1902.02.09
4,127 rows · 31,811 words · 290 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
τῆς 9 Φεβρουαρίου 1902.
(Σάββατον)
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα)
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ τῶν Βουλευτῶν καταλόγου, εὑρίσκεται ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ. παρόντων 121 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅπως ἀπὸ τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως ἔρχωνται τὴν τετάρτην ὥραν καὶ ἡμίσειαν ἀκριβῶς.
§2Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ὡς ὥρα τῶν συνεδριάσεων ὁρισθῇ ἡ 2 μετὰ μεσημβρίαν, διὰ νὰ ἔχωμεν καιρὸν, μὲ αὐτὴν τὴν λίμαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἀντιπολίτευσις, νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῶσι πρῶτον τὰ πρακτικὰ, καὶ κατόπιν ὑποβάλλετε τὴν πρότασίν σας. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Τρικκάλων διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὴν περὶ σιγαροποιΐας σύμβασιν. Ὁμοίαν παράκλησιν ὑποβάλλουσι δι’ ὑπομνήματός των οἱ καπνέμποροι, καπνοπῶλαι καὶ καπνοπαραγωγοὶ τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας. Οἱ ἐν Ἀθήναις σιγαροποιοὶ παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν περὶ σιγαροποιΐας σύμβασιν.
§5ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἐν τῷ ὑπομνήματι, τὸ ὁποῖον ἀνεκοινώσατε, κύριε Πρόεδρε, τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους τῶν καπνεμπόρων, καπνοπωλῶν καὶ καπνοπαραγωγῶν τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας, ἀναφέρονται ἰσχυρότατοι λόγοι καὶ πολλὰ ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς.
§6ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀλλὰ δὲν ὑπεβλήθη ἀκόμη ἡ σύμβασις.
§7ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ ἐξετάσῃ τὰ ἐν τῷ ὑπομνήματι τούτῳ ἐκτιθέμενα.
§8Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Ἐγὼ καθ’ ἑκάστην λαμβάνω τηλεγραφήματα ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου παρὰ διαφόρων καπνοπαραγωγῶν, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ψηφισθῇ ἡ σύμβασις αὕτη.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπεβλήθη ἀκόμη ἡ σύμβασις.
§10ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ μεταξὺ τῶν ἄλλων εὐεργετικῶν νομοσχεδίων, ἅτινα εἶπεν ὅτι θὰ εἰσαγάγῃ, ὑπεσχέθη νὰ εἰσαγάγῃ καὶ τὴν περὶ σιγαροποιΐας σύμβασιν.
§11ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἰδοὺ, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐγείρεται διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὴν σύμβασιν.
§12Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω, Κύριοι, σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ συστάσεως Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τοῦ καπνοῦ.» Εἶναι ἀκριβῶς ἡ σύμβασις, περὶ τῆς ὁποίας τοσοῦτος γίνεται λόγος. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἡ σύμβασις αὕτη ἀποσταλῇ εἰς ἐπιτροπὴν, ἵνα μελετηθῇ, καὶ οὕτως ἐν πλήρει γνώσει ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, ἐὰν εἶναι συμφέρουσα ἢ ὄχι.
§13ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐκ μέρους τῆς ἐπαρχίας μου.
§14Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§15Α. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸν Κανονισμόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραπέμψῃ ἡ Βουλὴ σήμερον τὸ νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Ἀνάγκη νὰ τυπωθῇ, διανεμηθῇ καὶ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ συζήτησις, τότε θὰ προταθῇ ἡ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἀποστολὴ, καὶ τότε θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 84).
§17ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος συναδέλφου περὶ τυπώσεως ὅλων τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν ὑπομνημάτων περὶ τῆς συμβάσεως, διότι πρέπει νὰ ἀκουσθῶσιν ὅλοι οἱ τόποι, ἐν οἷς παράγεται καπνὸς, ἢ ἐν οἷς ὑπάρχει ἀνεπτυγμένη ἡ βιομηχανία τῆς σιγαροποιΐας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή. Προσθέτω δύο τινά· πρῶτον, ὡς πρὸς τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος, περὶ τῆς κατὰ τόπους παραγωγῆς καὶ τῶν ποσῶν τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ καπνοῦ, ἵνα ἡ σημείωσις περιέχῃ τὴν κατ’ ἐπαρχίας καπνοπαραγωγὴν καὶ τὴν κατ’ ἐπαρχίας εἰσαχθεῖσαν καὶ ἐξαχθεῖσαν ποσότητα· δεύτερον, ὅταν ἔλθῃ ὁ χρόνος τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπειδὴ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην πιθανὸν νὰ μὴ ἦμαι παρὼν, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ συστήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν, εἰ δυνατὸν, ἀπὸ τοὺς Βουλευτὰς ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν, ἐν αἷς παράγεται ὁ καπνός.
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι εἶναι καπνοπαραγωγοί.
§19ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ Ἀχαΐα καὶ ἡ Ἤλις δὲν εἶναι καπνοπαραγωγοί.
§20Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Εἶναι.
§21ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καπνοπαραγωγοὶ εἶναι ἡ Θεσσαλία, ἡ Ἀργολίς, ἡ Φθιῶτις, ἡ Τριχωνία καὶ τὸ Ξηρόμερον. Ὁ λόγος εἶναι νὰ δοθῶσι πληροφορίαι ἀκριβεῖς εἰς τὴν Βουλὴν. Τοιαύτας δὲ δύνανται νὰ δώσωσιν οἱ Βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἐν αἷς παράγεται καπνὸς ἐν μεγάλῃ ποσότητι.
§22Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰς πληροφορίας, τὰς ζητηθείσας παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, θέλω σπεύσει νὰ συλλέξω, καὶ θέλω καταθέσει αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἔμποροι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ τῆς χαρτοσημάνσεως τῶν ἐμπορικῶν αὐτῶν βιβλίων.
§24Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι Σουδενῶν τῶν Καλαβρύτων δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι νὰ συστηθῇ ἐν τῷ δήμῳ αὐτῶν ταχυδρομικὸν γραφεῖον.
§26Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἐν μέρει ἀπὸ τῆς ἀποδόσεως τῶν χορηγηθέντων δανείων εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΦΜʹ τοῦ 1898. Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, τότε εἶχε θεωρηθῆ, ὅτι δύνανται τὰ χρήματα ταῦτα νὰ ἀποδοθῶσι πρὸς σκοποὺς ἐπίσης εὐεργετικοὺς ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας· ἀλλ’ αἱ ἐπανειλημμέναι καταστροφαὶ τῆς ἐσοδείας ἐν Θεσσαλίᾳ ἀπέδειξαν τὸ δυσχερὲς τῆς ἐπιστροφῆς ταύτης. Ὡς ἐκ τούτου ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔπρεπεν ἰδίᾳ νὰ μὴ ζητήσῃ νὰ εἰσπράξῃ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι ἀδύνατον ἴσως νὰ εἰσπράξῃ, ἀλλὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς ἀποδόσεως τῶν μᾶλλον ἀπόρων ἐκ τῶν λαβόντων τὰ δανεισθέντα. Εἰς τοῦτο ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ θεωρήσῃ κατεπεῖγον.
§27ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, εἰσεπράχθη τίποτε ἐκ τῶν δανείων τούτων;
§28ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι τοὐλάχιστον, ὡς νομίζω.
§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι, ὅταν εἰσάγητε τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ λέγητε εἰς ἀπορωτέρους νὰ χαρισθῶσιν, ἔχετε καθῆκον, νομίζω, νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν, ἂν οἱ εὐπορώτεροι ἐπλήρωσαν.
§30ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ ζητήσω καὶ τὴν πληροφορίαν ταύτην.
§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπευθύνω εἰδικὴν περὶ τούτου ἐρώτησιν.
§32Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς ἀπαντῶμεν, ὅτι δὲν ἐπλήρωσαν, διότι διὰ νόμου ἀνεστάλη ἡ πληρωμή.
§33ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δι’ ἓν ἔτος.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§35ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προηγεῖται ἡ πρότασις νὰ κανονισθῇ ἡ ὥρα τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων.
§36Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι πρὸ ἱκανοῦ χρόνου ἐψηφίσθη νόμος τις περὶ χαρτοσημάνσεως καὶ τηρήσεως τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι τῳόντι αὐστηρότατος. Ὅτε εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, πολλαὶ ἐγένοντο ἀντιρρήσεις περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, καὶ πρὸ πάντων περὶ τοῦ δικαίου τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ. Ἀρκεῖ νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸν νόμον τοῦτον δὲν ἐξαιροῦνται τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ τηρεῖν ἐμπορικὰ βιβλία οὐδὲ οἱ μικρέμποροι ἐκεῖνοι, οἵτινες πωλοῦσι τὰ ἐμπορεύματα αὑτῶν ἐν ταῖς ὁδοῖς, οἱ λεγόμενοι περιάκται, οὓς κοινῶς ὀνομάζουσι γυρολόγους, καὶ οἱ Ρωμαῖοι ὠνόμαζον circitores.
§37ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὰ Βασιλικὰ τοὺς ὀνομάζουσι περιάκτας.
§38ΛΕΒΙΔΗΣ. Φαντάσθητε λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὰς διατάξεις αὐτὰς τοῦ νόμου εἷς γυρολόγος διὰ πᾶσαν πρᾶξιν πωλήσεως, ἣν ἐνεργεῖ εἰς τὰς διαφόρους μικρὰς ὁδοὺς τῶν πόλεων ἢ τῶν χωρίων, εἶναι ὑπόχρεως, ἐπὶ τοῦ ὄνου ἐνίοτε, νὰ ἔχῃ καὶ τὰ ἐμπορικὰ αὑτοῦ βιβλία (ἱλαρότης). Τῳόντι αὐτὸ εἶναι μία ἀπόδειξις, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς τελειότητος· ἀλλὰ βεβαίως ὁ νόμος αὐτὸς προκαλεῖ σκάνδαλα, προκαλεῖ καὶ τὴν μὴ συμμόρφωσιν πρὸς τὰς διατάξεις αὐτοῦ πολλῶν φορολογουμένων. Ὅτε κατὰ πρῶτον ἤρξατο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, πολλοὶ ἐξηγέρθησαν, πρὸ πάντων δὲ ἐν ταῖς Ἀθήναις καὶ τῷ Πειραιεῖ, ὅπου πληθὺς τοιούτων μικροπωλητῶν ὑπάρχει. Ἐν τούτοις τὰ παράπονα δὲν εἰσηκούσθησαν παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως. Καὶ ναὶ μὲν ὁ νόμος δὲν κατηργήθη, ἔπεσεν ὅμως οἱονεὶ εἰς ἀχρηστίαν. Γνωρίζω καὶ ἐγώ, ὅτι διὰ τῆς ἀχρηστίας δὲν καταργοῦνται οἱ νόμοι. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ νόμος αὐτὸς δὲν κατηργήθη, κατὰ τοὺς νόμους, πραγματικῶς ὅμως ὑπέπεσεν εἰς πλήρη ἀχρηστίαν, διότι δὲν ἐξετελεῖτο, καὶ οὐδεὶς ἐπὶ πολὺν χρόνον κατεζητεῖτο, ἵνα ὑποστῇ τὰ φοβερὰ πρόστιμα, ἅτινα ἐπιβάλλουσιν αἱ διατάξεις αἱ λεπτομερεῖς αὐτοῦ. Τόσον εἶναι βέβαιον, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς πράγματι δὲν ἐξετελεῖτο, ὥστε οὐδ’ ἐγκύκλιοι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξεδόθησαν πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, πρὸς ὁδηγίαν τέλος πάντων τῶν φορολογουμένων μικρῶν καὶ μεγάλων ἐμπόρων. Καὶ ἐνῷ τὰ πράγματα ἔβαινον ὁμαλῶς, — ἂν ἦναι ἐπιτετραμμένη ἐδῶ ἡ λέξις, — διότι πραγματικῶς οὐδεὶς τῶν ἐμπόρων συνεμορφοῦτο κατὰ γράμμα πρὸς τὸν νόμον τοῦτον, πρὸς ὅλας τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, — ἐκράτουν π. χ. ἐν τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων, δὲν ἐκράτουν ὅμως ὅλην τὴν σειρὰν, οὐδὲ κατὰ τὴν διπλογραφικὴν μέθοδον, ἥτις ἰσχύει ὡς πρὸς τὴν κράτησιν τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων, — ἐνῷ, λέγω, τὰ πράγματα οὕτως εἶχον, ὅτι δηλαδὴ πραγματικῶς δὲν ἐξετελεῖτο ὁ νόμος, καὶ ἡ εἰδικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν οὐδέποτε εἶχεν ἐξυπνήσει, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἐξαίφνης, Κύριοι, ἡμέραν τινὰ μανθάνω, ὅτι εἷς τῶν κλητήρων τῶν τότε τῆς Βουλῆς, ὁ Ἰωάννης Παναγᾶκος, ἐκοινοποίησε πρὸ τὸ Δημόσιον αἴτησιν θεραπείας, δι’ ἧς, ὡς καταμηνυτὴς τῶν μὴ τηρησάντων τὸν νόμον ἐμπόρων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἐζήτει παρὰ τοῦ Δημοσίου, πόσον νομίζετε ποσόν; Τριακοσίας ὅλας χιλιάδας! δραχμῶν, μερίδιον ἀναλογοῦν εἰς αὐτὸν ὡς καταγγελέα! (αἴσθησις). Ταῦτα, Κύριοι, παρὰ συμπολιτῶν μου Ἀθηναίων καὶ Πειραιέων ἀνεκοινώθησάν μοι. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, διὰ μακρῶν ὁμιλήσας περὶ τῆς σκανδαλώδους ταύτης ὑποθέσεως, τῇ 23 Ἰανουαρίου 1901 ἔτους, ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφα, διασαφηνίζοντα αὐτήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκε τότε τῳόντι πολλοὺς φακέλους, περιέχοντας τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως. Μετὰ ταῦτα, τῇ 26 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς καὶ ἔτους, ἔλαβον ἐγὼ τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μελετήσας ἐπισταμένως τὴν ὑπόθεσιν, καὶ παρεκάλεσα τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ προνοήσῃ σοβαρῶς, σπουδαίως καὶ ἐπειγόντως περὶ τοῦ φοβεροῦ αὐτοῦ σκανδάλου. Δυστυχῶς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 26 Ἰανουαρίου ὁ τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ἀπουσίαζεν, ἀσθενῶν. Ὁ τότε διευθύνων τὰ πράγματα κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας τῳόντι κατέβαλε πολλὴν προσοχὴν εἰς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ὑπεσχέθη, ὅτι, ἂν τὰ τῆς ὑποθέσεως οὕτως ἔχωσι, βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις. Ἐν τούτοις, Κύριοι, πῶς εἶχον τὰ τῆς ὑποθέσεως; Ἰδοὺ διὰ δύο λέξεων, διότι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἀναπτύξω ἐν λεπτομερείᾳ ὑπόθεσιν, ἣν ἀνέπτυξα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ὑπάλληλοι τοῦ ἁρμοδίου τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐνεχείρισαν τῷ ῥηθέντι Παναγάκῳ, τότε κλητῆρι τῆς Βουλῆς, κατάλογον ὅλων τῶν ἐμπόρων τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, τηρούντων τε καὶ μὴ τηρούντων τὰς διατάξεις περὶ χαρτοσημάνσεως τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων. Ὁ Παναγᾶκος, λαβὼν εἰς χεῖρας τὸν κατάλογον τοῦτον, ἀμέσως ἐκοινοποίησε καταγγελίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν μὴ τηρούντων τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐμπόρων. Συνεπῶς ὁ Παναγᾶκος, ὅστις εἶναι πενθερὸς ἐπὶ θυγατρὶ ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, συναυτουργήσαντος ἐν τῇ ἐν λόγῳ ὑποθέσει, μετὰ ἐξέλιξιν λεπτομερειῶν, ἃς κατέστησα ἤδη γνωστὰς τῇ Βουλῇ, διότι παρ’ ἐμοῦ ἀνεπτύχθησαν ἐν πλάτει τότε, εὑρέθη ἔχων τίτλον κατὰ τοῦ Δημοσίου διὰ ποσὸν 300,000 δραχμῶν! Εὑρέθημεν ὅμως καὶ πρὸ τοῦ ἑξῆς παραδόξου φαινομένου. Ἐνῷ τὸ Δημόσιον ἐπὶ μακρὰ ἔτη δὲν ἐνήσκησε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐν λόγῳ νόμου, αἴφνης ἐμφανίζεται εἷς ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς, εἷς ὑπηρέτης, ὅστις, λαβὼν πληροφορίας περὶ τοῦ καταλόγου τῶν ἐμπόρων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς παρ’ αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἀναβιβάσας τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, ὡς παραβατῶν τοῦ νόμου, εἰς χιλίους, ἐνεργεῖ καταγγελίαν κατ’ αὐτῶν, ὡς μὴ ὑποβληθέντων δῆθεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Καὶ ἐπειδὴ τὸ Δημόσιον ἠμφισβήτει τὸ δικαίωμα τοῦ Παναγάκου, βλέπομεν αὐτὸν κοινοποιοῦντα πρὸς αὐτὸ αἴτησιν θεραπείας περὶ καταβολῆς εἰς αὐτὸν 300,000 δραχμῶν! Καὶ αἴφνης παρουσιαζόμεθα πρὸ ἑτέρου φοβεροῦ γεγονότος, ὅτι ὁ συγγενὴς τοῦ κλητῆρος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ μετ’ αὐτοῦ συναυτουργῶν ἕτερος ὑπάλληλος ἐν τῷ αὐτῷ Ὑπουργείῳ ἐνεργοῦσιν εἰς χεῖρας τῶν ὑποταμιῶν κατάσχεσιν, δυνάμει γραμματίων τοῦ Παναγάκου εἰς διαταγὴν αὐτῶν, διὰ ποσὸν 20,000 δραχμῶν ἐκ τῶν 300,000, ἃς εἶχε νὰ λάβῃ δῆθεν ὁ Παναγᾶκος! Ταῦτα δὲν εἶναι πλάσματα τῆς φαντασίας ἡμῶν, ταῦτα προέκυψαν ἐκ τῶν φακέλων, οὓς ἕνα πρὸς ἕνα ἀνέλυσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ ἐνῷ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διαμαρτύρεται, ὅτι, ὡς ἔλαβον χώραν τὰ πράγματα, δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ Παναγάκος πρὸς τοιαύτην ἀπαίτησιν, δι’ οὓς λόγους ἡ ὑπηρεσία εὑρίσκει καὶ προβάλλει, ἀφ’ ἑτέρου ἀνακαλύπτομεν ἐν τοῖς ἐγγράφοις, τοῖς περιεχομένοις ἐν τῷ φακέλῳ ὑπὸ στοιχεῖον Α, τοῖς προσκομισθεῖσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, τὸ ἐντολῇ τοῦ Ὑπουργοῦ ἔγγραφον ὑπ’ ἀριθ. 64289, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὴν Γενικὴν Ἐπιθεώρησιν τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν, ὅπερ ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Ἵνα, ὁσάκις ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς ἐνεργῇ ἐπιθεώρησιν τῶν βιβλίων ἐμπόρων συνεπείᾳ μηνύσεως τοῦ Ἰωάν. Παναγάκου, μνημονεύῃ τούτου εἰς τὰ συντασσόμενα πρωτόκολλα, πρὸς ὁδηγίαν τοῦ ἐκδώσαντος τὰς ἀποφάσεις ταμίου τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου.»
§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν νόμον;
§40ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὲ ἠρώτησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἂν ἡ διαταγὴ αὕτη τοῦ τότε Ὑπουργοῦ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον. Ἀλλὰ περὶ τούτου παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε τὸν τότε διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἰδοὺ διατί· διότι ἐν τοῖς προσκομισθεῖσιν ἐγγράφοις ὑπάρχει τὸ ἑξῆς ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν: «Τὸ Ὑπουργεῖον, σκεπτόμενον, ὅτι ἐπὶ τῶν ἀνακαλυπτομένων συνεπείᾳ τῆς ἐπιθεωρήσεως ταύτης παραβάσεων, ὡς ἐνεργουμένων γενικῶς τῶν ἐξελέγξεων ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ ὄχι συνεπείᾳ τῆς μηνύσεως τοῦ Ἰωάννου Παναγάκου, δὲν ἐδικαιοῦτο οὗτος εἰς τὴν ἀπολαυὴν ἀμοιβῆς, δὲν παρήγγειλε τὸν ταμίαν κλπ.» (Σημείωμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναφερόμενον ἐν τῇ ἀγορεύσει μου τῆς 26 Ἰανουαρίου 1901 ἔτους, ἧς ἐμνημόνευσα ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς μου τῆς σήμερον). Ῥητῶς λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἀξιεπαίνως, ἀποκρούει τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Παναγάκου περὶ 300,000 δραχμῶν. Καὶ ἐνῷ φαίνεται τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς ἀποκροῦον τὴν ἀπαίτησιν, διὰ τῆς ἑτέρας ἐπιχειρεῖ νὰ μετρήσῃ, ἂν οὐχὶ τὰς 300,000, ἀλλὰ βεβαίως ἱκανὰς χιλιάδας δραχμῶν. Νὰ ἀναγνώσω ὅσα τότε ἀνέγνωσα, θεωρῶ περιττόν. Οὐχ ἧττον οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ἐκ τῆς ἀναλύσεως τῶν προσκομισθέντων εἰς τὴν Βουλὴν ἐγγράφων, ἣν ἐποιησάμην τότε, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ κατάπληξις. Τοιουτοτρόπως ἀξιεπαίνως ὁ τότε διευθύνων τὴν Κυβέρνησιν ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ἐγερθεὶς εἶπεν, ὅτι, ἂν ἐκ τῶν ἐγγράφων προκύπτωσι ταῦτα, βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ποία ἦτο ἡ πρόνοια; Ὅτι ὁ κλητὴρ Παναγᾶκος ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας μετὰ πέντε ἢ ἓξ μῆνας, ἀφ’ ἧς κατηγγέλθη ἐν τῇ Βουλῇ! Περὶ τούτου παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπερ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅ,τι ἐγὼ ἐδῶ βεβαιῶ. Ἀφ’ ἑτέρου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν γνωρίζω ἂν ἐνηργήθη ἐξέτασις τις περὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Ἀλλὰ κατὰ πᾶσαν βεβαιότητα οὐδὲν ἐνηργήθη. Καὶ ἐνῷ ταῦτα οὕτως εἶχον, καὶ ἐνῷ ἐνομίζομεν, ὅτι ἤθελεν ἐνεργηθῆ περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῆς διοικητική τις ἀνάκρισις, καὶ περὶ τῶν σχέσεων ἀκόμη, αἵτινες ἐπήγασαν ἐκ τῆς ὑποθέσεως ταύτης μεταξὺ πενθεροῦ καὶ γαμβροῦ, ἑνὸς τῶν ὑπαλλήλων, τῶν παραχωρησάντων τὸν κατάλογον τῶν ἐμπόρων, ἐνῷ τέλος πάντων ἠλπίζομεν, ὅτι ἤθελε ληφθῆ πρόνοιά τις πρὸς διαφώτισιν τῆς ῥυπαρᾶς ταύτης ὑποθέσεως, ἐξαίφνης πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξαποστέλλονται δημόσιοι εἰσπράκτορες καθ’ ὅλας τὰς διευθύνσεις τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ζητοῦντες ἄλλοι μὲν τὴν ἐκτέλεσιν ἀποφάσεων καὶ τὴν εἴσπραξιν κολοσσιαίων ποσῶν ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης, ἄλλοι δὲ ἀπειλοῦντες, ὅτι, ἂν ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν δὲν σπεύσωσιν οἱ καταδικασθέντες ἔμποροι νὰ καταβάλωσι τὰ ὀφειλόμενα ἐκ τῆς ῥηθείσης αἰτίας, θέλουσι προσωποκρατηθῆ. Ἄλλα δὲ ὄργανα τῆς δημοσίας ἀρχῆς ἔσπευδον κοινοποιοῦντα κλήσεις πρὸς διαφόρους ἐμπόρους τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, δι’ ὧν προσεκαλοῦντο οὗτοι νὰ καταβάλωσιν εἰς τὸ ταμεῖον ποσὰ 500 καὶ 600 δραχμῶν, διότι ἡ ποινὴ εἶναι ἴση πρὸς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ταῦτα ἐξήγειραν πολλοὺς τῶν συμπολιτῶν μου. Δὲν γνωρίζω, ἂν μόνον οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς ὑφίστανται τὰ εὐεργετήματα ταῦτα τῶν νόμων, δὲν γνωρίζω, ἂν τὸ κακὸν ἔφθασε καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας...
§41ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ εἰς τὰ χωρία.
§42ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Ἂν καὶ ἐκεῖ εὑρέθησαν πράκτορες τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐν συνεννοήσει πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τούτου, καὶ κατέδωκαν εἰς πρόσωπα, οἷα ὁ Παναγᾶκος, τὰς τοιαύτας παραλείψεις. Ἀλλ’ οὕτως ἢ ἄλλως, εὑρισκόμεθα πρὸ ζητήματος, οὗτινος τὴν λύσιν ἀπεκδεχόμεθα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ συμπολίτου καὶ φίλου μου. Ἐρρήθη, ὅτι ὁ διακανονισμὸς τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶναι δύσκολος. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁπωσδήποτε σήμερον ὑπεβλήθη ἀναφορὰ, φέρουσα πλείστας ὅσας ὑπογραφὰς ἐμπόρων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἑτοιμάζονται δὲ καὶ ἄλλαι, ἵνα ὑποβληθῶσι. Παρακαλῶ καὶ ἱκετεύω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ σκεφθῇ, πῶς εἶναι δυνατὸν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, ἔστω ἐπὶ τῇ βάσει συνεννοήσεως, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς μαντεύει, νὰ ἀπαλλαχθῶσι τῆς καταδιώξεως οἱ ἄνθρωποι οὗτοι. Ἐὰν, ὃ μὴ γένοιτο, τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, ὅπερ δὲν πιστεύω, τοὐλάχιστον ἂς δοθῇ προθεσμία τις, καίτοι φρονῶ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι τὸ πρέπον.
§43Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον προεκαλέσατε συζήτησιν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐρρήθη, ὅτι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ ἦναι ἐπιεικές, προκειμένου περὶ τοιούτων ἀποφάσεων. Ἐὰν δὲν ἐκοινοποιήθησαν ἔτι αἱ ἀποφάσεις, καὶ δὲν ἐκηρύχθησαν ὑπερήμεροι οἱ μὴ συμμορφωθέντες πρὸς τὸν νόμον, καλὸν ἤθελον εἶσθαι νὰ παραπεμφθῶσιν αἱ ἀποφάσεις αὗται καὶ πᾶσα σχετικὴ αἴτησις εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον.
§44ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἀναφέρω τὰ πράγματα, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἂς εὐαρεστηθῇ νὰ ἐρωτήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα.
§45Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν καταπατῶ ξένα οἰκόπεδα, ἀναμιγνυόμενος εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τῶν ἐμπόρων. Οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Ἀττικῆς εἶναι ἁρμοδιώτεροι πάντων· ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται ὑπὲρ τῶν ἐμπόρων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐνδιαφέρομαι, θὰ ἑνώσω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου μετὰ τῆς φωνῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα, οἷα ἤθελεν ἐγκρίνει, ὅπως ἀνακουφίσῃ τὴν θέσιν αὐτῶν, ἥτις ὁμολογουμένως εἰς ἄκρον εἶναι δυσχερὴς καὶ ἀξία νὰ τύχῃ τῆς κυβερνητικῆς ἀντιλήψεως. Τὸ ζήτημα βεβαίως ἀπόκειται εἰς τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀφορᾷ πρόσοδον, ἥτις εἶναι ὑπέγγυος εἰς τοὺς ξένους δανειστάς...
§46Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Δηλαδὴ εἰς τοὺς ξένους κατεργαραίους· (γέλωτες).
§47Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι κατεργαραῖοι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔδωκαν τὸ χρῆμά των, ἐκανονίσθη ἡ ἀπόληψις αὐτοῦ, καὶ ἔχομεν καθῆκον εὐλαβῶς νὰ φερώμεθα πρὸς αὐτούς. Πρόκειται λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, πρὸς διακανόνισιν τῆς ἀνωμαλίας ταύτης νὰ συνεννοηθῇ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίᾳ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς ξενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ διακανονίσωσι τὸ ζήτημα, ὅπως ἀνακουφισθῶσιν αἱ τάξεις αὗται τῶν ἐμπόρων, αἵτινες εὑρίσκονται ἐν ἀνωμαλίᾳ καὶ δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσι τὰς ἐπιβληθείσας χρηματικὰς ποινάς. Ὁμολογῶ, ὅτι σφόδρα μὲ ἐλύπησεν ἡ ἀναφορά, ἡ ὁποία εἶναι γεγραμμένη μὲ ὕφος συγκινητικόν, καὶ ἥτις ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐκτραγῳδεῖ τὰς πιέσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἀναφερόμενοι ὑφίστανται παρὰ τῶν ἐντεταλμένων τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ καταβάλωσιν ἄλλος 500 καὶ ἄλλος 300 δραχμάς, εἶναι δὲ εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐκπληρώσωσιν, ὡς αὐτοὶ οὗτοι ἀναφέρουσι, τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, διότι δὲν εἶναι εὔκολον ὁ μικρέμπορος νὰ καταβάλῃ ἀμέσως τοσοῦτον ποσόν. Ἑπομένως καὶ δίκαιον εἶναι, καὶ εὔλογον καὶ πολιτικόν, νὰ ληφθῇ ἕν μέτρον, ἀπαλλάσσον αὐτούς, εἴτε ἀναστέλλον τὴν πληρωμὴν ἐφ’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, ἕως οὗ ἐξεύρωσι τὰ μέσα νὰ πληρώσωσιν, εἴτε ἀπαλλάσσον ἐντελῶς αὐτοὺς τοῦ προστίμου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή, καθόσον τοῦτο ἀποτελεῖ ποινήν. Δὲν ἀμφιβάλλω δέ, ὅτι καὶ ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ θέλει φανῆ πρόθυμος, ὅπως συντελέσῃ εἰς ἀνακούφισιν μιᾶς ὁλοκλήρου τάξεως ἀνθρώπων, οἵτινες οὐχὶ ἐκ προθέσεως, ἀλλ’ ἐξ ἀγνοίας τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, περιῆλθον εἰς τὴν δυσχέρειαν αὐτήν.
§48ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ νόμου, ὅστις βάσιν ἔχει ἀρχαίαν διάταξιν τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, ἀνανεωθεῖσαν ἐν ἔτει 1887, καὶ ἀναθεωρηθεῖσαν ἔπειτα ὑπὸ τοῦ τελευταίου νόμου. Ὅτε ὁ τελευταῖος νόμος παρεσκευάζετο καὶ ἐψηφίζετο, προσωπικῶς εἶχον ἐκδηλώσει πολλάς ἀμφιβολίας περὶ τοῦ ὠφελίμου αὐτοῦ. Ἐφρόνουν, ὅτι καὶ ἡ αὔξησις τοῦ φόρου δὲν ἦτο ἐπιβεβλημένη, καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἔμελλον νὰ ἦναι ἀνάξια λόγου, καὶ ἡ ποινὴ ἦτο δυσαναλόγως προσηρμοσμένη πρὸς τὴν νέαν διάταξιν. Ἐφρόνουν, ὅτι, προκειμένου περὶ βιβλίων, ἂν ὑπῆρχεν ἐλπίς τις ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, αὕτη ἀληθῶς παρήγετο ἐκ τῆς μικρότητος τοῦ τέλους, ὅτι τὸ τέλος διπλασιαζόμενον ἤθελε προκαλέσει ἀπ’ ἐναντίας αὔξησιν τῆς ἀπροθυμίας πρὸς καταβολὴν τοῦ φόρου, ὅστις τέως δὲν κατεβάλλετο, ὅτι δὲ ἡ ποινή, οὖσα δυσανάλογος, ἄν ποτε ἐπεβάλλετο, ἤθελε προκαλέσει ἐξεγέρσεις, ὁμοίας ἐκείνης, ἣν βλέπομεν νῦν προκληθεῖσαν ἐν Ἀθήναις οὐχὶ τὸ πρῶτον, διότι προηγήθησαν τὰ Τρίκκαλα, προηγήθησαν καὶ ἄλλαι πόλεις. Ἀλλ’ ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη τῆς ἐπιβολῆς τοῦ τέλους, ὅπως ἔχει ἐν τῷ νόμῳ, καὶ ἡ τῆς προσθήκης τοῦ προστίμου, τοῦ ἀντικαταστήσαντος τὸ πρόστιμον τοῦ ἀρχικοῦ νόμου, δηλαδὴ τὸ δεκαπλοῦν τοῦ φόρου. Αὐτοὶ οἱ ἐπιμείναντες εἰς τὴν γνώμην ταύτην ἐν τοῖς πράγμασιν ἐπείσθησαν, ὅτι ἦτο ἐσφαλμένη ἡ διάταξις, ὅτι ἦτο δηλαδὴ ἀπροσάρμοστος εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς Ἑλληνικάς· καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ἐπὶ μακρὰ ἔτη, ἀπὸ τοῦ 1893, νομίζω, μέχρι τοῦ παρελθόντος ἢ τοῦ προπαρελθόντος ἔτους, οὐδὲ λόγος ποτὲ ἐγένετο περὶ ἐμπορικῶν βιβλίων. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1898 οἱ Ἕλληνες δὲν εἶναι κύριοι τοῦ Ἑλληνικοῦ οἴκου ἀπόλυτοι, καὶ ἐξ ἀφορμῆς ὑπομνήσεως τοῦ καθήκοντος ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων ἠναγκάσθησαν οἱ κυβερνῆται, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξωσιν ἄλλως, νὰ προκαλέσωσι τὴν μέριμναν τῶν κατωτέρων ἀρχῶν, τὴν πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, πρὸς ἐπιβολὴν δὲ τῶν ποινῶν πανταχοῦ, ὅπου δὲν ἐφηρμόσθη. Καὶ ἐκ τούτου ἡ ἐργασία τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, οἵτινες ἐστάλησαν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, ἐστράφη καὶ περὶ τὴν ἀνακάλυψιν τῶν παραβάσεων τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, τῶν ἐπὶ τῶν βιβλίων τῶν ἐμπόρων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πέρυσιν ἢ καὶ προπέρυσιν εὑρισκόμην ἐν Τρικκάλοις, ὅτε ὁ ἐκεῖ διάγων ἡμέρας τινὰς οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς εἶχε περιέλθει τὴν πόλιν, εἶχεν ἀναγνωρίσει παραβάσεις, καὶ εἶχε προκαλέσει τὴν ἐπιβολὴν προστίμων εἰς τοὺς ἐμπόρους Τρικκάλων, προστίμων, ἅτινα ἐξήγειραν τοὺς ἐπιτηδευματίας ἐκεῖ, καὶ ὤθησαν αὐτοὺς εἰς ὑποβολὴν ἀναφορῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἤκουσα δὲ καὶ ἐγὼ τοιαῦτα παράπονα, μετὰ παρακλήσεως, ὅπως ἐνταῦθα γένηται λόγος περὶ τοῦ θέματος. Ὀλίγον χρόνον ἔπειτα ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐν Ἀθήναις, ἐγεννήθη καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου μανθάνω, ὅτι ἐπλήρωσαν οἱ δυνάμενοι· καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο προεκάλεσε συζήτησιν ἐνταῦθα, αὐτὴν ἐκείνην, περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, ἠλπίσαμεν δὲ τότε, ὅτι θὰ καθίστατο δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα, ἐξετάζουσα ἐκ νέου τὸ ζήτημα, καὶ περὶ αὐτοῦ ἐρχομένη εἰς συνεννοήσεις πρὸς τοὺς δικαιουμένους ἐπὶ τοῦ θέματος νὰ εἴπωσι γνώμην, εὕρῃ λύσιν, τὴν κατάλληλον, καὶ διὰ τὸ παρελθόν, πρὸ πάντων ὅμως διὰ τὸ μέλλον. Δυστυχῶς, τὰ κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ἐν Ἀθήναις γνωσθέντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὰ πράγματα ἔμειναν στάσιμα, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἄν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελεν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες προέκυψαν ἤδη ἐκ τῆς καταδιώξεως, ἥτις γίνεται, νὰ εὕρῃ λύσιν. Ἀνέγνωσα ταύτας τὰς ἡμέρας, ὅτι, προκειμένου περὶ τῶν ὑποθέσεων τῶν παραπλησίων τῆς πόλεως Τρικκάλων, τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εὗρε τρόπον λύσεως ἐπιεικοῦς. Ἐὰν ἐν ταῖς ὑποθέσεσιν ἐκείναις τῆς πόλεως Τρικκάλων εὑρέθη τρόπος λύσεως ἐπιεικοῦς, ὑποθέτω, ὅτι καὶ αἱ ὑποθέσεις τῶν Ἀθηνῶν καὶ πασῶν τῶν ἄλλων πόλεων, ὅπου τοιοῦτον ζήτημα ἐγεννήθη, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ μεταλάβωσι τοῦ εὐεργετήματος τῆς τοιαύτης ἐπιεικοῦς λύσεως, τῆς ὑπὲρ τῶν ἐμπόρων τῶν Τρικκάλων. Ἀλλὰ περὶ τούτου οὐδὲν γινώσκω θετικὸν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει φροντίσει νὰ φέρῃ πρὸς ἡμᾶς πληροφορίας περὶ τοῦ θέματος. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῶν ἐπὶ τῶν τετελεσμένων ἤδη ἐξευρεθησομένων τρόπων λύσεως ἐπιεικοῦς τίθεται τὸ ζήτημα — τίθεται δὲ μετὰ πολλῆς ἐπιβολῆς — τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Κυβερνήσεως, πρῶτον μὲν νὰ ἀναφυλλίσῃ τὰ βιβλία αὑτῆς, νὰ ἐξετάσῃ ἐκ νέου τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ τὰ τῶν προσώπων, ἐφ’ ὧν ὁ νόμος οὗτος κατὰ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ, νὰ ἐξετάσῃ δὲ καὶ μήπως εἶναι δυνατὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νόμου, τὸ ἐφαρμοζόμενον εἰς τὰ ἐμπορικὰ βιβλία, νὰ τροποποιηθῇ ὁριστικῶς. Καὶ περὶ τοῦ πρώτου νομίζω, ὅτι ἔχει καθῆκον ἀμέσου φροντίδος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, φροντίδος, ἣν, ὅτε συνεζητεῖτο πέρυσι τὸ ζήτημα, ὑπεμνήσαμεν τὸν πρώην Ὑπουργὸν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ καταβάλῃ, διότι ἐλέχθη ἐνταῦθα καὶ ὑπὸ ἄλλων ἴσως, ἀλλ’ ἐλέχθη βεβαίως ὑπ’ ἐμοῦ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ νόμος περὶ ἐμπορικῶν βιβλίων, ἡ ὑποχρέωσις πρὸς τήρησιν τοιούτων βιβλίων νὰ ἐπιβάλληται εἰς ἄλλους ἢ μόνον εἰς ἐκείνους, οὓς ὁ ἐμπορικὸς νόμος χαρακτηρίζει ἐμπόρους, ἐμπόρους ἔχοντας κατάστημα. Ἔμποροι βεβαίως ἔχοντες κατάστημα δὲν εἶναι οἱ περιάκται, οἱ πραγματευταὶ παλαιότερον, οἱ γυρολόγοι. Ἔμποροι βεβαίως δὲν εἶναι οἱ ἔχοντες κατάστημα, ἐν ᾧ ἐργάζονται μόνοι αὐτοί, ἢ καὶ ἔστω μετὰ βοηθοῦ, ἢ τοῦ υἱοῦ αὐτῶν, ἢ ἄλλου ξένου. Οἱ περὶ τὸ ἐμπορικὸν δίκαιον ἀσχοληθέντες ἐφρόντισαν νὰ διακρίνωσι τοὺς ἐμπόρους ἀπὸ τῶν μὴ ἐμπόρων, καὶ πᾶς, ὅστις ἔχει κατάστημα, δὲν εἶναι δι’ αὐτὸ τοῦτο καὶ ἔμπορος. Τοῦτο ἡρμηνεύθη πέρυσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅστις ὅμως ἐφάνη, ὅτι δὲν ἦτο διατεθειμένος πολὺ νὰ προβῇ εἰς τὰς τοιαύτας διακρίσεις, καὶ ὠχυρώθη ὄπισθεν τῶν γνωμῶν, αἵτινες φαίνεται, ὅτι πέρυσιν, ὅτε ἦτο καὶ ἡ ὑπόθεσις Παναγάκου ἐκκρεμὴς, ἐκράτουν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔχει βεβαίως καθῆκον ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία νὰ ἐξετάσῃ ἀπροσωπολήπτως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, καὶ ἀνεύρῃ τίνες εἶναι ἔμποροι, καὶ τίνες δὲν εἶναι. Εὐθὺς δ’ ὡς ἀνεύρῃ τίνες εἶναι ἔμποροι, βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον ἐκείνων, οἵτινες σήμερον καταδιώκονται, ἀπαιτούσης τῆς ἀρχῆς νὰ ἔχωσι βιβλία, θέλουσι νομίμως ἀπαλλαχθῆ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ τηρῶσι βιβλία. Καὶ τοῦτο μὲν εἶναι ἡ ἄμεσος, ὡς νομίζω, ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ πρὸ τούτου προηγεῖται ἔτι ταύτης κατὰ τὴν σπουδαιότητα ἡ σκέψις περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ νόμου, ὅπερ ἀπεδείχθη ἐν τῇ πράξει πλημμελές. Πρῶτον ἀπεδείχθη ἐν τῇ πράξει μετὰ διπλῆν δοκιμὴν, ὅτι εἶναι δυσκολώτατον νὰ ἐπιτύχῃ τις τὴν σήμανσιν τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων, καὶ ὅπως ἄλλαι διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ περὶ χαρτοσήμου, ἀποδειχθείσης τῆς ἀχρηστίας αὐτῶν, παρεμερίσθησαν, εὑρεθέντος ἀντισηκώματος ἐν ἄλλοις ἄρθροις τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, οὕτω νομίζω, ὅτι ἐνδείκνυται σήμερον, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ κατὰ μέρος ἡ ὑποχρέωσις πρὸς φορολογίαν τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων. Λέγω δὲ τοῦτο ἐγὼ αὐτός, ὅστις εἰργάσθην εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, καὶ ὅτε τὸ ζήτημα ἐτέθη ἐν ἔτει 1887, ὑπῆρξα εἰσηγητὴς τῆς ἐμμονῆς ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς φορολογίας τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων, ὅτε τὰ βιβλία ἐφορολογοῦντο κατὰ δέκα λεπτὰ καὶ πέντε λεπτὰ μόνον, ἡ δὲ ποινὴ ἦτο μόνον τοῦ δεκαπλασίου τοῦ φόρου τοῦ ἐπιβαλλομένου. Ἐνδείκνυται λοιπὸν, λέγω, ἡ κατάργησις τῆς διατάξεως ταύτης· ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐνδείκνυται ἡ ἐλάττωσις τοῦ τέλους, καὶ πρὸ παντὸς ἐνδείκνυται ἡ κατάργησις τῆς δρακοντείου ποινῆς τοῦ ἀναλογισμοῦ τῆς τιμωρίας τοῦ πταίσματος πρὸς τὸ ἰσότιμον τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ἀλλ’ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θέλει προσκόψει εἰς τὰς παρατηρήσεις τῶν ἐχόντων δικαίωμα νὰ φέρωσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου ὡς ὑπεγγύου προσόδου. Νομίζω, ὅτι, ἂν τὰ πράγματα παρασταθῶσιν ὡς προσήκει, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, ὅπως ἔχουσιν, εἰς τοὺς ξένους ἐπιτρόπους, καὶ παρασταθῇ προσέτι εἰς αὐτοὺς ἡ μηδαμινότης τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰσπραττομένου ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου, ἂν οἱοσδήποτε ἐπικουρικῶς εὑρεθῇ τρόπος ν’ ἀντικατασταθῇ τὸ μικρὸν ποσὸν, τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς εἰσπράξεως τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν βιβλίων, νομίζω, ὅτι ἴσως, καὶ ἂν δὲν φθάσωμεν εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν τῆς παραχωρήσεως, ἐὰν καλῶς τὰ πράγματα παρασταθῶσιν εἰς τοὺς ξένους ἐπιτρόπους, δὲν θὰ ἦναι ἀδύνατον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιτύχῃ παρ’ αὐτοῖς ἀναγνώρισιν τῆς μειώσεως τοῦ φόρου. Εὐτυχῶς καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ δι’ αὐτοὺς, εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς καθιερώσεως τοῦ συστήματος τοῦ ἐλέγχου, ὑφ’ ὃ εὑρισκόμεθα δεδεμένοι, αἱ πρόσοδοι αἱ ὑπέγγυοι ἔδειξαν τοιαύτην τάσιν προόδου πρὸς τὰ ἄνω, ὥστε τὰ κέρδη τὰ ἐκ τούτων δὲν ὑπῆρξαν ἀνάξια λόγου, πολλοῦ γε καὶ δὴ, ὑπῆρξαν δὲ πολλαὶ ἀνώτεραι τῶν προσδοκιῶν, ἃς γνωρίζομεν, ὅτι εἶχον οἱ ξένοι δανεισταὶ, διότι ἔχομεν αὐτὰς ἀναγεγραμμένας εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν. Ἀπέναντι δὲ τῆς τοιαύτης ἀπροσδοκήτου αὐξήσεως τῶν προσόδων, ἀπέναντι τῆς προσαυξήσεως τῆς ἀπροσδοκήτου, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, καλῶς τῶν πραγμάτων ἀναπτυσσομένων πρὸς αὐτοὺς, καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων καλῶς ἐκτιμωμένων, ἡ προθυμία τῶν ξένων πρὸς διευκόλυνσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ καθήκοντι αὐτῆς τοῦ νὰ φέρηται πατρικῶς πρὸς τοὺς πολίτας καὶ τοὺς ἐμπόρους ἰδιαιτέρως μεταξὺ τῶν πολιτῶν, δὲν θέλει λείψει. Καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διευθετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἶναι ἐπίκαιρος ἡ στιγμή. Ἀλλὰ μέχρις οὗ φθάσῃ εἰς τὸ νὰ ἐπιτελέσῃ τὰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν ξένων, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι γίνεται δεκτὴ τοιαύτη γνώμη, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον πρῶτον νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, ὅπως παρίσταται τοῦτο, καὶ νὰ ἐξετάσῃ, μήπως εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τρόπος ἠπίας ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ἐπὶ παραβάσεων, αἵτινες, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, συνίστανται εἰς τὸ ὅτι οἱ ἔμποροι δὲν ἐπέθεσαν τὸ χαρτόσημον ἐπὶ ἀμφοτέρων τῶν ἐμπορικῶν αὐτῶν βιβλίων, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τοῦ ἑτέρου αὐτῶν, καὶ δεύτερον νὰ φροντίσῃ, ὥστε τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῆς καταδιωκτικῆς τῶν τοιούτων παραβάσεων νὰ γίνωνται κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ προξενῶσι τὸ σκάνδαλον, ὅπερ προὐξένησεν ἡ ἐπέμβασις τοῦ κλητῆρος Παναγάκου καὶ τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν συγγενῶν αὐτοῦ. Φοβοῦμαι, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκεται ἡ φωλεά, ἐξ ἧς ὑποβάλλονται αὐταὶ αἱ καταγγελίαι. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει βεβαίως νὰ ἐπιμελῆται τῆς ἀνακαλύψεως τῶν παραβάσεων τοῦ νόμου, ἀλλὰ νὰ ἐπιμελῆται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὄχι ἐν αὐτῷ πλεονέκται κερδοσκόποι.
