Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΕ · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 33

1902.03.15

5.157 στίχοι · 39.637 λέξεις · 1 πίνακας · 335 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1902.03.15
Προεδρεία
Θ. ΡΕΤΣΙΝΑ
Περίοδος
ΙΕ
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1906)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33

τῆς 15 Μαρτίου 1902.

(Παρασκευή).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἔρχωνται ἐνωρίτερον, διότι καταντᾷ ἡ ὥρα 5½ ἕως ὅτου ἀρχίσωμεν. Ἄλλως θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λύω τὴν συνεδρίασιν. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀσωποῦ τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς διὰ ψηφίσματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ νόμον περὶ παραχωρήσεως τοῦ ὑπάρχοντος ποσίμου ὕδατος τῶν ἐν Μολάοις ὑδρομύλων εἰς τὴν κωμόπολιν ταύτην.

§2ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν βεβαίως θὰ μεταβιβασθῇ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀσωποῦ, ὅπως εὐαρεστηθῶσι νὰ λάβωσι τοῦτο ὑπ’ ὄψιν. Τὰ ὕδατα τὰ ἐν τῇ κοιλάδι τῶν Μολάων, ἀνήκοντα εἰς τὸ χωρίον, ἐπώλησε τὸ Δημόσιον πρὸς ὕδρευσιν τῶν ἐκεῖ ὑδρομύλων. Νομίζω δίκαιον, κατόπιν τῆς στερήσεως τοῦ ὕδατος, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἡ κωμόπολις τῶν Μολάων, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐπανορθώσῃ τὸ γενόμενον ἀδίκημα, εἰσάγουσα νόμον εἰδικόν.

§3Γ. ΛΥΡΑΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸ ψήφισμα τοῦτο, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ καπνοπαραγωγοὶ τοῦ δήμου Μιδέας τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν περὶ σιγαροποιΐας σύμβασιν. Ὁ ἐν Πάτραις πολιτικὸς Σύλλογος «τὸ Σύνταγμα» διὰ ψηφίσματός του προκαλεῖ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ πρὸ πάντων τῶν κατὰ τόπους ἀστυνομικῶν ὀργάνων διαπραττομένων κατὰ τῶν πολιτῶν ἀδικημάτων, ὧν πλεῖστα ἀναγράφονται ἐν τῷ ψηφίσματι, ὅπερ εἶναι ἔντυπον.

§5Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὄρα Παράρτημα).

§6Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο θὰ προσθέσω μόνον εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πατρῶν, ὅτι ἐξακολουθῶ νὰ νομίζω, ὅτι αἱ βιαιοπραγίαι καὶ ἐν γένει τὰ ἀστυνομικὰ ἔκτροπα ὀφείλονται εἰς τὴν πλημμελῆ ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ἡ Δικαιοσύνη ἐξεπλήρου τὸ καθῆκόν της, τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἤθελον περιορισθῆ καὶ αὐτὰ εἰς τὸ καθῆκόν των, καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἤθελεν εὐδοκιμήσει. Δυστυχῶς ἐπεκράτησεν ἀνέκαθεν ἡ ἀκατανόητος σκέψις, ὅτι βλάπτεται τὸ γόητρον τῆς ἐξουσίας, ἂν τιμωρῶνται τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐγκαίρως καὶ αὐστηρῶς, τούτου δ’ ἕνεκα ἐκτραχηλίζονται οἱ διαχειριζόμενοι τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν εἰς πράξεις ἀξιοποίνους, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι δὲν θὰ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας αὐτῶν. Καὶ ἡ ἀλήθεια αὕτη κυροῦται διὰ τῶν ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει λαβόντων χώραν. Ἐνῷ δηλαδὴ τὸ ἔγκλημα παρεστάθη ζωντανὸν ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Πλημμελειοδικῶν, ἐκεῖνος, ἀντὶ νὰ εἰσαγάγῃ ἀμέσως τὸν ἀστυνόμον δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν ἀνάκρισιν, καὶ μετὰ ἕξ μῆνας κατωρθώθη νὰ ἐκδοθῇ βούλευμα, ἡ δίκη δὲ οὔτε ἐξεδικάσθη, οὔτε θὰ ἐκδικασθῇ, ὡς φαίνεται. Ἐνταῦθα πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸ ἡμερῶν ἐν συζητήσει περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐξηγέρθη ὁλόκληρος ἡ Βουλή. Ἐζητήσαμεν κατάλογον τῶν ἐκκρεμῶν κατηγοριῶν, ὅσαι εὑρίσκονται εἰς τὰς διαφόρους ἀνακρίσεις, καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Πλημμελειοδικῶν· ἀλλὰ τότε εἶπον πρὸς αὐτόν: «Κύριε Ὑπουργέ, δὲν κάμνετε τίποτε, διότι οἱ Εἰσαγγελεῖς, μὴ ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκόν των εἰς τὴν ἔγκαιρον εἰσαγωγὴν καὶ ἐκδίκασιν τῶν κατηγοριῶν, ἢ θὰ κωφεύσωσιν, ἢ θὰ δώσωσιν ἀνακριβεῖς πληροφορίας. Θέλετε σεῖς νὰ ἐκπληρώσητε τὸ καθῆκόν σας; Ἀποταθῆτε εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, ὅπως οὗτοι ζητήσωσι πληροφορίας, καὶ κάμωσιν ἐρεύνας, καὶ τότε θὰ μάθητε, ὁποία πληθώρα καταγγελιῶν εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς ἐν τοῖς ἀνακριτικοῖς καὶ τοῖς εἰσαγγελικοῖς γραφείοις κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων». Ἀλλὰ τί ἔπραξεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ πρώην καὶ ὁ νῦν;

§7Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐζήτησα πληροφορίας.

§8Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως ἀκούω τὸν πρώην Ὑπουργὸν λέγοντα, ὅτι ἐζήτησε πληροφορίας· ἀλλ’ ἔλαβε τοιαύτας; καὶ ἂν δὲν ἔλαβε, τί ἔπραξε; Βλέπετε, ὅτι ἡ ῥίζα τοῦ κακοῦ ἔγκειται εἰς τὴν ἔνοχον ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ εἰς τὴν χαλαρὰν ἐνέργειαν τῆς Διοικήσεως. Τί μᾶς ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; «Δὲν δύναμαι νὰ προβῶ εἰς ἐνέργειαν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Δύμης, διότι δὲν ἔχω κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν, καὶ δὲν ἐννοῶ ν’ ἀφήσω ἔκθετα τὰ ὄργανα τῆς ἀρχῆς εἰς τὰς ψευδεῖς κατηγορίας». Ἀλλὰ πρὸς ποίους λέγετε ταῦτα, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν; Δὲν ἀρκεῖ ἡ ὁμολογία αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀστυνόμου, ὅτι ἐστέρησε τὸν πολίτην τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας ἄνευ λόγου; δὲν ἀρκεῖ ἡ ὁμολογία αὐτοῦ, ὅτι τὸν ἐκράτησεν ἐπὶ νύκτας ὁλοκλήρους εἰς τὸ κρατητήριον; δὲν ἀρκεῖ ἡ ὁμολογία, ὅτι τὸν ἔφερεν εἰς Πάτρας, ὅπου καὶ ἀπελύθη; δὲν ἀρκεῖ τὸ βούλευμα τῶν πλημμελειοδικῶν καὶ τῶν ἐφετῶν; δὲν ἀρκοῦσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν ἰατρῶν; δὲν ἀρκεῖ ἡ γνωμοδότησις ἀνωτάτου ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐνήργησεν ἀνακρίσεις κατὰ παραγγελίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἐτιμώρησε τὸν ἀστυνόμον αὐτόν; Καὶ λέγετε ἔπειτα, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε τίποτε, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποφαίνεται ἡ Δικαιοσύνη! Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ὑφίσταται ὁ λαὸς, ὀφείλονται εἰς τὴν ἀνώμαλον, εἰς τὴν ἔκτροπον καὶ τὴν ἀνεξήγητον πλημμέλειαν τῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τοῦτο, ὁσάκις ἀκούω, ὅτι ἀστυνόμος τις παρέβη τὸ καθῆκόν του, δὲν ἀγανακτῶ τόσον κατ’ αὐτοῦ, ὅσον κατὰ τῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης· διότι ὑπάρχουσι καὶ ἀστυνόμοι, οἵτινες, ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος ἐνεργοῦντες, νομίζουσιν, ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ συλλαμβάνωσιν ἄνευ ἐντάλματος τοὺς πολίτας, καὶ νὰ βιαιοπραγῶσι κατ’ αὐτῶν, εἴτε πρὸς τιμωρίαν, εἴτε πρὸς ἀνακάλυψιν ἀδικημάτων, δὲν θέλει δὲ ἡ Δικαιοσύνη νὰ τοὺς διδάξῃ, ὅτι δὲν ἔχουσι δικαίωμα τοιοῦτον. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ Διοίκησις φαίνεται μέχρις ἐνοχῆς χαλαρά. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ πολὺ καλὰ ἔπραξεν ὁ πολιτικὸς Σύλλογος τῶν Πατρῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπὶ τέλους ὑποχρεωμένος ὁ λαὸς νὰ μένῃ ἐπ’ ἄπειρον μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, ὅταν βλέπῃ τὴν Διοίκησιν καὶ τὴν Δικαιοσύνην ἀδιαφορούσας εἰς τοιοῦτον βαθμόν. Μὴ νομίζωμεν, ὅτι καθήμεθα ἐπὶ ῥόδων. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον τάχιον ἢ βράδιον δύναται ν’ ἀπειλήσῃ τὴν ἐκ θεμελίων διασάλευσιν τῆς τάξεως. Αὐτὰ εἶχον νὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ἐκτιμηθῶσιν ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι καὶ δύνανται νὰ φέρωσι διόρθωσιν, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν πρὸ καταστάσεως λυπηροτέρας.

§9Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον φέρεται συχνὰ εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τῶν παρεκτροπῶν τῶν ἀστυνόμων, ἢ μᾶλλον οὐχὶ περὶ τῶν παρεκτροπῶν, ἀλλὰ περὶ τῆς ὑπ’ αὐτῶν συστηματικῶς διαπραττομένης καταπατήσεως τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα καθιέρωσε, δὲν εἶναι ζήτημα μόνον ἐλέγχου ἢ μόνον ἱερεμιάδων ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει βαθυτέραν ἔννοιαν, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει πολὺ σοβαρώτερον ν’ ἀπασχολήσῃ καὶ τοὺς κυβερνῶντας καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Στέμμα, χαίρω δὲ διότι ἡ βασιλὶς τῆς Πελοποννήσου πρώτη ἔδωκε τὸ σύνθημα καὶ ἀπετάθη πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐζήτησε τέλος πάντων νὰ δοθῇ μία ἀπάντησις ἀπὸ τὸν περίβολον τοῦτον εἰς τὸ πρὸ καιροῦ τεθὲν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ ἐρώτημα: ὑπάρχει συνταγματικὴ ἐν Ἑλλάδι ἐλευθερία, ἢ δὲν ὑπάρχει; Ἐγὼ πολλάκις ἠναγκάσθην νὰ ἀνοίξω τὸ Σύνταγμα καὶ ἀναγνώσω ἐκ νέου, ἵνα βεβαιωθῶ, ἂν εἶναι ἀκόμη ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένον τὸ ἄρθρον 5 αὐτοῦ. Πολλάκις ὑπέθεσα, βλέπων διηνεκῶς ἀθετουμένας τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ἢ παραβιαζομένην τὴν δι’ αὐτοῦ προστατευομένην ἐλευθερίαν τῶν ἀτόμων, ὅτι αὐτὸ τὸ ἄρθρον κατηργήθη, καὶ πολλάκις μοὶ γεννᾶται ἀμφιβολία, ἂν εἶναι ἀκόμη αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἐν ἰσχύϊ. Διότι, Κύριοι, δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι κατηργήθη δι’ ἀχρηστίας. Θὰ φανῇ παράδοξον τοῦτο, καὶ ἐν τούτοις ὅλοι οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ἀναπολήσωσι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην ἀντιλαμβάνονται, θὰ πεισθῶσιν, ὅτι τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος πραγματικῶς δὲν ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἁπλούστατον· ὁ πρῶτος χωροφύλαξ, ὁ πρῶτος ἀστυφύλαξ ἢ οἱονδήποτε ὄργανον τῆς ἀστυνομίας, τῆς χωροφυλακῆς ἢ τῶν ἀποσπασμάτων ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι δύναται νὰ συλλάβῃ πάντα πολίτην καὶ νὰ τὸν ἐγκλείσῃ ἐπὶ 24 ὥρας εἰς τὸ κρατητήριον, χωρὶς νὰ δώσῃ λόγον εἰς οὐδένα· καὶ ἂν ὁ πολίτης ἀπειθήσῃ κατὰ τῆς τοιαύτης ἀθεμίτου κρατήσεώς του, ἀνθίσταται κατὰ τῆς ἀρχῆς! Ἀμέσως γίνεται ἔκθεσις ἐπὶ ἀντιστάσει, καὶ φέρεται εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ ἐκεῖ καταδικάζεται ἐπὶ ἀντιστάσει. Ὁ πρῶτος ἀστυνόμος ἢ ἀστυνομικὸς σταθμάρχης, ὁ πρῶτος ἐνωμοτάρχης, εἰς τὸν ὁποῖον κατηγγέλθη προφορικῶς ἢ ἐγγράφως οἱαδήποτε ἀξιόποινος πρᾶξις, χωρὶς αὕτη νὰ ἦναι ἐπ’ αὐτοφώρῳ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἔνταλμα, βούλευμα, ἢ ἀπόφασις κλπ., συλλαμβάνει τὸν καλλίτερον πολίτην, τὸν δένει, καὶ ὑπὸ συνοδίαν τὸν στέλλει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Αὐτὸ εἶναι ἢ δὲν εἶναι καταπάτησις τοῦ Συντάγματος; Καὶ αὐτὴ ἡ καταπάτησις τοῦ Συντάγματος, σᾶς ἐρωτῶ, δὲν γίνεται καθ’ ἑκάστην, χωρὶς κανεὶς νὰ διαμαρτύρηται; Καὶ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ὄχι μόνον τὰ παρανομοῦντα ὄργανα, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπὶ τοσοῦτον ἐσυνήθισεν εἰς τὴν τοιαύτην παραβίασιν τοῦ ἱερωτέρου καὶ πολυτιμοτέρου τῶν δικαίων του, ὥστε νὰ θεωρῇ νόμιμον τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῶν ἀρχῶν. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔγεινεν ἔθιμον πλέον νὰ καταπατῆται τὸ Σύνταγμα καθ’ ἑκάστην ὑπὸ τῶν κατωτέρων ὀργάνων τῆς διοικήσεως καὶ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, χωρὶς κἄν ὁ λαὸς νὰ διαμαρτύρηται.

§10Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἐννοεῖ πολὺ καλὰ τὴν παραβίασιν ταύτην, ἀλλὰ ποῦ νὰ ἀναφερθῇ;

§11Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ καιροῦ, Κύριοι, ἤρχισεν ὁ λαὸς νὰ ὑποκύπτῃ εἰς ἀπογοήτευσιν ὡς ἐκ τῆς τοιαύτης ἐν συνόλῳ ἐν τῇ Διοικήσει ἐκλύσεως, καὶ ἔχασε δυστυχῶς τὴν συναίσθησιν τοῦ δικαίου του, ἀφοῦ οὐδαμοῦ, καὶ ἂν διαμαρτυρηθῇ, εὑρίσκει προστασίαν, ὡς ὀρθῶς ὁ κ. συνάδελφος παρατηρεῖ. Καὶ βεβαίως, ἀπὸ ποῦ νὰ ἀναμένῃ προστασίαν; Ὅταν τὰ ὄργανα τὰ διοικητικά, τὰ ὄργανα τῆς διοικητικῆς λεγομένης ἀστυνομίας παραβιάζωσι τοὺς νόμους, τὰ δικαστικὰ ὄργανα τί πράττουσι; Ποῖος ἀσφαλίζει τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὸ Κράτος; ἡ Δικαιοσύνη. Ποία εἶναι ἡ δύναμις ἡ ἐντεταλμένη καὶ ἔχουσα πλήρη τὴν δύναμιν νὰ ἐπαναφέρῃ ἕκαστον εἰς τὴν θέσιν του; ἡ Δικαιοσύνη. Ἡ Δικαιοσύνη ἀπορρέει ἀπὸ τὸν Θεὸν, διότι μόνον εἰς τὸν Θεὸν ἀνήκει τὸ κολάζειν· οἱ ἄνθρωποι, ἐνασκοῦντες τὴν δικαιοσύνην, διὰ κοινωνικὴν ἀνάγκην καὶ κατὰ παραχώρησιν θείαν θεωροῦνται ἐνασκοῦντες αὐτήν. Τοιαύτην ἐξουσίαν ἀσκῶν ὁ δικαστής, ὁποῖον ὑψηλὸν ἔργον πράττει καὶ ποῖα ἠθικὰ προσόντα πρέπει νὰ τὸν κοσμῶσι, διὰ νὰ ἦναι εἰς τὸ ὕψος τῆς λειτουργίας του! Καὶ ὅμως εἰς ποῖα πρόσωπα ἡ Δικαιοσύνη εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἐν Ἑλλάδι! Ἡ Δικαιοσύνη, ἥτις πρέπει ν’ ἀνατίθηται εἰς πρόσωπα προσεγγίζοντα, ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ προσεγγίσῃ θνητὸς, πρὸς τὸν Θεὸν, ἡ Δικαιοσύνη ἔχει περιέλθει κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς πρόσωπα ἐλαχίστην ἔχοντα συναίσθησιν τῆς ἱερότητος τῆς ἐξουσίας, ἣν ἀσκοῦσιν. Ὅταν λοιπὸν ὁ χωροφύλαξ συλλάβῃ παρανόμως τὸν πολίτην καὶ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα μὲ ἐπίσημον ἔγγραφον, ἐκ τοῦ ὁποίου βεβαιοῦται ἡ παράνομος σύλληψις, τί πράττει ὁ Εἰσαγγελεύς; Ἀποδέχεται τὴν σύλληψιν! Καὶ ἔχομεν παράδειγμα ἑνὸς κἄν Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος, ὅτε συνελήφθη παρανόμως εἷς πολίτης, ὅτε προσήχθη ἐνώπιον αὐτοῦ ὁ ἄνευ ἐντάλματος συλληφθεὶς, χωρὶς ἡ πρᾶξις νὰ ἦναι ἐπ’ αὐτοφώρῳ, χωρὶς νὰ ἐκδοθῇ βούλευμα, ἔχομεν, ἐρωτῶ, παράδειγμα, ὅτι εἷς μόνον, ἔστω, Εἰσαγγελεὺς συνέλαβεν ἀμέσως τὸν χωροφύλακα, τὸν συλλαβόντα παρανόμως τὸν πολίτην, καὶ τὸν ἔθεσεν εἰς τὰς φυλακὰς, διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι σέβεται τοὺς νόμους, καὶ καταδιώκει τοὺς ἀσεβοῦντας πρὸς αὐτούς; Οὐδὲν τοιοῦτο παράδειγμα, Κύριοι, ὑπάρχει, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ὄχι μόνον ἀνεκτοὶ εἶναι, ἀλλὰ καὶ βραβεύονται ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἐπαινοῦνται αἱ τοιαῦται αὐθαιρεσίαι! Καὶ πῶς θέλετε, Κύριοι, ὅταν ζητῶμεν διηνεκῶς νέας θυσίας ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ἀκούωμεν ὅτι γογγύζει καὶ δυσανασχετεῖ, πῶς θέλετε νὰ μὴ γογγύσῃ, ὅταν μόνον ζητῶμεν ἀπὸ αὐτόν, χωρὶς ν’ ἀντιπαρέχωμεν; Δὲν εἶναι δυσβάστακτα καθ’ ἑαυτὰ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα τῷ ἐπιβάλλομεν, ἀλλ’ εἶναι δυσβάστακτα διότι δὲν τῷ παρέχομεν ἀντιστάθμισμα, ἀφοῦ στερεῖται διοικήσεως, ἀφοῦ στερεῖται ἀσφαλείας, ἀφοῦ στερεῖται δικαιοσύνης. Βεβαίως ἀπολύτως δὲν πληρώνει ἀκριβὰ τὴν διοίκησίν του, ἀλλὰ τὴν πληρώνει ἀκριβὰ, διότι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνει, δὲν εἶναι διοίκησις, εἶναι κακοδιοίκησις, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἀξίζει τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας δι’ αὐτὴν ὑφίσταται, ἀλλὰ βασίμως δύναται νὰ φρονῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι πληρώνει ἀκριβὰ διὰ νὰ μισθοδοτῶνται οἱ ἀρνούμενοι εἰς αὐτὸν τὴν ἐλευθερίαν του καὶ τὴν ἀσφάλειάν του, ἢ ἀρνούμενοι εἰς αὐτὸν δικαιοσύνην. Δὲν ἁρμόζει λοιπὸν ἐπὶ πλέον ἡ θεωρητικὴ συζήτησις ἐκ τῶν ἑδωλίων τούτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπεστάλημεν μὲ ἐλπίδας γενναιοτέρας ὑπὲρ τοῦ λαοῦ δράσεως, δὲν ἁρμόζει πλέον καθ’ ἑκάστην νὰ διεκτραγῳδῶμεν τὰς παρανομίας ταύτας, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος καὶ τὴν αὐτοθυσίαν νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ τέλους πρακτικῶς πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς καταστάσεως, χωρὶς νὰ κάμνωμεν τίποτε! (φωναὶ ἐξ ἀριστερῶν: ἐμπρός! ἐμπρός!), χωρὶς νὰ ἐξαναστῶμεν ἐπὶ τέλους κατὰ τῆς τοιαύτης ἀθλιότητος, καὶ νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, διὰ νὰ προστατεύσωμεν τὴν ἐλευθερίαν του, καὶ χρώμενοι τῇ ἐλευθερίᾳ, ἣν ἡ λαϊκὴ ἐντολὴ μᾶς δίδει, νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ κράτος τοῦ νόμου. Δὲν εἶναι πλέον εὐπρεπὲς, εἶναι ἐξευτελιστικόν, ἱερεμιάδας καθ’ ἑκάστην νὰ ἐκφέρωμεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον περὶ τῶν τοιούτων αὐθαιρεσιῶν, καὶ ἐν τούτοις αἱ αὐθαιρεσίαι νὰ ἐξακολουθῶσι!

§12Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μάλιστα νὰ ἐπιτείνωνται!

§13Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ αἰτία, Κύριοι, τῆς καταστάσεως ταύτης, ἡ μομφὴ διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν ἀνήκει εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ὅπως πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος. Ἀλλ’ ἡ Δικαιοσύνη πρέπει νὰ ἦναι εἰς ἐκείνην τὴν περιωπὴν, εἰς ἣν ἦτο ἐν Πρωσσίᾳ, ὅτε εἷς μυλωθρὸς, εἰς τὸν Μέγαν Φρειδερίκον, θελήσαντα νὰ καταλάβῃ τὸν μύλον του, γειτνιάζοντα μὲ ἐξοχικὸν Βασιλικὸν μέγαρον, εἶπεν, ἐν συναισθήσει τῶν δικαιωμάτων του, ὡς πολίτου, τὰ ἑξῆς βαρυσήμαντα λόγια: «Μεγαλειότατε, ὑπάρχουσι δικασταὶ εἰς τὸ Βερολῖνον!» Καὶ ὁ μύλος δὲν προσηρτήθη εἰς τὸ Βασιλικὸν κτῆμα, ἀλλὰ μένει ἀκόμη ὡς φαεινὸν μνημεῖον τῆς ἰσχύος τῆς Δικαιοσύνης ἀπέναντι καὶ αὐτῶν τῶν παντοδυνάμων αὐτοκρατόρων τῆς Εὐρώπης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.

§14Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐδῶ ἀλέθει ὁ μύλος!

§15Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὅταν ἐδῶ, εἰς τὴν κλασικὴν τῆς ἐλευθερίας χώραν, ὁ χειρότερος χωροφύλαξ ἔχῃ δύναμιν πολλαπλασίως μεγαλειτέραν τοῦ Μεγάλου Φρειδερίκου, καὶ ἁρπάζῃ τὸν πολίτην καὶ τὸν ὁδηγῇ εἰς τὰς φυλακὰς, χωρὶς λόγον καὶ αἰτίαν, ἀλλὰ μόνον διότι «ἔτσι τὸ θέλει», δύναται ὁ πολίτης νὰ εἴπῃ: «ἔχομεν Δικαιοσύνην εἰς τὰς Ἀθήνας»; Δι’ αὐτὸ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι πρέπει ὄχι νομοθετικῶς, ἀλλὰ διοικητικῶς νὰ γείνῃ ἐργασία πρὸς διόρθωσιν τῆς καταστάσεως ταύτης. Διοικητικῶς, ἐννοῶ ἐνέργειαν ἀπὸ μέρους τῶν συμβούλων τοῦ Στέμματος, τῶν ἑκάστοτε συμβούλων — διότι δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν σήμερον κυβερνώντων, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως, ὁμιλῶ περὶ τῆς παγίας καταστάσεως, ἥτις ἀπὸ ἐτῶν λυμαίνεται τὴν Ἑλλάδα.— Πρέπει λοιπὸν οἱ διαχειριζόμενοι τὴν Δικαιοσύνην, κατ’ ἄλλον τρόπον ἐφεξῆς νὰ διαχειρίζωνται αὐτήν. Πρέπει οἱ διοικοῦντες τὰ τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀφήσωσι πλέον τὴν πεπατημένην καὶ νὰ τάμωσι νέας ὁδοὺς εἰς τὰ τῆς διοικήσεως καὶ ὀργανώσεως αὐτῆς. Χρειάζεται σιδηρᾶ χεὶρ, ἡ ὁποία νὰ καθαρίσῃ τὸν δικαστικὸν κλάδον ἀπὸ τὰς πλημμυρησάσας αὐτὸν μετριότητας, καὶ νέον ὑγιὲς καὶ σφύζον αἷμα νὰ ἐγχύσῃ εἰς τὰς φλέβας αὐτοῦ. Ἀλλὰ χρειάζεται, Κύριοι, καὶ μεταρρύθμισις εἰς τὰ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Κατὰ ποῖον τρόπον ἐνεργεῖται ἡ ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι; Ποία εἶναι ἡ διαπαιδαγώγησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκ τῆς λειτουργίας τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, καὶ ἰδίᾳ τῶν Πλημμελειοδικείων; Καθ’ ἑκάστην ἑβδομάδα προσερχόμενος ὁ Ἕλλην ἀγρότης εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, διὰ νὰ ἴδῃ πῶς ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη, καὶ σωφρονισθῇ καὶ διαπαιδαγωγηθῇ, τί βλέπει; Ἕν χάνι, Κύριοι, ἓν μπακάλικο, εἰς τὸ ὁποῖον πωλεῖται ζάχαρι καὶ πιπέρι καὶ ἁλάτι, εἶναι εὐπρεπέστερον ἀπὸ τὰ πλεῖστα δικαστικὰ καταστήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπονέμεται τὸ δίκαιον! Ὁποία δὲ εἶναι ἡ τάξις καὶ ἡ εὐπρέπεια καὶ ἡ προσοχή, μεθ’ ἧς διερευνᾶται τὸ δίκαιον τοῦ πολίτου ἐν τῷ συνωστισμῷ ἐκείνῳ, ἐν τῇ ἀταξίᾳ ἐκείνῃ, ἐν τῇ βίᾳ, ἐν τῇ ἀνθρωποφαγίᾳ ἐκείνῃ, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὰ Πλημμελειοδικεῖα, τίς ἐξ ὑμῶν δὲν γνωρίζει καὶ δὲν ἀναμιμνήσκεται μετ’ ἀπογοητεύσεως! Ἑξήκοντα ὑποθέσεις προσδιορίζονται διὰ μίαν δικάσιμον. (Φωναί: 80, 90, 100!). Ἡ δικάσιμος διαρκεῖ τὸ πολὺ ἓξ ὥρας· ἓξ ὥραι, Κύριοι, ἀποτελοῦσι 360 λεπτά. Ἑκάστη δίκη ἔχει εἰς τὴν ἀναλογίαν της, διὰ νὰ διεξαχθῇ ἐν ὅλῃ τῇ ἀπαιτουμένῃ λεπτομερείᾳ, ἓξ λεπτὰ τῆς ὥρας! Εἰς 6 λεπτὰ τῆς ὥρας θὰ κριθῇ, ἂν εἶναι ἐγκληματίας ἢ ὄχι ὁ κατηγορούμενος πολίτης! Εἰς τὰ 6 λεπτὰ ἐκεῖνα, ἀκούσατε τί πρόκειται καὶ πρέπει ἀπαραιτήτως, κατὰ τὸν νόμον, νὰ γείνῃ· θὰ ἐξετασθῇ ἡ ταυτότης τοῦ κατηγορουμένου, θ’ ἀπαγγελθῇ συνοπτικῶς ἡ κατηγορία, θὰ ἐκφωνηθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν μαρτύρων, θὰ ληφθῇ ἐπίσης ἡ ταυτότης τριῶν ἢ τεσσάρων κατὰ μέσον ὅρον μαρτύρων, θὰ ἐξετασθῶσιν οἱ μάρτυρες ὑπὸ τοῦ Προέδρου, θὰ δοθῇ ὁ λόγος νὰ ἐρωτήσουν οἱ δικασταὶ, ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ συνήγορος καὶ ὁ κατηγορούμενος ἕκαστον μάρτυρα, θὰ κληθῇ εἰς ἀπολογίαν καὶ θ’ ἀπολογηθῇ ὁ κατηγορούμενος, θὰ ὁμιλήσῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅστις θ’ ἀναπτύξῃ τὴν κατηγορίαν, θὰ ὁμιλήσῃ ὁ συνήγορος, θὰ προσθέσῃ ὁ κατηγορούμενος, ἂν ἔχῃ νὰ προσθέσῃ τίποτε, θὰ διασκεφθῶσιν οἱ δικασταὶ, θὰ σχηματίσουν τὴν ἀπόφασίν των, καὶ θὰ τὴν ἀπαγγείλῃ ὁ Πρόεδρος! Ὅλα ταῦτα ἐντὸς 6 μόνον λεπτῶν! Δύναται, Κύριοι, νὰ φαντασθῇ τις μεγαλειτέραν ταχύτητα; Δικαιοσύνη μὲ ταχύτητα ἠλεκτρικήν! Αὐτὸ δὲν εἶναι δικαιοσύνη· αὐτὸ εἶναι ἐμπαιγμός!

§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Εἶναι μελετημένοι οἱ δικασταί.

§17ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ παραπονούμεθα κατὰ τῆς βραδύτητος τῆς Δικαιοσύνης!

§18Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περιμένετε ὕστερον ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀπαιτοῦμεν τόσα καὶ τόσα, νὰ ἔχῃ ἐσχηματισμένην ἰδέαν καλὴν περὶ τῆς Δικαιοσύνης! Μὲ ποίας ἐντυπώσεις ἐξέρχεται ἐκ τῆς αἰθούσης ἐκείνης ὁ Ἕλλην ἀγρότης, ὁ τὸ πρῶτον εἰσελθὼν, ὅπου εἶδε πῶς ζυγίζεται τὸ δίκαιον, καὶ πῶς ἐξελέγχεται τὸ ἄδικον, ὅπου ἔχασε πᾶσαν ἰδέαν περὶ δικαιοσύνης, καὶ πᾶσαν ἐπ’ αὐτὴν πεποίθησιν; Ἀντὶ νὰ ἐνισχύουν τὴν τάξιν, ἀντὶ νὰ ἐμπνέουν τὸν πρὸς τοὺς νόμους σεβασμὸν καὶ τὴν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην πεποίθησιν, τὰ Πλημμελειοδικεῖα — τὸ λέγω, Κύριοι, μὲ πόνον — διαφθείρουσι τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ. Καὶ ὕστερον ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὸν θέλετε νομοταγῆ τὸν λαόν, τὸν θέλετε ἀγαπῶντα τὴν πατρίδα του, τὸν θέλετε πρόθυμον εἰς θυσίας, πρὸς διατήρησιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως! Καὶ ὅταν καθ’ ἑκάστην ἡ ἐλευθερία του διατρέχῃ κινδύνους ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης, — διότι εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀπονεμηθῇ ἡ δικαιοσύνη ὑπὸ τοιούτους ὅρους — ὅταν ἡ ἐλευθερία του διατρέχῃ κινδύνους καὶ καθ’ ἑκάστην προσβάλληται ἀπὸ τὰ κατώτερα ὄργανα τῆς Διοικήσεως, ὅταν ἡ ἐλευθερία αὐτὴ κατήντησε σκιᾶς ὄναρ, ὅταν δὲν ἔχῃ ἀπολύτως καμμίαν ἀσφάλειαν, καὶ οὐδὲν ἐκ τῶν τῆς εὐνομίας καὶ τάξεως καλῶν ἀπολαμβάνει, πῶς θέλετε νὰ διατηρῇ ἀκμαῖον τὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ, τὸ αἴσθημα τῶν ὑπὲρ πατρίδος θυσιῶν καὶ ἀγώνων; Βεβαίως ἠδύνατο νὰ μὴ τὸ διατηρῇ, ἂν ἦτο ἄλλος λαὸς, — καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, — ἀλλὰ, παρ’ ὅλα ταῦτα καὶ τὴν παρομαρτοῦσαν ἀπογοήτευσιν, διατηρεῖ ἀκμαιότατον τὸ αἴσθημα τῆς πρὸς τὴν πατρίδα ἀγάπης του, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσῃ ποτὲ τὸ ἔνδοξον αὐτῆς παρελθόν. Ἀλλὰ ἡμεῖς, οἱ τοιοῦτον λαὸν ἐνταῦθα ἀντιπροσωπεύοντες, δὲν ἁρμόζει νὰ περιοριζώμεθα πλέον εἰς λόγους κενοὺς καὶ εἰς μεμψιμοιρίας διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν· ὁ λαὸς μᾶς ἔδωκεν ἐντολὴν καὶ δύναμιν νὰ τὴν διορθώσωμεν· διατὶ δὲν τὸ πράττομεν; Μήπως μόνον ἀπὸ τὴν Βουλὴν λείπει ὁ πατριωτισμὸς ἐν Ἑλλάδι; Ὄχι, βεβαίως ὄχι· μᾶλλον σφαλερὰν ὁδὸν ἀκολουθοῦντες, καὶ ἀπὸ τὰς κομματικὰς ἐπιδράσεις παρασυρόμενοι ἀποτυγχάνομεν. Ἂς παύσωμεν πλέον τὰς ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ ἀσημάντοις ἀπεραντολογίας καὶ ματαιολογίας, ἃς μαλακώσωμεν τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας, ἀφαιροῦντες τὴν ὀξύτητα αὐτῶν, καὶ μόνον ἐν τῇ ἀντιθέσει τῶν γνωμῶν διὰ τῶν εὐκόσμων συζητήσεων ἐπιζητοῦντες τὸ βέλτιον, καὶ ἂς ἀρχίσωμεν ἐν ὁμονοίᾳ καὶ ἀδελφικῇ συμπνοίᾳ ἐργαζόμενοι πρακτικῶς καὶ σωφρόνως πρὸς βελτίωσιν καὶ διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, καὶ ἰδίως καὶ πρὸ παντὸς πρὸς ἀναδιοργάνωσιν καὶ ἀνόρθωσιν τῶν τῆς Δικαιοσύνης. Οὕτω δὲ ἀναστηλοῦντες τὸ κράτος τοῦ νόμου, καὶ ἐμπνέοντες πεποίθησιν εἰς τοὺς ἀρχομένους ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ ἐπὶ τοὺς διαχειριζομένους τὴν δικαιοσύνην τοῦ ἔθνους, θέλομεν ἐλπίσει εἰς ἀνατολὴν εὐτυχεστέρων διὰ τὸ Ἑλληνικὸν γένος ἡμερῶν.

§19ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀπελπισία κατέχει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τὴν ὄντως ἔκρυθμον αὐτὴν κατάστασιν· ἀπώλεσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πᾶσαν ἐλπίδα, πᾶσαν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχήν. Τὰ αἴτια εἶναι ποικίλα, καὶ συμφωνῶ μετὰ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, ὅτι σπουδαίως εὐθύνεται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία διὰ τὸ ὀλίσθημα αὐτὸ, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσε, καὶ διὰ τὸ κατρακύλισμα, εἰς τὸ ὁποῖον φθάνει ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ πανταχοῦ τοῦ Κράτους· συμφωνῶ, λέγω, διότι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω γεγονότα ἀναπτυχθέντα ἐνώπιον Δικαστηρίων, κατηγορουμένων ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἐνῷ προὐξένησαν φρίκην εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀκροατὰς ἐκτυλισσόμενα, ἠκούομεν μετ’ ἀπορίας ἔπειτα ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων οὐχὶ συμφώνους πρὸς τὰ ἐξαγόμενα τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας. Ἀντελήφθην, κύριε Πρόεδρε, ἰδίαις αἰσθήσεσι πατέρα καὶ υἱὸν, τοὺς Βασίλειον Πίτταν καὶ Δημήτριον Πίτταν, παθόντας παρ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Καὶ τί νομίζετε ὅτι ἔπαθεν ὁ πατὴρ αὐτὸς καὶ ὁ υἱός; Ἐπὶ δέκα ὥρας ἐπλακώθησαν εἰς τὸ στῆθος διὰ πετρῶν, ἐκτεθειμένοι εἰς τὸν ἥλιον, κατὰ διαλείμματα δὲ ἠνοίγετο τὸ στόμα αὐτῶν καὶ ἐρρίπτετο πιπέρι ἐντὸς αὐτοῦ! Ἐφρικίασε τὸ ἀκροατήριον, ἐφρικίασε τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐδίκαζε τὸν κατηγορούμενον ἐπιλοχίαν ἀστυνόμον, καὶ τὸ Δικαστήριον ἐδυσφόρει, διότι δὲν εὕρισκε διάταξιν, ἵνα κηρυχθῇ ἀναρμόδιον, καὶ ἐδέησε νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν, ἐρήμην τοῦ κατηγορουμένου, 6 μηνῶν φυλακίσεως. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, μετὰ πάροδον μηνῶν τινων εἰσάγεται ἡ ἀνακοπὴ κατὰ τῆς ἐρήμην ταύτης ἀποφάσεως καὶ ὁ κατηγορούμενος οὐδὲν ἄλλο μέσον ὑπερασπίσεως προσάγει· δικάζεται ὁ κατηγορούμενος μὲ τὰ πρακτικὰ τῆς ἐρήμην δίκης· καὶ ποίαν, νομίζετε, ἀπόφασιν ἠκούσαμεν δημοσιευομένην παρὰ τοῦ Δικαστηρίου; ὅτι ἡ πρᾶξις φέρει πταισματικὸν χαρακτῆρα, καὶ ἐπειδὴ εἶχε παρέλθει πενταετία ἀφ’ ἧς ἐγένετο, — διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐπερίμενε μετὰ πενταετίαν νὰ εἰσαγάγῃ τὸν κατηγορούμενον εἰς δίκην — ἦτο παραγεγραμμένον τὸ πταῖσμα, καὶ ὁ κατηγορούμενος ἐπανέλαβε τὸ ἔργον του, ἵνα συνεχίσῃ τοῦτο, καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν ἀκόμη εἶναι ἀστυνόμος. Εἶδον πολίτην καταβασανισθέντα ἐν Τεγέᾳ παρ’ ἀστυνόμου, αἱ δὲ ἐκθέσεις αἱ ἰατροδικαστικαὶ ἐβεβαίουν, ὅτι οὐδαμοῦ τοῦ σώματος τοῦ πολίτου ἐκείνου εὑρέθη μέλος ἀνέπαφον, ἡ δὲ ἀποδεικτικὴ διαδικασία ἀπέδειξεν, ὅτι ὀγδοήκοντα ἑπτὰ βουρδουλιαῖς ἐδόθησαν κατὰ τοῦ πολίτου! ἤρχιζεν ὁ βούρδουλας ἐκ τῶν ποδῶν καὶ ἔφθανεν εἰς τὴν κεφαλὴν, καὶ τἀνάπαλιν! Τὸ Δικαστήριον δὲ, τί νομίζετε, ὅτι, κατ’ ἀντιμολίαν τοῦ κατηγορουμένου δικαζομένου, εἶπεν; Εἶπεν ὅτι ἐξ ὑπερμέτρου ζήλου ἐνήργησεν ὁ ἀστυνόμος τὴν πρᾶξιν· διότι ἐνόμιζεν ὁ ἀστυνόμος, ὅτι εἷς σάκκος ἀραβοσίτου ἐκλάπη παρὰ τοῦ παθόντος, ἔδειρεν αὐτὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ συνεπῶς τὸ Δικαστήριον δὲν τῷ ἐπιβάλλει ποινήν! Καὶ νομίζετε, ὅτι, ὅταν ἔχητε τοιαύτας ἀποφάσεις δικαστικάς, εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ περιορισμὸς εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα; Ἔχω, κύριε Πρόεδρε, ἑκατοντάδα γεγονότων τοιούτων νὰ διηγηθῶ, ἀλλὰ τί πρὸς τοῦτο; Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ὡς καὶ ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνέφερε, κατεξέσχισε τὰς διατάξεις αὐτὰς τοῦ Συντάγματος, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος. Συλλαμβάνεται πολίτης ἄνευ ἐντάλματος, ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως, κρατεῖται εἰς τὸ κρατητήριον οὐχὶ 24 ὥρας, ὅπως ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλὰ 17 ἡμέρας, κύριε Πρόεδρε, καὶ περὶ αὐτοῦ πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὑπέβαλον ἐπερώτησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα προσαγάγῃ πίνακα μηνύσεων καθ’ ὡρισμένων ἀστυνόμων. Τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν ὑπέμνησα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα καταθέσῃ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους, ἴσως διότι ὁ συνάδελφός μου διεβεβαίου, ὅτι τὸ πρόσωπον τοῦ κατηγόρου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐζήτουν τὰς πληροφορίας αὐτὰς, εἶναι σκεῦος τῆς ἐκλογῆς του καὶ συνεπῶς καλὸς ὑπάλληλος, ἴσως δι’ αὐτὸ παραλείπει ἄχρι τοῦδε νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Ὁ πολίτης αὐτὸς, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, φθάνει μετὰ 17 ἡμέρας εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς νομίζετε ὅτι τοῦ ἀποδίδει δικαιοσύνην; νομίζετε ὅτι τὸν ἀπολύει, ἵνα μεταβῇ εἰς τὴν οἰκογένειάν του; Οὐχί! Τὸν στέλλει εἰς τὸ κρατητήριον τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τὸν κρατεῖ ἀκόμη 7 ἡμέρας ἐκεῖ, ἵνα ἀποφανθῶσιν ἐπὶ κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ἐδημιούργουν καθ’ ἃς ἡμέρας ἐκρατεῖτο, κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὴν ἀρχὴν ὄχι τότε, ἀλλὰ πρὸ ἑνὸς καὶ δύο ἐτῶν!...

§20Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Χωρὶς νὰ ἐκδοθῇ ἔνταλμα προφυλακίσεως;

§21ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα... Καὶ μετὰ 7 ἡμέρας, ἀφοῦ ἐκρατήθη καὶ διεμαρτυρήθη, τότε ἐσκέφθη ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ διατάξῃ ν’ ἀπολυθῇ ἀπὸ τὸ κρατητήριον τῆς χωροφυλακῆς. Συλλαμβάνεται ἕτερος πολίτης, ὀνόματι Σάββας Σταματόπουλος. Ὁ Σάββας Σταματόπουλος, πολίτης τοῦ δήμου Κλείτορος, πυροβολεῖται παρὰ τριῶν προσώπων, καὶ πληγώνεται αὐτὸς, ὁ ἀδελφός του καὶ ἡ ἀδελφή του· φθάνουσι δύο χωροφύλακες, καὶ συλλαμβάνονται οἱ δρᾶσται· μετὰ ἡμέραν ὁλόκληρον μεταβαίνει ἐπὶ τόπου ὁ εἰρηνοδίκης τῆς περιφερείας ἐκείνης, καὶ διατάσσει τὴν ἀπόλυσιν τῶν δραστῶν, καὶ τὴν σύλληψιν τοῦ τραυματισθέντος, τὸν ὁποῖον ὁδηγεῖ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα! Ἀλλὰ πρὶν φθάσῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, συντάσσεται μήνυσις κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου, καὶ παραπονεῖται ὁ δυστυχὴς αὐτὸς, ὁ πληγωμένος καὶ μεταφερόμενος εἰς τὸν Εἰσαγγελέα· καὶ ἔλεγεν εἰς τὴν ἀναφοράν του: «τὸ Σύνταγμα καταπατεῖται! ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος συνελήφθην»· ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀναγινώσκει: «συνελήφθην ἄνευ ἐντάλματος καὶ ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος», καὶ διατάσσει: «δέσατέ τον τὸν....! Ἔμαθε καὶ Σύνταγμα! δέσατέ τον, ἐπιτεθῆτε, καὶ μὴ τὸν ἀφίνετε ζωντανόν!» Καὶ παρακατιὼν ἔγραφεν ἡ ἀναφορὰ τοῦ παθόντος: «δίκην κακούργου δέσμιος συνωδεύθην». «Κτυπᾶτέ τον!» ἐπαναλαμβάνει ὁ Εἰσαγγελεύς! Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, Κύριοι!

§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος Εἰσαγγελεὺς εἶναι αὐτός;

§23ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι ὁ προϊστατευόμενος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Πατρῶν ἰσχυρίσθη καὶ διεμαρτυρήθη, διατὶ μετὰ τόσας κατηγορίας αὐτὴ ἡ ἀναβολὴ, διὰ ν’ ἀπολυθῶσιν ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι ἢ ἀστυνόμοι, καὶ νὰ ζητῶνται δικαστικαὶ ἀποφάσεις! Ἀλλὰ, κ. συνάδελφε, πλανᾶσθε· ὑπάρχουν δικαστικαὶ ἀποφάσεις κατὰ τοιούτων ὄντων, καὶ ἀνεφέρθησαν πολῖται πολλάκις εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ἵνα θεωρηθῶσι παρ’ αὐτῶν ἀνίκανοι οἱ τοιοῦτοι ἀστυνόμοι εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, ἀλλ’ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ οὐδεμίαν προσοχὴν ἔδωκαν. Καὶ διὰ νὰ μὴ νομίζητε, ὅτι ὑπερβολὰς λέγω, σᾶς ἀναγινώσκω αὐτάς. Ὑπάρχει, Κύριοι, ἓν σκεῦος ἀστυνομικὸν εἰς τὸν δῆμον Λαγκαδίων τῆς ἐπαρχίας μου, εἷς ἐνωμοτάρχης ἀστυφυλακῆς, περὶ τοῦ ὁποίου μηνύσεις ὑπάρχουν πολλαὶ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀποφάσεις· εἶναι ἀποφάσεις διαφόρων Πλημμελειοδικείων, εἶναι καὶ ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου δεικνύει, ὅτι τὰ κατώτερα Δικαστήρια ἐπιεικῶς πάντοτε κρίνουσι περὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, διότι, ἐνῷ δυνάμει ἀποφάσεως ἐκηρύχθη ἔνοχον τὸ σκεῦος ἐκεῖνο, καὶ κατεδικάσθη εἰς στέρησιν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, τὸ Πλημμελειοδικεῖον τὸ καταδικάσαν δὲν ἠθέλησε διάταξιν τοιαύτην νὰ περιλάβῃ ἐν τῇ ἀποφάσει, ὁ δὲ Ἄρειος Πάγος, συμπληρῶν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου, στερεῖ τὸν καταδικασθέντα ἀστυνόμον καὶ τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων καὶ κηρύσσει αὐτὸν ἔκπτωτον τοῦ βαθμοῦ του. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα αὐτὸς ὑπάρχει ἀκόμη ἀστυνομεύων!

§24Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως;

§25ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως.

§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διδάσκουν, ἵνα ἐφαρμόζουν τὰ αὐτὰ μέτρα εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ εἰς τὴν Τρίπολιν!

§27ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀκούσατε: «Ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὑπ’ ἀριθ. 116 τοῦ 1896.» (Ἀναγινώσκει αὐτήν).

§28Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι ἀστυνόμος αὐτὸς ἀκόμη;

§29ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι βεβαίως, καὶ διευθύνει τὴν ἀστυνομίαν, διότι ὁσάκις ἐκεῖ ἀποστέλλεται ἀξιωματικὸς ἀστυνόμος, δὲν παρέρχονται ἡμέραι ἢ ὧραι μόνον, καὶ ἀνακαλεῖται αὐτὸς, καὶ μένει ἐκεῖνος ἀστυνομεύων εἰς μίαν πόλιν κατοικουμένην ἀπὸ 8,000 ψυχάς! Ἀκούσατε καὶ τὸ σκεπτικὸν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου. (Ἀναγινώσκει αὐτό).

§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πότε ἐξεδόθη αὐτὴ ἡ ἀπόφασις;

§31ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ 1896. Λοιπὸν βεβαιώνω ἐγὼ, ὅτι εἰς τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ὑπεβλήθησαν μυρίαι ἀναφοραὶ παρὰ τῶν κατοίκων ἐκείνων, τελευταῖον δὲ, κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον, εἶχε σταλῆ ἐκεῖ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀξιωματικὸς, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις ἐπὶ εἰδικῆς ὑποθέσεως, ἤτοι ὅτι ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς, ἵνα προσπορισθῇ ἴδιον ὄφελος, ἐναντίον τοῦ νόμου, ὥρισεν ὡς Ἀγορὰν ἐν Λαγκαδίοις ἄλλο μέρος ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁρίσει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ εἶχεν ἐγκρίνει καὶ ὁ Ὑπουργὸς. Κατὰ τὸν νόμον, γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸν τόπον τῆς Ἀγορᾶς ὁρίζει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον· τοῦτο εἶχε γείνῃ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλ’ ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς, ἵνα προσπορισθῇ ἴδιον κέρδος, ἀθέμιτον ὄφελος, καταργεῖ τὸν νόμον, καὶ ὁρίζει ἀλλαχοῦ τόπον Ἀγορᾶς. Στέλλεται ἀνακριτὴς πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, καὶ βεβαιοῦνται τὰ καταγγελλόμενα. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν· καίτοι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δὲν θὰ ἴδω ποτὲ νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφα, οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκόν, ζητῶν καὶ πάλιν τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ, τοῦ ἐνεργήσαντος ἀνάκρισιν κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου αὐτοῦ. Ἀκόμη ἔχω σωρείαν ὑποθέσεων νὰ φέρω ἐνώπιον ὑμῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ὀνομαστὶ ἀναφέρων τὰ περὶ τούτων. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι κατὰ ἑκατοντάδας ἀριθμοῦνται αἱ μηνύσεις αἱ ἐγχειρισθεῖσαι εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Τριπόλεως κατὰ τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν ἐνεργοῦνται, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς Θεοδώρου εἶναι φίλτατος τοῦ ἀστυνόμου, διότι ὁ Θεοδώρου, διελθὼν τῶν Λαγκαδίων ἅπαξ, κατέλυσεν εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς τῷ παρεχώρησεν ὅλα τὰ μέσα τῆς περιποιήσεως. Νομίζω δ’ ὅτι εἶναι καὶ Κερκυραῖος ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτός.

§32Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τί ὄνομα ἔχει;

§33ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κάντας.

§34Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι Κερκυραῖος.

§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἐκ Παξῶν.

§36Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς τοὺς Παξοὺς δὲν ὑπάρχει τοιαύτη οἰκογένεια.

§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸν θέλει κανεὶς διὰ πατριώτην (ἱλαρότης).

§38ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πρέπει νὰ γελῶμεν διότι ἀποκαλύπτονται τοιαῦτα καὶ τηλικαῦτα; Λυποῦμαι διότι βλέπω νὰ γελᾷ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· λυποῦμαι διότι ὁ ἐντεταλμένος παρὰ τῆς Πολιτείας ἵνα ἐπιτηρῇ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν γελᾷ, ὅταν καταγγέλλωνται παρανομίαι τῶν ἐντεταλμένων τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀποδεικνύωνται αἱ παρεκτροπαὶ αὐτῶν διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἐνῷ δὲν ἔπρεπεν οὔτε στιγμὴν νὰ περιμένῃ, ἵνα πράξῃ τὸ καθῆκον, τὸ ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτόν, τιμωρῶν τὰ ὄργανα ἐκεῖνα. Ὥστε, κύριε Πρόεδρε, εὐθύνεται μέν, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, διότι ἐπιεικῶς πάντοτε ἔκρινε τὰς παρεκτροπάς, τὰ ἀδικήματα, τὰ ἐγκλήματα τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἀλλ’ εὐθύνεται κυρίως ἡ Διοίκησις, εὐθύνονται κυρίως οἱ Ὑπουργοὶ, αἱ ὁποῖοι, πληροφορούμενοι πανταχόθεν τὰ διάφορα ἐγκλήματα καὶ ἀδικήματα τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, πληροφορούμενοι ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία παραβλέπει τὸ καθῆκόν της, ὅτι εἴτε ἐπιεικῶς κρίνει αὐτοὺς, εἴτε σκανδαλωδῶς ἀθῳοῖ αὐτοὺς, οὐδέποτε ἐζήτησαν εὐθύνας παρὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία παραβαίνει τὸ καθῆκόν της. Καὶ τί ἐγένετο ὁ νόμος ὁ εἰδικός, καθ’ ὃν ἐντὸς μηνὸς δικάζονται τὰ ἀδικήματα τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων; Ἐφηρμόσθη παρὰ τῶν Εἰσαγγελέων ὁ νόμος; Καὶ τί πράττει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν οἱ διάφοροι Εἰσαγγελεῖς καταξεσχίζωσι τοὺς νόμους, ὅταν βλέπωμεν πρᾶξιν, ὡς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ μικροῦ καὶ ἡ ὁποία βεβαίως προξενεῖ τὴν φρίκην, νὰ εἰσάγηται εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον μετὰ πέντε ὁλόκληρα ἔτη; Περιμένετε διόρθωσιν πλέον τοῦ κακοῦ; Δὲν ἐπέρχεται, Κύριοι, διὰ τοιούτων μέτρων ἡ λύσις, ἐφ’ ὅσον οἱ Ὑπουργοὶ κωφεύουσι, καὶ δικαίως ὁ πολιτικὸς Σύλλογος τῶν Πατρῶν ἐσκέφθη, καὶ ἀναλαβὼν τὴν προστασίαν τῶν νόμων ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Βουλήν, δικαίως, λέγω, διότι μεμονωμέναι διαμαρτυρίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη γίνονται ἐνταῦθα, μεμονωμέναι διαμαρτυρίαι, αἱ ὁποῖαι ἐκ τοῦ λαοῦ καθ’ ἑκάστην φθάνουσι μέχρις ἡμῶν, δὲν ἠνάγκασαν τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ δώσωσι προσοχὴν εἰς τὴν κατάστασιν. Πέπεισμαι, ὅτι τὸ παράδειγμα τῶν πολιτῶν τῶν Πατρῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι πάσης τιμῆς καὶ ὑπολήψεως, διότι πρῶτοι οὗτοι ἔρρηξαν φωνὴν διαμαρτυρίας, θὰ μιμηθῶσι καὶ ἄλλοι πολῖται τοῦ Κράτους, καὶ τότε φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶσι πλέον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ παρίδωσι τὸ καθῆκόν των. Φρονῶ μάλιστα, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ κύψωσιν ὑπὸ τὴν ἀρὰν καὶ τὰς κραυγὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.

§39Γ. ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Ἐπειδὴ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἦλθε καὶ πάλιν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ λόγος περὶ τοῦ ἀστυνόμου Μπρούμα, κατὰ τοῦ ὁποίου οἱ ἐκ Πατρῶν συνάδελφοι τόσα πολλὰ διεξετραγώδησαν, ὀφείλω, χάριν τῆς ἀληθείας καὶ τῆς δικαιοσύνης, νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν μερικὰς πληροφορίας, ἐκ τῶν ὁποίων θέλει βεβαιωθῆ, ὅτι ὅλα τὰ κατ’ αὐτοῦ λεχθέντα εἶναι λίαν ὑπερβολικὰ καὶ ὅλως ἀνυπόστατα. Καὶ πρῶτον πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Ραφτακόπουλος, ὑπὲρ οὗ τόσος πολὺς λόγος ἐγένετο διὰ τὰς κατ’ αὐτοῦ διαπραχθείσας κακώσεις, ἦτο ὁ κυριώτερος συνεργὸς τῆς γνωστῆς ἐκείνης ἀπαγωγῆς, ἥτις ὑπῆρξεν ἡ αἰτία τῆς δολοφονίας τεσσάρων ἀστυφυλάκων, κινδυνεύσαντος καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀστυνόμου Μπρούμα· ὅτι ὁ Ραφτακόπουλος οὗτος, ἔχων τὴν κατοικίαν του ἐντὸς τοῦ δάσους καὶ ¾ τῆς ὥρας μακρὰν τοῦ χωρίου Δραγάνου, ἐχρησιμοποίει ταύτην ὡς κρησφύγετον καὶ ἐνδιαίτημα τῶν ληστοφυγοδίκων Μπαλαλᾶ καὶ Μπουκουβάλα καὶ παντὸς κακοποιοῦ στοιχείου, ὡς καὶ ἐκείνων, οἵτινες ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἀπαγωγὴν καὶ εἰς τὸν φόνον τῶν ἀστυφυλάκων. Ὁ Ραφτακόπουλος εἶναι οὐχὶ ἔντιμος καὶ φιλήσυχος πολίτης, ἀλλὰ ζωοκλέπτης πρώτης τάξεως...

§40Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τὸ λέγετε αὐτὸ, χωρὶς νὰ ἔχητε οὐδεμίαν ἀπόδειξιν;

§41Γ. ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Εἶναι γνωστὸς εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους Δραγάνου. Τελευταῖον σᾶς πληροφορῶ, κ. συνάδελφοι, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς Μπρούμας, καθ’ ἃς ἔχω θετικὰς πληροφορίας παρὰ διαφόρων ἐντίμων συναδέλφων του, καὶ καθ’ ἃ ἐβεβαίωσε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος κ. Κ. Κουμουνδοῦρος, εἶναι εἷς τῶν ἐντιμοτέρων καὶ ἀξιοπρεπεστέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, γνωρίζων νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του μετ’ ἀμεροληψίας, ἐπιμελείας καὶ δραστηριότητος· εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἔφερε λαμπρὰ ἀποτελέσματα εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, παγιώσας αὐτὴν ἐν Δύμῃ καὶ ἐν Ἠλείᾳ. Συμπληρῶν δὲ τὴν ὁμιλίαν μου ταύτην, προστίθημι, ὅτι αἱ κατὰ τοῦ Ραφτακοπούλου γενόμεναι κακώσεις διεπράχθησαν οὐχὶ παρ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ παρὰ τῶν ἀστυφυλάκων καὶ χωροφυλάκων, οἵτινες διαταχθέντες μετέβησαν καὶ τὸν συνέλαβον.

§42ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἀκριβῶς τὴν ἰδίαν γνώμην ἔχω καὶ ἐγὼ περὶ τοῦ Μπρούμα.

§43Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§44Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ κατὰ τὰς προηγουμένας Συνόδους τῆς Περιόδου ταύτης, κύριοι Βουλευταί, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ὀλίγαι συνεδριάσεις παρῆλθον, χωρὶς νὰ ἀκουσθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διαμαρτυρία κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὡς δεικνυούσης ὑπέρμετρον ἐπιείκειαν πρὸς ταῦτα, καὶ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν οὐδεμία, δύναμαι νὰ εἴπω, συνεδρίασις παρῆλθε, χωρὶς νὰ ἀκουσθῶσιν ἐπίσης αἱ αὐταὶ διαμαρτυρίαι καὶ πολλῷ ἐντονώτεραι. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ἐπὶ τέλους, ὅτι δὲν εἶναι ὑπαίτιοι τῆς καταστάσεως ταύτης μόνον ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία καὶ ἡ δικαστικὴ, ἀλλ’ ὅτι ἐνεχόμεθα καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀρκούμεθα ἐνταῦθα ῥηγνύοντες κραυγὰς διαμαρτυρίας καὶ μεμψιμοιροῦντες ὡς γραΐδια, καὶ δὲν ἐξεγειρόμεθα πάντες, ἵνα ζητήσωμεν νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς παρελθούσης Περιόδου κατεδικάσθη. Ἐψηφίσθησαν μὲν νόμοι, μεταβάλλοντες τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν Περίοδον καὶ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν, ἀλλὰ μέχρι σήμερον δὲν κατωρθώθη νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν οὔτε ὁ εἷς οὔτε ὁ ἄλλος. Δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους δὲν ἐφαρμόσθησαν οἱ ἀστυνομικοὶ οὗτοι νόμοι, βεβαίως ὅμως καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις καὶ ἡ προκάτοχος τῆς ἐνεστώσης καὶ ἡ ἐνεστῶσα εἶναι ὅλως ἀδικαιολόγητοι, μὴ ἐφαρμόζουσαι νόμους, τοὺς ὁποίους, τῇ εἰσηγήσει μάλιστα αὐτῶν, ἐψήφισεν ὁπωσδήποτε ἡ Βουλή, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἐὰν φρονῶσιν οἱ κυβερνῆται, ὅτι ὁ ψηφισθεὶς νόμος εἶναι ἱκανὸς ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν διατεταραγμένην τάξιν καὶ δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τιμήν, τὴν ζωὴν καὶ περιουσίαν τῶν πολιτῶν, ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐφαρμόσωσιν ἀμέσως τὸν νόμον αὐτόν, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβάλλωσιν ὡς πρόσκομμα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν πολυτιμοτέρων καὶ τιμαλφεστέρων δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, καὶ περὶ τῆς βάσεως αὐτῆς τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς εὐνομίας. Δὲν πρέπει νὰ δαπανῶμεν τοὺς φόρους τοῦ λαοῦ ἀφειδῶς εἰς αὐξήσεις θέσεων καὶ μισθῶν, χάριν κομματικῶν καὶ προσωπικῶν συμφερόντων, καὶ νὰ λέγωμεν εἰς αὐτόν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ Κράτος χρήματα, ἵνα τῷ παράσχῃ ἀστυνομίαν ἀξίαν τοῦ ὀνόματος καὶ τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν ἐξεγειρόμεθα πάντες ἐνταῦθα, ἵνα ἐπιβάλωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ψηφισθέντος νόμου, ἤ, ἂν θεωρῶμεν αὐτὸν ἀνεπαρκῆ, τὴν ψήφισιν ἄλλου κρείττονος, νομίζω ὅτι εἶναι ἐντροπὴ πλέον, γραωδῶς νὰ μεμψιμοιρῶμεν περὶ τῆς ἀθλίας καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐὰν λέγωσιν, ὅτι ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους δὲν ἠδύναντο νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον, δὲν λέγουσι τὴν ἀλήθειαν. Δὲν ἐφήρμοσαν αὐτόν, διότι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ἐξετάζοντες αὐτὸν κάλλιον μετὰ τὴν ψήφισιν, εὗρον ὅτι εἶναι ἀνεφάρμοστος καὶ ἀνεπαρκής. Ἄς ὁμολογήσωσιν, ὅτι ἐπλανήθησαν, εἰσαγαγόντες καὶ ἐπιμείναντες νὰ καταστήσωσι νόμον τὸ ἀστυνομικὸν νομοσχέδιον των ἄνευ συζητήσεως καὶ ἐκ συναρπαγῆς, ὡς ὡμολόγησεν ἀξιεπαίνως καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος τὴν ἀποτυχίαν τῶν ἄλλων νόμων, τοὺς ὁποίους ἐν παννυχίσιν ἀσυζητητὶ καὶ αὐτὸς ἐλάμβανε. Βεβαίως προσωπικὴ ἐλευθερία δὲν ὑπάρχει πλέον ἐν Ἑλλάδι, ὡς λίαν ὀρθῶς παρετήρησε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος· προσωπικὴ ἐλευθερία δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει, ὅταν ὁ τελευταῖος χωροφύλαξ δύναται, κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ, ἄνευ ἐντάλματος, νὰ συλλαμβάνῃ οἱονδήποτε πολίτην, καὶ νὰ τὸν ὁδηγῇ εἰς τὸ κρατητήριον, καὶ ἐκεῖ νὰ κρατῇ αὐτὸν ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας, καὶ ἔπειτα νὰ τὸν ἀποστέλλῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος, μὴ εὑρίσκων ἔγκλημα, ἀπολύει αὐτόν. Τοιαῦτα παραδείγματα ἔχομεν ἄπειρα, καὶ πιστεύω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ τὰ διαπραττόμενα παρὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ παρὰ τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, ἅτινα εἶναι ἐντεταλμένα τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαίων τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ μετὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ νόμου πρέπει νὰ μεταβάλωμεν συγχρόνως καὶ τὸν νόμον περὶ ἀγροφυλακῆς, ὅστις, ὡς ἔχει νῦν, δίδει ἀφορμὴν εἰς τὰ πλεῖστα τῶν ἐγκλημάτων, ἅτινα διαπράττονται μεταξὺ τῶν ὀργάνων τῆς ἀγροτικῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν ποιμένων καὶ κτηματιῶν. Τὰ ὀλέθρια αὐτὰ σύλληπτρα ἐξωθοῦσι καθ’ ἡμέραν εἰς καταχρήσεις τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα. Τίς ἐξ ἡμῶν δὲν ἐσκέφθη, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα τοῦτο; Καὶ ἐν τούτοις παρῆλθον τέσσαρες Σύνοδοι μετὰ τῆς ἐνεστώσης, καὶ οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀλεθρίου τούτου συστήματος, τοῦ δίδοντος χώραν εἰς τοσαῦτα ἐγκλήματα, περὶ ὧν, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στατιστικὰς τῶν εἰσαγγελικῶν γραφείων περὶ τῶν αἰτίων τῶν ἐγκλημάτων, ἠθέλομεν ἰδεῖ, ὅτι τὰ 8/10 σχεδὸν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων ἀφορμὴν ἔχουσι τὸν νόμον περὶ ποιμνιοβοσκῆς καὶ ἀγροφυλακῆς. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι οὔτε τὰ κομματικὰ οὔτε τὰ πολιτικὰ ἡμῶν συμφέροντα ἐξυπηρετοῦνται διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ τοιούτου συστήματος, καὶ δι’ αὐτὸ οὐδεὶς μεριμνᾷ εἰλικρινῶς καὶ σοβαρῶς περὶ αὐτῆς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον, ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διηύθυνεν ὁ αὐτὸς ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτής, ἐζήτησεν οὗτος παρὰ τῶν νομαρχῶν νὰ ὑποβάλωσιν ἐκθέσεις περὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου τῆς ἀγροφυλακῆς καὶ περὶ μεταβολῆς αὐτοῦ, καὶ ὑπεβλήθησαν τοιαῦται ἐκθέσεις τῶν νομαρχῶν καὶ δημάρχων, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ταύτας ἐζήτησα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, σκοπῶν νὰ προκαλέσω μελέτην καὶ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπερ θεωρῶ τὸ σοβαρώτερον τῶν ζητημάτων διά τε τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ διὰ τὴν γεωργίαν καὶ κτηνοτροφίαν, αἱ ὁποῖαι ἄνευ ἀσφαλείας ἀδύνατον νὰ προαχθῶσιν· ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν ἠδυνήθην νὰ πράξω τοῦτο, ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς μου. Ὅ,τι ὅμως παρέλιπον τότε, ἐσκόπουν νὰ πράξω κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, λαμβάνων ἀμέσως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καὶ ποιούμενος ἔκκλησιν εἰς τὸν πατριωτισμὸν ὑμῶν, ὅπως μὴ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν οὐδὲ βῆμα νὰ προχωρήσῃ εἰς κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας, ἐὰν μὴ εἰσηγεῖτο νομοσχέδια κυρίως περὶ κοινοτήτων, περὶ ἀγροφυλακῆς καὶ περὶ ἀστυνομίας, διότι τὸν ψηφισθέντα νόμον περὶ αὐτῆς κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς θὰ τολμήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ· ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπῆλθον αἱ ἀνώμαλοι αὗται κυβερνητικαὶ καὶ κοινοβουλευτικαὶ περιστάσεις, ἃς ἐδημιούργησε τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ παραιτηθῶ τῆς ἰδέας αὑτῆς, βλέπων ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ σοβαρὰ σκέψις περὶ ψηφίσεως τοιούτων νομοσχεδίων ἐν τοιαύτῃ ἀνωμάλῳ καταστάσει τῆς Βουλῆς. Ὡς οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Πατρῶν καὶ ἐκ Γόρτυνος συνάδελφοι ὑπεστήριξαν, βεβαίως ἔνοχος τῆς καταστάσεως ταύτης καὶ τῶν ἐγκλημάτων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων εἶναι καὶ ἡ Δικαιοσύνη, διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ὁποίας ἀπὸ τῆς πρώτης Συνόδου, ὅτε συνεζητήθη καὶ ἐψηφίσθη νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὸν νόμον περὶ ἐμμίσθων παρέδρων, ἔρρηξα κραυγὴν ἐντεῦθεν. Ἤκουσα τότε πολλοὺς ἐξ ὑμῶν, καὶ μάλιστα ἐπιφανεῖς, ἐξυμνοῦντας τὴν Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος ἡμῶν. Συνομολογῶ ἐν πολλοῖς, καὶ μάλιστα ἐν τῇ πολιτικῇ δικαιοσύνῃ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐκ πεποιθήσεως ἐξυμνοῦσιν αὐτήν, ἀλλ’ ἀτυχῶς φαίνονται, ὅτι ἀγνοοῦσι τὰ κατὰ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην παρ’ ἡμῖν. Ἐὰν προσήρχοντο οἱ ὑμνηταὶ αὐτῆς εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, καὶ ἔβλεπον, πῶς ἀπονέμεται ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἐν αὐτοῖς, θὰ συνωμολόγουν καὶ αὐτοί, ὅτι ἐν πολλοῖς δὲν ὑπάρχει ποινικὴ δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ Ἐρινύς! Καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μου ταύτης παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ μικρὰ παρέκβασις ἀπὸ τοῦ κυρίου θέματος.

§45Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε....

§46Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς, διότι δυστυχῶς εἶμαι ὀλίγον βαρύκοος. Οἱ νέοι δικασταί, οὓς ἡ Πολιτεία εἰσάγει ἀμέσως εἰς τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην, εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀκατάλληλοι δι’ αὐτήν. Οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, περὶ ὀλίγου ποιούμενοι τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν ἄλλων, νομίζουσιν ἐξ ἀπειρίας, ὅτι ἐτάχθησαν, οὐχὶ ἵνα δικάζωσιν, ἀλλ’ ἵνα καταδικάζωσιν, ἐπιδεικνύμενοι πολλάκις ὑπέρμετρον μέχρις ἀδικίας αὐστηρότητα, πρὸς ῥεκλαμαρισμὸν, οἱ δὲ λεγόμενοι νομιμόφρονες, ἐπιπολαίως ἐξετάζοντες τὰ πράγματα, καὶ πανταχοῦ διαβλέποντες διαφθορὰν τοῦ λαοῦ, ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιρρίπτουσι τὴν εὐθύνην παντὸς κακοῦ, καὶ φρονοῦντες, ὅτι πρέπει διὰ τῆς τοιαύτης παραλόγου αὐστηρότητος τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ βελτίωσις καὶ ἠθικοποίησις αὐτοῦ, τιμῶσι καὶ θαυμάζουσι τοὺς τοιούτους δικαστάς! Πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου, πῶς δηλαδὴ ἀπονέμεται ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ὑπὸ τῶν νέων δικαστῶν, δύναμαι νὰ φέρω πολλὰ παραδείγματα· ἀλλ’ ὁμιλῶν πρὸς εἰδότας, δὲν κρίνω τοῦτο ἀναγκαῖον. Τοὺς νέους δικαστὰς, εἶπον πάντοτε, ὅτι τιμῶ ὡς πολιτικοὺς δικαστὰς, διότι ἀληθῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι μετὰ βαθείας ἐπιστημονικὰς μελέτας προσερχόμενοι εἰς διαγωνισμὸν εἰσέρχονται εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ ἱκανώτεροι. Ἔχω ὅμως τὴν γνώμην, ὅτι ἀπὸ τούτων, τῶν καλῶν ὡς πολιτικῶν δικαστῶν, πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη, καὶ νὰ ἀνατεθῇ εἰς δικαστὰς μᾶλλον ἐμπείρους τῶν τοῦ κόσμου. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι καλὸς ποινικὸς δικαστὴς ὁ ἄπειρος νέος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῶν Πανεπιστημιακῶν ἑδωλίων ἐξερχόμενος μὲ ἓν δίπλωμα διδάκτορος ἢ προλύτου τῆς Νομικῆς, καὶ μετὰ ἓν ἔτος λαμβάνων παρ’ ἑνὸς δικηγόρου ψευδὲς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πιστοποιητικὸν, ὅτι ὑπηρέτησε παρ’ αὐτῷ ἐπὶ ἓν ἔτος πρὸς πρακτικὴν ἄσκησιν, διορίζεται δικηγόρος, καὶ μετὰ τοῦτο κλεισμένος ἐν τῷ δωματίῳ του μελετᾷ, ἵνα μετὰ δύο ἔτη προσέλθῃ εἰς ἐξετάσεις διὰ τὴν θέσιν δικαστικοῦ παρέδρου, προσερχόμενος δὲ καὶ ἀπαγγέλλων, ἔστω καλῶς, τὸ μάθημα, ὅπερ ἐμελέτησε, γίνεται δεκτὸς ὡς δικαστικὸς πάρεδρος, καὶ μετὰ ἓν ἔτος ἰσόβιος δικαστὴς, ἀφοῦ προηγουμένως ἐγκριθῇ ὡς τοιοῦτος ὑπὸ Συμβουλίου Ἐφετῶν, οἵτινες πολλάκις δὲν ἐγνώρισαν οὔτε τὸν χαρακτῆρά του, οὔτε τὴν ὑπηρεσίαν του, οὐδ’ αὐτὸν τὸν ἴδιον εἰς τὸν ἰδιωτικὸν αὐτοῦ βίον, ἄν ὑπηρέτησεν ἐν Πρωτοδικείοις μὴ ἑδρεύουσιν ὅπου καὶ τὰ Ἐφετεῖα. Λέγω δὲ, ὅτι δὲν ἐγνώρισαν οὐδὲ τὸν ἰδιωτικὸν αὐτῶν βίον, διότι καὶ οὗτος, πρωτίστως μάλιστα, πρέπει νὰ ἐξετάζηται, καθόσον ὁ ἔχων κακὸν ἰδιωτικὸν βίον δὲν δύναται νὰ ᾖναι καλὸς δικαστής. Εἶδον, Κύριοι, Συμβούλιον ἐφετῶν νὰ ἐγκρίνῃ ὡς πρωτοδίκην ἔμμισθον πάρεδρον, ὁ ὁποῖος ἐκ τῆς οἰνοπνευματοποσίας εἶχε περιέλθει εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον τοῦ ἀλκολισμοῦ, καὶ ὁ ὁποῖος ἐν κραιπάλῃ διατελῶν ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν ἐνωμοτάρχου καὶ χωροφυλάκων, ἵνα φυλακίσῃ Εἰσαγγελέα! Ταῦτα πάντα ἐγένοντο γνωστὰ εἰς τοὺς ἐφέτας καὶ δι’ ἀναφορᾶς τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῶν κ. κ. ἐφετῶν δὲν ἐδίστασε νὰ ἐγκρίνῃ αὐτὸν διὰ τὴν θέσιν πρωτοδίκου, καὶ διωρίσθη οὗτος! Ὅτε δὲ μετὰ ταῦτα ἐγένετο παρατήρησις εἴς τινας ἐφέτας δι’ αὐτὸν, ἐδόθη ἀπάντησις, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ πεταχθῇ εἰς τοὺς δρόμους εἷς νέος, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη εἰς τόσας δαπάνας καὶ κόπους διὰ νὰ μορφωθῇ καὶ γείνῃ πάρεδρος! Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ πεταχθῇ εἰς τοὺς δρόμους, ἔπρεπε νὰ τὸν πετάξουν εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ λαοῦ; Βεβαίως δὲν ἐννοῶ, ὅτι τὰ τοιαῦτα παραδείγματα εἶναι πολλὰ, ἀλλὰ θέλω νὰ καταδείξω, ὅτι ὁ τρόπος, δι’ οὗ οἱ τοιοῦτοι εἰσέρχονται εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν εἶναι ὁ καταλληλότερος καὶ ὁ ἀσφαλέστερος. Διὰ τοῦτο δὲ, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ περὶ ἐλαττώσεως τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐμμίσθων παρέδρων νόμος, ἐζήτησα νὰ προστεθῇ διάταξις, δι’ ἧς νὰ μὴ ἀρκῆται ἡ Πολιτεία διὰ τὸν διορισμὸν πρωτοδίκου εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῶν ἐφετῶν, ἀλλὰ νὰ ζητῆται καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Πρωτοδικείου, παρ’ ᾧ ὑπηρέτησεν ὡς πάρεδρος, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐγνώρισαν αὐτὸν καὶ ὡς δικαστὴν καὶ ὡς ἄνθρωπον. Ἀλλ’ αἰτία τοῦ κακοῦ τούτου εἶναι καὶ ἄλλη, ἡ ἔλλειψις Δικηγορικῶν Συλλόγων. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀσύγγνωστος ἡ ἀδιαφορία, ἣν ἐπιδεικνύομεν ὡς πρὸς τὸν διὰ νόμου καταρτισμὸν τούτων, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ τὰ δύο τρίτα σχεδὸν ἐν τῇ Βουλῇ εἴμεθα δικηγόροι, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἀποφασίζομεν νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τοῦ δικηγορικοῦ σώματος, ἐξ ἧς ἐξαρτᾶται καὶ τῆς Δικαιοσύνης ἡ βελτίωσις. Ὁ καταρτισμὸς τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων διὰ νόμου θὰ ἐπιδράσῃ σπουδαίως οὐ μόνον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐφ’ ἁπάντων τῶν κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, διότι οἱ Δικηγορικοὶ Σύλλογοι θὰ δύνανται νὰ περιστέλλωσι τὰς παρεκτροπὰς τῶν ὑπαλλήλων, ἐπιβλέποντες τρόπον τινὰ τὴν διαγωγὴν αὐτῶν. Ἐζήτησα λοιπὸν τότε, ὅπως οἱ Δικηγορικοὶ Σύλλογοι διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας μετὰ τοῦ Δικαστικοῦ Συλλόγου προτείνωσι τοὺς ἀξίους νὰ διαγωνισθῶσι διὰ τὴν θέσιν τοῦ παρέδρου, τοὺς ἀξίους ὄχι μόνον διὰ τὰς ἐπιστημονικὰς γνώσεις, εἰς ἃς ἐξετάζει αὐτοὺς ἡ ἐπιτροπή, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν χαρακτῆρα καὶ διὰ τὴν ἠθικήν, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἄλλος εἶναι εἰς θέσιν νὰ γινώσκῃ κάλλιον ἢ οἱ συνάδελφοι αὐτῶν δικηγόροι. Βεβαίως αἱ συμπάθειαι καὶ ἄλλοι ἐπηρεασμοὶ δὲν θὰ λείπωσι καὶ παρὰ τοῖς δικηγόροις, ὥστε νὰ ψηφίζωσι καὶ ὑπὲρ ἀναξίων συναδέλφων των. Ἀλλὰ μήπως εἶναι ἀπηλλαγμένα αὐτῶν καὶ τὰ μέλη τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, ὁσονδήποτε ὑψηλὴν θέσιν καὶ ἂν κατέχωσιν; Ἀλλὰ καὶ ἂν εὑρεθῶσι τοιοῦτοι δικηγόροι, ἐπηρεαζόμενοι ἐκ συμπαθειῶν, ἢ ἐξ ἄλλων λόγων, ὑπὲρ ἑνὸς συναδέλφου των, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι οἱ τοιοῦτοι θὰ ἦναι ἐν μεγίστῃ μειονοψηφίᾳ, καὶ πάντοτε ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας διὰ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας θὰ προτείνωνται οἱ ἱκανώτεροι καὶ οἱ καταλληλότεροι ἐκ τῶν συναδέλφων των, ὥστε πάντες οἱ προσερχόμενοι ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα διαγωνισθῶσι, θὰ ἦναι οἱ καλλίτεροι καὶ κατὰ τὴν κρίσιν καὶ κατὰ τὸν χαρακτῆρα καὶ κατὰ τὴν ἠθικήν, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ γινώσκῃ ἡ ἐπιτροπή. Μετὰ τὴν παρέκβασιν περὶ Ποινικῆς Δικαιοσύνης καὶ περὶ δικαστῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ προέλθω, ὅπως ἐξηγήσω, πῶς καὶ διατὶ φρονῶ, ὅτι ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη καθίσταται ἀκούσιος συνένοχος τῶν ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς διαπραττομένων ἐγκλημάτων, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα τῆς συζητήσεως. Ἐφ’ ὅσον τοιούτους ἔχομεν ποινικοὺς δικαστάς, μὴ παραξενεύεσθε, ἂν ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμηται ὡς ἠκούσατε παρὰ τῶν προαγορευσάντων συναδέλφων, καὶ ἂν μᾶς ἀκούητε λέγοντας, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη εἶναι συνένοχος εἰς τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, διότι οἱ δικασταὶ οὗτοι, εἰς ἓν καὶ μόνον ἀποβλέποντες, πῶς νὰ φαίνωνται ἀκέραιοι καὶ ἀμερόληπτοι, καὶ πῶς νὰ συντρέχωσι καὶ νὰ μὴ ἀποθαρρύνωσιν, ἐξ ἐσφαλμένου βεβαίως ὑπολογισμοῦ, τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν δείκνυνται μόνον ἐπιεικεῖς πρὸς τὰ ὄργανα ταῦτα, εἴτε ἀστυνόμοι εἶναι, εἴτε ἀστυφύλακες καὶ χωροφύλακες, ἢ ἀποσπασματάρχαι καὶ στρατιῶται, οἱ δικαζόμενοι δι’ ἐγκλήματα κατὰ τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ σκανδαλωδῶς πολλάκις ἀθωοῦσιν αὐτοὺς, μὴ διστάζοντες νὰ λέγωσιν, ὅτι πράττουσι τοῦτο, ἵνα μὴ τοὺς ἀποθαρρύνωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν! Τουλάχιστον εἰς ἐμέ, λαβόντα πολλάκις ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω εἰς δικαστὰς, ὅτι ἡ τοιαύτη χαριστικὴ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης πρὸς τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν γένει δὲν ὠφελεῖ οὔτε τὴν Πολιτείαν, οὔτε τὴν Δικαιοσύνην, οὐδ’ αὐτὰ ταῦτα, ἀλλὰ καὶ τοὐναντίον βλάπτει, καθιστῶσα αὐτὰ θρασύτερα εἰς τὸ ἔγκλημα καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν μᾶλλον κακοποιῶν στοιχείων ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ὅτι, ἂν ἀρχίσωσι νὰ τιμωρῶσιν αὐτά, ἢ νὰ μὴ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς περὶ ἀντιστάσεων καὶ ζημιῶν ἐν δάσεσιν ἢ ἐν ἀγροῖς ἐκθέσεις καὶ μαρτυρίας των, θ’ ἀποθαρρυνθῶσιν αὐτὰ, καὶ θ’ ἀποθρασυνθῶσιν οἱ πολῖται, ὡσὰν νὰ ἦναι ἐξ ἄλλου λαοῦ οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ ἀστυφύλακες καὶ οἱ χωροφύλακες καὶ τὰ ἄλλα πολυώνυμα ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ὡσὰν νὰ μὴ εἰσέρχωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ἐκλιπαροῦντες οἱ χείριστοι τῶν πολιτῶν, διότι οἱ τοιοῦτοι εὑρίσκουσι προστασίαν, ἐνῷ οἱ τίμιοι καὶ χρηστοὶ πολῖται ἢ ἀποφεύγουσιν, ἕνεκα τῆς καταστάσεως, νὰ εἰσέλθωσιν εἰς αὐτὴν, ἢ δὲν δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν, ἢ, καὶ ἂν εἰσέλθωσι, ταχέως θ’ ἀποπεμφθῶσιν, ἢ καταδιωκόμενοι θὰ μετατεθῶσιν εἰς τὰ πέρατα τοῦ Βασιλείου, ὡς συμβαίνει καὶ εἰς πάντας σχεδὸν τοὺς ἄλλους τιμίους καὶ χρηστοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς μὴ ἐπιτηδείους. Συμπεραίνων, κύριοι Βουλευταὶ, λέγω ὅτι, ἐὰν εἰλικρινῶς θέλωμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν λαὸν ἀπὸ τῆς ἀφορήτου καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλθεν ἕνεκα τῆς ἀθλιότητος τῆς ἀστυνομικῆς καὶ ἰδίως τῆς ἀγροτικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐν γένει τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἧς ἄνευ οὐδὲν καλὸν δύναται νὰ προέλθῃ, πρέπει πάντες νὰ ἐξεγερθῶμεν καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης νομοσχέδια κατάλληλα περὶ ἀστυνομίας καὶ περὶ ἀγροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα μετὰ συζήτησιν ἐπισταμένην νὰ ψηφίσωμεν.

§47Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ποταμιᾶνος ἔχει τὸν λόγον.

§49ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψωμεν.

§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½ ὥρας. Ἀλλὰ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ προσέλθωσιν ἐγκαίρως. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 10′ μ. μ.)

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κύριος Ποταμιᾶνος ἔχει τὸν λόγον.

§52Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, δὲν ἐξηντλήθη εἰσέτι, καὶ ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑμεῖς δὲν εἶσθε ἐγγεγραμμένος.

§54ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἤθελον τὸν λόγον, ἵνα ἀπευθύνω μίαν σύστασιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν εἶναι παρὼν, λαμβάνω τὸν λόγον μετὰ τὸν κύριον Βελλιανίτην.

§55Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀκριβῶς δι’ ὃν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας ἠρνήθη νὰ λάβῃ τὸν λόγον, διὰ τὸν αὐτὸν καὶ ἐγὼ παρεχώρησα τὴν θέσιν μου εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ναυπλίας, διότι ἐπεθύμουν νὰ ἦναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι δύσκολον νὰ ἀναγκάσωμεν τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν συνεδρίασιν, καὶ ἐπειδὴ ἄλλως τε δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ συντελέσωσι ποτὲ οἱ σημερινοὶ Ὑπουργοὶ εἰς τὴν παγίωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἢ ὅτι θὰ ὑποχρεώσωσι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα νὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των, ἔλαβον τὸν λόγον, ἀπευθυνόμενος οὐχὶ πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ πρὸς τὴν Βουλήν. Τὸ θέμα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν καὶ τὸ ὁποῖον διεξῆλθον οἱ ἕτεροι κύριοι συνάδελφοι, εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ πρὸ παντὸς ἄλλου τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διότι οὐδέποτε εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὔτε κατὰ τοὺς πρώτους τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου χρόνους, παρουσιάσθη παρομοία εἰκὼν διοικητικῆς ἐκτροχιάσεως, παρομοία ἀναρχία, οἵα ἡ παριστανομένη κατὰ τὰς συζητήσεις τῶν ἡμερῶν τούτων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος μᾶς παρουσίασε γλαφυρωτάτην τὴν εἰκόνα τῆς εὐδαίμονος ταύτης χώρας, τῆς ὁποίας ἡμεῖς μὲν εἴμεθα οἱ ἀντιπρόσωποι, οἱ δὲ πολῖται, κατὰ τῶν ὁποίων τόσα ἐγκλήματα διαπράττονται, τῶν ὁποίων διαρπάζεται ἡ περιουσία, τῶν ὁποίων κλέπτονται τὰ κτήνη καὶ καταστρέφονται τὰ οἰκιακὰ σκεύη οὐχὶ ὑπὸ τῶν κακοποιῶν στοιχείων πλέον, οὐχὶ ὑπὸ τῶν λῃστῶν, οὐχὶ ὑπὸ τῶν κακούργων, ἀλλ’ ὑπ’ αὐτῶν τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, εἶναι οἱ ἐντολοδόται ἡμῶν. Καὶ παρουσιάζων τὴν εἰκόνα ταύτην ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος χθές, μικροῦ δεῖν νὰ προκαλέσῃ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἐράνους, ὅπως ἀνεγείρωμεν ἐπὶ μεγάλου στυλοβάτου τὸν ἀνδριάντα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὁ ὁποῖος ἀνεστήλωσε τὴν καταπεσοῦσαν αὐτὴν χώραν, τὴν ἠθικὴν ἐν τῇ διοικήσει αὐτῆς, τὴν εὐπρέπειαν ἐν ταῖς σχέσεσι τῶν δημοσίων ὀργάνων πρὸς τοὺς πολίτας, ὁ ὁποῖος ἐπαγίωσε τὴν ἀσφάλειαν ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐν τούτοις ἠκούσατε διεκτραγῳδουμένην κατάστασιν, ὁμοίαν τῆς ὁποίας δύσκολον εἶναι νὰ εὕρητε ἐν Εὐρώπῃ. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἐὰν καὶ εἰς τὰ μᾶλλον βάρβαρα Κράτη τῆς Ἀσίας, ἐὰν καὶ εἰς τὰς ἀπωτάτας ἄκρας τῆς Ἀφρικῆς διαπράττονται τοιαύτης φύσεως ἐγκλήματα ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, καὶ τὰ ὁποῖα ἠκούσατε σήμερον ἐκτιθέμενα ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων, οἵτινες ἔλαβον τὸν λόγον. Καὶ ἀπορεῖ τις ἀληθῶς, πῶς ὁ λαὸς αὐτὸς, ὁ ὁποῖος πρὸ ἑβδομήκοντα ἐτῶν, εὑρισκόμενος ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς χειροτέρας δουλείας, δὲν ἠνέχθη ἐπὶ πλέον τὴν κατάστασιν ταύτην, ἐγκατέλειψε τοὺς ἀγροὺς αὑτοῦ καὶ ἀντεμετώπισε τὰς στρατιὰς τῆς παντοδυνάμου τότε Αὐτοκρατορίας, ὁ ὁποῖος καὶ ἐν τῇ δουλείᾳ εἶχε πλήρη τὴν συναίσθησιν τῆς ἐλευθερίας ὡς ἔθνος, ἀλλὰ καὶ πλήρη τὴν συναίσθησιν τῆς ἐλευθερίας ὡς ἄτομον, πῶς ὁ λαὸς οὗτος κατέπεσεν εἰς τοσοῦτον ἐκφυλισμοῦ βαθμὸν, ὥστε ὁ τελευταῖος χωροφύλαξ καὶ ὁ ἀνανδρότατος τῶν ἀστυνόμων,—οἷος ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου ἔλεγεν ὁ ἐνεργήσας τὴν ἀνάκρισιν ἀξιωματικός, ὅτι δὲν εἶχε τὸ σθένος ἐνώπιον τῶν ὅπλων τῶν φυγοδίκων, ὅπερ ἔχουσι καὶ αὐταὶ ἀκόμη αἱ γυναῖκες,—πῶς ἠνέχθη, λέγω, ἵνα ὁ τοιοῦτος χωροφύλαξ ἢ ἀστυνόμος καταστήσῃ αὐτὸν ὑποπόδιον καὶ μεταβληθῇ εἰς Ἀσιανὸν τυραννίσκον αὑτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐξεφυλίσθη ὁ λαὸς οὗτος; ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον οὐδὲν ἐκ τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διακρίνουσι τοὺς ἔχοντας συναίσθησιν τῶν δικαίων των πολίτας; Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ὅταν καταγγέλλητε τοιαῦτα, καὶ ὁ λαὸς δὲν ἐξεγείρηται, καταδεικνύεται τὸ καταπεσὸν ἐθνικὸν φρόνημα, καὶ ἐγείρει θλιβερὰς σκέψεις, ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀχρείαν διοίκησιν, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάστασιν τοῦ φρονήματος καὶ τὸν ἐξανδραποδισμὸν τοῦ λαοῦ. Διότι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ φρόνημα ἐθνικόν, ὅταν τοιαῦτα ἀνέχωνται οἱ πολῖται, ὅταν ὁ τελευταῖος χωροφύλαξ, ὁ αἴσχιστος ἀστυνόμος, δύναται ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ πλήθους νὰ κρεουργῇ τὰς σάρκας αὐτῶν, νὰ ἀτιμάζῃ τὰς γυναῖκας, νὰ κλέπτῃ τὰ σκεύη καὶ τὰ οἰκόσιτα κτήνη αὐτῶν. Καὶ ἐν τούτοις ὁ λαὸς αὐτὸς ἦτο ἄξιος κρείττονος τύχης· διότι πληρώνει 120,000,000 δρ. κατ’ ἔτος, ὅπως συντηρῇ ἀστυνομίαν, ὅπως ἔχῃ δικαιοσύνην, ὅπως ἔχῃ διοίκησιν, ὅπως ἔχῃ ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας του. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ὅλα ταῦτα; ποῦ εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι ἡ δικαιοσύνη; Ἠκούσατε πρὸ μικροῦ τὸν εὔγλωττον συνάδελφον ἐκ Μεγαρίδος ὁμιλοῦντα περὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ λέγοντα, ὅτι οἱ δικασταὶ τρέμουσι τὸ φάσμα τῆς ἐκτοπίσεως, καὶ προσπαθοῦσι διὰ παντὸς μέσου νὰ κρατηθῶσιν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν πόλεων· καθὼς δὲ παρετήρησα εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ, ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τοὺς δικαστὰς, παραβαίνοντας οὐχὶ σπανίως τὸ καθῆκον αὐτῶν, διότι, ὡς εἶπεν, ἡ Δικαιοσύνη τῆς Ἑλλάδος ἐκπροσωπεῖται παρὰ δικαστῶν, οἵτινες ἔχουσι μεταβληθῆ εἰς νευρόσπαστα τοῦ Χόλδεν, τὰ ὁποῖα διευθύνουν ἀόρατοι χεῖρες, ἀναλόγως τῶν ὀρέξεων τῶν κινούντων αὐτά. Ὅταν ἡ μόνη μέριμνα τοῦ δικαστοῦ ἦναι νὰ μὴ μετατεθῇ ἐκ τῶν κεντρικῶν πόλεων τῆς Ἑλλάδος, καὶ προσπαθῇ πάσῃ θυσίᾳ νὰ καταστῇ εὐνοούμενος τῶν ἰσχυρῶν τῆς πολιτικῆς, ἢ εὐνοούμενος τῆς Αὐλῆς, ὡς γίνεται πολὺ συχνὰ κατὰ τὰ τελευταῖα αὐτὰ ἔτη, τότε ἀκεραιότης Δικαιοσύνης δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καὶ οὐδεμία ἐμπιστοσύνη περὶ αὐτῆς δύναται νὰ ῥιζωθῇ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ πολίτου. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ συναίσθησις τοῦ καθήκοντος ἐξέφυγεν ἀπὸ τοὺς δημοσίους ἐκείνους λειτουργοὺς, τοὺς ὁποίους τὸ Σύνταγμα ἐφρούρησε διὰ μοναδικοῦ προνομίου, τοῖς παρέσχε τὴν ἰσοβιότητα, ἵνα μὴ ὑποκύπτῃ εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν ἡ κρίσις των. Τοιαῦτα ἔχοντες προνόμια οἱ δικαστικοὶ οὗτοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ τρέμοντες, τοιαῦτα ἔχοντες προνόμια, ἀλλὰ μεριμνῶντες μόνον, πῶς νὰ προαχθῶσι καὶ καταστῶσιν εὐνοούμενοι εἴτε τῶν ἰσχυρῶν τῆς πολιτικῆς, εἴτε τῆς Αὐλῆς, ἀποδεικνύονται, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀρθῶσιν ὑπεράνω τῶν ποταπῶν αὐτῶν ἀδυναμιῶν, καὶ ἀποδεικνύονται, ὅσοι εἶναι τοιοῦτοι, οἱ ἀνανδρότατοι τῶν ὑπαλλήλων, καὶ εἶναι στοιχεῖον ἐκφαυλίσεως τοῦ λαοῦ, ταπεινώσεως αὐτοῦ, καθόσον, ὅταν τὸν πολίτην δὲν κρατῇ ἡ πεποίθησις περὶ τῆς ἀκεραιότητος καὶ τοῦ ἀδεκάστου τοῦ δικαστοῦ, ὅταν σαλευθῇ ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὴν ἐντιμότητα τῆς Δικαιοσύνης, πολὺ φυσικὸν εἶναι, ὁ πολίτης νὰ τρέμῃ νὰ ἐκφράσῃ τὸ φρόνημα αὐτοῦ, νὰ τρέμῃ νὰ καταγγείλῃ τοὺς ἐνόχους, νὰ μεταβάλληται εἰς πανοῦργον καὶ ἄνανδρον. Μόνον ὅταν ὁ πολίτης σχηματίσῃ περὶ τῆς Δικαιοσύνης τοιαύτην πεποίθησιν, ὥστε νὰ ὁμιλῇ ὡς ὁ Γερμανὸς ἐκεῖνος μυλωθρὸς πρὸς τὸν Φρειδερίκον τὸν Μέγαν, φρονηματίζεται καὶ καθίσταται ἀληθὴς πολίτης. Δύναται τὸ πᾶν νὰ ἀπολέσῃ μία χώρα, ἀλλὰ ἀρκεῖ νὰ τῆς μείνῃ ἀλώβητος ἡ Δικαιοσύνη, ὅπως ἀνορθωθῇ. Καὶ ἀγνοῶ, Κύριοι, μετὰ ἑξήκοντα ἐτῶν συνταγματικὸν βίον, ἂν ἐβελτιώθη ἢ ἐχειροτέρευσεν ἡ κατάστασις ἡμῶν ὡς πολιτῶν. Ἐγὼ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐλευθερίας, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ φρονήματος — καὶ τονίζω τὰς λέξεις — ὁ Ἕλλην ἦτο μᾶλλον ἐλεύθερος ὑπὸ τὴν δουλείαν. Δὲν ὑπῆρχε βεβαίως τότε Σύνταγμα, ἀλλ’ ἐκράτει ἡ ἰσχὺς τοῦ Βαλῆ, καὶ τοῦ Πασσᾶ· ἐν τούτοις τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρχε κοινωνικὸς βίος μᾶλλον ἐλεύθερος τοῦ σημερινοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου. Τοὐλάχιστον τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑφίστατο ὁ Ἕλλην τὴν τυραννίαν κρυφοστενάζων, διότι ἐγνώριζεν, ὅτι ὑπέκυπτεν ὑπὸ δουλείαν, τὴν ὁποίαν εὐκαιρίαν ἐζήτει μόνον νὰ ἀποτινάξῃ....

§56Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν πρέπει νὰ λέγωνται τοιαῦτα ἐδῶ, διότι εἶναι ἐντροπὴ ν’ ἀκούωνται εἰς τὸν κόσμον.

§57Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι ἐντροπὴ ἐκεῖνα, ἅτινα διαπράττονται ὑπὸ τῶν δημοσίων ὀργάνων, δὲν εἶναι παντάπασιν ἐντροπὴ, ὅταν λέγωμεν εἰς ποίαν κατάστασιν περιῆλθεν ἡ χώρα.

§58ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δι’ αὐτὴν εὐθύνονται πάντες οἱ ἀπὸ τοῦ 1862 διοικήσαντες τὴν Ἑλλάδα. Ὅλοι πρέπει νὰ δώσουν λόγον τῶν πράξεών των.

§59Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ κατάστασις αὕτη βεβαίως ἔχει προγενεστέραν τὴν ἀρχήν. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ὁ προορισμός μας εἶναι νὰ ἐρχώμεθα καὶ νὰ λέγωμεν, ὅτι εἴμεθα ἐλεύθεροι πολῖται, ὅτι ἔχομεν Συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ Ἡγεμόνα, εἰς τὰ ὦτα τοῦ ὁποίου δὲν ἔφθασαν τὰ λεγόμενα ἐνταῦθα καὶ τὰ γραφόμενα ἐν ταῖς ἐφημερίσι καὶ τὰ καταγγελλόμενα ὑπὸ τῶν πολιτῶν, νὰ λέγωμεν, ὅτι ἔχομεν Βουλήν, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν ἐπικρατεῖ ἡ αἰσχίστη δουλεία παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας; ποῖα μέτρα λαμβάνουσιν οἱ Ὑπουργοὶ ἐναντίον τῶν καταγγελλομένων πράξεων, αἵτινες ἀποδεικνύονται δι’ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, ἅτινα προσεκόμισαν οἱ κύριοι Ὑπουργοί; Οὐδεμία ἐνέργεια, οὐδεμία συγκίνησις! Ἀπάθεια Βουδιστῶν, φακιρισμὸς ἄξιος τῶν τεκέδων τῆς Ἀσίας! Καὶ ὅταν ἔχητε τοιαύτην Κυβέρνησιν, νομίζετε, ὅτι ἀνήκετε εἰς Πολιτείαν εὐνομουμένην καὶ συνταγματικήν; ἢ ἀνήκετε εἰς κανὲν Κράτος Ἰνδοῦ τινος Μαχαραγιᾶ; Εἶναι ἡ εἰκὼν ἀξία τῶν 116 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, αἵτινες δαπανῶνται διὰ νὰ ἔχωμεν διοίκησιν, δικαιοσύνην, ἀσφάλειαν; ἢ εἶναι εἰκὼν ἀληθοῦς ἀναρχίας; Ὅταν τοιαύτη παρίσταται ἡ εἰκὼν τῆς Πολιτείας ἡμῶν, νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ σιγῶμεν, καὶ ὅτι πράττομεν πρᾶξιν ἐθνωφελῆ, καλύπτοντες τὰ αἴσχη ταῦτα, καὶ ἀφίνοντες νὰ χειροτερεύῃ ἡ κατάστασις αὕτη; Ἐγὼ ἀπορῶ, πῶς ὑπάρχουσιν Ὑπουργοί, γευσάμενοι ἁπλῶς τοῦ πολιτισμοῦ, ἀνεχόμενοι νὰ ἦναι Ὑπουργοὶ τοιούτου Κράτους, καὶ θεωροῦντες ὡς μόνην ἱκανοποίησιν τῆς φιλοδοξίας των, ὡς μόνον ἰδανικὸν ἐντρύφημα, νὰ ἐξαπλῶνται μακάριοι ἐντὸς ἑνὸς ὑπουργικοῦ ὀχήματος, καὶ νὰ προσφωνῶνται ἐξοχώτατοι παρὰ τῶν ὑπηρετῶν των. Τέλος πάντων ἡ ἐξουσία ἔχει βεβαίως θέλγητρα, ἀλλ’ ἔχει αὐτὰ, ὅταν δύναταί τις νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἐξουσίαν, συντελῶν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν συμπολιτῶν του. Ἀλλ’ ὅταν βλέπωμεν Ὑπουργοὺς, τοὺς παρόντας, οὓς ἀπὸ μηνὸς καὶ πλέον προκαλοῦμεν νὰ φέρουν ἔγγραφα καταδεικνύοντα τὰς ἀχρειότητας τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως, Ὑπουργοὺς, εἰς οὓς καταγγέλλομεν ὡρισμένα πρόσωπα καὶ ὡρισμένας πράξεις, Ὑπουργοὺς γνωρίζοντας, ὅτι ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις δικαστικαὶ, ὅτι ἐκηρύχθησαν ἔκπτωτοι τῆς ἐξουσίας, ἣν ἐνήσκουν, ἀστυνόμοι, καὶ μάλιστα δι’ ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου χρονολογουμένων ἀπὸ τοῦ 1900, καὶ ἐν τούτοις μηδὲν πράττοντας, ἀλλ’ ἀνεχομένους νὰ ἐξακολουθῶσιν οἱ ἀστυνόμοι οὗτοι ὑφιστάμενοι καὶ διαπράττοντες τοιαύτας ἀτιμίας, ποίαν ἰδέαν θέλετε νὰ σχηματίσωμεν περὶ τῆς Πολιτείας ταύτης; Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἀδιαφοροῦσι διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ μίαν μόνον μέριμναν ἔχουσι, πῶς νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, διὰ νὰ κοιμηθῶσιν ἀνενόχλητοι, καὶ ὄχι ὡς κοιμῶνται κατὰ τὰς νυκτερινὰς ταύτας συνεδριάσεις. Νὰ τὸν πάρετε, Κύριοι, τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ νὰ διοικήσητε καὶ τὴν χώραν ὡς τοὐλάχιστον ὑπεσχέθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Γνωρίζομεν δὲ, ὅτι δὲν τὸν προώρισεν ἡ Θεία Πρόνοια διὰ μεγάλα ἔργα, ὡς ἔχει προορίσει τὸν κ. Βουλευτὴν Παρνασσίδος, ἀλλὰ τὸ ἔργον τῆς χρηστῆς διοικήσεως μᾶς τὸ ὑπεσχέθη. Ὅτε μάλιστα ἤκουσα αὐτὸν μετὰ τοσαύτης σεμνότητος ὑποσχόμενον χρηστὴν διοίκησιν, ἐνόμισα, ὅτι διὰ τὰς καταγγελολμένας ἐνταῦθα πράξεις καὶ τὰ ἐγκλήματα τὰ διαπραττόμενα οὐχὶ ὑπὸ κακοποιῶν στοιχείων, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, τῶν ἐντεταλμένων τὴν περιφρούρησιν τῆς ἀσφαλείας, τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν, ἐνόμισα, λέγω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς οὓς ἀπηυθύνοντο αἱ ἐπερωτήσεις ἐκεῖναι, ἤθελον σπεύσει νὰ φέρωσι τοὺς σχετικοὺς φακέλους, ὅπως γνωσθῇ ποῖα εἶναι τὰ διαπραχθέντα ἐγκλήματα, καὶ ποῖοι διέπραξαν αὐτὰ, καὶ ὅτι ἤθελον τιμωρήσει αὐστηρῶς καὶ παραδειγματικῶς τοὺς οὕτως ἀτιμάζοντας τὴν χώραν δημοσίους λειτουργούς. Ἀλλὰ, παρ’ ὅλας τὰς ὑποσχέσεις, βλέπω ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ διαδραματίζουσιν ἐνταῦθα ἀλλόκοτον πρόσωπον, καὶ ὅτι δὲν συναισθάνονται, ὅτι ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ προσκομίσωσι τὰ ζητούμενα ἔγγραφα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἀφοῦ εἶναι ὑπόδουλοι τῆς πλειονοψηφίας καὶ οὐδὲν δύνανται νὰ πράξωσι, νὰ δικαιολογήσωσι τοὐλάχιστον τὰ καταγγελλόμενα ὄργανα δι’ ὅσα τοῖς ἐπιρρίπτονται ἐγκλήματα. Διότι, ὅταν τοιαῦτα καταγγέλλωνται, οὐδεμία δὲ τιμωρία ἐπέρχηται, δὲν ἐπέρχηται δὲ ἀναίρεσις τῶν καταγγελλομένων, ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἐκλείπει, καὶ αὐξάνει ἡ ἀναρχία, αὐξάνει ἡ ταπείνωσις τοῦ φρονήματος καὶ ἡ ἀνανδρία, καὶ οὕτως ἔχομεν τὰ περίφημα ἀποτελέσματα, ἅτινα εἴδομεν ἐν τῷ πολέμῳ, τοὺς πολίτας μεταβαλλομένους εἰς φυγάδας. Διότι, ὅταν δὲν ἔχῃ τὴν συναίσθησιν τῶν καθηκόντων του καὶ τῶν δικαιωμάτων του ὁ πολίτης, δὲν δύναται νὰ ᾖναι οὔτε ἀγαθὸς πολίτης, οὔτε ἀνδρεῖος στρατιώτης. Διανύομεν, Κύριοι, πολιτικὸν βίον λίαν περίεργον! Ἠλευθερώθη τὸ Κράτος, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς ἐλεύθερον ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἐργαζόμενοι οἱ Ἕλληνες θὰ ἠδύναντο νὰ ἐκπληρώσωσι πόθους μεγαλειτέρους, καὶ ν’ ἀποβλέψωσι πρὸς σκοποὺς ὑψηλοτέρους. Ἀλλὰ τὸ ἐλεύθερον ἔδαφος ἐγένετο ἑστία ἁρπάγων καὶ κακοποιῶν στοιχείων, τὸ ἔδαφος, ὅπερ ἠλευθέρωσεν ἡ ἀνδρεία τῶν Ἑλλήνων, ἐγένετο χαλκεῖον, ἔνθα χαλκεύεται ἡ ταπείνωσις. Οὐδεὶς, ὅπως πρὸ μικροῦ εἶπον οἱ κύριοι συνάδελφοι, δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει ἀσφάλειαν τῆς ἰδιοκτησίας του, οὐδεὶς δύναται νὰ ᾖναι πράγματι ἐλεύθερος συνταγματικὸς πολίτης. Καὶ εἶπον πρὸ μικροῦ, ἀφοῦ εἷς πολιτικὸς Σύλλογος ἐκ Πατρῶν ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ζητεῖ ἀρωγὴν, ἡ κατάστασις φαίνεται, ὅτι εὑρίσκεται εἰς πολὺ χείρονα ἢ οἷαν φανταζόμεθα ἡμεῖς αὐτήν· ἀλλ’ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔχουσι σφραγίσει τὰ ὦτα αὐτῶν δι’ ἰσπανικοῦ κηροῦ, καὶ δὲν ἀκούουσι τὰς κραυγὰς ταύτας. Δὲν τὰς λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν...

§60ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὅπως δὲν θὰ τὰς λαμβάνητε καὶ σεῖς ὑπ’ ὄψιν, ὅταν γίνητε Ὑπουργός.

§61Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν μοὶ ἐπιφυλάσσηται τοιαύτη τιμὴ, ἀλλ’ ἐγὼ οὐδέποτε βεβαίως θὰ σφραγίσω τὰ ὦτά μου εἰς παραβάσεις ὀργάνων τῆς ἐξουσίας. Εἶπον, ὅτι αἱ κραυγαί μας δὲν φθάνουσι μέχρι τῶν Ὑπουργῶν· ἀλλ’ αἱ κραυγαὶ τῶν πολιτῶν καὶ αἱ διαδηλώσεις καὶ αἱ καταγγελίαι των καὶ τὰ δημοσιεύματα εἰς τὰς ἐφημερίδας δὲν φθάνουσι τέλος πάντων εἰς τὰ Βασιλικὰ ὦτα; Καὶ ἀφοῦ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν αἰσθάνεται νὰ μεριμνήσῃ πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ, ἡ Α. Μεγαλειότης φρονεῖ ἐπίσης, ὅτι εἶναι ἀνεκτὸν νὰ παραταθῇ ἡ κατάστασις αὕτη; ἀμέριμνος μένει καὶ ἡ Α. Μεγαλειότης πρὸς τὰς ἐπικλήσεις λαοῦ δυναστευομένου ἐν ὀνόματι αὐτοῦ; Εἶναι ἀληθῶς περίεργον τὸ Κράτος ἡμῶν! Σήμερον διεξάγεται δίκη ἐναντίον ἀνθρώπου, ὅστις διηύθυνε τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐπὶ 5 ἢ 6 ἔτη, καὶ ἀποκαλύπτονται αἴσχη ἐπὶ αἰσχῶν, ἐγκλήματα ἐπὶ ἐγκλημάτων, κακοήθειαι ἐπὶ κακοηθειῶν, καὶ ὅμως λέγεται, ὅτι ὁ Διευθυντὴς οὗτος τῆς ἀστυνομίας ἀπελάμβανε καὶ ὑψηλοτέρας προστασίας!...

§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μόνον ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος ἦτο Διευθυντής.

§63Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Φαντασθῆτε λοιπὸν, ἐὰν ἦτο ἐπὶ 5 ὁλόκληρα ἔτη, τί ἤθελε διαπράξει, ἀφοῦ ἐπὶ ἓν ἔτος τοσαῦτα διέπραξεν! Ὅταν οὕτω προστατεύωνται οἱ τοιαῦτα πράττοντες, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία· αἱ συζητήσεις θὰ γίνωνται ἐπὶ ματαίῳ, καὶ δὲν θὰ ἔχωσιν ἄλλην ἀξίαν ἢ μιᾶς ἁπλῆς διαμαρτυρίας ἐναντίον τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως. Ἐγὼ βεβαίως οὐδεμίαν ἔχω ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ διόρθωσίς τις, ἔχω δὲ πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ φωναὶ ἡμῶν οὐδεμιᾶς θὰ τύχωσι προσοχῆς οὔτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως οὔτε παρὰ τοῦ Ἄνακτος· θὰ εὕρωσιν ὅμως ἠχὼ εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ λαοῦ. Καὶ ἔχω καὶ μίαν ἄλλην πεποίθησιν, καὶ ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀνάμνησίν τινα τῆς νεανικῆς μου ἡλικίας, ὅτε ἔζων μακρὰν τῆς πατρίδος μου, ὅτι εἰς ἀπολυταρχικὸν Κράτος συνελήφθη πολίτης καὶ ἐδάρη ὑπὸ ἀστυνόμου· ἦτο δὲ οὗτος δημοσιογράφος... (διάλογοι)

§64Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουσι δίκαιον οἱ κ. Βουλευταὶ νὰ ἀσχάλλωσι, διότι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπουσιάζουσι. Τοῦτο ὅμως ἀποδεικνύει περιφρόνησιν πρὸς τὴν Βουλήν, ἣν δὲν περιεφρόνησαν οὔτε ὁ Τρικούπης, οὔτε ὁ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς ἢ ἄλλος τις.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.

§66Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. .. Ὁ δημοσιογράφος λοιπὸν ἐδάρη ἀνηλεῶς ὑπὸ ἀστυνόμου τινός· ἐγένετο καταγγελία πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἀστυνομίας, ὅστις ἦτο στρατηγός, ἀλλ’ οὐδεμία θεραπεία ἐπῆλθεν· ὁ ἐγκληματήσας ἀστυνόμος ἔμεινεν ἐλεύθερος, καὶ ἐξηκολούθει τὴν ὑπηρεσίαν του! Τότε, οὐχὶ ἀνήρ, ἀλλὰ νεαρὰ γυνὴ μετέβη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἀστυνομίας καὶ πυροβολήσασα αὐτὸν τὸν ἐφόνευσεν, ὑποδείξασα κατὰ τίνα τρόπον δέον νὰ φέρωνται πρὸς τοιούτους Ὑπουργοὺς οἱ πολῖται (θόρυβος). Ἀγαπῶ ἐξαιρετικῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὃν ἀπὸ χρόνων μακρῶν ἔχω προσωπικὸν φίλον, καὶ θὰ λυπηθῶ, ἐὰν συμβῇ τοιοῦτόν τι εἰς αὐτόν...

§67Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αἱ γυναῖκες τὰ ἔχουν καὶ μαζύ του διὰ τὰ καπέλλα! (ἱλαρότης).

§68Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι οὐδέποτε θέλει διορθωθῆ τὸ ὑφιστάμενον κακόν, ὅτι δὲν θέλει ληφθῆ πρόνοια, ὅπως παγιωθῇ ἡ τάξις εἰς τὴν χώραν, ὅπως ἐπανακτήσῃ καὶ ὁ πολίτης τὰ δικαιώματά του, καὶ ἀντιληφθῇ τὰ καθήκοντά του, ἐφ’ ὅσον ἐξ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ δὲν ἐξέρχεται ἡ ἐκδίκησις ἐναντίον τῶν κωφευόντων Ὑπουργῶν ἢ τῶν ἀνεχομένων τὴν ἀχρειότητα αὐτὴν τῆς διοικήσεως. Ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅμως, ὅτι μέλλει νὰ συμβῇ ἡμέραν τινὰ τὸ τοιοῦτον. Ὅτε, Κύριοι, κατὰ τὴν 8 Νοεμβρίου εἶδον ἐπαναστάντα τὸν Ἀθηναϊκὸν λαόν, ἐλυπήθην μὲν διὰ τὰ γενόμενα, ᾐσθάνθην ὅμως κρυφίαν εὐχαρίστησιν, διότι εἶδον τὸν λαὸν τοῦτον ἀναλαμβάνοντα τὴν διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων αὑτοῦ, καὶ ὅτε εἶδον, ὅτι πρὸ τῆς ὁρμῆς τῶν ἱππέων καὶ τῶν λογχῶν τῶν στρατιωτῶν ἀντέτασσον τὰς ῥάβδους, ἔχαιρον, διότι ἔβλεπον, ὅτι ὁ λαὸς αὐτὸς δὲν ἐξεφυλίσθη, ἀλλὰ διατηρεῖ ἀκόμη τὰς ἀρετὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι διέκρινον ἄλλοτε αὐτὸν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ ὑπερεκχειλίσῃ τὸ ποτήριον, καὶ τότε πὺξ καὶ λὰξ θ’ ἀποβάλωσι τὴν Κυβέρνησιν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὕτη, καὶ θὰ τὴν ἐκδιώξωσι καὶ ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἀπὸ τῶν ὑπουργικῶν καταστημάτων, ὅπως ἐγκαταστήσωσιν ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι νὰ δυνηθῶσι νὰ καταστήσωσι πραγματικῶς σεβαστὰ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, αἱ ὁποῖαι νὰ δυνηθῶσι νὰ δώσωσι καὶ ἀστυνομίαν καὶ ἀσφάλειαν καὶ διοίκησιν καὶ δικαιοσύνην εἰς τὸν λαόν, τοῦ ὁποίου τὸ μαρτυρολόγιον τοσοῦτον ἠκούσατε διεκτραγῳδούμενον ἐνταῦθα. (Εὖγε! εὖγε!).

