1902.03.16
1,209 rows · 9,516 words · 66 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
τῆς 16ης Μαρτίου 1902
(Σάββατον).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
(Ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 169 Βουλευτῶν. Τὰ πρακτικά, μὴ τυπωθέντα ἔτι, θὰ διανεμηθῶσι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνεδριάσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§2Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Δραγούμη, καταθέτω κατάστασιν τῶν ταχυδρομικῶν, τηλεγραφικῶν καὶ τηλεφωνικῶν εἰσπράξεων κατὰ τὸ ἔτος 1901. Αἱ εἰσπράξεις ἀνέρχονται εἰς 4,258,390 δραχμὰς ἀπέναντι 4,064,000 προϋπολογισθεισῶν, ἤτοι ὑπὲρ τὰ προϋπολογισθέντα ἔχομεν 194,039 δραχμάς. Τὴν προσεχῆ Δευτέραν θὰ καταθέσω καὶ τὰς ὑπολειφθείσας καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς.
§3Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ τυπῶνται καὶ διανέμωνται αὐτά. Πῶς θὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους χωρὶς αὐτά;
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 166). Ὁ κύριος Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. (Ὁ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης ἐγείρεται, ἵνα ὁμιλήσῃ).
§5Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατόπιν τοῦ κ. Προέδρου.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τῆς Συνόδου ταύτης ἐδημιουργήθη κατάστασις πολιτική, τὴν ὁποίαν ἡ Ἀντιπολίτευσις κρίνει ὄχι μόνον ἔκτροπον, ἀλλὰ καὶ διαστρέφουσαν τὴν λειτουργίαν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν· οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξηγηθῇ ἄλλως ἡ εἰς τὴν ἀρχὴν κλῆσις Βουλευτῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ἐλαχίστην ὁμάδα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἄνευ τῆς χρήσεως τοῦ Ἡγεμονικοῦ δικαιώματος, τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἤθελε κληθῆ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ν’ ἀποφανθῇ, ἂν συμμερίζεται τὰς γνώμας καὶ τὰς πολιτικὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἤθελον εἰπεῖ οἱ κληθέντες εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἔχουσι καὶ ὅτι θέλουσιν ἐφαρμόσει. Τοιοῦτο συμβεβηκὸς ἐνεδείκνυε τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπεβάλλοντο εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις πρὸ παντὸς ὀφείλει νὰ ἀμύνηται ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τοῦ Κράτους, νὰ ἐπιμελῆται δὲ τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπέλαβεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ συμβιβάσῃ τὸ καθῆκόν της τοῦτο, τὸ τῆς ἀμύνης ὑπὲρ τῶν θεσμῶν, μετὰ τοῦ καθήκοντος τῆς μερίμνης περὶ τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας, καὶ ὑπέλαβεν, ὅτι ἠδύνατο διὰ πολιτείας μετριοπαθοῦς καὶ συμβιβαστικῆς, ἀλλ’ ἀγρύπνως ἐπιτηρούσης καὶ ἀκαμάτως ἐπιβαλλούσης τὴν ἐγκράτειαν εἰς τοὺς κυβερνῶντας, νὰ καταδείξῃ τὴν γενομένην διαστροφὴν τῆς λειτουργίας τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, ὅπως ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Στέμματος καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ προσπαθήσῃ δέ, ἐργαζομένη ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ἀναστείλῃ τοὺς κυβερνῶντας ἀπὸ τῆς κατωφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐσύροντο, καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ σταματήσῃ κἄν αὐτοὺς πρὸς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον. Αἱ προσπάθειαι ἡμῶν αὗται καὶ ἡ μετριοπαθὴς αὕτη καὶ συμβιβαστικὴ πολιτεία ἡμῶν δὲν ἔφερε τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους προσεδοκῶμεν· διότι οὐ μόνον τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἐνεπιστεύθη εἰς τοὺς Βουλευτάς, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν, ἀφοῦ οἱ κυβερνῶντες ἀντέταξαν πάντοτε σιωπὴν εἰς τὰς πλείστας αἰτήσεις ἡμῶν, καὶ εἰς ἐκείνας προσέτι, διὰ τῶν ὁποίων ἀπῃτοῦμεν πληροφορίας, αἵτινες ἦσαν ἀπολύτως ἀναγκαῖαι, ἵνα μᾶς ὁδηγήσωσιν εἰς τὴν ἔρευναν καὶ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ νομοθετικὸν ἡμῶν ἔργον, καὶ αὐτὴν τὴν σύμπραξιν ἡμῶν εἰς τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν, καὶ αὐτὴν προσεπάθησαν νὰ καταστήσωσι τυπικήν. Καὶ εἴδετε τὸ ἄσεμνον θέαμα, νὰ συνεδριάζωμεν ἐπὶ δέκα καὶ τρεῖς ὥρας, τὰ πλεῖστα δὲ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας νὰ ἦναι ἐπὶ τῶν θρανίων κατειλημμένα ὑπὸ τοῦ ὕπνου, οὐδεὶς δὲ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ νὰ ἀκούῃ, ἡμεῖς δὲ νὰ ἀγορεύωμεν, ἐκπληροῦντες ἁπλῶς τύπον, ὅτι ἠγορεύσαμεν, ὅτι ὡμιλήσαμεν, ὡς εἰ κατελείπομεν εἰς τὸν Θεὸν νὰ τιμωρήσῃ τοὺς μὴ ἀκούοντας. Καὶ ταῦτα ἐτελοῦντο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καθ’ ὃν χρόνον ἐξακολουθεῖ ἡ χώρα νὰ διατελῇ ὑπὸ τὴν μάστιγα ἀναρχίας, ἐξαρθρωθείσης πάσης διοικήσεως, κατασταθείσης ἀμφισβητησίμου τῆς ὀρθῆς καὶ ἁγνῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἐγκαταλειφθείσης πάσης μερίμνης περὶ τῶν μέσων τῆς ἀμύνης καὶ προστασίας τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Ἐνῷ, λέγω, ἡ χώρα εὑρίσκεται ἐν τοιαύτῃ ἀναρχίᾳ, ἡμεῖς παριστάμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μάρτυρες κοινοβουλευτικῶν δραμάτων, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε παρεστάθησαν ἐν οὐδενὶ Κοινοβουλίῳ. Χθὲς τὸ ἑσπέρας, ἀφοῦ ἐμείναμεν ἐργαζόμενοι μέχρι τῆς ἕκτης πρωϊνῆς ὥρας, ἀπὸ τῆς πέμπτης μεταμεσημβρινῆς ἀρξάμενοι, ἤτοι 13 ὅλας ὥρας, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις τὴν ἕκτην πρωϊνήν, οὐ μόνον δὲν εἰσηκούσθημεν, ἀλλ’ ἐκλήθημεν νὰ ψηφοφορήσωμεν ἐπὶ προτάσεως πρὸς λύσιν πλέον τῆς τοσοῦτον μακρᾶς συνεδριάσεως· μετὰ δὲ τὴν ψηφοφορίαν, δι’ ἧς ἡ πλειονοψηφία ἀπεφάνθη νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἐμὸς συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς κ. Σκουζὲς ἀνήρχετο εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἀγορεύσῃ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ διατελέσας ἄλλοτε Ὑπουργὸς, προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ μὴ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, ἀλλὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφισταμένη, νὰ διακοπῇ δὲ μόνον, καὶ νὰ συνέλθωμεν τὴν 5ην μετὰ μεσημβρίαν ὥραν τῆς σήμερον, ἵνα συνεχίσωμεν τὴν ἐργασίαν. Τοῦτο εἶναι τὸ ἐπιστέγασμα τῆς διαστροφῆς τῆς λειτουργίας τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, διότι οὕτως ἤθελεν ἀφαιρεθῆ ἀπὸ ἡμᾶς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, δὲν θέλει πλέον ὑπάρχει χρόνος νὰ ἐνασκήσωμεν τὸν ἔλεγχον, οὐδὲ νὰ ἐρευνήσωμεν, τίνα περικλείει σκοπὸν ἡ διὰ τῆς τοιαύτης διοικήσεως παρατεινομένη πολιτικὴ κατάστασις τοῦ λαοῦ, οὐδὲ τί ἀποκαλύπτει ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη, ποῖά τινα λέγουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλοῦνται τὴν φροντίδα τῶν ἐκπροσωπούντων τὸ Κράτος, ἵνα σωθῶσιν ἀπὸ τῶν ἐγκλημάτων καὶ τῶν βασάνων τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τοιαύτης καταστάσεως ὑπέλαβεν, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀφήσῃ καὶ αὕτη ἑαυτὴν εἰς τὴν τοιαύτην κατωφέρειαν, καὶ ἀπεφάσισε νὰ παραιτηθῇ, κατατιθεῖσα τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔλαβεν ἀπὸ τὸν λαὸν, καὶ παραιτουμένη ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος.
§7Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον τὴν πρωΐαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνεδριάσεως, ἀφεώρα εἰς γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἀπειράκις συνέβη. Κατὰ πολλὰς Συνόδους ἐπανειλημμένως ἡ Βουλὴ, ἐργασθεῖσα καθ’ ὅλην τὴν νύκτα μέχρι τῆς πρωΐας, διέκοψε τὴν συνεδρίασιν, διὰ νὰ συνεχίσῃ αὐτὴν τὴν 5ην ὥραν μ. μ. Ἐγὼ ὑπέβαλον πρότασιν σύμφωνον πρὸς τὸν Κανονισμόν· δυστυχῶς δὲ, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν προεκάλεσεν ἀπόφασιν, οὐδὲ ἐξήνεγκε τοιαύτην... (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὰ εἶναι διαστροφὴ τῆς ἀληθείας.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἶναι ψεύματα αὐτά.
§10Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. Καὶ, ἑπομένως, ἀφοῦ δὲν ἐξεδόθη ἀπόφασις, διότι ὁ Πρόεδρος δὲν ἠρώτησε τὴν Βουλὴν, ἐπαναλαμβάνεται σήμερον νέα συνεδρίασις τακτική. Ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος, καὶ ἠρξάμεθα νέας συνεδριάσεως. Ἐρωτῶ, τίνα λόγον εἶχον αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής; Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὴν πρωΐαν προεκάλει τὴν Βουλὴν εἰς ἀπόφασιν, καὶ ἀπήγγελλε τοιαύτην, θὰ εἶχε λόγον ἡ συζήτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ θὰ προεβαίνομεν εἰς συζήτησιν, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προεβάλομεν, ἐπιτελοῦντες τὸ καθῆκον ἡμῶν, ἦτο ὀρθὸν, ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττουν οἱ παρακωλύοντες διὰ παντὸς τρόπου τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, εἰς τρόπον ὥστε ἡ Βουλὴ κατέστη ἀνίκανος νὰ ἐκτελέσῃ τὰ πραγματικὰ αὐτῆς καθήκοντα, τὰ νομοθετικὰ ἔργα. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις τὴν 5ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, καὶ ἐξακολουθεῖ ἀπεραντολογία, οὐχὶ πρὸς σκοπὸν ἐλέγχου, ἀλλὰ ματαιώσεως τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, μέχρι τῆς πρωΐας. Τοῦτο ἀποδεικνύει ἡ εἰσαγωγὴ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν 3ην ὥραν τῆς πρωΐας. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ σοβαρὰ νομοθετικὴ ἐργασία, διότι εἰς τὸ σοβαρόν αὐτῆς καθῆκον ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται καθ’ ἣν ὥραν οἱ κύριοι Βουλευταὶ εἶναι κεκμηκότες. Τὰ Κοινοβούλια διέπει ἡ καλὴ πίστις μεταξὺ τῶν ἀνταγωνιζομένων ὁμάδων· αὐτὴ ἐπέβαλεν ἡμῖν νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν πᾶσαν τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα κάμῃ τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων· ἀλλ’ ἡ καλὴ πίστις ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὴν νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς πλειονοψηφίας, καὶ νὰ μὴ παρακωλύῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς διὰ τοιαύτης ἀπεραντολογίας. Εἰσέτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστευθῇ, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον ἐργάζεται καλῶς, ὅταν αἱ δύο πτέρυγες διαιρῶνται εἰς δύο ἀντίθετα στρατόπεδα, καὶ ὅταν δὲν πρυτανεύῃ ἡ φρόνησις, ἀλλὰ τὸ πεῖσμα. (Θόρυβος καὶ σφοδραὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δυνάμεθα νὰ παριστάμεθα ἐνταῦθα ἀκούοντες ὕβρεις. (Ἐξέρχεται τῆς αἰθούσης, ἀκολουθούμενος ὑπὸ τῶν πλείστων Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Θόρυβος καὶ σάλος ἐν τῇ αἰθούσῃ).
