Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΕ · Session Γ› Sitting 44

1902.03.29

3,247 rows · 23,858 words · 1 table · 207 turns

Date
1902.03.29
Presidency
Θ. ΡΕΤΣΙΝΑ
Period
ΙΕ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1906)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44

Τῆς 29 Μαρτίου 1902.

(Παρασκευή).

(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ μετὰ παρατήρησίν τινα τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Παπαγιαννακοπούλου συμπληρωθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὀμὲρ Καδρῆς, διατελέσας ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν κλητὴρ τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Γενικοῦ Προξενείου, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλήν, παρακαλεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ σύνταξις.

§2Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς ἐνέργειαν τῶν δεόντων.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βασιλικὴ σύζυγος Εὐαγγέλου Σπανοῦ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ συζύγου αὐτῆς ἀπὸ τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς του.

§4Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.

§5Ε. ΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ τὴν αἴτησιν τῆς ἀναφερομένης συζύγου τοῦ Εὐαγγέλη Σπανοῦ, ὡς λίαν δικαίαν.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ γονεῖς καὶ οἱ κηδεμόνες τῶν μαθητῶν τῆς ἐν Ἀθήναις Ἐμπορικῆς Σχολῆς δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν νομοσχέδιον. Οἱ κτηματίαι καὶ γεωργοὶ τῆς πόλεως Ἀγρινίου δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι: 1) ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο· 2) νὰ χορηγηθῇ αὐτοῖς προθεσμία πρὸς καταβολὴν τῶν λοιπῶν φόρων μέχρι τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου, καὶ 3) νὰ παραταθῇ ἡ δοθεῖσα πρὸς πληρωμὴν τῶν παλαιῶν χρεῶν προθεσμία.

§7Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἐπικαλοῦμαι ἰδιαζόντως τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ πόλις τοῦ Ἀγρινίου οὐδέποτε μέχρι τοῦδε παρεκάλεσε, προκειμένου περὶ φόρων, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι λίαν δεδικαιολογημένη.

§8Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Πολλαὶ ἀναφοραὶ ἀπεστάλησαν ἐκ μέρους τῶν κατοίκων Ἀγρινίου. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν, διότι ὁμολογουμένως ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ὅλα τὰ προϊόντα τοῦ Ἀγρινίου κατεστράφησαν ἐντελῶς. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς καὶ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῶν φόρων ἐπὶ τοῦ παρόντος. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸ Ἀγρίνιον οὐδέποτε κατέφυγεν εἰς τοιαύτας παρακλήσεις, ἀλλ’ ἤδη ἔφθασεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἀνεχείας, ὥστε οἱ κάτοικοι κατήντησαν νὰ πωλῶσι τὸν σπόρον καὶ τοὺς βόας αὐτῶν, μόλις δὲ κατορθώνουν νὰ καλλιεργήσωσι τὰς γαίας αὐτῶν δι’ ἀλληλοβοηθείας. Ἡ ἀνέχεια αὐτῶν ἔφθασεν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, τὴν δὲ Βουλὴν νὰ συστήσῃ αὐτὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.

§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει διαβιβασθῆ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς. Καμαρινιῶται, κάτοικοι Ἀθηνῶν, δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ τοῖς χορηγηθῇ βοήθημά τι.

§11Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ Καμαρινιῶται δὲν εἶναι κάτοικοι Ἀθηνῶν, ἀλλ’ εἶναι κάτοικοι Καμαρίνης. Ὅτε ἐπὶ τοῦ πολέμου κατεστράφη τὸ χωρίον Καμαρίνα, ἐδόθη παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἡ συμβουλὴ εἰς τοὺς πλείστους αὐτῶν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ χωρίον των, ἵνα διατηρηθῇ ἐκεῖ ἓν κέντρον Ἑλληνικόν. Ἀλλὰ συγχρόνως ἐδόθη αὐτοῖς καὶ ἡ ὑπόσχεσις, ὅτι θὰ τοῖς δοθῇ βοήθημά τι πρὸς κατασκευὴν τῶν καταστραφεισῶν οἰκιῶν των. Ὑπετίθετο τότε, ὅτι ὀλιγώτεροι ἤθελον δυνηθῆ νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὴν Καμαρίναν, καὶ πλειότεροι θὰ ἔμενον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ τοὐναντίον συμβαίνει. Ἐκτὸς ὅμως τῶν Καμαρινιωτῶν, συνῳκίσθησαν καὶ ἄλλοι, μὴ Καμαρινιῶται, ἐκ τῶν χωρίων τῶν παρακειμένων. Ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπανῆλθον εἰς τὸ χωρίον, κατὰ συμβουλὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ ἐρημωθῇ τὸ χωρίον, καὶ μὲ τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ τοῖς δοθῇ βοήθημα, ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἐπισκευάσωσι τὰς καταστραφείσας οἰκίας των, εἶναι οἱ ζητοῦντες σήμερον τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑποσχέσεως τῆς τότε Κυβερνήσεως, καὶ παρακαλοῦντες τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν καὶ ἐκτελέσωσιν ὑπόσχεσιν, σπουδαιοτάτην ἐκπληροῦσαν ἐθνικὴν ἀνάγκην.

§12Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ γραμματισταὶ ὅλου τοῦ Κράτους, ἐλθόντες ἐνταῦθα κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, ἵνα δώσωσι προαγωγικὰς ἐξετάσεις, συνέταξαν καὶ μοὶ ἐπέδωκαν ἀναφοράν, δι’ ἧς ζητοῦσι νὰ βελτιωθῇ γενικῶς ἡ θέσις αὐτῶν, καὶ ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς συντάξεως. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὅταν προβῇ εἰς μέτρον τι διὰ τοὺς δημοδιδασκάλους, νὰ μὴ λησμονήσῃ καὶ τοὺς γραμματιστάς.

§13Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὸ ζήτημα τῆς συντάξεως τῶν γραμματιστῶν· μοὶ φαίνεται δέ, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ μακαρίτου Πετρίδου εἶχε γείνῃ νομοσχέδιον, ὅπως ὑπαχθῶσι καὶ οὗτοι εἰς σύνταξιν.

§14Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω τὸν φάκελον τὸν ἀφορῶντα τὸ ἔλλειμμα τῆς ἐν Μαράθῳ ἀποθήκης σταφιδοκάρπου, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος χθὲς τὸ ἑσπέρας.

§15Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Κορινθίας κ. Πετρίδου περὶ μὴ ἐκτελέσεως πράξεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ὑπὸ τοῦ νομάρχου Ἀργολίδος. Ἐπίσης καταθέτω τὸν φάκελον περὶ τῆς μισθώσεως τῶν λατομείων τῆς Μονῆς Πετράκη.

§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Δραγούμης εἶχε ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ πίνακα τῶν εἰσπραχθέντων προξενικῶν ἐσόδων κατὰ τὸ ἔτος 1901· διὰ τοῦτο ἐγώ, ὑπολαμβάνων ὅτι εἶχε κατατεθῇ ὁ πίναξ οὗτος, ἐζήτησα ἀντίτυπον αὐτοῦ ἀπὸ τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τοῦτο μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι δὲν κατετέθη τοιοῦτος πίναξ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν θὰ καταθέσῃ πίνακα, καὶ πότε.

§17ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ πίναξ αὐτὸς ἀπεστάλη εἰς τὸ γραφεῖον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.

§18ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἔλαβον τοιοῦτον πίνακα. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἔλαβεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας,

§19ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὁ πίναξ ἔχει παρασκευασθῆ.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ὑπάρχει.

§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν συνετάχθη ὁ πίναξ, εὐκολώτατον νὰ κατατεθῇ αὔριον ἀντίγραφον αὐτοῦ, διότι τὸ σχέδιον αὐτοῦ ὑπάρχει ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.

§22Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω σημείωμα, δι’ οὗ δίδεται ἀπάντησις εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος περὶ τῶν δαπανῶν τῶν ἀστυνομιῶν τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1901. Ἐπίσης καταθέτω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν δίδεται ἀπάντησις εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου, ἀφορῶσαν τὰ ἔξοδα ἀποζημιώσεως καὶ ὁδοιπορικῶν διαφόρων μηχανικῶν. Ἐπίσης σημείωμα, δι’ οὗ δίδεται ἀπάντησις εἰς ἐπερώτησιν τοῦ αὐτοῦ Βουλευτοῦ διὰ τὸ ἐκ δραχμῶν 470 ὀφειλόμενον ποσὸν πρός τινα κ. Παρώδην, ἀφορῶν τὸ μίσθωμα τοῦ νομαρχιακοῦ καταστήματος Κυκλάδων, καὶ οὐχὶ Ἀχαΐας, ὡς κατὰ λάθος ἐσημειώθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.

§23Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Καπνοκοπτηρίου Πειραιῶς εἰργάζοντο ἐν αὐτῷ 70 ἕως 100 ἐργάται διακοσμηταὶ καὶ ποικιλταὶ τοῦ σιγαροχάρτου. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο, διὰ συμβάσεως, γενομένης μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ ἐν Κερκύρᾳ κ. Ἀσπιώτου, ἡ ἐργασία αὕτη ἀνετέθη εἰς τὸν ἐν λόγῳ κ. Ἀσπιώτην. Συνεπείᾳ τῆς συμβάσεως ταύτης οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔπαυσαν ἐργαζόμενοι ἐν τῷ Καπνοκοπτηρίῳ Πειραιῶς, καθόσον ἡ διακόσμησις τῶν σιγαροφύλλων ἀνετέθη εἰς τὸν οἶκον Ἀσπιώτου. Τοῦτο ἐγένετο καὶ πρὸ τίνος χρόνου καὶ τελευταῖον διὰ προσθέτου συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἀσπιώτου καὶ τοῦ Δημοσίου, ἐξεδόθη δὲ καὶ ἐγκύκλιος τῆς 22 Νοεμβρίου 1901, καθ’ ἣν ἐκανονίσθησαν τὰ περὶ τούτου. Τὸ δικαίωμα τῆς πρώην καὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως πρὸς σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἀπέρρεεν ἐκ τοῦ νόμου, οὐδ’ ἐξετάζω, ἂν τυχὸν ἡ Κυβέρνησις ὑπεχρεοῦτο εἰς σύμβασιν τοιαύτην. Ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν ἐπεβάλλοντο ταῦτα, ἔδει βεβαίως νὰ ληφθῇ ἐν τῇ συμβάσει τῇ μετὰ τοῦ Ἀσπιώτου πρόνοια περὶ τῶν ἐργατῶν αὐτῶν, οἵτινες, ἐπὶ εἰκοσαετίαν σχεδὸν ὅλην ἐργαζόμενοι ἐν τῷ Καπνοκοπτηρίῳ Πειραιῶς περὶ τὴν διαποίκιλσιν καὶ τὴν διακόσμησιν τῶν σιγαροφύλλων, ἀπέβαλον πᾶσαν συνάφειαν πρὸς τὴν κοινωνίαν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐπάγγελμα αὐτῶν. Καὶ ἑπομένως, ἐκβληθέντες τοῦ Καπνοκοπτηρίου, μένουσιν ἑκατὸν ἐργάται μετὰ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν ἄνευ ἐργασίας ἐν Πειραιεῖ. Ἀφίνω, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐπήνεγκε, κατὰ τὴν γνώμην τῶν καπνοπωλῶν Πειραιῶς, ζημίαν καὶ πρὸς αὐτοὺς, πρῶτον διότι, μετὰ τὴν σύμβασιν ταύτην, ἀπαγορεύεται ἡ λιθογράφησις σιγαροφύλλων ἔλαττον τῶν 100 ὀκάδων καπνοῦ, καὶ ἑπομένως καπνοπῶλαι οὐχὶ μεγάλης περιουσίας εἰσὶν ὑπόχρεοι νὰ συναρμολογῶσι τὸ σιγαρόχαρτον πρὸς 100 ὀκάδας καπνοῦ. Δεύτερον, οἱ καπνοπῶλαι Πειραιῶς παραπονοῦνται, ὅτι διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς ἐργασίας ταύτης τῆς διακοσμήσεως τῶν σιγαροφύλλων ἐν Κερκύρᾳ ζημιοῦνται, καθόσον δὲν εἶναι παρόντες ἐκεῖ, ὅπως ἐπιβλέπωσι τὴν ἔντεχνον διακόσμησιν τῶν σιγαροφύλλων. Περὶ πάντων τούτων καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀναφορὰν τῶν ἐργατῶν διακοσμητῶν καὶ ποικιλτῶν Πειραιῶς, ὡς καὶ τῶν καπνοπωλῶν Πειραιῶς, παραπονουμένων ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ συμβάσει τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρακαλούντων, ὅπως, εἰ δυνατόν, ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν.

§24Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§25ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐὰν θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ πολὺ, νὰ διακόψωμεν.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ., προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.

§28ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ζητηθέντα πίνακα τῶν εἰσπράξεων ἐκ προξενικῶν τελῶν κατὰ τὸ ἔτος 1901.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιτσάρας θὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§30Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§31Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι κατὰ καθῆκον τὴν ἑξῆς ἀνακοίνωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν· ὅτι ὁ κ. Λυκούδης προσῆλθε πρὸς ἐμὲ, καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι, ἐὰν ἤθελε θεωρηθῆ, ὅτι ἐκ τῆς ἀνταλλαγῆς ταύτης προῆλθεν ἢ ἠδύνατο νὰ προέλθῃ ζημία τις εἰς τὴν Μονὴν, εἶναι πρόθυμος, λαμβάνων τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατέβαλε, δηλ. 18,000 δραχμὰς, ν’ ἀποδώσῃ τὸ κτῆμα εἰς τὴν Μονήν. Ὀφείλω νὰ γνωστοποιήσω τὴν δήλωσιν ταύτην, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι εἰλικρινὴς ὁμολογία, ὅτι οὐδέποτε ὁ κ. Λυκούδης διενοήθη νὰ προσβάλῃ τὰ δικαιώματα τῆς Μονῆς. Ἐγὼ δὲ δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι νομικὸς σύμβουλος, ὁ ὁποῖος ὑπερήσπισε δικαιώματα καὶ συμφέροντα ἑκατομμυρίων δραχμῶν τοῦ Δημοσίου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς πράξεις ἐπιβλαβεῖς διὰ ποσὸν τοιοῦτον.

§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.

§33ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἐγνωσμένης τιμιότητος ὁ κύριος Λυκούδης.

§34Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§35ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τόσον, κύριοι συνάδελφοι, σοβαροῦ ζητήματος θὰ ἐπεθύμουν τὸν ἔλεγχον αὐστηρὸν μὲν, ἀλλ’ ἀκριβῆ καὶ δίκαιον. Δυστυχῶς οὐδὲν τούτων ἔλαβε χώραν. Ἀνακρίβειαι ἐπὶ ἀνακριβειῶν, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω καὶ συκοφαντίαι ἐπὶ συκοφαντιῶν ἠκούσθησαν δυστυχῶς ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ κατ’ ἰδιωτῶν καὶ κατὰ λειτουργῶν τῆς Πολιτείας...

§36Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§37ΣΤΑΗΣ. Λυποῦμαι, ἐπαναλέγω, διότι τοιοῦτον ζήτημα, ὑψίστης σπουδαιότητος, δὲν ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐν εὐθέτῳ στιγμῇ, καὶ ὑπ’ ἀνδρῶν δυναμένων νὰ διαχειρισθῶσιν αὐτὸ, διότι ἀναμφιβόλως θὰ ἦτο δυνατὸν ἐκ συζητήσεως σοβαρᾶς νὰ προκύψῃ ὠφέλεια καὶ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διὰ τὴν Πολιτείαν. Ὅτε τὸ πρῶτον ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐνεφανίσθην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἰσήγαγον τὴν 17 Νοεμβρίου 1900 νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεδιώκετο ἡ βελτίωσις τῆς διαχειρίσεως τῶν περιουσιῶν τῶν Μονῶν τοῦ Κράτους· ἐν τῇ εἰσηγητικῇ δ’ ἐκθέσει αὐτοῦ ῥητῶς ἀνεφέρετο, ὅτι, «ὡς διοικοῦνται σήμερον αἱ Μοναὶ, οὐδεμιᾶς ηὔξησεν ἡ περιουσία, ἀπ’ ἐναντίας πολλῶν ἐξ αὐτῶν ἡ περιουσία ὑπέστη μείωσιν οὐσιώδη. Μοναὶ ἀφνειαὶ εἶδον μετὰ μικρὸν ἀπαλλοτριουμένας τὰς ἀκινήτους κτήσεις τῶν ἄνευ ἀνάγκης, πολλαὶ περιῆλθον εἰς ἀπόλυτον ἔνδειαν, ἐλαχίστων οἱ προϋπολογισμοὶ ἀναγράφουσι περισσεύματα, καὶ ταῦτα ἀποδεικνυόμενα εἰκονικὰ ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν...» κτλ. Οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν Μονῶν τοῦ Κράτους, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, κατὰ τὸ 1901 φέρουσιν ἔσοδα δρ. 2,966,889. Τὰ τρία ταῦτα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ καταλληλοτέρας διαχειρίσεως νὰ ἀνέλθωσιν εἰς 5,000,000, δαπανῶνται ἀσκόπως. Δυστυχῶς δὲν συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν, τροποποιούμενον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ σώσῃ τὰς περιουσίας τῶν Μονῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ συντελέσῃ εἰς βελτίωσιν τῶν τῆς Ἐκκλησίας διὰ τῆς μορφώσεως καὶ μισθοδοτήσεως κλήρου ἀξίου τῆς ὑψηλῆς αὑτοῦ ἀποστολῆς...

§38Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πάντοτε οἱ νόμοι πταίουν.

§39ΣΤΑΗΣ. .. Δὲν ἀμφισβητῶ ἑπομένως τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν περιουσιῶν τῶν Μονῶν δὲν εἶναι οἵα ἔπρεπε νὰ ἦναι· λαμβάνω ὅμως τὸν λόγον, ἵνα δικαιολογήσω τρεῖς πράξεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐξετέλεσα, καὶ τὰς ὁποίας τὴν ἑσπέραν ταύτην ἤκουσα ἐπικρινομένας. Περὶ τῶν ἄλλων, τῶν λεχθέντων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐντελῶς ἀνακριβῆ, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἀφεώρων τὴν ἐμὴν ὑπουργίαν, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ δώσω λόγον. Ἀλλ’ ἵνα ἡ Βουλὴ ἐννοήσῃ τὰ θέματα, περὶ ὧν θὰ ὁμιλήσω, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ πρῶτος, τὸν ὁποῖον ἐσυκοφάντησε, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὁ προλαλήσας, εἶναι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς, ὁ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης. Λέγω δὲ, ὅτι τὸν ἐσυκοφάντησε, διότι, ἐνῷ νομιμωτάτην ἐνήργησε πρᾶξιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὁ προλαλήσας ἐθεώρησεν αὐτὴν ὡς παράνομον καὶ ὡς καταστρεπτικὴν τῶν συμφερόντων τῶν Μονῶν. Ἠκούσατε, πῶς διελαλήθη καὶ πῶς ἐχαρακτηρίσθη ὡς μέγα σκάνδαλον ἡ ὑπόθεσις τοῦ κτήματος τοῦ καλουμένου «Διόνυσος». Ἴσως ἀνεγνώσατε πόσα ἔγραψαν αἱ ἐφημερίδες, καὶ ἠκούσατε πόσα εἶπε καὶ ὁ προλαλήσας. Ὁ «Διόνυσος» εἶναι κτῆμα παμμέγιστον παρὰ τὸν δῆμον Μαραθῶνος, ἐπὶ τοῦ βορείου μέρους τοῦ Πεντελικοῦ ὄρους. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας ἐπίσημον ἀντίγραφον τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 19046 τῆς 19 Ἀπριλίου 1893 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Τασοῦ Οἰκονόμου μεταξὺ τοῦ τελευταίου κατόχου τοῦ κτήματος τούτου καὶ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Πετράκη...

§40Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ τελευταῖος κάτοχος;

§41ΣΤΑΗΣ. Ἔχετε μικρὰν ὑπομονὴν μετ’ ὀλίγον θὰ τὸ εἴπω. Ἔκαμα τὴν παρέκβασιν ταύτην, ἵνα βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι πᾶν ὅ,τι λέγω στηρίζεται ἐπὶ ἐπισήμων ἐγγράφων. Πρὸ τοῦ 1835 ὁ Ι. Παπαρρηγόπουλος ἠγόρασε τὸν Διόνυσον ἀντὶ 5,250 γροσίων...

§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ ποῖον τὸν ἠγόρασε;

§43ΣΤΑΗΣ. Δὲν γινώσκω. Ἴσως ἀπὸ Τούρκους· διότι πρόκειται περὶ ἀγορᾶς πρὸ τοῦ 1835. Κατὰ τὸ 1872 ὁ κ. Βερσῆς ἠγόρασε τὸ κτῆμα τοῦτο ἀπὸ τὸν Ι. Παπαρρηγόπουλον ἀντὶ δρ. 18,500 διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 28215 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Στεφάνου Ταβανάκη. Ὁ κ. Βερσῆς ἦτο κύριος καὶ τοῦ παρακειμένου τῷ «Διονύσῳ» κτήματος τῆς «Σταμάτας». Ἀμφότερα τὰ κτήματα ταῦτα ὁ Βερσῆς ἐπώλησεν εἰς τὴν Εὐφροσύνην σύζυγον Δ. Ε. Σούτσου, τὸ γένος Μαύρου, κατὰ τὸ ἔτος 1877, μετὰ τὸν θάνατον δ’ αὐτῆς περιῆλθον, κληρονομικῷ δικαιώματι, εἰς τὴν μητέρα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς Μαύρου, παρὰ τῶν ὁποίων κατὰ τὸ 1883 ἠγόρασε καὶ τὸν «Διόνυσον» καὶ τὴν «Σταμάταν» ὁ Α. Ἠλιόπουλος, ὁ ὁποῖος κατεῖχε καὶ ἐνέμετο αὐτά. Ἡ Μονὴ Πετράκη ἤγειρεν ἀξιώσεις περὶ διεκδικήσεως τοῦ ἑνὸς τρίτου ἐξ ἀδιαιρέτου τοῦ κτήματος «Διόνυσος». Ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐξηκολούθησε δικαστικὸς ἀγὼν — χάριν τοῦ ὁποίου πολλὰ ἐδαπάνησεν ἡ Μονὴ — μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῶν διαφόρων κατόχων. Ἐπὶ τέλους κατὰ τὸ 1893 ἐγένετο τὸ συμβιβαστικὸν συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, μεταξὺ τοῦ τελευταίου κατόχου κυρίου Ἠλιοπούλου καὶ τῆς Μονῆς Πετράκη πρὸς κατάργησιν τῆς δίκης. Τὴν συμβιβαστικὴν λύσιν ἐνέκρινε τὸ Ὑπουργεῖον. Ἡ συμβιβαστικὴ ὅμως αὕτη λύσις ἐγένετο ὑπὸ διαλυτικὸν ὅρον, καθ’ ὃν ὁ κύριος Ἠλιόπουλος ὤφειλεν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ ἐλευθερώσῃ ἀπὸ ὑποθήκης τὸ μέρος τοῦ κτήματος Βρανᾶ, ὅπερ παρεχώρει εἰς τὴν Μονὴν πρὸς κατάργησιν τῆς δίκης. Ἡ προθεσμία αὕτη ἔληξε, χωρὶς νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ ὑποθήκη. Τότε ὁ κ. Ἠλιόπουλος ἐζήτησε τρίμηνον παράτασιν τῆς προθεσμίας ταύτης παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ μὴ χορηγήσῃ τὴν παράτασιν ταύτην, καὶ ἑπομένως νὰ διαλύσῃ τὸν συμβιβασμὸν, καὶ νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν δίκην μεταξὺ τοῦ Α. Ἠλιοπούλου καὶ τῆς Μονῆς. Ἀλλ’ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐχορήγησε τὴν τρίμηνον παράτασιν πρὸς ἐξάλειψιν ὑποθήκης 60,000 δραχμῶν. Διετέλει δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὁ ἀξιότιμος κύριος Θ. Π. Δηλιγιάννης. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1494 τῆς 17 Μαρτίου 1897 ἐγκριτικὴ διαταγὴ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως πρὸς τὸν νομάρχην Ἀττικῆς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης (ἀναγινώσκει): «Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1514 καὶ ἀπὸ 6 λήξαντος μηνὸς ὑμετέρου ἐγγράφου περὶ ἐγκρίσεως τριμήνου ἔτι προθεσμίας εἰς τὸν Α. Ἠλιόπουλον, ὅπως ἐν τῷ μεταξὺ δυνηθῇ νὰ προσαγάγῃ τὰ ἀναγκαῖα πιστοποιητικὰ τῆς ἄρσεως τῶν βαρυνουσῶν ὑποθηκῶν τὸ κτῆμα Βρανᾶ, περιελθὸν συνεπεία συμβιβαστικῆς λύσεως εἰς τὴν Μονὴν Ἀσωμάτων ἢ Πετράκη, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι, λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8136 καὶ ἀπὸ 16 Ἀπριλίου 1893 ἡμέτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ ἐνεκρίθη τὸ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6016 τῆς 14 Ἀπριλίου 1893 ὑμετέρου ἐγγράφου ὑποβληθὲν σχέδιον συμβολαίου πρὸς λύσιν τῆς μεταξὺ Α. Ἠλιοπούλου καὶ ἱερᾶς Μονῆς Ἀσωμάτων διαφορᾶς, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 16028 καὶ ἀπὸ 12 Ὀκτωβρίου 1894 ἡμέτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ ἐνεκρίθη τὸ συναφθὲν συμβόλαιον συμβιβασμοῦ, κατὰ τὴν ἀνωτέρω ὑπ’ ἀριθ. 8136 τῆς 16 Ἀπριλίου ἡμετέραν διαταγήν, ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Τ. Ν. Οἰκονόμου, φέρον ἀριθ. 19046 καὶ ἡμερομηνίαν 19 Ἀπριλίου 1893, πρὸς δὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 19345 καὶ ἀπὸ 8 Ἰουλίου 1893 συμβολαιογραφικὴν πρᾶξιν τοῦ συμβολαιογράφου Τ. Οἰκονόμου, δι’ ἧς ὁ Ἀσημάκης Ἠλιόπουλος διὰ πράξεως τοῦ ἐν Κυδωνίαις προξένου τῆς Ἑλλάδος ἀπεδέξατο καὶ ἐνέκρινε τὸ ὑπ’ ἀριθ. 19046 καὶ ἀπὸ 19 Ἀπριλίου 1893 συμβόλαιον..., ἐγκρίνομεν ἵνα δοθῇ τῷ Α. Ἠλιοπούλῳ τρίμηνος ἔτι προθεσμία, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου Τ. Ν. Οἰκονόμου τῇ ἡμετέρᾳ ἐγκρίσει συνταχθέντος ὑπ’ ἀριθμὸν 23861 τῆς 20 Ἰανουαρίου 1897 συμβολαίου μεταξὺ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Ἀσωμάτων ἢ Πετράκη καὶ τοῦ Γεωργίου Ἠλιοπούλου, πληρεξουσίου τοῦ Ἀσημάκη Ἠλιοπούλου, ὅπως ἄρῃ τὰς βαρυνούσας τὸ κτῆμα Βρανᾶ ὑποθήκας. Ἡ ἔγκρισις αὕτη παρέχεται ὑπὸ τὸν ὅρον, ἂν ἐντὸς τῆς τριμήνου προθεσμίας μὴ ἐκτελέσῃ ὁ Α. Ἠλιόπουλος τὸν τελευταῖον διαλυτικὸν ὅρον τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19046 τῆς 19 Ἀπριλίου 1893 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Τασοῦ Οἰκονόμου, νὰ προβῇ ἡ Μονὴ Πετράκη ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἑαυτῆς συμφερόντων διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ.» Θ. Π. Δηλιγιάννης.» Ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς κύριος Θ. Π. Δηλιγιάννης, ἦτο ἱκανὸς νὰ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς χάριν ἰδιώτου; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν ἠδύνατο.

§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω ἐπιθυμίαν νὰ χωρίσω τὴν τύχην μου ἀπὸ τὴν τύχην σας, ἑπομένως κηρύσσομαι ὑπεύθυνος διὰ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε, ἀλλὰ κεχωρισμένως ἀπὸ ὑμᾶς. Δότε ὑμεῖς λόγον, καὶ ἔπειτα φροντίζομεν περὶ τῶν ἄλλων.

§45ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ περιθρύλητος ὑπόθεσις τοῦ «Διονύσου», τὴν ὁποίαν αἱ ἐφημερίδες ἀπέδιδον εἰς ἐμέ, ὡς Ὑπουργόν, καὶ τὴν ὁποίαν παρέστησεν ὁ προλαλήσας ὡς σκανδαλώδη, καὶ περὶ τῆς ὁποίας ἄρθρα πύρινα, μὲ τὴν ἐπιγραφὴν «τὰ σκάνδαλα», ἔγραφε τὴν 8 Ἰανουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους καὶ αὐτὴ ἡ «Πρωΐα», ῥητῶς ἀναφέρουσα, ὅτι «διὰ τοιαύτης ἀνταλλαγῆς περιῆλθεν εἰς τὴν κυριότητα Ἠλιοπούλου τινὸς τὸ κατὰ τὴν βόρειον κλιτὺν τοῦ Πεντελικοῦ λατομεῖον, ὅπερ παρεχωρήθη εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν Ἀγγλικῆς ἑταιρείας.» Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ τοιαῦτα ζητήματα πρέπει νὰ ἐξετάζωνται μετὰ μεγάλης προσοχῆς οὐ μόνον χάριν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐμμέσως ἐνδιαφέρονται, ἀλλὰ καὶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, καὶ πρὸ πάντων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἄλλως ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καταπίπτει. Ἠκούσατε τὸν προαγορεύσαντα εἰπόντα, ὅτι τὰ τῆς ὑποθέσεως «Διονύσου» ἐγένοντο ἄνευ ἐγκρίσεως τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, — ὅπερ ἀνακριβὲς, — ὅτι περιουσία ἀξίας 20 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἡρπάγη, — ὅπερ ψευδὲς, — ὅτι ἓν ἄλλο ἑκατομμύριον ἐπρόκειτο νὰ δαπανηθῇ διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῆς Μονῆς, — ὅπερ ἀναληθές, — ὅπως πρόσωπά τινὰ ὠφεληθῶσι. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, χάριν ἡμῶν αὐτῶν, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀκριβολογῶμεν...

§46Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγὼ οὐδένα ἐπείραξα· ὡμίλησα κοσμίως.

§47ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι δικαιούμεθα νὰ λέγωμεν, ὅτι κοσμίως ὁμιλοῦμεν, ὅταν λέγωμεν, ὡς πρὸ μικροῦ εἴπετε, ἢ ἀφήσατε νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ὁ εἷς τῶν πραγματογνωμόνων, ὁ ἔχων 14 ἢ 15 τέκνα, συνετέλεσε χάριν ἰδίας ὠφελείας εἰς τὰς δύο ἀνταλλαγὰς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου, καὶ περὶ ὧν θὰ ὁμιλήσω.

§48Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἑκατὸν χιλιάδες δραχμαὶ αἱ δύο ἀνταλλαγαί!

§49ΣΤΑΗΣ. Ὡμίλησεν ὁ προλαλήσας περὶ βορβόρου, περὶ ὀνύχων ὀξέων, περὶ ἁρπακτικῶν βλεμμάτων, περὶ κλοπῶν, ἀλλὰ δὲν ἀνέφερεν οὐδὲ μίαν κἄν πρᾶξιν ὡρισμένην, δικαιολογοῦσαν τὰς κρίσεις του ταύτας. Ἀνέφερεν ἀορίστως τὴν ἀνταλλαγὴν τοῦ οἰκοπέδου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λουκούδη καὶ τὴν ἀνταλλαγὴν ἄλλου οἰκοπέδου τῆς αὐτῆς Μονῆς μὲ τὰς φυλακὰς Τριγγέτα, ἀλλὰ δὲν ὑπέδειξε, ποῦ ἔγκειται ὁ βόρβορος καὶ αἱ καταχρήσεις, ἐνῷ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταδείξῃ ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα μὴ μείνωσι διὰ λογαριασμόν του. Ἐὰν δὲ δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ μελετήσῃ τὰ εἰς τὴν Βουλήν κατατεθέντα ἔγγραφα, ἔπρεπε νὰ παραιτηθῇ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεώς του, μεθ’ ὅλας τὰς ἀπειλὰς, τὰς ὁποίας τοσάκις εἶχε προαναγγείλει. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξετάσω κατ’ ἀρχὴν τὸ ζήτημα, ἂν ἐπιτρέπεται ἡ ἐκποίησις καὶ ἡ ἀνταλλαγὴ κτημάτων μοναστηριακῶν· οὐχ ἧττον εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἐπειδὴ ὁ προλαλήσας εἶπεν, ὅτι οὐδεμίαν διάταξιν ἐπιτρέπουσαν τοῦτο γινώσκει, νὰ ἀναφέρω τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 28 Ἰουλίου 1858 περὶ κανονισμοῦ τῶν Μοναστηρίων, οὗ τὸ νόμιμον κῦρος καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ νόμοι νεώτεροι ἀνεγνώρισαν. Κατὰ τὸ ἄρθρον Θʹ τοῦ εἰρημένου Διατάγματος, «ἡ ἀκίνητος μοναστηριακὴ περιουσία εἶναι ἀναπαλλοτρίωτος, καὶ μόνον πρὸς θεραπείαν ἀναποφεύκτου ἀνάγκης, ἢ διὰ προφανῆ τοῦ Μοναστηρίου ὠφέλειαν, ἐξ οἰκονομικῶν ἀπορρέουσαν λόγων, δύναται ν’ ἀπαλλοτριωθῇ μοναστηριακὸν κτῆμα δι’ ἐκποιήσεως, ἢ δι’ ἀνταλλαγῆς». Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι κατὰ τὸ νομοθετικὸν τοῦτο Διάταγμα ἐπιτρέπεται ἡ ἐκποίησις καὶ ἡ ἀνταλλαγὴ μοναστηριακοῦ κτήματος ἐν ὡρισμέναις περιπτώσεσι. Δύναμαι δὲ νὰ ἐπικαλεσθῶ πράξεις πολλὰς ἐκποιήσεων καὶ ἀνταλλαγῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, ἵνα δείξω, ὅτι οὐδέποτε ἠμφισβητήθη τὸ κῦρος τῶν πράξεων τούτων. Κατ’ ἐμέ, ἐὰν πάντες οἱ νόμιμοι τύποι διετηρήθησαν κατὰ τὰς πράξεις ταύτας, ἐὰν τουτέστιν ἐξεπληρώθησαν πᾶσαι αἱ διατυπώσεις τοῦ ἄρθρου Θʹ, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, δὲν δικαιούμεθα, καὶ ἐὰν δυσμενῶς διακείμεθα πρὸς τὸν ἐγκρίναντα Ὑπουργόν, νὰ ἐπικρίνωμεν αὐτάς. Δὲν δικαιοῦμαι, φρονῶ, νὰ κατηγορήσω ἐγὼ τοῦ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1895 Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν δύο οἰκοπέδων τῆς Μονῆς Πετράκη παρὰ τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν Ἀμαρουσίου διὰ τῶν δύο ἐνυποθήκων γηπέδων τοῦ Ἰωάννου Πάνου ἐν θέσει Μαρμάρι τῆς αὐτῆς κωμοπόλεως, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχω ἀποδείξεις, ὅτι ἡ ἀνταλλαγὴ αὕτη ἐγένετο ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τῆς Μονῆς Πετράκη. Τὸ περὶ τῆς ἀνταλλαγῆς ταύτης ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ μακαρίτου Πετρίδου δημοσιευθὲν ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 98 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1895 Β. Διάταγμα εἶναι δι’ ἐμὲ ἀπρόσβλητον, ἐὰν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου Θʹ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 28 Ἰουλίου 1858. Τὸ Βασιλικὸν τοῦτο Διάταγμα, ἵνα γένηται ἀνταλλαγὴ, ἀπαιτεῖ νὰ ἐνεργηθῇ «προηγουμένη τεχνικὴ καταμέτρησις, διαγραφὴ καὶ ἔνορκος ἐκτίμησις τῶν ἀνταλλακτέων κτημάτων, καὶ νὰ γνωμοδοτήσῃ ὁ ἁρμόδιος νομάρχης ὑπὲρ τῆς ἀνταλλαγῆς.» Ἂν ταῦτα ἐνεργήθησαν νομίμως, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνῃ τὸν ἐγκρίναντα τὴν ἀνταλλαγὴν Ὑπουργόν. Ἐὰν οἱ πραγματογνώμονες, οἱ διορισθέντες μὲν διὰ πράξεως ὑπουργικῆς, ὁρκισθέντες δὲ ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου Θʹ τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1858, ἐνήργησαν ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τῆς Μονῆς, ἐπικαλεσθῆτε τὸ ἄρθρον 440 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον «μὲ φυλάκισιν τὸ πολὺ ἑνὸς ἔτους τιμωροῦνται πραγματογνώμονες καὶ ἐκτιμηταὶ ἐπισήμως διωρισμένοι, οἵτινες εἰς πράγματα μὴ διαφιλονικούμενα ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ζημιοῦσί τινα ἐκ προθέσεως διὰ τῆς γνωμοδοτήσεώς των ἢ δι’ ἐπίτηδες ὑπερτιμήσεως.» Ὁ προλαλήσας, Κύριοι, σαφῶς εἶπεν, ὅτι οἱ διορισθέντες πραγματογνώμονες καὶ ἐκτιμηταὶ ἐκ προθέσεως ὑπετίμησαν τὴν ἀξίαν τοῦ οἰκοπέδου τοῦ ἀνταλλαγέντος μεταξὺ τῆς Μονῆς Πετράκη καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἐμμανουὴλ Λυκούδη...

§50Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὰ ἔγγραφα τὸ λέγουν αὐτό, ὄχι ἐγώ.

§51ΣΤΑΗΣ. Τὰ ἔγγραφα δὲν λέγουσι τοιοῦτόν τι. Προτιμότερον δι’ ὑμᾶς εἶναι νὰ μὴ μὲ διακόπτητε. Ἐλέγετε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ πήχεως τοῦ οἰκοπέδου τοῦ κ. Λυκούδη ὡρίσθη ὑπὸ τῶν πραγματογνωμόνων εἰς 14 δραχμάς, ἐνῷ ἡ ἀξία τοῦ παρακειμένου οἰκοπέδου εἶναι 25 δραχμῶν κατὰ πῆχυν. Οὐδὲν τούτου ψευδέστερον. Δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω εἰς τὸν προλαλήσαντα κακὴν πρόθεσιν, ἀλλὰ πλάνην προελθοῦσαν ἐξ ἐπιπολαίου μελέτης τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων. Ὁ πῆχυς τοῦ παρακειμένου τῷ οἰκοπέδῳ τοῦ κ. Λυκούδη οἰκοπέδου δὲν ἔχει ἀξίαν δρ. 25, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας...

§52Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. 24.

§53ΣΤΑΗΣ. Οὐχὶ 24, ἀλλὰ 18. Ὡρίσθη δὲ αὕτη ἐν δημοσίῳ πλειστηριασμῷ, καὶ κατόπιν ἐπιμόνου ἀνταγωνισμοῦ, χωρὶς οὐδεμία νὰ γείνῃ μετὰ ταῦτα, πρὸ τῆς ἐγκρίσεως δηλαδή, νέα προσφορά. Ἀνάγκη δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι τὸ οἰκόπεδον, τὸ προσενεχθὲν ἐπ’ ἀνταλλαγῇ, τοῦ κ. Λυκούδη, οὗ ἡ τιμὴ ὡρίσθη ἀντὶ 15 δραχ. κατὰ πῆχυν, ἀπέχει δώδεκα περίπου βήματα τῶν παραθύρων τοῦ «Αἰγινητείου» νοσοκομείου. Κατὰ 3 λοιπὸν δραχμὰς εἶναι κατωτέρα ἡ τιμὴ τοῦ πήχεως τοῦ οἰκοπέδου τοῦ κυρίου Λυκούδη τῆς τιμῆς τοῦ πήχεως τοῦ παρακειμένου οἰκοπέδου, τοῦ ἐν δημοσίῳ πλειστηριασμῷ καὶ πεισματώδει διαγωνισμῷ ἀγορασθέντος. Οἰκόπεδον δὲ γειτνιάζον εἰς νοσοκομεῖον, γνωρίζετε ποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ μέλλον. Ἐπειδὴ δὲ ὁ προλαλήσας εἶπεν, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ πήχεως τοῦ παρακειμένου οἰκοπέδου τῷ τοῦ κ. Λυκούδη εἶναι δραχ. 24, πρέπει νὰ σᾶς ἐξηγήσω, πῶς εὗρε τὸν ἀριθμὸν τοῦτον. Οἱ αὐτοὶ πραγματογνώμονες ὥρισαν εἰς δρ. 24 καὶ 50 λεπτὰ τὴν τιμὴν τοῦ οἰκοπέδου τοῦ παρακειμένου τῷ «Εὐαγγελισμῷ», τὸ ὁποῖον ἀντηλλάγη μὲ τὴν οἰκίαν Τριγγέτα, καὶ τὴν ὁποίαν ἀνταλλαγὴν ἐπὶ πολὺ ἐδίστασα νὰ ἐγκρίνω, διότι ἐθεώρουν, ὅτι ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ ἰδιώτου, καὶ οὐχὶ τῆς Μονῆς, εἶχε γείνῃ ἡ ἐκτίμησις. Τὴν τιμὴν ἑπομένως τοῦ οἰκοπέδου τοῦ παρακειμένου τῷ «Εὐαγγελισμῷ» ἐξέλαβεν, ὑποθέτω, ὁ προλαλήσας ὡς τὴν τιμὴν τοῦ οἰκοπέδου τοῦ παρακειμένου τῷ «Ἀρεταιείῳ» νοσοκομείῳ. Γινώσκετε δὲ πάντες, ποία ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῶν δύο τούτων εὐαγῶν καταστημάτων. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐξετάσω τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν φυλακῶν Τριγγέτα πρὸς τὸ παρακείμενον τῷ νοσοκομείῳ «Εὐαγγελισμῷ» γήπεδον, ὑποχρέωσιν ἔχω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῆς πρώτης ἀνταλλαγῆς τοῦ οἰκοπέδου τοῦ κ. Λυκούδη μετὰ τοῦ οἰκοπέδου τῆς Μονῆς. Τὴν 23 Μαρτίου τοῦ 1901 ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως προκήρυξις τοῦ νομάρχου Ἀττικῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἐξετίθεντο εἰς δημόσιον πλειστηριασμὸν 8 οἰκόπεδα τῆς Μονῆς Πετράκη, ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργείου. Τὰ οἰκόπεδα ταῦτα κεῖνται, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας, παρὰ τὴν ἔπαυλιν τοῦ κυρίου Θὼν καὶ τοῦ κ. Ῥικάκη, καὶ ἀποτελοῦσι τὸ γνωστὸν τριγωνικὸν κοίλωμα, τὸ ὑπὸ τῶν λεωφόρων Κηφισιᾶς καὶ Ἀλεξάνδρας σχηματιζόμενον. Ἀλλ’ ἡ ὁδὸς, ἐφ’ ἧς ἔχουσι πρόσωπον τὰ ἀνωτέρω ἐκποιηθέντα διὰ δημοπρασίας οἰκόπεδα, δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ, εἰμὴ μόνον ἀφοῦ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ θέλει ὑψωθῆ ἡ ὁδὸς αὕτη, κατασκευασθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου θολωτὸς ἀγωγὸς τῶν ὑδάτων, ἅτινα, συγκεντρούμενα πρὸ τῆς λεωφόρου Ἀλεξάνδρας, ἐκχύνονται διὰ τῆς πρὸ τῆς ἐπαύλεως Θὼν θολωτῆς γεφύρας ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων τούτων καὶ τῆς κατασκευασθησομένης ὁδοῦ καὶ πλατείας. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Δημόσιον δὲν προετίθετο, ὡς ἐδήλωσεν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, νὰ προβῇ κατὰ τὸ 1901 εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ θολωτοῦ τούτου ἀγωγοῦ, οὗ ἡ δαπάνη ἀνήρχετο, κατὰ τὸν ἁρμόδιον νομομηχανικόν, εἰς δραχμὰς 46,000 περίπου ἡ χρησιμοποίησις πρὸς οἰκοδομὴν τῶν ἀγορασθέντων οἰκοπέδων ἦτο ἀδύνατος. Τότε ὁ ἀξιότιμος κ. Λυκούδης ἐζήτησε δι’ αἰτήσεώς του πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Πετράκη, ὑπὸ χρονολογίαν 25 Ὀκτωβρίου 1901, καὶ οὐχὶ μετὰ τινας ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἀλλὰ μετὰ μῆνας ὅλους ἑπτὰ, τὴν ἀνταλλαγὴν δι’ ἄλλου οἰκοπέδου, ὁπουδήποτε τῆς ὁδοῦ Κηφισιᾶς. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι τὸ πρὸς ἀνταλλαγὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λυκούδη προτεινόμενον οἰκόπεδον, ἔχον πρόσοψιν ἐπὶ δενδροφύτου πλατείας, σχηματισθησομένης ἐπὶ τῆς λεωφόρου Κηφισιᾶς, εἶναι περιζήτητον. Ὁ ἀείμνηστος δὲ Γαλβάνης ἐπὶ τῆς αὐτῆς θέσεως ἠγόρασεν ἀντὶ 18 δρ. τὸν πῆχυν ἐν δημοσίῳ πεισματώδει πλειστηριασμῷ, ὡς καὶ ὁ κ. Λάμψας ἀντὶ 14 δρ. καὶ ½ κατὰ πῆχυν τὸ παρακείμενον οἰκόπεδον πρὸς τὸ τοῦ κ. Λυκούδη. Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Πετράκη ἐδέχθη τὴν αἴτησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λυκούδη, καὶ ὥρισε πρὸς ἀνταλλαγὴν τὸ οἰκόπεδον τὸ παρακείμενον τῷ «Αἰγινήτειῳ» νοσοκομείῳ. Τότε διωρίσθησαν οἱ πραγματογνώμονες, οἱ ὁποῖοι, δόντες τὸν νενομισμένον ὅρκον ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου, ἐξετίμησαν ἀμφότερα τὰ πρὸς ἀνταλλαγὴν οἰκόπεδα. Καὶ τὸ μὲν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λυκούδη ἐξετίμησαν 14 δραχ. καὶ ½ τὸν πῆχυν, ὅσον ἠγόρασεν ἐν δημοσίῳ πλειστηριασμῷ τὸ παρακείμενον ὁ κ. Λάμψας, τὸ δὲ τῆς Μονῆς Πετράκη 15 δρ. τὸν πῆχυν, ἐνῷ ἀληθῶς τὸ γειτνιάζον πρὸς τοῦτο ἐπωλήθη ἀντὶ 18 δραχμῶν τὸν πῆχυν ἐπὶ δημοσίου πλειστηριασμοῦ. Ἐξήγησα ὅμως πρὸ μικροῦ τὸν λόγον τῆς διαφορᾶς ταύτης τῶν τριῶν δραχμῶν κατὰ πῆχυν, βεβαιώσας, ὅτι τὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λυκούδη οἰκόπεδον ἀπέχει δώδεκα περίπου βήματα τοῦ παθολογικοῦ νοσοκομείου. Τὴν διαφορὰν τῆς ἀξίας τῶν δύο οἰκοπέδων ἐκ τριῶν περίπου χιλιάδων δραχμῶν κατέβαλεν ὁ ἀξιότιμος κ. Λυκούδης εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ εἰς λογαριασμὸν τῆς Μονῆς Πετράκη, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς διαφορᾶς ταύτης ὁ προλαλήσας ἔρριψεν ὑπαινιγμοὺς καὶ κατὰ τοῦ ἀδαμαντίνου χαρακτῆρος τοῦ κ. Ἐμμ. Λυκούδη καὶ κατὰ τῶν πραγματογνωμόνων, διότι εἷς ἐξ αὐτῶν ἔχει 14 ἢ 15 τέκνα, ὡς ἐβεβαίου ὁ προλαλήσας, — διότι ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω τοὺς πραγματογνώμονας. Θὰ ἠδυνάμην, Κύριοι, νὰ παραπέμψω καὶ τὸν προλαλήσαντα καὶ πάντα μετ’ αὐτοῦ ὁμοφωνοῦντα εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα. Ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπεκδύωμαι τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας ἴσως ἄλλοι θὰ ἐφοβοῦντο, καὶ διὰ τοῦτο ἐξέθηκα ἐνώπιον ὑμῶν τὰς λεπτομερείας ταύτας, ἐκ τῶν ὁποίων ἀριδήλως καταφαίνεται, ὅτι οὐ μόνον νομίμως διενηργήθη ἡ ἐκποίησις καὶ ἡ ἀνταλλαγὴ τοῦ οἰκοπέδου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λυκούδη, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Μονῆς, διότι οὐ μόνον ἀπρόσοδον κτῆμα αὐτῆς ἐπωλήθη, ἀλλὰ καὶ διότι δυσκόλως θὰ ἠγοράζετο παρ’ ἄλλου οἰκόπεδον προσκείμενον εἰς παθολογικὸν νοσοκομεῖον. Μία μένει μόνον ἀληθῶς κατηγορία, ἣν δὲν δύναμαι νὰ ἀναιρέσω, ὅτι ὁ νομικὸς σύμβουλος, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸν προλαλήσαντα, εἶναι τεταγμένος νὰ περιφρουρῇ τὰ συμφέροντα τῶν Μονῶν...

§54Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μάλιστα.

§55ΣΤΑΗΣ. Λυποῦμαι· διότι λέγετε, ὅτι εἶσθε καὶ νομικός.

§56Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Καὶ ἐδιάβασα καὶ τὸν νόμον.

§57ΣΤΑΗΣ. Ἴσως, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐνοήσατε. Μία μένει, λέγω, κατηγορία, ὅτι ὡς νομικὸς σύμβουλος ὁ ἀξιότιμος κ. Ἐμμ. Λυκούδης συνηλλάγη, ὡς πᾶς ἄλλος πολίτης· ἀλλ’ ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ἀποδέχομαι τὴν θεωρίαν ταύτην τῆς ἀποστερήσεως τῶν δημοσίων λειτουργῶν παντὸς δικαιώματος ἐλευθέρου πολίτου. Περὶ τῆς ἄλλης ἀνταλλαγῆς τῶν φυλακῶν Τριγγέτα πρὸς οἰκόπεδον τῆς Μονῆς Πετράκη, ἐπειδὴ ὁ προλαλήσας δὲν ἠσχολήθη διὰ μακρῶν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας μόνον λέξεις. Τὸ οἰκόπεδον, περὶ οὗ πρόκειται, παράκειται τῷ «Εὐαγγελισμῷ». Οἱ πραγματογνώμονες ὥρισαν τὴν τιμὴν τοῦ πήχεως τοῦ οἰκοπέδου τούτου πρὸς δραχ. 24½, ἐνῷ ἀκριβῶς τὸ γειτονικὸν ἐπωλήθη εἰς δημόσιον πλειστηριασμὸν ἀντὶ δρ. 18 κατὰ πῆχυν. — Σημειώσατε δὲ καὶ πάλιν, Κύριοι, ὅτι τὸ πρὸς 24 δρ. καὶ ½ κατὰ πῆχυν ἐκτιμηθὲν προσβλέπει τὸ τμῆμα τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ» τῶν φθισικῶν! — Κατὰ τὸν νόμον ΑΧΜΒʹ τῆς 4 Ἰανουαρίου 1888 περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου ΣΞΓʹ τῆς 16 Δεκεμβρίου 1867, οἱ πραγματογνώμονες, πρὸς εὕρεσιν τῆς ἀξίας κτήματός τινος, πρέπει νὰ ἔχωσι ταῦτα ὑπ’ ὄψιν: «Κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος οἵ τε πραγματογνώμονες καὶ ἡ ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως ἐπιτροπὴ ὀφείλουσι νὰ λαμβάνωσιν ὡς βάσιν ἢ τὴν μέσην καθαρὰν πρόσοδον τοῦ κτήματος κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν τριετίαν, ἐὰν ἦναι γνωστὴ καὶ ἀποδεδειγμένη, κεφαλαιοῦντες αὐτὴν πρὸς 5%, ἢ τὴν τιμὴν ὁμοειδῶν κτημάτων, προκύπτουσαν ἐκ συμβολαίων». Ὀρθῶς ἄρα καὶ νομίμως οἱ πραγματογνώμονες πρὸς εὕρεσιν τῆς ἀξίας τῆς ἀνταλλακτέας οἰκίας Χὰρτ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐτησίαν πρόσοδον αὐτῆς...

§58Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποία ἡ πρόσοδος;

§59ΣΤΑΗΣ. Τὸ κτῆμα, περὶ οὗ πρόκειται, σύγκειται ἐκ μιᾶς τριωρόφου οἰκίας καὶ μιᾶς μονορόφου· ἐξ ἀμφοτέρων, πρὸ πολλῶν χρόνων ἐνοικιασμένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς χρῆσιν φυλακῶν, λαμβάνει ὁ ἰδιοκτήτης—ὃν δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω—ἐτησίως ὡς ἐνοίκιον δρ. 5280. Ἂν δὲ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρέσητε 200 δραχμὰς ὡς φόρον οἰκοδομῶν, ἔχετε καθαρὰν πρόσοδον 5080...

§60ΛΕΒΙΔΗΣ. 5000 εἰσόδημα;

§61ΣΤΑΗΣ. 5,280.

§62ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἀφαιρεῖτε 200;

§63ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.

§64ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε· πρέπει τοὐλάχιστον 400–500 δραχμὰς ν’ ἀφαιρέσητε.

§65ΣΤΑΗΣ. Ἔστω. Πάντοτε θὰ μένῃ πρόσοδος καθαρὰ, ἀντιστοιχοῦσα εἰς κεφάλαιον ἑκατὸν περίπου χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλ’ οἱ πραγματογνώμονες, παρὰ τὸν νόμον, ἐκεφαλαίωσαν πρὸς 7% τὴν καθαρὰν πρόσοδον, καὶ οὕτως εὗρον ὡς ἀξίαν τοῦ κτήματος δρ. 79,072. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τὸ κεφάλαιον εὑρίσκεται μικρότερον, ὅταν ὁ τόκος ἦναι μεγαλείτερος...

§66ΛΕΒΙΔΗΣ. 400 δραχμὰς πρέπει νὰ ὑπολογίσητε διὰ φόρους, 80 δι’ ὕδωρ, 30 διὰ πυρασφάλειαν καὶ ἕν ποσὸν διὰ φθοράν.

§67ΣΤΑΗΣ. Καὶ πάντα ταῦτα ἂν ὑπολογίσητε, πάλιν θὰ μείνῃ καθαρὰ πρόσοδος, ἡ ὁποία, κατὰ τὸν νόμον ᾼΧΜΒʹ, κεφαλαιουμένη, θὰ χορηγήσῃ κεφάλαιον 79,000 δραχμῶν, ὅπως ὥρισαν οἱ πραγματογνώμονες. Καὶ τὸ Δημόσιον ἐὰν ἦτο ὑπόχρεων ν’ ἀπαλλοτριώσῃ ἀναγκαστικῶς τὸ κτῆμα τοῦτο, καὶ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1888, καὶ κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΡΞΖʹ τῆς 16 Φεβρουαρίου 1893 περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀκινήτων πρὸς συντήρησιν ἢ ἀνεύρεσιν ἀρχαιοτήτων, καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον ͵ΒΤΜΒʹ διὰ τὴν ἀνέγερσιν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων, πάλιν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ ὥριζε τὴν ἀξίαν τῆς οἰκίας...

§68ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τί χρησιμεύει ἡ οἰκία αὕτη;

§69ΣΤΑΗΣ. Διὰ φυλακὰς τῶν κρατουμένων διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον ἢ πρὸς ἰδιώτας.

§70ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοῦ Τριγγέτα αἱ φυλακαὶ εἶναι;

§71ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.

§72Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς οἰκίας;

§73ΣΤΑΗΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων, βεβαιοῦσα τὴν καλὴν τοῦ κτιρίου κατάστασιν. Διὰ συμβολαίου δὲ τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται εἰς τὰς ἀναγκαίας ἐπισκευὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦναι ἐπιβεβλημέναι ἐκ τῆς χρήσεως τῆς οἰκίας πρὸς φυλακάς.

§74ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ οἰκία αὕτη δὲν ἔχει περισσοτέραν ἀξίαν τῶν 40,000 δραχμῶν.

§75ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν τοῦτο ἀληθεύῃ, οἱ δὲ πραγματογνώμονες ὥρισαν τιμὴν διπλασίαν, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ καταγγείλητε αὐτοὺς εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν.

§76Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Χατζηπέτρος προσεφέρθη νὰ τὴν ἀγοράσῃ ἀντὶ 66 χιλιάδων δραχμῶν.

§77Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ποῖος Χατζηπέτρος;

§78Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ Βουλευτής.

§79Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Οἱ πραγματογνώμονες διορίζονται ἑκάστοτε εἰς εἰδικὰς περιστάσεις παρὰ τοῦ Ὑπουργείου;

§80ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα· δίδοντες ὅρκον ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου.

§81Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἀλλ’ εἶναι οἱ ἴδιοι πάντοτε.

§82ΣΤΑΗΣ. Εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν περίστασιν βεβαίως, διότι ἐγὼ μόνον ἅπαξ διώρισα τοιούτους. Πρὶν ἐξετάσω τὸ τρίτον ζήτημα, τὴν δημοπρασίαν πρὸς κατασκευὴν τοῦ κτιρίου τῆς Μονῆς Πετράκη ἐν Βάρῃ, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ὑπουργίαν μου, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῆς ἐκποιήσεως τῶν οἰκοπέδων τῆς Μονῆς Ἀσωμάτων Πετράκη, τῶν παρακειμένων τῇ ὁδῷ Κηφισιᾶς. Ἡ ἐκποίησις τῶν οἰκοπέδων τούτων ἐπεῖγε, κατ’ ἐμέ, οὐ μόνον διότι ἡ ἐκποίησίς τινων ὑπερτιμᾷ τὰ ὑπολειπόμενα, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ μὴ ἐκποίησις αὐτῶν παρεμποδίζει τὴν ἐπέκτασιν τῆς πόλεως πρὸς ἀνατολὰς, καὶ νεκρώνει κεφάλαια τῆς Μονῆς Πετράκη κολοσσιαῖα. Ἐὰν δὲν ἤθελε κατὰ τὸ 1871 λάβει χώραν ἡ ἐκποίησις—τὴν ὁποίαν ὁ προλαλήσας ἐκάκισε, χαρακτηρίσας αὐτὴν ὡς ἄλλην διαρπαγὴν μοναστηριακῆς περιουσίας — τῶν περὶ τὸ Κολωνάκι οἰκοπέδων τῆς Μονῆς Ἀσωμάτων Πετράκη, ἔστω καὶ πρὸς δύο δραχμὰς κατὰ πῆχυν, βεβαίως ὁ συνοικισμὸς τοῦ Κολωνακίου δὲν θὰ ὑπῆρχεν. Ἀπαραλλάκτως, ἐὰν σήμερον παρεμποδίσωμεν τὴν ἐκποίησιν τῶν οἰκοπέδων τούτων, ἡ πόλις δὲν θὰ ἐκταθῇ πρὸς τὴν ὁδὸν Κηφισιᾶς, διότι οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ οἰκοδομήσωσι καὶ νὰ ἐγκατασταθῶσιν ἐν Ἀθήναις δὲν θ’ ἀναμένωσι τὴν μετὰ ἔτη ἀπόφασιν τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ περὶ ἐκποιήσεως τῶν οἰκοπέδων τούτων, ἀλλὰ θὰ ζητήσωσιν ἀλλαχοῦ τῆς πόλεως νὰ οἰκοδομήσωσιν. Οὕτω δὲ θὰ καταστρέψωμεν ἕνα τῶν ὡραιοτέρων συνοικισμῶν τῆς πρωτευούσης. Ἠκούσατε πρὸ μικροῦ, ὅτι οἰκόπεδα τῆς Μονῆς Πετράκη, παρακείμενα τῷ «Εὐαγγελισμῷ», ἐπωλήθησαν ἀντὶ δραχ. 18 κατὰ πῆχυν. Τὰ οἰκόπεδα ταῦτα πρό τινων χρόνων ἦσαν ἀσημάντου ἀξίας. Διὰ τῆς οἰκοδομῆς ὅμως τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ», τοῦ «Ἀρεταιείου», τοῦ «Νοσοκομείου τῶν παίδων», τῆς Ἀγγλικῆς Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς, τῆς μετ’ οὐ πολὺ οἰκοδομουμένης Ρωσσικῆς Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς, καὶ τοῦ Μαρασλείου Διδασκαλείου ὑπερετιμήθη ἡ ἀξία τῶν οἰκοπέδων τῆς Μονῆς Πετράκη. Πάντα δὲ τὰ κτίρια ταῦτα ἐκτίσθησαν ἐπὶ οἰκοπέδων τῆς Μονῆς ταύτης, ἄλλων γενναιοδώρως δωρηθέντων καὶ ἄλλων ἀγορασθέντων. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἐπιβάλλεται ἡ ταχεῖα ἐκποίησις τῶν οἰκοπέδων τούτων, τὰ ὁποῖα εἶναι δεκάδες χιλιάδων πήχεων, διότι ἐκποιούμενα ἀντικαθίστανται δι’ ἄλλων κτημάτων προσοδοφόρων. Ἔχω δὲ τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς πρώην Ὑπουργός, νὰ δηλώσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι, ἐὰν εἰς τὸ Κράτος ὑπάρχῃ ἓν Ἡγουμενοσυμβούλιον, κηδόμενον τῆς περιουσίας τῆς Μονῆς αὐτοῦ, τοῦτο εἶναι τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Πετράκη, δικαίως δὲ ὁ ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν Ἡγούμενος τῆς Μονῆς ταύτης, ὁ κηδόμενος τῆς περιουσίας τῆς Μονῆς ὅσον ὀλίγοι οἰκογενειάρχαι κήδονται τῆς περιουσίας αὐτῶν, δικαίως, λέγω, ἐτιμήθη διὰ τοῦ χρυσοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος...

§83Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἶναι ἐξαίρεσις, φαίνεται.

§84ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ περὶ τοῦ Ἡγουμένου Σ. Κοροβέση ὁμιλῶ. Ὑπῆρχε δὲ καὶ ἄλλος λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλλε τὴν ἐκποίησιν οἰκοπέδων τινῶν τῆς Μονῆς Πετράκη, ἡ ἐξεύρεσις τοῦ ἀπαιτουμένου κεφαλαίου πρὸς οἰκοδομὴν τοῦ νέου κτιρίου τῆς Μονῆς ἐν Βάρῃ. Ὁ προλαλήσας καὶ ἐν τούτῳ τῷ θέματι πολλὰς ἀνακριβείας εἶπε, τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν σκοπῶ νὰ ἀνασκευάσω, διότι ὡμίλησε καὶ πάλιν περὶ διασπαθήσεως ἑκατομμυρίων, καὶ περὶ φαγώματος 600,000 δραχμῶν, ἀναμασσήσας ὅσα ἐγράφησαν εἰς ἐφημερίδας, ἴσως ὑπὸ ἐνδιαφερομένων ἀποτυχόντων ἐργολάβων. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1899, ὁ κ. Ἀθαν. Εὐταξίας, ὑπέβαλε πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα Β. Διάταγμα πρὸς ὑπογραφήν, μετὰ ἐκθέσεως αἰτιολογικῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρότεινε τὴν μετάθεσιν τοῦ Μοναστηρίου Ἀσωμάτων–Πετράκη ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Βάρην τῆς Ἀττικῆς. Συνιστῶ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς εἰσηγητικῆς ταύτης ἐκθέσεως, ἐκ τῆς ὁποίας καταφαίνεται ἡ ἐπείγουσα ἀνάγκη τῆς μεταφορᾶς τῆς Μονῆς, τῆς εὑρισκομένης νῦν ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως καὶ περικυκλουμένης ὑπὸ τῶν στρατώνων καὶ τῆς τύρβης τοῦ Ἀθηναϊκοῦ κόσμου. Ἐπειδὴ συνέπιπτε νὰ ἀσπάζωμαι τὴν γνώμην τῆς μεταθέσεως τῆς Μονῆς Πετράκη–Ἀσωμάτων, ἐπεδίωξα τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἀπὸ 17 Νοεμβρίου 1899 Β. Διατάγματος, τοῦ δημοσιευθέντος ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 260 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 27 Νοεμβρίου 1899. Ἐκ τοῦ Β. τούτου Διατάγματος θὰ ἀναγνώσω τὸ αἰτιολογικὸν καὶ τὸ πρῶτον ἄρθρον, διότι ἐξ αὐτῶν θὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ προλαλήσας περὶ μεταθέσεως τῆς Μονῆς Πετράκη δὲν εἶναι ἀκριβῆ (ἀναγινώσκει): «Περὶ μεταθέσεως τοῦ Μοναστηρίου τῶν Ἀσωμάτων-Πετράκη ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Βάρην τῆς Ἀττικῆς. Γεώργιος Αʹ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 297/303 καὶ ἀπὸ 8 παρελθόντος μηνὸς Νοεμβρίου αἴτησιν τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς ἱερᾶς Μονῆς Ἀσωμάτων–Πετράκη, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 715 καὶ ἀπὸ 8 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ἔγκρισιν αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, καὶ τὴν ἀπὸ 5 ἐνεστῶτος μηνὸς ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος περὶ μεταθέσεως τῆς ἕδρας τῆς ἱερᾶς Μονῆς τῶν Ἀσωμάτων–Πετράκη ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Βάρην τῆς Ἀττικῆς· θεωροῦντες καὶ ἡμεῖς, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης μεταθέσεως καὶ τὰ πνευματικὰ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος Μονῆς συμφέροντα προάγονται καὶ πᾶσα ἀφορμὴ παρεξηγήσεων ἢ ἐπηρειῶν αὐτῆς ἐκλείπει· ἀκούσαντες καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, διατάττομεν τάδε: Ἄρθρον 1. Ἐγκρίνεται ἡ ἵδρυσις νέου Μοναστηρίου τῆς ἱερᾶς Μονῆς τῶν Ἀσωμάτων–Πετράκη ἐν τῷ μετοχίῳ αὐτῆς Βάρῃ, συνῳδὰ πρὸς τοὺς θείους καὶ ἱεροὺς κανόνας καὶ τὰς Ἐκκλησιαστικὰς διατάξεις, καὶ δὴ ἐν χώρῳ εἰδικῶς ὁρισθησομένῳ καὶ κατὰ σχέδιον ἐγκριθησόμενον ὡσαύτως ὑφ’ Ἡμῶν ἐπὶ τῇ βάσει ἐπὶ τούτῳ διαγωνισμοῦ, προκηρυχθησομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.» Ἐκ τούτων ἐξάγεται, ὅτι περὶ μεταθέσεως τῆς Μονῆς καὶ αἴτησις τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου ἐγένετο, καὶ ἔγκρισις αὐτῆς ὑπὸ τοῦ τότε Μητροπολίτου Ἀθηνῶν ἐδόθη, καὶ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐξεδόθη. Ἐγὼ δὲ, ὡς Ὑπουργὸς, κατὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Διατάγματος τούτου ἤμην ἠναγκασμένος καὶ τὸν χῶρον νὰ ὁρίσω, ὡς ἔπραξα, ἐν συνοδείᾳ μετὰ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου μεταβὰς εἰς Βάρην, καὶ διαγωνισμὸν πρὸς ἔγκρισιν τοῦ σχεδίου νὰ προκηρύξω, ὡς ἐπίσης ἔπραξα διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 18480 προκηρύξεως, τῆς δημοσιευθείσης εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 306 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 29 Σεπτεμβρίου 1901. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τῆς διακηρύξεως ταύτης, ἡ δημοπρασία ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργηθῇ τὴν 4 Νοεμβρίου 1901, ἡμέραν Κυριακὴν καὶ ὥραν 10 π. μ. Ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν ἐκείνην εὑρισκόμην ἐν Πάτραις, ἐγκαινιάζων τὴν Ἐμπορικὴν Σχολὴν Πατρῶν. Ἐξ Ἀθηνῶν ἀνεχώρησα τὴν μεσημβρίαν τοῦ Σαββάτου τῆς 3 Νοεμβρίου, καὶ ἐπανῆλθον τὸ ἑσπέρας τῆς 5 Νοεμβρίου, ὅτε, μεταβὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔμαθον τὰ τῆς δημοπρασίας. Πρὸ τῆς ἐξ Ἀθηνῶν ἀναχωρήσεώς μου, τὴν πρωΐαν τῆς 3 Νοεμβρίου, ὥρισα ἐν φακέλῳ ἐσφραγισμένῳ τὸ μέγιστον τῆς ἐκπτώσεως εἰς 8%, κατὰ τὸ Β. Διάταγμα τῆς 16 Δεκεμβρίου 1894 περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 20 Μαρτίου 1884 Β. Διατάγματος περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων (ἀναγινώσκει) «Ἡ δημοπρασία ἐνεργεῖται φανερὰ ἢ μυστικὴ δι’ ἐνσφραγίστων προσφορῶν καὶ συμφώνως πρὸς τὰ περὶ δημοπρασιῶν ἰσχύοντα κατὰ τὰ ἐν τῇ διακηρύξει ἑκάστοτε ὁριζόμενα· φανερὰ μὲν δι’ ἔργα ἀξίας μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν τεσσαράκοντα χιλιάδων, μυστικὴ δὲ δι’ ἔργα ἀξίας ἄνω τοῦ ποσοῦ τούτου. Κατὰ τὰς μυστικὰς δημοπρασίας δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὁρίζῃ τὸ μέγιστον τῆς ἐκπτώσεως, ὅπερ κατατίθεται ἐν φακέλῳ ἐσφραγισμένῳ ἐπὶ τοῦ γραφείου κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Πᾶσα δὲ προσφορά, ὑπερβαίνουσα τὸ μέγιστον τοῦτο, ἀπορρίπτεται καὶ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν.» Ταῦτα περιέχει κατὰ λέξιν τὸ ἄρθρον 6 τοῦ μνησθέντος Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἅμα ὡς ἐπανῆλθον εἰς Ἀθήνας, ἔμαθον τὰ τῶν προσφορῶν τῶν ἐργολάβων, ὧν ἄλλοι εἶχον μειοδοτήσει κατὰ 22%, ἄλλοι 16% καὶ εἷς 8%. Ἡ σύμπτωσις αὕτη τῆς προσφορᾶς τοῦ ἐργολάβου ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 8%, ὅσον ἀκριβῶς εἶχον ὁρίσει τὸ μέγιστον τῆς ἐκπτώσεως, μοὶ ἐπροξένησεν ἐντύπωσίν τινα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οὐδεὶς ἄλλος, πλὴν ἐμοῦ, ἐγίνωσκε τὸ μέγιστον τοῦτο ὅριον, τὸ ὁποῖον εἶχον σφραγίσει μόνος μου ἐντὸς φακέλου, παραδοθέντος ἁρμοδίως πρὸς τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, πρὸς ὃν εἶχον ἀπόλυτον πεποίθησιν, ἐνέκρινα τὴν δημοπρασίαν, ἀφοῦ μάλιστα εἶχον τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἀρχιτέκτονος κ. Α. Μεταξᾶ, ὅτι τὸ ἔργον εἶχε προϋπολογισθῆ μετὰ μεγάλης στενοχωρίας εἰς 400 χιλιάδας δρ., καὶ οὐχὶ εἰς 600,000, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας. Τὴν ἑπομένην, νομίζω 6 Νοεμβρίου, διέταξα τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον νὰ καλέσῃ τὸν ἐργολάβον, τὸν προσενεγκόντα 8%, καὶ συντάξῃ μετ’ αὐτοῦ τὸ συμβόλαιον, συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως, καὶ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς ἔγκρισιν. Τὴν 7 Νοεμβρίου εἶδον τὸν τότε κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ὃν ἐξέθηκα τὰ λαβόντα χώραν εἰς τὴν δημοπρασίαν, καὶ ὅστις μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, καίτοι τὸ Διάταγμα τοῦ 1891 ἐπιτρέπει τοῦτο, νὰ ὁρίζηται μέγιστον ὅριον ἐκπτώσεως, πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων καὶ σκανδάλων. Ἠσπάσθην τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἀπεφάσισα νὰ ἐπαναλάβω τὴν δημοπρασίαν. Ἕνεκα δὲ τῶν γνωστῶν ἀναγκῶν τῆς ἑπομένης, 8 Νοεμβρίου, ἀπέστειλα τὸ ὑπ’ ἀριθ. 22653 τῆς 10 Νοεμβρίου 1901 ἔγγραφον πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Ἀσωμάτων– Πετράκη. Μήπω κοινοποιηθείσης τῷ ἐργολάβῳ Τ. Μακαρόνα, ἀναδειχθέντι μειοδότῃ κατὰ τὴν μειοδοτικὴν δημοπρασίαν τῆς 4 ἱσταμένου μηνὸς διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῆς ἐν Βάρῃ Μονῆς ὑμῶν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 22085 ἀπὸ 5 Νοεμβρίου 1901 ἐγκριτικῆς ἡμῶν διαταγῆς, ἀνακαλοῦμεν ταύτην, καὶ ἀπαγορεύομεν ὑμῖν, ὅπως ἀναθέσητε αὐτῷ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἀποφασίσαντες νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν δημοπρασίαν. Ὁ Ὑπουργὸς

§85ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶχε συνταχθῆ κἂν συμβόλαιον.

§86ΣΤΑΗΣ. Ἄλλως τὸ συμβόλαιον εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ· οὐδεμίαν ἑπομένως ἔχει σημασίαν, καὶ ἐὰν εἶχε συνταχθῆ τὸ συμβόλαιον. Ἐνῷ λοιπὸν ἐγὼ αὐτὸς ἠκύρωσα τὴν δημοπρασίαν, ἐγράφετο ψευδῶς εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ διάδοχός μου Ὑπουργὸς ἠκύρωσεν αὐτήν.

§87Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Παρ’ ὑμῶν ἠκυρώθη;

§88Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν ἐνεκρίθη παρ’ ἐμοῦ.

