παρὰ τῷ δημοσίῳ ταμείῳ Βάλτου. Ἐφευρέθη ὅμως τρόπος, ὅπως πτερυγίσωσι 4000 δραχμαὶ ἐκ τούτων εἰς τὰ θυλάκια συμμορίας σχηματισθείσης ἐπὶ τούτῳ. Ὁ τρόπος δὲ οὗτος εἶναι ἁπλούστατος. Ἐχρειάσθη φρέαρ ἐν Καρβασαρᾷ, καὶ ἐγένετο προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης, ἐχρησιμοποιήθη δὲ οἰκόπεδόν τι δημοτικόν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου τὸ φρέαρ ἀνεῴχθη. Ἀφοῦ τὸ ἔργον ἀπεπερατώθη, παρουσιάσθη ἰδιώτης τις, διεκδικῶν τὸν χῶρον ὡς ἀνήκοντα αὐτῷ, καὶ ἀνηνέχθη πρὸς τὸν δῆμον, ζητῶν ἀποζημίωσιν παρὰ τῆς κοινότητος, ὡς παρανόμως καταλαβούσης τὸν χῶρον τοῦτον. Ὁ ἰδιώτης οὗτος τὰ δικαιώματά του ταῦτα ἐξεχώρησε πρὸς ἕτερον ἀντὶ χιλίων δραχμῶν. Συνελθὸν δὲ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὥρισεν ἐκτιμητὰς ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν. Δυστυχῶς μεταξὺ τῶν ἐκτιμητῶν τούτων δὲν προσελήφθη ὁ ἁρμοδιώτερος πάντων, ὁ ἐν Βάλτῳ ὑπηρετῶν μηχανικὸς τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ δύο ἄλλοι, ἀγνώστου προελεύσεως καὶ ἀσήμαντοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο εὐκόλως νὰ δωροδοκηθῶσιν. Ἐγένετο ἐκτίμησις. Καὶ ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα, νομίζετε; Ὅτι ὁ χῶρος ὁ καταληφθεὶς διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ φρέατος ἦτο 250 τετραγωνικῶν μέτρων! (γέλωτες), ἡ δὲ ἐκτίμησις 15 δραχμῶν κατὰ τετραγωνικὸν μέτρον! Ποῦ; Εἰς τὰ κατσάβραχα, εἰς τὸν Καρβασαρᾶν! — διότι, ὅσοι διήλθετε ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, θὰ εἴδετε ποία εἶναι ἡ λωρὶς τοῦ ὁμαλοῦ χώρου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου εἶναι κεκλεισμένη ἡ πόλις τοῦ Καρβασαρᾶ. — Καὶ ὁ χῶρος ὁ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ φρέατος καταληφθεὶς εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅπου περιορίζεται ἡ λωρὶς ἀπὸ τοὺς βράχους, διετιμήθη 15 δραχμὰς τὸ τετραγωνικὸν μέτρον· καὶ τὴν διατίμησιν ταύτην ἐπεκύρωσε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον! Ὁ κ. νομάρχης δὲ, δυστυχῶς, τὴν τελευταίαν στιγμήν, καθ’ ἣν παρουσιάσθησαν πρὸς αὐτὸν οἱ τίτλοι πρὸς ὑπογραφὴν, ὁ κ. Μεσσηνέζης ὑπέγραψε, βιαζόμενος νὰ φύγῃ, χρώμενος ἀδείᾳ· καὶ τὰ χρήματα ταῦτα, 3750 δραχμαί, κατεβλήθησαν εἰς τοὺς μὴ δικαιούχους, διότι δικαιοῦχοι δὲν ἦσαν, ἀφοῦ εἶχεν ἡ ἀπαίτησις ἐκχωρηθῆ ἀντὶ 1000 δραχμῶν. Μετὰ ταῦτα ἔμαθεν ὁ κ. νομάρχης παρ’ ἐμοῦ τὰ γενόμενα, καὶ ἐξήτασε τὴν πρᾶξιν, διέταξε δὲ τὸν μηχανικὸν νὰ ἐνεργήσῃ καταμέτρησιν καὶ ἐκτίμησιν. Ἀπεδείχθη δὲ, ὅτι ὁ καταληφθεὶς χῶρος ἦτο 25 μόνον τετραγωνικῶν μέτρων, ἡ δὲ ἐκτίμησις δρ. 1½ τὸ μέτρον. Οὕτω 3700 δραχμαὶ ἐπτερύγισαν ἐκ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου εἰς τὰ θυλάκια τῆς συμμορίας ἐκείνης! Ὡς ἐκ τούτου ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐπέμβασιν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ Ἐσωτερικῶν, διότι γνωρίζω, ὅτι ἀμφότεροι μετὰ πολλῆς στοργῆς περιέπουσι τὴν ἐνάσκησιν τῶν δημοσίων αὐτῶν καθηκόντων, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωσι τὴν κακοήθειαν ταύτην ἀτιμώρητον. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Περατῶ δὲ τὸν λόγον, ὅπως μὴ ἀπασχολήσω ὑμᾶς περισσότερον, διότι τὸ ἐνδιαφέρον ὑμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ μέγα διὰ καθαρῶς ἐπαρχιακὰ ζητήματα. Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὑποβάλλω ἤδη ἀναφορὰν ἑνὸς καταδίκου, τοῦ Εὐθυμίου Καρακώστα, εὑρισκομένου ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἰθάκης καὶ ἐξαιτουμένου βασιλικὴν χάριν. Συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δι’ ὀλιγίστων λέξεων τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι ἐγένετο θόρυβος καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχιακαῖς ἐφημερίσι, τῷ «Νεολόγῳ Πατρῶν» καὶ τῇ «Πελοποννήσῳ». Κατεδικάσθη οὗτος εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, ἐπὶ φόνῳ κατηγορηθείς. Διατείνεται δὲ, — καὶ ὑπάρχουσι δεδομένα διὰ νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι διατείνεται σπουδαίως καὶ οὐχὶ πρὸς ἐξαπάτησιν τῆς ὑπηρεσίας, — ὅτι κατὰ πλάνην κατεδικάσθη εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, καὶ ἕνεκα τούτου ἐσώθη ἡ κεφαλή του διὰ χάριτος βασιλικῆς, δοθείσης ἐγκαίρως, καὶ ἡ ποινή του μετετράπη εἰς ἰσόβια δεσμά. Ἤδη ἔχει 16 ἔτη εἰς τὰς φυλακάς. Συνέβη δὲ γεγονός τι, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, ἀνεγράφη ἐσχάτως καὶ ἐν ταῖς ἐφημερίσι, καὶ τὸ ὁποῖον δέον νὰ ἐξετάσῃ ἡ δημοσία ὑπηρεσία, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ ἀληθές, φρονῶ ὅτι ὑπάρχει πλῆρες δεδομένον, ὅπως ἡ βασιλικὴ χάρις ἀπονεμηθῇ πλήρης εἰς τὸν κατάδικον τοῦτον. Πρὸ πέντε ἐτῶν ὁ πατὴρ τοῦ καταδίκου τούτου ἀνεκάλυψε διὰ διαφόρων μέσων, ὅτι ὁ υἱός του ἐγένετο θῦμα δικαστικῆς πλάνης καὶ θῦμα πάθους τῶν συγχωρίων του, καὶ κατήγγειλε τρία πρόσωπα, κατὰ τῶν ὁποίων ἔπιπτεν ὑπόνοια, ὅτι εἶναι οἱ πραγματικοὶ δρᾶσται τοῦ φόνου. Ἐγένετο ἀνάκρισις τότε παρὰ τοῦ ἀστυνόμου Βάλτου, κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ πολέμου· ἀλλὰ δυστυχῶς ἔκτοτε ἀπέμεινεν ἐκκρεμὴς ἡ ἀνάκρισις. Ὑπὲρ τοῦ καταδικασθέντος ὅμως βεβαιοῦται καὶ ἕτερον γεγονός. Πρὸ ἡμερῶν ἀπέθανεν ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἰθάκης κάποιος Καραμπᾶς, ὁ ὁποῖος πρὸ τοῦ θανάτου του ἐξωμολογήθη εἰς τὸν ἱερέα ἐνώπιον δύο μαρτύρων. Κατὰ πόσον ἡ ἐξομολόγησις αὕτη εἶναι εἰλικρινής, καὶ ἂν ἐγένετο αὐθορμήτως καὶ οὐχὶ μετὰ παράκλησιν, δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, διότι δὲν ἔχω τίποτε ἐξ οἰκείας πεποιθήσεως νὰ βεβαιώσω. Ἀλλὰ τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἡ ἐξομολόγησις αὕτη ἐγένετο, καὶ ὡμολόγησεν ὁ θνήσκων, ὅτι ὁ πραγματικὸς φονεὺς ἦτο αὐτός. Ἀνεγράφησαν ταῦτα εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ διατάξῃ ἐνέργειάν τινα σχετικήν. Διότι, ἐὰν τὰ περὶ τούτου γραφέντα ἦναι ἀληθῆ, βεβαίως εἶναι σκληρόν, εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 16 ἔτη σήπεται εἰς τὰς φυλακὰς, νὰ ἐξακολουθήσῃ εὑρισκόμενος ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ. Δέον νὰ διαταχθῇ ἀνάκρισις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἡ παράτασις τῆς ἀδικίας εἶναι ὑπερβαλλόντως σκληρὰ διὰ τὸν ἄνθρωπον τοῦτον. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης συγκινεῖται διὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀπὸ τοῦδε. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ υἱοθετήσω τὸ πρᾶγμα, διότι δὲν ἤμην παρών· φρονῶ ὅμως, ὅτι τὰ γενόμενα εἶναι ἀρκούντως ἐνδεικτικὰ, ὅπως προκαλέσωσι τὴν ἐπίσημον αὐτῶν βεβαίωσιν ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς.
§45Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι, ὅτι συγκινεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἄν συνεκινεῖτο, θὰ ἐνεθυμεῖτο ὅτι περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης τὸν παρεκάλεσα πρὸ τινων ἡμερῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἰδιαιτέρως. Ὁμολογῶ, ὅτι τότε παρεδέχθη, ὅτι αἴτησις χάριτος, προβαλλομένη ὑπ’ αὐτοῦ, ἔχει πολλὰ τὰ συνηγοροῦντα. Μοὶ ἐζήτησε μάλιστα νὰ τῷ ὑποδείξω, ποῦ εὑρίσκεται ἡ δικογραφία, ὅπως, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ζητήσῃ αὐτὴν καὶ τὴν μελετήσῃ. Τὰ πράγματα ἔχουσι πραγματικῶς ὡς τὰ ἐξέθεσε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Ἀλλ’ ὅτε ἐζητήθη νὰ μεσολαβήσω παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ζητηθῇ χάρις, μοὶ προσετέθη καὶ τὸ ἑξῆς· ὅτι καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐξέδωκε βούλευμα, ὅπερ ἐδέχθη τὸ βάσιμον τῆς κατηγορίας περὶ ψευδομαρτυρίας τῶν δύο μαρτύρων, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη ἡ καταδίκη, καὶ παρέπεμψεν αὐτοὺς, ὅπως δικασθῶσιν ἐπὶ ψευδομαρτυρίᾳ. Τὸ βούλευμα τοῦτο ἔμεινεν ἄνευ συνεπείας, διότι ἀπέθανον οἱ μάρτυρες, οἱ παραπεμφθέντες ἐπὶ ψευδομαρτυρίᾳ. Τοιουτοτρόπως δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ τελεσιδικία, ἡ ὁποία θὰ ἦτο πλέον ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι τότε θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησιν περὶ χάριτος. Νομίζω ὅμως, ὅτι, καὶ ὡς ἔλαβον χώραν τὰ πράγματα, δὲν στεροῦνται σπουδαιότητος, ἔστω καὶ στηριζόμενα ὑπὸ μόνου τοῦ βουλεύματος. Διότι, προκειμένου πλέον περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουν σήμερον ἐν τῇ ζωῇ, εἶναι ἀρκετὸν τὸ βούλευμα, ἀφοῦ συντελοῦσι καὶ ἄλλα γεγονότα, ὧν γνῶσιν θὰ λάβῃ ὁ Ὑπουργὸς ἐκ τῆς δικογραφίας· ἐλπίζω δὲ καὶ ἐξ αὐτῆς νὰ ἐνθαρρυνθῇ ἔτι μᾶλλον, ὅπως προτείνῃ εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὴν ἀπονομὴν χάριτος. Τὰ πράγματα συνέβησαν ὡς ἐξετέθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος. Ἑπομένως ἀπὸ 16 ἐτῶν εὑρίσκεται ὁ καταδικασθεὶς ἐν ταῖς φυλακαῖς, καίτοι ὑπάρχουν ὑπὲρ τῆς πλάνης τοῦ Δικαστηρίου τὰ δεδομένα, ὅσα ἐξετέθησαν, ὅτι δηλαδὴ ἐπὶ τῇ βάσει ψευδομαρτυριῶν κατεδικάσθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος.
§46Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Γεράκη περὶ τῆς συνεδριάσεως τῆς 29 Νοεμβρίου 1902 τοῦ Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κυρίου Δόγκα περὶ τοῦ ἀστυνομεύοντος ἐν Ὀλυμπίᾳ Γράτσου· — πρόκειται περὶ τοῦ βουλεύματος. — Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Πονηροπούλου περὶ τῆς ποιότητος τοῦ χορηγουμένου ἐν Πύλῳ ἄρτου εἰς τοὺς καταδίκους. Δὲν ἔλαβον τὴν ἀναφορὰν τῶν καταδίκων, ἀλλ’ ἐτηλεγράφησα συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι ὁ ἄρτος ὁ παρεχόμενος ἦτο κακίστης ποιότητος, καὶ ὁ διευθυντὴς τῶν φυλακῶν καὶ ὁ εἰρηνοδίκης, ὁ μένων ἐκεῖ, μοὶ ἀπήντησαν, ὅτι ἀπὸ τῆς 16 Φεβρουαρίου χορηγεῖται εἰς τοὺς φυλακισμένους ἄρτος καλῆς ποιότητος, καὶ οὐδὲν παράπονον ὑπεβλήθη ἔκτοτε, πᾶν δὲ παράπονον αὐτῶν ἤθελεν εἶσθαι ἀβάσιμον. Συμπεραίνω, ὅτι ἡ ἀναφορὰ τῶν φυλακισμένων θὰ ἐγένετο πρὸ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, πρὸ τῆς 16 Φεβρουαρίου. Δὲν γνωρίζω ποία εἶναι ἡ ἀναφορὰ, ὡς εἶπον, διότι τοιαύτην δὲν ἔλαβον.
§47Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον ἐπιστολὴν παρὰ συμπολίτου μου καταδίκου, ὁ ὁποῖος κρατεῖται εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Πύλου, δι’ ἧς μοὶ παρεπονεῖτο, ὅτι τὴν ἡμέραν τῶν Ἀπόκρεω, τὴν τελευταίαν Κυριακὴν, δὲν ἔλαβον οἱ κατάδικοι ἄρτον, διότι εἶχον δηλώσει ἀπὸ τῆς προηγουμένης ἡμέρας, ὅτι τὸν ἄρτον, τὸν ὁποῖον ἔδιδεν αὐτοῖς ἡ ἐπιστασία τῶν φυλακῶν, δὲν ἤθελον τὸν δεχθῆ, διότι περιεῖχε πᾶν ἄλλο συστατικὸν, πλὴν τοῦ σίτου· ἡ ἡμέρα δὲ, ἣν ἀναφέρετε, εἶναι προγενεστέρα τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐγὼ ἔλαβον τὴν ἐπιστολήν.
§48Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ ἔγγραφον τοῦ εἰρηνοδίκου λέγει ῥητῶς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 2326 ἐ. ἔ. ἐγκύκλιος ἐκτελεῖται ἀπὸ 16 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. Ἀπὸ ἐπιούσης δὲ παραλαβῆς παρ’ ἐμοῦ ὑπηρεσίας Εἰρηνοδικείου Πύλου, 17 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ., χορηγεῖται φυλακισμένοις ἄρτος καλῆς ποιότητος, καὶ οὐδὲν παράπονον μᾶς ὑπεβλήθη ἔκτοτε.» Νομίζω, ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη, εἶναι τόσον ἀσφαλὲς, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ πλέον κατάχρησις.
§49Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν γνωρίζω τί θὰ γείνῃ εἰς τὸ μέλλον, γνωρίζω μόνον, ὅτι μέχρι τοῦδε ἐδίδετο τοιοῦτος ἄρτος εἰς τοὺς φυλακισμένους, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἐτρώγετο οὔτε ἀπὸ τὰ κτήνη.
§50Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀμφιβολία, ὅτι τοῦ λοιποῦ ὁ ἄρτος θὰ ἦναι ἀρίστης ποιότητος, ἀφοῦ οἱ ἐργολάβοι ὑποχρεοῦνται νὰ παρέχωσιν ἄρτον τῆς αὐτῆς ποιότητος μὲ τὸν ἄρτον, ὁ ὁποῖος παρέχεται εἰς τοὺς στρατιώτας· ἵνα δὲ γίνηται ἡ ἐξέλεγξις τοῦ ἄρτου καὶ κατὰ ποσότητα καὶ κατὰ ποιότητα, ὁ ἄρτος θὰ παραλαμβάνηται ὑπὸ τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς φρουρᾶς, τοῦ παραλαμβάνοντος τὸν ἄρτον τῆς φρουρᾶς, πρὸ τῆς διανομῆς δὲ εἰς τοὺς φυλακισμένους ὁ ἄρτος οὗτος θέλει ἐπιθεωρεῖσθαι ὑπὸ τοῦ ἀξιωματικοῦ ἢ ὑπαξιωματικοῦ ἀρχιφύλακος. Καταθέτω καὶ τὴν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλα, καὶ τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη εἰς ἀπάντησιν.
§51Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐξ Ἀγρινίου, κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐστάλη μία αἴτησις ἐκ μέρους τεσσαράκοντα καπνοπαραγωγῶν. Τὴν αἴτησιν ταύτην ὀφείλω νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλήν, διότι περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται ἐν αὐτῇ, ἐπείσθην καὶ ἐγὼ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως πρὸ ἡμερῶν, ὅτε μετέβην ἐκεῖ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, πόσον ἐπιτυγχάνει ἡ καπνοφυτεία τοῦ σπόρου τῆς Καβάλλας καὶ τῆς Ξάνθης εἰς τὰ μέρη τοῦ Ἀγρινίου. Ἐφέτος ἔγεινε καλλιέργεια τετραπλασία καὶ πενταπλασία τῆς περυσινῆς, καὶ ἐφέτος ἐπωλήθησαν ὅλα τὰ καπνά· γνωρίζετε δὲ, ὅτι ἡ ἀξία τῶν καπνῶν αὐτῶν δὲν ἔγκειται μόνον εἰς τὴν γῆν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν, διότι δὲν ἀπαιτεῖ μόνον καλλιέργειαν, ἀλλὰ καὶ ἐπιτηδείαν συλλογὴν καὶ συσκευήν. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἡ Κυβέρνησις μετεκαλέσατο δύο εἰδικοὺς ἐκ Καβάλλας, οἱ ὁποῖοι χρησιμεύουσιν ὡς ὁδηγοὶ τῆς καλλιεργείας, τῆς συσκευῆς καὶ τῆς κατεργασίας. Αὐτοὶ οἱ δύο, καίπερ νυχθημερὸν ἐργαζόμενοι, δὲν ἐπήρκουν κατὰ χρόνον, ὅπως ὁδηγήσωσι τοὺς καπνοφυτευτάς. Ἐν τούτοις ἐφέτος λήγει κατὰ τὸν τρέχοντα μῆνα ἡ συμφωνία, ἣν ἔχει κάμει ἡ Κυβέρνησις μετ’ αὐτῶν, καὶ ἀπολύεται ὁ εἷς ἐκ τῶν δύο εἰρημένων ὁδηγῶν, οὕτω δ’ ὑπολείπεται εἷς καὶ μόνον. Καὶ ἀληθῶς εἶδον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅτι ἡ δευτέρα θέσις, δηλαδὴ ὁ ἕτερος ἐξ αὐτῶν τῶν δύο, τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων, διαγράφεται, καὶ αἱ δύο θέσεις περιορίζονται μόνον εἰς μίαν. Διὰ τοῦτο, συνιστῶν τὴν αἴτησιν ταύτην, ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησιν, νομιμωτάτην καὶ βασιζομένην ἐπὶ λόγων, καὶ νὰ προσθέσῃ καὶ τὸν ἕτερον τῶν ὁδηγῶν αὐτῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖος διὰ τὴν συσκευὴν τοῦ καπνοῦ, διότι, ἐπαναλέγω, τὸ ἥμισυ καὶ πλέον τῆς ἀξίας τοῦ καπνοῦ ὀφείλεται εἰς τὴν συσκευὴν αὐτοῦ. Ταύτην τὴν αἴτησιν ὑποβάλλω εἰς ὑμᾶς κύριε Πρόεδρε καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος προσθέσῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ διὰ τὸν ἕτερον τῶν ὁδηγῶν τὸ σχετικὸν κονδύλιον.
§52Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κατὰ τὸ βραχὺ διάστημα, καθ’ ὃ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, μοὶ ἐγένοντο πολλὰ παράπονα, παρετήρησα δὲ πολλὰς καὶ ποικίλας δυσκολίας εἰς τὴν ἐν γένει ὑπηρεσίαν τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους. Ὁ ὀργανισμὸς ὁ διέπων τὴν λιμενικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1834. Καὶ ἐψηφίσθη μὲν νόμος κατὰ τὸ 1887, ὅστις ἐτροποποίησε τὸ Διάταγμα τοῦ 1834, ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν, οὗτος ὅμως ἀφῆκεν ὅλας τὰς οὐσιαστικὰς ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Διατάγματι τούτῳ. Τότε ἡ ἀτμοπλοΐα ἦτο, ἂν ὄχι ἄγνωστος, βεβαίως ὅμως σπανιωτάτη ἐν Ἑλλάδι, οἱ λιμένες δὲ οἱ ἑλληνικοὶ εἶχον ἐλαχίστην κίνησιν, ἑπομένως τὰ καθήκοντα καὶ ἡ δικαιοδοσία τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν ἦσαν λίαν περιωρισμένα, καὶ ὄχι μόνον περιωρισμένα, ἀλλὰ καὶ ἀτελῆ. Τοῦτο ἐπιφέρει πολλὰς καὶ σπουδαίας ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας πάντες ἴσως θὰ παρετηρήσατε, διότι ὁ λιμενάρχης, καίτοι εἶναι ὁ ἀστυνόμος τοῦ λιμένος, οὐδεμίαν κέκτηται ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν καὶ δύναμιν, ὅπως περιστείλῃ τὰς ἀταξίας καὶ τὰ πταίσματα τὰ λαμβάνοντα χώραν εἰς τοὺς λιμένας. Συνάμα ἡ ἐν γένει ἐπίβλεψις καὶ ἡ ἐπιτήρησις τῆς κινήσεως τῆς ναυτιλίας διὰ τοῦ ἀτμοῦ δὲν προβλέπεται ὑπὸ τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, δηλαδὴ ὑπὸ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1834, ὅπερ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἢ μόνον τὴν ἱστιοφόρον ναυτιλίαν. Αἱ ἐλλείψεις αὗται εἵλκυσαν τὴν προσοχὴν καὶ ἐμοῦ, ὡς καὶ ἄλλων προκατόχων μου. Εὗρον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ μελέτην γενομένην ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Ἰταλικοῦ κώδικος, ὅστις παρουσιάζεται καὶ ὡς ὁ τελειότερος σήμερον. Τὴν μελέτην ταύτην ἠθέλησα νὰ χρησιμοποιήσω, ὅπως βελτιώσω τὴν ὑφισταμένην νομοθεσίαν καὶ ἱδρυθῇ ἐν τοῖς λιμέσιν ἀστυνομία, μὴ ὑπάρχουσα σήμερον. Συνέταξα ἑπομένως νομοσχέδιον κατὰ τὰς νεωτέρας βάσεις, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουσιν ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψει μου τὰς ἐλλείψεις τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας. Διὰ νὰ διευκολύνω δὲ τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοθετήματος τούτου, ἔκρινα καλὸν νὰ συμπεριλάβω ἐν αὐτῷ καὶ ἐκ τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξακολουθήσωσιν ἰσχύουσαι, ὅπως ἀποτελεσθῇ οὕτως ἓν μόνον κείμενον νόμου, διέπον τὰ τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ πολλοὺς λόγους, ἀλλ’ ἰδίως διότι θεωρῶ αὐτὸ ὡς ἀφετηρίαν καὶ ὡς πρῶτον βῆμα τῆς Πολιτείας πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας, ὑποβάλλω σήμερον εἰς τὴν Βουλήν, παρακαλῶν αὐτήν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ τὸ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ· μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 220). Ὁ κύριος Χατζῖσκος ἔχει τὸν λόγον.
§54Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς αἰτήσεως τῶν καπνοπαραγωγῶν τῆς πόλεως Ἀγρινίου, τὴν ὁποίαν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς θερμῶς καὶ δικαίως συνέστησεν, οὐ μόνον ἀπορῶ, πῶς ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ μᾶλλον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὁποίου, νομίζω, ὑπάγεται τὸ ζήτημα τοῦτο, οὐ μόνον, λέγω, ἀπορῶ, πῶς προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἑτέρου τῶν ὁδηγῶν πρὸς διδασκαλίαν τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ ἐκ σπόρου τῆς Ξάνθης καὶ τῆς Καβάλλας, ὅστις ἀπό τινων ἐτῶν εἰσήχθη καὶ καλλιεργεῖται λίαν ἐπιτυχῶς ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐκφράζω συνάμα καὶ τὴν λύπην μου, πῶς, ἐνῷ πρόγραμμα τῆς ἡμετέρας πολιτικῆς ἦτο νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν παραγωγὴν τὴν ἐθνικὴν διὰ παντοίων μέσων, ἐρχόμεθα σήμερον, καὶ ἀντὶ νὰ αὐξήσωμεν τὰ μέσα πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς, ἀντὶ νὰ μετακαλέσωμεν καὶ ἄλλους εἰδικοὺς ὁδηγοὺς πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς καλλιεργείας τοῦ πολυτίμου τούτου προϊόντος ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, προβαίνομεν εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν δύο ὁδηγῶν, τῶν πρὸς καλλιέργειαν, συλλογὴν καὶ συσκευὴν τοῦ καπνοῦ προσληφθέντων, καὶ τοῦτο χάριν εὐτελοῦς οἰκονομίας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, συμφώνως πρὸς τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, οὐ μόνον δὲν πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἑνὸς τῶν ὁδηγῶν τούτων, ἀλλὰ τοὐναντίον ὀφείλει νὰ μετακαλέσῃ καὶ ἄλλους εἰδικούς, ὅπως χρησιμοποιήσῃ αὐτοὺς εἰς τὰς διαφόρους καπνοπαραγωγοὺς ἐπαρχίας πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς καπνοφυτείας, τῆς ἐκ τοῦ σπόρου τῆς Ξάνθης καὶ τῆς Καβάλλας προερχομένης, διότι βεβαίως αὕτη ἡμέραν τινὰ θέλει ἀποβῆ λίαν προσοδοφόρος. Διὰ τοῦτο ἤθελον συστήσει εἰς τοὺς ἁρμοδίους, ὅπως λάβωσι τὰ ἀπαιτούμενα ὑπὸ τῆς ἀνάγκης μέτρα, καὶ οὐ μόνον νὰ μὴ προβῶσιν εἰς τοιαύτας οἰκονομίας, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ δαπανήσωσι πολὺ περισσότερα, συμφώνως πρὸς ὅσα λέγουσι, πρὸς ἐπικράτησιν τῆς ἀρχῆς τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς.
§55Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ Αἰγίνης μοὶ ἀπεστάλη ἀναφορὰ ἕνδεκα καταδίκων, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι διαμένουσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς πλέον τῶν 20 ἐτῶν (17, 19, 20, 21 καὶ 22 ὅλα ἔτη), ἕνεκα δὲ τῆς μακρᾶς ἐν ταῖς φυλακαῖς καθείρξεώς των νομίζουσιν, ὅτι εἶναι περίστασις πλέον ν’ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτοὺς βασιλικὴ χάρις. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸν ὁποῖον συνιστῶ τὴν ἀναφοράν, νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν του.
§56ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§57Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι θὰ λάβῃ γενικὸν μέτρον, προκειμένου περὶ τῶν καταδίκων τῶν πασχόντων ἀπὸ νοσήματα ἀνίατα, καὶ τῶν ἐχόντων ἐκτίσει τὴν ποινὴν αὐτῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, προσμετρουμένου τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεώς των. Τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔχων ὑπ’ ὄψει, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ἢ μᾶλλον θὰ συστήσω αὐτῷ δύο συμπολίτας μου, οἱ ὁποῖοι πρὸ τριῶν καὶ ἐπέκεινα μηνῶν ἐξέτισαν τὴν ποινήν των.
§58Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἔχουν ἐκτίσει τὴν ποινήν των, βεβαίως ἡ ὑπηρεσία θὰ ἔχῃ γνῶσιν, καὶ θὰ περιλάβῃ καὶ αὐτοὺς εἰς τὸ σχετικὸν Διάταγμα.
§59Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν ἔλαβε γνῶσιν. Ἐδημοσιεύθη ἓν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπονέμεται χάρις εἰς 39 καταδίκους πάσχοντας καὶ ἐκτίσαντας τὴν ποινήν των μὲ τὴν προφυλάκισιν,—ὀρθὸν καὶ εὐεργετικὸν τὸ μέτρον,—ἀλλ’ ἐν τῷ Διατάγματι τούτῳ δὲν ὑπάρχουσι τὰ ὀνόματα τῶν καταδίκων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων κάμνω τὴν σύστασιν.
§60Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θὰ δημοσιευθῇ καὶ ἄλλο Διάταγμα.
§61ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁμοίαν σύστασιν ἔχω νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ, ἣν καὶ ἰδιαιτέρως χθὲς ἔκαμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Πρόκειται περὶ ἑνὸς Παντελάκη, καταδικασθέντος εἰς 20 ἐτῶν πρόσκαιρα δεσμὰ, ὁ ὁποῖος διατελεῖ ἐν ταῖς φυλακαῖς ὑπὲρ τὰ 20 ἔτη, ὑπολογιζομένου καὶ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν, ὅπως καὶ εἰς αὐτὸν ἀπονεμηθῇ χάρις διὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς αὐτοῦ, κατὰ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη.
§62Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§63ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸν χαρακτηρισμὸν, ὃν ἔδωκεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς χάριτος, ὁμολογῶ. Ἀλλ’ ἐγὼ ὡμίλησα περὶ εἰδικῆς περιπτώσεως, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος καὶ προτείνει τὴν ἀπονομὴν τῆς χάριτος, καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετικὸν μέτρον. Ἐψηφίσθη ἄλλοτε νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου προσμετρεῖται ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως εἰς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς, ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐφηρμόσθη, ὡς ἔπρεπεν, ἐφ’ ὅλων τῶν καταδίκων, ἐφηρμόσθη μόνον, καθ’ ἑρμηνείαν πρόχειρον, ἐπὶ τῶν καταδικασθέντων μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου. Ὑπάρχουσι δὲ κατάδικοι, οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν ὡς ὑπόδικοι ἐπὶ τρία καὶ τέσσαρα ἔτη πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ληφθῇ καὶ περὶ αὐτῶν μέτρον τι, καὶ διὰ τοῦτο εἴπομεν καὶ παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δικογραφίαν καὶ προτείνῃ τὴν βασιλικὴν χάριν. Ἐὰν δ’ ᾖναι ἀνάγκη, νὰ ληφθῇ καὶ νομοθετικὸν μέτρον.
§64Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Αἱ συστάσεις αἱ γενόμεναι ὑπὸ Βουλευτῶν ἐγένοντο ὑπὲρ καταδίκων πασχόντων ἀπὸ νοσήματα ἀνίατα καὶ ἐκτισάντων τὴν ποινήν των, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως. Δυστυχῶς ὁ νόμος περὶ προσμετρήσεως τοῦ χρόνου τῆς ὑποδικίας εἰς τὴν ποινὴν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος, δὲν ἔλαβεν ἀναδρομικὴν δύναμιν. Μεταξὺ δὲ τῶν τοιούτων καταδίκων ὑπάρχουσι καὶ ἐκεῖνοι, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας ὡμίλησεν ἀκαδημαϊκῶς περὶ τοῦ προνομίου τῆς χάριτος. Ἀλλ’ ὑπάρχουσί τινες ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν τῷ πρώτῳ καὶ τῷ δευτέρῳ σταδίῳ τῆς φυματιώσεως, εἶναι δὲ ἀπάνθρωπον νὰ ἀφήσωμεν αὐτοὺς ν’ ἀποθάνωσιν εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ νὰ μεταδώσωσι τὸ νόσημα καὶ εἰς τοὺς περὶ αὐτούς. Ὅσοι λαμβάνουσι βασιλικὴν χάριν ἕνεκα φυματιώσεως, τὴν λαμβάνουσι κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ ἐξόχου στρατιωτικοῦ ἀρχιάτρου κ. Μανούσου, γνωστοῦ εἰς τὴν Βουλήν· εἶναι δὲ τοιαῦται αἱ γνωμοδοτήσεις αὐτοῦ, ὥστε εἰς οὐδένα δύνανται νὰ δώσωσιν ἀφορμήν, ὅτι θὰ διαπραχθῇ ἀδίκημα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐθίχθη τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἄλλοτε συνέστησεν. Ὑπάρχουσι πολλοὶ κατάδικοι πτωχοί, στερούμενοι ἀκινήτου περιουσίας, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν ἔκτισιν τῆς ποινῆς αὐτῶν μεταφέρονται εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακάς, ὅπου παραμένουσιν ἐπὶ χρόνον μακρόν.
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τέσσαρας μῆνας.
§66Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ γνωρίζω συμπολίτην μου, ὁ ὁποῖος ἔμεινε δύο ἔτη εἰς τὰς φυλακὰς τὰς πολιτικάς.
§67Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνίοτε τὰ ποινικὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 1500 δραχμὰς, καὶ οἱ ὀφειλέται κατάδικοι προτιμῶσι νὰ μένωσιν εἰς τὰς φυλακὰς παρὰ νὰ πληρώσουν.
§68Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἔχω τοιούτους συμπολίτας πενεστάτους, οἱ ὁποῖοι μένουν εἰς τὰς φυλακάς· ὑπάρχουσι δὲ δυστυχῶς δήμαρχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δίδουν πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης, διότι συνέβη εἴτε οἱ συγγενεῖς τῶν καταδίκων εἴτε καὶ αὐτοὶ οὗτοι νὰ ἔχωσιν ἀντίθετα πρὸς τὸν δήμαρχον πολιτικὰ φρονήματα.
§69Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ὁ δήμαρχος πρέπει νὰ πιστοποιήσῃ πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ὅτι δὲν ἔχουν περιουσίαν οὔτε εἰς ἄλλο μέρος τοῦ Κράτους.
§70Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν μου, ὅτι πρέπει νὰ βεβαιώσῃ ὁ δήμαρχος, ὅτι οὐδαμοῦ τοῦ Κράτους ἔχουσιν οἱ τοιοῦτοι περιουσίαν. Ἐν ταῖς φυλακαῖς Κυπαρισσίας, ἃς ἐπεσκέφθην, εὗρον τοιούτους ὀκτὼ καταδίκους συμπολίτας μου. Ἡ ἀτέλεια εἶναι ἐν τῷ νόμῳ, καὶ διὰ τοῦτο ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προτείνῃ μέτρον νομοθετικὸν περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου, καὶ ἀνάγκη νὰ σπεύσῃ εἰς τοῦτο. Ἐπίσης παρακαλῶ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὸ Δημόσιον πληρώνει διὰ τὴν διατροφὴν τῶν καταδίκων αὐτῶν, δὲν ἔχει δὲ νὰ κερδίσῃ τίποτε, διότι αὐτοὶ δὲν πληρώνουν τὰ δικαστικὰ ἔξοδα ἐξ ἀδυναμίας, καὶ διότι οὐδαμοῦ ἔχουσι κινητὴν ἢ ἀκίνητον περιουσίαν, καὶ μένουσιν εἰς τὰς φυλακὰς ὡς διαρκὴς ἑστία μεταδόσεως τῆς νόσου, καίτοι ἔλαβον βασιλικὴν χάριν, θὰ παρακαλέσω, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ διὰ τοὺς τοιούτους καταδίκους τοὺς ταμίας νὰ ἀφίνωνται ἐλεύθεροι, καὶ κατόπιν διὰ τῶν δημοσίων ὀργάνων νὰ εἰσπράττωνται τὰ ὀφειλόμενα. Ἔχω δὲ γεγονὸς πρόσφατον. Ἐδόθη βασιλικὴ χάρις εἰς ἕνα πάσχοντα ἐκ φυματιώσεως, Διονύσιον Ψυχούλαν ὀνόματι, ὁ ὁποῖος μετηνέχθη εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακάς, Κύριος δὲ οἶδε πότε θὰ ἐξέλθῃ, ἐὰν δὲν προσαγάγῃ πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης.
§71Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Κρατεῖται διὰ χρέη.
§72Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶμαι σύμφωνος· διὰ χρέη κρατεῖται· ἀλλ’ αὐτὸς ἔλαβε βασιλικὴν χάριν, διότι πάσχει ἐκ φυματιώσεως· ὡς πενέστατος δέ, δὲν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀποτίσῃ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, διότι δὲν ἔχει μὲν ἀκίνητον περιουσίαν, ἀλλὰ δὲν δύναται καὶ νὰ λάβῃ πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου, διότι δὲν εἶναι φίλος του πολιτικός. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον νομοθετικόν, κυρίως ὡς πρὸς τὴν διάταξιν, ὅτι οἱ τοιοῦτοι ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου οὐδαμοῦ τοῦ Κράτους κέκτηνται ἀκίνητον περιουσίαν. Ποῖος δήμαρχος δύναται νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο; Καὶ ἐγὼ βεβαίως, ἐὰν ἤμην δήμαρχος, δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ τὸ βεβαιώσω. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ φιλάνθρωπον ἀπόφασιν περὶ τούτου. Θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ παρίδῃ ὁ κύριος Πρόεδρος, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ, ὅτι σήμερον εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς εὑρίσκονται οἱ ὀφείλοντες π. χ. εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, οἱ δυστυχεῖς δὲ οὗτοι τρέχουσι τὸν κίνδυνον, συγχρωτιζόμενοι μετὰ τῶν διὰ βασιλικῆς χάριτος ἐξελθόντων ἐκ τῶν ποινικῶν φυλακῶν φυματιώντων, νὰ λάβωσι καὶ αὐτοὶ τὸ μόλυσμα τῆς φοβερᾶς ταύτης νόσου.
§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὰς ἰσχυούσας διατάξεις τοῦ νόμου, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον νὰ διακρίνωμεν τὰ θέματα ἀπ’ ἀλλήλων. Καὶ ἂν μὲν ὑπάρχῃ κενὸν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, τότε νὰ πληρῶμεν τὸ κενὸν αὐτὸ, ἢ ἂν ὑπάρχῃ διάταξις χρῄζουσα τροποποιήσεως ἢ βελτιώσεως, νὰ φροντίζωμεν περὶ βελτιώσεως αὐτῆς· ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ κενὸν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, νὰ φροντίζωμεν, ὅπως ἡ διοίκησις ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της. Ταῦτά εἰσι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τι.
§74Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τότε μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἔχω ὡρισμένον θέμα· ὅτι δηλαδὴ ἀπενεμήθη βασιλικὴ χάρις εἰς ἕνα κατάδικον πάσχοντα ἐκ φυματιώσεως, ὅτι ὁ κατάδικος οὗτος μετηνέχθη εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς, ἵνα ἀποτίσῃ τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέος αὐτοῦ, ἤτοι τὰ δικαστικὰ ἔξοδα.
§75Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐβεβαίωσε χθὲς τὴν Βουλὴν, ὅτι πλαγίως θὰ κατορθώσῃ νὰ ἀπολυθῶσι.
§76Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πῶς;
§77Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Νὰ δώσῃ διαταγὴν εἰς τοὺς ταμίας νὰ μὴ καταβάλωσι τὴν διατροφὴν, καὶ οὕτω θ’ ἀποφυλακισθῶσιν (ἱλαρότης).
§78ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§79Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ δώσῃ τοιαύτην βεβαίωσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§80ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν δύναται νὰ δώσῃ.
§81Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Αὐτὸς ὅμως ὁ φυματιῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ βεβαιῶ ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἀδυνατεῖ ἀπολύτως νὰ καταβάλῃ τὰ ἔξοδα, μετηνέχθη εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς Κυπαρισσίας, αἵτινες ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἓν καὶ μόνον δωμάτιον, ἐν τῷ ὁποίῳ κρατοῦνται περὶ τοὺς εἴκοσιν.
§82Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὀγδοήκοντα!
§83Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὀγδοήκοντα, ὡς, ἐπανορθῶν ὅσα λέγω, βεβαιοῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας. Εἶναι δίκαιον, ἐρωτῶ, εἶναι φιλάνθρωπον νὰ τρέχωσιν οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι τὸν κίνδυνον νὰ λάβωσι τὸ νόσημα τῆς φυματιώσεως, διότι ἡ Πολιτεία δὲν δύναται νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἑνὸς καταδίκου, ὑποστάντος τοιοῦτον ἀτύχημα ἐν ταῖς φυλακαῖς κατὰ τὴν ἔκτισιν τῆς ποινῆς του; Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγον ἐγὼ, δὲν εἶναί τι ἀσύλληπτον, καὶ φρονῶ, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἦναι δυνατὴ ἡ ἀποφυλάκισις αὐτοῦ τοῦ φυματιῶντος καταδίκου, πρέπει τουλάχιστον νὰ διατάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν Εἰσαγγελέα ν’ ἀπομονώσῃ τὸν φυματιῶντα αὐτὸν εἰς οἱονδήποτε οἴκημα τῆς Κυπαρισσίας.
§84ΕΥΑΓΓ. ΚΑΝΑΒΑΡΙΩΤΗΣ. Ἔχετε πολὺ δίκαιον εἰς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχει κενὸν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ ὑπὲρ αὐτῶν τῶν καταδίκων ἢ πολιτικοκρατουμένων, δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἡμεῖς πρότασιν νόμου, συμπληροῦσαν τὴν ἀτέλειαν τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Καὶ ἐπειδὴ σεῖς δὲν εἶσθε νομικὸς, παρακαλῶ νὰ ἔχητε ὑπομονὴν, μετά τινας ἡμέρας νὰ τὴν φέρω ἐγώ.
§85Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εὐχαριστῶ πολὺ, ἀλλὰ μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἡ ὁποία οὐδέποτε θ’ ἀνατείλῃ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐνοικιάσῃ ἓν δωμάτιον καὶ μεταφέρῃ αὐτὸν τὸν δυστυχῆ ἐκεῖ.
§86Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐπειδὴ τοὺς νόμους οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὔτε ἄλλος τις δύναται νὰ παραβῇ, φρονῶ ὅτι δύναται νὰ γείνῃ ἄλλο τι. Ὑπάρχει ἡ διάταξις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσιν τῶν κρατουμένων διὰ χρέη εἰς τὰς φυλακάς· ἀλλ’ ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο νὰ δώσῃ διαταγὴν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ καταβληθῇ ἡ δαπάνη τῆς διατροφῆς διὰ τοὺς τοιούτους κρατουμένους δι’ ἔξοδα δικαστικά. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θεραπεύεται καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ κακὸν τοῦτο.
