1902.02.14
2.920 στίχοι · 22.454 λέξεις · 251 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τῆς 14 Φεβρουαρίου 1902.
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 10′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ Πειραιῶς ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦσι ν’ ἀνακληθῇ τὸ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ᾼΡϞΒʹ νόμου τοῦ ἔτους 1884 ἐκδοθὲν ἄρτι Β. Διάταγμα περὶ τῆς ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς ξένου οἰνοπνεύματος, νὰ ἐκδοθῇ δ’ ἕτερον Διάταγμα, ἐπιβάλλον τὴν καταβολὴν τοῦ νομίμου τέλους, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἐπιστρέφηται τὸ τέλος τοῦτο ἅμα ὡς βεβαιωθῇ, ὅτι ἐξήχθη τὸ οἰνόπνευμα ἀναμεμιγμένον εἰς οἶνον.
§2Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1884 ἐπετράπη ἡ εἰσαγωγὴ οἰνοπνεύματος, ὅπως ἀναμιγνύηται αὐτὸ μετὰ οἴνου ἢ γλεύκους, τὸ ὁποῖον προορίζεται εἰς ἐξωτερικὴν κατανάλωσιν, δηλ. ἐπετράπη νὰ εἰσάγηται τὸ οἰνόπνευμα ἄνευ πληρωμῆς δασμοῦ καὶ χωρὶς νὰ ὑπόκηται εἰς δικαίωμα καταναλώσεως, ὅπερ ἐπιβαρύνει τὸ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καταναλισκόμενον οἰνόπνευμα. Πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου ἐξεδόθησαν πολλὰ Διατάγματα. Τελευταῖον ἦτο τὸ Διάταγμα τῆς 17 Αὐγούστου 1900. Ἀλλὰ καὶ μετ’ αὐτὸ ἐξεδόθη ἕτερον Διάταγμα. Πρό τινων ἡμερῶν, τῇ 14 Ἰανουαρίου, ἐξεδόθη Διάταγμα, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως τῆς διατάξεως, ὅπως τὸ οἰνόπνευμα, τὸ ὁποῖον ἀναμιγνύεται μετὰ γλεύκους καὶ ἐξάγεται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, μὴ πληρώνῃ τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως καὶ τὸν φόρον τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ προσγίγνεται ἐν τῇ ἐκτελέσει ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ κινδύνους καὶ διὰ τὴν βιομηχανίαν τῆς οἰνοπνευματοποιΐας καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι τὸ οἰνόπνευμα πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, ἀναμιγνύουσι μὲν αὐτὸ μετὰ οἴνου ἢ γλεύκους, ἀλλὰ κατόπιν ἐκκαθαρίζουσι τὸ οἰνόπνευμα καὶ πωλοῦσιν αὐτὸ ἀντὶ 1½ δραχμῆς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἐν ᾧ αὐτὸ ἔχει ἀξίαν μόνον 50 ἢ 60 λεπτῶν, ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀγοραζόμενον καὶ εἰσαγόμενον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, βεβαίως εἶναι ἀδύνατον νὰ καταναλωθῇ τὸ οἰνόπνευμα, τὸ ὁποῖον παράγεται ἐκ σταφίδος καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει πολὺ ἀνωτέραν τιμὴν, διότι, ὡς γνωστὸν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἔξωθεν εἰσαγόμενον οἰνόπνευμα εἶναι ἐξ ἄλλων οὐσιῶν, καὶ ἔχει πολὺ μικρὰν ἀξίαν. Οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ ἀποροῦσι, πῶς, ἐνῷ ὑπῆρχον προηγούμενα Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξησφάλιζον πλειότερον τὴν ἀπότισιν τοῦ φόρου, τὴν πιστοποίησιν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ οἴνου καὶ γλεύκους, πῶς ἤδη ἐξεδόθη Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐλαττώνει τὰς ἐγγυήσεις τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ γλεύκους καὶ τοῦ οἴνου, καὶ παρέχει εὐκολίας, ὅπως πωλῆται ἐν τῇ ἐσωτερικῇ καταναλώσει τὸ οἰνόπνευμα, τὸ ὁποῖον ἀναμιγνύεται μετὰ τοῦ οἴνου καὶ γλεύκους καθαριζόμενον. Τοιαύτη τακτικὴ βεβαίως προκαλεῖ πολλοὺς κινδύνους, διότι εἶναι ἀδύνατον, οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ ἢ οἱ παράγοντες ἐκ σταφίδος οἰνόπνευμα νὰ συναγωνίζωνται πρὸς τοὺς εἰσάγοντας οἰνόπνευμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ τρίτον τῆς ἀξίας τοῦ ἐσωτερικοῦ. Καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους τῆς ἐκδόσεως τοιούτου Διατάγματος καὶ τῆς μεταβολῆς τῶν προηγουμένων Διαταγμάτων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὑποχρεοῦνται οἱ λαμβάνοντες τὸ οἰνόπνευμα, ὅπως τοὐλάχιστον ἐντὸς δύο ἐτῶν ἐξαγάγωσι τὸν οἶνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνεμίχθη τὸ οἰνόπνευμα. Ἤδη διὰ τοῦ Διατάγματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη, δὲν ὑπάρχει ἡ διετὴς αὐτὴ προθεσμία, καὶ ἑπομένως αὐτοὶ λαμβάνουσι τὸ οἰνόπνευμα· γίνεται μία ἐπίβλεψις διά τινων μικρῶν ὑπαλλήλων τοῦ Τελωνείου, ἡ ὁποία, καὶ ἂν γείνῃ τελεία καὶ δικαία κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμήν, ματαιοῦται διὰ μεταγενεστέρων ἐνεργειῶν. Αὐτοὶ δύνανται, ὡς εἶπον, νὰ καθαρίζωσι τὸ οἰνόπνευμα ἀπὸ τοῦ οἴνου, καὶ νὰ πωλῶσιν αὐτό...
§3Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς;
§4Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Διὰ μηχανημάτων. Ὑπάρχουσι μηχανήματα, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ καθαρίσωσι τὸ οἰνόπνευμα. Τὸν τεχνικὸν τρόπον οἱ διαμαρτυρόμενοι βιομήχανοι ἐκθέτουσιν εἰς τὸ ὑπόμνημά των. Θέλω ζητήσει δὲ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἑξῆς πληροφορίαν: πόσον οἰνόπνευμα εἰσήχθη πρὸς τοιαύτην χρῆσιν ἀπὸ τοῦ 1884 μέχρι σήμερον, καὶ πόσον ποσὸν οἴνων ἐξήχθη περιέχον τοιοῦτον οἰνόπνευμα. Θέλει δὲ πεισθῆ ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς γιγνομένης καταδολιεύσεως· θέλει πεισθῆ, ὅτι εἰσήχθη μέγα ποσὸν οἰνοπνεύματος, ἐξ οὗ προσγίγνεται μεγάλη ζημία εἰς τὰ συμφέροντα τῆς βιομηχανίας καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἕνεκα τοῦ ἀτελοῦς τρόπου, τὸν ὁποῖον καθορίζουσι τὰ Διατάγματα, καὶ τοῦ ἀτελεστάτου τρόπου, τὸν ὁποῖον καθορίζει τὸ τελευταῖον Διάταγμα, τὸ ὁποῖον, ὡς νεώτερον, ἔδει νὰ ἦναι τελειότερον, πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς πραγματικῆς εἰσαγωγῆς τοῦ εἰσαγομένου οἰνοπνεύματος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας περὶ τῶν λόγων τῆς ἐκδόσεως τοῦ νέου Διατάγματος, τὸ ὁποῖον, ἀντὶ νὰ ἐπαυξάνῃ, τοὐναντίον ἐλαττώνει τὰς ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς βιομηχανίας ἐγγυήσεις.
§5Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διότι ἐξ αὐτῆς προδήλως προκύπτει, ὅτι τὸ Δημόσιον ὑφίσταται μεγάλην ζημίαν. Ἐκτὸς τούτου συμβαίνει καὶ ἄτοπον, ὡς πρὸς τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὴν ἐκτελεστικήν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος κανονίσῃ εἰδικὰς περιπτώσεις, ἀφορώσας εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου· ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τούτου ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐκδώσῃ ἕτερον Διάταγμα, ἐξαντληθείσης τῆς ἐξουσίας της διὰ τῆς ἐφ’ ἅπαξ ἐκδόσεως τοιούτου νομοτελεστικοῦ ἢ νομοθετικοῦ Διατάγματος. Παρεμφερὲς εἶναι τὸ προκείμενον Διάταγμα, τὸ ὁποῖον περιέχει διατάξεις ἀντικειμένας εἰς τὸν νόμον, διότι τὸ πρῶτον παριστᾷ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ περιωρισμένην, τοῦτο δὲ ἀφίνει ἐλευθερίαν, ὥστε ματαιοῦται ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου διὰ Διαταγμάτων.
§6Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκινήθη διὰ τῆς ἀναγνωσθείσης ἀναφορᾶς, δὲν ἐνδιαφέρει μόνον τοὺς πνευματοποιοὺς Πειραιῶς καὶ Ἀθηνῶν, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται εἰς ἅπαντας τοὺς ἐν τῷ Κράτει πνευματοποιοὺς καὶ ἀμπελοκτήμονας. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887 ἐκανονίσθη φόρος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ παραγομένου ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, διότι ὁ νομοθέτης ἐνόει νὰ εὐνοήσῃ τὴν παραγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος ἐκ σακχαρωδῶν οὐσιῶν καὶ ἰδίως ἐκ τοῦ οἴνου ἢ τῆς σταφίδος. Εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ ἐν Ἑλλάδι οἰνοπνευματοποιοί, οἱ ὁποῖοι παράγουσιν οἰνόπνευμα ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, ἐβαρύνοντο μὲ φόρον καταναλώσεως δρ. 1,50 κατ’ ὀκᾶν, ὁ αὐτὸς δὲ φόρος ἐπεβάρυνε τὸ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγόμενον οἰνόπνευμα...
§7Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι φόρος παραγωγῆς, καὶ εἶναι διπλάσιος.
§8ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕνα φόρον ἔχομεν, διότι ὁ ἕτερος μετεφέρθη εἰς τὸ ἐπιτήδευμα· ἡ ὀνομασία τοῦ νόμου δὲν μεταβάλλει οὔτε τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, οὔτε τὸ ἀντικείμενον τὸ φορολογητέον. Τούτων οὕτως ἐχόντων, γεννᾶται νῦν ζήτημα ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένων καὶ χρησιμοποιουμένων πρὸς ἀνάμιξιν μετ’ οἴνου ἐν τῇ ἡμεδαπῇ. Ἐὰν τὰ οἰνοπνεύματα ταῦτα δὲν ἐξαχθῶσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, πῶς θὰ θεωρηθῶσι; Διότι ἤκουσα λεγόμενον, δὲν ἠξεύρω δέ, ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὅτι συνεπείᾳ παραστάσεων ξένης Δυνάμεως, ἐχούσης σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος περὶ ἐξομοιώσεως ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν οἰνοπνευμάτων τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων καὶ τῶν παραγομένων ἐν τῷ Κράτει, ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ τελευταίου Βασιλικοῦ Διατάγματος. Κατὰ πόσον ἡ πληροφορία μου εἶναι ἀκριβής, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν. Καὶ τούτου ὅμως ὑποτιθεμένου ὡς ἀκριβοῦς, καὶ ἂν δηλαδὴ ὑπάρχῃ σύμβασις ὑποχρεοῦσα ἡμᾶς νὰ ἔχωμεν τὰ οἰνοπνεύματα τὰ ξένα ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τὰ ἡμέτερα, ὁσάκις χρησιμοποιοῦνται πρὸς ἀνάμιξιν, καὶ ἂν ἡ Δύναμις ἐκείνη, μεθ’ ἧς συνωμολογήθη ἡ σύμβασις, ἐπικαλεῖται, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν οἰνόπνευμα ἀναμιγνυόμενον μένει ἀτελές, καὶ ἑπομένως καὶ τὸ ξένον πρέπει νὰ μένῃ ἀτελές, προκύπτει ἕτερον ζήτημα, διότι τὸ οἰνόπνευμα τὸ ξένον εἶναι κατεσκευασμένον ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι νῦν τὸ οἰνόπνευμα κατασκευάζεται μόνον ἐκ σταφίδος.
§9Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἀπηγορευμένη ἐνταῦθα ἡ κατασκευὴ οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν.
§10ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν κατηργήθη ἡ διάταξις περὶ τῆς φορολογίας τῶν ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν κατεσκευασμένων οἰνοπνευμάτων, καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ ξένα· θὰ συμβῇ δέ, ὥστε νὰ χρησιμοποιοῦνται τὰ ξένα οἰνοπνεύματα, ἀναμιγνυόμενα μετ’ ἐγχωρίων οἴνων, θ’ ἀφίνωνται οἱ οὕτως ἀναμεμιγμένοι οἶνοι ἐλεύθεροι, καὶ κατόπιν διὰ μηχανημάτων, ἱδρυομένων πλησίον τῶν ἀποθηκῶν, θὰ ἀποστάζωνται, καὶ θὰ ἐπαναφέρηται τὸ ἀναμεμιγμένον οἰνόπνευμα εἰς τὴν προτέραν του κατάστασιν, παραδιδόμενον περαιτέρω ἀτελὲς εἰς τὴν ἐγχώριον κατανάλωσιν, ἐνῷ θὰ ἦναι πάντοτε οἰνόπνευμα ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν καὶ οὐχὶ ἐκ σακχαρωδῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει, καὶ εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ πρόκειται περὶ οἰνοπνεύματος ὀλεθρίου εἰς τὴν ὑγείαν καὶ εὐτελεστάτης ἀξίας· διὰ δὲ τῆς ἐλευθερίας, ἣν ἠξίωσαν οἱ ξένοι καὶ ἐπέτυχον, θὰ κατορθωθῇ οὐ μόνον τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ στερηθῇ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πρότερον εἶχεν, ἀλλὰ καὶ νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν οἰνόπνευμα βλαβερὸν εἰς τὴν δημοσίαν ὑγείαν. Ἀνάγκη ἑπομένως, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προνοήσῃ καὶ ἐξασφαλίσῃ οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων παραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι μεταχειρίζονται ὑγιεινοτέρας πρώτας ὕλας, ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἔτι δὲ καὶ τὴν ὑγείαν τῶν καταναλωτῶν ἀπὸ τῶν συνεπειῶν τῆς δηλητηριάσεως καὶ τοῦ ἀλκολισμοῦ, ὁ ὁποῖος τοὺς ἐπαπειλεῖ. Τὰς βραχείας ταύτας σκέψεις ἐνόμισα καλὸν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν μελέτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§11Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§12Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Περὶ τοῦ ὑπομνήματος τοῦ ἀνακοινωθέντος θὰ εἴπω τινά, διότι θίγονται καὶ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μου. Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ξένου οἰνοπνεύματος γίνεται δυνάμει συμβάσεως μετὰ ξένης Δυνάμεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἀπήλαυσεν ὁμολογουμένως προνόμιον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν σταφίδα. Ἀλλ’ ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης ἐπωφελεῖται ἕτερον Κράτος, ἐξ οὗ κυρίως τὸ μεγαλείτερον μέρος οἰνοπνεύματος εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως γίνηται ἀνάμιξις τοῦ οἰνοπνεύματος τούτου μετὰ οἴνων ἐξαγομένων. Βεβαίως δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ θίξῃ τὴν σύμβασιν ταύτην, διότι διὰ ταύτης ἐξασφαλίζεται ἡ ὁπωσδήποτε ἐλαφροτέρα ἐπιβολὴ τέλους ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐν Γερμανίᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσάγεται ἴσον ποσὸν σταφίδος· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ πληροφορηθῇ, ἂν ἐκ τῆς Γερμανίας εἰσάγεται τὸ οἰνόπνευμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀναμιχθῇ μετὰ οἴνων ἐξαγομένων, ἢ ἂν τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ οἰνοπνεύματος εἰσάγεται ἐκ τῆς Αὐστρίας, ἡ ὁποία ἐπωφελεῖται τῆς συμβάσεως. Ἠδύνατο λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ φροντίσῃ, ὅπως συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Δυνάμεως ταύτης, καὶ ἀντὶ ἄλλου ἀνταλλάγματος ἀφαιρέσῃ τὴν ἀτέλειαν τοῦ ξένου οἰνοπνεύματος.
§13Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα ἐκτελέσεως τοῦ νόμου. Πρόκειται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκδώσῃ τοιοῦτον Διάταγμα, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζηται ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ οἴνου, διότι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ οἰνοπνεύματος εἶναι διὰ τὸ καλὸν τοῦ τόπου.
§14Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Διὰ νὰ μὴ γίνηται αὐτὴ ἡ κατάχρησις, δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν παρὰ τῆς ξένης ταύτης Δυνάμεως δι’ ἄλλης συμβάσεως καὶ δι’ ἄλλου ἀνταλλάγματος νὰ ἀρθῇ ὁ ὅρος τῆς συμβάσεως, καὶ ἑπομένως νὰ ἐλευθερωθῶμεν τῆς ἀτελείας ταύτης.
§15Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ οἰνοπνεύματος αὐτοῦ, τοῦ εὐθηνοῦ.
§16Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Ὄχι, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, διότι δύνανται νὰ μεταχειρισθῶσιν οἱ παραγωγοὶ καὶ οἰνόπνευμα ἐγχώριον.
§17Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὄχι. Ἀκριβῶς ἄλλο εἶναι αὐτό. Ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ οἰνοπνεύματος, καὶ διὰ τοῦτο ἔγεινεν ὁ νόμος, ὅπως εἰσάγηται ἀτελῶς τὸ ξένον οἰνόπνευμα.
§18Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ μεταχειρισθῶσιν οἰνόπνευμα ἐντόπιον. Κατόπιν λοιπὸν τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ φροντίσῃ, ὅπως ἀρθῇ ὁ ὅρος τῆς συμβάσεως, διὰ νὰ μὴ εἰσάγηται ἀτελῶς τὸ οἰνόπνευμα, οὕτω δὲ θὰ ἐνισχυθῇ ἡ ἐντοπία παραγωγὴ τοῦ οἰνοπνεύματος, καὶ δι’ αὐτῆς θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν κατανάλωσιν τῶν προϊόντων, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος. Γίνονται δὲ πλεῖσται καταχρήσεις, διότι μέγα μέρος ἐκ τοῦ εἰσαγομένου οἰνοπνεύματος διὰ παραβάσεως τοῦ νόμου εἰσάγεται πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν. Διὰ τοῦτο συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου ταύτην μετὰ τῆς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι, πρὶν ἢ ἐξετάσωμεν τὰς αἰτίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐξεδόθη τὸ ἀπὸ 19 Ἰανουαρίου Β. Διάταγμα περὶ τοῦ εἰσαγομένου ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς οἰνοπνεύματος, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ ἐφαρμογὴ καὶ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Διατάγματος τούτου εἶναι ἐπιζήμιος, ἂν εὐκολύνει τὴν δολίευσιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἀλλοδαπῶν οἰνοπνευμάτων. Διὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὁ πρῶτος ἀγορεύσας, προέβαλε πρότασιν εὔλογον καὶ ἀναγκαιοτάτην, τὴν πρότασιν νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, δηλοῦντα τὰ ποσὰ τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαχθέντων οἰνοπνευμάτων κατὰ τὰ ἔτη τὰ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τοῦ 1884 μέχρι τοῦδε.
§20Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ συνθήκη μετὰ τῆς Γερμανίας δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβάλῃ φόρον εἰς τὸ οἰνόπνευμα, δὲν εἶναι κατὰ πάντα ὀρθὴ, διότι πρόκειται πρὸ πάντων περὶ ζητήματος ἑρμηνείας τῆς συνθήκης μετὰ τῆς Γερμανίας, ἥτις διέπει τὰ τῆς φορολογίας τοῦ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένου οἰνοπνεύματος. Ὡς πρὸς τοῦτο δὲ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 τῆς συνθήκης, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐν τοῖς συνημμένοις εἰς τὴν παροῦσαν συνθήκην δασμολογίοις εἰδικῶς ὁριζόμενα ἢ καὶ μὴ ὁριζόμενα εἰσαγωγικὰ τέλη θέλουσιν εἰσπράττεσθαι ἀσχέτως πρὸς τοὺς φόρους καταναλώσεως, τοὺς ἐπὶ ἰθαγενῶν ἢ ξένων προϊόντων ἐπιβαλλομένους, τοὺς δημοτικοὺς φόρους ἢ ἄλλους ὁμοίας φύσεως δασμούς, δι’ οὓς τὰ προϊόντα ἑκατέρου συμβαλλομένου Κράτους θέλουσι διέπεσθαι κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὸ ἕτερον ὑπὸ τῶν αὐτῶν ὁρισμῶν, οἵτινες διέπουσιν ἢ θέλουσι διέπει καὶ τὰ ἰθαγενῆ προϊόντα.» Εἰς ἄλλο μέρος τῆς συνθήκης ὅμως, εἰς τὸ δασμολόγιον, ὑπ’ ἀριθ. 31, ἀναγινώσκομεν τὰ ἑξῆς: «Οἰνόπνευμα χρησιμεῦον εἰς τὴν οἰνοποιίαν συμφώνως πρὸς τοὺς ἐν ἰσχύϊ νόμους καὶ κανόνας ἀπαλλάσσεται παντὸς εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ καὶ ἄλλου οἱουδήποτε τέλους.» Φρονῶ ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 9 τῆς συνθήκης ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι δεδικαιολογημένη νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὰ οἰνοπνεύματα, τὰ ἐκ Γερμανίας εἰσαγόμενα, τὰ αὐτὰ δικαιώματα καταναλώσεως, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει καὶ εἰς τὰ ἰθαγενῆ οἰνοπνεύματα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσῃ μία ξένη Κυβέρνησις ν’ ἀπαλλάσσωνται τὰ ἐκ τοῦ Κράτους αὐτῆς εἰσαγόμενα οἰνοπνεύματα τοῦ φόρου καταναλώσεως, ὅστις πληρώνεται διὰ τὰ ἰθαγενῆ.
§21Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§22Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλω καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, αἵτινες μοὶ ἐζητήθησαν. Τὴν σήμερον δὲ ἀρκοῦμαι εἰς τὰ ἑξῆς. Τὸ τελευταῖον δημοσιευθὲν Διάταγμα δὲν εἶναι, εἰμὴ ἐπανάληψις τοῦ πρὸ τοῦ 1900 ἰσχύοντος. Ὁ ἀξιότιμος τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν δυσάρεστων συνεπειῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο πρὸ ὀλίγου λόγος, ἐξέδωκεν ἕτερον Βασιλικὸν Διάταγμα κατὰ τὸ 1900, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλοντο τῷ ὄντι περιορισμοί τινες, μὴ ὑπάρχοντες μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Βεβαίως τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἔπραξεν ἐκ τῆς ἀρίστης προθέσεως νὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα. Δυστυχῶς τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς, ὡς μὴ σύμφωνον πρὸς τοὺς ἰσχύοντας νόμους. Παρουσιάσθη τὸ ἑξῆς ζήτημα, ἀκριβῶς δηλ. ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνεκινήθη σήμερον, ὅτι οἰνοπνευματοποιοί τινες ἀνέμιξαν οἰνόπνευμα μετ’ οἴνων, καὶ μετὰ ταῦτα τὸ ἀναμιχθὲν τοῦτο οἰνόπνευμα κατώρθωσαν πάλιν ν’ ἀνακτήσωσι διὰ τῆς ἀνακαθάρσεως. Ἐγένετο λοιπὸν καταγγελία, ἡ καταγγελία εἰσήχθη ἐνώπιον τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἠθώωσεν αὐτοὺς, θεωρῆσαν ὅτι δὲν ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νόμῳ ἀπαγορεύουσα τὴν ἀπόσταξιν τοῦ ἀναμιχθέντος οἰνοπνεύματος. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπανελήφθη ἐκ νέου, μᾶς ἠνάγκασε, συνεπείᾳ παραστάσεων τῶν ἐνδιαφερομένων ξένων ὑπηκόων, οἵτινες ἐστηρίζοντο ἐπὶ συμβάσεων πρὸς ξένας Δυνάμεις, νὰ καταργήσωμεν τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ἐκδοθὲν τὸ 1900. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μᾶς ἐμποδίζει ν’ ἀσχοληθῶμεν καὶ ἀσχολούμεθα ἐπὶ τοῦ ζητήματος· ἐλπίζομεν δ’ ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου νὰ προετοιμάσωμεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλομεν δυνηθῆ νὰ προφυλάξωμεν τὴν ἐγχώριον οἰνοπνευματοποιίαν, χωρὶς νὰ παραβιάζωμεν τὰς πρὸς τὰς ξένας Δυνάμεις συμβάσεις.
§23Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐνόησα τὴν ἀπάντησιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Τίνα σχέσιν ἔχει ἡ ἀπόφασις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὸ Διάταγμα, δὲν ἐξηγήθη ὁ κ. Ὑπουργός. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι θὰ συνέβη τὸ ἑξῆς. Βεβαίως δὲν ὑπόκεινται εἰς τὰς ποινὰς τῆς λαθρεμπορίας οἱ εἰσάγοντες τὸ οἰνόπνευμα αὐτὸ καὶ μὴ ἐξάγοντες εἶτα, καὶ βεβαίως τὸ Νομικὸν Συμβούλιον καὶ μὲ τὸ Διάταγμα τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ καὶ μὲ τὸ νῦν Διάταγμα δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ποινήν, διότι οὐδαμοῦ τοῦ νόμου φέρεται ποινὴ λαθρεμπορικὴ κατὰ τοῦ εἰσάγοντος οἰνόπνευμα πρὸς ἀνάμιξιν μετὰ τοῦ οἴνου, καὶ μὴ ἐξάγοντος εἶτα αὐτό. Τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο· ἡ ἐγχώριος βιομηχανία ἔχει ἀνάγκην, διὰ νὰ ἐξάγῃ πρὸς κατανάλωσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὸν οἶνον, νὰ ἀναμιγνύῃ αὐτὸν μὲ οἰνόπνευμα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκει εὐθηνότερον εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Εἶπε λοιπὸν ὁ νομοθέτης, ὅτι ἐπιτρέπει τοῦτο ὑπὸ ἕνα ὅρον, ὅπως τὸ εἰσαγόμενον οἰνόπνευμα ἐξάγηται μετὰ τοῦ οἴνου· καὶ ἐπὶ τοιαύτης νομοθετικῆς διατάξεως ὑπῆρχον Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξησφάλιζον τὴν ἐξαγωγήν, καὶ ἐὰν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε καὶ ἀνέμιξε, δὲν ἐξῆγε, τότε ἐπλήρωνε τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως καὶ τὸν φόρον τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἐρωτῶμεν τὸν κύριον Ὑπουργὸν περὶ τούτου· πῶς, ἐνῷ ὑπάρχουσι Διατάγματα ὄχι τελείως, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε πλειότερον ἐξασφαλίζοντα τὴν εἴσοδον τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ τὴν μὴ κατάχρησιν πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, πῶς ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς προὐκάλεσε πρὸ ἡμερῶν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ ὁ ἐλάχιστος περιορισμὸς πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν καὶ τῶν ἀμπελοκτημόνων αἴρεται; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς αὐτὸ ἡ ἀπόφασις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, διότι αὐτὴ ἡ ἀπόφασις ἀφορᾷ ποινικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὸν νόμον.
§24ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν καλῶς ἐνόησα τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μοὶ φαίνεται ὅτι ὑπῆρξεν ἀδικαιολόγητος ἡ κατάργησις τοῦ Διατάγματος τοῦ παλαιοτέρου, καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ διὰ τοῦ σημερινοῦ· διότι τὸ παλαιὸν Διάταγμα, ὅπερ δὲν ἔχω ἐνταῦθα πρόχειρον, φαίνεται, ἐξ ὅσων συνέβησαν, ὅτι ἐξησφάλιζε τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπετέλει ἐγγύησιν ὑπὲρ τῶν ἐγχωρίων οἰνοπνευμάτων κατὰ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων. Ἐν τῇ συμβάσει μετὰ τῆς Γερμανίας οὐδὲν ἕτερον προβλέπεται, εἰμὴ μόνον ἐν ἄρθρῳ 31 τοῦ πίνακος Βʹ ἡ διαβάθμισις τῶν οἰνοπνευμάτων εἰς οἰνοπνεύματα δασμολογούμενα καὶ εἰς οἰνοπνεύματα μὴ ὑποβαλλόμενα εἰς δασμὸν τελωνιακόν. Ταῦτα δὲ τὰ τελευταῖα δὲν ὑποβάλλονται εἰς δασμὸν τελωνιακὸν, ἐφ’ ὅσον χρησιμοποιοῦνται εἰς ἀνάμιξιν μετ’ οἴνου ἐξαγομένου. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Γερμανίας οὐδὲν ἐμπόδιον φέρει, διότι ἡ οἰνοποιΐα ἐν Ἑλλάδι διὰ τοὺς οἴνους τοὺς ἐξαγομένους μόνον ἔχει ἀνάγκην τοῦ οἰνοπνεύματος τούτου, οἰνοπνεύματος ἰσχυροτέρου καὶ καθαροτέρου, οἷον δὲν δύναται νὰ παραγάγῃ ἡ ἐν Ἑλλάδι βιομηχανία· βεβαίως δὲ ὁ λόγος τῆς συνομολογήσεως τοιαύτης διατάξεως ἦτο λόγος προστασίας τῶν ἐξαγομένων οἴνων ἐξ Ἑλλάδος, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον οἱ ἐξαγόμενοι οἶνοι ἐξ Ἑλλάδος ἐνδιαφέρουσι εἰς αὐτὴν τὴν Γερμανίαν, διότι ἐκεῖ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξάγονται οἱ οἶνοι τῶν Πατρῶν καὶ τῆς Κεφαλληνίας, ὑπὲρ ὧν εἶχε συμφέρον ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ὄντων καὶ τῶν οἰνοποιῶν Γερμανῶν, νὰ παράσχῃ τὴν τοιαύτην εὐκολίαν.