§49Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ζητήματος τῆς χαρτοσημάνσεως τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων, ἀφοῦ τόσον καλῶς οἱ προαγορεύσαντες ἀνέπτυξαν αὐτὸ, καὶ ἀφοῦ ὅτε τὸ πρῶτον συνεζητήθη τὸ ζήτημα τοῦτο διετύπωσα ὁποίαν γνώμην εἶχον περὶ αὐτοῦ. Ἔχω ὅμως νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, ὅτι εἰς τὰ Τρίκκαλα εὑρέθη μία λύσις εὐνοϊκή. Περὶ τούτου παρατηρῶ, ὅτι οὐδεμία εἰς τὰ Τρίκκαλα εὑρέθη εὐνοϊκὴ λύσις· καὶ ἐκεῖ κατεδικάσθησαν καὶ ἐπλήρωσαν ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τοῦ ἐμπορεύματός των, δὲν ἔπρεπε νὰ πληρώσωσι.
§50Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ ἐπιτροπήν;
§52Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τίνα γνώμην ἔχει;
§53Φ. ΝΕΓΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν καιρῷ θὰ ἀνακοινώσωμεν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι.
§54Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§55Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἐγένετο λόγος ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ ταύτην τὴν ἑσπέραν. Ἐγὼ αὐτὸς τρὶς καὶ τετράκις παρῆλθον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου κατὰ τὸ παρελθόν. Καὶ ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδέχθη, ὅτι πράγματι ἐγένετο ἡ μεγάλη ἀδικία εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην τῶν καταδικασθέντων διὰ τὴν δῆθεν παράβασιν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσημάνσεως τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων. Ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνελθὼν τὸ βῆμα, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι ἀνεγνώριζε τὸ ὀρθὸν, τὸ δίκαιον, τὸ βάσιμον, τὸ εὔλογον τῶν παραπόνων τῶν φορολογουμένων τῶν καταδικασθέντων, καὶ ἤθελε φροντίσει διὰ παντὸς τρόπου νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ τῆς καταδίκης, ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδεμία ἐνέργεια ἀποτελεσματικὴ ἐγένετο. Σήμερον βλέπομεν, ὅτι χιλιάδες ἀποφάσεων πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσι, διὰ νὰ ἐπιβληθῇ μία πρόσθετος, ἀπηνὴς καὶ βαρυτάτη φορολογία. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ μέλλον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἰδίως, θέλει προσπαθήσει νὰ εὕρῃ ἓν μέσον μετὰ τῶν μελῶν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως ἀμέσως εἰσαγάγῃ σχετικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν, νομίζω, ὅτι εὔκολον εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, ἐὰν θελήσῃ, λύσῃ τὸ ζήτημα. Ἡ ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς παραβάντας τὸν περὶ χαρτοσήμου νόμον ὡς παρακολούθημα τοῦ ἐμμέσου φόρου τοῦ χαρτοσήμου, ἵνα ὑπάγηται οὗτος εἰς τὰς ὑπεγγύους προσόδους, ἀλλ’ ὡς χρηματικὴ ποινὴ ἢ πρόστιμον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δύνανται ν’ ἀπαλλαχθῶσιν ἅπαντες οὗτοι ἄνευ ἀντιρρήσεως τοῦ Ἐλέγχου, ἐὰν φέρῃ νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπαλλακτικόν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἀπαλλαγῶσιν ὅλοι, βεβαίως πρέπει ν’ ἀπαλλαγῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν κάμνουν σπουδαῖον ὁπωσοῦν κύκλον ἐμπορικόν· διότι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐγὼ προσήγαγον ἀναφορὰν τῶν λαχανοπωλῶν, τῶν φανοποιῶν καὶ ἄλλων τοιούτων, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν διότι δὲν ἐτήρουν ἐμπορικὰ βιβλία!
§56ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ λύσις, ἣν προτείνει ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἡ ἀρίστη.
§57Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι ἐπεξετάθη ἐπέκεινα τοῦ πρέποντος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, θεωρηθέντων ὡς ἐμπόρων ἀνθρώπων, οἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ἔμποροι. Κατὰ τὴν ἐπικρατεστέραν γνώμην τῶν ἑρμηνευτῶν τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, ἔμπορος δὲν θεωρεῖται οἱοσδήποτε καὶ ὁπωσδήποτε ἐμπορευόμενος, οἱοσδήποτε ἐξερχόμενος ἔξω καὶ πωλῶν αὐτὸς οὗτος τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ὅπερ μεταφέρει ἐπὶ ὄνου ἢ ἄλλως πῶς. Ἔμπορος δὲν εἶναι βεβαίως ὁ περιάκτης, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔμπορος καὶ ὅστις ἔχει ἐμπορικὸν κατάστημα, ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν διατηρεῖ τοιοῦτον προσωπικόν, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῶσι τὰ ἐμπορικὰ βιβλία, τὰ ἐπιβαλλόμενα ὑπὸ τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου. Πῶς εἶναι δυνατόν, εἷς ἔμπορος, ὅστις ἔχει μικρεμπορικὸν κατάστημα, νὰ θεωρηθῇ ὑποχρεωμένος νὰ τηρῇ ἡμερολόγιον, βιβλία ἀπογραφῶν κλπ. κλπ. ἄνευ προσωπικοῦ ἐπιτηδείου εἰς τοῦτο; Ἡ ἐπικρατοῦσα παρὰ τοῖς Γάλλοις συγγραφεῦσι γνώμη εἶναι, ὅτι ἔμπορος ὑποχρεούμενος εἰς τὴν διάταξιν τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἔχει τοιοῦτον κατάστημα, ὥστε εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ ἡ ὁριζομένη ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ ἐμπορικοῦ τάξις τῆς τηρήσεως τῶν βιβλίων τῶν νομίμων. Ἐν πρώτοις λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιταχθῇ ἡ γνώμη τῶν συγγραφέων εἰς αὐτούς, οἵτινες δύνανται τυχὸν νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ ἀντίθετον, ἔχω δὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἀφοῦ μελετήσῃ καὶ ἐρευνήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, θέλει ἀποφανθῇ πολὺ διαφορετικὰ παρ’ ὅ,τι ἀπεφάνθη μέχρι τοῦδε. Νομίζω ὅμως ἀναγκαῖον ἐπίσης νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ παντελοῦς ἐξαφανίσεως ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας τῆς περὶ χαρτοσήμου διατάξεως ταύτης, διότι εἶναι τῳόντι βαρυτάτη, καὶ ἑκάστοτε δύνανται νὰ γεννῶνται περιπλοκαί, ὁποίας ἡ διάταξις αὕτη ἐγέννησε μέχρι σήμερον. Δὲν μοὶ φαίνεται δέ, ὅτι, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς θελήσῃ νὰ ἐργασθῇ ἐπιμελῶς, ὅπως διαφωτίσῃ τοὺς ἁρμοδίους, δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ νὰ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ἐπικρατούσης διατάξεως. Δύναται δὲ νὰ ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τοῦτο τὸ μέγα ἐπιχείρημα, ὅτι, εἰ καὶ ὁρίζονται ἀπὸ ἐτῶν αἱ διατάξεις αὗται, ἐν τούτοις ἐπὶ ἔτη δὲν εἶχον ἐφαρμοσθῆ. Διατί δὲν εἶχον ἐφαρμοσθῆ αἱ διατάξεις αὗται; Διότι ἀκριβῶς εἶχε καταδειχθῆ ἐν τοῖς πράγμασιν, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ καθ’ ἑκάστην εἶναι ἀνεφάρμοστος, καὶ ἑπομένως ἀξία καταργήσεως. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς θέλει ἐργασθῆ ἐπιτηδείως καὶ καταλλήλως, εἰς τρόπον ὥστε νὰ κατορθωθῇ ἡ ἐξοστράκισις τῆς διατάξεως ταύτης, ἀφοῦ ἀπεδείχθη τοσοῦτον ἐπιβλαβής.
§58Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι Βουλευταί, βεβαίως τὸ πρῶτον καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι νὰ ἐπαγρυπνῇ ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν. Καὶ βεβαίως τοῦτο ὑπῆρξεν ἡ κυρία μου φροντίς, ἅμα ὡς ἀνῆλθον ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Βεβαίως τὰ ζητήματα, ἅτινα σήμερον παρουσιάσθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἅτινα μοὶ παρουσιάσθησαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Καὶ εἶχον δύο στάδια αἱ ἐνέργειαί μου· τὸ πρῶτον στάδιον ὑπῆρξεν ἡ συζήτησις μετὰ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Προέδρου αὐτοῦ, τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου. Τοῦτο ἔπραξα εὐθὺς ὡς ἀνῆλθον ἐπὶ τὴν ἀρχήν· μὲ ἐβεβαίωσε δὲ ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, ὅτι προσπαθεῖ πάντοτε νὰ φαίνηται ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπιεικής· μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι, ὁσάκις ἦναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι οἱ καταγγελλόμενοι εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ τηρῶσι βιβλία, πάντοτε οὗτοι ἀθωοῦνται...
§59Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προσκομίσατε τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας, διὰ νὰ ἴδητε.
§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων.
§61ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἐγένετο παρ’ αὐτοῦ, βεβαίως ἐγένετο διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ πεισθῇ, ὅτι ὁ καταδικαζόμενος εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν τῶν μικρῶν ἐμπόρων, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι βιβλία. Λοιπόν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, δὲν μᾶς μένει ἢ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν τῳόντι ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ δικαστικὸς σύμβουλος μοὶ εἶπεν ὅτι ἐφαρμόζεται, ἐὰν, λέγω, ἡ ἀρχὴ αὕτη τὠόντι ἐφαρμόζεται. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ δεύτερον στάδιον τῶν ἐνεργειῶν μου. Εἶναι δυνατὸν διὰ νομοσχεδίου νὰ ἀρθῇ τὸ ἄτοπον, τὸ παρουσιαζόμενον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ; Ἐπείσθην δυστυχῶς, ὅτι ἐνταῦθα αἱ ἐνέργειαί μου προσέκρουον εἰς τὸ ἀδύνατον, διότι δυστυχῶς, Κύριοι, — πρέπει νὰ τὸ εἴπω — δὲν εἴμεθα πλέον ἐλεύθεροι, προκειμένου περὶ ἀλλαγῆς νόμων ἀφορώντων τὰς ὑπεγγύους προσόδους. Δυστυχῶς τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι ἐκ τῶν λεπτοτέρων, τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ διαπραγματευθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι διότι ὑπάρχει κακὴ πρόθεσις ἐκ μέρους τῶν μελῶν τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου, δύναμαι μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι οἱ Κύριοι οὗτοι φέρονται ὡς φίλοι πρὸς τὸν τόπον ἡμῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ οἱ Κύριοι οὗτοι ἔχουσι καθῆκον νὰ ὑποστηρίζωσι τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα τοῖς ἀνετέθησαν, καὶ ὁσάκις τὰ συμφέροντα ταῦτα εὑρίσκωνται εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, βεβαίως εἶναι δύσκολον νὰ ἐπέλθῃ ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐπιζητοῦμεν. Εἶναι οὗτος ὁ μόνος λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου μέχρι σήμερον δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τροποποίησις τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ὅστις ἔχει πολλὰς τὰς ἀτελείας, καὶ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ διορθώσωμεν, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον δὲν τολμῶμεν οὔτε κατὰ κεραίαν νὰ θίξωμεν, διότι καὶ ἡ συζήτησις ἐπὶ τούτου δύναται νὰ φέρῃ ἡμᾶς εἰς δυσχερείας...
§62Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Καὶ τὰ πρόστιμα εἶναι ὑπὲρ τοῦ Ἐλέγχου;
§63ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι... Καὶ ἔρχομαι ἀμέσως εἰς τὸ ζήτημα τῶν προστίμων. Ἐλέχθη, ὅτι τὰ πρόστιμα δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὸν Ἔλεγχον, καὶ ἐλέχθη τοῦτο, διότι τὰ πρόστιμα εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ οὐδὲν ἐξ αὐτῶν εἰσπράττουσιν οἱ δανεισταί. Τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ἔχουσι συνάφειαν μὲ τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν, διότι τὸ πρόστιμον ἀναγκάζει τὸν ἔμπορον νὰ θέσῃ τὸ χαρτόσημον, τὸ ὁποῖον βεβαίως καταλέγεται εἰς τὰ ποσὰ τὰ ἀνήκοντα εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ Ἐλέγχου. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἐξήγησα τὰ ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος. Βεβαίως δὲ θέλω λάβει ὑπ’ ὄψιν ὅσα ἐλέχθησαν σήμερον, καὶ θέλω πράξει, ὅ,τι εἶναι δυνατόν.
§64ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς λίαν εὐγλώττως ἀνέπτυξε καὶ ἐν λεπτομερείαις ἐξέθηκε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ἤδη, ὅτε συνεπείᾳ τῆς ἀναφορᾶς τῶν παραπονουμένων ἐμπόρων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐπαναφέρεται τὸ ζήτημα εἰς συζήτησιν, φαίνεται παριστάμενον τοῦτο ὡς ἔχον δύο ὄψεις. Ἡ μὲν μία ἐστὶν ἡ σκοποῦσα τὴν ἀποτροπὴν τοῦ κινδύνου τῶν μικρεμπόρων τοῦ νὰ καταβάλωσι τὰ πρόστιμα, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν ὁποίων διατελοῦντες ἠναγκάσθησαν ν’ ἀπευθυνθῶσι σήμερον πρὸς τὴν Βουλήν, ἡ δὲ ἑτέρα ὄψις εἶναι ἡ σχετιζομένη πρὸς τὰς ἐνεργείας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καί τινος τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην ὄψιν, καὶ τότε ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, καὶ ἤδη, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Δραγούμη καὶ τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ ἄρσις τοῦ προστίμου, ἢ ἡ ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον τροποποίησις τοῦ νόμου, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου. Ἐν τούτοις ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, ἀπαντῶν ἀκριβῶς εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι, ἀφοῦ τὸ πρόστιμον τὸ ἐπιβαλλόμενον δὲν ὑπάγεται εἰς τὸν Ἔλεγχον, δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ἀλλ’ εἶναι μέσον ἐκβιάσεως πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἐκ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ὑποχρεώσεων τῶν πολιτῶν, δύναται νὰ ἀρθῇ. Ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ ἁβρότης πρὸς τὸν Ἔλεγχον ὑπαγορεύει νὰ μὴ ἀπαλλάξωμεν τοὺς ἐμπόρους τοῦ προστίμου. Ἀφοῦ ὅμως δὲν διατελοῦμεν ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ Ἐλέγχου, ὡς πρὸς τοῦτο, δὲν βλέπω διατὶ νὰ ὑποβάλωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἑκουσίως εἰς αὐτήν. Διότι εἶναι τὸ ἴδιον, ὡς νὰ εἴπῃ τις, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἐλέγχου δύνανται νὰ ὑποχρεώσωσιν ἡμᾶς νὰ ἐπιβάλωμεν ποικίλας ποινὰς πειθαρχικὰς εἰς δικαστικοὺς ἢ διοικητικοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐφήρμοσαν τὸν περὶ χαρτοσήμου νόμον. Καὶ εἶναι ὁμοία περίστασις αὕτη, ὡς ἡ σημερινή, διαφεύγουσα τὰ ὅρια τοῦ Ἐλέγχου. Ἀπὸ δὲ τῆς ἄλλης ἀπόψεως δέον νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν εἶναι ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας καὶ πέρυσι καὶ ἐφέτος προσεκόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ὁ πράγματι καταγγείλας τὴν παράβασιν ταύτην δὲν εἶναι ἰδιώτης, ἀλλ’ ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τότε βεβαίως ἔχομεν καὶ ἄλλην παράβασιν τοῦ νόμου, ἔμμεσον καταστρατήγησιν αὐτοῦ, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Δημοσίου. Διότι, ὡς γινώσκετε, Κύριοι, κατὰ τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, μόνον εἰς τὸν καταγγείλαντα ἰδιώτην ἐπιτρέπεται ἡ ἀπόληψις τοῦ ἡμίσεος τοῦ προστίμου. Ὁ δημόσιος ὑπάλληλος εἶναι ἐκ τῶν καθηκόντων του ὑποχρεωμένος νὰ καταγγέλλῃ εἰς τὰς ἀρχὰς τὴν παράβασιν δι’ ἐκθέσεως, τὸ πρόστιμον δὲ τότε εἰσάγεται εἰς τὸ ταμεῖον, χωρὶς ὁ ὑπάλληλος νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἀπολήψεως τοῦ ἡμίσεος. Ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι εἶναι ἀληθεῖς αἱ πληροφορίαι, αἵτινες προσεκομίσθησαν ἐνταῦθα, ὅτι δημόσιος ὑπάλληλος ἐνέχεται εἰς τοιαύτην πρᾶξιν πρὸς καταδολίευσιν τοῦ νόμου, κρυβεὶς ὄπισθεν ἰδιώτου, νομίζω ὅτι πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταγείνῃ, ὅπως ἀνακαλύψῃ τὸν τοιοῦτον ὑπάλληλον, τὸν τοιαῦτα τολμήσαντα, καὶ κολάσῃ αὐτόν. Τὰ ὀλίγα ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ σαφῶς, ἂν φρονεῖ, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλλάξωμεν τοῦ προστίμου τοὺς ἐμπόρους.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§66Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§67Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, κύριοι Βουλευταὶ, κατόπιν μεγάλου ἀριθμοῦ ἐπιστολῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον, καὶ διαφόρων σχετικῶν παραπόνων, εἶχον λάβει τὸν λόγον μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαμῶν συναδέλφου κ. Περρωτοῦ. Τότε δὲ ὁ τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἐπιφανὴς ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις μου τὰς δικαίας. Καὶ ὄντως μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπέδειξα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰ ὀνόματα τῶν παραπονουμένων, ἐκάλεσε δ’ οὗτος τότε τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, καὶ τῷ συνέστησεν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, ἐπιεικῶς νὰ κρίνῃ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου, διότι σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο νὰ περιορισθῇ ἡ χαρτοσήμανσις ἀκριβῶς εἰς τοὺς καθαρῶς ἐμπόρους· καὶ πραγματικῶς ἀπήλλαξε πολλοὺς τῶν καταγγελθέντων. Παρετήρησα ὅμως, ὅτι κατ’ αὐτὰς ἡ ἐπιείκεια αὕτη, ἢ μᾶλλον ἡ καλὴ αὕτη ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου δὲν ἐξηκολούθησεν ἐφαρμοζομένη. Ὡς ἐκ τούτου ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα παρακαλέσω καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες ἐπὶ τοῦ ζητήματος ὡμίλησαν, τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐφαρμόσῃ τοὐλάχιστον τὸ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐφαρμοσθὲν σύστημα, διότι φρονῶ, ὅτι οὔτε τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἦτο τοιοῦτον, ὥστε καὶ οἱ πλανόδιοι ἀκόμη νὰ ἦναι ὑπόχρεοι νὰ τηρῶσι τὴν χαρτοσήμανσιν τῶν βιβλίων των, οὔτε καὶ λογικῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο.
§68Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐκ τῶν γενομένων παραπόνων τῶν ἐμπόρων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἄλλα μὲν ἀφορῶσιν εἰς τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, ἄλλα δὲ εἰς τὸ τί δεῖ γενέσθαι εἰς τὸ μέλλον. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, ὑποθέτω ὅτι συζήτησις ἐγένετο χωρὶς νὰ ἔχωμεν λάβει ὑπ’ ὄψιν τοὺς κειμένους νόμους, ἀφ’ ἑνὸς τὸν ἐμπορικὸν νόμον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου. Διότι, ἐὰν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τόν τε ἐμπορικὸν νόμον καὶ τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, βεβαίως θὰ ἐβλέπομεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ φορολογικοῦ νόμου ἢ ὡς αὕτη ἐφηρμόσθη, καὶ ὁ φορολογικὸς νόμος, ὡς τοιοῦτος, εἶναι πάντοτε ἀνεπιεικής, διότι ἐφαρμόζεται αὐστηρῶς. Δυστυχῶς, κατὰ τὸ κείμενον τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, ἔμποροι εἶναι πάντες σχεδὸν οἱ μετερχόμενοι τὴν ἐμπορίαν, καὶ οἱ μικρέμποροι καὶ πᾶς μετερχόμενος οἱανδήποτε ἐμπορίαν. Εἶναι τόσον στενὰ τὰ ὅρια τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ αὐτά· διὰ τοῦτο πάντες οἱ ἐμπορευόμενοι, κατὰ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, ὀφείλουσι νὰ τηρῶσι τὰ ἐμπορικὰ ταῦτα βιβλία.
§69ΒΟΖΙΚΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ ἄρθρον;
§70ΤΣΑΤΣΟΣ. Τοῦ μὲν ἐμπορικοῦ νόμου εἶναι τὸ ἄρθρον 1, τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἔμποροι εἶναι ὅσοι μετέρχονται πράξεις ἐμπορικὰς καὶ σύνηθες ἐπάγγελμα ἔχουν τὴν ἐμπορίαν».
§71ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ ποῖον πρᾶγμα εἶναι ἡ ἐμπορία; (Διάλογοι).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
§73ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἰς τὸν περὶ ἁρμοδιότητος τῶν Ἐμποροδικείων νόμον θὰ εὕρητε ποῖαι πράξεις εἶναι ἐμπορικαί.
§74ΤΣΑΤΣΟΣ. Λοιπὸν ἀκριβῶς, ἐὰν μὲν θελήσητε νὰ μὴ χαρακτηρίζωνται ὡς ἔμποροι πάντες οἱ μετερχόμενοι κερδοσκοπικόν τι ἔργον, ἵνα ἀπαλλάξητε αὐτοὺς τῆς φορολογίας, θὰ στερήσητε αὐτοὺς ἄλλου εὐεργετήματος μεγάλου, τῆς ἐγγυήσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν δύναται πᾶς ἔμπορος νὰ ἔχῃ, ἰδίως ὁ μικρέμπορος, κατορθώνων νὰ ἔχῃ πιστώσεις διὰ τὴν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου διὰ τῆς προσωπικῆς ἐγγυήσεώς του, ὑποβαλλόμενος διὰ τὰ ἐμπορικά του χρέη εἰς προσωπικὴν κράτησιν καὶ ἀπολαύων καὶ πολλῶν ἄλλων εὐεργετημάτων τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου· ἐὰν δὲ χαρακτηρισθῶσιν οἱ μικρέμποροι ὡς μὴ ἔμποροι, χάνουσιν, ἐπὶ βλάβῃ των, ὅλα αὐτὰ τὰ εὐεργετήματα. Λοιπὸν τὰ μὲν γενόμενα φρονῶ, ὅτι καλῶς ἐγένοντο, δυνάμεθα δὲ ἐπὶ πολὺ ἐδῶ νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἐπιεικείας, εἰς οὐδὲν ἄλλο ὅμως δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν ἢ νὰ παρακαλέσωμεν διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἵνα, εἰ δυνατόν, οὐχὶ αὐστηρῶς ἀποφαίνηται ἐπὶ τῶν τοιούτων ὑποθέσεων. Φρονῶ ὅμως, ὅτι τὸ κακὸν δὲν δύναται νὰ διορθωθῇ οὔτε διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου· καὶ ἡ μεταβολὴ αὕτη, ἵνα γείνῃ εὐεργετικὴ ἀκριβῶς εἰς τοὺς ἐμπόρους, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ οὕτω πως· νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατατάσσονται εἰς μικρὰν ὡρισμένην φορολογικὴν κλίμακα, νὰ μὴ ἦναι ὑπόχρεοι νὰ τηρῶσιν ἐμπορικὰ βιβλία, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ μὴ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν χαρτοσήμανσιν τῶν βιβλίων των.
§75ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, τὸ ἄρθρον 8.
§76ΤΣΑΤΣΟΣ. Πᾶς ἔμπορος, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότιμος πολιτευτὴς, εἶναι ὑπόχρεως νὰ τηρῇ ἐμπορικὰ βιβλία δυνάμει τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου.
§77ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 8.
§78ΤΣΑΤΣΟΣ. (ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 8. «Πᾶς ἔμπορος ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἓν βιβλίον, ὀνομαζόμενον ἡμερολόγιον κλπ.» Ἄρθρον 9. «Χρεωστεῖ νὰ κάμνῃ κατ’ ἔτος ἰδιόγραφον ἀπογραφὴν κλπ. εἰς εἰδικὸν ἐπὶ τούτῳ βιβλίον». Ὥστε πᾶς ἔμπορος εἶναι ὑπόχρεως νὰ τηρῇ ἐμπορικὰ βιβλία. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γείνῃ, εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, ὡς εἶπον, καὶ λαμβανομένης ὡς βάσεως τῆς φορολογικῆς κλίμακος τοῦ ἐπιτηδεύματος, νὰ μὴ ἦναι ὑπόχρεοι νὰ τηρῶσιν ἐμπορικὰ βιβλία οἱ πληρώνοντες ὡρισμένον μικρὸν ἐπιτήδευμα.
§79Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἑξῆς ἀρχῆς. Πρόκειται περὶ τῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα οἱ ἔμποροι ὀφείλουσι νὰ τηρῶσι. Τὰ βιβλία ταῦτα χρησιμεύουσιν ὄχι πρὸς ἄλλον σκοπὸν, εἰμὴ ὅπως καταστήσωσιν εὐκολωτέραν τὴν ἀπόδειξιν τῶν πράξεων τῶν ἐμπόρων. Ὁ ἐμπορικὸς νόμος, ἐπιβάλλων τὴν τήρησιν τοιούτων βιβλίων, παρεῖχε καὶ παρέχει ἓν μέσον ἀποδείξεως τοιοῦτον, ὁποῖον δὲν παρέχει εἰς τοὺς μὴ ἐμπόρους. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθὴς σκοπὸς τῆς διατάξεως τοῦ σχετικοῦ νόμου. Εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐν τῇ ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεκράτει ὑπερβολικὸν ταμιευτικὸν πνεῦμα, ἐφηρμόσαμεν ἄνευ πολλῆς μελέτης τὸν ταμιευτικὸν τοῦτον σκοπὸν, καὶ ἐνομοθετήσαμεν τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου χαρτοσήμου διὰ τῆς ὑποχρεωτικῆς χαρτοσημάνσεως τῶν ἐμπορικῶν αὐτῶν βιβλίων. Καὶ ἐὰν μὲν περιωριζόμεθα εἰς αὐτὸ, ἴσως θὰ ἐδικαιολογεῖτο ὁ ταμιευτικὸς σκοπός· ἀλλὰ δὲν περιωρίσθημεν εἰς τοῦτο, ἐπεξετείναμεν τὸν ταμιευτικὸν ἡμῶν σκοπὸν καὶ εἰς τὴν ἐπιβολὴν προστίμων δρακοντείων, διότι δρακόντεια εἶναι τὰ πρόστιμα, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς ποσὸν ἴσον μὲ τὸ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, τὸ ὁποῖον πληρώνουν οἱ ἔμποροι. Πρέπει ἑπομένως νὰ διακρίνωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν σκοπὸν τὸν φορολογικὸν, τὸν ταμιευτικόν, ἀπὸ τὸν σκοπὸν τὸν καθαρῶς ἐμπορικόν, τῆς κρατήσεως τῶν βιβλίων· ὁ σκοπὸς ὁ ἐμπορικὸς δὲν πρέπει νὰ σχετισθῇ μὲ τὸν σκοπὸν τὸν φορολογικόν. Τὸ γράμμα τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου δυστυχῶς ἴσως παρεμποδίζει τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν, διότι ἐπιβάλλει τὸν φόρον ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ μᾶς δεσμεύῃ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου· διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὡς παρεδέχθημεν, καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν κατὰ γράμμα ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἄτοπον, ὅπως ἐφαρμόσωμεν τὸν παραλογώτερον τῶν νόμων, διότι δὲν ἐπιβάλλει τὸ πρόστιμον μόνον ἐπὶ τῶν ἐμπόρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν χαρτοσημαίνουν τὰ βιβλία αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ ἐπιβάλλει καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν συντάσσουν τοιαῦτα ἐν πλήρει τάξει καὶ ἀκριβείᾳ. Τὸ ἄρθρον 39 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου λέγει: «Ἐπὶ τῶν βιβλίων καὶ τῶν καταστίχων, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ ἄρθρον 19, τὸ τέλος καταβάλλεται παρὰ τῷ γραμματεῖ τοῦ Πρωτοδικείου κλπ., ἐπιτιθεμένου ἐπὶ τῆς τελευταίας σελίδος κινητοῦ ἐπισήματος παρὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ δικαστοῦ.» Τὸ ἄρθρον 19 λέγει: «Τὰ κατάστιχα... ἤτοι τὸ ἡμερολόγιον, τὸ καθολικὸν κλπ., ὑπόκεινται εἰς τέλος λεπτῶν 10 κατὰ πᾶν ἀκέραιον φύλλον τεσσάρων σελίδων, μὴ ὑπερβαῖνον τὸ διπλάσιον τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου, εἰς τέλος δὲ λεπτῶν 20 διὰ πᾶν μεῖζον φύλλον.» Τοῦτο ἀντικατέστη, διότι διὰ τοῦ νόμου ΒΡΙΒʹ τοῦ 1892 ηὐξήθη ὁ φόρος τῶν 10 λεπτῶν εἰς 20, καὶ ὁ τῶν 20 εἰς 40.
§80ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι διάταξις τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου.
§81Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου. Συνδυαζόμεναι αἱ διατάξεις αὗται, καθιστῶσι τὸν φόρον καθ’ ὑπερβολὴν αὐστηρὸν μέχρι παραλογισμοῦ· διότι, ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι πᾶς, ὅστις ἀγοράζει ἢ πωλεῖ ἐμπορεύματα πρὸς κερδοσκοπίαν, δέον νὰ τηρῇ τὰ ὑπὸ τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου ἀπαιτούμενα βιβλία, βεβαίως φαίνεται ὁ νόμος μέχρι παραλογισμοῦ αὐστηρός. Νομίζω ὅτι, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὸν σκοπὸν ἀκριβῶς τοῦ νόμου, τοῦ ἀπαιτοῦντος νὰ φορολογηθῇ ὁ ἔμπορος ἐκεῖνος, ὅστις δύναται νὰ κρατήσῃ τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ ἐμπορικὸς νόμος, δηλαδὴ τὸ ἡμερολόγιον καὶ τὸ βιβλίον τῶν ἀπογραφῶν, δυνάμεθα δι’ ἑρμηνείας ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀκριβεστέρας καὶ ἐπιεικεστέρας νὰ ἐπιτύχωμεν μίαν διόρθωσιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος. Διὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι συνέστησε τοῦτο εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὅτι συνέταξε καὶ ἐγκύκλιον ἑρμηνευτικήν, ἀλλ’ ὅτι εὗρεν ἀντίθεσιν παρὰ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου.
§82ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εἶπεν, ὅτι ἀπαιτεῖται νόμος.
§83Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιείκεια τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς νομικοὺς συμβούλους, διότι δὲν ἐπρόκειτο νὰ τροποποιήσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, δὲν ἐπρόκειτο διὰ τῆς ἐγκυκλίου νὰ ἑρμηνευθῇ τίνες εἶναι οἱ ἔμποροι ἐκεῖνοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται πράγματι καὶ κατὰ θετικὸν τρόπον νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ περὶ χαρτοσήμου νόμος. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ περὶ χαρτοσήμου νόμος ἐπὶ τῶν ἐμπόρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν νὰ κρατήσωσι τὰ βιβλία αὐτά. Τοῦτο εἶναι τόσον ἁπλοῦν, τόσον λογικόν, ὥστε βεβαίως μᾶς γεννᾷ δυσπιστίαν περὶ τῆς ἐπιεικοῦς ἑρμηνείας τοῦ νόμου παρὰ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ μᾶς γεννᾷ δυσπιστίαν περὶ τῆς ἀντιλήψεως παρὰ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τῶν ἐπιεικῶν διαθέσεων τοῦ τε τέως καὶ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω, ὅτι ὤφειλεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναπτύξῃ περισσότερον τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, οὐχὶ ὡς Ὑπουργοῦ ταμιευτικοῦ, ἀλλ’ ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ πεισθῇ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὅπως ἀποφύγῃ τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται· διότι βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ φορολογηθῶσι μόνον οἱ ἔμποροι ἐκεῖνοι, οἵτινες δύνανται νὰ κρατῶσι τὰ βιβλία ταῦτα, δὲν θὰ εἴχομεν τὴν ἐξέγερσιν, τὴν ὁποίαν βλέπομεν σήμερον καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ταῖς πλείσταις τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος· δὲν θὰ ἐβλέπομεν 4,000 ἐμπόρους ἐν Ἀθήναις, ἢ μᾶλλον 6,000, καταγγελλομένους ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου τούτου. Βεβαίως ἐν Ἀθήναις δὲν ὑπάρχουσι 4,000 ἔμποροι, δυνάμενοι νὰ κρατήσωσι τὰ κατάστιχα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ ἐμπορικὸς νόμος. Ἕπεται ἑπομένως, ὅτι καταδιώκονται ἔμποροι κυρίως μὴ δυνάμενοι νὰ κρατήσωσι κατάστιχα, καὶ οἱ ὁποῖοι καταδιώκονται ἄνευ ἐξετάσεως ἀπὸ μέρους ἐπιτροπῆς, ἢ ἀπὸ μέρους ἄλλης ἀρχῆς. Ταῦτα δύνανται νὰ προληφθῶσιν, ἂν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς πείσῃ τοὺς νομικοὺς συμβούλους, ὅτι ἔχουσιν ἄδικον, ἐπιμένοντες εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τούτων. Δεύτερον, τὸ καί, κατ’ ἐμέ, θετικώτερον καὶ ἁπλούστερον, εἶναι ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Βεβαίως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διεξαγωγῆς τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου παρουσιάζονται δυσκολίαι τυπικαὶ — ἃς μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ τὰς ὀνομάσω οὕτω — τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Συμβουλίου τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου· ὀνομάζω δὲ τὰς δυσκολίας τυπικάς, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν συγκατάθεσιν αὐτοῦ εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου τούτου, ὁ ὁποῖος ἐλάχιστα φέρει ἔσοδα χαρτοσήμου, ὠφελοῦντα ἐν μέρει τοὺς δανειστὰς καὶ ἐν μέρει τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, μεγίστας δὲ δυσκολίας φέρει εἰς τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον εἶναι μία ἐκ τῶν κυριωτέρων πηγῶν πλούτου παντὸς ἔθνους, τὴν ὁποίαν πλειότερον ἴσως, ἤ, ἂν οὐχὶ πλειότερον, τοὐλάχιστον ὅσον καὶ ἡμεῖς, αἰσθάνονται τὰ μέλη τοῦ Διεθνοῦς Συμβουλίου, καὶ καθῆκον καὶ εὐχαρίστησιν ἔχουσι νὰ ὑποστηρίξωσιν ἐν Ἑλλάδι. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ μᾶς δυσχεράνῃ τὸ ἔργον, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀποδυσπετῇ ἡ δυσκολία ἡ τυπικὴ, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀπαντηθῇ εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου τούτου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ἀμέσως μὲν νὰ πράξωμεν τοῦτο διὰ τῆς ἀμέσου ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ὅπως ἐφαρμόζηται εἰς τοὺς ἐμπόρους ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ἀπωτέρω δὲ, καὶ οὐχὶ πολὺ ἀπωτέρω, δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τελειότερα ἀποτελέσματα διὰ τῆς τροποποιήσεως τῆς διατάξεως ταύτης νομοθετικῶς, ἀποκτῶντες τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Συμβουλίου τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου. Καὶ ὡς ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν, καὶ σήμερον δύναμαι νὰ ἐκφράσω τὴν πεποίθησίν μου, πεποίθησιν βασιζομένην εἰς ἀνταλλαγὴν ἰδεῶν, τὴν ὁποίαν ἔτυχε πολλάκις νὰ κάμω πρὸς μέλη τοῦ Συμβουλίου τούτου, ὅτι θετική τις δυσκολία δὲν θὰ ἀπαντηθῇ εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου, διότι ἡ τροποποίησης αὕτη συντελεῖ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων ὄχι μόνον τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν δανειστῶν.