§87Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, εἶναι καταστρατήγησις τοῦ νόμου· αὐτὰ τὰ πράγματα ἠμπορεῖ νὰ γείνωσιν, ἀλλὰ δὲν λέγονται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς.
§88Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οὔτε λέγονται, οὔτε γίνονται.
§89Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Αὐτὸ εἶναι οἰκονομία τοῦ νόμου, δὲν εἶναι καταστρατήγησις τοῦ νόμου. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν περίστασιν προεῖδεν ὁ νομοθέτης, καὶ ὥρισε τὴν διάταξιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου.
§90ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἀνακινήσεως τοῦ ζητήματος τούτου θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν παράκλησίν μου. Ἐὰν ἡ ἀπονομὴ τῆς βασιλικῆς χάριτος εἶναι τῳόντι πρᾶξις κατ’ ἐξοχὴν φιλάνθρωπος καὶ δικαία διὰ πάντα κατάδικον κριθέντα ἄξιον αὐτῆς, πολλῷ μᾶλλον εἶναι τοιαύτη δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐγκλημάτησαν εἰς ἐποχὴν ἀνώμαλον. Τοιοῦτοι δὲ εἶναι οἱ Θεσσαλοὶ κατάδικοι, οἱ ὁποῖοι ἐγκλημάτησαν κατὰ τὰς περιστάσεις τοῦ ἔτους 1878, μεταξὺ δὲ αὐτῶν ὑπάρχει καί τις ἱερεύς. Δι’ αὐτοὺς τοὺς ἐγκληματίας παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια ταχίστη.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἱερομνήμων ἔχει τὸν λόγον.
§92Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐγένετο μακρὸς λόγος περὶ τῶν φυματιώντων ἐν ταῖς φυλακαῖς. Τὸ ζήτημα δέον νὰ ἐξετασθῇ διττῶς. Πρῶτον, ἐὰν πρέπει οἱ φυματιῶντες νὰ παραμένωσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἢ νὰ λαμβάνωσι χάριν καὶ ἐξέρχωνται εἰς τὴν κοινωνίαν, ἵνα μὴ μολύνωσι καὶ τοὺς ἄλλους φυλακισμένους. Τὸ πρῶτον ζήτημα, ἐὰν πρέπει νὰ παραμένωσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἐξητάσθη διττῶς ὑπὸ ἑτέρων συναδέλφων εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν. Ἡ πρώτη γνώμη προῆλθεν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας βουλευτὴν κ. Πολίτην, ἡ δευτέρα ἀπὸ τὸν πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν κ. Τοπάλην. Ὁ ἐκ Κερκύρας κ. Βουλευτὴς ἀνέφερε καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ Κράτος δὲν εὑρίσκεται ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς κατάστασιν νὰ λάβῃ μέτρα τελικὰ περὶ τῶν φυματιώντων ἐν ταῖς φυλακαῖς, δέον νὰ ἀπομονῶνται οὗτοι ἐν αὐταῖς ταῖς φυλακαῖς, λαμβανομένων ὅλων τῶν μέσων τῆς προφυλάξεως διὰ τῆς ἀπολυμάνσεως· ὁ δὲ ἀξιότιμος πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀνέφερε τὴν ὡραίαν καὶ σωτήριον ὄντως ἰδέαν τῆς ἱδρύσεως φθισιατρείου τῶν φυλακισμένων. Τὸ ζήτημα τῆς φυματιώσεως ἐν τε ταῖς φυλακαῖς καὶ τῇ κοινωνίᾳ εἶναι ζήτημα ὑψίστης σπουδαιότητος. Τὸ Κράτος δὲν εὑρίσκεται βεβαίως σήμερον εἰς κατάστασιν νὰ ἱδρύσῃ φθισιατρεῖα τῶν φυλακισμένων, ὅπως ἀπομονῶνται ἰδιαιτέρως οἱ ἐκ τούτων πάσχοντες, καὶ λαμβάνωνται οὕτως ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα τῆς ἀπομονώσεως καὶ ἀπολυμάνσεως· ἀλλὰ καὶ ἡ ὁδὸς, ἥτις ἐξελέγη, ἡ τῆς ἀπονομῆς βασιλικῆς χάριτος, εἶναι, κατ’ ἐμὲ, οὐχὶ ὀρθή. Ἀφίνω τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν, ἀφίνω τὸ ζήτημα τῆς ὁδοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἐλευθέρως θὰ ἐξέρχωνται οἱ φυλακισμένοι, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς μεταδόσεως τῆς φυματιώσεως ἐκ τῶν φυλακῶν εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅπερ καὶ κυρίως μᾶς ἐνδιαφέρει. Διότι δὲν ἀγνοεῖτε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων νοσημάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἀπεδεκάτισαν καὶ ἀποδεκατίζουν τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἡ φυματίωσις. Κατὰ τὴν ἐπίσημον στατιστικὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι τοῦ 1899, πεντήκοντα ὁλόκληροι χιλιάδες ἀπεβίωσαν ἐκ φυματιώσεως, τουτέστι 5,000 ἕκαστον ἔτος ἀποθνήσκουσιν ἐκ φυματιώσεως, δηλαδὴ μία ὁλόκληρος πόλις τῆς Ἑλλάδος καταστρέφεται ἐκ φυματιώσεως ἕκαστον ἔτος! Ἐὰν οὕτως ἐξακολουθήσωμεν, κύριε Πρόεδρε, ποῦ νομίζετε, ὅτι θέλομεν φθάσει; Ἤδη βαίνομεν εἰς τὴν δευτέραν δεκαετίαν, καὶ αἱ πέντε χιλιάδες τῶν φυματιώντων τοῦ ἔτους ἐγένοντο ἕξ χιλιάδες καὶ πλέον, περὶ δὲ τὸ τέλος τῆς δευτέρας δεκαετίας φοβοῦμαι, ἐὰν δὲν ληφθῶσιν ἀνάλογα μέτρα, μήπως ἀντὶ 5,000 θανάτων ἐκ φυματιώσεως πλησιάσωμεν νὰ ἔχωμεν ὀκτὼ χιλιάδας, ἢ καὶ πλέον! Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ ζήτημα τῶν φυλακισμένων, εἶμαι τῆς γνώμης, ὅπως οὗτοι παραμένωσι καὶ ἀπομονῶνται, προσωρινῶς τοὐλάχιστον, ἐν αὐταῖς ταῖς φυλακαῖς, μέχρις ὅτου φθάσωμεν εἰς τὴν σωτήριον ἰδέαν τῆς ἱδρύσεως φθισιατρείου τῶν φυλακισμένων. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ζήτημα τῶν φυματιώντων ἐν τῇ κοινωνίᾳ, μετ’ ἀπορίας βλέπω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ἀρχηγὸς τῆς ὑγειονομίας τοῦ Κράτους, οὐδὲν νομοθέτημα ὑπέβαλε, σχετικὸν πρὸς τὰς ὑγειονομικὰς ἐν γένει διατάξεις. Καθὼς γνωρίζω, κατὰ τὸ γενόμενον τελευταίως Πανελλήνιον Ἰατρικὸν Συνέδριον συνεστήθη ἐπιτροπὴ πρὸς καταρτισμὸν νομοσχεδίου περιλαμβάνοντος ἁπάσας τὰς δυνατὰς ὑγειονομικὰς διατάξεις πρὸς πρόληψιν τῆς περαιτέρω μεταδόσεως τῆς φυματιώσεως, καὶ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ τοιοῦτο νομοσχέδιον θὰ ἦναι βεβαίως εἰς χεῖρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Πιθανῶς ὅμως σπουδαιότερα νομοθετήματα δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὰ νομοθετήματα περὶ τῆς ὑγειονομίας τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ οὕτως ἅπαντα τὰ σπουδαιότατα νομοσχέδια ἀναγκαίως θὰ ὑποκύψωσι, διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ θνησιμότης ἐκ φυματιώσεως, ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νομοθετημάτων δι’ ἀνωτέρας μονάδας τοῦ στρατοῦ, καὶ τοῦτο, διότι δὲν θὰ ἔχῃ ἄνδρας οὐδὲ διὰ κατωτάτας μονάδας! (ἱλαρότης). Ὥστε πρὸ παντὸς ἄλλου νομοθετήματος μοὶ φαίνεται, ὅτι μεγίστη ἀνάγκη εἶναι νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ὑγειονομίας καὶ τῶν ἐν γένει ὑγειονομικῶν διατάξεων τοῦ Κράτους, καὶ συνεπῶς τὸ σπουδαιότερον ζήτημα εἶναι, ἵνα ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὰ περὶ τούτου σχετικὰ νομοσχέδια.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιαννακίτσας ἔχει τὸν λόγον.
§94Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν λήξασαν Περίοδον αὐτῆς, τὸ ζήτημα τῶν ἀνδραγαθησάντων ὑπαξιωματικῶν κατὰ τὸν πόλεμον... (θόρυβος). Μὴ φοβεῖσθε καὶ μὴ θορυβεῖσθε, διότι δὲν σκοπῶ νὰ ἀνάψω νέαν πυρκαϊὰν, Κύριοι. Τὸ ζήτημα τοῦτο προεκάλεσε τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων, οἵτινες προέβησαν εἰς τὸν καταρτισμὸν ἐπιτροπῆς, ἐνώπιον δὲ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης παρεπέμφθησαν αἱ ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ἱκανοποιηθῶσιν οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ηὐτύχησαν κατὰ τὸν πόλεμον νὰ σημειώσωσιν ἐν τῷ βίῳ αὐτῶν πολεμικὰ κατορθώματα καὶ στρατιωτικὰς ἀρετὰς, αἵτινες καὶ τὸ ἔθνος ἐτίμησαν, καὶ αὐτοὺς ἐπέβαλον εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ στρατεύματος. Εἶναι ἀναντίρρητον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἂν μὴ ἐν τῷ συνόλῳ, ἀλλὰ βεβαίως κατὰ τὸ πλεῖστον, οἱ ὑπαξιωματικοὶ, ἂν δὲν ἠνδραγάθησαν κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις καὶ τοὺς ὅρους τῆς στρατιωτικῆς γλώσσης, πάντως ὅμως διεκρίθησαν καὶ ἐπετέλεσαν εὐόρκως τὸ ἑαυτῶν καθῆκον κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην τὴν ἀτυχῆ, καθ’ ἣν τῇ ἀληθείᾳ δὲν ἐλάβομεν ἀφορμὰς ἢ μόνον πρὸς ἔπαινον τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῆς ψυχῆς ταύτης τοῦ στρατεύματος. Ἀλλ’ ἐνῷ, κύριε Πρόεδρε, ἐκράτει καὶ κρατεῖ παρ’ ἡμῖν τοιαύτη πεποίθησις καὶ ἰδέα περὶ τῆς δράσεως τῶν ὑπαξιωτικῶν κατὰ τὸν ἀτυχῆ ἡμῶν πόλεμον, πρὸ δύο ἡμερῶν, νομίζω, ἐδημοσιεύθησαν προβιβασμοὶ ὑπαξιωματικῶν εἰς ἀνθυπασπιστὰς, μεταξὺ τῶν ὁποίων, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, περιλαμβάνονται 7 μόνον ὑπαξιωματικοὶ, προαχθέντες ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ. Μοὶ ἐγεννήθη, ὡς γεννᾶται βεβαίως καὶ εἰς πάντας ὑμᾶς, ἡ ἀπορία, κατόπιν τῆς ἐξαιρετικῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν εἴχομεν καὶ ἔχομεν περὶ τῆς δράσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν κατὰ τὸν πόλεμον, ἂν ὄντως ἡ ἐπιτροπὴ ἐγνωμάτευσε νὰ προαχθῶσιν ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ μόνον οἱ ἑπτὰ οὗτοι. Καὶ ἡ ἀπορία αὕτη μὲ φέρει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐξελέγξασα τὰς ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν, ἐγνωμάτευσεν, ἵνα προαχθῶσιν ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ μόνον οὗτοι, ἢ ἐγνωμάτευσε καὶ περὶ ἄλλων ὑπαξιωματικῶν, ἡ ὑπηρεσία δὲ τοῦ Ὑπουργείου ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ προαγάγῃ μόνον τοὺς ἑπτὰ τούτους ἤδη, ἐπιφυλαχθεῖσα διὰ τοὺς ἄλλους· ἢ, καὶ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐγνωμάτευσε περὶ τῆς προαγωγῆς πλείστων ὑπαξιωματικῶν, τί ἀπεφάνθη ἐν γένει περὶ τῶν λοιπῶν ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες ἔδρασαν κατὰ τὸν πόλεμον; Τὴν ἀπάντησιν ταύτην ἀπεκδέχομαι παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, τοῦ λόγου ἐλθόντος περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐκταθῶ ὀλίγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀλλὰ μήπως, κύριε Πρόεδρε, οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἐν εἰρήνῃ δὲν προσφέρουσι τὰς πολυτιμοτέρας ὑπηρεσίας, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν δικαιοῦνται ν’ ἀξιωθῶσιν ἰδιαιτέρας μερίμνης, κρείσσονος τύχης, μεγαλειτέρας προσοχῆς ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας; Εἰς πάντα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, ὡς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, κύριοι συνάδελφοι, μέγισται κατεβλήθησαν καὶ καταβάλλονται προσπάθειαι, ὅπως οὐ μόνον κατὰ τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν καταστήσωσι τὸν βίον τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν ἀξιοπρεπῆ καὶ αὐτάρκη, ἰδίᾳ κατὰ τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τοῦ βίου, διὰ διαφόρων εὐκολιῶν, τὰς ὁποίας παρέχουσιν εἰς τοὺς ὑπαξιωματικούς, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς εὐπρεποῦς καὶ ἀνέτου συντηρήσεως αὐτῶν μετὰ τὴν εἰς τὴν ἀποστρατείαν μετάβασίν των ἐμερίμνησαν, καὶ ἐκανόνισαν διαφόρους δημοσίας θέσεις ἐν τῇ Πολιτείᾳ, προνομιακῶς, οὕτως εἰπεῖν, ἀνηκούσας εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς μετὰ τὴν ἀποστρατείαν των, καὶ τοιουτοτρόπως οὐ μόνον οἱ ὑπαξιωματικοὶ εὐεργετοῦνται, καταλαμβάνοντες δημοσίας θέσεις εὐθὺς μετὰ τὴν εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον ἐπιστροφήν των, ἀλλὰ καὶ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων σπουδαίως ἀνακουφίζεται. Εἶναι ἀληθὲς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς κατὰ Μάρτιον, νομίζω, τοῦ 1896 ἐξησφάλισεν ὑπὲρ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἀποστρατευομένων τὴν σύνταξιν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ· ἀλλ’ ἐρωτῶ, κύριοι συνάδελφοι ἡ σύνταξις αὕτη ἡ μηνιαία τῶν 50 μόνον δραχμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαρκέσῃ εἰς τὴν λιτὴν κἄν συντήρησιν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ; Εἶναι δυνατὸν διὰ τοιούτου γλίσχρου ποσοῦ καὶ ἄνευ ἑτέρου τινὸς πόρου νὰ ζήσῃ ὁ ὑπαξιωματικός, ὅστις, κατατρίψας 25 ὁλόκληρα ἔτη ἐν τῷ στρατῷ, καὶ ἐπανερχόμενος εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, στερεῖται βεβαίως τῆς ἀναγκαίας νεανικῆς ἀκμῆς, ὅπως τραπῇ εἰς ἄλλα ἐπαγγέλματα ἢ ἄλλην ἐργασίαν, καὶ προσπορισθῇ ἐντεῦθεν νέους πόρους πρὸς βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς του καταστάσεως; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, εἶναι δίκαιον καὶ συμφέρον τοῦ στρατεύματος, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἡ Πολιτεία λάβῃ πρόνοιαν σοβαρὰν περὶ τῆς τύχης τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν πραγματικῶν τούτων ἐργατῶν τῆς διαπλάσεως καλῶν πολιτῶν εἰς ἀρίστους στρατιώτας, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν τὸ σῶμα τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του. Τὴν ἀνάγκην ταύτην, κύριοι συνάδελφοι, προτιθέμενος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον νὰ θεραπεύσω, ἔλαβον τὴν τιμὴν τότε καὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἄνευ τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ βελτίωσις, ἡ καλλιτέρευσις τῆς καταστάσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν ἀποστρατευομένων. Κατὰ τὴν πρότασιν ἐκείνην τοῦ νόμου, οἱ ἀνθυπασπισταὶ καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ θὰ ἐλάμβανον τὸ διὰ τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς ὁριζόμενον μέρισμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἀπέκτων δικαίωμα διὰ μηνιαίας ὑποχρεωτικῆς κρατήσεως μέχρι συμπληρώσεως τῆς ἀξίας μιᾶς μετοχῆς. Ἡ πρότασις ἐκείνη τοῦ νόμου δὲν ἐψηφίσθη τότε ἕνεκα διαφόρων λόγων καὶ ἰδίᾳ ἕνεκα σπουδαιοτέρων καὶ ἐπειγόντων ἄλλων νομοθετημάτων τῆς Βουλῆς. Θὰ παρακαλέσω ἤδη τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν νόμου ἐκείνην, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει νομίσῃ, ὅτι δι’ αὐτῆς ὄντως ἀνακουφίζονται οἱ ὑπαξιωματικοὶ, ἀναγράψῃ αὐτὴν ἐγκρίσει τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπὶ τῷ τέλει ἵνα τύχῃ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς· ἐὰν δὲ εὕρῃ ταύτην ἀτελῆ, ἂς τροποποιήσῃ αὐτὴν καταλλήλως, ὥστε νὰ ἀποβῇ ἀληθὲς εὐεργέτημα εἰς τοὺς ὑπαξιωματικούς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ ἀνάγκη τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν ὑπαξιωματικῶν εἶναι ἐπιτακτικὴ, εἶναι ἐπείγουσα. Ἐπιβάλλεται, ὅπως ἐκ παντὸς τρόπου, σήμερον, ὅτε ἐπολλαπλασιάσθησαν αἱ βιωτικαὶ ἀνάγκαι τῶν ἀνθρώπων, ληφθῶσιν ὑπὲρ τῶν ἀποστρατευομένων ὑπαξιωματικῶν ταχέως μέτρα, δι’ ὧν νὰ γένηται δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ὅπως δήποτε ἐπαρκὴς τοὐλάχιστον ἄρτος δι’ αὐτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριε Πρόεδρε, νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ Προεδρεῖον δύο προτάσεις νόμων περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν. Αἱ προτάσεις αὗται ἀφορῶσιν εἰς μέτρα ἐγγυώμενα, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην τοὐλάχιστον, τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἡ μία τῶν προτάσεων τούτων, τὰς ὁποίας θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀναπτύξω, καθόσον, ὅταν τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν, οἱ κύριοι Βουλευταὶ θὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν, ἡ μία τῶν προτάσεων τούτων, λέγω, ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀποστρατευομένους ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς, οἵτινες λαμβάνουσι καὶ δέον νὰ λαμβάνωσι τὴν αὐτὴν σύνταξιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν οἱ μουσικοὶ καὶ οἱ τεχνῖται αʹ τάξεως καὶ οἱ ἀρχισαλπιγκταί, οἵτινες ἀποστρατευόμενοι λαμβάνουσι δυνάμει νόμου, ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1893, τὴν σύνταξιν τοῦ ὑπολοχαγοῦ· ἀλλ’ οὗτοι καὶ ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἐν ἀποστρατείᾳ ἀμείβονται γενναιότερον τῶν λοιπῶν ὁμοιοβάθμων ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες, ἂν μὴ πολυτιμοτέρας καὶ ἐπιπονωτέρας ὑπηρεσίας, ἀλλὰ βεβαίως ἴσας πρὸς ἐκείνους προσφέρουσιν· ἑπομένως δίκαιον εἶναι νὰ ἔχωσι καὶ οὗτοι τοὐλάχιστον τὴν αὐτὴν σύνταξιν. Ἡ ἑτέρα τῶν προτάσεων νόμου ἀφορᾷ εἰς τὸν διορισμὸν προνομιακῶς, οὕτως εἰπεῖν, τῶν ἀποστρατευομένων ὑπαξιωματικῶν εἰς δημοσίας θέσεις ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Τὸ τρίτον τῶν δημοσίων τούτων θέσεων, περὶ τῶν ὁποίων μνείαν ποιεῖται ἡ σχετικὴ πρότασις νόμου, ὑποχρεωτικῶς, δικαιωματικῶς, ἀνήκει εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, καὶ καταλαμβάνεται ὑπ’ αὐτῶν· ἐκ τοῦ μέτρου δὲ τούτου ἥ τε οἰκονομικὴ ἐπίρρωσις τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἡ ἀνακούφισις καὶ ἑπομένως ἡ ἐνίσχυσις τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων ἐπιτυγχάνεται. Τὰς προτάσεις ταύτας, κύριε Πρόεδρε, καταθέτω, καὶ παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ διατάξητε, ἵνα τυπωθῶσι, διανεμηθῶσι καὶ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τύχωσι δὲ τὸ ταχύτερον τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ἵνα καταστῶσι νόμοι τοῦ Κράτους, ἀφοῦ τοῦτο οὐδὲν πρόκειται νὰ εἰσφέρῃ, τοὐναντίον δὲ θὰ λάβῃ, ἀνακουφιζομένου τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων, ὡς προεῖπον, διὰ τῆς ἑτέρας τῶν προτάσεών μου.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσης ὑποβληθεῖσαι δύο προτάσεις νόμων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 221 καὶ 222). Ὁ κύριος Καναβαριώτης ἔχει τὸν λόγον.
§96Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σχετικόν, κύριε Πρόεδρε.
§97Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἐγγράψω.
§99ΕΥΑΓΓ. ΚΑΝΑΒΑΡΙΩΤΗΣ. Μοὶ ἀπεστάλη σήμερον ἐξ Αἰγίνης ἀναφορὰ ὑπὸ πλείστων συμπολιτῶν μου ὑπογεγραμμένη, οἵτινες παρακαλοῦσι τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅπως φροντίσῃ νὰ ἀρθῇ τὸ ἄδικον μέτρον τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς σπογγαλιείας εἰς τὰ Τουρκικὰ παράλια, καὶ ἰδίως εἰς τὰ Κρητικά.
§100ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἀνεχώρησαν τὰ πλοῖα! (ἱλαρότης).
§101Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σεῖς εἴπετε προχθὲς, ὅτι ἔφυγαν τὰ σπογγαλιευτικὰ πλοιάρια, καὶ διὰ τοῦτο ἐψήφισαν ὀλίγοι εἰς τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν Αἰγίνης.
§102Ε. ΚΑΝΑΒΑΡΙΩΤΗΣ. Τὸ ζήτημα ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὴν νῆσον Αἴγιναν, τὴν Ὕδραν καὶ τὰς Σπέτσας. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη τῆς σπογγαλιείας εἰς τὰ παράλια αὐτὰ, ἀναμφισβητήτως, ἂν μὴ αἱ Σπέτσαι, τοὐλάχιστον ἡ Αἴγινα καὶ ἡ Ὕδρα θὰ καταστραφῶσι. Τοῦτο ἐνδιαφέρει ἀμεσώτατα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι περὶ τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια δραχμαὶ εἰς χρυσὸν εἰσάγονται κατ’ ἔτος εἰς τὸ Κράτος ἐκ τῆς σπογγαλιείας. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μεριμνήσωσι περὶ τούτου.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 32,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 223). Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Γκότσης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1901 τῶν ἀμπελοκτημόνων, ὧν ἡ ἐκ τῶν ἀμπέλων παραγωγὴ κατεστράφη κλπ.» Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 224). Ὁ κύριος Ροῦφος ἔχει τὸν λόγον.
§104Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ ἀπότομος λύσις τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως μὲ ἐμβάλλει εἰς ἐνδοιασμὸν, ἂν θὰ ἦναι δυνατὸν κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, ἂν τὴν προσεχῆ Δευτέραν τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον θὰ προταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἵνα μετὰ συνεννόησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ζητήσητε νὰ ληφθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἵνα τὴν προσεχῆ Δευτέραν προταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, διότι ζήτημα ζωτικὸν, ὡς τὸ σταφιδικὸν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μένῃ ἐκκρεμὲς ἄνευ βλάβης τῶν ὄντως ἐθνικῶν συμφερόντων τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος δίδει ἀφορμὴν εἰς κυβείαν, ἣν ἡ ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος ἐνισχύει. Εἶναι ἀνάγκη ἑπομένως, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διὰ νὰ μὴ ζημιῶται ὁ κόσμος. Διαδίδεται καὶ δημοσιεύεται εἰς τὰς ἐφημερίδας εἴδησις περὶ προτάσεως ἱδρύσεως μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν ἡ εἴδησις αὕτη εἶναι ἀκριβής.
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς οὐδεμία μοὶ ὑπεβλήθη γραπτὴ πρότασις περὶ συστάσεως μονοπωλίου.
§106Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Προφορική;
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προφορικὴ μάλιστα. Ἡ προφορικὴ ὁμιλία ἦτο ἀναγγελία, ὅτι θὰ μοὶ ὑποβληθῇ γραπτή.
§108Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Παρακαλῶ ἐπίσης τὴν Κυβέρνησιν νὰ λύσῃ καὶ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τοὺς σταφιδοκτήμονας καὶ τοὺς σταφιδεμπόρους, περὶ τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ τηρήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῶν φιλικῶν παραστάσεων τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν παρακράτησιν. Τοῦτο παρακαλῶ νὰ λυθῇ. Ἐπίσης ἐπαναλαμβάνω νὰ προταχθῇ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον τὴν προσεχῆ Δευτέραν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς Δευτέρας, θὰ προκαλέσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§110Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, ἵνα ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τοῦ ἐζήτησα, καὶ τὰς ὁποίας, ἀγνοῶ διατὶ, δὲν ἔφερεν ἀκόμη εἰς τὴν Βουλήν.
§111Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶναι ἕτοιμαι· καὶ ἰδοὺ τὰς καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ δὲ ἔγεινε διαφοροτρόπως λόγος περὶ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ἡ ἀποστολὴ τῶν θωρηκτῶν πρὸς καθαρισμὸν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναφέρω συντόμως ὀλίγα περὶ τούτου. Τὰ θωρηκτὰ ἐν Μελίτῃ καὶ Τουλὼν καθαρίζονται δωρεάν· ἐν Τάραντι καθαρίζονται δι’ ἁδρᾶς δαπάνης, διότι ἡ μὲν «Ὕδρα» κατὰ τὸ 1898, ὅτε ἐκαθαρίσθη ἐν Τάραντι, ἐπλήρωσε 10,197 φράγκα χρυσᾶ εἰς δικαιώματα δεξαμενῆς, τὰ δὲ «Ψαρὰ», τὰ ὁποῖα ἔμειναν πολὺ πλειότερον χρόνον ἐν τῇ δεξαμενῇ, καὶ ὑπεβλήθησαν καὶ εἰς ἐπιδιόρθωσίν τινα, ἐπλήρωσαν 48,191 φρ. χρυσᾶ εἰς δικαιώματα δεξαμενῆς. Αἱ «Σπέτσαι» ἐπλήρωσαν 10,085. Ἐν Τουλώνῃ ὅμως καὶ Μελίτῃ, ὡς εἶπον, ἡ δεξαμενὴ προσφέρεται εἰς τὴν Ἑλλάδα δωρεάν· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ὅλαι αἱ ἄλλαι δαπάναι εἶναι εἰς βάρος μας. Ὡσαύτως καὶ ἐν Μασσαλίᾳ τὰ θωρηκτὰ πληρώνουσιν. Ἀπεφάσισα ἑπομένως, ὅπως τὰ δύο θωρηκτὰ ἀποσταλῶσι τὸ μὲν ἓν εἰς Μελίτην, τὸ δὲ ἕτερον εἰς Τουλῶνα.
§112Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν γινόμεθα δυσάρεστοι;
§113Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πιστεύω τοῦτο. Μετὰ πολλῆς προθυμίας μᾶς παρεσχέθη ἡ ἄδεια πρὸς καθαρισμὸν τῶν πλοίων μας ἐν ταῖς δεξαμεναῖς ταύταις. Καὶ ἡμεῖς δὲ πράττομεν τὸ αὐτὸ εἰς τὰ πλοῖα τῆς Ἀγγλικῆς καὶ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ταῦτα ἔχωσιν ἀνάγκην νὰ καθαρισθῶσιν εἰς τὴν ἡμετέραν δεξαμενήν.
§114Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τοῦ ἀποδίδοντος τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τῆς δεξαμενῆς εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἐπιτρέπεται νὰ μὴ καταβάλλουν δικαιώματα δεξαμενῆς πλοῖα ἐν αὐτῇ καθαριζόμενα;
§115Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ νόμος περὶ συστάσεως δεξαμενῆς μένει ὡς ἔχει. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐπέτρεπε τὸν ἐπ’ ἀμοιβαιότητι καθαρισμὸν τῶν πλοίων μετὰ τῶν Κρατῶν ἐκείνων, εἰς τὰς δεξαμενὰς τῶν ὁποίων καθαρίζονται τὰ ἰδικά μας πλοῖα δωρεάν. Μόνον πρόκειται καὶ ἡμεῖς νὰ παρέχωμεν τὴν ἄδειαν μὲ τὴν ἰδίαν εὐκολίαν καὶ εὐγένειαν.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ ἔχει τὸν λόγον.
§117ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ὅσοι ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἶχον τὴν τιμὴν πέρυσι νὰ παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, θὰ ἐνθυμοῦνται βεβαίως, ὅτι ἠκούσαμεν πολλὰς καταγγελίας διὰ πράξεις ἀκατονομάστους, γενομένας ὑπὸ Εἰσαγγελέως τινὸς τῶν Πλημμελειοδικῶν. Σήμερον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἀνέγνων, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς μετετέθη εἰς Χαλκίδα. Δὲν πρόκειται νὰ κακίσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν μετάθεσιν ταύτην, ἥτις βεβαίως εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πολιτικῆς. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἰδιαιτέρως ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν Χαλκίδα, διότι ἔχει συγγενῆ στενόν, πολιτευόμενον ἐκεῖ, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Θεοδώρου συνδέεται, ἴσως ἕνεκα τῆς ποιότητος αὐτοῦ, μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ συγγενοῦς τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ὅστις συγγενὴς τελευταῖον διωρίσθη γραμματεὺς εἴς τινα Νομαρχίαν. Ἴσως οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν πέρυσι περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως αὐτοῦ, ἱκανοποιήθησαν, ὅτι μετετέθη ἐκ τῆς ἐπαρχίας των.
§118ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καθόλου δὲν ἱκανοποιήθημεν. Ἡμεῖς ἀποροῦμεν μάλιστα, πῶς ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς μένει ἀκόμη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§119ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ἐγώ, ὡς καταγόμενος ἐκ Χαλκίδος, καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἂν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐνήργησεν ἀνακρίσεις διὰ τὰ κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Θεοδώρου καταγγελθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἂν πράγματι ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις καὶ τὰ καταγγελθέντα ἀπεδείχθησαν ψευδῆ, τότε δύναται νὰ τὸν φέρῃ καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας· ἂν ὅμως ἀπεδείχθησαν, — καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀξιόπιστοι οἱ καταγγείλαντες Βουλευταὶ, — φρονῶ ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ γνωρίσῃ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἐγὼ θέλω νὰ εἰδοποιήσω τοὺς ἐν τῷ κτήματι ἡμῶν χωρικούς, μὲ ποῖον ἄνθρωπον θὰ ἔχουν νὰ κάμουν.
§120Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, ἂν ὑπάρχει καταγγελία κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Θεοδώρου εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν, ὁμολογῶ ὅτι δὲν γνωρίζω· θὰ ἐξετάσω, ἂν ἐνηργήθησαν, ἢ μὴ, τὰ νόμιμα ὑπὸ τῶν προκατόχων μου, καὶ ἂν δὲν ἐνηργήθησαν, θὰ ἀπαιτήσω νὰ ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα νῦν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἰδιαιτέραν μέριμναν, διὰ τὴν ὁποίαν φαίνεται κακίζων με ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἔχω ὑπὲρ τῆς Χαλκίδος, ταύτην δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἔχω τόσον ὑπὲρ τῆς Χαλκίδος, ὅσον καὶ περὶ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων πάντοτε ἐμερίμνησα καὶ ὀφείλω νὰ μεριμνῶ, τὸ ἐπ’ ἐμοί. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ δυσηρεστήθη ὁ κ. Ἀβέρωφ διὰ τὴν ὑπὲρ τῆς Χαλκίδος μέριμνάν μου, διότι καὶ ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ μεγάλως τιμᾶται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ, δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑποθέτῃ, ὅτι ἡ μέριμνά μου θὰ ἀποδειχθῇ ποτε ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν Χαλκίδα, ἢ εἰς τοὺς χωρικοὺς αὐτῆς, οὓς ὁ κ. συνάδελφος γνωρίζει πόσον ἀγαπῶ καὶ ὑποστηρίζω ἐν πάσῃ νομίμῳ ἀξιώσει των.
§121ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης θέλω συστήσει νὰ ζητήσῃ ἐν τῷ γραφείῳ αὐτοῦ καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς μηνύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνεχειρίσθησαν ἀπὸ πέρυσι κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Θεοδώρου, καὶ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν ἐνηργήθη τι ἐπ’ αὐτῶν, διότι ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι οὐδεμία ἐνέργεια ἐγένετο, ἐπειδή τινες τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι δὲν κατηγγέλλοντο ὡρισμέναι πράξεις, ἐνῷ, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν μηνύσεων, ῥητῶς καταγγέλλονται πράξεις ὡρισμέναι, καὶ ἐνηργήθη ἀνάκρισις. Πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει πέρυσιν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, καὶ ἡ ὁποία κατηγορήθη παρ’ ἡμῶν ὡς πλαστή, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ γείνῃ ἀνάκρισις κατὰ τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης, ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ, ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου, ἔρριψαν αὐτὴν εἰς τὸ χρονοντούλαπο, καὶ ἀφῆκαν ἐκκρεμῆ ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου ἔκθεσιν καταγγελθεῖσαν ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος ὡς πλαστήν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ ἐπ’ αὐτῆς, καὶ ἂν εὕρῃ, ὅτι αἱ καταγγελίαι εἶναι βάσιμοι, νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του· ἄλλως νὰ χαρακτηρίσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ θάρρος νὰ ὑποβάλουν τοιαύτας μηνύσεις, ὡς τοῖς ἁρμόζει.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον.
§123ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω πληροφορίας τινὰς παρὰ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων Ὑπουργῶν, ἀλλ’ οὗτοι δὲν ηὐδόκησαν νὰ καταθέσωσιν αὐτάς. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἄνευ τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν δύναμαι νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησιν, δι’ ἣν ἐζήτησα τὰς πληροφορίας, προβαίνω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἡ τακτικὴ αὕτη τὸ πρῶτον λαμβάνει νῦν χώραν.
§124Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι δά!
§125ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι ἦτο δυνατὸν εὐκόλως νὰ προσκομισθῶσι, καὶ δὲν προσεκομίσθησαν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε, ὁσάκις ἐζητοῦντο πληροφορίαι ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων, πάντοτε προσεκομίζοντο. Ἐζητοῦντο πολλάκις ἐπὶ ἄλλων Κυβερνήσεων τὰ πρακτικὰ τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, καὶ πάραυτα κατετίθεντο.
§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ γνωρίζητε, ὅτι εἶναι ἀσθενὴς πρὸ ἡμερῶν.
§127ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἐπερωτήσεως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐπερωτήσεως πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τοῦ Πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅπερ εὐτυχῶς κατέχω, καὶ ἑπομένως δύναμαι νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου.
§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χθὲς ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις.
§129ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Χθὲς ἐπανελήφθη.
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν πρώτην δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§131ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἔδωκα ἔγγραφον τὴν ἐπερώτησίν μου, κύριε Πρόεδρε, καὶ κατεχωρίσθη εἰς τὰ πρακτικά· ἐὰν δὲ δὲν ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἶναι ἔλλειψις τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, ὅπερ ὅμως ἐγὼ δὲν πιστεύω. Κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς ΙΕʹ Περιόδου, ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Τριανταφυλλᾶκος καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Νέγρης, ὡς καὶ ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Τοπάλης, εἰσήγαγον τὴν 31 Ἰανουαρίου 1902 εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ ἀνεγέρσεως φυλακῶν». Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐζητεῖτο ἡ ἄδεια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως τεθῶσιν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κ. Ὑπουργῶν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὁ ἀοίδιμος μέγας εὐεργέτης τοῦ ἔθνους Συγγρὸς ἐγκατέλιπε πρὸς οἰκοδόμησιν φυλακῶν, Εἰρηνοδικείων καὶ δημοτικῶν σχολείων. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς ὅμως αὐτοῦ ἐξάγεται, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι διάθεσις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ποσοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἄλλως ἢ διὰ νομοθετικῆς ἀδείας. Ἐν τούτοις, καίτοι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε τὴν γνώμην ταύτην, συνῆλθε τὴν 8 Ἰουλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1892 τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ διὰ πράξεως αὐτοῦ, ὑπ’ ἀριθμὸν 114, ἐν τῇ ΛΑʹ συνεδριάσει ἀπεφάσισε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 7456 ἀπὸ 21 Ἰουνίου ἐνεστῶτος ἔτους ἔκθεσίν του, δι’ ἧς ἀνακοινοῖ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτι τὰ διὰ τῆς διαθήκης τοῦ ἀοιδίμου Ἀνδρέου Συγγροῦ καταλειφθέντα εἰς τὸ Δημόσιον κληροδοτήματα ἐξ 1½ ἑκατομμυρίου ὑπὲρ βελτιώσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους καὶ 1½ ἑκατομμυρίου ὑπὲρ ἀνεγέρσεως Εἰρηνοδικείων καὶ δημοτικῶν σχολείων ὑπάρχουσι κατατεθειμένα ἐντόκως παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καὶ τῇ Τραπέζῃ Ἀθηνῶν. Ἐζήτησε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐγκρίνῃ νὰ τεθῶσι τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς τὴν διάθεσιν τῶν οἰκείων Ὑπουργῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ, δι’ ὅν εἰσι προωρισμένα. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐνέκρινεν, ὅπως τεθῇ μὲν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἐξ 1½ ἑκατομμυρίου δραχμῶν καταλειφθὲν ποσὸν ὑπὲρ βελτιώσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, ἐκ δὲ τοῦ ἑτέρου ποσοῦ τοῦ 1½ ἑκατομμυρίου δραχμῶν, τοῦ καταλειφθέντος ὑπὸ τοῦ διαθέτου ὑπὲρ ἀνεγέρσεως Εἰρηνοδικείων καὶ δημοτικῶν σχολείων διατεθῇ τὸ ½ μὲν, ἤτοι 750,000 δραχμαὶ ὑπὲρ ἀνεγέρσεως Εἰρηνοδικείων, καὶ τεθῇ πρὸς τοῦτο εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὸ δ’ ἕτερον ½ ἐξ 750,000 δραχμῶν διατεθῇ ὑπὲρ ἀνεγέρσεως δημοτικῶν σχολείων, καὶ τεθῇ πρὸς τοῦτο εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου. Ὁ Πρόεδρος Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης. Οἱ Ὑπουργοὶ Κ. Τοπάλης, Ν. Τριανταφυλλᾶκος, Α. Μομφερρᾶτος, Φ. Νέγρης.» Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σχολιάσω ποικιλοτρόπως τὴν ἀπόφασιν ταύτην, δὲν ἐπιθυμῶ ἰδίως νὰ σχετίσω μὲ τὰς ἀκριβῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διαδόσεις, ἀπορρεούσας ἀπὸ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, περὶ διασπαθήσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ κατατεθειμένου ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ὑπὲρ ἀνεγέρσεως κτιρίων δημοτικῶν σχολείων, οὔτε νὰ σχετίσω μὲ τὰς ἑτέρας διαδόσεις περὶ ὑπερβάσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ κατατεθειμένου εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς οἰκοδόμησιν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων, διότι ἴσως ἠδύνατό τις νὰ φέρῃ τὴν ἀντίρρησιν, ὅτι ἦσαν διαδόσεις μὴ στηριζόμεναι ἐπὶ ἐπισήμων πληροφοριῶν. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος ἐν συντόμῳ νὰ ἀναφέρω τὰ λαβόντα χώραν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ἠναγκάσθην κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ κατέλθω εἰς τὴν δημοσιότητα ἐνυπογράφως, νὰ δημοσιεύσω δὲ ἐπιστολὴν ἔν τινι τῶν ἐν Ἀθήναις ἐκδιδομένων ἐφημερίδων, τὴν ὁποίαν θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω, διότι σχετίζεται πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὴν ὁποίαν θὰ ἀναπτύξω, διότι πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, πρόκειται δὲ καὶ περὶ πράξεων τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ διερευνήσωμεν καὶ νὰ σχολιάσωμεν, ἔστω καὶ ἄνευ τῆς χορηγίας τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν. Ἡ ἐπιστολὴ ἣν προανέφερα, ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ ἐφημερίδι «Σκρὶπ» τῆς 21 Μαΐου 1902, ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀξιότιμε Κύριε Διευθυντά. «Εἶχον τὴν εὐπιστίαν νὰ ἀναμένω ἐπίσημον διάψευσιν παρὰ τῶν ἁρμοδίων περὶ τοῦ δῆθεν σκανδάλου τῆς οἰκοδομῆς τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων, καὶ ἐντεῦθεν ἡ μὴ ἐπίκαιρος δημοσίευσις τῆς ἐπιστολῆς μου ταύτης, ἣν παρακαλῶ νὰ καταχωρίσητε ἐν τῇ ἀξιολόγῳ ἐφημερίδι σας...»
