1902.02.07
5,338 rows · 40,734 words · 428 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
τῆς 7 Φεβρουαρίου 1902.
(Πέμπτη).
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ τῶν Βουλευτῶν καταλόγου, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ προσέρχωνται ἐνωρίτερον, διότι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται, εἶναι παρὰ τὸν Κανονισμόν. Ἔχομεν ὁρίσει ὥραν ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τὴν 4 μετὰ μεσημβρίαν, καὶ οὐδέποτε κατορθοῦται νὰ ἀρχίζωμεν πρὸ τῆς 5. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται). Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, λόγου γενομένου χθὲς περὶ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας τινὲς τῶν συναδέλφων ἐζήτουν παρ’ αὐτοῦ, εἶπεν, ὅτι ἡτοίμασεν ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ ὡρισμένας πληροφορίας παρὰ τῶν Εἰσαγγελέων. Ὅτε δὲ ἠρώτησα περὶ ποίων ἐγκλημάτων πρόκειται νὰ ζητήσῃ τὰς πληροφορίας, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς μᾶς ἐπληροφόρησε περὶ ποίων ἐγκλημάτων ζητεῖ τὰς πληροφορίας, κατέδειξα, ὅτι ὁ συνταχθησόμενος πίναξ θὰ ἦναι ἀτελὴς, ὁ δὲ κύριος Ὑπουργὸς μὲ παρεκάλεσε νὰ προσδιορίσω καὶ τὰ ἄλλα ἐγκλήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι· διὰ τοῦτο ἔδωκα εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης σημείωσιν τῶν τοιούτων ἐγκλημάτων, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἐγκύκλιόν του. Ὅθεν δὲν ἐπρότεινα ἐπερώτησιν, ἐνῷ τὰ πρακτικὰ ἀναγράφουσιν, ὅτι ἐγὼ προέβαλον ἐπερώτησιν. Ἂν προέτεινον ἐπερώτησιν, ταύτην ἤθελον συνδυάσει μετ’ ἐπικρίσεως. Ἀλλ’ ἀπορῶ, πῶς ὁ πρακτικογράφος δὲν ἐδιδάχθη ἔτι τοὺς ὅρους, τῶν ὁποίων γίγνεται χρῆσις, διότι μεταχειρίζεται τὴν λέξιν ὑποβάλλω, ἀντὶ τῆς λέξεως προτείνω ἢ προβάλλω, διότι οἱ Βουλευταὶ δὲν ὑποβάλλουσιν ἐπερωτήσεις, ἀλλὰ προβάλλουσιν αὐτάς.
§3Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐζήτει χθὲς διὰ τῆς Βουλῆς τὴν συμπλήρωσιν τῶν πινάκων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἔστειλα εἰς τοὺς διαφόρους Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους. Ἑπομένως τὸ λάθος εἶναι ἰδικόν μου, ἐὰν ἦναι λάθος, διότι ἐγὼ οὕτως, ὡς ἀναφέρουσι τὰ πρακτικά, ἀντελήφθην τὸ πρᾶγμα. Ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐζήτησεν, ὁμιλῶν χθὲς, νὰ ὑποβάλω συμπληρωματικὸν πίνακα, εἶπον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, διακόψας αὐτὸν, ὅτι θὰ καταθέσω αὔριον τοὺς πίνακας, καὶ ἂν ἐπ’ αὐτῶν ἔχῃ νὰ ἀπευθύνῃ σύστασιν ἢ παρατήρησιν, τότε νὰ τὴν ἀπευθύνῃ. Καὶ τοὺς πίνακας τούτους, ζητήσας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖόν μου ἀμέσως τὴν ἑσπέραν τῆς χθὲς, ἔδωκα ἀπ’ εὐθείας εἰς αὐτὸν, διότι δὲν ἦτο καιρὸς νὰ τοὺς ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐνεχείρισε χθὲς, τὴν ἔδιδε διὰ τῆς Βουλῆς πρὸς ἐμέ. Ἄλλως τε τοῦτο ἐπεθύμει ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ κάμῃ χθὲς πρὶν ἢ ἐγὼ τὸν διακόψω· ἐὰν δὲ δὲν τὸν διέκοπτον, θὰ ὑπέβαλλε τὰς παραστάσεις του διὰ τῆς Βουλῆς.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν προέβαλλον ἐπερώτησιν, δὲν ἤθελον προβῆ παντάπασιν εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ θὰ ἀπηύθυνον τὴν ἐπερώτησιν καὶ θὰ κατέθετον αὐτὴν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς μὲ προεκάλεσε νὰ προσθέσω ὅσας ἄλλας ἀξιοποίνους πράξεις ἐνέκρινα, ἔστερξα. Ἑπομένως ἦτο συνεννόησις, ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ οὐχὶ ἐπερώτησις. Ποιοῦμαι τὴν διάκρισιν αὐτὴν οὐχὶ διότι ἔχει σημασίαν τινὰ, ἀλλὰ διότι ἐγὼ ἐσκόπουν πράγματι πρὸ ἡμερῶν νὰ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν· ἀλλ’ ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ἐσκόπουν νὰ ἀπευθύνω, θὰ ἦτο πολὺ διάφορος.
§5Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω τοὺς πίνακας τούτους τῶν διαφόρων Εἰσαγγελιῶν τοῦ Κράτους, περὶ τῶν ὁποίων χθὲς ὡμίλησα, καὶ οἵτινες εἶναι συνέπεια τῆς ἐγκυκλίου, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλα πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, ἵνα μὲ πληροφορήσωσι πόσαι ἐγκλημάτων ὡρισμένων κατηγορίαι ἐνηργήθησαν ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελέων κατὰ τὰ ἔτη 1898, 1899 καὶ 1900. Ἐν σχέσει πρὸς τοὺς πίνακας τούτους ὑπεβλήθησαν διάφοροι ἐπερωτήσεις, περὶ τῶν ὁποίων σήμερον διαλαμβάνουσι τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα ταύτην τὴν στιγμὴν περιῆλθον εἰς χεῖράς μου. Θὰ φροντίσω λοιπὸν νὰ συμπληρωθῶσιν οἱ πίνακες οὗτοι. Ἐννοεῖται, ὅτι τοῦτο θ’ ἀπαιτήσῃ χρόνον, ἕως ὅτου ἀποσταλῶσιν αἱ διάφοροι αὗται παραγγελίαι πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ἐὰν θέλῃ συμπληρωτικάς τινας πληροφορίας, σχετικῶς πρὸς τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον χθὲς μοὶ ἔδωκε, νὰ ζητήσῃ ταύτας σήμερον, ἵνα συγχρόνως μὲ τὰς ζητηθείσας δι’ ἄλλων ἐπερωτήσεων ἢ συστάσεων διαφόρων Βουλευτῶν ἔλθωσι καὶ αὗται· ἄλλως θ’ ἀπαιτηθῇ πολὺς χρόνος, ἕως ὅτου ἀποστείλω τὰς ἐγκυκλίους πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους, καὶ συλλέξωσιν οὗτοι τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, καὶ τὰς ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς διότι σκέπτομαι, ὅταν θὰ συμπληρωθῶσιν ὅλαι αἱ λεπτομέρειαι αὗται, νὰ ὑποβάλω ταύτας εἰς τὴν Βουλήν, νὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ, ἵνα τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς καὶ γείνῃ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις, ὅπως ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης ἐπέλθῃ πόρισμά τι ὠφέλιμον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάστασιν ἰδίως τῆς ἐκκρεμοδικίας, διὰ τὴν ὁποίαν βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἀξιόποινοι πράξεις, τὴν ἀναγραφὴν τῶν ὁποίων ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, κληθεὶς παρ’ αὐτοῦ, ἵνα περιλάβῃ ἐν τῷ πίνακι, τὸν ὁποῖον ἔστειλε πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, εἶναι πράξεις, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἤθελον ἐφελκύσει, ἵνα μὴ εἴπω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφελκύσωσι, τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πρὶν ἢ ἡμεῖς ἐκφράσωμεν τοιαύτην θέλησιν. Ἀφοῦ ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας εἶναι τοιαύτη, ὁποία περιεγράφη ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ πάντων καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ πρώην Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἦτο ἑπόμενον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρὸ πολλοῦ χρόνου ἤθελε ζητήσει νὰ συγκεντρώσῃ ἐν τῷ ἀρχείῳ αὐτοῦ πληροφορίας περὶ τῆς προόδου τῶν ἐργασιῶν τῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης, ἰδίως ἐπὶ τῶν παραπτωμάτων καὶ τῶν παραβάσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μὲ τὴν κοινὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν. Ἐὰν λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ προβάλω ἐπερώτησιν, ἤθελον τὴν προβάλει μετά τινος ἐπιτιμήσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον μόλις σήμερον, καὶ σήμερον οὐχὶ οἴκοθεν, ἀλλὰ προκαλούμενον, ζητεῖ πληροφορίας νὰ μάθῃ ποῖαι ἀστυνομικαὶ παραβάσεις, πόσα ὑπὸ ἀστυνόμων διαπραχθέντα ἐγκλήματα κατηγγέλθησαν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, ποῖαι παρεκτροπαί, ποῖαι ἀξιόποινοι πράξεις, πραχθεῖσαι ὑπὸ ὀργάνων τῆς ἀρχῆς, ὑπὸ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, καὶ τί ἐπ’ αὐτῶν ἐνεργήθη, ποῖοι ἐκ τῶν προϊσταμένων ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των καὶ ποῖοι δὲν τὸ ἐξετέλεσαν. Ἤθελον, λέγω, συνοδεύσει τὴν ἐπερώτησίν μου μετ’ ἐπιτιμήσεως, διότι ἡ ἐπιτήρησις τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἀνήκει μὲν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι ἀλλότριον τῆς ἐπιτηρήσεως τῶν πρὸς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐνεργειῶν τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων. Διὰ τοῦτο τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργεῖον πρὸ πολλοῦ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πάσας ταύτας τὰς πληροφορίας, καὶ συντεταγμένον τὸν δηλοῦντα ταύτας πίνακα. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἀπευθύνω χθὲς τὴν ἐπερώτησιν, διότι, ἐὰν εἶχον σκοπὸν νὰ ἀπευθύνω χθὲς τὴν ἐπερώτησιν, ἤθελον διατυπώσει αὐτὴν κατ’ ἄλλον τρόπον καὶ μετὰ ἐπιτιμήσεως.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ὁ βουλευτὴς Μεγαρίδος κ. Γ. Ἀναστασόπουλος κατέθεσε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς κατὰ τὸν νόμον ΒΧΛΔʹ τοῦ 1900 ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν καὶ ἄλλων εἰδῶν ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων». Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 70). Κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, σήμερον εἶναι ἡ προσδιορισθεῖσα ἡμέρα τῆς συζητήσεως τοῦ ζητήματος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§8Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὸ τούτου, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ προτείνω ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ συζητηθῶσι τώρα.
§10Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατάθεσις μόνον θὰ γείνῃ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.
§12Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπερώτησιν καὶ εὐχήν. Ἡ ἐπερώτησις ἦτο, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξηγήσῃ, δυνάμει τίνος νόμου δαπανᾷ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Πειραιῶς χρήματα πρὸς κατασκευὴν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων. Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην προέβαλον, κατεχόμενος ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ἄνευ νόμου δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δαπανῶνται χρήματα λιμενικῶν ταμείων εἰς ἄλλα ἔργα, παρὰ τὰ λιμενικά, ἐκεῖνα δηλαδή, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ὁρίζει. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται οὐ μόνον περὶ παραβάσεως διατάξεως τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ περὶ δαπάνης μεγάλου ποσοῦ, διότι θὰ ὑπερβῇ, ὡς μανθάνω, τὰς 600,000 δραχμάς, δυστυχῶς δ’ ἕξις ἐπεκράτησε καὶ ἄλλα ἔργα ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Πειραιῶς νὰ γίνωνται, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄσχετα πρὸς τὸν λιμένα, πρέπει ἡ Βουλή, ἂν δὲν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ εἰς τοιαύτας δαπάνας φραγμὸν διὰ διοικητικῆς πράξεως, νὰ ἀπαιτήσῃ διὰ νόμου τὸν περιορισμόν. Ἄλλως τὰ λιμενικὰ ταμεῖα θὰ ἐξαντληθοῦν εἰς ἀλλότρια ὅλως ἔργα. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, ὑπέβαλεν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἶναι τῆς 12 Αὐγούστου 1900, καὶ ἀπευθύνεται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Πειραιῶς. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὸ ἀναγνώσω, διότι δὲν εἶναι μακρόν. (Ἀναγινώσκει αὐτό). Λοιπόν, ὡς παρατηρεῖ ἡ Βουλή, ἡ δαπάνη αὕτη ἐνεκρίθη νὰ γένηται ἐκ τοῦ ταμείου τοῦ λιμενικοῦ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι διὰ τοῦ ἔργου αὐτοῦ πρόκειται τὰ ὕδατα τοῦ Κηφισοῦ ποταμοῦ νὰ μὴ ῥέωσιν ἐντὸς τοῦ λιμένος Πειραιῶς καὶ ἐπιχώνωσιν αὐτόν, ἀλλὰ νὰ τραπῶσι πρὸς ἑτέραν διεύθυνσιν. Περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ τοιούτου ἔργου δὲν πρόκειται λόγος. Ἀλλ’ ἤθελον συνηγορήσει νὰ ὑποβληθῇ πρότερον νόμος, ἐπιτρέπων ἐξαιρετικῶς τὰς δαπάνας τοῦ ταμείου καὶ ἐπὶ τοιούτων ἔργων, διότι ἀπέναντι καταφανοῦς ἀπαγορεύσεως τοῦ νόμου εἶναι ἄτοπον νὰ ἔρχηται ἡ διοίκησις καὶ ἑρμηνεύῃ ὡς λιμενικὸν ἔργον τὴν μὴ ἐπίχωσιν οὐχὶ τοῦ λιμένος Πειραιῶς, ἀλλὰ τῆς ἐξοχῆς αὐτοῦ. Θὰ ἀναγνώσω τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἴσως δὲν ἐνθυμεῖσθε, ἵνα ἴδητε πόσον εἶναι περιωρισμένος ὁ σκοπὸς τῶν λιμενικῶν ταμείων. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος: «Ἄρθρον 1. Διὰ τὴν κατασκευήν, ἢ ἐπισκευὴν προκυμαιῶν, φάρων, κρηπιδωμάτων, ἀποβαθρῶν καὶ τῶν εἰς ταύτας ἀγουσῶν ὁδῶν, ὡς καὶ διὰ τὴν καθάρισιν τῶν λιμένων, ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιβολὴ προσθέτων φόρων κτλ.» Εἰς οὐδεμίαν τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν ἀνάγονται τὰ ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα, περὶ ὧν πρόκειται. Ὁ νόμος οὗτος περιορίζει εἰς ὡρισμένα ἔργα τὴν δαπάνην ἐκ χρημάτων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου. Πρέπει νὰ πρόκηται περὶ κατασκευῆς προκυμαιῶν, φάρων, κρηπιδωμάτων, ἀποβαθρῶν καὶ τῶν εἰς ταύτας ἀγουσῶν ὁδῶν. Ἄν ὁ Κηφισός, παρὰ τὰς σπανίας πλημμύρας αὐτοῦ, ἤθελε συντελέσει, ὅπως ἐλαττωθῇ τὸ βάθος τοῦ λιμένος, βεβαίως ἡ δαπάνη τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, ὅπως καθαρισθῇ, θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένη καὶ νόμιμος. Πρὸς τοῦτο ὑπάρχει βορβοροφάγος τοῦ λιμένος, ἥτις ἀποστολὴν ἔχει νὰ καθαρίζῃ τὸν λιμένα καὶ ἐκ τῶν εἰσρεόντων εἰς αὐτὸν μὲ τὰς βροχὰς χωμάτων, ἂν τυχὸν κατατίθενται εἰς τὸν βυθὸν αὐτοῦ. Ἀπὸ τούτου ὅμως νὰ φθάσωμεν εἰς ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα ἀπῃτεῖτο ἅλμα τολμηρόν. Μὲ τοιούτους συλλογισμοὺς πᾶς λιμὴν ἔπρεπε νὰ κατασκευάσῃ ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα κατὰ τῶν βροχίμων ὑδάτων, ἅτινα ἀλλαχοῦ τὸ πλεῖστον τοῦ ἔτους συμπαρασύρουσι τὰ χώματα, ἐνῷ τοῦτο παρ’ ἡμῖν εἶναι πολὺ σπανιώτερον. Ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων συλλογισμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ φθάσωμεν εἰς τὰς πλέον παραδόξους ἀποφάσεις. Ἄν ῥίπτηται ἐντὸς τοῦ λιμένος Πειραιῶς περισσότερον χῶμα διὰ τοῦ ἀέρος ἐκ τοῦ κονιορτοῦ, παρ’ ὅσον δύναται νὰ ῥίψῃ ὁ ποταμὸς Κηφισός, ὅταν πλημμυρῇ, θὰ ἠδύνατο ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐπιτρέψῃ δαπάνην ἐκ τοῦ ταμείου, ἵνα καθαρίζωνται αἱ ὁδοὶ τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων, ἢ νὰ ἐπιστρωθῶσιν αἱ ὁδοί, νὰ καταβρέχωνται ἀδιακόπως, διότι οὕτω θὰ ἠλαττοῦτο ὁ κονιορτός, πίπτων ἐντὸς τοῦ λιμένος. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν κρίνῃ τὸ ἔργον δυνατὸν μόνον διὰ χρημάτων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακόν, εἰσάγων νόμον, ὅστις νὰ ἐπιτρέψῃ τοιαύτην δαπάνην.
§13Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχεται ἡ δαπάνη;
§14Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ ὑπολογίζεται εἰς 560,000 δραχμάς, δὲν γνωρίζω ὅμως, ἂν δὲν θὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν αὐτό. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει ἐκτὸς τούτου νὰ ὑποβληθῇ νόμος, ὅπως καὶ τὰ λιμενικὰ ταμεῖα ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἔνταλμα αὐτῶν νὰ πληρωθῇ, ἂν δὲν ἐκκαθαρισθῇ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ νὰ μὴ ἀφίνωνται ἀνεξέλεγκτα τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, ὅπως νῦν. Ἑτέραν εὐχὴν ἐξέφρασα, ὅπως κανονίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ τῆς λεωφόρου τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ. Εἶχον ἀκούσει, ὅτι ἐκ τῶν περισσευμάτων κατασκευάζεται ἀντὶ ἁδρᾶς δαπάνης ὁδὸς ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Φάληρον, πλάτους 30 μέτρων καὶ μήκους 6,000· ἀλλ’ αὕτη μέλλει νὰ συνεπαγάγῃ ἀναγκαίως καὶ δαπάνας μεγάλας πρὸς συντήρησιν αὐτῆς, διότι, ἂν δεχθῶμεν μόνον μίαν δραχμὴν δαπάνην ἐτησίαν κατὰ τετραγωνικὸν μέτρον πρὸς συντήρησιν, ἀπαιτεῖται διὰ τὴν λεωφόρον αὐτὴν δαπάνη 180,000 δραχμῶν. Σήμερον ἡ δαπάνη διὰ τὴν ὑπάρχουσαν ὁδὸν δὲν ὑπερβαίνει τὰς 16,000 δραχ. Ἡ αὔξησις δαπανῶν εἶναι μεγάλη, καὶ ἄπορον νὰ βαρύνῃ τὸ Κράτος. Διὰ ταῦτα τί ἀπαντᾷ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων; Ἡ περὶ ἧς πρόκειται λεωφόρος εἰς ποίαν κατηγορίαν ὁδῶν ὑπάγεται; Εἰς τὰς ἐθνικάς; Ἀλλ’ ἐθνικαὶ ὁδοί, κατὰ τὸν νόμον, εἶναι αἱ συνδέουσαι τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν πρὸς ἀλλήλας, ἢ πρὸς λιμένας, ἢ πρὸς πόλεις τοῦ ὁμόρου Κράτους. Ἄν τοῦτο λέγῃ ὁ νόμος, τότε ἡ λεωφόρος Συγγροῦ δὲν εἶναι ὁδὸς ἐθνική, διότι δὲν συνδέει πρωτευούσας ἐπαρχιῶν, οὐδὲ ἄγει πρὸς λιμένα ἢ πρὸς πόλεις τοῦ ὁμόρου Κράτους. Εἶναι προφανές, ὅτι τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων ἀτόπως ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν ὡς ἐθνικὴν ὁδὸν, ὡς ἄγουσαν ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Φαλήρου. (Διάλογοι).
§15Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Συνδέει πρωτεύουσαν μὲ λιμένα.
§16ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος: «Ἐθνικαὶ ὁδοὶ εἶναι αἱ συνδέουσαι τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν πρὸς ἀλλήλας ἢ πρὸς λιμένας ἢ πόλεις τοῦ ὁμόρου Κράτους». Ἡ κατασκευὴ δ’ αὐτῶν ἀποφασίζεται διὰ νόμου. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου εἶναι σαφής. Κατ’ αὐτόν, ἡ λεωφόρος Συγγροῦ δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐθνική, διότι πρὸς τίνα λιμένα συνδέει τὰς Ἀθήνας; Λιμὴν δὲν εἶναι ἡ ἀκτὴ τοῦ Φαλήρου, καὶ δὲν πρέπει νὰ βιάζωμεν τὸν νόμον.
§17Γ. Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ὑπάρχουσα τί εἶναι;
§18ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν γνωρίζω· εἶναι δ’ ἄγνωστον παρὰ τίνος κατεσκευάσθη. Ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπάρχουσα δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐθνική. Διὰ νὰ λέγωμεν τὴν ἀκτὴν λιμένα ἑνὸς Κράτους, πρέπει νὰ ᾖναι λιμὴν, ἐνῷ ἐν Φαλήρῳ δὲν προσεγγίζει πλοῖον. Ἐν τούτοις, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ τμήματος, ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι ἐθνικὴ, καίτοι εἰς τοῦτο ἄγεται ἐξ ἐσφαλμένων συλλογισμῶν, μὴ ὑποστηριζομένων ὑπὸ τῶν κειμένων νόμων. Ἀλλὰ διατὶ, ἀφοῦ εἶναι ἐθνικὴ, δὲν ἐθεώρησεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη νόμου, ἵνα κατασκευασθῇ καὶ συνεπῶς συντηρῆται δαπάναις τοῦ Δημοσίου, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος περὶ ὁδοποιΐας; Ἤδη, διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὴν ὑποβολὴν νόμου, καταφεύγουσιν εἰς τὸ ἑξῆς· λέγουσιν, ὅτι πάντα τὰ τεχνικὰ ἔργα τῆς ὁδοῦ ταύτης βαρύνουσι τὸ κληροδότημα Συγγροῦ. Κατὰ τὸν γράφοντα, ὅταν μία ἐθνικὴ ὁδὸς πρόκηται νὰ κατασκευασθῇ οὐχὶ δαπάναις τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων πόρων, δὲν εἶναι ἀνάγκη νόμου, ὅπως θεωρηθῇ ἐθνική. Νομίζω, ὅτι ὁ συλλογισμὸς αὐτὸς εἶναι ἐσφαλμένος. Λέγων ὁ νόμος, ὅτι ἡ κατασκευὴ τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν ἀποφασίζεται ἑκάστοτε διὰ νόμου, δὲν ἐνόησε προδήλως τὴν κατασκευὴν ὑπὸ τὴν στενὴν ἔννοιαν τῆς δαπάνης, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐνόησεν οὕτω, διότι ἐθνικὴ ὁδὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς ἔννοια δαπάνης, ἐθνικὴ ὁδὸς εἶναι πολλαὶ ἔννοιαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑπάρχωσι διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἐθνικὴ ὁδὸς, καὶ διὰ νὰ ὑπάρχωσιν αὗται, πρέπει διὰ νόμου νὰ καθιερωθῶσιν. Ἐν πρώτοις, ὅταν λέγηται ἐθνικὴ ὁδὸς, ἐννοεῖται προδήλως ἀπαλλοτρίωσις ξένης ἰδιοκτησίας...
§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (ἐπιδεικνύων τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως). Ἰδοὺ, ὅτι ἔχω δίκαιον. Εἴπετε, ὅτι πρόκειται περὶ λιμένων ὁμόρου Κράτους. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ λιμένων ὁμόρου Κράτους. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§20Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§21ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶπον «λιμένων». Ἐγὼ εἶπον πόλεις τοῦ ὁμόρου Κράτους, καὶ σεῖς εἴπετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον «ὁμόρου Κράτους».
§22Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἴπομεν, ὅτι εἶναι παράλειψις τῆς λέξεως «πόλεις».
§23ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ εἶπον, καὶ τὸ ἔχω σημειωμένον μάλιστα ἐν τῷ κειμένῳ.
§24Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι αὐτὸ ἀντελήφθημεν ἐδῶ.
§25ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ πόλεις τοῦ ὁμόρου Κράτους ὑπάρχουσι.
§26Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως πόλεις τοῦ ὁμόρου Κράτους.
§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λιμένες δὲν ἐννοοῦνται οἱ τοῦ ὁμόρου Κράτους. Ὁπωσδήποτε τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἀτελῶς συντεταγμένον.
§28Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν τὴν ὁδὸν τὴν ἐθνικὴν καθιστᾷ οὐχὶ ἁπλῶς ἡ δαπάνη, καθόσον δηλαδὴ κατεβλήθη ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ἔννοιαι, ἄνευ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο ἀτελὴς ὁ ὅρος τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ. Πρῶτον, διὰ νὰ καταστῇ ἐθνικὴ ἡ ὁδὸς, ἀπαιτεῖται ἀπαλλοτρίωσις λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης. Ἡ ἀπαλλοτρίωσις λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης καθιστᾷ αὐτὴν δημόσιον ἐθνικὸν κτῆμα. Ὅταν μία ὁδὸς ᾖναι ἐθνικὴ, ἐννοοῦμεν, ὅτι εἶναί τι ἀπαράγραπτον καὶ ἀναπαλλοτρίωτον. Ὁ νόμος ἰδιωτικὰς ὁδοὺς δὲν ἀναγνωρίζει, εἰ καὶ δύνανται νὰ ὑπάρχωσι τοιαῦται. Αἱ ὁδοὶ εἶναι κατὰ τὸν νόμον ἐθνικαί, ἢ ἐπαρχιακαί, ἢ δημοτικαί, ἢ ἀγροτικαί. Δὲν δυνάμεθα δὲ καὶ νὰ φαντασθῶμεν ἰδιωτικὴν ὁδόν, ὑπηρετοῦσαν γενικὰς δημοσίας ἀνάγκας, διότι δὲν θὰ ἐξαρτᾶται ἢ ἀπὸ τὸν κύριον τῆς ὁδοῦ, ὅστις αὔριον δύναται νὰ φράξῃ αὐτὴν, ἂν θέλῃ, καὶ παρεμποδίσῃ πᾶσαν κυκλοφορίαν. Φαντάσθητε ὁδὸν ἐθνικὴν αὐτοῦ τοῦ παραδόξου εἴδους, ὅπερ ἐφαντάσθη τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, ὁδοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἐθνικὴ, ἀλλὰ συγχρόνως ἀνήκει εἰς τὸν κατασκευάσαντα αὐτὴν, διότι αὐτὸς ἀπηλλοτρίωσε τὴν γῆν, καὶ αὐτὸς ἐπλήρωσεν, οὐδὲν δὲ ἐγένετο, ὅπερ νὰ ὑπέστη τὰς νομίμους ἐκείνας διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι καθιστῶσιν ἓν κτῆμα δημόσιον. Ἔχομεν λοιπὸν ἰδιωτικὴν ὁδὸν, ἡ ὁποία εἶναι ἰδιωτικὴ περιουσία. Ἑπομένως δὲν δύναται ἐπὶ τοιαύτης ὁδοῦ νὰ ἐφαρμοσθῇ οὔτε τὸ ἀναπαλλοτρίωτον, οὔτε τὸ ἀπαράγραπτον, καὶ δύνασθε αὔριον νὰ ἴδητε τὰς δενδροφυτείας τῆς λεωφόρου νὰ ἀφαιρεθῶσι, χωρὶς τὸ Δημόσιον νὰ δικαιοῦται νὰ καταδιώξῃ τινὰ ἐπὶ τούτῳ. Ἄλλη συνέπεια, ἔτι μεγαλειτέρα, εἶναι, ὅτι ἄνευ νόμου πρόκειται τὸ Κράτος νὰ ὑποβάλληται ἐτησίως εἰς τὴν δαπάνην τῆς συντηρήσεως τῆς λεωφόρου, διότι ναὶ μὲν κατασκευάζεται σήμερον διὰ δαπάνης ἰδιωτικῆς, ἀλλὰ διὰ νὰ συντηρηθῇ ἀπαιτεῖ ἐτησίως ἓν ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι δεκαπλάσιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον σήμερον δαπανᾷ τὸ Δημόσιον. Εἶναι δυνατὸν ὅμως ἄνευ νόμου νὰ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος νὰ καταβάλλῃ δαπάνας πρὸς συντήρησιν τῆς ὁδοῦ; Ἀρκεῖ νὰ εἴπητε, ὅτι θὰ ἀναγράφωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν κατ’ ἔτος τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν συντήρησιν τῆς λεωφόρου; Δὲν ἀρκεῖ ἄνευ νόμου. Ἡ ἀναγραφὴ πάσης πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑποθέτει νόμον. Ποῦ εἶναι οὗτος; Πῶς θὰ δυνηθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν αὔριον νὰ ἀναγράφῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 180,000 δραχμὰς, ἢ ὁσονδήποτε νομίσῃ ἀναγκαῖον ποσὸν διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῆς; Δὲν θ’ ἀναγκασθῆτε τότε νὰ ὑποβάλητε νόμον; Διατὶ δὲν τὸν ὑποβάλλετε τώρα; Διατὶ δὲν θέλετε νὰ ὑποβάλητε ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς ὅλα, ὅσα πρέπει νὰ ἦναι γνωστὰ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ διεύθυνσις τῆς ὁδοῦ καὶ τὸ πλάτος; — διότι περὶ ὅλων αὐτῶν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, διότι καὶ λόγῳ τῶν δαπανῶν καὶ λόγῳ τῆς συγκοινωνίας εἶναι εἰς καλλιτέραν θέσιν νὰ γνωρίζῃ καὶ νὰ μεριμνᾷ καὶ νὰ δίδῃ γνώμας περὶ τῶν θεμάτων τούτων. — Διὰ ποῖον λόγον φοβεῖσθε τῆς Βουλῆς τὴν ἀπόφασιν; Ἐξ ἐναντίας θὰ ἦσθε ἀξιέπαινοι, ἐὰν ἔργον δημοσίας ὠφελείας, δι’ ἰδιωτικῆς δαπάνης μέλλον νὰ γείνῃ, ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ κανονίσητε πῶς πρέπει νὰ γείνῃ καλλίτερον καὶ οἰκονομικώτερον. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀποφεύγετε τῆς Βουλῆς τὴν ἀνάμιξιν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλαι συνέπειαι τῆς κατασκευῆς τῆς λεωφόρου θὰ ἐπέλθωσιν. Ὑπάρχει ἡ παλαιὰ ὁδὸς, ἡ ὁποία ὅλοι παραδεχόμεθα, ὅτι εἶναι ἐθνική. Αὐτὴ τί θὰ γείνῃ; Αὐτὴ βεβαίως θὰ καταργηθῇ, θὰ ἐγκαταλειφθῇ, θὰ ἐξαιρεθῇ ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας, θὰ παύσῃ νὰ ἀνήκῃ εἰς τὰς ἐθνικὰς, ἢ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην. Θὰ ἐπανέλθῃ ποῦ; Εἰς τὴν ἰδιωτικὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, ὄχι εἰς τὴν δημοσίαν πλέον; Καὶ αὐτὸ δὲν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἀποφασίσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία; Ἐδέχθητε μίαν δωρεὰν, παραδέχομαι, ὅπως κατασκευασθῇ μία λεωφόρος, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως ἐξωραΐζει καὶ ὑπηρετεῖ τὴν πρωτεύουσαν. Νομίζετε ὅμως, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ὑμᾶς νὰ δέχησθε ἄνευ νόμου δωρεὰς, αἱ ὁποῖαι συνεπάγονται βάρη χρηματικὰ τοῦ Κράτους πρὸς συντήρησιν; Ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι δύνασθε νὰ δέχησθε δωρεὰς, ὅταν διὰ τοῦ χρόνου αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρόκηται νὰ καταστῶσι πολὺ ἀνώτεραι τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα σήμερον δωροῦνται; Δὲν ὑπάρχει ἔποψις, ἡ ὁποία νὰ μὴ συνηγορῇ ἐναντίον τῆς ἀρνήσεως, ὅπως ὑποβάλητε νόμον, καὶ διὰ νόμου κανονίσητε τὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς καὶ πάλιν νὰ μὴ ἐμμείνητε εἰς τὰς γνώμας τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, διότι ἴσως ἐξ ἀγνοίας τῶν νόμων δὲν προσηλοῦνται ἢ μόνον εἰς τὸ τεχνικὸν τῶν δημοσίων ἔργων μέρος, τὸ τῆς κατασκευῆς καὶ τῆς δαπάνης. Τὰς νομικὰς ὅμως ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς νομικός, δύνασθε καλλίτερον νὰ ἀντιλαμβάνησθε, πρέπει νὰ τὰς ἐξετάσητε, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ πεισθῆτε, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νόμος, ὅπως κανονίσῃ τὰ τῆς δωρεᾶς αὐτῆς καὶ τὰ τῆς κατασκευῆς τῆς λεωφόρου τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν παραδέχομαι οὔτε τῆς μιᾶς οὔτε τῆς ἄλλης ὑποθέσεως, περὶ τῶν ὁποίων προεκάλεσα τὴν ὑμετέραν προσοχήν, τὴν ἐνέργειαν.
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θέλω ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν ἐπὶ μακρόν. Θέλω μόνον ὑπομνήσει ἐπερωτήσεις μου, καὶ θέλω προτείνει καὶ νέας. Ὑπομιμνήσκω τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτε ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος κατέθηκεν ἐπερώτησιν περὶ τῆς λεωφόρου Συγγροῦ καὶ περὶ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Πειραιῶς. Τότε παρεκάλεσα τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ἀπολογισμοὺς τῆς διαχειρίσεως τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Πειραιῶς ἐφ’ ὡρισμένα ἔτη, τῶν ὁποίων τότε ἐμνημόνευσα.
§31Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐζήτησα τοὺς ἀπολογισμοὺς ἀπὸ τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον αὐτοὺς ἀκόμη. Ὑπέμνησα δὲ καὶ σήμερον.
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ καλά. Δεύτερον· τὴν 28 Ἰανουαρίου — παρῆλθον δὲ ἔκτοτε δέκα ἡμέραι — ἐζήτησα δι’ ἐπερωτήσεως, ἵνα κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν διάφοροι πληροφορίαι, ἤτοι: 1) Ἐὰν ἐδόθη ἐντολὴ εἰς καταδιωκτικήν τινα ἀρχήν, ἢ ἂν αὕτη ἄνευ ἐντολῆς προέβη εἰς ἐνεργείας πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν πυροβολησάντων ἐναντίον τῶν φοιτητῶν, καὶ τίνες ἦσαν οἱ φονευθέντες καὶ πληγωθέντες. 2) Τίνες οἱ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πυροβολήσαντες κατὰ τῶν διαβατῶν καὶ τοῦ ξενοδοχείου τῶν «Ἀθηνῶν»· ἂν ἦσαν ὑπάλληλοι, τίνες ἦσαν οὗτοι, τίς ἔδωκεν αὐτοῖς τὴν ἐντολὴν νὰ πυροβολῶσιν, ἤ, ἂν ἦσαν ἰδιῶται, πῶς ἐπετράπη αὐτοῖς ἡ εἴσοδος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. 3) Ἐὰν ἀνευρέθησαν οἱ πυροβολήσαντες, τίνες ἦσαν οὗτοι, ἐὰν αἱ ἀρχαὶ τοὺς συνέλαβον καὶ τοὺς ἐκράτησαν, ἢ τοὺς ἀφῆκαν ἐλευθέρους, ἤ, ἂν τοῦτο δὲν συνέβη, πῶς ἐξῆλθον τῶν φυλακῶν, καὶ ποῖα μέτρα καταδιωκτικὰ ἐλήφθησαν κατ’ αὐτῶν, καὶ ποῖα τ’ ἀποτελέσματα τούτων. 4) Ἐὰν τὰ στρατιωτικὰ σώματα, ἅτινα εἶχον παραταχθῆ εἰς τὰς ὁδούς, ἔλαβον διαταγὴν νὰ πυροβολήσουν, τίς ἔδωκε τὴν διαταγὴν ταύτην, καὶ τίνες διώκουν τὰ σώματα ταῦτα. 5) Ἐὰν παρ’ αὐτῶν ἐρρίφθησαν ἔνσφαιροι ἢ ἄσφαιροι πυροβολισμοί, καὶ τίς ὁ δώσας τὴν διαταγὴν ταύτην. 6) Ἐπὶ πᾶσι ποῖα μέτρα διετάχθησαν ὑπὸ τῆς Διοικήσεως πρὸς ἔλεγχον καὶ καταστολὴν τῶν ὀργάνων αὐτῆς, τὰ ὁποῖα παρέλιπον τὰ καθήκοντά των, ἢ ἐξετράπησαν εἰς πράξεις ἐγκληματικάς, καὶ ποῖα ἦσαν ταῦτα. Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ὑπέμνησα εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, καὶ παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, ἀφοῦ παρῆλθον ἔκτοτε δέκα ἡμέραι, τὰ δὲ γραφεῖα, παρ’ ὧν θέλουσι δοθῆ αἱ πληροφορίαι, κεῖνται οὐχὶ μακράν, ἀλλ’ ἐν Ἀθήναις.
§33Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης βεβαίως δὲν ἤμην ἐγὼ ὁ μόνος ἁρμόδιος. Ἦσαν καὶ ἄλλοι Ὑπουργοί. Τὴν ἐπερώτησιν ὑπέβαλεν ἀληθῶς ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς πρὸ ἱκανῶν ἡμερῶν, ἀλλ’ ἀμέσως μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐπερωτήσεως, ἢ μᾶλλον μετὰ τὴν παρέλευσιν δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ὑπέβαλεν ἀνάλογον ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία ἦτο συμπληρωματικὴ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κυρίου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἀμφότεραι αἱ ἐπερωτήσεις ἀπήτουν τὴν προσαγωγὴν ἱκανῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, δὲν ἦσαν ὅλα εἰσέτι συγκεντρωμένα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ἀπηύθυνα ὑπόμνησιν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν διαφόρων Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους, καὶ δύναμαι νὰ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ ἔγγραφα εἶναι σχεδὸν ἅπαντα σήμερον συγκεντρωμένα. Διὰ τοῦτο θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ταῦτα αὔριον εἰς τὴν Βουλήν· νομίζω δὲ, ὅτι καὶ οἱ λοιποὶ Ὑπουργοὶ ἔχουσι συγκεντρώσει ὅλας τὰς πληροφορίας, τὰς σχετικὰς πρὸς τὰς ἐν λόγῳ ἐπερωτήσεις, ὅπως ὑποβάλωσιν αὐτάς.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς δὲν ἐκοινοποίησεν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν τὰ μέρη τὰ ἀφορῶντα τὰ ὑπ’ αὐτοὺς Ὑπουργεῖα, ἂς εἰδοποιηθῇ νὰ τὰ κοινοποιήσῃ.
§35Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μοὶ ἐκοινοποιήθη τὸ μέρος αὐτό. Ἐζήτησα παρὰ τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν ἀρχῶν νὰ ἀποστείλωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἔλαβον δὲ καὶ πάσας τὰς πληροφορίας τὰς σχετιζομένας πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, καὶ τὰς ὁποίας αὔριον θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπὸ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ κεφαλαίου Θʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου τοῦ 1901 ἀνεγράφη πίστωσις δραχμῶν 30 χιλιάδων «δι’ ἀποζημίωσιν ἰδιοκτητῶν καὶ εὑρετῶν ἀρχαίων καὶ διὰ πᾶσαν ἄλλην δαπάνην καὶ ἐργασίαν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ περὶ ἀρχαιοτήτων νόμου ͵ΒΧΜϚʹ τῆς 24 Ἰουλίου 1899». Παρακαλεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) Ἐὰν διετέθη ἡ πίστωσις αὕτη, εἴτε ἐν ὅλῳ εἴτε ἐν μέρει. 2) Εἰς ποίας ὡρισμένως ἀνάγκας, καὶ πόσον δι’ ἑκάστην τῶν ἀναγκῶν τούτων. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου, ὑπὸ τὸ αὐτὸ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον, ἀνεγράφη μετὰ τῆς αὐτῆς αἰτιολογίας πίστωσις δραχμῶν 30,000. Παρακαλεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὰς αὐτὰς νὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας καὶ περὶ τῆς πιστώσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἀνεγράφη ὑπὸ τὸ στοιχεῖον βʹ τοῦ εἰρημένου ἄρθρου καὶ κεφαλαίου καὶ ἄλλη πίστωσις 30 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ αὕτη δι’ ἀποζημίωσιν κτημάτων περὶ τὴν Ἀκρόπολιν, καταλαμβανομένων λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ δώσῃ καὶ ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης πληροφορίας, ἐὰν ἐγένετο χρῆσις αὐτῆς.
§37Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅπως σὺν ταῖς πληροφορίαις, ταῖς ζητηθείσαις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, πληροφορήσῃ ἡμᾶς καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 100,000 δραχμῶν, τοῦ προερχομένου ἐκ συμπληρωματικῆς πιστώσεως διὰ τὸν περὶ τὴν Ἀκρόπολιν χῶρον. Πῶς διετέθη τὸ ποσὸν τοῦτο, εἰς ἀγορὰν τίνων κτημάτων, ὡς καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν κτημάτων αὐτῶν, καὶ τὸ ποσόν, ὅπερ διετέθη πρὸς τοῦτο.
§38Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡσαύτως παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ λήξαντος ἔτους μετέβη εἰς Παρνασσίδα ὁ νομομηχανικὸς κ. Γαζῆς, ἐν τίνι εἰδικῇ ὑπηρεσίᾳ εἶναι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν τεταγμένος ὁ εἰρημένος νομομηχανικὸς, ἂν ἀνεχώρησεν ἐξ Ἀθηνῶν, ἵνα μεταβῇ εἰς Παρνασσίδα δι’ ἀδείας ἀπουσίας, ἢ ἀπεστάλη ἐκεῖσε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει νὰ κατατεθῇ ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ἧς παρηγγέλθη νὰ ἀπέλθῃ εἰς Παρνασσίδα, καὶ αἱ δοθεῖσαι τυχὸν αὐτῷ ὁδηγίαι περὶ τῆς ὑπηρεσίας, δι’ ἣν ἀπεστάλη, νὰ ἀνακοινωθῇ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ποσὸν τῶν πληρωθέντων αὐτῷ δι’ ἔξοδα μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου, ὡς καὶ δι’ ἀποζημίωσιν αὐτοῦ διὰ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθη, ἢ διὰ τὴν ἔκτακτον ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν, ἀπελθὼν τῶν Ἀθηνῶν, ἐξετέλεσε. Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἐν τῷ ἀρχείῳ τῆς Νομαρχίας Ἀρκαδίας ἔγγραφα, τὰ πραγματευόμενα περὶ τῆς ἐκποιήσεως διὰ δημοπρασίας τοῦ ἐν Βαλτεσινίκῳ τοῦ δήμου Κλείτορος τῆς Γόρτυνος κτιρίου, τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν κοινότητα Βαλτεσινίκου, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν ὡς διδακτήριον τῶν ἀρρένων καὶ ὡς εἰρηνοδικειακὸν κατάστημα, καὶ τὸ ὁποῖον παρεστάθη ὡς κτῆμα τῶν ἐν Βαλτεσινίκῳ ἐνοριακῶν ναῶν. Ἐν τῷ χωρίῳ Μπαμπάτικα τῆς Κερκύρας ὁ ἐνωμοτάρχης Φωκίων Ἀδὰμ, μεταβὰς εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Σ. Πλακεσοβίτου, ἵνα ἐνεργήσῃ ἔρευναν πρὸς ἀνεύρεσιν λαθραίου καπνοῦ, κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον, ἐπετέθη κατὰ τῆς νεαρᾶς συζύγου του. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔφθασεν εἰς τὴν οἰκίαν ὁ οἰκοδεσπότης, ὅστις διὰ τῆς ἀξίνης ἐτραυμάτισε τὸν εἰρημένον ἐνωμοτάρχην. Παρακαλοῦνται οἱ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοὶ νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἂν ἔλαβον γνῶσιν ἐξ ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν τοῦ δράματος τούτου· καὶ ὁ μὲν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν διέταξέ τι, τί καὶ πότε, ὁ δὲ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἂν εἰσήχθη εἰς τὸ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργεῖον ἔκθεσίς τις τοῦ Εἰσαγγελέως περὶ τούτου, καὶ τί ἐπ’ αὐτῆς διετάχθη· ἂν δὲ δὲν ὑπάρχῃ ἔκθεσίς τις περὶ τούτου, νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως τὰς πληροφορίας, ἃς ἐκεῖνος θέλει ἀντλήσει ἐκ τοῦ ἀρχείου του. Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσοι ἄνδρες τοῦ στρατοῦ ὑπηρετοῦσιν ὡς ὑπηρέται ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, νὰ καταθέσῃ δὲ τὰ ἔγγραφα τῶν διοικούντων τὰ διάφορα σώματα τοῦ στρατοῦ, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπορίσθη τὴν πληροφορίαν, ἣν θέλει μεταδώσει εἰς τὴν Βουλὴν.
§40ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρωτηθῇ, ἐὰν ὑπηρετῶσι τοιοῦτοι καὶ παρ’ ἀποστράτοις ἀξιωματικοῖς;
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§42Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, ἤτοι ἀπὸ τοῦ Μαΐου ἄχρι τέλους Αὐγούστου 1901, ὑπῆρξεν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείας στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα ἀνεξάρτητον τῶν κατὰ δήμους στρατιωτικῶν ἀστυνομιῶν. Ποῖοι λόγοι προὐκάλεσαν τὴν συγκράτησιν τοιούτου ἀποσπάσματος; Τίς ἦτο ὁ διοικητὴς τοῦ ἀποσπάσματος αὐτοῦ; Τὸ ἀπόσπασμα τοῦτο ἐσεβάσθη τοὺς ἑλληνικοὺς νόμους, ἢ προέβη εἰς ἐκνόμους πράξεις, καὶ τίνας; Τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβε γνῶσιν τῶν ἐκνόμων πράξεων τοῦ ἀποσπάσματος, καὶ τί ἐνήργησεν ἐπὶ τούτων; Διετάχθησαν ἀνακρίσεις κατὰ τοῦ ἀποσπάσματος τούτου; Ἐὰν ναὶ, παρακαλῶ νὰ προσαχθῇ ἡ δικογραφία εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῶν ἐκθέσεων τῶν μαρτυριῶν. Δεύτερον, παρακαλῶ τοὺς κυρίους ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοὺς νὰ προσαγάγωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μισθωτικὸν συμβόλαιον, δι’ οὗ ἐμισθώθη ἡ ἐν Συμιάδι τοῦ δήμου Μαντινείας οἰκία τοῦ Β. Χ. Προκοπίου ὡς διδακτήριον τῶν ἀρρένων. Ἡ τοιαύτη μίσθωσις ἐγένετο συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῇ ἐγκρίσει τοῦ ἐπιθεωρητοῦ; Τὸ μισθωτικὸν τοῦτο συμβόλαιον ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς Νομαρχίας, καὶ πότε; Πρὶν ἢ ἐγκριθῇ, εἶχε διαταχθῇ ὑπὸ τοῦ Νομάρχου Ἀρκαδίας ἡ ἀκύρωσις τοῦ συμβολαίου τούτου; Πότε ἐπληρώθη τὸ μίσθωμα τῆς τοιαύτης οἰκίας εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, καὶ διατὶ ἐβράδυνεν ἡ πληρωμή; Παρακαλῶ νὰ προσαχθῇ ἡ μεταξὺ τοῦ νομάρχου Ἀρκαδίας καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων Ἀρκαδίας σχετικὴ ἀλληλογραφία, ὡς καὶ ἡ ἑκατέρου τούτων μετὰ τοῦ δημάρχου Μαντινείας ἀλληλογραφία. Πρόκειται περὶ χιλιάδων δραχμῶν, ἃς θέλουν νὰ ἁρπάσουν ἀπὸ τὸ πτωχὸν δημοτικὸν ταμεῖον Μαντινείας.
§43Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ προβάλω τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις: Αʹ) Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐκ τίνος αἰτίας κατ’ ἀνάγκην ἐπῆλθεν, ὥστε νὰ κληθῶσιν οἱ εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν ὑποκείμενοι πολῖται νὰ πληρώσωσιν ἐντὸς δέκα μηνῶν φόρους τριῶν ἐτῶν; Καὶ οὕτως ἐπλήρωσαν τὸν Μάϊον τοῦ 1900 τὸν φόρον τῶν οἰκιῶν, ἀποθηκῶν καὶ καταστημάτων των τοῦ ἔτους 1899, τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1900 καὶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1901 τὸν φόρον τοῦ 1900, καὶ τὸν Μάρτιον τοῦ 1901 τὸν φόρον τοῦ 1901. Βʹ) Παρακαλεῖται ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς κατ’ ἀρχὰς μὲν ἐπετράπη ἡ οἰκοδομὴ ἀτμοκινήτου ἐλαιοτριβείου παρὰ τὴν πόλιν τοῦ Γαΐου (Παξῶν) εἰς τοὺς αὐτόθι ἐμπόρους κυρίους ἀδελφοὺς Κρητικούς. Διατὶ ἀπηγορεύθη κατόπιν ἡ οἰκοδομὴ αὕτη, καὶ πῶς κατόπιν συνέβη, ὥστε νὰ ἐπιτραπῇ καὶ αὐτοῦ ἡ οἰκοδομὴ καὶ ἑνὸς ἔτι ἑτέρου, χωρὶς νὰ παραβλάπτωσι ταῦτα τοὺς περιοίκους καὶ τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων; Νὰ καταθέσῃ δὲ πάσας τὰς ἐκθέσεις καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Γʹ) Παρακαλεῖται ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ κείμενα τῶν ὑπ’ ἀριθ. 15 καὶ 66 ἐγκυκλίων τοῦ Ὑπουργείου περὶ τῶν πράξεων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, δι’ ὧν ἀπηγορεύθη ἡ ποιμνιοβοσκὴ ἐν ὡρισμέναις περιφερείαις. Τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἧς γίνεται μνεία ἐν τῇ ἑτέρᾳ τῶν δύο τούτων ἐγκυκλίων, καὶ τέλος τὴν ἐγκύκλιον, ἣν μετὰ ταῦτα ἐξέδοτο τὸ Ὑπουργεῖον, διατάξαν τὰ ἀντίθετα τῶν διὰ τῶν προειρημένων ἐγκυκλίων διαταχθέντων. Δʹ) Παρακαλεῖται ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν εἶναι ὀφειλέτης τοῦ δημοσίου ταμείου ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Δειληνάτων τῆς Κεφαλληνίας Παναγῆς Χαρίτος, τίνος ποσοῦ, ἐκ τίνος αἰτίας, καὶ ἀπὸ ποῖον ἔτος; Προσέτι, ἂν συνελήφθη καὶ ἀπήχθη διὰ τὸ χρέος τοῦτο εἰς τὰς φυλακὰς, ὑπὸ τίνος ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου, καὶ πότε; Ἂν καθ’ ὃν χρόνον ἀπήχθη εἰς τὰς φυλακὰς ἐνόσει ἐκ πνευμονίας, καὶ ἂν εἰσαχθεὶς εἰς τὰς φυλακὰς ἀπεβίωσε, καὶ κατὰ τίνα ἀκριβῶς ἡμέραν; Πόσα τὸ ταμεῖον ἐδαπάνησε διὰ τὴν τροφήν του; (δρ. 7), πόσα διὰ τὴν κηδείαν του; (δρ. 15). Εʹ) Παρακαλεῖται ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἀνέφερέ τις ἀρχὴ πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἀγελὰς πολίτου τινὸς, κατασχεθεῖσα διὰ χρέος τοῦ κυρίου αὐτῆς πρὸς τὸ Δημόσιον, ἐξεποιήθη, ἀλλ’ ὅτι τὸ ἀντίτιμον αὐτῆς δὲν εἰσήχθη εἰς τὸ ταμεῖον πρὸς ἐξόφλησιν ἢ πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ χρέους τοῦ ὀφειλέτου κυρίου τῆς ἀγελάδος, διότι μόλις ἐπήρκεσεν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ φυλάσσοντος αὐτὴν μετὰ τὴν κατάσχεσιν μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἐξεποιήθη. Τί δὲ διέταξε πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ ζημιωθέντος ὀφειλέτου, ἢ πρὸς πρόληψιν τοιούτου ἀδικήματος;
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κύριος Γαρουφαλιᾶς κατέθηκε τὴν ἑξῆς αἴτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ δὲν συνέστησε πολιτικὰς φυλακὰς ἐν Ἄρτῃ, ὅπου ὑπάρχει Πρωτοδικεῖον καὶ ποινικαὶ φυλακαί; Ἐὰν δὲ ἀπεφάσισε τὴν σύστασιν αὐτῶν, διατὶ δὲν συμπεριέλαβεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ τρέχοντος ἔτους τὴν σχετικὴν πίστωσιν; Παρακαλῶ δὲ νὰ συμπεριλάβῃ τοιαύτην πίστωσιν πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.»
§45ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑπόμνησιν θὰ κάμω μιᾶς ἐπερωτήσεώς μου. Τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχον παρακαλέσει πρό τινος νὰ καταθέσῃ φάκελον ἐγγράφων σχετικῶν πρὸς τὴν δημοπρασίαν τοῦ φόρου τῶν ὠνίων τοῦ δήμου Ἀγρινίου. Δὲν γνωρίζω διατὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν τὸν κατέθεσε.
§46Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κατατεθῇ μετὰ τῶν πληροφοριῶν περὶ τοῦ δανείου.
§47Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀμφότερα θὰ κατατεθῶσιν αὔριον.
§48Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μὲ ἐγγράψητε, ἵνα λάβω τὸν λόγον μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐπερωτήσεων τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Χαλκίδος.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κύριος Γ. Παπαδιαμαντόπουλος κατέθηκεν αἴτησιν, δι’ ἧς παρακαλεῖ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τὸν Ἐσωτερικῶν, «ἵνα καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Θριασίου πεδίου, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχει καὶ ἡ ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τούτων ἔκθεσις τοῦ διευθύνοντος τὰς ἐργασίας μηχανικοῦ ὑδραυλικοῦ». Ὁ κύριος Κωτσᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§50ΜΙΧ. ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Θὰ φέρω τὸν λόγον, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ θέματος ἐκείνου, δι’ ὅπερ ἐπηρώτησε προχθὲς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Σκουζὲς, ὑποβάλλων ἅμα μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Τσάτσου πρότασιν νόμου περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ΞΗʹ νόμου τῆς 22 Δεκεμβρίου 1847 «περὶ τῶν δημοτικῶν φόρων». Πράττω δὲ τοῦτο, προλαμβάνων τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι λίαν πεφοβισμένοι, ἕνεκα τῆς βραδύτητος τῆς ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβολῆς νομοσχεδίου ἑρμηνευτικοῦ τοῦ νόμου ἐκείνου, προσῆλθον καὶ εἰς ἐμὲ σήμερον ἔμποροί τινες τῶν Ἀθηνῶν, καὶ μὲ παρεκάλεσαν, εἰ δυνατὸν, νὰ ὑποβάλω τοιαύτην πρότασιν νόμου. Ἔχουσι δὲ δίκαιον, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ταράσσωνται καὶ φοβῶνται οἱ ἔμποροι Ἀθηνῶν...
§51ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ γίνεται εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, ὅπου οἱ ἐνοικιασταὶ καταπιέζουν πάντας τοὺς διερχομένους ἐκ τῶν πόλεων.
§52ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν συνήθων καταπιέσεων μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐγέρσεως ἀγωγῶν.
§53Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον εἶναι ἕτοιμον. Ὁ κύριος Ροϊλὸς συντάσσει τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, ἥτις ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἦναι ἑτοίμη μέχρι τῆς αὔριον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ γίνεται ἑρμηνεία τοῦ νόμου, καὶ ἰδίως τοῦ ἄρθρου 11, συγχρόνως δὲ θὰ καθιερῶται καὶ παραγραφὴ σύντομος καὶ ἄλλα τινά.