§25Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτε συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ—κατὰ τὸ 1884, ἂν δὲν ἀπατῶμαι,— τὸ ζήτημα τῆς ἀναμίξεως, ἀκριβῶς ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, ἐὰν διὰ τῆς ἀναμίξεως ἐννοοῦμεν, ὅτι πρόκειται περὶ οἴνου, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐξαχθῆ, καὶ ἂν πρέπει νὰ τεθῶσι ποιναί, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ οἶνος οὗτος δὲν ἐξαχθῇ, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἀποσταχθῇ τὸ οἰνόπνευμα τὸ εὑρισκόμενον εἰς τὸν οἶνον τοῦτον. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι τοῦτο εἶναι τόσον πολυδάπανον, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτοῦ. Ὥστε ὁ βουλόμενος δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόσταξιν.
§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχει δήλωσις τοιαύτη κατὰ τὴν συζήτησιν;
§27ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω.
§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν τοιαύτη τις δήλωσις κατὰ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως δὲν ὑπῆρξε, διὰ τοῦ τρόπου, ὃν καθιεροῖ τὸ Διάταγμα τὸ ἐκδοθέν, διευκολύνεται φανερὰ λαθρεμπορία, λαθρεμπορία τοῦ χειρίστου εἴδους, ἥτις ἂν δὲν ὑποπίπτῃ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ εἰδικοῦ περὶ λαθρεμπορίας, δὲν εἶναι τοῦτο λόγος, ὅπως διευκολυνθῇ· τὸ Διάταγμα δὲ τὸ νέον διευκολύνει τὴν λαθρεμπορίαν ταύτην. Ἀντὶ νέου Διατάγματος ἐνεδεικνύετο ἡ ὑποβολὴ νομοσχεδίου προλαμβάνοντος τοιαύτας πράξεις διὰ διατάξεων, αἵτινες θὰ ἐτιμώρουν ἐκείνους, οἵτινες, εἰσάγοντες οἰνόπνευμα πρὸς ἀνάμιξιν, κρατοῦσιν εἶτα τοῦτο πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν.
§29Κ. ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ. Ἡ ἀνάμιξις οἰνοπνεύματος εἰς τοὺς οἴνους εἶναι ἐπιβεβλημένη, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐμποδισθῇ. Βεβαίως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐσκέφθησαν νὰ τὸ πράξωσιν, εἶχον λόγον πρὸς τοῦτο. Μέχρι τοῦ 1892 ἢ 1894 ἡ Γαλλία ἐδέχετο τοὺς οἴνους τοὺς ἐξ Ἑλλάδος μὲ βαθμοὺς μέχρι 18· ἀπὸ τοῦ 1892, κακῶς ποιοῦσα, κατ’ ἐμέ, ἡ Γαλλία ἔθεσε δασμὸν, καὶ εἶπε: «δὲν δέχομαι οἴνους ἄνω τῶν 10 καὶ 12 βαθμῶν.» Ἐκ τούτου δὲ καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπῆλθον ζημίαι, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς κατεστράφημεν, διότι ἠμποδίσθη ἡ ἀνάμιξις τοῦ οἰνοπνεύματος. Εἶναι ἐπιβεβλημένη λοιπὸν ἡ ἀνάμιξις μὲ τὸ οἰνόπνευμα πρὸς διατήρησιν τῶν οἴνων καὶ διὰ τὸ ἐσωτερικὸν καὶ διὰ τὸ ἐξωτερικόν, διότι καὶ ἤδη ὑπάρχουσιν ἀκόμη μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπεται εἰσαγωγὴ οἴνων ἑλληνικῶν, ὅταν δὲν ἦναι πλέον τῶν 10 βαθμῶν, ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναμιχθῶσι μὲ οἰνόπνευμα, ἵνα ἐπιτραπῇ ἡ εἰσαγωγή. Βεβαίως ἔχουσι δίκαιον νὰ παραπονῶνται οἱ ἐνταῦθα οἰνοπνευματοποιοὶ διὰ τὰς εὐκολίας αὐτὰς, αἱ ὁποῖαι γίνονται χάριν τῆς εἰσαγωγῆς ἐξωτερικοῦ οἰνοπνεύματος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐρωτήσητε: ἐπιτρέπεται νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν οἰνοποιὸν νὰ ἀγοράσῃ οἰνόπνευμα πρὸς δραχμὰς δύο καὶ λεπτὰ δέκα τὴν ὀκᾶν, ὅπως κατήντησε νὰ πωλῆται τοῦτο σήμερον, ἐνῷ τὸ ἔξωθεν εἰσαγόμενον τὸ ἀγοράζει ἀντὶ 70 λεπτῶν μόνον; Κύριοι, εἶναι μερικαὶ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι φέρουσι τοὺς οἴνους εἰς 7 καὶ 8 βαθμοὺς, καὶ ἐπιβάλλεται τότε ἡ ἀνάμιξις, καὶ διὰ τοῦτο ἐλήφθη ἡ πρόνοια αὕτη ὑπὲρ τῶν οἰνοπαραγωγῶν.
§30Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴτε πρόκειται νὰ ἐξαχθῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν οἱ οἶνοι οἱ ἑλληνικοὶ, εἴτε πρόκειται νὰ μετενεχθῶσιν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, εἶναι ἀναγκαῖον δυστυχῶς νὰ ἀναμιγνύωνται μετ’ οἰνοπνεύματος, διότι οἱ ἡμέτεροι οἶνοι, ἐὰν μὴ ἀναμιχθῶσι μετ’ οἰνοπνεύματος μέχρι 15 βαθμῶν τοὐλάχιστον, εἶναι ἀδύνατον νὰ μετακινηθῶσι χωρὶς νὰ ὑποστῶσιν ἀλλοίωσιν. Διότι ἐν Ἑλλάδι, ὅπου δὲν ὑφίσταται ὁ οἶνος πρὶν καταναλωθῇ τὰς μεταγγίσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀποχωρίζουσιν αὐτὸν ἀπὸ τὰ καθιζήματα, καὶ ἐπιτρέπουσιν ἀκινδύνως τὴν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον μεταφοράν του, εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσάγωμεν οἰνόπνευμα εἰς αὐτὸν πρὸς συντήρησιν. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη πολὺ ποσὸν οἰνοπνεύματος νὰ εἰσάγηται εἰς τὸν τόπον ἔξωθεν πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν, λόγῳ τῆς ἀτελοῦς κατασκευῆς, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν πρέπει ἀναγκαίως νὰ χορηγῆται πᾶσα δυνατὴ εὐκολία, ὅπως εὐθηνὸν οἰνόπνευμα προσφέρηται εἰς τοὺς οἰνοπαραγωγοὺς καὶ οἰνοποιοὺς, καὶ ἀναμιγνύηται μετὰ τῶν οἴνων καὶ ἀντέχῃ εἰς τὴν ἐξαγωγὴν καὶ ἐν γένει εἰς τὴν μεταφορὰν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον. Ἀλλ’ οἱ προκαλέσαντες τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατήγγειλαν καὶ ἄλλο τι, ὅτι τὸ οἰνόπνευμα, ὅπερ εὐθηνότατον εἰσάγεται ἔξωθεν ἀτελές, ὅπως ἀναμιγνύηται μετ’ οἴνων, ἀποστάζεται εἶτα καὶ εἰσάγεται εἰς κυκλοφορίαν ὡς οἰνόπνευμα, πωλούμενον εἰς τὰς τιμὰς, εἰς ἃς πωλεῖται καὶ τὸ ἄλλο οἰνόπνευμα. Τοῦτο εἶναι ἄτοπον, καὶ ἀφοῦ ἀπηγορεύσαμεν τὴν ἀπόσταξιν οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, ὅπερ θὰ ἦτο ἐπίσης εὐθηνὸν, εἶναι ἄτοπον νὰ ἐπιτρέπωμεν τὴν κατ’ ἄλλον τρόπον εἰσαγωγὴν, ἥτις εἶναι ἀρκετὴ νὰ ὑψώσῃ καὶ ὕψωσε τὰς τιμάς. Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ὑπάρχῃ τάξις ἐπιχειρηματιῶν, γνωστῶν ἐκ πολλῶν περιστάσεων, διότι πολλάκις ἀπεκαλύφθησαν διαπράττοντες τὰς παραβάσεις ταύτας, καὶ κερδοσκοποῦντες διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐνισχύσεως τῶν ἐντοπίων οἴνων δι’ ἐξωτερικοῦ οἰνοπνεύματος, ἐπὶ ζημίᾳ ἄλλων βιομηχάνων. Αὐτὸ πρέπει νὰ παύσῃ· πλὴν νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ Διατάγματος, ὅπερ προεκάλεσε, διευκολύνει τὴν αἰσχροκερδῆ ταύτην ἐργασίαν, καὶ δίκαιον εἶναι νὰ σκεφθῇ ποῖα τὰ μέσα τὰ κατάλληλα, ὅπως παύσῃ ἡ κατάχρησις αὕτη. Συνενῶ λοιπὸν τὰς παρακλήσεις μου πρὸς τὰς τῶν προλαλησάντων – – καίτοι δὲν ἀντιλέγω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος – νὰ φέρωμεν περιορισμόν τινα εἰς τὴν κατάχρησιν, ἥτις γίνεται πρὸς βλάβην τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐμπορίου.
§31Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§32ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως τὰ λεχθέντα δὲν ἔχουσι σκοπὸν νὰ στενοχωρήσωσι τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ διεξαγωγῇ ζητήματος, καθ’ ὃ προσκρούει καὶ πρὸς ξένας ἀξιώσεις. Ἀλλὰ τὰ λεγόμενα ἐνταῦθα, καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, βεβαίως πρέπει νὰ συντελέσωσιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις, ἀκούουσα καὶ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἔχουσα δὲ ὑπ’ ὄψιν τὰ πορίσματα τῆς συζητήσεως, ἀρυσθῇ ἐπιχειρήματα τοιαῦτα, ὥστε νὰ δυνηθῇ ἐν τῇ μετὰ τῶν ξένων συζητήσει νὰ ἀποδείξῃ εἰς αὐτοὺς, ὅτι δικαίωμα ἀξιώσεως ἔχουσι μόνον ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς συμβάσεως τῶν σαφῶν. Πρέπει νὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψει, προκειμένου τοῦ ζητήματος τῆς ἀτελείας ἢ τῆς εἰς δασμὸν ὑποβολῆς τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου οἰνοπνεύματος, ὅτι ὁ πίναξ εἶναι παράρτημα τῆς συνθήκης, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ πίνακος ἐξηγεῖται ἐν τῷ ἄρθρῳ τῆς συνθήκης, τὸ δὲ ἄρθρον 9 τῆς Ἑλληνογερμανικῆς συνθήκης, ὁμιλοῦν περὶ τῶν πινάκων Αʹ καὶ Βʹ, ἔχει τρίτην παράγραφον, ἐξ ἧς σαφῶς συνάγεται, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐσκέφθη ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ζητήσασα τὴν ἀτέλειαν ταύτην, καὶ ἀντιθέτως ἡ Ἑλληνική, ζητήσασα τὰς ἄλλας ἀτελείας, ἢ μόνον τὸν τελωνιακὸν δασμὸν πάντα τὰ ἄλλα δικαιώματα, καὶ ἰδίως τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως, ἀφέθη ἐλεύθερον ἑκάτερον Κράτος νὰ ἐφαρμόσῃ, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἰσοτιμίας πρὸς τὸ μᾶλλον εὐνοούμενον ἔθνος. Ἄρθρον 9 τῆς συνθήκης (ἀναγινώσκει): «Τὰ Ἑλληνικῆς καταγωγῆς ἢ τέχνης ἀντικείμενα, τὰ ἐν τῷ συνημμένῳ εἰς τὴν παροῦσαν συνθήκην δασμολογίῳ Αʹ ἀπαριθμούμενα, θέλουσιν εἰσάγεσθαι εἰς Γερμανίαν ἐπὶ πληρωμῇ τῶν ἐν τῷ δασμολογίῳ τούτῳ ὡρισμένων τελῶν καὶ κατὰ τοὺς ἐν αὐτῷ περιεχομένους ὁρισμούς. — Τὰ Γερμανικῆς καταγωγῆς ἢ τέχνης ἀντικείμενα, τὰ ἐν τῷ συνημμένῳ εἰς τὴν παροῦσαν συνθήκην δασμολογίῳ Βʹ ἀπαριθμούμενα, θέλουσιν εἰσάγεσθαι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ πληρωμῇ τῶν ἐν τῷ δασμολογίῳ τούτῳ ὡρισμένων τελῶν καὶ κατὰ τοὺς ἐν αὐτῷ περιεχομένους ὁρισμούς.» Ἡ τρίτη παράγραφος θέλει σαφηνίσει τὸ ὅλον (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐν τοῖς συνημμένοις εἰς τὴν παροῦσαν συνθήκην δασμολογίοις εἰδικῶς ὁριζόμενα ἢ καὶ μὴ ὁριζόμενα εἰσαγωγικὰ τέλη θέλουσιν εἰσπράττεσθαι ἀσχέτως πρὸς τοὺς φόρους καταναλώσεως, τοὺς ἐπὶ ἰθαγενῶν ἢ ξένων προϊόντων ἐπιβαλλομένους, τοὺς δημοτικοὺς φόρους ἢ ἄλλους ὁμοίας φύσεως δασμούς, δι’ οὓς τὰ προϊόντα ἑκατέρου συμβαλλομένου Κράτους θέλουσι διέπεσθαι κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὸ ἕτερον ὑπὸ τῶν αὐτῶν ὁρισμῶν, οἵτινες διέπουσιν ἢ θέλουσι διέπει καὶ τὰ ἰθαγενῆ προϊόντα.» Πλήρης ἐλευθερία. Ὅστις δὲ ἀναγνώσῃ τὸ Γαλλικὸν πρωτότυπον, βλέπει τὸ πρᾶγμα ἔτι σαφέστερον. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ὅτι ἐκ συμβάσεως πρὸς τὴν Γερμανίαν δὲν δεσμευόμεθα ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, ὅπερ εἰσάγεται ἀτελῶς, ἐπὶ παντὸς οἰνοπνεύματος, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἐκείνου, ὅπερ εἰσάγεται ἀτελῶς διὰ τὴν οἰνοποιΐαν. Καὶ εἶναι φυσικὸν, ὅτι δὲν δεσμευόμεθα νὰ ἔχωμεν φόρον καταναλώσεως, ἀποδεικνύεται δὲ τοῦτο καὶ ἄλλως, διότι ἐφορολογοῦμεν τὸ οἰνόπνευμα τοῦτο ἐν τῷ οἴνῳ διὰ φόρου καταναλώσεως, καὶ οὐδέποτε ἠγέρθη διαμαρτυρία. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ὑπὸ τῆς Γερμανίας νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν τελώνιον ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου οἰνοπνεύματος τοῦ Γερμανικοῦ διὰ τὴν οἰνοποιΐαν, διὰ τὴν ἀνάμιξιν μετὰ τῶν οἴνων, καὶ οὐδὲν πλέον. Πόθεν ὅμως παράγεται ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ οἰνοπνεύματος τούτου ἀπὸ τοῦ φόρου καταναλώσεως; παράγεται ἐκ τοῦ ἡμετέρου νόμου, ὃν εἴμεθα κύριοι νὰ μεταρρυθμίσωμεν ὁπότε θέλομεν, παράγεται ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1887, ὅστις, σημειωτέον, δὲν ὑφίστατο κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ συνθήκη καὶ οὗτινος τὸ ἄρθρον 1 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος καταναλισκομένου ζύθου καὶ οἰνοπνεύματος, ἐγχωρίων τε καὶ ἔξωθεν εἰσαγομένων, ἐπιβάλλεται δικαίωμα καταναλώσεως.» Διότι ἐν ἄρθρῳ 5 ὁρίζεται ἐν ἐδαφίῳ γʹ «τὸ οἰνόπνευμα τὸ ἀναμιγνυόμενον μετ’ οἴνου ἢ γλεύκους, προωρισμένων πρὸς ἀποστολὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, εἴτε παρ’ αὐτοῦ τοῦ κατασκευαστοῦ τοῦ οἰνοπνεύματος, εἴτε παρ’ ἄλλου.» Ἐκ τούτου τοῦ ἄρθρου τὸ οἰνόπνευμα τὸ ἔξωθεν εἰσαγόμενον δὲν ὑπόκειται εἰς φόρον καταναλώσεως, δὲν ὑπόκειται εἰς λιμενικόν, εἰς δημοτικὸν ἢ ἄλλον φόρον. Ἀπ’ ἐναντίας δὲ ἐκ τῆς συμβάσεως προκύπτει διὰ ῥητῆς ἐπιφυλάξεως, ὅτι δύναται νὰ ὑπαχθῇ καὶ εἰς δημοτικὸν καὶ εἰς λιμενικὸν καὶ εἰς φόρον καταναλώσεως, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ ἔχῃ καλλιτέραν μεταχείρισιν ἄλλου ἔθνους τὸ οἰνόπνευμα, ὑπὸ τὸν ὅρον δηλαδὴ τῆς ἰσοτιμίας πρὸς τὸ μᾶλλον εὐνοούμενον ἔθνος. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἡ ἐλευθερία ἡμῶν εἶναι πλήρης, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν τάσιν ὑπερβαλλόντως νὰ ἀκούωμεν τὰς παραστάσεις, αἵτινες γίνονται ἔξωθεν. Εἶναι πολὺ φυσικὸν εἰς πάντας τοὺς ἔχοντας συμφέρον νὰ προσπαθῶσιν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν ἰδίων αὐτῶν πολιτῶν νὰ ἀποκτήσωσιν ὅσον δήποτε πλείονα. Ἀλλ’ ἀντίστοιχον τοῦ καθήκοντος τούτου τῶν Κυβερνήσεων τῶν ἄλλων καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν εἶναι νὰ φροντίζῃ, ὥστε μηδὲν νὰ παραχωρῶμεν εἰς τοὺς ἄλλους πέραν ἐκείνων, ἅτινα συμφέρουσιν εἰς ἡμᾶς καὶ εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ παραχωρήσωμεν. Ἂν ταῦτα καλῶς κατανοῶμεν, εὑρισκόμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ ἐκεῖνοι ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν, καὶ ἐν ταυτῷ εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς νομίμου προστασίας τῶν συμφερόντων ἡμῶν. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἐκ τῆς συμβάσεως δὲν δύναται νὰ προκύψῃ ἀξίωσις ἄλλη ἢ μόνης τῆς ἀτελείας τοῦ εἰσαγομένου οἰνοπνεύματος πρὸς ἀνάμιξιν μετὰ οἴνου, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἂν δὲ θελήσωμεν αὔριον νὰ καταργήσωμεν τὸν νόμον τὸν προστατευτικὸν τῆς ἡμετέρας οἰνοποιΐας, ἔχομεν πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ καταργήσωμεν, καὶ ἐπιβάλωμεν φόρον καταναλώσεως καὶ εἰς τὸ ἔξωθεν εἰσαγόμενον οἰνόπνευμα, τὸ πρὸς ἀνάμιξιν μετὰ οἴνου εἰσαγόμενον.
§33Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀκριβῶς ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἴπετε, μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα, καὶ νὰ ἑτοιμάσωμεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλήν.
§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τώρα μάλιστα. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου μᾶς ἐφοβήσατε, ὅτι ἐκ παραστάσεων Γερμανικῶν ἐπεστήθη ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως, μᾶς ἐφόβησε δὲ καὶ ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ὅστις συνέστησεν εἰς ἡμᾶς νὰ μὴ κεντῶμεν τὴν Κυβέρνησιν.
§35Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δι’ ἄλλον λόγον.
§36ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι μικρὸν Κράτος τι, πρέπει νὰ ἔχηται στερρῶς τῶν δικαιωμάτων αὑτοῦ, καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι, ὅσον ἐντονώτερον, εὐλαβῶς πάντοτε καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ προσήκοντος, γίνονται αἱ παραστάσεις, αἱ στηριζόμεναι ἐπὶ τοῦ δικαίου, ὑπὸ τῶν μικρῶν, τόσον εὐκολώτερον εἰς τὰς παραστάσεις ταύτας κύπτουσιν εὐλαβῶς τὴν κεφαλὴν οἱ μεγάλοι. Ἔχει δύναμιν ἡ ἀδυναμία, ἀλλ’ ἔχει αὐτὴν ὅταν παρακολουθῆται ὑπὸ τοῦ δικαίου. Καὶ ὑπάρχουσι προηγούμενα ἐν Ἑλλάδι, καθ’ ἃ, ὁσάκις οὕτω μετὰ σθένους ἐν τῷ δικαίῳ παρέστησε τὰ δίκαια αὑτῆς, πάντοτε οἱ μεγάλοι ἀνεγνώρισαν τὰ δίκαια ταῦτα ἄνευ ἐξαιρέσεως. Λοιπόν, ἐπειδὴ ἔφθασε τὸ ζήτημα εἰς τοῦτο, αἱ γενόμεναι παρατηρήσεις μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ἐπιμείνω περισσότερον. Καὶ λέγω, ὅτι δὲν πρέπει ὑπερμέτρως νὰ φοβώμεθα τῶν συμβάσεων τὰς καταγγελίας, ἰδίᾳ δὲ τὴν καταγγελίαν τῆς Ἑλληνογερμανικῆς συνθήκης, διότι ἡ συνθήκη αὕτη παρεχώρησεν εἰς τὴν Γερμανίαν πολὺ περισσότερα ἐκείνων, ἅτινα παρεχωρήθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἔχομεν λόγους νὰ ἤμεθα πεπεισμένοι, ὅτι, ὁσάκις ἐσκέφθη περὶ καταγγελίας τῆς συνθήκης ταύτης ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, — καὶ ἐφάνη σκεφθεῖσα περὶ τούτου κατὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς, ὡρισμένως ἐν ἔτει 1894, ἴσως δὲ καὶ ἐγένετο λόγος τις περὶ τῆς καταγγελίας, — ὁσάκις ἐσκέφθη, — καὶ ἰδίως τότε, ὅτε εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐσκέφθη, καὶ ὅτε εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐγένετο λόγος περὶ τῆς καταγγελίας, — μόνη ἡ δήλωσις, μόνη ἡ ὑπόδειξις ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο εὐεργέτημα πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἐλευθερουμένην οὕτω δεσμῶν, καὶ δυναμένην νὰ προβῇ εἰς νέας διαπραγματεύσεις, ἀνέκοψε τὴν ὁρμὴν τῆς καταγγελίας. Ἔχοντες τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ὅπερ πιθανὸν σήμερον νὰ μὴ ἔχῃ ἀπαραλλάκτως ὡς εἶχε τὸ 1894, ὅπερ ὅμως εἶναι ἐνδεικτικόν, πρέπει οἱ Ὑπουργοὶ νὰ μὴ ταράσσωνται ὑπερμέτρως ὑπὸ τῆς ἰδέας μήπως ἐπέλθῃ καταγγελία τῆς συνθήκης. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡμεῖς ἐκ τῆς συνθήκης ταύτης ἓν σπουδαῖον ἀρυόμεθα κέρδος, τὸ τέλος τὸ ἐπὶ τῆς σταφίδος τῶν 8 φράγκων, ἀλλὰ λίαν ἀμφιβάλλω, ἄν, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, συμφέρει εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, τὸ τέλος τοῦτο νὰ προβιβάσῃ, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω περισσότερα, ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ὑπόδειξιν ταύτην, καὶ ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐλευθέρας ἔχουσα τὰς χεῖρας κατὰ τοῦτο, δύναται νὰ προβῇ εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν πραγμάτων, ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος, εἰς τρόπον ὥστε ν’ ἀσφαλισθῶμεν ἡμεῖς κατὰ τῆς λαθρεμπορίας, τῆς ὅλως ἰδιορρύθμου, ἣν ἔπλασαν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξάγουσι τὸ οἰνόπνευμα ἐκ τοῦ οἴνου.
§37Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λησμονήσῃ ἓν γεγονὸς, ἀφορῶν τὴν Γερμανίαν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἐξασκήσῃ μεγίστην καὶ ἀπόλυτον ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς ἀνανεώσεως ἢ τῆς ἀνταλλαγῆς μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Γερμανίας συμβάσεως. Ἐν Γερμανίᾳ συζητεῖται σήμερον δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον ἐξήγειρεν ὄχι μόνον ἐν Γερμανίᾳ τῶν ἐκεῖ παραγωγῶν τὴν γνώμην, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα Κράτη μεγάλα, συναλλαττόμενα μετὰ τῆς Γερμανίας. Ἔχει τοιαύτην σημασίαν τὸ δασμολόγιον τοῦτο, ὥστε καὶ πολιτικαὶ ἀκόμη μεταβολαὶ προβλέπονται ἐν Εὐρώπῃ, ἂν ψηφισθῇ ὡς ἔχει. Ἂν ἑπομένως τὸ προστατευτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει τὸ νέον δασμολόγιον τῆς Γερμανίας, ὑπερισχύσῃ, καὶ ψηφισθῇ τὸ δασμολόγιον τοῦτο, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ἡ συνθήκη μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γερμανίας θὰ καταργηθῇ, ὡς θὰ καταργηθῶσι καὶ πλεῖσται συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι συνωμολογήθησαν μεταξὺ Γερμανίας καὶ ἄλλων Κρατῶν, μετὰ τῶν ὁποίων ἡ Γερμανία ἔχει συμφέροντα πολὺ μεγαλείτερα τῶν Ἑλληνικῶν. Ἐὰν ἑπομένως ψηφισθῇ τὸ δασμολόγιον, ἡ συνθήκη δὲν θὰ ὑπάρχῃ· ἂν δὲν ψηφισθῇ, ἡ Γερμανία ἔχει ἀπόλυτον συμφέρον, ὅλας τὰς συνθήκας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ὑποστηρίζουσι τὴν Γερμανικὴν παραγωγὴν, νὰ τὰς διατηρήσῃ· Γερμανικὴ δὲ παραγωγὴ χρῄζουσα ἀπολύτου ὑποστηρίξεως, εἶναι ἡ παραγωγὴ τῶν μετάλλων καὶ ἰδίως τοῦ σιδήρου· ἐν Ἑλλάδι δὲ καταναλίσκεται ἀρκετὸν ποσὸν γερμανικοῦ σιδήρου. Ἔχουσι λοιπὸν ἐν Γερμανίᾳ ἄμεσον συμφέρον νὰ μὴ παρεμποδίσωσι τὴν ἐξαγωγὴν γερμανικοῦ σιδήρου, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἀποβαίνει δευτερεῦον. Τοῦτο ὅμως ἐνόμισα καλὸν νὰ προσθέσω, ὅπως ἀκριβῶς ὑποστηρίξω τὴν γενικὴν ἰδέαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα τόσον δειλοὶ εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν περὶ τῆς συνθήκης ταύτης, πρὸ πάντων ὅταν πρόκηται περὶ ὑποστηρίξεως δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως ἀνήκει εἰς ἡμᾶς, τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἐπιβάλωμεν πάντα ἄλλον φόρον ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, ἐκτὸς τοῦ φόρου τοῦ τελωνιακοῦ· ἐξ ἀναλογίας δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀποδεικνύεται πληρέστατα, διότι καὶ ἡ Γερμανία καὶ ἄλλα Κράτη δὲν ἐνόησαν ἑαυτὰ δεσμευμένα νὰ μὴ ἐπιβάλωσι φόρους καταναλώσεως ἐπὶ τῆς σταφίδος· καὶ ἔχομεν παράδειγμα τὸ Βέλγιον, ὅπου, ἕνεκα ἀκριβῶς τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἰδέας ταύτης, ἡ σταφὶς ἡμῶν οὐδεμίαν ἀπέκτησεν εὐκολίαν καὶ ἐπαύξησιν καταναλώσεως· καὶ ἐν Γερμανίᾳ δὲ ὑπάρχουσι διάφοροι ἐσωτερικοὶ φόροι, ἐπιβαρύνοντες τὴν σταφίδα ἡμῶν.