§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν ἔχει;
§133ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τῆς 20 Μαΐου 1902. (Ἐξακολουθεῖ): «Ἐγράφη ὅτι ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐνέκρινα τὴν κατασκευὴν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων, ὧν ἡ ἀξία ὑπερέβαινε τὸ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένον χρηματικὸν ποσὸν κατὰ ἓν ἑκατομμύριον...» Ἐγράφησαν καὶ ἄλλαι ἀνακρίβειαι σχετικαί, τὰς ὁποίας δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀνασκευάσω, διότι προήρχοντο ἐκ κακοβούλου ἐπισήμου πηγῆς, ἀξίας μόνον περιφρονήσεως. Κατὰ τὸν νόμον ΒΤΕʹ τῆς 12 Ἰουλίου 1895, «τὰ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους εἰσπραχθέντα ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, πλὴν διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, ἀποδιδομένων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀντὶ τῶν δαπανωμένων εἰς ἀνάγκας τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, καὶ πλὴν τῶν ἐξόδων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, κατατίθενται ἐντὸς τοῦ πρώτου μηνὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους ἔν τινι τῶν Τραπεζῶν ὡς κεφάλαιον τοκοφόρον ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ... Ἐπιτρέπεται δὲ νὰ διατίθενται ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου τὰ ἀπαιτούμενα ποσά, ὅπως οἰκοδομηθῶσι τὰ ἀναγκαιοῦντα κτίρια τῶν δημοτικῶν σχολείων...» Ὅτε κατὰ Μάϊον τοῦ 1900 ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, εὗρον ᾠκοδομημένα καὶ ἐν ἐκτελέσει εἴκοσι καὶ ἕξ (ἀριθ. 26) κτίρια δημοτικῶν σχολείων καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, καὶ κατατεθειμένας δραχμὰς 2,608,042 ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ πρὸς οἰκοδόμησιν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων. Ἐὰν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προστεθῶσι τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη τοῦ 1900, δραχμαὶ 539,351, κατατεθεῖσαι τὸ 1901, καὶ οἱ τόκοι δρ. 183,215, ἀποτελεῖται τὸ ποσὸν 3,330,608 δραχμῶν, ὅπερ ὑπῆρχε διαθέσιμον τὴν 31 Δεκεμβρίου 1900. Ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῶσι τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη τοῦ 1901, τὰ κατατεθέντα κατὰ τὸν νόμον τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1902, ἀνερχόμενα εἰς δραχ. 611,404. Οὕτω τὴν πρώτην Νοεμβρίου τοῦ 1901 ὑπῆρχεν ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ τῶν νομίμων αὐτῶν τόκων διαθέσιμον ποσόν, πλέον τῶν δραχμῶν 4,000,000 πρὸς οἰκοδόμησιν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων. Ἐγώ, ὡς Ὑπουργός, μέχρι τῆς 1 Νοεμβρίου 1901 εἶχον ἐγκρίνει δημοπρασίας πρὸς κατασκευὴν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων ἑκατὸν τριάκοντα πέντε (ἀριθ. 135), ἀξίας ἐν ὅλῳ δρ. 2,739,231. Ὑπελείπετο ἑπομένως εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ διαδόχου Ὑπουργοῦ ποσὸν πλέον τῶν 1,300,000 δραχμῶν. Εἶχεν ἐπίσης διαταχθῆ ὑπ’ ἐμοῦ ἡ δημοπρασία ὀγδοήκοντα τριῶν (ἀριθ. 83) κτιρίων δημοτικῶν σχολείων, ἀξίας 300,000 δραχμῶν, κτλ. Ἑπομένως ἡ ἀξία τῶν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων (218 ἐν ὅλῳ), ὧν ἡ κατασκευὴ διετάχθη ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου, οὐδὲ κατὰ δραχμὴν ὑπερέβη τὸ πρὸς τοῦτο ὑπάρχον χρηματικὸν ποσὸν ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν παρατεθέντων ἀριθμῶν, οὓς κατέχω ἐξ ἀντιγράφων ἐπισήμων, ἃ συναπεκόμισα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Μαΐου 1902. Διατελῶ ὅλως πρόθυμος Σπ. Ε. Στάης.» Εἰς τὴν ἐπιστολὴν ταύτην δὲν ἐδόθη ἀπάντησις, ἀλλὰ ἐτέθη τέρμα εἰς τὰ ἀορίστως καὶ κακοβούλως γραφόμενα εἰς τὰς ἐφημερίδας πρὸς δυσφημισμὸν ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἀνεστάλη πρὸς στιγμὴν ἡ δημοσίευσις δημοπρασιῶν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως πρὸς κατασκευὴν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων. Ἀλλὰ μόλις παρῆλθε χρόνος τις, καὶ πάλιν ἐδημοσιεύθησαν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοπρασίαι πρὸς κατασκευὴν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πλέον χρηματικὸν ποσὸν διαθέσιμον ἐκ τοῦ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ πρὸς τὸν τοιοῦτον σκοπὸν κατατεθειμένου. Ἐπειδὴ δὲ ἐγράφη εἴς τινας ἐφημερίδας τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ δὲν ὑπῆρχον χρήματα πρὸς κατασκευὴν σχολικῶν κτιρίων, προεκλήθη ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, περὶ ἧς πρὸ μικροῦ ἐποιησάμην λόγον, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐτίθετο εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ποσὸν 750 χιλιάδων δραχμῶν πρὸς κατασκευὴν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων, ὡς ὁρίζει ἡ διαθήκη τοῦ ἀειμνήστου μεγάλου εὐεργέτου, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς σχετικὰ (ἀναγινώσκει): «...Ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους»—καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἔκφρασιν—«διαθέτω καὶ ἐντέλλομαι, ἐκ τῆς περιουσίας μου νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον δραχμαὶ 3,000,000, ἐξ ὧν τὸ ἥμισυ νὰ μεταχειρισθῇ πρὸς οἰκοδομὴν δημοτικῶν σχολείων καὶ Δικαστηρίων, πρὸ πάντων Εἰρηνοδικείων, ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ δήμοις τοῦ Κράτους, ἐκτὸς τῆς πρωτευούσης, διότι τῶν τε δημοτικῶν σχολείων καὶ Δικαστηρίων ἡ κατάστασις ἐκεῖ δὲν εἶναι οὐδενὸς θαυμασμοῦ ἀξία...» Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τῆς διαθήκης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσίν του ποσὸν 750 χιλιάδων δραχμῶν...
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν;
§135ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 750,000... Εἶπον θὰ ἦτο δυνατὸν, διότι διὰ τῆς πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῶσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀοίδιμος εὐεργέτης ὑπὲρ τοῦ Κράτους κατέλιπεν ἐν τῇ διαθήκῃ του. Τὰ δωρηθέντα χρήματα εἰσῆλθον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς ἔσοδον τοῦ Δημοσίου, ὡς τοιοῦτον δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῶσιν ἄλλως ἢ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει ὁ Λογιστικὸς νόμος. Ἡ διάθεσις τῶν χρημάτων, τῶν εἰσελθόντων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς δημόσιον ἔσοδον, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλως ἢ διὰ νόμου, καὶ οὐχὶ βεβαίως διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Περιττὸν νὰ ὑπομνήσω, ὅτι εἰς παρομοίαν περίστασιν ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον.
§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τίνα ἡμερομηνίαν φέρει ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου;
§137ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. 8 Ἰουλίου 1902, καὶ τὸ νομοσχέδιον 31 Ἰανουαρίου 1902. Κατὰ πρῶτον ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο νόμος, καὶ ἔπειτα ἐπῆλθεν ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς ἐζητήθη νὰ τεθῶσι τὰ χρήματα εἰς τὴν διάθεσιν τῶν Ὑπουργῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν ἦσαν προωρισμένα.
§138Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ νόμου περὶ κατασκευῆς μεγάρων Πρωτοδικείων.
§139ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πρὸ μικροῦ ἐξήγησα τὰ πράγματα. Πρόκειται περὶ τριῶν μερίδων. Περὶ τῆς διαθέσεως ὅμως τῆς μερίδος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἤτοι ποσοῦ δραχμῶν 750,000, δὲν ἐψηφίσθη νόμος, ἀλλ’ ἐγένετο πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς ἀπεφασίσθη ἡ δαπάνη τοῦ ποσοῦ τούτου. Κατάπληξιν δὲ προὐξένησεν εἰς πάντα ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι προεκλήθη, ἵνα καταπαύσῃ ὁ πάταγος, ὁ ἐγερθεὶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διὰ τὴν ὑπερβασίαν, ἣν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διέπραττε, προκηρύττων δημοπρασίας πρὸς κατασκευὴν κτιρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὰ πρὸς τοῦτο ἀναγκαῖα χρήματα. Ματαίως μάλιστα ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας νὰ μὴ ἀναλάβωσιν οἱ ἐργολάβοι τὴν κατασκευὴν τοιούτων ἔργων, διότι ὁ διάδοχος Ὑπουργὸς θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ἀκυρώσῃ τὰς δημοπρασίας ταύτας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο χωρὶς νὰ ὑπάρχωσι τὰ πρὸς τοῦτο κεφάλαια. Δὲν θεωρῶ δὲ ἄσκοπον νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι δημοπρασίαι πρὸς κατασκευὴν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων ἀξίας δρ. 491,200 ἐν διαστήματι ἑνὸς καὶ ἡμίσεως μηνὸς ἐδημοσιεύθησαν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
§140Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν!
§141ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὰ μέσα Ἰουλίου καὶ τὸν Αὔγουστον.
§142Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ τὸν Ὀκτώβριον.
§143ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τούτου ἕνεκα προεκλήθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ὄχι μόνον πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς εἶναι ἀντίθετος, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν Λογιστικὸν νόμον, καὶ πρὸς τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1894 νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ διάθεσις ποσοῦ, προκειμένου περὶ κατασκευῆς δημοσίου ἔργου, οὗ ἡ ἀξία ὑπερβαίνει τὰς 10,000 δραχμάς, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ εἰδικὸς νόμος. Εἶναι ἀνάγκη ἑπομένως νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἤ, ἂν οὗτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, — εὔχομαι δὲ ταχέως νὰ προσέλθῃ — ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, ἵνα ἴδωμεν, πόσα κτίρια δημοτικῶν σχολείων ἐγένοντο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν δὲν ὑπῆρχε πλέον κατατεθειμένον ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ποσὸν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, μέχρι τέλους τοῦ 1902. Ἐζήτησα προσέτι νὰ κατατεθῶσι καὶ πληροφορίαι περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένου κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα, ἵνα ἴδωμεν, μὴ τυχὸν καὶ ἐγὼ ἐκ πλάνης προεκήρυξα δημοπρασίας πρὸς κατασκευὴν δημοτικῶν σχολείων, ὧν τὸ σύνολον ἀνέρχεται εἰς ἀξίαν ὑπερβαίνουσαν τὸ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένον ποσὸν ἐκ δραχμῶν 4,000,000. Ἔχω δὲ δι’ ἐλπίδος, ὅτι θὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ διατάξῃ νὰ κατατεθῶσι τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα. Ὡς εἰ μὴ ἤρκει δὲ ἡ κατάπληξις ἡμῶν, ἡ προξενηθεῖσα ὑπὸ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἔρχεται νὰ κορυφώσῃ αὐτὴν τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ ἐκδοθὲν πρὸ ἡμερῶν ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Μετ’ ἀπορίας ἀνέγνων ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως Β. Διάταγμα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διαθήκης τοῦ ἀοιδίμου Ἀνδρέου Συγγροῦ καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 114 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς 8 Ἰουλίου τοῦ 1902, περὶ ἧς σᾶς ὡμίλησα. Βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔλαβε τούτου γνῶσιν. Ἕνεκα τῶν ἀπείρων αὐτοῦ ἀσχολιῶν ὑπέγραψε χωρὶς ἴσως νὰ ἀναγνώσῃ αὐτό· διότι ἡ γνωστὴ πεῖρα καὶ ἡ νομομάθεια αὐτοῦ δὲν ἐπιτρέπουσιν αὐτῷ ἐν γνώσει νὰ ὑπογράψῃ τοιοῦτον Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναγνώσω, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει διατάξεις, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ἀστείας, ἵνα μὴ ἄλλως τὰς χαρακτηρίσω. Τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα εἶναι τῆς 16 Φεβρουαρίου 1903, καὶ φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν κ. Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, Ἐσωτερικῶν, Δικαιοσύνης καὶ Ἐκκλησιαστικῶν, ἤτοι τῶν κ. κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη, Κυρ. Π. Μαυρομιχάλη, Ἀντ. Ζυγομαλᾶ καὶ Ἀλεξ. Ῥώμα, ἐδημοσιεύθη δὲ ἐν τῷ πρώτῳ τεύχει τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπ’ ἀριθ. 31 τῆς 19 Φεβρουαρίου 1903, ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Περὶ διαθέσεως τῶν καταλειφθέντων εἰς τὸ Δημόσιον ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου μεγάλου εὐεργέτου Ἀνδρέου Συγγροῦ
κληροδοτημάτων κλπ.»
»ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ
Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπὸ 12 Φεβρουαρίου 1896 διαθήκην τοῦ ἀειμνήστου μεγάλου εὐεργέτου Ἀνδρέου Συγγροῦ, ὡς ἐπεκυρώθη αὕτη διὰ τοῦ ἀπὸ 9 Μαΐου 1897 κωδικέλλου του, καὶ τὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν ΛΑʹ τῆς 8 Ἰουλίου 1902 συνεδρίασιν αὐτοῦ ἐκδοθεῖσαν πρᾶξιν περὶ διαθέσεως τῶν διὰ τῆς διαθήκης ταύτης καταλειφθέντων εἰς τὸ Δημόσιον κληροδοτημάτων κτλ. Προτάσει τῶν ἡμετέρων Ὑπουργῶν κτλ. ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν. Ἄρθρον 1. Τὸ ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου μεγάλου εὐεργέτου Ἀνδρέου Συγγροῦ καταλειφθὲν εἰς τὸ Δημόσιον κληροδότημα ἐκ δραχμῶν 1,500,000 ὑπὲρ βελτιώσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, θέλει διατεθῆ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ οἰκοδομῆς φυλακῶν ἐκδοθησομένου νόμου...». Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρόκειται περὶ ἀστείου, διότι ἐγὼ βεβαίως δὲν ἀσχολοῦμαι εἰς τὴν μελέτην τῶν νόμων, ἀλλ’ εἶναι πρωτοφανές, ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐξουσιοδοτῇ τὴν νομοθετικὴν πρὸς ἔκδοσιν νόμου! Εἶχον ἀναγνώσει, ὅτι τὰ Διατάγματα τὰ νομοτελεστικὰ ἐκδίδονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων. Τώρα μανθάνομεν, ὅτι καὶ τὸ ἀντίστροφον ἀληθεύει! Ἄρθρον 2. Κατὰ τὰς διατάξεις ὡσαύτως τοῦ ἐκδοθησομένου περὶ τῆς οἰκοδομῆς τῶν Εἰρηνοδικείων νόμου θέλει διατεθῆ καὶ τὸ ἕτερον ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ διαθέτου καταλειφθὲν εἰς τὸ Δημόσιον κληροδότημα, συνιστάμενον εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 1,500,000. Ἡ διαχείρισις δὲ τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος τοῦ εἰρημένου ἐκ δραχμῶν 1,500,000 κληροδοτήματος θέλει διατεθῆ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 διὰ τὴν ἀνέγερσιν δημοτικῶν σχολείων.» Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου παρατηρῶ, ὅτι ἐσφαλμένως ἀνεγράφη ἡ φράσις «κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἐκδοθησομένου περὶ οἰκοδομῆς τῶν Εἰρηνοδικείων νόμου», διότι ἐξεδόθη ὁ νόμος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Διὰ τοῦτο εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνέγνωσε τὸ Βασιλικὸν τοῦτο Διάταγμα, καίτοι ὑπέγραψεν αὐτό. Ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία παρεσκεύασε τοιοῦτον Β. Διάταγμα, δὲν εἶναι ἀξία τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν Ὑπουργῶν...
§144Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρόκειται περὶ Πρωτοδικείων.
§145ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ νόμος εἶναι τῆς 14 Φεβρουαρίου 1901, ὑπὸ στοιχεῖα ͵ΒΩΚΓʹ, «περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων». Τὸ πρῶτον αὐτοῦ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ἵνα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς περὶ οἰκοδομῆς Δικαστηρίων καὶ Εἰρηνοδικείων διατάξεως τῆς ἀπὸ 12 Φεβρουαρίου 1896 διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου μεγάλου εὐεργέτου Ἀνδρέου Συγγροῦ προβῇ εἰς τὴν οἰκοδομὴν δικαστικῶν καταστημάτων συμφώνως πρὸς τὰς ἑπομένας διατάξεις...» Τὰ λοιπὰ ἄρθρα κανονίζουσι τὰς λεπτομερείας τῆς κατασκευῆς τῶν δικαστικῶν καταστημάτων.
§146ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τῶν Πρωτοδικείων.
§147ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ τῶν Εἰρηνοδικείων.
§148Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀναφέρεται εἰς διατάξεις τῆς διαθήκης.
§149Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κατὰ τὴν διάταξιν τῆς διαθήκης ὁρίζεται ἡ οἰκοδομὴ δικαστικῶν καταστημάτων. Ἔπρεπε δὲ νὰ ἀρχίσῃ ἡ οἰκοδομὴ ἀπὸ τῶν Εἰρηνοδικείων, ἀλλ’ ἐπεκράτησεν ἄλλη γνώμη· ἐστρεβλώθη ἡ διάταξις αὐτὴ τῆς διαθήκης τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, καὶ ἤρχισε πρῶτον ἡ κατασκευὴ τῶν Πρωτοδικείων.
§150ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ διαθήκη τοῦ ἀοιδίμου ἐθνικοῦ εὐεργέτου Ἀνδρέου Συγγροῦ ἔχει ὡς ἑξῆς: «... Ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους διαθέτω καὶ ἐντέλλομαι, ἐκ τῆς περιουσίας μου νὰ καταβληθῶσιν εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον δραχμαὶ 3 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν τὸ ἥμισυ νὰ μεταχειρισθῇ πρὸς οἰκοδομὴν δημοτικῶν σχολείων καὶ Δικαστηρίων, πρὸ πάντων Εἰρηνοδικείων, ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ δήμοις τοῦ Κράτους ἐκτὸς τῆς Πρωτευούσης.» Ἐν δὲ τῷ κωδικέλλῳ ῥητῶς ὁρίζει ὁ ἀείμνηστος ἀνὴρ νὰ οἰκοδομηθῶσιν Εἰρηνοδικεῖα καὶ σχολεῖα.
§151Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ ὁ κωδικέλλος λέγει ὡρισμένως Εἰρηνοδικεῖα.
§152ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ νόμος τί λέγει;
§153ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. «Περὶ κατασκευῆς δικαστικῶν καταστημάτων». Οὕτως ἔχει ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νόμου.
§154ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὰ μετέπειτα ἄρθρα τί ἀναφέρουσι; δὲν τὸ διευκρινίζουσι;
§155ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (ἀναγινώσκει). «... Τὸ οἰκοδομηθησόμενον δικαστικὸν κατάστημα δέον νὰ ἦναι ἐπαρκὲς, ὅπως περιλαμβάνῃ τὸ Ἐφετεῖον, τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἐφετῶν, τὸ Πρωτοδικεῖον, τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Πλημμελειοδικῶν, τὸ Κακουργιοδικεῖον καὶ τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἢ τὰ Εἰρηνοδικεῖα καὶ τὸ Πταισματοδικεῖον, τὰ ἑδρεύοντα ἐν τῇ πόλει ταύτῃ.»
§156Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λέγει Εἰρηνοδικεῖα, ἀλλὰ καθ’ ὅσον εἶναι ἐν πόλεσιν ἐχούσαις Ἐφετεῖον ἢ Πρωτοδικεῖον. Ἀλλὰ περὶ Εἰρηνοδικείων ἁπλῶν ὁμιλεῖ;
§157ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν, ἂν ὁμιλῇ περὶ Εἰρηνοδικείων ἐν συνδυασμῷ μετ’ ἄλλων δικαστικῶν καταστημάτων.
§158Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πῶς δὲν ἔχει;
§159ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω, ἂν ὁμιλεῖ περὶ κατασκευῆς ἑνὸς ἢ πολλῶν δικαστικῶν καταστημάτων. Ἐγὼ βεβαιῶ τὸ γεγονὸς, ὅτι ὑπάρχει ὁ νόμος, περὶ τοῦ ὁποίου πραγματεύεται τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη παρ’ ὑμῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς ταύτης τῆς παρατηρήσεως, εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 2 ἔχω νὰ φέρω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἂς ἀναγνώσω τὸ βʹ ἐδάφιον (ἀναγινώσκει): «Ἡ διαχείρισις δὲ τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος τοῦ εἰρημένου ἐκ δραχμῶν 1,500,000 κληροδοτήματος θέλει διατεθῆ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 διὰ τὴν ἀνέγερσιν δημοτικῶν σχολείων.» Ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἶναι διάταξις νομοθετικῆς ἐξουσίας, δικαιουμένης νὰ ὑποδείξῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ διατεθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα, πάντοτε πρὸς τὸν ὡρισμένον σκοπὸν τοῦ διαθέτου. Ἐν τίνι δικαιώματι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία λέγει, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 750,000 δραχμῶν θὰ διατεθῇ καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ ὁρίζει; Ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην; — καὶ βεβαίως θὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην, ἐὰν μάθῃ κατὰ τίνα τρόπον διασπαθοῦνται τὰ πρὸς κατασκευὴν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων χρήματα συνεπείᾳ τῶν ἀτελειῶν τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀτελειῶν, τὰς ὁποίας βεβαιοῖ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, ὡς ἐξάγεται ἐξ ἐγγράφων τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἀποφαινομένου γνώμην περὶ τοῦ τρόπου τῆς κατασκευῆς τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐκ τῶν χρημάτων, περὶ ὧν πρόκειται. Μία τῶν σπουδαίων ἀτελειῶν τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ εἶναι καὶ αἱ ἀτελεῖς αὐτοῦ διατάξεις περὶ κατασκευῆς κτιρίων δημοτικῶν σχολείων. Ἠκούσατε παρὰ πλείστων συναδέλφων, ἀνηκόντων εἰς ὅλας τὰς μερίδας, ὅτι κτίζονται μέγαρα εἰς χωρία, ὅπου δὲν ἔπρεπε τοιαῦτα νὰ κτίζωνται, ὅτι κτίζονται μέγαρα καὶ παρὰ τοὺς κλιματολογικοὺς λόγους...
§160Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ὁποῖα καταρρέουσι πρὶν ἢ παραληφθῶσι.
§161ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶναι ἄλλο ζήτημα αὐτό...Κτίζονται, λέγω, μέγαρα παρὰ τοὺς κλιματολογικοὺς λόγους τοῦ τόπου, ἐν ᾧ κτίζονται, καὶ ἐνίοτε παρὰ τοὺς ὑγιεινοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους σήμερον ἐπιβάλλει ἡ ὑγιεινὴ τῶν σχολείων. Τὸ θέμα τοῦτο θ’ ἀναπτυχθῇ εἰς ἄλλην συζήτησιν, διότι εἶναι σπουδαιότατον· ἀλλ’ εἶναι συναφὲς καὶ σχετικὸν μὲ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Β. Διατάγματος, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος συντομώτατα νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐκ τῆς πείρας, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐπείσθην, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 68 τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ, ἡ περὶ κατασκευῆς κτιρίων δημοτικῶν σχολείων, ἐπίσης καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 69 καὶ αἱ σχετικαὶ αὐτῇ πλημμελῶς ἔχουσι. Διὰ τοῦ ἄρθρου 68 τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα πρὸ μικροῦ, ἐπιτάσσονται τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων προσδιορίζονται ἐπὶ τοῦ παρόντος δύο τύποι, ὁ τοῦ διδακτηρίου τοῦ προοριζομένου νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον, καὶ ὁ τοῦ διδακτηρίου τοῦ προοριζομένου νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κοινὸν δημοτικὸν σχολεῖον ἢ γραμματοδιδασκαλεῖον.» Τὸ ἄρθρον 69 ὁρίζει τὸν τρόπον, δι’ οὗ θὰ προσδιορισθῶσιν οἱ τύποι οὗτοι· δίδει δηλαδὴ τὴν ἄδειαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος κανονίσῃ ἐφάπαξ τοὺς τύπους τούτους. Πράγματι δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸ 1897 ἐκανόνισε διὰ Β. Διατάγματος τοὺς τύπους τούτους, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων πρέπει νὰ οἰκοδομῶνται τὰ κτίρια τῶν δημοτικῶν σχολείων. Ἐπὶ τῶν τοιούτων θεμάτων προτιμότερον εἶναι νὰ ἀκούηται ἡ γνώμη τῶν ἁρμοδίων καὶ τῶν εἰδικῶν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ σᾶς ἀναγνώσω δύο περικοπὰς ἐπισήμων ἐγγράφων, ὧν κατέχω ἀντίγραφον, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς διετέλουν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐγγράφων σταλέντων παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τὸ ὁποῖον παρεπονεῖτο καὶ διὰ τὴν καταπληκτικῶς παρατηρουμένην διαφορὰν μεταξὺ προϋπολογισμοῦ καὶ προϋπολογισμοῦ κτιρίων τοῦ αὐτοῦ τύπου, καὶ διὰ τὴν καταπληκτικὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἀπήτουν καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος προϋπολογισμός. Ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ἐγγράφου αὐτοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6062 τῆς 13 Ἀπριλίου 1901 διαβιβάζει τὰ ἑξῆς, εἰς ἀπάντησιν ἐγγράφου σχετικοῦ περὶ κατασκευῆς τῶν κτιρίων τούτων, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἀναφέρει πολλοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους περιττὸν νομίζω νὰ ἀναγνώσω, καὶ καταλήγει εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα (ἀναγινώσκει): «Διὰ τοιούτους καὶ πλείστους ἑτέρους λόγους, κύριε συνάδελφε, οὓς δὲν κρίνομεν ἀναγκαῖον νὰ ἀναφέρωμεν, δὲν θεωρεῖται γενικῶς ὀρθὸν, ὅπως ὡρισμένος τύπος διδακτηρίων ἐφαρμόζηται πανταχοῦ, δίκην προνομιούχου ἐφευρέσεως ἢ πανακείας, ἀλλὰ τοὐναντίον τὸ κτίριον νὰ ῥυθμίζηται καὶ διατάσσηται ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων κανόνων τῆς ὑγιεινῆς, τῆς παιδαγωγικῆς καὶ οἰκοδομικῆς, καταλλήλως καὶ ἀναλόγως τῶν πολλαπλῶν τοπικῶν συνθηκῶν.» Κατωτέρω δὲ (ἀναγινώσκει): «Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, κύριε συνάδελφε, ὅπως μεριμνήσητε, ἵνα κανονισθῶσι τελειότερον οὐ μόνον τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν σύνταξιν τῶν προϋπολογισμῶν καὶ διαγραμμάτων τῶν διδακτηρίων, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, λάβητε δὲ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν καὶ τὴν ὅσον οὔπω ἀπαιτηθησομένην ἐτησίαν δαπάνην πρὸς συντήρησιν τῶν ἀνεγειρομένων διδακτηρίων, ἥτις, μετὰ λύπης προβλέπομεν, ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἀτόπου καὶ περιττῆς ἐν πολλοῖς πολυτελείας, μεθ’ ἧς ἀνεγείρονται ταῦτα, ἔσεται λίαν σημαντική.»
§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τίνα ἡμερομηνίαν φέρει τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν;
§163ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τῆς 13 Ἀπριλίου 1901, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5380 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, εἰς ἀπάντησιν ἄλλου ἡμετέρου ἐγγράφου, συνῆλθε τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ ἐγνωμάτευσε τὴν ἑξῆς γνώμην. (Ἀναγινώσκω μόνον τὰς σχετικὰς περικοπὰς, διότι εἶναι μακροσκελὲς τὸ ἔγγραφον). Φρονεῖ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, ὅτι «πρέπει νὰ καταργηθῶσιν οἱ ἐγκεκριμένοι τύποι, διότι πλὴν τῶν ἄλλων λόγων καὶ φυσικῶς εἶναι ἀδύνατον ὁ αὐτὸς τύπος σχολείου, ἔστω καὶ ὁ τελειότερος τοιοῦτος, νὰ ἦναι κατάλληλος ἐν παντὶ χρόνῳ καὶ διὰ πάντα τόπον καὶ εἰς πάσας τὰς περιστάσεις...» Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ τροποποίησις τῶν ἐγκεκριμένων τύπων δὲν εἶναι δυνατὸν, εἰμὴ διὰ νόμου νὰ πραγματοποιηθῇ. Τούτου ἕνεκα δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ δαπανηθῇ τὸ ποσὸν τῶν 750,000 δραχμῶν πρὸς οἰκοδομὴν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἔχει καὶ ἄλλας διατάξεις ψεκτέας τὸ Β. Διάταγμα, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι σχετικαὶ πρὸς τὸ προκείμενον θέμα, τὸ ὁποῖον ἐξετάζω, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὰς ἀναφέρω, οὐδὲ τὰς σχολιάζω. Ἐπανέρχομαι ὅμως εἰς τὸ διατακτικὸν τοῦ Διατάγματος, ἵνα εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ Β. Διάταγμα ἐπὶ τῇ βάσει ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀποφάσεως προκληθείσης ὅλως αὐθαιρέτως. Διότι, ἂν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περιωρίζετο νὰ γνωρίσῃ, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, εὑρίσκονται εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία προσκαλεῖται, ὅπως συνῳδὰ τῇ ῥητῇ διατάξει τῆς διαθήκης καταθέσῃ αὐτὰ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, θὰ εἶχε καλῶς· ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔμεινε μέχρι τοῦ σημείου τούτου, ἀλλὰ προέβη καὶ περαιτέρω, διαθέσασα τὰ ποσά...
§164ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους.
§165ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρατηρεῖ ὁ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμος Βουλευτής, δὲν ἀναφέρεται· τοὐναντίον μάλιστα διατάσσεται νὰ τεθῇ ἀμέσως εἰς τὴν διάθεσιν καὶ εἰς τὰς διαταγὰς τῶν Ὑπουργῶν τὸ ῥηθὲν ποσόν. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ἀμφισβητεῖτε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ ἀναγνώσω καὶ πάλιν, ἀξιότιμε κύριε Βουλευτὰ ἐκ Καλαβρύτων (ἀναγινώσκει): «... Ἐζήτησε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐγκρίνῃ νὰ τεθῶσι τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς τὴν διάθεσιν τῶν οἰκείων Ὑπουργῶν, πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν εἰσι προωρισμένα...»
§166ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δηλαδή, ἐὰν ὑπάρχωσι νόμοι, νὰ ἐκτελεσθῶσιν οἱ νόμοι· ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχωσι, νὰ προετοιμασθῇ ἡ ἐργασία.
§167ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ὑπῆρχον νόμοι, διὰ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν οἰκείων Ὑπουργῶν.
§168ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια, νὰ ὁρισθῇ διὰ γνωμοδοτήσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ διετίθετο δυνάμει νόμου τοῦ Κράτους.
§169ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖτε, σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης ἦτο νὰ καθησυχάσητε ἀφ’ ἑνὸς τὴν κοινὴν γνώμην διὰ τὰς ὑπερβάσεις τῶν δημοπρασιῶν πρὸς κατασκευὴν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἵνα ἱκανοποιηθῶσιν ἐπικαίρως αἱ πολλαχόθεν ἐγερθεῖσαι ἀξιώσεις. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὸ παρελθόν, καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ παρόν. Ἐπειδὴ ὑφίσταται ἀνάγκη τῆς διαθέσεως τῶν 750 χιλιάδων δραχμῶν πρὸς ἀνέγερσιν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων, καλῶς θὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀνακαλέσῃ τὸ Διάταγμα τῆς 16 Ἰανουαρίου 1903, νὰ φέρῃ δὲ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ δοθῇ ἡ νομοθετικὴ ἄδεια, καὶ ταυτοχρόνως νὰ τροποποιηθῶσιν αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ περὶ κατασκευῆς κτιρίων δημοτικῶν σχολείων.
§170Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ δώσω πληρεστέρας πληροφορίας περὶ τοῦ Πρακτικοῦ τούτου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν ἐχωρίσθησαν τὰ διάφορα ποσὰ, εἶναι ἀκριβῶς αὕτη. Ὁ νόμος ͵ΒΩΚΓʹ δὲν ἀναφέρει ῥητῶς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον δι’ ἀνέγερσιν δικαστικῶν μεγάρων. Ἡ διαθήκη λέγει 1,500,000 δρ. πρὸς βελτίωσιν τῶν φυλακῶν, 750,000 πρὸς ἀνέγερσιν Δικαστηρίων καὶ Εἰρηνοδικείων, καὶ 750,000 πρὸς ἀνέγερσιν δημοτικῶν σχολείων. Διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου ἐκείνου εἶχον ὑποβληθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διάφοροι γνωμοδοτήσεις καὶ σχετικὰ ἔγγραφα πρὸς ἀνέγερσιν δικαστικῶν μεγάρων. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι, ὅτε ὑπεβλήθη ὁ φάκελος τῶν σχετικῶν ἐγγράφων τῆς ἀνεγέρσεως Ἐφετείου ἐν Πάτραις, τὸ ποσὸν ἀνήρχετο δι’ αὐτὸ καὶ μόνον τὸ μέγαρον εἰς 600,000 δραχμάς. Ἐπειδὴ δὲν ὡρίζετο ἐν τῷ νόμῳ τὸ ὅλον ποσὸν δι’ ἕκαστον σκοπόν, ἕνεκα τούτου ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ὡρίσθη ὡρισμένον ποσὸν διὰ σχολεῖα, καὶ ὡρισμένον ποσὸν διὰ δικαστικὰ μέγαρα. Τοῦτον τὸν λόγον εἶχε τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος Πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ οὐχὶ νὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν ἑκάστου Ὑπουργοῦ τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, ὥστε νὰ τὰ δαπανῶσιν ἄνευ νόμου. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι δὲν ἠθέλομεν νὰ προβῶμεν ἄνευ νόμου εἰς τοιαύτην δαπάνην, εἶναι, ὅτι προκειμένου περὶ ἀνεγέρσεως φυλακῶν τοῦ Κράτους, εἰσηγάγομεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἕνεκα τῶν ἐπελθουσῶν πολιτικῶν περιστάσεων.
§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ὑπολείπεται καὶ εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, μέλος τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων Ὑπουργείου, κύριον θέμα εἶχε τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἰδίως τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο λόγος. Ἀλλ’ ἡ γένεσις τῆς πράξεως ἐκείνης συνδέεται μετ’ ἀποπείρας γενομένης κατὰ τὸ 1901, τῆς ἀποπείρας δὲ ταύτης ἡ μνεία ἐγένετο πρὸς δυσφημισμὸν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, τὴν ὁποίαν ὅμως ἀπόπειραν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἐζήτησε νὰ δικαιολογήσῃ, παριστῶν, ὅτι διεστράφη ἀπὸ τὸν διάδοχον αὐτοῦ. Ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, ἦτο πρᾶξις κατανομῆς τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ διαθήκη τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ ἀνέφερε. Τοιαύτην ἐθεώρησα τὴν πρᾶξιν, καὶ διὰ τοῦτο ἔκρινα, ὅτι αὐτὴ εἶχεν ἀνάγκην συμπληρώσεως· τίνος συμπληρώσεως; ὅτι ἀφίνετο μὲν εἰς ἕκαστον Ὑπουργὸν νὰ διαθέσῃ τὸ ἀναλογοῦν ποσὸν τοῦ κληροδοτήματος τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, ὤφειλεν ὅμως νὰ τὸ διαθέσῃ κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἐν τούτῳ παρεστάθη, ὅτι ὑπάρχει λάθος, ὅτι ἐν τῷ Διατάγματι, τὸ ὁποῖον προεκαλέσαμεν, ἐγένετο χρῆσις λέξεως, ἡ ὁποία δὲν ἐκρίθη ἁρμόζουσα ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, διότι ἐγράφη ἐκδοθησομένου νόμου, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ γραφῇ ἐκδοθέντος, δηλαδὴ ἐγένετο χρῆσις μέλλοντος καὶ ὄχι παρῳχημένου. Ὅθεν ὀφείλω νὰ δώσω ἐπὶ τούτου ἐξηγήσεις. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὁ νόμος ὁ ἐκδοθεὶς περὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ κανονισθῶσι καὶ τὰ τῶν καταστημάτων τῶν δικαστικῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶχε προταθῆ ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ· ἀλλ’ ἐνῷ ὁ νόμος οὗτος ἐπρόκειτο νὰ κανονίσῃ τὴν κατασκευὴν καταστημάτων τῶν ἀνωτέρων Δικαστηρίων, εἶχε παραλίπει νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον πρὸς οἰκοδομὴν καταστημάτων Εἰρηνοδικείων, καὶ μόνον ἔν τινι παραγράφῳ ἐγίνετο λόγος περὶ Εἰρηνοδικείων. Ἔπρεπεν ἑπομένως ὁ νόμος ἐκεῖνος νὰ συμπληρωθῇ. Ἀλλὰ προβάλλουσιν, ὅτι συνεπληρώσαμεν τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐκανόνιζε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν τῶν 750 χιλιάδων δραχμῶν, διὰ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς προεκαλέσαμεν, οὐχὶ ἵνα συμπληρώσωμεν τὸν νόμον, ἀλλ’ ἵνα συμπληρώσωμεν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων. Δὲν ἦσαν λοιπὸν ἀστεῖαι αἱ διατάξεις τοῦ Διατάγματος· οὐδ’ ἔχομεν ἡμεῖς περὶ τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ λέγουσιν, ὅτι εἶναι πλημμελὴς ὁ τρόπος, καθ’ ὃν δαπανῶνται συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1895 τὰ ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἰσπραττόμενα χρήματα πρὸς οἰκοδομὴν διδακτικῶν κτιρίων, διότι τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων ἔκρινεν, ὅτι αἱ οἰκοδομαὶ ἔπρεπε νὰ γείνωσι κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ὑγιεινῆς. Ἀλλὰ κρίνεται ἁρμόδιον νὰ κρίνῃ περὶ τούτου τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων; Καὶ ἂν δ’ ἤθελε κριθῆ ἁρμόδιον, ποῖοι εἶναι οἱ κανόνες τῆς ὑγιεινῆς τῶν δημοτικῶν σχολείων; Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων εἶχε καιρὸν ἱκανὸν, ὡς Ὑπουργὸς, νὰ προκαλέσῃ νόμον τροποποιοῦντα τὸν νόμον τοῦ 1895, ἐὰν ἔκρινεν αὐτὸν πλημμελῆ· οὗτος διετέλεσε χρόνον πολὺν ἐν τῇ ἀρχῇ· τίς ἠμπόδιζεν αὐτὸν νὰ προτείνῃ νομοσχέδιον πρὸς τροποποίησιν τοῦ εἰρημένου νόμου; Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν οἰκοδομοῦνται τὰ δημοτικὰ διδακτήρια κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ τοῦ 1895, δὲν εἶναι πλημμελής· ἐκτὸς ἂν κριθῇ ὡς πλημμέλεια αὐτοῦ τὸ ὅτι δὲν παρεῖχε τόσα χρήματα, ὅπως αἱ οἰκοδομαὶ τῶν διδακτηρίων τῶν σχολείων ἀρχίσωσι συγχρόνως πανταχοῦ· ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε καὶ ἐπαρκὲς προσωπικὸν μηχανικῶν, ὅπως ἀρχίσῃ ἡ οἰκοδομὴ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ὁ τύπος, κατὰ τὸν ὁποῖον οἰκοδομοῦνται τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἐβασανίσθη πολλάκις, καὶ πρώτην φορὰν κατὰ τὸ 1890 ἐγένετο μελέτη σοβαρὰ περὶ τοῦ τύπου τούτου. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ ἀποθανὼν βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν μακαρίτης Γεροκωστόπουλος εἰργάσθη ἐπὶ τούτου, καὶ παρεσκευάσθησαν τότε οἱ τύποι τῶν διδακτηρίων, καὶ ἐτυπώθησαν ἐπὶ χάρτου στερεοῦ, ἔστειλε δὲ καὶ εἰς ἐμὲ ἀντίτυπον αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον διατηρῶ ἐν τοῖς γραφείοις μου. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1895 ἐγένετο πάλιν μελέτη, ἥτις κατέληξεν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τύπου, ὅστις ἔπρεπε νὰ ἦναι ὑπόδειγμα τῶν οἰκοδομῶν τῶν δημοτικῶν ἐκπαιδευτηρίων καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος. Ἀκούω ὅτι ὑπάρχει γνώμη, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἦναι ὅμοιος ὁ τύπος, ὅτι ἔπρεπε νὰ διαφέρωσι τὰ διάφορα δημοτικὰ σχολεῖα ἀπ’ ἀλλήλων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι μία γνώμη. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐν τούτοις, ὁ Βουλευτὴς Κυθήρων, εἶχε τὸν καιρὸν νὰ μεταβάλῃ τὸν τύπον τῶν διδακτηρίων καὶ καταστήσῃ ἕτερον τύπον, ὡς καὶ ὁ κατόπιν Ὑπουργὸς τοῦ ὑπὸ τὸν Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων Ὑπουργείου. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ οὐδὲν περὶ τούτου προέτεινε, διότι δὲν εἶχε τὴν γνώμην, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἔχει, ἐπίσης δὲ οὔτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὡς Ὑπουργὸς, προέτεινέ τι. Τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον προεκαλέσαμεν ἡμεῖς, εἶναι ἀναγκαῖον συμπλήρωμα τῆς πράξεως τοῦ προκατόχου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, συμπλήρωμα διὰ τοῦ ὁποίου προλαμβάνεταί τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἀδύνατον νὰ συμβῇ, τὸ νὰ ὑποληφθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἠδύναντο ἄνευ νόμου νὰ δαπανήσωσιν ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ κληροδοτήματος Συγγροῦ, προβαίνοντες εἰς οἰκοδομὴν διδακτηρίων καὶ δικαστικῶν καταστημάτων. Τὸ Διάταγμα ἐξεδόθη, οὐχὶ ἵνα κανονίσῃ νόμον, ἀλλ’ ἵνα ἐκδηλώσῃ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, εἰς τοὺς συμβούλους τοῦ Στέμματος, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ προβῶσιν εἰς διάθεσιν τοῦ χρηματικοῦ τούτου ποσοῦ πρὶν ἢ προκαλέσωσι νόμον. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀνατροπὴ τάξεως, ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ διὰ Β. Διατάγματος ἐπιβάλλωσιν εἰς ἑαυτοὺς τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ὀφείλουσι νὰ τηρῶσι, καὶ τὰς ὁποίας εἴτε οἱ παρόντες εἴτε οἱ μέλλοντες Ὑπουργοὶ ἠδύναντο νὰ λησμονήσωσι, καὶ προβῶσιν εἰς διάθεσιν ποσῶν ἄνευ νόμου. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων. Ἐὰν δ’ ἕνεκα τῆς ἀσθενείας του ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἠδυνήθη νὰ προσκομίσῃ τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα, οὐδεμία ἐκ τούτου ἐπῆλθε ζημία.
§172ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν ἀληθῶς ὁ σκοπὸς τῆς ἐκδόσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 16 Φεβρουαρίου 1903 ἦναι τοιοῦτος, οἷον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουργὸς, ἤτοι ἂν πρόκηται διὰ τοῦ Διατάγματος τούτου νὰ καταστήσῃ προσεκτικοὺς τοὺς νῦν Ὑπουργοὺς, ἢ καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ μέλλοντος...
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦ μέλλοντος.
§174ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. .. τότε βεβαίως οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ψέξῃ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν ὅμως δὲν ἦναι τοιοῦτος, ὅπως ἐγὼ φρονῶ, — διότι ἡ ἔκδοσις Β. Διατάγματος ἐπὶ τοιούτῳ σκοπῷ εἶναι ἄγνωστος, — τότε εἶναι δυνατὸν νὰ ψέξῃ τις, καὶ μὲ βαρυτέρας μάλιστα φράσεις, τὴν πρᾶξιν, περὶ ἧς πρόκειται, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προσεπάθησε νὰ δικαιολογήσῃ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι σοβαραὶ αἱ ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ἀντέταξεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις διεξέφυγε καταλλήλως τὸ ζήτημα. Διότι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ͵ΒΩΚΓʹ τῆς 14 Φεβρουαρίου 1901, τὸν ὁποῖον ἠγνόει τὸ ἐκδοθὲν ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως Β. Διάταγμα, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ ἐκδοθησομένου νόμου, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ Διατάγματός σας, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς ἐν δευτέρῳ ἄρθρῳ: «Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἐκδοθησομένου νόμου περὶ τῆς οἰκοδομῆς τῶν Εἰρηνοδικείων...» Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς νὰ ἐκδοθῇ Βασιλικὸν Διάταγμα ἐπὶ τῇ βάσει ἐκδοθησομένου νόμου· εἶναι ἀνατροπὴ ὅλων τῶν καθεστώτων, καὶ οὕτως ἐχαρακτήρισα τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέδωκε πρὸς ἐμὲ, ἐγὼ δὲ δὲν δύναμαι ν’ ἀποδώσω εἰς ἐκεῖνον. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀνέγνωσε τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψεν, ὅπως καὶ ἄλλοι Ὑπουργοὶ δὲν ἀνέγνωσαν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, ὡς ἀπέδειξεν ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος κ. Μπουφίδης. Τὰς διατάξεις, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ δὲν εἶναι καιρὸς νὰ συζητήσωμεν· ἀλλ’ ἐὰν συζητήσωμεν ταύτας, βεβαιῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θέλει εὑρεθῆ πικρῶς μετανοημένος. Ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, καίτοι ἐπ’ ὀλίγον μόνον διετέλεσα τοιοῦτος, καίτοι εἶχον ἀντίδρασιν ἐν τῇ Βουλῇ, μὴ δυναμένην νὰ ὑπερνικηθῇ, ὑπέβαλον ἐν τούτοις νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐτροποποιοῦντο αἱ διατάξεις ἐκεῖναι τοῦ ͵ΒΤΜΘʹ νόμου, διὰ τῶν ὁποίων τέσσαρα ἑκατομμύρια, προελθόντα ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διετέθησαν κακῶς.
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅλα τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου εἶναι χρήματα προερχόμενα ἐκ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σπαταλῶνται, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διατίθενται καλῶς.
§176ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε. Εἶναι 8 ἡ ὥρα.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις των. Ὁ κύριος Στάϊκος ἔχει τὸν λόγον.
§181ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπών. Ὁ κύριος Μπαλτατζῆς.
§182Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Πρό τινος καιροῦ, κύριε Πρόεδρε, εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐν σχέσει πρὸς τὰ κοινοτικὰ δάση Ἁλμυροῦ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθὲς — δυστυχῶς ὅμως ἀπουσίαζον τὴν στιγμὴν ἐκείνην — εὐηρεστήθη νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἢ μᾶλλον κατάλογον τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εὑρισκομένων σχετικῶν ἐγγράφων. Ὁ κατάλογος οὗτος περιέχει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγγράφων, τὴν χρονολογίαν αὐτῶν, καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἀρχῶν, πρὸς τὰς ὁποίας ἀπεστάλησαν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἀλλ’ οὐδὲν ἀναφέρει περὶ τοῦ περιεχομένου αὐτῶν.
§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τοῦ φακέλου αὐτοῦ ἐδόθη εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Προεδρείου καὶ μία σημείωσις.
§184Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε. Θὰ ἀναφέρω περὶ τῆς σημειώσεως αὐτῆς... Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα ἀφορᾷ ὄχι μόνον τὴν ἐπαρχίαν Ἁλμυροῦ, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα δάση τῆς Θεσσαλίας, συνεπῶς ἔχει γενικώτερον χαρακτῆρα, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσαχθῇ ὁλόκληρος ὁ φάκελος, ὅπως ἴδωμεν, πῶς ἤχθη ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὰ δάση αὐτά, τὰ κοινοτικά, ἐπειδὴ δὲν ἔχουσι τίτλους, πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς δημόσια· νὰ προσαχθῇ τοὐλάχιστον ἡ ἀλληλογραφία μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Βασιλικῆς Πρεσβείας, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου τοῦ Ὀθωμανικοῦ αἱ κοινότητες κέκτηνται δικαιώματα, ἰδίως αἱ ἀγροτικαὶ κοινότητες, εἴτε Χριστιανικαί, εἴτε Μωαμεθανικαί, πρὸ παντὸς δὲ κέκτηνται δικαιώματα ἐπὶ τῶν δασῶν, τὰ ὁποῖα περιβάλλουσιν αὐτάς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνώδευσε τοὺς πίνακας αὐτοὺς καὶ διὰ σημειώσεων. Οὕτω λ. χ. ἐδῶ εὑρίσκω, ὡς πρὸς τὸ δάσος Κωφῶν, τὴν ἑξῆς σημείωσιν «Ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὴ Πρεσβεία ἐβεβαίωσεν, ὅτι οἱ ὑποβληθέντες τίτλοι διὰ τὸ ἐν Ἁλμυρῷ δάσος «Κωφῶν» εἶναι Αὐτοκρατορικὸν Φιρμάνιον, ὅπερ κανονίζει ἀναφυεῖσαν ἔριδα μεταξὺ τῶν χωρίων Κοκὸρ–Μπαγλαλῆ καὶ Ἐσκερκοῦ. Τούτου ἕνεκα παρεκλήθη ὁ κ. Δικαστικὸς Σύμβουλος διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 39924/51463 τῆς 21 Ἰουνίου 1902 ἐγγράφου νὰ ἐγείρῃ τὴν προσήκουσαν ἀγωγήν, ὅπως τὸ δάσος τοῦτο περιέλθῃ εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ Δημοσίου.» Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι, ἐπειδὴ αὐτὸ τὸ Φιρμάνιον, ὅπερ ἡ κοινότης ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸν Ἰούνιον τοῦ 1902, ἀφορᾷ μόνον ἔριδα κτηματικήν, τὴν ὁποίαν ἔλυσε, πρέπει συνεπῶς νὰ ἐγερθῇ ἀγωγὴ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ διεκδικηθῇ τὸ δάσος αὐτὸ κατὰ τῆς κοινότητος. Ὡς ἔχει τὸ Φιρμάνιον αὐτό, δὲν καταδεικνύει ἴσως τὴν κυριότητα, ἀλλ’ οὔτε τὴν ἀναιρεῖ. Ὁπωσδήποτε ἡ σημείωσις αὐτὴ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκής.
§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος νὰ καταθέσω πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θέλετε προσδιορίσει, ὅτι σᾶς εἶναι ἀναγκαῖα.
§186Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὰ γνωρίζω, διότι δὲν ἠξεύρω τὸ περιεχόμενον αὐτῶν τῶν ἐγγράφων.
§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε ὑμεῖς ἐπηρωτήσατε, ζητήσαντες τὰ ἔγγραφα τὰ πραγματευόμενα περὶ τοῦ δάσους τῶν Κωφῶν καὶ τοῦ δάσους τῶν Κοκκωτῶν ἐν Ἁλμυρῷ, συγχρόνως ἐζήτησαν ἄλλοι συνάδελφοι, ἵνα προσκομίσω τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὸ δάσος Κλεινοβοῦ καὶ ἄλλα ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ δάση τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας. Ἐν τοῖς φακέλοις τούτοις ὑπάρχουσι τίτλοι, δικαστικαὶ ἀποφάσεις, ἔγγραφα ποικίλα. Ἐὰν προσεκόμιζον ὅλους αὐτοὺς τοὺς φακέλους, ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ πλήρης ἡμέρα ἴσως, ἵνα συνταχθῇ ὁ κατάλογος τῆς παραδόσεως καὶ παραλαβῆς τῶν ἐγγράφων ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο προέτεινα νὰ προσδιορίσητε, ποῖα ἐκ τῶν ἐγγράφων θέλετε.
§188Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ὑποθέτω, μόνον τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ μᾶς διαφωτίσωσι περισσότερον· ἀλλὰ δὲν γνωρίζω αὐτὰ, διότι δὲν γνωρίζω τὸ περιεχόμενον οὐδενὸς τῶν ἐγγράφων. Ἀλλὰ εἰκάζω, ὅτι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μᾶλλον θὰ μᾶς διαφωτίσωσι, θὰ ἦναι πιθανὸν ἡ ἀλληλογραφία μετὰ τῆς Πρεσβείας τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
§189Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς προσκομίζω τὰ ἔγγραφα τὰ ἀνταλλαγέντα μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Πρεσβείας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει.
§190Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ προσκομισθῶσιν ὁλόκληροι οἱ φάκελοι, θὰ ἦτο προτιμότερον, διότι οὕτως ἐπὶ τῇ βάσει δεδομένων γνωστῶν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν.
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι πολὺ ὀγκώδεις. Ἐὰν θέλητε τὴν πρόσκλησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον διὰ νὰ ἐγείρῃ τὴν ἀγωγὴν, σᾶς τὴν φέρω· ἐὰν θέλητε τὴν ἀλληλογραφίαν μετὰ τῆς Πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξάγεται τὸ πόρισμα, ὅτι τὰ δάση αὐτὰ εἶναι ἐθνικὰ, σᾶς τὴν φέρω.
§192Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Τὴν ἀγωγὴν λοιπὸν καὶ τὴν ἀλληλογραφίαν μετὰ τῆς Πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως.
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§194Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.
§195Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἴσως κατέστην ἐνοχλητικὸς διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων σχετικῶν ἐπερωτήσεων πρὸς τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι καὶ πάλιν νὰ συμπληρώσω τὴν ἐπερώτησίν μου, προσθέτων ὅτι ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τοὺς καταλόγους τοὺς ὑποβληθέντας, ὡς καὶ τὰς συνοδευούσας αὐτοὺς σημειώσεις, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρίσω, τίνα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δέον νὰ προσκομισθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μελετηθῶσιν ἀναγκαίως, διὰ νὰ σχηματίσῃ ἡ Βουλὴ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν κρίσιν. Μετέβην εἰς τὸ Δασικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου πρὸ ἡμερῶν, ἐμελέτησα τοὺς διαφόρους φακέλους, καὶ ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ πόρισμα τῆς μελέτης εἶναι ὅλως ἀλλοῖον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον διατυποῦται εἰς τὰς σημειώσεις, αἱ ὁποῖαι συνοδεύουσι τοὺς καταλόγους τοὺς κατατεθέντας εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐὰν δὲν προσαχθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τοὺς καταλόγους, ἢ, μᾶλλον εἰπεῖν, τὰ ἐν τοῖς φακέλοις ἔγγραφα, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ὁρίσωμεν ἀπὸ τοῦδε, ποῖα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μᾶς χρειάζονται· διότι αἱ σημειώσεις, αἱ συνοδεύουσαι τοὺς καταλόγους, ἔχουσι λάβει ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνα ἀκριβῶς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τίθενται ὑπ’ ὄψιν τῶν νομικῶν συμβούλων, ὅταν προκαλῆται ἡ γνώμη αὐτῶν· διότι, ἂν ὑπεβάλλετο εἰς τὴν κρίσιν ἑκάστου τῶν νομικῶν συμβούλων ὁλόκληρος ὁ φάκελος, δὲν θὰ εἴχομεν ἐκείνας τὰς γνωματεύσεις, διὰ τῶν ὁποίων συνετελέσθη ἡ ἀφαίρεσις τῆς νομῆς τῶν κοινοτικῶν δασῶν. Ὑπέδειξα τὴν ἀνάγκην ταύτην εἰς τὸ Δασικὸν τμῆμα πρὶν ἢ παρακαλέσω τὸν σεβαστόν μοι κ. Πρόεδρον, ἀλλὰ μοὶ εἶπον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ προσκομισθῶσιν οἱ φάκελοι, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀπολεσθῶσιν οἱ τίτλοι ἐκεῖνοι.
§196Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως, ὅταν ἐν τοῖς φακέλοις ὑπάρχωσι πολύτιμοι τίτλοι ἰδιοκτησίας, δὲν δύνασθε νὰ τοὺς φέρητε ἐδῶ. Ἐὰν θέλητε, πηγαίνετε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τὰ βλέπετε.
§197Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Τίς θὰ ἀφαιρέσῃ, κύριε Πρόεδρε, τοὺς τίτλους;
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§199Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Θὰ ἀφαιρέσωμεν τοὺς τίτλους ἡμεῖς οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὰς κοινότητας!
§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν. Εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ συλλάβῃ ὑπονοίας, ὅτι οἱονδήποτε μέλος τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἐκτελέσῃ ὑφαίρεσιν ἐπισήμων ἐγγράφων. Ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι ἐν φακέλῳ ὀγκώδει· ταῦτα θέλουσιν ἀποτεθῆ ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κλητήρων. Δὲν ἠξεύρω τί δύναται νὰ συμβῇ. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ ἔλθητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ σᾶς δώσω τὸν φάκελον, νὰ ἐκλέξητε ποῖα ἔγγραφα θέλετε νὰ παραλάβητε ὑμεῖς. Ἀλλ’ ἐὰν κομίσω ταῦτα ἐνταῦθα, πρέπει νὰ προσδιορίσω ἕνα ὑπάλληλον, καὶ ἕτερον ὑπάλληλον ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἵνα γένηται ἡ παράδοσις ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὸν ὑπάλληλον τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἔχω καθῆκον, ὡς μέλος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, νὰ ἀποδέχωμαι τὰς ἐπερωτήσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν· ὑμεῖς ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνητε ἐπερωτήσεις· ἑπομένως, ὅταν ἀσκῆτε δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ἐμήν, οὐδεὶς μὲ ἐνοχλεῖ· ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ διεξαχθῇ ἡ ὑπηρεσία οὕτως, ὥστε νὰ θεραπευθῶσιν αἱ ἐπιθυμίαι ὑμῶν, νὰ μὴ ἐπέλθῃ ὅμως καὶ ζημία τις ἢ ἀδίκημά τι. Λοιπὸν εὐαρεστηθῆτε νὰ ἔλθητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ προσδιορίσητε τὰ ἔγγραφα.
§201Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἶπον ὅσα εἶπον, ἐν σχέσει μὲ τὰς ὑπονοίας, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐρρίφθησαν ὑπὸ τοῦ Δασικοῦ τμήματος. Μοὶ εἶπον μάλιστα, ὅτι πρέπει ν’ ἀντιγραφῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ ἐν τοῖς φακέλοις, καὶ διὰ τούτου τοῦ τρόπου τὸ Δασικὸν τμῆμα ἤθελε νὰ μοὶ ὑποδείξῃ, ὅτι κατὰ Ἀπρίλιον ἴσως θὰ ἔχωμεν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα.
§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ δὲν ἀμύνομαι, ἵνα καλύψω τὴν ἐμὴν εὐθύνην, διότι ἐγὼ οὐδὲν ἔπραξα· εὑρίσκω τὰ πράγματα, ὡς ὑπάρχουσι διατεταγμένα. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ἓν μέλος, οἱονδήποτε, τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἠδύνατο νὰ προσενεχθῇ ἀνευλαβῶς πρὸς ὑμᾶς, ἢ πρὸς ἄλλον τινὰ Βουλευτήν. Ἄν τοῦτο ἤθελε πράξει, ἤθελε κατασταθῆ ἄξιον περιφρονήσεως. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ λέγετε ὅτι συνελάβετε τοιαύτην ὑπόνοιαν.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ὁ Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς ἐγγράφου, παρακαλῶ νὰ τὸ σημειώσῃ, καὶ νὰ δώσῃ τὴν σημείωσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον, διότι οὐδὲ τὸ Δημόσιον οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ μεταφέρῃ ἐδῶ ὅλον τὸ Ἀρχεῖον, οὐδὲ τοὺς τίτλους του ἔχει καθῆκον τὸ Δημόσιον νὰ δώσῃ εἰς οἱονδήποτε. Ἐάν τις Βουλευτής, διὰ τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει σκοπὸν νὰ διατυπώσῃ, ἔχῃ ἀνάγκην οἱουδήποτε ἐγγράφου, ἂς δώσῃ σημείωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον, διὰ νὰ ζητηθῇ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.
§204Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς ποῖα τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην. Θέλομεν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὸν σχετικὸν φάκελον.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν τὸ Δημόσιον νὰ δώσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα.
§206Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Τὰ θέλομεν διὰ νὰ καταδειχθῇ ἡ καλὴ ἢ κακὴ πίστις, μετὰ τῆς ὁποίας ἐνήργησε τὸ Δημόσιον. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν ἡμεῖς τὴν σωρείαν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι;
§207Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ πολλάκις συνέπεσε νὰ ζητήσω, ὅπως οἱ Ὑπουργοὶ προσκομίσωσιν ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλήν, πρὸς διαφώτισιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τῶν ἐχόντων ἀνάγκην τῶν ἐγγράφων. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι δικαιούμεθα νὰ ὠθῶμεν τὰ πράγματα εἰς ὑπερβολήν. Ἐν οὐδενὶ Κράτει ὑπάρχει συνήθεια, ὅταν πρόκηται κυρίως περὶ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ Δημοσίου, οἱ τίτλοι οὗτοι νὰ ἐξέρχωνται τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου, — τοιοῦτο δὲ εἶναι τὸ τῶν Οἰκονομικῶν — καὶ διὰ διαφόρων κλητήρων νὰ προσκομίζωνται εἰς τὰ Γραφεῖα τῶν Βουλῶν ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν, τῶν τυχὸν ἐχόντων ἀνάγκην νὰ ἐπερωτήσωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων τούτων. Θεωρεῖται ἄλλως, καὶ πρὸ πάντων μάλιστα διὰ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι τὰ Ὑπουργεῖα καὶ τὰ δημόσια Γραφεῖα δὲν εἶναι τόποι ἀπρόσιτοι εἰς αὐτούς. Ἑπομένως, ἐὰν πρόκηται περὶ τίτλων ἰδιοκτησίας, τίτλων μάλιστα μὴ δυναμένων ν’ ἀντικατασταθῶσιν, ὅπως ὑποτίθεται, ὅτι εἶναι οἱ πλεῖστοι τῶν τίτλων ἰδιοκτησίας τῶν δασῶν, εἶναι, νομίζω, πολὺ εὐκολώτερον καὶ τακτικώτερον, ὅπως ὁ ἔχων ἀνάγκην νὰ μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα μεταβῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ζητήσῃ νὰ παραδοθῶσιν αὐτῷ ταῦτα, ἵνα μελετήσῃ καὶ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα ἀντίγραφα, τὰς ἀναγκαίας σημειώσεις, καὶ ὑποβάλῃ τὰς ἐπερωτήσεις αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τούτου τοῦ συστήματος δὲν νομίζω, ὅτι περιστέλλεται τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ὅπερ ἔχει ὁ Βουλευτής, ὑπὲρ οὗ δὲ εἴπερ τις καὶ ἄλλος καὶ ἐγὼ πάντοτε ἠμύνθην καὶ θέλω ἀμύνεσθαι. Ἀλλὰ τὸ νὰ ζητῶμεν, ὅπως κλητῆρες προσκομίζωσιν εἰς τὴν Βουλὴν φορτία ὁλόκληρα ἐγγράφων, ὡς παριστᾷ αὐτὰ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ταῦτα περιέλθωσιν εἰς γνῶσιν ἑκάστου ἡμῶν, ὅταν μάλιστα τὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἀπὸ Γραφείου εἰς Γραφεῖον γνωρίζομεν πῶς γίνονται, νομίζω ἄδικον καὶ οὐχὶ συνᾷδον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦτο, ὁσάκις πρόκηται περὶ τίτλων ἰδιοκτησίας, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται νὰ προσκομίζωνται εἰς τὴν Βουλήν.
§208ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ἄν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ διὰ τὸ δάσος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπηρώτησεν ὁ κ. Μπαλτατζῆς, ἔγγραφα, παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀντίγραφα τῆς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Β. Πρεσβείας ἀλληλογραφίας ἐν σχέσει πρὸς τὸ κοινοτικὸν δάσος Τυχάϊ, ὡς καὶ ἀντίγραφον τῆς ἐγερθείσης ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀγωγῆς.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§210Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς Λαρίσης ἔφερε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ ὡμίλησε γενικῶς περὶ τῆς τύχης αὐτῶν ἐν τῷ στρατεύματι. Τὸ ζήτημα τῶν ὑπαξιωματικῶν ὑπεκινήθη καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Ὅπως ἐνθυμοῦνται οἱ κύριοι Βουλευταί, ὅσοι παρακάθηνται ἀπὸ τῆς παρελθούσης Βουλευτικῆς Περιόδου ἐνταῦθα, πολλάκις τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς Λαρίσης ὡμίλησε γενικῶς περὶ τῆς τύχης τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐν τῷ στρατεύματι, καὶ πόρισμα τῆς ὁμιλίας του ὑπῆρξεν ἡ ὑποβολὴ δύο προτάσεων νόμων, σχετιζομένων πρὸς τὴν τύχην τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὅταν ἤθελον οὗτοι ἀποχωρήσει τοῦ στρατεύματος. Ἐγὼ, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσης, θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, κατόπιν τῶν τελευταῖον γενομένων προβιβασμῶν ἑπτὰ ὑπαξιωματικῶν ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, νὰ μοὶ δώσῃ μίαν πληροφορίαν. Θεωρεῖ, ὅτι κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον μόνον οἱ 7 οὗτοι ὑπαξιωματικοὶ διεκρίθησαν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος; — διότι μεταξὺ τῶν ἑπτὰ ὑπαξιωματικῶν δὲν βλέπω κανένα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ὑπὸ τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον. — Γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουν ὑπαξιωματικοί, προταθέντες ὑπὸ τῶν σωματαρχῶν αὐτῶν, προταθέντες ὑπὸ τῶν ἀνωτέρων ταξιάρχων καὶ μεράρχων, ὑπαξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ὄντως διεκρίθησαν κατὰ τὸν πόλεμον καὶ ἐτραυματίσθησαν, καὶ εἶναι ἄξιοι καλλιτέρας τύχης χάριν αὐτοῦ τοῦ στρατεύματος καὶ αὐτῆς τῆς πειθαρχίας. Μοὶ ἀναφέρουν ἕνα λοχίαν Πλατάνην, ὁ ὁποῖος ἀνῆκεν εἰς ἕν τῶν σωμάτων ἐν Θεσσαλίᾳ· αὐτὸς ἐτραυματίσθη κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἐξόχως διεκρίθη, ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἀπετέλεσαν ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, δὲν ἀπεφάνθη. Μοὶ ἀναφέρουν ἐπίσης ἄλλον ὑπαξιωματικὸν, τὸν Βλάσσην, προταθέντα παρ’ αὐτοῦ τοῦ Διαδόχου ὡς ἄξιον προβιβασμοῦ διὰ πρᾶξιν διακεκριμένην, ἣν ἐξετέλεσε κατὰ τὸν πόλεμον, — ποίαν, δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, ἀλλ’ οὕτως ὁμιλεῖ περὶ αὐτοῦ ἡ ἔκθεσις τοῦ Διαδόχου. — Γνωρίζω ἐπίσης καὶ ἀντελήφθην ἰδίοις ὄμμασιν ἐν τῇ μάχῃ τοῦ Γριμπόβου, ἧς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συμμετάσχω, ἕνα ὑπαξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς, τὸν Θεμ. Τζαμαλούκαν, λαβόντα δύο τραύματα καίρια, καὶ ἐπιμένοντα νὰ ἐξακολουθήσῃ μαχόμενος, καὶ ὃν ἠναγκάσθην δέσμιον νὰ στείλω εἰς τὸ χειρουργεῖον. Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ὑπαξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν ἄξιοι ἠθικῆς ἀμοιβῆς παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθησαν αἱ προτάσεις τῶν σωματαρχῶν καὶ διοικητῶν ἀνωτέρων μονάδων τοῦ στρατεύματος, ὅπως ἀποφανθῇ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐπὶ τῶν τοιούτων προτάσεων. Μεταξὺ τῶν κριθέντων ἀξίων δι’ ἠθικὴν ἀμοιβὴν ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι προεβιβάσθησαν δυνάμει τοῦ νόμου, ἐναπελείφθησαν δὲ 15 μόνον, οἱ ὁποῖοι παραμένουσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἀκόμη ὡς ὑπαξιωματικοί. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται διὰ τοὺς 15 τούτους ὑπαξιωματικοὺς νὰ ὑποβάλῃ πάλιν τὸ ἐρώτημα πρὸς νέαν ἐπιτροπὴν, ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν συσταθησομένην, διότι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐξήλεγξε διὰ δευτέραν φορὰν τὸν πίνακα τὸν ὑποβληθέντα, τουτέστι τὰς προτάσεις τὰς ὑποβληθείσας πρὸς αὐτὴν περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν διακριθέντων, ἀπεφάνθη καὶ πάλιν, ὅτι μόνον τοὺς 7 αὐτοὺς θεωρεῖ ἱκανοὺς διὰ προβιβασμόν· καὶ εἶναι εὐνόητον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἄλλην γνώμην ἐκ τῆς ἰδίας ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ συστήσῃ ἄλλην ἐπιτροπὴν, ἐπίσης ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ἐκ τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὸν πόλεμον, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ὑποβάλῃ τὰ πορίσματα τῆς ἐπιτροπῆς τῆς πρώτης, τοὐλάχιστον τὰ ὀνόματα τῶν θεωρηθέντων ἀξίων δι’ ἠθικὴν ἀμοιβὴν καί τινων τῆς μάχης τοῦ Γριμπόβου, ἵνα ἀποφανθῇ, ἂν οὗτοι οἱ ὑπαξιωματικοὶ εἶναι ὄντως ἱκανοὶ νὰ προαχθῶσιν ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ. Βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἄξιος τιμῆς διότι ἔλυσεν ἓν ζήτημα ἄλυτον, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία εἶχε συσταθῆ, ἵνα ἐξελέγξῃ τὰς προτάσεις τὰς ὑποβληθείσας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἶχεν ἀποφανθῆ πρὸ δύο καὶ ἡμίσεος ἐτῶν, παρέμενε δ’ ἔκτοτε ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα, καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἔλαβε χώραν καὶ ἐπεισόδιον πρὸ τῶν προπυλαίων τῶν Ἀνακτόρων, τὸ ὁποῖον εἶναι βεβαίως λυπηρόν. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἄριστα ποιήσας, προέβη εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων, οἱ ὁποῖοι ὄντως ἦσαν ἄξιοι προαγωγῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς τάξεως ταύτης τῶν ὑπαξιωματικῶν ὑπάρχει καὶ ἄλλη τάξις ὑπαξιωματικῶν, ἡ τῶν τραυματισθέντων ἐν τῷ πολέμῳ. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἰς τὸν στρατὸν τῆς Θεσσαλίας ὑπῆρξαν πολλοὶ ἐκ τῶν καταστάντων ἀνικάνων, ἀλλ’ εἰς τὸν στρατὸν τῆς Ἠπείρου ὑπῆρξάν τινες, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τραύματα κατὰ τὰς μάχας, καὶ ἐκ τούτων κατέστησαν ἀνίκανοι. Μεταξὺ τούτων ὑπάρχουσι δύο ὑπαξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς τὸ σῶμα τῆς ἀστυφυλακῆς, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν δυστυχῶς ὁ νόμος δὲν προβλέπει, ἐνῷ ὁ νόμος προβλέπει περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Ἐνθυμοῦμαι —καὶ ἀνέφερα τοῦτο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς τῆς Βουλῆς κατά τινα συνεδρίασιν— ἐνθυμοῦμαι δύο ὑπαξιωματικούς, τὸν Γαρδίκην καὶ τὸν Κρητικόν· καὶ οἱ δύο ἦσαν ὑπαξιωματικοὶ τῆς ἀστυφυλακῆς, ὑπέστησαν δὲ καίρια τραύματα, καὶ κατέστησαν ἀνίκανοι· ἀπεστρατεύθησαν, καὶ ἔλαβον τὴν σύνταξιν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ, εἴκοσι δραχμάς! ὁ ἕτερος δ’ ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ οἰκογενειάρχης. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, καίτοι δὲν ἦσαν ὑπόχρεοι νὰ μετάσχωσι τοῦ πολέμου, διότι δὲν ἦσαν προωρισμένοι διὰ τὸν πόλεμον, ἀλλὰ διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, οὐχ ἧττον, ὑπείκοντες εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος καὶ τὴν διαταγὴν τῶν ἀνωτέρων των, μετέβησαν καὶ ἐπολέμησαν εἰς τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου, καὶ ἐκεῖ τραυματισθέντες κατέστησαν ἀνίκανοι. Ἀλλ’ ἡ Πολιτεία περὶ αὐτῶν δὲν ἐμερίμνησεν! Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὅτε μάλιστα ἤρξατο νὰ ὁμιλῇ ἐπ’ αὐτοῦ ὁ συνάδελφος κ. Γιαννακίτσας, ἐθεωρήθη ὡς ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπίκαιρον. Ἄλλως περὶ αὐτοῦ ἐγένοντο μακραὶ συζητήσεις ἐν τῷ παρελθόντι. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως διὰ τὰ ἄτομα, πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατεύματος, πρόκειται, ὅτι ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ λέγῃ εἰς τὸν μαχόμενον ὑπὲρ πατρίδος: «ὅταν χύσῃς τὸ αἷμά σου ὑπὲρ πατρίδος, δὲν θὰ ἀφήσω τὰ τέκνα σου ἀπροστάτευτα, ἡ σύζυγός σου δὲν θὰ μείνῃ εἰς τοὺς δρόμους, ἡ μήτηρ σου δὲν θὰ τείνῃ χεῖρα ἱκέτιδα διὰ νὰ ἐπαιτήσῃ τὸν ὀβολὸν τῶν διαβατῶν.» Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα, ὥς τινες ὑπέθεσαν, διὰ νὰ κωλυσιεργήσω, ὡμίλησα ἐκ καθήκοντος, διότι νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον, καὶ ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρω τὸν λόγον, κατόπιν τῆς εὐφραδοῦς ὁμιλίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης, ἀφοῦ μάλιστα προΐσταται τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ Βουλῇ παρουσίασεν ἐργασίαν σπουδαίαν καὶ κατὰ ποιότητα καὶ κατὰ ποσότητα, καὶ ὁ ὁποῖος ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει λησμονήσει καὶ τὸ σπουδαῖον οὗτο διὰ τὸ στράτευμα ζήτημα.
§211Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς κουράσω, ἐπαναλαμβάνων ὅσα οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Λαρίσης καὶ Ὀλυμπίας εἶπον. Θὰ συνηγορήσω μόνον ὑπὲρ τῶν αὐτῶν συστάσεων, τὰς ὁποίας ἀμφότεροι ὑπέβαλον, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ταύτας, ἀφοῦ μάλιστα ὁ ἴδιος ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει φροντίσει περὶ παντὸς, ὅπερ δύναται νὰ συντελέσῃ πρὸς ὠφέλειαν τοῦ στρατεύματος. Θὰ προσθέσω μόνον ὀλίγα τινὰ ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ὑπαξιωματικούς. Δὲν γνωρίζω, ἂν περὶ τούτων ἔχει σκοπὸν νὰ μεριμνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ τῷ ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου. Εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἐπιτρέπεται διὰ νόμου νὰ συνέρχωνται εἰς γάμον, καὶ συνεπῶς αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν ἀποκτῶσι τὰ αὐτὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι καὶ αἱ οἰκογένειαι τῶν ἀξιωματικῶν. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ πολλάκις, εἴτε ἐκ λόγων ὑπηρεσίας εἴτε ἐξ ἄλλης τινὸς αἰτίας, περὶ ὧν δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς, μετατίθενται ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, ὡς μετατίθενται καὶ οἱ ἀξιωματικοί. Ἀτυχῶς μέχρι σήμερον οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως τὸ Δημόσιον πληρώνῃ διὰ τὰς οἰκογενείας τῶν μετατιθεμένων ὑπαξιωματικῶν τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως αὐτῶν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, ἐνῷ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς πληρώνει τὸ Δημόσιον τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως τῶν οἰκογενειῶν των ἀπὸ τόπου εἰς τόπον. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι μέγα ἀδίκημα διὰ τοὺς ὑπαξιωματικούς, ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς. Ἐὰν ἦναι λόγος οἰκονομίας τοῦ Κράτους, νομίζω ὅτι δικαιότερον εἶναι, διὰ νόμου νὰ καταργηθῶσι τὰ ἔξοδα μεταθέσεως διὰ τὰς οἰκογενείας τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ νὰ πληρώνωνται τοιαῦτα διὰ τὰς οἰκογενείας τῶν ὑπαξιωματικῶν· διότι βεβαίως οἱ ἀξιωματικοὶ εὑρίσκονται πάντοτε εἰς πολὺ καλλιτέραν κατάστασιν οἰκονομικῶς παρ’ ὅ,τι οἱ ὑπαξιωματικοί. Τοῦτο λοιπὸν, τὸ σήμερον συμβαῖνον, θεωρῶ ἄδικον, καὶ ἵνα μὴ παρατείνω τὸν λόγον μου, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν ταύτην καὶ κανονίσῃ τὰ ἔξοδα μεταφορᾶς τῶν οἰκογενειῶν τῶν μετατιθεμένων ὑπαξιωματικῶν, ὧν νομίμως ἔχει ἀναγνωρισθῆ ὁ γάμος, ὅπως μὴ εὑρίσκωνται συνεχῶς εἰς τὴν λυπηρὰν θέσιν, προκειμένου νὰ ἐξοικονομήσωσι τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς τῆς οἰκογενείας των ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, νὰ ἐκλιπαρῶσι τὴν βοήθειαν τῶν ἀξιωματικῶν, ἢ ἄλλων. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, κατόπιν τῆς δηλώσεως, ἣν ἔκαμε προχθὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν θέλει καταθέσει τὰ ἔγγραφα τῶν φακέλων τῶν δύο ἐπιθεωρήσεων, νὰ εὐαρεστηθῇ τοὐλάχιστον νὰ καταθέσῃ μόνον τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρήσεων τοῦ 1901 καὶ 1902 ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, καθὼς καὶ τὸ φύλλον ποιότητός μου, διότι ἐπιθυμῶ, ἔστω καὶ ἂν πρόκηται νὰ μειωθῇ ἡ ὑπόληψίς μου ὡς ἀξιωματικοῦ καὶ ἡ ἀξία τῆς ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίας μου, νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, ὅπως κάμω χρῆσιν αὐτῶν, καὶ οὐχὶ τῶν ἀντιγράφων, ἅτινα, ὡς καὶ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἐδήλωσα, κατέχω, διότι βεβαίως παρέχουσι μεῖζον κῦρος τὰ ἔγγραφα, ὅταν ἦναι ἐπίσημα, κατατιθέμενα παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐὰν δὲ ἐπιθυμῇ νὰ μὴ ἐκτεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὴν δημοσιότητα, δύναται νὰ παραδώσῃ αὐτὰ εἰς ἐμὲ ἐν κλειστῷ φακέλῳ, ἵνα ποιήσωμαι χρῆσιν μόνον τῶν ἀφορώντων ἐμὲ ὡς ἀξιωματικόν. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ τὰ ἕτερα ἔγγραφα, τὰ ὅλως ἄσχετα μὲ τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, διότι ταῦτα ἀφορῶσι τὸ στράτευμα, ὅπως, ἐν ᾗ περιπτώσει συζητηθῇ ζήτημα ἀφορῶν τὸν στρατὸν, ἔχω καὶ ἐγὼ ὑπ’ ὄψιν μου τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησίν μου ταύτην, καὶ ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἐπαναλάβω αὐτὴν καὶ πάλιν, καὶ νὰ παρεξηγηθῶ ἴσως ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀσθενεῖ, ἵνα μὴ λάβω τὸν λόγον καὶ πάλιν ἐπὶ ἑτέρου θέματος, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ κρατήσῃ ὑπὸ σημείωσιν τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον ἔχει σπουδαίαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἀτόμων. Πρὸ πολλοῦ χρόνου ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν ἡ κατασκευὴ διαφόρων κτιρίων δημοτικῶν σχολείων. Ἡ ἐπαρχία μου εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ ἔχῃ κανὲν δημοτικὸν σχολεῖον μέχρι σήμερον. Τοῦτο βεβαίως δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω οὔτε εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, οὔτε εἰς τὴν προκάτοχον, ἀλλὰ τὸ ἀποδίδω μᾶλλον εἰς τοὺς πολιτευομένους τῆς ἐπαρχίας μας, οἵτινες δὲν ἐφρόντισαν μέχρι σήμερον.
§212Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§213Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τὰ ἔργα, περὶ τῶν ὁποίων εἶπον, ἐξετέθησαν πρὸ πέντε μηνῶν εἰς δημοπρασίαν, καθ’ ἣν παρουσιάσθησαν ἐργολάβοι, καὶ ἐμειοδότησαν ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν διαφόρων αὐτῶν σχολείων. Τὰ πρακτικὰ τῶν δημοπρασιῶν τούτων ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀλλά, καίτοι παρῆλθεν ἔκτοτε χρονικὸν διάστημα πέντε μηνῶν καὶ πλέον, τὰ πρακτικὰ ταῦτα δὲν ἐπεστράφησαν ἐγκεκριμένα· ὡς γνωρίζετε δὲ, κατὰ τὸν περὶ τούτου νόμον, ὅταν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δημοπρασίας δὲν ἐγκριθῇ ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοπρασίας, αὕτη εἶναι ἄκυρος. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἐγκριθῇ ἡ δημοπρασία καὶ νὰ γείνῃ ἔναρξις τῆς κατασκευῆς τῶν διδακτηρίων τῶν σχολείων. Ἀλλὰ γεννᾶται ἕτερον ζήτημα πολὺ σοβαρόν. Οἱ εἰρημένοι ἐργολάβοι, ἵνα ἀναδειχθῶσιν ὡς τοιοῦτοι ἐπὶ δημοπρασίας, κατέθεσαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον χρηματικὰς ποσότητας, ἄλλος χιλίας, ἄλλος χιλίας πεντακοσίας δραχμὰς, ἀναλόγως τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ. Τὰ πρακτικὰ μένουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπὸ πέντε ἢ ἕξ μηνῶν. Πολλάκις παρουσιάσθην καὶ ἐγὼ αὐτὸς εἰς τὸν Ὑπουργόν, καὶ παρεκάλεσα νὰ διατάξῃ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων, ἀλλ’ οὐδὲν ἐγένετο. Νομίζω, ὅτι ἡ τοιαύτη παράτασις δὲν δύναται ποσῶς νὰ δικαιολογηθῇ, διότι, ἢ ἔπρεπε νὰ ἐγκριθῇ ἡ δημοπρασία, καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον ὁ τελευταῖος μειοδότης, ἢ ἔπρεπε νὰ ἀκυρωθῇ ἡ δημοπρασία, καὶ νὰ ἐπιστραφῇ τὸ χρηματικὸν ποσὸν εἰς τοὺς ἐργολάβους, οἱ ὁποῖοι κατέθεσαν αὐτό. Ἡ τοιαύτη κατακράτησις τοῦ χρήματος τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν νομίζω ὅτι ποσῶς δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν τὴν παράκλησίν μου ταύτην καὶ διαταχθῇ ἡ ἐπιστροφὴ τῶν χρημάτων εἰς τοὺς ἐργολάβους, ἀφοῦ ἐπὶ πλέον οὗτοι δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι τοιοῦτοι, καὶ οὐδεμίαν ὑπέχουσιν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου.
§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀξίωσις ὑμῶν εἶναι εὔλογος. Ἐὰν τὰ πράγματα ἔχωσιν οὕτως, ὡς τὰ ἐκθέτετε, θὰ φροντίσω νὰ συνεννοηθῶ μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἵνα ἐπιστραφῶσιν αἱ ἐγγυήσεις.
§215Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στρᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§217Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου κ. Σταΐκου, ἀναγκάζομαι, διασαφηνίζων ἕν τισι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα, νὰ παραιτήσω ἐντελῶς τὴν συνήθη κοινοβουλευτικὴν ἐπιφυλακτικότητα ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων. Ὁ κύριος συνάδελφος εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐπαρχία Βάλτου ἔμεινεν ἔρημος οἰκοδομῆς δημοτικῶν σχολείων, οὐχὶ ἴσως ἐξ ἐλλείψεως προνοίας τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, ἀλλ’ ἐξ ἐλλείψεως προνοίας τῶν πολιτευομένων τῆς ἐπαρχίας Βάλτου. Διὰ τοῦ ζητήματος τούτου οὐδὲν ἕτερον ἀναφέρει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος συνάδελφος ἢ ὅτι ὑπὸ ἢ παρὰ τὴν Κυβέρνησιν ὑπάρχουσιν πάντοτε οἱ φροντισταὶ τῶν κυβερνητικῶν ὑποθέσεων, καὶ οἱ τοιοῦτοι φροντισταὶ εἶναι οἱ κατὰ τόπους πολιτευόμενοι. Τὰ πράγματα πρέπει νὰ λεχθῶσι καθαρά. Μᾶς κατηγοροῦσι, κύριε Πρόεδρε, τοὺς πολιτευομένους ἅπαντας, ὅτι συνήθως, ὑποστηρίζοντες τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην Κυβέρνησιν, ἢ παρέχοντες τὴν συνδρομὴν ἡμῶν πρὸς τὸ ἓν ἢ τὸ ἕτερον κόμμα, λαμβάνομεν παροχὰς, διορισμοὺς ἢ φροντίδας ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας ἐπαρχίας. Ἴσως ἡ ὑπόδειξις διορισμῶν προσώπων εἶναι καταδικαστέα· βεβαίως ὅμως ἡ πρόνοια ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιακῶν συμφερόντων εἶναι ἐπαινετὴ, ἐφ’ ὅσον ἀποβαίνει ἀναγκαία ἡ τοιαύτη πρόνοια τῶν Βουλευτῶν, διότι δὲν ἐπαρκοῦσιν ἴσως τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ὑποδεικνύωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ τί δέον γενέσθαι ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς. Οὕτως ἐνομοθετήθη σιωπηρῶς καὶ ἀγράφως νέα κατηγορία φροντιστῶν, ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν. Ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν βεβαίως, Βουλευταὶ, οἵτινες δὲν ἐπεμελήθησαν τῶν ἐπαρχιακῶν συμφερόντων, δύνανται νὰ ψεχθῶσιν ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, ἐὰν, ταχθέντες ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τούτων, ἐφάνησαν ἐπιλήσμονες τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κύριος ἐκ Βάλτου συνάδελφος ἀνέφερεν, ὅτι ἀφορμὴ τῆς ἐλλείψεως προνοίας ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου ὑπῆρξαν οἱ πολιτευόμενοι αὐτῆς, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν δὲ Βουλευτικὴν Περίοδον Βουλευταὶ Βάλτου ὑπῆρξαν ὁ ἀποτυχὼν ἤδη τέως βουλευτὴς κ. Καραγιάννης καὶ ὁ πατήρ μου, φρονῶ ὅτι βεβαίως τὴν τοιαύτην ἔλλειψιν προνοίας δὲν ἀπέδωκεν εἰς ἀμφοτέρους, ἀλλ’ εἰς ἐκεῖνον τῶν δύο Βουλευτῶν, ὅστις ἐτύγχανε φίλος τῆς τότε ὑπαρχούσης Κυβερνήσεως.
§218Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Μάλιστα.