§12Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή! Ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας. (Ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος).
§13ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι. Ἀποσύρατε τὴν ἔνστασιν.
§14Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν τὴν ἀποσύρω (θόρυβος).
§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Εἴμεθα ἀρκετοὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡσυχάσατε, παρακαλῶ. Ἐγένετο ἔνστασις μὴ ἀπαρτίας. Θ’ ἀναγνωθῇ ὁ κατάλογος (θόρυβος). (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Γ. Ἀναστασοπούλου καὶ Γ. Καπετανάκη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 147 Βουλευτῶν. Ὁ κύριος Μπουφίδης θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§18Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔλεγον, κύριε Πρόεδρε, καθ’ ἣν στιγμὴν διεκόπην, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τοιούτων μέσων νὰ ἐπιζητῶσι νὰ ἐκτοπίσωσι τοὺς κατέχοντας τὴν ἐξουσίαν, καὶ ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἐνῷ τοιαῦτα ἔλεγον, εἶπεν ἀπὸ τῆς θέσεώς του, ὅτι δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ, ἵνα ἀκούῃ κατ’ αὐτοῦ ὕβρεις! Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν οὐχὶ μόνον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τοῦ ἀκροατηρίου, ἐὰν ἐκ τοῦ στόματός μου διέφυγε λέξις, ἥτις δύναται νὰ παρεξηγηθῇ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ βεβαιοῖ καὶ τὸ Προεδρεῖον.
§20Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἐπιδιώκει διὰ παραβάσεως τῶν θεσμῶν τὴν κατοχὴν τῆς ἐξουσίας. Ἀπήντησα εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ παρ’ αὐτοῦ ἐκπροσωπουμένη μειονοψηφία ἐπιδιώκει διὰ τοιούτων μέσων τὴν ἐκτόπισιν τῶν κατεχόντων τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχουν τὸ καθῆκον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ καὶ τὸ συμφέρον, νὰ προσπαθήσωσι νὰ ἐφελκύσωσιν εἰς ἑαυτοὺς τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους διὰ τῶν ἀγαθῶν αὑτῶν πράξεων, καὶ διὰ τοιούτου τρόπου νὰ σταδιοδρομῶσι, καὶ ὅταν ἀκόμη φέρωσι τὴν ἡλικίαν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Διότι βλέπω ἐνταῦθα ἀξιοτίμους κυρίους ἀνήκοντας εἰς ἄλλην πτέρυγα, καὶ ἀναγνωρίζω τὸν εὐγενῆ αὐτῶν ἀγῶνα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν ν’ ἀναγνωρίσω ὡς δικαίωμα τῶν ἀντιπολιτευομένων ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ ἑαυτοῦ ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτής. Εἶναι καὶ τοῦτο ἓν ἐκ τῶν πυροτεχνημάτων του. Ποία ὑπῆρχεν ἡ ἀφορμή, ἵνα προβῇ εἰς τὸ πυροτέχνημα; Θεωρεῖ ὅτι οὕτω δύναται νὰ ἐφελκύσῃ τὴν ἀγάπην τοῦ λαοῦ; Ποσάκις αἱ συνεδριάσεις δὲν παρετάθησαν ἐπὶ 48 ὥρας; Αὐτὸς δὲ ὁ ἴδιος ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτε διηύθυνε τὰ τῆς πλειονοψηφίας, κατὰ συνέχειαν ἐπὶ 48 ὥρας ἐκράτησε τὴν Βουλὴν συνεδριάζουσαν. Καὶ οὔτε τοῦτο τοὐλάχιστον ὑπάρχει τὴν φορὰν ταύτην, διότι, ὡς εἶπον, ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεξήγαγε τὰ τῆς προτάσεώς μου ὁ κ. Πρόεδρος ἐκείνην τὴν στιγμήν, δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ προκληθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης. Ἑπομένως ἐλύθη ἡ συνεδρίασις. Οὐδένα λοιπὸν λόγον εἶχε νὰ ἐγείρῃ πρὸς τοῦτο παράπονα ὁ κύριος Βουλευτής. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον πάντες, παρορῶντες τὰ πάθη καὶ τὰ πείσματα, νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ συμφέρον τῆς χώρας, δὲν ἐξυπηρετεῖται δὲ—τὸ λέγω μεθ’ ὅλης τῆς συντριβῆς τῆς καρδίας—τὸ συμφέρον τῆς χώρας, ὅταν διὰ τοιούτων μέσων προκαλῆται οὐχὶ ἐξέγερσις, ἀλλ’ ἀνησυχία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἀποσβέννυται ἡ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν οὗτος πρέπει νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῶν ἀντιπροσώπων του· διότι μόνον ὅταν βλέπῃ τοὺς ἀντιπροσώπους αὑτοῦ θέτοντας ὑπὲρ πᾶν ἄλλο τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, καὶ πονοῦντας διὰ τὸν τόπον, καὶ μὴ ἐπιζητοῦντας νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀφίνοντες ὄπισθεν αὑτῶν ἐρείπια, τότε καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ὡς ἐμπρέπει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§22Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω ζητήσει ἐγὼ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος;
§24Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε προηγεῖσθε.
§26Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτε ἔκαμεν ἀποστροφὰς ἀγορεύων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, αἵτινες δὲν ἦσαν κοινοβουλευτικαί, ἐζήτησα ἀμέσως τὸν λόγον. Παραχωρῶ ὅμως τὴν θέσιν μου εἰς τὸν κύριον Δραγούμην.
§27ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἴδομεν ἐνταῦθα ἐκραγὲν πυροτέχνημα. Τὰ δηλωθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐκ Γόρτυνος συναδέλφου ἦσαν ἀνακοίνωσις ἀποφάσεως συσσώμου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ παραιτήσῃ τὸ ἀνατεθὲν αὐτῇ ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἀξίωμα, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν πρωϊνὴν ὥραν, καθ’ ἣν διελύετο ἡ συνεδρίασις, καθ’ ἣν ἀνεβάλλετο ἡ συζήτησις, εἶχεν ἀποκτήσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ προετάθη πρότασις, ἣν παντελῶς δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποδεχθῇ, καὶ ὅτι τὴν πρότασιν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, μὴ ἐπιτρέψας κἄν νὰ ληφθῇ ὁ λόγος ὑπὸ τῶν ἀντιλεγόντων, ἐκήρυξεν ὡς πρότασιν γενομένην ἀποδεκτὴν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας...
§28Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ... Τὸ γεγονὸς ἐπιστοποιήθη ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἁπάντων τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκομένων κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην· τὸ γεγονὸς ἀνεγράφη εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν ἐφημερίδων, αἵτινες βεβαίως δὲν ἐπορίσθησαν τὰς εἰδήσεις αὑτῶν ἐκ τῶν τάξεων τῶν ἀντιπολιτευομένων· καὶ πάντες ἐπιστεύσαμεν καὶ μέχρι ταύτης τῆς ὥρας, ἐν ὅσῳ δὲν ἐγείρεται ἐπίσημος φωνή, οὐχὶ ἀπὸ Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα διαβεβαιώσῃ, ὅτι τοιαῦτά τινα δὲν συνέβησαν, ὀφείλομεν νὰ πιστεύωμεν, ὅτι τοιοῦτόν τι ἐγένετο τὴν παρελθοῦσαν ἑσπέραν. Δὲν εἴδομεν ἐνταῦθα πρακτικὰ ἀναγινωσκόμενα, ὅπως ἐκεῖθεν πορισθῶμεν πληροφορίας ἀκριβεῖς, ἢ, ἂν τυχὸν τὰ πρακτικὰ ἦναι ἀνακριβῆ, προκαλέσωμεν τὴν ἐπανόρθωσιν αὐτῶν· ἀλλὰ μένομεν μετὰ τῶν ἐντυπώσεων, ἃς ἀπεκομίσαμεν τὴν πρωΐαν ταύτην, μετὰ τῶν ἐντυπώσεων, ἃς ἀπεκόμισεν ὁλόκληρος ὁ πληροφορηθεὶς περὶ τῆς ὑποθέσεως κόσμος, ὁλόκληρος ἡ δημοσιογραφία, καὶ ἀπέναντι τοιαύτης ἀποφάσεως, ἂν ὑπῆρξεν ἀπόφασις, μία μόνη λύσις ἐνεδεικνύετο εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ἀπόφασις νὰ παραιτήσῃ τὸ ἀξίωμα τὸ ἀνατεθὲν εἰς αὐτήν. Διότι, κύριε Πρόεδρε, πολλὰ ὑπεμείναμεν τοὺς τελευταίους τούτους μῆνας καὶ εἰς πολλὰ ἐκύψαμεν τὴν κεφαλήν, ἀκριβῶς ἵνα μὴ γεννήσωμεν σάλον ἐν τῇ χώρᾳ. Εἴδομεν, ὅτι τὸ πολίτευμα νοθεύεται· εἴδομεν, ὅτι φενάκη συνταγματικὴ ὑπάρχει· διεμαρτυρήθημεν, ἀλλὰ καὶ ἐμείναμεν, καὶ ἐμείναμεν προσπαθοῦντες νὰ περισώσωμεν ὅσα μένουσιν ἔτι περισωστέα. Ἀλλ’ ὅτε ἀπέναντι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐργαζομένης κατὰ τὸ καθῆκον τὸ ἐπιβεβλημένον αὐτῇ, ἀντιτάσσεται ἡ βία, ἡ ἀξιοῦσα οὐδὲ τοῦτο τὸ λείψανον τὸ συνταγματικὸν νὰ περισωθῇ, ἀξιοῦσα δὲ καὶ ὁ ἔλεγχος νὰ παρακωλυθῇ καὶ τὸ στόμα τῆς Βουλῆς νὰ φιμωθῇ, προκειμένου περὶ συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ὅτε βλέπομεν, ὅτι οὔτε πληροφορίαι δίδονται ἐνταῦθα, οὔτε ἀπαντήσεις, καὶ ὅτι τὴν τρίτην ἡμέραν μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως ζητεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν ἑβδόμην, τὴν ἕκτην πρωϊνὴν ὥραν νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, — διὰ τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, δι’ ἐμοῦ, τοῦ νῦν ἀγορεύοντος, — καὶ οὐδὲ κἄν ἀπάντησις ἀκούεται ἀπὸ τῶν ἐπισήμων ἀνδρῶν, τῶν ἡγουμένων τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀλλὰ μόνον ἄναρθροι φωναί, λέγουσαι «ἐμπρός!», ἔρχεται δ’ ἔπειτα κυροῦσα τὰς ἀνάρθρους ταύτας φωνὰς ἡ φωνὴ ἡ εὔγλωττος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, προτείνοντος τὴν συνέχισιν ἐπ’ ἄπειρον τῆς συνεδριάσεως, ἵνα λήξῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε νομίζω, ὅτι παράβασιν καθήκοντος θὰ ἐπράττομεν, ἐὰν δὲν ἔπραττεν ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅ,τι ἀπεφασίσαμεν. Θὰ ἔπραττε καλῶς ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ λησμονήσῃ τὸν ἀέρα τοῦ 1875, καὶ νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς προτάσεις, ἃς ἐμπνέει ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις αὐτῆς, νὰ ἀνακύπτῃ τὰς ὁρμὰς αὑτοῦ ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ἀνακόψῃ αὐτάς, ἵνα μὴ φθάσῃ καὶ προσκρούσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ πολίτευμα. Ταῦτα ἦσαν τὰ γεγονότα, ὑφ’ ὧν ἐστενοχωρήθημεν τοσοῦτον, ὅπως πάντες ἀποφασίσωμεν ν’ ἀποχωρήσωμεν τῆς Βουλῆς ὁμοφώνως. Εἰς ταῦτα, ἅτινα ἐγένοντο γνωστὰ ἐνταῦθα, μία μόνη φωνὴ ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ, ὅπως ἀπαντήσῃ, ἢ μᾶλλον προλάβῃ, ἡ φωνὴ ἡ ἔγκυρος τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ φωνὴ ἡ ἔγκυρος τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, δηλοῦσα καὶ αὕτη καὶ ἐκείνη, ὅτι τὰ γενόμενα συνέβησαν ἐκ παρεξηγήσεως, ἐκ παρανοήσεως, ὅτι δὲ τὸ γεγονὸς εἶναι τοῦτο, ὅτι ἀπόφασις, ὁποίαν προέτεινεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας νὰ ληφθῇ, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, δὲν ἐλήφθη. Ταῦτα ἀνέμενον ν’ ἀκούσωμεν, καὶ λυποῦμαι ὅτι οὐδὲν ἐλέχθη ὑπ’ αὐτῶν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ Προεδρεῖον ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἀληθῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ὑπέβαλε πρότασιν τοιαύτην, ἀλλὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἠρώτησε περὶ τούτου τὴν Βουλὴν· ἑπομένως ἡ πρότασις ἔμεινεν ἄνευ ψηφοφορίας, καὶ ἑπομένως ἀπόφασις δὲν ἐλήφθη περὶ τούτου, καὶ διὰ τοῦτο ἤδη ἐγένετο νέα συνεδρίασις, καὶ ἀνεγνώσθη ἐκ νέου ὁ κατάλογος.