§38ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν γνωρίζω τί ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης καὶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅπως εἴπωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδειξε δειλίαν ἀπέναντι τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως...
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἴπομεν αὐτό.
§40Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἰδοὺ τί συνέβη. Ἡ Κυβέρνησις λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, τὰς στηριζομένας ἐπὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς αὐτὴν ἡ συνθήκη, ἀπεφάσισε νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἐνόμισε πρόσφορον. Βλέπετε ἐνταῦθα ὑποχώρησίν τινα; βλέπετέ τι ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων; Βεβαίως ὄχι. Ἀλλ’ ἐγεννήθη ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα, ὅτι δυνάμεθα διὰ νόμου νὰ φέρωμεν θεραπείαν εἰς ἄτοπα, ἅτινα παρετηρήθησαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συνθήκης. Τί ἔπεισε τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ νομίζωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἀσχοληθῆ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ δὲν θέλει προσπαθήσει νὰ ἐξεύρῃ λύσιν δικαίαν καὶ σύμφωνον πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας καὶ πρὸς τὰς ἄλλας ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους; Νομίζω, ὅτι οὐδὲν δικαιολογεῖ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἔχωσι τὴν γνώμην ταύτην. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μελετᾷ τὸ ζήτημα, καὶ ὅταν περατώσῃ τὰς μελέτας του, θὰ φέρῃ τὸ πόρισμα εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τοῦ προχείρου συζητοῦσα νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τί πρέπει νὰ πράξῃ. Διότι, ὅσον καὶ ἂν ἤμεθα ἐλεύθεροι εἰς τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ἡ ὕπαρξις συνθήκης μετὰ μεγάλου Κράτους εἶναι πρᾶγμα λίαν σοβαρόν. Καὶ δυνάμεθα βεβαίως νὰ μὴ φοβώμεθα τὴν καταγγελίαν τῆς συνθήκης ταύτης, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν μελετήσει τὸ ζήτημα, καὶ νὰ γνωρίζωμεν ἐκ τῶν προτέρων ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις ἡμῶν ἀπέναντι τοῦ Κράτους ἐκείνου, ὅταν καταγγελθῇ ἡ συνθήκη, καὶ τί τότε θέλομεν πράξει.
§41Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐνόησε νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέσιν ἡμῶν ἀπέναντι τῆς συνθήκης, ἥτις ὑφίσταται μετὰ τῆς Γερμανίας. Τουναντίον ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ ν’ ἀφήσῃ πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε ὑφίσταται ἤδη ἐκκρεμὴς διαπραγμάτευσις, εἴτε ἐν τῷ μέλλοντι ἤθελε δοθῇ ἀφορμὴ πρὸς διασάφησιν τῆς ἐννοίας τῆς συνθήκης. Ἀλλὰ θὰ ὁμολογήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ γενομένη τὴν ἑσπέραν ταύτην, κατέδειξεν, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ν’ ἀπευθύνῃ παραστάσεις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν, ὁσάκις ἤθελεν ὑπό τινος καταγγελθῆ, ὅτι δυσκολίαι παρεμβάλλονται ἢ πρόκειται νὰ παρεμβληθῶσιν εἰς τὴν ἀνάμιξιν τοῦ γερμανικοῦ οἰνοπνεύματος μετὰ οἴνων καταναλισκομένων ἐν Ἑλλάδι. Διότι, ἐὰν ἔχῃ συμφέρον ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ὅπως ἀκωλύτως ἐπιτρέπηται ἡ ἀνάμιξις τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ γερμανικοῦ μετὰ οἴνων καταναλισκομένων ἐν τῷ τόπῳ, τοῦτο τὸ δικαίωμα ἔχει, ὡς παρετήρησεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὄχι ἐκ τῆς συνθήκης, ἀλλ’ ἐκ τοῦ νόμου τοῦ πρὸ τῆς συνθήκης ψηφισθέντος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη, ὅπως τὰ ξένα οἰνοπνεύματα εἰσάγωνται ἐλεύθερα καὶ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως καὶ τοῦ τέλους τοῦ εἰσαγωγικοῦ, ὅταν πρόκηται ν’ ἀναμιχθῶσι μετὰ οἴνων προωρισμένων διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν. Λοιπὸν, ἐὰν παρεμβάλληται ἐνίοτε πρόσκομμα εἰς τὴν ἀνάμιξιν τῶν οἴνων τῶν ἑλληνικῶν, τῶν καταναλισκομένων ἐν τῷ τόπῳ, μετὰ γερμανικοῦ οἰνοπνεύματος, καὶ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις προβάλῃ ἀξιώσεις, ὅπως τὰ προσκόμματα ταῦτα ἀρθῶσι, βεβαίως ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ὁ νόμος, πρέπει νὰ εἰσακούηται· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἤθελε κριθῆ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐκτιμώσης τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ὡς συμφέρον νὰ μεταβληθῇ ἡ διάταξις αὕτη, βεβαίως εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ τὸ πράξωμεν. Ἄλλο δὲ ζήτημα εἶναι, ἂν τοῦτο δύναται νὰ συνεπαγάγῃ δυσαρέστους συνεπείας ἐκ μέρους τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, εἴτε καταγγελλούσης τὴν συνθήκην, εἴτε ἐπιβαλλούσης φόρους ἐσωτερικῆς καταναλώσεως εἴτε ἐπὶ τοῦ οἴνου τοῦ ἐκ τῆς σταφίδος, εἴτε ἐπ’ αὐτῆς τῆς σταφίδος, εἴτε ἐπὶ ἄλλων ἡμῶν προϊόντων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρέπει πέραν ἑνὸς μέτρου νὰ μᾶς ἐπηρεάζῃ. Ταῦτα ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν καλλίτερον παντὸς ἄλλου, ὁδηγουμένη ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις, δὲν πρέπει ὅμως ἐκ τούτων ἡ Κυβέρνησις νὰ συνάγῃ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ τὴν ὠθήσῃ εἰς μέτρα ὡρισμένα. Ταῦτα ἀφίενται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζητήσαμεν, εἶναι τοῦτο, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις διοικητικῶς, δι’ οἱουδήποτε ἐγκρίνῃ τρόπου, νὰ ἐμποδίζῃ, ὅπως τὸ οἰνόπνευμα τὸ ἔξωθεν εἰσαγόμενον ἀποστάζηται πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς.
§42Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Ἀθήναις σιδηρουργοὶ δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως συντελέσῃ, ἵνα ἀρθῇ ἡ κατάσχεσις τῶν ἐργαλείων τοῦ σιδηρουργοῦ Φ. Ζάκκα, τακτοποιηθῶσι δὲ τὰ τῶν σιδηρουργείων, ὁριζομένου μέρους τινὸς τῆς πόλεως πρὸς ἀνέγερσιν τούτων.
§44Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ μίαν λύσιν, ἀφοῦ μάλιστα οἱ ἀναφερόμενοι εἶναι καὶ συμπολῖται αὐτοῦ ἐκ τῶν κατοικούντων ἐν Ἀθήναις. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Πρὸ 40 καὶ πλέον ἐτῶν ἐξεδόθη ἀστυνομικὴ διάταξις, συμφώνως τῷ νόμῳ περὶ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, καθορίζουσα τὴν θέσιν τῶν σιδηρουργείων, καὶ διατάσσουσα τὴν ἀπομάκρυνσιν αὐτῶν ἐκ τῆς πόλεως εἰς μέρος ὁρισθησόμενον· ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδόλως ἡ Πολιτεία ἐφρόντισε περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ τόπου, διότι τότε ἐπρόκειτο νὰ ὁρισθῇ τὸ Μεταξουργεῖον. Ἔμενε λοιπὸν νεκρὰ ἡ διάταξις αὕτη. Δὲν ἠξεύρω ὅμως, πῶς ἀπό τινος χρόνου ἠθέλησαν νὰ ἀναζήσῃ ἡ διάταξις, καὶ ἤρχισαν νὰ καταδιώκουν τοὺς σιδηρουργοὺς ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι παραβαίνουν τὴν νεκρὰν ἀστυνομικὴν διάταξιν· δὲν ἔλαβε δὲ ποτὲ ἡ Πολιτεία ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκτελέσῃ πρῶτον αὐτὴ τὴν ὑποχρέωσίν της, καὶ ὕστερον νὰ καταδιώκῃ τοὺς παραβαίνοντας τὴν ἀστυνομικὴν διάταξιν· διότι, ἂν θελήσωσι νὰ τοὺς μετατοπίσωσι, ποῦ θὰ ὑπάγωσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι; Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἦλθε καὶ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ἄλλοτε, καὶ τὰ Δικαστήρια ἀπεφήναντο, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀνίσχυρος. Δυστυχῶς ὅμως, παρ’ ὅλα ταῦτα, ἡ ἀστυνομία καταδιώκει τοὺς εἰρημένους βιομηχάνους, εἰς οἱονδήποτε μέρος καὶ ἂν ἐργάζωνται οὗτοι· ᾠκειοποιήθη δὲ καὶ δικαστικὴν ἐξουσίαν, κατασχοῦσα τὰ ἐργαλεῖα τοῦ τεχνίτου τοῦ ἐν τῇ ἀναφορᾷ διαλαμβανομένου. Ποῖος, παρακαλῶ, ἔδωκε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν ἀστυνομίαν; Εἶναι μία αὐθάδης παρανομία ἡ πρᾶξις αὕτη, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διορθώσῃ τὴν κατάστασιν ταύτην, πρὸς δὲ νὰ λάβῃ σύντονον πρόνοιαν πρὸς ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς προεῖπον, εἶναι συμπολίτης τῶν παραπονουμένων,
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι ἰδιοκτῆται ἐν Ἀθήναις δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως τὸ σχέδιον τῆς πόλεως ἐπεκταθῇ ὄπισθεν τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου.
§46Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Πρόκειται, νομίζω, περὶ τῶν κατοίκων τῆς συνοικίας Πλάκας τῶν Ἀθηνῶν, οἵτινες θέλουσι νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν τέλος πάντων ἡ ἐπέκτασις τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως ὄπισθεν τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου, κατὰ τὸ σχεδιάγραμμα τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ἐπικυρωθὲν ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τὸ 1896, ὅπερ ὅμως μένει εἰς ἀχρηστίαν, μὴ ἐκδοθέντος τοῦ προσήκοντος Διατάγματος, καίτοι παρῆλθον τοσαῦτα ἔτη, καὶ ἀναγκάζονται οἱ ἄνθρωποι νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ οἰκοδομήσωσιν ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων των. Εἶναι ἀληθῶς ἀπορίας ἄξιον, πῶς ἐπὶ 6 ὅλα ἔτη δὲν ἐξεδόθη Διάταγμα, καὶ μένουσιν οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι ἠναγκασμένοι νὰ περιμένωσιν ἕως οὗ τέλως πάντων κατορθωθῇ νὰ ἐκδοθῇ ἓν Διάταγμα, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς ἡ χρῆσις τῶν οἰκοπέδων των. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν ταχίστην περὶ τούτου, διότι ἡ παράτασις τῆς ἐκκρεμότητος ταύτης εἶναι ἀδικωτάτη.
§47Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν προτίθεται νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ ἀγορᾶς τῶν κτημάτων Ζάππα, ἵνα διανεμηθῶσι ταῦτα εἰς τοὺς ἀκτήμονας χωρικούς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ εὐεργετηθῶσιν ὄχι μόνον οἱ καλλιεργοῦντες τὰ κτήματα, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁμόφωνος ἡ Βουλὴ θέλει ψηφίσει. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πληροφοροῦμαι, ὅτι κατηρτίσθη πρὸ μιᾶς περίπου ἑβδομάδος, καὶ ἄπορον εἶναι, πῶς ἡ Κυβέρνησις διστάζει εἰς τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ, ἀφοῦ ἄλλως τε συντρέχουσι σπουδαιότατοι λόγοι εἰς τὴν ταχυτέραν ὑποβολήν του. Μετὰ ἓξ μῆνας λήγει ἡ ἐνοικίασις τῶν διαφόρων Ζαππείων κτημάτων, ὅτε εἶναι ἠναγκασμένον τὸ Δημόσιον νὰ ἐκθέσῃ ταῦτα εἰς νέαν ἐνοικίασιν διὰ μίαν πενταετίαν· τότε δὲ, ἂν θελήσωμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, θὰ εὑρεθῶμεν ἀπέναντι πολλῶν ἀπαιτήσεων τῶν νέων ἐνοικιαστῶν. Παρακαλῶ ὅθεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ, ἂν θὰ εἰσαγάγῃ ἢ ὄχι τὸ νομοσχέδιον, καὶ πότε θὰ εἰσαγάγῃ τοῦτο.
§48ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅπερ ἀνεκίνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ κτήματα Ζάππα, ὡς ἐκ τῶν διατάξεων τῆς διαθήκης, αἵτινες εἶναι ἱεραὶ, δὲν ἐπιτρέπεται κατ’ ἄλλον τρόπον ν’ ἀπαλλοτριωθῶσιν ἢ μόνον κατὰ γενικὸν τρόπον, διὰ γενικοῦ νόμου. Ἐὰν διὰ γενικοῦ νόμου ἐπιτραπῇ ἡ ἀπαλλοτρίωσις ὑπὲρ τῶν χωρικῶν πάντων τῶν μεγάλων κτημάτων, ὁ νόμος οὗτος βεβαίως δὲν ὑπάρχει κώλυμα νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῶν κληροδοτηθέντων κτημάτων ὑπὸ τοῦ Ζάππα, διότι ὁ γενικὸς οὗτος νόμος ὑπερισχύει πάσης ἰδίας διατάξεως. Καὶ τοῦτο ἴσως εἶναι δυσάρεστον. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑποχωρήσῃ τὸ μέγα συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς θελήσεως τοῦ διαθέτου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ὑποχωρεῖ ἀπέναντι τῆς συμβάσεως μετὰ ξένης Δυνάμεως, καὶ εἰς τοῦτο ἐν τῇ συμβάσει μετὰ τῆς Τουρκίας ὑπάρχει ῥητὸς περιορισμός, λεγομένου ὅτι μόνον διὰ γενικοῦ νόμου ἐπιτρέπεται ἡ ἀφαίρεσις τῶν κτημάτων.
§49Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι συμφωνότατος. Εἶπον ὅτι κατ’ ἐμὲ καὶ τότε ἀκόμη δὲν ἐπιτρέπεται.
§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τῶν Ζαππείων κτημάτων, μόνον ἱερόσυλος χεὶρ εἶναι δυνατὸν νὰ τολμήσῃ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν αὐτῶν ἄλλως ἢ διὰ γενικοῦ νόμου. Καὶ εἶχον ἀνάγκην νὰ εἴπω ταῦτα ἐνταῦθα, ὅπως προκληθῇ πάντων ἡ προσοχή, διότι παρετήρησα τάσιν τινά, ὅπως γίνηται λόγος περὶ τῶν κτημάτων τούτων, ἵνα παραχωρηθῶσιν εἰς τοὺς καλλιεργητάς. Ἡ ἰδέα τῆς κατατμήσεως τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ διὰ τῆς πωλήσεως τῶν μεγάλων κτημάτων εἶναι βεβαίως ὀρθή. Εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην προχωροῦμεν ἀρκετὰ ταχέως ἀπό τινος χρόνου, ἡ δὲ τελευταία ἀγορά, ἡ γενομένη εὐτυχῶς, τῶν 26 κτημάτων τοῦ Στεφάνοβικ θὰ παράσχῃ ἐπὶ ἱκανὸν χρόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν τρόπον νὰ ἐγκαταστήσῃ πολυαρίθμους χωρικοὺς εἰς γαίας, αἵτινες ἔχουσι πολὺ ὀλιγωτέρας τοῦ δέοντος τὰς χεῖρας τὰς δυναμένας νὰ παράσχωσιν ἐργασίαν. Καὶ τὰ ζητήματα τῶν Ζαππείων κτημάτων ἂς ἀφεθῶσι κατὰ μέρος, ὅπως λυθῶσιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, σὺν τοῖς ἄλλοις ζητήμασι, τοῖς ἀναγομένοις εἰς τὰ Θεσσαλικὰ κτήματα.
§51Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ, ἂν προέβη εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν κτημάτων τοῦ Μαχμοὺτ–πασσᾶ.
§52ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν εἶναι ἁπλᾶ, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφαίνηταί τις ἐκ τοῦ προχείρου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου, ὁ κ. Ροδόπουλος, εἶχε παραστήσει πρὸς ἐμέ, ὅτι ὑπάρχουσι κτήματα ἀνήκοντα εἰς Ὀθωμανόν τινα, ὁ ὁποῖος ἐπεθύμει νὰ τὰ πωλήσῃ, καὶ ἐγὼ ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας. Δὲν γνωρίζω ὅμως, ἂν πράγματι ὁ Ὀθωμανὸς οὗτος ἐπιθυμεῖ νὰ πωλήσῃ τὰ κτήματά του, καὶ ἂν θὰ ἦναι δυνατὸν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰ ἀγοράσῃ, ὅπως τὰ διανείμῃ εἰς τοὺς χωρικούς.
§53Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν πράγματι οἱ ἰδιοκτῆται εἶναι διατεθειμένοι νὰ ἐκποιήσωσι τὰ κτήματα αὑτῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἡ πραγματοποίησις τῆς ἀγορᾶς τῶν κτημάτων τούτων καὶ τῆς διανομῆς αὐτῶν εἰς τοὺς χωρικοὺς δύναται μετὰ πάσης εὐκολίας νὰ ἐκτελεσθῇ δυνάμει τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει δύο νόμους, δυνάμει τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἢ καὶ μὲ τοὺς ἰδιοκτήτας, ἢ καὶ μὲ πάντα κεφαλαιοῦχον, ὅπως ἀγοράσῃ κτήματα παρ’ ἰδιοκτητῶν καὶ διανείμῃ ταῦτα εἰς τοὺς χωρικούς. Οἱ δύο οὗτοι νόμοι προβλέπουσιν ὅλας τὰς περιστάσεις, τὰς ἐνδεχομένας πρὸς πραγματοποίησιν τοιαύτης ἐπιθυμίας. Τὸ ζήτημα ἔγκειται εἰς τὴν συγκατάθεσιν τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ εἰς τὴν συνεννόησιν μετ’ αὐτῶν, ὅπως ἐκποιήσωσι τὰ κτήματά των εἰς τιμὴν καλήν, εἰς τιμὴν συμφέρουσαν καὶ εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τοὺς χωρικούς. Δὲν ἐννοῶ ἑπομένως, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ πιέζηται οἱαδήποτε Κυβέρνησις, ὅπως αὐτὴ ἐπιδιώκῃ τὴν ἀγορὰν κτημάτων καὶ ἐκλιπαρῇ τοὺς ἰδιοκτήτας, διότι βεβαίως οἱ ἰδιοκτῆται τότε θὰ ἦναι ἀπαιτητικώτεροι. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ μελέτη τοῦ ζητήματος παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἰσχυόντων νόμων καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς καταστάσεως τῶν διαφόρων χωρίων καὶ τῶν διαθέσεων πολλῶν ἐκ τῶν ἰδιοκτητῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐρχομένη ἄνευ πιέσεώς τινος καὶ ἄνευ ἐπιδείξεως, δύναται νὰ καταλήξῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ ἄνευ βίας τινὸς εἰς τὴν πραγματοποίησιν ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν πάντες ἔχομεν. Ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον, διότι τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην ἴσως εἶμαι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἐξεδήλωσα καὶ ὁ ὁποῖος τὴν ἐπραγματοποίησα μὲ θυσίας, καὶ διότι ἐπιθυμῶ εἰλικρινῶς νὰ διευκολυνθῇ τὸ ἔργον τοῦτο· ἀλλὰ διὰ νὰ διευκολυνθῇ, πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα, καὶ ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ τὰ μελετήσῃ, εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς εὑρίσκονται οἱ διάφοροι ἰδιοκτῆται. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀλιγώτερος λόγος πρέπει νὰ γίνεται ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, πλειοτέρα δὲ καὶ συστηματικωτέρα ἐνέργεια παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν.
§54Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἰδίως, ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει ν’ ἀπαντήσῃ περὶ τῶν Ζαππείων κτημάτων, διότι ἄλλως μένει ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συμμερίζεται τὴν γνώμην τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ.
§55ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαντήσῃ ἀμελετήτως περὶ τῶν Ζαππείων κτημάτων. Τὰ Ζάππεια κτήματα τελοῦσιν ὑπὸ ὅρους, τῶν ὁποίων τὴν ἐκπλήρωσιν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιδιώξῃ, δυστυχῶς δὲ μέχρι τοῦδε, εἴτε διότι τὰ εἰσοδήματα τῶν κτημάτων δὲν ἐπήρκεσαν, εἴτε διότι αἱ περιστάσεις εἶναι ἀντίξοοι, δὲν ἠδυνήθη ἡ Ζάππειος ἐπιτροπὴ νὰ ἐκτελέσῃ θεμελιωδεστάτας διατάξεις τῆς διαθήκης, οὐδὲ κληροδοτήματα ἀναγόμενα εἰς αὐτὸ τὸ χωρίον Λάμποβον, τὴν πατρίδα τῶν ἀειμνήστων Ζαππῶν, ἐξετέλεσεν, καθότι οὐδὲ Γυμνάσιον ἐκεῖ συνέστησεν ἡ ἐπιτροπὴ, οὐδὲ τὸ ἐργοστάσιον γυναικῶν, τὸ ὁποῖον ἡ διαθήκη τοῦ Κωνστ. Ζάππα παρήγγειλεν, οὐδὲ τὸν ἰατρὸν καὶ τὴν χορηγίαν τῶν φαρμάκων, ὡς παραγγέλει ἡ διαθήκη, οὐδὲ τὸν ναόν, τὸν ὁποῖον διέταξε ν’ ἀνακαινισθῇ, ἐξετέλεσεν ἡ ἐπιτροπή. Περὶ πάντων τούτων ἔλαβον τὴν ἐντολὴν νὰ συνεννοηθῶ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Ζαππείου ἐπιτροπῆς καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσα τὰ παράπονα τοῦ ἁγίου Δρυϊνουπόλεως καὶ τῶν Λαμποβιτῶν. Τὰς παραστάσεις μου καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ζαππείου ἐπιτροπῆς καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἤκουσαν εὐμενῶς, καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ ὑποβάλω καὶ ὑπέβαλον ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Ζάππειος ἐπιτροπή, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ σπεύσῃ νὰ ἐκτελέσῃ, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ φιλοπάτριδος διαθέτου. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἰς τοιαύτην καθυστέρησιν εὑρίσκεται ἡ Ζάππειος ἐπιτροπὴ ἀπέναντι τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἡ διαθήκη ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ σκέψις περὶ ἐκποιήσεως τῶν κτημάτων τῆς κληρονομίας, καὶ δὴ εἰς τοιοῦτον τίμημα, ὥστε νὰ δύναται καὶ τὰς μέχρι τοῦδε καθυστερησάσας διατάξεις νὰ ἐκτελέσῃ καὶ νὰ ἀποτελέσῃ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξασφαλίζῃ ὅλα τὰ κληροδοτήματα εἰς τὸ Ζάππειον Παρθεναγωγεῖον, εἰς τὸ Γυμνάσιον, εἰς τὸ ἐργαστήριον Λαμπόβου, τὴν συντήρησιν ἰατροῦ κλπ. Τοιαύτη δὲ τιμὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ, ἐὰν θέλετε νὰ σπεύδητε, ὅπως σπεύδετε. Διὰ τοῦτο νομίζω ὀρθὴν τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι εἶναι ἀμφίβολον καὶ ἂν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο χωρὶς νὰ ἀναλάβῃ ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ἐκ τῆς διαθήκης ἐπιβαλλομένας.
§56Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι Βουλευταὶ, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω νομοσχέδιον «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΒΥΙΓʹ τῆς 9 Ἀπριλίου 1896 περὶ προστασίας τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ σακχαροποιΐας». Διὰ τούτου παρατείνεται ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἐκείνου ἐπὶ τρία εἰσέτι ἔτη. Ὁ λόγος, ὁ ὑπαγορεύσας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶναι γνωστὸς εἰς πάντας. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὡς γνωρίζετε, ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος, ὡς ἐκ τούτου δ’ ἐπῆλθε διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐργοστασίου σακχαροποιΐας, καὶ δὲν ἀπήλαυσε τὸ ἐργοστάσιον τοῦτο τῶν εὐεργετημάτων τοῦ νόμου ἐπὶ ὁλόκληρον ἑξαετίαν. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ παράτασις τῆς ἰσχύος τοῦ εἰρημένου νόμου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ὡς γνωστόν, ἡ ἐπιχείρησις αὕτη ἀκόμη δὲν κατώρθωσε νὰ καλύπτῃ τὰ ἔξοδά της. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι εὐμενῶς θὰ δεχθῇ τὸ νομοσχέδιον ἡ Βουλή. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901 ἐκ δραχμῶν 791.60. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν τῆς ἀπαιτουμένης ὁλικῆς δαπάνης πρὸς κατασκευὴν δημοσίων ἔργων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἤτοι δι’ ἀνέγερσιν ἀποθηκῶν καὶ κατασκευὴν ὁδῶν στρατιωτικῶν. Πίστωσις σχετικὴ ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Τέλος, κύριοι Βουλευταί, καταθέτω νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πάτραις ἐργοστασίων διαμετακομίσεως πρὸς κοπὴν καπνοῦ». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι συμπλήρωμα, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ νομοσχεδίου περὶ σιγαροποιΐας. Ἐπειδὴ ἐγένοντο ἐκ μέρους τῶν καπνοπωλῶν παράπονα, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἔχουσι τὴν εὐκολίαν, ὅπως εἰσάγωσι καπνὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἀναμιγνύωσιν αὐτὸν μὲ καπνὸν ἐντόπιον, ἐνομίσαμεν καλὸν, πρὸς ἄρσιν τῶν παραπόνων τούτων, νὰ ζητήσωμεν τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐκτὸς τῶν ὑπαρχόντων ἐργοστασίων διαμετακομίσεως ἐν Σύρῳ, Βόλῳ καὶ Πειραιεῖ, συσταθῶσι τοιαῦτα καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 119–122).
§58ΝΕΓΡΗΣ. Πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος καταθέτω ἀπάντησιν εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις κυρίων Βουλευτῶν. Καὶ πρῶτον ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Καραπάνου...
§59Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ αὕτη. Ἔχει γενικὸν χαρακτῆρα.
§60ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 123).
§62ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κυρίου Θ. Π. Δηλιγιάννη περὶ μισθοδοτικῆς καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν καπνοκοπτηρίων τοῦ Κράτους. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Δραγούμη περὶ τῶν εἰσπράξεων ἐξ ἅλατος ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις.
§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ αὐτὴ, κύριε Πρόεδρε.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 124).
§65ΝΕΓΡΗΣ. Τέλος καταθέτω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βελλιανίτου περὶ τοῦ προσωποκρατηθέντος ὀφειλέτου τοῦ Δημοσίου Παναγιώτου Χαρίτου, ὅστις καὶ ἀπεβίωσεν εἰς τὰς φυλακάς.
§66ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω κατάστασιν τῶν διατεθέντων κατὰ τὸ ἔτος 1901 εἰς νομισματικὴν διαφορὰν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, κατ’ αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος.
§67Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ καὶ εἰς τὸ Ἀγρίνιον ἐργοστάσιον διαμετακομίσεως καπνοῦ;
§68Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου δύνασθε νὰ ὑποβάλητε πρότασιν περὶ τούτου.
§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς τῆς συνεδριάσεως τῆς 12 Φεβρουαρίου δὲν περιελήφθησαν αἰτήσεις τινὲς, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901 εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ καταθέσω ἤδη ταύτας ἐγγράφως (ἀναγινώσκει): «Αʹ) Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐν ᾧ νὰ ἀναγράφωνται πᾶσαι αἱ καθ’ ἕκαστον δαπάναι, αἱ γενόμεναι κατὰ τὸ 1901 δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας τῶν ἀστυνομιῶν καὶ διὰ διάφορα ἔξοδα τῶν ἀστυνόμων, ἀνερχόμεναι εἰς δραχ. 177,000 καὶ εἰς δρ. 186,000. Βʹ) Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον τῆς ἐπεκτάσεως τῆς οἰκοδομῆς, ἥτι χρησιμεύει ἐν Κερκύρᾳ ὡς Φρενοκομεῖον, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ἡ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις τῶν δρ. 84,000· προσέτι πίνακα δηλοῦντα τὸν ἀριθμὸν τῶν νοσηλευθέντων ἐν αὐτῷ κατὰ τὰ ἔτη 1895, 1896, 1897, 1898, 1899, 1900 καὶ 1901. Γʹ) Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ποῖοι ναοὶ ἐπεσκευάσθησαν ἢ ᾠκοδομήθησαν ἐκ νέου ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Βόλου καὶ Δομοκοῦ, ποῖοι δ’ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Δομοκοῦ καὶ Λαρίσης, καὶ νὰ καταθέσῃ τὰ πρακτικὰ τῶν μειοδοτικῶν δημοπρασιῶν, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἀνέλαβον τὴν ἐπισκευὴν ἢ ἀνοικοδόμησιν οἱ ἐκτελέσαντες αὐτάς.»