§219Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. .. Διότι ὁ πατήρ μου, διατελῶν μέλος ἀντιπολιτευτικοῦ κόμματος, δὲν ἠδύνατο, φρονῶ, νὰ ἰσχύσῃ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου. Δυστυχῶς ὅμως, ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ καθαρῶς προσωπικοῦ, ὑπάρχει καὶ ἕτερον ζήτημα, κύριε Πρόεδρε. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου. Ἡ θεραπεία τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐπαρχιῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, κατὰ κανόνα δυστυχῶς, εἴθισται νὰ γίνηται ἀναλόγως τῆς προνοίας καὶ τῆς ἰσχύος τῶν ἑκάστοτε Βουλευτῶν, καὶ οὐχὶ κατὰ τὸ μέτρον τοῦ δικαίου. Διὰ τοῦτο δὲ βλέπομεν, ὅτι πολλαὶ ἐπαρχίαι εἶναι ἔρημοι δημοτικῶν σχολείων, ἕτεραι δὲ ἐπαρχίαι, ἀντιπροσωπευόμεναι ὑπὸ Βουλευτῶν ἰσχυόντων παρὰ ταῖς ἑκάστοτε Κυβερνήσεσιν, ἔχουσι πληθώραν δημοτικῶν σχολείων. Ἡ ἐπαρχία Βάλτου, μὴ εὐτυχήσασα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον νὰ ἔχῃ κυβερνητικοὺς Βουλευτὰς, δυναμένους νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῶν συμφερόντων αὐτῆς, ἔφθασεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ κανὲν κτίριον δημοτικοῦ σχολείου. Ἔλαβον λοιπὸν τὸν λόγον, ὄχι μόνον, ὅπως καθαρίσω τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπέναντι τοῦ συναδέλφου μου, ἀλλ’ ἵνα συμπληρώσω καὶ τὴν παράκλησιν αὐτοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἐνδιαφέρομαι τόσον πολὺ περὶ τῆς κατακρατουμένης ἐγγυήσεως τῶν ἰδιωτῶν ἐργολάβων, ὑπὲρ ὧν κατεκυρώθη ἡ οἰκοδομὴ τῶν δύο δημοτικῶν σχολείων, διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν ὁποίων ἐμερίμνησεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις Ζαΐμη, ἀλλὰ κυρίως ἡ παράκλησίς μου στρέφεται πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπαναλάβῃ τὰς δημοπρασίας τὰς προκηρυχθείσας, καὶ, εἰ δυνατὸν, συντελεσθῇ τὸ ἔργον, διότι ἐπὶ τεσσάρων δήμων ἐν Βάλτῳ, ἀποτελουμένων ἐκ πολλῶν χωρίων, οὐδὲν κτίριον δημοτικοῦ σχολείου ὑπάρχει. Ἐνῷ ἐν τῇ γειτονικῇ ἐπαρχίᾳ Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου ὑπάρχουσι τόσα σχολεῖα, ἐνῷ ἡ Εὐρυτανία ἔχει τόσα σχολεῖα, ἡ κατ’ ἐξοχὴν ἔχουσα ἀνάγκην τοιούτων ἐπαρχία Βάλτου ἔμεινεν ἔρημος, καὶ τὰ τέκνα τῶν Βαλτινῶν μετὰ τῶν χοίρων συναγελάζονται! Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις ἐκεῖ, κατάστασις οἰκτρά! Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐλήφθη τὸ μέτρον τῆς οἰκοδομῆς σχολείων, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συντελέσῃ τοῦτο, ἀποβλέπουσα ὄχι εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν παρακρατουμένων ἐγγυήσεων, ἀλλὰ πρὸ παντὸς εἰς τὴν οἰκοδομὴν τῶν δύο σχολείων καὶ εἰς τὴν οἰκοδομὴν τριῶν ἔτι σχολείων, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἕτοιμα τὰ σχέδια καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ τῆς δαπάνης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§220Ι. ΠΑΛΑΣΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολλαὶ συζητήσεις ἔγειναν περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι τοῦδε ἔγειναν πολλοὶ προβιβασμοὶ ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ ὑπαξιωματικοὶ μένουσι μέχρι τοῦδε ἠδικημένοι. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μαραίνωμεν τὸν ζῆλον τῶν ὑπαξιωματικῶν, δὲν πρέπει νὰ τοὺς πικραίνωμεν τόσον, διότι, ὡς γνωστὸν, ἡ καρδία τοῦ στρατοῦ εἶναι οἱ ὑπαξιωματικοί. Ἐξεπλήρωσαν οὗτοι πατριωτικὸν καθῆκον κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀδικῶνται μέχρι τοσούτου. Ὑψώνω λοιπὸν φωνὴν ὑπὲρ τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες δίκαιον εἶναι καὶ πρέπον νὰ ἀμειφθῶσι.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σμολένσκης ἔχει τὸν λόγον.
§222Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μεταξὺ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι καὶ τὰ ἑπόμενα. Ἐὰν μὲν ἦναι ἀνώτεροι καὶ τίθενται εἰς διαθεσιμότητα, ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς διατροφῆς τῶν ἵππων καθὼς καὶ τῆς ἱπποδωρεᾶς· ἐπίσης καὶ οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι δυνάμει ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔλαβον ἵππους ἐπὶ πληρωμῇ ἀπὸ τὸ Δημόσιον, — ἡ πληρωμὴ δὲ τῆς ἀξίας τῶν ἵππων τούτων γίνεται τμηματικῶς, κατὰ μῆνα, — καὶ οἱ ἀξιωματικοί, λέγω, οὗτοι, ὅταν τίθηνται εἰς διαθεσιμότητα, δύνανται, νομίζω, νὰ ἔχωσι δικαίωμα διὰ τὴν διατροφὴν τῶν ἵππων οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ οἱ περιβαλλόμενοι διὰ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Βουλευτοῦ, ἐπίσης, τιθέμενοι εἰς διαθεσιμότητα, βεβαίως δὲν πρέπει ν’ ἀποτελέσωσιν ἐξαίρεσιν. Λοιπὸν ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι λάβει ἵππους δυνάμει τῆς ἐγκυκλίου ἐκείνης, καὶ τὴν ἀξίαν τῶν ἵππων αὐτῶν πληρώνουσι κατὰ μῆνα, δὲν τοὺς ἔχουν δὲ ἀποπληρώσει μέχρι τοῦδε, καὶ κατὰ συνέπειαν οἱ ἵπποι αὐτοὶ ἀνήκουσι κατὰ τὸ ½ ἢ ⅓, ἢ κατ’ ἄλλην ἀναλογίαν, εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ διὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἀξίας ἀνήκουσιν εἰσέτι εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ συνεπῶς λογίζονται ὡς ἵπποι τοῦ Δημοσίου. Ἔμαθον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε νὰ μὴ χορηγῆται νομὴ εἰς τοὺς ἵππους τῶν ἀξιωματικῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς διαθεσιμότητα σήμερον, καὶ ἐκ τούτων τινὲς ἔχουσιν ἵππους, ἡ πληρωμὴ τῆς ἀξίας τῶν ὁποίων δὲν συνεπληρώθη ἔτι, καὶ ἕνεκα τούτου οἱ ἵπποι οὗτοι λογίζονται ὡς ἵπποι τοῦ Δημοσίου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ παύσῃ ἡ νομὴ τῶν ἵππων αὐτῶν, τότε βεβαίως οἱ ἵπποι οὗτοι πρέπει νὰ ἐπιστραφῶσιν εἰς τὸ Δημόσιον· ἐὰν δ’ ἀφήσῃ τοὺς ἵππους εἰς τὴν κατοχὴν τῶν ἀξιωματικῶν, φρονῶ, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ διατάξῃ, ὅπως ἐξακολουθῇ νὰ δίδηται ἡ νομὴ εἰς τοὺς ἵππους αὐτῶν, ὡς καὶ πρότερον, διότι πιθανόν τινες νὰ μὴ ὦσιν εἰς κατάστασιν νὰ διατρέφωσι τοὺς ἵππους αὐτῶν ἐξ ἰδίων, καὶ συνεπῶς θὰ ἦναι ἄδικον νὰ στερηθῶσιν αὐτῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ γνωρίσῃ, ποῖον ἐκ τῶν δύο ἐπιθυμεῖ νὰ γείνῃ· τὸ πρῶτον ἢ τὸ δεύτερον;
§223Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ἐνίππου ὑπηρεσίας μεταβαίνουσιν εἰς ὑπηρεσίαν, ἥτις δὲν ἐπιβάλλει αὐτοῖς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τηρῶσιν ἵππους, παρέχεται τὸ δικαίωμα ἐπὶ ἕνα μῆνα τῆς νομῆς διὰ τοὺς ἵππους αὐτῶν, ὅπως ἐν τῷ μεταξὺ μεριμνήσωσι περὶ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἵππων αὐτῶν. Μέχρι τοῦδε κρατεῖ ἡ γνώμη, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἐκλεγόμενοι Βουλευταὶ καὶ τιθέμενοι εἰς συνταγματικὴν διαθεσιμότητα δὲν εἶναι μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διατηροῦσι τὸ δικαίωμα νὰ τρέφωνται οἱ ἵπποι αὐτῶν δαπάναις τοῦ Δημοσίου. Τὴν 12 Φεβρουαρίου ἐξεδόθη Διάταγμα, δι’ οὗ ἐτέθησαν εἰς διαθεσιμότητα οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ εἰσελθόντες εἰς τὴν Βουλὴν· ἐκ τούτων δὲ ἄλλοι μὲν εἶναι κατώτεροι, καὶ δὲν ἀνήκουσιν εἰς ἔφιππα σώματα, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχουσιν ἵππους, ἄλλοι δὲ εἶναι ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νὰ ἔχωσιν ἵππον, ἢ ἀνήκουσιν εἰς ἔφιππα σώματα, ὅτε πάλιν δικαιοῦνται νὰ ἔχωσιν ἵππον. Τὴν 12 Μαρτίου βεβαίως οἱ ἵπποι αὐτῶν δὲν θέλουσιν ἀπολαμβάνει νομῆς παρὰ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ συμβαίνει καὶ ἄλλο τι, ὅπερ δεῖται διακανονισμοῦ. Συνήθως οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπρομηθεύοντο τοὺς ἵππους αὐτῶν ἐκ τοῦ Δημοσίου, καταβάλλοντες τὴν ἀξίαν αὐτῶν καὶ ἀγοράζοντες αὐτούς· ἂν δ’ ἐγίνετο προμήθεια ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὑπεχρεοῦντο νὰ πληρώσωσιν ἢ τὸ ὅλον ποσόν, ἢ διὰ κρατήσεων ἐκ τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, ἀλλὰ κρατήσεων ὁπως δήποτε σημαντικῶν, ὥστε ἡ ἀποπληρωμὴ τῶν ἵππων νὰ συντελῆται ἐντὸς μικροῦ χρόνου, τὸ πολὺ ἐντὸς 6 μηνῶν. Βραδύτερον ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν—καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ὁ στρατηγὸς εἶναι ὁ ἐκδοὺς τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν...
§224Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγώ.
§225Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. .. ἵνα εὐκολύνῃ τοὺς ἀξιωματικούς, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς οἰκονομικὰς αὐτῶν περιστάσεις, ἔκρινεν ὀρθὸν, ὅπως οἱ δικαιούμενοι νὰ ἔχωσιν ἵππους καὶ οἱ τηροῦντες τοιούτους, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται εἰς ἱπποδωρεὰν, ἡ ὁποία εἶναι δεκάδραχμος καὶ χρησιμεύει διὰ τὴν πετάλωσιν καὶ ἄλλας μικρὰς ἀνάγκας, ἀπαιτουμένας διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν, ἔκρινε, λέγω, ὀρθὸν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι διὰ τῆς κρατήσεως ταύτης τῆς ἱπποδωρεᾶς, οὔσης δεκαδράχμου, ἠδύναντο ν’ ἀποπληρωθῶσιν οἱ ἵπποι τῶν ἀξιωματικῶν, ἀπαιτεῖται δὲ πρὸς τοῦτο χρονικὸν διάστημα 6 ἕως 7 ἐτῶν. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον εἶναι εὐεργετικὸν διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ συντελεστικόν, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ συντηροῦσι τοὺς ἵππους καλλίτερον ἢ πρότερον, ὅτε ἐλάμβανον αὐτοὺς μόνον δι’ ὑπηρεσίαν. Πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν εἰσελθόντων εἰς τὴν Βουλὴν ἔχουσι πληρώσει μέρος τῆς ὅλης ἀξίας, μὴ ἔχοντες δὲ θέσιν ἐφίππου ἀξιωματικοῦ, θέλουσι παύσει νὰ ἔχωσιν ἱπποδωρεάν, ἢ κρατήσεις ἐκ τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔχει ἀποπληρωθῆ ὁ ἵππος, καὶ τὸ ὑπόλοιπον ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ στρατηγὸς, τὸ Δημόσιον ἀναλαμβάνει αὐτὸν, ἐκτὸς ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς ἐξακολουθήσῃ νὰ καταθέτῃ τὴν δεκάδραχμον κράτησιν, συντηρῶν ἅμα τὸν ἵππον ἰδίᾳ δαπάνῃ. Θὰ ηὐχόμην, ἐὰν ἤθελεν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῆ, ὅπως οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, οἱ ἐν τῇ Βουλῇ, διατηρήσωσι τοὺς ἵππους αὐτῶν, διότι οἱ νεώτεροι ἔχουσι καιρὸν νὰ ἀναμάθωσι πάλιν τὴν ἱππασίαν, ἐνῷ ἡμεῖς οἱ παλαιότεροι, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἵππους, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἀπομάθωμεν τὴν ἱππασίαν, καὶ νὰ ἤμεθα συνεπῶς ἄχρηστοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν βραδύτερον.
§226Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὁ ἵππος μου μὲ ἔφερεν ἐπὶ τῶν πεδίων τῶν μαχῶν κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον· καίτοι δ’ ἔχω συμπάθειαν πρὸς τὸν ἵππον αὐτόν, ἔχω ἀκόμη μεγαλειτέραν εὐλάβειαν πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ ἂν τὸ Δημόσιον θέλῃ νὰ τὸν δεχθῇ, εὐχαρίστως εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὸν δωρήσω πρὸς αὐτό.
§227Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ νὰ παράσχῃ νομὴν εἰς τοὺς ἵππους τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ παρακαθημένων. Ἀφοῦ ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις σχετικῶς πρὸς τοὺς προβιβασμοὺς τῶν ἀνδραγαθησάντων ὑπαξιωματικῶν. Ὅτε, Κύριοι, ἀνέλαβον τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εὗρον πρὸ ἐμοῦ ἐργασίαν συντετελεσμένην. Προκειμένου δὲ νὰ εἰσηγήσωμαι εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὴν γνώμην περὶ συμπληρώσεως τῶν προβιβασμῶν τῶν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας γενομένων, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀφεώρων ἀνθυπασπιστὰς καὶ ὑπαξιωματικούς, εὐεργετικῶς προβιβαζομένους καὶ πρὸς πλήρωσιν χηρευουσῶν θέσεων, ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῶ ζητήματος, ὅπερ πάντοτε ἔρχεται εἰς τὸ μέσον, τοῦ προβιβασμοῦ τῶν ἀνδραγαθησάντων κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Εἶχον πρὸ ἐμοῦ συντετελεσμένην ἐργασίαν, συντετελεσμένην διὰ τῆς ὑποβολῆς ἐκθέσεων παρὰ τῶν σωματαρχῶν καὶ διαφόρων ἡγητόρων τῶν μονάδων διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοὺς ὅπως δήποτε συμμετασχόντας τοῦ πολέμου. Αἱ ἐκθέσεις αὗται ἀνήρχοντο εἰς τὸ σεβαστὸν ποσὸν τῶν 2150. Τόσος ἀριθμὸς ἐκθέσεων σημαίνει, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ σωματάρχαι, οἵτινες παρέσχον τὰς συστάσεις ταύτας, δὲν ἀπέδιδον μεγάλην σημασίαν εἰς αὐτὰς, διότι ἄλλως θὰ ἦσαν φειδωλοί. Ἡ ἔλλειψις δὲ φειδοῦς ἔφερε μεγάλην δυσκολίαν εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ ἐξελέγξωσι...
§228Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§229Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν, ἂν ἐγνώριζον, ὅτι θὰ προκαλέσω συζήτησιν, νὰ ἀναβάλω τὸν λόγον μου δι’ αὔριον. Δι’ αὐτὸ δὲ θὰ ἦμαι τώρα συντομώτερος. Τὸ μέγα πλῆθος τῶν προταθέντων ἔφερεν εἰς μεγάλην δυσχέρειαν τὴν ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦτο ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν συνέστησεν ἐπιτροπὴν, προεδρευομένην ὑπὸ τοῦ ὑποστρατήγου κ. Βάσσου, μέλος δὲ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἦτο καὶ συνάδελφος παρακαθήμενος ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ ἐκ Βονίτσης βουλευτὴς κ. Γρίβας, καὶ ἄλλοι τινὲς, οἱ ὁποῖοι, διεξελθόντες τὰς διαφόρους ἐκθέσεις, ἔκριναν ὅτι 7 καὶ μόνον ἦσαν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἠδύναντο νὰ συστήσωσιν, ὅπως προαχθῶσιν. Ἐπανειλημμέναι διαταγαὶ τῶν Ὑπουργῶν παρέπεμψαν καὶ ἄλλας ἐκθέσεις εἰς τὴν μελέτην τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἡ ὁποία ἐξηκολούθησε μέχρι τέλους ἰσχυριζομένη, ὅτι τοὺς 7 τούτους καὶ μόνους εὕρισκεν ἀξίους τῆς τοιαύτης ἀμοιβῆς. Ἐγὼ δὲν ἔχω λόγους νὰ προβῶ εἰς ἐρεύνας προσωπικὰς, καὶ δὲν κρύπτω, ὅτι ἀποστρέφομαι τὰς προσωπικὰς ἐρεύνας καὶ τὰ προσωπικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυσχερῆ, καὶ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔχω τὴν ἱκανότητα νὰ τὰ διεξαγάγω. Διὰ τοῦτο εὑρεθεὶς ἀπέναντι τῆς ἐπιμόνου ἀποφάσεως—τῆς ἀληθῶς ἀξίας ἐπαίνου καὶ μὴ συνήθους εἰς τὴν ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν—τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ὅπως μὴ κρίνῃ ἀξίους προβιβασμοῦ πλείους τῶν 7, ὅπως ἀρχῆθεν ἔκρινε, περιωρίσθην εἰς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, καὶ εἰσηγησάμην πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα τὴν προαγωγὴν τῶν 7 τούτων ὑπαξιωματικῶν, ἐξ ὧν εἷς εἶχεν εὐεργετικῶς προαχθῆ πρὸ πολλοῦ, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ ἀνθυπασπιστὴς Κουμουνδοῦρος, ἄλλος δὲ εἰσῆλθεν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἐξῆλθεν ἀνθυπολοχαγός, καὶ ἑπομένως ὑπολείπονται μόνον πέντε. Παρὰ τούτους ἡ ἐπιτροπὴ προέτεινε καὶ ἀριθμὸν 50 ἕως 60 ὑπαξιωματικῶν, ὅπως ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτοὺς ὁ ἀργυροῦς Σταυρὸς τοῦ Σωτῆρος. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἐσκέφθην ἔτι, τί δύναμαι νὰ πράξω· νὰ εἰσηγήσωμαι τὴν ἀπονομὴν τοῦ παρασήμου, ἢ νὰ λάβω ἄλλο μέτρον; Ὥστε ἐπὶ τούτου δὲν ἔχω νὰ ἀναγγείλω τι εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἔσχον τὴν καλωσύνην νὰ συστήσωσιν, ὅπως ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον τοῦτο καὶ δι’ ἄλλους ἀνδραγαθήσαντας, νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἑπτὰ αὐτῶν ὑπαξιωματικῶν πᾶς τις ἐκ τῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ἕνα ἢ δύο ἀνδραγαθήσαντας κατὰ τὴν γνώμην του, καὶ ἐγὼ δὲ ἤθελον εἴπει, ὅτι γνωρίζω τινάς. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τόσην ἐπισημότητα εἰς ἄλλην γνώμην, ἐκτὸς τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς παρὰ τοῦ νόμου ἐπιτετραμμένης; Εἶναι τακτικώτερον καὶ συμφερώτερον, ἀφοῦ τὴν ἰδέαν τῆς ἀνδραγαθίας δὲν ἀπεκλείσαμεν ἀπὸ τοῦ στρατεύματος, ἀφοῦ τὴν ἰδέαν ταύτην ἀνεγνωρίσαμεν εἰς τοὺς 7 τούτους, καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι σφάλλομεν καὶ ὅτι ἦσαν καὶ ἕτεροι ἀνδραγαθήσαντες, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦνται, μὴ προταθέντες ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ παύσῃ πλέον ἡ περὶ τούτου ἐπασχόλησις. Καὶ ἂν γνωρίζωμεν ἀνδραγαθήσαντας καὶ μὴ συμπεριληφθέντας, νομίζω ὅτι ἱκανοποίησις πρὸς τὸ στράτευμα ἐδόθη, καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ στράτευμα δὲν ἐνίκησεν, ἠδυνήθη ὅμως νὰ δώσῃ δείγματα, ὅτι οἱ ἄνδρες αὐτοῦ ἐμπνέονται ὑπὸ τοῦ συναισθήματος τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος, καὶ ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τοῦτο, ἀμείβοντες τὴν ἰδέαν καὶ μόνον. Διότι, ἐὰν κατρακυλίσωμεν εἰς τὸν κατήφορον τῆς ἀμοιβῆς προσώπων, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι 2150 πρέπει νὰ προβιβασθῶσι.
§230Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅσον ἐκτιμῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι προέβη εἰς τὸ μέτρον νὰ προβιβάσῃ ὑπαξιωματικοὺς 7, ὑποδειχθέντας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τοσοῦτον ἐκτιμῶ καὶ τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία περιωρίσθη εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, διότι εὑρέθη ἀληθῶς πρὸ κυκεῶνος, πρὸ ἀριθμοῦ τόσον μεγάλου, εἰς τρόπον ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διακρίνῃ, τίνες ἦσαν οἱ ἀληθῶς ἀνδραγαθήσαντες, διὰ τοῦτο οὐδόλως ἀδικῶ τὴν ἐπιτροπήν. Τὸ λάθος, Κύριοι, συνέβη ἀρχικῶς, διότι μετὰ τὸν πόλεμον ἦτο ἐπάναγκες νὰ ἐξετασθῇ, τίνες ἦσαν οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ ταγματάρχαι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, καὶ ἐκείνων τὰς ἐκθέσεις ἔπρεπε νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ μετὰ ταῦτα συστᾶσαι ἐπιτροπαί. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοιοῦτον μέτρον δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, καὶ προήχθησαν ἀδιακρίτως πάντες οἱ ἀξιωματικοί, ἀνδραγαθήσαντες καὶ μή, πολεμήσαντες καὶ μή....
§231ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες.
§232Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες, κατὰ τὸν συνάδελφον, πάντες προήχθησαν, ἐντεῦθεν ὁ κυκεὼν καὶ τὸ κακὸν αὐτό, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἠδύνατο οὔτε ὁ Ὑπουργὸς οὔτε ἡ ἐπιτροπὴ νὰ διακρίνωσι, τίνες ἦσαν οἱ πραγματικῶς ἀνδραγαθήσαντες ὑπαξιωματικοί, ἢ μᾶλλον οἱ ἐκτελέσαντες τὸ καθῆκόν των, — διότι περὶ ἀνδραγαθίας ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω, καθόσον ἐν τῷ τελευταίῳ πολέμῳ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, οὐδεὶς ἠνδραγάθησεν· ἔπραξαν μόνον τὸ καθῆκόν των. — Δι’ ἐκείνους λοιπὸν τοὺς ὑπαξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἐπετέλεσαν περισσότερον τὸ καθῆκόν των, ἦτο ἀνάγκη, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ἐξετασθῇ, τίνες ἦσαν οἱ ταγματάρχαι, οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὸν πόλεμον, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀληθῶς ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλωσιν ἐκθέσεις τοιαύτας, καὶ νὰ ὑποδείξωσι τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς ὑπαξιωματικούς, τοὺς ἀξίους προβιβασμοῦ, καὶ ἐκείνων τὰς ἐκθέσεις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπιτροπή, ἐπ’ αὐτῶν νὰ μελετήσῃ, καὶ τότε νὰ δυνηθῇ νὰ προσεγγίσῃ εἰς συμπέρασμά τι, διὰ τοῦ ὁποίου ἀληθῶς νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ ἄλλους ὑπαξιωματικούς, ἔχοντας τὰ αὐτὰ στοιχεῖα πρὸς προαγωγὴν ὅσα καὶ οἱ περὶ ὧν πρόκειται 7 ὑπαξιωματικοί. Ταῦτα συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ ἐκείνους τοὺς ὑπαξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἐξεπλήρωσαν καλῶς τὸ καθῆκόν των.
§233ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν μετὰ τὰ γεγονότα τοῦ πολέμου τοῦ ἔτους 1897 συνέστη ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξερεύνησιν καὶ εὕρεσιν τῶν ὀνομάτων τῶν ἀξιωματικῶν, κατὰ τὸν Α ἢ Β βαθμόν, οἵτινες, ὡς ὁ κ. ἐκ Γυθείου Βουλευτὴς εἶπεν, ἔλαβαν μέρος εἰς τὸν πόλεμον καὶ ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, καὶ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀπεφήνατό τι περὶ αὐτῶν, καὶ ποῖα εἶναι τὰ ὀνόματα ἐκεῖνα, καὶ τί περὶ τούτων ἀπεφάνθη.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§235Π. Ι. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀνέγνωσα χθὲς ἐν τῇ «Ἑστίᾳ», ὑπὸ τὸν τίτλον «Νέον κτίριον τοῦ Πολυτεχνείου», εἴδησιν, καθ’ ἣν πρόκειται παρὰ τὸ ἤδη ὑπάρχον μέγαρον τοῦ Πολυτεχνείου νὰ κατασκευασθῇ νέον τοιοῦτον, ἀξίας 300 χιλιάδων δραχμῶν, ἵνα διδάσκηται ἐν αὐτῷ δὲν ἠξεύρω τι, καὶ ὅτι αἱ 300 αὗται χιλιάδες πρόκειται νὰ ληφθῶσιν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ. Ἐπειδὴ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὰ κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε ἀφέθησαν διὰ τὴν ἵδρυσιν καὶ λειτουργίαν τοῦ Πολυτεχνείου, δὲν διετέθησαν συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα, τὸ κατ’ ἐξοχὴν πρακτικόν, τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰ ἐκληροδότησαν...
§236Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον πρὸ παντὸς νὰ ἐρωτήσητε, ἂν εἶναι ἀληθὴς ἡ εἴδησις;
§237Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Πολὺ καλὰ, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἐπ’ αὐτοῦ περιορισθῶ. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) πόσα εἰσὶ τὰ ποσὰ τὰ κληροδοτηθέντα εἰς τὸ Μετσόβιον Πολυτεχνεῖον ὑπὸ τῶν ἀοιδίμων αὐτοῦ ἱδρυτῶν καὶ τῶν κατόπιν κληροδοτησάντων διάφορα ποσὰ ὑπὲρ τοῦ Πολυτεχνείου. 2) Πόσα ἐκ τῶν ποσῶν τούτων ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε, καὶ ποῦ. 3) Πόσα ποσὰ ἀπομένουσι διαθέσιμα, καὶ πῶς σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ χρησιμοποιήσῃ ταῦτα. Θέλω ὑποβάλει καὶ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου.
§238ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν γνωρίζω, τίς μετέδωκε τὴν εἴδησιν ταύτην εἰς τὴν ἐν λόγῳ ἐφημερίδα· ἓν μόνον γνωρίζω, ὅτι οὐδεὶς ἀπολύτως λόγος ἐγένετο περὶ τούτου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως 1) τῆς ἀπὸ 28 Φεβρουαρίου 1903 συμβάσεως μεταξὺ τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἐξ ἄρθρων ἕξ, περὶ παρατάσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος αὐτῆς ἐν ταῖς ἑπτὰ Ἰονίοις νήσοις, 2) τῆς ἀπὸ 28 Φεβρουαρίου 1903 συμβάσεως μεταξὺ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἐξ ἄρθρων ἑπτά, περὶ παρατάσεως τοῦ προνομίου αὐτῆς καὶ περὶ ἐπεκτάσεως αὐτοῦ εἰς τὰς ἑπτὰ Ἰονίους νήσους ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης.» Ὁ κύριος Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§240ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ διεξαχθεῖσα χθὲς τὴν ἑσπέραν, κύριοι Βουλευταί, συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν νομοσχεδίου καὶ τῶν συναφῶν συμβάσεων, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐκ Κερκύρας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς τρία μέρη· τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν σύμβασιν τὴν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ τελευταῖον τὸ ἀφορῶν εἰς παρατηρήσεις ὑποβληθείσας ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων σχετικῶς πρός τινα ἄρθρα τοῦ προβαλλομένου νομοσχεδίου. Ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων δὲν θὰ ἐπεκτείνω τὸν λόγον, διότι ἀπεκδέχομαι καὶ ἐγὼ, ὅπως καὶ ἡ Βουλή, τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἀποριῶν καὶ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος Βουλευτής. Θὰ περιορισθῶ ὅμως νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ ἐγὼ ὡς πρὸς τὴν παράτασιν τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ἀνήκων εἰς ἐπαρχίαν, ὅπου τὸ πρῶτον συνέστη ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα καὶ ὅπου κατὰ τὸ παρελθὸν ἔδρασεν, ἐνδιαφέρομαι καὶ ἐγὼ ἰδιαιτέρως νὰ ἀκούσω τοὺς λόγους τοὺς πείσαντας τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρατείνῃ, ὡς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶπε, δωρεὰν τὸ προνόμιον τοῦτο. Ἐκ δημοσιευθείσης ἐκθέσεως τοῦ ἐν Λονδίνῳ κεντρικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης ἐστήριζεν ἀξίωσιν πρὸς παράτασιν τοῦ προνομίου ἐπὶ διαφόρων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα κατόπιν ἐγκατέλειψε πάντα, καὶ περιωρίσθη εἰς ἓν μόνον, τουτέστιν, ὅτι συνεπείᾳ τοῦ νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδίδετο τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, ὅπως καὶ εἰς τὰς ἄλλας δύο προνομιούχους Τραπέζας, τὴν Ἐθνικὴν καὶ τὴν τότε ὑπάρχουσαν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, νὰ κυκλοφορῶσιν ἀναγκαστικῶς τὰ τραπεζογραμμάτια αὐτῶν, δυνάμει, λέγω, τοῦ νόμου τούτου τοῦ ἔτους 1885 καὶ κατ’ ἀναγκαίαν συνέπειαν παρετείνετο ἀπεριορίστως τὸ προνόμιον, ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Δὲν γνωρίζω, ποίαν ὡς πρὸς τοῦτο ἀπάντησιν ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτε ἐγένοντο πρὸς αὐτὴν αἱ προτάσεις περὶ ἀνανεώσεως τοῦ προνομίου. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει οὐδὲν λέγεται περὶ τούτου· λέγεται μόνον, ὅτι ἕνεκα ἱστορικῶν λόγων καὶ ἵνα φανῶμεν εὐάρεστοι πρὸς Δύναμιν προστάτιδα, παρετάθη τὸ προνόμιον ἐπὶ δεκαπενταετίαν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἱστορικοὺς λόγους, μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιμείνω, διότι οἱ ἱστορικοὶ λόγοι ἐξέλιπον εὐθὺς ὡς ὁ Ἰόνιος νόμος, ὁ ἐπιτρέψας τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἐν ἔτει 1860, κατηργήθη, ἀντικατασταθεὶς διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1880. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1880, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐνεκρίθη τὸ προνόμιον, δὲν ἦτο νόμος ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ νόμος, ὅστις ἔδιδε τὸ δικαίωμα καὶ εἰς ἑτέραν Τράπεζαν, ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας νὰ δύναται νὰ λειτουργῇ ἐν Ἑπτανήσῳ. Καὶ πράγματι συγχρόνως μὲ τὴν σύμβασιν τὴν συνομολογηθεῖσαν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης συνωμολογήθη καὶ ἑτέρα τοιαύτη μετὰ τῆς τότε Πιστωτικῆς πρὸς σύστασιν ὑποκαταστημάτων ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ μετὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων. Οἱ ἱστορικοὶ λόγοι, οἱ σχετιζόμενοι πρὸς τὴν σύστασιν τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, καὶ αἱ ἀναληφθεῖσαι διὰ τῆς συνθήκης τῆς Ἑπτανήσου ὑποχρεώσεις ἐξέλιπον ἐντελῶς, ἡ δὲ Ἰονικὴ Τράπεζα ὑφίστατο καὶ ὑφίσταται δυνάμει νόμου τοῦ Κράτους, ἐπιτρέψαντος τὴν λειτουργίαν αὐτῆς, καὶ παραχωρήσαντος εἰς αὐτὴν τὸ προνόμιον τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων. Ἔρχονται κατόπιν οἱ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ἀναφερόμενοι λόγοι τῆς ἐπιθυμίας, ἵνα μὴ κριθῶμεν παραβλέποντες εὐχὰς σεβαστὰς εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν μόνον καὶ μόνον διὰ τοῦτο παρεχωρήθη ἡ παράτασις τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, δὲν δύναμαι νὰ κρίνω, μὴ γνωρίζων τὰς αἰτίας καὶ τὴν ἰσχὺν αὐτῶν τῶν εὐχῶν, ἐὰν δηλ. ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ προβῇ μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ παραχωρήσῃ δωρεὰν τὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου. Ὥστε, ὅπως καὶ ἂν κριθῇ τὸ πρᾶγμα, πρόκειται περὶ προνομίου, περὶ παραχωρήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους εἰς Τράπεζαν ἰδιωτικὴν, ἵνα ἐκδίδῃ καὶ κυκλοφορῇ τραπεζογραμμάτια. Τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, δὲν ἦτο πρακτικὸν νὰ παραχωρῆται ἐπὶ δεκαπενταετίαν προνόμιον, καὶ νὰ μὴ ζητῆται ἀντάλλαγμα. Δὲν πρέπει δὲ νὰ καθησυχάζῃ ἡμᾶς τὸ ὅτι ἡ παράτασις αὕτη ἐγένετο, διότι ὑπ’ ὄψει ὑπῆρχεν ἡ συγχώνευσις τῆς Ἰονικῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· διότι, καίτοι τοῦτο ἐλέχθη καὶ ἐβεβαιώθη, καὶ μάλιστα ὅτι εἶναι ἐν τῷ συντελεσθῆναι, κατὰ πληροφορίας ὅμως, τὰς ὁποίας ἔλαβον, οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐγένετο, οὐδ’ εἶναι βέβαιον, ἂν θὰ γείνῃ εἰς τὸ μέλλον. Εἶναι πιθανὸν, ἀλλ’ οὐδεμία περὶ τούτου ὑπάρχει βεβαιότης. Ὥστε κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα θὰ ἐξακολουθήσῃ λειτουργοῦσα ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων τῶν διεπόντων τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καθ’ οὓς τὰ γραμμάτια αὐτῆς θὰ ἔχωσι κυκλοφορίαν οὐ μόνον ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ· διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ προνόμιον τοῦτο, θὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφιστάμενον ἐπὶ δεκαπενταετίαν ὅλην, καὶ ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ ζητηθῶσιν ἀνταλλάγματα ἀντὶ τῆς παραχωρήσεως αὐτοῦ. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο περιορίζονται αἱ παρατηρήσεις μου, ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον τοῦτο τῆς συζητήσεως. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ἕτερον μέρος, τὸ ἀφορῶν τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· διότι μετὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπόκειται νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις, ἐκ τῶν ὁποίων θέλομεν φωτισθῆ, προτοῦ ἐκφέρωμεν ψῆφον ἐπὶ τῆς συμβάσεως. Ἔρχομαι δὲ εἰς τὸ τρίτον μέρος τῆς διεξαχθείσης συζητήσεως, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἄρθρων 3, 4, 5, καὶ 6 τοῦ ὑποβεβλημένου νομοσχεδίου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι οἱ συζητήσαντες κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν ἐπὶ τῶν ἄρθρων τούτων περιεπλανήθησαν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐξετράπησαν τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ ἀκολουθήσωσι. Κατ’ ἐμὲ, ὡς βάσις καὶ ὁρμητήριον τῶν περαιτέρω σκέψεων ἐπὶ τῶν ἄρθρων ἐκείνων ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ ἡ ἑξῆς. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἵδρυμα ἐξαιρετικὸν, ὡς καὶ ἡ ὀνομασία αὐτῆς δηλοῖ, ἵδρυμα ἀμέσως συνδεόμενον πρὸς τὸ Κράτος· τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει καὶ ἅπασα ἡ ἱστορία αὐτῆς. Ἀρκεῖ νὰ ἀναμνησθῶμεν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑπῆρξεν ἐν πάσαις ταῖς κρισίμοις περιστάσεσι τοῦ Κράτους ὁ πρόχειρος καὶ πρόθυμος ἀρωγὸς αὐτοῦ. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν εἶναι ὅπως αἱ ἄλλαι Τράπεζαι· ἔχει, οὕτως εἰπεῖν, τρεῖς ὑποστάσεις. Εἶναι Τράπεζα, κατὰ τὴν κυρίαν ἔννοιαν τῆς λέξεως, ἐπιδιδομένη εἰς τὰς κυρίως τραπεζιτικὰς ἐργασίας, ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως καὶ Τράπεζα κτηματικὴ, εἶναι δὲ συγχρόνως καὶ ἀγροτικὴ, ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις ἔχει καὶ τὸ προνόμιον τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων, προνόμιον, τὸ ὁποῖον τῇ παρεχωρήθη ἐπὶ τῇ βάσει καταστατικοῦ, ἐγκεκριμένου οὐ μόνον ὑπὸ τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, τῶν μετόχων αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, καταστατικοῦ τροποποιουμένου κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ συνεπείᾳ τῶν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως συμβάσεων. Τὸ καταστατικὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ τὴν σύστασιν αὐτῆς ἀντεγράφη ἀπὸ τὸ καταστατικὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας, καὶ διὰ τοῦτο αἱ πρῶται πράξεις, αἱ ἐπιτραπεῖσαι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἶναι αὐταὶ αἱ ἐπιτραπεῖσαι διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ Ναπολέοντος εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Γαλλίας. Πάντα δὲ τὰ προνόμια τὰ ἀπολαμβάνει διὰ νόμου, ἢ διὰ συμβάσεων κυρωθεισῶν διὰ νόμων. Ἐθεωρήθη δὲ, ὡς πρὸς τὴν λειτουργίαν αὐτῆς, καὶ ὡς Κτηματικὴ Τράπεζα καὶ ὡς Γεωργική. Εὐεργετικὴ δὲ ὑπῆρξεν ἡ δρᾶσις τῆς Τραπέζης, καθόσον ἑκάστοτε ἤρχετο ἀρωγὸς, τροποποιηθέντος τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς, οὐ μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς δήμους καὶ εἰς τὰ λιμενικὰ ταμεῖα καὶ τὰς κοινότητας, τὰ εὐαγῆ ἱδρύματα κλπ. Ἄνευ τῆς ἀρωγῆς αὐτῆς τὰ δημόσια οἰκονομικὰ καὶ τὰ τῶν δήμων ἤθελον πάθει καταστροφὰς, ἤθελον καταντήσει φθισιῶντα ἐξ ἀνεπαρκείας πόρων πρὸς συντέλεσιν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐπεχείρησαν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι παρερμηνεία ἐγένετο τοῦ ἄρθρου 3, ἐν σχέσει πρὸς τὸν καθορισμὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ δικαιώματος τῆς Τραπέζης τοῦ νὰ θεωρῶνται αἱ ἐγγραφεῖσαι ὑποθῆκαι καὶ πρὸ τῶν 10 ἡμερῶν τῆς πτωχεύσεως ὡς νομίμως ὑφιστάμεναι, καὶ μὴ ὑπαγόμεναι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, τὰς ἀκυρούσας τὰς τοιαύτας ὑποθήκας, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἰδιώτας, διότι ἡ διάταξις αὕτη δὲν τίθεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπολύτως καὶ ἀσχέτως, ἀλλὰ ἐν σχέσει πρὸς τὰ διὰ τῶν προηγουμένων ἐδαφίων ὁριζόμενα, τὰ ὁποῖα τί ἄλλο πράττουσιν ἢ νομοθετικῶς νὰ κυρῶσι τὸ γινόμενον σήμερον κατ’ ἄλλον τρόπον; Διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι σήμερον ἐπικρατεῖ παρὰ τοῖς συμβολαιογράφοις τὸ σύστημα, ὁσάκις συνομολογῆται συμβόλαιον εἴτε παρ’ ἰδιωτῶν εἴτε παρὰ τῆς Τραπέζης, νὰ μὴ λαμβάνῃ ὁ δανειζόμενος τὰ χρήματα πρὶν ἢ ἐκπληρωθῶσι πᾶσαι αἱ διατυπώσεις, αἱ ἀπαιτούμεναι πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ δανειστοῦ διὰ τὴν ἐγγραφὴν τῆς ὑποθήκης, ἡ ὁποία τῷ παραχωρεῖται παρὰ τοῦ δανειζομένου. Ἅμα τῇ συνομολογήσει τοῦ συμβολαίου ὁ συμβολαιογράφος κρατεῖ παρ’ ἑαυτῷ τὰ χρήματα, καὶ δὲν τὰ δίδει εἰς τὸν ὀφειλέτην, εἰμὴ ἀφοῦ ἐκπληρωθῶσιν αἱ διατυπώσεις τῆς ἐγγραφῆς, ἀφοῦ βεβαιωθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὑποθήκη, ἢ, ἂν ὑπάρχῃ, διεγράφη κλπ. Τοῦτο δὲ γίνεται καὶ διὰ τὰ δάνεια τὰ παρεχόμενα ὑπὸ τῆς Τραπέζης· καὶ εἶναι ὀρθὸν τοῦτο, τὸ νὰ ἐξασφαλίζηται ἐκ τῶν προτέρων ὁ δανειστής, διότι, ἂν ἡ προϋπάρχουσα ὑποθήκη δὲν ἦναι διαγεγραμμένη, ἢ ἂν αὕτη ἀνήκῃ εἰς ἀνηλίκους ἢ εἰς ἄλλα πρόσωπα ἀνίκανα, ἀπαιτεῖται διαδικασία ὁλόκληρος, ἵνα διαγραφῇ, καὶ ματαιοῦται τὸ συμβόλαιον, ὁ δὲ δανειζόμενος ὑφίσταται τὴν ἀπώλειαν τοῦ χαρτοσήμου. Τοιουτοτρόπως αἴρονται αἱ δυσχέρειαι αὗται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι συνομολογεῖται κατ’ ἀρχὰς προσύμφωνον, τὸ ὁποῖον, ἂν ματαιωθῇ, δὲν θὰ ἐπιφέρῃ μεγάλην ζημίαν εἰς τὸν ὀφειλέτην· διότι τὸ χαρτόσημον, ἐφ’ οὗ θὰ γραφῇ, θὰ ἦναι τρίδραχμον, θὰ ἦναι ὑπόσχεσις περὶ δανείου, ἡ ὁποία θὰ πραγματοποιηθῇ κατόπιν διὰ τοῦ ὁριστικοῦ δανειστικοῦ συμβολαίου, τὸ ὁποῖον θὰ συντάσσηται ἐπὶ ἀναλόγου χαρτοσήμου. Ἐν σχέσει λοιπὸν πρὸς τὴν νέαν ταύτην διαδικασίαν, τὴν καθιερουμένην διὰ τὴν εὐκολίαν τῶν ὀφειλετῶν πρὸ παντός, καὶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν βεβαίως τῆς Τραπέζης, ἐν σχέσει πρὸς τὴν διαδικασίαν ταύτην, ἔρχεται τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, τὸ καθιεροῦν ὅτι αἱ ἐγγραφεῖσαι ὑποθῆκαι διατηροῦσι τὸ κῦρός των, ἐὰν ἐνεγράφησαν δέκα ἡμέρας πρὸ τῆς πτωχεύσεως. Τοῦτο εἶναι πλεονέκτημα βεβαίως, τὸ ὁποῖον παρέχεται πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ εἶναι ἀπόρροια τοῦ δικαιώματος αὐτῆς, ὡς Κτηματικῆς Τραπέζης, εἶναι δὲ παρεμφερὲς πρὸς τὰ ἐν Εὐρώπῃ, ἐν Ἰταλίᾳ ἰδίως, ἰσχύοντα ὡς πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς κτηματικῆς πίστεως. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κύριος Στελλάκης ὑπέβαλε χθὲς μίαν ἀντίρρησιν ὡς πρὸς τοῦτο, καὶ παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν περίπτωσην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδύναντο νὰ παραβλαφθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν, ἐὰν ἐγχειρόγραφον δάνειον τῆς Τραπέζης μετεβάλλετο κατὰ τὰ πρόθυρα τῆς πτωχεύσεως τῶν ἐμπόρων εἰς ἐνυπόθηκον δάνειον, ὅτε ἡ ἀσφάλεια, τὴν ὁποίαν θὰ ἐλάμβανεν ἡ Τράπεζα διὰ τῆς ὑποθήκης, θὰ ὑπέκλεπτεν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν περιουσίαν ἐκείνην, ἥτις ἀνήκει εἰς τὴν ὁμάδα. Νομίζω, ὅτι ἡ περίπτωσις αὕτη δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι τότε δὲν εἶναι πλέον βοήθεια παρεχομένη εἰς τοὺς δανειζομένους, εἶναι μεταβολὴ τῆς πιστώσεως αὐτῶν ἀπὸ ἐγχειρογράφου εἰς ἐνυπόθηκον, τὸ ὁποῖον πλέον ὑποπίπτει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ κοινοῦ νόμου.