§89ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα. Δύνασθε νὰ προσέχητε, ἵνα μὴ μὲ διακόπτητε. Ἀνέγνωσα ἐπίσημον ἔγγραφον, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἠκύρωσα τὴν δημοπρασίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶχε συναφθῆ συμβόλαιον μεταξὺ τοῦ ἐργολάβου καὶ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, οὐ μόνον ἐλλείψει ἱκανοῦ πρὸς τοῦτο χρόνου, ἀλλὰ καὶ διότι ἅπαντα τὰ σχετικά, ἤτοι προϋπολογισμός, ὅροι συγγραφῆς καὶ ὑποχρεώσεως εὑρίσκοντο ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ γραφείῳ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀδύνατον δὲ νὰ συνταχθῇ συμβόλαιον ἄνευ τῶν σχετικῶν τούτων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ παρέδωκα τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τὴν ἡμέραν τῆς παραιτήσεώς μου, τὴν 12ην Νοεμβρίου. Ἐπειδὴ ἐν τούτοις ὁ ἐργολάβος διεμαρτυρήθη πρὸς τὸν διάδοχόν μου Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἀνάκλησιν τῆς διαταγῆς πρὸς σύνταξιν τοῦ συμβολαίου, ὁ κύριος Ὑπουργὸς, κατὰ τὴν γνώμην μου, οὐχὶ ὀρθῶς ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, δι’ ἧς οὐ μόνον ἐθεώρησεν ὡς μὴ ἐγκαίρως διεξαχθεῖσαν τὴν δημοπρασίαν διὰ τυπικοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ ἠκύρωσε καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν διαδικασίαν τῆς μειοδοτικῆς δημοπρασίας. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀνασκευάσω τὰς ἀνακριβείας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς 3 Δεκεμβρίου 1901 τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὀφείλω ὅμως νὰ ψέξω τὴν ματαίωσιν κυβερνητικῆς πράξεως δι’ ὑπουργικῆς ἀποφάσεως, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀνῄρεσε τὸ Β. Διάταγμα τῆς 17 Νοεμβρίου 1899, δι’ οὗ διετάσσετο ἡ μετάθεσις τοῦ Μοναστηρίου τῶν Ἀσωμάτων–Πετράκη ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Βάρην...

§90Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἠκύρωσα τὴν δημοπρασίαν.

§91ΣΤΑΗΣ. Ἡ δημοπρασία ἠκυρώθη παρ’ ἐμοῦ — ὡς ὁμολογεῖται καὶ ἐν τῇ ἀποφάσει ὑμῶν — διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 22653 ἀπὸ 10 Νοεμβρίου 1901 ἐγγράφου μου πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Πετράκη. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει δὲν θὰ εἶχε νόημα ἡ ἀπόφασις ὑμῶν. Ἄλλως τε ῥητῶς ἀναφέρεται ἐν τῇ ἀποφάσει ὑμῶν, ὅτι, «ἐπειδὴ ἡ τελευταία αὕτη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου αἴτησις — περὶ ἐπαναλήψεως τῆς δημοπρασίας — δὲν πρέπει νὰ γένηται δεκτή, διότι ἡμεῖς κατ’ ἀρχὴν φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἀνέγερσις Μοναστηρίου ἀξίας 400,000 δραχμῶν δὲν εἶναι συμφέρουσα κτλ. ἀκυροῦμεν καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν διαδικασίαν τῆς μειοδοτικῆς δημοπρασίας.» Ἀλλ’ ἐὰν εἴχετε τοιαύτην γνώμην, ἔπρεπε πρῶτον νὰ πείσητε τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ τὰς Ἐκκλησιαστικὰς ἀρχάς.

§92Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας προεκάλεσα νὰ προβάλωσι τὰς γνώμας των, θὰ προκληθῇ τὸ νέον Διάταγμα.

§93ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προκαλέσητε τὸ νέον Β. Διάταγμα, δὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ ἐκδώσητε τὴν ὑπουργικὴν ἀπόφασιν τῆς 3 Δεκεμβρίου 1901, ἀλλ’ ὠφείλετε νὰ ἐπαναλάβητε τὴν δημοπρασίαν πρὸς κατασκευὴν τοῦ κτιρίου τῆς Μονῆς.

§94Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Μὲ τί κεφάλαια; Μὲ τὰς 100 χιλιάδας, ἃς ἔχει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν;

§95ΣΤΑΗΣ. Ἔχει πολὺ περισσοτέρας. Ἐκτὸς ὅμως τούτων δύναται πάραυτα ν’ ἀποκτήσῃ ἡ Μονὴ Πετράκη δι’ ἐκποιήσεως οἰκοπέδων, ὡς ἀνέπτυξα πρὸ μικροῦ, ὅσα δήποτε θέλει κεφάλαια. Ἐματαιώσατε δὲ διὰ τῆς μὴ νομίμου ἐνεργείας ὑμῶν τὴν κατασκευὴν λίαν ὠφελίμου ἔργου.

§96Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τί ἐπρόκειτο τέλος πάντων νὰ γείνῃ;

§97ΣΤΑΗΣ. Ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ πρότυπος Μονὴ ἐν τῷ Κράτει, ἐν ᾗ καὶ ἐργαστήρια καὶ Σχολαὶ θὰ ἱδρύοντο διὰ τοὺς μοναχούς, καὶ ἀπομονωτήρια διὰ τοὺς τιμωρουμένους κληρικοὺς ὑπὸ τῶν διαφόρων Ἐπισκοπικῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου· ἐδίδετο δὲ οὕτως ἡ πρώτη ὤθησις πρὸς ἐργασίαν εἰς δύο χιλιάδας μοναχοὺς τοῦ Κράτους, καὶ θὰ ἐλαμβάνετο μικρὸν κατὰ μικρὸν φροντὶς πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀθλίας καταστάσεως τῶν Μονῶν ἡμῶν, ἀφοῦ λόγοι ἐθνικῆς πολιτικῆς ἐπιβάλλουσι τὴν διατήρησιν αὐτῶν. Ἐξήτασα, Κύριοι, καὶ τὰ τρία θέματα, ἅτινα περιεῖχεν ἡ κατ’ ἐμοῦ κατηγορία τοῦ προλαλήσαντος· ἀπέδειξα δὲ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων καὶ διὰ γεγονότων, ὅτι αἱ δύο ἀνταλλαγαί, αἱ παρ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ, ἐνεργηθεῖσαι, ἐγένοντο οὐ μόνον νομίμως, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Μονῆς Πετράκη. Ἀπέδειξα προσέτι, ὅτι τὰ παρὰ τοῦ προαγορεύσαντος περὶ διασπαθήσεως εἴκοσιν ἑκατομμυρίων καὶ διαρπαγῆς τῆς περιουσίας τῆς Μονῆς εἶναι ψευδῆ ἀνάξια πάσης προσοχῆς, ὡς ἀνάξια μνείας εἶναι καὶ αἱ κατὰ τετιμημένων ἀνδρῶν συκοφαντίαι.

§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Μονῶν δὲν λέγετε τίποτε;

§99ΣΤΑΗΣ. Ἀληθῶς δὲν ὡμίλησα περὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Μονῶν, καὶ τῶν δι’ αὐτῶν καταχρήσεων, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ προλαλήσας, διότι δυστυχῶς ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ 1896 δὲν εἶναι πλέον ὁ ἁρμόδιος πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Μονῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, κατὰ παράδοξον σύμπτωσιν, ἐλησμόνησεν, ὅτι κατ’ εἰσήγησιν αὐτοῦ ἐψηφίσθη ὁ νόμος ͵ΒΤϞΘʹ τῆς 31 Μαρτίου 1896 «περὶ δημολογιστῶν», διὰ τοῦ δεκάτου ἄρθρου τοῦ ὁποίου ἀνετέθη ἡ ἐξέλεγξις τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Μονῶν εἰς τὸν δημολογιστὴν τῆς Νομαρχίας καὶ τοὺς βοηθοὺς αὐτοῦ, τοὺς ὁποίους διὰ τὴν πρόσθετον ταύτην ἐργασίαν ἀμείβουσιν αἱ Μοναί.

§100Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§101Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος ἀφῆκε κενόν τι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν οἰκοπέδων τῆς Μονῆς Ἀσωμάτων, ἔρχομαι νὰ συμπληρώσω τοῦτο, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ αὔριον, ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις παντοῦ εἰς τὰ κτήματα τῆς Μονῆς, καὶ ὅτι ἐπωλήθησαν ταῦτα πολὺ εὐθηνά. Γνωρίζετε ὅτι, ὅτε ἀπέθανεν ὁ Θεόδωρος Ἀρεταῖος, ἀφῆκε περιουσίαν 800,000 δραχμῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον πρὸς ἀνέγερσιν χειρουργικοῦ νοσοκομείου. Τὸ Πανεπιστήμιον ἐνεπιστεύθη εἰς τὸν ἐπιζῶντα ἀδελφὸν τοῦ διαθέτου Γεώργιον νὰ ἀγοράσῃ οἰκόπεδον. Οὗτος ἀπετάθη εἰς διαφόρους πρὸς εὕρεσιν οἰκοπέδων κεντρικῶν, καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν κύριον Καραπάνον ἀπετάθη, ζητήσας νὰ ἀγοράσῃ οἰκόπεδόν του ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Πατησίων, ἀλλ’ ὁ κ. Καραπάνος ἠρνήθη νὰ πωλήσῃ, εἰπὼν, ὅτι τὸ οἰκόπεδον ἀνήκει εἰς τὴν σύζυγόν του. Κατέφυγεν εἶτα ὁ Γεώργιος Ἀρεταῖος εἰς τὴν Μονὴν τῶν Ἀσωμάτων, ἐξ ἧς ἠγόρασε 10,000 πήχεις ἀντὶ 58,000 δρ. Γνωρίζετε ποῦ εἶναι τὸ Ἀρεταίειον· ἐκεῖ πρότερον ὑπῆρχεν ἄμπελος· τὰ χρήματα κατεβλήθησαν, καὶ εἰσήχθησαν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Μονῆς. Ἐπίσης κατόπιν ἐκ τῆς δωρεᾶς τοῦ Αἰγινήτου ἠγοράσθη οἰκόπεδον ἀπὸ τὴν Μονὴν ἀντὶ 48,000 δραχμῶν, καὶ ἐκτίσθη τὸ Ἀιγινήτειον Παθολογικὸν Νοσοκομεῖον. Ταῦτα λέγω, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο κατάχρησις· αὐτὰ δὲ τὰ οἰκόπεδα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1870 ἐπωλοῦντο πρὸς 2 δραχμὰς ὁ πῆχυς, δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἠγοράσθησαν καὶ σήμερον πρὸς 2 δραχμάς. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τὸ σπουδαῖον, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται πρόσωπον ἀπόν, καὶ ὀφείλω νὰ ὑπερασπίσω αὐτό. Ἐννοῶ τὸν κύριον Ἰωάννην Εὐταξίαν.

§102ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν κατηγορήθη.

§103Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἀνέφερα τὸ ὄνομα, ἀλλ’ οὐχὶ πρὸς κατηγορίαν.

§104Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Κατὰ τὸ 1875, τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Ρόκου Χοϊδᾶ, τοῦ Ἰωάννου Μεσσηνέζη καὶ τοῦ Θεοδώρου Νέγρη συνέστη «Ἑταιρεία Σκοποβολῆς», ἧς ἐπίτιμος πρόεδρος ἦτο ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς. Ἡ Ἑταιρεία ἡ συσταθεῖσα δὲν εἶχε μέρος, ἵνα ἱδρύσῃ κατάστημα σκοποβολῆς. Ἡ Μονὴ Πετράκη, εὐγενῶς φερομένη, παρεχώρησεν οὐχὶ 48 στρέμματα, ἀλλὰ μόνον 30, διότι τὰ περιπλέον 18 περιλαμβάνει ἡ κοίτη τοῦ Ἰλισσοῦ ποταμοῦ. Τὰ οἰκόπεδα ταῦτα ἡ Ἑταιρεία ὑπεθήκευσε πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Μετὰ παρέλευσιν 20 ἐτῶν ἡ Ἑταιρεία διελύθη, ἡ δὲ Τράπεζα, μείνασα κυρία τῶν κτημάτων, τὰ ἐξεπλειστηρίασεν, ἀλλ’ οὐδεὶς παρουσιάσθη ἀγοραστής, καίτοι ἐπωλοῦντο εὐθηνά, διότι ἐκεῖ πλησίον κάμνει τὰ γυμνάσιά του τὸ πυροβολικόν. Ἡμέραν τινὰ ἐζητήθησαν τὰ οἰκόπεδα παρὰ τῆς Τραπέζης, αὕτη δὲ τὰ ἐξέθηκεν εἰς δημοπρασίαν, καὶ προσῆλθεν ὁ κ. Ἰωάννης Εὐταξίας, ὁ νῦν ὑποδιοικητὴς τῆς Τραπέζης, ὅστις τότε δὲν ἦτο ὑποδιοικητής...

§105ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸν προσέβαλε κανείς.

§106Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τὸν προσέβαλε, διότι ὑπὸ πολλῶν ἐθεωρήθη, ὅτι ὡς ὑποδιοικητὴς τῆς Τραπέζης ἀγοράζει κτήματα, ἐνῷ αὐτὸς δὲν ἦτο τότε ὑποδιοικητής.

§107Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ μάθω, ἂν τὰ ἠγόρασεν ὁ βουλευτὴς Εὐταξίας.

§108Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τὰ ἠγόρασεν ὁ Ἰωάννης Εὐταξίας, καὶ τὰ ἐμοίρασεν εἰς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι παρετήρησαν, ὅτι τοῖς εἶναι ἄχρηστα, διότι ἐκεῖ εἶναι τὸ πυροβολικόν, καὶ δὲν δύνανται ταῦτα νὰ χρησιμοποιηθῶσι, διότι ἐντὸς αὐτῶν γυμνάζεται τὸ πυροβολικόν. Ὁ Εὐταξίας τὰ ἠγόρασε κατὰ τὸ 1895, ὑποδιοικητὴς δὲ τῆς Τραπέζης ἐγένετο κατὰ τὸ 1899.

§109Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὄρα Παράρτημα).

§110ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὴν ἑσπέραν ταύτην ἤκουσα διὰ πρώτην φορὰν γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἠγνόουν, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα οὔτε ἀσχολοῦμαι, οὔτε θ’ ἀσχοληθῶ. Ἀλλὰ, κατ’ ἐμέ, ἐξ ὅσων ἤκουσα, συνάγεται πόρισμα, τὸ ὁποῖον νομίζω ἄξιον νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἴσως καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων ὡμολόγησεν, ὅτι, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐνέκρινε προϋπολογισμὸν δαπάνης διὰ τὴν νέαν κατασκευασθησομένην Μονὴν ἐν Βάρῃ 400,000 δραχμῶν. Ὁ αὐτὸς δὲ ὡμολόγησεν, ἢ ἐκ τῶν συζητήσεων προέκυψεν, ὅτι ἡ Μονὴ δὲν εἶχεν αὐτὰ τὰ χρήματα καὶ ἐρωτῶ, εἶχε συνείδησιν τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἐπέφερεν ἡ ἔγκρισις αὐτοῦ διὰ τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τῆς Μονῆς, ὁ τότε Ὑπουργός; Διότι βεβαίως, ἐὰν θέλῃ τις νὰ σκεφθῇ ὀλίγον ἐπὶ τῆς ἐγκρίσεως ταύτης, θὰ ἴδῃ, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο τὸ πρῶτον βῆμα τῆς περαιτέρω καταστροφῆς τῶν οἰκονομικῶν τῆς Μονῆς, ἥτις ἀρκετὰς περιπετείας ὑπέστη. Ἡ Μονή, ὡς μᾶς ἐξέθηκαν, ἔχει 14 μοναχούς, 4 ἢ 5 δοκίμους 10 ἢ 11 ὑπηρέτας, ἤτοι ἐν ὅλῳ κατοικοῦσιν ἐν αὐτῇ περίπου 30 ἄνθρωποι· διὰ νὰ ἐνοικιασθῶσι δὲ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἐγκρίνεται δαπάνη 400,000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ γείνῃ καὶ ἡ ἄλλη σκέψις, ὅτι ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 400,000 δραχμῶν, εἶναι ἐκ τῆς πείρας βεβαιωμένον, ὅτι θὰ ἔχωμεν καὶ μίαν ὑπέρβασιν τοὐλάχιστον 25%, ὥστε θὰ φθάσῃ ἡ δαπάνη βεβαίως τὰς 500,000 δραχμάς. Καὶ ἐρωτῶ: πῶς μὲ ἐλαφρὰν συνείδησιν ἐνέκρινε τοῦτο χάριν τῆς οἰκήσεως 30 ἀνθρώπων, ὅταν ἠξεύρωμεν μάλιστα, ὅτι ἡ Μονὴ δὲν εἶχε χρήματα διαθέσιμα, ἵνα πληρώσῃ; Καὶ τί ἤθελε συμβῆ; Ὁ ἐργολάβος ἤθελε προβῆ εἰς τὰ ἔργα τῆς οἰκοδομῆς, καὶ ἀναλόγως ἐδικαιοῦτο νὰ πληρώνηται. Ἡ Μονὴ, μὴ ἔχουσα χρήματα, ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ πωλῇ μικρὸν κατὰ μικρὸν, εἴτε ἐπὶ πλειστηριασμῷ, εἴτε ἐξωδίκως, οἰκόπεδα, ἢ ἄλλα κτήματα, τὰ ὁποῖα οἱ δωρηταὶ ἔδωκαν πρὸς ἐκτέλεσιν ἱερῶν σκοπῶν. Καὶ οὕτως ἤθελεν ἀποξενωθῆ ὅλων τῶν κτημάτων, ἴσως δὲ καὶ εἰσοδημάτων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἔχει. Αὐτὰ δὲ τὰ γενόμενα μέχρι τοῦδε ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσουν — καὶ ἰδίως ἀναφέρω τὸ κτίριον, ὅπερ ὀφείλομεν εἰς τὴν ἱκανότητα καὶ τὸν ζῆλον τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Γερμανοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον ᾠκοδομήθη διὰ κληροδοτήματος ὁμογενοῦς, καὶ ἐστοίχισε 350,000 δραχμάς. Σήμερον, κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον, λαλοῦν ᾗ κουκουβάγιαις μέσα, καὶ ἀναγκάζεται ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανήσῃ πρὸς συντήρησίν του. Ἐρωτῶ λοιπόν: δὲν εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι κατὰ αὐτὸν τὸν τρόπον βαίνομεν κατὰ κρημνῶν; Ἂν ἦτο ἀνάγκη νὰ μεταφερθῇ ἡ Μονὴ ἀπὸ μιᾶς θέσεως εἰς ἄλλην, ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἄλλη σκέψις. Ἀφίνω δὲ τὸ ζήτημα, ἂν ἡ Βάρη εἶναι πρόσφορος θέσις, διότι ἡ Μονὴ μεταφέρεται, ἵνα οἱ μοναχοὶ ὦσι μακρὰν τοῦ κόσμου· ἀλλ’ ἡ Βάρη δὲν εἶναι μακρὰν τῶν κοσμικῶν· ἀρκεῖ νὰ γνωρίζητε, ὅτι κατὰ τὸ θέρος ἑκατοντάδες κυνηγῶν μεταβαίνουσιν ἐκεῖ πρὸς θήραν, πλησίον δ’ ἐκεῖ εἶναι καὶ τὰ λουτρὰ τῆς Βουλιαγμένης, ὅπου παραθερίζουσι πολλαὶ οἰκογένειαι χάριν τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων. Ὥστε ἡ θέσις τῆς Βάρης ἥκιστα ἦτο πρόσφορος πρὸς περισυλλογὴν τῶν μοναχῶν. Τὸ οὐσιωδέστερον ὅμως εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα, διότι αὐτὴ ἡ μεγαλομανία νὰ κτίζωμεν κτίρια 500,000 δραχμῶν διὰ νὰ κατοικήσωσι 30 μοναχοὶ, αὐτὴ θὰ δώσῃ ἀφορμὴν πρὸς ὄλεθρον τῶν Μονῶν, τῶν ὁποίων τὰ εἰσοδήματα, καλῶς διαχειριζόμενα, δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν σκοπῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις δεῖται προνοίας.

§111Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω. Ἦτο περιττὸν νὰ καταφύγῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτήσας εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Μονῆς Ἀσωμάτων–Πετράκη, ἵνα ἀποδείξῃ ὅτι ἡ Μονὴ ἦτο κάτοχος μεγάλης περιουσίας. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν αὐτὸν, ἦτο τὸ ζήτημα περὶ ἐκποιήσεως τῶν κτημάτων αὐτῆς, ἔπρεπε δὲ νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὸ ἂν συνέβη τις ἀταξία, καὶ τίνες οἱ κρατοῦντες ὁρισμοὶ περὶ ἐκποιήσεως Μοναστηριακῶν κτημάτων. Κύριοι, κατά τε τὸ Κανονικὸν Δίκαιον καὶ κατὰ τὸ Ἀστικὸν, ὑπάρχει γενικὸς κανὼν, ὅτι ἡ περιουσία τῶν Μονῶν εἶναι ἀναπαλλοτρίωτος. Τὸ δόγμα τοῦτο στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν Ἀποστολικῶν Κανόνων, ὅτι τὰ ἐκκλησιαστικὰ κτήματά εἰσι καθιερωμένα τῷ Θεῷ, ὅτι εἰσὶ κτήματα ἱερά. Ἀλλὰ τὸ δόγμα τοῦτο δὲν εἶναι ἀπόλυτον, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαχείρισις περιουσίας τῶν Μονῶν ὡς νομικῶν προσώπων. Ὑπάρχουσι δηλαδὴ περιπτώσεις, καθ’ ἃς καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία δύναται νὰ ἐκποιηθῇ. Παραδείγματος χάριν, ὅταν πρόκηται νὰ οἰκοδομηθῇ ναὸς, ὅταν πρόκηται ν’ ἀπολυτρωθῶσιν αἰχμάλωτοι. Ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς ἐκποιήσεως — πρέπει νὰ ἐξηγηθῶμεν — περιλαμβάνεται πᾶσα ἀπαλλοτρίωσις. Τοῦτο δὲ κατὰ τοὺς νόμους σαφῶς ἐξηγεῖται, διότι καὶ ἡ δωρεὰ καὶ ἡ πρᾶσις καὶ ἡ ἄμειψις ἢ ἀνταλλαγὴ εἶναι εἶδος ἐκποιήσεως. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅταν ἀναφέρωνται εἰς τὸν νόμον εἰδικαὶ περιπτώσεις περὶ ἐκποιήσεως, πρέπει νὰ περιοριζώμεθα μόνον εἰς αὐτὰς στενῶς κατὰ τὸ Κανονικὸν Δίκαιον; ἢ ὅταν ἀναφέρωνται περιπτώσεις ἁπλῶς ἐνδεικτικαί; Ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι δέον νὰ δοθῇ εὐρυτέρα ἐπὶ τῶν περιπτώσεων τούτων ἑρμηνεία καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ εὔλογος αἰτία ἐν γένει, ἐπιτρέπεται ἡ ἐκποίησις. Ἂν π. χ. ἔχῃ ἀνάγκην τὸ Δημόσιον, ἂν παρίσταται ἀνάγκη συνδρομῆς ἄλλου εὐαγοῦς οἴκου, ἐπιτρέπεται οὐ μόνον ἐκποίησις καὶ ἀνταλλαγὴ καὶ πρᾶσις, ἀλλὰ καὶ δωρεά. Ἡ θεωρία αὕτη περὶ ἐκποιήσεως ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας δικαιολογεῖται καὶ ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς διοικήσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Ἄλλοτε, ὅτε αἱ Μοναὶ διετέλουν ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ Ἡγούμενος ἠδύνατο νὰ ἐκποιῇ τὴν ἐκκλησιαστικὴν περιουσίαν γνώμῃ τῶν καλλιόνων, δηλαδὴ τῶν γεροντοτέρων τῆς Μονῆς, ἀλλὰ πάντοτε τῇ ἐγκρίσει τῆς Ἐπισκοπῆς, ἥτις ἀπετέλει νομικὸν πρόσωπον. Διὰ τοῦτο παρατηροῦμεν ἐν ταῖς Πηγαῖς, ὅτι, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τῆς ἐκκλησίας, ἐν γένει τῆς ἐνορίας, ὁ Ἐπίσκοπος, ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς ἀπογραφὴν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, νὰ διακρίνῃ τὰ λεγόμενα Κυριακὰ, δηλ. τὴν ἐκκλησιαστικὴν περιουσίαν ἀπὸ τὴν ἀτομικὴν, ἵνα μὴ ἐπέρχηται σύγχυσις. Τὸ νεώτερον ὅμως δίκαιον ἀφήρεσε καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ τοῦ Ἐπισκόπου τὸ δικαίωμα διαχειρίσεως...

§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τί ἐννοεῖτε «νεώτερον δίκαιον»;

§113Α. ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Τὸ νεώτερον διοικητικὸν δίκαιον τῆς Ἑλλάδος.

§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ νεώτερον δίκαιον; Ποία ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἰσχύουσιν οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας;

§115Α. ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος δύνανται νὰ ἐγερθῶσι πολλὰ ζητήματα· δηλαδὴ τὸ τῶν κανόνων καὶ παραδόσεων κράτος ἐπεκτείνεται πέραν τῶν δογματικῶν.

§116Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.

§117Α. ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ἤδη πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν εἰδικῶς τὸ θέμα περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν. Κατὰ τὸ Βυζαντινὸν Δίκαιον καὶ τοὺς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἀπαγορεύεται ἀπολύτως ἡ ἐκποίησις τῆς περιουσίας ταύτης. Καὶ κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1858 ἐπιτρέπεται ἡ ἐκποίησις, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀνάγκης, ὅταν ὑπάρχῃ εὔλογος αἰτία, ἀλλὰ καὶ τότε πρέπει νὰ στηρίζηται ἡ ἐκποίησις εἰς τοὺς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου. Ἐκποιήσεις τοιαύτας βλέπομεν καθ’ ἑκάστην, ὅταν πρόκηται παραδείγματος χάριν νὰ πληρωθῶσι χρέη τῶν Μονῶν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει σήμερον ἡμᾶς, εἶναι, ἂν ἐγένοντο παρόμοιαι ἐκποιήσεις, ἂν ὑπάρχουσι πράξεις, οἷον ἀνταλλαγαί, αἱ ὁποῖαι ἔβλαψαν τὴν Μονὴν Πετράκη ἢ τῆς Πεντέλης. Αὐτὰ ἔπρεπε νὰ ὑποδειχθῶσιν, ἵνα ἡ συζήτησις ἐνέχῃ πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Βεβαίως ἀνταλλαγὴ καὶ ἄμειψις μοναστηριακῶν κτημάτων, κατὰ γενικὸν κανόνα, ἀναγραφόμενον ἐν τῇ Νεαρᾷ 122, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν ἰσχύουσαν παρ’ ἡμῖν μοναστηριακὴν νομοθεσίαν, ἀπαγορεύεται. Ὅταν μάλιστα ἡ ἀνταλλαγὴ ἦναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ τῆς Μονῆς συμφέροντα, ὅταν δὲν ἦναι ἴσης ἀξίας τὸ κτῆμα, τὸ ὁποῖον δίδεται, πρὸς τὴν τοῦ λαμβανομένου, ὑπάρχει ἀναντιρρήτως περίπτωσις προσβολῆς τῆς ἀνταλλαγῆς, εἶναι ἄκυρος ἡ ἀνταλλαγὴ κατὰ τοὺς νόμους. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ πρᾶξις, ἡ ὁποία ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς Πετράκη ἢ τῆς Πεντέλης, βεβαίως δύναται νὰ προσβληθῇ, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ὡς ἐπιβλέποντος, δηλαδὴ δύναται νὰ διαβιβάσῃ διὰ τοῦ νομάρχου εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Μονῆς τὴν γνώμην αὐτοῦ περὶ τῆς προσβολῆς τῆς πράξεως τῆς ἀνταλλαγῆς. Διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ διαχείρισις τῆς περιουσίας ἀνήκει εἰς τὴν Μονήν. Αὐτὴ θὰ προσβάλῃ τὴν πρᾶξιν τὴν ἄκυρον. Ἐννοεῖται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην διοικητικῶς. Περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων βεβαίως ἐφρόντισε τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἀμέσως, ὅτε ἔλαβον γνῶσιν ἐγώ, καὶ διεδίδετο, ὅτι ἐγένοντο ἀνταλλαγαὶ ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰς Μονὰς, ἐζήτησα ἐπανειλημμένως διὰ τοῦ νομάρχου νὰ ὑποβληθῇ πίναξ ὅλων τῶν ἀνταλλαγῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ 40 ἐτῶν καὶ ἐντεῦθεν ἐγένοντο, διότι τεσσαρακονταετὴς εἶναι ἡ παραγραφὴ τῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων. Τοῦτο ἐγένετο, καὶ ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ταύτῃ, ἢ τῇ εἰδήσει ταύτῃ, ἴσως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ ἀνατάμῃ ὁλόκληρον τὴν διαχείρισιν τῶν Μονῶν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ εἰς ὡρισμένας πράξεις. Λοιπὸν ἐλήφθησαν αἱ πληροφορίαι, καὶ ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τούτων βεβαίως θέλω ἐπιστήσει τὴν προσοχήν μου, καὶ ἐὰν εὕρω ἐπιβλαβεῖς πράξεις, θέλω φροντίσει νὰ ἐπιβάλω τὴν προσβολὴν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ῥίψῃ καὶ ἓν Πάρθιον βέλος ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς μὴ ἐκτελέσεως τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον πραγματικῶς ὑπάρχει, καὶ δι’ οὗ διετάσσετο ἡ οἰκοδομὴ Μονῆς ἀξίας 400 χιλιάδων δραχμῶν. Ἦτο καὶ εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἡ μετάθεσις τῆς Μονῆς Πετράκη, διότι περιεστοιχίσθη ἐκ τῶν οἰκιῶν, καὶ δὲν εἶναι πλέον εὐχῆς οἶκος, ἐν τῷ ὁποίῳ δύνανται ἐν ἐγκαρτερήσει νὰ διαβιώσωσιν οἱ μοναχοὶ πρὸς σωτηρίαν τῆς ψυχῆς αὐτῶν, καὶ εἶναι ἀνάγκη πραγματικῶς νὰ εὑρεθῇ τόπος, ἐν τῷ ὁποίῳ ν’ ἀποσυρθῶσι καὶ νὰ ἡσυχάζωσι. Τὸ Διάταγμα ὁρίζει τὴν θέσιν Βάρη. Ἀλλ’ ἐγώ, ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, εὗρον κατάστασιν, ἡ ὁποία μοὶ ἐπέβαλλε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ σπεύσω εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Διατάγματος. Δὲν παρεβίασα τὸ Διάταγμα, διότι τὸ Διάταγμα τοῦτο ἀνάγεται εἰς σχέσιν περιουσίας, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἔχει καθῆκον βεβαίως νὰ ἐξετάσῃ, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐξετάσῃ, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ Διάταγμα. Ὅτε λοιπὸν ἀπετάθην εἰς τὸν Ἡγούμενον, καὶ τὸν ἠρώτησα, ἂν ὑπάρχει τὸ ποσὸν τῶν 400 χιλιάδων δραχμῶν ἕτοιμον πρὸς ἀνέγερσιν τῆς Μονῆς, εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν Τράπεζαν ἔχουσι κατατεθῆ ἐξ ἐκποιήσεως, ἐκ τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης γενομένων ἀγοραπωλησιῶν, 100 ἕως 110 περίπου χιλιάδες. Ὅτε δὲ τὸν ἠρώτησα: «ποῦ θὰ εὕρητε τὰς ἑτέρας 300,000; — ἴσως καὶ περισσοτέρας, διότι μία ἐργολαβία δύναται νὰ παρουσιάσῃ καὶ τὴν ἀνάγκην μεγαλειτέρας δαπάνης, — εἶπεν, ὅτι βεβαίως ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἐκ τῆς περιουσίας τῆς Μονῆς. Τότε λοιπὸν ἐγὼ ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ παρακολουθήσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυθήρων Βουλευτήν, τὸν πρώην Ὑπουργόν, εἰς τὰς πράξεις του. Δὲν ἀνέτρεψα τὰς πράξεις αὐτοῦ, ἀλλὰ προέβην ἔτι περαιτέρω· δηλαδή, ἐνῷ δὲν εἶχον ἐγκρίνει τὴν πρᾶξιν τῆς δημοπρασίας, — διότι δὲν εἶχε κἄν τὸ συμβόλαιον συνταχθῆ, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἡ σύμβασις τελεία, — ἐνῷ λοιπὸν ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς ἔτι ἡ σύμβασις, ἐθεώρησα καθῆκόν μου, οὐχὶ νὰ ἀναβάλω ἁπλῶς τὴν δημοπρασίαν, ὅτε θὰ ἤμην ὑπόχρεως νὰ ἐπαναλάβω αὐτήν, ἀλλ’ ἐκήρυξα ἁπλῶς ἄκυρον τὴν δημοπρασίαν, διότι ὑπῆρχε σπουδαῖος λόγος ἀκυρότητος τῆς δημοπρασίας· ὑπῆρχε λόγος ἀκυρότητος, διότι οὐχὶ βεβαίως ἐκ τῆς ἀμελείας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀμελείας τῆς ὑπηρεσίας, ἐξ ἀβλεψίας τῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶχον συνταχθῆ ἐγκύρως τὰ πρακτικά. Ὅταν δὲν ἀναφέρηται τόπος καὶ χρόνος ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ καταγεγραμμένον τὸ πρακτικὸν τῆς δημοπρασίας, ἐννοεῖται ὅτι λείπει ὁ ἔλεγχος, ἡ βεβαία χρονολογία, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐγκρίνω δημοπρασίαν οὕτως ἐνεργηθεῖσαν, ἡ ὁποία ἦτο τόσον σοβαρὰ κατὰ τὸ ποσὸν, 400 χιλιάδων, πρὸς οἰκοδομὴν Μονῆς. Ἐφρόντισα ὅμως, ἀκολουθῶν τὴν ἀτομικήν μου πεποίθησιν, νὰ ἀπευθύνω ἔγγραφον πρὸς τὰς ἐκκλησιαστικὰς ἀρχὰς, ἵνα μεταβάλωσι γνώμην, διότι, διὰ νὰ προκληθῇ Β. Διάταγμα ἀνατρέπον τὸ Β. Διάταγμα τὸ πρῶτον, ἔπρεπε νὰ λάβω τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, τὴν γνώμην τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, τοῦ Ἐπισκόπου, τῆς Ἐπισκοπικῆς ἀρχῆς. Ὅταν ληφθῶσιν αὐταὶ αἱ ἀποφάσεις, — καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ ἐμμένῃ πλέον ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ εἰς τὴν μετάθεσιν τῆς Μονῆς εἰς Βάρην, — τότε θέλει προκληθῇ ἕτερον Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ γείνῃ ἡ μετάθεσις εἰς ἄλλο καταλληλότερον μέρος. Ἐγὼ δ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὑπάρχουσι Μετόχια ἀλλαχοῦ, καὶ διὰ δαπάνης 20–30 χιλιάδων δύνανται ἄριστα νὰ ἐγκατασταθῶσιν οἱ μοναχοὶ ἐκεῖ, καὶ νὰ ἐκτελῶσι τὸν προορισμὸν αὑτῶν. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω. Ὑποθέτω, ὅτι αἱ πράξεις τὰς ὁποίας ἐνήργησα, εἶναι ἐν πλήρει τάξει.

§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ παρακαλοῦμεν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ ζητήσητε τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν Μονῶν Πεντέλης καὶ Πετράκη τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901, καὶ καταθέσητε αὐτοὺς εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἀνηγγέλθη τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐτελέσθησαν πράξεις, αἱ ὁποῖαι τιμωροῦνται ἀπὸ τὸν Ποινικὸν Νόμον. Ἑπομένως πρέπει νὰ λάβωμεν γνῶσιν.

§119Α. ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Εἶναι νέα ἐπερώτησις. Παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε αὐτὴν ἐγγράφως.

§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ 1900 καὶ 1901.

§121Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καταθέσητε σημείωμα, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐλλιπῆ προσάγω ἔγγραφα· διότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς ἐξέφρασε παράπονον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐλλιπῆ ἔφερα τὸν φάκελον, ἐνῷ προσεπάθησα ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερον νὰ εὐχαριστήσω αὐτὸν, καὶ μετανοῶ διὰ τοῦτο, διότι περιεπλάκην περισσότερον, ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν ἐγγράφων.

§122Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγὼ δὲν περιεπλάκην ποσῶς.

§123Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ πρῶτον, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν εἰς γνώμην τινὰ, ἣν περὶ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως αὑτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐξήνεγκε, περὶ τῆς ἐννοίας δῆθεν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος καὶ περὶ τῆς ἐν γένει νεωτέρας σχετικῆς νομοθεσίας παρ’ ἡμῖν...

§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, διότι εἶναι σπουδαιότατον.

§125ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ θέμα τοῦτο ἔχει ὑψίστην σημασίαν, ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ λίαν περὶ τοὺς νόμους ἐντριβὴς κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μετὰ τοσαύτης εὐκολίας παρεῖδε τὰ κατὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος ῥητῶς λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κεφαλὴν γνωρίζουσα τὸν Κύριον Ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς ἐκεῖναι, τούς τε ἱεροὺς Ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς Κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς Παραδόσεις, κλπ.» Ἐγείρεται λοιπὸν τὸ ζήτημα, τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος ἀφορᾷ τὸ δόγμα μόνον; ἢ καὶ ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν σφαῖραν τῆς Ἐκκλησίας; Κατὰ πρῶτον ὑπάρχει κανὼν γνωστότατος ἑρμηνευτικὸς τῶν νόμων, καθ’ ὃν, ὅπου δὲν διακρίνει ὁ νόμος, δὲν δύναται νὰ διακρίνῃ καὶ ὁ ἐφαρμόζων αὐτόν. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1864 ἔτους, οὐδαμοῦ θέλετε εὕρει ἐν ταῖς τότε συζητήσεσιν, ὅτι ἐγένετο λόγος περὶ τῆς διακρίσεως, ἣν προβάλλει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο· ἀλλ’ ἐὰν μελετήσητε καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ πολιτεύματος τοῦ 1864 ἔτους, τοῦ ἀειμνήστου νομοδιδασκάλου Νικολάου Σαριπόλου, θέλετε ἴδει, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη διάκρισις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος γίνεται. Ἐκτὸς ὅμως τῶν λόγων τούτων τῶν νομικῶν, τῶν ἀπορρεόντων ἔκ τε τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τῶν λαβόντων χώραν κατά τε τὴν σύνταξιν καὶ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, ὑψίστου ἐνδιαφέροντος ἐθνικοῦ, ὃν ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεῖδε. Ἐὰν, κύριε Ὑπουργέ, ἡ γνώμη ὑμῶν ἦναι ἀκριβὴς, δὲν μοὶ λέγετε, παρακαλῶ, τίνα τίτλον ἔχετε πλέον ἐπὶ τῶν ἐν Ρουμανίᾳ Ἑλληνικῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων; Βεβαίως ἀπωλέσατε τὸν τίτλον τῆς Ἐκκλησίας ἐπ’ αὐτῶν ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν δογματίζετε, ὅτι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος, ὁμιλοῦν περὶ τῶν ἱερῶν Ἀποστολικῶν καὶ Συνοδικῶν Κανόνων, καὶ τῶν ἱερῶν Παραδόσεων, ἐννοεῖ μόνον τὸ δόγμα. Ἀπωλέσατε ὅλα τὰ δικαιώματα, ἅτινα ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ἀξιοῖ ἐπὶ τῶν ἐν Ρουμανίᾳ Ἑλληνικῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων. Διατί; Διότι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἔκτοτε, ἀφ’ ἧς δηλαδὴ τὰ Μοναστηριακὰ ἐκεῖνα κτήματα κατεπατήθησαν παρὰ τοῦ Ρουμανικοῦ Κράτους, ἠξίωσεν, ὅτι κέκτηται ἀναμφισβήτητα δικαιώματα ἐπὶ τῶν Μοναστηριακῶν ἐκείνων κτημάτων ὑπὲρ τοῦ Παναγίου Τάφου, οὗτινος καὶ αὐτὴ εἶναι προστάτις, τίτλος τῆς Ἑλλάδος ὑπὲρ τοῦ Παναγίου Τάφου εἶναι, ὅτι τὰ Μοναστηριακὰ ἐκεῖνα κτήματα, κατὰ τοὺς ἱεροὺς Ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς Κανόνας, κατὰ τὰς ἱερὰς Παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἐδύναντο νὰ γένωνται κτῆσις τοῦ Ρουμανικοῦ Κράτους, διότι καὶ ἐν Ρουμανίᾳ ὑπάρχουσι τὰ αὐτὰ δόγματα, οἱ αὐτοὶ ἱεροὶ Ἀποστολικοὶ καὶ Συνοδικοὶ Κανόνες, καὶ αἱ αὐταὶ ἱεραὶ Παραδόσεις.

§126Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Νὰ ἐξηγηθῶμεν. Πρόκειται περὶ τῆς διαχειρίσεως Ἐπισκόπου. Δύνασθε νὰ βεβαιώσητε, ὅτι κατὰ τοὺς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας σήμερον ὁ Ἐπίσκοπος πρέπει νὰ ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας;

§127ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ τὸ ζήτημα.

§128ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐδῶ εἶναι.

§129ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν δύνανται νέοι νόμοι νὰ μεταβάλωσι τοιαῦτα ἐκκλησιαστικὰ καθεστῶτα.

§130ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ διοικητικὸν μέρος, ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει διαφορά, διότι ὁ Ἐπίσκοπος, κατὰ τοὺς Κανόνας, εἶναι διαχειριστὴς τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Πῶς λοιπὸν σήμερον δὲν διαχειρίζεται τὴν ἐκκλησιαστικὴν περιουσίαν;

§131ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπαντῶ, ὅτι, ὡς πρὸς τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα δύναται νὰ γένηται ἀπαλλοτρίωσις, ἄμειψις δηλαδὴ ἀνταλλαγή, ἢ πώλησις ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων Μοναστηριακῶν, ἰσχύουσιν ἀπαρασαλεύτως οἱ ἱεροὶ Ἀποστολικοὶ καὶ Συνοδικοὶ Κανόνες, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς ἱερὰς Παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, διότι ταῦτα πάντα καθιερώθησαν διὰ τοῦ Συντάγματος.

§132ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Λοιπόν, κατὰ τοὺς Κανόνας τοὺς Ἐκκλησιαστικούς, περιουσία ἐκκλησιαστικὴ ἀπαλλοτριοῦται τῇ ἐγκρίσει μόνον τοῦ Ἐπισκόπου. Δύνασθε σήμερον νὰ θεωρήσητε, ὅτι εἶναι ἔγκυρος ἡ ἐκποίησις Μοναστηριακῆς περιουσίας ἐγκρίσει μόνον τοῦ Ἐπισκόπου, ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τοῦ νομάρχου, ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τῆς Πολιτικῆς Ἀρχῆς;

§133ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκ τούτου δὲν βλάπτεται ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία.

§134ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἰς αὐτὸ νὰ περιορισθῆτε λοιπόν.

§135ΛΕΒΙΔΗΣ. Αἱ ἀντιρρήσεις, ἃς προβάλλετε, κύριε Ὑπουργέ, συντελοῦσιν εἰς τὴν εὐρυθμοτέραν διοίκησιν καὶ τὴν μείζονα προστασίαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ νόμων συντελούντων εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ὑπαρχουσῶν Ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων, βεβαίως οἱ νόμοι οὗτοι δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὰς καθεστώσας Ἐκκλησιαστικὰς διατάξεις. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ τροποποιήσεως τῶν παλαιῶν νόμων διὰ νεωτέρων, πρὸς βλάβην τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας, βεβαίως οἱ νόμοι αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ ἰσχύσωσι, διότι ἀντιβαίνουσιν εἰς τοὺς καθεστῶτας Ἐκκλησιαστικοὺς νόμους, οἵτινες ἐκυρώθησαν διὰ τοῦ Συντάγματος.

§136Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Τὸ ζήτημα π.χ. τῆς ἐμφυτεύσεως τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας μετεβλήθη διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἄρμανσπεργ. Λοιπὸν ἄλλως ἔχει τὸ ζήτημα τῆς ἐμφυτεύσεως τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας κατὰ τὸ Κανονικὸν Δίκαιον καὶ τὸ Βυζαντινὸν Δίκαιον καὶ ἄλλως κατὰ τὸ σημερινὸν Δίκαιον. Καὶ ἄλλαι μεταβολαὶ ἐπῆλθον. Ἐπὶ παραδείγματι, αἱ ἀγωγαί, αἱ ὁποῖαι ἠσκοῦντο πρὸς προστασίαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ἠσκοῦντο ὑπὸ οἰκονόμων καὶ χαρτουλαρίων, οἵτινες ὑπηρέτουν παρὰ τοῖς Ἐπισκόποις. Δύνασθε σήμερον νὰ εἴπητε, ὅτι τὰς ἀγωγὰς ἐπὶ προσβολῇ τῶν ἀνταλλαγῶν ἔχει σήμερον καὶ ἐγείρει ὁ οἰκονόμος ἢ ὁ χαρτουλάριος;

§137ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι· δὲν ἔχει σχέσιν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε.

§138Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἔχει πολλὴν σχέσιν, διότι ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ τὰ Μοναστήρια καὶ αἱ Ἐπισκοπαὶ εἶχον διαχειριστὰς οἰκονόμους. Ἐὰν λοιπὸν ἐν τῷ μέλλοντι πρόκειται νὰ προστατεύσωμεν τὴν περιουσίαν, τροποποιοῦντες τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν, δέον νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τῶν Κανόνων, καὶ νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν θεσμόν, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν διαχείρισιν ἀποκλειστικῶς τὰ Ἡγουμενοσυμβούλια, ἀλλὰ παρὰ τὰ Ἡγουμενοσυμβούλια νὰ τοποθετήσωμεν τὸν οἰκονόμον, τὸν ὁποῖον οἱ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας ἐπιβάλλουσι, δηλαδὴ ταμιακὴν καὶ λογιστικὴν ὑπηρεσίαν.

§139ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν δύνασθε διὰ νεωτέρων νόμων νὰ σαλεύσητε τοὺς ὑπάρχοντας ἐκκλησιαστικοὺς Κανόνας, τὰς ὑπαρχούσας ἱερὰς Παραδόσεις.

§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ, πλὴν τούτου, τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργός, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς Ἀντιβασιλείας, αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς ἐκκλησιαστικὸν σύστημα διοικήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἰσχύει πλέον. Διότι μετὰ τὸ 1851, ὅτε ἐξεδόθη ὁ Τόμος, δηλαδὴ ἡ συνθήκη τῆς αὐτοκεφάλου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας μετὰ τῆς Μεγάλης ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἐκκλησίας, ἐξεδόθησαν νόμοι περὶ Ἐπισκόπων καὶ Ἐπισκοπῶν καὶ περὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, αὐτοὶ δὲ οἱ νόμοι καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἐκήρυξαν ἀναλλοιώτους, ἀμεταβλήτους καὶ ἐγκύρους καὶ ἐφαρμοστέας τὰς διατάξεις τῶν Κανόνων. Ἑπομένως ἔχομεν Κανόνας καὶ ἱερὰς Παραδόσεις, ἤτοι τὸ Σύνταγμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐν τῇ Πολιτείᾳ, καὶ συμβιοῖ μετ’ αὐτῆς, ἀλλὰ διοικεῖται κατὰ τοὺς ἱεροὺς Κανόνας. Ἡ Πολιτεία, ἔχουσα ἐν τοῖς κόλποις αὐτῆς τὴν Ἐκκλησίαν, συναρμολογεῖ ἑαυτὴν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, πρὸς τοῦτο ὅμως πρέπει αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας νὰ μὴ ἀντιβαίνωσιν εἰς νόμους τῆς Πολιτείας. Πρὸς τοῦτο ὑπάρχει θεσμὸς, ὁ ὁποῖος συνδέει τὰς ἐργασίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μετὰ τῆς Πολιτικῆς Ἀρχῆς, ὁ δεσμὸς τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου. Ὁ Βασ. Ἐπίτροπος παρίσταται κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἂν δὲ ἤθελέ ποτε προταθῇ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἀντιβαίνουσα εἰς τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος καταδεικνύει τὴν ἀντίθεσιν τῶν νόμων τῆς Πολιτείας, ἵνα ἡ Σύνοδος μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀντιβαίνουσαν εἰς τοὺς νόμους ἀπόφασίν της· ἂν δὲ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἤθελεν ἐπιμείνει, ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ἀρνεῖται νὰ προσυπογράψῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου, τῆς ὑπογραφῆς δὲ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου ἡ ἔλλειψις καθιστᾷ ἄκυρον τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν περιουσίαν τῶν Μονῶν, ἐπειδὴ αὕτη εἶναι ἀφιερώματα χριστιανῶν, γινόμενα ἐξ ἀρχαιοτάτων χρόνων πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς, ἀμφιβάλλω, ἐὰν εἶναι δυνατὸν τὰς θελήσεις τῶν διαθετῶν νὰ μεταβάλητε διὰ νόμων καὶ Διαταγμάτων. Ἐὰν κτήματα Μονῶν ἢ ἄλλαι κτήσεις οἱαιδήποτε εἶναι ἀφιερώματα χριστιανῶν εἰς τὰς Μονὰς, τὰ κτήματα ταῦτα, αἱ κτήσεις αὗται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὰς Μονὰς ἢ νὰ ἐκποιηθῶσιν ὑπ’ αὐτῶν, ἑπομένως οὐδεὶς δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ αὐτὰς ἀπὸ τὰς Μονὰς, διότι ἀναιρεῖται ἡ θέλησις τῶν διαθετῶν, οἱ ὁποῖοι διέθεσαν τὰς περιουσίας αὐτῶν.

§141Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος, διότι ὁ νόμος περὶ Ἐπισκόπων καὶ Ἐπισκοπῶν εἶναι νόμος νεώτερος, ὁ ὁποῖος ἐκανόνισε τὴν θέσιν τῶν Ἐπισκόπων ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐν γένει τῆς Ἐκκλησίας, διότι ὁ Ἕλλην νομοθέτης ἔλαβεν ὡς βάσιν τὸ δόγμα ἐλευθέρα Ἐκκλησία ἐν ἐλευθέρῳ Κράτει. Τοιουτοτρόπως, ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ δογματικὸν, τὸ πνευματικὸν, τὸ τελετουργικὸν, τὴν πειθαρχίαν τοῦ Κλήρου, ταῦτα ἀνέθεσεν εἰς Σύνοδον, ἡ ὁποία, σημειωτέον, εἶναι Ρωσσικῆς καταγωγῆς, ἡ ὁποία διεξάγει πάσας τὰς πνευματικὰς καὶ καθαρῶς ἐκκλησιαστικὰς ὑποθέσεις. Ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ διοικητικῶν ὑποθέσεων, περὶ ὑποθέσεων περιουσίας ἐκκλησιαστικῆς, τότε τὸ Κράτος ἀσκεῖ τὴν ἐποπτείαν. Ὁ δὲ Βασ. Ἐπίτροπος, περὶ τοῦ ὁποίου δευτέραν φορὰν ἐπαναλαμβάνετε ὅτι εἶναι ὁ ἐπόπτης, εἶναι καὶ αὐτὸς θεσμὸς νέος, ἄγνωστος εἰς τὸ Βυζαντινὸν Δίκαιον. Ἐὰν θέλητε νὰ ἀνατρέξητε εἰς τὰς μελέτας μεγάλου ἀνδρὸς, τοῦ Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὀνομάζει τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον ἁπλοῦν ὠτακουστὴν, καὶ εἶναι ζήτημα, ὑπάρχει μάλιστα καὶ ἀμφιβολία, ἐὰν δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ἐν τῇ Συνόδῳ· ἀλλ’ ἀσκεῖ μόνον δικαίωμα ἀρνησικυρίας, διότι ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ δὲν κυροῦνται αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου. Ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι, ὅτι ὁ Β. Ἐπίτροπος εἶναι εἶδος εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος μεταδίδει τὰ ἐν τῇ Συνόδῳ γινόμενα, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ Συνόδῳ. Ὁπωσδήποτε ἡ Σύνοδος μετὰ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου ἀποτελοῦσι σύστημα διοικητικὸν τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὸν νεώτερον τρόπον τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους ἐν σχέσει πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν· ἀλλ’ ἐγὼ ὅμως δὲν λέγω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῶμεν τῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἱερῶν Παραδόσεων. Ἀναμφιβόλως τὸ Κανονικὸν Δίκαιον δέον ἀκλόνητον νὰ ὑπάρχῃ, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔχομεν Κλῆρον καὶ ἀνώτατον Δικαστήριον Ἐκκλησιαστικὸν, ἐν πλήρει ἐκκλησιαστικῇ ἀνεξαρτησίᾳ διατελοῦν, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς χεῖράς του τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ ὅλων τῶν ἐκκλησιαστικῶν προσώπων καὶ πραγμάτων. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται ὅμως περὶ σχέσεων περιουσίας, περὶ διοικήσεως αὐτῆς, τότε παρεμβαίνει τὸ Κράτος, ὁ τρόπος δὲ τῆς παρεμβάσεως δὲν εἶναι ἁπλῶς διοικητικὸς, ἀλλὰ καὶ διὰ νόμων δύναται νὰ ῥυθμίζηται. Εἶπον ὑμῖν πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος, κατὰ τοὺς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον, ἔχει τὴν διαχείρισιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, δὲν δύνασθε ὅμως σήμερον νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος διαχειρίζεται περιουσίαν ἐκκλησιαστικήν. Ὅταν ἀπέθνησκεν ὁ Ἐπίσκοπος, κατὰ τὸ Βυζαντινὸν Δίκαιον ἐκληρονομεῖτο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, σήμερον ὅμως συντάσσει τὴν διαθήκην του, καὶ ἐλευθέρως διαθέτει τὰ ἑαυτοῦ, διότι ἄλλη ἦτο ἡ θέσις τοῦ Ἐπισκόπου ἐν τῷ Βυζαντινῷ Δικαίῳ καὶ ἄλλη ἐδημιουργήθη σήμερον ἐν Ἑλλάδι ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὑλικὰ συμφέροντα. Κατὰ τὸ Κανονικὸν Δίκαιον, οἱ Ἐπίσκοποι εἶχον χαρτουλαρίους καὶ οἰκονόμους, καὶ διεχειρίζοντο ὅλην τὴν ἐκκλησιαστικὴν περιουσίαν· σήμερον δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν θέσιν. Περὶ τοιούτων θεμάτων πρόκειται.

§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις τῶν χαρτουλαρίων καὶ τῶν οἰκονόμων δὲν μεταβάλλει τὰ καθήκοντα τοῦ Ἐπισκόπου, οὔτε προσθέτει οὔτε ἀφαιρεῖ τι, διότι οὗτοι εἶναι ὄργανα ἐκτελοῦντα διαταγάς. Ἑπομένως μὴ ἀναμιγνύετε τοὺς χαρτουλαρίους καὶ τοὺς οἰκονόμους, οὐδ’ εἶναι ἀναγκαία, εἶναι δὲ καὶ ὅλως περιττὴ ἡ ἀνάμιξις τῆς γνώμης τοῦ μακαρίτου Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Βασ. Ἐπιτρόπου. Ὁ Βασ. Ἐπίτροπος, ὁσάκις πρόκειται περὶ ἀποφάσεων τῆς Συνόδου, τὰς ὁποίας νομίζει μὴ συμφώνους πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, χρεωστεῖ νὰ παραστήσῃ τοῦτο εἰς τὴν Σύνοδον καὶ νὰ ἀναγγείλῃ, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐπιμείνῃ, δὲν θέλει στέρξει νὰ ὑπογράψῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἑπομένως, εἴτε ὠτακουστὴς εἶναι, εἴτε φύλαξ εἶναι ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, οὗτος πάντως εἶναι Ἐπίτροπος τῆς Πολιτείας, ἐπιτηρῶν ἵνα μὴ ἀναιρῶνται οἱ νόμοι αὐτῆς ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.

§143Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα προὐκλήθη ἐκ τῆς ἑξῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος ἀφορᾷ δῆθεν τὸ δόγμα... Αὐτὸ δὲν εἴπετε;... Ἐὰν δὲν ἔλεγε τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς, βεβαίως δὲν ἤθελε προκληθῆ μακροτάτη καὶ πεισματωδεστάτη συζήτησις. Λοιπὸν ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἐγένοντο τότε, καὶ ἐκ τῆς εἰδικῆς ἐκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ πολιτεύματος οὐδαμῶς προκύπτει, ὅτι τὸ Σύνταγμα διὰ τοῦ δευτέρου αὐτοῦ ἄρθρου ἐννοεῖ ἁπλῶς τὸ δόγμα. Τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖ τὴν προστασίαν τῶν δικαιωμάτων ἐν γένει τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος, δὲν δύναται δέ τις νὰ ἰσχυρισθῇ βεβαίως, ὅτι διὰ μεταγενεστέρων νόμων δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς μείζονα ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐκκλησίας, ἢ τῶν Μοναστηρίων καὶ τῆς περιουσίας αὐτῶν. Εἶπον μάλιστα, ὅτι, ἐὰν ἦναι βεβαιωμένον, ὡς εἶναι ἀναμφισβητήτως, ὅτι κατὰ τοὺς Κανόνας καὶ τὰς Παραδόσεις δὲν ἐπιτρέπεται ἐκποίησις τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας, εἰμὴ ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους καὶ περιστάσεις, αἱ διατάξεις αὗται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τροποποιηθῶσι διὰ τοῦ νεωτέρου Δικαίου, οὗ μνείαν ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, πρὸς ζημίαν τῆς ἐν λόγῳ περιουσίας. Οὐδεὶς ὅμως ἰσχυρίσθη ποτέ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ ἔθνους νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας αὐτῆς, προκειμένου περὶ βελτίονος διοικήσεως καὶ ἐξασφαλίσεως τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας. Ἀλλὰ τὸ Ἐκκλησιαστικὸν ἡμῶν καθεστὼς ἐστερέωσεν ἡ Συνταγματικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2. Βέβαιον δὲ εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ ἐπερώτησις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας συνετέλεσεν, εἴπερ τις καὶ ἄλλη, ἵνα διασαφηνισθῶσι ζητήματά τινα, καὶ προκληθῇ, ὡς ἐγένετο, ἡ προσοχὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρὸς εὐρυθμοτέραν ῥύθμισιν τῶν τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας. Διότι, κύριε Ὑπουργέ, μεθ’ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, ἣν ὑμεῖς ἔχετε, ὡς καὶ ἐγὼ ἔχω, πρὸς τοὺς δύο αὐτοὺς πραγματογνώμονας, οὓς ὁ προκάτοχος ὑμῶν ὥρισεν, ὅπως ἐκτιμήσωσι τὴν ἀξίαν τῶν ἀκινήτων τῆς Μονῆς ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν ἀκινήτων τῶν ἰδιωτῶν, πρὸς ἐπίτευξιν τῆς ἀνταλλαγῆς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω ὑμῖν, ὅτι, προκειμένου περὶ ἱερᾶς περιουσίας, ἣν ἀφιέρωσαν πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς οἱ προπάτορες ἡμῶν, δὲν ὑπῆρχον ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ἀπαιτούμεναι, ὅτε πρὸς τοῦτο διωρίσθησαν δύο μικροϋπάλληλοι, ὅσῳ ἐντίμους καὶ ἂν θελήσητε νὰ ὑποθέσητε αὐτούς, ὅπερ ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι! Ἐκ τούτου βεβαίως πρέπει νὰ λάβητε πρόνοιαν καὶ μέτρα νομοθετικὰ, πρὸς πληρεστέραν ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τῶν Μονῶν. Διότι, καὶ ἐὰν ὑποτεθῶσι τὰ ἀκουσθέντα ἐνταῦθα ὑπερβολικὰ, ἀναμφιβόλως ὅμως ἐλέχθησαν ἀλήθειαι, ἀναμφηρίστως ὑπάρχει τι τὸ ἀξιόμεμπτον ἐν ταύταις ταῖς ὑποθέσεσι, ταῖς ἀνταλλαγαῖς, δωρεαῖς καὶ πωλήσεσιν, ἃς ἠκούσαμεν. Τὸ ζήτημα ἄρα εἶναι σπουδαιότατον, διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τὸ αὐτὸ σύστημα διοικήσεως τῶν Μονῶν, ὅπερ ἀπεκαλύφθη ἤδη ἐνταῦθα, δὲν θέλει παρέλθει καιρὸς πολὺς, καὶ αἱ πλούσιαι Μοναὶ τῆς Ἀττικῆς, ὡς καὶ ἄλλαι πολλαὶ ἐν τῷ Κράτει, θέλουσιν εὑρεθῆ ἄνευ καὶ τῆς ἐλαχίστης περιουσίας. Δέον λοιπὸν τὰ ζητήματα ταῦτα νὰ ἐξετασθῶσι πρῶτον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς παραβάσεως τῶν νόμων. Ἐτηρήθησαν κατὰ γράμμα ὅλαι αἱ νόμιμοι διατυπώσεις, προκειμένου περὶ ὅλων τῶν πράξεων, ἃς ἠκούσαμεν; Ὑπῆρξαν γνωμοδοτήσεις νομομαθῶν; Ὑπῆρξαν πράξεις ἐκτιμητῶν τοιαῦται, ὥστε νὰ θεωρῶνται κατὰ πάντα ἀπρόσβλητοι καὶ ἀναμφισβητήτως εἰλικρινεῖς καὶ ὀρθαί; Διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸς καὶ νόμιμος ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι, διότι διώρισε δύο πραγματογνώμονας, ἀπεξεδύθη δῆθεν αὐτὸς πάσης εὐθύνης, καὶ οὐδὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ. Διότι, ἐὰν οὗτος ἐμάνθανεν ἐξαίφνης, ὅτι οἱ πραγματογνώμονες οὗτοι οἰκόπεδα τῆς Μονῆς Πετράκη ἐπὶ μὲν τῆς ὁδοῦ Σταδίου ἐξετίμων ἀντὶ 10 δραχμῶν τὸν πῆχυν, καὶ οἰκόπεδα ἰδιωτῶν ἐν τῇ συνοικίᾳ Ἁγίου Φιλίππου τῶν Ἀθηνῶν ἀντὶ 100 δραχμῶν τὸν πῆχυν, ἤθελεν ἆρά γε, ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει καὶ τῇ χειρὶ, ἐγκρίνει τὴν ἀπόφασιν τῶν πραγματογνωμόνων; Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον αἴρεται πλέον ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ μᾶλλον ἀναλύεται εἰς τόσας δευτερευούσας καὶ ἀλλοτρίας πρὸς αὐτὸν εὐθύνας, ὥστε καταντᾷ κόνις λεπτὴ ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη, καὶ ὁ νόμῳ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς ἀνεύθυνος! Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει καθῆκον ἐπιβεβλημένον νὰ ἐρευνήσῃ καὶ μάθῃ ἀκριβῶς δι’ ἑκάστην τῶν πράξεων αὐτῶν, ἀνταλλαγῶν ἢ πωλήσεων, οὐ μόνον ἐὰν ἐτηρήθησαν αὐστηρῶς αἱ νόμιμοι διατυπώσεις, ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν ἐὰν αἱ πράξεις ἐκεῖναι ἐγένοντο πράγματι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Μονῆς, ἐὰν δὲν ὑπάρχει προσυνεννόησις, ἐὰν οἱ πραγματογνώμονες οὗτοι, οἵτινες παρίστανται πάντοτε οἱ αὐτοὶ, παρέχουσιν ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, ἃς πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν ἐπὶ τόσον ἱερᾶς περιουσίας. Ἐγὼ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν ἀπεφασίζετε νὰ ἀνταλλάξητε ἀκίνητον περιουσίαν ὑμῶν πρὸς ἀκίνητον περιουσίαν ἄλλου, —χωρὶς νὰ θέλω νὰ προσβάλω τοὺς ἀτυχεῖς αὐτοὺς μικροϋπαλλήλους,—αὐτοὺς ἠθέλετε ἐκλέξει, ἵνα δώσωσι πρὸς ὑμᾶς γνώμην; Παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσητε. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἀπαντᾶτε, ἐγὼ, ἐὰν ἤθελόν ποτε νὰ ἀνταλλάξω οἰκόπεδόν μου, δὲν ἤθελον ἐκλέξει αὐτοὺς τοὺς δύο κυρίους, ἵνα μὲ διαφωτίσωσιν. Οὐχὶ ὅτι δὲν τιμῶ αὐτοὺς, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσιακὴ αὐτῶν περιωπὴ δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς ἕνα Ὑπουργὸν, προκειμένου περὶ μεγάλης ἀκινήτου ἐκτάσεως τῆς Μονῆς Πετράκη, νὰ καταφύγῃ εἰς τοὺς μικροϋπαλλήλους αὐτοὺς τῶν δημοσίων ἔργων. Δὲν ὑπῆρχε Διευθυντὴς τῶν Δημοσίων Ἔργων; Δὲν ὑπῆρχον νομομηχανικοί, ἄλλα ἐπίσης ἀνώτερα ὄργανα τῆς εἰδικῆς ταύτης ὑπηρεσίας, ἐπιθεωρηταί, ἵνα προσκληθῶσι καὶ γνωμοδοτήσωσιν ἐπὶ τῶν σοβαρῶν αὐτῶν ὑποθέσεων; Ἰδοὺ ποῦ ἔγκειται τὸ ζήτημα. Εἶναι περιττὸν νὰ καλύπτωμεν καὶ πρόσωπα καὶ πράγματα! Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσητε, ἐὰν νῦν προέκειτο ἡ Μονὴ Πετράκη νὰ ἀνταλλάξῃ κτήματα ἀκίνητα αὐτῆς πρὸς κτήματα ἰδιώτου, δὲν ἠθέλετε προτιμήσει τὰ πρόσωπα τῆς ὑπηρεσίας ἐκεῖνα, ἅπερ ὑπέδειξα;... Μὴ σηκώνετε τοὺς ὤμους! Νὰ ἀπαντήσητε! «Qui tacit, non negat».

§144Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐὰν ἦναι ὑποχρεωμένος ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ.

§145ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἐπόψεως ταύτης, ὑπάρχει καὶ ἄλλη, σπουδαιοτέρα κατ’ ἐμέ. Αἱ μέγισται καὶ πλουσιώταται τῶν Μονῶν τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, οὐχὶ τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας ἡμῶν, εὑρίσκονται ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Ἐπικρατείᾳ. Ὅταν οἱ Μοναχοί, οἱ διοικοῦντες τὰ τῶν ὑποδούλων Μονῶν πράγματα, βλέπωσιν, ὅτι ἡμεῖς τόσον ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει προβαίνομεν γοργῷ τῷ βήματι καὶ ἐλευθέραις ταῖς χερσὶν εἰς τὴν διὰ παντὸς τρόπου ἐκποίησιν καὶ διασπάθησιν τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας, τίνι τρόπῳ, κύριε Ὑπουργέ, θέλετε δυνηθῆ νὰ προλάβητε, καὶ προστατεύσητε, καὶ ὑψώσητε τὴν ἀσθενῆ ὑμῶν φωνὴν παρὰ τῇ ὁμόρῳ Ἐπικρατείᾳ, ἐὰν καὶ ἐκεῖ ἀναφανῶσι κερδοσκόποι, καὶ ἄνθρωποι ἔχοντες συμφέρον, ὅπως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀποκτήσωσι κτήματα Μονῶν, εὑρισκομένων ἐν τῇ Τουρκικῇ Ἐπικρατείᾳ; Διότι, Κύριοι, οἱ ἑκάστοτε διαχειρισθέντες, εἴτε διὰ τοῦ λόγου, εἴτε διὰ τῆς γραφίδος, τὰ Μοναστηριακὰ ζητήματα, οἱ ἑκάστοτε ἐπιχειροῦντες νὰ ἐξευτελίσωμεν Ἡγουμένους καὶ Μοναχοὺς καὶ Μοναστηριακὰ Συμβούλια, οἱ ἑκάστοτε νομίζοντες φιλόπατρι ἔργον τὸν ἀγῶνα τοῦ νὰ καταρρίψωσι τὰ ἱερὰ ταῦτα καταγώγια (ὡς ὀνομάζει αὐτὰ ἡ ἐκκλησιαστικὴ γλῶσσα) παρὰ τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους, βεβαίως δὲν προσφέρουσιν ὑπηρεσίαν τῷ Ἑλληνισμῷ, ἀφοῦ λησμονοῦσιν, ὅτι τὰ μέγιστα τῶν συμφερόντων ἡμῶν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ζῶσιν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ πατρίδι, ἀλλ’ ἐν τῇ δούλῃ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐπαναλέγω, ὅτι αὐτὸ καὶ μόνον τὸ ἐκκρεμὲς ζήτημα τῶν Ἑλληνικῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων ἐν Ρουμανίᾳ ἔπρεπε νὰ ἀρκέσῃ, ἵνα πείσῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅτι μετὰ μείζονος προσοχῆς ἔδει νὰ ἐξετάσωσι τὸ θέμα τοῦτο. Διότι, ἐὰν ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ἔχῃ τίτλον τιμιώτατον πρὸς διαρκῆ καὶ ἀπαράγραπτον διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἐν Ρουμανίᾳ Ἑλληνικῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων, ὁ τίτλος οὗτος βασίζεται καὶ ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι ἡ Ρουμανία, τὸ αὐτὸ δόγμα μεθ’ ἡμῶν ἔχουσα, βεβαίως παραβαίνει καὶ τοὺς ἱεροὺς Ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς Κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς Παραδόσεις καὶ πάσας τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τὰς διατάξεις, ὅταν προβάλλῃ ὡς τίτλον αὑτῆς τὸ δικαίωμα, ὅπερ δῆθεν ἀπέκτησεν ἐκ τῆς ὑπὸ τοῦ Κούζα δημεύσεως τῶν Μοναστηριακῶν αὐτῶν κτημάτων, ἅτινα συναποτελοῦνται ἐξ 72 Μοναστηρίων καὶ 600 μεγάλων καὶ προσοδοφόρων κτημάτων. Δὲν εἶναι δὲ καὶ περίεργον, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, ὅτι, ἐνῷ ἡμεῖς καὶ διὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνδιασκέψεως, τῆς τοῦ 1864 ἔτους, καὶ διὰ τοῦ ἐν Βερολίνῳ κατὰ τὸ 1878 Συνεδρίου ἀπεκτήσαμεν (ἐννοῶ τὰ Πατριαρχεῖα) τίτλους ἀναμφισβητήτους ἐπὶ τῶν ἐν Ρουμανίᾳ Ἑλληνικῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων, διὰ τῶν συζητήσεων ἡμῶν, τῶν μετ’ ἀφελείας ἐνταῦθα γιγνομένων, νὰ θελήσωμεν νὰ κλονίσωμεν δίκαια ἀπαράγραπτα, ὡς βασιζόμενα ἐπὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἡμῶν Δικαίου, τοῦ αὐτοῦ καὶ ἐν Ρουμανίᾳ Δικαίου, τίτλους βασιζομένους, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ ἐπὶ δύο τόσῳ μεγάλων Εὐρωπαϊκῶν Συνεδρίων; Λοιπὸν, Κύριοι, ὅσα ἠκούσαμεν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτοῦ δέονται ἐξετάσεως, ναὶ ἢ οὔ; Ἐὰν δέωνται, μεγίστην ὑπηρεσίαν προσήνεγκεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, ὅστις βεβαίως θέλετε ἀποκτήσει τίτλον πολυτιμότατον, ἐὰν, μετὰ τῆς διακρινούσης ὑμᾶς περὶ τὰ τοιαῦτα ἱκανότητος καὶ δεινότητος, θελήσητε νὰ μελετήσητε τὰ ζητήματα, καὶ θέσητε τὴν χεῖρα ὑμῶν ἐπὶ τῶν πραγμάτων, καὶ ἐρευνήσητε, ἐὰν ἐτηρήθησαν οἱ νόμοι κατά τε τύπους καὶ κατ’ οὐσίαν, καὶ ἀναιρέσητε καὶ ἀκυρώσητε πάσας ἐκείνας τὰς πράξεις, ἐν αἷς ὑπάρχει βεβαιότης, ὅτι οἱ νόμοι παρεβάθησαν. Ἐκτὸς ὅμως τούτων, Κύριοι, λέγω, ὅτι καθῆκον ἔχει καὶ ἡ Βουλὴ, εἰσηγουμένου τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, νὰ προνοήσῃ νομοθετικῶς περὶ πλήρους ἐξασφαλίσεως τῶν συμφερόντων τῶν Μονῶν διὰ κανονικωτέρου καὶ αὐστηροτέρου τρόπου, ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν τῶν ἐκποιήσεων, ἢ τῶν ἀνταλλαγῶν τῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων. Ἴσως ἔσεται ἀνάγκη, προκειμένου περὶ πωλήσεων ἢ ἀνταλλαγῶν, τῆς γνώμης οὐχὶ μόνον ἐμπειροτεχνῶν, ἀλλὰ καὶ ἄλλων προσώπων, ἅτινα, ὡς ἐκ τοῦ κύρους, ὅπερ ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἔχουσιν, ὡς ἐκ τοῦ μεγίστου ἀξιώματος αὐτῶν, παρέχουσι τὴν βεβαιότητα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εὐκόλως νὰ ἁλωθῶσιν. Ἤκουσα, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ λέγηται ἐνταῦθα, ὅτι ἡ πώλησις τῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων ἐπιτρέπεται δῆθεν, ὅταν γίνηται ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Μονῆς. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι γενικὸς κανὼν ἐν τοῖς ζητήμασι τούτοις τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας εἶναι τὸ ἀπολύτως ἀναπαλλοτρίωτον· δὲν λέγω ὅτι δὲν ὑπάρχουσι καὶ ἐξαιρέσεις· ὁ γενικὸς ὅμως κανὼν εἶναι τὸ ἀναπαλλοτρίωτον τῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων...

§146Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Τὸ εἶπον καὶ ἐγὼ αὐτό.