§70Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, Κύριοι, ν’ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν Βουλὴν, ἕνεκα προτάσεώς τινος νόμου, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος καὶ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν. Μετὰ μεγάλης προσοχῆς ἠκροάσθην χθὲς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀναπτύσσοντος τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν αὐτὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ κατάργησις νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν παρουσιάζῃ φαινόμενον μοναδικὸν εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ τῆς Ἑλλάδος, βεβαίως ὅμως παρουσιάζει τὸ σπανιώτατον φαινόμενον τοῦ νὰ ψηφισθῇ ὁμοθύμως παρ’ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, χωρὶς καμμία ἀντίρρησις νὰ ἀκουσθῇ κατ’ αὐτοῦ ἀπὸ μέρους συναδέλφου τινός. Οἱ λαβόντες μέρος κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ ἦσαν οἱ ἑξῆς· ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγε τὸ νομοθέτημα κατὰ τὴν 26ην συνεδρίασιν τῆς 14 Μαΐου τοῦ 1899, ὅτε ἀναπτύξας τοῦτο τῷ ἔπλεξε φλογερὸν ἐγκώμιον. Κατὰ δὲ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ τότε νομοσχεδίου ὡμίλησαν ὁ κ. Καραπᾶνος, ὁ κ. Πονηρόπουλος, ὁ κ. Δούνης, ὁ κ. Κρίτσας, ὁ κ. Ρικάκης καὶ ἐγώ, πάντες δ’ ἐκηρύχθημεν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§71Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ μετ’ ἐπιφυλάξεως.
§72ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα μετ’ ἐπιφυλάξεως, διὰ δύο λόγους· διότι ἠθέλετε γενικωτέραν τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν, δηλ. καὶ ἐπὶ τῆς ἀσκεποῦς γῆς, καὶ διότι δι’ ἔλλειψιν κτηματολογίου ἐνομίζετε ἀνεκτέλεστον τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ τὴν ἑπομένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν οἱ κύριοι Ζέγγελης, Νέγρης καὶ Σιμόπουλος, καὶ εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν ἔλαβον μέρος οἱ κύριοι Κ. Καραπᾶνος, Τριανταφυλλᾶκος, Κριεμάδης, ἐγὼ, ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ κ. Δραγούμης, ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ὁ κ. Ἀναστασόπουλος· πάντες δ’ ἐκηρύχθημεν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ὁ κ. Δραγούμης δὲν ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, καὶ ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς τροπολογίαν εἰς τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου: «Δὲν ἐφαρμόζεται ὡσαύτως ὁ νόμος οὗτος ἐν ταῖς νήσοις Θήρας, Θηρασίας, Πάρου, Ἀντιπάρου, Αἰγίνης, Κέας, Κύθνου, Μυκόνου, Σερίφου καὶ τοῖς δήμοις Μεγάρων, Σαλαμῖνος, Φυλῆς, Ἀχαρνῶν, Κρωπίας, Θορικίου, Κυμαίων, Κονιστρίων καὶ τοῖς χωρίοις τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Ὁ οἶνος καὶ τὸ γλεῦκος, τὰ παραγόμενα ἐν τοῖς ἄνω μνημονευομένοις χωρίοις, δήμοις καὶ νήσοις, ὑποβάλλονται κατὰ τὴν διὰ ξηρᾶς ἢ θαλάσσης μεταφορὰν εἰς φόρον λεπτῶν 4¼ κατ’ ὀκᾶν. «Ἡ διὰ ξηρᾶς μεταφορὰ ἐπιτρέπεται μόνον τῇ ἀδείᾳ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου κτλ.» Διὰ τῆς τελευταίας ταύτης παραγράφου καὶ τῆς ἑπομένης τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Δραγούμη κανονίζεται ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου. Τὴν τροπολογίαν ταύτην ἀντέκρουσεν ὁ κ. Τσᾶτσος, καὶ εἰς τοῦτον ἀπήντησεν ὁ κ. Ἀναστασόπουλος ὑποστηρίξας αὐτήν. Ὥστε κατὰ τῆς ἀρχῆς οὐδεὶς ἐκηρύχθη...
§73Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα φόρον ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς.
§74Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον διὰ τὴν ἐπαρχίαν σας, καὶ ὅτε τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν ὡμιλήσατε, καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον, μετὰ δέους ἔπραξα τοῦτο, νομίσας, ὅτι τελείως μὲ ἐγκατέλιπεν ἡ μνήμη, διότι ἤκουον ν’ ἀπαριθμῆτε πολλοὺς ὡς κηρυχθέντας κατὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἐν οἷς καὶ τὸν ἐνθερμότερον ὑποστηρικτὴν ταύτης, τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν.
§75ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὡμίλησα κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἤμην κατὰ τῆς ἀρχῆς, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐγίνετο ὀνομαστικὴ κλῆσις, θὰ ἐψήφιζον κατὰ τῆς ἀρχῆς. Ἔβλεπον τοιαύτην ὁμοθυμίαν ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε ἐκινδύνευον νὰ κρίνω ἐμαυτὸν μονάδα· ἀπέναντι δ’ αὐτῆς τῆς ὁμοθυμίας ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀντιτάξω ἐμαυτὸν ἄνευ ἐλπίδος κέρδους. Ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ ὁμιλήσω, ὡμίλησα περὶ τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, καὶ περὶ ἑτέρας ἐπαρχίας, μετὰ τῆς ὁποίας στενῶς συνδέομαι.
§76Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἱστορικὸν εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὡμολόγησεν· εἶπεν, ὅτι δὲν ὡμίλησε κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἦτο κατὰ τῆς ἀρχῆς. Τὸ δεύτερον δὲν ἐγνώσθη τότε. Ἐν τῇ ἀμέσως ἑπομένῃ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ τῆς Βουλῆς, ὅτε ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερε νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπετρέπετο ἡ ἀναθεώρησις τῶν πρωτοκόλλων τῶν κατὰ τόπους ἐπιτροπῶν, πολλοὶ ἐκηρύχθησαν κατὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἀλλὰ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου οὐδεὶς ἐκηρύχθη κατ’ αὐτῆς. Εἶναι τὸ μόνον νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον περιέβαλε δι’ ἀπείρου στοργῆς ἡ ὁμόθυμος γνώμη καὶ ψῆφος ὁλοκλήρου τῆς τῆς Βουλῆς. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἐτόλμησα νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ πρωτοβουλία τοῦ πολέμου κατὰ τοῦ τότε κρατοῦντος νόμου, δι’ οὗ ἐπεβάλλετο φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἀνῆκεν εἰς ἐμέ, καὶ ἐδέχθην τὰς ἐπιτιμήσεις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις, ἀποτεινόμενος εἰς ἐμέ, εἶπεν: «Ὑμεῖς πρὸ ὀλίγου εἰσήλθατε εἰς τὴν Βουλήν, ἐνῷ ἐγὼ ἀπὸ 20 ἐτῶν ἐργάζομαι, ὅπως καταλυθῇ ὁ νόμος, ὁ ἐπιβάλλων φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου». Καὶ ἐνῷ διὰ τοιαύτης στοργῆς εἶχε περιβάλει τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ἡμεῖς δὲ ἠγωνιζόμεθα κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ καταδείξωμεν τὰς ἐλλείψεις αὐτοῦ, ἐφιστῶντες ἐπὶ τούτων τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ, ἐκεῖνος ἐστάθη ἀνένδοτος, καὶ δὲν ἠθέλησε ν’ ἀναγνωρίσῃ τὰς ἐλλείψεις ταύτας. Διὰ τοῦτο ἐξεπλάγην χθές, ὅτε μετὰ προσοχῆς ἤκουσα τῶν λόγων τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, διότι ἤκουσα ἀκριβῶς νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἀντετάσσομεν τότε κατὰ τινων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν του ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος εὗρε τὸν ἤδη κρατοῦντα νόμον, δι’ οὗ ἐπιβάλλεται ἡ στρεματικὴ φορολογία ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, καὶ ἐπαχθῆ καὶ ἄδικον καὶ ἄνισον. Ἰδοὺ δὲ τί ἔλεγε τότε Βουλευτὴς ἀνήκων εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως: «Πλὴν δὲ τοῦ ἀκαταλήπτου τοῦ μηχανισμοῦ τούτου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐὰν γείνῃ δεκτὸν ὅπως ἔχει, ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων καθίσταται καὶ καταθλιπτικότερος, ἕνεκα τῶν πολλαπλῶν διατυπώσεων, καὶ ἐπαχθέστερος καὶ ἀνισώτερος καὶ ἀδικώτερος τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος. Καὶ καθίσταται καταθλιπτικότερος ἕνεκα, ὡς εἶπον, τῶν πολλῶν διατυπώσεων, ἐπαχθέστερος δέ, διότι διαιωνίζεται τὸ κακόν, κατὰ τοῦ ὁποίου παραπονεῖται ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ὁ φόρος, ὁ ἤδη ὑφιστάμενος, εἶναι λίαν ἐπαχθής, καὶ πλειστάκις ἀφαιρεῖται οὐχὶ μόνον ὁλόκληρον τὸ ἐτήσιον ἔσοδον τῆς ἀμπέλου, ἀλλ’ ὅταν ἀνοίξῃ λογαριασμοὺς ὁ ἀμπελοκτήμων πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς ἢ τοὺς ἐφόρους, ἴσως δὲν ἐπαρκεῖ καὶ ἡ ἀξία αὐτῆς τῆς ἀμπέλου, ὅπως ἐξομαλύνῃ τοὺς λογαριασμούς των. Τοῦτο λοιπὸν τὸ κακὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἔχει, διαιωνίζεται. Καὶ εἶναι μὲν ἐπαχθέστερος, διότι ὡς βάσις πρὸς διακανονισμὸν τοῦ φόρου λαμβάνεται τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου, — προσέξατε, κύριοι Βουλευταί, καὶ ὑποθέτω, ὅτι καὶ σεῖς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλετε συμφωνήσει μαζύ μου — (ἀναγινώσκει): «... καὶ βεβαιοῦσι διὰ πρωτοκόλλου αʹ) τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου, ὅστις κατὰ δῆμον, εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων, εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δι’ ἐνοικιαστῶν γενομένης ἐξακριβώσεως ἐβεβαιώθη καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν πληρωμὴν ἐγγείου φόρου...» Ἀλλ’ ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ποσότης τοῦ παραγομένου οἴνου, τοῦ βεβαιουμένου διὰ δηλώσεων καὶ διὰ πρωτοκόλλων, ἐκ τῶν ὁποίων μέγας ἀριθμὸς ἀκυροῦται ὑπὸ τῶν εἰρηνοδικῶν, καὶ τῆς ἀκυρώσεως ταύτης δὲν λαμβάνει γνῶσιν ὁ ἔφορος ... δὲν νομίζετε, ὅτι, ὅταν ταῦτα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ὁ νέος φόρος θέλει εἶναι ἐπαχθέστερος τοῦ κρατοῦντος συστήματος;» Καὶ ἀλλαχοῦ ἔλεγε τὰ ἑξῆς ὁ αὐτὸς Βουλευτής: «Εἶναι ὅμως καὶ ἄδικος ὁ φόρος αὐτός, Κύριοι, διότι γνωρίζετε ὅλοι ἐκ πείρας, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι δῆμοι, ἐν τοῖς ὁποίοις ὑπάρχουσιν ἄμπελοι μεγάλων ἐκτάσεων καὶ λίαν προσοδοφόροι, διότι καὶ ἡ παραγωγικότης των εἶναι μεγάλη καὶ ἡ ἀξία τοῦ γλεύκους οὐχὶ εὐκαταφρόνητος· ἐν τούτοις εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους δὲν θέλει δυνηθῆ ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου συνιστωμένη, νὰ ἐξεύρῃ τὴν ποσότητα τοῦ ἄχρι τοῦδε παραγομένου οἴνου, διότι ἐν τοῖς δήμοις ἐκείνοις οἱ ἀμπελοκτήμονες δὲν συμβαίνει νὰ ἦναι καὶ οἰνοπαραγωγοί, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἀποταμιεύουσιν οὐδὲ σταγόνα οἴνου, μὴ ἀποταμιεύοντες δέ, δὲν δηλοῦσι, μὴ δηλοῦντες δέ, δὲν πληρώνουσι φόρον, καὶ μὴ πληρώνοντες δὲν εὑρίσκονται εἰς τοὺς καταλόγους τῆς Ἐφορίας ἐγγεγραμμένοι. Λοιπὸν αἱ ἄμπελοι ἐκεῖναι θέλουσι μείνει ἀφορολόγητοι. Διατί; Διότι κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη οὐδὲ μίαν ὀκᾶν οἴνου ἀπεταμίευσαν...»
§77Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποῖος ἦτο ὁ Βουλευτής;
§78Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἤμην ἐγώ. Καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος ἐξέθηκεν ἐπακριβῶς, τί ἤθελε συμβῇ, ἂν ἐγίνετο τὸ νομοσχέδιον δεκτὸν ὡς εἶχεν, εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, καίτοι παράγουσι μεγάλην ποσότητα γλεύκους, δὲν ἀποταμιεύουσιν οἶνον, πωλοῦντες τὸ γλεῦκος, ἤθελον δηλαδὴ μείνει τελείως ἀφορολόγητοι. Καὶ πρὸς διόρθωσιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπεβλήθησαν πολλαὶ τροπολογίαι, τινὲς τῶν ὁποίων ἐγένοντο δεκταὶ, ἀλλὰ τὰς κυριωτέρας δὲν ἠθέλησε νὰ δεχθῇ ὁ κ. εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἰδοὺ χθὲς τὴν ἑσπέραν ἐπανέλαβεν ἐπὶ λέξει τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν, καὶ ἐζήτησε τὴν εἰς θάνατον καταδίκην τοῦ ἔργου του δι’ ἄλλου νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ὡς ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ ἐκ τῆς εἰσηγητηρίου ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἥν ἐποιήσατο, τὸ νέον εἶναι χεῖρον, κατὰ πολὺ χειρότερον τοῦ ἐπικράτου ἐκείνου νόμου, τοῦ ἐπιβάλλοντος φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου. Εἶναι δὲ, Κύριοι, χεῖρον διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἐπιβάλλεται ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ γλεύκους 2½ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν...
§79Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητεῖτε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου;
§80Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἐν γενικαῖς γραμμαῖς. Δὲν ἔχω τὸ νομοσχέδιον.
§81Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐνδεχόμενον.
§82Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐπεβάλλετο δύο λεπτὰ καὶ ⅖ τοῦ λεπτοῦ ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς ἔγγειος φόρος, διὰ τοῦ χθὲς εἰσαχθέντος ἐπιβάλλεται φόρος ἔγγειος 2½ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν· εἰς τοῦτον προσθέσατε καὶ 40% δημοτικὸν καὶ ὁδικὸν φόρον, καὶ θέλετε πληρώνει 3½ λεπτὰ φόρον κατ’ ὀκᾶν. Ἡ δὲ βεβαίωσις τοῦ νέου φόρου τούτου, τοῦ ἐπὶ τοῦ γλεύκους, τοῦ χθὲς προταθέντος, ἀνατίθεται εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς. Τοῦτο καὶ μόνον ἀρκεῖ νὰ σᾶς τρέψῃ εἰς φυγὴν, διότι γνωρίζετε, πῶς οἱ ἐνοικιασταὶ βεβαιοῦσι καὶ εἰσπράττουσι τοὺς διαφόρους φόρους...
§83Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουσι περιωρισμένον τὸν χρόνον.
§84Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκεῖ, ὅτι εἶναι ἐνοικιασταὶ, οὓς κατεδιώκετε ὑμεῖς ἄλλοτε.
§85Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλας αὐτὰς τὰς ἰδέας σας θέλομεν ἀκούσει πολὺ εὐχαρίστως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§86Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ κρατοῦν σύστημα ἔχει ἐλλείψεις, ἀλλ’ αἱ ἐλλείψεις δὲν εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ καταδικάσωσιν αὐτὸ εἰς θάνατον. Αἱ ἐλλείψεις αὗται δύνανται νὰ ἐκλείψωσι διορθουμένου τοῦ νόμου, καὶ τότε βεβαιωθῆτε, ὅτι ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων θέλει κατασταθῆ ἀπὸ καταθλιπτικοῦ λίαν ἀγαπητὸς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τὴν γνώμην ταύτην εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκφέρω καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ἧς μέλος τυγχάνω, καὶ ἅπαντα τὰ μέλη αὐτῆς ἐδέχθησαν τὰς γνώμας μου, τὰς ὁποίας εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὸ μεγαλείτερον ἐλάττωμα τοῦ νόμου τούτου εἶναι ὁ ἐκ τῶν προτέρων ὁρισμὸς τοῦ συνόλου τοῦ φόρου. Εἰς δραχμὰς 2,960,000 ἀνέρχεται μόνον ὁ ἔγγειος φόρος, ἢ εἰς 3,000,000, ὡς εἶπε τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής. Εἰς 3,000,000 ὁ ἔγγειος φόρος!! Ἐὰν προσθέσητε εἰς τοῦτον τοὺς δημοτικοὺς φόρους καὶ τοὺς φόρους τῆς ὁδοποιΐας, 40%...
§87ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τῆς ὁδοποιΐας μαζὺ εἶπον, ὅτι εἶναι 3,000,000.
§88Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σφάλλετε. Ἐγὼ γνωρίζω τὸ ἑξῆς, ὅτι αἱ ἄμπελοι, αἱ ὁποῖαι ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρώσωσιν 6 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, σὺν τῷ δημοτικῷ φόρῳ καὶ σὺν τῷ φόρῳ τῆς ὁδοποποιΐας πληρώνουσιν 8,40, ἤτοι ἐπιβαρύνονται μὲ 40%.
§89Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ 40%;
§90Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι 40% πληρώνεται. Εἶναι 10% ὁ φόρος τῆς ὁδοποιΐας, καὶ 30% ὁ δημοτικός. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον.
§91Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 20%.
§92Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐδόθη δικαίωμα εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ν’ ἀναβιβάσωσιν ἀπὸ 20% εἰς 30% τοὺς δημοτικοὺς φόρους. Καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἐπέβαλον δημοτικὸν φόρον 30%. Τὰ στρέμματα τῶν δηλωθεισῶν ἀμπέλων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος συναδέλφου, ἀνέρχονται εἰς 850,000. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι αἱ ἄμπελοι αἱ ὑπάρχουσαι ἐν Ἑλλάδι δὲν ἐδηλώθησαν ἐπακριβῶς. Εἶναι ὁ μόνος νόμος, ὁ ὁποῖος ἐγκατελείφθη ἐκ μέρους τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας ὡς ἔκθετον βρέφος, καὶ ἐξετέθη εἰς μὴ κατῳκημένα μάλιστα μέρη. Οὐδεμία μέριμνα, οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη ἀπὸ μέρους τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ὅπως δηλωθῶσιν ἐπακριβῶς αἱ ἄμπελοι, αἱ ὑπάρχουσαι ἐν Ἑλλάδι, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ φόρος καταστῇ ὀλιγώτερον ἐπαχθής. Μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου κ. Δραγούμη περιήλθομεν μέρος τῆς ἐπαρχίας μου...
§93ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. 4½ χιλιάδας μέτρα κατὰ μῆκος.
§94Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 4½ χιλιάδας μέτρα κατὰ μῆκος, καὶ βεβαίως ἄλλα τόσα κατὰ πλάτος. Καὶ ὁλόκληρος ὁ δῆμος ἐκεῖνος ἐδήλωσε μόνον 12 χιλιάδας στρέμματα, ἐνῷ μόνον τὸ τεμάχιον ἐκεῖνο ἀνέρχεται εἰς 22 χιλιάδας στρέμματα.
§95Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ γινώσκω μόνον ἓν πρᾶγμα, ὅτι ἐγένοντο παράπονα, διότι ἀκριβῶς ἐβεβαιώθη ἡ ἀνακάλυψις τῶν μὴ δηλωθεισῶν ἀμπέλων, ἐγὼ δ’ ἐνήργουν ὡς ἐνήργουν, στηριζόμενος εἰς τὰς πληροφορίας τῶν ἀρχῶν.
§96ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ κατὰ τὴν ἐπίσκεψίν μου τελευταῖον εἰς Μαντίνειαν μετεβαίνομεν ἵνα ἴδωμεν τὴν ἀρχαίαν πόλιν. Τὴν Μαντίνειαν δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἴδωμεν διὰ διαφόρους λόγους, ἀλλ’ εἴδομεν ἀμπέλους 4,000 καὶ πλέον μέτρων, ἐκτεινομένας κατὰ μῆκος, καὶ εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἄλλαι τόσαι εἶναι κατὰ πλάτος, περὶ ὧν μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἦσαν ἀδήλωτοι.
§97Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε γεωμέτρας τινὰς πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν ἀδηλώτων στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων. Οἱ κύριοι γεωμέτραι—γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως—οὐδὲν ἐνήργησαν, διότι εἶναι τῳόντι πολὺ δύσκολος ἡ ἐξεύρεσις τῶν ἀδηλώτων ἀμπέλων. Ἐκ τῆς στοργῆς, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι πρὸς τὸν νόμον αὐτὸν, δι’ ὃν καὶ ἐγὼ εἰργάσθην, ἔλαβον τὸ θάρρος νὰ μεταβῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ παραστήσω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ καταμέτρησις ἐν συνόλῳ τῶν ἑκασταχοῦ κειμένων τεμαχίων τῶν ἀμπέλων, ἀλλ’ ἐκεῖ μοὶ προέβαλον, ὅτι θέλουν σχεδιαγράμματα καὶ τοὺς μηχανικοὺς τοῦ κόσμου ὅλου! ἐνῷ ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τοιοῦτόν τι· ἐζήτησα νὰ γείνῃ μία στοιχειώδης καταμέτρησις, ὅπως γνωρίσῃ ἡ ὑπηρεσία τὸ σύνολον τῶν ὑπαρχουσῶν ἀμπέλων, καὶ ἀνατεθῇ εἰς τοὺς κατὰ τόπον γεωμέτρας ἡ ἐξεύρεσις τῶν κατόχων. Ἐνῷ τοιοῦτόν τι ἀνέφερα, οὐδὲν ἐνήργησαν.
§98Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖτε γενικὰ διαγράμματα.
§99Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι γενικὰ διαγράμματα. Γινώσκετε, ὅτι τὰς μεγάλας ἐκτάσεις εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ τὰς καταμετρήσῃ τις προχείρως, χωρὶς βεβαίως ὁ μηχανικὸς νὰ καταγείνῃ εἰς διαγράμματα, διότι αἱ ἄμπελοι ἐν Ἑλλάδι εἶναι συγκεντρωμέναι...
§100Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον εἰς τὴν Μαντίνειαν.
§101Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον ἐκεῖ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἀττικήν, τὴν Μεγαρίδα, τὴν Κόρινθον κλπ. Εἰς ὀλίγα μέρη αἱ ἄμπελοι εἶναι διεσπαρμέναι... Ὄπου λοιπὸν εἶναι συγκεντρωμέναι εἰς ὡρισμένα μέρη, ἐκεῖ ἠδύναντο οἱ μηχανικοὶ ἕκαστον τεμάχιον νὰ τὸ καταμετρήσωσι κατὰ προσέγγισιν, ὄχι ἐπακριβῶς, καὶ οἱ ἔφοροι νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ ἐξεύρωσι τοὺς κατόχους τῶν στρεμμάτων. Ἀλλ’ οὐδὲν ἐνηργήθη ἐπὶ τούτου. Πρέπει, Κύριοι, νὰ μάθωμεν, ὅτι ἡ ἄμπελος, ἡ εὑρισκομένη ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἐπαρκεῖ νὰ πληρώνῃ φόρον 4,200,000 δρ. Εἴτε ἐπὶ τῶν στρεμμάτων θέσητε τὸν φόρον αὐτὸν, εἴτε ἐπὶ τοῦ γλεύκους, εἴτε ἐπὶ τοῦ οἴνου, τὸ ἐπαχθὲς τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λείψῃ, διότι, ἐνῷ ἡ πρόσοδος τοῦ συνόλου τῆς ἐν Ἑλλάδι ἀμπέλου, ἀφαιρουμένων τῶν πρὸς καλλιέργειαν αὐτῆς δαπανῶν, δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ δέκα ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐν τούτοις ζητεῖτε ἐκ τῆς προσόδου ταύτης διὰ φόρον 4,200,000 δραχμὰς, ἤτοι τὸ ἥμισυ περίπου. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ λείψῃ τὸ ἐπαχθὲς τοῦ φόρου αὐτοῦ; Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐψηφίσθη βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τῶν οἰκονομικῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο τότε τὸ Κράτος. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὅτε προέτεινε τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου αὐτοῦ, ὡς δικαιολογίαν τῆς αὐξήσεως ἔφερε τὴν πρόληψιν τῆς πτωχεύσεως· δι’ ὃ καὶ ἠξίου ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς θυσίας. Ἐὰν λοιπὸν ἦτο δυνατὸν—καὶ βεβαίως εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ, καὶ ἂν δὲν γείνῃ τώρα, βεβαίως θὰ γείνῃ μετ’ ὀλίγον—ὁ φόρος τῶν 4,200,000 νὰ μετριασθῇ ἐπὶ πολὺ, ἴσως κατὰ τὸ ἥμισυ, καὶ διαιρεθῶσιν αἱ ἄμπελοι εἰς τρεῖς ἴσας κατ’ ἀριθμὸν στρεμμάτων πρὸς ἀλλήλας τάξεις, ἡ πρώτη τῶν ὁποίων νὰ πληρώνῃ μίαν δραχμὴν, ἡ δευτέρα δύο καὶ ἡ τρίτη τρεῖς δραχμὰς κατὰ στρέμμα, βεβαιωθῆτε, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς θέλει καταστῆ λίαν ἀγαπητὸς ἐν πάσῃ τῇ Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς τοιαύτης προτάσεως, τὴν ὁποίαν καὶ ὡς Βουλευτὴς τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς περιόδου, καὶ ὡς μέλος τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς μελέτης τῶν ὑποβληθέντων τότε νομοσχεδίων περὶ μετατροπῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νῦν ὑπάρχοντος νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων προέβαλον καὶ ὑπεστήριξα, ἀλλ’ ἀπεκρούσθη ἐπιμόνως ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἤθελε μειώσει, ὡς ἔλεγε, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, οὐδεμία ἄλλη προὐτάθη, καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκω ταύτην ἀναγκαιοτάτην, καὶ ἐλπίζω νὰ γείνῃ δεκτὴ ἤδη. Βεβαιωθῆτε δὲ, ὅτι τότε καὶ τὰ διαμερίσματα ἐκεῖνα, τὰ πέριξ τῶν μεγαλοπόλεων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποταμιεύουσι τὸ γλεῦκος ἐν τοῖς οἰνοδοχείοις αὑτῶν, δὲν εἶναι δηλαδὴ καὶ ἀμπελοκτήμονες καὶ οἰνοπαραγωγοὶ, ἀλλὰ τὸ γλεῦκος τὸ μεταπωλοῦσιν εἰς τοὺς οἰνοπώλας, καὶ ἐκεῖνοι, λέγω, οἱ παραπονούμενοι κατὰ τοῦ νόμου τούτου, ἐὰν ὑποχρεωθῶσι νὰ πληρώνωσι 3 δραχμὰς κατὰ στρέμμα καὶ κατ’ ἔτος, βεβαιωθῆτε, ὅτι πολὺ θέλουσιν εὐχαριστηθῆ. Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ αὖθις τὰς σκέψεις ταύτας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ κατὰ τὴν χθὲς ἑσπέραν ἐπληροφόρησε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐργάζεται εἰς σύνταξιν νομοσχεδίου περὶ μετατροπῆς τοῦ κρατοῦντος ἤδη συστήματος, λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν του, ἵνα ὁ νόμος αὐτὸς περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων καταστῇ λίαν ἀγαπητὸς, καὶ οὐχὶ καταθλιπτικὸς, ὅπως ἔχει.
§102ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὑποβάλλω σημείωμα, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ σταλῇ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς προτάσεις, εἴτε ἐπισήμους εἴτε ἡμιεπισήμους, ὅσαι ἐγένοντο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως τῆς πρὸς τὴν Ἰταλίαν συμβάσεως περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν, ὡς καὶ τὰς ἀπαντήσεις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ταύτας. Ἐπίσης ὁ κ. Ὑπουργὸς παρακαλεῖται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐκτὸς τῶν ἐγγράφως γενομένων τοιούτων προτάσεων ἐγένοντο καὶ προφορικῶς τοιαῦται, καὶ παρὰ τίνων Κρατῶν, καὶ ποῖαι ἀπαντήσεις ἐδόθησαν.» Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, κ. Πρόεδρε, ὑποβάλλω ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ διαβιβάσητε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Γραμματικοῦ τοῦ δήμου Μαραθῶνος τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς ζητοῦσι τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐκεῖ ἀστυνομίας...