§84Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§85Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ προκειμένη συζήτησις δὲν πρέπει νὰ περατωθῇ, χωρὶς νὰ ἀπολήξωμεν εἰς ἕν συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ν’ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ἀναφορᾶς, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ προκειμένη συζήτησις. Οἱ ἀναφερόμενοι ζητοῦσι παρὰ τῆς Βουλῆς προστασίαν, ἐπιείκειαν κατὰ καταδιώξεως, ἡ ὁποία γίνεται διὰ παράβασιν τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οἱ λαβόντες τὸν λόγον συνάδελφοι βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ἀπαλλάξωσιν ἀπὸ τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νομίμως ὑποβάλλονται εἰς αὐτόν. Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, προκειμένου νὰ καταδιώκωνται σήμερον οἱ ὀφειλέται ὄχι μόνον διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τέλους, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ πρόστιμον, τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθη εἰς αὐτοὺς, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ἐπὶ τούτου νὰ συζητήσωμεν. Δὲν παραδέχομαι τὴν γνώμην, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ πρόστιμον, διότι τὸ πρόστιμον εἶναι ἡ ἀπειλὴ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου. Νομίζω ὅμως, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀπαλλάξωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται μέχρι τοῦδε ὡς παραβάντες τὸν νόμον, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξετέλεσε τὸν νόμον, παρὰ μόνον αἰτήσει τοῦ Ἐλέγχου, ἤτοι κατὰ τὸ 1898· ὥστε εἶναι πολὺ ἄδικον νὰ ἐπιβληθῇ πρόστιμον τοσοῦτον αὐστηρὸν εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καθυστέρησαν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον ἑαυτοὺς μὴ ὑποχρέους εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ἐκείνου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, κατ’ οὐσίαν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ ἀρχαί, τὰς ὁποίας ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐξέθηκε· δύναται δὲ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ μὴ συμμορφωθέντες πρὸς τὸν νόμον μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899 ἀπαλλάσσονται τοῦ προστίμου.
§86Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§87Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ὁ κύριος πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκομικῶν κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ὁ νόμος ἐφαρμοσθῇ μετ’ ἐπιεικείας. Ἀλλ’ οἱ κύριοι νομικοὶ σύμβουλοι ἡρμήνευσαν τὸ ἄρθρον 19 λίαν περιωρισμένως. Τὸ ἄρθρον ὁρίζει δύο βιβλία πρὸς φορολογίαν, τὸ βιβλίον τοῦ ἡμερολογίου καὶ τὸ τῆς ἀπογραφῆς. Ἀλλ’ οἱ ἔμποροι ἔχουσι τρία βιβλία, τὸ ἡμερολόγιον, τὸ καθολικὸν καὶ τὸ τῶν ἀπογραφῶν. Ἀλλ’ εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Θεσσαλίας πολλοὶ ἔμποροι ἐξ ἀγνοίας, ἀντὶ νὰ χαρτοσημάνωσι τὸ ἡμερολόγιον, ἐχαρτοσήμαναν τὸ καθολικόν. Οὕτω δὲ οὗτοι ἐπλήρωσαν τὸν φόρον τῶν δύο βιβλίων, ἀδιάφορον ἂν κατὰ λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνέχεται ἐν μέρει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ὡς μὴ φροντίσασα νὰ ἐκδώσῃ σαφεῖς ὁδηγίας καὶ ἐγκυκλίους, ὡς τοῦτο γίνεται πρὸ πάσης ἐφαρμογῆς οἱουδήποτε νέου νόμου, εἰς τὰ βιβλία περιέχεται τὸ καθολικὸν ἀντὶ τοῦ ἡμερολογίου. Τὸ Δημόσιον δὲν ὑπέστη καμμίαν ὡς ἐκ τούτου ζημίαν. Καὶ ἐν τούτοις ὁ κύριος νομικὸς σύμβουλος κατεδίκασε τοὺς ἐμπόρους τούτους παρὰ τὴν λογικήν, παρὰ τὸ δίκαιον. Κατὰ τῶν τοιούτων τοῦ νομικοῦ συμβούλου ἀποφάσεων διαμαρτυρόμεθα, καὶ παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ δεχθῇ τὴν καταδίκην πολιτῶν παρὰ τὸν νόμον καὶ παρὰ τὸ δίκαιον.
§88Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα ἁπλούστατα δύναται νὰ καθορισθῇ, διότι οἱ νόμοι οἱ φορολογικοὶ δὲν δύνανται νὰ πλάσσωσι φορολογικὴν ὕλην, ἀλλὰ φορολογοῦσι τὴν ὑπάρχουσαν. Ὁ νόμος τοῦ 1892 ἐπρόκειτο νὰ φορολογήσῃ τὰ βιβλία τὰ συντασσόμενα ὑπὸ τῶν ἐμπόρων· ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ ὁ φορολογῶν νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἔμπορον: «σὲ παραγγέλλω νὰ ἔχῃς βιβλία διὰ νὰ τὰ φορολογήσω»· διότι, ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι διὰ τῶν νόμων δυνάμεθα νὰ πλάσωμεν ὕλην φορολογήσιμον, δὲν ἠξεύρω ποῦ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν· δυνάμεθα νὰ ὑποχρεώσωμεν πάντα Ἕλληνα νὰ φέρῃ κἄτι τι ἐπάνω του, καὶ τοῦτο νὰ χαρτοσημάνωμεν. Δυνάμεθα νὰ φορολογήσωμεν τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα ὁ ἐμπορικὸς νόμος ἐπιτάσσει εἰς τὸν ἔμπορον νὰ ἔχῃ, ἵνα προσπορίζηται τὰ ἐκ τούτων πλεονεκτήματα τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκ τοῦ νόμου ὑπόχρεως πᾶς τις νὰ κρατῇ βιβλία· τοῦτο δ’ εἶναι καὶ λογικόν. Τὸ λογικὸν δηλ. εἶναι, ὁ ἔμπορος, ὁ κρατῶν βιβλία, νὰ χαρτοσημάνῃ αὐτά, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὁ μὴ κρατῶν. Ἡ ἐπιεικὴς ἐφαρμογή, τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις ὅμως ἀπαντᾷ δυσκολίας ἐκ μέρους τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἐφαρμοζομένη ἑκάστοτε ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης περιπτώσεως, δύναται νὰ γείνῃ ἀφορμὴ πολιτικῶν πιέσεων.
§89Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐκίνησε τὸ ζήτημα σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι ὁ ἰσχύων περὶ χαρτοσήμου νόμος τοῦ 1892. Κατὰ τὸ ἄρθρον 54 αὐτοῦ, τὸ τροποποιοῦν τὸν προγενέστερον νόμον, «ὁ ἔμπορος ὁ μὴ τηρῶν τὸ ἡμερολόγιον καὶ τὸ βιβλίον τῶν ἀπογραφῶν, ἢ τηρῶν ταῦτα ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 19 καὶ τοῦ ἐδαφ. αʹ τοῦ ἄρθρου 39, ὑποβάλλεται εἰς πρόστιμον ἴσον πρὸς τὸν τοῦ ἐπιτηδεύματός του φόρον... Ἐὰν δὲ δὲν ἦναι τυχὸν ἐγγεγραμμένος... ὑποβάλλεται εἰς πρόστιμον δραχμῶν πεντακοσίων». Αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἐφαρμοσθὲν ἐπέφερε τρικυμίας εἰς τὰς ἐμπορικὰς ἀγορὰς, διότι διὰ πρωτοκόλλων ἐπὶ παραβάσει αὐτοῦ ἐφορολογήθησαν οὐ μόνον οἱ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νὰ τηρῶσι τὰ ἀπαιτούμενα βιβλία, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, εἰς οὓς ἦτο ἀδύνατον νὰ τηρῶσι τοιαῦτα, ὡς π.χ. οἱ καφεπῶλαι, οἱ λαχανοπῶλαι, οἱ ξενοδόχοι, καὶ ἄλλοι τοιούτου εἴδους ἐπαγγελματίαι, οἱ ὁποῖοι, καίτοι ἔμποροι, καὶ ἂν θελήσωσι, δὲν δύνανται νὰ τηρῶσι βιβλία, ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τῶν ἐργασιῶν των. Ἡ αὐστηρότης αὕτη τοῦ νόμου δὲν δύναται νὰ μετριασθῇ παρὰ διὰ μεταρρυθμίσεώς τινος· ἀλλὰ νὰ μεταρρυθμισθῇ ὁ ἐμπορικὸς νόμος, ὡς πρὸς τὸν ὁρισμὸν τοῦ ἐμπόρου, εἶναι ἀδύνατον. Δέον λοιπὸν νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου κατὰ δυνατὸν τρόπον, κατ’ ἐμὲ, ὥστε ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς ὑποχρεώσεως χαρτοσημασμένων βιβλίων οἱ μὴ δυνάμενοι, ὡς εἴρηται, νὰ τηρῶσιν ἐμπορικὰ βιβλία, ὡς οἱ καφεπῶλαι, οἱ λαχανοπῶλαι, ἢ οἱ καπνοπῶλαι οἱ πωλοῦντες πακέτα, καὶ οἱ λοιποὶ μικρέμποροι. Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ξενοδόχος π.χ. νὰ κρατήσῃ βιβλία ἀπογραφῶν καὶ ἡμερολογίου; Οὕτω λυομένου τοῦ ζητήματος, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἀπαιτεῖ καὶ τὸ δίκαιον καὶ ἡ κοινὴ θέλησις τῶν ἐμπορικῶν ἀγορῶν.
§90ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐζήτησα τὸν λόγον μόνον καὶ μόνον, ἵνα ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς σχετικῶς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐν Ἑπτανήσῳ. Αἱ ποιναὶ, αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἰς τὸν ἐν Ἑπτανήσῳ χαρακτηριζόμενον ὡς ἔμπορον, εἶναι παράνομοι, καὶ ἂν θέλητε, καὶ ἀντισυνταγματικαὶ, διότι οὐδεμία ποινὴ ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ὁρίζοντος αὐτήν. Ἡ ἐφαρμογὴ δὲ τῆς ποινῆς ταύτης εἰς τοὺς μὴ τηροῦντας βιβλία ἐμπορικὰ, εἴτε μικροὺς εἴτε μεγάλους, δὲν ἔχει βάσιν πρὸς ἐπιβολήν· διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 54, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1892, ὁ παραβὰς τὴν διάταξιν ταύτην ὑποβάλλεται εἰς πρόστιμον ἴσον πρὸς τὸν τοῦ ἐπιτηδεύματος φόρον, εἰς ὃν ὑπεβλήθη κατὰ τὸν τελευταῖον ὁριστικὸν φορολογικὸν κατάλογον· ἂν δὲ δὲν ἦναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν κατάλογον, ὑποβάλλεται εἰς πρόστιμον μέχρι δραχμῶν 500. Ἐπὶ ὅλων τῶν ἐφέσεων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον κατ’ ἀποφάσεων ταμιῶν, ἐκτελούντων χρέη οἰκονομικῶν ἐφόρων ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐφέρετο ἡ ἔνστασις, ὅτι ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν ὑπάρχουσι κατάλογοι ἐπιτηδευματιῶν, διότι δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος ὁ περὶ ἐπιτηδευμάτων. Δὲν ἠμπορεῖ λοιπὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ προϋπόθεσις τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἂν ὁ ἐπιτηδευματίας δὲν ἦναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν κατάλογον τὸν φορολογικόν, τότε ἐπιβάλλεται πρόστιμον μέχρι δραχμῶν πεντακοσίων. Ἀλλὰ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον διαρκῶς ἀπέρριψε τὴν ἔνστασιν ταύτην, στηριζόμενον δὲ εἰς τὸ ὅτι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ καταλόγῳ οἱ ἐν λόγῳ ἔμποροι, ἐπιβάλλει πρόστιμον μέχρι δραχμῶν 500. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι μία ἐξ ἀναλογίας ἐφαρμογὴ, ἥτις ἐπὶ ποινικῶν διατάξεων δὲν ἐπιτρέπεται. Καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη προσφυγὴ κατὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου...
§91Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰσεπράχθησαν τοιαῦτα;
§92Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαίως. Καὶ εἰσπράττονται καθ’ ἑκάστην.
§93Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Actio indebiti.
§94Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ, κύριοι Βουλευταὶ, ἐζήτησα νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ ὑποδείξω τὸ παράνομον· διότι καὶ πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν εἶχον κάμει παραστάσεις περὶ τούτου, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει καμμίαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἐν τούτοις σήμερον ἐπιβάλλονται ποιναὶ καὶ εἰσπράττονται πρόστιμα, κατ’ ἐμὲ παρανόμως καὶ ἀντισυνταγματικῶς.
§95ΦΩΝΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
§96Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§97Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἤμην, ὁμολογῶ, εὐτυχὴς, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸν νόμον τοῦτον ὄχι μόνον ἐγὼ αὐτὸς ἠθέλησα νὰ ἐξετάσω ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις, ὅπως προσπαθήσω νὰ εὕρω ἐπιχειρήματα, ἵνα ἦμαι μᾶλλον ἀνεξάρτητος, ἀλλὰ, μὴ ἀρκεσθεὶς εἰς τὰς γνώσεις μου, ἐζήτησα τὴν γνώμην καὶ τῶν μᾶλλον ἐμπείρων περὶ τὰ νομικά. Βεβαιωθῆτε δὲ, ὅτι μέχρι σήμερον δὲν εὗρόν τινα, ὁ ὁποῖος νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι διὰ τῶν λέξεων «τοὺς ὅρους τῶν δημοσίων ἐσόδων», ἃς ἀναφέρει ὁ νόμος περὶ ἐλέγχου ἐν ἄρθρῳ 38, δὲν ἐννοεῖ ὁ νόμος ὅλας ἐκείνας τὰς συνθήκας, διὰ τῶν ὁποίων οἱ νόμοι οὗτοι εἶναι ἐφαρμόσιμοι. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, δὲν εἶσθε σύμφωνοι ὅλοι, ὅτι σήμερον, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, ἡ ποινὴ αὕτη εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν σχετικῶν ὅρων, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζουσι τὸν ἔμπορον νὰ θέσῃ τὸ χαρτόσημον, νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον; Ταύτην τὴν ἑρμηνείαν δυστυχῶς ἐδέχθημεν, ἐδέχθησαν δὲ αὐτὴν μετ’ ἐμοῦ ὅλοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους συνεβουλεύθην μέχρι τοῦδε. Θὰ ἤμην δὲ βεβαίως εὐτυχής, ἐὰν εὕρισκον καὶ ἄλλους ἔχοντας τὴν γνώμην, ἣν ἐξήνεγκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ ἀσπασθῶ αὐτήν.
§98ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω, παρενόησε τὰ λεχθέντα. Ὁ συνάδελφός μου ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς δὲν συνεβούλευσε τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸν νόμον, τὸν περιλαμβάνοντα τὴν διάταξιν τὴν περὶ τοῦ προστίμου, διότι βεβαίως, ἂν τοιοῦτό τι συνεβούλευεν, ἤθελε συμβουλεύσει τὴν κατάργησιν τοῦ ὀργάνου, τοῦ ἐκβιάζοντος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ἤθελε συμβουλεύσει νὰ πράξητέ τι δυσάρεστον εἰς τοὺς ξένους ἐλεγκτὰς, οἵτινες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσωσι νὰ εἰσπράττηται ἀκριβῶς ὁ φόρος ὁ ἐπιβεβλημένος. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὡς καὶ ὁ ἄλλος Βουλευτὴς, ὁ ἐκ Πατρῶν, καὶ ἄλλοι συνεβούλευσαν νὰ εἰσαγάγητε ἐνταῦθα νόμον, ὅστις, ἀποβλέπων εἰς τὸ παρελθὸν, θέλει χαρίσει εἰς τοὺς πταίσαντας τὴν ποινὴν, ἥτις εἶναι ἤδη ἐπιβεβλημένη εἰς αὐτούς. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἐλειτούργησε καὶ ἔφερε τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἐπῆλθον μετὰ τὴν τοιαύτην λειτουργίαν τοῦ νόμου πᾶσα ἀνάμιξις τῶν ξένων εἶναι ἀπαράδεκτος. Πρόκειται τοὺς τιμωρηθέντας νὰ ἀπαλλάξητε τῆς τιμωρίας. Οὐδὲν τὸ παράνομον. Ἐπὶ τούτου λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐδένα ἔχετε ἀνάγκην νὰ συμβουλευθῆτε, ἀλλὰ μόνην τὴν λογικήν. Συμβουλευόμενος τὴν λογικὴν, νομίζω ὅτι θὰ πεισθῆτε, ὅτι οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ἀποτρέψῃ ὑμᾶς ἀπὸ ἐνεργείας τοιαύτης. Καὶ ταῦτα μὲν προκειμένου περὶ τῶν τετελεσμένων, περὶ ὧν ζητεῖται νὰ καταβάλητε ἐνέργειαν, μὴ ἀπαγορευομένην ὑπὸ τῶν συμβάσεων, αἵτινες ἐπέτρεψαν τὴν λειτουργίαν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ μόνον, ὡς προστάτης τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, μήπως ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ δύναται νὰ ὑπάρξῃ τελείως ἐπιεικὴς πρὸς τοὺς ἀδικηθέντας, διότι ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσι δικαιώματα μηνυτῶν, τὸ Κράτος εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ πληρώσῃ τὸ ἥμισυ εἰς τοὺς μηνυτάς, καὶ ἂν χαρίσῃ τὴν ποινὴν, θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ αὐτὸ ἐκ τοῦ ταμείου τὸ ἥμισυ εἰς τοὺς μηνυτάς. Ἐὰν δὲ τὰ ποσὰ ἦναι μεγάλα, ἀναγνωρίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὀφείλει ἐκεῖ νὰ διστάσῃ· ἀλλ’ ὅπου δὲν ὑπάρχει τοιαύτη δυσχέρεια δικαιωμάτων μηνυτῶν, ἐμποδιζόντων τὴν ἀπαλλαγὴν, νομίζω, ὅτι δὲν θέλει ἔχει δυσκολίαν ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς ὑποβολὴν νομοσχεδίου. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτων. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς ἄλλο ζήτημα, διότι ἐν τῇ ἐξακολουθήσει τῆς συζητήσεως νομίζω, ὅτι εὗρον τρόπον εὔκολον νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν λύσιν τῆς δυσχερείας, ἥτις πάντας ἡμᾶς στενοχωρεῖ, τοῦτο δὲ καὶ ἄνευ ἀνάγκης νὰ μεταβάλωμεν τὸν νόμον, καὶ ἄνευ κινδύνου νὰ προσκρούσωμεν εἰς τὸν Διεθνῆ Ἔλεγχον. Συζητῶν τὸ ζήτημα ἐνταῦθα, προσέκρουσα ἀκριβῶς εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Γερμανικοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, ἥτις βεβαίως λύει τὸ ζήτημα, καὶ ἐὰν θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, περιλαμβάνον διατάξεις ὁμοίας πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Γερμανικοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, τὸ ζήτημα λύεται ἀμέσως. Διότι βλέπω, ὅτι κατὰ τὸν νόμον τὸν Γερμανικὸν, τὸν ψηφισθέντα ἐν ἔτει 1870, οἱ ἔμποροι διακρίνονται εἰς ἐμπόρους ὑποχρεουμένους νὰ τηρῶσι πάσας τὰς διατάξεις, πάσας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ἐπιβαλλομένας αὐτοῖς ὑπὸ τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, ὡς παρ’ ἡμῖν, καὶ εἰς ἐμπόρους μὴ ὑποχρεουμένους νὰ τηρῶσι τὰς διατάξεις ταύτας. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ κείμενον τοῦ νόμου ἐν τῷ 10 ἄρθρῳ αὐτοῦ, διακρῖνον εἰς τοὺς ἐμπόρους τοὺς ὑποβαλλομένους εἰς πάσας τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου τὰς ὑποχρεώσεις, καὶ εἰς τοὺς ἀπαλλασσομένους τινῶν τῶν ὑποχρεώσεων τούτων καὶ εἰδικώτερον τῆς τηρήσεως ἐμπορικῶν βιβλίων, οἷον ἀγωγεῖς, μεταπράτας, χειροτέχνας, ῥωποπώλας κλπ.» Ἐὰν θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κυρίου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, τότε βεβαίως θὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, ὅπερ στενοχωρεῖ ἡμᾶς καὶ ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν καὶ ἀπέναντι τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἔρχεται ἤδη τὸ ζήτημα, περὶ οὗ θέλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, τὸ ζήτημα τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰ τῶν μηνύσεων. Ἀδίκως κατηγορεῖται ὁ νομοθέτης τοῦ 1887, ὅτι εἰσήγαγε τὴν διάταξιν ταύτην εἰς τὴν νομοθεσίαν, διότι ἡ διάταξις περὶ μηνύσεων ὑπάρχει ἀπὸ τοῦ 1836, καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἡ ἐν τῷ νέῳ νόμῳ εἶναι ἀντιγραφὴ ἀπὸ τῆς τοῦ νόμου τοῦ 1836, μετὰ μιᾶς βελτιώσεως, ταύτης, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1836 δὲν ἐλέγετο, ὅτι τὸ ἥμισυ τῆς ποινῆς εἰσπράττεται ὑπὸ τοῦ μηνυτοῦ μετὰ τὴν εἴσπραξιν τῆς ποινῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἡ διάταξις τοῦ 1887 περιέλαβε τὴν διάκρισιν ταύτην. Ἐν νόμῳ περὶ χαρτοσήμου, ἂν ἡ τοιαύτη διάταξις ἦναι δυνατὸν νὰ ἦναι χρήσιμος, θέλομεν πεισθῆ ἐκ τοῦ ὅτι ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου μέχρι τοῦ τελευταίου τούτου χρόνου, καθ’ ὃν ἐνεφανίσθη ὁ κ. Παναγάκος, τοιαύτη τις ζημία ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου ταύτης δὲν ἐγεννήθη, διότι ἡ ποινὴ δὲν ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ κινηθῇ τὸ συμφέρον πρὸς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις· βεβαίως ὅμως, ὅταν ἡ ποινὴ διὰ παράλειψιν τῆς χαρτοσημάνσεως τῶν βιβλίων γίνηται ἴση πρὸς τὸ ἀντίτιμον τοῦ φόρου τοῦ ἐτησίου ἐπιτηδεύματος, τότε κινεῖται τὸ τοιοῦτον ἐνδιαφέρον. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ πράξωσι δύο τινά· πρῶτον, νὰ προκαλέσωσι διὰ νόμου τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν προστίμων, ἐφ’ ὅσον δὲν προσκρούομεν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου θησαυροῦ· δεύτερον, νομίζω ὅτι ἐνδείκνυται ἡ ταχίστη εἰσαγωγὴ νομοσχεδίου, κατ’ ἀντιγραφὴν τοῦ Γερμανικοῦ νόμου, ὅπερ θέλει διακρίνει τοὺς ἐμπόρους εἰς ὑποχρέους νὰ τηρῶσι κατάστιχα καὶ εἰς μὴ ὑποχρέους νὰ τηρῶσι κατάστιχα.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ποταμιάνος ἔχει τὸν λόγον.
§100ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. Θὰ ἐπανέλθωμεν τὴν ἐνάτην καὶ ἡμίσειαν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ.μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 5′ μ.μ.).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§103Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Εἶσθε βέβαιος, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ;
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔνστασιν;
§105ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Ὄχι.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§107ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὡρίσατε τὴν 9½ πρὸς ἐπανάληψιν, καὶ ὅμως τώρα εἶναι 10 καὶ 5′. Δὲν εἶσθε οὕτω τακτικοί, διότι ἐρχόμεθα καὶ καθήμεθα μέχρι τῆς 10ης χωρὶς κανένα λόγον. Ἀλλὰ καὶ τὴν 10ην δὲν εἴμεθα ἀρκετοί, ἵνα προβῶμεν εἰς συζήτησιν.
§108ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Ἄν μᾶς μετρήσητε, δὲν θὰ μᾶς εὕρητε ἐν ἀπαρτίᾳ.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταθέτει νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 70,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1901. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 86).
§110Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὑπέβαλον πρότασιν, ἵνα ἡ Βουλὴ ὁρίσῃ ὡς ὥραν ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως τὴν 2 μ.μ. Τοῦτο παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλητε ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως τὸ Προεδρεῖον παρεκάλεσε τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἔρχωνται ἀπὸ τῆς 4 μ.μ., καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εὑρίσκωνται ἀρκετοί, νὰ διαλύηται ἡ συνεδρίασις.
§112ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἀρκετὰ τὰ μαρτύρια, εἰς ἃ ὑποβαλλόμεθα, προτείνω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§113ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἆ! ἆ!
§114ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Τί ἆ! ἆ! εἶναι αὐτά. Νομίζετε, ὅτι θὰ ἐπαναλάβητε τὰ προχθεσινά; Προκαλῶ οἱονδήποτε ἀπὸ σᾶς.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς, Κύριοι, ἐνασκεῖ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Α. Σκαλτσοδήμου καὶ Π. Τυπάλδου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 128 Βουλευτῶν. Τὸν λόγον ἔχει πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὁ κύριος Πετρίδης.
§117Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἢ μᾶλλον νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα, ἀφορῶντα τὴν γενησομένην αὔριον δημοπρασίαν περὶ τῆς ἐρέας τοῦ στρατοῦ. Ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἀπὸ ἀξιωματικοὺς, ἀπεφάνθη πρό τινος καιροῦ, ὅτι ἡ ἐρέα τοῦ στρατοῦ, ἡ ὁποία χορηγεῖται παρά τινος βιομηχανικοῦ καταστήματος ἐντοπίου, δὲν εἶναι σταθερὰ καὶ κατάλληλος, δὲν εἶναι τοιαύτης ποιότητος, ὥστε νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν στρατιωτῶν, οἵτινες ἀναγκάζονται ἑκάστοτε νὰ ἀλλάσσουν ἐνδύματα, ἢ μᾶλλον, ἐπειδὴ τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ χορηγῇ πολλὰς ἐνδυμασίας, οἱ στρατιῶται παρουσιάζονται μὲ ἐνδύματα ἐλεεινῆς καταστάσεως, πρὸς ἐξευτελισμὸν τοῦ στρατεύματος, εἰς τὰ ὄμματα τῶν ξένων μάλιστα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, πρὶν ἢ ἐγκρίνῃ τὴν τοιαύτην δημοπρασίαν, νὰ καταρτίσῃ ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἐξελέγξῃ καὶ νὰ ἐξετάσῃ καὶ χημικῶς, ἐὰν ἡ ἐρέα, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ χορηγηθῇ εἰς τὸν στρατὸν διὰ τῆς νέας δημοπρασίας, εἶναι καλὴ καὶ στερεὰ, ἵνα μὴ συμβῶσι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα εἰς προγενεστέρας περιστάσεις συνέβησαν ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου. Διὰ τῆς τοιαύτης πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν συστάσεώς μου δὲν προτίθεμαι ν’ ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς ἐγχωρίου ἐρέας· ποιοῦμαι μόνον τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἵνα δοθῇ προσοχὴ παρὰ τῶν ἁρμοδίων.
§118Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπερωτήσαντα καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ δημοπρασία, τῆς ὁποίας βεβαίως τὰ ἔγγραφα ὑπάρχουσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, καὶ θὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς δημοπρασίας. Ἐπὶ τῆς παλαιοτέρας δημοπρασίας πρὸς προμήθειαν ἐρέας, τῆς γενομένης διὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, παρεδόθη ποσὸν ἐρέας, διὰ τὴν παραλαβὴν τοῦ ὁποίου ἐσχηματίσθη ἐπιτροπὴ, ἥτις ἀπέρριψε πᾶσαν τὴν ἐρέαν ταύτην. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ κύριος συνάδελφος τοιαύτην ἐπιθυμεῖ νὰ λάβῃ πληροφορίαν. Ἡ ἐρέα, περὶ τῆς ὁποίας ἐλάλησεν, ἀπερρίφθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς σχηματισθείσης πρὸς παραλαβὴν αὐτῆς.
§119Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ὑπεβλήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον «περὶ προμηθείας ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης θείου καὶ παροχῆς αὐτοῦ ἐπὶ δανείῳ εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας». Ἐπειδὴ ἐγγίζει ἡ ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ χορηγηθῇ ὁ ἀνάλογος καιρὸς, ἵνα γένηται ἡ δημοπρασία, παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, εἰ δυνατὸν, νὰ παραιτηθῶσι τῶν ἐπερωτήσεών των, ἵνα, εἰσερχόμενοι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄκρως ἐπεῖγον καὶ χρησιμότητος ἐθνικῆς.
§120Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὰ τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ ἐν γένει τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου διέπονται ὑπὸ διαφόρων νόμων. Ἡ μισθοδοσία τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὴν ξηρὰν, εἶναι πολὺ ἐλάσσων τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῇ θαλάσσῃ καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ...
§121Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§122Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μάλιστα.
§123Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἔχω ἕτοιμον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἀκριβῶς διὰ τὸ θέμα τοῦτο.
§124ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Προκαταβολικῶς σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἦναι τὸ ἴδιον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§125Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἔχει τροποποιήσεις τινάς.
§126ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐκ τῶν ἐφημερίδων ἐπληροφορήθην, ὅτι συνετάχθη νομοσχέδιον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν περὶ αὐξήσεως τοῦ χορηγητέου ποσοῦ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ ἐθνικοῦ στόλου. Ἐὰν τοῦτο περιῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὑμῶν, σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ υἱοθετήσητε· ἐὰν δὲν περιῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὑμῶν, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸν τέως συνάδελφον ὑμῶν νὰ σᾶς παραδώσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι εἶναι πολλοῦ λόγου ἄξιον. Πρόκειται περὶ προικοδοτήσεως τοῦ ταμείου τοῦ ἐθνικοῦ στόλου δι’ ἑνὸς ἔτι ἑκατομμυρίου δραχμῶν, καὶ τί ἐλπίζει ἐκ τοῦ στόλου ἡ Ἑλλὰς, ὑμεῖς κάλλιον παντὸς ἄλλου γνωρίζετε.
§127Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν, Κύριοι, νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς πρότασιν νόμου, ἀφορῶσαν εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου ΒΧΔʹ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου εἶχον παροραθῆ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχον αἱ νῆσοι Ἰθάκης καὶ Παξῶν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν διοίκησιν αὐτῶν. Τὰ δικαιώματα ταῦτα πηγάζουσιν ἐκ τῆς συνθήκης μεταξὺ Ἑλλάδος, Γαλλίας, Μεγάλης Βρεττανίας καὶ Ῥωσσίας, τῆς συνθήκης περὶ ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου. Τὸ ἄρθρον 4 τῆς ἐν λόγῳ συνθήκης λέγει, ὅτι ἡ μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἕνωσις οὐδαμῶς θὰ δύναται νὰ παραβλάψῃ τὰ ἐκκλησιαστικὰ δικαιώματα τῶν νήσων, αἵτινες ἀπετέλουν τὸ Ἰόνιον Κράτος, καὶ περὶ ὧν ἀναφέρει τὸ Ἰόνιον Σύνταγμα. Ὡς βλέπετε, τὰ δικαιώματα ταῦτα κέκτηνται αἱ νῆσοι αὗται ἀπὸ τοῦ 1817, καὶ περὶ αὐτῶν ἔλαβε πρόνοιαν ἡ περὶ ἑνώσεως συνθήκη. Ἡ γενομένη παράβλεψις κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ἀφῄρεσε δικαιώματα, τὰ ὁποῖα αἱ εἰρημέναι νῆσοι κέκτηνται ἐκ τοῦ Ἰονίου Συντάγματος καὶ ἑπομένως ἐκ τῆς προστατευούσης τὰ δικαιώματα ταῦτα συνθήκης. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν πρότασιν νόμου ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτήν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 87). Ὁ κ. Μισυρλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§129Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Καὶ ἐγώ, Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἐν Πύλῳ, πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας, παρ’ ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκλέγωμαι. Συνοδεύεται ὑπὸ σχετικῆς ἐκθέσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναγράφονται οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως νόμου ταύτης· ἑπομένως θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἀναπτύσσων αὐτούς.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 88).
§131ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω ἐπερώτησιν πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, οὓς παρακαλῶ, ἐπικειμένης τῆς ψηφίσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου συνθήκης περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν, νὰ παράσχωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας πληροφορίας: Πόσαι ἐκδόσεις Ἰταλῶν ἐγκληματιῶν ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Ἰταλίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῆς ἐν ἔτει 1877 συνομολογηθείσης συμβάσεως «περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν» μέχρι τέλους 1901,— διακεκριμένως κατ’ ἔτη,—καὶ πόσαι ἐκδόσεις Ἑλλήνων ἐγκληματιῶν κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ἐζητήθησαν ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος παρὰ τῆς Ἰταλίας, καὶ πόσαι ἐξετελέσθησαν.
§132Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§133Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ζητῶ ἀπὸ τοῦδε τὸν λόγον, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ ἐγγράψητε.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§135Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 5 ἱσταμένου μηνὸς ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπερώτησιν περὶ δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὸν δῆμον Ἀγρινίου ἐκ δραχ. 100,000. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ χθὲς ἓν ἔγγραφον τῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ δύο διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν δῆμον Ἀγρινίου. Ἐπὶ τῶν ἄλλων αἰτήσεών μου δὲν εὐηρεστήθη νὰ ἀπαντήσῃ. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἀπάντησίν του κατὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§136Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ζητήσωμεν τὰ σχετικὰ ἀπὸ τὴν Νομαρχίαν.
§137ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔγγραφα τὰ ἔχετε ὅλα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Δὲν μοὶ ἀπηντήσατε ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεών μου, ἂν συνετάχθη συμβόλαιον μεταξὺ Τραπέζης καὶ δήμου Ἀγρινίου.
§138Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀλλὰ τὸ συμβόλαιον συνετάχθη, ὡς θὰ παρατηρήσητε, μετὰ τὴν διαταγὴν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§139ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἤθελον νὰ ἐρωτήσω.
§140Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Προκύπτει ἐκ τῆς διαταγῆς. Ἐὰν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ἡ διαταγή, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρήγγειλε πρὸς τὸν Νομάρχην νὰ μὴ ἐγκριθῇ τὸ δάνειον, εἶναι τῆς 10 Δεκεμβρίου, τὸ δὲ συμβόλαιον εἶναι τῆς 15 Δεκεμβρίου.
§141ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο ἠρώτησα, νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν, ἂν εἶχε συναφθῆ τὸ δάνειον, καὶ τὴν Δευτέραν νὰ συζητήσωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον εἶχε τὸ δικαίωμα μετὰ τὴν σύναψιν τοῦ δανείου νὰ διατάξῃ ἀναστολήν.
§142Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου ἐξεδόθη ἡ διαταγή.
§143ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ χρονολογία τῆς διαταγῆς πρὸς τὸν Νομάρχην εἶναι πρὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου, ἀλλ’ ὁ δήμαρχος δὲν ἔλαβε καμμίαν εἴδησιν. Πρὸ ἡμερῶν ἀπηύθυνα παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ περὶ τῶν δηλωθέντων στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων ἐν τῷ δήμῳ Φαλάνθου,— καὶ ἐπὶ τούτου προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασίδος Βουλευτοῦ.—Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ διὰ τοῦ ἑξῆς ἐγγράφου (Ἀναγινώσκει αὐτό). Ἡ πληροφορία αὕτη ἡ πραγματικὴ εἶναι ἀκριβής, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ νομικὸν μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ ἑπομένη παράγραφος, σφάλλεται ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν προσέτρεξαν, ὅπως διορθωθῇ τὸ κακὸν τοῦτο. Τί ἐννοεῖ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου διὰ τῆς δευτέρας παραγράφου, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, παρετήρησα εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ πληροφορία του εἶναι ἐσφαλμένη· ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸς εἶχεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τὸν ἔπεισεν, ὅτι εἶναι ὀρθοτάτη. Καὶ ἐγὼ δὲ προσέφυγα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ παρετήρησα, ὅτι δὲν κατανοεῖ τὸν νόμον. Ἡ Βουλὴ ἐνθυμεῖται, ὅτι, συζητουμένου τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 15. Ἐνταῦθα ἔχω τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ φόρος ὁ ἀναλογῶν εἰς τὸν δῆμον Φαλάνθου ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 740 καὶ λεπ. 39. Κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου, ἡ μεγάλη ἐπιτροπὴ συνῆλθε καὶ ἐξεῦρε τὸν μέσον ὅρον τοῦ βεβαιωθέντος φόρου κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν, καὶ ἐκανόνισε τὸν ἀναλογοῦντα φόρον ἐν ἑκάστῳ δήμῳ. Ἡ ἀπόφασις δὲ αὐτῆς εἶναι ἀμετάβλητος. Κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ὁ φόρος ὁ ἀναλογῶν εἰς τὰς ἀμπέλους τοῦ δήμου Φαλάνθου ἀνέρχεται, ὡς εἶπον, εἰς δραχμὰς 740.39, ὅστις κατ’ ἀναλογίαν ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρύνῃ 1690 στρέμματα.
§144Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παραβλέπετε τὸ ἄρθρον 20.
§145ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως προσετέθησαν ἄμπελοι; Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν φρονοῦσιν, ὅτι ἔχουσι δικαίωμα νὰ μεταβάλλωσι τὰς ἀποφάσεις καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιτροπῆς, ἐνῷ αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς εἶναι ὁριστικαὶ καὶ τελεσίδικοι, μέχρις οὗ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 34, θελήσῃ νὰ διατάξῃ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν δηλώσεων. Τὸ ἄρθρον 20 λέγει, ὅτι «προσθήκη εἰς τὸ φορολογικὸν μητρῷον γίνεται, ὅταν διὰ καταμετρήσεως ἐξακριβωθῶσιν ἐκτάσεις ἀμπέλων, μηδόλως ἢ ἐλλιπῶς ἐν τῷ μητρῴῳ ἐγγεγραμμένων κλπ.» Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 20. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι αἱ 740 δραχμαί, ἃς ἡ ἐπιτροπὴ ἐκανόνισεν ὡς φόρον τοῦ δήμου Φαλάνθου, δέον νὰ κατανεμηθῶσιν εἰς τὰ 1690 στρέμματα, καὶ οὐχὶ εἰς τὰ 511, ἐκ τούτου δὲ ὑφίσταται ζημίαν ὁ ὀρεινὸς οὗτος δῆμος· διότι, ἂν ἐτηρεῖτο ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τὴν δηλωθεῖσαν ἔκτασιν τῶν ἀμπέλων, ἕκαστος ἀμπελοκτήμων ἤθελε πληρώσει δι’ ἕκαστον στρέμμα μίαν δραχμήν, καὶ οὐχὶ 1,40 μέχρι 2 δραχμῶν. Συνέβη γραφικὸν λάθος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διορθωθῇ ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§146Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ γραφικὸν λάθος, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο περίπου τὸ αὐτό· θὰ ὑπῆρχε μόνον διαφορὰ λεπτοῦ.
§147ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο μοὶ εἶπε καὶ ὁ τμηματάρχης. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 15. (Ἀναγινώσκει αὐτό). Ἀλλὰ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν τὴν ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπή, ἣν ὁ νόμος ὁρίζει, καὶ κατ’ αὐτὴν ἀναλογεῖ εἰς τὸν δῆμον Φαλάνθου νὰ πληρώνῃ φόρον ἀμπέλων δραχμὰς 740,39. Τὰς δραχμὰς ταύτας δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ τὰς κάμητε 2,406 μετὰ τὴν ἐπερώτησίν μου, ὡς ἔπραξε τὸ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ αὐξάνει τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 740, τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὸν δῆμον Φαλάνθου, εἰς δραχμὰς 2,406. Διὰ τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ, παρακαλῶ νὰ διατάξητε τὴν διόρθωσιν τῆς φορολογικῆς ἀναλογίας τῶν στρεμμάτων εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον.
§148Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὸν νόμον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων οἱ πολῖται ἔσπευσαν νὰ δηλώσωσιν. Ἀλλὰ βραδύτερον, ἰδόντες πολλοί, ὅτι αἱ ἄμπελοι δὲν ἠδύναντο οὐδὲ τὸν φόρον νὰ παραγάγουν, τὰς κατέστρεψαν. Μετὰ τὰς δηλώσεις οἱ ἔφοροι διὰ γεωμετρῶν ἢ ἐργοδηγῶν ἔκαμαν καταμετρήσεις· ἀλλ’ εἰς πολλὰ μέρη δὲν ἐγένοντο τοιαῦται ἐξ ἀμελείας τῶν γεωμετρῶν. Ἐκ τούτου ἐπῆλθον ἀδικήματα, καὶ παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπανορθώσῃ ταῦτα καὶ ζητήσῃ τὴν ἀπολογίαν τῶν γεωμετρῶν ἢ τῶν ἐφόρων, οἵτινες παραμελοῦσι τὸ καθῆκόν των. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται, ὅπως ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν ζημιῶνται οἱ πολῖται, διότι τὸ νὰ καταδιώκωνται διὰ φόρους ὀφειλομένους τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ νὰ ταλαιπωρῶνται καὶ διὰ φόρους ἀχρεωστήτους, τοῦτο εἶναι ἄδικον καὶ ἀκατανόητον. Διατυπῶ καὶ ἐγγράφως τὰ περὶ τούτου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ πρὸς ἄρσιν τῶν δικαίων παραπόνων τῶν ἀδικουμένων πολιτῶν, ὧν ἕνα ἀναφέρω κατ’ ὄνομα ἐν τῇ ἐγγράφῳ ἐπερωτήσει μου.
§149Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ αὐτὸ παράπονον ὑποβάλλω, διότι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἁγυιᾶς ὁ ἔφορος, τὸν ὁποῖον ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία ἀπέλυσεν, ἔπραξε τὰ ἴδια. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ διατάξητε τὰ δέοντα, διότι, ὅπως εἶπεν ὁ προλαλήσας, δὲν φθάνει, ὅτι πληρώνουσι φόρους ὀφειλομένους, ἀλλὰ καταδιώκονται καὶ διὰ φόρους ἀχρεωστήτους.