§147ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὅτι, ἐὰν προσδοκᾶται προφανὴς ὠφέλεια τῆς Μονῆς, τότε ἐπιτρέπεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις. Τοῦτο πρέπει νὰ συμβαδίζῃ μετὰ τοῦ ἄλλου δόγματος, ὡς λέγουσιν οἱ Κανόνες, «ἐὰν ἀνάγκη κατεπείγῃ πολλὴ τὴν Ἐκκλησίαν»· ἀνάγκη πολλὴ τουτέστι καὶ ἀναπόδραστος δέον νὰ περιβάλλῃ τὴν Ἐκκλησίαν (ἴδετε Βαλσαμῶνα, ἑρμηνεύοντα τὸν ΚϚʹ Κανόνα τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου, παρὰ Ράλλῃ καὶ Ποτλῇ «Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων», Τόμ. Γʹ, σελ. 373). Δηλαδὴ, ἄνευ ἀνάγκης, καὶ ἂν πρόκηται νὰ ὠφεληθῇ ἡ Μονὴ, πάλιν, ὅταν ἡ ἀνάγκη δὲν ᾖναι πολλὴ καὶ κατεπείγουσα, ἡ ἀπαλλοτρίωσις δὲν ἐπιτρέπεται, διότι ὁ γενικὸς κανὼν εἶναι, ὅτι οὕτω πως αἱ Μοναὶ δύνανται νὰ θάλλωσι, δύνανται νὰ εὐημερῶσι, δύνανται νὰ προκαλῶσι τὰς δωρεὰς τῶν πιστῶν. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ταῦτα ἐνομοθετοῦντο, τὰ ἔτι καὶ νῦν ὅμως ἰσχύοντα. Ἀληθῶς, ὅταν ἕκαστος, βουλόμενος νὰ δωρήσηταί τι πρὸς τὴν Μονὴν, ᾖναι βέβαιος, ὅτι τὸ κτῆμα ἐκεῖνο τὸ ἀκίνητον θέλει παραμείνει τῇ Μονῇ εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα, εὐκόλως προβαίνει εἰς τὴν δωρεὰν, διότι τοῦτο κυρίως ἐπιθυμεῖ ὁ δωρητής. Ἰδοὺ ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς, ποία εἶναι ἡ ἀφορμὴ ὅλων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων, Ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων βασιζομένων εἰς ἱεροὺς Ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς Κανόνας, εἰς ἱερὰς Παραδόσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ ἀναφέρῃ τις νόμους, ἵνα ἀποδείξῃ ταῦτα; Ὑπάρχει πληθὺς τοιούτων, οὐδαμῶς πρὸς ἀλλήλους ἀντιμαχομένων. Ἐὰν ἀναγνώσωμεν τὰ κείμενα αὐτὰ, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι τὸ ἓν ἐπέρχεται εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ ἄλλου, καὶ ἀποτελοῦσιν, οὕτως εἰπεῖν, ἅλυσιν συνεχῆ καὶ ἀδιάσπαστον, δι’ ἧς περιβάλλουσι καὶ προστατεύουσι τὰ συμφέροντα τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας, δι’ ἧς ἀνέπαφον διατηροῦσι καὶ δεσμεύουσι τὴν ἀκίνητον Μοναστηριακὴν περιουσίαν. Θέλετε τὴν ἀρχαίαν νομοθεσίαν, ὡς πρὸς τὸ κατὰ γενικὸν κανόνα ἀναπαλλοτρίωτον; Ἰδού. Κανὼν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ΛΗʹ ἐν «Συντάγματι Ράλλη καὶ Ποτλῆ», Τόμ. Βʹ, σελ. 52.—Κανὼν τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ Συνόδου ΙΕʹ, αὐτόθι, Τόμ. Γʹ, σελ. 50.—Κανὼν τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου ΚΔʹ, αὐτόθι, σελ. 166.—Κανὼν τῆς ἐν Χαλκηδόνι Δʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ΚΔʹ, αὐτόθι, Τόμ. Βʹ, σελ. 271.—Κανὼν τῆς ἐν Καρθαγένη Συνόδου ΚϚʹ, αὐτόθι, Τόμ. Γʹ, σελ. 372.— Κανὼν τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου ΛΓʹ, αὐτόθι, σελ. 390.— Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας Κανὼν Βʹ, αὐτόθι, Τόμ. Δʹ, σελ. 358.—Περὶ τῶν διατάξεων τοῦ Πολιτικοῦ Δικαίου ἴδετε Κ. Μ. Ράλλη «περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας κατὰ τὸ δίκαιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας» (1893) σελ. 9–10, καὶ τὰς αὐτόθι πηγὰς τῶν νόμων.—Ἔτι Κανὼν τῆς ἐν Νικαίᾳ τὸ Βʹ Ζʹ Οἰκουμ. Συνόδου ΙΒʹ, ἐν Συντάγματι Ράλλη καὶ Ποτλῆ, Τόμ. Βʹ, σελ. 592.—Κανὼν τῆς ἐν Τρούλλῳ Ϛʹ Οἰκ. Συνόδου ΜΘʹ, αὐτόθι, σελ. 423.—Κανὼν τῆς ἐν Νικαίᾳ τὸ Βʹ Ζʹ Οἰκουμ. Συνόδου ΙΓʹ, αὐτόθι, σελ. 612.—Φωτίου Νομοκάνων, Τίτλ. Βʹ, Κεφ. Βʹ, Τίτλ. Ιʹ, Κεφ. Βʹ καὶ Δʹ, Τίτλ. ΙΑʹ, Κεφ. Αʹ, αὐτόθι, Τόμ. Αʹ, σελ. 108, 238–239, 247.—Ματθαίου τοῦ Βλάσταρη, Σύνταγμα κατὰ στοιχεῖον Εʹ, Κεφ. ΙϚʹ, αὐτόθι, Τόμ. Ϛʹ, σελ. 267.—Μάμουκα «Τὰ Μοναστηριακὰ», σελ. κʹ, καὶ αἱ αὐτόθι πηγαὶ ἐπίσης ὡς πρὸς τὴν ἀρχαιοτέραν νομοθεσίαν. Ὡς πρὸς τὴν νεωτέραν δὲ νομοθεσίαν διὰ τὸ ἀναπαλλοτρίωτον κατὰ γενικὸν κανόνα τῆς ἀκινήτου Μοναστηριακῆς νομοθεσίας ὑπάρχουσιν αἱ ἑξῆς διατάξεις: Διάταγμα Κυβερνήτου 15 Μαΐου 1829 ἔτους, ὑπ’ ἀριθ. 12464.—Ἐγκύκλιος τῆς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Γραμματείας τῆς Ἐπικρατείας ὑπ’ ἀριθ. 2624 τῆς 26 Φεβρουαρίου 1834 ἔτους (§ εʹ).—Ἐγκύκλιος τῆς αὐτῆς Γραμματείας ὑπ’ ἀριθ. 1033 τῆς 19 Ἰουλίου 1835 ἔτους.—Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 28 Ἰουλίου 1858 ἔτους (ἄρθρ. θʹ).— Μάμουκα «Τὰ Μοναστηριακὰ», σελ. καʹ, καὶ σελ. 40–41, 17–19, 65–66, 1–14, ἔνθα εὕρηνται αἱ ῥηθεῖσαι διατάξεις. Περὶ πάντων ὅμως τούτων δύνασθε νὰ ἴδητε, ἐὰν θέλητε, καὶ τὰς ἐμὰς μελέτας αʹ) «Τὰ ἐν Ρουμανίᾳ Ἑλληνικὰ Μοναστηριακὰ κτήματα» (1893) καὶ βʹ) «Τὰ Μοναστηριακὰ ἀκίνητα κτήματα» (1897). Εἶναι δὲ γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ Ἐκκλησιαστικὸν ἡμῶν, τὸ Κανονικὸν Δίκαιον, ὑπὸ τὸν ὅρον «ἐκποίησις» ἐννοεῖ καὶ πᾶσαν πρᾶξιν, δι’ ἧς βλάπτεται ἡ τῆς Ἐκκλησίας περιουσία (ἴδετε τὰς πηγὰς τῶν νόμων ἐν τῇ δευτέρᾳ τῶν Μελετῶν μου, περὶ ἧς εἶπον πρὸ ὀλίγου, σελ. 18). Πότε δὲ ἐπιτρέπεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων; Ὑπάρχουσι περιστάσεις ὡρισμέναι, ἃς λεπτομερῶς διαγράφουσιν οἱ νόμοι (οὓς δύνασθε νὰ ἴδητε αὐτόθι ἐν σελ. 18–19). Ἀπαιτοῦνται ὅμως πάντοτε: αʹ) εὔλογος αἰτία, βʹ) ἀνάγκη πολλή, κατεπείγουσα καὶ προκειμένη τῆς Ἐκκλησίας, καὶ γʹ) ἀκίνητον πάντως ἀπρόσοδον, διότι τὸ ἔχον πρόσοδον ὅπως δήποτε δὲν ἐκποιεῖται. Δὲν ἐπιθυμῶ, Κύριοι, ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καίτοι ἐδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι, ἐὰν ἐν τῇ διεπούσῃ ἡμᾶς νομοθεσίᾳ ὑπάρχῃ σύστημα διατάξεων σαφῶν, ἀναμφισβητήτων καὶ οὐδαμῶς δυναμένων νὰ συζητηθῶσιν, εἶναι τὸ σύστημα τῶν διατάξεων αὐτῶν τοῦ Κανονικοῦ ἡμῶν Δικαίου. Ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, καὶ ὁ ἀδαέστατος περὶ τὸ Κανονικὸν Δίκαιον, καταφεύγων εἰς τὸ πρῶτον ἐγχειρίδιον, τὸ πραγματευόμενον τὰ περὶ τούτου, θέλει δυνηθῆ εὐχερῶς νὰ πεισθῇ, ὅτι κανὼν κατὰ τὸ ἡμέτερον Κανονικὸν Δίκαιον ἀπαράβατος, κανὼν προκύπτων ἐξ ὅλου τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος, ἐνισχυθέντος διὰ τοῦ Συντάγματος, εἶναι τὸ ἀναπαλλοτρίωτον τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας, ὅτι ἐξαίρεσις εἶναι τὸ ἀπαλλοτριωτὸν, ἐξαίρεσις, βάσιν ἔχουσα, οὐχί, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργός, τὸ συμφέρον τῆς Μονῆς, ἀλλὰ τὴν πολλὴν, τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην τῆς Μονῆς. Μόνον τότε ἀπαλλοτρίωσις Μοναστηριακῆς περιουσίας ἐπιτρέπεται. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ παντὸς ἄλλου περὶ τὰ τοιαῦτα ὁμολογουμένως εἰδημονέστερος, θέλει ἐν καιρῷ τῷ δέοντι φροντίσει, ὅπως παρασκευάσῃ νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἥτις ν’ ἀποτρέψῃ ἐν τῷ μέλλοντι ν’ ἀκουσθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου αἱ ἀσχημίαι, ἃς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας πάνυ ἀξιεπαίνως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκαυτηρίασε καὶ κατεδίκασε.

§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύο αἰτήσεις καταθέτω (ἀναγιγνώσκει): «Αʹ) Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901 τῶν Μονῶν Πετράκη καὶ Πεντέλης, ὡς καὶ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν εἰρημένων ἐτῶν τῶν μνημονευθεισῶν Μονῶν, οἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Νομαρχίαν, εἴτε ἂν οὗτοι ἐνεκρίθησαν, εἴτε καὶ ἂν τυγχάνωσιν ἔτι ἐκκρεμεῖς.» Βʹ) Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ἐγκριθέντας προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901 καὶ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν εἰρημένων ἐτῶν τῶν μνημονευθέντων δήμων, οἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Νομαρχίαν, εἴτε ἂν οὗτοι ἐνεκρίθησαν, εἴτε καὶ ἂν τυγχάνωσιν ἔτι ἐκκρεμεῖς.»

§149ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§150Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, διστάζω νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι δηλ. τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος, καθιεροῦν τὴν ἐφαρμογὴν ἐν τῇ διοικήσει τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κανόνων τῶν Συνόδων καὶ τῶν ἱερῶν Παραδόσεων, ἐνόησε μόνον ὡς πρὸς τὸ δογματικὸν μέρος νὰ ἐφαρμόζωνται οὗτοι. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ἦτο δυνατὸν, Συνέλευσις Ἐθνικὴ, παραλαβοῦσα ἐκ τοῦ παρελθόντος τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Ὀρθόδοξον ὠργανισμένην ἀνεξαρτήτως τοῦ πολιτικοῦ Κράτους, νὰ εἴπῃ, ὀργανίζουσα τὸ νέον Κράτος, ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὴν ἐφαρμογὴν τῶν Κανόνων αὐτῶν καὶ ὡς πρὸς τὸ μὴ δογματικὸν μέρος αὐτῶν, ἀφοῦ μένει, ἐννοεῖται, πάντοτε ἐλευθέρα ἡ Πολιτεία νὰ κανονίζῃ ἄλλως τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἐὰν τὸ ἐγκρίνῃ, ὡς πρὸς τὸ μὴ δογματικὸν μέρος. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει μόνον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν δογματικῶν Κανόνων, ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει καὶ διὰ πλείστων ἄλλων λειτουργιῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν Ἐκκλησίαν ἐν ἐλευθέρῳ Κράτει· ὑπάρχει ἡ ἱεραρχία ἡ ἐκκλησιαστική, ὑπάρχει ἡ πειθαρχία, ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία, ὑπάρχουν αἱ σχέσεις αὐτῆς μετὰ τῆς Πολιτείας. Ὅλα ταῦτα πῶς θὰ κανονισθῶσι, πρὶν ἔλθωσι νέοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι νὰ κανονίσωσιν αὐτά; Βεβαίως διὰ τῶν ἱερῶν Κανόνων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦ νέου Κράτους ἡ θέλησις ἦτο νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ Ἐκκλησία κυρίως δογματικῶς, νὰ λειτουργῇ δὲ κατὰ τὰ ἄλλα ὑπὸ τὸν ὅρον, ἂν νέοι νόμοι δὲν ἤθελον κανονίσει ἄλλως, δηλαδὴ δυνάμει τῶν αὐτῶν Κανόνων, ἐφ’ ὅσον τὰ τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐκανονίσθησαν, εἴτε δι’ εἰδικῶν νόμων, εἴτε δι’ ἄλλων διατάξεων, διαφόρως· ἄλλως, νὰ ἐφαρμόζωνται οἱ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ Κανόνες τῶν Συνόδων, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν δογματικὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν διοικητικήν. Διότι πῶς εἶναι δυνατόν, ἐλεύθερον Κράτος, τὸ ὁποῖον τὴν ὕπαρξίν του ὀφείλει κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, τὸ ὁποῖον ἔζησεν ὑπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἐξουσίαν τῶν Μητροπολιτῶν καὶ τῶν Ἐπισκόπων ἐπὶ αἰῶνας, πῶς εἶναι δυνατόν, τὸ ἐλεύθερον Κράτος νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὸν τετρακοσιετῆ αὐτὸν ὀργανικὸν βίον, ὁ ὁποῖος μᾶς διεφύλαξεν οὐ μόνον θρησκευτικῶς, ἀλλὰ καὶ πολιτικῶς; Οὐδεὶς, κύριε Πρόεδρε, ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἁλώσεως διεχειρίσθη καὶ τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Γένους, καὶ ἐφήρμοσεν οὐ μόνον ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καὶ σήμερον ἀναγνωρίζονται ὡς δικαιοδοσία ἐκκλησιαστικὴ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἀντικειμένων τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας καὶ δικαιοδοσίας, διατάξεις πολιτικάς, καὶ ἐξουσίαν ἐντελῶς πολιτικῆς φύσεως. Τοιαύτην μάλιστα ἐξουσίαν ἡ Ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ ἡμῶν εἶχε καὶ πρὸ τῆς κατακτήσεως, διότι βέβαιον εἶναι, ὅτι οἱ Πατριάρχαι, ἀφ’ ἧς ἀπεχωρίσθησαν τοῦ Αὐτοκράτορος, παρέλαβον καὶ πολιτικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τῶν Αὐτοκρατόρων καὶ εἶχον κατὰ τὴν ἅλωσιν διατηρηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κατακτητοῦ. Λοιπὸν δὲν ἦτο δυνατόν, τὸ νέον ἡμῶν Βασίλειον μετὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ οὐδεμίαν ἐξουσίαν εἰς τὴν Ἐκκλησιαστικὴν Ἀρχήν. Ἐτροποποίησε βεβαίως τὰ τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ καὶ διετήρησε πλεῖστα καὶ σπουδαιότατα δικαιώματα αὐτῆς. Διὰ τοῦτο καὶ σήμερον πρέπει νὰ δεχώμεθα τοὺς Κανόνας τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Συνόδων, καὶ νὰ ἐφαρμόζωμεν αὐτοὺς ἐν πᾶσι τοῖς θέμασιν, ἐπὶ τῶν ὁποίων νέοι νόμοι δὲν ἐκανόνισαν ἄλλως. Συνεπῶς συμφωνῶ μετ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑποστηρίζουν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων δὲν μετεβλήθησαν ἄλλως διὰ νεωτέρου νόμου, πρέπει νὰ διέπωνται ἀπὸ τοὺς Κανόνας τῶν Συνόδων καὶ τὰς Παραδόσεις, αἱ ὁποῖαι πάντοτε διεῖπον αὐτά, ἑπομένως ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν πρέπει νὰ κριθοῦν καὶ πᾶσαι αἱ πράξεις, αἵτινες κατηγγέλθησαν σήμερον ὑπὸ τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας ἐντίμου Βουλευτοῦ. Πᾶσα νεωτέρα διάταξις πρέπει νὰ κατισχύσῃ βεβαίως, ἂν ἐκανόνισεν ἄλλως τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως Μοναστηριακῆς ἰδιοκτησίας· ἐν ὅσῳ ὅμως δὲν μετέβαλέ τι τῶν Κανόνων, οὗτοι πρέπει νὰ ἐξακολουθῶσιν ἰσχύοντες, καὶ ἀπαρεγκλίτως νὰ ἐφαρμόζωνται.

§151Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ ἔχει σπουδαιότητα τὸ ζήτημα, νομίζω ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι προκεχωρηκυῖα ἡ ὥρα, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ μετ’ ἐπιστασίας· διὰ τοῦτο λαμβάνω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, ὅπως εἴπω βραχέα τινά. Μοὶ φαίνεται παράδοξον, πῶς ὑπεστηρίχθη, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ τὸ ἐπιβλητικὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Κανόνων καὶ τῶν ἱερῶν Παραδόσεων καὶ ὡς πρὸς τὸ διοικητικὸν μέρος τῆς Ἐκκλησίας ἐν πάσῃ τῇ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως. Βεβαίως δυνάμει τοῦ Συντάγματος οὐ μόνον ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν διατελεῖ ἐν πληρεστάτῃ ἑνώσει κατὰ τὸ δογματικὸν μέρος πρὸς πᾶσαν ἄλλην Ἐκκλησίαν, καὶ εἰδικώτερον πρὸς τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ τελετουργικὸν καὶ λειτουργικόν, ἤτοι κατὰ πάντα τὰ ἔχοντα σχέσιν πρὸς τὴν ἐκδήλωσιν τῆς εἰς τὸ δόγμα πίστεως, τὴν ἐξωτερικὴν, δηλονότι τὰς ἱερὰς τελετάς. Βεβαίως ἡ ἡμετέρα Πολιτεία δὲν δύναται, δυνάμει τοῦ Συντάγματος, νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ὁρισθῇ, ὅτι δύναται οὗτος ἢ ἐκεῖνος ἐκ τῶν εἰς τὴν ἡμετέραν Ἐκκλησίαν ἀνηκόντων Ἐπισκόπων ἢ ἱερέων νὰ φέρῃ ἄλλου εἴδους ἱερατικὴν ἐνδυμασίαν παρὰ τὴν ὑπὸ τῶν Παραδόσεων καθιερωμένην, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ μεταβληθῇ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, καὶ οὕτω καθεξῆς. Καταδήλως ἡ ἱερατικὴ ἀμφίεσις, ἢ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ δόγμα, κυρίως εἰπεῖν· ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι ἀμετάβλητον, διότι κατὰ τοῦτο εἶναι ἡνωμένη ἡ Ἐκκλησία, εἶναι ἡνωμένη ἡ Ἐκκλησία οὐ μόνον δογματικῶς, ἐν τῇ κυρίᾳ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως, ἀλλὰ καὶ τελετουργικῶς καὶ λειτουργικῶς. Ἀναμφισβητήτως ὅμως δὲν εἶχε σκοπὸν ὁ νομοθετήσας τὸ Σύνταγμα νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὰς Παραδόσεις κατὰ τὰ ἄλλα τὴν διοίκησιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν τοῦτο συνέβαινε, βεβαίως εὑρισκόμεθα ἡμεῖς κατὰ πάντα ἐν τῇ παρανομίᾳ, διότι πρὸς τοὺς Ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς Κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς Παραδόσεις δὲν συμφωνεῖ ποσῶς ἡ χειροτονία τῶν Ἐπισκόπων, ὡς διεξάγεται παρ’ ἡμῖν, καὶ ἡ συγκρότησις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καταρτισθεῖσα δυνάμει πολιτικῶν νόμων, ψηφισθέντων ὑπὸ τῆς παρ’ ἡμῖν νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὅτε ἠλευθερώθη ἡ Ἑλλὰς, ἐπεκράτησαν δύο γνῶμαι· ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, ὅτι πρέπει ἀκριβῶς ἡ ἐλευθερωθεῖσα Ἑλλὰς νὰ διατελῇ ἡνωμένη κατὰ πάντα μετὰ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, κατ’ οὐδὲν μεταβάλλουσα ὅ,τιδήποτε, μὴ καθιεροῦσα δὲ κἂν τὸ αὐτοκέφαλον τὸ καθιερωθὲν, διότι τοῦτο βεβαίως ἀντίκειται εἰς τὰ τεθεσπισμένα ὑπὸ τῶν θείων Κανόνων καὶ τῶν ἱερῶν Παραδόσεων. Ἀλλ’ ἐν τούτοις κατίσχυσεν ἡ ἑτέρα γνώμη, ὅτι πρέπει νὰ καθιερωθῇ παρ’ ἡμῖν αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία, μηδαμῶς μὲν ἐξαρτωμένη ἀπὸ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης Ἐκκλησίας, διοικουμένη δὲ ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, κατὰ νόμους ψηφιζομένους ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τῆς χώρας. Κατὰ τὸ ἔτος 1833 ἡ Ἀντιβασιλεία, ἐμπνεομένη ὑπὸ τῶν εἰσηγήσεων ἑνὸς τῶν ἐξεχόντων θεολόγων τῆς πατρίδος ἡμῶν, τοῦ μακαρίτου Φαρμακίδου, τοῦ καὶ Πυριφλεγέθοντος ὀνομασθέντος, διὰ τὸ καυστικὸν τοῦ ὕφους καὶ τὸ τολμηρὸν τῶν ἐπιχειρημάτων, ἐξέδωκε τὸ ὀνομαζόμενον «Διάταγμα περὶ ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας», Διάταγμα δηλαδὴ, ὅπερ καθόλου ἀπετέλεσε τὴν ἀπόσπασιν ἡμῶν ὡς ὀρθοδόξων χριστιανῶν ἀπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, καὶ τὴν ὑποταγὴν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν. Τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ὥριζε, ῥητῶς μάλιστα, ὅτι ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς ἦτο ὁ Βασιλεύς· καθιέρου προσέτι, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀποτελεῖται ἐκ τριῶν Ἀρχιερέων, συνέδρων μελῶν ὀνομαζομένων, καὶ δύο παρέδρων πρεσβυτέρων. Ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία οὐδόλως ἠθέλησε ν’ ἀναγνωρίσῃ τοιαύτην ἀντικανονικὴν κατάστασιν καὶ οἱονεὶ ἀνορθόδοξον, ἥτις ὅμως ἐστηρίζετο εἰς ἓν προηγούμενον, ὅπερ εἶχεν ἐπικρατήσει, τὸ προηγούμενον δηλαδὴ τῆς ἀναγνωρίσεως αὐτοκεφάλου Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας. Ἐπὶ Μεγάλου Πέτρου ἐθεωρήθη ὀρθὸν νὰ καθιερωθῇ ἐκεῖ αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία, ὑπὸ Ἱερὰν Σύνοδον πενταμελῆ, καὶ ὁ Θεοφάνης Προκόποβιτς, εἷς τῶν ἐξεχόντων θεολόγων τῆς Ρωσσίας, κατήρτισε τότε ἀκριβῶς τὸ Σύνταγμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσικῆς. Καὶ αὐτὸ ἡμεῖς ἀντεγράψαμεν, μεταβαλόντες ὅμως κατά τι, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἐπὶ τὸ ἀνορθοδοξότερον, διότι βεβαίως ὅλως ἀνορθόδοξον ἦτο τὸ νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ὦσι μέλη τῆς Συνόδου πρεσβύτεροι. Ἐπῆλθε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843, καὶ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ὥρισεν, ὅτι εἶναι ἡνωμένη δογματικῶς ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία μετὰ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐν τούτοις μετὰ τοῦ Συντάγματος συνέζησε μέχρι τοῦ 1852 τὸ Διάταγμα περὶ ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Κατὰ τὸ 1852, εἶναι ἀληθές, ὅτι μετερρυθμίσθησαν οἱ περὶ Ἐκκλησίας νόμοι, καὶ ἐδόθη ὑπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἡ συγκατάθεσις εἰς τὴν τοιούτου εἴδους διαβίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, ὑπὸ ὅρους τινὰς, ὑπὸ τὸν ὅρον δηλαδὴ νὰ λαμβάνωμεν τὸ Μύρον παρὰ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, νὰ μνημονεύωμεν τοὺς Πατριάρχας ἐν τοῖς διπτύχοις...

§152Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἦναι Πρόεδρος τῆς Συνόδου ὁ Μητροπολίτης.

§153Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Διαρκὴς Πρόεδρος, ἐνῷ κατὰ τὸ παλαιὸν Διάταγμα, τὸ τοῦ 1833, διωρίζετο ἐν οἱαδήποτε ὥρᾳ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἷς τῶν Ἐπισκόπων τοῦ Κράτους... Ἐθεσμοθετήθησαν ὅμως καί τινες διατάξεις, βεβαίως ἀντικείμεναι εἰς τὸ ἀνεξάρτητον τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ἀνεξάρτητον ἀπέναντι τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς. Καὶ τοιούτου εἴδους διάταξις εἶναι ἡ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, τὴν ὁποίαν ἐκάκισε, καὶ ἐκάκισε πολὺ δριμέως, θιασώτης ὢν διάπυρος τῆς καὶ ὑπὸ διοικητικὴν ἔποψιν τηρήσεως τῶν καθιερωμένων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, μεγαλοφυὴς ἀνὴρ τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, ὁ ἐπιφανέστατος τῶν ῥητόρων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, συμπάσης ἴσως τῆς χριστιανωσύνης ἀπὸ τῶν χρόνων τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ἀείμνηστος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων. Εἰρήσθω μάλιστα ἐν παρόδῳ, ὅτι καὶ ἐγὼ ἀνήκω εἰς τοὺς φρονοῦντας, ὅτι ἡ πολιτεία, τὴν ὁποίαν τότε ἠκολούθησεν ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ ζητήματι τῆς Ἐκκλησίας, τῆς βιαίας αὐτῆς ἀποσπάσεως ἀπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ τῆς καθυποτάξεως αὐτῆς εἰς τὴν πολιτικὴν ἀρχὴν, ἐπήνεγκε καιρίαν βλάβην εἰς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο παραδέχομαι, φρονῶ ἀναγκαίως, ὅτι τὸ ἀντίθετον ἰσχύει, δηλονότι ἰσχύει, ὅτι τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τῶν κοσμικῶν ἡμῶν νόμων καὶ οὐχὶ ἀπὸ τῶν ἀρχαίων Κανόνων καὶ παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας. Τοῦτο ἀκριβῶς προκύπτει ἐκ τῆς ὅλης συνεχείας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἡμῶν βίου, ὃν ἐξέθηκα ὑπέρ τὸ δέον περιληπτικῶς διὰ τὸ προκεχωρηκὸς τῆς ὥρας.

§154Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐνθυμηθῇ νὰ λάβῃ καὶ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας σχετικὰς, τὰς ἑξῆς: Ἠκούσαμεν μεταξὺ ἄλλων παραδόξων, ὅτι ἡ Μονὴ Πετράκη ἐδώρησεν οἰκόπεδον, κατ’ ἄλλους μὲν 30 στρεμμάτων, κατ’ ἄλλους δὲ 50 στρεμμάτων, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς σκοπευτήριον εἰς τὴν «Ἑταιρείαν τῆς Σκοποβολῆς» ἀλλ’ ἠκούσαμεν συγχρόνως, ὅτι τὸ οἰκόπεδον τοῦτο περιῆλθε, δὲν ἠξεύρομεν πῶς, εἰς ἰδιώτην τινὰ, διότι ἡ Ἑταιρεία τὸ ἐπεβάρυνε μὲ ἐνυπόθηκον δάνειον. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ὁ κ. Ὑπουργός: πρῶτον, διὰ τίνος νομίμου τρόπου περιῆλθεν εἰς τὴν κυριότητα τῆς ἑταιρείας ταύτης τὸ οἰκόπεδον τοῦτο; δεύτερον, μετὰ τίνος συνεβλήθη ἡ Τράπεζα περὶ συντάξεως δανείου ἐνυποθήκου; πόσον ἦτο τὸ δάνειον αὐτό; τίνα σκοπὸν εἶχε καὶ εἰς τί ἐχρησίμευσε; τρίτον, διὰ τίνος νομίμου τρόπου ἀκριβῶς,—διότι ἠκούσαμεν ὅτι ἐγένετο πλειστηριασμὸς καὶ κατεκυρώθη εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ ἀκριβῶς δὲν ἐνοήσαμεν περὶ τίνος πρόκειται.— διὰ τίνος νομίμου τρόπου περιῆλθε κατόπιν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ κ. Ἰωάννου Εὐταξία;

§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κύριος Καραπᾶνος καλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν χθὲς διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν του ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902.

§156ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἶναι τρεῖς ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε!

§157Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ ὥρα εἶναι λίαν προκεχωρημένη... (ἆ! ἆ! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μὴ ἐξάπτεσθε! Ἐὰν μέχρι τῆς ὥρας ταύτης ἐκοιμᾶσθε, καὶ ἤδη ἐξυπνήσατε διὰ ν’ ἀκούσητε τὴν ἀγόρευσιν, ἔχετε δίκαιον. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, καὶ ἡ Βουλὴ, κεκμηκυῖα οὖσα, δὲν δύναται ν’ ἀκούσῃ τοιαύτην σοβαρὰν συζήτησιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, προτείνω νὰ διακόψῃ ἡ Βουλὴ τὴν συνεδρίασιν.

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε δηλαδὴ τὴν ἀναβολήν;

§159Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βεβαίως.

§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀναβολῆς;

§161Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μάλιστα.

§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15;

§163Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἴμεθα.

§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Περ. Ἀλεξάκη καὶ Κ. Ἀλαμάνου, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΟΔημ. Καραγιάννης
Γεώργιος Κυριαζῆς ΟἈντώνιος Καρτάλης
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Κωνστ. Τοπάλης Ο
Λεων. Μελετόπουλος Ἀλέξ. Κασσαβέτης
Κωνστ. Μωραϊτίνης Ἀργύριος Φιλιππίδης
Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΟΝικόλαος Παπαϊωάννου
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Δημήτριος Γίδας
Εὐκλείδης Μπίστης
Δημοσθ. Καΐρης ΟΝικόλαος Γουλιμῆς Ο
Ἀνδρέας Καρατζᾶς ΟἘπαμ. Μαυρομμάτης
Κωνστ. Πλατούτσας ΟΠερ. Ἀλεξάκης Ν
Μιχαὴλ Κωτσᾶκος Νικ. Σπυρακόπουλος
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος ΝΘεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν
Κωνστ. Κοττίκας Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
Ἰωάννης Καραπᾶνος Χαρίλαος Διγενόπουλος Ο
Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς ΟἈρ. Πετροπουλάκης
Στέφανος Δραγούμης Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
Νικόλαος Λεβίδης ΝΜιχαὴλ Φωτιάδης Ο
Θεόδωρος Ρετσίνας Γεώργ. Λιδωρίκης Ο
Φωκίων Νέγρης ΟΓεώργ. Ἀνδρίτσος Ο
Νικ. Γιαννηκώστας ΟἈρ. Ἀναγνωστόπουλος
Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης ΟΜιχαὴλ Στελλάκης Ο
Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος
Θεόδωρ. Φλογαΐτης ΟΓεώργιος Λύρας Ο
Δημ. Γ. Ράλλης Ἐμμ. Ρέπουλης Ο
Γεώργιος Μ. Βενιζέλος ΟΔημήτριος Τσᾶτσος Ο
Νικ. Γουναράκης Δημήτριος Τσιτσάρας
Κωνστ. Σταυρόπουλος Κωνστ. Ζῶτος Ο
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Γεώργιος Χατζόπουλος Ο
Ἀνδρέας Στρᾶτος Διονύσιος Στεφάνου Ο
Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟΔιον. Καλούτσης Ο
Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Παν. Χοντζόπουλος
Γεώργ. Ρώμας Νικ. Τσοῦχλος Ο
Ἀνδρ. Σπηλιάδης ΟΧαρ. Κ. Βοζίκης Ο
Χρ. Στεφανόπουλος ΟΘεόδ. Πέρρος Ο
Χαρίλ. Σπηλιώτης Στέφ. Κοπανίτσας
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΟΓεώργ. Φικιώρης
Πέτρος Αὐγερινὸς Μελέτιος Ρουσόπουλος Ο
Χρῆστος Δαραλέξης Βρασίδας Λεώπουλος Ν
Ἄγγελος Πετραλιᾶς ΟΓεώργιος Μαυρομιχάλης
Ἀθαν. Ἀθανασιάδης Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ο
Νικόλαος Δαούτης Ν. Καραστέργιος
Παναγ. Παπαχατζῆς Δημ. Πιπινόπουλος
Σπ. Ι. Μήλιος ΟἸωάν. Γ. Λάππας
Βασ. Μαρκεζίνης ΟΝικ. Μπουφίδης
Νικήτας Συνοδινὸς ΟΠερ. Βαλαωρίτης Ο
Χριστόφορος Ἀσιμῆς Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
Τηλέμαχος Δενδρινὸς Γεράσιμος Φίλιππας Ο
Παναγ. Μαυροκέφαλος ΟΞενοφ. Κυριαζῆς Ο
Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης ΟΒασ. Βασιλειάδης
Θεόδ. Ζαΐμης ΟἈθαν. Εὐταξίας
Παναγ. Θρ. Ζαΐμης ΟΝ. Τριανταφυλλᾶκος Ο
Παν. Μανέτας
Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ἰωάν. Μπακόπουλος
Ἡρακλῆς Καλαμπάκας ΟἨλ. Ζέγγελης Ο
Γεώργ. Παπαθανασίου Φίλ. Βάρβογλης Ο
Περικλῆς Περρωτῆς Ἀθ. Κατριβᾶνος Ο
Ἠλίας Μαυρομιχάλης ΟἨλίας Κοσσονᾶκος
Γεώργ. Οἰκονομόπουλος ΟΓ. Ἀναστασόπουλος
Δημ. Τερτίπης ΟΓ. Νικολαΐδης
Τιμολέων Ἀδαμόπουλος Κ. Τρικούπης Ο
Κωνστ. Ζωγλοπίτης ΝΛεων. Δεληγεώργης
Γεώργ. Φραγκίδης Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
Ἰωάν. Καζαμπάκας Δ. Λυμπερόπουλος Ο
Σπυρ. Παπαποστόλου Γ. Λυμπερόπουλος Ο
Α. Βασιαρδάνης ΟΠερ. Μποῦτος Ο
Κωνστ. Σαραφιανός ΟἈριστομ. Προβελέγγιος Ο
Γ. Χατζηνικολῆς ΟἈντ. Μάτσας
Παναγ. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ο
Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ο
Γεώργ. Μέρμηγκας ΟἘλευθ. Μυκώνιος
Γεώργ. Κόρπας ΟΓεώργ. Σισμάνης
Τριαντάφ. Πατρίκιος ΟΔ. Φαρμάκης Ο
Γεώργ. Θεοτόκης Γεώργ. Πλατανιώτης
Μιχαὴλ Θεοτόκης ΟἨλίας Ποταμιᾶνος
Ἀλκίνοος Ζερβὸς ΟΜιχ. Λαμπρυνίδης Ο
Γουλ. Σκάρπας ΟΙ. Βοῦρτσος Ο
Βασίλ. Σαμοΐλης Ἀθ. Πετσάλης
Σπ. Ἀγάθος ΟΚ. Α. Κουμουνδοῦρος
Ν. Τριβόλης Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
Κ. Ἀλαμᾶνος ΟΓ. Καπετανάκης Ο
Κ. Χρηστόπουλος ΟΦώτιος Μοσχούλας
Παναγ. Δ. Πετρίδης Ἀσημ. Χριστόπουλος
Σωτήρ. Κροκιδᾶς ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος
Σπ. Νοταρᾶς Θᾶνος Μπασιᾶς
Περ. Μεντζελόπουλος ΟΠαναγῆς Τυπάλδος
Δημ. Δημητριάδης Θεόδ. Βελλιανίτης
Ἄθως Ρωμᾶνος ΟἈνάργ. Σιμόπουλος Ο
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ἀθ. Παπαθανασίου Ο
Ἀντ. Μομφερρᾶτος ΟΠέτρος Μόρης
Θεόδ. Μαρκέτος ΟἸωάν. Γ. Ροῦφος Ο
Σπ. Ε. Στάης ΟΑ. Παπαγιαννακόπουλος
Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης ΟἈπ. Ζάππας Ο
Ἀντ. Ρικάκης Θ. Σαρσέντης Ο
Ἀχιλ. Χοϊδᾶς Α. Πονηρόπουλος
Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Δ. Ἀναστασόπουλος
Θᾶνος Ροῦφος Κανακάρης Δ. Παπατσώρης Ο
Νικ. Μισυρλῆς ΟΔ. Κατσᾶνος Ο
Ν. Καράπαυλος Α. Σκαλτσοδῆμος
Γ. Ράλλης ΟΝ. Τζανετόπουλος Ο
Σπ. Γκεντιλίνης Γ. Ροδόπουλος Ο
Γερ. Ζερβὸς ΟΘεόδ. Λιμπρίτης
Κοσμᾶς Δουμπιώτης ΟΙ. Κουντουριώτης Ο
Νικόλαος Λεωνίδας ΟΝικ. Τσαμαδὸς Ο
Διομήδης Κυριακὸς Παντελῆς Γκίκας
Α. Μαυρογορδᾶτος Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ο
Α. Λαδόπουλος Κ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Ν. Βαφειαδάκης Ι. Τσιριμῶκος Ο
Α. Βιτάλης Δημ. Κρίτσας Ο
Δ. Βοκοτόπουλος ΟΑ. Πλατῆς
Ι. Γκιὼν ΟΝικ. Χατζῖσκος
Κάρολος Βιτάλης Ν. Καλογερόπουλος Ο
Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος ΟΒ. Βουδούρης Ο
Γ. Κανούτας ΟΓ. Ἀβέρωφ
Νικ. Ταρμπάζης ΟΔ. Κριεζώτης
Θεόδ. Κριεμάδης Ἀλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ο
Γ. Ραδινὸς ΟΚ. Μιλτ. Κανάρης Ο

§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 122. Κατὰ τῆς ἀναβολῆς 116, καὶ 6 ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπερρίφθη. Ὁ κύριος Καραπᾶνος καλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§166Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξήτασα κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1902, ἅτινα κατὰ μὲν τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 111,169,375, μετὰ τῶν δηλώσεων δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναβιβάζονται εἰς δραχμὰς 118,819,375. Εὗρον δέ, ὅτι κατὰ τὰς πιθανότητας, τὰς στηριζομένας ἐπὶ τῶν πραγμάτων, θὰ ἦναι εὐχάριστον, ἂν τὰ ἔσοδα ταῦτα φθάσωσιν εἰς δρ. 112,809,375. Καὶ τὰ μὲν ἔσοδα λογιστικῶς ὑπερτιμῶνται, τὰ ἔξοδα ὅμως αὐξάνουσιν οὐχὶ πλέον λογιστικῶς, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς. Τὰ ἔξοδα διὰ τὸ ἔτος 1902 ἀναβιβάζονται εἰς δραχμὰς 116,572,166, ὑπερτεροῦσι δ’ οὕτω τὰ τοῦ 1901 κατὰ 1,640,000 δρ. περίπου. Χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ σύνολον τῶν λεπτομερειῶν τῶν ἐξόδων, ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τινὰ ἐξ αὐτῶν, ἀφοῦ προηγουμένως ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν διαρκῶς προοδευτικὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου. Ἐκτὸς τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ ὁποῖον δὲν διευθύνομεν πλέον ἡμεῖς, τὰ ἄλλα ἔξοδα, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἐν γένει διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἀναβιβάζονται ἀπὸ 68,372,928 δραχ. κατὰ τὸ 1896 εἰς 84,374,070 δραχμὰς κατὰ τὸ 1902. Εἶναι ἀδιάκοπος καὶ ὑπερβολικὴ ἡ πρόοδος τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Πρέπει δὲ νὰ ἐπαναλαμβάνηται ἡ ὑπόδειξις τῆς τοιαύτης αὐξήσεως, ὅπως κατανοηθῇ καὶ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἀσχολοῦνται εἰδικώτερον περὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Δημοσίου. Εἰς δρ. 69,710,000 ἀνῆλθον ταῦτα κατὰ τὸ 1895, εἰς δρ. 68,372,928 τὸ 1896. Ἀφίνοντες δὲ τὰ ἀνώμαλα ἔτη τοῦ 1897 καὶ 1898, εὑρίσκομεν τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀνερχόμενα εἰς δραχμὰς 74,949,573 τὸ 1899, καὶ εἰς δραχμὰς 77,957,244 τὸ 1900. Διὰ δὲ τὸ 1901 προϋπολογίζονται εἰς δρ. 82,588,077, καὶ διὰ τὸ 1902 εἰς δρ. 84,374,070. Ἐγένετο πολλάκις εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἀνάλυσις καὶ σύγκρισις τῶν οὕτως αὐξανομένων δαπανῶν καὶ κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους. Κατὰ τὰς τελευταίας δὲ συνεδριάσεις οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι, ἐκτενέστερον δὲ προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρυστίας Βουλευτὴς ἐποιήσατο τοιαύτην σύγκρισιν καὶ ἀνάλυσιν τῶν καθέκαστα τῶν γενομένων αὐξήσεων. Τοῦτο μὲ ἀπαλλάσσει τοῦ κόπου νὰ εἰσέλθω εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας τῶν ἐξόδων. Νομίζω ὅμως χρήσιμον νὰ ποιήσωμαι περιληπτικὴν καὶ σύντομον σύγκρισιν αὐτῶν. Ἐν τοῖς ἐξόδοις τῆς ἐν γένει διοικήσεως ὑπάρχουσι δύο κεφάλαια, ὧν ἡ αὔξησις εἶναι ἀναπόφευκτος. Ταῦτα δ’ εἰσὶ τὸ τῶν Μονοπωλίων, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν δι’ αὐτὰ προμηθειῶν, τῆς προερχομένης ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προσόδων αὐτῶν, καὶ τὸ τῶν ἀποδόσεων, διότι αὗται ἀφορῶσιν εἰσπράξεις ἐνεργουμένας διὰ λογαριασμὸν τρίτων, καὶ ἃς ὀφείλει τὸ Δημόσιον νὰ ἀποδώσῃ εἰς οὓς ἀνήκουσι. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δύο τούτων κεφαλαίων δαπανῶν ἔχομεν τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὰς δαπάνας ἰδίως τὰς προσωπικὰς καὶ τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας. Τούτων ποιοῦμαι περιληπτικὴν σύγκρισιν. Λαμβάνω πάλιν ὡς ἀφετηρίαν τὸ 1896, διότι τοῦτο εἶναι τὸ ὁμαλώτερον ἔτος πρὸ τοῦ πολέμου. Αἱ δαπάναι αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὰ Μονοπώλια καὶ τὰς ἀποδόσεις κατὰ τὸ 1896 ἀνήρχοντο εἰς δρ. 7,504,567. Κατὰ τὸ 1900 αὗται ἀνῆλθον εἰς δρ. 9,689,650, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ποσοῦ δρ. 1,493,500, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὡς προερχόμεναι ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων. Διὰ τὸ 1901 αἱ δαπάναι αὗται προϋπολογίζονται εἰς δραχ. 9,717,000, διὰ δὲ τὸ 1902 εἰς δραχμὰς 9,970,000. Αἱ δὲ δαπάναι αἱ ἀναφερόμεναι καθαρῶς εἰς μισθοὺς προσώπων καὶ εἰς ἔξοδα τῶν τρεχουσῶν ὑπηρεσιῶν ἀνέρχονται διὰ μὲν τὸ 1896 εἰς δρ. 60,868,951, διὰ δὲ τὸ 1900 εἰς δρ. 69,747,261, προϋπολογίζονται δὲ διὰ μὲν τὸ 1901 εἰς δρ. 72,871,000, διὰ δὲ τὸ 1902 εἰς δρ. 74,403,969. Ὥστε διὰ μόνας τὰς δαπάνας τὰς ἀναφερομένας εἰς τὸ προσωπικὸν καὶ τὰς συνήθεις ὑπηρεσίας ἔχομεν ὑπέρβασιν περίπου 13,535,618 δραχμῶν ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι τοῦ 1902. Τὸ δὲ 1902, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1901, τὸ ἀμέσως προηγούμενον ἔτος, παρουσιάζει αὔξησιν τῶν τοιούτων προσωπικῶν δαπανῶν κατὰ δραχ. 1,532,923. Ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν εἶναι ἀπολύτως μικρὰ, ἐνδεικνύει δὲ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς καθιερωθείσης τάσεως τῶν Κυβερνήσεων, ἵνα ἀδιακόπως ἐπαυξάνωσι τὰς δαπάνας ταύτας. Δὲν προτίθεμαι, ὡς εἶπον ἤδη, νὰ εἰσέλθω εἰς πλήρη ἀνάλυσιν τῶν δαπανῶν καὶ τῶν αὐξήσεων αὐτῶν. Νομίζω ὅμως ἀναγκαῖον νὰ ἐξετάσω τὸ ποιὸν καὶ τὸν χαρακτῆρα τῶν αὐξήσεων, αἵτινες προτείνονται διὰ τὸ 1902, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1901, ὅπως ἴδωμεν, ἂν αὗταί εἰσιν αὐξήσεις δαπανῶν ἐπιβαλλομένων καὶ ἀπολύτως ἀναγκαίων, ἢ ἂν πρέπει νὰ τὰς ἀποφύγωμεν, χάριν τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ τῆς θεραπείας ἄλλων σπουδαιοτέρων ἀναγκῶν τῆς χώρας. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 αὔξησιν δαπάνης ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1901 ἐξ 1,158,948 δραχμῶν. Ἐκ τούτων πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν δραχ. 539,866 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Μονοπωλίων, ἅτινα ἀπαιτοῦσι τὴν αὔξησιν αὐτῶν, πρέπει δὲ νὰ προσθέσωμεν δρ. 287,000 διὰ τὸ κεφάλαιον τῶν ἀποδόσεων, διότι κατὰ τόσον ἐλαττοῦνται αὗται κατὰ τὸ 1902· ἔχομεν προσέτι δαπάνην ἐπιβαλλομένην δραχ. 130,000 ἐκ δικαιωμάτων ποσοστῶν καὶ χαρτοσήμου, ἕνεκα ὑποτιθεμένης αὐξήσεως τῶν εἰσπράξεων. Ἀντιστάθμισμα ὅμως τῆς αὐξήσεως ταύτης ἔχομεν ἐλάττωσιν δαπάνης δρ. 100,000 ἐκ τῆς ἀποδόσεως διὰ λογαριασμὸν τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἥτις δὲν ἀναγράφεται διὰ τὸ 1902· ἀφαιρῶ ἑπομένως τὰς 130,000 δραχμὰς ἐκ τῶν ποσοστῶν καὶ τοῦ χαρτοσήμου, καὶ προσθέτω τὰς 100,000 τὰς μὴ ἀποδιδομένας εἰς τὴν δημοτικὴν καὶ ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν. Οὕτω δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν παρουσιάζει ὑπόλοιπον αὐξήσεως δαπάνης διὰ τὰς τρεχούσας ὑπηρεσίας καὶ διὰ τὰς κεκλεισμένας χρήσεις ἐκ δρ. 865,000. Οἱ μελετήσαντες τὸν Προϋπολογισμὸν εἶδον βεβαίως, ὅτι ἡ αὔξησις ἀναφέρεται εἰς προσωπικὰς δαπάνας καὶ εἰς ἔξοδα τῶν τρεχουσῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ 1902 καὶ τῶν προηγουμένων χρήσεων. Ἡ Κεντρικὴ ὑπηρεσία, ἡ Γενικὴ Ἐπιθεώρησις, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, αἱ ὑποτροφίαι, καὶ πᾶσαι σχεδὸν αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν παρουσιάζουσι τοιαύτας αὐξήσεις. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν παρουσιάζει αὔξησιν 204,068 δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ πραγματικὴ αὔξησις εἶναι δραχ. 250,068, διότι ἀφαιροῦνται 50,000 δρ. ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν, τῶν προωρισμένων εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἐξωτερικῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, προστίθενται δὲ προσωπικαὶ δαπάναι διὰ τὴν διπλωματικὴν καὶ προξενικὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν, ἡ ἐπελθοῦσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τοῦ 1900 καὶ ἐντεῦθεν, ἔφερε τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶντο. Κατὰ τὸ 1900 αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνήρχοντο εἰς δραχ. 2,424,000, κατὰ δὲ τὸ 1902 προτείνεται δαπάνη δρ. 3,050,000, δηλαδὴ κατὰ 626,000 δρ. ἀνωτέρα. Μέγα δὲ μέρος τῆς αὐξήσεως ταύτης εἶναι καθαρῶς προσωπικόν. Ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προξενικὸς νόμος, ὑπεστηρίχθη παρὰ τοῦ τότε κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἤθελεν ἐπέλθει πραγματικὴ βελτίωσις εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὅτι ἡ αὔξησις τῶν εἰσπράξεων τῶν Προξενείων θὰ καλύψῃ τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης. Βεβαίως ἡ αὔξησις τῶν εἰσπράξεων τῶν προξενικῶν τελῶν δὲν ἀνέρχεται, μεταξὺ τοῦ 1900 καὶ 1902, εἰς ἴσον ποσὸν πρὸς τὰς αὐξήσεις τῶν προξενικῶν δαπανῶν, πολὺ δὲ ἀπέχει τῶν 626,000 δραχμῶν, εἰς ἃς ἀνέρχεται τὸ ὅλον τῶν αὐξήσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν...

§167Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀντιπροσωπεύει τὴν ἐν γένει αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς ἣν συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ ἐπελθοῦσα αὔξησις εἰς τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας.

§168ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ εἶναι ἐξωτερικαὶ δαπάναι.

§169Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. 200,000 φράγκα χρυσᾶ εἶναι ἡ αὔξησις διὰ τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας.

§170ΑΛ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. 150,000 δρ. εἰς χρυσόν, ἤτοι δραχ. 225,000 περίπου, εἶναι περισσότερα.

§171Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπὸ πότε;

§172ΑΛ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀπὸ πέρυσι.

§173Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πέρυσιν ἀνήρχοντο εἰς δρ. 650,000, κατὰ δὲ τὸ 1900 εἰς δρ. 400,000.

§174ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀπὸ πέρυσι προσετέθησαν δραχμαὶ 200,000, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προσθέσητε καὶ τὴν ἐπικαταλλαγήν.

§175Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ αὔξησις ἡ ἐπελθοῦσα εἰς τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας ἐλαττοῦται ἐφέτος κατὰ 50,000 δραχμάς. Μένει δὲ πάντως ποσὸν αὐξήσεως προσωπικῶν δαπανῶν πλέον τῶν 300,000 δραχμῶν. Δὲν ἠξεύρω δέ, ἂν ἡ αὔξησις αὕτη ἐπέφερε τὴν βελτίωσιν, ἣν προσεδοκῶμεν. Ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις μεταξὺ τοῦ τε διπλωματικοῦ καὶ τοῦ προξενικοῦ προσωπικοῦ ἀναμφισβητήτως, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ὁμολογήσωμεν, ὅτι αἱ ἐπελθοῦσαι βελτιώσεις εἰς τὰς ὑπηρεσίας ταύτας δὲν εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὴν ἐπαυξηθεῖσαν δαπάνην δι’ αὐτάς. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 παρουσιάζει ἐλάττωσιν δαπανῶν κατὰ δραχ. 85,745. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις αὕτη εἶναι εἰκονική. Καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δὲ τούτῳ ὑπάρχει πραγματικὴ αὔξησις. Ἐθεωρήθη καὶ ἐνταῦθα ἐφέτος καλὸν νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ σύστημα, ὅπερ εἰσήχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δηλαδὴ τὸ τῆς ἀφαιρέσεως ἐκ τῶν κεφαλαίων τῶν δαπανῶν ποσοῦ τινος διὰ μεταβολὰς θέσεων καὶ ὑπερβάσεις ἀδειῶν. Διὰ τοιούτου συστήματος δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ὅσας θέλομεν εἰκονικὰς οἰκονομίας ἐν τῇ συντάξει τῶν προϋπολογισμῶν πάντων τῶν Ὑπουργείων, οὐχὶ ὅμως καὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτῶν, διότι τὸ οὕτως ἀφαιρούμενον ποσὸν θὰ δαπανηθῇ, ἂν δὲν ὑπάρξωσι μεταβολαὶ θέσεων καὶ ὑπερβάσεις ἀδειῶν. Ἂν δὲ ὑπάρξωσι τοιαῦται, θὰ μείνωσιν, ὡς γίνεται μέχρι σήμερον, ἀδιάθετοι πιστώσεις πρὸς ἀντιστάθμισιν τῶν ἀναπληρωματικῶν τοιούτων. Διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἀφαιροῦνται ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δραχμαὶ 106,000, ἕτεραι δὲ δρ. 168,000 ἀφαιροῦνται ἐκ τῶν ἀποζημιώσεων μαρτύρων καὶ ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων, διὰ τοὺς ὁποίους λαμβάνονται καὶ διὰ Β. Διατάγματος συνήθως ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Τὰ δύο ταῦτα ποσὰ ἀνέρχονται εἰς δρ. 274,000. Ἀφαιροῦντες δὲ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὰς 85,745 δρ. τῆς φαινομένης ἐλαττώσεως δαπανῶν, ἔχομεν αὔξησιν δρ. 188,255, ἥτις προέρχεται ἀποκλειστικῶς ἐκ δαπανῶν προσωπικοῦ καὶ τῶν τρεχουσῶν ὑπηρεσιῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, διότι ἄνευ βελτιώσεως τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἴσως δὲ καὶ μὲ χειροτέρευσιν τῆς λειτουργίας τῶν Δικαστηρίων, ἔχομεν σπουδαίαν καὶ διαρκῆ αὔξησιν δαπανῶν. Καὶ ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 5,144,040, καὶ κατὰ τὸ 1899 δρ. 5,539,207, κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν δρ. 6,185,066. Διὰ δὲ τὸ 1901 ὑπολογίζονται δρ. 6,243,573, καὶ διὰ τὸ 1902 δραχ. 6,346,082, κατὰ τὴν ἀνάλυσιν, ἣν ἐποιησάμην πρὸ ὀλίγου. Ὑπάρχουσι λόγοι, χρησιμεύοντες πρὸς δικαιολογίαν μιᾶς ἑκάστης τῶν αὐξήσεων τούτων. Ἀλλὰ τοιοῦτοι λόγοι δὲν ἐλλείπουσιν εἰς οὐδεμίαν δαπάνην, ἔστω καὶ τὴν μᾶλλον σπάταλον. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν, παρουσιάζει ἐλάττωσιν δαπανῶν κατὰ δρ. 1,531,698. Μετὰ τὴν ἀναγραφὴν ὅμως τοῦ 1 ἑκατομμυρίου δραχμῶν, ὅπερ δίδεται εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Πελοποννήσου ἐν εἴδει δανείου, ἡ ἐλάττωσις αὕτη περιορίζεται εἰς δραχμὰς 531,698. Περιορίζεται δὲ αὕτη εἰς μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐνῷ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς δημοσίας ἀσφαλείας παρουσιάζεται ἐλάττωσις δραχ. 1,279,636, διότι ἐγκατελείφθη ὁριστικῶς ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἥτις ἀνεβάλλετο λόγῳ χρηματικῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Δημοσίου. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλομεν νὰ ἐνδιατρίψωμεν ὀλίγον, ὅπως ἴδωμεν ποῖαί εἰσιν αἱ οἰκονομίαι, αἱ ἐπερχόμεναι, οὕτως εἰπεῖν, αὐτομάτως καὶ ἄνευ φροντίδος τινὸς τοῦ συντάξαντος τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ, καὶ ποῖαι αἱ ἐπελθοῦσαι αὐξήσεις εἰς τὰς δαπάνας αὐτοῦ. Ἐκτὸς τῆς οἰκονομίας τοῦ κεφαλαίου τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἔχομεν καὶ ἐλάττωσιν, αὐτομάτως ἐπερχομένην, 235,300 δραχμῶν ἐκ τῆς μὴ ἀναγραφῆς πιστώσεως διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Κατὰ τὸ 1901 ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα τῆς οἰκοδομήσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου κατὰ τὸ 1902 ἐγκαταλιμπάνεται ἡ ἰδέα αὕτη, καὶ ἐπέρχεται αὐτομάτως ἡ οἰκονομία. Ἐπίσης κατὰ τὸ 1901 ἀνεγράφετο δαπάνη δι’ ἀνέγερσιν ναῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Φθιώτιδι ἐκ δρ. 154,567, αὕτη δὲ δὲν ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902. Ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων καὶ ἐκτάκτων ὑγειονομικῶν ἐξόδων ἔχομεν ἐλάττωσιν δρ. 157,465. Διάφοροι ἄλλαι αὐξομειώσεις ἀνέρχονται εἰς δρ. 792,000, καὶ οὕτω τὸ σύνολον τῶν ἐλαττώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέρχεται εἰς δρ. 2,618,996. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὰς δευτερευούσας αὐξομειώσεις, αἵτινες, ὡς εἶπον, ἀνέρχονται εἰς δρ. 792,000. Θὰ περιορισθῶ δὲ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν αὐτομάτως ἐπελθουσῶν οἰκονομιῶν ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἐκ τῆς μὴ κατασκευῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ τῶν ναῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Φθιώτιδι, καὶ ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων καὶ ἐκτάκτων ὑγειονομικῶν ἐξόδων. Αἱ οἰκονομίαι αὗται ἀνέρχονται εἰς δρ. 1,826,938, διετέθησαν δ’ ὡς ἑξῆς: Διὰ τὴν γεωργίαν προστίθεται δαπάνη 325,880 δρ. ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1902. Ἡ αὔξησις αὕτη ἀναφέρεται εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπιβητόρων, εἰς ὑπαλλήλους καὶ ἄλλας δαπάνας στατιστικῆς, εἰς συνδρομὴν ἑταιρειῶν, εἰς ὑποτροφίας, καὶ κυριώτερον εἰς συνδρομὴν τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν καὶ σταθμῶν. Διὰ μισθοὺς καὶ ἔξοδα ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐγκατάστασιν τῆς νέας Διευθύνσεως προστίθενται δρ. 341,581, διὰ προσωπικὸν δημοσίων ἔργων δρ. 38,840, διὰ συνδρομὰς εἰς συλλόγους δραχ. 31,250, δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα δραχ. 199,304· δι’ ἐπισκευὴν καὶ συντήρησιν κτιρίων τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Παιδείας προστίθενται δραχ. 131,760, διὰ συντήρησιν τῶν ὁδῶν δρ. 200,000, καὶ δι’ ἀποζημιώσεις κτημάτων καταλαμβανομένων ὑπὸ ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων δρ. 82,000. Τὸ ποσὸν τῶν διαφόρων τούτων αὐξήσεων ἀνέρχεται εἰς δραχ. 1,350,000. Προστιθεμένων δὲ εἰς αὐτὰς καὶ τῶν δραχμῶν 531,698, εἰς ἃς ἀνέρχεται ἡ τελικὴ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τούτου διὰ τὸ ἔτος 1902, συμπληροῦται περίπου τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 1,826,000, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχονται αἱ οἰκονομίαι, αἱ οὕτως εἰπεῖν αὐτομάτως ἐπελθοῦσαι. Αἱ ἄλλαι δὲ οἰκονομίαι ἀπορροφοῦνται ἐκ τῶν συνήθων ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐκ μισθῶν προσωπικοῦ...

§176Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἴπατε «προσωπικοῦ», ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐψηφίσαμεν ὀργανικὸν νόμον αὐξάνοντα τὸ προσωπικόν. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ προστεθῶσι δαπάναι προσωπικοῦ; Οὐδεὶς ὑπάλληλος προσετέθη.

§177Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ πολιτική, ἐφ’ ἧς στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, δὲν εἶναι ἰδική σας· τοῦτο εἶπον ἤδη. Προσωπικαὶ ὅμως αὐξήσεις ὑπάρχουν πολλαὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ. Π. χ. «Προσωπικὸν Ὑπουργείου» (Κεφάλ. 1 ἄρθρ. 1) δραχ. 93,000 τὸ 1901, δραχ. 100,440 τὸ 1902, ἤτοι 7,440 ἐπὶ πλέον.

§178Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι προσθήκη ἑνὸς τμηματάρχου. Εἶναι ἡ μόνη προσθήκη.

§179Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ πολλαὶ ἄλλαι, καὶ δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ μόνη. Ὡς δὲ εἶπον καὶ προηγουμένως, δὲν ὑπάρχει δαπάνη, ἣν Κράτος ἢ ἄτομον ἐκτελεῖ, καὶ ἥτις, καὶ ἂν ἔχῃ ἀκόμη τὸν χαρακτῆρα σπατάλης, νὰ μὴ ἦναι ἐπιδεκτικὴ δικαιολογίας τινὸς οἱασδήποτε· ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ δικαιολογία, εὑρίσκεται ὡς τοιαύτη ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας, ἡ συμπλήρωσις ὀργανικῶν θέσεων, ἡ ἱκανοποίησις μιᾶς περιπετείας, καὶ οὕτω καθεξῆς. Τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων ὅλα ηὔξησαν...

§180Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Προσωπικὰ εἶναι αὐτά; Εἶναι αἱ αὐξήσεις τῶν μισθῶν, αἱ ὁποῖαι ἐψηφίσθησαν πέρυσι καὶ προπέρυσι, καὶ ἐγένοντο πρὸς βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας.

§181Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μήπως ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι εἶναι παράνομα; Ἀλλ’ εἶναι προσωπικά. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι εἶναι εὔκολος ἡ τυπικὴ δικαιολόγησις πάσης δαπάνης. Καὶ ἂν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ῥίψητε δραχμάς τινας εἰς τὸν δρόμον, δύνασθε καὶ τοῦτο νὰ δικαιολογήσητε, ὅτι συνέλεξαν αὐτὰς Ἕλληνες πτωχοί· ἂν δὲ οὗτοι ὦσι γεωργοὶ, δύνασθε νὰ χαρακτηρίσητε τὴν τοιαύτην διάθεσιν τῶν ῥιφθεισῶν δραχμῶν καὶ ὡς παραγωγικὴν, διότι οἱ συλλέξαντες αὐτὰς ἠγόρασαν ἄροτρα κλπ. Εἶπον ταῦτα, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει αὔξησις προσωπικῶν δαπανῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἠδυνάμην δὲ νὰ ὑποδείξω καὶ ἄλλας αὐξήσεις, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἀναλύων κονδύλιον πρὸς κονδύλιον τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ἐν τοιαύτῃ προκεχωρημένῃ ὥρᾳ. Θεωρῶ ὅμως ἀναγκαῖον ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ὀλίγον μὲ τὴν ἐξέτασιν ζητημάτων τινῶν, συνδεομένων μὲ τὰς αὐξήσεις ἢ τὰς ἐλαττώσεις τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· ὡς πρῶτον δὲ τοιοῦτον παρουσιάζεται τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τὴν γνωρίζομεν πάντες. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσιν, ἔστω καὶ ὀλίγοι ἐκ τῶν παρόντων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν εὐχάριστον τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν. Εἰς πλείστας συνεδριάσεις τῆς παρούσης Συνόδου πολλὰ περὶ τῆς δυσαρέστου καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐλέχθησαν, οὐ μόνον ὑπὸ Βουλευτῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πλείστων συμπολιτευομένων Βουλευτῶν. Διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δραχ. 2,593,785, κατὰ δὲ τὸ 1898 δραχ. 2,471,120. Εἰς τὰ ποσὰ δὲ ταῦτα συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἀπεσπασμένων εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν δρ. 2,547,412, ἄνευ τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων· κατὰ τὸ 1900 ἐπίσης, ἄνευ τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν, ἐδαπανήθησαν δρ. 2,921,786. Ὥστε μεταξὺ τοῦ 1898 καὶ 1900 ἔχομεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν αὔξησιν δρ. 450,666, καὶ ἐπὶ πλέον περὶ τὰς 541,000 δρ. ἐκ τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους κατέβαλε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὸ 1901 ἡ δαπάνη διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν θὰ ἀνέλθῃ εἰς δρ. 3,457,630 περίπου, διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνεγράφη πίστωσις δραχ. 4,541,160, καὶ προσετέθη ἀναπληρωματικὴ τοιαύτη ἐκ δραχ. 70,000, ἐδηλώθησαν δὲ ὡς ἀδιάθετοι πιστώσεις δραχ. 1,084,180. Οὕτω δὲ ἡ δαπάνη τοῦ ἔτους 1901 θὰ ὑπερβῇ τὴν τοῦ 1900 κατὰ δραχμὰς 535,894, καὶ τὴν τοῦ 1899 κατὰ δραχμὰς 910,268, τὴν δὲ τοῦ 1898, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν, κατὰ δραχ. 1,527,560. Ποῖον δὲ ἀποτέλεσμα ἔσχεν ἡ τοιαύτη αὔξησις δαπάνης; Ἐξησφάλισε τὴν τάξιν καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν; Ἀπήλλαξε τὸν στρατὸν τῶν προσθέτων ὑπηρεσιῶν, αἵτινες καθιστῶσιν ἀδύνατον τὴν ὀργάνωσιν αὐτοῦ; Βεβαίως ὄχι. Οὐ μόνον δὲν ἔχομεν βελτίωσιν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας, ἐξ ὅσων γνωρίζομεν, ἔχομεν χειροτέρευσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Διὰ τὸ 1902 ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δρ. 3,192,274, προστίθενται δὲ διὰ δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἕτεραι δρ. 75,480, ἀναβιβάζουσαι τὸ ὅλον τῶν ζητουμένων πιστώσεων εἰς δραχ. 3,267,704, δηλαδὴ κατὰ δρ. 189,976 ὀλιγώτερον τῶν ὑπολογιζομένων, ὅτι θὰ δαπανηθῶσι κατὰ τὸ 1901. Ἐκτὸς δὲ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δραχ. 189,976, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρόκειται νὰ καταβάλῃ καὶ τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἀπεσπασμένων εἰς τὴν ἀστυνομίαν, οἵτινες κατὰ τὸ 1901 ἐπληρώθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Οὕτω δὲ ἡ ἐλάττωσις διὰ τὸ 1902 ὑπολογίζεται, ὅτι θὰ ἀνέλθῃ εἰς δρ. 731,000 περίπου. Δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ πραγματοποιηθῇ αὕτη διὰ τῆς περιστολῆς τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῶν ἄλλων δαπανῶν τῆς ἀστυνομίας. Φοβοῦμαι τὸ ἐναντίον. Τὸν φόβον δὲ τοῦτον μοὶ γεννᾷ τὸ ἰσχῦον ἀστυνομικὸν σύστημα, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν αὐτὸ ἐφαρμόζεται. Ἐκεῖνο δὲ, ὅπερ εἶναι μᾶλλον δυσάρεστον, εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ἐπὶ τοσοῦτον ηὔξησαν αἱ δαπάναι τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν ἀπεκτήσαμεν τοιαύτην, μήτε πειθόμεθα, ὅτι θ’ ἀποκτήσωμεν, ἐφαρμόζοντες σύστημα, οὗτινος αἱ ἀτέλειαι τρανῶς κατεδείχθησαν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Πάντες ἀναγνωρίζουσι τοῦτο, καὶ ἐπεδιώχθη ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ δι’ ἑτέρου, τοῦ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσθη καὶ τοῦτο, οὐχὶ τόσον ἕνεκα οἰκονομικῶν λόγων, — διότι τὰ πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ὑπολογισθέντα ποσὰ ἐδαπανήθησαν ὅλα εἰς τὰς ἀστυνομικὰς ὑπηρεσίας, καὶ εἰς ἄλλας κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀγόνους, — ἀλλὰ διότι εἰς τὴν μελέτην πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ καταλλήλου ἀστυνομικοῦ συστήματος δὲν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς κοινωνικὰς καὶ οἰκονομικὰς περιστάσεις τῆς χώρας, αἵτινες ἀσφαλῶς ἐνδεικνύουσιν, ὅτι τοιοῦτο σύστημα τότε μόνον θέλει ἐξευρεθῆ, ὅταν στηριχθῇ ἐπὶ συνδυασμοῦ, καθιστῶντος δυνατὴν τὴν σύμπραξιν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν μετὰ τῆς χωροφυλακῆς. Καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, καὶ χθὲς, ἐξετάζων τὰ ἔσοδα, εἶπον τὴν γνώμην μου περὶ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας. Ὀλίγα ἑπομένως θὰ προσθέσω, ἐξετάζων τὴν εἰς αὐτὰ προστιθεμένην δαπάνην διὰ τὸ 1902 ἐκ δρ. 341,581. Αἱ δαπάναι τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων αὐξάνουσι δι’ ἁλμάτων. Κατὰ τὸ 1895 ἀνήρχοντο εἰς δραχμὰς 2,302,433, κατὰ τὸ 1896 εἰς δρ. 2,333,541, τὸ 1897 εἰς δρ. 2,261,473, τὸ 1898 εἰς δραχ. 2,492,953, τὸ 1899 εἰς δρ. 2,577,802, καὶ κατὰ τὸ 1900 εἰς δραχ. 3,150,772. Εἰς τί ποσὸν θὰ ἀνέλθουν τὸ 1901, δὲν δυνάμεθα ἀκριβῶς νὰ ὁρίσωμεν. Ἐν τῇ σημειώσει, ἣν κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναγράφονται ὡς πληρωθέντα ἔξοδα μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1902 δρ. 3,003,479. Τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν περιλαμβάνει βεβαίως τὸ ὅλον τῶν διὰ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας δαπανῶν. Κρίνοντες δ’ ἐκ τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν αἱ ὑπηρεσίαι αὗται κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν διὰ τὸ 1901 δαπάνην ἀνωτέραν τῶν δρ. 3,150,772, αἵτινες ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1900. Ἡ πορεία τῶν δαπανῶν τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγραφείων, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἐξ αὐτῶν ἔσοδα κατὰ τὰ τελευταῖα δύο ἔτη, δὲν εἶναι εὐχάριστος. Αἱ ὑπηρεσίαι αὗται κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ἦσαν ἐνεργητικαί, ἀπέδιδον δηλαδὴ εἰς τὸ Δημόσιον ποσὸν ποικίλον μεταξὺ 400 καὶ 750 χιλιάδων δραχμῶν ὡς καθαρὸν ἔσοδον. Κατὰ τὸ 1900 παρουσιάζουσιν ἔλλειμμα δρ. 9,450. Ὥστε οὐ μόνον ἐστερήθη τὸ Δημόσιον τοῦ ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων καθαροῦ ἐσόδου, ἀλλ’ ὑποβάλλεται καὶ εἰς τὴν συμπλήρωσιν ἐλλείμματος...

§182Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. 249,000 ἔχει περίσσευμα τὸ 1900.

§183Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόθεν τὸ ἐξάγετε;

§184Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων.

§185Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀποκρύφων βεβαίως, διότι ἐπίσημα ἔγγραφά εἰσι τὰ δημοσιευθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐφ’ ὧν ἐστήριξα τοὺς ὑπολογισμούς μου.

§186Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχετε νὰ προσθέσητε 864,000 δρ. διὰ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν αὐτῶν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς ἄλλο κεφάλαιον, εἰς τὸ κεφάλαιον ΙΓʹ ἄρθρον 17.