§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν· ἤρκει νὰ ἔχῃ ἀμφιβολίαν τὸ Προεδρεῖον, ὅπως προκαλέσῃ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. Ὅτε δ’ ἐνταῦθα ἀνὴρ τοῦ κύρους καὶ τῆς θέσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἔρχεται καὶ ἀνακοινοῖ ὅσα ἀνεκοίνωσε, δὲν προσῆκεν ἀπάντησις ἑνὸς τῶν συναδέλφων, προσῆκεν ἀπάντησις μετὰ ῥητῆς δηλώσεως ἑνὸς τῶν ἐπισήμων, καὶ ταύτην τὴν δήλωσιν εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν ν’ ἀκούσωμεν ταύτην τὴν ὥραν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὴν Βουλήν, πρὸς τὸ πολίτευμα, πρὸς ἑαυτόν· διότι, ὅταν ὁμιλῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, πρέπει ν’ ἀκούσῃ ἀπάντησιν, ὄχι φωνὰς καὶ ἄναρθρα κηρύγματα. Τοῦτο μόνον ἐπιθυμοῦμεν.
§32ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν τοιαῦται ἀνωμαλίαι, ὁποία ἡ σημερινὴ, γεννῶνται ἐν τῇ Βουλῇ, ἁρμόδιος εἶναι ὁ Πρόεδρος αὐτῆς νὰ δώσῃ τὰς ἐξηγήσεις. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις δὲ, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι πᾶσα περαιτέρω δήλωσις ἐκ μέρους ἐμοῦ εἶναι περιττή. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀγορεύων ἐζήτησε ν’ ἀκούσῃ καὶ τὴν ἐμὴν γνώμην, σπεύδω ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐμὴ ἀντίληψις συμφωνεῖ πληρέστατα μὲ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ὑπέβαλε πρότασιν νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις τὴν πρωΐαν, καὶ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 5 ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη — καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἔσχον τὴν ἀντίληψιν ταύτην — ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν, οὐδὲ ἠρωτήθη ἡ Βουλή. Εἶναι δὲ γνωστόν, καὶ εἶναι ὡρισμένον ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τίνα τρόπον ἐρωτᾶται ἡ Βουλή· ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ καὶ ἀποφασίζει δι’ ἀναστάσεως. Τοιοῦτόν τι ὅμως δὲν ἐγένετο. Ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνεκοίνωσε τὴν πρότασιν, ἣν ἐποιήσατο ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ἠκούσθησαν φωναὶ πολλαὶ «μάλιστα, μάλιστα», φωναὶ ἀποδεχόμεναι, ἀλλ’ αἱ φωναὶ αὗται δὲν ἀποτελοῦσιν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἑπομένως ἡ Βουλὴ δὲν ἔλαβεν ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας. Ἀλλὰ παρετήρησα, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀγορεύων ἔδωκεν ἄλλην σημασίαν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, ἀλλοίαν τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐξήγαγον ἐκ τῶν λόγων αὐτοῦ. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἐζήτησε τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως, φρονῶν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἐπεδίωκε τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, τῆς χθές, ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως. Εἶναι δὲ καθῆκον ἐμόν, ὡς Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὑποστηριζομένης ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοιαύτης ἰδέας. Ἡ πλειονοψηφία οὐδέποτε εἶχε τοιαύτην ἰδέαν, νὰ περατωθῇ τουτέστιν ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ χωρὶς νὰ λάβωσι τὸν λόγον ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνήθως λαμβάνουσι τὸν λόγον· ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν κατὰ τὰς παρελθούσας ἡμέρας νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐπελήφθη τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι τρόπος, ὁ ὁποῖος θὰ φέρῃ ἡμᾶς εἰς συμπεράσματα εὐχάριστα. Διότι παρατηροῦμεν, ὅτι, μολονότι τοιαύτη σπουδαία συζήτησις εἶναι πρὸ τῆς Βουλῆς, μόλις τὴν δευτέραν ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον εἰσήλθομεν χθὲς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐρωτῶ, τί θέλετε νὰ πράξωμεν, ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξηκολούθει τοιοῦτο νὰ ἔχῃ σύστημα; διότι θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὸ δίλημμα, ἢ νὰ ἐξακολουθῇ ἡ συνεδρίασις, ἢ νὰ βλέπωμεν τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς μὴ προχωροῦντα. Σήμερον τὴν πρωΐαν παρεκλήθη ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ κ. Σκουζὲς, νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχε ζητήσει. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐδίσταζε, καὶ πολλοὶ τῶν ἀντιπολιτευομένων ὑπέδειξαν εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ ὥρα ἦτο ἀκατάλληλος. Νομίζετε, ὅτι ἐγὼ θεωρῶ τὴν ὥραν ἐκείνην κατάλληλον; Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: ἐὰν εἰσερχώμεθα καθ’ ἑκάστην τὴν δευτέραν ὥραν μετὰ μεσονύκτιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κατὰ τίνα ὥραν θὰ δύνασθε νὰ ἀγορεύητε ἄλλην ἢ τὴν 5, τὴν 6 ἢ τὴν 7 τῆς πρωΐας; Ἑπομένως συμφέρον ἔχουσι, νομίζω, οἱ ἀγορεύοντες νὰ προσπαθῶσιν, ὥστε τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς νὰ λάβωσι τὴν κανονικὴν αὐτῶν πορείαν, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ λειτουργήσῃ καὶ ἐπιλάβηται τῆς σπουδαιοτάτης ταύτης συζητήσεως ἐνωρίτερον, ἐὰν ὄχι ἀπὸ τῆς 5 ἢ τῆς 6 ὥρας μετὰ μεσημβρίαν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς 10, μετὰ τὴν διακοπήν. Ἐὰν τὰ πράγματα ῥυθμισθῶσιν οὕτω, — καὶ λέγων «ῥυθμισθῶσι», δὲν ἐννοῶ νὰ κανονισθῶσι δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δι’ ἀποφάσεως τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν αὐτὰ τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ὑποβάλωσιν ἑαυτούς, — ἐὰν τὰ πράγματα κανονισθῶσιν οὕτω, θὰ δυνηθῶμεν νὰ προβαίνωμεν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἄνευ πεισμάτων, ἄνευ παρεξηγήσεων καὶ ἀπωλείας χρόνου, τὰ ὁποῖα βεβαίως βλάπτουσι καὶ τὴν χώραν καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§33Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί πρὸς ἡμᾶς, ἐὰν μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἔχει ψηφισθῆ ὁ Προϋπολογισμός; Εἰς τί πταίομεν ἡμεῖς; Ἡ Κυβέρνησις Θεοτόκη παρῃτήθη, ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις Ζαΐμη, διέκοψε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἡ διακοπὴ αὕτη παρετάθη ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα, καὶ ἐνῷ ἦλθεν ἡ Βουλὴ κατόπιν, συνεζήτει νομοσχέδια ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ μόλις προχθὲς εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ καὶ ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ μειονοψηφία ὑπέβαλον τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν. Ἐὰν εὑρισκώμεθα λοιπὸν σήμερον εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἵτινες παρεκωλύσαμεν τὰς συνεδριάσεις, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς βεβαίως, οἱ ὁποῖοι παρετείναμεν τὰς συνεδριάσεις μέχρι τῆς πρωΐας. Τί πταίομεν ἡμεῖς, ἐὰν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως διεξέφυγεν ἡ ἐξουσία, τὸ κράτος αὐτῆς; Τί πταίομεν ἡμεῖς, ἐὰν εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προκαλῶμεν τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, τὰ ὁποῖα δὲν πράττουσιν ἄλλο ἢ ἐγκλήματα, ἢ πράξεις προκαλούσας τὴν ἐπέμβασιν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς; Τί πταίομεν ἡμεῖς, ἐὰν εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπενθυμίζωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι τὰ ὄργανα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχουσιν εἰς βάρος των ἀποφάσεις δικαστικὰς, καὶ ὅμως ἐνεργοῦσιν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν ἴδιον τόπον, εἰς ὃν ἐγκλημάτησαν; Καὶ ἐνῷ τοιαύτη εἶναι ἡ διοίκησις τῆς χώρας, νομίζετε ὅτι ἐπιτρέπετε εἰς ἡμᾶς νὰ παρίδωμεν τὸ σπουδαιότατον τῶν καθηκόντων ἡμῶν, ὡς ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, τοῦ νὰ ἐλέγχωμεν, καὶ νὰ προκαλῶμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως; Παραίτιος λοιπὸν τῆς καταστάσεως ταύτης εἶναι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, διότι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις διέκοψε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐκράτησε μέχρι σήμερον τὴν Βουλὴν ἐκτὸς πάσης ἐργασίας, αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις προκαλεῖ τὰς συζητήσεις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διότι δὲν ἔχει κῦρος, δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὰ ὄργανα αὐτῆς. Καὶ ἀληθῶς δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ, διότι, ἐὰν τολμήσῃ νὰ παρεμβῇ, ἵνα φέρῃ τὴν τάξιν, ἡ πλειονοψηφία, δὲν θὰ κατορθώσῃ τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσιν οἱ Ὑπουργοὶ οὗτοι, οἵτινες, προκειμένου νὰ φέρωσι τὸν τίτλον τοῦ Ὑπουργοῦ, τὰ πάντα παρορῶσιν. Ἡ φιλαρχία κατέπνιξεν αὐτοὺς, καὶ προσέχουσι μόνον διὰ ποίων καὶ πόσων μέσων θὰ δυνηθῶσι νὰ κρατήσωσι τὸ χαρτοφυλάκιον, καὶ ἐπιδιώκουσι τὴν ταχεῖαν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄνευ συζητήσεως, διὰ νὰ κρατήσωσι τὴν ἀρχὴν μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτοὺς ἐκ τοῦ νόμου ἡ ἀνάγκη τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν Προϋπολογισμόν, Προϋπολογισμόν, οὗ τὴν σύνταξιν δὲν εἶχε κάμει αὐτή, ἀλλ’ ὃν ἄλλη Κυβέρνησις παρέδωκεν εἰς