§103Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἀνδρῶν, ἢ δι’ ἀξιωματικῶν;
§104ΣΚΟΥΖΕΣ. Δι’ ἀνδρῶν.
§105Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τοὺς φᾶνε τὴς κότταις ὅλαις! (γέλωτες).
§106ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ χωρίον Γραμματικό, Κύριοι, ἀριθμεῖ χιλίας περίπου ψυχάς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ὁριστικῶς ἐγκατεστημένων ἐκεῖ, ἀπό τινων ἐτῶν ἔγεινε κέντρον μέγα μεταλλευτικῶν ἐργασιῶν, βεβαίως ἐν μικρογραφίᾳ ἓν εἶδος Λαυρίου. Λοιπὸν πληθυσμὸς 500 μέχρις 600 ἐργατῶν ἀπὸ διάφορα μέρη τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἔχει συναθροισθῇ ἐν Γραμματικῷ. Ἐννοεῖται, ὅτι εἰς πληθυσμὸν 600 ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν εἶναι ὅλοι ὑπόδειγμα εὐαγγελικῆς καὶ χριστιανικῆς ἀρετῆς, νυκτοκλοπαί, ἀπαγωγαί, ῥήξεις, συμπλοκαὶ καὶ διάφοροι ἄλλαι ἐγκληματικαὶ πράξεις λαμβάνουσι χώραν. Ἡ ἀστυνομία σύγκειται ἐκεῖ ἀπὸ ἕνα ἐνωμοτάρχην καὶ ἕνα χωροφύλακα. Ἐννοεῖται λοιπὸν, ὅτι εἰς τοσοῦτον ἀριθμὸν κατοίκων εἶναι ἀδύνατον ὁ ἐνωμοτάρχης καὶ ὁ χωροφύλαξ νὰ ἐπαρκέσουν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐνισχύσῃ τὴν ἀστυνομίαν Γραμματικοῦ πρὸς πρόληψιν ἀτακτημάτων καὶ ἐγκλημάτων σπουδαίων.
§107Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν θέλω ἐξετάσει σήμερον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε θέλω ἀκολουθήσει τὸν προλαλήσαντα ἀξιότιμον ἐκ Μαντινείας συνάδελφον εἰς τὰς γνώμας καὶ κρίσεις αὐτοῦ ὑπὲρ τοῦ νῦν ἰσχύοντος νόμου. Τὰ τοιαῦτα θέλουσι συζητηθῆ ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, ἢ τὸ παρασκευαζόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν δήλωσιν αὐτοῦ...
§108Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τώρα ἐδήλωσεν, ὅτι παρασκευάζει τοιοῦτον.
§109ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. .. Ἀλλ’ ὀφείλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὰ ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ λεχθέντα ἐν σχέσει πρὸς τὰς παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθείσας προτάσεις νόμων, δι’ ὧν ζητεῖ αὐτὸς οὗτος, ὁ πατὴρ τῶν μέχρι τοῦδε ἰσχυόντων νόμων, ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτοὺς διὰ νέων, παρ’ αὐτοῦ προβαλλομένων. Ὅτε μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἑτοιμάζει νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος τοιούτου ἕνεκα τῆς ἐξεγέρσεως μερισμάτων τινῶν τῆς χώρας ἡμῶν ἐναντίον τοῦ ἰσχύοντος νόμου, εἶδον τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴν σπεύδοντα αὐτὸν τοῦτον νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ νόμου τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος, ἐξεπλάγην, διότι δὲν ἀνέμεινε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀφοῦ μάλιστα αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος μετὰ τοῦ ἐκ Κερκύρας κ. Βουλευτοῦ ἡγεῖται τῆς πλειονοψηφίας, τῆς ὑποστηριζούσης τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος δὲν ἠρκέσθη μόνον εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως ταύτης νόμου, ἀλλὰ συνέδεσε ταύτην καὶ δι’ ἑτέρων προτάσεων νόμων, περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κυνῶν, περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῶν ὀφειλετῶν εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπως τύχωσι τῆς εὐεργετικῆς διατάξεως τοῦ νόμου ἐκείνου περὶ ἀνανεώσεως χρεῶν καὶ οἱ μέχρι τοῦ 1898 ὀφείλοντες εἰς τὸ Δημόσιον. Ὁμολογῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι λίαν ηὐχαριστήθην ἐκ τῆς τοιαύτης μεταμελείας τοῦ τέως κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποκηρύξαντος τὰ ἔργα του ἐκεῖνα, καὶ ζητοῦντος ἤδη τὴν μεταβολὴν αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅ,τι μὲ ἐξέπληξε καὶ πάλιν εἶναι, ὅτι, καθ’ ἣν ἑσπέραν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῶν ὀφειλόντων πρὸς τὸ Δημόσιον, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ παραστάσεων ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἠθέλησε νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν μέχρι τοῦ 1898, ὁ τέως κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξανέστη ἐκ τῆς θέσεώς του ἐκείνης, — ἀντελήφθην τοῦτο ἰδίοις ὄμμασι, — καὶ στραφεὶς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶπε πρὸς αὐτόν: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῆτε τοιαύτην παράτασιν προθεσμίας; Τότε ποῖα θὰ ἦναι τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου;» Μετ’ ἐκπλήξεως, λέγω, εἶδον μετὰ δύο ἡμέρας τὸν τέως κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν παραδεχθέντα τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅπως παραταθῇ ἡ προθεσμία αὕτη, καὶ ὑποβάλλοντα τοιαύτην πρότασιν. Ὁ τέως κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν, καὶ δικαίως, τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετὰ τὴν βαρεῖαν φορολογίαν, εἰς ἣν ὑπεβλήθη, μετὰ τὴν ἔντασιν, ἥτις ἐδόθη εἰς τὰ ὄργανα ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, καὶ ἰδὼν, ὅτι δὲν δύναται πλέον ὁ λαὸς νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὴν τοιαύτην ὑπερβολικὴν ἐνέργειαν τῶν ὀργάνων πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων, αὐτὸς οὗτος ὁ τέως κ. Ὑπουργὸς ὁμολογεῖ ἤδη, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον, ὅπως δοθῇ παράτασις προθεσμίας εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου. Ἐνόμισεν ὁ ἐκ Παρνασσίδος κ. Βουλευτής, ὅτι ἤδη, ὅτε ἐγκατέλιπε τὸ ὑπουργικὸν ἑδώλιον, καὶ ἀνέλαβε τοῦτο ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, καιρὸς εἶναι νὰ παύσῃ πλέον ἡ βιαία καὶ καταπιεστικὴ ἐκείνη εἴσπραξις τῶν φόρων, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐξαγνισθῇ ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἀστοργίαν του... Μειδιᾷ ὁ κύριος τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν...
§110Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν προβάλληται ὅτι, ὅ,τι γίνεται, γίνεται ἵνα ἐξαγνισθῶ, εἶναι φυσικὸν νὰ αἰσθανθῶ χαράν.
§111Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός σας· ἐγὼ δὲν εἶπον τὸ ἐναντίον. Εἶπον, ὅτι σεῖς, ἀφοῦ εἴδατε, ὅτι νομοθετήματά τινα ἔπρεπε νὰ τύχωσιν ἀντικαταστάσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὠφείλατε ν’ ἀντικαταστήσητε αὐτά, ἀλλὰ δὲν ἐπράξατε τοῦτο τότε, ἀλλ’ ἐπεριμείνατε νὰ κατέλθητε τοῦ ὑπουργικοῦ ἑδωλίου, καὶ ἤδη ζητεῖτε νὰ ῥίψητε εἰς βάρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἐλάττωσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ὁ τέως κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δύο τινὰ ζητεῖ ἀφ’ ἑνὸς αἱ εἰσπράξεις, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὴν ὑπουργίαν αὐτοῦ, εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ γείνωσιν, ἀφοῦ ἐξηντλήθη πλέον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ ἔδει, εἰ δυνατὸν, νὰ παράσχωμεν αὐτῷ ἀνακούφισίν τινα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὸν λαὸν, ὅτι ἐπλανήθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος εἰς τὰ νομοθετικὰ αὐτοῦ μέτρα, εἰς τὰ φορολογικὰ αὐτοῦ μέτρα, καὶ ζητεῖ ἤδη τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐξ ἀναφορᾶς συμπολιτῶν του, παραπονουμένων κατὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, παρέστησεν εἰς τὸν τέως κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, ὅτι ναὶ μὲν εἶναι δικαία ἡ φορολογία τῆς προσόδου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ἐν γένει ἐπὶ τοῦ γλεύκους, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχει καὶ αὐτὴ τὰς δυσκολίας της περὶ τὴν ἐξακρίβωσιν, δι’ αὐτὸ προτιμᾶται ἀλλαχοῦ τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Ἠπόρησεν ὅμως ὁ ἀξιότιμος τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς διὰ τὴν ῥῆσιν ταύτην τοῦ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ, καὶ παρέστησεν εἰς αὐτὸν, ὅτι πρώτην ἤδη φορὰν ἀκούει τοιαῦτα παρ’ ἀνθρώπου καταγινομένου εἰς τὰ οἰκονομολογικὰ καὶ πολιτειολογικὰ ζητήματα, μὴ συμφωνῶν εἰς τὰ ὑπ’ αὐτοῦ προτεινόμενα οἰκονομικὰ μέτρα. Εἰς ἐμὲ, κύριε Πρόεδρε, ἂς ἐπιτρέψῃ ὁ κ. τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι δικαία καὶ μόνη εἶναι ἡ ἐπὶ τῆς προσόδου φορολογία...
§112Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§113Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι οὔτε τὴν εὐγνωμοσύνην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὀφείλητε πρὸς τὸν κ. τέως Ὑπουργὸν, διότι ἔλαβε τὸ μέτρον τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς τὰς οἰκονομολογικὰς γνώσεις τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, νὰ μὴ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον διετυπώσατε, τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος...
§114Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν κατέκρινα τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος.
§115Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. .. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος νὰ ἐξηκριβοῦτο ἄνευ τῶν πιέσεων καὶ τῶν καταχρήσεων, τότε βεβαίως θὰ ἦτο ὁ καλλίτερος φόρος· ἀλλ’ ὅταν συνοδεύηται ὑπὸ πολλῶν καταπιέσεων περὶ τὴν εἴσπραξιν καὶ πολλῶν καταχρήσεων περὶ τὴν βεβαίωσιν, τότε βεβαίως εἶναι προτιμότερον τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ πολλὰ μέλη τῆς Βουλῆς εἶναι ἀκόμη ὑπὲρ αὐτοῦ μετά τινων τροποποιήσεων. Ἐγὼ δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου διὰ τὸν τρόπον, δι’ οὗ ὁ τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ ὑποβάλῃ τὴν μεταβολὴν τῶν μέχρι τοῦδε ὑπ’ αὐτοῦ εἰσαχθέντων μέτρων, καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ οἷα μέτρα ἐθεώρει αὐτὸς ἀναγκαῖα, καὶ ἂν τὰ μέτρα ἐκεῖνα δὲν ἐψηφίζοντο ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τότε νὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος τὰ ἴδια αὐτοῦ νέα νομοθετικὰ μέτρα. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι τοῦτο ἐπικαίρως ἦλθεν, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ κ. τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ δὲν ἦτο ἐκείνη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐβασίζετο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐβασίζετο ἐπὶ πολιτικῆς τοιαύτης, ἵνα μὴ ὑποστῇ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπέστη ἐκ τῆς εἰσπράξεως τῶν 110 ἑκατομμυρίων. Ἦτο τοιαύτη ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὥστε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετενόησε διὰ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὴν 4 Φεβρουαρίου 1899. Βεβαίως ἡ ψῆφος ἐκείνη ἐπέτυχε τὴν ἀνάρρησιν εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως τιμῶ, ὡς καὶ ὁ ἴδιος γνωρίζει, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ εἰς τὰς γνώμας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διεψεύσθη εἰς τὰς ἐλπίδας αὐτοῦ, καὶ ἔρχεται ἤδη αὐτὸς οὗτος ὁ τέως κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ καταδικάζει μέρος τοῦ προγράμματός του. Ἡ καταδίκη δὲ αὐτοῦ εἶναι ὁ θρίαμβος τῶν γνωμῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 10′ μ. μ.)
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§118Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΒΩΛΕʹ νόμου τῆς 18 Φεβρουαρίου 1901 περὶ συστάσεως Γεωργικῆς Σχολῆς ἐν Λαρίσῃ τῆς Θεσσαλίας». Ὡς ἐνθυμεῖσθε, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐψηφίσθη νόμος, καθ’ ὃν ἐκ τοῦ Ἀβερωφείου κληροδοτήματος, ὅταν τοῦτο ἤθελε κατατεθῆ, μέλλει νὰ συστηθῇ Γεωργικὴ Σχολὴ ἐν Λαρίσῃ. Κατὰ τὸν τροποποιούμενον νόμον, ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ Ἀβερωφείου κληροδοτήματος ἔπρεπε ν’ ἀγορασθῶσι 3,000 στρέμματα γῆς, ὅπως χρησιμεύσωσι διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς Σχολῆς, καὶ ἀνεγερθῶσι καὶ τὰ σχετικὰ καταστήματα. Τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον τροποποιεῖ κατὰ τοῦτο τὸν νόμον. Πρῶτον, ἀντὶ νὰ ἀγορασθῶσι τὰ 3,000 στρέμματα γῆς ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ Ἀβερωφείου κληροδοτήματος, χορηγοῦνται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου 5,000 στρέμματα γῆς ἐκ τῶν κτημάτων τοῦ Στεφάνοβικ Σκυλίτση. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Δημόσιον δίδει 5,000 στρέμματα γῆς καλλιεργησίμου εἰς τὴν Ἀβερώφειον Γεωργικὴν Σχολήν, νομίζομεν δίκαιον ν’ ἀπαλλαγῇ τὸ Δημόσιον τῆς ἐτησίας χορηγίας τῶν 25,000 δραχμῶν, διότι ἡ ἐπιχορήγησις αὕτη ἐχορηγήθη ἐπὶ τῇ προϋποθέσει, ὅτι ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ Ἀβερωφείου κληροδοτήματος θὰ ἠγοράζοντο τὰ 3,000 στρέμματα γῆς· ἀφοῦ ὅμως ἤδη δίδομεν 5,000 στρέμματα γῆς, αἱ δὲ πρόσοδοι ἐκ τῆς καλλιεργείας τῶν 5,000 στρεμμάτων θὰ συντελέσωσι σὺν τοῖς τόκοις τοῦ κληροδοτήματος εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Σχολῆς, νομίζομεν ὅτι οὐδεμία ζημία ἐπέρχεται εἰς τὴν Ἀβερώφειον Σχολήν, ἐὰν τὸ Κράτος ἀπαλλαγῇ τῆς ἐπιχορηγήσεως. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι οἱ ὑπολογισμοί, οὓς ποιούμεθα, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, τότε τὸ Κράτος δύναται νὰ ἔλθῃ πάλιν ἐπίκουρον. Καὶ κατ’ ἄλλην διάταξιν τροποποιοῦμεν τὸν νόμον, διότι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅπως γείνῃ ἔναρξις τῆς Σχολῆς, ἔπρεπε νὰ κατατεθῇ τὸ κληροδότημα· ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη προσφέρομεν 5,000 στρέμματα, καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀγοράσωμεν τὰ 3,000 στρέμματα, εὑρίσκω εὔλογον ν’ ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία τῆς Σχολῆς, ἀφοῦ συγκεντρωθῶσι 500,000 δραχμαί· ἔχουσι δὲ ἤδη συγκεντρωθῆ ὑπὲρ τὰς 440,000. Πρὸ ἡμερῶν ὑπεβλήθη ὑπὸ ἀξιοτίμων Βουλευτῶν πρότασις νόμου, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν ἐργοδηγῶν, τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἐπειδὴ ἡ πρότασις αὕτη ἐγένετο μονομερὴς, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου μοὶ ἐνεχείρισε νομοσχέδιον, δι’ οὗ βελτιοῦται ἡ κατάστασις πάντων τούτων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταθέτω. Τρίτον ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, δι’ οὗ κυροῦται σύμβασις, δι’ ἧς παραχωροῦνται εἰς γενικὴν κυριότητα καὶ ἐκμετάλλευσιν τὰ πετρέλαια τῆς Ζακύνθου. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι γνωστοτάτη εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ νομοσχέδιον συνοδεύεται καὶ ὑπὸ μακροτάτης ἐκθέσεως αἰτιολογικῆς, ἐκ τῆς μελέτης τῆς ὁποίας θὰ δυνηθῶσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ συζητήσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ ἐπαρκῶς ἐπὶ τῇ βάσει ὅλης τῆς ἱστορίας τῆς ὑποθέσεως.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 125–127). Ὁ κύριος Καρατζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§120Α. ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Ἓν καὶ μόνον, κύριοι συνάδελφοι, ἐλατήριον μὲ ἠνάγκασεν, ὅπως ἐπιμένω ταύτην τὴν στιγμήν, ἵνα λάβω τὸν λόγον· μὲ ὡδήγησε πρὸς τοῦτο, ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης ἰδέας, ἡ ἱερὰ συναίσθησις τοῦ ὑψίστου ἀξιώματος, διὰ τοῦ ὁποίου περιεβλήθην. Ἀμφεταλαντευόμην μέχρι τινός, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ ἐκ Φθιώτιδος ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, ἂν πρέπει νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλὰ τέλος ὑπέκυψα εἰς τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς μου, διότι νομίζω, ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐκλήθη ἐνταῦθα καὶ ἔχει καθῆκον νὰ ἐκφέρῃ ἀπροκαλύπτως τὴν γνώμην του, ἵνα διὰ τῆς συζητήσεως ἐξάγηται ἑκάστοτε ἡ ὀρθὴ ἀπόφασις. Δὲν ἤθελον δὲ λάβει τὸν λόγον, ἂν δὲν ἔβλεπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φρονῶ ὅτι σύμπασα σχεδὸν ἡ Βουλὴ ἀντελήφθη, ὅτι δηλ. καὶ τὸ ἔτος τοῦτο θὰ παρέλθῃ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ὅπως παρῆλθον δυστυχῶς καὶ τὰ ἄλλα, ἄνευ οὐδεμιᾶς νομοθετικῆς ἐργασίας, τεινούσης πρὸς τὴν ὁπωσδήποτε καλλιτέρευσιν τῆς ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἐθνικῆς ἡμῶν καχεξίας, διότι ἐνταῦθα παρουσιάζομεν ἀγῶνα περὶ ἐπικρατήσεως προσώπων καὶ οὐχὶ περὶ ἐπικρατήσεως ἰδεῶν. Ὑπεβλήθη, Κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ὁ δὲ ἀξιότιμος τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, τοῦ ὁποίου ὄντως θαυμάζω τὰς γνώσεις καὶ τὴν εὐρυμάθειαν, μεγάλως δὲ καὶ εὐλαβοῦμαι καὶ ὑπολήπτομαι τὸν ἄνδρα, ὑποβαλὼν χθὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ νομοθέτημα τοῦτο, περὶ καταργήσεως τοῦ ἐπαχθοῦς ἐκείνου νόμου τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, εἶχε τὸ θάρρος, ὅπερ πάντοτε τὸν χαρακτηρίζει, νὰ ὁμολογήσῃ ἐνταῦθα τὸ λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων, νὰ ὁμολογήσῃ μετὰ παρρησίας, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀπέτυχεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ. Ἦτο ἆρά γε ἄξιος τῆς μομφῆς, ἥτις τῷ ἐπιρρίπτεται ἐνταῦθα διὰ τοῦτο, ὁ ἀξιότιμος τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διὰ τὴν παρρησίαν του ἐκείνην, ἢ ἦτο ἄξιος τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Πρόκειται νομοθέτημα σπουδαιότατον· τοιούτου δὲ ὄντος τοῦ ζητήματος, καὶ ἐπειδὴ ταύτην τὴν στιγμὴν ἔχω τὸν λόγον, νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἵνα καταδείξω τὸ δημευτικὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν ἐκ τοῦ νόμου τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, καὶ πρωτίστως τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ, ὅπως σπεύσῃ ταχέως εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἂν ἐψηφίσθη, κύριοι συνάδελφοι, ὁ νόμος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, οὗτος ἐψηφίσθη πρὸς ὄφελος τῶν κτηματιῶν, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ ἔκθεσις τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἠθέλησε λοιπὸν ὁ νομοθέτης διὰ τοῦ νέου ἐκείνου νόμου νὰ φανῇ ἐπιεικέστερος· ἀλλ’ ὅτε ἀλλεπάλληλα δυστυχήματα, ὅτε σκληρὰ καὶ ἐπίφοβος θεομηνία ἐπῆλθε καὶ ἐπέφερεν ἐντελῆ καταστροφήν, οὐ μόνον ἐπὶ τῶν καρπῶν τῶν σταφιδαμπέλων, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν κλημάτων, τὰ ὁποῖα παρέλυσεν ἐκ θεμελίων, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται ἰδιαιτέρα δαπάνη ἐπὶ τρία καὶ τέσσαρα ἔτη, ὅπως ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πρώτην κατάστασιν καὶ καρποφορήσωσιν, ἔχομεν καθῆκον, ἐπειδὴ ὡς ἐκ τούτου ὁ νόμος οὗτος καταντᾷ δημευτικός, ἂν ἤμεθα πατριῶται, νὰ σπεύσωμεν νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐγγράψῃ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ οὐχὶ νὰ παρουσιάζωμεν ἐνταῦθα πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν περὶ τοῦ τίς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ πρέπει ἀμέσως νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου ἐκείνου. Πρὸς τοῦτο δὲ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον τέως κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν χθὲς ἔφερεν, ὅτι οἱ φόροι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται ἐπὶ τῆς προσόδου, διότι τοὐναντίον, ὡς ὅλοι οἱ οἰκονομολόγοι διατείνονται, ἵνα εὐδοκιμήσῃ νέον τι σύστημα φορολογικόν, εἶναι ἀνάγκη, ὅπως τὰ δι’ αὐτοῦ ἐπιβαλλόμενα νέα βάρη ὦσιν ἐλαφρότερα τῶν πρὸ τῆς καινοτομίας ἐπιβαλλομένων, οἱ δὲ φόροι πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, διότι ἄλλως δημεύονται αἱ περιουσίαι, ὅταν αὗται δὲν ἀποδῶσι προσοδοφόροι· ὅταν δὲ αἱ πρόσοδοι μειῶνται, πρέπει νὰ θλιβώμεθα πάντες. Καὶ ἐνῷ βλέπομεν, ὅτι ἡ ἰδία ἐκείνη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπέμενε πέρυσι νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, οἱ ἴδιοι ἄνδρες, οἱ ἀποτελοῦντες αὐτήν, ἔρχονται σήμερον καὶ ὑποβάλλουσι νομοθέτημα κατ’ αὐτοῦ, νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον, ἀφοῦ ἅπαντες εἴμεθα σύμφωνοι, νὰ προβῶμεν ταχέως εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, διότι ἄλλως διατρέχομεν τὸν ἄφευκτον κίνδυνον νὰ ἔχωμεν καὶ ἐφέτος ἐπὶ τῆς ῥάχεως ἡμῶν τὸν νόμον τῆς στρεμματικῆς φορολογίας.
§121ΧΑΡ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν, σύντομον οὖσαν, ἀναγινώσκω: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) Πόσα καὶ ποῖα ἐντάλματα προσωπικῆς κρατήσεως ὀφειλετῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ἐπεστράφησαν ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου Μεγαλοπόλεως εἰς τὸν αὐτόθι ταμίαν, καὶ διὰ τίνα λόγον ἐζητήθη ἡ ἐπιστροφὴ αὐτῶν, ἀφοῦ δὲν εἶχον ἐκτελεσθῆ; 2) Ἐὰν μετὰ τῶν ἐπιστραφέντων τούτων ἐνταλμάτων ἐπεστράφησαν καὶ 35 τοιαῦτα κατὰ τοῦ δημάρχου Μεγαλοπόλεως κ. Ζέρβα, ὡς καὶ ἓν ἔνταλμα κατὰ τοῦ ἰδίου δημάρχου καὶ τοῦ πρώην τοιούτου κ. Πετροπούλου, ἀλληλεγγύως ὑποχρέων. 3) Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τῇ αἰτήσει τοῦ δημάρχου κ. Ζέρβα διέταξε τὴν ἐπιστροφὴν αὐτῶν εἰς τὸν ταμίαν, καὶ διὰ τίνα λόγον ἐξέδωκε τὴν διαταγὴν ταύτην, ἥτις ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως, ἐνῷ ὁ νόμος περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων δὲν χορηγεῖ τοιοῦτο δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργόν. 4) Ἐὰν ὅλα τὰ ἐν λόγῳ ἐντάλματα ἀντεπέστρεψεν ὁ ταμίας εἰς τὸν ἀστυνόμον πρὸς ἐκτέλεσιν, ἢ κατεκράτησε μέρος αὐτῶν, πόσα, καὶ κατὰ τίνων ὀφειλετῶν, καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν;» Ἀναγκάζομαι, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀπευθύνω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, διότι, ὡς ἐκεῖθεν μὲ πληροφοροῦσιν, ἐξεδόθησαν ἐντάλματα προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ ὀφειλετῶν τοῦ Δήμου χίλια περίπου, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγονται καὶ 35 κατὰ τοῦ δημάρχου κ. Ζέρβα. Τὰ ἐντάλματα ταῦτα ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ ἀστυνόμου ὑπὸ τοῦ ταμίου νὰ ἐπιστραφῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, ἀλλ’ ἐγείρεται ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἡ ἐπιστροφὴ τῶν ἐνταλμάτων τούτων ἐζητήθη ἐπίτηδες, ὅπως θεωρηθῶσι, καὶ παρακρατηθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐκδεδομένα κατὰ τῶν φίλων τῶν λεγομένων κυβερνητικῶν, τὰ δὲ λοιπὰ ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸν ἀστυνόμον πρὸς ἐκτέλεσιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ περὶ πάντων τούτων πληροφορίας ἀκριβεῖς, νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ ταύτας, καὶ τότε θέλω ἀναπτύξει τὴν ἐπερώτησίν μου. Ἐπίσης ἀπευθύνω ἑτέραν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ἐπίσης, ὡς σύντομον, ἀναγινώσκω: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς ποίαν ἐνέργειαν προέβη κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Μεγαλοπόλεως Σ. Σοφιανοπούλου, καταγγελθέντος ὑπὸ τῶν δικηγόρων Ν. Παπανδρέου καὶ Δ. Χαραλαμποπούλου διὰ πολλὰς παρανόμους πράξεις καὶ διαφόρους σκανδαλώδεις παραβάσεις τῶν καθηκόντων του, διὰ τὰς ὁποίας κατηγγέλθη καὶ ἐνεργήθησαν ἀνακρίσεις, καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἔδει νὰ μετατεθῇ ὁ ἄνω εἰρηνοδίκης ἐκεῖθεν, ἂν ὄχι νὰ ἀπολυθῇ ἐκ τῆς θέσεώς του.» Ἐὰν ἡ Βουλὴ μοὶ ἐπέτρεπε νὰ ἀναγνώσω ἓν μέρος ἐκ τῆς ἐφημερίδος «Μεγαλοπόλεως», τὸ ὁποῖον ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἐπερώτησίν μου, τότε βεβαίως θὰ ἐξετίμα τὴν σημασίαν καὶ τὴν σπουδαιότητα τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης.
§122ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναγνώσατέ το.
§123ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως εἶπον διὰ τῆς προηγουμένης ἐπερωτήσεώς μου, παρασκευάζεται ἐν Μεγαλοπόλει ἐκλογικὸν ἔδαφος, διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου σκοποῦσιν οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ὅλα τὰ ἐντάλματα τὰ ἀφορῶντα τοὺς ἐχθρούς των νὰ τὰ μεταχειρισθῶσι κατ’ αὐτῶν, τὰ δὲ ἀφορῶντα τοὺς φίλους των νὰ κρατήσωσι, διὰ νὰ δημοκοπήσωσι καὶ ψηφοθηρήσωσιν. Ἰδοὺ τί ἐκθέτει καὶ καταγγέλλει ἡ ἐφημερὶς «Μεγαλόπολις». (Ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν μέρος). (Δυσφορία ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν καὶ γέλωτες). Παρακαλῶ νὰ μὴ δυσφορῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταί, ἀκροώμενοι τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καταθλίβονται ἀπὸ ἐτῶν, διότι ἐδιδάχθησαν νὰ ἦναι σταθεροὶ εἰς τὰ πολιτικὰ αὐτῶν φρονήματα, καὶ νὰ διατηρῶσι ταῦτα ἀφ’ ἧς ἐγεννήθησαν ἐν τῇ πολιτικῇ μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, χωρὶς νὰ μεθίστανται ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἕτερον σημεῖον χάριν τῶν κυβερνητικῶν παροχῶν. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ κατάστασις τῆς δικαιοσύνης εἰς τὴν Μεγαλόπολιν, καὶ νομίζω, ὅτι, ἐὰν καὶ τὸ ὄγδοον μόνον ἐξ ὅσων γράφονται ἐν τῇ ἐφημερίδι ταύτῃ καὶ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἔχω ἐκεῖθεν, ἀποδειχθῇ ἀκριβές, προκειμένου μάλιστα περὶ δικαιοσύνης, εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ κάμῃ δὲ τοὺς γελῶντας νὰ ἐρυθριάσωσιν.