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Θεόδωρος Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.

§70Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Πεντήκοντα φορὰς ἴσως κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ἦλθον ἐν τῇ Βουλῇ τοιαῦτα ζητήματα, καὶ ἀκούονται φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἐναντίον τῆς ἀστυνομίας· ὅπως δὲ εἶναι ἑπόμενον, καὶ ἐπειδὴ συνδέεται ἡ ὅλη Διοίκησις, ἔρχεται καὶ ἡ Δικαιοσύνη, ὅπως γένηται ὑπόδικος καὶ αὐτή. Ἐκ τῶν συζητήσεων ὅμως αὐτῶν οὐδέποτε εἶδον νὰ προέκυψέ τι καλόν· οὐδέποτε ἐγένοντο συζητήσεις ἄξιαι τῆς Βουλῆς, ἄξιαι τῆς ἀποστολῆς καὶ τῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· εἶναι συζητήσεις Συλλόγου, οὔτε Συλλόγου μάλιστα, διότι καὶ οἱ Σύλλογοι ἀκόμη ἀναζητοῦσι τὴν ἐξεύρεσιν τῶν αἰτίων καὶ τῶν μέσων πρὸς θεραπείαν, ἐνταῦθα ὅμως δὲν γίνεται οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἕτερον. Δὲν θέλω μὲ τοῦτο νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχουσι δίκαιον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καταφέρονται κατὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ καθεστῶτος, διότι τῷ ὄντι εἶναι πολλὰ τὰ ἔκτροπα, τὰ ὁποῖα διέπραξε καὶ διαπράττει τὸ καθεστὼς αὐτό· τοῦτο ὅμως ἦτο ἑπόμενον, καὶ οὐδόλως πρέπει νὰ μᾶς ταράττῃ. Ἀπεσπάσαμεν ἀνθρώπους ἀπὸ τοὺς διευθέτας τῶν πυροβόλων, ἀπὸ τὰς ἴλας τοῦ ἱππικοῦ, ἀπὸ τὸ πεζικόν, καὶ τοὺς ἐθέσαμεν ἀστυνόμους, ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν συνηθισμένοι νὰ ὑπακούουν καὶ ὑπακούωνται, νὰ ὑπακούουν εἰς ἀνωτέρους καὶ νὰ ὑπακούωνται ὑπὸ κατωτέρων. Ἀλλ’ ἡ ἀστυνομία δὲν εἶναι τοῦτο. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν πρώτην παρατήρησιν τοῦ πολίτου: «διατὶ, κύριε ἀστυνόμε, ἔκαμες τοῦτο;» ἡ ἀπάντησις εἶναι ῥάπισμα. Εἶναι ἑπόμενον τοῦτο· ἔγκειται εἰς τὴν ἀγωγὴν τοῦ στρατιώτου, εἰς τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ. Τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία κατέδειξεν ἔκτοτε, καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος πρῶτος ἠθέλησε νὰ διορθώσῃ τὸ πρᾶγμα, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι τὸ Ἀρχηγεῖον, ἀποτελοῦν δύναμιν ἀνεξάρτητον ἐν τῷ Κράτει, ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπταιε· προέτεινε λοιπὸν τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, καὶ κατηργήθη. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦτο αἱ διαμαρτυρίαι δὲν ἔπαυσαν οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν, καὶ τὰ ἔκτροπα ἐξηκολούθησαν καταγγελλόμενα καθ’ ἡμέραν· καὶ ᾐτιῶντο τὴν τότε Κυβέρνησιν καὶ τοὺς Ὑπουργούς, ἐνῷ δὲν ἦσαν ἔνοχοι οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε οἱ Ὑπουργοί· ἔνοχον ἦτο τὸ σύστημα. Μετὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς προέτεινε σύστημα ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον καὶ ἐψηφίσθη, ἦτο δέ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μικτή τις ἀστυνομία, χωροφυλακοδημοτική· χωροφυλακὴ εἰς τὰς πόλεις τὰς μεγάλας, δημοτικὴ εἰς τὰς μικροτέρας. Τὸ σύστημα αὐτὸ ἐψηφίσθη, ἀλλὰ δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως· καὶ βεβαίως, διὰ νὰ μὴ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν, σημαίνει ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, τοῦ ὁποίου ἡ πεῖρα εἶναι γνωστή, διεῖδεν, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθόν, ὅτι δὲν εἶχεν ἐξεύρει ἐκεῖνο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπέσχετο, ἂν οὐχὶ τελείαν ἀστυνομίαν, ἀλλὰ βελτίωσιν τοὐλάχιστον τῆς ὑπαρχούσης ἀστυνομίας καὶ περιορισμὸν τῶν καταχρήσεων αὐτῆς. Ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πρώην Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε σύστημα ἀστυνομικὸν, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἦτο μᾶλλον διοικητικὴ ἀστυνομία. Ἀλλὰ, καίτοι τοῦτο ἐψηφίσθη καὶ ἐκυρώθη, δὲν ἐφηρμόσθη. Ὑποθέτω ὅτι, ἐκτὸς τῶν οἰκονομικῶν λόγων, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς δὲν ἠθέλησε νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὸν νόμον, διότι κατεῖδεν, ἐν τῇ χαρακτηριζούσῃ αὐτὸν ὀξυδερκείᾳ, ὅτι ἀστυνομίαι καὶ συστήματα ἀστυνομικὰ δὲν διαπλάττονται ἐκ τοῦ προχείρου. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀστυνομίαν, λαμβάνοντες δικηγόρους, γραφεῖς Δικαστηρίων, χωροφύλακας κλπ. καὶ ἀναθέτοντες εἰς αὐτοὺς τὴν πρόληψιν τῶν ἐγκλημάτων.

§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦσαν ἀμελέτητα αὐτά.

§72Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὅλα ἦσαν ἀμελέτητα, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν. Δὲν ἔχομεν, Κύριοι, τὸ κατάλληλον ὑλικόν. Ἠκούσατε, τί καταγγέλλονται ἐντεῦθεν· καταγγέλλονται χωροφύλακες ζητοῦντες νὰ ἀτιμάσωσι γυναῖκας, χωροφύλακες θέτοντες πέτρας ἐπὶ τοῦ στήθους τῶν ἀνθρώπων, ἢ κρεμῶντες ἀνθρώπους ἀνάποδα κτλ. Ἀλλὰ τί εἶναι οἱ χωροφύλακες; Δὲν ἤμεθα εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Ὄθωνος, ὅτε ἡ χωροφυλακὴ ἀπετέλει σῶμα πάγιον καὶ μισθωτόν· ἡ χωροφυλακὴ σήμερον ἀποτελεῖται ἀπὸ τέκνα τοῦ λαοῦ, εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται νὰ ὑπηρετήσουν τὴν στρατιωτικὴν αὐτῶν θητείαν, καὶ μετὰ τρεῖς ἢ ἕξ μῆνας ἀποσπῶνται εἰς τὴν χωροφυλακήν. Διατὶ διαπράττουν αὐτὰ τὰ ὄργια; Διατὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κραυγάζουν ἐναντίον τῶν ἀστυνόμων σήμερον, ὅτι δέρουν, ἀτιμάζουν, κρεμοῦν, μωλωπίζουν, αὔριον πράττουν τὰ ἴδια, ὅταν γίνωνται αὐτοὶ ἀστυνομικὰ ὄργανα; Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις ἀνατροφῆς οἰκογενειακῆς τε καὶ πολιτικῆς. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν καταστάσει ἀστυνομικὰ καθεστῶτα δὲν δημιουργοῦνται, διότι μόνον ὁ Θεὸς ἐδημιούργησεν ἐκ τοῦ μηδενός· ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἀστυνομίαν, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ μελετήσωμεν ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ, καὶ ὄχι, ὅταν ἡ μία πτέρυξ παρουσιάζῃ ἀστυνομικὸν νόμον, ἡ ἄλλη νὰ κωλυσιεργῇ πάσῃ δυνάμει, διὰ νὰ τὸν ἀποκρούσῃ, ἀλλὰ καὶ αἱ δύο πτέρυγες πρέπει νὰ σκεφθῶσι περὶ ἀστυνομικοῦ συστήματος, νὰ προσπαθήσωμεν ὄχι ὅπως ἐξεύρωμεν τέλειόν τι, ἀλλ’ ὅπως ἐξεύρωμέν τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἦναι ἀνεκτόν. Καὶ οὕτως ἐπιλύονται τὰ ζητήματα, καὶ οὐχὶ δι’ ὕβρεων, ὕβρεων ἐναντίον τοῦ στρατοῦ, ὕβρεων ἐναντίον τῆς Δικαιοσύνης, ἐναντίον τῆς Διοικήσεως, ἐναντίον τῆς Ἀστυνομίας· διότι τότε τί ἀπομένει πλέον, Κύριοι, σεβαστόν; Ἡμεῖς ἐδῶ μέσα! Λοιπόν, ἀφοῦ παραδέχεσθε, ὅτι εἶναι πολλά, τὰ ὁποῖα λείπουν, βεβαιωθῆτε, ὅτι μόνον διὰ καλῆς θελήσεως καὶ συμπνοίας δυνάμεθα νὰ δημιουργήσωμεν κἄτι τι, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ πράξωμεν κατὰ τὸ ἐνόν.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.

§74Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§75ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Λυποῦμαι, διότι ἦτο χθὲς ἀπὼν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἄλλως θὰ ἔβλεπεν, ὅτι ἡ μόνη μομφή, ἡ ὁποία ἀπεδόθη, ἦτο, ὅτι οἱ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ Ἕλληνες δὲν εἶχον κάμει τὸ καθῆκόν των, ὅτι δὲν εἶχον ἀποστείλει ποσὰ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην ἐγὼ νὰ ἀναφέρω, ὅτι ἐκ Λονδίνου τοὐλάχιστον ἀπεστάλη ὡρισμένον ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζον. Οὐδεμία δὲ μομφὴ ἐκ μέρους ἐμοῦ ἀπεδόθη οὔτε εἰς πολιτικὸν πρόσωπον, οὔτε εἰς ἄλλο, ὅτι κατεχράσθησαν χρήματα.

§76Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§77Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἦσθε χθὲς παρών, καὶ ἐντεῦθεν ἐπῆλθε παρεξήγησις· παρεστάθησαν τάχα τὰ πράγματα πρὸς ὑμᾶς ἄλλως; ἢ ἡρμηνεύσατε αὐτὰ ὑμεῖς οὕτως ἐκ τῶν δημοσιευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο; Δὲν ἐπρόκειτο οὔτε περὶ ὑμῶν, οὔτε περὶ ἐμοῦ, οὔτε περὶ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ φίλου καὶ συναδέλφου μου κ. Σκουζέ, ὁ ὁποῖος συνειργάζετο μετ’ ἐμοῦ, οὔτε περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος συνειργάσθη μεθ’ ὑμῶν· ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῶν εἰσπράξεων, τὰς ὁποίας ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ὁμογενεῖς καὶ μὴ ὁμογενεῖς ἀπέστειλαν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμπάκας εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἐγνώριζε καὶ τοῦ ὁποίου αὐτὸς ἀντελήφθη, ὅτι 36,000 λιρῶν ἀγγλικῶν ἐστάλησαν ἐξ Ἀγγλίας εἰς δύο δόσεις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐνεθυμούμην τὸ γεγονός· ἠρώτησα τὸν κ. Σκουζὲν, ἂν ἐνθυμεῖται, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς δὲν ἐνεθυμεῖτο. Κατὰ συνέπειαν ἡμεῖς ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ἐντὸς τῆς αὔριον, σήμερον δηλαδὴ, νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς κατάλογον τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν· ἠδύνατο δὲ νὰ ἀνεύρῃ τὰς πληροφορίας ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ κατεχωρίσθησαν αἱ ἀναφοραὶ τῶν προξένων, διὰ τῶν ὁποίων ἐστέλλοντο τὰ χρήματα. Προσέτι δὲ νὰ ἀνακοινώσῃ καὶ τὴν πληροφορίαν, τί ἐγένοντο τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν; Ἐστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν; ἐστάλησαν εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον; Ποίαν διεύθυνσιν ἔλαβον; Ἀλλ’ ὁ λόγος οὗτος παρέσυρε τὴν συζήτησιν καὶ εἰς διαχείρισιν ἄλλην, οὐχὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς διαχείρισιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι, αὐτοῦ πρωθυπουργοῦντος, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνέστησεν ἐπιτροπὴν ἐξ ἐλεγκτῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἐξ ἑνὸς ἐφέτου, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· καὶ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις καὶ ἐδημοσιεύθη, καὶ ἡ ὁποία νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῶν τότε ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ διαφωτισθῇ ἡ ὑπόθεσις περισσότερον ἐπὶ διαφόρων σημείων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀσαφῆ καὶ σκοτεινὰ, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἔπρεπε νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἐξετάσῃ, τί ἐγένοντο τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον κατατεθῆ ἔν τινι Τραπέζῃ τῶν Ἀθηνῶν, ἐκ 200 καὶ πλέον χιλιάδων δραχμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εὑρέθησαν μὲν ἐν τῇ εἰρημένῃ Τραπέζῃ, ἀλλὰ μετά τινα καιρὸν ἡ Τράπεζα ἰσχυρίσθη, ὅτι τὰ εἶχεν ἐμβάσει εἰς τὸ Credit Lyonnais. Ἦτο δὲ εὔκολον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μάθῃ, ἂν εἶχον ἐμβασθῆ εἰς τὸ Credit Lyonnais, ἢ ἂν δὲν εἶχον ἐμβασθῆ...

§79Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ κατ’ αἴτησιν τίνος;

§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, δὲν ἐξεφράσθην τάχα καλῶς; ἢ δὲν μὲ ἐνοήσατε; Ἐγὼ ὁμιλῶ εὐκρινῶς· ἀλλ’ ἴσως εἶσθε μακρὰν καὶ δὲν ἀκούετε, συνηθίζετε δὲ νὰ διακόπτητε, καὶ σᾶς συνιστῶ, τὸ σύστημα αὐτὸ νὰ τὸ παραιτήσητε, διότι φέρει χασμῳδίαν εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς. Εἶναι συμφέρον τῆς Βουλῆς νὰ μὴ διακόπτωνται οἱ ἀγορεύοντες ὑπὸ διακοπῶν, αἱ ὁποῖαι πολλάκις δὲν ἔχουσι καμμίαν ἔννοιαν. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐπαναλάβω. Καὶ ἦτο δυνατὸν εἰς τοὺς διοικοῦντας νὰ ἐξετάσωσι καὶ μάθωσιν, ἂν τὰ χρήματα ταῦτα ἐστάλησαν εἰς τὸ Credit Lyonnais, καὶ νὰ προβῶσιν εἰς κατάσχεσιν τῶν χρημάτων τούτων, καὶ νὰ εἰσαγάγωσιν αὐτὰ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅπως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κανονίσῃ, πῶς ἤθελον διατεθῆ ταῦτα· ἐὰν ἤθελον συγχωνευθῆ μετὰ τοῦ ἄλλου δημοσίου θησαυροῦ, ἢ ἂν ἤθελον διατεθῆ δι’ ὡρισμένους σκοπούς. Τοῦτο δὲ ἦτο τοσοῦτον ἀναγκαῖον, καθόσον κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους—καὶ δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τὰς χρονολογίας — ἐγὼ ἔλαβον πληροφορίας, ὅτι ἀντικείμενα πολέμου, ὄργανα πολέμου εἰσήχθησαν πολλὰ ἐνταῦθα, τὰ ὁποῖα ἀπετέθησαν εἰς τὰς ἀποθήκας ἑνὸς Συλλόγου, δὲν ἠξεύρω ποίου. Ὅλα ταῦτα νομίζω, ὅτι παρεῖχον τὸ δικαίωμα εἰς πάντας ἡμᾶς νὰ ἐρωτήσωμεν: ἐγένετό τι τούτων; καὶ ἂν ἐγένετο, ποῖον ἐπῆλθεν ἀποτέλεσμα; Διότι συμφέρον ἔχει καὶ ἡ δημοσία τάξις, τῆς ὁποίας ἐπιμελήτρια εἶναι ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ χώρα συμφέρον ἔχει νὰ μὴ μένῃ ἀμέριμνος, ὅταν κρύφα ἀποθηκεύωνται μέσα ἢ ὄργανα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ἡμέραν τινὰ εἰς διατάραξιν τῆς δημοσίας τάξεως.

§81Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα ἀγορεύοντος τοῦ ἐντίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, δὲν ἦτο ἄσκοπος. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι, τί ἐγένοντο τὰ χρήματα, διὰ νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἤθελε συμπληρωθῆ ἡ ἔρευνα, ἐὰν ἐζητεῖτο καὶ παρὰ τίνος ἐστάλησαν τὰ χρήματα εἰς τὸ Credit Lyonnais, καὶ ἐν ὀνόματι τίνος τὰ ἀνέλαβε τὸ Credit Lyonnais, διότι τὰ χρήματα δὲν ἐστάλησαν ἀνωνύμως. Διὰ τῆς ἐξακριβώσεως τούτου ἤθελε δοθῆ μία περισσοτέρα ἔνδειξις, ἵνα ἐξευρεθῇ, ποῖοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὰ χρήματα, ποῖοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰ κατέθεσαν, ποῖοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰ ὑπεξῄρεσαν, ἀποσύραντες αὐτὰ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ ἐρώτησίς μου λοιπὸν δὲν ἦτο ἄσκοπος.

§82Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ διασαφήσω τὰ πράγματα· διότι ἐγὼ ἔφερα τὴν ἐπερώτησιν. Ἡ ἱστορία τοῦ ζητήματος ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὅτε κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέθεσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ καταστήματος Πρεσβείας ἐν Βουκουρεστίῳ, ἀνεὗρον μεταξὺ τῶν ἐγγράφων καὶ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον διελάμβανε τὰ ἀκόλουθα· ὅτι οἱ ὁμογενεῖς ἐκ Ρουμανίας ἀπέστειλαν εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸν πόλεμον 600,000 φράγκα χρυσᾶ. Ἐζήτησα λοιπὸν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν εἰσήχθησαν τὰ χρήματα ταῦτα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἂν πράγματι ἀπεστάλησαν 600,000 φράγκα ἐκ Ρουμανίας. Ἐκτὸς δὲ τούτων, τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμπάκας, ὅτι οἱ ὁμογενεῖς κατέθεσαν πολλὰ χρήματα, καὶ προσέθεσεν, ὅτι αὐτός, ὑπάλληλος ὢν τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας ἐν Λονδίνῳ, ἐνθυμεῖται, ὅτι ἀπεστάλησαν ὑπ’ αὐτῆς 36,000 λίραι, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἦτο εὔκολον νὰ ἐξακριβωθῇ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Καὶ οὐδεὶς ἀμφέβαλλεν, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα, αἱ 36,000 λίραι, εἰσήχθησαν εἰς τὸ ταμεῖον, καθόσον μάλιστα ὁ κ. Βουλευτὴς διεβεβαίωσεν, ὅτι ἐλήφθη καὶ ἔγγραφον εἰς τὴν Πρεσβείαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι πράγματι τὰ χρήματα ταῦτα τὰ ἔλαβεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Δὲν ἐπρόκειτο ὅμως περὶ τούτου. Ἐγὼ ἐζήτησα πληροφορίας γενικῶς, πόσα χρήματα εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, οὐχὶ διότι ὑπῆρχεν ὑπόνοιά τις, ὅτι χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον Ἕλληνες Ὑπουργοί, ἦτο δυνατόν ποτε νὰ τὰ καταχρασθῶσι· τοιαύτη ὑπόνοια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ οὐδ’ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, οὐδ’ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, διότι εὐτυχῶς δὲν ὑπάρχει παράδειγμα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, ὅτι Ἕλλην Ὑπουργὸς κατεχράσθη ποτὲ χρήματα. Ἀλλ’ ἄλλο ἐζήτησα ἐγώ, κύριε Πρόεδρε. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, χθὲς, ὁμιλῶν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, περὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς γενομένης ὑπὸ ἐπιτροπῆς διορισθείσης παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ἔλεγον, ὅτι μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν ἀπεκαλύφθη, ὅτι εὑρίσκοντο 220,000 δραχμαὶ κατατεθειμέναι εἰς τὴν Τράπεζαν τῶν κυρίων Βαλαωρίτου καὶ Μαύρου, ὅτι, ὅτε ἐγνώσθη τὸ πρᾶγμα ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει ἡ ἐπιτροπή, ἡ διορισθεῖσα ὅπως ἐξελέγξῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, πρὸς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν, ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ διὰ τοῦ προέδρου αὐτῆς, τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τυρνάβου κ. Λιμπρίτου, ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐγνώριζεν εἰς αὐτὸ, ὅτι χρήματα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἀνερχόμενα εἰς 220,000 δραχμὰς, εὑρίσκοντο εἰς χεῖρας τῶν τραπεζιτῶν κυρίων Βαλαωρίτου καὶ Μαύρου, καὶ παρεκάλει νὰ σπεύσῃ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐνεργήσῃ τὰ νόμιμα καὶ κατάσχῃ τὰ χρήματα ταῦτα. Τότε εἰς ἡμᾶς ἐδόθη ἡ ἀκόλουθος πληροφορία· ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐνήργησε νὰ λάβῃ τὰ χρήματα, — Ὑπουργὸς δὲ τότε τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἦτο ὁ ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κύριος Τριανταφυλλάκος, ἦτο Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Τόμαν — ἐπληροφορήθημεν δὲ τότε, ὅτι μετέβη εἰς τὴν Τράπεζαν τῶν κυρίων Βαλαωρίτου καὶ Μαύρου ἓν παιδάκι, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἓν χαρτί, ὅπερ ἔλεγε: «πληρώσατε τὰς 220,000 δραχμάς». Τὸ χαρτὶ αὐτὸ δὲν εἶχε καμμίαν ὑπογραφήν, ἀλλὰ μόνον τὴν ἐρυθρᾶν σφραγῖδα. Αὐτὴ ἦτο ἡ πληροφορία, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐλέχθη μάλιστα τότε, — καὶ λέγω ἀπεριφράστως τὸ πρᾶγμα αὐτὸ — ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Τόμαν ἐτύγχανεν ὢν μέλος ἐπιφανὲς τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ὅτε ἔλαβε τὴν πληροφορίαν παρὰ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἔσπευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ὅπως ἀποσύρῃ τὰ χρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον σταλῆ εἰς τὸ Credit Lyonnais, διότι ἐστάλησαν πολὺ ἀργότερον, ἀφ’ οὗ εἶχε πέσει ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς.

§83ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὥστε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, δὲν εἶναι ἀληθὲς καθ’ ὑμᾶς;

§84Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν λέγω, ὅτι εἶπεν ἀνακριβῆ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς· ἀκριβέστατα εἶπεν ὅσα ἀντελήφθη. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς τὸ ἀποθανὸν ἐκεῖνο πρόσωπον, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαπράξῃ πρᾶξιν ἐπιλήψιμον, ἀναντιρρήτως εἶπεν, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα ἐστάλησαν εἰς τὸ Credit Lyonnais, ὅπου δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ τὰ κατάσχῃ. Εἰς ἡμᾶς ὅμως κατηγγέλθη, καὶ ἐξηκριβώθη τὸ πρᾶγμα, ὅτι εὑρίσκοντο τὰ χρήματα εἰς τοὺς τραπεζίτας, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, καὶ ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διεβίβασε τὴν εἴδησιν ταύτην ἐκεῖ, καὶ τὰ χρήματα ἀπεσύρθησαν, καὶ ἀπεσύρθησαν καθ’ ὃν τρόπον σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου. Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν εἶχε διορίσει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μέγιστα ποσὰ ἐξωδεύθησαν ἐκ τῶν 2,000,000, τῶν εἰσπραχθέντων ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὅτι δηλαδὴ οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι στρατηγοὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, οἱ ὁποῖοι ἔφερον περίφημα ὀνόματα, ἠρτυμένα ἐκ τοῦ ὀψολογίου τῶν τελευταίας τάξεως μαγειρείων, ὁ Γιαχνῆς, ὁ Κοκορέτσης, ὁ Μπρούφας, ὁ Πατσαβούρας, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖα ἄλλα ὀνόματα, ἐξώδευσαν ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐδόθη καμμία λογοδοσία, δὲν ὑπάρχει ἔγγραφον κατατεθειμένον, πόσα καὶ ὑπὸ τίνων ἐλήφθησαν.

§85Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ γραφῇ λογοδοσία εἰς τοιαύτας περιστάσεις;

§86Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν χρημάτων τούτων, ἔλεγεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ὑπῆρχον καὶ ἕτερα χρήματα, συλλεχθέντα παρ’ ἄλλων εἰς τὴν Αἴγυπτον πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν, καὶ κατατεθέντα ἐκεῖ. Τὰ χρήματα δὲ ταῦτα, ὡς ἔλεγεν ἡ ἔκθεσις ἐκείνη, ἀνήρχοντο εἰς πολλὰς χιλιάδας λιρῶν. Περὶ τῶν χρημάτων τούτων οὐδεὶς ἐγένετο λόγος. Ὑπῆρχε μάλιστα καὶ ἑτέρα πληροφορία, ὅτι 6,000 λίραι ἢ 7,000 ἀπεστάλησαν διὰ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα. Ἐζήτησεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία νὰ τὰς λάβῃ, ἀλλ’ ὁ Βασιλεύς, πολὺ καλῶς πράττων, δὲν ἔδωκεν αὐτὰς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν. Οὐδὲ περὶ αὐτῶν ὑπάρχει εἴδησις, ἂν εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ὅλα ταῦτα εἶχον ἀναγγείλει ἐνταῦθα, καὶ εἶχον ζητήσει πληροφορίας· καὶ μετὰ τὴν συζήτησιν τὴν γενομένην, μετὰ τὰ γραφέντα εἰς τὰς ἐφημερίδας, μετὰ τὴν δυσπιστίαν, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐνόμιζον, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν ἤθελον σπεύσει νὰ καταθέσωσι τὰς ζητουμένας πληροφορίας, ὅπως καθησυχάσῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία.

§87ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὔτε ἡ Βουλή, οὐδὲ ἡ κοινωνία ἔχει ἀνάγκην νὰ καθησυχάσῃ, ἀφοῦ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν κατὰ τὸν πόλεμον, εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ τὰ ποσὰ εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1897, ἀνερχόμενα περίπου εἰς δρ. 1,600.000 εἰς χρυσὸν καὶ περὶ τὰς 400,000 δραχμὰς εἰς γραμμάτια. Ἀλλὰ μολονότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ σπεύσωμεν νὰ καθησυχάσωμεν τὸ κοινόν, ἐν τούτοις, μόλις περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἡμῶν ἡ χθεσινὴ ἐρώτησις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, ἐσπεύσαμεν νὰ καλέσωμεν τὸν κεντρικὸν ταμίαν καὶ παρκαλέσωμεν αὐτὸν νὰ ἑτοιμάσῃ πίνακα τῶν εἰσφορῶν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, καὶ ἐκτυπώσῃ αὐτόν. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι, ἂν οὐχὶ αὔριον, ἀλλὰ τὴν Δευτέραν θέλει κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκτετυπωμένος ὁ πίναξ, ἄνευ ὀνομάτων. Τὰ μέρη, ἐξ ὧν προέρχονται τὰ χρήματα, δὲν δύνανται νὰ ᾖναι ἐν τῷ πίνακι· πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν ἀπαιτεῖται ἱκανὸς καιρός. Ἀλλ’ ἐγένετο λόγος εἰδικώτερον περὶ μεγάλου ποσοῦ, πεμφθέντος ἐκ Λονδίνου· ἐπειδὴ δὲ ὁ κεντρικὸς ταμίας δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἀμέσως τὴν πληροφορίαν, ἐζητήσαμεν νὰ ἀνεύρωμεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ παρήγγειλα εἰς ἕνα τῶν ὑπαλλήλων ν’ ἀναζητήσῃ τὰ ἔγγραφα· εὑρέθησαν δὲ πράγματι ὡς σταλέντα ἐκ Λονδίνου ποσὰ, ἀνερχόμενα εἰς 28,000 περίπου λίρας. Ἡ ἔρευνα ἐγένετο περὶ τὴν 3ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐξακολουθήσῃ μέχρι τῆς ἑσπέρας. Ὅταν συλλεχθῶσι πᾶσαι αἱ πληροφορίαι, θέλω σπεύσει νὰ τὰς καταθέσω πάσας εἰς τὴν Βουλήν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τῶν 220,000 δραχμῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, περὶ τῶν ὁποίων ἐπηρώτησε χθὲς ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, ἱκανὴ ἀπάντησις εἶναι τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις ἐβεβαίωσεν, ὅτι, ὅτε ἦτο Πρωθυπουργός, ἐζήτησε καὶ ἔλαβε πληροφορίας, ὅτι τὰ χρήματα ἐκεῖνα εἶχον σταλῆ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δὲν εἶναι δὲ γνωστόν, τί ἐγένοντο, ἀλλ’ οὔτε ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὴν ἐμὴν προεδρίαν, νὰ προβῇ εἰς κατάσχεσιν τῶν χρημάτων, ἀφοῦ ἐκεῖνα δὲν εὑρίσκοντο ἐν Ἑλλάδι.

§88ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄν, Κύριοι, εἶχον νομίσει ὀρθὸν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἤθελον ἀποφύγει ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐκ τρίτου εἰσήχθη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἰς τὴν Βουλήν· ἤθελον δ’ ἀποφύγει, διότι ἀπεδείχθη καὶ ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι μακρᾶς συζητήσεως λόγοι, ἐξερχόμενοι τῆς αἰθούσης ταύτης, ὑπόκεινται εἰς ποικίλας διαστροφὰς, ἐξ ὧν δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ βλάβη εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐνόμισεν ὀρθόν, ἴσως διότι περιέμενε καὶ ἑτέρας πληροφορίας, νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ διὰ τοῦτο ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου ἠναγκάσθη νὰ λάβῃ τὸν λόγον, προκαλέσας πάντας ἐκείνους, οἵτινες χθές, εἴτε ἐκ προθέσεως, εἴτε ἐκ περιστάσεως, ἔλαβον τὸν λόγον· μεταξὺ τούτων ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, τὰ δὲ ἐν ταῖς ἐφημερίσι περὶ τούτου γραφέντα ὑπῆρξαν ἀνακριβῆ. Ἐγὼ εἶπον ἀληθῶς χθές, ὅτι πρώτην φορὰν ἐμάνθανον, ὅτι εἰσῆλθον ἐκ Λονδίνου διὰ τῆς Πρεσβείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον 36,000 λίραι. Ἐγνώριζον ὅτι ἦλθον συνδρομαὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ· ἤκουσα μάλιστα, ὅτι ἐγένετο λόγος περὶ αὐτῶν, ὅτι ἦσαν κατώτεραι τῶν προσδοκιῶν, ἀλλὰ δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι τόσῳ σπουδαῖον ποσὸν εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἔλαβον τὸν λόγον, οὐχὶ ἵνα ἐρωτήσω περὶ τοῦ ποσοῦ, ἀλλ’ ἵνα ἐκδηλώσω τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε τοιαύτη βεβαίωσις ἐγίνετο, μετὰ τοιαύτης λεπτομεροῦς ἐκθέσεως τῶν πραγμάτων, ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαμπάκας, ἐζήτησε σημείωμα ἔγγραφον, ὅπως ἐνθυμηθῇ τὴν ὑπόθεσιν, πῶς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνθυμηθῇ τὰς 36,000 λίρας. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην καὶ μόνην ὑπέβαλον τὴν παρατήρησιν, ὅτι καὶ ἐγὼ ἐξεπλάγην ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῆς τοιαύτης εἰσφορᾶς, φοβηθεὶς ἴσως, ὅτι δὲν ἔλαβε τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον. Ἐγὼ ἔχω ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τὴν γνώμην, ὅτι, προκειμένου περὶ ἐθνικῶν ζητημάτων, μία εἶναι ἡ εὐθεῖα ὁδὸς, ὁσάκις στέλλωνται ὁποθενδήποτε, εἴτε ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἴτε ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ, χρήματα. Ἡ μόνη εὐθεῖα εἶναι ἡ ἄγουσα διὰ τῶν Ὑπουργῶν τοῦ Κράτους, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι οὗτοι,—διότι οἱ Ὑπουργοὶ χαίρουσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς,—εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, καὶ οὐδαμοῦ ἀλλοῦ. Ταῦτα περὶ τῶν χρημάτων. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ὑποθέσεων, δι’ ἃς τὰ χρήματα, ἔχω γνώμην, ἣν πρεσβεύω ὡς ἱεράν, ὅτι περὶ πάσης ἐθνικῆς ὑποθέσεως, ἐχούσης εὐρὺν ἐθνικὸν χαρακτῆρα, μία εἶναι ἡ ὁδὸς, ἡ ἄγουσα εἰς τὸ ἔργον, ἡ διὰ τῶν Ὑπουργῶν τῆς Πολιτείας· δι’ αὐτὰς εἰς οὐδένα ἄλλον πρέπει ν’ ἀπευθύνηταί τις ἢ εἰς ἐκείνους, οἵτινες χαίρουσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Βουλῆς· οὗτοι εἶναι οἱ ἐθνικοὶ θεματοφύλακες ἔν τε τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐκεῖνο, ὅπερ μὲ ἔθλιψε κατὰ τὰ τελευταῖα γεγονότα, καθ’ ἃ εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ δύναμαι ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὰς περὶ τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων γενομένας ἐνταῦθα συζητήσεις, εἶναι, ὅτι εἶδον ἐν τούτῳ τὸ πᾶν ἀνατρεπόμενον, πᾶσαν ἀρχὴν καταπατουμένην, ἀλλαχόθεν δ’ ἀναφαινομένην πρωτοβουλίαν, ἥτις ἔπνιγε τὴν πρωτοβουλίαν τὴν Κυβερνητικήν. Ἄλλοτε ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπανέλθω· ἀλλ’ ἐγὼ βεβαίως, μὴ δυνάμενος νὰ κρίνω ἀκριβῶς περὶ τῶν πραγμάτων, διότι δὲν ἤμην ἐντὸς αὐτῶν, ἂν τὰ τελεσθέντα ἦσαν ὅπως ἐγὼ ἐκτὸς τῶν πραγμάτων φαντάζομαι αὐτὰ, ἂν ἤμην κυβερνήτης τῆς χώρας, ἤθελον ἀντιτάξει στῆθος καὶ ἄρνησιν εἰς πᾶσαν ξένην τῆς Κυβερνήσεως πρωτοβουλίαν, στῆθος καὶ ἄρνησιν, ἅτινα ἐντεῦθεν μὲν ἤθελον συντρίψει τοὺς ἀναμιγνυομένους, ἐκεῖθεν δὲ ἤθελον προκαλέσει προσοχὴν, μήπως πρωτοβουλίαι ἀλλαχοῦ γεννώμεναι ἢ παρὰ τῇ Κυβερνήσει εἶναι παρακεκινδυνευμέναι. Βεβηλοῦνται, κατ’ ἐμὲ, τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, ὁσάκις ἐπὶ ἐθνικῶν ζητημάτων ἐμφανίζωνται πρωτοβουλίαι ἔξω τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν κρίνῃ τις ὠφέλιμον νὰ ἀναμιχθῇ καὶ αὐτὸς εἰς ἐθνικόν τι ἔργον, ὀφείλει νὰ ὑποτάσσηται εἰς τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ὑποχωρῇ, ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις, ἐξετάζουσα τὰ κατὰ τὴν ἀνάμιξιν αὐτοῦ, κρίνῃ αὐτὴν ἀντικειμένην εἰς τὸ συμφέρον τῶν ἐθνικῶν σκοπῶν· τὴν δὲ πρᾶξιν τῶν ἐπιχειρούντων νὰ ἐξωθήσωσι τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὑπ’ αὐτῶν διαγεγραμμένην ὁδὸν θεωρῶ ἔκτροπον. Ἂν τὰ πράγματα ἡμῶν ἔφθασαν κατὰ τὰ ἔτη 1896 καὶ 1897 ὅπου ἔφθασαν, βεβαίως αἱ τοιαῦται ἐνέργειαι ὑπῆρξαν εἰς τοῦτο σπουδαίως συντελεστικαί. Καὶ ἂν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ συζήτησις δὲν ἔσχεν ἄλλο ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα, ὅμως ἔσχε τοῦτο, ὅτι πάντες ἐπεστήσαμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἐπὶ τὸ δέον γενέσθαι, ὁσάκις τοιαῦτα ζητήματα παρουσιάζωνται. Πρὸ πάντων ἐλπίζω, ὅτι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, αἱ τοῦ μέλλοντος, ἐκ τῶν διδαγμάτων τοῦ παρελθόντος ὁδηγούμεναι καὶ ἐκ τῶν ἐνταῦθα λεχθέντων, θέλουσι φροντίζει, ἔχουσαι τὴν διπλῆν ἐμπιστοσύνην καὶ τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Βουλῆς, νὰ τηρῶσιν εἰς χεῖρας αὑτῶν συγκεντρωμένας πάσας τὰς χορδὰς τῶν τοιούτου εἴδους ἐνεργειῶν, αἵτινες, πᾶσαι ὁμοῦ λαμβανόμεναι, ἀποτελοῦσι τὴν μεγάλην ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, καὶ μὴ ἐγκαταλείπωσί ποτε εἰς ἄλλους τὰς ἡνίας, αἵτινες εἰς τὰς χεῖρας μόνων αὑτῶν εἶναι νομίμως ἐμπεπιστευμέναι.

§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἰμὶ πεπεισμένος, ὅτι, ἐὰν αἱ ἐπανειλημμέναι πρὸς τὴν Βουλὴν προτάσεις τῶν ὑπευθύνων πρώην Ὑπουργῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ καθ’ ὃν χρόνον οἱ πρώην Ὑπουργοὶ ἐπηρέαζον τὴν Βουλήν, διότι εἶχον τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς, καὶ καθ’ ὃν χρόνον κατὰ τὸ 1899 καὶ 1900 δὲν εἶχον τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἂν αἱ ἐπανειλημμέναι πρὸς τὴν Βουλὴν προτάσεις αὐτῶν δὲν ἐγίνοντο μόνον ἀποδεκταὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐξετελοῦντο, ἂν δὲν παρενεβάλλοντο προσκόμματα δι’ ἐπισήμου χειρός, ἢ δι’ ἀφανοῦς ἐπιδράσεως, ἂν προέβαινον αἱ ἐργασίαι τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀπεκαλύπτετο ἡ ἱστορία τῶν συμβεβηκότων, ἐφ’ ὅσον τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους δὲν ἤθελον ἐκτεθῆ ἐν κινδύνῳ, βεβαίως ἤθελεν ἀπαλλαγῆ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τῆς ἀνάγκης νὰ ἐκθέσῃ πρὸς τὴν Βουλήν, πῶς αὐτὸς ἤθελε πολιτευθῆ, ἂν ἐτύγχανε κυβερνήτης τῆς χώρας. Λέγω δι’ ἐπισήμου χειρός, διότι, ἐνῷ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀπεδέχθη τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ προέβη εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτῆς, ἐνῷ ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ἐξελέχθη, ἐνῷ ὠργανώθη, ἐνῷ ἤρχισε τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἡ πρόοδος τῶν ἐργασιῶν της προσέκοψεν εἰς ὅλα τὰ παρεμβληθέντα προσκόμματα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, πᾶσαι δὲ αἱ αἰτήσεις τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἔμειναν ἄνευ ἀπαντήσεως, ὡς μένουσιν ἄνευ ἀπαντήσεως αἱ πλεῖσται τῶν ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἀπευθύνομεν πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ τάσις δέ, ὅπως παραλύσῃ πᾶσα ἐργασία, ἐγένετο κατάδηλος· καὶ μολονότι ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ προέβη εἰς ἐργασίαν, ὅτε ἤρξατο νὰ κατορθώνῃ νὰ πορίζηται καί τινας πληροφορίας, οὐχὶ βεβαίως καιρίας καὶ οὐσιώδεις, ἀλλὰ βοηθητικὰς καὶ ἐπικούρους, ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς καὶ ὁ σχηματισμὸς νέας Βουλῆς, κατέπαυσε δὲ πλέον πᾶσα ἐργασία, καὶ παρεδόθησαν τὰ ἔγγραφα ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διεξῆγον αὐτήν. Ἐξελέχθη ἀληθῶς ἡ νέα ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ αὕτη οὐδέποτε συνῆλθεν, ἂν καὶ προήδρευεν αὐτῆς αὐτὸς ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς· ἐπῆλθε δὲ προσέτι καὶ τὸ ἄλλο ἀποτέλεσμα, ὅτι ἀγνοοῦμεν τί ἐγένοντο τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐβεβαίουν τὸ ἔργον τῆς τότε ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Τοιαύτη βεβαίως πολιτεία, ἡ ὁποία ἀμνηστεύει τὸ παρελθὸν, ἡ ὁποία περικαλύπτει τὸ ἔγκλημα ἢ τὰς παραβάσεις τῶν νόμων, ἡ ὁποία διασώζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἁπλοῖ πολῖται, τολμῶσιν αὐτοὶ νὰ ἀναλάβωσι τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, βεβαίως δὲν εἶναι μάθημα χρηστότητος καὶ μάθημα διοικήσεως εἰλικρινοῦς καὶ ἐντίμου.

§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ δὲν δύνανται νὰ εὕρωσι κανένα ἐν τῇ Βουλῇ δυνάμενον πρὸς αὐτὰ νὰ ἀντιταχθῇ. Διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τί ὑπεστήριξεν; ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ διεύθυνσις τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν. Δὲν βλέπω δὲ διατὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς παρενέβαλε τὸ ζήτημα τῆς ἐνεργείας τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἀπαντῶν εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἠξεύρω τί ὑπηνίχθη, λέγων, ὅτι πρέπει εἰς τὸ μέλλον αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἦναι προσεκτικαί, ἵνα μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς ἐπιρροὴν ἰδιωτῶν, οἱ ὁποῖοι (ἰδιῶται) οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Βεβαίως συμφωνῶ πρὸς αὐτὸν, καὶ συμφωνῶ ἀκριβῶς καὶ πρὸς τὰς ἰδέας ταύτας. Οὐδεμίαν οὐδέποτε ἔλαβον ἀνάμιξιν εἰς τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, προκληθεὶς δὲ νὰ λάβω μέρος εἰς αὐτὴν, ἠρνήθην ἀπολύτως, εἰπὼν, ὅτι μόνη ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διευθύνῃ τὴν πολιτικὴν ταύτην...

§91Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οἱ Ὑπουργοί σας ὅμως ἔλαβον μέρος.

§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς ἄτομον ὅμως.

§93Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐννοεῖται ὡς ἄτομον. Δὲν ἠδυνάμην νὰ λάβω μέρος ἄλλως. Δὲν ἔλαβον δὲ μέρος ὑπὸ καμμίαν ἰδιότητα. Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσιν ἄλλοι ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος, — κακῶς ἴσως πράττοντες — ἀλλ’ ὑπάρχουσι πολλοὶ καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος, καὶ κακῶς ἔπραξαν καὶ ἐκεῖνοι.

§94ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.

§95Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, ἦλθε χωρὶς νὰ ἦναι τὸ κύριον θέμα τῆς συζητήσεως. Τὸ κύριον θέμα τῆς συζητήσεως ἦτο ἄλλο, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι μετ’ ἐκπλήξεως παρηκολούθησα τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ὁ παρακολουθήσας τὴν συζήτησιν ταύτην θὰ ἐνόμιζεν, ὅτι μόνος πταίστης εἶναι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτὴς, ὅτι αὐτὸς ἔφερε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι αὐτὸς πταίει, ἐὰν ὑπόνοιαι διεδόθησαν, ἐὰν ἐγράφησαν ὅσα ἐγράφησαν. Ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν οὕτω, Κύριοι. Πρὸ ἡμερῶν ἤδη, ὅτε συνεζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἐν Βουκουρεστίῳ πρεσβευτικοῦ μεγάρου, ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εὗρεν εἰς ἔγγραφόν τι τῆς Πρεσβείας λεγόμενον, ὅτι ἐκ Ρουμανίας ἐστάλησαν 600,000 δραχμαὶ ἢ φράγκα πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, παρεκάλεσε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἐστάλησαν τὰ ποσὰ ταῦτα, πρὸς ποῖον ἐστάλησαν, καὶ ποία χρῆσις ἐγένετο. Καὶ ἰδοὺ ἡ πρώτη ὑπόνοια! Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα. Χθὲς ἐγένετο λόγος πάλιν, καὶ ὁ κύριος ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς δευτέραν ἤδη φορὰν κατέκρινε τὴν διαγωγὴν τῶν ἔξω Ἑλλήνων...

§96Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὐδόλως κατέκρινα.

§97Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν γεγονότων· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τῶν ἐνταῦθα συναδέλφων... (θόρυβος).

§98ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μὴ διακόπτετε!

§99Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὴ διακόπτετε ἕως ὅτου διατυπώσω τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχω μορφώσει, ἀκούσας τῶν λόγων ὑμῶν. Εἴπετε, ὅτι οἱ ἔξω Ἕλληνες, οἱ πάντοτε κατακρίνοντες καὶ ἐπικρίνοντες τοὺς πολιτευομένους τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰς ἐνεργείας τὰς γενομένας ἐνταῦθα, κατ’ οὐδὲν συνέτρεξαν, προκειμένου περὶ ἐθνικῶν ἀγώνων· καὶ ἀνεφέρατε ἐλάχιστον ποσὸν, τὸ ὁποῖον συνεισέφερον οὗτοι, καὶ τότε, ἐκ τῆς παρατηρήσεως ταύτης προκληθεὶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτὴς, ἠγέρθη καὶ εἶπε: «δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ παρ’ ὑμῶν λεγόμενον, διότι ἐγὼ, ὡς ὑπάλληλος τῆς Πρεσβείας, γινώσκω, ὅτι ἐστάλησαν ἐκ Λονδίνου εἰς δύο δόσεις 36,000 λίραι». Καὶ τότε ἠγέρθητε καὶ εἴπετε: «ποῖος ἔλαβε τὸ ποσὸν αὐτό; τί ἔγεινε τὸ ποσὸν αὐτό; Ἐὰν τὸ ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς ποῖον τὸ ἔδωκε;» Καὶ ἐντεῦθεν ἐγεννήθησαν αἱ ὑπόνοιαι. Σήμερον θέλομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι αἱ ὑπόνοιαι αὗται ἐγεννήθησαν μόνον, ὅτι ἦσαν ἄδικοι—ὅπως καὶ πράγματι ἦσαν ἄδικοι.—Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν τοῦτο σήμερον, ἔπρεπε χθὲς νὰ μὴ ἐγείρητε ὑπονοίας...

§100Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἤγειρα ὑπονοίας.

§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως ἠγείρατε ὑπονοίας, διότι, ἀφοῦ κατόπιν τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαμπάκας συναδέλφου ἐνομίσατε, ὅτι ἔπρεπεν αὔριον ἀμέσως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διαλευκάνῃ τὸ μυστήριον τοῦτο, σημαίνει, ὅτι ὑμεῖς εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσητε, ὅτι ὑπάρχει λόγος, ἵνα ἐπιμείνητε τόσον εἰς τὴν προσκόμισιν τῶν πληροφοριῶν, ὅπως βεβαιωθῆτε, ὅτι τὸ μέγα ἐκεῖνο ποσὸν τῶν 36,000 λιρῶν εἰσήχθη εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, καὶ ὅτι ἐγένετο χρῆσις αὐτοῦ τοιαύτη, οἵαν ἤθελον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔπεμψαν τὸ ποσόν· καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς λίαν ὀρθῶς ἔκαμε τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν, εἰπὼν, ὅτι πολὺ πρέπει νὰ προσέχωμεν, διότι τὰ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου λεγόμενα ἀναγινώσκονται ὄχι μόνον παρὰ τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀναγινώσκονται καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν ξένων, καὶ διότι ἐξ ὑπονοιῶν, αἱ ὁποῖαι ῥίπτονται μετ’ ἀδιαφορίας ἴσως, καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ σκοπὸς προσβολῆς ἀτόμων, εἶναι λυπηρὸν ἄνευ λόγου νὰ γεννήσωμεν εἰς τὸν νοῦν αὐτῶν ἀπορίας καὶ ὑπονοίας περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, διότι δὲν πιστεύω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν πρὸς ἐθνικὸν σκοπὸν, ἀλλοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν οἱ δωρηταὶ τῶν ποσῶν τούτων ἐσκόπουν.

§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποτέ! ποτέ!

§103Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν, Κύριοι, λαμβάνω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, τοῦτο πράττω, διότι πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὁμιλῶν ἐμνήσθη καὶ τοῦ ἐμοῦ ὀνόματος, ὡς προέδρου τῆς τελευταίας ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὡς Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι ἐγενόμην μετ’ ὀλίγον ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς μου ὡς προέδρου τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ ἀξιοῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτι ἠδυνάμην πλέον ἐγὼ νὰ διευθύνω τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ τίνα σκοπὸν εἶχεν ἡ σύστασις καὶ ἡ δρᾶσις τῆς τελευταίας ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς; Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπεν, ὅτι ἐπεθύμει, ὅπως ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ προσκομίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ μέσα, ἵνα ἐξελεγχθῶσιν αἱ κατὰ τὸν πόλεμον εὐθῦναι, διὰ νὰ συζητηθῇ, ἐὰν αὗται βαρύνουσιν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους φυσικῶς καὶ ἀναγκαίως πρέπει νὰ βαρύνωσι, — διότι φαίνεται, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, προκειμένου περὶ τῶν εὐθυνῶν τούτων, φρονεῖ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ βαρύνωσιν ἄλλους.— Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνῷ πλέον τὸ ζήτημα τοῦτο ἔδει, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρὸ καιροῦ νὰ εἶχεν ἐξετασθῆ, καὶ ἐνῷ ἐγκαταλειφθὲν, ὡς μὴ ὤφειλε, τότε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παράσχῃ ἡμῖν σήμερον πλέον ἔδαφος, ὅπως ἐπιζητήσωμεν ἀποτελέσματα ἐκ τῶν εὐθυνῶν, διότι παρῆλθεν ἔκτοτε μακρὸς χρόνος, ἀκούομεν καθ’ ἑκάστην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἐπαναφέροντος τὴν περὶ τούτου συζήτησιν. Διὰ τοῦτο σπεύδω νὰ δηλώσω, ὅτι εὐχαρίστως ἤκουσα τὴν ἑσπέραν ταύτην τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, τοῦ κ. Δραγούμη, ἀγορεύοντος καὶ θέσαντος τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ τεθῇ, οὕτω δὲ ἀποδείξαντος, ὅτι περιττὴ ἀποβαίνει πᾶσα περὶ τούτου ἔρευνα τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης πρόκειται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν διὰ τὰ ἀτυχῆ γεγονότα καὶ τὰς ἐκ τούτων βαρείας συνεπείας τῶν ἐτῶν 1896 καὶ 1897. Καὶ δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, διότι ἐπὶ μακρὸν χρόνον συνεργασθεὶς μετὰ τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ ἀνδρός, ὅστις ἔθετο ὡς βάσιν, ὅτι πᾶσα ἐργασία τείνουσα πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἐθνικῶν ὑποθέσεων δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, εἰμὴ μόνον διὰ τῆς ἐπισήμου Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἔδει ἀναγκαίως νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἐπὶ τοῦ θέματος γνώμην. Καὶ ὄντως μόνον διὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἔδει νὰ διεξαχθῶσι καὶ πᾶσαι αἱ ἐργασίαι, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου. Ὀρθῶς δὲ, ὡς πρὸς τοῦτο, ἔθετο τὸ ζήτημα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς μᾶς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου: «δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν, οὔτε ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἄλλαι πρωτοβουλίαι, εἴτε ἐντεῦθεν, εἴτε ἐκεῖθεν, εἴτε ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ, εἴτε ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἴτε ἄνωθεν, εἴτε κάτωθεν, εἴτε ἐξ ἑταιρειῶν, εἴτε ἐξ ἰδιωτῶν, παρενεβλήθησαν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων.» Ἐγὼ δὲ προσθέτω, ὅτι καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν περὶ τούτου. Ἐὰν τοιαῦται πρωτοβουλίαι κατώρθωσαν νὰ παρασύρωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἢ νὰ ἀφαρπάσωσιν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως τὰ ἡνία τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ κρατῇ αὕτη στερρῶς, τίς, ἐρωτῶ, θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην διὰ τοῦτο; τίς ἄλλος ἢ ἡ ἐγκαταλειφθεῖσα εἰς τὴν διάκρισιν ἄλλων Κυβέρνησις; Ἡ εὐθύνη δὲν εἶναι βεβαίως τοιαύτη, ὥστε νὰ συνεπάγηται σήμερον ἄλλα ἀποτελέσματα. Σήμερον ἡ εὐθύνη διὰ τοὺς ὑπευθύνους μόνον θλῖψιν προκαλεῖ, ἀλλὰ τοιαύτην γεννᾷ μείζονα εἰς τὴν ψυχὴν παντὸς, ὅστις οἶδεν, ὅτι ὑποθέσεις ἐθνικὰς διεχειρίσθησαν κατὰ τρόπον ὁδηγοῦντα ἀσφαλῶς εἰς συμφοράς. Τίς λοιπόν, λέγω, τὴν εὐθύνην ταύτην δύναται νὰ ἔχῃ, παρὰ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, καίπερ ὀφείλων νὰ τηρήσῃ ἀπέναντι παντὸς ἄνευ εὐθύνης ἀναμιγνυομένου τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, δὲν ἠδυνήθη νὰ τηρήσῃ τοιαύτην στάσιν; Τί πρόκειται λοιπὸν νὰ μάθωμεν, ἐρευνῶντες περὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου; Ἂν ἐξ ἄλλων πρωτοβουλιῶν παρεσύρθη ἡ Κυβέρνησις; Ἀλλὰ, λέγω, καὶ ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθές, τὴν εὐθύνην ἀπαξάπασαν ἔχει ἡ τότε Κυβέρνησις, διότι ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὸ σθένος νὰ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν προσπαθοῦντας νὰ ἐξωθήσωσιν αὐτὴν εἰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἐνόμιζε μὴ συμφερούσας εἰς τὸ Κράτος. Διατὶ λοιπὸν αἰτιῶνται τὴν ἀδράνειαν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῶν πραγμάτων; Ποῖα θὰ ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης; Ποῖα ἄλλα ἢ αὐτά, τὰ ὁποῖα μοιραίως ἦλθον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς συζήτησιν; Εἰς ἐμὲ καὶ ἄλλοτε ἐδόθη ἀφορμή, ἀλλ’ ἀπέφυγον νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θεωρῶ σκόπιμον πλέον τοιαύτην συζήτησιν, γινομένην μετὰ παρέλευσιν τόσου χρόνου. Ἀλλ’ ὅταν καθ’ ἑκάστην ἀκούωμεν ἐπιτιμήσεις, διότι ὡς ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ δὲν ἐξεπληρώσαμεν δῆθεν τὸ καθῆκόν μας, ἔχομεν τὸ δικαίωμα, διατρανοῦντες τίνα ἐπὶ τοῦ θέματος ἔχομεν γνώμην, νὰ εἴπωμεν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐμὴν στάσιν, ὡς προέδρου τῆς ἄλλοτε ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἥν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἦμαι πρόεδρος, ἀφοῦ ἐγενόμην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν εἰσφορῶν ἐγένετο μακρὰ συζήτησις χθές, καὶ ἄλλοτε περὶ τούτων ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλης, ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου, ἔθεσε τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ τεθῇ. Δὲν ἔπρεπε δὲ ποτὲ νὰ γείνῃ λόγος περὶ τούτου ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ὄντως τοιαῦτα ζητήματα, συζητούμενα καθ’ ὃν τρόπον ἠκούσαμεν ἐνταῦθα, προσβάλλουσι τὴν πίστιν τοῦ τόπου, μειοῦσι δὲ τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ὁ ἔσω καὶ ὁ ἔξω Ἑλληνισμὸς ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὕτη. Ἀλλὰ σήμερον μετεστράφη τὸ ζήτημα, καὶ ἠκούσαμεν, ὅτι λογαριασμὸς ἐζητήθη οὐχὶ διὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀπεστάλησαν διὰ τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῶν Ὑπουργῶν προσωπικῶς, — διότι ταῦτα βεβαίως κατετέθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, — ἀλλὰ διὰ χρήματα ἀνήκοντα εἰς ἑταιρείαν. Τὴν ἀποκαλουμένην Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν δὲν ἐγνώρισα οὔτε τότε, οὔτε τώρα, διότι ἀκολουθῶ τὰς αὐτὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἕνεκα τοῦ αὐτοῦ λόγου, δι’ ὃν καὶ οὗτος ἀκολουθεῖ ταύτας· διὰ τοῦτο οὐδέποτε ἠθέλησα ν’ ἀναμιχθῶ εἰς οὐδεμίαν τῶν τοιούτων ἑταιρειῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, ποῖον δικαίωμα εἶχεν ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ ἐπιζητῇ τὴν κατάσχεσιν τῶν χρημάτων· ἔπρεπε προηγουμένως νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ὁ νόμος ὁρίζει, ἵνα φθάσῃ μέχρι τοῦ δικαιώματος τῆς κατασχέσεως. Καὶ διατὶ τάχα νὰ ψέγηται ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, ἡ μὴ κατορθώσασα νὰ λάβῃ τὰ χρήματα τῶν 220,000 καὶ 300,000 φράγκων; Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἀνεζήτησε τότε τὰ χρήματα ταῦτα, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐνόμιζε, καὶ ὀρθῶς, ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ τ’ ἀναζητήσῃ, ἐν τούτοις, καίπερ ἀναγνωρίζων, ὅτι δὲν εἶχε πρὸς τοῦτο δικαίωμα, τὰ ἀνεζήτησε, προσπαθήσας, ὅπως, καταλαμβάνων, ἔστω καὶ παρανόμως, ταῦτα, ἀποστερήσῃ τῶν νεύρων τῆς ἐνεργείας τὴν Ἑταιρείαν ἐκείνην, ἀλλὰ τέλος πάντων δὲν ἠδυνήθη νὰ τὰ εὕρῃ, διότι εἶχε ληφθῆ πρόνοια ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Διατὶ σήμερον ζητοῦμεν λόγον περὶ τούτων; Ποῖον εἶναι τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ἀφοῦ τότε τὰ χρήματα ἐδηλώθη, ὅτι ἀπεστάλησαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Ἐὰν τότε τὰ χρήματα ἐπεζητήθη νὰ κατασχεθῶσιν, ὑπῆρχε λόγος τις καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ ἀπέστειλαν, καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ τὰ κατάσχουν. Σήμερον ποῖος λόγος ὑπάρχει, διὰ νὰ κάμωμεν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου; Διὰ νὰ λύσωμεν ἀκαδημαϊκῶς τὸ ζήτημα, ἐὰν ὑπῆρχε καὶ τότε δικαίωμα, ὅπως κατασχεθῶσι τὰ χρήματα; Ἀλλὰ τοῦτο οὐδένα λόγον πρακτικὸν ἔχει. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγέννησεν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαμπάκας, ἐνῷ δὲν ἔχει τι τὸ πρακτικὸν, ἐνῷ εἶχέ τι τὸ ἐπιβλαβὲς ὑπὸ μίαν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὅμως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ ἐξήτασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἶχε βεβαίως τοῦτο τὸ ἀγαθὸν, ὅτι ἔλυσε διὰ παντὸς τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν, ὑφ’ ἣν ἔποψιν τὸ ἐξήτασεν ὁ ἕτερος τῶν κ. Βουλευτῶν ἐξ Ἀττικῆς.

§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ διαχείρισις τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅσα φρονεῖ περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξήχθησαν αἱ δημόσιαι ὑποθέσεις. Ἀλλ’ ἀμφισβητῶ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ματαιώνῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπονομεύῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ματαιώνῃ αὐτάς. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συστήσῃ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν. Σεῖς, κύριε πρώην Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ποίαν ἐλάβετε πρόνοιαν περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἧς προηδρεύσατε, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς, δι’ ἧς ἀνεδείχθητε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς; Ποῦ εὑρίσκονται τὰ ἔγγραφα τὰ δημόσια, τὰ ὁποῖα παρελάβετε ὡς πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῶν πραγμάτων; Ἐὰν δὲν τὰ παρελάβετε, κακῶς ἐπράξατε νὰ μὴ τὰ παραλάβητε. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συστήσῃ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν, καὶ ὑμεῖς ἐδέχθητε νὰ γίνητε πρόεδρος αὐτῆς, ὅτε κατόπιν ἀνήλθετε εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, διατὶ δὲν εἰδοποιήσατε τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν θέλετε πλέον, ἢ δὲν δύνασθε νὰ διατελῆτε καὶ πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς; καὶ διατὶ δὲν προεκαλέσατε αὐτήν, ἢ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ἐκλέξωσιν οἱονδήποτε ἤθελον πρόεδρον; Καὶ ὅτε παρελάβετε τὰ ἔγγραφα τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἢ ἐὰν δὲν τὰ ἐλάβετε, διατὶ δὲν ἐφροντίσατε νὰ τὰ λάβητε, καὶ ἂν τὰ παρελάβετε, ποῦ τὰ ἀφήκατε, ὅτε ἐλάβατε τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς; Καὶ ὅτε ἀνήλθατε εἰς τὴν προεδρίαν τῆς Βουλῆς, πῶς δὲν προεκαλέσατε αὐτὴν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς τύχης τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀφήκατε ἐγκαταλελειμμένα, καὶ τὰ ὁποῖα, Κύριος οἶδεν, εἰς ποῖον καπνοπωλεῖον περιῆλθον ὡς ἄχρηστα; Ἐὰν, Κύριοι, ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ προέβαινεν εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς, καὶ ἐὰν διεξῆγε τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἀνέθεσεν εἰς αὐτήν, βεβαίως δὲν ἠθέλετε λάβει τὸ θάρρος νὰ κρίνητε ὡς ἐκρίνατε περὶ τῆς πολιτείας ἡμῶν· διότι ἤθελε φράξει τὸ στόμα παντὸς ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν καλλίτερον παντὸς ἄλλου ποῖα καθήκοντα εἴχομεν καὶ πρὸς τὸ Κράτος καὶ πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν, ἤθελε δὲ πάντως, ἐὰν διεξήγοντο τὰ ἔργα τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, κατασταθῆ κατάδηλον, ὅτι διεσώσαμεν τὰ περιαχθέντα εἰς κίνδυνον συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι ὑπηρετήσαμεν ὡσαύτως τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, ὡς οὐδέποτε σεῖς ἠθέλετε δυνηθῆ νὰ ὑπηρετήσητε αὐτά, διότι εἴχομεν τὴν θέρμην ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τὸ σθένος εἰς τὰ στήθη ἡμῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ὁ ὁποῖος συμβαίνει νὰ ᾖναι καὶ νομικός, — δὲν σκοπῶ δὲ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν νομικὴν ἰδιότητα αὐτοῦ, — ἔλεγεν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα εἶχε τὸ Κράτος ἐπὶ τῶν 200 χιλιάδων δραχμῶν ἢ φράγκων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, κατατεθειμένων δὲ ἐν Τραπέζῃ, ἀφοῦ οὐδ’ ὑπῆρχε πλέον ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν εἶχον προορίσει αὐτὰ οἱ εἰσενεγκόντες. Ποιοῦμαι αὐτῷ γνωστὸν, ὅτι ἐγὼ, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔβαλον χεῖρα ἐπὶ 15,000 δραχμῶν τῆς Κρητικῆς Ἐπιτροπῆς, αἱ ὁποῖαι διεσώθησαν ἀπὸ τῶν ἄλλων λεηλατηθέντων κεφαλαίων αὐτῆς, καὶ ἔβαλον χεῖρα ἐπὶ τῆς ἀτμακάτου ἐκείνης, τῆς περιφήμου, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐξοπλίσει διὰ νὰ καύσωσι τὸν τουρκικὸν στόλον! Οὐδεὶς δ’ ἐτόλμησε νὰ μοῦ αἰτιαθῇ, ὅτι ἐνήργησα παρανόμως, πολλοὶ δ’ ὄντως ἐν Ἀθήναις ἔγκριτοι νομομαθεῖς ἀνωμολόγησαν τὸ νόμιμον τῶν ἐνεργειῶν μου ἐκείνων. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας διαφωνῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, δύναται νὰ μελετήσῃ καλλίτερον, διὰ νὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀνωτάτη ἀστυνομία τοῦ Κράτους, εἶχε δικαίωμα νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ χρημάτων, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐξ εἰσφορῶν πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου δὲν διετέθησαν, καὶ ἔτρεχον τὸν κίνδυνον νὰ φαγωθῶσιν ὑπὸ ἰδιωτῶν. Δὲν διεπράττετο κἄν ἔγκλημα ἀπάτης, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ προλάβῃ ὁ ἀνώτερος ἀστυνόμος τοῦ Κράτους; Καὶ ἀμφισβητεῖ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας τὸ δικαίωμα, τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐπιθυμεῖ νὰ φανῇ ἴσως διατεθειμένος νὰ διασώσῃ τοιαῦτα ἔκνομα, ἂν ὄχι ἐγκληματικὰ συμφέροντα;

§105Θ. ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ σήμερον ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἐγγράφων τῆς πρώτης ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα παρελήφθησαν ὑπὸ τῆς δευτέρας. Ἐπειδὴ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεγῶ εἰσηγητὴς τῆς δευτέρας ἐπιτροπῆς, καὶ μὲ ἐτίμησαν μάλιστα καὶ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας...

§106Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξελέγητε παμψηφεί.

§107ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. .. διὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι εὐγνώμων, ἐξεφράσθη δὲ καὶ ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἐνδεχόμενον ταῦτα ν’ ἀπωλέσθησαν ἴσως καὶ εἰς τὰς χεῖράς μου, ἔχω καθῆκον νὰ δώσω ἀκριβεῖς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα παρεδόθησαν εἰς χεῖράς μου, εὑρίσκονται εἰς τὰ γραφεῖον τῆς Βουλῆς σῷα, ἀβλαβῆ καὶ ἀνελλιπῆ. Τὰ ἔγγραφα δὲ ταῦτα ἀπαρτίζουσι τέσσαρας φακέλους. Ὁ πρῶτος φάκελος περιέχει ἔγγραφα σχετιζόμενα πρὸς τὴν δρᾶσιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν ἐν τῷ πολέμῳ· εἶναι δύο ἐκθέσεις τοῦ συνταγματάρχου κυρίου Στράτου καὶ τοῦ συνταγματάρχου κυρίου Μάνου περὶ τῶν ἐν Ἠπείρῳ πεπραγμένων· ἐπίσης καταστάσεις τινὰς περὶ τῆς ὁλικῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, περὶ τοῦ ἱματισμοῦ καὶ εἰδῶν ἐξαρτύσεως τοῦ στρατοῦ, περὶ τῶν γενομένων παραγγελιῶν πρὸς προμήθειαν διαφόρων εἰδῶν κατὰ τὴν 1 Φεβρουαρίου 1897, καὶ ἄλλα τινὰ, τὰ ὁποῖα, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν ἔχουσι καὶ μεγάλην σπουδαιότητα πρὸς τὸν σκοπὸν, διότι περιέχουσι πληροφορίας ἐλλιπεῖς. Ὁ δεύτερος φάκελος περιλαμβάνει ὡσαύτως τὰ ἔγγραφα τὰ ἔχοντα σχέσιν πρὸς τὴν πολεμικὴν ἐνέργειαν τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν· εἶναι ἐκθέσεις τῶν κυβερνητῶν τῶν διαφόρων πολεμικῶν πλοίων καὶ ἓν ὑπόμνημα τοῦ πλοιάρχου κυρίου Κ. Σαχτούρη. Ἐν τῷ τρίτῳ φακέλῳ ὑπάρχουσι τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς πρώτης ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ὡς πρόεδρος ἦτο ὁ βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου συνταγματάρχης κύριος Λιμπρίτης, γραμματεὺς ὁ ἐκ Παξῶν βουλευτὴς κύριος Βελλιανίτης, καὶ εἰσηγητὴς, ἂν δὲν πλανῶμαι, ὁ πρώην ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κύριος Κ. Ἀγγελόπουλος. Περιέχει λοιπὸν ὁ φάκελος ἐκεῖνος ἓν φύλλον πρωτοκόλλου ἐγγράφων, ἕνα φάκελον εἰσερχομένων καὶ ἐξερχομένων ἐγγράφων, καὶ ἓν βιβλίον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεγράφοντο αἱ πράξεις τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ ἀναγινώσκει τις, ὅτι προσεκλήθησαν ἱκανὰ πρόσωπα, ἵνα ἐξετασθῶσιν ὡς μάρτυρες ἐπὶ τῶν τοῦ πολέμου, μεταξὺ τῶν ἄλλων δὲ παρετήρησα ἐγὼ, ὅτι ἀναγράφονται καὶ τὰ ὀνόματα τοῦ Γεν. προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις κ. Γεννάδη, τοῦ προξένου κ. Α. Παπαδιαμαντοπούλου, τῶν ὑποπροξένων ἐν Ἡρακλείῳ καὶ Ρεθύμνῳ τῆς Κρήτης κ. κ. Μ. Πετυχάκη καὶ Γ. Σάρρου, τοῦ καθηγητοῦ κ. Ν. Καζάζη, τοῦ κ. Α. Πετρίτση, τοῦ ἐλεγκτοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κ. Γ. Ἀναγνωστοπούλου, τοῦ γραμματέως παρὰ τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ κ. Γ. Παπαδοπούλου, τοῦ κ. Κ. Ἀσημάκη, τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου καὶ ἄλλων· αὐτῶν δὲ φαίνεται, ὅτι ἐγένετο ἐξέτασις, ἀλλὰ καταθέσεις δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ φακέλῳ· ἐγὼ δὲ δὲν παρέλαβον τοιαύτας, πλὴν δύο μόνον, τῶν τοῦ κ. Ἀσημάκη καὶ τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου, οἱ ὁποῖοι δίδουσι πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ καὶ αὗται δὲν ἔχουσι σημασίαν τινά...

§108ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αἱ ἄλλαι τί ἔγειναν;

§109ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω· ἀλλὰ μετά τινα χρόνον, νομίζω κατὰ τὸν προπαρελθόντα Αὔγουστον, εἰς τινα ἐφημερίδα, τὴν παύσασαν νὰ ἐκδίδηται «Μικρὰν Ἐφημερίδα», εἶδον δημοσιευθέντα τινὰ ἔγγραφα, καὶ μεταξὺ ἄλλων καὶ ἔκθεσιν καταθέσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ κ. Δηλιγιάννη. Τοῦτο μοὶ ἔκαμεν αἴσθησιν...

§110Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε τὰ ἔχουν οἱ ἴδιοι αὐτὰ τὰ ζητούμενα ἔγγραφα;

§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε παρελάβετε τὰ ἔγγραφα, ἐδώσατε ἀπόδειξιν λεπτομερῆ;

§112ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Βεβαίως.

§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ ποῖον παρελάβετε τὰ ἔγγραφα;

§114ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Τὰ παρέλαβον ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον τῆς Βουλῆς κ. Λιδωρίκην, ἐπὶ ἀποδείξει παραλαβῆς.

§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος τὰ παρέδωκε πρὸς αὐτόν;

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιδωρίκης τὰ παρέλαβεν ἀπὸ τὸν προκάτοχόν του κ. Κοτσελόπουλον.

§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Κοτσελόπουλος βεβαιοῖ, ὅτι οὔτε παρέλαβεν, οὔτε παρέδωκεν ἔγγραφα· τὰ ἔγγραφα δὲ τὰ εἶχεν ὁ συνταγματάρχης κ. Λιμπρίτης, πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἤδη Βουλευτής.

§118ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἔγγραφα τῶν τριῶν φακέλων, ἅτινα παρεδόθησαν εἰς ἐμέ, καὶ ἐγὼ τὰ ἐπέστρεψα ἤδη εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς.

§119Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπῆρχον δύο φάκελοι.

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρωτόκολλον παραλαβῆς ἀπὸ τὸν κ. Κοτσελόπουλον.

§121ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ὁ τέταρτος φάκελος περιέχει ἔγγραφα ἀφορῶντα εἰς τὰ τῆς Κρήτης, τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς θωρηκτῆς μοίρας, τὰ ἔγγραφα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς μοίρας, ἔγγραφά τινα τῶν ἐν Κρήτῃ ναυάρχων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων...

§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ πρωτόκολλον αὐτὸ τῆς παραλαβῆς, κύριε Πρόεδρε.

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἔδωκεν εἰς τὸν Βουλευτὴν Τυρνάβου ἀπόδειξιν τῆς παραλαβῆς τῶν ἐγγράφων, ὄχι εἰς τὸν κ. Κοτσελόπουλον. Ὁ κ. Κοτσελόπουλος ἔφερε τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐκ μέρους τοῦ κ. Λιμπρίτου.

§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρελάβετε τὰ ἔγγραφα; Ὑπάρχουν ἐντὸς καταθέσεις;

§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ὅσα ἔγγραφα παρέλαβεν ἡ Βουλὴ, ἔχει ἔγγραφον.

§126Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ποῦ εἶναι τὸ πρωτόκολλον;

§127ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐξ αὐτοῦ θὰ ἐμφαίνεται ὁποῖα ἔγγραφα παρεδόθησαν.

§128ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Προσθέτω, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τοῦ τρίτου φακέλου τῶν πράξεων τῆς πρώτης ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ὑπάρχει ἓν ἔγγραφον, ὅπερ εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ Προέδρου τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ νῦν τοιούτου κ. Ζαΐμη πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, δι’ ἧς ἐδικαιολογεῖτο διὰ τὴν μὴ παροχὴν τῶν ἐγγράφων, τῶν ζητηθέντων ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ὅτι διὰ τῆς χορηγήσεως αὐτῶν θὰ προσέβαλλε τὰς διεθνεῖς σχέσεις, διότι ἦτο ἀνάγκη προηγουμένως νὰ δημοσιευθῶσιν αἱ Βίβλοι τῶν ξένων Κρατῶν καὶ ζητηθῇ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἡ συγκατάθεσις τῶν ξένων Δυνάμεων, ὅπως χορηγηθῶσι παρ’ αὐτῆς τὰ τοιαῦτα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἦσαν χρήσιμα διὰ τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μάλιστα ἐδήλου τότε, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγίνετο Βίβλος Λευκὴ καὶ παρ’ ἡμῖν, ἥτις ὅμως δὲν ἐγένετο μέχρι σήμερον.

§129ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βίβλος ἡ Λευκὴ δὲν ἐδημοσιεύθη, ἀλλ’ ἡ ἐργασία ἐγένετο. Ἐζητήθη ἡ συγκατάθεσις τῶν ξένων Κυβερνήσεων, καὶ ὑπεβλήθησαν πρὸς αὐτὰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἔπρεπε νὰ δημοσιευθῶσιν, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἀπὸ τῆς ἐξουσίας παραιτήσεώς μου δὲν εἶχε κατορθωθῆ νὰ ληφθῇ ἡ συγκατάθεσις πασῶν τῶν Κυβερνήσεων.

§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ Βίβλου δημοσιευτέας ἢ δημοσιευθησομένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐχὶ δ’ ὑπὸ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς.

§131ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην, ἣν καὶ ἐγγράφως ἐξέφρασα πρὸς τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, ἔγγραφα ἐμπιστευτικὰ ἐκ τῶν δημοσίων ἀρχῶν δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνακοινῶνται οὔτε εἰς τοὺς Βουλευτὰς, οὔτε εἰς τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀκολουθῶμεν τὰ ἔθιμα τὰ κρατοῦντα εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις.

§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐγγράφων διπλωματικῶν, περὶ συνεννοήσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, περὶ πραγμάτων ἀναγομένων εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης, εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ πολέμου ἢ τῆς εἰρήνης. Ἐπρόκειτο περὶ πληροφοριῶν ἄλλων, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον ἐν τοῖς ἀρχείοις, καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἔδωκεν.

§133ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐὰν τοῦτο, ὅπερ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, εἶναι ἀκριβὲς, θέλει φανῆ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀπέστειλεν ὁ πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς αὐτήν.

§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ διπλωματικαὶ συνεννοήσεις οὐδὲν ἔχουσι τὸ κοινὸν μὲ τὰς εὐθύνας τοῦ πολέμου, δηλαδὴ ἡ ἀλληλογραφία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, διότι αὐτὴ δὲν ἔχει ἀντικείμενον οὔτε τὰς εὐθύνας καὶ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, οὔτε τὰς εὐθύνας τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, οὔτε τὰς εὐθύνας οὐδενός. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσωσι τὰ τοιαῦτα διὰ τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν· ἐὰν δὲ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐζήτησεν ἔγγραφα περιέχοντα τοιαύτας συνεννοήσεις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Εὐρώπης, κακῶς ἔπραξεν. Ἑπομένως ἐπρόκειτο περὶ πληροφοριῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, διότι αἱ πληροφορίαι αὗται ἦσαν χρήσιμοι, ἵνα κρίνῃ ἡ ἐπιτροπὴ, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ὁ στρατὸς κλπ.

§135ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐὰν τοιαύτας μόνον ἐζήτει πληροφορίας ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ, διατὶ ἀπετάθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν; Εἶναι λοιπὸν φανερόν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοιούτων πληροφοριῶν. Ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπάρχουν τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, ὅταν προσκομισθῶσι πρὸς ἡμᾶς, θὰ φανῇ τὸ πρᾶγμα.

§136ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον, ὅπερ εἶχεν ἀποσταλῆ πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐργασίας τῆς νέας ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ὁ πρόεδρος αὐτῆς κ. Μπουφίδης ἔδωκε τὴν ἀπαιτουμένην ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ἐγὼ, ὡς εἰσηγητὴς, εἶχον τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὸν ζῆλον νὰ ἐργασθῶ, διότι ἐνόμιζον, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου ἦτο τὸ πρώτιστον, εἰς ὃ ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή, διότι, ὡς εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, ἅτινα ὑπέκυψαν εἰς τὰς συμφοράς, τὰς ὁποίας ὑπέστη τὸ ἰδικόν μας, οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ, ποῖος ἦτο ὁ ὑπαίτιος τῆς καταστάσεως ἐκείνης, καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἀμείλικτος ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.

§137Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τοὺς κόψωμεν! Ποῖος ἦτο γραμματεὺς τῆς ἐπιτροπῆς;

§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε.

§139ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ἐν τούτοις ἄλλως ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή. Ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε παρὰ μόνον νὰ γείνῃ ἡ σύστασις τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς πρὸς τὸ θεαθῆναι.

§140ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Πῶς;

§141ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω τοῦτο, διότι ἐξεφράσθησαν ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως) πρὸ παντὸς παράπονα, ὅτι δῆθεν δὲν εἰργάσθησαν τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας...

§142Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Σεῖς ἀκόμη δὲν ἔχετε λάβει οὔτε τὰ ἔγγραφα.

§143ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. .. καὶ ὅτι ἠδικήθησαν ἐκεῖνοι, οὓς ἀφεώρα ἡ ἐξέτασις τῶν πραγμάτων, ἐνῷ ὑπῆρχον καὶ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο, ἐὰν ἤθελον, νὰ προκαλέσωσι τὴν συνεργασίαν, καὶ ἐὰν ἐγίνετο αὕτη μετ’ ἐπιμελείας, ἤθελεν ἐπέλθει τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ἤθελεν ἐπιχυθῇ φῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἤθελε δ’ ἀποδειχθῆ πράγματι, ἐὰν οἱ ἀρχηγοὶ αὐτῶν ἦσαν ἢ δὲν ἦσαν ὑπεύθυνοι τῆς καταστάσεως ἐκείνης. Βεβαίως σήμερον δὲν εἶναι ἡ ἑσπέρα, καθ’ ἣν πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα τοῦτο...

§144ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατί;

§145ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Διότι εἰς πάντας εἶναι γνωστὸν, ὅτι τώρα πρόκειται περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐὰν θέλωμεν νὰ ἤμεθα σοβαροὶ εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα, βεβαίως πρέπει νὰ ὁρίσωμεν ὡρισμένην ἡμέραν, καθ’ ἣν νὰ συζητήσωμεν ἐν πλάτει τὴν ὑπόθεσιν, διότι φρονῶ, ὅτι καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι μέχρι σήμερον, καὶ ἐξ ἄλλων ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς φακέλοις τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῆς πρώην, καὶ ὧν τινα εἶναι δημοσιευμένα εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Οἰκονομοπούλου, δύναται, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, νὰ προκύψῃ πλήρης ἡ ἀπόδειξις περὶ τῆς ἀληθείας καὶ τῶν αἰτίων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθὼς καὶ περὶ τῶν ὑπευθύνων τῆς τότε καταστάσεως. Βεβαίως ὅμως θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ὑπάρχωσι καὶ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα θεωροῦσιν ἀναγκαῖον νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ ἔχοντες τὸ συμφέρον πρὸς τοῦτο. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι σήμερον δὲν πρόκειται περὶ εὐθύνης ποινικῆς, διότι ἤδη παρεγράφη ἡ κατηγορία, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων βάσις κατηγορίας...

§146ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πόσος χρόνος παρῆλθεν, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ παραγραφή;

§147ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. .. Ἀλλ’ ὅμως τὸ ἔθνος ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ, ποῖα τὰ πραγματικὰ αἴτια τῆς καταστάσεως ταύτης, ποῖοι οἱ πράγματι ὑπεύθυνοι. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τοὺς ἔχει γνωρίσει, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς μάθῃ καὶ ἐπισήμως, ἀποδεικνυομένης τῆς ἐνοχῆς αὐτῶν ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι μέχρι σήμερον, διὰ νὰ παύσουν αἱ διαδόσεις καὶ αἱ καταγγελίαι, τὰς ὁποίας εἴδομεν δημοσιευομένας εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ εἰς ἄλλα ἔγγραφα περὶ εὐθύνης ἀνευθύνων προσώπων. Ἀλλὰ περὶ τούτου βεβαίως πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις εἰς ἄλλην ἡμέραν.

§148ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁρίσατε αὐτήν.

§149ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Νὰ γείνῃ συζήτησις, λέγω, εἰς ἄλλην ἡμέραν, ὅτε θὰ λάβω τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω καὶ ἄλλοι κύριοι συνάδελφοι, ὡς καὶ ὁ κ. Γ. Κυριαζῆς, ὅστις ἐδήλωσεν, ὅτι καὶ αὐτὸς θὰ θίξῃ τὸ ζήτημα.

§150Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰργάσθη ἡ ἐπιτροπή; — διότι ὁ κ. πρόεδρος αὐτῆς εἶπεν, ὅτι δὲν εἰργάσθη.

§151ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι εἰργάσθη καὶ ἡ πρώτη ἐπιτροπὴ καὶ ἡ δευτέρα, ὡς ἐξετέθη.

§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.

§153Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μετ’ ἀπορίας ἤκουσα νὰ ἀναζητῶνται τὰ ἔγγραφα τῆς πρώτης ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ὡς εἰ ἐπρόκειτο περὶ σπουδαίων τινῶν ἐγγράφων, καὶ ὅτι προσαγομένων τῶν ἐγγράφων τούτων ἤθελε διαφωτισθῆ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ τίς πταίει διὰ τὴν κήρυξιν τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου. Νομίζω ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν ἤθελον ἀποδείξει τίποτε. Ἐλπίζω ὅτι δὲν ἀπωλέσθησαν, καὶ ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εὑρεθῶσι, πολλὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἔχουσιν ἀντίγραφα ἐπικεκυρωμένα, τουτέστιν ὑπογεγραμμένα καὶ παρὰ τῶν ἄλλων μελῶν. Εἰς τί δὲ ἠσχολήθη ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη; εἰς δύο ζητήματα. Ἐξήτασε τὴν ἐνέργειαν τῆς ναυτικῆς μοίρας, τῆς σταλείσης εἰς Κρήτην, τὰς διαταγὰς τὰς ἐπισήμους, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει ὁ τότε μοίραρχος κύριος Ρέϊνεκ καὶ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ. Τί δὲ μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Ρέϊνεκ; Μᾶς εἶπεν: «ἔλαβα διαταγὴν» — καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ μὴ βεβαιώσῃ τοῦτο ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς πρώτης, τῶν ὁποίων πολλὰ παρίστανται ἐνταῦθα σήμερον — «διαταχθεὶς ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν κ. Λεβίδην, ἡτοίμασα τὸν στόλον αὐθημερόν, τὸν προορισθέντα διὰ τὴν Κρήτην, καὶ ἀμέσως ἦλθον καὶ ἐζήτησα τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὁ δὲ κύριος Λεβίδης μὲ παρέπεμψεν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἵνα λάβω τὰς προφορικὰς αὐτοῦ διαταγάς. Τοῦ ἐζήτησα τὰς διαταγάς του, καὶ μοῦ εἶπεν, ὅτι ἐν Κρήτῃ ὑπάρχουν στόλοι εὐρωπαϊκοί, καὶ ὅτι ἡ Γερμανία, ἡ Αὐστρία καὶ Ἰταλία εἶναι σύμμαχοι, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ρωσσία ἐπίσης, ἡ δὲ Ἀγγλία ἄνευ συμμαχίας, μόνη. Θὰ μεταβῆτε ἐκεῖ, θὰ προσέχητε μετ’ ἐπιμελείας τὰς σκέψεις καὶ ἐνεργείας τῶν ναυάρχων, καὶ θέλετε γνωρίσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ τυχὸν ἀπρόοπτα». Αὐταὶ ἦσαν αἱ προφορικαὶ διαταγαί, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὁ κ. Ρέϊνεκ. Ἡ δὲ διαταγὴ ἡ ἐσφραγισμένη, τὴν ὁποίαν ἀπεσφράγισε κατὰ τὸν διάπλουν, ἔλεγε: «θὰ μεταβῆτε ἐκεῖ, ἵνα προστατεύσητε τὰ γυναικόπαιδα». Αὐτὰ κατὰ τὴν ἀνάκρισίν του μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ρέϊνεκ. Μετὰ τοῦτον ἐξητάσαμεν τὸν κ. Κ. Κανάρην, τὸν συνάδελφον, καὶ τὸν κύριον Κοσμᾶν Ζῶτον, οἱ ὁποῖοι μᾶς εἶπον περίπου τὰ αὐτά. Εἶτα ἐστράφημεν πρὸς τοὺς προξένους, τὸν Πετυχάκην καὶ Γεννάδην, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ μάθωμεν, ἂν ὑπῆρχον πρόσωπα, ἀνήκοντα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, τὰ ὁποῖα ὑπεκίνουν ἐπανάστασιν. Μετὰ τοῦτο ἐξητάσαμεν περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐκήρυξε τὸν πόλεμον, καὶ ὅτε ἐξητάζομεν τὸν κύριον Πετρίτσην, ὁ ὁποῖος ἦτο νομάρχης Τρικκάλων, τὸν ἠρωτήσαμεν: «ἂν σὺ, ὁ ἀγωνιστὴς τῆς Κρήτης, ὁ ἀληθὴς στρατιώτης, εἶχες ἑκατὸν ἄνδρας καὶ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἠμποροῦσες νὰ ἀφοπλίσῃς τοὺς σταυραετοὺς καὶ νὰ τοὺς κάμῃς νὰ ἐπιστρέψωσιν; — «Ἠμποροῦσα», μᾶς εἶπε· «θὰ τοὺς ἐτσάκιζα, καὶ οὐδεὶς θὰ ἐξήρχετο!» Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἀποκαλυφθῇ τὸ μέγα γεγονὸς, τὸ ὁποῖον προὐκάλεσε τὸν πόλεμον. Ἂν θέλητε νὰ ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα, θὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τὴν βάσιν. Ὅτε ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως Γεωργίου κατελάβομεν τὴν Κρήτην, τί ἐπράξαμεν; Δὲν ἐκηρύξαμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας; Κηρύξαντες δὲ τὸν πόλεμον, ἀφοῦ κατελάβομεν τὴν Κρήτην, παρεσκευάσθημεν εἰς πόλεμον; Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐὰν θέλητε σοβαρῶς καὶ σπουδαίως νὰ συζητήσωμεν, αὐτὸ θὰ ἐξετάσωμεν· ἀλλ’ ἐὰν θέλητε νὰ ἐμπαίζωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀρχίζοντες νὰ ἐρωτῶμεν, τί ἔγειναν τὰ ἔγγραφα καὶ τί ἔκαμαν αἱ ἐπιτροπαὶ, — διότι πιθανὸν αὐτὸ νὰ μᾶς ὠφελήσῃ εἰς τὰς μελλούσας ἐκλογὰς, — κακῶς πράττομεν, καὶ ζημιοῦμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα διὰ τὸ μέλλον.

§154Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐράνων, τῶν γενομένων παρὰ τῶν Ἑλλήνων ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, εἶναι ἓν τῶν ἐλαχίστων ἐπεισοδίων τῆς ἱστορίας τοῦ πολέμου, τὴν ὁποίαν κυρίως καὶ πρωτίστως ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ζητεῖ νὰ μάθῃ μόνον, πῶς διεχειρίσθησαν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐχορήγησε διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ πολέμου, ἀλλὰ πῶς περιεπλάκη εἰς τὸν πόλεμον τοῦτον, τὸν καταστρεπτικὸν, πῶς διεξήχθησαν τὰ τοῦ πολέμου ἔργα, καὶ τίνες οἱ ὑπαίτιοι τῆς καταστροφῆς αὐτοῦ· διότι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ εὑρίσκετο ἐν οἰκονομικῇ κρίσει, ὑπὸ ἔποψιν ὅμως ἐθνικῆς τιμῆς εἶχε πολὺ ὑψηλὰ τὸ μέτωπον, ἐξελθὸν ἐκ τοῦ πολέμου αὐτοῦ ἡττημένον ἄνευ νικητοῦ, κατήντησεν, ὥστε σήμερον νὰ περιφρονῆται ὑπὸ πάντων τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς. Ἐφ’ ὅσον ὅμως συζητοῦμεν, κ. Πρόεδρε, ἐπεισοδιακῶς τὰ τοῦ πολέμου, οὐ μόνον δὲν δυνάμεθα νὰ διαφωτίσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην περὶ τῶν ὑπαιτίων τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἐκ τούτου καταστροφῆς, ἀλλὰ καὶ τοὐναντίον εἰς σύγχυσιν περιάγομεν αὐτήν. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὸ πρώτιστον καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ πρώτη μετὰ τὸν πόλεμον συνελθοῦσα Βουλὴ, ἦτο νὰ ἐξετάσῃ ἀμέσως τὰ αἴτια καὶ τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου, καὶ νὰ ἀνεύρῃ τοὺς ὑπευθύνους· τὸ καθῆκον ὅμως τοῦτο παρέλιπεν ἡ Βουλὴ μέχρι τοῦδε, καὶ ἡ παράλειψις αὕτη βαρύνει τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ περικαλύψῃ διὰ τοῦ σκότους τοὺς ὑπαιτίους, ὡς ἀνευθύνους, περικαλύπτουσα οὕτω συγχρόνως καὶ τὰ σφάλματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἀνεύθυνοι. Ἡ ἐξέτασις τῶν τοῦ πολέμου, κύριε Πρόεδρε, πρόκειται κυρίως νὰ διαφωτίσῃ τὸν λαὸν ὄχι μόνον περὶ τῶν ὑπαιτίων τῆς καταστάσεως, οἱ ὁποῖοι ἄλλως δὲν εἶναι ἄγνωστοι, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς θεραπείας τῶν πολιτικῶν πληγῶν μας· διότι, ἐφ’ ὅσον συγκαλύπτομεν τὴν ἀλήθειαν, ἐπὶ τοσοῦτον ἀποθρασύνομεν αὐτοὺς, καὶ ἀποθρασύνοντες αὐτοὺς, βεβαίως γινόμεθα παραίτιοι μεγαλειτέρων καταστροφῶν, ὡς ἀπεδείχθη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ πολέμου, ἀπὸ τῆς ὁποίας, ἀντὶ νὰ προβῶμεν εἰς βελτίωσιν, οὐδὲ βῆμα πρὸς αὐτὴν ἐκάμαμεν, ἀλλὰ τοὐναντίον ὠπισθοδρομήσαμεν καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ ὀπισθοδρομῶμεν. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, κύριε Πρόεδρε, καταδεικνύουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνέπαιξαν τὸν λαὸν μέχρι τοῦδε, ὅτι δὲν θέλουν τὴν ἀληθῆ καὶ εἰλικρινῆ συζήτησιν. Μὴ νομίζουν ὅμως, ὅτι ὠφελοῦσιν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θέλουσι νὰ καλύψωσιν· τοὐναντίον δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἐνισχύῃ τὰς ὑπονοίας του κατ’ αὐτῶν. Ἀναβάλλοντες ἀπὸ τῆς πρώτης Συνόδου τῆς Περιόδου ταύτης τὴν συζήτησιν, τοῦτο κυρίως ἐπεδίωκον, νὰ καταστήσωσιν αὐτὴν ἄσκοπον, ὡς ὁ ἐκ Λεβαδείας κύριος Βουλευτὴς τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐδήλωσεν, εἰπὼν, ὅτι συζήτησις περὶ εὐθύνης διὰ τὸν πόλεμον δὲν ἔχει πλέον σκοπιμότητα. Κατ’ ἐμὲ ὅμως δὲν εἶναι διόλου ἄσκοπος ἡ τοιαύτη συζήτησις, καὶ ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ γείνῃ αὕτη εὐρυτάτη, διότι δὲν πρόκειται μόνον νὰ ζητήσωμεν ποινικὰς εὐθύνας, τῶν ὁποίων παρῆλθε πλέον ὁ χρόνος, ἀλλὰ νὰ καταδειχθῶσι καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπισήμως οἱ ὑπαίτιοι τοῦ πολέμου καὶ τῆς προδοτικῆς διεξαγωγῆς αὐτοῦ, ὅπως μὴ νομίζωσιν, ὅτι εἶναι πιστευτοὶ, ἐπιρρίπτοντες τὰς ἰδίας εὐθύνας ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι. Πολλάκις ἐζητήθησαν τὰ ἔγγραφα, καὶ πάντοτε ἀκούομεν, ὅτι ταῦτα ἐξηφανίσθησαν. Τίς ὁ ἐξαφανίσας, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀνακαλύψωμεν, Πῶς εἶναι δυνατὸν, ἔγγραφα ἐπίσημα, τὰ ὁποῖα περιῆλθον εἰς χεῖρας τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ἐξαφανισθῶσι καὶ νὰ μὴ εὑρίσκωμεν τὸν ἐξαφανίσαντα; Καὶ ποῖον ἔχει πλέον προορισμὸν ἡ Βουλὴ αὕτη, ὅταν ἀφίνῃ ἀνεξέλεγκτον καὶ τὴν ἐξαφάνισιν τοιούτων ἐγγράφων; Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι δὲν εἶχον καθῆκον καὶ ἄνευ τῶν ἐγγράφων νὰ προέλθωσιν εἰς τὴν συζήτησιν; Δὲν ἐξηφανίσθησαν ὅμως τὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ὑπάρχουσι, καὶ οἱ κατέχοντες αὐτὰ δὲν εἶναι ἄγνωστοι, διότι ἐδημοσιεύθησαν ἐν τῇ «Μικρᾷ Ἐφημερίδι» τὰ πλεῖστα αὐτῶν. Ἐξ αὐτῶν δὲ τῶν δημοσιευθέντων, διὰ μιᾶς εὐρείας συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ δύναται νὰ ἐπιχυθῇ ἀρκετὸν φῶς. Ἂς ἐξετασθῇ τοὐλάχιστον, τί ἐγένετο κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ πῶς διεξήχθη οὗτος, ἂν ὄχι καὶ τίνες οἱ ὑπαίτιοι αὐτοῦ. Εἶχεν ἡ τότε Κυβέρνησις τὴν διεύθυνσιν τοῦ πολέμου, ἢ ὄχι; Ἂς προκληθῇ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ εἴπῃ,— εἰς συζήτησιν ὅμως εἰδικὴν ἐνταῦθα, καὶ οὐχὶ ἐπεισοδιακῶς, — διατὶ ἡ κυρία δύναμις, ἐπὶ τῆς ὁποίας τὸ ἔθνος ἐστήριζε τὰς ἐλπίδας του, δὲν ἐχρησιμοποιήθη; διατὶ ἡ δύναμις αὐτὴ ἔμεινεν ἀδρανής;...

§155Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ καὶ τὰ εἶπον καὶ τὰ ἔγραψα.

§156Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι τοῦτο, ἀλλ’ ἀναγκαῖον θεωρῶ νὰ ἀκούσωμεν αὐτὰ ἐνταῦθα ἐπισήμως καὶ ἐν εἰδικῇ συζητήσει. Ἐξετάζοντες ἐπεισοδιακῶς καὶ μεμονωμένως, ὁτὲ μὲν τὰ ναυτικὰ εἰς μίαν συνεδρίασιν, ὁτὲ δὲ τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀπώλειαν τῶν 36,000 λιρῶν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, καὶ ἄλλοτε ἄλλα σχετικὰ ζητήματα εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, δὲν διαφωτίζομεν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν λαὸν περὶ τοῦ κυρίου ζητήματος. Δι’ αὐτὸ ἐπεθύμουν νὰ ἴδω σύσσωμον τὴν Βουλὴν πειθομένην, ὅπως ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς εἰδικὴν εὐρυτέραν συζήτησιν ἐπὶ τῶν πολεμικῶν, διότι ἄλλως παραλείπομεν, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, καθῆκον πρὸς τὸ ἔθνος ἱερώτατον, διαπράττομεν παράβασιν ῥητῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐλάβομεν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐκλέξας ἡμᾶς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ταύτην καὶ μόνην τὴν ἐντολὴν ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς: «Ζητήσατε ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατεβύθισαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος εἰς τὸ αἶσχος, εἰς τὸ ὄνειδος, εἰς τὴν καταστροφὴν, καὶ ὅσους ἐξ αὐτῶν εὕρητε νόμῳ ὑπευθύνους, τιμωρήσατε αὐτοὺς κατὰ τοὺς νόμους, ἐὰν δὲ εὕρητε, ὅτι ὑπαίτιοι τῶν κακῶν τούτων εἶναι καὶ οἱ νόμῳ ἀνεύθυνοι, καταδείξατε τοὐλάχιστον εἰς αὐτοὺς διὰ δημοσίας ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως, ὅτι, ἐὰν ἐκ τοῦ νόμου ἦναι ἀνεύθυνοι, εἶναι ὅμως καταδεδικασμένοι ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους, καὶ ὅτι, ἵνα ἐξέλθωσι τῆς τοιαύτης καταδίκης καὶ ἀνακτήσωσι τὴν προσήκουσαν θέσιν ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ λαοῦ, πρέπει νὰ παύσωσιν ἀκολουθοῦντες τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἠκολούθησαν, καὶ ἡ ὁποία ἄγει βεβαίως εἰς τοιαύτην κατάστασιν τὸ ἔθνος, τῆς ὁποίας τ’ ἀποτελέσματα αὐτοὶ πρῶτοι θὰ αἰσθανθῶσι πλέον παντὸς ἄλλου.» Μὴ λοιπὸν διστάζει ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην συζήτησιν. Ἂς τὸ πράξῃ μετὰ θάρρους, ἐκπληροῦσα τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ ἐθνικῇ βλάβῃ παρέλιπε μέχρι τοῦδε. Ἡ παράλειψις αὐτοῦ ἑπόμενον ἦτο νὰ φέρῃ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν βλέπομεν ἀπὸ τοῦ πολέμου, κυρίως δὲ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς περιόδου ταύτης καὶ ἀπὸ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξ ἀρχῆς εἰς οὐδὲν ἄλλο καταγίνεται, εἰμὴ πῶς νὰ δημιουργήσῃ καὶ νὰ συντηρήσῃ μέγα κόμμα, καὶ πῶς νὰ ἦναι εὐχάριστος, συγκαλύπτων ἀνευθύνους καὶ ὑπευθύνους. Ἀλλὰ πλανᾶται, ἐὰν νομίζῃ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν γνωρίζει ἐν συνόλῳ, τί συνέβη καὶ ποῖοι εἶναι ὑπαίτιοι τῆς καταστροφῆς του· θέλει ὅμως νὰ μάθῃ, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ καὶ τὰ καθέκαστα, νὰ ἀκούσῃ τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα διαφωτισθῇ καλλίτερον καὶ σχηματίσῃ ἀκριβεστέραν ἰδέαν περὶ πάντων ἐξ ἐπισήμων πληροφοριῶν, ἐπὶ τῶν πραγμάτων στηριζομένων, καὶ οὐχὶ ἀορίστων. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, καταλήγων ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν καὶ πάλιν, ὅπως ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν περὶ τῶν πολεμικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἐὰν θέλῃ νὰ συντελέσῃ καὶ εἰς τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀθωότητος ἐκείνων τῶν ὁποίων τὰ ἁμαρτήματα ζητεῖ νὰ συγκαλύψῃ ἡ πλειονοψηφία.

§157ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος κ. συναδέλφου περὶ εἰδικῆς συζητήσεως καὶ συστάσεως νέας ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι εἶναι λίαν ὄψιμος πλέον. Τῆς Βουλῆς τὸ ἔργον εἶναι ἔργον πρακτικὸν, νὰ συντελῇ εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, καθὼς διαγράφει τὰ καθήκοντα αὐτῆς τὸ Σύνταγμα· εὐθῦναι δὲν δύνανται νὰ ζητηθῶσι πλέον, οὔτε πολιτικαὶ, οὔτε ἄλλαι. Ἡ ἀνεύρεσις τῶν γενομένων ἦτο καθῆκον τῆς Βουλῆς ταύτης, τῆς ἐλθούσης ἀμέσως μετὰ τὴν συμφορὰν τοῦ πολέμου, ἦτο καθῆκον πρώτιστον, χάριν τῆς τιμῆς τοῦ τόπου, χάριν τῆς εὐθύνης τῶν ἐχόντων νὰ δώσωσι λόγον εἰς τὸ ἔθνος διὰ τὰς γενομένας καταστροφὰς ἐκ τοῦ πολέμου ἐκείνου. Ὤφειλον αὐτοὶ πρῶτοι νὰ ζητήσωσι νὰ μάθῃ τὸ ἔθνος, τίς ὁ ἀγαγὼν τὸν τόπον εἰς πόλεμον, καὶ τίς ὁ ἀγαγὼν εἰς αὐτὸν χωρὶς νὰ παρασκευασθῇ ὁ τόπος πρὸς πόλεμον. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως καὶ ἐπιμόνως, καὶ φορτικῶς, ἂν θέλετε, ἐζήτησα τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἰς ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας εὗρον ἀντίδρασιν, ἢ θετικὴν ἢ ἀρνητικήν. Καὶ συνέστη μὲν ἡ ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ συνέστη μόνον διὰ νὰ καλυφθῇ ὁ τύπος, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκαταλείπει τοιοῦτον ἔργον ἐντελῶς ἔκθετον. Συνεστήθη ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἀλλὰ συνεστήθη ἀκριβῶς, ὅπως μηδὲν ἐρευνήσῃ, καὶ ἡ ἑτέρα πτέρυξ δὲν ἐπέμεινε νὰ προκαλῇ τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἐνέργειαν, ἀλλ’ ἔμεινεν ἐκείνη ἀδρανὴς οὕτω, καὶ ἀπεκοιμήθη. Διὰ δὲ τῶν ὁμιλιῶν μου ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν κατέδειξα τὸ κινδυνῶδες καὶ τὸ ἐπιζήμιον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου τῆς τοιαύτης ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης καὶ τῆς Βουλῆς ἐν γένει πολιτείας. Ἀλλ’ οἱ λόγοι μου ἐνόησα, ὅτι οὐδεμίαν ἐλπίδα ἐπιτυχίας ἠδύναντο νὰ ἔχωσι, καὶ διὰ τοῦτο σήμερον, ὅτε βλέπω τὴν συζήτησιν ταύτην, ἐννοῶ, ὅτι εἶναι συζήτησις ματαία, γινομένη ἁπλῶς, ὅπως φανῇ, ὅτι γίνεται συζήτησις περὶ πραγμάτων πλέον ἐκλιπόντων. Ὁ πόνος, τὸν ὁποῖον αἰσθάνεται ὁ τόπος, θὰ ἐπαναφέρῃ τὴν Βουλὴν πολλάκις εἰς τὰ θέματα ἐκεῖνα, καὶ δυστυχῶς ἡ τοιαύτη τῆς Βουλῆς ταύτης πολιτεία εἶναι ἐπιζήμιος ὄχι μόνον διὰ τὴν τιμὴν τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς εὐθύνας ὅλων· ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες νομίζουν, ὅτι οὕτω παρέχουσιν ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, θὰ πεισθῶσι μίαν ἡμέραν, ὅτι παρέσχον κακὰς ὑπηρεσίας πρὸς τὸν τόπον, ἀφήσαντες κεκαλυμμένην τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ἐκείνων. Ἐὰν δὲ ὁ πόλεμος ἔφερε καταστροφὴν στρατιωτικήν, ἡ τοιαύτη ἀποτυχία τῆς Βουλῆς ταύτης εἰς τὸ νὰ θέσῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των θὰ φέρῃ ἄλλην ἀποτυχίαν, θὰ φέρῃ καταστροφὴν ἠθικὴν τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὁ τόπος περιμένει νὰ τὸν διαφωτίσῃ μὲν περὶ τῶν γενομένων, νὰ παρασκευάσῃ δὲ τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἀνόρθωσιν ἀπὸ τὴν καταστροφὴν ἐκείνην. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἔπραξεν ἡ Βουλή· ὀρθῶς δὲ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι τὰς εὐθύνας φέρουσι πάντοτε καὶ πρέπει νὰ φέρωσι πάντοτε οἱ ὑπὸ τῶν θεσμῶν καλούμενοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, γνώμη, ἣν οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ ἀρνηθῇ. Ὀρθῶς ἐπίσης εἶπεν ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἀποστρεφόμενος πρὸς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας, ὅτι κακὴν ἔχει γνώμην, φρονῶν, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ κατάσχῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἔν τινι Τραπέζῃ ἐνταῦθα, περισυλλεγέντα παρ’ Ἑταιρείας, σκοπὸν ἐχούσης νὰ ἐνεργήσῃ πράξεις πολεμικάς· καὶ ὀρθῶς ἐπεκαλέσθη, ὅτι κατέσχε τότε τὰ χρήματα τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ δὲν γεννᾷ τὴν ἀπορίαν, διατὶ δὲν κατεδίωξε καὶ δὲν κατέσχεν ἐπίσης τὰ χρήματα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας; Ὑπῆρχε λόγος τις, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο; Ἐὰν ὤφειλε νὰ πράξῃ τοῦτο, διατὶ δὲν ἔπραξεν αὐτό; Ἰδοὺ ἀπορίαι, αἵτινες γεννῶνται ἀμέσως ἀπὸ τὴν συζήτησιν. Ἄν ἐφρόνει ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὅτι πολεμικὴ ἐργασία οἱαδήποτε ἦτο ἐπιβλαβής, διατὶ δὲν τὴν παρημπόδιζε; Καὶ οὕτω βλέπετε, ὅτι τὰ ζητήματα προκύπτουσιν ἑκατέρωθεν καὶ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες τὴν ἐπιτροπὴν δὲν ἄφησαν νὰ λειτουργήσῃ, καὶ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν ἀφήσωσι νὰ λειτουργήσῃ. Προκύπτουσιν ἀπορίαι ἐπὶ βλάβῃ ὅλων. Δυστυχῶς σήμερον δὲν δύναται νὰ γείνῃ τίποτε πλέον. Δὲν εἶναι ἱστορικὸν σωματεῖον ἡ Βουλή, διὰ ν’ ἀναζητήσῃ νὰ ἀνεύρῃ τοὺς λόγους· οὔτε πολιτικὰς οὔτε ποινικὰς εὐθύνας δύναται πλέον νὰ ζητήσῃ. Ἑπομένως τὸ ἔργον αὐτῆς ἐξηντλήθη. Μὴ ἐπαναφέρωμεν ταῦτα. Ἂς τά φήσωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἴδωμεν, τίς θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην, οἱ ζητήσαντες νὰ ἐξετασθῶσι τὰ πράγματα καὶ ἀποτυχόντες, ἢ οἱ προσπαθήσαντες νὰ μὴ ἐξετασθῶσι τὰ πράγματα καὶ ἐπιτυχόντες;

§158Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐπείγει ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπίκαιρον, πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν ἐπαρχιακῶν, νὰ κάμω συστάσεις τινὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τῶν ὁποίων ζητῶ ἀκριβῶς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τούτων, καὶ διὰ τῶν ὁποίων παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἦναι δυνατόν, — καὶ ἐλπίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν ἤδη, ὅτε πλέον ἡ πλειονοψηφία βεβαιοῖ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι πλήρης περισσευμάτων, — ἐὰν ἦναι δυνατόν, λέγω, νὰ ἀναγραφῶσι πιστώσεις τινὲς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τούτων. Καὶ ἐν πρώτοις παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀναγράψῃ πίστωσιν διὰ συνδρομὴν τῆς ἐν Τρικκάλοις ἄρτι συστάσης Φιλαρμονικῆς Ἑταιρείας, ὅση ἔχει ἀναγραφῇ τοὐλάχιστον καὶ δι’ ἄλλας τοιαύτας Ἑταιρείας. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ 1902 ἀναγράφονται αἱ ἑξῆς πιστώσεις διὰ φιλαρμονικάς: Κερκύρας δρ. 500, «Μάντζαρος» δρ. 400, Τριπόλεως δρ. 500, Ναυπλίου δρ. 200, Πατρῶν δρ. 500, Ζακύνθου δρ. 500, ἀνὰ δραχ. 300 εἰς τὰς Φιλαρμονικὰς Ἀργοστολίου, Θήρας κλπ. ἐν ὅλῳ ὀκτὼ πόλεων, καὶ ἀνὰ δραχ. 200 εἰς τὰς Φιλαρμονικὰς Σπάρτης, Τήνου, Ἄρτης, Αἰγίου, Ἀγρινίου καὶ Ληξουρίου. Δίκαιον λοιπὸν θεωρῶ ν’ ἀναγραφῇ ἀνάλογος πίστωσις καὶ ὑπὲρ τῆς Φιλαρμονικῆς Ἑταιρείας Τρικκάλων, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πρόκειται περὶ πόλεως, ἡ ὁποία πρέπει πάντως νὰ παρίσταται εἰς τὰ ὄμματα τῶν ὑποδούλων ὡς ἀκολουθοῦσα τὸν πολιτισμὸν καὶ ὡς δυναμένη νὰ δείκνυται ὡς παράδειγμα ἄξιον μιμήσεως εἰς τοὺς πληθυσμοὺς αὐτούς. Ἑτέραν σύστασιν ἔχω νὰ κάμω πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργόν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἀναγράψῃ πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρὸς σύστασιν ἐν Τρικκάλοις ὑποδιδασκαλείου. Τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ δύο ἀπόψεων, τὸ μὲν δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ σχετικοῦ, προκειμένου περὶ πρωτευούσης νομοῦ, τὸ δὲ διότι ἡ ἐπαρχία Τρικκάλων κατ’ ἐξοχὴν μέχρι σήμερον δὲν ἐπεβάρυνε τὸ δημόσιον ταμεῖον δι’ εἰσφορῶν χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Κυριώτατος λόγος πρὸς σύστασιν τοῦ ὑποδιδασκαλείου εἶναι, ὅτι ἡ ἐπαρχία Τρικκάλων, εὑρισκομένη μακρὰν πάσης ἄλλης ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, δυστυχῶς ἀποφεύγεται ἀπὸ τοὺς διδασκάλους, ἕνεκα δὲ τοῦ λόγου τούτου, κύριε Πρόεδρε, ἀργοῦσι τὰ πλεῖστα τῶν σχολείων, τὰ τέκνα δὲ τῶν κατοίκων εἶναι ἄμοιρα παντελῶς καὶ τῆς στοιχειωδεστάτης δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην, καθόσον διὰ τῆς συστάσεως τοῦ ὑποδιδασκαλείου θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ φοιτήσωσιν ἐκεῖ γραμματισταὶ προερχόμενοι ἐκ τοῦ τόπου, οἱ ὁποῖοι βεβαίως θὰ ἦναι προωρισμένοι καὶ νὰ ἀπομείνωσιν εἰς τὸν τόπον, ἵνα παράσχωσι τὰ φῶτα αὑτῶν καὶ ἐξυπηρετήσωσι τοὺς συμπολίτας των. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐπίσης εἶδον κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἀναγραφομένην πίστωσιν διὰ μισθοδοσίαν ἑνὸς διδασκάλου τῆς Ἰσραηλιτικῆς Σχολῆς ἐν Ζακύνθῳ καὶ τῆς Ἰσραηλιτικῆς Σχολῆς ἐν Χαλκίδι, ἐνῷ μέχρι τοῦδε μόνον διὰ τὰς Ἰσραηλιτικὰς Σχολὰς Κερκύρας καὶ Λαρίσης ἀνεγράφοντο τοιαῦται πιστώσεις. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐν Τρικκάλοις ὑπάρχει ἰσραηλιτικὴ κοινότης, ἀποτελουμένη ἀπὸ πλείονα τῶν 1500 ἀτόμων, δηλαδὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ 500 οἰκογενείας περίπου. Πρέπει δὲ νὰ σημειώσητε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἰσραηλιτικὴ αὐτὴ κοινότης ἐν Τρικκάλοις εἶναι ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις ἐπωφελὴς εἰς τὸν τόπον, πρὸς δὲ τούτοις καὶ ὡς πολῖται οἱ αὐτόθι Ἰσραηλῖται μέχρι σήμερον ἀνταπεκρίθησαν πληρέστατα πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν ἀπέναντι τοῦ Κράτους, ἔχουσι δὲ σχολεῖον ἐκεῖ, τὸ ὁποῖον περιέχει μέχρις 100 μαθητῶν, καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ τὸ σχολεῖον αὐτὸ λειτουργεῖ, τὸ Κράτος ἀπέφυγεν ἐπιμόνως μέχρι σήμερον νὰ ἀναγράψῃ ποσὸν διὰ μισθοδοσίαν τοῦ ἐκεῖ διδασκάλου. Δὲν γνωρίζω διατὶ τὸ Κράτος ἐξαιρετικῶς διὰ τὰ Τρίκκαλα ἀπέφυγεν ἐπιμόνως νὰ συντρέξῃ εἰς τὴν συντήρησιν τῆς Σχολῆς ταύτης, ἀφοῦ εἰς τὰς ἄλλας Ἰσραηλιτικὰς Σχολὰς ἦλθεν ἀρωγὸν τὸ Δημόσιον, καὶ ἀνέγραψε μισθοδοσίαν διδασκάλων. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὴν ἐπικειμένην συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τούτου νὰ ἀναγράψῃ πίστωσιν διὰ μισθὸν δημοδιδασκάλου τῆς ἰσραηλιτικῆς κοινότητος ἐν Τρικκάλοις. Τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν παρακαλῶ νὰ εὐδοκήσῃ νὰ διατάξῃ τὸν νομάρχην Τρικκάλων νὰ κοινοποιήσῃ πρὸς τὸν δῆμον Τρικκαίων τὴν ἀπόφασιν περὶ τοῦ πεμπτημορίου, διότι, ἐνῷ ὤφειλεν ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου νὰ κοινοποιήσῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἐν τούτοις βραδύνει νὰ τὴν κοινοποιήσῃ, δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον. Ἕνεκα τῶν γνωστῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ἡ μὴ κοινοποίησις τῆς ἀποφάσεως ταύτης, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὴν κοινοποίησιν αὐτῆς. Καὶ τώρα, κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ ὑποβάλω δύο ἐπερωτήσεις πρὸς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἀφορώσας εἰς τὸν δῆμον Λαρίσης καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λαρίσης (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ νομάρχου Λαρίσης ἡ ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λαρίσης ἀναγραφὴ ἐν τῷ δημοτικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1902, ὡς τακτικοῦ ἐσόδου τοῦ δήμου, τοῦ προσθέτου ἐπὶ τῶν ὠνίων φόρου 1%, ἐνῷ τοῦτο ἐψηφίσθη εἰδικῶς, ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς ὕδρευσιν τῆς πόλεως Λαρίσης διὰ τῶν ὑδάτων τοῦ Πηνειοῦ, καὶ διατὶ τὸ ἔσοδον τοῦτο δαπανᾶται ἀπὸ δύο ἐτῶν εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ δήμου, ἢ δι’ ἃς εἰδικῶς προωρίσθη. Παρακαλεῖται ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὁ ἀστυνόμος Ἀμπελακίων τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης ἀνθυπολοχαγὸς Τσανάκας κατάγεται ἐκ τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, ἢ ἂν ἀσκεῖ εἰς ταύτην τὰ πολιτικὰ αὐτοῦ δικαιώματα, καὶ ἕνεκα τίνος λόγου, κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου, ἐκπληροῖ καθήκοντα ἀστυνόμου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ταύτῃ.» Καὶ ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεών μου τούτων ἐλπίζω, ὅτι θὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ἐγκαίρως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός.