§150Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὑτοῦ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς: Ὁ φόρος ὁ στρεμματικὸς τῶν ἀμπέλων ὡρίσθη ἀπ’ ἀρχῆς νὰ διανεμηθῇ ἐπὶ ὡρισμένου ποσοῦ στρεμμάτων ἀμπέλων, ὅπερ ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἐκ τῶν δηλώσεων καὶ τῶν καταμετρήσεων. Μετὰ τὴν ἐπιβολὴν ὅμως τοῦ φόρου τούτου, εἴτε διότι ὁ φόρος ἀπέβη, λόγῳ τῶν τιμῶν τοῦ οἴνου, βαρύς, εἴτε διότι τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας κατέστησαν μεγαλείτερα, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, πολλοὶ ἐπεδόθησαν ἐξ ἀνάγκης εἰς ἐκρίζωσιν. Τοιουτοτρόπως ἠλαττώθη ἀρκούντως τὸ ποσὸν τῶν στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων, ἐνῷ τὸ ποσὸν τοῦ διανεμητέου φόρου ἔμεινε τὸ αὐτό. Συνέπεια τούτου εἶναι ἀναγκαίως ν’ αὐξήσῃ τὸ φορολογικὸν βάρος τῶν ἀμπελοκτημόνων, παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ νομοθέτου. Καὶ ἂν μὲν τὸ ποσὸν τῶν ἐκριζωθεισῶν ἀμπέλων ἦναι μικρὸν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ συμβὰν, ὅτι ἔχει σπουδαιότητα μεγάλην, ἀλλ’ ἄν, ὡς πανταχόθεν βεβαιοῦται, ἰδίως ἐν Ἀττικῇ, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις, καὶ ὡς θὰ συμβῇ μετ’ ὀλίγον, ἂν ἡ ἐκρίζωσις ἐξακολουθήσῃ, ἂν, λέγω, τὸ ποσὸν τῶν ἐκριζουμένων ἀμπέλων ἦναι σπουδαῖον, τὸ βάρος τοῦ φόρου ἀποβαίνει ὁλονὲν βαρύτερον, ἑπομένως ἀδικώτερον, διότι ἐπιβάλλεται παρὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου· καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ζητήσῃ ἀπὸ τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς νὰ βεβαιώσωσιν, ἂν ἀληθῶς εἶναι ἄξιον λόγου τὸ ποσὸν τῶν ἐκριζουμένων, διότι τοιουτοτρόπως πρὸς ἄλλαις ἀδικίαις, ἃς περιέχει τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, προστίθεται καὶ αὕτη, ὅτι καθ’ ἡμέραν αὐξάνει ὁ στρεμματικὸς φόρος, ὡς διανεμόμενος ἐπὶ ὀλιγωτέρου ἀριθμοῦ στρεμμάτων. Καὶ πιθανῶς φυτεύονται μὲν νέαι ἄμπελοι, ἀλλ’ αὗται κατὰ τὸν νόμον δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ ἀρχικοῦ φόρου, διότι οὗτος βαρύνει μόνον τὰς κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου ὑπαρχούσας ἀμπέλους.
§151ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§152Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδέα τοῦ κυρίου Βοζίκη εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἦναι ὀρθοτέρα τῆς ἰδικῆς μου. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ ἦναι ἐλευθέρα ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ κατανείμασα τὸν φόρον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀνελόγισεν εἰς τὸν δῆμον Φαλάνθου 740 δραχμάς. Τίς ἔχει δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς; Εἰς τίνα δίδει δικαίωμα ὁ νόμος; Εἰς οὐδένα. Αἱ 740 λοιπὸν δραχμαὶ θὰ ἀναλογισθῶσιν εἰς τὰ στρέμματα τὰ δηλωθέντα ἐν τῷ δήμῳ Φαλάνθου. Τὰ στρέμματα εἶναι 1690, καὶ ὄχι 511.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1902». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Λεβίδης.
§154Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, Κύριοι, ὡς καὶ κατὰ τὰ πολιτεύματα τῶν συνταγματικῶν Κρατῶν, ἡ δύναμις τοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ ψηφίζεται κατ’ ἔτος, ὅπως ἐπίσης κατ’ ἔτος ψηφίζεται καὶ ὁ Προϋπολογισμός. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν δύο τούτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, θέλομεν εὕρει — ὡς τυγχάνει ὂν γνωστὸν ὑμῖν βεβαίως — ὅτι αἱ διατάξεις αὗται κύριον λόγον εἶχον καὶ ἔχουσι καὶ θέλουσιν ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχωσιν ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῶν λαῶν. Ἤθελεν εἶσθαι τῷ ὄντι τερατῶδες διὰ φιλελευθέρους λαοὺς, ἂν ἐπετρέπετό ποτε νὰ καθιερωθῇ, ὅπως ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ὁ νόμος περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν ψηφίζωνται διὰ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Αἱ ἐλευθερίαι τῶν λαῶν κατὰ τοιοῦτο σύστημα ἤθελον βεβαίως καταπέσει, ὁ ὑπὸ τῶν Κοινοβουλίων ἔλεγχος βεβαίως δὲν ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν νὰ ἐνασκῆται. Διὰ τοῦτο καὶ ῥητὴ διάταξις τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, ἡ τοῦ ἄρθρου 60, ἀνέγραψεν, ὅτι «ἡ Βουλὴ κατ’ ἔτος ψηφίζει τὸν προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως.» Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλος λόγος, ἐπίσης οὐσιώδης, ὅσον καὶ ὁ πρῶτος, οὗ ἕνεκα τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, ὡς καὶ τὰ Συντάγματα φιλελευθέρων Κρατῶν δὲν ἐπέτρεψαν, ὅπως ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ὁρίζηται διὰ μακρότερον τοῦ ἔτους χρόνον. Εἶναι τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, ὅπερ οἱ λαοὶ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν ἔχουσιν, ἵνα ἐπιτηρῶσι καὶ γινώσκωσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐχρησιμοποιήθη ὁ στρατός, καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διῳκήθη ὁ στρατός. Τοῦτο δὲ δέον ἑκάστοτε νὰ ἐνασκῆται ὑπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ. — Δέον κατ’ ἔτος ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ λαοῦ νὰ ἐξετάζῃ, κατὰ τίνα τρόπον διῳκήθη ὁ στρατὸς, κατὰ τίνα τρόπον ἐχρησιμοποιήθη ὁ στρατός. Διότι, Κύριοι, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον πρωτίστως νὰ ἐξετάζῃ κατὰ τίνα τρόπον ἐχρησιμοποιήθη ὁ στρατὸς, καὶ κατὰ τίνα τρόπον διῳκήθη ὁ στρατὸς, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ φθάσωμεν εἰς χρονικὸν σημεῖον, καθ’ ὃ οὔτε διοίκησις, οὔτε χρησιμοποίησις τοῦ στρατοῦ θέλει εὑρεθῆ. Σπανίως τῷ ὄντι, οὐχὶ τέλος πάντων συνήθως, συνέβη, ἵνα, προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἐλέγχωσι καὶ συζητῶσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἡ περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων συζήτησις γίγνεται κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου ἔρευναν καὶ μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐνόμισα ὅμως, Κύριοι, ὅτι ἐδυνάμην, συνδυάζων τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια, νὰ ἐπιληφθῶ ἀμέσως τῆς ἐρεύνης καὶ τῆς μελέτης τοῦ θέματος τούτου κατὰ τὸ μέτρον τῶν ἀσθενῶν δυνάμεων ἐμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς, Κύριοι, ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐστὶν ὁ καθρέπτης ἑκάστου τῶν μεγάλων τούτων τμημάτων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Ὁ προϋπολογισμὸς ἰδίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ὁ καθρέπτης ἐκεῖνος, εἰς οὗ τὸ βάθος θέλομεν ἴδει, ἂν δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν στρατόν. Ἡ ὕαλος πρέπει νὰ ᾖναι καθαρωτάτη. Δὲν ἐπιτρέπονται στίγματα ἐπ’ αὐτῆς, οὔτε παραπετάσματα. Ἐὰν ὑπάρχωσι παραπετάσματα, πρέπει νὰ ἀρθῶσιν, ἐὰν στίγματα, νὰ ἐξαφανισθῶσιν. Πρέπει τὸ ἔθνος, παρελθόντων πέντε ὅλων ἐτῶν ἀπὸ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, νὰ δυνηθῇ καθαρώτατα νὰ ἴδῃ ἐν τῷ κατόπτρῳ, εἰς τὸ βάθος αὐτοῦ, ὁποῖος παρασκευάζεται ὁ στρατός. Θέλει ἔχει διὰ τοῦ καὶ πάλιν ὑποβαλλομένου Προϋπολογισμοῦ τὸ ἔθνος στρατόν; Ἢ μήπως καὶ πάλιν ματαιοπονῇ; Μετὰ τὰ πέντε τέλος πάντων ταῦτα ἔτη ἀπὸ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῷ τεύχει τούτῳ, ὅπως ἴδωμεν τέλος πάντων στρατόν; Ἢ μήπως καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ᾖναι συνέχεια τοῦ παρελθόντος, ἵνα ὑπάρξῃ συνέχεια καὶ τοῦ μέλλοντος; Εἶναι ἆρά γε ἑκάστοτε ἀνάγκη οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ διεκτραγῳδῶσι τὰ τοῦ στρατοῦ, νὰ ἐπιτίθενται κατὰ τῆς συστάσεως αὐτοῦ, νὰ λέγωσι πολλάκις λόγους ἀδίκους περὶ αὐτοῦ; Δὲν ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους νὰ ἴδωμεν, μετὰ παρέλευσιν πέντε ὅλων ἐτῶν, ἀνατέλλουσαν τὴν γλυκεῖαν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν, ἀναγινώσκοντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θέλομεν ἔχει στρατὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ; Πότε, παρακαλῶ, ἀναμένομεν νὰ ἴδωμεν τὴν χώραν ἡμῶν ἔχουσαν στρατὸν, ἔστω ὀλιγάριθμον, ἀλλὰ γεγυμνασμένον, μὴ καταγινόμενον εἰς ἔργα ἀλλότρια αὐτοῦ, δυνάμενον νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἱστορίαν τῆς Πατρίδος; Καὶ πταίει ἆρά γε ὁ στρατὸς, ἐὰν, ὡς παριστῶσιν αὐτὸν, οὐδεὶς δύναται μετὰ θάρρους καὶ πεποιθήσεως νὰ ἐλπίζῃ ἐπ’ αὐτόν; Ἰδοὺ θέματα, Κύριοι, ἅτινα ἐνόμισα, ὅτι ἐδυνάμην, συντόμως βεβαίως, καὶ οὐχὶ ἐν λεπτομερείᾳ, νὰ ἐξετάσω, προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Καὶ ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, ἵνα, ταχὺ ῥίπτων τὸ βλέμμα ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπιχειρήσω νὰ ἐξετάσω, ἐὰν διὰ τοιούτου προϋπολογισμοῦ, συνδεομένου μάλιστα πρὸς τὴν ὅλην κατάστασιν τοῦ Κράτους, συνδεομένου ἰδίᾳ πρὸς νομοθετήματα, παρά τε τοῦ ἔθνους καὶ παρ’ ἡμῶν καταδικασθέντα, ἐάν, λέγω, διὰ τοιούτου προϋπολογισμοῦ, τοιαύτης καταστάσεως, καὶ τοιούτων ἐν ἰσχύϊ νομοθετημάτων, δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θέλομεν ἐπὶ τέλους ἀποκτήσει στρατόν. Ἐὰν δὲ εὕρωμεν, ὅτι οὕτω πως δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατόν, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θέλω ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Ἂν ἐξ ἐμοῦ ἐξήρτητο, προκειμένου περὶ τοιούτου καὶ πάλιν προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, προκειμένου περὶ τοιαύτης νομοθετικῆς καταστάσεως ὡς πρὸς τὰ ἀφορῶντα τὸν στρατὸν, εἴτε ἐκ τῶν εἰδικῶν νομοθετημάτων περὶ στρατοῦ, εἴτε ἐκ τῶν νομοθετημάτων τῶν συνδεομένων ὁπωσδήποτε πρὸς τὰ τοῦ στρατοῦ, οὐχὶ, ποτὲ δὲν ἤθελον ἐπιτρέψει τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συλλέξῃ στρατὸν καὶ νὰ ἀναβιβάσῃ αὐτὸν εἰς 22,104 ἀξιωματικοὺς, ὑπαξιωματικούς, μουσικοὺς καὶ στρατιώτας. Ἐὰν ἐξήρτατο ἐκ τῆς ψήφου μου, δὲν ἤθελον ἐπιτρέψει οὐδὲ ἕνα στρατιώτην εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Διότι, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, εἶναι εἰρωνεία, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ πιστεύωμεν, ὅτι εἶναι ἀληθεῖς αἱ αἰτούμεναι αὗται ἄδειαι περὶ συγκροτήσεως στρατεύματος, ὡς τώρα μετωνομάσθη ὁ στρατὸς, ἐξ 22,104 ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν, μουσικῶν καὶ στρατιωτῶν. Καὶ ἵνα, Κύριοι, εἰσέλθω εἰς τὰ πράγματα εὐθὺς ἀμέσως, ἐπιτρέψατέ μοι γενικῶς ὅλως νὰ ἐξετάσω τὰ ποσὰ τὰ διάφορα, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅπως ὑπάρξωσι καὶ λειτουργήσωσι τὰ τοῦ στρατοῦ. Πόσον εἶναι τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν αἰτουμένων πιστώσεων διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ 1902 ἔτος; δραχμαὶ 17,719,141.48. Θέλετε ἴδει τώρα, πῶς τὰ 17,719,141.48 ἐξατμίζονται, καὶ ἐν τῇ πραγματικότητι δὲν μένουσιν, εἰμὴ ἐλάχιστα ποσὰ, ἑκατοντάς τις χιλιάδων δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ πραγματικῶς. Θέλετε ἴδει, ὅτι τὰ ἀναγραφόμενα ἑκατομμύρια εἰσιν, οὕτως εἰπεῖν, πιστώσεις περὶ τῆς τυπικῆς συγκλήσεως καὶ ὑπάρξεως αὐτοῦ ὅλου τοῦ στρατοῦ. Θέλετε ἴδει, ὅτι, ἐὰν ἀφαιρέσητε αὐτὰ τὰ πολλὰ ἑκατομμύρια, τὰ περὶ τῆς τυπικῆς συγκλήσεως καὶ ὑπάρξεως τοῦ στρατοῦ, ὑπὲρ τῆς οὐσιαστικῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ δὲν μένουσιν, εἰμὴ ἑκατοντάς τις χιλιάδων δραχμῶν. Εἰς πόσον ποσὸν, παρακαλῶ, ἀνέρχονται οἱ μισθοὶ αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δραχμῶν 17,719,141; Ἀκούσατε: «Μισθοὶ ἀξιωματικῶν Ὑπουργείου δρ. 200,480, ἀξιωματικῶν Μηχανικοῦ δρ. 310,000, ὑπαξιωματικῶν δρ. 1,015,000, στρατιωτῶν δρ. 150,000. Τὸ ὅλον διὰ τὸ Μηχανικὸν δρ. 575,000. Ἀξιωματικῶν Πυροβολικοῦ δρ. 675,000, ὑπαξιωματικῶν δρ. 220,000, στρατιωτῶν δρ. 240,000. Τὸ ὅλον διὰ τὸ Πυροβολικὸν δρ. 1,105,000. Ἀξιωματικῶν Ἱππικοῦ δρ. 300,000, ὑπαξιωματικῶν δρ. 92,000, στρατιωτῶν δρ. 145,000. Τὸ ὅλον διὰ τὸ Ἱππικὸν δραχ. 537,000. Ἀξιωματικῶν Πεζικοῦ δραχ. 1,729,200, ὑπαξιωματικῶν δρ. 972,000, στρατιωτῶν δρ. 1,320,000. Τὸ ὅλον διὰ τὸ Πεζικὸν δρ. 4,021,200. Νοσοκόμων δρ. 110,000. Ἀξιωματικῶν γενικῶν ὑπηρεσιῶν δρ. 1,000,000, ὑπαξιωματικῶν δρ. 24,000. Τὸ ὅλον διὰ τὰς γενικὰς ὑπηρεσίας δρ. 1,024,000. Σύνολον ἄρα διὰ μισθοὺς δρ. 7,552,680. Ἀφαιρέσατε τώρα τὰ ἑπτὰ ταῦτα καὶ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὅλου Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι μένουσι δραχμαὶ 10,166,461.48. Ἀλλ’ ἂς προχωρήσωμεν ὀλίγον. Ἀφαιρέσατε διὰ τὸν στρατὸν τοῦτον τὰς τροφὰς δραχμὰς 1,133,190, τὴν ἱπποφορβὴν δρ. 985,062, τὸν ἱματισμὸν δρ. 1,400,000, τὴν συντήρησιν τῶν οἰκοδομῶν δρ. 170,000, τὰ ἐνοίκια ἰδιωτικῶν οἰκιῶν καὶ ὑδάτων δρ. 216,000, τὴν συντήρησιν φυλακείων δρ. 24,500, τὸν φωτισμὸν δι’ ἀεριόφωτος δρ. 72,000, τὰς νέας οἰκοδομὰς δρ. 93,000, τὰς μετακομίσεις καὶ ὁδοιπορίας στρατοῦ δραχ. 310,000, — ἐννοεῖτε δὲ πάντοτε, ὅτι πρόκειται περὶ ὁδοιποριῶν οὐχὶ πρὸς ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ πρὸς μεταθέσεις σωμάτων κλπ. — τὴν νοσηλείαν δραχ. 515,000, τὰς ἰδιωτικὰς ὑπηρεσίας δραχ. 46,540, τὰ ἔξοδα γραφείων σωμάτων καὶ καταστημάτων δρ. 140,000, τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην δρ. 160,000, τὰς χρηματικὰς ἀμοιβὰς δρ. 152,000, τὴν νομισματικὴν διαφορὰν τῶν εἰς χρυσὸν πληρωμῶν δραχ. 80,880, τὴν χωροφυλακὴν δρ. 2,696,545. Καὶ ἔχετε ἄρα διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας σύνολον δρ. 8,194,717. Ἀφαιρέσατε τώρα τὸ σύνολον τοῦ τελευταίου τούτου ἀριθμοῦ ἐκ τῶν ὑπολειφθεισῶν ὡς ἄνω δρ. 10,166,461.48, καὶ θέλουσι μείνει δρ. 1,971,744.48. Ἄρα, Κύριοι, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ περίπου 17,700,700 δραχμῶν ἔχετε μισθοὺς 7,500,000 ἐν στρογγύλῳ ἀριθμῷ, διὰ τροφὴν, ἱματισμὸν, ἱπποφορβὴν, νοσηλείαν, ὁδοιπορίαν κλπ. δρ. 8,200,000 περίπου, ἤτοι, ὡς εἶπον, 16,000,000 περίπου δραχμῶν. Καὶ ἐνῷ, Κύριοι, παρουσιαζόμεθα αἰτοῦντες δύναμιν στρατοῦ κατὰ γῆν 22,104 ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικούς, μουσικοὺς καὶ στρατιώτας, καὶ ἐνῷ, Κύριοι, ἀναγράφομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν περίπου 18,000,000 δραχμῶν, παρατηρεῖτε, ὅτι διὰ τοῦ μισθολογίου, ἀναγκαίου βεβαίως, καὶ διὰ τῆς ἐγγραφῆς πιστώσεων ἄλλων, ἐπίσης βεβαίως ἀναγκαίων, σχεδὸν ἐξαντλοῦμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Θέλετε ἐρωτήσει, Κύριοι, μετὰ τὴν ἀπώλειαν τοσούτου ὑλικοῦ κατὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ πόλεμον, μετὰ τὴν πάροδον τοσούτων ἐτῶν, ὅτε ὁ ὁπλισμὸς ὅλων τῶν Κρατῶν, καὶ τῶν μὴ στρατιωτικῶν ἀκόμη, μετεβλήθη καὶ ἐβελτιώθη, ποῖαι ἆρά γέ εἰσιν αἱ προβλέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ περὶ τῆς κατ’ οὐσίαν τέλος πάντων ὑπάρξεως, ἐκπαιδεύσεως καὶ χρησιμοποιήσεως αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ; Καὶ τί δύναται ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν κατ’ οὐσίαν ὕπαρξιν, ἐκπαίδευσιν καὶ χρησιμοποίησιν τοῦ στρατοῦ, ἐκτὸς πολλῶν ἄλλων βεβαίως, εἰμὴ καὶ ἡ ἐγγραφὴ πιστώσεως δι’ ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ; Ἂς ἴδωμεν, Κύριοι, ἐξ αὐτῶν τῶν 18,000,000 δραχμῶν ὁπόσαι ἆρά γε ἑκατοντάδες χιλιάδων ἀναγράφονται ὑπὲρ τοῦ ὁπλισμοῦ. Δι’ ὁπλισμὸν δραχ. 174,000! Τουτέστιν, ἐὰν θελήσητε ν’ ἀγοράσητε μόνον ὅπλα, καὶ μόνον ἐξαίφνης διὰ τὸ πεζικόν, πρὸς 200 δραχμὰς κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἕκαστον, τί νομίζετε, ὅτι θέλετε ἀποκτήσει; 870 ὅπλα! Αὐτὸς εἶναι ὁ ὁπλισμὸς ὁ νέος, ὁ ἀναγραφόμενος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ! Ἐὰν θελήσητε ν’ ἀγοράσητε μίαν καὶ μόνον πυροβολαρχίαν, ἡ ἀναγραφομένη πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ βεβαίως δὲν ἐπαρκεῖ. Τί νομίζετε, ὅτι ἀναγράφεται δι’ ἱππωνίαν; 50,000 δραχμαί! Ἤτοι, ἂν θελήσητε ν’ ἀγοράσητε ἵππους, ἔχοντας τὴν δύναμιν τῆς ταχύτητος τῶν ὄνων καὶ τὴν ἀντοχὴν τῶν θηλειῶν ὄνων, τῶν ὀνησσῶν, ὅπως εἶχε προτείνει ὁ κ. Πάλλης, ὁ τοῦ Εὐαγγελίου μεταφραστής, ἐὰν λοιπὸν ἐπιχειρήσητε ν’ ἀγοράσητε, οὕτως εἰπεῖν, ἱπποόνους, δὲν ἠθέλετε δυνηθῆ ν’ ἀγοράσητε πλείονας τῶν 70! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱππωνία! Λέξις ἀρχαία, ἐπιβάλλουσα ὡς ἐκ τῆς ὡραιότητος αὐτῆς, οὐχὶ βεβαίως ὡς ἐκ τῆς πραγματικότητος, ποτέ! Λοιπὸν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ οὗ θέλομεν ἀντιμετωπίσει τὰς ἀπειλούσας τὸν Ἑλληνισμόν, ὡς λέγουσι, περιστάσεις, εἶναι διὰ στρατὸν ἀνεπαρκῆ καὶ ἄχρηστον, ὡς παρασκευάζετε αὐτόν. Δι’ ὅπλων 870, καὶ δι’ ἵππων ἑβδομήκοντα!! Μάλιστα δέον νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι ἐν τοῖς οὐσιώδεσι μέρεσι τοῦ προϋπολογισμοῦ βαίνομεν, προϊόντος τοῦ χρόνου, ὡς τὸ θαλάσσιον ἐκεῖνο ὄν, ὁ καρκῖνος. Διότι, ἐνῷ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους ἀνεγράφοντο δι’ ὁπλισμὸν 250,000 δραχμαί, ἐφέτος αἱ χιλιάδες αὐταὶ κατῆλθον εἰς 174,000! Διατί; Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἠγόρασαν μερικὰ κάρρα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὧν τὸν ἀριθμὸν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ αὐξήσωσι κατὰ τὸ παρόν.
§155Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ κάρρα εἶναι ὁπλισμὸς τῶν ζώων.
§156ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν μάλιστα ἀνατρέξητε εἰς τὸ φύλλον λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐν κεφαλαίῳ περὶ τοῦ ὁπλισμοῦ θέλετε ἴδει, ὅτι οὔτε 870 ὅπλα δύνασθε ν’ ἀγοράσητε. Διατί; Διότι καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν τηρεῖται σχολαστικῶς, ὡς πρέπει, ἡ ἀρχὴ τῆς εἰδικότητος τῶν πιστώσεων. Λέγουσιν ὁπλισμός! Ἀκούσατε πόσα πράγματα περιλαμβάνει ὁ ὁπλισμός, ἅτινα θέλουσι θεραπευθῆ δι’ 174,000 δραχμῶν, καὶ κρίνατε, ἐὰν δύνασθε ν’ ἀγοράσητε ἔστω καὶ τὰ 870 ὅπλα, περὶ ὧν ὡμίλησα ὑμῖν: «Ὁπλισμός. Ἐπιμίσθια τεχνιτῶν ὑπαξιωματικῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως, τεχνιτῶν μαθητευομένων τοιούτων καὶ ἰδιωτῶν τεχνιτῶν, ἀγορὰν γαιανθράκων καὶ ἐργαλείων τῶν συνεργείων, ἐλαίου Μπελματήλ, ὑδροφόρων ἁμαξῶν κλπ. κλπ.» Περὶ ὅπλων; Μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι οὐδὲν θέλει ἀγορασθῆ, οὔτε πρέπει ν’ ἀγορασθῇ, διότι εἰς τί π.χ. ἤθελε χρησιμεύσει, καὶ ἐὰν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 174,000 δραχ. δαπανήσωμεν εἰς ἀγορὰν ὅπλων, ὅταν δὲν δυνάμεθα νὰ ὁπλίσωμεν οὔτε ἓν σύνταγμα δι’ αὐτῶν; Τώρα ἀκούσατε, παρακαλῶ, τὴν διάθεσιν τῶν 50,000 δραχ. τῆς ἱππωνίας. «Δι’ ἀγορὰν ἵππων καὶ ἡμιόνων, πρὸς συμπλήρωσιν ἐν μέρει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐλλειπόντων τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως τούτων, καὶ δι’ ἀντικατάστασιν τῶν ἀχρήστων καὶ γεγηρακότων!» Καὶ ὅλα ταῦτα δι’ 70 ζῴων! Ἴσως αἱ πιστώσεις αὗται ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἵνα μὴ τυχὸν τὸ ἔθνος ἐν τῷ μέλλοντι λησμονήσῃ τὰ κεφάλαια, τὰ ἄρθρα καὶ τὰ ἐδάφια τοῦ προϋπολογισμοῦ, βεβαίως ὅμως δὲν ἀναγράφονται σοβαρῶς. Ὁ προϋπολογισμὸς ἄρα οὗτος, ὡς καὶ πολλοὶ προϋπάρξαντες, εἶναι τυπικός, ἄρα ψευδής. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, ὡς ἔχει συνταχθῆ αὐτός τε καὶ πολλοὶ πρὸ αὐτοῦ ἄλλοι, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν, οἷον ἀπαιτεῖ τὸ ἔθνος, οἷον ἐπιβάλλουσιν αἱ περικυκλοῦσαι αὐτὸ περιστάσεις. Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος εἶναι εἰκονικὸς καὶ ψευδής. Καὶ ἐὰν ἦτο μόνον τοιοῦτος, τὸ πρᾶγμα δὲν ἤθελεν εἶσθαι μέγα παρ’ ἡμῖν. Εἶναι ὅμως προϋπολογισμὸς ἐμβάλλων καὶ εἰς κινδύνους τὸ ἔθνος, ὅπερ δύναταί ποτε νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἔχει στρατόν, δυνάμενον νὰ ἐξασκῆται, νὰ ἐκπαιδεύηται καὶ ν’ ἀντιπαρατάσσηται πρὸς τὸν ἐχθρόν. Εἶπον περὶ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι κατ’ ἔτος παρίσταται καὶ χείρων. Ἀνατρέξατε εἰς τὰ φύλλα λεπτομερειῶν αὐτοῦ, καὶ θέλετε ἴδει ἐκεῖ, διὰ παχέων μάλιστα γραμμάτων ἀναγραφόμενον: «Κεφάλαιον 24. Ἄρθρον μόνον. Γενικαὶ ἀσκήσεις στρατοῦ καὶ ἐφεδρείας. Δι’ ἔξοδα γενικῶν ἀσκήσεων στρατοῦ καὶ ἐφεδρείας» καμμιὰ πενηνταριὰ τελεῖα!
§157ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἀντιπροσωπεύει ἑκάστη τελεία;
§158ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἓν ἔτος παρελθὸν καὶ ἓν ἔτος μέλλον ἀνυπαρξίας στρατοῦ καὶ μὴ χρησιμοποιήσεως αὐτοῦ. Δὲν εἶναι ἄρα σπουδαῖος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε εἰλικρινής, οὔτε ἐθνικός. Ἐξακολουθοῦμεν τὴν αὐτὴν ὁδὸν, ἐφ’ ἧς ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐβαίνομεν. Πολλοῦ γε καὶ δὴ νὰ θέλω νὰ κατηγορήσω μόνον τοὺς ὑπάρχοντας Ὑπουργούς· κατηγορῶ καὶ τοὺς προϋπάρξαντας· ἂν θέλητε, καὶ ἐμὲ αὐτόν. Ἀλλὰ βεβαίως διὰ τοιούτου προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν στρατόν. Ἐμπαίζομεν ἡμᾶς αὐτούς! Καὶ τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι τὸ ὀλιγώτερον. Ἐμπαίζομεν τὸν στρατόν, ἐμπαίζομεν τοὺς ἀποστείλαντας ἡμᾶς ἐδῶ, καὶ, τὸ χείριστον, ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἀποστέλλουσι μὲν ἡμᾶς ἐνταῦθα, ἀποβλέπουσιν ὅμως πρὸς ἡμᾶς, ὡς πρὸς λυτρωτὰς καὶ σωτῆρας, ἐμπαίζομεν τὸν δοῦλον Ἑλληνισμόν! Καὶ ὅμως, Κύριοι, ζητεῖτε διὰ τοιούτου προϋπολογισμοῦ, προϋπολογισμοῦ ἐπὶ ἄμμου, ὃν οὐχὶ ποταμός, ἀλλὰ ῥυάκιον δύναται νὰ παρασύρῃ, προϋπολογισμοῦ εἰκονικοῦ, σαλευομένου ὡς ἑτοιμόρροπον κτίριον, οὗ ἀπέναντι καγχάζουσι βεβαίως οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς, ζητεῖτε νὰ παραδώσωμεν ὑμῖν 22,000 ἀνδρῶν. Διατί; Ἵνα χρησιμεύσωσι πρὸς καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Κράτους καὶ τῶν ζωοκλόπων, ὡς ὑπηρέται τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς φρουροὶ τῶν φυλακῶν, ὡς φρουροὶ τῶν δύο Ἀνακτόρων, ἢ καὶ τῶν τριῶν, ὡς φρουροὶ τῆς Βουλῆς...
§159Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλησμονήσατε· καὶ ὡς τελωνοφύλακες.
§160ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἵνα χρησιμεύσωσι πρὸς πᾶν ἄλλο ἢ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ... Ἂς ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ εἴπωμεν ἅπαξ διὰ παντὸς τὴν ἀλήθειαν. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἐμπαίζωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸν στρατόν, διαλύσατε τὸν στρατόν, εἴπατε, ὅτι εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ ἔχωμεν στρατὸν, χρησιμοποιήσατε τοὺς κυρίους ἀξιωματικοὺς ἄλλως, ἀλλὰ μὴ λέγετε ποτε, ὅτι οὕτω θέλομεν ἔχει στρατόν. Διότι εἶναι ἀδύνατον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὡς δημιουργεῖται ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς μένουσιν ἰσχύοντες οἱ νόμοι, οἱ δολοφονήσαντες τὸν στρατὸν (αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς λέξις), εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν στρατόν. Καὶ ἡ κωμῳδία ἐξακολουθεῖ ἐπὶ πολλὰ κατὰ συνέχειαν ἔτη. Λάβετε τοὺς κώδικας οἱουδήποτε συλλογέως τῶν νόμων ἡμῶν· σωρεία νόμων περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ! Ὅλοι οἱ σοφοὶ καὶ ἕνα νόμον περὶ ὀργανισμοῦ, ἀφ’ ὅτου ὑφίσταται τὸ Κράτος. Ἑκατοντάδες νόμων περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἕκαστος δὲ τῶν νόμων αὐτῶν ὑπέσχετο εἰς τὸ ἔθνος, ὅτι εὐθὺς, ὡς ἤθελε τεθῆ εἰς ἐνέργειαν, ἤθελον ἀναπηδήσει οἱ στρατοί, ὡς ἀνεπήδησαν ἄλλοτε ἐπὶ τοῦ Πομπηΐου, ἢ ὡς ὅτε ἡ τόλμη καὶ μεγαλοφυΐα τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος ἐδημιούργει καὶ ἐξώπλιζε τοὺς νικηφόρους τῆς Γαλλίας στρατούς. Καὶ μετὰ τοιοῦτον προϋπολογισμὸν ἑβδομηκονταετοῦς ἐλευθέρου βίου, ἐφθάσαμεν προχθὲς νὰ ἀκούσωμεν τοῦ εὐγλώττου καὶ εὐγενοῦς ἐκ Κερκύρας ἡγέτου, λέγοντος: «Τί θέλετε; Πῶς θέλετε νὰ ἔχωμεν στρατὸν, ὅταν...» Ἐνομίσαμεν πάντες, ὅτι σπουδαῖόν τι κώλυμα ὑπῆρχεν, οὗ ἕνεκα καὶ αὐτὸς δὲν ἐδυνήθη νὰ ἄρξηται παρασκευάζων στρατὸν, καὶ τί ἠκούσαμεν; Ὅτι τὴν ὕπαρξιν καὶ βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ ἠμπόδισε, τί παρακαλῶ; Ὁ περονόσπορος! Διὰ τοῦτο, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀτομικήν μου ψῆφον, τοὐλάχιστον, ἐγὼ δὲν ψηφίζω ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ οὔτε ἕνα στρατιώτην...
§161Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶσθε ὑπὲρ τῆς διαλύσεως τοῦ στρατεύματος;
§162ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐχί. Πολλοῦ γε καὶ δή! Θέλετε, Κύριοι, νὰ ψηφίσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ; Ἀναβάλετε τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, φέρετε Ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἀνέλθετε τὸ βῆμα, ἀναπτύξατε αὐτὸν, καὶ ἀφοῦ μελετηθῇ οὗτος, καὶ πεισθῶμεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν, ζητήσατε τότε, οὐχὶ 20,000, ἀλλὰ καὶ 40,000 ἄνδρας· ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψῆφόν μου, θέλετε ἔχει αὐτὴν λευκήν. Ἀλλὰ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἠκούσαμεν πολλὰ, καὶ πολλὰ θέλομεν ἴδει, διότι ἀπὸ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἀφῃρέθη πράγματι πᾶσα ἡ ἐξουσία ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀκόμη καὶ τοῦ παρασκευάζειν ὀργανισμοὺς τοῦ στρατοῦ, ὅπως ἀφῃρέθη ἡ ἐξουσία καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ διευθύνειν τὸν στρατὸν, καὶ τοῦ εὐθύνεσθαι ἐπὶ τῇ καλῇ ἢ τῇ κακῇ καταστάσει αὐτοῦ. Καταργήσατε ἐν πράγματι τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν καὶ ἀποδόσατε τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς στρατιώτας εἰς τὸν στρατὸν, καὶ τότε ζητήσατε τοὺς εἰκοσακισχιλίους ἄνδρας, ἵνα καταρτίσητε στρατόν. Ἀλλ’ ὑμεῖς τί ἐπράξατε; Διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς κατηργήσατε τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, καὶ διὰ τῆς ἑτέρας διατηρεῖτε αὐτὴν, διότι φοβεῖσθε νὰ ζητήσητε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, τοῦ νόμου ἐκείνου, ὃν ἡμεῖς μὲν ἐπολεμήσαμεν, ὑμεῖς δὲ εἰσηγησάμενοι ἐψηφίσατε διὰ τῶν φίλων ὑμῶν. Θέλετε 22,000 στρατιώτας; Βεβαίως ἐγὼ δίδω τὴν λευκὴν ψῆφον ὑπὲρ ὑμῶν. Τολμήσατε ὅμως, κύριε Ὑπουργὲ, μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης ὑμᾶς ἁβρότητος, μετὰ τοῦ χαρακτηρίζοντος ὑμᾶς, καὶ ὡς ἐκ τοῦ ὑπάτου βαθμοῦ, ὃν φέρετε, σθένους, τολμήσατε νὰ εἴπητε τὴν ἀλήθειαν, ζητήσατε τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν Αὐτῶν Ὑψηλοτήτων τῶν Βασιλοπαίδων ἐκ τοῦ στρατοῦ, ἂν θέλητε νὰ ἔχητε στρατόν. Ζητήσατε τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν Αὐτῶν Βασιλικῶν Ὑψηλοτήτων, καὶ χάριν αὐτῶν, καὶ χάριν τοῦ στρατοῦ, καὶ χάριν τῆς ἀπροσκόπτου διοικήσεως τοῦ στρατεύματος. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἔχετε τὰς Αὐτῶν Ὑψηλότητας τοὺς Βασιλόπαιδας ἐν τῷ στρατῷ, μεθ’ ὅλην τὴν ἀγαθὴν αὐτῶν προαίρεσιν, μεθ’ ὅλα τὰ φῶτα, ἅτινα κοσμοῦσι τὰς διανοίας αὐτῶν, μεθ’ ὅλην τὴν φιλοπατρίαν, ἣν δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ αὐτοῖς, ἀφοῦ δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ αὐτὴν καὶ τῷ ἐσχάτῳ τῶν Ἑλλήνων, ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ἐνθυμῶμαι πάντοτε περιφανῆ στρατιωτικὸν καὶ λόγῳ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, καὶ λόγῳ τοῦ βαθμοῦ αὐτοῦ, καὶ λόγῳ τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ λόγῳ τῶν περιστάσεων, καθ’ ἃς διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτε, διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ εἶπε: «Στρατὸν δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε, ἐφ’ ὅσον ὑπηρετοῦσιν ἐν αὐτῷ οἱ Βασιλόπαιδες». Δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε στρατὸν, διότι ἀπώλετο δι’ ὑμᾶς ἡ εὐθύνη, ἀπώλετο δι’ ὑμᾶς ὁ θεῖος ἔρως, ἡ ἔμπνευσις καὶ ἡ πρωτοβουλία, ἥτις δέον νὰ ἐξαίρῃ καὶ νὰ ἐξευγενίζῃ τὰς σκέψεις καὶ τὴν ἐργασίαν ὑμῶν. Ταῦτα πάντα δὲ ἀνετέθησαν εἰς ἀνεύθυνα πρόσωπα, ἅτινα, ὅσην δύναμιν καὶ ἂν ἔχωσιν, ὅσην ἀγαθὴν προαίρεσιν καὶ ἂν ἔχωσιν, ἣν δὲν ἀρνοῦμαι, καὶ ἑαυτὰ βλάπτουσι καὶ τὸν στρατὸν, καὶ τὸ πολίτευμα, καὶ τὸ ἔθνος, ὑπηρετοῦντα ἐνεργῶς ἐν τῷ στρατῷ. Τὸ ὀλιγώτερον, ἐσχηματίσθησαν περὶ αὐτὰ στρατιωτικαὶ φατρίαι. Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναφέρω παραδείγματα; Ἐρωτήσατε, Κύριοι, ἕνα ἕκαστον τῶν εὐγενῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, καλέσατε ἕνα ἕκαστον ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ ὑμῶν Γραφείῳ, ἐξομολογήσατε αὐτὸν, καὶ θέλετε ἀκούσει, ὅτι, ἐφ’ ὅσον αἱ Α. Β. Ὑψηλότητες ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ, μεγάλα κωλύματα παρεμβάλλονται πρὸς τὴν ἀπρόσκοπτον καὶ ἀμερόληπτον διοίκησιν τοῦ στρατοῦ...
§163Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Διαμαρτύρομαι δι’ αὐτά!
§164ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν.
§165ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Διότι δὲν ὑπάρχει ἔθνος εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ὑπηρετῶσιν οἱ Βασιλόπαιδες εἰς τὸν στρατὸν, καὶ νὰ μὴ παρέσχον μεγίστας ὑπηρεσίας.
§166ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, οὐδέποτε ἐκωλύθην νὰ εἴπω τὰς πεποιθήσεις μου, ἀδιαφορῶν πῶς κρίνονται αὗται. Ἐγὼ λέγω ὅ,τι μοὶ ἐμπνέει ἡ πεποίθησις, καὶ οὐδὲν ἄλλο. Οὐδὲν συμφέρον βεβαίως ἔχω, οὔτε ζητῶ νὰ ἐκφράζω τὴν γνώμην μου τὴν εἰλικρινῆ, τὴν ἀληθῶς φιλοβασιλικὴν, ὄπισθεν δὲ τῆς γνώμης ταύτης ἀκολουθοῦσι χιλιάδες πολιτῶν καὶ στρατιωτῶν καὶ ἀξιωματικῶν.
§167ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δι’ αὐτὸ διαμαρτύρομαι, διότι λέγετε, ὅτι χιλιάδες στρατιωτῶν καὶ ἀξιωματικῶν σᾶς ἀκολουθοῦν. Ἡ γνώμη σας ἠμπορεῖ νὰ ἦναι τοιαύτη, καὶ ὄχι νὰ λέγητε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε.