§54ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι οὔτε ὁ συνάδελφός μου συναινεῖ, οὔτε πρέπον εἶναι νὰ ὑποχωρήσω εἰς τοῦτο, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν ὡς τροπολογία τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ παρασκευάζει ὁ κ. Ροϊλός. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι ἔχουσι δίκαιον νὰ συγκινῶνται οἱ ἔμποροι τῶν Ἀθηνῶν διὰ τὰς παρερμηνείας τοῦ νόμου τούτου καὶ τὰς πλάνας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσάν τινα τῶν Δικαστηρίων, διότι, ἐὰν αἱ πλάναι αὗται κατασταθῶσι παγία νομολογία ἐν τοῖς Δικαστηρίοις, βεβαίως διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ ἡ περιουσία τῶν ἐμπόρων Ἀθηνῶν ἀπὸ τῶν χρηματοκιβωτίων αὐτῶν μεταβαίνει εἰς τὰ βαλάντια τῶν ἀπὸ τριακονταετίας καὶ ἐντεῦθεν ἐκληπτόρων τῶν δημοτικῶν δασμῶν. Διότι βραχυτέρα προθεσμία πρὸς παραγραφὴν τῶν ἀγωγῶν τούτων δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ. Καὶ διὰ νὰ καταστήσω ὑμᾶς ἐν πλήρει γνώσει τοῦ θέματος τούτου, ἐπιτρέψατέ μοι, ἵνα συνοπτικώτατα ἐκθέσω ὑμῖν: αʹ) ὁποῖαί τινές εἰσιν αἱ ἀξιώσεις τῶν ἐνοικιαστῶν, ἰδίως τῶν ἐγειράντων μέχρι τοῦδε ἀγωγὰς ἐκ δημοτικῶν φόρων, Πειραιῶς καὶ Λαυρίου· βʹ) ποῖαι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, ἐπὶ τῶν ὁποίων δῆθεν στηρίζονται αἱ ἀξιώσεις των αὗται, καὶ γʹ) τί ἀπεφήναντο περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τινὰ τῶν Δικαστηρίων μέχρι τοῦδε. Ἡ ἀξίωσις τῶν ἐνοικιαστῶν κατὰ τῶν ἐμπόρων Ἀθηνῶν εἶναι, ὅτι οὗτοι, εἰσαγαγόντες ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐν τοῖς Τελωνείοις Πειραιῶς καὶ Λαυρίου ἐμπορεύματα, δὲν εἰδοποίησαν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τούτων τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν εἴσπραξιν τοῦ δημοτικοῦ φόρου τῶν δήμων τούτων δι’ ἐγχειρίσεως ἀκριβοῦς σημειώσεως τοῦ εἴδους καὶ τοῦ ποσοῦ ἑκάστου αὐτῶν, καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἐμπορευμάτων τούτων πρέπει κατὰ νόμον νὰ θεωρηθῇ γενομένη πρὸς τοπικὴν κατανάλωσιν ἐν τῷ δήμῳ, καὶ τὰ οὕτως εἰσαχθέντα ὑποκείμενα εἰς τὴν πληρωμὴν δημοτικοῦ φόρου. Ἡ διάταξις, ἐφ’ ἧς στηρίζουσιν οἱ ἐνοικιασταὶ τὰς ἀξιώσεις των, εἶναι, ὡς εἶπον, ἡ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ΞΗʹ νόμου, ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ὁσάκις τὰ εἰς δασμὸν ὑποκείμενα τρόφιμα ἢ ἐμπορεύματα μετακομίζονται διά τινος δήμου, ἢ ἀποτίθενται προσωρινῶς ἐντὸς αὐτοῦ, ὀφείλει ὁ εἰσάγων αὐτὰ νὰ προειδοποιῇ τὸν ἐπιτετραμμένον τὴν εἴσπραξιν, δίδων εἰς αὐτὸν ἀκριβῆ σημείωσιν τῶν εἰδῶν, καθὼς καὶ τοῦ ποσοῦ ἑκάστου αὐτῶν· δύναται δὲ νὰ ζητηθῇ παρ’ αὐτοῦ καὶ ἀνάλογος ἐγγύησις· μετὰ παρέλευσιν δὲ τριῶν μηνῶν, ὅσων εἰδῶν ἡ ἐξαγωγὴ δὲν ἀποδειχθῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ εἰσαγαγόντος, ὑποβάλλονται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ νενομισμένου δασμοῦ.» Τὰ Δικαστήρια διὰ διαφόρων ἀποφάσεων διαφοροτρόπως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἀπεφήναντο, καὶ δὴ πρῶτον, ἡ εἰσαγωγὴ ἐμπορεύματος ἔν τινι Τελωνείῳ ἀποτελεῖ εἰσαγωγὴν ἐν τῷ δήμῳ, ἐν ᾧ ἵδρυται τοῦτο· δεύτερον, ὅτι ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου γεννᾶται νόμιμον ἀπολέμητον τεκμήριον περὶ τῆς εἰσαγωγῆς πρὸς τοπικὴν κατανάλωσιν ἐν τοῖς δήμοις Πειραιῶς καὶ Λαυρίου τῶν ἐν τοῖς Τελωνείοις τῶν πόλεων τούτων εἰσαχθέντων ἐμπορευμάτων, ἕνεκα τῆς παραλείψεως τῶν ἐμπόρων νὰ εἰδοποιήσωσι τοὺς ἐνοικιαστὰς πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς, δίδοντες εἰς αὐτοὺς ἀκριβῆ σημείωσιν τοῦ εἴδους καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐμπορευμάτων, καὶ ὅτι εἶναι ἀδιάφορον, ἂν τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα, ἐκ τοῦ Τελωνείου ἐπιβιβασθέντα εἰς πλοῖα, ἢ εἰς τὸν σιδηρόδρομον, ἢ εἰς ἁμάξας φορτηγὰς, μετηνέχθησαν, ἅμα τῷ τελωνισμῷ αὐτῶν, εἰς ἄλλον τοῦ Κράτους δῆμον πρὸς ἀνάλωσιν, καὶ ἐπλήρωσαν ἐκεῖ τὸν κεκανονισμένον δημοτικὸν δασμὸν, καὶ ὅτι πάντως ὀφείλουσι, δυνάμει τοῦ ἀνωτέρω τεκμηρίου, νὰ πληρώσωσι τοιοῦτον καὶ ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Λαυρίῳ· τρίτον, ὅτι περὶ τῆς ἐγχειρίσεως ταύτης τῆς σημειώσεως καὶ τῆς ἀποδείξεως τοῦ γεγονότος τούτου ἀπαιτεῖται ἔγγραφος ἀπόδειξις. Φρονῶ, Κύριοι, ἀδιστάκτως, ὅτι πᾶσαι αἱ γνῶμαι αὗταί εἰσι πεπλανημέναι. Καὶ εἰς τὴν πλάνην ταύτην περιέπεσαν οἱ ἑρμηνευταὶ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 11, διότι δὲν ἠρεύνησαν πρωτίστως τὸ εἶδος τοῦ νόμου, ὃν προὔκειτο νὰ ἑρμηνεύσωσι καὶ ἐφαρμόσωσιν. Ἐλησμόνησαν, ὅτι πρόκειται περὶ φορολογικοῦ νόμου, περὶ ἐπιβολῆς φόρου εἰς τὸν πολίτην, καὶ ὅτι οἱ φόροι δὲν ἐπιβάλλονται οὔτε διὰ νομίμων, οὔτε διὰ δικαστικῶν τεκμηρίων, ἀλλὰ διὰ ῥητῆς καὶ σαφοῦς διατάξεως νόμου. Ὄτι ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ 11 ἐπιβάλλει εἰς τὸν εἰσάγοντα τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ δοῦναι σημείωσιν, εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως, ἀλλ’ ἀληθὲς καὶ ἀναμφισβήτητον εἶναι ὡσαύτως, ὅτι διὰ τὴν παράλειψιν ταύτην τῆς σημειώσεως οὐδεμίαν ἀπαγγέλλει ὁ νόμος ἐπιβλαβῆ συνέπειαν κατὰ τοῦ παραλιπόντος, ὡς ἐπίσης καὶ διὰ τὴν μὴ χορήγησιν ἐγγυήσεως, ἣν διὰ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἐπιβάλλει τῷ εἰσάγοντι. Ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι ἔλλειψις προνοίας τοῦ νομοθέτου, ὅπως κυρώσῃ τὰς διατάξεις αὑτοῦ ἐν περιπτώσει παραβάσεως τούτων; Δὲν πιστεύω τοῦτο, Κύριοι. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἀληθὲς τοῦτο, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν δικαστὴν νὰ ἐπιβάλῃ φόρον, ἢ ποινὴν, ὅπου ὁ νομοθέτης ῥητῶς δὲν διέταξε τοῦτο. Ἐγὼ ὅμως, ὡς εἶπον, δὲν πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις προνοίας τοῦ νόμου. Τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι, καλῶς γινώσκων ὁ νομοθέτης τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τοῦ συστήματος, ὅπερ καθιέρωσε διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοτικῶν φόρων, γινώσκων, ὅτι ὁ ἐπιτετραμμένος ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐν τῷ δήμῳ εἴσοδον τῶν ἐμπορευμάτων ἢ ὠνίων, δι’ ἃ ὁ κύριος αὐτῶν ἤθελε δυστροπήσει νὰ γνωστοποιήσῃ αὐτῷ τὸ εἶδος καὶ τὸ ποσὸν τούτων, ἢ νὰ παράσχῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἐγγύησιν, ἐσιώπησεν ἐντελῶς περὶ τῶν περιπτώσεων τούτων. Τούτου ἕνεκα φρονῶ, ὅτι, ὁσάκις ὁ ἐνοικιαστὴς δὲν ἰσχυρίζεται βίαν ἢ δόλον τοῦ εἰσαγαγόντος ἐπὶ προσωρινῇ τοποθετήσει ἐν τινι δήμῳ ἐμπορεύματα ἢ ὤνια, τεκμαίρεται, ὅτι τῇ συναινέσει αὐτοῦ εἰσήχθησαν ταῦτα, ἄνευ προηγουμένης ἐγχειρίσεως σημειώσεως περὶ τοῦ εἴδους καὶ τοῦ ποσοῦ αὐτῶν ἐκ μέρους τοῦ εἰσαγαγόντος, καὶ ἑπομένως, μόνον ἂν δὲν ἀποδείξῃ οὗτος, ὅτι ἐξήγαγε ταῦτα ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ τὸν κεκανονισμένον δημοτικὸν φόρον, συμφώνως πρὸς τὸ ἐδάφιον γʹ τοῦ ἄρθρου 11· διότι μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς τριμήνου προθεσμίας τεκμαίρεται ὁ νόμος, ὅτι εἰσήχθησαν πρὸς τοπικὴν κατανάλωσιν. Ἔχομεν δηλονότι μίαν θετικὴν εἰσαγωγὴν πρὸς τοπικὴν κατανάλωσιν, τὴν ἐκ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου, καὶ ἑτέραν τεκμαρτὴν, τὴν ἐκ τοῦ ἄρθρου 11. Οὐδὲν δὲ πλέον τούτων. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, εἴτε ἐκ προνοίας, εἴτε ἐξ ἀπρονοησίας ἐσιώπησεν ὁ νομοθέτης περὶ τῆς περιπτώσεως τῆς μὴ δόσεως σημειώσεως, ἀρκεῖ ὅτι σιωπᾷ, καὶ ὁ δικαστὴς ἐν τοιούτῳ θέματι δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ νομοθέτου, διότι, ὡς εἶπον, πρόκειται περὶ φορολογικοῦ νόμου καὶ περὶ ἐπιβολῆς φόρου. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν γένει περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ νόμου, ὡς πρός τε τὰ διὰ ξηρᾶς καὶ τὰ διὰ θαλάσσης εἰσαγόμενα ἐμπορεύματα ἢ ὤνια. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ σφαλερὸν τῆς δοθείσης ὑπό τινων τῶν Δικαστηρίων ἑρμηνείας εἰς τὸν ῥηθέντα νόμον ἀπεδείχθη τοσοῦτον καταφανῶς, καταδηλότερον καθίσταται ὡς πρὸς τὰ διὰ θαλάσσης ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς μεταφερόμενα ἐμπορεύματα καὶ ἐν τοῖς Τελωνείοις ἀποτιθέμενα. Διότι ἐρωτᾶται: 1) εἶναι δυνατὸν νὰ γινώσκῃ ὁ ἔμπορος τὸν χρόνον τοῦ κατάπλου τοῦ πλοίου εἰς τὸν λιμένα καὶ τῆς ἐκφορτώσεως τοῦ ἐμπορεύματος, ὥστε νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν ἐνοικιαστήν; ἔχει δὲ πάντοτε πρὸ τοῦ κατάπλου καὶ τῆς ἐκφορτώσεως τοῦ ἐμπορεύματος εἰς τὸ Τελωνεῖον τὴν φορτωτικὴν, καὶ κυρίως τὸν κατάλογον τοῦ περιεχομένου τῶν κιβωτίων ἢ δεμάτων, ὥστε νὰ ᾖ αὐτῷ δυνατὴ ἡ ἐγχείρισις ἀκριβοῦς σημειώσεως τοῦ εἴδους καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐκφορτωθέντων ἐν τῷ Τελωνείῳ; 2) Ποῖον τάχα ὑλικὸν ἢ ἄλλο κέρδος δύναται νὰ πορισθῇ ὁ ἔμπορος ἐκ τῆς μὴ δόσεως σημειώσεως εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν τοῦ δημοτικοῦ φόρου, ἀφοῦ ἀντὶ τῆς ὅλως ἀσήμου ταύτης σημειώσεως, ἥτις δύναται νὰ δοθῇ καὶ ἐπὶ εὐτελεστάτου τεμαχίου χάρτου, ὑποχρεοῦται διὰ τὴν ἐν τῷ Κράτει εἰσαγωγὴν τῶν ἐμπορευμάτων του καὶ πρὸ τοῦ τελωνισμοῦ αὐτῶν νὰ δώσῃ εἰς τὴν τελωνιακὴν ἀρχὴν ἀκριβῆ τούτων διασάφησιν, ἧς ἡ ἀλήθεια ὑποβληθήσεται ἀμέσως εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἐπὶ πλέον δὲ, ὡς γνωστόν, πάντων τούτων λαμβάνει γνῶσιν ὁ ἐνοικιαστὴς παριστάμενος; Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν παρίσταται, οὐδένα κίνδυνον διατρέχει, διότι ὑπάρχουσιν αἱ διασαφήσεις καὶ τὰ βιβλία τοῦ Τελωνείου, ἐξ ὧν δύναται νὰ πληροφορηθῇ ἀκριβῶς τὰ πάντα. Ἀλλ’ ἐγὼ, ἀνεξαρτήτως πάντων τῶν ἀνωτέρω, φρονῶ, ὅτι τὸ Τελωνεῖον εἶναι ἔδαφος οὐδέτερον, οὕτως εἰπεῖν, ὁ δὲ εἰσάγων ἐν τῷ Τελωνείῳ δὲν εἰσάγει εἰς τὸν δῆμον, ἐν ᾧ ἵδρυται τὸ τελωνιακὸν κατάστημα. Διότι, ἀφοῦ, κατὰ τοὺς τελωνιακοὺς νόμους, τὰ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγόμενα ἐμπορεύματα ἐν τοῖς τελωνιακοῖς καταστήμασι δύνανται καὶ μετὰ παρέλευσιν πολλῶν μηνῶν νὰ ἀναληφθῶσι καὶ ἐξαχθῶσιν αὖθις τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῶσι δι’ εἰσαγωγικοῦ τέλους, θὰ ἦτο κωμικὸν τῇ ἀληθείᾳ νὰ ὑπολάβωμεν τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα, τὰ μήπω εἰσαχθέντα ἐν τῷ Κράτει, ὡς εἰσαχθέντα ἔν τινι δήμῳ, καὶ νὰ ὑποβάλωμεν ταῦτα εἰς δημοτικὸν δασμὸν, ἀφοῦ δὲν ὑπέκυψαν εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος!
§55Γ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν, ἑρμηνεῦον τὸ ἄρθρον 11, τελευταῖον ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θεωρεῖ ὑπόχρεων τὸν εἰσαγαγόντα ἐμπορεύματα νὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν, ἀλλ’ ὑποχρεοῖ αὐτὸν μόνον καὶ μετὰ τὸ τρίμηνον ν’ ἀποδείξῃ ὅτι τὰ ἐξήγαγεν. Ἑπομένως δὲν εἶναι γενικὴ ὅλων τῶν Δικαστηρίων ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου, καὶ συνεπῶς δέον νὰ ἐπέλθῃ νομοθετικὴ ἑρμηνεία.
§56ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Οὐδ’ ἐγὼ εἶπον τοῦτο. Τοὐναντίον εἶπον «τινὰ τῶν Δικαστηρίων». Καὶ ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς διαφορᾶς τῶν γνωμῶν καὶ τῆς διαφωνίας ὑπάρχει ἀνάγκη ἐπισήμου ἑρμηνείας, ἀφοῦ τὰ διάφορα Δικαστήρια καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ τμήματα τοῦ αὐτοῦ Δικαστηρίου διΐστανται καὶ διαφωνοῦσι. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, Κύριοι, εἰς ἀνάπτυξιν τῆς προτάσεως νόμου, ἣν ὑποβάλλω, καὶ τῆς ἐν εἴδει εἰσηγητηρίου ταύτης ἐκθέσεως, ἀφοῦ δὲν εἶχον τὸν ἀπαιτούμενον ὑλικὸν χρόνον πρὸς σύνταξιν ἐγγράφου τοιαύτης.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 71). Ὁ κύριος Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§58Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, διότι ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητήματος ἀφορῶντος εἰς τὴν ἔριδα μεταξὺ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λογοδοτήσω εἰς τὴν Βουλήν, διότι, ὡς πρώην Ὑπουργός, μόνον πρὸς τὴν Βουλὴν ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν. Κύριοι Βουλευταί, ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῇ 2 Ἀπριλίου 1899 μέχρι τοῦ μηνὸς Μαρτίου τοῦ 1901, δηλ. ἐπὶ δύο συνεχῆ ἔτη. Οὐδεμία ἀφορμὴ διαστάσεως μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὑπῆρξε. Δυστυχῶς εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φανῶ δυσάρεστος εἴς τινας κυρίους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· καὶ ὅταν ὁμιλῶ περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ νὰ ἦμαι δίκαιος, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἐννοῶ ὁλόκληρον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀλλ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς αὐτὸ οὐχὶ διὰ τῆς θύρας, ἀλλὰ διὰ τοῦ παραθύρου, ἐννοῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, χωρὶς οὐδὲν δικαίωμα νὰ ἔχωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν οἰκονομικήν, δικαιώματι μόνον πολιτικῷ καὶ κομματικῷ εἰσῆλθον εἰς τὸ Συνέδριον...
§59ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τοὺς ὀνομάσητε αὐτούς.
§60ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ τοὺς ὀνομάσω, διότι ὅλοι γνωρίζετε, ποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὸ Συνέδριον οὐχὶ διὰ τῆς θύρας, ἀλλὰ διὰ τοῦ παραθύρου.
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν;
§62ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Βεβαιότατα.
§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῇ προτάσει Ὑπουργῶν, οἵτινες ἀπετέλεσαν τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου προϊστάμην, οὐδέποτε διωρίσθη τις εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον.
§64ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ ἐγώ, διὰ νὰ συμπληρώσω, ἀξιότιμε κύριε Βουλευτὰ ἐκ Γόρτυνος, τὴν παρατήρησίν σας, βεβαιῶ, ὅτι ὑμεῖς δὲν ἐθέσατε βέβηλον χεῖρα ἐπὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. (Ψιθυρισμοὶ καὶ διάλογοι χαμηλῇ τῇ φωνῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ). Μέλη λοιπόν τινα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, — ἔχετε μικρὰν ὑπομονήν, καὶ θ’ ἀκούσητε τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον χωρὶς οὐδὲν ὑπηρεσιακὸν δικαίωμα νὰ ἔχωσι, — ζήσαντα καὶ ἀνατραφέντα εἰς τὸν κομματισμόν, αὐτὰ συνεκρούσθησαν πρὸς ἐμέ, καὶ συνεκρούσθησαν, διότι ἐγώ, ὡς Ὑπουργός, δὲν ἐνόουν νὰ ὑποχωρήσω εἰς ἀπαιτήσεις προσωπικάς. (Εὖγε! ἀριστερόθεν). Οἱ Κύριοι αὐτοί, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τῆς ἰσοβιότητος, προέβησαν εἰς πράξεις, τὰς ὁποίας θὰ ἀκούσητε. Βεβαίως δύνανται νὰ ὑπάρξουν καὶ μικραί τινες ἐξαιρέσεις, ἀλλὰ κατὰ μεγάλην πλειονοψηφίαν ἡ Βουλὴ θ’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι οἱ Κύριοι αὐτοί, ὅ,τι διέπραξαν, τὸ διέπραξαν οὐχὶ ἐξ εὐλαβείας πρὸς τοὺς νόμους, οὐδὲ διὰ νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκδικήσουν προσωπικὰ πάθη. Ἂν, Κύριοι, ἐπειθόμην, ὅτι ἐξ εὐλαβείας πρὸς τοὺς νόμους καὶ ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος προέβησαν εἰς τὸν πόλεμον, ὃν ἤγειραν ἐναντίον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, βεβαιωθῆτε, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν θὰ ἀπησχολεῖτο ἡ Βουλὴ μὲ τὸ ζήτημα αὐτό· διότι θ’ ἀποδείξω εἰς αὐτήν, ὅτι οὐδὲν συμφέρον, μήτε πολιτικόν, μήτε προσωπικόν, μήτε φιλικόν, μὲ ὤθησαν εἰς τὸ νὰ συγκρουσθῶ πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Τὸ μόνον συμφέρον, τὸ ὁποῖον μὲ ὤθησεν, ἦτο νὰ ὑποστηρίξω δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἠθέλησαν νὰ καταπατήσουν. Κύριοι Βουλευταί, συγκρουσθεὶς πρὸς τὸ Συνέδριον, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναλάβω ὑπ’ εὐθύνην μου τὴν ἔκδοσιν διαφόρων ἐνταλμάτων. Ἠδυνάμην ν’ ἀποφύγω τὸν σκόπελον τοῦτον, ἠδυνάμην νὰ ζητήσω πίστωσιν διὰ Β. Διαταγμάτων, τὴν ὁποίαν νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλήν, δὲν τὸ ἔπραξα ὅμως, διότι ἠθέλησα νὰ δείξω εἰς αὐτοὺς τοὺς Κυρίους, ὅτι ἡ Πολιτεία τοὺς ἔταξε νὰ εὐλαβῶνται τοὺς νόμους, ὅτι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα, τὴν μίαν ἡμέραν νὰ ἐκδίδωσι μίαν ἀπόφασιν, καὶ τὴν ἄλλην ἀντίθετον ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος· ὁ Α ἢ Β ἐλεγκτὴς, ὁ ὁποῖος τὴν προτεραίαν ἐξέδωκε μίαν ἀπόφασιν, νὰ ψηφίζῃ τὴν ἐπιοῦσαν ἀντιθέτως, διὰ νὰ φέρῃ σκάνδαλον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον διηύθυνα. Ἐπὶ ἑπτὰ μῆνας, κύριοι Βουλευταί, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διήρχετο μαρτύρια. Δὲν παρήρχετο ἡμέρα, δὲν παρήρχετο ἑβδομάς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἐνοχλήσεις ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς Κυρίους. Ὅτε καθ’ ὁδὸν συνήντων αὐτοὶ οἱ Κύριοι ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τοὺς προειδοποίουν, λέγοντες: «Αὔριον θὰ σᾶς ῥίψωμεν κατὰ πρόσωπον καὶ αὐτὸ τὸ ἔνταλμα. Θὰ ἐξαναγκάσωμεν τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τέλους εἰς παραίτησιν!»
§65ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τί ἔπραττεν ὁ προϊστάμενος τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν;
§66ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ποῖος προϊστάμενος;
§67ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§68ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Εἶναι παρὼν, καὶ ὅταν ἐρωτηθῇ, θὰ εἴπῃ. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε μετὰ προσοχῆς, καὶ ὡς ἔντιμοι Βουλευταί, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε τὴν ψῆφόν σας, νὰ κάμητε ἐκεῖνο, ὅπερ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ πράξητε, ὅταν λάβητε γνῶσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν (δεικνύει διάφορα ἔγγραφα). Ἐγὼ ἓν μόνον θέλω νὰ δείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ Κύριοι αὐτοὶ, καταπατοῦντες ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἐπανειλημμένως ἐξέδωκαν, καὶ λησμονοῦντες τὰς προηγουμένας πράξεις των, ἔκαμνον καθ’ ἑκάστην νέαν νομολογίαν, νομίζοντες, ὅτι οὕτω δύνανται νὰ παραλύσουν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Κύριοι, ὑπολογιστὴς τοῦ Ναυτικοῦ, ὀνομαζόμενος Παραμυθιώτης, ἐζήτησε τὴν ἀποστρατείαν του. Κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νόμου ᾼΡΟΘʹ, «οἱ ἀρχικελευσταὶ ἀποστρατευόμενοι λαμβάνουν σύνταξιν ἀνθυποπλοιάρχου, ἐὰν ὑπηρέτησαν ἐπὶ δέκα ἔτη ὡς ἀρχικελευσταί.» Νόμος ᾼΡΞΒʹ περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ. Ἄρθρ. 1. «Τὴν βαθμολογίαν τῶν οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ συνιστῶσιν οἱ ἑξῆς βαθμοί: ἀνώτερος ἀρχιφροντιστής, ἀρχιφροντιστής, φροντιστής, ὑποφροντιστής, ἀνθυποφροντιστής, λογιστής, ὑπολογιστής.» Ἄρθρον 2. «Οἱ ἀνωτέρω βαθμοφόροι τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου ἀντιστοιχοῦσι πρὸς τοὺς μαχίμους βαθμοφόρους ὡς ἑξῆς· ὁ ἀνώτερος ἀρχιφροντιστὴς πρὸς τὸν πλοίαρχον, ὁ ἀρχιφροντιστὴς πρὸς τὸν ἀντιπλοίαρχον, ὁ φροντιστὴς πρὸς τὸν πλωτάρχην, ὁ ὑποφροντιστὴς πρὸς τὸν ὑποπλοίαρχον, ὁ ἀνθυποφροντιστὴς πρὸς τὸν ἀνθυποπλοίαρχον, ὁ λογιστὴς πρὸς τὸν σημαιοφόρον, ὁ ὑπολογιστὴς πρὸς τὸν ἀρχικελευστήν.» Δυνάμει τοῦ νόμου αὐτοῦ ὁ ὑπολογιστὴς ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸν ἀρχικελευστὴν αʹ τάξεως, οὗτος δὲ ἀποστρατευόμενος λαμβάνει τὴν σύνταξιν τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου, ἐὰν ὑπηρέτησεν ἐπὶ δεκαετίαν ὡς ἀρχικελευστής. Δυνάμει τοῦ νόμου αὐτοῦ, Κύριοι, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπένειμε 32 συντάξεις. Μεταξὺ τῶν 32 αὐτῶν, τῶν λαβόντων σύνταξιν, εἶναι καὶ οἱ ὑπολογισταὶ Ἀποστόλης, Κριεζῆς καὶ Μεταξᾶς. Λοιπὸν οἱ τρεῖς αὐτοὶ ὑπολογισταὶ ἔλαβον συντάξεις ἀνθυποφροντιστοῦ, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀρχικελευσταί, ἔλαβον συντάξεις ἀνθυποπλοιάρχου.
§69Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὅτε διηυθύνετε σεῖς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐδόθησαν αὐταὶ αἱ συντάξεις;
§70ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι. Εἰς τὸν Ἀποστόλην ἐδόθη εἰς τὰ 1898, εἰς δὲ τὸν Κριεζῆν καὶ Μεταξᾶν εἰς τὰ 1900. Εἰσήχθη, Κύριοι, εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἡ σύνταξις τοῦ ὑπολογιστοῦ Παραμυθιώτου, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐκδίδει ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας παρατηρεῖ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι κακῶς τοῦ ἔδωκε τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυποφροντιστοῦ, ὅτι δὲν δικαιοῦται εἰς σύνταξιν ἀνθυποφροντιστοῦ, καὶ τὸ Συνέδριον δίδει εἰς αὐτὸν σύνταξιν λογιστοῦ. Ὅτε μοὶ ἀνηγγέλθη ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Συνεδρίου, εἶδον, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ζητοῦν νὰ ἐγείρουν ἔριδας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶχον κανένα λόγον, Κύριοι, νὰ ἐνδιαφέρωμαι διὰ τὸν ὑπολογιστὴν Παραμυθιώτην, οὐδὲ πολιτικὸν συμφέρον εἶχον, οὐδ’ ἄλλου εἴδους συμφέρον. Ὁ Παραμυθιώτης αὐτὸς εἶναι ἀδελφὸς τοῦ ἐκ Κερκύρας πρώην βουλευτοῦ Ἀθανασίου Παραμυθιώτου, πολιτικοῦ ἀντιπάλου τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, τὴν στιγμὴν δέ, καθ’ ἣν ἐγὼ ὑπερεμάχουν τοῦ δικαίου τοῦ ὑπολογιστοῦ Παραμυθιώτου, τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν διὰ διαταγῆς μου εἶχον ἀποστείλει εἰς τὰς φυλακάς. Ὁ Παραμυθιώτης αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπολογιστὴς, ὁ ὁποῖος συνελήφθη καταχρώμενος εἰς τὸ Τελωνεῖον Κερκύρας, διετάχθη ἡ σύλληψίς του, διετέλεσεν ἐπὶ διετίαν ὑπόδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς, παρεπέμφθη εἰς τὸ Ναυτοδικεῖον, ἐδικάσθη καὶ κατεδικάσθη εἰς τριετῆ φυλάκισιν· συνεπῶς, ἐὰν δὲν ἀναιρεθῇ ἡ κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασις, χάνει καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν σύνταξίν του. Νομίζω λοιπόν, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ φαντασθῇ κἄν, ὅτι ἐγὼ εἶχον ἐνδιαφέρον τι ὑπὲρ τοῦ Παραμυθιώτου. Ἐκάλεσα, Κύριοι, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸν μακαρίτην Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου Νικολόπουλον, καὶ μολονότι ὁ ἀποθανὼν δεδικαίωται, εἶμαι ἠναγκασμένος, μεθ’ ὅλην τὴν ὀφειλομένην εὐλάβειαν, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, καὶ νὰ ἀναμίξω τὸ ὄνομά του. Ἐκάλεσα λοιπὸν τὸν μακαρίτην Νικολόπουλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τῷ παρέστησα τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἔπραττε τὸ Συνέδριον, καὶ τῷ ὑπέδειξα τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ Συνέδριον ἤρχισε τὴν πολεμικὴν αὐτήν. Ὁ μακαρίτης Νικολόπουλος αὐτολεξεὶ μοὶ εἶπε τὰ ἀκόλουθα: «Κύριε Ὑπουργέ, ἔχετε δίκαιον. Ὑπέδειξα εἰς τοὺς Κυρίους αὐτοὺς, ὅτι εἶναι ἄτοπον πράγματι τὸ γενόμενον· τοῖς εἶπον, ὅτι δὲν δυνάμεθα τὴν μίαν ἡμέραν νὰ ἀποφασίζωμεν οὕτω, καὶ τὴν ἄλλην νὰ ἀποφασίζωμεν ἄλλως· τοῖς εἶπον, ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον καταρρίπτομεν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλά, κύριε Ὑπουργέ, τί νὰ σᾶς κάμω; Δὲν μὲ ἀκούουν». Καὶ πράγματι, Κύριοι, δὲν τὸν ἤκουον· καὶ πράγματι, Κύριοι, δὲν ἤθελον λάβει χώραν ὅλα αὐτὰ, ἐὰν τοῦ Συνεδρίου προΐστατο ἄνθρωπος ἔχων τὴν χεῖρα στιβαρὰν καὶ δυνάμενος νὰ ἐπιβληθῇ. Δυστυχῶς ὁ μακαρίτης Νικολόπουλος ἀνῆλθε μὲν διὰ τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, πρὸ τετραετίας παθὼν τὴν ὑγείαν, ἦτο ἐντελῶς ἄχρηστος, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ. Τότε μοὶ εἶπεν ὁ Νικολόπουλος: «Κύριε Ὑπουργέ, ἐγὼ θὰ σᾶς ἐξυπηρετήσω εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, διότι καὶ ἐγὼ στενοχωροῦμαι νὰ βλέπω τὴν κατάστασιν αὐτήν. Νὰ μοὶ κάμητε ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον νὰ μοὶ ἀποστείλητε εἰς τὴν οἰκίαν μου, καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς ἐφοδιάσω μὲ ἀντίγραφα ἀποφάσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐπὶ ὑποθέσεων ὁμοίας φύσεως, ὅπου θὰ ἴδητε, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐξέθετον τὴν ὑπόληψιν τοῦ Συνεδρίου». Καὶ πράγματι, Κύριοι, αὐτὰ τὰ ἔγγραφα (δεικνύει διάφορα ἔγγραφα) μοὶ ἐστάλησαν ἀπὸ τὸν ἴδιον Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ μοὶ ἐστάλησαν εἰς τὸν οἶκόν μου. Τί εἶναι τὰ ἔγγραφα ταῦτα; Εἶναι τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου...»
§71ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας χρονολογίας;
§72ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἀπόσπασμα ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς 46 γενικῆς συνεδριάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, γενομένης ἐν Ἀθήναις τὴν 17 Αὐγούστου 1900, πάντων τῶν μελῶν αὐτοῦ, Κετσέα ἀντιπροέδρου, Α. Βαρελίδου, Α. Κανελλοπούλου, Σπ. Μαυρομμάτη, Ε. Φάρου, ἐλεγκτῶν, Κ. Θωμοπούλου παρέδρου, κτλ. Ἀποφαίνεται, μειονοψηφούντων τῶν Ε. Φάρου καὶ Κ. Θωμοπούλου, ὅτι ὁ Νικόλαος Μεταξᾶς, ὑπολογιστὴς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἀποστρατεύεται μὲ τὸν βαθμὸν ἀνθυποφροντιστοῦ.» Ἄλλη ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ὑπολογιστὴς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ Νικόλαος Κριεζῆς ἀποστρατεύεται μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυποφροντιστοῦ...
§73Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ αὐτοὶ ἐλεγκταὶ συνέταξαν καὶ τὴν ἀπόφασιν ταύτην;
§74ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μεταξὺ τῶν ἐλεγκτῶν αὐτῶν εἶναι ὁ Μαυρομμάτης καὶ ὁ Ἀναγνωστόπουλος· εἰς τὴν πρώτην ἀπόφασιν ἦτο μόνος ὁ Μαυρομμάτης καὶ οἱ ἄλλοι, ἐκτὸς τοῦ Ἀναγνωστοπούλου.
§75ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς αὐτῆς χρονολογίας εἶναι;
§76ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ δευτέρα εἶναι τῆς 2 Μαρτίου 1900. Τρίτον ἀπόσπασμα συνεδριάσεως τετάρτης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τῆς 20 Ἰανουαρίου 1900. Δι’ αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως δίδεται εἰς τὸν Σπυρίδωνα Κιζάνην, ἀνθυποφροντιστὴν μηχανικὸν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, σύνταξις ἀνθυποφροντιστοῦ, καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην εἶχον μέρος καὶ ὁ Ἀναγνωστόπουλος καὶ ὁ Μαυρομμάτης. Τετάρτη ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ ὑπολογιστοῦ Ἀποστόλη, καὶ ἐδῶ διαιροῦνται αἱ γνῶμαι τῶν ἐλεγκτῶν· εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ἔχουν μέρος ὁ Ἀναγνωστόπουλος καὶ ὁ Μαυρομμάτης (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω ἐγένετο καὶ συζήτησις, μεθ’ ἥν, τεθέντος τοῦ ζητήματος εἰς ψηφοφορίαν, μειονοψηφούντων τῶν Ε. Φάρου καὶ Κ. Θωμοπούλου, ἀποφαίνεται, ὅτι δέον ὁ ὑπολογιστὴς Α. Ἀποστόλης νὰ λάβῃ σύνταξιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυποφροντιστοῦ.»
§77ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας χρονολογίας;
§78ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τῆς 6 Ὀκτωβρίου 1898. Καὶ βλέπετε τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ Ἐλεγκταὶ Ἀναγνωστόπουλος καὶ Μαυρομμάτης ψηφίζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ὁ ὑπολογιστὴς αὐτὸς σύνταξιν ἀνθυποφροντιστοῦ. Καὶ βλέπετε ἄλλην ἀπόφασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχουν μέρος ὁ Μαυρομμάτης καὶ ὁ Ἀναγνωστόπουλος, καὶ συνηγοροῦν νὰ λάβῃ σύνταξιν ἀνθυποφροντιστοῦ ὁ ὑπολογιστὴς Κριεζῆς. Καὶ βλέπετε ἄλλην ἀπόφασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει μέρος ὁ Ἀναγνωστόπουλος, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν συνηγορεῖ νὰ λάβῃ σύνταξιν ἀνθυποφροντιστοῦ ὁ ὑπολογιστὴς Μεταξᾶς. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ Παραμυθιώτου, ἤρχισεν ὁ καυγᾶς, καὶ ἔπρεπε νὰ κάμουν ὅ,τι ἠδύναντο διὰ νὰ ἐνοχλήσουν τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ἐκδίδουν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας λέγουν, ὅτι ὁ Παραμυθιώτης πρέπει νὰ λάβῃ σύνταξιν λογιστοῦ καὶ ὄχι ἀνθυποφροντιστοῦ, ἐνῷ εἰς τέσσαρας ὁμοίας φύσεως ὑποθέσεις διὰ προηγουμένων ἀποφάσεών των δίδουν εἰς ἄλλους σύνταξιν ἀνθυποφροντιστοῦ. Δηλαδή, προκειμένου περὶ τοῦ Παραμυθιώτου, ἐπιτιμοῦν τὸν Ὑπουργὸν, διότι ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυποφροντιστοῦ καὶ λέγουν: «ὄχι! πρέπει νὰ λάβῃ σύνταξιν λογιστοῦ».
§79ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας χρονολογίας εἶναι ἡ ἀπόφασις αὕτη; Εἶναι μεταγενεστέρα τῶν ἄλλων;
§80ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Βεβαίως· εἶναι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1901.
§81Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς ἀναγνώσητε τὸ αἰτιολογικὸν αὐτῆς τῆς τελευταίας ἀποφάσεως; Ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ Παραμυθιώτου ἐννοῶ.
§82ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει): «21 Ἀπριλίου 1901. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, παρόντων τῶν Π. Νικολοπούλου προέδρου, Θ. Κετσέα ἀντιπροέδρου, Α. Κανελλοπούλου, Σπ. Μαυρομμάτη, Γ. Ἀναγνωστοπούλου, Ε. Φάρου, ἐλεγκτῶν, Ν. Παπαδοπούλου, Κ. Θωμοπούλου, καὶ Δ. Δεδούση παρέδρων, εἰσηγητοῦ ὄντος τοῦ Γ. Ἀναγνωστοπούλου, κλπ., τεθέντος τοῦ ζητήματος εἰς ψηφοφορίαν, μειονοψηφούντων τῶν Σπ. Μαυρομμάτη, Γ. Ἀναγνωστοπούλου, Ε. Φάρου, Ν. Παπαδοπούλου καὶ Δ. Δεδούση, ἀποφαίνεται, ὅτι δέον ν’ ἀπονεμηθῇ τῷ πρώην ὑπολογιστῇ Δ. Παραμυθιώτῃ σύνταξις οὐχὶ ἀνθυποφροντιστοῦ, ἀλλὰ λογιστοῦ, καθότι αἱ εὐεργετικαὶ διατάξεις τοῦ ΑΡΟΘʹ νόμου ἐφαρμόζονται μόνον πρὸς τοὺς μαχίμους ἀρχικελευστὰς, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς, οἵτινες δύνανται νὰ προαχθῶσι κατὰ τοὺς οἰκείους νόμους εἰς ἀξιωματικούς!» Δηλαδὴ οἱ Κύριοι αὐτοὶ μᾶς ἔκαμαν τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ δώσωμεν βαθμὸν ἀνθυποφροντιστοῦ εἰς τὸν Παραμυθιώτην, μᾶς ἔκαμαν δὲ τὴν παρατήρησιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ προηγουμένων ἀποφάσεών των ἔδιδον ἐπὶ ὁμοίας φύσεως ὑποθέσεων σύνταξιν ἀνθυποφροντιστοῦ! Ἡμεῖς τοῖς εἴπομεν: «παρατήρησιν δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κάμητε· λόγον δὲν ἔχομεν νὰ σᾶς δώσωμεν· λόγον θὰ δώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν· ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μόνον εἴμεθα ὑπεύθυνοι.» (Ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἀγνοεῖ τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, οὐδ’ ἐπελάθετο τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν...»
§83Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διασάφησιν;
§84ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα.
§85ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ Ἀναγνωστόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἦτο ὑπὲρ τῆς συντάξεως ἀνθυποφροντιστοῦ;
§86ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα· σᾶς τὸ ἀνέγνωσα. Καὶ ταῦτα, Κύριοι, περὶ τῆς συντάξεως τῆς ἀπονεμηθείσης εἰς τὸν ὑπολογιστὴν Παραμυθιώτην.
§87Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπενεμήθη.
§88ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀπενεμήθη σύνταξις λογιστοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ αὐτὸς κατεδικάσθη ἀπὸ τὸ Ναυτοδικεῖον, δὲν τὴν λαμβάνει· ἄλλως θὰ κατέφευγεν εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ θὰ εὕρισκε τὸ δίκαιόν του. Ἤδη, Κύριοι, ἔρχομαι εἰς ἄλλο ζήτημα.
§89Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ἀντελήφθημεν, ἂν διὰ τοῦ ἐγγράφου ἀπενεμήθη σύνταξις λογιστοῦ, ἢ ὄχι.
§90ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ μεθ’ ὅλας τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον ἀπηύθυνεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ μεθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις, τὸ Συνέδριον ἐπέμεινεν εἰς τὴν ἰδέαν του, λέγον ὅτι δὲν ἔχει ἀφορμὴν νὰ ἀλλάξῃ γνώμην. Ἑπομένως ἀπενεμήθη σύνταξις λογιστοῦ.
§91Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ μετὰ τὴν ἀπονεμηθεῖσαν πρὸς τὸν Παραμυθιώτην σύνταξιν, εἰς δύο λογιστὰς, καταληφθέντας ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ἐπίσης τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπένειμε σύνταξιν λογιστοῦ καὶ οὐχὶ ἀνθυποφροντιστοῦ. Δηλαδὴ ἐξακολουθεῖ τὸ μέτρον αὐτό.
§92ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ ἦτο πολὺ περίεργον, ὕστερον ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἔριδας, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ ἀνακρούσῃ πρύμναν. Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, ἐν ἔτει 1884 συνεστήθη ἐν Πειραιεῖ ἡ Ναυτικὴ Σχολὴ τῶν δοκίμων. Ἡ Σχολὴ αὕτη συνεστήθη διὰ νόμου καὶ λειτουργεῖ ἀπὸ τοῦ 1884 μέχρι σήμερον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 26 τοῦ νόμου τούτου «οἱ ναυτικοὶ καθηγηταὶ ἀπολαμβάνουσι πλὴν τῶν κεκανονισμένων θαλασσίων ἀποδοχῶν τοῦ βαθμοῦ των καὶ 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα ἀποζημίωσιν, ὁ Διευθυντὴς δὲ τῆς Σχολῆς καὶ ὁ τῶν σπουδῶν ἀπολαμβάνουσιν 150 δραχμὰς ἀποζημίωσιν κατὰ μῆνα.» Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου, Κύριοι, εἶναι καθαρά. Οἱ καθηγηταὶ τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς λαμβάνουσι θαλασσίας ἀποδοχάς· ἡ ὑπηρεσία των θεωρεῖται θαλασσία ὑπηρεσία. Ἐὰν, Κύριοι, ὁ νόμος ἔχῃ καλῶς, ἢ ὄχι, δὲν θὰ κρίνω ἐγώ.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐὰν ἡ διδασκαλία των γίνηται ἐπὶ ξηρᾶς;
§94ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ λέγει ὁ νόμος.
§95Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Μόνον διὰ τὸ πρακτικὸν μέρος.
§96ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν κάμνει ὁ νόμος διάκρισιν.
§97ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ ἀναγνώσητε πάλιν.
§98ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ τὸ ἀναγνώσω· ἀλλὰ πρὶν ἢ τὸ ἀναγνώσω, ὀφείλω νὰ εἴπω πρῶτον, ὅτι δὲν ἔρχομαι ἐγὼ νὰ ὑποστηρίξω, ἐὰν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ νόμος, εἶναι ὀρθόν, ἢ δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἐγὼ θὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐπὶ 17 ὁλόκληρα ἔτη ἐφήρμοζε τὸν νόμον, καθ’ ὃν τρόπον λέγει ὁ νόμος αὐτὸς, ὅτε δὲ συνεκρούσθη πρὸς ἐμὲ, ἀνέκρουσε πρύμναν, καὶ ἠρνήθη νὰ ἐγκρίνῃ τὴν πληρωμὴν τῶν καθηγητῶν. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ἐὰν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σήμερον λέγει τὸ Συνέδριον, εἶναι τὸ νόμιμον, μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ Συνέδριον εἶναι ὑπεύθυνον ἀπέναντι τοῦ Κράτους, διότι παρανόμως ἐπὶ 17 ἔτη ἐζημίωνε τὸ Δημόσιον.
§99ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Θέλομεν νὰ τὸ ἀντιληφθῶμεν.
§100ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁρίστε, σᾶς ἀναγινώσκω πάλιν τὸ ἄρθρον. (Ἀναγινώσκει αὐτό). Διὰ νὰ θεωρῆται δὲ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας θαλάσσιος, ἕπεται, ὅτι λαμβάνουσι θαλασσίας ἀποδοχάς.
§101ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Λέγει περὶ τοῦ χρόνου μόνον τῆς πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§102ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πολὺ καλά. Τῆς πρακτικῆς.
§103ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Δὲν κάμνει διάκρισιν ὁ νόμος.
§104ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας.
§105ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, μετὰ τὸν νόμον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ ἀπὸ τοῦ 1884 μέχρι σήμερον, διηύθυναν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν οἱ ἑξῆς κύριοι: Γ. Τομπάζης, Γ. Ροῦφος, Γ. Θεοτόκης, Κ. Κουμουνδοῦρος, Κ. Σαχτούρης, Ν. Λεβίδης καὶ ἐγώ. Προκαλῶ τὸν κ. πρώην Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 5 ἔτη διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, νὰ εἴπῃ, ἂν τῷ ἐγένετό ποτε παρατήρησις καμμία ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, προκειμένου περὶ πληρωμῆς τῶν καθηγητῶν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς.
§106Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.
§107ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον Κουμουνδοῦρον· σᾶς ἐγένετό ποτε παρατήρησις, κύριε συνάδελφε;
§108Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.
§109ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς· σᾶς ἐγένετό ποτε παρατήρησις, κύριε συνάδελφε;
§110Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω κατόπιν.
§111ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, ἂν σᾶς ἐγένετο παρατήρησίς τις, προκειμένου περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν καθηγητῶν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς.
§112Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰδικῶς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ὁμολογῶ, ὅτι οὐδέποτε μοὶ ἐγένετο παρατήρησις· ἀλλ’ εἶναι μερικὰ ἄλλα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§113ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διὰ τὰ ἄλλα εἰπέτε ὅ,τι θέλετε. Κύριοι, νὰ ἐξηγηθῶμεν καὶ νὰ ἐννοηθῶμεν. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Συνέδριον, αὐτὰ, τὰ ὁποῖα πράττει, τὰ πράττει ἐναντίον τοῦ νόμου. Θέλω νὰ παραστήσω, ὅτι τὸ Συνέδριον, ἐὰν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει σήμερον, ᾖναι νόμιμον, ἐπὶ 17 ἔτη παρηνόμει· θέλω νὰ παραστήσω, ὅτι, ἀπονέμον σύνταξιν λογιστοῦ εἰς τὸν Παραμυθιώτην, καὶ ἀνθυποφροντιστοῦ εἰς τέσσαρας ἄλλους, παρηνόμει. Τοῦτο θέλω νὰ ἀποδείξω. Τώρα, ποῖον εἶναι τὸ νόμιμον, παρακαλῶ τοὺς νομικοὺς νὰ τὸ λύσωσι. Λοιπὸν ποία εἶναι ἡ νομολογία τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐπὶ τῆς ὁποίας τοῦτο ἐστηρίχθη, ἵνα εἴπῃ, ὅτι κακῶς ἐπληρώνοντο οἱ καθηγηταὶ θαλασσίας ἀποδοχὰς, καὶ συνεπῶς δὲν ἐγκρίνει τὰ ἐντάλματα;
§114Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πῶς τὸ ἐδικαιολόγησε;
§115ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ δικαιολογία εἶναι, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πληρώνωνται θαλασσίας ἀποδοχὰς ἀξιωματικοὶ ὑπηρετοῦντες εἰς ὀργανικὰς θέσεις ξηρᾶς. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ διοριζόμενοι εἰς Ναυτικὰς Σχολὰς, ὑπηρέτουν εἰς ὀργανικὰς θέσεις θαλάσσης, ζήτημα δὲν θὰ ἦτο, διότι ἔχουσι τὰς θαλασσίας ἀποδοχάς των, ὑπηρετοῦντες ἐν τῇ θαλάσσῃ. Ἀλλὰ, Κύριοι, σᾶς ἐρωτῶ, δύνασθε νὰ ἔχητε καθηγητὰς Ναυτικῆς Σχολῆς ἀξιωματικοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν θαλάσσῃ, ὅταν δὲν ᾖναι βέβαιον, ὅτι τὰ πλοῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπηρετοῦσι, θὰ ἦναι εἰς τὸν Πειραιᾶ; Διότι βεβαίως, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ἔλαβον τὸ μέτρον τὰ πλοῖα νὰ τὰ ἔχω εἰς κίνησιν, δὲν ἠδύνασθε νὰ ἔχητε ἀξιωματικὸν ὑπηρετοῦντα ἐν τῇ θαλάσσῃ ὡς καθηγητὴν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς.
§116Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ νόμος αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἔχει ὑπ’ ὄψιν, τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν καλεῖταί τις ἐκ τῶν ἐχόντων ἐνεργὸν θαλασσίαν ὑπηρεσίαν νὰ διδάξῃ εἰς τὴν Σχολήν.
§117ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι...
§118ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἠξεύρω τί ἐννοεῖ ὁ νόμος. Ὁ νόμος λέγει αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα.
§119Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ναυτικὴ Σχολὴ δὲν ἦτο εἰς πλοῖον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας; δὲν ἦτο ἐπὶ τοῦ ἀτμοδρόμωνος «Ἑλλάδος»;
§120ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Βεβαίως.
§121ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε, λέγον «κατὰ τὸν χρόνον τῆς πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν δοκίμων», ἐννοεῖ πρακτικὴν ἐκπαίδευσιν τὴν ἐν πλοίῳ πλέοντι διδασκαλίαν τῶν δοκίμων, τὴν ὁποίαν παρακολουθοῦσι καὶ οἱ καθηγηταὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι μὲν ὀργανικὴν θέσιν ἐν τῷ πλοίῳ, παρακολουθοῦσιν ὅμως ὡς καθηγηταί. Τοῦτο ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο.
§122Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν τὸ ἐφήρμοζε πρότερον τὸ Συνέδριον;
§123ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω.
§124ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ζήτημα νομικὸν, καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἔχω τὴν εἰδικότητα νὰ συζητήσω μεθ’ ὑμῶν περὶ τοιούτων ζητημάτων. Τὰ ἀφίνω εἰς ὑμᾶς τοὺς νομικούς. Ἐγὼ θέλω νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐπὶ 17 ὁλόκληρα ἔτη ἐνέκρινε τὰ ἐντάλματα· ποτὲ δὲν ἔκαμε παρατήρησιν καμμίαν, καὶ ὅτε συνεκρούσθη πρὸς ἐμέ, τότε ἔκαμε τὴν παρατήρησιν.
§125Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§126ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα· σᾶς ἐπιτρέπω ὅσας θέλετε.
§127Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἀνεφέρατε, ἔχει γείνῃ πρὶν ἢ ἡ Σχολὴ μετατεθῇ ἀπὸ τῆς ξηρᾶς εἰς τὴν θάλασσαν. Τὴν μετάθεσιν τὴν ἔκαμα ἐγώ. Ὁ νόμος λοιπὸν ἐλειτούργει τότε, ὅτε ἡ Σχολὴ ἦτο εἰς τὴν ξηράν. Ἄρα ἔχετε δίκαιον ὑμεῖς.
§128ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.
§129Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν ἐρώτησιν, κύριε Βουλευτὰ, διὰ νὰ καθαρισθῇ τὸ θέμα. Ὑπῆρξαν πρὸ τῆς ὑπουργίας ὑμῶν καθηγηταὶ τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, ἔχοντες ὀργανικὰς θέσεις ἐν τῇ ξηρᾷ;
§130ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, ἀφήσατε τὰς διακοπάς. Θὰ μὲ ὑποχρεώσητε.
§131Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτε ἐγένετο ὁ νόμος αὐτὸς, ἡ Σχολὴ ἐλειτούργει εἰς τὴν ξηρὰν, ἐγὼ δὲ, ὡς Ὑπουργὸς, μετέφερα τὴν Σχολὴν ἀπὸ τῆς ξηρᾶς εἰς τὸ πλοῖον. Κατὰ συνέπειαν ὁ νόμος ἔδιδεν εὐεργέτημα εἰς τοὺς καθηγητάς.
§132ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος διωρίσθη καθηγητὴς, ὑπηρετῶν εἰς ὀργανικὴν θέσιν ξηρᾶς, ἦτο ὁ ἀδελφὸς τοῦ εἰσηγητοῦ ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, ὁ μακαρίτης Ἠλίας Κανελλόπουλος. Ὑπηρέτει εἰς ὀργανικὴν θέσιν ξηρᾶς, διωρίσθη καθηγητὴς τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, καὶ ἐλάμβανε θαλασσίας ἀποδοχάς.
§133Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη αὐτοῦ ἦτο νὰ γείνῃ νόμος.