§124ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς κ. Κωνσταντῖνος Τοπάλης ὑπέβαλε τὴν ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ παραίτησίν του. Ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ἀπεδέξατο ταύτην, καὶ ἀνέθεσε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης προσωρινῶς εἰς τὸν κ. Τριανταφυλλᾶκον, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§126Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐλαχίστην χρηματικὴν δαπάνην, κύριοι Βουλευταί, ἀποφεύγοντες, γινόμεθα πρόξενοι ζημίας ἐθνικῆς οὐχὶ ἀναξίας λόγου. Ἐξηγοῦμαι. Ἡ ἀναλογία τοῦ πληθυσμοῦ τῶν καθολικῶν τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ εἰς τὰς ὑποδούλους ἐπαρχίας καὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῶν ὑποδούλων ἐπαρχιῶν. Οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει καθολικοὶ διὰ συγκινητικωτάτης ἐπιστολῆς μὲ παρακαλοῦσι ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ζήτημα μεγίστης σπουδαιότητος καὶ σημασίας. Οἱ καθολικοὶ κάτοικοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἕνεκα τοῦ θρησκεύματος αὐτῶν ἠναγκάζοντο ν’ ἀποστέλλωσι τὰ τέκνα των εἰς διαφόρους ξένας Σχολὰς, Γαλλικὰς, Ἰταλικὰς, Βουλγαρικὰς, ἕνεκα δὲ τούτου ταῦτα καὶ ἐξεγαλλίζοντο καὶ ἐξιταλίζοντο καὶ ἐξεβουλγαρίζοντο, καὶ τὸ κακὸν προὐχώρει. Ἐσκέφθησαν λοιπὸν οἱ γονεῖς αὐτῶν νὰ καταρτίσωσι σωματεῖόν τι. Ὄντως δὲ εἷς δικηγόρος, Βαρότσης ὀνόματι, κατώρθωσεν, ἀξιεπαίνως φερόμενος, νὰ καταρτίσῃ τὸ σωματεῖον τοῦτο, ὅπερ καὶ ὠνόμασε «Σύμπνοιαν τῶν Καθολικῶν». Δι’ αὐτοῦ τοῦ σωματείου κατηρτίζετο μία μικρὰ Σχολὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπεστέλλοντο τὰ τέκνα τῶν καθολικῶν, ὅπως, ἀφοῦ ἐκπαιδευθῶσιν εἰς τὰ στοιχεῖα τῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰσέρχωνται εἰς τὰς ἄλλας Σχολὰς, καὶ δὴ εἰς τὰς Σχολὰς τοῦ Γένους. Τότε ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ ἐπιφανὴς ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος, Πρόεδρος δὲ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγός· ὑπεβλήθη τότε νόμος εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ δὲ Βουλὴ ἀπεδέξατο παμψηφεὶ, ἵνα χορηγῆται κατ’ ἔτος ἐπίδομα χιλίων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον καὶ πράγματι κατὰ τὰ δύο πρῶτα ἔτη ἐχορηγήθη, ἔκτοτε ὅμως, δὲν γνωρίζω διατὶ, εἴτε ἕνεκα τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων, εἴτε διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἀνέφερέ τι εἰς τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔκτοτε, λέγω, τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ἀσήμαντον σχετικῶς μὲ τὸν σκοπὸν, καθυστερεῖται. Δραττόμενος τῆς εὐκαιρίας, ἀφοῦ ἤδη τυγχάνει Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ ἐπιφανὴς ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, παρακαλῶ αὐτόν, ὅπως, εἰ δυνατόν, ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἀποστείλῃ τὸ ποσὸν τοῦτο. Εἶναι ἀληθῶς φοβερόν, καθ’ ἣν στιγμὴν τὰ διάφορα Κρατίδια καὶ Κράτη δαπανῶσιν οὐχὶ μικρὰ ποσὰ, ἀποστέλλοντα κομιτᾶτα καὶ δι’ ἐθνικοὺς σκοποὺς καὶ διὰ θρησκευτικοὺς, εἶναι, λέγω, φοβερόν, ἡμεῖς πληθυσμὸν ἑλληνοπρεπῶς φερόμενον νὰ ἐγκαταλείπωμεν εἰς τὴν τύχην του. Ἄλλως τε, κύριοι Βουλευταί, οἱ ἀποτελοῦντες τὸν καθολικὸν πληθυσμὸν τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶναι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν πρῶτοι κατὰ τὸν πόλεμον νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των. Αὐτοὶ λοιπόν, οἱ ὑπηρετήσαντες κατὰ τὸν πόλεμον ὡς στρατιῶται, ἀπηυθύνθησαν πρὸς ἐμὲ διὰ τῆς συγκινητικωτάτης ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν σᾶς προανέφερα. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἀφοῦ ἀφ’ ἑνὸς ἐξετέλεσαν ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν καὶ ἡμεῖς οἱ ἐλεύθεροι πολῖται, ἀφοῦ ἀφ’ ἑτέρου καὶ οὐ μικρὰς θυσίας ὑπέστησαν κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, τὸν ὁποῖον ἐπροκάλεσεν ἡ ἁμαρτωλὴ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ἀφοῦ, λέγω, ὑφίστανται πάσας τὰς θυσίας ταύτας, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἀρωγὸς ἡ Κυβέρνησις. Πέπεισμαι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει λάβει ὑπ’ ὄψει τὴν δικαίαν ταύτην σύστασίν μου καὶ θέλει προβῆ ταχέως εἰς τὴν ἀποστολὴν τοῦ εἰρημένου χρηματικοῦ βοηθήματος.
§127Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Ποῖος ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὁ Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἰωαννίνοις, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς διωρίσθη, ἀπουσιάζει τῆς θέσεως αὐτοῦ;
§128ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ Πρόξενος ὁ διευθύνων τὸ Γενικὸν Προξενεῖον ἐν Ἰωαννίνοις διωρίσθη πρὸ μικροῦ, μετατεθεὶς ἐκ Κύπρου, καὶ εἶναι ὁ κ. Ναπολέων Μπέτσος· ἀλλ’ οὗτος ἕνεκα τῆς ἐν Κύπρῳ καταστάσεως δὲν ἠδυνήθη ἀκόμη νὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§130Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου περὶ τῆς μισθώσεως μιᾶς οἰκίας ἐν Πύργῳ, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς κατάστημα νομαρχιακόν, ἠγέρθησαν ἀπορίαι τινές, τὰς ὁποίας ἁρμόδιος νὰ λύσῃ εἶναι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ μίσθωσις τῆς οἰκίας, ἥτις ἐχρησίμευεν ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν νέων νομῶν ὡς νομαρχιακὸν κατάστημα, εἶχε λήξει κατὰ τὸν Νοέμβριον τὸν παρελθόντα, ὁπότε ὁ κύριος νομάρχης, βλέπων, ὅτι ἡ οἰκία αὕτη ἦτο ἐντελῶς ἀκατάλληλος, παρέστησε τοῦτο πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις, ἀποδεχθεὶς τὰς παραστάσεις αὐτοῦ, ἐδέχθη τὴν πρότασίν του, καὶ διέταξε τὸν νομάρχην νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν οἰκίαν τὴν πρώτην, ἐν ᾗ ὑπῆρχε τὸ κατάστημα τὸ νομαρχιακόν, καὶ νὰ μισθώσῃ νέαν τινὰ οἰκίαν νεόδμητον, ἀνήκουσαν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην Δημήτριον Δρούβαν.
§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς ποίαν πόλιν;
§132ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Πύργῳ τῆς Ἠλείας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνετείλατο τὸν νομάρχην νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν οἰκίαν τὴν πρώτην, καὶ νὰ μισθώσῃ τὴν δευτέραν. (Ἀναγινώσκει αὐτό). Ὁ νομάρχης, κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, προέβη εἰς τὴν μίσθωσιν τῆς οἰκίας τοῦ Δρούβα τὴν 1 Δεκεμβρίου, συνέταξε τὸ μισθωτικὸν συμβόλαιον, καὶ εἰδοποίησε τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τοῦ ἑξῆς ἐγγράφου.
§133Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ συμβόλαιον τὸ ἔχετε;
§134ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔχω.
§135ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ τὸ δώσητε.
§136ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον τοῦ νομάρχου). Δηλαδὴ προέβη ὁ νομάρχης εἰς τὴν μίσθωσιν, καὶ ὄχι μόνον ἐγκατέλειψε τὴν πρώτην οἰκίαν, ἀλλὰ καὶ ἐγκατέστη εἰς τὴν δευτέραν. Ἡ διαβίβασις τοῦ μισθωτικοῦ συμβολαίου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐγένετο τὴν 8 Δεκεμβρίου. Ἀπὸ τῆς 23 Νοεμβρίου, ὅτε εἰδοποιήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἐγένετο καμμία παρατήρησις ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ἔμεινε τὸ νομαρχιακὸν κατάστημα εἰς τὴν νέαν οἰκίαν, τὴν ἐνοικιασθεῖσαν, ἐπὶ 2 μῆνας, ὅτε μετὰ τοῦτο, τὴν 23 Ἰανουαρίου, ἐξαφνίζεται ὁ ἰδιοκτήτης τῆς νέας οἰκίας, λαβὼν μίαν ἀνακοίνωσιν τοῦ νομάρχου, διὰ τῆς ὁποίας οὗτος τῷ λέγει τὰ ἑξῆς: «Γνωρίζω ὑμῖν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠκύρωσε τὴν ἐνοικίασιν τῆς οἰκίας· δι’ ὃ τὴν ἐγκαταλείπω καὶ ἀναχωρῶ.» Τώρα ἐγείρονται αἱ ἑξῆς ἀπορίαι, καὶ αὐτῶν τῶν ἀποριῶν τὴν λύσιν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργόν. Ἀφοῦ ἡ πρώτη οἰκία, κατὰ τὴν ῥητὴν διαταγήν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, συμμορφούμενος πρὸς τὰς παραστάσεις τοῦ νομάρχου, ἐκρίθη ἀκατάλληλος, πῶς ἐκρίθη κατάλληλος βραδύτερον καὶ ἀνεμισθώθη διὰ τρία ἔτη; Δεύτερον· ἀφοῦ ὁ νομάρχης ἐγκατέλειψε τὴν οἰκίαν τὴν πρώτην καὶ ἐγκατεστάθη εἰς τὴν δευτέραν, καὶ εἰδοποιήθη περὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διατί, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα ἐκ τοῦ συμβολαίου, δὲν προέβη ἀμέσως εἰς τὴν μὴ ἔγκρισιν τῆς μισθώσεως, ἀλλ’ ἄφησε νὰ παρέλθωσι δύο μῆνες, κατὰ τοὺς ὁποίους ἔμενεν ὁ νομάρχης εἰς τὸ νέον νομαρχιακὸν κατάστημα καὶ κατὰ τοὺς ὁποίους ὑπεβλήθη ὁ ἰδιοκτήτης εἰς δαπάνας χιλίων καὶ ἐπέκεινα δραχμῶν διὰ νὰ ἐγκαταστήσῃ ἠλεκτρικοὺς κώδωνας, διατί, λέγω, κατὰ τοὺς δύο αὐτοὺς μῆνας ἐσιώπησε, καὶ μετὰ δύο μῆνας προέβη εἰς τὴν ἀκύρωσιν τοῦ συμβολαίου; Τρίτη ἀπορία εἶναι ἡ ἑξῆς: διατί, ἀφοῦ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν οἰκίαν ἐκείνην, ἥτις διὰ διαταγῆς του ἐνῳκιάσθη, καὶ ἀφοῦ ὁ ἰδιοκτήτης ἐξεπλήρωσεν ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, διατὶ, ἐὰν ἤθελε νὰ πληρώσῃ ὀλιγώτερον ἐνοίκιον, — διότι εἰς τὴν νέαν μίσθωσιν ἔδωκεν ἐνοίκιον ὀλιγώτερον κατὰ 30 δραχμὰς, — διατὶ δὲν εἰδοποίει τὸν ἰδιοκτήτην τῆς οἰκίας ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπὶ 2 μῆνας ἔμενεν ὁ νομάρχης, περὶ τοῦ ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τῆς πρώτης οἰκίας παρεχώρει αὐτὴν ὑπὸ συμφερωτέρους ὅρους; Ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο, θὰ ἠδύνατο ἴσως καὶ ὁ ἀδικούμενος νὰ ἀποσοβήσῃ τὸ ἀδίκημα. Αὐτὰς τὰς ἀπορίας ἐπεθύμουν νὰ λύσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§137Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς παρεστάθησαν τὰ πράγματα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, βεβαίως θὰ ἀπορῆτε πάντες, πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔδειξε τοιαύτην συμπεριφοράν. Ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν οὕτως ἐπακριβῶς. Ἰδοὺ τί προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων — καὶ ταῦτα θὰ καταθέσω αὔριον. — Ὁ κ. νομάρχης ὑπέβαλεν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου παρεπονεῖτο, ὅτι οἰκία γνωστοτάτη εἰς τοὺς ἐπισκεφθέντας τὸν Πύργον, ἡ οἰκία τοῦ κ. Ψημένου, δὲν τῷ ἐφαίνετο κατάλληλος, λόγῳ ἀνεπαρκοῦς χωρητικότητος καὶ λόγῳ ἄλλων ἐλλείψεων, καὶ ἐζήτει τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐξεύρῃ ἕτερον οἴκημα, καταλληλότερον, διὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Νομαρχίας. Ἡ ἄδεια τῷ ἐδόθη.
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ μίσθωσις τῆς οἰκίας Ψημένου ἦτο δι’ ὡρισμένον χρόνον;
§139Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ταῦτα συνέβαινον κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς λήξεως τῆς μισθώσεως. Ἡ ἄδεια ἐδόθη εἰς τὸν νομάρχην ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφου, διὰ τοῦ ὁποίου παρίστα, ὅτι πρόκειται νὰ ἐκμισθώσῃ τὴν οἰκίαν τοῦ ἀναφερομένου Δ. Δρούβα, περιέχουσαν ἐν τῷ πρώτῳ ὀρόφῳ 11 δωμάτια εὐήλια καὶ εὐάερα, ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ 4 δωμάτια ἐπίσης εὐήλια καὶ εὐάερα. Ταῦτα διελάμβανε τὸ ἔγγραφον τῆς Νομαρχίας. Ἐὰν τοῦτο εἶχε συνταχθῆ παρὰ τοῦ νομάρχου, ἢ παρά τινος τῶν ὑπαλλήλων, ὡς συνήθως συμβαίνει, ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἐπακριβῶς. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐγγράφου τούτου, ἐγὼ ἔδωκα τὴν ἐντολὴν εἰς τὸν νομάρχην νὰ προβῇ εἰς τὴν μίσθωσιν τῆς οἰκίας Δρούβα, πάντοτε ὅμως ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου, ὡς εἰς ὅλα τὰ συμβόλαια συμβαίνει. Ὁ νομάρχης πράγματι ἐμίσθωσε τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Δρούβα ἀντὶ 230 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Μετ’ ἀπορίας ὅμως παρετήρησα, ὅτε ἔλαβον τὸ συμβόλαιον, ὅτι ἡ νέα οἰκία τοῦ Δρούβα περιέχει 7 ἢ 8 δωμάτια· τὸ παρετήρησα δὲ, διότι ὁ ἐνδιαφερόμενος, ὁ γαμβρὸς τοῦ Ψημένου, καθηγητὴς τῆς Νομικῆς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, κ. Πολυγένης, προσῆλθεν εἰς ἐμὲ καὶ μοὶ εἶπεν: «πρόκειται νὰ μισθώσητε μίαν οἰκίαν ἀντὶ 230 δραχμῶν, ἡ ὁποία περιέχει μόλις 8 δωμάτια εἰς τοὺς δύο ὀρόφους, ἐνῷ τὸ ἐμὸν οἴκημα, τὸ ὁποῖον σᾶς προσφέρω σήμερον ἀντὶ 200 δραχμῶν, περιέχει 18 δωμάτια.» Ἐννοεῖται δ’ ὅτι, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐγκρίνω τὴν νέαν μίσθωσιν. Εἶδον λοιπὸν τὸ συμβόλαιον — καὶ τὸ συμβόλαιον εἶναι ἐδῶ, καὶ δύναται πᾶς τις νὰ τὸ ἀναγνώσῃ — καὶ εἶδον, ὅτι ἡ νέα οἰκία περιέχει 7 ἢ 8 δωμάτια. Ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ νομάρχου, καὶ ὁ νομάρχης, ὁ ὁποῖος προτοῦ ἐγὼ ἐγκρίνω τὸ συμβόλαιον ἐγκατέστη ἐν τῇ νέᾳ οἰκίᾳ, ἐνῷ ὤφειλε νὰ περιμένῃ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἠξεύρει πῶς εἰς τὸ ἔγγραφόν του ἡ ὑπηρεσία λέγει ὅτι εἶναι 12 δωμάτια. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ ἐν τῷ συμβολαίῳ περιεχομένη...
§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ νομάρχης;
§141Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὁ κύριος Προβελέγγιος... Ἡ ἀλήθεια, λέγω, εἶναι, ὅτι ἡ ἐνοικιασθεῖσα οἰκία ἔχει 7 ἢ 8 δωμάτια· βεβαίως δὲ ἡ διαφορὰ εἶναι μεγάλη. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶχον πρότασιν τοῦ πρώην ἐκμισθωτοῦ, τὴν διαβεβαίωσιν δὲ πολλῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν ἰδίαν μου ἀντίληψιν, ὅτι ἡ οἰκία τοῦ βαθυπλούτου Ψημένου εἶναι μία τῶν καλλιτέρων ἐν Πύργῳ, καὶ ὅτε εἶδον ὅτι μὲ ἐνοίκιον 230 δραχμῶν ἐπρόκειτο νὰ ἐγκρίνω οἴκημα, τὸ ὁποῖον περιεῖχεν 8 μόνον δωμάτια, νὰ ἐγκαταλείψω δὲ οἴκημα, τὸ ὁποῖον περιέχει 18 δωμάτια, καὶ τὸ ὁποῖον ὁ ἰδιοκτήτης προσέφερεν ἀντὶ 200 δραχμῶν κατὰ μῆνα...
§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόσον ἐνοίκιον ἐπληρώνετο προτήτερα;
§143Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. 230 δραχμαί... Ὅτε, λέγω, ὅλα ταῦτα εἶχον ὑπ’ ὄψιν, τὸ καθῆκον μοὶ ἐπέβαλλε νὰ μὴ ἐγκρίνω τὴν τοιαύτην μίσθωσιν, καὶ νὰ διατάξω τὸν νομάρχην νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ψημένου, χωρὶς νὰ ἐξετάσω ποῖος ἐνδιεφέρετο. Θὰ φέρω τὰ ἔγγραφα αὔριον.
§144ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νομάρχης κατὰ διαταγὴν ἰδικήν σας ἐγκατέστη εἰς τὴν νέαν οἰκίαν.
§145Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι ἄσκοπος. Ἀφήσατε νὰ φέρω τὰ ἔγγραφα. Ἐὰν θέλητε νὰ συζητήσωμεν, ἐγὼ εἶμαι ἑτοιμότατος.
§146ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς διέταξε τὸν νομάρχην νὰ μισθώσῃ τὴν δευτέραν οἰκίαν, καὶ ὁ αὐτὸς διέταξε νὰ τὴν ἐγκαταλείψῃ.
§147Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὸν διέταξα μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ οἰκία ἔχει 15 δωμάτια. Δὲν ἠδυνάμην ὅμως νὰ ἐγκρίνω τὴν μίσθωσιν, ὅτε ἐκ τοῦ συμβολαίου ἔβλεπον, ὅτι εἶχεν μόνον 8 δωμάτια.
§148ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τί ἐπράξατε κατὰ τοῦ νομάρχου;
§149Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἰδικόν μου ἔργον.
§150ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νομάρχης ἐγνώριζε ποία ἦτο ἡ νέα οἰκία καὶ ποία ἡ παλαιά.
§151Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Θὰ ἴδητε αὔριον τὰ ἔγγραφα, καὶ θὰ πεισθῆτε.
§152ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως εἷς ἐκ τῶν δύο πταίει· ἢ ὁ νομάρχης, ἢ ὁ Ὑπουργός. Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι πταίει ὁ νομάρχης· ἔπρεπεν ὅμως τότε νὰ ἀπολυθῇ ὁ νομάρχης.
§153Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πιθανὸν ὅμως ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐπλανήθη.
§154ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κατατεθῶσι, παρακαλῶ, τὰ ἔγγραφα.
§155Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὔριον.
§156Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ ἔγγραφά τινα, τὰ ὁποῖα εἶχον ζητήσει κατὰ τὴν 7 Φεβρουαρίου, καὶ τὰ ὁποῖα ἀφεώρων τὴν ἀκόλουθον ὑπόθεσιν. Ὁ πολίτης Παναγιώτης Χαρίτος, Κεφαλλήν, καταγόμενος ἐκ Δειληνάτων, ἦτο ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου διὰ δραχμὰς 324, προερχομένας ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων, καὶ ἐναντίον αὐτοῦ ἐξεδόθησαν δύο ἐντάλματα, συνελήφθη δὲ καὶ ἐφυλακίσθη, διότι δὲν εἶχε καταβάλει τὰ χρήματα ταῦτα εἰς τὸ Δημόσιον. Ὅτε κατὰ τὸ θέρος ἀνεγίνωσκον εἰς τὰς ἐφημερίδας τὸ περιστατικὸν τοῦτο, μοὶ ἐφείλκυσε τὴν προσοχήν, καὶ ἐκράτησα σημείωσιν, ὅπως, ὅταν συνέλθῃ ἡ Βουλή, ζητήσω πληροφορίας, διότι τὸ πρᾶγμα παρίστατο ὡς δρᾶμα τραγικώτατον, καὶ ἀπὸ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέθηκε σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποδεικνύεται ὄντως, ὅτι ἀληθέστατα ἦσαν τὰ γραφέντα τότε ἐν ταῖς ἐφημερίσιν. Ὁ πολίτης οὗτος, καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας παρὰ φίλου ἐκ Κεφαλληνίας, καὶ καθ’ ἃ μὲ διεβεβαίωσεν ὁ ἐκ Κραναίας συνάδελφος κύριος Μαρκέτος, ἔπασχεν ἐκ πνευμονίας, ἡ δὲ θέσις αὐτοῦ ἦτο κρίσιμος. Τὸν συνέλαβον εἰς τοιαύτην εὑρισκόμενον κατάστασιν, καὶ ἐνῷ αὐτὸς διεμαρτύρετο, ὅτι δὲν ἀντέχει νὰ βαδίσῃ, τὸν ἔθεσαν ἐπί τινος ζώου, καὶ τὸν μετέφεραν εἰς τὰς φυλακὰς, ὅπου μετά τινας ἡμέρας ἀπεβίωσεν! Ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ὡς εἶδε δημοσιευομένην τὴν εἴδησιν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ᾐσθάνθη ὁ ἴδιος τὴν ἀνάγκην, ὅπως σπεύσῃ καὶ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ ἀρχῶν, πῶς συνελήφθη ὁ ἄνθρωπος οὗτος, πῶς ἐκρατήθη ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ ἀφοῦ εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὑρίσκετο, πῶς δὲν ἀπεφυλακίσθη, ἀλλ’ ἀφέθη ν’ ἀποθάνῃ ἐντὸς τῶν φυλακῶν. Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ταμίας ἀπήντησεν, ὅτι δὲν παρουσιάσθη εἰς αὐτὸν ὁ συλληφθεὶς ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας ἀπεστάλη εἰς τὰς φυλακὰς, δὲν εἰδοποιήθη δὲ παντάπασιν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἠσθένει, ὅπως διατάξῃ τὴν ἀποφυλάκισιν αὐτοῦ, ἀλλὰ μόνον ἐζητήθησαν τὰ τροφεῖα, διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ζήσῃ δι’ ἰδίων ἐξόδων. Ὁ κ. νομάρχης Κεφαλληνίας ἔσπευσε νὰ ἐρωτήσῃ τὸν ἐπιστάτην τῶν φυλακῶν, διατὶ δὲν εἰδοποίησε τὸν ταμίαν, ὅτι ὁ συλληφθεὶς οὗτος ἔπασχεν. Ὁ ἐπιστάτης ἀπήντησε δι’ ἐγγράφου, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται Χαρῖτος συνελήφθη τὴν 13 Φεβρουαρίου καὶ ἀπήχθη εἰς τὰς φυλακὰς ὡς ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου, ὅτε δὲ τῷ ἀνεκοινώθη, ὅτι ὁ ὀφειλέτης οὗτος πάσχει, ἀμέσως μετέβη αὐτὸς ἐκεῖ, καὶ τὸν ἀπέστειλεν εἰς τὸ θεραπευτήριον, ὡς λέγει, τοῦ Σωφρονιστηρίου, ὅπου μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, τὴν 4 Μαρτίου, ἀπεβίωσε. Ἡ θέσις τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ καθ’ ἣν ἡμέραν συνελήφθη, ὡς ἐπληροφορήθην, δὲν ἦτο καλὴ, καὶ ἡ οἰκογένειά του διεμαρτύρετο, διότι τὸν ἀπήγαγον εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἀλλ’ ἔμειναν ἄτεγκτοι οἱ ἐκτελοῦντες τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως! Ἐκ τῆς μεταφορᾶς δὲ ταύτης ἐδεινώθη ἡ κατάστασίς του, καὶ ἐκ τούτου μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπέθανεν. Ἐζητήθη δὲ παρ’ αὐτοῦ πρότερον νὰ παρουσιάσῃ πιστοποιητικοῦ πενίας, ἀλλ’ ὁ ἀδελφός του εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει οὐδ’ αὐτὴν τὴν διατροφήν του νὰ τῷ παράσχῃ. Αὐταὶ εἶναι αἱ πληροφορίαι, ἃς συνεκόμισα ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων, καὶ τὸ πρᾶγμα δεικνύει τὴν εἰκόνα τῆς παρ’ ἡμῖν διοικήσεως, τὸν τρόπον, καθ’ ὃν εἰσπράττονται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τὰ ὀφειλόμενα εἰς αὐτό. Οὐδεὶς βεβαίως θὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκβιάζῃ τοὺς ὀφειλέτας πρὸς πληρωμὴν τῶν καθυστερουμένων, ἀλλ’ ὅταν τοιαύτη παρουσιάζηται κατάστασις, ὅταν συλλαμβάνηται ἄνθρωπος εὑρισκόμενος εἰς τὸ χεῖλος τοῦ τάφου, καὶ ἀπάγηται ἐκ τοῦ χωρίου του εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, ῥίπτηται δὲ εἰς τὰς φυλακὰς, ὅπου καὶ ἀποθνήσκει, παρατηροῦμεν εἰς ποίαν κατάστασιν περιῆλθεν ἡ διοίκησις παρ’ ἡμῖν. Τί ἐζητεῖτο ἐκ τῆς συλλήψεως τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ; νὰ πληρώσῃ ὀφειλὴν 324 δραχμῶν, ὅτε οὗτος δὲν εἶχε κἄν τὰ μέσα νὰ προμηθευθῇ τὰ ἀναγκαῖα φάρμακα καὶ τὸν ξηρὸν τῆς φυλακῆς ἄρτον. Κατανοεῖτε ὁποίας πενίας ἄνθρωπος ἦτο, καὶ ἂν δικαιολογεῖται ὑπὸ τοιούτους ὅρους σύλληψις, κάθειρξις καὶ ἔμμεσος θανατικὴ ποινή. Ἡ ἑτέρα ὄψις τοῦ ζητήματος εἶναι, ὅτι ὁ ἐπιστάτης εἶδε τὸν ἄνθρωπον πάσχοντα, εἶδε τὴν κατάστασιν αὐτοῦ τὴν ἐπικίνδυνον· διατὶ δὲν εἰδοποίησεν αὐτὸς τὸν ταμίαν καὶ τὰς λοιπὰς ἀρχὰς, ὅπως ἀποφυλακίσωσι τὸν δυστυχῆ ὀφειλέτην; Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἀπέθανε· καὶ ὅμως τὸ Δημόσιον οὐδὲν ὠφελήθη, διότι οὔτε χρήματα εἰσέπραξεν, ἐδαπάνησε δὲ καὶ 26 δραχμὰς πρὸς διατροφὴν αὐτοῦ μέχρι τῆς ἡμέρας τοῦ θανάτου του. Ἀλλ’ ἐν τοῖς ἐγγράφοις τούτοις δὲν εὑρίσκω κανὲν ἔγγραφον, δεικνῦον, ὅτι ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ ἐκάλεσεν εἰς ἀπολογίαν τὸν ἐπιστάτην τῶν φυλακῶν, οὐδὲ βλέπω τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐπιστάτου τούτου, ὅστις παρέλαβεν ἄνθρωπον οὕτως ἀσθενοῦντα καὶ ὁ ὁποῖος ἐσκέφθη μόνον νὰ εἰδοποιήσῃ τὰς ἀρχὰς ὅτε ἀπέθανεν ὁ συλληφθεὶς ἐντὸς τῶν φυλακῶν. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὤφειλον νὰ φέρω, ἵνα καταδείξω εἰς ποίαν ἀγρίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ διοίκησις, καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐπιζητεῖται ἡ εἴσπραξις τῶν ὀφειλομένων. Κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, ὅτε ἀλλεπάλληλοι ἐστέλλοντο αἱ ἐγκύκλιοι εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ ἐζητοῦντο αἱ εἰσπράξεις, ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐπαρχίαν στρατιώτης τις, φονευθεὶς εἰς τὸν πόλεμον, ἀφῆκε μικρὰν κληρονομίαν· προσῆλθον εἰς τοὺς γονεῖς του οἱ εἰσπράκτορες, καὶ ἐζήτησαν νὰ καταβάλωσι τὸ τίμημα τῆς στρατιωτικῆς ἐνδυμασίας, τὴν ὁποίαν ὁ φονευθεὶς εἶχε λάβει. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ἐξηγέρθημεν πάντες, καὶ εἴπομεν ὅτι, ἀφοῦ ὁ στρατιώτης οὗτος, τὸν ὁποῖον προσεκάλεσε τὸ Κράτος καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὴν μάχην, ἐφονεύθη, ὅτε ἄλλοι φυγάδες ἐν τῷ ἀγῶνι τούτῳ οἰκτροὶ τὴν ὄψιν καὶ ἀναίσχυντοι ἐδραπέτευον τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, πῶς ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ ζητεῖ μετὰ παρέλευσιν ἐτῶν τὴν ἀξίαν τῆς στολῆς τοῦ φονευθέντος, ἥτις ἐχρησίμευσεν ὡς σάβανον εἰς τὸν ἐκτελέσαντα μετὰ τιμῆς τὸ καθῆκόν του; Οὐδεὶς ἀπήντα. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πίεσις τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων, ὅπως εἰσπράξωσι πλειότερα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Εἶναι εὐχάριστον νὰ βλέπῃ τις αὐξανομένας τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ζητῇ τὸ Δημόσιον χρήματα παρ’ ἀνθρώπων εὑρισκομένων εἰς τὸ χεῖλος τοῦ τάφου, οὐδὲ νὰ ζητῇ τὴν ἀξίαν τῆς στολῆς στρατιώτου, φονευθέντος εἰς τὸν πόλεμον, παρὰ τῶν κληρονόμων αὐτοῦ. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τοῦ μὲν πρώτου δολοφόνος εἶναι τὸ Δημόσιον, εἰς τὴν δευτέραν δὲ περίστασιν ἀποδεικνύεται ποταπότης σκέψεων καὶ ἀρχῶν τοῦ Δημοσίου, ὅπερ οὕτω διατιμᾷ τὴν μεγαλειτέραν θυσίαν, ἣν δύναται νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν πατρίδα του ὁ πολίτης, τὴν θυσίαν τῆς ἰδίας ζωῆς. (Εὖγε! εὖγε!).