§168ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀνακαλέσατε τοὺς Βασιλόπαιδας ἐκ τοῦ στρατοῦ,— καὶ ἂς διαμαρτύρηται ὁ φίλος μου κ. Βουλευτὴς, —ἀνακαλέσατε τοὺς Βασιλόπαιδας, χάριν τοῦ γοήτρου αὐτῶν, χάριν τῆς Βασιλείας, χάριν αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ἔθνους. Ζητήσατε ἀκόμη, ὅπως καὶ οἱ Ὑπασπισταὶ τῆς Α. Μεγαλειότητος τεθῶσιν ἐκτὸς τῶν ἀριθμῶν, καὶ τότε καταστήσατε αὐτοὺς οὐχὶ ὑποστρατήγους, ἀλλὰ καὶ ἀρχιστρατήγους, ἂν θέλητε. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἀξιωματικοὶ ἀνώτεροι τοῦ στρατοῦ δὲν ζῶσιν ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ μακρὰ ἔτη, εἶναι ἀδύνατον ἐν δεδομένῃ περιστάσει νὰ διοικήσωσι τὸν στρατὸν, εἶναι ἄδικον νὰ λογίζωνται ἐν τοῖς ἀριθμοῖς ἐπὶ ζημίᾳ τῶν μοχθούντων ἐν τῷ στρατῷ. Εὕρετε ἄλλο σύστημα φρουρήσεως στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν καταστημάτων, καὶ ἀποδόσατε τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς στρατιώτας εἰς τὸν στρατὸν, ἂν θέλητε νὰ ἔχητε στρατόν. Εὕρετε ἄλλον τρόπον εἰσπράξεως τῶν φόρων. Εὕρετε ἄλλα πρόσωπα καὶ ἄλλους νόμους, δι’ ὧν θέλετε δυνηθῆ νὰ θεραπεύσητε τὰς ἀνάγκας ἐκείνας, τὰς μὴ στρατιωτικὰς, ὑπὲρ ὧν ἐθυσιάσατε τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν στρατὸν καὶ τότε, ἐπαναλέγω, φέρετε νομοσχέδιον, καὶ ζητήσατε ὅσας θέλετε χιλιάδας στρατοῦ. Ποῦ, Κύριοι, οἱ ξένοι ὀργανωταὶ τοῦ στρατοῦ; Ὅτε ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανωτῶν, πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀντέστησαν κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, μεταξὺ δὲ αὐτῶν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ καταλέγωμαι καὶ ἐγὼ, ἐπιμόνως ἀγορεύσας κατ’ αὐτοῦ. Χρόνος πολὺς παρῆλθεν ἔκτοτε. Ποῦ οἱ ξένοι ὀργανωταὶ τοῦ στρατοῦ; Ἀλλ’ ἔχομεν ἆρά γε καὶ ἀνάγκην ξένων ὀργανωτῶν, ἵνα ἀποκτήσωμεν στρατόν; Ἐγὼ, Κύριοι, ἤκουσα στρατιωτικοὺς διαπρεπεστάτους, καὶ ἡμεδαποὺς καὶ ἀλλοδαποὺς, καὶ ἐκ τῶν μετ’ αὐτῶν συζητήσεων ἐπείσθην, ὅτι ἔχομεν ἀξιωματικοὺς πεπαιδευμένους καὶ πεπειραμένους ἅμα, γινώσκοντας πρὸ πάντων τὰ τῆς χώρας, καὶ δυναμένους νὰ παρασκευάσωσιν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ὥστε βεβαίως ὁ ψηφισθεὶς νόμος περὶ ξένων ὀργανωτῶν ἦτο ἄχρηστος, ἄχρηστος καὶ ἀνεκτέλεστος. Ποῦ αἱ στρατιωτικαὶ προμήθειαι, ὡς εἶπον, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Ποῦ πρόνοιά τις περὶ ἐνάρξεως κἂν σκέψεως περὶ στρατιωτικῶν ὁδῶν; Ποῦ σκέψις περὶ ἱδρύσεως Ἱπποφορβείου; Ποῦ σκέψις περὶ παρασκευῆς ἐφοδίων τοῦ στρατοῦ, ἐξ ἐκείνων, ἅτινα δύναται νὰ κατασκευάσῃ ὁ ἐγχώριος πληθυσμός; Οὐδὲν ἐκ τούτων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ποῦ ἀνεγράφη πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, οὐχὶ πρὸς ἐκτέλεσιν μεγάλων γυμνασίων, ἀλλὰ πρὸς ἐκτέλεσιν ἔστω καὶ μικρῶν τινων πορειῶν; Οὐδὲ ἴχνος τοιαύτης πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Διὰ τοιούτου λοιπὸν προϋπολογισμοῦ, ἁπλῶς τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας, ἵνα μεταβαίνωμεν μόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τρεῖς ὥρας, καὶ οὕτω νὰ διοικῶμεν δῆθεν τὸν στρατὸν, ἵνα μεταβαίνωμεν εἰς τὰ συντάγματα, καὶ ἐκγυμνάζωμεν δῆθεν τὸν ἀγνώστου διαμονῆς, τὸν ἀνύπαρκτον στρατὸν, διὰ τοιούτου, λέγω, προϋπολογισμοῦ ἔχετε τὴν ἀφέλειαν νὰ ζητῆτε εἰκοσακισχιλίους ἄνδρας διὰ στρατόν; Καὶ τοιοῦτον ὅμως ὄντα τὸν στρατὸν, οὐχὶ ἐξ ἰδίας αὐτοῦ ὑπαιτιότητος, βεβαίως ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ κατηγορῶμεν. Δὲν ἔχομεν δὲ δικαίωμα νὰ κατηγορῶμεν καὶ δι’ ἄλλους μὲν πολλοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι ἀκόμη καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον αὐτὸν ἀτυχῆ πόλεμον, ὅπου ὁ στρατὸς διωκήθη καλῶς, καλῶς ἐπολέμησεν. Ἄν, Κύριοι, οὐχὶ πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς, ἃς ἐψηφίσαμεν, ἀλλ’ ἔστω καὶ μία μόνον αὐτῶν κατώρθου νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἀνατεθὲν αὐτῇ σοβαρὸν ἔργον, πολλὰ βεβαίως ἤθελον διαφωτισθῆ, καὶ πολλὰ ἠθέλομεν μάθει περὶ τῶν κατὰ τὸν πόλεμον καὶ περὶ τῶν πρὸ τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ συνέβη καὶ τοῦτο παρ’ ἡμῖν τὸ παράδοξον, ὅτι, ἐνῷ ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους ἐξελέξατο ἐξεταστικὰς ἐπιτροπὰς, δὲν ἔφθασεν, ὅτι αὗται διελύθησαν εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθησαν, ἀλλὰ μετ’ αὐτῶν διελύθησαν καὶ αἱ μαρτυρίαι, αἱ ληφθεῖσαι παρὰ τῶν ἐξεταστικῶν αὐτῶν ἐπιτροπῶν. Θελήσατε, Κύριοι, νὰ ζητήσητε ἐν τοῖς Ἀρχείοις τῆς Βουλῆς τὰς καταθέσεις σπουδαιοτάτων μαρτύρων, Πρωθυπουργῶν, Ὑπουργῶν, Προξένων, ἀρχηγῶν στρατεύματος κατὰ τὸν πόλεμον καὶ μετ’ αὐτόν· Θελήσατε νὰ ζητήσητε τοὺς φακέλους τῶν ἐργασιῶν τῶν τελευταίων ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς, ἢ καὶ ἀρχαιοτέρων, καὶ θέλετε ἀκούσει τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς λέγοντας πρὸς ὑμᾶς, ὅτι αὗται μὲν αἱ καταθέσεις εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τούτου τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, — ζητεῖτε αὐτὰς ἀπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, καὶ μανθάνετε, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, — ἐκεῖναι δὲ αἱ καταθέσεις εὕρηνται ἔν τινι ἑρμαρίῳ, ἐν σωρείᾳ ἀτάκτῳ, καὶ δυσχερῶς δυνάμεναι νὰ μελετηθῶσιν. Ἐκτὸς λοιπὸν τοῦ ὅτι διελύθησαν αἱ ἐπιτροπαὶ εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθησαν, ἀπώλοντο σχεδὸν κατὰ μέγα μέρος καὶ αἱ ληφθεῖσαι μαρτυρίαι παρ’ αὐτῶν.
§169Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὰ ἔγγραφα τῆς πρώτης ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, πᾶσαι αἱ καταθέσεις εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τοῦ κ. Λυμπρίτου, ὁ ὁποῖος ἦτο Πρόεδρος τῆς πρώτης ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ὁ δὲ κ. Λιμπρίτης παρέδωκε ταύτας εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς ἑτέρας ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λεβαδείας βουλευτὴν κ. Μπουφίδην. Ἔκτοτε δὲν γνωρίζω ποία ἡ τύχη τῶν καταθέσεων ἐκείνων. Ὅσον ἀφορᾷ καταθέσεις τινάς, ἐγὼ ἐκράτησα ἀντίγραφα, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἔχουσι κῦρος.
§170ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐπειδὴ, Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ συνδέεται στενώτατα πρὸς τὰ κατατεθέντα εἰς τὰς ἐξεταστικὰς ἐπιτροπὰς, ἐὰν αὗται ἤθελον φθάσει εἰς τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν, βεβαίως τὸ ἔθνος ἤθελε μάθει, τίς ἦτο ἡ αἰτία τοῦ πολέμου, καὶ ὁποῖαι αἱ ἀφορμαὶ αὐτοῦ. Βεβαίως ἠθέλομεν μάθει πάντες διατὶ ἐγκατελείφθη ἡ Λάρισα, καὶ τίς διέταξε τὴν ἐγκατάλειψιν αὐτῆς, καὶ διατί, ἐνῷ ὁ στρατὸς νικηφόρος ἔβαινε πρὸς τὰ βόρεια μέρη τῆς Ἠπείρου, εἰς Ἰωάννινα, ἀνεχαιτίσθη ἡ πρὸς τὰ πρόσω πορεία αὐτοῦ. Διατὶ δὲν κατελήφθη ἡ Θεσσαλονίκη; Αὕτη ἤθελεν εἶσθαι πρᾶξις ἀμυντική. Ἐὰν τὰ πράγματα ἐξητάζοντο μέχρι τέλους, ἤθελεν εὑρεθῇ καὶ ἀπονεμηθῇ κατὰ τὸ δίκαιον ὁ ἔπαινος, ἢ ἡ κατηγορία εἰς τὰ Ἀρχηγεῖα πρῶτον, εἰς τὰ Ἐπιτελεῖα, εἰς τοὺς ἀνωτέρους, καὶ εἶτα εἰς τοὺς κατωτέρους. Ἠθέλομεν ἐπιληφθῆ τῆς ἐξετάσεως τῆς εὐθύνης ἐκ τῶν ἀνωτέρων πρὸς τὰ κατώτερα στρώματα τοῦ στρατοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως ταῦτα δὲν ἐγένοντο οὕτως, ἠρξάμεθα τῆς ἐξετάσεως τῆς εὐθύνης ἐκ τῶν κατωτέρων, ἵνα φθάσωμεν εἰς τοὺς ἀνωτέρους· καὶ ὅτε ἐφθάσαμεν μέχρι τινὸς πρὸς αὐτοὺς, ἐκεῖ ἔστημεν, ἵνα δημιουργήσωμεν καὶ ἐδημιουργήσαμεν τοὺς φυγάδας τοῦ πολέμου ναυάρχους καὶ στρατηγούς...
§171Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Βουλευτὰ, νὰ σᾶς διακόψω, ἐπειδὴ δὲν ἤμην παρὼν καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγένετο λόγος περὶ ἐμοῦ.
§172ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον περὶ ὑμῶν προσωπικῶς τι.
§173ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης εἶπε.
§174ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Βελλιανίτης εἶπεν, ὅτι παρεδόθησαν εἰς ἐμὲ τὰ ἔγγραφα· δὲν παρεδόθησαν εἰς ἐμὲ, διότι ἐγὼ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ παραλάβω, ἀλλ’ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ὡς δ’ ἔμαθον ἀπὸ τὸ Γραφεῖον, τὰ παρέλαβεν ὁ τότε εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς κ. Σαρσέντης ἐπὶ ἀποδείξει, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω τί τὰ ἔκαμεν· ἐγὼ ὅμως δὲν παρέλαβον τίποτε.
§175ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ πάντα, τινὰ τῶν ὁποίων ἦσαν καὶ πρωτότυπα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, προσεκομίσθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας ὑμεῖς ἦσθε Πρόεδρος, δὲν γνωρίζω δὲ ἔκτοτε τί ἐγένοντο, ἢ ἂν παρεδόθησαν εἰς τὸν κ. Σαρσέντην ἢ εἰς ἄλλον.
§176ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν εἶχον, ἐγὼ δὲν παρελάμβανον τίποτε· παρελάμβανε πάντοτε τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς.
§177ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀδιάφορον.
§178ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀδιάφορον. Χάριν ἀκριβείας τὸ λέγω. Πρόκειται νὰ πιστοποιηθῇ, ὅτι ἐγὼ δὲν παρελάμβανον τίποτε, διότι εἶχον ἀρχὴν τοιαύτην· παρελαμβάνοντο παρὰ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἀποδείξει, καὶ παρέμενον εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖθεν τὰ παρέλαβε (δὲν ἠξεύρω ἂν ὅλα, ἢ μέρος αὐτῶν), ἐπὶ ἀποδείξει πάντοτε, ὁ τότε εἰσηγητὴς κ. Σαρσέντης. Δὲν γνωρίζω δὲ, ἐὰν ἐπεστράφησαν εἰς τὸ Γραφεῖον, ἢ ὄχι (διάλογοι). Ἐγενόμην κατόπιν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν εἶχον πλέον καθήκοντα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, οὐδὲ εἶχον πλέον λόγον νὰ ἐξετάσω, τί ἐγένετο κατόπιν.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἔγγραφα τὰ ἔχει παραλάβει ὁ κ. Σαρσέντης ἐπὶ ἀποδείξει. (Διάλογοι).
§180ΛΕΒΙΔΗΣ. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ ἐβεβαίωσα, ἐβεβαίωσε καὶ ὁ ἀξιότιμος καὶ ἀγαπητὸς ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος, ὅτι, ἐὰν μὴ πάντων, βεβαίως ὅμως τῶν πλείστων ἐγγράφων ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει ἀκριβῶς τίνες εἰσὶν οἱ κάτοχοι. Ἀλλὰ περὶ τούτου τώρα δὲν πρόκειται· ἐλέχθη ὡς ἐν παρόδῳ. Ἐκεῖνο, ὅπερ ὅμως πάλιν ἀνάγκη ἐστὶ νὰ τονίσω, εἶναι, ὅτι, ἐφ’ ὅσον οἱ μὲν Ὑπουργοὶ ὑποβάλλουσι τοιοῦτον προϋπολογισμόν, οἷον ἐγὼ παρέστησα αὐτὸν, ἄκρῳ ἁπλῶς δακτύλῳ αὐτοῦ ἁψάμενος, ἡμεῖς δὲ ψηφίζομεν τοιουτοτρόπως κατεσκευασμένον προϋπολογισμὸν, δὲν ἔχομεν, Κύριοι, τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῶμεν τὸν στρατὸν, πρὸ πάντων δὲ δὲν ἔχομεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῶμεν αὐτόν. Αἰτία τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, ἐὰν τοιαύτη ὑφίσταται...
§181ΔΟΥΝΗΣ. Ὥστε ἡ αἰτία τῶν ἀτυχημάτων εἶναι ὁ στρατός;
§182ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὴ προλαμβάνετε. Δὲν εἶπον ἐγὼ, ὅτι αἰτία τῶν ἀτυχημάτων ἦτο ὁ στρατὸς, οὐδὲ δύναμαι ἐγὼ νὰ εἴπω, τίς ἦτο ἡ αἰτία τῶν ἀτυχημάτων ἡμῶν, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ, δι’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεων αὑτῆς, ἀνέθεσε τὴν ἔρευναν τῶν ζητημάτων τούτων εἰς τὰς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὰς. Ὁ πόλεμος, Κύριοι, ἴσως ἦτο ἐπιχείρησις πᾶν ἄλλο ἢ πολεμικὴ, πᾶν ἄλλο ἢ στρατιωτική. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο βεβαίως δὲν εὐθύνεται ὁ στρατός. Ὁ στρατὸς ἐν τῇ ἐπιχειρήσει ταύτῃ ὑπῆρξε τὸ θῦμα! Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀδικοῦμεν τὸν στρατὸν, ἀδικοῦμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, τὴν εἰλικρίνειαν ἡμῶν, τὸ θάρρος, ὅπερ πρέπει νὰ διέπῃ τὰς πεποιθήσεις καὶ τοὺς λόγους ἡμῶν, ἐπιρρίπτοντες τὰ ἀτυχήματα ἐπὶ τὸν στρατόν. Ἓν ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι διαπρεπεῖς ἀξιωματικοὶ ἔν τε τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ἔξοχοι ξένοι συγγραφεῖς στρατιωτικοὶ τῆς τελευταίας πρὸς τὴν γείτονα Ἐπικράτειαν συρράξεως ἐβεβαίωσαν, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξαν ἐλλείψεις ἐν τῷ στρατῷ, ὡς βεβαίως θὰ ὑπῆρξαν, ἐὰν ὑπῆρξαν κακαὶ ἐκτελέσεις τῶν ἐπιχειρήσεων τοῦ στρατοῦ, τὴν εὐθύνην ὅμως πάντων τούτων κατὰ μέγα μέρος βεβαίως δὲν ἔχει ὁ στρατός. Ὅπου ὁ στρατὸς διῳκήθη καλῶς, πᾶν ἄλλο συνέβη ἢ ἀποτυχία αὐτοῦ. Συγγραφεὺς στρατιωτικὸς περιφανέστατος, φέρων τὸν βαθμὸν στρατηγοῦ, Γερμανὸς τὴν ἐθνότητα, αὐτὸς, ὅστις ὠργάνωσε καὶ παρεσκεύασε τὸν ἐλθόντα καθ’ ἡμῶν τουρκικὸν στρατὸν, ὁ κ. Γκόλτς, ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Ἐξ ὅσων ὅμως ἐξηγήσαμεν ἀποδεικνύεται, πῶς εἶναι δυνατόν, διὰ μεγάλης ἀποφάσεως καὶ ἐνεργείας ἀναλόγου ταχύτητος, νὰ μετατρέψῃ τις ὑπὲρ ἑαυτοῦ μειονεκτικὰς θέσεις, παρεχούσας ἐλαχίστην ἐλπίδα. Ἡ ἐπίμονος δὲ ἀντίστασις, ἣν οἱ Ἕλληνες ἀντέταξαν ἐπὶ τῶν ὑψωμάτων Παπαλείβαδον–Λοσφάκι, καὶ εἰς Ξεριᾶν, μέχρι τῆς 12 Ἀπριλίου, ἤτοι ἐπὶ ἓξ ἡμέρας, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἦσαν παντάπασιν ἀνίκανοι πρὸς τολμηρὰς ἐπιχειρήσεις, ἐὰν ἰσχυρά τις θέλησις συμπαρέσυρεν αὐτοὺς μεθ’ ἑαυτῆς.» («Ὁ Ἑλληνοτουρκικὸς πόλεμος καὶ ὁ Τουρκικὸς στρατός.» — «Ἱστορικὴ Μελέτη τοῦ πολέμου» — «ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ Φὸν Δὲρ Γκόλτς», κεφάλαιον Εʹ. Ἀνασκόπησις). Ταῦτα τὰ τιμαλφέστατα ὑπὲρ τῆς τιμῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀναγράφει ὁ ὀργανώσας τὸν ἀντίπαλον στρατόν. Καὶ ἀλλαχοῦ ὁ αὐτὸς διαπρεπέστατος στρατάρχης καὶ συγγραφεὺς λέγει (ἀναγινώσκει): «Οἱ Ἕλληνες ἠδύναντο δικαίως νὰ ὦσιν εὐχαριστημένοι ἐκ τῆς ἀντιστάσεως, ἣν ἰδίως ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς πρέρυγος ἀντέταξαν. Ἐπολέμησαν ἐκεῖ γενναίως καὶ ὑπὸ τὰς δυσχερεστέρας περιστάσεις, τὰ δὲ τετριμμένα σκώμματα τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Τύπου περὶ τῆς πολεμικῆς ἀνικανότητος τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων δὲν ἔχουσι τὸν τόπον των. Ὁ ἐπακολουθήσας κατὰ τὴν νύκτα τῆς 11 πρὸς τὴν 12 Ἀπριλίου πανικὸς δὲν ἐξηγεῖται διὰ τῆς ἐκβάσεως τῶν συμπλοκῶν. Κατὰ τὸ πλεῖστον συνετέλεσεν εἰς τὴν σύγχυσιν ἡ ἀπρονοησία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀρχηγείου, διατάξαντος ὑποχώρησιν ἅμα ἤρχισε νὰ νυκτώνῃ, καὶ ἡ ψευδὴς εἴδησις περὶ ἀπωλείας τῶν θέσεων τῆς δεξιᾶς πτέρυγος.» (Αὐτόθι). Καὶ ἀλλαχοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν (ὁ ἐν Ἠπείρῳ Ἑλληνικὸς στρατὸς) κατεδίωκε τὸν ἐν ἀταξίᾳ ὑποχωρήσαντα Μουσταφᾶ–Χιλμῆ–πασσᾶν, θὰ καθίστα ἀδύνατον τὴν ἀνασύνταξιν τῆς μεραρχίας τούτου εἰς Χάνι Ροβύλιαστο, καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ἔφθανε καὶ πρὸ τῶν πυλῶν τῶν Ἰωαννίνων. Τοιούτου δὲ συμβεβηκότος δύσκολον ν’ ἀναμετρήσῃ τις τὰς δυνατὰς συνεπείας». (Αὐτόθι κεφάλαιον Ηʹ, Ἀνασκόπησις). Ἄλλος, Κύριοι, διαπρεπὴς στρατιωτικὸς, ἔχων τὴν πεῖραν τῶν πολέμων, ἀνέγραφε περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ τοὺς ἑξῆς ἀξιομνημονεύτους λόγους (ἀναγινώσκει): «Οἱ Ἕλληνες σύντροφοί μας, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ 3ον τάγμα... ὅτε κατενόησαν, ὅτι ἡ διαταγὴ ἦτο ἐμπρὸς, ὥρμησαν ἐπὶ τὰ πρόσω μετ’ ἐνθουσιασμοῦ, ὥστε ἐντὸς ὀλίγων λεπτῶν ἦσαν εἰς τὸ πλευρὸν τῶν ἀδελφῶν των Ἰταλῶν.» Ταῦτα ἔγραφεν ὁ στρατηγὸς Γαριβάλδης (ἐξακολουθεῖ): «Ἤμην λίαν εὐχαριστημένος μὲ αὐτούς. Πρᾷοι καὶ εὐπειθεῖς εἰς τὰς πορείας, ἔδιδον τὸ καλὸν παράδειγμα εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς συστρατιώτας των. Ἀκούραστοι πεζοπόροι, ἐβάδιζον πάντοτε ἐμπρὸς, χωρὶς νὰ παραπονῶνται, ὑπὸ τὸ πῦρ δὲ ἡ στάσις των ἦτο ἀνταξία παλαιμάχων στρατιωτῶν. Εἶναι ὀδυνηρὸν νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι διὰ τοιούτων γενναίων στρατιωτῶν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠδυνήθη νὰ διαδραματίσῃ καλλίτερον πρόσωπον εἰς τὸν πόλεμον αὐτὸν, χάρις εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Διπλωματίαν. Ὁ πόλεμος οὗτος ἦτο κωμῳδία, διαταχθεῖσα ὑπὸ τῆς Διπλωματίας.» (Ριτσιόττι Γαριβάλδη «Οἱ ἐρυθροὶ χιτῶνες»). Βεβαίως ἐδύνατό τις, πλὴν τῶν δύο τούτων κειμένων, καὶ ἄλλα ἐπίσης περιφανεστάτων στρατηγῶν καὶ στρατιωτικῶν συγγραφέων νὰ ἀναφέρῃ, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι αἱ κατηγορίαι, αἱ πανταχόθεν ἐκτοξευόμεναι κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, κατὰ τὸ πλεῖστόν εἰσιν ἄδικοι. Βεβαίως ἐδύνατό τις νὰ ἀντιτάξῃ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐνόμισαν, ὅτι τὸ Κράτος τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἔχῃ στρατὸν, αὐτὰ καὶ μόνα τὰ δύο κείμενα ἀνδρῶν πεπειραμένων περί τε τὸν πόλεμον, ἔν τε τῇ συγγραφῇ περὶ πολεμικῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ περὶ τούτου κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν πρόκειται. Κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην περὶ ἑνὸς καὶ μόνου πρόκειται. Ἀληθῶς, ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, θέλομεν πράξει ἐκεῖνο, ὅπερ πολλοὶ πρὸ ἡμῶν ἔπραξαν, θέλομεν πράξει ἐκεῖνο, ὅπερ, ἐὰν δὲν μεταβάλωμεν ἰδέας, πολλοὶ μεθ’ ἡμᾶς ἐπίσης θέλουσι πράξει. Ἀλλὰ βεβαίως, Κύριοι, ἡ εὐθύνη εἶναι ἐφ’ ἡμᾶς αὐτοὺς, ἐὰν δὲν ὑφίσταται στρατὸς ἄξιος τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, ἐὰν οὕτω στρατολογῆται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, οὕτως ἐκγυμνάζηται, οὕτω παρασκευάζηται, ὥστε νὰ μὴ δυνηθῇ ἡμέραν τινὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον. Αἴτιοι τοῦ θλιβεροῦ τούτου μέλλοντος, πρέπει νὰ ἔχωμεν, Κύριοι, τὴν τόλμην νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐσμὲν ἡμεῖς αὐτοὶ, οἱ μὴ τολμῶντες νὰ ὁμολογήσωμεν τὴν ἀλήθειαν, οἱ μὴ ἔχοντες τὸ θάρρος νὰ θέσωμεν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῶν πληγῶν. Ἐὰν βεβαίως, Κύριοι, ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, παρασκευαζομένου διὰ τοιούτου προϋπολογισμοῦ, ἐὰν, Κύριοι, πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, ἐξακολουθούντων νὰ ἰσχύωσιν ὅλων ἐκείνων τῶν ἀπαισίων νόμων καὶ τῶν ἀπαισίων συστημάτων, δι’ ὧν κατορθοῦμεν, οὐκ οἶδα πῶς, ἵνα περὶ πᾶν ἄλλο παρασκευάζωμεν τὸν στρατὸν, ἐκτὸς περὶ τὰ στρατιωτικὰ αὐτοῦ ἔργα, ἡ πεποίθησις, Κύριοι, ἐμοῦ τοὐλάχιστον, ἡ ἴσως πεπλανημένη, εἶναι, ὅτι στρατὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ οὐδέποτε θέλομεν δυνηθῆ νὰ παρασκευάσωμεν. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§183Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅ,τι πρὸ μικροῦ ἠκούσατε, κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἀκούομεν ἐντεῦθεν. Ἐγὼ πολλάκις τὰ ἐπανέλαβον· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ποτὲ, ἐπὶ δύο ὥρας συζητῶν τὸν προϋπολογισμὸν, ἐλάλησα περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ πλεῖστοι τῶν συναδέλφων στρατιωτικῶν Βουλευτῶν πολλάκις ὡμίλησαν, καὶ πάντες κατελήξαμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ἀληθῶς ὁ στρατὸς ἔχει ἀνάγκην ὀργανισμοῦ, ὅτι ὁ στρατὸς ἔχει ἀνάγκην μεταβολῆς, ὁ στρατὸς δὲν εἶναι εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔναυλοι ἀκόμη εἶναι εἰς τὰς ἀκοάς μου οἱ λόγοι τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, καθημένου εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην. Ὅτε ἐγὼ διὰ μακρῶν ὡμίλουν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ὑπεδείκνυον μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῶσι, διὰ μιᾶς λέξεως μὲ ἀποστόμωσε· «δόσατέ μας τοὺς πόρους ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι ὁμιλεῖτε τόσον ὡραῖα ἀπὸ τοῦ βήματος!» Καὶ τῳόντι, Κύριοι, εἰς τὴν παρατήρησιν ἐκείνην οὐδὲν ἠδυνήθην νὰ ἀπαντήσω. Παρέστησα τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, ὁποία πράγματι ἦτο, ἐζήτησα τὰ μέσα τῆς θεραπείας αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην εἰς τὴν εὐφυεστάτην αὐτὴν διακοπὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ τότε Πρωθυπουργός, οὐδὲ λέξιν νὰ ἀπαντήσω. Βεβαίως δὲν εἶμαι ἐφάμιλλος τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ἀλλ’ ὡς ἁπλοῦς Βουλευτὴς καὶ Ὑπουργὸς δύναμαι ἐπίσης νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα: «δόσατέ μας τοὺς πόρους, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ καταρτίσωμεν στρατὸν, οἷον σεῖς ἐπιθυμεῖτε, καὶ ἐγὼ, καὶ πάντες ὑμεῖς».
§184ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε τί τοὺς θέλετε τοὺς στρατιώτας;
§185Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σημειώσατέ με, παρακαλῶ.
§186Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ζητεῖτε παρ’ ἡμῶν, μετὰ ὀλιγόμηνον ἐν τῇ ἐξουσίᾳ διαμονὴν, νὰ παρουσιάσωμεν νόμους καὶ προϋπολογισμὸν ἀλλοίους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζοντο μέχρι τοῦδε. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ὁ καθρέπτης τοῦ στρατοῦ. Τῳόντι, Κύριοι, ὁ ἐν γένει προϋπολογισμὸς καταρτίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατηρτίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων τῶν λειτουργούντων, τουτέστι τοῦ λειτουργοῦντος μέχρι τοῦδε ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, καὶ τῶν λοιπῶν νόμων, τῶν διεπόντων τὰ τοῦ στρατοῦ. Ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ ἀνεύρῃ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὰ μεγάλα, ποσὰ πρὸς μεγάλας ἀσκήσεις τοῦ στρατοῦ, ποσὰ πρὸς προμήθειαν ὅπλων, ποσὰ πρὸς προμήθειαν πυροβόλων, πρὸς προμήθειαν ἵππων, καὶ τὰ παρόμοια. Καὶ δὲν θέλω βεβαίως ἀκόμη προβῆ εἰς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν προτίθεμαι νὰ κάμω τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀλλὰ θέλω μόνον ἀπαντήσει εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐλάλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Εἶπεν, ὅτι οὐδὲν ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρὸς προμήθειαν ὁπλισμοῦ. Ἀληθῶς, Κύριοι, οὐδὲν ἀναγράφεται. Καὶ δὲν ἀναγράφεται ποσὸν, διότι θὰ ἦτο ποσὸν ἐντελῶς ἀνεπαρκές· ἀλλὰ λησμονεῖ, ὅτι τὰ ἀντισηκώματα τῶν μέχρι τοῦ 1894 καθυστερουμένων, ἅτινα σήμερον περιωρίσθησαν εἰς 700,000 ἢ 800,000 δραχμὰς, καὶ τὰ ὁποῖα σκοπὸν ἔχουσι τὴν προμήθειαν τοῦ ὁπλισμοῦ, εὕρηνται κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δὲν γνωρίζει δὲ, ὅτι ἑτοιμάζεται καὶ λίαν προσεχῶς ὑποβληθήσεται νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου, ὅπως ἐν τῷ ναυτικῷ, καταρτίζεται εἰδικὸν ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ προορισμὸν ἐπίσης, ἵνα ἀγορασθῶσιν ὅπλα, πολεμεφόδια, ἵπποι καὶ ὅ,τι ἄλλο χρήσιμον εἰς τὸν στρατόν. Ζητεῖτε στρατὸν ἐφάμιλλον τῶν εὐρωπαϊκῶν· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ ἔχητε σήμερον τοιοῦτον στρατόν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε τοιοῦτον στρατόν, ἐφ’ ὅσον ἀπασχολεῖτε αὐτὸν εἰς ἀλλοτρίας τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ ὑπηρεσίας...
§187ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί τὸν ἀπασχολεῖτε;
§188Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Διότι δὲν ἔχετε χωροφυλακήν· δὲν ἔχετε δὲ χωροφυλακήν, διότι δὲν ἔχετε χρήματα.
§189ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν ἔχομεν στρατόν.
§190Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Λοιπόν, Κύριοι, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὀλίγην ὑπομονὴν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπομονὴν νὰ ἀναδιοργανώσωμεν τὸν στρατὸν, νὰ ψηφίσωμεν τοὺς νόμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ μεταβάλωσι τὸ σύστημα ἐν γένει τὸ στρατιωτικόν, καὶ τότε μόνον θὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ εἰς οἱονδήποτε διοικήσοντα τὴν χώραν: «δὲν ἔπραξες τὸ καθῆκόν σου». Ἐλπίζω, ὅτι λίαν προσεχῶς θὰ ὑποβληθῶσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα μεταβάλλουσιν ἄρδην τὸ σύστημα, τὸ μέχρι τοῦδε κρατοῦν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἔχωμεν καὶ τὴν ψῆφον τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ὡς ὑπεσχέθη. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος: «θέλετε στρατόν; ἀπομακρύνετε τοὺς πρίγκηπας ἀπὸ τὸν στρατόν.» Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, εἰς ποῖον Κράτος εἶδε πρίγκηπας ἀσχολουμένους εἰς ἄλλα ἔργα; Ποῦ εἶδε πρίγκηπα δικηγόρον, ἢ ἰατρὸν, φαρμακοποιὸν καὶ τὰ παρόμοια; Ἀλλὰ διατὶ ἀρνεῖσθε εἰς τοὺς πρίγκηπας τὴν φιλοπατρίαν καὶ τὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ, ὁθενδήποτε καὶ ἂν κατάγηται, εἷς νέος ἱκανὸς καὶ φιλόπατρις; Εἰς ποίαν εὑρίσκεται κατάστασιν σήμερον τὸ σύνταγμα τὸ διοικούμενον ὑπὸ τοῦ πρίγκηπος Νικολάου; Εὑρίσκεται εἰς χείρονα κατάστασιν τῶν ἄλλων συνταγμάτων; Παντάπασιν. Ἀλλ’ ὡμίλησε καὶ περὶ τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου. Ἡ Α. Ὑ. ὁ Διάδοχος εἶναι Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ δυνάμει ἀποφάσεως ἡμῶν αὐτῶν, δυνάμει ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἶναι νόμος τῆς πατρίδος, καὶ τοὺς νόμους νομίζω, ὅτι πάντες, ἀφοῦ ψηφισθῶσιν, ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα. Ἀλλὰ καὶ τὰ πράγματα βεβαίως δὲν δεικνύουσιν, ὅτι κακῶς ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος. Ἀλλ’ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ περὶ τοῦ πολέμου, καὶ εἶπεν ἀληθῶς ὅ,τι συνέβη, καὶ οὐδεὶς, ὑποθέτω, δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ στρατὸς ἐξεπλήρωσε τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον μετ’ αὐταπαρνήσεως ἀληθοῦς· ἀλλὰ δὲν εἶναι, νομίζω, τῆς παρούσης ὥρας ἡ συζήτησις αὕτη. Ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προτιθέμεθα νὰ ὑποβάλωμεν εἰς αὐτὴν, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν παρασχεθῶσι τὰ μέσα τὰ ἀνάλογα πρὸς διατήρησιν στρατοῦ ἐπαρκοῦς καὶ ἀνταξίου τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ, βεβαίως οὐδένα ἄλλον πρέπει νὰ αἰτιώμεθα ἢ ἡμᾶς αὐτούς.