§241Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάγεται τότε εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν;
§242Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαίως δὲν ὑπάγεται· ἐδῶ πρόκειται, ὅταν ἡ Τράπεζα ἀπ’ εὐθείας δανείζῃ, χωρὶς νὰ μετατρέπῃ δάνειον ἐγχειρόγραφον εἰς ἐνυπόθηκον.
§243ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔμπορός τις δέκα ἡμέρας πρὸ τῆς πτωχεύσεώς του προβαίνει καὶ δανείζεται ἀπὸ τὴν Τράπεζαν καὶ ὑποθηκεύει τὰ κτήματά του· ἡ ὑποθήκη αὕτη, τὴν ὁποίαν θὰ ἐγγράψῃ ἡ Τράπεζα, εἶναι ἰσχυρὰ, ἐναντίον τοῦ κανόνος, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἐκ τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου· δὲν ζημιοῦνται ἐντεῦθεν οἱ τρίτοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι νὰ λάβωσι.
§244Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὴ λαμβάνετε ἔμπορον ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ λάβετε ἰδιώτην. Δὲν θὰ ζημιωθῶσιν οἱ ἔχοντες παρ’ αὐτοῦ νὰ λάβωσιν εἰς ὁμοίαν περίστασιν;
§245Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὴν ὁμάδα τῶν δανειστῶν ὁ νόμος τὴν προστατεύει διὰ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε, καθ’ ἣν πᾶσα πρᾶξις γενομένη ἐντὸς τῶν 10 πρὸ τῆς πτωχεύσεως ἡμερῶν εἶναι ἄκυρος. Λοιπὸν, ἐὰν ἀναχθῇ ἡ πτώχευσις δι’ ἀποφάσεως μεταγενεστέρας εἰς παλαιότερον χρόνον, ἡ ὁμὰς τῶν δανειστῶν ἔχει ὡς ἐγγύησιν πᾶσαν τὴν περιουσίαν τοῦ ἐμπόρου, καὶ ἑπομένως θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ λάβῃ ἓν ποσοστὸν ἀνάλογον, ἵνα ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀπαιτήσεις της, ἐνῷ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἐντελῶς ἀποκλείονται οἱ δανεισταὶ ἀπὸ τῆς περιουσίας τοῦ πτωχεύσαντος. Σημειώσατε δὲ, ὅτι τοῦτο γίνεται κατ’ ἀνθρώπων ἀθωοτάτων, τῶν ὁποίων τρόπον τινὰ δημεύεται ἡ περιουσία, διότι τοῦτο εἶναι οἱονεὶ δήμευσις τῆς περιουσίας τῶν δανειστῶν. Κατὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ὄχι μόνον ἄδικος, ἀλλ’ ἐξικνεῖται καὶ μέχρι τοῦ σημείου νὰ τὴν χαρακτηρίσω δημευτικήν.
§246Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε συνάδελφε, μὲ συγχωρεῖτε. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐξεταστέον ἀπὸ δύο ἀπόψεων, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ὀφειλέτου καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς δανειζούσης Τραπέζης. Ἐὰν ἡ Τράπεζα θελήσῃ νὰ μεταβάλῃ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἔχει, ἐκ γραμματίων, — περίπτωσις, τὴν ὁποίαν χθὲς ἐξήτασεν ὁ συνάδελφος κ. Στελλάκης, — ἐὰν, λέγω, θελήσῃ νὰ μεταβάλῃ ταῦτα εἰς ἐνυπόθηκον δάνειον, ἐννοῶ, ὅτι τότε ὑπάρχει δόλος, διότι, διὰ νὰ μεταβάλῃ τὸ ἐγχειρόγραφον δάνειον εἰς ἐνυπόθηκον, σημαίνει, ὅτι προβλέπει τὴν πτώχευσιν τοῦ ὀφειλέτου αὐτῆς, προβλέπει, ὅτι ἡ φερεγγυότης τοῦ ὀφειλέτου ἐκλονίσθη, καὶ ἑπομένως δὲν ἀρκεῖται εἰς τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ· τότε ἐν τῇ περιουσίᾳ τοῦ ὀφειλέτου οὐδὲν εἰσέρχεται, ὥστε δύναται ἡ ὁμὰς νὰ εἴπῃ: «μᾶς ἔκλεψες τὴν περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου μας, ὑπεξῄρεσες τὴν περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου, ἐξ ἧς ἐπρόκειτο νὰ ἱκανοποιηθῶσιν ὅλοι οἱ δανεισταί». Ἐνῷ κατὰ τὴν ἄλλην περίπτωσιν, τὴν κατ’ ἐμὲ προβλεπομένην ἀπὸ τὸ σχετικὸν ἐδάφιον, ἔρχεταί τις, ἔστω καὶ ἔμπορος, καὶ ζητεῖ δάνειον, παρέχων εἰς ὑποθήκην τὸ κτῆμά του· ἡ Τράπεζα δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν αὐτὸς ὁ ἔμπορος εἶναι φερέγγυος ἢ δὲν εἶναι φερέγγυος· ὁ ἔμπορος προσφέρει τὸ κτῆμά του εἰς ὑποθήκην, καὶ δανείζεται, ὑποθετέον, 100,000 δραχμάς· αἱ 100,000 αὐταὶ δραχμαὶ ἐξέρχονται τῶν ταμείων τῆς Τραπέζης, καὶ εἰσέρχονται εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ ὀφειλέτου· τί πταίει ἡ Τράπεζα, ἂν ὁ ὀφειλέτης αὐτὰς τὰς 100,000 τὰς ἐνθυλακώνῃ;
§247Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Τί πταίουσιν οἱ δανεισταί; Ἀποκλείομεν τὸν δόλον τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ δὲν ἀποκλείομεν τὸν δόλον τοῦ ὀφειλέτου. Ἡ περιουσία τοῦ πτωχεύσαντος μετὰ τὴν πτώχευσιν δὲν ἀνήκει πλέον εἰς τὸν πτωχεύσαντα, ἀνήκει εἰς τὴν ὁμάδα τῶν δανειστῶν· ἐν ἀγνοίᾳ καὶ καλῇ τῇ πίστει ἡ Τράπεζα γίνεται ὄργανον, ὥστε ὁ πτωχεύων νὰ δολιεύηται τὴν ὁμάδα τῶν δανειστῶν, καὶ πίπτει θῦμα καὶ ἡ ὁμὰς τῶν δανειστῶν καὶ ἡ καλὴ πίστις τῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία δὲν χάνει μὲν τὰ χρήματά της, ἀλλὰ χάνει τὸ γόητρόν της.
§248Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἴπετε σεῖς τὴν γνώμην σας ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, καθ’ ἣν βλέπετε τὰ πράγματα· ἀφήσατε νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, καθ’ ἣν βλέπω αὐτά. Λάβετε κατ’ ἄλλην ὄψιν τὸ πρᾶγμα· μὴ ὑποθέτετε ἔμπορον ἀπατῶντα, θέλοντα νὰ καταδολιευθῇ τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν του· λάβετε ἔμπορον τίμιον, περιελθόντα εἰς στενοχωρίας χρηματικὰς ἕνεκα περιπετειῶν τοῦ ἐμπορίου, ἔμπορον θέλοντα νὰ σώσῃ τὴν θέσιν του καὶ συγχρόνως νὰ μὴ βλάψῃ τοὺς δανειστάς του...
§249ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρέπει τότε νὰ μὴ συμβάλληται.
§250ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ἔχῃ περιουσίαν καὶ νὰ μὴ συμβάλληται!
§251Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε συνάδελφε, δὲν συμφωνοῦμεν εἰς τὰς ἰδέας. Σεῖς ἔχετε ἐνώπιόν σας πάντοτε ἀπατεῶνας· ἐγὼ ἑρμηνεύω τοὺς νόμους φιλαγάθως, ὡς λέγουσιν οἱ διδάσκαλοί μας, οἱ Ρωμαῖοι.
§252Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως φιλαγάθως πρέπει νὰ ἑρμηνεύῃ τις τοὺς νόμους· ἀλλ’ ὅταν νομοθετῇ, νομοθετεῖ ἔχων ὑπ’ ὄψει του, κατὰ τίνα τρόπον θὰ προλάβῃ τὰς δολιότητας τῶν ἄλλων· τὸ νομοθετεῖν τοῦτον τὸν σκοπὸν ἔχει, νὰ προλαμβάνῃ τὰς καταχρήσεις. Ἄλλως δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νόμων. Ὅταν φθάσῃ τις εἰς τὴν ἑρμηνείαν, τότε πρέπει φιλαγάθως νὰ ἑρμηνεύῃ· ὅταν ὅμως νομοθετῶμεν, πρέπει — ἂν ᾖναι ἐπιτετραμμένη ἡ φράσις — κακοπίστως νὰ νομοθετῶμεν· νομοθετοῦμεν, ἵνα προλάβωμεν τὴν κακοπιστίαν.
§253Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τέλος πάντων ἡ γνώμη μου εἶναι...
§254ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Στεφάνου, διατὶ δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ ἐν δόλῳ ὀφειλέτης δύναται νὰ ἐκποιήσῃ τὴν περιουσίαν του, ἡ δὲ ἐκποίησις δὲν ἀκυροῦται, ἐκτὸς ἐὰν ᾖναι ἐν δόλῳ ὁ ἀγοραστής;
§255Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ἡ ἐκποίησις ἀκυροῦται διὰ τῆς Παυλιανῆς ἀγωγῆς.
§256Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τέλος πάντων ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη κεῖται ἐν τῷ πνεύματι, τὸ ὁποῖον ἐξήγησα εἰς τὴν Βουλήν. Τώρα, ἐὰν ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις ἐκείνη, ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ στερήσωμεν τὸν τίμιον ὀφειλέτην, τὸν θέλοντα νὰ οἰκονομήσῃ τὰς ὑποθέσεις του, ἀπὸ τοῦ νὰ εὕρῃ μίαν ἀρωγὴν ἐν τῇ Τραπέζῃ, ἡ ὁποία δύναται νὰ τῷ παράσχῃ τὸ δάνειον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 4, νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο δὲν θὰ ὑπάρξῃ δυσκολία ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ ἄλλων ἀκόμη Τραπεζῶν, διότι ταῦτα σχετίζονται πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν, εἶναι δὲ μεταβολὴ τῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 5. Τὸ ἄρθρον 5 καθιερεῖ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἐν Ἀγγλίᾳ μὲ τὴν ὀνομασίαν τοῦ «Settlement», τουτέστιν «ἐγκαταστάσεως». Ἐκεῖ συνηθίζεται, προκειμένου εἴτε περὶ ὀρφανικῶν χρημάτων εἴτε περὶ προικῴων, νὰ ἀσφαλίζηται τὸ ἀναπαλλοτρίωτον διὰ τῆς παρενθέσεως προσώπου ἢ προσώπων χαιρόντων τὴν ἐμπιστοσύνην εἴτε τοῦ προικοδότου, εἴτε τοῦ διαθέτου, τοῦ διατιθέντος κληροδότημά τι, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν οὐχὶ τὴν φύλαξιν, ἀλλὰ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν διάθεσιν τῶν προσόδων τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα προορίζονται εἰς τὴν προῖκα ἢ καὶ εἰς τὸ κληροδότημα, ἢ ἀνήκουσιν εἰς τὰ ὀρφανά. Ἀπὸ πολλοῦ πολλαὶ παρουσιάσθησαν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας προικοδόται, θέλοντες ν’ ἀσφαλίσωσι τὴν πρόσοδον τῶν μελλόντων συζύγων, ἀποτείνονται εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ ζητοῦσι ν’ ἀναδεχθῇ ἡ Τράπεζα κατάθεσιν ἀναπαλλοτρίωτον, ὑπὸ τὸν ὅρον μόνον νὰ παρέχῃ τὰς προσόδους, τὸν τόκον τῶν χρημάτων τῶν κατατεθειμένων, εἴτε τὰ τοκομερίδια τῶν κατατεθειμένων ὁμολογιῶν καὶ ἄλλων χρεωγράφων. Ἀλλ’ ὡς ἐννοεῖτε κάλλιστα, ἡ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, διότι δὲν εἶναι ἡ ῥήτρα αὕτη ὑποχρεωτικὴ καὶ διὰ τοὺς ἐνδιαφερομένους, διότι ὁ σύζυγος γίνεται κύριος τῆς προικός, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ διαθέσῃ τὴν προῖκα, ἢ ὁ ἐπιτροπευόμενος δύναται, ἐκπληρῶν τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου, νὰ ἐκποιήσῃ τὰ χρεώγραφα, καὶ αἱ κοινότητες, ἐπ’ ὀνόματι τῶν ὁποίων πολλάκις ὑπὸ διαθετῶν κατατίθενται χρήματα, δύνανται, ἐκπληροῦσαι τὰς διατυπώσεις τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένας, νὰ ἀναλάβωσι τὸ κεφάλαιον, καὶ ἡ Τράπεζα οὐδὲν ἔχει νὰ ἀντείπῃ εἰς τοῦτο. Ἀκριβῶς εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἀφορῶν τὸ νομοσχέδιον προτείνει τὸν τοιοῦτον καθορισμόν. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἐγένετο ἡ ἀντίρρησις: «Καὶ διατὶ τάχα νὰ μὴ παραχωρηθῇ τὸ πλεονέκτημα τοῦτο καὶ εἰς ἄλλας Τραπέζας;» Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ λόγος τοῦ ἀποκλειστικοῦ τούτου πλεονεκτήματος ὡς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἶναι, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀποτελεῖ ἵδρυμα ἀρχαῖον καὶ ἐθνικὸν, ὅτι διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ τύχη αὐτῆς εἶναι τόσον συνδεδεμένη μετὰ τοῦ Κράτους, ὥστε Τράπεζα Ἐθνικὴ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν.
§257ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά!
§258Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ πολύ!
§259Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου, καὶ τὸ ἀπέδειξαν αἱ περιστάσεις.
§260Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πλανᾶσθε.
§261Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, εἰσηγουμένη τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἀπονέμουσα διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τοιοῦτον πλεονέκτημα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἶναι ὡσεὶ ἠγγυᾶτο πρὸς τοὺς μέλλοντας καταθέτας περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς καταθέσεως αὐτῶν. Ἀλλὰ τὴν ἐγγύησιν ταύτην δύναται ὁ νόμος νὰ παράσχῃ εἰς οἱανδήποτε Τράπεζαν, ἁπλῶς καὶ μόνον ἐγκεκριμένην δυνάμει Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει καὶ ἐγκρίνει τὸ καταστατικόν; Φρονῶ ὅτι οὐχί. Οὐδὲ πρέπει νὰ παρασχεθῇ αὐτὸ τὸ πλεονέκτημα εἰς ἄλλην Τράπεζαν. Νομίζω, ὅτι ἐξηνέχθη καὶ μία ἀμφιβολία. Ἐπειδὴ ὁ ὅρος τοῦ ἀναπαλλοτριώτου ἰσχύει καὶ ὡς πρὸς τοὺς τρίτους, ἐξηνέχθη ἡ ἀμφιβολία, ἂν, ἐπιτρεπομένης τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐν περιστάσεσί τισι κατὰ τὸν νόμον, τὸ ἀναπαλλοτρίωτον κατισχύει καὶ τοῦ κοινοῦ ἀκόμη δικαίου, τοῦ ἐπιτρέποντος, μετὰ ἐκπλήρωσιν διατυπώσεών τινων, τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Φρονῶ ναὶ, διότι τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν, δὲν καταργεῖ δὲ βεβαίως τὸν γενικὸν νόμον, καὶ ἑπομένως, ἐὰν κατὰ τὸν γενικὸν νόμον ἐπιτρέπηται ἀπαλλοτρίωσις καὶ τοῦ κινητοῦ ὑπὸ διατυπώσεις ὡρισμένας, κατὰ τὴν τοιαύτην περίστασιν ἀπαλλοτρίωσις θὰ ἐπιτραπῇ. Ἔρχομαι τέλος εἰς τὸ 6ον ἄρθρον, τὸ ἀφορῶν τὴν παράβασιν τοῦ προνομίου τῶν εἰς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐσκανδάλισε τοὺς πλείστους τῶν κ. κ. συναδέλφων, τῶν συζητησάντων ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἡ παρένθεσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεξηγεῖται, τί ἐννοεῖ τὸ γραμμάτιον, ἤτοι «ἡ ἔκδοσις καὶ κυκλοφορία παρ’ ἄλλου οἱωνδήποτε τίτλων εἰς τὸν κομιστὴν εἰς ὄψιν ὑπ’ αὐτοῦ ἐξοφλητέων». Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, πρὶν ἢ προβάλωμεν ἀντιρρήσεις καὶ παρατηρήσεις κατὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἴδωμεν, τί ἐστὶ τραπεζικὸν γραμμάτιον, διότι ἐκεῖθεν ὁδηγούμενοι θὰ ἴδωμεν, τί δύναται νὰ προσβάλῃ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ γραμματίου, τουτέστι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα ἔχει εἰς τὸ κυκλοφορεῖν γραμμάτια. Δύο, Κύριοι, εἶναι οἱ χαρακτῆρες τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἐκ τῶν ὁποίων τοῦτο γνωρίζεται, ἂν εἶναι δηλονότι εἰς τὸν κομιστὴν, ἢ ἂν εἶναι πληρωτέον ἐν ὄψει. Αὐτοὶ εἶναι οἱ δεσπόζοντες χαρακτῆρες τοῦ γραμματίου τοῦ τραπεζικοῦ. Ἐφ’ ὅσον γραμμάτιον ἄλλο οἱονδήποτε, εἴτε ὁμολογία ὀνομάζεται, εἴτε ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ὀνομάζηται, φέρει τοὺς δύο τούτους χαρακτῆρας, προσβάλλει τὸ δικαίωμα τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων· διότι εἶναι ἀληθές, ὅτι τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια εἶναι πληρωτέα ἐν ὄψει καὶ εἰς τὸν κομιστήν, ἐκδίδονται δὲ ὑπὸ τῆς Τραπέζης καὶ πληρώνονται παρ’ αὐτῆς. Διὰ τοῦτο αἱ ἐπιταγαὶ ἐξαιροῦνται, καὶ ἂν λόγος εἰδικὸς δὲν ἐγένετο ἐν τῷ ἄρθρῳ· διότι ἡ ἐπιταγὴ δὲν ἐκδίδεται παρὰ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, οὐδὲ πληρώνεται παρὰ τοῦ αὐτοῦ προσώπου· ἐκδίδεται παρὰ τρίτου, καὶ πληρώνεται παρ’ ἄλλου, ἑπομένως δὲν φέρει τὸν χαρακτῆρα τοῦ γραμματίου. Ἅμα ὡς ὁμολογία τις, εἴτε ἔντοκος εἴτε ἄτοκος, εἶναι πληρωτέα τῷ κομιστῇ ὑπὸ τοῦ ἐκδότου καὶ ἅμα τῇ ἐμφανίσει, αὐτὴ εἶναι γραμμάτιον, ἀδιάφορον ἂν δὲν ἦναι τραπεζικόν, εἶναι ὅμως γραμμάτιον προσβάλλον τὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων τῶν τραπεζικῶν, τῶν δυνάμει προνομίου εἰδικοῦ κυκλοφορούντων ἐν τῷ Κράτει. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἀντιλέξαντες κατὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀφοῦ περὶ τῶν chèques, περὶ τῶν ἐπιταγῶν ἐν ὄψει πληρωτέων, δὲν εἶναι λόγος, οὐδὲ αὗται περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν. Καθ’ ὅσον δὲ παρετήρησα, ἡ διάταξις αὕτη ἀπαράλλακτος ἐλήφθη ἐκ τοῦ καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἰταλίας. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§263ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι συνάδελφοι, οὐχὶ ὅπως ἐξετάσω τὰς λεπτομερείας τῆς μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης συμβάσεως, διότι, μεθ’ ὅσα παρετήρησεν ἐπ’ αὐτῆς ὁ ἐντιμότατος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς, δὲν νομίζω ὅτι παρίσταται ἀνάγκη προσθήκης τινὸς, εἰμὴ μόνον ἔκφρασις λύπης, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1920 θὰ παύσῃ λειτουργοῦν πιστωτικὸν ἵδρυμα, πολλὰς, πλείστας παρασχὸν καὶ παρέχον ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον. Σκοπός μου εἶναι ἡ ἐκ νέου ἐξέτασις τῶν λεπτομερειῶν τῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συμβάσεως, ὅπως ἴδωμεν, ἂν ἀφ’ ἑνὸς ἡ σύμβασις αὕτη οὐδὲν τὸ πλημμελὲς παρουσιάζει, καὶ ἂν τὰ ἀπέναντι τῶν ὠφελειῶν, ἃς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀρύεται ἐκ ταύτης, διδόμενα ἀνταλλάγματα ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς εἰσιν ἱκανοποιητικὰ διὰ τοὺς ἐργάτας τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἐὰν δὲ τοὐναντίον ἀποδειχθῇ, ὅτι τοιαύτη ἀναλογία μεταξὺ τῶν ὠφελειῶν τῶν προκυπτουσῶν ἐκ τῆς συμβάσεως ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῶν ἀνταλλαγμάτων, ἅτινα αὕτη δίδει πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἰδικῆς παραγωγῆς, δὲν ὑπάρχει, τότε, ἐπωφελούμενοι τῆς διδομένης ἡμῖν περιστάσεως, θὰ ἐξετάσωμεν, ὁποῖα ἡμεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐργατῶν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, θεωροῦμεν ὡς ἀληθῆ ἀνταλλάγματα ὑπὲρ αὐτῶν, πάντως ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τοῦτο δὲ λέγω, Κύριοι, διότι ἐγὼ τουλάχιστον ἐπιθυμῶ νὰ εὑρίσκωμαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ὅταν θὰ λέγω πρὸς τοὺς ἐργάτας τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ὅτι ἐψηφίσαμεν συμβάσεις, αἵτινες προνοοῦσι καὶ περὶ βελτιώσεως τῆς τύχης αὐτῶν. Ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰσηγούμενος τὴν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμβασιν, ὡμίλησε περὶ τῶν ἀνταλαγμάτων, ἅτινα δίδει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διὰ τῆς συμβάσεως, χαρακτηρίσας ταῦτα ὡς σπουδαιότατα διὰ τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν ἡμεῖς, οἱ κρίνοντες ὡς πολὺ πτωχὰ τὰ ἀνταλλάγματα ταῦτα, ὁποῖαί εἰσιν αἱ προκύπτουσαι ὠφέλειαι διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης, καὶ ὁποῖαί εἰσιν αἱ ἐν εἴδει ἀποδόσεως ὠφελειῶν διδόμεναι τοιαῦται ὑπὸ τῆς Τραπέζης εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς συνεπεία τῆς ὑπὸ ψήφισιν συμβάσεως. Τὴν ἐξέτασιν ταύτην ποιοῦμαι, οὐχὶ ὅπως ἁπλῶς ἐπιφέρω παρατηρήσεις τινὰς θεωρητικὰς ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ὅπως, ἀφοῦ δυνηθῶ νὰ ἀποδείξω τὴν σμικρότητα τῶν ἀνταλλαγμάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπέναντι τῶν νέων προνομίων, δι’ ὧν περιβάλλομεν αὐτὴν, ἔλθω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κρείττονας ὅρους, χάριν τῶν πτωχῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, ὑπὲρ ὧν ὑποτίθεται ὅτι μεριμνῶμεν, καὶ θέλω ὑποδείξει, τίνα τὰ κατ’ ἐμὲ δυνάμενα νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῇ σημερινῇ συμβάσει ὡς ὑποχρεώσεις τῆς Τραπέζης. Ποῖαι λοιπὸν αἱ ὠφέλειαι τῆς Τραπέζης ἐκ τῆς παρούσης συμβάσεως; Ἐν πρώτοις τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων παρατείνεται ἀπὸ τοῦδε μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1930, ἐν ᾧ τοῦτο λήγει μόλις τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1917. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, ποῖος ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον σπεύδει ἀπὸ τοῦδε, ἤτοι 14 ὅλα ἔτη πρὸ τῆς λήξεως τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου τούτου; Διατὶ νὰ μὴ ἀναμείνωμεν τὴν πάροδον δέκα ἀκόμη ἐτῶν, πρὶν ἢ ἀνανεώσωμεν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀφοῦ πρὸς τοῦτο ὑπάρχει πλήρης ἡμῖν ἐλευθερία; Διατὶ νὰ μὴ πράξωμεν ἐκεῖνο, ὅπερ πράττομεν καὶ διὰ τὴν ἑτέραν προνομιοῦχον Τράπεζαν, τὴν Ἰονικὴν, ἧς τὸ προνόμιον συζητεῖται δύο μόλις ἔτη πρὸ τῆς λήξεως αὐτοῦ; Διατὶ κρίνομεν καὶ ἀποφασίζομεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σημερινῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν θὰ εὑρίσκηται ἡ χώρα μετὰ ὁλόκληρον δεκαετίαν; Μήπως ἐν διαστήματι δέκα ἐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μεγάλη βελτίωσις καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν, καὶ νὰ ὑπάρξῃ μεγαλειτέρα καὶ εὐθηνοτέρα εὐκολία εἰς εὕρεσιν χρημάτων; Μήπως ἀφ’ ἑτέρου τὸ Κράτος, ἀκολουθοῦν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τακτικωτέραν, δὲν θὰ ἔχῃ δυνηθῆ νὰ ἐλαφρύνῃ κατὰ πολὺ τὰς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὑποχρεώσεις του, αἵτινες ἠνάγκαζον αὐτὸ ἄλλοτε νὰ κύπτῃ τὸν αὐχένα, καὶ ν’ ἀποζημιοῖ, δικαιότατα ἄλλως, τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἥτις ἐξῆγεν αὐτὸ ἐκ δυσχερειῶν ἀνυπερβλήτων; Διατὶ ν’ ἀποκλείσωμεν πάσας τὰς λίαν πιθανὰς ἐκδοχάς; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν εἰς τοῦτο, λέγων ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἔπραξε τοῦτο, διότι τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔληγε πρὸ τοῦ νῦν παρατεινομένου προνομίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης! Καὶ τίς ἤθελεν ἀντείπει, ὅπως, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔληγε τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς, ἤτοι περὶ τὸ 1917, παραταθῇ τὸ προνόμιον αὐτῆς, ὅπως λήξῃ ταυτοχρόνως ἢ μετὰ τὴν προθεσμίαν τῆς λήξεως τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης; Ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ ὁρίζεται, ὅτι ἀπὸ τῆς 26 Ἀπριλίου 1920 τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τῶν Ἰονίων νήσων καὶ τῶν ἐξαρτημάτων αὐτῶν. Ἐρωτῶ πάλιν, ποῖος λόγος, ἵνα ἀπὸ τοῦδε ὁρισθῇ ὁ διάδοχος τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης; Θ’ ἀπαντήσητε ἴσως, ὅτι σπουδαία εἶναι διὰ τὸ Κράτος ἡ συγκέντρωσις πάντων τῶν προνομίων εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἐκδοτικὸν τραπεζικὸν ἵδρυμα. Τοῦτο εἶναι βεβαίως σπουδαῖον. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑνὸς ἡ σπουδαιότης αὕτη ὑπάρχει, μόνον ὅταν μετὰ τῶν προνομίων συνυπάρχωσι καὶ πολλοὶ ἄλλοι λογαριασμοὶ διαφόρου φύσεως, ὁπότε ἐπέρχεται κυκεών· ἀλλὰ τοιαύτη τις ἀκαταστασία, οὕτως εἰπεῖν, δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως διατὶ ν’ ἀποκλείσωμεν ἀπὸ σήμερον τὸν πιθανώτατον ἀνταγωνισμὸν καὶ ἄλλων τραπεζικῶν ἱδρυμάτων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ αὐτὴ ἡ σήμερον καταδικαζομένη Ἰονικὴ Τράπεζα, ἅτινα ἱδρύματα ἤθελον προσφέρει σπουδαῖα ἀνταλλάγματα, θυσιάζοντα καὶ τὸ ἐλάχιστον ἐκ τοῦ προνομίου προκῦπτον πραγματικὸν κέρδος, ὅπως καὶ μόνον ἀποκτήσωσι τὸ ἠθικὸν κέρδος ἐκδοτικοῦ καταστήματος; Καὶ δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὁ ἀνταγωνισμὸς οὗτος ἤθελεν ἀποβῆ εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου; Ἕτεραι προνομιοῦχοι παραχωρήσεις πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἶναι αἱ διαλαμβανόμεναι διατάξεις τῶν ἄρθρων 3 4, 5 καὶ 6 τοῦ σχεδίου νόμου, ἀφορῶσαι τὴν χορήγησιν ἐνυποθήκων δανείων, τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως, τὴν ἵδρυσιν συστήματος καταθέσεων ἀναπαλλοτρίωτων (settlement), ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, οἱ ἐπιθυμοῦντες τοιαύτην ἐξασφάλισιν νὰ ἐνδύωσι τὰ χρήματα αὐτῶν μόνον διὰ μετοχῶν καὶ ἐντόκων ὁμολογιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἢ διὰ δημοσίων χρεωγράφων, ἀποκλειομένων πασῶν τῶν λοιπῶν ἀξιῶν, Ἑλληνικῶν τε καὶ ξένων, καὶ τέλος τὴν ἀπαγόρευσιν ἐκδόσεως ὑπὸ ἄλλης Τραπέζης τίτλων εἰς τὸν κομιστὴν καὶ εἰς ὄψιν, δι’ ὧν μονοπωλεῖται, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ἐν Ἑλλάδι τραπεζιτικὴ ἐργασία ὑπὲρ μόνης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ περὶ τούτων διὰ μακρῶν ἐγένετο χθὲς λόγος ὑπὸ ἄλλων συναδέλφων, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ λεπτομερειῶν, αἵτινες θὰ ἀπησχόλουν ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν. Μίαν μόνην ἐρώτησιν ἤθελον ὑποβάλει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν: Ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τοῦ νομοσχεδίου διαλαμβανομένη ἀπαγόρευσις ἐκδόσεως ὑπὸ ἄλλων Τραπεζῶν, ἐκτὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁμολογιῶν ἢ τίτλων εἰς ὄψιν ἢ εἰς τὸν κομιστὴν, ἡ ἐπεξηγουμένη διὰ τῆς παρενθέσεως, περιλαμβάνει καὶ τὰς ἐντόκους ὁμολογίας, τὰς ἐκδοθείσας ὑπὸ ἄλλων Τραπεζῶν, αἵτινες ὡς τοκοφόροι δὲν δύνανται νὰ γείνωσιν ἀντικείμενα εὐκόλου καὶ ἀμέσου συναλλαγῆς; Π. χ. ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτὴς ἐπέδειξε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν τοιαύτην ὁμολογίαν ἐκδόσεως τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν. Ἡ ὁμολογία αὕτη δὲν δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς χαρτονόμισμα, διότι, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς τοιοῦτον, πρέπει ν’ ἀποφασίσωσιν οἱ συναλλαττόμενοι νὰ κανονίσωσι πρότερον τὸν τόκον, καὶ ὑποστῶσι πάσας τὰς διατυπώσεις, ἃς θὰ παρουσίαζεν ἡ ἐκχώρησις οἱασδήποτε ἀπαιτήσεως. Δὲν ἐννοῶ ποσῶς νὰ ψέξω διὰ τῶν λεχθέντων τοὺς δόντας εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὰ πλεονεκτήματα ταῦτα. Διότι ὑποθέτω ὅτι, ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα περιβάλληται διὰ τόσων προνομίων, τοῦτο γίνεται ἀφ’ ἑνὸς λόγῳ τῆς εὐλαβείας καὶ τῆς ἀγάπης, δι’ ἧς ὀφείλομεν πάντες νὰ περιβάλλωμεν τὸ μόνον ἐθνικὸν τραπεζικὸν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Ἑλλὰς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι διὰ τῆς πλειοτέρας ἐξασφαλίσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξασφαλίζομεν καὶ τοὺς μετ’ αὐτῆς συναλλαττομένους. Ἀλλὰ, καίτοι ἐγὼ πρῶτος ἀναγνωρίζω τὰς πολλὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ἀντιλαμβάνομαι τῆς ἀνάγκης τῆς ἐνισχύσεως τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ἱδρύματος ἡμῶν, δὲν δύναμαι ἢ νὰ δηλώσω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐμβαθύνωμεν ὀλίγον, πρὶν ἢ δώσωμεν νέα προνόμια εἰς αὐτὴν, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον συμφέρει ἡ τοιαύτη καὶ τοσαύτη συγκέντρωσις προνομίων ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ Τραπέζῃ, ἡ καθιστῶσα σχεδὸν ἀδύνατον τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ὕπαρξιν ἄλλων Τραπεζῶν ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἴδωμεν, ὁποῖαί εἰσιν αἱ διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης νέαι ὑποχρεώσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἤτοι τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα αὕτη προσφέρει ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἐπ’ αὐτῶν θέλω ἀπασχολήσει ὀλίγον περισσότερον τὴν Βουλήν. Διότι, ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς παραχωρήσεις τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Τράπεζαν, ὡς ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου, ἐὰν αὗται τροποποιηθῶσιν ὀλίγον, καὶ λείψῃ ἀπό τινων ἐξ αὐτῶν ὁ δημευτικὸς χαρακτὴρ, ὃν ἐνέχουσι, δὲν νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν, ἵνα ψηφισθῶσιν· ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀνταλλάγματα, τὸ ζήτημα διαφέρει. Ἰδοὺ τὰ ἀνταλλάγματα. Πρῶτον, ἐντὸς δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν νόμου ὑποχρεοῦται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ συστήσῃ, ἐκτὸς τοῦ ὑπάρχοντος ἤδη ἐν Λευκάδι ὑποκαταστήματος, ἕτερα τέσσαρα ἐν ταῖς νήσοις Κερκύρᾳ, Κεφαλληνίᾳ, Ζακύνθῳ καὶ Ἰθάκῃ. Καὶ παρουσιάζεται ἡ ὑποχρέωσις αὕτη τῆς Τραπέζης ὡς ἀντάλλαγμα, ἐνῷ πᾶς τις ἐννοεῖ, ὅτι, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἐν Λευκάδι ὑποκαταστήματος, ἡ ὑποχρέωσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς σύστασιν τεσσάρων ἔτι ὑποκαταστημάτων εἶναι λίαν εὐχάριστος, ἐξυπηρετοῦσα θαυμασίως τὴν ὑποκατάστασιν τῆς Ἐθνικῆς εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Ἰονικῆς, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν γίνεται ἀμέσως ἡ συγχώνευσις τῶν Τραπεζῶν. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεως, ἀλλὰ περὶ εὐχαρίστου μέσου αὐξήσεως ἐπιρροῆς καὶ ἐργασιῶν. Ἑτέρα ὑποχρέωσις, ἢ μᾶλλον — ἵνα ἀκολουθήσωμεν τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ — ἕτερον ἀντάλλαγμα σπουδαῖον εἶναι, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑποβιβάζει ἀπὸ τοῦ 1905 τὸν τόκον τῶν γεωργοκτηματικῶν χορηγήσεων εἰς 6% κατ’ ἔτος. Ἐγώ, Κύριοι, διαμαρτύρομαι διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ὑποβιβασμοῦ τούτου ὡς ἀνταλλάγματος· διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι, προκειμένου περὶ γεωργικῆς πίστεως, οὐδέποτε εἰς οὐδὲν πεπολιτισμένον μέρος θεωρεῖται ὡς λογικὸς τόκος ὁ τόκος τῶν 6%. Καὶ εἰς αὐτὴν ἔτι τὴν Βουλγαρίαν καὶ τὴν Σερβίαν ὁ τόκος, ἐν μὲν τῇ Βουλγαρίᾳ, ὅπου λειτουργοῦσιν 79 γεωργικὰ ταμεῖα μετὰ κεφαλαίου ἐν ὅλῳ 18 ἑκατομμυρίων (1901), ὁ τόκος εἶναι 5%, ἐν δὲ τῇ Σερβίᾳ, ὅπου ἰσχύει τὸ σύστημα Raiffeisen, ὁ τόκος κυμαίνεται μεταξὺ 4½ καὶ 5%. Ἡ δὲ παρ’ ἡμῖν Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις δέχεται καταθέσεις πρὸς τόκον μόλις 1 ἢ 1½% νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ τοκίσῃ τὰ κεφάλαια αὑτῆς πάλιν πρὸς 5%. Ἀλλὰ μήπως καὶ ὁ τόκος τῶν 6% εἶναι βαρὺς διὰ γεωργοὺς εἰθισμένους εἰς πληρωμὴν πολλῷ βαρυτέρου τόκου; Βεβαίως οὐχί! Ἤθελον μάλιστα εἶναι εὐγνώμονες οἱ Θεσσαλοὶ, ἐὰν ὁ τόκος ἦτο οὐ μόνον 6, ἀλλὰ καὶ 8% ἀκόμη ἐν ταῖς συναλλαγαῖς αὐτῶν μετὰ τῆς Τραπέζης. Δυστυχῶς ὅμως, καίτοι ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται εὐεργετικὸς ὁ τόκος οὗτος διὰ τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς, διὰ τοῦ κρατοῦντος ὅμως συστήματος τῆς παροχῆς τῶν δανείων, καὶ τῶν διατυπώσεων, εἰς ἃς ὑποβάλλονται οἱ γεωργοκτηματίαι, ὁ τόκος, ὃν πληρώνουσιν οὗτοι, συναλλαττόμενοι πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἀνέρχεται εἰς 15 καὶ 20 καὶ 25%.
§264Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς;
§265Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κύριος Μελᾶς, διότι εἰς τὰς γεωργικὰς παραχωρήσεις ὁ τόκος φθάνει τῳόντι εἰς 20%.
§266Λ. ΜΕΛΑΣ. Ὁμιλῶ, κύριε συνάδελφε, περὶ πραγμάτων, ἅτινα ὑποπίπτουσι καθημερινῶς εἰς τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν. Δὲν γνωρίζω, τί συμβαίνει εἰς ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἰδίως ἐν τῷ νομῷ Λαρίσης, συμβαίνει τὸ ἑξῆς. Ἓν καὶ μόνον ὑποκατάστημα ὑπάρχει, ἑδρεῦον ἐν Λαρίσῃ, καὶ ἔχον ὡς ἀκτῖνα παραχωρήσεως γεωργοκτηματικῶν δανείων αʹ) τὴν ἐπαρχίαν Λαρίσης, βʹ) τὴν ἐπαρχίαν Τυρνάβου, γʹ) τὴν ἐπαρχίαν Ἁγυιᾶς, δʹ) τὴν ἐπαρχίαν Φαρσάλων καὶ εʹ) τὴν ἐπαρχίαν Δομοκοῦ. Βλέπετε λοιπὸν τοὺς θέλοντας νὰ συνάψωσι δάνειον πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν κατοίκους μιᾶς τῶν ἐπαρχιῶν τούτων ἐκκινοῦντας ἐξ Ἁγυιᾶς π. χ. μετὰ δύο συμπολιτῶν αὐτῶν, καὶ ὁδεύοντας ἐπὶ ἡμέρας, ὅπως φθάσωσιν εἰς τὸν Νιρβάναν αὐτὸν τῆς εὐτυχίας, καὶ ζητήσωσι σύναψιν δανείου 200 ἢ 300 ἢ 500 δραχμῶν διὰ τὴν σπορὰν αὐτῶν. Πληρώνει ὁ δανειζόμενος εἰς τοὺς δύο δανείσοντας αὐτῷ τὴν ὑπογραφήν των (διότι ἡ Τράπεζα ζητεῖ 3 ὑπογραφὰς) ἀνὰ ἓν εἰκοσιπεντάδραχμον.
§267Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν πληρώνει μόνον 25 δραχμὰς, ἀλλὰ τοῦ δίδει καὶ ὑποθήκην καὶ τοῦ πληρώνει τόκον, διὰ νὰ ἔχῃ τὴν ὑπογραφήν του. Δὲν εἶναι εὐκολία αὐτὴ, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ Τράπεζα. Θὰ ἐνόουν, ἂν ἔδιδεν εἰς μίαν ὑπογραφὴν προχείρως τὰ χρήματα. Ἀλλὰ κατόπιν, ὅπως τὰ δίδει, ὁ χωρικὸς πληρώνει 20% καὶ 25%.