§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Γαρουφαλιᾶς κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Ὡς γνωστόν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα συνεχώνευσε τὴν Ἠπειροθεσσαλικὴν πρὸ τριῶν περίπου ἐτῶν, ἔκτοτε δ’ ἐπεδόθη εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ληψοδοσιῶν της ἐν τῷ νομῷ Ἄρτης, εἰσπράττουσα τὰς ἀπαιτήσεις της, χωρὶς ὅμως νὰ χορηγῇ καὶ δάνεια οὔτε εἰς τοὺς ἀξιόχρεους ἐμπόρους τῆς πόλεως Ἄρτης· οὕτω δὲ ἀφ’ ἑνὸς αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου, ἀφ’ ἑτέρου αἱ εἰσπράξεις τοῦ κ. Καραπάνου, καὶ ἐκ τρίτου, αἱ εἰσπράξεις τῆς Τραπέζης συνέθλιψαν τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ λαοῦ τοῦ νομοῦ Ἄρτης εἰς βαθμὸν ἐπίφοβον, ἀφοῦ δεινὴ ἐξερράγη ἡ οἰκονομικὴ δυσπραγία, ἧς τ’ ἀποτελέσματα ἐξεδηλώθησαν διὰ τῆς νεκρώσεως τοῦ ἐμπορίου. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως παρακαλέσῃ τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἵνα καὶ ἐν Ἄρτῃ ἄρξηται τὴν χορήγησιν πιστώσεων εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν ἐμπόρων καὶ κτηματιῶν, οἵτινες ἐν τοῖς νέοις πιστωτικοῖς καταλόγοις περιελήφθησαν ὡς ἀξιόχρεοι μέχρις ὡρισμένου ποσοῦ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως παρακαλέσῃ τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἵνα καὶ ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῆς κανονίσῃ τὰς μετὰ τῶν δημοτῶν τῶν δήμων Τετραφυλίας καὶ Ἡρακλείας ληψοδοσίας της, ποιοῦσα ἄφεσιν μέρους τοῦ χρέους τούτων πρὸς αὐτήν, καὶ καθιστῶσα οὕτω δυνατὴν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀπότισιν τοῦ χρέους τοκοχρεωλυτικῶς καὶ κατὰ δόσεις. Διότι ἄλλως, μὴ δυνάμενοι οὕτω νὰ πληρώσωσιν ὁλόκληρον τὸ χρέος των, τὸ ἐξογκωθὲν ὑπὸ τοῦ δραπετεύσαντος Ξανθοπούλου διὰ πλαστῶν ἀριθμῶν, θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ φυγοδικήσωσιν, ὅπως καὶ φυγοδικοῦσιν, ἀφοῦ 300 ἀποφάσεις ἐκοινοποιήθησαν ἐν τῷ δήμῳ Τετραφυλίας μόνον ἐν διαστήματι μιᾶς ἑβδομάδος. Ἄλλως τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ διὰ τῆς συγχωνεύσεως ἡ Ἠπειροθεσσαλικὴ ἐξεχώρησε τὰς ἐν τῷ νομῷ Ἄρτης ἀπαιτήσεις μεῖον 900,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ, χωρὶς νὰ ῥηθῇ, ὅτι τὰ ἄνω μέτρα ὑπαγορεύονται καὶ ὑπὸ τοῦ συμφέροντος καὶ ὑπὸ τοῦ προορισμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις ὁμολογουμένως δικαιοῦται νὰ ὑπερηφανεύηται διὰ τὴν ἐπωφελῆ αὐτῆς γενικὴν δρᾶσιν.»

§160Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§161Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω, Κύριοι, περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ γενομένων ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Πατρῶν, διότι ἡ ὥρα εἶναι πολὺ προκεχωρημένη, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσῃ τις ἐπὶ μακρὸν τόσον σπουδαῖον ζήτημα. Ὀφείλω μόνον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τοῦτο, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἦτο γνωστὸν, ὅτι ἀπὸ τῆς θαλάσσης μέχρις ἑνὸς σημείου τὰ ὕδατα ἔμελλον νὰ ἦναι ὑφάλμυρα. Τοῦτο εἶχε λεχθῆ καὶ παρ’ ἄλλων, εἶχε λεχθῆ καὶ παρ’ ἐμοῦ ἐν τῷ Πολυτεχνικῷ Συλλόγῳ. Καὶ μέχρις ἑνὸς σημείου, τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη ἤδη, ὅτι ἀπέχει, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, περὶ τὰ 3500 ὡς ἔγγιστα μέτρα ἀπὸ τῆς θαλάσσης, τὰ ἀπαντώμενα ὕδατα εἶναι ἀφθονώτατα, ἀλλ’ ὑφάλμυρα, ὄχι ὅμως καὶ ἄχρηστα. Βεβαίως δὲ τὰ ὕδατα ταῦτα εἶναι ὅμοια μὲ τὰ ὕδατα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται ἐν Λαυρίῳ, πρὸς μεγίστην εὐτυχίαν τῶν κατοίκων. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως ἐκείνου ἡ σήραγξ διέρχεται δι’ ἑνὸς στρώματος ἀργίλου, 200 ὡς ἔγγιστα μέτρων, στεγανοῦ, ὅπως εἰσέλθῃ μετὰ ταῦτα εἰς στρῶμα ὑδροφόρον, παρέχον ὕδωρ ἄριστον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάλυσις εἶναι ἐπίσης καλὴ, καὶ καλλιτέρα τῶν ὑδάτων τοῦ Ἀμαρουσίου. Ἐν τοῖς στρώμασι τούτοις προχωρεῖ τὴν σήμερον ἡ ἐργασία, καὶ εἶναι σχεδὸν ἤδη ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἀνὰ ἑκατὸν μέτρα παράγεται καὶ μία ὀκὰ ὕδατος. Τὴν σήμερον, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁμιλοῦμεν, ἐν τοῖς στρώμασι τούτοις παράγονται δώδεκα ὀκάδες ὕδατος ἀρίστης ποιότητος...

§162Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πόσον ὕψος ἀπὸ τῆς θαλάσσης, παρακαλῶ;

§163ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ ἦναι, ὡς ἔγγιστα, ὁ πυθμὴν τῆς σήραγγος τρία μέτρα ἄνωθεν τῆς θαλάσσης. Ἤδη λοιπὸν, Κύριοι, ὑπάρχουσι δώδεκα ὀκάδες ὕδατος, τὸ ὁποῖον ῥέει διὰ τῆς σήραγγος ἀπὸ τὴν θέσιν ταύτην, καθ’ ὅσον δὲ προχωροῦσιν αἱ ἐργασίαι, ὡς εἶπον ὑμῖν, ἀνὰ ἑκατὸν μέτρα προστίθεται καὶ μία ὀκὰ ὕδατος. Προχωροῦντες λοιπὸν, μετὰ χίλια μέτρα θέλομεν ἔχει τοὐλάχιστον ἑτέρας δέκα ὀκάδας, αἵτινες προστιθέμεναι εἰς τὰς δώδεκα θὰ δώσωσιν 22, καὶ μετὰ χίλια ἕτερα μέτρα θέλομεν ἔχει ἑτέρας δέκα, καὶ οὕτω γίνονται 32, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ταῦτα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τ’ ἀναμενόμενα ἐντὸς τοῦ ἔτους, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦδε ἤρχισε νὰ σκέπτηται περὶ τῶν μελετῶν τῆς μεταφορᾶς, καὶ περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ὅρων συγγραφῆς πρὸς προμήθειαν τῶν μηχανημάτων, οὕτως ὥστε, εὐθὺς ὡς ἔχωμεν τὴν εἰρημένην ποσότητα ὕδατος, νὰ ἔχωμεν καὶ τὰς προσφορὰς διὰ τὴν προμήθειαν τῶν μηχανημάτων, τῶν σωλήνων, καὶ τὴν τοποθέτησιν αὐτῶν πρὸς ὕδρευσιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς.

§164Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε θὰ πρόκηται περὶ 32 ὀκάδων.

§165Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πάντοτε περὶ 30 ἐπρόκειτο.

§166ΝΕΓΡΗΣ. Ὅσας χρειαζόμεθα σήμερον. Εὐθὺς ὡς χρειασθῶμεν περισσοτέρας, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ αὐξήσητε τὴν σήραγγα, καὶ θὰ ἔχητε ὅσας ἐπιθυμεῖτε.

§167Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, πάντοτε ἐγίνετο λόγος περὶ 30 ὀκάδων, ὅτε ἐπεχειρήθησαν αἱ ἐργασίαι. Ἑπομένως βλέπετε, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ῥηθὲν παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἔκαμα λόγον. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, θὰ παρακαλέσω νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, διότι ἔχω ἀνάγκην αὐτῶν, ἵνα δικαιολογήσω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ἦσαν εἰς ἐμὲ ἄγνωστα, χαίρω δὲ, ὅτι ὁ εἰδικὸς περὶ τὰ τοιαῦτα δύναται νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἔργου· διότι, ἀφοῦ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἤδη ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται περὶ μεταφορᾶς τοῦ ὕδατος, ἕπεται ὅτι ἐσχημάτισεν ἀκράδαντον πεποίθησιν πλέον, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ τὸ ποσὸν 30 ὀκάδων...

§168Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 30, ἢ 22;

§169Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶπεν, ὅτι ἀνὰ 100 μέτρα θὰ ἔχωμεν μίαν ὀκᾶν· ἄρα, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ σήραγξ ἐπὶ χιλίων μέτρων, θὰ ἔχωμεν εἰσέτι δέκα ὀκάδας, καὶ ἑπομένως 22· ἂν ἐπὶ 2000, τότε θὰ ἔχωμεν ἄλλας δέκα, ἤτοι 32 ἐν ὅλῳ.

§170Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠρώτησα, πόσον εἶναι τώρα.

§171Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν, λέγουσα ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἀπεφάσισεν ἤδη νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ μεταφορᾶς, σημαίνει, ὅτι ἔχει ἀκράδαντον πεποίθησιν περὶ τῆς ὁλοσχεροῦς ἐπιτυχίας τοῦ ἔργου, διότι, ὡς καὶ ἄλλοτε ἀνεκοινώσαμεν εἰς τὴν Βουλὴν, αἱ δαπάναι τῆς μεταφορᾶς τότε μόνον δικαιολογοῦνται, ὅταν τοσοῦτο ποσὸν, ὡς ἔγγιστα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ. Αἱ πληροφορίαι λοιπὸν, αἱ δοθεῖσαι τὴν ἑσπέραν ταύτην παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, — τὰς ὁποίας ἐγὼ ἠγνόουν — νομίζω ὅτι εἶναι λίαν ἐνθαρρυντικαὶ, καὶ ἂν αὗται πρόκηται νὰ πραγματοποιηθῶσι, δὲν πιστεύω ὅτι θὰ ὑπάρξῃ τις νὰ ἐπικρίνῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τὴν δαπάνην ταύτην· διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι μὲ τὴν δαπάνην τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δὲν γίνονται μόνον δοκιμαστικαὶ ἐργασίαι, ἀλλὰ γίνεται ἐν πολλοῖς καὶ ὁριστικὴ ἐργασία, διότι εἰς πολλὰ μέρη ἤδη ἐκτίσθη ἡ σήραγξ, καὶ ἑπομένως γίνεται ὁριστικὴ πλέον ἐργασία. Ἐννοεῖται δ’ ὅτι, ἂν πρόκηται διὰ δαπάνης τοιαύτης νὰ ἔχωμεν 32 ὀκάδας ὕδατος, πιστεύω, ὅτι ἡ ἐπιτυχία θὰ ᾖναι πλήρης. Εὔχομαι δὲ, ὅπως αἱ αἰσιόδοξοι προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πραγματοποιηθῶσι.

§172Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ τρόπος, δι’ οὗ ὑπεστήριξε τὰς γνώμας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἀπεκόμισε τὴν αὐτὴν μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν αἰσιοδοξίαν. Ἐπιμελῶς παρηκολούθησα τοὺς λόγους αὐτῶν, καὶ εἶδον, ὅτι ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐστηρίχθη, οὐχὶ δὲ εἰς ἰδίας γνώμας καὶ πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, διότι, ἐπὶ μακρὸν διαμείνας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐνάρξεως τῶν ἔργων ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ, ἦτο εἰς θέσιν καλλίτερον παντὸς ἄλλου διὰ τῶν ἁρμοδίων μηχανικῶν νὰ μορφώσῃ ἀρτίαν γνώμην...

§173Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε δύο λέξεις μόνον; Ὅτε ἐγὼ ἐγκατέλιπον τὸ Ὑπουργεῖον, ἐγίνωσκον, ὅτι ὑπῆρχε ποσὸν ὕδατος 12 ὀκάδων, ἀλλὰ δὲν εἶχον τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν εἶπε τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κύριος Ὑπουργός, ὅτι ἀνὰ 100 μέτρα πραγματοποιεῖται ποσὸν μιᾶς ὀκᾶς. Νομίζω, ὅτι ἡ πληροφορία αὕτη εἶναι σπουδαία, διότι αὐξάνει τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ θεωρήσω ὡς ἐπαρκὲς κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγκατέλειψα τὸ Ὑπουργεῖον.

§174Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ αἰσιοδοξία τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπῆρχε καὶ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀνέκαθεν ὑπεστήριζε, καὶ διὰ τῶν γενομένων ἐν Λαυρίῳ προσεπάθησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπὸ τὸ ἔδαφος τῆς Ἀττικῆς ὑπάρχει μεγάλη ποσότης ὕδατος, καὶ ὅτι ταύτην ἠδυνάμεθα, προσφόρως ἀναζητοῦντες, νὰ ἀνεύρωμεν· δύναται δὲ νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι ὁ σκαπανεὺς καὶ κυρίως ὑπεύθυνος τῶν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ, διότι, ὅτε μετεκλήθη ἐκ Παρισίων ὁ κύριος Bechmann, καὶ ἐτέθη ἐν γνώσει τῶν πληροφοριῶν, αἵτινες ἔπρεπε νὰ δοθῶσιν εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῆς εἰδικῆς ὑπηρεσίας, ὡς πρὸς τὴν ὕδρευσιν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὁ κύριος Νέργης, μὴ ὢν τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συνομιλήσας πρὸς τὸν Γάλλον μηχανικόν, ὑπέδειξεν αὐτῷ, ἢ μᾶλλον συνέστησεν εἰς αὐτὸν τὰ περὶ ὑδρεύσεως γνώμας τοῦ νομομηχανικοῦ κ. Σούτσου. Οὗτος, λαβὼν ἄλλοτε ἀφορμὴν νὰ μελετήσῃ τὰ τῶν ὑδάτων τοῦ Θριασίου πεδίου, εἶχε καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὑπὸ τὸ ἔδαφος τοῦ Θριασίου πεδίου ὑπάρχει ὕδωρ ἄφθονον, ὅπερ ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ὕδρευσιν τῶν δύο πόλεων. Τὴν γνώμην ταύτην μετέδωκεν ὁ κύριος Νέργης, ἀπεδέχθη δὲ ὁ κύριος Bechmann καὶ ὑπεστήριξε παρὰ τῇ Κυβερνήσει. Οὕτως ἀπεφασίσθη νὰ ἄρξωνται ἐκεῖ αἱ ἐργασίαι, καὶ νομίζω, ὅτι ὥρισεν ἐν ὅλῳ ποσὸν μέχρι 200,000 δραχμῶν, ὅπερ ἠδύνατο τὸ πολὺ νὰ δαπανήσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰς δοκιμαστικὰς ἐργασίας ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ.

§175Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνεγράφη πίστωσις δραχμῶν 300,000.

§176Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ βεβαιοῦτε, ὅτι τοσοῦτον ποσὸν ὥρισεν ἡ Βουλή, ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω.

§177Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ ἐκεῖνος ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλήν.

§178Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἤρξαντο λοιπὸν αἱ ἐργασίαι· ἀλλ’ αἱ ἐργασίαι αὗται, εἶχε συμφωνηθῆ μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Bechmann διὰ τοῦ νομομηχανικοῦ κ. Σούτσου, ὅτι ἐκ Παρισίων θὰ ἐπετηροῦντο ὑπὸ τοῦ κ. Bechmann. Νομίζω δέ, ὅτι κατά τινα συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὅτε διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος Βουλευτής, ὄχι μόνον ἀνέφερεν, ἀλλὰ καὶ ἀνεκοίνωσε δύο ἐπιστολὰς τοῦ κ. Bechmann, ὅστις ἐπὶ τῶν ἀνακοινώσεων, ἃς μετέδωκεν ὁ κύριος Σοῦτσος, ἀπαντῶν, ἐπιδοκιμάζει, καὶ δίδει συμβουλὰς διὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ. Ἔκτοτε δὲν μοὶ ἐγένετο γνωστόν, ἂν παρακολουθεῖ τὰς ἐργασίας αὐτὰς μακρόθεν ὁ Γάλλος ὑδραυλικός, καὶ ποίας ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ γνώμας ἐπὶ τῶν γενομένων, ὅσα τῷ ἀνακοινοῦνται, εἰλικρινῶς βέβαια, ἐξ Ἀθηνῶν. Θὰ ἦτο ὅμως λίαν συντελεστικὸν εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν γνωμῶν καὶ ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, ἂν καὶ αὗται ἀνεκοινοῦντο, καὶ ἂν μετὰ τῶν μηνιαίων ἐκθέσεων ἀνεκοινοῦντο καὶ αἱ ἐπιστολαὶ τοῦ κυρίου Bechmann. Τότε εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐπιθεωρητὴς κύριος Σούλης μετὰ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς Στυμφαλίας εἶχε συντάξει, μεταβὰς καὶ μελετήσας ἐπιτοπίως τὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων αὐτῶν. Ἐν αὐτῇ προϋπολογίζονται αἱ δαπάναι μικρότεραι ἢ παρ’ ἄλλων, καὶ γίνονται κατὰ δύο ἢ τρεῖς τρόπους, ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ τῶν ὑδάτων, ἅτινα θέλομεν νὰ μεταφέρωμεν εἰς Ἀθήνας. Ἐζήτησα ἄλλοτε τὴν κατάθεσιν τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς, διότι ἐν αὐτῇ, μετὰ ἐπιμελεστέραν ἐπιτόπιον μελέτην παρ’ ἀνδρὸς εἰδικοῦ καὶ πεπειραμένου, παριστῶνται αἱ δαπάναι μικρότεραι, ἡ δὲ ἐλάττωσις αὕτη εἶναι σπουδαῖον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐνεργειῶν τῶν δύο δήμων καὶ τοῦ Κράτους πρὸς μεταφορὰν ὑδάτων, τὰ ὁποῖα καὶ λόγῳ τῆς ποιότητος, ἀλλὰ πρὸ πάντων τῆς βεβαιότητος, ἣν θὰ ἔχωμεν περὶ τοῦ ποσοῦ αὐτῶν μέχρι κατωτάτου τινὸς ὁρίου, προτιμητέα εἶναι παντὸς ἄλλου ὕδατος, ὅπερ, ὑποτεθείσθω, ἠθέλομεν ἀνεύρει ὑπὸ τὴν γῆν δι’ ὑδραυλικῶν ἔργων νέων. Τὸ ἀπ’ αἰώνων γνωστὸν ὕδωρ τῆς Στυμφαλίας εἶναι προτιμότερον τοῦ ὕδατος τοῦ Θριασίου ἢ ἄλλου πεδίου, διότι αἰωνίως ῥέει, οὐδέποτε στειρεύει, οὐδέποτε κατέρχεται ἔλασσον ποσοῦ τινος, ἀρκοῦντος διὰ τὰς ἀνάγκας, ἃς θέλομεν νὰ θεραπεύσωμεν σήμερον καὶ διὰ πολλὰ ἔτη ἀκόμη. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι, ὅταν τὸ Κράτος ἢ οἱ δῆμοι ἀποφασίζωσι νὰ δαπανήσωσι μεγάλα ποσὰ διὰ τὴν ὕδρευσιν αὑτῶν, πρέπει νὰ προτιμῶσι τὰ ὕδατα τὰ ῥέοντα ἀενάως ἀπὸ χρόνων μακρῶν, τὰ ἀναμφισβήτητα, τὰ μὴ ὑφιστάμενα τοιαύτας ἐλαττώσεις, ὥστε νὰ μὴ ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας αὑτῶν, καὶ νὰ καταστῶσιν ἀνωφελῆ διὰ τὴν πόλιν τὰ πολυδάπανα αὐτὰ ἔργα. Στέρησις δὲ ὑδάτων ποσίμων καὶ ἀρδεύσεως ἀκόμη ἐπὶ ἐλάχιστον χρόνον εἶναι μέγα κακὸν διὰ τὰς πόλεις. Τοιαῦτα εἶναι τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις καὶ ὅπερ ἦτο ἐκ τῶν πλέον ξηρῶν, ἐβεβαιώθη, ὅτι ὑπῆρχε τοσοῦτον ὕδωρ, ὥστε ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἡ σημερινὴ καὶ ἡ μετὰ πολλὰ ἔτη, οὐδεμίαν ἤθελεν αἰσθανθῆ λειψυδρίαν. Τοιαύτη πολύτιμος βεβαίωσις δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ διὰ τὰ ὕδατα, τὰ ὁποῖα ἀσχολούμεθα σήμερον νὰ ἀνακαλύψωμεν καὶ ὧν ἡ ἐλάττωσις μᾶλλον ἢ ἡ αὔξησις εἶναι πιθανωτέρα. Ἑπομένως, ἂν τὸ ἔργον τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας ἤθελε, μελετώμενον μᾶλλον ἐπισταμένως, καταστῆ προσιτὸν εἰς τὰ οἰκονομικὰ μέσα τῶν δύο δήμων, Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἔπρεπε, λόγῳ τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσιν ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας νὰ προτιμηθῶσι τῶν ὑδάτων τοῦ Θριασίου, καὶ ἂν πρόκηται ἡ χρησιμοποίησις τῶν ὑδάτων τοῦ Θριασίου νὰ κοστίσῃ ὀλιγώτερον.

§179Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κύριος Σοῦτσος ἔλεγεν, ὅτι τὰ ὕδατα τοῦ Θριασίου θὰ κοστίσωσιν ἀκριβότερον.

§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αἱ ἐκθέσεις ὅλαι κατετέθησαν.

§181Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ παρεκάλεσα, ὄχι μόνον νὰ καταθέσητε, ἀλλὰ καὶ νὰ τυπώσητε αὐτάς, ὅπως ἐτυπώθησαν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν ὕδρευσιν τῆς πόλεως. Ὑμεῖς πιθανῶς ἐδώσατε τὴν ἐντολὴν νὰ τυπωθῶσιν, ἀλλὰ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, ὅπερ, φαίνεται, δὲν εὐνοεῖ νῦν τὸ ἔργον αὐτὸ, δὲν τὰ ἔπραξε, διότι τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων νομίζει, ὅτι πᾶσα γνώμη, ἡ ὁποία δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν ἰδικήν του, πρέπει νὰ παρορᾶται καὶ τίθηται κατὰ μέρος. Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ κυρίου Σούλη εἶναι ἀκριβείας ἀναμφισβητήτου, ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι, ὅτι πρέπει νὰ δημοσιευθῇ, ὡς προερχομένη ἐκ μηχανικοῦ διακεκριμένου, καὶ δημοσιευομένη θὰ ὑποπέσῃ εἰς τὴν ἀντίληψιν καὶ πάντων τῶν ἄλλων εἰδικῶν, οἱ ὁποῖοι μελετῶντες θὰ φωτίσωσιν ἡμᾶς ὑπὲρ ἢ κατ’ αὐτῆς. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, ὅταν πρόκηται νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τοσαύτας δαπάνας καὶ τοσούτους κινδύνους κακῆς ὑδρεύσεως ἐπὶ τέλους, νὰ ἐπιβάλλωμεν γνώμας ἀμφιβόλου ὀρθότητος καὶ χρησιμότητος, ὡς μέχρι τοῦδε ἡ τῆς ὑδρεύσεως ἐκ τοῦ Θριασίου πεδίου. Ἡ Βουλὴ ἰδίως ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ πάσας τὰς προτάσεις πρὶν ἐκφέρῃ γνώμην. Πρόκειται περὶ τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους καὶ περὶ δαπανῶν αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ αἱ δύο πόλεις Πειραιῶς καὶ Ἀθηνῶν ἔχουσι μέγα ἐνδιαφέρον νὰ γνωρίζουν, καὶ δικαίως ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύομεν ἐπίσης τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, νὰ ἐξετάσωμεν ἐπισταμένως τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως αὐτῶν καὶ σχηματίσωμεν πεφωτισμένην γνώμην. Βεβαίως ἡ γνώμη τοῦ διεξάγοντος τὰς ἐρεύνας ἐν Θριασίῳ μηχανικοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις πολλὰς κέκτηται εἰδικὰς γνώσεις, βαρύνει πολὺ καὶ θὰ ἐπηρεάσῃ καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ ἀμφότεροι εἶναι ἐκτεθειμένοι, διότι πρόκειται περὶ τῆς γνώμης αὐτῶν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξαν εἰς τὸν κ. Bechmann, καὶ συνετέλεσαν, ὅπως ἀποδεχθῇ τὸ Κράτος καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν δαπάνην μετὰ τῆς κυρίας Συγγροῦ. Ἀπορῶ ὅμως, πῶς δὲν ἐνθυμεῖται καὶ τὴν γνώμην, ἣν ἄλλοτε ἀνεκοίνωσε καὶ ἐδημοσίευσεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ζητήσας νὰ μελετηθῇ ἐκ νέου τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως ἐκ Στυμφαλίας, διότι, μεταβὰς ὁ ἴδιος ἐπιτοπίως μετὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Κελλενὲκ καὶ μετὰ μελέτας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο συνεπείᾳ τῆς συμβάσεως, καὶ μελετήσας τὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ, ἀπεφήνατο τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων ἐκ Στυμφαλίας, διότι καὶ αὐτὸς ἀναγνωρίζει, ὅτι παρουσιάζουσι περισσότερα πλεονεκτήματα ἢ ἄλλα, καὶ λόγῳ ποιότητος καὶ λόγῳ ποσότητος. Ἐν τούτοις σήμερον δὲν βλέπω νὰ ἐπηρεάζωνται αἱ ἀποφάσεις του ἐκ τῆς γνώμης ἐκείνης. Τὴν ἐγκατέλιπεν ἆρά γε ὁριστικῶς; Καὶ διατί; Ἔχει βέβαια ἀποτελέσματα ἐνώπιόν του ἐν Θριασίῳ, οἷα ἐν Στυμφαλίᾳ; Πρόκειται περὶ ἐπιστημονικοῦ ἁπλῶς ἢ περὶ τοῦ πρακτικοῦ ζητήματος τῆς ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς; Τοιαύτη μεταβολὴ γνώμης εἶναι ἀξία πολλῆς προσοχῆς. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι εὔλογον τοῦτο, διότι δὲν βλέπω τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τοιαύτης μεταβολῆς γνώμης. Νομίζω, ὅτι, ἂν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, — ὅστις, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ, δύναται βεβαίως νὰ κατορθώσῃ σήμερον νὰ ἐπικρατήσωσιν αἱ γνῶμαι αὐτοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει, — θελήσῃ νὰ ἐργασθῇ, ὅπως μελετηθῇ ἐκ νέου καὶ τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως ἐκ Στυμφαλίας, πρὶν ἐξακολουθήσωσιν αἱ νέαι καὶ ἀμφίβολοι δαπάναι ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ, θὰ προσφέρῃ, καὶ ὡς Βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἀντιπροσωπεύει, καὶ ὡς Ὑπουργὸς, εἰς τὴν πρωτεύουσαν πολὺ μεγαλειτέραν ἐκδούλευσιν ἢ ἂν ἄνευ περαιτέρω ἐξετάσεως κηρυχθῇ ἐξ ἐπιστημονικοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ θελήσῃ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη, ὅτι αἱ δύο πόλεις πρέπει νὰ ὑδρευθῶσιν ἐκ τοῦ Θριασίου πεδίου. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν τὴν παράκλησιν, ἣν ἄλλοτε, ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὑπέβαλον, νὰ διαταχθῇ ἡ ἐκτύπωσις τῆς ἐκθέσεως τοῦ κυρίου Σούλη, ὅπως ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ἄλλαι ἐκθέσεις, αἱ προγενέστεραι. Ἐκτὸς τούτων καὶ αἱ μεταγενέστεραι ἐκθέσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ αἱ ἐπιστολαὶ, ἃς, ὑποθέτω, θὰ ἀπέστειλε πρὸς τὸν κ. Σοῦτσον ὁ κ. Bechmann, καθὼς καὶ αἱ πρὸς αὐτὸν ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Σούτσου καὶ τοῦ Ἰταλοῦ ὑδραυλικοῦ, πρέπει νὰ δημοσιευθῶσιν, ὡς σχετικαί. Καὶ ὅταν ταύτας ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς θὰ προκληθῇ εὐρεῖα μεταξὺ εἰδικῶν συζήτησις, ἥτις δὲν θὰ γείνῃ προσωπικὴ, διὰ νὰ ἐπικρατήσῃ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ἡ γνώμη, ἀλλὰ πραγματικὴ, ὅπως ἐπικρατήσῃ ἡ πλέον ὀρθὴ καὶ συμφέρουσα. Πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ παύσῃ τὰς ἐργασίας της, νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ ἐκτύπωσις τοῦ ὑπομνήματος ἐκείνου καὶ τῶν ἐκθέσεων τοῦ νομομηχανικοῦ, τοῦ διεξάγοντος τὰς ὑδραυλικὰς ἐργασίας ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ. Οὕτως ἑκατέρωθεν θὰ παρουσιασθῶσιν αἱ γνῶμαι, ἐφωδιασμέναι μὲ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Δὲν λέγω ὅτι, ὅσα ὁ κ. Σοῦτσος δι’ ἐκθέσεών του μεταβιβάζει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὅσα ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶναι ἁρμοδιώτατος ν’ ἀντιλαμβάνηται τῆς ἀξίας τῶν ἐκεῖ γινομένων ἐργασιῶν, δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχουσι καὶ γνῶμαι ἐναντίαι, καὶ ἀμφιβολίαι, ἂν τὸ ἀνευρεθὲν ποσὸν ὕδατος καταμετρεῖται ἀκριβῶς, καὶ ἂν αἱ ἐκτελεσθησόμεναι ἐργασίαι θὰ φέρωσιν εἰς φῶς ἀσφαλῆ ἀποτελέσματα, ἤθελον παρακαλέσει καὶ ἄλλο τι, ὅπως δηλαδὴ συναινέσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ συγκροτηθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, ὄχι διότι αὐτοὶ εἶναι ἁρμόδιοι νὰ ἀποφανθῶσι περὶ ζητημάτων τεχνικῶν, ἀλλὰ διότι, καλοῦντες μηχανικοὺς καὶ ὑδραυλικοὺς εἰδικοὺς, πρὸς οὓς θὰ θέσωσι τὰ ζητήματα, θὰ δυνηθῶσι νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλὴν δι’ ἐκθέσεων καὶ προφορικῶν ἀνακοινώσεων περί τε τῶν πραγματικῶν γεγονότων καὶ περὶ τῆς σημασίας αὐτῶν, ὡς καὶ περὶ παντὸς ἄλλου θέματος, ὅπερ ἐνδιαφέρει τὸ Δημόσιον, τοὺς δύο δήμους καὶ τοὺς κατοίκους ἐν τῇ ὑδρεύσει αὐτῶν.

§182Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πάντοτε ἐθεώρησα, ὅτι ἡ μεταφορὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἶναι προτιμοτέρα, καὶ τοῦτο ἐξέθηκα καὶ δι’ ὑπομνήματος, τὸ ὁποῖον ἐδημοσίευσα, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἡ μεταφορὰ αὐτῶν, ἔστω καὶ διὰ μικρὸν ποσὸν, ἤθελε πάντοτε ἀπαιτήσει περὶ τὰ 20,000,000 δραχμῶν. Βεβαίως τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι μικρὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἔχει μείζονα δυσκολίαν ὄχι τόσον ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου, ὅσον ἡ ἀνεύρεσις τοῦ κεφαλαίου. Οὗτος εἶναι ὁ μόνος λόγος, ὅστις μὲ πείθει σήμερον, ὅτι δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ νὰ σκεφθῶμεν περὶ τούτου. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Θριασίου πεδίου εἶναι λελυμένον, εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας...

§183Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι λοιπὸν λελυμένον τὸ ζήτημα;

§184ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος εἶπεν, ὅτι μὲ θεωρεῖ ὑπεύθυνον διὰ τὰς ἐργασίας τοῦ Θριασίου πεδίου.

§185Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠθικῶς.

§186Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δέχομαι τὴν εὐθύνην ταύτην, ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ, μετὰ ἓν ἔτος νὰ ἐνθυμηθῇ ὅσα λέγει σήμερον, καὶ νὰ τὰ ἐπαναλάβῃ.

§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν κρύπτω, ὅτι καὶ ἐγὼ ἔχω ἀπορίας τινὰς, καὶ ὅτι ἐπιθυμία μὲ κατέλαβε νὰ ζητήσω τὴν λύσιν αὐτῶν, ἐὰν ᾖναι δυνατόν. Προβαίνω δὲ νὰ δηλώσω, ποίας ἔχω ἀπορίας. Ἐν πρώτοις ἔχω τὴν ἀπορίαν, ἐὰν ἡ μελέτη, ἣν ἔκαμεν ὁ ὑδραυλικὸς Μπέσμαν, εἶναι μελέτη ἐπισταμένη καὶ πλήρης, γενομένη μετ’ ἐπιστημονικῆς ἐμβριθείας, ἢ εἶναι γνωμοδότησις, ἣν συνήθως δίδουσιν εἰς τὰ Συμβούλια οἱ εἰς τοιαῦτα καλούμενοι. Ὁ Μπέσμαν βεβαίως χαίρει ὑπόληψιν ὑδραυλικοῦ ἐπιστήμονος, ἀλλ’ ἡ ἐνταῦθα διαμονὴ αὐτοῦ ἦτο τόσον βραχεῖα, τοσοῦτον ἐσπευσμένη ἡ ἐπίσκεψις αὐτοῦ καὶ ἡ μελέτη ἡ γενομένη εἰς τὸ Θριάσιον πεδίον, ὥστε μοὶ γεννῶνται αἱ ἀπορίαι, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, οὐδὲ μὲ ἀνησυχεῖ ἡ συνείδησις, ὅτι αἱ ἀπορίαι μου αὗται εἶναι βεβιασμέναι. Δευτέρα ἀπορία, ἥτις μοὶ γεννᾶται, εἶναι, ἐὰν ὑπάρχει πλῆρες τὸ πόρισμα τῶν γενομένων ἐρευνῶν περὶ τῆς καταγωγῆς τοῦ ὕδατος, ὅπερ ἀναζητοῦμεν. Εἶναι ὕδωρ ῥέον, ἢ ὕδωρ ἐν δεξαμεναῖς κοιτάζον; Διότι, ἐὰν δὲν ἦναι ὕδωρ ῥέον, ἂν τοῦτο ὑπάρχῃ ἐν δεξαμεναῖς, τότε νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἀκριβέστερον τὰ πράγματα, πρὶν ἢ ἐκτεθῶμεν εἰς μεγάλας δαπάνας. Διότι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦ ὕδατος, ὅπερ εἶναι ἀποτεταμιευμένον ἐν ταῖς δεξαμεναῖς· διότι, ἂν σκοποῦμεν νὰ διοχετεύσωμεν εἰς Ἀθήνας τὸ ὕδωρ, ὅσου ἔχει ἀνάγκην ἡ πόλις, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ φθάσωμεν μετά τινα χρόνον εἰς ἐξάντλησιν τοῦ ὕδατος τοῦ ἐν ταῖς δεξαμεναῖς, νὰ ματαιωθῶσι δὲ τότε αἱ προσπάθειαι ἡμῶν. Τρίτην ἔχω ἀπορίαν, ἐὰν τὸ ὕδωρ τὸ ἀνακαλυπτόμενον εἶναι πόσιμον, καὶ πόσον εἶναι τὸ πόσιμον ὕδωρ· ἐὰν ἐγένετο χημικὴ ἀνάλυσις, καὶ ποῖα τὰ πορίσματα τῆς ἀναλύσεως ταύτης. Τετάρτη, οὐχὶ ἀπορία, ἀλλ’ ἐπιθυμία, ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τῶν νόμων τῆς Πολιτείας, εἶναι, ἐὰν αἱ δαπάναι, αἱ γενόμεναι καὶ γιγνόμεναι πρὸς ἀναζήτησιν τοῦ ὕδατος καὶ πρὸς διοχέτευσιν αὐτοῦ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐὰν γίνονται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ τῶν νόμων τῶν κανονιζόντων τὰ τῶν δημοσίων ἔργων. Ἡ εὐγενὴς δέσποινα, ἡ κυρία Συγγροῦ, ἐδώρησε τὰ εἰς αὐτὴν ἀνήκοντα χρήματα εἰς τὸ Κράτος, ἢ ἀνέλαβεν αὐτὴ νὰ ἐκτελέσῃ ἔργα ὑδραυλικά, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν ὑδάτων καὶ προικοδοτήσῃ τὴν πόλιν δι’ ἐπαρκοῦς ὕδατος; Διότι, ἐὰν τὰ ἐδώρησεν εἰς τὸ Κράτος, ὅπως χρησιμεύσωσι πρὸς ἀνεύρεσιν ποσίμου ὕδατος, διοχέτευσιν αὐτοῦ καὶ ὕδρευσιν τῆς πόλεως, τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον νὰ ἐφαρμόσῃ κατὰ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἤτοι τόν τε περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ τὸν περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων. Ταύτας τὰς ἀπορίας καὶ ἐπιθυμίας εἶχον καθῆκον ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν.

§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§189Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναβάλλω.

§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ κύρους τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Κερκύρας.

§191Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, διότι ἀπετέλουν μέλος τοῦ τμήματος τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Κερκύρας. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἔχω καθῆκον νὰ ἐκφέρω καὶ προφορικῶς τὴν γνώμην μου, καθόσον καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει ὑπάρχει μειονοψηφία ἐμοῦ καὶ τοῦ συναδέλφου κυρίου Σπηλιώτου, καὶ ἡ ἔκθεσις δ’ ἄλλως τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τμήματος δὲν εἶναι ἀρκούντως δεδικαιολογημένη, ὥστε νὰ πείσῃ τινά, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, ἅτινα ἐπικαλεῖται, εἶναι ἄξια νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ταύτης ὑπεβλήθη ἔνστασις πολίτου τῆς Κερκύρας εἰς τὸν ἐκεῖ νομάρχην, ὅστις διεβίβασε ταύτην εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς. Ἡ ἔνστασις εἶναι ἡ ἑξῆς, τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω, διότι ἔχει σχέσιν μὲ τὴν γνώμην, ἣν θὰ σχηματίσῃ ἡ Βουλή. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔνστασιν ταύτην). Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων προετάθη ὑπὸ τοῦ ἐνισταμένου πολίτου Κερκύρας ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἐπιτυχόντος κ. Ἀλαμάνου. Ἡ προσαγωγὴ τοῦ πιστοποιητικοῦ αὐτοῦ, ὅπερ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω, ἀποδεικνύει πασιδήλως, ὅτι ὁ εἰρημένος συνάδελφος ἄγει τὸ 26ον ἔτος τῆς ἡλικίας του...

§192Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μὲ τὸ «πασιδήλως» ἐλύσατε τὸ ζήτημα πανηγυρικῶς!

§193Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου· νομίζω δὲ, ὅτι τὸ ἐκπληρῶ, ἐφαρμόζων τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. (Ἀναγινώσκει τὸ πιστοποιητικόν). Εἶναι ἐπίσημος πιστοποίησις τοῦ ληξιάρχου περὶ τῆς γεννήσεως τοῦ κ. Ἀλαμάνου. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτιμήσωμεν πιστοποίησιν, ἡ ὁποία προήρχετο ἐξ ἄλλης χώρας τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὄχι ἐξ Ἑπτανήσου, βεβαίως θὰ ἐγεννᾶτο καὶ ἐν ἐμοὶ ἀμφιβολία τις περὶ τοῦ κύρους τῆς πράξεως ταύτης· ἀλλ’ ἡ πρᾶξις αὕτη ἔχει συνταχθῆ ἐν Κερκύρᾳ, ὅπου, προκειμένου περὶ ληξιαρχικῆς πράξεως, ἰσχύουσιν οἱ αὐστηροὶ τύποι τοῦ Ἰονίου κώδικος. Τούτου ἕνεκα ἠναγκάσθην νὰ δεχθῶ ὡς ἔχον ἐπίσημον χαρακτῆρα τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο, καὶ νὰ ἐκφέρω γνώμην, ὅτι ὁ ἐκλεγεὶς Βουλευτὴς δὲν ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν, ἣν ἀπαιτεῖ τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος. Τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ σεβασθῶμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς μας, διότι πᾶσα παράβασις τοῦ Συντάγματος ὄχι μόνον καταρρίπτει ἡμᾶς ἐκ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, ἀλλ’ ἄγει ἡμᾶς εἰς τὸ νὰ παρέχωμεν τὸ κακὸν παράδειγμα καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἀρχὰς, ἵνα τὸ παραβαίνωσι· τοῦτο δὲ δὲν συμβάλλει οὔτε πρὸς τὴν ἔρρυθμον λειτουργίαν τῶν νόμων, οὔτε πρὸς τὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Οὐδένα ἔχω λόγον κατὰ τοῦ κυρίου Ἀλαμάνου, ἵνα κατηγορήσω τὴν ἐκλογήν του, διότι ἔχει ὅλα τὰ ἄλλα προσόντα νὰ παρακάθηται μεταξὺ ἡμῶν, ἀλλὰ μόνον ἔχω σχηματίσει γνώμην περὶ τοῦ μὴ νομίμου τῆς ἡλικίας αὐτοῦ ἐξ ἀναμφισβητήτων ἐπισήμων ἐγγράφων. Τοιαύτη εἶναι ἡ ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος, καὶ ταύτην ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν.

§194Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ, δικαιολογῶν τὴν ψῆφόν μου, λέγω ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς, διότι καὶ ἐγὼ εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ ἔχω τὴν νόμιμον ἡλικίαν. Ἡ Βουλή, εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας πάντοτε δὲν ἐπρόσεξε πολὺ, καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου πολὺ δικαίως, διότι, διὰ νὰ ἦναί τις Βουλευτὴς, πρέπει νὰ ἦναι 30 ἐτῶν· ἂν ἦναι 29, δὲν ἐπιτρέπεται, ἐνῷ ἑκατὸν ἐτῶν γέρων, ῥαμολὶ, δύναται νὰ εἰσέλθῃ! Ἐκτὸς ὅμως τούτου, γνωρίζω ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκῃ ὁ προαγορεύσας, τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχει· διότι κατὰ τὸ 1895 ἐκ τῆς ἐπαρχίας Χαλκίδος εἰσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀνήλικος κ. Γ. Ἀβέρωφ, ὁ δὲ πατὴρ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου, Ὑπουργὸς τότε ὢν, ἐψήφισεν ὑπὲρ τοῦ κ. Ἀβέρωφ, καὶ εἰσῆλθεν οὗτος εἰς τὴν Βουλήν· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Πετρίδης δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην τῆς τοῦ μακαρίτου πατρός του. Λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἔχει λύσει πρὸ πολλοῦ ἡ Βουλή.

§195Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διότι εἰσῆλθε διὰ παρανομίας εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἐκ Χαλκίδος συνάδελφος, δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ Βουλὴ καθιέρωσε σύστημα πλέον, καὶ ἔλυσε τὸ ζήτημα συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε πρὸ μικροῦ ὁ κύριος Βουλευτής. Οὔτε ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ ἄλλως ζήτημα, τὸ ὁποῖον λύεται ἐν τῷ Συντάγματι· διότι ἡ Βουλὴ ἔχει μόνον νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἀποφασίσῃ, ἂν ὁ ἐκλεγεὶς Βουλευτὴς ἔχει τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζομένην ἡλικίαν, ἂν εἶναι ἀκριβῆ τὰ προσαγόμενα ἐνώπιόν της πιστοποιητικὰ καὶ φέρουν ἐπίσημον χαρακτῆρα. Προσβάλλονται τὰ πιστοποιητικὰ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ; Δὲν προσβάλλονται. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν ἐγείρεται ἀντίρρησις περὶ τῆς γνησιότητος καὶ ἀκριβείας τῆς ληξιαρχικῆς ταύτης πράξεως, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ ἀντιπρόσωπον στερούμενον τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος; Ἐλέχθη, ὅτι ἄλλοτε ἡ Βουλὴ ἔλυσεν οὕτω τὸ ζήτημα. Δὲν νομίζω, ὅτι οὕτως ἐλύθη ἄλλοτε τὸ ζήτημα· ἔχω μάλιστα πρόχειρον καὶ ἓν παράδειγμα, ὅτι ὄχι οὕτως ἔλυσε τὰ ζητήματα ἡ Βουλὴ, ὅταν τοιαῦτα οὕτως εἰσήγοντο εἰς αὐτήν. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξελέγη Βουλευτὴς ἐν Καλαβρύτοις μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ δὲν ἔφερε τότε τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ Σύνταγμα διὰ τοὺς ἐκλεξίμους· εἰσήχθη ἡ ἐκλογὴ ἐνταῦθα, προσεκομίσθησαν τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ κυροῦντα τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ τότε ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Καλαβρύτων κύριος Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης, καὶ ἡ Βουλὴ ἠκύρωσε τὴν ἐκλογὴν τοῦ κυρίου Ζαΐμη...

§196ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν προσῆλθον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.

§197Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς, νομιμοφρόνως φερόμενος τότε, μολονότι οἱ ἐκλογεῖς Καλαβρύτων ἐξέλεξαν αὐτὸν ἀντιπρόσωπον αὑτῶν, ἐπειδὴ ὅμως εἶχε τὴν ἔλλειψιν τοῦ προσόντος τῆς ἡλικίας, οὐδὲ νὰ εἰσέλθῃ ἠθέλησεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἔχω καὶ ἕτερον παράδειγμα, τὸ τῆς ἐκλογῆς ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας τοῦ ἄλλοτε συναδέλφου μας κ. Γεωργίου Κρεστενίτου· καὶ τοῦτον ἐξέλεξαν οἱ ἐκλογεῖς του μὴ φέροντα τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα. Τότε γνωρίζω, ὅτι ἀπηυθύνθη εἰς αὐτὸν ἡ ἐρώτησις: «ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς σας, κύριε Κρεστενίτη, ἔχετε τὴν ἡλικίαν τῶν τριάκοντα ἐτῶν;» Τότε ὁ κ. Κρεστενίτης, ὁ προκληθεὶς, ἀπήντησε: «δὲν ἔχω τὴν ἡλικίαν ταύτην», ἔλαβε τὸν πῖλόν του, καὶ ἀπῆλθε. Καὶ τοῦ κυρίου Ν. Μισυρλῆ ὡσαύτως ἐπὶ ἀνηλικότητι ἠκυρώθη ἡ ἐκλογή. Οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν μὲν παρὰ τῶν ἐκλογέων αὐτῶν, δὲν ἔφερον δὲ τὰ προσόντα τοῦ Συντάγματος, οὐδέποτε ἐπέμειναν, οὔτε ἔστερξαν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν· μόλις δὲ κατεδείχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν εἶχον τὰ προσόντα ταῦτα, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ τοὺς δεχθῇ, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρεβιάζετο ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος εἶπεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι σοβαρόν· καὶ οὕτω χωρίζει τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος εἰς σοβαρὰ καὶ γελοῖα! Ὅταν οὕτως ἀρχίσωμεν νὰ χωρίζωμεν τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τότε δὲν γνωρίζω εἰς ποῖα πρέπει νὰ σταθῶμεν· ποῖα νὰ θεωρήσωμεν σοβαρὰ, καὶ ποῖα πρέπει νὰ παρατρέξωμεν καὶ θεωρήσωμεν γελοῖα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἐδήλωσεν, ὅτι, ὅτε εἰσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν εἶχε τὴν ἀπαιτουμένην ἡλικίαν· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι δὲν εἶχε γνωσθῆ ἡ ἡλικία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος τότε· ἴσως δὲν ἐγένετο ἔνστασις κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ἐπὶ τούτῳ τῷ λόγῳ· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐφέρετο ἔνστασις, ὡς ἔχουσιν αἱ ληξιαρχικαὶ πράξεις ἐν Ἑλλάδι, ἠδύνατο νὰ καλυφθῇ τὸ πρᾶγμα, ἠδύναντο νὰ τηρηθῶσι τὰ προσχήματα. Ἀλλ’ ἐνταῦθα, ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας, εἶναι ἀκριβῆ, ὅτι ἀφορῶσι πραγματικῶς τὸ πρόσωπον τοῦ κυρίου Ἀλαμάνου, οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη εἶναι ἄκυρος. Ἐὰν λοιπὸν τοῦτο ἀποδειχθῇ, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ Βουλή, μετὰ τοιαύτην ἀπόδειξιν ἀναμφήριστον τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῆς ἐκλογῆς, δὲν θὰ εὑρεθῇ, λέγω, Βουλὴ, ἡ ὁποία θὰ δυνηθῇ νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς συζητουμένης ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Κερκύρας.

§198Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἠκούσατε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παξῶν μετὰ πόσης θέρμης ὑπεστήριξε τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ὁμιλήσας πρὸ ὀλίγου περὶ τῆς ἀνηλικότητος τοῦ κυρίου Γ. Ἀβέρωφ, δὲν ἐνόησα νὰ ἐνοχλήσω τὸν κ. Ἀβέρωφ, διότι ἐγὼ εἶπον, ὅτι καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν ἀνήλικος. Ἠκούσατε λοιπὸν τὸν κ. Βελλιανίτην μετὰ πόσης θέρμης ὑπεστήριξε τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος, καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ παραβιάζῃ τὸ ἄρθρον αὐτό. Ἀλλ’ ὅτε εἶχε προσβληθῆ ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Ἀβέρωφ λόγῳ ἀνηλικότητος, τότε ὁ κ. Βελλιανίτης ἐψήφισεν ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς.

§199ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία ἀπόδειξις ὑπῆρχε περὶ τῆς ἀνηλικότητος τοῦ κυρίου Ἀβέρωφ;

§200Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μία ἀπόδειξις ἦτο· ὅτι ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ σεβαστός μοι φίλος κ. Δηλιγιάννης, τὸν εἶχε βαπτίσει.

§201Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν ὑπῆρχεν ἀπόδειξις· ἐγὼ δὲ δὲν ἤμην ὁ βαπτίσας τὸν κύριον Ἀβέρωφ, ὥστε νὰ γνωρίζω τὴν ἡλικίαν του.

§202ΧΑΡΙΛ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ἐπειδὴ τυγχάνω μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐξελεγξάσης τὴν ἐκλογὴν Κερκύρας, θὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Βουδούρης, δὲν συμβάλλουν εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης, τοὐναντίον ἐνισχύουν τὴν πρότασιν τῆς μειονοψηφίας τοῦ τμήματος περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς. Ὅ,τι εἶπε, περιστρέφεται εἰς τοῦτο, ὅτι ἄλλοτε πολλῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἡλικία ἦτο ἀμφίβολος, ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογή. Ἀλλὰ πάντες οὗτοι παρουσίασαν πιστοποιητικά, τῶν ὁποίων ἡ γνησιότης οὐδόλως ἠμφισβητήθη. Ἄς φέρουν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, ὅτι, «μολονότι ὁ κύριος Βουδούρης εἶναι ἡλικίας μικροτέρας τῶν 30 ἐτῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπόσχεται νὰ γείνῃ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εὐδόκιμος, τὸν εἰσάγω» (ἱλαρότης). Ἔχομεν καμμίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τοιαύτην, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, ὅτι, «μολονότι τὸ Σύνταγμα ἐπιτακτικῶς ἐπιβάλλει τοῦτο, ἐγὼ παραδέχομαι τὸν δεῖνα Βουλευτὴν, καίτοι εἶναι ἀνήλικος»; Ὄχι! Ὁσάκις ἠμφισβητήθη ἡ ἡλικία Βουλευτοῦ τινος, ἡ Βουλὴ εἶπεν, ὅτι δὲν πείθεται π. χ. ὅτι ὁ κύριος Βουδούρης ἢ ὁ κ. Ἀβέρωφ εἶναι ἡλικίας μικροτέρας τῶν 30 ἐτῶν.

§203Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἔχω ἐδῶ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς Κυνουρίας τοῦ 1895 καὶ τῆς ἡλικίας τοῦ τότε ἐκλεγέντος βουλευτοῦ κ. Ν. Σταματοπούλου, τοῦ γυναικαδέλφου μου· περὶ αὐτοῦ ὑπῆρχε πιστοποιητικὸν ληξιαρχικῆς πράξεως τῆς Ρουμανίας, διότι εἶχε γεννηθῆ ἐκεῖ, καὶ ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀποδεικνύοντα τρανότατα, ὅτι ἦγε τότε τὸ 24 ἔτος τῆς ἡλικίας του. Τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς εἶναι ἐδῶ, καὶ ἐξ αὐτῶν φαίνεται, ὅτι ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἐψήφισεν ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, ὁ κ. Βελλιανίτης ἐπίσης, καὶ πάντες οἱ ἀγορεύσαντες ὑπεστήριξαν, ὅτι εἶναι νόμιμος ἡ ἐκλογὴ, νομιμωτάτη, καὶ πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ.

§204ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναγνώσατε τὰ πρακτικά.

§205Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἂς τὰ ἀναγνώσῃ ὅστις θέλει.

§206Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ὅτε ἐζήτησα πρὸ μικροῦ νὰ ὁμιλήσω, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ταύτης, διότι σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἐγνώριζον κἄν, ἂν ἐγένετο ἐκλογή, τελευταῖον δὲ τὸ ἤκουσα ἐδῶ, διότι δὲν παρηκολούθουν τὰς γενομένας ἐκλογὰς ἐν Κερκύρᾳ. Ἀλλὰ κυρίως μὲ προεκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος νὰ ὁμιλήσω, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος δὲν ἔθεσε τὸ ζήτημα, ὅτι ὁ κύριος Ἀλαμᾶνος ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν, δὲν ἠμφισβήτησε τοὐλάχιστον τὴν ἀνηλικότητα αὐτοῦ, ἵνα διατηρήσῃ τοὐλάχιστον τὰ προσχήματα· ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἦλθε καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔλυσεν ἤδη τὸ ζήτημα, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι σοβαρόν, καὶ ὅτι καὶ αὐτὸς ἀντισυνταγματικῶς εἰσῆλθεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅλα ταῦτα πιθανὸν νὰ ἦναι ἀληθῆ, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ δὲν δύναται ν’ ἀντιταχθῇ ἀντίρρησις εἰς τὸ κῦρος τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ ἐν πλήρει γνώσει τὴν παραβίασιν ἑνὸς ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, εἴτε τὸ ἄρθρον τοῦτο θεωρεῖται ὡς ἀστεῖον, εἴτε θεωρεῖται, καὶ εἶναι βεβαίως, σοβαρόν, διότι ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων ἐβεβαίωσε πρὸ μικροῦ, ὅτι ὁ κ. Σταματόπουλος, ὁ πρώην συνάδελφός μας, εἰσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀνήλικος. Δὲν γνωρίζω καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν στιγμὴν ταύτην, ποῖα ἔγγραφα προσήχθησαν ἐδῶ, καὶ ποία ληξιαρχικὴ πρᾶξις, καὶ τίνος ἀρχῆς, καὶ πῶς ἠγέρθη ἡ συζήτησις· νομίζω, ὅτι παρῆλθεν ἔκτοτε ὀκταετία...

§207Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιθυμεῖτε, κύριε συνάδελφε, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ μέρος τοῦτο τῶν πρακτικῶν, ἐπειδὴ ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων καὶ ἐμοῦ;

§208Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ.

§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀκούσατε τί λέγει ὁ κ. Βοζίκης. (Ἀναγινώσκει ἐκ τῆς σελίδος 54 τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς 26 Μαΐου 1895 τῆς Βουλῆς): «... Ἐν τῇ ἐκτιμήσει ὅμως τῶν προσαγομένων ἐγγράφων καὶ γεγονότων εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ὡς δικασταί, ν’ ἀκολουθήσωμεν κανόνας· δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μείνωμεν ἀχαλίνωτοι ἐν τῇ ἐκτιμήσει αὐτῶν. Λέγουσιν οἱ νόμοι, Κύριοι, ὅτι καὶ ἡ γέννησις καὶ ὁ γάμος ἀποδεικνύονται διὰ ληξιαρχικῶν πράξεων. Ὅταν ἔχωμεν τοιαύτην ῥητὴν τοῦ νόμου διάταξιν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ σκεφθῶμεν ἄλλως, οὔτε ν’ ἀναπληρώσωμεν διὰ νομολογιῶν τὴν διάταξιν αὐτὴν, καὶ ὅταν πρόκηται νὰ μεταχειρισθῶμεν ληξιαρχικὰς πράξεις, θὰ μεταχειρισθῶμεν τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἀναγράφει ὡς ἐχούσας κῦρος. Λέγουσι λοιπὸν οἱ νόμοι, ὅτι ληξίαρχοι ἐν μὲν τῷ ἐσωτερικῷ εἶναι οἱ δήμαρχοι κλπ., ἐν δὲ τῷ ἐξωτερικῷ οἱ πρόξενοι καὶ οἱ λοιποὶ προξενικοὶ ὑπάλληλοι οἱ Ἕλληνες. Ὅταν πρόκηται νὰ προσαγάγωμεν ληξιαρχικὴν πρᾶξιν, ἡ πρᾶξις αὕτη πρέπει νὰ προέρχηται ἀπὸ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς· πρᾶξις προερχομένη ἄλλοθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς ἀναρμοδίας, ὄχι μόνον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν δὲν πρέπει, ἀλλ’ οὔτε νὰ ὑποβάλληται ὡς μέσον ἀποδεικτικὸν ἡλικίας. Ἐν Βραΐλᾳ ὑπάρχει Ἑλληνικὸν Προξενεῖον, τὸ μόνον ἁρμόδιον, ἵνα λάβῃ τὴν σημείωσιν τῶν γονέων τοῦ Σταματοπούλου περὶ τῆς γεννήσεώς του, καὶ κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους ἔπρεπεν οἱ γονεῖς νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ Προξενεῖον, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπογράψωσι τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον περὶ τῆς γεννήσεως τοῦ τέκνου των. Φέρει τοιαῦτα προσόντα τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζουσιν ἐκ Βραΐλας; Ἔχετε τὴν ὑπογραφὴν τῶν γονέων τοῦ Σταματοπούλου;» Ὅθεν τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν πρόξενον, δὲν ἔχει κῦρος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.

§210Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἄλλοτε συναδέλφου μας κ. Ν. Σταματοπούλου δὲν ἦλθεν ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι «ἀναγνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Σταματόπουλος δὲν εἶναι ἐνήλικος, ἀλλὰ παραδέχομαι αὐτόν, διότι ἡ Βουλὴ διὰ πράξεων κατὰ συνέχειαν γενομένων παρεδέχθη τὸ νόμιμον τῆς εἰσαγωγῆς Βουλευτοῦ μὴ φέροντος τὴν νόμιμον ἡλικίαν»· ἐξ ἐναντίας ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐξελεγξάσης τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην, ὑπεστήριξεν, ὅτι τὰ ἔγγραφα τὰ προσαχθέντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν ἦσαν τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψιν περὶ τῆς ἡλικίας τοῦ κ. Σταματοπούλου, καὶ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῆς. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ἤρχοντο ἐνταῦθα καὶ ἔλεγον, ὅτι «ὁ κύριος Ἀλαμᾶνος ἔχει τὴν ἡλικίαν τὴν νόμιμον, ὅτι ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ὁ κ. Ἀλαμᾶνος, παρ’ ὅλα τὰ προσκομισθέντα ἔγγραφα ἐνταῦθα, ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν», βεβαίως θὰ ἐγίνετο ψηφοφορία, οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅσοι θὰ εἶχον πεισθῆ περὶ τῆς νομίμου ἡλικίας τοῦ κ. Ἀλαμάνου, θὰ ἐψήφιζον ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς, ἄλλοι δὲ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐφρόνουν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν ἀποδεικνύουν τὸ νόμιμον τῆς ἡλικίας, θὰ ἐψήφιζον κατ’ αὐτῆς, ἀλλὰ τότε πραγματικῶς οὐδεὶς θὰ ὑπῆρχεν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλεγεν, ὅτι «τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ Συντάγματος, τὸ 70, δὲν εἶναι σοβαρὸν ἄρθρον, ἑπομένως πρέπει νὰ τὸ παρίδωμεν, καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος εἰσῆλθεν ἐκνόμως ἐν τῇ Βουλῇ, ἂς εἰσέλθῃ καὶ ὁ κύριος Ἀλαμᾶνος». Τοιαύτην λογικὴν, κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναμαι νὰ τὴν δεχθῶ, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον κατὰ πρῶτον τὸν λόγον, ἠναγκάσθην δὲ νὰ δευτερολογήσω, διότι εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ πιθανὸν νὰ εἰσῆλθον ἄλλοτε Βουλευταὶ ἀνήλικοι, ἀλλὰ πάντοτε ὅμως ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅτι αὐτοὶ εἶχον τὴν νόμιμον ἡλικίαν. Ἂς ἔλθουν λοιπὸν οἱ Κύριοι νὰ ὑποστηρίξουν, ὅτι ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν ὁ κύριος Ἀλαμᾶνος· ἀλλὰ δὲν λέγουσιν αὐτό.

§211ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς ἀρτίως ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς κύριος Ἀλαμᾶνος δὲν ἔχει συμπληρώσει τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του. Εἶναι πληρέστατα ἀποδεδειγμένον τοῦτο, διότι ἐπίσημος πρᾶξις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ πλήρη, πληρεστάτην ἀπόδειξιν, τὸ δηλοῖ. Ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἡ ληξιαρχικὴ ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ κύριος Ἀλαμᾶνος δὲν ἔχει συμπληρώσει οὐδὲ τὸ 27 ἔτος τῆς ἡλικίας του. Ἐὰν λοιπὸν ἡμεῖς, ἐναντίον τῆς ἐπισήμου ταύτης πράξεως, τῆς ἐπισήμου ἀποδείξεως, εἴπωμεν, ὅτι ὁ κύριος Ἀλαμᾶνος συνεπλήρωσε τὸ 30 ἔτος τῆς ἡλικίας του, θέλομεν παραβῆ προφανῶς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος. Ἐζήτησα καὶ ἔλαβον τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ὄχι διότι νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλω τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία εἶναι ἁρμοδία νὰ ψηφίζῃ οὕτως ἢ ἄλλως, ἀλλ’ ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι, ἐνῷ πρὸ ὡρῶν μόλις τινῶν ἐκοπτόμεθα, καὶ πολὺς καὶ μακρὸς ἐγένετο λόγος, διότι ὄργανα ἀστυνομικὰ, χωροφύλακες, παρέβησαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, συλλαμβάνοντες ἄνευ ἐντάλματος πολίτας καὶ προσωποκρατοῦντες αὐτοὺς, ἐνῷ, λέγω, ἠγανάκτησεν ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος, ἀκούσασα ὅτι ὄργανα κατώτατα τῆς Διοικήσεως παρέβησαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἐρχόμεθα ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, οἱ κατακρίνοντες τὰς παραβάσεις αὐτὰς τῶν κατωτάτων ὀργάνων, νὰ παραβῶμεν οὐσιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Διὰ τῆς πράξεώς μας αὐτῆς τί θὰ διδάξωμεν εἰς τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως; Θὰ διδάξωμεν εἰς αὐτὰ σεβασμὸν πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος; ἢ θὰ εἴπωμεν εἰς αὐτά: «ἡμεῖς δεικνύομεν τὸ παράδειγμα τῆς παραβάσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος»; Καὶ ποῦ θὰ μᾶς φέρῃ ἡ κατάστασις αὕτη; Συλλογισθῆτε, Κύριοι, τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε, ὁποίαν σημασίαν θὰ ἔχῃ· δὲν θὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα πλέον νὰ παραπονεθῆτε, ὅτι ὄργανα κατώτατα παραβαίνουσι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐὰν σεῖς δώσητε τὸ παράδειγμα τῆς παραβάσεως.

§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.

§213Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅτι ἡ Βουλὴ πάντοτε ἀπεφάσισεν ὑπὲρ τοῦ ἐκλεχθέντος Βουλευτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητήσῃ τις. Ὁσάκις ἐκ κομματικῶν λόγων δὲν ἐξηναγκάσθη νὰ λύσῃ ἄλλως τὸ ζήτημα, πάντοτε τὸ ἔλυσεν ὑπὲρ τοῦ ἐκλεχθέντος· καὶ ὀρθῶς, διότι τὸ τεκμήριον, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς ἔχει τὰ προσόντα, εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ, μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου...

§214Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ποῖος θ’ ἀποδείξῃ;

§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§216Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ τὸ τεκμήριον. Οὕτως ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ καὶ περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κυρίου Σάκκη καὶ περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κυρίου Λομβάρδου καὶ περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κυρίου Ἀβέρωφ καὶ περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κυρίου Σταματοπούλου καὶ περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κυρίου Κοσσονάκου, καὶ δὲν γνωρίζω πόσων ἄλλων. Σήμερον ὑπεβλήθη μία ἔνστασις, ἥτις στηρίζεται εἰς μίαν ληξιαρχικὴν πρᾶξιν. Οἱ ἐνιστάμενοι δὲν προσῆλθον νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ἔνστασιν. Ἀνέγνωσα τὸ ἀντίγραφον αὐτὸ τῆς ληξιαρχικῆς πράξεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπογεγραμμένον ἀπὸ μάρτυρας ἀγραμμάτους. Αὐτὸ ἀναφέρει, ὅτι ὁ πατὴρ ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ τέκνον ἐγεννήθη τότε. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν βεβαιότητα ἐκ δηλώσεως τοῦ πατρός, τοῦθ’ ὅπερ αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ δύναται νὰ καταστῇ ἀμφίβολον, διότι ὁ πατὴρ δύναται νὰ δηλώσῃ χρόνον μακρότερον ἢ βραχύτερον (γέλωτες). Ἀλλὰ τὸ τμῆμα δὲν εἶπεν αὐτό· τὸ τμῆμα δὲν προτείνει τοιοῦτόν τινα ἰσχυρισμὸν πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς ἐνστάσεως. Ἐκτὸς τοιούτου ἰσχυρισμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο βάσιμος, προτείνει ἕτερον ἰσχυρισμὸν βασιμώτερον. Σᾶς λέγει, ὅτι ἡ παρουσιαζομένη ληξιαρχικὴ πρᾶξις δὲν ἀφορᾷ τὸν κύριον Ἀλαμᾶνον (ἔκπληξις). Παρακαλῶ. Ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο ἀσκεῖ δικαστικὰ καθήκοντα· πρέπει κατὰ συνέπειαν νὰ μορφώσῃ δικαστικὴν πεποίθησιν. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι, οἱ ἀποστείλαντες καὶ μὴ προσαγαγόντες τὸ πιστοποιητικόν...

§217Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ ἔλθωσι.

§218Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν διὰ σᾶς, ἀλλ’ ἔχουσιν ὑποχρέωσιν διὰ πάντα, ὅστις θέλει νὰ πεισθῇ.

§219Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ νόμος δὲν λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἔρχωνται οἱ ἴδιοι οἱ ἐνιστάμενοι.

§220Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ ὑποψήφιος δὲν ἔχει τὰ προσόντα, πρέπει δὲ νὰ ἀποδειχθῇ προσθέτως, ὅταν προσάγηται ἓν πιστοποιητικόν, ἡ ταυτότης μεταξὺ τοῦ πιστοποιητικοῦ καὶ τοῦ ὑποψηφίου, διότι ἄλλως πῶς θὰ σχηματισθῇ δικαστικὴ πεποίθησις; Ἀναγινώσκω τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος, ἡ ὁποία σᾶς λέγει, ὅτι δὲν ἀφορᾷ αὐτὸν τὸν Ἀλαμᾶνον τὸ πιστοποιητικόν. Σᾶς ἐρωτῶ. Πρόκειται νὰ σχηματίσητε δικαστικὴν πεποίθησιν. Πῶς θὰ τὴν σχηματίσητε; Θὰ διατάξητε ἀποδείξεις περὶ τῆς ταυτότητος. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον συμφέρον ν’ ἀποδείξωσι δι’ ἄλλου ἐγγράφου ἢ πιστοποιητικοῦ δημάρχου, βεβαιοῦντος ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἀφορᾷ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Ἀλαμάνου, αὐτοὶ ἐγκατέλειψαν τὴν ὑπόθεσιν, ἴσως διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ταυτότητα, ἴσως δι’ ἄλλον λόγον. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν δικαστικὴν πεποίθησιν περὶ τοῦ ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς Βουλευτὴς στερεῖται τῆς νομίμου ἡλικίας. Δέχεται λοιπὸν τὸ τμῆμα, ὅτι ὁ κύριος Ἀλαμάνος ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν. Πῶς θὰ μορφώσητε ἐναντίαν γνώμην ὑμεῖς;

§221Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πῶς ἐμόρφωσε γνώμην τὸ τμῆμα;

§222Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ἂν γεννῶνται ἐντεῦθεν ἀμφιβολίαι, πῶς θὰ δώσητε ψῆφον κατ’ αὐτοῦ; Τὸ τεκμήριον εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ· θὰ ὑπερισχύσῃ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ τεκμήριον. Ἐν ἀμφιβολίᾳ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψῆφος κατ’ αὐτοῦ, διότι δὲν ὑπάρχει ἀποδεδειγμένον, ὅτι στερεῖται τῶν προσόντων ὁ ὑποψήφιος. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς.

§223ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§224Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§225ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κυρίου Μπουφίδου καὶ τοῦ ἄρτι ὁμιλήσαντος κυρίου Καπετανάκη δὲν μοὶ φαίνεται σπουδαῖος· ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ ἐκλεχθεὶς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ πιστοποιητικὸν τὸ προσαχθέν. Καὶ ἂν δὲν ἦτο, γεννᾶται εἰς ἐμὲ τὸ ἐρώτημα καὶ ἀπορῶ, πῶς δὲν ἐγεννήθη καὶ εἰς ἄλλους συναδέλφους, διατὶ αὐτὸς ὁ κύριος Ἀλαμάνος δὲν προσήγαγεν ἐνώπιον τοῦ τμήματος, ὡς εἶχε καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν, ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν ἦτο αὐτὸς οὗτος, περὶ τῆς ἡλικίας τοῦ ὁποίου ἀναφέρει τὸ πιστοποιητικόν; Ἐγὼ προβαίνω καὶ περαιτέρω· ὁ κύριος Ἀλαμάνος ἂς προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἂς ὁμολογήσῃ, ὅτι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει τὸ πιστοποιητικὸν ὅτι ὁ κ. Ἀλαμάνος εἶχε πατέρα, δὲν εἶναι αὐτός. Ἐφ’ ὅσον τοιαύτην δήλωσιν δὲν κάμνει, ἀλλὰ κρύπτεται εἰς τὰ δωμάτια τῆς Βουλῆς, σχηματίζω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι αὐτὸς οὗτος υἱὸς τοῦ ἀναφερομένου πατρός.

§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι...

§227Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ εἶναι δικαστικὸν σῶμα, καὶ ἐπειδὴ πρέπει νὰ γνωσθῇ ἡ ψῆφος ἑκάστου Βουλευτοῦ, παρακαλῶ νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§228Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ πρῶτον τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς δι’ ἀναστάσεως, ἔπειτα δὲ τὸ ἕτερον ζήτημα, ἂν ὁ ἐκλεχθεὶς ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα.

§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Κερκύρας κ. Κ. Ἀλαμάνος κέκτηται τὰ νόμιμα προσόντα λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ι. Ναυπλιώτου καὶ Δ. Τσιτσάρα, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ν Κωνστ. Πλατούτσας Ν
Γεώργιος Κυριαζῆς Ν Μιχαὴλ Κωτσᾶκος
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος
Λεων. Μελετόπουλος Κωνστ. Κοττίκας
Κωνστ. Μωραϊτίνης Ν Ἰωάννης Καραπᾶνος
Εὐστάθ. Ρακόπουλος Ν Εὐάγγελος ΓαρουφαλιᾶςΝ
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Στέφανος Δραγούμης ἀρν.
Εὐκλείδης Μπίστης Ν Νικόλαος Λεβίδης
Δημοσθ. Καΐρης Ν Θεόδωρος Ρετσίνας Ν
Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ν Φωκίων Νέγρης
Νικ. Γιαννηκώστας Ν
Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης Ν Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἡρακλῆς Καλαμπάκας Ν
Θεόδωρ. Φλογαΐτης Γεώργ. Παπαθανασίου
Δημ. Γ. Ράλλης Περικλῆς Περρωτῆς
Γεώργιος Μ. Βενιζέλος Ν Ἠλίας Μαυρομιχάλης Ν
Νικ. Γουναράκης Γεώργ. ΟἰκονομόπουλοςΝ
Κωνστ. Σταυρόπουλος Δημ. Τερτίπης Ν
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Τιμολέων Ἀδαμόπουλος
Ἀνδρέας Στρᾶτος Ν Κωνστ. Ζωγλοπίτης
Δημ. Καραγιάννης Γεώργ. Φραγκίδης
Ἀντώνιος Καρτάλης Ἰωάν. Καζαμπάκας
Κωνστ. Τοπάλης Ν Σπυρ. Παπαποστόλου
Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Α. Βασιαρδάνης Ν
Ἀργύριος Φιλιππίδης Κωνστ. Σαραφιανὸς Ν
Νικόλαος Παπαϊωάννου Γ. Χατζηνικολῆς Ν
Δημήτριος Γίδας Παναγ. Λεβέντης
Κ. Δούνης
Νικόλαος Γουλιμῆς Ν Γεώργ. Μέρμηγκας Ν
Ἐπαμ. Μαυρομμάτης Γεώργ. Κόρπας Ν
Περ. Ἀλεξάκης Ο Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν
Νικ. Σπυρακόπουλος Ν Γεώργ. Θεοτόκης Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Μιχαὴλ Θεοτόκης Ν
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν
Χαρίλαος Διγενόπουλος Ν Γουλ. Σκάρπας Ν
Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν Βασίλ. Σαμοΐλης Ν
Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν Σπ. Ἀγάθος Ν
Μιχαὴλ Φωτιάδης Ν Ν. Τριβόλης Ν
Γεώργ. Λιδωρίκης Ν Κ. Ἀλκμᾶνος
Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν Κ. Χρηστόπουλος Ν
Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Παναγ. Δ. Πετρίδης Ο
Μιχαὴλ Στελλάκης Ν Σωτήρ. Κροκιδᾶς Ν
Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος Σπ. Νοταρᾶς Ν
Γεώργιος Λύρας Ν Περ. Μεντζελόπουλος Ν
Ἐμμ. Ρέπουλης Ν Δημ. Δημητριάδης Ν
Δημήτριος Τσᾶτσος Ν Ἄθως Ρωμᾶνος Ν
Δημήτριος Τσιτσάρας Ο Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν
Κωνστ. Ζῶτος Ν Ἀντ. Μομφερρᾶτος Ν
Γεώργιος Χατζόπουλος Ν Θεόδ. Μαρκέτος
Διονύσιος Στεφάνου Ν Σπ. Ε. Στάης Ν
Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν Διον. Καλούτσης Ν
Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Παν. Χοντζόπουλος Ν
Γεώργ. Ρώμας Ν Νικ. Τσοῦχλος Ν
Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν Χαρ. Κ. Βοζίκης Κ
Χρ. Στεφανόπουλος Ν Θεόδ. Πέρρος Ν
Χαρίλ. Σπηλιώτης Ο Στέφ. Κοπανίτσας Ν
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν Γεώργ. Φικιώρης
Πέτρος Αὐγερινὸς Μελέτιος Ρουσόπουλος Ν
Χρῆστος Δαραλέξης Ο Βρασίδας Λεώπουλος
Ἄγγελος Πετραλιᾶς Γεώργιος Μαυρομιχάλης
Ἀθαν. Ἀθανασιάδης Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ν
Νικόλαος Δαούτης Ο Ν. Καραστέργιος
Παναγ. Παπαχατζῆς Δημ. Πιπινόπουλος
Σπ. Ι. Μήλιος Ν Ἰωάν. Γ. Λάππας
Βασ. Μαρκεζίνης Ν Νικ. Μπουφίδης Ν
Νικήτας Συνοδινὸς Ν Περ. Βαλαωρίτης Ν
Χριστόφορος Ἀσιμῆς Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
Τηλέμαχος Δενδρινὸς Γεράσιμος Φίλιππας
Παναγ. Μαυροκέφαλος Ν Ξενοφ. Κυριαζῆς Ν
Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν Βασ. Βασιλειάδης Ν
Θεόδ. Ζαΐμης Ν Ἀθαν. Εὐταξίας
Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν Ν. Τριανταφυλλᾶκος
Παν. Μανέτας Νικ. Μισυρλῆς Ν
Ἰωάν. Μπακόπουλος Ν. Καράπαυλος
Ἠλ. Ζέγγελης Ν Γ. Ράλλης
Φίλ. Βάρβογλης Ν Σπ. Γκεντιλίνης Ν
Ἀθ. Κατριβᾶνος Ν Γερ. Ζερβὸς Ν
Ἠλίας Κοσσονᾶκος Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
Γ. Ἀναστασόπουλος Νικόλαος Λεωνίδας
Γ. Νικολαΐδης Διομήδης Κυριακὸς
Κ. Τρικούπης Ν Α. Μαυρογορδᾶτος
Λεων. Δεληγεώργης Ο Α. Λαδόπουλος
Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος ἀρν.Ν. Βαφειαδάκης
Δ. Λυμπερόπουλος Ν Α. Βιτάλης
Γ. Λυμπερόπουλος Ν Δ. Βοκοτόπουλος
Περ. Μποῦτος Ν Ι. Γκιὼν Ν
Ἀριστομ. Προβελέγγιος Ν Κάρολος Βιτάλης
Ἀντ. Μάτσας Κωνστ. Ε. ΧατζηπέτροςΝ
Νικ. Κρίσπης Γ. Κανούτας Ν
Ι. Ναυπλιώτης Ν Νικ. Ταρμπάζης
Ἐλευθ. Μυκώνιος Θεόδ. Κριεμάδης
Γεώργ. Σισμάνης Γ. Ραδινὸς Ν
Δ. Φαρμάκης Ν Ἀπ. Ζάππας Ν
Γεώργ. Πλατανιώτης Θ. Σαρσέντης Ν
Ἠλίας Ποταμιᾶνος ἀρν.Α. Πονηρόπουλος Ν
Μιχ. Λαμπρυνίδης Δ. Ἀναστασόπουλος
Ι. Βοῦρτσος Ν Δ. Παπατσώρης Ν
Ἀθ. Πετσάλης Δ. Κατσᾶνος Ν
Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Α. Σκαλτσοδῆμος
Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Ν. Τζανετόπουλος Ν
Γ. Καπετανάκης Ν Γ. Ροδόπουλος Ν
Φώτιος Μοσχούλας ἀρν.Θεόδ. Λιμπρίτης
Ἀσημ. Χριστόπουλος Ι. Κουντουριώτης Ν
Χαράλ. Κανελλόπουλος Νικ. Τσαμαδὸς Ν
Θᾶνος Μπασιᾶς Παντελῆς Γκίκας
Παναγῆς Τυπάλδος Ν Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
Θεόδ. Βελλιανίτης Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ι. Τσιριμῶκος
Ἀθ. Παπαθανασίου Ν Δημ. Κρίτσας ἀρν.
Πέτρος Μόρης Α. Πλατῆς Ν
Ἰωάν. Γ. Ροῦφος Ν Νικ. Χατζῖσκος
Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο Ν. Καλογερόπουλος Ν
Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης Ν Β. Βουδούρης Ν
Ἀντ. Ρικάκης Γ. Ἀβέρωφ
Ἀχιλ. Χοϊδᾶς Δ. Κριεζώτης
Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ἀλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ν
Θᾶνος Ροῦφος Κανακάρης Κ. Μιλτ. Κανάρης Ν

§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 134. Ὑπὲρ τῆς προτάσεως 121, ἐναντίον τῆς προτάσεως 9, καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅτι ὁ ἐκλεγεὶς βουλευτὴς Κερκύρας κύριος Κ. Ἀλαμᾶνος ἔχει τὰ ἀπαιτούμενα ὑπὸ τοῦ νόμου προσόντα, καὶ οὕτως ἀνακηρύσσεται νόμιμος βουλευτὴς Κερκύρας ὁ κύριος Ἀλαμᾶνος.

§231ΦΩΝΑΙ (δεξιόθεν). Ἄξιος! ἄξιος!

§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902. Ὁ κύριος Χατζῖσκος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ὁμιλίαν του.

§233Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν ἠξεύρω τίνα νὰ εὐχαριστήσω διὰ τὴν ἀναβολὴν, ἥτις μοὶ ἐδόθη, ὅπως συνεχίσω σήμερον τὴν χθὲς διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργόν, ἢ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτήν; Ἀλλ’ εὐχαριστῶν τὴν Βουλὴν ἐπὶ τούτω, δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, συγκατανεύων εἰς ταύτην, εἶπε φράσιν, ἥτις δὲν ἥρμοζεν εἰς χείλη Πρωθυπουργοῦ συνταγματικοῦ Κράτους, λέγων, ὅτι, καθ’ ὃν ἀνάρμοστον τρόπον διεξάγεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ αὕτη εὐπρεπῶς... (ἀπορίαι ἐκ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων). Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶπε τὴν λέξιν ταύτην, δὲν ἐμμένω εἰς ὅσα εἶπον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἤκουσα αὐτὴν τὴν λέξιν, καὶ συνεπῶς δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου ἐπὶ ταύτῃ, καθόσον θεωρῶ, ὅτι ἡ γινομένη συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν φέρει τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀναρμόστου...

§234ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον «καθ’ ὃν τρόπον»· ὄχι «ἀνάρμοστον».

§235Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἴπετε ὅμως τὴν λέξιν «ἀνάρμοστον».

§236ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὄχι, ὄχι.

§237Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τότε, φαίνεται, παρήκουσα. Ἔλεγον λοιπὸν χθές, πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ, ὅτι κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1900 ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου θέλει ἀπολήξει εἰς ἔλλειμμα δύο περίπου ἑκατομμυρίων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ προηγουμένου ἔτους. Μοὶ παρετηρήθη ὅμως ὑπὸ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι τὰ ἔσοδα, ἅτινα ἐχαρακτηρίσθησαν ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τακτικὰ, ἐσφαλμένως ἐχαρακτήρισά τινα ἐξ αὐτῶν ἔκτακτα. Καὶ βεβαίως εἶπον, ὅτι, προκειμένου περὶ συντάξεως προϋπολογισμοῦ καὶ ἀπολογισμοῦ, δὲν πρέπει νὰ στηριζώμεθα ἐπὶ ἐσόδων ἐκτάκτων. Ὡς ἔσοδον ἔκτακτον θεωρῶ τὸ ἐκ τῶν τυχηρῶν· ὡς ἔσοδον ἔκτακτον, μὴ ἀναγόμενον εἰς τὴν χρῆσιν ἐκείνην, ἦτο καὶ τὸ ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ 1898. Μοὶ παρετηρήθη δέ, ὅτι τοιαύτην τινὰ ἰδέαν εἶχον καὶ ἐγὼ περὶ τούτου, ἀναγράψας μάλιστα ταύτην καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Τὴν ὥραν ἐκείνην, συζητῶν μετὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τινος κεφαλαίου ἐσόδων, δὲν προσέτρεξα εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν συνταχθεῖσαν παρ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἀναγνώσας αὐτὴν βραδύτερον, εἶδον, ὅτι παρηρμήνευσεν ὁ κύριος εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν φράσιν μου ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τοῦ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ σταφιδοκάρπου, τοῦ εἰσπραχθέντος κατὰ τὸ 1900 ὡς ἐσόδου κεκλεισμένης χρήσεως· διότι ἐγὼ ἁπλῶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ αὐτῷ ἔτει, ἐν τῷ ὁποίῳ εἰσπράττεται τὸ ἔσοδον τῆς σταφίδος, νὰ εἰσπραχθῇ καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς παρακρατήσεως. Εἰσῆλθον δὲ εἶτα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος θέλει ἀπολήξει ἐπίσης εἰς ἔλλειμμα. Βασιζόμενος ἐπὶ ἀσφαλῶν δεδομένων, ἔλεγον, ὅτι, ἐνῷ τὸ 1900 εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς 12 μῆνας τῆς χρήσεως αὐτοῦ δραχ. 96,597,000, κατὰ δὲ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1901 εἰσεπράχθησαν 98,931,296, τοὺς ὑπολειπομένους δέκα μῆνας μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως τοῦ 1900 εἰσεπράχθησαν 14,970,000, καὶ εἰς τὰ 14,970,000, ἅτινα εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς ὑπολειπομένους δέκα μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1900, συμπεριέλαβον καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τοῦ παρακρατήματος τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ τὸ ἔσοδον ἐκ τῶν τυχηρῶν, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τοὺς ὑπολοίπους δέκα μῆνας τοῦ 1901 νὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν πλέον τῶν 14,970,000 δραχμῶν. Καὶ οὕτω, κατὰ τὸν συλλογισμὸν τοῦτον, ἀπετελέσθη τὸ ποσὸν τῶν 111,567,000, ὅπερ εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1900. Ἐὰν ὅθεν, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀσφαλοῦς συλλογισμοῦ βασιζόμενος, προσθέσω εἰς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς 12 μῆνας τοῦ 1901 τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν 14,970,000, θὰ ἔχωμεν εἰσπράξεις κατὰ τὸ 1901 δραχ. 113,900,000, ἤτοι 114,000,000 περίπου, ἅπερ καὶ ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1901, ἀλλ’ ἀποδέχομαι τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅπως μὴ χαρακτηρισθῶ, ὅτι ἀπαισιοδόξως κρίνω τὰ ἐνδεχόμενα ἀποτελέσματα τοῦ 1901, ἀποδέχομαι, ὅτι κατὰ τὸ 1901 θὰ εἰσπραχθῶσιν 114,000,000 περίπου, ἤτοι ἐπὶ πλέον τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1900 κατὰ 2,500,000. Αἱ αἰτηθεῖσαι δὲ πιστώσεις κατὰ τὸ 1901 διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ Β. Διαταγμάτων καὶ νόμων ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 114,932,000· πλὴν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ἐζητήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1901 ἐκ δρ. 4,755,000 περίπου, ἀφαιρουμένων δ’ ἐξ αὐτῶν 2,234,000 ἕνεκα πιστώσεων ἀκυρωθεισῶν, μένει ὑπόλοιπον ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων 2,521,000. Ἐὰν προσθέσωμεν ταῦτα τὰ 2,521,000 εἰς τὰ 114,932,000, ὅσαι πιστώσεις ἐζητήθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 παρὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν ἐξήρκεσαν, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐζητήθησαν αἱ εἰρημέναι ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1901 ἀνέρχεται εἰς 3,000,000 δραχ. περίπου. Δὲν γνωρίζω, ἂν βραδύτερον θὰ αἰτηθῶσι καὶ ἄλλαι πιστώσεις, οὐδ’ ὑποθέτω, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους τὸ ποσὸν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων θὰ ἦναι ἀνώτερον τῶν 500,000 δραχμῶν. Ἑπομένως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901 θ’ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα 3,000,000. Καὶ αἱ προβλέψεις τῆς μειονοψηφίας ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1900 καὶ 1901 δὲν διεψεύσθησαν, ὡς προεῖπεν ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· τὴν γνώμην δὲ ταύτην τῆς μειονοψηφίας ὑπεστήριζε τότε θερμῶς, ἴσως καὶ νῦν χλιαρῶς, καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Μετὰ τὴν τοιαύτην ἐπισκόπησιν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ τε Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 καὶ τοῦ 1901, ἐπιβάλλεται εἰς ἐμέ, εἰσηγητὴν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902. Εἰ καὶ τὸ ἔργον τῆς λεπτομεροῦς ἐξετάσεως τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων εἶναι ἀνιαρὸν, καὶ μάλιστα εἰς ἐκείνους, οἵτινες κατὰ σειρὰν ἐτῶν κατέγειναν εἰς τοῦτο, ἀνιαρώτερον δὲ εἰς τοὺς ἀκούοντας, ἐν τούτοις δὲν δυνάμεθα, συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1902, ν’ ἀποφύγωμεν τὴν λεπτομερῆ ταύτην ἐξέτασιν. Θὰ προσπαθήσω μόνον νὰ μὴ μακρηγορήσω, ἰδίως δ’ ἐπὶ τῶν ἐσόδων, ἐξετάζων ταῦτα κατὰ κεφάλαιον, καὶ ἀφιέμενος εἰς τὰς παρατηρήσεις, ἃς ἐποιήσατο ἡ μειονοψηφία. Καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ πρώτου κεφαλαίου τῶν ἀμέσων φόρων, ἐπὶ τοῦ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἡ μειονοψηφία οὐδεμίαν παρατήρησιν ὑπέβαλεν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· ἀλλ’ ὁ φόρος οὗτος, ὡς καὶ ἄλλοτε, ἐγένετο ἀφορμὴ μακρᾶς συζητήσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζω δ’ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὥστε νὰ παρίδῃ τις αὐτό. Ὑπεδείχθη ἡ ἀνάγκη, ἥτις ἐπιβάλλεται, περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τούτου δι’ ἄλλου, καθόσον, εἰ καὶ ὁ φόρος οὗτος ἀπεδείχθη εὐεργετικώτερος, ἐν σχέσει πρὸς τὸ πρότερον ἐπικρατοῦν φορολογικὸν σύστημα τῆς δεκάτης, ἐν τούτοις ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ ἀπεδείχθη οὐ μόνον ἄδικος, ἀλλὰ καὶ ἄνισος εἰς τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν, ἔτι δὲ μᾶλλον καθίσταται ἐπαχθέστερος, καθόσον μετὰ τοῦ δημοσίου τούτου φόρου εἰσπράττεται καὶ ὁ δημοτικὸς, ὅστις συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσε τοῦ ἀρχικοῦ πρωτοκόλλου, καθ’ ὃ ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀλλὰ βραδύτερον, ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῶν ζώων, ἅτινα εἰς ἕκαστον δῆμον ὑπῆρχον, ἐπὶ τῆς μέσης παραγωγῆς τοῦ ὁποίου δήμου καθορίζεται ὁ φόρος οὗτος, ἐγένετο ἀφορμὴ, μετὰ τὴν μείωσιν τῶν κτηνῶν, πληρωνομένου τοῦ αὐτοῦ φόρου, οἵου καὶ πρίν, νὰ βαρύνωνται ἐπὶ πλέον τὰ ὑπολειπόμενα κτήνη, πρὸς ζημίαν τῶν γεωργῶν. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νομίζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ δημοτικοῦ φόρου, τροποποιοῦσα τὸ ἀρχικὸν πρωτόκολλον, ὃ συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐκείνου. Τὰ συστήματα δέ, δι’ ὧν ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι δύναται ν’ ἀντικατασταθῇ ὁ φόρος οὗτος, εἶναι πολλά· ἰδίως ὅμως διετυπώθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ παρὰ διαφόρων μελῶν αὐτῆς ἡ γνώμη, ὅτι, ἐὰν ἀντικατασταθῇ ὁ φόρος οὗτος δι’ ἐπαυξήσεως δύο λεπτῶν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἔξωθι εἰσαγομένων σιτηρῶν, δύναται διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ εἰσπραχθῇ ὁ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰσπραττόμενος νῦν φόρος, τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἀφιεμένου εἰς τὸν δῆμον νὰ εἰσπράττηται παρ’ αὐτοῦ ἐπὶ βάσεως δικαιοτέρας, πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὑπεδείχθη παρ’ ἄλλων, ὅτι ἡ ἀντικατάστασις τοῦ φόρου τούτου δύναται νὰ γείνῃ ἀφορμὴ στενοχωρίας εἰς τὰς ἀστικὰς τάξεις· ἕνεκα τούτου προὐτάθη τὸ σύστημα τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν τσιφλικίων, ὅπως φορολογῶνται οἱ ἰδιοκτῆται, καὶ οὐχὶ οἱ ἐπίμορτοι καλλιεργηταί, οἵτινες δυστυχῶς, δυνάμει τοῦ σήμερον ἰσχύοντος νόμου, φορολογοῦνται κατὰ τὰ δύο τρίτα ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλ’ ἐν Φθιώτιδι, Εὐβοίᾳ, καὶ ἀλλαχοῦ, δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι ὁ φόρος οὗτος ἐπιπίπτει ἐπὶ τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν, οὐδόλως φορολογουμένων τῶν ἰδιοκτητῶν. Καὶ ἕτερα δὲ συστήματα ὑπεδείχθησαν, πλὴν δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Περιωρίσθην ἰδίως εἰς τὰ δύο ταῦτα, τὰ καὶ σπουδαιότερα, ἐξ ὧν τὸ ἓν ἀφορᾷ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ κατὰ δύο λεπτὰ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σιτηρῶν, τὸ δ’ ἕτερον εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν τσιφλικίων. Πάντως ὅμως ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀντικαταστάσεως δι’ ἄλλου τοῦ φόρου τούτου, ὅστις ἀπεδείχθη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του ἐπαχθής, ἰδίως δὲ διότι διὰ τοῦ φόρου τούτου φορολογοῦνται κυρίως οἱ δημητριακοὶ καρποί, φορολογεῖται τουτέστιν ἡ ἐργασία, καὶ φορολογία ἐπὶ τῆς ἐργασίας εἶναι ἄδικος, μὴ στηριζομένη ἐπὶ δικαίας φορολογικῆς βάσεως. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις, ἃς ἐν συνόψει ἐποιησάμην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐξετάζω τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων. Τὸ ἔσοδον τὸ ἀναγραφόμενον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων ὑπολογίζεται ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ εἰς δύο ἑκατομμύρια. Δὲν δύναμαι ἀσφαλῶς νὰ ἀποφανθῶ μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισθέντος τούτου ποσοῦ, καθόσον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου τούτου ἔλαβον χώραν πολλά, καταστήσαντα τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου ἀμφίβολον. Ἐσχάτως δέ, ἕνεκα τῶν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου ἐπελθόντων ἀτόπων καὶ τῶν ἐπελθουσῶν πιέσεων εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, ἰδίως τινῶν διαμερισμάτων τῆς χώρας ἡμῶν, ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον, δι’ οὗ προέτεινε τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ φόρου τούτου διὰ τοῦ ἐπὶ τοῦ γλεύκους καὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου. Ἀλλ’ ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ ἕτερον τοιοῦτον νομοσχέδιον, διάφορον τοῦ ὑπὸ τοῦ προκατόχου του ὑποβληθέντος, πλὴν εἰσέτι δὲν ὑπεβλήθη τοιοῦτον. Συνεπῶς ἡ ἐπιτροπή, ἀποδεχομένη μετ’ ἐπιφυλάξεως τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον ἐκ 2,000,000, ἀναμένει νὰ ἴδῃ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλει υἱοθετήσει τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχέδιον, ἢ θέλει ὑποβάλει ἴδιον, ὅτε θὰ ἐξενέγκῃ τὴν ἐπὶ τούτῳ γνώμην της. Ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἄρθρων τοῦ κεφαλαίου τούτου, ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν, ἀποδέχεται τὰ ἀναγραφόμενα ὡς εἰσπραχθησόμενα. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν ἀμέσων αὐτῶν φόρων. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν εἰσπραττομένων ἐκ τελῶν ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν ἐπὶ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος ἐκ 4,036,000, ἐν ᾧ συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ ἐκ παρακρατήσεως, θέλει εἰσπραχθῆ· ἀλλ’ ἐπειδή, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸ 1902 νὰ ἐκκαθαρισθῇ καὶ εἰσπραχθῇ τὸ ἀντίτιμον τοῦ σταφιδοκάρπου, ἐκποιουμένου εἰς εἶδος, διὰ τοῦτο περιορίζει τὸ ποσὸν τῶν 4,000,000 εἰς 3,000,000, φρονοῦσα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ πλέον τοῦ ποσοῦ τούτου, καθόσον, ἐὰν κρίνωμεν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐπ’ ἐσχάτων εἰσπράξεων, βλέπομεν ὅτι, ἐκτὸς τοῦ 1900, ὅτε ἕνεκα τῆς ἐνσκήψεως τῆς νόσου τοῦ περονοσπόρου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ἀναγραφόμενον ποσόν, περιορισθὲν εἰς 1,300,000, κατὰ τὰς καταστάσεις τῶν πινάκων τοῦ ἐξαχθέντος σταφιδοκάρπου κατὰ τὸ 1901 μέχρι σήμερον, τὸ ποσόν, ὅπερ εἰσεπράχθη, ἀνῆλθεν εἰς 2,670,000 δρ. Συνεπῶς ἀγόμεθα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τοῦ φόρου τούτου πλέον τῶν 3,000,000. Κατ’ ἀναλογίαν καὶ ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς Ἑπτανήσου φρονοῦμεν, ὅτι τὸ ἀναγραφόμενον ποσὸν ἐξ 1,126,000 εἶναι ὑπερβολικόν, λαμβανομένων πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τῶν προσωρινῶν καταστάσεων τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ἀποδέχεται ἡ μειονοψηφία ὡς εἰσπράξιμον τὸ ἀναγραφόμενον ποσὸν, ἀποκρούουσα τὴν ἐπαύξησιν, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐποιήσατο ἐν τῇ προσθέτῳ δηλώσει του. Διότι ναὶ μὲν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἦτο εὐφορία ἐν Ἑπτανήσῳ, ἧς τὸ ἔλαιον, ὡς ἠξεύρετε, ἐξάγεται κατὰ τὸ ἐπιόν, ἀλλ’ ἡ ἀφθονία τοῦ ἐλαίου ἐν Ἑπτανήσῳ συνεπάγεται μείωσιν τῶν τιμῶν αὐτοῦ, ἥτις ἀσκεῖ ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου, τοῦ τέλους τούτου κανονιζομένου ἐπὶ τῇ τιμῇ. Ἐν γένει ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀμέσων φόρων ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγραφόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξ 23,207,000, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ· λαμβάνουσα δὲ ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελέσματα τῆς τελευταίας δεκαετίας, βλέπει, ὅτι τὸ ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων εἰσπραχθὲν ποσὸν δὲν ἀνῆλθε ποτὲ ἄνω τῶν 20 ἑκατομμυρίων. Καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 20,000,000 εἰσεπράχθη μόνον κατὰ τὸ 1893, ὅτε πολλὰ τῶν ἐσόδων, ἰδίως ἡ σταφὶς καὶ τὸ ἔλαιον, ἦσαν ἐν μεγάλῃ εὐφορίᾳ. Διὰ τοῦτο ἡ μειονοψηφία μειοῖ τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγραφόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ 1,207,000, φρονοῦσα ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῶσιν ἄνω τῶν 22,000,000, ἅτινα ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων μέχρι τοῦδε οὐδέποτε εἰσεπράχθησαν. Ὡς γνωρίζετε, τὸ κεφάλαιον, ἐφ’ οὗ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ δώσῃ προσοχὴν, εἶναι τὸ τῶν ἀμέσων φόρων, καθόσον οὗτοί εἰσιν ἡ ἔνδειξις τῆς εὐρωστίας ἢ μὴ τῆς χώρας. Οἱ ἔμμεσοι φόροι, κυρίως οἱ ἐκ τελῶν καὶ δικαιωμάτων, προερχομένων ἐκ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπηύξησαν σημαντικῶς· πλὴν τὸ κεφάλαιον τὸ ἀφορῶν εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους, ὡς παρέστησα, δυστυχῶς δὲν ἐπηύξησε κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, παραλλάσσον μεταξὺ 18 καὶ 20 ἑκατομμυρίων. Ἐπὶ τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ τῆς εἰσαγωγῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγράφει ποσὸν 32,800,000, ὅπερ ποσὸν ἀποδέχεται ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ὡς εἰσπράξιμον· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς βραδύτερον ἐποιήσατο δήλωσιν, δι’ ἧς τὸ ποσὸν αὐτὸ αὐξάνει, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ δραχμὰς 700,000, ὑπολογίζων, ὅτι θέλει εἰσπραχθῆ ποσὸν δρ. 33,500,000. Οὐδόλως δ’ εἶναι ἀπίθανον νὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν ἔλασσον τῶν 32,000,000, ἐὰν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1900, ἐν ᾧ ἀνεγράφη ποσὸν δρ. 32,500,000, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν μόνον 30,500,000, ἕνεκα τῆς κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο οἰκονομικῆς κρίσεως, καὶ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς καταστάσεις παρελθόντων ἐτῶν, καθ’ ἃ τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν ἦτο ἔλασσον τοῦ ἀναγραφομένου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀληθῶς τὸ πρῶτον ἔτος, ὅτε ηὔξησε τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ, ἦτο τὸ 1896, ἀνελθόντος τοῦ ποσοῦ μέχρι 34,000,000 δραχμῶν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο τότε συνετέλεσαν πολλοὶ λόγοι, οἵτινες ἐξέλιπον ἤδη. Κατὰ τὸ ἔτος 1899 εἰσεπράχθη ποσὸν ἐπίσης ἄξιον λόγου, πάντως ὅμως ἔλασσον κατὰ 1,000,000 δραχ. τοῦ ποσοῦ τῶν 34,000,000 Κατὰ τὸ 1900, ἐνῷ εἶχε προϋπολογισθῆ ποσὸν 32,500,000 δραχμῶν, εἰσεπράχθησαν μόνον 30,500,000· καὶ συνετέλεσε μὲν εἰς τοῦτο ἡ ἐπελθοῦσα κρίσις εἴς τινας σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἡ κρίσις ἐκείνη ἦτο μερική, μὴ ἐπενεγκοῦσα ἀποτελέσματα τοιαῦτα, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς καθ’ ὅλου οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, καθόσον ἡ τιμὴ τοῦ ἐξαχθέντος σταφιδοκάρπου ἦτο τοιαύτη, ὥστε τὸ ποσὸν τῶν εἰσαχθέντων εἰς μεταλλικὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν χώραν ἦτο διπλάσιον τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰσαχθέντος κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος. Οἱ λόγοι οἱ συντελοῦντες εἰς τὴν ἐπὶ πλέον αὔξησιν τῶν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως φόρων, ἰδίως ἐπὶ τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ τῆς εἰσαγωγῆς, εἶναι πολλοί, ποικίλλοντες ἑκάστοτε, ἀναλόγως τῶν παρουσιαζομένων ἀναγκῶν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἀναλόγως τῆς προόδου τοῦ ἐμπορίου, τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, καὶ αὐτῆς τῆς ὑποτιμήσεως ἢ ἀνατιμήσεως τοῦ συναλλάγματος. Φρονῶ, ὅτι ὁ κύριος λόγος, ὅστις συντελεῖ εἰς τὴν ἐπαύξησιν τοῦ δασμοῦ τῆς εἰσαγωγῆς, εἶναι καὶ ἡ ἑκάστοτε ἐξαγωγὴ τῶν προϊόντων τῆς χώρας. Ἐὰν παρατηρήσῃ τις τὰς στατιστικὰς, θέλει πεισθῆ, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ συμβάλλει μεγάλως εἰς τὴν ἐξαγωγήν· ὅσῳ τουτέστιν ἡ εἰσαγωγὴ χώρας τινὸς εἶναι μεγαλειτέρα, ἐπὶ τοσοῦτον καὶ ἡ ἐξαγωγὴ ἀναπτύσσεται. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς, ἀποδεχομένη ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τὸ ποσὸν τῶν 32,800,000, δὲν θεωρεῖ πιθανὴν τὴν ἐπὶ πλέον αὔξησιν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς δηλώσεώς του ἐποιήσατο. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου κεφαλαίου, τῶν τελῶν καὶ δικαιωμάτων, ἡ μειονοψηφία μόνην παρατήρησιν ὑποβάλλει ἐπὶ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ ἐκπαιδευτικά. Νομίζει, ὅτι τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν τῶν 900,000 δραχ. εἶναι ὑπερβολικὸν, καὶ προτείνει τὴν μείωσίν του κατὰ 100,000 περίπου. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν τηλεγραφικῶν, ταχυδρομικῶν καὶ τηλεφωνικῶν τελῶν, ἐπὶ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ πωλουμένου γραμματοσήμου καὶ τοῦ τῶν τηλεγραφικῶν τελῶν, ὑπολογιζομένων εἰς δρ. 3,000,000, ἡ μειονοψηφία νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι ταῦτα, ὁδηγουμένη εἰς τοῦτο ἔκ τε τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ ἐκ τῶν προσωρινῶν καταστάσεων. Ἑπομένως ὑποβάλλει τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ μειωθῇ κατὰ 300,000. Ἐπὶ τῶν τελῶν καθυστερήσεως, ἀγκυροβολίας, δικαιωμάτων δικαστικῶν, δικαιωμάτων ἐξ ἀνταλλαγῆς ὑποχρεώσεων καὶ λοιπῶν δικαιωμάτων ἀποδέχεται τὸ ἀναγραφόμενον ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ποσὸν, μάλιστα δὲ ἐπὶ τῶν ποινικῶν τελῶν καὶ χρηματικῶν ποινῶν ὑποθέτει, ὅτι τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν εἶναι μεῖον τοῦ εἰσπραχθησομένου, ἐλπίζουσα, ὅτι ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου θέλει εἰσπραχθῆ πλειότερον τοῦ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγραφομένου ποσοῦ. Ἐπίσης ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων ἐξ ἀνταλλαγῆς ὑποχρεώσεων, εἰ καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεκαλέσθη τὴν αἰτίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας νομίζει προκύψουσαν τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων τούτων, φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις δὲν θέλει εἶσθαι τοιαύτη, οἵα ἀναγράφεται ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἐπὶ τῶν μονοπωλίων ἡ μειονοψηφία οὐδεμίαν παρατήρησιν ὑποβάλλει ἢ μόνον ἐπὶ τοῦ πωλουμένου ἅλατος, νομίζουσα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐσφαλμένως προέβλεψεν, ὅτι θέλει εἰσπράξει ποσὸν 3,000,000, ἀπέναντι τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντων, καὶ περιορίζει τοῦτο εἰς 2,800,000, ἐὰν μάλιστα ἡ εὐφορία τοῦ ἐλαιοκάρπου, ἥτις συνεπάγεται τὴν ἐπαύξησιν τῶν ἐκ τοῦ ἅλατος ἐσόδων, ἔσεται τοιαύτη, οἵαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προυποθέτει. Ἐπὶ τῶν προσόδων τῶν δημοσίων καταστημάτων, κτημάτων καὶ νομημάτων, ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι τὰ ἀναγραφόμενα δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσιν, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑστερήσωσι κατά τι, δὲν θὰ ἦναι ἡ διαφορὰ τοιαύτη, οὕτως ὥστε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ὑλοτομουμένης ξυλείας, ἀσβέστου καὶ ἀνθράκων, εἰ καὶ ἐγκρίνει τὸν περιορισμὸν τῆς ὑλοτομίας, πρὸς περιστολὴν τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων, οἵτινες συμβάλλουσιν εἰς τοῦτο, νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ προσοχὴ καὶ εἰς τὴν ἀνθρακοποιΐαν, καθόσον καὶ αὕτη εἶναι ἓν τῶν αἰτίων τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν. Περὶ τῶν δασῶν πολλάκις ἐγένετο λόγος καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι δέον νὰ ληφθῇ μέτρον τι, καθόσον τὸ ἰσχῦον σήμερον σύστημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε οὐ μόνον δὲν προφυλάττει τὰ δάση ἀπὸ τῆς καταστροφῆς αὐτῶν, ἀλλὰ γίνεται καὶ πηγὴ καταχρήσεων καὶ πιέσεων τοῦ φορολογουμένου λαοῦ. Φρονεῖ δὲ ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἀναγκαῖον θὰ ἦτο νὰ ἐκλεχθῇ ἐπιτροπή τις ἐκ Βουλευτῶν, ἥτις νὰ μελετήσῃ καὶ συσκεφθῇ σοβαρῶς ἐπὶ τοῦ ζωτικοῦ τούτου ζητήματος τῆς χώρας ἡμῶν. Συνιστῶνται φιλοδασικαὶ ἑταιρεῖαι, αἵτινες ὁμολογουμένως εἰσὶν ἀξιέπαινοι διὰ τὸν σκοπὸν αὐτῶν, τῆς ἀναδασώσεως τῆς χώρας, ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον πάντων εἶναι, πῶς νὰ διασώσωμεν τὰ ὑπάρχοντα δάση, ἃ καθ’ ἡμέραν καταστρέφονται, φόβος δὲ εἶναι, μὴ ἐπέλθῃ καιρὸς, καθ’ ὃν οἱ δυστυχεῖς ἀγρόται, οἱ ὀρεινοὶ ἰδίως κάτοικοι, θὰ στερηθῶσι καὶ αὐτῶν τῶν καυσοξύλων, ὧν ἀπόλυτον ἔχουσιν ἀνάγκην, ἐκτὸς τῆς λοιπῆς καταστροφῆς, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἐπιφέρωσιν εἰς τὰ χωρία αὐτῶν τὰ δάση καταστρεφόμενα. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ ἰαματικὰ λουτρὰ τῆς Ἑλλάδος, φρονοῦμεν, ὅτι καιρὸς εἶναι νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῶν, ὅπως χρησιμοποιηθῶσι συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τῆς ὑγιεινῆς, καὶ ἀποβῶσιν οὕτω κέντρα συγκεντρώσεως κόσμου ξένου, ἀποκαθιστάμενα ἡμέραν τινὰ μία τῶν πλουτοφόρων πηγῶν τῆς χώρας ἡμῶν, ἰδίως μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας. Μέχρι τοῦδε πρόνοια περὶ ἰαματικῶν πηγῶν ἐλήφθη μόνον περὶ τῶν τῆς Κυλλήνης καὶ τῆς Ὑπάτης, ἐκμισθωθεισῶν τῶν μὲν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, τῶν δὲ εἰς τὸν κ. Ἀγαθοκλῆν, ὅστις ἐκπληροῖ ἤδη τὰς ὑποχρεώσεις του, ὅπως καταστῶσι τὰ λουτρὰ τοιαῦτα, ὥστε ν’ ἀνταποκριθῶσι πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ Κράτος· ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, πρὸς τιμὴν τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐπὶ τῆς τηρήσεως τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ἔδωκε μεγάλην προσοχὴν, καθόσον, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, ὁ μισθωτὴς ἠθέλησε νὰ τροποποιήσῃ ὅρους τινὰς τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἐπέμεινεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, ὡς εἰσιν ἀναγεγραμμένοι ἐν αὐτῇ. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἀκολουθήσει τὰ ἴχνη τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, ὅπως μὴ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ καταστρατηγηθῇ ἡ σύμβασις, δι’ ἧς σκοπεῖται, πῶς νὰ κατασταθῶσι προσιτὰ τὰ λουτρὰ εἰς ἁπάσας τὰς τάξεις τῶν πασχόντων. Διὰ τοῦτο προτιμότερον εἶναι νὰ στερηθῇ τὸ Κράτος τοῦ ἐκ τῶν ἰαματικῶν πηγῶν ἐσόδου, καὶ νὰ ἐκμισθωθῶσιν αὗται πολυετῶς εἴτε εἰς ἄτομα, εἴτε εἰς ἑταιρείας, ὅπως ἀποκατασταθῶσι κέντρα ἰάσεως καὶ ἀναψυχῆς, πηγαὶ δὲ ἐθνικοῦ πλούτου, μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν μάλιστα τοῦ διεθνοῦς σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Συνόρων. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Ϛʹ οὐδεμίαν ποιούμεθα παρατήρησιν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Ζʹ, ἐπὶ τῶν ἀπολήψεων ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζει ἡ μειονοψηφία, ὅτι τὸ ἀναγραφόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τὰς κρατήσεις ἐκ τῶν μισθῶν τῶν πληρωμάτων τοῦ Β. Ναυτικοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζει εἰς δρ. 400,000, δέον νὰ μειωθῇ κατὰ 100,000 δρ. περίπου. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Ηʹ, ἐπὶ τῶν διαφόρων ἐσόδων τρεχούσης καὶ τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, ἡ μειονοψηφία ἀμφιβάλλει περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγραφομένου, τὸ μὲν διότι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀμέσων φόρων δὲν ἀφίνουσι καθυστερήσεις, τὸ δὲ διότι πολλαὶ καθυστερήσεις ἐξ αὐτῶν εἰσεπράχθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἕνεκα τῆς μεγάλης ἐντάσεως, ἥτις ἐδόθη περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν καθυστερουμένων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων τῶν δύο λόγων, ὡς καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διετύπωσεν, ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ τῶν εἰσπραττομένων δι’ ἀνανεώσεως παλαιῶν χρεῶν, διὰ τοῦ ὁποίου οὐ μόνον παρατείνεται ἡ προθεσμία, ἀλλὰ καὶ ἐπεκτείνεται τὸ εὐεργέτημα τῆς κατὰ δόσεις πληρωμῆς μέχρι τοῦ 1908· ὀρθῶς δὲ ἀνέγραψεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὸ ἐξ αὐτῶν ἔσοδον εἰς δραχ. 200,000, καθόσον δὲν ἐλπίζεται ποσὸν ἀνώτερον αὐτοῦ νὰ εἰσπραχθῇ, ἂν κρίνωμεν ἐκ τῶν προσωρινῶν καταστάσεων. Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ἐν συνόψει περὶ τῶν ἐσόδων. Διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ δὲ ὑμᾶς ἐπὶ μακρὸν, τὸ συμπέρασμα τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐσόδων εἶναι, ὅτι θέλουσι ταῦτα ὑστερήσει κατὰ 3,000,000 περίπου τῶν προϋπολογιζομένων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς δραχ. 117,169,000· σὺν ταῖς δηλώσεσι δ’ αὐτοῦ, ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ, ἐκ τῆς ἀνανεώσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν, καὶ ἐκ τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου ἐπὶ πλέον 1,650,000, ἀνέρχονται ταῦτα εἰς δρ. 118,819,000· ἀφαιρουμένου ὅμως τοῦ ποσοῦ τῶν 2,000,000, τοῦ ἐξ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅπερ ποσὸν ἐνέχει μόνον λογιστικὴν ἔννοιαν, ὑπολείπονται 116,819,000. Τὰ ἀποτελέσματα τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν τελευταίων ἐτῶν ὁμολογουμένως, ἐν σχέσει πρὸς τὰ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, διαφέρουσιν ὑπερβολικῶς· ὡς δὲ ἀπέδειξα ὑμῖν, ἡ τοιαύτη ἐπαύξησις τῶν ἐσόδων προῆλθε κυρίως ἐκ τῆς ἀπανθρώπου, δύναταί τις εἰπεῖν, εἰσπράξεως τῶν φόρων· συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν, μετὰ τὰς τοιαύτας σημαντικὰς αὐξήσεις νὰ ὑπερβάλωσι καὶ ταύτας τόσον, ὅσον ὑπολογίζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἤτοι ν’ ἀνέλθωσιν εἰς 117,000,000. Διὰ τοῦτο προτείνει ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τὴν μείωσιν τῶν ἐσόδων κατὰ 3,000,000 τοὐλάχιστον. Μετὰ τὴν ἐπισκόπησιν ταύτην καὶ τὴν ὅσον οἷόν τε βραχεῖαν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῶν ἐσόδων εἰσέρχομαι εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἐξόδων, τὸ ὁποῖον δεῖται τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγράφει πιστώσεις κατὰ τὸ 1902 δρ. 115,029,000 σὺν ταῖς ἐπενεκτέαις δ’ ὑπ’ αὐτοῦ μεταβολαῖς διὰ τῆς ἀναγραφῆς ἑνὸς ἑκατομμυρίου, προερχομένου ἐκ τῆς χορηγίας πρὸς τὸν Σιδηρόδρομον Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ἑτέρων 100,000, μὴ ἐπαρκεσάσης τῆς πιστώσεως, διὰ τὴν μετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἔκθεσιν τῶν Παρισίων, καὶ ἄλλων τινῶν αἰτηθεισῶν νέων πιστώσεων, τὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 116,220,000. Συγκρίνοντες τὰ προϋπολογιζόμενα ἔσοδα ἐκ δραχμῶν 116,819,000 πρὸς τὰ προϋπολογιζόμενα ἔξοδα ἐκ δραχμῶν 116,220,000, ἀπολήγομεν εἰς περίσσευμα, κατὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, 600,000 δραχμῶν περίπου. Νομίζω, ὅτι τοιοῦτον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συγκρίσεως μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναγραφέντων ἐξόδων σὺν ταῖς δηλώσεσιν ὑμῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναγραφέντων ἐσόδων σὺν ταῖς ἐπενεκτέαις μεταβολαῖς. Προκύπτει ὅθεν περίσσευμα 600,000 δραχμῶν. Τὸ περίσσευμα τοῦτο καὶ μόνον, ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι θὰ ὑστερήσωσι κατὰ δρ. 600,000 τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν προσθέτων ὑμῶν δηλώσεων, καλύπτεται, μεταβαλλόμενον εἰς ἰσοζύγιον· ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τῶν 116,819,000, ἅτινα ὑπολογίζετε ὅτι θὰ εἰσπράξετε. Περιοριζομένου ὅθεν τοῦ ποσοῦ τούτου κατὰ 3,000,000, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους θὰ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα 3,000,000. Δὲν λαμβάνομεν δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ παραστῇ ἀνάγκη καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, καθόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι ἐν τῇ ἀναγραφῇ τῶν δαπανῶν εἶναι τόσον ἀκριβής, ὥστε αἱ ἀναγραφεῖσαι παρ’ αὐτοῦ πιστώσεις δὲν θὰ τῷ δώσωσι τὴν εὐχαρίστησιν νὰ μείνωσιν ἐξ αὐτῶν ἀδιάθετοι· ἑπομένως, καὶ ἂν ἀποδεχθῶμεν ἐξίσωσιν μεταξὺ τῶν ἐνδεχομένων νὰ ἀκυρωθῶσι πιστώσεων καὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν τοιούτων, περιορισθῶμεν δὲ μόνον εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων κατὰ δραχ. 3,000,000, ὑπολογίζοντες ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσιν 114 ἑκατομμύρια, τὸ ἔλλειμμα θὰ ἦναι 2,500,000, εἰ καὶ μιᾶς πιστώσεως δὲν δύναται νὰ ἀποτρέψῃ τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἀναγραφήν· ἡ δαπάνη δὲ αὕτη, δι’ ἣν πάντοτε θὰ ζητηθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, δι’ ἣν θὰ παραστῇ ἀνάγκη ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, καθόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀνέγραψε δαπάνην διὰ τὴν ἐνέργειαν ἐκλογῶν ἐντὸς τοῦ ἔτους...