§191ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ νέα νομοσχέδια προβλέπουσι καὶ περὶ πόρων, κύριε Ὑπουργέ;
§192Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§193ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπροσδοκήτως τῳόντι ἦλθε ταύτην τὴν ἑσπέραν ἡ περὶ τοῦ στρατοῦ συζήτησις, διότι ἀληθῶς ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ὡς ἐλέχθη, δὲν συνήθισεν ἡ Βουλὴ νὰ συζητῇ τὰ τοῦ στρατοῦ, προκειμένου περὶ τῆς ἀδείας τῆς χορηγητέας εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρατιωτῶν, τοῦ ἀναγκαίου εἰς τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἂν ἦλθεν ἀπροσδοκήτως ἡ τοιαύτη συζήτησις, βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ἀκριβῶς τὸ σημεῖον, ἐφ’ οὗ ἔδει πάντοτε νὰ γίνηται ἡ συζήτησις περὶ τῶν τοῦ στρατοῦ, εἶναι τὸ νομοσχέδιον τὸ παρέχον αὐτὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τοῦτο ἤθελεν εἶναι βεβαίως ὀρθότερον, τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια, τό τε τοῦ ναυτικοῦ καὶ τὸ τοῦ στρατοῦ, νὰ συζητῶνται ἐν ταυτῷ μετὰ τῶν νομοσχεδίων τῶν παρεχόντων τὴν ἄδειαν πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ πρὸς δαπάνας εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ὅπως ἐν συναφείᾳ μετ’ ἐκείνων συζητῶνται, διότι καὶ ἀποτελοῦσιν ἓν ὅλον μετὰ τῶν ἀδειῶν ἐκείνων τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων καὶ τῆς δαπάνης αὐτῶν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ μὴ ῥηθῇ περὶ αὐτῶν ἐκεῖνο, ὅπερ λέγεται περὶ τῶν δύο ἄλλων νομοσχεδίων, τοῦ περὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, ὅτι δηλαδὴ συμψηφίζονται ἐν μιᾷ μόνῃ ἀναγνώσει μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκ τούτου λεληθότως ἐπῆλθεν ἡ διαίρεσις, ἥτις εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ἐπῆλθε, διότι ταῦτα τὰ περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν στρατοῦ νομοσχέδια, ἐπαναλέγω, ἀποτελοῦσι μέρος ἀναπόσπαστον τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἂν ὅμως ἦλθεν ἀπροσδοκήτως ἡ συζήτησις, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἦλθε καὶ καλῶς, καὶ διότι, ὡς πρὸ ὀλίγου παρετηρήθη, ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ νομισθῇ, ὅτι δὲν θέλει ἔλθει προσεχῶς ἐνταῦθα ἡ συζήτησις ἡ περὶ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι καιρὸς σήμερον, ὅτε τὰ περὶ τοῦ στρατοῦ ὑπεκινήθησαν ἀπό τινων ἡμερῶν, καὶ ἐλάβομεν ὑπόσχεσιν εἰσαγωγῆς νομοσχεδίων, νὰ κινήσωμεν ὀλίγον ζωηροτέραν τὴν δρᾶσιν τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, ὅπως σκεφθῶσι καλῶς, πρὶν ἢ προσαγάγωσιν ἐνταῦθα νομοσχέδια, καὶ ζητήσωσι παρ’ ἡμῶν θυσίας. Ἂν δ’ ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ παρελθόντος, νομίζω, ὅτι καὶ ὁ λόγος οὗτος καλῶς ἐγένετο. Λέγων δὲ λόγον περὶ τοῦ παρελθόντος, ἐννοῶ τὸ παρελθὸν τὸ μεταξὺ τῆς λήξεως τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἑσπέρας ταύτης, καθ’ ἣν ὁμιλοῦμεν, διότι τὰ περὶ τοῦ παρελθόντος τοῦ πρὸ τοῦ πολέμου δὲν ἔχουσι σήμερον αἰτίαν συζητήσεως ἐνταῦθα. Ὁ πόλεμος ὑπῆρξε δίδαγμα, ὅπερ ὑπεσχέθημεν πάντες ἐν ταύτῃ τῇ Βουλῇ νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν ἐν τῷ κανονισμῷ τοῦ συνόλου τῶν δημοσίων ὑποθέσεων κατὰ τὴν τριετίαν, ἥτις διῳκήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ. Ἐδόσαμεν ἐνταῦθα πάντες πρὸς ἀλλήλους ὑπόσχεσιν, ὅτι θέλομεν ἐργασθῆ πρὸς ἐπανόρθωσιν ἐκείνων, ἅτινα ἐδιδάχθημεν ἐκ τῶν μαθημάτων τοῦ παρελθόντος· ἀλλὰ δύναταί τις δεδικαιολογημένως νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τοῦ στρατοῦ, οὐδεμίαν ἀπόδειξιν ἐδόσαμεν κατὰ τὴν τριετίαν, ὅτι ἐτηρήσαμεν τὴν ὑπόσχεσιν ἡμῶν. Διότι, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ πολέμου μέχρι σήμερον, ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ πρόνοιαι, αἱ καταβληθεῖσαι ὑπὲρ βελτιώσεως τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ; Ποῖα εἶναι τὰ ἁπτὰ ἐκεῖνα σημεῖα, ἐφ’ ὧν στηριζόμενοι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ σημερινὴ κατάστασις εἶναι κρείττων τῆς πρὸ τριετίας; Προκειμένου περὶ μεταβολῶν ἐν τῷ στρατῷ, οὐδεμίαν ἐγὼ ἄλλην γνωρίζω, πλὴν τῶν τριῶν τούτων, τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν τυμπάνων, τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν λοφίων, τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν μανδυῶν τῶν ἀξιωματικῶν! Καὶ παρακαλῶ πάντα ἐνταῦθα εὑρισκόμενον νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς, τί ἄλλο μετεβλήθη εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ τὴν μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου; Προσετέθησαν εἰς τὸν στρατὸν διοικήσεις. Ἀλλ’ αἱ διοικήσεις ἆρά γε δὲν βλάπτουσιν, οὕτως ἁπλῶς προστιθέμεναι εἰς τοὺς στρατοὺς, καὶ αἱ διοικήσεις ἔτι ἐκεῖναι, αἵτινες ἄλλως εἶναι προωρισμέναι νὰ κατασταθῶσι χρήσιμοι διὰ τὸν στρατόν; Εἰς τὸν στρατὸν τὸν Ἑλληνικὸν προσετέθησαν μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου διοικήσεις, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὸ παράρτημα τοῦ στρατοῦ, τὴν χωροφυλακήν· ἀλλὰ καὶ ὁ στρατὸς καὶ ἡ χωροφυλακὴ, τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἐτέθησαν αὗται αἱ διοικήσεις, ἔμεινε τελείως ἀμετάβλητον ἔκτοτε, μιᾶς μόνης μεταβολῆς ἐπελθούσης, τῆς σὺν τῷ χρόνῳ αὐξήσεως τῶν βαθμοφόρων, τῆς σὺν τῷ χρόνῳ αὐξήσεως καὶ τῶν ἀνωτάτων βαθμοφόρων, οἵτινες καὶ εἶναι τελείως περιττοὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν. Εἶναι βέβαιον, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ πραχθῇ ἐν τῷ στρατῷ ἄνευ θυσιῶν, καὶ εἶναι βέβαιον ἐπίσης, ὅτι τὰ τῆς χώρας οἰκονομικὰ πράγματα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὕρῃ τις πόθεν νὰ πορισθῇ, ἵνα δαπανήσῃ ἐπαρκῶς εἰς τὸν στρατόν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι βέβαιον, ὅτι αἱ δαπάναι δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ καθορισθῶσιν ἀνώτεραι τῶν δυνάμεων τῆς χώρας, εἴτε τῶν πρὸς παραγωγὴν ἀνδρῶν, εἴτε τῶν πρὸς παροχὴν χρημάτων πρὸς συντήρησιν τὴν προσήκουσαν ἀνδρῶν ἐν τῷ στρατῷ. Ἀλλὰ σήμερον ἐβεβαιώθη καὶ τοῦτο, ὅτι, ὅτε κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου καὶ πρὶν ἢ ἔτι οἱ τέως Ὑπουργοὶ ἀναλάβωσι τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοσίων πραγμάτων, αἱ δυνάμεις τῆς χώρας ἀπεδείχθησαν ἱκαναὶ νὰ εἰσαγάγωσι χρῆμα πολὺ ἀφθονώτερον τοῦ προσδοκωμένου εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα ἐκ τῆς προσκομιδῆς τῶν φόρων τοῦ λαοῦ, ὅτε δὲ ταῦτα ἔτι καὶ πρὸ τοῦ 1899, ἐν ἔτει 1898, αὐτὸ τὸ ἔτος τῆς λήξεως τοῦ πολέμου, ἀπεδείχθησαν, τότε οἱ τέως Ὑπουργοὶ, ἐλθόντες εἰς τὰ πράγματα, κατεπλάγησαν ὑπὸ τῆς λάμψεως τοῦ χρήματος, τοῦ ἀφθόνως εἰσερχομένου εἰς τὰ ταμεῖα, ἀντὶ δὲ νὰ σκεφθῶσιν οἰκονομικῶς, ἐσκέφθησαν σπατάλως, καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ὅτε ἐγένετο εἰς αὐτοὺς ἡ παρατήρησις: «ναί, θέλετε ἔχει ἔσοδα,» — καὶ ἔλεγε ταῦτα τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις,— «ἀλλὰ προσέξατε, μὴ δαπανήσητε πᾶν τὸ εἰσπραττόμενον, μὴ αὐξήσητε τὰς δαπάνας, μὴ καταστήσητε πολυτελέστερον τὸν ἤδη ἀρκούντως πολυτελῆ ὀργανισμόν· οἰκονομήσατε, μὴ προβῆτε εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, καὶ ἐγκολπώθητε, προκειμένου περὶ ἀνορθώσεως τοῦ στρατοῦ, πᾶσαν οἰκονομίαν, ἥτις βαθμηδὸν προστιθεμένη θέλει ἐπιτρέψει νὰ φέρητε βελτίωσιν εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, θέλει ἐπιτρέψει νὰ πληρώσητε τὰ κενὰ, τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὑτοῦ», ἀπήντων εἰς ἡμᾶς: «ἡσυχάσατε· ἔχομεν τόσον χρῆμα, ὥστε δὲν πρέπει νὰ μεριμνᾶτε.» Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν ἔτει 1899, λαβὼν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὃν ἐψηφίζομεν, τοῦ ἔτους ἐκείνου, —προϋπολογισμοῦ κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπολογισμοῦ, — ἐνθυμοῦμαι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεγνώριζον, ὅτι προσεγγίζομεν εἰς οἰκονομικὴν ἕνεκα τῶν ἐσόδων ἀνόρθωσιν, ἔσπευδεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ τότε νὰ μὲ διακόψῃ: «Μὴ λέγετε προσεγγίζομεν, ἀλλ’ εἰσήλθομεν.» Καὶ ὅτε ἔλεγον πρὸς αὐτούς: «ἐκ τῶν οἰκονομιῶν, ἃς βλέπομεν δυνατὰς, κρατήσατε κατὰ μέρος καὶ φυλάξατε διὰ τὸ ταμεῖον τοῦ στρατοῦ, διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ, διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν κενῶν», ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, τότε Πρωθυπουργὸς, ἀπήντα: «Διὰ τῶν δύο ἢ τριῶν ἑκατομμυρίων, ἅτινα, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, λέγετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ οἰκονομηθῶσι, διὰ τούτων νομίζετε, ὅτι θὰ βελτιωθῶσι τὰ πράγματα τοῦ στρατοῦ;» Καὶ ἔλεγον: «Ναί· διὰ τούτων· διότι, ἂν δύνασθε νὰ δαπανήσητε, ὄχι ἐκεῖ, ὅπου ζητεῖτε νὰ δαπανήσητε, ἀλλ’ εἰς τὸν στρατὸν, οἰκονομίαν 2,000,000 κατ’ ἔτος, τὰ 2,000,000 ταῦτα εἶναι βεβαίως, ἐπὶ τῇ βάσει γενικῶς διαγεγραμμένου σχεδίου, σπουδαία εἰσφορὰ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ, σπουδαία εἰσφορὰ εἰς τὴν ἀνανέωσιν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ.» Καὶ δὲν βλέπω τί περισσότερον θέλετε δυνηθῆ νὰ συνεισφέρητε, ἐνταῦθα σήμερον ἐρχόμενοι καὶ προτείνοντες νὰ ἱδρυθῇ ταμεῖον εἰδικὸν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ. Πιστεύετε, ὅτι θέλετε δυνηθῆ νὰ συνεισφέρητε πλέον τῶν 2,000,000 ἐτησίως; Βεβαίως δὲν τὸ πιστεύετε ὑμεῖς. Καὶ ἂν ταῦτα μόνα πρόκηται νὰ προσφέρητε διὰ τῆς εἰς εἰδικὸν ταμεῖον εἰσφορᾶς, ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται, ὁποία μεγάλη ἁμαρτία διεπράχθη, διότι δὲν ἐφροντίσατε ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους νὰ συνεισφέρητε ταῦτα, ἐξ οἰκονομίας τότε ἀκόπως ποριζόμενα. Εἴπετε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπαισιοδόξως δὲν ἀνεγνώριζε τὰς εἰσπράξεις, ἃς ἐλέγετε, ὅτι ἠθέλετε κατορθώσει νὰ εἰσαγάγητε εἰς τὸ ταμεῖον. Ἀλλὰ, κύριε πρώην Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐνθυμεῖσθε καλῶς, ὅτι ῥητῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀνεγνώριζεν, ὅτι ἠθέλετε ἔχει ἐπαρκῆ ἔσοδα· ἐγὼ δὲ εἰδικῶς ὑπερεθεμάτιζον καὶ ἔλεγον: «ὄχι μόνον ἐκεῖνα, ἅτινα ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ πλείονα.» Οὕτως ὑπελόγιζον καὶ ἐν ἔτει 1899 καὶ ἐν ἔτει 1900 καὶ ἐν ἔτει 1901—καὶ ἀπεδείχθη ὅτι καλοὶ ἦσαν οἱ τοιοῦτοι ὑπολογισμοὶ τῶν ἐσόδων. —Ἀλλ’ ἔλεγον ἐνταυτῷ, ὅτι τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ ὠθήσῃ ὑμᾶς εἰς δαπάνας· «μὴ θίξητε τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν.» Δὲν εἶναι τόσον ὀλίγα, ὅσα ἐλέγετε, τὰ ἔξοδα, ἅτινα ἀπαιτεῖ ἡ διαίρεσις αὕτη· δὲν εἶναι μικρὰ ἡ ζημία, ἡ ἐκ τῆς ἐπαυξήσεως τῆς κατατμήσεως τοῦ στρατοῦ, ἣν ἐπήνεγκεν ἡ διοικητικὴ αὕτη διαίρεσις· δὲν εἶναι μικρὰ ἡ δαπάνη ἡ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν· δὲν εἶναι μικρὰ ἡ δαπάνη εἰς τὰ παντὸς εἴδους ἔκτακτα ἔργα, ἅτινα ἐπεχειρήσατε, ἐνῷ εἴχετε καὶ τὴν συμβουλὴν τῆς ξένης ἐπιτροπῆς, νὰ ἀπέχητε ἐπί τινα χρόνον ἐκτάκτων δαπανῶν, ἐκτὸς ἂν ἐπιβάλλωνται ὑπὸ ἀπολύτου ἀνάγκης. Ταῦτα ὅμως ὑμεῖς παρεβλέψατε καὶ παρεμερίσατε, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἔχετε ἀφθονώτερα καθ’ ἡμέραν τὰ ἔσοδα, καὶ θέλετε οὕτω δυνηθῆ ποτε νὰ δαπανήσητε καὶ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ παρῆλθον ἔκτοτε τρία ἔτη, καὶ περὶ τοῦ στρατοῦ οὐδὲν ἀπολύτως οὐδὲ μέτριον ἐπράξατε. Προκειμένης τοιαύτης συζητήσεως, βεβαίως δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μὴ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι ἡ εἰς τὰ πράγματα παρουσία τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ μικροῦ χρόνου δὲν ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ ἔχῃ ὑποβεβλημένα τὰ σχέδια τὰ περὶ στρατοῦ εἰς τὴν Βουλήν· καὶ ἐκ τούτου ἐνεδεικνύετο ὑποχρέωσις νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν χρόνον, ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔχουσα ἤδη ὑποβεβλημένα τὰ νομοσχέδια, ἀναπτύξῃ τὸ πρόγραμμα αὑτῆς, καὶ δυνηθῶμεν ἐπὶ τοῦ προγράμματος τούτου νὰ κρίνωμεν. Διὰ τοῦτο, ἐὰν δὲν παρενέπιπτεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τοῦ πρώην, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ὅταν ἔλθωσι μεθαύριον τὰ νομοσχέδια, καὶ ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνεκτιμήσωμεν τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ τῶν ἐν τοῖς ἄλλοις Ὑπουργείοις καὶ τῶν ἐν αὐτοῖς δαπανῶν, τότε βεβαίως θέλομεν δυνηθῆ νὰ κρίνωμεν ἀσφαλῶς, ἐξετάζοντες μετὰ πάσης λεπτομερείας τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ τοῦ σχεδίου, ὅπερ ὑποβληθήσεται εἰς ἡμᾶς, τοῦ πρὸς ἀναδιοργάνωσιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ ταύτην τὴν ἑσπέραν γενομένη συζήτησις βεβαίως δὲν ὑπῆρξεν ἄκαρπος, διότι αὕτη ἀπέδειξε θετικῶς, ὅτι παρῆλθε τριετία ὁλόκληρος ἄνευ σπουδαίας περὶ τοῦ θέματος τοῦ στρατοῦ μερίμνης, καὶ ὅτι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος παρεπέμπομεν εἰς νέους ὀργανισμούς, τὸ ἑπόμενον ἔτος πάντοτε ἀπομακρυνομένους, καὶ ἐνθυμεῖσθε τὰ νομοσχέδια τὰ περὶ ξένων ὀργανωτῶν καὶ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου ἔτους, ἅτινα πάντα ἀπέληξαν εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῶν ξένων ὀργανωτῶν ἐν τῷ νόμῳ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως διὰ τῆς συγκεντρώσεως παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει πασῶν ἐκείνων τῶν ἐξουσιῶν, καὶ πάσης ἐκείνης τῆς πρωτοβουλίας, αἵτινες ἀνῆκον εἰς ἄλλους, περὶ ἧς πρωτοβουλίας ἐλέγετο ὀλίγους μῆνας πρότερον, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι ὁ ἱκανὸς νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἀνοργανώσεως, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο ἦτο πάντως ἀναγκαῖος ξένος νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, ὅπως καταρτίσῃ τὸν νέον ὀργανισμόν. Ἐπὶ τῶν χρόνων τῶν πρὸ τῆς τελευταίας τριετίας, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἰδίως τοῦ πολέμου, δὲν εἶναι ἴσως καλὸν νὰ ἐπιμείνῃ τις ταύτην τὴν ἑσπέραν περισσότερον. Ὁ ἀπαράσκευος, ὁ ἀνεπαρκῶς παρεσκευασμένος Ἑλληνικὸς στρατός, ἀπέδειξεν ἐν τούτοις ἀληθῶς κατὰ τὸ ἔτος τοῦ πολέμου, ὅτι ἦτο ἄξιος κρείττονος διοικήσεως. Καὶ δὲν εἶναι περιττὸν νὰ ὑπομιμνήσκηται τοῦτο ἑκάστοτε ἐνταῦθα, διότι αὕτη εἶναι ἡ μόνη παρηγορία καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον ἐνθάρρυνσις, ἣν ἀπεκομίσαμεν ἐκ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἀθλίου ἐκείνου πολέμου. Εἶναι βέβαιον, ὅτι πάντες, ὅσοι ἐξήτασαν πεφωτισμένως καὶ ἀπροσωπολήπτως τὴν ὑπόθεσιν τοῦ πολέμου ἐκείνου, — καὶ ὑπερέχει μεταξὺ τούτων ὁ Γερμανὸς στρατηγὸς Γκόλτς, ὁ ἔχων ἀνωτάτην ἐν Γερμανίᾳ θέσιν καὶ πολὺ ἐκτιμώμενος, — ἀνεγνώρισαν, ὅτι, παρ’ ὅλον τὸ ἀπαράσκευον τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀνέπτυξεν ὁ στρατὸς οὗτος τοιαύτας ἀρετὰς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοιαῦται ἀπροσδόκητοι ἐλλείψεις ἱκανότητος καὶ ἄλλαι παντοῖαι ὑπῆρξαν παρὰ τῷ ἀντιμετώπῳ στρατῷ, ὥστε ἐδόθησαν πλέον ἢ ἅπαξ ἀφορμαὶ νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ νικήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μὴ πάθῃ αἰσχρὰν ἧτταν· ὅστις δὲ ἀναγνώσῃ τὸ συμπέρασμα τῆς πραγματείας τοῦ στρατηγοῦ Γκόλτς, θέλει ἴδει, ὅτι ὁ ἀνὴρ μόνον ἔλειψεν, ἵνα ἐπέλθῃ ἀλλοῖον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ πολέμου· τοσαῦτα ὑπῆρξαν τὰ σφάλματα, εἰς ἃ περιέπεσεν ὁ ἐναντίος στρατὸς, ὥστε, ἂν ὑπῆρχον παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τόπου τότε οἱ ἔχοντες πῦρ ἱερὸν, σθένος καὶ ἐπιμονὴν, ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ κατακυλισθῶμεν, ὡς κατεκυλίσθημεν, εἰς Λαμίαν, μάλιστα δὲ καὶ, ἀντὶ νὰ κατακυλισθῶμεν εἰς Λαμίαν, νὰ ἀναγκάσωμεν τὸν ἐχθρὸν νὰ στήσῃ τὴν πορείαν αὐτοῦ πρὶν ἢ φθάσῃ εἰς Δομοκόν.
§194Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπροσδοκήτως, κ. Πρόεδρε, εἴδομεν σήμερον τὸν κ. πρῴην Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐκφέροντα πρόγραμμα περὶ τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ὅπερ δὲν εἶχεν ὅτε διῴκει τὸ Κράτος. Τοῦτο εἶναι πλέον ἢ ἀνώμαλον. Ἀλλοίμονον, ἂν θεωρῆται ὁμαλὸν καὶ πρέπον νὰ ἔρχωνται αἱ Κυβερνήσεις μετὰ τριετῆ περίπου διοίκησιν νὰ συμβουλεύωσι νέα πράγματα περὶ ὅσων δὲν ἔπραξαν, καὶ μάλιστα πρὸς ἐπιτέλεσιν ἐκείνων ἀκριβῶς τῶν ἔργων, ἅτινα ἀπετέλουν τὸ κύριον καθῆκον αὐτῶν μετὰ τὸν πόλεμον! Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγωσιν αἱ Κυβερνήσεις αἱ πίπτουσαι, μετὰ τρία ἔτη: «μὴ προσέχετε εἰς ὅσα δὲν ἐπράξαμεν· προσέξατε εἰς ὅσα νῦν, ὅτε δὲν εἴμεθα ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, συμβουλεύομεν νὰ πράξητε». Αἱ Κυβερνήσεις κρίνονται ἐξ ἐκείνων μόνον, τὰ ὁποῖα ἔπραξαν, ἢ ὀφείλουσαι παρέλιπον νὰ πράξωσιν, ἐνῷ ἠδύναντο νὰ πράξωσι· καὶ δὲν ἐννοῶ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πραγματικῶς ἐξετέλεσαν, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐκείνων, ὅσα τοὐλάχιστον ἐπηγγέλθησαν καὶ ὑπεσχέθησαν, ἀλλ’ ἠμέλησαν νὰ πράξωσι. Τὰ τοῦ στρατοῦ ἐν Ἑλλάδι πάντες γνωρίζομεν, ὅτι πάσχουσιν ἐκ δύο κυρίως κακῶν. Πρῶτον ἐκ τῆς ἀναμίξεως τῆς πολιτικῆς ἐν αὐτῷ· τοῦτο εἶναι πασίγνωστον, τοῦτο δὲ αὐτὸς ὁ πρῴην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεγνώριζεν ἄλλοτε, ὅτε ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σύστημα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Πάσχει δεύτερον ὁ στρατὸς ἡμῶν ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας αὐτοῦ, ἀνεπαρκείας λόγῳ τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ, ἀνεπαρκείας λόγῳ τῆς ἀπασχολήσεως αὐτοῦ εἰς ὑπηρεσίας μὴ στρατιωτικάς. Κατὰ τοῦ πρώτου, τῆς ἀναμίξεως δηλονότι τῆς πολιτικῆς εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, εἴδομεν προταθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθεῖσαν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Εὔχομαι διὰ τοῦ χρόνου νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι πράγματι διὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἀπεσπάσθη ἐντελῶς ὁ στρατὸς ἐκ πάσης ἐπηρείας τῆς πολιτικῆς, ἢ καὶ πάσης ἄλλης, διότι δὲν εἶναι μόνον ἡ πολιτικὴ ἐπήρεια, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πάσχει ὁ στρατὸς καὶ ἡ ἄλλη διοίκησις τοῦ Κράτους. Μένει ὅμως πάντοτε καὶ μετὰ τοῦτο τὸ ζήτημα τῆς ἐπαρκείας, ὅπως δυνηθῇ ὁ στρατὸς νὰ μορφωθῇ, διότι ἄνευ μορφώσεως αὐτοῦ πρὸς πόλεμον δὲν ἔχομεν στρατὸν, καὶ ἂν ἔχωμεν μείζονα ἀριθμὸν στρατιωτῶν, οὐδὲ ἀπὸ τὸν ὑπάρχοντα ἀριθμὸν δυνάμεθα νὰ ἀναμείνωμεν νὰ ἐπιτελέσῃ καλῶς τὸ καθῆκον αὑτοῦ, ἄνευ στρατιωτικῆς μορφώσεως καὶ καλῆς διοικήσεως. Ἐὰν δὲν μορφώσωμεν τὸν στρατὸν, δὲν πρέπει βεβαίως νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι διὰ καλλιτέρων ὅπλων μόνον καὶ τελειοτέρων πυροβόλων θέλομεν δυνηθῆ νὰ παρατάξωμεν καὶ πράγματι ἰσχυροτέραν δύναμιν. Βεβαίως πρέπει νὰ συμβαδίσωσι τὰ τοῦ καλλιτέρου ὁπλισμοῦ μετὰ τοῦ πρὸς πόλεμον καταρτισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ τὸ ἓν ἄνευ τοῦ ἄλλου εἶναι ἐπιχείρημα καταδεδικασμένον ἐκ τῶν προτέρων ν’ ἀποτύχῃ. Πλὴν ἐξ ὅλης τῆς μακρᾶς διοικήσεως τῆς πρώην Κυβερνήσεως ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς μορφώσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ δὲν ἀπετέλεσε τὸ κύριον στρατιωτικὸν θέμα, οὐδ’ ἀπησχόλησεν αὐτὴν, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ λύσῃ διὰ τῶν τρόπων τῆς διοικήσεως, οὓς ἠκολούθησεν ἐλθοῦσα εἰς τὰ πράγματα. Ἡ μέθοδος, ἣν ἠκολούθησε, γνωστὸν ὁποία τις ὑπῆρξεν· αὔξησις τῆς ἀστυνομίας τῆς διοικητικῆς, ὡς τὴν ἐνομοθετήσαμεν, εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην δι’ αὐτὴν ν’ ἀπασχολῆται ὁ στρατὸς, αὔξησις ἐπίσης τῆς χωροφυλακῆς τοιαύτη, ὥστε νὰ δύναται ν’ ἀναλάβῃ αὕτη καὶ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, ἃς ὁ στρατὸς προηγουμένως ἐξετέλει, οὕτω δὲ μείνῃ ὁ στρατὸς ἀποκλειστικῶς ἀφωσιωμένος εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν μόρφωσιν αὐτοῦ. Εἶναι αὕτη ἡ παλαιὰ μέθοδος. Δὲν πιστεύω ὅμως νὰ ὑπάρχῃ τις, ὅστις, τιθέμενος ἀπέναντι τοῦ συστήματος αὐτοῦ, νὰ δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἔχομεν τὰ χρηματικὰ μέσα, ὅπως συντηρῶμεν ἀστυνομίαν καὶ χωροφυλακὴν τοσαύτην, ὥστε νὰ μὴ περισπᾶται ὁ στρατὸς ὁλοτελῶς ἐκ τῶν καθαρῶν στρατιωτικῶν αὑτοῦ ἀσκήσεων εἰς ἀλλοτρίας ὑπηρεσίας, ὡς μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀμφότερα, δηλ. καὶ στρατὸν, ὅστις ν’ ἀσκῆται ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀστυνομίαν καὶ χωροφυλακὴν ἐπαρκεῖς ἀφ’ ἑτέρου; Ἰδοὺ ποῦ κεῖται τὸ ἀληθὲς ζήτημα, τὸ οἰκονομικὸν, διότι ἐκ τῆς δαπάνης, ἣν ἀπαιτοῦσι χωροφυλακὴ καὶ ἀστυφυλακὴ ἐπαρκεῖς διὰ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν ἀφ’ ἑνὸς καὶ πάσας τὰς ἄλλας στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας ἀφ’ ἑτέρου, ἐξήρτηται ἡ λύσις, δηλ. ἡ ἀπόκτησις στρατοῦ ἐπίσης ἐπαρκοῦς, δυναμένου νὰ ἐκπαιδεύηται καὶ ἀσκῆται. Ἐγὼ καὶ ἄλλοτε ὑπεστήριξα καὶ νῦν ἐξακολουθῶ θεωρῶν ἀναγκαῖον τὸ ἀντίθετον σύστημα πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος. Δὲν ἔχει ὁ τόπος τὰ μέσα, ἵνα συντηρῇ συγχρόνως χωροφυλακὴν, ἀστυφυλακὴν καὶ στρατόν. Ἡ ἀστυφυλακὴ πρέπει νὰ ἐκλίπῃ, ἡ δὲ χωροφυλακὴ νὰ συγχωνευθῇ εἰς τὸν στρατόν. Ἡ ἀστυνομία, χωριζομένη τῆς ἀσφαλείας καὶ τάξεως, πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τοὺς δήμους, ἡ δὲ χωροφυλακὴ, ἥτις πρὸ καιροῦ ἔπαυσε νὰ ἦναι παρ’ ἡμῖν τὸ σῶμα, ὅπερ ὁ ἀρχικὸς ὀργανισμὸς αὐτῆς καὶ ὅλοι οἱ ξένοι ὀργανισμοὶ ὁρίζουν, καταστὰν ἄθροισμα ἁπλῶς ἀγυμνάστων κληρωτῶν, πρέπει νὰ παύσῃ ὑπάρχουσα ὡς τοιαύτη, καὶ νὰ ἐπανέλθῃ μετὰ τῶν στελεχῶν αὐτῆς εἰς τὸν στρατόν, διατηρουμένης μόνον τῆς ἐφίππου. Διὰ τῶν καταργήσεων αὐτῶν θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία τοιαύτη, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ τοιαύτη αὔξησις τοῦ πεζικοῦ, ὥστε ἡ ὁλικὴ δύναμις τοῦ στρατοῦ ν’ ἀνέλθῃ εἰς 30,000 καὶ πλέον. Μὲ τοιαύτην δύναμιν στρατοῦ εὐκόλως θὰ δυνάμεθα ν’ ἀποσπῶμεν κατ’ ἔτος 10,000 ἀνδρῶν, ὅπως βοηθῇ τὴν ἀστυνομίαν εἰς τὰ τῆς ἀσφαλείας καὶ ἐκτελῇ τὰς ἄλλας διοικητικὰς ὑπηρεσίας. Ἡ δύναμις αὕτη ἔσται ἀρκετή. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν σκοπεύω ν’ ἀπασχολήσω ταύτην τὴν ἑσπέραν τὴν Βουλήν. Θ’ ἀπασχολήσω αὐτὴν μᾶλλον ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεκίνησεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἰ καὶ κρίνων τις ἐκ τῆς εἰκονικότητος, μεθ’ ἧς ἐργαζόμεθα ἀπὸ τοῦ πρέποντος χρόνου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ἰδίως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, πείθεται, ὅτι ἡ εἰκονικότης αὕτη βεβαίως δὲν ἀποδεικνύει πρόθεσιν σπουδαίαν, ὅπως εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ ἐνασχοληθῶμεν εἰλικρινῶς καὶ σοβαρῶς, οὔτε ἐπιθυμίαν, ὅπως, μεθ’ ὅσα ἐπάθομεν ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἡμῶν πράγμασιν, ἀρχίσωμεν ἐπὶ τέλους νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, καταρτίζοντες καὶ συζητοῦντες τοὺς Προϋπολογισμούς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς κατὰ γῆν δυνάμεως τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1902 γίνεται αὔξησις χιλίων ἀνδρῶν, συγκριτικῶς πρὸς τὸ ἔτος 1901, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1901 ἔχομεν 21,079, κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἔχομεν 22,104. Πᾶς τις ὅμως ἀνέμενεν, ἀφοῦ χίλιοι ἄνδρες προστίθενται κατὰ τὸ 1902 εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, καὶ πράγματι προστίθενται 700 ἐν τῷ πεζικῷ καὶ 300 ἐν τῷ πυροβολικῷ, ὅτι συγχρόνως θὰ ἐσημειοῦτο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὔξησις δαπανῶν ἀνάλογος πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν ἀνδρῶν τούτων. Λαμβάνων τις ἐν τούτοις τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, —διότι ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς παρατηρεῖται ὅ,τι καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις δαπάναις,—βλέπει, ὅτι ἐν τῷ πυροβολικῷ, ἐνῷ προστίθενται 300 ἄνδρες περιπλέον ἢ κατὰ τὸ 1901, ἡ δαπάνη διὰ μισθοὺς αὐτῶν ἀπέμεινε 210,000 δραχμαὶ, ὅση ἦτο καὶ κατὰ τὸ 1901. Ἐπίσης ἐν τῷ πεζικῷ, ἐνῷ ἡ διαφορὰ περιπλέον 700 ἀνδρῶν ἔπρεπεν εἰς μισθοὺς νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 100,000 δραχμάς, ἡ αὔξησις αὕτη, ἡ ἀναγκαία διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν 700 ἀνδρῶν, δὲν σημειοῦται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τοῦτο διὰ τίνα λόγον; Δι’ οὐδένα ἄλλον ἢ διὰ νὰ παρουσιασθῇ, ὅτι ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς αὐξήσεις στρατοῦ κατὰ χιλίους ἄνδρας, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο θ’ ἀνατραπῇ μετ’ ὀλίγον διὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Γνωστὸν ποία ἡ μέθοδος, δι’ ἧς ἐπιτυγχάνεται τὸ φαινόμενον τοῦτο ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς· αὕτη εἶναι γνωστὴ πρὸ πολλοῦ· πρὸς τοῦτο δὲν ἔχει ἄλλο ὁ συντάκτης τῶν Προϋπολογισμῶν νὰ πράξῃ ἢ, ὅταν φθάσῃ εἰς τὰς ἀθροίσεις τῆς δαπάνης εἰς μισθοὺς, τροφὰς, ἱματισμὸν τῶν ἀνδρῶν, ν’ ἀφαιρέσῃ τοσαύτας κενὰς θέσεις, ὅσαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὸ ἰσοζύγιον. Διὰ τῆς μεθόδου ταύτης, λίαν οἰκείας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, παρουσιάζεται τὸ εὐχάριστον αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ὅτι δὲ αὐτὰς τὰς διαστροφὰς, αἵτινες γίνονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὰς ἀναγνωρίζομεν, θὰ βεβαιωθῶμεν, ὅταν μετ’ ὀλίγον θὰ συζητηθῇ ἕτερον νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖται πίστωσις ἀναπληρωματικὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901 ἐκ δραχμῶν 1,521,000. Θὰ ἐννοήσητε τότε, πῶς καὶ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 τὰ αὐτὰ διεπράχθησαν λογιστικὰ τεχνάσματα, τὰ ὁποῖα τώρα καλεῖται ἡ Βουλὴ δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων νὰ διορθώσῃ. Δύναταί τις μάλιστα τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ μετ’ ὀλίγον θὰ συζητηθῇ, νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ ὡς τὸ μαρτυρολόγιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι θὰ ἴδητε παντοῦ, ὅτι ζητοῦνται νέαι πιστώσεις διὰ πράγματα ἀπ’ ἀρχῆς βέβαια καὶ γνωστὰ, περὶ ὧν δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία. Αὐτὸ εἶναι ἓν τῶν πλέον δυσαρέστων φαινομένων τῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον, πρὶν σκεφθῶμεν περὶ ἱδρύσεως ταμείου πολεμικῆς παρασκευῆς, ἢ ἄλλου ὁμοίου ἔργου, καθῆκον ἔχουσιν οἱ κυβερνῶντες νὰ καταπαύσωσι, καὶ εἰσέλθωμεν, λόγῳ καὶ τῶν οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν, εἰς τὴν ὁδὸν τῆς εὐθύτητος καὶ τῆς εἰλικρινείας, ἄνευ τῆς ὁποίας οὐδένα θὰ πείσωμεν, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον ἡμᾶς αὐτοὺς, ὅτι σπουδαίως θέλομεν ὅ,τι ἐπαγγελλόμεθα ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν, ἢ ὑπὲρ βελτιώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ. Ὅταν ἢ φαινομενικῶς ἐξογκώνωμεν ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἐτησίας δυνάμεως τοῦ στρατοῦ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, ἢ φαινομενικῶς ἐλαττώνωμεν τὰς πιστώσεις πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ, ψευδόμεθα ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, διότι τὸ πράττομεν ἐν γνώσει καὶ βεβουλευμένῳ τῷ τρόπῳ. Τοιαῦτα πράττοντες, βεβαίως ἐμπαίζομεν στρατὸν καὶ ἔθνος, καὶ καθ’ ἡμέραν ἀποτυγχάνομεν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶν. Περὶ τούτων δὲν εἶναι σήμερον ἡ ἁρμοδία στιγμή, ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ζήτημα ἐθίχθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἔφερα καὶ ἐγὼ περὶ αὐτοῦ τὸν λόγον. Ἡ συζήτησις περὶ αὐτοῦ πρέπει νὰ γένηται κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐκ τούτων ὅμως λαμβάνων ἀφορμὴν, παρατηρῶ, ὅτι πλὴν τῶν νομοθετικῶν μέτρων ἀπαιτεῖται καὶ ἐν τῇ διοικήσει νὰ τηρῶμεν ἀρχὰς καὶ κανόνας, ἄνευ τῶν ὁποίων οὔτε νὰ κυβερνηθῇ, οὔτε νὰ εὐημερήσῃ δύναται οἱαδήποτε χώρα, ὅσον καλοὺς καὶ ἂν ἀπέκτησε νόμους.
§195Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§196Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον. Προηγουμένως ὑπεχώρησα ὑπὲρ τοῦ κυρίου Δεληγεώργη.
§197ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ μὲ ὑποχρεώσητε νὰ παραχωρήσητε καὶ εἰς ἐμὲ τὸν λόγον.
§198ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα.
§199ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Περαίνων τὴν ἀγόρευσίν του ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κύριος Δραγούμης, παρέστησεν, ὅτι, ἐὰν ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς ἡττήθη, ἐὰν ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ κατανικήσῃ τὸν Τουρκικὸν στρατὸν, πταίει ἡ διοίκησις αὐτοῦ, τουτέστι πταίει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ.
§200ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ στρατοῦ, εἶπον.
§201ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. .. ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, διότι οὗτος ἦτο ὁ διοικητὴς τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ στρατευμάτων. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς, καὶ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι λυποῦμαι, διότι διαρκὲς τοῦ Κοινοβουλίου μέλος, οἷος εἶναι ὁ κύριος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, εἶπε πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ ἴδιος δὲν τὰ πιστεύει.
§202ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς δὲν τὰ πιστεύει;
§203ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ καὶ κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέλωμεν νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας· πρέπει νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς καὶ νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐστείλαμεν εἰς τὰ πεδία τῆς Θεσσαλίας, ἵνα καταπολεμήσωμεν τὴν Τουρκικὴν Αὐτοκρατορίαν, στρατὸν, ὁ ὁποῖος περιελάμβανε βεβαίως φιλοτίμους καὶ γενναίους ἀξιωματικοὺς, περιελάμβανε γενναίους στρατιώτας καὶ ὑπαξιωματικοὺς, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν εἶχεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ στρατός, τὴν πειθαρχίαν. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐστείλαμεν στρατὸν ἄνευ ἐπαρκῶν ἐφοδίων, ἐστείλαμεν στρατὸν ἄνευ ἐπιμελητείας, καὶ ἡ ἐπιμελητεία εἶναι μία ἀπὸ τὰς μεγαλειτέρας βάσεις τοῦ στρατοῦ· ἐστείλαμεν στρατὸν, ὅστις ἔχει 400 οἰκονομικοὺς ἀξιωματικοὺς, καὶ ὅμως, ἐὰν ὁ συνάδελφος ἡμῶν κ. Ἀγαθοκλῆς δὲν ὑπῆρχεν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀπὸ τὸν στρατὸν βεβαίως ἤθελον λείψει καὶ αἱ τροφαί. Ὁ κ. Ἀγαθοκλῆς ἔτρεφε τὸν στρατόν, καὶ ἄνευ αὐτοῦ, — ἂς τὸ ὁμολογήσῃ καὶ ὁ ἴδιος, ἐὰν ᾖναι ἐνταῦθα παρὼν, — ὁ στρατὸς δὲν θὰ εἶχε ψωμὶ νὰ φάγῃ ἐν Θεσσαλίᾳ. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐπιμελητεία τοῦ στρατοῦ! Καὶ ἀφοῦ ἐστείλαμεν στρατὸν μὲ γενναίους, ὡς εἶπον, καὶ φιλοτίμους ἀξιωματικοὺς, τῶν ὁποίων ὅμως δὲν ἤρκει ἡ προσωπικὴ γενναιότης διὰ νὰ κατανικήσῃ τὴν Τουρκικὴν Αὐτοκρατορίαν, καὶ ἀφοῦ ἐστείλαμεν στρατὸν παραλελυμένον, ὁ ὁποῖος παρουσίασεν 20,000 λιποτάκτας καὶ 20,000 φυγοστράτους, οὓς ἐβλέπομεν συρομένους εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, ἀφοῦ ἐστείλαμεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν τὸν στρατὸν, εἰς ἣν ἡμεῖς οἱ πολιτικοὶ καὶ αἱ πολιτικαὶ μερίδες τὸν κατηντήσαμεν, διότι δὲν ἐφρόντισαν νὰ τὸν μορφώσωσιν αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, καὶ ἀφοῦ ἐπὶ κεφαλῆς τοιούτου στρατοῦ ἐθέσαμεν τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, δὲν ἔχομεν τὴν γενναιότητα νὰ ὁμολογήσωμεν τὰ σφάλματά μας, καὶ ἐρχόμεθα ἀνάνδρως νὰ ῥίψωμεν τὰ βάρη εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου!
§204ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τὸ ἴδιον δὲν ἐκάματε καὶ σεῖς, ὅτε περιήρχεσθε τὰ καφενεῖα καὶ ἐφωνάζατε νὰ καταβιβάσουν τὰς εἰκόνας τῶν Βασιλοπαίδων;
§205ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, τὸ βεβαιοῦτε.
§206ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπε καὶ ἄλλος.
§207ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ ἐκ Βονίτσης, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἴπετε αὐτὴν τὴν στιγμὴν, καὶ τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλος τις συνάδελφος εἶπεν, ἀλλ’ εἰς ὃν τότε δὲν ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ἀπαντήσω, καίτοι τιμῶ αὐτὸν, ὡς καὶ σᾶς, ἐπειδὴ καὶ πάλιν ἤδη ἐπαναλαμβάνεται, σᾶς ἐρωτῶ νὰ εἴπητε, εἰς τὸν λόγον τῆς τιμῆς σας, τὸ ἀντελήφθητε σεῖς;
§208ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὄχι.
§209ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι μόνον οἱ τραμποῦκοι καὶ οἱ μεθυσμένοι εἰσέρχονται εἰς τὰ καφενεῖα καὶ κάμνουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε· ἐγὼ δὲ οὔτε τραμποῦκος, οὔτε ἄνθρωπος τοῦ δρόμου ὑπῆρξα· καὶ λυποῦμαι, διότι ἐπανελάβατε τοῦτο σεῖς.
§210ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶναι φρονιμώτερον νὰ μὴ ἐπιζητῆται ἑρμηνεία τῶν λεγομένων ἐνταῦθα ὑπὸ τῶν διαφόρων Βουλευτῶν, δι’ ἧς νὰ ἐπιδιώκηται ἡ ἐξέλκυσις τῆς οὐσίας τῆς πυκνοτέρας, ἥτις τὴν ὅλην ἰδέαν συγκεντροῖ καὶ συμπτύσσει εἰς ἓν πρόσωπον. Ὁ κ. Βουλευτὴς Χαλκίδος ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ λάβῃ τὸν λόγον τρὶς ἢ τετράκις αὐτὸς, καὶ διαμαρτυρηθῇ ἐνταῦθα ὑπὲρ τῶν πριγκήπων...
§211ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὑπὲρ τοῦ Διαδόχου.