αὐτὴν, παρατείνει τὰς συνεδριάσεις ἐπ’ ἄπειρον. Ἕνα δ’ ἔχει σκοπὸν, πῶς νὰ διατηρήσῃ τὴν ἀρχήν. Καὶ θέλω ἀποδείξει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγω σήμερον πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους. Θέλω ἀποδείξει εἰς τὴν Βουλήν, ὅταν θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὑπεβλήθη Προϋπολογισμὸς μὲ ἔλλειμμα, καὶ ὅτι ἐπὶ τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως ἐπρυτάνευσε τὸ μισθολόγιον, καὶ ὄχι αἱ ἀνάγκαι τῆς χώρας, καὶ θὰ ἀποδείξω τοῦτο δι’ αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν, δι’ αὐτοῦ τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοιοῦτον λοιπὸν Προϋπολογισμὸν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοιούτων μέσων νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή! Καὶ ἐνῷ τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐνῷ εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα εὑρίσκονται, ὡς κυβερνῆται τῆς χώρας, ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι οὔτε ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ εἶχον τὴν δύναμιν νὰ καθέξωσι τὴν ἀρχὴν, οὔτε ἐκ τῶν ἐκλογῶν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὁ ἀληθὴς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας του, ἐνῷ ἡ τοιαύτη Κυβέρνησις, παρὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, μὲ τοιοῦτον τρόπον θέλει νὰ διατηρήσῃ τὴν ἀρχὴν, πῶς θέλετε νὰ μὴ ἐλέγξωμεν αὐτὴν, καὶ νὰ μὴ παρατείνωμεν τὸν ἔλεγχον μέχρις οὗ ἀποδείξωμεν τὸ ἀντισυνταγματικὸν καὶ τὸ ἐπιβλαβὲς τῆς παρουσίας αὐτῆς; Βεβαίως ὁ ἀγὼν ἡμῶν εἶναι μάταιος, διότι ἄλλαι σκέψεις πρυτανεύουσιν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, τοιαῦται δὲ σκέψεις ἐπρυτάνευον δυστυχῶς ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι προχθὲς, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Κράτος εὑρίσκεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον, ἐχρεωκόπησε. Δὲν ἐβασίλευσε ποτὲ ἡ λογικὴ, καὶ εἰς τὰς σκέψεις τῶν Βουλευτῶν τοῦ παρελθόντος δὲν ἐπρυτάνευσεν ὁ πατριωτισμός, παρὰ ἡ προσωπολατρεία καὶ ἡ προσκόλλησις αὐτῶν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ. Ὑπήκουον τυφλῶς εἰς τοὺς ἡγήτορας αὐτῶν, καὶ ἐφήρμοσαν εἰς τὴν χώραν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον κατέστρεψε τὴν πατρίδα ἡμῶν, καὶ ἔχομεν ὡς ἀποτέλεσμα τῆς πολιτείας ἐκείνης τὴν χρεωκοπίαν, τὴν δουλείαν καὶ τὴν ἀτίμωσιν τὴν στρατιωτικήν. Ἐὰν τὴν αὐτὴν πολιτικὴν ἐξακολουθήσητε καὶ σήμερον, —καὶ δυστυχῶς βλέπομεν αὐτὴν ἐφαρμοζομένην ἐρρωμενέστερον—θὰ ἴδητε μετ’ ὀλίγον χρόνον ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα. Ὅταν ἡμεῖς προβλέπωμεν ποίαν τύχην θὰ ἔχῃ μετ’ ὀλίγον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅταν ἀναγνωρίζωμεν, ὅτι ὁ ἔλεγχος, ὁ ἕνεκα τῆς πολιτείας ταύτης, θὰ γενικευθῇ, ἔχομεν καθῆκον, δι’ ὅλων τῶν μέσων τῶν νομίμων, τῶν κοινοβουλευτικῶν, τῶν συνταγματικῶν, νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ νὰ φέρῃ τὸ Κράτος εἰς τὴν καταστροφήν. Καὶ μολονότι τοιοῦτον καθῆκον ἔχομεν, δὲν ἐξετράπημεν κατὰ τρόπον, ὅστις δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τοιαύτας σκέψεις, ἃς πρὸ ὀλίγου ἐξήνεγκεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ μικροῦ: «ὅταν βλέπωμεν, ὅτι δὲν φθάνομεν κατὰ τὴν ὥραν τὴν πρέπουσαν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τί θέλετε νὰ κάμωμεν;» Ἓν βλέπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πῶς νὰ τὸν ὀνομάζουν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· περὶ τῶν ἄλλων ἀδιαφορεῖ. Δὲν ἐνθυμεῖται τὸν Ἀνδρέαν Ζαΐμην, ὅστις δι’ ὅλων τῶν μέσων μετὰ τῶν ἄλλων τοῦ 1821 ἀνδρῶν ἐζήτει νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν μικρὰν ταύτην γωνίαν, καὶ σκέπτεται μόνον, πῶς νὰ ἔχῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀδιαφορῶν, ἐὰν τὴν γωνίαν ταύτην, ἣν παρέδωκαν οἱ πρόγονοι ἡμῶν πρὸς ἡμᾶς, θὰ τὴν καταστήσῃ δούλην, χωρὶς νὰ ἀναλογίζηται, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μία ἐπανάστασις δύναται νὰ ἀνατρέψῃ καὶ Κυβέρνησιν καὶ τὰ πάντα, καὶ νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν χώραν ἀπὸ οἱονδήποτε τύραννον. Ἀπευθύνω ἐπίσης τὰ παράπονά μου πρὸς τὸν κ. πρώην Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ καταγγέλλω τὴν πορείαν αὐτοῦ πρὸς τὸ ἔθνος. Καταφρονῶ δὲ ἐκείνους, οἵτινες διὰ διαστροφῶν καὶ προτάσεων ὑποστηρίζουσι καὶ ἐνταῦθα τὴν ἀθλίαν αὐτὴν κατάστασιν. Εἶναι πολιτεία, τὴν ὁποίαν ἐχάραξαν ἀπὸ μακροτέρων χρόνων, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν ἀκολουθῶσι, καίτοι αἱ περιστάσεις ἀπέδειξαν εἰς αὐτοὺς, ὅτι κακὴν πολιτείαν ἠκολούθησαν ἔκτοτε. Δὲν θὰ εὑρισκόμεθα δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φθάσωμεν μέχρι τοῦ σημείου, εἰς ὃ ἐφθάσαμεν, ἐὰν περισσοτέραν κοινοβουλευτικὴν ἑτοιμότητα πνεύματος εἶχεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἠδύνατο νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Διότι τότε ἤθελε προλάβει τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ μάλιστα εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐπιτίθεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνθυμοῦμαι τὸν πόλεμον, ὅστις ἐγίνετο κατὰ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη. Ἐνθυμοῦμαι πόσας ἡμέρας κατηνάλωσεν ἡ Βουλὴ, συζητοῦσα τὴν πίστωσιν τοῦ Σπάρταλη. Εἶδε τοιαῦτά τινα ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις; Ἐσημείωσε τοιαῦτα ἡ πλειονοψηφία; Οὐδὲν τοιοῦτον εἶδεν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία. Ἐὰν τοιοῦτο μέτρον ἐλαμβάνετο ἐκ μέρους τῆς μειονοψηφίας, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσητε, καὶ μάλιστα ὅταν ὁ χρόνος τῆς λήξεως τῆς Συνόδου ἦναι τοσοῦτον ἐγγύς. Εἶναι ἱκανὴ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ παραλύσῃ ὄχι αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ διπλασίαν πλειονοψηφίαν. Δὲν ἔχετε δικαίωμα συνεπῶς ν’ ἀπευθύνητε κατηγορίαν κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι δὲν σᾶς δίδουν αἱ πράξεις αὐτῆς τοιοῦτον δικαίωμα. Καὶ ἐὰν τοιαῦτα φθέγγησθε κατ’ αὐτῆς, προκαλεῖτε τὴν ἀντίδρασιν, ἥτις θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ζημίαν καὶ τὴν παράλυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν νὰ μὴ κάμνῃ κατάχρησιν τῆς δυνάμεως αὐτῆς, διότι ὁ ἀριθμὸς αὐτῆς εἶναι τοσοῦτον ἀνίσχυρος ἀπέναντι τῆς θελήσεως τῶν ἄλλων, ὥστε θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ματαιοπονεῖ, ὅτι ὄχι μόνον Προϋπολογισμὸν δὲν θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ θὰ ἦναι δύσκολον νὰ μείνῃ καὶ εἰς τὰ ἑδώλια αὐτά. Διατὶ τοσαύτη βία; Εἶναι γνωστὸν ποῖοι δύνανται νὰ λάβωσι σοβαρῶς καὶ ἀξιοπρεπῶς μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶναι δὲ τοιοῦτοι ἄνδρες ἐκεῖνοι, ὥστε δὲν θὰ θελήσωσι νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου, προκειμένου νὰ συζητήσωσι τὸν Προϋπολογισμὸν, ὡς ἄνθρωποι μεταχειριζόμενοι τὸ μόνον σπουδαῖον νομοθέτημα, ὅπερ ἔχει ἡ Βουλὴ, ὡς μέσον κωλυσιεργίας, διὰ νὰ καταναλώσωσι τὸν χρόνον ἐπὶ ματαίῳ. Οὐδ’ ἐπιδιώκει ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ προκαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, συνεχίζουσαν τὴν Σύνοδον ταύτην, οὐδὲ συμφέρον, οὐδ’ ἀνάγκην ἔχει νὰ λάβῃ τὴν ἀρχὴν ἀπὸ σήμερον. Διότι, ἐὰν σήμερον λάβῃ τὴν ἀρχὴν, ἐγὼ νομίζω, — καὶ δὲν ὁμιλῶ ἐξ ὀνόματος ἄλλων, — ὅτι ἡ νέα Βουλὴ δὲν θὰ ἔλθῃ τοσοῦτον ἰσχυρὰ, ὅσον χρήζει, ἵνα ἀποσοβήσῃ τοὺς κινδύνους, οὓς θὰ ἔχῃ ἡ μέλλουσα Βουλὴ ὑπὸ ἄλλον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ ἐκεῖνον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπηυθύνθη ἡ ἀποστροφὴ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἀρχήν. Δὲν ἐλπίζω νὰ συμφωνήσῃ πρὸς τοὺς εἰπόντας τοῦτο καὶ ὁ Θεός, διότι μόνον τότε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἐκεῖνος, πρὸς ὃν ἀπηύθυναν τὴν ἀπειλὴν ταύτην. Ὀλίγοι μῆνες μᾶς χωρίζουσιν ἀπὸ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἔμενον ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς συζητοῦντες, καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου, δὲν θὰ διστάσωσι νὰ ἀφήσωσι νὰ παρέλθῃ καὶ τὸ μικρὸν αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, καὶ νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἔχει ὡς πρῶτον σκοπὸν νὰ συντρίψῃ τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν ὑποστηρίζουσαν αὐτόν. Καὶ θὰ τὸ ἴδῃ ἡ πλειονοψηφία, καὶ θὰ τὸ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσδοκῶσι νὰ λάβωσι τὴν ἀρχὴν, δὲν θέλουσι καλλίτερον σύμμαχον ἀπὸ τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι, ἡ ἀνάρρησις ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ στάσις αὐτῆς βεβαίως ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ ἡμᾶς εἰς σοβαρὰ καὶ γενναῖα μέτρα, ὡς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν, νὰ παραιτηθῶμεν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχομεν παρὰ τοῦ λαοῦ· ποῖαι δὲ θὰ ἦναι αἱ συνέπειαι τῆς παραιτήσεώς μας, ἂς τὸ κρίνῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν αὐτὸς δὲν ἦναι εἰς θέσιν νὰ τὸ κρίνῃ, ἢ δὲν ἔχῃ τὸν πατριωτισμὸν νὰ τὸ κρίνῃ, ἂς τὸ κρίνῃ ἐκεῖνος (δεικνύει τὸν κ. Γ. Θεοτόκην), ὁ ὁποῖος ἔχει τοιοῦτον πατριωτισμὸν, διότι