§238ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Θὰ γείνουν τὸ ἑπόμενον ἔτος.

§239Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶναι συμφερώτερον νὰ ἐνεργηθῶσι τὸ 1903, τοῦτο εἶναι ζήτημα, ὃ δύναται νὰ λυθῇ μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καθὸ οἰκογενειακόν· ἡμεῖς ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ ἔχωμεν γνώμην, ἀλλ’ ὡς δεικνύουσι τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν, νομίζομεν, ὅτι μέχρι τοῦ προσεχοῦς Νοεμβρίου δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ κληθῇ ὁ λαὸς νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἐτυμηγορίαν αὑτοῦ, πλὴν ἐὰν — διότι ἐν τῇ πολιτικῇ πάντα πιθανὰ καὶ ἄδηλα, ὡς εἶπον χθές, — ἡ πλειονοψηφία μηχανεύηται ἐνέδρας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον, ὡς προβλέπω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τολμηθῇ. Καὶ ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐξόδων ἑνὸς ἑκάστου τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Δὲν θὰ ἐνδιατρίψω βεβαίως εἰς λεπτομερείας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἀκολουθήσω τὴν ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ γενομένην ἔρευναν τῶν δαπανῶν τῆς παρούσης διοικήσεως ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τοῦ 1896, καὶ συγκρίνων τὰς δαπάνας τὰς ἀναγραφομένας ἐν τοῖς ἐξόδοις ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων τὸ 1902 πρὸς τὰς τοῦ 1896, νὰ ἀποδείξω τὴν σφαλερὰν τῶν τοῦ 1902 βάσιν. Θέλω περιορισθῆ εἰς τὴν σύγκρισιν τῶν δαπανῶν τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν διοίκησιν μόνον, πρὸς ἀποφυγὴν ἀντιρρήσεων ἐνδεχομένων. Ἐξαιρῶ οὐ μόνον τὸ κεφάλαιον τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον εἶναι δαπάνη ἀπαραίτητος, ἐξαιρῶ οὐ μόνον τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἥτις καὶ αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητος συνεπεία τοῦ ἐπελθόντος συμβιβασμοῦ, ἐξαιρῶ οὐ μόνον τὸ κεφάλαιον τῆς ἐπιστασίας καὶ διοικήσεως τῶν φόρων, διότι ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ ἡ ἐκτέλεσις τῶν διαφόρων φορολογικῶν νόμων ἐπηύξησε τὰς δαπάνας, ἀλλ’ ἐξαιρῶ καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν ἀποδόσεων, καὶ περιορίζομαι μόνον εἰς τὰς δαπάνας τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἤτοι εἰς τοὺς κλάδους τῆς Διοικήσεως...

§240Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μολονότι τὸ κεφάλαιον τῆς ἐπιστασίας καὶ τῆς διοικήσεως τῶν φόρων εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν.

§241Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ γνωρίζω, σεβαστέ μοι ἀρχηγέ· ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλάκις ἐλέχθη ἐν ταῖς συζητήσεσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι, παραβάλλοντες τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896 πρὸς τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν τελευταίων ἐτῶν, δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν διαφοράν, ἥτις ἐπῆλθεν ἐκ τῆς μεγαλειτέρας καταναλώσεως τῶν διαφόρων εἰδῶν, ἤτοι τοῦ πετρελαίου, τῶν παιγνιοχάρτων, τῶν πυρείων καὶ λοιπῶν, ὅτι δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς δαπάνας, αἵτινες ἐπηυξήθησαν ἕνεκα τῆς ἐκτελέσεως τῶν διαφόρων φορολογικῶν νόμων, δι’ αὐτὸ ἐξαιρῶ καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦτο. Εἶμαι δὲ καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης καὶ τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ κεφάλαιον τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστασίας καὶ διοικήσεως τῶν φόρων πρέπει κυρίως νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶπεν, ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δαπανῶν τοῦ 1896 πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ 1901, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι μόνον ἐκείνη, ἥτις ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, εἶναι μόνον ἐκείνη, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, εἶναι μόνον ἐκείνη, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ, παριδὼν πάσας τὰς δαπάνας ταύτας, περιωρίσθην μόνον εἰς τὰς δαπάνας τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν ἐν γένει διοίκησιν. Τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1902 ἀνέρχονται εἰς 2,170,000, ἀπέναντι δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τούτου κατὰ τὸ 1896 ἀνελθουσῶν εἰς δρ. 1,377,156, ἤτοι διαφορὰ ἐξόδων δρ. 800,000. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, τῶν ταμείων καὶ τῶν ἐξόδων παρελθουσῶν χρήσεων προκύπτει διαφορὰ δραχμῶν 800,000. Καὶ ἐρωτῶ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις υἱοθέτησε τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν προκατόχων αὐτοῦ: ἡ ἐπὶ πλέον αὕτη αὔξησις κατὰ δραχ. 800,000, ὅσον ἀφορᾷ τὰ κεφάλαια ταῦτα, ἱκανοποιεῖ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναγραφῆς ταύτης; Ἤθελον νὰ μάθω, ἐκ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰνομικῶν, ἐκ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐκ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ποῖα τὰ ὠφέλη διὰ τῆς ἐπὶ πλέον αὐξήσεως κατὰ 800,000 δραχμάς; Ἐβελτιώθη ἡ ἐξ αὐτῶν ὑπηρεσία, ὥστε ἐπιβάλλεται ἡ δαπάνη αὕτη; ἐβελτιώθησαν τὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου; ἐβελτιώθησαν τὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; ἐβελτιώθησαν τὰ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρήσεων; Δὲν θέλω σήμερον νὰ ποιήσωμαι λόγον περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς διοικήσεως τῆς τε κεντρικῆς καὶ τῆς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους· ἀποτεινόμενος ὅμως πρὸς τοὺς Βουλευτὰς οὐ μόνον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, ἐρωτῶ αὐτοὺς, ἐὰν πλειστάκις δὲν μεταβαίνουσιν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, ἵνα διδάξωσι τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ἐρωτῶ αὐτοὺς, ἐὰν δὲν μετέβαινον συχνάκις, ὅπως ἐνεργήσωσι τὴν πραγματοποίησιν δικαίας αἰτήσεως τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, ἥτις, ἐὰν δὲν ἐγίνετο ἐνέργεια παρ’ αὐτῶν, θὰ ἐρρίπτετο εἰς τὰ ἀρχεῖα. Μετὰ τὰς γενικὰς αὐτὰς παρατηρήσεις, ἤθελον νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ποῖα εἶναι τὰ ὠφέλη, ποῖα εἶναι τὰ ἀγαθὰ τὰ προκύψοντα ἐκ τῆς αὐξήσεως κατὰ δρ. 800,000 ἐκ τῶν διαφόρων αὐτῶν γραφείων...

§242Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλουστάτη. Ὅτε ἤμην ἀντιπολιτευόμενος, ἐν τῇ ἀγορεύσει μου, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσατε χθές, εἶχον δηλώσει, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ προστεθῶσιν ἅπαντα τὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα βλέπετε, ὅτι προσετέθησαν. Ἐξετέλεσα λοιπὸν, ὡς Ὑπουργὸς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχον ὑποδείξει ὡς ἀντιπολιτευόμενος.

§243Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελεν ἀπαντήσει εἰς τὴν ἐρώτησίν μου. Ἐγὼ δὲν ἐμέμφθην αὐτοῦ, ἐὰν σήμερον ἀναγράφῃ δαπάνας, αἵτινες παρελείφθησαν παρὰ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ διατὶ δὲν προβαίνει εἰς ἀνωφελῶν δαπανῶν περικοπὰς, συνεπὴς εἰς ὅσα ἔλεγεν ἄλλοτε, συζητῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 καὶ 1901, ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας ταύτας. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν νῦν καὶ τὴν προκάτοχον, ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς, οἵτινες, ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητός σας, ἔρχεσθε εἰς συνάφειαν μὲ τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, μὲ τὴν Διοίκησιν αὐτὴν, αὔξησις δαπανῶν κατὰ 800,000 δραχμὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον, ἄνευ οὐδεμιᾶς ὠφελείας, εἶναι δεδικαιολογημένη; δὲν εἶναι ἀσύγγνωστος; Καὶ διὰ τοῦτο ὁ σεβαστός μοι ἐκ Γόρτυνος πολιτευτής, ἐλέγχων πρὸ τριετίας τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔλεγεν, ὅτι ἀφ’ ἧς ἀνελάβετε τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, οὐδὲν ἄλλο ἐπράξατε, εἰμὴ νὰ ἐπαυξήσητε τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, ἄνευ ὠφελείας τῆς χώρας, ἐγκαταλιπόντες δαπάνας ἄλλας, αἵτινες ἐπεβάλλοντο ὑπὸ τοῦ Κράτους...

§244ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;

§245Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπειδὴ χθὲς ἐγένετο κατάχρησις διακοπῶν...

§246ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ σᾶς ἠρώτων, ἂν θεωρεῖτε δυνατὴν τὴν οἰκονομίαν τῶν 800,000 δραχμῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν.

§247Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βεβαίως. Ἐγὼ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν μου τὴν διοίκησιν, ὅπως ἐνηργεῖτο μέχρι τοῦ 1896, καὶ σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε τοῦτο μόνον: ποία μεταβολὴ ἐπῆλθεν εἰς τὴν διοίκησιν ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι σήμερον;

§248Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλουστάτη. Ἡ κατανάλωσις τῶν μονοπωλίων ηὔξησεν, ὡς ηὔξησαν καὶ τὰ ἔσοδα, καὶ ὅπως ἀπολαύσωμεν τὰ περιπλέον ταῦτα ἔσοδα, ἦτο ἀνάγκη νὰ κάμωμεν περισσοτέρας δαπάνας.

§249Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νομίζω, ὅτι μοὶ δίδει τὴν ἄδειαν νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν μὲ ἐνόησε· καθόσον ἐγὼ, διὰ ν’ ἀποφύγω τὴν ἐνδεχομένην αὐτὴν ἀπάντησιν, ἀφῄρεσα τὰς δαπάνας ταύτας, ὅτε καὶ μοὶ εἶπεν ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγός: «διατὶ ἐξαιρεῖτε τὸ κεφάλαιον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἐπιστασίαν καὶ ἐκτέλεσιν τῶν νόμων;» Διὰ τὸν λόγον τοῦτον προσθέτω: Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα μοὶ εἴπετε, ἀφορῶσιν εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν δαπανῶν πετρελαίου, χαρτοσήμου, παιγνιοχάρτων καὶ λοιπῶν εἰδῶν· ἐξήρεσα ὅμως ταῦτα, καὶ περιωρίσθην εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Τὰς ἐπὶ πλέον δαπάνας διὰ τὴν προμήθειαν τῶν μονοπωλίων καὶ ἐγὼ τὰς ἐξῄρεσα, διότι, ἐὰν τότε ἐγίνετο κατανάλωσις ποσότητός τινος χαρτοσήμου, γίνεται ἤδη μεγαλειτέρα, ἐὰν γίνεται ἤδη κατανάλωσις πετρελαίου μεγαλειτέρα, εἶναι ἀνάγκη καὶ μεγαλειτέρας δαπάνης. Αὐτὰς τὰς δαπάνας ὅλας τὰς ἐξῄρεσα, καὶ περιωρίσθην εἰς τὴν δαπάνην μόνον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου καὶ μόνου ηὐξήθησαν αἱ δαπάναι κατὰ 800,000 δρ.

§250Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἀνακριβὲς ἐντελῶς.

§251Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Φρονῶ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, πρὶν ἢ ἔχητε ἀσφαλῆ διδόμενα, δὲν πρέπει ν’ ἀποφαίνησθε τόσον ἐπιπολαίως περὶ ἀνακριβειῶν, διότι δὲν ἐννοῶ κατ’ οὐδένα λόγον διὰ τῆς συγκρίσεώς μου ταύτης νὰ ἐξυπηρετήσω...

§252Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δύνασθε νὰ ἀναγνώσητε εἰς σελίδα 15, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέρχεται εἰς 101,000 δραχμὰς, καὶ ὄχι εἰς 800,000.

§253ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Συγκρίνει ἀπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν.

§254Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐρχόμενος ἐπίκουρος, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀναιρέσῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεγόμενα, καὶ ἀνέτρεξεν εἰς τὴν σύγκρισιν προϋπολογισμοῦ μὲ ἀπολογισμόν· πλὴν, τοῦτο πράττων, ἔχω τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰπόντος ὅτι ἀνέγραψε τοσαύτας πιστώσεις, ὅσαι εἶναι ἐπαρκεῖς πρὸς ἀποφυγὴν ἀδιαθέτων πιστώσεων, καὶ ἑπομένως ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν θὰ ποιήσηται χρῆσιν ἀδιαθέτων πιστώσεων, συνεπῶς, ὅσαι δαπάναι εἰσὶν ἀναγεγραμμέναι θὰ πραγματοποιηθῶσι, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο εἶναι ἀξιέπαινος, διότι, ἐὰν καὶ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ ἀνέγραφε πάσας τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις, δὲν θὰ ἐζητοῦντο ἤδη ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις 4,700,000 δραχ. διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1901. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει δίκαιον, ἀναγράφων πιστώσεις, ὅσον ἀφορᾷ ἰδίως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ἀκριβεστέρας τῶν τοῦ προκατόχου του, ἵνα μὴ ἀνατρέχωμεν εἰς ἀναπληρωματικὰς τοιαύτας καὶ συνάμα, ὅπως σχετικῶς ἔχωμεν ἀκριβέστερον Προϋπολογισμόν, τοὐλάχιστον ἐγκλείοντα πάσας τὰς ἀναγκαίας δαπάνας, κατὰ τὴν δυνατὴν ἀκρίβειαν. Ὥστε ἡ διακοπή σας, ὅτι ἐγένετο παραβολὴ προϋπολογισμοῦ πρὸς ἀπολογισμόν, ἀναιρεῖται ὑπ’ αὐτῆς τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.

§255ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Βεβαίως δὲν ἀναιρεῖται.

§256Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀναιρεῖται, διότι λέγει σαφῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πάσας τὰς δαπάνας, ἃς θεωρεῖ ἀναγκαίας, ἐνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅπως ἀποφύγῃ τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις.

§257ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἄρα, καθ’ ὑμᾶς, εἶναι δυνατὴ ἡ οἰκονομία 800,000 δραχμῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ σημειῶ εἰς τὴν μνήμην μου.

§258Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ σημειῶ εἰς τὴν μνήμην μου, ὅτι αὔξησις δαπανῶν κατὰ 800,000 εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν, ταμείων καὶ κεκλεισμένων χρήσεων δὲν δικαιολογεῖται. Οὐδένα εὑρίσκω λόγον τῆς αὐξήσεως ταύτης. Μὲ τὰς γενικὰς ταύτας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν — διότι βεβαίως δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, καθόσον, ἂν ἐπεχείρουν νὰ εἰσέλθω εἰς τοιαύτας, ἤθελε παραταθῆ ἡ ἀγόρευσίς μου μέχρι τῆς μεσημβρίας τῆς αὔριον — ἤθελον ν’ ἀποδείξω κατὰ πόσον αἱ πιστώσεις αἱ ἀναγραφόμεναί εἰσιν ἐπαρκεῖς, καὶ ποία ἡ διαφορὰ αὐτῶν, παραβαλλομένων πρὸς τὰς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896. Ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο παρατηροῦμεν ἐπαύξησιν δαπανῶν ἐν συγκρίσει καὶ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους· ἡ ἐπαύξησις δὲ αὕτη κυρίως προέρχεται ἐκ τῆς ἀνασυστάσεως τῶν Πρεσβειῶν...

§259ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς.

§260Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κατὰ τὸ πλεῖστον ἕνεκα ἀναγραφῆς τῶν ἀποδοχῶν τῶν διορισθησομένων πρέσβεων ἐν Πετρουπόλει, Λονδίνῳ, Ρώμῃ, καὶ ἐξόδων τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Ζητεῖτε ἤδη αὔξησιν δαπανῶν ἐν σχέσει πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἕνεκα τῆς ἀνασυστάσεως ἰδίως τῶν Πρεσβειῶν. Ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι ἡ ἀνασύστασις τῶν Πρεσβειῶν δὲν ἔχει λόγον σοβαρὸν, ὥστε τὸ Κράτος ἡμῶν, ὑφ’ ἃς οἰκονομικὰς περιστάσεις εὑρίσκεται, νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἐπὶ πλέον κατὰ 100,000 δραχμὰς ἐνιαυσίως. Ἐκτὸς τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας καὶ τῶν προσέδρων Ὑπουργῶν, οἵτινες πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν εἰς τὰ Βαλκανικὰ Κράτη, ἡ ἀνασύστασις τῶν Πρεσβειῶν εἰς τὰς λοιπὰς πρωτευούσας τῆς Εὐρώπης εἶναι ἀνωφελής. Βεβαίως ἀξιοπρεπὲς θὰ ἦτο, καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ εἶχε τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Βασιλέως ἐν αὐταῖς, ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς δὲν ἐπιτρέπουσι τοιαύτην αὔξησιν δαπανῶν, νομίζω, ὅτι οἱ ἐπιτετραμμένοι δύνανται νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των, ὅπως καὶ οἱ διορισθησόμενοι πρέσβεις. Ἀλλὰ παραβάλλοντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1902 πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1896, παρατηροῦμεν ἐπίσης διαφορὰν 800,000 δραχμῶν, καὶ ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται ἐκ τοῦ ψηφισθέντος νόμου περὶ Προξενείων, δι’ οὗ ηὐξήσαμεν τὰς ἀποδοχὰς τῶν προξένων, μεταβαλόντες καὶ ἄμισθα Προξενεῖα εἰς ἔμμισθα, καὶ ἐξ ἄλλων τινῶν δαπανῶν. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι, εἰ δυνατὸν, πάντας τοὺς κλάδους τῶν ὑπηρεσιῶν ἡμῶν, ἰδίως τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἔδει νὰ βελτιώσωμεν, καὶ νὰ χορηγήσωμεν αὐτοῖς ἄφθονα τὰ μέσα. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν αὐτὴν τὴν τακτικὴν, ὄχι τὰ 117,000,000, τὰ ὁποῖα προϋπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θὰ ἀρκέσωσιν, ἀλλ’ οὔτε 120, οὐδὲ 125 ἑκατομμύρια. Ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὴν γνώμην τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι καιρὸς πλέον εἶναι, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐξέλιξις τῆς χώρας προχωρεῖ, νὰ αὐξάνωμεν καὶ τὰς δαπάνας ἡμῶν, δὲν ἠξεύρω ποῦ θὰ φθάσωμεν. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἡ διαφορὰ τῶν δαπανῶν μεταξὺ τοῦ 1896 καὶ τοῦ 1902 εἶναι δραχμαὶ 1,000,000. Ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς μεταβολῆς Εἰρηνοδικείων τινῶν ἀπὸ δευτέρας εἰς πρώτην τάξιν, ἐξ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ἐφετῶν καὶ ἐξ ἄλλων τοιούτων δαπανῶν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅπως καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ διετυπώσαμεν, ὅτι οὐχὶ ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν συνεπάγεται τὴν βελτίωσιν τῶν κλάδων τῆς Διοικήσεως, ἀλλ’ ἡ βελτίωσις τῶν κλάδων τῆς Διοικήσεως προέρχεται κυρίως ἐκ τῶν ἰθυνόντων αὐτήν. Οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ κράτος τῶν νόμων, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ, δύναται ἄνευ αὐξήσεως δαπανῶν καὶ τὴν Δικαιοσύνην νὰ βελτιώσῃ καὶ τὴν ἐν γένει Διοίκησιν. Ὑμεῖς ἀνηγάγετε εἰς νόμον, ὅτι ἄνευ δαπανῶν δὲν δύνανται νὰ βελτιωθῶσιν οἱ κλάδοι τῆς Διοικήσεως, καὶ δι’ αὐτὸ βλέπομεν ἑκάστοτε τὰς δαπάνας αὐξανομένας κατὰ ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς νὰ μοὶ εἴπητε, ἰδίως ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν, παρ’ ὅλας αὐτὰς τὰς γενομένας αὐξήσεις, ἔχωμεν οἵαν ἐμπρέπει εἰς τὴν χώραν ἡμῶν δικαιοσύνην. Ἐὰν διὰ βραχέων ἐξετάσωμεν τὰ τρία ταῦτα Ὑπουργεῖα, παραβάλλοντες αὐτὰ πρὸς τὸ 1896, παρατηροῦμεν διαφορὰν 2,500,000 δραχμῶν· ἀλλὰ τὴν διαφορὰν τῶν δαπανῶν μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν ἐποχῶν βλέπομεν ἰδίως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς ἐρεύνης τοῦ ὁποίου ἐπιλαμβάνομαι.

§261ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Δὲν διακόπτομεν ἐπὶ δέκα λεπτὰ, κύριε Πρόεδρε;

§262Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εὐχαριστῶ. Δύναμαι νὰ ἀνθέξω καὶ μέχρι πρωΐας. Αἱ αἰτούμεναι πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰσι δραχ. 14,853,000, ἀλλὰ σὺν ταῖς δηλώσεσι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ προσθήκης 1,000,000 διὰ τὴν χορηγίαν τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, καὶ δρ. 200,000 περίπου δι’ ἔξοδα ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ διὰ τὴν Ἔκθεσιν τῶν Παρισίων κλπ. ἀνέρχονται εἰς ἄνω τῶν 16,000,000. Κατὰ τὸ 1896 αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πᾶσαι ἦσαν 12,390,000. Ηὐξήσατε ταύτας κατὰ 3 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, καὶ τὰς ηὐξήσατε πρὸς τίνα σκοπόν; Δὲν ἐφηρμόσατε οὐδὲ τὸ νέον ἀστυνομικὸν σύστημα, ὅπερ ἐπέβαλεν αὔξησιν δαπανῶν, δὲν διεθέσατε ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἀναγραφομένου κατὰ τὸ 1896 ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας, δὲν διεθέσατε ἀνώτερον ποσὸν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ηὐξήσατε τὰς δαπάνας τῆς ἀστυνομίας ὑπὸ τὸ ὑπάρχον σύστημα κατὰ 1,374,000 δραχμὰς, καὶ ἐν τούτοις ἀστυνομίαν δὲν ἔχομεν· ἀκούετε καθ’ ἑκάστην ἐξαγγελλομένας βιαιοπραγίας τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἀκούετε παράπονα καὶ διαμαρτυρίας τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν ἐπὶ τῇ καταστάσει τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν ἐπράξατε. Ἀλλ’ ἰδοὺ τὸ κεφάλαιον, εἰς ὃ ἐδαπάνησε τὸ Κράτος ἐπὶ πλέον ἢ κατὰ τὸ 1896 ἑκατοντάδας χιλιάδων· εἶναι τὸ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Αὔξησις, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἤθελε νὰ δικαιολογήσῃ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, λέγων ὅτι προέρχεται ἐκ τῆς συστάσεως τῶν νέων τριάκοντα πέντε ταχυδρομικῶν γραφείων καὶ τηλεγραφείων. Ἀλλ’ ἡ δαπάνη τούτων εἶναι ἐλαχίστη ἀπέναντι τῆς γινομένης ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, δι’ ἣν ἡ δαπάνη ὑπερβαίνει τὸ ἓν ἑκατομύριον, καὶ δὲν ἠξεύρω, πῶς δύναται νὰ δικαιολογηθῇ. Ἐβελτιώθη ἡ κατάστασις τῶν ταχυδρομείων, οὕτως ὥστε νὰ ἀπαιτῇ τοιαύτην δαπάνην; Ἐκτὸς ἂν θεωρῆτε βελτίωσιν τὴν ἐνοικίασιν τοῦ νέου μεγάρου τῶν ταχυδρομείων ἀντὶ 45,000 δραχ. ἐνιαυσίως, ἢ τὴν ἐπαύξησιν τοῦ προσωπικοῦ, ἢ τὴν ἀγορὰν ἁμαξῶν πρὸς μετακόμισιν τῶν ταχυδρομικῶν σάκκων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκτὸς τῆς ἀσκόπου ταύτης δαπάνης τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ κατ’ ἰδίαν μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, πῶς δαπανῶνται τόσα ποσὰ διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ, δηλ. διὰ χάρτην, ἔπιπλα, σκεύη καὶ τὰ τοιαῦτα. Καὶ ἂν ἀκούσητε, ὅτι τὸ Κράτος δαπανᾷ διὰ χάρτην καὶ ἔπιπλα τῶν διαφόρων δημοσίων γραφείων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος περὶ τὸ ἑκατομμύριον, τί θὰ εἴπητε; Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἠρώτησα, πῶς διεξάγονται τὰ τῆς προμηθείας τοῦ ὑλικοῦ, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι διεξάγονται διὰ μειοδοτικῆς δημοπρασίας· ἀλλ’ ἐξετάσας ἔμαθον, ὅτι ὁ νόμος οὗτος τῆς διὰ δημοπρασίας παροχῆς τούτων ἔπεσεν εἰς ἀχρηστίαν, καὶ οἱ διευθυνταὶ τῶν διαφόρων τμημάτων τῶν Ὑπουργείων ἔρχονται εἰς συνεννοήσεις μετὰ διαφόρων προμηθευτῶν, οἵτινες παρέχουσι τὰς προμηθείας. Κατὰ συγκυρίαν περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου φύλλον τῶν «Καιρῶν», ἐν ᾧ εὗρον ἀναγεγραμμένην, ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «αἱ προμήθειαι τοῦ Δημοσίου», καταγγελίαν τοῦ τρόπου τῆς διεξαγωγῆς τῶν προμηθειῶν καὶ τῶν γινομένων ἀτασθαλιῶν πρὸς τὸν πρώην Πρωθυπουργόν, ὑπογεγραμμένην παρὰ τοῦ κ. Ἀντύπα, ἐντίμου ἀνδρὸς, προμηθευτοῦ διαφόρων καταστημάτων· παρεκάλεσα τότε αὐτὸν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ τὰ τοῦ ὑπομνήματος, καὶ οὗτος μοὶ ἔδωσεν ἀντίγραφον τούτου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν, ὅστις ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἔδωσε τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς αὐτὸ. Διὰ τοῦ ὑπομνήματος τούτου, Κύριοι, οὐ μόνον ὑποδεικνύεται ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεξάγονται αἱ προμήθειαι ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, ἀλλ’ ἐν τέλει ὑποβάλλεται καὶ γνώμη περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δέον νὰ ἐνεργῶνται αἱ προμήθειαι, οὕτως ὥστε καὶ καταχρήσεις νὰ μὴ λαμβάνωσι χώραν, καὶ τὸ Κράτος νὰ προσπορίζηται ὠφέλειαν ἄνω τῶν 500,000 δραχμῶν ἐνιαυσίως. Δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα, ὅπως σᾶς ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὸ ὑπόμνημα· θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτοῦ, ἐξ οὗ θὰ ἐκτιμήσητε καὶ τὸν γράψαντα καὶ τὰ προτεινόμενα παρ’ αὐτοῦ μέτρα. Τὸ συμπέρασμα τοῦ ὑπομνήματος ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «... Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ λεγομένη μειοδοτικὴ δημοπρασία δὲν ἐκπληροῖ πλέον τὸν προορισμόν της, καὶ κατήντησεν ἀληθὲς μονοπώλιον ὑπὲρ τῶν εὐνοουμένων, ἕνεκα τῆς καταστρατηγήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, καὶ ἡ ἀπ’ εὐθείας προμήθεια ἀποδεικνύεται ἀσύμφορος πρὸς τὸ Κράτος, μένει νὰ εὑρεθῇ ἄλλο τι πρακτικώτερον καὶ παρέχον μείζονας ἀσφαλείας κατὰ τῆς καταστρατηγήσεως καὶ καταχρήσεως, καὶ ὡς τοιοῦτο θὰ ἐπροτείνομέν τι ταπεινῶς, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος εὐηρεστεῖτο νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ. Θὰ ἐπροτείνομεν τὴν σύστασιν διαρκοῦς γενικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν προμηθειῶν τοῦ Κράτους, ὑπὸ τὸν τίτλον «Κεντρικὸν Γραφεῖον τῶν γενικῶν προμηθειῶν τοῦ Κράτους», τῆς ὁποίας τὰ μέλη νὰ ἀνανεῶνται, εἰ δυνατὸν, κατ’ ἔτος, ἐκτὸς τοῦ εἰσηγητοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δέον νὰ ἀπαρτίζηται ἀπὸ οἰκονομικοὺς ἀντιπροσώπους τῶν 7 Ὑπουργείων, σχετικῶς τοὺς ἐντιμοτέρους καὶ νοημονεστέρους, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπαραιτήτως νὰ γνωρίζουν τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν, εἰς ἣν θὰ τηρῆται ἡ ἀλληλογραφία μὲ τὸ ἐξωτερικόν· ἐπίσης νὰ διορίζωνται ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς δύο ἐκ τῶν διακεκριμένων ἐνταῦθα ἐμπόρων, δύο ἐκ τῶν καλλιτέρων βιομηχάνων καὶ δύο ἀντιπρόσωποι (παραγγελιοδόχοι) εὐρωπαϊκῶν οἴκων ἐκ τῶν ἱκανωτέρων καὶ ἀμέμπτου ἐμπορικῆς χρηστότητος σχετικῶς, οὗτοι δὲ νὰ ἀπαρτίζωσι τὴν ἐπιτροπὴν τῶν γενικῶν προμηθειῶν, τῆς ὁποίας ἡ ἕδρα νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς τιμῆς ἑνὸς ἀναγκαιοῦντος εἴδους θὰ λαμβάνηται κατὰ πλειοψηνοφίαν, καὶ ἕκαστον τῶν μελῶν ὀφείλει νὰ δικαιολογῇ τὴν γνώμην του· ἡ ὁριστικὴ ὅμως ἀπόφασις ἀφίεται τῷ ἁρμοδίῳ Ὑπουργῷ. Ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν προμηθειῶν θὰ κρατῆται ἐκ τῶν προμηθευτῶν 5%, ἅτινα θὰ χρησιμεύουν πρὸς ὁρισθησόμενον σκοπὸν, ὡς ἐπὶ παραδείγματι ὑπὲρ τοῦ ταμείου τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, ἢ ὑπὲρ ἄλλης τινὸς ἀνάγκης, ἕτερον δὲ 1% ἐπίσης θὰ κρατῆται ἐκ τῶν προμηθευτῶν πρὸς συντήρησιν τοῦ «Κεντρικοῦ Γραφείου τῶν γενικῶν προμηθειῶν τοῦ Κράτους». Ἰδοὺ ἐν συντομίᾳ, κύριε Πρόεδρε, αἱ γενικώτεραι διατάξεις, τὰς ὁποίας, ἂν διατάξῃ ὁ κ. Πρόεδρος, ὑποσχόμεθα νὰ ὑποβάλωμεν συμπεπληρωμένας. Ἄς μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην, ὅτι μόνον διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς ἀνωτέρω ἐπιτροπῆς θὰ ἔλθωσι πολλὰ τὰ ἄτοπα καὶ σκοτεινὰ τοῦ παρελθόντος εἰς φῶς, καὶ θὰ ἐπέλθῃ σοβαρωτάτη οἰκονομία διὰ τὸ μέλλον. Τοιουτοτρόπως θὰ παύσῃ καὶ ἡ ἀπ’ εὐθείας ἀσύμφορος καὶ ἄτοπος ἀνάμιξις τῶν Πρεσβειῶν εἰς ἀγορὰς, ὡς ἐπίσης καὶ τῶν τμηματικῶς κατ’ ἐκλογὴν καὶ βούλησιν ἀγοραζόντων ἐνταῦθα ὑπαλλήλων, διότι ὅλαι ἀνεξαιρέτως αἱ ἀγοραὶ θὰ συζητῶνται καὶ θ’ ἀποφασίζωνται πρῶτον παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ θὰ ἐπικυρῶνται παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅπως ἔχωσι κῦρος.» Ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ἀναγνώσω τὸ συμπέρασμα τοῦ ὑπομνήματος τούτου, καθόσον νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι, ἀφοῦ τὸ σύστημα, τὸ ἐπικρατοῦν σήμερον, τῆς μειοδοτικῆς δημοπρασίας κατέστη χάρτης ἄγραφος, ἀφοῦ διὰ τοῦ συστήματος τούτου καὶ πολλαὶ καταχρήσεις λαμβάνουσι χώραν εἰς τὰ διάφορα δημόσια γραφεῖα, καὶ τὸ Κράτος ζημιοῦται, ἐνῷ ἑτέρωθεν, ἐκτὸς τῶν προμηθειῶν, ἃς εἰς μικροτέραν τιμὴν θὰ προσπορίζηται, θὰ ἔχῃ καὶ ὠφέλειαν τὸ Κράτος περὶ τὰς 500,000 δραχ. ἐνιαυσίως ἐκ τῶν διαφόρων προμηθειῶν, νομίζω, λέγω, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τοῦτο, καθόσον εἶναι ἄδικον νὰ σπαταλῶνται, Κύριοι, ἑκατομμύρια διὰ τὰς διαφόρους προμηθείας τοῦ Κράτους.

§263Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ πρὸ πάντων — ὡς παρέστησεν ὁ ἀναφερόμενος — ὁ ὁδηγὸς πρὸς τὴν οἰκονομίαν εἶναι ἡ ἐκλογὴ χρηστῶν προσώπων. Δύναμαι νὰ ἀναμνησθῶ ἑνὸς ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς ηὐτοκτόνησε. Μὲ ἐμίσει πρὶν ἢ γένωμαι Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον οὐδεὶς ἄλλος. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτε ἐγὼ ἐγενόμην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι συνέπεσε νὰ χηρεύσῃ ἡ θέσις προϊσταμένου τοῦ γραφείου τῆς Στατιστικῆς, ἐγὼ δ’ ἀφῆκα αὐτὸν νὰ διευθύνῃ τὸ Γραφεῖον τῆς Στατιστικῆς. Ἐξέδωκε καὶ ἐδημοσίευσε διπλάσια ἢ ὅσα εἶχεν ἐκδώσει καὶ δημοσιεύσει ὁ πρὸ αὐτοῦ προϊστάμενος τοῦ γραφείου ἐκείνου· ἡ δὲ δαπάνη ἦτο τὸ τέταρτον μόνον τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον δαπανηθῆ ὑπὸ ἐκείνου, ὅστις ἦτο πρὸ αὐτοῦ προϊστάμενος τοῦ γραφείου. Ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἦτο ὁ δυστυχὴς Τζάκας, ὅστις ἄλλοτε εἰργάζετο εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν», χρηστότατος καὶ τιμιώτατος ἄνθρωπος. Δὲν πρέπει τάχα νὰ μνημονεύσω ἄλλου χρηστοτάτου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος, ὡς διεκπεραιωτὴς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὸ 1885 μοὶ ἔφερε μεγίστην οἰκονομίαν, καὶ ὁ ὁποῖος περιώρισε τὴν δαπάνην τῶν γραφικῶν ἐξόδων εἰς τὸ τρίτον τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τὰ προηγηθέντα Ὑπουργεῖα εἶχον δαπανηθῆ ὑπὸ τῶν προκατόχων του; Ἀπέθανε καὶ οὗτος, ἀλλ’ ἀπέθανεν ἐπὶ τῆς ψάθης! Ἦτο ὁ μακαρίτης Παναγιώτης Μεταξᾶς. Καὶ ἄλλος, ὅτε ἐτύγχανον Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διετέλεσεν ἐπὶ τῆς διεκπεραιώσεως τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ἐντιμότατος ὑπάλληλος, ὁ κ. Ἰωάννης Ἐμμανουήλ, ἰδιωτεύων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη.

§264Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δυστυχῶς τοιοῦτος εἶναι ὁ κλῆρος τῶν ἐντίμων ὑπαλλήλων εἰς τὴν χώραν ἡμῶν!

§265ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, Ὡμιλήσατε περὶ προμηθείας τοῦ χάρτου μόνον;

§266Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐν γένει.

§267ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Πόθεν συνηγάγετε τὸ ποσόν, ὅτι ἀνέρχεται εἰς ἓν ἑκατομμύριον;

§268Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς μοὶ ἔδωκεν ὁ κύριος Ἀντύπας, εἰδικὸς περὶ ταῦτα.

§269ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ποῦ βασίζεται;

§270ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν ἠξεύρω.

§271ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀποκλειστικῶς χάρτην μόνον!

§272ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον.

§273Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Τυπογραφείου κλπ.

§274Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐν γένει τῶν δημοσίων γραφείων.

§275ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. «Τοῦ Δημοσίου» θὰ ἐννοῇ καὶ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ λοιπά.

§276Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐν γένει διὰ τὸν χάρτην, ὃν μεταχειρίζεται τὸ Δημόσιον, καὶ δι’ ἔπιπλα δαπανᾶται περὶ τὸ ἑκατομμύριον ἐνιαυσίως.

§277Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅλα τὰ λογιστικὰ βιβλία, καὶ τὰ λοιπά.

§278ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.

§279Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κάμετε τὰ ἀθροίσματα, καὶ εὕρετε τὰ διάφορα κονδύλια.

§280ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Καὶ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἀνέλθητε εἰς τὸ ποσὸν αὐτό, καὶ ἂν ἀθροίσητε ὅλα τὰ ὑπὸ τὸν τίτλον «γραφικά», ὅπου περιλαμβάνονται καὶ ἄλλα.

§281ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Βεβαίως.

§282Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐὰν ἀθροίσωμεν ὅλα τὰ ὑπὸ τὸν τίτλον «γραφικά», εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ ποσὸν θὰ ἦναι πολὺ ἀνώτερον. Ἀναθέσατε εἰς ὑπάλληλον νὰ συντάξῃ τοιοῦτον πίνακα, ὅπως πεισθῆτε.

§283ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Βεβαίως.

§284Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Ἀντύπας, ὡς ἠξεύρω καὶ ἐγὼ, ἐξ ὅλων τῶν προμηθειῶν, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην νὰ λαμβάνῃ ἔξωθεν, ὑπελόγιζεν ὅτι, ἂν ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα αὐτό, τὸ Κράτος θὰ εἶχε κέρδος δραχμῶν 500,000.

§285ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.

§286ΠΟΛΛΟΙ. Περὶ ὅλων, περὶ ὅλων.

§287ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ τοῦ πετρελαίου ἐπίσης.

§288Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὄχι δά!

§289ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὁπλισμόν, ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὅλα.

§290Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ζήτημα ἐκλογῆς χρηστῶν ὑπαλλήλων.

§291Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς ὁδοποιίας ἡ ἐπιτροπὴ παρετήρησεν, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ λάβῃ ἀσφαλῆ ἰδέαν ὁποῖον ποσὸν ὀφείλεται μέχρι τοῦδε διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, ἕνεκα παρελθουσῶν ὑποχρεώσεων, καὶ ὁποῖον ποσὸν δαπανᾶται κατ’ ἔτος. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, γενομένης μακρᾶς ἐπὶ τούτου συζητήσεως, ὅτι ἡ ἀναγραφεῖσα πίστωσις διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν δὲν ἦτο ἐπαρκής, ἔλεγεν, ὅτι «δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν περισσοτέραν πίστωσιν διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, διότι διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν ἀναγράφομεν 1,700,000»· ἤλπιζε δέ, ὅτι εἰς τὸ προσεχὲς ἔτος, ἂν ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ, τὸ ποσὸν τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν ἤθελε περιορισθῆ, καὶ οὕτω θὰ ηὔξανε τὸ ποσὸν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν· δυστυχῶς ὅμως, καὶ τὸ ποσὸν τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν, ὃ εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ παρελθόντος ἔτους, εἶναι ἀναγεγραμμένον καὶ ἐν τῷ νῦν, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν, ἐνῷ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ἀνήρχετο εἰς 1,700,000, ἤδη ἀναγράφεται 2,400,000. Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2,400,000 συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν τοῦ ἔτους τούτου. Διὰ τῶν 2,400,000 θέλουσι πληρωθῆ κατὰ τὸ πλεῖστον ὑποχρεώσεις ἀναληφθεῖσαι μέχρι σήμερον, αἵτινες εἰσέτι δὲν ἐπληρώθησαν, διὰ δὲ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους τούτου μόνον 400–500 χιλιάδες θὰ δαπανηθῶσι, καὶ οὕτω πῶς ἐξακολουθεῖ ἡ ἀέναος αὕτη ἀναγραφὴ δαπάνης διὰ συντήρησιν ὁδῶν, τῆς ὁποίας μέρος δαπανᾶται εἰς τὴν τρέχουσαν χρῆσιν, τὸ δὲ ὑπόλοιπον εἰς λογαριασμὸν παρελθουσῶν χρήσεων. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἠρεύνησεν ἐπιμελῶς τὰ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀποφανθεῖσα, ὅτι δέον νὰ ταξινομηθῇ τό τε κεφάλαιον τῆς κατασκευῆς ὁδῶν καὶ τὸ τῆς ἀνακαινίσεως καὶ συντηρήσεως αὐτῶν, ὅπως ἠξεύρωμεν τέλος πάντων, ποίου ποσοῦ ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, ὁποῖαι αἱ μέχρι τοῦδε ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις, ἃς πρέπει νὰ ἐξοφλήσωμεν, καὶ τί δαπανῶμεν διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι ἤδη πᾶσα Κυβέρνησις ἔπρεπεν εἰς τὸ ποσὸν τῆς κατασκευῆς ὁδῶν νὰ ἦναι γενναιοτέρα, διότι τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον διὰ κατασκευὴν ὁδῶν, 270,000 δραχμαὶ πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων ἀξίας ἑκάστου ἄνω τῶν δέκα χιλιάδων, ἐπίσης 300,000 δι’ ἔξοδα ὁδῶν δραχμῶν μέχρι 10,000, ὡς ἐπίσης 500,000 δι’ ἐξακολούθησιν ἀρξαμένων ἔργων, δὲν εἶναι ἐπαρκές. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι αἱ δαπάναι ἡμῶν πρέπει νὰ ἀφορῶσιν ἰδίως εἰς τὴν διὰ παντὸς μέσου ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς. Πρὸς τοῦτο τὰ μέσα τῆς ἀναπτύξεως τῆς συγκοινωνίας, διὰ κατασκευὴν ὁδῶν, διὰ κατασκευὴν γεφυρῶν, πρέπει νὰ ὦσι γενναιότερα· φρονῶ δὲ ἐγώ, ὅτι ἐπί τινα χρόνον, ἐκτὸς τῆς κατασκευῆς ἀπαραιτήτων ὁδῶν, πρέπει νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν καὶ εἰς τὴν κατασκευὴν γεφυρῶν, καθόσον ἡ ἔλλειψις ὁδοῦ ἐπί τινα χρόνον, ἀπὸ χωρίου εἰς ἕδραν δήμου, καὶ ἀπὸ δήμου εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, δύναται νὰ ἀναβληθῇ, ἡ ἔλλειψις ὅμως γεφυρῶν εἰς Κράτος πεπολιτισμένον δὲν ἐπιτρέπεται. Ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως γεφυρῶν, φαντάζεσθε, οὐ μόνον πόσαι δυσκολίαι παρουσιάζονται εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ ὁπόσα δυστυχήματα καθ’ ἑκάστην συμβαίνουσι! Διὰ τοῦτο ἐπιμένω, ὅτι εἰς τὸ κεφάλαιον ἐν γένει τῆς κατασκευῆς ὁδῶν πρέπει νὰ δοθῇ μεγίστη προσοχὴ ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων, ἰδίως εἰς τὸ τῆς κατασκευῆς γεφυρῶν.

§292Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Καὶ πρὸ πάντων παρ’ ἡμῖν, ἔνθα τὸ Κράτος ἔχει ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ δαπανᾷ διὰ τὴν ὁδοποιίαν ὁλόκληρον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἰσφέρεται παρὰ τοῦ λαοῦ διὰ τὴν ὁδοποιίαν. Ἐὰν ἐπῆλθε νόμος, ὁ ὁποῖος κατήργησε τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιίας, δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς νόμος δημευτικός, δημεύων καὶ τὰ λόγῳ τῆς ὁδοποιίας εἰσπραττόμενα χρήματα. Τὸ Κράτος δυνάμει νόμου εἰσέπραττε φόρους εἰδικούς, φόρους ὁδοποιίας παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ νὰ κατασκευάζῃ ὁδούς. Ἐὰν δὲ δὲν ἦτο νόμος δημευτικός, σῴζεται ἡ ἠθικὴ ὑποχρέωσις εἰς τὸ Κράτος, τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττε λόγῳ ὁδοποιίας κατὰ τοὺς νόμους τοῦ 1867, νὰ μὴ ἀναμιγνύῃ μὲ τὸν δημόσιον θησαυρόν, ἀλλὰ νὰ τὰ δαπανᾷ κατ’ ἔτος διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὁδοποιίας, διὰ κατασκευὴν ὁδῶν, διὰ συντήρησιν ὁδῶν, κατασκευὴν γεφυρῶν. Ὑπερβαίνουσι δὲ τὰ πέντε ἑκατομμύρια δραχμῶν τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς ἔσοδα ἐκ τοῦ φόρου τῆς ὁδοποιίας.

§293Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μόνον οἱ κυβερνῶντες ἀπὸ τριετίας ἀντιλέγουσιν εἰς ταῦτα.

§294Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ νὰ δαπανῶνται καὶ ὅπου εἰσπράττονται.

§295Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ μοι ἀρχηγοῦ ῥηθέντα ἔχουσι μεγάλης ἀληθείας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιίας ὀφείλονται περὶ τὰ 5,700,000...

§296Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκεῖνα εἶναι χρήματα ἄλλα. Τὸ Κράτος εἶναι θεματοφύλαξ τῶν χρημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιίαν, χρεωστεῖ δὲ τὸ Κράτος νὰ πληρώνῃ αὐτὰ πρὸς κατασκευὴν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν. Καὶ ὅμως ὑπάρχει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκκρεμὴς ἐπὶ ἓν ἔτος ἤδη πρότασις, δι’ ἧς ἐζητεῖτο, ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς τὸν δῆμον Ναυπλιέων νὰ διαθέσῃ τὰ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης εἰσπεπραγμένα χρήματα· δηλαδὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀφίνουσα τοσοῦτον χρόνον ἐκκρεμῆ τὴν πρότασιν ταύτην, ἀναστέλλει τὴν πραγματοποίησιν ἑνὸς δικαιώματος τῶν δήμων ἐκείνων, ζητούντων ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς αὐτούς.

§297Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ ὅμως, ἐνῷ ὀφείλονται 5,700,000 εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰς ἐπαρχίας, ἀναγράφεται ἀπό τινος κατ’ ἔτος ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς ποσὸν 50,000! Δι’ αὐτὸ ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει ν’ ἀναγράψῃ γενναιοτέραν πίστωσιν, διότι εἶναι ἄδικον, οἱ δῆμοι νὰ στερῶνται τῶν ἰδίων αὑτῶν χρημάτων, διατιθεμένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀλλαχοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἡ μειονοψηφία, καὶ ἐν γένει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι, εἰ καὶ τὸ ποσόν, τὸ ἀναγραφόμενον, τῶν 300,000 δρ. ἐν σχέσει πρὸς τὸ παρελθὸν εἶναι μεῖζον, ἐν τούτοις δὲν εἶναι ἐπαρκές. Ἡ διάθεσις δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 300,000 δρ. ἀνὰ μικρὰ ποσὰ εἰς διάφορα ἔργα εἶναι ματαία. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἀναγράφωμεν δι’ ἀποξήρανσιν ἕλους 5,000 δραχμὰς, καὶ αἱ 5,000 αὗται νὰ μένωσι καὶ νὰ μὴ δαπανῶνται, ἢ, ἂν δαπανηθῶσι, νὰ δαπανῶνται ἀσκόπως, καταστρεφομένων τῶν ἔργων, ἤθελεν εἶναι προτιμότερον καὶ ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς Πολιτείας νὰ προνοῆται καὶ ἀναγράφηται ἑκάστοτε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡ ἐπαρκὴς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν δαπάνη, καὶ οὐχὶ ὅπως ἁπλῶς φαίνηται, ὅτι λαμβάνεται μέριμνα περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν. Διότι τί δύναται νὰ γείνῃ διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 5,000 δραχ. διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Γλυκιᾶς ἐν Ναυπλίῳ, ὃ ἑκάστοτε ἀνὰ πᾶν ἔτος ἀναγράφεται, χωρὶς καὶ νὰ δαπανᾶται; Τί δύναται νὰ γείνῃ διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 7,000 δρ. διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους τοῦ Ἁλμυροῦ; Τί δύναται νὰ γείνῃ διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 10,000 διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Μουστοῦ τῆς Κυνουρίας;

§298Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ Μουστοῦ!

§299Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ διὰ τοῦτο, τῇ συστάσει μου καὶ ἐπιμονῇ μου, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς προέτεινε καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ ὑπὲρ τῆς διευθετήσεως τῆς κοίτης τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ, ἥτις καὶ περατοῦται...

§300ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐπράξατε ἔργον ἀγαθόν.

§301Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ πιστεύω. Καὶ δι’ αὐτὸ ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ λησμονήσῃ καὶ αὐτὸς, ὡς ἐγὼ ἐμερίμνησα περὶ τῆς ἐπαρχίας του, νὰ μεριμνήσῃ καὶ αὐτὸς διὰ τὴν ἀποξήρανσιν ἑλῶν τινων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Φθιώτιδος.

§302ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον, πρέπει νὰ προσαχθῶσιν ἐνταῦθα ὅλοι οἱ προϋπολογισμοὶ τῆς δαπάνης τῶν ἔργων.

§303Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ἦτο τότε νόμος.

§304ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταῦτα τὰ ἔργα ἄνευ προϋπολογισμοῦ δὲν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι· κατὰ τὸν νόμον, πρέπει νὰ προσαχθῶσιν ἐνταῦθα ὅλοι οἱ προϋπολογισμοί.

§305Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ οὔτε προϋπολογισμός, οὔτε μελέτη, εἶναι ψεῦδος, εἰρωνεία, ἀπάτη ἡ ὑπόσχεσις, τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τοὺς πολίτας, ἀναγράφοντες τοιαύτας δαπάνας.

§306Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἑτοίμους, ἵνα τοὺς καταθέσῃ.

§307Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐν γένει καὶ ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι ἀναγράφονται τὰ ποσὰ ταῦτα δι’ ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα οὔτε ἔναρξις ἐγένετό ποτε, οὔτε μελέτη.

§308ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τοῦτο εἶχον παρακαλέσει νὰ κατατεθῶσι σχετικαὶ πληροφορίαι. Ἐν τούτοις, ἐνῷ συζητεῖται ἐνταῦθα ὁ Προϋπολογισμός, ταῦτα δὲν τὰ ἔχομεν.

§309Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἀλλ’ ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τότε βεβαίως πᾶσαι αἱ ἐγγραφαὶ αὗται, αἵτινες γίνονται μόνον καὶ μόνον διὰ φενάκην, ἐκτὸς ἐλαχίστων, πρέπει ν’ αὐξηθῶσι κατὰ πολύ, πρέπει ν’ ἀναγραφῶσι πιστώσεις μεγαλειτέρων ποσῶν, ἐπαρκούντων εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἔργων τούτων. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπεβλήθη, ὁ ἰδιοκτήτης ἐκτάσεως ἑλώδους θέλει βαρύνεσθαι κατὰ ἥμισυ, τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ θέλει βαρύνει τὸ Κράτος. Ἐπίσης πρὸς κατασκευὴν ἀσφαλιστικῶν ἔργων τῆς λίμνης Φενεοῦ ἐδαπανήθησαν πέρυσιν, ὡς ἔμαθον, 30,000 δραχμαί, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἐδαπανήθησαν ἀσκόπως, καθόσον χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ δέουσα μελέτη ἐξετέθη τὸ ἔργον εἰς δημοπρασίαν, τὸ ἀφορῶν τὴν ἀπόφραξιν τῶν ἐν τῇ λίμνῃ καταβοθρῶν, καὶ ἐξετελέσθη κακῶς· ἐπελθούσης δὲ πλημμύρας, καὶ ἔργον καὶ χρῆμα ἀπώλετο συμπνιγέν!...

§310Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρελήφθη ὅμως τὸ ἔργον ὑπὸ τῶν μηχανικῶν.

§311Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ χρήματα εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τὸν ἐργολάβον.

§312Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐννοεῖται... Ἀνάγκη ὅθεν νὰ προηγηθῇ μελέτη καὶ ν’ αὐξηθῇ ἡ πίστωσις, διότι ἄλλως οὐδὲν δύναται νὰ γείνῃ. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐν συντόμῳ εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπὶ δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν σύγκρισιν μεταξὺ τοῦ 1902 καὶ τοῦ 1896, παρατηροῦμεν καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ διαφορὰν μεγάλην δαπάνης. Τὸ μόνον ἐν τούτοις Ὑπουργεῖον, εἰς ὃ δικαιολογεῖται ἡ αὔξησις τῆς τοιαύτης δαπάνης, εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἕνεκα τῆς συνδρομῆς, ἣν τὸ Κράτος παρέχει εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν· ἀλλὰ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετική, καθόσον, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, δὲν ἠξεύρω, ἂν καὶ δύο ἑκατομμύρια ἤθελον ἐπαρκέσει κατ’ ἔτος πρὸς ἀρωγὴν τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἥτις ἄλλως τε, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, εἶναι ὁ ἄρτος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.

§313Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν αἱ ἀναγραφόμεναι διὰ τὴν γεωργίαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 δαπάναι πρόκειται νὰ διατεθῶσι κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους; δηλαδὴ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.

§314Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἴσως εἰς τοῦτο σᾶς ἐδόθη ἀφορμὴ ἐκ τῆς ἀναγραφῆς ποσοῦ τινος πρὸς συνδρομὴν τῆς Γεωργικῆς Ἑταιρείας.

§315Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τοιαύτης διαθέσεως τῶν πιστώσεων τούτων ἀντιτίθεμαι ἀπολύτως· διότι ἡ Γεωργικὴ Ἑταιρεία εἶναι ἐπιχείρησις ἰδιωτική, ἀξιέπαινος μέν, — ἐγὼ τιμῶ αὐτήν, — ἀλλ’ εἶναι ἐπιχείρησις Ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἐργάζεται ἀνεξαρτήτως τοῦ Κράτους καὶ διὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς μέσων. Ἐὰν δὲν ἔχῃ ἐπαρκῆ διὰ τὰς ἐργασίας αὑτῆς μέσα, δέον νὰ περιορίσῃ τὰς ἐργασίας της ἐντὸς τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα διαθέτει, οὐχὶ δὲ νὰ ἀφαιρῇ χρήματα ἀπὸ τὸ Κράτος, τὰ ὁποῖα τοῦτο προορίζει διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ του, ἵνα διαθέσῃ αὐτὰ ὑπὲρ τῆς γεωργίας, τὴν ὁποίαν ἔχει καθῆκον νὰ ἐνισχύσῃ. Ἡ Γεωργικὴ Ἑταιρεία προορίζει ἑαυτὴν νὰ ἦναι ἐπίκουρος τῶν ὑπὲρ τῆς γεωργίας ἐργασιῶν τῆς Διοικήσεως, οὐχὶ δὲ νὰ ἀφαιρῇ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἀποκόπτει ἀπὸ τὰς ἄλλας ἀνάγκας τῆς Διοικήσεως, ἵνα διαθέσῃ ὑπὲρ τῆς γεωργίας, ὅπως ταῦτα διαθέσῃ αὐτή· διότι οὕτω, ἀντὶ νὰ ἦναι βοηθὸς τοῦ Κράτους, ὑποκαθιστᾷ ἑαυτὴν ἀντὶ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως ἀπαγορεύεται ἡ τοιαύτη τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων πιστώσεων διάθεσις· διότι τὰ δημόσια χρήματα διατίθενται αὐθαιρέτως ὑπὸ τῆς Γεωργικῆς Ἑταιρείας, οὐδεμιᾶς τῶν διατάξεων τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου ἐφαρμοζομένης ἐπὶ τῆς διαθέσεως αὐτῶν· ἐὰν δὲ ἤθελε κριθῆ ἀναγκαῖον νὰ δοθῇ ποτε συνδρομὴ χρηματικὴ εἰς τὴν Γεωργικὴν Ἑταιρείαν, μόνον διὰ νόμου δύναται τοῦτο νὰ ἐπιτραπῇ, καθοριζομένων διὰ νόμου πασῶν τῶν λεπτομερειῶν τῆς διαχειρίσεως. Παρακαλῶ τὸν κ. πρακτικογράφον νὰ σημειώσῃ τὴν διαμαρτυρίαν μου ταύτην, διὰ τὴν παράβασιν τῆς ὁποίας κηρύσσω ὑπευθύνους τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς.

§316Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Αἱ δαπάναι αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα εἶναι περίπου αἱ δαπάναι, αἵτινες ἀναγράφονται καὶ εἰς τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1900· συνεπῶς ἐπὶ τῶν Ὑπουργείων τούτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔδει νὰ δοθῇ μεγαλειτέρα προσοχὴ καὶ ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τῆς παρούσης, οὐδεμία προσοχὴ ἐδόθη. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἔχουσα ὡς ὅρον τοῦ προγράμματος αὐτῆς καὶ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀστυνομικοῦ συστήματος δι’ ἄλλου, ὅπως οὕτως ὁ στρατὸς ἀπομακρυνθῇ τῶν ξένων αὑτῷ ὑπηρεσιῶν καὶ ἀφοσιωθῇ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς αὑτοῦ, δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιήσῃ τὸν ὅρον ἐκεῖνον, ὡς ἔλεγεν ὁ πρώην Πρωθυπουργός, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης μειώσεως τῶν ἐσόδων κατὰ τὸ 1900 συνεπείᾳ τῆς ἐπιβλαβοῦς ἐπιδράσεως τοῦ περονοσπόρου ἐπὶ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις καὶ ἡ νῦν πᾶσαν ἄλλην δαπάνην, ἥτις ἀνεγράφετο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, προερχομένην ἐκ τῆς ψηφίσεως τῶν νέων νόμων, εἴτε τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, εἴτε τῆς συστάσεως τῶν νέων Πρωτοδικείων καὶ ἄλλων, ἔπρεπε νὰ παραβλέψῃ πρὸ τῆς δαπάνης τῆς ἐπιβαλλομένης ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καθόσον διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ ἀστυνομικοῦ συστήματος ἤθελε τοὐλάχιστον ἔχει ἡ χώρα ἀστυνομίαν ἀνταποκρινομένην εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, καὶ ὁ στρατὸς ἤθελεν ἐπιδοθῆ εἰς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις, υἱοθετήσασα τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, περιωρίσθη εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῶν δαπανῶν ἐκείνων, ἃς ἄλλοτε τόσον σφοδρῶς κατεδίκαζεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μάλιστα ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ αὐτοῦ ἀγορεύσει ἔλεγεν, ὅτι αἱ δαπάναι, αἵτινες εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περικοπῶσι πλέον, καὶ ὅτι μέχρις οὗ στερεωθῶσι τὰ θεμέλια τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν δὲν δυνάμεθα οὔτε εἰς ἐπωφελοῦς δαπάνης τὴν ἐφαρμογὴν νὰ προβῶμεν, ἥτις ἕνεκα τούτου ἐπιβάλλεται ν’ ἀναβληθῇ. Φρονεῖ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι μόνον ἐὰν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀγαθὴν ἰδέαν περὶ τῆς διοικήσεως, οὖσα ἡ φρουρὸς τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν, μεριμνῶσα, ὡς δυστυχῶς μέχρι σήμερον μεριμνᾷ, καὶ βελτιοῦσα τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας διὰ τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίων περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας Σμύριδος καὶ τῆς βαρυτίνης, ὅτι διὰ τοῦ τοιούτου συστήματος δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ τοιοῦτος Προϋπολογισμὸς ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, εἰς τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας τῆς χώρας· δὲν γνωρίζω, ποῦ στηριζόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τὸν τοιοῦτον Προϋπολογισμόν, καὶ ζητεῖ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Νομίζει, ὅτι οὕτω πραγματοποιεῖ τὰς ἰδέας, ἃς ἄλλοτε εἶχε καὶ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας; Καὶ ἀπορῶ, ποῦ βασιζομένη ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνιστῶσι τὴν ψήφισιν τοῦ τοιούτου Προϋπολογισμοῦ, ὃν θεωροῦσιν ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους! Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ὑπὸ τοσούτου ἐνθουσιασμοῦ κατελήφθη ὁ κ. εἰσηγητής, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτῆς θέλει μεριμνήσει περὶ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, ἐν σχέσει πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὴν πολιτείαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὥστε ἀνεφώνησεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς πολιτείας τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως οὐ μόνον κρατεῖ τὴν κεφαλὴν ὑψηλὰ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀνύψωσε τὸ γόητρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Δὲν ἠξεύρω, τίνες αἱ πράξεις ἐκεῖναι τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, δι’ ἃς καυχᾶται ὅτι ἔχει τὸ μέτωπον ὑψηλὰ καὶ τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος ἀνύψωσεν. Ἐὰν ἐννοῇ τὴν κατάστασιν τῆς ἐννόμου τάξεως καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἐὰν ἐννοῇ τὴν ἀποτυχίαν τῶν διαπραγματεύσεων τῶν συνθηκῶν μετὰ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας, ἐὰν ἐννοῇ τὴν ἀξιοδάκρυτον κατάστασιν, ἐν ᾗ οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εὑρίσκονται, νομίζω ὅτι ἤθελε πράξει ἔργον πατριωτικόν, ἐάν, ἀντὶ νὰ λέγῃ ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ βήματος τοιαῦτα, ἔλεγε κατηφὴς: «Συνετισθῶμεν! προσπαθήσωμεν νὰ ἄρωμεν τὰ αἴτια, ἅτινα ἐπήνεγκον εἰς τὴν χώραν ἡμῶν τὴν ἐθνικὴν ἐκείνην συμφοράν. Εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν· ἡ ἀλήθεια μόνη δύναται νὰ σώσῃ ἡμᾶς ἀπὸ τὰ σφάλματα ἡμῶν· μὴ ἐπιλαθώμεθα τῶν λόγων μεγάλου πατριώτου τῆς Γαλλίας, τοῦ Θιέρσου, εἰπόντος μετὰ τὴν καταστροφήν, ἣν ὑπέστη ἡ χώρα ἐκείνη κατὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον, ὅτι τὸ μεγαλείτερον ἔγκλημα, ὅπερ διέπραξεν ἡ Κυβέρνησις τῆς Βοναπαρτικῆς δυναστείας, ἦτο, ὅτι ἀπέκρυπτε τὴν ἀληθῆ θέσιν τῆς Γαλλίας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ.» Ἀντὶ νὰ κομπορρημονῶμεν ἐνταῦθα, καὶ νὰ ζητῶμεν διὰ τοιούτων φράσεων, αἵτινες οὐδὲν ἄλλο ἐλέγχουσιν ἢ ἐρημίαν πραγματικῶν ἐπιχειρημάτων πρὸς ὑποστήριξιν τῆς βάσεως τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ, ἀντὶ νὰ ζητῶμεν ν’ ἀποπλανῶμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον νὰ ἐσιωπῶμεν. Ἀντὶ τούτου, εἰς τοσοῦτον ἔφθασεν ἐνθουσιασμοῦ καὶ τοσαύτην πεποίθησιν ἔχει ὁ ὀπαδὸς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅτι αὕτη εἰργάσθη ὑπὲρ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὥστε ἐπιλέγει: «Θὰ προσέλθωμεν μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλὰ εἰς τὰς προσεχεῖς βουλευτικὰς ἐκλογάς· ἔχομεν δὲ πεποίθησιν, ὅτι ὁ λαὸς θὰ κρίνῃ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, καὶ θὰ ἐκδώσῃ τὴν ἐτυμηγορίαν του». Ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, πρὸ τοῦ ὁποίου θὰ ἐμφανισθῆτε, θὰ σᾶς ἐρωτήσῃ: «Τί ἐπράξατε ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας; Ποῦ τὸ πολιτικὸν ὑμῶν πρόγραμμα, ὅπερ διεκηρύττετε κατὰ τὰς παρελθούσας βουλευτικὰς ἐκλογὰς, ὅτι θὰ ἐκτελέσητε;» Καὶ θὰ εἴπῃ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὸ μέτωπον ὑψηλὰ οἱ ἐγκαταλείψαντες τὰ πάντα εἰς τὴν μοῖραν, οἱ καταλιπόντες εἰς τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἔννομον τάξιν, ἐκεῖνοι οἵτινες οὐδεμίαν ἄλλην πολιτικὴν εἶχον ἢ τὴν πολιτικὴν τῆς ἀπηνοῦς εἰσπράξεως τῶν φόρων πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς σπατάλου διοικήσεως. Θὰ εἴπῃ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐργασθῆτε ὑπὲρ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τοῦ τόπου καὶ ὑπὲρ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, συνετελέσατε εἰς τὸν ἐκτροχιασμὸν αὐτοῦ, εἰς τὴν ἀνάρρησιν Κυβερνήσεως, παρὰ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς, νομίσαντες, ὅτι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ὑμᾶς, ὅπως δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὁ θειϊκὸς χαλκὸς εἰς τὰς ἀμπέλους τὰς ἀπειλουμένας ὑπὸ τοῦ περονοσπόρου. Διότι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἡ ἀνάρρησις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν παροῦσαν ἐποχὴν οὐδένα ἄλλον σκοπὸν εἶχεν ἢ νὰ παρατείνητε τὸν χρόνον, μέχρις ὅτου νομίσητε κατάλληλον τὴν ὥραν, ὅπως ζητήσητε τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων σας, φρονοῦντες, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ ἠδύνατο νὰ λησμονήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πάνθ’ ὅσα ἔπαθε παρ’ ὑμῶν. Λησμονεῖτε ὅμως, ὅτι αἱ προσβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ περονοσπόρου σταφιδάμπελοι δὲν δύνανται νὰ θεραπευθῶσι διὰ ψεκασμῶν θειϊκοῦ χαλκοῦ, ὅστις μετὰ τῶν πιπτόντων φύλλων ἐκείνων θέλει συμπαρασυρθῆ εἰς τὸν χείμαρρον τὸν ὑπὸ τοῦ ὑετοῦ σχηματιζόμενον. Ὑπὸ τοῦ χειμάρρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ παρασυρθῆτε καὶ ὑμεῖς καὶ ἐκεῖνοι ἀναμίξ. Εὔχομαι μόνον, ὅπως διασωθῇ, εἰ δυνατόν, ἐκ τοῦ χειμάρρου αὐτοῦ ὁ εὐγενὴς ἐκ Κερκύρας πολιτευτής. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Α. Πλατῆς).

§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον.

§318Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τώρα ὑποθέτω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν. Οἱ Βουλευταὶ εἶναι καταπεπονημένοι, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν.

§319ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.

§320ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχωσιν ἀξίωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους νὰ ψηφισθῇ ἀσυζητητί.

§321ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι.

§322ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μόλις ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡμίλησε, καὶ μόλις ἔχομεν δύο ἡμέρας, καθ’ ἃς ἠρξάμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὰ θέματα, ἅτινα ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσάγει πρὸς συζήτησιν, εἶναι σπουδαιότατα, καὶ δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει παράδειγμα συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν δὲν ἐξηντλήθησαν πάντα τὰ οὐσιώδη θέματα, ἀγορευόντων πάντων ἐκείνων, οἵτινες ἀσχολοῦνται συνήθως εἰς τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὰς τάξεις τὰς παρακολουθούσας τὴν προγενεστέραν Κυβέρνησιν, ὑποθέτω, ὅτι ἔχουσι καθῆκον καὶ συμφέρον νὰ εἴπωσι γνώμην ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι χρεία νὰ ἀπαντήσῃ καὶ νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα εἰς τὰ ἤδη λεχθέντα. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τὴν μακρὰν τοῦ προαγορεύσαντος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν πλειονοψηφίαν νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς σήμερον.

§323Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θεωρῶ μεγαλειτέραν ὕβριν διὰ τὴν Βουλὴν ἢ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις...

§324ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι ὕβρις.

§325Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. .. Ἡ Βουλὴ ἐργάζεται ἤδη πλέον τῶν 10 ὡρῶν. Δὲν ὑπάρχει δὲ παράδειγμα οὔτε ἀλλαχοῦ, οὔτε εἰς τὴν Ἑλλάδα, καθ’ ὃ νὰ καθιερωθῇ ἡ συνήθεια, ὅπως καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν μένωσιν οἱ Βουλευταὶ συνεδριάζοντες μέχρι τῆς 2ας, 3ης, 5ης, ἢ 6ης ὥρας τῆς πρωΐας. Διότι ἡ ὥρα τώρα εἶναι πλέον τῆς 5½. Τοιαῦται συνεδριάσεις μόνον ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν δύνανται νὰ λαμβάνωσι χώραν. Ἄν τις νῦν θελήσῃ νὰ μάθῃ τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας, αὕτη δὲν ἐννοεῖ ἄλλο αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἢ νὰ λάβῃ ὁλόκληρον τὸν Προϋπολογισμόν.

§326ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι.

§327Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὑπάρχει περιφρόνησις μεγαλειτέρα καὶ πρὸς ἡμᾶς καὶ πρὸς τὸ ἔργον, εἰς ὃ ἀσχολούμεθα, ἢ νὰ ζητῆτε νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἤδη τὴν συνεδρίασιν. Ἡ Βουλὴ συνεδριάζει ἀπὸ τῆς 5ης ἑσπερινῆς ὥρας· ὁ Βουλευτὴς δὲ, ὁ μέλλων νὰ ἀγορεύσῃ, θὰ εἰργάσθη ἐπὶ ἡμέρας, οὐχὶ βεβαίως διὰ νὰ ἀγορεύσῃ πρὸς Βουλευτὰς κοιμωμένους, — διότι οἱ πλεῖστοι ἐκοιμῶντο μέχρι πρὸ ὀλίγου. — Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλλητε τῇ μειονοψηφίᾳ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συνεδρίασιν; Νομίζω ὅτι βαίνομεν πέραν τοῦ πρέποντος καὶ τοῦ δυνατοῦ, διότι ἀρκετὰ εἰργάσθημεν.

§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ περιορίζωμεν τὰς ἐπερωτήσεις. Ὁ κύριος Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον.

§329Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.

§330Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.

§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἡρ. Καλαμπάκα καὶ Περ. Ἀλεξάκη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 127 Βουλευτῶν.

§333Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπειδή, κύριε Πρόεδρε, προφανῶς ἡ ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος, ὅπως ἀγορεύσωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔχουσι νὰ ὁμιλήσωσι, προτείνω νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, καὶ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 5 ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, ὁπότε ἕως τότε θὰ ἔχωμεν ὅλοι ἀναλάβει ἐκ τῆς κοπώσεως, καὶ θὰ ἦναι εἰς θέσιν καὶ αὐτοὶ νὰ ὁμιλήσωσι καὶ ἡ Βουλὴ νὰ τοὺς ἀκούσῃ.