§187Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν συνυπολογίζω τὴν νομισματικὴν διαφοράν, ἐπειδὴ αὕτη συγχέεται μὲ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν τοῦ συνόλου τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀναφέρεται εἰς μόνον τὸ 1900, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ προηγούμενα ἔτη. Ἐὰν δὲ θελήσητε νὰ προσθέσητε τὴν νομισματικὴν διαφορὰν διὰ τὸ 1900, πρέπει νὰ προσθέσητε ἐπίσης αὐτὴν καὶ διὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Δέν μοι φαίνεται δέ, ὅτι δύναται αὕτη νὰ ἀνέλθῃ κατὰ τὸ 1900 εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὁ κ. Ὑπουργός, ἀφοῦ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ποικίλλει μεταξὺ 132,000 καὶ 226,000 δραχμῶν. Κρίνων ἑπομένως ἐκ τῶν δημοσιευθέντων προσωρινῶν ἀπολογισμῶν καὶ καταστάσεων, εὑρίσκω ὅτι ὑπὸ ἔποψιν ταμιευτικὴν αἱ ὑπηρεσίαι αὗται τείνουσι ν’ ἀποβῶσι παθητικαί, ἐνῷ ἦσαν ἐνεργητικαί. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ τῆς δράσεως αὐτῶν, ἐπῆλθε βεβαίως ἐπέκτασις αὐτῶν, οὐχὶ ὅμως καὶ σπουδαία βελτίωσις. Ἑτέραν σπουδαίαν αὔξησιν δαπάνης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχομεν εἰς ὑπηρεσίαν, τῆς ὁποίας ὁ τίτλος ἠχεῖ εὐχαρίστως εἰς πάντας. Αὕτη εἶναι ἡ τῆς γεωργίας, τῆς ὁποίας ἡ ὑποστήριξις καὶ ἡ πρόοδος ἐπιδοκιμάζεται παρὰ πάντων. Πρὸ ἐτῶν ἡ ἰδέα τῆς κατασκευῆς σιδηροδρόμων ἐτύγχανεν ὁμοίας ἐπιδοκιμασίας, καὶ ἐχρειάζετο πολὺ θάρρος, ἵνα λάβῃ τις τὸν λόγον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως ἐπικρίνῃ καὶ τὴν μᾶλλον ἐλαττωματικὴν σύμβασιν περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου. Δὲν ὑπάρχει βεβαίως ἡ αὐτὴ ἀναλογία μεταξὺ τῶν δαπανῶν διὰ τοὺς σιδηροδρόμους καὶ τῶν ὑπὲρ τῆς γεωργίας προτεινομένων. Φοβοῦμαι ὅμως, μήπως ὑπάρχει σχετική τις ὁμοιότης εἰς τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν. Εἰμὶ ἐκ τῶν θερμοτέρων θιασωτῶν τῆς ἰδέας τῆς ὑποστηρίξεως τῆς γεωργίας, ὡς μιᾶς τῶν κυριωτέρων καὶ θετικωτέρων παραγωγῶν τῆς χώρας, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως αἱ ὑπὲρ αὐτῆς θυσία καὶ ἡ ὑποστήριξις γίνηται κατὰ τρόπον καθιστῶντα ἀσφαλῆ τὴν ἐπίτευξιν θετικῶν καὶ λυσιτελῶν ἀποτελεσμάτων. Ὀφείλομεν δὲ νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν ἡμῶν, ὅπως μὴ καταλήξωμεν εἰς ἀποτελέσματα ὅμοια τῶν ἐπελθόντων καὶ εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, διὰ τὴν ὁποίαν ηὐξήσαμεν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὰς δαπάνας κατὰ 1,000,000 καὶ πλέον, χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς θετικὸν καὶ εὐχάριστον ἀποτέλεσμα. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὠφέλειά τις θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς προμηθείας καὶ τῆς διανομῆς καλλιτέρων σπόρων καπνοῦ καὶ ἄλλων φυτῶν, ἐκ τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν, ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἐπιβητόρων, ἐκ τῆς ἀποστολῆς ὑποτρόφων πρὸς τελειοποίησιν τῶν γεωργικῶν αὐτῶν σπουδῶν, καὶ ἰδίως ἐκ τῆς ὑποστηρίξεως καὶ ἀναπτύξεως τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν καὶ σταθμῶν. Φοβοῦμαι ὅμως, μήπως ἡ ἐξ αὐτῶν ὠφέλεια δὲν εἶναι ἀνάλογος τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν τῆς γεωργίας, φοβοῦμαι δὲ ἰδίως, μήπως ἐκ τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν ἐξέρχωνται θεσιθῆραι καὶ ὑπάλληλοι μᾶλλον παρὰ γεωργοὶ διευθύνοντες τὸ ἄροτρον καὶ ἀφιερούμενοι εἰς τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν τῶν γεωργικῶν γνώσεων, ἃς ἀπέκτησαν. Δὲν ἐπικρίνω τὴν προτεινομένην αὔξησιν διὰ τὴν γεωργίαν· ἐξ ἐναντίας ἀναγνωρίζω τὴν χρησιμότητα αὐτῆς. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὀλίγον ἐξυπηρετοῦνται αἱ πραγματικαὶ ἀνάγκαι τῆς γεωργίας, ἥτις, ὅπως ἀναπτυχθῇ καὶ βελτιωθῇ, ἔχει κυρίως ἀνάγκην διοικήσεως, ἀσφαλείας καὶ δικαιοσύνης. Ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν πράξωμεν εἰδικῶς ὑπὲρ τῆς γεωργίας, δὲν θὰ προαγάγωμεν αὐτὴν, ἐὰν δὲν ἀποκτήσωμεν ἀσφάλειαν, διοίκησιν καὶ δικαιοσύνην. Δι’ αὐτῶν καὶ μόνον θὰ δυνηθῇ ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἄνευ αὐξήσεως τῶν δαπανῶν καὶ τῶν βαρῶν τοῦ Δημοσίου, νὰ βελτιώσῃ καὶ ἀναπτύξῃ τὴν παραγωγὴν αὐτοῦ, ἐνῷ ἄνευ αὐτῶν μικρὰ ἔσονται τ’ ἀποτελέσματα τῶν θυσιῶν καὶ τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως παρουσιάζει διὰ τὸ 1902 ἐλάττωσιν 1467 δραχμῶν. Ἡ ἐλάττωσις ὅμως αὕτη εἶναι ἰδανικὴ, πράγματι δὲ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο παρουσιάζει αὔξησιν δαπανῶν, διότι καὶ ἐν αὐτῷ ἐπέρχονται ἐλαττώσεις, οὕτως εἰπεῖν, αὐτόματοι, καταναλίσκονται δὲ εἰς τὰς συνήθεις προσωπικὰς αὐξήσεις δαπανῶν. Τοιαῦται ἐλαττώσεις εἰσὶν αἱ ἑξῆς· δραχ. 100,000 διὰ τὴν ἀποζημίωσιν ἰδιοκτητῶν ἀρχαίων, τὰ ὁποῖα συμφώνως μὲ τὸν τελευταῖον περὶ ἀρχαιοτήτων νόμον ἀγοράζει τὸ Κράτος, ὅπως παρεμποδίσῃ τὴν λαθραίαν αὐτῶν ἐξαγωγήν· δρ. 100,000 ἐκ τῆς μὴ ἀνάγκης ἀποζημιώσεως διὰ γήπεδα κείμενα πέριξ ἢ ἐντὸς τοῦ Παναθηναϊκοῦ Σταδίου, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος· δραχ. 30,000 διὰ τὴν μὴ ἀνάγκην ἀνεγέρσεως Φυσιογραφικοῦ Μουσείου, καὶ δρ. 31,783 ἐκ ληξασῶν ὑποτροφιῶν πρὸς σπουδὴν τῆς γυμναστικῆς, καὶ ἄλλων τινῶν κονδυλίων. Τὸ ὅλον τῶν τοιούτων ἐλαττώσεων ἀνέρχεται εἰς δρ. 261,783. Ἀντὶ δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ ἀπομείνῃ ὡς ὁριστικὴ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀπομένει τοιαύτη μόνον ἐκ δραχ. 1467, τὸ δὲ ὑπόλοιπον διανέμεται εἰς μισθοὺς καὶ ἔξοδα ὑπηρεσιῶν, ἐξ ὧν δρ. 122,186 διὰ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ἔχει βεβαίως ἡ τοιαύτη αὔξησις δαπανῶν τὴν τυπικὴν ἐξήγησιν τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὡς εἶπον ἤδη, ἡ τοιαύτη ἐξήγησις δὲν δικαιολογεῖ τὴν διάθεσιν ἐν γένει καὶ διεύθυνσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν μὴ ἐπιβαλλομένων καὶ παραμέλησιν τῶν μεγάλων καὶ ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας. Τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα σήμερον παρουσιάζουσιν ἀναχρονισμόν, καὶ ἔπρεπε πρὸ πολλῶν ἐτῶν νὰ συγχωνευθῶσι μὲ τὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα καὶ μὲ τὰ Γυμνάσια· καὶ τὰ Γυμνάσια δ’ ἐπίσης πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῶσιν ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον. Ἀντὶ ὅμως τούτων ἐξακολουθοῦσιν ἀμφότερα λειτουργοῦντα ἀτελῶς, καὶ προκαλοῦντα κατ’ ἔτος αὐξήσεις δαπανῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔχομεν προσθήκην δαπάνης ἐκ δρ. 326,126, ἥτις προκύπτει ἐκ διαφόρων αὐξομειώσεων. Ἐλαττοῦται ἡ πίστωσις διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, διότι οἱ μισθοὶ τῶν ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν θὰ καταβάλλωνται παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Αὐξάνει ἡ δαπάνη τοῦ ἱματισμοῦ, διότι δὲν ἔχομεν ἀρκετὰ ἐφόδια ἐν τῇ ἀποθήκῃ...

§188Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δραχμῶν 1,500,000 διαφορὰ, διότι ἐξηντλήθησαν τὰ ὑπάρχοντα ἐφόδια.

§189Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ αὔξησις εἶναι φυσική. Ἐλαττοῦται τὸ ἐπίδομα τῶν ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν, διότι δὲν θὰ ἔλθωσιν οὗτοι· αὐξάνει ἡ δαπάνη τοῦ στρατωνισμοῦ ἕνεκα ἐξαντλήσεως τῶν δι’ αὐτὸν ἀναγκαίων εἰδῶν.

§190Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ὑπολείπεται ἡ κατασκευὴ στρατώνων.

§191Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ περίεργον δὲ σύμπτωσιν, ἐλαττοῦται ἡ δαπάνη τοῦ ὁπλισμοῦ. Ἠδύνατο νὰ νομίσῃ τις, ὅτι ὁ ὁπλισμὸς ἡμῶν εἶναι πλήρης, ἐνῷ συμβαίνει τὸ ἐναντίον. Γνωρίζομεν δὲ πάντες, πόσον μεγάλη καὶ ἐπείγουσα εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς συμπληρώσεως τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 ἀναγράφει ἐλάττωσιν πιστώσεως.

§192Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ὅλως τὸ ἐναντίον συμβαίνει. Διότι πρόκειται νὰ γείνῃ φροντὶς περὶ ὁπλισμοῦ καλλιτέρου, διὰ τοῦτο δὲν ἀναγράφεται τίποτε.

§193Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τῆς φροντίδος ταύτης, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ληφθῇ, γίνεται λόγος ἀπὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν. Δὲν ἠξεύρω, καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ κρίνω, ὁποία ἔσεται ἡ φροντὶς αὕτη. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται καὶ αὕτη νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς παρηγορίαν, ὅτι θὰ θεραπευθῇ ἡ ἐπιβαλλομένη αὕτη ἀνάγκη, ὅπως ἐγένετο μὲ τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου διὰ τὰς ναυτικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ ἐπισπευσθῇ τοιαύτη φροντίς. Ἂς μὴ πλανώμεθα, ὅτι δι’ ἀτελῶν καὶ ἀνεπαρκῶν σχετικῶς μέτρων θὰ δυνηθῶμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἐπιβαλλομένας ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Κάλλιον ἂς μείνωμεν ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν ἀναγκῶν τούτων, ὅπως ἐξαναγκασθῶμεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐπιβαλλομένην θεραπείαν αὐτῶν.

§194Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἀκριβῶς γίνεται τοιαύτη σκέψις· διότι ὑπάρχουσιν 700,000 δραχμαὶ εἰς τὴν Τράπεζαν, ὡς γνωρίζετε, τῶν ὁποίων δὲν γίνεται χρῆσις.

§195Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ ἑπτακόσιαι χιλιάδες δραχμαὶ καὶ ἕτερα ἀνάλογα καὶ ἀνεπαρκῆ ποσὰ δὲν δύνανται νὰ θεραπεύσωσι τὴν ἀνάγκην τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅπως δὲν θεραπεύουσι τὰς ἀνάγκας τοῦ ναυτικοῦ οἱ πόροι οἱ σχετικῶς γλίσχροι τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Τὸ Ταμεῖον τοῦτο ἴσως παρηγόρησε καὶ καθησύχασέ τινας, πιστεύοντας, ὅτι ἐλήφθη ἡ ἀναγκαία φροντὶς πρὸς σχηματισμὸν στόλου. Δὲν εἶναι ὅμως συμφέρουσα ἡ τοιαύτη παρηγορία, καὶ ἐπιβάλλεται ἀνάγκη, ὅπως διὰ σωφρονεστέρας διαρρυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιδιωχθῇ θετικὴ θεραπεία τῶν ἐπιβαλλομένων καὶ ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εὑρίσκομεν αὔξησιν δρ. 173,000, ἀλλὰ καὶ αὕτη προέρχεται οὐχὶ ἐκ προνοίας πρὸς διόρθωσιν τῶν θετικῶν ἐλλείψεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς τὸ ναυτικὸν ἡμῶν, ἀλλὰ κυρίως ἐκ τῆς θεραπείας κοινῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, ὧν κυριωτέρα παρίσταται ἡ κατασκευὴ καὶ συμπλήρωσις κτιρίων εἰς τὸν Ναύσταθμον Σαλαμῖνος, διὰ τὰ ὁποῖα προστίθεται πίστωσις δρ. 113,500. Ὅσοι ἐνθυμοῦνται τὴν περιγραφήν, τὴν ὁποίαν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐποιήσατο εἰς τὴν Βουλὴν, τῆς καταστάσεως τῶν πλείστων πλοίων τοῦ στόλου ἡμῶν, ὧν τινα ἐχαρακτήρισεν ὡς μὴ ἔχοντα ἄλλην ἀξίαν ἢ τοῦ ἁπλοῦ ὑλικοῦ, ματαίως ζητοῦσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοὺς πόρους καὶ τὰς πιστώσεις τὰς ἀναγκαίας πρὸς διόρθωσιν ἢ ἀντικατάστασιν τῶν πλοίων τούτων. Ἡ ἐξέτασις τῶν ἐξόδων, ἣν ἐποιησάμην, ἐσκόπει, οὐχὶ τὴν ἀνάλυσιν τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν, ἀλλὰ, ὡς εἶπον, τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ ποιοῦ καὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν γενομένων αὐξήσεων ἐξόδων καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902. Μεταξὺ τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένων δαπανῶν θὰ ὑπάρξωσί τινες, αἱ ὁποῖαι θ’ αὐξήσωσι δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, καὶ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀφήσωσιν ἀδιαθέτους πιστώσεις. Ὀλίγας ὅμως δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν ἀδιαθέτους πιστώσεις διὰ τὸ 1902, ἀφοῦ αἱ ὑπηρεσίαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀφῆκαν σπουδαίας τοιαύτας πιστώσεις, δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902. Αἱ δαπάναι τοῦ 1902, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν ἀνέρχονται εἰς δρ. 115,029,450 διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναβιβάζονται εἰς δραχ. 116,572,166. Ἐκ τούτων 32,198,088 δραχμαὶ ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον χρέος, οὗτινος ἡ διεύθυνσις δὲν ἐξαρτᾶται ἐξ ἡμῶν, καὶ δραχ. 84,374,070 εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἡμεῖς τὴν διαχείρισιν, καὶ τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν, ὁδηγούμενοι ἐκ τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, καὶ σταθμίζοντες τὴν σημασίαν καὶ τὴν ἐπιβολὴν ἑκάστης αὐτῶν. Ὑπελόγισα τὰ ἔσοδα εἰς δραχ. 112,809,375, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 116,572,166. Ἔχομεν δ’ οὕτως ἔλλειμμα 3,762,791 δραχμῶν. Ἐὰν δ’ ὑπολογίσωμεν καὶ τὰ καταβληθησόμενα ποσὰ διὰ προκαταβολὰς ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ ἔλλειμμα δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 5,000,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρέπει κυρίως νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Εἶναι ἐνδεχόμενον περιστάσεις εὐνοϊκαὶ νὰ ἐλαττώσωσιν αὐτό, ἢ ἄλλαι δυσμενεῖς νὰ τὸ αὐξήσωσιν. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον κυρίως πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν, εἶναι τὸ πῶς διατίθενται τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, καὶ ἂν διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διατίθενται ταῦτα καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902, θεραπεύονται αἱ ἐπιβαλλόμεναι ἀνάγκαι καὶ ἐξυπηρετοῦνται τὰ πραγματικὰ καὶ ἀληθῆ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἡ ἔρευνα δὲ αὕτη ἄγει ἡμᾶς εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πολιτικοῦ συστήματος ἐν γένει τῆς πεσούσης καὶ παρούσης Κυβερνήσεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμός...

§196ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ διακόψωμεν.

§197Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Θὰ ὁμιλήσητε ἀκόμη ἐπὶ πολύ;

§198Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποθέτω, ἐπὶ μίαν περίπου ὥραν.

§199ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν διάθεσιν νὰ σᾶς ἀκούσωμεν.

§200ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἂν θέλετε, νὰ διακόψωμεν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν τουλάχιστον.

§201Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καλλίτερον νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.

§202Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂς διακόψωμεν ἐπὶ 10 λεπτά.

§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά. (Μετὰ διακοπὴν 10 λεπτῶν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).

§204Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔλεγον ὅτι πλὴν τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ ταμιευτικὴ ἐξέτασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1902, πρέπει νὰ ἑλκύσῃ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν ἡμῶν ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Διὰ τῆς ἀμέσου ἢ ἐμμέσου αὐξήσεως τῶν φόρων καὶ διὰ τῆς φυσικῆς ἀναπτύξεως τῆς ἀποδόσεως αὐτῶν αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ἀπὸ δρ. 58,537,536 τὸ 1883 — καὶ ἀναφέρω τὸ ἔτος τοῦτο, διότι τότε εἶχε συμπληρωθῆ ἡ προσάρτησις τῶν νέων ἐπαρχιῶν — ἀνῆλθον εἰς δραχ. 112,809,000, ὅσαι θεωροῦνται πιθαναὶ διὰ τὸ 1902. Ἐδιπλασιάσθησαν σχεδὸν τὰ ἔσοδα, ἐκ τῆς αὐξήσεως δ’ αὐτῶν μόλις τὸ ἓν πέμπτον ἀπορροφεῖται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ δὲ ὑπόλοιπον διετέθη διασκορπισθὲν εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ἄνευ θετικῆς καὶ σπουδαίας βελτιώσεως αὐτῶν. Καὶ ἡ διοίκησις καὶ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ δημοσία ἀσφάλεια καὶ ὁ στρατός, ἂν δὲν εὑρίσκωνται σήμερον εἰς χείρονα κατάστασιν, δὲν εὑρίσκονται βεβαίως εἰς καλλιτέραν τῆς τοῦ 1883. Δὲν ὑποσκάπτουσι, Κύριοι, τὰ θεμέλια τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς προόδου παντὸς ἔθνους μόνον οἱ ἐπιδιώκοντες φανερὰ τὴν παράλυσιν τῆς διοικήσεως, τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τῆς δικαιοσύνης, τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἄλλων βάσεων τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ. Οὐδεμία Κυβέρνησις ἤθελε τολμήσει νὰ προτείνῃ πολιτικὴν δεικνύουσαν τοῦτο· ἤ, ἂν ἤθελεν εὑρεθῇ τοιαύτη, βεβαίως καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος ἤθελον ἀποκρούσει αὐτήν. Ὑποσκάπτουσιν ὅμως τὰ θεμέλια τῆς Πολιτείας καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξ ἀκηδίας, ἐξ ἀγνοίας, ἐξ ἐλλείψεως σθένους, καὶ χάριν κομματικῶν ἢ ἄλλων συμφερόντων, ἀκολουθοῦσι πολιτικὴν καταλήγουσαν εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα. Τοῦτο δὲ δυστυχῶς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν. Μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον καὶ τὰς καταστροφάς, ἃς ἐπέφερεν οὗτος καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς αὐτοτελείας τοῦ ἔθνους καὶ ὑπὸ τὴν τῆς γένει διοικήσεως, οὐδεμία ἐλήφθη σπουδαία φροντὶς πρὸς θεραπείαν τῶν ἐπειγουσῶν καὶ μεγάλων ἀναγκῶν τῆς χώρας. Ἐπείγουσα καὶ μεγάλη ἀνάγκη εἶναι ἡ βελτίωσις τῆς διοικήσεως. Ἐπιστεύθη δ’ ὅτι βελτιοῦται αὕτη διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν νομαρχιῶν. Δὲν ἠθελήσαμεν νὰ μελετήσωμεν τὰς ἀτελείας τῆς λειτουργίας τῆς διοικήσεως καὶ φροντίσωμεν νὰ ἄρωμεν αὐτάς. Ἀφήσαμεν αὐτάς, ἐπεκτείνοντες αὐτὴν διὰ τῶν νέων Νομαρχιῶν, μεθ’ ὅλων τῶν ὑφισταμένων ἐλαττωμάτων αὐτῶν, καὶ χωρὶς νὰ βελτιώσωμεν τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας των. Ἀνάγκη ἐπιβαλλομένη εἶναι ἡ βελτίωσις τῆς δικαιοσύνης. Καὶ ταύτην δ’ ἐπιστεύσαμεν ὅτι διορθώνομεν, αὐξάνοντες αὐτὴν κατ’ ἔκτασιν διὰ τῆς προσθήκης ἑτέρων Πρωτοδικείων. Αἱ ἐλλείψεις δέ, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης, ἔμειναν καὶ εἰς τὰ ὑπάρχοντα Πρωτοδικεῖα καὶ εἰς τὰ νεωστὶ συσταθέντα. Καὶ ὁ δικαστικὸς ὀργανισμὸς καὶ ἡ δικονομία ἡμῶν εἰσιν ἐπιδεκτικὰ ῥιζικῶν μεταρρυθμίσεων, αἵτινες δύνανται νὰ καταστήσωσι τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἀποτελεσματικωτέραν καὶ οἰκονομικωτέραν. Ἀλλὰ περὶ τούτων οὐδεμία ἐλήφθη φροντίς. Οὕτω πολιτευόμενοι, δὲν παρέσχομεν βεβαίως τὴν ἀπαιτουμένην ὑποστήριξιν εἰς τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Δὲν ὑποστηρίζεται δ’ αὕτη ἀποτελεσματικῶς διὰ μόνων τῶν ἁπλῶν καὶ εἰδικῶν μέτρων, ὡς τὰ λαμβανόμενα ὑπὲρ τῆς γεωργίας, περὶ ὧν εἶπον πρὸ ὀλίγου τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ διὰ τῆς παροχῆς εἰς τὴν κοινωνίαν τελειοτέρας διοικήσεως, δικαιοσύνης καὶ ἀσφαλείας. Περὶ τῆς δημοσίας δὲ ἀσφαλείας ἠσχολήθημεν ὡς ἐρασιτέχναι μᾶλλον ἢ ὡς πολιτευόμενοι, πονοῦντες τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὅστις δὲν ἐφηρμόσθη, ἕνεκα τῶν ἐσφαλμένων βάσεων αὐτοῦ, καὶ οὐχὶ ἐξ ἐλλείψεως πόρων, διότι τὰ ποσὰ τῶν πιστώσεων, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφοντο δι’ αὐτὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διετέθησαν εἰς ἄλλας δευτερευούσας καὶ ἀγόνους ὑπηρεσίας. Δὲν ἠθελήσαμεν νὰ μελετήσωμεν τὰς περιστάσεις τῆς χώρας καὶ τὰς θετικὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν πρέπει νὰ στηρίξωμεν τὴν ἀστυνομικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν, ὅπως ἐπιτύχωμεν δημοσίαν ἀσφάλειαν τοιαύτην, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ πᾶν εὐνομούμενον καὶ πεπολιτισμένον ἔθνος, καὶ συνάμα διευκολύνομεν τὴν στρατιωτικὴν ἐκγύμνασιν καὶ ὀργάνωσιν τῆς χώρας, ἣν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν, ἂν δὲν χωρίσωμεν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἀπὸ τοῦ στρατοῦ. Τὴν στοιχειώδη ταύτην ἀλήθειαν ἐννοοῦμεν καὶ ὁμολογοῦμεν πάντες. Ἀλλ’ οἱ ἁρμόδιοι, οἱ κυβερνήσαντες τὴν χώραν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἐπροτίμησαν νὰ μὴ διαθέσωσι τοὺς πόρους τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς τὴν θεραπείαν τῆς μεγάλης ταύτης ἀνάγκης. Πρέπει δ’ ἐπίσης νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργανώσωμεν στρατὸν καὶ νὰ ἐκγυμνάσωμεν στρατιωτικῶς τὸ ἔθνος, ὅταν δὲν ἔχωμεν ἀνεξάρτητον ἀστυνομίαν, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν θέλωμεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς συγκεντρωμένης στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, τὸ ὁποῖον πρὸ ἐτῶν εἰσηγάγομεν, καὶ τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκομεν τὴν ἐφαρμογήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ παρ’ ἡμῖν διὰ τῶν πόρων, οὓς διαθέτομεν. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἀναμφισβητήτως τελειότερον παντὸς ἄλλου διὰ τὴν ὅσον οἷόν τε πληρεστέραν ὀργάνωσιν στρατοῦ. Ἡ Γερμανία, ἡ Γαλλία καὶ τὰ ἄλλα μεγάλα Εὐρωπαϊκὰ Κράτη δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος ἐμόρφωσαν τοὺς ἰσχυροὺς αὐτῶν στρατούς. Ἀλλὰ διὰ νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ σύστημα τοῦτο ἀποτελεσματικῶς καὶ πλῆρες, πρέπει νὰ δαπανήσωμεν ποσὰ διπλάσια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δαπανῶμεν σήμερον. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τούτου παρὰ τοῖς ἔθνεσιν, ἅτινα ἐφαρμόζουσιν αὐτό. Ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου τὸ σύστημα τοῦτο ἐφαρμόζεται τελειότερον, ἀπαιτεῖται κατὰ μέσον ὅρον δαπάνη κατ’ ἄτομον στρατιωτῶν καὶ ἀξιωματικῶν δραχ. 2220, ἐν Γαλλίᾳ δρ. 1870, — ὁμιλῶ περὶ δραχμῶν, διότι ἔτρεψα τὰ νομίσματα τῶν διαφόρων ἐθνῶν εἰς δραχμάς, — ἐν Αὐστρουγγαρίᾳ δραχ. 1500, ἐν Ἰταλίᾳ 1600, ἐν Ἱσπανίᾳ 1800, καὶ ἐν Ρουμανίᾳ 1200. Ἡμεῖς δὲ θέλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα αὐτό, δαπανῶντες μόνον 740 δραχμὰς κατ’ ἄτομον! Ἀναμφισβητήτως διὰ τοιαύτης γλίσχρας δαπάνης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν πλήρη καὶ ἀποτελεσματικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τοῦ συγκεντρωτικοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ἀκόμη, ὅτι ἠθέλομεν κατορθώσει ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν τῶν ἀστυνομικῶν καὶ τῶν ἄλλων ξένων εἰς αὐτὸν ὑπηρεσιῶν. Διὰ τοῦτο ὁ στρατός ἡμῶν στερεῖται ἐκγυμνάσεως, στερεῖται ἀληθοῦς ἐπιμελητείας καὶ ἄλλων ἀναγκαίων βοηθητικῶν ὑπηρεσιῶν, στερεῖται ὁπλισμοῦ. Δὲν ἔχομεν γυμνάσια οὐχὶ σώματος στρατοῦ ἢ ταξιαρχίας, ἀλλ’ οὔτε συντάγματος, σπανίως δὲ τάγματος. Ὁ χρόνος δέ, καθ’ ὃν διαμένουσιν οἱ κληρωτοὶ εἰς τὸν στρατόν, καταναλίσκεται εἰς γυμνάσια χειρισμοῦ τοῦ ὅπλου καὶ βηματισμῶν καὶ κινήσεων μικρῶν μονάδων. Βεβαίως τοιαύτη στρατιωτικὴ ἐργασία οὐ μόνον δὲν δύναται νὰ μορφώσῃ στρατὸν τοιοῦτον, οἷον θέλει αὐτὸν τὸ σύστημα τὸ συγκεντρωτικόν, ἀλλὰ καὶ παρακωλύει καὶ τὴν δι’ ἄλλου συστήματος στρατιωτικὴν τοῦ ἔθνους ὀργάνωσιν, ἥτις, ὅπως εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἐπιβάλλεται σήμερον εἰς ἡμᾶς ἐπιτακτικῶς. Διὰ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγείου προέβημεν εἰς ἓν γενναῖον βῆμα πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ. Ὑφ’ οἱονδήποτε σύστημα τὸ Γενικὸν Ἀρχηγεῖον δύναται σπουδαίως καὶ οὐσιωδῶς νὰ χρησιμεύσῃ εἰς αὐτήν. Θὰ χρησιμεύσῃ δὲ ἀποτελεσματικῶς, ὅταν τροποποιηθῇ ὁ σχετικὸς νόμος κατὰ τρόπον συνδυάζοντα τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἡμῶν καὶ μὲ τὴν παρ’ αὐτοῦ ἐπιβαλλομένην κυβερνητικὴν εὐθύνην. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους τὸ Γενικὸν Ἀρχηγεῖον δύναται νὰ παράσχῃ μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν καὶ εἰς τὴν ἐκγύμνασιν τῆς χώρας. Γνωρίζομεν πάντες, ὁποίαν ἐπιρροὴν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ εἰς τὴν μόρφωσιν στρατοῦ ἡ ἄμεσος ἢ διὰ τοῦ Διαδόχου ἐνδελεχὴς ἐνασχόλησις καὶ ἀφοσίωσις εἰς αὐτὴν τοῦ Ἡγεμόνος πάσης χώρας. Αὕτη πλειότερον πάσης ἄλλης δύναται ν’ ἀπομακρύνῃ πᾶσαν ξένην ἐπιρροὴν καὶ ἐπέμβασιν εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, νὰ γεννήσῃ καὶ ἀναπτύξῃ τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα καὶ τὴν στρατιωτικὴν φιλοτιμίαν καὶ πειθαρχίαν, καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀφοσίωσιν τοῦ στρατιώτου παντὸς βαθμοῦ εἰς τὰ καθήκοντά του. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχωσι τὰ μέσα καὶ οἱ πόροι οἱ ἀναγκαῖοι εἰς τὴν ἀκριβῆ λειτουργίαν τῶν στρατιωτικῶν ὑπηρεσιῶν. Παρ’ ἡμῖν δέ, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, δὲν ὑπάρχουσι ταῦτα, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατ’ ἔτος ποσὸν τοὐλάχιστον 30,000,000 δραχμῶν, ὅσαι ἀπαιτοῦνται πρὸς ἐφαρμογὴν καὶ παρ’ ἡμῖν τοῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος. Μὴ δυνάμενοι δὲ νὰ πράξωμεν τοῦτο, βεβαίως ἀδικοῦμεν τὴν χώραν, ἐμμένοντες εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον, ὡς ἀπέδειξε πολυετὴς πεῖρα, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν. Πράττομεν δὲ σήμερον καὶ ἑτέραν πρᾶξιν, οὐχὶ ἐπωφελῆ διὰ τὴν χώραν, ἐκθέτοντες τὴν εὐθύνην τοῦ Διαδόχου καὶ τοῦ Στέμματος διὰ τῆς ἐμμονῆς εἰς σύστημα, οὗτινος ἡ ἐφαρμογὴ ἀπαιτεῖ δαπάνας ἀνωτέρας τῶν δυνάμεων ἡμῶν. Ἡ σημασία τῆς μορφώσεως στρατοῦ, καὶ ἰδίως τῆς στρατιωτικῆς ἐκγυμνάσεως τῆς χώρας, εἶναι τοιαύτη, ὥστε πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἡμᾶς ἐπιτακτικῶς τὴν θετικὴν μελέτην τοῦ θέματος. Πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἀπατηλὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἐφαρμογῆς τελειοτέρου ἀναμφισβητήτως συστήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἴσως τι τὸ ἱκανοποιητικὸν διὰ τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ὅμως, μὴ δυνάμενον νὰ ἐφαρμοσθῇ πιστῶς, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα, δὲν δύναται νὰ ἐκγυμνάσῃ στρατιωτικῶς τὴν χώραν. Δὲν εἶναι δὲ μόνον τὸ σύστημα τὸ συγκεντρωτικόν, τὸ ἐφαρμοζόμενον παρὰ τῶν μεγάλων καὶ πλουσίων ἐθνῶν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φέρῃ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα συστήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτυγχάνεται ἡ μόρφωσις στρατοῦ καὶ ἡ στρατιωτικὴ τῆς χώρας ἐκγύμνασις, ἂν ὄχι μετὰ τῆς αὐτῆς τελειότητος, μεθ’ ἧς ἐπιτυγχάνονται αὗται διὰ τοῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος, βεβαίως ὅμως μετὰ τελειότητος, ἀσυγκρίτως ἀνωτέρας ἐκείνης, ἥτις ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντος, ἀλλὰ μὴ ἐφαρμοζομένου συστήματος. Πρὸ δεκαπενταετίας περίπου ἔλαβον ἀφορμὴν, διὰ τοὺς οἰκονομικοὺς λόγους, οἵτινες ἀπησχόλουν τότε ἡμᾶς, νὰ θίξω τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ συστήσω τὴν μελέτην τῶν ἀποκεντρωτικῶν συστημάτων, καὶ ἰδίως τοῦ Ἑλβετικοῦ.

§205Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;