§134ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κατόπιν ὁ κύριος Ζῶτος, ὁ νῦν πλοίαρχος, ὑπηρετῶν εἰς θέσιν ξηρᾶς, διωρίσθη καθηγητὴς εἰς τὴν Ναυτικὴν Σχολὴν, καὶ ἐλάμβανε θαλασσίας ἀποδοχὰς, τοῦ Συνεδρίου μὴ κάμνοντος καμμίαν παρατήρησιν. Ὁ Ἀντώνιος Μπιτσακτσῆς ἦτο προσωπάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διωρίσθη καθηγητὴς εἰς τὴν Σχολὴν, καὶ ἐλάμβανε θαλασσίας ἀποδοχὰς, χωρὶς τὸ Συνέδριον νὰ παρατηρήσῃ τίποτε. Ὁ Πέτρος Ζῶτος, πλωτάρχης, ἦτο εἰσηγητὴς τοῦ Ναυτοδικείου, καὶ ἐλάμβανε τὰς ἀποδοχάς του, χωρὶς νὰ γείνῃ καμμία παρατήρησις. Ὁ Πέτρος Γκίνης, ὁ Δημήτριος Ἠπίτης, ὁ Ἠλίας Μαυρομιχάλης, πάντες ἐλάμβανον τὰς ἀποδοχάς των, καὶ τὸ Συνέδριον ἐσιώπα, καὶ ἐνέκρινε τὰ ἐντάλματα ἐπὶ δύο ἔτη, ἐμοῦ ὑπουργοῦντος, ἄνευ ἀντιρρήσεως. Τώρα ποῖος ὁ λόγος, δι’ ὃν μετέβαλε γνώμην; Θὰ τὸν ἀκούσητε, καὶ θὰ ἴδητε εἰς ποίαν κατάστασιν ἐφθάσαμεν. Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, ἐλήφθη τὸ μέτρον, ἵνα τὸ εὔδρομον «Μιαούλης» κάμῃ ταξείδιον ὑπερωκεάνειον, πρὸς τοῦτο δὲ ἦτο ἀνάγκη, τὸ πλοῖον αὐτὸ νὰ ἐπισκευασθῇ, καὶ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἕνεκα τοῦ μέτρου τούτου ἐσώθη τὸ πλοῖον αὐτὸ, διότι ἐφροντίσαμεν περὶ τῆς τελείας ἐπισκευῆς του, καθόσον μετὰ τὸν πόλεμον εἶχε περιέλθει εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν. Ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐζήτησε πίστωσιν διὰ τὰ ἐπιτραπέζια σκεύη, διότι, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο τὸ πλοῖον νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Εὐρώπην, ἔπρεπε νὰ εὐτρεπισθῇ. Ὑπέγραψα ἔνταλμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδαπανήθησαν 8,000 δρ. διὰ τὴν ἀγορὰν διαφόρων ἐπιτραπεζίων σκευῶν καὶ λοιπῶν ἀναγκαιούντων. Τὸ πλοῖον ἀνεχώρησεν εἰς Νέαν Ὑόρκην, ὅτε δ’ ἐπανῆλθε, διετάχθη νὰ μεταβῇ εἰς Ναύσταθμον. Ἀντικατέστησα τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ πλοίου, καὶ διώρισα νέον κυβερνήτην, ἵνα κάμῃ τὸν νέον αὐτοῦ πλοῦν, τὸν ἀντιπλοίαρχον Ι. Δαμιανόν. Οὗτος ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν παραλαβὴν τοῦ πλοίου ὑπέβαλεν ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἐζήτει 10,000 δραχμὰς, ἵνα ἀγοράσῃ σκεύη ἐπιτραπέζια κλπ. Ὅτε ἔλαβον τὴν ἀναφορὰν, σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐταράχθην. Πῶς εἶναι δυνατόν! πρὸ 10 μηνῶν ἠγοράσθησαν 8,000 δρ. ἐπιτραπέζια σκεύη· τί ἔγειναν ταῦτα; Ἐπειθόμην δὲ, πρὶν ἢ προβῶ εἰς ἐξετάσεις, ὅτι, διὰ νὰ ζητῇ ὁ Δαμιανὸς, ἀξιωματικὸς ἐκ τῶν ἐντιμοτέρων, οὓς ἔχομεν, τοιαῦτα, τοῦτο σημαίνει, ὅτι πράγματι κατεστράφησαν. Καλῶ τὸν κ. Δαμιανὸν καὶ τῷ ζητῶ λόγον. Μοὶ λέγει: «Κύριε Ὑπουργὲ, δὲν ὑπάρχει τίποτε. Λάβετε τὴν καλωσύνην νὰ ἔλθητε εἰς τὸ πλοῖον, ἵνα πεισθῆτε ἰδίοις ὄμμασι.» Μετέβην εἰς τὸ πλοῖον, καὶ ὁ κ. Δαμιανὸς εἰς μίαν τράπεζαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀνοίξει, εἶχε τοποθετήσει σκεύη ἐπιτραπέζια, τὰ ὁποῖα ὅτε εἶδον, μὲ κατέλαβεν ἀγανάκτησις, διότι εἶδον τελείαν καταστροφήν! Πηρούνια σπασμένα, πετσέται σχισμέναι, τέλος μία κατάστασις οἰκτρά! Ἐκάλεσα τὸν ὕπαρχον τοῦ πλοίου, ὁ ὁποῖος, κατὰ τοὺς κανονισμοὺς, εἶναι καὶ ὑπεύθυνος,—εἶναι δὲ οὗτος ὁ υἱὸς τοῦ εἰσηγητοῦ ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ κ. Κανελλοπούλου.—Τῷ εἶπον: «Τί κατάστασις εἶναι αὐτή; Τί ἔγειναν τὰ σκεύη; Δὲν ἐντρέπεσαι, ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος ἀξιοῖς νὰ καταλάβῃς ἀνωτέρας θέσεις τὸ ταχύτερον, νὰ παρουσιάζῃς αὐτὴν τὴν κατάστασιν;» «—Κύριε Ὑπουργὲ, δὲν εὐθύνομαι ἐγὼ», ἀπήντησε.—Ποῖος εὐθύνεται;—Ὁ κυβερνήτης.—Μὲ συγχωρεῖς· οἱ κανονισμοὶ λέγουσιν, ὅτι ὁ κυρίως ὑπεύθυνος εἶσαι σὺ, ὁ ὕπαρχος τοῦ πλοίου, ὁ ὁποῖος εἶσαι καὶ ὁ ἀστυνόμος τοῦ πλοίου.» Εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν ἐτύγχανε νὰ ᾖναι παρὼν καὶ ὁ ἀντιπλοίαρχος Γκίνης, ὅστις τῷ εἶπεν: «Ἀπορῶ, κύριε πλωτάρχα, πῶς λέγετε, ὅτι δὲν εἶσθε ὑπεύθυνος! Δὲν γνωρίζετε τοὺς κανονισμούς;»—«Τοὺς γνωρίζω καλλίτερα ἀπὸ σᾶς!» ἦτο ἡ ἀπάντησις τοῦ πλωτάρχου πρὸς τὸν ἀνώτερόν του.
§135Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ ἐλέγοντο ἐνώπιόν σας;
§136ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν δὲν ἔχω ἀνάγκην διδαγμάτων, διότι ἠξεύρω νὰ μεταχειρίζωμαι ἕκαστον ὅπως πρέπει· ἀλλὰ δὲν ἔστειλα ἀμέσως εἰς τὴν φυλακὴν τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν, ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ, ὅτι τὸ ἔκαμα πρὸς ἐκδίκησιν. Ὁ ἀξιωματικὸς Κανελλόπουλος παρεπονέθη εἰς τὸν πατέρα του, ὅστις, ἐκδικούμενος τὸν προσωπάρχην Γκίνην, ἔκοψε τὰς θαλασσίας ἀποδοχὰς, διότι ὁ κ. Γκίνης ἦτο καθηγητὴς τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς. Καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος ὅλης αὐτῆς τῆς ἱστορίας. Ἀλλὰ τὸ Συνέδριον ἤθελε νὰ μοῦ κάμῃ μίαν χάριν, πρὶν κόψῃ τὰς ἀποδοχὰς τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ διὰ μιᾶς ἀποφάσεως λέγει: «Προέβη μὲν τὸ Συνέδριον εἰς τὴν ἔγκρισιν τῶν ἐνταλμάτων διὰ δεδουλευμένην μισθοδοσίαν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου ἐ. ἔ., ἀλλὰ συνιστᾷ διὰ τοῦ παρ’ αὐτῷ Γενικοῦ Ἐπιτρόπου τῆς Ἐπικρατείας τὴν διόρθωσιν ἐφεξῆς τοιαύτης ἀντικανονικῆς τακτικῆς, συμφώνως πρὸς τοὺς ἰσχύοντας περὶ μισθῶν καὶ ἄλλων ἀποζημιώσεων νόμους, διότι τὸ Συνέδριον δὲν δύναται, εὑρισκόμενον ἀπέναντι παρερμηνείας νόμων, νὰ μὴ ἀρνηθῇ τὴν θεώρησιν παρομοίων ἐνταλμάτων.» Τουτέστι τὸ Συνέδριον διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτοῦ ἀνεγνώριζεν, ὅτι αὐτὸ δὲν ἦτο νόμιμον, ἀλλὰ μοῦ ἔκαμε τὴν χάριν, καὶ διὰ τελευταίαν φορὰν ἐνέκρινε τὰ ἐντάλματα δύο μηνῶν. Τότε ἐγὼ ἀπηύθυνα τὸ ἀκόλουθον ἔγγραφον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἔδωσα ταυτοχρόνως εἰς τὴν δημοσιότητα (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον. Κύριε συνάδελφε. Ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ΑΡΝϚʹ νόμου τῆς 27 Μαρτίου 1884 ἔτους «περὶ συστάσεως Σχολῆς ναυτικῶν δοκίμων» καὶ συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 26 τοῦ εἰρημένου νόμου οἱ ναυτικοὶ καθηγηταὶ ἀπολαμβάνουσι πλήρεις τὰς θαλασσίας ἀποδοχὰς τοῦ βαθμοῦ των καὶ ὡρισμένον ἐπιμίσθιον, οἱ δὲ ναυτικοὶ καθηγηταὶ ἐκλέγονται μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ (ἄρθρον 23 τοῦ αὐτοῦ νόμου)· τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὅμως παραδόξως, ἐν ᾧ ἐπὶ δεκαπενταετίαν ἐθεώρει τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα τῶν ναυτικῶν καθηγητῶν, μισθοδοτουμένων συμφώνως τῷ νόμῳ, ἐν τῇ 27 δικαστικῇ αὑτοῦ συνεδριάσει, καὶ προκειμένου περὶ θεωρήσεως χρηματικῶν ἐνταλμάτων τῆς μισθοδοσίας τοῦ προσωπικοῦ, παρετήρησεν, ὅτι παρὰ τὸν σχετικὸν νόμον ἔχουσι διορισθῆ ναυτικοὶ καθηγηταὶ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ Β. Ναυτικοῦ, κατέχοντες ὀργανικὰς θέσεις ἐν τῇ ξηρᾷ, καὶ ἀπολαμβάνουσι τὰς θαλασσίας ἀποδοχὰς τοῦ βαθμοῦ των, καὶ ὅτι προέβη εἰς τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων μισθοδοσίας δεδουλευμένης, καὶ συνιστᾷ τὴν διόρθωσιν ἐφεξῆς τῆς τοιαύτης ἀντικανονικῆς τακτικῆς, οὐδένα νόμον ἀναφέρον, ἐφ’ οὗ στηριχθὲν ἐξέφερε τὴν γνώμην ταύτην, ἐν ᾧ ἔδει ῥητῶς νὰ ἀναφέρῃ τοῦτο, ὡς πράττει εἰς πᾶσαν ὑπόθεσιν. Ἐπειδή, κύριε συνάδελφε, τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου θεωροῦμεν παράνομον, καὶ ἐπειδὴ ἐκ παρερμηνεύσεως τοῦ ΑΩΠΖʹ νόμου τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890 «περὶ καταργήσεως τῶν πλειόνων τοῦ ἑνὸς ἐπιμισθίων τῶν στρατιωτικῶν καθηγητῶν», ἐν ᾧ ἔδει νὰ χορηγῆται εἰς τοὺς ναυτικοὺς καθηγητὰς, συμφώνως τῷ νόμῳ ΑΡΝϚʹ, ἄρθρον 26, μηνιαῖον ἐπιμίσθιον δραχ. 100, καὶ εἰς τὸν Διευθυντὴν τῶν σπουδῶν δραχ. 150, χορηγεῖται μόνον εἰς τοὺς ναυτικοὺς καθηγητὰς ἐπιμίσθιον δραχ. 50, ὃ παρεδέχθημεν σιωπηρῶς πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, πρὸς ἀποφυγὴν δὲ δικαστικῶν ἀγώνων, οἵτινες θέλουσιν ἀποβῆ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δοθῇ ἀλλοία ἑρμηνεία εἰς τὸν νόμον, καθόσον, ἐὰν οἱ ναυτικοὶ καθηγηταὶ προσφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, θέλουσι πάντως κερδίσει, ἐφαρμοζομένων ῥητῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 26 τοῦ ΑΡΝϚʹ νόμου, καὶ τὸ Δημόσιον θέλει καταβάλει πολλῷ πλείονα εἰς τοὺς ναυτικοὺς καθηγητὰς παρ’ ὅσα νῦν καταβάλλει, πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου παρακαλοῦμεν, ὅπως, ἀφοῦ λάβητε γνῶσιν τοῦ τε παρόντος καὶ τῶν ὑποβαλλομένων δύο ἀντιγράφων πρακτικοῦ τοῦ Συνεδρίου καὶ τοῦ πρὸς αὐτὸ ἡμετέρου ἐγγράφου, ἐνεργήσητε πᾶν ὅ,τι ὑμεῖς κρίνητε κατάλληλον πρὸς ἄρσιν τῆς παρανόμου ταύτης ἐνεργείας τοῦ Συνεδρίου.»
§137ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
§138ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ νὰ χειρίζηται τὸν λόγον, καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἐγώ, μολονότι εἶχον ἐνώπιόν μου ἐνέργειαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον ἐπὶ δεκαοκτὼ ἔτη ὑπέγραφε τὰ ἐντάλματα, μολονότι εἶχον τὰς πράξεις του, ὅτι, ἐμοῦ ὑπουργοῦντος, ἐπὶ δύο ἔτη ὑπέγραφεν ἄνευ παρατηρήσεως τὰ ἐντάλματα, ἐν τούτοις, πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων ὑπ’ εὐθύνην μου, ἐκάλεσα τὸν κ. Ν. Γουναράκην, βουλευτὴν Ἀττικῆς, τὸν κ. Γ. Ἀναστασόπουλον, βουλευτὴν Μεγαρίδος, καὶ τὸν κ. Ν. Καλογερόπουλον, βουλευτὴν Χαλκίδος, ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τοὺς νόμους καλλίτερον ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ τοὺς ἐζήτησα τὴν γνώμην των· καὶ οἱ τρεῖς δ’ οὗτοι μοὶ εἶπον νὰ ἀναλάβω ὑπ’ εὐθύνην μου τὴν πληρωμὴν, διότι εἶναι νομιμωτάτη.
§139Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διστάζομεν νὰ εἴπωμεν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τὴν γνώμην μας.
§140ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐπιτραπέζια τί ἔγειναν;
§141ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, ἤμην ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, διὰ νὰ ἐμπεδώσω τὴν πειθαρχίαν, ἐτιμώρησα τόσους ἀξιωματικούς, ὅσοι ἴσως δὲν ἐτιμωρήθησαν μέχρι τότε κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη· ἀλλὰ δὲν ἔστειλα τὸν Κανελλόπουλον εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ἐσταμάτησα εἰς τὴν ἐπίπληξιν, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐγὼ ἤθελα νὰ ἐκδικηθῶ τὸν ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ πατέρα του. Ἴσως ἔκαμα παράβασιν, διὰ τὴν ὁποίαν σᾶς ζητῶ συγγνώμην.
§142ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀνακρίσεις δὲν διετάξατε;
§143ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀφοῦ ἐγὼ αὐτὸς εἶδον ἰδίοις ὄμμασι τὴν καταστροφὴν, περιττὴ ἦτο πᾶσα ἀνάκρισις. Ἠρκέσθην μόνον εἰς τὴν ἐπίπληξιν. Τὰ νέα ἐπιτραπέζια σκεύη ἐπλήρωσεν ἐκ νέου τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§144Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ σᾶς ζητήσωμεν λόγον, καὶ πρέπει νὰ σᾶς στείλωμεν εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον.
§145Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (πρὸς τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον ἀπερχόμενον). Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Κουμουνδοῦρε, κάμετέ μου τὴν χάριν νὰ καθήσητε ὀλίγον. Θὰ μὲ ὑποχρεώσητε πολύ. (Ἱλαρότης).
§146ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε, κύριε συνάδελφε, μίαν διακοπήν; Πρόκειται περὶ τῆς ὑπολήψεως ἀξιωματικοῦ ἐκ τῶν διακεκριμένων. Παρακαλῶ μίαν ἐξήγησιν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἠθελήσατε νὰ τιμωρήσητε τὸν ἀξιωματικόν, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμιλήσατε, διὰ τὸν τρόπον τῆς ὁμιλίας του πρὸς τὸν κ. Γκίνη; ἢ διὰ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ ὡς πρὸς τὰ ἐπιτραπέζια σκεύη τοῦ πλοίου, τὰ ὁποῖα, παρακαλῶ νὰ δηλώσητε, τί ἀπέγειναν; κατεστράφησαν κατὰ τὸν πλοῦν; ἢ μή τι ἄλλο συμβαίνει;
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§148Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπω νὰ τὸ ἐρωτᾶτε διόλου. Οὔτε ὑπόνοια δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ περὶ καταχρήσεως.
§149Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ἐξήγησις, διότι ἐπέρχεται σύγχυσις.
§150Μ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ὄχι διὰ τὰ ἐπιτραπέζια σκεύη;
§151ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι. Διὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω δὲ, κύριε συνάδελφε, δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μήτε κατὰ διάνοιαν δύναταί τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ καταχρήσεώς τινος. Περὶ ἀμελείας πρόκειται.
§152ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ εἶναι.
§153Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀμέλεια μόνον. Δι’ αὐτὸ σᾶς προεκαλέσαμεν. (Θόρυβος).
§154ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ. Δὲν δέχομαι διακοπὰς, διότι, ἂν ἐξακολουθῆτε νὰ διακόπτητε, οὔτε αὔριον δὲν θὰ τελειώσωμεν· καὶ ὁ λαιμός μου ἤρχισε νὰ πονῇ. Κατόπιν θ’ ἀκούσητε ἄλλα, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ ἐγείρωσι τὴν ἀγανάκτησίν σας.
§155Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὰς 8 χιλιάδας δραχμὰς, τὰς ὁποίας παρεχωρήσατε εἰς τὸ κυβερνήτην τοῦ πλοίου διὰ τὴν προμήθειαν τῶν σκευῶν, ἠγοράσθησαν αὐτά;
§156ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐσχηματίσθη μία τριμελὴς ἐπιτροπὴ ἐξ ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία μετέβη εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Σίδνεϋ– Νόελ καὶ εἰς τὸ «Λοῦβρον», ἠγόρασεν ὅλα τὰ πράγματα, καὶ ἔλαβε τοὺς λογαριασμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐστάλησαν εἰς τὸ Συνέδριον κλπ.
§157Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ καταχρήσεως, εἶναι περιττὰ ὅλα αὐτά.
§158ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, μὴ διακόπτετε, διότι ἔχομεν πολλά. Ἀνέλαβον ὑπ’ εὐθύνην μου, Κύριοι, τὴν ἔγκρισιν ἐνταλμάτων, τὰ ὁποῖα ἠρνήθησαν νὰ ὑπογράψωσιν οἱ Κύριοι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀπεσπασμένοι εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας. Ἐπὶ δύο ἔτη, Κύριοι, οὐδεμία παρατήρησις ἐγένετο, ἂν ὁ ἀξιωματικὸς ἦναι ἀπεσπασμένος εἰς μίαν ὑπηρεσίαν ἢ εἰς ἄλλην, οὐδεὶς λόγος· ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἐπῆλθεν ἡ ῥῆξις, δὲν παρήρχετο ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ μὴ ἔχωμεν καὶ ἀπὸ μίαν ἱστορίαν. Εἰσῆλθον οἱ Κύριοι αὐτοὶ εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῷ ἔλεγον: «δὲν σοῦ ἐπιτρέπομεν νὰ μετακινήσῃς πρῶτον ἀξιωματικοὺς διὰ τῆς ὑπογραφῆς σου...» (πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ἐγειρόμενον ὅπως ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης): Κύριε Κουμουνδοῦρε, καθήσατε, σᾶς παρακαλῶ. Σᾶς χρειάζομαι, διότι διετέλεσατε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§159Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν χρειάζομαι τίποτε (κάθηται).
§160ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν εἰσῆλθε τὸ Συνέδριον εἰς τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν δικαιοδοσίαν, καὶ τοῦ ἔλεγε: «δὲν πληρώνω τὸν τάδε ἀξιωματικόν, διότι δὲν σοῦ ἐπιτρέπω ἐγὼ νὰ τὸν ἀποσπάσῃς καὶ τὸν τοποθετήσῃς εἰς μίαν ὑπηρεσίαν!» (πρὸς τὸν κ. Θεοτόκην). Κύριε Πρόεδρε, σᾶς ἐγένετό ποτε τοιαύτη παρατήρησις ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον: (Ὁ κ. Θεοτόκης ἀνανεύει). Κύριε Κουμουνδοῦρε, σᾶς ἐγένετό ποτε τοιαύτη παρατήρησις; Προσεκάλεσα τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ ἐγκρίνῃ τὰ ἐντάλματα ὑπ’ εὐθύνην μου. Ζημία δὲ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ οὐδεμία διὰ τὸ Δημόσιον, διότι οἱ ἀξιωματικοί, εἴτε εἰς τὸν Ναύσταθμον, εἴτε εἰς πλοῖον, εἴτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπηρετοῦσι, τὸν μισθόν των ἔπρεπε νὰ τὸν λάβωσιν. Ἀλλ’ ἔπρεπεν οἱ Κύριοι τοῦ Συνεδρίου νὰ κάμωσιν ὅ,τι ἠδύναντο, διὰ νὰ στενοχωρῶσι καὶ πιέζωσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου! Κύριοι Βουλευταί, δύο εὐπαίδευτοι ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ὁ κύριος Γούδας καὶ ὁ κύριος Ματθαιόπουλος, ἐκ τῶν πλέον εὐπαιδεύτων ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχει τὸ Σῶμα, ἀνέλαβον τὴν μετάφρασιν τοῦ βιβλίου αὐτοῦ (δεικνύει ἓν βιβλίον), τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται «Ἐγχειρίδιον τοῦ χειριστοῦ». Τὸ βιβλίον αὐτὸ ἐξεδόθη ἀπὸ διακεκριμένους Γάλλους ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ κατὰ τὸ 1893. Ἡ ἔκδοσις αὐτοῦ ἔθεσεν εἰς παντελῆ πλέον ἀχρηστίαν ἕτερον ὁμοίας φύσεως βιβλίον, ἐκδοθὲν περὶ τὰ 1860, νομίζω, μεταφρασθὲν δὲ παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ Συνεδρίου, τοῦ μακαρίτου Ἠλία Κανελλοπούλου, εἰς τὰ 1870. Συνεπῶς ἐννοεῖτε πάντες, ὅτι μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νέου συγγράμματος τὸ τοῦ Ἠλία Κανελλοπούλου δὲν εἶχε πλέον καμμίαν ἀξίαν. Ὁ Διοικητὴς τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς ἔπεμψεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἀκόλουθον ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρωμεν, ὅτι ἐξαντληθέντων τελείως τῶν ἀντιτύπων τοῦ «Ἐγχειριδίου τοῦ χειριστοῦ», τοῦ μεταφρασθέντος ὑπὸ τοῦ ἀποβιώσαντος ἀντιπλοιάρχου Ἠλία Κανελλοπούλου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συγγράμματος τοῦ Breart, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν ἀτελὲς καὶ ἀνεπαρκές, ἅτε μὴ περιλαμβάνον τὰ οὐσιώδη ἐκεῖνα θέματα, ὧν ἡ ὑπὸ τῶν δοκίμων ἐκμάθησις ἀπαραίτητος καθίσταται, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω, ὅπως τυπωθῇ καὶ τεθῇ εἰς χρῆσιν τὸ ὑπὸ τῶν ὑποπλοιάρχων Μ. Γούδα καὶ Μ. Ματθαιοπούλου μεταφρασθὲν τρίτομον σύγγραμμα τοῦ «Χειριστοῦ», τὸ ἐγκεκριμένον διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς Γαλλίας, συνταχθὲν ὑπὸ τῶν ὑποπλοιάρχων κ.κ. Deloucle καὶ Dufaure de Lajarte, ἐποπτεύοντος τοῦ πλοιάρχου κ. de Courthille, διοικητοῦ τῆς ἐπὶ τοῦ δικρότου «Borde» Ναυτικῆς Σχολῆς, διδασκόμενον ἐν τῇ Ναυτικῇ Σχολῇ τῆς Γαλλίας, ὅπερ πληροῖ πάντας τοὺς ὅρους. Ἐπὶ τούτῳ ὑποβάλλομεν προϋπολογισμὸν κτλ.».
§161Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν ἔχει αὐτό;
§162ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἰς τὰ 1899.
§163Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τίνα ἀριθμὸν φέρει τὸ ἔγγραφον αὐτό;
§164ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. 918.
Ἕτερον ἔγγραφον... (πρὸς τὸν κ. Λεβίδην). Κύριε συνάδελφε, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐνόησα τὴν ἐρώτησίν σας.
§165Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, ἐκεῖνο τὸ ἔγγραφον νὰ μοῦ τὸ στείλητε.
§166ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα, θὰ σᾶς τὸ στείλω, ὡς καὶ τὰ ἄλλα, ἀφοῦ τὰ ἀναγνώσω.
§167Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι. Μόνον αὐτὸ θέλω.
§168ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων)...
§169ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὰ λέγει αὐτά;
§170ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ Διευθυντὴς τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς κ. Ζῶτος.
§171Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐλήφθησαν;
§172Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ, μὴ βιάζεσθε. Κύριοι, οἱ κύριοι αὐτοὶ ἀξιωματικοὶ εἰργάσθησαν ἐπὶ ἕνδεκα ὁλοκλήρους μῆνας καὶ μετέφρασαν ὅλον αὐτὸ τὸ σύγγραμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι πλῆρες σχεδίων κλπ. Δὲν ἐζήτησαν καμμίαν ἀμοιβήν. Ἐγὼ ὅμως ἐνόμισα—καὶ κολακεύομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι θὰ νομίσῃ καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ— ὅτι ἠδύνατο τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δώσῃ ἓν μικρὸν δῶρον εἰς τοὺς νέους αὐτοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι μετὰ τόσης ἀφιλοκερδείας καὶ ζήλου εἰργάσθησαν διὰ νὰ παραδώσωσιν εἰς τὴν Ναυτικὴν Σχολὴν τὸ βιβλίον αὐτό.
§173Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δῶρα εἰς τὸν στρατὸν δὲν ἐπιτρέπονται. Εἶναι κεκανονισμένα ὅλα.
§174ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀμοιβὴν, ἀμοιβήν.
§175Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. (Διάλογοι).
§176ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ. Ἀλλάζω τὴν λέξιν. Θέλετε ἀμοιβήν; θέλετε ἀποζημίωσιν τῶν κόπων;
§177Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἐπετέλεσαν, ἦτο ξένη τῆς ὑπηρεσίας τῆς τακτικῆς, καὶ ὑπάρχει καθιερωμένον τοιοῦτο προηγούμενον· εἶναι ἄρα νόμιμος ἀποζημίωσις.
§178ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, εἰς τοὺς δύο αὐτοὺς κυρίους ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ ἐνόμισα, ὅτι ἠδυνάμην νὰ δώσω μίαν μικρὰν ἀποζημίωσιν δι’ ὅλους τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους κατέβαλον, καὶ ἡ ἀποζημίωσις αὕτη, Κύριοι, ἦτο 1200 δραχμαί...
§179Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δι’ ἀμφοτέρους;
§180ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. 1200 δραχμαὶ δι’ ὅλην αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, διὰ τὴν ὁποίαν εἰργάσθησαν ἐπὶ ἕνδεκα μῆνας! Ἐστάλη τὸ ἔνταλμα εἰς τὸ Συνέδριον, καὶ ἐπεστράφη χωρὶς νὰ ἐγκριθῇ.
§181Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι περὶ τὰ 70 τυπογραφικὰ φύλλα τὸ βιβλίον αὐτό.
§182Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐτυπώθη δαπάναις τοῦ Δημοσίου;
§183ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα.
§184Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐδόθησαν χρήματα εἰς τοὺς ἐπιστατήσαντας εἰς τὴν ἐκτύπωσιν;
§185ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι. Διότι ἦσαν καθηγηταί.
§186Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω, ὅτι πολὺ εὐθηνὰ εἰργάσθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, διότι συγχρόνως ἕτερος Ὑπουργὸς διὰ τὴν συρραφὴν τῶν ἐγκυκλίων διαταγῶν, τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων καὶ τῶν σχετικῶν νόμων, δι’ ἔργον τοσοῦτον εὐχερὲς, τὸ ὁποῖον εἷς δεκανεὺς θὰ ἠδύνατο νὰ καταρτίσῃ, ἐδαπάνησεν ἐν τῷ εἰδικῷ τυπογραφείῳ τοῦ Ὑπουργείου πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν πρὸς ἐκτύπωσιν, τὰ δὲ ἀντίτυπα ἐδόθησαν ὅλα δωρεὰν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἐπιμέλειαν νὰ ἐπιτηρήσῃ τοὺς συρράψαντας τὴν συλλογὴν ὁπλίτας, ἐπιμέλειαν, ἥτις εἶναι ἀμφισβητησίμου ἀξίας.
§187Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ἑπομένην ἡμέραν θὰ γείνῃ λόγος περὶ τοῦ ταγματάρχου ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου κάμνει λόγον ὁ κ. συνταγματάρχης. Κρατοῦμεν σημείωσιν.
§188ΦΩΝΑΙ. Ἐπὶ ποίας ὑπουργίας;
§189Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ κ. Τσαμαδοῦ.
§190ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, αὐτοὶ οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ μετέφρασαν βιβλίον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδίδασκον εἰς τὴν Σχολὴν, καὶ συνεπῶς δὲν ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ μεταφράσωσι, κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον θ’ ἀναγνώσω κατόπιν, ὅταν ἔλθω εἰς ἄλλο θέμα.
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ δὲν ἐδίδασκον.
§192ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἦσαν καθηγηταὶ τῆς Σχολῆς, ἀλλὰ δὲν ἐδίδασκον τὸ μάθημα αὐτό. Συνεπῶς ἐξετέλεσαν μίαν ὑπηρεσίαν. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι: ἐγκλημάτησεν ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔδωκε 1200 δραχμὰς εἰς δύο νέους ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν τὰς ἐζήτησαν;
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠδύναντο νὰ σᾶς τὸ πωλήσουν, νὰ τὸ ἀγοράσητε.
§194ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, διότι ἔχω πολλὰ νὰ εἴπω. Τὸ ἔνταλμα αὐτὸ δὲν ἐγένετο δεκτὸν ἀπὸ τὸ Συνέδριον, καὶ ἐπεστράφη. Ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῶσιν αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ μεταφράσωσι τὸ βιβλίον αὐτὸ καὶ τὸ παραδώσωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Σχολῆς, διότι τὸ βιβλίον αὐτὸ ἔθετεν ἐντελῶς ἐκποδὼν τὸ ἄλλο, τοῦ 1860!
§195Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ νέοι ἐκεῖνοι μεταφρασταί;
§196ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διότι ὁ εἰσηγητὴς, ὁ εἰσηγούμενος ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ τὴν ἀπόρριψιν τοῦ ἐντάλματος, ἦτο ὁ ἐλεγκτὴς Κανελλόπουλος, ἀδελφὸς τοῦ μεταφράσαντος τὸ παλαιόν.
§197Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Καὶ ἐντεῦθεν ἐζημιοῦτο.
§198ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἰς τοιαύτην ἔντασιν ἔφθασαν αἱ σχέσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὥστε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, νομίζον ὅτι ἐκδικεῖται τὸν Ὑπουργὸν, προέβη εἰς πράξεις, τὰς ὁποίας, Κύριοι, εἶμαι βέβαιος, ὅτι παμψηφεὶ ἡ Βουλὴ θέλει καταδικάσει. Μίαν τῶν ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ ἐκοινοποίησε τὸ ἀκόλουθον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε (ἀναγινώσκει): «Βασιλικὸν Ὑποπροξενεῖον τῆς Ἑλλάδος. Τάντα τῆς Αἰγύπτου, 24... 1900 Κύριε Ὑπουργέ. Μεταβὰς χθὲς, ἵνα ἐπισκεφθῶ τὸ νοσοκομεῖον τῆς ἐνταῦθα Ἑλληνικῆς Κοινότητος, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἐπισκεφθῶ τὸν τάφον τοῦ ἀειμνήστου Πανταζῆ Βασσάνη. Κατάπληκτος ὅμως ὡδηγήθην παρὰ τοῦ νεκροθάπτου εἰς ἀπόκεντρόν τινα τοῦ νεκροταφείου γωνίαν, ἔνθα ἔχει, φαίνεται, ταφῆ ὁ ἀοίδιμος ἀνὴρ, καὶ ἔνθα οὔτε τάφος, οὔτε σταυρὸς, οὔτε πλὰξ, οὐδὲ ἕτερον οἱονδήποτε σημεῖον ὑποδεικνύει, ὅτι εἰς τὴν παρημελημένην ἐκείνην γωνίαν ἀναπαύονται, ὡσεὶ λησμονημένα, τὰ ὀστᾶ ἑνὸς ἐθνικοῦ ἡμῶν εὐεργέτου. Μετὰ λύπης μου δὲ ἐπίσης ἐπληροφορήθην, ὅτι ἀπὸ τοῦ θανάτου του οὐδέποτε, ἐνταῦθα τοὐλάχιστον, ἐτελέσθη μνημόσυνον ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ ὀνειροπολήσαντος μέγα τὸ ναυτικὸν τῆς πατρίδος ἡμῶν καὶ κληροδοτήσαντος περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν πρὸς ἀνέγερσιν Ναυτικῆς Σχολῆς. Ἡ ἐκ μέρους ἡμῶν ἀκηδία αὕτη δυσμενῶς λίαν σχολιάζεται ὑπὸ τῶν ἐνταῦθα, καὶ ἥκιστα βεβαίως συντελεῖ, ὅπως ἐνθαρρύνῃ τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ πλουσίους ὁμογενεῖς πρὸς μίμησιν τοῦ παραδείγματος τοῦ ἀειμνήστου Βασσάνη. Ἀνακοινῶν τ’ ἀνωτέρω τῇ ὑμετέρᾳ Ἐξοχότητι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ταπεινὴν γνώμην, διερμηνεύουσαν καὶ τὰ αἰσθήματα τῆς πολυπληθοῦς ἐνταῦθα Ἑλληνικῆς παροικίας, ἵνα διαταχθῇ ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων καὶ ἡ ἐναπόθεσις αὐτῶν εἰς μνημεῖον μετ’ ἀνδριάντος, ἀνεγερθησομένου εἰς περίβλεπτον μέρος τῆς ἐν Πειραιεῖ οἰκοδομηθησομένης Βασσανείου Σχολῆς. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀνέφικτον, τό γε νῦν ἔχον, νὰ χορηγηθῇ πίστωσίς τις, ἐξ ἧς νὰ κατασκευασθῇ πρόχειρος ἐνταῦθα τάφος τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρός, νὰ τελεσθῇ δὲ καὶ μνημόσυνον ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς αὐτοῦ.» Μόλις ἔλαβον, Κύριοι, τὸ ἔγγραφον αὐτό, ἔπραξα ὅ,τι ἤθελε πράξει οἱοσδήποτε ἐξ ὑμῶν, ἂν ἦτο εἰς τὴν θέσιν μου. Συνέπεσε τὴν ἡμέραν ἐκείνην νὰ ἦναι Ὑπουργικὸν Συμβούλιον· εἰσήγαγον τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ τοῦτο μοὶ ἔδωκε τὴν ἐντολὴν νὰ παραγγείλω εἰς τὸν ἐν Τάντᾳ Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν κατασκευὴν προχείρου τάφου, ὅπου νὰ τοποθετήσῃ τὰ ὀστᾶ τοῦ μακαρίτου Βασσάνη, καὶ τελέσῃ μνημόσυνον ὑπὲρ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ μεταφερθῶσι τὰ ὀστᾶ τοῦ ἀοιδίμου Βασσάνη εἰς τὸν ναόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἀνεγερθῇ εἰς τὸν περίβολον τῆς ἐν Πειραιεῖ ἀνεγερθησομένης Ναυτικῆς τῶν Δοκίμων Σχολῆς. Ἐξεπλήρωσα, Κύριοι, τὴν ἐντολὴν ταύτην ἀμέσως, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἔλαβον, διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν μεταβιβασθέν μοι, ἔγγραφον τοῦ Γενικοῦ Προξένου κ. Γεννάδη, δι’ οὗ οὗτος κάμνει γνωστὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν λαμπρὰν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν προὐξένησεν εἰς πάντας τοὺς ἐκεῖ ὁμογενεῖς ἡ μέριμνα τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως τελεσθῇ μνημόσυνον ὑπὲρ τοῦ ἀοιδίμου Βασσάνη, τὸ ὁποῖον καὶ ἐτελέσθη, καὶ ἄπειρον πλῆθος ὁμογενῶν τῆς Τάντας καὶ τῶν πέριξ συνέρρευσαν εἰς αὐτό. Ὁμοῦ μὲ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἐστάλη, Κύριοι, καὶ ὁ λογαριασμὸς τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τὸν πρόχειρον τάφον τοῦ ἀειμνήστου Βασσάνη, ὁ ὁποῖος, κύριοι Βουλευταί, διὰ τῆς διαθήκης του ἀφῆκεν εἰς τὸ ἔθνος 850,000 φράγκα χρυσᾶ, ἐξ ὧν αἱ 500,000 ὡρίσθησαν διὰ νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἀνέγερσιν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, ἡ ὁποία ἀνεγείρεται καὶ μετ’ ὀλίγους μῆνας θὰ ἦναι ἑτοίμη, αἱ δὲ 350,000 κατετέθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ 4%, ὅπως ἐκ τῶν εἰσοδημάτων πέμπωνται κατ’ ἔτος τρεῖς νέοι ἀξιωματικοὶ εἰς Εὐρώπην πρὸς τελειοτέραν ἐκπαίδευσιν. Ἀπέστειλα τὸ ἔνταλμα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δι’ 811 φράγκα πρὸς ἔγκρισιν, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον μοὶ τὸ ἐπέστρεψεν, ἰσχυρισθέν, ὅτι δὲν ὑπάρχει πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ συνεπῶς δὲν ἐγκρίνει αὐτό. Ἀπεστείλαμεν δεύτερον ἔγγραφον εἰς τὸ Συνέδριον, λέγοντες, ὅτι εἶναι ἐντροπὴ διὰ τοιοῦτον σκοπὸν νὰ ἐμμένῃ εἰς τοὺς τύπους, καὶ οὐδείς, προκειμένου περὶ τοιαύτης ἀνάγκης, θὰ κατηγορήσῃ τὸ Συνέδριον, ὅτι δὲν ἐτήρησε τοὺς τύπους. Διότι ἐγὼ δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελε παρουσιασθῇ τοιαύτη περίστασις, ἵνα ἀναγράψω εἰδικὸν κονδύλιον εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐζήτησα δὲ νὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐκ τῶν γραφικῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ μοὶ ἐπεστράφη πάλιν τὸ ἔνταλμα. Ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ Συνεδρίου, Κύριοι, ἦτο ἀσεβής, καὶ ἀμέσως ἐζήτησα νὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα ὑπ’ εὐθύνην μου. (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων). Δὲν παρῆλθε πολὺς καιρός, καὶ προσῆλθεν ἐκ μέρους τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ὁ ὑπασπιστὴς Αὐτοῦ κύριος Παπαδιαμαντόπουλος, καὶ μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι ἀπέθανεν ἐν Πετρουπόλει ὁ ναύαρχος Χάϋδεν, ὁ τελευταῖος μαχητὴς τοῦ Ναυαρίνου. Οὗτος, σημαιοφόρος ὤν, ὑπηρέτει τότε εἰς τὴν Ρωσσικὴν ναυαρχίδα, ἀρχηγοῦντος τοῦ πάππου του ναυάρχου Χάϋδεν, καὶ ἔλαβε μέρος εἰς τὴν ναυμαχίαν τοῦ Ναυαρίνου, ἡ ὁποία ἐπεσφράγισε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος. Μόλις μοὶ ἀνηγγέλθη ὁ θάνατος αὐτοῦ, ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν ἐν Πετρουπόλει πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος νὰ καταθέσῃ ἐπὶ τοῦ νεκροῦ στέφανον, εἰς τὰς ταινίας τοῦ ὁποίου νὰ γράψῃ: «Τῷ τελευταίῳ μαχητῇ τοῦ Ναυαρίνου τὸ πολεμικὸν τῆς Ἑλλάδος ναυτικόν».
§199ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά! πολὺ καλά!
§200ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας λαμβάνω ἔγγραφον τοῦ ἐν Πετρουπόλει ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλλάδος, διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, δι’ οὗ ὁ κύριος πρέσβυς μοὶ ἔκαμνε γνωστὴν τὴν λαμπρὰν ἐντύπωσιν, ἣν ἐνεποίησεν εἰς τοὺς ἐπισήμους Ρωσσικοὺς κύκλους ἡ κατάθεσις τοῦ στεφάνου. Κύριοι, ἐστάλη τὸ ἔνταλμα τῆς δαπάνης τοῦ στεφάνου εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ τοῦτο, ἀσεβοῦν πρὸς τὸν τελευταῖον τοῦ Ναυαρίνου μαχητήν, ἠρνήθη τὴν ἔγκρισιν τοῦ ἐντάλματος!...
§201Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κάτω λοιπὸν τὸ Συνέδριον!
§202ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. ... καὶ μοὶ ἐπέστρεψε τὸ ἔνταλμα, ἰσχυριζόμενον, ὅτι δὲν ὑπάρχει πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀλλά, Κύριοι, θὰ διαψεύσω τὸ Συνέδριον διὰ τῶν ἰδίων του πράξεων. Ἐν ἔτει 1899 τὸ εὔδρομον «Ναύαρχος Μιαούλης» διετάχθη νὰ ἐκτελέσῃ τὸν πλοῦν, τὸν ὁποῖον ἐξετέλεσε, προσεγγίσαν καὶ εἰς τὴν Κοπενάγην. Πρώτην φορὰν μετέβη εἰς τὴν Δανίαν πολεμικὸν πλοῖον τῆς Ἑλλάδος, οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ τοῦ πλοίου, ἄριστα πράττοντες, κατέθηκαν εἰς τὸν τάφον τῆς μητρὸς τοῦ Βασιλέως μας στέφανον ἐκ μέρους τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἄριστα πράττοντες, λέγω, κατέθηκαν στέφανον εἰς τὸν τάφον τῆς σεπτῆς Ἀνάσσης, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὸν πόσον ἠγάπα τὴν πατρίδα μας. Ἐστάλη, Κύριοι, εἰς τὸ Συνέδριον τὸ ἔνταλμα ἐξ 812½ φράγκων, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἔπρεπε κἄπου νὰ δικαιολογηθῇ. Παρετήρησα τὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ εἶδον, ὅτι εἴχομεν περισσεύματα ἀπὸ τὸ κεφάλαιον 14 «ὑλικόν, συντήρησις πλοίων», καὶ ἐξεδόθη τὸ ἔνταλμα ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ «συντήρησις πλοίων», καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὸ ἐνέκρινεν ἀμέσως. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπόν, αὐτὸ τὸ Συνέδριον σύγκειται ἀπὸ ἀνθρώπους...
§203Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί τὸ ἐνέκρινε;
§204ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διότι ἔτσι ἤθελεν.
§205ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶχεν ἀκόμη ἀρχίσει ἡ ἔρις;
§206ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι. Διότι αὐτὸ ἐγένετο εἰς τὰς 16 Μαρτίου τοῦ 1900, ἡ δὲ ἔρις ἤρχισεν εἰς τὰ 1901. Λοιπὸν τὸ Συνέδριον μετεβλήθη εἰς Σουλτᾶνον, ὅστις βγάζει ἰραδέδες! Σήμερον τὸ θέλει ἔτσι, αὔριον τὸ θέλει ἄλλως, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἄλλως! Καὶ θὰ ἔλθωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἔτσι θέλω.
§207Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δικαιολογητικὸν λέγει περὶ δαπάνης στεφάνου, ἢ φαρμάκων;
§208ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἰδοὺ αὐτό: «Πρὸς προμήθειαν ἑνὸς στεφάνου». Ἄριστα λοιπὸν ἔπραξε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διότι θὰ ἦτο ἀσέβεια αὐτοῦ, προκειμένου περὶ τῆς Βασιλίσσης τῆς Δανίας, νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὸ ἔνταλμα ἀμέσως. Ἦτο ὅμως ἀσέβεια αὐτοῦ νὰ ἀρνηθῇ ἔνταλμα διὰ τὸν τάφον τοῦ Βασσάνη καὶ διὰ τὸν στέφανον τοῦ ναυάρχου Χάϋδεν.
§209Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐγνώριζε τὴν ἱστορίαν του.
§210ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ στεφάνου τούτου, τὸ ἔνταλμα τὸ δι’ αὐτὸν ἐνεκρίθη ἀμέσως, ἐκδοθὲν εἰς βάρος τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στόλου. Ἀλλὰ καὶ τὰ δύο ἄλλα ἐντάλματα ἐξεδόθησαν ἐπὶ κεφαλαίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐδικαιολογεῖτο ἡ ἔκδοσις, ἐπὶ τῶν κεφαλαίων κηδειῶν καὶ νοσηλείας. Ἐν τούτοις τὰ ἀπέρριψε καὶ τὰ δύο, μολονότι ἐζήτησα τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῶν, καὶ παρῆλθον 44 ἡμέραι διὰ νὰ τελειώσῃ ἡ ἱστορία αὐτὴ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ τὸν στέφανον τοῦ Χάϋδεν, παρῆλθε δὲ εἷς μὴν καὶ 13 ἡμέραι διὰ τὸ ἔνταλμα τῶν ἐξόδων τοῦ τάφου τοῦ Βασσάνη. 44 ἡμέραι λοιπόν, καὶ ὁ ἐν Πετρουπόλει ἀπεσταλμένος τῆς Ἑλλάδος ἔγραφε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλῶν, ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἀποστολὴ τῶν χρημάτων, διότι ἠνωχλεῖτο ὑπὸ τοῦ ἐμπόρου. Ἐζήτησα τότε ὑπ’ εὐθύνην μου τὴν θεώρησιν τοῦ ἐντάλματος...
§211Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Δὲν ἐγνωρίσατε αὐτὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν;
§212ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τί νὰ κάμῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
§213ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν τώρα.
§214ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε. Κάμετέ μου τὴν χάριν νὰ τελειώσω.
§215Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ διαρκέσῃ πολὺ ὁ λόγος σας; Διότι πρόκειται νὰ ἐπανέλθωμεν.
§216ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡμίσειαν ὥραν ἀκόμη.
§217ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§218Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀκούσωμεν ἔπειτα μετὰ μεγαλειτέρας προσοχῆς.
§219ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τότε ἂς διακόψωμεν.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′ μ. μ.)
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν κατέθεσαν σχέδιον νόμου «περὶ προμηθείας ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης θείου καὶ περὶ παροχῆς αὐτοῦ ἐπὶ δανείῳ εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 72).
§222Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως κατατάξῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καθόσον εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῆς Παιδείας καὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατέθεσαν νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 10,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 73). Ὁ κύριος Στάης ὑπέβαλε τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις δαπάναις τοῦ Κράτους». Ἑτέραν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ὑπέβαλον οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Βοκοτόπουλος καὶ Δ. Καφφαβέτης. Αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 74–75). Ὁ κύριος Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§224Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, πρὸ τῆς διακοπῆς, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀρνηθὲν νὰ κυρώσῃ τὸ ἔνταλμα διὰ τὸν στέφανον τοῦ ναυάρχου Χάϋδεν, ὡς καὶ τὸ διὰ τὸν τάφον καὶ τὸ μνημόσυνον τοῦ ἀειμνήστου Βασσάνη, ἐστηρίχθη εἰς τὸ ὅτι δὲν ὑπῆρχε πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο τὸ Συνέδριον, προκειμένου νὰ κυρώσῃ ἔνταλμα πληρωμῆς τοῦ στεφάνου τοῦ κατατεθέντος ἐν Κοπεγχάγῃ εἰς τὸν τάφον τῆς Βασιλίσσης τῆς Δανίας, καίτοι δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν πίστωσις, ἐπεκύρωσε τὸ ἔνταλμα, καλῶς πρᾶξαν, ἐπεκύρωσε δὲ τὸ ἔνταλμα ἐκεῖνο, διότι εὑρίσκοντο εἰς φιλικωτάτας σχέσεις μὲ τὸν Ὑπουργόν· ὅτε ὅμως αἱ σχέσεις διερρήχθησαν, τότε ἐνόμισαν ὅτι ἐκδικοῦνται τὸν Ὑπουργόν, μὴ ἐπικυροῦντες τὰ ἐντάλματα διὰ τὸν τάφον τοῦ Βασσάνη καὶ διὰ τὸν στέφανον τοῦ Ναυάρχου Χάϋδεν· τότε ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσουν τὸν νόμον, καὶ ἐγὼ τότε ἐζήτησα ὑπ’ εὐθύνην μου νὰ θεωρηθῶσι τὰ ἐντάλματα ταῦτα, καὶ πράγματι ἐθεωρήθησαν ὑπ’ εὐθύνην μου καὶ εὑρίσκονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μάθῃ, τί ἔπραττον οἱ Κύριοι αὐτοὶ, οἱ ἀρνούμενοι τὴν κύρωσιν τοιούτων ἐνταλμάτων, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ κυρώσουν ἐντάλματα, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ λάβουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι χρήματα, καὶ νὰ τὰ λάβουν παρανόμως. Ὁ μακαρίτης Ἠλίας Κανελλόπουλος μετέφρασεν ἐν ἔτει 1870 ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ τὸ «Ἐγχειρίδιον ἐξαρτισμοῦ καὶ χειρισμοῦ τῶν ἱστιοφόρων καὶ ἀτμοκινήτων πλοίων»· ἐν ἔτει 1884 — καὶ σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μὲ παρακολουθήσητε — συνεστήθη διὰ τοῦ νόμου ΑΡΝϚʹ ἡ Ναυτικὴ τῶν δοκίμων Σχολὴ, ὁ δὲ πλωτάρχης τότε Ἠλίας Κανελλόπολος διωρίσθη καθηγητὴς τῆς Σχολῆς ταύτης. Συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ Ναυτικῆς Σχολῆς ἐξεδόθη τὸ ἀπὸ 6 Αὐγούστου 1884 Β. Διάταγμα «περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων». Κατὰ τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Διατάγματος τούτου, «οἱ καθηγηταὶ ὡς καὶ οἱ διδάσκαλοι τῶν μαθημάτων ἐκείνων, ἅτινα δέονται συγγραφῆς, ὀφείλουσι δύο τὸ πολὺ ἔτη μετὰ τὸν διορισμόν των, ἐὰν ἐξακολουθῶσι νὰ διδάσκωσιν ἐν τῇ Σχολῇ, ἢ ἐννέα τὸ πολὺ ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ των μῆνας, ἐὰν δὲν ἤρχισαν ἔτι νὰ διδάσκωσιν ἐν τῇ Σχολῇ, νὰ ἔχωσι συντεταγμένον, συμφώνως τῷ προγράμματι, τὸ διδασκόμενον ἢ διδαχθησόμενον παρ’ αὐτῶν μάθημα, ὅπερ παραδίδουσιν εἰς τὸν διοικητὴν τῆς Σχολῆς, ἵνα τὸ ὑποβάλῃ πρὸς ἐξέλεγξιν εἰς τὸ Διδακτικὸν Συμβούλιον, μετὰ δὲ τὴν ἔγκρισιν αὐτοῦ λιθογραφεῖται ἐν τῇ Σχολῇ, ἢ καὶ τυποῦται, τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.» Ἄρθρον 77 (ἀναγινώσκει): «Οἱ καθηγηταὶ καὶ διδάσκαλοι, τῶν ὁποίων τὸ μάθημα ἐλιθογραφήθη, ἔχουσι δικαίωμα νὰ λάβωσι δωρεὰν πέντε ἀντίτυπα, οἱ ἐκτυπώσαντες δὲ τὸ μάθημά των δικαιοῦνται νὰ λάβωσι δωρεὰν ἑκατὸν ἀντίτυπα ἐκ τοῦ τυπωθέντος μαθήματος.» Κατὰ τὸ ἄρθρον λοιπὸν αὐτὸ τοῦ νόμου, Κύριοι, καθηγητὴς, ὁ ὁποῖος διωρίσθη καὶ διδάσκει τὸ μάθημα, ἐὰν ἐξετύπωσε τὸ μάθημα αὐτὸ, δικαιοῦται νὰ λάβῃ 100 ἀντίτυπα καὶ παραδώσῃ τὸ βιβλίον αὐτὸ εἰς τὴν Σχολήν. Ὁ Ἠλίας Κανελλόπουλος μετέφρασε τὸ βιβλίον αὐτὸ, διορισθεὶς δὲ καθηγητὴς τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ 100 ἀντίτυπα, τὰ ὁποῖα καὶ ἔλαβε, καὶ τὰ ὁποῖα κατόπιν, ὅτε ἡ Σχολὴ ἔλαβεν ἀνάγκην, τὰ ἐπώλησεν εἰς τὴν Σχολὴν, καὶ ἀπεξενώθη, κατὰ τὸν νόμον, παντὸς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ βιβλίου τούτου. Τὸ βιβλίον αὐτὸ, Κύριοι, κατὰ τὸ 1893 εἶχεν ἐντελῶς ἐξαντληθῆ· ὅτι δὲ τὸ βιβλίον αὐτὸ εἶχεν ἐξαντληθῆ, ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἡ Ναυτικὴ Σχολὴ τῶν δοκίμων ἠτήσατο πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 154, ὅπως λιθογραφηθῇ τὸ μάθημα τοῦ ἐξαρτισμοῦ, αὐτὸ δηλαδὴ (δεικνύει τὸ βιβλίον), διότι ἅπαντα τὰ ἀντίτυπα εἶχον ἐξαντληθῆ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐνέκρινε, καὶ ἐξέδωκε τὸ ὑπ’ ἀριθ. 402 χρηματικὸν ἔνταλμα τῆς χρήσεως τοῦ 1893. Εἰς τὰ 1893 λοιπὸν τὸ βιβλίον αὐτὸ εἶχεν ἐντελῶς ἐξαντληθῆ· καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἐδόθη πίστωσις καὶ ἐξεδόθη ἔνταλμα διὰ δραχμὰς 154, αἱ ὁποῖαι ἐχρησίμευσαν διὰ τὴν λιθογράφησιν τοῦ βιβλίου. (Διακοπαί). Λοιπόν, Κύριοι, τὸ βιβλίον αὐτὸ ἐν ἔτει 1893 εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἦτο ἐξηντλημένον ἐντελῶς, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Σχολὴ ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ πίστωσιν διὰ νὰ τὸ λιθογραφήσῃ. Ἀποθανόντος τοῦ μακαρίτου Ἠλία Κανελλοπούλου, ὁ κύριος Ἐλεγκτὴς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀδελφὸς αὐτοῦ Ἀλέξιος Κανελλόπουλος, παρουσιασθεὶς εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, τὸν Δ. Κριεζῆν, ἐπώλησε τὸ δικαίωμα τῆς ἀνατυπώσεως τοῦ βιβλίου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀντὶ 5,000 δραχμῶν...
§225ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλ’ εἰς τὸ 1893 δὲν ἦτο Ὑπουργὸς ὁ Κριεζῆς.
§226ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἰς τὸ 1893 ἡ Ναυτικὴ Σχολὴ ἐζήτησε πίστωσιν δρ. 154, ἡ ὁποία καὶ ἐχορηγήθη, διὰ νὰ λιθογραφηθῇ τὸ βιβλίον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐξαντληθῆ καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἐν ἔτει 1895...
§227ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν τὸ εἴπετε.
§228ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτῃ κανείς. Ἔχετε ὑπομονήν· θὰ τὰ εἴπω ὅλα. Ἐν ἔτει 1895, Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὄντος τοῦ Δημ. Κριεζῆ, ἐπὶ πρωθυπουργίας τοῦ Νικ. Δεληγιάννη, ὁ Ἀλέξιος Κανελλόπουλος ἐπώλησεν εἰς τὸ Δημόσιον ἀντὶ 5,000 δρ. τὸ δικαίωμα νὰ ἀνατυπώσῃ τὸ Δημόσιον τὸ βιβλίον, αὐτὸς δὲ ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διορθώσῃ τὰ δοκίμια τὰ τυπογραφικά. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, ποῖος εἶναι ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου γίνεται μία ἀγοραπωλησία, ὅταν μάλιστα πρόκηται περὶ χιλιάδων δραχμῶν; Νομίζω, ὅτι αἱ ἀγοραπωλησίαι γίνονται διὰ συμβολαιογραφικῆς πράξεως· προφορικῶς δὲν ὑποθέτω, ὅτι γίνονται ἀγοραπωλησίαι. Ἐρωτῶ, εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ ἐλεγκτὴς τοῦ Συνεδρίου, ὁ Ἀλέξιος Κανελλόπουλος, ὡς κληρονόμος τοῦ ἀδελφοῦ του, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πωλήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνατυπώσεως τοῦ βιβλίου; ἐρωτῶ, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσουν εἰς τοῦτο οἱ νομικοί, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πωλήσῃ τὸ βιβλίον, ἀφοῦ εἶχε παρέλθει εἰκοσιπενταετία ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ βιβλίου αὐτοῦ; Ὁ δὲ Ποινικὸς Νόμος, καθὰ λέγει καὶ τὸ βούλευμα τῶν Ἐφετῶν, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε, διότι θὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω ὁλόκληρον, διότι ἐπῆγα καὶ εἰς τὸ Δικαστήριον...
§229ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Ἀφοῦ τὴν ἐγλυτώσατε!
§230ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔ! τὴν ἐγλύτωσα, δόξα τῷ Θεῷ! Λοιπὸν ὁ Ποινικὸς Νόμος ἐν ἄρθρῳ 432 ῥητῶς ὁρίζει, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ μετὰ παρέλευσιν δεκαπενταετίας ἀπόλλυται διὰ τὸν συγγραφέα καὶ διὰ τὸν μεταφραστὴν, τὸ δὲ δικαίωμα περιέρχεται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ κοινοῦ. Ὁ κ. Ἀλέξιος Κανελλόπουλος ἐπώλησε τὸ δικαίωμα τῆς ἀνατυπώσεως, ἀλλὰ διὰ ποίας συμβολαιογραφικῆς πράξεως τὸ ἐπώλησε; Τοιαύτη δὲν φαίνεται· φαίνεται δὲ μετὰ 5 μῆνας, ἀφ’ ἧς ἐπῆρε τὴν πρώτην δόσιν. Λοιπὸν προφορικῶς πωλεῖ εἰς τὸν Ὑπουργὸν Δ. Κριεζῆν ἀντὶ 5,000 δραχ. τὸ δικαίωμα τῆς ἀνατυπώσεως...
§231ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ λιθογραφηθέντος βιβλίου ὑπὸ τῆς Σχολῆς.
§232ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ βιβλίον αὐτὸ εἶχεν ἐξαντληθῆ, καὶ ἡ Σχολὴ τὸ ἐλιθογράφησε· δὲν ὑπῆρχε πλέον αὐτό.