§334ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). (ἐγειρόμενοι). Μάλιστα, μάλιστα. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§335ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό· εἶναι καταπάτησις τοῦ Κανονισμοῦ! (Πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν ἀπέρχονται, ἐγείρεται δὲ τῆς θέσεώς του καὶ ὁ προεδρεύων ἀντιπρόεδρος κ. Πλατῆς). Κύριε Πρόεδρε, ποῦ πηγαίνετε; Ἔχω τὸν λόγον πρὸ τῆς διακοπῆς. (Ὁ Πρόεδρος ἐγκαταλείπει τὴν ἕδραν). Εἶναι φυγὴ αὐτό, τὸ ὁποῖον κάμνετε, καὶ εἶναι παρανομία ἀνήκουστος! (Οἱ Βουλευταὶ ἀπέρχονται, καὶ λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 6 καὶ 10′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
2τῆς 15 Μαρτίου 1902.
3(Παρασκευή).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκον-
5ται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγου-
6μένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς
8νὰ ἔρχωνται ἐνωρίτερον, διότι καταντᾷ ἡ ὥρα 5½ ἕως ὅτου
9ἀρχίσωμεν. Ἄλλως θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λύω τὴν
10συνεδρίασιν.
11Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀσωποῦ τῆς Ἐπιδαύρου Λι-
12μηρᾶς διὰ ψηφίσματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ψη-
13φίσῃ νόμον περὶ παραχωρήσεως τοῦ ὑπάρχοντος ποσίμου
14ὕδατος τῶν ἐν Μολάοις ὑδρομύλων εἰς τὴν κωμόπολιν ταύτην.
15§2ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὴν
16Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν βεβαίως θὰ μετα-
17βιβασθῇ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀσωποῦ,
18ὅπως εὐαρεστηθῶσι νὰ λάβωσι τοῦτο ὑπ’ ὄψιν. Τὰ ὕδατα τὰ
19ἐν τῇ κοιλάδι τῶν Μολάων, ἀνήκοντα εἰς τὸ χωρίον, ἐπώ-
20λησε τὸ Δημόσιον πρὸς ὕδρευσιν τῶν ἐκεῖ ὑδρομύλων. Νο-
21μίζω δίκαιον, κατόπιν τῆς στερήσεως τοῦ ὕδατος, τὴν ὁποίαν
22ὑφίσταται ἡ κωμόπολις τῶν Μολάων, ὅπως ἡ Κυβέρνησις
23ἐπανορθώσῃ τὸ γενόμενον ἀδίκημα, εἰσάγουσα νόμον εἰδικόν.
24§3Γ. ΛΥΡΑΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸ ψή-
25φισμα τοῦτο, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
26§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ καπνοπαραγωγοὶ τοῦ δήμου Μιδέας
27τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν
28Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν περὶ σιγαροποιΐας σύμβασιν.
29Ὁ ἐν Πάτραις πολιτικὸς Σύλλογος «τὸ Σύνταγμα» διὰ
30ψηφίσματός του προκαλεῖ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν
31ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ πρὸ πάντων τῶν
32κατὰ τόπους ἀστυνομικῶν ὀργάνων διαπραττομένων κατὰ
33τῶν πολιτῶν ἀδικημάτων, ὧν πλεῖστα ἀναγράφονται ἐν τῷ
34ψηφίσματι, ὅπερ εἶναι ἔντυπον.
35§5Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὄρα Παράρ-
36τημα).
37§6Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο θὰ προσθέσω
38μόνον εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πατρῶν, ὅτι
39ἐξακολουθῶ νὰ νομίζω, ὅτι αἱ βιαιοπραγίαι καὶ ἐν γένει τὰ
40ἀστυνομικὰ ἔκτροπα ὀφείλονται εἰς τὴν πλημμελῆ ἐνέργειαν
41τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ἡ Δικαιοσύνη ἐξεπλήρου τὸ καθῆκόν
42της, τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἤθελον περιορισθῆ καὶ αὐτὰ εἰς
43τὸ καθῆκόν των, καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἤθελεν εὐ-
44δοκιμήσει. Δυστυχῶς ἐπεκράτησεν ἀνέκαθεν ἡ ἀκατανόητος
45σκέψις, ὅτι βλάπτεται τὸ γόητρον τῆς ἐξουσίας, ἂν τιμω-
46ρῶνται τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐγκαίρως καὶ αὐστηρῶς, τού-
47του δ’ ἕνεκα ἐκτραχηλίζονται οἱ διαχειριζόμενοι τὴν ἀστυ-
48νομικὴν ἀρχὴν εἰς πράξεις ἀξιοποίνους, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει
49ὅτι δὲν θὰ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας αὐτῶν. Καὶ ἡ ἀλήθεια
50αὕτη κυροῦται διὰ τῶν ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει λαβόντων
51χώραν. Ἐνῷ δηλαδὴ τὸ ἔγκλημα παρεστάθη ζωντανὸν ἐνώ-
52πιον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Πλημμελειοδικῶν, ἐκεῖ-
53νος, ἀντὶ νὰ εἰσαγάγῃ ἀμέσως τὸν ἀστυνόμον δι’ ἀπ’ εὐθείας
54κλήσεως εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν
55εἰς τὴν ἀνάκρισιν, καὶ μετὰ ἕξ μῆνας κατωρθώθη νὰ ἐκδοθῇ
56βούλευμα, ἡ δίκη δὲ οὔτε ἐξεδικάσθη, οὔτε θὰ ἐκδικασθῇ,
57ὡς φαίνεται. Ἐνταῦθα πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς
58Κυβερνήσεως.
59Πρὸ ἡμερῶν ἐν συζητήσει περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας
60ἐξηγέρθη ὁλόκληρος ἡ Βουλή. Ἐζητήσαμεν κατάλογον τῶν
61ἐκκρεμῶν κατηγοριῶν, ὅσαι εὑρίσκονται εἰς τὰς διαφόρους
62ἀνακρίσεις, καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδήλω-
63σεν, ὅτι θὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν
64Πλημμελειοδικῶν· ἀλλὰ τότε εἶπον πρὸς αὐτόν: «Κύριε
65Ὑπουργέ, δὲν κάμνετε τίποτε, διότι οἱ Εἰσαγγελεῖς, μὴ ἐκ-
66πληροῦντες τὸ καθῆκόν των εἰς τὴν ἔγκαιρον εἰσαγωγὴν καὶ
67ἐκδίκασιν τῶν κατηγοριῶν, ἢ θὰ κωφεύσωσιν, ἢ θὰ δώσωσιν
68ἀνακριβεῖς πληροφορίας. Θέλετε σεῖς νὰ ἐκπληρώσητε τὸ
69καθῆκόν σας; Ἀποταθῆτε εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφε-
70τῶν, ὅπως οὗτοι ζητήσωσι πληροφορίας, καὶ κάμωσιν ἐρεύ-
71νας, καὶ τότε θὰ μάθητε, ὁποία πληθώρα καταγγελιῶν εὑ-
72ρίσκεται ἐκκρεμὴς ἐν τοῖς ἀνακριτικοῖς καὶ τοῖς εἰσαγγελικοῖς
73γραφείοις κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων». Ἀλλὰ τί ἔπρα-
74ξεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ πρώην καὶ ὁ νῦν;
75§7Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐζήτησα πληροφορίας.
76§8Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως ἀκούω
77τὸν πρώην Ὑπουργὸν λέγοντα, ὅτι ἐζήτησε πληροφορίας·
78ἀλλ’ ἔλαβε τοιαύτας; καὶ ἂν δὲν ἔλαβε, τί ἔπραξε; Βλέ-
79πετε, ὅτι ἡ ῥίζα τοῦ κακοῦ ἔγκειται εἰς τὴν ἔνοχον ἐνέρ-
80γειαν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ εἰς τὴν χαλαρὰν ἐνέργειαν τῆς
81Διοικήσεως. Τί μᾶς ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν;
82«Δὲν δύναμαι νὰ προβῶ εἰς ἐνέργειαν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου
83Δύμης, διότι δὲν ἔχω κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν, καὶ δὲν ἐννοῶ
84ν’ ἀφήσω ἔκθετα τὰ ὄργανα τῆς ἀρχῆς εἰς τὰς ψευδεῖς κα-
85τηγορίας». Ἀλλὰ πρὸς ποίους λέγετε ταῦτα, κύριε Ὑπουρ-
86γὲ τῶν Ἐσωτερικῶν; Δὲν ἀρκεῖ ἡ ὁμολογία αὐτοῦ τούτου
87τοῦ ἀστυνόμου, ὅτι ἐστέρησε τὸν πολίτην τῆς προσωπικῆς
88του ἐλευθερίας ἄνευ λόγου; δὲν ἀρκεῖ ἡ ὁμολογία αὐτοῦ,
89ὅτι τὸν ἐκράτησεν ἐπὶ νύκτας ὁλοκλήρους εἰς τὸ κρατητή-
90ριον; δὲν ἀρκεῖ ἡ ὁμολογία, ὅτι τὸν ἔφερεν εἰς Πάτρας, ὅπου
91καὶ ἀπελύθη; δὲν ἀρκεῖ τὸ βούλευμα τῶν πλημμελειοδικῶν
92καὶ τῶν ἐφετῶν; δὲν ἀρκοῦσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν ἰατρῶν; δὲν
93ἀρκεῖ ἡ γνωμοδότησις ἀνωτάτου ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν-
94ήργησεν ἀνακρίσεις κατὰ παραγγελίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
95Στρατιωτικῶν; δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
96Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἐτιμώρησε τὸν ἀστυνόμον αὐτόν;
97Καὶ λέγετε ἔπειτα, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε τίποτε,
98ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποφαίνεται ἡ Δικαιοσύνη! Δι’ αὐτὸ νομίζω,
99ὅτι τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ὑφίσταται ὁ λαὸς, ὀφείλονται εἰς τὴν
100ἀνώμαλον, εἰς τὴν ἔκτροπον καὶ τὴν ἀνεξήγητον πλημμέ-
101λειαν τῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τοῦτο, ὁσάκις
102ἀκούω, ὅτι ἀστυνόμος τις παρέβη τὸ καθῆκόν του, δὲν ἀγα-
103νακτῶ τόσον κατ’ αὐτοῦ, ὅσον κατὰ τῶν λειτουργῶν τῆς Δι-
104καιοσύνης· διότι ὑπάρχουσι καὶ ἀστυνόμοι, οἵτινες, ἀπὸ χρη-
105στοῦ τοῦ συνειδότος ἐνεργοῦντες, νομίζουσιν, ὅτι ἔχουν τὸ
106δικαίωμα νὰ συλλαμβάνωσιν ἄνευ ἐντάλματος τοὺς πολίτας,
107καὶ νὰ βιαιοπραγῶσι κατ’ αὐτῶν, εἴτε πρὸς τιμωρίαν, εἴτε
108πρὸς ἀνακάλυψιν ἀδικημάτων, δὲν θέλει δὲ ἡ Δικαιοσύνη νὰ
109τοὺς διδάξῃ, ὅτι δὲν ἔχουσι δικαίωμα τοιοῦτον. Ἀφ’ ἑτέρου
110ἡ Διοίκησις φαίνεται μέχρις ἐνοχῆς χαλαρά. Αὐτὴ εἶναι ἡ
111ἀλήθεια, καὶ πολὺ καλὰ ἔπραξεν ὁ πολιτικὸς Σύλλογος τῶν
112Πατρῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπὶ τέλους ὑποχρεωμένος ὁ
113λαὸς νὰ μένῃ ἐπ’ ἄπειρον μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, ὅταν
114βλέπῃ τὴν Διοίκησιν καὶ τὴν Δικαιοσύνην ἀδιαφορούσας εἰς
115τοιοῦτον βαθμόν. Μὴ νομίζωμεν, ὅτι καθήμεθα ἐπὶ ῥόδων.
116Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον τάχιον ἢ βράδιον δύναται ν’ ἀπει-
117λήσῃ τὴν ἐκ θεμελίων διασάλευσιν τῆς τάξεως.
118Αὐτὰ εἶχον νὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνά-
119δελφος, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ἐκτιμη-
120θῶσιν ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι καὶ δύνανται νὰ φέρωσι
121διόρθωσιν, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν πρὸ καταστάσεως λυπηροτέρας.
122§9Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον φέρεται συχνὰ
123εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τῶν παρεκτροπῶν τῶν ἀστυνόμων, ἢ
124μᾶλλον οὐχὶ περὶ τῶν παρεκτροπῶν, ἀλλὰ περὶ τῆς ὑπ’ αὐ-
125τῶν συστηματικῶς διαπραττομένης καταπατήσεως τῆς ἐλευ-
126θερίας, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα καθιέρωσε, δὲν εἶναι ζήτη-
127μα μόνον ἐλέγχου ἢ μόνον ἱερεμιάδων ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι
128ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει βαθυτέραν ἔννοιαν, εἶναι ζήτημα, τὸ
129ὁποῖον πρέπει πολὺ σοβαρώτερον ν’ ἀπασχολήσῃ καὶ τοὺς
130κυβερνῶντας καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Στέμμα, χαίρω δὲ διότι
131ἡ βασιλὶς τῆς Πελοποννήσου πρώτη ἔδωκε τὸ σύνθημα καὶ
132ἀπετάθη πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐζήτησε τέλος πάντων νὰ
133δοθῇ μία ἀπάντησις ἀπὸ τὸν περίβολον τοῦτον εἰς τὸ πρὸ
134καιροῦ τεθὲν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ ἐρώτημα: ὑπάρχει
135συνταγματικὴ ἐν Ἑλλάδι ἐλευθερία, ἢ δὲν ὑπάρχει; Ἐγὼ
136πολλάκις ἠναγκάσθην νὰ ἀνοίξω τὸ Σύνταγμα καὶ ἀναγνώ-
137σω ἐκ νέου, ἵνα βεβαιωθῶ, ἂν εἶναι ἀκόμη ἐν αὐτῷ ἀναγε-
138γραμμένον τὸ ἄρθρον 5 αὐτοῦ. Πολλάκις ὑπέθεσα, βλέπων
139διηνεκῶς ἀθετουμένας τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ἢ παραβιαζομέ-
140νην τὴν δι’ αὐτοῦ προστατευομένην ἐλευθερίαν τῶν ἀτόμων,
141ὅτι αὐτὸ τὸ ἄρθρον κατηργήθη, καὶ πολλάκις μοὶ γεννᾶται
142ἀμφιβολία, ἂν εἶναι ἀκόμη αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἐν ἰσχύϊ. Διότι,
143Κύριοι, δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι κατηργήθη δι’ ἀχρη-
144στίας. Θὰ φανῇ παράδοξον τοῦτο, καὶ ἐν τούτοις ὅλοι οἱ κύριοι
145συνάδελφοι, ὅταν ἀναπολήσωσι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα καθ’
146ἑκάστην ἀντιλαμβάνονται, θὰ πεισθῶσιν, ὅτι τὸ ἄρθρον 5 τοῦ
147Συντάγματος πραγματικῶς δὲν ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι. Καὶ
148ἁπλούστατον· ὁ πρῶτος χωροφύλαξ, ὁ πρῶτος ἀστυφύλαξ ἢ
149οἱονδήποτε ὄργανον τῆς ἀστυνομίας, τῆς χωροφυλακῆς ἢ τῶν
150ἀποσπασμάτων ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι δύναται νὰ συλλάβῃ
151πάντα πολίτην καὶ νὰ τὸν ἐγκλείσῃ ἐπὶ 24 ὥρας εἰς τὸ κρα-
152τητήριον, χωρὶς νὰ δώσῃ λόγον εἰς οὐδένα· καὶ ἂν ὁ πολίτης
153ἀπειθήσῃ κατὰ τῆς τοιαύτης ἀθεμίτου κρατήσεώς του, ἀνθί-
154σταται κατὰ τῆς ἀρχῆς! Ἀμέσως γίνεται ἔκθεσις ἐπὶ ἀντι-
155στάσει, καὶ φέρεται εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ ἐκεῖ κατα-
156δικάζεται ἐπὶ ἀντιστάσει. Ὁ πρῶτος ἀστυνόμος ἢ ἀστυνο-
157μικὸς σταθμάρχης, ὁ πρῶτος ἐνωμοτάρχης, εἰς τὸν ὁποῖον
158κατηγγέλθη προφορικῶς ἢ ἐγγράφως οἱαδήποτε ἀξιόποινος
159πρᾶξις, χωρὶς αὕτη νὰ ἦναι ἐπ’ αὐτοφώρῳ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ
160ἔνταλμα, βούλευμα, ἢ ἀπόφασις κλπ., συλλαμβάνει τὸν καλ-
161λίτερον πολίτην, τὸν δένει, καὶ ὑπὸ συνοδίαν τὸν στέλλει
162εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Αὐτὸ εἶναι ἢ δὲν εἶναι καταπάτησις
163τοῦ Συντάγματος; Καὶ αὐτὴ ἡ καταπάτησις τοῦ Συντάγ-
164ματος, σᾶς ἐρωτῶ, δὲν γίνεται καθ’ ἑκάστην, χωρὶς κανεὶς
165νὰ διαμαρτύρηται; Καὶ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ὄχι μόνον τὰ
166παρανομοῦντα ὄργανα, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπὶ το-
167σοῦτον ἐσυνήθισεν εἰς τὴν τοιαύτην παραβίασιν τοῦ ἱερωτέ-
168ρου καὶ πολυτιμοτέρου τῶν δικαίων του, ὥστε νὰ θεωρῇ νό-
169μιμον τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῶν ἀρχῶν. Δύναταί τις νὰ
170εἴπῃ, ὅτι ἔγεινεν ἔθιμον πλέον νὰ καταπατῆται τὸ Σύνταγ-
171μα καθ’ ἑκάστην ὑπὸ τῶν κατωτέρων ὀργάνων τῆς διοική-
172σεως καὶ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, χωρὶς κἄν ὁ λαὸς νὰ
173διαμαρτύρηται.
174§10Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἐννοεῖ πολὺ καλὰ τὴν παρα-
175βίασιν ταύτην, ἀλλὰ ποῦ νὰ ἀναφερθῇ;
176§11Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ καιροῦ, Κύριοι, ἤρχισεν ὁ λαὸς
177νὰ ὑποκύπτῃ εἰς ἀπογοήτευσιν ὡς ἐκ τῆς τοιαύτης ἐν συνόλῳ
178ἐν τῇ Διοικήσει ἐκλύσεως, καὶ ἔχασε δυστυχῶς τὴν συναί-
179σθησιν τοῦ δικαίου του, ἀφοῦ οὐδαμοῦ, καὶ ἂν διαμαρτυρη-
180θῇ, εὑρίσκει προστασίαν, ὡς ὀρθῶς ὁ κ. συνάδελφος παρα-
181τηρεῖ. Καὶ βεβαίως, ἀπὸ ποῦ νὰ ἀναμένῃ προστασίαν; Ὅταν
182τὰ ὄργανα τὰ διοικητικά, τὰ ὄργανα τῆς διοικητικῆς λε-
183γομένης ἀστυνομίας παραβιάζωσι τοὺς νόμους, τὰ δικαστι-
184κὰ ὄργανα τί πράττουσι; Ποῖος ἀσφαλίζει τὴν ἐλευθερίαν
185εἰς τὸ Κράτος; ἡ Δικαιοσύνη. Ποία εἶναι ἡ δύναμις ἡ ἐν-
186τεταλμένη καὶ ἔχουσα πλήρη τὴν δύναμιν νὰ ἐπαναφέρῃ
187ἕκαστον εἰς τὴν θέσιν του; ἡ Δικαιοσύνη. Ἡ Δικαιοσύνη
188ἀπορρέει ἀπὸ τὸν Θεὸν, διότι μόνον εἰς τὸν Θεὸν ἀνήκει τὸ
189κολάζειν· οἱ ἄνθρωποι, ἐνασκοῦντες τὴν δικαιοσύνην, διὰ
190κοινωνικὴν ἀνάγκην καὶ κατὰ παραχώρησιν θείαν θεωροῦν-
191ται ἐνασκοῦντες αὐτήν. Τοιαύτην ἐξουσίαν ἀσκῶν ὁ δικα-
192στής, ὁποῖον ὑψηλὸν ἔργον πράττει καὶ ποῖα ἠθικὰ προσ-
193όντα πρέπει νὰ τὸν κοσμῶσι, διὰ νὰ ἦναι εἰς τὸ ὕψος τῆς
194λειτουργίας του! Καὶ ὅμως εἰς ποῖα πρόσωπα ἡ Δικαιο-
195σύνη εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἐν Ἑλλάδι! Ἡ Δικαιοσύνη,
196ἥτις πρέπει ν’ ἀνατίθηται εἰς πρόσωπα προσεγγίζοντα, ὅσον
197εἶναι δυνατὸν νὰ προσεγγίσῃ θνητὸς, πρὸς τὸν Θεὸν, ἡ Δι-
198καιοσύνη ἔχει περιέλθει κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς πρόσωπα ἐλα-
199χίστην ἔχοντα συναίσθησιν τῆς ἱερότητος τῆς ἐξουσίας, ἣν
200ἀσκοῦσιν. Ὅταν λοιπὸν ὁ χωροφύλαξ συλλάβῃ παρανόμως
201τὸν πολίτην καὶ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα μὲ ἐπί-
202σημον ἔγγραφον, ἐκ τοῦ ὁποίου βεβαιοῦται ἡ παράνομος σύλ-
203ληψις, τί πράττει ὁ Εἰσαγγελεύς; Ἀποδέχεται τὴν σύλλη-
204ψιν! Καὶ ἔχομεν παράδειγμα ἑνὸς κἄν Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος,
205ὅτε συνελήφθη παρανόμως εἷς πολίτης, ὅτε προσήχθη ἐνώπιον
206αὐτοῦ ὁ ἄνευ ἐντάλματος συλληφθεὶς, χωρὶς ἡ πρᾶξις νὰ ἦναι
207ἐπ’ αὐτοφώρῳ, χωρὶς νὰ ἐκδοθῇ βούλευμα, ἔχομεν, ἐρωτῶ,
208παράδειγμα, ὅτι εἷς μόνον, ἔστω, Εἰσαγγελεὺς συνέλαβεν
209ἀμέσως τὸν χωροφύλακα, τὸν συλλαβόντα παρανόμως τὸν
210πολίτην, καὶ τὸν ἔθεσεν εἰς τὰς φυλακὰς, διὰ νὰ ἀποδείξῃ
211ὅτι σέβεται τοὺς νόμους, καὶ καταδιώκει τοὺς ἀσεβοῦντας
212πρὸς αὐτούς; Οὐδὲν τοιοῦτο παράδειγμα, Κύριοι, ὑπάρχει,
213ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ὄχι μόνον ἀνεκτοὶ εἶναι, ἀλλὰ καὶ βρα-
214βεύονται ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλ-
215λήλων, καὶ ἐπαινοῦνται αἱ τοιαῦται αὐθαιρεσίαι! Καὶ πῶς
216θέλετε, Κύριοι, ὅταν ζητῶμεν διηνεκῶς νέας θυσίας ἀπὸ
217τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ἀκούωμεν ὅτι γογγύζει καὶ δυσα-
218νασχετεῖ, πῶς θέλετε νὰ μὴ γογγύσῃ, ὅταν μόνον ζητῶμεν
219ἀπὸ αὐτόν, χωρὶς ν’ ἀντιπαρέχωμεν; Δὲν εἶναι δυσβάστα-
220κτα καθ’ ἑαυτὰ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα τῷ ἐπιβάλλομεν, ἀλλ’
221εἶναι δυσβάστακτα διότι δὲν τῷ παρέχομεν ἀντιστάθμι-
222σμα, ἀφοῦ στερεῖται διοικήσεως, ἀφοῦ στερεῖται ἀσφαλείας,
223ἀφοῦ στερεῖται δικαιοσύνης. Βεβαίως ἀπολύτως δὲν πληρώ-
224νει ἀκριβὰ τὴν διοίκησίν του, ἀλλὰ τὴν πληρώνει ἀκριβὰ,
225διότι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνει, δὲν εἶναι διοίκησις,
226εἶναι κακοδιοίκησις, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἀξίζει τὰς δαπάνας,
227τὰς ὁποίας δι’ αὐτὴν ὑφίσταται, ἀλλὰ βασίμως δύναται νὰ
228φρονῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι πληρώνει ἀκριβὰ διὰ νὰ μι-
229σθοδοτῶνται οἱ ἀρνούμενοι εἰς αὐτὸν τὴν ἐλευθερίαν του
230καὶ τὴν ἀσφάλειάν του, ἢ ἀρνούμενοι εἰς αὐτὸν δικαιοσύνην.
231Δὲν ἁρμόζει λοιπὸν ἐπὶ πλέον ἡ θεωρητικὴ συζήτησις ἐκ
232τῶν ἑδωλίων τούτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπεστάλημεν μὲ ἐλπί-
233δας γενναιοτέρας ὑπὲρ τοῦ λαοῦ δράσεως, δὲν ἁρμόζει πλέον
234καθ’ ἑκάστην νὰ διεκτραγῳδῶμεν τὰς παρανομίας ταύτας,
235χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος καὶ τὴν αὐτοθυσίαν νὰ ἐργασθῶ-
236μεν ἐπὶ τέλους πρακτικῶς πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς καταστά-
237σεως, χωρὶς νὰ κάμνωμεν τίποτε! (φωναὶ ἐξ ἀριστερῶν: ἐμ-
238πρός! ἐμπρός!), χωρὶς νὰ ἐξαναστῶμεν ἐπὶ τέλους κατὰ
239τῆς τοιαύτης ἀθλιότητος, καὶ νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν δύ-
240ναμιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, διὰ νὰ
241προστατεύσωμεν τὴν ἐλευθερίαν του, καὶ χρώμενοι τῇ ἐλευ-
242θερίᾳ, ἣν ἡ λαϊκὴ ἐντολὴ μᾶς δίδει, νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ
243κράτος τοῦ νόμου. Δὲν εἶναι πλέον εὐπρεπὲς, εἶναι ἐξευτε-
244λιστικόν, ἱερεμιάδας καθ’ ἑκάστην νὰ ἐκφέρωμεν εἰς τὸ
245Κοινοβούλιον περὶ τῶν τοιούτων αὐθαιρεσιῶν, καὶ ἐν τού-
246τοις αἱ αὐθαιρεσίαι νὰ ἐξακολουθῶσι!
247§12Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μάλιστα νὰ ἐπιτείνωνται!
248§13Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ αἰτία, Κύριοι, τῆς καταστάσεως
249ταύτης, ἡ μομφὴ διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν ἀνήκει εἰς
250τὴν Δικαιοσύνην, ὅπως πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ προλαλήσας συν-
251άδελφος. Ἀλλ’ ἡ Δικαιοσύνη πρέπει νὰ ἦναι εἰς ἐκείνην τὴν
252περιωπὴν, εἰς ἣν ἦτο ἐν Πρωσσίᾳ, ὅτε εἷς μυλωθρὸς, εἰς
253τὸν Μέγαν Φρειδερίκον, θελήσαντα νὰ καταλάβῃ τὸν μύλον
254του, γειτνιάζοντα μὲ ἐξοχικὸν Βασιλικὸν μέγαρον, εἶπεν,
255ἐν συναισθήσει τῶν δικαιωμάτων του, ὡς πολίτου, τὰ ἑξῆς
256βαρυσήμαντα λόγια: «Μεγαλειότατε, ὑπάρχουσι δικασταὶ εἰς
257τὸ Βερολῖνον!» Καὶ ὁ μύλος δὲν προσηρτήθη εἰς τὸ Βασι-
258λικὸν κτῆμα, ἀλλὰ μένει ἀκόμη ὡς φαεινὸν μνημεῖον τῆς
259ἰσχύος τῆς Δικαιοσύνης ἀπέναντι καὶ αὐτῶν τῶν παντοδυ-
260νάμων αὐτοκρατόρων τῆς Εὐρώπης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.
261§14Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐδῶ ἀλέθει ὁ μύλος!
262§15Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὅταν ἐδῶ, εἰς τὴν κλασικὴν
263τῆς ἐλευθερίας χώραν, ὁ χειρότερος χωροφύλαξ ἔχῃ δύναμιν
264πολλαπλασίως μεγαλειτέραν τοῦ Μεγάλου Φρειδερίκου, καὶ
265ἁρπάζῃ τὸν πολίτην καὶ τὸν ὁδηγῇ εἰς τὰς φυλακὰς, χωρὶς
266λόγον καὶ αἰτίαν, ἀλλὰ μόνον διότι «ἔτσι τὸ θέλει», δύνα-
267ται ὁ πολίτης νὰ εἴπῃ: «ἔχομεν Δικαιοσύνην εἰς τὰς Ἀθή-
268νας»;
269Δι’ αὐτὸ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι πρέπει ὄχι νομοθετικῶς, ἀλλὰ
270διοικητικῶς νὰ γείνῃ ἐργασία πρὸς διόρθωσιν τῆς καταστά-
271σεως ταύτης. Διοικητικῶς, ἐννοῶ ἐνέργειαν ἀπὸ μέρους τῶν
272συμβούλων τοῦ Στέμματος, τῶν ἑκάστοτε συμβούλων — διότι
273δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν σήμερον κυβερνώντων, δὲν ὁμιλῶ περὶ
274τῆς σημερινῆς καταστάσεως, ὁμιλῶ περὶ τῆς παγίας κατα-
275στάσεως, ἥτις ἀπὸ ἐτῶν λυμαίνεται τὴν Ἑλλάδα.— Πρέπει
276λοιπὸν οἱ διαχειριζόμενοι τὴν Δικαιοσύνην, κατ’ ἄλλον τρό-
277πον ἐφεξῆς νὰ διαχειρίζωνται αὐτήν. Πρέπει οἱ διοικοῦντες
278τὰ τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀφήσωσι πλέον τὴν πεπατημένην καὶ
279νὰ τάμωσι νέας ὁδοὺς εἰς τὰ τῆς διοικήσεως καὶ ὀργανώσεως
280αὐτῆς. Χρειάζεται σιδηρᾶ χεὶρ, ἡ ὁποία νὰ καθαρίσῃ τὸν
281δικαστικὸν κλάδον ἀπὸ τὰς πλημμυρησάσας αὐτὸν μετριό-
282τητας, καὶ νέον ὑγιὲς καὶ σφύζον αἷμα νὰ ἐγχύσῃ εἰς τὰς
283φλέβας αὐτοῦ.
284Ἀλλὰ χρειάζεται, Κύριοι, καὶ μεταρρύθμισις εἰς τὰ τῆς
285ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Κατὰ ποῖον τρόπον ἐνεργεῖται
286ἡ ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι; Ποία εἶ-
287ναι ἡ διαπαιδαγώγησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκ τῆς λει-
288τουργίας τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, καὶ ἰδίᾳ τῶν Πλημμε-
289λειοδικείων; Καθ’ ἑκάστην ἑβδομάδα προσερχόμενος ὁ Ἕλ-
290λην ἀγρότης εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, διὰ νὰ ἴδῃ πῶς ἀπο-
291νέμεται ἡ δικαιοσύνη, καὶ σωφρονισθῇ καὶ διαπαιδαγωγηθῇ,
292τί βλέπει; Ἕν χάνι, Κύριοι, ἓν μπακάλικο, εἰς τὸ ὁποῖον
293πωλεῖται ζάχαρι καὶ πιπέρι καὶ ἁλάτι, εἶναι εὐπρεπέστερον
294ἀπὸ τὰ πλεῖστα δικαστικὰ καταστήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπο-
295νέμεται τὸ δίκαιον! Ὁποία δὲ εἶναι ἡ τάξις καὶ ἡ εὐπρέπεια
296καὶ ἡ προσοχή, μεθ’ ἧς διερευνᾶται τὸ δίκαιον τοῦ πολίτου
297ἐν τῷ συνωστισμῷ ἐκείνῳ, ἐν τῇ ἀταξίᾳ ἐκείνῃ, ἐν τῇ βίᾳ,
298ἐν τῇ ἀνθρωποφαγίᾳ ἐκείνῃ, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὰ Πλημ-
299μελειοδικεῖα, τίς ἐξ ὑμῶν δὲν γνωρίζει καὶ δὲν ἀναμιμνήσκε-
300ται μετ’ ἀπογοητεύσεως! Ἑξήκοντα ὑποθέσεις προσδιορί-
301ζονται διὰ μίαν δικάσιμον. (Φωναί: 80, 90, 100!). Ἡ δικά-
302σιμος διαρκεῖ τὸ πολὺ ἓξ ὥρας· ἓξ ὥραι, Κύριοι, ἀποτελοῦσι
303360 λεπτά. Ἑκάστη δίκη ἔχει εἰς τὴν ἀναλογίαν της, διὰ
304νὰ διεξαχθῇ ἐν ὅλῃ τῇ ἀπαιτουμένῃ λεπτομερείᾳ, ἓξ λεπτὰ
305τῆς ὥρας! Εἰς 6 λεπτὰ τῆς ὥρας θὰ κριθῇ, ἂν εἶναι ἐγκλη-
306ματίας ἢ ὄχι ὁ κατηγορούμενος πολίτης! Εἰς τὰ 6 λεπτὰ
307ἐκεῖνα, ἀκούσατε τί πρόκειται καὶ πρέπει ἀπαραιτήτως,
308κατὰ τὸν νόμον, νὰ γείνῃ· θὰ ἐξετασθῇ ἡ ταυτότης τοῦ κα-
309τηγορουμένου, θ’ ἀπαγγελθῇ συνοπτικῶς ἡ κατηγορία, θὰ
310ἐκφωνηθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν μαρτύρων, θὰ ληφθῇ ἐπίσης ἡ
311ταυτότης τριῶν ἢ τεσσάρων κατὰ μέσον ὅρον μαρτύρων, θὰ
312ἐξετασθῶσιν οἱ μάρτυρες ὑπὸ τοῦ Προέδρου, θὰ δοθῇ ὁ λό-
313γος νὰ ἐρωτήσουν οἱ δικασταὶ, ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ συνήγο-
314ρος καὶ ὁ κατηγορούμενος ἕκαστον μάρτυρα, θὰ κληθῇ εἰς
315ἀπολογίαν καὶ θ’ ἀπολογηθῇ ὁ κατηγορούμενος, θὰ ὁμι-
316λήσῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅστις θ’ ἀναπτύξῃ τὴν κατηγορίαν, θὰ ὁμι-
317λήσῃ ὁ συνήγορος, θὰ προσθέσῃ ὁ κατηγορούμενος, ἂν ἔχῃ νὰ
318προσθέσῃ τίποτε, θὰ διασκεφθῶσιν οἱ δικασταὶ, θὰ σχημα-
319τίσουν τὴν ἀπόφασίν των, καὶ θὰ τὴν ἀπαγγείλῃ ὁ Πρόε-
320δρος! Ὅλα ταῦτα ἐντὸς 6 μόνον λεπτῶν! Δύναται, Κύριοι,
321νὰ φαντασθῇ τις μεγαλειτέραν ταχύτητα; Δικαιοσύνη μὲ
322ταχύτητα ἠλεκτρικήν! Αὐτὸ δὲν εἶναι δικαιοσύνη· αὐτὸ εἶ-
323ναι ἐμπαιγμός!
324§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Εἶναι μελετημένοι οἱ
325δικασταί.
326§17ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ παραπονούμεθα κατὰ τῆς βρα-
327δύτητος τῆς Δικαιοσύνης!
328§18Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περιμένετε ὕστερον ἀπὸ τὸν Ἑλ-
329ληνικὸν λαόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀπαιτοῦμεν τόσα καὶ τόσα,
330νὰ ἔχῃ ἐσχηματισμένην ἰδέαν καλὴν περὶ τῆς Δικαιοσύνης!
331Μὲ ποίας ἐντυπώσεις ἐξέρχεται ἐκ τῆς αἰθούσης ἐκείνης ὁ
332Ἕλλην ἀγρότης, ὁ τὸ πρῶτον εἰσελθὼν, ὅπου εἶδε πῶς ζυγί-
333ζεται τὸ δίκαιον, καὶ πῶς ἐξελέγχεται τὸ ἄδικον, ὅπου ἔχασε
334πᾶσαν ἰδέαν περὶ δικαιοσύνης, καὶ πᾶσαν ἐπ’ αὐτὴν πεποί-
335θησιν; Ἀντὶ νὰ ἐνισχύουν τὴν τάξιν, ἀντὶ νὰ ἐμπνέουν τὸν
336πρὸς τοὺς νόμους σεβασμὸν καὶ τὴν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην πε-
337ποίθησιν, τὰ Πλημμελειοδικεῖα — τὸ λέγω, Κύριοι, μὲ πό-
338νον — διαφθείρουσι τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ. Καὶ ὕστερον ἀπὸ
339ὅλα αὐτὰ τὸν θέλετε νομοταγῆ τὸν λαόν, τὸν θέλετε ἀγα-
340πῶντα τὴν πατρίδα του, τὸν θέλετε πρόθυμον εἰς θυσίας,
341πρὸς διατήρησιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως! Καὶ ὅταν καθ’
342ἑκάστην ἡ ἐλευθερία του διατρέχῃ κινδύνους ἐν τῇ ἀπονομῇ
343τῆς δικαιοσύνης, — διότι εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀπονεμηθῇ ἡ δι-
344καιοσύνη ὑπὸ τοιούτους ὅρους — ὅταν ἡ ἐλευθερία του δια-
345τρέχῃ κινδύνους καὶ καθ’ ἑκάστην προσβάλληται ἀπὸ τὰ
346κατώτερα ὄργανα τῆς Διοικήσεως, ὅταν ἡ ἐλευθερία αὐτὴ
347κατήντησε σκιᾶς ὄναρ, ὅταν δὲν ἔχῃ ἀπολύτως καμμίαν
348ἀσφάλειαν, καὶ οὐδὲν ἐκ τῶν τῆς εὐνομίας καὶ τάξεως κα-
349λῶν ἀπολαμβάνει, πῶς θέλετε νὰ διατηρῇ ἀκμαῖον τὸ αἴ-
350σθημα τοῦ πατριωτισμοῦ, τὸ αἴσθημα τῶν ὑπὲρ πατρίδος
351θυσιῶν καὶ ἀγώνων; Βεβαίως ἠδύνατο νὰ μὴ τὸ διατηρῇ,
352ἂν ἦτο ἄλλος λαὸς, — καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνι-
353κοῦ λαοῦ, — ἀλλὰ, παρ’ ὅλα ταῦτα καὶ τὴν παρομαρτοῦσαν
354ἀπογοήτευσιν, διατηρεῖ ἀκμαιότατον τὸ αἴσθημα τῆς πρὸς
355τὴν πατρίδα ἀγάπης του, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμο-
356νήσῃ ποτὲ τὸ ἔνδοξον αὐτῆς παρελθόν.
357Ἀλλὰ ἡμεῖς, οἱ τοιοῦτον λαὸν ἐνταῦθα ἀντιπροσωπεύον-
358τες, δὲν ἁρμόζει νὰ περιοριζώμεθα πλέον εἰς λόγους κενοὺς
359καὶ εἰς μεμψιμοιρίας διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν· ὁ λαὸς
360μᾶς ἔδωκεν ἐντολὴν καὶ δύναμιν νὰ τὴν διορθώσωμεν· διατὶ
361δὲν τὸ πράττομεν; Μήπως μόνον ἀπὸ τὴν Βουλὴν λείπει
362ὁ πατριωτισμὸς ἐν Ἑλλάδι; Ὄχι, βεβαίως ὄχι· μᾶλλον
363σφαλερὰν ὁδὸν ἀκολουθοῦντες, καὶ ἀπὸ τὰς κομματικὰς ἐπι-
364δράσεις παρασυρόμενοι ἀποτυγχάνομεν.
365Ἂς παύσωμεν πλέον τὰς ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ ἀσημάντοις
366ἀπεραντολογίας καὶ ματαιολογίας, ἃς μαλακώσωμεν τοὺς
367πολιτικοὺς ἀγῶνας, ἀφαιροῦντες τὴν ὀξύτητα αὐτῶν, καὶ
368μόνον ἐν τῇ ἀντιθέσει τῶν γνωμῶν διὰ τῶν εὐκόσμων συ-
369ζητήσεων ἐπιζητοῦντες τὸ βέλτιον, καὶ ἂς ἀρχίσωμεν ἐν ὁ-
370μονοίᾳ καὶ ἀδελφικῇ συμπνοίᾳ ἐργαζόμενοι πρακτικῶς καὶ
371σωφρόνως πρὸς βελτίωσιν καὶ διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόν-
372των, καὶ ἰδίως καὶ πρὸ παντὸς πρὸς ἀναδιοργάνωσιν καὶ
373ἀνόρθωσιν τῶν τῆς Δικαιοσύνης. Οὕτω δὲ ἀναστηλοῦντες τὸ
374κράτος τοῦ νόμου, καὶ ἐμπνέοντες πεποίθησιν εἰς τοὺς ἀρ-
375χομένους ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ ἐπὶ τοὺς διαχειριζομένους
376τὴν δικαιοσύνην τοῦ ἔθνους, θέλομεν ἐλπίσει εἰς ἀνατολὴν
377εὐτυχεστέρων διὰ τὸ Ἑλληνικὸν γένος ἡμερῶν.
378§19ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριε Πρόε-
379δρε, ὅτι ἀπελπισία κατέχει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τὴν
380ὄντως ἔκρυθμον αὐτὴν κατάστασιν· ἀπώλεσεν ὁ Ἑλληνικὸς
381λαὸς πᾶσαν ἐλπίδα, πᾶσαν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὴν ἀστυνομικὴν
382ἀρχήν. Τὰ αἴτια εἶναι ποικίλα, καὶ συμφωνῶ μετὰ τῶν ἀξιο-
383τίμων προαγορευσάντων, ὅτι σπουδαίως εὐθύνεται ἡ δικα-
384στικὴ ἐξουσία διὰ τὸ ὀλίσθημα αὐτὸ, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσε,
385καὶ διὰ τὸ κατρακύλισμα, εἰς τὸ ὁποῖον φθάνει ἡ ἀστυνομικὴ
386ἀρχὴ πανταχοῦ τοῦ Κράτους· συμφωνῶ, λέγω, διότι ἐξ ἰδίας
387ἀντιλήψεως γνωρίζω γεγονότα ἀναπτυχθέντα ἐνώπιον Δικα-
388στηρίων, κατηγορουμένων ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα
389ἐνῷ προὐξένησαν φρίκην εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀκροατὰς ἐκτυλισσό-
390μενα, ἠκούομεν μετ’ ἀπορίας ἔπειτα ἀποφάσεις τῶν Δικα-
391στηρίων οὐχὶ συμφώνους πρὸς τὰ ἐξαγόμενα τῆς ἀποδεικτι-
392κῆς διαδικασίας. Ἀντελήφθην, κύριε Πρόεδρε, ἰδίαις αἰσθή-
393σεσι πατέρα καὶ υἱὸν, τοὺς Βασίλειον Πίτταν καὶ Δημήτριον
394Πίτταν, παθόντας παρ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Καὶ τί νομί-
395ζετε ὅτι ἔπαθεν ὁ πατὴρ αὐτὸς καὶ ὁ υἱός; Ἐπὶ δέκα ὥρας
396ἐπλακώθησαν εἰς τὸ στῆθος διὰ πετρῶν, ἐκτεθειμένοι εἰς
397τὸν ἥλιον, κατὰ διαλείμματα δὲ ἠνοίγετο τὸ στόμα αὐτῶν
398καὶ ἐρρίπτετο πιπέρι ἐντὸς αὐτοῦ! Ἐφρικίασε τὸ ἀκροατή-
399ριον, ἐφρικίασε τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐδίκαζε τὸν κατη-
400γορούμενον ἐπιλοχίαν ἀστυνόμον, καὶ τὸ Δικαστήριον ἐδυσ-
401φόρει, διότι δὲν εὕρισκε διάταξιν, ἵνα κηρυχθῇ ἀναρμόδιον,
402καὶ ἐδέησε νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν, ἐρήμην τοῦ κατηγορουμένου,
4036 μηνῶν φυλακίσεως. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, μετὰ πάρο-
404δον μηνῶν τινων εἰσάγεται ἡ ἀνακοπὴ κατὰ τῆς ἐρήμην
405ταύτης ἀποφάσεως καὶ ὁ κατηγορούμενος οὐδὲν ἄλλο μέσον
406ὑπερασπίσεως προσάγει· δικάζεται ὁ κατηγορούμενος μὲ τὰ
407πρακτικὰ τῆς ἐρήμην δίκης· καὶ ποίαν, νομίζετε, ἀπόφασιν
408ἠκούσαμεν δημοσιευομένην παρὰ τοῦ Δικαστηρίου; ὅτι ἡ
409πρᾶξις φέρει πταισματικὸν χαρακτῆρα, καὶ ἐπειδὴ εἶχε πα-
410ρέλθει πενταετία ἀφ’ ἧς ἐγένετο, — διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς
411ἐπερίμενε μετὰ πενταετίαν νὰ εἰσαγάγῃ τὸν κατηγορούμε-
412νον εἰς δίκην — ἦτο παραγεγραμμένον τὸ πταῖσμα, καὶ ὁ
413κατηγορούμενος ἐπανέλαβε τὸ ἔργον του, ἵνα συνεχίσῃ τοῦ-
414το, καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν ἀκόμη εἶναι ἀστυνόμος.
415Εἶδον πολίτην καταβασανισθέντα ἐν Τεγέᾳ παρ’ ἀστυνό-
416μου, αἱ δὲ ἐκθέσεις αἱ ἰατροδικαστικαὶ ἐβεβαίουν, ὅτι οὐδα-
417μοῦ τοῦ σώματος τοῦ πολίτου ἐκείνου εὑρέθη μέλος ἀνέπα-
418φον, ἡ δὲ ἀποδεικτικὴ διαδικασία ἀπέδειξεν, ὅτι ὀγδοή-
419κοντα ἑπτὰ βουρδουλιαῖς ἐδόθησαν κατὰ τοῦ πολίτου! ἤρχι-
420ζεν ὁ βούρδουλας ἐκ τῶν ποδῶν καὶ ἔφθανεν εἰς τὴν κεφα-
421λὴν, καὶ τἀνάπαλιν! Τὸ Δικαστήριον δὲ, τί νομίζετε, ὅτι,
422κατ’ ἀντιμολίαν τοῦ κατηγορουμένου δικαζομένου, εἶπεν;
423Εἶπεν ὅτι ἐξ ὑπερμέτρου ζήλου ἐνήργησεν ὁ ἀστυνόμος τὴν
424πρᾶξιν· διότι ἐνόμιζεν ὁ ἀστυνόμος, ὅτι εἷς σάκκος ἀραβο-
425σίτου ἐκλάπη παρὰ τοῦ παθόντος, ἔδειρεν αὐτὸν κατ’ αὐ-
426τὸν τὸν τρόπον, καὶ συνεπῶς τὸ Δικαστήριον δὲν τῷ ἐπι-
427βάλλει ποινήν!
428Καὶ νομίζετε, ὅτι, ὅταν ἔχητε τοιαύτας ἀποφάσεις δικα-
429στικάς, εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ περιορισμὸς εἰς τὰ ἀστυνομικὰ
430ὄργανα;
431Ἔχω, κύριε Πρόεδρε, ἑκατοντάδα γεγονότων τοιούτων νὰ
432διηγηθῶ, ἀλλὰ τί πρὸς τοῦτο; Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ὡς
433καὶ ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνέφερε, κατεξέσχισε
434τὰς διατάξεις αὐτὰς τοῦ Συντάγματος, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν
435ὁ προλαλήσας συνάδελφος. Συλλαμβάνεται πολίτης ἄνευ ἐν-
436τάλματος, ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως, κρατεῖται εἰς τὸ κρα-
437τητήριον οὐχὶ 24 ὥρας, ὅπως ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνά-
438δελφος, ἀλλὰ 17 ἡμέρας, κύριε Πρόεδρε, καὶ περὶ αὐτοῦ πρὸ
439τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὑπέβαλον ἐπερώτη-
440σιν εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα προσ-
441αγάγῃ πίνακα μηνύσεων καθ’ ὡρισμένων ἀστυνόμων. Τρὶς
442κατ’ ἐπανάληψιν ὑπέμνησα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δι-
443καιοσύνης, ἵνα καταθέσῃ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἀλλ’ ὁ κ.
444Ὑπουργὸς, δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους, ἴσως διότι ὁ συν-
445άδελφός μου διεβεβαίου, ὅτι τὸ πρόσωπον τοῦ κατηγόρου,
446διὰ τὸ ὁποῖον ἐζήτουν τὰς πληροφορίας αὐτὰς, εἶναι σκεῦος
447τῆς ἐκλογῆς του καὶ συνεπῶς καλὸς ὑπάλληλος, ἴσως δι’
448αὐτὸ παραλείπει ἄχρι τοῦδε νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν
449τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Ὁ πολίτης αὐτὸς, περὶ τοῦ
450ὁποίου πρόκειται, φθάνει μετὰ 17 ἡμέρας εἰς τὸν Εἰσαγγε-
451λέα, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς νομίζετε ὅτι τοῦ ἀποδίδει δικαιοσύ-
452νην; νομίζετε ὅτι τὸν ἀπολύει, ἵνα μεταβῇ εἰς τὴν οἰκογέ-
453νειάν του; Οὐχί! Τὸν στέλλει εἰς τὸ κρατητήριον τῆς χω-
454ροφυλακῆς, καὶ τὸν κρατεῖ ἀκόμη 7 ἡμέρας ἐκεῖ, ἵνα ἀπο-
455φανθῶσιν ἐπὶ κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ἐδημιούργουν καθ’ ἃς
456ἡμέρας ἐκρατεῖτο, κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὴν ἀρχὴν
457ὄχι τότε, ἀλλὰ πρὸ ἑνὸς καὶ δύο ἐτῶν!...
458§20Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Χωρὶς νὰ ἐκδοθῇ ἔνταλμα προφυλακίσεως;
459§21ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα... Καὶ μετὰ 7 ἡμέρας, ἀφοῦ
460ἐκρατήθη καὶ διεμαρτυρήθη, τότε ἐσκέφθη ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ
461διατάξῃ ν’ ἀπολυθῇ ἀπὸ τὸ κρατητήριον τῆς χωροφυλακῆς.
462Συλλαμβάνεται ἕτερος πολίτης, ὀνόματι Σάββας Στα-
463ματόπουλος. Ὁ Σάββας Σταματόπουλος, πολίτης τοῦ δή-
464μου Κλείτορος, πυροβολεῖται παρὰ τριῶν προσώπων, καὶ πλη-
465γώνεται αὐτὸς, ὁ ἀδελφός του καὶ ἡ ἀδελφή του· φθάνουσι
466δύο χωροφύλακες, καὶ συλλαμβάνονται οἱ δρᾶσται· μετὰ ἡμέ-
467ραν ὁλόκληρον μεταβαίνει ἐπὶ τόπου ὁ εἰρηνοδίκης τῆς περι-
468φερείας ἐκείνης, καὶ διατάσσει τὴν ἀπόλυσιν τῶν δραστῶν,
469καὶ τὴν σύλληψιν τοῦ τραυματισθέντος, τὸν ὁποῖον ὁδηγεῖ
470εἰς τὸν Εἰσαγγελέα! Ἀλλὰ πρὶν φθάσῃ εἰς τὸν Εἰσαγγε-
471λέα, συντάσσεται μήνυσις κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας,
472κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου, καὶ παραπονεῖται ὁ δυστυχὴς αὐτὸς, ὁ
473πληγωμένος καὶ μεταφερόμενος εἰς τὸν Εἰσαγγελέα· καὶ ἔλε-
474γεν εἰς τὴν ἀναφοράν του: «τὸ Σύνταγμα καταπατεῖται!
475ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος συνελήφθην»·
476ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀναγινώσκει: «συνελήφθην ἄνευ ἐντάλματος
477καὶ ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος», καὶ δια-
478τάσσει: «δέσατέ τον τὸν....! Ἔμαθε καὶ Σύνταγμα! δέ-
479σατέ τον, ἐπιτεθῆτε, καὶ μὴ τὸν ἀφίνετε ζωντανόν!» Καὶ
480παρακατιὼν ἔγραφεν ἡ ἀναφορὰ τοῦ παθόντος: «δίκην κα-
481κούργου δέσμιος συνωδεύθην». «Κτυπᾶτέ τον!» ἐπαναλαμ-
482βάνει ὁ Εἰσαγγελεύς! Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, Κύριοι!
483§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος Εἰσαγγελεὺς εἶναι αὐτός;
484§23ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι ὁ προϊστατευόμενος τοῦ κ. Ὑπουρ-
485γοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
486Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Πατρῶν ἰσχυρίσθη καὶ
487διεμαρτυρήθη, διατὶ μετὰ τόσας κατηγορίας αὐτὴ ἡ ἀνα-
488βολὴ, διὰ ν’ ἀπολυθῶσιν ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι ἢ ἀστυ-
489νόμοι, καὶ νὰ ζητῶνται δικαστικαὶ ἀποφάσεις! Ἀλλὰ, κ.
490συνάδελφε, πλανᾶσθε· ὑπάρχουν δικαστικαὶ ἀποφάσεις κατὰ
491τοιούτων ὄντων, καὶ ἀνεφέρθησαν πολῖται πολλάκις εἰς τοὺς
492κυρίους Ὑπουργοὺς, ἵνα θεωρηθῶσι παρ’ αὐτῶν ἀνίκανοι οἱ
493τοιοῦτοι ἀστυνόμοι εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν ἀστυνομικῶν κα-
494θηκόντων, ἀλλ’ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ οὐδεμίαν προσοχὴν ἔδω-
495καν. Καὶ διὰ νὰ μὴ νομίζητε, ὅτι ὑπερβολὰς λέγω, σᾶς ἀνα-
496γινώσκω αὐτάς. Ὑπάρχει, Κύριοι, ἓν σκεῦος ἀστυνομικὸν
497εἰς τὸν δῆμον Λαγκαδίων τῆς ἐπαρχίας μου, εἷς ἐνωμοτάρ-
498χης ἀστυφυλακῆς, περὶ τοῦ ὁποίου μηνύσεις ὑπάρχουν πολ-
499λαὶ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀποφάσεις· εἶναι ἀποφάσεις διαφόρων
500Πλημμελειοδικείων, εἶναι καὶ ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πά-
501γου, καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου δεικνύει, ὅτι τὰ
502κατώτερα Δικαστήρια ἐπιεικῶς πάντοτε κρίνουσι περὶ τῶν
503ἀστυνομικῶν ὀργάνων, διότι, ἐνῷ δυνάμει ἀποφάσεως ἐκη-
504ρύχθη ἔνοχον τὸ σκεῦος ἐκεῖνο, καὶ κατεδικάσθη εἰς στέρη-
505σιν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, τὸ Πλημμελειοδικεῖον
506τὸ καταδικάσαν δὲν ἠθέλησε διάταξιν τοιαύτην νὰ περιλά-
507βῃ ἐν τῇ ἀποφάσει, ὁ δὲ Ἄρειος Πάγος, συμπληρῶν τὴν ἀπό-
508φασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου, στερεῖ τὸν καταδικασθέντα
509ἀστυνόμον καὶ τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων καὶ κηρύσ-
510σει αὐτὸν ἔκπτωτον τοῦ βαθμοῦ του. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα
511αὐτὸς ὑπάρχει ἀκόμη ἀστυνομεύων!
512§24Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως;
513§25ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως.
514§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διδάσκουν, ἵνα ἐφαρμόζουν τὰ
515αὐτὰ μέτρα εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ εἰς τὴν Τρίπολιν!
516§27ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀκούσατε: «Ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πά-
517γου, ὑπ’ ἀριθ. 116 τοῦ 1896.» (Ἀναγινώσκει αὐτήν).
518§28Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι ἀστυνόμος αὐτὸς ἀκόμη;
519§29ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι βεβαίως, καὶ διευθύνει τὴν ἀστυνο-
520μίαν, διότι ὁσάκις ἐκεῖ ἀποστέλλεται ἀξιωματικὸς ἀστυνό-
521μος, δὲν παρέρχονται ἡμέραι ἢ ὧραι μόνον, καὶ ἀνακαλεῖται
522αὐτὸς, καὶ μένει ἐκεῖνος ἀστυνομεύων εἰς μίαν πόλιν κατοι-
523κουμένην ἀπὸ 8,000 ψυχάς!
524Ἀκούσατε καὶ τὸ σκεπτικὸν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου
525Πάγου. (Ἀναγινώσκει αὐτό).
526§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πότε ἐξεδόθη αὐτὴ ἡ ἀπόφασις;
527§31ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ 1896.
528Λοιπὸν βεβαιώνω ἐγὼ, ὅτι εἰς τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσω-
529τερικῶν Ὑπουργὸν ὑπεβλήθησαν μυρίαι ἀναφοραὶ παρὰ τῶν
530κατοίκων ἐκείνων, τελευταῖον δὲ, κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον,
531εἶχε σταλῆ ἐκεῖ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν
532ἀξιωματικὸς, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις ἐπὶ εἰδικῆς ὑποθέ-
533σεως, ἤτοι ὅτι ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς, ἵνα προσπορισθῇ ἴδιον
534ὄφελος, ἐναντίον τοῦ νόμου, ὥρισεν ὡς Ἀγορὰν ἐν Λαγκα-
535δίοις ἄλλο μέρος ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁρίσει τὸ Δημο-
536τικὸν Συμβούλιον καὶ εἶχεν ἐγκρίνει καὶ ὁ Ὑπουργὸς. Κατὰ
537τὸν νόμον, γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸν τόπον τῆς
538Ἀγορᾶς ὁρίζει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον· τοῦτο εἶχε γείνῃ
539καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλ’ ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς, ἵνα προσ-
540πορισθῇ ἴδιον κέρδος, ἀθέμιτον ὄφελος, καταργεῖ τὸν νόμον,
541καὶ ὁρίζει ἀλλαχοῦ τόπον Ἀγορᾶς. Στέλλεται ἀνακριτὴς πρὸς
542ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, καὶ βεβαιοῦνται τὰ καταγγελλόμενα.
543Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ κατα-
544θέσῃ τὴν ἔκθεσιν· καίτοι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δὲν θὰ ἴδω
545ποτὲ νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφα, οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι ἐκ-
546πληρῶ καθῆκόν, ζητῶν καὶ πάλιν τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀξιω-
547ματικοῦ, τοῦ ἐνεργήσαντος ἀνάκρισιν κατὰ μῆνα Σεπτέμ-
548βριον κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου αὐτοῦ.
549Ἀκόμη ἔχω σωρείαν ὑποθέσεων νὰ φέρω ἐνώπιον ὑμῶν,
550ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν,
551ὀνομαστὶ ἀναφέρων τὰ περὶ τούτων. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι κατὰ
552ἑκατοντάδας ἀριθμοῦνται αἱ μηνύσεις αἱ ἐγχειρισθεῖσαι εἰς
553τὸν Εἰσαγγελέα Τριπόλεως κατὰ τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ, αἱ
554ὁποῖαι ὅμως δὲν ἐνεργοῦνται, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς Θεοδώρου
555εἶναι φίλτατος τοῦ ἀστυνόμου, διότι ὁ Θεοδώρου, διελθὼν
556τῶν Λαγκαδίων ἅπαξ, κατέλυσεν εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, καὶ
557αὐτὸς τῷ παρεχώρησεν ὅλα τὰ μέσα τῆς περιποιήσεως. Νο-
558μίζω δ’ ὅτι εἶναι καὶ Κερκυραῖος ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτός.
559§32Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τί ὄνομα ἔχει;
560§33ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κάντας.
561§34Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι Κερκυραῖος.
562§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἐκ Παξῶν.
563§36Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς τοὺς Παξοὺς δὲν ὑπάρχει τοι-
564αύτη οἰκογένεια.
565§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸν θέλει κανεὶς διὰ πατριώτην
566(ἱλαρότης).
567§38ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πρέπει νὰ γελῶμεν δι-
568ότι ἀποκαλύπτονται τοιαῦτα καὶ τηλικαῦτα; Λυποῦμαι
569διότι βλέπω νὰ γελᾷ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν·
570λυποῦμαι διότι ὁ ἐντεταλμένος παρὰ τῆς Πολιτείας ἵνα ἐπι-
571τηρῇ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν γελᾷ, ὅταν καταγγέλλωνται
572παρανομίαι τῶν ἐντεταλμένων τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας τά-
573ξεως καὶ ἀποδεικνύωνται αἱ παρεκτροπαὶ αὐτῶν διὰ δικα-
574στικῶν ἀποφάσεων, ἐνῷ δὲν ἔπρεπεν οὔτε στιγμὴν νὰ περι-
575μένῃ, ἵνα πράξῃ τὸ καθῆκον, τὸ ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτόν,
576τιμωρῶν τὰ ὄργανα ἐκεῖνα.
577Ὥστε, κύριε Πρόεδρε, εὐθύνεται μέν, κατὰ τὴν γνώμην
578μου, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, διότι ἐπιεικῶς πάντοτε ἔκρινε τὰς
579παρεκτροπάς, τὰ ἀδικήματα, τὰ ἐγκλήματα τῶν ἀστυνο-
580μικῶν ὀργάνων, ἀλλ’ εὐθύνεται κυρίως ἡ Διοίκησις, εὐθύνον-
581ται κυρίως οἱ Ὑπουργοὶ, αἱ ὁποῖοι, πληροφορούμενοι παν-
582ταχόθεν τὰ διάφορα ἐγκλήματα καὶ ἀδικήματα τῶν ἀστυ-
583νομικῶν ὀργάνων, πληροφορούμενοι ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία
584παραβλέπει τὸ καθῆκόν της, ὅτι εἴτε ἐπιεικῶς κρίνει αὐ-
585τοὺς, εἴτε σκανδαλωδῶς ἀθῳοῖ αὐτοὺς, οὐδέποτε ἐζήτησαν
586εὐθύνας παρὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία παραβαίνει
587τὸ καθῆκόν της. Καὶ τί ἐγένετο ὁ νόμος ὁ εἰδικός, καθ’ ὃν
588ἐντὸς μηνὸς δικάζονται τὰ ἀδικήματα τῶν ἀστυνομικῶν ὀρ-
589γάνων; Ἐφηρμόσθη παρὰ τῶν Εἰσαγγελέων ὁ νόμος; Καὶ
590τί πράττει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν οἱ διά-
591φοροι Εἰσαγγελεῖς καταξεσχίζωσι τοὺς νόμους, ὅταν βλέπω-
592μεν πρᾶξιν, ὡς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ μικροῦ
593καὶ ἡ ὁποία βεβαίως προξενεῖ τὴν φρίκην, νὰ εἰσάγηται εἰς
594τὸ Πλημμελειοδικεῖον μετὰ πέντε ὁλόκληρα ἔτη; Περιμέ-
595νετε διόρθωσιν πλέον τοῦ κακοῦ;
596Δὲν ἐπέρχεται, Κύριοι, διὰ τοιούτων μέτρων ἡ λύσις, ἐφ’
597ὅσον οἱ Ὑπουργοὶ κωφεύουσι, καὶ δικαίως ὁ πολιτικὸς Σύλ-
598λογος τῶν Πατρῶν ἐσκέφθη, καὶ ἀναλαβὼν τὴν προστασίαν
599τῶν νόμων ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Βουλήν, δικαίως, λέγω,
600διότι μεμονωμέναι διαμαρτυρίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη
601γίνονται ἐνταῦθα, μεμονωμέναι διαμαρτυρίαι, αἱ ὁποῖαι ἐκ
602τοῦ λαοῦ καθ’ ἑκάστην φθάνουσι μέχρις ἡμῶν, δὲν ἠνάγκασαν
603τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ δώσωσι προσοχὴν εἰς τὴν κατά-
604στασιν. Πέπεισμαι, ὅτι τὸ παράδειγμα τῶν πολιτῶν τῶν
605Πατρῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι πάσης τιμῆς καὶ ὑπολήψεως,
606διότι πρῶτοι οὗτοι ἔρρηξαν φωνὴν διαμαρτυρίας, θὰ μιμη-
607θῶσι καὶ ἄλλοι πολῖται τοῦ Κράτους, καὶ τότε φρονῶ, ὅτι
608δὲν θὰ δυνηθῶσι πλέον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ παρίδωσι τὸ
609καθῆκόν των. Φρονῶ μάλιστα, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ θὰ
610ἀναγκασθῶσι νὰ κύψωσιν ὑπὸ τὴν ἀρὰν καὶ τὰς κραυγὰς τοῦ
611Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
612§39Γ. ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Ἐπειδὴ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἦλθε καὶ
613πάλιν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ λόγος περὶ τοῦ ἀστυνόμου Μπρούμα,
614κατὰ τοῦ ὁποίου οἱ ἐκ Πατρῶν συνάδελφοι τόσα πολλὰ διεξ-
615ετραγώδησαν, ὀφείλω, χάριν τῆς ἀληθείας καὶ τῆς δικαιο-
616σύνης, νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν μερικὰς πληροφορίας, ἐκ τῶν
617ὁποίων θέλει βεβαιωθῆ, ὅτι ὅλα τὰ κατ’ αὐτοῦ λεχθέντα
618εἶναι λίαν ὑπερβολικὰ καὶ ὅλως ἀνυπόστατα. Καὶ πρῶτον
619πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Ραφτακόπουλος, ὑπὲρ οὗ τόσος
620πολὺς λόγος ἐγένετο διὰ τὰς κατ’ αὐτοῦ διαπραχθείσας κα-
621κώσεις, ἦτο ὁ κυριώτερος συνεργὸς τῆς γνωστῆς ἐκείνης ἀπα-
622γωγῆς, ἥτις ὑπῆρξεν ἡ αἰτία τῆς δολοφονίας τεσσάρων ἀστυ-
623φυλάκων, κινδυνεύσαντος καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀστυνόμου Μπρούμα·
624ὅτι ὁ Ραφτακόπουλος οὗτος, ἔχων τὴν κατοικίαν του ἐντὸς
625τοῦ δάσους καὶ ¾ τῆς ὥρας μακρὰν τοῦ χωρίου Δραγάνου,
626ἐχρησιμοποίει ταύτην ὡς κρησφύγετον καὶ ἐνδιαίτημα τῶν
627ληστοφυγοδίκων Μπαλαλᾶ καὶ Μπουκουβάλα καὶ παντὸς
628κακοποιοῦ στοιχείου, ὡς καὶ ἐκείνων, οἵτινες ἔλαβον μέρος
629εἰς τὴν ἀπαγωγὴν καὶ εἰς τὸν φόνον τῶν ἀστυφυλάκων. Ὁ
630Ραφτακόπουλος εἶναι οὐχὶ ἔντιμος καὶ φιλήσυχος πολίτης,
631ἀλλὰ ζωοκλέπτης πρώτης τάξεως...
632§40Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τὸ λέγετε αὐτὸ,
633χωρὶς νὰ ἔχητε οὐδεμίαν ἀπόδειξιν;
634§41Γ. ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Εἶναι γνωστὸς εἰς ὅλους τοὺς κατοί-
635κους Δραγάνου.
636Τελευταῖον σᾶς πληροφορῶ, κ. συνάδελφοι, ὅτι ὁ ἀξιω-
637ματικὸς Μπρούμας, καθ’ ἃς ἔχω θετικὰς πληροφορίας παρὰ
638διαφόρων ἐντίμων συναδέλφων του, καὶ καθ’ ἃ ἐβεβαίωσε
639καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος κ. Κ. Κουμουνδοῦ-
640ρος, εἶναι εἷς τῶν ἐντιμοτέρων καὶ ἀξιοπρεπεστέρων ἀξιω-
641ματικῶν τοῦ στρατοῦ, γνωρίζων νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν
642του μετ’ ἀμεροληψίας, ἐπιμελείας καὶ δραστηριότητος· εἶναι
643ἐκεῖνος, ὅστις ἔφερε λαμπρὰ ἀποτελέσματα εἰς τὴν δημοσίαν
644ἀσφάλειαν, παγιώσας αὐτὴν ἐν Δύμῃ καὶ ἐν Ἠλείᾳ. Συμ-
645πληρῶν δὲ τὴν ὁμιλίαν μου ταύτην, προστίθημι, ὅτι αἱ κατὰ
646τοῦ Ραφτακοπούλου γενόμεναι κακώσεις διεπράχθησαν οὐχὶ
647παρ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ παρὰ τῶν ἀστυφυλάκων καὶ χωροφυλά-
648κων, οἵτινες διαταχθέντες μετέβησαν καὶ τὸν συνέλαβον.
649§42ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἀκριβῶς τὴν ἰδίαν γνώμην ἔχω καὶ ἐγὼ
650περὶ τοῦ Μπρούμα.
651§43Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρ-
652τημα).
653§44Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ κατὰ τὰς προηγουμένας Συνόδους
654τῆς Περιόδου ταύτης, κύριοι Βουλευταί, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦ-
655μαι, ὀλίγαι συνεδριάσεις παρῆλθον, χωρὶς νὰ ἀκουσθῇ ἐν τῇ
656αἰθούσῃ ταύτῃ διαμαρτυρία κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων
657καὶ κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὡς δεικνυούσης ὑπέρμε-
658τρον ἐπιείκειαν πρὸς ταῦτα, καὶ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν οὐδε-
659μία, δύναμαι νὰ εἴπω, συνεδρίασις παρῆλθε, χωρὶς νὰ ἀκου-
660σθῶσιν ἐπίσης αἱ αὐταὶ διαμαρτυρίαι καὶ πολλῷ ἐντονώτε-
661ραι. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ἐπὶ τέλους, ὅτι δὲν εἶναι
662ὑπαίτιοι τῆς καταστάσεως ταύτης μόνον ἡ ἀστυνομικὴ ἐξου-
663σία καὶ ἡ δικαστικὴ, ἀλλ’ ὅτι ἐνεχόμεθα καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι
664ἀρκούμεθα ἐνταῦθα ῥηγνύοντες κραυγὰς διαμαρτυρίας καὶ
665μεμψιμοιροῦντες ὡς γραΐδια, καὶ δὲν ἐξεγειρόμεθα πάντες,
666ἵνα ζητήσωμεν νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον
667ἀπὸ τῆς παρελθούσης Περιόδου κατεδικάσθη. Ἐψηφίσθη-
668σαν μὲν νόμοι, μεταβάλλοντες τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ κατ’
669ἐκείνην τὴν Περίοδον καὶ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν, ἀλλὰ μέχρι
670σήμερον δὲν κατωρθώθη νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν οὔτε ὁ εἷς
671οὔτε ὁ ἄλλος. Δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους δὲν ἐφαρμό-
672σθησαν οἱ ἀστυνομικοὶ οὗτοι νόμοι, βεβαίως ὅμως καὶ ἡ τότε
673Κυβέρνησις καὶ ἡ προκάτοχος τῆς ἐνεστώσης καὶ ἡ ἐνεστῶσα
674εἶναι ὅλως ἀδικαιολόγητοι, μὴ ἐφαρμόζουσαι νόμους, τοὺς
675ὁποίους, τῇ εἰσηγήσει μάλιστα αὐτῶν, ἐψήφισεν ὁπωσδή-
676ποτε ἡ Βουλή, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν
677ἐφαρμογὴν αὐτῶν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἐὰν φρονῶ-
678σιν οἱ κυβερνῆται, ὅτι ὁ ψηφισθεὶς νόμος εἶναι ἱκανὸς ν’ ἀπο-
679καταστήσῃ τὴν διατεταραγμένην τάξιν καὶ δημοσίαν ἀσφά-
680λειαν, καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τιμήν, τὴν ζωὴν καὶ περιου-
681σίαν τῶν πολιτῶν, ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐφαρμόσωσιν
682ἀμέσως τὸν νόμον αὐτόν, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβάλλω-
683σιν ὡς πρόσκομμα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅταν πρόκη-
684ται περὶ τῶν πολυτιμοτέρων καὶ τιμαλφεστέρων δικαιωμά-
685των τοῦ πολίτου, καὶ περὶ τῆς βάσεως αὐτῆς τοῦ πολιτι-
686σμοῦ καὶ τῆς εὐνομίας. Δὲν πρέπει νὰ δαπανῶμεν τοὺς φό-
687ρους τοῦ λαοῦ ἀφειδῶς εἰς αὐξήσεις θέσεων καὶ μισθῶν, χάριν
688κομματικῶν καὶ προσωπικῶν συμφερόντων, καὶ νὰ λέγωμεν
689εἰς αὐτόν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ Κράτος χρήματα, ἵνα τῷ παράσχῃ
690ἀστυνομίαν ἀξίαν τοῦ ὀνόματος καὶ τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς.
691Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν ἐξεγειρόμεθα πάντες ἐνταῦθα, ἵνα
692ἐπιβάλωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ψηφισθέντος νόμου, ἤ, ἂν
693θεωρῶμεν αὐτὸν ἀνεπαρκῆ, τὴν ψήφισιν ἄλλου κρείττονος,
694νομίζω ὅτι εἶναι ἐντροπὴ πλέον, γραωδῶς νὰ μεμψιμοιρῶ-
695μεν περὶ τῆς ἀθλίας καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.
696Ἐὰν λέγωσιν, ὅτι ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους δὲν
697ἠδύναντο νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον, δὲν λέγουσι τὴν ἀλή-
698θειαν. Δὲν ἐφήρμοσαν αὐτόν, διότι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ἐξετάζον-
699τες αὐτὸν κάλλιον μετὰ τὴν ψήφισιν, εὗρον ὅτι εἶναι ἀνε-
700φάρμοστος καὶ ἀνεπαρκής. Ἄς ὁμολογήσωσιν, ὅτι ἐπλανή-
701θησαν, εἰσαγαγόντες καὶ ἐπιμείναντες νὰ καταστήσωσι νό-
702μον τὸ ἀστυνομικὸν νομοσχέδιον των ἄνευ συζητήσεως καὶ
703ἐκ συναρπαγῆς, ὡς ὡμολόγησεν ἀξιεπαίνως καὶ ὁ ἀξιότιμος
704Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος τὴν ἀποτυχίαν τῶν ἄλλων νόμων,
705τοὺς ὁποίους ἐν παννυχίσιν ἀσυζητητὶ καὶ αὐτὸς ἐλάμβανε.
706Βεβαίως προσωπικὴ ἐλευθερία δὲν ὑπάρχει πλέον ἐν Ἑλ-
707λάδι, ὡς λίαν ὀρθῶς παρετήρησε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ
708Τυρνάβου συνάδελφος· προσωπικὴ ἐλευθερία δὲν δύναται νὰ
709ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει, ὅταν ὁ τελευταῖος χωροφύλαξ δύναται,
710κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ, ἄνευ ἐντάλματος, νὰ συλλαμβάνῃ
711οἱονδήποτε πολίτην, καὶ νὰ τὸν ὁδηγῇ εἰς τὸ κρατητήριον,
712καὶ ἐκεῖ νὰ κρατῇ αὐτὸν ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας, καὶ
713ἔπειτα νὰ τὸν ἀποστέλλῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος, μὴ
714εὑρίσκων ἔγκλημα, ἀπολύει αὐτόν. Τοιαῦτα παραδείγματα
715ἔχομεν ἄπειρα, καὶ πιστεύω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ τὰ
716διαπραττόμενα παρὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ παρὰ
717τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, ἅτινα εἶναι ἐντεταλμένα
718τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαίων τῶν πολιτῶν.
719Ἀλλὰ μετὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ νόμου πρέπει νὰ μεταβά-
720λωμεν συγχρόνως καὶ τὸν νόμον περὶ ἀγροφυλακῆς, ὅστις, ὡς
721ἔχει νῦν, δίδει ἀφορμὴν εἰς τὰ πλεῖστα τῶν ἐγκλημάτων,
722ἅτινα διαπράττονται μεταξὺ τῶν ὀργάνων τῆς ἀγροτικῆς
723ἀστυνομίας καὶ τῶν ποιμένων καὶ κτηματιῶν. Τὰ ὀλέθρια
724αὐτὰ σύλληπτρα ἐξωθοῦσι καθ’ ἡμέραν εἰς καταχρήσεις τὰ
725ἀστυνομικὰ ὄργανα. Τίς ἐξ ἡμῶν δὲν ἐσκέφθη, ὅτι πρέπει
726νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα τοῦτο; Καὶ ἐν τούτοις παρῆλ-
727θον τέσσαρες Σύνοδοι μετὰ τῆς ἐνεστώσης, καὶ οὐδεμία πρό-
728νοια ἐλήφθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀλε-
729θρίου τούτου συστήματος, τοῦ δίδοντος χώραν εἰς τοσαῦτα
730ἐγκλήματα, περὶ ὧν, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στατιστι-
731κὰς τῶν εἰσαγγελικῶν γραφείων περὶ τῶν αἰτίων τῶν ἐγ-
732κλημάτων, ἠθέλομεν ἰδεῖ, ὅτι τὰ 8/10 σχεδὸν τῶν ποινικῶν
733ὑποθέσεων ἀφορμὴν ἔχουσι τὸν νόμον περὶ ποιμνιοβοσκῆς
734καὶ ἀγροφυλακῆς. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι οὔτε τὰ κομματικὰ
735οὔτε τὰ πολιτικὰ ἡμῶν συμφέροντα ἐξυπηρετοῦνται διὰ
736τῆς μεταβολῆς τοῦ τοιούτου συστήματος, καὶ δι’ αὐτὸ οὐδεὶς
737μεριμνᾷ εἰλικρινῶς καὶ σοβαρῶς περὶ αὐτῆς. Ἐνθυμοῦμαι,
738ὅτι ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον, ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσω-
739τερικῶν διηύθυνεν ὁ αὐτὸς ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βου-
740λευτής, ἐζήτησεν οὗτος παρὰ τῶν νομαρχῶν νὰ ὑποβάλω-
741σιν ἐκθέσεις περὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου τῆς ἀγροφυλακῆς καὶ
742περὶ μεταβολῆς αὐτοῦ, καὶ ὑπεβλήθησαν τοιαῦται ἐκθέσεις
743τῶν νομαρχῶν καὶ δημάρχων, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν τῷ
744Ὑπουργείῳ. Ταύτας ἐζήτησα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
745Σύνοδον, σκοπῶν νὰ προκαλέσω μελέτην καὶ συζήτησιν ἐπὶ
746τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπερ θεωρῶ τὸ σοβαρώτερον τῶν
747ζητημάτων διά τε τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ διὰ τὴν
748γεωργίαν καὶ κτηνοτροφίαν, αἱ ὁποῖαι ἄνευ ἀσφαλείας ἀδύ-
749νατον νὰ προαχθῶσιν· ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν ἠδυνήθην νὰ πράξω
750τοῦτο, ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς μου. Ὅ,τι
751ὅμως παρέλιπον τότε, ἐσκόπουν νὰ πράξω κατὰ τὴν Σύνο-
752δον ταύτην, λαμβάνων ἀμέσως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τὸν λόγον
753ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καὶ ποιούμενος ἔκκλησιν εἰς τὸν
754πατριωτισμὸν ὑμῶν, ὅπως μὴ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν οὐδὲ
755βῆμα νὰ προχωρήσῃ εἰς κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας, ἐὰν μὴ
756εἰσηγεῖτο νομοσχέδια κυρίως περὶ κοινοτήτων, περὶ ἀγρο-
757φυλακῆς καὶ περὶ ἀστυνομίας, διότι τὸν ψηφισθέντα νόμον
758περὶ αὐτῆς κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον εἶμαι βέβαιος, ὅτι
759οὐδεὶς θὰ τολμήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ· ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπῆλθον
760αἱ ἀνώμαλοι αὗται κυβερνητικαὶ καὶ κοινοβουλευτικαὶ περι-
761στάσεις, ἃς ἐδημιούργησε τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τοῦ
762Εὐαγγελίου, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ παραιτηθῶ τῆς ἰδέας αὑ-
763τῆς, βλέπων ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ σοβαρὰ σκέψις περὶ
764ψηφίσεως τοιούτων νομοσχεδίων ἐν τοιαύτῃ ἀνωμάλῳ κατα-
765στάσει τῆς Βουλῆς.
766Ὡς οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Πατρῶν καὶ ἐκ Γόρτυνος συνάδελφοι
767ὑπεστήριξαν, βεβαίως ἔνοχος τῆς καταστάσεως ταύτης καὶ
768τῶν ἐγκλημάτων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων εἶναι καὶ ἡ
769Δικαιοσύνη, διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ὁποίας ἀπὸ τῆς πρώ-
770της Συνόδου, ὅτε συνεζητήθη καὶ ἐψηφίσθη νομοσχέδιον τρο-
771ποποιοῦν τὸν νόμον περὶ ἐμμίσθων παρέδρων, ἔρρηξα κραυ-
772γὴν ἐντεῦθεν. Ἤκουσα τότε πολλοὺς ἐξ ὑμῶν, καὶ μάλιστα
773ἐπιφανεῖς, ἐξυμνοῦντας τὴν Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος ἡμῶν.
774Συνομολογῶ ἐν πολλοῖς, καὶ μάλιστα ἐν τῇ πολιτικῇ δι-
775καιοσύνῃ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐκ πεποιθήσεως ἐξυμνοῦ-
776σιν αὐτήν, ἀλλ’ ἀτυχῶς φαίνονται, ὅτι ἀγνοοῦσι τὰ κατὰ
777τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην παρ’ ἡμῖν. Ἐὰν προσήρχοντο οἱ
778ὑμνηταὶ αὐτῆς εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, καὶ ἔβλεπον, πῶς
779ἀπονέμεται ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἐν αὐτοῖς, θὰ συνωμολό-
780γουν καὶ αὐτοί, ὅτι ἐν πολλοῖς δὲν ὑπάρχει ποινικὴ δικαιο-
781σύνη ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ Ἐρινύς! Καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς
782γνώμης μου ταύτης παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ μικρὰ πα-
783ρέκβασις ἀπὸ τοῦ κυρίου θέματος.
784§45Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε....
785§46Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς, διότι δυστυχῶς
786εἶμαι ὀλίγον βαρύκοος.
787Οἱ νέοι δικασταί, οὓς ἡ Πολιτεία εἰσάγει ἀμέσως εἰς τὴν
788Ποινικὴν Δικαιοσύνην, εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀκατάλλη-
789λοι δι’ αὐτήν. Οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, περὶ ὀλίγου ποιούμε-
790νοι τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν ἄλλων, νομίζουσιν ἐξ
791ἀπειρίας, ὅτι ἐτάχθησαν, οὐχὶ ἵνα δικάζωσιν, ἀλλ’ ἵνα κατα-
792δικάζωσιν, ἐπιδεικνύμενοι πολλάκις ὑπέρμετρον μέχρις ἀδι-
793κίας αὐστηρότητα, πρὸς ῥεκλαμαρισμὸν, οἱ δὲ λεγόμενοι νο-
794μιμόφρονες, ἐπιπολαίως ἐξετάζοντες τὰ πράγματα, καὶ παν-
795ταχοῦ διαβλέποντες διαφθορὰν τοῦ λαοῦ, ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιρρί-
796πτουσι τὴν εὐθύνην παντὸς κακοῦ, καὶ φρονοῦντες, ὅτι πρέ-
797πει διὰ τῆς τοιαύτης παραλόγου αὐστηρότητος τῆς Ποινι-
798κῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ βελτίωσις καὶ ἠθικοποίη-
799σις αὐτοῦ, τιμῶσι καὶ θαυμάζουσι τοὺς τοιούτους δικαστάς!
800Πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου, πῶς δηλαδὴ
801ἀπονέμεται ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ὑπὸ τῶν νέων δικαστῶν,
802δύναμαι νὰ φέρω πολλὰ παραδείγματα· ἀλλ’ ὁμιλῶν πρὸς
803εἰδότας, δὲν κρίνω τοῦτο ἀναγκαῖον. Τοὺς νέους δικαστὰς,
804εἶπον πάντοτε, ὅτι τιμῶ ὡς πολιτικοὺς δικαστὰς, διότι
805ἀληθῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι μετὰ βαθείας ἐπι-
806στημονικὰς μελέτας προσερχόμενοι εἰς διαγωνισμὸν εἰσέρ-
807χονται εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ ἱκα-
808νώτεροι. Ἔχω ὅμως τὴν γνώμην, ὅτι ἀπὸ τούτων, τῶν κα-
809λῶν ὡς πολιτικῶν δικαστῶν, πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ ποινικὴ
810δικαιοσύνη, καὶ νὰ ἀνατεθῇ εἰς δικαστὰς μᾶλλον ἐμπείρους
811τῶν τοῦ κόσμου. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι καλὸς ποι-
812νικὸς δικαστὴς ὁ ἄπειρος νέος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῶν Πανεπιστη-
813μιακῶν ἑδωλίων ἐξερχόμενος μὲ ἓν δίπλωμα διδάκτορος ἢ
814προλύτου τῆς Νομικῆς, καὶ μετὰ ἓν ἔτος λαμβάνων παρ’ ἑνὸς
815δικηγόρου ψευδὲς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πιστοποιητικὸν, ὅτι
816ὑπηρέτησε παρ’ αὐτῷ ἐπὶ ἓν ἔτος πρὸς πρακτικὴν ἄσκησιν,
817διορίζεται δικηγόρος, καὶ μετὰ τοῦτο κλεισμένος ἐν τῷ δω-
818ματίῳ του μελετᾷ, ἵνα μετὰ δύο ἔτη προσέλθῃ εἰς ἐξετάσεις
819διὰ τὴν θέσιν δικαστικοῦ παρέδρου, προσερχόμενος δὲ καὶ
820ἀπαγγέλλων, ἔστω καλῶς, τὸ μάθημα, ὅπερ ἐμελέτησε, γί-
821νεται δεκτὸς ὡς δικαστικὸς πάρεδρος, καὶ μετὰ ἓν ἔτος ἰσό-
822βιος δικαστὴς, ἀφοῦ προηγουμένως ἐγκριθῇ ὡς τοιοῦτος ὑπὸ
823Συμβουλίου Ἐφετῶν, οἵτινες πολλάκις δὲν ἐγνώρισαν οὔτε
824τὸν χαρακτῆρά του, οὔτε τὴν ὑπηρεσίαν του, οὐδ’ αὐτὸν τὸν
825ἴδιον εἰς τὸν ἰδιωτικὸν αὐτοῦ βίον, ἄν ὑπηρέτησεν ἐν Πρω-
826τοδικείοις μὴ ἑδρεύουσιν ὅπου καὶ τὰ Ἐφετεῖα. Λέγω δὲ,
827ὅτι δὲν ἐγνώρισαν οὐδὲ τὸν ἰδιωτικὸν αὐτῶν βίον, διότι καὶ
828οὗτος, πρωτίστως μάλιστα, πρέπει νὰ ἐξετάζηται, καθόσον
829ὁ ἔχων κακὸν ἰδιωτικὸν βίον δὲν δύναται νὰ ᾖναι καλὸς δι-
830καστής. Εἶδον, Κύριοι, Συμβούλιον ἐφετῶν νὰ ἐγκρίνῃ ὡς
831πρωτοδίκην ἔμμισθον πάρεδρον, ὁ ὁποῖος ἐκ τῆς οἰνοπνευ-
832ματοποσίας εἶχε περιέλθει εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον τοῦ ἀλ-
833κολισμοῦ, καὶ ὁ ὁποῖος ἐν κραιπάλῃ διατελῶν ἐζήτησε τὴν
834συνδρομὴν ἐνωμοτάρχου καὶ χωροφυλάκων, ἵνα φυλακίσῃ
835Εἰσαγγελέα! Ταῦτα πάντα ἐγένοντο γνωστὰ εἰς τοὺς ἐφέ-
836τας καὶ δι’ ἀναφορᾶς τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, ἀλλὰ τὸ
837Συμβούλιον τῶν κ. κ. ἐφετῶν δὲν ἐδίστασε νὰ ἐγκρίνῃ αὐ-
838τὸν διὰ τὴν θέσιν πρωτοδίκου, καὶ διωρίσθη οὗτος! Ὅτε δὲ
839μετὰ ταῦτα ἐγένετο παρατήρησις εἴς τινας ἐφέτας δι’ αὐ-
840τὸν, ἐδόθη ἀπάντησις, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ πεταχθῇ εἰς τοὺς
841δρόμους εἷς νέος, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη εἰς τόσας δαπάνας καὶ
842κόπους διὰ νὰ μορφωθῇ καὶ γείνῃ πάρεδρος! Ἀλλὰ διὰ νὰ
843μὴ πεταχθῇ εἰς τοὺς δρόμους, ἔπρεπε νὰ τὸν πετάξουν εἰς
844τὴν ῥάχιν τοῦ λαοῦ;
845Βεβαίως δὲν ἐννοῶ, ὅτι τὰ τοιαῦτα παραδείγματα εἶναι
846πολλὰ, ἀλλὰ θέλω νὰ καταδείξω, ὅτι ὁ τρόπος, δι’ οὗ οἱ τοι-
847οῦτοι εἰσέρχονται εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν εἶναι ὁ
848καταλληλότερος καὶ ὁ ἀσφαλέστερος. Διὰ τοῦτο δὲ, ὅτε συν-
849εζητεῖτο ὁ περὶ ἐλαττώσεως τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας τῶν
850ἐμμίσθων παρέδρων νόμος, ἐζήτησα νὰ προστεθῇ διάταξις,
851δι’ ἧς νὰ μὴ ἀρκῆται ἡ Πολιτεία διὰ τὸν διορισμὸν πρω-
852τοδίκου εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῶν ἐφετῶν, ἀλλὰ νὰ ζητῆ-
853ται καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως
854τοῦ Πρωτοδικείου, παρ’ ᾧ ὑπηρέτησεν ὡς πάρεδρος, καὶ οἱ
855ὁποῖοι ἐγνώρισαν αὐτὸν καὶ ὡς δικαστὴν καὶ ὡς ἄνθρωπον.
856Ἀλλ’ αἰτία τοῦ κακοῦ τούτου εἶναι καὶ ἄλλη, ἡ ἔλλει-
857ψις Δικηγορικῶν Συλλόγων. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι
858εἶναι ἀσύγγνωστος ἡ ἀδιαφορία, ἣν ἐπιδεικνύομεν ὡς πρὸς
859τὸν διὰ νόμου καταρτισμὸν τούτων, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ τὰ
860δύο τρίτα σχεδὸν ἐν τῇ Βουλῇ εἴμεθα δικηγόροι, καὶ ἐν τού-
861τοις δὲν ἀποφασίζομεν νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς περὶ βελτιώ-
862σεως τῆς καταστάσεως τοῦ δικηγορικοῦ σώματος, ἐξ ἧς ἐξαρ-
863τᾶται καὶ τῆς Δικαιοσύνης ἡ βελτίωσις. Ὁ καταρτισμὸς τῶν
864Δικηγορικῶν Συλλόγων διὰ νόμου θὰ ἐπιδράσῃ σπουδαίως
865οὐ μόνον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐφ’ ἁπάντων τῶν
866κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, διότι οἱ Δικηγορικοὶ Σύλ-
867λογοι θὰ δύνανται νὰ περιστέλλωσι τὰς παρεκτροπὰς τῶν
868ὑπαλλήλων, ἐπιβλέποντες τρόπον τινὰ τὴν διαγωγὴν αὐ-
869τῶν. Ἐζήτησα λοιπὸν τότε, ὅπως οἱ Δικηγορικοὶ Σύλλογοι
870διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας μετὰ τοῦ Δικαστικοῦ Συλλόγου
871προτείνωσι τοὺς ἀξίους νὰ διαγωνισθῶσι διὰ τὴν θέσιν τοῦ
872παρέδρου, τοὺς ἀξίους ὄχι μόνον διὰ τὰς ἐπιστημονικὰς γνώ-
873σεις, εἰς ἃς ἐξετάζει αὐτοὺς ἡ ἐπιτροπή, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν χα-
874ρακτῆρα καὶ διὰ τὴν ἠθικήν, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἄλλος εἶναι εἰς
875θέσιν νὰ γινώσκῃ κάλλιον ἢ οἱ συνάδελφοι αὐτῶν δικηγόροι.
876Βεβαίως αἱ συμπάθειαι καὶ ἄλλοι ἐπηρεασμοὶ δὲν θὰ λεί-
877πωσι καὶ παρὰ τοῖς δικηγόροις, ὥστε νὰ ψηφίζωσι καὶ ὑπὲρ
878ἀναξίων συναδέλφων των. Ἀλλὰ μήπως εἶναι ἀπηλλαγμένα
879αὐτῶν καὶ τὰ μέλη τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, ὁσονδήποτε
880ὑψηλὴν θέσιν καὶ ἂν κατέχωσιν; Ἀλλὰ καὶ ἂν εὑρεθῶσι
881τοιοῦτοι δικηγόροι, ἐπηρεαζόμενοι ἐκ συμπαθειῶν, ἢ ἐξ ἄλ-
882λων λόγων, ὑπὲρ ἑνὸς συναδέλφου των, φρονῶ ἀδιστάκτως,
883ὅτι οἱ τοιοῦτοι θὰ ἦναι ἐν μεγίστῃ μειονοψηφίᾳ, καὶ πάν-
884τοτε ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας διὰ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας
885θὰ προτείνωνται οἱ ἱκανώτεροι καὶ οἱ καταλληλότεροι ἐκ
886τῶν συναδέλφων των, ὥστε πάντες οἱ προσερχόμενοι ἐνώπιον
887τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα διαγωνισθῶσι, θὰ ἦναι οἱ καλλίτεροι καὶ
888κατὰ τὴν κρίσιν καὶ κατὰ τὸν χαρακτῆρα καὶ κατὰ τὴν
889ἠθικήν, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ γινώσκῃ ἡ ἐπιτροπή.
890Μετὰ τὴν παρέκβασιν περὶ Ποινικῆς Δικαιοσύνης καὶ περὶ
891δικαστῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ προέλθω,
892ὅπως ἐξηγήσω, πῶς καὶ διατὶ φρονῶ, ὅτι ἡ Ποινικὴ Δικαιο-
893σύνη καθίσταται ἀκούσιος συνένοχος τῶν ὑπὸ τῶν ὀργάνων
894τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς διαπραττομένων ἐγ-
895κλημάτων, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα τῆς συζητήσεως.
896Ἐφ’ ὅσον τοιούτους ἔχομεν ποινικοὺς δικαστάς, μὴ παρα-
897ξενεύεσθε, ἂν ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμηται ὡς ἠκούσατε παρὰ
898τῶν προαγορευσάντων συναδέλφων, καὶ ἂν μᾶς ἀκούητε λέ-
899γοντας, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη εἶναι συνένοχος εἰς τὴν ἀθλίαν
900κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, διότι οἱ δικασταὶ οὗ-
901τοι, εἰς ἓν καὶ μόνον ἀποβλέποντες, πῶς νὰ φαίνωνται ἀκέ-
902ραιοι καὶ ἀμερόληπτοι, καὶ πῶς νὰ συντρέχωσι καὶ νὰ μὴ
903ἀποθαρρύνωσιν, ἐξ ἐσφαλμένου βεβαίως ὑπολογισμοῦ, τὰ ὄρ-
904γανα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν δείκνυνται μόνον ἐπιει-
905κεῖς πρὸς τὰ ὄργανα ταῦτα, εἴτε ἀστυνόμοι εἶναι, εἴτε ἀστυ-
906φύλακες καὶ χωροφύλακες, ἢ ἀποσπασματάρχαι καὶ στρα-
907τιῶται, οἱ δικαζόμενοι δι’ ἐγκλήματα κατὰ τῶν πολιτῶν,
908ἀλλὰ καὶ σκανδαλωδῶς πολλάκις ἀθωοῦσιν αὐτοὺς, μὴ
909διστάζοντες νὰ λέγωσιν, ὅτι πράττουσι τοῦτο, ἵνα μὴ τοὺς
910ἀποθαρρύνωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν! Τουλάχιστον εἰς ἐμέ,
911λαβόντα πολλάκις ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω εἰς δικαστὰς,
912ὅτι ἡ τοιαύτη χαριστικὴ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης πρὸς τὰ
913ὄργανα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν γένει δὲν ὠφελεῖ οὔτε
914τὴν Πολιτείαν, οὔτε τὴν Δικαιοσύνην, οὐδ’ αὐτὰ ταῦτα, ἀλλὰ
915καὶ τοὐναντίον βλάπτει, καθιστῶσα αὐτὰ θρασύτερα εἰς τὸ
916ἔγκλημα καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν μᾶλλον κακοποιῶν στοιχείων
917ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ὅτι, ἂν ἀρχίσωσι νὰ τι-
918μωρῶσιν αὐτά, ἢ νὰ μὴ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς περὶ ἀντι-
919στάσεων καὶ ζημιῶν ἐν δάσεσιν ἢ ἐν ἀγροῖς ἐκθέσεις καὶ
920μαρτυρίας των, θ’ ἀποθαρρυνθῶσιν αὐτὰ, καὶ θ’ ἀποθρα-
921συνθῶσιν οἱ πολῖται, ὡσὰν νὰ ἦναι ἐξ ἄλλου λαοῦ οἱ ἀστυ-
922νόμοι καὶ οἱ ἀστυφύλακες καὶ οἱ χωροφύλακες καὶ τὰ ἄλλα
923πολυώνυμα ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ὡσὰν νὰ
924μὴ εἰσέρχωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ἐκλιπαροῦντες οἱ
925χείριστοι τῶν πολιτῶν, διότι οἱ τοιοῦτοι εὑρίσκουσι προστα-
926σίαν, ἐνῷ οἱ τίμιοι καὶ χρηστοὶ πολῖται ἢ ἀποφεύγουσιν,
927ἕνεκα τῆς καταστάσεως, νὰ εἰσέλθωσιν εἰς αὐτὴν, ἢ δὲν δύ-
928νανται νὰ εἰσέλθωσιν, ἢ, καὶ ἂν εἰσέλθωσι, ταχέως θ’ ἀπο-
929πεμφθῶσιν, ἢ καταδιωκόμενοι θὰ μετατεθῶσιν εἰς τὰ πέ-
930ρατα τοῦ Βασιλείου, ὡς συμβαίνει καὶ εἰς πάντας σχεδὸν
931τοὺς ἄλλους τιμίους καὶ χρηστοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς μὴ ἐπι-
932τηδείους.
933Συμπεραίνων, κύριοι Βουλευταὶ, λέγω ὅτι, ἐὰν εἰλικρι-
934νῶς θέλωμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν λαὸν ἀπὸ τῆς ἀφορήτου
935καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλθεν ἕνεκα τῆς ἀθλιότητος τῆς
936ἀστυνομικῆς καὶ ἰδίως τῆς ἀγροτικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐν γέ-
937νει τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἧς ἄνευ οὐδὲν καλὸν δύναται
938νὰ προέλθῃ, πρέπει πάντες νὰ ἐξεγερθῶμεν καὶ νὰ ἐπιβά-
939λωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύ-
940της νομοσχέδια κατάλληλα περὶ ἀστυνομίας καὶ περὶ ἀγρο-
941φυλακῆς, τὰ ὁποῖα μετὰ συζήτησιν ἐπισταμένην νὰ ψηφί-
942σωμεν.
943§47Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
944§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ποταμιᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
945§49ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψωμεν.
946§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½
947ὥρας. Ἀλλὰ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ προσ-
948έλθωσιν ἐγκαίρως.
949(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ
950συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 10′ μ. μ.)
951§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνε-
952δρίασις.
953Ὁ κύριος Ποταμιᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
954§52Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ.
955Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, δὲν ἐξηντλήθη εἰσέτι, καὶ ἔχω ἐγὼ
956τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ.
957§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑμεῖς δὲν εἶσθε ἐγγεγραμμένος.
958§54ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἤθελον τὸν λόγον, ἵνα ἀπευθύνω
959μίαν σύστασιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
960ρικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κύριος Ὑπουρ-
961γὸς δὲν εἶναι παρὼν, λαμβάνω τὸν λόγον μετὰ τὸν κύριον
962Βελλιανίτην.
963§55Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀκριβῶς δι’ ὃν λό-
964γον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας ἠρνήθη νὰ λάβῃ τὸν λό-
965γον, διὰ τὸν αὐτὸν καὶ ἐγὼ παρεχώρησα τὴν θέσιν μου εἰς
966τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ναυπλίας, διότι ἐπεθύμουν νὰ ἦναι
967παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερι-
968κῶν. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι δύσκολον νὰ ἀναγκάσωμεν τοὺς
969κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν συνεδρίασιν, καὶ
970ἐπειδὴ ἄλλως τε δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ συντελέσωσι
971ποτὲ οἱ σημερινοὶ Ὑπουργοὶ εἰς τὴν παγίωσιν τῆς δημοσίας
972ἀσφαλείας, ἢ ὅτι θὰ ὑποχρεώσωσι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα νὰ
973ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των, ἔλαβον τὸν λόγον, ἀπευθυνόμε-
974νος οὐχὶ πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ πρὸς τὴν Βουλήν.
975Τὸ θέμα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πα-
976τρῶν καὶ τὸ ὁποῖον διεξῆλθον οἱ ἕτεροι κύριοι συνάδελφοι,
977εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ πρὸ παντὸς ἄλλου
978τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διότι οὐ-
979δέποτε εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὔτε κατὰ τοὺς πρώτους τῆς συ-
980στάσεως τοῦ Βασιλείου χρόνους, παρουσιάσθη παρομοία εἰ-
981κὼν διοικητικῆς ἐκτροχιάσεως, παρομοία ἀναρχία, οἵα ἡ
982παριστανομένη κατὰ τὰς συζητήσεις τῶν ἡμερῶν τούτων.
983Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος μᾶς παρουσίασε γλαφυρω-
984τάτην τὴν εἰκόνα τῆς εὐδαίμονος ταύτης χώρας, τῆς ὁποίας
985ἡμεῖς μὲν εἴμεθα οἱ ἀντιπρόσωποι, οἱ δὲ πολῖται, κατὰ τῶν
986ὁποίων τόσα ἐγκλήματα διαπράττονται, τῶν ὁποίων διαρ-
987πάζεται ἡ περιουσία, τῶν ὁποίων κλέπτονται τὰ κτήνη καὶ
988καταστρέφονται τὰ οἰκιακὰ σκεύη οὐχὶ ὑπὸ τῶν κακοποιῶν
989στοιχείων πλέον, οὐχὶ ὑπὸ τῶν λῃστῶν, οὐχὶ ὑπὸ τῶν κα-
990κούργων, ἀλλ’ ὑπ’ αὐτῶν τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ὑπ’
991αὐτῶν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, εἶναι οἱ ἐντολοδόται ἡμῶν.
992Καὶ παρουσιάζων τὴν εἰκόνα ταύτην ὁ κύριος Βουλευτὴς
993ἐξ Ἑρμιονίδος χθές, μικροῦ δεῖν νὰ προκαλέσῃ ἐντὸς τῆς
994Βουλῆς ἐράνους, ὅπως ἀνεγείρωμεν ἐπὶ μεγάλου στυλοβά-
995του τὸν ἀνδριάντα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὁ ὁ-
996ποῖος ἀνεστήλωσε τὴν καταπεσοῦσαν αὐτὴν χώραν, τὴν ἠθι-
997κὴν ἐν τῇ διοικήσει αὐτῆς, τὴν εὐπρέπειαν ἐν ταῖς σχέσεσι
998τῶν δημοσίων ὀργάνων πρὸς τοὺς πολίτας, ὁ ὁποῖος ἐπα-
999γίωσε τὴν ἀσφάλειαν ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐν τού-
1000τοις ἠκούσατε διεκτραγῳδουμένην κατάστασιν, ὁμοίαν τῆς
1001ὁποίας δύσκολον εἶναι νὰ εὕρητε ἐν Εὐρώπῃ. Δὲν γνωρίζω,
1002Κύριοι, ἐὰν καὶ εἰς τὰ μᾶλλον βάρβαρα Κράτη τῆς Ἀσίας,
1003ἐὰν καὶ εἰς τὰς ἀπωτάτας ἄκρας τῆς Ἀφρικῆς διαπράττον-
1004ται τοιαύτης φύσεως ἐγκλήματα ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξου-
1005σίας, καὶ τὰ ὁποῖα ἠκούσατε σήμερον ἐκτιθέμενα ὑπὸ τῶν
1006κυρίων συναδέλφων, οἵτινες ἔλαβον τὸν λόγον. Καὶ ἀπορεῖ τις
1007ἀληθῶς, πῶς ὁ λαὸς αὐτὸς, ὁ ὁποῖος πρὸ ἑβδομήκοντα ἐτῶν,
1008εὑρισκόμενος ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς χειροτέρας δουλείας, δὲν
1009ἠνέχθη ἐπὶ πλέον τὴν κατάστασιν ταύτην, ἐγκατέλειψε τοὺς
1010ἀγροὺς αὑτοῦ καὶ ἀντεμετώπισε τὰς στρατιὰς τῆς παντοδυ-
1011νάμου τότε Αὐτοκρατορίας, ὁ ὁποῖος καὶ ἐν τῇ δουλείᾳ εἶχε
1012πλήρη τὴν συναίσθησιν τῆς ἐλευθερίας ὡς ἔθνος, ἀλλὰ καὶ
1013πλήρη τὴν συναίσθησιν τῆς ἐλευθερίας ὡς ἄτομον, πῶς ὁ
1014λαὸς οὗτος κατέπεσεν εἰς τοσοῦτον ἐκφυλισμοῦ βαθμὸν, ὥστε
1015ὁ τελευταῖος χωροφύλαξ καὶ ὁ ἀνανδρότατος τῶν ἀστυνό-
1016μων,—οἷος ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου ἔλεγεν ὁ ἐνεργήσας τὴν
1017ἀνάκρισιν ἀξιωματικός, ὅτι δὲν εἶχε τὸ σθένος ἐνώπιον τῶν
1018ὅπλων τῶν φυγοδίκων, ὅπερ ἔχουσι καὶ αὐταὶ ἀκόμη αἱ γυ-
1019ναῖκες,—πῶς ἠνέχθη, λέγω, ἵνα ὁ τοιοῦτος χωροφύλαξ ἢ
1020ἀστυνόμος καταστήσῃ αὐτὸν ὑποπόδιον καὶ μεταβληθῇ εἰς
1021Ἀσιανὸν τυραννίσκον αὑτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐξεφυλίσθη ὁ
1022λαὸς οὗτος; ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον οὐδὲν ἐκ τῶν στοιχείων
1023ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διακρίνουσι τοὺς ἔχοντας συναίσθησιν τῶν
1024δικαίων των πολίτας; Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ὅταν καταγγέλ-
1025λητε τοιαῦτα, καὶ ὁ λαὸς δὲν ἐξεγείρηται, καταδεικνύεται
1026τὸ καταπεσὸν ἐθνικὸν φρόνημα, καὶ ἐγείρει θλιβερὰς σκέψεις,
1027ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀχρείαν διοίκησιν, ἀλλὰ καὶ ὅσον
1028ἀφορᾷ τὴν κατάστασιν τοῦ φρονήματος καὶ τὸν ἐξανδραποδι-
1029σμὸν τοῦ λαοῦ. Διότι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ φρόνημα ἐθνικόν,
1030ὅταν τοιαῦτα ἀνέχωνται οἱ πολῖται, ὅταν ὁ τελευταῖος χωρο-
1031φύλαξ, ὁ αἴσχιστος ἀστυνόμος, δύναται ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ πλή-
1032θους νὰ κρεουργῇ τὰς σάρκας αὐτῶν, νὰ ἀτιμάζῃ τὰς γυναῖκας,
1033νὰ κλέπτῃ τὰ σκεύη καὶ τὰ οἰκόσιτα κτήνη αὐτῶν. Καὶ ἐν
1034τούτοις ὁ λαὸς αὐτὸς ἦτο ἄξιος κρείττονος τύχης· διότι πλη-
1035ρώνει 120,000,000 δρ. κατ’ ἔτος, ὅπως συντηρῇ ἀστυνομίαν,
1036ὅπως ἔχῃ δικαιοσύνην, ὅπως ἔχῃ διοίκησιν, ὅπως ἔχῃ ἀσφά-
1037λειαν τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας του. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ὅλα
1038ταῦτα; ποῦ εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι ἡ δικαιοσύνη; Ἠκούσατε
1039πρὸ μικροῦ τὸν εὔγλωττον συνάδελφον ἐκ Μεγαρίδος ὁμιλοῦν-
1040τα περὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ λέγοντα, ὅτι οἱ δικασταὶ τρέ-
1041μουσι τὸ φάσμα τῆς ἐκτοπίσεως, καὶ προσπαθοῦσι διὰ παν-
1042τὸς μέσου νὰ κρατηθῶσιν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν πόλεων·
1043καθὼς δὲ παρετήρησα εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ, ἠθέλησε νὰ
1044δικαιολογήσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τοὺς δικαστὰς, παραβαίνοντας
1045οὐχὶ σπανίως τὸ καθῆκον αὐτῶν, διότι, ὡς εἶπεν, ἡ Δικαιο-
1046σύνη τῆς Ἑλλάδος ἐκπροσωπεῖται παρὰ δικαστῶν, οἵτινες
1047ἔχουσι μεταβληθῆ εἰς νευρόσπαστα τοῦ Χόλδεν, τὰ ὁποῖα
1048διευθύνουν ἀόρατοι χεῖρες, ἀναλόγως τῶν ὀρέξεων τῶν κι-
1049νούντων αὐτά. Ὅταν ἡ μόνη μέριμνα τοῦ δικαστοῦ ἦναι νὰ μὴ
1050μετατεθῇ ἐκ τῶν κεντρικῶν πόλεων τῆς Ἑλλάδος, καὶ προσ-
1051παθῇ πάσῃ θυσίᾳ νὰ καταστῇ εὐνοούμενος τῶν ἰσχυρῶν τῆς
1052πολιτικῆς, ἢ εὐνοούμενος τῆς Αὐλῆς, ὡς γίνεται πολὺ συχνὰ
1053κατὰ τὰ τελευταῖα αὐτὰ ἔτη, τότε ἀκεραιότης Δικαιοσύνης
1054δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καὶ οὐδεμία ἐμπιστοσύνη περὶ αὐτῆς
1055δύναται νὰ ῥιζωθῇ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ πολίτου.
1056Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ συναίσθησις τοῦ καθήκοντος ἐξέ-
1057φυγεν ἀπὸ τοὺς δημοσίους ἐκείνους λειτουργοὺς, τοὺς ὁποίους
1058τὸ Σύνταγμα ἐφρούρησε διὰ μοναδικοῦ προνομίου, τοῖς παρέ-
1059σχε τὴν ἰσοβιότητα, ἵνα μὴ ὑποκύπτῃ εἰς τὴν ἀνάγκην αὐ-
1060τὴν ἡ κρίσις των. Τοιαῦτα ἔχοντες προνόμια οἱ δικαστικοὶ
1061οὗτοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ τρέμοντες, τοιαῦτα ἔχοντες προνό-
1062μια, ἀλλὰ μεριμνῶντες μόνον, πῶς νὰ προαχθῶσι καὶ κατα-
1063στῶσιν εὐνοούμενοι εἴτε τῶν ἰσχυρῶν τῆς πολιτικῆς, εἴτε
1064τῆς Αὐλῆς, ἀποδεικνύονται, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀρθῶσιν
1065ὑπεράνω τῶν ποταπῶν αὐτῶν ἀδυναμιῶν, καὶ ἀποδεικνύον-
1066ται, ὅσοι εἶναι τοιοῦτοι, οἱ ἀνανδρότατοι τῶν ὑπαλλήλων,
1067καὶ εἶναι στοιχεῖον ἐκφαυλίσεως τοῦ λαοῦ, ταπεινώσεως αὐ-
1068τοῦ, καθόσον, ὅταν τὸν πολίτην δὲν κρατῇ ἡ πεποίθησις περὶ
1069τῆς ἀκεραιότητος καὶ τοῦ ἀδεκάστου τοῦ δικαστοῦ, ὅταν σα-
1070λευθῇ ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὴν ἐντιμότητα τῆς Δικαιοσύνης,
1071πολὺ φυσικὸν εἶναι, ὁ πολίτης νὰ τρέμῃ νὰ ἐκφράσῃ τὸ φρό-
1072νημα αὐτοῦ, νὰ τρέμῃ νὰ καταγγείλῃ τοὺς ἐνόχους, νὰ μετα-
1073βάλληται εἰς πανοῦργον καὶ ἄνανδρον. Μόνον ὅταν ὁ πολί-
1074της σχηματίσῃ περὶ τῆς Δικαιοσύνης τοιαύτην πεποίθησιν,
1075ὥστε νὰ ὁμιλῇ ὡς ὁ Γερμανὸς ἐκεῖνος μυλωθρὸς πρὸς τὸν
1076Φρειδερίκον τὸν Μέγαν, φρονηματίζεται καὶ καθίσταται ἀλη-
1077θὴς πολίτης. Δύναται τὸ πᾶν νὰ ἀπολέσῃ μία χώρα, ἀλλὰ
1078ἀρκεῖ νὰ τῆς μείνῃ ἀλώβητος ἡ Δικαιοσύνη, ὅπως ἀνορθωθῇ.
1079Καὶ ἀγνοῶ, Κύριοι, μετὰ ἑξήκοντα ἐτῶν συνταγματικὸν βίον,
1080ἂν ἐβελτιώθη ἢ ἐχειροτέρευσεν ἡ κατάστασις ἡμῶν ὡς πο-
1081λιτῶν. Ἐγὼ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς
1082ἐλευθερίας, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν καὶ τῆς
1083ἀνεξαρτησίας τοῦ φρονήματος — καὶ τονίζω τὰς λέξεις — ὁ
1084Ἕλλην ἦτο μᾶλλον ἐλεύθερος ὑπὸ τὴν δουλείαν. Δὲν ὑπῆρχε
1085βεβαίως τότε Σύνταγμα, ἀλλ’ ἐκράτει ἡ ἰσχὺς τοῦ Βαλῆ,
1086καὶ τοῦ Πασσᾶ· ἐν τούτοις τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρχε κοι-
1087νωνικὸς βίος μᾶλλον ἐλεύθερος τοῦ σημερινοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν
1088βίου. Τοὐλάχιστον τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑφίστατο ὁ Ἕλλην
1089τὴν τυραννίαν κρυφοστενάζων, διότι ἐγνώριζεν, ὅτι ὑπέκυ-
1090πτεν ὑπὸ δουλείαν, τὴν ὁποίαν εὐκαιρίαν ἐζήτει μόνον νὰ
1091ἀποτινάξῃ....
1092§56Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν πρέπει νὰ λέγωνται τοιαῦτα ἐδῶ,
1093διότι εἶναι ἐντροπὴ ν’ ἀκούωνται εἰς τὸν κόσμον.
1094§57Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι ἐντροπὴ ἐκεῖνα, ἅτινα δια-
1095πράττονται ὑπὸ τῶν δημοσίων ὀργάνων, δὲν εἶναι παντά-
1096πασιν ἐντροπὴ, ὅταν λέγωμεν εἰς ποίαν κατάστασιν περι-
1097ῆλθεν ἡ χώρα.
1098§58ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δι’ αὐτὴν εὐθύνονται πάντες οἱ ἀπὸ τοῦ
10991862 διοικήσαντες τὴν Ἑλλάδα. Ὅλοι πρέπει νὰ δώσουν
1100λόγον τῶν πράξεών των.
1101§59Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ κατάστασις αὕτη βεβαίως ἔχει
1102προγενεστέραν τὴν ἀρχήν. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ὁ προ-
1103ορισμός μας εἶναι νὰ ἐρχώμεθα καὶ νὰ λέγωμεν, ὅτι εἴμεθα
1104ἐλεύθεροι πολῖται, ὅτι ἔχομεν Συνταγματικὸν πολίτευμα
1105καὶ Ἡγεμόνα, εἰς τὰ ὦτα τοῦ ὁποίου δὲν ἔφθασαν τὰ λεγό-
1106μενα ἐνταῦθα καὶ τὰ γραφόμενα ἐν ταῖς ἐφημερίσι καὶ τὰ
1107καταγγελλόμενα ὑπὸ τῶν πολιτῶν, νὰ λέγωμεν, ὅτι ἔχομεν
1108Βουλήν, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν ἐπικρατεῖ ἡ αἰσχίστη δουλεία παρ’
1109ἡμῖν.
1110Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως ἐπὶ
1111τοσαύτας ἡμέρας; ποῖα μέτρα λαμβάνουσιν οἱ Ὑπουργοὶ ἐναν-
1112τίον τῶν καταγγελλομένων πράξεων, αἵτινες ἀποδεικνύον-
1113ται δι’ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, ἅτινα προσεκόμισαν οἱ κύριοι
1114Ὑπουργοί; Οὐδεμία ἐνέργεια, οὐδεμία συγκίνησις! Ἀπά-
1115θεια Βουδιστῶν, φακιρισμὸς ἄξιος τῶν τεκέδων τῆς Ἀσίας!
1116Καὶ ὅταν ἔχητε τοιαύτην Κυβέρνησιν, νομίζετε, ὅτι ἀνήκετε
1117εἰς Πολιτείαν εὐνομουμένην καὶ συνταγματικήν; ἢ ἀνήκετε
1118εἰς κανὲν Κράτος Ἰνδοῦ τινος Μαχαραγιᾶ; Εἶναι ἡ εἰκὼν
1119ἀξία τῶν 116 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, αἵτινες δαπανῶνται
1120διὰ νὰ ἔχωμεν διοίκησιν, δικαιοσύνην, ἀσφάλειαν; ἢ εἶναι
1121εἰκὼν ἀληθοῦς ἀναρχίας; Ὅταν τοιαύτη παρίσταται ἡ εἰκὼν
1122τῆς Πολιτείας ἡμῶν, νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ σιγῶμεν, καὶ
1123ὅτι πράττομεν πρᾶξιν ἐθνωφελῆ, καλύπτοντες τὰ αἴσχη
1124ταῦτα, καὶ ἀφίνοντες νὰ χειροτερεύῃ ἡ κατάστασις αὕτη;
1125Ἐγὼ ἀπορῶ, πῶς ὑπάρχουσιν Ὑπουργοί, γευσάμενοι ἁπλῶς
1126τοῦ πολιτισμοῦ, ἀνεχόμενοι νὰ ἦναι Ὑπουργοὶ τοιούτου
1127Κράτους, καὶ θεωροῦντες ὡς μόνην ἱκανοποίησιν τῆς φιλο-
1128δοξίας των, ὡς μόνον ἰδανικὸν ἐντρύφημα, νὰ ἐξαπλῶνται
1129μακάριοι ἐντὸς ἑνὸς ὑπουργικοῦ ὀχήματος, καὶ νὰ προσφω-
1130νῶνται ἐξοχώτατοι παρὰ τῶν ὑπηρετῶν των. Τέλος πάντων
1131ἡ ἐξουσία ἔχει βεβαίως θέλγητρα, ἀλλ’ ἔχει αὐτὰ, ὅταν
1132δύναταί τις νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἐξουσίαν, συντελῶν εἰς τὴν
1133βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν συμπολιτῶν του. Ἀλλ’ ὅταν βλέ-
1134πωμεν Ὑπουργοὺς, τοὺς παρόντας, οὓς ἀπὸ μηνὸς καὶ πλέον
1135προκαλοῦμεν νὰ φέρουν ἔγγραφα καταδεικνύοντα τὰς ἀχρειό-
1136τητας τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως, Ὑπουργοὺς, εἰς οὓς κα-
1137ταγγέλλομεν ὡρισμένα πρόσωπα καὶ ὡρισμένας πράξεις,
1138Ὑπουργοὺς γνωρίζοντας, ὅτι ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις δικα-
1139στικαὶ, ὅτι ἐκηρύχθησαν ἔκπτωτοι τῆς ἐξουσίας, ἣν ἐνή-
1140σκουν, ἀστυνόμοι, καὶ μάλιστα δι’ ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου
1141Πάγου χρονολογουμένων ἀπὸ τοῦ 1900, καὶ ἐν τούτοις μη-
1142δὲν πράττοντας, ἀλλ’ ἀνεχομένους νὰ ἐξακολουθῶσιν οἱ ἀ-
1143στυνόμοι οὗτοι ὑφιστάμενοι καὶ διαπράττοντες τοιαύτας
1144ἀτιμίας, ποίαν ἰδέαν θέλετε νὰ σχηματίσωμεν περὶ τῆς Πο-
1145λιτείας ταύτης; Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἀδιαφοροῦσι διὰ τὴν
1146κατάστασιν ταύτην, καὶ μίαν μόνον μέριμναν ἔχουσι, πῶς
1147νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, διὰ νὰ κοιμηθῶσιν ἀνενό-
1148χλητοι, καὶ ὄχι ὡς κοιμῶνται κατὰ τὰς νυκτερινὰς ταύτας
1149συνεδριάσεις. Νὰ τὸν πάρετε, Κύριοι, τὸν Προϋπολογισμὸν,
1150ἀλλὰ νὰ διοικήσητε καὶ τὴν χώραν ὡς τοὐλάχιστον ὑπεσχέθη
1151ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Γνωρίζομεν δὲ, ὅτι δὲν τὸν
1152προώρισεν ἡ Θεία Πρόνοια διὰ μεγάλα ἔργα, ὡς ἔχει προο-
1153ρίσει τὸν κ. Βουλευτὴν Παρνασσίδος, ἀλλὰ τὸ ἔργον τῆς χρη-
1154στῆς διοικήσεως μᾶς τὸ ὑπεσχέθη. Ὅτε μάλιστα ἤκουσα
1155αὐτὸν μετὰ τοσαύτης σεμνότητος ὑποσχόμενον χρηστὴν διοί-
1156κησιν, ἐνόμισα, ὅτι διὰ τὰς καταγγελολμένας ἐνταῦθα πρά-
1157ξεις καὶ τὰ ἐγκλήματα τὰ διαπραττόμενα οὐχὶ ὑπὸ κακο-
1158ποιῶν στοιχείων, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, τῶν
1159ἐντεταλμένων τὴν περιφρούρησιν τῆς ἀσφαλείας, τῆς τιμῆς
1160καὶ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν, ἐνόμισα, λέγω, ὅτι ὁ κ.
1161Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης, τῶν
1162Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς οὓς ἀπηυθύνοντο
1163αἱ ἐπερωτήσεις ἐκεῖναι, ἤθελον σπεύσει νὰ φέρωσι τοὺς σχε-
1164τικοὺς φακέλους, ὅπως γνωσθῇ ποῖα εἶναι τὰ διαπραχθέντα
1165ἐγκλήματα, καὶ ποῖοι διέπραξαν αὐτὰ, καὶ ὅτι ἤθελον τι-
1166μωρήσει αὐστηρῶς καὶ παραδειγματικῶς τοὺς οὕτως ἀτιμά-
1167ζοντας τὴν χώραν δημοσίους λειτουργούς. Ἀλλὰ, παρ’ ὅλας
1168τὰς ὑποσχέσεις, βλέπω ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ διαδραμα-
1169τίζουσιν ἐνταῦθα ἀλλόκοτον πρόσωπον, καὶ ὅτι δὲν συναι-
1170σθάνονται, ὅτι ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ προσκομίσωσι τὰ ζη-
1171τούμενα ἔγγραφα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἀφοῦ εἶναι ὑπόδου-
1172λοι τῆς πλειονοψηφίας καὶ οὐδὲν δύνανται νὰ πράξωσι, νὰ
1173δικαιολογήσωσι τοὐλάχιστον τὰ καταγγελλόμενα ὄργανα δι’
1174ὅσα τοῖς ἐπιρρίπτονται ἐγκλήματα. Διότι, ὅταν τοιαῦτα κα-
1175ταγγέλλωνται, οὐδεμία δὲ τιμωρία ἐπέρχηται, δὲν ἐπέρχηται
1176δὲ ἀναίρεσις τῶν καταγγελλομένων, ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὴν
1177ἀρχὴν ἐκλείπει, καὶ αὐξάνει ἡ ἀναρχία, αὐξάνει ἡ ταπεί-
1178νωσις τοῦ φρονήματος καὶ ἡ ἀνανδρία, καὶ οὕτως ἔχομεν
1179τὰ περίφημα ἀποτελέσματα, ἅτινα εἴδομεν ἐν τῷ πολέμῳ,
1180τοὺς πολίτας μεταβαλλομένους εἰς φυγάδας. Διότι, ὅταν δὲν
1181ἔχῃ τὴν συναίσθησιν τῶν καθηκόντων του καὶ τῶν δικαιω-
1182μάτων του ὁ πολίτης, δὲν δύναται νὰ ᾖναι οὔτε ἀγαθὸς πο-
1183λίτης, οὔτε ἀνδρεῖος στρατιώτης.
1184Διανύομεν, Κύριοι, πολιτικὸν βίον λίαν περίεργον! Ἠλευ-
1185θερώθη τὸ Κράτος, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς ἐλεύθερον ἔδαφος,
1186ἐφ’ οὗ ἐργαζόμενοι οἱ Ἕλληνες θὰ ἠδύναντο νὰ ἐκπληρώσωσι
1187πόθους μεγαλειτέρους, καὶ ν’ ἀποβλέψωσι πρὸς σκοποὺς ὑψη-
1188λοτέρους. Ἀλλὰ τὸ ἐλεύθερον ἔδαφος ἐγένετο ἑστία ἁρπά-
1189γων καὶ κακοποιῶν στοιχείων, τὸ ἔδαφος, ὅπερ ἠλευθέρωσεν
1190ἡ ἀνδρεία τῶν Ἑλλήνων, ἐγένετο χαλκεῖον, ἔνθα χαλκεύε-
1191ται ἡ ταπείνωσις. Οὐδεὶς, ὅπως πρὸ μικροῦ εἶπον οἱ κύριοι
1192συνάδελφοι, δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει ἀσφάλειαν τῆς ἰδιο-
1193κτησίας του, οὐδεὶς δύναται νὰ ᾖναι πράγματι ἐλεύθερος
1194συνταγματικὸς πολίτης. Καὶ εἶπον πρὸ μικροῦ, ἀφοῦ εἷς πο-
1195λιτικὸς Σύλλογος ἐκ Πατρῶν ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλὴν
1196καὶ ζητεῖ ἀρωγὴν, ἡ κατάστασις φαίνεται, ὅτι εὑρίσκεται εἰς
1197πολὺ χείρονα ἢ οἷαν φανταζόμεθα ἡμεῖς αὐτήν· ἀλλ’ οἱ κύριοι
1198Ὑπουργοὶ ἔχουσι σφραγίσει τὰ ὦτα αὐτῶν δι’ ἰσπανικοῦ
1199κηροῦ, καὶ δὲν ἀκούουσι τὰς κραυγὰς ταύτας. Δὲν τὰς λαμ-
1200βάνουσιν ὑπ’ ὄψιν...
1201§60ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὅπως δὲν θὰ τὰς λαμβάνητε καὶ σεῖς
1202ὑπ’ ὄψιν, ὅταν γίνητε Ὑπουργός.
1203§61Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν μοὶ ἐπιφυλάσση-
1204ται τοιαύτη τιμὴ, ἀλλ’ ἐγὼ οὐδέποτε βεβαίως θὰ σφραγίσω
1205τὰ ὦτά μου εἰς παραβάσεις ὀργάνων τῆς ἐξουσίας.
1206Εἶπον, ὅτι αἱ κραυγαί μας δὲν φθάνουσι μέχρι τῶν Ὑπουρ-
1207γῶν· ἀλλ’ αἱ κραυγαὶ τῶν πολιτῶν καὶ αἱ διαδηλώσεις καὶ
1208αἱ καταγγελίαι των καὶ τὰ δημοσιεύματα εἰς τὰς ἐφημερί-
1209δας δὲν φθάνουσι τέλος πάντων εἰς τὰ Βασιλικὰ ὦτα; Καὶ
1210ἀφοῦ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν
1211ὑποχρέωσιν αἰσθάνεται νὰ μεριμνήσῃ πρὸς θεραπείαν τοῦ
1212κακοῦ, ἡ Α. Μεγαλειότης φρονεῖ ἐπίσης, ὅτι εἶναι ἀνεκτὸν
1213νὰ παραταθῇ ἡ κατάστασις αὕτη; ἀμέριμνος μένει καὶ ἡ
1214Α. Μεγαλειότης πρὸς τὰς ἐπικλήσεις λαοῦ δυναστευομένου
1215ἐν ὀνόματι αὐτοῦ;
1216Εἶναι ἀληθῶς περίεργον τὸ Κράτος ἡμῶν! Σήμερον διεξά-
1217γεται δίκη ἐναντίον ἀνθρώπου, ὅστις διηύθυνε τὴν ἀστυνο-
1218μίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐπὶ 5 ἢ 6 ἔτη, καὶ ἀποκαλύ-
1219πτονται αἴσχη ἐπὶ αἰσχῶν, ἐγκλήματα ἐπὶ ἐγκλημάτων,
1220κακοήθειαι ἐπὶ κακοηθειῶν, καὶ ὅμως λέγεται, ὅτι ὁ Διευ-
1221θυντὴς οὗτος τῆς ἀστυνομίας ἀπελάμβανε καὶ ὑψηλοτέρας
1222προστασίας!...
1223§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μόνον ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος ἦτο
1224Διευθυντής.
1225§63Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Φαντασθῆτε λοιπὸν, ἐὰν ἦτο ἐπὶ 5
1226ὁλόκληρα ἔτη, τί ἤθελε διαπράξει, ἀφοῦ ἐπὶ ἓν ἔτος τοσαῦτα
1227διέπραξεν!
1228Ὅταν οὕτω προστατεύωνται οἱ τοιαῦτα πράττοντες, βε-
1229βαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία· αἱ συζητήσεις
1230θὰ γίνωνται ἐπὶ ματαίῳ, καὶ δὲν θὰ ἔχωσιν ἄλλην ἀξίαν
1231ἢ μιᾶς ἁπλῆς διαμαρτυρίας ἐναντίον τῆς ἐνεστώσης κατα-
1232στάσεως.
1233Ἐγὼ βεβαίως οὐδεμίαν ἔχω ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ διόρ-
1234θωσίς τις, ἔχω δὲ πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ φωναὶ ἡμῶν
1235οὐδεμιᾶς θὰ τύχωσι προσοχῆς οὔτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως
1236οὔτε παρὰ τοῦ Ἄνακτος· θὰ εὕρωσιν ὅμως ἠχὼ εἰς τὰς ἀκοὰς
1237τοῦ λαοῦ. Καὶ ἔχω καὶ μίαν ἄλλην πεποίθησιν, καὶ ἐνθυ-
1238μοῦμαι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀνάμνησίν τινα τῆς νεα-
1239νικῆς μου ἡλικίας, ὅτε ἔζων μακρὰν τῆς πατρίδος μου, ὅτι
1240εἰς ἀπολυταρχικὸν Κράτος συνελήφθη πολίτης καὶ ἐδάρη ὑπὸ
1241ἀστυνόμου· ἦτο δὲ οὗτος δημοσιογράφος... (διάλογοι)
1242§64Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουσι δίκαιον οἱ κ.
1243Βουλευταὶ νὰ ἀσχάλλωσι, διότι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ ὁ κ.
1244Πρωθυπουργὸς ἀπουσιάζουσι. Τοῦτο ὅμως ἀποδεικνύει περι-
1245φρόνησιν πρὸς τὴν Βουλήν, ἣν δὲν περιεφρόνησαν οὔτε ὁ Τρι-
1246κούπης, οὔτε ὁ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς ἢ ἄλλος τις.
1247§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.
1248§66Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ... Ὁ δημοσιογράφος λοιπὸν ἐδάρη
1249ἀνηλεῶς ὑπὸ ἀστυνόμου τινός· ἐγένετο καταγγελία πρὸς τὸν
1250Ὑπουργὸν τῆς Ἀστυνομίας, ὅστις ἦτο στρατηγός, ἀλλ’ οὐ-
1251δεμία θεραπεία ἐπῆλθεν· ὁ ἐγκληματήσας ἀστυνόμος ἔμει-
1252νεν ἐλεύθερος, καὶ ἐξηκολούθει τὴν ὑπηρεσίαν του! Τότε,
1253οὐχὶ ἀνήρ, ἀλλὰ νεαρὰ γυνὴ μετέβη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς
1254Ἀστυνομίας καὶ πυροβολήσασα αὐτὸν τὸν ἐφόνευσεν, ὑπο-
1255δείξασα κατὰ τίνα τρόπον δέον νὰ φέρωνται πρὸς τοιούτους
1256Ὑπουργοὺς οἱ πολῖται (θόρυβος). Ἀγαπῶ ἐξαιρετικῶς τὸν
1257κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὃν ἀπὸ χρόνων μακρῶν ἔχω
1258προσωπικὸν φίλον, καὶ θὰ λυπηθῶ, ἐὰν συμβῇ τοιοῦτόν τι
1259εἰς αὐτόν...
1260§67Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αἱ γυναῖκες τὰ ἔχουν καὶ μαζύ του διὰ
1261τὰ καπέλλα! (ἱλαρότης).
1262§68Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι οὐδέποτε θέλει
1263διορθωθῆ τὸ ὑφιστάμενον κακόν, ὅτι δὲν θέλει ληφθῆ πρό-
1264νοια, ὅπως παγιωθῇ ἡ τάξις εἰς τὴν χώραν, ὅπως ἐπανα-
1265κτήσῃ καὶ ὁ πολίτης τὰ δικαιώματά του, καὶ ἀντιληφθῇ τὰ
1266καθήκοντά του, ἐφ’ ὅσον ἐξ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ δὲν ἐξέρχεται
1267ἡ ἐκδίκησις ἐναντίον τῶν κωφευόντων Ὑπουργῶν ἢ τῶν ἀνε-
1268χομένων τὴν ἀχρειότητα αὐτὴν τῆς διοικήσεως. Ἔχω τὴν
1269ἐλπίδα ὅμως, ὅτι μέλλει νὰ συμβῇ ἡμέραν τινὰ τὸ τοιοῦτον.
1270Ὅτε, Κύριοι, κατὰ τὴν 8 Νοεμβρίου εἶδον ἐπαναστάντα
1271τὸν Ἀθηναϊκὸν λαόν, ἐλυπήθην μὲν διὰ τὰ γενόμενα, ᾐ-
1272σθάνθην ὅμως κρυφίαν εὐχαρίστησιν, διότι εἶδον τὸν λαὸν τοῦ-
1273τον ἀναλαμβάνοντα τὴν διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων αὑ-
1274τοῦ, καὶ ὅτε εἶδον, ὅτι πρὸ τῆς ὁρμῆς τῶν ἱππέων καὶ τῶν
1275λογχῶν τῶν στρατιωτῶν ἀντέτασσον τὰς ῥάβδους, ἔχαιρον,
1276διότι ἔβλεπον, ὅτι ὁ λαὸς αὐτὸς δὲν ἐξεφυλίσθη, ἀλλὰ δια-
1277τηρεῖ ἀκόμη τὰς ἀρετὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι διέκρινον ἄλλοτε
1278αὐτὸν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ ὑπερ-
1279εκχειλίσῃ τὸ ποτήριον, καὶ τότε πὺξ καὶ λὰξ θ’ ἀποβάλωσι
1280τὴν Κυβέρνησιν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὕτη, καὶ θὰ τὴν
1281ἐκδιώξωσι καὶ ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἀπὸ τῶν ὑπουρ-
1282γικῶν καταστημάτων, ὅπως ἐγκαταστήσωσιν ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι
1283νὰ δυνηθῶσι νὰ καταστήσωσι πραγματικῶς σεβαστὰ τὰ δι-
1284καιώματα τοῦ λαοῦ, αἱ ὁποῖαι νὰ δυνηθῶσι νὰ δώσωσι καὶ ἀστυ-
1285νομίαν καὶ ἀσφάλειαν καὶ διοίκησιν καὶ δικαιοσύνην εἰς τὸν
1286λαόν, τοῦ ὁποίου τὸ μαρτυρολόγιον τοσοῦτον ἠκούσατε διεκ-
1287τραγῳδούμενον ἐνταῦθα. (Εὖγε! εὖγε!).
1288§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Θεόδωρος Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
1289§70Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Πεντήκοντα φορὰς ἴσως κατὰ τὴν περί-
1290οδον ταύτην ἦλθον ἐν τῇ Βουλῇ τοιαῦτα ζητήματα, καὶ
1291ἀκούονται φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἐναντίον τῆς ἀστυνομίας·
1292ὅπως δὲ εἶναι ἑπόμενον, καὶ ἐπειδὴ συνδέεται ἡ ὅλη Διοί-
1293κησις, ἔρχεται καὶ ἡ Δικαιοσύνη, ὅπως γένηται ὑπόδικος καὶ
1294αὐτή. Ἐκ τῶν συζητήσεων ὅμως αὐτῶν οὐδέποτε εἶδον νὰ
1295προέκυψέ τι καλόν· οὐδέποτε ἐγένοντο συζητήσεις ἄξιαι τῆς
1296Βουλῆς, ἄξιαι τῆς ἀποστολῆς καὶ τῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία
1297ὑπάρχει ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· εἶναι συζητήσεις Συλλόγου,
1298οὔτε Συλλόγου μάλιστα, διότι καὶ οἱ Σύλλογοι ἀκόμη ἀνα-
1299ζητοῦσι τὴν ἐξεύρεσιν τῶν αἰτίων καὶ τῶν μέσων πρὸς θερα-
1300πείαν, ἐνταῦθα ὅμως δὲν γίνεται οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἕτε-
1301ρον. Δὲν θέλω μὲ τοῦτο νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχουσι δίκαιον
1302ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καταφέρονται κατὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ κα-
1303θεστῶτος, διότι τῷ ὄντι εἶναι πολλὰ τὰ ἔκτροπα, τὰ ὁποῖα
1304διέπραξε καὶ διαπράττει τὸ καθεστὼς αὐτό· τοῦτο ὅμως ἦτο
1305ἑπόμενον, καὶ οὐδόλως πρέπει νὰ μᾶς ταράττῃ. Ἀπεσπά-
1306σαμεν ἀνθρώπους ἀπὸ τοὺς διευθέτας τῶν πυροβόλων, ἀπὸ
1307τὰς ἴλας τοῦ ἱππικοῦ, ἀπὸ τὸ πεζικόν, καὶ τοὺς ἐθέσαμεν
1308ἀστυνόμους, ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν συνηθισμένοι νὰ ὑπα-
1309κούουν καὶ ὑπακούωνται, νὰ ὑπακούουν εἰς ἀνωτέρους καὶ
1310νὰ ὑπακούωνται ὑπὸ κατωτέρων. Ἀλλ’ ἡ ἀστυνομία δὲν εἶ-
1311ναι τοῦτο. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν πρώτην παρατήρησιν τοῦ πο-
1312λίτου: «διατὶ, κύριε ἀστυνόμε, ἔκαμες τοῦτο;» ἡ ἀπάντησις
1313εἶναι ῥάπισμα. Εἶναι ἑπόμενον τοῦτο· ἔγκειται εἰς τὴν ἀγω-
1314γὴν τοῦ στρατιώτου, εἰς τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ. Τὴν ἔλλειψιν
1315αὐτὴν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία κατέδειξεν ἔκτοτε, καὶ ὁ