§206Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ μεταφυτεύσωμεν παρ’ ἡμῖν στρατιωτικὸν σύστημα λειτουργοῦν εἰς ἄλλην χώραν, καὶ πρὸ πάντων, ὅταν τὸ σύστημα τοῦτο συνδέηται μὲ τὸν ἰδιάζοντα εἰς τὴν χώραν ταύτην διοικητικὸν ὀργανισμόν. Δυνάμεθα ὅμως ἄριστα νὰ ἐμπνευσθῶμεν ἐκ τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται τὰ ἀποκεντρωτικὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα καὶ μόρφωσιν στρατοῦ καὶ ἐκγύμνασιν τοῦ ἔθνους ἐπιτυγχάνουσι, χωρὶς νὰ ἀπαιτῶσι θυσίας ἀνωτέρας τῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Καὶ ἄλλαι χῶραι ἐφαρμόζουσι τοιαῦτα συστήματα, τελειότερον δ’ ἐφαρμόζει αὐτὸ ἡ Ἑλβετία. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναφέρω συντόμως τὰ οἰκονομικὰ καὶ στρατιωτικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Λαμβάνω τρία διάφορα ἔτη, ἀπέχοντα ἀλλήλων, τὸ 1884, τὸ 1897 καὶ τὸ 1900. Τὸ 1884, ὅτε ἡ Ἑλβετικὴ Ὁμοσπονδία εἶχεν ἔσοδα 47,000,000 φράγκων, ἐδαπάνα διὰ τὸν στρατὸν αὐτῆς φρ. 13,417,000, ἐξεγύμναζε δὲ ὡς τακτικὸν στρατὸν 114,928 ἄνδρας, καὶ ὡς ἐφεδρείαν 85,826, ἤτοι ἐν ὅλῳ 200,774 ἀξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας. Κατὰ τὸ 1897 εἶχεν ἔσοδα φρ. 91,556,000, ἐξεγύμναζε δὲ ἄνδρας 147,190 ὡς τακτικοὺς στρατιώτας, καὶ 83,280 ὡς ἐφεδρείαν, δηλαδὴ ἐν συνόλῳ 230,470 ἄνδρας, ἐδαπάνα δὲ 21,770,000 φράγκα. Κατὰ τὸ 1900 τὰ ἔσοδα αὐτῆς ἀνῆλθον εἰς 101,000,000 φράγκα, ἐδαπάνα δὲ διὰ τὸν στρατὸν αὐτῆς 24,605,000 φράγκα, καὶ ἐξεγύμναζεν 151,766 ἄνδρας ὡς τακτικοὺς στρατιώτας, καὶ 87,943 ὡς ἐφεδρείαν, ἤτοι ἐν ὅλῳ 239,709 ἄνδρας καὶ 2,234 ἀξιωματικούς, πλὴν τῆς ἐθνοφρουρᾶς, ἀνερχομένης εἰς 278,556 ἄνδρας. Τὸ σύστημα τοῦτο, ὡς εἶπον ἤδη, δὲν εἶναι βεβαίως τὸ τελειότερον, παρουσιάζει δὲ ἀτελείας, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει ἡ Γερμανία, ἡ Γαλλία καὶ τὰ ἄλλα μεγάλα Κράτη, μορφώνει ὅμως στρατόν, καὶ ἐκγυμνάζει τὸ ἔθνος. Τοῦτο βεβαιοῦσι πολλοὶ συγγραφεῖς, ἔχοντες ἀναμφισβήτητον στρατιωτικὸν κῦρος. Περὶ αὐτοῦ δὲ δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Παρέστην πρὸ ἐτῶν εἰς τὰ γυμνάσια ἑνὸς σώματος ἑλβετικοῦ στρατοῦ. Ἐγνώρισα δ’ ἐκεῖ Γάλλους, Αὐστριακοὺς καὶ Γερμανοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι παρευρίσκοντο εἰς αὐτά. Ἤκουσα δὲ τὰς γνώμας αὐτῶν, καθ’ ἃς ὁ ἑλβετικὸς στρατὸς ἐχαρακτηρίζετο ὡς κατώτερος μὲν τοῦ γαλλικοῦ, τοῦ γερμανικοῦ καὶ τοῦ αὐστριακοῦ, οὐχὶ ὅμως καὶ τοῦ ἰταλικοῦ ἢ τοῦ ἰσπανικοῦ. Ἐχαρακτήριζον δὲ αὐτὸν ὡς στρατὸν δυνάμενον ὄχι μόνον ἐν ἀμύνῃ, ἀλλὰ καὶ ἐν ἐνεργείᾳ νὰ δράσῃ ἀποτελεσματικῶς. Ἐπὶ τῶν γνωμῶν δὲ τούτων στηριζόμενος, νομίζω, ὅτι ἡ παραδοχὴ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος, οὐ μόνον ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ πληρέστερον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικὴν νὰ ἀποφέρῃ ἀποτελέσματα θετικώτερα καὶ λυσιτελέστερα ἐκείνων, ἅτινα φέρει τὸ ἰσχῦον, τελειότερον μὲν, ἀλλὰ μὴ ἐφαρμοζόμενον, συγκεντρωτικὸν σύστημα. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς εἶπον, νὰ μεταφυτεύσωμεν τὸ Ἑλβετικὸν σύστημα ὡς ἔχει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δυνάμεθα ὅμως, στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν βάσεων αὐτοῦ, νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐξεύρεσιν τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν τοιοῦτον σύστημα, διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως καὶ βελτιώσεως τῆς ἐν γένει διοικήσεως ἡμῶν. Τοῦτο δ’ ἐπιδιώκοντες, θὰ δυνηθῶμεν οὐ μόνον τὴν στρατιωτικὴν ἡμῶν ἀνάγκην νὰ θεραπεύσωμεν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἑτέραν, τὴν οὐχὶ ὀλιγώτερον ἐπιτακτικήν, τὴν τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεως τῆς χώρας. Ἡ μόρφωσις δὲ τῶν στρατιωτικῶν τῆς χώρας δυνάμεων, τῆς τε ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἐπιβάλλεται οὐχὶ βεβαίως, ὅπως ἐπιχειρήσωμεν πόλεμον,—διότι δὲν εἴμεθα ἐκ τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν ἰδίων αὑτῶν δυνάμεων δύνανται νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν λύσιν οἱουδήποτε ζητήματος, σχετιζομένου μὲ τὰ συμφέροντα αὐτῶν, —ἀλλ’ ὅπως μὴ παριστάμεθα στρατιωτικῶς κατώτεροι τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, ἅτινα διὰ παντὸς μέσου καταπολεμοῦσι τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα, τὰ εὑρισκόμενα πέραν τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ ἅτινα, καταπολεμούμενα σήμερον, δύνανται ἐν προσεχεῖ μέλλοντι νὰ διατρέξωσι σοβαροὺς κινδύνους. Τὰς μεγάλας ταύτας ἀνάγκας παρεῖδε τὸ πολιτικὸν σύστημα, τὸ ἐφαρμοσθὲν μετὰ τὸν ἀτυχῆ ἡμῶν πόλεμον καὶ συνεχιζόμενον διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, καὶ ὅπερ ἐξήντλησεν εἰς δευτερευούσας καὶ ἀγόνους δαπάνας τοὺς πόρους τοῦ Δημοσίου, οὓς ἠδύνατο καὶ ὤφειλε ν’ ἀφιερώσῃ εἰς τὴν θεραπείαν αὐτῶν. Ἐνῷ δὲ παραβλέπει τὴν θεραπείαν τῶν μεγάλων τούτων ἀναγκῶν, οὐδὲν προβλέπει καὶ διὰ τὰ γνωστὰ βάρη, ἅτινα ἐπιβάλλονται εἰς τὸ Δημόσιον ἀμέσως ἀπὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους. Κατὰ τὸ 1902 θὰ ἔχωμεν προσθήκην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ φράγκων χρυσῶν 2,747,650, ἤτοι φράγκων 1,656,500 διὰ τὸ χρεωλύσιον τοῦ ἠγγυημένου δανείου τῶν φρ. 150,000,000, φρ. 247,000 διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ χρεωλυσίου τῶν παλαιῶν δανείων, καὶ φρ. 894,150 διὰ τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον τοῦ ἡμίσεος τοῦ δανείου τοῦ ἐκδοθέντος διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ, καὶ δραχμῶν 592,458 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου πρὸς κατασκευὴν τῶν ἐν Πελοποννήσῳ νέων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν. Διὰ δὲ τὸ 1903 θὰ ἔχωμεν ἑτέρας δρ. 894,150 εἰς χρυσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ. Διὰ τῶν προσθηκῶν τούτων ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους θ’ ἀπαιτήσῃ διὰ τὸ 1903 δρ. 37,324,168, ἐξ ὧν εἰς χρυσὸν φρ. 16,452,616. Ἀπέναντι δὲ τούτων θὰ ἔχωμεν τὴν ἐλάττωσιν δραχμῶν 529,611 ἐκ τῆς ἀποδόσεως τῶν κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1893 ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Ἑταιρείας τῶν Μονοπωλίων ὑπαρχόντων χρημάτων, τὰ ὁποῖα συμπληροῦνται ἐφέτος, καὶ προσθήκην ἐσόδων ἐκ δρ. 2,678,000 ἐκ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τῶν προωρισμένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων. Ὥστε τὸ εἰς δραχμὰς ποσὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους διὰ τὸ 1903 θὰ κατέλθῃ εἰς δρ. 34,216,557, τὸ ποσὸν ὅμως εἰς χρυσὸν θὰ μείνῃ εἰς φρ. 16,452,616. Τὸ τελευταῖον τοῦτο ποσὸν εἶναι τὸ αὐτὸ περίπου μὲ τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὸ ἔτος 1884, ὅτε αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου εἰς χρυσὸν ἀνήρχοντο εἰς φρ. 16,730,000. Εἰς δραχμὰς δὲ τὸ 1884 ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἀπῄτει 24,415,235, τὸ δὲ 1903 δραχμὰς 34,216,557, δηλαδὴ κατὰ 10,000,000 δρ. πλειότερον, ἕνεκα τῆς μεγαλειτέρας σήμερον διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δημοσίων δανείων. Ἐνθυμούμεθα, Κύριοι, ποία ἦτο ἡ συγκίνησις τοῦ βάρους τῆς πληρωμῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν 16,730,000 φράγκων χρυσῶν κατὰ τὸ 1884. Ἠσθάνθημεν τότε, ὅτι τὸ φορτίον ἦτο δυσβάστακτον. Τοσοῦτον δὲ βαθέως ᾐσθάνθημεν τοῦτο, ὥστε ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης, ἐπείσθη, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ Δημόσιον νὰ προχωρήσῃ οἰκονομικῶς ἄνευ θεραπείας τῆς ἀνάγκης τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πληρωμῶν αὐτοῦ. Ἐπιζητῶν δὲ τὴν θεραπείαν ταύτην, δὲν ἔλαβε δυστυχῶς τὴν ὁδόν, ἥτις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ εἰς αὐτήν. Ἐπίστευσεν, ὅτι διὰ τῆς συνομολογήσεως δανείων καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν ἤθελεν ἐπιτευχθῆ ἡ ἀνάπτυξις τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, καὶ ἤθελεν οὕτως ἐπαρκέσει αὕτη εἰς τὰς ἐξωτερικὰς αὐτῆς ἀνάγκας. Μεθ’ ὑπερβολικῆς δὲ τόλμης ἐπεδίωξε τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἀτυχοῦς ταύτης ἰδέας. Συνωμολόγησε τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 φράγκων, καὶ ἦρε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἡ ἐξακολούθησις δὲ τῆς συνομολογήσεως δανείων, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς κατασκευῆς δημοσίων ἔργων, καὶ ἰδίως σιδηροδρόμων, ἀντὶ νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν, ηὔξανεν αὐτό. Ἡ εἰσαγωγὴ χρυσοῦ διὰ τῶν δανείων ἔφερε στιγμιαίαν ἀνακούφισιν, ἀλλ’ ἀντὶ θεραπείας ἐπέφερεν ἐπίτασιν τοῦ κακοῦ· κατέληξε δὲ εἰς μέγα διὰ τὴν χώραν δυστύχημα, εἰς τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Δημοσίου! Ἀλλὰ τότε, μετὰ τῆς συναισθήσεως τῆς μεγάλης ταύτης ἀνάγκης καὶ τῆς σπουδῆς πρὸς θεραπείαν αὐτῆς διὰ τεχνικῶν καὶ παρακεκινδυνευμένων μέτρων, ὑπῆρχεν ἡ δικαιολογία τῆς προλήψεως τῆς χρεωκοπίας. Ἦσαν ἀτυχῆ τὰ μέτρα, ἅτινα ἐλαμβάνοντο, ἀλλ’ ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν εἰλικρινῆ. Ὑπῆρχε δὲ ὡρισμένη πορεία καὶ διεύθυνσις, ἐσφαλμένη μέν, ἀλλὰ γνωστὸν ἔχουσα καὶ ὡρισμένον σκοπόν. Ἀλλὰ σήμερον ποῖος εἶναι ὁ σκοπός, ὃν ἐπιδιώκομεν, δαπανῶντες τοὺς πόρους τοῦ Δημοσίου πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν δευτερευουσῶν καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν κομματικῶν ἢ ἄλλων συμφερόντων, παραβλέποντες δὲ τὰς μεγάλας τῆς χώρας ἀνάγκας καὶ τυφλώττοντες ἀπέναντι τῶν συνεπειῶν τοιαύτης πορείας; Ὀφείλοντες νὰ καταβάλωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τὸ δημόσιον χρέος τὸ αὐτὸ ποσόν, ὅπερ κατεβάλομεν κατὰ τὸ 1884, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν αὐξάνουσαν τὴν ἀνωμαλίαν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας. Οὐδεμία δὲ γίνεται σκέψις περὶ τοῦ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προληφθῇ τὸ κακὸν τοῦτο. Κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτε ἐφηρμόζετο πολιτικὴ ἀνάλογος πρὸς τὴν σήμερον ἐφαρμοζομένην, ὑπῆρχε διέξοδος πικρὰ καὶ ὀλεθρία, χρησιμεύουσα ὡς τελευταῖον καταφύγιον, ἡ διέξοδος τῆς χρεωκοπίας, ὅταν τὸ Δημόσιον θὰ περιήρχετο εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι — εἴτε ὀλίγοι ἦσαν, εἴτε πολλοί, — τὴν διέξοδον ταύτην εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἁπλῶς καὶ εὐκόλως ἠθέλομεν ἐπιτύχει τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν ἡμῶν, κηρυττόμενοι εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, καὶ δὲν ἐφρόντισαν ἐγκαίρως, ὅπως ἦτο τότε δυνατόν, νὰ ἐπιτύχωμεν τὸν διακανονισμὸν αὐτὸν πρὸ τῆς χρεωκοπίας τοῦ Δημοσίου. Ἐθεώρουν αὐτὴν ὡς ἁπλοῦν τι καὶ ὁμαλὸν γεγονός, καὶ ἔλεγον «ἂς ἔλθῃ μόνη της, ὅταν θὰ ἔλθῃ!» Ἦλθεν· ἀλλ’ ἦλθε συνοδευομένη δυστυχῶς μὲ τὰς καταστροφάς, ἃς γνωρίζομεν· ἔφερε μεθ’ ἑαυτῆς τὸν πόλεμον μὲ τὰ ὀλέθρια αὐτοῦ ἀποτελέσματα, καὶ τὴν μείωσιν τῆς αὐτοτελείας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς χώρας, δὲν ἔφερε δὲ δυστυχῶς καὶ τὴν φρόνησιν. Ἀλλὰ σήμερον, ἀνάλογον ἀκολουθοῦντες πολιτικήν, τὴν αὐτὴν δὲ δεικνύοντες ἀκηδίαν καὶ ὀλιγωρίαν διὰ τὰ μεγάλα συμφέροντα καὶ τὰς μεγάλας ἀνάγκας τοῦ τόπου, ποίαν διαβλέπομεν διέξοδον; Ὅταν ἡ πολιτικὴ αὕτη θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν, πῶς θὰ ἐξέλθωμεν αὐτῆς; Δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ χρεωκοπήσωμεν· ἔχομεν τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας ἡμῶν δεδεμένους, καὶ δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ θίξωμεν τὸ δημόσιον χρέος, ὅπερ εἶναι ὁ κλοιός, ὅστις μᾶς ἐπεβλήθη ἐκ τῆς πολιτικῆς τοῦ παρελθόντος. Δημοσίαν πίστιν δὲν ἔχομεν, μήτε δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ἐφ’ ὅσον τὸ δημόσιον χρέος λειτουργεῖ ὑπὸ τὸν διεθνῆ ἔλεγχον. Μία θὰ ἦναι δυστυχῶς ἡ διέξοδος, ὅταν τὸ ἐφαρμοζόμενον σύστημα θὰ φέρῃ πλήρη τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, τὴν οἰκονομικὴν καὶ διοικητικὴν ἀνεπάρκειαν. Τοιαύτη διέξοδος θὰ ἦναι ἡ κοινωνικὴ καὶ διοικητικὴ χρεωκοπία, ἥτις τὴν παραλυσίαν τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης θὰ καταστήσῃ μεγαλειτέραν, τὴν δὲ χαλάρωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας θὰ ὠθήσῃ μέχρις ἀναρχίας. Θὰ ἦναι ἡ μετὰ τοιαύτης χρεωκοπίας ἐμφάνισις τῶν κοινωνικῶν ζητημάτων, ἐξ ὧν εὐτυχῶς μέχρι σήμερον εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι. Ἀπαρχὴν δὲ τῶν τοιούτων ζητημάτων ἔχομεν τὴν ἐπίτασιν τῶν μεταναστεύσεων, τὰς ὁποίας προκαλεῖ ἡ κατάστασις, εἰς ἣν εὑρίσκονται πλεῖσται ἐπαρχίαι καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν καὶ ὑπὸ διοικητικὴν ἔποψιν, ἥτις ὠθεῖ τοὺς κατοίκους αὐτῶν εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς πατρίδος των. Ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν συστήματος τοιαῦτα ἀπειλοῦντος εἰς τὴν χώραν κακά, καὶ ὑποσκάπτοντος τὰ θεμέλια τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς προόδου τῆς πατρίδος ἡμῶν; Κρύπτοντες τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμοζομένης πολιτικῆς, ἥτις ἄγει ἡμᾶς εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνεπάρκειαν, ἄνευ θεραπείας τῶν μεγάλων καὶ ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, πλανῶμεν ἡμᾶς αὐτούς, ἢ πλανῶμεν τὸ ἔθνος. Ὑποσκάπτομεν δὲ βεβαίως τὰ θεμέλια τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς προόδου τῆς χώρας, καὶ τείνομεν εἰς τὸ νὰ καταστρέψωμεν τὸ οἰκοδόμημα, ὅπερ οἱ πρόγονοι ἡμῶν διὰ θυσιῶν καὶ ἀγώνων ἀνήγειραν. Τοιαύτην πολιτικήν, ἀντιπροσωπευομένην ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1902, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παραδεχθῇ καὶ ψηφίσῃ ἡ παροῦσα Βουλή, ἥτις οὕτως ἢ ἄλλως εὑρίσκεται εἰς τὸ τέρμα αὐτῆς. Τοιοῦτον σύστημα, ὅπερ τὰ πάντα κρατεῖ ἐν κακῇ καταστάσει, μεγάλα δὲ ἀπειλεῖ δυστυχήματα εἰς τὸν τόπον ἡμῶν, δὲν δικαιούμεθα νὰ ψηφίσωμεν. Ὀφείλομεν νὰ σταματήσωμεν, καὶ μελετῶντες τὰς μεγάλας ἀνάγκας τῆς χώρας, νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐφαρμογὴν συστήματος καὶ πολιτικῆς, ἥτις θὰ καταστήσῃ ἡμᾶς ἱκανοὺς νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ στοιχειωδέστερον καθῆκον, ὅπερ μᾶς ἐπιβάλλει ἡ πρὸς τὴν πατρίδα ὑποχρέωσις καὶ ἡ θέσις, ἣν κατέχομεν. Τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ἡ παροῦσα Βουλή, ἡ ἐν τῇ ἀγωνίᾳ τῆς ὑπάρξεως αὑτῆς εὑρισκομένη, ἀλλὰ θ’ ἀποφασίσῃ τὸ ἔθνος διὰ νέας Βουλῆς, ἀντιπροσωπευούσης τὴν θέλησιν καὶ γνώμην αὐτοῦ. Αὕτη θὰ κρίνῃ, ἂν τὸ ἔθνος ἐπιδοκιμάζει τὸ ἐφαρμοζόμενον σύστημα καὶ θέλει νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας, ἃς ἐνδεικνύει ἡ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, ἢ ἂν ἀπαιτεῖ τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ, καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος καὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουσιν αἱ ἀνάγκαι τῆς χώρας καὶ ἡ προάσπισις τῶν συμφερόντων καὶ τῆς προόδου τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 5 καὶ 30′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44
2Τῆς 29 Μαρτίου 1902.
3(Παρασκευή).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ μετὰ παρατή-
5ρησίν τινα τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Παπαγιαννακοπούλου συμ-
6πληρωθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συν-
7εδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὀμὲρ Καδρῆς, διατελέσας ἐπὶ τεσσα-
9ρακονταετίαν κλητὴρ τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Γενικοῦ Προξε-
10νείου, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλήν, παρακαλεῖ νὰ τῷ
11χορηγηθῇ σύνταξις.
12§2Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ
13παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτε-
14ρικῶν πρὸς ἐνέργειαν τῶν δεόντων.
15§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βασιλικὴ σύζυγος Εὐαγγέλου Σπανοῦ
16παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν
17τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ συζύγου αὐτῆς ἀπὸ
18τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς του.
19§4Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρα-
20καλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὴν λάβῃ
21ὑπ’ ὄψιν.
22§5Ε. ΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ
23τὴν αἴτησιν τῆς ἀναφερομένης συζύγου τοῦ Εὐαγγέλη Σπα-
24νοῦ, ὡς λίαν δικαίαν.
25§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ γονεῖς καὶ οἱ κηδεμόνες τῶν μαθητῶν
26τῆς ἐν Ἀθήναις Ἐμπορικῆς Σχολῆς δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς
27τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ περὶ Ἐμπορι-
28κῶν Σχολῶν νομοσχέδιον.
29Οἱ κτηματίαι καὶ γεωργοὶ τῆς πόλεως Ἀγρινίου δι’ ἀνα-
30φορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι: 1) ν’ ἀπαλλα-
31γῶσι τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατὰ
32τὸ ἔτος τοῦτο· 2) νὰ χορηγηθῇ αὐτοῖς προθεσμία πρὸς κατα-
33βολὴν τῶν λοιπῶν φόρων μέχρι τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου,
34καὶ 3) νὰ παραταθῇ ἡ δοθεῖσα πρὸς πληρωμὴν τῶν παλαιῶν
35χρεῶν προθεσμία.
36§7Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἐπικαλοῦμαι
37ἰδιαζόντως τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν
38Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ
39πόλις τοῦ Ἀγρινίου οὐδέποτε μέχρι τοῦδε παρεκάλεσε, προ-
40κειμένου περὶ φόρων, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶ-
41ναι λίαν δεδικαιολογημένη.
42§8Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Πολλαὶ ἀναφοραὶ ἀπεστάλησαν
43ἐκ μέρους τῶν κατοίκων Ἀγρινίου. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ
44ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν, διότι ὁμο-
45λογουμένως ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ὅλα τὰ προϊόντα τοῦ Ἀγρινίου
46κατεστράφησαν ἐντελῶς. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρ-
47νησιν νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς καὶ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῶν φό-
48ρων ἐπὶ τοῦ παρόντος. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, κύριοι Βου-
49λευταὶ, ὅτι τὸ Ἀγρίνιον οὐδέποτε κατέφυγεν εἰς τοιαύτας
50παρακλήσεις, ἀλλ’ ἤδη ἔφθασεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἀνε-
51χείας, ὥστε οἱ κάτοικοι κατήντησαν νὰ πωλῶσι τὸν σπόρον
52καὶ τοὺς βόας αὐτῶν, μόλις δὲ κατορθώνουν νὰ καλλιεργή-
53σωσι τὰς γαίας αὐτῶν δι’ ἀλληλοβοηθείας. Ἡ ἀνέχεια αὐ-
54τῶν ἔφθασεν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον
55Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν
56τὴν ἀναφορὰν ταύτην, τὴν δὲ Βουλὴν νὰ συστήσῃ αὐτὴν εἰς
57τὸν κ. Ὑπουργόν.
58§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
59§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει διαβιβασθῆ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουρ-
60γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.
61Καμαρινιῶται, κάτοικοι Ἀθηνῶν, δι’ ἀναφορᾶς των παρα-
62καλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ τοῖς χορηγηθῇ βοήθημά τι.
63§11Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ Καμαρινιῶται δὲν εἶναι κάτοικοι
64Ἀθηνῶν, ἀλλ’ εἶναι κάτοικοι Καμαρίνης. Ὅτε ἐπὶ τοῦ πο-
65λέμου κατεστράφη τὸ χωρίον Καμαρίνα, ἐδόθη παρὰ τῆς τότε
66Κυβερνήσεως ἡ συμβουλὴ εἰς τοὺς πλείστους αὐτῶν, ὅτι ἠδύ-
67ναντο νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ χωρίον των, ἵνα διατηρηθῇ ἐκεῖ
68ἓν κέντρον Ἑλληνικόν. Ἀλλὰ συγχρόνως ἐδόθη αὐτοῖς καὶ ἡ
69ὑπόσχεσις, ὅτι θὰ τοῖς δοθῇ βοήθημά τι πρὸς κατασκευὴν
70τῶν καταστραφεισῶν οἰκιῶν των. Ὑπετίθετο τότε, ὅτι ὀλι-
71γώτεροι ἤθελον δυνηθῆ νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὴν Καμαρίναν,
72καὶ πλειότεροι θὰ ἔμενον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ τοὐναν-
73τίον συμβαίνει. Ἐκτὸς ὅμως τῶν Καμαρινιωτῶν, συνῳκίσθη-
74σαν καὶ ἄλλοι, μὴ Καμαρινιῶται, ἐκ τῶν χωρίων τῶν παρα-
75κειμένων. Ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπανῆλθον εἰς τὸ χωρίον, κατὰ
76συμβουλὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ ἐρημωθῇ τὸ χωρίον,
77καὶ μὲ τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ τοῖς δοθῇ βοήθημα, ἵνα δυνη-
78θῶσι νὰ ἐπισκευάσωσι τὰς καταστραφείσας οἰκίας των, εἶναι
79οἱ ζητοῦντες σήμερον τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑποσχέσεως τῆς τότε
80Κυβερνήσεως, καὶ παρακαλοῦντες τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς
81τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν
82ἀναφορὰν καὶ ἐκτελέσωσιν ὑπόσχεσιν, σπουδαιοτάτην ἐκ-
83πληροῦσαν ἐθνικὴν ἀνάγκην.
84§12Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ γραμματισταὶ ὅλου
85τοῦ Κράτους, ἐλθόντες ἐνταῦθα κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, ἵνα
86δώσωσι προαγωγικὰς ἐξετάσεις, συνέταξαν καὶ μοὶ ἐπέδω-
87καν ἀναφοράν, δι’ ἧς ζητοῦσι νὰ βελτιωθῇ γενικῶς ἡ θέσις
88αὐτῶν, καὶ ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς συντάξεως. Καταθέτω
89τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
90Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὅταν
91προβῇ εἰς μέτρον τι διὰ τοὺς δημοδιδασκάλους, νὰ μὴ λη-
92σμονήσῃ καὶ τοὺς γραμματιστάς.
93§13Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὸ ζήτημα τῆς συν-
94τάξεως τῶν γραμματιστῶν· μοὶ φαίνεται δέ, ὅτι ἐπὶ τῆς
95ὑπουργίας τοῦ μακαρίτου Πετρίδου εἶχε γείνῃ νομοσχέδιον,
96ὅπως ὑπαχθῶσι καὶ οὗτοι εἰς σύνταξιν.
97§14Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατα-
98θέτω τὸν φάκελον τὸν ἀφορῶντα τὸ ἔλλειμμα τῆς ἐν Μα-
99ράθῳ ἀποθήκης σταφιδοκάρπου, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος χθὲς
100τὸ ἑσπέρας.
101§15Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
102κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν
103νὰ καταθέσω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Κο-
104ρινθίας κ. Πετρίδου περὶ μὴ ἐκτελέσεως πράξεως τοῦ Ἐπο-
105πτικοῦ Συμβουλίου ὑπὸ τοῦ νομάρχου Ἀργολίδος.
106Ἐπίσης καταθέτω τὸν φάκελον περὶ τῆς μισθώσεως τῶν
107λατομείων τῆς Μονῆς Πετράκη.
108§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Δραγούμης εἶχε
109ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ κατα-
110θέσῃ πίνακα τῶν εἰσπραχθέντων προξενικῶν ἐσόδων κατὰ τὸ
111ἔτος 1901· διὰ τοῦτο ἐγώ, ὑπολαμβάνων ὅτι εἶχε κατα-
112τεθῇ ὁ πίναξ οὗτος, ἐζήτησα ἀντίτυπον αὐτοῦ ἀπὸ τὸ Γρα-
113φεῖον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τοῦτο μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι δὲν
114κατετέθη τοιοῦτος πίναξ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ
115δηλώσῃ, ἐὰν θὰ καταθέσῃ πίνακα, καὶ πότε.
116§17ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
117τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ πίναξ αὐτὸς ἀπεστάλη εἰς τὸ γρα-
118φεῖον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
119§18ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἔλαβον τοιοῦτον πίνακα. Δὲν
120γνωρίζω, ἐὰν ἔλαβεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας,
121§19ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὁ πίναξ ἔχει παρασκευασθῆ.
122§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ὑπάρχει.
123§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν συνετάχθη ὁ πίναξ, εὐκο-
124λώτατον νὰ κατατεθῇ αὔριον ἀντίγραφον αὐτοῦ, διότι τὸ
125σχέδιον αὐτοῦ ὑπάρχει ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν
126Ἐξωτερικῶν.
127§22Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσω-
128τερικῶν). Καταθέτω σημείωμα, δι’ οὗ δίδεται ἀπάντησις εἰς
129ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος περὶ τῶν
130δαπανῶν τῶν ἀστυνομιῶν τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1901.
131Ἐπίσης καταθέτω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν δίδεται
132ἀπάντησις εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπαγιαννακο-
133πούλου, ἀφορῶσαν τὰ ἔξοδα ἀποζημιώσεως καὶ ὁδοιπορικῶν
134διαφόρων μηχανικῶν.
135Ἐπίσης σημείωμα, δι’ οὗ δίδεται ἀπάντησις εἰς ἐπερώτη-
136σιν τοῦ αὐτοῦ Βουλευτοῦ διὰ τὸ ἐκ δραχμῶν 470 ὀφειλόμε-
137νον ποσὸν πρός τινα κ. Παρώδην, ἀφορῶν τὸ μίσθωμα τοῦ
138νομαρχιακοῦ καταστήματος Κυκλάδων, καὶ οὐχὶ Ἀχαΐας,
139ὡς κατὰ λάθος ἐσημειώθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
140§23Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Καπνοκοπτηρίου
141Πειραιῶς εἰργάζοντο ἐν αὐτῷ 70 ἕως 100 ἐργάται διακο-
142σμηταὶ καὶ ποικιλταὶ τοῦ σιγαροχάρτου. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο,
143διὰ συμβάσεως, γενομένης μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ ἐν
144Κερκύρᾳ κ. Ἀσπιώτου, ἡ ἐργασία αὕτη ἀνετέθη εἰς τὸν ἐν
145λόγῳ κ. Ἀσπιώτην. Συνεπείᾳ τῆς συμβάσεως ταύτης οἱ ἄν-
146θρωποι αὐτοὶ ἔπαυσαν ἐργαζόμενοι ἐν τῷ Καπνοκοπτηρίῳ
147Πειραιῶς, καθόσον ἡ διακόσμησις τῶν σιγαροφύλλων ἀνετέθη
148εἰς τὸν οἶκον Ἀσπιώτου. Τοῦτο ἐγένετο καὶ πρὸ τίνος χρό-
149νου καὶ τελευταῖον διὰ προσθέτου συμβάσεως μεταξὺ τοῦ
150Ἀσπιώτου καὶ τοῦ Δημοσίου, ἐξεδόθη δὲ καὶ ἐγκύκλιος τῆς
15122 Νοεμβρίου 1901, καθ’ ἣν ἐκανονίσθησαν τὰ περὶ τούτου.
152Τὸ δικαίωμα τῆς πρώην καὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως πρὸς
153σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἀπέρ-
154ρεεν ἐκ τοῦ νόμου, οὐδ’ ἐξετάζω, ἂν τυχὸν ἡ Κυβέρνησις ὑπε-
155χρεοῦτο εἰς σύμβασιν τοιαύτην. Ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν ἐπεβάλ-
156λοντο ταῦτα, ἔδει βεβαίως νὰ ληφθῇ ἐν τῇ συμβάσει τῇ μετὰ
157τοῦ Ἀσπιώτου πρόνοια περὶ τῶν ἐργατῶν αὐτῶν, οἵτινες, ἐπὶ
158εἰκοσαετίαν σχεδὸν ὅλην ἐργαζόμενοι ἐν τῷ Καπνοκοπτηρίῳ
159Πειραιῶς περὶ τὴν διαποίκιλσιν καὶ τὴν διακόσμησιν τῶν
160σιγαροφύλλων, ἀπέβαλον πᾶσαν συνάφειαν πρὸς τὴν κοινω-
161νίαν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐπάγγελμα αὐτῶν. Καὶ ἑπομένως,
162ἐκβληθέντες τοῦ Καπνοκοπτηρίου, μένουσιν ἑκατὸν ἐργάται
163μετὰ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν ἄνευ ἐργασίας ἐν Πειραιεῖ.
164Ἀφίνω, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐπή-
165νεγκε, κατὰ τὴν γνώμην τῶν καπνοπωλῶν Πειραιῶς, ζημίαν
166καὶ πρὸς αὐτοὺς, πρῶτον διότι, μετὰ τὴν σύμβασιν ταύτην,
167ἀπαγορεύεται ἡ λιθογράφησις σιγαροφύλλων ἔλαττον τῶν
168100 ὀκάδων καπνοῦ, καὶ ἑπομένως καπνοπῶλαι οὐχὶ με-
169γάλης περιουσίας εἰσὶν ὑπόχρεοι νὰ συναρμολογῶσι τὸ σιγα-
170ρόχαρτον πρὸς 100 ὀκάδας καπνοῦ. Δεύτερον, οἱ καπνοπῶ-
171λαι Πειραιῶς παραπονοῦνται, ὅτι διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς
172ἐργασίας ταύτης τῆς διακοσμήσεως τῶν σιγαροφύλλων ἐν
173Κερκύρᾳ ζημιοῦνται, καθόσον δὲν εἶναι παρόντες ἐκεῖ, ὅπως
174ἐπιβλέπωσι τὴν ἔντεχνον διακόσμησιν τῶν σιγαροφύλλων.
175Περὶ πάντων τούτων καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀνα-
176φορὰν τῶν ἐργατῶν διακοσμητῶν καὶ ποικιλτῶν Πειραιῶς,
177ὡς καὶ τῶν καπνοπωλῶν Πειραιῶς, παραπονουμένων ἐπὶ τῇ
178τοιαύτῃ συμβάσει τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρακαλούντων,
179ὅπως, εἰ δυνατόν, ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν.
180§24Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
181§25ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐὰν θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ πολὺ, νὰ
182διακόψωμεν.
183§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9
184καὶ 30′.
185(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συν-
186εδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ., προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέ-
187δρου κ. Ν. Λεωνίδα).
188§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
189§28ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
190τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
191Γόρτυνος ζητηθέντα πίνακα τῶν εἰσπράξεων ἐκ προξενικῶν
192τελῶν κατὰ τὸ ἔτος 1901.
193§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιτσάρας θὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευ-
194σίν του.
195§30Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
196§31Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
197κῶν). Ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι κατὰ καθῆκον τὴν ἑξῆς ἀνα-
198κοίνωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν· ὅτι ὁ κ. Λυκούδης προσῆλθε πρὸς
199ἐμὲ, καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι, ἐὰν ἤθελε θεωρηθῆ, ὅτι ἐκ τῆς ἀνταλ-
200λαγῆς ταύτης προῆλθεν ἢ ἠδύνατο νὰ προέλθῃ ζημία τις εἰς
201τὴν Μονὴν, εἶναι πρόθυμος, λαμβάνων τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
202κατέβαλε, δηλ. 18,000 δραχμὰς, ν’ ἀποδώσῃ τὸ κτῆμα εἰς
203τὴν Μονήν. Ὀφείλω νὰ γνωστοποιήσω τὴν δήλωσιν ταύτην,
204διότι νομίζω, ὅτι εἶναι εἰλικρινὴς ὁμολογία, ὅτι οὐδέποτε ὁ
205κ. Λυκούδης διενοήθη νὰ προσβάλῃ τὰ δικαιώματα τῆς Μο-
206νῆς. Ἐγὼ δὲ δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι νομικὸς σύμβουλος,
207ὁ ὁποῖος ὑπερήσπισε δικαιώματα καὶ συμφέροντα ἑκατομ-
208μυρίων δραχμῶν τοῦ Δημοσίου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῇ
209εἰς πράξεις ἐπιβλαβεῖς διὰ ποσὸν τοιοῦτον.
210§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
211§33ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἐγνωσμένης τιμιότητος ὁ
212κύριος Λυκούδης.
213§34Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
214§35ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τόσον, κύριοι συνάδελφοι, σοβαροῦ
215ζητήματος θὰ ἐπεθύμουν τὸν ἔλεγχον αὐστηρὸν μὲν, ἀλλ’
216ἀκριβῆ καὶ δίκαιον. Δυστυχῶς οὐδὲν τούτων ἔλαβε χώραν.
217Ἀνακρίβειαι ἐπὶ ἀνακριβειῶν, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω καὶ συ-
218κοφαντίαι ἐπὶ συκοφαντιῶν ἠκούσθησαν δυστυχῶς ἀπὸ τῆς
219θέσεως ταύτης καὶ κατ’ ἰδιωτῶν καὶ κατὰ λειτουργῶν τῆς
220Πολιτείας...
221§36Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
222§37ΣΤΑΗΣ. Λυποῦμαι, ἐπαναλέγω, διότι τοιοῦτον ζήτημα,
223ὑψίστης σπουδαιότητος, δὲν ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐν
224εὐθέτῳ στιγμῇ, καὶ ὑπ’ ἀνδρῶν δυναμένων νὰ διαχειρισθῶ-
225σιν αὐτὸ, διότι ἀναμφιβόλως θὰ ἦτο δυνατὸν ἐκ συζητήσεως
226σοβαρᾶς νὰ προκύψῃ ὠφέλεια καὶ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ
227διὰ τὴν Πολιτείαν. Ὅτε τὸ πρῶτον ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκ-
228κλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐνεφανίσθην
229ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἰσήγαγον τὴν 17 Νοεμβρίου 1900
230νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεδιώκετο ἡ βελτίωσις τῆς
231διαχειρίσεως τῶν περιουσιῶν τῶν Μονῶν τοῦ Κράτους· ἐν
232τῇ εἰσηγητικῇ δ’ ἐκθέσει αὐτοῦ ῥητῶς ἀνεφέρετο, ὅτι, «ὡς
233διοικοῦνται σήμερον αἱ Μοναὶ, οὐδεμιᾶς ηὔξησεν ἡ περιου-
234σία, ἀπ’ ἐναντίας πολλῶν ἐξ αὐτῶν ἡ περιουσία ὑπέστη μείω-
235σιν οὐσιώδη. Μοναὶ ἀφνειαὶ εἶδον μετὰ μικρὸν ἀπαλλοτρι-
236ουμένας τὰς ἀκινήτους κτήσεις τῶν ἄνευ ἀνάγκης, πολλαὶ
237περιῆλθον εἰς ἀπόλυτον ἔνδειαν, ἐλαχίστων οἱ προϋπολογι-
238σμοὶ ἀναγράφουσι περισσεύματα, καὶ ταῦτα ἀποδεικνυόμενα
239εἰκονικὰ ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν...» κτλ.
240Οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν Μονῶν τοῦ Κράτους, ἀνδρῶν καὶ
241γυναικῶν, κατὰ τὸ 1901 φέρουσιν ἔσοδα δρ. 2,966,889. Τὰ
242τρία ταῦτα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ κα-
243ταλληλοτέρας διαχειρίσεως νὰ ἀνέλθωσιν εἰς 5,000,000,
244δαπανῶνται ἀσκόπως. Δυστυχῶς δὲν συνεζητήθη τὸ νομο-
245σχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν, τροποποιούμενον
246ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ σώσῃ τὰς περιουσίας τῶν
247Μονῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ συντελέσῃ εἰς βελτίωσιν τῶν τῆς
248Ἐκκλησίας διὰ τῆς μορφώσεως καὶ μισθοδοτήσεως κλήρου
249ἀξίου τῆς ὑψηλῆς αὑτοῦ ἀποστολῆς...
250§38Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πάντοτε οἱ νόμοι πταίουν.
251§39ΣΤΑΗΣ... Δὲν ἀμφισβητῶ ἑπομένως τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ
252διαχείρισις τῶν περιουσιῶν τῶν Μονῶν δὲν εἶναι οἵα ἔπρεπε
253νὰ ἦναι· λαμβάνω ὅμως τὸν λόγον, ἵνα δικαιολογήσω τρεῖς
254πράξεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστι-
255κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐξετέλεσα, καὶ τὰς
256ὁποίας τὴν ἑσπέραν ταύτην ἤκουσα ἐπικρινομένας. Περὶ τῶν
257ἄλλων, τῶν λεχθέντων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐντελῶς ἀνακριβῆ,
258καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἀφεώρων τὴν ἐμὴν ὑπουργίαν, νομίζω, ὅτι
259δὲν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ δώσω λόγον.
260Ἀλλ’ ἵνα ἡ Βουλὴ ἐννοήσῃ τὰ θέματα, περὶ ὧν θὰ ὁμι-
261λήσω, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ πρῶτος, τὸν ὁποῖον
262ἐσυκοφάντησε, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὁ προλαλήσας, εἶναι
263ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς, ὁ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης.
264Λέγω δὲ, ὅτι τὸν ἐσυκοφάντησε, διότι, ἐνῷ νομιμωτάτην ἐνήρ-
265γησε πρᾶξιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὡς Ὑπουρ-
266γὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως,
267ὁ προλαλήσας ἐθεώρησεν αὐτὴν ὡς παράνομον καὶ ὡς κατα-
268στρεπτικὴν τῶν συμφερόντων τῶν Μονῶν. Ἠκούσατε, πῶς
269διελαλήθη καὶ πῶς ἐχαρακτηρίσθη ὡς μέγα σκάνδαλον ἡ
270ὑπόθεσις τοῦ κτήματος τοῦ καλουμένου «Διόνυσος». Ἴσως
271ἀνεγνώσατε πόσα ἔγραψαν αἱ ἐφημερίδες, καὶ ἠκούσατε πόσα
272εἶπε καὶ ὁ προλαλήσας. Ὁ «Διόνυσος» εἶναι κτῆμα παμμέ-
273γιστον παρὰ τὸν δῆμον Μαραθῶνος, ἐπὶ τοῦ βορείου μέρους
274τοῦ Πεντελικοῦ ὄρους. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας ἐπίσημον ἀντίγρα-
275φον τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 19046 τῆς 19 Ἀπριλίου 1893 συμβο-
276λαίου τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Τασοῦ Οἰκονόμου με-
277ταξὺ τοῦ τελευταίου κατόχου τοῦ κτήματος τούτου καὶ
278τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Πετράκη...
279§40Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ τελευταῖος κάτοχος;
280§41ΣΤΑΗΣ. Ἔχετε μικρὰν ὑπομονὴν μετ’ ὀλίγον θὰ τὸ
281εἴπω. Ἔκαμα τὴν παρέκβασιν ταύτην, ἵνα βεβαιώσω τὴν
282Βουλὴν, ὅτι πᾶν ὅ,τι λέγω στηρίζεται ἐπὶ ἐπισήμων ἐγ-
283γράφων.
284Πρὸ τοῦ 1835 ὁ Ι. Παπαρρηγόπουλος ἠγόρασε τὸν Διό-
285νυσον ἀντὶ 5,250 γροσίων...
286§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ ποῖον τὸν ἠγόρασε;
287§43ΣΤΑΗΣ. Δὲν γινώσκω. Ἴσως ἀπὸ Τούρκους· διότι πρό-
288κειται περὶ ἀγορᾶς πρὸ τοῦ 1835.
289Κατὰ τὸ 1872 ὁ κ. Βερσῆς ἠγόρασε τὸ κτῆμα τοῦτο ἀπὸ
290τὸν Ι. Παπαρρηγόπουλον ἀντὶ δρ. 18,500 διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ.
29128215 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Στεφάνου
292Ταβανάκη. Ὁ κ. Βερσῆς ἦτο κύριος καὶ τοῦ παρακειμένου
293τῷ «Διονύσῳ» κτήματος τῆς «Σταμάτας». Ἀμφότερα τὰ
294κτήματα ταῦτα ὁ Βερσῆς ἐπώλησεν εἰς τὴν Εὐφροσύνην σύ-
295ζυγον Δ. Ε. Σούτσου, τὸ γένος Μαύρου, κατὰ τὸ ἔτος 1877,
296μετὰ τὸν θάνατον δ’ αὐτῆς περιῆλθον, κληρονομικῷ δικαιώ-
297ματι, εἰς τὴν μητέρα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς Μαύρου, παρὰ τῶν
298ὁποίων κατὰ τὸ 1883 ἠγόρασε καὶ τὸν «Διόνυσον» καὶ τὴν
299«Σταμάταν» ὁ Α. Ἠλιόπουλος, ὁ ὁποῖος κατεῖχε καὶ ἐνέ-
300μετο αὐτά. Ἡ Μονὴ Πετράκη ἤγειρεν ἀξιώσεις περὶ διεκ-
301δικήσεως τοῦ ἑνὸς τρίτου ἐξ ἀδιαιρέτου τοῦ κτήματος «Διό-
302νυσος». Ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐξηκολούθησε δικαστικὸς ἀγὼν —
303χάριν τοῦ ὁποίου πολλὰ ἐδαπάνησεν ἡ Μονὴ — μεταξὺ αὐτῆς
304καὶ τῶν διαφόρων κατόχων. Ἐπὶ τέλους κατὰ τὸ 1893 ἐγέ-
305νετο τὸ συμβιβαστικὸν συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, με-
306ταξὺ τοῦ τελευταίου κατόχου κυρίου Ἠλιοπούλου καὶ τῆς
307Μονῆς Πετράκη πρὸς κατάργησιν τῆς δίκης. Τὴν συμβιβα-
308στικὴν λύσιν ἐνέκρινε τὸ Ὑπουργεῖον. Ἡ συμβιβαστικὴ ὅμως
309αὕτη λύσις ἐγένετο ὑπὸ διαλυτικὸν ὅρον, καθ’ ὃν ὁ κύριος
310Ἠλιόπουλος ὤφειλεν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ ἐλευ-
311θερώσῃ ἀπὸ ὑποθήκης τὸ μέρος τοῦ κτήματος Βρανᾶ, ὅπερ
312παρεχώρει εἰς τὴν Μονὴν πρὸς κατάργησιν τῆς δίκης. Ἡ
313προθεσμία αὕτη ἔληξε, χωρὶς νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ ὑποθήκη.
314Τότε ὁ κ. Ἠλιόπουλος ἐζήτησε τρίμηνον παράτασιν τῆς προ-
315θεσμίας ταύτης παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
316Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ μὴ χορηγήσῃ τὴν παρά-
317τασιν ταύτην, καὶ ἑπομένως νὰ διαλύσῃ τὸν συμβιβασμὸν,
318καὶ νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν δίκην μεταξὺ τοῦ Α. Ἠλιοπούλου
319καὶ τῆς Μονῆς. Ἀλλ’ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
320ἐχορήγησε τὴν τρίμηνον παράτασιν πρὸς ἐξάλειψιν ὑποθήκης
32160,000 δραχμῶν. Διετέλει δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησια-
322στικῶν ὁ ἀξιότιμος κύριος Θ. Π. Δηλιγιάννης. Ἰδοὺ πῶς
323ἔχει ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1494 τῆς 17 Μαρτίου 1897 ἐγκριτικὴ δια-
324ταγὴ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
325Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως πρὸς τὸν νομάρχην Ἀττικῆς ἐπὶ
326τῆς ὑποθέσεως ταύτης (ἀναγινώσκει):
327«Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1514 καὶ ἀπὸ 6 λήξαντος
328μηνὸς ὑμετέρου ἐγγράφου περὶ ἐγκρίσεως τριμήνου ἔτι προθε-
329σμίας εἰς τὸν Α. Ἠλιόπουλον, ὅπως ἐν τῷ μεταξὺ δυνηθῇ νὰ
330προσαγάγῃ τὰ ἀναγκαῖα πιστοποιητικὰ τῆς ἄρσεως τῶν βα-
331ρυνουσῶν ὑποθηκῶν τὸ κτῆμα Βρανᾶ, περιελθὸν συνεπεία
332συμβιβαστικῆς λύσεως εἰς τὴν Μονὴν Ἀσωμάτων ἢ Πετράκη,
333γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι, λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8136
334καὶ ἀπὸ 16 Ἀπριλίου 1893 ἡμέτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ ἐνε-
335κρίθη τὸ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6016 τῆς 14 Ἀπριλίου 1893
336ὑμετέρου ἐγγράφου ὑποβληθὲν σχέδιον συμβολαίου πρὸς λύ-
337σιν τῆς μεταξὺ Α. Ἠλιοπούλου καὶ ἱερᾶς Μονῆς Ἀσωμάτων
338διαφορᾶς, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 16028 καὶ ἀπὸ 12 Ὀκτωβρίου 1894
339ἡμέτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ ἐνεκρίθη τὸ συναφθὲν συμβόλαιον
340συμβιβασμοῦ, κατὰ τὴν ἀνωτέρω ὑπ’ ἀριθ. 8136 τῆς 16 Ἀ-
341πριλίου ἡμετέραν διαταγήν, ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου
342Ἀθηνῶν Τ. Ν. Οἰκονόμου, φέρον ἀριθ. 19046 καὶ ἡμερομη-
343νίαν 19 Ἀπριλίου 1893, πρὸς δὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 19345 καὶ
344ἀπὸ 8 Ἰουλίου 1893 συμβολαιογραφικὴν πρᾶξιν τοῦ συμ-
345βολαιογράφου Τ. Οἰκονόμου, δι’ ἧς ὁ Ἀσημάκης Ἠλιόπουλος
346διὰ πράξεως τοῦ ἐν Κυδωνίαις προξένου τῆς Ἑλλάδος ἀπε-
347δέξατο καὶ ἐνέκρινε τὸ ὑπ’ ἀριθ. 19046 καὶ ἀπὸ 19 Ἀπρι-
348λίου 1893 συμβόλαιον..., ἐγκρίνομεν ἵνα δοθῇ τῷ Α. Ἠλιο-
349πούλῳ τρίμηνος ἔτι προθεσμία, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἐνώ-
350πιον τοῦ συμβολαιογράφου Τ. Ν. Οἰκονόμου τῇ ἡμετέρᾳ ἐγ-
351κρίσει συνταχθέντος ὑπ’ ἀριθμὸν 23861 τῆς 20 Ἰανουαρίου
3521897 συμβολαίου μεταξὺ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μο-
353νῆς Ἀσωμάτων ἢ Πετράκη καὶ τοῦ Γεωργίου Ἠλιοπούλου,
354πληρεξουσίου τοῦ Ἀσημάκη Ἠλιοπούλου, ὅπως ἄρῃ τὰς βα-
355ρυνούσας τὸ κτῆμα Βρανᾶ ὑποθήκας. Ἡ ἔγκρισις αὕτη παρέ-
356χεται ὑπὸ τὸν ὅρον, ἂν ἐντὸς τῆς τριμήνου προθεσμίας μὴ
357ἐκτελέσῃ ὁ Α. Ἠλιόπουλος τὸν τελευταῖον διαλυτικὸν ὅρον
358τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19046 τῆς 19 Ἀπριλίου 1893 συμβολαίου
359τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Τασοῦ Οἰκονόμου, νὰ προβῇ
360ἡ Μονὴ Πετράκη ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν
361ἑαυτῆς συμφερόντων διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ.»
362» Θ. Π. Δηλιγιάννης.»
363Ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκ-
364κλησιαστικῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς κύριος
365Θ. Π. Δηλιγιάννης, ἦτο ἱκανὸς νὰ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα
366τῆς Μονῆς χάριν ἰδιώτου; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν ἠδύνατο.
367§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω ἐπιθυμίαν νὰ χωρίσω τὴν
368τύχην μου ἀπὸ τὴν τύχην σας, ἑπομένως κηρύσσομαι ὑπεύ-
369θυνος διὰ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε, ἀλλὰ κεχωρι-
370σμένως ἀπὸ ὑμᾶς. Δότε ὑμεῖς λόγον, καὶ ἔπειτα φροντίζο-
371μεν περὶ τῶν ἄλλων.
372§45ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ περιθρύλητος ὑπόθεσις τοῦ
373«Διονύσου», τὴν ὁποίαν αἱ ἐφημερίδες ἀπέδιδον εἰς ἐμέ, ὡς
374Ὑπουργόν, καὶ τὴν ὁποίαν παρέστησεν ὁ προλαλήσας ὡς
375σκανδαλώδη, καὶ περὶ τῆς ὁποίας ἄρθρα πύρινα, μὲ τὴν ἐπι-
376γραφὴν «τὰ σκάνδαλα», ἔγραφε τὴν 8 Ἰανουαρίου ἐνεστῶ-
377τος ἔτους καὶ αὐτὴ ἡ «Πρωΐα», ῥητῶς ἀναφέρουσα, ὅτι «διὰ
378τοιαύτης ἀνταλλαγῆς περιῆλθεν εἰς τὴν κυριότητα Ἠλιο-
379πούλου τινὸς τὸ κατὰ τὴν βόρειον κλιτὺν τοῦ Πεντελικοῦ
380»λατομεῖον, ὅπερ παρεχωρήθη εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν Ἀγ-
381»γλικῆς ἑταιρείας.»
382Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ τοιαῦτα ζητήματα πρέπει νὰ
383ἐξετάζωνται μετὰ μεγάλης προσοχῆς οὐ μόνον χάριν τῶν
384προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐμμέσως ἐνδιαφέρονται, ἀλλὰ καὶ χά-
385ριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, καὶ πρὸ πάντων τῆς Ἀντι-
386πολιτεύσεως, διότι ἄλλως ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος κατα-
387πίπτει. Ἠκούσατε τὸν προαγορεύσαντα εἰπόντα, ὅτι τὰ τῆς
388ὑποθέσεως «Διονύσου» ἐγένοντο ἄνευ ἐγκρίσεως τοῦ Ἡγου-
389μενοσυμβουλίου, — ὅπερ ἀνακριβὲς, — ὅτι περιουσία ἀξίας 20
390ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἡρπάγη, — ὅπερ ψευδὲς, — ὅτι ἓν ἄλλο
391ἑκατομμύριον ἐπρόκειτο νὰ δαπανηθῇ διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῆς
392Μονῆς, — ὅπερ ἀναληθές, — ὅπως πρόσωπά τινὰ ὠφεληθῶσι.
393Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, χάριν ἡμῶν αὐτῶν, ἔχομεν τὴν ὑπο-
394χρέωσιν νὰ ἀκριβολογῶμεν...
395§46Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγὼ οὐδένα ἐπείραξα· ὡμίλησα κο-
396σμίως.
397§47ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι δικαιούμεθα νὰ λέγωμεν,
398ὅτι κοσμίως ὁμιλοῦμεν, ὅταν λέγωμεν, ὡς πρὸ μικροῦ εἴπετε,
399ἢ ἀφήσατε νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ὁ εἷς τῶν πραγματογνωμόνων, ὁ
400ἔχων 14 ἢ 15 τέκνα, συνετέλεσε χάριν ἰδίας ὠφελείας εἰς
401τὰς δύο ἀνταλλαγὰς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τῆς ὑπουργίας
402μου, καὶ περὶ ὧν θὰ ὁμιλήσω.
403§48Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἑκατὸν χιλιάδες δραχμαὶ αἱ δύο ἀν-
404ταλλαγαί!
405§49ΣΤΑΗΣ. Ὡμίλησεν ὁ προλαλήσας περὶ βορβόρου, περὶ
406ὀνύχων ὀξέων, περὶ ἁρπακτικῶν βλεμμάτων, περὶ κλοπῶν,
407ἀλλὰ δὲν ἀνέφερεν οὐδὲ μίαν κἄν πρᾶξιν ὡρισμένην, δικαιο-
408λογοῦσαν τὰς κρίσεις του ταύτας. Ἀνέφερεν ἀορίστως τὴν
409ἀνταλλαγὴν τοῦ οἰκοπέδου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λουκούδη καὶ
410τὴν ἀνταλλαγὴν ἄλλου οἰκοπέδου τῆς αὐτῆς Μονῆς μὲ
411τὰς φυλακὰς Τριγγέτα, ἀλλὰ δὲν ὑπέδειξε, ποῦ ἔγκειται
412ὁ βόρβορος καὶ αἱ καταχρήσεις, ἐνῷ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
413καταδείξῃ ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα μὴ μείνωσι διὰ λο-
414γαριασμόν του. Ἐὰν δὲ δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ μελετή-
415σῃ τὰ εἰς τὴν Βουλήν κατατεθέντα ἔγγραφα, ἔπρεπε νὰ πα-
416ραιτηθῇ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεώς του, μεθ’ ὅλας
417τὰς ἀπειλὰς, τὰς ὁποίας τοσάκις εἶχε προαναγγείλει. Δὲν
418εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξετάσω κατ’ ἀρχὴν τὸ ζήτημα, ἂν
419ἐπιτρέπεται ἡ ἐκποίησις καὶ ἡ ἀνταλλαγὴ κτημάτων μονα-
420στηριακῶν· οὐχ ἧττον εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἐπειδὴ ὁ προ-
421λαλήσας εἶπεν, ὅτι οὐδεμίαν διάταξιν ἐπιτρέπουσαν τοῦτο
422γινώσκει, νὰ ἀναφέρω τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 28 Ἰου-
423λίου 1858 περὶ κανονισμοῦ τῶν Μοναστηρίων, οὗ τὸ νόμι-
424μον κῦρος καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ νόμοι νεώτεροι ἀνεγνώ-
425ρισαν. Κατὰ τὸ ἄρθρον Θʹ τοῦ εἰρημένου Διατάγματος, «ἡ
426ἀκίνητος μοναστηριακὴ περιουσία εἶναι ἀναπαλλοτρίωτος,
427καὶ μόνον πρὸς θεραπείαν ἀναποφεύκτου ἀνάγκης, ἢ διὰ προ-
428φανῆ τοῦ Μοναστηρίου ὠφέλειαν, ἐξ οἰκονομικῶν ἀπορρέου-
429σαν λόγων, δύναται ν’ ἀπαλλοτριωθῇ μοναστηριακὸν κτῆ-
430μα δι’ ἐκποιήσεως, ἢ δι’ ἀνταλλαγῆς». Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι
431κατὰ τὸ νομοθετικὸν τοῦτο Διάταγμα ἐπιτρέπεται ἡ ἐκ-
432ποίησις καὶ ἡ ἀνταλλαγὴ μοναστηριακοῦ κτήματος ἐν ὡρι-
433σμέναις περιπτώσεσι. Δύναμαι δὲ νὰ ἐπικαλεσθῶ πράξεις
434πολλὰς ἐκποιήσεων καὶ ἀνταλλαγῶν μοναστηριακῶν κτημά-
435των, ἵνα δείξω, ὅτι οὐδέποτε ἠμφισβητήθη τὸ κῦρος τῶν
436πράξεων τούτων.
437Κατ’ ἐμέ, ἐὰν πάντες οἱ νόμιμοι τύποι διετηρήθησαν κατὰ
438τὰς πράξεις ταύτας, ἐὰν τουτέστιν ἐξεπληρώθησαν πᾶσαι
439αἱ διατυπώσεις τοῦ ἄρθρου Θʹ, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, δὲν
440δικαιούμεθα, καὶ ἐὰν δυσμενῶς διακείμεθα πρὸς τὸν ἐγκρί-
441ναντα Ὑπουργόν, νὰ ἐπικρίνωμεν αὐτάς. Δὲν δικαιοῦμαι,
442φρονῶ, νὰ κατηγορήσω ἐγὼ τοῦ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ
4431895 Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας
444Ἐκπαιδεύσεως διὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν δύο οἰκοπέδων τῆς
445Μονῆς Πετράκη παρὰ τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν Ἀμαρου-
446σίου διὰ τῶν δύο ἐνυποθήκων γηπέδων τοῦ Ἰωάννου Πάνου
447ἐν θέσει Μαρμάρι τῆς αὐτῆς κωμοπόλεως, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχω
448ἀποδείξεις, ὅτι ἡ ἀνταλλαγὴ αὕτη ἐγένετο ἐπὶ βλάβῃ τῶν
449συμφερόντων τῆς Μονῆς Πετράκη. Τὸ περὶ τῆς ἀνταλλαγῆς
450ταύτης ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ μακαρίτου Πετρίδου δημο-
451σιευθὲν ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 98 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυ-
452βερνήσεως τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1895 Β. Διάταγμα εἶναι δι’
453ἐμὲ ἀπρόσβλητον, ἐὰν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου
454Θʹ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 28 Ἰουλίου 1858. Τὸ Βασιλι-
455κὸν τοῦτο Διάταγμα, ἵνα γένηται ἀνταλλαγὴ, ἀπαιτεῖ νὰ
456ἐνεργηθῇ «προηγουμένη τεχνικὴ καταμέτρησις, διαγραφὴ
457καὶ ἔνορκος ἐκτίμησις τῶν ἀνταλλακτέων κτημάτων, καὶ
458νὰ γνωμοδοτήσῃ ὁ ἁρμόδιος νομάρχης ὑπὲρ τῆς ἀνταλλα-
459γῆς.» Ἂν ταῦτα ἐνεργήθησαν νομίμως, οὐδεὶς ἔχει τὸ δι-
460καίωμα νὰ κατακρίνῃ τὸν ἐγκρίναντα τὴν ἀνταλλαγὴν Ὑ-
461πουργόν. Ἐὰν οἱ πραγματογνώμονες, οἱ διορισθέντες μὲν διὰ
462πράξεως ὑπουργικῆς, ὁρκισθέντες δὲ ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου
463Δικαστηρίου πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου Θʹ
464τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1858, ἐνήργησαν ἐπὶ βλάβῃ τῶν
465συμφερόντων τῆς Μονῆς, ἐπικαλεσθῆτε τὸ ἄρθρον 440 τοῦ
466Ποινικοῦ Νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον «μὲ φυλάκισιν τὸ πολὺ ἑνὸς
467ἔτους τιμωροῦνται πραγματογνώμονες καὶ ἐκτιμηταὶ ἐπισή-
468μως διωρισμένοι, οἵτινες εἰς πράγματα μὴ διαφιλονικούμενα
469ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ζημιοῦσί τινα ἐκ προθέσεως διὰ
470τῆς γνωμοδοτήσεώς των ἢ δι’ ἐπίτηδες ὑπερτιμήσεως.»
471Ὁ προλαλήσας, Κύριοι, σαφῶς εἶπεν, ὅτι οἱ διορισθέντες
472πραγματογνώμονες καὶ ἐκτιμηταὶ ἐκ προθέσεως ὑπετίμησαν
473τὴν ἀξίαν τοῦ οἰκοπέδου τοῦ ἀνταλλαγέντος μεταξὺ τῆς
474Μονῆς Πετράκη καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἐμμανουὴλ Λυκούδη...
475§50Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὰ ἔγγραφα τὸ λέγουν αὐτό, ὄχι ἐγώ.
476§51ΣΤΑΗΣ. Τὰ ἔγγραφα δὲν λέγουσι τοιοῦτόν τι. Προτι-
477μότερον δι’ ὑμᾶς εἶναι νὰ μὴ μὲ διακόπτητε. Ἐλέγετε πρὸ
478μικροῦ, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ πήχεως τοῦ οἰκοπέδου τοῦ κ. Λυ-
479κούδη ὡρίσθη ὑπὸ τῶν πραγματογνωμόνων εἰς 14 δραχμάς,
480ἐνῷ ἡ ἀξία τοῦ παρακειμένου οἰκοπέδου εἶναι 25 δραχμῶν
481κατὰ πῆχυν. Οὐδὲν τούτου ψευδέστερον.
482Δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω εἰς τὸν προλαλήσαντα κακὴν πρό-
483θεσιν, ἀλλὰ πλάνην προελθοῦσαν ἐξ ἐπιπολαίου μελέτης τῶν
484κατατεθέντων ἐγγράφων. Ὁ πῆχυς τοῦ παρακειμένου τῷ
485οἰκοπέδῳ τοῦ κ. Λυκούδη οἰκοπέδου δὲν ἔχει ἀξίαν δρ. 25,
486ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας...
487§52Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. 24.
488§53ΣΤΑΗΣ. Οὐχὶ 24, ἀλλὰ 18. Ὡρίσθη δὲ αὕτη ἐν δημο-
489σίῳ πλειστηριασμῷ, καὶ κατόπιν ἐπιμόνου ἀνταγωνισμοῦ,
490χωρὶς οὐδεμία νὰ γείνῃ μετὰ ταῦτα, πρὸ τῆς ἐγκρίσεως δη-
491λαδή, νέα προσφορά. Ἀνάγκη δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι τὸ οἰκό-
492πεδον, τὸ προσενεχθὲν ἐπ’ ἀνταλλαγῇ, τοῦ κ. Λυκούδη, οὗ
493ἡ τιμὴ ὡρίσθη ἀντὶ 15 δραχ. κατὰ πῆχυν, ἀπέχει δώδεκα
494περίπου βήματα τῶν παραθύρων τοῦ «Αἰγινητείου» νοσοκο-
495μείου. Κατὰ 3 λοιπὸν δραχμὰς εἶναι κατωτέρα ἡ τιμὴ τοῦ
496πήχεως τοῦ οἰκοπέδου τοῦ κυρίου Λυκούδη τῆς τιμῆς τοῦ
497πήχεως τοῦ παρακειμένου οἰκοπέδου, τοῦ ἐν δημοσίῳ πλει-
498στηριασμῷ καὶ πεισματώδει διαγωνισμῷ ἀγορασθέντος. Οἰ-
499κόπεδον δὲ γειτνιάζον εἰς νοσοκομεῖον, γνωρίζετε ποῖον εἶναι
500δυνατὸν νὰ ἔχῃ μέλλον.
501Ἐπειδὴ δὲ ὁ προλαλήσας εἶπεν, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ πήχεως
502τοῦ παρακειμένου οἰκοπέδου τῷ τοῦ κ. Λυκούδη εἶναι δραχ.
50324, πρέπει νὰ σᾶς ἐξηγήσω, πῶς εὗρε τὸν ἀριθμὸν τοῦτον.
504Οἱ αὐτοὶ πραγματογνώμονες ὥρισαν εἰς δρ. 24 καὶ 50 λε-
505πτὰ τὴν τιμὴν τοῦ οἰκοπέδου τοῦ παρακειμένου τῷ «Εὐαγ-
506γελισμῷ», τὸ ὁποῖον ἀντηλλάγη μὲ τὴν οἰκίαν Τριγγέτα,
507καὶ τὴν ὁποίαν ἀνταλλαγὴν ἐπὶ πολὺ ἐδίστασα νὰ ἐγκρίνω,
508διότι ἐθεώρουν, ὅτι ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ ἰδιώ-
509του, καὶ οὐχὶ τῆς Μονῆς, εἶχε γείνῃ ἡ ἐκτίμησις. Τὴν τι-
510μὴν ἑπομένως τοῦ οἰκοπέδου τοῦ παρακειμένου τῷ «Εὐαγ-
511γελισμῷ» ἐξέλαβεν, ὑποθέτω, ὁ προλαλήσας ὡς τὴν τιμὴν
512τοῦ οἰκοπέδου τοῦ παρακειμένου τῷ «Ἀρεταιείῳ» νοσοκο-
513μείῳ. Γινώσκετε δὲ πάντες, ποία ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῶν δύο
514τούτων εὐαγῶν καταστημάτων. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐξετάσω τὴν
515ἀνταλλαγὴν τῶν φυλακῶν Τριγγέτα πρὸς τὸ παρακείμενον
516τῷ νοσοκομείῳ «Εὐαγγελισμῷ» γήπεδον, ὑποχρέωσιν ἔχω
517νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῆς πρώτης ἀνταλλαγῆς τοῦ οἰ-
518κοπέδου τοῦ κ. Λυκούδη μετὰ τοῦ οἰκοπέδου τῆς Μονῆς.
519Τὴν 23 Μαρτίου τοῦ 1901 ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι
520τῆς Κυβερνήσεως προκήρυξις τοῦ νομάρχου Ἀττικῆς, διὰ τῆς
521ὁποίας ἐξετίθεντο εἰς δημόσιον πλειστηριασμὸν 8 οἰκόπεδα
522τῆς Μονῆς Πετράκη, ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργείου. Τὰ οἰκό-
523πεδα ταῦτα κεῖνται, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας, παρὰ τὴν
524ἔπαυλιν τοῦ κυρίου Θὼν καὶ τοῦ κ. Ῥικάκη, καὶ ἀποτελοῦσι
525τὸ γνωστὸν τριγωνικὸν κοίλωμα, τὸ ὑπὸ τῶν λεωφόρων
526Κηφισιᾶς καὶ Ἀλεξάνδρας σχηματιζόμενον. Ἀλλ’ ἡ ὁδὸς,
527ἐφ’ ἧς ἔχουσι πρόσωπον τὰ ἀνωτέρω ἐκποιηθέντα διὰ δημο-
528πρασίας οἰκόπεδα, δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ, εἰμὴ
529μόνον ἀφοῦ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ θέλει ὑψωθῆ ἡ ὁδὸς
530αὕτη, κατασκευασθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου θολωτὸς ἀγωγὸς τῶν
531ὑδάτων, ἅτινα, συγκεντρούμενα πρὸ τῆς λεωφόρου Ἀλεξάν-
532δρας, ἐκχύνονται διὰ τῆς πρὸ τῆς ἐπαύλεως Θὼν θολωτῆς
533γεφύρας ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων τούτων καὶ τῆς κατασκευασθη-
534σομένης ὁδοῦ καὶ πλατείας. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Δημόσιον δὲν
535προετίθετο, ὡς ἐδήλωσεν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, νὰ προβῇ
536κατὰ τὸ 1901 εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ θολωτοῦ τούτου
537ἀγωγοῦ, οὗ ἡ δαπάνη ἀνήρχετο, κατὰ τὸν ἁρμόδιον νομο-
538μηχανικόν, εἰς δραχμὰς 46,000 περίπου ἡ χρησιμοποίησις
539πρὸς οἰκοδομὴν τῶν ἀγορασθέντων οἰκοπέδων ἦτο ἀδύνατος.
540Τότε ὁ ἀξιότιμος κ. Λυκούδης ἐζήτησε δι’ αἰτήσεώς του
541πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Πετράκη, ὑπὸ χρο-
542νολογίαν 25 Ὀκτωβρίου 1901, καὶ οὐχὶ μετὰ τινας ἡμέρας
543ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἀλλὰ μετὰ μῆνας
544ὅλους ἑπτὰ, τὴν ἀνταλλαγὴν δι’ ἄλλου οἰκοπέδου, ὁπου-
545δήποτε τῆς ὁδοῦ Κηφισιᾶς. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι τὸ
546πρὸς ἀνταλλαγὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λυκούδη προτεινό-
547μενον οἰκόπεδον, ἔχον πρόσοψιν ἐπὶ δενδροφύτου πλατείας,
548σχηματισθησομένης ἐπὶ τῆς λεωφόρου Κηφισιᾶς, εἶναι περι-
549ζήτητον. Ὁ ἀείμνηστος δὲ Γαλβάνης ἐπὶ τῆς αὐτῆς θέσεως
550ἠγόρασεν ἀντὶ 18 δρ. τὸν πῆχυν ἐν δημοσίῳ πεισματώδει
551πλειστηριασμῷ, ὡς καὶ ὁ κ. Λάμψας ἀντὶ 14 δρ. καὶ ½
552κατὰ πῆχυν τὸ παρακείμενον οἰκόπεδον πρὸς τὸ τοῦ κ. Λυ-
553κούδη. Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Πετράκη ἐδέχθη
554τὴν αἴτησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λυκούδη, καὶ ὥρισε πρὸς ἀν-
555ταλλαγὴν τὸ οἰκόπεδον τὸ παρακείμενον τῷ «Αἰγινήτειῳ»
556νοσοκομείῳ. Τότε διωρίσθησαν οἱ πραγματογνώμονες, οἱ
557ὁποῖοι, δόντες τὸν νενομισμένον ὅρκον ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου
558Δικαστηρίου, ἐξετίμησαν ἀμφότερα τὰ πρὸς ἀνταλλαγὴν οἰ-
559κόπεδα. Καὶ τὸ μὲν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λυκούδη ἐξετίμησαν
56014 δραχ. καὶ ½ τὸν πῆχυν, ὅσον ἠγόρασεν ἐν δημοσίῳ πλει-
561στηριασμῷ τὸ παρακείμενον ὁ κ. Λάμψας, τὸ δὲ τῆς Μονῆς
562Πετράκη 15 δρ. τὸν πῆχυν, ἐνῷ ἀληθῶς τὸ γειτνιάζον πρὸς
563τοῦτο ἐπωλήθη ἀντὶ 18 δραχμῶν τὸν πῆχυν ἐπὶ δημοσίου
564πλειστηριασμοῦ. Ἐξήγησα ὅμως πρὸ μικροῦ τὸν λόγον τῆς
565διαφορᾶς ταύτης τῶν τριῶν δραχμῶν κατὰ πῆχυν, βεβαιώ-
566σας, ὅτι τὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λυκούδη οἰκόπεδον ἀπέχει δώ-
567δεκα περίπου βήματα τοῦ παθολογικοῦ νοσοκομείου.
568Τὴν διαφορὰν τῆς ἀξίας τῶν δύο οἰκοπέδων ἐκ τριῶν περί-
569που χιλιάδων δραχμῶν κατέβαλεν ὁ ἀξιότιμος κ. Λυκούδης
570εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
571Ἐκκλησιαστικῶν καὶ εἰς λογαριασμὸν τῆς Μονῆς Πετράκη,
572ἀλλ’ ἕνεκα τῆς διαφορᾶς ταύτης ὁ προλαλήσας ἔρριψεν
573ὑπαινιγμοὺς καὶ κατὰ τοῦ ἀδαμαντίνου χαρακτῆρος τοῦ κ.
574Ἐμμ. Λυκούδη καὶ κατὰ τῶν πραγματογνωμόνων, διότι εἷς
575ἐξ αὐτῶν ἔχει 14 ἢ 15 τέκνα, ὡς ἐβεβαίου ὁ προλαλήσας,
576— διότι ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω τοὺς πραγματο-
577γνώμονας.
578Θὰ ἠδυνάμην, Κύριοι, νὰ παραπέμψω καὶ τὸν προλαλή-
579σαντα καὶ πάντα μετ’ αὐτοῦ ὁμοφωνοῦντα εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ
580Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα. Ἀλλὰ δὲν ἐπι-
581θυμῶ νὰ ἀπεκδύωμαι τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας ἴσως ἄλλοι θὰ
582ἐφοβοῦντο, καὶ διὰ τοῦτο ἐξέθηκα ἐνώπιον ὑμῶν τὰς λεπτο-
583μερείας ταύτας, ἐκ τῶν ὁποίων ἀριδήλως καταφαίνεται, ὅτι
584οὐ μόνον νομίμως διενηργήθη ἡ ἐκποίησις καὶ ἡ ἀνταλλαγὴ
585τοῦ οἰκοπέδου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λυκούδη, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ ὠφε-
586λείᾳ τῆς Μονῆς, διότι οὐ μόνον ἀπρόσοδον κτῆμα αὐτῆς ἐπω-
587λήθη, ἀλλὰ καὶ διότι δυσκόλως θὰ ἠγοράζετο παρ’ ἄλλου
588οἰκόπεδον προσκείμενον εἰς παθολογικὸν νοσοκομεῖον.
589Μία μένει μόνον ἀληθῶς κατηγορία, ἣν δὲν δύναμαι νὰ
590ἀναιρέσω, ὅτι ὁ νομικὸς σύμβουλος, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸν προ-
591λαλήσαντα, εἶναι τεταγμένος νὰ περιφρουρῇ τὰ συμφέροντα
592τῶν Μονῶν...
593§54Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μάλιστα.
594§55ΣΤΑΗΣ. Λυποῦμαι· διότι λέγετε, ὅτι εἶσθε καὶ νομικός.
595§56Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Καὶ ἐδιάβασα καὶ τὸν νόμον.
596§57ΣΤΑΗΣ. Ἴσως, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐνοήσατε.
597Μία μένει, λέγω, κατηγορία, ὅτι ὡς νομικὸς σύμβουλος ὁ
598ἀξιότιμος κ. Ἐμμ. Λυκούδης συνηλλάγη, ὡς πᾶς ἄλλος πο-
599λίτης· ἀλλ’ ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ἀποδέχομαι
600τὴν θεωρίαν ταύτην τῆς ἀποστερήσεως τῶν δημοσίων λει-
601τουργῶν παντὸς δικαιώματος ἐλευθέρου πολίτου.
602Περὶ τῆς ἄλλης ἀνταλλαγῆς τῶν φυλακῶν Τριγγέτα πρὸς
603οἰκόπεδον τῆς Μονῆς Πετράκη, ἐπειδὴ ὁ προλαλήσας δὲν
604ἠσχολήθη διὰ μακρῶν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ
605ὀλίγας μόνον λέξεις. Τὸ οἰκόπεδον, περὶ οὗ πρόκειται, παρά-
606κειται τῷ «Εὐαγγελισμῷ». Οἱ πραγματογνώμονες ὥρισαν τὴν
607τιμὴν τοῦ πήχεως τοῦ οἰκοπέδου τούτου πρὸς δραχ. 24½,
608ἐνῷ ἀκριβῶς τὸ γειτονικὸν ἐπωλήθη εἰς δημόσιον πλειστη-
609ριασμὸν ἀντὶ δρ. 18 κατὰ πῆχυν. — Σημειώσατε δὲ καὶ πά-
610λιν, Κύριοι, ὅτι τὸ πρὸς 24 δρ. καὶ ½ κατὰ πῆχυν ἐκτιμη-
611θὲν προσβλέπει τὸ τμῆμα τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ» τῶν φθισι-
612κῶν! — Κατὰ τὸν νόμον ΑΧΜΒʹ τῆς 4 Ἰανουαρίου 1888
613περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου ΣΞΓʹ τῆς 16
614Δεκεμβρίου 1867, οἱ πραγματογνώμονες, πρὸς εὕρεσιν τῆς
615ἀξίας κτήματός τινος, πρέπει νὰ ἔχωσι ταῦτα ὑπ’ ὄψιν:
616«Κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος οἵ τε πραγ-
617ματογνώμονες καὶ ἡ ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως ἐπιτροπὴ ὀφείλουσι
618νὰ λαμβάνωσιν ὡς βάσιν ἢ τὴν μέσην καθαρὰν πρόσοδον τοῦ
619κτήματος κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν τριετίαν, ἐὰν ἦναι γνω-
620στὴ καὶ ἀποδεδειγμένη, κεφαλαιοῦντες αὐτὴν πρὸς 5%, ἢ
621τὴν τιμὴν ὁμοειδῶν κτημάτων, προκύπτουσαν ἐκ συμβολαί-
622ων». Ὀρθῶς ἄρα καὶ νομίμως οἱ πραγματογνώμονες πρὸς εὕ-
623ρεσιν τῆς ἀξίας τῆς ἀνταλλακτέας οἰκίας Χὰρτ ἔλαβον ὑπ’
624ὄψιν τὴν ἐτησίαν πρόσοδον αὐτῆς...
625§58Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποία ἡ πρόσοδος;
626§59ΣΤΑΗΣ. Τὸ κτῆμα, περὶ οὗ πρόκειται, σύγκειται ἐκ μιᾶς
627τριωρόφου οἰκίας καὶ μιᾶς μονορόφου· ἐξ ἀμφοτέρων, πρὸ πολ-
628λῶν χρόνων ἐνοικιασμένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς χρῆσιν
629φυλακῶν, λαμβάνει ὁ ἰδιοκτήτης—ὃν δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ
630γνωρίζω—ἐτησίως ὡς ἐνοίκιον δρ. 5280. Ἂν δὲ ἐκ τοῦ πο-
631σοῦ τούτου ἀφαιρέσητε 200 δραχμὰς ὡς φόρον οἰκοδομῶν,
632ἔχετε καθαρὰν πρόσοδον 5080...
633§60ΛΕΒΙΔΗΣ. 5000 εἰσόδημα;
634§61ΣΤΑΗΣ. 5,280.
635§62ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἀφαιρεῖτε 200;
636§63ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.
637§64ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε· πρέπει τοὐλάχιστον
638400–500 δραχμὰς ν’ ἀφαιρέσητε.
639§65ΣΤΑΗΣ. Ἔστω. Πάντοτε θὰ μένῃ πρόσοδος καθαρὰ, ἀντι-
640στοιχοῦσα εἰς κεφάλαιον ἑκατὸν περίπου χιλιάδων δραχμῶν.
641Ἀλλ’ οἱ πραγματογνώμονες, παρὰ τὸν νόμον, ἐκεφαλαίω-
642σαν πρὸς 7% τὴν καθαρὰν πρόσοδον, καὶ οὕτως εὗρον ὡς
643ἀξίαν τοῦ κτήματος δρ. 79,072. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τὸ κε-
644φάλαιον εὑρίσκεται μικρότερον, ὅταν ὁ τόκος ἦναι μεγαλεί-
645τερος...
646§66ΛΕΒΙΔΗΣ. 400 δραχμὰς πρέπει νὰ ὑπολογίσητε διὰ φό-
647ρους, 80 δι’ ὕδωρ, 30 διὰ πυρασφάλειαν καὶ ἕν ποσὸν διὰ
648φθοράν.
649§67ΣΤΑΗΣ. Καὶ πάντα ταῦτα ἂν ὑπολογίσητε, πάλιν θὰ
650μείνῃ καθαρὰ πρόσοδος, ἡ ὁποία, κατὰ τὸν νόμον ᾼΧΜΒʹ,
651κεφαλαιουμένη, θὰ χορηγήσῃ κεφάλαιον 79,000 δραχμῶν,
652ὅπως ὥρισαν οἱ πραγματογνώμονες.
653Καὶ τὸ Δημόσιον ἐὰν ἦτο ὑπόχρεων ν’ ἀπαλλοτριώσῃ ἀναγ-
654καστικῶς τὸ κτῆμα τοῦτο, καὶ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1888,
655καὶ κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΡΞΖʹ τῆς 16 Φεβρουαρίου 1893 περὶ
656ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀκινήτων πρὸς συντήρησιν
657ἢ ἀνεύρεσιν ἀρχαιοτήτων, καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον
658͵ΒΤΜΒʹ διὰ τὴν ἀνέγερσιν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων, πά-
659λιν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ ὥριζε τὴν ἀξίαν τῆς οἰκίας...
660§68ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τί χρησιμεύει ἡ οἰκία αὕτη;
661§69ΣΤΑΗΣ. Διὰ φυλακὰς τῶν κρατουμένων διὰ χρέη πρὸς
662τὸ Δημόσιον ἢ πρὸς ἰδιώτας.
663§70ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοῦ Τριγγέτα αἱ φυλακαὶ εἶναι;
664§71ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.