§157Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀκούωμεν ταῦτα ἐκτραγῳδούμενα ἐντεῦθεν, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ ζητήσωμεν λόγον ἀπὸ ἐκείνους, εἰς οὓς οἱ νόμοι ἀνέθεσαν τὴν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν, πῶς ἔκριναν τὸ πρᾶγμα, τίνα δὲ διέταξαν ἢ τί ἔπραξαν κατὰ τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἐπετέθησαν τόσον ἀγρίως καὶ βανδαλικῶς, φονεύσαντα πολίτην διὰ λακτισμάτων. Ὅθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, τί ἔπραξε κατὰ τοῦ χωροφύλακος, τοῦ φονεύσαντος διὰ λακτίσματος τὸν πολίτην, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τί ἔπραξε κατὰ τοῦ νομάρχου, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τί ἐνήργησε κατὰ τοῦ ταμίου, ὅστις ἔστειλεν ἀσθενῆ ἄνθρωπον εἰς τὰς φυλακάς. Πρέπει ἡ ἐπιτήρησις νὰ ἦναι ἐνεργὸς, πρέπει νὰ ἦναι ἄγρυπνος, διὰ νὰ τιμωρῶνται οἱ τοὺς νόμους παραβαίνοντες· διότι, ἂν δὲν τιμωρῶνται οἱ παραβαίνοντες τοὺς νόμους, ἂν δὲν τιμωρῶνται οἱ τοσοῦτον ἀγρίως πρὸς τοὺς πολίτας προσφερόμενοι, βεβαίως τὸ Κράτος παραλύει, καὶ ἀναρχία θέλει κρατήσει, ἀφοῦ ἕκαστος δύναται νὰ φρονῇ, ὅτι οὐδεὶς θέλει ἀσχοληθῆ, ἵνα διατάξῃ τὴν τιμωρίαν αὐτοῦ, ὅταν παραβαίνῃ τοὺς νόμους.
§159Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Λαμβάνω ἀφορμὴν ἀπὸ τοῦ προκειμένου νὰ ἐπαναλάβω ἓν ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑπέβαλον πρότασιν, ἡ ὁποία μένει ἐκκρεμὴς, καὶ ἡ ὁποία δὲν θέλει ψηφισθῆ ποτὲ, ἐν ὅσῳ μένει ὡς πρότασις Βουλευτοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἐὰν εὑρίσκῃ τὰς παρατηρήσεις μου ὀρθὰς, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διότι θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διορθωθῇ μία μεγάλη ἔλλειψις τῆς νομοθεσίας, εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὁποίας γίνεται αὕτη ἡ μεγάλη κατάχρησις, τὴν ὁποίαν ἀκούομεν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Ποινικὸς Νόμος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Δικαστήριον, ἐπιβάλλον τὴν ποινὴν καὶ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, νὰ ἀπαγγέλλῃ ἢ ὄχι καὶ προσωπικὴν κράτησιν· ἐπεκράτησεν ὅμως συνήθεια εἰς ὅλα τὰ Δικαστήρια νὰ ἐπιβάλλωσι πάντοτε τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν, οὐδεμία διάταξις ὑπάρχει, προβλέπουσα διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν τοιούτων ἐξόδων, εἰμὴ ὁ γενικὸς νόμος περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Τί γίνεται λοιπόν; Ἅμα ὁ κατάδικος ἐκπληρώσῃ τὴν ποινήν του, μετατίθεται ἀπὸ τὰς ποινικὰς φυλακὰς εἰς τὰς πολιτικάς· ἀφοῦ δηλ. ἔμεινε 10, 15, 20 ἔτη εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ὁ ἄνθρωπος βεβαίως ὄχι μόνον ἐστερήθη τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων καὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας του, ἀλλὰ θεωρεῖται καὶ ἐκτὸς τῆς κοινωνίας, ὁ δεσμοφύλαξ τὸν μεταφέρει εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα! Αὐτὸ γίνεται ἐν Ἑλλάδι, ἐν τῷ τόπῳ, ὅπου ἀξιοῦμεν πολιτισμὸν καὶ νομιμότητα. Ἀπὸ τὸν κατάδικον, ὁ ὁποῖος διήνυσεν 20 ἔτη, ἢ 15 ἢ 10, εἰς τὰς φυλακὰς, ζητοῦμεν νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἅμα ὡς ἐξέτισε τὴν ποινήν του, ἐνῷ εἶναι μόνον δέρμα καὶ ὀστᾶ, καὶ πρὸς τοῦτο τὸν κρατοῦμεν εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς ἐπὶ ἓν καὶ δύο ἔτη, διὰ νὰ πληρώσῃ, ἐνῷ ἀδυνατεῖ νὰ πληρώσῃ· οὕτω δὲ πολλοὶ ἀποθνήσκουσιν εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς, διότι δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσι τὰ δικαστικὰ ἔξοδα. Τί λοιπὸν ἐπρότεινα; νὰ ὁρισθῇ διὰ νόμου μία προθεσμία, μετὰ τὴν ὁποίαν νὰ ζητῶνται τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, ὁ δὲ κατάδικος νὰ ἀπολύηται, καὶ ἂν μὲν ἔχῃ περιουσίαν τινὰ, δύναται, ἀναλαμβάνων τὴν διαχείρισιν αὐτῆς, νὰ πληρώσῃ, ἐὰν δὲν ἔχῃ περιουσίαν, θὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀκτημοσύνην του, καὶ θ’ ἀπαλλαγῇ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς μου, ἡ ὁποία δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν ταύτην καὶ, ἐὰν θέλῃ, νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἐγὼ δὲν θὰ τὴν ἐπαναλάβω. Ἡ πρότασις εἶναι τυπωμένη, καὶ εὑρίσκεται ἐν τοῖς ἀρχείοις τῆς Βουλῆς.
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ ἀνάγονται εἰς ἄλλο θέμα, ἀλλότριον τοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν. Ἐπειδὴ δὲ ἐξεφράσθησαν παράπονα πρὸς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω, ποίαν ἔχουσι καὶ αὐτοὶ γνώμην.
§161Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, οὐδόλως θέλω διστάσει, ἅμα ὡς περιέλθῃ εἰς γνῶσίν μου τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον σήμερον ἤκουσα καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν συνέβη σήμερον, ἀλλὰ πρὸ πολλῶν μηνῶν, νὰ διατάξω αὐστηροτάτας ἀνακρίσεις κατὰ τοῦ χωροφύλακος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος προσηνέχθη καθ’ ὃν τρόπον παρεστάθη ἐνταῦθα.
§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Μαρκέτε, νὰ δώσητε σημείωσιν τῶν ὀνομάτων ἐκείνων.
§163Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Μάλιστα.
§164Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ γεγονότα συνέβησαν κατὰ τὸν παρελθόντα Φεβρουάριον. Τῷ ὄντι, ἂν ὁ κ. νομάρχης εἶδε συρόμενον εἰς τὰς φυλακὰς ἄνθρωπον ἡμιθανῆ, εἶχε καθῆκον νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν προϊσταμένην ἀρχήν. Τοῦτο μὴ πράξας, παρέλειψε τὸ καθῆκόν του Ἐννοεῖται, ὅτι ὑποχρέωσιν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ ἐνεργήσωμεν τὰ δέοντα.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἂν ὁ ταμίας αὐτὸς ἔμαθεν, ὅτι ἦτο ἀσθενὴς ὁ συρθεὶς εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἀποθανὼν ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου, καὶ ἂν ἔλαβε πρόνοιάν τινα, καὶ ποίαν.
§166ΦΩΤ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Συμφωνῶν πρὸς τὴν αἴτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ νὰ ἀναγραφῇ ἐκ τῶν πρώτων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ νὰ ψηφισθῇ, διότι καὶ ἐγὼ ἔχω ἀφορμὰς ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, διότι συμπολῖταί μου ἀπεβίωσαν ἐν ταῖς πολιτικαῖς φυλακαῖς, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκτίσει ποινὴν δώδεκα ἐτῶν, νομίζω, καὶ ἀπεβίωσαν ἀφοῦ εἶχον ὑποστῆ φυλάκισιν δεκαοκτὼ μηνῶν πρὸς ἀπότισιν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ πληρώσωσι, διότι οὐδεμίαν εἶχον περιουσίαν, ἦσαν ἐντελῶς πένητες, ὁ δὲ δήμαρχος δυστυχῶς δὲν ἔδιδεν εἰς αὐτοὺς πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης. Νομίζω, ὅτι εἶναι δικαία ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ υἱοθετήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ὁμολογουμένως εἶναι ἄξιον συζητήσεως καὶ ψηφίσεως.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§168Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ νόμου ͵ΒΜΕʹ «περὶ ἐλέγχου τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος» περιελήφθη διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας «ἀπαγορεύεται... βʹ) ἡ διὰ ἐπισημάνσεως τῶν δοχείων ψευδὴς δήλωσις τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς τῆς περιεχομένης ἐν αὐτοῖς σταφίδος, γʹ) ἡ ἐπισήμανσις τῶν περιεχόντων σταφίδα δοχείων ἐκ τῆς παραγομένης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Αἰγιαλείας ἐν ἄλλῳ τόπῳ κλπ.» Ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, ἕνεκα ἐλλείψεως προνοίας καθ’ ὃν χρόνον ἐνομοθετήθη ὁ νόμος οὗτος, ἐπῆλθον τὰ ἀδικήματα ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων λόγον ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς κ. Μπακόπουλος, καὶ περὶ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ ὡμίλησα πρὸ τριῶν ἡμερῶν. Δύο δῆμοι, ὧν ὁ εἷς ἀνήκει εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πατρῶν καὶ ὁ ἕτερος εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, ἀνήκοντες ὡς ἐκ τῆς παραγωγῆς των εἰς τὴν σταφιδικὴν περιφέρειαν Αἰγιαλείας, ὑφίστανται σπουδαιοτάτην βλάβην τῶν συμφερόντων αὐτῶν. Εἶναι ὁ δῆμος Κραθῖδος καὶ ὁ δῆμος Ἐρινεοῦ. Ἀνέκαθεν οἱ δῆμοι οὗτοι μετεκόμιζον τὸ προϊόν των εἰς Αἴγιον, ἐκεῖθεν δὲ ἀπεστέλλετο τοῦτο εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Ἀγγλίαν, μὲ τὰ σήματα τοῦ Αἰγίου. Ἀπὸ τοῦ νόμου τούτου ὅμως ἀπαγορεύεται εἰς αὐτοὺς νὰ κάμωσι χρῆσιν τῶν σημάτων ἀκριβῶς ἐκείνων, δι’ ὧν τὸ προϊόν των εἶναι γνωστὸν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν καὶ διορθώνομεν τὰς ἀτελείας παρελθόντων νόμων, τολμῶ καὶ ἐγὼ νὰ ζητήσω τὴν διόρθωσιν τοῦ μικροῦ τούτου παρεισφρήσαντος λάθους· διότι, ἐνῷ τὸ πρᾶγμα φαίνεται μικρὸν, τὰ ἀποτελέσματα διὰ δύο δήμους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκουσι, δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Αἰγιαλείας, εἶναι μεγάλα, καὶ παραβλάπτονται σπουδαίως τὰ συμφέροντα τῶν δήμων τούτων. Ἕνεκα τούτου τολμῶ νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου πρὸς διόρθωσιν τοῦ πράγματος· παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται εἰς μερίδα τινὰ συμπολιτῶν του, νὰ θελήσῃ νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως κατορθωθῇ ἡ ἔγκαιρος ψήφισις αὐτοῦ, ἀφοῦ μάλιστα ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀνὰ πᾶσαν ὥραν δύνανται ἀπρόοπτα νὰ συμβῶσιν.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 128).
§170ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ μοὶ φαίνεται ἐντελῶς δεδικαιολογημένη, οὐδεμίαν δὲ ἀντίρρησιν ἔχομεν νὰ προταχθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ.
§171ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ὑπογράψει καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν τοῦ νόμου, τὴν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας συναδέλφου, καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ προταχθῇ καὶ ψηφισθῇ, διότι ἀληθῶς ἡ ποιότης τῆς σταφίδος, τὴν ὁποίαν παράγει ὁ δῆμος Ἐρινεοῦ, εἶναι ὁμοία, ἴσως δὲ καὶ καλλιτέρα τινῶν μερῶν τῆς παραγωγῆς τοῦ Αἰγίου, καὶ εἶναι δίκαιον νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν ποιότητα τοῦ Αἰγίου.
§172Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μελετῶν ἐν Θεσσαλίᾳ τοῦ Ἰταλοῦ μηχανικοῦ Δὰ–Πέρσικο, καὶ τὰ μέτρα, ἅτινα οὗτος ὑπέδειξεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, εἴτε πρὸς ἀσφάλειαν τῶν κτημάτων καὶ ἐξυγίανσιν τῆς Θεσσαλίας, εἴτε πρὸς ἄρδευσιν αὐτῆς, ὡς καὶ τὰς ἀποφάσεις, εἰς ἃς συνεπεία τῶν μελετῶν αὐτῶν προέβη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρακαλεῖται ἐπίσης ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ σημείωσιν τῶν μέχρι σήμερον εἰσπραχθέντων τελῶν δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΒΥΜΖʹ τῆς 11 Ἀπριλίου 1900.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προμηθείας ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης θείου καὶ παροχῆς αὐτοῦ ἐπὶ δανείῳ εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἢ μᾶλλον εὐχὴν ἤθελον προβάλει εἰς τὴν Βουλήν. Εἶχον λάβει ἐπιστολὰς ἔκ τινων ἐπαρχιῶν σταφιδοφόρων, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ χρῆσις τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ, τοῦ ὁποίου ἐγένετο προμήθεια ἐκ τοῦ ἐμπορίου, δὲν ἐπήνεγκεν ἐνιαχοῦ τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶντο, διεδόθη δὲ μάλιστα, ὅτι ἡ περιεκτικότης τοῦ ἀγορασθέντος ἐκ τῆς Εὐρώπης θειϊκοῦ χαλκοῦ εἶναι μικροτέρα τῆς περιεκτικότητος τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ τοῦ κατασκευαζομένου ἐν τῷ Πυριτιδοποιείῳ Ἀθηνῶν, διότι ὁ θειϊκὸς χαλκὸς τοῦ Πυριτιδοποιείου Ἀθηνῶν κατασκευάζεται ἐκ χαλκωμάτων παλαιῶν, εἶναι δὲ ἡ δύναμις αὐτοῦ μείζων. Καὶ νῦν, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀγορᾶς θείου, συνιστῶ νὰ μὴ λησμονηθῶσι τὰ θειωρυχεῖα τῆς Μήλου, τὰ ὁποῖα παράγουσι θεῖον, τοῦ ὁποίου ἡ δύναμις ἐδείχθη ἰσχυροτέρα τῆς τοῦ θείου τοῦ ἀγοραζομένου ἐκ τοῦ ἐμπορίου. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως εὐκταῖον εἶναι νὰ προτιμᾶται ἡ ἐθνικὴ βιομηχανία, καὶ ἂν ἡ ποιότης ἦναι ἡ αὐτὴ πρὸς τὰ ἐκ τοῦ ἐμπορίου προερχόμενα προϊόντα καὶ ἐπὶ τιμῶν ἴσων.
§175ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Μάλιστα εἶναι τόσον βέβαιον τοῦτο, ὥστε ἄλλοτε ἐγένετο μεγάλη χρῆσις τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ τῆς Μήλου ἐν Πάτραις, καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι τῷ ὄντι εἶναι ἰσχυρότερος, καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας, τοῦ ἐξ Εὐρώπης εἰσαγομένου.
§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ εὐχῆς πρόκειται. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου.)
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§178Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον σήμερον ψηφίζομεν, τρίτον εἶδος δανείων ψηφίζομεν, ἵνα χορηγῇ ἡ Τράπεζα, τὰ δάνεια πρὸς καλλιέργειαν, διότι ἔχομεν τὰ δάνεια τὰ γεωργικὰ, ἔχομεν τὰ δάνεια διὰ θεϊκὸν χαλκὸν, καὶ ἤδη προστίθενται καὶ τὰ δάνεια καλλιεργείας. Γινώσκετε ποία ἀταξία παρατηρεῖται, καὶ ποῖος θόρυβος ἐπῆλθεν, ἕνεκα τῆς καθυστερήσεως ὑπό τινων ὀφειλετῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν δανείων αὐτῶν, καὶ ποῖον ζήτημα ἐγεννήθη· ἂν πρέπει αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον δάνεια, ἀλλὰ καθυστέρησαν αὐτὰ, ἂν πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσι καὶ νέα δάνεια κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Δὲν γνωρίζω πῶς ἔλυσε τὸ ζήτημα τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τίνα μέτρα ἐφαρμόζονται, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δάνεια ταῦτα, κατὰ τῶν μετόχων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν κατέβαλον αὐτὰ, διότι ἔμαθον, ὅτι συνέβησαν ἀδικήματα, καθόσον καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν κατέβαλον ἐμπροθέσμως τὰ χρέη των, ἐπικαλούμενοι διαφόρους περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε ἐλλείπουσιν εἰς τοὺς ὀφειλέτας, ὅπως δικαιολογήσωσι τὴν καθυστέρησιν, ἀπαιτοῦσι, καίτοι καθυστεροῦσι, νέα δάνεια. Οἱ ἄλλοι, ἐννοεῖται, ἀνθίστανται, — καὶ πολὺ εὐλόγως — προτείνοντες, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐξισῶνται πρὸς αὐτοὺς, τοὺς καταβαλόντας τὸ χρέος των, οἱ μὴ ἀποτίσαντες αὐτὸ, διότι, ἂν τοιοῦτόν τι ἀναγνωρισθῇ, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ γενικευθῇ ἡ καθυστέρησις, ὅτε θὰ καταστῇ ἀδύνατος ἡ χορήγησις δανείων εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας ὑπὸ τῆς Τραπέζης, καὶ θὰ καταστῇ ἀνωφελὴς ἡ ὕπαρξις αὐτῆς. Διὰ νὰ λειτουργήσῃ σκοπίμως καὶ ἐπωφελῶς, πρέπει, ὅπως ἐπὶ πάσης Τραπέζης, νὰ καταβάλλωσιν ἀνεξαιρέτως οἱ ὀφειλέται τὸ χρέος των. Τέλος πάντων τὸ σύστημα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἀνάγκη ἐμπροθέσμως νὰ καταβάλλωνται τὰ δάνεια, ἐὰν δὲ γείνῃ ἀνεκτὸν τὸ ἐναντίον καὶ δὲν καταβάλλωνται τακτικῶς τὰ χρέη τῶν μετόχων, ἐξακολουθῶσι δὲ χορηγούμενα καὶ εἰς τοὺς καθυστεροῦντας νέα δάνεια, μηδ’ ἐφαρμόζηται ὁ νόμος, ὅστις προβλέπει συνεπείας κατὰ τῶν καθυστερούντων, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ κατάστημα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης θέλει τοσοῦτον ἐξασθενήσει, ὥστε ταχέως θὰ κληθῶμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ διαλύσεως αὐτοῦ. Τὰ τοῦ νόμου, ἐπειδὴ δὲν ἔχουσι κατὰ τοῦτο λίαν αὐστηρῶς, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἐκτελοῦνται. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι ὁ καθυστερῶν μέτοχος διαγράφεται ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν μετόχων. Ἀμφιβάλλω, ἂν τοῦτο ἐφηρμόσθη ἢ θὰ ἐφαρμοσθῇ, νὰ τολμήσῃ δηλ. τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης νὰ διαγράψῃ τοὺς καθυστεροῦντας μετόχους. Ἀλλ’ ἐνῷ λέγει τοῦτο ὁ νόμος, δίδει ἀφ’ ἑτέρου τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Συμβούλιον, ἐὰν πεισθῇ, ἐξ ὅσων ἐρευνήσῃ, ὅτι ἕνεκα λόγων ἀνωτέρας βίας — διότι ἡ παραγωγὴ π. χ. δὲν ὑπῆρξε καλή — καθυστερεῖ μέτοχός τις, νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς τὴν διαγραφήν. Λοιπὸν αὐστηρότης ὑπερβάλλουσα ἀφ’ ἑνὸς, ἐπιείκεια ὑπερβάλουσα ἀφ’ ἑτέρου, καθισταμένη γενικὴ καὶ συστηματική, ἅπαξ ἐγένετο ὑπὲρ ἑνὸς ἐξαίρεσις, ἐμηδένισε πᾶσαν κύρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν τῶν μετόχων. Διὰ τοῦτο οὐδεὶς καθυστερήσας μέτοχος διεγράφη, καὶ διὰ τοῦτο καθ’ ἡμέραν εἴχομεν καὶ θὰ ἔχωμεν καθυστερήσεις. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ἐξετάσω τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν δανείων αὐτῶν ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ λέγουσα, ὅτι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα χορηγοῦνται ὑπὸ τῆς Τραπέζης πρὸς τοὺς μετόχους, ἀπολαμβάνουσι προνόμιον ἐπὶ τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον παρήχθη διὰ τῶν δανεισθέντων χρημάτων, ἀφοῦ τὸ προνόμιον ἰσχύει καὶ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τυχὸν εἶχον ἐπιβάλει κατάσχεσιν πρὶν ἐπὶ τοῦ κτήματος. Διατὶ αὐτὴ ἡ διάταξις νὰ μὴ ἐφαρμόζηται καὶ ἐπὶ τῆς μετοχῆς, τὴν ὁποίαν ἕκαστος μέτοχος ἔχει εἰς τὴν Τράπεζαν; καὶ διατὶ νὰ ἔρχηται ὁ νόμος λέγων, ὅτι ἡ μετοχὴ εἶναι ἀναπαλλοτρίωτος καὶ ἀπαράγραπτος καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ δανείσαντος; Νομίζω, ὅτι εὔλογον εἶναι νὰ ὑπάρξῃ ἐξαίρεσις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Τράπεζαν, ὁσάκις καθυστερῇ τὸ πρὸς αὐτὴν χρέος του μέτοχός τις, καὶ νὰ ἐπιτρέπηται, ὁσάκις τοιαύτη καθυστέρησις λαμβάνῃ χώραν, νὰ ἐφαρμόζῃ ἡ Τράπεζα τὸ προνόμιον αὐτῆς ἐπὶ τῆς μετοχῆς, ἡ ὁποία μετοχὴ εἶναι μέρος τοῦ προϊόντος τοῦ ἔτους ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε τὸ δάνειον αὐτῆς. Ἐὰν τοῦτο ἤθελεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ νόμῳ, καὶ ἀναγραφῆ ὡς αὐτοδικαίως ἐπερχόμενον, χωρὶς νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως, ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου αὐτῆς, θὰ εἴχομεν νέαν ἐξασφάλισιν τῶν καθυστερούντων, τοὐλάχιστον μέχρι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει ἡ μετοχή. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο λυσιτελέστερον ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ διάταξις, ὑποχρεοῦσα τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης, ὅπως μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν προθεσμιῶν,—τὰς προθεσμίας δὲ θὰ ὁρίσῃ ὁ νόμος,—ἂν δὲν ἤθελε καταβάλει ὁ μέτοχος, τὸ χρῆμα αὐτὸ συμψηφίζεται πρὸς τὴν μετοχὴν, τὴν ὁποίαν ὁ καθυστερῶν μέτοχος ἔχει ἐν τῇ Τραπέζῃ· ἐὰν δὲ δὲν ἤθελεν εἰσπράξει ἡ Τράπεζα ὅλον τὸ χρέος διὰ τῆς μετοχῆς τοῦ ἔτους ἐκείνου, νὰ μένῃ ὑπόχρεως πρὸς αὐτὴν διὰ τὸ ὑπόλοιπον καὶ εἰς τὰ μέλλοντα ἔτη. Βεβαίως, ὅταν ἡ μετοχὴ συμψηφισθῇ πρὸς τὰ καθυστερούμενα, ἀποβάλλει ὁ ὀφειλέτης ἀναγκαίως τὸ δικαίωμα νὰ ἦναι μέτοχος, καὶ ἐπέρχεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἤδη ἀναγράφει, δηλ. ἡ διαγραφή. Ἀλλὰ λέγων νῦν, ὅτι ἁπλῶς διαγράφεται, ἀναγράφει διάταξιν, ἡ ὁποία δὲν ἐκτελεῖται, διότι οὐδέποτε τὸ Συμβούλιον θὰ θελήσῃ ἀπ’ εὐθείας καὶ ἀμέσως νὰ διαγράψῃ τινά. Παρατηρῶ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀπαιτεῖται ἀπὸ τὸ Συμβούλιον, τὸ νὰ κηρυχθῶσιν ὑπ’ αὐτοῦ ἔκπτωτοι οἱ μὴ πληρώσαντες τὴν ὑποχρέωσίν των καὶ διαγραφῶσι, δὲν γίνεται, οὔτε θὰ γείνῃ ποτέ. Ἀλλ’ οὕτως ἐκλείπει πᾶσα κύρωσις, καὶ ἡ λειτουργία τῆς Τραπέζης θὰ παραλύσῃ τελείως. Ἐὰν λέγωμεν ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι διαγράφομεν, ἀλλὰ συγχρόνως κηρύττωμεν, ὅτι ἡ μετοχὴ εἶναι ἀναπαλλοτρίωτος καὶ ἀπαράγραπτος καὶ ἀπέναντι τοῦ δανείσαντος, λέγομέν τι ἄτοπον. Διὰ ποῖον λόγον ἡ μετοχὴ νὰ ἦναι ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστος ἀπέναντι τῆς δανεισάσης Τραπέζης; Βεβαίως τὸ δανεισθὲν χρῆμα ὅλον δύναται νὰ ἦναι τοῦ μετόχου, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τὸ ἐπιστρέψῃ διὰ τὸν σκοπὸν τῆς Τραπέζης. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἴτε αὐτὴν τὴν διέξοδον, εἴτε ἄλλην παραπλησίαν δὲν σπεύσῃ διὰ νομοθετήματος νὰ εἰσαγάγῃ καὶ πληρώσῃ τὸ κενὸν τοῦ νόμου, θὰ κληθῇ εἰς θεραπείαν δυσθεραπεύτων δυσχερειῶν τῆς Τραπέζης, αἱ ὁποῖαι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ αὐξάνωσι, καὶ θὰ συμβῇ, ὅ,τι συνέβη καὶ ἐπὶ τῶν δημοσίων ἐσόδων, νὰ ἐρχώμεθα μίαν ἡμέραν νὰ προτείνωμεν καὶ δι’ αὐτὴν ἐλαττώσεις ἢ ἀφέσεις χρεῶν, ὡς ἐπράξαμεν πολλάκις καὶ ἐπὶ τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων.