1316ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος πρῶτος ἠθέλησε νὰ διορθώσῃ
1317τὸ πρᾶγμα, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι τὸ Ἀρχηγεῖον, ἀποτελοῦν δύνα-
1318μιν ἀνεξάρτητον ἐν τῷ Κράτει, ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπταιε·
1319προέτεινε λοιπὸν τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, καὶ κατηργήθη. Ἀλλὰ
1320καὶ μετὰ τοῦτο αἱ διαμαρτυρίαι δὲν ἔπαυσαν οὐδ’ ἐπὶ στιγ-
1321μήν, καὶ τὰ ἔκτροπα ἐξηκολούθησαν καταγγελλόμενα καθ’
1322ἡμέραν· καὶ ᾐτιῶντο τὴν τότε Κυβέρνησιν καὶ τοὺς Ὑπουρ-
1323γούς, ἐνῷ δὲν ἦσαν ἔνοχοι οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε οἱ Ὑπουρ-
1324γοί· ἔνοχον ἦτο τὸ σύστημα. Μετὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρ-
1325τυνος πολιτευτὴς προέτεινε σύστημα ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον
1326καὶ ἐψηφίσθη, ἦτο δέ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μικτή τις ἀστυ-
1327νομία, χωροφυλακοδημοτική· χωροφυλακὴ εἰς τὰς πόλεις
1328τὰς μεγάλας, δημοτικὴ εἰς τὰς μικροτέρας. Τὸ σύστημα
1329αὐτὸ ἐψηφίσθη, ἀλλὰ δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ
1330Βασιλέως· καὶ βεβαίως, διὰ νὰ μὴ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύ-
1331ρωσιν, σημαίνει ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, τοῦ
1332ὁποίου ἡ πεῖρα εἶναι γνωστή, διεῖδεν, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθόν, ὅτι
1333δὲν εἶχεν ἐξεύρει ἐκεῖνο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπέσχετο,
1334ἂν οὐχὶ τελείαν ἀστυνομίαν, ἀλλὰ βελτίωσιν τοὐλάχιστον
1335τῆς ὑπαρχούσης ἀστυνομίας καὶ περιορισμὸν τῶν καταχρή-
1336σεων αὐτῆς.
1337Ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πρώην Πρωθυπουργὸς
1338ὑπέβαλε σύστημα ἀστυνομικὸν, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν ἀπατῶ-
1339μαι, ἦτο μᾶλλον διοικητικὴ ἀστυνομία. Ἀλλὰ, καίτοι τοῦτο
1340ἐψηφίσθη καὶ ἐκυρώθη, δὲν ἐφηρμόσθη. Ὑποθέτω ὅτι, ἐκτὸς
1341τῶν οἰκονομικῶν λόγων, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βου-
1342λευτὴς δὲν ἠθέλησε νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὸν νόμον, διότι
1343κατεῖδεν, ἐν τῇ χαρακτηριζούσῃ αὐτὸν ὀξυδερκείᾳ, ὅτι ἀστυ-
1344νομίαι καὶ συστήματα ἀστυνομικὰ δὲν διαπλάττονται ἐκ
1345τοῦ προχείρου. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀστυνομίαν, λαμ-
1346βάνοντες δικηγόρους, γραφεῖς Δικαστηρίων, χωροφύλακας
1347κλπ. καὶ ἀναθέτοντες εἰς αὐτοὺς τὴν πρόληψιν τῶν ἐγκλη-
1348μάτων.
1349§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦσαν ἀμελέτητα αὐτά.
1350§72Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὅλα ἦσαν ἀμελέτητα, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν
1351ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν.
1352Δὲν ἔχομεν, Κύριοι, τὸ κατάλληλον ὑλικόν. Ἠκούσατε,
1353τί καταγγέλλονται ἐντεῦθεν· καταγγέλλονται χωροφύλακες
1354ζητοῦντες νὰ ἀτιμάσωσι γυναῖκας, χωροφύλακες θέτοντες
1355πέτρας ἐπὶ τοῦ στήθους τῶν ἀνθρώπων, ἢ κρεμῶντες ἀν-
1356θρώπους ἀνάποδα κτλ. Ἀλλὰ τί εἶναι οἱ χωροφύλακες;
1357Δὲν ἤμεθα εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Ὄθωνος, ὅτε ἡ χωροφυ-
1358λακὴ ἀπετέλει σῶμα πάγιον καὶ μισθωτόν· ἡ χωροφυλακὴ
1359σήμερον ἀποτελεῖται ἀπὸ τέκνα τοῦ λαοῦ, εἶναι οἱ ἄν-
1360θρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται νὰ ὑπηρετήσουν τὴν στρατιωτι-
1361κὴν αὐτῶν θητείαν, καὶ μετὰ τρεῖς ἢ ἕξ μῆνας ἀποσπῶν-
1362ται εἰς τὴν χωροφυλακήν. Διατὶ διαπράττουν αὐτὰ τὰ ὄρ-
1363για; Διατὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κραυγάζουν ἐναντίον τῶν ἀστυ-
1364νόμων σήμερον, ὅτι δέρουν, ἀτιμάζουν, κρεμοῦν, μωλωπί-
1365ζουν, αὔριον πράττουν τὰ ἴδια, ὅταν γίνωνται αὐτοὶ ἀστυ-
1366νομικὰ ὄργανα; Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις ἀνα-
1367τροφῆς οἰκογενειακῆς τε καὶ πολιτικῆς. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν
1368καταστάσει ἀστυνομικὰ καθεστῶτα δὲν δημιουργοῦνται,
1369διότι μόνον ὁ Θεὸς ἐδημιούργησεν ἐκ τοῦ μηδενός· ἀλλ’ ἐὰν
1370θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἀστυνομίαν, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν καὶ
1371νὰ μελετήσωμεν ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ, καὶ ὄχι, ὅταν ἡ μία πτέ-
1372ρυξ παρουσιάζῃ ἀστυνομικὸν νόμον, ἡ ἄλλη νὰ κωλυσιεργῇ
1373πάσῃ δυνάμει, διὰ νὰ τὸν ἀποκρούσῃ, ἀλλὰ καὶ αἱ δύο πτέ-
1374ρυγες πρέπει νὰ σκεφθῶσι περὶ ἀστυνομικοῦ συστήματος, νὰ
1375προσπαθήσωμεν ὄχι ὅπως ἐξεύρωμεν τέλειόν τι, ἀλλ’ ὅπως
1376ἐξεύρωμέν τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἦναι ἀνεκτόν. Καὶ οὕτως ἐπι-
1377λύονται τὰ ζητήματα, καὶ οὐχὶ δι’ ὕβρεων, ὕβρεων ἐναντίον
1378τοῦ στρατοῦ, ὕβρεων ἐναντίον τῆς Δικαιοσύνης, ἐναντίον τῆς
1379Διοικήσεως, ἐναντίον τῆς Ἀστυνομίας· διότι τότε τί ἀπο-
1380μένει πλέον, Κύριοι, σεβαστόν; Ἡμεῖς ἐδῶ μέσα! Λοιπόν,
1381ἀφοῦ παραδέχεσθε, ὅτι εἶναι πολλά, τὰ ὁποῖα λείπουν, βε-
1382βαιωθῆτε, ὅτι μόνον διὰ καλῆς θελήσεως καὶ συμπνοίας δυ-
1383νάμεθα νὰ δημιουργήσωμεν κἄτι τι, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ
1384πράξωμεν κατὰ τὸ ἐνόν.
1385§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
1386§74Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1387§75ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Λυποῦμαι, διότι ἦτο χθὲς ἀπὼν ὁ κ.
1388Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἄλλως θὰ ἔβλεπεν, ὅτι ἡ μόνη μομ-
1389φή, ἡ ὁποία ἀπεδόθη, ἦτο, ὅτι οἱ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ Ἕλλη-
1390νες δὲν εἶχον κάμει τὸ καθῆκόν των, ὅτι δὲν εἶχον ἀποστεί-
1391λει ποσὰ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τοῦτο ἠναγ-
1392κάσθην ἐγὼ νὰ ἀναφέρω, ὅτι ἐκ Λονδίνου τοὐλάχιστον ἀπε-
1393στάλη ὡρισμένον ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζον. Οὐδεμία δὲ
1394μομφὴ ἐκ μέρους ἐμοῦ ἀπεδόθη οὔτε εἰς πολιτικὸν πρόσωπον,
1395οὔτε εἰς ἄλλο, ὅτι κατεχράσθησαν χρήματα.
1396§76Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1397§77Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1398§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἦσθε χθὲς παρών, καὶ ἐντεῦ-
1399θεν ἐπῆλθε παρεξήγησις· παρεστάθησαν τάχα τὰ πράγματα
1400πρὸς ὑμᾶς ἄλλως; ἢ ἡρμηνεύσατε αὐτὰ ὑμεῖς οὕτως ἐκ τῶν
1401δημοσιευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο; Δὲν ἐπρόκειτο οὔτε περὶ
1402ὑμῶν, οὔτε περὶ ἐμοῦ, οὔτε περὶ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξω-
1403τερικῶν, τοῦ φίλου καὶ συναδέλφου μου κ. Σκουζέ, ὁ ὁποῖος
1404συνειργάζετο μετ’ ἐμοῦ, οὔτε περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξω-
1405τερικῶν, ὁ ὁποῖος συνειργάσθη μεθ’ ὑμῶν· ἐπρόκειτο μόνον
1406περὶ τῶν εἰσπράξεων, τὰς ὁποίας ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ὁμογε-
1407νεῖς καὶ μὴ ὁμογενεῖς ἀπέστειλαν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυ-
1408βέρνησιν, καὶ ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμ-
1409πάκας εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἐγνώριζε καὶ τοῦ ὁποίου
1410αὐτὸς ἀντελήφθη, ὅτι 36,000 λιρῶν ἀγγλικῶν ἐστάλησαν
1411ἐξ Ἀγγλίας εἰς δύο δόσεις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνη-
1412σιν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐνεθυμούμην τὸ γεγονός· ἠρώ-
1413τησα τὸν κ. Σκουζὲν, ἂν ἐνθυμεῖται, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς δὲν
1414ἐνεθυμεῖτο. Κατὰ συνέπειαν ἡμεῖς ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ κ.
1415Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ἐντὸς
1416τῆς αὔριον, σήμερον δηλαδὴ, νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς κατά-
1417λογον τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν εἰς τὸ Ὑπουρ-
1418γεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν· ἠδύνατο δὲ νὰ ἀνεύρῃ τὰς πληρο-
1419φορίας ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου ἐκ τοῦ πρω-
1420τοκόλλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ
1421κατεχωρίσθησαν αἱ ἀναφοραὶ τῶν προξένων, διὰ τῶν ὁποίων
1422ἐστέλλοντο τὰ χρήματα. Προσέτι δὲ νὰ ἀνακοινώσῃ καὶ τὴν
1423πληροφορίαν, τί ἐγένοντο τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν
1424διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν; Ἐστάλησαν εἰς τὸ
1425Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν; ἐστάλησαν εἰς τὸ Κεντρι-
1426κὸν Ταμεῖον; Ποίαν διεύθυνσιν ἔλαβον;
1427Ἀλλ’ ὁ λόγος οὗτος παρέσυρε τὴν συζήτησιν καὶ εἰς δια-
1428χείρισιν ἄλλην, οὐχὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς διαχείρισιν τῆς
1429Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι, αὐτοῦ πρω-
1430θυπουργοῦντος, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνέ-
1431στησεν ἐπιτροπὴν ἐξ ἐλεγκτῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου
1432καὶ ἐξ ἑνὸς ἐφέτου, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς
1433Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· καὶ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἐπι-
1434τροπὴ αὕτη ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰ-
1435κονομικῶν, ἥτις καὶ ἐδημοσιεύθη, καὶ ἡ ὁποία νομίζω, ὅτι
1436ἔπρεπε νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῶν τότε ἀποτελούντων
1437τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ διαφωτισθῇ ἡ ὑπόθεσις περισσότερον
1438ἐπὶ διαφόρων σημείων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀσαφῆ καὶ σκοτεινὰ,
1439ἀλλὰ πρὸ πάντων ἔπρεπε νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς
1440Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἐξετάσῃ, τί ἐγένοντο τὰ χρήματα, τὰ
1441ὁποῖα εἶχον κατατεθῆ ἔν τινι Τραπέζῃ τῶν Ἀθηνῶν, ἐκ 200
1442καὶ πλέον χιλιάδων δραχμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εὑρέθησαν
1443μὲν ἐν τῇ εἰρημένῃ Τραπέζῃ, ἀλλὰ μετά τινα καιρὸν ἡ Τρά-
1444πεζα ἰσχυρίσθη, ὅτι τὰ εἶχεν ἐμβάσει εἰς τὸ Credit Lyon-
1445nais. Ἦτο δὲ εὔκολον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μάθῃ, ἂν εἶ-
1446χον ἐμβασθῆ εἰς τὸ Credit Lyonnais, ἢ ἂν δὲν εἶχον ἐμ-
1447βασθῆ...
1448§79Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ κατ’ αἴτησιν τίνος;
1449§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, δὲν ἐξεφρά-
1450σθην τάχα καλῶς; ἢ δὲν μὲ ἐνοήσατε; Ἐγὼ ὁμιλῶ εὐ-
1451κρινῶς· ἀλλ’ ἴσως εἶσθε μακρὰν καὶ δὲν ἀκούετε, συνηθί-
1452ζετε δὲ νὰ διακόπτητε, καὶ σᾶς συνιστῶ, τὸ σύστημα αὐτὸ
1453νὰ τὸ παραιτήσητε, διότι φέρει χασμῳδίαν εἰς τὰς συζητή-
1454σεις τῆς Βουλῆς. Εἶναι συμφέρον τῆς Βουλῆς νὰ μὴ διακό-
1455πτωνται οἱ ἀγορεύοντες ὑπὸ διακοπῶν, αἱ ὁποῖαι πολλάκις
1456δὲν ἔχουσι καμμίαν ἔννοιαν.
1457Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐπαναλάβω. Καὶ ἦτο δυνατὸν εἰς τοὺς
1458διοικοῦντας νὰ ἐξετάσωσι καὶ μάθωσιν, ἂν τὰ χρήματα ταῦτα
1459ἐστάλησαν εἰς τὸ Credit Lyonnais, καὶ νὰ προβῶσιν εἰς
1460κατάσχεσιν τῶν χρημάτων τούτων, καὶ νὰ εἰσαγάγωσιν αὐτὰ
1461εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅπως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κανονίσῃ,
1462πῶς ἤθελον διατεθῆ ταῦτα· ἐὰν ἤθελον συγχωνευθῆ μετὰ
1463τοῦ ἄλλου δημοσίου θησαυροῦ, ἢ ἂν ἤθελον διατεθῆ δι’ ὡρι-
1464σμένους σκοπούς. Τοῦτο δὲ ἦτο τοσοῦτον ἀναγκαῖον, καθόσον
1465κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους—καὶ δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω
1466τὰς χρονολογίας — ἐγὼ ἔλαβον πληροφορίας, ὅτι ἀντικεί-
1467μενα πολέμου, ὄργανα πολέμου εἰσήχθησαν πολλὰ ἐνταῦθα,
1468τὰ ὁποῖα ἀπετέθησαν εἰς τὰς ἀποθήκας ἑνὸς Συλλόγου, δὲν
1469ἠξεύρω ποίου. Ὅλα ταῦτα νομίζω, ὅτι παρεῖχον τὸ δικαίωμα
1470εἰς πάντας ἡμᾶς νὰ ἐρωτήσωμεν: ἐγένετό τι τούτων; καὶ
1471ἂν ἐγένετο, ποῖον ἐπῆλθεν ἀποτέλεσμα; Διότι συμφέρον ἔχει
1472καὶ ἡ δημοσία τάξις, τῆς ὁποίας ἐπιμελήτρια εἶναι ἡ Κυ-
1473βέρνησις, καὶ ἡ χώρα συμφέρον ἔχει νὰ μὴ μένῃ ἀμέριμνος,
1474ὅταν κρύφα ἀποθηκεύωνται μέσα ἢ ὄργανα, τὰ ὁποῖα δύ-
1475νανται νὰ χρησιμεύσωσιν ἡμέραν τινὰ εἰς διατάραξιν τῆς δη-
1476μοσίας τάξεως.
1477§81Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύ-
1478θυνα ἀγορεύοντος τοῦ ἐντίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, δὲν
1479ἦτο ἄσκοπος. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι, τί ἐγένοντο τὰ χρή-
1480ματα, διὰ νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυ-
1481βέρνησις· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἤθελε συμπληρωθῆ ἡ ἔρευνα,
1482ἐὰν ἐζητεῖτο καὶ παρὰ τίνος ἐστάλησαν τὰ χρήματα εἰς τὸ
1483Credit Lyonnais, καὶ ἐν ὀνόματι τίνος τὰ ἀνέλαβε τὸ
1484Credit Lyonnais, διότι τὰ χρήματα δὲν ἐστάλησαν ἀνω-
1485νύμως. Διὰ τῆς ἐξακριβώσεως τούτου ἤθελε δοθῆ μία περισ-
1486σοτέρα ἔνδειξις, ἵνα ἐξευρεθῇ, ποῖοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον
1487τὰ χρήματα, ποῖοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰ κατέθεσαν, ποῖοι
1488ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰ ὑπεξῄρεσαν, ἀποσύραντες αὐτὰ εἰς τὸ
1489ἐξωτερικόν. Ἡ ἐρώτησίς μου λοιπὸν δὲν ἦτο ἄσκοπος.
1490§82Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ διασαφήσω
1491τὰ πράγματα· διότι ἐγὼ ἔφερα τὴν ἐπερώτησιν. Ἡ ἱστορία
1492τοῦ ζητήματος ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὅτε κατετέθησαν τὰ ἔγγρα-
1493φα, τὰ ὁποῖα κατέθεσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
1494νήσεως, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς κατασκευῆς
1495τοῦ καταστήματος Πρεσβείας ἐν Βουκουρεστίῳ, ἀνεὗρον με-
1496ταξὺ τῶν ἐγγράφων καὶ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον διελάμβανε τὰ
1497ἀκόλουθα· ὅτι οἱ ὁμογενεῖς ἐκ Ρουμανίας ἀπέστειλαν εἰς τὴν
1498Ἑλλάδα κατὰ τὸν πόλεμον 600,000 φράγκα χρυσᾶ. Ἐζή-
1499τησα λοιπὸν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ πλη-
1500ροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν εἰσήχθησαν τὰ χρήματα ταῦτα
1501εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἂν πράγματι ἀπεστάλησαν
1502600,000 φράγκα ἐκ Ρουμανίας. Ἐκτὸς δὲ τούτων, τὴν στιγ-
1503μὴν ἐκείνην ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμπάκας, ὅτι
1504οἱ ὁμογενεῖς κατέθεσαν πολλὰ χρήματα, καὶ προσέθεσεν, ὅτι
1505αὐτός, ὑπάλληλος ὢν τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας ἐν Λονδίνῳ,
1506ἐνθυμεῖται, ὅτι ἀπεστάλησαν ὑπ’ αὐτῆς 36,000 λίραι, τὸ ὁ-
1507ποῖον βεβαίως δὲν ἦτο εὔκολον νὰ ἐξακριβωθῇ τὴν στιγμὴν
1508ἐκείνην. Καὶ οὐδεὶς ἀμφέβαλλεν, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα, αἱ
150936,000 λίραι, εἰσήχθησαν εἰς τὸ ταμεῖον, καθόσον μάλιστα
1510ὁ κ. Βουλευτὴς διεβεβαίωσεν, ὅτι ἐλήφθη καὶ ἔγγραφον εἰς
1511τὴν Πρεσβείαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι
1512πράγματι τὰ χρήματα ταῦτα τὰ ἔλαβεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυ-
1513βέρνησις. Δὲν ἐπρόκειτο ὅμως περὶ τούτου. Ἐγὼ ἐζήτησα
1514πληροφορίας γενικῶς, πόσα χρήματα εἰσήχθησαν εἰς τὸ δη-
1515μόσιον ταμεῖον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, οὐχὶ διότι ὑπῆρχεν ὑπό-
1516νοιά τις, ὅτι χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον Ἕλληνες Ὑπουρ-
1517γοί, ἦτο δυνατόν ποτε νὰ τὰ καταχρασθῶσι· τοιαύτη ὑπό-
1518νοια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ οὐδ’ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, οὐδ’
1519ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, διότι εὐτυχῶς δὲν ὑπάρχει παράδειγμα
1520εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, ὅτι Ἕλλην Ὑπουργὸς κατε-
1521χράσθη ποτὲ χρήματα.
1522Ἀλλ’ ἄλλο ἐζήτησα ἐγώ, κύριε Πρόεδρε. Ἐγώ, κύριε
1523Πρόεδρε, χθὲς, ὁμιλῶν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἐθνικῆς
1524Ἑταιρείας, περὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς γενομένης ὑπὸ ἐπι-
1525τροπῆς διορισθείσης παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσί-
1526δος, ἔλεγον, ὅτι μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν ἀπεκαλύφθη, ὅτι εὑρί-
1527σκοντο 220,000 δραχμαὶ κατατεθειμέναι εἰς τὴν Τράπεζαν
1528τῶν κυρίων Βαλαωρίτου καὶ Μαύρου, ὅτι, ὅτε ἐγνώσθη τὸ
1529πρᾶγμα ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει ἡ
1530ἐπιτροπή, ἡ διορισθεῖσα ὅπως ἐξελέγξῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἑται-
1531ρείαν, πρὸς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν, ἡ
1532ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ διὰ τοῦ προέδρου αὐ-
1533τῆς, τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τυρνάβου κ. Λιμπρίτου, ἀπηύ-
1534θυνεν ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ
1535ἐγνώριζεν εἰς αὐτὸ, ὅτι χρήματα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας
1536ἀνερχόμενα εἰς 220,000 δραχμὰς, εὑρίσκοντο εἰς χεῖρας τῶν
1537τραπεζιτῶν κυρίων Βαλαωρίτου καὶ Μαύρου, καὶ παρεκά-
1538λει νὰ σπεύσῃ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐνεργήσῃ τὰ νόμιμα καὶ
1539κατάσχῃ τὰ χρήματα ταῦτα. Τότε εἰς ἡμᾶς ἐδόθη ἡ ἀκό-
1540λουθος πληροφορία· ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐνήργησε νὰ λάβῃ
1541τὰ χρήματα, — Ὑπουργὸς δὲ τότε τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἦτο ὁ
1542ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὁ
1543νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κύριος Τριανταφυλλάκος, ἦτο
1544Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Τόμαν — ἐπληροφορήθημεν
1545δὲ τότε, ὅτι μετέβη εἰς τὴν Τράπεζαν τῶν κυρίων Βαλαω-
1546ρίτου καὶ Μαύρου ἓν παιδάκι, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἓν χαρτί,
1547ὅπερ ἔλεγε: «πληρώσατε τὰς 220,000 δραχμάς». Τὸ χαρτὶ
1548αὐτὸ δὲν εἶχε καμμίαν ὑπογραφήν, ἀλλὰ μόνον τὴν ἐρυθρᾶν
1549σφραγῖδα. Αὐτὴ ἦτο ἡ πληροφορία, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν ἐπι-
1550τροπὴν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐλέχθη μάλι-
1551στα τότε, — καὶ λέγω ἀπεριφράστως τὸ πρᾶγμα αὐτὸ — ὅτι
1552ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Τόμαν ἐτύγχανεν ὢν
1553μέλος ἐπιφανὲς τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ὅτε ἔλαβε τὴν
1554πληροφορίαν παρὰ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτρο-
1555πῆς, ἔσπευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν Ἐθνικὴν
1556Ἑταιρείαν, ὅπως ἀποσύρῃ τὰ χρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν
1557εἶχον σταλῆ εἰς τὸ Credit Lyonnais, διότι ἐστάλησαν
1558πολὺ ἀργότερον, ἀφ’ οὗ εἶχε πέσει ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βου-
1559λευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς.
1560§83ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὥστε ἐκεῖνο, τὸ
1561ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμέ-
1562νου τούτου, δὲν εἶναι ἀληθὲς καθ’ ὑμᾶς;
1563§84Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν λέγω, ὅτι εἶπεν ἀνακριβῆ ὁ κ.
1564Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς· ἀκριβέστατα εἶπεν ὅσα ἀντελή-
1565φθη. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν
1566ἐξ Ἀττικῆς τὸ ἀποθανὸν ἐκεῖνο πρόσωπον, περὶ τοῦ ὁποίου
1567καὶ ἐγὼ ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δια-
1568πράξῃ πρᾶξιν ἐπιλήψιμον, ἀναντιρρήτως εἶπεν, ὅτι τὰ χρή-
1569ματα ταῦτα ἐστάλησαν εἰς τὸ Credit Lyonnais, ὅπου
1570δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ τὰ κατάσχῃ. Εἰς ἡμᾶς ὅμως κα-
1571τηγγέλθη, καὶ ἐξηκριβώθη τὸ πρᾶγμα, ὅτι εὑρίσκοντο τὰ
1572χρήματα εἰς τοὺς τραπεζίτας, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, καὶ
1573ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διεβίβασε τὴν εἴδησιν
1574ταύτην ἐκεῖ, καὶ τὰ χρήματα ἀπεσύρθησαν, καὶ ἀπεσύρθη-
1575σαν καθ’ ὃν τρόπον σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου.
1576Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι
1577κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν
1578ὁποίαν εἶχε διορίσει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὡς
1579Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μέγιστα ποσὰ ἐξωδεύθησαν ἐκ
1580τῶν 2,000,000, τῶν εἰσπραχθέντων ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἑται-
1581ρείας, ὅτι δηλαδὴ οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι στρατηγοὶ τῆς Ἐθνικῆς
1582Ἑταιρείας, οἱ ὁποῖοι ἔφερον περίφημα ὀνόματα, ἠρτυμένα
1583ἐκ τοῦ ὀψολογίου τῶν τελευταίας τάξεως μαγειρείων, ὁ
1584Γιαχνῆς, ὁ Κοκορέτσης, ὁ Μπρούφας, ὁ Πατσαβούρας, καὶ δὲν
1585ἠξεύρω ποῖα ἄλλα ὀνόματα, ἐξώδευσαν ἑκατοντάδας χιλιά-
1586δων δραχμῶν, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐδόθη καμμία λογοδοσία,
1587δὲν ὑπάρχει ἔγγραφον κατατεθειμένον, πόσα καὶ ὑπὸ τίνων
1588ἐλήφθησαν.
1589§85Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ γραφῇ λογο-
1590δοσία εἰς τοιαύτας περιστάσεις;
1591§86Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν χρημάτων τούτων,
1592ἔλεγεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ὑπῆρχον καὶ ἕτερα χρήματα, συλ-
1593λεχθέντα παρ’ ἄλλων εἰς τὴν Αἴγυπτον πρὸς τὸν αὐτὸν σκο-
1594πόν, καὶ κατατεθέντα ἐκεῖ. Τὰ χρήματα δὲ ταῦτα, ὡς ἔλε-
1595γεν ἡ ἔκθεσις ἐκείνη, ἀνήρχοντο εἰς πολλὰς χιλιάδας λι-
1596ρῶν. Περὶ τῶν χρημάτων τούτων οὐδεὶς ἐγένετο λόγος.
1597Ὑπῆρχε μάλιστα καὶ ἑτέρα πληροφορία, ὅτι 6,000 λίραι
1598ἢ 7,000 ἀπεστάλησαν διὰ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν πρὸς τὴν
1599Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα. Ἐζήτησεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑται-
1600ρεία νὰ τὰς λάβῃ, ἀλλ’ ὁ Βασιλεύς, πολὺ καλῶς πράττων,
1601δὲν ἔδωκεν αὐτὰς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν. Οὐδὲ περὶ αὐ-
1602τῶν ὑπάρχει εἴδησις, ἂν εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
1603Ὅλα ταῦτα εἶχον ἀναγγείλει ἐνταῦθα, καὶ εἶχον ζητή-
1604σει πληροφορίας· καὶ μετὰ τὴν συζήτησιν τὴν γενομένην,
1605μετὰ τὰ γραφέντα εἰς τὰς ἐφημερίδας, μετὰ τὴν δυσπιστίαν,
1606ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐνόμιζον, ὅτι οἱ κύριοι
1607Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν ἤθελον σπεύ-
1608σει νὰ καταθέσωσι τὰς ζητουμένας πληροφορίας, ὅπως καθη-
1609συχάσῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία.
1610§87ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὔτε ἡ Βουλή,
1611οὐδὲ ἡ κοινωνία ἔχει ἀνάγκην νὰ καθησυχάσῃ, ἀφοῦ τὰ χρή-
1612ματα, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν κατὰ τὸν πόλεμον, εἰσήχθησαν
1613εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ τὰ ποσὰ εἶναι ἀναγεγραμμένα
1614εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1897, ἀνερχόμενα περίπου εἰς δρ.
16151,600.000 εἰς χρυσὸν καὶ περὶ τὰς 400,000 δραχμὰς εἰς
1616γραμμάτια. Ἀλλὰ μολονότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ σπεύ-
1617σωμεν νὰ καθησυχάσωμεν τὸ κοινόν, ἐν τούτοις, μόλις περι-
1618ῆλθεν εἰς γνῶσιν ἡμῶν ἡ χθεσινὴ ἐρώτησις τοῦ κυρίου Βου-
1619λευτοῦ, ἐσπεύσαμεν νὰ καλέσωμεν τὸν κεντρικὸν ταμίαν καὶ
1620παρκαλέσωμεν αὐτὸν νὰ ἑτοιμάσῃ πίνακα τῶν εἰσφορῶν
1621ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, καὶ ἐκτυπώσῃ αὐτόν. Ὑποθέτω δὲ,
1622ὅτι, ἂν οὐχὶ αὔριον, ἀλλὰ τὴν Δευτέραν θέλει κατατεθῆ εἰς
1623τὴν Βουλὴν ἐκτετυπωμένος ὁ πίναξ, ἄνευ ὀνομάτων. Τὰ
1624μέρη, ἐξ ὧν προέρχονται τὰ χρήματα, δὲν δύνανται νὰ ᾖναι
1625ἐν τῷ πίνακι· πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν ἀπαιτεῖται ἱκανὸς
1626καιρός.
1627Ἀλλ’ ἐγένετο λόγος εἰδικώτερον περὶ μεγάλου ποσοῦ,
1628πεμφθέντος ἐκ Λονδίνου· ἐπειδὴ δὲ ὁ κεντρικὸς ταμίας δὲν
1629δύναται νὰ δώσῃ ἀμέσως τὴν πληροφορίαν, ἐζητήσαμεν νὰ
1630ἀνεύρωμεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ παρήγ-
1631γειλα εἰς ἕνα τῶν ὑπαλλήλων ν’ ἀναζητήσῃ τὰ ἔγγραφα·
1632εὑρέθησαν δὲ πράγματι ὡς σταλέντα ἐκ Λονδίνου ποσὰ, ἀν-
1633ερχόμενα εἰς 28,000 περίπου λίρας. Ἡ ἔρευνα ἐγένετο περὶ
1634τὴν 3ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐξακολου-
1635θήσῃ μέχρι τῆς ἑσπέρας. Ὅταν συλλεχθῶσι πᾶσαι αἱ πλη-
1636ροφορίαι, θέλω σπεύσει νὰ τὰς καταθέσω πάσας εἰς τὴν
1637Βουλήν.
1638Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τῶν 220,000 δραχμῶν τῆς Ἐθνι-
1639κῆς Ἑταιρείας, περὶ τῶν ὁποίων ἐπηρώτησε χθὲς ὁ κύριος
1640Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, ἱκανὴ ἀπάντησις εἶναι τὰ λεχθέντα
1641παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις ἐβεβαίωσεν, ὅτι,
1642ὅτε ἦτο Πρωθυπουργός, ἐζήτησε καὶ ἔλαβε πληροφορίας,
1643ὅτι τὰ χρήματα ἐκεῖνα εἶχον σταλῆ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δὲν
1644εἶναι δὲ γνωστόν, τί ἐγένοντο, ἀλλ’ οὔτε ἠδύνατο ἡ Κυβέρ-
1645νησις, ἡ ὑπὸ τὴν ἐμὴν προεδρίαν, νὰ προβῇ εἰς κατάσχεσιν
1646τῶν χρημάτων, ἀφοῦ ἐκεῖνα δὲν εὑρίσκοντο ἐν Ἑλλάδι.
1647§88ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄν, Κύριοι, εἶχον νομίσει ὀρθὸν
1648νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, κατὰ πᾶσαν
1649πιθανότητα ἤθελον ἀποφύγει ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτη-
1650σιν, ἥτις ἐκ τρίτου εἰσήχθη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἰς τὴν
1651Βουλήν· ἤθελον δ’ ἀποφύγει, διότι ἀπεδείχθη καὶ ὑπὸ τοῦ
1652ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι μακρᾶς συζητήσεως λό-
1653γοι, ἐξερχόμενοι τῆς αἰθούσης ταύτης, ὑπόκεινται εἰς ποι-
1654κίλας διαστροφὰς, ἐξ ὧν δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ βλάβη εἰς τὰ
1655ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν
1656ἐνόμισεν ὀρθόν, ἴσως διότι περιέμενε καὶ ἑτέρας πληροφο-
1657ρίας, νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ διὰ τοῦτο ὁ ἔντιμος
1658συμπολίτης μου ἠναγκάσθη νὰ λάβῃ τὸν λόγον, προκαλέ-
1659σας πάντας ἐκείνους, οἵτινες χθές, εἴτε ἐκ προθέσεως, εἴτε
1660ἐκ περιστάσεως, ἔλαβον τὸν λόγον· μεταξὺ τούτων ἔλαβον
1661καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, τὰ δὲ ἐν ταῖς ἐφημερίσι περὶ τούτου
1662γραφέντα ὑπῆρξαν ἀνακριβῆ. Ἐγὼ εἶπον ἀληθῶς χθές, ὅτι
1663πρώτην φορὰν ἐμάνθανον, ὅτι εἰσῆλθον ἐκ Λονδίνου διὰ τῆς
1664Πρεσβείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον 36,000 λίραι. Ἐγνώριζον ὅτι
1665ἦλθον συνδρομαὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ· ἤκουσα μάλιστα, ὅτι
1666ἐγένετο λόγος περὶ αὐτῶν, ὅτι ἦσαν κατώτεραι τῶν προσ-
1667δοκιῶν, ἀλλὰ δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι τόσῳ σπουδαῖον ποσὸν
1668εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἔλαβον τὸν λόγον, οὐχὶ ἵνα
1669ἐρωτήσω περὶ τοῦ ποσοῦ, ἀλλ’ ἵνα ἐκδηλώσω τὴν ἀπορίαν
1670μου, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε τοιαύτη βε-
1671βαίωσις ἐγίνετο, μετὰ τοιαύτης λεπτομεροῦς ἐκθέσεως τῶν
1672πραγμάτων, ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαμπάκας, ἐζή-
1673τησε σημείωμα ἔγγραφον, ὅπως ἐνθυμηθῇ τὴν ὑπόθεσιν,
1674πῶς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνθυμηθῇ τὰς 36,000 λίρας. Ὑπὸ τὴν
1675ἔποψιν ταύτην καὶ μόνην ὑπέβαλον τὴν παρατήρησιν, ὅτι
1676καὶ ἐγὼ ἐξεπλάγην ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῆς τοιαύτης εἰσφο-
1677ρᾶς, φοβηθεὶς ἴσως, ὅτι δὲν ἔλαβε τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ Κεν-
1678τρικὸν Ταμεῖον.
1679Ἐγὼ ἔχω ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τὴν γνώμην, ὅτι, προκειμέ-
1680νου περὶ ἐθνικῶν ζητημάτων, μία εἶναι ἡ εὐθεῖα ὁδὸς, ὁσά-
1681κις στέλλωνται ὁποθενδήποτε, εἴτε ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἴτε
1682ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ, χρήματα. Ἡ μόνη εὐθεῖα εἶναι ἡ ἄγουσα
1683διὰ τῶν Ὑπουργῶν τοῦ Κράτους, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι
1684οὗτοι,—διότι οἱ Ὑπουργοὶ χαίρουσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ
1685Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς,—εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, καὶ
1686οὐδαμοῦ ἀλλοῦ.
1687Ταῦτα περὶ τῶν χρημάτων. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ὑποθέ-
1688σεων, δι’ ἃς τὰ χρήματα, ἔχω γνώμην, ἣν πρεσβεύω ὡς ἱε-
1689ράν, ὅτι περὶ πάσης ἐθνικῆς ὑποθέσεως, ἐχούσης εὐρὺν ἐθνι-
1690κὸν χαρακτῆρα, μία εἶναι ἡ ὁδὸς, ἡ ἄγουσα εἰς τὸ ἔργον, ἡ
1691διὰ τῶν Ὑπουργῶν τῆς Πολιτείας· δι’ αὐτὰς εἰς οὐδένα ἄλ-
1692λον πρέπει ν’ ἀπευθύνηταί τις ἢ εἰς ἐκείνους, οἵτινες χαί-
1693ρουσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Βουλῆς· οὗ-
1694τοι εἶναι οἱ ἐθνικοὶ θεματοφύλακες ἔν τε τῷ παρόντι καὶ ἐν
1695τῷ μέλλοντι.
1696Ἐκεῖνο, ὅπερ μὲ ἔθλιψε κατὰ τὰ τελευταῖα γεγονότα,
1697καθ’ ἃ εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ δύναμαι ν’ ἀναμιχθῶ εἰς
1698τὰς περὶ τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων γενομένας ἐνταῦθα συζη-
1699τήσεις, εἶναι, ὅτι εἶδον ἐν τούτῳ τὸ πᾶν ἀνατρεπόμενον, πᾶ-
1700σαν ἀρχὴν καταπατουμένην, ἀλλαχόθεν δ’ ἀναφαινομένην
1701πρωτοβουλίαν, ἥτις ἔπνιγε τὴν πρωτοβουλίαν τὴν Κυβερνη-
1702τικήν. Ἄλλοτε ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ
1703τοῦ θέματος, καὶ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπανέλθω· ἀλλ’ ἐγὼ
1704βεβαίως, μὴ δυνάμενος νὰ κρίνω ἀκριβῶς περὶ τῶν πραγ-
1705μάτων, διότι δὲν ἤμην ἐντὸς αὐτῶν, ἂν τὰ τελεσθέντα ἦσαν
1706ὅπως ἐγὼ ἐκτὸς τῶν πραγμάτων φαντάζομαι αὐτὰ, ἂν ἤμην
1707κυβερνήτης τῆς χώρας, ἤθελον ἀντιτάξει στῆθος καὶ ἄρνησιν
1708εἰς πᾶσαν ξένην τῆς Κυβερνήσεως πρωτοβουλίαν, στῆθος
1709καὶ ἄρνησιν, ἅτινα ἐντεῦθεν μὲν ἤθελον συντρίψει τοὺς ἀνα-
1710μιγνυομένους, ἐκεῖθεν δὲ ἤθελον προκαλέσει προσοχὴν, μή-
1711πως πρωτοβουλίαι ἀλλαχοῦ γεννώμεναι ἢ παρὰ τῇ Κυβερ-
1712νήσει εἶναι παρακεκινδυνευμέναι. Βεβηλοῦνται, κατ’ ἐμὲ, τὰ
1713συμφέροντα τῆς χώρας, ὁσάκις ἐπὶ ἐθνικῶν ζητημάτων ἐμ-
1714φανίζωνται πρωτοβουλίαι ἔξω τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως.
1715Ἂν κρίνῃ τις ὠφέλιμον νὰ ἀναμιχθῇ καὶ αὐτὸς εἰς ἐθνι-
1716κόν τι ἔργον, ὀφείλει νὰ ὑποτάσσηται εἰς τὰς ὁδηγίας τῆς
1717Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ὑποχωρῇ, ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις, ἐξ-
1718ετάζουσα τὰ κατὰ τὴν ἀνάμιξιν αὐτοῦ, κρίνῃ αὐτὴν ἀντι-
1719κειμένην εἰς τὸ συμφέρον τῶν ἐθνικῶν σκοπῶν· τὴν δὲ πρᾶ-
1720ξιν τῶν ἐπιχειρούντων νὰ ἐξωθήσωσι τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν
1721ὑπ’ αὐτῶν διαγεγραμμένην ὁδὸν θεωρῶ ἔκτροπον. Ἂν τὰ
1722πράγματα ἡμῶν ἔφθασαν κατὰ τὰ ἔτη 1896 καὶ 1897 ὅπου
1723ἔφθασαν, βεβαίως αἱ τοιαῦται ἐνέργειαι ὑπῆρξαν εἰς τοῦτο
1724σπουδαίως συντελεστικαί. Καὶ ἂν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύ-
1725την ἡ συζήτησις δὲν ἔσχεν ἄλλο ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα, ὅμως
1726ἔσχε τοῦτο, ὅτι πάντες ἐπεστήσαμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν
1727ἐπὶ τὸ δέον γενέσθαι, ὁσάκις τοιαῦτα ζητήματα παρουσιά-
1728ζωνται. Πρὸ πάντων ἐλπίζω, ὅτι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις,
1729αἱ τοῦ μέλλοντος, ἐκ τῶν διδαγμάτων τοῦ παρελθόντος ὁδη-
1730γούμεναι καὶ ἐκ τῶν ἐνταῦθα λεχθέντων, θέλουσι φροντίζει,
1731ἔχουσαι τὴν διπλῆν ἐμπιστοσύνην καὶ τοῦ Στέμματος καὶ
1732τῆς Βουλῆς, νὰ τηρῶσιν εἰς χεῖρας αὑτῶν συγκεντρωμένας
1733πάσας τὰς χορδὰς τῶν τοιούτου εἴδους ἐνεργειῶν, αἵτινες,
1734πᾶσαι ὁμοῦ λαμβανόμεναι, ἀποτελοῦσι τὴν μεγάλην ἐθνι-
1735κὴν ὑπόθεσιν, καὶ μὴ ἐγκαταλείπωσί ποτε εἰς ἄλλους τὰς
1736ἡνίας, αἵτινες εἰς τὰς χεῖρας μόνων αὑτῶν εἶναι νομίμως
1737ἐμπεπιστευμέναι.
1738§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἰμὶ πε-
1739πεισμένος, ὅτι, ἐὰν αἱ ἐπανειλημμέναι πρὸς τὴν Βουλὴν προ-
1740τάσεις τῶν ὑπευθύνων πρώην Ὑπουργῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης,
1741καὶ καθ’ ὃν χρόνον οἱ πρώην Ὑπουργοὶ ἐπηρέαζον τὴν Βου-
1742λήν, διότι εἶχον τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας αὐ-
1743τῆς, καὶ καθ’ ὃν χρόνον κατὰ τὸ 1899 καὶ 1900 δὲν εἶχον
1744τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἂν αἱ ἐπα-
1745νειλημμέναι πρὸς τὴν Βουλὴν προτάσεις αὐτῶν δὲν ἐγίνοντο
1746μόνον ἀποδεκταὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐξετελοῦντο, ἂν
1747δὲν παρενεβάλλοντο προσκόμματα δι’ ἐπισήμου χειρός, ἢ δι’
1748ἀφανοῦς ἐπιδράσεως, ἂν προέβαινον αἱ ἐργασίαι τῆς ἐξε-
1749ταστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀπεκαλύπτετο ἡ ἱστορία τῶν συμ-
1750βεβηκότων, ἐφ’ ὅσον τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους δὲν ἤθε-
1751λον ἐκτεθῆ ἐν κινδύνῳ, βεβαίως ἤθελεν ἀπαλλαγῆ ὁ κύριος
1752Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τῆς ἀνάγκης νὰ ἐκθέσῃ πρὸς τὴν
1753Βουλήν, πῶς αὐτὸς ἤθελε πολιτευθῆ, ἂν ἐτύγχανε κυβερνή-
1754της τῆς χώρας. Λέγω δι’ ἐπισήμου χειρός, διότι, ἐνῷ ἡ πλειο-
1755νοψηφία τῆς Βουλῆς ἀπεδέχθη τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς
1756ἐπιτροπῆς, καὶ προέβη εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτῆς, ἐνῷ ἡ ἐξε-
1757ταστικὴ ἐπιτροπὴ ἐξελέχθη, ἐνῷ ὠργανώθη, ἐνῷ ἤρχισε
1758τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἡ πρόοδος τῶν ἐργασιῶν της προσέκο-
1759ψεν εἰς ὅλα τὰ παρεμβληθέντα προσκόμματα ὑπὸ τῆς Κυ-
1760βερνήσεως, πᾶσαι δὲ αἱ αἰτήσεις τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς
1761ἔμειναν ἄνευ ἀπαντήσεως, ὡς μένουσιν ἄνευ ἀπαντήσεως αἱ
1762πλεῖσται τῶν ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἀπευθύνομεν
1763πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ τάσις δέ, ὅπως παραλύσῃ πᾶσα ἐργασία,
1764ἐγένετο κατάδηλος· καὶ μολονότι ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμά-
1765των ἐπιτροπὴ προέβη εἰς ἐργασίαν, ὅτε ἤρξατο νὰ κατορθώνῃ
1766νὰ πορίζηται καί τινας πληροφορίας, οὐχὶ βεβαίως καιρίας καὶ
1767οὐσιώδεις, ἀλλὰ βοηθητικὰς καὶ ἐπικούρους, ἐπῆλθεν ἡ διά-
1768λυσις τῆς Βουλῆς καὶ ὁ σχηματισμὸς νέας Βουλῆς, κατέ-
1769παυσε δὲ πλέον πᾶσα ἐργασία, καὶ παρεδόθησαν τὰ ἔγγραφα
1770ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διεξῆγον αὐτήν. Ἐξελέχθη ἀληθῶς
1771ἡ νέα ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βου-
1772λῆς, ἀλλ’ αὕτη οὐδέποτε συνῆλθεν, ἂν καὶ προήδρευεν αὐ-
1773τῆς αὐτὸς ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς· ἐπῆλθε δὲ προσέτι
1774καὶ τὸ ἄλλο ἀποτέλεσμα, ὅτι ἀγνοοῦμεν τί ἐγένοντο τὰ ἔγ-
1775γραφα, τὰ ὁποῖα ἐβεβαίουν τὸ ἔργον τῆς τότε ἐξεταστικῆς
1776ἐπιτροπῆς. Τοιαύτη βεβαίως πολιτεία, ἡ ὁποία ἀμνηστεύει
1777τὸ παρελθὸν, ἡ ὁποία περικαλύπτει τὸ ἔγκλημα ἢ τὰς παρα-
1778βάσεις τῶν νόμων, ἡ ὁποία διασώζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἁπλοῖ
1779πολῖται, τολμῶσιν αὐτοὶ νὰ ἀναλάβωσι τὴν διεύθυνσιν τῆς
1780ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, βεβαίως δὲν εἶναι μά-
1781θημα χρηστότητος καὶ μάθημα διοικήσεως εἰλικρινοῦς καὶ
1782ἐντίμου.
1783§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὰ λεχθέντα παρὰ
1784τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ δὲν δύνανται νὰ εὕ-
1785ρωσι κανένα ἐν τῇ Βουλῇ δυνάμενον πρὸς αὐτὰ νὰ ἀντιτα-
1786χθῇ. Διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τί ὑπεστήριξεν; ὑπε-
1787στήριξεν ὅτι ἡ διεύθυνσις τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς πρέπει
1788νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν ὑπεύ-
1789θυνον Κυβέρνησιν. Δὲν βλέπω δὲ διατὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρ-
1790τυνος Βουλευτὴς παρενέβαλε τὸ ζήτημα τῆς ἐνεργείας τῆς
1791ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἀπαντῶν εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ
1792ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀτ-
1793τικῆς δὲν ἠξεύρω τί ὑπηνίχθη, λέγων, ὅτι πρέπει εἰς τὸ μέλ-
1794λον αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἦναι προσεκτικαί, ἵνα μὴ ὑποβληθῶ-
1795σιν εἰς ἐπιρροὴν ἰδιωτῶν, οἱ ὁποῖοι (ἰδιῶται) οὐδὲν ἔχουσι
1796δικαίωμα νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐξωτερικῆς
1797πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Βεβαίως συμφωνῶ πρὸς αὐτὸν, καὶ
1798συμφωνῶ ἀκριβῶς καὶ πρὸς τὰς ἰδέας ταύτας. Οὐδεμίαν οὐ-
1799δέποτε ἔλαβον ἀνάμιξιν εἰς τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας,
1800προκληθεὶς δὲ νὰ λάβω μέρος εἰς αὐτὴν, ἠρνήθην ἀπολύ-
1801τως, εἰπὼν, ὅτι μόνη ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
1802διευθύνῃ τὴν πολιτικὴν ταύτην...
1803§91Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οἱ Ὑπουργοί σας ὅμως ἔλαβον μέρος.
1804§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς ἄτομον ὅμως.
1805§93Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐννοεῖται ὡς ἄτομον. Δὲν ἠδυνάμην
1806νὰ λάβω μέρος ἄλλως. Δὲν ἔλαβον δὲ μέρος ὑπὸ καμμίαν
1807ἰδιότητα. Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσιν ἄλλοι ἐκ τῆς πτέρυγος ταύ-
1808της (δεικνύει τὴν δεξιὰν), οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος, — κακῶς
1809ἴσως πράττοντες — ἀλλ’ ὑπάρχουσι πολλοὶ καὶ ἐκ τῆς πτέ-
1810ρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέ-
1811ρος, καὶ κακῶς ἔπραξαν καὶ ἐκεῖνοι.
1812§94ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
1813§95Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, ἦλθε
1814χωρὶς νὰ ἦναι τὸ κύριον θέμα τῆς συζητήσεως. Τὸ κύριον
1815θέμα τῆς συζητήσεως ἦτο ἄλλο, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι μετ’ ἐκ-
1816πλήξεως παρηκολούθησα τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔλαβε
1817χώραν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ὁ παρακολουθήσας τὴν συζή-
1818τησιν ταύτην θὰ ἐνόμιζεν, ὅτι μόνος πταίστης εἶναι ὁ ἀξιό-
1819τιμος ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτὴς, ὅτι αὐτὸς ἔφερε τὸ ζή-
1820τημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι αὐτὸς πταίει, ἐὰν ὑπόνοιαι
1821διεδόθησαν, ἐὰν ἐγράφησαν ὅσα ἐγράφησαν.
1822Ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν οὕτω, Κύριοι. Πρὸ ἡμε-
1823ρῶν ἤδη, ὅτε συνεζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἐν Βου-
1824κουρεστίῳ πρεσβευτικοῦ μεγάρου, ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πα-
1825ξῶν Βουλευτὴς, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εὗρεν εἰς ἔγγραφόν τι
1826τῆς Πρεσβείας λεγόμενον, ὅτι ἐκ Ρουμανίας ἐστάλησαν
1827600,000 δραχμαὶ ἢ φράγκα πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρ-
1828νησιν, παρεκάλεσε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐξε-
1829τάσῃ, ἂν ἐστάλησαν τὰ ποσὰ ταῦτα, πρὸς ποῖον ἐστάλη-
1830σαν, καὶ ποία χρῆσις ἐγένετο. Καὶ ἰδοὺ ἡ πρώτη ὑπόνοια!
1831Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα. Χθὲς ἐγένετο λόγος πάλιν,
1832καὶ ὁ κύριος ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς δευτέραν ἤδη φορὰν κα-
1833τέκρινε τὴν διαγωγὴν τῶν ἔξω Ἑλλήνων...
1834§96Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὐδόλως κατέκρινα.
1835§97Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν
1836γεγονότων· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τῶν ἐνταῦθα συν-
1837αδέλφων... (θόρυβος).
1838§98ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μὴ διακόπτετε!
1839§99Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὴ διακόπτετε ἕως ὅτου διατυπώσω
1840τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχω μορφώσει, ἀκούσας τῶν λόγων
1841ὑμῶν.
1842Εἴπετε, ὅτι οἱ ἔξω Ἕλληνες, οἱ πάντοτε κατακρίνοντες
1843καὶ ἐπικρίνοντες τοὺς πολιτευομένους τῆς Ἑλλάδος καὶ
1844τὰς ἐνεργείας τὰς γενομένας ἐνταῦθα, κατ’ οὐδὲν συνέτρε-
1845ξαν, προκειμένου περὶ ἐθνικῶν ἀγώνων· καὶ ἀνεφέρατε ἐλά-
1846χιστον ποσὸν, τὸ ὁποῖον συνεισέφερον οὗτοι, καὶ τότε, ἐκ
1847τῆς παρατηρήσεως ταύτης προκληθεὶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κα-
1848λαμπάκας Βουλευτὴς, ἠγέρθη καὶ εἶπε: «δὲν εἶναι ἀκριβὲς
1849τὸ παρ’ ὑμῶν λεγόμενον, διότι ἐγὼ, ὡς ὑπάλληλος τῆς Πρε-
1850σβείας, γινώσκω, ὅτι ἐστάλησαν ἐκ Λονδίνου εἰς δύο δόσεις
185136,000 λίραι». Καὶ τότε ἠγέρθητε καὶ εἴπετε: «ποῖος
1852ἔλαβε τὸ ποσὸν αὐτό; τί ἔγεινε τὸ ποσὸν αὐτό; Ἐὰν τὸ
1853ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς ποῖον τὸ ἔδω-
1854κε;» Καὶ ἐντεῦθεν ἐγεννήθησαν αἱ ὑπόνοιαι.
1855Σήμερον θέλομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι αἱ ὑπόνοιαι αὗται ἐγεν-
1856νήθησαν μόνον, ὅτι ἦσαν ἄδικοι—ὅπως καὶ πράγματι ἦσαν
1857ἄδικοι.—Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν
1858τοῦτο σήμερον, ἔπρεπε χθὲς νὰ μὴ ἐγείρητε ὑπονοίας...
1859§100Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἤγειρα ὑπονοίας.
1860§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως ἠγείρατε ὑπονοίας, διότι, ἀφοῦ
1861κατόπιν τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαμπάκας
1862συναδέλφου ἐνομίσατε, ὅτι ἔπρεπεν αὔριον ἀμέσως ὁ Ὑπουρ-
1863γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διαλευκάνῃ τὸ μυστήριον τοῦτο,
1864σημαίνει, ὅτι ὑμεῖς εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσητε, ὅτι
1865ὑπάρχει λόγος, ἵνα ἐπιμείνητε τόσον εἰς τὴν προσκόμισιν
1866τῶν πληροφοριῶν, ὅπως βεβαιωθῆτε, ὅτι τὸ μέγα ἐκεῖνο
1867ποσὸν τῶν 36,000 λιρῶν εἰσήχθη εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον,
1868καὶ ὅτι ἐγένετο χρῆσις αὐτοῦ τοιαύτη, οἵαν ἤθελον ἐκεῖνοι,
1869οἱ ὁποῖοι ἔπεμψαν τὸ ποσόν· καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιό-
1870τιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς λίαν ὀρθῶς ἔκαμε τὰς παρα-
1871τηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν, εἰπὼν, ὅτι πολὺ πρέπει νὰ
1872προσέχωμεν, διότι τὰ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου λεγόμενα
1873ἀναγινώσκονται ὄχι μόνον παρὰ τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλλη-
1874νικοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀναγινώσκονται καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν
1875ξένων, καὶ διότι ἐξ ὑπονοιῶν, αἱ ὁποῖαι ῥίπτονται μετ’ ἀδια-
1876φορίας ἴσως, καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ σκοπὸς προσβολῆς ἀτό-
1877μων, εἶναι λυπηρὸν ἄνευ λόγου νὰ γεννήσωμεν εἰς τὸν νοῦν
1878αὐτῶν ἀπορίας καὶ ὑπονοίας περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῶν Ἑλ-
1879ληνικῶν Κυβερνήσεων, διότι δὲν πιστεύω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ
1880Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι Κυβέρνησις
1881Ἑλληνικὴ εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν ποσῶν, τὰ
1882ὁποῖα ἐστάλησαν πρὸς ἐθνικὸν σκοπὸν, ἀλλοίαν ἐκείνης, τὴν
1883ὁποίαν οἱ δωρηταὶ τῶν ποσῶν τούτων ἐσκόπουν.
1884§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποτέ! ποτέ!
1885§103Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν, Κύριοι, λαμβάνω μέρος εἰς τὴν
1886συζήτησιν, τοῦτο πράττω, διότι πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ
1887Γόρτυνος Βουλευτὴς ὁμιλῶν ἐμνήσθη καὶ τοῦ ἐμοῦ ὀνόμα-
1888τος, ὡς προέδρου τῆς τελευταίας ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ
1889ὡς Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι ἐγενόμην
1890μετ’ ὀλίγον ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς μου ὡς προέδρου τῆς ἐξετα-
1891στικῆς ἐπιτροπῆς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦτο δὲν ἔ-
1892πρεπε νὰ ἀξιοῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτι ἠδυ-
1893νάμην πλέον ἐγὼ νὰ διευθύνω τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς.
1894Ἀλλὰ τίνα σκοπὸν εἶχεν ἡ σύστασις καὶ ἡ δρᾶσις τῆς
1895τελευταίας ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς; Ὁ κύριος Βουλευτὴς
1896ἐκ Γόρτυνος εἶπεν, ὅτι ἐπεθύμει, ὅπως ἡ ἐξεταστικὴ ἐπι-
1897τροπὴ προσκομίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ μέσα, ἵνα ἐξε-
1898λεγχθῶσιν αἱ κατὰ τὸν πόλεμον εὐθῦναι, διὰ νὰ συζητηθῇ,
1899ἐὰν αὗται βαρύνουσιν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους φυσικῶς καὶ
1900ἀναγκαίως πρέπει νὰ βαρύνωσι, — διότι φαίνεται, ὅτι ὁ κύ-
1901ριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, προκειμένου περὶ τῶν εὐθυνῶν
1902τούτων, φρονεῖ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ βαρύνωσιν ἄλλους.—
1903Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνῷ πλέον τὸ ζήτημα τοῦτο ἔδει, κατὰ
1904τὴν ἐμὴν γνώμην, πρὸ καιροῦ νὰ εἶχεν ἐξετασθῆ, καὶ ἐνῷ ἐγ-
1905καταλειφθὲν, ὡς μὴ ὤφειλε, τότε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρά-
1906σχῃ ἡμῖν σήμερον πλέον ἔδαφος, ὅπως ἐπιζητήσωμεν ἀπο-
1907τελέσματα ἐκ τῶν εὐθυνῶν, διότι παρῆλθεν ἔκτοτε μακρὸς
1908χρόνος, ἀκούομεν καθ’ ἑκάστην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρ-
1909τυνος ἐπαναφέροντος τὴν περὶ τούτου συζήτησιν. Διὰ τοῦτο
1910σπεύδω νὰ δηλώσω, ὅτι εὐχαρίστως ἤκουσα τὴν ἑσπέραν
1911ταύτην τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, τοῦ κ. Δραγούμη,
1912ἀγορεύοντος καὶ θέσαντος τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ
1913τεθῇ, οὕτω δὲ ἀποδείξαντος, ὅτι περιττὴ ἀποβαίνει πᾶσα
1914περὶ τούτου ἔρευνα τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπὶ τῶν πραγμάτων
1915ἐπιτροπῆς, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης πρόκειται νὰ
1916λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν διὰ τὰ ἀτυχῆ γεγονότα καὶ
1917τὰς ἐκ τούτων βαρείας συνεπείας τῶν ἐτῶν 1896 καὶ 1897.
1918Καὶ δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττι-
1919κῆς Βουλευτής, διότι ἐπὶ μακρὸν χρόνον συνεργασθεὶς μετὰ
1920τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ ἀνδρός, ὅστις ἔθετο ὡς βάσιν, ὅτι
1921πᾶσα ἐργασία τείνουσα πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἐθνικῶν ὑποθέ-
1922σεων δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, εἰμὴ
1923μόνον διὰ τῆς ἐπισήμου Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἔδει ἀναγ-
1924καίως νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἐπὶ τοῦ θέματος γνώμην. Καὶ ὄν-
1925τως μόνον διὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἔδει νὰ διεξα-
1926χθῶσι καὶ πᾶσαι αἱ ἐργασίαι, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν διαχεί-
1927ρισιν τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου. Ὀρθῶς δὲ, ὡς
1928πρὸς τοῦτο, ἔθετο τὸ ζήτημα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς.
1929Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς μᾶς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου: «δὲν
1930δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν, οὔτε ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐξετά-
1931σωμεν, ἂν ἄλλαι πρωτοβουλίαι, εἴτε ἐντεῦθεν, εἴτε ἐκεῖ-
1932θεν, εἴτε ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ, εἴτε ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἴτε
1933ἄνωθεν, εἴτε κάτωθεν, εἴτε ἐξ ἑταιρειῶν, εἴτε ἐξ ἰδιωτῶν,
1934παρενεβλήθησαν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων.»
1935Ἐγὼ δὲ προσθέτω, ὅτι καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν περὶ
1936τούτου. Ἐὰν τοιαῦται πρωτοβουλίαι κατώρθωσαν νὰ παρα-
1937σύρωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἢ νὰ ἀφαρπάσωσιν ἀπὸ τὰς χεῖρας
1938τῆς Κυβερνήσεως τὰ ἡνία τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖα ὤφειλε
1939νὰ κρατῇ αὕτη στερρῶς, τίς, ἐρωτῶ, θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην
1940διὰ τοῦτο; τίς ἄλλος ἢ ἡ ἐγκαταλειφθεῖσα εἰς τὴν διάκρι-
1941σιν ἄλλων Κυβέρνησις; Ἡ εὐθύνη δὲν εἶναι βεβαίως τοι-
1942αύτη, ὥστε νὰ συνεπάγηται σήμερον ἄλλα ἀποτελέσματα.
1943Σήμερον ἡ εὐθύνη διὰ τοὺς ὑπευθύνους μόνον θλῖψιν προ-
1944καλεῖ, ἀλλὰ τοιαύτην γεννᾷ μείζονα εἰς τὴν ψυχὴν παντὸς,
1945ὅστις οἶδεν, ὅτι ὑποθέσεις ἐθνικὰς διεχειρίσθησαν κατὰ τρό-
1946πον ὁδηγοῦντα ἀσφαλῶς εἰς συμφοράς. Τίς λοιπόν, λέγω,
1947τὴν εὐθύνην ταύτην δύναται νὰ ἔχῃ, παρὰ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος,
1948καίπερ ὀφείλων νὰ τηρήσῃ ἀπέναντι παντὸς ἄνευ εὐθύνης
1949ἀναμιγνυομένου τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξε πρὸ ὀλί-
1950γου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, δὲν ἠδυνήθη νὰ τη-
1951ρήσῃ τοιαύτην στάσιν; Τί πρόκειται λοιπὸν νὰ μάθωμεν,
1952ἐρευνῶντες περὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου; Ἂν ἐξ ἄλλων
1953πρωτοβουλιῶν παρεσύρθη ἡ Κυβέρνησις; Ἀλλὰ, λέγω, καὶ
1954ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθές, τὴν εὐθύνην ἀπαξάπασαν ἔχει ἡ τότε
1955Κυβέρνησις, διότι ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὸ σθένος νὰ ἀντιμετωπίσῃ
1956τοὺς ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν προσπαθοῦντας νὰ ἐξωθήσωσιν αὐ-
1957τὴν εἰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἐνόμιζε μὴ συμφερούσας εἰς τὸ
1958Κράτος. Διατὶ λοιπὸν αἰτιῶνται τὴν ἀδράνειαν τῆς ἐξετα-
1959στικῆς ἐπιτροπῆς τῶν πραγμάτων; Ποῖα θὰ ἦσαν τ’ ἀποτελέ-
1960σματα τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης; Ποῖα ἄλλα ἢ
1961αὐτά, τὰ ὁποῖα μοιραίως ἦλθον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην
1962εἰς συζήτησιν; Εἰς ἐμὲ καὶ ἄλλοτε ἐδόθη ἀφορμή, ἀλλ’ ἀ-
1963πέφυγον νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι,
1964ἐπαναλαμβάνω, δὲν θεωρῶ σκόπιμον πλέον τοιαύτην συζή-
1965τησιν, γινομένην μετὰ παρέλευσιν τόσου χρόνου. Ἀλλ’ ὅταν
1966καθ’ ἑκάστην ἀκούωμεν ἐπιτιμήσεις, διότι ὡς ἐξεταστικὴ
1967ἐπιτροπὴ δὲν ἐξεπληρώσαμεν δῆθεν τὸ καθῆκόν μας, ἔχο-
1968μεν τὸ δικαίωμα, διατρανοῦντες τίνα ἐπὶ τοῦ θέματος ἔχο-
1969μεν γνώμην, νὰ εἴπωμεν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀτ-
1970τικῆς.
1971Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἀφο-
1972ρᾷ εἰς τὴν ἐμὴν στάσιν, ὡς προέδρου τῆς ἄλλοτε ἐξεταστι-
1973κῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἥν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἦμαι
1974πρόεδρος, ἀφοῦ ἐγενόμην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπὶ
1975τοῦ ζητήματος τῶν εἰσφορῶν ἐγένετο μακρὰ συζήτησις χθές,
1976καὶ ἄλλοτε περὶ τούτων ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὁ
1977βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλης, ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου, ἔθεσε
1978τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ τεθῇ. Δὲν ἔπρεπε δὲ ποτὲ
1979νὰ γείνῃ λόγος περὶ τούτου ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ὄντως τοιαῦ-
1980τα ζητήματα, συζητούμενα καθ’ ὃν τρόπον ἠκούσαμεν ἐν-
1981ταῦθα, προσβάλλουσι τὴν πίστιν τοῦ τόπου, μειοῦσι δὲ τὴν
1982ὑπόληψιν καὶ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ
1983ὁ ἔσω καὶ ὁ ἔξω Ἑλληνισμὸς ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώ-
1984ρας, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὕτη. Ἀλλὰ σήμερον μετεστρά-
1985φη τὸ ζήτημα, καὶ ἠκούσαμεν, ὅτι λογαριασμὸς ἐζητήθη
1986οὐχὶ διὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀπεστάλησαν διὰ τῆς Κυ-
1987βερνήσεως ἢ τῶν Ὑπουργῶν προσωπικῶς, — διότι ταῦτα βε-
1988βαίως κατετέθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, — ἀλλὰ διὰ
1989χρήματα ἀνήκοντα εἰς ἑταιρείαν. Τὴν ἀποκαλουμένην Ἐθνι-
1990κὴν Ἑταιρείαν δὲν ἐγνώρισα οὔτε τότε, οὔτε τώρα, διότι
1991ἀκολουθῶ τὰς αὐτὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ κύριος
1992Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἕνεκα τοῦ αὐτοῦ λόγου, δι’ ὃν
1993καὶ οὗτος ἀκολουθεῖ ταύτας· διὰ τοῦτο οὐδέποτε ἠθέλησα
1994ν’ ἀναμιχθῶ εἰς οὐδεμίαν τῶν τοιούτων ἑταιρειῶν. Ἀλλὰ δὲν
1995ἐννοῶ, ποῖον δικαίωμα εἶχεν ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ ἐπιζητῇ
1996τὴν κατάσχεσιν τῶν χρημάτων· ἔπρεπε προηγουμένως νὰ
1997ἐνεργήσῃ ὅ,τι ὁ νόμος ὁρίζει, ἵνα φθάσῃ μέχρι τοῦ δικαιώμα-
1998τος τῆς κατασχέσεως. Καὶ διατὶ τάχα νὰ ψέγηται ἡ Κυβέρ-
1999νησις ἡ τότε, ἡ μὴ κατορθώσασα νὰ λάβῃ τὰ χρήματα τῶν
2000220,000 καὶ 300,000 φράγκων; Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευ-
2001τὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἀνεζήτησε τότε τὰ χρήματα ταῦτα,
2002καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐνόμιζε, καὶ ὀρθῶς, ὅτι δὲν
2003εἶχε δικαίωμα νὰ τ’ ἀναζητήσῃ, ἐν τούτοις, καίπερ ἀναγνω-
2004ρίζων, ὅτι δὲν εἶχε πρὸς τοῦτο δικαίωμα, τὰ ἀνεζήτησε,
2005προσπαθήσας, ὅπως, καταλαμβάνων, ἔστω καὶ παρανόμως,
2006ταῦτα, ἀποστερήσῃ τῶν νεύρων τῆς ἐνεργείας τὴν Ἑται-
2007ρείαν ἐκείνην, ἀλλὰ τέλος πάντων δὲν ἠδυνήθη νὰ τὰ εὕρῃ,
2008διότι εἶχε ληφθῆ πρόνοια ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
2009Διατὶ σήμερον ζητοῦμεν λόγον περὶ τούτων; Ποῖον εἶναι τὸ
2010πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ἀφοῦ τότε τὰ χρήματα ἐδηλώθη,
2011ὅτι ἀπεστάλησαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Ἐὰν τότε τὰ χρή-
2012ματα ἐπεζητήθη νὰ κατασχεθῶσιν, ὑπῆρχε λόγος τις καὶ
2013δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ ἀπέστειλαν, καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ
2014ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ τὰ κατάσχουν. Σήμερον ποῖος λόγος
2015ὑπάρχει, διὰ νὰ κάμωμεν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου
2016τούτου; Διὰ νὰ λύσωμεν ἀκαδημαϊκῶς τὸ ζήτημα, ἐὰν ὑπῆρ-
2017χε καὶ τότε δικαίωμα, ὅπως κατασχεθῶσι τὰ χρήματα;
2018Ἀλλὰ τοῦτο οὐδένα λόγον πρακτικὸν ἔχει. Διὰ τοῦτο λέγω,
2019ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγέννησεν ἡ παρατήρησις τοῦ κ.
2020Βουλευτοῦ ἐκ Καλαμπάκας, ἐνῷ δὲν ἔχει τι τὸ πρακτικὸν,
2021ἐνῷ εἶχέ τι τὸ ἐπιβλαβὲς ὑπὸ μίαν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν
2022ὅμως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ ἐξήτασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀτ-
2023τικῆς, εἶχε βεβαίως τοῦτο τὸ ἀγαθὸν, ὅτι ἔλυσε διὰ παντὸς
2024τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν, ὑφ’ ἣν ἔποψιν τὸ ἐξήτασεν ὁ ἕτε-
2025ρος τῶν κ. Βουλευτῶν ἐξ Ἀττικῆς.
2026§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Βουλευτὴς
2027ἐκ Λεβαδείας βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ γνώμην περὶ
2028τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ διαχείρισις τῶν δημοσίων ὑπο-
2029θέσεων, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅσα φρονεῖ περὶ τοῦ
2030τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξήχθησαν αἱ δημόσιαι ὑποθέ-
2031σεις. Ἀλλ’ ἀμφισβητῶ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ματαιώνῃ
2032τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν
2033ἠδύνατο νὰ ὑπονομεύῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς καὶ νὰ
2034ματαιώνῃ αὐτάς. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συστήσῃ ἐξετα-
2035στικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν. Σεῖς, κύριε πρώην Πρόε-
2036δρε τῆς Βουλῆς, ποίαν ἐλάβετε πρόνοιαν περὶ τῶν ἐργασιῶν
2037τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἧς προηδρεύσατε, τοὐλάχιστον
2038κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς, δι’ ἧς ἀνεδείχθητε Πρόε-
2039δρος τῆς Βουλῆς; Ποῦ εὑρίσκονται τὰ ἔγγραφα τὰ δημόσια,
2040τὰ ὁποῖα παρελάβετε ὡς πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτρο-
2041πῆς τῶν πραγμάτων; Ἐὰν δὲν τὰ παρελάβετε, κακῶς ἐπρά-
2042ξατε νὰ μὴ τὰ παραλάβητε. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ
2043συστήσῃ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν, καὶ ὑμεῖς
2044ἐδέχθητε νὰ γίνητε πρόεδρος αὐτῆς, ὅτε κατόπιν ἀνήλθετε
2045εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, διατὶ δὲν εἰδοποιή-
2046σατε τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν θέλετε πλέον, ἢ δὲν δύνασθε νὰ
2047διατελῆτε καὶ πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων
2048ἐπιτροπῆς; καὶ διατὶ δὲν προεκαλέσατε αὐτήν, ἢ τὰ μέλη
2049τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ἐκλέξωσιν οἱονδήποτε ἤθελον πρόεδρον;
2050Καὶ ὅτε παρελάβετε τὰ ἔγγραφα τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγ-
2051μάτων ἐπιτροπῆς, ἢ ἐὰν δὲν τὰ ἐλάβετε, διατὶ δὲν ἐφρον-
2052τίσατε νὰ τὰ λάβητε, καὶ ἂν τὰ παρελάβετε, ποῦ τὰ ἀφή-
2053κατε, ὅτε ἐλάβατε τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς; Καὶ
2054ὅτε ἀνήλθατε εἰς τὴν προεδρίαν τῆς Βουλῆς, πῶς δὲν προε-
2055καλέσατε αὐτὴν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς τύχης τῶν ἐγγρά-
2056φων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀφήκατε ἐγκαταλελειμμένα, καὶ τὰ
2057ὁποῖα, Κύριος οἶδεν, εἰς ποῖον καπνοπωλεῖον περιῆλθον ὡς
2058ἄχρηστα;
2059Ἐὰν, Κύριοι, ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ
2060προέβαινεν εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς, καὶ ἐὰν διεξῆγε τὸ ἔρ-
2061γον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἀνέθεσεν εἰς αὐτήν, βεβαίως δὲν ἠθέ-
2062λετε λάβει τὸ θάρρος νὰ κρίνητε ὡς ἐκρίνατε περὶ τῆς πο-
2063λιτείας ἡμῶν· διότι ἤθελε φράξει τὸ στόμα παντὸς ἡ ἀπό-
2064δειξις, ὅτι ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν καλλίτερον παντὸς ἄλλου ποῖα
2065καθήκοντα εἴχομεν καὶ πρὸς τὸ Κράτος καὶ πρὸς τὴν πα-
2066τρίδα ἡμῶν, ἤθελε δὲ πάντως, ἐὰν διεξήγοντο τὰ ἔργα τῆς
2067ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, κατασταθῆ κατάδη-
2068λον, ὅτι διεσώσαμεν τὰ περιαχθέντα εἰς κίνδυνον συμφέροντα
2069τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι ὑπηρετήσαμεν ὡσαύτως τὰ συμφέροντα
2070τῆς πατρίδος, ὡς οὐδέποτε σεῖς ἠθέλετε δυνηθῆ νὰ ὑπηρε-
2071τήσητε αὐτά, διότι εἴχομεν τὴν θέρμην ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τὸ
2072σθένος εἰς τὰ στήθη ἡμῶν.
2073Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ὁ ὁποῖος συμβαίνει νὰ ᾖναι
2074καὶ νομικός, — δὲν σκοπῶ δὲ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν νομικὴν
2075ἰδιότητα αὐτοῦ, — ἔλεγεν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα εἶχε τὸ Κρά-
2076τος ἐπὶ τῶν 200 χιλιάδων δραχμῶν ἢ φράγκων, τῶν ἀνηκόν-
2077των εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, κατατεθειμένων δὲ ἐν Τραπέ-
2078ζῃ, ἀφοῦ οὐδ’ ὑπῆρχε πλέον ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν εἶχον προορίσει
2079αὐτὰ οἱ εἰσενεγκόντες. Ποιοῦμαι αὐτῷ γνωστὸν, ὅτι ἐγὼ,
2080ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκο-
2081νομικῶν, ἔβαλον χεῖρα ἐπὶ 15,000 δραχμῶν τῆς Κρητικῆς
2082Ἐπιτροπῆς, αἱ ὁποῖαι διεσώθησαν ἀπὸ τῶν ἄλλων λεηλα-
2083τηθέντων κεφαλαίων αὐτῆς, καὶ ἔβαλον χεῖρα ἐπὶ τῆς ἀτμα-
2084κάτου ἐκείνης, τῆς περιφήμου, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐξοπλίσει
2085διὰ νὰ καύσωσι τὸν τουρκικὸν στόλον! Οὐδεὶς δ’ ἐτόλμησε
2086νὰ μοῦ αἰτιαθῇ, ὅτι ἐνήργησα παρανόμως, πολλοὶ δ’ ὄντως
2087ἐν Ἀθήναις ἔγκριτοι νομομαθεῖς ἀνωμολόγησαν τὸ νόμιμον
2088τῶν ἐνεργειῶν μου ἐκείνων. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβα-
2089δείας διαφωνῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, δύναται νὰ μελε-
2090τήσῃ καλλίτερον, διὰ νὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀνωτάτη
2091ἀστυνομία τοῦ Κράτους, εἶχε δικαίωμα νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ
2092χρημάτων, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐξ εἰσφορῶν πρὸς ὡρισμένον
2093σκοπὸν, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου δὲν διετέθησαν, καὶ ἔτρεχον τὸν
2094κίνδυνον νὰ φαγωθῶσιν ὑπὸ ἰδιωτῶν. Δὲν διεπράττετο κἄν
2095ἔγκλημα ἀπάτης, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ προλάβῃ ὁ ἀνώτερος
2096ἀστυνόμος τοῦ Κράτους; Καὶ ἀμφισβητεῖ ὁ Βουλευτὴς ἐκ
2097Λεβαδείας τὸ δικαίωμα, τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Κυ-
2098βέρνησις, διότι ἐπιθυμεῖ νὰ φανῇ ἴσως διατεθειμένος νὰ δια-
2099σώσῃ τοιαῦτα ἔκνομα, ἂν ὄχι ἐγκληματικὰ συμφέροντα;
2100§105Θ. ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρία-
2101σιν, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ σήμερον ἐγένετο λόγος περὶ τῶν
2102ἐγγράφων τῆς πρώτης ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτρο-
2103πῆς τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα παρελήφθησαν ὑπὸ τῆς δευτέρας.
2104Ἐπειδὴ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεγῶ εἰσηγητὴς τῆς δευτέ-
2105ρας ἐπιτροπῆς, καὶ μὲ ἐτίμησαν μάλιστα καὶ τὰ μέλη τῆς
2106μειονοψηφίας...
2107§106Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξελέγητε παμψηφεί.
2108§107ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ... διὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι εὐγνώμων, ἐξε-
2109φράσθη δὲ καὶ ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἐνδεχόμενον ταῦτα ν’ ἀπωλέ-
2110σθησαν ἴσως καὶ εἰς τὰς χεῖράς μου, ἔχω καθῆκον νὰ δώσω
2111ἀκριβεῖς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν.
2112Ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα παρεδόθησαν εἰς χεῖράς
2113μου, εὑρίσκονται εἰς τὰ γραφεῖον τῆς Βουλῆς σῷα, ἀβλαβῆ
2114καὶ ἀνελλιπῆ. Τὰ ἔγγραφα δὲ ταῦτα ἀπαρτίζουσι τέσσαρας
2115φακέλους. Ὁ πρῶτος φάκελος περιέχει ἔγγραφα σχετιζόμενα
2116πρὸς τὴν δρᾶσιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν ἐν τῷ πολέμῳ· εἶναι δύο
2117ἐκθέσεις τοῦ συνταγματάρχου κυρίου Στράτου καὶ τοῦ συν-
2118ταγματάρχου κυρίου Μάνου περὶ τῶν ἐν Ἠπείρῳ πεπραγ-
2119μένων· ἐπίσης καταστάσεις τινὰς περὶ τῆς ὁλικῆς δυνάμεως
2120τοῦ στρατοῦ, περὶ τοῦ ἱματισμοῦ καὶ εἰδῶν ἐξαρτύσεως τοῦ
2121στρατοῦ, περὶ τῶν γενομένων παραγγελιῶν πρὸς προμήθειαν
2122διαφόρων εἰδῶν κατὰ τὴν 1 Φεβρουαρίου 1897, καὶ ἄλλα
2123τινὰ, τὰ ὁποῖα, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν ἔχουσι καὶ μεγάλην
2124σπουδαιότητα πρὸς τὸν σκοπὸν, διότι περιέχουσι πληροφο-
2125ρίας ἐλλιπεῖς. Ὁ δεύτερος φάκελος περιλαμβάνει ὡσαύτως
2126τὰ ἔγγραφα τὰ ἔχοντα σχέσιν πρὸς τὴν πολεμικὴν ἐνέργειαν
2127τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν· εἶναι ἐκθέσεις τῶν κυβερνητῶν τῶν δια-
2128φόρων πολεμικῶν πλοίων καὶ ἓν ὑπόμνημα τοῦ πλοιάρχου
2129κυρίου Κ. Σαχτούρη. Ἐν τῷ τρίτῳ φακέλῳ ὑπάρχουσι τὰ
2130ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς πρώτης ἐξετα-
2131στικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης,
2132ὡς πρόεδρος ἦτο ὁ βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου συνταγματάρχης
2133κύριος Λιμπρίτης, γραμματεὺς ὁ ἐκ Παξῶν βουλευτὴς κύριος
2134Βελλιανίτης, καὶ εἰσηγητὴς, ἂν δὲν πλανῶμαι, ὁ πρώην ἐξ
2135Ἀττικῆς βουλευτὴς κύριος Κ. Ἀγγελόπουλος.
2136Περιέχει λοιπὸν ὁ φάκελος ἐκεῖνος ἓν φύλλον πρωτοκόλ-
2137λου ἐγγράφων, ἕνα φάκελον εἰσερχομένων καὶ ἐξερχομένων
2138ἐγγράφων, καὶ ἓν βιβλίον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεγράφοντο αἱ
2139πράξεις τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ ἀναγινώσκει
2140τις, ὅτι προσεκλήθησαν ἱκανὰ πρόσωπα, ἵνα ἐξετασθῶσιν ὡς
2141μάρτυρες ἐπὶ τῶν τοῦ πολέμου, μεταξὺ τῶν ἄλλων δὲ παρε-
2142τήρησα ἐγὼ, ὅτι ἀναγράφονται καὶ τὰ ὀνόματα τοῦ Γεν.
2143προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις κ. Γεννάδη, τοῦ προξένου
2144κ. Α. Παπαδιαμαντοπούλου, τῶν ὑποπροξένων ἐν Ἡρακλείῳ
2145καὶ Ρεθύμνῳ τῆς Κρήτης κ. κ. Μ. Πετυχάκη καὶ Γ. Σάρ-
2146ρου, τοῦ καθηγητοῦ κ. Ν. Καζάζη, τοῦ κ. Α. Πετρίτση,
2147τοῦ ἐλεγκτοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κ. Γ. Ἀναγνω-
2148στοπούλου, τοῦ γραμματέως παρὰ τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ
2149κ. Γ. Παπαδοπούλου, τοῦ κ. Κ. Ἀσημάκη, τοῦ κ. Ἀντω-
2150νοπούλου καὶ ἄλλων· αὐτῶν δὲ φαίνεται, ὅτι ἐγένετο ἐξέτα-
2151σις, ἀλλὰ καταθέσεις δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ φακέλῳ· ἐγὼ δὲ
2152δὲν παρέλαβον τοιαύτας, πλὴν δύο μόνον, τῶν τοῦ κ. Ἀση-
2153μάκη καὶ τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου, οἱ ὁποῖοι δίδουσι πληροφο-
2154ρίας τινὰς περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ καὶ αὗται
2155δὲν ἔχουσι σημασίαν τινά...
2156§108ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αἱ ἄλλαι τί ἔγειναν;
2157§109ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω· ἀλλὰ μετά τινα χρόνον, νο-
2158μίζω κατὰ τὸν προπαρελθόντα Αὔγουστον, εἰς τινα ἐφημε-
2159ρίδα, τὴν παύσασαν νὰ ἐκδίδηται «Μικρὰν Ἐφημερίδα»,
2160εἶδον δημοσιευθέντα τινὰ ἔγγραφα, καὶ μεταξὺ ἄλλων καὶ
2161ἔκθεσιν καταθέσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ κ.
2162Δηλιγιάννη. Τοῦτο μοὶ ἔκαμεν αἴσθησιν...
2163§110Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε τὰ ἔχουν οἱ ἴδιοι
2164αὐτὰ τὰ ζητούμενα ἔγγραφα;
2165§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε παρελάβετε τὰ ἔγγραφα,
2166ἐδώσατε ἀπόδειξιν λεπτομερῆ;
2167§112ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Βεβαίως.
2168§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ ποῖον παρελάβετε τὰ ἔγ-
2169γραφα;
2170§114ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Τὰ παρέλαβον ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον τῆς
2171Βουλῆς κ. Λιδωρίκην, ἐπὶ ἀποδείξει παραλαβῆς.
2172§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος τὰ παρέδωκε πρὸς αὐτόν;
2173§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιδωρίκης τὰ παρέλαβεν ἀπὸ τὸν
2174προκάτοχόν του κ. Κοτσελόπουλον.
2175§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Κοτσελόπουλος βεβαιοῖ,
2176ὅτι οὔτε παρέλαβεν, οὔτε παρέδωκεν ἔγγραφα· τὰ ἔγγραφα
2177δὲ τὰ εἶχεν ὁ συνταγματάρχης κ. Λιμπρίτης, πρόεδρος τῆς
2178ἐπιτροπῆς καὶ ἤδη Βουλευτής.
2179§118ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἔγγραφα τῶν τριῶν φα-
2180κέλων, ἅτινα παρεδόθησαν εἰς ἐμέ, καὶ ἐγὼ τὰ ἐπέστρεψα
2181ἤδη εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς.
2182§119Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπῆρχον δύο φά-
2183κελοι.
2184§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρωτόκολλον παραλαβῆς ἀπὸ
2185τὸν κ. Κοτσελόπουλον.
2186§121ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ὁ τέταρτος φάκελος περιέχει ἔγγραφα
2187ἀφορῶντα εἰς τὰ τῆς Κρήτης, τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυ-
2188τικῶν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς θωρηκτῆς μοίρας, τὰ ἔγγραφα
2189τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς μοίρας, ἔγγραφά τινα τῶν ἐν Κρήτῃ ναυάρ-
2190χων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων...
2191§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ πρωτόκολλον
2192αὐτὸ τῆς παραλαβῆς, κύριε Πρόεδρε.
2193§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἔδωκεν εἰς τὸν
2194Βουλευτὴν Τυρνάβου ἀπόδειξιν τῆς παραλαβῆς τῶν ἐγγρά-
2195φων, ὄχι εἰς τὸν κ. Κοτσελόπουλον. Ὁ κ. Κοτσελόπουλος
2196ἔφερε τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐκ μέρους τοῦ κ. Λιμπρίτου.
2197§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρελάβετε τὰ ἔγγραφα; Ὑπάρ-
2198χουν ἐντὸς καταθέσεις;
2199§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ὅσα ἔγγραφα παρέλαβεν ἡ Βουλὴ, ἔχει
2200ἔγγραφον.
2201§126Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ποῦ εἶναι τὸ πρωτόκολλον;
2202§127ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐξ αὐτοῦ θὰ ἐμφαίνεται ὁποῖα ἔγ-
2203γραφα παρεδόθησαν.
2204§128ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Προσθέτω, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τοῦ
2205τρίτου φακέλου τῶν πράξεων τῆς πρώτης ἐξεταστικῆς ἐπι-
2206τροπῆς ὑπάρχει ἓν ἔγγραφον, ὅπερ εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ
2207Προέδρου τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ νῦν τοιούτου κ. Ζαΐμη
2208πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, δι’ ἧς ἐδι-
2209καιολογεῖτο διὰ τὴν μὴ παροχὴν τῶν ἐγγράφων, τῶν ζητη-
2210θέντων ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ὅτι διὰ τῆς χορηγήσεως
2211αὐτῶν θὰ προσέβαλλε τὰς διεθνεῖς σχέσεις, διότι ἦτο ἀνάγκη
2212προηγουμένως νὰ δημοσιευθῶσιν αἱ Βίβλοι τῶν ξένων Κρα-
2213τῶν καὶ ζητηθῇ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἡ συγκατάθεσις
2214τῶν ξένων Δυνάμεων, ὅπως χορηγηθῶσι παρ’ αὐτῆς τὰ τοι-
2215αῦτα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἦσαν χρήσιμα διὰ τὰς ἐργασίας
2216τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μάλιστα
2217ἐδήλου τότε, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγίνετο Βίβλος Λευκὴ καὶ
2218παρ’ ἡμῖν, ἥτις ὅμως δὲν ἐγένετο μέχρι σήμερον.
2219§129ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βίβλος ἡ Λευ-
2220κὴ δὲν ἐδημοσιεύθη, ἀλλ’ ἡ ἐργασία ἐγένετο. Ἐζητήθη ἡ
2221συγκατάθεσις τῶν ξένων Κυβερνήσεων, καὶ ὑπεβλήθησαν πρὸς
2222αὐτὰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερ-
2223νήσεως, ἔπρεπε νὰ δημοσιευθῶσιν, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς
2224τῆς ἀπὸ τῆς ἐξουσίας παραιτήσεώς μου δὲν εἶχε κατορθωθῆ
2225νὰ ληφθῇ ἡ συγκατάθεσις πασῶν τῶν Κυβερνήσεων.
2226§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ Βίβλου δημοσι-
2227ευτέας ἢ δημοσιευθησομένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξω-
2228τερικῶν, οὐχὶ δ’ ὑπὸ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπι-
2229τροπῆς.
2230§131ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην, ἣν καὶ
2231ἐγγράφως ἐξέφρασα πρὸς τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, ἔγγρα-
2232φα ἐμπιστευτικὰ ἐκ τῶν δημοσίων ἀρχῶν δὲν εἶναι δυνατὸν
2233ν’ ἀνακοινῶνται οὔτε εἰς τοὺς Βουλευτὰς, οὔτε εἰς τὴν ἐξε-
2234ταστικὴν ἐπιτροπὴν, ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀκολουθῶμεν τὰ ἔθιμα
2235τὰ κρατοῦντα εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις.
2236§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐγγράφων
2237διπλωματικῶν, περὶ συνεννοήσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνή-
2238σεως μετὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, περὶ πραγμάτων ἀνα-
2239γομένων εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης, εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ
2240πολέμου ἢ τῆς εἰρήνης. Ἐπρόκειτο περὶ πληροφοριῶν ἄλ-
2241λων, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον ἐν τοῖς ἀρχείοις, καὶ
2242τὰς ὁποίας δὲν ἔδωκεν.
2243§133ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐὰν τοῦτο, ὅπερ εἶπεν ὁ κ. Βου-
2244λευτὴς ἐκ Γόρτυνος, εἶναι ἀκριβὲς, θέλει φανῆ ἐκ τῶν ἐγγρά-
2245φων, τὰ ὁποῖα ἀπέστειλεν ὁ πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπι-
2246τροπῆς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ὑ-
2247πουργοῦ πρὸς αὐτήν.
2248§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ διπλωματικαὶ συνεννοήσεις
2249οὐδὲν ἔχουσι τὸ κοινὸν μὲ τὰς εὐθύνας τοῦ πολέμου, δηλα-
2250δὴ ἡ ἀλληλογραφία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν
2251Μεγάλων Δυνάμεων, διότι αὐτὴ δὲν ἔχει ἀντικείμενον οὔτε
2252τὰς εὐθύνας καὶ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, οὔτε τὰς εὐ-
2253θύνας τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, οὔτε τὰς εὐθύνας οὐ-
2254δενός. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσωσι τὰ τοι-
2255αῦτα διὰ τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν· ἐὰν
2256δὲ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐζήτησεν ἔγγραφα περιέχοντα τοιαύ-
2257τας συνεννοήσεις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Εὐρώπης, κα-
2258κῶς ἔπραξεν. Ἑπομένως ἐπρόκειτο περὶ πληροφοριῶν ἀνα-
2259γομένων εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, διότι
2260αἱ πληροφορίαι αὗται ἦσαν χρήσιμοι, ἵνα κρίνῃ ἡ ἐπιτροπὴ,
2261ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ὁ στρατὸς κλπ.
2262§135ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐὰν τοιαύτας μόνον ἐζήτει πληροφο-
2263ρίας ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ, διατὶ ἀπετάθη
2264πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν; Εἶναι λοιπὸν φανε-
2265ρόν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοιούτων πληροφοριῶν. Ἐγὼ δὲν
2266ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα παρὰ τῆς ἐπι-
2267τροπῆς, ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπάρχουν τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, ὅταν προσ-
2268κομισθῶσι πρὸς ἡμᾶς, θὰ φανῇ τὸ πρᾶγμα.
2269§136ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγνώ-
2270σω τὸ ἔγγραφον, ὅπερ εἶχεν ἀποσταλῆ πρὸς τὸν πρόεδρον
2271τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς ὑπὸ τοῦ κυρίου
2272Πρωθυπουργοῦ.
2273Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐργασίας τῆς νέας ἐξεταστικῆς τῶν
2274πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ὁ πρόεδρος αὐτῆς κ. Μπουφίδης ἔδωκε
2275τὴν ἀπαιτουμένην ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω,
2276ὅτι καὶ ἐγὼ, ὡς εἰσηγητὴς, εἶχον τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὸν ζῆ-
2277λον νὰ ἐργασθῶ, διότι ἐνόμιζον, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν
2278τοῦ πολέμου ἦτο τὸ πρώτιστον, εἰς ὃ ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῇ ἡ
2279Βουλή, διότι, ὡς εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, ἅτινα ὑπέκυψαν εἰς τὰς
2280συμφοράς, τὰς ὁποίας ὑπέστη τὸ ἰδικόν μας, οὕτω καὶ παρ’
2281ἡμῖν ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ, ποῖος ἦτο ὁ ὑπαίτιος τῆς καταστά-
2282σεως ἐκείνης, καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἀμείλικτος ἡ ἀπόφασις τῆς
2283Βουλῆς.
2284§137Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τοὺς κόψωμεν! Ποῖος ἦτο
2285γραμματεὺς τῆς ἐπιτροπῆς;
2286§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε.
2287§139ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ἐν τούτοις ἄλλως ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή.
2288Ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε παρὰ μόνον νὰ γείνῃ ἡ σύστασις
2289τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς πρὸς τὸ θεα-
2290θῆναι.
2291§140ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Πῶς;
2292§141ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω τοῦτο, διότι ἐξε-
2293φράσθησαν ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύ-
2294σεως) πρὸ παντὸς παράπονα, ὅτι δῆθεν δὲν εἰργάσθησαν τὰ
2295μέλη τῆς πλειονοψηφίας...
2296§142Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Σεῖς ἀκόμη δὲν ἔχετε λάβει οὔτε τὰ
2297ἔγγραφα.
2298§143ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ... καὶ ὅτι ἠδικήθησαν ἐκεῖνοι, οὓς ἀφεώ-
2299ρα ἡ ἐξέτασις τῶν πραγμάτων, ἐνῷ ὑπῆρχον καὶ τὰ μέλη
2300τῆς μειονοψηφίας, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο, ἐὰν ἤθελον, νὰ προ-
2301καλέσωσι τὴν συνεργασίαν, καὶ ἐὰν ἐγίνετο αὕτη μετ’ ἐπι-
2302μελείας, ἤθελεν ἐπέλθει τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ἤθελεν ἐπιχυ-
2303θῇ φῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἤθελε δ’ ἀποδειχθῆ πράγματι,
2304ἐὰν οἱ ἀρχηγοὶ αὐτῶν ἦσαν ἢ δὲν ἦσαν ὑπεύθυνοι τῆς κατα-
2305στάσεως ἐκείνης. Βεβαίως σήμερον δὲν εἶναι ἡ ἑσπέρα, καθ’
2306ἣν πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα τοῦτο...
2307§144ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατί;
2308§145ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Διότι εἰς πάντας εἶναι γνωστὸν, ὅτι τώρα
2309πρόκειται περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐὰν θέλωμεν νὰ
2310ἤμεθα σοβαροὶ εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα, βεβαίως πρέπει νὰ
2311ὁρίσωμεν ὡρισμένην ἡμέραν, καθ’ ἣν νὰ συζητήσωμεν ἐν
2312πλάτει τὴν ὑπόθεσιν, διότι φρονῶ, ὅτι καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων,
2313τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι μέχρι σήμερον, καὶ ἐξ ἄλλων ἐπισή-
2314μων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ
2315τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς φακέλοις τῆς ἐξεταστικῆς
2316ἐπιτροπῆς τῆς πρώην, καὶ ὧν τινα εἶναι δημοσιευμένα εἰς
2317τὴν ἱστορίαν τοῦ Οἰκονομοπούλου, δύναται, κατὰ τὴν ἐμὴν
2318πεποίθησιν, νὰ προκύψῃ πλήρης ἡ ἀπόδειξις περὶ τῆς ἀλη-
2319θείας καὶ τῶν αἰτίων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθὼς καὶ περὶ
2320τῶν ὑπευθύνων τῆς τότε καταστάσεως. Βεβαίως ὅμως θὰ ἦτο
2321προτιμότερον νὰ ὑπάρχωσι καὶ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα θεωροῦ-
2322σιν ἀναγκαῖον νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ ἔχοντες τὸ συμφέρον
2323πρὸς τοῦτο.
2324Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι σήμερον δὲν πρόκειται περὶ εὐθύνης
2325ποινικῆς, διότι ἤδη παρεγράφη ἡ κατηγορία, καὶ ἐὰν ὑποτε-
2326θῇ, ὅτι δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμά-
2327των βάσις κατηγορίας...
2328§146ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πόσος χρόνος παρῆλθεν, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ
2329παραγραφή;
2330§147ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ... Ἀλλ’ ὅμως τὸ ἔθνος ἔχει ἀνάγκην νὰ
2331μάθῃ, ποῖα τὰ πραγματικὰ αἴτια τῆς καταστάσεως ταύτης,
2332ποῖοι οἱ πράγματι ὑπεύθυνοι. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τοὺς ἔχει
2333γνωρίσει, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς μάθῃ καὶ ἐπισήμως,
2334ἀποδεικνυομένης τῆς ἐνοχῆς αὐτῶν ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ
2335ὁποῖα ὑπάρχουσι μέχρι σήμερον, διὰ νὰ παύσουν αἱ διαδό-
2336σεις καὶ αἱ καταγγελίαι, τὰς ὁποίας εἴδομεν δημοσιευομέ-
2337νας εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ εἰς ἄλλα ἔγγραφα περὶ εὐθύνης
2338ἀνευθύνων προσώπων. Ἀλλὰ περὶ τούτου βεβαίως πρέπει
2339νὰ γείνῃ συζήτησις εἰς ἄλλην ἡμέραν.
2340§148ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁρίσατε αὐτήν.
2341§149ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Νὰ γείνῃ συζήτησις, λέγω, εἰς ἄλλην
2342ἡμέραν, ὅτε θὰ λάβω τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω καὶ
2343ἄλλοι κύριοι συνάδελφοι, ὡς καὶ ὁ κ. Γ. Κυριαζῆς, ὅστις
2344ἐδήλωσεν, ὅτι καὶ αὐτὸς θὰ θίξῃ τὸ ζήτημα.
2345§150Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰργάσθη ἡ ἐπιτροπή; — δι-
2346ότι ὁ κ. πρόεδρος αὐτῆς εἶπεν, ὅτι δὲν εἰργάσθη.
2347§151ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν,
2348ἀποδεικνύουσιν, ὅτι εἰργάσθη καὶ ἡ πρώτη ἐπιτροπὴ καὶ ἡ
2349δευτέρα, ὡς ἐξετέθη.
2350§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
2351§153Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μετ’ ἀπορίας ἤκουσα νὰ ἀνα-
2352ζητῶνται τὰ ἔγγραφα τῆς πρώτης ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς,
2353ὡς εἰ ἐπρόκειτο περὶ σπουδαίων τινῶν ἐγγράφων, καὶ ὅτι
2354προσαγομένων τῶν ἐγγράφων τούτων ἤθελε διαφωτισθῆ ἡ
2355Βουλὴ περὶ τοῦ τίς πταίει διὰ τὴν κήρυξιν τοῦ ἀτυχοῦς πο-
2356λέμου. Νομίζω ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν ἤθελον ἀποδείξει
2357τίποτε. Ἐλπίζω ὅτι δὲν ἀπωλέσθησαν, καὶ ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν·
2358ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εὑρεθῶσι, πολλὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτρο-
2359πῆς ἐκείνης ἔχουσιν ἀντίγραφα ἐπικεκυρωμένα, τουτέστιν
2360ὑπογεγραμμένα καὶ παρὰ τῶν ἄλλων μελῶν. Εἰς τί δὲ ἠσχο-
2361λήθη ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη; εἰς δύο ζητήματα. Ἐξήτασε τὴν
2362ἐνέργειαν τῆς ναυτικῆς μοίρας, τῆς σταλείσης εἰς Κρήτην,
2363τὰς διαταγὰς τὰς ἐπισήμους, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει ὁ τότε
2364μοίραρχος κύριος Ρέϊνεκ καὶ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ. Τί δὲ μᾶς
2365εἶπεν ὁ κύριος Ρέϊνεκ; Μᾶς εἶπεν: «ἔλαβα διαταγὴν» — καὶ
2366δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ μὴ βεβαιώσῃ τοῦ-
2367το ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς πρώτης, τῶν ὁποίων
2368πολλὰ παρίστανται ἐνταῦθα σήμερον — «διαταχθεὶς ἀπὸ
2369τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν κ. Λεβίδην, ἡτοίμασα
2370τὸν στόλον αὐθημερόν, τὸν προορισθέντα διὰ τὴν Κρήτην,
2371καὶ ἀμέσως ἦλθον καὶ ἐζήτησα τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουρ-
2372γοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὁ δὲ κύριος Λεβίδης μὲ παρέπεμψεν
2373εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἵνα λάβω τὰς προφορικὰς αὐτοῦ δια-
2374ταγάς. Τοῦ ἐζήτησα τὰς διαταγάς του, καὶ μοῦ εἶπεν, ὅτι
2375ἐν Κρήτῃ ὑπάρχουν στόλοι εὐρωπαϊκοί, καὶ ὅτι ἡ Γερμανία,
2376ἡ Αὐστρία καὶ Ἰταλία εἶναι σύμμαχοι, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ρωσ-
2377σία ἐπίσης, ἡ δὲ Ἀγγλία ἄνευ συμμαχίας, μόνη. Θὰ μετα-
2378βῆτε ἐκεῖ, θὰ προσέχητε μετ’ ἐπιμελείας τὰς σκέψεις καὶ ἐνερ-
2379γείας τῶν ναυάρχων, καὶ θέλετε γνωρίσει εἰς τὴν Κυβέρνη-
2380σιν τὰ τυχὸν ἀπρόοπτα». Αὐταὶ ἦσαν αἱ προφορικαὶ διατα-
2381γαί, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὁ κ. Ρέϊνεκ. Ἡ δὲ διαταγὴ ἡ ἐσφρα-
2382γισμένη, τὴν ὁποίαν ἀπεσφράγισε κατὰ τὸν διάπλουν, ἔλε-
2383γε: «θὰ μεταβῆτε ἐκεῖ, ἵνα προστατεύσητε τὰ γυναικόπαι-
2384δα». Αὐτὰ κατὰ τὴν ἀνάκρισίν του μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ρέϊνεκ.
2385Μετὰ τοῦτον ἐξητάσαμεν τὸν κ. Κ. Κανάρην, τὸν συνά-
2386δελφον, καὶ τὸν κύριον Κοσμᾶν Ζῶτον, οἱ ὁποῖοι μᾶς εἶπον
2387περίπου τὰ αὐτά. Εἶτα ἐστράφημεν πρὸς τοὺς προξένους,
2388τὸν Πετυχάκην καὶ Γεννάδην, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ μάθωμεν,
2389ἂν ὑπῆρχον πρόσωπα, ἀνήκοντα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν,
2390τὰ ὁποῖα ὑπεκίνουν ἐπανάστασιν. Μετὰ τοῦτο ἐξητάσα-
2391μεν περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἡ Ἐθνι-
2392κὴ Ἑταιρεία ἐκήρυξε τὸν πόλεμον, καὶ ὅτε ἐξητάζομεν τὸν
2393κύριον Πετρίτσην, ὁ ὁποῖος ἦτο νομάρχης Τρικκάλων, τὸν
2394ἠρωτήσαμεν: «ἂν σὺ, ὁ ἀγωνιστὴς τῆς Κρήτης, ὁ ἀληθὴς
2395στρατιώτης, εἶχες ἑκατὸν ἄνδρας καὶ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν
2396Κυβέρνησιν, ἠμποροῦσες νὰ ἀφοπλίσῃς τοὺς σταυραετοὺς καὶ
2397νὰ τοὺς κάμῃς νὰ ἐπιστρέψωσιν; — «Ἠμποροῦσα», μᾶς εἶ-
2398πε· «θὰ τοὺς ἐτσάκιζα, καὶ οὐδεὶς θὰ ἐξήρχετο!» Καὶ ἐπι-
2399καλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς.
2400Αὐτὰ εἶναι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται σήμερον εἰς
2401τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἀποκαλυφθῇ τὸ μέγα γεγονὸς, τὸ ὁποῖον
2402προὐκάλεσε τὸν πόλεμον. Ἂν θέλητε νὰ ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα,
2403θὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τὴν βάσιν. Ὅτε ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως
2404Γεωργίου κατελάβομεν τὴν Κρήτην, τί ἐπράξαμεν; Δὲν ἐκη-
2405ρύξαμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας; Κηρύ-
2406ξαντες δὲ τὸν πόλεμον, ἀφοῦ κατελάβομεν τὴν Κρήτην, παρε-
2407σκευάσθημεν εἰς πόλεμον; Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐὰν θέλητε
2408σοβαρῶς καὶ σπουδαίως νὰ συζητήσωμεν, αὐτὸ θὰ ἐξετάσω-
2409μεν· ἀλλ’ ἐὰν θέλητε νὰ ἐμπαίζωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸν
2410Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀρχίζοντες νὰ ἐρωτῶμεν, τί ἔγειναν τὰ ἔγ-
2411γραφα καὶ τί ἔκαμαν αἱ ἐπιτροπαὶ, — διότι πιθανὸν αὐτὸ
2412νὰ μᾶς ὠφελήσῃ εἰς τὰς μελλούσας ἐκλογὰς, — κακῶς πράτ-
2413τομεν, καὶ ζημιοῦμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα διὰ τὸ μέλλον.
2414§154Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διαχειρί-
2415σεως τῶν ἐράνων, τῶν γενομένων παρὰ τῶν Ἑλλήνων ἔν
2416τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν
2417ἀφορμὴν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, εἶναι ἓν τῶν ἐλαχίστων
2418ἐπεισοδίων τῆς ἱστορίας τοῦ πολέμου, τὴν ὁποίαν κυρίως
2419καὶ πρωτίστως ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
2420δὲν ζητεῖ νὰ μάθῃ μόνον, πῶς διεχειρίσθησαν τὰ χρήματα,
2421τὰ ὁποῖα ἐχορήγησε διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ πολέμου, ἀλλὰ
2422πῶς περιεπλάκη εἰς τὸν πόλεμον τοῦτον, τὸν καταστρεπτι-
2423κὸν, πῶς διεξήχθησαν τὰ τοῦ πολέμου ἔργα, καὶ τίνες οἱ
2424ὑπαίτιοι τῆς καταστροφῆς αὐτοῦ· διότι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος,
2425τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ εὑρίσκετο ἐν οἰκονομικῇ κρίσει, ὑπὸ
2426ἔποψιν ὅμως ἐθνικῆς τιμῆς εἶχε πολὺ ὑψηλὰ τὸ μέτωπον,
2427ἐξελθὸν ἐκ τοῦ πολέμου αὐτοῦ ἡττημένον ἄνευ νικητοῦ, κα-
2428τήντησεν, ὥστε σήμερον νὰ περιφρονῆται ὑπὸ πάντων τῶν
2429λαῶν τῆς Ἀνατολῆς. Ἐφ’ ὅσον ὅμως συζητοῦμεν, κ. Πρόεδρε,
2430ἐπεισοδιακῶς τὰ τοῦ πολέμου, οὐ μόνον δὲν δυνάμεθα νὰ
2431διαφωτίσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην περὶ τῶν ὑπαιτίων τοῦ
2432πολέμου καὶ τῆς ἐκ τούτου καταστροφῆς, ἀλλὰ καὶ τοὐναν-
2433τίον εἰς σύγχυσιν περιάγομεν αὐτήν. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώ-
2434μην, τὸ πρώτιστον καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ πρώτη μετὰ
2435τὸν πόλεμον συνελθοῦσα Βουλὴ, ἦτο νὰ ἐξετάσῃ ἀμέσως τὰ
2436αἴτια καὶ τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου, καὶ νὰ
2437ἀνεύρῃ τοὺς ὑπευθύνους· τὸ καθῆκον ὅμως τοῦτο παρέλιπεν
2438ἡ Βουλὴ μέχρι τοῦδε, καὶ ἡ παράλειψις αὕτη βαρύνει τὴν
2439πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ περικαλύψῃ
2440διὰ τοῦ σκότους τοὺς ὑπαιτίους, ὡς ἀνευθύνους, περικαλύ-
2441πτουσα οὕτω συγχρόνως καὶ τὰ σφάλματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
2442δὲν εἶναι ἀνεύθυνοι.
2443Ἡ ἐξέτασις τῶν τοῦ πολέμου, κύριε Πρόεδρε, πρόκειται
2444κυρίως νὰ διαφωτίσῃ τὸν λαὸν ὄχι μόνον περὶ τῶν ὑπαιτίων
2445τῆς καταστάσεως, οἱ ὁποῖοι ἄλλως δὲν εἶναι ἄγνωστοι, ἀλλὰ
2446καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς θεραπείας τῶν πολιτικῶν πληγῶν
2447μας· διότι, ἐφ’ ὅσον συγκαλύπτομεν τὴν ἀλήθειαν, ἐπὶ το-
2448σοῦτον ἀποθρασύνομεν αὐτοὺς, καὶ ἀποθρασύνοντες αὐτοὺς,
2449βεβαίως γινόμεθα παραίτιοι μεγαλειτέρων καταστροφῶν, ὡς
2450ἀπεδείχθη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ πολέμου, ἀπὸ τῆς ὁποίας,
2451ἀντὶ νὰ προβῶμεν εἰς βελτίωσιν, οὐδὲ βῆμα πρὸς αὐτὴν ἐκά-
2452μαμεν, ἀλλὰ τοὐναντίον ὠπισθοδρομήσαμεν καὶ ἐξακολου-
2453θοῦμεν νὰ ὀπισθοδρομῶμεν.
2454Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, κύριε Πρόεδρε, καταδεικνύουσιν
2455ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνέπαιξαν τὸν λαὸν μέχρι τοῦδε, ὅτι δὲν
2456θέλουν τὴν ἀληθῆ καὶ εἰλικρινῆ συζήτησιν. Μὴ νομίζουν ὅμως,
2457ὅτι ὠφελοῦσιν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θέλουσι νὰ καλύψωσιν·
2458τοὐναντίον δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἐνι-
2459σχύῃ τὰς ὑπονοίας του κατ’ αὐτῶν.
2460Ἀναβάλλοντες ἀπὸ τῆς πρώτης Συνόδου τῆς Περιόδου
2461ταύτης τὴν συζήτησιν, τοῦτο κυρίως ἐπεδίωκον, νὰ κατα-
2462στήσωσιν αὐτὴν ἄσκοπον, ὡς ὁ ἐκ Λεβαδείας κύριος Βου-
2463λευτὴς τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐδήλωσεν, εἰπὼν, ὅτι συζήτησις
2464περὶ εὐθύνης διὰ τὸν πόλεμον δὲν ἔχει πλέον σκοπιμότητα.
2465Κατ’ ἐμὲ ὅμως δὲν εἶναι διόλου ἄσκοπος ἡ τοιαύτη συζήτησις,
2466καὶ ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ γείνῃ αὕτη εὐρυτάτη, διότι δὲν
2467πρόκειται μόνον νὰ ζητήσωμεν ποινικὰς εὐθύνας, τῶν ὁποίων
2468παρῆλθε πλέον ὁ χρόνος, ἀλλὰ νὰ καταδειχθῶσι καὶ ἀπὸ τοῦ
2469βήματος τούτου ἐπισήμως οἱ ὑπαίτιοι τοῦ πολέμου καὶ τῆς
2470προδοτικῆς διεξαγωγῆς αὐτοῦ, ὅπως μὴ νομίζωσιν, ὅτι εἶναι
2471πιστευτοὶ, ἐπιρρίπτοντες τὰς ἰδίας εὐθύνας ἐκεῖ, ὅπου δὲν
2472ὑπάρχουσι.
2473Πολλάκις ἐζητήθησαν τὰ ἔγγραφα, καὶ πάντοτε ἀκούο-
2474μεν, ὅτι ταῦτα ἐξηφανίσθησαν. Τίς ὁ ἐξαφανίσας, δὲν δυ-
2475νάμεθα ν’ ἀνακαλύψωμεν, Πῶς εἶναι δυνατὸν, ἔγγραφα ἐπί-
2476σημα, τὰ ὁποῖα περιῆλθον εἰς χεῖρας τῆς ἐξεταστικῆς ἐπι-
2477τροπῆς, νὰ ἐξαφανισθῶσι καὶ νὰ μὴ εὑρίσκωμεν τὸν ἐξαφα-
2478νίσαντα; Καὶ ποῖον ἔχει πλέον προορισμὸν ἡ Βουλὴ αὕτη,
2479ὅταν ἀφίνῃ ἀνεξέλεγκτον καὶ τὴν ἐξαφάνισιν τοιούτων ἐγ-
2480γράφων; Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι δὲν εἶχον καθῆκον καὶ ἄνευ
2481τῶν ἐγγράφων νὰ προέλθωσιν εἰς τὴν συζήτησιν; Δὲν ἐξη-
2482φανίσθησαν ὅμως τὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ὑπάρχουσι, καὶ οἱ κα-
2483τέχοντες αὐτὰ δὲν εἶναι ἄγνωστοι, διότι ἐδημοσιεύθησαν ἐν
2484τῇ «Μικρᾷ Ἐφημερίδι» τὰ πλεῖστα αὐτῶν. Ἐξ αὐτῶν δὲ
2485τῶν δημοσιευθέντων, διὰ μιᾶς εὐρείας συζητήσεως ἐν τῇ Βου-
2486λῇ δύναται νὰ ἐπιχυθῇ ἀρκετὸν φῶς. Ἂς ἐξετασθῇ τοὐλά-
2487χιστον, τί ἐγένετο κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ πῶς διεξήχθη
2488οὗτος, ἂν ὄχι καὶ τίνες οἱ ὑπαίτιοι αὐτοῦ. Εἶχεν ἡ τότε Κυ-
2489βέρνησις τὴν διεύθυνσιν τοῦ πολέμου, ἢ ὄχι; Ἂς προκληθῇ
2490ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ εἴπῃ,— εἰς συζήτησιν
2491ὅμως εἰδικὴν ἐνταῦθα, καὶ οὐχὶ ἐπεισοδιακῶς, — διατὶ ἡ κυ-
2492ρία δύναμις, ἐπὶ τῆς ὁποίας τὸ ἔθνος ἐστήριζε τὰς ἐλπίδας
2493του, δὲν ἐχρησιμοποιήθη; διατὶ ἡ δύναμις αὐτὴ ἔμεινεν
2494ἀδρανής;...
2495§155Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ καὶ τὰ εἶπον καὶ τὰ ἔγραψα.
2496§156Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι τοῦτο, ἀλλ’ ἀναγκαῖον θεω-
2497ρῶ νὰ ἀκούσωμεν αὐτὰ ἐνταῦθα ἐπισήμως καὶ ἐν εἰδικῇ συ-
2498ζητήσει. Ἐξετάζοντες ἐπεισοδιακῶς καὶ μεμονωμένως, ὁτὲ
2499μὲν τὰ ναυτικὰ εἰς μίαν συνεδρίασιν, ὁτὲ δὲ τὰ ἀφορῶντα τὴν
2500ἀπώλειαν τῶν 36,000 λιρῶν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, καὶ ἄλ-
2501λοτε ἄλλα σχετικὰ ζητήματα εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, δὲν
2502διαφωτίζομεν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν λαὸν περὶ τοῦ κυρίου ζη-
2503τήματος. Δι’ αὐτὸ ἐπεθύμουν νὰ ἴδω σύσσωμον τὴν Βουλὴν
2504πειθομένην, ὅπως ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς εἰδικὴν εὐρυτέραν συ-
2505ζήτησιν ἐπὶ τῶν πολεμικῶν, διότι ἄλλως παραλείπομεν,
2506κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, καθῆκον πρὸς τὸ ἔθνος ἱερώτα-
2507τον, διαπράττομεν παράβασιν ῥητῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν,
2508κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐλάβομεν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
2509ὁ ὁποῖος, ἐκλέξας ἡμᾶς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ταύ-
2510την καὶ μόνην τὴν ἐντολὴν ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς: «Ζητήσατε
2511ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατεβύθισαν τὸ Ἑλληνι-
2512κὸν ἔθνος εἰς τὸ αἶσχος, εἰς τὸ ὄνειδος, εἰς τὴν καταστρο-
2513φὴν, καὶ ὅσους ἐξ αὐτῶν εὕρητε νόμῳ ὑπευθύνους, τιμωρή-
2514σατε αὐτοὺς κατὰ τοὺς νόμους, ἐὰν δὲ εὕρητε, ὅτι ὑπαίτιοι
2515τῶν κακῶν τούτων εἶναι καὶ οἱ νόμῳ ἀνεύθυνοι, καταδείξατε
2516τοὐλάχιστον εἰς αὐτοὺς διὰ δημοσίας ἐν τῇ Βουλῇ συζητή-
2517σεως, ὅτι, ἐὰν ἐκ τοῦ νόμου ἦναι ἀνεύθυνοι, εἶναι ὅμως κατα-
2518δεδικασμένοι ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους, καὶ ὅτι, ἵνα ἐξέλ-
2519θωσι τῆς τοιαύτης καταδίκης καὶ ἀνακτήσωσι τὴν προσήκου-
2520σαν θέσιν ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ λαοῦ, πρέπει νὰ παύσωσιν ἀκο-
2521λουθοῦντες τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἠκολούθη-
2522σαν, καὶ ἡ ὁποία ἄγει βεβαίως εἰς τοιαύτην κατάστασιν τὸ
2523ἔθνος, τῆς ὁποίας τ’ ἀποτελέσματα αὐτοὶ πρῶτοι θὰ αἰσθαν-
2524θῶσι πλέον παντὸς ἄλλου.»
2525Μὴ λοιπὸν διστάζει ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην συ-
2526ζήτησιν. Ἂς τὸ πράξῃ μετὰ θάρρους, ἐκπληροῦσα τὸ καθῆ-
2527κον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ ἐθνικῇ βλάβῃ παρέλιπε μέ-
2528χρι τοῦδε. Ἡ παράλειψις αὐτοῦ ἑπόμενον ἦτο νὰ φέρῃ τὴν
2529κατάστασιν, τὴν ὁποίαν βλέπομεν ἀπὸ τοῦ πολέμου, κυρίως
2530δὲ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς περιόδου ταύτης καὶ ἀπὸ τῆς πρω-
2531θυπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος
2532ἐξ ἀρχῆς εἰς οὐδὲν ἄλλο καταγίνεται, εἰμὴ πῶς νὰ δημιουρ-
2533γήσῃ καὶ νὰ συντηρήσῃ μέγα κόμμα, καὶ πῶς νὰ ἦναι εὐ-
2534χάριστος, συγκαλύπτων ἀνευθύνους καὶ ὑπευθύνους. Ἀλλὰ
2535πλανᾶται, ἐὰν νομίζῃ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν γνωρίζει
2536ἐν συνόλῳ, τί συνέβη καὶ ποῖοι εἶναι ὑπαίτιοι τῆς κατα-
2537στροφῆς του· θέλει ὅμως νὰ μάθῃ, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ
2538μάθῃ καὶ τὰ καθέκαστα, νὰ ἀκούσῃ τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τοῦ
2539βήματος τούτου, ἵνα διαφωτισθῇ καλλίτερον καὶ σχηματίσῃ
2540ἀκριβεστέραν ἰδέαν περὶ πάντων ἐξ ἐπισήμων πληροφοριῶν,
2541ἐπὶ τῶν πραγμάτων στηριζομένων, καὶ οὐχὶ ἀορίστων.
2542Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, καταλήγων ἤθελον παρακα-
2543λέσει τὴν Βουλὴν καὶ πάλιν, ὅπως ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς συ-
2544ζήτησιν περὶ τῶν πολεμικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἐὰν θέλῃ
2545νὰ συντελέσῃ καὶ εἰς τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀθωότητος ἐκείνων
2546τῶν ὁποίων τὰ ἁμαρτήματα ζητεῖ νὰ συγκαλύψῃ ἡ πλειο-
2547νοψηφία.
2548§157ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Λακεδαίμο-
2549νος κ. συναδέλφου περὶ εἰδικῆς συζητήσεως καὶ συστάσεως
2550νέας ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι εἶναι λίαν ὄψιμος πλέον. Τῆς
2551Βουλῆς τὸ ἔργον εἶναι ἔργον πρακτικὸν, νὰ συντελῇ εἰς τὴν
2552λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, καθὼς διαγράφει τὰ καθή-
2553κοντα αὐτῆς τὸ Σύνταγμα· εὐθῦναι δὲν δύνανται νὰ ζητη-
2554θῶσι πλέον, οὔτε πολιτικαὶ, οὔτε ἄλλαι. Ἡ ἀνεύρεσις τῶν
2555γενομένων ἦτο καθῆκον τῆς Βουλῆς ταύτης, τῆς ἐλθούσης
2556ἀμέσως μετὰ τὴν συμφορὰν τοῦ πολέμου, ἦτο καθῆκον πρώ-
2557τιστον, χάριν τῆς τιμῆς τοῦ τόπου, χάριν τῆς εὐθύνης τῶν
2558ἐχόντων νὰ δώσωσι λόγον εἰς τὸ ἔθνος διὰ τὰς γενομένας
2559καταστροφὰς ἐκ τοῦ πολέμου ἐκείνου. Ὤφειλον αὐτοὶ πρῶ-
2560τοι νὰ ζητήσωσι νὰ μάθῃ τὸ ἔθνος, τίς ὁ ἀγαγὼν τὸν τόπον
2561εἰς πόλεμον, καὶ τίς ὁ ἀγαγὼν εἰς αὐτὸν χωρὶς νὰ παρασκευα-
2562σθῇ ὁ τόπος πρὸς πόλεμον.
2563Διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως καὶ ἐπιμόνως,
2564καὶ φορτικῶς, ἂν θέλετε, ἐζήτησα τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς
2565ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι
2566εἰς ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας εὗρον ἀντίδρασιν, ἢ θετικὴν ἢ
2567ἀρνητικήν. Καὶ συνέστη μὲν ἡ ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ συνέστη μό-