§212ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. ὡς εἰ ἐκ τοῦ στόματός μου ἐξῆλθεν ὄνομα τοιοῦτον. Ἀλλ’ οἱ Κύριοι ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ καλυφθῶσιν, ἵνα ἀποκρούσωσι τὰς γινομένας ἐνταῦθα παρατηρήσεις, καὶ συγκεντροῦσι τὰ ἐπιχειρήματα αὑτῶν ἐπὶ σεπτῶν προσώπων, ὅπως δυνηθῶσι νὰ κλείσωσι τὸ στόμα ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι ν’ ἀπαντήσωσιν εἰς αὐτούς. Ὅσα ἐγὼ ἐνταῦθα εἶπον ἦσαν ἁπλῆ περίληψις ἐκείνων, ἅτινα εἰς τρία ἢ τέσσαρα μέρη τοῦ συγγράμματος τοῦ στρατηγοῦ Γκὸλτς ἀναγινώσκονται· εἶπον, ὅτι πανταχοῦ, ὅπου κατὰ τὸν πόλεμον ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν νίκην, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μὴ ἔχωμεν ἧτταν, ἔλειψαν οἱ ἀρχηγοὶ οἱ κατάλληλοι, ἵνα συντελέσωσι τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα. Καὶ λέγει ῥητῶς ὁ Γκόλτς, ὅτι, ὅπου ὑπῆρξαν οἱ κατάλληλοι ἀρχηγοὶ, ὅπου διῳκήθη καλῶς ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἴτε ὑπὸ κατωτέρων διοικητῶν, εἴτε ὑπὸ ἀνωτέρων, τὰ ἀποτελέσματα ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται τοῖς ξένοις νὰ σκώπτωσι τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲ ἀνεκοίνωσα μόνον τὸ συμπέρασμα ὅσων λέγει ὁ Γκόλτς. Εἶπον προσέτι, ὅτι μετὰ τοσαῦτα σφάλματα καὶ τοσαύτην ἀνικανότητα στρατηγικὴν, τὸ πρῶτον μέρος τοῦ πολέμου ὑπὸ τῶν Τούρκων διεξήχθη οὕτως, ὥστε ἦτο δυνατὸν, ἂν τὰ κατάλληλα ἔπραττον οἱ Ἕλληνες, — καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ πταῖσμα ἀνήγετο εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς, — ἦτο δυνατὸν ἴσως καὶ νὰ νικήσωμεν. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν Θεσσαλίᾳ. Ὅστις δὲ ἀναγνώσῃ τὰ λεγόμενα ἐν τῷ συγγράμματι ἐκείνῳ περὶ τῶν τελεσθέντων ἐν Ἠπείρῳ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τίλῃ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς αὑτοῦ. Μεγαλείτερον αἶσχος, μεγαλείτερον κρῖμα ἐκείνου, ὅπερ περιέβαλε καὶ κατεδίκασεν ἡμᾶς ἐν Ἠπείρῳ, δὲν εἶναι δυνατόν τις νὰ φαντασθῇ. Ἐβαδίζομεν εἰς τὰ Ἰωάννινα, καὶ ἐγινώσκομεν ἐκεῖ, ποῖοι περιμένουσι καὶ πῶς περιμένουσιν ἡμᾶς· καὶ ἐνῷ ἐβαδίζομεν εἰς τὰ Ἰωάννινα, καταληφθέντων τῶν Τούρκων ὑπὸ πανικοῦ χείρονος ἐκείνου, ὅστις κατέλαβε τοὺς Ἕλληνας μεταξὺ συνόρων καὶ Λαρίσης, οὐ μόνον κατωρθώσαμεν μηδὲν νὰ πράξωμεν, ἀλλὰ παρελύσαμεν καὶ τὰς κατὰ μέρος ἐνεργείας, καὶ ἐδώκαμεν καιρὸν εἰς τοὺς Τούρκους νὰ ἀνασχηματισθῶσι καὶ ἀπωθήσωσιν ἡμᾶς εἰς Ἄρταν. Δὲν ἐπιστεύομεν τὰ λεγόμενα ἐνταῦθα ὑπὸ ἀξιοπιστοτάτων ἀνδρῶν, δὲν ἐπιστεύομεν γραφόμενα ἐξ Ἠπείρου, ὅτι ἐπεριμενόμεθα ἐν Ἰωαννίνοις, ὅτι ὁ Διοικητὴς Ἰωαννίνων ἤρχετο μετὰ τοῦ Μητροπολίτου εἰς συνεννοήσεις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν, τῶν Ἑλλήνων εἰσερχομένων, ἤθελε προστατευθῇ τὸ ἐκεῖ ὀθωμανικὸν στοιχεῖον· καὶ τοῦτο μαρτυρεῖται ἐν τῇ ἱστορικῇ ἐκθέσει τοῦ Γκόλτς. Τί λοιπὸν λέγω, ὅτε ἔχω τοιαῦτα ἐνώπιόν μου; Δικαίως λέγω, ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ ἐδείχθησαν ἀνάξιοι νὰ ὁδηγήσωσιν αὐτὸν τὸν λεγόμενον ἀπαράσκευον στρατὸν, ὃν εἴχομεν, καὶ ὅστις ἔβαινε πρὸς τὰ ἐμπρὸς, καὶ ὅτι ὁ στρατὸς οὗτος, ἂν ηὐτύχει νὰ ἔχῃ ἀρχηγοὺς εἰς τὰ τμήματα αὐτοῦ, εἴτε τὰ μεγάλα, εἴτε τὰ μικρὰ, ἤθελε δικαιώσει ἐκεῖνο, ὅπερ λέγεται ἀνέκαθεν περὶ παντὸς στρατοῦ: «δός μοι στρατὸν ἐλάφων καὶ στρατηγὸν λέοντα, καὶ θέλω σοὶ δείξει πῶς νικᾷ ὁ στρατὸς οὗτος· δός μοι στρατὸν λεόντων καὶ στρατηγὸν ἔλαφον, καὶ θέλω σοὶ δείξει πῶς ἡττᾶται ὁ στρατός.» Ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐν ἔτει 1897 δὲν ὑπῆρξε στρατὸς ἐλάφων, ἀλλ’ οἱ ἀρχηγοὶ αὐτοῦ δὲν ἀπεδείχθησαν ἱκανοί. Καὶ ταῦτα μὲν εἶναι ἀρκετὰ, ὅπως δείξωσιν ὁποία ὑπῆρξεν ἡ δρᾶσις τῶν τε κατὰ μέρος καὶ τῶν μεγαλειτέρων ἀρχηγῶν. Ὀνόματα οὔτε λέγω, οὔτε εἶπον ποτὲ, ἀλλ’ ὅστις προσέξει εἰς τὰ γενόμενα, ὅστις ἀναδράμει οὐχὶ εἰς Ἑλληνικὰς, ἀλλ’ εἰς ξένας ἐκθέσεις, θέλει ἴδει, τί συνέβαινε μετὰ τὸν μεταξὺ συνόρων καὶ Λαρίσης πανικὸν, θέλει ἴδει, ὅτι δὲν ἔμεινε σφάλμα, ὅπερ δὲν διέπραξαν οἱ Τοῦρκοι καὶ παρὰ τὰ σύνορα καὶ ἐκεῖθεν μέχρι Φαρσάλων, ἀλλ’ οὐδενὸς τῶν σφαλμάτων ἐπωφελήθημεν ἡμεῖς, διότι ἡμεῖς ἐσκεπτόμεθα πάντοτε περὶ ὑποχωρήσεως· θέλει ἴδει, ὅτι μετὰ τὰ σφάλματα ταῦτα ἐν τῷ Τουρκικῷ Ἀρχηγείῳ ἐγένοντο σπουδαιόταται μεταβολαὶ, καὶ οἱ Τοῦρκοι βαθμηδὸν ἐξουδετέρωσαν τοὺς ἀνικάνους, ἀντικαταστήσαντες τὴν δρᾶσιν τῶν ἱκανῶν, καὶ βαθμηδὸν κατέλαβον τὸ ἐπιτελεῖον οἱ ὑπὸ τοὺς Γερμανοὺς ἐκπαιδευθέντες ἀξιωματικοί, ὅτε δ’ ἔφθασαν οἱ Τοῦρκοι εἰς Δομοκὸν, ὁ Τουρκικὸς στρατὸς διῳκεῖτο ὅλως διαφόρως· ἀλλὰ πῶς διῳκεῖτο τότε ὁ Ἑλληνικὸς στρατός; Καὶ ἐν Δομοκῷ — γινώσκομεν σήμερον τοῦτο, Κύριοι, — ἐπολέμησαν ἡμᾶς οἱ ἀντίθετοι, μεταχειριζόμενοι τοὺς χάρτας τοὺς Ἑλληνικοὺς, οὓς ἐγκατελείψαμεν ὑποχωροῦντες ἐν τῷ Ἀρχηγείῳ Λαρίσης, διότι τοῦ τμήματος Δομοκοῦ τοὺς χάρτας δὲν εἶχον οἱ Τοῦρκοι, καὶ ἀκριβῶς τούτους τοὺς χάρτας ἐν τῇ πρὸς ὑποχώρησιν σπουδῇ παρεδώκαμεν εἰς τοὺς Τούρκους...
§213ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφροντίζαμεν τότε διὰ τὰ μαγειρικὰ σκεύη!
§214ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Καὶ εἴδομεν, ὅτι ἐν Δομοκῷ δὲν ἐπολέμησαν πολὺ περισσότεροι κατ’ ἀριθμὸν οἱ Τοῦρκοι κατὰ τῶν Ἑλλήνων· ἡ διαφορὰ κατ’ ἀριθμὸν δὲν ἦτο τοιαύτη, οἵα τότε ἐνομίζετο, ἡ δὲ διαφορὰ τῶν θέσεων ἦτο πολὺ μεγάλη. Ἀλλ’ εἴχομεν φροντίσει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰ καινουργῆ ἡμῶν τοπομαχικὰ τηλεβόλα ἐν Λαρίσῃ, ἐνῷ εἴχομεν τριῶν ἡμερῶν καιρὸν, ἵνα ἀποσύρωμεν αὐτά· ἐγκατελείψαμεν αὐτὰ, ἀφαιρέσαντες τὰ κλεῖστρα, ἅτινα ἀντικατέστησεν ἔπειτα ὁ Ὀθωμανὸς, μετακομίσας τὰ τηλεβόλα εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Καὶ τί ἤθελε συμβῆ, ἂν τὰ τηλεβόλα ταῦτα εὑρίσκοντο ἐν Δομοκῷ παρατεταγμένα καὶ τὰ ἕξ, ἀποκρούοντα τὸν ἐχθρόν; Εἶναι γνωστόν, ὁποίαν θραῦσιν τότε ἐπήνεγκεν ἕν μόνον τηλεβόλον τοπομαχικὸν εἰς τὰς τάξεις τὰς τουρκικὰς, καὶ ἐκ τούτου δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν. Καὶ ταῦτα ἀποδεικνύεται ὅτι διεπράχθησαν παρὰ τῶν ἀρχηγῶν τοῦ στρατοῦ, διότι τὸ θάρρος αὐτῶν ἀπώλετο εὐθὺς ὅτε ἐφάνη ἡ πρώτη ἀσήμαντος ἀποτυχία, καὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐπανακτήσωσιν αὐτὸ, καὶ σπουδαίως ἀντιπαραταχθῶσι, καὶ μετὰ κινδύνου, ἔστω, καὶ νὰ αἰχμαλωτισθῶσι, διότι ἡ αἰχμαλωσία δὲν εἶναι αἶσχος, ὅτε ἐπέρχεται ἐν ἀνδρείᾳ ἀντιστάσει. Ἀλλ’ ὅτε ὑπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς ὁ στρατὸς, ἐν ὑποχωρήσει ἀπερχόμενος καὶ διωκόμενος, ἀντὶ νὰ καταλάβῃ τὰ εἰς αὐτὸν ἀνήκοντα ὑψώματα, τὴν Ἀντινίτσαν, εἰσέρχεται εἰς τὴν ὑπ’ αὐτὰ ὁδὸν, καταλαμβάνουσι δὲ τὰ ὑψώματα οἱ Τοῦρκοι, ἐκεῖ ἀποδεικνύεται τελείως, ὅτι οὐδὲ ἴχνος σκέψεως περὶ ἀμύνης καὶ σπουδαίας ἀντιστάσεως μέχρι τέλους ὑπῆρξε· καὶ ὅτι τοιαύτη στρατοῦ διοίκησις, εἴτε ἐν μικροῖς τμήμασιν, εἴτε ἐν μείζοσιν ἐπιφαίνεται, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦσαν οἱ διοικοῦντες, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἀπεδείχθη ἱκανή. Ταῦτα εἶπον. Καὶ νομίζετε, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιτιμήσητε ἡμᾶς, τοιαῦτα λέγοντας; Καὶ ποῖος θὰ ἐλέγξῃ τὰ σφάλματα τὰ διαπραχθέντα, ἂν δὲν τὰ ἐλέγξωμεν ἡμεῖς; Πᾶς, ὅστις ἐργάζεται ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας, εἶναι ὑπεύθυνος, καὶ ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον· καὶ τὸν λόγον εἰς ποῖον ἄλλο μέρος θὰ ζητήσῃ τις ἢ ἐνταῦθα; Ἀλλ’ ὅτε πρόθυμοι συνήγοροι ἔρχονται καὶ παρεμβάλλουσιν ἐνταῦθα τοιαύτας ἀπαγορεύσεις, εἶναι φυσικόν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀπορῶσιν, ὅτι ἐξεγειρόμεθα καὶ διαμαρτυρόμεθα, καὶ λέγομεν τὰ πράγματα ὡς ὑπῆρξαν, τὴν σκάφην σκάφην, καὶ τὰ σῦκα σῦκα.
§215ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Χαίρω πολύ, διότι αἱ ὀλίγαι λέξεις, τὰς ὁποίας εἶπον, ἔφεραν τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δηλώσῃ, ὅτι δὲν ἐνόει τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, ἀλλὰ τοὺς ἀρχηγούς. Ὅσοι ἠκούσατε, δύνασθε νὰ κρίνητε, ἂν ὠπισθοδρόμησεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής.
§216ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὠπισθοδρόμησε.
§217ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα ἐπροχώρησε πολύ.
§218ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν ἐγὼ χαίρω, διότι διὰ τῶν ὀλίγων λέξεων, τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐδήλωσεν, ὅτι ἐνόει τοὺς διαφόρους ἀρχηγούς. Ὀφείλω ὅμως νὰ προσθέσω δύο λέξεις· ὅτι ὅλοι ἡμεῖς ἠμπορεῖ νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ψέξωμεν· ἐκεῖνοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι ὡς κυβερνῆται διῴκησαν τὸ Κράτος ἐπὶ τόσα ἔτη, καὶ οἱ ὁποῖοι παρουσίασαν τὸν στρατὸν εἰς οἵαν κατάστασιν τὸν παρουσίασαν, δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλοῦν οὕτω.
§219Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ συζήτησις αὕτη νομίζω, ὅτι προσῆκε κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἀφοῦ ἤχθη ἐνταῦθα τὸ ζήτημα σήμερον, καὶ ἀφοῦ, καθὼς εἶπεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος Βουλευτής, δὲν εἶναί τις βέβαιος, ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ λάβῃ τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέλω φέρει καὶ ἐγὼ τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἂν προσῆκεν ὅμως ἡ συζήτησις αὕτη κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, βεβαίως ὅμως ὑπῆρξεν ὠφέλιμος καὶ σήμερον διεξαχθεῖσα, διότι εἴδομεν πολιτευτὰς τῆς περιωπῆς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ὅστις ὡμολόγησεν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι στρατὸν δὲν ἔχομεν, καὶ δὲν θ’ ἀποκτήσωμεν ἄνευ μεγάλων θυσιῶν ἀπὸ μέρους τοῦ λαοῦ. Τοῦτο βεβαίως τιμᾷ σήμερον τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας. Ταὐτὰ ἐν πλείσταις περιστάσεσιν ἐδήλωσαν πολλὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὅτι ἐλέγετο ἐντεῦθεν — δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν καὶ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, βεβαίως ὅμως παρὰ φίλων του,—ὅτι διὰ μόνου τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποσπασθῇ ὁ στρατὸς ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς πολιτικῆς, καὶ ἀποσπώμενος ἐξ αὐτῆς θὰ ἠδύνατο νὰ καταστῇ ἄξιος, ὅπως ἐπιτελέσῃ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ. Διότι εὑρίσκετο τότε, ὅτι, ἂν δὲν εἴχομεν στρατὸν, αἰτία ἦτο ἡ ἐπεμβαίνουσα εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ πολιτική, ἡ φθείρουσα αὐτόν. Ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ἡμεῖς ἐλέγομεν, ὅτι δὲν ἤρκει ἡ Γενικὴ Διοίκησις, ὅτι ἀπῃτοῦντο καὶ ἄλλα μέτρα, ὅτι ἄνευ χορηγίας τῶν μέσων, ὅπως ἀναπλασθῇ καὶ ἀναδημιουργηθῇ ὁ στρατὸς, εἰς μάτην ἤθελεν ἐκτεθῆ ὁ Διάδοχος μόνος εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ δημοσίου, οὐδὲν ἄλλο δὲ ἤθελε πράξει ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ ἡ Α. Ὑψηλότης, διότι ἡ πολιτικὴ δὲν ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία παρέφθειρε τὸν στρατόν, καθόσον στρατὸς δὲν ὑπῆρχε, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν ὑπῆρχέ τι, ὅπως ὑποστῇ φθοράν. Τὰ ἀποτελέσματα δὲ ἐδικαίωσαν τὰς προρρήσεις μας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπαντῶν πρὸς τὸν κ. Λεβίδην, ἔλεγεν, ὅ,τι ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἤκουσε παρὰ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη νὰ τῷ εἴπῃ: «Ἐὰν θέλητε στρατόν, δόσατέ μας πόρους, καὶ θὰ δυνηθῶμεν νὰ σᾶς παρουσιάσωμεν τοιοῦτον.» Ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θὰ ἔλεγον εἰς τὸν ἐπιφανῆ ἐκεῖνον ἄνδρα, ὅτι πόροι ἴσως ὑπάρχουν, καὶ δύνανται νὰ ἐξευρεθῶσιν ἐντὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ τῶν μέσων αὐτῶν θὰ ἠδύνατο νὰ σχηματισθῇ στρατὸς καλλίτερος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον παρετάξαμεν κατὰ τὸ 1897, ὅπως ἀποκρούσῃ τὸν στρατὸν τοῦ Ἐτὲμ πασσᾶ. Ἔχω ἐνταῦθα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883· ἀναφέρω δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, διότι εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἔτος ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶχε προσαρτηθῆ πλέον ἡ Θεσσαλία εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατ’ ἀκολουθίαν ὑπῆρχον ἀναγεγραμμέναι ὅλαι αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὰ ἔσοδα ἀνήρχοντο εἰς 72,133,610 δραχμὰς... (Θόρυβος καὶ διαπληκτισμοὶ ὄπισθεν τοῦ Προεδρείου καὶ πρὸς τὰ ἀριστερὰ τῷ κατερχομένῳ ἐξ αὐτοῦ. Πλεῖστοι Βουλευταὶ προστρέχουν εἰς τὸν τόπον τῆς ἔριδος. Ὁ ἀγορεύων διακόπτει ἐπί τινα λεπτὰ τὴν ἀγόρευσίν του).
§220ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, ὅπου γίνονται ἐντὸς τῆς αἰθούσης;
§221ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε· λύσατε τὴν συνεδρίασιν. Τί εἶναι αὐτά! Καὶ θέλετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀκόμη!
§222ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί κατάστασις εἶναι αὐτή!
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι. Ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἡρ. Καλαμπάκα καὶ Περ. Ἀλεξάκη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 125 Βουλευτῶν. Ὁρίστε, κύριε Βελλιανίτη.
§225Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1883 αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους ἀνήρχοντο εἰς 72,133,610 δραχμάς. Συγκρινόμεναι αὐταὶ πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ 1901 —δὲν λαμβάνω, βλέπετε, τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, ὅστις ηὔξησεν ἔτι μᾶλλον — παρουσιάζουσι διαφορὰν ἐπὶ πλέον δρ. 43,801,545.20. Ἐὰν ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν τὰ προστεθέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ τὰ δαπανώμενα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰσπράξεων ἐκείνων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ηὔξησαν τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ὡς καὶ τὰ διὰ τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων, παρατηροῦμεν, ὅτι προσετέθησαν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους πλέον τῶν 21,353,799 δραχμῶν, κατασπειρομένων εἰς διάφορα ἄρθρα καὶ κεφάλαια ἐντελῶς ἄγονα τοῦ ἡμετέρου Προϋπολογισμοῦ. Δηλαδὴ ηὐξήσαμεν τὰς ἡμετέρας δαπάνας εἰς τὸ τεράστιον τοῦτο ποσὸν διὰ λογαριασμοὺς καθαρῶς προσωπικούς, καὶ χωρὶς νὰ ἐπιδιώκηται διὰ τῆς δαπάνης ταύτης οὐδεὶς γενικὸς σκοπός, εἴτε ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, εἴτε ὑπὲρ τῆς κοινωνίας. Διότι μελετῶν τις τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκοσαετίαν, δὲν εὑρίσκει ἐντὸς αὐτῶν σημεῖα δεικνύοντα τὴν μέριμναν τῆς Πολιτείας πρὸς βελτίωσιν τῆς κοινωνικῆς καταστάσεως, πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν παραγωγικῶν τῆς χώρας δυνάμεων, δι’ ὧν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀλλάξῃ ὄψιν ἡ Ἑλλὰς καὶ ὡς Κράτος καὶ ὡς ἔθνος. Ἐὰν τοὐλάχιστον ὑπῆρχε στοργὴ καὶ μέριμνα, ὅπως βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, θὰ ἦτο δυνατὸν ἐξ αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ χωρὶς νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς χώρας ἐκτάκτους θυσίας, περιστέλλοντες τὰς σημερινὰς ἡμῶν δαπάνας, νὰ ἐξεύρωμεν ποσόν, δυνάμενον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ στρατὸς ἐτέθη πάντοτε εἰς δευτέραν μοῖραν, αἱ δὲ θυσίαι τοῦ λαοῦ ἐχρησιμοποιήθησαν εἰς τὴν αὔξησιν ὑπαλληλίας, ἀχρήστου ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Ἀλλ’ ἀφοῦ κατὰ τοσαῦτα ἑκατομμύρια ηὐξήσαμεν τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, μήπως προέκυψεν ἐκ τῶν δαπανῶν τούτων τοὐλάχιστον διαφορὰ διοικήσεως; Μήπως τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα συνετέλεσαν, ὅπως προαχθῇ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν, ἢ ὅπως ἀποκτήσῃ τοὐλάχιστον Δικαιοσύνην ἀξίαν τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς; Μήπως συνέπεσε ν’ ἀντιληφθῆτε ἀλλαγήν τινα ἐπὶ τὰ κρείττω εἰς τοὺς ἄλλους τῆς διοικήσεως κλάδους, ἢ εἰς τὴν μέριμναν τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῆς προόδου τῶν πλουτοπαραγωγικῶν ὅρων; Ἀναντιρρήτως ὄχι. Ἐκ τῶν πινάκων τῆς ἐγκληματικότητος, οὓς προσεκόμισε χθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀντελήφθητε τὴν εἰκόνα τῆς παρ’ ἡμῖν δημοσίας ἀσφαλείας, ἥτις εὑρίσκεται εἰς χείρονα κατάστασιν ἢ εἰς πᾶσαν ἄλλην χώραν τῆς Εὐρώπης. Ὅταν δὲ Κράτος, τὸ ὁποῖον τόσον ἐξώγκωσε τὰς δαπάνας αὐτοῦ ἐντὸς μιᾶς εἰκοσαετίας, οὐδόλως μετέβαλε τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, δὲν ἐξησφάλισε δὲ εἰς τοὺς πολίτας δημοσίαν ἀσφάλειαν ἀνεκτήν, ἀφοῦ δὲν ἔλυσε τὰ ζητήματα ταῦτα, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ βασίσῃ ἐκπολιτιστικὴν πολιτικὴν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, βεβαίως τὸ Κράτος αὐτὸ δὲν δύναται νὰ σκέπτηται περὶ στρατιωτικῶν μεταρρυθμίσεων, περὶ δημιουργίας στρατοῦ, ἀξίου ὅπως ἐκπληρώσῃ τὴν μεγάλην ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ μικρὸν αὐτὸ ἔθνος εἰς τὴν γωνίαν αὐτὴν τῆς Εὐρώπης. Ἡ δημιουργία τοῦ στρατοῦ ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ συνέπεια τῆς ἄλλης προόδου, τῆς προόδου τῆς πολιτικῆς, τῆς προόδου τῆς οἰκονομικῆς, τῆς προόδου τῆς πνευματικῆς. Ὠφείλομεν νὰ λύσωμεν πρῶτον τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ κατόπιν νὰ προβῶμεν εἰς ἐπιδίωξιν δημιουργίας στρατοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἄνευ θυσιῶν, καὶ μεγάλων μάλιστα θυσιῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἴδωμεν τὸν ἡμέτερον στρατὸν ἀλλάζοντα ὄψιν καὶ παρέχοντα ἐλπίδας βελτιώσεως αὐτοῦ. Ἐγείρεται ἤδη τὸ ζήτημα, ἂν εἶναι εἰς θέσιν ἡ χώρα αὕτη, ἡ τόσον βεβαρημένη εἰς φόρους, ἡ οὕτω κακοδιοικουμένη, ἡ στερουμένη πλεῖστα ἐκ τῶν στοιχείων εὐνομουμένης χώρας, νὰ ὑποστῇ τὰς θυσίας, ἃς θὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις. Ἡ ἐμὴ γνώμη εἶναι, ὅτι ἡ χώρα δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας θυσίας, καὶ οὐχὶ ὀρθὴν πρᾶξιν θέλει ὑποδείξει εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις, τοιαῦτα εἰσάγουσα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀγνοοῦσιν οἱ Ὑπουργοὶ, οἵτινες ὀφείλουν νὰ γνωρίζωσι τὰς δυνάμεις τῆς χώρας καὶ τὴν ἀντοχὴν αὐτῆς. Ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω παρὰ τῶν μετὰ τοσούτου ἐνθουσιασμοῦ λαλούντων ὑπὲρ τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ, παρὰ τῶν ὑποδεικνυόντων τὰς νέας θυσίας, τὰς μεγάλας θυσίας, ἐὰν ἀντελήφθησαν, ὅτι ἡ χώρα αὕτη, ἡ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη οὕτω διαβουκοληθεῖσα καὶ πιστεύουσα, ὅτι παρεσκεύαζε στρατὸν, εἶναι διατεθειμένη νὰ ὑποστῇ νέα βάρη, νὰ προσφέρῃ νέα ἑκατομμύρια, διὰ νὰ ἀκούσῃ ἴσως μετά τινα ἔτη, ὅτι δὲν ἔχομεν πάλιν στρατόν. Ἠκούσατε, ὅτι πρόκειται διὰ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσαχθῶσιν, εἴτε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ, ἂν δὲν θελήσῃ οὗτος, παρ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, θὰ ζητηθῶσι πολλὰ ἑκατομμύρια. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπάρχουσι πολλοὶ οἱ πιστεύοντες, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία εὐχαρίστως θ’ ἀποδεχθῇ τὰς τοιαύτας δηλώσεις, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ εἷς μεταξὺ ἡμῶν ὁ πιστεύων, ὅτι δύναται αὕτη νὰ ἀνθέξῃ εἰς τοιαύτας θυσίας. Ἀπαιτοῦνται 50 ἑκατομμύρια, ἴσως καὶ 60 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς συμπλήρωσιν τοῦ φθαρέντος κατὰ τὸν πόλεμον ὑλικοῦ τοῦ πολέμου καὶ εἰς ἀνανέωσιν τοῦ ὁπλισμοῦ μας, ἀλλὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἔκτακτα ἔξοδα, δὲν θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τίποτε, ἂν δὲν προστεθῶσιν ἄλλα ἑκατομμύρια εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ ὁποῖα θὰ προκαλέσωσιν ἐπαύξησιν τῆς φορολογίας, ἀφοῦ δὲν βλέπω διάθεσιν πρὸς περιστολὴν τῶν δαπανῶν, ἵνα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξοικονομηθῇ τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὸν στρατὸν ποσόν. Ἑκατομμύρια λοιπὸν καὶ πάλιν, φόροι λοιπὸν νέοι καὶ πάλιν, ἰδοὺ ἡ νέα φάσις τῆς πολιτικῆς, ἣν συνεχίζει κατ’ ἀποκοπὴν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ζητοῦντες δὲ ταῦτα, θίγομεν τὰ φιλοπάτριδα αἰσθήματα τοῦ λαοῦ! Ἀληθῶς εἶναι ὡραῖοι οἱ λόγοι, ὅταν ἐκφωνῶνται ἐντεῦθεν, περὶ τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων· προκαλοῦσι τὰ χειροκροτήματα, καὶ ταχύνουσι τοὺς παλμοὺς τῶν καρδιῶν μας. Εἶναι ὡραῖα τὰ ὄνειρα, τὰ ὁποῖα πλέκομεν ἐνταῦθα περὶ τῆς μελλούσης δράσεως τοῦ παρασκευασθησομένου στρατοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ φαντασθῶμεν καὶ τὰς σκηνὰς, αἵτινες θ’ ἀκολουθήσωσιν, ὅταν οἱ εἰσπράκτορες θὰ καταδιώκωσι τοὺς μὴ δυναμένους νὰ πληρώσωσι τὴν ὀφειλήν των φορολογουμένους. Ἄλλως τε ὁ τελευταῖος πόλεμος, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν εἴπωμεν περὶ τῆς ἀνδρείας τῶν ἡμετέρων στρατιωτῶν, διέλυσε πολλὰ ἐκ τῶν ὀνείρων τούτων. Μὲ τὰ ὄνειρα βεβαίως ἐπλανήθημεν ἐπὶ τοσαύτας δεκαετηρίδας, καὶ ἐπιστεύσαμεν, ὅτι ὁ στρατὸς, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου εἴκοσι κατ’ ἔτος διαθέτομεν ἑκατομμύρια, ὁ στρατὸς, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἦλθον ξένοι ὀργανωταὶ, καὶ παρῆλθον τόσοι ὀργανισμοὶ, δι’ ὃν ἠκούσαμεν εὐγλώττους ἀγορεύσεις, ἀπηχούσας ἐντεῦθεν καθ’ ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν, θὰ ἠδύνατο τοὐλάχιστον νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὰ σύνορα ἐπὶ ὀλίγας ἡμέρας, καὶ νὰ διαπράξῃ τοὐλάχιστον μεμονωμένας ἀριστείας, ἐξ ἐκείνων, ἃς παρουσιάζει ἡ ἱστορία καὶ τῶν κατὰ κράτος ἡττηθέντων στρατῶν. Ἤκουσα πρὸ μικροῦ ἐντεῦθεν ἀγαπητῶν συναδέλφων, ἀναφερόντων διακεκριμένους ἀληθῶς συγγραφεῖς, καὶ μετὰ θαυμασμοῦ ὁμιλούντων περὶ τῆς ἀνδρείας τῶν ὁπλιτῶν μας· ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε ἴσως, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀνέφερα καὶ ἐγὼ συγγραφεῖς, οἵτινες ἔλεγον, ὅτι ὁ ἡμέτερος στρατὸς, ὅστις ἀπώλεσε κατὰ τὰς διαφόρους συγκρούσεις πρὸς τὸν ἐχθρὸν οὐχὶ πλέον τῶν 5% ἐκ τῶν δυνάμεων αὐτοῦ, οὐδεμίαν ἔχει δικαιολόγησιν, ὑποχωρήσας· συνεπέραναν δὲ οἱ συγγραφεῖς ἐκεῖνοι, ὅτι, οὕτω πράξας, δὲν ἐξετέλεσεν ἔντιμον πρᾶξιν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι οὐχὶ πάντες οἱ συγγραφεῖς, οἱ ἀσχοληθέντες περὶ τοῦ ἡμετέρου πολέμου, κρίνουσιν ὅπως ὁ βαρῶνος Φὸν–Δὲρ–Γκόλτς καὶ ὁ στρατηγὸς Γαριβάλδης τὸν ἡμέτερον στρατόν. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, καὶ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ μετ’ αὐτὸν ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ ἡμέτερος στρατὸς, ἀπαράσκευος, ὅπως ἦτο, καὶ ὅστις πράγματι οὐδὲν ἄλλο ἦτο ἢ ὄχλος ὁπλοφόρων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο μὲν πολυπληθέστερος τοῦ ἡμετέρου, εἶχεν ὅμως ὀργανωθῆ παρ’ ἑνὸς ἐκ τῶν ἐπιφανεστέρων ὀργανωτῶν τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ, τοῦ βαρώνου Φὸν–Δὲρ–Γκόλτς. Δὲν ἀντιλέγω βεβαίως, ὅτι κατὰ τὸν ἀτυχέστατον ἐκεῖνον πόλεμον ὑπῆρξαν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀρχηγοὶ εὔτολμοι καὶ δεξιοὶ θὰ ἠδύναντο, ἐκπληροῦντες μετ’ αὐταπαρνήσεως τὸ καθῆκον αὐτῶν, νὰ διαδραματίσωσι σπουδαιότερον πρόσωπον ἐκείνου, ὅπερ διεδραμάτισαν, ὁδηγοῦντες τὰ ἑλληνικὰ στρατεύματα, πάντως ὅμως ἡ τελικὴ ἔκβασις τοῦ πολέμου θὰ ἦτο ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος. Θὰ ἐσώζετο ὅπως δήποτε ἡ τιμὴ τῶν ὅπλων, τὸ αὐτὸ ὅμως ἀποτέλεσμα θὰ εἶχεν ἡ ἐν γένει ἐπιχείρησις. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξεφωνοῦντο οἱ πολεμικοὶ λόγοι παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες εἶχον προηγουμένως, κατέλαβον δὲ καὶ μετὰ τὸν πόλεμον τὰ ὕπατα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα, ἐγὼ, ὅστις οὐδὲν κῦρος εἶχον ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ, τοῦ ὁποίου ἡ φωνὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναστείλῃ τὴν πολεμικὴν ὁρμὴν τοῦ ἔθνους, ἐκραύγαζον ἐντεῦθεν, ὅτι πόλεμος πρὸς τὴν Τουρκίαν ἤθελε σημάνει μεγάλην καταστροφὴν κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Εὐτυχῶς ἡ καταστροφὴ δὲν ἐπῆλθε, τὰ δὲ ἀποτελέσματα δὲν ἦσαν τοιαῦτα, οἷα ἠδύνατό τις νὰ φοβῆται μετὰ τοιαύτην ἀτυχίαν. Ἀνεστάλη ἡ πορεία τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ· οὕτω πῶς δὲ δὲν εἴδομεν καὶ τὰ φέσια τῶν Γκέκιδων εἰς τὰς Ἀθήνας. Τὸ λυπηρὸν ὅμως εἶναι, ὅτι δὲν συνήλθομεν ἔκτοτε, καὶ ἡ ἀτυχία ἐκείνη τοῦ πολέμου δὲν μᾶς ἐχρησίμευσεν ὡς δίδαγμα. Ἀντὶ εἰς ἄλλα νὰ τραπῶμεν, καὶ ἄλλους βελτιοῦντες κλάδους τῆς διοικήσεως, νὰ παρασκευάσωμεν ἔδαφος ἱκανὸν πρὸς στρατιωτικὰς μεταρρυθμίσεις, βαίνομεν εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, τῶν ὁποίων τὸ θέλγητρον ἀπηλαύσαμεν κατὰ τὸ 1897! Ἀλλ’ οὕτως ἐξακολουθοῦντες, Κύριοι, τοιαῦτα μελετῶντες πράγματα, ἀδύνατα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τοιαῦτα σκεπτόμενοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι διὰ τῶν νομοθετημάτων τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἢ διὰ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, — τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω πότε θὰ εἰσαχθῶσι καὶ ἐκ ποίων πόρων θὰ δυνηθῶσι νὰ λάβωσι ζωὴν, — δὲν εἶναι δυνατὸν, λέγω, νὰ ἐλπίζωμέν ποτε, ὅτι θέλομεν παρασκευάσει στρατὸν καλλίτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον παρετάξαμεν κατὰ τὸ 1897, καὶ τὸν ὁποῖον εἴδομεν μετ’ ἀρχηγῶν καὶ ὑπαρχηγῶν φεύγοντα μέχρι τῆς Ταράτσας! Ὅταν ἐντεῦθεν ἐρχώμεθα καὶ ὁμιλῶμεν περὶ τοῦ στρατοῦ, ὅταν ἐντεῦθεν ἐρχώμεθα καὶ λέγωμεν, ὅτι θέλομεν εἰσαγάγει στρατιωτικὰ νομοσχέδια, χωρὶς νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι θὰ ἐξεύρωμεν καὶ τοὺς πόρους, οἵτινες θὰ καλύψωσι τὰς δαπάνας τοῦ διὰ τῶν ἀθεάτων ἀκόμη νομοσχεδίων ὀργανουμένου στρατοῦ, ἀναντιρρήτως δὲν λέγομεν τὰ ἀληθῆ ἐντεῦθεν· ἀπατῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, καὶ ἀπατῶντες ἡμᾶς αὐτοὺς ἀπατῶμεν καὶ τὸν λαὸν, ὅπως φαινώμεθα ἁπλῶς εὐάρεστοι ἐκεῖ, ὅπου μόνον τ’ ἀληθῆ δέον νὰ λέγωνται. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ εἴπωμεν καθαρὰ καὶ εἰλικρινῶς τὴν θέσιν ἡμῶν εἰς τοὺς ζητοῦντας τὰς προαγγελθείσας θυσίας. Δέον νὰ καταδηλώσωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλάς, ὅπως ἔχει σήμερον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευάσῃ στρατὸν, διότι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διαθέσῃ τὰ ζητούμενα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἑκατομμύρια, διότι ὁ λαός της ἔχει καμφθῆ ἤδη, καὶ δὲν ἀπέχει πολὺ ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἴσως οὔτε τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ θὰ δυνηθῇ νὰ παράσχῃ. Οὐδὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ πράξωμεν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἐὰν μὴ ἐνισχύοντες τὴν παραγωγὴν ἀναπτύξωμεν τοὺς πλουτοπαραγωγοὺς πόρους τῆς χώρας. Ἐφ’ ὅσον τοιαῦτα μέτρα δὲν λαμβάνωνται, εἶναι ἀδύνατον νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ λαοῦ περισσοτέρους φόρους, ὅπως διαθέσωμεν αὐτοὺς ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος βεβαίως, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν λέγητε, δὲν θὰ ᾖναι πάλιν εἰς θέσιν ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν στρατὸν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐπὶ 18 ὁλόκληρα ἔτη, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δηλαδὴ τοῦ 1883, ὅτε ἐγένετο ἡ προσάρτησις τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, μέχρι τοῦ 1901, βλέπει τις τὰ αὐτὰ περίπου ποσὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Κατὰ μὲν τὸ 1883 ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνήρχετο εἰς 16,560,175 δραχμὰς, κατὰ τὸ 1901 τὸ ποσὸν δὲν ὑπερβαίνει τὰ 17,300,000, καὶ προσετέθησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τῆς σήμερον 832,000 δραχμαὶ μόνον. Διὰ τῆς προσθήκης αὐτῆς, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν, πάντες, ὅσοι διετέλεσαν Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔλεγον, ὅτι θὰ παρασκευάσουν στρατιωτικὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν θὰ ἐβελτιοῦτο σπουδαίως ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, δὲν μᾶς ἐζητοῦντο δὲ νέα ἑκατομμύρια. Ὅτε ἐψηφίζομεν τὸ νομοσχέδιον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐλέγετο ἡμῖν, ὅτι ἐπρόκειτο ν’ ἀφαιρεθῇ ὁ στρατὸς ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, ἥτις τὸν κατέστρεψε, καὶ ὡς διὰ μαγικῆς ῥάβδου ἤθελον ἀναπηδήσει οἱ Θωρακοφόροι τοῦ Μεγάλου Φρειδερίκου! Τώρα ὁ τόνος τοῦ ᾄσματος ἤλλαξε. Δὲν ἀρκεῖ πλέον ὁ νόμος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἡ πολιτικὴ δὲν εἶναι ἡ φθείρουσα τὸν στρατὸν καὶ ἡ προετοιμάσασα τὴν πολεμικὴν ἀδοξίαν τοῦ 1897. Τώρα ἀπαιτοῦνται δεκάδες ἑκατομμυρίων, ὅπως ἀνορθωθῇ οὗτος, καὶ αὔριον θὰ μᾶς ζητηθῇ νὰ κλείσωμεν τὰ ὄμματα πρὸ τῶν ποικίλων ἀναγκῶν τῆς χώρας, χάριν τοῦ παχυτάτου μισθολογίου τοῦ στρατοῦ. Τὸ βέβαιον ἐκ τούτων ὅλων εἶναι, ὅτι ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν δαπανῶμεν ὑπὲρ τὰ 17,000,000 κατ’ ἔτος, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὴν εὐτυχίαν τοῦ λαοῦ, ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς αὐτοῦ, ἀπὸ τὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν μόρφωσίν του, καὶ τὰ χρήματα ταῦτα ἄνευ τινὸς σκοποῦ δαπανῶμεν, διότι ἄσκοπος ἀληθῶς εἶναι ἡ τοιαύτη δαπάνη, διότι ἀσύγγνωστος σπατάλη εἶναι αὕτη, ὅταν ἔρχωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἄνδρες, οἷος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, καὶ δηλῶσιν ἀπεριφράστως, ὅτι στρατὸν δὲν ἔχομεν καὶ δὲν θ’ ἀποκτήσωμεν ἄνευ μεγάλων θυσιῶν, ἄνευ νέων φόρων. Γεννᾶται οὕτως αὐτομάτως τὸ ἐρώτημα: πρὸς τί ἀπὸ εἴκοσι καὶ πέντε ἐτῶν ἐδαπανῶμεν δεκάδας ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος, ἀφοῦ εἰς οὐδὲν ἐχρησίμευον, συνετέλεσαν δὲ μόνον νὰ παραχθῇ στρατὸς, ὁ ὁποῖος, ἐὰν δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ νικήσῃ, δὲν εἶχεν οὔτε τὴν ἱκανότητα νὰ ἡττηθῇ ἐντίμως; Καὶ ἐνῷ τοσαῦτα δαπανῶμεν, τοὐλάχιστον ἂν μέρος τῆς δαπάνης ταύτης ἐχρησιμοποιοῦμεν διὰ τὴν Ἀστυνομίαν καὶ τὴν Χωροφυλακὴν, θὰ ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ ἐξασφαλίσωμεν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ προτοῦ ζητήσωμεν νὰ ἐλευθερώσωμεν τοὺς δούλους ἀδελφούς μας, θὰ ἐξησφαλίζομεν τὴν ζωὴν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν ἐλευθέρων πολιτῶν. Θὰ ἦτο δὲ δεδικαιολογημένη τότε ἡ δαπάνη αὕτη, δὲν θὰ παριστάμεθα δὲ μάρτυρες τῶν διεκτραγῳδουμένων καθ’ ἑκάστην μαρτυρίων τῶν πολιτῶν, ἕνεκεν τῆς αἰσχρᾶς διοικήσεως καὶ τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως δημοσίας ἀσφαλείας. Τουλάχιστον, ἀνομολογοῦντες ὅτι δὲν ἔχομεν στρατὸν, ἂς διαθέσωμεν τὰ χρήματα ταῦτα ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς, ἥτις θὰ δυνηθῇ σὺν τῷ χρόνῳ νὰ μᾶς δώσῃ τὰ ἀναγκαιοῦντα μέσα, ὅπως καὶ στρατὸν ἀναπτύξωμεν καὶ μετὰ θάρρους ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν κληρονομίαν. Ἀνεκοινώθη ἐντεῦθεν καὶ παρὰ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δέον νὰ ὑποστῶμεν τὰς νέας αὐτὰς θυσίας χάριν τοῦ στρατοῦ. Ἐλέχθη μάλιστα, ἀσαφῶς μὲν, ἀλλ’ ἀρκούντως ἠχηρῶς, ὅτι θ’ ἀπαιτηθῶσιν ἐφ’ ἅπαξ 60 ἢ 70 ἑκατομμύρια δραχμῶν, θὰ αὐξηθῇ δὲ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ οἱ τοιαῦτα λέγοντες, νομίζω ὅτι παραπαίουσι, φανταζόμενοι τὴν χώραν εὐημεροῦσαν καὶ πλουσιωτάτην, διότι δὲν ἔτυχε, φαίνεται, ν’ ἀντιληφθῶσιν ὁποία οἰκονομικὴ κρίσις μαστίζει τὴν Πελοπόννησον, ὁποία πεῖνα τὴν Ἑπτάνησον, ὁποία ἀθλιότης τὴν Θεσσαλίαν. Μὲ τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν ἀσεβοῦμεν πρὸς τὴν δυστυχίαν τοῦ λαοῦ, σκεπτόμενοι περὶ νέων θυσιῶν. Ἐν τῷ ζητήματι τοῦ στρατοῦ δύο ὑπάρχουσι πολιτικαί· ἡ περιστολὴ τῶν δαπανῶν εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκοντο αὗται κατὰ τὸ 1883, καὶ ἡ χρησιμοποίησις τῶν περὶ πλέον ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἢ ἡ ἀνάπτυξις τῆς παραγωγῆς, ὅπως ἐξεύρωμεν ἀργότερα τοὺς ἀπαιτουμένους πόρους ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως καὶ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ. Μὴ πράττοντες ταῦτα, ἂς παύσωμεν πλάττοντες ὄνειρα, διότι ὁ λαὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποβληθῇ εἰς νέας θυσίας, παρ’ οἱουδήποτε καὶ ἂν ζητηθῶσιν αὗται.