665§72Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς οἰκίας;
666§73ΣΤΑΗΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ Συμβουλίου τῶν δημο-
667σίων ἔργων, βεβαιοῦσα τὴν καλὴν τοῦ κτιρίου κατάστασιν.
668Διὰ συμβολαίου δὲ τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται εἰς τὰς ἀναγ-
669καίας ἐπισκευὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦναι ἐπιβεβλημέναι ἐκ τῆς
670χρήσεως τῆς οἰκίας πρὸς φυλακάς.
671§74ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ οἰκία αὕτη δὲν ἔχει περισσοτέραν ἀξίαν
672τῶν 40,000 δραχμῶν.
673§75ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν τοῦτο ἀληθεύῃ, οἱ δὲ πραγματογνώμονες
674ὥρισαν τιμὴν διπλασίαν, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ καταγγείλητε
675αὐτοὺς εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν.
676§76Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Χατζηπέτρος προσεφέρθη
677νὰ τὴν ἀγοράσῃ ἀντὶ 66 χιλιάδων δραχμῶν.
678§77Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ποῖος Χατζηπέτρος;
679§78Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ Βουλευτής.
680§79Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Οἱ πραγματογνώμονες διορίζονται ἑκά-
681στοτε εἰς εἰδικὰς περιστάσεις παρὰ τοῦ Ὑπουργείου;
682§80ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα· δίδοντες ὅρκον ἐνώπιον τοῦ Δικα-
683στηρίου.
684§81Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἀλλ’ εἶναι οἱ ἴδιοι πάντοτε.
685§82ΣΤΑΗΣ. Εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν περίστασιν βεβαίως,
686διότι ἐγὼ μόνον ἅπαξ διώρισα τοιούτους.
687Πρὶν ἐξετάσω τὸ τρίτον ζήτημα, τὴν δημοπρασίαν πρὸς
688κατασκευὴν τοῦ κτιρίου τῆς Μονῆς Πετράκη ἐν Βάρῃ, τὸ
689ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ὑπουργίαν μου, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας
690λέξεις περὶ τῆς ἐκποιήσεως τῶν οἰκοπέδων τῆς Μονῆς Ἀσω-
691μάτων Πετράκη, τῶν παρακειμένων τῇ ὁδῷ Κηφισιᾶς.
692Ἡ ἐκποίησις τῶν οἰκοπέδων τούτων ἐπεῖγε, κατ’ ἐμέ,
693οὐ μόνον διότι ἡ ἐκποίησίς τινων ὑπερτιμᾷ τὰ ὑπολειπό-
694μενα, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ μὴ ἐκποίησις αὐτῶν παρεμποδίζει
695τὴν ἐπέκτασιν τῆς πόλεως πρὸς ἀνατολὰς, καὶ νεκρώνει κε-
696φάλαια τῆς Μονῆς Πετράκη κολοσσιαῖα. Ἐὰν δὲν ἤθελε
697κατὰ τὸ 1871 λάβει χώραν ἡ ἐκποίησις—τὴν ὁποίαν ὁ προ-
698λαλήσας ἐκάκισε, χαρακτηρίσας αὐτὴν ὡς ἄλλην διαρπα-
699γὴν μοναστηριακῆς περιουσίας — τῶν περὶ τὸ Κολωνάκι οἰκο-
700πέδων τῆς Μονῆς Ἀσωμάτων Πετράκη, ἔστω καὶ πρὸς δύο
701δραχμὰς κατὰ πῆχυν, βεβαίως ὁ συνοικισμὸς τοῦ Κολωνα-
702κίου δὲν θὰ ὑπῆρχεν. Ἀπαραλλάκτως, ἐὰν σήμερον παρεμ-
703ποδίσωμεν τὴν ἐκποίησιν τῶν οἰκοπέδων τούτων, ἡ πόλις
704δὲν θὰ ἐκταθῇ πρὸς τὴν ὁδὸν Κηφισιᾶς, διότι οἱ ἐπιθυμοῦν-
705τες νὰ οἰκοδομήσωσι καὶ νὰ ἐγκατασταθῶσιν ἐν Ἀθήναις
706δὲν θ’ ἀναμένωσι τὴν μετὰ ἔτη ἀπόφασιν τοῦ Ἡγουμενο-
707συμβουλίου καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ περὶ ἐκποιήσεως
708τῶν οἰκοπέδων τούτων, ἀλλὰ θὰ ζητήσωσιν ἀλλαχοῦ τῆς
709πόλεως νὰ οἰκοδομήσωσιν. Οὕτω δὲ θὰ καταστρέψωμεν ἕνα
710τῶν ὡραιοτέρων συνοικισμῶν τῆς πρωτευούσης.
711Ἠκούσατε πρὸ μικροῦ, ὅτι οἰκόπεδα τῆς Μονῆς Πετράκη,
712παρακείμενα τῷ «Εὐαγγελισμῷ», ἐπωλήθησαν ἀντὶ δραχ.
71318 κατὰ πῆχυν. Τὰ οἰκόπεδα ταῦτα πρό τινων χρόνων ἦσαν
714ἀσημάντου ἀξίας. Διὰ τῆς οἰκοδομῆς ὅμως τοῦ «Εὐαγγελι-
715σμοῦ», τοῦ «Ἀρεταιείου», τοῦ «Νοσοκομείου τῶν παίδων»,
716τῆς Ἀγγλικῆς Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς, τῆς μετ’ οὐ πολὺ
717οἰκοδομουμένης Ρωσσικῆς Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς, καὶ τοῦ
718Μαρασλείου Διδασκαλείου ὑπερετιμήθη ἡ ἀξία τῶν οἰκοπέ-
719δων τῆς Μονῆς Πετράκη. Πάντα δὲ τὰ κτίρια ταῦτα ἐκτί-
720σθησαν ἐπὶ οἰκοπέδων τῆς Μονῆς ταύτης, ἄλλων γενναιο-
721δώρως δωρηθέντων καὶ ἄλλων ἀγορασθέντων. Ἀλλὰ καὶ δι’
722ἄλλον λόγον ἐπιβάλλεται ἡ ταχεῖα ἐκποίησις τῶν οἰκοπέ-
723δων τούτων, τὰ ὁποῖα εἶναι δεκάδες χιλιάδων πήχεων, διότι
724ἐκποιούμενα ἀντικαθίστανται δι’ ἄλλων κτημάτων προσο-
725δοφόρων. Ἔχω δὲ τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς πρώην Ὑπουργός, νὰ
726δηλώσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι, ἐὰν εἰς τὸ Κράτος
727ὑπάρχῃ ἓν Ἡγουμενοσυμβούλιον, κηδόμενον τῆς περιουσίας
728τῆς Μονῆς αὐτοῦ, τοῦτο εἶναι τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς
729Μονῆς Πετράκη, δικαίως δὲ ὁ ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν Ἡγού-
730μενος τῆς Μονῆς ταύτης, ὁ κηδόμενος τῆς περιουσίας τῆς
731Μονῆς ὅσον ὀλίγοι οἰκογενειάρχαι κήδονται τῆς περιουσίας
732αὐτῶν, δικαίως, λέγω, ἐτιμήθη διὰ τοῦ χρυσοῦ Σταυροῦ τοῦ
733Σωτῆρος...
734§83Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἶναι ἐξαίρεσις, φαίνεται.
735§84ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ περὶ τοῦ Ἡγουμένου Σ. Κοροβέση ὁμιλῶ.
736Ὑπῆρχε δὲ καὶ ἄλλος λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλλε τὴν ἐκ-
737ποίησιν οἰκοπέδων τινῶν τῆς Μονῆς Πετράκη, ἡ ἐξεύρεσις
738τοῦ ἀπαιτουμένου κεφαλαίου πρὸς οἰκοδομὴν τοῦ νέου κτι-
739ρίου τῆς Μονῆς ἐν Βάρῃ. Ὁ προλαλήσας καὶ ἐν τούτῳ τῷ
740θέματι πολλὰς ἀνακριβείας εἶπε, τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν
741σκοπῶ νὰ ἀνασκευάσω, διότι ὡμίλησε καὶ πάλιν περὶ δια-
742σπαθήσεως ἑκατομμυρίων, καὶ περὶ φαγώματος 600,000
743δραχμῶν, ἀναμασσήσας ὅσα ἐγράφησαν εἰς ἐφημερίδας, ἴσως
744ὑπὸ ἐνδιαφερομένων ἀποτυχόντων ἐργολάβων.
745Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
746δεύσεως Ὑπουργὸς κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1899, ὁ κ. Ἀθαν.
747Εὐταξίας, ὑπέβαλε πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασι-
748λέα Β. Διάταγμα πρὸς ὑπογραφήν, μετὰ ἐκθέσεως αἰτιολο-
749γικῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρότεινε τὴν μετάθεσιν τοῦ Μοναστη-
750ρίου Ἀσωμάτων–Πετράκη ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Βάρην τῆς Ἀτ-
751τικῆς. Συνιστῶ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς εἰσηγητικῆς ταύτης ἐκ-
752θέσεως, ἐκ τῆς ὁποίας καταφαίνεται ἡ ἐπείγουσα ἀνάγκη
753τῆς μεταφορᾶς τῆς Μονῆς, τῆς εὑρισκομένης νῦν ἐντὸς τοῦ
754σχεδίου τῆς πόλεως καὶ περικυκλουμένης ὑπὸ τῶν στρατώ-
755νων καὶ τῆς τύρβης τοῦ Ἀθηναϊκοῦ κόσμου.
756Ἐπειδὴ συνέπιπτε νὰ ἀσπάζωμαι τὴν γνώμην τῆς μετα-
757θέσεως τῆς Μονῆς Πετράκη–Ἀσωμάτων, ἐπεδίωξα τὴν ἐκ-
758τέλεσιν τοῦ ἀπὸ 17 Νοεμβρίου 1899 Β. Διατάγματος, τοῦ
759δημοσιευθέντος ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 260 φύλλῳ τῆς Ἐφημερί-
760δος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 27 Νοεμβρίου 1899. Ἐκ τοῦ Β.
761τούτου Διατάγματος θὰ ἀναγνώσω τὸ αἰτιολογικὸν καὶ τὸ
762πρῶτον ἄρθρον, διότι ἐξ αὐτῶν θὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ὅσα
763εἶπεν ὁ προλαλήσας περὶ μεταθέσεως τῆς Μονῆς Πετράκη
764δὲν εἶναι ἀκριβῆ (ἀναγινώσκει):
765«Περὶ μεταθέσεως τοῦ Μοναστηρίου τῶν Ἀσωμάτων-
766»Πετράκη ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Βάρην τῆς Ἀττικῆς.
767»Γεώργιος Αʹ
768»Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων.
769»Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 297/303 καὶ ἀπὸ 8
770παρελθόντος μηνὸς Νοεμβρίου αἴτησιν τοῦ Ἡγουμενοσυμ-
771βουλίου τῆς ἱερᾶς Μονῆς Ἀσωμάτων–Πετράκη, τὴν ὑπ’ ἀριθ.
772715 καὶ ἀπὸ 8 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ἔγκρισιν αὐτῆς ὑπὸ τοῦ
773Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, καὶ τὴν ἀπὸ 5 ἐνεστῶτος μηνὸς ἀπό-
774φασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος περὶ
775μεταθέσεως τῆς ἕδρας τῆς ἱερᾶς Μονῆς τῶν Ἀσωμάτων–Πε-
776τράκη ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Βάρην τῆς Ἀττικῆς· θεωροῦντες καὶ
777ἡμεῖς, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης μεταθέσεως καὶ τὰ πνευματικὰ
778τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος Μονῆς συμφέροντα προάγονται καὶ πᾶσα
779ἀφορμὴ παρεξηγήσεων ἢ ἐπηρειῶν αὐτῆς ἐκλείπει· ἀκούσαν-
780τες καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
781κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, διατάτ-
782τομεν τάδε:
783»Ἄρθρον 1. Ἐγκρίνεται ἡ ἵδρυσις νέου Μοναστηρίου τῆς
784ἱερᾶς Μονῆς τῶν Ἀσωμάτων–Πετράκη ἐν τῷ μετοχίῳ αὐ-
785τῆς Βάρῃ, συνῳδὰ πρὸς τοὺς θείους καὶ ἱεροὺς κανόνας καὶ
786τὰς Ἐκκλησιαστικὰς διατάξεις, καὶ δὴ ἐν χώρῳ εἰδικῶς
787ὁρισθησομένῳ καὶ κατὰ σχέδιον ἐγκριθησόμενον ὡσαύτως ὑφ’
788Ἡμῶν ἐπὶ τῇ βάσει ἐπὶ τούτῳ διαγωνισμοῦ, προκηρυχθη-
789σομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
790Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.»
791Ἐκ τούτων ἐξάγεται, ὅτι περὶ μεταθέσεως τῆς Μονῆς καὶ
792αἴτησις τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου ἐγένετο, καὶ ἔγκρισις αὐ-
793τῆς ὑπὸ τοῦ τότε Μητροπολίτου Ἀθηνῶν ἐδόθη, καὶ ἀπό-
794φασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐξε-
795δόθη. Ἐγὼ δὲ, ὡς Ὑπουργὸς, κατὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ
796Διατάγματος τούτου ἤμην ἠναγκασμένος καὶ τὸν χῶρον νὰ
797ὁρίσω, ὡς ἔπραξα, ἐν συνοδείᾳ μετὰ τοῦ Ἡγουμενοσυμβου-
798λίου μεταβὰς εἰς Βάρην, καὶ διαγωνισμὸν πρὸς ἔγκρισιν τοῦ
799σχεδίου νὰ προκηρύξω, ὡς ἐπίσης ἔπραξα διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ.
80018480 προκηρύξεως, τῆς δημοσιευθείσης εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ.
801306 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 29 Σε-
802πτεμβρίου 1901.
803Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τῆς διακηρύξεως ταύτης, ἡ δημοπρασία
804ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργηθῇ τὴν 4 Νοεμβρίου 1901, ἡμέραν Κυρια-
805κὴν καὶ ὥραν 10 π. μ. Ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν ἐκείνην εὑρι-
806σκόμην ἐν Πάτραις, ἐγκαινιάζων τὴν Ἐμπορικὴν Σχολὴν
807Πατρῶν. Ἐξ Ἀθηνῶν ἀνεχώρησα τὴν μεσημβρίαν τοῦ Σαβ-
808βάτου τῆς 3 Νοεμβρίου, καὶ ἐπανῆλθον τὸ ἑσπέρας τῆς 5
809Νοεμβρίου, ὅτε, μεταβὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔμαθον τὰ τῆς
810δημοπρασίας.
811Πρὸ τῆς ἐξ Ἀθηνῶν ἀναχωρήσεώς μου, τὴν πρωΐαν τῆς 3
812Νοεμβρίου, ὥρισα ἐν φακέλῳ ἐσφραγισμένῳ τὸ μέγιστον τῆς
813ἐκπτώσεως εἰς 8%, κατὰ τὸ Β. Διάταγμα τῆς 16 Δεκεμ-
814βρίου 1894 περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 20 Μαρτίου 1884
815Β. Διατάγματος περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων (ἀναγι-
816νώσκει)
817«Ἡ δημοπρασία ἐνεργεῖται φανερὰ ἢ μυστικὴ δι’ ἐν-
818σφραγίστων προσφορῶν καὶ συμφώνως πρὸς τὰ περὶ δημο-
819πρασιῶν ἰσχύοντα κατὰ τὰ ἐν τῇ διακηρύξει ἑκάστοτε ὁρι-
820ζόμενα· φανερὰ μὲν δι’ ἔργα ἀξίας μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν
821τεσσαράκοντα χιλιάδων, μυστικὴ δὲ δι’ ἔργα ἀξίας ἄνω τοῦ
822ποσοῦ τούτου.
823»Κατὰ τὰς μυστικὰς δημοπρασίας δύναται ὁ Ὑπουργὸς
824νὰ ὁρίζῃ τὸ μέγιστον τῆς ἐκπτώσεως, ὅπερ κατατίθεται ἐν φα-
825κέλῳ ἐσφραγισμένῳ ἐπὶ τοῦ γραφείου κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς
826συνεδριάσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Πᾶσα δὲ προσφορά, ὑπερβαί-
827νουσα τὸ μέγιστον τοῦτο, ἀπορρίπτεται καὶ δὲν λαμβάνεται
828ὑπ’ ὄψιν.»
829Ταῦτα περιέχει κατὰ λέξιν τὸ ἄρθρον 6 τοῦ μνησθέντος
830Βασιλικοῦ Διατάγματος.
831Ἅμα ὡς ἐπανῆλθον εἰς Ἀθήνας, ἔμαθον τὰ τῶν προσ-
832φορῶν τῶν ἐργολάβων, ὧν ἄλλοι εἶχον μειοδοτήσει κατὰ
83322%, ἄλλοι 16% καὶ εἷς 8%. Ἡ σύμπτωσις αὕτη τῆς
834προσφορᾶς τοῦ ἐργολάβου ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 8%, ὅσον
835ἀκριβῶς εἶχον ὁρίσει τὸ μέγιστον τῆς ἐκπτώσεως, μοὶ ἐπρο-
836ξένησεν ἐντύπωσίν τινα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οὐδεὶς ἄλλος, πλὴν
837ἐμοῦ, ἐγίνωσκε τὸ μέγιστον τοῦτο ὅριον, τὸ ὁποῖον εἶχον
838σφραγίσει μόνος μου ἐντὸς φακέλου, παραδοθέντος ἁρμοδίως
839πρὸς τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας,
840πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, πρὸς ὃν εἶχον ἀπόλυτον πεποίθη-
841σιν, ἐνέκρινα τὴν δημοπρασίαν, ἀφοῦ μάλιστα εἶχον τὴν
842διαβεβαίωσιν τοῦ ἀρχιτέκτονος κ. Α. Μεταξᾶ, ὅτι τὸ ἔργον
843εἶχε προϋπολογισθῆ μετὰ μεγάλης στενοχωρίας εἰς 400 χι-
844λιάδας δρ., καὶ οὐχὶ εἰς 600,000, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας.
845Τὴν ἑπομένην, νομίζω 6 Νοεμβρίου, διέταξα τὸ Ἡγουμενο-
846συμβούλιον νὰ καλέσῃ τὸν ἐργολάβον, τὸν προσενεγκόντα
8478%, καὶ συντάξῃ μετ’ αὐτοῦ τὸ συμβόλαιον, συμφώνως
848πρὸς τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως, καὶ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς
849τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς ἔγκρισιν.
850Τὴν 7 Νοεμβρίου εἶδον τὸν τότε κύριον Πρόεδρον τῆς Κυ-
851βερνήσεως, πρὸς ὃν ἐξέθηκα τὰ λαβόντα χώραν εἰς τὴν δημο-
852πρασίαν, καὶ ὅστις μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, καίτοι τὸ
853Διάταγμα τοῦ 1891 ἐπιτρέπει τοῦτο, νὰ ὁρίζηται μέγιστον
854ὅριον ἐκπτώσεως, πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων καὶ σκαν-
855δάλων. Ἠσπάσθην τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ
856Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἀπεφάσισα νὰ ἐπαναλάβω τὴν
857δημοπρασίαν. Ἕνεκα δὲ τῶν γνωστῶν ἀναγκῶν τῆς ἑπο-
858μένης, 8 Νοεμβρίου, ἀπέστειλα τὸ ὑπ’ ἀριθ. 22653 τῆς
85910 Νοεμβρίου 1901 ἔγγραφον πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον
860τῆς Μονῆς. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς:
861«Πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Ἀσωμάτων–
862Πετράκη.
863»Μήπω κοινοποιηθείσης τῷ ἐργολάβῳ Τ. Μακαρόνα, ἀνα-
864δειχθέντι μειοδότῃ κατὰ τὴν μειοδοτικὴν δημοπρασίαν τῆς
8654 ἱσταμένου μηνὸς διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῆς ἐν Βάρῃ Μονῆς
866ὑμῶν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 22085 ἀπὸ 5 Νοεμβρίου 1901 ἐγκριτι-
867κῆς ἡμῶν διαταγῆς, ἀνακαλοῦμεν ταύτην, καὶ ἀπαγορεύο-
868μεν ὑμῖν, ὅπως ἀναθέσητε αὐτῷ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου,
869ἀποφασίσαντες νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν δημοπρασίαν.
870» Ὁ Ὑπουργὸς
871§85ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶχε συνταχθῆ κἂν συμβόλαιον.
872§86ΣΤΑΗΣ. Ἄλλως τὸ συμβόλαιον εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν ἔγ-
873κρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ· οὐδεμίαν ἑπομένως ἔχει σημασίαν,
874καὶ ἐὰν εἶχε συνταχθῆ τὸ συμβόλαιον.
875Ἐνῷ λοιπὸν ἐγὼ αὐτὸς ἠκύρωσα τὴν δημοπρασίαν, ἐγρά-
876φετο ψευδῶς εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ διάδοχός μου Ὑπουρ-
877γὸς ἠκύρωσεν αὐτήν.
878§87Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Παρ’ ὑμῶν ἠκυρώθη;
879§88Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν ἐνεκρίθη παρ’ ἐμοῦ.
880§89ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα. Δύνασθε νὰ προσέχητε,
881ἵνα μὴ μὲ διακόπτητε.
882Ἀνέγνωσα ἐπίσημον ἔγγραφον, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι
883ἠκύρωσα τὴν δημοπρασίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶχε συναφθῆ συμβό-
884λαιον μεταξὺ τοῦ ἐργολάβου καὶ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου,
885οὐ μόνον ἐλλείψει ἱκανοῦ πρὸς τοῦτο χρόνου, ἀλλὰ καὶ διότι
886ἅπαντα τὰ σχετικά, ἤτοι προϋπολογισμός, ὅροι συγγραφῆς
887καὶ ὑποχρεώσεως εὑρίσκοντο ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ γραφείῳ τοῦ
888Ὑπουργοῦ. Ἀδύνατον δὲ νὰ συνταχθῇ συμβόλαιον ἄνευ τῶν
889σχετικῶν τούτων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ παρέδωκα τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ
890Ὑπουργείου τὴν ἡμέραν τῆς παραιτήσεώς μου, τὴν 12ην
891Νοεμβρίου. Ἐπειδὴ ἐν τούτοις ὁ ἐργολάβος διεμαρτυρήθη
892πρὸς τὸν διάδοχόν μου Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἀνάκλησιν τῆς
893διαταγῆς πρὸς σύνταξιν τοῦ συμβολαίου, ὁ κύριος Ὑπουργὸς,
894κατὰ τὴν γνώμην μου, οὐχὶ ὀρθῶς ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, δι’ ἧς
895οὐ μόνον ἐθεώρησεν ὡς μὴ ἐγκαίρως διεξαχθεῖσαν τὴν δη-
896μοπρασίαν διὰ τυπικοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ ἠκύρωσε καθ’ ὁ-
897λοκληρίαν τὴν διαδικασίαν τῆς μειοδοτικῆς δημοπρασίας.
898Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀνασκευάσω τὰς ἀνακριβείας, ἐπὶ τῶν ὁποίων
899ἐστηρίχθη ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς 3 Δεκεμβρίου 1901 τοῦ κ.
900Ὑπουργοῦ, ὀφείλω ὅμως νὰ ψέξω τὴν ματαίωσιν κυβερνητι-
901κῆς πράξεως δι’ ὑπουργικῆς ἀποφάσεως, διότι ὁ κ. Ὑπουρ-
902γὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀνῄρεσε τὸ Β. Διάταγμα τῆς 17
903Νοεμβρίου 1899, δι’ οὗ διετάσσετο ἡ μετάθεσις τοῦ Μονα-
904στηρίου τῶν Ἀσωμάτων–Πετράκη ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Βάρην...
905§90Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἠκύρωσα τὴν δημοπρασίαν.
906§91ΣΤΑΗΣ. Ἡ δημοπρασία ἠκυρώθη παρ’ ἐμοῦ — ὡς ὁμο-
907λογεῖται καὶ ἐν τῇ ἀποφάσει ὑμῶν — διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν
90822653 ἀπὸ 10 Νοεμβρίου 1901 ἐγγράφου μου πρὸς τὸ Ἡ-
909γουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Πετράκη. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περι-
910πτώσει δὲν θὰ εἶχε νόημα ἡ ἀπόφασις ὑμῶν. Ἄλλως τε ῥη-
911τῶς ἀναφέρεται ἐν τῇ ἀποφάσει ὑμῶν, ὅτι, «ἐπειδὴ ἡ τελευ-
912ταία αὕτη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου αἴτησις — περὶ ἐπανα-
913λήψεως τῆς δημοπρασίας — δὲν πρέπει νὰ γένηται δεκτή,
914διότι ἡμεῖς κατ’ ἀρχὴν φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἀνέγερσις Μονα-
915στηρίου ἀξίας 400,000 δραχμῶν δὲν εἶναι συμφέρουσα κτλ.
916ἀκυροῦμεν καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν διαδικασίαν τῆς μειοδοτι-
917κῆς δημοπρασίας.» Ἀλλ’ ἐὰν εἴχετε τοιαύτην γνώμην, ἔ-
918πρεπε πρῶτον νὰ πείσητε τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ τὰς
919Ἐκκλησιαστικὰς ἀρχάς.
920§92Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεων
921τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας προεκάλεσα νὰ προ-
922βάλωσι τὰς γνώμας των, θὰ προκληθῇ τὸ νέον Διάταγμα.
923§93ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προκαλέσητε τὸ νέον Β. Διάταγ-
924μα, δὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ ἐκδώσητε τὴν ὑπουργικὴν ἀπό-
925φασιν τῆς 3 Δεκεμβρίου 1901, ἀλλ’ ὠφείλετε νὰ ἐπαναλά-
926βητε τὴν δημοπρασίαν πρὸς κατασκευὴν τοῦ κτιρίου τῆς
927Μονῆς.
928§94Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Μὲ τί κεφάλαια; Μὲ τὰς 100
929χιλιάδας, ἃς ἔχει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν;
930§95ΣΤΑΗΣ. Ἔχει πολὺ περισσοτέρας. Ἐκτὸς ὅμως τούτων
931δύναται πάραυτα ν’ ἀποκτήσῃ ἡ Μονὴ Πετράκη δι’ ἐκποιή-
932σεως οἰκοπέδων, ὡς ἀνέπτυξα πρὸ μικροῦ, ὅσα δήποτε θέ-
933λει κεφάλαια. Ἐματαιώσατε δὲ διὰ τῆς μὴ νομίμου ἐνερ-
934γείας ὑμῶν τὴν κατασκευὴν λίαν ὠφελίμου ἔργου.
935§96Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τί ἐπρόκειτο τέλος πάντων νὰ γείνῃ;
936§97ΣΤΑΗΣ. Ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ πρότυπος Μονὴ ἐν τῷ Κρά-
937τει, ἐν ᾗ καὶ ἐργαστήρια καὶ Σχολαὶ θὰ ἱδρύοντο διὰ τοὺς
938μοναχούς, καὶ ἀπομονωτήρια διὰ τοὺς τιμωρουμένους κλη-
939ρικοὺς ὑπὸ τῶν διαφόρων Ἐπισκοπικῶν Δικαστηρίων τοῦ
940Κράτους καὶ τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου· ἐδίδετο δὲ οὕτως ἡ
941πρώτη ὤθησις πρὸς ἐργασίαν εἰς δύο χιλιάδας μοναχοὺς
942τοῦ Κράτους, καὶ θὰ ἐλαμβάνετο μικρὸν κατὰ μικρὸν φρον-
943τὶς πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀθλίας καταστάσεως τῶν Μονῶν
944ἡμῶν, ἀφοῦ λόγοι ἐθνικῆς πολιτικῆς ἐπιβάλλουσι τὴν διατή-
945ρησιν αὐτῶν.
946Ἐξήτασα, Κύριοι, καὶ τὰ τρία θέματα, ἅτινα περιεῖχεν
947ἡ κατ’ ἐμοῦ κατηγορία τοῦ προλαλήσαντος· ἀπέδειξα δὲ
948δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων καὶ διὰ γεγονότων, ὅτι αἱ δύο ἀν-
949ταλλαγαί, αἱ παρ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ, ἐνεργηθεῖσαι, ἐγέ-
950νοντο οὐ μόνον νομίμως, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς
951Μονῆς Πετράκη. Ἀπέδειξα προσέτι, ὅτι τὰ παρὰ τοῦ προ-
952αγορεύσαντος περὶ διασπαθήσεως εἴκοσιν ἑκατομμυρίων καὶ
953διαρπαγῆς τῆς περιουσίας τῆς Μονῆς εἶναι ψευδῆ ἀνάξια πά-
954σης προσοχῆς, ὡς ἀνάξια μνείας εἶναι καὶ αἱ κατὰ τετιμη-
955μένων ἀνδρῶν συκοφαντίαι.
956§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν
957Μονῶν δὲν λέγετε τίποτε;
958§99ΣΤΑΗΣ. Ἀληθῶς δὲν ὡμίλησα περὶ τῶν προϋπολογισμῶν
959τῶν Μονῶν, καὶ τῶν δι’ αὐτῶν καταχρήσεων, περὶ ὧν ὡμί-
960λησεν ὁ προλαλήσας, διότι δυστυχῶς ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
961στικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ
9621896 δὲν εἶναι πλέον ὁ ἁρμόδιος πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν προ-
963ϋπολογισμῶν τῶν Μονῶν.
964Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, κατὰ παράδοξον σύμπτω-
965σιν, ἐλησμόνησεν, ὅτι κατ’ εἰσήγησιν αὐτοῦ ἐψηφίσθη ὁ νό-
966μος ͵ΒΤϞΘʹ τῆς 31 Μαρτίου 1896 «περὶ δημολογιστῶν»,
967διὰ τοῦ δεκάτου ἄρθρου τοῦ ὁποίου ἀνετέθη ἡ ἐξέλεγξις τῶν
968προϋπολογισμῶν τῶν Μονῶν εἰς τὸν δημολογιστὴν τῆς Νο-
969μαρχίας καὶ τοὺς βοηθοὺς αὐτοῦ, τοὺς ὁποίους διὰ τὴν πρόσ-
970θετον ταύτην ἐργασίαν ἀμείβουσιν αἱ Μοναί.
971§100Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
972§101Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος
973ἀφῆκε κενόν τι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν οἰκοπέδων τῆς Μο-
974νῆς Ἀσωμάτων, ἔρχομαι νὰ συμπληρώσω τοῦτο, ἵνα μὴ ὑπο-
975τεθῇ αὔριον, ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις παντοῦ εἰς τὰ κτή-
976ματα τῆς Μονῆς, καὶ ὅτι ἐπωλήθησαν ταῦτα πολὺ εὐθηνά.
977Γνωρίζετε ὅτι, ὅτε ἀπέθανεν ὁ Θεόδωρος Ἀρεταῖος, ἀφῆκε
978περιουσίαν 800,000 δραχμῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον πρὸς
979ἀνέγερσιν χειρουργικοῦ νοσοκομείου. Τὸ Πανεπιστήμιον ἐνε-
980πιστεύθη εἰς τὸν ἐπιζῶντα ἀδελφὸν τοῦ διαθέτου Γεώργιον
981νὰ ἀγοράσῃ οἰκόπεδον. Οὗτος ἀπετάθη εἰς διαφόρους πρὸς
982εὕρεσιν οἰκοπέδων κεντρικῶν, καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν κύριον
983Καραπάνον ἀπετάθη, ζητήσας νὰ ἀγοράσῃ οἰκόπεδόν του
984ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Πατησίων, ἀλλ’ ὁ κ. Καραπάνος ἠρνήθη νὰ
985πωλήσῃ, εἰπὼν, ὅτι τὸ οἰκόπεδον ἀνήκει εἰς τὴν σύζυγόν του.
986Κατέφυγεν εἶτα ὁ Γεώργιος Ἀρεταῖος εἰς τὴν Μονὴν τῶν
987Ἀσωμάτων, ἐξ ἧς ἠγόρασε 10,000 πήχεις ἀντὶ 58,000 δρ.
988Γνωρίζετε ποῦ εἶναι τὸ Ἀρεταίειον· ἐκεῖ πρότερον ὑπῆρχεν
989ἄμπελος· τὰ χρήματα κατεβλήθησαν, καὶ εἰσήχθησαν εἰς τὸ
990ταμεῖον τῆς Μονῆς.
991Ἐπίσης κατόπιν ἐκ τῆς δωρεᾶς τοῦ Αἰγινήτου ἠγοράσθη
992οἰκόπεδον ἀπὸ τὴν Μονὴν ἀντὶ 48,000 δραχμῶν, καὶ ἐκτί-
993σθη τὸ Ἀιγινήτειον Παθολογικὸν Νοσοκομεῖον.
994Ταῦτα λέγω, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο κατά-
995χρησις· αὐτὰ δὲ τὰ οἰκόπεδα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1870 ἐπω-
996λοῦντο πρὸς 2 δραχμὰς ὁ πῆχυς, δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ,
997ὅτι ἠγοράσθησαν καὶ σήμερον πρὸς 2 δραχμάς.
998Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τὸ σπουδαῖον, διὰ τὸ ὁποῖον κα-
999τηγορεῖται πρόσωπον ἀπόν, καὶ ὀφείλω νὰ ὑπερασπίσω αὐτό.
1000Ἐννοῶ τὸν κύριον Ἰωάννην Εὐταξίαν.
1001§102ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν κατηγορήθη.
1002§103Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἀνέφερα τὸ ὄνομα, ἀλλ’ οὐχὶ πρὸς κατη-
1003γορίαν.
1004§104Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Κατὰ τὸ 1875, τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Ρό-
1005κου Χοϊδᾶ, τοῦ Ἰωάννου Μεσσηνέζη καὶ τοῦ Θεοδώρου Νέ-
1006γρη συνέστη «Ἑταιρεία Σκοποβολῆς», ἧς ἐπίτιμος πρόε-
1007δρος ἦτο ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς. Ἡ Ἑταιρεία ἡ συσταθεῖσα
1008δὲν εἶχε μέρος, ἵνα ἱδρύσῃ κατάστημα σκοποβολῆς. Ἡ Μονὴ
1009Πετράκη, εὐγενῶς φερομένη, παρεχώρησεν οὐχὶ 48 στρέμ-
1010ματα, ἀλλὰ μόνον 30, διότι τὰ περιπλέον 18 περιλαμβάνει
1011ἡ κοίτη τοῦ Ἰλισσοῦ ποταμοῦ. Τὰ οἰκόπεδα ταῦτα ἡ Ἑται-
1012ρεία ὑπεθήκευσε πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Μετὰ παρέ-
1013λευσιν 20 ἐτῶν ἡ Ἑταιρεία διελύθη, ἡ δὲ Τράπεζα, μείνασα
1014κυρία τῶν κτημάτων, τὰ ἐξεπλειστηρίασεν, ἀλλ’ οὐδεὶς πα-
1015ρουσιάσθη ἀγοραστής, καίτοι ἐπωλοῦντο εὐθηνά, διότι ἐκεῖ
1016πλησίον κάμνει τὰ γυμνάσιά του τὸ πυροβολικόν. Ἡμέραν
1017τινὰ ἐζητήθησαν τὰ οἰκόπεδα παρὰ τῆς Τραπέζης, αὕτη δὲ
1018τὰ ἐξέθηκεν εἰς δημοπρασίαν, καὶ προσῆλθεν ὁ κ. Ἰωάννης
1019Εὐταξίας, ὁ νῦν ὑποδιοικητὴς τῆς Τραπέζης, ὅστις τότε δὲν
1020ἦτο ὑποδιοικητής...
1021§105ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸν προσέβαλε κανείς.
1022§106Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τὸν προσέβαλε, διότι ὑπὸ πολλῶν ἐθεω-
1023ρήθη, ὅτι ὡς ὑποδιοικητὴς τῆς Τραπέζης ἀγοράζει κτήματα,
1024ἐνῷ αὐτὸς δὲν ἦτο τότε ὑποδιοικητής.
1025§107Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ
1026μάθω, ἂν τὰ ἠγόρασεν ὁ βουλευτὴς Εὐταξίας.
1027§108Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τὰ ἠγόρασεν ὁ Ἰωάννης Εὐταξίας, καὶ
1028τὰ ἐμοίρασεν εἰς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι παρετήρησαν, ὅτι τοῖς εἶναι
1029ἄχρηστα, διότι ἐκεῖ εἶναι τὸ πυροβολικόν, καὶ δὲν δύνανται
1030ταῦτα νὰ χρησιμοποιηθῶσι, διότι ἐντὸς αὐτῶν γυμνάζεται
1031τὸ πυροβολικόν. Ὁ Εὐταξίας τὰ ἠγόρασε κατὰ τὸ 1895,
1032ὑποδιοικητὴς δὲ τῆς Τραπέζης ἐγένετο κατὰ τὸ 1899.
1033§109Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
1034§110ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὴν ἑσπέραν ταύτην ἤκουσα διὰ
1035πρώτην φορὰν γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἠγνόουν, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα
1036οὔτε ἀσχολοῦμαι, οὔτε θ’ ἀσχοληθῶ. Ἀλλὰ, κατ’ ἐμέ, ἐξ
1037ὅσων ἤκουσα, συνάγεται πόρισμα, τὸ ὁποῖον νομίζω ἄξιον
1038νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἴσως καὶ
1039τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων ὡμο-
1040λόγησεν, ὅτι, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐνέκρινε
1041προϋπολογισμὸν δαπάνης διὰ τὴν νέαν κατασκευασθησομέ-
1042νην Μονὴν ἐν Βάρῃ 400,000 δραχμῶν. Ὁ αὐτὸς δὲ ὡμο-
1043λόγησεν, ἢ ἐκ τῶν συζητήσεων προέκυψεν, ὅτι ἡ Μονὴ δὲν
1044εἶχεν αὐτὰ τὰ χρήματα καὶ ἐρωτῶ, εἶχε συνείδησιν τῶν
1045συνεπειῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἐπέφερεν ἡ ἔγκρισις αὐτοῦ διὰ τὸ
1046οἰκονομικὸν μέλλον τῆς Μονῆς, ὁ τότε Ὑπουργός; Διότι βε-
1047βαίως, ἐὰν θέλῃ τις νὰ σκεφθῇ ὀλίγον ἐπὶ τῆς ἐγκρίσεως
1048ταύτης, θὰ ἴδῃ, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο τὸ πρῶτον βῆμα τῆς πε-
1049ραιτέρω καταστροφῆς τῶν οἰκονομικῶν τῆς Μονῆς, ἥτις ἀρ-
1050κετὰς περιπετείας ὑπέστη.
1051Ἡ Μονή, ὡς μᾶς ἐξέθηκαν, ἔχει 14 μοναχούς, 4 ἢ 5 δο-
1052κίμους 10 ἢ 11 ὑπηρέτας, ἤτοι ἐν ὅλῳ κατοικοῦσιν ἐν αὐτῇ
1053περίπου 30 ἄνθρωποι· διὰ νὰ ἐνοικιασθῶσι δὲ οἱ ἄνθρωποι αὐ-
1054τοί, ἐγκρίνεται δαπάνη 400,000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ γείνῃ
1055καὶ ἡ ἄλλη σκέψις, ὅτι ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 400,000 δραχ-
1056μῶν, εἶναι ἐκ τῆς πείρας βεβαιωμένον, ὅτι θὰ ἔχωμεν καὶ
1057μίαν ὑπέρβασιν τοὐλάχιστον 25%, ὥστε θὰ φθάσῃ ἡ δα-
1058πάνη βεβαίως τὰς 500,000 δραχμάς. Καὶ ἐρωτῶ: πῶς μὲ
1059ἐλαφρὰν συνείδησιν ἐνέκρινε τοῦτο χάριν τῆς οἰκήσεως 30
1060ἀνθρώπων, ὅταν ἠξεύρωμεν μάλιστα, ὅτι ἡ Μονὴ δὲν εἶχε
1061χρήματα διαθέσιμα, ἵνα πληρώσῃ; Καὶ τί ἤθελε συμβῆ;
1062Ὁ ἐργολάβος ἤθελε προβῆ εἰς τὰ ἔργα τῆς οἰκοδομῆς, καὶ
1063ἀναλόγως ἐδικαιοῦτο νὰ πληρώνηται. Ἡ Μονὴ, μὴ ἔχουσα
1064χρήματα, ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ πωλῇ μικρὸν κατὰ μικρὸν,
1065εἴτε ἐπὶ πλειστηριασμῷ, εἴτε ἐξωδίκως, οἰκόπεδα, ἢ ἄλλα
1066κτήματα, τὰ ὁποῖα οἱ δωρηταὶ ἔδωκαν πρὸς ἐκτέλεσιν ἱερῶν
1067σκοπῶν. Καὶ οὕτως ἤθελεν ἀποξενωθῆ ὅλων τῶν κτημάτων,
1068ἴσως δὲ καὶ εἰσοδημάτων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἔχει. Αὐτὰ δὲ
1069τὰ γενόμενα μέχρι τοῦδε ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσουν — καὶ
1070ἰδίως ἀναφέρω τὸ κτίριον, ὅπερ ὀφείλομεν εἰς τὴν ἱκανότητα
1071καὶ τὸν ζῆλον τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Γερμανοῦ, καὶ
1072τὸ ὁποῖον ᾠκοδομήθη διὰ κληροδοτήματος ὁμογενοῦς, καὶ
1073ἐστοίχισε 350,000 δραχμάς.
1074Σήμερον, κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον, λαλοῦν ᾗ κουκουβάγιαις
1075μέσα, καὶ ἀναγκάζεται ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανήσῃ πρὸς συν-
1076τήρησίν του.
1077Ἐρωτῶ λοιπόν: δὲν εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνη-
1078σις, ὅτι κατὰ αὐτὸν τὸν τρόπον βαίνομεν κατὰ κρημνῶν;
1079Ἂν ἦτο ἀνάγκη νὰ μεταφερθῇ ἡ Μονὴ ἀπὸ μιᾶς θέσεως εἰς
1080ἄλλην, ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἄλλη σκέψις. Ἀφίνω δὲ τὸ ζήτημα,
1081ἂν ἡ Βάρη εἶναι πρόσφορος θέσις, διότι ἡ Μονὴ μεταφέρε-
1082ται, ἵνα οἱ μοναχοὶ ὦσι μακρὰν τοῦ κόσμου· ἀλλ’ ἡ Βάρη δὲν
1083εἶναι μακρὰν τῶν κοσμικῶν· ἀρκεῖ νὰ γνωρίζητε, ὅτι κατὰ
1084τὸ θέρος ἑκατοντάδες κυνηγῶν μεταβαίνουσιν ἐκεῖ πρὸς θή-
1085ραν, πλησίον δ’ ἐκεῖ εἶναι καὶ τὰ λουτρὰ τῆς Βουλιαγμένης,
1086ὅπου παραθερίζουσι πολλαὶ οἰκογένειαι χάριν τῶν ἰαματικῶν
1087ὑδάτων. Ὥστε ἡ θέσις τῆς Βάρης ἥκιστα ἦτο πρόσφορος πρὸς
1088περισυλλογὴν τῶν μοναχῶν. Τὸ οὐσιωδέστερον ὅμως εἶναι,
1089ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα, διότι αὐτὴ ἡ μεγαλομανία νὰ
1090κτίζωμεν κτίρια 500,000 δραχμῶν διὰ νὰ κατοικήσωσι 30
1091μοναχοὶ, αὐτὴ θὰ δώσῃ ἀφορμὴν πρὸς ὄλεθρον τῶν Μονῶν,
1092τῶν ὁποίων τὰ εἰσοδήματα, καλῶς διαχειριζόμενα, δύνανται
1093νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν σκοπῶν τῆς Ἐκ-
1094κλησίας, ἥτις δεῖται προνοίας.
1095§111Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
1096κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὀλίγας λέξεις θὰ
1097εἴπω.
1098Ἦτο περιττὸν νὰ καταφύγῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτήσας εἰς
1099τὴν ἱστορίαν τῆς Μονῆς Ἀσωμάτων–Πετράκη, ἵνα ἀποδείξῃ
1100ὅτι ἡ Μονὴ ἦτο κάτοχος μεγάλης περιουσίας. Τὸ ζήτημα,
1101τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν αὐτὸν, ἦτο τὸ ζήτημα περὶ ἐκποιή-
1102σεως τῶν κτημάτων αὐτῆς, ἔπρεπε δὲ νὰ περιορισθῇ μόνον
1103εἰς τὸ ἂν συνέβη τις ἀταξία, καὶ τίνες οἱ κρατοῦντες ὁρισμοὶ
1104περὶ ἐκποιήσεως Μοναστηριακῶν κτημάτων.
1105Κύριοι, κατά τε τὸ Κανονικὸν Δίκαιον καὶ κατὰ τὸ Ἀστι-
1106κὸν, ὑπάρχει γενικὸς κανὼν, ὅτι ἡ περιουσία τῶν Μονῶν εἶ-
1107ναι ἀναπαλλοτρίωτος. Τὸ δόγμα τοῦτο στηρίζεται ἐπὶ τῆς
1108ἀρχῆς τῶν Ἀποστολικῶν Κανόνων, ὅτι τὰ ἐκκλησιαστικὰ
1109κτήματά εἰσι καθιερωμένα τῷ Θεῷ, ὅτι εἰσὶ κτήματα ἱερά.
1110Ἀλλὰ τὸ δόγμα τοῦτο δὲν εἶναι ἀπόλυτον, διότι ἄλλως δὲν
1111θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαχείρισις περιουσίας τῶν Μο-
1112νῶν ὡς νομικῶν προσώπων. Ὑπάρχουσι δηλαδὴ περιπτώ-
1113σεις, καθ’ ἃς καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία δύναται νὰ ἐκ-
1114ποιηθῇ. Παραδείγματος χάριν, ὅταν πρόκηται νὰ οἰκοδο-
1115μηθῇ ναὸς, ὅταν πρόκηται ν’ ἀπολυτρωθῶσιν αἰχμάλωτοι.
1116Ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς ἐκποιήσεως — πρέπει νὰ ἐξηγηθῶμεν
1117— περιλαμβάνεται πᾶσα ἀπαλλοτρίωσις. Τοῦτο δὲ κατὰ
1118τοὺς νόμους σαφῶς ἐξηγεῖται, διότι καὶ ἡ δωρεὰ καὶ ἡ πρᾶ-
1119σις καὶ ἡ ἄμειψις ἢ ἀνταλλαγὴ εἶναι εἶδος ἐκποιήσεως.
1120Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται ἐπὶ τοῦ προκειμένου,
1121εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅταν ἀναφέρωνται εἰς τὸν νόμον εἰδικαὶ περι-
1122πτώσεις περὶ ἐκποιήσεως, πρέπει νὰ περιοριζώμεθα μόνον
1123εἰς αὐτὰς στενῶς κατὰ τὸ Κανονικὸν Δίκαιον; ἢ ὅταν ἀνα-
1124φέρωνται περιπτώσεις ἁπλῶς ἐνδεικτικαί; Ὑπάρχουσιν οἱ
1125φρονοῦντες, ὅτι δέον νὰ δοθῇ εὐρυτέρα ἐπὶ τῶν περιπτώσεων
1126τούτων ἑρμηνεία καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ εὔλογος
1127αἰτία ἐν γένει, ἐπιτρέπεται ἡ ἐκποίησις. Ἂν π. χ. ἔχῃ ἀνάγ-
1128κην τὸ Δημόσιον, ἂν παρίσταται ἀνάγκη συνδρομῆς ἄλλου
1129εὐαγοῦς οἴκου, ἐπιτρέπεται οὐ μόνον ἐκποίησις καὶ ἀνταλ-
1130λαγὴ καὶ πρᾶσις, ἀλλὰ καὶ δωρεά. Ἡ θεωρία αὕτη περὶ
1131ἐκποιήσεως ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας δικαιολογεῖται καὶ
1132ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς διοικήσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς περι-
1133ουσίας. Ἄλλοτε, ὅτε αἱ Μοναὶ διετέλουν ὑπὸ τὴν διοίκησιν
1134τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ Ἡγούμενος ἠδύνατο νὰ ἐκποιῇ τὴν ἐκ-
1135κλησιαστικὴν περιουσίαν γνώμῃ τῶν καλλιόνων, δηλαδὴ τῶν
1136γεροντοτέρων τῆς Μονῆς, ἀλλὰ πάντοτε τῇ ἐγκρίσει τῆς
1137Ἐπισκοπῆς, ἥτις ἀπετέλει νομικὸν πρόσωπον. Διὰ τοῦτο
1138παρατηροῦμεν ἐν ταῖς Πηγαῖς, ὅτι, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀνα-
1139λάβῃ τὴν διοίκησιν τῆς ἐκκλησίας, ἐν γένει τῆς ἐνορίας, ὁ
1140Ἐπίσκοπος, ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς ἀπογραφὴν τῆς ἐκκλησια-
1141στικῆς περιουσίας, νὰ διακρίνῃ τὰ λεγόμενα Κυριακὰ, δηλ.
1142τὴν ἐκκλησιαστικὴν περιουσίαν ἀπὸ τὴν ἀτομικὴν, ἵνα μὴ
1143ἐπέρχηται σύγχυσις. Τὸ νεώτερον ὅμως δίκαιον ἀφήρεσε καθ’
1144ὁλοκληρίαν ἀπὸ τοῦ Ἐπισκόπου τὸ δικαίωμα διαχειρίσεως...
1145§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τί ἐννοεῖτε «νεώτερον δίκαιον»;
1146§113Α. ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Τὸ νεώτερον διοικητικὸν δίκαιον τῆς
1147Ἑλλάδος.
1148§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ νεώτερον δίκαι-
1149ον; Ποία ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν
1150ἰσχύουσιν οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας;
1151§115Α. ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ Συν-
1152τάγματος δύνανται νὰ ἐγερθῶσι πολλὰ ζητήματα· δηλαδὴ
1153τὸ τῶν κανόνων καὶ παραδόσεων κράτος ἐπεκτείνεται πέραν
1154τῶν δογματικῶν.
1155§116Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.
1156§117Α. ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ἤδη πρόκειται νὰ ἐξετά-
1157σωμεν εἰδικῶς τὸ θέμα περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας
1158τῶν Μονῶν. Κατὰ τὸ Βυζαντινὸν Δίκαιον καὶ τοὺς Κανόνας
1159τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἀπαγορεύεται ἀπολύτως ἡ ἐκποίησις
1160τῆς περιουσίας ταύτης. Καὶ κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1858
1161ἐπιτρέπεται ἡ ἐκποίησις, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀνάγκης, ὅταν
1162ὑπάρχῃ εὔλογος αἰτία, ἀλλὰ καὶ τότε πρέπει νὰ στηρίζη-
1163ται ἡ ἐκποίησις εἰς τοὺς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ
1164Ἀστικοῦ Δικαίου. Ἐκποιήσεις τοιαύτας βλέπομεν καθ’ ἑκά-
1165στην, ὅταν πρόκηται παραδείγματος χάριν νὰ πληρωθῶσι
1166χρέη τῶν Μονῶν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει
1167σήμερον ἡμᾶς, εἶναι, ἂν ἐγένοντο παρόμοιαι ἐκποιήσεις, ἂν
1168ὑπάρχουσι πράξεις, οἷον ἀνταλλαγαί, αἱ ὁποῖαι ἔβλαψαν τὴν
1169Μονὴν Πετράκη ἢ τῆς Πεντέλης. Αὐτὰ ἔπρεπε νὰ ὑποδει-
1170χθῶσιν, ἵνα ἡ συζήτησις ἐνέχῃ πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα ὡς
1171πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐπι-
1172τρέψατέ μοι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου.
1173Βεβαίως ἀνταλλαγὴ καὶ ἄμειψις μοναστηριακῶν κτημά-
1174των, κατὰ γενικὸν κανόνα, ἀναγραφόμενον ἐν τῇ Νεαρᾷ 122,
1175ἥτις ἀποτελεῖ τὴν ἰσχύουσαν παρ’ ἡμῖν μοναστηριακὴν νο-
1176μοθεσίαν, ἀπαγορεύεται. Ὅταν μάλιστα ἡ ἀνταλλαγὴ ἦναι
1177ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ τῆς Μονῆς συμφέροντα, ὅταν δὲν ἦναι ἴσης
1178ἀξίας τὸ κτῆμα, τὸ ὁποῖον δίδεται, πρὸς τὴν τοῦ λαμβανο-
1179μένου, ὑπάρχει ἀναντιρρήτως περίπτωσις προσβολῆς τῆς
1180ἀνταλλαγῆς, εἶναι ἄκυρος ἡ ἀνταλλαγὴ κατὰ τοὺς νόμους.
1181Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ πρᾶξις, ἡ ὁποία ἔβλαψε τὰ συμφέροντα
1182τῆς Μονῆς Πετράκη ἢ τῆς Πεντέλης, βεβαίως δύναται νὰ
1183προσβληθῇ, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ
1184τοῦ Ὑπουργοῦ ὡς ἐπιβλέποντος, δηλαδὴ δύναται νὰ δια-
1185βιβάσῃ διὰ τοῦ νομάρχου εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Μονῆς τὴν
1186γνώμην αὐτοῦ περὶ τῆς προσβολῆς τῆς πράξεως τῆς ἀνταλ-
1187λαγῆς. Διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ διαχείρισις τῆς περι-
1188ουσίας ἀνήκει εἰς τὴν Μονήν. Αὐτὴ θὰ προσβάλῃ τὴν πρᾶξιν
1189τὴν ἄκυρον. Ἐννοεῖται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐπι-
1190βάλῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην διοικητικῶς. Περὶ αὐτῶν τῶν
1191πραγμάτων βεβαίως ἐφρόντισε τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ὀφείλω
1192νὰ εἴπω, ὅτι ἀμέσως, ὅτε ἔλαβον γνῶσιν ἐγώ, καὶ διεδί-
1193δετο, ὅτι ἐγένοντο ἀνταλλαγαὶ ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰς Μονὰς,
1194ἐζήτησα ἐπανειλημμένως διὰ τοῦ νομάρχου νὰ ὑποβληθῇ
1195πίναξ ὅλων τῶν ἀνταλλαγῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ 40 ἐτῶν καὶ
1196ἐντεῦθεν ἐγένοντο, διότι τεσσαρακονταετὴς εἶναι ἡ παρα-
1197γραφὴ τῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων. Τοῦτο ἐγένετο, καὶ
1198ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ταύτῃ, ἢ τῇ εἰδήσει ταύτῃ, ἴσως ὁ ἀξιότιμος
1199συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ ἀνα-
1200τάμῃ ὁλόκληρον τὴν διαχείρισιν τῶν Μονῶν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ
1201περιορισθῇ εἰς ὡρισμένας πράξεις. Λοιπὸν ἐλήφθησαν αἱ πλη-
1202ροφορίαι, καὶ ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τούτων βεβαίως θέλω
1203ἐπιστήσει τὴν προσοχήν μου, καὶ ἐὰν εὕρω ἐπιβλαβεῖς πρά-
1204ξεις, θέλω φροντίσει νὰ ἐπιβάλω τὴν προσβολὴν αὐτῶν.
1205Ἀλλ’ ἐνῷ οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα ὑπὸ νομικὴν ἔπο-
1206ψιν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε
1207νὰ ῥίψῃ καὶ ἓν Πάρθιον βέλος ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς μὴ ἐκ-
1208τελέσεως τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον πραγματικῶς ὑπάρ-
1209χει, καὶ δι’ οὗ διετάσσετο ἡ οἰκοδομὴ Μονῆς ἀξίας 400 χι-
1210λιάδων δραχμῶν. Ἦτο καὶ εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ
1211γείνῃ ἡ μετάθεσις τῆς Μονῆς Πετράκη, διότι περιεστοιχίσθη
1212ἐκ τῶν οἰκιῶν, καὶ δὲν εἶναι πλέον εὐχῆς οἶκος, ἐν τῷ ὁποίῳ
1213δύνανται ἐν ἐγκαρτερήσει νὰ διαβιώσωσιν οἱ μοναχοὶ πρὸς
1214σωτηρίαν τῆς ψυχῆς αὐτῶν, καὶ εἶναι ἀνάγκη πραγματικῶς
1215νὰ εὑρεθῇ τόπος, ἐν τῷ ὁποίῳ ν’ ἀποσυρθῶσι καὶ νὰ ἡσυχά-
1216ζωσι. Τὸ Διάταγμα ὁρίζει τὴν θέσιν Βάρη. Ἀλλ’ ἐγώ, ὅτε
1217ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, εὗρον κατάστα-
1218σιν, ἡ ὁποία μοὶ ἐπέβαλλε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ σπεύσω εἰς
1219τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Διατάγματος. Δὲν παρεβίασα τὸ Διάταγ-
1220μα, διότι τὸ Διάταγμα τοῦτο ἀνάγεται εἰς σχέσιν περιουσίας,
1221καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἔχει καθῆκον βεβαίως νὰ ἐξετάσῃ, ἔχει
1222ἀνάγκην νὰ ἐξετάσῃ, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ Διά-
1223ταγμα. Ὅτε λοιπὸν ἀπετάθην εἰς τὸν Ἡγούμενον, καὶ τὸν
1224ἠρώτησα, ἂν ὑπάρχει τὸ ποσὸν τῶν 400 χιλιάδων δραχμῶν
1225ἕτοιμον πρὸς ἀνέγερσιν τῆς Μονῆς, εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν Τράπε-
1226ζαν ἔχουσι κατατεθῆ ἐξ ἐκποιήσεως, ἐκ τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς
1227ἐκείνης γενομένων ἀγοραπωλησιῶν, 100 ἕως 110 περίπου
1228χιλιάδες. Ὅτε δὲ τὸν ἠρώτησα: «ποῦ θὰ εὕρητε τὰς ἑτέρας
1229300,000; — ἴσως καὶ περισσοτέρας, διότι μία ἐργολαβία δύ-
1230ναται νὰ παρουσιάσῃ καὶ τὴν ἀνάγκην μεγαλειτέρας δαπά-
1231νης, — εἶπεν, ὅτι βεβαίως ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἐκ τῆς περιουσίας
1232τῆς Μονῆς. Τότε λοιπὸν ἐγὼ ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ παρα-
1233κολουθήσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυθήρων Βουλευτήν, τὸν πρώην
1234Ὑπουργόν, εἰς τὰς πράξεις του. Δὲν ἀνέτρεψα τὰς πράξεις
1235αὐτοῦ, ἀλλὰ προέβην ἔτι περαιτέρω· δηλαδή, ἐνῷ δὲν εἶχον
1236ἐγκρίνει τὴν πρᾶξιν τῆς δημοπρασίας, — διότι δὲν εἶχε κἄν
1237τὸ συμβόλαιον συνταχθῆ, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ ὑποβληθῇ εἰς
1238τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἡ σύμβασις τελεία, —
1239ἐνῷ λοιπὸν ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς ἔτι ἡ σύμβασις, ἐθεώρησα κα-
1240θῆκόν μου, οὐχὶ νὰ ἀναβάλω ἁπλῶς τὴν δημοπρασίαν, ὅτε
1241θὰ ἤμην ὑπόχρεως νὰ ἐπαναλάβω αὐτήν, ἀλλ’ ἐκήρυξα ἁπλῶς
1242ἄκυρον τὴν δημοπρασίαν, διότι ὑπῆρχε σπουδαῖος λόγος ἀκυ-
1243ρότητος τῆς δημοπρασίας· ὑπῆρχε λόγος ἀκυρότητος, διότι
1244οὐχὶ βεβαίως ἐκ τῆς ἀμελείας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων
1245Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀμελείας τῆς ὑπηρεσίας, ἐξ ἀβλε-
1246ψίας τῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶχον συνταχθῆ ἐγκύρως τὰ πρα-
1247κτικά. Ὅταν δὲν ἀναφέρηται τόπος καὶ χρόνος ἐν τοῖς πρα-
1248κτικοῖς, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ καταγεγραμ-
1249μένον τὸ πρακτικὸν τῆς δημοπρασίας, ἐννοεῖται ὅτι λείπει
1250ὁ ἔλεγχος, ἡ βεβαία χρονολογία, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐγ-
1251κρίνω δημοπρασίαν οὕτως ἐνεργηθεῖσαν, ἡ ὁποία ἦτο τόσον
1252σοβαρὰ κατὰ τὸ ποσὸν, 400 χιλιάδων, πρὸς οἰκοδομὴν Μο-
1253νῆς. Ἐφρόντισα ὅμως, ἀκολουθῶν τὴν ἀτομικήν μου πεποίθη-
1254σιν, νὰ ἀπευθύνω ἔγγραφον πρὸς τὰς ἐκκλησιαστικὰς ἀρχὰς,
1255ἵνα μεταβάλωσι γνώμην, διότι, διὰ νὰ προκληθῇ Β. Διά-
1256ταγμα ἀνατρέπον τὸ Β. Διάταγμα τὸ πρῶτον, ἔπρεπε νὰ
1257λάβω τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, τὴν γνώμην τοῦ
1258Ἡγουμενοσυμβουλίου, τοῦ Ἐπισκόπου, τῆς Ἐπισκοπικῆς ἀρ-
1259χῆς. Ὅταν ληφθῶσιν αὐταὶ αἱ ἀποφάσεις, — καὶ ὑποθέτω, ὅτι
1260δὲν θὰ ἐμμένῃ πλέον ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ εἰς τὴν μετά-
1261θεσιν τῆς Μονῆς εἰς Βάρην, — τότε θέλει προκληθῇ ἕτερον
1262Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ γείνῃ ἡ μετάθεσις εἰς ἄλλο
1263καταλληλότερον μέρος. Ἐγὼ δ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὑπάρ-
1264χουσι Μετόχια ἀλλαχοῦ, καὶ διὰ δαπάνης 20–30 χιλιάδων
1265δύνανται ἄριστα νὰ ἐγκατασταθῶσιν οἱ μοναχοὶ ἐκεῖ, καὶ
1266νὰ ἐκτελῶσι τὸν προορισμὸν αὑτῶν.
1267Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω. Ὑποθέτω, ὅτι αἱ πρά-
1268ξεις τὰς ὁποίας ἐνήργησα, εἶναι ἐν πλήρει τάξει.
1269§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ παρακαλοῦμεν, κύριε Ὑ-
1270πουργὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ ζητήσητε τοὺς ἀπολογι-
1271σμοὺς τῶν Μονῶν Πεντέλης καὶ Πετράκη τῶν ἐτῶν 1900 καὶ
12721901, καὶ καταθέσητε αὐτοὺς εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἀνηγ-
1273γέλθη τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐτελέσθησαν
1274πράξεις, αἱ ὁποῖαι τιμωροῦνται ἀπὸ τὸν Ποινικὸν Νόμον.
1275Ἑπομένως πρέπει νὰ λάβωμεν γνῶσιν.
1276§119Α. ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Εἶναι νέα ἐπερώτησις. Παρακαλῶ
1277νὰ ὑποβάλητε αὐτὴν ἐγγράφως.
1278§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ 1900
1279καὶ 1901.
1280§121Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κατα-
1281θέσητε σημείωμα, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐλλιπῆ προσάγω
1282ἔγγραφα· διότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς ἐξέ-
1283φρασε παράπονον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐλλιπῆ ἔφερα τὸν φάκε-
1284λον, ἐνῷ προσεπάθησα ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερον νὰ εὐ-
1285χαριστήσω αὐτὸν, καὶ μετανοῶ διὰ τοῦτο, διότι περιεπλάκην
1286περισσότερον, ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν ἐγγράφων.
1287§122Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγὼ δὲν περιεπλάκην ποσῶς.
1288§123Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ πρῶτον, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ προσέ-
1289ξωμεν εἰς γνώμην τινὰ, ἣν περὶ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως
1290αὑτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐξήνεγκε, περὶ
1291τῆς ἐννοίας δῆθεν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος καὶ περὶ
1292τῆς ἐν γένει νεωτέρας σχετικῆς νομοθεσίας παρ’ ἡμῖν...
1293§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, διότι εἶναι σπουδαιό-
1294τατον.
1295§125ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ θέμα τοῦτο ἔχει ὑψίστην σημασίαν, ἀπο-
1296ρῶ δὲ, πῶς ὁ λίαν περὶ τοὺς νόμους ἐντριβὴς κ. Ὑπουργὸς
1297τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μετὰ τοσαύτης εὐκολίας παρεῖδε τὰ
1298κατὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος ῥη-
1299τῶς λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς
1300»Ἑλλάδος, κεφαλὴν γνωρίζουσα τὸν Κύριον Ἡμῶν Ἰησοῦν
1301»Χριστὸν, ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ
1302»τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καὶ πάσης ἄλλης ὁμο-
1303»δόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως,
1304»ὡς ἐκεῖναι, τούς τε ἱεροὺς Ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς
1305»Κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς Παραδόσεις, κλπ.»
1306Ἐγείρεται λοιπὸν τὸ ζήτημα, τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συν-
1307τάγματος ἀφορᾷ τὸ δόγμα μόνον; ἢ καὶ ὅλα τὰ ζητήματα,
1308τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν σφαῖραν τῆς Ἐκκλησίας;
1309Κατὰ πρῶτον ὑπάρχει κανὼν γνωστότατος ἑρμηνευτικὸς
1310τῶν νόμων, καθ’ ὃν, ὅπου δὲν διακρίνει ὁ νόμος, δὲν δύναται
1311νὰ διακρίνῃ καὶ ὁ ἐφαρμόζων αὐτόν. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ἐὰν
1312ἀνατρέξητε εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1864
1313ἔτους, οὐδαμοῦ θέλετε εὕρει ἐν ταῖς τότε συζητήσεσιν, ὅτι
1314ἐγένετο λόγος περὶ τῆς διακρίσεως, ἣν προβάλλει ὁ κύριος
1315Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο· ἀλλ’
1316ἐὰν μελετήσητε καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ πολι-
1317τεύματος τοῦ 1864 ἔτους, τοῦ ἀειμνήστου νομοδιδασκάλου
1318Νικολάου Σαριπόλου, θέλετε ἴδει, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη διά-
1319κρισις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος
1320γίνεται.
1321Ἐκτὸς ὅμως τῶν λόγων τούτων τῶν νομικῶν, τῶν ἀπορ-
1322ρεόντων ἔκ τε τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τῶν
1323λαβόντων χώραν κατά τε τὴν σύνταξιν καὶ τὴν συζήτησιν
1324αὐτοῦ, ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, ὑψίστου ἐνδιαφέροντος ἐθνι-
1325κοῦ, ὃν ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεῖδε.
1326Ἐὰν, κύριε Ὑπουργέ, ἡ γνώμη ὑμῶν ἦναι ἀκριβὴς, δὲν
1327μοὶ λέγετε, παρακαλῶ, τίνα τίτλον ἔχετε πλέον ἐπὶ τῶν
1328ἐν Ρουμανίᾳ Ἑλληνικῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων; Βε-
1329βαίως ἀπωλέσατε τὸν τίτλον τῆς Ἐκκλησίας ἐπ’ αὐτῶν ἀπὸ
1330τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν δογματίζετε, ὅτι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συν-
1331τάγματος, ὁμιλοῦν περὶ τῶν ἱερῶν Ἀποστολικῶν καὶ Συν-
1332οδικῶν Κανόνων, καὶ τῶν ἱερῶν Παραδόσεων, ἐννοεῖ μόνον
1333τὸ δόγμα. Ἀπωλέσατε ὅλα τὰ δικαιώματα, ἅτινα ἡ Ὀρθό-
1334δοξος Ἀνατολικὴ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ἀξιοῖ ἐπὶ τῶν ἐν
1335Ρουμανίᾳ Ἑλληνικῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων. Διατί;
1336Διότι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἔκτοτε, ἀφ’ ἧς δηλαδὴ τὰ Μοναστη-
1337ριακὰ ἐκεῖνα κτήματα κατεπατήθησαν παρὰ τοῦ Ρουμανι-
1338κοῦ Κράτους, ἠξίωσεν, ὅτι κέκτηται ἀναμφισβήτητα δικαιώ-
1339ματα ἐπὶ τῶν Μοναστηριακῶν ἐκείνων κτημάτων ὑπὲρ τοῦ
1340Παναγίου Τάφου, οὗτινος καὶ αὐτὴ εἶναι προστάτις, τίτλος
1341τῆς Ἑλλάδος ὑπὲρ τοῦ Παναγίου Τάφου εἶναι, ὅτι τὰ Μο-
1342ναστηριακὰ ἐκεῖνα κτήματα, κατὰ τοὺς ἱεροὺς Ἀποστολι-
1343κοὺς καὶ Συνοδικοὺς Κανόνας, κατὰ τὰς ἱερὰς Παραδόσεις
1344τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἐδύναντο νὰ γένωνται κτῆσις τοῦ Ρου-
1345μανικοῦ Κράτους, διότι καὶ ἐν Ρουμανίᾳ ὑπάρχουσι τὰ αὐτὰ
1346δόγματα, οἱ αὐτοὶ ἱεροὶ Ἀποστολικοὶ καὶ Συνοδικοὶ Κανό-
1347νες, καὶ αἱ αὐταὶ ἱεραὶ Παραδόσεις.
1348§126Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
1349στικῶν). Νὰ ἐξηγηθῶμεν. Πρόκειται περὶ τῆς διαχειρίσεως
1350Ἐπισκόπου. Δύνασθε νὰ βεβαιώσητε, ὅτι κατὰ τοὺς Κανό-
1351νας τῆς Ἐκκλησίας σήμερον ὁ Ἐπίσκοπος πρέπει νὰ ἀνα-
1352λάβῃ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας;
1353§127ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ τὸ ζήτημα.
1354§128ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐδῶ εἶναι.
1355§129ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν δύνανται νέοι νόμοι νὰ
1356μεταβάλωσι τοιαῦτα ἐκκλησιαστικὰ καθεστῶτα.
1357§130ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ διοικητικὸν μέρος, ἐν
1358Ἑλλάδι ὑπάρχει διαφορά, διότι ὁ Ἐπίσκοπος, κατὰ τοὺς
1359Κανόνας, εἶναι διαχειριστὴς τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας.
1360Πῶς λοιπὸν σήμερον δὲν διαχειρίζεται τὴν ἐκκλησιαστικὴν
1361περιουσίαν;
1362§131ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπαντῶ, ὅτι, ὡς πρὸς τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα
1363δύναται νὰ γένηται ἀπαλλοτρίωσις, ἄμειψις δηλαδὴ ἀνταλ-
1364λαγή, ἢ πώλησις ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων Μοναστηρια-
1365κῶν, ἰσχύουσιν ἀπαρασαλεύτως οἱ ἱεροὶ Ἀποστολικοὶ καὶ
1366Συνοδικοὶ Κανόνες, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς ἱερὰς Παραδό-
1367σεις τῆς Ἐκκλησίας, διότι ταῦτα πάντα καθιερώθησαν διὰ
1368τοῦ Συντάγματος.
1369§132ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Λοιπόν, κατὰ τοὺς Κανόνας τοὺς Ἐκ-
1370κλησιαστικούς, περιουσία ἐκκλησιαστικὴ ἀπαλλοτριοῦται τῇ
1371ἐγκρίσει μόνον τοῦ Ἐπισκόπου. Δύνασθε σήμερον νὰ θεωρή-
1372σητε, ὅτι εἶναι ἔγκυρος ἡ ἐκποίησις Μοναστηριακῆς περιου-
1373σίας ἐγκρίσει μόνον τοῦ Ἐπισκόπου, ἄνευ τῆς παρεμβάσεως
1374τοῦ νομάρχου, ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τῆς Πολιτικῆς Ἀρχῆς;
1375§133ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκ τούτου δὲν βλάπτεται ἡ ἐκκλησιαστικὴ
1376περιουσία.
1377§134ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἰς αὐτὸ νὰ περιορισθῆτε λοιπόν.
1378§135ΛΕΒΙΔΗΣ. Αἱ ἀντιρρήσεις, ἃς προβάλλετε, κύριε Ὑ-
1379πουργέ, συντελοῦσιν εἰς τὴν εὐρυθμοτέραν διοίκησιν καὶ τὴν
1380μείζονα προστασίαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Ἑπο-
1381μένως, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ νόμων συντελούντων εἰς τὴν
1382ἐνίσχυσιν τῶν ὑπαρχουσῶν Ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων, βε-
1383βαίως οἱ νόμοι οὗτοι δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὰς καθεστώσας
1384Ἐκκλησιαστικὰς διατάξεις. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ
1385τροποποιήσεως τῶν παλαιῶν νόμων διὰ νεωτέρων, πρὸς βλά-
1386βην τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας, βεβαίως οἱ νόμοι αὐτοὶ
1387δὲν δύνανται νὰ ἰσχύσωσι, διότι ἀντιβαίνουσιν εἰς τοὺς κα-
1388θεστῶτας Ἐκκλησιαστικοὺς νόμους, οἵτινες ἐκυρώθησαν διὰ
1389τοῦ Συντάγματος.
1390§136Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
1391κῶν). Τὸ ζήτημα π.χ. τῆς ἐμφυτεύσεως τῆς Μοναστηριακῆς
1392περιουσίας μετεβλήθη διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα
1393φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἄρμανσπεργ. Λοιπὸν ἄλλως
1394ἔχει τὸ ζήτημα τῆς ἐμφυτεύσεως τῆς Μοναστηριακῆς περι-
1395ουσίας κατὰ τὸ Κανονικὸν Δίκαιον καὶ τὸ Βυζαντινὸν Δίκαιον
1396καὶ ἄλλως κατὰ τὸ σημερινὸν Δίκαιον. Καὶ ἄλλαι μεταβο-
1397λαὶ ἐπῆλθον. Ἐπὶ παραδείγματι, αἱ ἀγωγαί, αἱ ὁποῖαι ἠ-
1398σκοῦντο πρὸς προστασίαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας,
1399ἠσκοῦντο ὑπὸ οἰκονόμων καὶ χαρτουλαρίων, οἵτινες ὑπηρέ-
1400τουν παρὰ τοῖς Ἐπισκόποις. Δύνασθε σήμερον νὰ εἴπητε, ὅτι
1401τὰς ἀγωγὰς ἐπὶ προσβολῇ τῶν ἀνταλλαγῶν ἔχει σήμερον
1402καὶ ἐγείρει ὁ οἰκονόμος ἢ ὁ χαρτουλάριος;
1403§137ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι· δὲν ἔχει σχέσιν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε.
1404§138Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἔχει πολλὴν σχέσιν, διότι ἐλη-
1405σμόνησα νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ τὰ Μοναστήρια καὶ αἱ Ἐπι-
1406σκοπαὶ εἶχον διαχειριστὰς οἰκονόμους. Ἐὰν λοιπὸν ἐν τῷ
1407μέλλοντι πρόκειται νὰ προστατεύσωμεν τὴν περιουσίαν, τρο-
1408ποποιοῦντες τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν, δέον νὰ στηριχθῶ-
1409μεν ἐπὶ τῶν Κανόνων, καὶ νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν θεσμόν, κατὰ
1410τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν διαχείρισιν ἀποκλειστι-
1411κῶς τὰ Ἡγουμενοσυμβούλια, ἀλλὰ παρὰ τὰ Ἡγουμενοσυμ-
1412βούλια νὰ τοποθετήσωμεν τὸν οἰκονόμον, τὸν ὁποῖον οἱ Κανόνες
1413τῆς Ἐκκλησίας ἐπιβάλλουσι, δηλαδὴ ταμιακὴν καὶ λογιστι-
1414κὴν ὑπηρεσίαν.
1415§139ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν δύνασθε διὰ νεωτέρων
1416νόμων νὰ σαλεύσητε τοὺς ὑπάρχοντας ἐκκλησιαστικοὺς Κα-
1417νόνας, τὰς ὑπαρχούσας ἱερὰς Παραδόσεις.
1418§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ, πλὴν τούτου, τὰ Δια-
1419τάγματα, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργός, τὰ ἀνα-
1420γόμενα εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς Ἀντιβασιλείας, αὐτὰ ἀνήκουσιν
1421εἰς ἐκκλησιαστικὸν σύστημα διοικήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἰσχύει
1422πλέον. Διότι μετὰ τὸ 1851, ὅτε ἐξεδόθη ὁ Τόμος, δηλαδὴ ἡ
1423συνθήκη τῆς αὐτοκεφάλου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας μετὰ τῆς
1424Μεγάλης ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἐκκλησίας, ἐξεδόθησαν νό-
1425μοι περὶ Ἐπισκόπων καὶ Ἐπισκοπῶν καὶ περὶ τῆς Ἱερᾶς
1426Συνόδου, αὐτοὶ δὲ οἱ νόμοι καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 καὶ
1427τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἐκήρυξαν ἀναλλοιώτους, ἀμεταβλή-
1428τους καὶ ἐγκύρους καὶ ἐφαρμοστέας τὰς διατάξεις τῶν Κα-
1429νόνων. Ἑπομένως ἔχομεν Κανόνας καὶ ἱερὰς Παραδόσεις,
1430ἤτοι τὸ Σύνταγμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐν
1431τῇ Πολιτείᾳ, καὶ συμβιοῖ μετ’ αὐτῆς, ἀλλὰ διοικεῖται κατὰ
1432τοὺς ἱεροὺς Κανόνας. Ἡ Πολιτεία, ἔχουσα ἐν τοῖς κόλποις
1433αὐτῆς τὴν Ἐκκλησίαν, συναρμολογεῖ ἑαυτὴν πρὸς τὴν Ἐκ-
1434κλησίαν, πρὸς τοῦτο ὅμως πρέπει αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλη-
1435σίας νὰ μὴ ἀντιβαίνωσιν εἰς νόμους τῆς Πολιτείας. Πρὸς
1436τοῦτο ὑπάρχει θεσμὸς, ὁ ὁποῖος συνδέει τὰς ἐργασίας τῆς
1437Ἱερᾶς Συνόδου μετὰ τῆς Πολιτικῆς Ἀρχῆς, ὁ δεσμὸς τοῦ
1438Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου. Ὁ Βασ. Ἐπίτροπος παρίσταται κατὰ
1439τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἂν δὲ ἤθελέ ποτε προ-
1440ταθῇ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἀντιβαίνουσα εἰς τοὺς
1441νόμους τῆς Πολιτείας, ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος καταδεικνύει
1442τὴν ἀντίθεσιν τῶν νόμων τῆς Πολιτείας, ἵνα ἡ Σύνοδος μὴ
1443ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀντιβαίνουσαν εἰς τοὺς νόμους ἀπόφασίν της·
1444ἂν δὲ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἤθελεν ἐπιμείνει, ὁ Βασιλικὸς Ἐπί-
1445τροπος ἀρνεῖται νὰ προσυπογράψῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνό-
1446δου, τῆς ὑπογραφῆς δὲ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου ἡ ἔλλειψις
1447καθιστᾷ ἄκυρον τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν.
1448Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν περιουσίαν τῶν Μονῶν, ἐπειδὴ αὕ-
1449τη εἶναι ἀφιερώματα χριστιανῶν, γινόμενα ἐξ ἀρχαιοτάτων
1450χρόνων πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς, ἀμφιβάλλω, ἐὰν εἶναι δυ-
1451νατὸν τὰς θελήσεις τῶν διαθετῶν νὰ μεταβάλητε διὰ νό-
1452μων καὶ Διαταγμάτων. Ἐὰν κτήματα Μονῶν ἢ ἄλλαι κτή-
1453σεις οἱαιδήποτε εἶναι ἀφιερώματα χριστιανῶν εἰς τὰς Μο-
1454νὰς, τὰ κτήματα ταῦτα, αἱ κτήσεις αὗται δὲν εἶναι δυνα-
1455τὸν νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὰς Μονὰς ἢ νὰ ἐκποιηθῶσιν ὑπ’
1456αὐτῶν, ἑπομένως οὐδεὶς δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ αὐτὰς ἀπὸ τὰς
1457Μονὰς, διότι ἀναιρεῖται ἡ θέλησις τῶν διαθετῶν, οἱ ὁποῖοι
1458διέθεσαν τὰς περιουσίας αὐτῶν.
1459§141Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος, διότι ὁ νόμος περὶ
1460Ἐπισκόπων καὶ Ἐπισκοπῶν εἶναι νόμος νεώτερος, ὁ ὁποῖος
1461ἐκανόνισε τὴν θέσιν τῶν Ἐπισκόπων ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐν γέ-
1462νει τῆς Ἐκκλησίας, διότι ὁ Ἕλλην νομοθέτης ἔλαβεν ὡς βά-
1463σιν τὸ δόγμα ἐλευθέρα Ἐκκλησία ἐν ἐλευθέρῳ Κράτει. Τοι-
1464ουτοτρόπως, ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ δογματικὸν, τὸ πνευματικὸν,
1465τὸ τελετουργικὸν, τὴν πειθαρχίαν τοῦ Κλήρου, ταῦτα ἀνέ-
1466θεσεν εἰς Σύνοδον, ἡ ὁποία, σημειωτέον, εἶναι Ρωσσικῆς κατα-
1467γωγῆς, ἡ ὁποία διεξάγει πάσας τὰς πνευματικὰς καὶ κα-
1468θαρῶς ἐκκλησιαστικὰς ὑποθέσεις. Ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ
1469διοικητικῶν ὑποθέσεων, περὶ ὑποθέσεων περιουσίας ἐκκλη-
1470σιαστικῆς, τότε τὸ Κράτος ἀσκεῖ τὴν ἐποπτείαν. Ὁ δὲ Βασ.
1471Ἐπίτροπος, περὶ τοῦ ὁποίου δευτέραν φορὰν ἐπαναλαμβά-
1472νετε ὅτι εἶναι ὁ ἐπόπτης, εἶναι καὶ αὐτὸς θεσμὸς νέος, ἄγνω-
1473στος εἰς τὸ Βυζαντινὸν Δίκαιον.
1474Ἐὰν θέλητε νὰ ἀνατρέξητε εἰς τὰς μελέτας μεγάλου ἀν-
1475δρὸς, τοῦ Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὀνο-
1476μάζει τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον ἁπλοῦν ὠτακουστὴν, καὶ εἶ-
1477ναι ζήτημα, ὑπάρχει μάλιστα καὶ ἀμφιβολία, ἐὰν δικαιοῦ-
1478ται νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ἐν τῇ Συνόδῳ· ἀλλ’ ἀσκεῖ μόνον
1479δικαίωμα ἀρνησικυρίας, διότι ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ
1480δὲν κυροῦνται αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου. Ἀλλ’ ἐγὼ δέχο-
1481μαι, ὅτι ὁ Β. Ἐπίτροπος εἶναι εἶδος εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος
1482μεταδίδει τὰ ἐν τῇ Συνόδῳ γινόμενα, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ
1483τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ Συνόδῳ. Ὁπωσδήποτε ἡ Σύνοδος μετὰ
1484τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου ἀποτελοῦσι σύστημα διοικητικὸν
1485τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὸν νεώτερον τρόπον
1486τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους ἐν σχέσει πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν·
1487ἀλλ’ ἐγὼ ὅμως δὲν λέγω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῶμεν τῶν
1488Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἱερῶν Παραδόσεων. Ἀν-
1489αμφιβόλως τὸ Κανονικὸν Δίκαιον δέον ἀκλόνητον νὰ ὑπάρχῃ,
1490καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔχομεν Κλῆρον καὶ ἀνώτατον Δικα-
1491στήριον Ἐκκλησιαστικὸν, ἐν πλήρει ἐκκλησιαστικῇ ἀνεξαρ-
1492τησίᾳ διατελοῦν, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς χεῖράς του τὴν πειθαρ-
1493χικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ ὅλων τῶν ἐκκλησιαστικῶν προσώπων
1494καὶ πραγμάτων. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται ὅμως περὶ σχέσεων
1495περιουσίας, περὶ διοικήσεως αὐτῆς, τότε παρεμβαίνει τὸ Κρά-
1496τος, ὁ τρόπος δὲ τῆς παρεμβάσεως δὲν εἶναι ἁπλῶς διοικητι-
1497κὸς, ἀλλὰ καὶ διὰ νόμων δύναται νὰ ῥυθμίζηται. Εἶπον ὑμῖν
1498πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος, κατὰ τοὺς Κανόνας τῆς Ἐκ-
1499κλησίας καὶ τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον, ἔχει τὴν διαχείρισιν τῆς
1500ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, δὲν δύνασθε ὅμως σήμερον νὰ εἴ-
1501πητε, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος διαχειρίζεται περιουσίαν ἐκκλησια-
1502στικήν. Ὅταν ἀπέθνησκεν ὁ Ἐπίσκοπος, κατὰ τὸ Βυζαν-
1503τινὸν Δίκαιον ἐκληρονομεῖτο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, σήμερον
1504ὅμως συντάσσει τὴν διαθήκην του, καὶ ἐλευθέρως διαθέτει τὰ
1505ἑαυτοῦ, διότι ἄλλη ἦτο ἡ θέσις τοῦ Ἐπισκόπου ἐν τῷ Βυ-
1506ζαντινῷ Δικαίῳ καὶ ἄλλη ἐδημιουργήθη σήμερον ἐν Ἑλλάδι
1507ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὑλικὰ συμφέροντα. Κατὰ τὸ Κανονικὸν Δί-
1508καιον, οἱ Ἐπίσκοποι εἶχον χαρτουλαρίους καὶ οἰκονόμους, καὶ
1509διεχειρίζοντο ὅλην τὴν ἐκκλησιαστικὴν περιουσίαν· σήμε-
1510ρον δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν θέσιν. Περὶ τοιούτων θεμάτων πρό-
1511κειται.
1512§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις τῶν χαρτουλα-
1513ρίων καὶ τῶν οἰκονόμων δὲν μεταβάλλει τὰ καθήκοντα τοῦ