§233ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ τὸ εἶχε λιθογραφήσει ἡ Σχολή, πρὸς τί νὰ ἀνατυπωθῇ ἀντὶ 5,000 δραχμῶν;
§234ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ· τώρα θὰ ἔλθω εἰς αὐτό. Πωλεῖ λοιπὸν τὸ βιβλίον αὐτὸ εἰς τὸν Ὑπουργὸν Κριεζῆν μὲ τὰ λόγια, καὶ σπεύδει ὁ ἄνθρωπος νὰ λάβῃ χρήματα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου· ἐκδίδεται τὴν 13 Μαΐου 1895 ἓν ἔνταλμα ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἀλεξίου Κανελλοπούλου, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰσηγητὴς τῶν ναυτικῶν ὑποθέσεων εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐκ δρ. 1700, ἀπέναντι τοῦ τιμήματος τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκχωρηθέντος βιβλίου «περὶ ἐξαρτισμοῦ καὶ χειρισμοῦ τῶν ἱστιοφόρων καὶ ἀτμοκινήτων πλοίων». Διὰ ποίου συμβολαίου τὸ ἐξεχώρησε; Δι’ οὐδενός. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι δι’ οὐδενὸς συμβολαίου τὸ ἐξεχώρησεν, εἶναι, ὅτι τὸ ἔνταλμα δὲν φέρει κανὲν δικαιολογητικόν· ἡ στήλη τῶν δικαιολογητικῶν εἶναι λευκή! Παρατηρήσατε (δεικνύει τὸ ἔνταλμα). Καὶ τὸ ἔνταλμα αὐτὸ, Κύριοι, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέρριπτον τὸ ἔνταλμα διὰ τὸν τάφον τοῦ Βασσάνη, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀπέρριπτον τὸ ἔνταλμα διὰ τὸν στέφανον τοῦ Χάϋδεν, τὸ ἐνέκριναν, καὶ ὁ Ἀλέξιος Κανελλόπουλος ἔλαβε τὰς 1700 δραχμάς. Καὶ πῶς τὸ ἐνέκριναν; Τεσσαράκοντα τέσσαρες ἡμέραι ἐχρειάσθησαν διὰ νὰ ἀποφανθοῦν, ὅτι δὲν δικαιοῦνται νὰ ἐγκρίνουν τὴν πληρωμὴν τοῦ στεφάνου τοῦ Χάϋδεν, εἷς μὴν καὶ 13 ἡμέραι ἐχρειάσθησαν, ἵνα ἀπαντήσουν ὁριστικῶς, ὅτι δὲν ἐγκρίνουν τὸ ἔνταλμα τοῦ Βασσάνη, καὶ τὸ ἔνταλμα τοῦ Κανελλοπούλου ἐξεδόθη τὴν 13 Μαΐου, αὐθημερὸν ἐστάλη εἰς τὸ Συνέδριον, τὴν 13 Μαΐου ἐνεκρίθη, καὶ τὴν ἑσπέραν τῆς 13 Μαΐου ἐπληρώθη.
§235ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔ! εἶναι ἐνημερότης!
§236ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Προκαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ, ἵνα βεβαιωθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου. Πίπτει ὁ Κριεζῆς, καὶ τὸν διαδέχεται ὁ κ. Λεβίδης, ὁ ὁποῖος εὗρε τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν βεβαίως ἀνοικτήν...
§237Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κλειστὴν τὴν εὗρον.
§238ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ σᾶς ἀποδώσω καμμίαν εὐθύνην· σεῖς δὲν ἐκάματε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ νομιμοποιήσητε αὐτὰ τὰ κλειστὰ, τὰ ὁποῖα εἴπετε. Ὅτε λοιπὸν ὁ κ. Λεβίδης ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, προσέρχεται ὁ Κανελλόπουλος καὶ ζητεῖ καὶ τὰ ῥέστα, 3,300 δραχμὰς, καὶ ὁ κ. Λεβίδης βεβαίως, βλέπων τὴν ὑπόθεσιν κλειστὴν, ὡς εἶπε, διότι εἶχε συμφωνηθῆ μετὰ τοῦ προκατόχου του, ἵνα νομιμοποιήσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, συνέταξε συμβόλαιον μεταξὺ αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ τοῦ Ἀλεξίου Κανελλοπούλου. Αὐτὸ τὸ συμβόλαιον φέρει ἡμερομηνίαν 8 Σεπτεμβρίου 1895. Ἵνα δὲ ἴδητε μὲ ποίαν σιδηροδρομικὴν ταχύτητα ἔσπευδεν αὐτὸς ὁ κύριος Κανελλόπουλος νὰ λάβῃ τὰ χρήματα, τὴν ἰδίαν ἡμέραν, 8 Σεπτεμβρίου, ἐγένετο τὸ συμβόλαιον, τὴν 8 Σεπτεμβρίου ἐξεδόθη τὸ ἔνταλμα, τὴν 8 Σεπτεμβρίου ἐγκρίνεται, καὶ τὴν 8 Σεπτεμβρίου πληρώνεται!
§239Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐνημερότης!
§240ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κύριοι τοῦ Συνεδρίου, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ θέσουν εἰς τάξιν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, τὸν διασπαθίζοντα τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου, μὴ ἐννοοῦντες νὰ πληρώσωσι τὸν στέφανον τοῦ Χάϋδεν!
§241ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἐκ τίνος πιστώσεως ἐπληρώνοντο ταῦτα;
§242ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐκ τοῦ κεφαλαίου 6, «Διάφορα ἔξοδα», ἐλάμβανεν ὁ κ. Κανελλόπουλος τὸ χρῆμα. Διὰ τὸν στέφανον τοῦ Χάϋδεν δὲν ἠδύναντο νὰ παραβῶσι τὸν νόμον! Καὶ ἔχω τὴν πληροφορίαν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅτι, ὅτε, ὑπογραφέντος τοῦ συμβολαίου, ὁ συμβολαιογράφος ἐξῆλθεν, ὁ Κανελλόπουλος μετέβη εἰς τὸ Λογιστήριον, ὅπου ὑπεγράφη τὸ ἔνταλμα, ἐπῆγεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅπου ἐπεκυρώθη, καὶ ἔπειτα εἰς τὸ Ταμεῖον, ὅπου ἐπληρώθη· ὅλα αὐτὰ ἐντὸς τῆς ἰδίας ἡμέρας καὶ ἐν σιδηροδρομικῇ ταχύτητι! Ὡς πρὸς τὸ βιβλίον δὲ, παρατηρῶ, ὅτι τὸ ὑπὸ τοῦ Ἠλία Κανελλοπούλου μεταφρασθὲν εἶναι ἔκδοσις τοῦ 1860, τὸ δὲ βιβλίον τὸ μεταφρασθὲν παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ Γούδα καὶ Ματθαιοπούλου εἶναι τοῦ 1893, δηλαδὴ μετὰ παρέλευσιν 33 ἐτῶν, ἡ δὲ ὑπηρεσία τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς εἶχεν ἀνάγκην τοῦ τελευταίου συγγράμματος· ἀλλὰ ὁ ἐλεγκτὴς ἔπρεπε νὰ ἁρπάσῃ τὰς 5,000! Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον παρανόμως, καὶ νομίζω, ὅτι ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, καὶ ζητήσῃ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἠδυνάμην νὰ δώσω 1200 δραχμὰς εἰς τοὺς δύο ἀξιωματικούς, οἵτινες εἰργάσθησαν εἰς τὴν μετάφρασιν...
§243Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Καὶ περισσότερον.
§244ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. .. καὶ συνεπῶς ἐξέδωκα τὸ σχετικὸν ἔνταλμα. Ἐν τούτοις τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, εἰσηγουμένου τοῦ ἐλεγκτοῦ Κανελλοπούλου, ἀπέρριψε τὸ ἔνταλμα τοῦτο. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ λάβῃ ὁ υἱὸς τοῦ Κανελλοπούλου χρήματα δι’ ὑπηρεσίαν πολὺ μικροτέραν, ἐνέκρινε· διότι εἶχε διορισθῆ ἐπιτροπή, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Χατζηκυριάκου, ἧς μέλη ἦσαν ὁ ὑποπλοίαρχος Φ. Κανελλόπουλος καὶ ὁ ὑποπλοίαρχος Ματθαιόπουλος, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ Λεξικὸν τῶν ναυτικῶν ὅρων. Ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη, καὶ διὰ τὴν ἐργασίαν της αὐτὴν ἐλάμβανον τὰ μέλη 4 δραχμὰς ἕκαστον τὴν ἡμέραν, τόσας δὲ καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἐλεγκτοῦ. Ἐτελείωσεν ἡ μετάφρασις, καὶ ἐδόθη εἰς τύπωσιν, ἀνετέθη δὲ εἰς τὸν ὑποπλοίαρχον Κανελλόπουλον, υἱὸν τοῦ ἐλεγκτοῦ καὶ εἰσηγητοῦ τῶν ναυτικῶν ὑποθέσεων ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, ἡ διόρθωσις τῶν δοκιμίων. Ὅλοι γνωρίζετε ποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ διόρθωσις τῶν δοκιμίων. Ὅτε ἔφθασεν ἡ διόρθωσις εἰς τὸ τελευταῖον τυπογραφικὸν φύλλον, καὶ ἐπρόκειτο νὰ συρραφῇ τὸ βιβλίον, ὁ κύριος ὑποπλοίαρχος δὲν ἔσπευδε νὰ δώσῃ τὸ τελευταῖον δοκίμιον, καὶ ἐπὶ τέλους εἶπεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ δώσῃ τοῦτο, ἂν δὲν λάβῃ τὸν κόπον του διὰ τὰ διορθωτικά. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ τότε, ἀντὶ νὰ τιμωρήσῃ τὸν ἀξιωματικὸν ἐπὶ διαγωγῇ ἀναξιοπρεπεῖ εἰς ἀξιωματικόν, ὁ κ. Χατζηκυριᾶκος κύπτει εἰς τὰς παρακλήσεις τοῦ πατρός, ὅστις διήρχετο ὅλον τὸ ἀπομεσήμερον εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου, καὶ σχηματίζει ἐπιτροπήν· ὁ πατὴρ περιέρχεται τὰς οἰκίας τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, γίνεται ἔκθεσις διὰ 1200 δραχμὰς, ἐκδίδεται τὸ ἔνταλμα τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ διὰ τὸν κ. Κανελλόπουλον τὴν 20 Ἰουλίου, καὶ κατὰ τὴν συνήθειαν τὴν ἐπικρατοῦσαν, ὅτε ἐπρόκειτο ὁ ἐλεγκτὴς νὰ λάβῃ χρήματα, τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐκδίδεται τὸ ἔνταλμα, καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν πληρώνεται. Κύριοι, ἐννοεῖτε, ὅτι ἡ κατάστασις πλέον εἶχε φθάσει εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε ἐγὼ ὁμολογῶ, — ἴσως καὶ ἐκ τοῦ χαρακτῆρός μου, — ὅτι δὲν ἠδυνάμην πλέον νὰ ἀνθέξω εἰς αὐτὴν τὴν ἐπίθεσιν καὶ τὴν ἐκστρατείαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κατὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Δι’ ὃ ἠναγκάσθην νὰ ἀπευθύνω ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐξιστορήσω τὴν κατάστασιν. Τὸ ἔγγραφον εἶναι μακρὸν, καὶ θὰ σᾶς ἀναγνώσω μόνον τὸν ἐπίλογον (ἀναγινώσκει): «Θεωροῦμεν ὅμως σκόπιμον νὰ ἀνακοινώσωμεν πρὸς ὑμᾶς, κύριε συνάδελφε, τὰ κατ’ ἀμφοτέρας τὰς ὑποθέσεις διατρέξαντα, καὶ νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὴν συστηματικὴν ἀντίδρασιν, ἣν ἀπό τινος μέλη τινὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐθεώρησαν σκόπιμον νὰ ὀργανώσωσι κατὰ τῆς ὑπηρεσίας Ὑπουργείων τινῶν, ἐν οἷς καὶ τὸ ὑπὸ τὴν ἡμετέραν διεύθυνσιν, ἔχοντα τὴν ἀξίωσιν, εἰς τὰς ἑκάστοτε συστάσεις αὐτῶν νὰ εὑρίσκωσι τὴν ὑπουργικὴν ἐξουσίαν ὑποχείριον καὶ πρόχειρον, διὰ λόγους, οὓς, εἰδοποιῶ ὑμᾶς ἀπὸ τοῦδε, ὅτι θέλω ἀναγκασθῆ ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἐκθέσω, μὴ θεωρῶν, ὅτι ὑπὲρ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ κεῖται ἄλλος, εἰμὴ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Βουλή, συγχρόνως δὲ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια, ὅπως διασκεδασθῇ ἐν τῇ συνειδήσει τῶν πολλῶν τὸ φυσικὸν ἐρώτημα, τί πράττει ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων αὑτοῦ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, πότε μελετᾷ τοὺς νόμους, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὁποίων κέκληται· ὑποτιθεμένου δ’ ἐπὶ στιγμὴν, ὅτι τὰ πρὸ τῶν τελευταίων αὐτοῦ πράξεων ἀποφασισθέντα καὶ ἐσχάτως ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καταδικασθέντα στεροῦνται ἐννόμου βάσεως, ποῖος ὁ λόγος ὑπάρξεως ἀνωτάτου οἰκονομικοῦ Δικαστηρίου, ἀντὶ ἁδρᾶς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου δαπάνης, ὅταν τὸ ἀνώτατον τοῦτο οἰκονομικὸν Δικαστήριον, τὸ καλούμενον Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ᾖναι ἱκανὸν, κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ὁμολογίαν, δι’ ἐπανειλημμένων πράξεων ν’ ἀποφανθῇ τὰ παράνομα, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ νὰ δημιουργῇ οὕτω τίτλους πρὸς ἀπόληψιν ἀποδοχῶν ἢ συντάξεων ὑπὲρ δημοσίων ὑπαλλήλων ὑπηρετούντων, ἢ ἀποστρατευομένων, χωρὶς νὰ συντρέχωσιν οἱ ὅροι τοῦ νόμου; Τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὑποκειμένου εἰς τὴν ὑμετέραν δικαιοδοσίαν, εἰς ὑμᾶς καὶ μόνον ἀπόκειται, ἵνα ἐξεύρητε, εὐαρεστούμενοι, τὸν τρόπον δικαιολογίας ἢ τῆς τελευταίας γνώμης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἢ τῶν πρὸ ταύτης ὑπ’ αὐτοῦ ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων· διότι ἢ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο χρῄζει προφανῶς δικαιολογίας καὶ ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης, ἀλλὰ καὶ προσεχῶς καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· διότι ἐπαναλαμβάνω, ὅτι προκαλούμενος, θέλω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐκθέσει ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τοὺς λόγους τῆς στάσεως μελῶν τινων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργεῖον, καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι οἱ ἰσόβιοι αὐτοὶ Κύριοι ἐννοοῦσι νὰ ἔχωσιν ὑποχειρίους τοὺς Ὑπουργοὺς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀπαιτήσεών των, ὅταν δὲ εὕρωσιν Ὑπουργὸν μὴ συμμορφούμενον πρὸς τὰς ἐπιθυμίας των, εἰσὶν ἱκανοὶ νὰ χρησιμοποιῶσι τὴν δημοσίαν αὐτῶν ὑπηρεσίαν εἰς ἀντίποινα, κατὰ τύπους μὲν ὑπηρεσιακὰ, οὐσιαστικῶς δὲ προσωπικά. Ὁ Ὑπουργὸς Β. Βουδούρης.»
§245Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει;
§246ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τῆς 7 Ἰουνίου. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐδόθη πρὸς δημοσίευσιν. Ἀλλὰ τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν συνῆλθε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἐξέδωκεν ἔγγραφον, δι’ οὗ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἠπειλεῖτο μὲ ποινικὴν καταδίωξιν, ἂν δὲν κατονομάσῃ τοὺς ἐλεγκτὰς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι προσωπικὰς ἀπαιτήσεις ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Μοὶ ἔκαμε, Κύριοι, ἐντύπωσιν, ὅτε εἶδον εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τί σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς μου, ὅτι ὁ μακαρίτης Π. Νικολόπουλος, ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, κληθεὶς παρ’ ἐμοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, διεμαρτύρετο ἐναντίον τῆς διαγωγῆς τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ μοὶ ἐξέφρασε τὴν λύπην του, ὅτι δὲν εἰσηκούετο, καὶ ὅτι τοῖς ὑπέδειξεν, ὅτι ἐξευτελίζουσι τὸ Συνέδριον. Μετὰ δύο ἡμέρας, ἀφ’ ἧς μοὶ εἶπε ταῦτα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, κατερχόμενος ἐκ Κηφισιᾶς, συνήντησα ἐντὸς τῆς ἁμαξοστοιχίας, εἰς τὸ ἴδιον βαγόνι, τὸν μακαρίτην Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐκ συμπτώσεως δὲ ἐντὸς τοῦ ἰδίου βαγονίου ἦσαν καὶ δύο ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ, ὁ ὑποπλοίαρχος Κριεζῆς καὶ ὁ ἀνθυποπλοίαρχος Μαλικόπουλος. Ἐπανέλαβον εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τὴν ἰδίαν ὁμιλίαν, καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος διεμαρτύρετο ἐναντίον τῆς διαγωγῆς τῶν ἐλεγκτῶν, καὶ ἐπανελάμβανεν ὅσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εἶπεν εἰς ἐμὲ, ὅτε, ὡς προεῖπον, μοὶ ἔστειλε καὶ τὰ ἀντίγραφα τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συνεδρίου περὶ συντάξεων ἀνθυποφροντιστοῦ ἀπονεμηθεισῶν εἰς ὑπολογιστάς. Τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν δημοσιεύεται τὸ ἔγγραφον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ βλέπω τὸν μακαρίτην Πρόεδρον Νικολόπουλον πρῶτον–πρῶτον ὑπογεγραμμένον εἰς αὐτὸ, καὶ ἐν συναυλίᾳ μετὰ τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ζητοῦντα, μήτε ὀλίγον, μήτε πολύ, νὰ μὲ στείλῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα! ὅτε λαμβάνω τὴν ἀκόλουθον ἐπιστολὴν (ἀναγινώσκει): «Κύριε Ὑπουργὲ, συμφώνως τῇ ἐκφρασθείσῃ ἡμῖν σήμερον ὑμετέρᾳ ἐπιθυμίᾳ λαμβάνομεν τὴν τιμήν...» κλπ.
§247ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Τίνα ἡμερομηνίαν, κύριε Βουδούρη, φέρει αὐτὴ ἡ ἐπιστολή;
§248ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. 12 Ἰουνίου.
§249ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Κατώτεροι ἀξιωματικοὶ ἔγραφον εἰς σᾶς!
§250ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κατώτεροι ἀξιωματικοὶ, προκληθέντες παρ’ ἐμοῦ, μοὶ ἔγραψαν τὴν ἐπιστολὴν ταύτην.
§251Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ μαρτυρίας, ἡ δὲ μαρτυρία, κύριε Βουλευτὰ, ἡ ἔνορκος, εἴτε ἁπλοῦ στρατιώτου, εἴτε ἀξιωματικοῦ, εἶναι ἴση ὡς πρὸς τὸ ἀξιόπιστον αὐτῆς ἐνώπιον παντός. Δὲν θίγει δὲ τὴν πειθαρχίαν, προκαλουμένη, εἴτε ἐνώπιον Ὑπουργοῦ, εἴτε ἐνώπιον Βασιλέως.
§252ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§253ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἰς αὐτὴν τὴν ὀξύτητα εἶχον φθάσει τὰ πράγματα, Κύριοι, ὅτε μίαν πρωΐαν, κατερχόμενος ἐκ Κηφισιᾶς καὶ ζητήσας μίαν ἐφημερίδα, ἵνα περάσω τὴν ὥραν εἰς τὸ βαγόνι, τυχαίως ἐπῆρα τὴν «Ἀκρόπολιν» καὶ ἀνέγνωσα τὰ ἑξῆς: «Τί ἀπεκάλυψεν ἡ ἐξέλεγξις...» κλπ. Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι σφόδρα ἐταράχθην, ἀναγνώσας ταῦτα ἐν τῇ «Ἀκροπόλει». Ἔσπευσα ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐζήτησα πληροφορίας, τί συμβαίνει. Ἔπεμψα ἕνα ὑπάλληλον εἰς τὰ γραφεῖα τῆς «Ἀκροπόλεως», ἵνα ἐρωτήσῃ πόθεν αὐταὶ αἱ πληροφορίαι, καὶ ἡ ἀπάντησις ἦτο: «ἐκ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου». Ἐξήτασα ἀμέσως, καὶ ἔμαθον, Κύριοι, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ 57 δραχμῶν καὶ 60 λεπτῶν, τὰς ὁποίας ἐπρόκειτο νὰ ὠφεληθῇ ποῖος; Ὁ σημαιοφόρος Πασπάτης; Ὄχι. Ἐπρόκειτο νὰ τὰς ὠφεληθῇ τὸ συσσίτιον τοῦ πλοίου. Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτε εἶδον πλέον, ὅτι ὑπερέβησαν τὰ ἐσκαμμένα, ἐζήτησα ἀμέσως τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως, καὶ τὸν ἠρώτησα, τί συμβαίνει. Καὶ ἰδοὺ τί συνέβαινεν. Αὐτὴ, Κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ μηνὸς Ἰουνίου τοῦ θωρηκτοῦ «Σπετσῶν» (δεικνύει τὴν κατάστασιν). Εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἀναφέρονται ὅλα τὰ ὀνόματα τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ἀποτελούντων τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ πλοίου. Μεταξὺ αὐτῶν ἦτο καὶ ὁ σημαιοφόρος Πασπάτης. Κύριοι, καθ’ ὅλον τὸ θέρος εἶχον τὰς ἐπισκέψεις σωρείας ἀντιπροσώπων διαφόρων ἐργοστασίων, ἐρχομένων, ἵνα ὑποβάλωσι προτάσεις παραγγελίας κατασκευῆς πλοίων. Ὅλοι ὡμίλουν Ἀγγλικά· δὲν εἶχον ἄνθρωπον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ συνεννοηθῶ μὲ αὐτούς· ἐπειδὴ δὲ εἰς τὸν στόλον δύο ἢ τρεῖς μόνον ἀξιωματικοὶ ὁμιλοῦσι τὴν Ἀγγλικὴν, ὁ Πασπάτης δὲ τὴν ὁμιλεῖ ἄριστα, διέταξα τὸν κυβερνήτην τῶν «Σπετσῶν» νὰ διατάξῃ τὸν σημαιοφόρον Πασπάτην νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δι’ ὀλίγον καιρὸν, ἵνα μοῦ χρησιμεύσῃ ὡς διερμηνεὺς πρὸς συνεννόησιν μετὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἤρχοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δι’ ὃν σκοπὸν προεῖπον. Τὸ Οἰκονομικὸν Συμβούλιον τῶν «Σπετσῶν» ἔπεμψεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν οἰκείαν δὲ στήλην δὲν εἶχεν ἀναγράψει τὸ ποσὸν τῶν 57 δραχμῶν καὶ 60 λεπτῶν, διότι ἔγραφεν ἐκεῖ: «διετάχθη νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον», καὶ συνεπῶς τὸ Οἰκονομικὸν Συμβούλιον ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν δικαιοῦται εἰς τράπεζαν ὁ Πασπάτης. Ἡ κατάστασις ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὑπάρχει τμῆμα ἐξελέγξεως, τοῦ ὁποίου ἡ ἐργασία εἶναι νὰ ἐξελέγχῃ καὶ νὰ διορθώνῃ τοὺς λογαριασμοὺς, νὰ προσθέτῃ καὶ νὰ ἀφαιρῇ. Ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης ἠδύνατο μόνος του νὰ κάμῃ τὴν διόρθωσιν αὐτὴν, ἀλλ’ ἐνόμισε καλλίτερον νὰ ἐπιστρέψῃ τὸ ἔγγραφον εἰς τὸ πλοῖον, μὲ τὴν διαταγὴν νὰ προστεθῇ εἰς τὴν κατάστασιν ἡ τροφὴ τοῦ Πασπάτη, αἱ 57 δραχμαὶ καὶ 60 λεπτὰ, διότι, κατὰ τὸν νόμον, οἱ σημαιοφόροι μίαν κατάστασιν ἔχουσι μόνον, τὴν κατάστασιν τὴν θαλασσίαν, συνεπῶς ὁ σημαιοφόρος, μὴ ἔχων κατάστασιν ξηρᾶς, ὀφείλει νὰ πληρωθῇ τὴν τροφοδοσίαν του· δηλαδὴ ὄχι νὰ πληρωθῇ αὐτὸς, ἀλλὰ νὰ καταλογισθῇ αὕτη εἰς τὸ συσσίτιον τοῦ πλοίου. Ἡ κατάστασις ἐστάλη εἰς τὸ πλοῖον, κυβερνήτης τοῦ ὁποίου ἦτο ὁ μακαρίτης πλοίαρχος Ἀργυρόπουλος. Τὸ Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, ἐκτελοῦν τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, προσέθεσε 57 δρ. καὶ 60 λεπτὰ, διώρθωσε δὲ τὴν ἄθροισιν. Αὐτὸ, Κύριοι, τὸ ἁπλούστατον γεγονὸς ἤρκεσεν, ἵνα διαπομπευθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, νὰ δημοσιευθῶσιν εἰς τὰς ἐφημερίδας αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν, νὰ θεωρηθῶσι, μήτε ὀλιγώτερον μήτε περισσότερον, οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπηρετοῦντες ὡς ἱκανοὶ νὰ διαπράττωσι πλαστογραφίας, νὰ διαταχθῇ δ’ ἔκτακτος ὑπάλληλος τοῦ Συνεδρίου νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Κέρκυραν, ἵνα συναντήσῃ τὸν στόλον καὶ ἀνακαλύψῃ τὴν μεγάλην καὶ φοβερὰν αὐτὴν πλαστογραφίαν τῶν 57 δραχμῶν καὶ 60 λεπτῶν, καὶ νὰ δαπανήσῃ ἴσως 200 δραχμάς!
§254Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πόσα ὁδοιπορικὰ ἔλαβε διὰ νὰ ὑπάγῃ;
§255ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Κύριοι, ὡς Ὑπουργὸς, ἤμην αὐστηρός, προκειμένου περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν παρεκτρεπομένων, διότι νομίζω, ὅτι μόνον διὰ τῆς αὐστηρότητος ἡ πειθαρχία θὰ ἐπιβληθῇ· ὅτε ὅμως εἶδον, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου νὰ θέλωσι νὰ διαπομπεύσωσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, νὰ προσβάλωσιν ἐντίμους ἀξιωματικούς, ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀμυνθῶ ὑπὲρ αὐτῶν. Ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ῥέπορτερ ἐφημερίδος, διὰ νὰ λάβῃ πληροφορίας, καὶ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἐν τῇ ἀγανακτήσει μου ὡμίλησα ἴσως αὐστηρότερον τοῦ δέοντος. Ἐδημοσιεύθη αὐτὴ ἡ συνέντευξις, καὶ ὁ ἐλεγκτὴς Κανελλόπουλος, θεωρήσας ὅτι προσβάλλεται ἡ ὑπόληψίς του, ὅτι ἐξυβρίζεται παρ’ ἐμοῦ, ἐπέδωκεν ἐναντίον μου μήνυσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν. Ἐζήτησα ἀμέσως τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, τὸν ὁποῖον παρεκάλεσα, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀναβολῆς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, καὶ νὰ μοῦ ὁρίσῃ ποίαν ὥραν θέλει νὰ προσέλθω, διὰ νὰ ἐξετασθῶ πρῶτος. Ἐνηργήθησαν, Κύριοι, τὰ τῆς ἀνακρίσεως. Καὶ τώρα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω μετὰ προσοχῆς νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην καὶ τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε τὸ βούλευμα τὸ ἐκδοθέν. Ἐὰν ἐκουράσθητε...
§256ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§257ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἀκούσητε. Εἶναι ὀλίγον ἐκτεταμένον. Ἐγὼ θὰ κουρασθῶ. Ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὸ ἀκούσητε. Διότι ἐδῶ, εἰς τὸ βούλευμα, εἶναι ὁ καθρέπτης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§258Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ σκεπτικὸν νὰ ἀναγνώσητε.
§259Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ὁλόκληρον, ὁλόκληρον.
§260ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἀριθ. 534. Τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν. Συγκείμενον ἐκ τῶν δικαστῶν Π. Σπιθάκη, Προέδρου, Ἀντωνίου Βασιλείου, Π. Θανοπούλου, Ν. Παπαγιαννοπούλου καὶ Γ. Δουζίνα, ἐφετῶν. Συνελθὸν ἐν τῷ πρὸς διάσκεψιν αὐτοῦ δωματίῳ τὴν 19 Ὀκτωβρίου 1901, παρουσίᾳ τοῦ τε Εἰσαγγελέως Ἀλ. Καρατζᾶ καὶ τοῦ ὑπογραμματέως Ἀναστ. Ν. Σακελλαρίου, ἵνα σκεψάμενον ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἑξῆς ποινικῆς ὑποθέσεως. Ὁ Ἀλέξ. Κανελλόπουλος, κάτοικος Ἀθηνῶν καὶ ἐλεγκτὴς παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, κατήγγειλεν ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ συκοφαντίᾳ τὸν Βασίλειον Βουδούρην, κάτοικον ἐπίσης, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, δι’ ἐγκλήσεώς του ἀπὸ 29 Σεπτεμβρίου 1901, ἐγχειρισθείσης εἰς τὸν παρὰ τοῖς ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελέα. Τὴν μήνυσιν ταύτην ὁ παρὰ Πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελεὺς ὑπέβαλεν εἰς τὸν παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέα διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 25432 τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1901 ἐγγράφου του, ὡς ὑπαγομένης τῆς ὑποθέσεως εἰς τὴν ἁρμοδιότητά του, λόγῳ ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας. Ἐπὶ τῆς μηνύσεως ταύτης ὁ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς ἐνήργησε προεισαγωγικὴν ἀνάκρισιν, τὸ πόρισμα τῆς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6945 τῆς 17 Ὀκτωβρίου 1901 ἐγγράφου προτάσεώς του, ἐχούσης ὡς ἑξῆς: Ὁ Ἀλέξ. Κανελλόπουλος, ἐλεγκτὴς παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, κατήγγειλε δι’ ἐγκλήσεως, νομίμως ἐγχειρισθείσης, τὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν Βασίλειον Βουδούρην διὰ τὰ ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 4579 τῆς 28 Σεπτεμβρίου 1901 φύλλῳ τῆς ἐφημερίδος «Καιροὶ» δημοσιευθέντα ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Τὸ σκάνδαλον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. — Συνέντευξις μετὰ τοῦ κ. Βουδούρη. — Τὸ ζήτημα τῶν προκαταβολῶν. — Τὰ ἐντάλματα τοῦ κ. Κανελλοπούλου.» Προκειμένου, κατὰ τὴν ἐγχειρισθεῖσαν ἔγκλησιν, περὶ πλημμελήματος, ὑπαγομένου, κατὰ τὸ ἄρθρ. 36 § 3 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, εἰς τὴν ἰδιάζουσαν δικαιοδοσίαν τῶν Ἐφετῶν, ἐπελήφθην, ὡς ἐκπληρῶν καθήκοντα παρὰ Πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελέως, προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως, ἣν ὑποβάλλω πρὸς τὸ Συμβούλιον τοῦτο μετὰ τοῦ ἐκ ταύτης συναγομένου πορίσματος, καθόσον, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, δὲν ὑπάρχει περίπτωσις πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως διὰ κλήσεως ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου (ἄρθρ. 75 Ποιν. Ὁ ἐγκαλούμενος, πρὸς ὃν ἀνεκοινώθη τὸ περιεχόμενον τῆς ἐγκλήσεως καὶ τοῦ φύλλου τῆς ἐφημερίδος «Καιροί», βεβαιοῖ, ὅτι ἀληθῶς προσεκάλεσεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἕνα τῶν συντακτῶν τῆς ἐφημερίδος ταύτης, πρὸς ὃν ἀνεκοίνωσε τὰ οὐσιώδη ἐκ τῶν ἐν τῇ ἐφημερίδι ταύτῃ δημοσιευθέντων, σὺν τῇ παραγγελίᾳ, ὅπως δημοσιευθῶσι ταῦτα, ἀλλ’ ἔπραξε τοῦτο, διότι καὶ ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ἀκροπόλει» εἶχε δημοσιευθῆ πρὸ πάσης ἐκδόσεως ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου, ὅτι ἀνεκαλύφθη ὑπὸ τούτου μεγάλη πλαστογραφία, τελεσθεῖσα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὡς δ’ ἔμαθεν, αἱ πληροφορίαι αὗται εἶχον δοθῆ ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ κατόπιν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως αὐτοῦ ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, τῆς δῆθεν πλαστογραφίας 57 δρ. καὶ 60/00, ἐπληροφορήθη, ὅτι ὁ ἐλεγκτὴς Κανελλόπουλος, ὅστις εἶναι καὶ εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς θεωρήσεως τῶν ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὑπεστήριξεν εἰς συνέντευξιν μετά τινος ἐφημερίδος, ὅτι πράγματι ἐτελέσθη πλαστογραφία, ἑπομένως ἐθεώρησεν ἐν τῇ ἀγανακτήσει του ἐπὶ τῇ ἀδίκῳ ἐπιθέσει κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως ἐπίσης διὰ τοῦ Τύπου ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῆς οὕτω διασυρομένης δημοσίᾳ ὑπολήψεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, δημοσιεύων τοὺς λόγους τῆς τοιαύτης καταφορᾶς, ὥστε ἐν ἐπιγνώσει νὰ κρίνῃ τὸ κοινὸν περὶ τοῦ βασίμου τῆς καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων ἔτι ἀποδοθείσης βαρυτάτης κατηγορίας τῆς πλαστογραφίας τῶν καταστάσεων τοῦ θωρηκτοῦ «Σπέτσαι.» Συγχρόνως ὁ μηνυόμενος ἐπρότεινε, κατὰ τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου διδόμενον αὐτῷ δικαίωμα, τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως τῆς ἀληθείας τῶν ὑπ’ αὐτοῦ δημοσιευθέντων, ἐν σχέσει πρὸς τὰς ὑπὸ τοῦ ἐγκαλοῦντος Ἀλεξ. Κανελλοπούλου ἀποδιδομένας αὐτῷ πράξεις καὶ τῆς ἐλλείψεως προθέσεως πρὸς δυσφήμησιν ἢ συκοφαντίαν. Τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἐγκαλοῦντος ἐθεώρησα ἄσκοπον, ἀφοῦ ὁ μηνυόμενος, ὡς εἴρηται, δὲν ἀρνεῖται, ὅτι κατ’ ἔμπνευσίν του ἐδημοσιεύθησαν τὰ ἐν τῇ ἐφημερίδι «Καιροὶ» δημοσιευθέντα, ἐπιβεβαιοῦσι δὲ τοῦτο καὶ ὁ μεθ’ οὗ ἔλαβε χώραν ἡ συνέντευξις Ζέφ. Σταυρίδης καὶ ὁ ὑπὸ τοῦ ἐγκαλοῦντος προταθεὶς μάρτυς Πέτρος Κανελλίδης, ὅστις καταθέτει, ὅτι ἡ μετὰ τοῦ συντάκτου τῆς ἐφημερίδος «Καιροὶ» συνέντευξις ἐγένετο, διότι «εἶχεν ἀναγνώσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἰς ἐφημερίδα, ἧς δὲν ἐνθυμεῖται τὸ ὄνομα, «λόγους τοῦ ἐλεγκτοῦ κ. Κανελλοπούλου, ἰσχυριζομένου, ὅτι ὑπάρχει πλαστογραφία εἴς τινα κατάστασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δι’ ἣν εἶχεν ἐκδώσει ἀπόφασιν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον....» Τὰ ἀντίγραφα τῶν ὑπὸ τοῦ μηνυομένου κατατεθέντων ἐνταλμάτων πληρωμῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀναφέρονται εἰς τὰ ὑπὸ τούτου δημοσιευθέντα περὶ τῶν ὑλικῶν ὠφελειῶν τοῦ μηνυτοῦ, ἕνεκα τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ, ὡς ἐλεγκτοῦ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1040 τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1895, ἐκδοθὲν τῇ 13 Μαΐου 1895, ἔνταλμα ἐκ δραχμῶν 1700 ὑπὲρ τοῦ Ἀλεξ. Κανελλοπούλου, ὡς αἰτίαν πληρωμῆς ἀναφέρει «ἀπέναντι τοῦ τιμήματος τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκχωρηθέντος συγγράμματος «περὶ χειρισμοῦ τῶν ἱστιοφόρων καὶ ἀτμοκινήτων πλοίων». Τὸ ἔνταλμα τοῦτο ἐξεδόθη, ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἐπληρώθη ὑπὸ τοῦ ταμείου, χωρὶς νὰ ἦναι ἐπισυνημμένον δικαιολογητικόν τι ἔγγραφον, ἐναντίον ῥητῆς περὶ τούτου διατάξεως τοῦ νόμου (ἄρθρα 27 καὶ 39 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου καὶ ἄρθρ. 24 καὶ 28 Διατάγματος). Ἡ ἔλλειψις αὕτη τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων προῆλθε, διότι οὐδενὸς συγγράμματος οὐδεμία εἶχε γείνῃ νομίμως ἐκχώρησις ἐκ μέρους τοῦ Ἀλεξ. Κανελλοπούλου, καθόσον ἡ ἐκχώρησις παρ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του Θεοδ. Κανελλοπούλου, ὡς κληρονόμων τοῦ ἀποβιώσαντος συγγραφέως ἀδελφοῦ των Ἠλία Κανελλοπούλου, ἐγένετο μόνον μετὰ 4 μῆνας, ἤτοι τῇ 8 Σεπτεμβρίου ἰδίου ἔτους, κανονιζομένης οὕτως ἐκ τῶν ὑστέρων τῆς παρανόμου πληρωμῆς τῶν 1700 δραχμῶν, ἥτις χαρακτηρίζεται ὡς προκαταβολὴ τοῦ ἐκ 5,000 δραχμῶν τιμήματος τοῦ ἐκχωρηθέντος συγγράμματος (ὅρα ὑπ’ ἀριθ. 24720 τῆς 8 Σεπτεμβρίου 1895 συμβόλαιον τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Δημ. Καλλιοντζῆ). Τὴν αὐτὴν ἡμέραν τῆς συντάξεως τοῦ συμβολαίου τῆς ἐκχωρήσεως τοῦ συγγράμματος ἐκδίδεται τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2723 ἔνταλμα ὑπὲρ τοῦ ἰδίου Ἀλεξ. Κανελλοπούλου ἐκ δραχμῶν 3,300, ὡς ἀποπληρωμὴ τοῦ τιμήματος τοῦ ἐκχωρηθέντος συγγράμματος. Παρατηρητέον, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀντὶ 5,000 δραχ. ἐκχωρηθὲν σύγγραμμα, ὅτι δὲν ἐπωλήθησαν ἀντίτυπα τούτου, διότι εἶχον ἐξαντληθῇ ἤδη ἐν ἔτει 1895, ἀλλὰ μόνον τὸ δικαίωμα τῆς ἀνατυπώσεως ἐξεχωρήθη παρὰ τῶν κληρονόμων τοῦ συγγραφέως, ἀναλαβόντος συγχρόνως τοῦ Ἀλεξ. Κανελλοπούλου νὰ ἐπιτηρήσῃ τὴν ἀνατύπωσιν τοῦ συγγράμματος καὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς τυπογραφικὰς διορθώσεις. Ἡ ἀνατύπωσις ὅμως ἀφεώρα σύγγραμμα ἐκδοθὲν ἐν ἔτει 1870, χωρὶς ἔκτοτε νὰ γείνῃ ἑτέρα ἀνατύπωσις· ἑπομένως ὑπὸ τοῦ Ἀλεξ. Κανελλοπούλου μετεβιβάσθη δικαίωμα ἀνύπαρκτον, γνωστοῦ ὄντος, ὅτι μετὰ δεκαπενταετίαν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως συγγράμματός τινος ἕκαστος δύναται νὰ ἀνατυπώσῃ τοῦτο (ἄρθρ. 432 Ποιν. Νόμου) καὶ ὅτι συνεπῶς καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἠδύνατο ἄνευ ἐκχωρήσεως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνατύπωσιν, καὶ πᾶς τις μετὰ τὴν γενομένην ἐκχώρησιν δύναται ἐπίσης νὰ ἀνατυπώσῃ τὸ ἐκχωρηθὲν ἔργον, χωρὶς νὰ κωλύηται ἕνεκα τῆς ἐκχωρήσεως ὑπὸ τῶν κληρονόμων τοῦ μακαρίτου Ἠλία Κανελλοπούλου δικαιώματος, ὅπερ δὲν εἶχον, ἐξαντληθείσης μάλιστα πρὸς τοῦτο ἁπάσης τῆς ἐκ δραχ. 5,000 εἰδικῆς πιστώσεως δι’ ἀγορὰν, συγγραφὴν, μετάφρασιν καὶ ἐκτύπωσιν ναυτικῶν συγγραμμάτων (ὅρα προϋπολογισμὸν Ὑπουργείου Ναυτικῶν, κεφ. ϛʹ, ἄρθρον 3). — Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ ἀνωτέρω ἐγένοντο ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἰδιώτου, ἀλλὰ δὲν δύναται, φρονῶ, νὰ ἀρνηθῇ τις, ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ ἐλεγκτοῦ, τοῦ μέλους καὶ εἰσηγητοῦ ἐν τῷ τμήματι τοῦ Συνεδρίου, τοῦ θεωροῦντος τὰ ἐντάλματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐπέδρασεν ἐπὶ τῆς ἐκδόσεως ἐντάλματος ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἐναντίον πρὸς τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, καὶ τῆς ἐγκρίσεως τούτου ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου, διότι δύσκολον εἶναι νὰ δεχθῇ τις, ὅτι ὑπὸ μὲν τοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου ἤθελεν ἐκδοθῇ ἔνταλμα, καίπερ μὴ ὑπαρχόντων δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἄνευ τῆς ἐπιδράσεως τοῦ εἰσηγητοῦ ἐλεγκτοῦ, τοῦ κάλλιον παντὸς ἄλλου γινώσκοντος τὸν λογιστικὸν νόμον, τὸ δὲ Συνέδριον ἤθελε παρίδει ἔλλειψιν, καθιστῶσαν ἄκυρον ἔνταλμα ἐκ δραχμῶν 1700, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ συναδέλφου, ἀφοῦ γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἀπερρίφθησαν κονδύλια οὐχὶ 1700, ἀλλὰ δύο ἢ τριῶν δραχμῶν διὰ λεμβουχικὰ ἢ ἀχθοφορικὰ, ἐπὶ τῷ λίαν ἄλλως τε δεδικαιολογημένῳ λόγῳ, ὅτι ἡ πληρωμὴ ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον, διότι ἐλλείπουσι τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς πληρωμὴν δικαιολογητικά. Πλὴν τῶν ἀνωτέρω ἐνταλμάτων, ἐξεδόθη τὸ ἐπίσης ἐν τῇ ἐφημερίδι «Καιροί» ἀναφερόμενον ὑπ’ ἀριθ. 1040 τοῦ ἔτους 1898 ἔνταλμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὑπὲρ τοῦ τότε ὑποπλοιάρχου Φ. Κανελλοπούλου διὰ δραχμὰς 1200, ἕνεκα τῶν παρ’ αὐτοῦ γενομένων, κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ταξινομήσεως, ἀντιγραφῆς καὶ τυπογραφικῶν διορθώσεων σηματολογίου, μεταφρασθέντος ἐκ τῆς Δανικῆς γλώσσης ὑπὸ ἐπιτροπῆς, συσταθείσης ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου. Αἱ σχέσεις τοῦ μηνυτοῦ μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξηκολούθουν μέχρι τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου ἐ. ἔ., ὅτε διεκόπησαν, κατὰ τὰς καταθέσεις τῶν μαρτύρων, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἐπετίμησε τὸν πλωτάρχην Φίλιππον Κανελλόπουλον, ὡς ὕπαρχον τοῦ «Ναυάρχου Μιαούλη», ἀπουσιάζοντος τοῦ κυβερνήτου, διὰ τὴν καταστροφὴν ἐπιτραπεζίων σκευῶν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐδέησε, προκειμένου περὶ νέου πλοῦ, ν’ ἀντικατασταθῶσι ταῦτα διὰ νέας δαπάνης, σχετικῶς οὐκ εὐκαταφρονήτου, καὶ διότι ἠρνήθη νὰ ἐγκρίνῃ αἴτησιν ἀδείας τοῦ ἰδίου πλωτάρχου, ὅπως μεταβῇ εἰς Κρήτην, καίπερ, ὡς βεβαιοῖ ὁ Ὑπουργὸς, ἐπανειλημμένως παρεκλήθη πρὸς τοῦτο ὑπὸ τοῦ μηνυτοῦ Ἀλεξ. Κανελλοπούλου. Ὁποιοσδήποτε ὅμως καὶ ἂν ἦναι ὁ λόγος τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων, βέβαιον εἶναι, ὅτι αὕτη ἐγένετο κατὰ μῆνα Ἀπρίλιον, καὶ ὅτι, ἐνῷ ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς τῶν Δοκίμων, ἤτοι ἐπὶ 16 περίπου ἔτη, ἐθεωροῦντο ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου ὡς νομίμως ἐκδιδόμενα ἐντάλματα ὑπὲρ τῶν καθηγητῶν τῆς Σχολῆς, δι’ ὧν ἐπληρώνετο αὐτοῖς, καίπερ εἰς ὀργανικὰς θέσεις τῆς ξηρᾶς διωρισμένοις, μισθὸς κατὰ θάλασσαν ὑπηρεσίας καὶ ναυτικαὶ ἀποδοχαί, τὴν 8 Μαΐου ὁ Γενικὸς Ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας ἐπιστρέφει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τεθεωρημένα τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα τῆς μισθοδοσίας τῶν μηνῶν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου τῶν καθηγητῶν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, ὡς εἶχον ἐκδοθῆ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, συγχρόνως ὅμως συνυποβάλλει καὶ ἀπόσπασμα πρακτικῶν τοῦ Συνεδρίου τῆς 4 Μαΐου, καθ’ ὃ ἡ πληρωμὴ τοῦ μισθοῦ κατὰ θάλασσαν ὑπηρεσίας καὶ ναυτικῶν ἀποδοχῶν εἰς καθηγητὰς τῆς Σχολῆς, κατέχοντας ὀργανικὰς θέσεις, χαρακτηρίζεται ὡς ἀντικειμένη εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ΑΡΝϚʹ νόμου, καὶ καθ’ ὃ θεωροῦνται μὲν παρὰ τοῦ Συνεδρίου τὰ οὕτω παρανόμως ἐκδοθέντα ἐντάλματα διὰ τοὺς δεδουλευμένους μισθοὺς τῶν μηνῶν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου, συγχρόνως ὅμως εἰδοποιεῖται τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι δέον νὰ παύσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὸ ἄτοπον τοῦτο, «διότι τὸ Συνέδριον δὲν δύναται, εὑρισκόμενον ἀπέναντι παρερμηνείας νόμου, νὰ μὴ ἀρνηθῇ τὴν θεώρησιν παρομοίων ἐνταλμάτων».— Ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ ἁρμοδίου τμήματος τοῦ Συνεδρίου παρατίθεται ἐνταῦθα, οὐχὶ διότι διὰ ταύτης πιστοποιεῖται, ὅτι, καίτοι τὸ Συνέδριον ἀναγνωρίζει, ὅτι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐξεδόθησαν ἐντάλματα παρὰ τὸν νόμον, οὐχ ἧττον θεωρεῖ ταῦτα, ἢ διότι μετέβαλε νομολογίαν κρατοῦσαν ἐπὶ δεκαεξαετίαν, καθόσον ταῦτα δὲν ὑπόκεινται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Συμβουλίου τούτου, ἀλλ’ ἵνα βεβαιωθῇ, ὅτι ἡ ἐπὶ δεκαεξαετίαν γινομένη παρερμηνεία τῶν νόμων, καὶ ἡ μετὰ ταῦτα ὀρθὴ, κατὰ τὸ Συνέδριον, ἑρμηνεία τούτων συμπίπτει ἀκριβῶς ἀμέσως μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων τοῦ εἰσηγητοῦ ἐλεγκτοῦ κ. Κανελλοπούλου, ὅπερ ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα πρὸς σχηματισμὸν πεποιθήσεως περὶ τῆς δολίας προαιρέσεως καὶ τῆς ἀληθείας τῶν δημοσιευθέντων ἐν σχέσει πρὸς τὸν μηνύοντα, διότι ἡ σύμπτωσις αὕτη τῆς μεταβολῆς νομολογίας κρατούσης ἐπὶ δεκαεξαετίαν, τῇ 4 Μαΐου, ἤτοι ἀμέσως μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων τοῦ μηνυτοῦ, δύναται εὐλόγως, φρονῶ, νὰ ἐξηγηθῇ ὅπως ἐξηγήθη ὑπὸ τοῦ μηνυομένου Ὑπουργοῦ. Καὶ ὡς ὀρθὴ ἂν θεωρηθῇ ἡ νεωτέρα νομολογία, ἕνεκα τῆς συμπτώσεως ταύτης δικαιοῦταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ἢ ὅτι ἐπὶ μακρὸν χρόνον τυπικῶς καὶ ἄνευ μελέτης τοῦ ΑΡΝϚʹ νόμου ἐθεωροῦντο τὰ ἐντάλματα, καὶ ὅτι μόνον ἕνεκα τῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἀντιπαθείας προεκλήθη ἡ ἐμβριθεστέρα μελέτη τούτου, ἢ ὅτι ἦτο μὲν γνωστὴ καὶ πρότερον ἡ ἀληθὴς τοῦ νόμου ἔννοια, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ τούτου ἐγένετο μόνον μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων τοῦ εἰσηγητοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον.—Μετὰ τὴν ἀνωτέρω δήλωσιν τοῦ τμήματος τοῦ Συνεδρίου, πράγματι τὸ τμῆμα τοῦτο διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 591 τῆς 30 Μαΐου ἀποφάσεώς του, εἰσηγουμένου τοῦ ἐλεγκτοῦ Α. Κανελλοπούλου, ἠρνήθη τὴν θεώρησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1963 χρήσεως τοῦ 1901 χρηματικοῦ ἐντάλματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀφορῶντος τὸν προσωπάρχην τοῦ Ὑπουργείου Πέτρον Γκίνην, τὸν πλωτάρχην Δημήτριον Ἠπίτην καὶ τὸν ἀνθυποφροντιστὴν Μαυρουδῆν. Ἐνῷ ἐν ἔτει 1899 ἐθεωρήθησαν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τὰ ὑπ’ ἀριθ. 2872 καὶ 7864 ἐντάλματα χρήσεως 1899, ἐκ φράγκων χρυσῶν 8,500, ὑπὲρ τοῦ πλοιάρχου Θεοχ. Θεοχάρη, κυβερνήτου τοῦ εὐδρόμου «Ναυάρχου Μιαούλη» δι’ ἔξοδα παραστάσεως διὰ τὸν πρῶτον ὑπερωκεάνειον πλοῦν, καὶ ὑπὲρ τοῦ ὑποναυάρχου Δ. Κριεζῆ τὰ ὑπ’ ἀριθ. 7565 καὶ 7666 ἐντάλματα ἐκ 4½ χιλιάδων φράγκων χρυσῶν, ὡς ἔξοδα παραστάσεως ἕνεκα τῆς μεταβάσεως τῶν θωρηκτῶν εἰς Μασσαλίαν διὰ τὰς ἐκεῖ τελεσθείσας ἑορτάς, ἐν ἔτει 1900 ὁμοίως ὑπὲρ τοῦ ἀντιπλοιάρχου Λ. Κουντουριώτου φρ. χρ. 6,000 διὰ τὸν δεύτερον ὑπερωκεάνειον πλοῦν τοῦ αὐτοῦ πλοίου «Ναυάρχου Μιαούλη», καὶ τέλος ἐν ἔτει 1901 ἕτερον (ὑπ’ ἀριθ. 1059) ἔνταλμα ἐκ φρ. χρ. 6,000 δι’ ἔξοδα παραστάσεως διὰ τὸν τρίτον ὑπερωκεάνειον πλοῦν τοῦ αὐτοῦ πλοίου· ἐνῷ οὕτω πάντα τὰ ἀνωτέρω ἐντάλματα ἐθεωρήθησαν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως, μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων τοῦ μηνυτοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἴσως δὲ καὶ διότι ἐζητήθη παρὰ τούτου ἡ πειθαρχικὴ τιμωρία τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι, ἐνῷ ἀνεγνώριζον τὸ παράνομον τῶν ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν καθηγητῶν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, οὐχ ἧττον ἐθεώρησαν ταῦτα, ἐκρατήθη ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ ἐπὶ δέκα ἡμέρας τὸ ἔνταλμα τοῦ Ὑπουργείου δι’ ἔξοδα παραστάσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Μοίρας τῶν Θωρηκτῶν, τῆς μεταβαινούσης εἰς τὰ τουρκικὰ παράλια, καίτοι ὑπάρχοντος ἀναγεγραμμένου κονδυλίου δι’ ἔξοδα παραστάσεως τῶν κυβερνητῶν τῶν πλοίων, τῶν μεταβαινόντων εἰς τὸ ἐξωτερικόν, κατωρθώθη δὲ ἡ θεώρησίς του μόνον τῇ ἐπεμβάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, διότι ἐκινδύνευεν οὕτω νὰ ματαιωθῇ ὁ πλοῦς τῆς Μοίρας, διότι, ὡς εἰκός, ἀδύνατον ἦτο νὰ ἐπιχειρηθῇ τοιοῦτος πλοῦς ἄνευ ἐξόδων παραστάσεως. Ἐπίσης τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἠρνήθη τὴν θεώρησιν τοῦ ἐντάλματος ἐκ φράγκων χρυσῶν 840 διὰ τὸν τάφον καὶ τὸ τελεσθὲν μνημόσυνον τοῦ ἐθνικοῦ εὐεργέτου Βασσάνη, κληροδοτήσαντος εἰς τὸ Ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος περὶ τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, καὶ ἐκ δρ. 445 διὰ τὸν κατατεθέντα στέφανον ἐπὶ τοῦ νεκροῦ τοῦ ναυάρχου Χάϋδεν, τοῦ τελευταίου ἐκ τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὴν ναυμαχίαν τοῦ Ναυαρίνου, ἡ δὲ μὴ θεώρησις ἐγένετο ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη εἰδικὴ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐξέδοτο τῇ 28 Αὐγούστου ἐ. ἔ. τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3711 ἔνταλμα ὑπὲρ τοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου τοῦ θωρηκτοῦ «Σπέτσαι» ἐκ δραχμῶν 837 καὶ 12/00 δι’ ἔξοδα τραπέζης ἀξιωματικῶν τοῦ μηνὸς Ἰουνίου. Ἐν ταῖς ὑποβληθείσαις καταστάσεσιν αἱ στῆλαι αἱ συνταχθεῖσαι εἰς τὸ ὄνομα τοῦ σημαιοφόρου Νικολάου Πασπάτη, ὅστις εἰς τὰς μεταβολὰς σημειοῦται, ὅτι «διετάχθη νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον», προσετέθησαν δι’ ἄλλης μελάνης καὶ κατὰ τρόπον καταφανῆ τὰ ἔξοδα τραπέζης καὶ τούτου, ἅτινα ἀρχικῶς εἶχον παραλειφθῆ, μεταβληθέντων συγχρόνως, ὡς ἦν ἑπόμενον, κατὰ τὸν αὐτὸν ἐπίσης καταφανῆ τρόπον καὶ τῶν ὁλικῶν ἀθροισμάτων, ἀναβιβασθέντος δ’ οὕτω τοῦ πληρωτέου ποσοῦ κατὰ δραχμὰς 57 καὶ 60/00, ὅπερ ἀπετέλει τὰ πληρωτέα ἔξοδα τραπέζης τοῦ σημαιοφόρου Πασπάτη, ὅπερ ἐγράφη καὶ ὁλογράφως δι’ ἐρυθρᾶς μελάνης καὶ ὑπεγράφη ὑπὸ τοῦ διευθύνοντος τὸ λογιστικὸν τμῆμα φροντιστοῦ Ε. Χατζημιχάλη. Πᾶς, ὅστις ἤθελε λάβει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὴν στήλην σημαιοφόρου ἐγένετο ἡ προσθήκη ἐξόδων τραπέζης, ὅτι δὲν ἀπεσβέσθη ἡ εἰς τὴν στήλην τῶν μεταβολῶν παρατήρησις, ὅτι ὁ σημαιοφόρος οὗτος «διετάχθη νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον», καὶ ἑπομένως δὲν ὑπηρέτησεν εἰς τὸ πλοῖον, ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη ἐγένετο κατὰ τρόπον καταφανῆ, καὶ ὅτι τὸ ὁλικὸν πληρωτέον ποσὸν ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ λογιστικοῦ τμήματος, ἠδύνατο νὰ προεικάσῃ, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀλλοιώσεως δολίᾳ προαιρέσει γενομένης, ἀλλὰ περὶ καλῇ τῇ πίστει διορθώσεως τῶν καταστάσεων, καὶ ἤθελε ζητήσει περὶ τούτου πληροφορίας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, παρ’ οὗ ἤθελε πληροφορηθῆ, ὅτι τὸ μὲν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον τοῦ θωρηκτοῦ «Σπέτσαι» ἐφρόνει, ὅτι ὁ Πασπάτης, κληθεὶς δι’ ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ἐδικαιοῦτο εἰς ἔξοδα τραπέζης, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀνέγραψε ταῦτα εἰς τὰς καταστάσεις, ἐνῷ τὸ τμῆμα ἐξελέγξεως, ἔχον ἀντίθετον γνώμην, δὲν συνεφώνησε, καὶ νομίζον, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει οἱ σημαιοφόροι κατ’ ἐξαίρεσιν λαμβάνουσι πάντοτε ἀποδοχὰς θαλάσσης, ἐνετείλατο τὴν κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦτο διόρθωσιν τῶν καταστάσεων, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, ἤτοι τὴν προσθήκην εἰς τὴν στήλην τοῦ σημαιοφόρου Πασπάτη καὶ τῶν ἐξόδων τραπέζης, ἀναβιβασθέντος συγχρόνως οὕτω καὶ τοῦ συνόλου τοῦ πληρωτέου ποσοῦ κατὰ 57 καὶ 60/00, ἤτοι εἰς δραχμὰς 837 καὶ 12/00 ἀντὶ τῶν δραχμῶν 780, εἰς ἃς ἀνήρχετο τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸ τῆς διορθώσεως. Ἀντὶ ὅμως οὕτω δι’ ἁπλῆς συνεννοήσεως νὰ ἀρθῶσιν αἱ ἀμφιβολίαι, ζητουμένων πληροφοριῶν παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, προετιμήθη, τῇ εἰσηγήσει τοῦ Κανελλοπούλου, αἱ πληροφορίαι αὗται νὰ δοθῶσι μετὰ τὴν ἀποστολὴν εἰς Κέρκυραν ἐκτάκτου ἐπιτρόπου τοῦ Συνεδρίου, πρὸς ἐξέλεγξιν τοῦ ταμείου τοῦ στόλου ἐν πλῷ εὑρισκομένου, ὅστις τηλεγραφικῶς ἀναγγέλλει, ὅτι ἡ ἀλλοίωσις εἰς τὰς καταστάσεις ἐγένετο μετὰ τὴν ὑποβολὴν τούτων ὑπὸ τοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τούτων χαρακτηρίζεται ἡ πρᾶξις ὡς πλαστογραφία (ὅρα σχετ. πρακτ.), καὶ λαμβάνεται ἡ ἀπόφασις, ὅπως τὸ ἔγκλημα καταγγελθῇ πρὸς τὰ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργεῖα, εἰδοποιουμένου συγχρόνως καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ δοθῇ ἐκ τούτου «ἀφορμὴ πρὸς χορηγίαν πασῶν τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ παράσχῃ», δοθείσης οὕτως ἀφορμῆς πρὸς δυσφήμησιν διὰ τοῦ Τύπου τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας, ἐνῷ, ἐὰν, ὡς εἴρηται, πρὸ πάσης ἐνεργείας ἐζητοῦντο αἱ πληροφορίαι αὗται, ὅπως ἐπρότεινεν ὁ ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἓν τῶν μελῶν τούτου, ἣν πρότασιν ἀντέκρουσεν ὁ εἰσηγητὴς Κανελλόπουλος, ἤθελεν ἀνακαλυφθῆ, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀλλοιώσεως, μὴ ἐκ δολίας προαιρέσεως γενομένης, καὶ ἤθελεν ἁπλῶς ἀποφανθῆ τὸ Συνέδριον, ἂν ἦτο σύμφωνος ἢ οὒ πρὸς τὸν νόμον ἡ κατὰ παραγγελίαν τοῦ τμήματος τῆς ἐξελέγξεως γενομένη προσθήκη τῶν ἐξόδων τραπέζης τοῦ σημαιοφόρου Πασπάτη. Ἐπειδὴ κατὰ τὰ ἐκτεθέντα οὐδεμία προέκυψεν ἔνδειξις πρὸς ὑποστήριξιν κατηγορίας κατὰ τοῦ μηνυομένου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ Βασ. Βουδούρη διὰ τὰ ἐν τῷ εἰρημένῳ φύλλῳ τῆς ἐφημερίδος «Καιροὶ» δημοσιευθέντα, καὶ δι’ ἃ κατηγγέλθη ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτοῦ τοῦ Συνεδρίου Ἀλεξ. Κανελλοπούλου. Διὰ ταῦτα προτείνω ν’ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον τοῦτο, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ κατηγορία κατὰ τοῦ Βασιλείου Βουδούρη, Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, διὰ τὰ ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 4579 τῆς 28 Σεπτεμβρίου 1901 φύλλῳ τῆς ἐνταῦθα ἐκδιδομένης ἐφημερίδος «Καιροὶ» δημοσιευθέντα ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Τὸ σκάνδαλον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου... Τὰ ἐντάλματα τοῦ κ. Κανελλοπούλου», καὶ δι’ ἃ κατηγγέλθη ὑπὸ τοῦ Ἀλεξ. Κανελλοπούλου διὰ τῆς πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν ἐγχειρισθείσης ἐγκλήσεως τῇ 30 Σεπτεμβρίου 1901.» Ἀκοῦσαν αὐτοῦ καὶ προφορικῶς ἀναπτύξαντος τὴν ἄνω πρότασίν του, καὶ ἀποχωρήσαντος τοῦ Συμβουλίου. Ἰδὸν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ σκεφθὲν κατὰ τὸν νόμον. Ἐπειδὴ ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως ἐπὶ τῶν περὶ ὧν πρόκειται πράξεων προκύπτουσι τὰ ἑξῆς: Ὁ Ἀλεξ. Κανελλόπουλος, ἐλεγκτὴς ὢν ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, καὶ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ὑπὸ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Συνεδρίου τεταγμένος τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διετέλει ὡς ἐκ τῆς τοιαύτης φύσεως τῆς ὑπηρεσίας του ἐν οἰκειότητι μετὰ τῶν ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ἥτις ἀπέβη στενωτέρα, διότι συνέπιπτε νὰ ἦναι ἀδελφὸς μὲν τοῦ ἀποβιώσαντος ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τοῦ ναυτικοῦ Ἠλία Κανελλοπούλου, πατὴρ δὲ δύο ἑτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ αὐτοῦ κλάδου. Ἡ τοιαύτη σχέσις, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὁ μηνυτὴς ἐσύχναζε τακτικῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τρόπου οἰκειοτάτου, ἔπαυσε κατὰ τὸν Ἀπρίλιον ἐ. ἔ., ὅτε ἔλαβον χώραν δύο γεγονότα, ἅπερ διέθεσαν δυσαρέστως τὸν μηνυτήν. Τὰ γεγονότα ταῦτα εἶναι τὰ ἑξῆς: Αʹ) Ὁ υἱὸς τοῦ μηνυτοῦ Φίλιππος Κανελλόπουλος κατὰ τὴν ἀνωτέρω ἐποχὴν ᾐτήσατο ἄδειαν, ἵνα μεταβῇ εἰς Κρήτην, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ἀπέρριψε τὴν αἴτησιν ταύτην. Βʹ) Τὸν υἱὸν τοῦ μηνυτοῦ, ὕπαρχον ὄντα ἐν τῷ εὐδρόμῳ «Ναύαρχος Μιαούλης», ἐπέπληξεν ὁ Ὑπουργός, διότι τὰ σκεύη τοῦ πλοίου ἔλειψαν ἢ ἐφθάρησαν, καὶ ἐζητήθη νέα πίστωσις δι’ αὐτά. Ἀπὸ τῆς διακοπῆς ὅμως τῶν σχέσεων, ὡς ἄρτι εἴρηται, ἐπῆλθε μεταβολὴ εἰς τὴν νομολογίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, προαγγελθεῖσα τῷ Ὑπουργῷ διὰ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, συνεπείᾳ τῶν ἀποφασισθέντων διὰ τοῦ ἀπὸ 4 Μαΐου ἐ. ἔ. πρακτικοῦ τοῦ Συνεδρίου, ἐν ᾧ δηλοῦται, ὅτι ἐναντίον τοῦ νόμου μέχρι τοῦδε τὸ Συνέδριον ἐνέκρινεν ἐντάλματα, δι’ ὧν παρείχετο εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῇ Ναυτικῇ Σχολῇ, μισθὸς θαλασσίας ὑπηρεσίας, δαπάναι τραπέζης καὶ ναυτικαὶ ἀποδοχαί· καὶ ὅτι ἐγκρίνει μὲν καὶ ἤδη τοιαύτας δαπάνας διὰ τοὺς μῆνας Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον, ἀλλὰ συνάμα ἀνακοινοῖ, ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θέλει θεωρήσει παρόμοια ἐντάλματα (ὅρα πρακτικὸν Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τῆς 27 συνεδριάσεως ἀπὸ 4 Μαΐου 1901). Ἕνεκα δὲ τούτου δὲν ἐνεκρίθησαν ἐντάλματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐκδοθέντα μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην, ὁρῶντα εἰς παροχὰς (ὡς πρότερον παρείχοντο) εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῇ Ναυτικῇ Σχολῇ. Πλὴν δὲ τούτων, ἐνῷ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον διὰ τοὺς μέχρι τοῦδε ἐξωτερικοὺς πλόας ἐνέκρινε τὰ ἐντάλματα τὰ ἀφορῶντα εἰς χρηματικὰς καταβολὰς λόγῳ ἐξόδων παραστάσεως, μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν ὡς εἴρηται σχέσεων κατεκρατήθη τὸ ἔνταλμα ἐξόδων παραστάσεως ἐπὶ 10 ἡμέρας, προκειμένου νὰ μεταβῇ ἡ θωρηκτὴ Μοῖρα εἰς τὴν Ἀνατολὴν, καίτοι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἶναι ἀναγεγραμμένον κονδύλιον ἐξόδων παραστάσεως τῶν κυβερνητῶν τῶν πλοίων, τῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν μεταβαινόντων. Ἀλλ’ αἱ διχογνωμίαι αὗται περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων μετὰ τὴν ὡς εἴρηται ἐποχὴν κατέληξαν εἰς καταδιωκτικὸν μέτρον ἐναντίον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ ἑπομένου περιστατικοῦ. Ἐν ἐφημερίδι τινὶ ἀνεγράφη, μὴ ἀναφερομένης κατὰ ποσὸν τῆς βλάβης, ἥτις συνίστατο εἰς δραχμὰς 57 καὶ 60/00, ὅτι μεγάλη πλαστογραφία ἀνεκαλύφθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν συνεπείᾳ ἐξελέγξεως ἐνεργηθείσης ὑπὸ ὑπαλλήλου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὡς ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως ταύτης πρὸς τὸ κοινὸν, ἠναγκάσθη ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐρευνήσῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἐὰν ὄντως τοιοῦτον ἔγκλημα διεπράχθη ἐν αὐτῷ· τῆς ἐρεύνης δὲ ταύτης ἀποτέλεσμα ἦτο, ὅτι τοιαύτη πρᾶξις δὲν ἔλαβε χώραν, διότι ἰδοὺ τί ἀληθῶς συνέβη. Ἐκ τοῦ θωρηκτοῦ «Σπέτσαι» ἀπεστάλη κατάστασις τῶν ἐξόδων τραπέζης τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ θωρηκτοῦ τούτου, ὑπογεγραμμένη παρὰ τοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου τοῦ πλοίου. Ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ φέρονται τὰ ὀνόματα τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ πλοίῳ, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦν καὶ τὸ ὄνομα τοῦ σημαιοφόρου Ν. Πασπάτη. Ὁμοία κατάστασις, κατὰ τὰ τεταγμένα, ἀπεστάλη καὶ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ὁ σημαιοφόρος Πασπάτης εἶχε διαταχθῆ νὰ παρουσιασθῇ δι’ ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Τὸ Οἰκονομικὸν ὅμως Συμβούλιον τοῦ θωρηκτοῦ «Σπέτσαι» ἐφρόνει, ὅτι ὁ Πασπάτης, κληθεὶς δι’ ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ἐδικαιοῦτο εἰς ἔξοδα τραπέζης, ἀνερχόμενα εἰς τὸ ὡς εἴρηται χρηματικὸν ποσὸν τῶν δραχ. 57,60 συνεπῶς δὲ εἰς τὴν στήλην τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου δὲν ἀνεγράφη τὸ ποσὸν τοῦτο. Γενομένης δὲ τῆς ἀθροίσεως τοῦ ποσοῦ, ἐκτὸς, ἐννοεῖται, τῶν δραχμῶν 57,60, τῶν ἀνηκουσῶν τῷ Πασπάτῃ, ἡ ὅλη κατάστασις ἔφερε ποσὸν τραπέζης ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν δραχμῶν 780. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου (τμῆμα ἐξελέγξεως) δὲν συνεφώνει πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου τῶν «Σπετσῶν», καὶ διὰ τοῦτο ἐπέστρεψε τὴν κατάστασιν, καίπερ δυναμένη οἴκοθεν νὰ κάμῃ τὴν προσθήκην, μὲ τὴν παραγγελίαν, ἵνα τὸ Οἰκονομικὸν Συμβούλιον διορθώσῃ τὴν κατάστασιν διὰ προσθήκης δραχμῶν 57,60 ὑπὲρ τοῦ σημαιοφόρου Πασπάτη, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Οὕτω δὲ ἡ προσθήκη αὕτη μετέβαλε τὸ ἀρχικὸν ἄθροισμα ἀπὸ 780 δραχμῶν εἰς 837 καὶ 12/00. Τούτων γενομένων τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, εἰσηγουμένου τοῦ μηνυτοῦ, ἀπεφήνατο, ὅτι ἔλαβε χώραν πλαστογραφία, καὶ ἐν τῷ ἅμα πέμπει κατεπειγόντως εἰς Κέρκυραν, πρὸ τῆς ἀκριβεστέρας ἐρεύνης τῶν πραγμάτων, ἕνα τῶν λογιστῶν τοῦ Συνεδρίου, ἄνευ προειδοποιήσεώς τινος πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα ἐλέγξῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ θωρηκτοῦ «Σπέτσαι», συνέρχεται δὲ πρὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως καὶ πρὸ τῆς ἐπανόδου τοῦ ὑπαλλήλου τούτου ἐκτάκτως ἐν ὁλομελείᾳ, καὶ ἀντιλεγόντων τοῦ ἀντιπροέδρου Κετσέα καὶ τοῦ ἐλεγκτοῦ Ψάρου, οἵτινες εἶχον τὴν γνώμην τῆς ἀναβολῆς μέχρι τῆς προσηκούσης βεβαιώσεως τῆς πλαστογραφίας, ἐκδίδει ἀπόφασιν, δι’ ἧς ἀναβάλλει τὴν θεώρησιν τοῦ σχετικοῦ ἐντάλματος, καὶ ἀνατίθησιν εἰς τὸν Β. Ἐπίτροπον νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὸ ἄρθρον 23 τοῦ καταστατικοῦ νόμου, ἤτοι πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ποινικῆς καταδιώξεως τοῦ ἐργάτου ἐνώπιον τοῦ Ποινικοῦ Δικαστηρίου. Αἱ τοιαῦται πράξεις καὶ ἐνέργειαι τοῦ Συνεδρίου, γνωσταὶ, ὡς εἴρηται, γενόμεναι εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, καὶ δι’ αὐτῆς εἰς τὸ κοινὸν, ἠνάγκασαν, μετὰ τὴν ἔρευναν τῶν πραγμάτων, τὸν Ὑπουργὸν νὰ διαψεύσῃ τὰ διὰ τῆς ἐφημερίδος δημοσιευθέντα διὰ τῶν ἐν τῷ φύλλῳ τῆς ἐφημερίδος «Καιροὶ» τῆς 28 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ἀναφερομένων. Ἕνεκα δὲ τοῦ δημοσιεύματος τούτου τῶν «Καιρῶν» ὁ μηνυτὴς ἐνόμισεν, ὅτι ἐσυκοφαντήθη καὶ ὑβρίσθη, δι’ ὃ ἤγειρε τὴν προκειμένην κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ μήνυσιν. Ἐπειδὴ ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν προεκτεθέντων γεγονότων, συνδυαζομένων πρὸς τὸ περιεχόμενον τοῦ κατηγορουμένου δημοσιεύματος καὶ πρὸς τὸ περιεχόμενον τοῦ πρὸς τὸ Συμβούλιον ὑποβληθέντος ὑπομνήματος τοῦ μηνυτοῦ, ὅπερ κατέστησε καὶ περιττὴν τὴν ἰδιαιτέραν ἐξέτασιν αὐτοῦ, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου δὲν προκύπτουσιν ἐνδείξεις, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς διὰ τῶν ἐν τοῖς «Καιροῖς» γραφέντων ἐσυκοφάντησε τὸν μηνυτήν, καθόσον εἰς τοῦτον δὲν προσῆψεν, ὡς ἀπαιτεῖ τὸ ἄρθρον 28 τοῦ περὶ ἐξυβρίσεως νόμου, ὡρισμένην ἀξιόποινον πρᾶξιν, ἥτις, ἐὰν ἠλήθευεν, ἤθελεν ἐκθέσει τὸν μηνυτὴν εἰς ἀνάκρισιν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι εἰς τὸ κατηγορούμενον δημοσίευμα τοῦ Ὑπουργοῦ ἀναφέρεται, ὅτι ὁ μηνυτὴς διὰ πώλησιν βιβλίου ἔλαβε διὰ δύο ἐνταλμάτων τοῦ 1895 ὑπ’ ἀριθ. 1040 καὶ 2723 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τὸ ποσὸν 5000 δραχμῶν, καὶ ὁ υἱός του ὑποπλοίαρχος διὰ τὴν διόρθωσιν ἑνὸς βιβλίου διὰ τὰ σήματα, ἀλλὰ τὸ περιστατικὸν τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ συκοφαντίαν, διότι ἡ λῆψις αὕτη τῶν χρημάτων, γενομένη παρὰ τοῦ μηνυτοῦ καὶ τοῦ υἱοῦ, ὡς ἰδιωτῶν, συνεπείᾳ ἐνταλμάτων παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐκδεδομένων, δὲν ἀποτελεῖ ἀξιόποινον πρᾶξιν, καὶ ἀληθής ἐστὶν, ἀποδεικνυομένη ἐκ τῶν προσαγομένων ἐνταλμάτων καὶ τῆς ὁμολογίας αὐτῆς τοῦ μηνυτοῦ. Ὅθεν δέον κατὰ τοῦτο τὸ Συμβούλιον ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ συκοφαντίᾳ τοῦ μηνυτοῦ. Ἐπειδὴ ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν αὐτῶν, ὡς εἴρηται, γεγονότων, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ κατηγορούμενον ἄρθρον καὶ τὸ ὑπόμνημα τοῦ μηνυτοῦ, ἀποδεικνύεται, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου, ὅτι ὁ Ὑπουργός, ἀνακοινώσας ὅσα ἐν τοῖς «Καιροῖς» ἀνεγράφησαν, οὐδεμίαν πρόθεσιν εἶχε νὰ ἐξυβρίσῃ τὸν μηνυτήν, ἀλλὰ δημοσίως καὶ ἐξ ἐπιβεβλημένου ἀτομικοῦ καὶ δημοσίου ἠθικοῦ καθήκοντος νὰ διαψεύσῃ τὰ ἀναγραφέντα ἐν τῷ Τύπῳ περὶ πλαστογραφίας γενομένης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ διασκεδάσεως πάσης κακοβούλου διαδόσεως. Τὴν διάψευσιν δὲ ταύτην ὁ Ὑπουργὸς εὐλόγως δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ δι’ ἁπλῆς ἀρνήσεως καὶ ῥημάτων κενῶν, ἀλλ’ ἐρειδόμενος ἐπὶ ὡρισμένων ὑπαρκτῶν γεγονότων, ἀνακοινῶν τουτέστιν εἰς τὸ κοινὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ἀληθὲς καὶ κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου τούτου, ὅτι δηλ. οὐδὲ ἴχνος ὑφίσταται πλαστογραφίας. Ἐὰν δὲ τέλος ὁ Ὑπουργὸς ἀνεκοίνωσε ταῦτα διὰ τῶν «Καιρῶν» διὰ τόνου καὶ φράσεων ἐκδηλουσῶν τὴν εὔλογον αὐτοῦ ἀγανάκτησιν, δὲν δύναται νὰ ἐξαχθῇ ἐντεῦθεν πρόθεσις ἐξυβρίσεως. Τούτων ἄρα οὕτως ἐχόντων, δέον νὰ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξύβρισιν. Διὰ ταῦτα ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν Βασιλείου Βουδούρη ἐπὶ ταῖς πράξεσι ταῖς ἀποδιδομέναις αὐτῷ διὰ τῆς ἀπὸ 29 Σεπτεμβρίου 1901 μηνύσεως τοῦ Ἀλεξ. Κανελλοπούλου, ἐλεγκτοῦ παρὰ τῷ Συνεδρίῳ. Ἐκρίθη καὶ ἀπεφασίσθη ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Νοεμβρίου 1901, καὶ ἐξεδόθη τῇ 6 Νοεμβρίου 1901 αὐτόθι. Οἱ δικασταί.» (Ἕπονται αἱ ὑπογραφαί). Ἐπανῆλθε, Κύριοι, ἐκ Κερκύρας ὁ ἀποσταλεὶς ἔκτακτος ἀπεσταλμένος, κυνηγῶν τὰ θωρηκτὰ εἰς τὴν Κέρκυραν διὰ νὰ ἀποκαλύψῃ τὰς φοβερὰς καταχρήσεις καὶ πλαστογραφίας τῶν 57 δραχμῶν καὶ 60 λεπτῶν! Ἠξεύρετε, ὅτι εἰς τὰς ὁδοὺς ἐπί τινας ἡμέρας ἐφωνάζετο αὐτὸ τὸ 57 καὶ 60· τὸ ἐπῆραν πλέον εἰς τὸ ἀστεῖον! Συνέρχεται τὸ Συνέδριον, ἐπιμένει ὁ ἀντιπρόεδρος τοῦ Συνεδρίου κ. Κετσέας νὰ πέμψουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, πρὶν ἢ ἐκδώσουν ἀπόφασιν, καὶ νὰ ζητήσουν πληροφορίας, τί συμβαίνει. Ἐπιμένει ὅμως καὶ ὁ κ. εἰσηγητής, ὅτι εἶναι φοβερὰ ἡ πλαστογραφία (!) καὶ δὲν πρέπει νὰ ζητηθῇ καμμία πληροφορία, καὶ ἐκδίδεται οὕτως ἡ ἀπόφασις, καὶ διαβιβάζεται εἰς τὸν τότε διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης κ. Ρωμᾶνον, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις. Ἀλλ’ ὁ κ. Ρωμᾶνος ἐπιστρέφει τὸ ἔγγραφον εἰς τὸ Συνέδριον, λέγων ὅτι «τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἔχει ἰδιαιτέραν δικαιοδοσίαν, καὶ νὰ ἀπευθυνθῆτε πρὸς αὐτό». Καὶ τότε ἐγὼ ἐτόλμησα νὰ ῥίψω εἰς τὰ ἀρχεῖα τὸ ἔγγραφον τῶν κυρίων αὐτῶν. Καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν μὲ ἐδικαίωσε. Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, τὸ εὔδρομον «Ναύαρχος Μιαούλης» ἐξετέλεσε κατὰ τὸ 1899 τὸν ἐνιαύσιον πλοῦν μέχρι Σουηδίας καὶ Νορβηγίας, τὸ 1900 τὸν πλοῦν μέχρι Νέας Ὑόρκης καὶ Βοστώνης, τὸ δὲ 1901 τὸν πλοῦν μέχρις Ἀμερικῆς καὶ ἐκεῖθεν μέχρις Ἀγγλίας. Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς μοὶ ὑπέδειξεν, ὅτι πρέπει νὰ τοποθετηθοῦν ἐντὸς τοῦ πλοίου αὐτοῦ ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότεροι ἀξιωματικοί, καὶ ἰδίως σημαιοφόροι, ἀφοῦ πρῶτον ἐξετασθῇ ὁ χῶρος τοῦ πλοίου. Εἰς τὴν πρῴραν τοῦ πλοίου ἐκάμαμεν ἓν διαμέρισμα διὰ τοὺς σημαιοφόρους, διότι ἐλάβομεν τὸ μέτρον, οἱ σημαιοφόροι, οἱ ἐξερχόμενοι τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, νὰ ἐπιβαίνουν τοῦ πλοίου διὰ νὰ κάμνουν αὐτὸν τὸν πλοῦν. Εἰς τὸν πρῶτον πλοῦν ἐτοποθετήθησαν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, καὶ οὐχὶ διὰ ὑπουργικῆς διαταγῆς, ἐν ὅλῳ 32 ἀξιωματικοί, ἐξ ὧν 12 σημαιοφόροι. Τὸ 1899, ὅτε αἱ φιλικαὶ σχέσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸ Συνέδριον ἦσαν ὁμαλαί, τὰ ἐντάλματα τοῦ πλοίου ἐθεωρήθησαν ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως. Κατὰ τὸ 1900 ἐγένετο δεύτερος πλοῦς, καὶ ἐτοποθετήθησαν ἐπὶ τοῦ πλοίου 26 ἀξιωματικοί. Τὰ ἐντάλματα τοῦ πλοίου ἐστάλησαν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἐθεωρήθησαν ἄνευ οὐδεμιᾶς παρατηρήσεως. Κατὰ τὸ 1901 ὁ Ὑπουργὸς ἦτο πλέον δυσάρεστος εἰς τοὺς κυρίους ἐλεγκτὰς τοῦ Συνεδρίου. Στέλλω τὰ ἐντάλματα πρὸς θεώρησιν, καὶ τὸ Συνέδριον ἀρνεῖται νὰ τὰ θεωρήσῃ, λόγῳ ὅτι ἐτοποθετήθησαν εἰς τὸ πλοῖον ἀξιωματικοὶ πλειότεροι τῶν ὁριζομένων ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ πλοίου. Εἰς ἀπάντησιν τοὺς πληροφορῶ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐτοποθετήθησαν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἐὰν δὲ κακῶς ἐτοποθετήθησαν οἱ 23 ἀξιωματικοί, οἵτινες ἦσαν εἰς τὸν τρίτον πλοῦν, διατὶ δὲν ἐτοποθετήθησαν κακῶς καὶ κατὰ τὸν παρελθόντα πλοῦν, ὅτε ἦσαν 26, καὶ κατὰ τὸν προπαρελθόντα, ὅτε ἦσαν 32; «Διατὶ τότε ἐνεκρίνατε τὰ ἐντάλματα, καὶ σήμερον δὲν τὰ ἐγκρίνετε;» Τέλος πάντων ἐγένετο μεγάλη ἀλληλογραφία, καὶ ἐπὶ τέλους, τῇ ἐπεμβάσει τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπεχρεώθησαν αὐτοὶ καὶ ὑπέγραψαν τὰ ἐντάλματα. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1901, τὸν παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντα, ἄρθρ. 1–4 τοῦ κεφαλαίου 10 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀναγράφεται ὁμοίως δι’ ἔξοδα παραστάσεως τῶν κυβερνητῶν τῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀποστελλομένων πλοίων ποσὸν εἰς χρυσὸν 10,000 φράγκων. Τὸ ποσὸν αὐτό, Κύριοι, ἀναγράφεται τακτικῶς εἰς ὅλους τοὺς προϋπολογισμούς. Κατὰ τὸ ἔτος 1899 τὸ εὔδρομον «Ναύαρχος Μιαούλης» ἔκαμε τὸν πρῶτον πλοῦν. Ἐδόθησαν τότε εἰς τὸν κυβερνήτην τοῦ πλοίου κ. Θεοχάρην 6,000 φράγκα δι’ ἔξοδα παραστάσεως. Τὸ πλοῖον ἐπρόκειτο νὰ μεταβῇ εἰς πλουσιωτάτους λιμένας, θὰ ἐδέχετο δὲ ἀπείρους περιποιήσεις· ὤφειλε λοιπὸν ὁ κυβερνήτης νὰ ἔχῃ τὸ ἀπαιτούμενον χρηματικὸν ποσὸν, ἵνα δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς περιποιήσεις ταύτας. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐνέκρινε τὰ ἐντάλματα, καὶ δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ τὰ ἐγκρίνῃ, διότι ἦσαν ἐκδεδομένα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1899 ἐστάλησαν τὰ θωρηκτὰ εἰς τὰς ἑορτὰς τῆς Μασσαλίας, καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς μεταβάσεως αὐτῶν ἐκεῖσε διετάχθησαν νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Τουλῶνα, διὰ νὰ καθαρισθῶσιν. Εἰς τὸν διοικητὴν τῆς θωρηκτῆς Μοίρας ὑποναύαρχον Κριεζῆν ἐδόθησαν δι’ ἔξοδα παραστάσεως 4,000 φράγκα, καὶ οὕτω συνεπληρώθη τὸ ποσὸν τῶν 10,000. Κατὰ τὸ 1900 διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2580 χρηματικοῦ ἐντάλματος ἐδόθησαν εἰς τὸν κυβερνήτην τοῦ εὐδρόμου «Ναυάρχου Μιαούλη» κ. Παῦλον Κουντουριώτην φράγκα 6,000, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐνέκρινε τὸ ἔνταλμα. Κατὰ τὸ 1901 διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1059 ἐντάλματος ἐδόθησαν εἰς τὸν κ. Δαμιανὸν 6,000 φράγκα, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐνέκρινε τὸ ἔνταλμα. Ἀπεφασίσθη, Κύριοι, κατόπιν ἡ ἀποστολὴ τῆς θωρηκτῆς Μοίρας εἰς τὰ παράλια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἐκ τῆς πιστώσεως τῆς ἐψηφισμένης ἔμενεν ἓν ὑπόλοιπον 4,000 φράγκων· ἐξέδωκα ἔνταλμα, ὅπως τὸ ποσὸν αὐτὸ δοθῇ ὡς ἔξοδα παραστάσεως εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Μοίρας τῶν θωρηκτῶν· ἡ Μοῖρα εἶχε διαταχθῆ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, εἰς τὴν Μυτιλήνην, εἰς τὴν Σμύρνην καὶ εἰς τὴν Σάμον. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅλοι ὁποίας ὑποδοχῆς ἔτυχεν ἡ Μοῖρα, καὶ μετὰ πόσου ἐνθουσιασμοῦ ἐγένετο δεκτὴ, καὶ ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ δοθῶσιν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Μοίρας ἔξοδα παραστάσεως. Ἐστάλη τὸ σχετικὸν ἔνταλμα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, παρῆλθον ἡμέραι πολλαὶ, καὶ τὸ ἔνταλμα δὲν ἐπεστράφη· ζητῶ τὸ ἔνταλμα, καὶ αὐτοὶ κωφεύουν· ἔφθασεν ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, ἡ δὲ Μοῖρα εἶχεν ὁρίσει τὴν Δευτέραν ὡς ἡμέραν ἀναχωρήσεως· ζητῶ πάλιν τὸ ἔνταλμα, καὶ αὐτοὶ δὲν τὸ στέλλουν· στέλλω ὑπάλληλον καὶ ζητῶ τὸ ἔνταλμα, καὶ οἱ Κύριοι τοῦ Συνεδρίου εἰς ἀπάντησιν λέγουν «δὲν δίδομεν τὸ ἔνταλμα». — «Εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τὸ ποσὸν», τοῖς λέγει ὁ σταλεὶς ὑπάλληλος. — «Δὲν τὸ δίδομεν», ἀπαντοῦν· «ἔτσι θέλομεν»! Καταφεύγω εἰς τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου καὶ τὴν μαρτυρίαν ἐπικαλοῦμαι, — καὶ ἦτο ἑβδόμη ἑσπερινὴ ὥρα, ὅτε μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, — καὶ τῷ λέγω, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ἡ Μοῖρα θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ἀναβάλῃ τὸν πλοῦν· ὁ συνάδελφός μου μὲ καθησύχασεν, ἐπενέβη καὶ μοὶ ἐστάλη τὸ ἔνταλμα εἰς τὴν οἰκίαν μου. Κύριοι, βλέπετε ποῦ ἔφθασε τὸ πρᾶγμα, εἰς τὸ «ἔτσι θέλω»! Τώρα, Κύριοι, θὰ μοὶ εἴπητε: «διατὶ ὅλα αὐτά;» Ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι λόγοι προσωπικοὶ, λόγοι δυσαρεσκείας, διότι ἔλαβον τὴν αὐθάδειαν νὰ μὴ παραχωρήσω μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐζήτουν οἱ Κύριοι αὐτοί. Μία φωνή. Δὲν εἶναι αὐθάδεια αὐτή.
§261ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κάποιος ἐξ ὑμῶν μοὶ εἶπε «ποῖοι εἶναι αὐτοί;» καὶ ἐγὼ σᾶς εἶπον «ἔχετε ὑπομονὴν, καὶ θὰ σᾶς τοὺς εἴπω», διότι ἐγὼ, κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον, ἔχω γεννηθῆ εἰς σπῆτι ξέσκεπο, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ σᾶς εἴπω καὶ ποῖοι εἶναι. Κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι τὰ τέκνα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὰ ἐρχόμενα νὰ ὑπηρετήσουν τὴν πατρίδα στρατιωτικῶς, δὲν εἶναι πρέπον νὰ μεταβάλλωνται εἰς ὑπηρέτας. Ἐνόμισα, ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα τοῦ νὰ ἦναι οἱ ναῦται καὶ οἱ στρατιῶται ὑπηρέται τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ νὰ βλέπωμεν εἰς τὰς ὁδοὺς στρατιώτας φορτωμένους μὲ παιδιὰ καὶ μὲ κοφίνια, αὐτὸ ἐνόμισα, ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἀνάρμοστον. Ἐξέδωκα λοιπὸν διαταγήν, καὶ ἀπηγόρευσα ῥητῶς, ἀπειλήσας βαρεῖαν τιμωρίαν κατὰ παντὸς ἀξιωματικοῦ, ὅστις ἤθελε φωραθῆ, ὅτι εἶχεν ὑπηρέτην εἰς τὸν οἶκόν του. Ἀτυχῶς εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἐλεγκτοῦ Κανελλοπούλου ἦσαν δύο ναῦται ὑπηρέται, καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ τοῦ πληρώνῃ τὴν ὑπηρεσίαν. Οἱ ναῦται αὐτοὶ, ἐννοεῖται, ἀφῃρέθησαν. Ὁ κ. Κανελλόπουλος ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, παρακαλῶν νὰ μὴ ἀφαιρεθοῦν οἱ ναῦται. «Ἡ διαταγὴ εἶναι γενικὴ, κύριε Κανελλόπουλε, τῷ εἶπον, ἐξαίρεσις δὲν ἐπιτρέπεται· δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ναῦται νὰ ἦναι ὑπηρέται εἰς τὸ σπῆτί σας». Ἡ διαταγὴ ἐξετελέσθη μετὰ πάσης αὐστηρότητος. Πρώτη ἀφορμὴ αὕτη δυσαρεσκείας. Ὁ κύριος ἐλεγκτὴς ἐπὶ ἔτη πολλὰ ἐνόμισε πρέπον, ἐπειδὴ ἔχει δύο υἱοὺς ἀξιωματικοὺς ἐν τῷ ναυτικῷ, νὰ κρατῇ αὐτὸς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, νὰ γείνῃ πλέον μέλος τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας, νὰ ἔρχηται τακτικὰ εἰς τὸν προσωπάρχην, νὰ πέρνῃ τὸν καφέ του καὶ τὸ τσιγάρο του, καὶ νὰ ἐνασκῇ μίαν ἐξουσίαν, νὰ ἐγκρίνῃ τὰ ἐντάλματα τὴν ἰδίαν ἡμέραν, καὶ νὰ πληρώνωνται οἱ δικαιοῦχοι ἀμέσως· λοιπὸν ἔπρεπεν εἰς ἀντάλλαγμα, κατὰ τὸν κ. ἐλεγκτὴν, οἱ υἱοί του νὰ τοποθετῶνται ὅπου αὐτὸς ἤθελεν. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἠδυνάμην νὰ κάμω ἐξαίρεσιν. Ἐνόουν, ὅτι καὶ οἱ υἱοὶ τοῦ ἐλεγκτοῦ αὐτοῦ δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχουν καμμίαν διαφορὰν ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ἀξιωματικούς. Δεύτερον παράπονον τοῦτο, δευτέρα δυσαρέσκεια. Τῇ 12 Ἀπριλίου 1901 λαμβάνω τὴν ἀκόλουθον ἀναφοράν: «Ὁ ὑποπλοίαρχος Φίλιππος Κανελλόπουλος πρὸς τὸν πλωτάρχην τοῦ εὐδρόμου «Μιαούλη». Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω, ὅπως μοὶ χορηγηθῇ δεκαπενθήμερος κανονικὴ ἄδεια ἀπουσίας διὰ τὴν Κρήτην». Ἐγὼ, εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ἐπειδὴ ἐπλησίαζεν ὁ καιρός, καθ’ ὃν ἤθελε γείνῃ ὁ τρίτος πλοῦς, διέταξα, ἵνα τὸ ἐπιτελεῖον τὸ παλαιὸν διανεμηθῇ εἰς τὰ διάφορα πλοῖα, καὶ ὁ ὑποπλοίαρχος Κανελλόπουλος τοποθετηθῇ ὡς ὕπαρχος ἐπὶ τοῦ θωρηκτοῦ «Ὕδρας». Ἠξεύρετε τί σημαίνει ὕπαρχος ἑνὸς πλοίου; εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ πλοίου. Τοποθετουμένου λοιπὸν τοῦ ὑποπλοιάρχου Κανελλοπούλου εἰς τὴν «Ὕδραν», δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ λόγος περὶ ἀδείας αὐτοῦ, διότι εἰς τὴν «Ὕδραν» ἦτο ὑπηρεσία, ἐνῷ εἰς τὴν Κρήτην ἦτο διασκέδασις. Ἦλθεν ὁ ἐλεγκτὴς, πατὴρ τοῦ ὑποπλοιάρχου, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, παρακαλῶν νὰ χορηγηθῇ ἄδεια εἰς τὸν υἱόν του. «Πολὺ λυποῦμαι, τῷ εἶπον, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν. — Κύριε Ὑπουργὲ, τὸν ἐκάλεσεν ὁ Πρίγκηψ εἰς τὴν Κρήτην. — Ὁ Πρίγκηψ τὸν ἐκάλεσεν; Ὁ Πρίγκηψ ἐνόει ἂν δὲν ἔχῃ ὑπηρεσίαν, δὲν ἐνόει, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ὑπηρεσίαν του διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Κρήτην, κατὰ συνέπειαν δὲν δύναμαι νὰ χορηγήσω τὴν ἄδειαν». Ἐξηκολούθει νὰ παρακαλῇ, ἀλλ’ εἰς μάτην, καὶ ὁ υἱός του δὲν ἐπῆγεν εἰς τὴν Κρήτην. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας παρουσιάσθη ἄλλη παράκλησις, τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν ἤθελον ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἴσως ἤθελεν εὑρεθῇ τις νὰ μοὶ κάμῃ τὸ ἄδικον νὰ νομίσῃ, ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων λέγω τοῦτο. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ γεγονὸς τοῦτο ὄχι μόνον εἰς τὸν τότε κ. Πρωθυπουργὸν ἀνεκοίνωσα ἔκτοτε, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι θέλω νὰ κάμω ἐκδικήσεις. Ὁ κ. ἐλεγκτὴς ἦλθε μίαν ἡμέραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐζήτησε νὰ μὲ ἴδῃ ἰδιαιτέρως, διότι εἶχεν, ὡς ἔλεγε, νὰ μοὶ ὁμιλήσῃ περὶ σπουδαιοτάτης ὑποθέσεως. Τὸν ἐδέχθην, διέταξα δὲ τὸν ναύτην θυρωρὸν νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν εἴσοδον εἰς οὐδένα ἄλλον. Τὸν παρεκάλεσα νὰ μοὶ εἴπῃ, τί συμβαίνει. «Κύριε Ὑπουργέ», ἄρχεται λέγων ὁ κ. ἐλεγκτὴς, «θὰ σοῦ ὁμιλήσω περὶ μιᾶς σπουδαίας ὑποθέσεως. Ὄχι μόνον νὰ μὲ ἀκροασθῇς, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῆς διακρινούσης σε δραστηριότητος νὰ ἐργασθῇς. Πρόκειται νὰ πάρωμεν 500,000 χρυσᾶ φράγκα ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου». — «Φίλε μου, τῷ εἶπον, θὰ σοὶ εἶμαι εὐγνώμων, ἂν ἔχῃς τὸ μέσον νὰ πάρωμεν 500,000 χρυσᾶ φράγκα ὑπὲρ τοῦ στόλου. Θὰ ἦμαι εὐτυχής. Τί συμβαίνει;» — «Χήρα τις, μοὶ λέγει, τῆς ὁποίας ὅμως τὸ ὄνομα δὲν μοὶ ἀνεκοινώθη, σύζυγος πρώην χορηγητοῦ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἔχει νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ τουρκικὸν ταμεῖον 1,500,000 φράγκα· τὴν ἐγνώρισα, καὶ κατώρθωσα, ἂν δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν, ὥστε ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις νὰ τὴν πληρώσῃ, ν’ ἀφήσῃ 500,000 ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου».—«Λαμπρὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μοῦ εἶπες, ἀλλὰ τίνι τρόπῳ νὰ κατορθώσωμεν ἡμεῖς νὰ λάβῃ αὐτὴ τὸ 1,500,000; — Ἀπὸ σᾶς ἐξαρτᾶται· νὰ παρακαλέσητε τὸν Βασιλέα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν πρέσβυν τῆς Τουρκίας, ὡς χάριν ἰδικήν του, νὰ ἐνεργήσῃ ὁ πρέσβυς εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τοῦτο θὰ κατορθωθῇ.» Τοῦ λέγω: «Φίλε μου, αὐτὰ δὲν εἶναι πράγματα εὔκολα· εἶναι ζητήματα χρηματικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει τις νὰ ἦναι πολὺ προσεκτικός. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν, οὐδὲ τολμῶ νὰ ἀναμίξω τὸν Βασιλέα εἰς τοιαῦτα πράγματα. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Βασιλεὺς νὰ παρακαλέσῃ τὸν πρέσβυν; Εἶναι ἄπειροι Θεσσαλοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἔγγραφα εἰς χεῖράς των, δικαιούμενοι νὰ λάβουν χρήματα, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν κατώρθωσε τίποτε.» — «Μὰ, σὲ παρακαλῶ», λέγει ὁ κ. ἐλεγκτὴς, «δὲν πρέπει νὰ χάσωμεν αὐτὴν τὴν περίστασιν, δὲν πρέπει νὰ ζημιωθῇ ὁ στόλος τὰς 500,000».—«Λυποῦμαι, φίλε μου, τοῦ λέγω, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν. Σὲ συγχαίρω διὰ τὰ αἰσθήματά σου, ἀλλὰ λυποῦμαι, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐπιληφθῶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς». — «Τέλος πάντων σκεφθῆτε, μοῦ λέγει, ὀλίγον καλλίτερον, κύριε Ὑπουργέ, καὶ θὰ σᾶς ἴδω μετὰ δύο ἡμέρας». Ἐπανῆλθε πραγματικῶς μετὰ δύο ἡμέρας, διὰ νὰ μὲ πείσῃ νὰ κάμω αὐτὴν τὴν ἐργασίαν χάριν τοῦ στόλου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου τὸ ἐνδιαφέρον του ἦτο μέγα. «Φίλε μου», τῷ εἶπον, «δὲν εἶναι δυνατὸν, καὶ σὲ παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ ἀναμιγνύῃς εἰς τοιαῦτα πράγματα». Ἀπῆλθε, καὶ ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν ἐπανεῖδον τὸν ἄνθρωπον. Καὶ ἤρχισαν κατόπιν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε ἀπόψε, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα σᾶς ἀπησχόλησα ἐπὶ πολλὴν ὥραν. Ἄλλος, πάρεδρος αὐτὸς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὀνομαζόμενος Δεδούσης, ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μίαν ἡμέραν, ζητῶν νὰ διορισθῇ εἷς συγγενὴς ἢ φίλος του — δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς — ἔμμισθος εἰς τὸν Ναύσταθμον. Τῷ ἠρνήθην. «Μὰ, κύριε Ὑπουργέ, λέγει, σᾶς παρακαλῶ· τέλος πάντων δὲν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα;» — «Μὰ τί δικαίωμα; Δὲν ὑπάρχει θέσις». Ἀπῆλθεν ὁ κύριος αὐτὸς, ὁ ἰσόβιος. Ἐξήτασεν, ἔμαθεν ὅτι ὑπῆρχε θέσις, ἀλλ’ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν τοῦ ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν. Ἐπανῆλθε μίαν ἄλλην ἡμέραν, ἔκαμε παράπονα καὶ παραστάσεις, κατὰ τρόπον μάλιστα πολὺν ζωηρόν, καὶ ἀπῆλθε θυμωμένος καὶ δυσηρεστημένος. Πρέπει νὰ τὰ ἀκούσητε ὅλα αὐτὰ, διὰ νὰ ἴδητε, τί εἶναι αὐτὸ τὸ Συνέδριον, καὶ νὰ σκεφθῆτε, ἂν πρέπει νὰ ἀνεχθῆτε νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Διότι, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβητε ἐμὲ ὑπ’ ὄψιν σας, ὡς ἄτομον, ἀλλὰ νὰ μὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὡς Ὑπουργὸν, καὶ νὰ συλλογισθῆτε, ὅτι ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἔχει δικαίως τὴν φιλοδοξίαν νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα, καὶ νὰ συλλογισθῆτε, ὅτι αὐτὰ τὰ μαρτύρια, τὰ ὁποῖα ὑπέστην ἐγὼ, δύνασθε νὰ τὰ ὑποστῆτε καὶ σεῖς αὔριον, ἐὰν δὲν λάβητε μέτρα. Ἄλλος κύριος ἐλεγκτὴς, — καὶ παρακαλῶ τὸν πρώην συνάδελφόν μου νὰ μὲ διορθώσῃ, ἂν εἴπω καμμίαν ἀνακρίβειαν...
§262ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖον ἐννοεῖτε;
§263ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸν κ. Ρωμᾶνον... Λοιπὸν ἄλλος ἐλεγκτὴς, ἔχων εἰς χεῖράς του τὰ ἐντάλματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὰ ἐντάλματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν πίστωσιν τῶν 600,000 δραχμῶν διὰ σκοποὺς ἐθνικοὺς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, αὐτὸς ὁ κύριος εἶχε προταθῆ, ἵνα τῷ δοθῇ τὸ παράσημον. Εἰς τὴν πρότασιν πρὸς ἀπονομὴν παρασήμων μεταξὺ ἄλλων ἦτο καὶ ἡ ἀπονομὴ τοῦ παρασήμου εἰς τὸν ἐντιμότατον ὑπάλληλον, τὸν κεντρικὸν ταμίαν κ. Κλεισθένην Καλογερῆν. Τὸ Σύνταγμα εἰς τὸν Βασιλέα δίδει τὸ δικίωμα, ἵνα ἀπονέμῃ παράσημα...
§264Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν εἶχε προταθῆ.
§265ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ... Ὁ Ὑπουργὸς λοιπὸν τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ὑπέβαλε Διάταγμα διὰ τὸν ἐλεγκτὴν αὐτὸν, ὑπέβαλεν ὅμως Διάταγμα καὶ ἀπενεμήθη ὁ Ταξιάρχης εἰς τὸν κ. Κλεισθένην Καλογερῆν. Ἐθύμωσεν ὁ κύριος αὐτὸς, καὶ ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐζήτησε τὰ ἐντάλματα τοῦ Ὑπουργείου του ἀπὸ τὸ Συνέδριον, τὰ ἐντάλματα δὲν τῷ ἐδόθησαν· τὰ ζητεῖ ἐπανειλημμένως, καὶ πάλιν τὰ ἐντάλματα δὲν δίδονται, καὶ ἐπὶ τέλους παραγγέλλει αὐτὸς ὁ κύριος: «πηγαίνετε εἰς τὸν Κλεισθένην Καλογερῆν, τὸν ὁποῖον ἐκάματε Ταξιάρχην, νὰ σᾶς δώσῃ ἐκεῖνος τὰ ἐντάλματα!» (γέλως). Μήπως λέγω καμμίαν ἀνακρίβειαν, κύριε πρώην συνάδελφε;
§266Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐντάλματά τινα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ θεωρηθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν ἐπεστράφησαν ἐγκαίρως. Τότε διὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου ἐζήτησα, ὅπως ἐπιστραφῶσι τὰ ἐντάλματα, διότι ἡ ὑπηρεσία εἶχεν ἀνάγκην αὐτῶν, ἐπληροφορήθην δὲ, ὅτι ἐλεγκτής τις παρετήρησεν εἰς τὸν ὑπάλληλον, ὅτι δὲν ἔλαβε καιρὸν νὰ τὰ ἐπιθεωρήσῃ, καὶ ὅτι προσέθηκε: «πηγαίνετε εἰς τὸν Κεντρικὸν Ταμίαν, ὁ ὁποῖος ἐπροβιβάσθη εἰς Ταξιάρχην, νὰ σᾶς πληρώσῃ». Ὅτε ἔλαβον τὴν πληροφορίαν ταύτην, ἐκάλεσα ἀμέσως τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ παρετήρησα εἰς αὐτὸν, ὅτι τοιαῦτα ἀστεῖα μεταξὺ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι ἄτοπα, καὶ ὅτι ἀξιῶ νὰ θεωρηθῶσιν ἄνευ ἀναβολῆς καὶ μοὶ ἐπιστραφῶσι τὰ ἐντάλματα. Ὅντως δὲ τὰ ἐντάλματα ἐθεωρήθησαν τὴν αὐτὴν ἡμέραν, καὶ παρεδόθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§267ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἴπομεν τὰ ἴδια πράγματα, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι ἐγὼ τὰ εἶπον μὲ τὴν τραχύτητα, ἥτις διακρίνει τοὺς ναυτικοὺς καὶ τοὺς στρατιωτικοὺς, καὶ ἐπειδὴ διηύθυνα καὶ ἐγὼ στρατιωτικούς, εἶμαι καὶ ἐγὼ ὀλίγον τραχὺς, ἐνῷ ὁ πρώην συνάδελφός μου τὰ εἶπε μὲ τὴν διπλωματικὴν εὐγένειαν (ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα). Τώρα ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ ἐλεγκτὴς, πρέπει νὰ τὸν μάθητε. Εἶναι καὶ αὐτὸς ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐμβῆκαν ἀπὸ τὰ παράθυρα! εἶναι ὁ Ἀναγνωστόπουλος.
§268Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐννοεῖτε «ἀπὸ τὰ παράθυρα»;
§269ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Χωρὶς νὰ ἔχῃ κανὲν δικαίωμα. Κύριοι Βουλευταὶ, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀρκετὰ σᾶς ἐκούρασα.
§270ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι· τοὐναντίον.
§271ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. .. Ἀλλὰ καὶ ἀρκετὰ σᾶς ἐφώτισα. Κύριοι Βουλευταί, δι’ ὅσων θὰ εἴπω δὲν προτίθεμαι νὰ ἐνοχλήσω τὸ παράπαν κανένα τῶν προκατόχων μου, καὶ ἰδίως τῶν πρὸ τοῦ πολέμου προκατόχων μου· θὰ μοὶ συγχωρήσητε δὲ νὰ περιαυτολογήσω. Ἀναλαβὼν τὴν 2 Ἀπριλίου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, εὗρον μίαν κατάστασιν ἀξιοθρήνητον. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν μετὰ τὸν πόλεμον ἦτο ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις εἰς ἀξιοθρήνητον καὶ ἐλεεινὴν κατάστασιν· πειθαρχία παραλελυμένη ἐντελῶς. Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, τοὺς ὁποίους διώκησα ἐπὶ δύο ἔτη καὶ 7 μῆνας, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι εἶναι ἔντιμοι καὶ φιλότιμοι ἀξιωματικοί. Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἔμενον μετὰ τὸν πόλεμον ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐργασίας, ἐτήκοντο δὲ διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν. Ρήξεις καθημεριναὶ καὶ φιλονικίαι καὶ ἐχθρότητες μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀξιωματικῶν καταδεδικασμένων εἰς ἀργίαν. Διατριβαὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας ἦσαν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὰ πλοῖα, Κύριοι, ἠγκυροβολημένα ὅλα εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ εἰς τὸν Ναύσταθμον, εἰς οἰκτρὰν καὶ ἐλεεινὴν κατάστασιν, τὰ πλοῖα, ὅλα μὲ κατεστραμμένους λέβητας. Τὰ πληρώματα ἄνευ οὐδενὸς γυμνασίου. Ἤρχοντο οἱ κληρωτοί, μετέβαινον εἰς τὸν Πόρον, ἐκεῖθεν ἐρρίπτοντο εἰς τὰ πλοῖα τὰ ἠγκυροβολημένα εἰς τοὺς λιμένας καὶ τὸν Ναύσταθμον, καὶ παρήρχετο ἡ διετὴς θητεία, καὶ ἐπέστρεφον οἱ ναῦται εἰς τὰς ἑστίας των ἀγύμναστοι, ὅπως ὅτε ἤρχοντο ἵνα καταταχθῶσιν. Ἐπελήφθην, Κύριοι, μεθ’ ὅλης τῆς δραστηριότητος, ἵνα διορθώσω τὴν κατάστασιν αὐτήν· εἶχον τὴν φιλοτιμίαν νὰ ἐργασθῶ ὑπὲρ σώματος, μὲ τὸ ὁποῖον συνδέεται ἡ ἱστορία τῆς οἰκογενείας μου· ἐφάνην αὐστηρός, ἐτιμώρησα ἀμειλίκτως, ἀλλὰ δικαίως πάντοτε· ἀπεμάκρυνα ἀπὸ τὸ σῶμα ἀξιωματικοὺς ἀχρήστους, καὶ μεταξὺ αὐτῶν καί τινας συγγενεῖς μου, καὶ κατώρθωσα διὰ τῆς αὐστηρότητος νὰ φέρω τὴν πειθαρχίαν, ἡ ὁποία εἶναι σήμερον πλήρης εἰς τὸ ναυτικόν. Τὰ πλοῖα, Κύριοι, ἦσαν εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν καὶ ἐπεσκευάσθησαν· τὰ τρία θωρηκτὰ ἐστάλησαν εἰς Μελίτην καὶ ἐκαθαρίσθησαν διὰ δαπάνης μὴ ὑπερβαινούσης μήτε τὰς 30,000 φράγκων, ἐνῷ ἄλλοτε, ὅτε ἐστέλλοντο εἰς τὸν Τάραντα, ἐπλήρωνε τὸ Δημόσιον πλέον τῶν 150,000 φρ. Διατί; διότι, στελλόμενα πρὸς καθαρισμόν, παρέμενον ἐπὶ διαφόροις προφάσεσι ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους εἰς ξένους Ναυστάθμους, ἐπὶ τῇ προφάσει ἐπισκευῆς, ἡ ὁποία ἐπισκευὴ ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Καὶ ὁ κ. Μαυρομιχάλης γνωρίζει πόσας ἡμέρας ὁ μακαρίτης γαμβρός του καὶ ἀγαπητὸς φίλος μου παρέμεινεν εἰς Μελίτην. Διετάχθησαν νὰ ἀναχωρήσουν διὰ τὴν Μελίτην μὲ ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου 4 ἡμέρας διὰ νὰ καταπλεύσουν, 4 νὰ ἐπανέλθουν, ἡμέρας ὀκτὼ νὰ μείνουν εἰς τὴν Μελίτην, τὸ ὅλον 16, καὶ τέσσαρας νὰ διασκεδάσουν· καὶ ἐπανῆλθον τὰ πλοῖα, καὶ τὸ Κράτος μὲ 25 ἕως 30 χιλιάδας φράγκα ἐκαθάρισε τὰ θωρηκτά, διὰ τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐπληρώνοντο ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν. Ἐπεσκευάσθη τελείως ὁ «Μιαούλης», καὶ ἠλλάχθησαν οἱ λέβητες τῶν τεσσάρων ποταμῶν· ἐπίσης ἐπεσκευάσθησαν τελείως ἡ «Πάραλος» καὶ ἡ «Σῦρος», καὶ ἀντικατεστάθησαν οἱ λέβητες αὐτῶν· ἐπίσης ἐπεσκευάσθησαν τελείως ἄλλα πλοῖα. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους εἴχομεν ἀναγράψει πίστωσιν, ἵνα ἀλλαχθῶσιν οἱ λέβητες τῶν 5 γερμανικῶν τορπιλλοβόλων, καὶ ἐκφράζω τὸ παράπονόν μου εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνέγραψε τὴν πίστωσιν ταύτην, καὶ λέγω πρὸς αὐτόν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψῃ εἰς αὐτὴν τὴν οἰκονομίαν, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀντικατασταθοῦν οἱ λέβητες αὐτῶν τῶν τορπιλλοβόλων, διότι ἄλλως θὰ καταστραφοῦν.