§268Λ. ΜΕΛΑΣ. Καὶ μήπως εἶναι τοῦτο τὸ μόνον ἔξοδον, ὅπερ ὑφίσταται ὁ δανειζόμενος; Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν σας τὰ ἔξοδα τῆς διαμονῆς του ἐν Λαρίσῃ ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς τοὐλάχιστον ἡμέρας, μέχρις ὅτου τὸ δάνειον τῷ χορηγηθῇ; ἔξοδα ἰδικά του καὶ τῶν τριτεγγυητῶν του;
§269Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν τὸν συμφέρῃ, τότε ἂς κάμῃ τὸ δάνειον εἰς τὸ χωρίον του.
§270Λ. ΜΕΛΑΣ. Τοῦτο, ἀγαπητὲ συνάδελφε, ἤρχισε νὰ γίνηται ἀπὸ πολλοῦ. Διότι κατενόησαν, καίτοι ὀλίγον ἀργὰ, ὅτι τὰ ὑποκαταστήματα τῆς Τραπέζης εἰσὶν ὠφέλιμα μόνον διὰ τοὺς πλησιέστατα αὐτοῖς κατοικοῦντας. Ἂν λοιπὸν ἀθροίσητε τὰ ἔξοδα μεταβάσεως τριῶν ἀνθρώπων, τὰ ἔξοδα διαμονῆς αὐτῶν ἐν Λαρίσῃ κλπ., βλέπετε ὅτι ἐπὶ κεφαλαίου ἐλαχίστου, ὅπερ πρόκειται νὰ δανεισθῇ, ἀναγκάζεται νὰ ἐξοδεύσῃ 40 δραχμὰς, ἢ καὶ πλέον ἐνίοτε.
§271Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπὶ τὸ ὑπερβολικώτερον.
§272Λ. ΜΕΛΑΣ. Δυνατὸν νὰ θεωρῇ ὁ ἀρεσκόμενος εἰς διακοπὰς κ. συνάδελφος ἐκ Μαντινείας καὶ πρώην διδάσκαλός μου, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὰ ὅσα λέγω, ἀλλ’ ἔχει τὸ εὐτύχημα νὰ ἔχῃ ἐν αὐτῇ τῇ ἐπαρχίᾳ του ὑποκατάστημα, ὅπερ ἐξυπηρετεῖ πληθυσμοὺς ἔχοντας χρήματα, ἢ λαμβάνοντας τοιαῦτα ἐξ Ἀμερικῆς, ὁπόθεν ἄφθονος συρρέει ὁ χρυσός.
§273Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλησμονήσατε, κύριε συνάδελφε, ὅτι, ὅταν πάρουν οἱ Κύριοι οὗτοι χρήματα ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, βγαίνουν ἔξω καὶ διασκεδάζουν μὲ τὰ βιολιὰ, καὶ δὲν κερδίζουν τίποτε.
§274Λ. ΜΕΛΑΣ. Παρατηρῶ εἰς ὑμᾶς, ἀξιότιμε, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι, ἐὰν εὑρέθη εἷς τρελλὸς νὰ πράξῃ τοῦτο, δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ καταδικάσωμεν πάντας τοὺς ἐργάτας τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου παραδείγματος. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς ἐκεῖνο, ὅπερ ἐλέχθη χθὲς πρὸς ὑποστήριξιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἤτοι εἰς τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα χάριν τῶν γεωργῶν, ἀπολέσασα 2½ ἑκατομμύρια ἐκ τῶν γεωργοκτηματικῶν χορηγήσεων. Τοῦτο φρονῶ ὅτι εἶναι εἰς βάρος τῆς Τραπέζης. Διατὶ παρουσιάζεται ὡς ἐκκρεμὲς τὸ ποσὸν τοῦτο; Διότι εἶναι φυσικώτατα ἀδύνατον, ὁσηνδήποτε νοημοσύνην καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἔχει ὁ Διευθυντὴς τοῦ ὑποκαταστήματος, ὁσονδήποτε ζῆλον καὶ ἂν ἔχῃ, εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίσῃ τὸ ποιὸν καὶ τὸ φερέγγυον τῶν κατοίκων πέντε ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν. Διὰ τοῦτο διατίθενται κεφάλαια πολλάκις ἐπισφαλῶς.
§275Χ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως εἷς Διευθυντὴς δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ τὰς ὑπογραφὰς καὶ τὴν φερεγγυότητα πάντων τῶν χωρικῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἰσήχθη ἄλλο σύστημα· ἤτοι ὁ δήμαρχος ἐπικυροῖ τὸ γνήσιον τῶν ὑπογραφῶν, καὶ δύναται ὁ χωρικὸς ν’ ἀποστείλῃ τὸ γραμμάτιόν του ταχυδρομικῶς εἰς κανένα φίλον του, διὰ νὰ πάρῃ τὰ χρήματα.
§276Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀσφαλῶς γίνεται.
§277Λ. ΜΕΛΑΣ. Αὐτὸ ἀσφαλέστατα δὲν γίνεται, οὔτε ἔγεινε ποτέ. Θὰ ἐγέλων δὲ οὐ μόνον οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ, ἐὰν ἤκουον τὴν ἀγγλικωτάτην ταύτην μέθοδον, ἀλλὰ καὶ οἱ διευθυνταὶ τῶν ὑποκαταστημάτων.
§278Χ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐν Θεσσαλίᾳ, οἱ τοκογλύφοι ἠναγκάσθησαν νὰ καταβιβάσωσι τὸν τόκον, ὃν προηγουμένως ἐζήτουν, εἰς 12% καὶ εἰς 10%;
§279Λ. ΜΕΛΑΣ. Ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ ἀνταγωνισμὸς ἠνάγκασε τοὺς Κυρίους τούτους νὰ γείνωσιν ἐπιεικέστεροι, καὶ ἀνομολογῶ, ὅτι εἰς τοῦτο συνετέλεσεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἐξετάζομεν, ὁποῖαί εἰσιν αἱ διατυπώσεις, αἱ ἐπιβληθεῖσαι ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τοὺς συναλλαττομένους μετ’ αὐτῆς. Ἐκτὸς τῶν τριῶν ὑπογραφῶν τάσσει ὡς ἀνωτάτην προθεσμίαν τὸ ἐννεάμηνον τοῦ γραμματίου. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν μερικὴν ἀνανέωσιν αὐτοῦ· διότι ὁ χωρικὸς συνήθισε ν’ ἀποπληρώνῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ χρέος αὐτοῦ. Ὅταν ὅμως ἔρχηται ἡ στιγμὴ τῆς λήξεως τοῦ γραμματίου του, καὶ τῷ λέγει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα: «Κύριε, νὰ καταβάλῃς πρῶτον ὁλόκληρον τὸ χρέος σου, καὶ κατόπιν ὁμιλοῦμεν περὶ ἀνανεώσεως», τότε.
§280Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχετε ἄδικον. Τοὺς τόκους μόνον ζητεῖ. Ποτὲ τὸ κεφάλαιον.
§281Λ. ΜΕΛΑΣ. Τότε, κύριε Παπαναστασίου, μὲ ἀναγκάζετε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁμιλεῖτε περὶ πραγμάτων, περὶ ὧν οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην γνῶσιν ἔχετε.
§282Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶμαι ἀκριβέστατος. Ἡ ἡλικία μου μοὶ ἐπιβάλλει νὰ τὸ γνωρίζω καλλίτερον ἀπὸ σᾶς.
§283Λ. ΜΕΛΑΣ. Ἡ ἡλικία σας ἔπρεπε νὰ σᾶς διδάξῃ εἰς ποῖα θέματα δύνασθε νὰ συζητῆτε, καὶ εἰς ποῖα πρέπει νὰ σιωπᾶτε.
§284Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ μαθήματα, κύριε Παπαναστασίου, δίδετε διὰ τῶν διακοπῶν σας;
§285Λ. ΜΕΛΑΣ. Ἀναγκάζεται τότε ὁ δανειζόμενος νὰ ἐξεύρῃ τὸ ποσὸν παρά τινι τῶν τοκογλύφων, πληρώνων 50 καὶ 60% διὰ τινας ἡμέρας, καὶ ὅταν καὶ ἂν εὐδοκήσῃ ἡ Τράπεζα νὰ ἀνανεώσῃ τὸ δάνειον, ἐπιστρέφει τοῦτο εἰς τὸν τοκογλύφον, ζημιούμενος τὸν καταβληθέντα ἀδίκως τόκον καὶ τὴν ἡμεραργίαν, ἣν ὑπέστη.
§286ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διακόψω;
§287Λ. ΜΕΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δηλῶ εἰς ὑμᾶς, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψω τοῦ λοιποῦ διακοπάς. Ὅστις θέλει νὰ μὲ ἀντικρούσῃ, ἂς ἔλθῃ κατόπιν εἰς τὸ βῆμα.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω πλέον διακοπάς.
§289ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τότε νὰ μὲ ἐγγράψητε, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§290Λ. ΜΕΛΑΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λοιπῶν ἀνταλλαγμάτων, ἅτινα παρέχει διὰ τῆς συμβάσεως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἀπὸ τῆς αὐτῆς προθεσμίας, ἤτοι ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1905, ἀναλαμβάνει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ν’ ἀναβιβάσῃ τὸ κατὰ τὴν 30 Ἰουνίου ἑκάστου ἔτους διατεθειμένον ποσὸν εἰς γεωργοκτηματικὰς χορηγήσεις εἰς 21,000,000 δρ. Ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτὴ εἶναι ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν πρὸ πολλοῦ ἐπέβαλεν εἰς ἑαυτὴν αὐτὴ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δανείσασα εἰς γεωργοὺς 16,500,000, ἐνῷ ὑπεχρεοῦτο εἰς διάθεσιν μόνον 10,000,000.
§291Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Διέθεσε μόνον 12,000,000.
§292Λ. ΜΕΛΑΣ. Σᾶς παραπέμπω εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§293Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς ἐξηγήσω. Ἡ αὔξησις, περὶ ἧς ὁμιλεῖτε, συμβαίνει κατὰ Ἰούνιον. Ἐπειδὴ ἡ Τράπεζα δὲν ἔχει εἰσπράξει τὸ δάνειον, καὶ λαμβάνουσιν ἄλλοι ἐν τῷ μεταξὺ ἀνάγκην, δὲν δύναται νὰ τοῖς εἴπῃ: «περιμένετε νὰ εἰσπράξω ἀπὸ τοὺς ἄλλους, διὰ νὰ δώσω εἰς σᾶς» τότε δίδει ἐκ τοῦ ταμείου της ἄλλα χρήματα εἰς τοὺς ἄλλους. Ἰδοὺ διατὶ εἰς δύο μῆνας συμβαίνει νὰ δώσῃ 18,000,000. Οὐχ ἧττον ὅμως παγίως ἔχει δώσει 12 ἑκατομμύρια.
§294Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τελευταῖος ἰσολογισμὸς, κύριε Μελᾶ, ἀναγράφει 12,000,000.
§295Λ. ΜΕΛΑΣ. Ἀπαντῶν εἰς τοὺς διακόψαντάς με ἀξιοτίμους συναδέλφους, παρατηρῶ εἰς αὐτοὺς, ὅτι καὶ ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, μνημονεύει, ὅτι «τὸ κατὰ τὴν 30 Ἰουνίου ἑκάστου ἔτους ποσὸν, τὸ διατεθειμένον εἰς γεωργοκτηματικὰς χορηγήσεις, αὐξάνεται εἰς 21,000,000». Τί δὲ λέγουσιν οἱ συνάδελφοι; ὅτι μόνον τὸν Ἰούνιον ἔφθανον μέχρι τοῦδε αἱ χορηγήσεις εἰς 16 ἢ 17 ἑκατομμύρια. Καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ σήμερον πάλιν διὰ τῆς συμβάσεως μόνον τὸν Ἰούνιον θὰ φθάνῃ τὸ ποσὸν εἰς 21,000,000. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀφ’ ἑαυτῆς ἀνεβίβασε τὸ ποσὸν ἀπὸ 10 ἑκατομμυρίων, ὅσα ὑπεχρεοῦτο, εἰς 16,500,000, σημαίνει ὅτι εὑρίσκει συμφέρουσαν τὴν τοιαύτην διάθεσιν τῶν κεφαλαίων αὑτῆς, καὶ δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ μὴ φθάσῃ ἐντὸς δύο ἐτῶν ἄνευ ῥητῆς ὑποχρεώσεως αὑτῆς εἰς τὸ νὰ διαθέτῃ 21 ἑκατομμύρια καὶ πλέον.
§296Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φυσικώτατα.
§297Λ. ΜΕΛΑΣ. Ἑπομένως δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ αὐτὴ ὡς ὑποχρέωσις, ἢ μᾶλλον ὡς ἀντάλλαγμα, ὅπερ προσφέρει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὴν γεωργίαν. Ἑτέρα ὑποχρέωσις, διαλαμβανομένη ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ καὶ παρουσιαζομένη ὡς εὐεργεσία ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁποία νομίζετε ὅτι εἶναι; Ἰδού: «Ὁ τόκος τῶν ἐνυποθήκων δανείων τῆς Τραπέζης ὑποβιβάζεται εἰς 6% κατ’ ἔτος ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἄρχεται ἡ παράτασις τοῦ προνομίου αὐτῆς.» Δηλαδὴ παρέχεται εἰς ἀντάλλαγμα σοβαρῶς ὑποβιβασμὸς τόκου εἰς 6% ἀπὸ 7%, ὅστις ὑποβιβασμὸς θὰ λάβῃ χώραν πότε; μετὰ 14 ὁλόκληρα ἔτη, ὅτε θέλει ἀρχίσει ἡ παράτασις τοῦ προνομίου. Πρόκειται δηλ. ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ν’ ἀποφασίσῃ νὰ πράξῃ μετὰ 14 ἔτη ἐκεῖνο, ὅπερ σήμερον ἤδη πράττουσιν ἄλλαι Τράπεζαι, ὡς ἡ Ἰονικὴ, ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἰδιῶται, μὴ ἔχοντες ἀπαίτησιν νὰ τιτλοφορῶνται ὡς ἐθνικὰ, προστατευτικὰ, ἐνισχυτικὰ ἱδρύματα τοῦ Κράτους!!
§298ΕΠ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Δανείζουν σήμερον πρὸς 5% καὶ 5½%.
§299Λ. ΜΕΛΑΣ. .. Ὁ δὲ ὑποβιβασμὸς τοῦ τόκου, σημειωτέον, ὅτι παρίσταται ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς κατόρθωμα κοινῆς ὠφελείας, ἐνῷ πρόκειται περὶ δανείων, τὰ ὁποῖα συνάπτονται διὰ τῆς μεγαλειτέρας ἐξασφαλίσεως τοῦ δανειστοῦ, ἤτοι δι’ ὑποθήκης. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρὸ τοῦ ἀνταλλάγματος τούτου, ὅπερ θέλει τεθῇ ἐν ἰσχύϊ μετὰ 14 ἔτη, ἐνῷ ἄλλοι ὅλως αὐθορμήτως πράττουσι τοῦτο ἀπὸ σήμερον, μόνον μειδίαμα δύναται νὰ κινήσῃ τὰ χείλη ἡμῶν, καὶ οὐχὶ εὐγνωμοσύνη. Ἑτέρα ὑποχρέωσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις παρίσταται ὡς ἀντάλλαγμα ὑπὲρ τοῦ Κράτους, εἶναι ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τῆς συμβάσεως διαλαμβανομένη, καθ’ ἣν «ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1917 ἡ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ χορηγῇ εἰς τὸ Δημόσιον 20% καθ’ ἑξαμηνίαν ἐκ τῆς ὠφελείας τῆς προκυπτούσης ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων.» Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι: δὲν εἶναι παράδοξον, πῶς, ἐνῷ τῷ 1880, ὅτε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχεν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμμάτια δρ. 60 ἑκατομμυρίων, νομίζω...
§300Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§301Λ. ΜΕΛΑΣ. .. καὶ καθ’ ἣν μάλιστα ἐποχὴν ἔκυπτεν ἡ Τράπεζα ὑπὸ τὸ βάρος δυσεκπληρώτων ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πρὸς αὐτήν, ἡ δὲ θέσις τῆς Τραπέζης ἦτο δεινή, ἐν τούτοις ὑπεχρεοῦτο εἰς καταβολὴν 25% ἐκ τῆς προκυπτούσης ὠφελείας ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης ὑπεχρεοῦτο νὰ χορηγήσῃ ἀναγκαστικὸν δάνειον πρὸς τὸ Κράτος, ἐπωφελέστατον δι’ αὐτό, πῶς, λέγω, σήμερον, ὅτε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει μεγαλειτέραν κυκλοφορίαν γραμματίων, ἔχει πρὸς τούτοις τὰ 5,000,000 τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, ἣν συνεχώνευσε μεθ’ ἑαυτῆς, θὰ ἔχῃ δὲ μετ’ ὀλίγα ἔτη, ἐξασφαλιζόμενα ἀπὸ τοῦδε, τὰ 7,000,000 τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ὅτε θὰ ἔχῃ πολὺ μεγαλειτέραν ὠφέλειαν, ἀφοῦ ηὐξήθησαν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ κεφάλαια αὐτῆς, πῶς, λέγω, ζητοῦμεν παρ’ αὐτῆς μόνον 20%; Νομίζω, ὅτι, ἀντὶ νὰ διατυπωθῇ, ὡς διετυπώθη ἐν τῇ συμβάσει, ὡς ὑποχρέωσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔδει νὰ διατυπωθῇ οὕτω: «Τὸ Δημόσιον δωρεῖται διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 5% ἐπὶ τῆς ἀποδόσεως τῆς ὠφελείας τῆς προκυπτούσης ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.»
§302Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λησμονεῖτε, πόσα ἔπαθεν ἡ Τράπεζα ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι σήμερον ἕνεκα τοῦ Κράτους.
§303Λ. ΜΕΛΑΣ. Λοιπὸν καθ’ ὑμᾶς, κύριε συνάδελφε, διότι ἡ Τράπεζα ἔπαθεν ἄλλοτε ζημίας ἕνεκα τῆς ἐνδοτικότητος τῆς Διοικήσεως αὐτῆς εἰς τὰς ἀπαιτήσεις πολυεξόδου καὶ πολυτελοῦς διοικήσεως τοῦ Κράτους, ἣν ἠδύνατο ἐν μέρει νὰ ἀναστείλῃ δι’ ἀρνήσεων ἐκ μέρους αὐτῆς, διὰ τοῦτο σήμερον, ὅτε ἡ θέσις αὐτῆς ἐβελτιώθη, καὶ ἀπηλλάγη διὰ παντὸς τοῦ φόβου τῆς ἐν μέλλοντι ἀπωλείας τῶν κεφαλαίων της διὰ παροχῆς ἐσωτερικῶν δανείων πρὸς τὸ Κράτος, διὰ τοῦτο, λέγω, πρέπει σήμερον νὰ ζημιώσωμεν τὸ Κράτος, ὅπερ ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην αὐξήσεως πόρων, ὅπως διοικηθῇ καλῶς; Ἐὰν ἡ μείωσις αὕτη ἀπὸ 25% εἰς 20% ὑπεβάλλετο ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δικαιολογουμένη ὡς μικρὰ ἀποζημίωσις τῶν παθῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τότε οὐδεμίαν ἄλλην ἀντίρρησιν θὰ εἶχον, ἐκτὸς ἐκείνης, ἣν πρὸ μικροῦ εἶπον. Ἀλλὰ ὑποβαλλομένη ὡς ὑποχρέωσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὡς προστιθεμένη εἰς τὰ ἀνταλλάγματα, ἐνῷ εἶναι καθαρὰ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐπὶ ζημίᾳ ἐτησίᾳ τοῦ Κράτους, δὲν παρίσταται ἐν τῇ πραγματικῇ αὐτῆς ἐννοίᾳ. Αὐταί εἰσιν αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, αὐτά εἰσι τὰ ἀνταλλάγματα, ἅτινα παρέχει ἀπέναντι τῶν προκυπτουσῶν δι’ αὐτὴν ὠφελειῶν ἐκ τῆς ὑπὸ ψήφισιν συμβάσεως. Ἀλλὰ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν ἐν ταῖς ὑποχρεώσεσι ταύταις διαβλέπετε ὁπωσδήποτε ἢ οἱανδήποτε τάσιν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παραγωγῆς. Ποῦ εὑρίσκεται ἐν τῷ σχεδίῳ νόμου διάταξίς τις ἱκανοποιοῦσα τοὺς δυστυχεῖς ἐργάτας τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ὑπὲρ ὧν ἐκλήθημεν σήμερον δῆθεν νὰ μεριμνήσωμεν, ψηφίζοντες τὴν σύμβασιν; Ποία ἡ πραγματικὴ καὶ εἰλικρινὴς ὑποστήριξις τῆς γεωργίας ἢ τῆς βιομηχανίας;
§304Δ. ΔΕΔΟΥΣΗΣ. Οὐδεὶς γεωργὸς εἶναι πιστοῦχος εἰς τοὺς καταλόγους τῆς Τραπέζης.
§305Λ. ΜΕΛΑΣ. Τοῦτο δὲν ἀποδέχομαι, διότι πολλοί εἰσιν οἱ γεωργοὶ οἱ ἐγγεγραμμένοι ὡς πιστοῦχοι.
§306Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ὀφειλέται τῆς Τραπέζης εἰσὶ μόνον οἱ σύμβουλοι αὐτῆς καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες συμβουλεύουσι τὴν Τράπεζαν, ὅτι ὁ Α δὲν εἶναι φερέγγυος διὰ 300 π. χ. δραχμάς, ἀλλ’ ἔπειτα ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι δανείζουσι τὸν Α αὐτὸν μὲ 24%. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Τραπέζης!
§307Λ. ΜΕΛΑΣ. Οὔτε εἶναι ὑπερβολικόν. Ἀλλὰ ἤθελέ τις μὲ ἐρωτήσει, τί ἐπὶ τέλους ζητῶ διὰ τῆς ὑποδείξεως τῆς μηδαμινότητος τῶν ὑπὸ τῆς Τραπέζης παρεχομένων ἀνταλλαγμάτων ἀπέναντι τῶν μεγάλων ὄντως ὠφελειῶν, ἃς αὕτη ἀρύεται ἐκ τῆς συμβάσεως; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τὴν λέξιν: Ζητῶ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μεγαλειτέραν εἰλικρίνειαν εἰς τὴν ἀμοιβαιότητα τῶν παραχωρήσεων. Καὶ ὅταν λέγω εἰλικρίνειαν, ἐννοῶ τὰ ἑξῆς. Γνωρίζει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὅτι, ὡς ἔχει ὁ κανονισμὸς τῶν δανείων αὐτῆς, περὶ οὗ ἀκροθιγῶς ἐποιησάμην λόγον, αἱ διατυπώσεις αἱ ἐπιβαλλόμενοι πρὸς τοὺς μετ’ αὐτῆς συναλλαττομένους γεωργοὺς, ἤτοι ἐννεάμηνος προθεσμία τῶν γραμματίων, αἱ τρεῖς ὑπογραφαί, ἡ ἄρνησις ἀνανεώσεως τοῦ δανείου (ἐὰν δὲν θέλῃ τοῦτο ὁ Διευθυντὴς τοῦ ὑποκαταστήματος νὰ πράξῃ φιλικῶς), ἡ ἀτέρμων σωρεία τῶν διατυπώσεων πρὸς σύναψιν ἐνυποθήκου δανείου, ὁπότε οἱ τίτλοι ἐξετάζονται ἐν Ἀθήναις, ἔστω καὶ ἂν πρόκηται περὶ κτήματος τῆς Καλαμπάκας, ἡ σχολαστικὴ ἄρνησις εἰς τὴν πρώτην καὶ παραμικροτέραν ἔλλειψιν ἐν τοῖς τίτλοις ἢ τοπίοις, ἔστω καὶ προκειμένου περὶ μεταφράσεων ἐπισήμων ἐκ τοῦ τουρκικοῦ, διὰ τὰ κτήματα ἀνθρώπων, οἵτινες πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν ἐδούλευον εἰσέτι, ὑπέστησαν δὲ φυγὴν ἐκ τῆς πατρίδος των, πολέμους καὶ πλεῖστα δεινά, γνωρίζει, λέγω, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὅτι ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσι κατάστασιν εὐχάριστον διὰ τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς. Γνωρίζει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὅτι ἀκριβῶς ἡ ἔλλειψις κέντρων πίστεως, ἤτοι ὑποκαταστημάτων αὐτῆς ἢ πρακτορείων, εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἀναγκάζει τοὺς χωρικοὺς νὰ ταξειδεύωσιν ἐπὶ ἡμέρας καὶ νὰ ὑφίστανται τόσα ἔξοδα καὶ ἀπογοητεύσεις, ὅταν βλέπωσιν ὅτι ὁ κόπος αὐτῶν ἐγένετο ἐπὶ ματαίῳ. Γνωρίζει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἀναβιβάζει τὸν τόκον αὐτῆς εἰς 15 καὶ 20%, ὡς ἀπέδειξα πρὸ ὀλίγου, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῶν διακοπῶν, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ κατορθώσῃ τὴν μείωσιν τῶν δαπανῶν, ἃς ὑφίστανται οἱ συναλλαττόμενοι μετ’ αὐτῆς. Γνωρίζει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὅτι πανταχόθεν ὑποδεικνύεται αὐτῇ ἡ ζημία, ἣν προκαλεῖ ἡ ἔλλειψις πρακτορείων, καὶ ἐν τούτοις συνιστᾷ πέντε νέα πρακτορεῖα, ἐξ ὧν δύο ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ τρία ἐν ὁλοκλήρῳ τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, ἐνῷ ἡ σύστασις πρακτορείων δὲν ἀπαιτεῖ δαπάνην, ἀφοῦ ἀρκεῖ εἷς καὶ μόνος ὑπάλληλος, ὅστις θὰ ἑδρεύῃ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν ἐπαρχιῶν τῶν ἰδιαίτατα γεωργικῶν. Γνωρίζει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὅτι τὰ πρακτορεῖα ἤθελον κατὰ πολὺ ὠφελήσει αὐτὴν τὴν ἰδίαν, συμβάλλοντα εἰς τὴν σκοπιμωτέραν, εἰς τὴν εἰλικρινεστέραν, εἰς τὴν εὐσυνειδητοτέραν καὶ ἐπιτυχεστέραν διάθεσιν τῶν κεφαλαίων αὐτῆς. Γνωρίζει πολὺ καλλίτερον ἐμοῦ, καὶ ἂν δὲν τὸ γνωρίζῃ, ὀφείλει νὰ τὸ μάθῃ ἐντεῦθεν, πρὸς ἴδιον αὐτῆς συμφέρον, ὅτι «ἡ πίστις ζητεῖ τὸν χωρικόν, καὶ οὐχὶ ὁ χωρικὸς τὴν πίστιν», ὡς εἶπεν ὁ Richard Bell. Ἡ δὲ πίστις ζητεῖ τὸν χωρικόν, οὐχὶ ἵνα τὸν παρακαλέσῃ νὰ δανεισθῇ, ἀλλ’ ἀφ’ ἑνός, ἵνα μὴ τὸν ὑποβάλῃ εἰς δαπάνας χρήματος καὶ χρόνου, ὅταν οὗτος τὴν χρειασθῇ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ ἰδίως, ὅπως μάθῃ καὶ γνωρίσῃ καλῶς τὸν μεθ’ οὗ πρόκειται νὰ συναλλαχθῇ καὶ νὰ αὐξήσῃ. Ὅταν δὲ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀφίνῃ τόσον ἐκτεταμένην ἀκτῖνα ἐνεργείας, ὡς πράττει τοῦτο διὰ τὸ ὑποκατάστημα Λαρίσης, ὅπερ ἔχει δικαιοδοσίαν ἐπὶ πέντε ἐπαρχιῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γνωρίζῃ, ὅτι τὰ κεφάλαια αὐτῆς δὲν δύνανται νὰ διατεθῶσι λυσιτελῶς καὶ δικαίως; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ διατρέχωσι κίνδυνον τὰ κεφάλαια αὐτῆς, ὅταν ὁ Διευθυντὴς τοῦ ὑποκαταστήματος εὑρίσκηται πρό τινος ἀνθρώπου ἐλθόντος ἐξ Ἁλμυροῦ ἢ Φαρσάλων ἢ Ἁγυιᾶς, ἀγνώστου παντελῶς εἰς αὐτόν, καὶ γνωστοῦ καθισταμένου, μόνον διότι εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν κατάλογον τῶν πιστούχων; Ἐνῷ καὶ αὐτοὶ οἱ κατάλογοι τῶν πιστούχων ἐγκρίνονται ἐν Ἀθήναις, ὡσεὶ νὰ ἐγνώριζεν ἡ ἐνταῦθα κεντρικὴ Διοίκησις τῆς Τραπέζης, ὁποῖοί εἰσιν οἱ ἀξιόχρεοι πιστοῦχοι ἀνὰ πᾶσαν τὴν Θεσσαλίαν! Καὶ ἀπορῶ, πῶς δὲν ἐπῆλθον περισσότεραι ζημίαι. Ἀλλ’ ἴσως τοῦτο ἐπετεύχθη, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει πολλοὺς λαμπροὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες δεικνύουσι μεγίστην στοργὴν καὶ ἀφοσίωσιν πρὸς τὸ ἐθνικὸν τοῦτο κατάστημα. Ἀλλ’ ἀφοῦ ταῦτα πάντα γνωρίζει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, διατὶ δὲν προβαίνει εἰς τὴν διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως ἄρσιν πάντων ἢ τινων μόνον ἐκ τῶν κακῶν, ἅτινα ὑφίστανται ἐν τῷ κλάδῳ τῆς γεωργικῆς πίστεως; Ἐὰν ἐπεθύμει νὰ δώσῃ ἀνταλλάγματα εἰς τὸ Κράτος, εὐεργετικὰ διὰ τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, ἐὰν ἐπεθύμει νὰ δικαιολογήσῃ τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰπόντα, ὅτι πρόκειται περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, καὶ εὑρισκόμενον ἐν δεινῇ στενοχωρίᾳ πρὸ τῆς ἐλλείψεως παντὸς πραγματικοῦ ἀνταλλάγματος, ὤφειλε νὰ παρουσιάσῃ τι γενναιότερον καὶ εἰλικρινέστερον, ἀφ’ ὅσα παρελαύνουσι μὲ παχυτάτους λόγους ἐν τῇ προκειμένῃ συμβάσει. Δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ καταχρασθῶ ἐπὶ πλέον τῆς εὐμενείας τῆς Βουλῆς, ὅπως εἰσέλθω εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῶν πλημμελειῶν τοῦ συστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, προκειμένου περὶ γεωργοκτηματικῶν καὶ ἐνυποθήκων παραχωρήσεων, οὔτε νὰ ὑποδείξω πλειότερον τὸ ἀνεφάρμοστον τῆς κρατούσης μεθόδου. Διὰ τοῦτο ἔρχομαι ἀμέσως εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, ἅς, κατ’ ἐμὴν τοὐλάχιστον γνώμην, ἠδυνάμεθα, δραττόμενοι τῆς εὐκαιρίας, νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χάριν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Καὶ ἰδοὺ τί ζητῶ. Ζητῶ νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Τράπεζα νὰ συστήσῃ πλειότερα ὑποκαταστήματα αὐτῆς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ ἂν τοιαῦτα ὑπάρχωσιν ἀρκετά, ἵνα ἀποφύγῃ τὸ πολυέξοδον τῆς συντηρήσεως αὐτῶν, νὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν πρακτορείων εἰς πάντα τὰ καθαρῶς γεωργικὰ κέντρα (ἐννοῶ ἐπαρχίας), τὰ κείμενα μακρὰν τῶν ὑποκαταστημάτων, ὅπως τοῦτο συμβαίνει διὰ τὴν ἐπαρχίαν Ἁγυιᾶς... Βλέπετε, ὅτι δὲν ἐντρέπομαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐργάζομαι καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου.
§308Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ καθῆκόν σας πράττετε, καὶ εἶσθε ἀξιέπαινος διὰ τοῦτο.
§309Λ. ΜΕΛΑΣ. Τὸ αὐτὸ διὰ τὰς ἐπαρχίας Τυρνάβου, Φαρσάλων, Δομοκοῦ καὶ οὕτω καθεξῆς, δι’ ὧν πρακτορείων θὰ κατορθωθῇ ἡ ἀποκέντρωσις τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ζητῶ ἐπίσης τὴν διαρρύθμισιν τῶν πρὸς παροχὴν δανείων ἰσχυουσῶν νῦν διατυπώσεων, δι’ οὓς λόγους προηγουμένως διὰ μακρῶν ἀνέφερα. Δὲν ἔχω δὲ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, ἀρκεῖ μόνον ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης, ἧς προΐσταται ἀνὴρ περινούστατος καὶ εὐφυέστατος, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τῶν κανονισμῶν ξένων γεωργικῶν Τραπεζῶν, ἢ μᾶλλον νὰ συγκατανεύσῃ εἰς ἐφαρμογὴν ἑνὸς τῶν γνωστῶν αὐτῇ ξένων ἁπλουστάτων συστημάτων. Περαίνων τὸν λόγον, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ δηλώσω, ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τῆς συγκεντρώσεως πολλῶν προνομίων παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς σχέσεις αὐτῆς πρὸς τὸ Κράτος καὶ τὰς μέχρι τοῦδε ἀνειλημμένας παρ’ αὐτῆς ὑποχρεώσεις πρὸς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν, βεβαίως θεωρῶ πρέπον νὰ ἀσφαλίζηται διὰ προνομίων. Ἀλλ’ εἰμὶ πολέμιος τῆς τάσεως, ἣν δυστυχῶς παρατηρῶ ἐν τοῖς τελευταίοις ἄρθροις τοῦ νομοσχεδίου, πρὸς ἀποκλεισμὸν τῶν λοιπῶν Τραπεζῶν ἀπὸ εὐρυτέρου κύκλου ἐργασιῶν καὶ συγκέντρωσιν τῶν ἐργασιῶν τούτων μόνον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι, ἀφίνοντες τὸ στάδιον ἐλεύθερον καὶ εἰς ἄλλας ἐν τῷ Κράτει λειτουργούσας Τραπέζας, ἐξυπηρετοῦμεν πλειότερον τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, διότι γεννᾶται ἅμιλλα, γεννᾶται ἀνταγωνισμὸς, ὅστις πάντως πρὸς ὄφελος τοῦ τε Κράτους καὶ τῶν ἰδιωτῶν θέλει ἀποβῆ. Δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὰς λοιπὰς Τραπέζας, ἢ καὶ εἰς οἱονδήποτε, νὰ λέγωσιν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ζητεῖ τὸ μονοπώλιον τῆς τραπεζιτικῆς ἐν Ἑλλάδι ἐργασίας, καὶ ὡς τοιαύτη, ὅτι εἶναι δημευτική. Ἐζήτησα, Κύριοι, τὴν ἐπιβολὴν δύο μικρῶν θυσιῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὰς ὁποίας θεωρῶ δικαίας, καὶ ὑποβάλλω τροπολογίαν πρὸς τοῦτο. Ἐὰν τοιαύτην τινὰ πραγματικὴν μέριμναν ἐπιδείξῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ στέρξῃ εἰς τροποποίησιν τῆς ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν κειμένης συμβάσεως, ἵνα δικαιολογήσῃ πάντας ἡμᾶς, ὅταν θὰ λέγωμεν ὅτι ἐμεριμνήσαμεν σήμερον χάριν τῶν ἐργατῶν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, καὶ ἂν τροποποιηθῶσιν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 4 καὶ 5, καὶ ἰδίως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἐπιχειρήσῃ πλέον νὰ παραβάλῃ τὰς ὠφελείας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκ τῆς συμβάσεως πρὸς τὰ ἀνταλλάγματα, ἅτινα δίδει, καὶ θέλομεν ἀσμένως ψηφίσει τὴν σύμβασιν. Ἐὰν ὅμως μείνῃ ἡ σύμβασις ὡς ἔχει, ἐγὼ τοὐλάχιστον, φρονῶν ὅτι ψηφίζων αὐτὴν δὲν ἐκπληρῶ ποσῶς τὰς ἀπέναντι τῶν ἐργατῶν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ὑποχρεώσεις μου, θέλω τὴν καταψηφίσει. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§310Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἴπω ὀλίγα, ὅπως ὑποστηρίξω μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἔκαμα, ἐν σχέσει πρὸς τὴν διάταξιν τὴν παρεμβαλλομένην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ τὴν ἀφορῶσαν τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅσον ἀφορᾷ τὸ κῦρος τῶν ὑποθηκῶν, ἐν περιπτώσει πτωχεύσεως τοῦ δανεισθέντος. Ἀπὸ χθές, ὅτε ἤκουον τοῦ ἐκ Μεγαρίδος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἀγορεύοντος καὶ ἐξαίροντος τὰ πλεονεκτήματα τῆς διατάξεως ταύτης, μοὶ ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα νὰ φέρω ἀντιρρήσεις· ἐπεφυλάχθην ὅμως νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, εἶναι, ὅτι ὡς ἀφορμὴ, ἵνα τεθῇ ἡ τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, ἐχρησίμευσεν ἡ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐνσκήψασα ἐμπορικὴ κρίσις ἐν Πειραιεῖ. Καὶ ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι πολλοὶ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι περιέστησαν εἰς στενοχωρίαν χρηματικὴν, ἔσπευσαν ν’ ἀποταθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν συνδρομὴν αὐτῆς, ἐπιτυγχάνοντες τὴν σύναψιν δανείων, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὸ ἐπιτύχωσι, διότι εἰς τοῦτο εὑρέθη πρόσκομμα ἡ σήμερον ἰσχύουσα διάταξις τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, καὶ οὕτως ὑπέκυψαν εἰς τὴν κρίσιν. Ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ περίπτωσις αὕτη ἀκριβῶς δικαιολογεῖ τὴν γνώμην μου, καὶ μὲ ἐνισχύει εἰς τὸ νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ ἰσχύῃ καὶ κατὰ τῆς Τραπέζης, διὰ νὰ παρεμβάλληται πρόσκομμα εἰς τὰς κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας δολιότητας τῶν ἐμπόρων· διότι ὁ ἔμπορος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος περιέρχεται εἰς τοιαύτην στενοχωρίαν, ὥστε νὰ μὴ δύναται ἐκ τῶν τρεχουμένων λογαριασμῶν νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις του, βεβαίως εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, ἐπιβάλλεται δὲ εἰς αὐτὸν νὰ παύσῃ πλέον τὰς ἐμπορικάς του ἐργασίας, νὰ παύσῃ νὰ συμβάλληται, διότι ἡ περαιτέρω ἐξακολούθησις αὐτῶν ἐκθέτει εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα τῶν τρίτων. Ἡ διάταξις, Κύριοι, ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τεθεῖσα, ὡς ἐτέθη, ἀναιρεῖ μίαν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἔχει παραδεχθῆ ὁ Ἐμπορικὸς Νόμος, ἀρχήν, ἡ ὁποία ἐτέθη ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν πιστωτῶν τοῦ ἐμπόρου, ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος ἄρα τοῦ ἐμπορίου. Ἡ περιουσία ἡ ἀκίνητος, τῆς ὁποίας εἶναι κύριος ὁ ἔμπορος, τεκμηριοῖ παρ’ ἡμῖν πρὸ πάντων τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν αὐτοῦ, οὕτως ὥστε αὕτη ἀποτελεῖ κεφάλαιον ἄξιον λόγου, εἰς τὸ ὁποῖον πάντες οἱ μετὰ τοῦ ἐμπόρου συναλλασσόμενοι ἀποβλέπουσι, καὶ διὰ τοῦτο ὁ νόμος ἠθέλησεν, ὥστε, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε περιέλθει εἰς πτώχευσιν ὁ ἔμπορος, οἱ δανεισταί, οἱ ὁποῖοι ἀπέβλεπον καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο, νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιληφθῶσι καὶ αὐτοῦ· ἀπηγόρευσεν ἄρα εἰς τὸν ἔμπορον νὰ δύναται δέκα ἡμέρας πρὸ τῆς πτωχεύσεως νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν ἀκίνητον αὐτοῦ περιουσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ πιστωταὶ αὐτοῦ ἀπέβλεπον, συναλλασσόμενοι μετ’ αὐτοῦ. Ἑπομένως ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τιθεμένη ὑπὲρ τῆς Τραπέζης, ἀναιρεῖ τὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία κρατεῖ ἐν τῷ Ἐμπορικῷ Νόμῳ, ἐπὶ κινδύνῳ τῶν συμφερόντων τῆς ὁμάδος. Οὐδ’ ἐξασθενεῖ τὸ ἐπιχείρημά μου τοῦτο ἐκ τῆς ἐπαγομένης ἀντιρρήσεως, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβληθῇ κακοήθως μετὰ τοῦ ἐμπόρου, ἵνα θέση ἐν κινδύνῳ τὰ συμφέροντα τῆς ὁμάδος, διότι δύναται νὰ συμβῇ, ὥστε ἡ Τράπεζα νὰ ἦναι ἐν καλῇ πίστει, νὰ παράσχῃ ὅμως δάνειον εἰς ἔμπορον πτωχεύσαντα ἤδη καὶ σπεύδοντα νὰ μεταβάλῃ εἰς μετρητὰ καὶ τὴν ἀκίνητον περιουσίαν του, δανειζόμενος παρὰ τῆς Τραπέζης ἐπὶ ὑποθήκῃ τῆς ἀκινήτου ταύτης περιουσίας. Διότι ἡ Τράπεζα δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν, οὐδὲ θέλει καταγείνῃ νὰ μάθῃ τὴν κατάστασιν τοῦ δανειζομένου. Ἐὰν ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὴν ἐπικρινομένην διάταξιν, ἵνα ὦμεν συνεπεῖς, πρέπει νὰ καταργήσωμεν καὶ τὴν διάταξιν τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, τὴν ὑπὲρ τρίτων, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ ἐμπόρου τεθειμένην, οὕτως ὥστε, καταργουμένης τῆς διατάξεως ταύτης, πάντες οἱ μετὰ τῶν ἐμπόρων συναλλασσόμενοι νὰ μὴ ἀποβλέπωσι πλέον εἰς τὴν κτηματικὴν περιουσίαν αὐτοῦ, νὰ κανονίζωσι δὲ τὴν ἀπέναντι αὐτοῦ θέσιν των χωρὶς νὰ ὑπολογίζωσιν εἰς αὐτήν. Μολονότι διὰ τοῦ καθιερουμένου προνομίου ὑπὲρ τῆς Τραπέζης τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἐπέρχεται ἐμμέσως, διότι οὐδεὶς πλέον, μετ’ ἐμπόρου συναλλασσόμενος, δύναται ν’ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν περιουσίαν αὐτοῦ, ἀφοῦ αὕτη δύναται κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς πτωχεύσεως νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν Τράπεζαν.
§311Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ Τράπεζα, ἐὰν δὲν ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἀσφάλειαν ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, οὐδέποτε θὰ προβῇ εἰς χορήγησιν δανείων εἰς ἐμπόρους, διότι ἡ Τράπεζα γνωρίζει, ὅτι ὁ ἔμπορος, λόγῳ τῆς ἐμπορικῆς του ἰδιότητος, εἶναι ὑποκείμενος εἰς πτώχευσιν. Λοιπὸν ἡ διάταξις αὕτη τίθεται οὐχὶ ὑπὲρ τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν ἐμπόρων.
§312Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν ἐπροσέξατε. Ἐγὼ λέγω, ὅτι, ἐὰν τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη, εἶναι ὡσεὶ νὰ καταργῆται ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου.
§313Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἶναι χωριστὴ ἡ διάταξις ἐκείνη.