§179Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι πρόωρος. Ἑτοιμάζομεν νομοσχέδιον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ νόμου περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης. Νομίζω ἑπομένως καλὸν, ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται σήμερον, νὰ ἐκτεθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου.
§180Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§181Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπέβαλεν ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν, ὡς καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας· νομίζω ὅμως, ὅτι διαφεύγουσιν αὗται τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Πιθανὸν αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ νὰ ἦναι ἄξιαι συζητήσεως, προκειμένου περὶ τοῦ καταστατικοῦ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης· πιθανὸν αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου ἐξ Αἰγιαλείας συναδέλφου νὰ ἦναι ὀρθαί, ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ νέα σκέψις περὶ παρακρατήσεως, ἀλλὰ προκειμένου, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει κειμένων νόμων ψηφίσωμεν μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία σκοπὸν ἔχει νὰ διευκολύνῃ τοὺς καλλιεργητὰς τῶν σταφιδαμπέλων, νομίζω, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ παρατηρήσεις δὲν συμβάλλουν εἰς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Τὸ νομοσχέδιον τί λέγει; Ἡ Τράπεζα δυνάμει τῶν κειμένων νόμων ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δανείζῃ τοὺς μετόχους, ἀλλὰ τὸ δάνειον αὐτὸ δύναται νὰ γείνῃ εἴτε εἰς χρήματα λόγῳ καλλιεργείας, εἴτε εἰς θεϊκὸν χαλκὸν διὰ τὴν ἰδιαιτέραν χρῆσιν, εἴτε εἰς θεῖον πρὸς χρῆσιν ἐπίσης τῆς καλλιεργείας τοῦ κτήματος, τὸ δὲ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τὰ συμφέροντα ὅλων τῶν μετόχων, διότι ἐκλέγεται ἀπὸ τοὺς μετόχους, καὶ εἰς τὴν ἔντιμον διαχείρισιν τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἔχωμεν πλήρη ἐμπιστοσύνην, δὲν πιστεύω, ὅτι θέλει χορηγήσει εἰς τὸν κτηματίαν θεῖον 100 ὀκάδων, ἢ περισσοτέρων, ἐὰν δὲν ἔχῃ πραγματικὴν ἀνάγκην τοσούτου θείου, διότι τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι τὸ ἀναγκαιοῦν θεῖον χορηγεῖται διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ κτήματος τοῦ ζητοῦντος τὸ δάνειον. Ὥστε εἶναι ἐντὸς τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κτηματίας νὰ ζητῇ τὸ δάνειον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ἀπατώμεθα, ζητοῦντες διὰ τοῦ νόμου νὰ προλάβωμεν τὰς τυχὸν ὑποτιθεμένας καταχρήσεις. Ἀφοῦ ὁ νόμος ἀνέθεσε τὴν διαχείρισιν ὅλων τῶν ἐργασιῶν τῆς Τραπέζης εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο, καὶ ἐνεπιστεύθησαν οἱ μέτοχοι εἰς τὴν διαχείρισίν του, νομίζω ὅτι ἡ γενομένη σήμερον συζήτησις δὲν εἶναι προσήκουσα. Τί λέγει τὸ νομοσχέδιον; Τὸ νομοσχέδιον ἁπλῶς καὶ καθαρῶς δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δανείζῃ εἰς χρήματα, νὰ δανείζῃ καὶ εἰς θεῖον· καὶ τοῦτο διὰ ποῖον λόγον; διότι, ἀφοῦ οἱ σταφιδοκτήμονες ἔχουσιν ἀνάγκην τοῦ θείου, ἡ Τράπεζα ἔχει συμφέρον νὰ προμηθεύῃ καλῆς ποιότητος θεῖον καὶ εἰς καλὴν τιμήν. Νομίζω, ὅτι ὅλοι, ὅσοι γνωρίζομεν ἀπὸ ἀμπέλους καὶ σταφιδαμπέλους, θέλομεν παραδεχθῇ νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς μικροὺς κτηματίας — διότι περὶ αὐτῶν πρόκειται — τὴν πρώτην τροφὴν διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ κτήματος, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος, τὸ θεῖον, διότι θεϊκοῦ χαλκοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γείνῃ χρῆσις, ἀλλ’ ἡ χρῆσις τοῦ θείου εἶναι ἀπαραίτητος. Ἑπομένως οὔτε περιορισμοὺς δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ἐν τῷ νόμῳ, οὔτε νὰ κανονίσωμεν τὰ διάφορα θέματα σχετικῶς μὲ τὴν διαχείρισιν τῆς Τραπέζης, διότι σήμερον εἴμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς καλλιεργείας, καὶ ἐνῷ οἱ σταφιδοκτήμονες περιμένουσι νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτός, ἵνα τοῖς δοθῇ τὸ θεῖον, ἡμεῖς καθήμεθα ἐδῶ καὶ συζητοῦμεν διαφόρους θεωρίας, καὶ ἕκαστος λέγει τὴν σοφίαν του, καὶ ἐγὼ πρῶτος. Πρόκειται λοιπόν, Κύριοι, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ διευκολύνωμεν τοὺς σταφιδοκτήμονας καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου νόμου, διότι καὶ δάνειον ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσι, καὶ ἐμπιστοσύνην πλήρη ὀφείλομεν εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης. Καὶ ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι εἷς κτηματίας ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ θεῖον ἀξίας 1200 δραχμῶν, ὑπερβαῖνον τὴν ἐκ δρ. χιλίων μετοχήν του, τὸ δὲ Συμβούλιον παρατηρεῖ, ὅτι πράγματι τὸ κτῆμα εἶναι τοιοῦτον, καὶ ἡ παραγωγή του εἶναι τοιαύτη, ὥστε καλύπτει τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον θὰ τῷ δώσῃ, καὶ τὸ ὁποῖον ἀναγκαιοῖ εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ κτήματος, πῶς ἐγὼ καὶ ὁ ἄλλος, οἱ καθήμενοι ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ξένοι τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν τοπικῶν περιστάσεων, δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν διαχείρισιν τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον εἶναι μόνον ἁρμόδιον, διότι σύγκειται ἀπὸ κτηματίας, καὶ ἔχει τὸ συμφέρον, διότι ἀντιπροσωπεύει τὰ ἴδια συμφέροντα τῶν σταφιδοκτημόνων; Διὰ τοὺς λόγους τούτους, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶναι διατετυπωμένον, ἔχει καλῶς, καὶ πᾶσα τροπολογία, εἴτε γείνῃ δεκτὴ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε δὲν γείνῃ δεκτή, σᾶς λέγω, ὅτι θὰ βλάψῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἀντὶ νὰ διευκολύνωμεν, θὰ παρεμβάλωμεν δυσχερείας εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν σταφιδαμπέλων.
§182ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀφοῦ, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας συνηθίσαμεν ν’ ἀκούωμεν ἐξομολογήσεις ἁμαρτημάτων, ἐξομολογοῦμαι καὶ ἐγὼ ἁμάρτημα. Διότι, ἂν ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελε συμβῆ τοῦτο, ὅπερ συνέβη, βεβαίως ἤθελον προτιμήσει νὰ σιωπήσω. Προχθὲς τὴν νύκτα, συζητουμένου εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἆρά γε ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου περιλαμβάνει τὴν ἄδειαν τοῦ δανεισμοῦ καὶ ἄνω τῆς μετοχῆς εἰς τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς Τραπέζης;...
§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σεῖς εἶσθε ὁ αἴτιος.
§184ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἐξομολογοῦμαι... Ὁ κ. Ὑπουργὸς τότε ἐψέλλισε: «Βεβαίως ἔχετε δίκαιον· νὰ συμπεριληφθῇ καὶ τοῦτο». Τὴν δ’ ἐπιοῦσαν ἔφερε τροπολογίαν, ἥτις περιλαμβάνει τὴν ἄδειαν ταύτην. Ὁμολογῶ τὸ ἁμάρτημά μου· συνετέλεσα εἰς τὸ νὰ βλαβῶσι τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης, ἣν μετὰ τόσους ἀγῶνας καί, ὡς ἐλέχθη, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς χώρας ἐψηφίσαμεν ἐνταῦθα. Καὶ ἐξετάζων περισσότερον τὸ ζήτημα, ἐρωτῶ: ἐπιτρέπεται ἐπὶ Τραπέζης, ἥτις τὸ πᾶν ἔχει ἐστηριγμένον εἰς τὰς ἀναλογίας τῶν μετόχων, ἐπιτρέπεται νὰ γένηται ὑπέρβασις τῶν ἀναλογιῶν; Ὅσοι ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον τοῦτον καὶ ἐθεμελιώσαμεν αὐτὸν ἐπὶ τῆς ἀναλογίας τῆς μετοχῆς ἑνὸς ἑκάστου παραγωγοῦ, δὲν ἐδώσαμεν ὑπόσχεσιν εἰς τοὺς λαοὺς τοὺς σταφιδικούς, οὓς ἐξηναγκάσαμεν εἰς τὴν εἰσφορὰν ταύτην, ὅτι θέλομεν τηρήσει ταύτας τὰς ἀναλογίας; Ἐν τίνι δικαιώματι ἐρχόμεθα ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἀνατρέψωμεν ταῦτα, καὶ ποῖος συνήνεσεν εἰς αὐτά; Καὶ ἀνατρέπομεν τὰς ἀναλογίας πολλαχῶς, καὶ δημιουργοῦμεν κινδύνους πολλαχῶς. Διότι, ἐνῷ ἔχομεν ἀνεγνωρισμένον δικαίωμα δανεισμοῦ μέχρι χιλίων δραχμῶν, ἐδώσαμεν δὲ διὰ νόμου μετὰ ἓν ἔτος δικαίωμα δανεισμοῦ καὶ εἰς θειϊκὸν χαλκὸν ἀνωτέρου τῆς μετοχῆς, ἐρχόμεθα νῦν καὶ ἐπιτρέπομεν καὶ τρίτον εἶδος δανείου, δανείου θείου, ἀνωτέρου καὶ τούτου τῆς μετοχῆς. Καὶ ὅτε ἐγένετο ἐνταῦθα ἡ παρατήρησις, ὅτι ἤθελεν εἶναι καλὸν νὰ σημειωθῇ τοὐλάχιστον, ἂν τὸ νεώτερον αὐτὸ εἶδος τοῦ δανείου δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς χιλίας δραχμάς, ὁ μὲν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ δεχθῇ τοῦτο, ὁ δὲ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη· καὶ φοβοῦμαι, μήπως ἐκεῖνο τὸ «δὲν εἶναι ἀνάγκη» ἀναγκάσῃ τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συναινέσῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη...
§185Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ γνώμη μου ἦτο, ὅτι περιελαμβάνετο ἐν τῷ νόμῳ.
§186ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὥστε συμφωνεῖτε μετὰ τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ;
§187Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠκούσατε ἀκόμη τὴν γνώμην μου.
§188ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ τὴν ἀκούσωμεν. Ἔχομεν λοιπὸν ἐνταῦθα μίαν Τράπεζαν, ἥτις ἔχει ἐφ’ ἑαυτῆς τρία πράγματα, ἔχει χρήματα, ἔχει θεϊκὸν χαλκὸν, ἔχει θεῖον, καὶ λέγει: «ὁρίσατε, Κύριοι, εἰς τὴν διάλυσιν»,— διότι ταῦτα ἄγουσιν εἰς τὴν διάλυσιν — «σᾶς προσφέρω δάνειον εἰς χρήματα μέχρι χιλίων δραχμῶν, σᾶς προσφέρω θειϊκὸν χαλκὸν καὶ ἄνω τῆς μετοχῆς ὑμῶν καὶ ἄνω» — διότι εἶναι ὁμοία ἡ διάταξις — «καὶ ἄνω τῶν χιλίων δραχμῶν σᾶς προσφέρω θεῖον καὶ ἄνω τῆς μετοχῆς ὑμῶν, καὶ ἄνω τῶν χιλίων δραχμῶν». Ταῦτα δὲ τὰ τρία ἕκαστος μέτοχος εἶναι δεδικαιολογημένος ἐκ τῶν νόμων τούτων νὰ προσέρχηται καὶ νὰ ζητῇ. «Ἐγὼ ἔχω τὴν σταφιδάμπελόν μου· εἶναι ἀνάγκη νὰ ῥαντίσω θειϊκὸν χαλκὸν, διότι φοβοῦμαι, ὅτι αἱ βροχαὶ, αἵτινες πίπτουσι, θὰ φέρωσι πάλιν τὸν περονόσπορον — δὲν δύνασθε ν’ ἀποδείξητε, ὅτι δὲν θὰ ἐμφανισθῇ — δάνειον εἰς θειϊκὸν χαλκόν. «Ἔχω ἀνάγκην θείου διὰ τὸ ὠΐδιον, ὅπερ ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1850 καὶ ἐντεῦθεν, ἐμφανίζεται εἰς τὴν Ἑλλάδα» — δάνειον εἰς θεῖον. — «Ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην καὶ χρημάτων διὰ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας» — δάνειον εἰς χρήματα. — Καὶ παρακαλῶ· αὕτη ἦτο ἡ βάσις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἣν ἐψηφίσαμεν; νὰ καλέσωμεν τὸν κόσμον εἰς διανομὴν τοῦ χρήματος, ὅπερ προέρχεται ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς εἰσφορᾶς, εἰς ἣν ὑπεβάλομεν ὅλους τοὺς σταφιδοκτήμονας; Τοῦτο μοὶ φαίνεται ἐντελῶς ἀπροσδόκητον. Βεβαίως, ἂν τοιοῦτόν τι ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς, ὅτε ἐζήτουν παρ’ ἡμῶν ἐπιμόνως νὰ ψηφίσωμεν τοιαύτην πρότασιν περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ διεμαρτυρόμεθα μὲν, ἀλλ’ ὑπεχωροῦμεν, φοβούμενοι μήπως πράξωμέν τι καταστρεπτικόν, ἐὰν δὲν ψηφίσωμεν αὐτὴν, ἂν τοιοῦτόν τι ἔλεγον, βεβαίως ἠθέλομεν ἔχει τὸ θάρρος νὰ εἴπωμεν, ὅτι οὐδέποτε ἠθέλομεν ψηφίσει τοιαύτην Τράπεζαν. Τὸ δὲ προτεινόμενον σήμερον ἀποτελεῖ τελείαν ἀνατροπὴν τῶν ὅρων, ἐφ’ οἷς συνεστάθη ἡ Τράπεζα, διότι ἀνατρέπει τὰς ἀναλογίας, διότι ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ περισσότερα ἐμποδίζεται νὰ λάβῃ τὰ περισσότερα ταῦτα ὡς ἐκ τῆς εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῶν ἄλλων εἰς τρία εἴδη, εἰς χρῆμα, εἰς θειϊκὸν χαλκὸν καὶ εἰς θεῖον, ἥτις βεβαίως ἐλαττοῖ τὸ κεφάλαιον τὸ διαθέσιμον. Ἐνῷ τρία εἶναι τὰ διαθέσιμα, καὶ οἱ προσερχόμενοι εἶναι τόσοι, ὥστε μόνον δύο ἐκ τῆς κατ’ ἀναλογίαν διανομῆς δύνανται νὰ λάβωσιν, εὐθὺς ὡς ἡ διανομὴ δὲν γείνῃ κατ’ ἀναλογίαν, ἄλλοι θέλουσι λάβει τὸ ὅλον. Καὶ θέλουσιν εἴπει βεβαίως πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ὑπάρχουσι πολλοί, οἵτινες δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ λάβωσιν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐρωτῶ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ πᾶς ἕκαστος τῶν μετόχων; καὶ λέγω, ἐὰν τοῦτο συμβῇ, πῶς θέλετε εἴπει εἰς αὐτούς: «δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ λάβητε περισσότερα»; Φρονῶ, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον ἄτοπον, ὥστε μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπερβαίνει καὶ ὅσα ἐν τῇ μέχρι τοῦδε λειτουργίᾳ τῆς Τραπέζης ἀνεφάνησαν τὰ σκανδαλώδη. Ἀλλ’ ἂν ἡ Τράπεζα εἶχε σκάνδαλα ἐν τῇ διοικήσει αὐτῆς, ἂν, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως τεθειμένη, ἔτυχε τῆς εὐμενείας τῆς Κυβερνήσεως, ὁσάκις ἐγένοντο παρανομίαι, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔρχωνται ἐνταῦθα νὰ ζητῶσι παρ’ ἡμῶν ἔγκρισιν νέων σκανδάλων, ἐπιτείνοντες τὰ ἤδη γενόμενα.
§189Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§190Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§191Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν ὑπαλλήλων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τῶν ὑπηρετούντων ἔν τε τῷ κεντρικῷ καταστήματι αὐτῆς καὶ ταῖς ἐπαρχίαις, ἐν αἷς διὰ τοῦ νόμου ἱδρύθησαν ὑποκαταστήματα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὑποπρακτορεῖα καὶ σταφιδαποθῆκαι, ὡς καὶ τὰ ἐπαγγέλματα, ἅτινα μετέρχονται οὗτοι.»
§192Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα ἄλλοι ἔντιμοι συνάδελφοι ὑπέβαλον, ἀφορῶσιν εἰς γενικωτέραν συζήτησιν περὶ τῆς καταστάσεως καὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, περὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ Τραπέζης.
§193Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ εἰσαγάγω.
§194ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει εἰσαγάγει νομοσχέδιον, μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κύριος Μοσχούλας, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου, ἀλλὰ δὲν κατετέθησαν, προσέτι δὲ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐχορηγήθησαν δάνεια εἰς νομικὰ πρόσωπα ἢ ἀνηλίκους, καὶ ἂν ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις τοῦ νόμου, προκειμένου περὶ τοιούτων δανείων, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἀσχοληθῇ πλέον ἡ Βουλὴ εἰς τὰ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἀφορῶντα.
§195Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κυρίως δὲ, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐρευνήσῃ τὸ ζήτημα, ἂν διασαφήσεις κατατεθεῖσαι ἐν τῷ τελωνείῳ καὶ καταχωρισθεῖσαι ὡς παρακολουθούμεναι ἀπὸ ἀπόδειξιν παρακρατήσεως ἐξηλέγχθησαν κατόπιν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ εὑρέθησαν ὡς μὴ ἔχουσαι τὴν ἀπόδειξιν· διότι, ἂν τοῦτο ἀληθεύῃ, ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως ἀποβαίνει ἐντελῶς ὄχι ἄκαρπος, ἀλλὰ πολὺ καρπερός, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ τοὺς κτηματίας.
§196Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν, πόσα δάνεια ἐγένοντο παρὰ τῆς Τραπέζης ταύτης εἰς χρήματα, πόσα εἰς καρπόν, καὶ πόσα καθυστεροῦνται. Ὁ κατάλογος εἶναι εὔκολος. Δὲν θέλω ὁμιλήσει δὲ ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι τὸ θεωρῶ ἐξηντλημένον. Ἄλλως τε, ἐπειδὴ θέλω νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, δὲν θεωρῶ δίκαιον νὰ ὁμιλήσω· ὅταν δὲ προσάγῃ τὸ περὶ Τραπέζης νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς, τότε θὰ ὁμιλήσωμεν εὐρύτερον.
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ δάνεια αὐτὰ εἶναι ἔντοκα;
§198ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔντοκα.
§199ΧΑΡΙΛ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἀποτελέσματα τὰ προκύψαντα μετὰ τὴν παράδοσιν τοῦ παρακρατήματος εἰς τὴν Τράπεζαν, κατὰ τὰς διαφόρους ἀποθήκας, — προέκυψαν, κατὰ ποσὸν ἢ ποιότητα, ἐλλείμματα ἢ περισσεύματα; — νὰ ὑποβάλῃ δὲ καὶ τὰ ὀνόματα, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνα μέτρα ἐλήφθησαν. Ἐπίσης νὰ ὑποβάλῃ τὸν κατάλογον τῶν μετόχων τῆς γενικῆς συνελεύσεως τοῦ 1900 καὶ 1901, διὰ νὰ ἴδωμεν, ποῖος ἀκριβῶς ὁ ἀριθμὸς τότε, καὶ ποῖος σήμερον, διότι περιωρίσθη ὅλως διόλου αὐθαιρέτως ὁ ἀριθμὸς τῶν μετόχων. Προσέτι νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν κατὰ τὴν τελευταίαν ἐξέλεγξιν ἀνεκαλύφθησαν διασαφήσεις χωρὶς δελτία, ἢ δελτία πλαστὰ καὶ δελτία πολλαπλοῦ χρέους.
§200ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἵνα μὴ λάβω τὸν λόγον ἔπειτα. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς παρακαλῶ νὰ εἴπῃ, ἂν τὸ δάνειον τοῦτο θὰ δίδηται μόνον εἰς ἐκείνους, οἵτινες κατὰ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ νόμου περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐξεπλήρωσαν ἐμπροθέσμως τὰς ὑποχρεώσεις των.
§201Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ νόμος ὁρίζει γενικῶς. Εἰς ἡμᾶς ἐναπόκειται μόνον νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἐξετελέσθη ὁ νόμος.
§202ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν ἀναγνωρίζετε ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ ἄρθρου 22;
§203Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.
§204ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά; Τοῦτο παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν «ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ ἄρθρου 22».
§205ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, ἀφοῦ ὁ νόμος δὲν κατηργήθη.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§207Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον θὰ ψηφισθῇ ὅπως ἔχει;
§208ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ψηφισθῇ μόνον ἡ πρώτη παράγραφος (ἀναγινώσκει): «Τὰ δάνεια ταῦτα χορηγοῦνται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ ͵ΒΦΠΓʹ νόμου τῆς 17 Ἰουνίου 1899.»
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς εἶχε τὸ πρῶτον.
§210ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὡς εἶχε τὸ πρῶτον. Ἡ ἔννοια εἶναι πλήρης.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς ἀνέγερσιν τελωνειακοῦ καταστήματος ἐν Πάτραις καὶ ἐπὶ τοῦ παρὰ τὸν μῶλον Καλαβρύτων χώρου, ὡς καὶ περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Πατρῶν πρὸς ἀνέγερσιν τούτου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται)
§213Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ οἰκοδομή, κατὰ τὸ ἄρθρον 2, θέλει ἀνεγερθῆ κατὰ τὸ σχέδιον τὸ συνταχθὲν ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ κ. Κακιούζη. Ἆρα πρόκειται περὶ σχεδίου ἀρχιτεκτονικοῦ, τὸ ὁποῖον συντάσσεται πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς προγράμματος, παριστῶντος τὰς ἀνάγκας, αἵτινες διὰ τῆς οἰκοδομῆς πρέπει νὰ πληρωθῶσιν. Ἐρωτῶ λοιπὸν καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν ὑπῆρξε σχέδιον τοιοῦτον, παρασκευασθὲν ὑπὸ τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἂν ἐνεκρίθη τοῦτο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτὰς τὰς πληροφορίας ζητῶ.
§214Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§215Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ σχέδιον ὑπάρχει, καὶ εἶναι κατατεθειμένον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§216Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ σχέδιον τὸ ἀρχιτεκτονικὸν τοῦ Κακιούζη;
§217Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Βεβαίως.
§218Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον τοῦ Κακιούζη ἐπὶ τῇ βάσει τίνος προγράμματος συνετάχθη;
§219Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὑπὸ ἐπιτροπῆς διορισθείσης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἀποτελουμένης ἀπὸ τὸν τελώνην Πατρῶν, ἀπὸ τὸν οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητήν, τὰ μέλη τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου.
§220Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνέκρινε τὸ Ὑπουργεῖον τὸ πρόγραμμα τοῦτο;
§221Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἐπρόκειτο τὸ σχέδιον αὐτὸ νὰ συνταχθῇ, ὁ μηχανικός, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐπιφορτισθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιλάβηται τῆς ὑποθέσεως καὶ συντάξῃ τὸ σχέδιον, εἶχε συνεννοηθῆ μετὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία ἐξέδωκε διαταγὴν πρὸς τὸν τελώνην Πατρῶν, ἵνα συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ μηχανικοῦ, καὶ ὄντως ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀνάγκαι ὅλαι, οὐ μόνον αἱ ὑφιστάμεναι, ἀλλὰ καὶ αἱ μέλλουσαι, αἱ ἀναγόμεναι οὐχὶ μόνον εἰς τὰ γραφεῖα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἀποθήκας.
§222Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦτο προέβαλον τὴν ἐρώτησιν ταύτην, διότι τὸ ἐμπορικὸν μέλλον τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν εἶναι ὑπέρτερον τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρίσκεται νῦν, ἑπομένως τὸ κατάστημα πρέπει νὰ οἰκοδομηθῇ οὕτως, ὥστε νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς τὰς μελλούσας ἀνάγκας.
§223Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀνάγκαι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν.
§224Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί θὰ γείνῃ ὡς πρὸς τὴν πίστωσιν; Αὐτὸ εἶναι ἓν δάνειον. Μόνον δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ γείνῃ ἡ δαπάνη;
§225Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ δάνειον αὐτὸ θὰ πληρώνηται χρεωλυτικῶς.
§226Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ναί. Λέγει, ὅτι θὰ καταβληθῇ ἐκ δανείου. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει τὰ τῶν πιστώσεων νὰ ἐγγράφῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Πῶς θὰ γείνῃ αὐτό;
§227Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν θὰ ἐγγραφῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου.
§228Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ θὰ ἐγγραφῇ τὸ δάνειον, καὶ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἡ δαπάνη, ἀπὸ τὸ ἄλλο ἡ εἴσπραξις.
§229ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου, λέγει ἡ σύμβασις, θὰ ἐγγράφηται.
§230Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου θὰ ἦναι ἀφ’ ὅπου θὰ παραδοθῇ τὸ κατάστημα εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀπὸ τότε θὰ ἄρχηται ἡ ἐγγραφὴ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου. Ἀλλὰ τώρα θὰ δαπανηθῇ τὸ ποσὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ δανειζώμεθα. Πῶς θ’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ;
§231Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὰ δάνεια;
§232Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι. Πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὸ ἔσοδον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ ἔξοδον.
§233Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀνέλαβεν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ νὰ τὸ κατασκευάσῃ. Ὅταν τὸ παραδώσῃ, βεβαίως ἀπὸ τότε θ’ ἀρχίσῃ καὶ τὸ δάνειον νὰ λειτουργῇ.
§234Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι τὸ ἴδιον, ὡς νὰ λαμβάνητε τώρα τὸ δάνειον καὶ νὰ τὸ ἔχητε εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· ἀδιάφορον ἂν δὲν τὸ λαμβάνητε καὶ τὸ πληρώνῃ ἡ ἐπιτροπή. Σεῖς συνομολογεῖτε δάνειον. Λοιπὸν πρέπει νὰ τὸ ἀναγράψητε εἰς τὰ ἔσοδα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὰ ἔξοδα. Αὐτὸ εἶναι τὸ κανονικόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου...
§236ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀρκετά. (Οἱ ἐν τῇ ἀριστερᾷ ἐγείρονται πρὸς ἀναχώρησιν).
§237ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Τὰς πιστώσεις μόνον.
§238ΕΤΕΡΟΙ (ἀριστερόθεν). Αὔριον, αὔριον.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου...
§240ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν (Θόρυβος). Ἄν ἦναι δυνατόν, τοὐλάχιστον ὀλίγας πιστώσεις νὰ ψηφίσωμεν.
§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, διότι ἐργαζόμεθα ἤδη ἐπὶ τόσας ὥρας. Εἶναι 1 καὶ 25′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Παρῆλθεν ἡ ὥρα. Αὔριον εἶναι καιρός.
§243Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν θέλητε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν, παρακαλῶ νὰ τὴν ἐρωτήσητε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§244ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, συναινεῖ νὰ προχωρήσωμεν;
§246ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Μάλιστα, μάλιστα. (Διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν).
§247ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ μᾶς πιέζετε. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐργασία περισσοτέρα ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ.
§249Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Μιχαὴλ Στελλάκη καὶ Περ. Ἀλεξάκη Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 117. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 1 καὶ 50′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).