2568νον διὰ νὰ καλυφθῇ ὁ τύπος, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκαταλεί-
2569πει τοιοῦτον ἔργον ἐντελῶς ἔκθετον. Συνεστήθη ἡ ἐπιτροπὴ
2570αὕτη, ἀλλὰ συνεστήθη ἀκριβῶς, ὅπως μηδὲν ἐρευνήσῃ, καὶ
2571ἡ ἑτέρα πτέρυξ δὲν ἐπέμεινε νὰ προκαλῇ τῆς ἐπιτροπῆς τὴν
2572ἐνέργειαν, ἀλλ’ ἔμεινεν ἐκείνη ἀδρανὴς οὕτω, καὶ ἀπεκοι-
2573μήθη. Διὰ δὲ τῶν ὁμιλιῶν μου ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν κα-
2574τέδειξα τὸ κινδυνῶδες καὶ τὸ ἐπιζήμιον διὰ τὰ συμφέροντα
2575τοῦ τόπου τῆς τοιαύτης ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης καὶ
2576τῆς Βουλῆς ἐν γένει πολιτείας. Ἀλλ’ οἱ λόγοι μου ἐνόησα,
2577ὅτι οὐδεμίαν ἐλπίδα ἐπιτυχίας ἠδύναντο νὰ ἔχωσι, καὶ διὰ
2578τοῦτο σήμερον, ὅτε βλέπω τὴν συζήτησιν ταύτην, ἐννοῶ,
2579ὅτι εἶναι συζήτησις ματαία, γινομένη ἁπλῶς, ὅπως φανῇ,
2580ὅτι γίνεται συζήτησις περὶ πραγμάτων πλέον ἐκλιπόντων.
2581Ὁ πόνος, τὸν ὁποῖον αἰσθάνεται ὁ τόπος, θὰ ἐπαναφέρῃ τὴν
2582Βουλὴν πολλάκις εἰς τὰ θέματα ἐκεῖνα, καὶ δυστυχῶς ἡ τοι-
2583αύτη τῆς Βουλῆς ταύτης πολιτεία εἶναι ἐπιζήμιος ὄχι μόνον
2584διὰ τὴν τιμὴν τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς εὐθύνας ὅλων·
2585ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες νομίζουν, ὅτι οὕτω παρέχουσιν ὑπηρεσίας
2586εἰς τὴν πατρίδα, θὰ πεισθῶσι μίαν ἡμέραν, ὅτι παρέσχον
2587κακὰς ὑπηρεσίας πρὸς τὸν τόπον, ἀφήσαντες κεκαλυμμένην
2588τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ἐκείνων. Ἐὰν δὲ ὁ πόλε-
2589μος ἔφερε καταστροφὴν στρατιωτικήν, ἡ τοιαύτη ἀποτυχία
2590τῆς Βουλῆς ταύτης εἰς τὸ νὰ θέσῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν
2591θέσιν των θὰ φέρῃ ἄλλην ἀποτυχίαν, θὰ φέρῃ καταστροφὴν
2592ἠθικὴν τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὁ τόπος περιμένει νὰ
2593τὸν διαφωτίσῃ μὲν περὶ τῶν γενομένων, νὰ παρασκευάσῃ δὲ
2594τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἀνόρθωσιν ἀπὸ τὴν καταστροφὴν ἐκεί-
2595νην. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἔπραξεν ἡ Βουλή· ὀρθῶς δὲ εἶπεν
2596ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι τὰς εὐθύνας φέ-
2597ρουσι πάντοτε καὶ πρέπει νὰ φέρωσι πάντοτε οἱ ὑπὸ τῶν
2598θεσμῶν καλούμενοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, γνώμη,
2599ἣν οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ ἀρνηθῇ. Ὀρθῶς ἐπίσης εἶπεν
2600ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἀποστρεφόμενος πρὸς τὸν Βου-
2601λευτὴν ἐκ Λεβαδείας, ὅτι κακὴν ἔχει γνώμην, φρονῶν, ὅτι
2602δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ κατάσχῃ τὰ χρήματα, τὰ
2603ὁποῖα ὑπῆρχον ἔν τινι Τραπέζῃ ἐνταῦθα, περισυλλεγέντα
2604παρ’ Ἑταιρείας, σκοπὸν ἐχούσης νὰ ἐνεργήσῃ πράξεις πο-
2605λεμικάς· καὶ ὀρθῶς ἐπεκαλέσθη, ὅτι κατέσχε τότε τὰ χρή-
2606ματα τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ δὲν γεννᾷ τὴν ἀπο-
2607ρίαν, διατὶ δὲν κατεδίωξε καὶ δὲν κατέσχεν ἐπίσης τὰ χρή-
2608ματα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας; Ὑπῆρχε λόγος τις, διὰ τὸν
2609ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο; Ἐὰν ὤφειλε νὰ πράξῃ
2610τοῦτο, διατὶ δὲν ἔπραξεν αὐτό; Ἰδοὺ ἀπορίαι, αἵτινες γεν-
2611νῶνται ἀμέσως ἀπὸ τὴν συζήτησιν. Ἄν ἐφρόνει ἡ Κυβέρ-
2612νησις ἐκείνη, ὅτι πολεμικὴ ἐργασία οἱαδήποτε ἦτο ἐπιβλα-
2613βής, διατὶ δὲν τὴν παρημπόδιζε; Καὶ οὕτω βλέπετε, ὅτι
2614τὰ ζητήματα προκύπτουσιν ἑκατέρωθεν καὶ παρ’ ἐκείνων,
2615οἵτινες τὴν ἐπιτροπὴν δὲν ἄφησαν νὰ λειτουργήσῃ, καὶ παρ’
2616ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν ἀφήσωσι νὰ
2617λειτουργήσῃ. Προκύπτουσιν ἀπορίαι ἐπὶ βλάβῃ ὅλων. Δυστυ-
2618χῶς σήμερον δὲν δύναται νὰ γείνῃ τίποτε πλέον. Δὲν εἶναι
2619ἱστορικὸν σωματεῖον ἡ Βουλή, διὰ ν’ ἀναζητήσῃ νὰ ἀνεύρῃ
2620τοὺς λόγους· οὔτε πολιτικὰς οὔτε ποινικὰς εὐθύνας δύναται
2621πλέον νὰ ζητήσῃ. Ἑπομένως τὸ ἔργον αὐτῆς ἐξηντλήθη.
2622Μὴ ἐπαναφέρωμεν ταῦτα. Ἂς τά φήσωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν,
2623καὶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἴδωμεν, τίς θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην, οἱ
2624ζητήσαντες νὰ ἐξετασθῶσι τὰ πράγματα καὶ ἀποτυχόντες,
2625ἢ οἱ προσπαθήσαντες νὰ μὴ ἐξετασθῶσι τὰ πράγματα καὶ
2626ἐπιτυχόντες;
2627§158Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐπείγει ἡ συ-
2628ζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπίκαι-
2629ρον, πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν ἐπαρχιακῶν, νὰ κάμω συστά-
2630σεις τινὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τῶν ὁποίων ζητῶ ἀκρι-
2631βῶς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τούτων, καὶ διὰ τῶν ὁποίων
2632παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἦναι δυνατόν, — καὶ ἐλπίζω
2633ὅτι εἶναι δυνατὸν ἤδη, ὅτε πλέον ἡ πλειονοψηφία βεβαιοῖ,
2634ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι πλήρης περισσευμάτων, — ἐὰν
2635ἦναι δυνατόν, λέγω, νὰ ἀναγραφῶσι πιστώσεις τινὲς ἐν τῷ
2636Προϋπολογισμῷ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τούτων.
2637Καὶ ἐν πρώτοις παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
2638τερικῶν νὰ ἀναγράψῃ πίστωσιν διὰ συνδρομὴν τῆς ἐν Τρικ-
2639κάλοις ἄρτι συστάσης Φιλαρμονικῆς Ἑταιρείας, ὅση ἔχει ἀνα-
2640γραφῇ τοὐλάχιστον καὶ δι’ ἄλλας τοιαύτας Ἑταιρείας. Ἐν
2641τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσω-
2642τερικῶν τοῦ 1902 ἀναγράφονται αἱ ἑξῆς πιστώσεις διὰ φι-
2643λαρμονικάς: Κερκύρας δρ. 500, «Μάντζαρος» δρ. 400, Τρι-
2644πόλεως δρ. 500, Ναυπλίου δρ. 200, Πατρῶν δρ. 500, Ζα-
2645κύνθου δρ. 500, ἀνὰ δραχ. 300 εἰς τὰς Φιλαρμονικὰς Ἀρ-
2646γοστολίου, Θήρας κλπ. ἐν ὅλῳ ὀκτὼ πόλεων, καὶ ἀνὰ δραχ.
2647200 εἰς τὰς Φιλαρμονικὰς Σπάρτης, Τήνου, Ἄρτης, Αἰγίου,
2648Ἀγρινίου καὶ Ληξουρίου. Δίκαιον λοιπὸν θεωρῶ ν’ ἀναγραφῇ
2649ἀνάλογος πίστωσις καὶ ὑπὲρ τῆς Φιλαρμονικῆς Ἑταιρείας
2650Τρικκάλων, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πρόκειται περὶ πό-
2651λεως, ἡ ὁποία πρέπει πάντως νὰ παρίσταται εἰς τὰ ὄμματα
2652τῶν ὑποδούλων ὡς ἀκολουθοῦσα τὸν πολιτισμὸν καὶ ὡς δυ-
2653ναμένη νὰ δείκνυται ὡς παράδειγμα ἄξιον μιμήσεως εἰς τοὺς
2654πληθυσμοὺς αὐτούς.
2655Ἑτέραν σύστασιν ἔχω νὰ κάμω πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δη-
2656μοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργόν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνα-
2657γράψῃ πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρὸς σύστασιν ἐν
2658Τρικκάλοις ὑποδιδασκαλείου. Τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἔχει
2659ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ δύο ἀπόψεων, τὸ μὲν δυνάμει τοῦ νόμου
2660τοῦ σχετικοῦ, προκειμένου περὶ πρωτευούσης νομοῦ, τὸ δὲ
2661διότι ἡ ἐπαρχία Τρικκάλων κατ’ ἐξοχὴν μέχρι σήμερον δὲν
2662ἐπεβάρυνε τὸ δημόσιον ταμεῖον δι’ εἰσφορῶν χάριν τῆς δη-
2663μοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Κυριώτατος λόγος πρὸς σύστασιν τοῦ
2664ὑποδιδασκαλείου εἶναι, ὅτι ἡ ἐπαρχία Τρικκάλων, εὑρισκο-
2665μένη μακρὰν πάσης ἄλλης ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, δυστυχῶς
2666ἀποφεύγεται ἀπὸ τοὺς διδασκάλους, ἕνεκα δὲ τοῦ λόγου
2667τούτου, κύριε Πρόεδρε, ἀργοῦσι τὰ πλεῖστα τῶν σχολείων,
2668τὰ τέκνα δὲ τῶν κατοίκων εἶναι ἄμοιρα παντελῶς καὶ τῆς
2669στοιχειωδεστάτης δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Νομίζω λοιπόν,
2670ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς πρέπει
2671νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην, καθόσον διὰ
2672τῆς συστάσεως τοῦ ὑποδιδασκαλείου θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ φοι-
2673τήσωσιν ἐκεῖ γραμματισταὶ προερχόμενοι ἐκ τοῦ τόπου, οἱ
2674ὁποῖοι βεβαίως θὰ ἦναι προωρισμένοι καὶ νὰ ἀπομείνωσιν
2675εἰς τὸν τόπον, ἵνα παράσχωσι τὰ φῶτα αὑτῶν καὶ ἐξυπηρε-
2676τήσωσι τοὺς συμπολίτας των.
2677Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐπίσης εἶδον κατὰ τὸ τρέχον ἔτος
2678ἀναγραφομένην πίστωσιν διὰ μισθοδοσίαν ἑνὸς διδασκάλου
2679τῆς Ἰσραηλιτικῆς Σχολῆς ἐν Ζακύνθῳ καὶ τῆς Ἰσραηλιτι-
2680κῆς Σχολῆς ἐν Χαλκίδι, ἐνῷ μέχρι τοῦδε μόνον διὰ τὰς Ἰσ-
2681ραηλιτικὰς Σχολὰς Κερκύρας καὶ Λαρίσης ἀνεγράφοντο τοι-
2682αῦται πιστώσεις. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐν
2683Τρικκάλοις ὑπάρχει ἰσραηλιτικὴ κοινότης, ἀποτελουμένη ἀπὸ
2684πλείονα τῶν 1500 ἀτόμων, δηλαδὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ 500
2685οἰκογενείας περίπου. Πρέπει δὲ νὰ σημειώσητε, κύριε Πρόε-
2686δρε, ὅτι ἡ ἰσραηλιτικὴ αὐτὴ κοινότης ἐν Τρικκάλοις εἶναι
2687ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις ἐπωφελὴς εἰς τὸν τόπον, πρὸς δὲ τού-
2688τοις καὶ ὡς πολῖται οἱ αὐτόθι Ἰσραηλῖται μέχρι σήμερον
2689ἀνταπεκρίθησαν πληρέστατα πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν
2690ἀπέναντι τοῦ Κράτους, ἔχουσι δὲ σχολεῖον ἐκεῖ, τὸ ὁποῖον
2691περιέχει μέχρις 100 μαθητῶν, καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ τὸ σχο-
2692λεῖον αὐτὸ λειτουργεῖ, τὸ Κράτος ἀπέφυγεν ἐπιμόνως μέχρι
2693σήμερον νὰ ἀναγράψῃ ποσὸν διὰ μισθοδοσίαν τοῦ ἐκεῖ διδα-
2694σκάλου. Δὲν γνωρίζω διατὶ τὸ Κράτος ἐξαιρετικῶς διὰ τὰ
2695Τρίκκαλα ἀπέφυγεν ἐπιμόνως νὰ συντρέξῃ εἰς τὴν συντήρη-
2696σιν τῆς Σχολῆς ταύτης, ἀφοῦ εἰς τὰς ἄλλας Ἰσραηλιτικὰς
2697Σχολὰς ἦλθεν ἀρωγὸν τὸ Δημόσιον, καὶ ἀνέγραψε μισθοδο-
2698σίαν διδασκάλων. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον λοιπὸν παρακαλῶ
2699τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὴν ἐπικει-
2700μένην συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τού-
2701του νὰ ἀναγράψῃ πίστωσιν διὰ μισθὸν δημοδιδασκάλου τῆς
2702ἰσραηλιτικῆς κοινότητος ἐν Τρικκάλοις.
2703Τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν παρακαλῶ νὰ
2704εὐδοκήσῃ νὰ διατάξῃ τὸν νομάρχην Τρικκάλων νὰ κοινο-
2705ποιήσῃ πρὸς τὸν δῆμον Τρικκαίων τὴν ἀπόφασιν περὶ τοῦ
2706πεμπτημορίου, διότι, ἐνῷ ὤφειλεν ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ μηνὸς
2707Φεβρουαρίου νὰ κοινοποιήσῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἐν τού-
2708τοις βραδύνει νὰ τὴν κοινοποιήσῃ, δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λό-
2709γον. Ἕνεκα τῶν γνωστῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας δύναται νὰ
2710ἔχῃ ἡ μὴ κοινοποίησις τῆς ἀποφάσεως ταύτης, παρακαλῶ τὸν
2711κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὴν κοινοποίη-
2712σιν αὐτῆς.
2713Καὶ τώρα, κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ ὑποβάλω δύο ἐπερω-
2714τήσεις πρὸς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν,
2715ἀφορώσας εἰς τὸν δῆμον Λαρίσης καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λα-
2716ρίσης (ἀναγινώσκει):
2717«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πλη-
2718ροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ νομάρχου
2719Λαρίσης ἡ ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λαρίσης ἀνα-
2720γραφὴ ἐν τῷ δημοτικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1902, ὡς
2721τακτικοῦ ἐσόδου τοῦ δήμου, τοῦ προσθέτου ἐπὶ τῶν ὠνίων
2722φόρου 1%, ἐνῷ τοῦτο ἐψηφίσθη εἰδικῶς, ἵνα χρησιμεύσῃ
2723πρὸς ὕδρευσιν τῆς πόλεως Λαρίσης διὰ τῶν ὑδάτων τοῦ Πη-
2724νειοῦ, καὶ διατὶ τὸ ἔσοδον τοῦτο δαπανᾶται ἀπὸ δύο ἐτῶν
2725εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ δήμου, ἢ δι’ ἃς εἰδικῶς προωρίσθη.
2726»Παρακαλεῖται ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς
2727νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὁ ἀστυνόμος Ἀμπελακίων
2728τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης ἀνθυπολοχαγὸς Τσανάκας κατάγεται
2729ἐκ τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, ἢ ἂν ἀσκεῖ εἰς ταύτην τὰ πολι-
2730τικὰ αὐτοῦ δικαιώματα, καὶ ἕνεκα τίνος λόγου, κατὰ παρά-
2731βασιν τοῦ νόμου, ἐκπληροῖ καθήκοντα ἀστυνόμου ἐν τῇ ἐπαρ-
2732χίᾳ ταύτῃ.»
2733Καὶ ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεών μου τούτων ἐλπίζω, ὅτι θὰ
2734μοὶ ἀπαντήσῃ ἐγκαίρως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός.
2735§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Γαρουφαλιᾶς κα-
2736τέθηκε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν:
2737«Ὡς γνωστόν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα συνεχώνευσε τὴν Ἠπει-
2738ροθεσσαλικὴν πρὸ τριῶν περίπου ἐτῶν, ἔκτοτε δ’ ἐπεδόθη
2739εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ληψοδοσιῶν της ἐν τῷ νομῷ Ἄρτης,
2740εἰσπράττουσα τὰς ἀπαιτήσεις της, χωρὶς ὅμως νὰ χορηγῇ
2741καὶ δάνεια οὔτε εἰς τοὺς ἀξιόχρεους ἐμπόρους τῆς πόλεως
2742Ἄρτης· οὕτω δὲ ἀφ’ ἑνὸς αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου, ἀφ’
2743ἑτέρου αἱ εἰσπράξεις τοῦ κ. Καραπάνου, καὶ ἐκ τρίτου, αἱ
2744εἰσπράξεις τῆς Τραπέζης συνέθλιψαν τὰς οἰκονομικὰς δυνά-
2745μεις τοῦ λαοῦ τοῦ νομοῦ Ἄρτης εἰς βαθμὸν ἐπίφοβον, ἀφοῦ
2746δεινὴ ἐξερράγη ἡ οἰκονομικὴ δυσπραγία, ἧς τ’ ἀποτελέσματα
2747ἐξεδηλώθησαν διὰ τῆς νεκρώσεως τοῦ ἐμπορίου. Παρακαλῶ
2748ὅθεν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως παρα-
2749καλέσῃ τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἵνα καὶ ἐν
2750Ἄρτῃ ἄρξηται τὴν χορήγησιν πιστώσεων εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν
2751ἐμπόρων καὶ κτηματιῶν, οἵτινες ἐν τοῖς νέοις πιστωτικοῖς
2752καταλόγοις περιελήφθησαν ὡς ἀξιόχρεοι μέχρις ὡρισμένου
2753ποσοῦ.
2754»Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν,
2755ὅπως παρακαλέσῃ τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἵνα
2756καὶ ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῆς κανονίσῃ τὰς μετὰ τῶν δημο-
2757τῶν τῶν δήμων Τετραφυλίας καὶ Ἡρακλείας ληψοδοσίας
2758της, ποιοῦσα ἄφεσιν μέρους τοῦ χρέους τούτων πρὸς αὐτήν,
2759καὶ καθιστῶσα οὕτω δυνατὴν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀπότισιν τοῦ
2760χρέους τοκοχρεωλυτικῶς καὶ κατὰ δόσεις. Διότι ἄλλως, μὴ
2761δυνάμενοι οὕτω νὰ πληρώσωσιν ὁλόκληρον τὸ χρέος των, τὸ
2762ἐξογκωθὲν ὑπὸ τοῦ δραπετεύσαντος Ξανθοπούλου διὰ πλα-
2763στῶν ἀριθμῶν, θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ φυγοδικήσωσιν, ὅπως καὶ
2764φυγοδικοῦσιν, ἀφοῦ 300 ἀποφάσεις ἐκοινοποιήθησαν ἐν τῷ
2765δήμῳ Τετραφυλίας μόνον ἐν διαστήματι μιᾶς ἑβδομάδος.
2766Ἄλλως τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ διὰ τῆς συγχωνεύσεως ἡ Ἠ-
2767πειροθεσσαλικὴ ἐξεχώρησε τὰς ἐν τῷ νομῷ Ἄρτης ἀπαι-
2768τήσεις μεῖον 900,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ, χωρὶς
2769νὰ ῥηθῇ, ὅτι τὰ ἄνω μέτρα ὑπαγορεύονται καὶ ὑπὸ τοῦ συμ-
2770φέροντος καὶ ὑπὸ τοῦ προορισμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης,
2771ἥτις ὁμολογουμένως δικαιοῦται νὰ ὑπερηφανεύηται διὰ τὴν
2772ἐπωφελῆ αὐτῆς γενικὴν δρᾶσιν.»
2773§160Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτη-
2774μα).
2775§161Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀλίγας
2776μόνον λέξεις θὰ εἴπω, Κύριοι, περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐν
2777τῷ Θριασίῳ πεδίῳ γενομένων ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν, εἰς ἀπάν-
2778τησιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Πατρῶν, διότι ἡ ὥρα εἶναι πολὺ
2779προκεχωρημένη, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσῃ τις ἐπὶ
2780μακρὸν τόσον σπουδαῖον ζήτημα.
2781Ὀφείλω μόνον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς
2782τοῦτο, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἦτο γνωστὸν, ὅτι ἀπὸ τῆς θα-
2783λάσσης μέχρις ἑνὸς σημείου τὰ ὕδατα ἔμελλον νὰ ἦναι ὑφάλ-
2784μυρα. Τοῦτο εἶχε λεχθῆ καὶ παρ’ ἄλλων, εἶχε λεχθῆ καὶ
2785παρ’ ἐμοῦ ἐν τῷ Πολυτεχνικῷ Συλλόγῳ. Καὶ μέχρις ἑνὸς
2786σημείου, τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη ἤδη, ὅτι ἀπέχει, ἂν δὲν ἀπα-
2787τῶμαι, περὶ τὰ 3500 ὡς ἔγγιστα μέτρα ἀπὸ τῆς θαλάσ-
2788σης, τὰ ἀπαντώμενα ὕδατα εἶναι ἀφθονώτατα, ἀλλ’ ὑφάλ-
2789μυρα, ὄχι ὅμως καὶ ἄχρηστα. Βεβαίως δὲ τὰ ὕδατα ταῦτα
2790εἶναι ὅμοια μὲ τὰ ὕδατα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται ἐν
2791Λαυρίῳ, πρὸς μεγίστην εὐτυχίαν τῶν κατοίκων. Ἀπὸ τοῦ
2792σημείου ὅμως ἐκείνου ἡ σήραγξ διέρχεται δι’ ἑνὸς στρώμα-
2793τος ἀργίλου, 200 ὡς ἔγγιστα μέτρων, στεγανοῦ, ὅπως εἰσ-
2794έλθῃ μετὰ ταῦτα εἰς στρῶμα ὑδροφόρον, παρέχον ὕδωρ ἄρι-
2795στον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάλυσις εἶναι ἐπίσης καλὴ, καὶ καλ-
2796λιτέρα τῶν ὑδάτων τοῦ Ἀμαρουσίου. Ἐν τοῖς στρώμασι
2797τούτοις προχωρεῖ τὴν σήμερον ἡ ἐργασία, καὶ εἶναι σχεδὸν
2798ἤδη ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἀνὰ ἑκατὸν μέτρα παράγεται καὶ
2799μία ὀκὰ ὕδατος. Τὴν σήμερον, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁμιλοῦμεν,
2800ἐν τοῖς στρώμασι τούτοις παράγονται δώδεκα ὀκάδες ὕδατος
2801ἀρίστης ποιότητος...
2802§162Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πόσον ὕψος ἀπὸ τῆς θαλάσσης, παρακαλῶ;
2803§163ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ ἦναι, ὡς ἔγγιστα, ὁ πυθμὴν τῆς σήραγ-
2804γος τρία μέτρα ἄνωθεν τῆς θαλάσσης.
2805Ἤδη λοιπὸν, Κύριοι, ὑπάρχουσι δώδεκα ὀκάδες ὕδατος,
2806τὸ ὁποῖον ῥέει διὰ τῆς σήραγγος ἀπὸ τὴν θέσιν ταύτην, καθ’
2807ὅσον δὲ προχωροῦσιν αἱ ἐργασίαι, ὡς εἶπον ὑμῖν, ἀνὰ ἑκα-
2808τὸν μέτρα προστίθεται καὶ μία ὀκὰ ὕδατος. Προχωροῦντες
2809λοιπὸν, μετὰ χίλια μέτρα θέλομεν ἔχει τοὐλάχιστον ἑτέρας
2810δέκα ὀκάδας, αἵτινες προστιθέμεναι εἰς τὰς δώδεκα θὰ δώ-
2811σωσιν 22, καὶ μετὰ χίλια ἕτερα μέτρα θέλομεν ἔχει ἑτέρας
2812δέκα, καὶ οὕτω γίνονται 32, καὶ οὕτω καθεξῆς.
2813Ταῦτα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τ’ ἀναμενόμενα ἐντὸς τοῦ
2814ἔτους, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦδε ἤρχισε νὰ σκέπτηται
2815περὶ τῶν μελετῶν τῆς μεταφορᾶς, καὶ περὶ τοῦ καταρτι-
2816σμοῦ τῶν ὅρων συγγραφῆς πρὸς προμήθειαν τῶν μηχανη-
2817μάτων, οὕτως ὥστε, εὐθὺς ὡς ἔχωμεν τὴν εἰρημένην ποσό-
2818τητα ὕδατος, νὰ ἔχωμεν καὶ τὰς προσφορὰς διὰ τὴν προμή-
2819θειαν τῶν μηχανημάτων, τῶν σωλήνων, καὶ τὴν τοποθέτη-
2820σιν αὐτῶν πρὸς ὕδρευσιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς.
2821§164Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε θὰ πρόκηται περὶ 32 ὀκάδων.
2822§165Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πάντοτε περὶ 30 ἐπρόκειτο.
2823§166ΝΕΓΡΗΣ. Ὅσας χρειαζόμεθα σήμερον. Εὐθὺς ὡς χρεια-
2824σθῶμεν περισσοτέρας, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ αὐξήσητε τὴν σή-
2825ραγγα, καὶ θὰ ἔχητε ὅσας ἐπιθυμεῖτε.
2826§167Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, πάντοτε ἐγίνετο
2827λόγος περὶ 30 ὀκάδων, ὅτε ἐπεχειρήθησαν αἱ ἐργασίαι. Ἑπο-
2828μένως βλέπετε, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ῥηθὲν παρὰ τοῦ κυρίου Ὑ-
2829πουργοῦ εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ
2830ἔκαμα λόγον. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, θὰ παρακαλέσω νὰ
2831κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, διότι ἔχω ἀνάγκην αὐτῶν, ἵνα δι-
2832καιολογήσω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅσα
2833ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ἦσαν εἰς ἐμὲ ἄγνω-
2834στα, χαίρω δὲ, ὅτι ὁ εἰδικὸς περὶ τὰ τοιαῦτα δύναται νὰ
2835βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἔργου· διότι,
2836ἀφοῦ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἤδη ἡ Κυβέρνησις
2837σκέπτεται περὶ μεταφορᾶς τοῦ ὕδατος, ἕπεται ὅτι ἐσχημά-
2838τισεν ἀκράδαντον πεποίθησιν πλέον, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ τὸ
2839ποσὸν 30 ὀκάδων...
2840§168Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 30, ἢ 22;
2841§169Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶπεν, ὅτι ἀνὰ 100 μέτρα θὰ ἔχωμεν
2842μίαν ὀκᾶν· ἄρα, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ σήραγξ ἐπὶ χιλίων μέ-
2843τρων, θὰ ἔχωμεν εἰσέτι δέκα ὀκάδας, καὶ ἑπομένως 22· ἂν
2844ἐπὶ 2000, τότε θὰ ἔχωμεν ἄλλας δέκα, ἤτοι 32 ἐν ὅλῳ.
2845§170Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠρώτησα, πόσον εἶ-
2846ναι τώρα.
2847§171Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν, λέγουσα ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἀπε-
2848φάσισεν ἤδη νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ μεταφορᾶς, σημαίνει, ὅτι
2849ἔχει ἀκράδαντον πεποίθησιν περὶ τῆς ὁλοσχεροῦς ἐπιτυχίας
2850τοῦ ἔργου, διότι, ὡς καὶ ἄλλοτε ἀνεκοινώσαμεν εἰς τὴν Βου-
2851λὴν, αἱ δαπάναι τῆς μεταφορᾶς τότε μόνον δικαιολογοῦνται,
2852ὅταν τοσοῦτο ποσὸν, ὡς ἔγγιστα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφα-
2853λισθῇ. Αἱ πληροφορίαι λοιπὸν, αἱ δοθεῖσαι τὴν ἑσπέραν
2854ταύτην παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, — τὰς
2855ὁποίας ἐγὼ ἠγνόουν — νομίζω ὅτι εἶναι λίαν ἐνθαρρυντικαὶ,
2856καὶ ἂν αὗται πρόκηται νὰ πραγματοποιηθῶσι, δὲν πιστεύω
2857ὅτι θὰ ὑπάρξῃ τις νὰ ἐπικρίνῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε
2858τὴν δαπάνην ταύτην· διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι μὲ τὴν δα-
2859πάνην τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δὲν γίνονται μόνον δοκιμαστι-
2860καὶ ἐργασίαι, ἀλλὰ γίνεται ἐν πολλοῖς καὶ ὁριστικὴ ἐργα-
2861σία, διότι εἰς πολλὰ μέρη ἤδη ἐκτίσθη ἡ σήραγξ, καὶ ἑπο-
2862μένως γίνεται ὁριστικὴ πλέον ἐργασία. Ἐννοεῖται δ’ ὅτι, ἂν
2863πρόκηται διὰ δαπάνης τοιαύτης νὰ ἔχωμεν 32 ὀκάδας ὕδα-
2864τος, πιστεύω, ὅτι ἡ ἐπιτυχία θὰ ᾖναι πλήρης. Εὔχομαι δὲ,
2865ὅπως αἱ αἰσιόδοξοι προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰ-
2866κονομικῶν πραγματοποιηθῶσι.
2867§172Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ τρόπος, δι’ οὗ ὑπεστήριξε τὰς
2868γνώμας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ἔντιμος ἐκ Κερ-
2869κύρας Βουλευτὴς, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἀπεκόμισε τὴν αὐτὴν
2870μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν αἰσιοδοξίαν. Ἐπιμελῶς παρηκολούθησα
2871τοὺς λόγους αὐτῶν, καὶ εἶδον, ὅτι ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον
2872εἰς τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐστηρίχθη, οὐχὶ
2873δὲ εἰς ἰδίας γνώμας καὶ πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἠδύνατο
2874νὰ ἔχῃ, διότι, ἐπὶ μακρὸν διαμείνας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
2875Ἐσωτερικῶν καὶ ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐνάρξεως τῶν ἔργων ἐν τῷ
2876Θριασίῳ πεδίῳ, ἦτο εἰς θέσιν καλλίτερον παντὸς ἄλλου διὰ
2877τῶν ἁρμοδίων μηχανικῶν νὰ μορφώσῃ ἀρτίαν γνώμην...
2878§173Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε δύο λέξεις μόνον; Ὅτε
2879ἐγὼ ἐγκατέλιπον τὸ Ὑπουργεῖον, ἐγίνωσκον, ὅτι ὑπῆρχε
2880ποσὸν ὕδατος 12 ὀκάδων, ἀλλὰ δὲν εἶχον τὴν πληροφορίαν,
2881τὴν ὁποίαν εἶπε τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κύριος Ὑπουργός,
2882ὅτι ἀνὰ 100 μέτρα πραγματοποιεῖται ποσὸν μιᾶς ὀκᾶς. Νο-
2883μίζω, ὅτι ἡ πληροφορία αὕτη εἶναι σπουδαία, διότι αὐξάνει
2884τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ
2885θεωρήσω ὡς ἐπαρκὲς κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν
2886ἐγκατέλειψα τὸ Ὑπουργεῖον.
2887§174Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι
2888ἡ αἰσιοδοξία τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπῆρχε
2889καὶ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ.
2890Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀνέκαθεν ὑπεστήριζε, καὶ διὰ τῶν γε-
2891νομένων ἐν Λαυρίῳ προσεπάθησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπὸ τὸ
2892ἔδαφος τῆς Ἀττικῆς ὑπάρχει μεγάλη ποσότης ὕδατος, καὶ
2893ὅτι ταύτην ἠδυνάμεθα, προσφόρως ἀναζητοῦντες, νὰ ἀνεύ-
2894ρωμεν· δύναται δὲ νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι ὁ σκαπανεὺς καὶ
2895κυρίως ὑπεύθυνος τῶν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐν τῷ
2896Θριασίῳ πεδίῳ, διότι, ὅτε μετεκλήθη ἐκ Παρισίων ὁ κύριος
2897Bechmann, καὶ ἐτέθη ἐν γνώσει τῶν πληροφοριῶν, αἵτινες
2898ἔπρεπε νὰ δοθῶσιν εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῆς εἰδικῆς ὑπηρεσίας, ὡς
2899πρὸς τὴν ὕδρευσιν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὁ κύριος Νέργης,
2900μὴ ὢν τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συνομιλήσας πρὸς
2901τὸν Γάλλον μηχανικόν, ὑπέδειξεν αὐτῷ, ἢ μᾶλλον συνέστη-
2902σεν εἰς αὐτὸν τὰ περὶ ὑδρεύσεως γνώμας τοῦ νομομηχανικοῦ
2903κ. Σούτσου. Οὗτος, λαβὼν ἄλλοτε ἀφορμὴν νὰ μελετήσῃ τὰ
2904τῶν ὑδάτων τοῦ Θριασίου πεδίου, εἶχε καταλήξει εἰς τὸ συμ-
2905πέρασμα, ὅτι ὑπὸ τὸ ἔδαφος τοῦ Θριασίου πεδίου ὑπάρχει
2906ὕδωρ ἄφθονον, ὅπερ ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ὕδρευσιν τῶν
2907δύο πόλεων. Τὴν γνώμην ταύτην μετέδωκεν ὁ κύριος Νέργης,
2908ἀπεδέχθη δὲ ὁ κύριος Bechmann καὶ ὑπεστήριξε παρὰ τῇ
2909Κυβερνήσει. Οὕτως ἀπεφασίσθη νὰ ἄρξωνται ἐκεῖ αἱ ἐργα-
2910σίαι, καὶ νομίζω, ὅτι ὥρισεν ἐν ὅλῳ ποσὸν μέχρι 200,000
2911δραχμῶν, ὅπερ ἠδύνατο τὸ πολὺ νὰ δαπανήσῃ ἡ Κυβέρνησις
2912διὰ τὰς δοκιμαστικὰς ἐργασίας ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ.
2913§175Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ
2914Προϋπολογισμῷ ἀνεγράφη πίστωσις δραχμῶν 300,000.
2915§176Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ βεβαιοῦτε, ὅτι τοσοῦτον πο-
2916σὸν ὥρισεν ἡ Βουλή, ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω.
2917§177Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ ἐκεῖνος ὁ προϋπολογι-
2918σμὸς εἰς τὴν Βουλήν.
2919§178Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἤρξαντο λοιπὸν αἱ ἐργασίαι· ἀλλ’
2920αἱ ἐργασίαι αὗται, εἶχε συμφωνηθῆ μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ
2921Bechmann διὰ τοῦ νομομηχανικοῦ κ. Σούτσου, ὅτι ἐκ Πα-
2922ρισίων θὰ ἐπετηροῦντο ὑπὸ τοῦ κ. Bechmann. Νομίζω δέ,
2923ὅτι κατά τινα συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὅτε διηύθυνε τὸ Ὑπουρ-
2924γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος Βουλευτής,
2925ὄχι μόνον ἀνέφερεν, ἀλλὰ καὶ ἀνεκοίνωσε δύο ἐπιστολὰς τοῦ
2926κ. Bechmann, ὅστις ἐπὶ τῶν ἀνακοινώσεων, ἃς μετέδωκεν
2927ὁ κύριος Σοῦτσος, ἀπαντῶν, ἐπιδοκιμάζει, καὶ δίδει συμβου-
2928λὰς διὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν ἐν τῷ Θρι-
2929ασίῳ πεδίῳ. Ἔκτοτε δὲν μοὶ ἐγένετο γνωστόν, ἂν παρακο-
2930λουθεῖ τὰς ἐργασίας αὐτὰς μακρόθεν ὁ Γάλλος ὑδραυλι-
2931κός, καὶ ποίας ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ γνώμας ἐπὶ τῶν γενομέ-
2932νων, ὅσα τῷ ἀνακοινοῦνται, εἰλικρινῶς βέβαια, ἐξ Ἀθηνῶν.
2933Θὰ ἦτο ὅμως λίαν συντελεστικὸν εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν γνω-
2934μῶν καὶ ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, ἂν καὶ αὗται ἀνεκοινοῦντο,
2935καὶ ἂν μετὰ τῶν μηνιαίων ἐκθέσεων ἀνεκοινοῦντο καὶ αἱ
2936ἐπιστολαὶ τοῦ κυρίου Bechmann. Τότε εἶχον ζητήσει παρὰ
2937τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
2938ρικῶν νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐπιθεωρητὴς
2939κύριος Σούλης μετὰ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς
2940Στυμφαλίας εἶχε συντάξει, μεταβὰς καὶ μελετήσας ἐπιτο-
2941πίως τὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων αὐτῶν. Ἐν αὐτῇ προ-
2942ϋπολογίζονται αἱ δαπάναι μικρότεραι ἢ παρ’ ἄλλων, καὶ
2943γίνονται κατὰ δύο ἢ τρεῖς τρόπους, ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ
2944τῶν ὑδάτων, ἅτινα θέλομεν νὰ μεταφέρωμεν εἰς Ἀθήνας.
2945Ἐζήτησα ἄλλοτε τὴν κατάθεσιν τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς, διότι
2946ἐν αὐτῇ, μετὰ ἐπιμελεστέραν ἐπιτόπιον μελέτην παρ’ ἀνδρὸς
2947εἰδικοῦ καὶ πεπειραμένου, παριστῶνται αἱ δαπάναι μικρότε-
2948ραι, ἡ δὲ ἐλάττωσις αὕτη εἶναι σπουδαῖον ἐπιχείρημα ὑπὲρ
2949τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐνεργειῶν τῶν δύο δήμων καὶ τοῦ
2950Κράτους πρὸς μεταφορὰν ὑδάτων, τὰ ὁποῖα καὶ λόγῳ τῆς
2951ποιότητος, ἀλλὰ πρὸ πάντων τῆς βεβαιότητος, ἣν θὰ ἔχω-
2952μεν περὶ τοῦ ποσοῦ αὐτῶν μέχρι κατωτάτου τινὸς ὁρίου,
2953προτιμητέα εἶναι παντὸς ἄλλου ὕδατος, ὅπερ, ὑποτεθείσθω,
2954ἠθέλομεν ἀνεύρει ὑπὸ τὴν γῆν δι’ ὑδραυλικῶν ἔργων νέων.
2955Τὸ ἀπ’ αἰώνων γνωστὸν ὕδωρ τῆς Στυμφαλίας εἶναι προτι-
2956μότερον τοῦ ὕδατος τοῦ Θριασίου ἢ ἄλλου πεδίου, διότι αἰω-
2957νίως ῥέει, οὐδέποτε στειρεύει, οὐδέποτε κατέρχεται ἔλασ-
2958σον ποσοῦ τινος, ἀρκοῦντος διὰ τὰς ἀνάγκας, ἃς θέλομεν νὰ
2959θεραπεύσωμεν σήμερον καὶ διὰ πολλὰ ἔτη ἀκόμη. Μὴ λη-
2960σμονῶμεν, ὅτι, ὅταν τὸ Κράτος ἢ οἱ δῆμοι ἀποφασίζωσι νὰ
2961δαπανήσωσι μεγάλα ποσὰ διὰ τὴν ὕδρευσιν αὑτῶν, πρέπει
2962νὰ προτιμῶσι τὰ ὕδατα τὰ ῥέοντα ἀενάως ἀπὸ χρόνων μα-
2963κρῶν, τὰ ἀναμφισβήτητα, τὰ μὴ ὑφιστάμενα τοιαύτας ἐλατ-
2964τώσεις, ὥστε νὰ μὴ ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας αὑτῶν, καὶ
2965νὰ καταστῶσιν ἀνωφελῆ διὰ τὴν πόλιν τὰ πολυδάπανα αὐτὰ
2966ἔργα. Στέρησις δὲ ὑδάτων ποσίμων καὶ ἀρδεύσεως ἀκόμη ἐπὶ
2967ἐλάχιστον χρόνον εἶναι μέγα κακὸν διὰ τὰς πόλεις. Τοιαῦτα
2968εἶναι τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατὰ
2969τὸ ἔτος, καθ’ ὃ συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις καὶ ὅπερ ἦτο ἐκ
2970τῶν πλέον ξηρῶν, ἐβεβαιώθη, ὅτι ὑπῆρχε τοσοῦτον ὕδωρ,
2971ὥστε ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἡ σημερινὴ καὶ ἡ μετὰ πολλὰ
2972ἔτη, οὐδεμίαν ἤθελεν αἰσθανθῆ λειψυδρίαν. Τοιαύτη πολύ-
2973τιμος βεβαίωσις δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ διὰ τὰ ὕδατα, τὰ
2974ὁποῖα ἀσχολούμεθα σήμερον νὰ ἀνακαλύψωμεν καὶ ὧν ἡ
2975ἐλάττωσις μᾶλλον ἢ ἡ αὔξησις εἶναι πιθανωτέρα. Ἑπομέ-
2976νως, ἂν τὸ ἔργον τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας
2977ἤθελε, μελετώμενον μᾶλλον ἐπισταμένως, καταστῆ προσιτὸν
2978εἰς τὰ οἰκονομικὰ μέσα τῶν δύο δήμων, Ἀθηνῶν καὶ Πει-
2979ραιῶς, ἔπρεπε, λόγῳ τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα παρου-
2980σιάζουσιν ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας
2981νὰ προτιμηθῶσι τῶν ὑδάτων τοῦ Θριασίου, καὶ ἂν πρόκηται
2982ἡ χρησιμοποίησις τῶν ὑδάτων τοῦ Θριασίου νὰ κοστίσῃ ὀλι-
2983γώτερον.
2984§179Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κύριος Σοῦτσος ἔλεγεν, ὅτι τὰ ὕδατα
2985τοῦ Θριασίου θὰ κοστίσωσιν ἀκριβότερον.
2986§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αἱ ἐκθέσεις ὅλαι κατετέθησαν.
2987§181Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ παρεκάλεσα, ὄχι μόνον νὰ
2988καταθέσητε, ἀλλὰ καὶ νὰ τυπώσητε αὐτάς, ὅπως ἐτυπώ-
2989θησαν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν
2990ὕδρευσιν τῆς πόλεως. Ὑμεῖς πιθανῶς ἐδώσατε τὴν ἐντολὴν
2991νὰ τυπωθῶσιν, ἀλλὰ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, ὅπερ,
2992φαίνεται, δὲν εὐνοεῖ νῦν τὸ ἔργον αὐτὸ, δὲν τὰ ἔπραξε, διότι
2993τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων νομίζει, ὅτι πᾶσα γνώμη, ἡ
2994ὁποία δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν ἰδικήν του, πρέπει νὰ παρορᾶ-
2995ται καὶ τίθηται κατὰ μέρος. Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ
2996ἔκθεσις τοῦ κυρίου Σούλη εἶναι ἀκριβείας ἀναμφισβητήτου,
2997ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι, ὅτι πρέπει νὰ δημοσιευθῇ, ὡς προερχο-
2998μένη ἐκ μηχανικοῦ διακεκριμένου, καὶ δημοσιευομένη θὰ ὑπο-
2999πέσῃ εἰς τὴν ἀντίληψιν καὶ πάντων τῶν ἄλλων εἰδικῶν, οἱ
3000ὁποῖοι μελετῶντες θὰ φωτίσωσιν ἡμᾶς ὑπὲρ ἢ κατ’ αὐτῆς.
3001Νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, ὅταν πρόκηται νὰ ὑποβληθῶ-
3002μεν εἰς τοσαύτας δαπάνας καὶ τοσούτους κινδύνους κακῆς
3003ὑδρεύσεως ἐπὶ τέλους, νὰ ἐπιβάλλωμεν γνώμας ἀμφιβόλου
3004ὀρθότητος καὶ χρησιμότητος, ὡς μέχρι τοῦδε ἡ τῆς ὑδρεύ-
3005σεως ἐκ τοῦ Θριασίου πεδίου. Ἡ Βουλὴ ἰδίως ἔχει δικαίω-
3006μα καὶ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ πάσας τὰς προτάσεις πρὶν ἐκ-
3007φέρῃ γνώμην. Πρόκειται περὶ τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους
3008καὶ περὶ δαπανῶν αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ αἱ δύο
3009πόλεις Πειραιῶς καὶ Ἀθηνῶν ἔχουσι μέγα ἐνδιαφέρον νὰ
3010γνωρίζουν, καὶ δικαίως ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς Βουλευ-
3011τάς, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύομεν ἐπίσης τὴν πόλιν τῶν Ἀ-
3012θηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, νὰ ἐξετάσωμεν ἐπισταμένως τὸ ζή-
3013τημα τῆς ὑδρεύσεως αὐτῶν καὶ σχηματίσωμεν πεφωτισμένην
3014γνώμην. Βεβαίως ἡ γνώμη τοῦ διεξάγοντος τὰς ἐρεύνας ἐν
3015Θριασίῳ μηχανικοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
3016κῶν, ὅστις πολλὰς κέκτηται εἰδικὰς γνώσεις, βαρύνει πολὺ
3017καὶ θὰ ἐπηρεάσῃ καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ ἀμφό-
3018τεροι εἶναι ἐκτεθειμένοι, διότι πρόκειται περὶ τῆς γνώμης
3019αὐτῶν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξαν εἰς τὸν κ. Bechmann, καὶ συν-
3020ετέλεσαν, ὅπως ἀποδεχθῇ τὸ Κράτος καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν
3021δαπάνην μετὰ τῆς κυρίας Συγγροῦ. Ἀπορῶ ὅμως, πῶς δὲν
3022ἐνθυμεῖται καὶ τὴν γνώμην, ἣν ἄλλοτε ἀνεκοίνωσε καὶ ἐδη-
3023μοσίευσεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ζητήσας
3024νὰ μελετηθῇ ἐκ νέου τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως ἐκ Στυμφα-
3025λίας, διότι, μεταβὰς ὁ ἴδιος ἐπιτοπίως μετὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ
3026κ. Κελλενὲκ καὶ μετὰ μελέτας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο συνε-
3027πείᾳ τῆς συμβάσεως, καὶ μελετήσας τὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν
3028ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ, ἀπεφή-
3029νατο τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα τῆς
3030μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων ἐκ Στυμφαλίας, διότι καὶ αὐτὸς ἀνα-
3031γνωρίζει, ὅτι παρουσιάζουσι περισσότερα πλεονεκτήματα ἢ
3032ἄλλα, καὶ λόγῳ ποιότητος καὶ λόγῳ ποσότητος. Ἐν τού-
3033τοις σήμερον δὲν βλέπω νὰ ἐπηρεάζωνται αἱ ἀποφάσεις του
3034ἐκ τῆς γνώμης ἐκείνης. Τὴν ἐγκατέλιπεν ἆρά γε ὁριστικῶς;
3035Καὶ διατί; Ἔχει βέβαια ἀποτελέσματα ἐνώπιόν του ἐν
3036Θριασίῳ, οἷα ἐν Στυμφαλίᾳ; Πρόκειται περὶ ἐπιστημονικοῦ
3037ἁπλῶς ἢ περὶ τοῦ πρακτικοῦ ζητήματος τῆς ὑδρεύσεως τῶν
3038πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς; Τοιαύτη μεταβολὴ γνώμης
3039εἶναι ἀξία πολλῆς προσοχῆς. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι
3040εὔλογον τοῦτο, διότι δὲν βλέπω τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τοι-
3041αύτης μεταβολῆς γνώμης. Νομίζω, ὅτι, ἂν ὁ κύριος Ὑπουρ-
3042γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, — ὅστις, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ,
3043δύναται βεβαίως νὰ κατορθώσῃ σήμερον νὰ ἐπικρατήσωσιν
3044αἱ γνῶμαι αὐτοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει, — θελήσῃ νὰ ἐργασθῇ,
3045ὅπως μελετηθῇ ἐκ νέου καὶ τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως ἐκ
3046Στυμφαλίας, πρὶν ἐξακολουθήσωσιν αἱ νέαι καὶ ἀμφίβολοι
3047δαπάναι ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ, θὰ προσφέρῃ, καὶ ὡς Βου-
3048λευτὴς τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἀντιπροσωπεύει, καὶ ὡς Ὑπουργὸς,
3049εἰς τὴν πρωτεύουσαν πολὺ μεγαλειτέραν ἐκδούλευσιν ἢ ἂν
3050ἄνευ περαιτέρω ἐξετάσεως κηρυχθῇ ἐξ ἐπιστημονικοῦ ἐν-
3051διαφέροντος καὶ θελήσῃ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη, ὅτι αἱ δύο
3052πόλεις πρέπει νὰ ὑδρευθῶσιν ἐκ τοῦ Θριασίου πεδίου.
3053Διὰ τοῦτο θὰ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν τὴν παράκλησιν, ἣν
3054ἄλλοτε, ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὑπέβαλον, νὰ δια-
3055ταχθῇ ἡ ἐκτύπωσις τῆς ἐκθέσεως τοῦ κυρίου Σούλη, ὅπως
3056ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ἄλλαι ἐκθέσεις, αἱ προγε-
3057νέστεραι. Ἐκτὸς τούτων καὶ αἱ μεταγενέστεραι ἐκθέσεις τοῦ
3058Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ αἱ ἐπιστολαὶ, ἃς, ὑποθέτω,
3059θὰ ἀπέστειλε πρὸς τὸν κ. Σοῦτσον ὁ κ. Bechmann, κα-
3060θὼς καὶ αἱ πρὸς αὐτὸν ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Σούτσου καὶ τοῦ
3061Ἰταλοῦ ὑδραυλικοῦ, πρέπει νὰ δημοσιευθῶσιν, ὡς σχετικαί.
3062Καὶ ὅταν ταύτας ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς αὐ-
3063τῆς θὰ προκληθῇ εὐρεῖα μεταξὺ εἰδικῶν συζήτησις, ἥτις δὲν
3064θὰ γείνῃ προσωπικὴ, διὰ νὰ ἐπικρατήσῃ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλ-
3065λου ἡ γνώμη, ἀλλὰ πραγματικὴ, ὅπως ἐπικρατήσῃ ἡ πλέον
3066ὀρθὴ καὶ συμφέρουσα. Πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ παύσῃ τὰς ἐργασίας
3067της, νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ ἐκτύπωσις τοῦ ὑπο-
3068μνήματος ἐκείνου καὶ τῶν ἐκθέσεων τοῦ νομομηχανικοῦ, τοῦ
3069διεξάγοντος τὰς ὑδραυλικὰς ἐργασίας ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ.
3070Οὕτως ἑκατέρωθεν θὰ παρουσιασθῶσιν αἱ γνῶμαι, ἐφωδια-
3071σμέναι μὲ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Δὲν λέγω ὅτι, ὅσα ὁ
3072κ. Σοῦτσος δι’ ἐκθέσεών του μεταβιβάζει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
3073τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὅσα ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
3074Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶναι ἁρμοδιώτατος ν’ ἀντιλαμβάνηται
3075τῆς ἀξίας τῶν ἐκεῖ γινομένων ἐργασιῶν, δὲν εἶναι ἀκριβῆ.
3076Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχουσι καὶ γνῶμαι ἐναντίαι, καὶ ἀμφιβο-
3077λίαι, ἂν τὸ ἀνευρεθὲν ποσὸν ὕδατος καταμετρεῖται ἀκριβῶς,
3078καὶ ἂν αἱ ἐκτελεσθησόμεναι ἐργασίαι θὰ φέρωσιν εἰς φῶς
3079ἀσφαλῆ ἀποτελέσματα, ἤθελον παρακαλέσει καὶ ἄλλο τι,
3080ὅπως δηλαδὴ συναινέσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ συγκροτηθῇ εἰδικὴ
3081ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, ὄχι διότι αὐτοὶ εἶναι ἁρμόδιοι νὰ
3082ἀποφανθῶσι περὶ ζητημάτων τεχνικῶν, ἀλλὰ διότι, καλοῦν-
3083τες μηχανικοὺς καὶ ὑδραυλικοὺς εἰδικοὺς, πρὸς οὓς θὰ θέ-
3084σωσι τὰ ζητήματα, θὰ δυνηθῶσι νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλὴν
3085δι’ ἐκθέσεων καὶ προφορικῶν ἀνακοινώσεων περί τε τῶν πραγ-
3086ματικῶν γεγονότων καὶ περὶ τῆς σημασίας αὐτῶν, ὡς καὶ
3087περὶ παντὸς ἄλλου θέματος, ὅπερ ἐνδιαφέρει τὸ Δημόσιον,
3088τοὺς δύο δήμους καὶ τοὺς κατοίκους ἐν τῇ ὑδρεύσει αὐτῶν.
3089§182Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι
3090ἀληθὲς, ὅτι πάντοτε ἐθεώρησα, ὅτι ἡ μεταφορὰ τῶν ὑδάτων
3091τῆς Στυμφαλίας εἶναι προτιμοτέρα, καὶ τοῦτο ἐξέθηκα καὶ
3092δι’ ὑπομνήματος, τὸ ὁποῖον ἐδημοσίευσα, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἡ
3093μεταφορὰ αὐτῶν, ἔστω καὶ διὰ μικρὸν ποσὸν, ἤθελε πάντοτε
3094ἀπαιτήσει περὶ τὰ 20,000,000 δραχμῶν. Βεβαίως τὸ πο-
3095σὸν τοῦτο δὲν εἶναι μικρὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἔχει μείζονα δυσ-
3096κολίαν ὄχι τόσον ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου, ὅσον ἡ ἀνεύρεσις
3097τοῦ κεφαλαίου. Οὗτος εἶναι ὁ μόνος λόγος, ὅστις μὲ πείθει
3098σήμερον, ὅτι δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ νὰ σκεφθῶμεν περὶ τούτου.
3099Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Θριασίου πε-
3100δίου εἶναι λελυμένον, εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ σκεπτώ-
3101μεθα περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας...
3102§183Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι λοιπὸν λελυμένον τὸ ζήτημα;
3103§184ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.
3104Ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος εἶπεν, ὅτι μὲ θεωρεῖ
3105ὑπεύθυνον διὰ τὰς ἐργασίας τοῦ Θριασίου πεδίου.
3106§185Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠθικῶς.
3107§186Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δέχομαι τὴν εὐθύνην ταύτην, ἀλλὰ τὸν
3108παρακαλῶ, μετὰ ἓν ἔτος νὰ ἐνθυμηθῇ ὅσα λέγει σήμερον, καὶ
3109νὰ τὰ ἐπαναλάβῃ.
3110§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν κρύπτω, ὅτι καὶ ἐγὼ ἔχω
3111ἀπορίας τινὰς, καὶ ὅτι ἐπιθυμία μὲ κατέλαβε νὰ ζητήσω τὴν
3112λύσιν αὐτῶν, ἐὰν ᾖναι δυνατόν. Προβαίνω δὲ νὰ δηλώσω,
3113ποίας ἔχω ἀπορίας. Ἐν πρώτοις ἔχω τὴν ἀπορίαν, ἐὰν ἡ με-
3114λέτη, ἣν ἔκαμεν ὁ ὑδραυλικὸς Μπέσμαν, εἶναι μελέτη ἐπι-
3115σταμένη καὶ πλήρης, γενομένη μετ’ ἐπιστημονικῆς ἐμβρι-
3116θείας, ἢ εἶναι γνωμοδότησις, ἣν συνήθως δίδουσιν εἰς τὰ Συμ-
3117βούλια οἱ εἰς τοιαῦτα καλούμενοι. Ὁ Μπέσμαν βεβαίως χαί-
3118ρει ὑπόληψιν ὑδραυλικοῦ ἐπιστήμονος, ἀλλ’ ἡ ἐνταῦθα δια-
3119μονὴ αὐτοῦ ἦτο τόσον βραχεῖα, τοσοῦτον ἐσπευσμένη ἡ ἐπί-
3120σκεψις αὐτοῦ καὶ ἡ μελέτη ἡ γενομένη εἰς τὸ Θριάσιον πε-
3121δίον, ὥστε μοὶ γεννῶνται αἱ ἀπορίαι, τὰς ὁποίας ἀνέφερα,
3122οὐδὲ μὲ ἀνησυχεῖ ἡ συνείδησις, ὅτι αἱ ἀπορίαι μου αὗται εἶναι
3123βεβιασμέναι. Δευτέρα ἀπορία, ἥτις μοὶ γεννᾶται, εἶναι, ἐὰν
3124ὑπάρχει πλῆρες τὸ πόρισμα τῶν γενομένων ἐρευνῶν περὶ τῆς
3125καταγωγῆς τοῦ ὕδατος, ὅπερ ἀναζητοῦμεν. Εἶναι ὕδωρ ῥέον,
3126ἢ ὕδωρ ἐν δεξαμεναῖς κοιτάζον; Διότι, ἐὰν δὲν ἦναι ὕδωρ
3127ῥέον, ἂν τοῦτο ὑπάρχῃ ἐν δεξαμεναῖς, τότε νομίζω, ὅτι πρέπει
3128νὰ ἐξετάσωμεν ἀκριβέστερον τὰ πράγματα, πρὶν ἢ ἐκτεθῶμεν
3129εἰς μεγάλας δαπάνας. Διότι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦ
3130ὕδατος, ὅπερ εἶναι ἀποτεταμιευμένον ἐν ταῖς δεξαμεναῖς·
3131διότι, ἂν σκοποῦμεν νὰ διοχετεύσωμεν εἰς Ἀθήνας τὸ ὕδωρ,
3132ὅσου ἔχει ἀνάγκην ἡ πόλις, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ φθάσωμεν
3133μετά τινα χρόνον εἰς ἐξάντλησιν τοῦ ὕδατος τοῦ ἐν ταῖς δε-
3134ξαμεναῖς, νὰ ματαιωθῶσι δὲ τότε αἱ προσπάθειαι ἡμῶν.
3135Τρίτην ἔχω ἀπορίαν, ἐὰν τὸ ὕδωρ τὸ ἀνακαλυπτόμενον εἶναι
3136πόσιμον, καὶ πόσον εἶναι τὸ πόσιμον ὕδωρ· ἐὰν ἐγένετο χη-
3137μικὴ ἀνάλυσις, καὶ ποῖα τὰ πορίσματα τῆς ἀναλύσεως ταύ-
3138της. Τετάρτη, οὐχὶ ἀπορία, ἀλλ’ ἐπιθυμία, ἐπιβαλλομένη ὑπὸ
3139τῶν νόμων τῆς Πολιτείας, εἶναι, ἐὰν αἱ δαπάναι, αἱ γενό-
3140μεναι καὶ γιγνόμεναι πρὸς ἀναζήτησιν τοῦ ὕδατος καὶ πρὸς
3141διοχέτευσιν αὐτοῦ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐὰν γίνονται κατὰ τὰς
3142διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ τῶν νό-
3143μων τῶν κανονιζόντων τὰ τῶν δημοσίων ἔργων. Ἡ εὐγενὴς
3144δέσποινα, ἡ κυρία Συγγροῦ, ἐδώρησε τὰ εἰς αὐτὴν ἀνήκοντα
3145χρήματα εἰς τὸ Κράτος, ἢ ἀνέλαβεν αὐτὴ νὰ ἐκτελέσῃ ἔργα
3146ὑδραυλικά, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν ὑδάτων
3147καὶ προικοδοτήσῃ τὴν πόλιν δι’ ἐπαρκοῦς ὕδατος; Διότι,
3148ἐὰν τὰ ἐδώρησεν εἰς τὸ Κράτος, ὅπως χρησιμεύσωσι πρὸς
3149ἀνεύρεσιν ποσίμου ὕδατος, διοχέτευσιν αὐτοῦ καὶ ὕδρευσιν
3150τῆς πόλεως, τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον νὰ ἐφαρμόσῃ κατὰ τὴν
3151διαχείρισιν αὐτῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἤτοι τόν τε περὶ
3152δημοσίου λογιστικοῦ καὶ τὸν περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔρ-
3153γων.
3154Ταύτας τὰς ἀπορίας καὶ ἐπιθυμίας εἶχον καθῆκον ν’ ἀνα-
3155κοινώσω εἰς τὴν Βουλήν.
3156§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν
3157λόγον.
3158§189Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ
3159κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναβάλλω.
3160§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
3161ταξιν.
3162Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ
3163κύρους τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Κερκύρας.
3164§191Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ δικαιο-
3165λογήσω τὴν ψῆφόν μου, διότι ἀπετέλουν μέλος τοῦ τμήμα-
3166τος τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Κερκύ-
3167ρας. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἔχω καθῆκον νὰ ἐκφέρω καὶ προ-
3168φορικῶς τὴν γνώμην μου, καθόσον καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει ὑπάρχει
3169μειονοψηφία ἐμοῦ καὶ τοῦ συναδέλφου κυρίου Σπηλιώτου,
3170καὶ ἡ ἔκθεσις δ’ ἄλλως τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τμήματος δὲν
3171εἶναι ἀρκούντως δεδικαιολογημένη, ὥστε νὰ πείσῃ τινά, ὅτι
3172τὰ ἐπιχειρήματα, ἅτινα ἐπικαλεῖται, εἶναι ἄξια νὰ ληφθῶ-
3173σιν ὑπ’ ὄψιν.
3174Κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ταύτης ὑπεβλήθη ἔνστα-
3175σις πολίτου τῆς Κερκύρας εἰς τὸν ἐκεῖ νομάρχην, ὅστις διε-
3176βίβασε ταύτην εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ
3177Προέδρου αὐτῆς. Ἡ ἔνστασις εἶναι ἡ ἑξῆς, τὴν ὁποίαν θὰ
3178μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω, διότι ἔχει σχέσιν μὲ τὴν
3179γνώμην, ἣν θὰ σχηματίσῃ ἡ Βουλή. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔν-
3180στασιν ταύτην).
3181Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων προετάθη ὑπὸ τοῦ
3182ἐνισταμένου πολίτου Κερκύρας ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς τοῦ
3183ἐπιτυχόντος κ. Ἀλαμάνου. Ἡ προσαγωγὴ τοῦ πιστοποιη-
3184τικοῦ αὐτοῦ, ὅπερ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω,
3185ἀποδεικνύει πασιδήλως, ὅτι ὁ εἰρημένος συνάδελφος ἄγει τὸ
318626ον ἔτος τῆς ἡλικίας του...
3187§192Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μὲ τὸ «πασιδήλως» ἐλύσατε τὸ ζή-
3188τημα πανηγυρικῶς!
3189§193Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου· νο-
3190μίζω δὲ, ὅτι τὸ ἐκπληρῶ, ἐφαρμόζων τὰς διατάξεις τοῦ Συν-
3191τάγματος. (Ἀναγινώσκει τὸ πιστοποιητικόν).
3192Εἶναι ἐπίσημος πιστοποίησις τοῦ ληξιάρχου περὶ τῆς γεν-
3193νήσεως τοῦ κ. Ἀλαμάνου. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτιμήσωμεν
3194πιστοποίησιν, ἡ ὁποία προήρχετο ἐξ ἄλλης χώρας τῆς Ἑλ-
3195λάδος, καὶ ὄχι ἐξ Ἑπτανήσου, βεβαίως θὰ ἐγεννᾶτο καὶ ἐν
3196ἐμοὶ ἀμφιβολία τις περὶ τοῦ κύρους τῆς πράξεως ταύτης·
3197ἀλλ’ ἡ πρᾶξις αὕτη ἔχει συνταχθῆ ἐν Κερκύρᾳ, ὅπου, προ-
3198κειμένου περὶ ληξιαρχικῆς πράξεως, ἰσχύουσιν οἱ αὐστηροὶ
3199τύποι τοῦ Ἰονίου κώδικος. Τούτου ἕνεκα ἠναγκάσθην νὰ
3200δεχθῶ ὡς ἔχον ἐπίσημον χαρακτῆρα τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ-
3201το, καὶ νὰ ἐκφέρω γνώμην, ὅτι ὁ ἐκλεγεὶς Βουλευτὴς δὲν
3202ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν, ἣν ἀπαιτεῖ τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συν-
3203τάγματος. Τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος πρέπει
3204νὰ σεβασθῶμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὸ ὕψος τῆς
3205ἀποστολῆς μας, διότι πᾶσα παράβασις τοῦ Συντάγματος ὄχι
3206μόνον καταρρίπτει ἡμᾶς ἐκ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα,
3207ἀλλ’ ἄγει ἡμᾶς εἰς τὸ νὰ παρέχωμεν τὸ κακὸν παράδειγμα
3208καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἀρχὰς, ἵνα τὸ παραβαίνωσι· τοῦτο δὲ δὲν
3209συμβάλλει οὔτε πρὸς τὴν ἔρρυθμον λειτουργίαν τῶν νόμων,
3210οὔτε πρὸς τὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς ἐν τῷ
3211Κοινοβουλίῳ.
3212Οὐδένα ἔχω λόγον κατὰ τοῦ κυρίου Ἀλαμάνου, ἵνα κα-
3213τηγορήσω τὴν ἐκλογήν του, διότι ἔχει ὅλα τὰ ἄλλα προσ-
3214όντα νὰ παρακάθηται μεταξὺ ἡμῶν, ἀλλὰ μόνον ἔχω σχη-
3215ματίσει γνώμην περὶ τοῦ μὴ νομίμου τῆς ἡλικίας αὐτοῦ ἐξ
3216ἀναμφισβητήτων ἐπισήμων ἐγγράφων. Τοιαύτη εἶναι ἡ ῥητὴ
3217διάταξις τοῦ Συντάγματος, καὶ ταύτην ὀφείλομεν νὰ σεβα-
3218σθῶμεν.
3219§194Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ, δικαιολογῶν τὴν ψῆφόν μου,
3220λέγω ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς, διότι καὶ ἐγὼ εἰσῆλθον εἰς
3221τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ ἔχω τὴν νόμιμον ἡλικίαν. Ἡ Βουλή,
3222εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας πάντοτε
3223δὲν ἐπρόσεξε πολὺ, καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου πολὺ δικαίως,
3224διότι, διὰ νὰ ἦναί τις Βουλευτὴς, πρέπει νὰ ἦναι 30 ἐτῶν·
3225ἂν ἦναι 29, δὲν ἐπιτρέπεται, ἐνῷ ἑκατὸν ἐτῶν γέρων, ῥα-
3226μολὶ, δύναται νὰ εἰσέλθῃ! Ἐκτὸς ὅμως τούτου, γνωρίζω ὅτι
3227ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει
3228τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκῃ ὁ προαγορεύσας, τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχει·
3229διότι κατὰ τὸ 1895 ἐκ τῆς ἐπαρχίας Χαλκίδος εἰσῆλθεν
3230εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀνήλικος κ. Γ. Ἀβέρωφ, ὁ δὲ πατὴρ τοῦ
3231ἀξιοτίμου φίλου μου, Ὑπουργὸς τότε ὢν, ἐψήφισεν ὑπὲρ τοῦ
3232κ. Ἀβέρωφ, καὶ εἰσῆλθεν οὗτος εἰς τὴν Βουλήν· εἶμαι δὲ
3233βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Πετρίδης δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίθετον
3234γνώμην τῆς τοῦ μακαρίτου πατρός του. Λοιπὸν τὸ ζήτημα
3235τοῦτο τὸ ἔχει λύσει πρὸ πολλοῦ ἡ Βουλή.
3236§195Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διότι εἰσῆλθε διὰ παρανομίας εἰς
3237τὴν Βουλὴν ὁ ἐκ Χαλκίδος συνάδελφος, δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ
3238Βουλὴ καθιέρωσε σύστημα πλέον, καὶ ἔλυσε τὸ ζήτημα συμ-
3239φώνως πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε πρὸ μικροῦ ὁ
3240κύριος Βουλευτής. Οὔτε ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ
3241ἄλλως ζήτημα, τὸ ὁποῖον λύεται ἐν τῷ Συντάγματι· διότι
3242ἡ Βουλὴ ἔχει μόνον νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἀποφασίσῃ, ἂν ὁ ἐκ-
3243λεγεὶς Βουλευτὴς ἔχει τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζομέ-
3244νην ἡλικίαν, ἂν εἶναι ἀκριβῆ τὰ προσαγόμενα ἐνώπιόν της
3245πιστοποιητικὰ καὶ φέρουν ἐπίσημον χαρακτῆρα. Προσβάλ-
3246λονται τὰ πιστοποιητικὰ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ; Δὲν προσ-
3247βάλλονται. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν ἐγείρεται ἀντίρρησις περὶ
3248τῆς γνησιότητος καὶ ἀκριβείας τῆς ληξιαρχικῆς ταύτης πρά-
3249ξεως, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ ἀντιπρόσω-
3250πον στερούμενον τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει τὸ ἄρ-
3251θρον 70 τοῦ Συντάγματος; Ἐλέχθη, ὅτι ἄλλοτε ἡ Βουλὴ
3252ἔλυσεν οὕτω τὸ ζήτημα. Δὲν νομίζω, ὅτι οὕτως ἐλύθη ἄλλοτε
3253τὸ ζήτημα· ἔχω μάλιστα πρόχειρον καὶ ἓν παράδειγμα, ὅτι
3254ὄχι οὕτως ἔλυσε τὰ ζητήματα ἡ Βουλὴ, ὅταν τοιαῦτα οὕτως
3255εἰσήγοντο εἰς αὐτήν. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
3256ἐξελέγη Βουλευτὴς ἐν Καλαβρύτοις μετὰ τὸν θάνατον τοῦ
3257πατρὸς αὐτοῦ, καὶ δὲν ἔφερε τότε τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν
3258ὁρίζει τὸ Σύνταγμα διὰ τοὺς ἐκλεξίμους· εἰσήχθη ἡ ἐκλογὴ
3259ἐνταῦθα, προσεκομίσθησαν τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ κυ-
3260ροῦντα τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ τότε ἐκλεχθεὶς βου-
3261λευτὴς Καλαβρύτων κύριος Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης, καὶ ἡ
3262Βουλὴ ἠκύρωσε τὴν ἐκλογὴν τοῦ κυρίου Ζαΐμη...
3263§196ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν προσῆλθον ἐνώπιον τῆς
3264Βουλῆς.
3265§197Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ νῦν κ. Πρω-
3266θυπουργὸς, νομιμοφρόνως φερόμενος τότε, μολονότι οἱ ἐκλο-
3267γεῖς Καλαβρύτων ἐξέλεξαν αὐτὸν ἀντιπρόσωπον αὑτῶν,
3268ἐπειδὴ ὅμως εἶχε τὴν ἔλλειψιν τοῦ προσόντος τῆς ἡλικίας,
3269οὐδὲ νὰ εἰσέλθῃ ἠθέλησεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς.
3270Ἔχω καὶ ἕτερον παράδειγμα, τὸ τῆς ἐκλογῆς ἐκ τῆς ἐπαρ-
3271χίας Ἠλείας τοῦ ἄλλοτε συναδέλφου μας κ. Γεωργίου Κρε-
3272στενίτου· καὶ τοῦτον ἐξέλεξαν οἱ ἐκλογεῖς του μὴ φέροντα
3273τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα. Τότε γνω-
3274ρίζω, ὅτι ἀπηυθύνθη εἰς αὐτὸν ἡ ἐρώτησις: «ἐπὶ τῷ λόγῳ
3275τῆς τιμῆς σας, κύριε Κρεστενίτη, ἔχετε τὴν ἡλικίαν τῶν
3276τριάκοντα ἐτῶν;» Τότε ὁ κ. Κρεστενίτης, ὁ προκληθεὶς, ἀπήν-
3277τησε: «δὲν ἔχω τὴν ἡλικίαν ταύτην», ἔλαβε τὸν πῖλόν του,
3278καὶ ἀπῆλθε.
3279Καὶ τοῦ κυρίου Ν. Μισυρλῆ ὡσαύτως ἐπὶ ἀνηλικότητι
3280ἠκυρώθη ἡ ἐκλογή.
3281Οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν μὲν παρὰ τῶν
3282ἐκλογέων αὐτῶν, δὲν ἔφερον δὲ τὰ προσόντα τοῦ Συντάγ-
3283ματος, οὐδέποτε ἐπέμειναν, οὔτε ἔστερξαν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς
3284τὴν Βουλήν· μόλις δὲ κατεδείχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι
3285δὲν εἶχον τὰ προσόντα ταῦτα, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ
3286τοὺς δεχθῇ, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρεβιάζετο ῥη-
3287τὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπε-
3288ται εἰς τὴν Βουλὴν ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος.
3289Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος εἶπεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν
3290εἶναι σοβαρόν· καὶ οὕτω χωρίζει τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος
3291εἰς σοβαρὰ καὶ γελοῖα! Ὅταν οὕτως ἀρχίσωμεν νὰ χωρίζω-
3292μεν τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τότε δὲν γνωρίζω εἰς ποῖα
3293πρέπει νὰ σταθῶμεν· ποῖα νὰ θεωρήσωμεν σοβαρὰ, καὶ ποῖα
3294πρέπει νὰ παρατρέξωμεν καὶ θεωρήσωμεν γελοῖα.
3295Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἐδήλωσεν, ὅτι, ὅτε εἰσῆλ-
3296θεν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν εἶχε τὴν ἀπαιτουμένην ἡλικίαν·
3297ὑποθέτω ὅμως, ὅτι δὲν εἶχε γνωσθῆ ἡ ἡλικία τοῦ κ. Βου-
3298λευτοῦ ἐκ Χαλκίδος τότε· ἴσως δὲν ἐγένετο ἔνστασις κατὰ
3299τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ἐπὶ τούτῳ τῷ λόγῳ· ἀλλὰ καὶ ἂν
3300ἐφέρετο ἔνστασις, ὡς ἔχουσιν αἱ ληξιαρχικαὶ πράξεις ἐν Ἑλ-
3301λάδι, ἠδύνατο νὰ καλυφθῇ τὸ πρᾶγμα, ἠδύναντο νὰ τηρη-
3302θῶσι τὰ προσχήματα. Ἀλλ’ ἐνταῦθα, ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι τὰ
3303ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας,
3304εἶναι ἀκριβῆ, ὅτι ἀφορῶσι πραγματικῶς τὸ πρόσωπον τοῦ
3305κυρίου Ἀλαμάνου, οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις,
3306ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη εἶναι ἄκυρος. Ἐὰν λοιπὸν τοῦτο ἀπο-
3307δειχθῇ, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ Βου-
3308λή, μετὰ τοιαύτην ἀπόδειξιν ἀναμφήριστον τῆς ἀντισυν-
3309ταγματικότητος τῆς ἐκλογῆς, δὲν θὰ εὑρεθῇ, λέγω, Βουλὴ,
3310ἡ ὁποία θὰ δυνηθῇ νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς συζη-
3311τουμένης ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Κερκύρας.
3312§198Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἠκούσατε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Πα-
3313ξῶν μετὰ πόσης θέρμης ὑπεστήριξε τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συν-
3314τάγματος. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ὁμιλήσας πρὸ ὀλίγου
3315περὶ τῆς ἀνηλικότητος τοῦ κυρίου Γ. Ἀβέρωφ, δὲν ἐνόησα
3316νὰ ἐνοχλήσω τὸν κ. Ἀβέρωφ, διότι ἐγὼ εἶπον, ὅτι καὶ ἐγὼ
3317ὁ ἴδιος εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν ἀνήλικος. Ἠκούσατε λοι-
3318πὸν τὸν κ. Βελλιανίτην μετὰ πόσης θέρμης ὑπεστήριξε τὸ
3319ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος, καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν πρέ-
3320πει ἡ Βουλὴ νὰ παραβιάζῃ τὸ ἄρθρον αὐτό. Ἀλλ’ ὅτε εἶχε
3321προσβληθῆ ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Ἀβέρωφ λόγῳ ἀνηλικότητος,
3322τότε ὁ κ. Βελλιανίτης ἐψήφισεν ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκ-
3323λογῆς.
3324§199ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία ἀπόδειξις ὑπῆρχε περὶ τῆς ἀνη-
3325λικότητος τοῦ κυρίου Ἀβέρωφ;
3326§200Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μία ἀπόδειξις ἦτο· ὅτι ὁ τότε Πρόε-
3327δρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ σεβαστός μοι φίλος κ. Δηλιγιάν-
3328νης, τὸν εἶχε βαπτίσει.
3329§201Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν ὑπῆρχεν
3330ἀπόδειξις· ἐγὼ δὲ δὲν ἤμην ὁ βαπτίσας τὸν κύριον Ἀβέρωφ,
3331ὥστε νὰ γνωρίζω τὴν ἡλικίαν του.
3332§202ΧΑΡΙΛ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ἐπειδὴ τυγχάνω μέλος τῆς
3333ἐπιτροπῆς, τῆς ἐξελεγξάσης τὴν ἐκλογὴν Κερκύρας, θὰ δι-
3334καιολογήσω τὴν ψῆφόν μου.
3335Ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Βουδούρης, δὲν συμβάλλουν εἰς τὴν
3336ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης, τοὐναντίον ἐνισχύουν τὴν
3337πρότασιν τῆς μειονοψηφίας τοῦ τμήματος περὶ ἀκυρώσεως
3338τῆς ἐκλογῆς. Ὅ,τι εἶπε, περιστρέφεται εἰς τοῦτο, ὅτι ἄλ-
3339λοτε πολλῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἡλικία ἦτο ἀμφίβολος, ἐπεκυ-
3340ρώθη ἡ ἐκλογή. Ἀλλὰ πάντες οὗτοι παρουσίασαν πιστο-
3341ποιητικά, τῶν ὁποίων ἡ γνησιότης οὐδόλως ἠμφισβητήθη.
3342Ἄς φέρουν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, ὅτι,
3343«μολονότι ὁ κύριος Βουδούρης εἶναι ἡλικίας μικροτέρας τῶν
334430 ἐτῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπόσχεται νὰ γείνῃ Ὑπουργὸς τῶν
3345Ναυτικῶν εὐδόκιμος, τὸν εἰσάγω» (ἱλαρότης). Ἔχομεν καμ-
3346μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τοιαύτην, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, ὅτι,
3347«μολονότι τὸ Σύνταγμα ἐπιτακτικῶς ἐπιβάλλει τοῦτο, ἐγὼ
3348παραδέχομαι τὸν δεῖνα Βουλευτὴν, καίτοι εἶναι ἀνήλικος»;
3349Ὄχι! Ὁσάκις ἠμφισβητήθη ἡ ἡλικία Βουλευτοῦ τινος, ἡ
3350Βουλὴ εἶπεν, ὅτι δὲν πείθεται π. χ. ὅτι ὁ κύριος Βουδούρης
3351ἢ ὁ κ. Ἀβέρωφ εἶναι ἡλικίας μικροτέρας τῶν 30 ἐτῶν.
3352§203Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἔχω ἐδῶ τὰ πρακτικὰ τῆς Βου-
3353λῆς, προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς Κυνουρίας τοῦ 1895 καὶ
3354τῆς ἡλικίας τοῦ τότε ἐκλεγέντος βουλευτοῦ κ. Ν. Σταματο-
3355πούλου, τοῦ γυναικαδέλφου μου· περὶ αὐτοῦ ὑπῆρχε πιστο-
3356ποιητικὸν ληξιαρχικῆς πράξεως τῆς Ρουμανίας, διότι εἶχε
3357γεννηθῆ ἐκεῖ, καὶ ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀποδεικνύοντα τρα-
3358νότατα, ὅτι ἦγε τότε τὸ 24 ἔτος τῆς ἡλικίας του. Τὰ πρα-
3359κτικὰ τῆς Βουλῆς εἶναι ἐδῶ, καὶ ἐξ αὐτῶν φαίνεται, ὅτι ὁ
3360κύριος Δηλιγιάννης ἐψήφισεν ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλο-
3361γῆς, ὁ κ. Βελλιανίτης ἐπίσης, καὶ πάντες οἱ ἀγορεύσαντες
3362ὑπεστήριξαν, ὅτι εἶναι νόμιμος ἡ ἐκλογὴ, νομιμωτάτη, καὶ
3363πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ.
3364§204ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναγνώσατε τὰ πρακτικά.
3365§205Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἂς τὰ ἀναγνώσῃ ὅστις θέλει.
3366§206Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ὅτε ἐζήτησα
3367πρὸ μικροῦ νὰ ὁμιλήσω, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω κατὰ
3368τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ταύτης, διότι σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν
3369ἐγνώριζον κἄν, ἂν ἐγένετο ἐκλογή, τελευταῖον δὲ τὸ ἤκουσα
3370ἐδῶ, διότι δὲν παρηκολούθουν τὰς γενομένας ἐκλογὰς ἐν Κερ-
3371κύρᾳ. Ἀλλὰ κυρίως μὲ προεκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλ-
3372κίδος νὰ ὁμιλήσω, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος δὲν
3373ἔθεσε τὸ ζήτημα, ὅτι ὁ κύριος Ἀλαμᾶνος ἔχει τὴν νόμιμον
3374ἡλικίαν, δὲν ἠμφισβήτησε τοὐλάχιστον τὴν ἀνηλικότητα αὐ-
3375τοῦ, ἵνα διατηρήσῃ τοὐλάχιστον τὰ προσχήματα· ὁ κύριος
3376Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἦλθε καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ
3377ἔλυσεν ἤδη τὸ ζήτημα, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγμα-
3378τος δὲν εἶναι σοβαρόν, καὶ ὅτι καὶ αὐτὸς ἀντισυνταγματικῶς
3379εἰσῆλθεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅλα ταῦτα πιθανὸν νὰ ἦναι ἀλη-
3380θῆ, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, ἀλλὰ τὸ βέ-
3381βαιον εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ δὲν δύναται ν’ ἀντιταχθῇ ἀντίρρησις
3382εἰς τὸ κῦρος τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βου-
3383λευτὴς ἐκ Κορινθίας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ ἡ
3384Βουλὴ ἐν πλήρει γνώσει τὴν παραβίασιν ἑνὸς ἄρθρου τοῦ
3385Συντάγματος, εἴτε τὸ ἄρθρον τοῦτο θεωρεῖται ὡς ἀστεῖον,
3386εἴτε θεωρεῖται, καὶ εἶναι βεβαίως, σοβαρόν, διότι ἄλλως δὲν
3387ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι;
3388Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων ἐβεβαίωσε πρὸ μικροῦ,
3389ὅτι ὁ κ. Σταματόπουλος, ὁ πρώην συνάδελφός μας, εἰσῆλθεν
3390εἰς τὴν Βουλὴν ἀνήλικος. Δὲν γνωρίζω καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι
3391τὴν στιγμὴν ταύτην, ποῖα ἔγγραφα προσήχθησαν ἐδῶ, καὶ
3392ποία ληξιαρχικὴ πρᾶξις, καὶ τίνος ἀρχῆς, καὶ πῶς ἠγέρθη ἡ
3393συζήτησις· νομίζω, ὅτι παρῆλθεν ἔκτοτε ὀκταετία...
3394§207Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιθυμεῖτε, κύριε συνάδελφε,
3395νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ μέρος τοῦτο τῶν πρακτικῶν, ἐπειδὴ
3396ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων καὶ ἐμοῦ;
3397§208Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ.
3398§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀκούσατε τί λέγει ὁ κ. Βοζί-
3399κης. (Ἀναγινώσκει ἐκ τῆς σελίδος 54 τῶν ἐστενογραφημέ-
3400νων πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς 26 Μαΐου 1895 τῆς
3401Βουλῆς):
3402«... Ἐν τῇ ἐκτιμήσει ὅμως τῶν προσαγομένων ἐγγράφων
3403»καὶ γεγονότων εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ὡς δικασταί, ν’ ἀκο-
3404»λουθήσωμεν κανόνας· δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μείνωμεν ἀχαλί-
3405»νωτοι ἐν τῇ ἐκτιμήσει αὐτῶν. Λέγουσιν οἱ νόμοι, Κύριοι, ὅτι
3406»καὶ ἡ γέννησις καὶ ὁ γάμος ἀποδεικνύονται διὰ ληξιαρχικῶν
3407»πράξεων. Ὅταν ἔχωμεν τοιαύτην ῥητὴν τοῦ νόμου διάτα-
3408»ξιν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ σκεφθῶμεν ἄλλως, οὔτε ν’ ἀναπλη-
3409»ρώσωμεν διὰ νομολογιῶν τὴν διάταξιν αὐτὴν, καὶ ὅταν πρό-
3410»κηται νὰ μεταχειρισθῶμεν ληξιαρχικὰς πράξεις, θὰ μετα-
3411»χειρισθῶμεν τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἀναγράφει ὡς
3412»ἐχούσας κῦρος. Λέγουσι λοιπὸν οἱ νόμοι, ὅτι ληξίαρχοι ἐν
3413»μὲν τῷ ἐσωτερικῷ εἶναι οἱ δήμαρχοι κλπ., ἐν δὲ τῷ ἐξω-
3414»τερικῷ οἱ πρόξενοι καὶ οἱ λοιποὶ προξενικοὶ ὑπάλληλοι οἱ
3415»Ἕλληνες. Ὅταν πρόκηται νὰ προσαγάγωμεν ληξιαρχικὴν
3416»πρᾶξιν, ἡ πρᾶξις αὕτη πρέπει νὰ προέρχηται ἀπὸ τῆς ἁρ-
3417»μοδίας ἀρχῆς· πρᾶξις προερχομένη ἄλλοθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς
3418»ἀναρμοδίας, ὄχι μόνον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν δὲν πρέπει, ἀλλ’
3419»οὔτε νὰ ὑποβάλληται ὡς μέσον ἀποδεικτικὸν ἡλικίας. Ἐν
3420»Βραΐλᾳ ὑπάρχει Ἑλληνικὸν Προξενεῖον, τὸ μόνον ἁρμόδιον,
3421»ἵνα λάβῃ τὴν σημείωσιν τῶν γονέων τοῦ Σταματοπούλου
3422»περὶ τῆς γεννήσεώς του, καὶ κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς νό-
3423»μους ἔπρεπεν οἱ γονεῖς νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ Προξενεῖον,
3424»καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπογράψωσι τὴν δήλω-
3425»σιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον περὶ τῆς γεννήσεως τοῦ τέκνου των.
3426»Φέρει τοιαῦτα προσόντα τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον παρουσιά-
3427»ζουσιν ἐκ Βραΐλας; Ἔχετε τὴν ὑπογραφὴν τῶν γονέων τοῦ
3428»Σταματοπούλου;»
3429Ὅθεν τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν
3430πρόξενον, δὲν ἔχει κῦρος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
3431§210Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι κατὰ τὴν συ-
3432ζήτησιν περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἄλλοτε συναδέλ-
3433φου μας κ. Ν. Σταματοπούλου δὲν ἦλθεν ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ,
3434ὅτι «ἀναγνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Σταματόπουλος δὲν εἶναι ἐνήλι-
3435κος, ἀλλὰ παραδέχομαι αὐτόν, διότι ἡ Βουλὴ διὰ πράξεων
3436κατὰ συνέχειαν γενομένων παρεδέχθη τὸ νόμιμον τῆς εἰσα-
3437γωγῆς Βουλευτοῦ μὴ φέροντος τὴν νόμιμον ἡλικίαν»· ἐξ
3438ἐναντίας ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐξελεγξάσης τὴν
3439ἐκλογὴν ἐκείνην, ὑπεστήριξεν, ὅτι τὰ ἔγγραφα τὰ προσα-
3440χθέντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν ἦσαν τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ
3441ὁποῖα ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψιν περὶ τῆς ἡλικίας
3442τοῦ κ. Σταματοπούλου, καὶ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῆς.
3443Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ἤρχοντο ἐνταῦθα καὶ ἔλεγον, ὅτι «ὁ
3444κύριος Ἀλαμᾶνος ἔχει τὴν ἡλικίαν τὴν νόμιμον, ὅτι ἡμεῖς
3445ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ὁ κ. Ἀλαμᾶνος, παρ’ ὅλα τὰ προσκομι-
3446σθέντα ἔγγραφα ἐνταῦθα, ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν», βεβαίως
3447θὰ ἐγίνετο ψηφοφορία, οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅσοι θὰ εἶχον
3448πεισθῆ περὶ τῆς νομίμου ἡλικίας τοῦ κ. Ἀλαμάνου, θὰ ἐψή-
3449φιζον ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς, ἄλλοι δὲ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐφρόνουν,
3450ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν ἀποδεικνύουν τὸ νόμιμον τῆς ἡλι-
3451κίας, θὰ ἐψήφιζον κατ’ αὐτῆς, ἀλλὰ τότε πραγματικῶς οὐ-
3452δεὶς θὰ ὑπῆρχεν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλεγεν, ὅτι «τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο
3453τοῦ Συντάγματος, τὸ 70, δὲν εἶναι σοβαρὸν ἄρθρον, ἑπομέ-
3454νως πρέπει νὰ τὸ παρίδωμεν, καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
3455Χαλκίδος εἰσῆλθεν ἐκνόμως ἐν τῇ Βουλῇ, ἂς εἰσέλθῃ καὶ ὁ
3456κύριος Ἀλαμᾶνος». Τοιαύτην λογικὴν, κύριε Πρόεδρε, δὲν
3457δύναμαι νὰ τὴν δεχθῶ, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον κατὰ πρῶτον
3458τὸν λόγον, ἠναγκάσθην δὲ νὰ δευτερολογήσω, διότι εἶναι
3459ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ πιθανὸν νὰ εἰσῆλθον ἄλ-
3460λοτε Βουλευταὶ ἀνήλικοι, ἀλλὰ πάντοτε ὅμως ἡ Βουλὴ πα-
3461ρεδέχθη, ὅτι αὐτοὶ εἶχον τὴν νόμιμον ἡλικίαν. Ἂς ἔλθουν
3462λοιπὸν οἱ Κύριοι νὰ ὑποστηρίξουν, ὅτι ἔχει τὴν νόμιμον ἡλι-
3463κίαν ὁ κύριος Ἀλαμᾶνος· ἀλλὰ δὲν λέγουσιν αὐτό.
3464§211ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριε Πρόεδρε,
3465ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς ἀρτίως ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς κύριος Ἀλα-
3466μᾶνος δὲν ἔχει συμπληρώσει τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας
3467του. Εἶναι πληρέστατα ἀποδεδειγμένον τοῦτο, διότι ἐπίση-
3468μος πρᾶξις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ πλήρη, πληρεστάτην ἀπόδει-
3469ξιν, τὸ δηλοῖ. Ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἡ ληξιαρχικὴ ἀποδεικνύει,
3470ὅτι ὁ κύριος Ἀλαμᾶνος δὲν ἔχει συμπληρώσει οὐδὲ τὸ 27
3471ἔτος τῆς ἡλικίας του. Ἐὰν λοιπὸν ἡμεῖς, ἐναντίον τῆς ἐπι-
3472σήμου ταύτης πράξεως, τῆς ἐπισήμου ἀποδείξεως, εἴπωμεν,
3473ὅτι ὁ κύριος Ἀλαμᾶνος συνεπλήρωσε τὸ 30 ἔτος τῆς ἡλι-
3474κίας του, θέλομεν παραβῆ προφανῶς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρ-
3475θρου 70 τοῦ Συντάγματος.
3476Ἐζήτησα καὶ ἔλαβον τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ὄχι διότι
3477νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλω τὴν γνώμην τῆς πλειο-
3478νοψηφίας, ἡ ὁποία εἶναι ἁρμοδία νὰ ψηφίζῃ οὕτως ἢ ἄλλως,
3479ἀλλ’ ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι, ἐνῷ πρὸ ὡρῶν μόλις τινῶν
3480ἐκοπτόμεθα, καὶ πολὺς καὶ μακρὸς ἐγένετο λόγος, διότι
3481ὄργανα ἀστυνομικὰ, χωροφύλακες, παρέβησαν διάταξιν τοῦ
3482Συντάγματος, συλλαμβάνοντες ἄνευ ἐντάλματος πολίτας καὶ
3483προσωποκρατοῦντες αὐτοὺς, ἐνῷ, λέγω, ἠγανάκτησεν ἡ Βουλὴ
3484ὁλόκληρος, ἀκούσασα ὅτι ὄργανα κατώτατα τῆς Διοικήσεως
3485παρέβησαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἐρχόμεθα ἡμεῖς οἱ
3486ἴδιοι, οἱ κατακρίνοντες τὰς παραβάσεις αὐτὰς τῶν κατωτά-
3487των ὀργάνων, νὰ παραβῶμεν οὐσιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγ-
3488ματος. Διὰ τῆς πράξεώς μας αὐτῆς τί θὰ διδάξωμεν εἰς τὰ
3489ὄργανα τῆς Διοικήσεως; Θὰ διδάξωμεν εἰς αὐτὰ σεβασμὸν
3490πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος; ἢ θὰ εἴπωμεν εἰς αὐτά:
3491«ἡμεῖς δεικνύομεν τὸ παράδειγμα τῆς παραβάσεως τῶν δια-
3492τάξεων τοῦ Συντάγματος»; Καὶ ποῦ θὰ μᾶς φέρῃ ἡ κατά-
3493στασις αὕτη; Συλλογισθῆτε, Κύριοι, τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν
3494θὰ δώσητε, ὁποίαν σημασίαν θὰ ἔχῃ· δὲν θὰ ἔχητε τὸ δι-
3495καίωμα πλέον νὰ παραπονεθῆτε, ὅτι ὄργανα κατώτατα παρα-
3496βαίνουσι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐὰν σεῖς δώσητε
3497τὸ παράδειγμα τῆς παραβάσεως.
3498§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.
3499§213Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅτι ἡ Βουλὴ πάντοτε ἀπεφάσισεν
3500ὑπὲρ τοῦ ἐκλεχθέντος Βουλευτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφι-
3501σβητήσῃ τις. Ὁσάκις ἐκ κομματικῶν λόγων δὲν ἐξηναγ-
3502κάσθη νὰ λύσῃ ἄλλως τὸ ζήτημα, πάντοτε τὸ ἔλυσεν ὑπὲρ
3503τοῦ ἐκλεχθέντος· καὶ ὀρθῶς, διότι τὸ τεκμήριον, ὅτι ὁ ἐκ-
3504λεχθεὶς ἔχει τὰ προσόντα, εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ, μέχρις ἀπο-
3505δείξεως τοῦ ἐναντίου...
3506§214Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ποῖος θ’ ἀποδείξῃ;
3507§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
3508§216Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου εἶναι
3509ὑπὲρ αὐτοῦ τὸ τεκμήριον. Οὕτως ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ καὶ
3510περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κυρίου Σάκκη καὶ περὶ τῆς ἐκλογῆς
3511τοῦ κυρίου Λομβάρδου καὶ περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κυρίου Ἀβέ-
3512ρωφ καὶ περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κυρίου Σταματοπούλου καὶ
3513περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κυρίου Κοσσονάκου, καὶ δὲν γνωρίζω
3514πόσων ἄλλων. Σήμερον ὑπεβλήθη μία ἔνστασις, ἥτις στηρί-
3515ζεται εἰς μίαν ληξιαρχικὴν πρᾶξιν. Οἱ ἐνιστάμενοι δὲν προσ-
3516ῆλθον νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ἔνστασιν. Ἀνέγνωσα τὸ ἀντί-
3517γραφον αὐτὸ τῆς ληξιαρχικῆς πράξεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπο-
3518γεγραμμένον ἀπὸ μάρτυρας ἀγραμμάτους. Αὐτὸ ἀναφέρει,
3519ὅτι ὁ πατὴρ ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ τέκνον ἐγεννήθη τότε. Ἔ-
3520χομεν λοιπὸν τὴν βεβαιότητα ἐκ δηλώσεως τοῦ πατρός,
3521τοῦθ’ ὅπερ αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ δύναται νὰ καταστῇ ἀμφίβολον,
3522διότι ὁ πατὴρ δύναται νὰ δηλώσῃ χρόνον μακρότερον ἢ βρα-
3523χύτερον (γέλωτες). Ἀλλὰ τὸ τμῆμα δὲν εἶπεν αὐτό· τὸ τμῆμα
3524δὲν προτείνει τοιοῦτόν τινα ἰσχυρισμὸν πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς
3525ἐνστάσεως. Ἐκτὸς τοιούτου ἰσχυρισμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο
3526βάσιμος, προτείνει ἕτερον ἰσχυρισμὸν βασιμώτερον. Σᾶς λέ-
3527γει, ὅτι ἡ παρουσιαζομένη ληξιαρχικὴ πρᾶξις δὲν ἀφορᾷ τὸν
3528κύριον Ἀλαμᾶνον (ἔκπληξις). Παρακαλῶ. Ἡ Βουλὴ κατὰ
3529τὸ στάδιον τοῦτο ἀσκεῖ δικαστικὰ καθήκοντα· πρέπει κατὰ
3530συνέπειαν νὰ μορφώσῃ δικαστικὴν πεποίθησιν. Οἱ ἐνδιαφε-
3531ρόμενοι, οἱ ἀποστείλαντες καὶ μὴ προσαγαγόντες τὸ πιστο-
3532ποιητικόν...
3533§217Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ ἔλθωσι.
3534§218Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν διὰ σᾶς,
3535ἀλλ’ ἔχουσιν ὑποχρέωσιν διὰ πάντα, ὅστις θέλει νὰ πεισθῇ.
3536§219Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ νόμος δὲν λέγει, ὅτι πρέπει νὰ
3537ἔρχωνται οἱ ἴδιοι οἱ ἐνιστάμενοι.
3538§220Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι πρέπει ν’ ἀπο-
3539δειχθῇ, ὅτι ὁ ὑποψήφιος δὲν ἔχει τὰ προσόντα, πρέπει δὲ νὰ
3540ἀποδειχθῇ προσθέτως, ὅταν προσάγηται ἓν πιστοποιητικόν,
3541ἡ ταυτότης μεταξὺ τοῦ πιστοποιητικοῦ καὶ τοῦ ὑποψηφίου,
3542διότι ἄλλως πῶς θὰ σχηματισθῇ δικαστικὴ πεποίθησις;
3543Ἀναγινώσκω τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος, ἡ ὁποία σᾶς λέγει,
3544ὅτι δὲν ἀφορᾷ αὐτὸν τὸν Ἀλαμᾶνον τὸ πιστοποιητικόν. Σᾶς
3545ἐρωτῶ. Πρόκειται νὰ σχηματίσητε δικαστικὴν πεποίθησιν.
3546Πῶς θὰ τὴν σχηματίσητε; Θὰ διατάξητε ἀποδείξεις περὶ
3547τῆς ταυτότητος. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον συμφέρον ν’ ἀποδεί-
3548ξωσι δι’ ἄλλου ἐγγράφου ἢ πιστοποιητικοῦ δημάρχου, βε-
3549βαιοῦντος ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἀφορᾷ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Ἀλα-
3550μάνου, αὐτοὶ ἐγκατέλειψαν τὴν ὑπόθεσιν, ἴσως διότι δὲν ἠ-
3551δύναντο νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ταυτότητα, ἴσως δι’ ἄλλον λό-
3552γον. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν δικαστικὴν
3553πεποίθησιν περὶ τοῦ ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς Βουλευτὴς στερεῖται τῆς
3554νομίμου ἡλικίας. Δέχεται λοιπὸν τὸ τμῆμα, ὅτι ὁ κύριος
3555Ἀλαμάνος ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν. Πῶς θὰ μορφώσητε
3556ἐναντίαν γνώμην ὑμεῖς;
3557§221Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πῶς ἐμόρφωσε γνώμην τὸ τμῆμα;
3558§222Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ἂν γεννῶνται ἐντεῦθεν ἀμφιβο-
3559λίαι, πῶς θὰ δώσητε ψῆφον κατ’ αὐτοῦ; Τὸ τεκμήριον εἶναι
3560ὑπὲρ αὐτοῦ· θὰ ὑπερισχύσῃ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ τεκμήριον. Ἐν
3561ἀμφιβολίᾳ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψῆ-
3562φος κατ’ αὐτοῦ, διότι δὲν ὑπάρχει ἀποδεδειγμένον, ὅτι στε-
3563ρεῖται τῶν προσόντων ὁ ὑποψήφιος. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν
3564ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς.
3565§223ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
3566§224Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
3567§225ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου συν-
3568αδέλφου κυρίου Μπουφίδου καὶ τοῦ ἄρτι ὁμιλήσαντος κυ-
3569ρίου Καπετανάκη δὲν μοὶ φαίνεται σπουδαῖος· ὅτι δηλαδὴ
3570δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ ἐκλεχθεὶς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ πι-
3571στοποιητικὸν τὸ προσαχθέν. Καὶ ἂν δὲν ἦτο, γεννᾶται εἰς
3572ἐμὲ τὸ ἐρώτημα καὶ ἀπορῶ, πῶς δὲν ἐγεννήθη καὶ εἰς ἄλ-
3573λους συναδέλφους, διατὶ αὐτὸς ὁ κύριος Ἀλαμάνος δὲν προσ-
3574ήγαγεν ἐνώπιον τοῦ τμήματος, ὡς εἶχε καθῆκον καὶ ὑπο-
3575χρέωσιν, ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν ἦτο αὐτὸς οὗτος, περὶ τῆς ἡλι-
3576κίας τοῦ ὁποίου ἀναφέρει τὸ πιστοποιητικόν; Ἐγὼ προβαίνω
3577καὶ περαιτέρω· ὁ κύριος Ἀλαμάνος ἂς προσέλθῃ ἐνώπιον
3578τῆς Βουλῆς, καὶ ἂς ὁμολογήσῃ, ὅτι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀνα-
3579φέρει τὸ πιστοποιητικὸν ὅτι ὁ κ. Ἀλαμάνος εἶχε πατέρα, δὲν
3580εἶναι αὐτός. Ἐφ’ ὅσον τοιαύτην δήλωσιν δὲν κάμνει, ἀλλὰ
3581κρύπτεται εἰς τὰ δωμάτια τῆς Βουλῆς, σχηματίζω τὴν πε-
3582ποίθησιν, ὅτι εἶναι αὐτὸς οὗτος υἱὸς τοῦ ἀναφερομένου πα-
3583τρός.
3584§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι...
3585§227Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ εἶναι δικαστικὸν
3586σῶμα, καὶ ἐπειδὴ πρέπει νὰ γνωσθῇ ἡ ψῆφος ἑκάστου Βου-
3587λευτοῦ, παρακαλῶ νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς
3588κλήσεως.
3589§228Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ πρῶτον τὸ ἔγκυρον
3590τῆς ἐκλογῆς δι’ ἀναστάσεως, ἔπειτα δὲ τὸ ἕτερον ζήτημα,
3591ἂν ὁ ἐκλεχθεὶς ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα.
3592§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς
3593παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
3594Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3595Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Κερκύρας κ.
3596Κ. Ἀλαμάνος κέκτηται τὰ νόμιμα προσόντα λέγουσι Ναὶ,
3597οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3598(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπι-
3599τήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ι. Ναυπλιώτου καὶ
3600Δ. Τσιτσάρα, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρω-
3601τόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3602Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ν Κωνστ. Πλατούτσας Ν
3603Γεώργιος Κυριαζῆς Ν Μιχαὴλ Κωτσᾶκος
3604Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος
3605Λεων. Μελετόπουλος Κωνστ. Κοττίκας
3606Κωνστ. Μωραϊτίνης Ν Ἰωάννης Καραπᾶνος
3607Εὐστάθ. Ρακόπουλος Ν Εὐάγγελος ΓαρουφαλιᾶςΝ
3608Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Στέφανος Δραγούμης ἀρν.
3609Εὐκλείδης Μπίστης Ν Νικόλαος Λεβίδης
3610Δημοσθ. Καΐρης Ν Θεόδωρος Ρετσίνας Ν
3611Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ν Φωκίων Νέγρης
3612Νικ. Γιαννηκώστας Ν
3613Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης Ν Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
3614Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἡρακλῆς Καλαμπάκας Ν
3615Θεόδωρ. Φλογαΐτης Γεώργ. Παπαθανασίου
3616Δημ. Γ. Ράλλης Περικλῆς Περρωτῆς
3617Γεώργιος Μ. Βενιζέλος Ν Ἠλίας Μαυρομιχάλης Ν
3618Νικ. Γουναράκης Γεώργ. ΟἰκονομόπουλοςΝ
3619Κωνστ. Σταυρόπουλος Δημ. Τερτίπης Ν
3620Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Τιμολέων Ἀδαμόπουλος
3621Ἀνδρέας Στρᾶτος Ν Κωνστ. Ζωγλοπίτης
3622Δημ. Καραγιάννης Γεώργ. Φραγκίδης
3623Ἀντώνιος Καρτάλης Ἰωάν. Καζαμπάκας
3624Κωνστ. Τοπάλης Ν Σπυρ. Παπαποστόλου
3625Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Α. Βασιαρδάνης Ν
3626Ἀργύριος Φιλιππίδης Κωνστ. Σαραφιανὸς Ν
3627Νικόλαος Παπαϊωάννου Γ. Χατζηνικολῆς Ν
3628Δημήτριος Γίδας Παναγ. Λεβέντης
3629 Κ. Δούνης
3630Νικόλαος Γουλιμῆς Ν Γεώργ. Μέρμηγκας Ν
3631Ἐπαμ. Μαυρομμάτης Γεώργ. Κόρπας Ν
3632Περ. Ἀλεξάκης Ο Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν
3633Νικ. Σπυρακόπουλος Ν Γεώργ. Θεοτόκης Ν
3634Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Μιχαὴλ Θεοτόκης Ν
3635Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν
3636Χαρίλαος Διγενόπουλος Ν Γουλ. Σκάρπας Ν
3637Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν Βασίλ. Σαμοΐλης Ν
3638Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν Σπ. Ἀγάθος Ν
3639Μιχαὴλ Φωτιάδης Ν Ν. Τριβόλης Ν
3640Γεώργ. Λιδωρίκης Ν Κ. Ἀλκμᾶνος
3641Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν Κ. Χρηστόπουλος Ν
3642Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Παναγ. Δ. Πετρίδης Ο
3643Μιχαὴλ Στελλάκης Ν Σωτήρ. Κροκιδᾶς Ν
3644Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος Σπ. Νοταρᾶς Ν
3645Γεώργιος Λύρας Ν Περ. Μεντζελόπουλος Ν
3646Ἐμμ. Ρέπουλης Ν Δημ. Δημητριάδης Ν
3647Δημήτριος Τσᾶτσος Ν Ἄθως Ρωμᾶνος Ν
3648Δημήτριος Τσιτσάρας Ο Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν
3649Κωνστ. Ζῶτος Ν Ἀντ. Μομφερρᾶτος Ν
3650Γεώργιος Χατζόπουλος Ν Θεόδ. Μαρκέτος
3651Διονύσιος Στεφάνου Ν Σπ. Ε. Στάης Ν
3652Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν Διον. Καλούτσης Ν
3653Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Παν. Χοντζόπουλος Ν
3654Γεώργ. Ρώμας Ν Νικ. Τσοῦχλος Ν
3655Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν Χαρ. Κ. Βοζίκης Κ
3656Χρ. Στεφανόπουλος Ν Θεόδ. Πέρρος Ν
3657Χαρίλ. Σπηλιώτης Ο Στέφ. Κοπανίτσας Ν
3658Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν Γεώργ. Φικιώρης
3659Πέτρος Αὐγερινὸς Μελέτιος Ρουσόπουλος Ν
3660Χρῆστος Δαραλέξης Ο Βρασίδας Λεώπουλος
3661Ἄγγελος Πετραλιᾶς Γεώργιος Μαυρομιχάλης
3662Ἀθαν. Ἀθανασιάδης Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ν
3663Νικόλαος Δαούτης Ο Ν. Καραστέργιος
3664Παναγ. Παπαχατζῆς Δημ. Πιπινόπουλος
3665Σπ. Ι. Μήλιος Ν Ἰωάν. Γ. Λάππας
3666Βασ. Μαρκεζίνης Ν Νικ. Μπουφίδης Ν
3667Νικήτας Συνοδινὸς Ν Περ. Βαλαωρίτης Ν
3668Χριστόφορος Ἀσιμῆς Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
3669Τηλέμαχος Δενδρινὸς Γεράσιμος Φίλιππας
3670Παναγ. Μαυροκέφαλος Ν Ξενοφ. Κυριαζῆς Ν
3671Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν Βασ. Βασιλειάδης Ν
3672Θεόδ. Ζαΐμης Ν Ἀθαν. Εὐταξίας
3673Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν Ν. Τριανταφυλλᾶκος
3674Παν. Μανέτας Νικ. Μισυρλῆς Ν
3675Ἰωάν. Μπακόπουλος Ν. Καράπαυλος
3676Ἠλ. Ζέγγελης Ν Γ. Ράλλης
3677Φίλ. Βάρβογλης Ν Σπ. Γκεντιλίνης Ν
3678Ἀθ. Κατριβᾶνος Ν Γερ. Ζερβὸς Ν
3679Ἠλίας Κοσσονᾶκος Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
3680Γ. Ἀναστασόπουλος Νικόλαος Λεωνίδας
3681Γ. Νικολαΐδης Διομήδης Κυριακὸς
3682Κ. Τρικούπης Ν Α. Μαυρογορδᾶτος
3683Λεων. Δεληγεώργης Ο Α. Λαδόπουλος
3684Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος ἀρν.Ν. Βαφειαδάκης
3685Δ. Λυμπερόπουλος Ν Α. Βιτάλης
3686Γ. Λυμπερόπουλος Ν Δ. Βοκοτόπουλος
3687Περ. Μποῦτος Ν Ι. Γκιὼν Ν
3688Ἀριστομ. Προβελέγγιος Ν Κάρολος Βιτάλης
3689Ἀντ. Μάτσας Κωνστ. Ε. ΧατζηπέτροςΝ
3690Νικ. Κρίσπης Γ. Κανούτας Ν
3691Ι. Ναυπλιώτης Ν Νικ. Ταρμπάζης
3692Ἐλευθ. Μυκώνιος Θεόδ. Κριεμάδης
3693Γεώργ. Σισμάνης Γ. Ραδινὸς Ν
3694Δ. Φαρμάκης Ν Ἀπ. Ζάππας Ν
3695Γεώργ. Πλατανιώτης Θ. Σαρσέντης Ν
3696Ἠλίας Ποταμιᾶνος ἀρν.Α. Πονηρόπουλος Ν
3697Μιχ. Λαμπρυνίδης Δ. Ἀναστασόπουλος
3698Ι. Βοῦρτσος Ν Δ. Παπατσώρης Ν
3699Ἀθ. Πετσάλης Δ. Κατσᾶνος Ν
3700Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Α. Σκαλτσοδῆμος
3701Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Ν. Τζανετόπουλος Ν
3702Γ. Καπετανάκης Ν Γ. Ροδόπουλος Ν
3703Φώτιος Μοσχούλας ἀρν.Θεόδ. Λιμπρίτης
3704Ἀσημ. Χριστόπουλος Ι. Κουντουριώτης Ν
3705Χαράλ. Κανελλόπουλος Νικ. Τσαμαδὸς Ν
3706Θᾶνος Μπασιᾶς Παντελῆς Γκίκας
3707Παναγῆς Τυπάλδος Ν Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
3708Θεόδ. Βελλιανίτης Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
3709Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ι. Τσιριμῶκος
3710Ἀθ. Παπαθανασίου Ν Δημ. Κρίτσας ἀρν.
3711Πέτρος Μόρης Α. Πλατῆς Ν
3712Ἰωάν. Γ. Ροῦφος Ν Νικ. Χατζῖσκος
3713Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο Ν. Καλογερόπουλος Ν
3714Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης Ν Β. Βουδούρης Ν
3715Ἀντ. Ρικάκης Γ. Ἀβέρωφ
3716Ἀχιλ. Χοϊδᾶς Δ. Κριεζώτης
3717Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ἀλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ν
3718Θᾶνος Ροῦφος Κανακάρης Κ. Μιλτ. Κανάρης Ν
3719§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 134. Ὑπὲρ τῆς προ-
3720τάσεως 121, ἐναντίον τῆς προτάσεως 9, καὶ 4 ἠρνήθησαν
3721ψῆφον. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅτι ὁ ἐκλεγεὶς βου-
3722λευτὴς Κερκύρας κύριος Κ. Ἀλαμᾶνος ἔχει τὰ ἀπαιτούμενα
3723ὑπὸ τοῦ νόμου προσόντα, καὶ οὕτως ἀνακηρύσσεται νόμιμος
3724βουλευτὴς Κερκύρας ὁ κύριος Ἀλαμᾶνος.
3725§231ΦΩΝΑΙ (δεξιόθεν). Ἄξιος! ἄξιος!
3726§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ προ-
3727ϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρή-
3728σεως τοῦ ἔτους 1902.
3729Ὁ κύριος Χατζῖσκος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ὁμι-
3730λίαν του.
3731§233Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν ἠξεύρω τίνα νὰ εὐχαριστήσω διὰ
3732τὴν ἀναβολὴν, ἥτις μοὶ ἐδόθη, ὅπως συνεχίσω σήμερον τὴν
3733χθὲς διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
3734τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργόν, ἢ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύ-
3735ρας Βουλευτήν; Ἀλλ’ εὐχαριστῶν τὴν Βουλὴν ἐπὶ τούτω,
3736δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, ὅτι ὁ κ. Πρωθυ-
3737πουργὸς, συγκατανεύων εἰς ταύτην, εἶπε φράσιν, ἥτις δὲν ἥρ-
3738μοζεν εἰς χείλη Πρωθυπουργοῦ συνταγματικοῦ Κράτους, λέ-
3739γων, ὅτι, καθ’ ὃν ἀνάρμοστον τρόπον διεξάγεται ἡ συζήτη-
3740σις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ
3741αὕτη εὐπρεπῶς... (ἀπορίαι ἐκ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων).
3742Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶπε τὴν λέξιν ταύτην, δὲν
3743ἐμμένω εἰς ὅσα εἶπον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἤκουσα αὐτὴν τὴν
3744λέξιν, καὶ συνεπῶς δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην
3745μου ἐπὶ ταύτῃ, καθόσον θεωρῶ, ὅτι ἡ γινομένη συζήτησις ἐπὶ
3746τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν φέρει τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀναρμό-
3747στου...
3748§234ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον «καθ’ ὃν
3749τρόπον»· ὄχι «ἀνάρμοστον».
3750§235Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἴπετε ὅμως τὴν λέξιν «ἀνάρμοστον».
3751§236ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
3752§237Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τότε, φαίνεται, παρήκουσα.
3753Ἔλεγον λοιπὸν χθές, πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν
3754τῶν λεπτομερειῶν τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ, ὅτι
3755κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1900 ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
3756ἔτους ἐκείνου θέλει ἀπολήξει εἰς ἔλλειμμα δύο περίπου ἑκα-
3757τομμυρίων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ προηγουμέ-
3758νου ἔτους. Μοὶ παρετηρήθη ὅμως ὑπὸ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς
3759ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι τὰ ἔσοδα, ἅτινα ἐχα-
3760ρακτηρίσθησαν ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν
3761τακτικὰ, ἐσφαλμένως ἐχαρακτήρισά τινα ἐξ αὐτῶν ἔκτα-
3762κτα. Καὶ βεβαίως εἶπον, ὅτι, προκειμένου περὶ συντάξεως
3763προϋπολογισμοῦ καὶ ἀπολογισμοῦ, δὲν πρέπει νὰ στηριζώ-
3764μεθα ἐπὶ ἐσόδων ἐκτάκτων. Ὡς ἔσοδον ἔκτακτον θεωρῶ τὸ
3765ἐκ τῶν τυχηρῶν· ὡς ἔσοδον ἔκτακτον, μὴ ἀναγόμενον εἰς
3766τὴν χρῆσιν ἐκείνην, ἦτο καὶ τὸ ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ
37671898. Μοὶ παρετηρήθη δέ, ὅτι τοιαύτην τινὰ ἰδέαν εἶχον
3768καὶ ἐγὼ περὶ τούτου, ἀναγράψας μάλιστα ταύτην καὶ ἐν τῇ
3769ἐκθέσει τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Τὴν ὥραν ἐκείνην,
3770συζητῶν μετὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ
3771τινος κεφαλαίου ἐσόδων, δὲν προσέτρεξα εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν
3772συνταχθεῖσαν παρ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἀναγνώσας αὐτὴν βραδύτε-
3773ρον, εἶδον, ὅτι παρηρμήνευσεν ὁ κύριος εἰσηγητὴς τῆς ἐπι-
3774τροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν φράσιν μου ἐπὶ τοῦ ἐσόδου
3775τοῦ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ σταφιδοκάρπου, τοῦ εἰσπραχθέν-
3776τος κατὰ τὸ 1900 ὡς ἐσόδου κεκλεισμένης χρήσεως· διότι
3777ἐγὼ ἁπλῶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ αὐτῷ ἔτει,
3778ἐν τῷ ὁποίῳ εἰσπράττεται τὸ ἔσοδον τῆς σταφίδος, νὰ εἰσ-
3779πραχθῇ καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ σταφιδοκάρ-
3780που τῆς παρακρατήσεως. Εἰσῆλθον δὲ εἶτα εἰς τὴν ἐξέτασιν
3781τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, ὅπως
3782ἀποδείξω, ὅτι καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος θέλει ἀπολήξει
3783ἐπίσης εἰς ἔλλειμμα. Βασιζόμενος ἐπὶ ἀσφαλῶν δεδομένων,
3784ἔλεγον, ὅτι, ἐνῷ τὸ 1900 εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς 12 μῆ-
3785νας τῆς χρήσεως αὐτοῦ δραχ. 96,597,000, κατὰ δὲ τοὺς
3786ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1901 εἰσεπράχθησαν 98,931,296,
3787τοὺς ὑπολειπομένους δέκα μῆνας μέχρι τῆς λήξεως τῆς
3788χρήσεως τοῦ 1900 εἰσεπράχθησαν 14,970,000, καὶ εἰς τὰ
378914,970,000, ἅτινα εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς ὑπολειπομέ-
3790νους δέκα μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1900, συμπεριέλαβον καὶ
3791τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τοῦ παρακρατήματος τοῦ σταφιδοκάρπου
3792καὶ τὸ ἔσοδον ἐκ τῶν τυχηρῶν, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶ-
3793ναι δυνατὸν κατὰ τοὺς ὑπολοίπους δέκα μῆνας τοῦ 1901
3794νὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν πλέον τῶν 14,970,000 δραχμῶν. Καὶ
3795οὕτω, κατὰ τὸν συλλογισμὸν τοῦτον, ἀπετελέσθη τὸ πο-
3796σὸν τῶν 111,567,000, ὅπερ εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1900.
3797Ἐὰν ὅθεν, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀσφαλοῦς συλλογισμοῦ βασιζόμε-
3798νος, προσθέσω εἰς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς 12 μῆνας τοῦ
37991901 τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν 14,970,000, θὰ ἔχωμεν εἰσπρά-
3800ξεις κατὰ τὸ 1901 δραχ. 113,900,000, ἤτοι 114,000,000
3801περίπου, ἅπερ καὶ ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ
38021901, ἀλλ’ ἀποδέχομαι τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅπως μὴ χαρα-
3803κτηρισθῶ, ὅτι ἀπαισιοδόξως κρίνω τὰ ἐνδεχόμενα ἀποτε-
3804λέσματα τοῦ 1901, ἀποδέχομαι, ὅτι κατὰ τὸ 1901 θὰ εἰσ-
3805πραχθῶσιν 114,000,000 περίπου, ἤτοι ἐπὶ πλέον τῶν εἰσ-
3806πραχθέντων κατὰ τὸ 1900 κατὰ 2,500,000. Αἱ αἰτηθεῖσαι
3807δὲ πιστώσεις κατὰ τὸ 1901 διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ
3808Β. Διαταγμάτων καὶ νόμων ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν
3809114,932,000· πλὴν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ἐζητήθησαν
3810ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰ-
3811κονομικῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1901 ἐκ δρ. 4,755,000 περί-
3812που, ἀφαιρουμένων δ’ ἐξ αὐτῶν 2,234,000 ἕνεκα πιστώσεων
3813ἀκυρωθεισῶν, μένει ὑπόλοιπον ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων
38142,521,000. Ἐὰν προσθέσωμεν ταῦτα τὰ 2,521,000 εἰς τὰ
3815114,932,000, ὅσαι πιστώσεις ἐζητήθησαν διὰ τοῦ Προ-
3816ϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 παρὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν
3817Οἰκονομικῶν καὶ δὲν ἐξήρκεσαν, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐζη-
3818τήθησαν αἱ εἰρημέναι ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, τὸ ἔλ-
3819λειμμα τοῦ 1901 ἀνέρχεται εἰς 3,000,000 δραχ. περίπου.
3820Δὲν γνωρίζω, ἂν βραδύτερον θὰ αἰτηθῶσι καὶ ἄλλαι πιστώ-
3821σεις, οὐδ’ ὑποθέτω, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους τὸ ποσὸν
3822τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων θὰ ἦναι ἀνώτερον τῶν 500,000
3823δραχμῶν. Ἑπομένως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901 θ’ ἀπο-
3824λήξῃ εἰς ἔλλειμμα 3,000,000. Καὶ αἱ προβλέψεις τῆς μειο-
3825νοψηφίας ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1900 καὶ 1901 δὲν
3826διεψεύσθησαν, ὡς προεῖπεν ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
3827Οἰκονομικῶν· τὴν γνώμην δὲ ταύτην τῆς μειονοψηφίας ὑπε-
3828στήριζε τότε θερμῶς, ἴσως καὶ νῦν χλιαρῶς, καὶ ὁ νῦν Ὑ-
3829πουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
3830Μετὰ τὴν τοιαύτην ἐπισκόπησιν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ
3831τε Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 καὶ τοῦ 1901, ἐπιβάλλεται
3832εἰς ἐμέ, εἰσηγητὴν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολο-
3833γισμοῦ ἐπιτροπῆς, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν
3834τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902.
3835Εἰ καὶ τὸ ἔργον τῆς λεπτομεροῦς ἐξετάσεως τῶν τε ἐσόδων
3836καὶ ἐξόδων εἶναι ἀνιαρὸν, καὶ μάλιστα εἰς ἐκείνους, οἵτινες
3837κατὰ σειρὰν ἐτῶν κατέγειναν εἰς τοῦτο, ἀνιαρώτερον δὲ εἰς
3838τοὺς ἀκούοντας, ἐν τούτοις δὲν δυνάμεθα, συζητοῦντες ἐπὶ
3839τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1902, ν’ ἀποφύγωμεν
3840τὴν λεπτομερῆ ταύτην ἐξέτασιν. Θὰ προσπαθήσω μόνον νὰ
3841μὴ μακρηγορήσω, ἰδίως δ’ ἐπὶ τῶν ἐσόδων, ἐξετάζων ταῦτα
3842κατὰ κεφάλαιον, καὶ ἀφιέμενος εἰς τὰς παρατηρήσεις, ἃς
3843ἐποιήσατο ἡ μειονοψηφία.
3844Καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ πρώτου κεφαλαίου τῶν ἀμέσων φόρων,
3845ἐπὶ τοῦ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἡ μειονοψηφία οὐδεμίαν
3846παρατήρησιν ὑπέβαλεν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφό-
3847μενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· ἀλλ’ ὁ φόρος οὗτος, ὡς καὶ
3848ἄλλοτε, ἐγένετο ἀφορμὴ μακρᾶς συζητήσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ
3849τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζω δ’ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν
3850εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὥστε νὰ παρίδῃ τις αὐτό. Ὑπεδείχθη
3851ἡ ἀνάγκη, ἥτις ἐπιβάλλεται, περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ
3852φόρου τούτου δι’ ἄλλου, καθόσον, εἰ καὶ ὁ φόρος οὗτος ἀπε-
3853δείχθη εὐεργετικώτερος, ἐν σχέσει πρὸς τὸ πρότερον ἐπικρα-
3854τοῦν φορολογικὸν σύστημα τῆς δεκάτης, ἐν τούτοις ἐν τῇ ἐφαρ-
3855μογῇ αὐτοῦ ἀπεδείχθη οὐ μόνον ἄδικος, ἀλλὰ καὶ ἄνισος
3856εἰς τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν, ἔτι δὲ μᾶλλον καθίσταται
3857ἐπαχθέστερος, καθόσον μετὰ τοῦ δημοσίου τούτου φόρου εἰσ-
3858πράττεται καὶ ὁ δημοτικὸς, ὅστις συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσε
3859τοῦ ἀρχικοῦ πρωτοκόλλου, καθ’ ὃ ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος
3860ἀλλὰ βραδύτερον, ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῶν ζώων, ἅτινα
3861εἰς ἕκαστον δῆμον ὑπῆρχον, ἐπὶ τῆς μέσης παραγωγῆς τοῦ
3862ὁποίου δήμου καθορίζεται ὁ φόρος οὗτος, ἐγένετο ἀφορμὴ,
3863μετὰ τὴν μείωσιν τῶν κτηνῶν, πληρωνομένου τοῦ αὐτοῦ
3864φόρου, οἵου καὶ πρίν, νὰ βαρύνωνται ἐπὶ πλέον τὰ ὑπολει-
3865πόμενα κτήνη, πρὸς ζημίαν τῶν γεωργῶν. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπι-
3866τροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νομίζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέ-
3867πει νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ δημοτικοῦ φόρου,
3868τροποποιοῦσα τὸ ἀρχικὸν πρωτόκολλον, ὃ συνετάχθη ἐπὶ
3869τῇ βάσει τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐκείνου. Τὰ συστήματα
3870δέ, δι’ ὧν ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι δύναται ν’ ἀντικατα-
3871σταθῇ ὁ φόρος οὗτος, εἶναι πολλά· ἰδίως ὅμως διετυπώθη ἐν
3872τῇ ἐπιτροπῇ παρὰ διαφόρων μελῶν αὐτῆς ἡ γνώμη, ὅτι,
3873ἐὰν ἀντικατασταθῇ ὁ φόρος οὗτος δι’ ἐπαυξήσεως δύο λε-
3874πτῶν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἔξωθι εἰσαγομένων
3875σιτηρῶν, δύναται διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ εἰσπραχθῇ ὁ ὑπὸ
3876τοῦ Δημοσίου εἰσπραττόμενος νῦν φόρος, τοῦ δημοτικοῦ φό-