τὸν γνωρίζω, συνειργάσθην μετ’ αὐτοῦ, καὶ θέλει ἡ φιλοδοξία του νὰ βασιλεύσῃ, νὰ μὴ συντριβῇ, εἶναι δὲ εἰς θέσιν νὰ ἀντιληφθῇ, ὅτι αὐτὴ ἡ πορεία δὲν θὰ ἔχῃ ἄλλο ἀποτέλεσμα, παρὰ μόνον τὴν μομφὴν κατ’ αὐτοῦ, καὶ ὄχι κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§34Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἔδωκεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῶν ὁποίων προηγήθησαν ὅμοιαι ἐξηγήσεις τοῦ ἐντίμου ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ, οὐδεμίαν ἀφίνουσιν ἀμφιβολίαν, ὅτι τοιαῦται ἀποφάσεις δὲν ἐπεκράτησαν οὔτε ἐν τῷ πνεύματι τῆς πλειονοψηφίας, οὔτε ἐν τῷ πνεύματι τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ὅμως τοιαῦται ἀποφάσεις ἤθελον ἀποδειχθῆ ὅτι ἀληθῶς ἐλήφθησαν σήμερον τὴν πρωΐαν, θὰ ἐδικαίουν ἐντελῶς τὸ μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε προβῆ εὐθὺς ἅμα τῇ λήξει τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἡ Ἀντιπολίτευσις, τὸ μέτρον, ὅπως σύσσωμος παραιτηθῇ. Διότι θὰ ὁμολογήσητε, κύριε Πρόεδρε, καὶ ὑμεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Ἀντιπολίτευσιν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀφαιρεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, νὰ παρίσταται ἐν ταῖς συνεδριάσεσι τῆς Βουλῆς. Ὅσον καὶ ἂν ἦναι σπουδαῖον τὸ ἔργον τῶν Βουλῶν ὡς πρὸς τὸ νομοθετικὸν μέρος τῆς ἐντολῆς των, τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, καὶ κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, οἷον ἐφαρμόζεται παρ’ ἡμῖν, εἶναι σπουδαιότατον. Ἐν χώρᾳ, ἐν ᾗ οὔτε κυβερνᾷ οὔτε διοικεῖ ὁ νόμος καὶ ἡ ἀμεροληψία, ἡ ἰσότης καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὰ δικαιώματα, δὲν γνωρίζει τις εἰς ποῖα κακὰ καὶ μέχρι τίνος μέτρου δύναται νὰ φθάσῃ ὁ κομματικὸς ἀνταγωνισμός. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀπορῶσιν ὅσοι παρευρισκόμενοι ἐν ταῖς συνεδριάσεσι τῆς Βουλῆς ἀντιλαμβάνονται, ὅτι διὰ μακρῶν ἐλέγχει καὶ μετὰ λεπτολογίας ἡ Ἀντιπολίτευσις τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, διότι οὐδείς, ὑποθέτω, δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, ἐφ’ ὧν διὰ μακρῶν βεβαίως ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν ἐθίγοντο τὰ ζητήματα τῆς χρηστῆς, τῆς ἀμερολήπτου, τῆς ἰσονόμου διοικήσεως τοῦ τόπου, οὐδὲ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἦσαν ἐπινοήματα καὶ κατασκευάσματα ἐκ τοῦ προχείρου παραληφθέντα χάριν συζητήσεων μακρῶν πρὸς παρέλκυσιν τοῦ χρόνου. Εἶναι βεβαίως ὁ ἀγὼν Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις νομίζει, ὅτι ἀδικεῖται ἐν τοῖς φίλοις αὑτῆς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὑπὸ τῶν διοικούντων, καὶ δὲν δύναται, ἀφοῦ εἶναι συστηματικός, ἢ νὰ ἦναι ὀξὺς καὶ αὐστηρός. Ἂν ὑπερβαίνῃ ἐνίοτε τὰ ὅρια, τὰ ὅρια ἐξ ἀντιθέτου ὑπερβαίνει καὶ ἡ Συμπολίτευσις, οὐδὲν εἰσακούουσα, καὶ οὐδὲν ἐπανορθοῦσα ἐκ τῶν κακῶν, ὅσα τῇ καταγγέλλονται καθ’ ἑκάστην. Ἂν δὲν ἦναι εἰς τὴν μίαν ἐπιτετραμμένη ἡ ὑπέρβασις, δὲν εἶναι αὕτη ἐπιτετραμμένη καὶ εἰς τὴν ἄλλην. Δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον καὶ εὐπρεπὲς νὰ παραπονῆται ὁ ἀδικῶν κατὰ τοῦ ἀδικουμένου ἐπὶ ὑπερβάσει τούτου ἐν τῇ ἀντιστάσει, ἀφοῦ ὁ ἀδικῶν ὑπερβαίνει καθεστὼς καὶ νόμους ὑπὲρ πᾶν ὅριον καὶ ὑπὲρ πᾶσαν δυνατὴν ἀνοχήν, ὑπὲρ πᾶσαν κρατήσασαν κατάχρησιν. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τὸ παραδέχεσθαι, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ πλειονοψηφία νὰ λαμβάνῃ ἀποφάσεις, ὅπως αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ διακοπτόμεναι θεωρῶνται ἐν συνεχείᾳ. Ἐρρήθη, ὅτι ὑπάρχουσι προηγούμενα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἐξηκολούθησεν ἐπὶ πολλὰς ὥρας καὶ πέραν τῶν εἰθισμένων τὰς συνεδριάσεις· γνωστὴ εἶναι ἡ συνεδρίασις, ἡ παραταθεῖσα ἐπὶ 26 ὥρας ἄλλοτε, ὅτε ἡ σημερινὴ Συμπολίτευσις ἦτο τότε Ἀντιπολίτευσις, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας· ἀλλὰ ἐκείνη ἦτο μία συνεχὴς ἐπὶ 26 ὥρας συνεδρίασις. Οὐδὲν παράδειγμα ὑπάρχει· καὶ οὐ μόνον δὲν ἐφηρμόσθη, ἀλλ’ οὔτε συνελήφθη κἂν παρά τινος ἡ παράτολμος ἰδέα νὰ διακόπτωνται αἱ συνεδριάσεις, καὶ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει ἵνα ἐπαναλαμβάνωνται, νὰ θεωρῶνται ὄχι ὡς νέαι συνεδριάσεις, ἀλλ’ ὡς συνέχεια τῆς προηγουμένης. Πρὸς τίνα σκοπὸν τοῦτο; Πρὸς τὸν σκοπὸν βεβαίως νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται, λόγῳ δῆθεν τῆς συνεχείας τῆς συνεδριάσεως, αἱ ἐπερωτήσεις. Ἀλλ’ ἡ διὰ τοιαύτης μεθόδου περικοπὴ καὶ ἐκμηδένισις τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς τοῦ ἐλέγχειν δι’ ἐπερωτήσεων τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐναντία οὐ μόνον τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ πάσης πρακτικῆς κοινοβουλευτικῆς παρ’ ἡμῖν καὶ παρ’ ἄλλοις. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν, αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ ἦσαν τόσον στεναὶ, ὅσον τὰς ἐξέθηκε, δηλ. βεβαιώσεις, ὅτι, προταθὲν τοιοῦτο μέτρον, τοιαύτη πρότασις παρὰ τοῦ εὐφυοῦς Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, ἐγένετο μόνον ἀποδεκτὴ παρὰ τοῦ Προέδρου, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ τὴν πλειονοψηφίαν. Ἂν ἐννοῇ, ὅτι τοιαύτη πρότασις, ἐγκρινομένη παρὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἂν ἠρωτᾶτο ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ νὰ συνέλθωμεν σήμερον ἐν συνεδριάσει οὔσῃ οὐχὶ ἀνεξαρτήτῳ, νέᾳ, ἀλλὰ συνεχεῖ, ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὰ αὐτὰ ἄτοπα. Εἶναι ἄντικρυς ἐναντίον τοῦ Συντάγματος. Ἐπεθύμουν, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ πλειονοψηφία νὰ καθίστων δῆλον, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο, καὶ ἂν ἡ πλειονοψηφία ἤθελεν ἐπιδοκιμάσει τοιοῦτο μέτρον περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾶν, νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἐπιθυμῶ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην συμπληρωτικὴν ἐξήγησιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι, ἐξ ὅσων εἶπεν, ἐννοεῖ πραγματικῶς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν ποτε, δι’ αὐτοῦ τοὐλάχιστον τοῦ μέτρου, νὰ ἐμποδισθῇ ἢ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ κατ’ ἐμὲ, οὔτε ἄλλος τρόπος εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ, οὐδὲ ὁ διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἄνευ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχειν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ. Δὲν εἶναι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἡ δυσχέρεια, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ παύσῃ τὸ κακὸν ἢ ὅταν συνηθίσωμεν νὰ διοικώμεθα κατὰ τρόπον φιλόνομον καὶ ἀμερόληπτον. Τότε μόνον θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ μὴ ἐπισωρεύηται καθ’ ἡμέραν ἐν τῇ Βουλῇ εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὅλον αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν παραπόνων τῶν διοικουμένων δι’ ἀδικήματα καὶ αὐθαιρεσίας τῶν ἀρχῶν κατὰ μερίδος πολιτῶν, καὶ νὰ μὴ μεταβάλληται εἰς ἐπερωτήσεις καὶ καταγγελίας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπασχολούσας ἐπὶ μακρὸν χρόνον τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Αἱ διαμαρτυρίαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι τὰ ἀδικήματα τῆς Διοικήσεως, καὶ δὲν θὰ παύσωσιν ἢ ὅταν παύσωσι ταῦτα. Ὅσον καὶ ἂν δυσαρεστῆται ἡ Συμπολίτευσις κατὰ τῆς μειονοψηφίας, ὅσον καὶ ἂν παραπονῆται διὰ τὴν ἀπώλειαν χρόνου, οὐδένα θὰ πείσῃ περὶ τῆς εἰλικρινείας αὑτῆς ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ τῶν νόμων. Πρέπει νὰ ᾖναι φιλόνομος καὶ ἀμερόληπτος ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, τὰς ὁποίας οἱ Βουλευταὶ διοικοῦσι διὰ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦτο ἤθελον συστήσει εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ νομίζῃ, ὅτι εὑρίσκει ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοιούτων μέτρων τὸ μέσον τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν πόθων αὐτοῦ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἄλλοι ἄνδρες, ὁδηγήσαντες πολὺ μεγαλειτέρας καὶ συμπαγεστέρας πλειονοψηφίας ἀπὸ τὴν σημερινὴν, οὐδέποτε προέβησαν, ἐν ὁμοίαις περιστάσεσιν, εἰς τοιαύτην κατάχρησιν τῶν δικαιωμάτων των, ὁποίαν θέλει νὰ μετέλθῃ ἡ νῦν πλειονοψηφία· θὰ παρακαλέσω δὲ αὐτὸν, διότι δὲν ἔχει ἀκόμη τὴν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν, ἣν εἶχον ἐκεῖνοι, νὰ ἦναι ὑποχωρητικώτερος, καὶ νὰ μὴ ἀφίνηται εἰς τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν γεννᾷ εὐερέθιστος ἀκόμη ἰδιοσυγκρασία, νὰ μὴ λησμονῇ δὲ, ὅταν εὑρίσκηται ἀπέναντι Ἀντιπολιτεύσεως ἐν παραφορᾷ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ περισσότερον προκαλῶν καὶ δικαιολογῶν αὐτήν. Ὁπωσδήποτε, καταλήγω τὸν λόγον μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατενόησεν, ὅτι τὸ μέτρον, ὅπερ χθὲς κατετάραξε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὡς καὶ τὸν τόπον ὁλόκληρον, καὶ τὴν ὤθησεν εἰς τὸ μέτρον, περὶ οὗ ὡμίλησα, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ οὔτε χθὲς, οὔτε σήμερον, οὔτε εἰς τὸ μέλλον εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ καὶ ἐφαρμοσθῇ παρ’ αὐτοῦ.