§314Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Νομίζετε, ὅτι εἶναι χωριστή. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅταν νομοθετῶμεν, πρέπει νὰ προλαμβάνωμεν πάντα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ ἀναφανῶσιν ἐκ τοῦ δημιουργουμένου νόμου. Λέγετε καὶ ὑποστηρίζετε πάντες, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔχει τεθῇ ἀκριβῶς ὑπὲρ τῶν ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ δανείζωνται, ὅπως ἐξέλθωσι τῆς στενοχωρίας, εἰς ἣν ἐνδεχόμενον νὰ περιῆλθον ἐξ ἀτυχημάτων ἐμπορικῶν. Τοῦτο εἶναι ἀληθές· εἶναι ὅμως ἐπίσης ἀληθές, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀποστεροῦμεν τὸν ἔμπορον ἑνὸς κεφαλαίου, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν λάβῃ ὕπαρξιν τὸ τοιοῦτον ὑπὲρ τῆς Τραπέζης προνόμιον, παύει νὰ ἐπιδεικνύῃ τὴν ἀκίνητον αὐτοῦ περιουσίαν πρὸς τοὺς μετ’ αὐτοῦ συναλλασσομένους.
§315ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Τὸ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τίθεται ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀποδεικνύει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, καὶ ἀκόμη ἀποδεικνύεται καὶ καταφαίνεται τοῦτο ἐν τῷ ὑπομνήματι, ὅπερ ἡ Τράπεζα αὕτη συνέταξε μετὰ τὰς ὑποβληθείσας παρατηρήσεις καὶ εἰς ἀπάντησιν ἄλλου ὑπομνήματος ἄλλης Τραπέζης, τοῦτο δ’ ἔχει καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐν ᾧ ὑπομνήματι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα προτιμᾷ τὴν διαγραφὴν τοῦ ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 προνομίου, ἂν πρόκηται τοῦτο νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ἄλλας Τραπέζας. Τί μᾶς λέγει ὁ κ. Καλούτσης, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῶν ἐμπόρων; Ἐὰν ἀληθῶς πρόκηται ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης νὰ προέλθῃ εὐεργέτημα, ἔπρεπε καὶ αἱ ἄλλαι Τράπεζαι νὰ ἔχωσιν ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους τὸ δικαίωμα νὰ δανείζωσι τοὺς ἐμπόρους, καὶ οὕτω τοῦτο νὰ ἦναι προσιτώτερον.
§316Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἀξιότιμος Βουλευτὴς, εὑρίσκω ὀρθότατον, διότι καθιστᾷ πρόδηλον, διατὶ δὲν δύναται νὰ ἐκταθῇ ὑπὲρ παντὸς δανειστοῦ ἡ διάταξις αὕτη, καθόσον μόνον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δύναται νὰ παρουσιάσῃ πλήρη ἐμπιστοσύνην, ὅτι δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς εἰκονικὰ δάνεια. Ἰδοὺ ἡ δικαιολογία.
§317Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν μίαν καὶ μόνην ἄποψιν τοῦ ζητήματος, ὅπως καὶ χθὲς, ὅτε συνεζητεῖτε καὶ δὲν ἠθελήσατε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ προκύψωσιν, ὅτι ἡ Τράπεζα εἶναι ἠθικὸν πρόσωπον, καὶ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς δάνεια εἰκονικά. Ἀλλὰ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα θὰ γεννηθῶσιν ἐξ αὐτῆς τῆς διατάξεως, δὲν προλαμβάνονται ἐκ τῆς παραδοχῆς τῆς γνώμης ταύτης. Ἐγὼ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν ἕνα ἔμπορον, τοῦ ὁποίου ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ δὲν εἶναι καλὴ, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος, ἔχων διετηρήσει τὴν ἐλευθέραν διάθεσιν τῶν κτημάτων του, καὶ βλέπων ὅτι μετ’ ὀλίγον θ’ ἀναγκασθῇ νὰ πτωχεύσῃ, τί κάμνει; Ζητεῖ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν δάνειον ἐπὶ ὑποθήκῃ τῶν ἀκινήτων, λαμβάνει τὸ δάνειον καὶ ἀπέρχεται. Τότε οἱ πιστωταί του οἱ ἄλλοι τί γίνονται; (Διάλογοι). Ἐγὼ λέγω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης θὰ γεννηθῶσιν ἄτοπα, τὰ ὁποῖα δὲν προλαμβάνει ἡ καλὴ πίστις τῆς Τραπέζης, καὶ καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει, ἐὰν δεχθῶμεν τὸ προνόμιον τοῦτο ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, νὰ καταργήσωμεν τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, εἰς τρόπον ὥστε οὐδεὶς πλέον νὰ ἀποβλέπῃ, συναλλασσόμενος μετὰ ἐμπόρου, εἰς τὸ ἐκ τῆς ἀκινήτου αὐτοῦ περιουσίας προκῦπτον κεφάλαιον τῆς πίστεως τοῦ ἐμπόρου.
§318Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα. Νὰ διακόψωμεν (θόρυβος).
§319Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ γίνεται λόγος περὶ τῆς παρελεύσεως τῆς ὥρας, ὀφείλω νὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μείνωσι συζητοῦντες, ἵνα προοδεύσωμεν εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν· δὲν εἶναι δὲ ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἀπευθύνω τὴν παράκλησιν ταύτην. Ἐὰν δὲν δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅστις εἶναι συνδεδεμένος μὲ νομοσχέδια μεταβάλλοντα νόμους προηγουμένων ἐτῶν, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν της. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μὴ ἀπέλθωσιν, ἀλλὰ νὰ μείνωσιν, ἵνα ἐργασθῶμεν· δὲν εἶναι δὲ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν συνεδριάζομεν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Πολιτεύεσθαί ἐστι στρατεύεσθαι, καὶ πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς τὰς τάξεις μας, ἀγωνιζόμενοι καὶ συζητοῦντες.
§320Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν γνωρίζω πρὸς τίνας ἀπευθύνεται.
§321Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι πρὸς ὑμᾶς.
§322Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διότι, ἂν ἀπευθύνηται πρὸς ἡμᾶς, κακῶς ἀπευθύνεται. Ἡ μειονοψηφία ἀπέδειξεν, ὅτι ἔχει πρόθεσιν νὰ συντρέξῃ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς τὴν Κυβέρνησιν. Ὅταν ἄρχηται ἡ συνεδρίασις, ἐλάχιστοι Βουλευταὶ ἐκ τῆς μειονοψηφίας λαμβάνουσι τὸν λόγον, ἀσκοῦντες τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις προβαίνει μετὰ πολλῆς βραδύτητος, τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας μετὰ προθυμίας προσέρχονται, καὶ οὐδὲν παρεμβάλλουσι πρόσκομμα. Ἑπομένως δὲν ἐννοῶ νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἡμᾶς, ὅτι παρεμβάλλομεν τὸ ἐλάχιστον πρόσκομμα καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ἀπευθύνεται πρὸς ἡμᾶς.
§323Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγώ, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν σκοπῶ νὰ γράψω τὴν ἱστορίαν οὐδενὸς κόμματος· ἐπειδὴ δὲ παρατείνονται αἱ συζητήσεις καὶ ἀπόλλυται χρόνος, δὲν θέλομεν δὲ οὕτω προφθάσει νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ ἔργον μας, ἔκαμα τὴν παρατήρησιν πρὸς πάντας, διότι εὐθυνόμεθα διὰ τὴν πορείαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§324Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω ὅ,τι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ δικαίῳ εὑρίσκεται, ὅταν λέγῃ ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνῃ τὴν διαγωγὴν τῶν κομμάτων τῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Νομίζω δέ, ὅτι ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τὰ κόμματα, ὁσάκις ταῦτα διὰ τῆς μέχρι τοῦδε πορείας των ἀπέδειξαν, ὅτι σκοποῦσι νὰ συντρέξωσι τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰ ἔργα της· διότι δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις παρέσχε πᾶσαν τὴν συνδρομήν της μέχρι τοῦδε. Ἐρχόμεθα κατὰ τὴν ὥραν τῆς συνεδριάσεως, καὶ οὐδέποτε γίνεται ἀπαρτία ἄνευ τῆς συνδρομῆς 35 ἢ 40 Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Συνεδριάζει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κύριον μέλημα ἔχει νὰ ἐπισπεύσῃ διὰ τῶν φίλων αὐτῆς τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς, παρατηρεῖται ὅ,τι τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας προσέρχονται, τὰ δὲ τῆς πλειονοψηφίας ἀπουσιάζουσιν· ἀπόδειξις δὲ εἶναι, ὅτι δὲν ἀντελέξατε εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅστις ἀντικατέστησε μέλη τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς διὰ μελῶν τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν νὰ λέγωνται καὶ νὰ γράφωνται ἐν τῷ ἡμιεπισήμῳ ὀργάνῳ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ κατηγορίαι, αἵτινες ἀποδεικνύονται ἄδικοι. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις συμφέρον ἔχῃ νὰ ψηφισθῶσι νομοσχέδια σχετιζόμενα μὲ τὰ οἰκονομικὰ αὑτῆς μέτρα, ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχει νὰ τὰ προτάξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ Ἀντιπολίτευσις μάλιστα ἔχει συμφέρον, ὅπως ταῦτα συζητήσῃ, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως θὰ καταδειχθῇ, ὅτι δὲν θὰ φέρωσι τὰς οἰκονομίας, περὶ ὧν ἐγένετο τόσος λόγος. Ἀλλὰ βλέπω, ὅτι μεταξὺ τῶν πρώτων ἀναγράφεται τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν νομικῶν συμβούλων. Δὲν γνωρίζω, κατὰ τί δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ τὰς διαφημιζομένας οἰκονομίας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἑπομένως δὲν βλέπω ἐκ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅτι ὑπάρχει πρόθεσις, ὅπως τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν νομοσχέδια προταχθῶσιν. Ἡμεῖς θέλομεν ἐξακολουθήσει τὴν πορείαν, ἣν ἠκολουθήσαμεν, ὄντες ἐν τῇ Κυβερνήσει. Εἴμεθα ἐναντίοι τῆς κωλυσιεργίας, ἐναντίοι τῶν δυσκολιῶν, ἃς ἡ Ἀντιπολίτευσις παρενέβαλλε καθ’ ἡμῶν. Τὸ μόνον δικαίωμα, ὅπερ ἔχομεν, εἶναι νὰ συζητῶμεν τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια, καὶ νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν· ἀφίνομεν δὲ εἰς ὑμᾶς ν’ ἀποφασίσητε ὅ,τι κρίνετε ὀρθὸν καὶ συντελεστικὸν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν καθ’ ἑκάστην νὰ συνεδριάζωμεν μέχρι τῆς δευτέρας ὥρας μετὰ τὸ μεσονύκτιον; Εἰς ὑμᾶς ὑπόκειται νὰ κρίνητε, ἂν συζητήσεις γινόμεναι μετὰ τὴν δευτέραν ὥραν τοῦ μεσονυκτίου δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸν καλὸν καταρτισμὸν τῶν νομοθετημάτων.
§325Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν καλοῦμαι νὰ συγγράψω τὴν ἱστορίαν τῶν κομμάτων ἢ τῶν πολιτικῶν συνεδρίων. Ἐγὼ παρέστησα τὴν ἀνάγκην, ὅτι πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πρόκεινται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ὑπάρχουσι νομοσχέδια οἰκονομικά, συνδεόμενα μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπάρχουσι νομοσχέδια στρατιωτικά, ἅτινα συνδέονται μὲ τὴν βελτίωσιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἐπίσης νομοσχέδια διοικητικά. Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἧς ἡγεῖται ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, εἶναι διατεθειμένη νὰ ὑποστηρίξῃ ἡμᾶς, ἵνα ἐφαρμόσωμεν τὸ πρόγραμμά μας, δὲν ἀντιλέγω· ἂς μὴ λησμονῇ δὲ, ὅτι καὶ ἡμεῖς συνετελέσαμεν πολλάκις, ἵνα εὐκολύνωμεν τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ εἰς τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας· ἔχω δὲ ζωηρὰν τὴν ἀνάμνησιν, καὶ ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι συνετελέσαμεν νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς καθ’ ἣν ὥραν δὲν ἦτο εὔκολον νὰ ψηφισθῇ· εἴχομεν δὲ καθῆκον νὰ πράξωμεν τοῦτο. Καὶ ἡμεῖς ἠδυνάμεθα νὰ παραβῶμεν τὸ καθῆκόν μας, ἤθελε δὲ μᾶς κρίνει ἡ χώρα· καὶ σεῖς δύνασθε νὰ παραβῆτε τὸ ἰδικόν σας καθῆκον, ἀλλ’ ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος. Δὲν εἶναι μόνον αἱ ἐπερωτήσεις, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς, εἶναι καὶ τὰ νομοθετικὰ ἔργα. Πρέπει δὲ νὰ ἐπιμείνωμεν, ὅπως τὰ νομοσχέδια, ὧν τινα ἀπαιτοῦσι μακρὰς συζητήσεις, περατωθῶσιν ἐνωρίς.
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ἔργον ἡμῶν θὰ ἔβαινε μᾶλλον ἀνετώτερον, ἂν συνηρχόμεθα καθ’ ἣν ὥραν ὁρίζει ὁ Κανονισμός. Ἔχομεν ὁρίσει τὴν 3ην ὥραν, καὶ ἀπαρτία γίνεται μόλις τὴν πέμπτην ὥραν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, εἰ δυνατόν, νὰ συνερχώμεθα ἀκριβῶς τὴν 3ην ὥραν.
§327Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον νὰ ἐρχώμεθα ἀκριβῶς τὴν 3ην ὥραν, νὰ καταργηθῇ δὲ τὸ σύστημα τῶν σχετικῶν λόγων. Τὰ σχετικὰ δὲν ἐνόησα ποτέ. Ὅταν ἔλθωσι τὰ νομοθετικὰ μέτρα, τότε πρέπει νὰ γίνηται ἡ συζήτησις. Ὑποβάλλει τις μίαν σκέψιν περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος λ.χ., καὶ ἀρχίζουσι τὰ σχετικὰ παρ’ ἄλλων Βουλευτῶν· οὕτω δὲ παρατείνονται αἱ ὁμιλίαι, καὶ ἀπόλλυται χρόνος εἰς μάτην, ἐνῷ, ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον, δύνανται πάντες νὰ ὁμιλήσωσι λυσιτελῶς.
§328Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι συμβιβάζεται μὲ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς ὁ περιορισμὸς τῶν ἐπερωτήσεων, οὐδὲ δύναται νὰ τεθῇ ὅριον εἰς ταύτας. Δὲν ἀποδέχομαι δὲ καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαγορεύηται ὁ λόγος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσωσιν εἰς ἐπερώτησιν σχετικήν. Τοῦτο ὑπεστηρίξαμεν καὶ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει τυγχάνοντες.
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀπηγόρευσα ποτὲ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν σχετικῶν. Ὑπάρχει ὅμως διάκρισις μεταξὺ τῶν συστάσεων καὶ τῶν ἐπερωτήσεων· αἱ ἐπερωτήσεις δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς συζητήσεις, καὶ ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συζητῇ, ὡς ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῶν σχετικῶν, διότι ὑπάρχουσι συμφέροντα ἐπαρχιακά, καὶ οἱ Βουλευταὶ θὰ ἔχωσι πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον εἴτε ἐπὶ σχετικοῦ εἴτε ἐπὶ μὴ σχετικοῦ, ἀρκεῖ μόνον νὰ μὴ γίνηται κατάχρησις τοῦ δικαιώματος, ὅπερ πᾶς Βουλευτὴς ἔχει. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ, εἶναι νὰ συνερχώμεθα ἀκριβῶς τὴν ὡρισμένην ὥραν· παρατηρῶ δὲ, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν ἔρχονται ἐγκαίρως.
§330Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὴν τρίτην λοιπὸν ὥραν μετὰ μεσημβρίαν ν’ ἀρχίζῃ ἡ συνεδρίασις.
§331Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν τρίτην.
§332Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριε Πρόεδρε, λάβετε, παρακαλῶ, τὴν καλωσύνην νὰ εἰδοποιήσητε τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀπὸ τῆς δευτέρας ὥρας μετὰ μεσημβρίαν.
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι. Τὸ παρεμπῖπτον ἔληξεν· ἐπῆλθεν ἡ ἐξήγησις, καὶ νομίζω ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι.
§334Ι. ΠΑΛΑΣΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν θέλητε, οἱ Βουλευταὶ νὰ συνέρχωνται τὴν τρίτην ὥραν, πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ Κανονισμῷ, ὅτι ὅσοι Βουλευταὶ δὲν προσέρχονται ἀκριβῶς τὴν τρίτην ὥραν, δὲν θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνωσι τὴν ἀποζημίωσιν (Εὖγε! εὖγε!).
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σιγάλας ἔχει τὸν λόγον.
§336Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§337ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶχον παρακαλέσει τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ προσκομίσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν περὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐχορήγησεν αὕτη εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας.
§338Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Νὰ προσαχθῶσι κατάλογοι τῶν πιστούχων γεωργῶν τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν.
§339ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ τῶν Καλαβρύτων.
§340ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δότε μοι σημειώματα. Ἔχει ἕτερος τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§341Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει τρία χωριστὰ θέματα, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι μία ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ, ὡς ἔχει. Εἶναι ἓν θέμα διὰ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, ἕτερον θέμα διὰ τὴν Ἐθνικὴν, καὶ ἄλλο διὰ τὰς ἀσχέτους πρὸς τὰς συμβάσεις διατάξεις, δι’ ὧν τροποποιεῖ ἄλλους νόμους, διότι αἱ διατάξεις αὐτῶν εἶναι χωρισταί. Ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ διαιρεθῶσι τὰ θέματα, καὶ νὰ ψηφισθῇ χωριστὰ ἕκαστον. Εἶναι πολλοὶ οἱ δεχόμενοι τὸ ἓν θέμα καὶ μὴ δεχόμενοι τὸ ἕτερον, καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δέχονται τὰς συμβάσεις, χωρὶς νὰ δέχωνται καὶ τὰς ἄλλας διατάξεις. Ἑπομένως παρακαλῶ, καθ’ ὃ ἔχω δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὰ ζητήματα κεχωρισμένως.
§342Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡνωμένως πρέπει νὰ τεθῶσι, καὶ ἂν δὲν γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, τότε νὰ γείνῃ ὅ,τι λέγει ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτής.
§343ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ διαίρεσις δύναται νὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου.
§344Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς εἶναι τεθειμένον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ κύρωσις δύο συμβάσεων. Οἱ θέλοντες νὰ διαιρέσωσι τὸ ζήτημα νομίζω ὅτι δὲν ἔχουσι θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ στηρίξωσι τὴν γνώμην των. Τὸ νομοσχέδιον παρουσιάζει τὴν πρότασιν τῆς κυρώσεως δύο συμβάσεων. Οἱ μὴ θέλοντες νὰ κυρωθῶσιν αἱ δύο συμβάσεις κηρύσσονται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου· προτείνοντες δὲ γνώμην κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, πῶς δύνασθε νὰ τάξητε χωριστὰ τὴν μίαν σύμβασιν ἀπὸ τῆς ἄλλης; Αἱ δύο συμβάσεις εἶναι συνδεδεμέναι πρὸς ἀλλήλας, τοῦτο δὲ τὸ νομοσχέδιον ἀποβλέπει εἰς τὴν κύρωσιν αὐτῶν. Λοιπὸν ὅσοι ἔχουσι γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ ἑκάστη σύμβασις ἰδιαιτέρως καὶ ψηφοφορηθῇ ἰδιαιτέρως, δὲν ἔχουσι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ψηφίσωσι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§345Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι προφανές, ὅτι, ὡς θέτει τὸ ζήτημα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δύναται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ θεωρήσῃ ἀπαράδεκτον ἐπὶ παντὸς θέματος τὴν διαίρεσιν, ἐνῷ, κατὰ τὸν Κανονισμόν, δικαιοῦται ἕκαστος Βουλευτής, ὅταν τὰ θέματα δὲν συνδέωνται, νὰ ζητήσῃ τὴν διαίρεσιν αὐτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον κατ’ οὐσίαν εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὰς βάσεις τοῦ νομοσχεδίου· εἶπεν ὅτι καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη σύμβασις εἶναι σχετικαί. Οὐδεμία ὑπάρχει σχέσις μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης συμβάσεως. Τὸ πρᾶγμα εἶναι αὐταπόδεικτον ἐκ τῶν συμβάσεων. Τὸ Κράτος διὰ τῆς Κυβερνήσεως συμβάλλεται πρὸς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα οὐδαμῶς σχετίζονται πρὸς τὰ τῆς Ἐθνικῆς, δι’ ἑτέρας δὲ συμβάσεως συμβάλλεται πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα οὐδαμῶς ἐπίσης σχετίζονται μετὰ τῆς Ἰονικῆς. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἄδεια, ὅπως διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος κυρώσῃ ἐνδεχομένην σύμβασιν περὶ συγχωνεύσεως τῶν δύο Τραπεζῶν, ἐνῷ περὶ τοιαύτης ἐνδεχομένης συμβάσεως οὐδεὶς λόγος γίνεται ἐν ταῖς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δύο Τραπεζῶν συμβάσεσι. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν εἰσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῶν συμβάσεων, βεβαίως παρέχει δυσχέρειαν ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ. Περὶ αὐτοῦ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀδιαφορῶ διὰ τὴν δυσχέρειαν, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ θέματα, περὶ ὧν πραγματεύεται τὸ νομοσχέδιον, εἶναι τρία, κεχωρισμένα· ἐφ’ ὅσον δὲ εἶναι κεχωρισμένα ἐν τῇ φύσει αὐτῶν, ἔχω τὸ δικαίωμα, δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ζητήσω τὴν διαίρεσιν, ἵνα ψηφισθῇ ἕκαστον τῶν θεμάτων τούτων χωριστά. Τόσον δὲ εἶναι τοῦτο βέβαιον, καθόσον ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς συμβάσεως τῆς μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, καὶ κατὰ τῆς συμβάσεως τῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνομολογημένης, καὶ κατὰ τῶν διατάξεων τῶν ἀσχέτων πρὸς τὰς συμβάσεις, τῶν περιλαμβανομένων ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου· ἕτεροι συνάδελφοι εἶναι ὑπὲρ τῆς συμβάσεως τῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἤκουσα δὲ πολλοὺς νὰ ἦναι κατὰ τῆς συμβάσεως τῆς μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Πῶς εἶναι δυνατὸν κατ’ αὐτὸν τρόπον νὰ δεσμεύσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου ἡ Κυβέρνησις, ὑποβαλοῦσα οὕτω πως τὸ νομοσχέδιον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἀρνηθῇ τις τὴν ψῆφόν του ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐὰν τυχὸν ἦναι ὑπὲρ τῆς μιᾶς μόνον τῶν δύο συμβάσεων; — διότι ἐδῶ καταλήγει τὸ ζήτημα· ἐάν τις ἦναι ὑπὲρ τῆς μιᾶς μόνον τῶν δύο συμβάσεων, εἶναι ὑποχρεωμένος, ἐὰν ψηφίσῃ ἀδιαιρέτως, νὰ ψηφίσῃ καὶ ἐκείνην τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν δὲν θέλει, καὶ ἐκείνας τὰς διατάξεις, τὰς ἀσχέτους πρὸς τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας δὲν θέλει κατ’ ἀρχήν. Ἔχω λοιπὸν δικαίωμα, κύριε Πρόεδρε, ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ζητήσω τὴν διαίρεσιν. Πῶς θὰ γείνῃ ἡ διαίρεσις, ὁ κ. Πρόεδρος θέλει σκεφθῆ. Ἐὰν ἴδῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι διὰ τὴν διαίρεσιν προκαλεῖ δυσχερείας ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἂς συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ πρακτέου· διότι ὁμολογῶ, ὅτι πολλὰς δυσχερείας παρουσιάζει εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἡ διαίρεσις τοῦ ζητήματος· ἀλλ’ ἵνα καταδειχθῇ, ὅτι δὲν ἔπρεπε διὰ τοιούτου τρόπου νὰ εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν διαίρεσιν, καὶ τὸ Προεδρεῖον ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ τὸ ζήτημα εἰς διαίρεσιν.
§346Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπὸ οὐδενὸς ἄλλου λόγου ἐνεδεικνύετο, εἰμὴ ὑπὸ τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία συνωμολογήθη μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Ὁ σκοπός, ὁ ὁποῖος ὡδήγησε τὴν Κυβέρνησιν, ἦτο ἡ προσπάθεια, ὅπως ἐγκατασταθῇ μία Τράπεζα ἑνιαία ἐκδοτική, ὅπως παύσῃ ἡ ἔκδοσις τραπεζικῶν γραμματίων ὑπὸ πολλῶν Τραπεζῶν. Διὰ τοῦτο, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ λῆξις τῆς διαρκείας τοῦ δικαιώματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης τοῦ ἐκδίδειν καὶ θέτειν εἰς κυκλοφορίαν τραπεζογραμμάτια, ἐσπεύσαμεν νὰ κανονίσωμεν τὰ περὶ τούτου οὕτως, ὥστε νὰ τεθῇ πλέον ἕν τέρμα χρονικὸν εἰς τὸ δικαίωμα τῆς Ἰονικῆς νὰ ἐκδίδῃ τραπεζικὰ γραμμάτια· ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει πλέον ἡ Ἠπειροθεσσαλικὴ Τράπεζα ἐκδίδουσα τραπεζικὰ γραμμάτια, προσήγγιζε δὲ ἡ λῆξις τῆς διαρκείας τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, παρουσιάσθη ἡ εὐκαιρία νὰ λείψῃ καὶ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, καὶ ἑπομένως νὰ μείνῃ μία Τράπεζα ἐκδοτική. Οὗτος ἦτο ὁ πρωτεύων σκοπός. Ὅτε ὅμως δισταγμοί, οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν ὑπὸ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἠνάγκασαν ἡμᾶς νὰ ἐνδώσωμεν νὰ παραταθῇ διὰ τελευταίαν φορὰν ἡ διάρκεια τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης πρὸς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων ἐπὶ ἕτερα 15 ἔτη, ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη νὰ συνομολογηθῇ σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· διότι, ὅτε ἤθελε λήξει, μετὰ 15 ἔτη, τὸ δικαίωμα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἀφοῦ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα παραιτεῖται διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν συνωμολόγησε μεθ’ ἡμῶν, πάσης ἀξιώσεως νεωτέρας παρατάσεως τοῦ δικαιώματος αὐτῆς πέραν τῆς 25 Ἀπριλίου 1920, ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ ἀπὸ τοῦδε, τί ἔμελλε τότε νὰ γένηται, διότι οὐδεμία ὑπάρχει πεποίθησις, ὅτι τότε δὲν ἤθελε παρεμβληθῆ δυσχέρειά τις, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἠδύνατο νὰ συμβῇ νὰ ἀνανεωθῇ αὖθις ἡ παράτασις τοῦ δικαιώματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης τοῦ ἐκδίδειν καὶ θέτειν εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἠναγκάσθημεν διὰ τοῦτο νὰ συνομολογήσωμεν τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἵνα κατὰ τὴν λῆξιν τῆς διαρκείας τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζογραμματίων τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης παρίσταται ἄμεσος διάδοχος τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἑπομένως ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνωμολογήθη, διότι ὑπῆρχεν ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαιρεθῶσι τὰ δύο ζητήματα. Ἡ γνώμη αὕτη εἶναι πολεμία τῶν προσπαθειῶν, τὰς ὁποίας κατεβάλομεν, ἵνα καταστήσωμεν τέλος πάντων ἑνιαίαν τὴν ἔκδοσιν τῶν τραπεζογραμματίων. Ποῖοι λόγοι μᾶς ἠνάγκασαν ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀνανεώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τοῦ ἐκδίδειν καὶ κυκλοφορεῖν τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀφοῦ τοῦτο ἔληγε κατὰ τὸ 1916; εἴχομεν ἀνάγκην νὰ δώσωμεν ζωὴν εἰς τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ τὸ 1916, ὁπότε ἔληγε τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ ἐπειδὴ ἡ παράτασις τοῦ δικαιώματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης λήγει τὸ 1920, ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθῇ ὑφιστάμενον τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ πέραν τοῦ 1920. Ἰδοὺ ἡ ἀνάγκη τῆς συνομολογήσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Πῶς προτείνετε νὰ χωρίσητε τὰ δύο ζητήματα; Ὑποθέσατε ὅτι, ἐπερχομένης τῆς διαιρέσεως, ψηφίζεται μόνον ἡ μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης σύμβασις, καὶ ὄχι καὶ ἡ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς, ἢ ὅτι ψηφίζεται ἡ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμβασις, καὶ ὄχι καὶ ἡ μετὰ τῆς Ἰονικῆς· ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα; θέλετε οὕτως ἀνατρέψει πάσας τὰς προσπαθείας ἡμῶν, θέλετε ἀναιρέσει τὸν σκοπόν, τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὴν σύμβασιν καὶ τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ νόμος εἶναι εἷς. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ δὲν θέλουσι τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δὲν θέλουσι τὸν νόμον αὐτόν· καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ δὲν θέλουσι νὰ ψηφισθῇ ἡ μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, δὲν θέλουσιν ἐπίσης τὸν νόμον αὐτόν, οὐδὲ θέλει δυνηθῆ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἢ οἱ σύμβουλοι τοῦ Στέμματος νὰ ὑποβάλωσιν οὕτως ἠκρωτηριασμένον τὸν νόμον αὐτὸν εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως. Ματαιοῦται πάντως πᾶσα ἡ ἐργασία. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸν Κανονισμὸν αὐτῆς, καὶ ὁ Κανονισμὸς αὐτῆς εἶναι νὰ ψηφίζῃ τὴν ἀρχὴν, τὰς λεπτομερείας καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρόκειται νομοσχέδιον, ἐφ’ οὗ καλεῖται νὰ ψηφοφορήσῃ· ἔχει δὲ δικαίωμα, ἢ νὰ τὸ παραδεχθῇ, ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψῃ.
§347Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν πρώτην φορὰν τὴν ἑσπέραν ταύτην ποιεῖται, εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀναιρεῖ ἀπολύτως τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Κράτους. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὑποθέτει τοσοῦτον ἄδικον τὴν Δύναμιν, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἐποιήσατο λόγον, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ὑπῃνίχθη.
§348Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον, ὅτι ὑπῆρξαν δισταγμοί, οἱ ὁποῖοι προετάθησαν περὶ τῆς λήξεως τοῦ δικαιώματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ὄχι οἱ δισταγμοί, περὶ τῶν ὁποίων σεῖς λέγετε, ἀλλὰ δισταγμοί, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία δὲν ἀνεγνώριζε τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἡμῶν, καὶ ἡ ὁποία προέβαλλε νὰ προσφύγωμεν εἰς διαιτησίαν. Ἐὰν προσεφεύγομεν εἰς διαιτησίαν, πρῶτον ἤθελεν ἴσως διαιωνισθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, δεύτερον δὲν ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι ἤθελεν ἐπικρατήσει ἡ γνώμη ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο, ἵνα μὴ ἐκτεθῶμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς κινδύνους, ἐσπεύσαμεν νὰ παρατείνωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων ἐπὶ 15 ἔτη.
§349Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι, ἐὰν δὲν ἔσπευδε νὰ μὲ διακόψῃ, βεβαίως δὲν θὰ ἔδιδε τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσε· διότι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀναφέρεται εἰς τὸ πρῶτον στάδιον τῆς συμβάσεως, ἐνῷ αἱ παρατηρήσεις αἱ ἐμαὶ ἀναφέρονται εἰς τὸ δεύτερον στάδιον — διότι ὑπάρχουσι δύο στάδια. — Περὶ τοῦ πρώτου σταδίου κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο λόγος, καὶ τὸ πρῶτον στάδιον κατενόησα πληρέστατα, καὶ ὡμολόγησα, ἀγορεύσας ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅτι ἐννοῶ τὰς δυσχερείας, εἰς ἃς ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη· ἀλλὰ τοῦτο ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρέθητε, ὅπως δεχθῆτε τὴν παράτασιν τοῦ προνομίου. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε λεχθῆ μέχρι τοῦδε, ὅτι ἐν τῇ συμβάσει μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ὑπάρχει ῥητὴ ῥήτρα, δυνάμει τῆς ὁποίας ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα παραιτεῖται πάσης ἀξιώσεως νεωτέρας παρατάσεως τοῦ προνομίου, τοῦ παρατεινομένου σήμερον μετὰ τὴν λῆξίν του, καὶ ἐρρίφθη ἡ ὑπόνοια εἰς τὴν Βουλήν, μήπως κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ προνομίου τούτου, καίπερ ὑπαρχούσης τῆς ῥητῆς παραιτήσεως τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, θέλει εὑρεθῆ ἡ τότε Κυβέρνησις πάλιν ἐνώπιον τῶν δυσχερειῶν, εἰς ἃς ὑμεῖς εὑρέθητε σήμερον, καὶ τοῦτο ἀναιρεῖ ἐντελῶς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Κράτους. Κάμνετε δὲ ὑπαινιγμὸν περὶ ἐνεργείας Δυνάμεως...
§350Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι! ποσῶς!
§351Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἴσως ἐγὼ ἐνόησα κακῶς τὰ παρ’ ὑμῶν λεχθέντα, ἐκτὸς ἐὰν ἐξηγήθητε κακῶς.
§352Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι δὲν ἐξηγήθην κακῶς, νομίζω ὅτι ἐξηγήθην εὐκρινῶς. Ἐγὼ δὲν ὑπέθεσα, ὅτι κατὰ τὸ 1920, ὅτε λήγει τὸ προνόμιον τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἤθελε παρουσιασθῆ Δύναμις, δηλαδὴ Κράτος ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐπιβάλει εἰς ἡμᾶς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξακολουθήσωμεν παρατείνοντες τὸ δικαίωμα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης πρὸς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι, οὔτε δύναμαι νὰ τὸ ὑποθέσω· ἀλλ’ εἶπον, ὅτι εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον, κατὰ τὸ 1920 νὰ εὑρεθῶσιν Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐπείθοντο, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἑνιαία ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ὅτι πρέπει νὰ παραταθῇ τὸ δικαίωμα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, καὶ τότε νὰ συναλλαγῶσιν ἐκ νέου μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἢ μετ’ ἄλλων Τραπεζῶν, καὶ νὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ ἔχωμεν δύο Τραπέζας ἐκδοτικὰς ἀντὶ μιᾶς. Καὶ τοῦτο νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον; Ἡ ὑπόθεσις ἡμῶν αὕτη νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀνύπαρκτος; Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ὅτι καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν ἀκόμη ὑπάρχουσι πολλοί, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία ἑνιαία ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ὅτι ἐξ ἐναντίας πρέπει νὰ ἔχωμεν πολλὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀνταγωνισμός, διότι διὰ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ κρατύνεται ἡ πίστις, καὶ κυκλοφοροῦσιν ἀφθόνως τὰ κεφάλαια, καὶ εὐπορεῖ ἡ χώρα. Τὴν γνώμην ταύτην δὲν ἔχομεν ἡμεῖς· ἑπομένως, ἐπειδὴ κατὰ τὸ 1920 λήγει τὸ δικαίωμα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης τοῦ ἐκδίδειν καὶ κυκλοφορεῖν τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐσπεύσαμεν νὰ δώσωμεν παράτασιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, ὥστε κατὰ τὸ 1920 νὰ ὑπάρχῃ τὸ δικαίωμα αὐτῆς τὸ ἐκδοτικὸν τραπεζογραμματίων, ἵνα διαδεχθῇ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν ἐκλείψουσαν. Λοιπὸν πρόκειται περὶ ἐπεμβάσεως Δυνάμεως; περὶ ἀνεξαρτησίας ἢ μὴ τοῦ Κράτους; ἢ πρόκειται περὶ ἰδεῶν; Καὶ ἐγὼ μὲν βεβαίως δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνω κανένα, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἄλλη Τράπεζα ἐκδοτικὴ τραπεζογραμματίων, ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ πράξωμεν ὅτι δυνάμεθα, ἵνα καταστήσωμεν μίαν μόνον ἐκδοτικὴν Τράπεζαν.
§353Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§354Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ὑπέβαλε σήμερον θέμα πρὸς ψηφοφορίαν, ὅπερ δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ εἴπω, διατὶ δὲν δυνάμεθα· αὐτὸ ὅμως δὲν μὲ ἀπαλλάσσει τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἀγορεύσω ἐπὶ ὅλων τῶν θεμάτων, ὡς εἶχον σκοπόν. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἀνέβαλλε τὴν πρότασίν του, δὲν ἤθελον ὁμιλήσει, ἀλλ’ ἀφοῦ προέβαλε ταύτην καὶ τοιοῦτον θέμα, εἶπον ὅσα εἶπον. Τὰ θέματα εἶναι πολλά, καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἁγυιᾶς προεβάλετε γνώμας· ἐπὶ τούτων θέλω δώσει πᾶσαν διασάφησιν, ὅπερ καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δύναμαι νὰ πράξω, ἂν θέλῃ ἡ Βουλή.
§355Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου).
§357Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ὥρα νὰ προτείνω τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ προτείνω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Προβάλλω αὐτὰς ἐπὶ τῶν ἄρθρων 3, 4 καὶ 6 τοῦ νομοσχεδίου, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι.
§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῶν τροπολογιῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ ζητηθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ κυρίου Σιγάλα καὶ τοῦ κυρίου Κοκκέβη.
§359Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι τῆς τροπολογίας μου. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 τοῦ νομοσχεδίου).
§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§361Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 πληροῖ ὁμολογουμένως ἕν κενὸν, καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ μεταφυτεύεται καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ τόσον ἐπωφελὴς θεσμὸς ὁ ἐν Ἀγγλίᾳ ἰσχύων, τοῦ Settlement. Φρονῶ μάλιστα, ὅτι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5 ἐξομαλύνονται καὶ αἱ δυσχέρειαι, αἵτινες καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ὑφίστανται περὶ τὴν εὕρεσιν τῶν trustees, τουτέστι τῶν κηδεμόνων ἢ τῶν φυλάκων, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνεται πρόνοια, ὥστε trustee, φύλαξ τουτέστι, νὰ ἦναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑποχρεωτικῶς. Φρονῶ ὅμως, ὅτι, ὅπως καταστήσωμεν λυσιτελεστέραν τὴν πρόνοιαν ταύτην τὴν νομοθετικὴν, ὅπως καταστήσωμεν ταύτην ἐπωφελεστέραν, πρέπει νὰ προνοήσωμεν, ἵνα μὴ διὰ τῆς μεθόδου τῶν χορηγουμένων ἀδειῶν διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων καταστῇ ἐφικτὴ ἡ ἄρσις τῶν κατατεθειμένων χρεωγράφων καὶ ὁμολογιῶν. Ὑπάρχει μὲν ὁ ὅρος τοῦ ἀναπαλλοτριώτου, ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν καὶ ἐγκρίτων νομομαθῶν, οἵτινες ἐξέφρασαν τὴν γνώμην των, ἡ διάταξις ἐκείνη δὲν δύναται νὰ κατισχύσῃ τῆς διατάξεως τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαίου. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι μετὰ τὰς λέξεις «ὁ ὅρος τοῦ ἀναπαλλοτριώτου ἰσχύει καὶ κατὰ παντὸς τρίτου» δέον νὰ προστεθῇ περικοπὴ, ἔχουσα οὕτως: «ἀποκλειομένης τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὑπὸ τοῦ Ἀστικοῦ νόμου διατασσομένων».
§362Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μελετήσωμεν, κύριε Βουλευτὰ, τὴν τροπολογίαν σας.
§363Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθετήματος εἶναι τοῦτο· ἵνα τὰ χρήματα, τὰ ἀνήκοντα εἰς ἀνηλίκους καὶ τὰ αἰτίᾳ προικὸς κατατιθέμενα ὦσιν ἠσφαλισμένα, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, ἔνθα ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύνανται ποτὲ νὰ ἀρθῶσι. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου).
§364ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναθέσεως τῆς Ἀντιβασιλείας τῷ Διαδόχῳ Κωνσταντίνῳ, ἢ τῆς διαχειρίσεως ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἐν ἐνδεχομένῃ ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1903.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς δευτέραν συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§365ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ἤδη νὰ καταρτισθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς προσεχοῦς Δευτέρας.
§366Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Παρακαλῶ, πρῶτον νὰ τεθῇ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον.
§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Μοσχούλα;
§368Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ θέμα περὶ τῆς σταφίδος εἶναι ὄντως σπουδαῖον, οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει ὁ ἀμφισβητῶν τὴν σπουδαιότητα αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ πολυτίμου προϊόντος, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπειλοῦνται πολλοὶ κίνδυνοι, καὶ καθῆκον τῷ ὄντι ἔχει τὸ Κράτος νὰ προνοήσῃ, ἵνα ἀποσοβήσῃ τοὺς κινδύνους τούτου, ἵνα ἀμυνθῇ κατ’ αὐτῶν, ἵνα ἐπινοήσῃ μέτρα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ σώσωσι τὸ προϊόν. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντείπῃ. Ἀλλ’ ἐπιθυμοῦμεν νὰ μὴ σταματήσωμεν ἕνεκα τούτου εἰς τὴν συζήτησιν τῶν δύο συμβάσεων, τῶν τῆς Ἰονικῆς καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης· νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν αὐτῶν καὶ τοῦ κυροῦντος αὐτὰς νομοσχεδίου, ἐπειδὴ εἶναι ἐν τῇ σειρᾷ, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ σταφιδικόν.
§369ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Νὰ δοθῇ τοὐλάχιστον καιρὸς τὴν Δευτέραν, ἵνα μελετηθῶσιν αἱ ἐπὶ τῶν συμβάσεων τροπολογίαι. Παρουσιάζονται τόσα νομικὰ ζητήματα! Ὁ κ. Πρόεδρος λέγει νὰ προηγηθῶσι πάλιν αἱ συμβάσεις!
§370Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐδῶ, κύριε Στελλάκη, ὁμιλοῦμεν ἐν μικρῷ κύκλῳ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ σταφιδικὸν θέλει προκαλέσει μακρὰν συζήτησιν· δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν τὴν Δευτέραν τὸ νομοσχέδιον τὸ σταφιδικὸν καὶ νὰ τελειώσωμεν, ἵνα προβῶμεν τὴν Τρίτην εἰς τὰς συμβάσεις. Διὰ τοῦτο λέγω νὰ μὴ παρεμβληθῇ κώλυμα εἰς τὴν συζήτησιν τῶν συμβάσεων, καὶ ἀκολούθως νὰ συζητήσωμεν τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον.
§371Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὥστε νὰ ἀναγραφῇ εἰς ποίαν σειράν, κύριε Πρόεδρε;
§372Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τρίτον.
§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, ἡ πλειονοψηφία εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης, πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς προσεχοῦς Δευτέρας νὰ ἦναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀντιβασιλείας, δεύτερον ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῶν συμβάσεων, καὶ τρίτον τὸ σταφιδικόν.
§374ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 3 καὶ 30′ τῆς πρωΐας τῆς ἐπιούσης).