3877ρου ἀφιεμένου εἰς τὸν δῆμον νὰ εἰσπράττηται παρ’ αὐτοῦ
3878ἐπὶ βάσεως δικαιοτέρας, πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν
3879αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὑπεδείχθη παρ’ ἄλλων, ὅτι ἡ ἀντικατάστασις
3880τοῦ φόρου τούτου δύναται νὰ γείνῃ ἀφορμὴ στενοχωρίας εἰς
3881τὰς ἀστικὰς τάξεις· ἕνεκα τούτου προὐτάθη τὸ σύστημα τοῦ
3882φόρου ἐπὶ τῶν τσιφλικίων, ὅπως φορολογῶνται οἱ ἰδιοκτῆ-
3883ται, καὶ οὐχὶ οἱ ἐπίμορτοι καλλιεργηταί, οἵτινες δυστυχῶς,
3884δυνάμει τοῦ σήμερον ἰσχύοντος νόμου, φορολογοῦνται κατὰ
3885τὰ δύο τρίτα ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλ’ ἐν Φθιώτιδι, Εὐβοίᾳ, καὶ
3886ἀλλαχοῦ, δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι ὁ φόρος οὗτος ἐπιπίπτει
3887ἐπὶ τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν, οὐδόλως φορολογουμένων
3888τῶν ἰδιοκτητῶν.
3889Καὶ ἕτερα δὲ συστήματα ὑπεδείχθησαν, πλὴν δὲν εἶναι
3890τῆς παρούσης ὥρας. Περιωρίσθην ἰδίως εἰς τὰ δύο ταῦτα,
3891τὰ καὶ σπουδαιότερα, ἐξ ὧν τὸ ἓν ἀφορᾷ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ
3892εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ κατὰ δύο λεπτὰ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσα-
3893γομένων σιτηρῶν, τὸ δ’ ἕτερον εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου
3894ἐπὶ τῶν τσιφλικίων. Πάντως ὅμως ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπο-
3895λογισμοῦ ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρό-
3896νοια περὶ ἀντικαταστάσεως δι’ ἄλλου τοῦ φόρου τούτου, ὅστις
3897ἀπεδείχθη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του ἐπαχθής, ἰδίως δὲ διότι διὰ
3898τοῦ φόρου τούτου φορολογοῦνται κυρίως οἱ δημητριακοὶ καρ-
3899ποί, φορολογεῖται τουτέστιν ἡ ἐργασία, καὶ φορολογία ἐπὶ
3900τῆς ἐργασίας εἶναι ἄδικος, μὴ στηριζομένη ἐπὶ δικαίας φορο-
3901λογικῆς βάσεως.
3902Μετὰ τὰς παρατηρήσεις, ἃς ἐν συνόψει ἐποιησάμην ἐπὶ
3903τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐξετάζω τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων. Τὸ
3904ἔσοδον τὸ ἀναγραφόμενον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων
3905ὑπολογίζεται ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ εἰς
3906δύο ἑκατομμύρια. Δὲν δύναμαι ἀσφαλῶς νὰ ἀποφανθῶ μετὰ
3907τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισθέν-
3908τος τούτου ποσοῦ, καθόσον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου τού-
3909του ἔλαβον χώραν πολλά, καταστήσαντα τὴν εἴσπραξιν τοῦ
3910φόρου τούτου ἀμφίβολον. Ἐσχάτως δέ, ἕνεκα τῶν ἐκ τῆς
3911ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου ἐπελθόντων ἀτόπων καὶ τῶν
3912ἐπελθουσῶν πιέσεων εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, ἰδίως τινῶν
3913διαμερισμάτων τῆς χώρας ἡμῶν, ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
3914Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον, δι’ οὗ προέτεινε τὴν ἀντι-
3915κατάστασιν τοῦ φόρου τούτου διὰ τοῦ ἐπὶ τοῦ γλεύκους καὶ
3916τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου. Ἀλλ’ ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ
3917τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ ἕτερον τοιοῦτον
3918νομοσχέδιον, διάφορον τοῦ ὑπὸ τοῦ προκατόχου του ὑπο-
3919βληθέντος, πλὴν εἰσέτι δὲν ὑπεβλήθη τοιοῦτον. Συνεπῶς ἡ
3920ἐπιτροπή, ἀποδεχομένη μετ’ ἐπιφυλάξεως τὸ ποσὸν τὸ ἀνα-
3921γραφόμενον ἐκ 2,000,000, ἀναμένει νὰ ἴδῃ, ἐὰν ἡ Κυβέρ-
3922νησις θέλει υἱοθετήσει τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουρ-
3923γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχέδιον, ἢ θέλει ὑποβάλει ἴδιον,
3924ὅτε θὰ ἐξενέγκῃ τὴν ἐπὶ τούτῳ γνώμην της.
3925Ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἄρθρων τοῦ κεφαλαίου τούτου, ὅσον
3926ἀφορᾷ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδο-
3927μῶν, ἀποδέχεται τὰ ἀναγραφόμενα ὡς εἰσπραχθησόμενα.
3928Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν ἀμέσων αὐτῶν φόρων. Ἀλλ’ ἐπὶ
3929τῶν εἰσπραττομένων ἐκ τελῶν ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι τὸ
3930ἀναγραφὲν ποσὸν ἐπὶ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος ἐκ 4,036,000,
3931ἐν ᾧ συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ ἐκ παρακρατήσεως, θέλει εἰσ-
3932πραχθῆ· ἀλλ’ ἐπειδή, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸ
39331902 νὰ ἐκκαθαρισθῇ καὶ εἰσπραχθῇ τὸ ἀντίτιμον τοῦ στα-
3934φιδοκάρπου, ἐκποιουμένου εἰς εἶδος, διὰ τοῦτο περιορίζει τὸ
3935ποσὸν τῶν 4,000,000 εἰς 3,000,000, φρονοῦσα, ὅτι δὲν εἶ-
3936ναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ πλέον τοῦ ποσοῦ τούτου, καθό-
3937σον, ἐὰν κρίνωμεν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐπ’ ἐσχάτων εἰσπρά-
3938ξεων, βλέπομεν ὅτι, ἐκτὸς τοῦ 1900, ὅτε ἕνεκα τῆς ἐνσκή-
3939ψεως τῆς νόσου τοῦ περονοσπόρου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσ-
3940πραχθῇ τὸ ἀναγραφόμενον ποσόν, περιορισθὲν εἰς 1,300,000,
3941κατὰ τὰς καταστάσεις τῶν πινάκων τοῦ ἐξαχθέντος σταφι-
3942δοκάρπου κατὰ τὸ 1901 μέχρι σήμερον, τὸ ποσόν, ὅπερ εἰσ-
3943επράχθη, ἀνῆλθεν εἰς 2,670,000 δρ. Συνεπῶς ἀγόμεθα εἰς
3944τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ
3945τοῦ φόρου τούτου πλέον τῶν 3,000,000. Κατ’ ἀναλογίαν
3946καὶ ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς Ἑπτανήσου φρονοῦμεν, ὅτι τὸ ἀνα-
3947γραφόμενον ποσὸν ἐξ 1,126,000 εἶναι ὑπερβολικόν, λαμβα-
3948νομένων πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τῶν προσωρινῶν καταστάσεων τῶν
3949τελευταίων ἐτῶν.
3950Ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ἀποδέχεται ἡ μειονοψηφία ὡς εἰσπρά-
3951ξιμον τὸ ἀναγραφόμενον ποσὸν, ἀποκρούουσα τὴν ἐπαύξη-
3952σιν, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐποιήσατο ἐν τῇ
3953προσθέτῳ δηλώσει του. Διότι ναὶ μὲν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος
3954ἦτο εὐφορία ἐν Ἑπτανήσῳ, ἧς τὸ ἔλαιον, ὡς ἠξεύρετε, ἐξά-
3955γεται κατὰ τὸ ἐπιόν, ἀλλ’ ἡ ἀφθονία τοῦ ἐλαίου ἐν Ἑπτα-
3956νήσῳ συνεπάγεται μείωσιν τῶν τιμῶν αὐτοῦ, ἥτις ἀσκεῖ ἐπιρ-
3957ροὴν ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου, τοῦ τέλους
3958τούτου κανονιζομένου ἐπὶ τῇ τιμῇ.
3959Ἐν γένει ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀμέσων φόρων ἡ μειο-
3960νοψηφία φρονεῖ, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγραφόμενον ὑπὸ τοῦ κ.
3961Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξ 23,207,000, δὲν εἶναι δυ-
3962νατὸν νὰ εἰσπραχθῇ· λαμβάνουσα δὲ ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελέσματα
3963τῆς τελευταίας δεκαετίας, βλέπει, ὅτι τὸ ἐκ τῶν ἀμέσων
3964φόρων εἰσπραχθὲν ποσὸν δὲν ἀνῆλθε ποτὲ ἄνω τῶν 20 ἑκα-
3965τομμυρίων. Καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 20,000,000 εἰσεπρά-
3966χθη μόνον κατὰ τὸ 1893, ὅτε πολλὰ τῶν ἐσόδων, ἰδίως ἡ
3967σταφὶς καὶ τὸ ἔλαιον, ἦσαν ἐν μεγάλῃ εὐφορίᾳ. Διὰ τοῦτο ἡ
3968μειονοψηφία μειοῖ τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγραφόμενον ὑπὸ τοῦ κ.
3969Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ 1,207,000, φρονοῦσα ὅτι
3970εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῶσιν ἄνω τῶν 22,000,000, ἅτινα
3971ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων μέχρι τοῦδε οὐδέποτε εἰσεπράχθησαν.
3972Ὡς γνωρίζετε, τὸ κεφάλαιον, ἐφ’ οὗ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ
3973Βουλὴ ὀφείλει νὰ δώσῃ προσοχὴν, εἶναι τὸ τῶν ἀμέσων φό-
3974ρων, καθόσον οὗτοί εἰσιν ἡ ἔνδειξις τῆς εὐρωστίας ἢ μὴ τῆς
3975χώρας. Οἱ ἔμμεσοι φόροι, κυρίως οἱ ἐκ τελῶν καὶ δικαιωμά-
3976των, προερχομένων ἐκ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἀναγκῶν τῆς
3977κοινωνίας, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπηύξησαν σημαντικῶς·
3978πλὴν τὸ κεφάλαιον τὸ ἀφορῶν εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους, ὡς
3979παρέστησα, δυστυχῶς δὲν ἐπηύξησε κατὰ τὴν τελευταίαν
3980δεκαετίαν, παραλλάσσον μεταξὺ 18 καὶ 20 ἑκατομμυρίων.
3981Ἐπὶ τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ τῆς εἰσαγωγῆς ὁ κ. Ὑπουρ-
3982γὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγράφει ποσὸν 32,800,000, ὅπερ
3983ποσὸν ἀποδέχεται ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ὡς εἰσπρά-
3984ξιμον· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς βραδύτερον ἐποιήσατο δήλωσιν,
3985δι’ ἧς τὸ ποσὸν αὐτὸ αὐξάνει, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ δραχ-
3986μὰς 700,000, ὑπολογίζων, ὅτι θέλει εἰσπραχθῆ ποσὸν δρ.
398733,500,000. Οὐδόλως δ’ εἶναι ἀπίθανον νὰ εἰσπραχθῇ πο-
3988σὸν ἔλασσον τῶν 32,000,000, ἐὰν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’
3989ὄψιν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1900, ἐν ᾧ ἀνεγράφη ποσὸν δρ.
399032,500,000, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν μόνον 30,500,000, ἕνεκα
3991τῆς κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο οἰκονομικῆς κρίσεως, καὶ ἐὰν λά-
3992βωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς καταστάσεις παρελθόντων ἐτῶν, καθ’
3993ἃ τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν ἦτο ἔλασσον τοῦ ἀναγραφομένου ὑπὸ
3994τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀληθῶς τὸ πρῶ-
3995τον ἔτος, ὅτε ηὔξησε τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ,
3996ἦτο τὸ 1896, ἀνελθόντος τοῦ ποσοῦ μέχρι 34,000,000
3997δραχμῶν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο τότε συνε-
3998τέλεσαν πολλοὶ λόγοι, οἵτινες ἐξέλιπον ἤδη. Κατὰ τὸ ἔτος
39991899 εἰσεπράχθη ποσὸν ἐπίσης ἄξιον λόγου, πάντως ὅμως
4000ἔλασσον κατὰ 1,000,000 δραχ. τοῦ ποσοῦ τῶν 34,000,000
4001Κατὰ τὸ 1900, ἐνῷ εἶχε προϋπολογισθῆ ποσὸν 32,500,000
4002δραχμῶν, εἰσεπράχθησαν μόνον 30,500,000· καὶ συνετέ-
4003λεσε μὲν εἰς τοῦτο ἡ ἐπελθοῦσα κρίσις εἴς τινας σταφιδο-
4004φόρους ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἡ κρίσις ἐκείνη ἦτο μερική, μὴ ἐπε-
4005νεγκοῦσα ἀποτελέσματα τοιαῦτα, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ πρώην
4006ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς καθ’ ὅλου οἰκονο-
4007μικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, καθόσον ἡ τιμὴ τοῦ ἐξα-
4008χθέντος σταφιδοκάρπου ἦτο τοιαύτη, ὥστε τὸ ποσὸν τῶν
4009εἰσαχθέντων εἰς μεταλλικὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν χώ-
4010ραν ἦτο διπλάσιον τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰσαχθέντος κατὰ τὰ τε-
4011λευταῖα ἔτη ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος.
4012Οἱ λόγοι οἱ συντελοῦντες εἰς τὴν ἐπὶ πλέον αὔξησιν τῶν
4013ἐπὶ τῆς καταναλώσεως φόρων, ἰδίως ἐπὶ τοῦ τελωνιακοῦ δα-
4014σμοῦ τῆς εἰσαγωγῆς, εἶναι πολλοί, ποικίλλοντες ἑκάστοτε,
4015ἀναλόγως τῶν παρουσιαζομένων ἀναγκῶν εἰς τὴν κοινω-
4016νίαν, ἀναλόγως τῆς προόδου τοῦ ἐμπορίου, τῆς οἰκονομικῆς
4017καταστάσεως τοῦ Κράτους, καὶ αὐτῆς τῆς ὑποτιμήσεως ἢ
4018ἀνατιμήσεως τοῦ συναλλάγματος. Φρονῶ, ὅτι ὁ κύριος λό-
4019γος, ὅστις συντελεῖ εἰς τὴν ἐπαύξησιν τοῦ δασμοῦ τῆς εἰσ-
4020αγωγῆς, εἶναι καὶ ἡ ἑκάστοτε ἐξαγωγὴ τῶν προϊόντων τῆς
4021χώρας. Ἐὰν παρατηρήσῃ τις τὰς στατιστικὰς, θέλει πει-
4022σθῆ, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ συμβάλλει μεγάλως εἰς τὴν ἐξαγωγήν·
4023ὅσῳ τουτέστιν ἡ εἰσαγωγὴ χώρας τινὸς εἶναι μεγαλειτέρα,
4024ἐπὶ τοσοῦτον καὶ ἡ ἐξαγωγὴ ἀναπτύσσεται. Διὰ τοὺς λόγους
4025αὐτοὺς, ἀποδεχομένη ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τὸ ποσὸν
4026τῶν 32,800,000, δὲν θεωρεῖ πιθανὴν τὴν ἐπὶ πλέον αὔ-
4027ξησιν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
4028διὰ τῆς δηλώσεώς του ἐποιήσατο.
4029Ἐπὶ τοῦ δευτέρου κεφαλαίου, τῶν τελῶν καὶ δικαιωμά-
4030των, ἡ μειονοψηφία μόνην παρατήρησιν ὑποβάλλει ἐπὶ τῶν
4031τελῶν τοῦ χαρτοσήμου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ ἐκπαιδευτικά.
4032Νομίζει, ὅτι τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν τῶν 900,000 δραχ. εἶναι
4033ὑπερβολικὸν, καὶ προτείνει τὴν μείωσίν του κατὰ 100,000
4034περίπου.
4035Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν τηλεγραφικῶν, ταχυδρομικῶν καὶ τηλε-
4036φωνικῶν τελῶν, ἐπὶ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ πωλουμένου γραμ-
4037ματοσήμου καὶ τοῦ τῶν τηλεγραφικῶν τελῶν, ὑπολογιζομέ-
4038νων εἰς δρ. 3,000,000, ἡ μειονοψηφία νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι
4039δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι ταῦτα, ὁδηγουμένη εἰς τοῦτο ἔκ τε
4040τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων
4041ἐτῶν καὶ ἐκ τῶν προσωρινῶν καταστάσεων. Ἑπομένως ὑπο-
4042βάλλει τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ μειωθῇ
4043κατὰ 300,000.
4044Ἐπὶ τῶν τελῶν καθυστερήσεως, ἀγκυροβολίας, δικαιωμά-
4045των δικαστικῶν, δικαιωμάτων ἐξ ἀνταλλαγῆς ὑποχρεώσεων
4046καὶ λοιπῶν δικαιωμάτων ἀποδέχεται τὸ ἀναγραφόμενον ὑπὸ
4047τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ποσὸν, μάλιστα δὲ
4048ἐπὶ τῶν ποινικῶν τελῶν καὶ χρηματικῶν ποινῶν ὑποθέτει,
4049ὅτι τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν εἶναι μεῖον τοῦ εἰσπραχθησομένου,
4050ἐλπίζουσα, ὅτι ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου θέλει εἰσπραχθῆ πλειό-
4051τερον τοῦ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνα-
4052γραφομένου ποσοῦ.
4053Ἐπίσης ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων ἐξ ἀνταλλαγῆς ὑποχρεώ-
4054σεων, εἰ καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεκαλέ-
4055σθη τὴν αἰτίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας νομίζει προκύψουσαν
4056τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων τούτων, φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἐλάτ-
4057τωσις δὲν θέλει εἶσθαι τοιαύτη, οἵα ἀναγράφεται ὑπὸ τοῦ
4058ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ.
4059Ἐπὶ τῶν μονοπωλίων ἡ μειονοψηφία οὐδεμίαν παρατή-
4060ρησιν ὑποβάλλει ἢ μόνον ἐπὶ τοῦ πωλουμένου ἅλατος, νομί-
4061ζουσα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐσφαλμένως
4062προέβλεψεν, ὅτι θέλει εἰσπράξει ποσὸν 3,000,000, ἀπέναντι
4063τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντων, καὶ περιορίζει τοῦτο εἰς
40642,800,000, ἐὰν μάλιστα ἡ εὐφορία τοῦ ἐλαιοκάρπου, ἥτις
4065συνεπάγεται τὴν ἐπαύξησιν τῶν ἐκ τοῦ ἅλατος ἐσόδων,
4066ἔσεται τοιαύτη, οἵαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προ-
4067υποθέτει.
4068Ἐπὶ τῶν προσόδων τῶν δημοσίων καταστημάτων, κτη-
4069μάτων καὶ νομημάτων, ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι τὰ ἀνα-
4070γραφόμενα δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσιν, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑστερή-
4071σωσι κατά τι, δὲν θὰ ἦναι ἡ διαφορὰ τοιαύτη, οὕτως ὥστε
4072νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ.
4073Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ὑλοτομουμένης ξυλείας,
4074ἀσβέστου καὶ ἀνθράκων, εἰ καὶ ἐγκρίνει τὸν περιορισμὸν τῆς
4075ὑλοτομίας, πρὸς περιστολὴν τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν,
4076ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων, οἵτινες συμβάλλουσιν εἰς τοῦτο,
4077νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ προσοχὴ καὶ εἰς τὴν ἀνθρακο-
4078ποιΐαν, καθόσον καὶ αὕτη εἶναι ἓν τῶν αἰτίων τῆς κατα-
4079στροφῆς τῶν δασῶν. Περὶ τῶν δασῶν πολλάκις ἐγένετο λό-
4080γος καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι δέον νὰ ληφθῇ
4081μέτρον τι, καθόσον τὸ ἰσχῦον σήμερον σύστημα εἶναι τοιοῦ-
4082τον, ὥστε οὐ μόνον δὲν προφυλάττει τὰ δάση ἀπὸ τῆς κατα-
4083στροφῆς αὐτῶν, ἀλλὰ γίνεται καὶ πηγὴ καταχρήσεων καὶ
4084πιέσεων τοῦ φορολογουμένου λαοῦ. Φρονεῖ δὲ ἡ μειονοψηφία
4085τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἀναγκαῖον θὰ ἦτο νὰ ἐκλεχθῇ ἐπιτροπή τις
4086ἐκ Βουλευτῶν, ἥτις νὰ μελετήσῃ καὶ συσκεφθῇ σοβαρῶς ἐπὶ
4087τοῦ ζωτικοῦ τούτου ζητήματος τῆς χώρας ἡμῶν. Συνιστῶν-
4088ται φιλοδασικαὶ ἑταιρεῖαι, αἵτινες ὁμολογουμένως εἰσὶν ἀξιέ-
4089παινοι διὰ τὸν σκοπὸν αὐτῶν, τῆς ἀναδασώσεως τῆς χώρας,
4090ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον πάντων εἶναι, πῶς νὰ διασώσωμεν
4091τὰ ὑπάρχοντα δάση, ἃ καθ’ ἡμέραν καταστρέφονται, φόβος
4092δὲ εἶναι, μὴ ἐπέλθῃ καιρὸς, καθ’ ὃν οἱ δυστυχεῖς ἀγρόται,
4093οἱ ὀρεινοὶ ἰδίως κάτοικοι, θὰ στερηθῶσι καὶ αὐτῶν τῶν καυ-
4094σοξύλων, ὧν ἀπόλυτον ἔχουσιν ἀνάγκην, ἐκτὸς τῆς λοιπῆς
4095καταστροφῆς, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἐπιφέρωσιν εἰς τὰ
4096χωρία αὐτῶν τὰ δάση καταστρεφόμενα.
4097Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ ἰαματικὰ λουτρὰ
4098τῆς Ἑλλάδος, φρονοῦμεν, ὅτι καιρὸς εἶναι νὰ ληφθῇ πρόνοια
4099περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῶν, ὅπως χρησιμοποιηθῶσι
4100συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τῆς ὑγιεινῆς, καὶ ἀποβῶσιν οὕτω
4101κέντρα συγκεντρώσεως κόσμου ξένου, ἀποκαθιστάμενα ἡμέ-
4102ραν τινὰ μία τῶν πλουτοφόρων πηγῶν τῆς χώρας ἡμῶν, ἰδίως
4103μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας. Μέχρι τοῦδε πρόνοια
4104περὶ ἰαματικῶν πηγῶν ἐλήφθη μόνον περὶ τῶν τῆς Κυλλή-
4105νης καὶ τῆς Ὑπάτης, ἐκμισθωθεισῶν τῶν μὲν εἰς τὴν Ἑται-
4106ρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου,
4107τῶν δὲ εἰς τὸν κ. Ἀγαθοκλῆν, ὅστις ἐκπληροῖ ἤδη τὰς
4108ὑποχρεώσεις του, ὅπως καταστῶσι τὰ λουτρὰ τοιαῦτα, ὥστε
4109ν’ ἀνταποκριθῶσι πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ
4110Κράτος· ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, πρὸς τιμὴν τοῦ τέως Πρω-
4111θυπουργοῦ, ὅτι ἐπὶ τῆς τηρήσεως τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως
4112ἔδωκε μεγάλην προσοχὴν, καθόσον, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα
4113λόγον, ὁ μισθωτὴς ἠθέλησε νὰ τροποποιήσῃ ὅρους τινὰς τῆς
4114συμβάσεως, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἐπέ-
4115μεινεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, ὡς εἰσιν
4116ἀναγεγραμμένοι ἐν αὐτῇ. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι καὶ ὁ νῦν Ὑπουρ-
4117γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἀκολουθήσει τὰ ἴχνη τοῦ πρώην
4118Πρωθυπουργοῦ, ὅπως μὴ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ καταστρατη-
4119γηθῇ ἡ σύμβασις, δι’ ἧς σκοπεῖται, πῶς νὰ κατασταθῶσι
4120προσιτὰ τὰ λουτρὰ εἰς ἁπάσας τὰς τάξεις τῶν πασχόντων.
4121Διὰ τοῦτο προτιμότερον εἶναι νὰ στερηθῇ τὸ Κράτος τοῦ ἐκ
4122τῶν ἰαματικῶν πηγῶν ἐσόδου, καὶ νὰ ἐκμισθωθῶσιν αὗται
4123πολυετῶς εἴτε εἰς ἄτομα, εἴτε εἰς ἑταιρείας, ὅπως ἀποκα-
4124τασταθῶσι κέντρα ἰάσεως καὶ ἀναψυχῆς, πηγαὶ δὲ ἐθνικοῦ
4125πλούτου, μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν μάλιστα τοῦ διεθνοῦς σι-
4126δηροδρόμου Ἀθηνῶν–Συνόρων.
4127Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Ϛʹ οὐδεμίαν ποιούμεθα παρατήρησιν.
4128Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Ζʹ, ἐπὶ τῶν ἀπολήψεων ἐκ τῶν
4129ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζει ἡ μειονοψηφία, ὅτι τὸ
4130ἀναγραφόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ
4131τὰς κρατήσεις ἐκ τῶν μισθῶν τῶν πληρωμάτων τοῦ Β. Ναυ-
4132τικοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζει εἰς δρ. 400,000, δέον νὰ μειωθῇ
4133κατὰ 100,000 δρ. περίπου. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Ηʹ,
4134ἐπὶ τῶν διαφόρων ἐσόδων τρεχούσης καὶ τῶν παρελθουσῶν
4135χρήσεων, ἡ μειονοψηφία ἀμφιβάλλει περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ
4136ἀναγραφομένου, τὸ μὲν διότι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀμέσων φόρων
4137δὲν ἀφίνουσι καθυστερήσεις, τὸ δὲ διότι πολλαὶ καθυστερή-
4138σεις ἐξ αὐτῶν εἰσεπράχθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἕνεκα
4139τῆς μεγάλης ἐντάσεως, ἥτις ἐδόθη περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν
4140καθυστερουμένων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων τῶν δύο λόγων, ὡς καὶ
4141ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διετύπωσεν, ὑπεβλήθη
4142νομοσχέδιον περὶ τῶν εἰσπραττομένων δι’ ἀνανεώσεως πα-
4143λαιῶν χρεῶν, διὰ τοῦ ὁποίου οὐ μόνον παρατείνεται ἡ προ-
4144θεσμία, ἀλλὰ καὶ ἐπεκτείνεται τὸ εὐεργέτημα τῆς κατὰ δό-
4145σεις πληρωμῆς μέχρι τοῦ 1908· ὀρθῶς δὲ ἀνέγραψεν ὁ κύριος
4146Ὑπουργὸς τὸ ἐξ αὐτῶν ἔσοδον εἰς δραχ. 200,000, καθόσον
4147δὲν ἐλπίζεται ποσὸν ἀνώτερον αὐτοῦ νὰ εἰσπραχθῇ, ἂν κρί-
4148νωμεν ἐκ τῶν προσωρινῶν καταστάσεων.
4149Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ἐν συνόψει περὶ τῶν ἐσόδων. Διὰ νὰ
4150μὴ ἀπασχολῶ δὲ ὑμᾶς ἐπὶ μακρὸν, τὸ συμπέρασμα τῆς μειο-
4151νοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐσόδων εἶ-
4152ναι, ὅτι θέλουσι ταῦτα ὑστερήσει κατὰ 3,000,000 περίπου
4153τῶν προϋπολογιζομένων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονο-
4154μικῶν εἰς δραχ. 117,169,000· σὺν ταῖς δηλώσεσι δ’ αὐτοῦ,
4155ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ, ἐκ τῆς
4156ἀνανεώσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν, καὶ ἐκ τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑ-
4157πτανήσου ἐπὶ πλέον 1,650,000, ἀνέρχονται ταῦτα εἰς δρ.
4158118,819,000· ἀφαιρουμένου ὅμως τοῦ ποσοῦ τῶν 2,000,000,
4159τοῦ ἐξ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅπερ ποσὸν ἐνέχει μόνον
4160λογιστικὴν ἔννοιαν, ὑπολείπονται 116,819,000.
4161Τὰ ἀποτελέσματα τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν τελευταίων
4162ἐτῶν ὁμολογουμένως, ἐν σχέσει πρὸς τὰ τῶν Προϋπολογι-
4163σμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, διαφέρουσιν ὑπερβολικῶς· ὡς
4164δὲ ἀπέδειξα ὑμῖν, ἡ τοιαύτη ἐπαύξησις τῶν ἐσόδων προ-
4165ῆλθε κυρίως ἐκ τῆς ἀπανθρώπου, δύναταί τις εἰπεῖν, εἰσ-
4166πράξεως τῶν φόρων· συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν, μετὰ τὰς
4167τοιαύτας σημαντικὰς αὐξήσεις νὰ ὑπερβάλωσι καὶ ταύτας
4168τόσον, ὅσον ὑπολογίζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἤτοι ν’ ἀνέλθω-
4169σιν εἰς 117,000,000. Διὰ τοῦτο προτείνει ἡ μειονοψηφία
4170τῆς ἐπιτροπῆς τὴν μείωσιν τῶν ἐσόδων κατὰ 3,000,000
4171τοὐλάχιστον.
4172Μετὰ τὴν ἐπισκόπησιν ταύτην καὶ τὴν ὅσον οἷόν τε βρα-
4173χεῖαν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῶν ἐσόδων εἰσέρχομαι εἰς τὸ κε-
4174φάλαιον τῶν ἐξόδων, τὸ ὁποῖον δεῖται τῆς προσοχῆς τῆς Βου-
4175λῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγράφει πιστώσεις
4176κατὰ τὸ 1902 δρ. 115,029,000 σὺν ταῖς ἐπενεκτέαις δ’ ὑπ’
4177αὐτοῦ μεταβολαῖς διὰ τῆς ἀναγραφῆς ἑνὸς ἑκατομμυρίου,
4178προερχομένου ἐκ τῆς χορηγίας πρὸς τὸν Σιδηρόδρομον Ἀθη-
4179νῶν–Πελοποννήσου, ἑτέρων 100,000, μὴ ἐπαρκεσάσης τῆς
4180πιστώσεως, διὰ τὴν μετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἔκθεσιν
4181τῶν Παρισίων, καὶ ἄλλων τινῶν αἰτηθεισῶν νέων πιστώσεων,
4182τὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 116,220,000.
4183Συγκρίνοντες τὰ προϋπολογιζόμενα ἔσοδα ἐκ δραχμῶν
4184116,819,000 πρὸς τὰ προϋπολογιζόμενα ἔξοδα ἐκ δραχμῶν
4185116,220,000, ἀπολήγομεν εἰς περίσσευμα, κατὰ τὸν κύριον
4186Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, 600,000 δραχμῶν περίπου.
4187Νομίζω, ὅτι τοιοῦτον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συγκρίσεως
4188μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναγραφέντων
4189ἐξόδων σὺν ταῖς δηλώσεσιν ὑμῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀνα-
4190γραφέντων ἐσόδων σὺν ταῖς ἐπενεκτέαις μεταβολαῖς. Προ-
4191κύπτει ὅθεν περίσσευμα 600,000 δραχμῶν. Τὸ περίσσευμα
4192τοῦτο καὶ μόνον, ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι θὰ ὑστερήσωσι κατὰ δρ.
4193600,000 τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν προσθέτων ὑμῶν δηλώσεων, καλύ-
4194πτεται, μεταβαλλόμενον εἰς ἰσοζύγιον· ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν
4195τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τῶν
4196116,819,000, ἅτινα ὑπολογίζετε ὅτι θὰ εἰσπράξετε. Περιο-
4197ριζομένου ὅθεν τοῦ ποσοῦ τούτου κατὰ 3,000,000, ὁ Προ-
4198ϋπολογισμὸς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους θὰ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμ-
4199μα 3,000,000. Δὲν λαμβάνομεν δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ παρα-
4200στῇ ἀνάγκη καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, καθόσον ὁ
4201κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι ἐν τῇ ἀναγρα-
4202φῇ τῶν δαπανῶν εἶναι τόσον ἀκριβής, ὥστε αἱ ἀναγραφεῖ-
4203σαι παρ’ αὐτοῦ πιστώσεις δὲν θὰ τῷ δώσωσι τὴν εὐχαρίστη-
4204σιν νὰ μείνωσιν ἐξ αὐτῶν ἀδιάθετοι· ἑπομένως, καὶ ἂν ἀπο-
4205δεχθῶμεν ἐξίσωσιν μεταξὺ τῶν ἐνδεχομένων νὰ ἀκυρωθῶσι
4206πιστώσεων καὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν τοιούτων, περιορι-
4207σθῶμεν δὲ μόνον εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων κατὰ δραχ.
42083,000,000, ὑπολογίζοντες ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσιν 114 ἑκατομ-
4209μύρια, τὸ ἔλλειμμα θὰ ἦναι 2,500,000, εἰ καὶ μιᾶς πιστώ-
4210σεως δὲν δύναται νὰ ἀποτρέψῃ τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἀναγρα-
4211φήν· ἡ δαπάνη δὲ αὕτη, δι’ ἣν πάντοτε θὰ ζητηθῇ ἀναπλη-
4212ρωματικὴ πίστωσις, εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ
4213ἐκλογικοῦ νόμου, δι’ ἣν θὰ παραστῇ ἀνάγκη ἀναπληρωμα-
4214τικῆς πιστώσεως, καθόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
4215δὲν ἀνέγραψε δαπάνην διὰ τὴν ἐνέργειαν ἐκλογῶν ἐντὸς τοῦ
4216ἔτους...
4217§238ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Θὰ γείνουν τὸ ἑπό-
4218μενον ἔτος.
4219§239Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶναι συμφερώτερον
4220νὰ ἐνεργηθῶσι τὸ 1903, τοῦτο εἶναι ζήτημα, ὃ δύναται νὰ
4221λυθῇ μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,
4222καθὸ οἰκογενειακόν· ἡμεῖς ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ δὲν δυνά-
4223μεθα βεβαίως νὰ ἔχωμεν γνώμην, ἀλλ’ ὡς δεικνύουσι τὰ
4224σημεῖα τῶν καιρῶν, νομίζομεν, ὅτι μέχρι τοῦ προσεχοῦς Νο-
4225εμβρίου δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ κληθῇ ὁ λαὸς νὰ ἐκδώσῃ τὴν
4226ἐτυμηγορίαν αὑτοῦ, πλὴν ἐὰν — διότι ἐν τῇ πολιτικῇ πάντα
4227πιθανὰ καὶ ἄδηλα, ὡς εἶπον χθές, — ἡ πλειονοψηφία μηχα-
4228νεύηται ἐνέδρας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον,
4229ὡς προβλέπω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τολμηθῇ.
4230Καὶ ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐξόδων ἑνὸς
4231ἑκάστου τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Δὲν θὰ ἐνδιατρίψω βε-
4232βαίως εἰς λεπτομερείας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἀκολουθήσω
4233τὴν ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ
4234γενομένην ἔρευναν τῶν δαπανῶν τῆς παρούσης διοικήσεως ἐν
4235συγκρίσει πρὸς τὰς τοῦ 1896, καὶ συγκρίνων τὰς δαπάνας
4236τὰς ἀναγραφομένας ἐν τοῖς ἐξόδοις ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων
4237τὸ 1902 πρὸς τὰς τοῦ 1896, νὰ ἀποδείξω τὴν σφαλερὰν τῶν
4238τοῦ 1902 βάσιν. Θέλω περιορισθῆ εἰς τὴν σύγκρισιν τῶν δα-
4239πανῶν τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν διοίκησιν μόνον, πρὸς ἀπο-
4240φυγὴν ἀντιρρήσεων ἐνδεχομένων. Ἐξαιρῶ οὐ μόνον τὸ κεφά-
4241λαιον τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον εἶναι δαπάνη
4242ἀπαραίτητος, ἐξαιρῶ οὐ μόνον τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου
4243χρέους, ἥτις καὶ αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητος συνεπεία τοῦ ἐπελ-
4244θόντος συμβιβασμοῦ, ἐξαιρῶ οὐ μόνον τὸ κεφάλαιον τῆς ἐπι-
4245στασίας καὶ διοικήσεως τῶν φόρων, διότι ἐν τῷ μεταξὺ
4246τούτῳ ἡ ἐκτέλεσις τῶν διαφόρων φορολογικῶν νόμων ἐπηύ-
4247ξησε τὰς δαπάνας, ἀλλ’ ἐξαιρῶ καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν ἀπο-
4248δόσεων, καὶ περιορίζομαι μόνον εἰς τὰς δαπάνας τῶν δια-
4249φόρων Ὑπουργείων, ἤτοι εἰς τοὺς κλάδους τῆς Διοικήσεως...
4250§240Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μολονότι τὸ κεφάλαιον τῆς ἐπι-
4251στασίας καὶ τῆς διοικήσεως τῶν φόρων εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
4252πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν.
4253§241Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ γνωρίζω, σεβαστέ μοι ἀρχηγέ· ἀλλ’
4254ἐπειδὴ πολλάκις ἐλέχθη ἐν ταῖς συζητήσεσι τοῦ Προϋπο-
4255λογισμοῦ, ὅτι, παραβάλλοντες τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896
4256πρὸς τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν τελευταίων ἐτῶν, δὲν λαμβά-
4257νομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν διαφοράν, ἥτις ἐπῆλθεν ἐκ τῆς μεγαλει-
4258τέρας καταναλώσεως τῶν διαφόρων εἰδῶν, ἤτοι τοῦ πετρε-
4259λαίου, τῶν παιγνιοχάρτων, τῶν πυρείων καὶ λοιπῶν, ὅτι
4260δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς δαπάνας, αἵτινες ἐπηυξήθησαν
4261ἕνεκα τῆς ἐκτελέσεως τῶν διαφόρων φορολογικῶν νόμων, δι’
4262αὐτὸ ἐξαιρῶ καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦτο. Εἶμαι δὲ καὶ ἐγὼ τῆς
4263γνώμης καὶ τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ κεφάλαιον τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ
4264ἔξοδα τῆς ἐπιστασίας καὶ διοικήσεως τῶν φόρων πρέπει κυ-
4265ρίως νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν τῶν
4266Οἰκονομικῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ
4267Προϋπολογισμοῦ εἶπεν, ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δαπανῶν
4268τοῦ 1896 πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ 1901, ἂν δὲν ἀπατῶμαι,
4269εἶναι μόνον ἐκείνη, ἥτις ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου
4270χρέους, εἶναι μόνον ἐκείνη, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις
4271τοῦ Κράτους, εἶναι μόνον ἐκείνη, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκτέ-
4272λεσιν τῶν νόμων, διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ, παριδὼν πάσας τὰς
4273δαπάνας ταύτας, περιωρίσθην μόνον εἰς τὰς δαπάνας τὰς
4274ἀφορώσας εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν ἐν γένει
4275διοίκησιν.
4276Τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1902
4277ἀνέρχονται εἰς 2,170,000, ἀπέναντι δαπανῶν τοῦ Ὑπουρ-
4278γείου τούτου κατὰ τὸ 1896 ἀνελθουσῶν εἰς δρ. 1,377,156,
4279ἤτοι διαφορὰ ἐξόδων δρ. 800,000. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς κεν-
4280τρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς γε-
4281νικῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν, τοῦ Ἐλεγ-
4282κτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, τῶν ταμείων καὶ
4283τῶν ἐξόδων παρελθουσῶν χρήσεων προκύπτει διαφορὰ δραχ-
4284μῶν 800,000. Καὶ ἐρωτῶ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, τὸν κ.
4285Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις υἱοθέτησε τὸν Προϋπο-
4286λογισμὸν τῶν προκατόχων αὐτοῦ: ἡ ἐπὶ πλέον αὕτη αὔ-
4287ξησις κατὰ δραχ. 800,000, ὅσον ἀφορᾷ τὰ κεφάλαια ταῦτα,
4288ἱκανοποιεῖ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναγραφῆς ταύτης; Ἤθελον νὰ
4289μάθω, ἐκ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰ-
4290νομικῶν, ἐκ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐκ τοῦ Γεν. Λογι-
4291στηρίου, ποῖα τὰ ὠφέλη διὰ τῆς ἐπὶ πλέον αὐξήσεως κατὰ
4292800,000 δραχμάς; Ἐβελτιώθη ἡ ἐξ αὐτῶν ὑπηρεσία, ὥστε
4293ἐπιβάλλεται ἡ δαπάνη αὕτη; ἐβελτιώθησαν τὰ τοῦ Γενι-
4294κοῦ Λογιστηρίου; ἐβελτιώθησαν τὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συν-
4295εδρίου; ἐβελτιώθησαν τὰ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρήσεων;
4296Δὲν θέλω σήμερον νὰ ποιήσωμαι λόγον περὶ τοῦ προσω-
4297πικοῦ τῆς διοικήσεως τῆς τε κεντρικῆς καὶ τῆς ἐν ταῖς ἐπαρ-
4298χίαις τοῦ Κράτους· ἀποτεινόμενος ὅμως πρὸς τοὺς Βουλευτὰς
4299οὐ μόνον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς Συμπολιτεύ-
4300σεως, ἐρωτῶ αὐτοὺς, ἐὰν πλειστάκις δὲν μεταβαίνουσιν εἰς
4301τὰ Ὑπουργεῖα, ἵνα διδάξωσι τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τὴν
4302ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ἐρωτῶ αὐτοὺς, ἐὰν
4303δὲν μετέβαινον συχνάκις, ὅπως ἐνεργήσωσι τὴν πραγματο-
4304ποίησιν δικαίας αἰτήσεως τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, ἥτις, ἐὰν
4305δὲν ἐγίνετο ἐνέργεια παρ’ αὐτῶν, θὰ ἐρρίπτετο εἰς τὰ ἀρ-
4306χεῖα.
4307Μετὰ τὰς γενικὰς αὐτὰς παρατηρήσεις, ἤθελον νὰ μοὶ εἴπῃ
4308ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ποῖα εἶναι τὰ ὠφέλη, ποῖα
4309εἶναι τὰ ἀγαθὰ τὰ προκύψοντα ἐκ τῆς αὐξήσεως κατὰ δρ.
4310800,000 ἐκ τῶν διαφόρων αὐτῶν γραφείων...
4311§242Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀπάν-
4312τησις εἶναι ἁπλουστάτη. Ὅτε ἤμην ἀντιπολιτευόμενος, ἐν
4313τῇ ἀγορεύσει μου, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσατε χθές, εἶχον δηλώ-
4314σει, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ προστεθῶσιν ἅπαντα τὰ κονδύλια,
4315τὰ ὁποῖα βλέπετε, ὅτι προσετέθησαν. Ἐξετέλεσα λοιπὸν, ὡς
4316Ὑπουργὸς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχον ὑποδείξει ὡς ἀντιπολι-
4317τευόμενος.
4318§243Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
4319Οἰκονομικῶν ἤθελεν ἀπαντήσει εἰς τὴν ἐρώτησίν μου. Ἐγὼ
4320δὲν ἐμέμφθην αὐτοῦ, ἐὰν σήμερον ἀναγράφῃ δαπάνας, αἵτι-
4321νες παρελείφθησαν παρὰ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ διατὶ
4322δὲν προβαίνει εἰς ἀνωφελῶν δαπανῶν περικοπὰς, συνεπὴς εἰς
4323ὅσα ἔλεγεν ἄλλοτε, συζητῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
43241900 καὶ 1901, ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας ταύτας. Ἐρωτῶ
4325τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν νῦν καὶ τὴν προκάτοχον, ἐρωτῶ
4326πάντας ὑμᾶς, οἵτινες, ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητός σας, ἔρχεσθε εἰς
4327συνάφειαν μὲ τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, μὲ τὴν Διοίκησιν αὐ-
4328τὴν, αὔξησις δαπανῶν κατὰ 800,000 δραχμὰς εἰς τὸ Ὑπουρ-
4329γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ
4330εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον, ἄνευ οὐδεμιᾶς ὠφελείας, εἶναι δεδι-
4331καιολογημένη; δὲν εἶναι ἀσύγγνωστος; Καὶ διὰ τοῦτο ὁ σε-
4332βαστός μοι ἐκ Γόρτυνος πολιτευτής, ἐλέγχων πρὸ τριετίας
4333τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔλεγεν, ὅτι ἀφ’ ἧς ἀνελάβετε τὴν
4334διοίκησιν τῆς χώρας, οὐδὲν ἄλλο ἐπράξατε, εἰμὴ νὰ ἐπαυ-
4335ξήσητε τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, ἄνευ ὠφελείας τῆς χώρας,
4336ἐγκαταλιπόντες δαπάνας ἄλλας, αἵτινες ἐπεβάλλοντο ὑπὸ
4337τοῦ Κράτους...
4338§244ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
4339§245Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπειδὴ χθὲς ἐγένετο κατάχρησις δια-
4340κοπῶν...
4341§246ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ σᾶς ἠρώτων, ἂν θεωρεῖτε δυ-
4342νατὴν τὴν οἰκονομίαν τῶν 800,000 δραχμῶν ἐν τῷ Ὑπουρ-
4343γείῳ τῶν Οἰκονομικῶν.
4344§247Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βεβαίως. Ἐγὼ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν μου
4345τὴν διοίκησιν, ὅπως ἐνηργεῖτο μέχρι τοῦ 1896, καὶ σᾶς ἐρωτῶ
4346νὰ μοὶ εἴπητε τοῦτο μόνον: ποία μεταβολὴ ἐπῆλθεν εἰς
4347τὴν διοίκησιν ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι σήμερον;
4348§248Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀπάν-
4349τησις εἶναι ἁπλουστάτη. Ἡ κατανάλωσις τῶν μονοπωλίων
4350ηὔξησεν, ὡς ηὔξησαν καὶ τὰ ἔσοδα, καὶ ὅπως ἀπολαύσωμεν
4351τὰ περιπλέον ταῦτα ἔσοδα, ἦτο ἀνάγκη νὰ κάμωμεν περισ-
4352σοτέρας δαπάνας.
4353§249Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νομίζω,
4354ὅτι μοὶ δίδει τὴν ἄδειαν νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν μὲ ἐνόησε· καθό-
4355σον ἐγὼ, διὰ ν’ ἀποφύγω τὴν ἐνδεχομένην αὐτὴν ἀπάντη-
4356σιν, ἀφῄρεσα τὰς δαπάνας ταύτας, ὅτε καὶ μοὶ εἶπεν ὁ σεβα-
4357στός μοι ἀρχηγός: «διατὶ ἐξαιρεῖτε τὸ κεφάλαιον τὸ ἀφο-
4358ρῶν εἰς τὴν ἐπιστασίαν καὶ ἐκτέλεσιν τῶν νόμων;» Διὰ τὸν
4359λόγον τοῦτον προσθέτω: Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα μοὶ εἴπετε, ἀφο-
4360ρῶσιν εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν δαπανῶν πετρελαίου, χαρτο-
4361σήμου, παιγνιοχάρτων καὶ λοιπῶν εἰδῶν· ἐξήρεσα ὅμως
4362ταῦτα, καὶ περιωρίσθην εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου
4363τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τοῦ Γε-
4364νικοῦ Λογιστηρίου. Τὰς ἐπὶ πλέον δαπάνας διὰ τὴν προ-
4365μήθειαν τῶν μονοπωλίων καὶ ἐγὼ τὰς ἐξῄρεσα, διότι, ἐὰν
4366τότε ἐγίνετο κατανάλωσις ποσότητός τινος χαρτοσήμου, γί-
4367νεται ἤδη μεγαλειτέρα, ἐὰν γίνεται ἤδη κατανάλωσις πετρε-
4368λαίου μεγαλειτέρα, εἶναι ἀνάγκη καὶ μεγαλειτέρας δαπάνης.
4369Αὐτὰς τὰς δαπάνας ὅλας τὰς ἐξῄρεσα, καὶ περιωρίσθην εἰς
4370τὴν δαπάνην μόνον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ
4371ὁποίου καὶ μόνου ηὐξήθησαν αἱ δαπάναι κατὰ 800,000 δρ.
4372§250Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι
4373ἀνακριβὲς ἐντελῶς.
4374§251Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Φρονῶ, κύριε Ὑπουργὲ
4375τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, πρὶν ἢ ἔχητε ἀσφαλῆ διδόμενα, δὲν
4376πρέπει ν’ ἀποφαίνησθε τόσον ἐπιπολαίως περὶ ἀνακριβειῶν,
4377διότι δὲν ἐννοῶ κατ’ οὐδένα λόγον διὰ τῆς συγκρίσεώς μου
4378ταύτης νὰ ἐξυπηρετήσω...
4379§252Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δύνασθε νὰ ἀναγνώσητε εἰς σελίδα 15,
4380καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου
4381τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέρχεται εἰς 101,000 δραχμὰς, καὶ ὄχι
4382εἰς 800,000.
4383§253ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Συγκρίνει ἀπολογισμὸν πρὸς προ-
4384ϋπολογισμόν.
4385§254Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ
4386Προϋπολογισμοῦ, ἐρχόμενος ἐπίκουρος, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύ-
4387νατο νὰ ἀναιρέσῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεγόμενα, καὶ ἀνέτρεξεν εἰς
4388τὴν σύγκρισιν προϋπολογισμοῦ μὲ ἀπολογισμόν· πλὴν, τοῦτο
4389πράττων, ἔχω τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονο-
4390μικῶν, εἰπόντος ὅτι ἀνέγραψε τοσαύτας πιστώσεις, ὅσαι εἶ-
4391ναι ἐπαρκεῖς πρὸς ἀποφυγὴν ἀδιαθέτων πιστώσεων, καὶ ἑπο-
4392μένως ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν θὰ ποιήσηται χρῆσιν ἀδιαθέτων
4393πιστώσεων, συνεπῶς, ὅσαι δαπάναι εἰσὶν ἀναγεγραμμέναι θὰ
4394πραγματοποιηθῶσι, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο εἶναι
4395ἀξιέπαινος, διότι, ἐὰν καὶ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ ἀνέγραφε πά-
4396σας τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις, δὲν θὰ ἐζητοῦντο ἤδη ἀναπλη-
4397ρωματικαὶ πιστώσεις 4,700,000 δραχ. διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ
43981901. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ ζήτημα
4399τοῦτο ἔχει δίκαιον, ἀναγράφων πιστώσεις, ὅσον ἀφορᾷ ἰδίως
4400εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ἀκριβεστέρας τῶν τοῦ προκατό-
4401χου του, ἵνα μὴ ἀνατρέχωμεν εἰς ἀναπληρωματικὰς τοιαύτας
4402καὶ συνάμα, ὅπως σχετικῶς ἔχωμεν ἀκριβέστερον Προϋπολο-
4403γισμόν, τοὐλάχιστον ἐγκλείοντα πάσας τὰς ἀναγκαίας δαπά-
4404νας, κατὰ τὴν δυνατὴν ἀκρίβειαν.
4405Ὥστε ἡ διακοπή σας, ὅτι ἐγένετο παραβολὴ προϋπολο-
4406γισμοῦ πρὸς ἀπολογισμόν, ἀναιρεῖται ὑπ’ αὐτῆς τῆς δηλώ-
4407σεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
4408§255ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Βεβαίως δὲν ἀναιρεῖται.
4409§256Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀναιρεῖται, διότι λέγει σαφῶς ὁ κύ-
4410ριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πάσας τὰς δαπάνας, ἃς
4411θεωρεῖ ἀναγκαίας, ἐνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅπως
4412ἀποφύγῃ τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις.
4413§257ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἄρα, καθ’ ὑμᾶς, εἶναι δυνατὴ ἡ
4414οἰκονομία 800,000 δραχμῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκο-
4415νομικῶν. Τὸ σημειῶ εἰς τὴν μνήμην μου.
4416§258Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ σημειῶ εἰς τὴν μνήμην μου,
4417ὅτι αὔξησις δαπανῶν κατὰ 800,000 εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
4418Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου,
4419τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν, ταμείων καὶ κεκλεισμένων χρή-
4420σεων δὲν δικαιολογεῖται. Οὐδένα εὑρίσκω λόγον τῆς αὐ-
4421ξήσεως ταύτης.
4422Μὲ τὰς γενικὰς ταύτας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ Ὑπουρ-
4423γείου τῶν Οἰκονομικῶν — διότι βεβαίως δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἰσ-
4424έλθω εἰς λεπτομερείας, καθόσον, ἂν ἐπεχείρουν νὰ εἰσέλθω
4425εἰς τοιαύτας, ἤθελε παραταθῆ ἡ ἀγόρευσίς μου μέχρι τῆς
4426μεσημβρίας τῆς αὔριον — ἤθελον ν’ ἀποδείξω κατὰ πόσον αἱ
4427πιστώσεις αἱ ἀναγραφόμεναί εἰσιν ἐπαρκεῖς, καὶ ποία ἡ δια-
4428φορὰ αὐτῶν, παραβαλλομένων πρὸς τὰς τοῦ Προϋπολογισμοῦ
4429τοῦ 1896.
4430Ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν
4431Ἐξωτερικῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο παρατηροῦμεν ἐπαύ-
4432ξησιν δαπανῶν ἐν συγκρίσει καὶ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπο-
4433λογισμοῦ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους·
4434ἡ ἐπαύξησις δὲ αὕτη κυρίως προέρχεται ἐκ τῆς ἀνασυστά-
4435σεως τῶν Πρεσβειῶν...
4436§259ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ τῆς ἐπικα-
4437ταλλαγῆς.
4438§260Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κατὰ τὸ πλεῖστον ἕνεκα ἀναγραφῆς
4439τῶν ἀποδοχῶν τῶν διορισθησομένων πρέσβεων ἐν Πετρουπό-
4440λει, Λονδίνῳ, Ρώμῃ, καὶ ἐξόδων τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν.
4441Ζητεῖτε ἤδη αὔξησιν δαπανῶν ἐν σχέσει πρὸς τὸν Προϋ-
4442πολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἕνεκα τῆς ἀνασυστά-
4443σεως ἰδίως τῶν Πρεσβειῶν. Ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι ἡ
4444ἀνασύστασις τῶν Πρεσβειῶν δὲν ἔχει λόγον σοβαρὸν, ὥστε
4445τὸ Κράτος ἡμῶν, ὑφ’ ἃς οἰκονομικὰς περιστάσεις εὑρίσκεται,
4446νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἐπὶ πλέον κατὰ 100,000 δραχμὰς ἐνιαυσίως.
4447Ἐκτὸς τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας καὶ τῶν προσέ-
4448δρων Ὑπουργῶν, οἵτινες πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν εἰς τὰ Βαλ-
4449κανικὰ Κράτη, ἡ ἀνασύστασις τῶν Πρεσβειῶν εἰς τὰς λοι-
4450πὰς πρωτευούσας τῆς Εὐρώπης εἶναι ἀνωφελής. Βεβαίως
4451ἀξιοπρεπὲς θὰ ἦτο, καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ εἶχε τοὺς ἀντιπροσώ-
4452πους τοῦ Βασιλέως ἐν αὐταῖς, ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ οἰκονομικὰ αὐ-
4453τῆς δὲν ἐπιτρέπουσι τοιαύτην αὔξησιν δαπανῶν, νομίζω, ὅτι
4454οἱ ἐπιτετραμμένοι δύνανται νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των,
4455ὅπως καὶ οἱ διορισθησόμενοι πρέσβεις.
4456Ἀλλὰ παραβάλλοντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουρ-
4457γείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1902 πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν
4458τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1896, παρατηροῦ-
4459μεν ἐπίσης διαφορὰν 800,000 δραχμῶν, καὶ ἡ διαφορὰ αὕτη
4460προέρχεται ἐκ τοῦ ψηφισθέντος νόμου περὶ Προξενείων, δι’
4461οὗ ηὐξήσαμεν τὰς ἀποδοχὰς τῶν προξένων, μεταβαλόντες
4462καὶ ἄμισθα Προξενεῖα εἰς ἔμμισθα, καὶ ἐξ ἄλλων τινῶν δα-
4463πανῶν. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι, εἰ δυνατὸν, πάντας τοὺς κλά-
4464δους τῶν ὑπηρεσιῶν ἡμῶν, ἰδίως τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἔδει
4465νὰ βελτιώσωμεν, καὶ νὰ χορηγήσωμεν αὐτοῖς ἄφθονα τὰ
4466μέσα. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἀκο-
4467λουθήσωμεν αὐτὴν τὴν τακτικὴν, ὄχι τὰ 117,000,000, τὰ
4468ὁποῖα προϋπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν
4469θὰ ἀρκέσωσιν, ἀλλ’ οὔτε 120, οὐδὲ 125 ἑκατομμύρια. Ἐὰν
4470ἀκολουθήσωμεν τὴν γνώμην τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς,
4471ὅτι καιρὸς πλέον εἶναι, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐξέλιξις τῆς χώρας προ-
4472χωρεῖ, νὰ αὐξάνωμεν καὶ τὰς δαπάνας ἡμῶν, δὲν ἠξεύρω
4473ποῦ θὰ φθάσωμεν.
4474Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἡ διαφορὰ
4475τῶν δαπανῶν μεταξὺ τοῦ 1896 καὶ τοῦ 1902 εἶναι δραχ-
4476μαὶ 1,000,000. Ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς μετα-
4477βολῆς Εἰρηνοδικείων τινῶν ἀπὸ δευτέρας εἰς πρώτην τάξιν,
4478ἐξ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ἐφετῶν καὶ ἐξ ἄλλων τοιούτων
4479δαπανῶν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅπως καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ διετυ-
4480πώσαμεν, ὅτι οὐχὶ ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν συνεπάγεται τὴν
4481βελτίωσιν τῶν κλάδων τῆς Διοικήσεως, ἀλλ’ ἡ βελτίωσις
4482τῶν κλάδων τῆς Διοικήσεως προέρχεται κυρίως ἐκ τῶν ἰθυ-
4483νόντων αὐτήν. Οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ
4484κράτος τῶν νόμων, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθή-
4485κοντος αὐτοῦ, δύναται ἄνευ αὐξήσεως δαπανῶν καὶ τὴν
4486Δικαιοσύνην νὰ βελτιώσῃ καὶ τὴν ἐν γένει Διοίκησιν. Ὑμεῖς
4487ἀνηγάγετε εἰς νόμον, ὅτι ἄνευ δαπανῶν δὲν δύνανται νὰ βελ-
4488τιωθῶσιν οἱ κλάδοι τῆς Διοικήσεως, καὶ δι’ αὐτὸ βλέπομεν
4489ἑκάστοτε τὰς δαπάνας αὐξανομένας κατὰ ἑκατομμύρια. Ἀλλ’
4490ἐρωτῶ ὑμᾶς νὰ μοὶ εἴπητε, ἰδίως ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς
4491Δικαιοσύνης, ἐὰν, παρ’ ὅλας αὐτὰς τὰς γενομένας αὐξήσεις,
4492ἔχωμεν οἵαν ἐμπρέπει εἰς τὴν χώραν ἡμῶν δικαιοσύνην.
4493Ἐὰν διὰ βραχέων ἐξετάσωμεν τὰ τρία ταῦτα Ὑπουργεῖα,
4494παραβάλλοντες αὐτὰ πρὸς τὸ 1896, παρατηροῦμεν διαφο-
4495ρὰν 2,500,000 δραχμῶν· ἀλλὰ τὴν διαφορὰν τῶν δαπανῶν
4496μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν ἐποχῶν βλέπομεν ἰδίως εἰς τὸ Ὑπουρ-
4497γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς ἐρεύνης τοῦ ὁποίου ἐπιλαμβά-
4498νομαι.
4499§261ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Δὲν διακόπτομεν ἐπὶ δέκα λεπτὰ, κύ-
4500ριε Πρόεδρε;
4501§262Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εὐχαριστῶ. Δύναμαι νὰ ἀνθέξω καὶ
4502μέχρι πρωΐας.
4503Αἱ αἰτούμεναι πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτε-
4504ρικῶν εἰσι δραχ. 14,853,000, ἀλλὰ σὺν ταῖς δηλώσεσι τοῦ
4505κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ προσθήκης 1,000,000
4506διὰ τὴν χορηγίαν τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–
4507Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, καὶ δρ. 200,000 περίπου δι’ ἔξοδα
4508ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ διὰ τὴν Ἔκθεσιν τῶν
4509Παρισίων κλπ. ἀνέρχονται εἰς ἄνω τῶν 16,000,000. Κατὰ τὸ
45101896 αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πᾶσαι
4511ἦσαν 12,390,000. Ηὐξήσατε ταύτας κατὰ 3 καὶ πλέον
4512ἑκατομμύρια, καὶ τὰς ηὐξήσατε πρὸς τίνα σκοπόν; Δὲν
4513ἐφηρμόσατε οὐδὲ τὸ νέον ἀστυνομικὸν σύστημα, ὅπερ ἐπέ-
4514βαλεν αὔξησιν δαπανῶν, δὲν διεθέσατε ποσὸν ἀνώτερον τοῦ
4515ἀναγραφομένου κατὰ τὸ 1896 ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας, δὲν διε-
4516θέσατε ἀνώτερον ποσὸν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ηὐ-
4517ξήσατε τὰς δαπάνας τῆς ἀστυνομίας ὑπὸ τὸ ὑπάρχον σύ-
4518στημα κατὰ 1,374,000 δραχμὰς, καὶ ἐν τούτοις ἀστυνομίαν
4519δὲν ἔχομεν· ἀκούετε καθ’ ἑκάστην ἐξαγγελλομένας βιαιο-
4520πραγίας τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἀκούετε παράπονα καὶ
4521διαμαρτυρίας τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν ἐπὶ τῇ καταστάσει τῆς
4522δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν ἐπράξατε.
4523Ἀλλ’ ἰδοὺ τὸ κεφάλαιον, εἰς ὃ ἐδαπάνησε τὸ Κράτος ἐπὶ
4524πλέον ἢ κατὰ τὸ 1896 ἑκατοντάδας χιλιάδων· εἶναι τὸ
4525τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Αὔξησις, τὴν ὁποίαν
4526καὶ ἄλλοτε, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἤθελε νὰ δικαιολογήσῃ ὁ
4527ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
4528λέγων ὅτι προέρχεται ἐκ τῆς συστάσεως τῶν νέων τριάκοντα
4529πέντε ταχυδρομικῶν γραφείων καὶ τηλεγραφείων. Ἀλλ’ ἡ
4530δαπάνη τούτων εἶναι ἐλαχίστη ἀπέναντι τῆς γινομένης ἐν
4531τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, δι’ ἣν ἡ δαπάνη ὑπερβαίνει τὸ ἓν ἑκα-
4532τομύριον, καὶ δὲν ἠξεύρω, πῶς δύναται νὰ δικαιολογηθῇ.
4533Ἐβελτιώθη ἡ κατάστασις τῶν ταχυδρομείων, οὕτως ὥστε
4534νὰ ἀπαιτῇ τοιαύτην δαπάνην; Ἐκτὸς ἂν θεωρῆτε βελτίω-
4535σιν τὴν ἐνοικίασιν τοῦ νέου μεγάρου τῶν ταχυδρομείων ἀντὶ
453645,000 δραχ. ἐνιαυσίως, ἢ τὴν ἐπαύξησιν τοῦ προσωπικοῦ,
4537ἢ τὴν ἀγορὰν ἁμαξῶν πρὸς μετακόμισιν τῶν ταχυδρομικῶν
4538σάκκων.
4539Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκτὸς τῆς ἀσκόπου ταύτης δαπάνης τῶν
4540ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ
4541Προϋπολογισμοῦ καὶ κατ’ ἰδίαν μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, πῶς
4542δαπανῶνται τόσα ποσὰ διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ, δηλ. διὰ χάρ-
4543την, ἔπιπλα, σκεύη καὶ τὰ τοιαῦτα. Καὶ ἂν ἀκούσητε, ὅτι τὸ
4544Κράτος δαπανᾷ διὰ χάρτην καὶ ἔπιπλα τῶν διαφόρων δημο-
4545σίων γραφείων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος περὶ τὸ ἑκατομμύριον,
4546τί θὰ εἴπητε; Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἠρώ-
4547τησα, πῶς διεξάγονται τὰ τῆς προμηθείας τοῦ ὑλικοῦ, καὶ
4548μοὶ εἶπον, ὅτι διεξάγονται διὰ μειοδοτικῆς δημοπρασίας·
4549ἀλλ’ ἐξετάσας ἔμαθον, ὅτι ὁ νόμος οὗτος τῆς διὰ δημοπρα-
4550σίας παροχῆς τούτων ἔπεσεν εἰς ἀχρηστίαν, καὶ οἱ διευθυν-
4551ταὶ τῶν διαφόρων τμημάτων τῶν Ὑπουργείων ἔρχονται εἰς
4552συνεννοήσεις μετὰ διαφόρων προμηθευτῶν, οἵτινες παρέχουσι
4553τὰς προμηθείας.
4554Κατὰ συγκυρίαν περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου φύλλον τῶν
4555«Καιρῶν», ἐν ᾧ εὗρον ἀναγεγραμμένην, ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν
4556«αἱ προμήθειαι τοῦ Δημοσίου», καταγγελίαν τοῦ τρόπου
4557τῆς διεξαγωγῆς τῶν προμηθειῶν καὶ τῶν γινομένων ἀτασθα-
4558λιῶν πρὸς τὸν πρώην Πρωθυπουργόν, ὑπογεγραμμένην παρὰ
4559τοῦ κ. Ἀντύπα, ἐντίμου ἀνδρὸς, προμηθευτοῦ διαφόρων κατα-
4560στημάτων· παρεκάλεσα τότε αὐτὸν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ τὰ τοῦ
4561ὑπομνήματος, καὶ οὗτος μοὶ ἔδωσεν ἀντίγραφον τούτου, τὸ
4562ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν, ὅστις ὑπο-
4563θέτω, ὅτι δὲν ἔδωσε τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς αὐτὸ. Διὰ
4564τοῦ ὑπομνήματος τούτου, Κύριοι, οὐ μόνον ὑποδεικνύεται ὁ
4565τρόπος, καθ’ ὃν διεξάγονται αἱ προμήθειαι ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν,
4566ἀλλ’ ἐν τέλει ὑποβάλλεται καὶ γνώμη περὶ τοῦ τρόπου,
4567καθ’ ὃν δέον νὰ ἐνεργῶνται αἱ προμήθειαι, οὕτως ὥστε καὶ
4568καταχρήσεις νὰ μὴ λαμβάνωσι χώραν, καὶ τὸ Κράτος νὰ
4569προσπορίζηται ὠφέλειαν ἄνω τῶν 500,000 δραχμῶν ἐνιαυ-
4570σίως. Δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα, ὅπως σᾶς ἀναγνώσω
4571ὁλόκληρον τὸ ὑπόμνημα· θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὸ συμπέ-
4572ρασμα αὐτοῦ, ἐξ οὗ θὰ ἐκτιμήσητε καὶ τὸν γράψαντα καὶ
4573τὰ προτεινόμενα παρ’ αὐτοῦ μέτρα.
4574Τὸ συμπέρασμα τοῦ ὑπομνήματος ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει):
4575«... Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ λεγομένη μειοδοτικὴ δημοπρασία δὲν
4576ἐκπληροῖ πλέον τὸν προορισμόν της, καὶ κατήντησεν ἀλη-
4577θὲς μονοπώλιον ὑπὲρ τῶν εὐνοουμένων, ἕνεκα τῆς καταστρα-
4578τηγήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, καὶ ἡ ἀπ’ εὐθείας προ-
4579μήθεια ἀποδεικνύεται ἀσύμφορος πρὸς τὸ Κράτος, μένει νὰ
4580εὑρεθῇ ἄλλο τι πρακτικώτερον καὶ παρέχον μείζονας ἀσφα-
4581λείας κατὰ τῆς καταστρατηγήσεως καὶ καταχρήσεως, καὶ
4582ὡς τοιοῦτο θὰ ἐπροτείνομέν τι ταπεινῶς, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος εὐ-
4583ηρεστεῖτο νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ. Θὰ ἐπροτείνομεν τὴν σύστασιν
4584διαρκοῦς γενικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν προμηθειῶν τοῦ Κρά-
4585τους, ὑπὸ τὸν τίτλον «Κεντρικὸν Γραφεῖον τῶν γενικῶν προ-
4586μηθειῶν τοῦ Κράτους», τῆς ὁποίας τὰ μέλη νὰ ἀνανεῶνται,
4587εἰ δυνατὸν, κατ’ ἔτος, ἐκτὸς τοῦ εἰσηγητοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ
4588αὕτη δέον νὰ ἀπαρτίζηται ἀπὸ οἰκονομικοὺς ἀντιπροσώπους
4589τῶν 7 Ὑπουργείων, σχετικῶς τοὺς ἐντιμοτέρους καὶ νοημο-
4590νεστέρους, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπαραιτήτως νὰ γνωρίζουν τὴν Γαλ-
4591λικὴν γλῶσσαν, εἰς ἣν θὰ τηρῆται ἡ ἀλληλογραφία μὲ τὸ
4592ἐξωτερικόν· ἐπίσης νὰ διορίζωνται ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς
4593δύο ἐκ τῶν διακεκριμένων ἐνταῦθα ἐμπόρων, δύο ἐκ τῶν
4594καλλιτέρων βιομηχάνων καὶ δύο ἀντιπρόσωποι (παραγγελιο-
4595δόχοι) εὐρωπαϊκῶν οἴκων ἐκ τῶν ἱκανωτέρων καὶ ἀμέμπτου
4596ἐμπορικῆς χρηστότητος σχετικῶς, οὗτοι δὲ νὰ ἀπαρτίζωσι
4597τὴν ἐπιτροπὴν τῶν γενικῶν προμηθειῶν, τῆς ὁποίας ἡ ἕδρα
4598νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν.
4599» Ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς τιμῆς ἑνὸς ἀναγκαιοῦντος εἴδους
4600θὰ λαμβάνηται κατὰ πλειοψηνοφίαν, καὶ ἕκαστον τῶν μελῶν
4601ὀφείλει νὰ δικαιολογῇ τὴν γνώμην του· ἡ ὁριστικὴ ὅμως
4602ἀπόφασις ἀφίεται τῷ ἁρμοδίῳ Ὑπουργῷ. Ἐπὶ τῆς ἀξίας
4603τῶν προμηθειῶν θὰ κρατῆται ἐκ τῶν προμηθευτῶν 5%,
4604ἅτινα θὰ χρησιμεύουν πρὸς ὁρισθησόμενον σκοπὸν, ὡς ἐπὶ
4605παραδείγματι ὑπὲρ τοῦ ταμείου τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, ἢ ὑπὲρ
4606ἄλλης τινὸς ἀνάγκης, ἕτερον δὲ 1% ἐπίσης θὰ κρατῆται
4607ἐκ τῶν προμηθευτῶν πρὸς συντήρησιν τοῦ «Κεντρικοῦ Γρα-
4608φείου τῶν γενικῶν προμηθειῶν τοῦ Κράτους».
4609»Ἰδοὺ ἐν συντομίᾳ, κύριε Πρόεδρε, αἱ γενικώτεραι διατά-
4610ξεις, τὰς ὁποίας, ἂν διατάξῃ ὁ κ. Πρόεδρος, ὑποσχόμεθα νὰ
4611ὑποβάλωμεν συμπεπληρωμένας.
4612»Ἄς μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην, ὅτι μό-
4613νον διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς ἀνωτέρω ἐπιτροπῆς θὰ ἔλθωσι
4614πολλὰ τὰ ἄτοπα καὶ σκοτεινὰ τοῦ παρελθόντος εἰς φῶς, καὶ
4615θὰ ἐπέλθῃ σοβαρωτάτη οἰκονομία διὰ τὸ μέλλον. Τοιουτο-
4616τρόπως θὰ παύσῃ καὶ ἡ ἀπ’ εὐθείας ἀσύμφορος καὶ ἄτοπος
4617ἀνάμιξις τῶν Πρεσβειῶν εἰς ἀγορὰς, ὡς ἐπίσης καὶ τῶν τμη-
4618ματικῶς κατ’ ἐκλογὴν καὶ βούλησιν ἀγοραζόντων ἐνταῦθα
4619ὑπαλλήλων, διότι ὅλαι ἀνεξαιρέτως αἱ ἀγοραὶ θὰ συζητῶν-
4620ται καὶ θ’ ἀποφασίζωνται πρῶτον παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ
4621θὰ ἐπικυρῶνται παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅπως ἔχωσι
4622κῦρος.»
4623Ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ἀναγνώσω τὸ συμπέρασμα τοῦ
4624ὑπομνήματος τούτου, καθόσον νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι, ἀφοῦ τὸ
4625σύστημα, τὸ ἐπικρατοῦν σήμερον, τῆς μειοδοτικῆς δημο-
4626πρασίας κατέστη χάρτης ἄγραφος, ἀφοῦ διὰ τοῦ συστήμα-
4627τος τούτου καὶ πολλαὶ καταχρήσεις λαμβάνουσι χώραν εἰς
4628τὰ διάφορα δημόσια γραφεῖα, καὶ τὸ Κράτος ζημιοῦται, ἐνῷ
4629ἑτέρωθεν, ἐκτὸς τῶν προμηθειῶν, ἃς εἰς μικροτέραν τιμὴν θὰ
4630προσπορίζηται, θὰ ἔχῃ καὶ ὠφέλειαν τὸ Κράτος περὶ τὰς
4631500,000 δραχ. ἐνιαυσίως ἐκ τῶν διαφόρων προμηθειῶν, νο-
4632μίζω, λέγω, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς
4633τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τοῦτο,
4634καθόσον εἶναι ἄδικον νὰ σπαταλῶνται, Κύριοι, ἑκατομμύρια
4635διὰ τὰς διαφόρους προμηθείας τοῦ Κράτους.
4636§263Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ πρὸ πάντων — ὡς παρέ-
4637στησεν ὁ ἀναφερόμενος — ὁ ὁδηγὸς πρὸς τὴν οἰκονομίαν εἶναι
4638ἡ ἐκλογὴ χρηστῶν προσώπων. Δύναμαι νὰ ἀναμνησθῶ ἑνὸς
4639ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς ηὐτοκτόνησε. Μὲ ἐμίσει πρὶν
4640ἢ γένωμαι Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον οὐδεὶς ἄλλος.
4641Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτε ἐγὼ ἐγενόμην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
4642μικῶν, ὅτι συνέπεσε νὰ χηρεύσῃ ἡ θέσις προϊσταμένου τοῦ
4643γραφείου τῆς Στατιστικῆς, ἐγὼ δ’ ἀφῆκα αὐτὸν νὰ διευθύνῃ
4644τὸ Γραφεῖον τῆς Στατιστικῆς. Ἐξέδωκε καὶ ἐδημοσίευσε δι-
4645πλάσια ἢ ὅσα εἶχεν ἐκδώσει καὶ δημοσιεύσει ὁ πρὸ αὐτοῦ
4646προϊστάμενος τοῦ γραφείου ἐκείνου· ἡ δὲ δαπάνη ἦτο τὸ τέ-
4647ταρτον μόνον τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον δαπανηθῆ ὑπὸ
4648ἐκείνου, ὅστις ἦτο πρὸ αὐτοῦ προϊστάμενος τοῦ γραφείου.
4649Ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἦτο ὁ δυστυχὴς Τζάκας, ὅστις ἄλλοτε
4650εἰργάζετο εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν», χρηστότατος καὶ τιμιώ-
4651τατος ἄνθρωπος.
4652Δὲν πρέπει τάχα νὰ μνημονεύσω ἄλλου χρηστοτάτου ὑπαλ-
4653λήλου, ὁ ὁποῖος, ὡς διεκπεραιωτὴς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰ-
4654κονομικῶν, κατὰ τὸ 1885 μοὶ ἔφερε μεγίστην οἰκονομίαν,
4655καὶ ὁ ὁποῖος περιώρισε τὴν δαπάνην τῶν γραφικῶν ἐξόδων
4656εἰς τὸ τρίτον τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τὰ προηγηθέντα
4657Ὑπουργεῖα εἶχον δαπανηθῆ ὑπὸ τῶν προκατόχων του;
4658Ἀπέθανε καὶ οὗτος, ἀλλ’ ἀπέθανεν ἐπὶ τῆς ψάθης! Ἦτο ὁ
4659μακαρίτης Παναγιώτης Μεταξᾶς. Καὶ ἄλλος, ὅτε ἐτύγχα-
4660νον Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διετέλεσεν ἐπὶ τῆς διεκ-
4661περαιώσεως τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ἐντιμότατος ὑπάλλη-
4662λος, ὁ κ. Ἰωάννης Ἐμμανουήλ, ἰδιωτεύων κατὰ τὰ τελευ-
4663ταῖα ἔτη.
4664§264Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δυστυχῶς τοιοῦτος εἶναι ὁ κλῆρος τῶν
4665ἐντίμων ὑπαλλήλων εἰς τὴν χώραν ἡμῶν!
4666§265ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, Ὡμι-
4667λήσατε περὶ προμηθείας τοῦ χάρτου μόνον;
4668§266Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐν γένει.
4669§267ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Πόθεν συνηγάγετε τὸ ποσόν, ὅτι ἀνέρ-
4670χεται εἰς ἓν ἑκατομμύριον;
4671§268Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς μοὶ ἔδω-
4672κεν ὁ κύριος Ἀντύπας, εἰδικὸς περὶ ταῦτα.
4673§269ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ποῦ βασίζεται;
4674§270ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν ἠξεύρω.
4675§271ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀποκλειστικῶς χάρτην μόνον!
4676§272ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον.
4677§273Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς Ἐφημερίδος
4678τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Τυπογραφείου κλπ.
4679§274Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐν γένει τῶν δημοσίων γραφείων.
4680§275ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. «Τοῦ Δημοσίου» θὰ ἐννοῇ καὶ τῆς
4681Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ λοιπά.
4682§276Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐν γένει διὰ τὸν χάρτην, ὃν μεταχει-
4683ρίζεται τὸ Δημόσιον, καὶ δι’ ἔπιπλα δαπανᾶται περὶ τὸ ἑκα-
4684τομμύριον ἐνιαυσίως.
4685§277Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅλα τὰ λογιστικὰ βιβλία, καὶ τὰ
4686λοιπά.
4687§278ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
4688§279Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κάμετε
4689τὰ ἀθροίσματα, καὶ εὕρετε τὰ διάφορα κονδύλια.
4690§280ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Καὶ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἀνέλθητε
4691εἰς τὸ ποσὸν αὐτό, καὶ ἂν ἀθροίσητε ὅλα τὰ ὑπὸ τὸν τίτλον
4692«γραφικά», ὅπου περιλαμβάνονται καὶ ἄλλα.
4693§281ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Βεβαίως.
4694§282Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐὰν ἀθροίσωμεν ὅλα τὰ ὑπὸ τὸν τί-
4695τλον «γραφικά», εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ ποσὸν θὰ ἦναι πολὺ
4696ἀνώτερον. Ἀναθέσατε εἰς ὑπάλληλον νὰ συντάξῃ τοιοῦτον
4697πίνακα, ὅπως πεισθῆτε.
4698§283ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Βεβαίως.
4699§284Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Ἀντύπας, ὡς ἠξεύρω
4700καὶ ἐγὼ, ἐξ ὅλων τῶν προμηθειῶν, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος
4701ἔχει ἀνάγκην νὰ λαμβάνῃ ἔξωθεν, ὑπελόγιζεν ὅτι, ἂν ἐφαρ-
4702μοσθῇ τὸ σύστημα αὐτό, τὸ Κράτος θὰ εἶχε κέρδος δραχ-
4703μῶν 500,000.
4704§285ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
4705§286ΠΟΛΛΟΙ. Περὶ ὅλων, περὶ ὅλων.
4706§287ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ τοῦ πετρελαίου ἐπίσης.
4707§288Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὄχι δά!
4708§289ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὁπλισμόν, ἱματισμὸν τοῦ στρα-
4709τοῦ, ὅλα.
4710§290Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ζήτημα ἐκλογῆς χρηστῶν ὑπαλ-
4711λήλων.
4712§291Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς ὁδοποιίας ἡ
4713ἐπιτροπὴ παρετήρησεν, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ λάβῃ ἀσφαλῆ
4714ἰδέαν ὁποῖον ποσὸν ὀφείλεται μέχρι τοῦδε διὰ τὴν συντήρη-
4715σιν τῶν ὁδῶν, ἕνεκα παρελθουσῶν ὑποχρεώσεων, καὶ ὁποῖον
4716ποσὸν δαπανᾶται κατ’ ἔτος. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προ-
4717ϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ
4718τῶν Ἐσωτερικῶν, γενομένης μακρᾶς ἐπὶ τούτου συζητήσεως,
4719ὅτι ἡ ἀναγραφεῖσα πίστωσις διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν δὲν
4720ἦτο ἐπαρκής, ἔλεγεν, ὅτι «δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν
4721περισσοτέραν πίστωσιν διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, διότι διὰ
4722τὴν συντήρησιν αὐτῶν ἀναγράφομεν 1,700,000»· ἤλπιζε δέ,
4723ὅτι εἰς τὸ προσεχὲς ἔτος, ἂν ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ, τὸ ποσὸν τῆς
4724συντηρήσεως τῶν ὁδῶν ἤθελε περιορισθῆ, καὶ οὕτω θὰ ηὔ-
4725ξανε τὸ ποσὸν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν· δυστυχῶς
4726ὅμως, καὶ τὸ ποσὸν τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν, ὃ εἶχεν ἀνα-
4727γραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ παρελθόντος ἔτους, εἶναι
4728ἀναγεγραμμένον καὶ ἐν τῷ νῦν, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι διὰ τὴν
4729συντήρησιν αὐτῶν, ἐνῷ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901
4730ἀνήρχετο εἰς 1,700,000, ἤδη ἀναγράφεται 2,400,000.
4731Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2,400,000 συμ-
4732περιλαμβάνεται καὶ ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν τοῦ ἔτους τού-
4733του. Διὰ τῶν 2,400,000 θέλουσι πληρωθῆ κατὰ τὸ πλεῖ-
4734στον ὑποχρεώσεις ἀναληφθεῖσαι μέχρι σήμερον, αἵτινες εἰσ-
4735έτι δὲν ἐπληρώθησαν, διὰ δὲ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους τούτου
4736μόνον 400–500 χιλιάδες θὰ δαπανηθῶσι, καὶ οὕτω πῶς
4737ἐξακολουθεῖ ἡ ἀέναος αὕτη ἀναγραφὴ δαπάνης διὰ συντή-
4738ρησιν ὁδῶν, τῆς ὁποίας μέρος δαπανᾶται εἰς τὴν τρέχουσαν
4739χρῆσιν, τὸ δὲ ὑπόλοιπον εἰς λογαριασμὸν παρελθουσῶν χρή-
4740σεων. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἠρεύνησεν ἐπιμε-
4741λῶς τὰ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀποφανθεῖσα, ὅτι δέον νὰ
4742ταξινομηθῇ τό τε κεφάλαιον τῆς κατασκευῆς ὁδῶν καὶ τὸ
4743τῆς ἀνακαινίσεως καὶ συντηρήσεως αὐτῶν, ὅπως ἠξεύρωμεν
4744τέλος πάντων, ποίου ποσοῦ ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὴν συν-
4745τήρησιν τῶν ὁδῶν, ὁποῖαι αἱ μέχρι τοῦδε ἀναληφθεῖσαι ὑπο-
4746χρεώσεις, ἃς πρέπει νὰ ἐξοφλήσωμεν, καὶ τί δαπανῶμεν διὰ
4747τὴν κατασκευὴν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι ἤδη
4748πᾶσα Κυβέρνησις ἔπρεπεν εἰς τὸ ποσὸν τῆς κατασκευῆς ὁδῶν
4749νὰ ἦναι γενναιοτέρα, διότι τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον διὰ
4750κατασκευὴν ὁδῶν, 270,000 δραχμαὶ πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων
4751ἀξίας ἑκάστου ἄνω τῶν δέκα χιλιάδων, ἐπίσης 300,000
4752δι’ ἔξοδα ὁδῶν δραχμῶν μέχρι 10,000, ὡς ἐπίσης 500,000
4753δι’ ἐξακολούθησιν ἀρξαμένων ἔργων, δὲν εἶναι ἐπαρκές.
4754Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι αἱ δαπάναι ἡμῶν πρέπει νὰ ἀφο-
4755ρῶσιν ἰδίως εἰς τὴν διὰ παντὸς μέσου ἐνίσχυσιν τῆς παρα-
4756γωγῆς. Πρὸς τοῦτο τὰ μέσα τῆς ἀναπτύξεως τῆς συγκοινω-
4757νίας, διὰ κατασκευὴν ὁδῶν, διὰ κατασκευὴν γεφυρῶν, πρέ-
4758πει νὰ ὦσι γενναιότερα· φρονῶ δὲ ἐγώ, ὅτι ἐπί τινα χρό-
4759νον, ἐκτὸς τῆς κατασκευῆς ἀπαραιτήτων ὁδῶν, πρέπει νὰ
4760στρέψωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν καὶ εἰς τὴν κατασκευὴν γε-
4761φυρῶν, καθόσον ἡ ἔλλειψις ὁδοῦ ἐπί τινα χρόνον, ἀπὸ χωρίου
4762εἰς ἕδραν δήμου, καὶ ἀπὸ δήμου εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς
4763ἐπαρχίας, δύναται νὰ ἀναβληθῇ, ἡ ἔλλειψις ὅμως γεφυρῶν
4764εἰς Κράτος πεπολιτισμένον δὲν ἐπιτρέπεται. Ἕνεκα τῆς ἐλ-
4765λείψεως γεφυρῶν, φαντάζεσθε, οὐ μόνον πόσαι δυσκολίαι πα-
4766ρουσιάζονται εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ ὁ-
4767πόσα δυστυχήματα καθ’ ἑκάστην συμβαίνουσι! Διὰ τοῦτο
4768ἐπιμένω, ὅτι εἰς τὸ κεφάλαιον ἐν γένει τῆς κατασκευῆς ὁδῶν
4769πρέπει νὰ δοθῇ μεγίστη προσοχὴ ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων,
4770ἰδίως εἰς τὸ τῆς κατασκευῆς γεφυρῶν.
4771§292Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Καὶ πρὸ πάν-
4772των παρ’ ἡμῖν, ἔνθα τὸ Κράτος ἔχει ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ
4773δαπανᾷ διὰ τὴν ὁδοποιίαν ὁλόκληρον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον
4774εἰσφέρεται παρὰ τοῦ λαοῦ διὰ τὴν ὁδοποιίαν. Ἐὰν ἐπῆλθε
4775νόμος, ὁ ὁποῖος κατήργησε τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιίας,
4776δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς νόμος δημευτικός, δημεύων καὶ
4777τὰ λόγῳ τῆς ὁδοποιίας εἰσπραττόμενα χρήματα. Τὸ Κράτος
4778δυνάμει νόμου εἰσέπραττε φόρους εἰδικούς, φόρους ὁδοποιίας
4779παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ νὰ κατασκευάζῃ ὁδούς. Ἐὰν
4780δὲ δὲν ἦτο νόμος δημευτικός, σῴζεται ἡ ἠθικὴ ὑποχρέω-
4781σις εἰς τὸ Κράτος, τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττε λόγῳ
4782ὁδοποιίας κατὰ τοὺς νόμους τοῦ 1867, νὰ μὴ ἀναμιγνύῃ μὲ
4783τὸν δημόσιον θησαυρόν, ἀλλὰ νὰ τὰ δαπανᾷ κατ’ ἔτος διὰ
4784τὰς ἀνάγκας τῆς ὁδοποιίας, διὰ κατασκευὴν ὁδῶν, διὰ συν-
4785τήρησιν ὁδῶν, κατασκευὴν γεφυρῶν. Ὑπερβαίνουσι δὲ τὰ
4786πέντε ἑκατομμύρια δραχμῶν τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὸ δημόσιον
4787ταμεῖον ὡς ἔσοδα ἐκ τοῦ φόρου τῆς ὁδοποιίας.
4788§293Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μόνον οἱ κυβερνῶντες ἀπὸ τριετίας ἀντι-
4789λέγουσιν εἰς ταῦτα.
4790§294Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ νὰ δαπανῶνται καὶ ὅπου εἰσ-
4791πράττονται.
4792§295Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ μοι ἀρχηγοῦ
4793ῥηθέντα ἔχουσι μεγάλης ἀληθείας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐκ
4794τοῦ ταμείου τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιίας ὀφεί-
4795λονται περὶ τὰ 5,700,000...
4796§296Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκεῖνα εἶναι χρήματα ἄλλα.
4797Τὸ Κράτος εἶναι θεματοφύλαξ τῶν χρημάτων ἐκείνων, τὰ
4798ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποι-
4799ίαν, χρεωστεῖ δὲ τὸ Κράτος νὰ πληρώνῃ αὐτὰ πρὸς κατα-
4800σκευὴν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν. Καὶ ὅμως ὑπάρχει
4801ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκκρεμὴς ἐπὶ ἓν ἔτος ἤδη πρότασις, δι’
4802ἧς ἐζητεῖτο, ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς τὸν δῆμον Ναυπλιέων νὰ δια-
4803θέσῃ τὰ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας ἐκεί-
4804νης εἰσπεπραγμένα χρήματα· δηλαδὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία,
4805ἀφίνουσα τοσοῦτον χρόνον ἐκκρεμῆ τὴν πρότασιν ταύτην,
4806ἀναστέλλει τὴν πραγματοποίησιν ἑνὸς δικαιώματος τῶν δή-
4807μων ἐκείνων, ζητούντων ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς
4808αὐτούς.
4809§297Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ ὅμως, ἐνῷ ὀφείλονται 5,700,000
4810εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰς ἐπαρχίας, ἀναγράφεται ἀπό τινος
4811κατ’ ἔτος ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς ποσὸν 50,000! Δι’ αὐτὸ
4812ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
4813μικῶν πρέπει ν’ ἀναγράψῃ γενναιοτέραν πίστωσιν, διότι
4814εἶναι ἄδικον, οἱ δῆμοι νὰ στερῶνται τῶν ἰδίων αὑτῶν χρη-
4815μάτων, διατιθεμένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀλλαχοῦ.
4816Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἡ
4817μειονοψηφία, καὶ ἐν γένει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
4818ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι, εἰ καὶ τὸ ποσόν, τὸ ἀναγραφόμενον,
4819τῶν 300,000 δρ. ἐν σχέσει πρὸς τὸ παρελθὸν εἶναι μεῖζον,
4820ἐν τούτοις δὲν εἶναι ἐπαρκές. Ἡ διάθεσις δὲ τοῦ ποσοῦ τού-
4821του τῶν 300,000 δρ. ἀνὰ μικρὰ ποσὰ εἰς διάφορα ἔργα εἶναι
4822ματαία. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἀναγράφωμεν δι’
4823ἀποξήρανσιν ἕλους 5,000 δραχμὰς, καὶ αἱ 5,000 αὗται νὰ
4824μένωσι καὶ νὰ μὴ δαπανῶνται, ἢ, ἂν δαπανηθῶσι, νὰ δα-
4825πανῶνται ἀσκόπως, καταστρεφομένων τῶν ἔργων, ἤθελεν
4826εἶναι προτιμότερον καὶ ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς Πολιτείας
4827νὰ προνοῆται καὶ ἀναγράφηται ἑκάστοτε ἐν τῷ Προϋπολο-
4828γισμῷ ἡ ἐπαρκὴς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν δαπάνη, καὶ οὐχὶ
4829ὅπως ἁπλῶς φαίνηται, ὅτι λαμβάνεται μέριμνα περὶ ἀπο-
4830ξηράνσεως ἑλῶν. Διότι τί δύναται νὰ γείνῃ διὰ τοῦ ποσοῦ
4831τῶν 5,000 δραχ. διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Γλυκιᾶς
4832ἐν Ναυπλίῳ, ὃ ἑκάστοτε ἀνὰ πᾶν ἔτος ἀναγράφεται, χωρὶς
4833καὶ νὰ δαπανᾶται; Τί δύναται νὰ γείνῃ διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν
48347,000 δρ. διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους τοῦ Ἁλμυροῦ;
4835Τί δύναται νὰ γείνῃ διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 10,000 διὰ τὴν
4836ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Μουστοῦ τῆς Κυνουρίας;
4837§298Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ Μουστοῦ!
4838§299Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ διὰ τοῦτο, τῇ συστάσει μου καὶ
4839ἐπιμονῇ μου, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
4840παρελθόντος ἔτους ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς προέτεινε καὶ ἡ
4841Βουλὴ ἀπεδέχθη τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ ὑπὲρ τῆς διευθε-
4842τήσεως τῆς κοίτης τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ, ἥτις καὶ περα-
4843τοῦται...
4844§300ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐπράξατε ἔρ-
4845γον ἀγαθόν.
4846§301Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ πιστεύω. Καὶ δι’ αὐτὸ ὑποθέτω,
4847ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ λησμονήσῃ καὶ αὐτὸς, ὡς ἐγὼ
4848ἐμερίμνησα περὶ τῆς ἐπαρχίας του, νὰ μεριμνήσῃ καὶ αὐτὸς
4849διὰ τὴν ἀποξήρανσιν ἑλῶν τινων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Φθιώτιδος.
4850§302ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον, πρέπει νὰ προσαχθῶσιν
4851ἐνταῦθα ὅλοι οἱ προϋπολογισμοὶ τῆς δαπάνης τῶν ἔργων.
4852§303Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ἦτο τότε νόμος.
4853§304ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταῦτα τὰ ἔργα ἄνευ προϋπολογισμοῦ δὲν
4854δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι· κατὰ τὸν νόμον, πρέπει νὰ προσ-
4855αχθῶσιν ἐνταῦθα ὅλοι οἱ προϋπολογισμοί.
4856§305Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ οὔτε προ-
4857ϋπολογισμός, οὔτε μελέτη, εἶναι ψεῦδος, εἰρωνεία, ἀπάτη
4858ἡ ὑπόσχεσις, τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τοὺς πολίτας, ἀναγρά-
4859φοντες τοιαύτας δαπάνας.
4860§306Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τοὺς προ-
4861ϋπολογισμοὺς τοὺς ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
4862ἑτοίμους, ἵνα τοὺς καταθέσῃ.
4863§307Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐν γένει καὶ ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι ἀνα-
4864γράφονται τὰ ποσὰ ταῦτα δι’ ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα οὔτε ἔναρ-
4865ξις ἐγένετό ποτε, οὔτε μελέτη.
4866§308ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τοῦτο εἶχον παρακαλέσει νὰ κατα-
4867τεθῶσι σχετικαὶ πληροφορίαι. Ἐν τούτοις, ἐνῷ συζητεῖται
4868ἐνταῦθα ὁ Προϋπολογισμός, ταῦτα δὲν τὰ ἔχομεν.
4869§309Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ δοθῇ καιρὸς εἰς
4870τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑδραυλικῶν ἔρ-
4871γων. Ἀλλ’ ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τότε βεβαίως
4872πᾶσαι αἱ ἐγγραφαὶ αὗται, αἵτινες γίνονται μόνον καὶ μόνον
4873διὰ φενάκην, ἐκτὸς ἐλαχίστων, πρέπει ν’ αὐξηθῶσι κατὰ
4874πολύ, πρέπει ν’ ἀναγραφῶσι πιστώσεις μεγαλειτέρων ποσῶν,
4875ἐπαρκούντων εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἔργων τούτων. Κατὰ
4876τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπεβλήθη, ὁ ἰδιοκτήτης ἐκτάσεως ἑλώ-
4877δους θέλει βαρύνεσθαι κατὰ ἥμισυ, τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ θέλει
4878βαρύνει τὸ Κράτος. Ἐπίσης πρὸς κατασκευὴν ἀσφαλιστικῶν
4879ἔργων τῆς λίμνης Φενεοῦ ἐδαπανήθησαν πέρυσιν, ὡς ἔμα-
4880θον, 30,000 δραχμαί, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἐδαπανήθησαν ἀσκό-
4881πως, καθόσον χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ δέουσα μελέτη ἐξετέθη
4882τὸ ἔργον εἰς δημοπρασίαν, τὸ ἀφορῶν τὴν ἀπόφραξιν τῶν ἐν
4883τῇ λίμνῃ καταβοθρῶν, καὶ ἐξετελέσθη κακῶς· ἐπελθούσης
4884δὲ πλημμύρας, καὶ ἔργον καὶ χρῆμα ἀπώλετο συμπνιγέν!...
4885§310Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρελήφθη ὅμως τὸ ἔργον ὑπὸ
4886τῶν μηχανικῶν.
4887§311Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ χρήματα εἰσεπρά-
4888χθησαν ἀπὸ τὸν ἐργολάβον.
4889§312Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐννοεῖται... Ἀνάγκη ὅθεν νὰ προη-
4890γηθῇ μελέτη καὶ ν’ αὐξηθῇ ἡ πίστωσις, διότι ἄλλως οὐ-
4891δὲν δύναται νὰ γείνῃ.
4892Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐν συντόμῳ εἶχον νὰ ὑποβάλω
4893ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
4894Ἐπὶ δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἐὰν ἐξακολουθή-
4895σωμεν τὴν αὐτὴν σύγκρισιν μεταξὺ τοῦ 1902 καὶ τοῦ 1896,
4896παρατηροῦμεν καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ διαφορὰν με-
4897γάλην δαπάνης. Τὸ μόνον ἐν τούτοις Ὑπουργεῖον, εἰς ὃ δι-
4898καιολογεῖται ἡ αὔξησις τῆς τοιαύτης δαπάνης, εἶναι τὸ
4899Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
4900παιδεύσεως, ἕνεκα τῆς συνδρομῆς, ἣν τὸ Κράτος παρέχει εἰς
4901τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν· ἀλλὰ περὶ τοῦ ζητήματος τού-
4902του δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετική, καθόσον, ἐὰν ἐξακο-
4903λουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, δὲν ἠξεύρω, ἂν καὶ δύο ἑκατομ-
4904μύρια ἤθελον ἐπαρκέσει κατ’ ἔτος πρὸς ἀρωγὴν τοῦ Κράτους
4905ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἥτις ἄλλως τε, ὀφείλομεν
4906νὰ ὁμολογήσωμεν, εἶναι ὁ ἄρτος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
4907§313Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
4908ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν αἱ
4909ἀναγραφόμεναι διὰ τὴν γεωργίαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
49101902 δαπάναι πρόκειται νὰ διατεθῶσι κατὰ τοὺς νόμους
4911τοῦ Κράτους; δηλαδὴ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ
4912δημοσίου λογιστικοῦ.
4913§314Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἴσως εἰς τοῦτο σᾶς ἐδόθη ἀφορμὴ ἐκ
4914τῆς ἀναγραφῆς ποσοῦ τινος πρὸς συνδρομὴν τῆς Γεωργικῆς
4915Ἑταιρείας.
4916§315Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τοιαύτης διαθέσεως τῶν
4917πιστώσεων τούτων ἀντιτίθεμαι ἀπολύτως· διότι ἡ Γεωρ-
4918γικὴ Ἑταιρεία εἶναι ἐπιχείρησις ἰδιωτική, ἀξιέπαινος μέν, —
4919ἐγὼ τιμῶ αὐτήν, — ἀλλ’ εἶναι ἐπιχείρησις Ἑταιρείας, ἡ
4920ὁποία ἐργάζεται ἀνεξαρτήτως τοῦ Κράτους καὶ διὰ τῶν ἰδίων
4921αὑτῆς μέσων. Ἐὰν δὲν ἔχῃ ἐπαρκῆ διὰ τὰς ἐργασίας αὑτῆς
4922μέσα, δέον νὰ περιορίσῃ τὰς ἐργασίας της ἐντὸς τῶν ποσῶν,
4923τὰ ὁποῖα διαθέτει, οὐχὶ δὲ νὰ ἀφαιρῇ χρήματα ἀπὸ τὸ Κρά-
4924τος, τὰ ὁποῖα τοῦτο προορίζει διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ του,
4925ἵνα διαθέσῃ αὐτὰ ὑπὲρ τῆς γεωργίας, τὴν ὁποίαν ἔχει κα-
4926θῆκον νὰ ἐνισχύσῃ. Ἡ Γεωργικὴ Ἑταιρεία προορίζει ἑαυτὴν
4927νὰ ἦναι ἐπίκουρος τῶν ὑπὲρ τῆς γεωργίας ἐργασιῶν τῆς Δι-
4928οικήσεως, οὐχὶ δὲ νὰ ἀφαιρῇ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος
4929ἀποκόπτει ἀπὸ τὰς ἄλλας ἀνάγκας τῆς Διοικήσεως, ἵνα δια-
4930θέσῃ ὑπὲρ τῆς γεωργίας, ὅπως ταῦτα διαθέσῃ αὐτή· διότι
4931οὕτω, ἀντὶ νὰ ἦναι βοηθὸς τοῦ Κράτους, ὑποκαθιστᾷ ἑαυτὴν
4932ἀντὶ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως ἀπαγορεύεται ἡ τοι-
4933αύτη τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων πιστώ-
4934σεων διάθεσις· διότι τὰ δημόσια χρήματα διατίθενται αὐθαι-
4935ρέτως ὑπὸ τῆς Γεωργικῆς Ἑταιρείας, οὐδεμιᾶς τῶν διατά-
4936ξεων τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου ἐφαρμοζομένης ἐπὶ
4937τῆς διαθέσεως αὐτῶν· ἐὰν δὲ ἤθελε κριθῆ ἀναγκαῖον νὰ δοθῇ
4938ποτε συνδρομὴ χρηματικὴ εἰς τὴν Γεωργικὴν Ἑταιρείαν,
4939μόνον διὰ νόμου δύναται τοῦτο νὰ ἐπιτραπῇ, καθοριζομένων
4940διὰ νόμου πασῶν τῶν λεπτομερειῶν τῆς διαχειρίσεως.
4941Παρακαλῶ τὸν κ. πρακτικογράφον νὰ σημειώσῃ τὴν δια-
4942μαρτυρίαν μου ταύτην, διὰ τὴν παράβασιν τῆς ὁποίας κη-
4943ρύσσω ὑπευθύνους τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς.
4944§316Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Αἱ δαπάναι αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὰ
4945δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα εἶναι περίπου αἱ δαπάναι, αἵτινες
4946ἀναγράφονται καὶ εἰς τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1900·
4947συνεπῶς ἐπὶ τῶν Ὑπουργείων τούτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔδει
4948νὰ δοθῇ μεγαλειτέρα προσοχὴ καὶ ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυ-
4949βερνήσεως καὶ ὑπὸ τῆς παρούσης, οὐδεμία προσοχὴ ἐδόθη.
4950Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἔχουσα ὡς ὅρον τοῦ προγράμ-
4951ματος αὐτῆς καὶ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀστυνομικοῦ συ-
4952στήματος δι’ ἄλλου, ὅπως οὕτως ὁ στρατὸς ἀπομακρυνθῇ
4953τῶν ξένων αὑτῷ ὑπηρεσιῶν καὶ ἀφοσιωθῇ εἰς τὴν ἐκπλήρω-
4954σιν τῆς ἀποστολῆς αὑτοῦ, δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιήσῃ
4955τὸν ὅρον ἐκεῖνον, ὡς ἔλεγεν ὁ πρώην Πρωθυπουργός, ἕνεκα
4956τῆς ἐπελθούσης μειώσεως τῶν ἐσόδων κατὰ τὸ 1900 συνε-
4957πείᾳ τῆς ἐπιβλαβοῦς ἐπιδράσεως τοῦ περονοσπόρου ἐπὶ τῶν
4958ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι καὶ ἡ τότε
4959Κυβέρνησις καὶ ἡ νῦν πᾶσαν ἄλλην δαπάνην, ἥτις ἀνεγρά-
4960φετο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, προερχομένην ἐκ τῆς ψηφίσεως
4961τῶν νέων νόμων, εἴτε τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, εἴτε τῆς
4962συστάσεως τῶν νέων Πρωτοδικείων καὶ ἄλλων, ἔπρεπε νὰ
4963παραβλέψῃ πρὸ τῆς δαπάνης τῆς ἐπιβαλλομένης ἐκ τῆς μετα-
4964βολῆς τοῦ συστήματος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καθό-
4965σον διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ ἀστυνομικοῦ συστήματος ἤθελε
4966τοὐλάχιστον ἔχει ἡ χώρα ἀστυνομίαν ἀνταποκρινομένην εἰς
4967τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, καὶ ὁ στρατὸς ἤθελεν ἐπιδοθῆ εἰς τὸν
4968προορισμὸν αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις, υἱοθετήσασα
4969τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, περιωρί-
4970σθη εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῶν δαπανῶν ἐκείνων, ἃς ἄλλοτε τό-
4971σον σφοδρῶς κατεδίκαζεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
4972μικῶν μάλιστα ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ αὐτοῦ ἀγορεύσει ἔλεγεν,
4973ὅτι αἱ δαπάναι, αἵτινες εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ Προ-
4974ϋπολογισμῷ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περικοπῶσι πλέον, καὶ
4975ὅτι μέχρις οὗ στερεωθῶσι τὰ θεμέλια τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν
4976δὲν δυνάμεθα οὔτε εἰς ἐπωφελοῦς δαπάνης τὴν ἐφαρμογὴν νὰ
4977προβῶμεν, ἥτις ἕνεκα τούτου ἐπιβάλλεται ν’ ἀναβληθῇ. Φρο-
4978νεῖ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι μόνον ἐὰν
4979ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀγαθὴν ἰδέαν
4980περὶ τῆς διοικήσεως, οὖσα ἡ φρουρὸς τῶν συμφερόντων τῶν
4981πολιτῶν, μεριμνῶσα, ὡς δυστυχῶς μέχρι σήμερον μεριμνᾷ,
4982καὶ βελτιοῦσα τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας διὰ
4983τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίων περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας Σμύ-
4984ριδος καὶ τῆς βαρυτίνης, ὅτι διὰ τοῦ τοιούτου συστήματος
4985δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας.
4986Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ τοιοῦτος Προϋπολογισμὸς ἀνταποκρί-
4987νηται εἰς τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, εἰς τὰς ἀληθεῖς
4988ἀνάγκας τῆς χώρας· δὲν γνωρίζω, ποῦ στηριζόμενος ὁ κ.
4989Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τὸν τοιοῦτον Προ-
4990ϋπολογισμόν, καὶ ζητεῖ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Νομίζει, ὅτι οὕτω
4991πραγματοποιεῖ τὰς ἰδέας, ἃς ἄλλοτε εἶχε καὶ περὶ τῶν οἰ-
4992κονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώ-
4993ρας; Καὶ ἀπορῶ, ποῦ βασιζομένη ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὴν
4994εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς
4995τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ συν-
4996ιστῶσι τὴν ψήφισιν τοῦ τοιούτου Προϋπολογισμοῦ, ὃν θεω-
4997ροῦσιν ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ
4998τοῦ Κράτους! Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ὑπὸ τοσούτου ἐν-
4999θουσιασμοῦ κατελήφθη ὁ κ. εἰσηγητής, ὅτι ἡ παροῦσα Κυ-
5000βέρνησις διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτῆς θέλει μεριμνήσει
5001περὶ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, ἐν σχέσει πρὸς τὸν Προ-
5002ϋπολογισμὸν καὶ τὴν πολιτείαν τῆς προκατόχου Κυβερνή-
5003σεως, ὥστε ἀνεφώνησεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς πολιτείας
5004τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως οὐ μόνον κρατεῖ τὴν κεφαλὴν
5005ὑψηλὰ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀνύ-
5006ψωσε τὸ γόητρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ!
5007Δὲν ἠξεύρω, τίνες αἱ πράξεις ἐκεῖναι τῆς προκατόχου Κυ-
5008βερνήσεως, δι’ ἃς καυχᾶται ὅτι ἔχει τὸ μέτωπον ὑψηλὰ καὶ
5009τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος ἀνύψωσεν. Ἐὰν ἐννοῇ τὴν κατά-
5010στασιν τῆς ἐννόμου τάξεως καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἐὰν
5011ἐννοῇ τὴν ἀποτυχίαν τῶν διαπραγματεύσεων τῶν συνθηκῶν
5012μετὰ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας, ἐὰν ἐννοῇ τὴν ἀξιοδάκρυτον
5013κατάστασιν, ἐν ᾗ οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εὑρί-
5014σκονται, νομίζω ὅτι ἤθελε πράξει ἔργον πατριωτικόν, ἐάν,
5015ἀντὶ νὰ λέγῃ ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ βήματος τοιαῦτα, ἔλεγε κατη-
5016φὴς: «Συνετισθῶμεν! προσπαθήσωμεν νὰ ἄρωμεν τὰ αἴτια,
5017ἅτινα ἐπήνεγκον εἰς τὴν χώραν ἡμῶν τὴν ἐθνικὴν ἐκείνην
5018συμφοράν. Εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν· ἡ ἀλήθεια μόνη δύναται
5019νὰ σώσῃ ἡμᾶς ἀπὸ τὰ σφάλματα ἡμῶν· μὴ ἐπιλαθώμεθα τῶν
5020λόγων μεγάλου πατριώτου τῆς Γαλλίας, τοῦ Θιέρσου, εἰ-
5021πόντος μετὰ τὴν καταστροφήν, ἣν ὑπέστη ἡ χώρα ἐκείνη
5022κατὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον, ὅτι τὸ μεγαλείτερον
5023ἔγκλημα, ὅπερ διέπραξεν ἡ Κυβέρνησις τῆς Βοναπαρτικῆς
5024δυναστείας, ἦτο, ὅτι ἀπέκρυπτε τὴν ἀληθῆ θέσιν τῆς Γαλ-
5025λίας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ.»
5026Ἀντὶ νὰ κομπορρημονῶμεν ἐνταῦθα, καὶ νὰ ζητῶμεν διὰ
5027τοιούτων φράσεων, αἵτινες οὐδὲν ἄλλο ἐλέγχουσιν ἢ ἐρημίαν
5028πραγματικῶν ἐπιχειρημάτων πρὸς ὑποστήριξιν τῆς βάσεως
5029τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ, ἀντὶ νὰ ζητῶμεν ν’ ἀπο-
5030πλανῶμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον
5031νὰ ἐσιωπῶμεν.
5032Ἀντὶ τούτου, εἰς τοσοῦτον ἔφθασεν ἐνθουσιασμοῦ καὶ το-
5033σαύτην πεποίθησιν ἔχει ὁ ὀπαδὸς τῆς προκατόχου Κυβερ-
5034νήσεως, ὅτι αὕτη εἰργάσθη ὑπὲρ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν
5035συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας καὶ τοῦ Ἑλληνι-
5036κοῦ λαοῦ, ὥστε ἐπιλέγει: «Θὰ προσέλθωμεν μὲ τὸ μέτωπον
5037ὑψηλὰ εἰς τὰς προσεχεῖς βουλευτικὰς ἐκλογάς· ἔχομεν δὲ
5038πεποίθησιν, ὅτι ὁ λαὸς θὰ κρίνῃ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, καὶ
5039θὰ ἐκδώσῃ τὴν ἐτυμηγορίαν του». Ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότι-
5040μον εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὁ
5041Ἑλληνικὸς λαὸς, πρὸ τοῦ ὁποίου θὰ ἐμφανισθῆτε, θὰ σᾶς
5042ἐρωτήσῃ: «Τί ἐπράξατε ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους
5043καὶ τῆς χώρας; Ποῦ τὸ πολιτικὸν ὑμῶν πρόγραμμα, ὅπερ
5044διεκηρύττετε κατὰ τὰς παρελθούσας βουλευτικὰς ἐκλογὰς,
5045ὅτι θὰ ἐκτελέσητε;» Καὶ θὰ εἴπῃ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι δὲν δύναν-
5046ται νὰ ἔχωσι τὸ μέτωπον ὑψηλὰ οἱ ἐγκαταλείψαντες τὰ
5047πάντα εἰς τὴν μοῖραν, οἱ καταλιπόντες εἰς τὰ κακοποιὰ
5048στοιχεῖα τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἔννομον τάξιν,
5049ἐκεῖνοι οἵτινες οὐδεμίαν ἄλλην πολιτικὴν εἶχον ἢ τὴν πολι-
5050τικὴν τῆς ἀπηνοῦς εἰσπράξεως τῶν φόρων πρὸς τὸν σκοπὸν
5051τῆς σπατάλου διοικήσεως. Θὰ εἴπῃ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, ἀντὶ νὰ
5052ἐργασθῆτε ὑπὲρ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τοῦ τόπου καὶ
5053ὑπὲρ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, συνετε-
5054λέσατε εἰς τὸν ἐκτροχιασμὸν αὐτοῦ, εἰς τὴν ἀνάρρησιν Κυ-
5055βερνήσεως, παρὰ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς, νομίσαν-
5056τες, ὅτι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ὑμᾶς, ὅπως δύναται νὰ
5057χρησιμεύσῃ ὁ θειϊκὸς χαλκὸς εἰς τὰς ἀμπέλους τὰς ἀπειλου-
5058μένας ὑπὸ τοῦ περονοσπόρου. Διότι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην,
5059ἡ ἀνάρρησις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν παροῦσαν ἐποχὴν οὐ-
5060δένα ἄλλον σκοπὸν εἶχεν ἢ νὰ παρατείνητε τὸν χρόνον, μέχρις
5061ὅτου νομίσητε κατάλληλον τὴν ὥραν, ὅπως ζητήσητε τὰς
5062ψήφους τῶν ἐκλογέων σας, φρονοῦντες, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ τού-
5063τῳ ἠδύνατο νὰ λησμονήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πάνθ’ ὅσα ἔπα-
5064θε παρ’ ὑμῶν. Λησμονεῖτε ὅμως, ὅτι αἱ προσβληθεῖσαι ὑπὸ
5065τοῦ περονοσπόρου σταφιδάμπελοι δὲν δύνανται νὰ θεραπευ-
5066θῶσι διὰ ψεκασμῶν θειϊκοῦ χαλκοῦ, ὅστις μετὰ τῶν πιπτόν-
5067των φύλλων ἐκείνων θέλει συμπαρασυρθῆ εἰς τὸν χείμαρρον
5068τὸν ὑπὸ τοῦ ὑετοῦ σχηματιζόμενον. Ὑπὸ τοῦ χειμάρρου τοῦ
5069Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ παρασυρθῆτε καὶ ὑμεῖς
5070καὶ ἐκεῖνοι ἀναμίξ. Εὔχομαι μόνον, ὅπως διασωθῇ, εἰ δυνα-
5071τόν, ἐκ τοῦ χειμάρρου αὐτοῦ ὁ εὐγενὴς ἐκ Κερκύρας πολι-
5072τευτής. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
5073(Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντι-
5074πρόεδρος κ. Α. Πλατῆς).
5075§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον.
5076§318Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τώρα ὑποθέτω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀνα-
5077βάλωμεν. Οἱ Βουλευταὶ εἶναι καταπεπονημένοι, ὥστε δὲν
5078δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν.
5079§319ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
5080§320ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχωσιν ἀξίωσιν οἱ
5081κύριοι Βουλευταὶ, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους νὰ ψηφι-
5082σθῇ ἀσυζητητί.
5083§321ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι.
5084§322ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μόλις ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ
5085Προϋπολογισμοῦ ὡμίλησε, καὶ μόλις ἔχομεν δύο ἡμέρας, καθ’
5086ἃς ἠρξάμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὰ θέ-
5087ματα, ἅτινα ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσάγει πρὸς συζήτησιν, εἶναι
5088σπουδαιότατα, καὶ δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει παράδειγμα συ-
5089ζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν δὲν ἐξηντλήθησαν
5090πάντα τὰ οὐσιώδη θέματα, ἀγορευόντων πάντων ἐκείνων,
5091οἵτινες ἀσχολοῦνται συνήθως εἰς τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
5092Καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ οἱ ὑπο-
5093στηρικταὶ τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὰς τάξεις
5094τὰς παρακολουθούσας τὴν προγενεστέραν Κυβέρνησιν, ὑπο-
5095θέτω, ὅτι ἔχουσι καθῆκον καὶ συμφέρον νὰ εἴπωσι γνώμην
5096ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι
5097χρεία νὰ ἀπαντήσῃ καὶ νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα
5098εἰς τὰ ἤδη λεχθέντα. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ
5099ὥρα πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογι-
5100σμοῦ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τὴν μακρὰν τοῦ προαγορεύσαντος.
5101Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν πλειονοψηφίαν νὰ μὴ ἐξακολου-
5102θήσῃ ἡ συζήτησις κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς σήμερον.
5103§323Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θεωρῶ μεγαλειτέραν ὕβριν διὰ
5104τὴν Βουλὴν ἢ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις...
5105§324ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον
5106λέγετε, εἶναι ὕβρις.
5107§325Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ... Ἡ Βουλὴ ἐργάζεται ἤδη πλέον
5108τῶν 10 ὡρῶν. Δὲν ὑπάρχει δὲ παράδειγμα οὔτε ἀλλαχοῦ,
5109οὔτε εἰς τὴν Ἑλλάδα, καθ’ ὃ νὰ καθιερωθῇ ἡ συνήθεια,
5110ὅπως καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν μένωσιν οἱ Βουλευταὶ συνεδριά-
5111ζοντες μέχρι τῆς 2ας, 3ης, 5ης, ἢ 6ης ὥρας τῆς πρωΐας.
5112Διότι ἡ ὥρα τώρα εἶναι πλέον τῆς 5½. Τοιαῦται συνεδριά-
5113σεις μόνον ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν δύνανται νὰ λαμβάνωσι
5114χώραν. Ἄν τις νῦν θελήσῃ νὰ μάθῃ τὴν θέλησιν τῆς πλειο-
5115νοψηφίας, αὕτη δὲν ἐννοεῖ ἄλλο αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἢ νὰ
5116λάβῃ ὁλόκληρον τὸν Προϋπολογισμόν.
5117§326ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι.
5118§327Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὑπάρχει περιφρόνησις μεγα-
5119λειτέρα καὶ πρὸς ἡμᾶς καὶ πρὸς τὸ ἔργον, εἰς ὃ ἀσχολούμεθα,
5120ἢ νὰ ζητῆτε νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἤδη τὴν συνεδρίασιν. Ἡ
5121Βουλὴ συνεδριάζει ἀπὸ τῆς 5ης ἑσπερινῆς ὥρας· ὁ Βου-
5122λευτὴς δὲ, ὁ μέλλων νὰ ἀγορεύσῃ, θὰ εἰργάσθη ἐπὶ ἡμέρας,
5123οὐχὶ βεβαίως διὰ νὰ ἀγορεύσῃ πρὸς Βουλευτὰς κοιμωμέ-
5124νους, — διότι οἱ πλεῖστοι ἐκοιμῶντο μέχρι πρὸ ὀλίγου. —
5125Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλλητε τῇ
5126μειονοψηφίᾳ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συνεδρίασιν; Νομίζω ὅτι
5127βαίνομεν πέραν τοῦ πρέποντος καὶ τοῦ δυνατοῦ, διότι ἀρ-
5128κετὰ εἰργάσθημεν.
5129§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ περιορίζωμεν τὰς ἐπερωτήσεις.
5130Ὁ κύριος Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον.
5131§329Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
5132§330Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
5133§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
5134(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος
5135ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἡρ.
5136Καλαμπάκα καὶ Περ. Ἀλεξάκη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
5137§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 127
5138Βουλευτῶν.
5139§333Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπειδή, κύριε Πρόεδρε, προφανῶς ἡ
5140ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος, ὅπως ἀγορεύσωσιν ἐπὶ τοῦ Προ-
5141ϋπολογισμοῦ ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔχουσι νὰ ὁμιλή-
5142σωσι, προτείνω νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, καὶ νὰ ἐπαναλη-
5143φθῇ τὴν 5 ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, ὁπότε ἕως τότε θὰ ἔχωμεν
5144ὅλοι ἀναλάβει ἐκ τῆς κοπώσεως, καὶ θὰ ἦναι εἰς θέσιν καὶ
5145αὐτοὶ νὰ ὁμιλήσωσι καὶ ἡ Βουλὴ νὰ τοὺς ἀκούσῃ.
5146§334ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). (ἐγειρόμενοι).
5147Μάλιστα, μάλιστα. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
5148§335ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό· εἶναι κατα-
5149πάτησις τοῦ Κανονισμοῦ!
5150(Πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν ἀπέρχονται, ἐγείρεται δὲ τῆς θέ-
5151σεώς του καὶ ὁ προεδρεύων ἀντιπρόεδρος κ. Πλατῆς).
5152Κύριε Πρόεδρε, ποῦ πηγαίνετε; Ἔχω τὸν λόγον πρὸ
5153τῆς διακοπῆς. (Ὁ Πρόεδρος ἐγκαταλείπει τὴν ἕδραν). Εἶναι
5154φυγὴ αὐτό, τὸ ὁποῖον κάμνετε, καὶ εἶναι παρανομία ἀνή-
5155κουστος!
5156(Οἱ Βουλευταὶ ἀπέρχονται, καὶ λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ
51576 καὶ 10′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).