§35Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ὁσάκις ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ταύτης θέσεως συνάδελφός τις ἐξ ἡμῶν ἐπικαλῆται τὴν καλὴν πίστιν τῶν ἄλλων, πρέπει αὐτὸς πρῶτος, δι’ ὧν λέγει καὶ δι’ ὧν πράττει, νὰ παρέχῃ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν ἀπομακρύνεται τῆς καλῆς πίστεως. «Ἀξιῶ ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν», ἔλεγεν ὁ ἐκ Λεβαδείας κ. Βουλευτὴς, «νὰ ἦναι ἐν καλῇ πίστει». Ἀλλὰ ποία εὔλογος ἀφορμὴ ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ ἐλλείψει καλῆς πίστεως; Ἡ Ἀντιπολίτευσις, πρὸ πάντων εἰς τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅτε προέκυψαν τὰ ἔκτροπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπασχολοῦσι ταύτην τὴν ἑσπέραν, οὐδεμίαν παρέσχεν, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην, ἀπόδειξιν, ὅτι εἶχε τάσεις παρελκύσεως τῆς συνεδριάσεως πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ποῖον ἦτο τὸ πρῶτον ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ σταδίῳ τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολλὰς ὥρας; ἦτο τὸ ζήτημα τῶν ἀστυνομικῶν βιαιοπραγιῶν, καὶ τοῦτο ἐξ ἀφορμῆς ψηφίσματος Σωματείου, τὸ ὁποῖον δύναται κάλλιον ἡμῶν νὰ γνωρίζῃ τὰ κατὰ τὴν δημοσίαν τάξιν ἐν τῇ δευτερευούσῃ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος. Καὶ νομίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τοιοῦτον θέμα ἦτο ἀνάξιον συζητήσεως, ὅτι τοιοῦτον θέμα ἦτο ἀνάξιον προσοχῆς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἔχῃ τις, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὐτὸς, τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐπ’ αὐτοῦ μακρὰ συζήτησις καταδηλοῖ πρόθεσιν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς κωλυσιεργίαν; Βουλευτὴς ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως ἔλαβε τὸν λόγον, καὶ ὕψωσε τὸ ζήτημα — καὶ τὸν συγχαίρω διὰ τοῦτο — ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ τὸ ὑψώσῃ. Ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅτι αὐτὰ εἶναι τὰ θέματα καὶ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀπασχολῶσι πρωτίστως τὴν Βουλὴν. Συνεζητήσαμεν περὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός της διὰ τὰ ἀνομήματα καὶ παντοῖα ἀδικήματα, ὅσα γίνονται ὄχι πλέον παρὰ ἰδιωτῶν, ἀλλὰ παρὰ τῶν ἐντεταλμένων τὴν φρούρησιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Καὶ εἶναι τοῦτο, Κύριοι, θέμα, τὸ ὁποῖον ἔδιδε πρὸς ὑμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ παραπονῆσθε, ὅτι ἕνεκα τῆς συζητήσεως αὐτῆς παρετάθησαν αἱ ὧραι τῆς συνεδριάσεως, εἰς τρόπον ὥστε ἠναγκάσθημεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν μετὰ τὸ μεσονύκτιον; Ἄλλο θέμα, τοῦ ὁποίου ἐπελήφθημεν χθές, ἦτο τὸ θέμα περὶ εἰσφορῶν κατὰ τὸν πόλεμον καὶ πρὸ αὐτοῦ ὑπὲρ εὐοδώσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος. Δικαίως ἐταράχθη ἡ κοινὴ συνείδησις ἔκ τινων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ εἰσφορῶν προερχομένων ἐκ Λονδίνου. Καὶ τὸ θέμα τοῦτο προεκάλεσεν, ὡς ἦν ἑπόμενον, συζήτησιν μακράν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον μέρος οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ πολλὰ μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως. Εἶναι θέμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι ἐν καλῇ πίστει, ἀλλ’ ὅτι ἐπιλαμβάνεται τοιούτων θεμάτων, μόνον καὶ μόνον ἵνα ματαιώσῃ τὴν συνεδρίασιν, διὰ νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν; Ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, ἦτο τὸ θέμα τὸ ἀφορῶν τὰς ἐργασίας τὰς γενομένας εἰς τὸ Θριάσιον πεδίον, διὰ τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε τὸ Δημόσιον ἔχει δαπανήσει ὑπὲρ τὰς 700,000 δραχμάς, καὶ ἔλαβε μέρος κατ’ ἀνάγκην καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην, καὶ διεφώτισε τὴν Βουλήν, μεταδοὺς εὐχαρίστους καὶ εὐφροσύνους πληροφορίας περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: ἀποδεικνύει τοῦτο, ὅτι ἤθελεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; Κατόπιν ἦλθεν ἡ ἐκλογὴ τῆς Κερκύρας. Παρουσιάσθη πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀνηλικότητος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀντίγραφον ληξιαρχικῆς πράξεως, ἥτις κατὰ τὸν νόμον ἀποτελεῖ πλήρη ἀπόδειξιν. Βλέπουσα ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς ληξιαρχικῆς ταύτης πράξεως, ἡ ὁποία ἐδήλου τὴν γέννησιν τοῦ Βουλευτοῦ, ὅτι οὗτος δὲν εἶχε τὰ προσόντα, διότι ἦγε μόλις τὸ 27ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἐδίσταζε νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν καὶ προεκλήθη ψηφοφορία. Καὶ ἐρωτῶ: δὲν ἔπρεπε νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τούτου ἡ Ἀντιπολίτευσις; δὲν ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ ψηφοφορίαν; δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποκρούσῃ τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ προσόντα τοῦ Βουλευτοῦ; Αὐτὰ εἶναι τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπησχόλησαν χθὲς καθ’ ὅλην τὴν συνεδρίασιν, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ ἐρωτήσω, καὶ ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε ἐν πεποιθήσει καὶ ἐν συνειδήσει, εἶναι θέματα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἄξια συζητήσεως; τὰ ὁποῖα καὶ πόρρωθεν κἄν ἠδύναντο νὰ δώσουν, νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἐρρίφθησαν εἰς τὸ μέσον, μόνον πρὸς ματαίωσιν τῆς συνεδριάσεως; Ἀναστρέφων τοὺς ὅρους λοιπόν, δηλῶ, ὅτι ὁ ἐκ Λεβαδείας κύριος Βουλευτὴς δὲν ἐνεπνέετο ὑπὸ τῆς καλῆς πίστεως, ὅτε ἐπέρριπτε μομφὴν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ ἀπομακρύνσει ἀπὸ τοῦ ἐδάφους τῆς καλῆς πίστεως. Εἰσήλθομεν εἶτα εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε σεῖς, —καὶ ἐπικαλοῦμαι ὅλην τὴν μαρτυρίαν — δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν ὑπῆρξέ ποτε συζήτησις Προϋπολογισμοῦ εὐπρεπεστέρα, σεμνοτέρα ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διεξήγαγε διὰ μακρῶν ὁ ἔντιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτής; δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς εἶπεν ἐν διαστήματι 2½ ὡρῶν, ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ σᾶς δώσουν τὸ δικαίωμα νὰ παραπονῆσθε, ὅτι ἐπίτηδες ἐγένετο παρέλκυσις τῆς συζητήσεως, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μὴ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ἔχω λοιπὸν τὸ δικαίωμα καὶ πάλιν, ἀναστρέφων τοὺς ὅρους, νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κύριος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς δὲν ἦτο ἐν καλῇ πίστει, ὅτε ᾐτιᾶτο τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ ἐλλείψει καλῆς πίστεως. Ἐν καλῇ πίστει θὰ ἦτο ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, ἐὰν ἔλεγεν, ὅτι ἕνεκα τῶν διακοπῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκτρόπως κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, τῆς μιᾶς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, καὶ τῆς ἄλλης δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, εὑρέθημεν πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου. Ἐν καλῇ πίστει θὰ ἦτο ὁ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, ἐὰν ἔλεγεν, ὅτι ἕνεκα τῶν διακοπῶν αὐτῶν, τῶν ἀδικαιολογήτων καὶ ἀντιστρατευομένων εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, δὲν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν παρὰ 40 ἕως 45 συνεδριάσεις μόνον. Τριάκοντα δύο συνεδριάσεις ἔχουσι γείνῃ μέχρι σήμερον, ἂν δὲ παραδεχθῶμεν, ὅτι θὰ γείνωσιν ἀκόμη δεκαπέντε, ἔχομεν τὸ ὅλον τεσσαράκοντα ἑπτὰ συνεδριάσεις. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ποῖος εἶναι ὁ ὅρος τοῦ Συντάγματος ὁ ἀνυπέρβλητος; Κατὰ τὸ Σύνταγμα, κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συνεδριάζῃ ἐπὶ τρεῖς μῆνας· καὶ τότε τί γίνεται ἡ διάταξις αὕτη; καὶ τότε ποῦ εἶναι ἡ καλὴ πίστις τοῦ κ. Βουλευτοῦ; Καλὴ πίστις θὰ ἦτο ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐὰν ἐλέγετε, ὅτι ἕνεκα τῶν διακοπῶν ἐκείνων δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο θέλετε, ἆρον! ἆρον! κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον, νὰ λάβητε τὸν Προϋπολογισμόν. Βεβαίως δυσφορεῖτε καὶ ἀδημονεῖτε, διότι ἔχετε τρεῖς φορὰς, ὅπου ἤλθατε ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας σας, ἀλλὰ τίς πταίει διὰ τοῦτο; Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν κατορθωθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῶν ἑορτῶν, εἶναι πλέον ἀδύνατον νὰ γείνῃ κατόπιν συνεδρίασις, οὕτω δὲ θὰ ματαιωθῇ ἡ ἐπιψήφισις πολλῶν σπουδαίων νομοσχεδίων· ἀλλὰ διὰ τοῦτο τὴν εὐθύνην φέρει ἡ Κυβέρνησις...
§36Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶναι τόσα ἐπείγοντα νομοσχέδια καὶ τόσης σπουδαιότητος, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§37Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδύνατον, κύριε Βουλευτά. Παραπονεῖται ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διεξάγονται αἱ συζητήσεις, τοῦθ’ ὅπερ ἄγει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ δὲν μᾶς λέγει ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εὑρίσκει, ὅτι ὅσα εἶπον πρὸ ὀλίγων στιγμῶν εἶναι ἀνακριβῆ, καὶ ὅτι δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἀληθείας καὶ τῶν πραγμάτων; Καὶ ἀφοῦ ἀναμφισβητήτως εἶναι ἀκριβῆ, ἐπὶ τίνος ἐδάφους δύναται νὰ σταθῇ ἡ αἰτίασις αὕτη, ἡ μομφὴ αὕτη; Εἶπεν ὁ ἐκ Λεβαδείας κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐπρότεινε μὲν νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐν συνεχείᾳ μετὰ μεσημβρίαν, ἀλλὰ δὲν ἠρώτησεν ὁ κ. Πρόεδρος τὴν Βουλὴν, καὶ ἑπομένως ἡ πρότασίς του αὕτη θεωρεῖται ὡς μὴ γενομένη. Ἀλλὰ, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Λεβαδείας, πρὸς ποίους τὰ λέγετε αὐτά; Τοῦτο εἶναι ἡ καλὴ πίστις; αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπόδειγμα τῆς καλῆς πίστεως, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ δώσητε πρὸς ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἐπικαλεῖσθε τὴν καλὴν πίστιν; Σεῖς καὶ πρὸ ἡμερῶν τὸ ἐλέγετε αὐτὸ, καὶ ἐψιθυρίζετο, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τὸ ἐπίστευε. Συνάδελφος ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀνήκων εἰς τὴν πολιτικὴν μερίδα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔλεγε πρὸ ἡμερῶν, ὅτι μεταξὺ ἄλλων παραδοξολογιῶν, αἵτινες ἦσαν ὑπὸ μελέτην, ὅπως παρακαμφθῇ ἡ δυσκολία τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατελέγετο καὶ αὐτὴ νὰ μὴ διαλυθῇ δηλ. ἡ συνεδρίασις, ἀλλὰ νὰ διακόπτηται καὶ νὰ συνεχίζηται μετὰ τὴν διακοπὴν μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἐθεώρησα τὸ σχέδιον τοῦτο ὄχι μόνον παράδοξον, ἀλλὰ καὶ κωμικόν. Καὶ ὅμως τοῦτο ἐπρότεινεν ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, λέγων ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διαλύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, παρὰ νὰ τὴν διακόψωμεν, διὰ νὰ τὴν ἐξακολουθήσωμεν μετὰ μεσημβρίαν. Ὁλόκληρος τότε ἡ πτέρυξ τῆς Συμπολιτεύσεως εἶπε «μάλιστα, μάλιστα», καὶ ἔφευγον. Συγχρόνως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐγκατέλιπε τὴν ἕδραν του. Σᾶς ἐρωτῶ: δὲν ἐνεκρίθη πλέον ἡ πρότασις αὕτη; Πρὸς τί πλέον τὰ σοφίσματα;
§38ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμιλεῖτε περὶ συνεδριάσεως, ἡ ὁποία δὲν ἐπρόκειτο νὰ λήξῃ. Ὑποθέτω, ὅτι ποτὲ ὁ κύριος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς δὲν ἤθελε νὰ εἴπῃ, ὅτι τοιοῦτόν τι ἐνόει.