§272Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐγένετο δήλωσις νὰ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις.
§273ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ. Κατεσκευάσθησαν εἰς τὸν Ναύσταθμον ἀποθῆκαι, ἵνα ἕκαστον τῶν μεγάλων πλοίων ἔχῃ τὴν ἀποθήκην του, ὅπως γίνεται εἰς ὅλους τοὺς Ναυστάθμους τῆς Εὐρώπης, ὥστε, ἐὰν τὸ πλοῖον προσορμισθῇ εἰς τὸν Ναύσταθμον, νὰ δύναται νὰ ἐξάγῃ ὅλα τὰ ὑλικά του εἰς τὴν ἀποθήκην του, ἡ ὁποία φέρει τὸ ὄνομα τοῦ πλοίου, ἐὰν δὲ διαταχθῇ νὰ ἐξοπλισθῇ, νὰ δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν· ἐνῷ πρὶν τί ἐγίνετο, Κύριοι; Φύρδην μίγδην ἐτίθεντο τὰ διάφορα ἐξαρτήματα τῶν πλοίων εἰς μίαν ἀποθήκην, καὶ ὅτε διετάσσοντο τὰ πλοῖα νὰ ἀναχωρήσουν, ἐχρειάζοντο ὁλόκληροι ἑβδομάδες, ἵνα ἑτοιμασθοῦν. Αἱ ἀποθῆκαι τοῦ Ναυστάθμου, Κύριοι, εἶναι πλήρεις, καὶ προκαλῶ οἱονδήποτε νὰ μεταβῇ, ἵνα ἴδῃ. Ἐν τῷ Ναυστάθμῳ τὰ πάντα ὑπάρχουν, ὥστε μηδὲ ἑνὸς λεπτοῦ νὰ γίνηται προμήθεια ἐκ Πειραιῶς, πρὸς μεγάλην ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου. Ἔχομεν ὅλα τὰ εἴδη, τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὰ ὑλικὰ τοῦ Ναυστάθμου, εἰς τιμὰς κατὰ 30–35% εὐθηνοτέρας, καὶ κατὰ 50% ἀνωτέρας ποιότητος. Εἰς τὸ ἐργοστάσιον τοῦ Ναυστάθμου ἐπρομηθεύσαμεν σωρείαν ἐργαλείων, κατεσκευάσαμεν 4 λεμβουργεῖα διὰ τὰς λέμβους, κατεσκευάσαμεν ἀποθήκας εἰς τὸ Νεωρεῖον, κατεσκευάσαμεν σταθμὸν ῥυθμίσεως τῶν πυξίδων, κατεσκευάσαμεν προκυμαίαν εἰς τὸν Ναύσταθμον, καὶ ἐπὶ τέλους κατεσκευάσαμεν τὴν Ναυτικὴν Σχολὴν τοῦ Βασσάνη, ἡ ὁποία πρὸ δεκαετίας ἔπρεπε νὰ ἔχῃ κατασκευασθῆ. Ὡς τελευταῖον δὲ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον καυχῶμαι, οὐχὶ ἐγώ, διότι δὲν εἶναι ἔργον ἐμοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως τῆς προκατόχου, εἶναι τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τὸ ὁποῖον ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸν προορισμόν, διὰ τὸν ὁποῖον συνεστήθη. Ἐνῷ λοιπὸν εἰργαζόμην, ὅπως κατὰ δύναμιν συντελέσω εἰς τὴν πρόοδον τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν διεύθυνσιν μοὶ ἀνέθηκεν ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς, εὗρον ἀπέναντί μου ἓν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἐκ λόγων ἐντελῶς ποταπῶν καὶ προσωπικῶν μοὶ ἐπετέθη, καθ’ ὃν τρόπον ἠκούσατε, καὶ ἐζήτει νὰ παρακωλύσῃ πᾶσαν ἐργασίαν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἔχετε καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνήσητε, ὅπως διορθωθῇ ἡ κατάστασις αὕτη. Δὲν εἶναι Συνέδριον αὐτὸ, ὅπως κατηρτίσθη. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας κατεῖχον ἄλλοτε ἐπίσημοι ἄνδρες τοῦ τόπου. Τὴν θέσιν τοῦ Πραΐδη, τὴν θέσιν τοῦ Σιλιβέργου, τὴν θέσιν τοῦ Βάρβογλη, ποῖοι σήμερον τὰς κατέχουν;
§274ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς πταίει;
§275ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἀνέλαβον ὑπ’ εὐθύνην μου τὴν ἔγκρισιν τῶν ἐνταλμάτων, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ὡμίλησα, καὶ τὰ ὁποῖα κατετέθησαν ἐνταῦθα. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι κακῶς ἔπραξα νὰ ἀναλάβω ὑπ’ εὐθύνην μου τὴν ἔκδοσιν ἐνταλμάτων διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν καθηγητῶν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 17 ἔτη ἐπληρώνοντο, διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τάφου τοῦ Βασσάνη, διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ στεφάνου τοῦ ναυάρχου Χάϋδεν, διὰ τὴν πληρωμὴν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους εἶχον δικαίωμα νὰ προσκολλήσω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν νομίζητε, ὅτι κακῶς ἔπραξα, καταδικάσατέ με, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ πληρώσω. Ἐὰν ὅμως νομίζητε, ὅτι καλῶς ἔπραξα, παρακαλῶ νὰ μοὶ κάμητε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἱκανοποίησιν, τὴν ὁποίαν σεῖς νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ μοὶ δώσητε, καὶ ἡ ἱκανοποίησις δι’ ἐμέ θὰ ἦναι καταδίκη δι’ ἐκείνους. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
§277Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ὥστε θὰ λάβω τὸν λόγον μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως ταύτης.
§278Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§279Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ ἀναβληθῇ. Ἐγώ, ὡς πρώην Ὑπουργός, εἶμαι ὑπὸ τὸ κράτος ἐνταλμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβον ὑπ’ εὐθύνην μου, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀξιῶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν. Ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ σήμερον καὶ αὔριον, δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον.
§280Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν...
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ἄλλος.
§282Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὸν λόγον ἔχω ἐγώ.
§283Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς. Ὁ τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος κατήγγειλε πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἐνέργειαν, τὴν ἔκτροπον καὶ ἔκνομον, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, κατήγγειλε δὲ ὡρισμένας πράξεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἡ Βουλὴ κατέχεται ὑπὸ τῆς ἀπορίας, τί ἆρά γε ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔπραξεν, ὅτε κατηγγέλθησαν αἱ πράξεις αὗται ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν; Πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ τότε δὲν ἔρχεται νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί ἔπραξεν; Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ τότε ἔχει καθῆκον νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν...
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συζητεῖτε ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§285Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Ἀνακινεῖται τὴν ἑσπέραν ταύτην ζήτημα σπουδαῖον, καὶ ἴσως τὸ σπουδαιότερον ἐξ ὅσων ἀνεκινήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, ζήτημα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ διοίκησις ἐν Ἑλλάδι πάσχει, καὶ πάσχει δεινῶς, καὶ ὅτι ὅλα τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζομεν, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα πάντες ἐκδηλοῦμεν τὴν λύπην ἡμῶν, ὅλα αὐτὰ τὰ κακὰ κεῖνται εἰς τὰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι διευθύνουσι τὸ Κράτος. Ἔρχονται τέως Ὑπουργοὶ, καὶ καταγγέλλουσι τοιαύτας ὑπηρεσίας, ἔρχονται τέως Ὑπουργοὶ καὶ λέγουσιν, ὅτι τὰς καταγγελίας ταύτας ἀπηύθυναν πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν σιωπᾷ! ...
§286Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν τὸν ἀφίνετε νὰ ὁμιλήσῃ.
§287Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν ἔχῃ τὸν λόγον, ὑποχωρῶ.
§288Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ ἔχω τὸν λόγον.
§289Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ κατεβάσητε τὸν ἀγορεύοντα ἀπὸ τὸ βῆμα (θόρυβος).
§290ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν ἔχει δικαίωμα τοιοῦτον (ἀντεγκλήσεις).
§291ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βλέπετε, κύριε Πρόεδρε! ἐκεῖθεν ἔρχονται αἱ ἀσχημίαι! (ἀντεγκλήσεις καὶ διαπληκτισμοί).
§292Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πρωτοφανῆ εἰς τὰ χρονικὰ τοῦ Κοινοβουλίου ἡμῶν τὰ γινόμενα σήμερον ἐνταῦθα, κύριε Πρόεδρε! Δηλώσατε, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀσφαλίσητε τὴν συζήτησιν.
§293ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἠνέχθητε, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀπειληθῇ ὁ ῥήτωρ ἐνώπιόν σας.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παρακαλῶ, Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε καμμίαν ἀφορμὴν παραπόνων κατὰ τοῦ Προεδρείου. Προκαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ὁμολογήσῃ.
§295ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν διώχνετε αὐτὰ τὰ ἀσκέρια ἀπὸ δεξιὰ καὶ ἀριστερά;
§296ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Νὰ κενωθῇ ἡ αἴθουσα· νὰ ἐξέλθουν οἱ μὴ Βουλευταί.
§297ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰς λοκάνταν μετεβλήθη ἡ αἴθουσα!
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Κύριε Βουλευτὰ, πρέπει νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
§299Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Θὰ καταλήξω ἐκεῖ. Δὲν ἠξεύρω διατὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐταράχθησαν (θόρυβος). Ἄν θέλωσι νὰ μὲ ἀντικρούσωσιν, ἂς ζητήσωσι τὸν λόγον.
§300ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς ζητοῦσι νὰ σᾶς καταβιβάσωσι τοῦ βήματος; (θόρυβος).
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὡς παρατηρεῖτε, ἐγὼ τηρῶ ἄκραν ἀμεροληψίαν (θόρυβος).
§302Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς, προτείνας τὴν ἀναβολὴν, ὑπέδειξε τὴν σοβαρότητα τοῦ θέματος, ὅπερ ἔθιξεν ὁ τέως ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, ὅστις πρὸ ὀλίγου ἐγερθεὶς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Τότε ἐξέφρασα τὴν ἀπορίαν, πῶς ὁ τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, πρὸς ὃν κατηγγέλθησαν αἱ πράξεις αὗται, ἐτήρησε σιγὴν, καὶ δὲν ἦλθε νὰ εἴπῃ, τί ἔπραξε. Διότι δὲν διεφωτίσθη ἐπαρκῶς ἡ ὑπόθεσις ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ τέως ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, μόνον δὲ μετὰ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δύναται ἡ Βουλὴ ἐν γνώσει νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν· ἄλλως νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§303Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει βεβαίως νὰ συντελέσωμεν, ἵνα ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς λάβῃ τὴν προσήκουσαν διέξοδον, καὶ αἱ παραστάσεις τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀκουσθῶσι. Κρίνω, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐξεπλήρωσε συνταγματικὴν πρὸς τὴν Βουλὴν ὑποχρέωσιν, οὐ μόνον διότι ἐξέθηκε τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἠναγκάσθη νὰ ἐντείληται τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων ὑπὸ ἰδίαν αὑτοῦ εὐθύνην, καὶ νὰ εὐκολύνῃ τὴν πληρωμὴν τῶν χρημάτων, ἀλλὰ καὶ διότι κατέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν γνωστὰ πάντα τὰ συμβάντα, ἅτινα πολυειδῶς εἶχον ἀνακοινωθῆ, συμβάντα ἀναγόμενα εἰς τὰς σχέσεις Ὑπουργοῦ πρὸς μίαν ἀρχὴν, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Αἱ παραστάσεις τοῦ κυρίου πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀνάγονται ἰδίως εἰς τὰς σχέσεις μὲ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν· ἀλλ’ εἴτε πρόκειται νὰ ζητηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ψῆφος ἱκανοποιητικὴ, εἴτε πρόκειται νὰ ἐπικριθῇ ἡ πολιτεία μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, εἴτε τοῦ ὅλου σώματος αὐτοῦ, τὸ ἔδαφος εἶναι οἰκονομικόν· ἔχομεν δὲ ἀνάγκην ἐξηγήσεων, καὶ αὗται ἀνήκουσιν εἰς τὸν νῦν διευθύνοντα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἑπομένως οὗτος εἶναι ἁρμόδιος νὰ εἰσηγήσηται εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν εἴτε ἀπαλλακτικὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπὸ τῆς εὐθύνης, εἴτε ἐπικριτικὴν τῶν γενομένων. Διὰ τοῦτο μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν μένομεν περιμένοντες τὴν εἰσήγησιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως διεξαχθῇ ἡ ὑπόθεσις προσηκόντως.
§304Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεμία ἀμφιβολία, Κύριοι, ὅτι ὁ τέως ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ἔπραξε τὸ καθῆκόν του· οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ἂν εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ, τὸ αὐτὸ ἤθελε πράξει, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας, ἃς ἀνέλαβεν ὑπ’ εὐθύνην του. Οὐ μόνον δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ κατακρίνωμεν τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ, ἀλλὰ βεβαίως ὅλοι ἐπαινοῦμεν αὐτὴν καὶ ἄλλοι μὲν ἐξεδήλωσαν τὴν ἐπιδοκιμασίαν διὰ χειροκροτημάτων, ἄλλοι δὲ διὰ τῆς ἰδιαζούσης προσοχῆς, ἣν ἐδώσαμεν εἰς τοὺς λόγους του. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ ζητεῖται ἡ γνώμη του, δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλο ἢ νὰ συστήσῃ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ τὰ ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα ὑπ’ εὐθύνην του ἐξέδωκεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ Σώματος, εἰς ὃ τὸ Κράτος ἀνέθηκε καθήκοντα ὑψίστης σημασίας, καὶ κατέστησεν αὐτὸ φύλακα τῶν νόμων, μεγάλη ὀφείλεται προσοχὴ, πρὶν ἢ κατακρίνωμεν αὐτό. Ὁ κύριος πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐξέθεσεν ἡμῖν πλεῖστα ὅσα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἄγνωστα εἰς ἡμᾶς, καὶ εἰς ἃ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαντήσῃ τις δι’ ὀλίγων καὶ ἐκ τοῦ προχείρου. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη βεβαίως δεῖται ἐκτάκτου μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἰδίᾳ. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι, ἂν τυχὸν μέλος τι τοῦ Συνεδρίου παρεῖδε τὰ καθήκοντα αὑτοῦ, τὸ Συνέδριον, ὡς Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται ἐπὶ τῶν παρὰ τῶν Ὑπουργῶν ἐντελλομένων δαπανῶν, καὶ ἐκφέρει ἀποφάσεις ἐπ’ αὐτῶν, δὲν δύναται νὰ δώσῃ λόγον εἰς τοὺς Ὑπουργούς. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει δικαίωμα, ὅταν ἡ γνώμη αὐτοῦ ἦναι ἀλλοία τῆς τῶν Ὑπουργῶν, ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ δηλώσῃ τοῦτο. Τοῦτο δὲ καὶ ἔπραξε. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐσκέφθησαν περὶ ἀτομικῶν συμφερόντων· ἴσως ἠπατήθησαν, ἀλλ’ ἀπεφάσισαν ἐν πλήρει πεποιθήσει, ὅτι ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των. Καὶ τοῦτο ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ χάριν τοῦ ὅλου Σώματος καὶ χάριν τῆς μνήμης τοῦ ἀειμνήστου Προέδρου τοῦ Συνεδρίου. Οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν δύναμαι νὰ ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει αὑτοῦ ἐθεώρει, ὅτι ἔπραττε καθῆκον, ὅπερ τῷ ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῶν νόμων, καὶ οὕτως ἐνήργησεν, ὡς ἐνήργησεν. Μὴ λησμονῆτε, Κύριοι, ὅτι πολλάκις τὰ πατριωτικὰ ἡμῶν αἰσθήματα εὑρίσκονται εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὴν ὑπακοὴν, ἣν ὀφείλομεν εἰς τοὺς νόμους. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εὑρέθη εἰς τὴν θέσιν ταύτην· καὶ δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ ἐκφέρωμεν μομφὴν κατὰ τοῦ Συνεδρίου, ἐνῷ ἐνταυτῷ ἐπαινοῦμεν τὴν διαγωγὴν τοῦ τέως ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐπίσης ἔπραξε τὸ καθῆκόν του. Τὸ καθῆκόν του ἔπραξεν ὁ Ὑπουργὸς, τὸ καθῆκόν του ἔπραξε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἡ δὲ Βουλὴ θ’ ἀναγνωρίσῃ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο.
§305Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ καθῆκόν του ἔπραξε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἄρα ἐγὼ δὲν ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου! Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλησμόνησε, φαίνεται, τί εἶπον ἐγὼ πρὸ ὀλίγου, τὸν ἐρωτῶ: τὸ καθῆκόν του ἔπραξε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅτε ἀπέρριπτε τὸ ἔνταλμα τοῦ Βασσάνη καὶ τοῦ Χάϋδεν, καὶ ἐνέκρινε τὸ ἔνταλμα τὸ ἄλλο, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχε πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμόν; (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἔκ τινων ἑδρῶν).
§306Κ. ΖΩΤΟΣ. Αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν ἁρμόζουσι, κύριε συνάδελφε.
§307Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι περιττὸν, κύριε Ζῶτε, νὰ ταράττησαι... (ἀντεγκλήσεις ἑκατέρωθεν). Νὰ μὴ μὲ διακόπτουν, κύριε Πρόεδρε.
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι. Μὴ διακόπτετε.
§309Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες πτοοῦνται. Τὸ καθῆκόν του ἔπραξε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅτε ἐπὶ 16 ἔτη ἐνέκρινεν ἐντάλματα καὶ ἐπληρώνοντο οἱ καθηγηταὶ τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, καὶ κατὰ τὸ 17ον ἔτος εἶπεν, ὅτι εἶναι παράνομον αὐτό! Τὸ καθῆκόν του ἔπραξεν, ὅτε ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων ἐνέκρινεν ἐντάλματα καὶ αὐθημερὸν ἐλαμβάνοντο χρήματα ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἄνευ δικαιολογητικῶν! Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ Συνέδριον πᾶν ἄλλο ἔπραξεν ἢ τὸ καθῆκόν του, καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ διδάξῃ τὸ Συνέδριον αὐτό, ὅτι δὲν δύναται νὰ πράττῃ τοιαύτας πράξεις ἀτιμωρητί.
§310ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας;
§312ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος. Βλέπετε, ὅτι ἔχομεν πρότασιν ἀναβολῆς.
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται νὰ ὁμιλήσητε περὶ ἀναβολῆς;
§314ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρόκειται νὰ ὁμιλήσω ἐφ’ ὅσον ὡμίλησεν ὁ κύριος πρώην Ὑπουργός. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ παρατήρησις προηγουμένως.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ κύριος Μοσχούλας.
§316Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§317ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὁ κύριος Λεβίδης τὸν λόγον.
§319Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον.
§320ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπει ὁ κ. Λεβίδης νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, διότι εἶναι βραχεῖα, καὶ ἐλπίζω νὰ μὴ δυσφορήσῃ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἄνευ σκοποῦ ἡ συζήτησις. Ἐνόησα καλῶς τὴν ἀπολογίαν τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ζητοῦντος νὰ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ τὰς πράξεις του, καὶ περὶ ὧν ἐξεφράσθη ἤδη ἡ Βουλή, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἐγκρίνῃ αὐτάς. Ἀλλ’ ἡ ἔγκρισις τῆς Βουλῆς θέλει περιορισθῆ εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῶν ἐνταλμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ὑπ’ εὐθύνην του ὁ Ὑπουργός, ἑπομένως εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς εὐθύνης, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ἔμμεσος ἀναγνώρισις τῆς ἐνεργείας του. Ἀλλὰ περαιτέρω δὲν δύναται νὰ ζητῇ, ἀφοῦ πρόκειται περὶ Δικαστικοῦ Σώματος, — διότι Δικαστικὸν Σῶμα εἶναι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, κατὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον μάλιστα ἐξωμοίωσε πρὸς τὸ Δικαστικὸν Σῶμα καὶ κατὰ τὴν ἰσοβιότητα, — δὲν δύναται νὰ ζητῇ νὰ εἰσέλθωμεν ἡμεῖς εἰς κρίσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην ἐπικριτικὴν ἢ κατακριτικὴν περὶ αὐτοῦ. Τοῦτο θὰ ἦναι ὑπερβασία τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, ὑπερβασία βλάπτουσα ἀκριβῶς αὐτὴν κατὰ τοῦτο, ὅτι δὲν φαίνεται ἀκριβὴς εἰς τὴν τήρησιν τῶν καθηκόντων αὑτῆς. Δὲν ἔχομεν λοιπόν, νομίζω, δικαίωμα ἡμεῖς νὰ ζητήσωμεν περαιτέρω εὐθύνας παρὰ Δικαστηρίου, διότι οἱ δικασταὶ τὰς σκέψεις τῶν ἐκθέτουσιν ἐν ταῖς ἀποφάσεσιν αὑτῶν, καὶ εὐθύνας δίδουσι διὰ τοῦ αἰτιολογικοῦ τῶν ἀποφάσεών των. Τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐξεδήλωσαν τὴν γνώμην των καὶ ἐξέθηκαν τὴν δικαιολογίαν τῆς κρίσεως αὑτῶν. Ἂν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν χρεῶν αὑτῶν περιέπεσαν εἰς πρᾶξίν τινα ἀξιόποινον, ἰδοὺ ἡ ὁδὸς τῶν Δικαστηρίων· ἃς καταγγελθῶσιν οἱ παραβάται τυχὸν τῶν καθηκόντων των ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος· ἀλλὰ ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχολῆται περὶ τούτου, νομίζω, ὅτι εἶναι παρὰ τὰ καθήκοντα καὶ πέραν τῶν δικαιωμάτων αὑτῆς, καὶ παρὰ ταῦτα πράττουσα βλάπτει ἀκριβῶς τὴν ἰδίαν αὑτῆς ὑπόληψιν.
§321Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, οὐδαμῶς προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τὴν προκληθεῖσαν ἐκ τῆς ἔριδος, τῆς ἀναφυείσης μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἢ μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐκφέρω γνώμην οὐδ’ ἐὰν ἔχῃ δίκαιον ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, οὐδ’ ἐὰν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Θέλω περιορισθῆ ἁπλῶς εἰς τὴν ἐξέτασιν μικροῦ τινος κεφαλαίου τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καθόσον τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς εὐθύνην μου. Μάλιστα, Κύριοι, καὶ τοῦτο ἤμην διατεθειμένος νὰ παραλείψω, ἐὰν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κυρίου πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ δὲν προεκαλούμην τρόπον τινὰ, διότι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἀγορεύων εἶπεν, ὅτι: «ὁ κ. Λεβίδης, εὑρὼν ἀνοιγμένην τὴν ὑπόθεσιν, προέβη εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ ὑπολοίπου ποσοῦ»...
§322ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶπον, ὅτι τὴν εὕρετε κλεισμένην.
§323ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ εἶπον τοῦτο, καὶ τότε παρεδέχθητε καὶ ὑμεῖς αὐτό.
§324ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐνόουν νὰ σᾶς μεμφθῶ.
§325ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ τοῦτο οὐδαμῶς ἐσκόπουν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Δυστυχῶς ὅμως ἀναγκάζομαι ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, καθόσον ἀγορεύων ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐποιήσατο χρῆσιν βουλεύματός τινος τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ἐν ᾧ τὸ μὲν Συμβούλιον ἀπέχει νὰ ἐκφράσῃ γνώμην περὶ τῆς σχετικῆς προτάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, πλανώμενος βεβαίως καὶ καλῇ τῇ πίστει, ἀπεριφράστως καὶ σαφῶς ἀποδίδει εἰς ἐμὲ τὴν εὐθύνην τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἐκ τῶν παραδόσεών μου καὶ ἐκ τῆς ἰδιοσυγκρασίας μου δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὑφίσταμαι ἐπιτιμήσεις, ὅταν δὲν ἦμαι ἄξιος αὐτῶν, διὰ τοῦτο ἀναλαμβάνω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως ἐκεῖνοι, οἵτινες συντάσσουσι προτάσεις, καὶ ἐκδίδουσιν ἔγγραφα δημόσια, ἐν γνώσει μάλιστα τοῦ ὅτι αἱ προτάσεις καὶ τὰ ἔγγραφα αὐτῶν δύνανται νὰ φθάσωσι καὶ μέχρι τῆς αἰθούσης ταύτης, ὦσι προσεκτικώτεροι περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Λυποῦμαι λέγων ταῦτα περὶ διακεκριμένου Εἰσαγγελέως τοῦ Κράτους, οὗ τυγχάνω ὢν καὶ προσωπικὸς φίλος. Καὶ πάλιν ὅμως, Κύριοι, ἤθελον παραλείψει νὰ ὁμιλήσω, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, οὐχὶ βεβαίως ἀπὸ σκοποῦ, ἀλλὰ διότι μακρὸν εἶχε νὰ ἀπαγγείλῃ λόγον, καὶ πολλὰ νὰ ἀναδιφήσῃ ἔγγραφα, δὲν παρέλειπε τὴν ἀρχὴν τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως, τὴν ἀρχὴν τῆς ἐκχωρήσεως τοῦ συγγράμματος Κανελλοπούλου, ἐὰν δὲν παρέλειπε νὰ καταστήσῃ σαφεστέραν καὶ γνωστοτέραν τὴν ἔναρξιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐφ’ ᾗ βεβαίως ἐγὼ οὐδεμίαν ὑπέχω εὐθύνην. Τώρα τίνες ὑπέχουσι τὴν εὐθύνην, θέλετε ἴδει ἐντὸς ὀλίγου. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐγένετο χρῆσις καὶ φύλλων ἐφημερίδων ἀρχαιοτέρας ἐποχῆς, καὶ μάλιστα ὑπὸ τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ νὰ ποιήσωμαι χρῆσιν φύλλου τινὸς σπουδαίας ἀληθῶς ἐφημερίδος. Ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς παρεπονήθη, ὅτι δημοσιογραφικόν τι φύλλον πρωΐαν τινὰ παρέστησεν αὐτὸν παραβαίνοντα σκανδαλωδέστατα τοὺς νόμους. Ἀλλ’ ἄλλο πάλιν φύλλον παρέστησε πρωΐαν τινὰ τὸ παράδοξον φαινόμενον τοῦ νὰ λέγῃ, ὅτι οὐχὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὁ τότε, ὁ ἀρχικῶς δηλ. ἐγκρίνας τὴν ἐκχώρησιν τοῦ συγγράμματος, ἀλλ’ ἐγὼ παρέβην τοὺς νόμους, ὑπείκων τίς οἶδεν εἰς τίνας συμπαθείας πρὸς τὴν οἰκογένειαν τοῦ κυρίου Κανελλοπούλου, οὗτινος σημειώσατε, ὅτι ἐγὼ οὔτε προσωπικός, οὔτε πολιτικός εἰμι φίλος. Πρωΐαν τινὰ λοιπὸν οἱ «Καιροὶ» τῆς 3 Ὀκτωβρίου 1901 ἔτους ἐδημοσίευσαν ἄρθρον διὰ παχέων στοιχείων: «Σκάνδαλα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον! Ἐλεγκτὴς καταχραστής! Μήνυσις τοῦ κ. Βουδούρη κατὰ τοῦ Κανελλοπούλου!» Ἐν τῷ δημοσιεύματι τούτῳ, οὔτε πλειότερον, οὔτε ὀλιγώτερον, ἡ εὐθύνη τῆς ἐκχωρήσεως τοῦ ἐν λόγῳ συγγράμματος ἀποδίδεται εἰς ἐμέ. Ἐγὼ, δὲν ἠξεύρω πῶς, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἤμην διατεθειμένος νὰ εἰσέλθω εἰς δημοσιογραφικὸν ἀγῶνα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀναμένων, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἤθελε βεβαίως διασαφηνισθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἶπον, ὅτι δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, καὶ ὅτι λαμβάνω αὐτὸν, διότι δὲν ἐπιθυμῶ ἐν δημοσίῳ ἐγγράφῳ, καὶ δὴ δικαστικῷ, νὰ φαίνηται, ὅτι ἐγὼ εἰμι δῆθεν ὁ αἴτιος τῆς ζημίας τοῦ Δημοσίου, ἐὰν ζημία ὑφίσταται. Ἐν τῇ προτάσει λοιπὸν αὐτοῦ ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐκτίθησιν, ὅτι: «ἡ ἔλλειψις αὕτη τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων προῆλθε, διότι οὐδενὸς συγγράμματος οὐδεμία εἶχε γείνῃ νομίμως ἐκχώρησις ἐκ μέρους τοῦ Ἀλεξ. Κανελλοπούλου, καθόσον ἡ ἐκχώρησις παρ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του Θ. Κανελλοπούλου, ὡς κληρονόμων τοῦ ἀποβιώσαντος ἀδελφοῦ των Ἠλία Κανελλοπούλου, ἐγένετο μόνον μετὰ τέσσαρας μῆνας, ἤτοι τῇ 8. Σεπτεμβρίου ἰδίου ἔτους, κανονιζομένης οὕτως ἐκ τῶν ὑστέρων τῆς παρανόμου πληρωμῆς τῶν 1700 δραχμῶν, ἥτις χαρακτηρίζεται ὡς προκαταβολὴ τοῦ ἐκ 5,000 δραχμῶν τιμήματος τοῦ ἐκχωρηθέντος συγγράμματος.» Ἄρα ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ σύμβασις τῆς ἐκχωρήσεως τοῦ συγγράμματος ἐκ μέρους τῶν Κανελλοπούλων πρὸς τὸ Δημόσιον ἐγένετο ἐπὶ τῆς ἐμῆς ὑπουργίας, διότι ἐγὼ ἐγενόμην Ὑπουργὸς τῇ 1 Ἰουνίου 1895 ἔτους, λέγει δέ, ὅτι ἡ ἐκχώρησις αὐτοῦ ἐγένετο τῇ 8 Σεπτεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Ἀκριβῶς λοιπὸν καὶ μόνον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου φέρω τὸν λόγον, παρακαλῶ δὲ νὰ τύχω τῆς εὐμενοῦς ὑμῶν ἀκροάσεως, καθόσον ἄλλως πρόκειται ἐντὸς ὀλίγων στιγμῶν νὰ περατώσω τὸν λόγον. Ἰδού, Κύριοι, ὅμως, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσιν ἀκριβῶς ἀντιθέτως. Τῇ 16 Μαΐου τοῦ 1894 ἔτους ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν Γεώργιος Μπούμπουλης ἀπηύθυνε τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11418 ἔγγραφον πρὸς τὸν κύριον Ἀλέξ. Κανελλόπουλον, ἔχον οὕτως: «Ἀπαντῶντες εἰς τὴν ἀπὸ 26 λήξαντος μηνὸς ὑμετέραν ἀναφοράν, δι’ ἧς προτείνετε νὰ παραχωρήσητε εἰς πλήρη ἰδιοκτησίαν τοῦ Δημοσίου ἀντὶ πέντε χιλιάδων δραχμῶν τὸ ὑπὸ τοῦ μακαρίτου ἀδελφοῦ σας ἐκπονηθὲν σύγγραμμα «περὶ χειρισμοῦ τῶν ἱστιοφόρων καὶ ἀτμοκινήτων πλοίων», γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι, ἐκτιμῶντες τὴν χρησιμότητα τοῦ περὶ οὗ πρόκειται συγγράμματος, θέλομεν φροντίσει νὰ ἐγγράψωμεν ἐν τῷ μέλλοντι Προϋπολογισμῷ τὸ ἄνω ποσὸν, ἀναμένοντες τὴν πρὸς τοιοῦτο ἔξοδον ἀπαραίτητον νομοθετικὴν ἔγκρισιν» Παρατηρεῖτε λοιπὸν, ὅτι πολλοῦ γε καὶ δὴ ἡ συντέλεσις τῆς συμβάσεως ταύτης νὰ ἐτελέσθη ἐπὶ τῆς ὑπουργίας ἐμοῦ. Ἡ συντέλεσις τῆς συμβάσεως ἐγένετο παρὰ τοῦ κατὰ τὸ 1894 ἔτος Ὑπουργοῦ Γεωργίου Μπούμπουλη, συνομολογοῦντος καὶ ἐκτιμῶντος τὴν χρησιμότητα τοῦ ἔργου, καὶ ἀναγνωρίζοντος τὰ δικαιώματα τῶν κληρονόμων Κανελλοπούλου, καὶ ὑποσχομένου, ὅτι ἐν τῷ προσεχεῖ Προϋπολογισμῷ θέλει ἀναγράψει τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν πρὸς ἀγορὰν τοῦ ἔργου.
§326ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κατὰ ποίαν ἐποχήν;
§327ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶπον, κατὰ τὴν 16 Μαΐου τοῦ 1894 ἔτους. Τώρα, Κύριοι, ἐγὼ βεβαίως δὲν εὐθύνομαι ἐπὶ τούτῳ. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσωμεν ὀλίγῳ νὰ ἐξετάσωμεν ἀκριβέστερον τὰ πράγματα, ἴσως εὐθύνονται ἄλλοι, ἐκεῖνοι, οἵτινες, ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς τότε, ὑπεστήριζον τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἧς ἀπετέλει μέρος καὶ ὁ Γεώργιος Μπούμπουλης. Ἐὰν ἦτο ὁ ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς μέλος τῆς πλειονοψηφίας ἐκείνης, πιστεύω, ὅτι πάντες γνωρίζετε.
§328ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Συγγνώμην. Βεβαίως ἐγὼ ἤμην μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἀπετέλουν μέλος τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία ὑπεστήριζε τὸν μακαρίτην Ὑπουργὸν Μπούμπουλην, ἀλλ’ ἐγὼ βεβαίως, ὅπως καὶ πᾶς ἄλλος Βουλευτὴς, δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, ποῖα ἔγγραφα συντάσσουν καὶ στέλλουν οἱ Ὑπουργοί.
§329ΛΕΒΙΔΗΣ. Δι’ αὐτὸ δὲν κατηγορῶ ὑμᾶς βεβαίως. Διὰ τούτων ἀποδεικνύω ὅμως, ὅτι δὲν ἤμην ἐγὼ ὁ συντελεστὴς τῆς συμβάσεως περὶ ἀγορᾶς τοῦ ἔργου.
§330ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ποῖος κατηγόρησεν ὑμᾶς;
§331ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ βούλευμα.
§332ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐχί. Ἡ πρότασις τοῦ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέως. Ἀπαντᾷ δὲ ὁ Γ. Μπούμπουλης διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου εἰς ἀναφορὰν τοῦ κ. Ἀλεξ. Κανελλοπούλου τῆς 26 Ἀπριλίου τοῦ 1894 ἔτους, ἐν ᾗ ὁ κ. Ἀλέξ. Κανελλόπουλος προσφέρεται, ἐν ὀνόματι ἰδίῳ καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, νὰ παραχωρήσῃ τὸ ἐν λόγῳ σύγγραμμα πρὸς τὸ Δημόσιον. Σημειώσατε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς Γεώργιος Μπούμπουλης ἦτο καὶ εἰδικὸς, διότι ἦτο ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ὡς εἰδικὸς λοιπὸν ἐξεφράζετο τοσοῦτον κολακευτικῶς περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ ἔργου. Μετὰ ταῦτα ἄλλος Ὑπουργὸς, εἰδικώτερος μάλιστα αὐτοῦ, σήμερον ἐν ἀποστρατείᾳ ὑποναύαρχος, τότε πλοίαρχος τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἐν ἐνεργείᾳ, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὁ ἀξιότιμος κ. Δημήτριος Κριεζῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργοῦ Γεωργίου Μπούμπουλη, κατέβαλε τῷ κ. Ἀλεξίῳ Κανελλοπούλῳ δραχ. 1700 ἀπέναντι τῶν συμφωνηθεισῶν δρ. 5,000, καὶ τοῦτο κατὰ τὸ πρωτόκολλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς 31 Μαΐου 1895 ἔτους, ὑπ’ ἀριθ. 10704. Ἐν αὐτῇ τῇ καταστάσει, Κύριοι, εὗρον τὰ πράγματα, ὅτε ἀπηυθύνθη καὶ πρὸς ἐμὲ ἔγγραφον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀλεξ. Κανελλοπούλου, ζητοῦντος νὰ καταβάλω αὐτῷ τὸ ὑπόλοιπον. Ἐγὼ, ὅστις ὡμολόγουν καὶ ὁμολογῶ τὴν μὴ εἰδικότητά μου, ἐνόμισα, ὅτι πρέπον ἦτο δύο τινὰ νὰ πράξω· κατὰ πρῶτον νὰ ἐξασφαλίσω ἐπὶ τὸ ἐπισημότερον τὴν ἐκχώρησιν τοῦ συγγράμματος καὶ τὴν καταβολὴν τοῦ τιμήματος. Οὕτως ὁμολογεῖ, ὅτι ἔπραξα καὶ ὁ προλαλήσας πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Δεύτερον δ’ ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐρωτήσω καὶ τὴν γνώμην τῶν εἰδικῶν. Πρὸς τοῦτο, Κύριοι, συνεκρότησα ἐπιτροπὴν, ἧς τὴν ὕπαρξιν δὲν ἐμνημόνευσεν ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος, οὐχὶ βεβαίως ἐκ προθέσεως, ἀλλ’ ἐκ τῶν πολλῶν ἐγγράφων, ἅτινα εἶχεν ἐνώπιον αὐτοῦ.
§333ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν τὸ ἐγνώριζον.
§334ΛΕΒΙΔΗΣ. Συνεκρότησα ἐπιτροπὴν, ἀποτελουμένην ὑπὸ τοῦ Ἀντωνίου Βιτσαξῆ, ἑνὸς τῶν ἀρίστων ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, πλοιάρχου, Γεωργίου Κουντουριώτου, ἀντιπλοιάρχου καὶ νῦν ὑπασπιστοῦ τῆς Α. Μεγαλειότητος, Ἰωάννου Δαμιανοῦ, ἐπίσης ἱκανωτάτου ἀξιωματικοῦ, πλωτάρχου, ἥτις συνερχομένη νὰ ἐξετάσῃ, «ἂν τὸ ὑπὸ τοῦ ἀποβιώσαντος ἀντιπλοιάρχου Ἠλία Κανελλοπούλου κατὰ τὸ ἔτος 1870 ἐκπονηθὲν σύγγραμμα «ἐγχειρίδιον τοῦ ἐξαρτισμοῦ καὶ τοῦ χειρισμοῦ τῶν ἱστιοφόρων καὶ ἀτμοκινήτων πλοίων» ἢ τὸ τελειότερον εἰς τὸ εἶδός του, ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς τουλάχιστον γλώσσῃ, ὅπως χρησιμεύσῃ εἰς τὴν διδασκαλίαν τῶν δοκίμων, ὑποβάλῃ δὲ ἡμῖν ἁρμοδίως τὴν περὶ τούτων γνώμην αὑτῆς διὰ τοῦ Προέδρου». Πρᾶξις 17374 τῆς 25 Αὐγούστου 1895 ἔτους. Ὅτε ἡ ἐπιτροπὴ διὰ πρακτικοῦ αὐτῆς παμψηφεὶ ἐγνωμοδότησε — παρακαλῶ μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἂν ἡ συνεδρίασις ἐξακολουθήσῃ καὶ αὔριον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, νὰ φέρῃ τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς, — ὅτι ἐν τῇ ἡμετέρᾳ γλώσσῃ καὶ ἀπολύτως τὸ ἔργον τοῦ Ἠλ. Κανελλοπούλου εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης συνετάχθη συμβόλαιον μετὰ τῶν δύο ἀδελφῶν Κανελλοπούλων, ὡς μόνων κληρονόμων, οὗτινος δυνάμει ἐλήφθησαν καὶ τὰ χρήματα. Τώρα, ἂν φροντὶς κατεβλήθη, ἵνα τὰ χρήματα ληφθῶσι ταχέως παρὰ τῶν δικαιούχων, τοῦτο εἶναι μία τῶν σπανίων περιπτώσεων ταχύτητος τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἐν Ἑλλάδι, ὅταν πρόκηται νὰ πληρώνῃ. Παρατηρεῖτε λοιπὸν, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσιν ἐντελῶς διαφόρως ἢ ὅπως ἐξηγήθησαν, ἔχουσι δὲ ἐντελῶς διαφόρως ἢ ὡς ἐκτίθενται ἐν τῇ προτάσει τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Ἔχουσιν ὅμως ἐντελῶς διαφόρως καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς πληρωμῆς τοῦ ποσοῦ τούτου, διότι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, ὅπερ ἠκούσατε, ὅτι ὑπῆρχε δῆθεν πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ 1895 ἔτους, κεφάλαιον 6, ἄρθρον 3, λέγει ῥητῶς: «δι’ ἀγορὰν, συγγραφὴν, μετάφρασιν καὶ ἐκτύπωσιν διαφόρων ναυτικῶν συγγραμμάτων δραχμαὶ 5000». Αἱ 1700 δραχμαὶ ἐπληρώθησαν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1040 ἐντάλματος παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Δημ. Κριεζῆ, αἱ δὲ 3300 δραχμαὶ παρ’ ἐμοῦ. Ἑπομένως καὶ κατὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐνήργησε κατὰ τὴν τάξιν. Τώρα, Κύριοι, ἵνα τελειώσω τὸ θέμα τοῦτο, εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν σφαῖραν ἄλλου τινὸς ζητήματος, ὅπερ ἐπίσης συντομώτατα θέλω διαχειρισθῆ. Εἶναι ἀληθῆ τὰ ἀκουσθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Εἶναι ἀληθὲς τὸ γραφὲν ἐν τῷ βουλεύματι τούτῳ, ἐν τῇ προτάσει δηλαδὴ τοῦ Εἰσαγγελέως, — διότι ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἐντελῶς ἀποφεύγει νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ ἐπὶ τῶν θεμάτων, — εἶναι, λέγω, ἀληθὲς, κατὰ τοὺς νόμους, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ ζητήματος, ὅπερ θέλω ἐξετάσει, ὅτι τὸ δικαίωμα εἴτε τοῦ ἀποθανόντος Ἠλία Κανελλοπούλου, εἴτε τῶν κληρονόμων αὐτοῦ εἶχεν ἀποσβεσθῆ; Ἄς ἐξετάσωμεν δι’ ὀλίγων τὸ ζήτημα, διότι τὸ θέμα θεωρῶ ἀρκούντως σοβαρόν. Ἐγὼ εὗρον καταβεβλημένας τὰς 1700 δραχμάς. Ἄς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἠρνούμην νὰ καταβάλω τὸ ὑπόλοιπον. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἐμφανιζομένης τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ταῦτα ἤθελον ἀποφανθῆ, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ, δι’ ἧς ἀνεγνώριζε τὴν χρησιμότητα τοῦ ἔργου, καὶ δι’ ἧς λέγει, ὅτι θέλει προνοήσει, ἵνα ἀναγραφῇ πίστωσις ἐν τῷ μέλλοντι προϋπολογισμῷ, εἶναι σύμβασις περὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐκχωρουμένης συγγραφῆς. Ἐν τούτοις τὸ ποσὸν τῶν 1700 δραχμῶν εἶχε δοθῆ. Ἄς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐπήρχετο ἔνστασις περὶ τὴν καταβολὴν τοῦ ὑπολοίπου. Ἐρωτῶ, ἂν ὁ Κανελλόπουλος, ἔχων οὐχὶ ἕνα, ἀλλὰ δύο υἱοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, προέβαινεν εἰς ἐπεξεργασίαν τινὰ πρόχειρον τοῦ συγγράμματος καὶ εἰς ἐκτύπωσιν καὶ δημοσίευσιν αὐτοῦ, ἐρωτῶ, δὲν ἤθελον ἔχει δοθῆ ματαίως αἱ 1700 δραχμαί; Βεβαίως. Διατί; Διότι διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ συγγράμματος ὁ συγγραφεὺς, ὁ κατ’ ἐμπορίαν ἐκδότης, ἑπομένως ὁ κληρονόμος τοῦ συγγραφέως, ὁ κληρονόμος τοῦ κατ’ ἐμπορίαν ἐκδότου, ἀποκτᾷ δι’ ἀνανεώσεως νέον δεκαπενταετὲς προνόμιον, διὰ τῆς ἀποκτήσεως δὲ νέου δεκαπενταετοῦς προνομίου ὑπὸ τῶν κληρονόμων Κανελλοπούλου ἠθέλομεν, Κύριοι, εὑρεθῆ μὲ ἀνοικτὸν τὸ στόμα, διότι ἠθέλομεν ἔχει δώσει τὰς 1700 δραχμὰς, ἐνῷ συγχρόνως ἠθέλομεν ἀπολέσει τὸ ἔργον. Περὶ τούτου εἰσὶ πάντες οἱ συγγραφεῖς σύμφωνοι. Καὶ ἰδού: «Κατὰ τὰς αἰτιολογίας τοῦ Βαυαρικοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1827, σελ. 268, ἡ δεκαπενταετὴς προθεσμία ἐκρίθη ἀρκοῦσα πρὸς ἐκπώλησιν ὑπὸ τοῦ συγγραφέως, ἢ τοῦ ἐκδότου, τῶν τυπωθέντων ἀντιτύπων καὶ ἀπόλαυσιν τῆς ἐκ τοῦ ἔργου ὠφελείας. Ἐντεῦθεν γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἂν ἡ δευτέρα ἔκδοσις, ἡ μετὰ τὴν δεκαπενταετίαν γενομένη ὑπὸ τοῦ συγγραφέως, προστατεύεται ὑπὸ τοῦ νόμου. Πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος ἀνάγκη νὰ διακρίνωμεν τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ δευτέρα ἔκδοσις εἶναι ἁπλῆ τῆς πρώτης ἀνατύπωσις, ὅτε ἕκαστος, ὡς καὶ ὁ συγγραφεὺς, δύναται νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀνατύπωσιν τῆς πρώτης ἐκδόσεως, ἡ δὲ προτεραιότης τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἔργου ὑπὸ τοῦ συγγραφέως δὲν ἀφαιρεῖ τὸ δικαίωμα τῶν ἄλλων, ἀπὸ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἡ δευτέρα ἔκδοσις περιέχει ἐπεξεργασίαν καὶ ἀνακάθαρσιν τοῦ ἔργου, ὅτε ὁ συγγραφεὺς προστατεύεται ὑπὸ τοῦ νόμου». (Κωστῆ «Ἑρμηνεία τοῦ ἐν Ἑλλάδι ἰσχύοντος Ποιν. Νόμου». Τόμ. Γʹ (ἔκδοσις Βʹ), σελ. 286–287, ὑποσημ. 3). Λοιπὸν ὁ Κανελλόπουλος παρουσιάζει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἔργον τοῦ ἀδελφοῦ αὑτοῦ ἐπεξειργασμένον. Διότι πρὸς στιγμὴν ἐπῆλθεν εἰς τὸν νοῦν μου ἡ ἰδέα, μήπως ἐδυνάμην ν’ ἀποφύγω τὴν ἀποπληρωμὴν τοῦ τιμήματος, οὐχὶ διότι δὲν ἐνόμιζον τὸ ἔργον ἱκανὸν πρὸς διδασκαλίαν τῶν μαθητῶν, ἀλλὰ διότι τέλος πάντων ἦτο ὑπόθεσις, ἧς τὴν ἀρχὴν δὲν εἶχον ἐγὼ ἀναλάβει. Ὅτε ὅμως συνεβουλεύθην τὰ κείμενα τῶν νόμων καὶ τοὺς ἑρμηνευτὰς αὐτῶν, καὶ εἶδον, ὅτι ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος ὁ Κανελλόπουλος ἐδύνατο νὰ παρουσιάσῃ τὸ ἔργον τοῦ μακαρίτου ἀδελφοῦ του ἐπεξειργασμένον καὶ τετυπωμένον, ἠρώτησα ἐμαυτὸν, ἐρωτῶ δὲ καὶ ὑμᾶς τώρα: ἀποκτᾷ ἢ δὲν ἀποκτᾷ νέον δεκαπενταετὲς προνόμιον ὁ Κανελλόπουλος, καθὸ κληρονόμος τοῦ ἀδελφοῦ αὑτοῦ; Ἀναμφισβητήτως. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει τις ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι καὶ οἱ κληρονόμοι ἔχουσι τὸ αὐτὸ δικαίωμα.
§335Γ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πόθεν συνάγετε τοῦτο;
§336ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκ τῶν γενικῶν ἀρχῶν. Δὲν ὑπάρχει ἀντίθετος διάταξις. Ὅλα τὰ δικαιώματα, ἅτινα ἔχουσιν ὁ συγγραφεὺς καὶ ὁ ἐκδότης ἔργου τινὸς πνευματικοῦ, ταῦτα πάντα μεταβαίνουσι καὶ εἰς τοὺς κληρονόμους αὐτῶν ἀδιακρίτως. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι αἱ σκέψεις, αἱ ἐν τῇ προτάσει τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, εἰσὶν ἐντελῶς ἐσφαλμέναι. Ἐπαναλέγω, ὅτι λαμβάνω τὸν λόγον, ὁρμώμενος ἁπλῶς καὶ καθαρῶς ἐκ τῆς ἀφορμῆς, ἣν μοὶ ἔδωσε τὸ δικαστικὸν τοῦτο ἔγγραφον. Διότι, ὁμιλῶν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιρρίψῃ εἰς ἐμὲ εὐθύνην ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, οὔτε βεβαίως ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ μικρὰ ἐμοῦ πολιτικὴ ἱστορία εἶχε συντελέσει εἰς τὸ νὰ τεθῇ βέβηλος χεὶρ ἐπὶ τοῦ Συνεδρίου, ἢ, ὡς εἶπεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς, ὅπως πρόσωπα, ζήσαντα ἐν τῷ κομματισμῷ, καὶ ἀνατραφέντα ἐν αὐτῷ, εἰσπηδήσωσιν εἰς τὸν περίβολον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Καθόσον, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἀκολουθήσας τὰς πολιτικὰς γνώμας τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ὑποθέτω, ὅτι οὔτε διὰ τῆς ψήφου μου, οὔτε διὰ τοῦ λόγου μου, οὔτε διὰ τῶν συστάσεών μου συνετέλεσα εἰς τὸ νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῷ περιβόλῳ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου μέλος, χαρακτηρισθὲν ὡς ἐχαρακτηρίσθη παρὰ τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀφοῦ ἐπεράτωσα, καὶ νομίζω, ὅτι ἐπαρκῶς ἐκαθάρισα, τὸ πρῶτον μέρος τῆς ὑποθέσεως, εἰσέρχομαι εἰς τὸ δεύτερον· εἰσέρχομαι δὲ εἰς τὸ δεύτερον, οὐχὶ φανταζόμενός ποτε νὰ ἀπολογηθῶ, — διότι βεβαίως δὲν κατηγορήθην, — ἀλλὰ διότι, ἂν οἱ νόμοι δὲν ἑρμηνεύωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν γνωρίζω ποῦ προσφορώτερον θέλουσιν ἑρμηνευθῆ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφίνωμεν νὰ ἀκούωνται ἐνταῦθα θεωρίαι νομικαὶ ἐντελῶς ἐσφαλμέναι καὶ ἀβάσιμοι. Δὲν κατηγορῶ ὡς πρὸς τοῦτο τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, διότι βεβαίως ὁ ἀνὴρ δὲν ὑποθέτω, ὅτι κατέγεινε πολὺ εἰς τὴν Νομικήν. Ἔδοσαν εἰς αὐτὸν τὴν γνώμην ἄλλοι. Ἐν τούτοις ἀπόψε ἐγένετο μία ἐπίθεσις — ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν τὴν ἀκριβῆ — δεινοτάτη κατὰ τῶν νόμων. Καὶ ἀληθῶς, ἐὰν ἐρωτηθῶμεν, πῶς ἐσιωπήσαμεν, νομίζω, ὅτι δὲν θέλομεν ἔχει λόγους, ἵνα ἀπολογηθῶμεν. Ἔλεγε λοιπὸν ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός: «Φαντασθῆτε, Κύριοι, ἐνῷ ὑπάρχει ἄρθρον περὶ τῆς Σχολῆς τῶν Δοκίμων, καθ’ ὃ τὰ ἔργα τῶν διδασκόντων ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, ἦλθεν — οὐχὶ ὁ ἀγορεύων κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην — ἦλθεν ὁ Μπούμπουλης καὶ ἀνεγνώρισε δικαίωμα εἰς τοὺς κληρονόμους τοῦ Κανελλοπούλου ἐπὶ βιβλίου, ὅπερ ἀνῆκεν εἰς τὸ Κράτος» — κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, ἣν ἔδωκαν εἰς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν οἱ εἰδήμονες! Τώρα, Κύριοι, ἂς λεπτολογήσωμεν ἐπὶ τοῦ πράγματος δι’ ὀλίγων. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος «περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Σχολῆς τῶν ναυτικῶν Δοκίμων»; (ἀναγινώσκει): «Οἱ καθηγηταὶ, ὡς καὶ οἱ διδάσκαλοι τῶν μαθημάτων ἐκείνων, ἅτινα δέονται συγγραφῆς, ὀφείλουσι δύο τὸ πολὺ ἔτη μετὰ τὸν διορισμόν των, ἐὰν ἐξακολουθῶσι νὰ διδάσκωσιν ἐν τῇ Σχολῇ, ἢ ἐννέα τὸ πολὺ ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ των μῆνας, ἐὰν δὲν ἤρχισαν ἔτι νὰ διδάσκωσιν ἐν τῇ Σχολῇ, νὰ ἔχωσι συντεταγμένον, συμφώνως τῷ προγράμματι, τὸ διδασκόμενον ἢ διδαχθησόμενον παρ’ αὐτῶν μάθημα, ὅπερ παραδίδουσιν εἰς τὸν Διοικητὴν τῆς Σχολῆς, ἵνα τὸ ὑποβάλῃ πρὸς ἐξέλεγξιν εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, μετὰ δὲ τὴν ἔγκρισιν αὐτοῦ λιθογραφεῖται ἐν τῇ Σχολῇ, ἢ καὶ τυποῦται, τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν». Λοιπὸν πρόκειται περὶ ἔργου μὴ ἐκδεδομένου. Ἀφοῦ τῇ ἐγκρίσει λιθογραφεῖται καὶ τυποῦται, ἔσεται παράδοξον νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἔργου λιθογραφηθέντος καὶ τυπωθέντος, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἐγκριθῇ, καὶ κατόπιν νὰ λιθογραφηθῇ καὶ τυπωθῇ. Ἀλλὰ τοιοῦτον εἶναι τὸ ἔργον τοῦ Κανελλοπούλου; Πολλοῦ γε καὶ δή. Τὸ ἔργον τοῦ Κανελλοπούλου ἦτο δεδημοσιευμένον. Ἀφίνω ὅμως τώρα τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα, καὶ λαμβάνω ἄλλο: Πότε ἐδημοσιεύθη τὸ Β. Διάταγμα «περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Σχολῆς τῶν ναυτικῶν Δοκίμων»; Τῇ 6 Αὐγούστου 1884 ἔτους. Πότε ἐξεδόθη τὸ βιβλίον; Κατὰ τὸ 1872 ἔτος. Ἂς εὕρωσι τοὐλάχιστον διάταξιν ἐν τῷ Διατάγματι τούτῳ ἀκροτελεύτιον, καθ’ ἣν ἔχει ὀπισθενεργὸν δύναμιν αὐτὸ τὸ Διάταγμα. Οὐδεμία! Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Διατάγματος τοῦ 1884 ἔτους νὰ ἀφορᾷ βιβλίον ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1872 ἔτος; Νομίζω, ὅτι οὐχὶ πεπειραμένος νομικὸς ἐὰν ἦναί τις, ἀλλὰ καὶ ἀλώπηξ ἀκόμη, ὡς λέγουσιν ἐν Γερμανίᾳ τοὺς πρωτοετεῖς φοιτητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, βεβαίως θέλει ἀποκαλυφθῆ πρὸ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων καὶ τῶν νόμων καὶ τῆς ἑρμηνείας αὐτῶν. Ἑπομένως οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Διατάγματος τοῦ 1884 ἔτους ἐφαρμόζεται ὡς πρὸς τὰ ἔργα ἐκεῖνα, ἅτινα ἔμελλον νὰ δημοσιευθῶσι μετὰ τὴν ἔκδοσιν καὶ δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος, ὅπερ πάλιν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀφορᾷ ἔργα ἤδη τετυπωμένα πρὸ δωδεκαετίας.