1514Ἐπισκόπου, οὔτε προσθέτει οὔτε ἀφαιρεῖ τι, διότι οὗτοι
1515εἶναι ὄργανα ἐκτελοῦντα διαταγάς. Ἑπομένως μὴ ἀναμι-
1516γνύετε τοὺς χαρτουλαρίους καὶ τοὺς οἰκονόμους, οὐδ’ εἶναι
1517ἀναγκαία, εἶναι δὲ καὶ ὅλως περιττὴ ἡ ἀνάμιξις τῆς γνώ-
1518μης τοῦ μακαρίτου Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων περὶ τῆς
1519ὑπηρεσίας τοῦ Βασ. Ἐπιτρόπου. Ὁ Βασ. Ἐπίτροπος, ὁσά-
1520κις πρόκειται περὶ ἀποφάσεων τῆς Συνόδου, τὰς ὁποίας νο-
1521μίζει μὴ συμφώνους πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, χρεω-
1522στεῖ νὰ παραστήσῃ τοῦτο εἰς τὴν Σύνοδον καὶ νὰ ἀναγγείλῃ,
1523ὅτι, ἐὰν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐπιμείνῃ, δὲν θέλει στέρξει νὰ ὑπο-
1524γράψῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἑπομένως, εἴτε
1525ὠτακουστὴς εἶναι, εἴτε φύλαξ εἶναι ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος,
1526οὗτος πάντως εἶναι Ἐπίτροπος τῆς Πολιτείας, ἐπιτηρῶν ἵνα
1527μὴ ἀναιρῶνται οἱ νόμοι αὐτῆς ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
1528§143Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα προὐκλήθη ἐκ τῆς ἑξῆς παρα-
1529τηρήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι ἡ
1530διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος ἀφορᾷ δῆθεν τὸ
1531δόγμα... Αὐτὸ δὲν εἴπετε;... Ἐὰν δὲν ἔλεγε τοῦτο ὁ κ.
1532Ὑπουργὸς, βεβαίως δὲν ἤθελε προκληθῆ μακροτάτη καὶ πει-
1533σματωδεστάτη συζήτησις. Λοιπὸν ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα, ὅτι
1534καὶ ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐκ τῶν συζη-
1535τήσεων, αἵτινες ἐγένοντο τότε, καὶ ἐκ τῆς εἰδικῆς ἐκθέσεως
1536τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ πολιτεύματος οὐδαμῶς προκύπτει, ὅτι
1537τὸ Σύνταγμα διὰ τοῦ δευτέρου αὐτοῦ ἄρθρου ἐννοεῖ ἁπλῶς
1538τὸ δόγμα. Τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖ τὴν προστασίαν τῶν δικαιω-
1539μάτων ἐν γένει τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ
1540καθεστῶτος, δὲν δύναται δέ τις νὰ ἰσχυρισθῇ βεβαίως, ὅτι
1541διὰ μεταγενεστέρων νόμων δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ληφθῇ πρό-
1542νοια πρὸς μείζονα ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐκ-
1543κλησίας, ἢ τῶν Μοναστηρίων καὶ τῆς περιουσίας αὐτῶν.
1544Εἶπον μάλιστα, ὅτι, ἐὰν ἦναι βεβαιωμένον, ὡς εἶναι ἀναμφι-
1545σβητήτως, ὅτι κατὰ τοὺς Κανόνας καὶ τὰς Παραδόσεις δὲν
1546ἐπιτρέπεται ἐκποίησις τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας, εἰμὴ
1547ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους καὶ περιστάσεις, αἱ διατάξεις αὗται
1548δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τροποποιηθῶσι διὰ τοῦ νεωτέρου Δι-
1549καίου, οὗ μνείαν ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησια-
1550στικῶν, πρὸς ζημίαν τῆς ἐν λόγῳ περιουσίας. Οὐδεὶς ὅμως
1551ἰσχυρίσθη ποτέ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία
1552τοῦ ἔθνους νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας αὐτῆς, προκειμένου περὶ
1553βελτίονος διοικήσεως καὶ ἐξασφαλίσεως τῆς Μοναστηριακῆς
1554περιουσίας.
1555Ἀλλὰ τὸ Ἐκκλησιαστικὸν ἡμῶν καθεστὼς ἐστερέωσεν
1556ἡ Συνταγματικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2. Βέβαιον δὲ εἶναι
1557τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ ἐπερώτησις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας
1558συνετέλεσεν, εἴπερ τις καὶ ἄλλη, ἵνα διασαφηνισθῶσι ζητή-
1559ματά τινα, καὶ προκληθῇ, ὡς ἐγένετο, ἡ προσοχὴ τοῦ Ὑπουρ-
1560γοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρὸς εὐρυθμοτέραν ῥύθμισιν τῶν
1561τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας. Διότι, κύριε Ὑπουργέ, μεθ’
1562ὅλην τὴν ὑπόληψιν, ἣν ὑμεῖς ἔχετε, ὡς καὶ ἐγὼ ἔχω, πρὸς
1563τοὺς δύο αὐτοὺς πραγματογνώμονας, οὓς ὁ προκάτοχος ὑμῶν
1564ὥρισεν, ὅπως ἐκτιμήσωσι τὴν ἀξίαν τῶν ἀκινήτων τῆς Μο-
1565νῆς ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν ἀκινήτων τῶν ἰδιωτῶν,
1566πρὸς ἐπίτευξιν τῆς ἀνταλλαγῆς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατη-
1567ρήσω ὑμῖν, ὅτι, προκειμένου περὶ ἱερᾶς περιουσίας, ἣν ἀφιέ-
1568ρωσαν πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς οἱ προπάτορες ἡμῶν, δὲν
1569ὑπῆρχον ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ἀπαιτούμεναι, ὅτε
1570πρὸς τοῦτο διωρίσθησαν δύο μικροϋπάλληλοι, ὅσῳ ἐντίμους
1571καὶ ἂν θελήσητε νὰ ὑποθέσητε αὐτούς, ὅπερ ἐγὼ δὲν ἀρ-
1572νοῦμαι!
1573Ἐκ τούτου βεβαίως πρέπει νὰ λάβητε πρόνοιαν καὶ μέ-
1574τρα νομοθετικὰ, πρὸς πληρεστέραν ἐξασφάλισιν τῶν συμ-
1575φερόντων τῶν Μονῶν. Διότι, καὶ ἐὰν ὑποτεθῶσι τὰ ἀκου-
1576σθέντα ἐνταῦθα ὑπερβολικὰ, ἀναμφιβόλως ὅμως ἐλέχθησαν
1577ἀλήθειαι, ἀναμφηρίστως ὑπάρχει τι τὸ ἀξιόμεμπτον ἐν ταύ-
1578ταις ταῖς ὑποθέσεσι, ταῖς ἀνταλλαγαῖς, δωρεαῖς καὶ πωλή-
1579σεσιν, ἃς ἠκούσαμεν.
1580Τὸ ζήτημα ἄρα εἶναι σπουδαιότατον, διότι, ἐὰν ἐξακολου-
1581θήσῃ τὸ αὐτὸ σύστημα διοικήσεως τῶν Μονῶν, ὅπερ ἀπεκα-
1582λύφθη ἤδη ἐνταῦθα, δὲν θέλει παρέλθει καιρὸς πολὺς, καὶ αἱ
1583πλούσιαι Μοναὶ τῆς Ἀττικῆς, ὡς καὶ ἄλλαι πολλαὶ ἐν τῷ
1584Κράτει, θέλουσιν εὑρεθῆ ἄνευ καὶ τῆς ἐλαχίστης περιουσίας.
1585Δέον λοιπὸν τὰ ζητήματα ταῦτα νὰ ἐξετασθῶσι πρῶτον
1586ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς παραβάσεως τῶν νόμων. Ἐτηρήθησαν
1587κατὰ γράμμα ὅλαι αἱ νόμιμοι διατυπώσεις, προκειμένου περὶ
1588ὅλων τῶν πράξεων, ἃς ἠκούσαμεν; Ὑπῆρξαν γνωμοδοτή-
1589σεις νομομαθῶν; Ὑπῆρξαν πράξεις ἐκτιμητῶν τοιαῦται,
1590ὥστε νὰ θεωρῶνται κατὰ πάντα ἀπρόσβλητοι καὶ ἀναμφι-
1591σβητήτως εἰλικρινεῖς καὶ ὀρθαί; Διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι
1592ὀρθὸς καὶ νόμιμος ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ
1593τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι, διότι διώρισε δύο πραγματογνώ-
1594μονας, ἀπεξεδύθη δῆθεν αὐτὸς πάσης εὐθύνης, καὶ οὐδὲν
1595ἔχει νὰ φοβηθῇ. Διότι, ἐὰν οὗτος ἐμάνθανεν ἐξαίφνης, ὅτι οἱ
1596πραγματογνώμονες οὗτοι οἰκόπεδα τῆς Μονῆς Πετράκη ἐπὶ
1597μὲν τῆς ὁδοῦ Σταδίου ἐξετίμων ἀντὶ 10 δραχμῶν τὸν πῆ-
1598χυν, καὶ οἰκόπεδα ἰδιωτῶν ἐν τῇ συνοικίᾳ Ἁγίου Φιλίππου
1599τῶν Ἀθηνῶν ἀντὶ 100 δραχμῶν τὸν πῆχυν, ἤθελεν ἆρά γε,
1600ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει καὶ τῇ χειρὶ, ἐγκρίνει τὴν ἀπόφασιν
1601τῶν πραγματογνωμόνων; Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον αἴρεται
1602πλέον ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ μᾶλλον ἀναλύεται εἰς τό-
1603σας δευτερευούσας καὶ ἀλλοτρίας πρὸς αὐτὸν εὐθύνας, ὥστε
1604καταντᾷ κόνις λεπτὴ ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη, καὶ ὁ νόμῳ ὑπεύ-
1605θυνος Ὑπουργὸς ἀνεύθυνος!
1606Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει καθῆκον ἐπι-
1607βεβλημένον νὰ ἐρευνήσῃ καὶ μάθῃ ἀκριβῶς δι’ ἑκάστην τῶν
1608πράξεων αὐτῶν, ἀνταλλαγῶν ἢ πωλήσεων, οὐ μόνον ἐὰν ἐτη-
1609ρήθησαν αὐστηρῶς αἱ νόμιμοι διατυπώσεις, ἀλλὰ καὶ κατ’
1610οὐσίαν ἐὰν αἱ πράξεις ἐκεῖναι ἐγένοντο πράγματι πρὸς τὸ
1611συμφέρον τῆς Μονῆς, ἐὰν δὲν ὑπάρχει προσυνεννόησις, ἐὰν οἱ
1612πραγματογνώμονες οὗτοι, οἵτινες παρίστανται πάντοτε οἱ
1613αὐτοὶ, παρέχουσιν ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, ἃς πρέπει νὰ ἐπιζη-
1614τῶμεν ἐπὶ τόσον ἱερᾶς περιουσίας.
1615Ἐγὼ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν ἀπεφασίζετε νὰ
1616ἀνταλλάξητε ἀκίνητον περιουσίαν ὑμῶν πρὸς ἀκίνητον περι-
1617ουσίαν ἄλλου, —χωρὶς νὰ θέλω νὰ προσβάλω τοὺς ἀτυχεῖς
1618αὐτοὺς μικροϋπαλλήλους,—αὐτοὺς ἠθέλετε ἐκλέξει, ἵνα δώ-
1619σωσι πρὸς ὑμᾶς γνώμην; Παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσητε. Καὶ
1620ἐπειδὴ δὲν ἀπαντᾶτε, ἐγὼ, ἐὰν ἤθελόν ποτε νὰ ἀνταλλάξω
1621οἰκόπεδόν μου, δὲν ἤθελον ἐκλέξει αὐτοὺς τοὺς δύο κυρίους,
1622ἵνα μὲ διαφωτίσωσιν. Οὐχὶ ὅτι δὲν τιμῶ αὐτοὺς, ἀλλ’ ἡ ὑπη-
1623ρεσιακὴ αὐτῶν περιωπὴ δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιτρέ-
1624πῃ εἰς ἕνα Ὑπουργὸν, προκειμένου περὶ μεγάλης ἀκινήτου
1625ἐκτάσεως τῆς Μονῆς Πετράκη, νὰ καταφύγῃ εἰς τοὺς μι-
1626κροϋπαλλήλους αὐτοὺς τῶν δημοσίων ἔργων.
1627Δὲν ὑπῆρχε Διευθυντὴς τῶν Δημοσίων Ἔργων; Δὲν ὑπῆρ-
1628χον νομομηχανικοί, ἄλλα ἐπίσης ἀνώτερα ὄργανα τῆς εἰδικῆς
1629ταύτης ὑπηρεσίας, ἐπιθεωρηταί, ἵνα προσκληθῶσι καὶ γνω-
1630μοδοτήσωσιν ἐπὶ τῶν σοβαρῶν αὐτῶν ὑποθέσεων; Ἰδοὺ ποῦ
1631ἔγκειται τὸ ζήτημα. Εἶναι περιττὸν νὰ καλύπτωμεν καὶ πρόσ-
1632ωπα καὶ πράγματα! Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσητε, ἐὰν νῦν
1633προέκειτο ἡ Μονὴ Πετράκη νὰ ἀνταλλάξῃ κτήματα ἀκίνητα
1634αὐτῆς πρὸς κτήματα ἰδιώτου, δὲν ἠθέλετε προτιμήσει τὰ
1635πρόσωπα τῆς ὑπηρεσίας ἐκεῖνα, ἅπερ ὑπέδειξα;... Μὴ σηκώ-
1636νετε τοὺς ὤμους! Νὰ ἀπαντήσητε! «Qui tacit, non negat».
1637§144Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐὰν ἦναι ὑποχρεωμένος ὁ Ὑπουρ-
1638γὸς νὰ ἀπαντήσῃ.
1639§145ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἐπόψεως ταύτης, ὑπάρχει
1640καὶ ἄλλη, σπουδαιοτέρα κατ’ ἐμέ. Αἱ μέγισται καὶ πλου-
1641σιώταται τῶν Μονῶν τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλη-
1642σίας, οὐχὶ τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας ἡμῶν, εὑρίσκονται
1643ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Ἐπικρατείᾳ. Ὅταν οἱ Μοναχοί, οἱ διοι-
1644κοῦντες τὰ τῶν ὑποδούλων Μονῶν πράγματα, βλέπωσιν, ὅτι
1645ἡμεῖς τόσον ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει προβαίνομεν γοργῷ τῷ
1646βήματι καὶ ἐλευθέραις ταῖς χερσὶν εἰς τὴν διὰ παντὸς τρό-
1647που ἐκποίησιν καὶ διασπάθησιν τῆς Μοναστηριακῆς περιου-
1648σίας, τίνι τρόπῳ, κύριε Ὑπουργέ, θέλετε δυνηθῆ νὰ προλά-
1649βητε, καὶ προστατεύσητε, καὶ ὑψώσητε τὴν ἀσθενῆ ὑμῶν
1650φωνὴν παρὰ τῇ ὁμόρῳ Ἐπικρατείᾳ, ἐὰν καὶ ἐκεῖ ἀναφανῶσι
1651κερδοσκόποι, καὶ ἄνθρωποι ἔχοντες συμφέρον, ὅπως κατ’ αὐ-
1652τὸν τὸν τρόπον ἀποκτήσωσι κτήματα Μονῶν, εὑρισκομένων
1653ἐν τῇ Τουρκικῇ Ἐπικρατείᾳ;
1654Διότι, Κύριοι, οἱ ἑκάστοτε διαχειρισθέντες, εἴτε διὰ τοῦ
1655λόγου, εἴτε διὰ τῆς γραφίδος, τὰ Μοναστηριακὰ ζητήματα,
1656οἱ ἑκάστοτε ἐπιχειροῦντες νὰ ἐξευτελίσωμεν Ἡγουμένους καὶ
1657Μοναχοὺς καὶ Μοναστηριακὰ Συμβούλια, οἱ ἑκάστοτε νομί-
1658ζοντες φιλόπατρι ἔργον τὸν ἀγῶνα τοῦ νὰ καταρρίψωσι τὰ
1659ἱερὰ ταῦτα καταγώγια (ὡς ὀνομάζει αὐτὰ ἡ ἐκκλησιαστικὴ
1660γλῶσσα) παρὰ τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους, βεβαίως δὲν προσ-
1661φέρουσιν ὑπηρεσίαν τῷ Ἑλληνισμῷ, ἀφοῦ λησμονοῦσιν, ὅτι
1662τὰ μέγιστα τῶν συμφερόντων ἡμῶν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο
1663δὲν ζῶσιν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ πατρίδι, ἀλλ’ ἐν τῇ δούλῃ.
1664Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐπαναλέγω, ὅτι αὐτὸ καὶ μόνον τὸ
1665ἐκκρεμὲς ζήτημα τῶν Ἑλληνικῶν Μοναστηριακῶν κτημά-
1666των ἐν Ρουμανίᾳ ἔπρεπε νὰ ἀρκέσῃ, ἵνα πείσῃ τοὺς Ὑπουρ-
1667γοὺς, ὅτι μετὰ μείζονος προσοχῆς ἔδει νὰ ἐξετάσωσι τὸ
1668θέμα τοῦτο. Διότι, ἐὰν ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος Ἑλληνικὴ
1669Ἐκκλησία ἔχῃ τίτλον τιμιώτατον πρὸς διαρκῆ καὶ ἀπαρά-
1670γραπτον διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἐν
1671Ρουμανίᾳ Ἑλληνικῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων, ὁ τίτλος
1672οὗτος βασίζεται καὶ ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι ἡ Ρουμανία, τὸ αὐτὸ
1673δόγμα μεθ’ ἡμῶν ἔχουσα, βεβαίως παραβαίνει καὶ τοὺς ἱε-
1674ροὺς Ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς Κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς
1675Παραδόσεις καὶ πάσας τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τὰς διατάξεις,
1676ὅταν προβάλλῃ ὡς τίτλον αὑτῆς τὸ δικαίωμα, ὅπερ δῆθεν
1677ἀπέκτησεν ἐκ τῆς ὑπὸ τοῦ Κούζα δημεύσεως τῶν Μοναστη-
1678ριακῶν αὐτῶν κτημάτων, ἅτινα συναποτελοῦνται ἐξ 72 Μο-
1679ναστηρίων καὶ 600 μεγάλων καὶ προσοδοφόρων κτημάτων.
1680Δὲν εἶναι δὲ καὶ περίεργον, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, ὅτι,
1681ἐνῷ ἡμεῖς καὶ διὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνδιασκέψεως,
1682τῆς τοῦ 1864 ἔτους, καὶ διὰ τοῦ ἐν Βερολίνῳ κατὰ τὸ 1878
1683Συνεδρίου ἀπεκτήσαμεν (ἐννοῶ τὰ Πατριαρχεῖα) τίτλους
1684ἀναμφισβητήτους ἐπὶ τῶν ἐν Ρουμανίᾳ Ἑλληνικῶν Μονα-
1685στηριακῶν κτημάτων, διὰ τῶν συζητήσεων ἡμῶν, τῶν μετ’
1686ἀφελείας ἐνταῦθα γιγνομένων, νὰ θελήσωμεν νὰ κλονίσωμεν
1687δίκαια ἀπαράγραπτα, ὡς βασιζόμενα ἐπὶ τοῦ Ἐκκλησιαστι-
1688κοῦ ἡμῶν Δικαίου, τοῦ αὐτοῦ καὶ ἐν Ρουμανίᾳ Δικαίου, τί-
1689τλους βασιζομένους, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ ἐπὶ δύο τόσῳ
1690μεγάλων Εὐρωπαϊκῶν Συνεδρίων;
1691Λοιπὸν, Κύριοι, ὅσα ἠκούσαμεν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύ-
1692την ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευ-
1693τοῦ δέονται ἐξετάσεως, ναὶ ἢ οὔ; Ἐὰν δέωνται, μεγίστην
1694ὑπηρεσίαν προσήνεγκεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ εἰς τὴν Ἐκ-
1695κλησίαν, καὶ εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, ὅσ-
1696τις βεβαίως θέλετε ἀποκτήσει τίτλον πολυτιμότατον, ἐὰν,
1697μετὰ τῆς διακρινούσης ὑμᾶς περὶ τὰ τοιαῦτα ἱκανότητος καὶ
1698δεινότητος, θελήσητε νὰ μελετήσητε τὰ ζητήματα, καὶ θέ-
1699σητε τὴν χεῖρα ὑμῶν ἐπὶ τῶν πραγμάτων, καὶ ἐρευνήσητε,
1700ἐὰν ἐτηρήθησαν οἱ νόμοι κατά τε τύπους καὶ κατ’ οὐσίαν,
1701καὶ ἀναιρέσητε καὶ ἀκυρώσητε πάσας ἐκείνας τὰς πράξεις,
1702ἐν αἷς ὑπάρχει βεβαιότης, ὅτι οἱ νόμοι παρεβάθησαν.
1703Ἐκτὸς ὅμως τούτων, Κύριοι, λέγω, ὅτι καθῆκον ἔχει καὶ
1704ἡ Βουλὴ, εἰσηγουμένου τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, νὰ προ-
1705νοήσῃ νομοθετικῶς περὶ πλήρους ἐξασφαλίσεως τῶν συμφε-
1706ρόντων τῶν Μονῶν διὰ κανονικωτέρου καὶ αὐστηροτέρου τρό-
1707που, ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν τῶν ἐκποιήσεων, ἢ τῶν ἀνταλ-
1708λαγῶν τῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων. Ἴσως ἔσεται ἀνάγκη,
1709προκειμένου περὶ πωλήσεων ἢ ἀνταλλαγῶν, τῆς γνώμης οὐχὶ
1710μόνον ἐμπειροτεχνῶν, ἀλλὰ καὶ ἄλλων προσώπων, ἅτινα,
1711ὡς ἐκ τοῦ κύρους, ὅπερ ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἔχουσιν, ὡς ἐκ τοῦ
1712μεγίστου ἀξιώματος αὐτῶν, παρέχουσι τὴν βεβαιότητα, ὅτι
1713δὲν εἶναι δυνατὸν εὐκόλως νὰ ἁλωθῶσιν.
1714Ἤκουσα, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ λέγηται ἐνταῦθα, ὅτι ἡ πώ-
1715λησις τῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων ἐπιτρέπεται δῆθεν,
1716ὅταν γίνηται ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Μονῆς. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν
1717εἶναι ἀκριβὲς, διότι γενικὸς κανὼν ἐν τοῖς ζητήμασι τούτοις
1718τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας εἶναι τὸ ἀπολύτως ἀναπαλλο-
1719τρίωτον· δὲν λέγω ὅτι δὲν ὑπάρχουσι καὶ ἐξαιρέσεις· ὁ γε-
1720νικὸς ὅμως κανὼν εἶναι τὸ ἀναπαλλοτρίωτον τῶν Μοναστη-
1721ριακῶν κτημάτων...
1722§146Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
1723κῶν). Τὸ εἶπον καὶ ἐγὼ αὐτό.
1724§147ΛΕΒΙΔΗΣ... Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὅτι, ἐὰν προσδοκᾶται
1725προφανὴς ὠφέλεια τῆς Μονῆς, τότε ἐπιτρέπεται ἡ ἀπαλλο-
1726τρίωσις. Τοῦτο πρέπει νὰ συμβαδίζῃ μετὰ τοῦ ἄλλου δόγ-
1727ματος, ὡς λέγουσιν οἱ Κανόνες, «ἐὰν ἀνάγκη κατεπείγῃ
1728πολλὴ τὴν Ἐκκλησίαν»· ἀνάγκη πολλὴ τουτέστι καὶ
1729ἀναπόδραστος δέον νὰ περιβάλλῃ τὴν Ἐκκλησίαν (ἴδετε
1730Βαλσαμῶνα, ἑρμηνεύοντα τὸν ΚϚʹ Κανόνα τῆς ἐν Καρθα-
1731γένῃ Συνόδου, παρὰ Ράλλῃ καὶ Ποτλῇ «Σύνταγμα τῶν
1732θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων», Τόμ. Γʹ, σελ. 373). Δηλαδὴ,
1733ἄνευ ἀνάγκης, καὶ ἂν πρόκηται νὰ ὠφεληθῇ ἡ Μονὴ, πά-
1734λιν, ὅταν ἡ ἀνάγκη δὲν ᾖναι πολλὴ καὶ κατεπείγουσα, ἡ
1735ἀπαλλοτρίωσις δὲν ἐπιτρέπεται, διότι ὁ γενικὸς κανὼν εἶ-
1736ναι, ὅτι οὕτω πως αἱ Μοναὶ δύνανται νὰ θάλλωσι, δύνανται
1737νὰ εὐημερῶσι, δύνανται νὰ προκαλῶσι τὰς δωρεὰς τῶν πι-
1738στῶν. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ταῦτα ἐνομοθετοῦν-
1739το, τὰ ἔτι καὶ νῦν ὅμως ἰσχύοντα.
1740Ἀληθῶς, ὅταν ἕκαστος, βουλόμενος νὰ δωρήσηταί τι πρὸς
1741τὴν Μονὴν, ᾖναι βέβαιος, ὅτι τὸ κτῆμα ἐκεῖνο τὸ ἀκίνητον
1742θέλει παραμείνει τῇ Μονῇ εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα, εὐκόλως
1743προβαίνει εἰς τὴν δωρεὰν, διότι τοῦτο κυρίως ἐπιθυμεῖ ὁ δω-
1744ρητής. Ἰδοὺ ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς, ποία εἶναι ἡ ἀφορμὴ ὅλων
1745τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων, Ἐκκλησιαστικῶν διατά-
1746ξεων βασιζομένων εἰς ἱεροὺς Ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς
1747Κανόνας, εἰς ἱερὰς Παραδόσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς
1748Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας.
1749Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ ἀναφέρῃ τις νόμους, ἵνα ἀπο-
1750δείξῃ ταῦτα; Ὑπάρχει πληθὺς τοιούτων, οὐδαμῶς πρὸς
1751ἀλλήλους ἀντιμαχομένων. Ἐὰν ἀναγνώσωμεν τὰ κείμενα
1752αὐτὰ, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι τὸ ἓν ἐπέρχεται εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ
1753ἄλλου, καὶ ἀποτελοῦσιν, οὕτως εἰπεῖν, ἅλυσιν συνεχῆ καὶ
1754ἀδιάσπαστον, δι’ ἧς περιβάλλουσι καὶ προστατεύουσι τὰ
1755συμφέροντα τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας, δι’ ἧς ἀνέπαφον
1756διατηροῦσι καὶ δεσμεύουσι τὴν ἀκίνητον Μοναστηριακὴν
1757περιουσίαν.
1758Θέλετε τὴν ἀρχαίαν νομοθεσίαν, ὡς πρὸς τὸ κατὰ γενικὸν
1759κανόνα ἀναπαλλοτρίωτον; Ἰδού. Κανὼν τῶν Ἁγίων Ἀπο-
1760στόλων ΛΗʹ ἐν «Συντάγματι Ράλλη καὶ Ποτλῆ», Τόμ. Βʹ,
1761σελ. 52.—Κανὼν τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ Συνόδου ΙΕʹ, αὐτόθι, Τόμ.
1762Γʹ, σελ. 50.—Κανὼν τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου ΚΔʹ, αὐ-
1763τόθι, σελ. 166.—Κανὼν τῆς ἐν Χαλκηδόνι Δʹ Οἰκουμενικῆς
1764Συνόδου ΚΔʹ, αὐτόθι, Τόμ. Βʹ, σελ. 271.—Κανὼν τῆς ἐν
1765Καρθαγένη Συνόδου ΚϚʹ, αὐτόθι, Τόμ. Γʹ, σελ. 372.—
1766Κανὼν τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου ΛΓʹ, αὐτόθι, σελ. 390.—
1767Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας Κανὼν Βʹ, αὐτόθι, Τόμ. Δʹ, σελ.
1768358.—Περὶ τῶν διατάξεων τοῦ Πολιτικοῦ Δικαίου ἴδετε Κ.
1769Μ. Ράλλη «περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς περι-
1770ουσίας κατὰ τὸ δίκαιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλη-
1771σίας» (1893) σελ. 9–10, καὶ τὰς αὐτόθι πηγὰς τῶν νό-
1772μων.—Ἔτι Κανὼν τῆς ἐν Νικαίᾳ τὸ Βʹ Ζʹ Οἰκουμ. Συνό-
1773δου ΙΒʹ, ἐν Συντάγματι Ράλλη καὶ Ποτλῆ, Τόμ. Βʹ, σελ.
1774592.—Κανὼν τῆς ἐν Τρούλλῳ Ϛʹ Οἰκ. Συνόδου ΜΘʹ, αὐ-
1775τόθι, σελ. 423.—Κανὼν τῆς ἐν Νικαίᾳ τὸ Βʹ Ζʹ Οἰκουμ.
1776Συνόδου ΙΓʹ, αὐτόθι, σελ. 612.—Φωτίου Νομοκάνων, Τίτλ.
1777Βʹ, Κεφ. Βʹ, Τίτλ. Ιʹ, Κεφ. Βʹ καὶ Δʹ, Τίτλ. ΙΑʹ, Κεφ. Αʹ,
1778αὐτόθι, Τόμ. Αʹ, σελ. 108, 238–239, 247.—Ματθαίου
1779τοῦ Βλάσταρη, Σύνταγμα κατὰ στοιχεῖον Εʹ, Κεφ. ΙϚʹ,
1780αὐτόθι, Τόμ. Ϛʹ, σελ. 267.—Μάμουκα «Τὰ Μοναστηριακὰ»,
1781σελ. κʹ, καὶ αἱ αὐτόθι πηγαὶ ἐπίσης ὡς πρὸς τὴν ἀρχαιοτέ-
1782ραν νομοθεσίαν.
1783Ὡς πρὸς τὴν νεωτέραν δὲ νομοθεσίαν διὰ τὸ ἀναπαλλο-
1784τρίωτον κατὰ γενικὸν κανόνα τῆς ἀκινήτου Μοναστηριακῆς
1785νομοθεσίας ὑπάρχουσιν αἱ ἑξῆς διατάξεις: Διάταγμα Κυβερ-
1786νήτου 15 Μαΐου 1829 ἔτους, ὑπ’ ἀριθ. 12464.—Ἐγκύκλιος
1787τῆς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύ-
1788σεως Γραμματείας τῆς Ἐπικρατείας ὑπ’ ἀριθ. 2624 τῆς 26
1789Φεβρουαρίου 1834 ἔτους (§ εʹ).—Ἐγκύκλιος τῆς αὐτῆς Γραμ-
1790ματείας ὑπ’ ἀριθ. 1033 τῆς 19 Ἰουλίου 1835 ἔτους.—Βα-
1791σιλικὸν Διάταγμα τῆς 28 Ἰουλίου 1858 ἔτους (ἄρθρ. θʹ).—
1792Μάμουκα «Τὰ Μοναστηριακὰ», σελ. καʹ, καὶ σελ. 40–41,
179317–19, 65–66, 1–14, ἔνθα εὕρηνται αἱ ῥηθεῖσαι δια-
1794τάξεις.
1795Περὶ πάντων ὅμως τούτων δύνασθε νὰ ἴδητε, ἐὰν θέλητε,
1796καὶ τὰς ἐμὰς μελέτας αʹ) «Τὰ ἐν Ρουμανίᾳ Ἑλληνικὰ Μο-
1797ναστηριακὰ κτήματα» (1893) καὶ βʹ) «Τὰ Μοναστηριακὰ ἀκί-
1798νητα κτήματα» (1897).
1799Εἶναι δὲ γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ Ἐκκλησιαστικὸν ἡμῶν,
1800τὸ Κανονικὸν Δίκαιον, ὑπὸ τὸν ὅρον «ἐκποίησις» ἐννοεῖ καὶ
1801πᾶσαν πρᾶξιν, δι’ ἧς βλάπτεται ἡ τῆς Ἐκκλησίας περιουσία
1802(ἴδετε τὰς πηγὰς τῶν νόμων ἐν τῇ δευτέρᾳ τῶν Μελετῶν
1803μου, περὶ ἧς εἶπον πρὸ ὀλίγου, σελ. 18).
1804Πότε δὲ ἐπιτρέπεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν Μοναστηρια-
1805κῶν κτημάτων; Ὑπάρχουσι περιστάσεις ὡρισμέναι, ἃς λε-
1806πτομερῶς διαγράφουσιν οἱ νόμοι (οὓς δύνασθε νὰ ἴδητε αὐτόθι
1807ἐν σελ. 18–19). Ἀπαιτοῦνται ὅμως πάντοτε: αʹ) εὔλογος
1808αἰτία, βʹ) ἀνάγκη πολλή, κατεπείγουσα καὶ προκειμένη τῆς
1809Ἐκκλησίας, καὶ γʹ) ἀκίνητον πάντως ἀπρόσοδον, διότι τὸ ἔχον
1810πρόσοδον ὅπως δήποτε δὲν ἐκποιεῖται.
1811Δὲν ἐπιθυμῶ, Κύριοι, ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν προσο-
1812χὴν τῆς Βουλῆς, καίτοι ἐδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι, ἐὰν
1813ἐν τῇ διεπούσῃ ἡμᾶς νομοθεσίᾳ ὑπάρχῃ σύστημα διατάξεων
1814σαφῶν, ἀναμφισβητήτων καὶ οὐδαμῶς δυναμένων νὰ συζητη-
1815θῶσιν, εἶναι τὸ σύστημα τῶν διατάξεων αὐτῶν τοῦ Κανονικοῦ
1816ἡμῶν Δικαίου. Ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, καὶ ὁ ἀδαέστατος
1817περὶ τὸ Κανονικὸν Δίκαιον, καταφεύγων εἰς τὸ πρῶτον ἐγ-
1818χειρίδιον, τὸ πραγματευόμενον τὰ περὶ τούτου, θέλει δυνηθῆ
1819εὐχερῶς νὰ πεισθῇ, ὅτι κανὼν κατὰ τὸ ἡμέτερον Κανονικὸν
1820Δίκαιον ἀπαράβατος, κανὼν προκύπτων ἐξ ὅλου τοῦ Ἐκ-
1821κλησιαστικοῦ καθεστῶτος, ἐνισχυθέντος διὰ τοῦ Συντάγμα-
1822τος, εἶναι τὸ ἀναπαλλοτρίωτον τῆς Μοναστηριακῆς περιου-
1823σίας, ὅτι ἐξαίρεσις εἶναι τὸ ἀπαλλοτριωτὸν, ἐξαίρεσις, βάσιν
1824ἔχουσα, οὐχί, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργός, τὸ συμφέρον
1825τῆς Μονῆς, ἀλλὰ τὴν πολλὴν, τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην τῆς
1826Μονῆς. Μόνον τότε ἀπαλλοτρίωσις Μοναστηριακῆς περιου-
1827σίας ἐπιτρέπεται.
1828Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν,
1829ὁ παντὸς ἄλλου περὶ τὰ τοιαῦτα ὁμολογουμένως εἰδημονέ-
1830στερος, θέλει ἐν καιρῷ τῷ δέοντι φροντίσει, ὅπως παρα-
1831σκευάσῃ νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἥτις ν’ ἀποτρέψῃ ἐν τῷ μέλ-
1832λοντι ν’ ἀκουσθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου αἱ ἀσχημίαι,
1833ἃς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας πάνυ ἀξιεπαίνως ἀπὸ τοῦ
1834βήματος τούτου ἐκαυτηρίασε καὶ κατεδίκασε.
1835§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύο αἰτήσεις καταθέτω (ἀνα-
1836γιγνώσκει): «Αʹ) Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
1837Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς προϋπολογι-
1838σμοὺς τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901 τῶν Μονῶν Πετράκη καὶ
1839Πεντέλης, ὡς καὶ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν εἰρημένων ἐτῶν
1840τῶν μνημονευθεισῶν Μονῶν, οἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Νο-
1841μαρχίαν, εἴτε ἂν οὗτοι ἐνεκρίθησαν, εἴτε καὶ ἂν τυγχάνω-
1842σιν ἔτι ἐκκρεμεῖς.»
1843»Βʹ) Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς
1844νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ἐγκριθέντας προϋπολογι-
1845σμοὺς τῶν δήμων Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς τῶν ἐτῶν 1900
1846καὶ 1901 καὶ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν εἰρημένων ἐτῶν τῶν
1847μνημονευθέντων δήμων, οἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Νομαρ-
1848χίαν, εἴτε ἂν οὗτοι ἐνεκρίθησαν, εἴτε καὶ ἂν τυγχάνωσιν ἔτι
1849ἐκκρεμεῖς.»
1850§149ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1851§150Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος προλα-
1852λήσας, διστάζω νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ
1853ὁποῖον εἶπεν, ὅτι δηλ. τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος, κα-
1854θιεροῦν τὴν ἐφαρμογὴν ἐν τῇ διοικήσει τῆς Ἐκκλησίας τῶν
1855Κανόνων τῶν Συνόδων καὶ τῶν ἱερῶν Παραδόσεων, ἐνόησε
1856μόνον ὡς πρὸς τὸ δογματικὸν μέρος νὰ ἐφαρμόζωνται οὗτοι.
1857Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ἦτο δυνατὸν, Συνέλευσις Ἐθνικὴ, παρα-
1858λαβοῦσα ἐκ τοῦ παρελθόντος τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Ὀρθόδο-
1859ξον ὠργανισμένην ἀνεξαρτήτως τοῦ πολιτικοῦ Κράτους, νὰ
1860εἴπῃ, ὀργανίζουσα τὸ νέον Κράτος, ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὴν
1861ἐφαρμογὴν τῶν Κανόνων αὐτῶν καὶ ὡς πρὸς τὸ μὴ δογμα-
1862τικὸν μέρος αὐτῶν, ἀφοῦ μένει, ἐννοεῖται, πάντοτε ἐλευθέρα
1863ἡ Πολιτεία νὰ κανονίζῃ ἄλλως τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκ-
1864κλησίας, ἐὰν τὸ ἐγκρίνῃ, ὡς πρὸς τὸ μὴ δογματικὸν μέρος.
1865Ἡ Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει μόνον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν
1866δογματικῶν Κανόνων, ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει καὶ διὰ πλεί-
1867στων ἄλλων λειτουργιῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δυνάμεθα νὰ
1868φαντασθῶμεν Ἐκκλησίαν ἐν ἐλευθέρῳ Κράτει· ὑπάρχει ἡ ἱε-
1869ραρχία ἡ ἐκκλησιαστική, ὑπάρχει ἡ πειθαρχία, ἡ πειθαρ-
1870χικὴ ἐξουσία, ὑπάρχουν αἱ σχέσεις αὐτῆς μετὰ τῆς Πολι-
1871τείας. Ὅλα ταῦτα πῶς θὰ κανονισθῶσι, πρὶν ἔλθωσι νέοι
1872νόμοι, οἱ ὁποῖοι νὰ κανονίσωσιν αὐτά; Βεβαίως διὰ τῶν ἱε-
1873ρῶν Κανόνων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦ νέου Κράτους ἡ θέλη-
1874σις ἦτο νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ Ἐκκλησία κυρίως δογματικῶς, νὰ
1875λειτουργῇ δὲ κατὰ τὰ ἄλλα ὑπὸ τὸν ὅρον, ἂν νέοι νόμοι δὲν
1876ἤθελον κανονίσει ἄλλως, δηλαδὴ δυνάμει τῶν αὐτῶν Κα-
1877νόνων, ἐφ’ ὅσον τὰ τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐκανονίσθησαν, εἴτε
1878δι’ εἰδικῶν νόμων, εἴτε δι’ ἄλλων διατάξεων, διαφόρως· ἄλ-
1879λως, νὰ ἐφαρμόζωνται οἱ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ Κανό-
1880νες τῶν Συνόδων, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν δογματικὴν καὶ
1881ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν διοικητικήν. Διότι πῶς εἶναι δυνατόν,
1882ἐλεύθερον Κράτος, τὸ ὁποῖον τὴν ὕπαρξίν του ὀφείλει κατὰ
1883μέγα μέρος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, τὸ ὁποῖον ἔζησεν ὑπὸ τὴν
1884ἐκκλησιαστικὴν ἐξουσίαν τῶν Μητροπολιτῶν καὶ τῶν Ἐπι-
1885σκόπων ἐπὶ αἰῶνας, πῶς εἶναι δυνατόν, τὸ ἐλεύθερον Κρά-
1886τος νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὸν τετρακοσιετῆ αὐτὸν ὀργανικὸν
1887βίον, ὁ ὁποῖος μᾶς διεφύλαξεν οὐ μόνον θρησκευτικῶς, ἀλλὰ
1888καὶ πολιτικῶς;
1889Οὐδεὶς, κύριε Πρόεδρε, ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐξου-
1890σία ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἁλώσεως διεχειρίσθη καὶ τὴν πολι-
1891τικὴν ἐξουσίαν τοῦ Γένους, καὶ ἐφήρμοσεν οὐ μόνον ἐπὶ ἐκεί-
1892νων, τὰ ὁποῖα καὶ σήμερον ἀναγνωρίζονται ὡς δικαιοδοσία
1893ἐκκλησιαστικὴ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἀντικειμένων τῆς πολιτικῆς
1894ἐξουσίας καὶ δικαιοδοσίας, διατάξεις πολιτικάς, καὶ ἐξουσίαν
1895ἐντελῶς πολιτικῆς φύσεως. Τοιαύτην μάλιστα ἐξουσίαν ἡ
1896Ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ ἡμῶν εἶχε καὶ πρὸ τῆς κατακτήσεως,
1897διότι βέβαιον εἶναι, ὅτι οἱ Πατριάρχαι, ἀφ’ ἧς ἀπεχωρίσθη-
1898σαν τοῦ Αὐτοκράτορος, παρέλαβον καὶ πολιτικὴν ἐξουσίαν
1899ἀπὸ τῶν Αὐτοκρατόρων καὶ εἶχον κατὰ τὴν ἅλωσιν δια-
1900τηρηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κατακτητοῦ. Λοιπὸν δὲν ἦτο δυνατόν,
1901τὸ νέον ἡμῶν Βασίλειον μετὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν νὰ μὴ ἀνα-
1902γνωρίσῃ οὐδεμίαν ἐξουσίαν εἰς τὴν Ἐκκλησιαστικὴν Ἀρχήν.
1903Ἐτροποποίησε βεβαίως τὰ τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ καὶ διε-
1904τήρησε πλεῖστα καὶ σπουδαιότατα δικαιώματα αὐτῆς. Διὰ
1905τοῦτο καὶ σήμερον πρέπει νὰ δεχώμεθα τοὺς Κανόνας τῶν
1906Ἀποστόλων καὶ τῶν Συνόδων, καὶ νὰ ἐφαρμόζωμεν αὐτοὺς
1907ἐν πᾶσι τοῖς θέμασιν, ἐπὶ τῶν ὁποίων νέοι νόμοι δὲν ἐκα-
1908νόνισαν ἄλλως. Συνεπῶς συμφωνῶ μετ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπο-
1909στηρίζουν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν Μο-
1910ναστηριακῶν κτημάτων δὲν μετεβλήθησαν ἄλλως διὰ νεω-
1911τέρου νόμου, πρέπει νὰ διέπωνται ἀπὸ τοὺς Κανόνας τῶν Συν-
1912όδων καὶ τὰς Παραδόσεις, αἱ ὁποῖαι πάντοτε διεῖπον αὐτά,
1913ἑπομένως ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν πρέπει νὰ κριθοῦν καὶ πᾶ-
1914σαι αἱ πράξεις, αἵτινες κατηγγέλθησαν σήμερον ὑπὸ τοῦ ἐξ
1915Εὐρυτανίας ἐντίμου Βουλευτοῦ. Πᾶσα νεωτέρα διάταξις πρέ-
1916πει νὰ κατισχύσῃ βεβαίως, ἂν ἐκανόνισεν ἄλλως τὰ τῆς ἀπαλ-
1917λοτριώσεως Μοναστηριακῆς ἰδιοκτησίας· ἐν ὅσῳ ὅμως δὲν με-
1918τέβαλέ τι τῶν Κανόνων, οὗτοι πρέπει νὰ ἐξακολουθῶσιν ἰσχύ-
1919οντες, καὶ ἀπαρεγκλίτως νὰ ἐφαρμόζωνται.
1920§151Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ ἔχει σπουδαιότητα τὸ ζήτημα,
1921νομίζω ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι προκεχωρηκυῖα ἡ ὥρα, πρέπει
1922νὰ ἐξετασθῇ μετ’ ἐπιστασίας· διὰ τοῦτο λαμβάνω καὶ ἐγὼ
1923τὸν λόγον, ὅπως εἴπω βραχέα τινά.
1924Μοὶ φαίνεται παράδοξον, πῶς ὑπεστηρίχθη, ὅτι τὸ Ἑλ-
1925ληνικὸν Σύνταγμα ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ τὸ ἐπιβλητικὸν
1926τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Κανόνων καὶ τῶν ἱερῶν Παραδόσεων
1927καὶ ὡς πρὸς τὸ διοικητικὸν μέρος τῆς Ἐκκλησίας ἐν πάσῃ
1928τῇ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως. Βεβαίως δυνάμει τοῦ Συντάγματος
1929οὐ μόνον ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν διατελεῖ ἐν πληρεστάτῃ ἑνώσει
1930κατὰ τὸ δογματικὸν μέρος πρὸς πᾶσαν ἄλλην Ἐκκλησίαν,
1931καὶ εἰδικώτερον πρὸς τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν ἐν Κωνσταν-
1932τινουπόλει, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ τελετουργικὸν καὶ λειτουργι-
1933κόν, ἤτοι κατὰ πάντα τὰ ἔχοντα σχέσιν πρὸς τὴν ἐκδή-
1934λωσιν τῆς εἰς τὸ δόγμα πίστεως, τὴν ἐξωτερικὴν, δηλονότι
1935τὰς ἱερὰς τελετάς. Βεβαίως ἡ ἡμετέρα Πολιτεία δὲν δύνα-
1936ται, δυνάμει τοῦ Συντάγματος, νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ὁρισθῇ, ὅτι
1937δύναται οὗτος ἢ ἐκεῖνος ἐκ τῶν εἰς τὴν ἡμετέραν Ἐκκλη-
1938σίαν ἀνηκόντων Ἐπισκόπων ἢ ἱερέων νὰ φέρῃ ἄλλου εἴδους ἱε-
1939ρατικὴν ἐνδυμασίαν παρὰ τὴν ὑπὸ τῶν Παραδόσεων καθιε-
1940ρωμένην, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ μεταβληθῇ τὸ σημεῖον τοῦ
1941Σταυροῦ, καὶ οὕτω καθεξῆς. Καταδήλως ἡ ἱερατικὴ ἀμφίε-
1942σις, ἢ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ δόγμα,
1943κυρίως εἰπεῖν· ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι ἀμετάβλητον, διότι κατὰ
1944τοῦτο εἶναι ἡνωμένη ἡ Ἐκκλησία, εἶναι ἡνωμένη ἡ Ἐκκλη-
1945σία οὐ μόνον δογματικῶς, ἐν τῇ κυρίᾳ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως,
1946ἀλλὰ καὶ τελετουργικῶς καὶ λειτουργικῶς. Ἀναμφισβητή-
1947τως ὅμως δὲν εἶχε σκοπὸν ὁ νομοθετήσας τὸ Σύνταγμα νὰ
1948ὑποβάλῃ εἰς τὰς Παραδόσεις κατὰ τὰ ἄλλα τὴν διοίκησιν
1949τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν τοῦτο συνέβαινε, βεβαίως
1950εὑρισκόμεθα ἡμεῖς κατὰ πάντα ἐν τῇ παρανομίᾳ, διότι πρὸς
1951τοὺς Ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς Κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς
1952Παραδόσεις δὲν συμφωνεῖ ποσῶς ἡ χειροτονία τῶν Ἐπισκό-
1953πων, ὡς διεξάγεται παρ’ ἡμῖν, καὶ ἡ συγκρότησις τῆς Ἱε-
1954ρᾶς Συνόδου, καταρτισθεῖσα δυνάμει πολιτικῶν νόμων, ψη-
1955φισθέντων ὑπὸ τῆς παρ’ ἡμῖν νομοθετικῆς ἐξουσίας.
1956Ὅτε ἠλευθερώθη ἡ Ἑλλὰς, ἐπεκράτησαν δύο γνῶμαι·
1957ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, ὅτι πρέπει ἀκριβῶς ἡ ἐλευθερωθεῖσα
1958Ἑλλὰς νὰ διατελῇ ἡνωμένη κατὰ πάντα μετὰ τῆς Μεγάλης
1959Ἐκκλησίας, κατ’ οὐδὲν μεταβάλλουσα ὅ,τιδήποτε, μὴ κα-
1960θιεροῦσα δὲ κἂν τὸ αὐτοκέφαλον τὸ καθιερωθὲν, διότι τοῦτο
1961βεβαίως ἀντίκειται εἰς τὰ τεθεσπισμένα ὑπὸ τῶν θείων Κα-
1962νόνων καὶ τῶν ἱερῶν Παραδόσεων. Ἀλλ’ ἐν τούτοις κατί-
1963σχυσεν ἡ ἑτέρα γνώμη, ὅτι πρέπει νὰ καθιερωθῇ παρ’ ἡμῖν
1964αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία, μηδαμῶς μὲν ἐξαρτωμένη ἀπὸ τῆς
1965ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης Ἐκκλησίας, διοικουμένη
1966δὲ ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Ἑλληνικῆς
1967Κυβερνήσεως, κατὰ νόμους ψηφιζομένους ὑπὸ τῆς νομοθετι-
1968κῆς ἐξουσίας τῆς χώρας.
1969Κατὰ τὸ ἔτος 1833 ἡ Ἀντιβασιλεία, ἐμπνεομένη ὑπὸ
1970τῶν εἰσηγήσεων ἑνὸς τῶν ἐξεχόντων θεολόγων τῆς πατρίδος
1971ἡμῶν, τοῦ μακαρίτου Φαρμακίδου, τοῦ καὶ Πυριφλεγέθοντος
1972ὀνομασθέντος, διὰ τὸ καυστικὸν τοῦ ὕφους καὶ τὸ τολμηρὸν
1973τῶν ἐπιχειρημάτων, ἐξέδωκε τὸ ὀνομαζόμενον «Διάταγμα
1974περὶ ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας», Διάταγμα
1975δηλαδὴ, ὅπερ καθόλου ἀπετέλεσε τὴν ἀπόσπασιν ἡμῶν ὡς
1976ὀρθοδόξων χριστιανῶν ἀπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, καὶ τὴν
1977ὑποταγὴν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν πολιτικὴν
1978ἐξουσίαν. Τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ὥριζε, ῥητῶς μάλιστα, ὅτι
1979ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς ἦτο ὁ Βασιλεύς· κα-
1980θιέρου προσέτι, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀποτελεῖται ἐκ τριῶν
1981Ἀρχιερέων, συνέδρων μελῶν ὀνομαζομένων, καὶ δύο παρέδρων
1982πρεσβυτέρων.
1983Ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία οὐδόλως ἠθέλησε ν’ ἀναγνωρίσῃ
1984τοιαύτην ἀντικανονικὴν κατάστασιν καὶ οἱονεὶ ἀνορθόδοξον,
1985ἥτις ὅμως ἐστηρίζετο εἰς ἓν προηγούμενον, ὅπερ εἶχεν ἐπι-
1986κρατήσει, τὸ προηγούμενον δηλαδὴ τῆς ἀναγνωρίσεως αὐτο-
1987κεφάλου Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας. Ἐπὶ Μεγάλου Πέτρου ἐθεω-
1988ρήθη ὀρθὸν νὰ καθιερωθῇ ἐκεῖ αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία, ὑπὸ
1989Ἱερὰν Σύνοδον πενταμελῆ, καὶ ὁ Θεοφάνης Προκόποβιτς,
1990εἷς τῶν ἐξεχόντων θεολόγων τῆς Ρωσσίας, κατήρτισε τότε
1991ἀκριβῶς τὸ Σύνταγμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσικῆς. Καὶ
1992αὐτὸ ἡμεῖς ἀντεγράψαμεν, μεταβαλόντες ὅμως κατά τι, δύ-
1993ναταί τις νὰ εἴπῃ, ἐπὶ τὸ ἀνορθοδοξότερον, διότι βεβαίως
1994ὅλως ἀνορθόδοξον ἦτο τὸ νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ὦσι μέλη τῆς
1995Συνόδου πρεσβύτεροι. Ἐπῆλθε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843, καὶ
1996τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ὥρισεν, ὅτι εἶναι ἡνωμένη δογματικῶς
1997ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία μετὰ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ
1998πάσης ἄλλης ὁμοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐν τούτοις μετὰ τοῦ
1999Συντάγματος συνέζησε μέχρι τοῦ 1852 τὸ Διάταγμα περὶ
2000ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Κατὰ τὸ 1852,
2001εἶναι ἀληθές, ὅτι μετερρυθμίσθησαν οἱ περὶ Ἐκκλησίας νό-
2002μοι, καὶ ἐδόθη ὑπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἡ συγκατά-
2003θεσις εἰς τὴν τοιούτου εἴδους διαβίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκ-
2004κλησίας, ὑπὸ ὅρους τινὰς, ὑπὸ τὸν ὅρον δηλαδὴ νὰ λαμβά-
2005νωμεν τὸ Μύρον παρὰ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, νὰ μνημο-
2006νεύωμεν τοὺς Πατριάρχας ἐν τοῖς διπτύχοις...
2007§152Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἦναι Πρόεδρος τῆς Συν-
2008όδου ὁ Μητροπολίτης.
2009§153Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Διαρκὴς Πρόεδρος, ἐνῷ κατὰ τὸ πα-
2010λαιὸν Διάταγμα, τὸ τοῦ 1833, διωρίζετο ἐν οἱαδήποτε ὥρᾳ
2011ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἷς τῶν Ἐπισκόπων τοῦ Κράτους...
2012Ἐθεσμοθετήθησαν ὅμως καί τινες διατάξεις, βεβαίως ἀντι-
2013κείμεναι εἰς τὸ ἀνεξάρτητον τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ἀνεξάρτη-
2014τον ἀπέναντι τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς. Καὶ τοιούτου εἴδους διά-
2015ταξις εἶναι ἡ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, τὴν ὁποίαν ἐκάκισε,
2016καὶ ἐκάκισε πολὺ δριμέως, θιασώτης ὢν διάπυρος τῆς καὶ ὑπὸ
2017διοικητικὴν ἔποψιν τηρήσεως τῶν καθιερωμένων ἐν τῇ Ἐκκλη-
2018σίᾳ, μεγαλοφυὴς ἀνὴρ τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, ὁ ἐπιφανέστα-
2019τος τῶν ῥητόρων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, συμπάσης ἴσως
2020τῆς χριστιανωσύνης ἀπὸ τῶν χρόνων τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ
2021ἀείμνηστος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων. Εἰρήσθω μάλιστα ἐν
2022παρόδῳ, ὅτι καὶ ἐγὼ ἀνήκω εἰς τοὺς φρονοῦντας, ὅτι ἡ πο-
2023λιτεία, τὴν ὁποίαν τότε ἠκολούθησεν ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ ζητή-
2024ματι τῆς Ἐκκλησίας, τῆς βιαίας αὐτῆς ἀποσπάσεως ἀπὸ τῆς
2025Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ τῆς καθυποτάξεως αὐτῆς εἰς τὴν
2026πολιτικὴν ἀρχὴν, ἐπήνεγκε καιρίαν βλάβην εἰς τὰ Ἑλλη-
2027νικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο παραδέχομαι, φρονῶ ἀναγ-
2028καίως, ὅτι τὸ ἀντίθετον ἰσχύει, δηλονότι ἰσχύει, ὅτι τὰ τῆς
2029διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τῶν κο-
2030σμικῶν ἡμῶν νόμων καὶ οὐχὶ ἀπὸ τῶν ἀρχαίων Κανόνων καὶ
2031παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας. Τοῦτο ἀκριβῶς προκύπτει ἐκ
2032τῆς ὅλης συνεχείας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἡμῶν βίου, ὃν ἐξέ-
2033θηκα ὑπέρ τὸ δέον περιληπτικῶς διὰ τὸ προκεχωρηκὸς τῆς
2034ὥρας.
2035§154Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω πά-
2036λιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐνθυμηθῇ νὰ λά-
2037βῃ καὶ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας σχετικὰς,
2038τὰς ἑξῆς: Ἠκούσαμεν μεταξὺ ἄλλων παραδόξων, ὅτι ἡ Μο-
2039νὴ Πετράκη ἐδώρησεν οἰκόπεδον, κατ’ ἄλλους μὲν 30 στρεμ-
2040μάτων, κατ’ ἄλλους δὲ 50 στρεμμάτων, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ
2041ὡς σκοπευτήριον εἰς τὴν «Ἑταιρείαν τῆς Σκοποβολῆς» ἀλλ’
2042ἠκούσαμεν συγχρόνως, ὅτι τὸ οἰκόπεδον τοῦτο περιῆλθε, δὲν
2043ἠξεύρομεν πῶς, εἰς ἰδιώτην τινὰ, διότι ἡ Ἑταιρεία τὸ ἐπε-
2044βάρυνε μὲ ἐνυπόθηκον δάνειον. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ζη-
2045τήσῃ πληροφορίας ὁ κ. Ὑπουργός: πρῶτον, διὰ τίνος νομί-
2046μου τρόπου περιῆλθεν εἰς τὴν κυριότητα τῆς ἑταιρείας ταύ-
2047της τὸ οἰκόπεδον τοῦτο; δεύτερον, μετὰ τίνος συνεβλήθη ἡ
2048Τράπεζα περὶ συντάξεως δανείου ἐνυποθήκου; πόσον ἦτο τὸ
2049δάνειον αὐτό; τίνα σκοπὸν εἶχε καὶ εἰς τί ἐχρησίμευσε; τρί-
2050τον, διὰ τίνος νομίμου τρόπου ἀκριβῶς,—διότι ἠκούσαμεν
2051ὅτι ἐγένετο πλειστηριασμὸς καὶ κατεκυρώθη εἰς τὴν Τρά-
2052πεζαν, ἀλλ’ ἀκριβῶς δὲν ἐνοήσαμεν περὶ τίνος πρόκειται.—
2053διὰ τίνος νομίμου τρόπου περιῆλθε κατόπιν εἰς τὴν κυριό-
2054τητα τοῦ κ. Ἰωάννου Εὐταξία;
2055§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
2056Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2057Ὁ κύριος Καραπᾶνος καλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν χθὲς δια-
2058κοπεῖσαν ἀγόρευσίν του ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσό-
2059δων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902.
2060§156ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἶναι τρεῖς ἡ
2061ὥρα, κύριε Πρόεδρε!
2062§157Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ ὥρα εἶναι
2063λίαν προκεχωρημένη... (ἆ! ἆ! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μὴ ἐξά-
2064πτεσθε! Ἐὰν μέχρι τῆς ὥρας ταύτης ἐκοιμᾶσθε, καὶ ἤδη
2065ἐξυπνήσατε διὰ ν’ ἀκούσητε τὴν ἀγόρευσιν, ἔχετε δίκαιον.
2066Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, καὶ ἡ
2067Βουλὴ, κεκμηκυῖα οὖσα, δὲν δύναται ν’ ἀκούσῃ τοιαύτην σο-
2068βαρὰν συζήτησιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, προτείνω νὰ δια-
2069κόψῃ ἡ Βουλὴ τὴν συνεδρίασιν.
2070§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε δηλαδὴ τὴν ἀναβολήν;
2071§159Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βεβαίως.
2072§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ἐρω-
2073τηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀναβολῆς;
2074§161Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μάλιστα.
2075§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15;
2076§163Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἴμεθα.
2077§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔ-
2078ριον λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέ-
2079γουσιν Ὄχι.
2080(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπι-
2081τήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Περ. Ἀλεξάκη καὶ
2082Κ. Ἀλαμάνου, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρω-
2083τόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2084Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΟΔημ. Καραγιάννης
2085Γεώργιος Κυριαζῆς ΟἈντώνιος Καρτάλης
2086Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Κωνστ. Τοπάλης Ο
2087Λεων. Μελετόπουλος Ἀλέξ. Κασσαβέτης
2088Κωνστ. Μωραϊτίνης Ἀργύριος Φιλιππίδης
2089Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΟΝικόλαος Παπαϊωάννου
2090Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Δημήτριος Γίδας
2091Εὐκλείδης Μπίστης
2092Δημοσθ. Καΐρης ΟΝικόλαος Γουλιμῆς Ο
2093Ἀνδρέας Καρατζᾶς ΟἘπαμ. Μαυρομμάτης
2094Κωνστ. Πλατούτσας ΟΠερ. Ἀλεξάκης Ν
2095Μιχαὴλ Κωτσᾶκος Νικ. Σπυρακόπουλος
2096Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος ΝΘεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν
2097Κωνστ. Κοττίκας Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
2098Ἰωάννης Καραπᾶνος Χαρίλαος Διγενόπουλος Ο
2099Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς ΟἈρ. Πετροπουλάκης
2100Στέφανος Δραγούμης Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
2101Νικόλαος Λεβίδης ΝΜιχαὴλ Φωτιάδης Ο
2102Θεόδωρος Ρετσίνας Γεώργ. Λιδωρίκης Ο
2103Φωκίων Νέγρης ΟΓεώργ. Ἀνδρίτσος Ο
2104Νικ. Γιαννηκώστας ΟἈρ. Ἀναγνωστόπουλος
2105Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης ΟΜιχαὴλ Στελλάκης Ο
2106 Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος
2107Θεόδωρ. Φλογαΐτης ΟΓεώργιος Λύρας Ο
2108Δημ. Γ. Ράλλης Ἐμμ. Ρέπουλης Ο
2109Γεώργιος Μ. Βενιζέλος ΟΔημήτριος Τσᾶτσος Ο
2110Νικ. Γουναράκης Δημήτριος Τσιτσάρας
2111Κωνστ. Σταυρόπουλος Κωνστ. Ζῶτος Ο
2112Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Γεώργιος Χατζόπουλος Ο
2113Ἀνδρέας Στρᾶτος Διονύσιος Στεφάνου Ο
2114Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟΔιον. Καλούτσης Ο
2115Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Παν. Χοντζόπουλος
2116Γεώργ. Ρώμας Νικ. Τσοῦχλος Ο
2117Ἀνδρ. Σπηλιάδης ΟΧαρ. Κ. Βοζίκης Ο
2118Χρ. Στεφανόπουλος ΟΘεόδ. Πέρρος Ο
2119Χαρίλ. Σπηλιώτης Στέφ. Κοπανίτσας
2120Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΟΓεώργ. Φικιώρης
2121Πέτρος Αὐγερινὸς Μελέτιος Ρουσόπουλος Ο
2122Χρῆστος Δαραλέξης Βρασίδας Λεώπουλος Ν
2123Ἄγγελος Πετραλιᾶς ΟΓεώργιος Μαυρομιχάλης
2124Ἀθαν. Ἀθανασιάδης Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ο
2125Νικόλαος Δαούτης Ν. Καραστέργιος
2126Παναγ. Παπαχατζῆς Δημ. Πιπινόπουλος
2127Σπ. Ι. Μήλιος ΟἸωάν. Γ. Λάππας
2128Βασ. Μαρκεζίνης ΟΝικ. Μπουφίδης
2129Νικήτας Συνοδινὸς ΟΠερ. Βαλαωρίτης Ο
2130Χριστόφορος Ἀσιμῆς Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
2131Τηλέμαχος Δενδρινὸς Γεράσιμος Φίλιππας Ο
2132Παναγ. Μαυροκέφαλος ΟΞενοφ. Κυριαζῆς Ο
2133Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης ΟΒασ. Βασιλειάδης
2134Θεόδ. Ζαΐμης ΟἈθαν. Εὐταξίας
2135Παναγ. Θρ. Ζαΐμης ΟΝ. Τριανταφυλλᾶκος Ο
2136 Παν. Μανέτας
2137Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ἰωάν. Μπακόπουλος
2138Ἡρακλῆς Καλαμπάκας ΟἨλ. Ζέγγελης Ο
2139Γεώργ. Παπαθανασίου Φίλ. Βάρβογλης Ο
2140Περικλῆς Περρωτῆς Ἀθ. Κατριβᾶνος Ο
2141Ἠλίας Μαυρομιχάλης ΟἨλίας Κοσσονᾶκος
2142Γεώργ. Οἰκονομόπουλος ΟΓ. Ἀναστασόπουλος
2143Δημ. Τερτίπης ΟΓ. Νικολαΐδης
2144Τιμολέων Ἀδαμόπουλος Κ. Τρικούπης Ο
2145Κωνστ. Ζωγλοπίτης ΝΛεων. Δεληγεώργης
2146Γεώργ. Φραγκίδης Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
2147Ἰωάν. Καζαμπάκας Δ. Λυμπερόπουλος Ο
2148Σπυρ. Παπαποστόλου Γ. Λυμπερόπουλος Ο
2149Α. Βασιαρδάνης ΟΠερ. Μποῦτος Ο
2150Κωνστ. Σαραφιανός ΟἈριστομ. Προβελέγγιος Ο
2151Γ. Χατζηνικολῆς ΟἈντ. Μάτσας
2152Παναγ. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ο
2153Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ο
2154Γεώργ. Μέρμηγκας ΟἘλευθ. Μυκώνιος
2155Γεώργ. Κόρπας ΟΓεώργ. Σισμάνης
2156Τριαντάφ. Πατρίκιος ΟΔ. Φαρμάκης Ο
2157Γεώργ. Θεοτόκης Γεώργ. Πλατανιώτης
2158Μιχαὴλ Θεοτόκης ΟἨλίας Ποταμιᾶνος
2159Ἀλκίνοος Ζερβὸς ΟΜιχ. Λαμπρυνίδης Ο
2160Γουλ. Σκάρπας ΟΙ. Βοῦρτσος Ο
2161Βασίλ. Σαμοΐλης Ἀθ. Πετσάλης
2162Σπ. Ἀγάθος ΟΚ. Α. Κουμουνδοῦρος
2163Ν. Τριβόλης Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
2164Κ. Ἀλαμᾶνος ΟΓ. Καπετανάκης Ο
2165Κ. Χρηστόπουλος ΟΦώτιος Μοσχούλας
2166Παναγ. Δ. Πετρίδης Ἀσημ. Χριστόπουλος
2167Σωτήρ. Κροκιδᾶς ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος
2168Σπ. Νοταρᾶς Θᾶνος Μπασιᾶς
2169Περ. Μεντζελόπουλος ΟΠαναγῆς Τυπάλδος
2170Δημ. Δημητριάδης Θεόδ. Βελλιανίτης
2171Ἄθως Ρωμᾶνος ΟἈνάργ. Σιμόπουλος Ο
2172Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ἀθ. Παπαθανασίου Ο
2173Ἀντ. Μομφερρᾶτος ΟΠέτρος Μόρης
2174Θεόδ. Μαρκέτος ΟἸωάν. Γ. Ροῦφος Ο
2175Σπ. Ε. Στάης ΟΑ. Παπαγιαννακόπουλος
2176Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης ΟἈπ. Ζάππας Ο
2177Ἀντ. Ρικάκης Θ. Σαρσέντης Ο
2178Ἀχιλ. Χοϊδᾶς Α. Πονηρόπουλος
2179Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Δ. Ἀναστασόπουλος
2180Θᾶνος Ροῦφος Κανακάρης Δ. Παπατσώρης Ο
2181Νικ. Μισυρλῆς ΟΔ. Κατσᾶνος Ο
2182Ν. Καράπαυλος Α. Σκαλτσοδῆμος
2183Γ. Ράλλης ΟΝ. Τζανετόπουλος Ο
2184Σπ. Γκεντιλίνης Γ. Ροδόπουλος Ο
2185Γερ. Ζερβὸς ΟΘεόδ. Λιμπρίτης
2186Κοσμᾶς Δουμπιώτης ΟΙ. Κουντουριώτης Ο
2187Νικόλαος Λεωνίδας ΟΝικ. Τσαμαδὸς Ο
2188Διομήδης Κυριακὸς Παντελῆς Γκίκας
2189Α. Μαυρογορδᾶτος Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ο
2190Α. Λαδόπουλος Κ. Ἀγαθοκλῆς Ο
2191Ν. Βαφειαδάκης Ι. Τσιριμῶκος Ο
2192Α. Βιτάλης Δημ. Κρίτσας Ο
2193Δ. Βοκοτόπουλος ΟΑ. Πλατῆς
2194Ι. Γκιὼν ΟΝικ. Χατζῖσκος
2195Κάρολος Βιτάλης Ν. Καλογερόπουλος Ο
2196Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος ΟΒ. Βουδούρης Ο
2197Γ. Κανούτας ΟΓ. Ἀβέρωφ
2198Νικ. Ταρμπάζης ΟΔ. Κριεζώτης
2199Θεόδ. Κριεμάδης Ἀλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ο
2200Γ. Ραδινὸς ΟΚ. Μιλτ. Κανάρης Ο
2201§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 122. Κατὰ τῆς ἀνα-
2202βολῆς 116, καὶ 6 ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς. Ἑπομένως ἡ πρό-
2203τασις περὶ ἀναβολῆς ἀπερρίφθη.
2204Ὁ κύριος Καραπᾶνος καλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευ-
2205σίν του.
2206§166Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξήτασα κατὰ τὴν χθεσινὴν συν-
2207εδρίασιν τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1902, ἅτινα κατὰ μὲν
2208τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς
2209111,169,375, μετὰ τῶν δηλώσεων δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ
2210τῶν Οἰκονομικῶν ἀναβιβάζονται εἰς δραχμὰς 118,819,375.
2211Εὗρον δέ, ὅτι κατὰ τὰς πιθανότητας, τὰς στηριζομένας ἐπὶ
2212τῶν πραγμάτων, θὰ ἦναι εὐχάριστον, ἂν τὰ ἔσοδα ταῦτα
2213φθάσωσιν εἰς δρ. 112,809,375. Καὶ τὰ μὲν ἔσοδα λογιστικῶς
2214ὑπερτιμῶνται, τὰ ἔξοδα ὅμως αὐξάνουσιν οὐχὶ πλέον λογι-
2215στικῶς, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς. Τὰ ἔξοδα διὰ τὸ ἔτος 1902 ἀνα-
2216βιβάζονται εἰς δραχμὰς 116,572,166, ὑπερτεροῦσι δ’ οὕτω
2217τὰ τοῦ 1901 κατὰ 1,640,000 δρ. περίπου.
2218Χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ σύνολον τῶν λεπτομερειῶν τῶν
2219ἐξόδων, ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τινὰ ἐξ αὐτῶν, ἀφοῦ προηγου-
2220μένως ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν διαρκῶς
2221προοδευτικὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου. Ἐκτὸς
2222τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ ὁποῖον δὲν διευθύνομεν πλέον ἡμεῖς,
2223τὰ ἄλλα ἔξοδα, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἐν γένει διοίκησιν
2224τοῦ Κράτους, ἀναβιβάζονται ἀπὸ 68,372,928 δραχ. κατὰ
2225τὸ 1896 εἰς 84,374,070 δραχμὰς κατὰ τὸ 1902. Εἶναι
2226ἀδιάκοπος καὶ ὑπερβολικὴ ἡ πρόοδος τῶν ἐξόδων τοῦ Κρά-
2227τους. Πρέπει δὲ νὰ ἐπαναλαμβάνηται ἡ ὑπόδειξις τῆς τοι-
2228αύτης αὐξήσεως, ὅπως κατανοηθῇ καὶ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες
2229δὲν ἀσχολοῦνται εἰδικώτερον περὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Δημο-
2230σίου. Εἰς δρ. 69,710,000 ἀνῆλθον ταῦτα κατὰ τὸ 1895,
2231εἰς δρ. 68,372,928 τὸ 1896. Ἀφίνοντες δὲ τὰ ἀνώμαλα
2232ἔτη τοῦ 1897 καὶ 1898, εὑρίσκομεν τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀνερ-
2233χόμενα εἰς δραχμὰς 74,949,573 τὸ 1899, καὶ εἰς δραχμὰς
223477,957,244 τὸ 1900. Διὰ δὲ τὸ 1901 προϋπολογίζονται
2235εἰς δρ. 82,588,077, καὶ διὰ τὸ 1902 εἰς δρ. 84,374,070.
2236Ἐγένετο πολλάκις εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἀνάλυσις καὶ σύγκρισις
2237τῶν οὕτως αὐξανομένων δαπανῶν καὶ κατὰ τὰς παρελθού-
2238σας Συνόδους. Κατὰ τὰς τελευταίας δὲ συνεδριάσεις οἱ προ-
2239λαλήσαντες συνάδελφοι, ἐκτενέστερον δὲ προχθὲς ὁ ἀξιό-
2240τιμος ἐκ Καρυστίας Βουλευτὴς ἐποιήσατο τοιαύτην σύγκρι-
2241σιν καὶ ἀνάλυσιν τῶν καθέκαστα τῶν γενομένων αὐξήσεων.
2242Τοῦτο μὲ ἀπαλλάσσει τοῦ κόπου νὰ εἰσέλθω εἰς ὅλας τὰς
2243λεπτομερείας τῶν ἐξόδων. Νομίζω ὅμως χρήσιμον νὰ ποιή-
2244σωμαι περιληπτικὴν καὶ σύντομον σύγκρισιν αὐτῶν.
2245Ἐν τοῖς ἐξόδοις τῆς ἐν γένει διοικήσεως ὑπάρχουσι δύο
2246κεφάλαια, ὧν ἡ αὔξησις εἶναι ἀναπόφευκτος. Ταῦτα δ’ εἰσὶ
2247τὸ τῶν Μονοπωλίων, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν δι’ αὐτὰ προ-
2248μηθειῶν, τῆς προερχομένης ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προσόδων
2249αὐτῶν, καὶ τὸ τῶν ἀποδόσεων, διότι αὗται ἀφορῶσιν εἰσ-
2250πράξεις ἐνεργουμένας διὰ λογαριασμὸν τρίτων, καὶ ἃς ὀφεί-
2251λει τὸ Δημόσιον νὰ ἀποδώσῃ εἰς οὓς ἀνήκουσι. Μετὰ τὴν
2252ἀφαίρεσιν τῶν δύο τούτων κεφαλαίων δαπανῶν ἔχομεν τὸ
2253ὑπόλοιπον, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὰς δαπάνας ἰδίως τὰς προσω-
2254πικὰς καὶ τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας. Τούτων ποιοῦμαι περι-
2255ληπτικὴν σύγκρισιν. Λαμβάνω πάλιν ὡς ἀφετηρίαν τὸ 1896,
2256διότι τοῦτο εἶναι τὸ ὁμαλώτερον ἔτος πρὸ τοῦ πολέμου. Αἱ
2257δαπάναι αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὰ Μονοπώλια καὶ τὰς ἀπο-
2258δόσεις κατὰ τὸ 1896 ἀνήρχοντο εἰς δρ. 7,504,567. Κατὰ
2259τὸ 1900 αὗται ἀνῆλθον εἰς δρ. 9,689,650, συμπεριλαμ-
2260βανομένου καὶ τοῦ ποσοῦ δρ. 1,493,500, αἱ ὁποῖαι πρέπει
2261νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὡς προερχόμε-
2262ναι ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν
2263ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων. Διὰ τὸ 1901
2264αἱ δαπάναι αὗται προϋπολογίζονται εἰς δραχ. 9,717,000,
2265διὰ δὲ τὸ 1902 εἰς δραχμὰς 9,970,000. Αἱ δὲ δαπάναι αἱ
2266ἀναφερόμεναι καθαρῶς εἰς μισθοὺς προσώπων καὶ εἰς ἔξοδα
2267τῶν τρεχουσῶν ὑπηρεσιῶν ἀνέρχονται διὰ μὲν τὸ 1896 εἰς
2268δρ. 60,868,951, διὰ δὲ τὸ 1900 εἰς δρ. 69,747,261, προ-
2269ϋπολογίζονται δὲ διὰ μὲν τὸ 1901 εἰς δρ. 72,871,000, διὰ
2270δὲ τὸ 1902 εἰς δρ. 74,403,969. Ὥστε διὰ μόνας τὰς δα-
2271πάνας τὰς ἀναφερομένας εἰς τὸ προσωπικὸν καὶ τὰς συνήθεις
2272ὑπηρεσίας ἔχομεν ὑπέρβασιν περίπου 13,535,618 δραχμῶν
2273ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι τοῦ 1902.
2274Τὸ δὲ 1902, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1901, τὸ ἀμέσως προη-
2275γούμενον ἔτος, παρουσιάζει αὔξησιν τῶν τοιούτων προσωπι-
2276κῶν δαπανῶν κατὰ δραχ. 1,532,923. Ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν
2277εἶναι ἀπολύτως μικρὰ, ἐνδεικνύει δὲ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς
2278καθιερωθείσης τάσεως τῶν Κυβερνήσεων, ἵνα ἀδιακόπως
2279ἐπαυξάνωσι τὰς δαπάνας ταύτας. Δὲν προτίθεμαι, ὡς εἶπον
2280ἤδη, νὰ εἰσέλθω εἰς πλήρη ἀνάλυσιν τῶν δαπανῶν καὶ τῶν
2281αὐξήσεων αὐτῶν. Νομίζω ὅμως ἀναγκαῖον νὰ ἐξετάσω τὸ
2282ποιὸν καὶ τὸν χαρακτῆρα τῶν αὐξήσεων, αἵτινες προτείνον-
2283ται διὰ τὸ 1902, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1901, ὅπως ἴδωμεν,
2284ἂν αὗταί εἰσιν αὐξήσεις δαπανῶν ἐπιβαλλομένων καὶ ἀπο-
2285λύτως ἀναγκαίων, ἢ ἂν πρέπει νὰ τὰς ἀποφύγωμεν, χάριν
2286τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ τῆς θεραπείας
2287ἄλλων σπουδαιοτέρων ἀναγκῶν τῆς χώρας.
2288Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκομεν ἐν τῷ
2289Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 αὔξησιν δαπάνης ἐν συγκρίσει
2290πρὸς τὸ 1901 ἐξ 1,158,948 δραχμῶν. Ἐκ τούτων πρέπει
2291ν’ ἀφαιρέσωμεν δραχ. 539,866 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Μο-
2292νοπωλίων, ἅτινα ἀπαιτοῦσι τὴν αὔξησιν αὐτῶν, πρέπει δὲ
2293νὰ προσθέσωμεν δρ. 287,000 διὰ τὸ κεφάλαιον τῶν ἀποδό-
2294σεων, διότι κατὰ τόσον ἐλαττοῦνται αὗται κατὰ τὸ 1902·
2295ἔχομεν προσέτι δαπάνην ἐπιβαλλομένην δραχ. 130,000 ἐκ
2296δικαιωμάτων ποσοστῶν καὶ χαρτοσήμου, ἕνεκα ὑποτιθεμέ-
2297νης αὐξήσεως τῶν εἰσπράξεων. Ἀντιστάθμισμα ὅμως τῆς αὐ-
2298ξήσεως ταύτης ἔχομεν ἐλάττωσιν δαπάνης δρ. 100,000 ἐκ
2299τῆς ἀποδόσεως διὰ λογαριασμὸν τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημο-
2300τικῆς ὁδοποιΐας, ἥτις δὲν ἀναγράφεται διὰ τὸ 1902· ἀφαιρῶ
2301ἑπομένως τὰς 130,000 δραχμὰς ἐκ τῶν ποσοστῶν καὶ τοῦ
2302χαρτοσήμου, καὶ προσθέτω τὰς 100,000 τὰς μὴ ἀποδιδο-
2303μένας εἰς τὴν δημοτικὴν καὶ ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν. Οὕτω
2304δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν παρουσιάζει ὑπόλοιπον
2305αὐξήσεως δαπάνης διὰ τὰς τρεχούσας ὑπηρεσίας καὶ διὰ τὰς
2306κεκλεισμένας χρήσεις ἐκ δρ. 865,000. Οἱ μελετήσαντες τὸν
2307Προϋπολογισμὸν εἶδον βεβαίως, ὅτι ἡ αὔξησις ἀναφέρεται
2308εἰς προσωπικὰς δαπάνας καὶ εἰς ἔξοδα τῶν τρεχουσῶν ὑπη-
2309ρεσιῶν τοῦ 1902 καὶ τῶν προηγουμένων χρήσεων. Ἡ Κεν-
2310τρικὴ ὑπηρεσία, ἡ Γενικὴ Ἐπιθεώρησις, τὸ Ἐλεγκτικὸν
2311Συνέδριον, αἱ ὑποτροφίαι, καὶ πᾶσαι σχεδὸν αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ
2312Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν παρουσιάζουσι τοιαύτας αὐ-
2313ξήσεις.
2314Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν παρουσιάζει αὔξησιν
2315204,068 δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ πραγματικὴ αὔξησις εἶναι δραχ.
2316250,068, διότι ἀφαιροῦνται 50,000 δρ. ἐκ τοῦ κεφαλαίου
2317τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν, τῶν προωρισμένων εἰς τὴν ὑπο-
2318στήριξιν τῶν ἐξωτερικῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, προστίθεν-
2319ται δὲ προσωπικαὶ δαπάναι διὰ τὴν διπλωματικὴν καὶ προ-
2320ξενικὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν,
2321ἡ ἐπελθοῦσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τοῦ
23221900 καὶ ἐντεῦθεν, ἔφερε τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσε-
2323δοκῶντο. Κατὰ τὸ 1900 αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2324Ἐξωτερικῶν ἀνήρχοντο εἰς δραχ. 2,424,000, κατὰ δὲ τὸ
23251902 προτείνεται δαπάνη δρ. 3,050,000, δηλαδὴ κατὰ
2326626,000 δρ. ἀνωτέρα. Μέγα δὲ μέρος τῆς αὐξήσεως ταύ-
2327της εἶναι καθαρῶς προσωπικόν.
2328Ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προξενικὸς νόμος, ὑπεστηρίχθη παρὰ
2329τοῦ τότε κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἤθε-
2330λεν ἐπέλθει πραγματικὴ βελτίωσις εἰς τὴν προξενικὴν ὑπη-
2331ρεσίαν, καὶ ὅτι ἡ αὔξησις τῶν εἰσπράξεων τῶν Προξενείων
2332θὰ καλύψῃ τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης. Βεβαίως ἡ αὔξησις τῶν
2333εἰσπράξεων τῶν προξενικῶν τελῶν δὲν ἀνέρχεται, μεταξὺ
2334τοῦ 1900 καὶ 1902, εἰς ἴσον ποσὸν πρὸς τὰς αὐξήσεις τῶν
2335προξενικῶν δαπανῶν, πολὺ δὲ ἀπέχει τῶν 626,000 δραχ-
2336μῶν, εἰς ἃς ἀνέρχεται τὸ ὅλον τῶν αὐξήσεων τοῦ Ὑπουρ-
2337γείου τῶν Ἐξωτερικῶν...
2338§167Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀντιπροσωπεύει τὴν ἐν
2339γένει αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερι-
2340κῶν, εἰς ἣν συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ ἐπελθοῦσα αὔξησις εἰς
2341τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας.
2342§168ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
2343τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ εἶναι ἐξωτε-
2344ρικαὶ δαπάναι.
2345§169Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. 200,000 φράγκα χρυσᾶ εἶναι ἡ αὔξησις
2346διὰ τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας.
2347§170ΑΛ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. 150,000 δρ. εἰς χρυσόν, ἤτοι δραχ.
2348225,000 περίπου, εἶναι περισσότερα.
2349§171Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπὸ πότε;
2350§172ΑΛ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀπὸ πέρυσι.
2351§173Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πέρυσιν ἀνήρχοντο εἰς δρ. 650,000,
2352κατὰ δὲ τὸ 1900 εἰς δρ. 400,000.
2353§174ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀπὸ πέρυσι προσετέθησαν δραχ-
2354μαὶ 200,000, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προσθέσητε καὶ τὴν
2355ἐπικαταλλαγήν.
2356§175Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ αὔξησις ἡ ἐπελθοῦσα εἰς τὰς ἐξω-
2357τερικὰς δαπάνας ἐλαττοῦται ἐφέτος κατὰ 50,000 δραχμάς.
2358Μένει δὲ πάντως ποσὸν αὐξήσεως προσωπικῶν δαπανῶν
2359πλέον τῶν 300,000 δραχμῶν. Δὲν ἠξεύρω δέ, ἂν ἡ αὔξησις
2360αὕτη ἐπέφερε τὴν βελτίωσιν, ἣν προσεδοκῶμεν. Ὑπάρχουν
2361ἐξαιρέσεις μεταξὺ τοῦ τε διπλωματικοῦ καὶ τοῦ προξενικοῦ
2362προσωπικοῦ ἀναμφισβητήτως, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ
2363ὁμολογήσωμεν, ὅτι αἱ ἐπελθοῦσαι βελτιώσεις εἰς τὰς ὑπη-
2364ρεσίας ταύτας δὲν εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὴν ἐπαυξηθεῖσαν δα-
2365πάνην δι’ αὐτάς.
2366Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
23671902 παρουσιάζει ἐλάττωσιν δαπανῶν κατὰ δραχ. 85,745.
2368Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις αὕτη εἶναι εἰκονική. Καὶ ἐν τῷ Ὑπουρ-
2369γείῳ δὲ τούτῳ ὑπάρχει πραγματικὴ αὔξησις. Ἐθεωρήθη καὶ
2370ἐνταῦθα ἐφέτος καλὸν νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ σύστημα, ὅπερ
2371εἰσήχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δηλαδὴ τὸ
2372τῆς ἀφαιρέσεως ἐκ τῶν κεφαλαίων τῶν δαπανῶν ποσοῦ τινος
2373διὰ μεταβολὰς θέσεων καὶ ὑπερβάσεις ἀδειῶν. Διὰ τοιούτου
2374συστήματος δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ὅσας θέλομεν εἰκονι-
2375κὰς οἰκονομίας ἐν τῇ συντάξει τῶν προϋπολογισμῶν πάντων
2376τῶν Ὑπουργείων, οὐχὶ ὅμως καὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτῶν, διότι
2377τὸ οὕτως ἀφαιρούμενον ποσὸν θὰ δαπανηθῇ, ἂν δὲν ὑπάρ-
2378ξωσι μεταβολαὶ θέσεων καὶ ὑπερβάσεις ἀδειῶν. Ἂν δὲ ὑπάρ-
2379ξωσι τοιαῦται, θὰ μείνωσιν, ὡς γίνεται μέχρι σήμερον, ἀδιά-
2380θετοι πιστώσεις πρὸς ἀντιστάθμισιν τῶν ἀναπληρωματικῶν
2381τοιούτων. Διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἀφαιροῦνται ἐκ τοῦ
2382προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δραχμαὶ
2383106,000, ἕτεραι δὲ δρ. 168,000 ἀφαιροῦνται ἐκ τῶν ἀπο-
2384ζημιώσεων μαρτύρων καὶ ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων, διὰ τοὺς
2385ὁποίους λαμβάνονται καὶ διὰ Β. Διατάγματος συνήθως ἀνα-
2386πληρωματικαὶ πιστώσεις. Τὰ δύο ταῦτα ποσὰ ἀνέρχονται
2387εἰς δρ. 274,000. Ἀφαιροῦντες δὲ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὰς
238885,745 δρ. τῆς φαινομένης ἐλαττώσεως δαπανῶν, ἔχομεν
2389αὔξησιν δρ. 188,255, ἥτις προέρχεται ἀποκλειστικῶς ἐκ
2390δαπανῶν προσωπικοῦ καὶ τῶν τρεχουσῶν ὑπηρεσιῶν.
2391Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν
2392προσοχὴν ὑμῶν, διότι ἄνευ βελτιώσεως τῆς ἀπονομῆς τῆς δι-
2393καιοσύνης, ἴσως δὲ καὶ μὲ χειροτέρευσιν τῆς λειτουργίας τῶν
2394Δικαστηρίων, ἔχομεν σπουδαίαν καὶ διαρκῆ αὔξησιν δαπανῶν.
2395Καὶ ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 5,144,040,
2396καὶ κατὰ τὸ 1899 δρ. 5,539,207, κατὰ τὸ 1900 ἐδαπα-
2397νήθησαν δρ. 6,185,066. Διὰ δὲ τὸ 1901 ὑπολογίζονται δρ.
23986,243,573, καὶ διὰ τὸ 1902 δραχ. 6,346,082, κατὰ τὴν
2399ἀνάλυσιν, ἣν ἐποιησάμην πρὸ ὀλίγου. Ὑπάρχουσι λόγοι, χρη-
2400σιμεύοντες πρὸς δικαιολογίαν μιᾶς ἑκάστης τῶν αὐξήσεων
2401τούτων. Ἀλλὰ τοιοῦτοι λόγοι δὲν ἐλλείπουσιν εἰς οὐδεμίαν
2402δαπάνην, ἔστω καὶ τὴν μᾶλλον σπάταλον.
2403Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὸν ὑποβληθέντα
2404Προϋπολογισμὸν, παρουσιάζει ἐλάττωσιν δαπανῶν κατὰ δρ.
24051,531,698. Μετὰ τὴν ἀναγραφὴν ὅμως τοῦ 1 ἑκατομμυρίου
2406δραχμῶν, ὅπερ δίδεται εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων
2407Πειραιῶς–Πελοποννήσου ἐν εἴδει δανείου, ἡ ἐλάττωσις αὕτη
2408περιορίζεται εἰς δραχμὰς 531,698. Περιορίζεται δὲ αὕτη εἰς