§39Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἤθελε νὰ εἴπῃ, καὶ αὐτὸ παρεδέχθη ἡ πλειονοψηφία· ἀφοῦ δὲ τώρα δέχεσθε καὶ σεῖς, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, ἀνομολογεῖτε τὸ ἄτοπον, ὅπερ ἐγένετο, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον δικαίως διεμαρτυρήθη ἡ Ἀντιπολίτευσις.
§40ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀδύνατον. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ τοιαῦτα πράγματα;
§41Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἤθελε νὰ εἴπῃ, ἀλλὰ δὲν τὸ εἶπεν ἴσως ἀπεριστρόφως.
§42ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ὁμιλῶ ἀπεριστρόφως πάντοτε.
§43Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω δι’ ὑμᾶς, ἀλλὰ διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας· ἄλλως τε ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅτι ἐγὼ ἔχω καλλιτέραν ἰδέαν περὶ ὑμῶν, παρὰ ὅ,τι ἔχετε ὑμεῖς αὐτὸς περὶ τοῦ ἑαυτοῦ σας, ἀφοῦ δὲν ἀποστέργετε τὴν ψευδῆ θέσιν, ἣν ἔχετε, καὶ ἥτις κατ’ ἐμὲ δὲν σᾶς ἁρμόζει.
§44ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μήπως ἐγὼ ὡμίλησα διὰ περιστροφῶν;
§45Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω περισσότερα. Ἀπέδειξα, δι’ ὧν εἶπον, ὅτι διὰ τὴν δημιουργηθεῖσαν μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως διάστασιν πταίει ἡ πρώτη, χαίρω δὲ διότι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνωμολόγησεν, ὅτι κακῶς ἐγένοντο ὅσα ἔλαβον χώραν μετὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας. Τοῦτο διευκολύνει τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἁρμονίας μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ὁμαλῶς ἐξακολουθήσουν τῆς Βουλῆς αἱ ἐργασίαι.
§46Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ πορεία, Κύριοι, ἣν ἐτήρησα καθ’ ὅλον τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὰς ἐργασίας τῆς πλειονοψηφίας, μοὶ δίδει, ὡς πιστεύω, τὸ δικαίωμα ν’ ἀναμιχθῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν συζήτησιν, ἥτις ἀπὸ τοσαύτης ὥρας ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Ἀπέδειξα πάντοτε, Κύριοι, ὅτι ἓν τῶν πρωτίστων καθηκόντων τῆς πλειονοψηφίας ἐθεώρουν τὸ νὰ σέβηται τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας. Κατηγορήθην πολλάκις ἕνεκα ὑπερμέτρου ἐνδοτικότητος, ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀντιμετωπίσω τὴν κατηγορίαν ταύτην, ἵνα συντελέσω, ὅπως αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς βαίνωσι τακτικῶς καὶ ἀπροσκόπτως. Πάντοτε ἐνόμισα, ὅτι, ὅσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ πλειονοψηφία, τόσον ἔχει συμφέρον, ἵνα ἡ ἀπέναντι αὐτῆς μειονοψηφία ᾖ συντεταγμένη καὶ ἐλευθέρως συζητῇ. Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα φρονῶ, Κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πλειονοψηφίαν, νομίζω ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει καθήκοντα πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει τὸ καθῆκον νὰ συζητῇ εὐρέως ἐπὶ τῶν διαφόρων θεμάτων, νὰ ἐξασκῇ ἔλεγχον ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν κυβερνητικῶν, ἀλλὰ δὲν ἔχει, κατ’ ἐμὲ, δικαίωμα, ἵνα ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων της θελήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην καὶ τὴν θέλησιν αὐτῆς ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας. Τὴν ἀπόφασιν ἔχει ἡ πλειονοψηφία, τὴν συζήτησιν ἔχει ἡ μειονοψηφία. Βεβαίως δικαίωμα ἀπόλυτον τῆς μειονοψηφίας εἶναι νὰ ἐξασκήσῃ ἔλεγχον ἐπὶ τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων, καὶ εὑρισκόμεθα ἐν ἀνωμάλῳ ἴσως περιπτώσει, διότι ὁ ἔλεγχος ὁ παρὰ τῆς μειονοψηφίας ἐξασκούμενος ἐξασκεῖται ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ εἴμεθα ὑπὸ ἔλεγχον ἡμεῖς, ἐνῷ νομίζω, ὅτι ἔλεγχος τοιοῦτος δὲν δύναται δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ ἐξασκηθῇ. Ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν, ἵνα μετὰ χαρᾶς ἴσως βλέπω τὸν ἔλεγχον τοῦτον ἐξασκούμενον ἐπὶ τῶν πράξεων ἡμῶν. Λέγω μετὰ χαρᾶς, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, μὲ ὅλας τὰς ὑπερβολὰς, ἃς ἀκούομεν ἀπὸ ἡμερῶν ἐνταῦθα, αἱ πράξεις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἄξιαι τῶν μομφῶν, αἵτινες κατ’ αὐτῆς ἀποδίδονται. Ἀκούομεν καθ’ ἑκάστην, ὅτι ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη, ὅτι ἐξέλιπεν ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ὅτι τὰ πάντα κακῶς ἔχουσιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀπὸ 15 ἢ 17 ἐτῶν παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἀείποτε ἤκουσα τὴν Ἀντιπολίτευσιν ταῦτα λέγουσαν. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὸν τόπον ἡμῶν, ἂν ὅσα ἡ Ἀντιπολίτευσις λέγει σήμερον καὶ ἀπὸ ἐτῶν ἐπαναλαμβάνονται ἐντεῦθεν εἶναι ἀληθῆ! Ἀλλοίμονον ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γεννηθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι παρ’ ἡμῖν δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει, ὅτι παρ’ ἡμῖν διοίκησις δὲν ὑπάρχει, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἐξέλιπεν ἐντελῶς ἡ δημοσία ἀσφάλεια! Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἀποδεικνύετε ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη, διότι ἐφέρατε 5 ἕως 10 παραδείγματα καταχρήσεων τῶν δικαστικῶν ὀργάνων; Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ ἀσφάλεια, διότι ἐφέρατε παραδείγματα 10, 20, 30 παρανομιῶν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων; Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει διοίκησις, διότι περιωρίσθητε νὰ λέγητε, ὅτι ἐξέφυγεν αὕτη τῶν χειρῶν τῆς διοικήσεως τῆς χώρας ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ ἐπαναλαμβάνει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὅτι ἡ διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν ἀφίνετο εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς πλειονοψηφίας; Ἐὰν, Κύριοι, ἠθέλετε μετὰ πόθου ἀνακαλύψεως τῆς ἀληθείας νὰ ἐξετάσητε τὰ τῆς διοικήσεως ἐκείνης, ἠθέλετε ἴδει, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἡ τόσον κατηγορουμένη παρ’ ὑμῶν, προέβη εἰς διορισμοὺς νομαρχῶν, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν κοινὸν εἶχον μὲ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως· εἶχε διορίσει μάλιστα καὶ ἀντιπάλους ἐπαρχιακοὺς Ὑπουργῶν. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι παρεσκεύασε τὴν τοιαύτην ἐπέμβασιν τῶν Βουλευτῶν διὰ τοῦ διορισμοῦ τοιούτων νομαρχῶν. Ἀλλὰ βεβαίως ἐγὼ δὲν διατείνομαι, Κύριοι, ὅτι ἡ δικαιοσύνη παρ’ ἡμῖν εἶναι τελεία, δὲν διατείνομαι, ὅτι ἡ ἀσφάλεια παρ’ ἡμῖν εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν, ἵνα ταύτην ἀκόμη βελτιώσωμεν· ἀλλὰ βεβαίως δὲν βλέπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν ἀσφάλεια. Ὅταν δὲ βλέπω τὰ συμβαίνοντα εἰς ἄλλα Κράτη καὶ εἰς ἄλλα μέρη, ὅπου μεγάλαι γίνονται δαπάναι, ὅλως δυσανάλογοι πρὸς ἐκείνας, ἃς ἡμεῖς κάμνομεν, ἵνα ἔχωμεν ἀστυνομίαν, ὅταν βλέπω τὰ ἐκεῖ γινόμενα, δὲν δύναμαι ν’ ἀπελπισθῶ, ὅπως ἀπηλπίσθητε σεῖς. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, Κύριοι, δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ἵνα τὰς γνώμας τὰς ἐμὰς δέχησθε. Ὑμεῖς δικαίωμα ἀπόλυτον ἔχετε νὰ κατακρίνητε ἐκεῖνα τὰ γεγονότα, ἅτινα νομίζετε, ὅτι δὲν ἐξυπηρετοῦσι καὶ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ τὰ συμφέροντα ὑμῶν· ἀλλ’ ἐν παντὶ ὑπάρχει μέτρον. Βεβαίως δικαιοῦται ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ συζητήσῃ τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· ἀλλὰ, ἐρωτῶ, ὑπάρχει τις ἐξ ὑμῶν, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι αἱ συζητήσεις αὗται δὲν θὰ ἦσαν ἀποτελεσματικώτεραι, ἐὰν περιωρίζοντο ἐντὸς χρονικοῦ τινος διαστήματος λογικοῦ; Εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι εἶναι σύστημα κοινοβουλευτικὸν τὸ σύστημα τοῦ σχετικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ ἀπό τινος καὶ παρ’ ἡμῖν; Λαμβάνει τὸν λόγον ὁ Βουλευτὴς, θέτει μίαν ἐρώτησιν, καταγγέλλει μίαν πρᾶξιν· ὁ ἕτερος «σχετικόν», ὁ τρίτος «σχετικόν», ὁ τέταρτος «σχετικόν»!
§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν.