§337Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Βεβαίως.
§338ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Λεβίδη;
§339ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§340ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι νομικὸς, καὶ εἶμαι συγκεχωρημένος, ἐὰν εἴπω τι μὴ ὀρθὸν νομικῶς, οὔτε ἔχω τὰς γνώσεις τοῦ κ. ταγματάρχου, ὁ ὁποῖος ἔχει μεγάλην πεῖραν.
§341ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην αὐτὴν, διότι ἤμην καθηγητὴς τῆς Σχολῆς, καὶ γνωρίζω τὰ κείμενα.
§342Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἦσθε καθηγητὴς τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς.
§343ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ εἶναι ὁ αὐτὸς ὀργανισμὸς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ κείμενα.
§344ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι ἓν ἄρθρον 77 ἐν τῷ νόμῳ.
§345ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα, ἐν τῷ Διατάγματι.
§346ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀναγνώσητε;
§347ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει): «Οἱ καθηγηταὶ καὶ διδάσκαλοι, τῶν ὁποίων τὸ μάθημα ἐλιθογραφήθη, ἔχουσι δικαίωμα νὰ λάβωσι δωρεὰν πέντε ἀντίτυπα τοῦ μαθήματός των· οἱ ἐκτυπώσαντες δὲ τὸ μάθημά των δικαιοῦνται νὰ λάβωσι δωρεὰν ἑκατὸν ἀντίτυπα ἐκ τοῦ τυπωθέντος μαθήματός των κλπ.» Πότε; Ἀφ’ ὅτου ἰσχύσῃ τὸ Διάταγμα, οὐχὶ ὅμως πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος αὐτοῦ.
§348ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ Κανελλόπουλος, διορισθεὶς μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ καθηγητὴς ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Δοκίμων, καὶ ἀνατεθέντος εἰς αὐτὸν τοῦ μαθήματος τοῦ σχετικοῦ πρὸς τὸ βιβλίον αὐτὸ, ἐλιθογράφησε τὸ μάθημά του.
§349ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι.
§350ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, τὴν ταπεινὴν, διότι δὲν εἶμαι νομικὸς, ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ λιθογραφήσῃ τὸ μάθημά του, ἢ νὰ τὸ ἔχῃ τυπώσει, ἐπειδὴ ὅμως τὸ βιβλίον του τὸ εἶχε τυπωμένον ἤδη, ἀντὶ νὰ λιθογραφήσῃ βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἦτο τυπωμένον, τὸ παρεχώρησεν εἰς τὸ Δημόσιον.
§351ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ παρεχώρησε;
§352ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα.
§353ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν τὸ παρεχώρησε.
§354ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Τὸ Δημόσιον ἠγόρασε τὰ ἀντίτυπα ὅλα τοῦ βιβλίου αὐτοῦ, ὅτε δὲ κατόπιν ἐχρειάσθη βιβλία, ὁ Κανελλόπουλος δὲν εἶχε βιβλία, ἢ μᾶλλον, κατὰ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὼ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν, εἶχεν ἀκόμη 25 ἀντίτυπα, τὰ ὁποῖα διά τινος βιβλιοπώλου ἐπώλησεν εἰς τὸ Δημόσιον, διότι ἐβεβαιώθη, ὅτι αὐτὸς δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ πωλήσῃ παρὰ τὰ 100 ἀντίτυπα, τὰ ὁποῖα δυνάμει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ νόμου ἐδικαιοῦτο νὰ ἔχῃ.
§355ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη ὑμῶν, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω διάφορον γνώμην.
§356Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ σύγχυσις, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσεν ὁ ἐκ Χαλκίδος ἀξιότιμος Βουλευτής. Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐπιρρίψω ἄδικον εἰς τὸν πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐγὼ ὁμιλῶ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸ κείμενον τοῦ μαθήματος τοῦ Κανελλοπούλου. Ἐὰν ὁ καθηγητὴς δώσῃ εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Σχολῆς τὸ κείμενόν του, ἵνα λιθογραφηθῇ, δὲν ἕπεται, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκτυπώσῃ τὸ κείμενον ἐξ ἰδίων του καὶ νὰ τὸ πωλήσῃ εἴτε πρὸς τὸ Δημόσιον, εἴτε πρὸς πάντα ἰδιώτην· ἐὰν δὲ δώσῃ τὸ κείμενον καὶ τὸ τυπώσῃ τὸ Δημόσιον, τότε μόνον ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ 100 ἀντίτυπα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαθέσῃ ὅπως θέλει. Ἀλλὰ κείμενον, τοῦ ὁποίου ἦτο αὐτὸς ὁ πνευματικὸς κύριος, διότι τὸ εἶχεν ἐκτυπώσει πρὸ ἐτῶν ἰδίᾳ δαπάνῃ, ἐὰν τὸ κείμενον αὐτὸ εἶχεν ἤδη ἐξαντληθῆ καὶ τὸ ἔδιδε νὰ λιθογραφηθῇ πρὸς εὐκολίαν τῶν μαθητῶν, εἶναι πάντοτε πνευματικὴ ἰδιοκτησία του, καὶ δύναται νὰ τυπώσῃ τὸ κείμενον αὐτὸ, καὶ τὸ διαθέσῃ ὅπως θέλει.
§357ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι διὰ τῶν ἐγγράφων, τῶν διαμειφθέντων μεταξὺ τῶν κληρονόμων Κανελλοπούλου καὶ τοῦ ἀειμνήστου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν Γ. Μπούμπουλη, εἶχε συντελεσθῆ ἡ πρᾶξις τῆς ἐκχωρήσεως τοῦ συγγράμματος. Ἄλλως, κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν καὶ κατὰ τοὺς ἑρμηνευτὰς τῶν νόμων ἡμῶν, οἱ κληρονόμοι Κανελλοπούλου ἐδύναντο, ἀναθεωροῦντες καὶ κατ’ ὀλίγον ἔστω διασκευάζοντες τὸ παλαιὸν ἔργον, νὰ ἀποκτήσωσι δικαίωμα προνομιακῆς ἰδιοκτησίας πνευματικῆς τοῦ συγγράμματος Κανελλοπούλου ἐπὶ ἑτέραν δεκαπενταετίαν.
§358Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τὸ παλαιὸν κείμενον ἀνήκει εἰς πάντας.
§359ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ἰδέα, ἣν ἐκφέρει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ μάλιστά ποτε καὶ πνευματικὸς πατήρ μου ἐν τῇ εἰσόδῳ μου εἰς τὸ δικηγορικὸν στάδιον, — διότι, ἐνθυμεῖσθε, ὑμεῖς πρῶτος μὲ εἰσηγάγετε εἰς τὴν δικηγορίαν (ἱλαρότης), — λοιπὸν ἡ θεωρία ὑμῶν εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, θεωρία συγγενική. Διατί; Συμπίπτει τῇ θεωρίᾳ, ἣν ἀνέπτυξεν ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς καὶ θεῖος ὑμῶν; διότι φαντάζονται, ὅτι σύγγραμμα εἶναι ὁ χάρτης καὶ τὸ δέσιμον τοῦ βιβλίου. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἡ ὑλικὴ θεωρία περὶ συγγράμματος. Σύγγραμμα δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ χάρτης καὶ τὰ στοιχεῖα, εἶναι ἡ πνευματικὴ ἐργασία. Λοιπὸν τὴν πνευματικὴν ἐργασίαν, ἰσχυρίζεσθε ὑμεῖς, νομικὸς τοσοῦτον πεπειραμένος καὶ πεπαιδευμένος, ὅτι ἀπώλεσαν οἱ κληρονόμοι τοῦ Κανελλοπούλου; Ἐγὼ, παρακαλῶ, στοιχηματίζω δύο γλυκύσματα μαζύ σας (γέλως).
§360Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§361ΛΕΒΙΔΗΣ. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἀπορῶ, πῶς ἄνθρωπος νομικὸς καὶ πεπαιδευμένος, οἷος εἶναι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Χαλκίδος, εἶναι τοσοῦτον ὀπισθοδρομικὸς εἰς τὰ ζητήματα μάλιστα τῆς πνευματικῆς ἰδιοκτησίας — ἐκτὸς ἐὰν ᾖναι πολέμιος τῆς πνευματικῆς ἰδιοκτησίας. — Ἀλλὰ σήμερον, Κύριοι, πανταχοῦ τοῦ κόσμου, καὶ τοῦ νέου καὶ τοῦ παλαιοῦ, αἱ νομοθεσίαι ἄρδην ἀνατρέπουσι τὴν Βαυαρικὴν νομοθεσίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐγένετο ὁ ἡμέτερος Ποινικὸς Νόμος. Σήμερον ἔξοχοι συγγραφεῖς, οἱ πνευματωδέστατοι τῶν ποινικολόγων καὶ τῶν τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου συγγραφέων, ὅλοι ἰσχυρίζονται, ὅτι διηνεκὴς καὶ ἀπαράγραπτος πρέπει νὰ ᾖναι ἡ πνευματικὴ ἰδιοκτησία, ὅπως εἶναι καὶ ἡ ὑλική. Αὐτὴ σήμερον εἶναι, Κύριοι, ἡ δεσπόζουσα θεωρία, αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρία ἡ ἀνθρωπίνη, ἡ θεωρία τῆς προόδου, τῆς ἐλευθερίας τοῦ πνεύματος, τῆς ἀπολύτου ἐνασκήσεως τῆς ἰδιοκτησίας. Θὰ ἦτο, Κύριοι, πολὺ ταπεινὸς ὁ κόσμος καὶ ὑλόφρων, ἐὰν τὴν μὲν ὑλικὴν ἰδιοκτησίαν ἐδέχετο διὰ παντὸς καὶ αἰωνίως νὰ προστατεύῃ, εἰς δὲ τὴν πνευματικὴν ἰδιοκτησίαν, ἥτις εἶναι τιμιωτέρα καὶ πολυτιμοτέρα τῆς ὑλικῆς, νὰ δίδῃ ζωὴν πεντεκαίδεκα ἐτῶν μόνον. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀπέδειξα, ὅτι οὐ μόνον τὸ πνεῦμα, ἀλλὰ καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου τοῦ Βαυαρικοῦ, οὗτινος τέκνον ὁ Ἑλληνικὸς Ποινικὸς Νόμος, καὶ ἡ γνώμη τῶν ἑρμηνευτῶν τοῦ Βαυαρικοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ποινικοῦ Νόμου εἶναι, ὅτι διὰ τῆς παρελεύσεως τῆς δεκαπενταετίας δὲν ἀπόλλυται τὸ δικαίωμα, ὅταν τὸ σύγγραμμα ὑποστῇ ἔστω καὶ τὴν ἐλαχίστην βελτίωσιν, ἢ μεταβολήν. Τώρα, Κύριοι, ἔρχομαι εἰς ἄλλο θέμα, συναφὲς πρὸς τὸ πρῶτον, καὶ λέγω: ἦτο ἄξιος τάχα τοιούτων ἐπιτιμήσεων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἷς τῶν τὰ μάλιστα εὐπαιδεύτων ἀξιωματικῶν τοῦ ἡμετέρου πολεμικοῦ ναυτικοῦ; Κύριοι, τοὺς ἀξιωματικοὺς Κανελλοπούλους, τόσον τὸν ἕνα, ὅσον καὶ τὸν ἕτερον, οὐδαμῶς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἔχω ἐγγεγραμμένους ἐν τοῖς καταλόγοις τῶν φίλων μου· ἀπεναντίας μάλιστα ὁ ἕτερος τῶν δύο ἀδελφῶν ἐνεφανίσθη μάρτυς ὑπερασπίσεως τοῦ κ. Σαχτούρη ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου, καὶ διὰ γλώσσης οὐχὶ ἀληθοῦς ὡμίλησε τότε, ἐμοῦ καταγγείλαντος, ὡς γνωστόν, τὸν κ. Σαχτούρην. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ἀμφότεροι, κυρίως ὅμως ὁ Φίλιππος Κανελλόπουλος, ὅστις εἶναι ὁ συντάκτης τοῦ ἔργου, δι’ ὅπερ ἔλαβε 1200 δραχμὰς, εἶναι ἐκ τῶν ἀγλαϊσμάτων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ...
§362ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Βεβαίως.
§363ΛΕΒΙΔΗΣ. ... Καὶ λόγῳ χαρακτῆρος καὶ λόγῳ ἀρετῆς καὶ λόγῳ γνώσεων κατέχει μίαν τῶν πρώτων θέσεων ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ. Δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον — καὶ βεβαίως ὁ πρώην Ὑπουργὸς λυπεῖται κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, διότι ὡμίλησε τοσοῦτον σαρκαστικῶς περὶ ἀξιωματικοῦ, σπεύδοντος, ὡς ἔλεγε, νὰ παραπονεθῇ εἰς τὸν μπαμπᾶ του, — δὲν νομίζω, λέγω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον ἡμῖν, ὅσον ὑψηλὴν θέσιν καὶ ἂν κατέχωμεν ἀπέναντι ἐκείνων, οἵτινες ὑπηρέτησαν ὑπὸ τὰς διαταγὰς ἡμῶν, εἴτε πολιτικοὶ ὑπάλληλοί εἰσιν οὗτοι, εἴτε στρατιωτικοὶ, διὰ τοιούτου τρόπου νὰ ἐλαττῶμεν ὁπωσδήποτε τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁρμοδιώτερος, ἵνα ἐπιτιμήσω — οὐδὲ ποσῶς ἐφαντάσθην αὐτὸ — τὸν προαγορεύσαντα, διότι πολλάκις συμβαίνει, ὅταν τις ἀγορεύῃ, νὰ ἐκφύγωσι τοῦ στόματος αὐτοῦ ἰδέαι καὶ λέξεις, ἐφ’ αἷς μετὰ ταῦτα λυπεῖται. Λέγω δὲ, ὅτι δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐπιτιμήσω, διότι καὶ ἐγὼ βεβαίως, ἐπὶ μακρὰ ἔτη ὑπηρετῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἴσως ὑπέπεσα εἰς τὸ παράπτωμα τοῦτο. Βεβαίως, Κύριοι, τὸ ἔργον τοῦ κυρίου Φιλίππου Κανελλοπούλου δὲν εἶναι φυλλάδα, ὡς ἔγραψαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ καύσωσι λιβανωτὸν πρὸ τοῦ ἀξιοτίμου πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Δὲν εἶναι φυλλάδα τὸ ἔργον τοῦ κυρίου Φιλίππου Κανελλοπούλου, ὡς ἔγραφεν ἐφημερίς τις, ὅτε τὸ πρῶτον ἐνεφανίσθησαν τὰ ζητήματα ταῦτα. Εἶναι, Κύριοι, τὸ μέγα τοῦτο ἔργον (δεικνύει τὸ σύγγραμμα), δι’ ὅπερ εἰργάσθη σοφώτατα ἐπιτροπὴ ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἣν ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συστήσω διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 17981 τῆς 4 Σεπτεμβρίου 1895 ἐγγράφου μου. Διὰ δὲ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 23857 ἐγγράφου μου τῆς 10 Νοεμβρίου 1895 ἔτους ἀνέθηκα εἰς τὸν κ. Φίλιππον Κανελλόπουλον, μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ ἔργου τούτου, τοῦ Σηματολογίου, τὴν εἰς τὸ καθαρὸν ἀντιγραφήν, τὴν ἐπεξεργασίαν, τὴν ταξινόμησιν, τὴν διαρρύθμισιν κτλ. Ὅταν δὲ ὁμιλῶμεν, Κύριοι, περὶ Σηματολογίου, δὲν πρόκειται περὶ κοινοῦ τινος ἔργου, ὅπερ ὁ ἔσχατος τῶν διορθωτῶν ἐφημερίδος δύναται νὰ ἐκτελέσῃ. Διορθώσεις, συνθέσεις τῶν σημάτων, καὶ ὅλη ἡ ποικίλη καὶ δυσχερεστάτη ἐργασία ἐκείνη τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σηματολογίου. Ἀρκεῖ, Κύριοι, ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ἐπιδείξῃ τις ὅλους τούτους τοὺς πίνακας, ὅλα ταῦτα τὰ σήματα, ὅλους τούτους τοὺς ἀριθμούς, ὧν ἓν καὶ μόνον τυπογραφικὸν λάθος δύναται νὰ ἐπιφέρῃ κατὰ τὴν κρίσιμον στιγμὴν μεγάλην ζημίαν εἰς τὴν κίνησιν τῶν πλοίων, καὶ εἰς τὰ πλοῖα αὐτά. Εἶναι ὁ ὁδηγὸς τῆς σημάνσεως, εἶναι ἡ ψυχὴ καὶ τὸ πνεῦμα τῶν κυβερνώντων τὰ πλοῖα, εἶναι ἡ ψυχὴ καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀρχηγοῦ μιᾶς οἱασδήποτε ναυτικῆς Μοίρας. Καὶ ὅση ἱκανότης ἀπαιτεῖται, ἵνα τις προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν Σηματολογίου, ἐπίσης ἄλλη τόση, ἡ αὐτὴ ἱκανότης ἀπαιτεῖται, ἵνα τις προβῇ εἰς τὴν ταξινόμησιν τοῦ ἔργου, εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν ἀριθμῶν, εἰς τὴν συσχέτισιν τῶν ἀριθμῶν καὶ τῶν σημάτων. Καὶ ὅμως, Κύριοι, περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ, εἰς ὃν εἷς τῶν μετ’ ἐμὲ Ὑπουργῶν εὐηρεστήθη, ὀρθῶς ποιῶν, νὰ δώσῃ ἀμοιβήν τινα, ἠκούσαμεν τόσον περιποιητικοὺς λόγους!...
§364ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Λεβίδη;
§365ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀμέσως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καὶ περὶ τῶν δύο θεμάτων ἐπαρκῶς ἀπήντησα.
§366ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ δύο λέξεις. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα περιφρονητικῶς περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ Κανελλοπούλου. Κύριοι, ὅσοι ἠκούσατε τὴν ἀγόρευσίν μου, βεβαίως θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω, ποῦ ὁ προαγορεύσας ἀνεῦρε τὸν περιφρονητικὸν τρόπον, μετὰ τοῦ ὁποίου, ὡς εἶπεν, ὡμίλησα περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου. Οὐδένα ἔχω λόγον ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω περιφρονητικῶς δι’ ἕνα ἀξιωματικὸν προσωπικῶς. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἠναγκάσθην νὰ ἐπιτιμήσω τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς φθορᾶς τῶν σκευῶν τοῦ «Μιαούλη»· προσέθεσα μάλιστα, ὅτι, καίτοι ἠδυνάμην νὰ τὸν τιμωρήσω, καὶ νὰ τὸν τιμωρήσω αὐστηρῶς, ἐν τούτοις δὲν τὸ ἔπραξα, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ, καὶ ὅτι μετὰ τὴν ἐπιτίμησιν αὐτοῦ ὁ ἀξιωματικὸς παρεπονέθη εἰς τὸν πατέρα του, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ φυσικόν, καὶ ὁ πατήρ του, ἐκδικούμενος τὸν τότε προσωπάρχην τοῦ Ὑπουργείου, ἤγειρε τὸ ζήτημα τῶν μισθῶν τῶν καθηγητῶν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς. Λοιπὸν καθόλου δὲν ὡμίλησα περιφρονητικῶς περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ.
§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λαμπρυνίδης.
§368ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον φρονῶ, ὅτι οὔτε ἐγὼ οὔτε ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὰς πράξεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀπολύτως. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι ἀνώτατον δικαστικὸν Σῶμα ἀνεξάρτητον, ἑπομένως τῶν πράξεων αὐτοῦ, καθαρῶς δικαστικῶν, οὐδεμίαν ὑπέχει ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ λόγον· μόνον διὰ τὰς ὑπερβασίας αὐτοῦ ὑπέχει εὐθύνας πρὸς τὰς ἀρχὰς, τὰς ἐπιτετραμμένας νὰ ἀσκῶσιν ἐπ’ αὐτῶν ἔλεγχον. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐλέγξῃ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, — διότι τοιαῦται εἶναι αἱ ὑπὸ συζήτησιν, — καὶ ἂν ἔτι ὑποτεθῇ, ὅτι ἐσφαλμένως ἐξεδόθησαν. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐξετάσῃ, πολλῷ μᾶλλον δὲν δύναται νὰ μεμφθῇ τὰς πράξεις τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὡς ἀτόμων, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν ἔχομεν ἐνώπιόν μας τὰ ἄτομα ταῦτα, ὅπως ἀπαντήσωσι. Πῶς δυνάμεθα νὰ ἐλέγξωμεν ἀπόντας, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀκούσωμεν αὐτῶν ἀπολογουμένων; Τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐὰν ἔσφαλαν, ἐὰν ὁπωσδήποτε παρέβησαν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, δύνανται νὰ δώσωσι λόγον ἐκεῖ, ὅπου οἱ νόμοι ὁρίζουσιν. Ἡμεῖς οὐδεμίαν ἔχομεν πρὸς τοῦτο ἁρμοδιότητα. Δὲν εἶναι δίκαιον λοιπὸν νομίζω, δὲν εἶναι γενναῖον νὰ ἐγκαλῶμεν, νὰ ἐκφράζωμεν μομφὰς κατ’ αὐτῶν, ὡς ἀτόμων, ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ μᾶς ἀπαντήσωσι, νὰ ἀπολογηθῶσιν, ἐφ’ οἷς ἐγκαλοῦνται. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, συνδεόμενος μεθ’ ἑνὸς τῶν κατηγορουμένων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ συγγενείας, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως ἐπανορθώσω ἀνακριβείας, ὅπως ἀποκρούσω ἀδίκως ἀποδοθείσας μομφὰς ἢ αἰτιάσεις διὰ πράξεις καὶ κατὰ χρόνον καὶ κατ’ εἶδος ἀσχέτους πρὸς τὸ ἐπασχολοῦν ἡμᾶς κύριον θέμα. Θὰ περιορισθῶ εἰς ὀλίγα, διότι ἐν τοῖς πλείστοις μὲ προέλαβεν ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅστις μάλιστα, καθ’ ὃ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, ἦτο μᾶλλον ἐνήμερος. Πρόκειται, κύριοι Βουλευταί, περὶ τοῦ βιβλίου ἐκείνου, ὅπερ κατέλιπεν ὁ πρὸ ὀκταετίας ἀποβιώσας Ἠλίας Κανελλόπουλος, ἀντιπλοίαρχος τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Ὁ μακαρίτης Κανελλόπουλος, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, ἦν εἷς τῶν μᾶλλον εὐπαιδεύτων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ, ἄριστα κατηρτισμένος, καὶ πρὶν εἰσέλθῃ εἰς τὸ ναυτικὸν συνεπλήρωσε τὴν μόρφωσιν αὐτοῦ, ὑπηρετήσας εἰς στόλους ξένων Δυνάμεων, παρ’ οἷς ἐξετέλεσε σπουδαίους ἐκπαιδευτικοὺς πλόας καὶ αὐτὸν τὸν κύκλον τοῦ κόσμου. Μετὰ τὴν τοιαύτην κατάρτισιν, ὁ μακαρίτης Κανελλόπουλος, ἐπανελθὼν εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἔπαυσεν ἀόκνως καταγινόμενος· τότε δὲ, πρὸ τριακονταετίας περίπου, παρεσκεύασε καὶ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος σύγγραμμα τοῦ ἐξαρτισμοῦ καὶ χειρισμοῦ τῶν πλοίων. Τὸ σύγγραμμα τοῦτο δὲν εἶναι ἁπλῆ μετάφρασις, ὡς ἐρρήθη· εἶναι ἔργον σπουδαιότατον, διότι ἐν αὐτῷ τὸ πρῶτον ἤδη καθιερώθησαν ὅροι ἐπιστημονικοὶ ἄγνωστοι, οἵτινες, ὅπως ἐξευρεθῶσιν, ἔδει νὰ μελετηθῇ πληθὺς ἀρχαίων συγγραφῶν. Ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους ὁ μακαρίτης Κανελλόπουλος συνειργάζετο πρὸς τοῦτο μετὰ τοῦ ἀειμνήστου Φιλίππου Ἰωάννου...
§369Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀληθές.
§370ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. .. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ ἐγώ, φοιτητὴς ὢν τότε τοῦ Πανεπιστημίου, διάφορα τῷ ἐπρομήθευσα συγγράμματα ἀρχαίων συγγραφέων. Ἡ κατάρτισις ὀνοματολογίου διαφόρων ὅρων ναυτικῶν, ὅλως ἀγνώστων, δὲν ἦτο ἔργον ἁπλοῦν.
§371ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔψεξε κανεὶς τὸν Κανελλόπουλον, κύριε Βουλευτά;
§372ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Τὸ ἔργον τοῦτο ἰδίᾳ δαπάνῃ ἐδημοσίευσεν ἔκτοτε ὁ μακαρίτης Κανελλόπουλος, μόλις δὲ μετὰ πάροδον δεκαπενταετίας διωρίσθη Διοικητὴς τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, ἧς ὑπῆρξεν ὁ πατὴρ καὶ ὁ ἱδρυτὴς, καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐδίδασκεν ἄνευ ὑποχρεώσεως πολὺ πλείονα τοῦ ἑνὸς μαθήματα, ἐλλείψει ἄλλων καταλλήλων καθηγητῶν. Τῆς θέσεως δὲ ταύτης τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς πρὸ δωδεκαετίας καὶ πλέον ἀπεχώρησε, παραιτηθείς, καὶ ἀντικατασταθεὶς δι’ ἄλλου. Μετὰ τὴν ἀποχώρησίν του καὶ ἐνῷ μάλιστα διετέλει Βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Ἄργους, ἐξαντληθείσης τῆς πρώτης ἐκδόσεως τοῦ βιβλίου του, καὶ παρασταθείσης τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναδημοσιεύσεως αὐτοῦ, ἠρωτήθη ἐγγράφως ὑπὸ τοῦ τότε κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ ὑπὸ τίνας ὅρους ἐδέχετο ν’ ἀναδημοσιεύσῃ τὸ ἐξαντληθὲν τοῦτο σύγγραμμά του, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε ὁ μακαρίτης Κανελλόπουλος βαθμηδὸν εἶχε συμπληρώσει καὶ τελειοποιήσει κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς προόδου τῆς ἐπιστήμης. Τὴν αἴτησιν ταύτην ἀπηύθυνε τῷ μακαρίτῃ Κανελλοπούλῳ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 22469 τῆς 9 Ὀκτωβρίου τοῦ 1893 ἐγγράφου του, ὑπουργοῦντος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ κ. Σκουλούδη· διὰ τοῦ ἐγγράφου δὲ τούτου ἠρωτᾶτο ὁ μακαρίτης Κανελλόπουλος, ἀντὶ τίνος ἀμοιβῆς ἦτο διατεθειμένος νὰ παραδώσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τὴν συμπεπληρωμένην ὕλην τοῦ συγγράμματός του, καὶ νὰ ἐπιμεληθῇ τῆς ἐκτυπώσεως αὐτοῦ. Τότε δὲ, ὡς προεῖπον, ὁ μακαρίτης Κανελλόπουλος διετέλει Βουλευτής, καὶ μὴ φίλα μάλιστα φρονῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην. Ὁ μακαρίτης Κανελλόπουλος ἀπεδέχθη τὰς γενομένας αὐτῷ προτάσεις, ἀναλαβὼν ἀντὶ ἀποζημιώσεως πέντε χιλιάδων δραχμῶν νὰ παραδώσῃ ἑτοίμην τὴν ὕλην τῆς Βʹ ἐκδόσεως τοῦ συγγράμματός του πρὸς δημοσίευσιν· πλὴν ἀτυχῶς, ἐνῷ ἔτι κατεγίνετο συμπληρῶν τὴν ὕλην, ἐπῆλθεν ὁ θάνατός του αἰφνιδίως, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν παράδοσιν αὐτῆς. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἅμα τῷ θανάτῳ τοῦ μακαρίτου Κανελλοπούλου, ἔκρινεν ἀναγκαῖον ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τοὺς κληρονόμους αὐτοῦ, παρακαλοῦν αὐτοὺς, ὅπως ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ὅροις παραδώσωσι τὸ ἔργον, τοῦθ’ ὅπερ καὶ οὗτοι παρεδέχθησαν, ἀναδεχθέντες τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς εἶχεν ἀναλάβει ὁ μακαρίτης.
§373ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶχε τὸ δικαίωμα, ἀφοῦ παρῆλθον 15 ἔτη, νὰ πωλήσῃ τὸ σύγγραμμα; Ὁ νόμος λέγει, ὅτι δὲν εἶχε. Σᾶς ἐρωτῶ, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα ἄνευ δικαιολογητικῶν;
§374ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἐπρόκειτο περὶ ἔργου νέου· τὸ δὲ ἔνταλμα ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐλήφθη, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν κηδείαν τοῦ συγγραφέως· ἄλλως ἐγὼ θέλω νὰ ἄρω τὴν μομφὴν τὴν ἀποδιδομένην εἰς τὸν ἐλεγκτὴν Κανελλόπουλον. Τὸ Ὑπουργεῖον προσῆλθεν εἰς αὐτόν, καὶ οὐχὶ αὐτὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἂν ἐξεδόθη ἔνταλμα κακῶς καὶ ἄνευ δικαιολογητικῶν, ἡ ἐκδοῦσα ἀρχὴ εὐθύνεται, καὶ ὄχι ὁ δικαιοῦχος. Παρατηρῶ, ὅτι τὰ παράπονα κατὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δὲν ἔγκεινται εἰς τὸ ὅτι δὲν ἐνέκρινε τὰς πράξεις σας, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι κακῶς ἐνέκρινεν ὁμοειδεῖς προγενεστέρως. Κατὰ τοῦτο συμφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν μεθ’ ὑμῶν, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς διαχειριζομένους τὰς δημοσίας ἐξουσίας νὰ ἑρμηνεύωσι καὶ ἐκτελῶσι τοὺς νόμους κατὰ τὸ ἑκάστοτε δοκοῦν. Ἀλλ’ ἂν κακῶς ἐνήργησεν ἄλλοτε, δὲν ἕπεται, ὅτι ἔσφαλεν ἤδη τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, μὴ ἐγκρίναν τὰ ἐντάλματά σας, ὡς μὴ ὑπαρχούσης πιστώσεως. Σεῖς καλῶς ἐπράξατε, ἀναλαβόντες τὴν εὐθύνην αὐτῶν, ἢ μᾶλλον θὰ ἐπράττετε κάλλιον, ἂν προεκαλεῖτε ἔκτακτον πίστωσιν.
§375ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ.....
§376ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἀποδεικνύω, ὅτι ὁ ἐλεγκτὴς Κανελλόπουλος δὲν ἐπεδίωξε τὴν πώλησιν τοῦ βιβλίου τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ, ἢ μᾶλλον παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἀδελφοῦ του τὴν ἀγοράν.
§377ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν εἶσθε βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Κανελλόπουλος δὲν ἐπῆγεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν του. Λησμονεῖτε, ὅτι εἰς τὰ 1893 ἐδημοσιεύθη ἓν βιβλίον, — τὸ ὁποῖον σᾶς ἔδειξα, — καὶ σᾶς ἐρωτῶ: σοβαρῶς ὁμιλεῖτε, ὑποστηρίζοντες, ὅτι βιβλίον τοῦ 1860 ἔχει ἀξίαν ἀπέναντι βιβλίου ἐκδοθέντος τὸ 1893;
§378ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Δὲν εἶμαι ὁ κατάλληλος κριτής. Ἂν ἔζη ὁ συγγραφεύς, ἠδυνάμην νὰ τὸν ἐρωτήσω, ὅπως σᾶς ἀπαντήσω ἐν ἐπιγνώσει.
§379ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ λοιπὸν σεῖς ἐλάβετε τὸν λόγον;
§380ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Διὰ νὰ ἀνασκευάσω ἀνακριβείας, θιγούσας ὑπολήψεις. Ἔρχομαι ἤδη, Κύριοι, εἰς τὰ ἀφορῶντα τὸν υἱὸν τοῦ κ. Κανελλοπούλου, ὑπὲρ οὗ ἀρκετὰ εἶπεν ὁ κ. Λεβίδης, ὅστις σᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἡ ἀμοιβὴ διὰ τὴν ἐργασίαν τοῦ Σηματολογίου ἐκανονίσθη ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεως πολυμελοῦς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπὶ τούτῳ κατηρτίσθη. Ὁ υἱὸς τοῦ κυρίου Κανελλοπούλου Φίλ. Κανελλόπουλος εἶναι, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, εἷς τῶν ἀρίστων ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ· εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις, ἐνῷ δὲν μετέσχεν εἰς καμμίαν ἀσχημίαν τοῦ τελευταίου πολέμου, ἐπετέλεσεν ἐξαιρετικῶς τὸ καθῆκόν του. Αὐτὸς, ἐπὶ κεφαλῆς τορπιλλικῆς μοίρας, κατεδίωξε καὶ συνέλαβε τὸ ἀτμόπλοιον τοῦ Χατζῆ–Δαούτ, ἐφ’ ᾧ καὶ ἠμείφθη μόνος αὐτὸς διὰ παρασήμου.
§381ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἦτο καὶ ὁ Κόκκορης.
§382ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν τὰ ἀφίνετε αὐτὰ τὰ ἀνδραγαθήματα;
§383ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Εἰς τοιοῦτον ἀξιωματικόν, ὅτε παρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη τῆς καταρτίσεως Σηματολογίου, ἀνετέθη ἡ σοβαρὰ αὕτη ἐργασία. Τὸ ἔργον ἐδεῖτο μακρᾶς καὶ ἐπιστημονικῆς ἐργασίας καὶ ἄκρας προσοχῆς· ὄντως δὲ ἐξετελέσθη τελείως. Ὁ κ. Λεβίδης, Ὑπουργὸς τότε τῶν Ναυτικῶν, συνέστησε πολυμελῆ ἐπιτροπήν, ἥτις, προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ κ. Χατζηκυριάκου, ἔκρινε τὸ ἔργον ἄριστον, ἐπρότεινε δὲ ὡς δικαίαν ἀποζημίωσιν τῆς ἐργασίας τὴν ποσότητα τῶν δραχμῶν 4000, ἀντὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Φίλιππος Κανελλόπουλος ἐδέχθη καὶ ἔλαβε μόνον δρ. 1200. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, ἐπιτραπείτω μοι νὰ εἴπω ὀλίγας ἔτι λέξεις ἐπὶ τῆς περιόδου τοῦ λόγου τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ, κατακρίναντος τὴν εἰσαγωγὴν μελῶν τινων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, περὶ ὧν εἶπεν, ὅτι εἰσῆλθον διὰ τοῦ παραθύρου. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐξ ἀντιθέτου φρονῶ, ὅτι τὰ ὑπαινιττόμενα μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὰ ὁποῖα εἶναι τῷ ὄντι ἐκ τῶν ἐγκριτωτέρων τοῦ Σώματος τούτου, εἰσῆλθον οὐχὶ διὰ τοῦ παραθύρου, ἀλλὰ διὰ τῆς θύρας καὶ ἐπαξίως. Ἰδιαιτέρως δὲ ὁ κύριος Ἀλέξιος Κανελλόπουλος, ὅτε εἰσῆλθεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἠρίθμει πολλῶν ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἀνωτέρου ὑπαλλήλου, καὶ δὴ τμηματάρχου τοῦ λογιστικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἥτις ὑπηρεσία ἦν λίαν συναφὴς πρὸς τὴν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· ἐπὶ πλέον δὲ ἦν καὶ τελειοδίδακτος τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου· τοιοῦτον δὲ ὄντα, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἐπαξίως εἰσήγαγεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἀρκοῦμαι εἰς ταῦτα. Ὡς πρὸς τὸ κύριον δὲ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, εἰς ὃ καὶ μόνον, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ Βουλὴ δικαιοῦται ν’ ἀναμιχθῇ, δηλαδή, ἂν καλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησε τὴν ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τὸ Συνέδριον λόγῳ τύπων ἠρνεῖτο νὰ θεωρήσῃ, οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω πλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ μόνου νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ.
§384ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ἐξετάσωμεν καλῶς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ ἀσχοληθῶμεν εἰς ἀνεύρεσιν τοῦ τί ἐπιδιώκομεν ἐπὶ τόσην ὥραν, συζητοῦντες ἐπὶ τῶν θεμάτων, ἅτινα εἰσήχθησαν, δὲν ἠξεύρω, ἂν πλανῶμαι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ οἱ πολυπειρότεροι ἐνταῦθα δὲν γνωρίζομεν τί ζητοῦμεν. Διότι περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται περὶ ἐνταλμάτων, ἅτινα, κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν νόμων, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Δέον λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν, τί ἐσκόπει ὁ νόμος, ὅστις παρήγγειλεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅταν διαφωνῇ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ὃν ὑπόχρεων νὰ ἐκτελέσῃ τὴν παραγγελίαν τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, δηλοῦντος, ὅτι αὐτὸς ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐνταλμάτων, τί ἐσκόπει, ὅτε παρήγγειλε νὰ εἰσάγῃ τὰ ἐντάλματα εἰς τὴν Βουλήν; Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἔχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ τὰ εἰς αὐτὸ πεμπόμενα ἐντάλματα ὑπὸ διαφόρους ἐπόψεις καὶ ἐκφέρῃ γνώμην, ἀναγγέλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅταν ὑπάρχῃ τι τὸ κωλῦον τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν· ἂν ὁ Ὑπουργὸς πεισθῇ, ὅτι ὑπάρχει νόμιμον κώλυμα, ἀποσύρει τὸ ἔνταλμα· ἐὰν διαφωνήσῃ πρὸς τὸ Συνέδριον, ἀναγγέλλει τοῦτο εἰς τὸ Συνέδριον, ἐπιμένων ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην εἰς τὴν ἔκδοσιν, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ κυβερνήτης. Φρονῶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἀνέλαβε πᾶσαν τὴν εὐθύνην, καὶ λόγῳ τούτου ἔρχονται τὰ ἐντάλματα ἐνταῦθα· διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐλέγχον τοὺς ὑπαγομένους εἰς αὐτὸ ὑπαλλήλους παντὸς βαθμοῦ καὶ πάσης τάξεως, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ διὰ τοῦτο ἔρχονται τὰ ἐντάλματα ἐνταῦθα ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Ὁ ἔλεγχος δὲ ὁποῖός τις εἶναι; Ὁ ἔλεγχος εἶναι ἢ πολιτικὸς, ἢ οἰκονομικός. Ὁ πολιτικὸς παρεγράφη ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἔπαυσε νὰ ἦναι Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ποῖος μένει; ὁ ἔλεγχος, ἂν ἡ διαχείρισις αὐτοῦ ὑπῆρξεν ὀρθή. Ἀλλὰ ταῦτα θέλουσι συζητηθῆ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, ὅταν οὗτος εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τῇ καταστάσει τῶν δαπανῶν ὑφίσταταί τι τὸ ἀνώμαλον; Τοῦτο θέλει ἀναγνωρισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, καὶ ἡ ἀνωμαλία θέλει οὕτως ἢ ἄλλως θεραπευθῆ. Ἀγνοῶ δὲ πότε θέλει ἔλθει ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θέλουσιν ἐξετασθῆ οἱ ἀπολογισμοί. Τὸ γενόμενον ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως δὲν εἶναι πρωτοφανὲς, διότι ἀφ’ ὅτου ἰσχύει ὁ νόμος τοῦ 1887 πολλοὶ Ὑπουργοὶ ὑπέστησαν τοιαύτας ἀρνήσεις ἐγκρίσεως τῶν προτάσεων αὑτῶν, καὶ οὐκ ὀλίγοι Ὑπουργοὶ ἔδωκαν ἐντολὴν ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην νὰ γείνῃ θεώρησις τοῦ ἐντάλματος. Εἰς ἐμὲ αὐτὸν συνέβη, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐργαζόμενον, νὰ ὑπογράψω ἐντάλματα πρὸς ἔγκρισιν διὰ τὸ Συνέδριον, καὶ νὰ ἴδω ἅπαξ ἢ δὶς αὐτὸ διαφωνοῦν πρὸς ἐμέ. Ἔπεισα τὸ Συνέδριον ἅπαξ ἴσως, ὅτι εἶχεν ἄδικον· δὲν ἔπεισα αὐτὸ ἄλλην φορὰν, καὶ ἀνέλαβον τὴν εὐθύνην. Ἦλθον δὲ βεβαίως τότε ἐνταῦθα τὰ ἐντάλματα, ἐνθυμοῦμαι δὲ ἐντάλματα καὶ ἄλλων Ὑπουργῶν, ἐνταῦθα ἐλθόντα. Ἀπόδειξις, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι μοναδικόν. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ ἐκτιθέμενα ἐν τῇ Διαδηλώσει τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ τὸ 1900, περὶ οὗ καὶ ἀσχολούμεθα. Κατὰ τὸ 1900 βλέπω εἰς τὴν Διαδήλωσιν τοῦ Συνεδρίου (εἰς τὸ πρῶτον σελὶς 4), ὅτι ἐπεστράφησαν 621 ἐντάλματα, κατανεμόμενα καθ’ Ὑπουργεῖον οὕτως: Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν 1, Δικαιοσύνης 22, Ἐσωτερικῶν 56, Ἐκκλησιαστικῶν κλπ. 21, Οἰκονομικῶν 285, Στρατιωτικῶν 24, Ναυτικῶν 191, Ταμείου φάρων καὶ φανῶν 21. Τὸ ὅλον 621. Ἐκ τούτων τῶν ἐνταλμάτων «ἄλλα μὲν, τακτοποιηθέντα», λέγει τὸ Συνέδριον, «κατὰ τὰς ὑποδείξεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐπεστράφησαν αὖθις εἰς αὐτὸ, καὶ, μὴ ὑπάρχοντος πλέον λόγου ἀρνήσεως, ἐθεωρήθησαν, ἄλλα δὲ ἠκυρώθησαν, μόνον δὲ ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ἐζήτησε τὴν ὑπ’ εὐθύνην του θεώρησίν τινων ἐκ τῶν ἐπιστραφέντων ἀθεωρήτων χρηματικῶν ἐνταλμάτων». Τὸ πρᾶγμα, βλέπετε, εἶναι καθημερινὸν, καὶ εἶναι εὐτυχὲς, ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτος ὀργανισμὸς τῶν πραγμάτων· διότι ἀλλοίμονον εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, οἵτινες ἤθελον εὑρίσκεσθαι, κατὰ τοὺς σημερινοὺς μάλιστα χρόνους τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ πολυπλόκου τῶν διαφόρων εἰς αὐτοὺς ἀνατεθειμένων καθηκόντων, μόνοι μὴ ἔχοντες τὸν ἱστῶντα αὐτοὺς ἐν τῇ κατωφερείᾳ! διότι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξελέγχῃ καθ’ ἡμέραν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ὑπογραφόμενα ἐντάλματα, ὅσον καὶ ἂν προσωπικῶς ἦναι ἱκανὸς νὰ ἐξελέγχῃ ἐπαρκῶς. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ νομοθέτης ἡμῶν, μιμηθεὶς ἄλλους νομοθέτας, εἰσήγαγε τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1887, ἥτις, ἐνῷ προέλαβε καὶ σῴζει ἀπὸ κινδύνους τοὺς Ὑπουργοὺς, προέλαβε καὶ σῴζει καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους ἀπὸ ἀταξιῶν, ἐν χώρᾳ μάλιστα, ἐν ᾗ ὁ ἔλεγχος, ὡς βλέπομεν, καὶ μετὰ 30 καὶ 40 καὶ 50 καὶ 60 ἔτη παρελθόντα δὲν εἶναι τετελεσμένος. Διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι οὔτε τὸν οἰκονομικὸν ἔλεγχον, τὸν μὴ ἀφορῶντα εἰς ἡμᾶς, ἔχομεν συντετελεσμένον, οὔτε τὸν ἄλλον ἔλεγχον, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὸν ἀπολογισμὸν ἐν τῇ Βουλῇ, ἔχομεν συντετελεσμένον ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Βασιλείου. Ἂν ὁ κύριος ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς εἶχε ζήτημα τεθειμένον ἐνώπιον ἡμῶν, ἤθελεν εἴπει μετὰ τῆς παρρησίας, ἥτις τὸν χαρακτηρίζει: «Κύριοι, ταῦτα συνέβησαν. Ἰδοὺ τὰ ἐντάλματα. Ζητῶ τὴν ψῆφον ὑμῶν. Θεωρεῖτε, ὅτι ἔπραξα καλῶς; Θὰ μοὶ δώσητε ψῆφον ἐμπιστοσύνης· δὲν θεωρεῖτε, ὅτι ἔπραξα καλῶς; Θὰ μοὶ δώσητε ψῆφον κατακρίσεως». Καὶ ἐνταῦθα ἡ Βουλὴ εἴτε θὰ συνεφώνει ὁλόκληρος νὰ δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, εἴτε θὰ διεχωρίζετο εἰς δύο, καὶ θὰ ὑπῆρχον οἱ ἀρνούμενοι τὴν ψῆφον ταύτην. Πάντως ὅμως ἦτο βέβαιος ὁ κύριος ἐκ Χαλκίδος Βουλευτής, ὅτι ἤθελεν ἔχει τὴν ψῆφον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τεθειμένον τοιοῦτο ζήτημα ἐνώπιον ἡμῶν. Τί ζητεῖτε λοιπὸν παρ’ ἡμῶν νὰ πράξωμεν; Καθήκοντα ἴσως ἔχει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὰ καθήκοντα νομίζω, ὅτι ὑπέμνησεν εἰς αὐτὸν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής· ἀλλὰ δὲν ἀντελήφθην, ὅτι ἐξετέλεσεν αὐτά, εἰπὼν ὅσα εἶπε. Διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι θαυμάζει μὲν τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐγκρίνει τὰς πράξεις τοῦ Συνεδρίου...
§385Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Καὶ τὰς ἐνεργείας.
§386ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τὰς ἐνεργείας... Δὲν ἤκουσα τίποτε περισσότερον. Εἶναι δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ σύσσωμος φρονεῖ, ὅπως αὐτός! Προεξώφλησε καὶ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς!! Ἀλλ’ ἐγὼ ἤθελον εἴπει: τί προτείνεις μετὰ ταῦτα πάντα;
§387Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νὰ ἐγκρίνῃ παμψηφεὶ ἡ Βουλή.
§388ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τίνα τρόπον, κύριε Ὑπουργέ; Θέτετε ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐνταῦθα; Διατυπώνετε πρότασιν; Ἐπὶ ποίας διαδικασίας; Ποῖον ἐνταῦθα ἐγκρίνοντες; Τί συσχετίζοντες πρὸς ἄλλα, ἅτινα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπάρχουν ἀναγεγραμμένα; Ποῦ τὰ κεφάλαια; ποῦ τὰ ἄρθρα; ποῦ τὰ ἀκυρούμενα; ποῦ τὰ ἐγκρινόμενα; ποῦ τὰ μετατιθέμενα; Οὐδὲν ἔχομεν! Καὶ ζητεῖτε παρ’ ἡμῶν ν’ ἀποφανθῶμεν; Παράδοξος ἀξίωσις! Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς αἰτήσεις περὶ ἐγκρίσεως ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ γεγραμμένας ἐπὶ τοῦ χάρτου, νὰ φέρῃ πρότασιν ἐνταῦθα καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς: «ταῦτα προκύπτουσι περὶ τῶν ἐνταλμάτων τούτων· αὗται εἶναι αἱ κρίσεις μου· κατὰ τοῦτο ἔπταισε τὸ Συνέδριον, ἢ δὲν ἔπταισε, κατὰ τοῦτο ἔπταισεν ἢ δὲν ἔπταισεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς, καὶ ἔρχομαι νὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν ἔγκρισιν ἢ μή»... Ἐφέρετε τοιοῦτό τι, κύριε Ὑπουργὲ ἐνταῦθα;
§389Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι, ὅταν ὁ νόμος ὥρισεν, ὅτι τὰ ἐντάλματα ταῦτα κατατίθενται εἰς τὴν Βουλήν, ἐντελῶς ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα. Ἤδη εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ φέρῃ γνώμην.
§390Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τί διέταξεν ὁ νόμος;
§391Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νὰ κατατίθενται εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφαίνηται.
§392Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις;
§393ΝΕΓΡΗΣ. Ἀνακοινοῦνται.
§394Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνακοινοῦνται τὰ ἐντάλματα;
§395Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1887 ὁρίζει, ὅτι τὰ ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα ὑπέγραψε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, ὀφείλουσι νὰ ἀνακοινῶνται εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§396ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχετε προσφάτως ἀναγνώσει τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἔχετε πολὺ σαφῆ ἰδέαν· διότι ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Τὸ λαμβάνω ἐντεῦθεν. (Ἀναγινώσκει ἐκ τῆς διαδηλώσεως τοῦ Συνεδρίου): «Ἐν ἐλλείψει πιστώσεως, ἢ ἐν περιπτώσει παραβάσεως σχετικῆς τινος διατάξεως, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀρνεῖται τὴν θεώρησιν τοῦ ἐντάλματος καὶ σημειοῖ ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον συντόμως. Ἂν ὅμως ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ζητήσῃ ἐγγράφως, ὑπ’ εὐθύνην του, τὴν θεώρησιν, αὕτη ἐκτελεῖται· ὑποβάλλεται δ’ εἰς τὴν Βουλὴν λεπτομερὴς σημείωσις τῶν τοιούτων ἐνταλμάτων μὲ αἰτιολογίαν τῆς ἀρνήσεως.»
§397Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἰδού!
§398ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ. Ὑποβάλλεται ἀπαραλλάκτως, ὅπως ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Προϋπολογισμός.
§399Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ λεπτομεροῦς ἐκθέσεως.
§400Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὑποβάλλεται κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον.
§401ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, τί ὑμεῖς ἀναμένετε νὰ πράξῃ ἡ Βουλή; Ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ἡ Βουλή, ἐὰν μὲν ἔχῃ νὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον πολιτικὸν, ἐξασκεῖ αὐτὸν, μὴ ἔχουσα ἀνάγκην ὑμῶν, ἐὰν ὅμως ἔχῃ νὰ πράξῃ ἄλλο τι, ἐπειδὴ τὰ πράγματα ταῦτα σχετίζονται μετὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ, τὸν λόγον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἔπρεπε νὰ γνωρίζητε, ὅτι ὠφείλετε, πρὶν δηλώσητε τὴν βεβαιότητα ὑμῶν ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι πρὸς ὅσα εἴπετε, νὰ φέρητε προτάσεις πρὸς ἡμᾶς. Ὅταν φέρητε προτάσεις, τότε βεβαίως θέλομεν μελετήσει, θέλομεν ἴδει τοὺς ἀριθμοὺς ὑμῶν, θέλομεν ἀντιμετωπίσει τὰ πράγματα, καὶ δὲν θέλομεν ἔχει καμμίαν ἐπιθυμίαν νὰ καταβροχθίσωμεν τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν λόγῳ εὐθυνῶν, ζητητέων ἀπ’ αὐτοῦ. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν συζητήσει, μὴ ἔχουσῃ κανένα ἀπολύτως λόγον. Εἶναι συζήτησις ἐξ ἐκείνων, αἵτινες πολλάκις συμβαίνει νὰ ἀνάπτωσι, διαρκοῦντος τοῦ πρώτου σταδίου τῶν ἐργασιῶν ἐν ταῖς συνεδριάσεσι τῆς Βουλῆς, τοῦ σταδίου τοῦ ἐλέγχου, καὶ διαρκοῦσι πολλάκις καὶ πέντε καὶ ἓξ καὶ δέκα ὥρας, καὶ νὰ ἀκούωμεν ἔπειτα παραπονουμένους τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς ὑποστηρικτὰς αὐτῶν, ὅτι κωλυσιεργοῦμεν ἡμεῖς! Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλομεν ἔχει τὴν κατάκρισιν τῶν Κυρίων, ὅτι ὑπῆρξεν ἐκ μέρους ἡμῶν κωλυσιεργικὴ τάσις. Λοιπὸν δὲν ἔχομεν ἀπολύτως τίποτε ἐνώπιον ἡμῶν. Καὶ ἐρωτῶ: ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἀπολύτως τίποτε ἐνώπιον ἡμῶν, μετὰ τὴν ἀκαδημαϊκὴν ταύτην συζήτησιν, τί ὑπολείπεται νὰ πράξωμεν; Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπολείπεται νὰ πράξωμεν ἄλλο τι ἢ, ἐπειδὴ εἶναι καὶ ἡ ὥρα προκεχωρημένη, νὰ διαλυθῶμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν αὔριον.
§402ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§403ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τῷ ὄντι! κατάλληλος ὥρα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν! Ἀλλ’ εἶναι περίεργον καὶ τοῦτο τὸ ἄλλο, ὅτι, ἐνῷ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἐστράφημεν περὶ ποικίλα καὶ παντοῖα, καὶ ὁμολογουμένως μετ’ εὐχαριστήσεως ἡ Βουλὴ ἤκουσε τὰ λεγόμενα, — διότι εἶναι καὶ σύνηθες εἰς τοὺς ἀνθρώπους, τὰς ἱστορίας τὰς σχετιζομένας μετὰ σκανδάλων καὶ κακολογιῶν νὰ ἀκούωσιν εὐχαρίστως, — ἐνῷ λοιπὸν εὐχαρίστως διήλθομεν τὰς ὥρας ἡμῶν, καὶ ὅλα τὰ ζητήματα τὰ τοιούτου εἴδους, τὰ προσωπικὰ, τὰ κακολογικὰ, ἠκούσαμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀναπτυχθέντα καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ἐνῷ ἠκούσαμεν διαφόρους λόγους, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ ἀναφυόμενον ἐκ τοῦ εἰσαχθέντος θέματος σχεδὸν δὲν ἐθίξαμεν. Μετὰ πολλῆς δειλίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ δώσῃ καὶ ψῆφόν τινα ἐγκρίσεως μερικῆς εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Νομίζω μάλιστα, ὅτι διέκρινε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ εἶπεν, ὅτι, ἐάν τινα τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δὲν προσηνέχθησαν καλῶς, τῶν πλείστων ἡ συμπεριφορὰ ὑπῆρξε καλὴ, καὶ ἡ πρᾶξις αὐτοῦ νομίζει, ὅτι εἶναι ἀξία ἐξετάσεως. Ἂν ὁ κ. ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς ἐπετέθη κατὰ τῶν προσώπων, εἶχε λόγους, δι’ οὓς ἔπραξε τοῦτο, εἶχε καὶ πόνον ἴδιον, ὅστις ἐπιτρέπει ἐνίοτε εἰς τὸν ἄνδρα νὰ λέγῃ καί τινα πλεονάζοντα. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε καθῆκον, τὰ πρόσωπα νὰ παραλίπῃ. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει ἐνώπιον αὐτοῦ ἐλεγκτὰς καὶ παρέδρους διακρινομένους εἰς καλοὺς καὶ κακούς· ἔχει Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν μὲν ὑπάρχωσι μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου μὴ πράττοντα τὸ καθῆκον, ἔχει αὐτὸς καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ, ποῖα τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, καὶ νὰ θέσῃ εἰς κίνησιν τὰ δικαιώματα ταῦτα. Ἐν ὅσῳ ὅμως τοιοῦτό τι δὲν πράττῃ, οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διακρίνῃ μεταξὺ ἐλεγκτῶν καὶ ἐλεγκτῶν. Οἱ ἐλεγκταὶ ἐν συνόλῳ εἶναι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐν τούτῳ τῷ ζητήματι εὑρίσκεται ἀντιμέτωπον τῆς Βουλῆς, ταύτης μὴ ἐχούσης δικαίωμα νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτὸ ὅ,τι δήποτε. Εἶναι ἐξουσία ἐκ τοῦ πολιτεύματος τεταγμένη ἐκεῖ, ἀποτελουμένη ἐκ λειτουργῶν ἰσοβίων, καὶ οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα — ὅπως οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ ἔλθῃ νὰ ἐλέγξῃ ἐνταῦθα τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὴν νομολογίαν αὐτοῦ τὴν κυμαινομένην, οὐδὲ νὰ διακρίνῃ μεταξὺ ἀρεοπαγιτῶν καὶ ἀρεοπαγιτῶν, — οὐδεὶς ἔχει, λέγω, δικαίωμα νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ εἴπῃ πρὸς τὸ Συνέδριον «σὲ καταδικάζω», καὶ ἐπειδὴ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα νὰ εἴπῃ πρὸς τὸ Συνέδριον «σὲ καταδικάζω», δὲν ἔχει καὶ ἄλλος τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ «σὲ ἐγκρίνω». Οὔτε δικαίωμα καταδίκης ἔχομεν, οὔτε ἐγκρίσεως. Ἔχομεν ὅμως καθῆκον νὰ κύψωμεν τὴν κεφαλὴν ἐνώπιον τοῦ νόμου, ἐνώπιον τῶν ἀξιώσεων τοῦ νόμου, καθ’ ἃς, προκειμένης τοιαύτης ἐνεργείας, τὸ Συνέδριον ἔχει γνώμην ἀνεξέλεγκτον, ἔχει δὲ γνώμην ἐξελεγχομένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς μόνος ὁ ἀντιπροσωπεύων τὴν θέλησιν αὐτῆς Ὑπουργός. Τοῦτο τὸ καθῆκον δὲν ἐξεπληρώσατε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν ἐξεπληρώσατε αὐτὸ, διότι δὲν γνωρίζω ποῖαι πέδαι παρεμβάλλονται εἰς ὑμᾶς, τὸν συνήθως ὑπερήφανον, τὸν διεκδικοῦντα τῶν ἐλευθέρων ἐξουσιῶν τὰ δικαιώματα, αἵτινες καὶ ἠμπόδισαν ὑμᾶς νὰ ἐκτελέσητε τὸ καθῆκον. Ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ καὶ ἄλλο τι προέκυπτεν ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων. Ἀλλ’ ἴσως, ἀφοῦ κατηναλώθη τόσος χρόνος, δὲν εἶναι φρόνιμον ἐνταῦθα νὰ πράξω ἄλλο τι ἢ μόνον νὰ θίξω τὸ ἐκ τούτου ζήτημα. Προέκυπτεν, ὅτι ἐζητήθη λόγος τῆς ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου ἐκτελέσεως καθήκοντος ἰδίου, καθήκοντος ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένου, ὅπερ, ἐὰν δὲν ἦναι καθαρῶς δικαστικόν, εἶναι βεβαίως προσόμοιον πρὸς τὰ δικαστικὰ καθήκοντα αὐτοῦ, καὶ περιβεβλημένον ὑπὸ τοῦ νόμου διὰ πάσης ἐγγυήσεως, καὶ ἄθικτον ἀπὸ πάσης ἐπεμβάσεως. Καθῆκον τοῦ Συνεδρίου εἶναι νὰ ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν τῶν κυβερνητῶν εἰς τοὺς νόμους καὶ τοὺς τύπους, λέγον «ἀρνοῦμαι τὴν ἔγκρισιν», ὅταν κρίνῃ τοῦτο νόμιμον καὶ ὀρθόν· οὐδεὶς δ’ ἔχει δικαίωμα, οὐδὲ αὐτὴ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, νὰ παρεμβῇ εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν. Καὶ καθὼς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ λόγον παρὰ τοῦ ἀρεοπαγίτου διὰ τὴν ἔκδοσιν ἀποφάσεως, οὕτω δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ λόγον παρὰ τοῦ ἐλεγκτοῦ διὰ τὴν ἐπίσημον ἐκδήλωσιν τῆς γνώμης του, ὅταν ἀρνῆται οὗτος τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων, διότι κρίνει αὐτὰ ἀντικείμενα εἰς τοὺς νόμους. Διὰ τὰς περὶ τὰ ἰδιαίτερα ὑπηρεσιακὰ καθήκοντα τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου παραβάσεις, διὰ τὰς πράξεις τοῦ βίου αὐτῶν, αἵτινες ἐκ τοῦ νόμου ὑπόκεινται εἰς πειθαρχικὴν ἐξέτασιν, δύναται νὰ ζητήσῃ λόγον ὁ κυβερνήτης, ἀλλὰ διὰ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συνεδρίου οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ περὶ αὐτῶν λόγον. Καὶ ἐν τούτοις γνωρίζετε, διότι διεκηρύχθη τοῦτο διὰ τῶν ἐφημερίδων, καὶ συνάγεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα κατέθηκεν ἐνταῦθα ὁ κύριος πρώην Ὑπουργὸς, ὅτι κατὰ τὴν τοιαύτην ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος, τοῦ ἐπιβεβλημένου ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς τὸ Συνέδριον, τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον ἐζήτησεν ἀπολογίαν παρὰ τῶν ἐλεγκτῶν. Τοῦτο δὲ, παρὰ τὸ ἄλλο ζήτημα, ὅπερ ἦτο ἄξιον νὰ προκαλέσῃ τόσην συζήτησιν, εἶναι, ὡς νομίζω, ἔτι ἀξιώτερον νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχήν. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τούτου οὐδὲν ἤκουσα σήμερον, κύριε Ὑπουργέ. Καὶ δὲν ἔχω βεβαίως τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ὑμεῖς ὠφείλετε νὰ φέρητε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀλλ’ ἀπορῶ, πῶς οὐδεὶς εὑρέθη τῶν ἀποτελεσάντων τὴν πρώην Κυβέρνησιν ὁ αἰσθανόμενος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπῃ ἐνταῦθα, πῶς ἐγένετο τοῦτο, τὸ νὰ ζητηθῇ ὑπ’ αὐτῆς ἀπολογία παρὰ τῶν ἐλεγκτῶν.