§226Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§227Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριοι, δὲν θέλω μετάσχει τῆς συζητήσεως, ἥτις κατ’ ἐμὲ ἀκαίρως ἐγεννήθη τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς· ἀκαίρως λέγω, διότι ἐσχετίσθη μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, ἀκαίρως δὲ οὐχὶ δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετέσχον τῆς συζητήσεως, διότι δὲν ἐγνωρίζομεν, ὅτι ἤθελε προκληθῇ τοιαύτη συζήτησις, καθ’ ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς βεβαίως δὲν ἐξῆλθεν ἡττημένος ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ τέως κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γυθείου Βουλευτὴν, ὅστις, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τοῦ γεννηθέντος ζητήματος, ἠθέλησε νὰ προκαλέσῃ καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου καὶ ἐκδηλώσῃ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ γνώμην αὐτοῦ, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν πάντοτε, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξετασθῇ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν ἠξεύρω τίνων λόγων ἕνεκα ἡ ἐπιτροπὴ, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ ἐξέτασις τούτου, ἐγκατέλιπε τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐξ ἀφορμῆς τῆς προκλητικῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γυθείου Βουλευτοῦ δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως, ὅπως καταδειχθῇ, τίνες εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ ἀτυχοῦς ἡμῶν πολέμου.
§228Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δύο εἰσὶ τὰ ζητήματα, ἐφ’ ὧν συντόμως θέλω φέρει τὸν λόγον. Πρῶτον μὲν νομίζω, ὅτι δὲν ὠφελοῦσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες προσπαθοῦσι νὰ χαρακτηρίσωσιν ἑαυτοὺς μὲν ὡς στύλους δῆθεν τοῦ Θρόνου, ἐκείνους δὲ, οἵτινες ἀντιτίθενται εἰς τὰς ἰδέας αὐτῶν, οὐχὶ ὡς φίλους τοῦ Θρόνου. Φρονῶ, ὅτι τοιαύτη συζήτησις στρέφεται κυρίως εἰς βλάβην ἐκείνων, οὓς ἐν τῇ ἀφελεῖ αὐτῶν προαιρέσει οἱ ἀντιφρονοῦντες νομίζουσιν, ὅτι ὠφελοῦσι. Δὲν ἤθελεν εἶσθαι βεβαίως πολὺ παρήγορον, οὐδὲ πολὺ ἐνθαρρυντικόν, — λέγων δὲ ὅσα μέλλω νὰ εἴπω, δὲν ἐννοῶ ἐμὲ αὐτὸν, — ἂν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ᾖναι, ὡς χαρακτηρίζονται, ἐχθροὶ δῆθεν τοῦ Θρόνου ἐκεῖνοι, οἵτινες διὰ τῶν φώτων αὑτῶν, διὰ τοῦ σθένους, διὰ τῆς πεποιθήσεως εἰς τὰς ἰδέας αὑτῶν, τολμῶσι νὰ καταδεικνύωσιν, ὅτι ὑπάρχουσι νόμοι, ὅτι ὑπάρχουσι σκοποὶ ἐν νομοσχεδίοις, δυνάμενοι νὰ βλάψωσιν ἐκείνους, οὓς φρονοῦσιν οἱ δῆθεν ὑπερασπισταὶ τοῦ Θρόνου, ὅτι ὠφελοῦσιν, ἢ ὑπερασπίζονται. Ἰσχυριζόμενοι οὗτοι μάλιστα, ὅτι οἱ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀγορεύσαντες περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματός εἰσιν ἐχθροὶ τοῦ Θρόνου, βεβαίως, Κύριοι, οὐδαμῶς ὑπὲρ τοῦ Θρόνου ἀγορεύουσι, τοιαῦτα διηγούμενοι ἀνυπόστατα πράγματα. Οὐδὲ πολεμοῦμεν ἀπὸ τοῦ ἴσου, οὐδὲ εἶναι δίκαιον πρὸς τοὺς ἀντιφρονοῦντας πρὸς ὑμᾶς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδὲ εἶναι κοινοβουλευτικὸν νὰ προσπαθῆτε νὰ χαρακτηρίζητε τὰς ἰδέας ἐκείνων, οἵτινες ἀντιτίθενται εἰς νομοσχέδια, ἢ εἰς προτάσεις, παρ’ ὑμῶν ὑποβαλλομένας, ὡς ἰδέας ἀντιδυναστικὰς, αὐτοὺς δὲ ἐχθροὺς δῆθεν τοῦ Θρόνου! Ταῦτα εἶναι ὡς ἐκεῖνα, ἅτινα οἱ φίλοι ὑμῶν ἔγραφον κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ὅτι οἱ καταστήσαντες τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν προσεκτικὴν ἐπὶ τῶν ἐν Κρήτῃ γιγνομένων προέβησαν εἰς τοῦτο ἐξ ἐχθρότητος πρὸς τὸν Θρόνον. Διατί, Κύριοι; Πῶς, ἀφοῦ ἡμεῖς διαμαρτυρόμεθα ὅτι ἔχομεν τοιαῦτα φρονήματα καὶ τοιαύτας προθέσεις, πῶς εἶναι ἐπὶ τέλους δίκαιον καὶ συνετὸν νὰ θέλητε νὰ ἐπικολλήσητε εἰς τὰς συνειδήσεις ἡμῶν διὰ τῆς βίας ἰδέας, ἃς ἡμεῖς δὲν ἔχομεν; Ἀλλὰ τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ἡ συζήτησις δὲν εἶναι δικαία, οὔτε διεξάγεται ἀπὸ τοῦ ἴσου, πρὸ παντὸς ὅμως δὲν εἶναι ὠφέλιμος πρὸς ἐκείνους, οὓς νομίζετε, ὅτι ὠφελεῖτε. Διότι, ἐὰν ᾖναι ἐχθρὸς τοῦ Θρόνου ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφός μου, πρὸς ὃν οὐδὲν μὲ συνδέει,—ὡς καὶ αὐτὸς περὶ ἐμοῦ προχθὲς ὡμολόγει, — αὐτὸς πρὸ δύο μόλις ἐτῶν εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ 18,000 ἐκλογέων. Ἐὰν ᾖναι ἐχθρὸς τοῦ Θρόνου ὁ περιφανὴς ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτὴς, μόνον τὸ ὄνομα τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ καὶ ἡ προσωπικὴ αὐτοῦ ὑπόστασίς εἰσιν ἱκανὰ, ἵνα ἐμβάλωσιν εἰς σκέψεις ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον τυχὸν πιστεύσει εἰς τοὺς λόγους ὑμῶν. Ἐὰν ὁ ἐκ Γόρτυνος Ἡγέτης μεγάλου κόμματος, ὁ φιλόνομος καὶ νομοταγὴς ἐκεῖνος πρεσβύτης, ᾖναι ἐχθρὸς τοῦ Θρόνου, βεβαίως ὁ Θρόνος πρέπει νὰ σκεφθῇ σπουδαίως περὶ τῆς καταστάσεως...
§229Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως καὶ σεῖς ἀπειλεῖτε.
§230ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Τοὐναντίον.
§231Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδαμῶς ἐγὼ ἀπειλῶ. Ἴσως δὲν ἀντελήφθητε τῆς ἐννοίας τῶν ἐμῶν λόγων. Οὐδεὶς, Κύριοι, εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι πᾶν ὅ,τι λέγομεν προέρχεται ἐξ ἐχθρότητος πρὸς τὸν Θρόνον. Ἡμεῖς ἐδῶ δὲν συζητοῦμεν περὶ Θρόνου. Ἱκανὰ ἔτη παριστάμεθα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὥστε νὰ γνωρίζωμεν τοὺς ὑπευθύνους, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἐπὶ τῇ κακῇ καταστάσει τοῦ τόπου. Ἐὰν εὐθύνωνται ἐπὶ τῇ καταστάσει τοῦ τόπου, εὐθύνονται οἱ παρόντες Ὑπουργοὶ, εὐθύνονται οἱ πρὸ αὐτῶν, καὶ οἱ πρὸ ἐκείνων ἀκόμη, μέχρις ἀορίστου σημείου χρόνου. Ἀλλὰ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι τοιούτου εἴδους συζητήσεις οὔτε ὑμᾶς οὔτε ἄλλον τινὰ ὠφελοῦσι. Καὶ βεβαίως ἦτο ἀνάγκη τέλος πάντων νὰ δηλωθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι πρέπει, ἂν οὐχὶ ἄλλο, τουλάχιστον νὰ μαχώμεθα ἀπὸ τοῦ ἴσου. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν διὰ πλειοτέρων νὰ ἐπιμείνω ὑπὲρ ἰδέας τοσοῦτον γνωστῆς, καὶ κοινοβουλευτικῶς τοσοῦτον ὀρθῶς ἐχούσης. Καὶ ἤδη, Κύριοι, ἀναγκάζομαι, ἀμυνόμενος ὑπὲρ ὅσων πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔλεγον, νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων πρὸς τὸν ἐκ Κερκύρας πρώην Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἐμέμφετο ἐμοῦ καὶ κατηγόρει, ὅτι, ἐνῷ ἀνέλυον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἔλεγον, ὅτι διὰ τοιούτου προϋπολογισμοῦ, ὁμοίου πρὸς πολλοὺς παρελθόντας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ. Ἔλεγε: «Δὲν ἐννοεῖτε, Κύριε, ὅτι διὰ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν τὸν στρατὸν, ὃν ὑμεῖς ζητεῖτε; Δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι, ἂν ἐδαπανήθησαν ὀλίγαι τινὲς χιλιάδες δραχμῶν διὰ τὰ νέα Πρωτοδικεῖα, ἢ διὰ τοὺς νέους νομοὺς, διὰ τῆς μικρῆς ταύτης δαπάνης δὲν διεταράχθη ὁ ὀργανισμὸς καὶ ἡ ὑπόστασις τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους; Δὲν ἐννοεῖτε, ἔλεγεν ὁ κύριος ἐκ «Κερκύρας Βουλευτὴς, ὅτι, ἵνα κατασκευασθῇ στρατὸς, εἶναι ἀνάγκη πολλῶν ἑκατομμυρίων, εἶναι ἀνάγκη εἰδικοῦ ταμείου, ὅπως τὸ Ταμεῖον τοῦ Στόλου;» — περὶ οὗ προσεχῶς θέλει γείνῃ λόγος· καὶ μάλιστα, ἵνα μὴ λησμονήσω, ἀμέσως παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅσῳ τὸ δυνατὸν συντομώτερον, πίνακα περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ταμείου τούτου, δηλαδὴ πόσα εἰσεπράχθησαν ὑπὲρ τοῦ ταμείου ἔκ τε τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐξ οἱασδήποτε πηγῆς, χρησιμευούσης πρὸς πλουτισμὸν αὐτοῦ, πόσα ἐκ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου πολίχνης τινὸς τῆς Θεσσαλίας, πόσα ἐκ τῶν εἰσφορῶν τοῦ κουρέως μου, πόσα ἐκ τῶν παιδίων δὲν ἠξεύρω τίνος δημοτικοῦ σχολείου τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀλλὰ περὶ τούτων ὁ λόγος ἄλλοτε. Ἔλεγε λοιπὸν ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ στρατὸς, εἶνε ἀνάγκη ταμείου εἰδικοῦ. Παραλείπω τώρα, Κύριοι, ὅτι, ὅτε ἡμεῖς προετείνομεν τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, καὶ ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, καὶ ἄλλος τις συνάδελφος αὐτοῦ τότε καὶ φίλος πολιτικὸς, ὁ κ. Εὐταξίας καὶ ἄλλος ἀρτίως συνάδελφος αὐτοῦ, ὁ κ. ἐκ Κυθήρων, κατηγορητήριον ὅλον ἔψαλλον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τῶν εἰδικῶν ταμείων, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι σήμερον ἡ πρόοδος τῶν οἰκονομικῶν ἰδεῶν ἀντιτίθεται εἰς τὰ εἰδικὰ ταμεῖα. Καὶ ἔρχομαι, Κύριοι, ν’ ἀποδείξω, ὅτι οὐχὶ μόνον περὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων μετέβαλον γνώμην οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἀλλ’ ἀκόμη μετέβαλον γνώμας καὶ ὡς πρὸς τὰς ἰδέας, ἃς πρὸ ὀλίγου ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἐξέφερεν ὁ κύριος ἐκ Κερκύρας πρώην Πρωθυπουργός. Συνεζητεῖτο ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ, κατὰ τὸ 1896 ἔτος, ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 9 Νοεμβρίου, τὸ Κρητικὸν ζήτημα δι’ ἐπερωτήσεως. Τὰ τοῦ Κράτους τότε διηύθυνεν, ὡς γνωστὸν, ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Λαμβάνει λοιπὸν τὸν λόγον ὁ κ. ἐκ Κερκύρας πρώην Πρωθυπουργὸς, ἐκφράζων τὰς ἰδέας μεγάλης μερίδος τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπιτίθεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης οὐχὶ διὰ γενικῶν ἰδεῶν καὶ γενικῶν ἀποστροφῶν, ἀλλ’ εἰδικῶς καὶ ὡρισμένως ἐπὶ τῷ ὅτι ἡ ὑπὸ τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν Κυβέρνησις δὲν προενόει καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι διὰ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔπρεπε νὰ παρασκευάσῃ τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον τοῦ Κράτους. Καὶ ἀντιθέτως πρὸς ὅσα πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ λέγοντος, ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἠγόρευεν ὡς ἑξῆς τότε. (Σελὶς 80 τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς» Περιόδου ΙΔʹ, ἐκτάκτου Συνόδου, προεδρίᾳ τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Θ. Ζαΐμη). Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ ἀναγνώσωμεν ὀλίγας καὶ μόνον γραμμὰς, ἵνα καταδείξωμεν τὴν πλήρη ἀσυμφωνίαν τῶν τότε πρὸς τὰ πρὸ ὀλίγων μόλις στιγμῶν ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ λεχθέντα.
§232ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Μὰ δὲν εἶναι Κυβέρνησις πλέον! Τί ἔχει νὰ κάμῃ;
§233Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἄλλαι περιστάσεις τότε, ἄλλαι τώρα.
§234Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔλεγεν ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς τοὺς ἑξῆς ἀξιομνημονεύτους λόγους (ἀναγινώσκει): «Εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ τέλους νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἢ πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀσκόπως δαπανῶνται, ἢ πρέπει νὰ εὑρεθῶσι τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, καταλλήλως δαπανώμενα, δύνανται καὶ στρατὸν νὰ μᾶς δώσωσι καὶ ναυτικόν, ἀντάξιον τοῦ προορισμοῦ του. Ὅταν δὲ ὄπισθεν τῶν φράσεων, διὰ τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησιν ἀσχολεῖται περὶ στρατοῦ καὶ ναυτικοῦ, ἐξετάζων τὸν παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα Προϋπολογισμόν, οὐδεμίαν εὑρίσκω διαφορὰν μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρόντος ἔτους καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897, δικαιοῦμαι νὰ εἴπω... φράσεις εἴπατε, κύριε Πρωθυπουργέ, ἀλλ’ ὁ καιρὸς τῶν φράσεων παρῆλθε, καὶ ὁ λαὸς δὲν ἀρκεῖται πλέον εἰς φράσεις. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῶν δυσχερειῶν· ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμός, ἄλλως διασκευαζόμενος, δύναται νὰ δώσῃ τὰ μέσα, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται πρέπει ν’ αὐξήσωσιν ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ 8,000,000 δραχμῶν, κατὰ 2 δὲ ἑκατομμύρια αἱ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Πρόκειται λοιπὸν νὰ εὕρωμεν τὰ 10,000,000 ἐν τοῖς τακτικοῖς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐσόδοις. Τὸ πρᾶγμα δὲν μοὶ φαίνεται ἀδύνατον, καὶ ἡ σύγκρισις τοῦ Ἀπολογισμοῦ τοῦ 1894, ἢ μᾶλλον τῆς προσωρινῆς καταστάσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1894 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 ἐπιτρέπει νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀδύνατον. Ἀλλ’ ἂν, Κύριοι, τὸ περίσσευμα τοῦτο δὲν ἦτο ἀρκετὸν, ἐρωτῶ ὑμᾶς, νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν δαπανῶντες ὅσα δαπανῶμεν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, διὰ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, καὶ νὰ μὴ φροντίσωμεν περὶ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς συντάξεως τῆς χώρας; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν οὕτω πολιτευόμενοι; Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐρωτώμενος θέλει ἀπαντήσει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν. Ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται ν’ ἀναβληθῇ ἐπὶ πολὺ ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ σύνταξις τῆς χώρας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας, νὰ περιορίσωμεν ὅλας τὰς ἄλλας δαπάνας, ὅσον σεβασταὶ καὶ ἂν ἦναι αὗται, καὶ ἐπί τινα ἔτη νὰ περιστείλωμεν τὰς πιστώσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, χάριν τῶν δύο Ὑπουργείων, τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν.» Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὁ ἐκ Κερκύρας κύριος συνάδελφος, ὅτε μὲν ἡμεῖς διεχειριζόμεθα τὸν Προϋπολογισμόν, ἐθεώρει ὡς εὐχερέστατον τῶν πραγμάτων διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ οἰκονομήσωμεν, οὔτε ὀλιγώτερον, οὔτε περισσότερον, δέκα ἑκατομμύρια δραχμῶν, ὅταν δὲ ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς, ἢ οἱ συμφωνοῦντες αὐτῷ διαχειρίζωνται τὰ πράγματα, τότε πρέπει νὰ ἱδρύσωμεν εἰδικὰ ταμεῖα, ἀδιάφορον ἂν, κατ’ αὐτοὺς, αἱ θεωρίαι καὶ οἱ συγγραφεῖς ὅλου τοῦ κόσμου, οὓς τότε παρέτασσον ὁ κ. Εὐταξίας καὶ ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, ἀδιάφορον ἂν ὅλαι αὐταὶ αἱ θεωρίαι καὶ οἱ συγγραφεῖς ἦναι κατ’ αὐτοὺς τούτους ἀντίθετοι πρὸς τὴν ἵδρυσιν εἰδικῶν ταμείων εἴτε στρατοῦ, εἴτε ναυτικοῦ, εἴτε ὁδοποιίας. Καὶ πάλιν, ὅταν ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ συμφωνοῦντες αὐτῷ διαχειρίζωνται τὰ πράγματα, τότε ὁ στρατὸς καὶ ὁ στόλος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευασθῶσι διὰ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Προσέθηκα τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, δευτερολογήσας, οὐχὶ δι’ ἄλλο τι, ἀλλ’ ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἐγὼ, ἀναγνωρίζων τὰ φῶτα τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ἐσπούδασα ἁπλῶς ἐν τῇ Σχολῇ αὐτοῦ. Καὶ ἔρχεται, Κύριοι, ὁ καθηγητής μου καὶ μὲ ἐπιτιμᾷ· διατί; Διότι, ὡς πιστὸς μαθητὴς, καὶ εὐγνώμων ἐφ’ οἷς παρ’ αὐτοῦ ἐδιδάχθην, ὑπεστήριξα κατὰ τὸ 1902 ἔτος ὅσα ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργὸς ὑπεστήριξεν ἤδη ἀπὸ τοῦ 1896 ἔτους.
§235Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπειράχθη, φαίνεται, διότι ἀπαντήσας εἰς τὴν ἀγόρευσίν του παρέστησα αὐτὸν ἐν ἀντιφάσει, καὶ ἠθέλησε νὰ ἐπιδειχθῇ, παριστῶν ἐμὲ ἐν ἀντιφάσει οὐχὶ πρὸς ἰδίαν ἀγόρευσιν, ἀλλὰ πρὸς τὴν πολιτικήν μου κατὰ τὸ 1900 καὶ πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ κατὰ τὸ 1902. Δι’ ὀλίγων λέξεων θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτήν. Καὶ πρῶτον ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησεν, ὅτι ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοί μου ἐπολεμήσαμεν τὸ εἰδικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον εἶχε προτείνει· λησμονεῖ ὅμως, ὅτι διὰ τοῦ ἰδικοῦ του εἰδικοῦ ταμείου ἐπρόκειτο νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐπισκευῆς λεβήτων, νομίζω, καὶ ἐλέγομεν, ὅτι ἡ τοιαύτη δαπάνη ἀνάγεται εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμόν. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον· ἐλέγομεν, ὅτι διὰ τῶν τακτικῶν πόρων ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς τότε· μία διαφορὰ ὅμως ὑπάρχει μεταξὺ τῆς τότε ἐποχῆς καὶ τῆς νῦν, ὅτι ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν φαίνεται, ὅτι τότε ὑπῆρξε περίσσευμα, καὶ περίσσευμα σπουδαῖον· δὲν εἶχε γείνῃ ἔτι ὁ κανονισμὸς τοῦ δημοσίου χρέους, ἐπρόκειτο δὲ καὶ περὶ ἄλλων, δὲν ἐπρόκειτο περὶ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διότι ὁπλισμὸν εἴχομεν τέλειον τότε διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ· τότε αἱ ἀνάγκαι τοῦ στρατοῦ ἐσχετίζοντο πρὸς τὴν τελειοτέραν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ, πρὸς τὴν πρόσκλησιν κατ’ ἔτος τῶν ἐφέδρων, ὅπως ἐκγυμνασθῶσι, καὶ ὅπως διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν ποιότητα στρατοῦ καλλιτέραν. Ἐπρόκειτο νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ διοικῶσιν ὁμάδας, καὶ μὴ εὑρεθῶσιν ἐν τῇ ἀνάγκῃ ἀπαράσκευοι. Ἐλέγομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπισπεύσωμεν τὰς δαπάνας ἐκείνας, διότι αἱ περιστάσεις τῆς Ἀνατολῆς ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἐπέσπευδον τὰς δαπάνας ἐκείνας· τὰ μετέπειτα δὲ γεγονότα ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν εἴχομεν ἄδικον. Σήμερον ἡ κατάστασις εἶναι ἀλλοία· πρόκειται νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, διὰ τὰς ὁποίας χρειάζονται ἑκατομμύρια ὅλα. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ σκεφθῶμεν περὶ στρατώνων καὶ στρατωνισμοῦ τῶν ἀνδρῶν, θὰ ὑπεστήριζον ἀκόμη καὶ σήμερον, ὅτι διὰ τριῶν ἢ τεσσάρων ἑκατομμυρίων ἠδύναντο αἱ ἀνάγκαι αὗται νὰ πληρωθῶσιν. Ἐὰν σήμερον ὑποστηρίζω, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην εἰδικοῦ ταμείου, εἶναι διότι φρονῶ, ὅτι αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ γείνωσι, θὰ ἀνέλθωσιν εἰς 35,000,000. Καὶ λέγω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγον τότε, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς δὲν ἐπιτρέπει νὰ δαπανηθῶσι τὰ 35,000,000 ἐντὸς 35 ἐτῶν. Ἀλλοίμονον, ἐὰν περιμένωμεν 35 ἔτη! Ταῦτα εἶχον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἀπάντησίς μου ἔπεισεν αὐτὸν, ὅτι δὲν εὑρίσκομαι ἐν ἀντιφάσει οὔτε πρὸς ὅσα ἔλεγον τότε, οὔτε πρὸς ὅσα λέγω σήμερον.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1902». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901 ἐκ φράγκων χρυσῶν 71,158.31».
§239ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατήρησίν τινα, καὶ ἐλπίζω, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοί, οἱ ἁρμόδιοι, θέλουσιν εὐαρεστηθῆ νὰ δώσωσι τὰς προσηκούσας ἐξηγήσεις. Πρόκειται περὶ δαπάνης, γενομένης ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ καταλαβούσης τοὺς πρώην Ὑπουργοὺς ἀπαρασκεύους. Ἐξ ἐράνου, γενομένου ἐν Ρουμανίᾳ, ἀπεφασίσθη νὰ ἱδρυθῇ κατάστημα Πρεσβείας, ἀποφασισθέντος ἐν ταυτῷ, τὸ ποσὸν τῶν ἐράνων νὰ αὐξηθῇ διὰ τοῦ τιμήματος οἰκοπέδου τινός, ὅπερ ἦτο ἠγορασμένον πρὸς οἰκοδόμησιν Πρεσβείας, καὶ ὅπερ ἐκρίθη ἀκατάλληλον. Ἐνῷ δὲ ἐπρόκειτο διὰ τοῦ διπλοῦ τούτου πόρου νὰ οἰκοδομηθῇ τὸ κατάστημα τῆς Πρεσβείας ἐν γηπέδῳ, ὅπερ διὰ τῶν ἐράνων τῶν πρώτων ἠγοράσθη, εἷς τῶν ἐν Ρουμανίᾳ ὁμοεθνῶν, ὁ κ. Χαροκόπος, ἀνέλαβε νὰ κατασκευάσῃ καὶ τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρεσβείας. Καθ’ ἃ βλέπω, ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναγράφεται, ὅτι διὰ χρημάτων, ἐξ εἰσφορῶν τῶν ἐν Βουκουρεστίῳ καὶ ἄλλαις πόλεσι τῆς Ρουμανίας διαμενόντων ὁμογενῶν προερχομένων, ἠγοράσθη ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους οἰκόπεδον ἐν Βουκουρεστίῳ κείμενον, καὶ κατωτέρω, ὅτι, τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ Πρεσβευτικοῦ καταστήματος μελλούσης νὰ γείνῃ διὰ χρημάτων ἐξ εἰσφορῶν εἰσπεπραγμένων καὶ εἰσπραχθησομένων, ὡς ἐπίσης καὶ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ οἰκοπέδου, ἐν ᾧ τὸ παλαιὸν κατάστημα τῆς Πρεσβείας, ἐκποιουμένου, ἤρξατο ἀμέσως μετὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ οἰκοπέδου ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου, δι’ ὃ ἐδαπανήθησαν δρ. 157,775.13. Ἕνεκα δὲ τῆς μὴ καταβολῆς τῆς εἰσφορᾶς ὑπὸ πάντων τῶν ὑποσχεθέντων, ζητεῖται ἡ διαφορὰ ἐκ φρ. χρ. 71,158.31. Ἐρωτῶ λοιπὸν ἐνταῦθα, τί γίνεται τὸ ἀντίτιμον τοῦ οἰκοπέδου τοῦ πωληθέντος; Ἢ μήπως δὲν ἐπωλήθη τὸ οἰκόπεδον; Διότι, ἐνῷ φαίνονται δύο πηγαί, παρέχουσαι χρήματα διὰ τὴν δαπάνην, ἔπειτα λέγεται, ὅτι δὲν ἐπήρκεσαν τὰ χρήματα, τὰ ἐξ εἰσφορῶν προερχόμενα. Δὲν ἐπήρκεσαν τὰ χρήματα τὰ ἐξ εἰσφορῶν προερχόμενα, ἢ δὲν ἐπήρκεσαν τὰ χρήματα τὰ ἐξ εἰσφορῶν καὶ τοῦ οἰκοπέδου προερχόμενα; Ἑτέραν παρατήρησιν ἔχω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον χορηγεῖται πίστωσις τοῦ ἐλλείψαντος ποσοῦ ἐκ φρ. χρ. 71,158.31, καὶ προτείνεται νὰ καταταχθῇ ἡ πίστωσις αὕτη εἰς τὸ κεφάλαιον 36, ὡς ἔκτακτος πίστωσις· ἀλλὰ πρόκειται περὶ πιστώσεως τοιαύτης, ἥτις δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν μόνον ἐν κεφαλαίῳ 36, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ 29 ἡ νομισματικὴ αὐτῆς διαφορά. Οὕτω δὲ ἡ πίστωσις, ἡ χορηγουμένη πρὸς τὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σκοπὸν, δὲν θὰ ἦναι φράγκα χρ. 71,158.31, ἀλλὰ 71,158.31 χάρτιναι δραχμαί, καὶ προσέτι ἡ διαφορὰ ἡ νομισματικὴ πρὸς 1,65 τὸ φράγκον, ἤτοι δρ. 46,252.70. Εἶναι ἄρα ὀρθὸν, ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν νὰ ψηφίσωμεν 71,158.31 ἐν κεφαλαίῳ 36, καὶ δραχ. 46,252.70 ἐν κεφαλαίῳ 29, τῷ ὑποδηλοῦντι τὴν νομισματικὴν διαφοράν.
§240Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι πολὺ ὀρθὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ αὔριον θέλω προβῆ εἰς τὴν διόρθωσιν. Ἐπίσης αὔριον θὰ φέρω καὶ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§242ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου. Πιθανὸν νὰ πρέπῃ νὰ μείνῃ ὡς ἔχει· ἀλλ’ ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ὑπάρχει καὶ νόμος, ἀναγόμενος εἰς κτήματα ἐθνικὰ, ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εὑρισκόμενα. Πρόκειται περὶ νόμου ἐπιτρέποντος τὴν πώλησιν κτημάτων κειμένων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· πιθανὸν νὰ πρέπῃ νὰ δηλωθῇ, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ πώλησις καὶ τούτων, ἢ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται.
§243Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς εἰς αὐτὸ ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν).
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρχ. 129,906.63 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901.»
§245ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχω νὰ ὑποβάλω ἁπλῶς παρατήρησιν. Πρόκειται περὶ πιστώσεως, ἥτις ζητεῖται διότι ἐλησμονήθη νὰ ζητηθῇ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, γενομένης προσθήκης τινὸς ἐπὶ πλέον εἰς ὡρισμένα κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ τὸ μὲν νομοσχέδιον ἔχει καλῶς, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιρριφθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ εὐθύνη τῶν πλημμελειῶν τῆς συντάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, καὶ νομίζω, ὅτι, ὡς εἶναι συντεταγμένη ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, εἰς τὴν Βουλὴν ἐπιρρίπτεται ἡ εὐθύνη τῆς πλημμελείας ταύτης, διότι ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἐπίσης ἀπεδείχθη ἀνεπαρκὴς κλπ. καὶ διότι ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου προσέθηκεν εἰς τὸ κεφάλαιον 4 «ἐξωτερικαὶ δαπάναι» πίστωσιν 200,000 φράγκων»· καὶ κατωτέρω: «ἐνῷ διὰ τῆς προσθήκης τῆς Βουλῆς ἔδει τοῦτο νὰ αὐξηθῇ εἰς δραχμὰς 480,000». Ἀλλὰ κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα οὐδὲ μιᾶς δραχμῆς προσθήκην νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λέγηται, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης τῆς Βουλῆς ἐπῆλθεν ἡ ἀταξία. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ἐξηνέχθη ἡ εὐχὴ ὑπὲρ τούτου, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη τὴν εὐχὴν ταύτην· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε τοῦτο, καὶ ὄχι ἡ Βουλή.
§246ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὅπερ λέγετε, ὅτι ἐγένετο τῇ εὐχῇ πολλῶν Βουλευτῶν, ἀλλ’ ἐλησμονήθη νὰ προστεθῇ «συναινέσει τῆς Κυβερνήσεως».
§247ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ φράσις ἡ ἐν τῇ ἐκθέσει ἀκατάλληλος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901, καὶ περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ ἰδίου προϋπολογισμοῦ τῆς αὐτῆς χρήσεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 1,521,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901».
§250ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχω νὰ ζητήσω πληροφορίας, καὶ νὰ φέρω παρατηρήσεις τινάς, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἀναπτύξω τὰ περὶ τούτου εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Καὶ πρῶτον ζητῶ πληροφορίας ἐπὶ τῶν κεφαλαίων 2–8: «Πόσος ὁ ὅλος ἀριθμὸς τῶν ἐν ἔτει 1901 κατὰ τοὺς 12 μῆνας ὑπηρετησάντων χωροφυλάκων (πεζῶν καὶ ἱππέων) καὶ ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς. Πόσοι χωροφύλακες διήνυσαν πρόσθετον ὑπηρεσίαν, καὶ πόσην διακεκριμένως.» Τοῦτο ἔχει τὸν ἑξῆς λόγον· ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται θέλουσι φανῆ χρήσιμοι κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ διότι, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι παραδόξως, ἐνῷ ἀπηλείφθη ἡ πίστωσις ἡ ἀναγκαία διὰ τὸν νέον ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς, ἐγκαταλειφθέντος τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ, δὲν ἀφέθη ἡ πίστωσις ἡ κατὰ τὸν παλαιὸν ὀργανισμὸν ἄθικτος, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τότε ἀφῄρεσεν 60,000 δραχμάς, δηλώσας,—ἐπὶ τῇ παρατηρήσει ἐμοῦ, ὅτι κακῶς ἀφῃρέθησαν αὗται, —ὅτι ἐπήρκει τὸ ποσόν. Ἐνῷ δὲ ἐδήλωσε τότε ἐπὶ ταῖς προβλέψεσιν ἐκείναις, ὅτι ἐπήρκει τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ κατώτερον τοῦ προεψηφισμένου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 60,000 δραχμῶν, βλέπομεν, ὅτι ἔρχονται σήμερον οἱ διάδοχοι τοῦ τότε Ὑπουργείου καὶ ζητοῦσι προσθήκην πιστώσεως διὰ τὴν χωροφυλακὴν δρ. 231,000. Εἶπον τότε, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῆς πιστώσεως τῆς χωροφυλακῆς μετὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν 60,000 δραχ. δὲν ἦτο εἰλικρινής, μὲ διεβεβαίωσαν δὲ, ὅτι ἦτο εἰλικρινεστάτη, ὅτι τὸ ποσὸν ἀνεγράφη ἐπὶ τῇ βάσει εἰλικρινῶν ὑπολογισμῶν· ἀλλ’ ἔρχεται τώρα τὸ νομοσχέδιον νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἦτο εἰλικρινὴς ἡ τῶν 60,000 δραχμῶν, ἀλλὰ δὲν ἦτο εἰλικρινὴς οὔτε τῶν 231,000 δραχμῶν. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς νοσηλείας ῥητῶς παρετηρήθη τότε ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γόρτυνος, ὅτι, ἵνα κατορθωθῇ νὰ φέρωσι τὸ ἄρθρον εἰς ἰσοζύγιον, ἐγένετο ἀφαίρεσις ἀπὸ τῆς νοσηλείας αὐθαίρετος, ἥτις ἔμελλε ν’ ἀποδειχθῇ ἔπειτα κακῶς γενομένη. Καὶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς νοσηλείας, μετὰ τὴν τοιαύτην ἀφαίρεσιν, ἔχομεν προσθήκην, καὶ ζητοῦνται σήμερον δρ. 132,000. Ταῦτα ἦτο ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσω, ὅπως προσαχθῶσιν αἱ πληροφορίαι κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δρ. 988,356.23 ἐπὶ διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901».
§252ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητῶ νὰ προσκομισθῶσιν αἱ ἑπόμεναι πληροφορίαι: Ἐν κεφαλαίῳ 16, ἄρθρῳ 2. Τίνες ὡρισμένως αἱ ἀναγνωρισθεῖσαι δαπάναι καὶ τὰ πρὸς ἐκκαθάρισιν καὶ ἀναγνώρισιν ἐκκρεμῆ δικαιολογητικὰ νομίμων δαπανῶν. Ἐν κεφαλαίῳ 28, ἄρθρῳ 5. Πίναξ ἀκριβὴς, πόσα ἐδαπανήθησαν καὶ ἀναλογοῦσιν εἰς τὴν καταμέτρησιν Φενεοῦ, πόσα εἰς ἄλλα ἔξοδα, διακεκριμένως κατὰ σῶμα ἢ ἐργασίαν. Ἐν κεφαλαίῳ 31, ἄρθρῳ 1. Πίναξ περιέχων διακεκριμένως κατ’ εἶδος καὶ ποσὸν τὰς γενομένας ἐπιστροφὰς, τὰς ἐκκρεμεῖς ἐντολὰς κλπ. Ἐπεθύμουν ὡσαύτως νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς· ὅτι ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 29 ζητοῦνται πιστώσεις δρ. 358,594 ἐπιπροσθέτως, ἀλλὰ παρελείφθη νὰ σημειωθῇ καὶ πίστωσις δι’ 6 ὑποτρόφους τῆς χρήσεως τοῦ 1900. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δρχ. 60,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901».
§254ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει περὶ αὐτοῦ καὶ ἕτερον νομοσχέδιον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον).
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 29,125 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901».
§256ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητῶ τὰς ἑπομένας πληροφορίας· νὰ προσαχθῇ πίναξ κατὰ δήμους τῶν εἰσπραχθέντων ἐν ἔτει 1901 ἐκ σταθμικῶν καὶ μετρικῶν, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 εἰσπραχθέντα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 25,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ 1901».
§258ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν δι’ ὅλα τὰ Πλημμελειοδικεῖα τοῦ Κράτους ηὔξησαν αἱ συνεδριάσεις ἀνὰ μίαν ἡμέραν καθ’ ἑβδομάδα. Διότι νομίζω, ὅτι ἡ αἰτιολογία τῆς προσθήκης τῶν 25,000 δραχμῶν θὰ ἦναι ὡς πρός τινα Πλημμελειοδικεῖα, ἀλλὰ σχετίζεται μὲ τὴν προσθήκην τῶν νέων Πλημμελειοδικείων μᾶλλον, διότι, καθ’ ὅσον γνωρίζω, δὲν προσετέθη εἰς ὅλα τὰ Πλημμελειοδικεῖα μία ἡμέρα.
§259Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγένετο εἰς τὰ πλειότερα Πλημμελειοδικεῖα. Ἐν τούτοις ἐπιφυλάσσομαι νὰ δώσω τὰς ζητουμένας πληροφορίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 18,701.75 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Μαΐου 1901 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901 ἐκ φράγκων χρυσῶν 11,400».
§262ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνταῦθα δύο παρατηρήσεις ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ζητεῖται πίστωσις ἐπὶ τοῦ κεφαλ. 34 ἄρθρου 1 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 1. Τρεῖς ὑποτροφίαι ἐπὶ μῆνας 9, καὶ τρεῖς ἕτεραι ἐπὶ μῆνας τρεῖς, πρὸς δρ. 250 ἑκάστη κατὰ μῆνα, εἰς χρυσὸν 9000». Πρώτη παρατήρησις εἶναι, ὅτι πρέπει εἰς τὸ ἀντίστοιχον κεφάλαιον νὰ προσθέσωμεν τὴν νομισματικὴν διαφορὰν ἐπὶ 9,000 πρὸς 1,65 τὸ ἐλάχιστον. Δευτέρα δὲ παρατήρησις, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 νὰ προσθέσωμεν πίστωσιν φράγκων 1700 καὶ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, ἐν ὅλῳ δραχμὰς 2,970, διὰ τὰς δαπάνας τῆς ἐπανόδου τῶν ὑποτρόφων τούτων, αἵτινες εἶναι ἐψηφισμέναι δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 3,409.59 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901 καὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπου πιστώσεως τοῦ 1900 μήπω διατεθείσης». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901 ἐκ δραχμῶν ἐν ὅλῳ 198,960».
§266ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δέον νὰ παρατηρηθῇ, ὅτι αἱ πιστώσεις αἱ προστιθέμεναι εἶναι ἐπὶ κεφαλαίων καὶ ἄρθρων, ἐφ’ ὧν ἐγένετο ἐλάττωσις αὐθαίρετος, καὶ ἐγένετο διὰ τοῦτο ἡ παρατήρησις, ἥτις τότε ἀπεκρούσθη, ὅτι τὰ ποσὰ τὰ ἀναγραφόμενα δὲν θὰ ὦσιν ἐπαρκῆ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς ἀνέγερσιν τελωνειακοῦ καταστήματος ἐν Πάτραις καὶ ἐπὶ τοῦ παρὰ τὸν μῶλον Καλαβρύτων χώρου, ὡς καὶ περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Πατρῶν πρὸς ἀνέγερσιν τούτου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως...
§269ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀρκεῖ πλέον, κύριε Πρόεδρε.
§270Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν.
§271ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἡ ὥρα 3½ μετὰ τὸ μεσονύκτιον, καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ἑπομένου νομοσχεδίου, διότι ἔχομεν νὰ ἀγορεύσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
§272ΑΛΕΞ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς ψηφισθῇ μόνον τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΧϞΔʹ τοῦ 1900 ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν καὶ διαφόρων ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων».
§274Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἡ Βουλὴ συνεμερίσθη τὴν παράκλησίν μου, ὅπως ἐπεκταθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τούτου καὶ διὰ τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898, ἐπειδὴ τότε ἦτο ὁ πόλεμος.
§275Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...
§277Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βονίτσης ἐγένετο δεκτή;
§278Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἂν ὑπέβαλε τροπολογίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ αὔριον.
§279ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Βονίτσης ἐπρότεινε νὰ παραταθῇ τὸ εὐεργέτημα αὐτὸ μέχρι τοῦ 1898. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μέχρι ποίου σημείου ἐδέχθη νὰ παραταθῇ;
§280ΝΕΓΡΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις δαπάναις τοῦ Κράτους».
§282ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἴπετε, κύριε Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως προθεσμίας διὰ τοὺς ὀφείλοντας διάφορα ἔσοδα εἰς Δημόσιον, καὶ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Τώρα τί θέλετε;
§283Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ν’ ἀναβάλωσι τὰς παρατηρήσεις των εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν, καὶ ν’ ἀφήσωσι νὰ ψηφισθῇ σήμερον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§284Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
§285ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θ’ ἀρχίσωμεν τὰς ἐνστάσεις! Δὲν θέλω νὰ φθάσω εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον. Θὰ ἀναβάλητε, ἢ ὄχι;
§286ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐζητήθη νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἃς ὑπέβαλον διάφοροι συνάδελφοι. Αἱ τροποποιήσεις αὗται ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν πρὸ πολλῶν ἡμερῶν. Εἶχε δὲ δηλωθῆ ῥητῶς εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν ἑπομένην τῆς διανομῆς αὐτῶν θὰ προκληθῇ ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου. Ἤδη προβάλλεται καὶ πάλιν ἡ ἀναβολή. Ἐπειδὴ ὅμως βλέπω, ὅτι μόνον περὶ κωλυμάτων πρόκειται, προτείνω ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§287ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ὁ κ. Δραγούμης ᾐτήσατο, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ διὰ τὴν Δευτέραν, διότι ἐπεθύμει νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐγερθεὶς ἐδέχθη τὴν ἀναβολὴν, ἐπρότεινε δὲ νὰ ψηφισθῇ μόνον τὸ περὶ παρατάσεως προθεσμίας τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον κλπ. καὶ κατόπιν νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ ἐμμείνωμεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνεφωνήθησαν μεταξὺ τοῦ κ. Δραγούμη καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§288Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπέναντι τοῦ κυρίου Δραγούμη ἀναλαμβάνω ἐγὼ τὴν εὐθύνην τῆς προχωρήσεως τῆς συζητήσεως.
§289Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂν ἐδέχθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀναβολὴν, κατὰ τὸν Κανονισμὸν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 3 καὶ 35′ π.μ. τῆς ἐπιούσης).