§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἀπὸ τῆς ἐρωτήσεως ἐκείνης, τῆς ἀφορώσης εἰς μεμονωμένα γεγονότα, μεταβαίνει ἡ Βουλὴ εἰς ἀκαδημαϊκὴν συζήτησιν περὶ συστήματος δικαιοσύνης, περὶ συστήματος ἀστυνομίας, περὶ συστήματος διοικήσεως κλπ. ὅλως ἄσχετα πρὸς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, ὅπερ προὐκάλεσε τὴν συζήτησιν. Ἐννοεῖται, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τούτου, Κύριοι, πολὺς καταναλίσκεται χρόνος, ἡ δὲ κατανάλωσις τοῦ χρόνου τούτου βεβαιωθῆτε, ὅτι ἀποβαίνει εἰς βάρος τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τῆς χώρας, διότι ἀνατρέχοντες οὐχὶ εἰς τὸ ἀμέσως παρελθὸν, ὡς τὰ ἀπὸ δύο ἐτῶν συμβαίνοντα, ἀλλ’ ἀνατρέχοντες εἰς τὰ ἀπὸ 20 ἐτῶν συμβαίνοντα, παρατηροῦμεν, ὅτι ὁ χρόνος ὅλος τῆς Βουλῆς καταναλίσκεται εἰς τὸν οὕτω πως ἐξασκούμενον ἔλεγχον, οὐδεμία δὲ ἐργασία νομοθετικὴ γίνεται, οὐδεμία προσοχὴ δίδεται εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ, κατ’ ἐμὲ, τὸ κύριον ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Προϋπολογισμοὶ ψηφίζονται εἰς 10 ἢ 12 συνεδριάσεις. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ δεκαετίας ἐπεκράτησεν· ἀλλ’ ἀπὸ δεκαετίας ὅλοι οἱ ὁμιλοῦντες ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁμιλοῦσι μετὰ τὴν 2αν ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου! Ἐρχόμεθα εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Πάντοτε τὸ νομοθετικὸν τοῦτο ἔργον παρατείνεται εἰς ὥρας, καθ’ ἃς οὐδεὶς προσέχει, οὐδεὶς δύναται νὰ προσέχῃ. Ἀλλὰ μήπως ταῦτα συμβαίνουσι πρώτην ἤδη φοράν; Ἀπὸ εἰκοσαετίας αὐτὸ εἶναι τὸ καθιερωθὲν σύστημα παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ· δείξατέ μοι ἕνα Προϋπολογισμὸν μὴ ψηφισθέντα κατὰ τὴν 5ην ἢ 6ην πρωϊνὴν ὥραν. Ἀλλὰ τὰ πάντα τρέπονται εἰς βάρος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τῆς παρούσης. Ἐὰν ἐπῆλθεν ἀνωμαλία ἐν Ἑλλάδι, ἐπῆλθεν ἀφ’ ἧς ἡ Ἑλλὰς ἔσχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔχῃ ἐμὲ Πρωθυπουργὸν καὶ τοὺς συναδέλφους Ὑπουργούς! Ἐὰν οἱ θεσμοὶ κατεπατήθησαν, ἐὰν τὸ Σύνταγμα δὲν λειτουργῇ, τοῦτο γίνεται ἀφ’ ἧς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν! Καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις λέγει: πῶς ἐτόλμησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας νὰ εἴπῃ λέξιν βαρεῖαν κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἀλλ’ ἐρωτῶ: πόσαι λέξεις βαρεῖαι δὲν ἐλέχθησαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ τῶν ἑτέρων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῆς ἐνεργείας ἡμῶν καὶ κατὰ τῆς ἐνεργείας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως;...
§49Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δολοφόνος ἐκλήθητε!
§50Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Καὶ βεβαίως ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ σχηματίσητε οἱανδήποτε γνώμην θέλετε περὶ τῆς διαγωγῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ περὶ τῆς διαγωγῆς τῆς πλειονοψηφίας, ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐκφέρητε τὰς γνώμας ὑμῶν, ἀλλ’ ἡ ἀπαίτησις ὑμῶν, ἵνα τὰς γνώμας ταύτας ἐπιβάλητε εἰς ἡμᾶς, ἵνα κατηγορῆτε ἡμᾶς διὰ τὴν πορείαν, ἣν ἐνομίσαμεν ὅτι ἔχομεν δικαίωμα νὰ τηρήσωμεν, αὐτὴ ὑπερβαίνει τὰ δικαιώματα ὑμῶν, διότι ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει ἴσα δικαιώματα. Ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα ἠναγκάσθην νὰ ἐκταθῶ, διότι δυστυχῶς, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος ὡρισμένου, ἡ συζήτησις, κατὰ τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν ἐν τῇ Βουλῇ ἡμῶν, ἔλαβε διαστάσεις μεγάλας, ἐνόμιζον δέ, ὅτι ἡ Συμπολίτευσις, ἥτις τοσαῦτα ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας ἀκούει, δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ σιωπήσῃ, καὶ ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον, ὁμιλῶν ἐν ὀνόματι αὐτῆς, νὰ ἀμυνθῶ τοὐλάχιστον ὑπὲρ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς. Ἀλλ’ ἔρχομαι τώρα, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἡμᾶς. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ πρότασις, ἡ γενομένη τὴν πρωΐαν, ἦτο πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπηγόρευσε νευρική τις κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν εὑρίσκετο. Ἡ πρότασις αὕτη ἦλθεν εἰς τὸ μέσον, καθόσον ναὶ μὲν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, ὡμίλησε μετριοπαθῶς ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὴν ἀγόρευσίν του ἤρχισε περὶ τὴν 4ην ὥραν τῆς πρωΐας. Πρὸ τεσσάρων δὲ ἡμερῶν ἤρχισεν ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τρεῖς ῥήτορες ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι τὸν λόγον· ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τοιούτων ἐγένετο ἡ πρότασις. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν ποία ἦτο ἡ τύχη αὐτῆς. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἐπρότεινε νὰ γείνῃ διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως, ἵνα ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐργασίαι κατὰ τὴν 5 μ. μ. ὥραν. Πολλοὶ ἠγέρθησαν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) καὶ εἶπον «μάλιστα! μάλιστα!». Ὁ Πρόεδρος, χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, χωρὶς ν’ ἀναγγείλῃ τι, εἶπε «λύεται ἡ συνεδρίασις». Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, φαίνεται, ὡς ἔμαθον τὴν πρωΐαν, μετὰ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως, τὴν γενομένην τὴν 6ην πρωϊνὴν ὥραν, συνῆλθεν εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἦτο, ὅπως ὁ Προϋπολογισμὸς ψηφισθῇ ὅπως–ὅπως, ἐνῷ ὑπῆρχε δήλωσις ῥητὴ, ὅτι τοιοῦτον σκοπὸν οὐδέποτε εἴχομεν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνόμισεν, ὅτι ἀπέναντι τῆς ἐκδηλώσεως τοῦ πόθου τοῦ νὰ ψηφισθῇ ὅπως– ὅπως ὁ Προϋπολογισμὸς, ἐπεβάλλετο αὐτῇ τὸ καθῆκον νὰ ὑποβάλῃ παραίτησιν. Ἀλλ’ ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις, ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος σήμερον, καὶ ἐρωτῶ: μετὰ τὴν διακοπὴν ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος; Διατὶ τοῦτο δὲν ἐνέπνευσεν εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὅτι πρόκειται περὶ νέας συνεδριάσεως;
§51Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἠρώτησε τὸν Πρόεδρον σήμερον, ἂν εἶναι νέα συνεδρίασις, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος ἀπήντησεν ὅτι εἶναι νέα.
§52Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁπωσδήποτε ἐγένοντο αἱ δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἀλλὰ τότε ἐπῆλθε ῥητὴ δήλωσις, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ νέα συνεδρίασις, καὶ δὲν γνωρίζω διατὶ ἀνεῦρεν εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ φράσεις δικαιολογούσας ἀναχώρησιν, ἣν καὶ ἐξετέλεσεν, ἀκολουθούμενος μόνον ὑπὸ τῶν ὀπαδῶν αὐτοῦ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ὅλα ταῦτα συνέβησαν ἐκ παρανοήσεως. Ἐλπίζω ὅτι, ὅταν γνωσθῶσι πῶς συνέβησαν τὰ πράγματα, ὅτι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν ἐλήφθη, ὅταν γνωσθῇ, ὅτι νέα συνεδρίασις ἐγένετο, ὅταν γνωσθῇ, ὅτι οὐδέποτε διενοήθη τις νὰ λάβῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν μιᾷ διαρκεῖ παρατεταμένῃ συνεδριάσει, ὅταν ὡριμώτεραι σκέψεις ἐπικρατήσωσιν, ὅλα ταῦτα θὰ λησμονηθῶσι, καὶ θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν τακτικὴν τροχιάν. Λέγω τακτικὴν τροχιὰν, διότι ἐπιμένω φρονῶν, ὅτι τότε μόνον αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ ἀποβῶσι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς χώρας καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν τῆς χώρας ἀναγκῶν, ὅταν ἐπέλθῃ ἁρμονία κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων ἡμῶν μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐλπίζω, ὅτι ταῦτα δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσι, καὶ θὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα τὴν ἑσπέραν ταύτην διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν, καὶ ἐπανέλθωμεν τὴν προσεχῆ Δευτέραν, καθόσον πάντες εἴμεθα κεκμηκότες. Τὴν πρότασιν ταύτην, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλήν.
§53Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ, μίαν στιγμήν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν: 1) Νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διαφόρων ὑδραυλικῶν ἔργων. 2) Δήλωσιν περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης δημοσίων ἔργων, δι’ ἅπερ ἀνεγράφη πίστωσις ἐκ δρ. 30,000 ὑπὸ τὸ κεφαλ. 23 ἄρθρ. 6 ἐδάφιον βʹ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 3) Δήλωσιν περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διαφόρων ὑδραυλικῶν ἔργων, δι’ ἅπερ ἀνεγράφησαν πιστώσεις ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902. 4) Δήλωσιν περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 167–170).
§55Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω πληροφορίας περὶ τῆς ἀπὸ τοῦ 1899 λειτουργίας τοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ Γυμναστηρίου καὶ τῆς Σχολῆς τῶν Γυμναστῶν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
§57Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν κυροῖ ὅλα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, καὶ εἶναι ἡ ἐπισημοτέρα ἀπάντησις εἰς τὴν ἀντίληψιν, ἣν ἔσχομεν ἢ ἔσχον τινὲς περὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, διότι τὰ πρακτικὰ κυροῦσιν, ὅτι ὑπεβλήθη πρότασις, ὅπως διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος εἶπε «λύεται ἡ συνεδρίασις».
§58ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκριβῶς διὰ τοὺς λόγους, οὓς εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος, πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§59ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν σελίδι 2 τῶν πρακτικῶν γράφεται, ὅτι ἐλέχθησαν παρ’ ἐμοῦ: «ὁ κ. Δραγούμης ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου κτλ. καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι τὴν εὐθύνην τῶν γενομένων, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς χώρας, ὑπέχει πάντοτε ἡ Κυβέρνησις αὐτῆς, διότι εἰς αὐτὴν ἀνήκει ἡ διεύθυνσις τῆς πολιτικῆς ταύτης». Ἐγὼ δὲν εἶπον ταῦτα, ἀλλ’ ὑπεστήριξα, ὅτι ἐπὶ ἐθνικῶν ὑποθέσεων δὲν ἐπιτρέπεται ὁποθενδήποτε ἀνάμιξις εἰς ἐνέργειαν ἐν ἀγνοίᾳ καὶ παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ἀπολαύοντος τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Βουλῆς, εἰς ὅπερ ἀνήκει ἡ διεύθυνσις τῆς πολιτικῆς ταύτης. Παρακαλῶ κατὰ ταύτην τὴν ἔννοιαν νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικά.
§60Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐξ ὅσων ἐρρήθησαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν σήμερον, ἔρχονται εἰς ἀντίφασιν τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τοῖς πρακτικοῖς, διότι ἐν τέλει ἀναγράφεται, ὅτι «ἐλύθη ἡ συνεδρίασις», ἐνῷ πρέπει νὰ ἀναγραφῇ «διεκόπη ἡ συνεδρίασις».
§61ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§62Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Χάριν τῆς ἀκριβείας, παρακαλῶ, ἐν τῷ καταλόγῳ τῆς ψηφοφορίας τῷ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἔνθα σημειοῦμαι ὅτι ἐψήφισα, νὰ σημειωθῶ ὡς ἀπὼν, διότι κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας δὲν ἤμην ἐν τῇ συνεδριάσει, ἐμποδισθεὶς ἔκ τινος ἐργασίας.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Τὰ πρακτικὰ θὰ διορθωθῶσι συμφώνως πρὸς τὰς γενομένας παρατηρήσεις. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις;
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Παρακαλεῖται ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Ἀλαμᾶνος νὰ προσέλθῃ νὰ ὁρκισθῇ. (Προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ νέος βουλευτὴς Κερκύρας Κ. Π. Ἀλαμᾶνος).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 καὶ 45′ μ. μ.)