§404Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄπορον μοὶ φαίνεται, πῶς ὁ κύριος Βουλευτὴς κατακρίνει ἐμὲ, ἐνῷ, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶπεν ἐν πολλαῖς λέξεσιν ὅσα εἶπον ἐγὼ ἐν ὀλίγαις. Τί εἶπον ἐγώ; ὅτι εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν, οὔτε εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅταν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐξετάζῃ τὰ ἐντάλματα καὶ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, ἐὰν ἐγένοντο κατὰ νόμον, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ ἐπικρίνῃ τοῦτο. Τί εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς; ἀκριβῶς ὅ,τι εἶπον ἐγώ· ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμα ἡμῶν σήμερον νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος τῶν ἐνταλμάτων, ὧν διέταξε τὴν πληρωμὴν ὁ Ὑπουργὸς ὑπ’ εὐθύνην του. Μᾶς εἶπεν, ὅτι βεβαίως αἱ δαπάναι αὗται θ’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1901, καὶ ὅταν ὁ ἀπολογισμὸς οὗτος ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, θ’ ἀποφασίσῃ αὕτη ἐπὶ τῶν ἐξόδων τούτων. Ὅταν ὁ ἴδιος κύριος Βουλευτὴς σᾶς λέγῃ ἀκριβῶς, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἀφορᾷ ἡμᾶς σήμερον, λέγει τι πλειότερον ἐκείνου, ὅπερ εἶπον ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος; Οὐδεμία Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ λόγον παρὰ τοῦ Συνεδρίου, διότι δὲν ἐνέκρινεν ἐντάλματα μὴ σύμφωνα πρὸς τὸν νόμον.
§405Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§406Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§407ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, περὶ τοῦ ζητήματος, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἔχει ἢ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ λόγον πειθαρχικῶς παρὰ τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, εἶμαι διατεθειμένος ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ μὴ συζητήσω. Ἀρκοῦμαι μόνον δηλῶν τὴν γνώμην, ἣν ἔχω, ὅτι κατ’ ἐμέ, ὡς ἔχει ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἐν ἔτει 1895, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον μένει μετέωρον, ἀναμένον νόμον ὡρισμένων προσόντων, καὶ νόμον πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας, διὰ λόγους, οὓς ἀνευρίσκει τις εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς συζητήσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων, ὃν προσήγαγεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ δὲ ἐνταῦθα ἀκριβῶς, ὅτε ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὑπὸ δύο ἐξεχόντων Βουλευτῶν, τοῦ μακαρίτου Σωτηροπούλου καὶ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς κυρίου Ράλλη, ὃν δὲν βλέπω ταύτην τὴν ὥραν ἐνταῦθα, ἐγένετο λόγος, ὅτι μένουσιν ἔξω τῶν προσόντων καὶ τῆς πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐδήλωσε τότε ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι ἐν γνώσει αὐτοῦ ἐγένετο τοῦτο, διότι ἔχει νομοσχέδιον ἕτοιμον, ὅπερ θέλει προσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως τὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κανονισθῶσι κεχωρισμένως ἀπὸ πασῶν τῶν ἄλλων λειτουργιῶν τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν εἶναι ἄξιον, ὅπως τὰ ἀναγόμενα εἰς αὐτὸ κριθῶσιν ὁμοῦ μετὰ τῶν ἀναφερομένων εἰς τοὺς τελώνας καὶ ὑποτελώνας. Νομίζω, ὅτι περίπου ταῦτα εἶπεν ὁ κύριος συνάδελφος.
§408Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§409ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπολογίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ τότε. Ἀλλ’ ἐπειδὴ σήμερον δὲν πρόκειται ἔλεγχος πράξεως τοῦ πεπτωκότος Ὑπουργείου, τὸ ζήτημα ἔχει χαρακτῆρα ἀκαδημαϊκὸν, καὶ δὲν θέλω ἐπιμείνει. Ἐὰν τυχὸν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, καὶ καταντήσῃ εἰς συμπεράσματα ὅμοια πρὸς ἐκεῖνα, εἰς ἃ φαίνεται, ὅτι ἔφθασεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος πρὸ τῆς 8 Νοεμβρίου, τότε θὰ ἔχωμεν ἀφορμὴν νὰ ζητήσωμεν λόγον παρὰ τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργοῦ. Ὥστε ἐπὶ τούτου δὲν ἐπιμένω. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀκριβῶς ὅσα εἶπον οἱ δύο προαγορεύσαντες πρώην μὲν συνάδελφοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, νῦν δὲ συνάδελφοι ἐν τῇ διευθύνσει τῶν ὑποθέσεων τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ὅσα εἶπον πρὸ μικροῦ ἀγορεύσαντες εἰσάγουσι τὸ ζήτημα ἐπὶ ἐδάφους ἐπικινδύνου. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἰδίως, περισσότερον τονίσας τὰ ζητήματα, ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς ἀφορμὴν νὰ ἐκτιμήσωμεν καλλίτερον κατὰ βάθος τὰς προτάσεις τὰς γενομένας. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶπεν, ὅτι, ὅταν βλέπῃ τὴν νομολογίαν τοῦ Συνεδρίου, εἶπε δὲ καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, μετὰ μακρὰ ἔτη μεταβαλλομένην, τοῦτο προξενεῖ αὐτῷ ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν.
§410Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπεναντίας ἀνεγνώρισα, ὅτι δύναται ὁ δικαστὴς νὰ μεταβάλῃ γνώμην, καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνῃ τὴν μεταβολὴν ταύτην τῆς γνώμης· προσέθηκα ὅμως, ὅτι, ὅταν ἐπέρχηται μεταβολὴ γνώμης τοῦ δικαστοῦ, τοῦ ἀκολουθοῦντος ἐπὶ σειρὰν ὅλην ἐτῶν μίαν τινὰ γνώμην, καὶ ἐπέρχηται ἡ μεταβολὴ αὕτη καθ’ ἣν στιγμὴν ἀκριβῶς ἐπέρχεται διάστασις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἀπέναντι αὐτοῦ, ἡ μεταβολὴ αὕτη, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, εἶπον, γεννᾷ ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν.
§411ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶπεν, ὅτι, ὅταν γνωσθῇ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ κατ’ ἀκολουθίαν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς γνώμης ἐπῆλθε κατόπιν συγκρούσεως μεταξὺ τῶν ἐχόντων τὴν τοιαύτην γνώμην καὶ τοῦ προσώπου, μεθ’ οὗ εὑρέθησαν εἰς συνάφειαν, τοῦτο θὰ προξενήσῃ ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν. Καὶ βεβαίως τοιοῦτό τι δύναται νὰ προξενήσῃ ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν· ἀλλ’ εἶναι ζήτημα, ἂν δύναταί τις νὰ εἰσέλθῃ εἰς ἐξέτασιν ἐπίσημον τοιούτου θέματος ἐν πληθούσῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὡς νῦν πράττεται, καθ’ ὃν ἡ ὑποβαλλομένη πρότασις περὶ ἐγκρίσεως τῶν πράξεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ Χαλκίδος καὶ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν λαμβάνει χαρακτῆρα ἀποδοκιμασίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ κατακρινομένου, ὅτι ἐπηρεάσθη ἐκ τοιούτων λόγων, ὅπως ἀποφασίσῃ οὕτως. Οὔτε εἶναι δυνατὸν τοιαύτη ἐπέμβασις εἰς τοὺς λόγους τοὺς ὠθήσαντας πρὸς ἔκδοσιν τοιαύτης ἀποφάσεως νὰ ἐπιτραπῇ, ὅτε πρόκειται περὶ ἀποφάσεως, εἰς ἣν τὰ στοιχεῖα πάντα τῆς νομιμότητος ἀληθῶς ὑπάρχουσιν. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ἀπόφασίς τις τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχει κατὰ νόμον ἀκριβοδικαίως, ἔχετε τὸ δικαίωμα, παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἐξετάσητε ποῖοι λόγοι ὤθησαν τοὺς ἑπτὰ ἀρεοπαγίτας, ἢ τὴν πλειονοψηφίαν αὐτῶν, εἰς τὸ νὰ ἐκδώσωσι τὴν ἀπόφασιν, ἥτις, ἐξεταζομένη αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, εἶναι νόμιμος; Τοιοῦτο δικαίωμα δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι ἐδόθη εἰς κανένα. Εἶναι ζήτημα, ὅπερ δύναται νὰ ἐξετάσῃ τις ἐν ἰδιαιτέρῳ κύκλῳ, εἶναι ζήτημα, ὅπερ δύναται νὰ ἐξετάσῃ τις ἐν τοῖς ἀπομνημονεύμασιν αὑτοῦ, εἶναι ζήτημα, ὅπερ δύναται νὰ ἐξετάσῃ τις ἐν συζητήσει μὴ ἐχούσῃ ἐπίσημον χαρακτῆρα. Ἀλλὰ νὰ ἐξετάσῃ τις τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπέναντι ὀρθῆς καὶ κατὰ νόμον ἀποφάσεως ἐν συζητήσει τῆς Βουλῆς, καὶ μάλιστα ἐν ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, διδούσῃ χαρακτῆρα ἐν τῇ καταφατικῇ λύσει ἀποδοκιμασίας τοῦ Σώματος, τοῦτο μοὶ φαίνεται ἀνατρεπτικὸν αὐτῶν τῶν βάσεων τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Καὶ προσέξατε εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ σημερινὴ νομολογία δὲν ἀποτελεῖ μεταβολὴν γνώμης, ἥτις σήμερον ἐπῆλθε παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, διότι ἡ αὐτὴ ἐτηρεῖτο καὶ ἀπέναντι τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργοῦ, καθ’ οὗ οὐδὲν ἠγείρετο ὑπὸ τῶν μελῶν αὐτοῦ παράπονον.
§412ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὑποθέτετε, ὅτι ἦτο δυνατὸν τὸ Συνέδριον νὰ τολμήσῃ νὰ ἀλλάξῃ πλέον γνώμην, ἀφοῦ ἔπαυσα νὰ ἦμαι Ὑπουργὸς ἐγώ;
§413ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λέγω, ὅτι τὸ Συνέδριον ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπε καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, δὲν δικάζει ἐν ὁλομελείᾳ τὰ θέματα ταῦτα, καὶ σήμερον δὲ δὲν ἀποτελεῖται ὑπὸ τῶν αὐτῶν προσώπων. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα, ἐὰν τὰ δικάζοντα πρόσωπα ἐξακολουθοῦσι τηροῦντα ταύτην τὴν νομολογίαν. Ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἐγένετο λόγος καὶ περὶ ἠθικῆς, ὅτι ὑπῆρξε δυσαρέσκεια τῶν μελῶν τοῦ Συνεδρίου, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Συνέδριον δὲν ἐξήνεγκε γνώμην σύμφωνον πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ μνημείου τοῦ Βασσάνη καὶ τοῦ στεφάνου τοῦ Χάϋδεν, ταῦτα πρέπει νὰ τεθῶσιν ἐκ μέσου. Εἰς τί δὲ ἄλλο, ἐρωτῶ, προσέκρουσαν τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ εἶναι ὀρθὴ, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ὑπῆρξαν, καί τινες, ἐσώτεροι λόγοι, ὠθήσαντες τοὺς δικαστὰς νὰ κρίνωσιν οὕτως. Εἰς τοῦτο δὲν χωρεῖ συζήτησις κοινοβουλευτική· τοιοῦτό τι δὲν ἐπιτρέπεται. Ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τεθῇ πρότασις ἐπιδοκιμασίας τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, ἥτις κατ’ ἀνάγκην ἀποτελεῖ ἀποδοκιμασίαν τοῦ Σώματος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Διότι ἀποδοκιμασία Σώματος αὐτοτελοῦς, ἐξουσίας τεταγμένης ἀνεξαρτήτου ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπέλθῃ ὑπὸ ἄλλης ἐξουσίας· οὔτε ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, οὔτε τὰ Δικαστήρια, οὔτε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύνανται ἄλλας ἀπ’ αὐτῶν κεχωρισμένας ἐξουσίας ν’ ἀποδοκιμάζωσι· τοιοῦτον δέ τι πραττόμενον θὰ ἦτο ἡ χειρίστη σύγχυσις ἐξουσιῶν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνος ἡ θεωρία, ἣν ἀνέπτυξαν οἱ προαγορεύσαντες, εἰς ἣν μεγαλειτέραν ἔντασιν ἔδωκεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, διότι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ὑπῆρξεν ὑγρότερος τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας. Ἡ γνώμη τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας προσκόπτει εἰς τὸ ἀδύνατον νὰ διατυπωθῇ πρότασις ἐγκρίσεως ἄνευ ἀνατροπῆς τῶν ὅρων, καθ’ οὓς ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφαίνηται περὶ τοιούτων πραγμάτων. Ἂν ὑποθέσητε, ὅτι τίθεται ζήτημα ἐγκρῖνον τὴν πολιτείαν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος, τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τῆς ὥρας, διότι ἡ πολιτεία τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ὑπὸ ἔποψιν εὐθύνης δὲν δύναται πλέον νὰ κριθῇ. Διὰ τοῦτο ἡ πρότασις, ἣν διετύπωσεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Κερκύρας, δὲν ἔχει ἔννοιαν ἄλλην ἢ μόνον ὡς διατύπωσις ἐγκρίσεως τῆς περὶ ἐνταλμάτων πράξεως τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Χαλκίδος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ τοῦτο· ποίαν ἀξίαν θὰ ἔχῃ ἡ ἀπόφασις ἡμῶν; Ἂν ἐγκρίνωμεν τὴν τοιαύτην πολιτείαν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, ἡ ἔγκρισις θὰ ἔχῃ μόνον προσωρινὴν ἀξίαν, διότι, ὅταν ποτὲ ὁ ἀπολογισμὸς ἔλθῃ νὰ κριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δυνατὸν νὰ ἐμφανίσῃ ἄλλως τὰ πράγματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ τότε ποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ σημερινὴ ἡμῶν ἀπόφασις; Οὐδεμίαν. Ὡς πολιτικὴ κρίσις, εἶναι καθ’ ἑαυτὴν ἄνευ ἀξίας, διότι ἀποβλέπει εἰς Ὑπουργὸν ἤδη πεσόντα. Ὡς ἀπόφασις ἀναιροῦσα ἄλλην εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, οὐδεμίαν ἔχει ἰσχύν. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ποίαν ἄλλην ἀξίαν ἔχει; Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὀρθὸν εἶναι, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ χωρήσῃ περαιτέρω μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, ἀλλά, ἀρκουμένη εἰς ὅσα ἐλέχθησαν, νὰ ἀφήσῃ τὰ πράγματα ἐκκρεμῆ καὶ ἀκέραια, ὅπως ὑπάρχουσι. Δὲν εἶναι δὲ καὶ ὑπὸ οὐσιαστικὴν ἔποψιν ὀρθὴ ἡ τοιαύτη πορεία. Πῶς θέλετε νὰ ζητήσητε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ μερικοῦ θέματος διακεκριμένως ἀπὸ τοῦ συνόλου τοῦ ἀπολογισμοῦ, καὶ κεχωρισμένως ἀπὸ τῆς ὅλης ἐξετάσεως τοῦ ἀπολογισμοῦ νὰ δώσητε σήμερον ἐπ’ αὐτοῦ ἄφεσιν εὐθύνης δι’ εἴδους τινός bill d'indemnité; Τοιαύτη πρότασις, ἐπαναλέγω, ἦτο ἄτοπον καὶ νὰ ὑποβληθῇ.
§414Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσας, ἐξήνεγκε περὶ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν κατὰ τοὺς νόμους ἀσκοῦσιν οἱ Ὑπουργοὶ ἐπὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, εἶναι ὀρθή. Αἱ μεταβολαί, τὰς ὁποίας ἐπὶ τῇ προτάσει μου ἐπήνεγκεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπὶ τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων νόμου, ὅστις εἶχεν ἐκδοθῆ τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ἀφῆκαν ἐκκρεμῆ τὰ περὶ προσόντων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τὰ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν, κατὰ τὸν εἰρημένον νόμον, εἶχε δικαίωμα νὰ ἀσκῇ τὸ Ὑπουργεῖον ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀφῆκαν τὰ θέματα ἐκκρεμῆ, διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ χωρίσωσι τὴν ὑπόστασιν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀπὸ τὴν ὑπόστασιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν συνήθων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει πολλαπλοῦν χαρακτῆρα, καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ διοικητικοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ, δὲν ἤθελον προτείνει τοιαύτας μεταβολάς· ἡ διοικητικὴ ἁρμοδιότης αὐτοῦ ἐξωμοίωνεν αὐτὸ πρὸς τὰς ἄλλας οἰκονομικὰς ἀρχάς· ἀλλὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει καὶ δικαστικὰ καθήκοντα, ἔκρινα δέ, ὅτι ὁ δικαστικὸς χαρακτὴρ αὐτοῦ δὲν ἐπέτρεπεν, ἵνα ἡ ἰδιότης αὕτη αὐτοῦ παρασυρθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν κοινῶν ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1895, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ περὶ τούτου νόμου, δὲν εἶναι νόμιμον νὰ συζητῆται, ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐνασκῇ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν κατὰ τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὡς δὲν πρέπει νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι ἀπαιτοῦνται προσόντα, ἵνα προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν μελῶν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις ἦτο ἐντελῶς μεταβατική, ἐὰν δὲ αἱ περιστάσεις μοὶ ἐπιτρέψωσί ποτε νὰ συνεχίσω τὸ ἔργον, ὅπερ ἠρξάμην κατὰ τὸ 1895, θέλω εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν, ὡς εἶχον ἔκτοτε ὑποσχεθῆ, νόμον περὶ προσόντων τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον τότε εἰσήγαγον, εἶχεν ἐμποιήσει εἴς τινας τῶν ἐν ταῖς τάξεσι τῆς ἐνεστώσης πλειονοψηφίας Βουλευτῶν, ὡς καὶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Παρνασσίδος, ὑπόνοιαν, ὅτι ἐγὼ ἐσκόπουν νὰ πληρώσω τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον διὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον προσόντα, ἐνθυμοῦμαι δ’ ὅτι ἐδήλωσα τότε εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἤθελον προβῆ εἰς διορισμὸν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἂν δὲν ἐκανόνιζον προηγουμένως τὰ προσόντα τῶν μελῶν αὐτοῦ. Συνέβη ὅμως τὸ ἀντίθετον· οἱ συλλαβόντες τοιαύτην περὶ ἐμοῦ ὑπόνοιαν, ὅτι ἐγὼ τοιοῦτόν τι ἐμελέτων, νὰ διορίσωσιν αὐτοὶ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἄνευ προσόντων, ὅτε αὐτοὶ ἐκλήθησαν εἰς τὴν ἀρχήν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος λοιπὸν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς· λυποῦμαι ὅμως, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων σκέψεων αὐτοῦ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐργασίας, ἡ ὁποία ἀνήγετο εἰς τὰ δικαστικὰ καθήκοντα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἤθελον συμφωνήσει μετ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ Συνέδριον δὲν εἶναι μόνον Δικαστήριον, ἀλλ’ ἔχει καὶ διοικητικὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα κανονίζονται διὰ τοῦ ἀρχικοῦ Καταστατικοῦ αὐτοῦ, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα προσετέθησαν ἕτερα διοικητικὰ καθήκοντα· ἓν μὲν τοιοῦτον ἀνέθηκεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὁ νόμος ΜΓʹ τῆς 13 Μαρτίου 1864 περὶ συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἕτερον ὁ νόμος ᾼΥΟΖʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν ἐνταλμάτων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ μνημονευθέντος νόμου τῆς 13 Μαρτίου 1864, δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀπονεμηθῇ σύνταξις στρατιωτική, ναυτικὴ ἢ πολιτική, ἂν μὴ προηγουμένως ἐξελεγχθῇ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Εἶχον συντελέσει καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου τούτου, διότι πρὸς παρασκευὴν αὐτοῦ καὶ ἡ γνώμη ἐμοῦ συνετέλεσε, φρονοῦντος, ὅτι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐνομοθετεῖτο πλειοτέρα ἐγγύησις πρὸς τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ συντάξεων. Ἀλλ’ ὁμολογῶ μετὰ λύπης, Κύριοι, ὅτι αἱ προσδοκίαι ἐκεῖναι δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, διότι ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι τοῦδε, καθ’ ὃ διάστημα πολλάκις διετέλεσα Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλαβον ἀφορμὰς νὰ μεταμεληθῶ διὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, διότι τὸ Συνέδριον, ἐξετάζον τοὺς τίτλους τῶν αἰτούντων συντάξεις, ἐφάνη πάντοτε ἐπιεικές, ὡς εἰ ὑπελάμβανεν, ὅτι διαχειρίζεται ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸ νὰ φαίνηται χαριστικὸν πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ πρὸς τοὺς ζητοῦντας τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο εὑρέθην πολλάκις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιστρέψω πράξεις τοῦ Συνεδρίου εἰς τὸ Συνέδριον, οὐχὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ τρίς, ἀλλὰ πολλάκις, καὶ νὰ παραστήσω εἰς αὐτό, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκε, δὲν ἦτο νόμιμος. Ἀλλ’ αὐταὶ αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν ἐνέκρινα τότε, συνετέλεσαν ἵνα ἐπενέγκωσιν ἀποτελέσματα, διότι ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους ἠρνήθην τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως, ἀπετάθησαν εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ ἐκεῖ ἡ γνώμη τοῦ Συνεδρίου ἐνεθάρρυνε τοὺς δικαστάς, ἵνα ἀπονείμωσι τὰς συντάξεις αὐτάς. Ἐὰν ἐξήρτητό ποτε ἐκ τῆς ἐμῆς σκέψεως, ἴσως ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλήν νὰ ἀπαλλάξῃ τὸ Συνέδριον ἀπὸ τοιαύτης ἐντολῆς, ἐντολῆς ἡ ὁποία, ἐκτὸς τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα ἔχει, ἐπάγει εἰς αὐτὸ καὶ ἀπώλειαν χρόνου, ἀποσπᾷ δ’ αὐτὸ ἀπὸ τὰ κύρια αὐτοῦ καθήκοντα. Κατὰ τὸ 1887 ἐξεδόθη ὁ ᾼΥΟΖʹ νόμος τῆς 28 Μαΐου, κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ὁποίου «τὰ πρὸς πληρωμὴν δημοσίων ἐξόδων ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ἢ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐκδιδόμενα χρηματικὰ ἐντάλματα καθίστανται πληρωτέα, ἀφοῦ μετὰ προηγουμένην ἐξέλεγξιν θεωρηθῶσιν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, πρὸς βεβαίωσιν, ὅτι ὑπάρχει νομίμως κεχορηγημένη ἀνάλογος πίστωσις.» Ἡ θεώρησις τῶν ἐνταλμάτων πρὸ τοῦ νόμου τούτου ἦτο ἀνατεθειμένη, κατὰ τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον, εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἔχει βιβλία, ἐν τοῖς ὁποίοις εἰκονίζεται ἡ διαχείρισις τῶν πιστώσεων· διὰ τοῦτο ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ σοφῶς ἀνέθηκεν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων, διότι τοῦτο ἠδύνατο νὰ κρίνῃ, ἂν ὑπάρχει πίστωσις διαθέσιμος, ἀρκοῦσα πρὸς πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ πληρωμὴ ἐντέλλεται διὰ τοῦ ἐντάλματος. Ἀλλὰ τὸ Συνέδριον δὲν εἶχε τοιαῦτα βιβλία, εἰκονίζοντα τὸν ῥοῦν τῶν πιστώσεων καὶ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν αὗται εὑρίσκονται καθ’ ἣν ὥραν πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα. Ἀλλὰ προσέτι ἐκτὸς τούτου ὁ μνημονευθεὶς νόμος τοῦ 1887 ἀνέθηκε καὶ ἄλλην ἐργασίαν εἰς τὸ Συνέδριον, νὰ ἐξετάζῃ, ἂν κατὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἐντελλομένης δαπάνης ἐτηρήθησαν οἱ ὅροι τῶν ἄρθρων 26–42 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, δηλαδὴ νὰ ἐξετάζῃ ἂν ὑπῆρξε παράβασις σχετικῆς τινος διατάξεως τοῦ νόμου τούτου· τὰ ἄρθρα δὲ ταῦτα διατάσσουσιν ἔρευναν, ἂν ὑπάρχει κεκτημένον δικαίωμα εἰς πιστωτὴν τοῦ Κράτους, καὶ ἂν οἱ τίτλοι τοῦ δικαιούχου εἶναι συντεταγμένοι κατὰ τὰς κεκανονισμένας διατυπώσεις· κανονίζουσι τὰ τῶν προπληρωμῶν εἰς ἐργολάβους ἢ προμηθευτάς, τὰ τοῦ μισθοῦ καὶ τῶν ἐπιμισθίων τῶν ὑπαλλήλων, τῶν παρόντων καὶ τῶν ἐν ἀδείᾳ ἀπουσίας, τῶν παραιτουμένων καὶ ἀπολυομένων καὶ τῶν ἐν μεταθέσει· κανονίζουσιν ὡσαύτως τὰ τῆς προμηθείας τοῦ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἀναγκαιοῦντος ὑλικοῦ, τὰ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων εἰς μισθοὺς προσωπικοῦ, ἢ εἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ, κτλ. Ἐὰν λοιπὸν τὸ Συνέδριον ἤθελεν εὑρεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπαρκῶς βεβαιωμένον τὸ κεκτημένον δικαίωμα ὑπὸ τοῦ πιστωτοῦ πρὸς πληρωμὴν τῶν χρημάτων, τὴν ὁποίαν ἐντέλλεται τὸ ἔνταλμα, τὸ Συνέδριον ἀρνεῖται τὴν θεώρησιν αὐτοῦ. Ἐπίσης, ἂν δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐπὶ τῶν συμφωνιῶν καὶ προμηθειῶν καὶ ἐργολαβιῶν, ἐπὶ τῆς μισθοδοσίας προσώπων, ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως ὑλικοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνῆται τὴν θεώρησιν. Τὰ δικαιώματα ὅμως ταῦτα εἶναι διοικητικὰ, σκοποῦσι προεξέλεγξιν δαπανῶν, καὶ ἡ προεξέλεγξις αὕτη ἀπέβαινεν ἀναγκαία, ἀφοῦ ἡ βραδύτης τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἀπολογισμῶν ἤθελε παραδώσει εἰς τὸ ἄγνωστον μέλλον τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐντελλομένων τὰς πληρωμάς. Διὰ τοῦτο σκοπίμως ὁ νομοθέτης τοῦ 1887 ἐζήτησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δημόσια συμφέροντα διά τινος προεξελέγξεως, τὴν ὁποίαν ἀνέθηκεν εἰς τὸ Συνέδριον, τοῦ ὁποίου τὰ μέλη ἔχουσι τὴν ἰσοβιότητα καὶ δικαιολογοῦσι τὴν πεποίθησιν τοῦ νομοθέτου, ὅτι ἡ ἰσοβιότης ἐξησφάλιζε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν μελῶν αὐτοῦ, ἡ δὲ κρίσις αὐτοῦ, περὶ τοῦ ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι θεωρητέα τὰ ἐντάλματα, θέλει εἶσθαι κρίσις ἀμερόληπτος καὶ δικαία. Ἤκουσα μετὰ μεγάλης προσοχῆς τῶν παραστάσεων τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Αἱ παραστάσεις διαιροῦνται εἰς δύο κατηγορίας, εἰς παραστάσεις κατὰ τῆς ἀρνήσεως τοῦ Συνεδρίου νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ ἐντάλματα, καὶ εἰς παραστάσεις ἐκδηλούσας, ὅτι ἡ ἄρνησις αὕτη τῶν μελῶν τοῦ Συνεδρίου πρὸς θεώρησιν εἶναι συνέπεια μήνιος, δυσμενείας, ἢ προθέσεως δυσμενοῦς κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ. Εἶναι δύσκολον ν’ ἀποφήνηταί τις ἀσφαλῶς γνώμην ἐπὶ τῶν παραστάσεων τῆς τελευταίας κατηγορίας τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἰδίως ἐγὼ δυσπιστῶ εἰς ἐμαυτὸν, ἐὰν ἀπεφαινόμην γνώμην, διότι, ὅτε κατὰ προηγηθεῖσαν περίοδον χρόνου ἐτύγχανον Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μοὶ συνέβη νὰ περιπέσω εἰς παραπλησίας, ἂν ὄχι ἀκριβῶς, ἀλλ’ ἀναλόγους περιστάσεις ἐκείνων, εἰς ἃς περιέπεσεν ὁ πρώην Ὑπουργός· ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ἠναγκάσθην ἐπανειλημμένως νὰ ποιήσωμαι παραστάσεις εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Συνεδρίου καὶ τὰ μέλη αὐτοῦ, ἀλλ’ ἄλλοτε μὲν ἐπετύγχανον, ἐνίοτε δὲ ἐσταμάτων αἱ ἐντολαὶ πρὸς πληρωμὴν τῶν δημοσίων ἐξόδων, ἕνεκα λόγων, οἱ ὁποῖοι δὲν μὲ ἔπειθον, ὅτι ἦσαν λόγοι βάσιμοι καὶ ἀκριβεῖς. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔχω αὐτὴν τὴν προκατάληψιν, ἀρνοῦμαι ν’ ἀποφήνωμαι γνώμην, ἂν αἱ παραστάσεις τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ περὶ προαιρέσεως δυσμενοῦς τοῦ Συνεδρίου, ὑπαγορευσάσης τὰς ἀρνήσεις, ἔχωσι βάσιν πραγματικήν. Αἱ παραστάσεις ὅμως αἱ πρῶται τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, δι’ ὧν παρίστα, ὅτι ἐντάλματά τινα δὲν ἔτυχον θεωρήσεως διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν σπουδαῖοι, δὲν ἦσαν βάσιμοι, δὲν μοὶ φαίνονται αἱ παραστάσεις αὗται ἐστερημέναι βάσεως. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι, ἂν ἐξετάσῃ τις διατυπώσεις ξηρὰς, πιθανῶς νὰ εὑρίσκετο πρὸ ἀπορίας· πῶς νὰ ἐπιθεωρήσῃ ἔνταλμα τετρακοσίων φράγκων, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις διὰ τὴν ἔκδοσιν τοιούτου ἐντάλματος; Ἀλλὰ τοιοῦτοι δισταγμοὶ εἶναι ἀνάρμοστοι εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξετάζουσι τὰς περιπετείας τῆς διοικήσεως. Συνέβη εἰς ἐμὲ ὡσαύτως νὰ ἐντείλωμαί ποτε νὰ κατατεθῇ στέφανος εἰς τὴν σορὸν διακεκριμένου ἀλλοδαποῦ, ὁ ὁποῖος τῷ ὄντι προσέφερε μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, καὶ ἀνέλαβον τὴν εὐθύνην, ὡς καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, νὰ ἐντείλωμαι τὴν κατάθεσιν τοῦ στεφάνου, χωρὶς νὰ ἔχω πίστωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· ἀλλ’ ἔκρινα πάντοτε ἀνάρμοστον πρὸς ἄνθρωπον διοικοῦντα νὰ διστάσῃ, ὅταν μάλιστα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβλέψῃ, ὅτι ἤθελεν ἀποθάνει τις, διὰ νὰ ζητήσῃ ἐγκαίρως πίστωσιν πρὸς πληρωμὴν τοιαύτης δαπάνης. Μετὰ τοιαύτας σκέψεις, τὰς ὁποίας ποιοῦμαι ἐπὶ τῶν παραστάσεων τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, ἔχω ὡσαύτως καὶ ἐπὶ τῆς ἐννοίας τῶν νόμων γνώμην, ἡ ὁποία διαφέρει κατά τι τῆς γνώμης τοῦ κυρίου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἔκρινεν, ὅτι τὰ πράγματα πρέπει νὰ ἀναβληθῶσιν, ἵνα ἐξετασθῶσιν ἐν καιρῷ μετὰ τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι πᾶσα ἐξέτασις ἐσπευσμένη, γινομένη κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον, θέλει ὑποληφθῇ, ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν πολιτικὴν εὐθύνην τοῦ ἐντειλαμένου τὰς δαπάνας πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐνῷ δὲν ὑπόκειται πλέον εἰς πολιτικὴν εὐθύνην, ἀφοῦ παρῃτήθη τῆς ἀρχῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπεῖχε μόνον πολιτικὴν εὐθύνην ὁ πρώην Ὑπουργὸς διὰ τὴν ἐντολὴν τῶν δαπανῶν, ὁ ἐξ Ἀττικῆς κύριος συνάδελφος βεβαίως εὐλόγως ἐσκέφθη. Δὲν εἶναι ὅμως ἡ πολιτικὴ εὐθύνη μόνον, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ εὐθύνη ἡ χρηματικὴ, εἶναι καὶ ἡ ποινικὴ εὐθύνη, ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ ἐντάλματα, τὰ θεωρηθέντα ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, περικλείουσιν ἐγκληματικήν τινα ἐπιχείρησιν, ἢ ἀθέτησίν τινα συμφερόντων τοῦ Κράτους· θὰ ἦτο δὲ ἄδικον, ἐὰν ἀνεγράφετο ὡς ἀρχὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, διότι ὁ ἐντειλάμενος τὴν πληρωμὴν ἤθελεν εἶσθαι ἐκτεθειμένος ἐπὶ δεκάδας ἐνιαυτῶν ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἀπειλῆς εἴτε τῆς ποινικῆς εὐθύνης, εἴτε τῆς χρηματικῆς. Διὰ τοῦτο συμφωνῶ, ὅτι εἶναι εὔλογον, εἶναι δίκαιον, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἀναβάλῃ καὶ ἐγκαταλίπῃ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ καταλήξῃ εἰς ἀποτέλεσμα. Τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς ὃ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καταλήξῃ ἡ Βουλὴ, εἶναι ἡ ἐπιδοκιμασία τῆς ἐνεργείας ταύτης τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ ἐπιδοκιμασία; Ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργός, Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἡρμήνευσε τὴν πρότασιν τῆς ἐπιδοκιμασίας, ὡς περιλαμβάνουσαν τὴν ἔκφρασιν τῆς ἀλγεινῆς ἐντυπώσεως, ἣν ἐνεποίησεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἄρνησις τῆς θεωρήσεως τῶν ἐνταλμάτων. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἦναι αὐθαίρετος ἡ ἑρμηνεία τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, πρέπει δὲ αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς νὰ ὦσι πάντοτε σαφεῖς. Καὶ ἂν αἱ πράξεις τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κριθῶσιν ἄξιαι τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπιδοκιμασία αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιέχῃ οὐδεμίαν ἔκφρασιν, οὐδεμίαν ἔννοιαν ἄλλην, καὶ μάλιστα τὴν ἔννοιαν ἀποδοκιμασίας τῶν πράξεων τοῦ Συνεδρίου. Ἀλλ’ οὐδὲ κρίνω, ὅτι προσήκει νὰ ὑποστηρίξω πρότασιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκδηλοῦται ῥητῶς καὶ κυρίως, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ἐνεποίησεν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν ἡ ἄρνησις τῆς θεωρήσεως τῶν ἐνταλμάτων. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀρνηθῶ τὴν ψῆφόν μου ἐπὶ προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας, περιεχούσης τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ περιαχθῇ εἰς τοιαύτην ἀνάγκην ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅπως ζητήσῃ ὑπ’ εὐθύνην του τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων.
§415Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις ἡ μακρὰ, ἡ ὁποία διεξήχθη, δὲν ἦτο ἁπλῆ συζήτησις περὶ ἐνταλμάτων καὶ περὶ ἐγκρίσεως αὐτῶν. Ἡ συζήτησις εἶχεν ἐντελῶς πολιτικὸν χαρακτῆρα, εἶναι δὲ δυνατὸν αἱ συζητήσεις νὰ ἔχωσι πολιτικὸν χαρακτῆρα καὶ ὅταν ἔπαυσεν ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ. Βεβαίως θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ἡ συζήτησις, ὡς ἤρχισε καὶ διηύθυνεν αὐτὴν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, δὲν περιεῖχεν ἐκ μέρους αὐτοῦ διαμαρτυρίαν ἐναντίον τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν ἀπέναντι αὐτοῦ εἶχε λάβει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κατὰ τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων. Ἐὰν ἡ συζήτησις ἦτο ἁπλῶς περὶ τῶν ἐνταλμάτων, ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς ἁπλῆν ἐρώτησιν, ἂν τὰ ἐντάλματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐθεώρησε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἢ ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐγκρίνονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς· οὐδεμίαν δὲ ἄλλην γνώμην ἔπρεπε νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλή. Ἐπειδὴ δὲ μετέλαβεν ἡ συζήτησις τὸν χαρακτῆρα αὐτὸν, τὸν χαρακτῆρα δὲ αὐτὸν εἰς τὴν διαπάλην μεταξὺ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ Συνεδρίου δὲν τὸν μετέλαβε μόνον αὐτὴν τὴν ἑσπέραν, ἀλλὰ τὸν εἶχε πρὸ πολλοῦ καιροῦ δι’ ὅσων καὶ ἐν τῷ Τύπῳ ἐξετέθησαν, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ θεωρήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν σύγκρουσιν τὴν μικρὰν δύο μεγάλων ἐξουσιῶν ὡς ἁπλοῦν ζήτημα θεωρήσεως ἢ μὴ θεωρήσεως, ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας τῆς γνώμης τοῦ Ὑπουργοῦ. Θέλουσα ἡ Βουλὴ καὶ πέραν τούτου νὰ προχωρήσῃ, δὲν νομίζει, ὅτι ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τῆς ἐξουσίας αὐτῆς; Διότι δὲν πρόκειται περὶ δικαστικοῦ ἔργου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον ἔρχεται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδοκιμάσῃ ἢ νὰ ἐπιδοκιμάσῃ· πρόκειται εἰδικῶς περὶ ἑνὸς τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἀπονέμει εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, δικαιώματος οὐχὶ δικαστικοῦ, ἀλλὰ δικαιώματος προελεγκτικοῦ, οὐχὶ δὲ ἐλεγκτικοῦ. Ἀπόδειξις, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, θεωροῦν τὰ ἐντάλματα τῶν Ὑπουργῶν, δὲν ἀσκεῖ δικαστικὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἐξουσίαν, δὲν ἀποφαίνεται δι’ ἐλέγχου, παρὰ διὰ προελέγχου, ἀπόδειξις, λέγω, τούτου εἶναι, ὅτι, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τὸ ζητήσῃ ἐπὶ ἰδίᾳ του εὐθύνῃ, ὀφείλει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ θεωρήσῃ τὸ ἔνταλμα, ἀποστέλλον αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Λοιπὸν δὲν ἐνασκεῖ τὰ δικαστικὰ αὐτοῦ καθήκοντα, ἡ δὲ Βουλὴ, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ Βουλὴ ἐν τῷ ἐλέγχῳ τῶν πράξεων τῆς διοικήσεως ἔχει δικαίωμα νὰ ἀποφαίνηται γνώμην, οἵαν νομίζει δικαίαν, ἐπὶ τῆς μεταξὺ Ὑπουργοῦ καὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐν αὐτῷ τῷ σταδίῳ ἐπελθούσης διαφορᾶς. Καὶ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὡς ὁ προλαλήσας ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτι ὅσα ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐξέθηκε περὶ τῶν αἰτίων, ἐξ ὧν ὁρμηθὲν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον συστηματικῶς, ὡς νομίζει, ἠρνήθη τὴν θεώρησιν πολλῶν ἐνταλμάτων αὐτοῦ, δὲν δύναμαι ὅμως ν’ ἀμφισβητήσω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἓν πραγματικὸν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἐξετέθη ἀπὸ πολλοῦ χρόνου καὶ αὐτὴν τὴν ἑσπέραν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ εἰς οἱονδήποτε Βουλευτὴν νὰ σχηματίσῃ οἱανδήποτε γνώμην νομίζει δικαίαν. Θὰ ἦτο ἀτοπώτατον, ἂν ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ὅτι μία τῶν ἐξουσιῶν μετῆλθε τοιαύτην ἀπέναντι αὐτοῦ πολιτείαν, ἡ Βουλὴ ἤθελεν ὅλως διόλου ἄνευ γνώμης παρέλθει τὰς καταγγελίας αὐτὰς, ἢ ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν γνωρίζει τὰ πράγματα μετ’ ἀναμφισβητήτου ἀληθείας, ἢ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ εἰς τοιαῦτα ζητήματα, τὸ ζήτημα, ὅπερ ἐτέθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ διέλθῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς, δὲν λέγω ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας, ἀλλὰ μιᾶς ἀποφάνσεως γνώμης, ἀφοῦ μάλιστα εἴδομεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἄλλοτε, δὲν μετῆλθεν, εἴτε διότι δὲν εὕρισκεν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, εἴτε διότι δὲν ἔλαβε τὸν καιρὸν νὰ μετέλθῃ, μέτρον τι, τὸ ὁποῖον ἴσως νὰ ἱκανοποίει καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινὴν γνώμην. Ἀφοῦ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προκληθεὶς ἐπίσης, δὲν ἔδωσεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ αἴσθημα τοῦ τόπου ἱκανοποίησίν τινα, δὲν μᾶς ἀπαλλάττει τοῦ φόβου, ὅτι τὰ αὐτὰ δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν. Ἡ Βουλὴ, δαπανήσασα μίαν ὁλόκληρον συνεδρίασιν, ἵνα ἀκούσῃ ὅλα, ὅσα ἤκουσε παρὰ τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, δὲν πρέπει νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχει γνώμην. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἄτοπος ἡ πρόκλησις τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀποφήνηται, ἂν ἐπιδοκιμάζει ἢ ἀποδοκιμάζει τὴν πολιτείαν ἐν αὐτοῖς τοῖς ζητήμασι τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ποίαν σημασίαν θὰ ἐνέχῃ, τοῦτο εἶναι ζήτημα πραγματικὸν, καὶ ἕκαστος Βουλευτὴς ψηφίζων θὰ ἔχῃ ἰδέαν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἔχῃ, δηλαδὴ ἂν συγχρόνως ἐννοεῖ ν’ ἀποδοκιμάσῃ διὰ τῆς ἐπιδοκιμασίας τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Τοιοῦτόν τι, νομίζω, δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ πράξωμεν· νομίζω δὲ, ὅτι ὑπερέβη ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς ἐν τῇ ψηφίσει τῆς προτάσεως περὶ ἐπιδοκιμασίας, περιλαμβάνων εἰς αὐτὴν καὶ τὴν ἀποδοκιμασίαν. Τοῦτο θεωρῶ πραγματικὸν ζήτημα, ἀφιέμενον εἰς ἕνα ἕκαστον Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ψηφίζει περὶ ἐπιδοκιμασίας, νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ ὅ,τι ἄλλο θέλει, ἀφοῦ δὲν ψηφίζομεν πρότασιν περὶ ἀποδοκιμασίας, ἀλλὰ περὶ ἐπιδοκιμασίας τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ τῆς ἀποδοκιμασίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, πρέπει νὰ τεθῇ ἐκτὸς τῆς προτάσεως ἐντελῶς. Ὑπ’ αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἔννοιαν εἶμαι καὶ ἐγὼ διατεθειμένος νὰ ψηφίσω τὴν πρότασιν περὶ ἐπιδοκιμασίας τῆς πολιτείας τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ζητήσαντος ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅπως θεωρήσῃ τὰ ἐντάλματα, ἐπηρεασθεὶς βεβαίως ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους πρὸς τοῦτο ἐπεκαλέσθη, ἀλλὰ μὴ ζητῶν νὰ δεχθῶ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὡς τοιούτους, ὥστε νὰ φθάσω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀποδοκιμάζω τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον.
§416ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὅτε ὁ νόμος τοῦ 1887 ἀνέθηκεν εἰς τὸ Συνέδριον τὴν ἐξέλεγξιν τῆς νομιμότητος τῶν ἐνταλμάτων, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀνέθηκε τοῦτο εἰς ἀρχὴν δικαστικὴν καὶ ἰσόβιον, καὶ ἀνεξάρτητον τῆς διοικήσεως τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸ, ὅπως ἐπὶ τῷ κύρει τῆς ἰσχύος του καὶ τῷ ἀπαραβιάστῳ τῆς ἀποφάσεώς του δύνηται νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐλευθέραν ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν. Ἕνεκα δὲ τῆς τοιαύτης φύσεως αὐτοῦ, δὲν εἶναι πρέπον νὰ παρεμβῶμεν εἰς τὰ τοῦ Συνεδρίου, καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς κριτικὴν τῶν δικαστικῶν αὐτοῦ καθηκόντων, παραβιάζοντες τὰ δικαιώματα αὐτοῦ δι’ ἐπισήμων ἀποφάνσεων τῆς Βουλῆς. Τὸ Συνέδριον, ὅταν ἀποφαίνηται ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν Ὑπουργῶν, καὶ δὲν ἐγκρίνῃ τὰ ἐντάλματα αὐτῶν, ἀρνούμενον νὰ θεωρήσῃ ταῦτα, εἴτε διότι δὲν ὑπάρχει πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἴτε δι’ ἄλλον ἀποχρῶντα λόγον, εἴτε διότι παραβιάζεται π. χ. νόμος, εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαιώματί του. Τὸ Συνέδριον εἰς οὐδένα ἄλλον ἔλεγχον ὑποβάλλεται ἢ ἐκεῖνον, ὃν ὁ νόμος ἔθηκε δι’ αὐτό. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν ἐνταλμάτων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀπασχολοῦσι τὴν Βουλὴν, νομίζω, ὅτι ἡ ὑποβολὴ αὐτῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἔχει τὴν ἔννοιαν ταύτην, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀπαλλάξῃ τὸν Ὑπουργὸν ἀπὸ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν οὗτος διὰ τῆς θεωρήσεως αὐτῶν ὑπὸ ἰδίαν αὐτοῦ εὐθύνην. Ὁ Ὑπουργὸς, ἀρνουμένου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νὰ θεωρήσῃ τὰ ἐντάλματα, εἶπεν: «Ἐγὼ ζητῶ νὰ θεωρηθῶσι ταῦτα ὑπ’ εὐθύνην μου, ἀναλαμβάνω τουτέστι τὴν εὐθύνην, τήν τε χρηματικὴν καὶ τὴν ποινικὴν, καὶ δέχομαι νὰ καταβάλω ἐγὼ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ χρῆμα, ὅπερ θὰ πληρωθῇ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκρίνῃ τὴν πληρωμὴν, ὑπόκειμαι δὲ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ δικαστικῶς, ἂν παραβιάζω νόμον τινά». Αὐτῆς τῆς εὐθύνης, ἔχει ἔννοιαν ἡ ψῆφος, ἣν θὰ δώσωμεν, ὅτι ἀπαλλάσσεται ὁ Ὑπουργός. Ἡ πολιτικὴ εὐθύνη κατηναλώθη διὰ τῆς ἀπομακρύσεως αὐτοῦ ἀπὸ τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα, ἀλλ’ ἡ ἀστικὴ καὶ ἡ ποινικὴ εὐθύνη μένουσι, καὶ ἀπὸ τῶν εὐθυνῶν τούτων σκοπεῖ νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν ἡ παρὰ τῆς Βουλῆς ἔγκρισις τῶν ἐνταλμάτων. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Βουλῆς δύναται ν’ ἀποτελῇ προδεδικασμένον διὰ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θὰ φέρῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ ἔτους ἐκείνου. Πέραν αὐτῆς τῆς ἐννοίας, πᾶσα ἄλλη ἀπόφασις, πᾶσα ἀποδοκιμασία κατὰ τοῦ Συνεδρίου εἶναι ὑπερβασία τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς, εἶναι παράλυσις τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συνεδρίου, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ σεβώμεθα. Οἱανδήποτε κρίσιν καὶ ἂν σχηματίσῃ τις περὶ τῶν προσώπων, δὲν δύναται νὰ διατυπώσῃ αὐτὴν οὔτε ἐν ἐννοίᾳ οὔτε ἐν ἐκφράσει περὶ τοῦ Σώματος, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ τὰ Δικαστήρια ὑποπίπτουσιν εἰς παρεξηγήσεις. Ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος τὴν μὲν κρίσιν ἔκαμε τὸ τμῆμα, τὰς δὲ ἀποφάσεις τὸ Συνέδριον· τὰ παράπονα δὲ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἀπευθύνονται ἐναντίον ἑνὸς ἐλεγκτοῦ. Ἀλλὰ νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὴν παρανομίαν ἑνὸς ἐλεγκτοῦ ἠκολούθησεν ὁλόκληρον τὸ Συνέδριον, τοῦτο εἶναι τόσῳ τολμηρὸν, ὥστε οὔτε νὰ τὸ σκεφθῇ τις δύναται. Συμπεραίνων ἐπαναλέγω, ὅτι μόνον αὐτὴν τὴν ἔννοιαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, δι’ ἧς ἀπαλλάσσει τὸν πρώην Ὑπουργὸν τὸν Ναυτικῶν τῆς ἀστικῆς καὶ ποινικῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν φέρει ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Βουλῆς· δὲν νομίζω δὲ, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν, διότι, ἂν πρόκηται περὶ πολιτικῆς εὐθύνης, αὕτη, ὡς εἶπον, κατηναλώθη διὰ τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ τέως Ὑπουργοῦ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ἂν δὲ ὁμιλῇ περὶ τῆς ἠθικῆς εὐθύνης, αὕτη ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν· καὶ ἂν πάλιν ἐννοῇ τὴν ποινικὴν εὐθύνην, δὲν ἀπασχολεῖ αὕτη σήμερον τὴν Βουλὴν. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τῆς ἀστικῆς εὐθύνης, περὶ τῆς ὁποίας θὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἡ Βουλή.
§417ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσομεν περατωμένην τὴν συζήτησιν. Ὑπεβλήθη ἡ ἑξῆς πρότασις τοῦ κ. Σιμοπούλου: «Ἡ Βουλή, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν ἐνέργειαν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος, αἰτήσαντος τὴν ὑπ’ εὐθύνην αὐτοῦ θεώρησιν τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων, περὶ ὧν ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοίνωσις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ περὶ ὧν ἡ ἀπὸ 25 Ἰανουαρίου 1902 διαδήλωσις τοῦ αὐτοῦ Σώματος, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Ὑπεβλήθη καὶ ἑτέρα πρότασις ὑπὸ τοῦ ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλή, κρίνουσα ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ περιαχθῇ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ αἰτήσηται τὴν ὑπ’ εὐθύνην αὐτοῦ θεώρησιν τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ἐπιδοκιμάζει τὴν ἐνέργειαν ταύτην αὐτοῦ.»
§418Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ προτείνω συμπλήρωσιν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, διὰ τῆς προσθήκης τῶν ἐνταλμάτων ἐκείνων, τῶν σχετικῶν πρὸς τὴν διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἅμα συμπληρωθῇ οὕτω πως ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ πληρεστέραν ἔννοιαν καὶ σύμφωνον πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς.
§419ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλογερόπουλος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλή, κρίνουσα ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ περιαχθῇ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, Βουλευτὴς Χαλκίδος, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ αἰτήσηται τὴν ὑπ’ εὐθύνην αὐτοῦ θεώρησιν τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ἐπιδοκιμάζει τὴν ἐνέργειαν ταύτην αὐτοῦ, καὶ ἐγκρίνουσα τὰ ὑπ’ εὐθύνην αὐτοῦ ἐκδοθέντα ἐντάλματα, περὶ ὧν ἡ ἀπὸ 25 Ἰανουαρίου 1902 διαδήλωσις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§420ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποία πρότασις ἐγένετο δεκτή;
§421ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τοῦ κυρίου Καλογεροπούλου.
§422ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ ψηφίσωμεν τώρα νομοσχέδια.
§423Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ τὴν ὥραν ταύτην εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ Τελωνείου Πατρῶν, δὲν ἀντιλέγομεν· ἀλλ’ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ πιστώσεων, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσδιορισμοῦ τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἔχομεν ἀνάγκην διασαφήσεων, εἶναι δὲ ταῦτα εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Δὲν δυνάμεθα αὐτὴν τὴν ὥραν νὰ συζητήσωμεν τοιαῦτα νομοσχέδια.
§424ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§425ΕΤΕΡΟΙ. Σήμερον δηλαδή, ὄχι αὔριον, διότι εἶναι πρωΐα ἤδη.
§426ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον λοιπόν.
§427Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν σήμερον;
§428ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως· τὴν 4ην ὥραν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 4 π. μ. τῆς ἐπιούσης).