2409μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐνῷ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς δημοσίας
2410ἀσφαλείας παρουσιάζεται ἐλάττωσις δραχ. 1,279,636, διότι
2411ἐγκατελείφθη ὁριστικῶς ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ διοικη-
2412τικῆς ἀστυνομίας, ἥτις ἀνεβάλλετο λόγῳ χρηματικῆς ἀνε-
2413παρκείας τοῦ Δημοσίου.
2414Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλομεν νὰ ἐνδια-
2415τρίψωμεν ὀλίγον, ὅπως ἴδωμεν ποῖαί εἰσιν αἱ οἰκονομίαι, αἱ
2416ἐπερχόμεναι, οὕτως εἰπεῖν, αὐτομάτως καὶ ἄνευ φροντίδος
2417τινὸς τοῦ συντάξαντος τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ, καὶ ποῖαι
2418αἱ ἐπελθοῦσαι αὐξήσεις εἰς τὰς δαπάνας αὐτοῦ. Ἐκτὸς τῆς
2419οἰκονομίας τοῦ κεφαλαίου τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἔχομεν
2420καὶ ἐλάττωσιν, αὐτομάτως ἐπερχομένην, 235,300 δραχμῶν
2421ἐκ τῆς μὴ ἀναγραφῆς πιστώσεως διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ
2422Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Κατὰ τὸ 1901 ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα τῆς
2423οἰκοδομήσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου κατὰ τὸ 1902
2424ἐγκαταλιμπάνεται ἡ ἰδέα αὕτη, καὶ ἐπέρχεται αὐτομάτως
2425ἡ οἰκονομία. Ἐπίσης κατὰ τὸ 1901 ἀνεγράφετο δαπάνη δι’
2426ἀνέγερσιν ναῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Φθιώτιδι ἐκ δρ. 154,567,
2427αὕτη δὲ δὲν ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902.
2428Ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων καὶ ἐκτάκτων ὑγειονομικῶν ἐξό-
2429δων ἔχομεν ἐλάττωσιν δρ. 157,465. Διάφοροι ἄλλαι αὐξο-
2430μειώσεις ἀνέρχονται εἰς δρ. 792,000, καὶ οὕτω τὸ σύνολον
2431τῶν ἐλαττώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέρχε-
2432ται εἰς δρ. 2,618,996.
2433Δὲν θὰ ἐξετάσω τὰς δευτερευούσας αὐξομειώσεις, αἵτινες,
2434ὡς εἶπον, ἀνέρχονται εἰς δρ. 792,000. Θὰ περιορισθῶ δὲ εἰς
2435τὴν ἐξέτασιν τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν αὐτομάτως
2436ἐπελθουσῶν οἰκονομιῶν ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ
2437διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἐκ τῆς μὴ κατασκευῆς τοῦ Ἐθνι-
2438κοῦ Τυπογραφείου καὶ τῶν ναῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Φθιώτιδι,
2439καὶ ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων καὶ ἐκτάκτων ὑγειονομικῶν
2440ἐξόδων. Αἱ οἰκονομίαι αὗται ἀνέρχονται εἰς δρ. 1,826,938,
2441διετέθησαν δ’ ὡς ἑξῆς: Διὰ τὴν γεωργίαν προστίθεται δαπάνη
2442325,880 δρ. ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1902. Ἡ αὔξησις αὕτη ἀνα-
2443φέρεται εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπιβητόρων, εἰς ὑπαλλήλους καὶ ἄλ-
2444λας δαπάνας στατιστικῆς, εἰς συνδρομὴν ἑταιρειῶν, εἰς ὑπο-
2445τροφίας, καὶ κυριώτερον εἰς συνδρομὴν τῶν Γεωργικῶν Σχο-
2446λῶν καὶ σταθμῶν. Διὰ μισθοὺς καὶ ἔξοδα ταχυδρομικῆς ὑπη-
2447ρεσίας καὶ ἐγκατάστασιν τῆς νέας Διευθύνσεως προστίθενται
2448δρ. 341,581, διὰ προσωπικὸν δημοσίων ἔργων δρ. 38,840,
2449διὰ συνδρομὰς εἰς συλλόγους δραχ. 31,250, δι’ ὑδραυλικὰ
2450ἔργα δραχ. 199,304· δι’ ἐπισκευὴν καὶ συντήρησιν κτιρίων
2451τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς
2452Παιδείας προστίθενται δραχ. 131,760, διὰ συντήρησιν τῶν
2453ὁδῶν δρ. 200,000, καὶ δι’ ἀποζημιώσεις κτημάτων κατα-
2454λαμβανομένων ὑπὸ ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων δρ. 82,000. Τὸ
2455ποσὸν τῶν διαφόρων τούτων αὐξήσεων ἀνέρχεται εἰς δραχ.
24561,350,000. Προστιθεμένων δὲ εἰς αὐτὰς καὶ τῶν δραχμῶν
2457531,698, εἰς ἃς ἀνέρχεται ἡ τελικὴ ἐλάττωσις τῶν δαπα-
2458νῶν τοῦ Ὑπουργείου τούτου διὰ τὸ ἔτος 1902, συμπληροῦται
2459περίπου τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 1,826,000, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρ-
2460χονται αἱ οἰκονομίαι, αἱ οὕτως εἰπεῖν αὐτομάτως ἐπελθοῦ-
2461σαι. Αἱ ἄλλαι δὲ οἰκονομίαι ἀπορροφοῦνται ἐκ τῶν συνήθων
2462ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐκ μισθῶν προσωπικοῦ...
2463§176Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
2464ρικῶν). Εἴπατε «προσωπικοῦ», ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐψηφίσαμεν
2465ὀργανικὸν νόμον αὐξάνοντα τὸ προσωπικόν. Πῶς λοιπὸν εἶναι
2466δυνατὸν νὰ προστεθῶσι δαπάναι προσωπικοῦ; Οὐδεὶς ὑπάλ-
2467ληλος προσετέθη.
2468§177Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ πολιτική, ἐφ’ ἧς στηρίζεται ὁ
2469Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, δὲν εἶναι ἰδική σας· τοῦτο εἶ-
2470πον ἤδη. Προσωπικαὶ ὅμως αὐξήσεις ὑπάρχουν πολλαὶ ἐν
2471τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ. Π. χ. «Προσωπικὸν Ὑπουργείου»
2472(Κεφάλ. 1 ἄρθρ. 1) δραχ. 93,000 τὸ 1901, δραχ. 100,440
2473τὸ 1902, ἤτοι 7,440 ἐπὶ πλέον.
2474§178Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι προσθήκη ἑνὸς
2475τμηματάρχου. Εἶναι ἡ μόνη προσθήκη.
2476§179Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ πολλαὶ ἄλλαι, καὶ
2477δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ μόνη. Ὡς δὲ εἶπον καὶ προηγουμένως, δὲν
2478ὑπάρχει δαπάνη, ἣν Κράτος ἢ ἄτομον ἐκτελεῖ, καὶ ἥτις,
2479καὶ ἂν ἔχῃ ἀκόμη τὸν χαρακτῆρα σπατάλης, νὰ μὴ ἦναι
2480ἐπιδεκτικὴ δικαιολογίας τινὸς οἱασδήποτε· ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρ-
2481χῃ δικαιολογία, εὑρίσκεται ὡς τοιαύτη ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπη-
2482ρεσίας, ἡ συμπλήρωσις ὀργανικῶν θέσεων, ἡ ἱκανοποίησις μιᾶς
2483περιπετείας, καὶ οὕτω καθεξῆς. Τῶν ταχυδρομείων καὶ τη-
2484λεγράφων ὅλα ηὔξησαν...
2485§180Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Προσωπικὰ εἶναι αὐτά; Εἶ-
2486ναι αἱ αὐξήσεις τῶν μισθῶν, αἱ ὁποῖαι ἐψηφίσθησαν πέρυσι
2487καὶ προπέρυσι, καὶ ἐγένοντο πρὸς βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας.
2488§181Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μήπως ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι εἶναι
2489παράνομα; Ἀλλ’ εἶναι προσωπικά. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι
2490εἶναι εὔκολος ἡ τυπικὴ δικαιολόγησις πάσης δαπάνης. Καὶ
2491ἂν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ῥίψητε δραχμάς
2492τινας εἰς τὸν δρόμον, δύνασθε καὶ τοῦτο νὰ δικαιολογήσητε,
2493ὅτι συνέλεξαν αὐτὰς Ἕλληνες πτωχοί· ἂν δὲ οὗτοι ὦσι γεωρ-
2494γοὶ, δύνασθε νὰ χαρακτηρίσητε τὴν τοιαύτην διάθεσιν τῶν
2495ῥιφθεισῶν δραχμῶν καὶ ὡς παραγωγικὴν, διότι οἱ συλλέ-
2496ξαντες αὐτὰς ἠγόρασαν ἄροτρα κλπ.
2497Εἶπον ταῦτα, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν
2498ὑπάρχει αὔξησις προσωπικῶν δαπανῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
2499τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἠδυνάμην δὲ νὰ ὑποδείξω καὶ ἄλλας αὐ-
2500ξήσεις, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἀναλύων
2501κονδύλιον πρὸς κονδύλιον τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τού-
2502του, ἐν τοιαύτῃ προκεχωρημένῃ ὥρᾳ.
2503Θεωρῶ ὅμως ἀναγκαῖον ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ὀλίγον μὲ
2504τὴν ἐξέτασιν ζητημάτων τινῶν, συνδεομένων μὲ τὰς αὐξή-
2505σεις ἢ τὰς ἐλαττώσεις τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2506Ἐσωτερικῶν· ὡς πρῶτον δὲ τοιοῦτον παρουσιάζεται τὸ ζή-
2507τημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.
2508Ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τὴν
2509γνωρίζομεν πάντες. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσιν, ἔστω καὶ
2510ὀλίγοι ἐκ τῶν παρόντων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν εὐ-
2511χάριστον τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ
2512ἐπαρχίᾳ ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν. Εἰς πλείστας συνεδριάσεις τῆς
2513παρούσης Συνόδου πολλὰ περὶ τῆς δυσαρέστου καταστάσεως
2514τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐλέχθησαν, οὐ μόνον ὑπὸ Βουλευτῶν
2515ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πλείστων
2516συμπολιτευομένων Βουλευτῶν. Διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν
2517κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δραχ. 2,593,785, κατὰ δὲ τὸ
25181898 δραχ. 2,471,120. Εἰς τὰ ποσὰ δὲ ταῦτα συμπερι-
2519λαμβάνονται καὶ οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἀπεσπα-
2520σμένων εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν
2521δρ. 2,547,412, ἄνευ τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων·
2522κατὰ τὸ 1900 ἐπίσης, ἄνευ τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν,
2523ἐδαπανήθησαν δρ. 2,921,786. Ὥστε μεταξὺ τοῦ 1898 καὶ
25241900 ἔχομεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν αὔξησιν δρ.
2525450,666, καὶ ἐπὶ πλέον περὶ τὰς 541,000 δρ. ἐκ τῶν μισθῶν
2526τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους κατέβαλε τὸ Ὑπουργεῖον
2527τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὸ 1901 ἡ δαπάνη διὰ τὴν δημο-
2528σίαν ἀσφάλειαν θὰ ἀνέλθῃ εἰς δρ. 3,457,630 περίπου, διότι
2529ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνεγράφη πίστωσις δραχ. 4,541,160,
2530καὶ προσετέθη ἀναπληρωματικὴ τοιαύτη ἐκ δραχ. 70,000,
2531ἐδηλώθησαν δὲ ὡς ἀδιάθετοι πιστώσεις δραχ. 1,084,180.
2532Οὕτω δὲ ἡ δαπάνη τοῦ ἔτους 1901 θὰ ὑπερβῇ τὴν τοῦ 1900
2533κατὰ δραχμὰς 535,894, καὶ τὴν τοῦ 1899 κατὰ δραχμὰς
2534910,268, τὴν δὲ τοῦ 1898, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν
2535μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν, κατὰ δραχ. 1,527,560. Ποῖον δὲ
2536ἀποτέλεσμα ἔσχεν ἡ τοιαύτη αὔξησις δαπάνης; Ἐξησφά-
2537λισε τὴν τάξιν καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν; Ἀπήλλαξε τὸν
2538στρατὸν τῶν προσθέτων ὑπηρεσιῶν, αἵτινες καθιστῶσιν ἀδύ-
2539νατον τὴν ὀργάνωσιν αὐτοῦ; Βεβαίως ὄχι. Οὐ μόνον δὲν
2540ἔχομεν βελτίωσιν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας, ἐξ ὅσων γνωρίζομεν,
2541ἔχομεν χειροτέρευσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Διὰ τὸ 1902
2542ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δρ. 3,192,274, προσ-
2543τίθενται δὲ διὰ δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκο-
2544νομικῶν ἕτεραι δρ. 75,480, ἀναβιβάζουσαι τὸ ὅλον τῶν ζη-
2545τουμένων πιστώσεων εἰς δραχ. 3,267,704, δηλαδὴ κατὰ δρ.
2546189,976 ὀλιγώτερον τῶν ὑπολογιζομένων, ὅτι θὰ δαπανη-
2547θῶσι κατὰ τὸ 1901. Ἐκτὸς δὲ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δραχ.
2548189,976, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρόκειται νὰ
2549καταβάλῃ καὶ τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἀπεσπα-
2550σμένων εἰς τὴν ἀστυνομίαν, οἵτινες κατὰ τὸ 1901 ἐπλη-
2551ρώθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Οὕτω δὲ
2552ἡ ἐλάττωσις διὰ τὸ 1902 ὑπολογίζεται, ὅτι θὰ ἀνέλθῃ εἰς
2553δρ. 731,000 περίπου. Δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ πραγματοποιηθῇ
2554αὕτη διὰ τῆς περιστολῆς τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῶν ἄλλων
2555δαπανῶν τῆς ἀστυνομίας. Φοβοῦμαι τὸ ἐναντίον. Τὸν φόβον
2556δὲ τοῦτον μοὶ γεννᾷ τὸ ἰσχῦον ἀστυνομικὸν σύστημα, καὶ
2557ὁ τρόπος, καθ’ ὃν αὐτὸ ἐφαρμόζεται. Ἐκεῖνο δὲ, ὅπερ εἶναι
2558μᾶλλον δυσάρεστον, εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ἐπὶ τοσοῦτον ηὔξησαν
2559αἱ δαπάναι τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν ἀπεκτήσαμεν τοι-
2560αύτην, μήτε πειθόμεθα, ὅτι θ’ ἀποκτήσωμεν, ἐφαρμόζοντες
2561σύστημα, οὗτινος αἱ ἀτέλειαι τρανῶς κατεδείχθησαν κατὰ τὴν
2562ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Πάντες ἀναγνωρίζουσι τοῦτο, καὶ ἐπε-
2563διώχθη ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ δι’ ἑτέρου, τοῦ τῆς διοι-
2564κητικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσθη καὶ τοῦτο, οὐχὶ
2565τόσον ἕνεκα οἰκονομικῶν λόγων, — διότι τὰ πρὸς ἐφαρμογὴν
2566αὐτοῦ ὑπολογισθέντα ποσὰ ἐδαπανήθησαν ὅλα εἰς τὰς ἀστυ-
2567νομικὰς ὑπηρεσίας, καὶ εἰς ἄλλας κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧτ-
2568τον ἀγόνους, — ἀλλὰ διότι εἰς τὴν μελέτην πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ
2569καταλλήλου ἀστυνομικοῦ συστήματος δὲν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν
2570τὰς κοινωνικὰς καὶ οἰκονομικὰς περιστάσεις τῆς χώρας, αἵ-
2571τινες ἀσφαλῶς ἐνδεικνύουσιν, ὅτι τοιοῦτο σύστημα τότε μό-
2572νον θέλει ἐξευρεθῆ, ὅταν στηριχθῇ ἐπὶ συνδυασμοῦ, καθι-
2573στῶντος δυνατὴν τὴν σύμπραξιν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν μετὰ
2574τῆς χωροφυλακῆς.
2575Καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, καὶ χθὲς, ἐξετάζων τὰ
2576ἔσοδα, εἶπον τὴν γνώμην μου περὶ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τη-
2577λεγραφικῆς ὑπηρεσίας. Ὀλίγα ἑπομένως θὰ προσθέσω, ἐξε-
2578τάζων τὴν εἰς αὐτὰ προστιθεμένην δαπάνην διὰ τὸ 1902
2579ἐκ δρ. 341,581. Αἱ δαπάναι τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων αὐξά-
2580νουσι δι’ ἁλμάτων. Κατὰ τὸ 1895 ἀνήρχοντο εἰς δραχμὰς
25812,302,433, κατὰ τὸ 1896 εἰς δρ. 2,333,541, τὸ 1897 εἰς
2582δρ. 2,261,473, τὸ 1898 εἰς δραχ. 2,492,953, τὸ 1899 εἰς
2583δρ. 2,577,802, καὶ κατὰ τὸ 1900 εἰς δραχ. 3,150,772.
2584Εἰς τί ποσὸν θὰ ἀνέλθουν τὸ 1901, δὲν δυνάμεθα ἀκριβῶς
2585νὰ ὁρίσωμεν. Ἐν τῇ σημειώσει, ἣν κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουρ-
2586γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναγράφονται ὡς πληρωθέντα
2587ἔξοδα μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1902 δρ. 3,003,479. Τὸ
2588ποσὸν τοῦτο δὲν περιλαμβάνει βεβαίως τὸ ὅλον τῶν διὰ τὰς
2589ὑπηρεσίας ταύτας δαπανῶν. Κρίνοντες δ’ ἐκ τῆς πορείας, τὴν
2590ὁποίαν ἠκολούθησαν αἱ ὑπηρεσίαι αὗται κατὰ τὰ δύο τε-
2591λευταῖα ἔτη, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν διὰ τὸ 1901 δα-
2592πάνην ἀνωτέραν τῶν δρ. 3,150,772, αἵτινες ἐδαπανήθησαν
2593κατὰ τὸ 1900. Ἡ πορεία τῶν δαπανῶν τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν
2594ταχυδρομείων καὶ τηλεγραφείων, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἐξ
2595αὐτῶν ἔσοδα κατὰ τὰ τελευταῖα δύο ἔτη, δὲν εἶναι εὐχάρι-
2596στος. Αἱ ὑπηρεσίαι αὗται κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ἦσαν
2597ἐνεργητικαί, ἀπέδιδον δηλαδὴ εἰς τὸ Δημόσιον ποσὸν ποι-
2598κίλον μεταξὺ 400 καὶ 750 χιλιάδων δραχμῶν ὡς καθαρὸν
2599ἔσοδον. Κατὰ τὸ 1900 παρουσιάζουσιν ἔλλειμμα δρ. 9,450.
2600Ὥστε οὐ μόνον ἐστερήθη τὸ Δημόσιον τοῦ ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν
2601τούτων καθαροῦ ἐσόδου, ἀλλ’ ὑποβάλλεται καὶ εἰς τὴν συμ-
2602πλήρωσιν ἐλλείμματος...
2603§182Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. 249,000 ἔχει περίσσευμα
2604τὸ 1900.
2605§183Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόθεν τὸ ἐξάγετε;
2606§184Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων.
2607§185Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀποκρύφων βεβαίως, διότι ἐπίσημα
2608ἔγγραφά εἰσι τὰ δημοσιευθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2609Οἰκονομικῶν, καὶ ἐφ’ ὧν ἐστήριξα τοὺς ὑπολογισμούς μου.
2610§186Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχετε
2611νὰ προσθέσητε 864,000 δρ. διὰ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν
2612αὐτῶν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς ἄλλο κεφάλαιον, εἰς τὸ κεφά-
2613λαιον ΙΓʹ ἄρθρον 17.
2614§187Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν συνυπολογίζω τὴν νομισματικὴν
2615διαφοράν, ἐπειδὴ αὕτη συγχέεται μὲ τὴν νομισματικὴν δια-
2616φορὰν τοῦ συνόλου τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου.
2617Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀναφέρεται εἰς μόνον τὸ 1900, ἀλλὰ καὶ
2618εἰς τὰ προηγούμενα ἔτη. Ἐὰν δὲ θελήσητε νὰ προσθέσητε
2619τὴν νομισματικὴν διαφορὰν διὰ τὸ 1900, πρέπει νὰ προσθέ-
2620σητε ἐπίσης αὐτὴν καὶ διὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Δέν μοι
2621φαίνεται δέ, ὅτι δύναται αὕτη νὰ ἀνέλθῃ κατὰ τὸ 1900 εἰς
2622τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὁ κ. Ὑπουργός, ἀφοῦ κατὰ τὰ
2623προηγούμενα ἔτη ποικίλλει μεταξὺ 132,000 καὶ 226,000
2624δραχμῶν.
2625Κρίνων ἑπομένως ἐκ τῶν δημοσιευθέντων προσωρινῶν ἀπο-
2626λογισμῶν καὶ καταστάσεων, εὑρίσκω ὅτι ὑπὸ ἔποψιν ταμι-
2627ευτικὴν αἱ ὑπηρεσίαι αὗται τείνουσι ν’ ἀποβῶσι παθητικαί,
2628ἐνῷ ἦσαν ἐνεργητικαί. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ τῆς δράσεως αὐ-
2629τῶν, ἐπῆλθε βεβαίως ἐπέκτασις αὐτῶν, οὐχὶ ὅμως καὶ σπου-
2630δαία βελτίωσις.
2631Ἑτέραν σπουδαίαν αὔξησιν δαπάνης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
2632τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχομεν εἰς ὑπηρεσίαν, τῆς ὁποίας ὁ τίτλος
2633ἠχεῖ εὐχαρίστως εἰς πάντας. Αὕτη εἶναι ἡ τῆς γεωργίας,
2634τῆς ὁποίας ἡ ὑποστήριξις καὶ ἡ πρόοδος ἐπιδοκιμάζεται παρὰ
2635πάντων. Πρὸ ἐτῶν ἡ ἰδέα τῆς κατασκευῆς σιδηροδρόμων
2636ἐτύγχανεν ὁμοίας ἐπιδοκιμασίας, καὶ ἐχρειάζετο πολὺ θάρ-
2637ρος, ἵνα λάβῃ τις τὸν λόγον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως ἐπικρίνῃ καὶ
2638τὴν μᾶλλον ἐλαττωματικὴν σύμβασιν περὶ κατασκευῆς σι-
2639δηροδρόμου. Δὲν ὑπάρχει βεβαίως ἡ αὐτὴ ἀναλογία μεταξὺ
2640τῶν δαπανῶν διὰ τοὺς σιδηροδρόμους καὶ τῶν ὑπὲρ τῆς γεωρ-
2641γίας προτεινομένων. Φοβοῦμαι ὅμως, μήπως ὑπάρχει σχε-
2642τική τις ὁμοιότης εἰς τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν.
2643Εἰμὶ ἐκ τῶν θερμοτέρων θιασωτῶν τῆς ἰδέας τῆς ὑποστη-
2644ρίξεως τῆς γεωργίας, ὡς μιᾶς τῶν κυριωτέρων καὶ θετικω-
2645τέρων παραγωγῶν τῆς χώρας, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως αἱ
2646ὑπὲρ αὐτῆς θυσία καὶ ἡ ὑποστήριξις γίνηται κατὰ τρόπον
2647καθιστῶντα ἀσφαλῆ τὴν ἐπίτευξιν θετικῶν καὶ λυσιτελῶν
2648ἀποτελεσμάτων. Ὀφείλομεν δὲ νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσο-
2649χήν ἡμῶν, ὅπως μὴ καταλήξωμεν εἰς ἀποτελέσματα ὅμοια
2650τῶν ἐπελθόντων καὶ εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, διὰ τὴν
2651ὁποίαν ηὐξήσαμεν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὰς δαπάνας κατὰ
26521,000,000 καὶ πλέον, χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς θετικὸν καὶ
2653εὐχάριστον ἀποτέλεσμα. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὠφέ-
2654λειά τις θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς προμηθείας καὶ τῆς διανομῆς καλ-
2655λιτέρων σπόρων καπνοῦ καὶ ἄλλων φυτῶν, ἐκ τῶν στατιστι-
2656κῶν πληροφοριῶν, ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἐπιβητόρων, ἐκ τῆς ἀπο-
2657στολῆς ὑποτρόφων πρὸς τελειοποίησιν τῶν γεωργικῶν αὐτῶν
2658σπουδῶν, καὶ ἰδίως ἐκ τῆς ὑποστηρίξεως καὶ ἀναπτύξεως
2659τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν καὶ σταθμῶν. Φοβοῦμαι ὅμως, μή-
2660πως ἡ ἐξ αὐτῶν ὠφέλεια δὲν εἶναι ἀνάλογος τῶν πραγμα-
2661τικῶν ἀναγκῶν τῆς γεωργίας, φοβοῦμαι δὲ ἰδίως, μήπως ἐκ
2662τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν ἐξέρχωνται θεσιθῆραι καὶ ὑπάλλη-
2663λοι μᾶλλον παρὰ γεωργοὶ διευθύνοντες τὸ ἄροτρον καὶ ἀφιε-
2664ρούμενοι εἰς τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν τῶν γεωργικῶν γνώ-
2665σεων, ἃς ἀπέκτησαν.
2666Δὲν ἐπικρίνω τὴν προτεινομένην αὔξησιν διὰ τὴν γεωρ-
2667γίαν· ἐξ ἐναντίας ἀναγνωρίζω τὴν χρησιμότητα αὐτῆς. Νο-
2668μίζω ὅμως, ὅτι ὀλίγον ἐξυπηρετοῦνται αἱ πραγματικαὶ ἀνάγ-
2669και τῆς γεωργίας, ἥτις, ὅπως ἀναπτυχθῇ καὶ βελτιωθῇ, ἔχει
2670κυρίως ἀνάγκην διοικήσεως, ἀσφαλείας καὶ δικαιοσύνης. Ὅ,τι
2671δήποτε καὶ ἂν πράξωμεν εἰδικῶς ὑπὲρ τῆς γεωργίας, δὲν θὰ
2672προαγάγωμεν αὐτὴν, ἐὰν δὲν ἀποκτήσωμεν ἀσφάλειαν, διοί-
2673κησιν καὶ δικαιοσύνην. Δι’ αὐτῶν καὶ μόνον θὰ δυνηθῇ ὁ
2674γεωργικὸς πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἄνευ αὐξήσεως τῶν
2675δαπανῶν καὶ τῶν βαρῶν τοῦ Δημοσίου, νὰ βελτιώσῃ καὶ ἀνα-
2676πτύξῃ τὴν παραγωγὴν αὐτοῦ, ἐνῷ ἄνευ αὐτῶν μικρὰ ἔσον-
2677ται τ’ ἀποτελέσματα τῶν θυσιῶν καὶ τῶν δαπανῶν τοῦ Δη-
2678μοσίου.
2679Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστι-
2680κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως παρουσιάζει διὰ τὸ
26811902 ἐλάττωσιν 1467 δραχμῶν. Ἡ ἐλάττωσις ὅμως αὕτη
2682εἶναι ἰδανικὴ, πράγματι δὲ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο παρου-
2683σιάζει αὔξησιν δαπανῶν, διότι καὶ ἐν αὐτῷ ἐπέρχονται ἐλατ-
2684τώσεις, οὕτως εἰπεῖν, αὐτόματοι, καταναλίσκονται δὲ εἰς τὰς
2685συνήθεις προσωπικὰς αὐξήσεις δαπανῶν. Τοιαῦται ἐλαττώ-
2686σεις εἰσὶν αἱ ἑξῆς· δραχ. 100,000 διὰ τὴν ἀποζημίωσιν ἰδιο-
2687κτητῶν ἀρχαίων, τὰ ὁποῖα συμφώνως μὲ τὸν τελευταῖον
2688περὶ ἀρχαιοτήτων νόμον ἀγοράζει τὸ Κράτος, ὅπως παρεμ-
2689ποδίσῃ τὴν λαθραίαν αὐτῶν ἐξαγωγήν· δρ. 100,000 ἐκ τῆς
2690μὴ ἀνάγκης ἀποζημιώσεως διὰ γήπεδα κείμενα πέριξ ἢ ἐν-
2691τὸς τοῦ Παναθηναϊκοῦ Σταδίου, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὸ παρελ-
2692θὸν ἔτος· δραχ. 30,000 διὰ τὴν μὴ ἀνάγκην ἀνεγέρσεως Φυ-
2693σιογραφικοῦ Μουσείου, καὶ δρ. 31,783 ἐκ ληξασῶν ὑποτρο-
2694φιῶν πρὸς σπουδὴν τῆς γυμναστικῆς, καὶ ἄλλων τινῶν κον-
2695δυλίων. Τὸ ὅλον τῶν τοιούτων ἐλαττώσεων ἀνέρχεται εἰς
2696δρ. 261,783. Ἀντὶ δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ ἀπομείνῃ ὡς ὁρι-
2697στικὴ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκ-
2698κλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀπομένει
2699τοιαύτη μόνον ἐκ δραχ. 1467, τὸ δὲ ὑπόλοιπον διανέμεται
2700εἰς μισθοὺς καὶ ἔξοδα ὑπηρεσιῶν, ἐξ ὧν δρ. 122,186 διὰ τὰ
2701Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ἔχει βεβαίως ἡ τοιαύτη αὔξησις δα-
2702πανῶν τὴν τυπικὴν ἐξήγησιν τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας,
2703ἀλλ’ ὡς εἶπον ἤδη, ἡ τοιαύτη ἐξήγησις δὲν δικαιολογεῖ τὴν
2704διάθεσιν ἐν γένει καὶ διεύθυνσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πρὸς
2705θεραπείαν ἀναγκῶν μὴ ἐπιβαλλομένων καὶ παραμέλησιν τῶν
2706μεγάλων καὶ ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας.
2707Τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα σήμερον παρουσιάζουσιν ἀναχρο-
2708νισμόν, καὶ ἔπρεπε πρὸ πολλῶν ἐτῶν νὰ συγχωνευθῶσι μὲ
2709τὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα καὶ μὲ τὰ Γυμνάσια· καὶ τὰ
2710Γυμνάσια δ’ ἐπίσης πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῶσιν ἐπὶ τὸ πρα-
2711κτικώτερον. Ἀντὶ ὅμως τούτων ἐξακολουθοῦσιν ἀμφότερα
2712λειτουργοῦντα ἀτελῶς, καὶ προκαλοῦντα κατ’ ἔτος αὐξήσεις
2713δαπανῶν.
2714Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔχομεν προσθή-
2715κην δαπάνης ἐκ δρ. 326,126, ἥτις προκύπτει ἐκ διαφόρων
2716αὐξομειώσεων. Ἐλαττοῦται ἡ πίστωσις διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν
2717ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, διότι οἱ μι-
2718σθοὶ τῶν ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν θὰ
2719καταβάλλωνται παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
2720Αὐξάνει ἡ δαπάνη τοῦ ἱματισμοῦ, διότι δὲν ἔχομεν ἀρκετὰ
2721ἐφόδια ἐν τῇ ἀποθήκῃ...
2722§188Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δραχ-
2723μῶν 1,500,000 διαφορὰ, διότι ἐξηντλήθησαν τὰ ὑπάρχοντα
2724ἐφόδια.
2725§189Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ αὔξησις εἶναι φυσική. Ἐλαττοῦ-
2726ται τὸ ἐπίδομα τῶν ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν, διότι δὲν θὰ
2727ἔλθωσιν οὗτοι· αὐξάνει ἡ δαπάνη τοῦ στρατωνισμοῦ ἕνεκα
2728ἐξαντλήσεως τῶν δι’ αὐτὸν ἀναγκαίων εἰδῶν.
2729§190Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ὑπολείπεται ἡ κατασκευὴ στρατώνων.
2730§191Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ περίεργον δὲ σύμπτωσιν, ἐλατ-
2731τοῦται ἡ δαπάνη τοῦ ὁπλισμοῦ. Ἠδύνατο νὰ νομίσῃ τις,
2732ὅτι ὁ ὁπλισμὸς ἡμῶν εἶναι πλήρης, ἐνῷ συμβαίνει τὸ ἐναν-
2733τίον. Γνωρίζομεν δὲ πάντες, πόσον μεγάλη καὶ ἐπείγουσα
2734εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς συμπληρώσεως τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρα-
2735τοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 ἀναγρά-
2736φει ἐλάττωσιν πιστώσεως.
2737§192Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ὅλως τὸ ἐναντίον συμβαίνει. Διότι πρό-
2738κειται νὰ γείνῃ φροντὶς περὶ ὁπλισμοῦ καλλιτέρου, διὰ τοῦτο
2739δὲν ἀναγράφεται τίποτε.
2740§193Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τῆς φροντίδος ταύτης, ἡ ὁποία
2741πρόκειται νὰ ληφθῇ, γίνεται λόγος ἀπὸ τριῶν ἢ τεσσάρων
2742ἐτῶν. Δὲν ἠξεύρω, καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ κρίνω, ὁποία
2743ἔσεται ἡ φροντὶς αὕτη. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται καὶ αὕτη νὰ
2744χρησιμεύσῃ πρὸς παρηγορίαν, ὅτι θὰ θεραπευθῇ ἡ ἐπιβαλ-
2745λομένη αὕτη ἀνάγκη, ὅπως ἐγένετο μὲ τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνι-
2746κοῦ Στόλου διὰ τὰς ναυτικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, εἶναι προτιμό-
2747τερον νὰ μὴ ἐπισπευσθῇ τοιαύτη φροντίς. Ἂς μὴ πλανώμεθα,
2748ὅτι δι’ ἀτελῶν καὶ ἀνεπαρκῶν σχετικῶς μέτρων θὰ δυνηθῶ-
2749μεν νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἐπιβαλλομένας ἀνάγκας τοῦ στρα-
2750τοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Κάλλιον ἂς μείνωμεν ὑπὸ
2751τὴν πίεσιν τῶν ἀναγκῶν τούτων, ὅπως ἐξαναγκασθῶμεν νὰ
2752ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐπιβαλλομένην θεραπείαν αὐτῶν.
2753§194Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἀκριβῶς γίνεται τοιαύτη σκέψις· διότι
2754ὑπάρχουσιν 700,000 δραχμαὶ εἰς τὴν Τράπεζαν, ὡς γνωρί-
2755ζετε, τῶν ὁποίων δὲν γίνεται χρῆσις.
2756§195Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ ἑπτακόσιαι χιλιάδες δραχμαὶ καὶ
2757ἕτερα ἀνάλογα καὶ ἀνεπαρκῆ ποσὰ δὲν δύνανται νὰ θερα-
2758πεύσωσι τὴν ἀνάγκην τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅπως δὲν
2759θεραπεύουσι τὰς ἀνάγκας τοῦ ναυτικοῦ οἱ πόροι οἱ σχετι-
2760κῶς γλίσχροι τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Τὸ Ταμεῖον
2761τοῦτο ἴσως παρηγόρησε καὶ καθησύχασέ τινας, πιστεύοντας,
2762ὅτι ἐλήφθη ἡ ἀναγκαία φροντὶς πρὸς σχηματισμὸν στόλου.
2763Δὲν εἶναι ὅμως συμφέρουσα ἡ τοιαύτη παρηγορία, καὶ ἐπι-
2764βάλλεται ἀνάγκη, ὅπως διὰ σωφρονεστέρας διαρρυθμίσεως
2765τῶν οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπι-
2766διωχθῇ θετικὴ θεραπεία τῶν ἐπιβαλλομένων καὶ ἐπειγου-
2767σῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου.
2768Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εὑρίσκομεν αὔξησιν δρ.
2769173,000, ἀλλὰ καὶ αὕτη προέρχεται οὐχὶ ἐκ προνοίας πρὸς
2770διόρθωσιν τῶν θετικῶν ἐλλείψεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς
2771τὸ ναυτικὸν ἡμῶν, ἀλλὰ κυρίως ἐκ τῆς θεραπείας κοινῶν
2772ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, ὧν κυριωτέρα παρίσταται ἡ κατα-
2773σκευὴ καὶ συμπλήρωσις κτιρίων εἰς τὸν Ναύσταθμον Σαλα-
2774μῖνος, διὰ τὰ ὁποῖα προστίθεται πίστωσις δρ. 113,500. Ὅσοι
2775ἐνθυμοῦνται τὴν περιγραφήν, τὴν ὁποίαν ὁ πρώην Ὑπουρ-
2776γὸς τῶν Ναυτικῶν ἐποιήσατο εἰς τὴν Βουλὴν, τῆς κατα-
2777στάσεως τῶν πλείστων πλοίων τοῦ στόλου ἡμῶν, ὧν τινα
2778ἐχαρακτήρισεν ὡς μὴ ἔχοντα ἄλλην ἀξίαν ἢ τοῦ ἁπλοῦ ὑλι-
2779κοῦ, ματαίως ζητοῦσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουρ-
2780γείου τῶν Ναυτικῶν τοὺς πόρους καὶ τὰς πιστώσεις τὰς ἀναγ-
2781καίας πρὸς διόρθωσιν ἢ ἀντικατάστασιν τῶν πλοίων τούτων.
2782Ἡ ἐξέτασις τῶν ἐξόδων, ἣν ἐποιησάμην, ἐσκόπει, οὐχὶ
2783τὴν ἀνάλυσιν τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν, ἀλλὰ, ὡς εἶπον, τὴν
2784ἐξεύρεσιν τοῦ ποιοῦ καὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν γενομένων αὐ-
2785ξήσεων ἐξόδων καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902. Μετα-
2786ξὺ τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένων δαπανῶν θὰ ὑπάρξωσί τι-
2787νες, αἱ ὁποῖαι θ’ αὐξήσωσι δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων,
2788καὶ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀφήσωσιν ἀδιαθέτους πιστώσεις.
2789Ὀλίγας ὅμως δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν ἀδιαθέτους πιστώσεις
2790διὰ τὸ 1902, ἀφοῦ αἱ ὑπηρεσίαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀφῆκαν
2791σπουδαίας τοιαύτας πιστώσεις, δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ
2792Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902.
2793Αἱ δαπάναι τοῦ 1902, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν ὑποβληθέντα
2794Προϋπολογισμὸν ἀνέρχονται εἰς δρ. 115,029,450 διὰ τῶν
2795δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναβιβάζον-
2796ται εἰς δραχ. 116,572,166. Ἐκ τούτων 32,198,088 δραχ-
2797μαὶ ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον χρέος, οὗτινος ἡ διεύθυνσις
2798δὲν ἐξαρτᾶται ἐξ ἡμῶν, καὶ δραχ. 84,374,070 εἰς τὰς δια-
2799φόρους ὑπηρεσίας, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἡμεῖς τὴν διαχείρισιν,
2800καὶ τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν, ὁδηγούμενοι ἐκ τῶν
2801ἀναγκῶν τῆς χώρας, καὶ σταθμίζοντες τὴν σημασίαν καὶ τὴν
2802ἐπιβολὴν ἑκάστης αὐτῶν.
2803Ὑπελόγισα τὰ ἔσοδα εἰς δραχ. 112,809,375, τὰ δὲ ἔξο-
2804δα εἰς 116,572,166. Ἔχομεν δ’ οὕτως ἔλλειμμα 3,762,791
2805δραχμῶν. Ἐὰν δ’ ὑπολογίσωμεν καὶ τὰ καταβληθησόμενα
2806ποσὰ διὰ προκαταβολὰς ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως,
2807τὸ ἔλλειμμα δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 5,000,000 δραχμῶν.
2808Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον
2809πρέπει κυρίως νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Εἶναι ἐνδεχό-
2810μενον περιστάσεις εὐνοϊκαὶ νὰ ἐλαττώσωσιν αὐτό, ἢ ἄλλαι
2811δυσμενεῖς νὰ τὸ αὐξήσωσιν. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον κυρίως
2812πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχο-
2813μεν καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν, εἶναι τὸ πῶς διατίθενται τὰ
2814ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, καὶ ἂν διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διατί-
2815θενται ταῦτα καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902, θερα-
2816πεύονται αἱ ἐπιβαλλόμεναι ἀνάγκαι καὶ ἐξυπηρετοῦνται τὰ
2817πραγματικὰ καὶ ἀληθῆ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἡ ἔρευνα
2818δὲ αὕτη ἄγει ἡμᾶς εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πολιτικοῦ συστή-
2819ματος ἐν γένει τῆς πεσούσης καὶ παρούσης Κυβερνήσεως, ἐπὶ
2820τοῦ ὁποίου στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμός...
2821§196ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ διακόψωμεν.
2822§197Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Θὰ ὁμιλή-
2823σητε ἀκόμη ἐπὶ πολύ;
2824§198Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποθέτω, ἐπὶ μίαν περίπου ὥραν.
2825§199ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν διάθεσιν νὰ σᾶς
2826ἀκούσωμεν.
2827§200ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἂν θέλετε, νὰ διακόψωμεν ἐπὶ ἡμί-
2828σειαν ὥραν τουλάχιστον.
2829§201Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καλλίτερον νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
2830§202Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂς διακόψωμεν ἐπὶ 10 λεπτά.
2831§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά.
2832(Μετὰ διακοπὴν 10 λεπτῶν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
2833§204Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔλεγον ὅτι πλὴν τοῦ ἐλλείμματος,
2834τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ ταμιευτικὴ ἐξέτασις τοῦ Προϋπο-
2835λογισμοῦ τοῦ ἔτους 1902, πρέπει νὰ ἑλκύσῃ ἰδιαιτέρως τὴν
2836προσοχὴν ἡμῶν ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως τῶν δημοσίων ἐσό-
2837δων. Διὰ τῆς ἀμέσου ἢ ἐμμέσου αὐξήσεως τῶν φόρων καὶ διὰ
2838τῆς φυσικῆς ἀναπτύξεως τῆς ἀποδόσεως αὐτῶν αἱ εἰσπράξεις
2839τοῦ Δημοσίου ἀπὸ δρ. 58,537,536 τὸ 1883 — καὶ ἀναφέρω
2840τὸ ἔτος τοῦτο, διότι τότε εἶχε συμπληρωθῆ ἡ προσάρτησις
2841τῶν νέων ἐπαρχιῶν — ἀνῆλθον εἰς δραχ. 112,809,000, ὅσαι
2842θεωροῦνται πιθαναὶ διὰ τὸ 1902. Ἐδιπλασιάσθησαν σχεδὸν
2843τὰ ἔσοδα, ἐκ τῆς αὐξήσεως δ’ αὐτῶν μόλις τὸ ἓν πέμπτον
2844ἀπορροφεῖται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ δὲ
2845ὑπόλοιπον διετέθη διασκορπισθὲν εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρε-
2846σίας τοῦ Κράτους, ἄνευ θετικῆς καὶ σπουδαίας βελτιώσεως
2847αὐτῶν. Καὶ ἡ διοίκησις καὶ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ δημοσία
2848ἀσφάλεια καὶ ὁ στρατός, ἂν δὲν εὑρίσκωνται σήμερον εἰς χεί-
2849ρονα κατάστασιν, δὲν εὑρίσκονται βεβαίως εἰς καλλιτέραν τῆς
2850τοῦ 1883.
2851Δὲν ὑποσκάπτουσι, Κύριοι, τὰ θεμέλια τῆς ἀνεξαρτησίας
2852καὶ τῆς προόδου παντὸς ἔθνους μόνον οἱ ἐπιδιώκοντες φανερὰ
2853τὴν παράλυσιν τῆς διοικήσεως, τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τῆς
2854δικαιοσύνης, τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἄλλων βάσεων τῆς ὑπάρ-
2855ξεως αὐτοῦ. Οὐδεμία Κυβέρνησις ἤθελε τολμήσει νὰ προ-
2856τείνῃ πολιτικὴν δεικνύουσαν τοῦτο· ἤ, ἂν ἤθελεν εὑρεθῇ τοι-
2857αύτη, βεβαίως καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος ἤθελον ἀποκρού-
2858σει αὐτήν. Ὑποσκάπτουσιν ὅμως τὰ θεμέλια τῆς Πολιτείας καὶ
2859ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξ ἀκηδίας, ἐξ ἀγνοίας, ἐξ ἐλλείψεως σθέ-
2860νους, καὶ χάριν κομματικῶν ἢ ἄλλων συμφερόντων, ἀκολου-
2861θοῦσι πολιτικὴν καταλήγουσαν εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα.
2862Τοῦτο δὲ δυστυχῶς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν. Μετὰ τὸν ἀτυχῆ
2863πόλεμον καὶ τὰς καταστροφάς, ἃς ἐπέφερεν οὗτος καὶ ὑπὸ
2864τὴν ἔποψιν τῆς αὐτοτελείας τοῦ ἔθνους καὶ ὑπὸ τὴν τῆς
2865γένει διοικήσεως, οὐδεμία ἐλήφθη σπουδαία φροντὶς πρὸς θε-
2866ραπείαν τῶν ἐπειγουσῶν καὶ μεγάλων ἀναγκῶν τῆς χώρας.
2867Ἐπείγουσα καὶ μεγάλη ἀνάγκη εἶναι ἡ βελτίωσις τῆς
2868διοικήσεως. Ἐπιστεύθη δ’ ὅτι βελτιοῦται αὕτη διὰ τῆς αὐ-
2869ξήσεως τῶν νομαρχιῶν. Δὲν ἠθελήσαμεν νὰ μελετήσωμεν τὰς
2870ἀτελείας τῆς λειτουργίας τῆς διοικήσεως καὶ φροντίσωμεν νὰ
2871ἄρωμεν αὐτάς. Ἀφήσαμεν αὐτάς, ἐπεκτείνοντες αὐτὴν διὰ
2872τῶν νέων Νομαρχιῶν, μεθ’ ὅλων τῶν ὑφισταμένων ἐλαττω-
2873μάτων αὐτῶν, καὶ χωρὶς νὰ βελτιώσωμεν τὸν τρόπον τῆς λει-
2874τουργίας των.
2875Ἀνάγκη ἐπιβαλλομένη εἶναι ἡ βελτίωσις τῆς δικαιοσύνης.
2876Καὶ ταύτην δ’ ἐπιστεύσαμεν ὅτι διορθώνομεν, αὐξάνοντες αὐ-
2877τὴν κατ’ ἔκτασιν διὰ τῆς προσθήκης ἑτέρων Πρωτοδικείων.
2878Αἱ ἐλλείψεις δέ, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς δι-
2879καιοσύνης, ἔμειναν καὶ εἰς τὰ ὑπάρχοντα Πρωτοδικεῖα καὶ
2880εἰς τὰ νεωστὶ συσταθέντα. Καὶ ὁ δικαστικὸς ὀργανισμὸς καὶ
2881ἡ δικονομία ἡμῶν εἰσιν ἐπιδεκτικὰ ῥιζικῶν μεταρρυθμίσεων,
2882αἵτινες δύνανται νὰ καταστήσωσι τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιο-
2883σύνης ἀποτελεσματικωτέραν καὶ οἰκονομικωτέραν. Ἀλλὰ περὶ
2884τούτων οὐδεμία ἐλήφθη φροντίς.
2885Οὕτω πολιτευόμενοι, δὲν παρέσχομεν βεβαίως τὴν ἀπαι-
2886τουμένην ὑποστήριξιν εἰς τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Δὲν ὑπο-
2887στηρίζεται δ’ αὕτη ἀποτελεσματικῶς διὰ μόνων τῶν ἁπ-
2888λῶν καὶ εἰδικῶν μέτρων, ὡς τὰ λαμβανόμενα ὑπὲρ τῆς γε-
2889ωργίας, περὶ ὧν εἶπον πρὸ ὀλίγου τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ
2890διὰ τῆς παροχῆς εἰς τὴν κοινωνίαν τελειοτέρας διοικήσεως,
2891δικαιοσύνης καὶ ἀσφαλείας. Περὶ τῆς δημοσίας δὲ ἀσφαλείας
2892ἠσχολήθημεν ὡς ἐρασιτέχναι μᾶλλον ἢ ὡς πολιτευόμενοι,
2893πονοῦντες τὰ συμφέροντα τῆς χώρας.
2894Ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὅστις δὲν
2895ἐφηρμόσθη, ἕνεκα τῶν ἐσφαλμένων βάσεων αὐτοῦ, καὶ οὐχὶ
2896ἐξ ἐλλείψεως πόρων, διότι τὰ ποσὰ τῶν πιστώσεων, τὰ ὁποῖα
2897ἀνεγράφοντο δι’ αὐτὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερι-
2898κῶν, διετέθησαν εἰς ἄλλας δευτερευούσας καὶ ἀγόνους ὑπη-
2899ρεσίας. Δὲν ἠθελήσαμεν νὰ μελετήσωμεν τὰς περιστάσεις τῆς
2900χώρας καὶ τὰς θετικὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν πρέπει νὰ στηρίξωμεν
2901τὴν ἀστυνομικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν, ὅπως ἐπιτύχωμεν δημο-
2902σίαν ἀσφάλειαν τοιαύτην, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ πᾶν εὐνο-
2903μούμενον καὶ πεπολιτισμένον ἔθνος, καὶ συνάμα διευκολύνο-
2904μεν τὴν στρατιωτικὴν ἐκγύμνασιν καὶ ὀργάνωσιν τῆς χώρας,
2905ἣν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν, ἂν δὲν χωρίσωμεν τὴν δη-
2906μοσίαν ἀσφάλειαν ἀπὸ τοῦ στρατοῦ. Τὴν στοιχειώδη ταύτην
2907ἀλήθειαν ἐννοοῦμεν καὶ ὁμολογοῦμεν πάντες. Ἀλλ’ οἱ ἁρ-
2908μόδιοι, οἱ κυβερνήσαντες τὴν χώραν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη,
2909ἐπροτίμησαν νὰ μὴ διαθέσωσι τοὺς πόρους τοῦ Δημοσίου καὶ
2910εἰς τὴν θεραπείαν τῆς μεγάλης ταύτης ἀνάγκης.
2911Πρέπει δ’ ἐπίσης νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν
2912νὰ ὀργανώσωμεν στρατὸν καὶ νὰ ἐκγυμνάσωμεν στρατιωτι-
2913κῶς τὸ ἔθνος, ὅταν δὲν ἔχωμεν ἀνεξάρτητον ἀστυνομίαν, καὶ
2914ἐφ’ ὅσον δὲν θέλωμεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς
2915συγκεντρωμένης στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, τὸ ὁποῖον πρὸ
2916ἐτῶν εἰσηγάγομεν, καὶ τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκομεν τὴν ἐφαρ-
2917μογήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ παρ’ ἡμῖν διὰ τῶν
2918πόρων, οὓς διαθέτομεν. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἀναμφισβη-
2919τήτως τελειότερον παντὸς ἄλλου διὰ τὴν ὅσον οἷόν τε πλη-
2920ρεστέραν ὀργάνωσιν στρατοῦ. Ἡ Γερμανία, ἡ Γαλλία καὶ τὰ
2921ἄλλα μεγάλα Εὐρωπαϊκὰ Κράτη δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος
2922ἐμόρφωσαν τοὺς ἰσχυροὺς αὐτῶν στρατούς. Ἀλλὰ διὰ νὰ τὸ
2923ἐφαρμόσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ σύστημα τοῦτο ἀποτελεσματικῶς
2924καὶ πλῆρες, πρέπει νὰ δαπανήσωμεν ποσὰ διπλάσια ἐκεί-
2925νων, τὰ ὁποῖα δαπανῶμεν σήμερον. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορ-
2926μὴν ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν
2927ἀπαιτεῖ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τούτου παρὰ τοῖς ἔθνε-
2928σιν, ἅτινα ἐφαρμόζουσιν αὐτό. Ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου τὸ σύ-
2929στημα τοῦτο ἐφαρμόζεται τελειότερον, ἀπαιτεῖται κατὰ μέ-
2930σον ὅρον δαπάνη κατ’ ἄτομον στρατιωτῶν καὶ ἀξιωματικῶν
2931δραχ. 2220, ἐν Γαλλίᾳ δρ. 1870, — ὁμιλῶ περὶ δραχμῶν,
2932διότι ἔτρεψα τὰ νομίσματα τῶν διαφόρων ἐθνῶν εἰς δραχ-
2933μάς, — ἐν Αὐστρουγγαρίᾳ δραχ. 1500, ἐν Ἰταλίᾳ 1600, ἐν
2934Ἱσπανίᾳ 1800, καὶ ἐν Ρουμανίᾳ 1200. Ἡμεῖς δὲ θέλομεν
2935νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα αὐτό, δαπανῶντες μόνον 740
2936δραχμὰς κατ’ ἄτομον! Ἀναμφισβητήτως διὰ τοιαύτης γλί-
2937σχρας δαπάνης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν πλήρη καὶ
2938ἀποτελεσματικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τοῦ συγκεν-
2939τρωτικοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ἀκόμη, ὅτι ἠθέλομεν κατορ-
2940θώσει ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν τῶν ἀστυνομικῶν καὶ
2941τῶν ἄλλων ξένων εἰς αὐτὸν ὑπηρεσιῶν. Διὰ τοῦτο ὁ στρα-
2942τός ἡμῶν στερεῖται ἐκγυμνάσεως, στερεῖται ἀληθοῦς ἐπι-
2943μελητείας καὶ ἄλλων ἀναγκαίων βοηθητικῶν ὑπηρεσιῶν,
2944στερεῖται ὁπλισμοῦ. Δὲν ἔχομεν γυμνάσια οὐχὶ σώματος
2945στρατοῦ ἢ ταξιαρχίας, ἀλλ’ οὔτε συντάγματος, σπανίως δὲ
2946τάγματος.
2947Ὁ χρόνος δέ, καθ’ ὃν διαμένουσιν οἱ κληρωτοὶ εἰς τὸν
2948στρατόν, καταναλίσκεται εἰς γυμνάσια χειρισμοῦ τοῦ ὅπλου
2949καὶ βηματισμῶν καὶ κινήσεων μικρῶν μονάδων. Βεβαίως τοι-
2950αύτη στρατιωτικὴ ἐργασία οὐ μόνον δὲν δύναται νὰ μορφώ-
2951σῃ στρατὸν τοιοῦτον, οἷον θέλει αὐτὸν τὸ σύστημα τὸ συγ-
2952κεντρωτικόν, ἀλλὰ καὶ παρακωλύει καὶ τὴν δι’ ἄλλου συ-
2953στήματος στρατιωτικὴν τοῦ ἔθνους ὀργάνωσιν, ἥτις, ὅπως
2954εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἐπιβάλλεται σήμερον εἰς ἡμᾶς ἐπιτα-
2955κτικῶς.
2956Διὰ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγείου προέβημεν
2957εἰς ἓν γενναῖον βῆμα πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ. Ὑφ’ οἱον-
2958δήποτε σύστημα τὸ Γενικὸν Ἀρχηγεῖον δύναται σπουδαίως
2959καὶ οὐσιωδῶς νὰ χρησιμεύσῃ εἰς αὐτήν. Θὰ χρησιμεύσῃ δὲ
2960ἀποτελεσματικῶς, ὅταν τροποποιηθῇ ὁ σχετικὸς νόμος κατὰ
2961τρόπον συνδυάζοντα τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ μὲ τὰς διατά-
2962ξεις τοῦ Συντάγματος ἡμῶν καὶ μὲ τὴν παρ’ αὐτοῦ ἐπιβαλ-
2963λομένην κυβερνητικὴν εὐθύνην. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους τὸ Γε-
2964νικὸν Ἀρχηγεῖον δύναται νὰ παράσχῃ μεγάλας ὑπηρεσίας
2965εἰς τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν καὶ εἰς τὴν ἐκγύμνασιν τῆς
2966χώρας. Γνωρίζομεν πάντες, ὁποίαν ἐπιρροὴν δύναται νὰ ἐξα-
2967σκήσῃ εἰς τὴν μόρφωσιν στρατοῦ ἡ ἄμεσος ἢ διὰ τοῦ Δια-
2968δόχου ἐνδελεχὴς ἐνασχόλησις καὶ ἀφοσίωσις εἰς αὐτὴν τοῦ
2969Ἡγεμόνος πάσης χώρας. Αὕτη πλειότερον πάσης ἄλλης δύ-
2970ναται ν’ ἀπομακρύνῃ πᾶσαν ξένην ἐπιρροὴν καὶ ἐπέμβασιν
2971εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, νὰ γεννήσῃ καὶ ἀναπτύξῃ τὸ στρατιω-
2972τικὸν πνεῦμα καὶ τὴν στρατιωτικὴν φιλοτιμίαν καὶ πειθαρ-
2973χίαν, καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀφοσίωσιν τοῦ στρατιώτου
2974παντὸς βαθμοῦ εἰς τὰ καθήκοντά του.
2975Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, ἀπαιτεῖ-
2976ται νὰ ὑπάρχωσι τὰ μέσα καὶ οἱ πόροι οἱ ἀναγκαῖοι εἰς τὴν
2977ἀκριβῆ λειτουργίαν τῶν στρατιωτικῶν ὑπηρεσιῶν. Παρ’ ἡ-
2978μῖν δέ, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, δὲν ὑπάρχουσι ταῦτα, διότι δὲν
2979δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτι-
2980κῶν κατ’ ἔτος ποσὸν τοὐλάχιστον 30,000,000 δραχμῶν, ὅσαι
2981ἀπαιτοῦνται πρὸς ἐφαρμογὴν καὶ παρ’ ἡμῖν τοῦ συγκεντρω-
2982τικοῦ συστήματος. Μὴ δυνάμενοι δὲ νὰ πράξωμεν τοῦτο, βε-
2983βαίως ἀδικοῦμεν τὴν χώραν, ἐμμένοντες εἰς σύστημα, τὸ ὁ-
2984ποῖον, ὡς ἀπέδειξε πολυετὴς πεῖρα, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρ-
2985μόσωμεν. Πράττομεν δὲ σήμερον καὶ ἑτέραν πρᾶξιν, οὐχὶ
2986ἐπωφελῆ διὰ τὴν χώραν, ἐκθέτοντες τὴν εὐθύνην τοῦ Διαδό-
2987χου καὶ τοῦ Στέμματος διὰ τῆς ἐμμονῆς εἰς σύστημα, οὗτι-
2988νος ἡ ἐφαρμογὴ ἀπαιτεῖ δαπάνας ἀνωτέρας τῶν δυνάμεων
2989ἡμῶν.
2990Ἡ σημασία τῆς μορφώσεως στρατοῦ, καὶ ἰδίως τῆς στρα-
2991τιωτικῆς ἐκγυμνάσεως τῆς χώρας, εἶναι τοιαύτη, ὥστε πρέ-
2992πει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἡμᾶς ἐπιτακτικῶς τὴν θετικὴν μελέτην
2993τοῦ θέματος. Πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἀπατηλὴν ἐπι-
2994θυμίαν τῆς ἐφαρμογῆς τελειοτέρου ἀναμφισβητήτως συστή-
2995ματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἴσως τι τὸ ἱκανοποιητικὸν διὰ τὰ στε-
2996λέχη τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ὅμως, μὴ δυνάμενον νὰ ἐφαρ-
2997μοσθῇ πιστῶς, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα, δὲν δύναται νὰ ἐκ-
2998γυμνάσῃ στρατιωτικῶς τὴν χώραν.
2999Δὲν εἶναι δὲ μόνον τὸ σύστημα τὸ συγκεντρωτικόν, τὸ
3000ἐφαρμοζόμενον παρὰ τῶν μεγάλων καὶ πλουσίων ἐθνῶν, τὸ
3001ὁποῖον δύναται νὰ φέρῃ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα. Ὑπάρχουσι
3002καὶ ἄλλα συστήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτυγχάνεται ἡ μόρ-
3003φωσις στρατοῦ καὶ ἡ στρατιωτικὴ τῆς χώρας ἐκγύμνασις,
3004ἂν ὄχι μετὰ τῆς αὐτῆς τελειότητος, μεθ’ ἧς ἐπιτυγχάνονται
3005αὗται διὰ τοῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος, βεβαίως ὅμως
3006μετὰ τελειότητος, ἀσυγκρίτως ἀνωτέρας ἐκείνης, ἥτις ἐπι-
3007τυγχάνεται διὰ τοῦ παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντος, ἀλλὰ μὴ ἐφαρμο-
3008ζομένου συστήματος.
3009Πρὸ δεκαπενταετίας περίπου ἔλαβον ἀφορμὴν, διὰ τοὺς
3010οἰκονομικοὺς λόγους, οἵτινες ἀπησχόλουν τότε ἡμᾶς, νὰ θίξω
3011τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ συστήσω τὴν μελέτην τῶν ἀποκεν-
3012τρωτικῶν συστημάτων, καὶ ἰδίως τοῦ Ἑλβετικοῦ.
3013§205Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐν τῇ
3014ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
3015§206Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ.
3016Δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ μεταφυτεύσωμεν παρ’ ἡμῖν
3017στρατιωτικὸν σύστημα λειτουργοῦν εἰς ἄλλην χώραν, καὶ
3018πρὸ πάντων, ὅταν τὸ σύστημα τοῦτο συνδέηται μὲ τὸν ἰδιά-
3019ζοντα εἰς τὴν χώραν ταύτην διοικητικὸν ὀργανισμόν. Δυνά-
3020μεθα ὅμως ἄριστα νὰ ἐμπνευσθῶμεν ἐκ τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν
3021βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται τὰ ἀποκεντρωτικὰ συ-
3022στήματα, τὰ ὁποῖα καὶ μόρφωσιν στρατοῦ καὶ ἐκγύμνασιν
3023τοῦ ἔθνους ἐπιτυγχάνουσι, χωρὶς νὰ ἀπαιτῶσι θυσίας ἀνω-
3024τέρας τῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Καὶ ἄλλαι χῶραι ἐφαρμό-
3025ζουσι τοιαῦτα συστήματα, τελειότερον δ’ ἐφαρμόζει αὐτὸ
3026ἡ Ἑλβετία. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναφέρω συν-
3027τόμως τὰ οἰκονομικὰ καὶ στρατιωτικὰ ἀποτελέσματα τῆς
3028ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος αὐτοῦ.
3029Λαμβάνω τρία διάφορα ἔτη, ἀπέχοντα ἀλλήλων, τὸ 1884,
3030τὸ 1897 καὶ τὸ 1900. Τὸ 1884, ὅτε ἡ Ἑλβετικὴ Ὁμο-
3031σπονδία εἶχεν ἔσοδα 47,000,000 φράγκων, ἐδαπάνα διὰ
3032τὸν στρατὸν αὐτῆς φρ. 13,417,000, ἐξεγύμναζε δὲ ὡς τα-
3033κτικὸν στρατὸν 114,928 ἄνδρας, καὶ ὡς ἐφεδρείαν 85,826,
3034ἤτοι ἐν ὅλῳ 200,774 ἀξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας. Κατὰ
3035τὸ 1897 εἶχεν ἔσοδα φρ. 91,556,000, ἐξεγύμναζε δὲ ἄν-
3036δρας 147,190 ὡς τακτικοὺς στρατιώτας, καὶ 83,280 ὡς
3037ἐφεδρείαν, δηλαδὴ ἐν συνόλῳ 230,470 ἄνδρας, ἐδαπάνα δὲ
303821,770,000 φράγκα. Κατὰ τὸ 1900 τὰ ἔσοδα αὐτῆς ἀνῆλ-
3039θον εἰς 101,000,000 φράγκα, ἐδαπάνα δὲ διὰ τὸν στρατὸν
3040αὐτῆς 24,605,000 φράγκα, καὶ ἐξεγύμναζεν 151,766 ἄν-
3041δρας ὡς τακτικοὺς στρατιώτας, καὶ 87,943 ὡς ἐφεδρείαν,
3042ἤτοι ἐν ὅλῳ 239,709 ἄνδρας καὶ 2,234 ἀξιωματικούς, πλὴν
3043τῆς ἐθνοφρουρᾶς, ἀνερχομένης εἰς 278,556 ἄνδρας.
3044Τὸ σύστημα τοῦτο, ὡς εἶπον ἤδη, δὲν εἶναι βεβαίως τὸ
3045τελειότερον, παρουσιάζει δὲ ἀτελείας, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ
3046σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει ἡ Γερμανία, ἡ Γαλλία καὶ τὰ
3047ἄλλα μεγάλα Κράτη, μορφώνει ὅμως στρατόν, καὶ ἐκγυμνά-
3048ζει τὸ ἔθνος. Τοῦτο βεβαιοῦσι πολλοὶ συγγραφεῖς, ἔχοντες
3049ἀναμφισβήτητον στρατιωτικὸν κῦρος. Περὶ αὐτοῦ δὲ δύνα-
3050μαι νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας ἐξ ἰδίας
3051ἀντιλήψεως. Παρέστην πρὸ ἐτῶν εἰς τὰ γυμνάσια ἑνὸς σώ-
3052ματος ἑλβετικοῦ στρατοῦ. Ἐγνώρισα δ’ ἐκεῖ Γάλλους, Αὐ-
3053στριακοὺς καὶ Γερμανοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι παρευρί-
3054σκοντο εἰς αὐτά. Ἤκουσα δὲ τὰς γνώμας αὐτῶν, καθ’ ἃς ὁ
3055ἑλβετικὸς στρατὸς ἐχαρακτηρίζετο ὡς κατώτερος μὲν τοῦ
3056γαλλικοῦ, τοῦ γερμανικοῦ καὶ τοῦ αὐστριακοῦ, οὐχὶ ὅμως
3057καὶ τοῦ ἰταλικοῦ ἢ τοῦ ἰσπανικοῦ. Ἐχαρακτήριζον δὲ αὐτὸν
3058ὡς στρατὸν δυνάμενον ὄχι μόνον ἐν ἀμύνῃ, ἀλλὰ καὶ ἐν
3059ἐνεργείᾳ νὰ δράσῃ ἀποτελεσματικῶς. Ἐπὶ τῶν γνωμῶν δὲ
3060τούτων στηριζόμενος, νομίζω, ὅτι ἡ παραδοχὴ ἀποκεντρωτι-
3061κοῦ συστήματος, οὐ μόνον ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν δύναται
3062νὰ ἐφαρμοσθῇ πληρέστερον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν
3063στρατιωτικὴν νὰ ἀποφέρῃ ἀποτελέσματα θετικώτερα καὶ
3064λυσιτελέστερα ἐκείνων, ἅτινα φέρει τὸ ἰσχῦον, τελειότερον
3065μὲν, ἀλλὰ μὴ ἐφαρμοζόμενον, συγκεντρωτικὸν σύστημα.
3066Δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς εἶπον, νὰ μεταφυτεύσωμεν τὸ Ἑλ-
3067βετικὸν σύστημα ὡς ἔχει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δυνάμεθα ὅμως,
3068στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν βάσεων αὐτοῦ, νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν
3069ἐξεύρεσιν τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ παρ’
3070ἡμῖν τοιοῦτον σύστημα, διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως καὶ βελ-
3071τιώσεως τῆς ἐν γένει διοικήσεως ἡμῶν. Τοῦτο δ’ ἐπιδιώ-
3072κοντες, θὰ δυνηθῶμεν οὐ μόνον τὴν στρατιωτικὴν ἡμῶν ἀνάγ-
3073κην νὰ θεραπεύσωμεν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἑτέραν, τὴν οὐχὶ ὀλι-
3074γώτερον ἐπιτακτικήν, τὴν τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεως
3075τῆς χώρας.
3076Ἡ μόρφωσις δὲ τῶν στρατιωτικῶν τῆς χώρας δυνάμεων,
3077τῆς τε ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἐπιβάλλεται οὐχὶ βεβαίως,
3078ὅπως ἐπιχειρήσωμεν πόλεμον,—διότι δὲν εἴμεθα ἐκ τῶν
3079Κρατῶν, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν ἰδίων αὑτῶν δυνάμεων δύνανται
3080νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν λύσιν οἱουδήποτε ζητήματος, σχετιζομέ-
3081νου μὲ τὰ συμφέροντα αὐτῶν, —ἀλλ’ ὅπως μὴ παριστάμεθα
3082στρατιωτικῶς κατώτεροι τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, ἅτινα διὰ παν-
3083τὸς μέσου καταπολεμοῦσι τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα ἐθνικὰ ἡμῶν
3084συμφέροντα, τὰ εὑρισκόμενα πέραν τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνι-
3085κοῦ Βασιλείου, καὶ ἅτινα, καταπολεμούμενα σήμερον, δύ-
3086νανται ἐν προσεχεῖ μέλλοντι νὰ διατρέξωσι σοβαροὺς κιν-
3087δύνους.
3088Τὰς μεγάλας ταύτας ἀνάγκας παρεῖδε τὸ πολιτικὸν
3089σύστημα, τὸ ἐφαρμοσθὲν μετὰ τὸν ἀτυχῆ ἡμῶν πόλεμον καὶ
3090συνεχιζόμενον διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, καὶ ὅπερ
3091ἐξήντλησεν εἰς δευτερευούσας καὶ ἀγόνους δαπάνας τοὺς
3092πόρους τοῦ Δημοσίου, οὓς ἠδύνατο καὶ ὤφειλε ν’ ἀφιερώσῃ
3093εἰς τὴν θεραπείαν αὐτῶν. Ἐνῷ δὲ παραβλέπει τὴν θερα-
3094πείαν τῶν μεγάλων τούτων ἀναγκῶν, οὐδὲν προβλέπει καὶ
3095διὰ τὰ γνωστὰ βάρη, ἅτινα ἐπιβάλλονται εἰς τὸ Δημόσιον
3096ἀμέσως ἀπὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους. Κατὰ τὸ 1902 θὰ ἔχω-
3097μεν προσθήκην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ
3098φράγκων χρυσῶν 2,747,650, ἤτοι φράγκων 1,656,500 διὰ τὸ
3099χρεωλύσιον τοῦ ἠγγυημένου δανείου τῶν φρ. 150,000,000,
3100φρ. 247,000 διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ χρεωλυσίου τῶν παλαιῶν
3101δανείων, καὶ φρ. 894,150 διὰ τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον
3102τοῦ ἡμίσεος τοῦ δανείου τοῦ ἐκδοθέντος διὰ τὴν κατασκευὴν
3103τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ, καὶ δραχμῶν 592,458
3104διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου πρὸς κατασκευὴν τῶν ἐν Πε-
3105λοποννήσῳ νέων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν.
3106Διὰ δὲ τὸ 1903 θὰ ἔχωμεν ἑτέρας δρ. 894,150 εἰς χρυ-
3107σὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος τοῦ δανείου τοῦ
3108σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ. Διὰ τῶν προσθηκῶν τού-
3109των ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους θ’ ἀπαιτήσῃ διὰ τὸ
31101903 δρ. 37,324,168, ἐξ ὧν εἰς χρυσὸν φρ. 16,452,616.
3111Ἀπέναντι δὲ τούτων θὰ ἔχωμεν τὴν ἐλάττωσιν δραχμῶν
3112529,611 ἐκ τῆς ἀποδόσεως τῶν κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1893
3113ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Ἑταιρείας τῶν Μονοπωλίων ὑπαρχόν-
3114των χρημάτων, τὰ ὁποῖα συμπληροῦνται ἐφέτος, καὶ προσ-
3115θήκην ἐσόδων ἐκ δρ. 2,678,000 ἐκ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τοῦ
3116φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τῶν προωρισμένων διὰ τὴν ὑπηρε-
3117σίαν τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων. Ὥστε τὸ εἰς δραχμὰς
3118ποσὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους διὰ τὸ 1903 θὰ
3119κατέλθῃ εἰς δρ. 34,216,557, τὸ ποσὸν ὅμως εἰς χρυσὸν θὰ
3120μείνῃ εἰς φρ. 16,452,616.
3121Τὸ τελευταῖον τοῦτο ποσὸν εἶναι τὸ αὐτὸ περίπου μὲ τὸ
3122ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ
3123τὸ ἔτος 1884, ὅτε αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου εἰς χρυσὸν
3124ἀνήρχοντο εἰς φρ. 16,730,000. Εἰς δραχμὰς δὲ τὸ 1884 ἡ
3125ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἀπῄτει 24,415,235, τὸ δὲ
31261903 δραχμὰς 34,216,557, δηλαδὴ κατὰ 10,000,000 δρ.
3127πλειότερον, ἕνεκα τῆς μεγαλειτέρας σήμερον διαφορᾶς τοῦ
3128συναλλάγματος καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμ-
3129μάτια δημοσίων δανείων. Ἐνθυμούμεθα, Κύριοι, ποία ἦτο
3130ἡ συγκίνησις τοῦ βάρους τῆς πληρωμῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν
313116,730,000 φράγκων χρυσῶν κατὰ τὸ 1884. Ἠσθάνθημεν
3132τότε, ὅτι τὸ φορτίον ἦτο δυσβάστακτον. Τοσοῦτον δὲ βα-
3133θέως ᾐσθάνθημεν τοῦτο, ὥστε ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ὁ ἀοί-
3134διμος Τρικούπης, ἐπείσθη, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ Δη-
3135μόσιον νὰ προχωρήσῃ οἰκονομικῶς ἄνευ θεραπείας τῆς ἀνάγ-
3136κης τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πληρωμῶν αὐτοῦ. Ἐπιζητῶν δὲ
3137τὴν θεραπείαν ταύτην, δὲν ἔλαβε δυστυχῶς τὴν ὁδόν, ἥτις
3138θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ εἰς αὐτήν. Ἐπίστευσεν, ὅτι διὰ τῆς
3139συνομολογήσεως δανείων καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν
3140ἤθελεν ἐπιτευχθῆ ἡ ἀνάπτυξις τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας,
3141καὶ ἤθελεν οὕτως ἐπαρκέσει αὕτη εἰς τὰς ἐξωτερικὰς αὐτῆς
3142ἀνάγκας. Μεθ’ ὑπερβολικῆς δὲ τόλμης ἐπεδίωξε τὴν πραγ-
3143ματοποίησιν τῆς ἀτυχοῦς ταύτης ἰδέας. Συνωμολόγησε τὸ
3144δάνειον τῶν 170,000,000 φράγκων, καὶ ἦρε τὴν ἀναγκα-
3145στικὴν κυκλοφορίαν. Ἡ ἐξακολούθησις δὲ τῆς συνομολογή-
3146σεως δανείων, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς κατασκευῆς δημοσίων
3147ἔργων, καὶ ἰδίως σιδηροδρόμων, ἀντὶ νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν,
3148ηὔξανεν αὐτό. Ἡ εἰσαγωγὴ χρυσοῦ διὰ τῶν δανείων ἔφερε
3149στιγμιαίαν ἀνακούφισιν, ἀλλ’ ἀντὶ θεραπείας ἐπέφερεν ἐπί-
3150τασιν τοῦ κακοῦ· κατέληξε δὲ εἰς μέγα διὰ τὴν χώραν δυσ-
3151τύχημα, εἰς τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Δημοσίου! Ἀλλὰ τότε,
3152μετὰ τῆς συναισθήσεως τῆς μεγάλης ταύτης ἀνάγκης καὶ τῆς
3153σπουδῆς πρὸς θεραπείαν αὐτῆς διὰ τεχνικῶν καὶ παρακεκιν-
3154δυνευμένων μέτρων, ὑπῆρχεν ἡ δικαιολογία τῆς προλήψεως
3155τῆς χρεωκοπίας. Ἦσαν ἀτυχῆ τὰ μέτρα, ἅτινα ἐλαμβάνον-
3156το, ἀλλ’ ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν εἰλικρινῆ. Ὑπῆρχε δὲ ὡρι-
3157σμένη πορεία καὶ διεύθυνσις, ἐσφαλμένη μέν, ἀλλὰ γνωστὸν
3158ἔχουσα καὶ ὡρισμένον σκοπόν. Ἀλλὰ σήμερον ποῖος εἶναι ὁ
3159σκοπός, ὃν ἐπιδιώκομεν, δαπανῶντες τοὺς πόρους τοῦ Δημο-
3160σίου πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν δευτερευουσῶν καὶ πρὸς ἱκα-
3161νοποίησιν κομματικῶν ἢ ἄλλων συμφερόντων, παραβλέπον-
3162τες δὲ τὰς μεγάλας τῆς χώρας ἀνάγκας καὶ τυφλώττοντες
3163ἀπέναντι τῶν συνεπειῶν τοιαύτης πορείας;
3164Ὀφείλοντες νὰ καταβάλωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τὸ
3165δημόσιον χρέος τὸ αὐτὸ ποσόν, ὅπερ κατεβάλομεν κατὰ τὸ
31661884, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν αὐξάνουσαν τὴν
3167ἀνωμαλίαν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας. Οὐδεμία
3168δὲ γίνεται σκέψις περὶ τοῦ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προλη-
3169φθῇ τὸ κακὸν τοῦτο.
3170Κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτε ἐφηρμόζετο πολιτικὴ ἀνάλογος
3171πρὸς τὴν σήμερον ἐφαρμοζομένην, ὑπῆρχε διέξοδος πικρὰ καὶ
3172ὀλεθρία, χρησιμεύουσα ὡς τελευταῖον καταφύγιον, ἡ διέξο-
3173δος τῆς χρεωκοπίας, ὅταν τὸ Δημόσιον θὰ περιήρχετο εἰς
3174τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ. Οἱ
3175παραδεχόμενοι — εἴτε ὀλίγοι ἦσαν, εἴτε πολλοί, — τὴν διέξο-
3176δον ταύτην εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἁπλῶς καὶ εὐκόλως ἠθέ-
3177λομεν ἐπιτύχει τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν ἡμῶν, κηρυτ-
3178τόμενοι εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, καὶ δὲν ἐφρόντισαν ἐγ-
3179καίρως, ὅπως ἦτο τότε δυνατόν, νὰ ἐπιτύχωμεν τὸν διακα-
3180νονισμὸν αὐτὸν πρὸ τῆς χρεωκοπίας τοῦ Δημοσίου. Ἐθεώ-
3181ρουν αὐτὴν ὡς ἁπλοῦν τι καὶ ὁμαλὸν γεγονός, καὶ ἔλεγον
3182«ἂς ἔλθῃ μόνη της, ὅταν θὰ ἔλθῃ!» Ἦλθεν· ἀλλ’ ἦλθε συνο-
3183δευομένη δυστυχῶς μὲ τὰς καταστροφάς, ἃς γνωρίζομεν· ἔ-
3184φερε μεθ’ ἑαυτῆς τὸν πόλεμον μὲ τὰ ὀλέθρια αὐτοῦ ἀποτε-
3185λέσματα, καὶ τὴν μείωσιν τῆς αὐτοτελείας καὶ τῆς ἀνεξαρ-
3186τησίας τῆς χώρας, δὲν ἔφερε δὲ δυστυχῶς καὶ τὴν φρόνησιν.
3187Ἀλλὰ σήμερον, ἀνάλογον ἀκολουθοῦντες πολιτικήν, τὴν
3188αὐτὴν δὲ δεικνύοντες ἀκηδίαν καὶ ὀλιγωρίαν διὰ τὰ μεγά-
3189λα συμφέροντα καὶ τὰς μεγάλας ἀνάγκας τοῦ τόπου, ποίαν
3190διαβλέπομεν διέξοδον; Ὅταν ἡ πολιτικὴ αὕτη θὰ μᾶς φέ-
3191ρῃ εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν, πῶς θὰ ἐξέλθωμεν αὐτῆς; Δὲν δυ-
3192νάμεθα πλέον νὰ χρεωκοπήσωμεν· ἔχομεν τὰς χεῖρας καὶ
3193τοὺς πόδας ἡμῶν δεδεμένους, καὶ δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ
3194θίξωμεν τὸ δημόσιον χρέος, ὅπερ εἶναι ὁ κλοιός, ὅστις μᾶς
3195ἐπεβλήθη ἐκ τῆς πολιτικῆς τοῦ παρελθόντος. Δημοσίαν πί-
3196στιν δὲν ἔχομεν, μήτε δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ἐφ’ ὅσον τὸ δη-
3197μόσιον χρέος λειτουργεῖ ὑπὸ τὸν διεθνῆ ἔλεγχον. Μία θὰ ἦναι
3198δυστυχῶς ἡ διέξοδος, ὅταν τὸ ἐφαρμοζόμενον σύστημα θὰ
3199φέρῃ πλήρη τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, τὴν οἰκονομικὴν καὶ διοι-
3200κητικὴν ἀνεπάρκειαν. Τοιαύτη διέξοδος θὰ ἦναι ἡ κοινωνι-
3201κὴ καὶ διοικητικὴ χρεωκοπία, ἥτις τὴν παραλυσίαν τῆς διοι-
3202κήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης θὰ καταστήσῃ μεγαλειτέραν,
3203τὴν δὲ χαλάρωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας θὰ ὠθήσῃ μέχρις
3204ἀναρχίας. Θὰ ἦναι ἡ μετὰ τοιαύτης χρεωκοπίας ἐμφάνισις
3205τῶν κοινωνικῶν ζητημάτων, ἐξ ὧν εὐτυχῶς μέχρι σήμερον
3206εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι. Ἀπαρχὴν δὲ τῶν τοιούτων ζητημά-
3207των ἔχομεν τὴν ἐπίτασιν τῶν μεταναστεύσεων, τὰς ὁποίας
3208προκαλεῖ ἡ κατάστασις, εἰς ἣν εὑρίσκονται πλεῖσται ἐπαρ-
3209χίαι καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν καὶ ὑπὸ διοικητικὴν ἔποψιν, ἥτις
3210ὠθεῖ τοὺς κατοίκους αὐτῶν εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς πα-
3211τρίδος των.
3212Ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν
3213συστήματος τοιαῦτα ἀπειλοῦντος εἰς τὴν χώραν κακά, καὶ
3214ὑποσκάπτοντος τὰ θεμέλια τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς προ-
3215όδου τῆς πατρίδος ἡμῶν; Κρύπτοντες τ’ ἀποτελέσματα τῆς
3216ἐφαρμοζομένης πολιτικῆς, ἥτις ἄγει ἡμᾶς εἰς τὴν οἰκονομι-
3217κὴν ἀνεπάρκειαν, ἄνευ θεραπείας τῶν μεγάλων καὶ ἐπιτα-
3218κτικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, πλανῶμεν ἡμᾶς αὐτούς, ἢ πλα-
3219νῶμεν τὸ ἔθνος. Ὑποσκάπτομεν δὲ βεβαίως τὰ θεμέλια τῆς
3220ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς προόδου τῆς χώρας, καὶ τείνομεν εἰς
3221τὸ νὰ καταστρέψωμεν τὸ οἰκοδόμημα, ὅπερ οἱ πρόγονοι ἡμῶν
3222διὰ θυσιῶν καὶ ἀγώνων ἀνήγειραν.
3223Τοιαύτην πολιτικήν, ἀντιπροσωπευομένην ὑπὸ τοῦ Προ-
3224ϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1902, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παραδε-
3225χθῇ καὶ ψηφίσῃ ἡ παροῦσα Βουλή, ἥτις οὕτως ἢ ἄλλως εὑρί-
3226σκεται εἰς τὸ τέρμα αὐτῆς. Τοιοῦτον σύστημα, ὅπερ τὰ πάν-
3227τα κρατεῖ ἐν κακῇ καταστάσει, μεγάλα δὲ ἀπειλεῖ δυστυ-
3228χήματα εἰς τὸν τόπον ἡμῶν, δὲν δικαιούμεθα νὰ ψηφίσω-
3229μεν. Ὀφείλομεν νὰ σταματήσωμεν, καὶ μελετῶντες τὰς με-
3230γάλας ἀνάγκας τῆς χώρας, νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐφαρμογὴν
3231συστήματος καὶ πολιτικῆς, ἥτις θὰ καταστήσῃ ἡμᾶς ἱκα-
3232νοὺς νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ στοιχειωδέστερον καθῆκον, ὅπερ
3233μᾶς ἐπιβάλλει ἡ πρὸς τὴν πατρίδα ὑποχρέωσις καὶ ἡ θέσις,
3234ἣν κατέχομεν.
3235Τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ἡ παροῦσα Βουλή, ἡ ἐν
3236τῇ ἀγωνίᾳ τῆς ὑπάρξεως αὑτῆς εὑρισκομένη, ἀλλὰ θ’ ἀπο-
3237φασίσῃ τὸ ἔθνος διὰ νέας Βουλῆς, ἀντιπροσωπευούσης τὴν
3238θέλησιν καὶ γνώμην αὐτοῦ. Αὕτη θὰ κρίνῃ, ἂν τὸ ἔθνος ἐπι-
3239δοκιμάζει τὸ ἐφαρμοζόμενον σύστημα καὶ θέλει νὰ ὑποστῇ
3240τὰς συνεπείας, ἃς ἐνδεικνύει ἡ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐφαρ-
3241μογὴ αὐτοῦ, ἢ ἂν ἀπαιτεῖ τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ, καὶ τὴν
3242ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος καὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν
3243ἐπιβάλλουσιν αἱ ἀνάγκαι τῆς χώρας καὶ ἡ προάσπισις τῶν
3244συμφερόντων καὶ τῆς προόδου τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλ-
3245ληνισμοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
3246§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 5 καὶ 30′ π. μ.
3247τῆς ἐπιούσης).