1902.01.29
1,886 rows · 14,668 words · 99 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
τῆς 29 Ἰανουαρίου 1902.
(Τρίτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 45′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902 ζητουμένων πιστώσεων καὶ περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς ἰδίας χρήσεως». Ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 17). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκε δύο νομοσχέδια: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Σεπτεμβρίου 1901 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 60,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901 καὶ 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Μαΐου 1901 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901 ἐκ φράγκων χρυσῶν 11,400. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 18 καὶ 19). Καπνέμποροι Βόλου διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν ὑποβληθησομένην περὶ καπνεμπορικῆς ἑταιρείας σύμβασιν. Καπνοπαραγωγοὶ καὶ καλλιεργηταὶ τῆς πόλεως Ἀγρινίου ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν ὑπὲρ τῆς αὐτῆς συμβάσεως. Ἐπιτροπὴ τοῦ λαοῦ Καρδίτσης διὰ τηλεγραφήματός της παρακαλεῖ νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ ἡ περὶ σιγαροποιίας σύμβασις. Ὅμοιον τηλεγράφημα κατὰ τῆς αὐτῆς συμβάσεως ἀπέστειλαν οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Κατούνης.
§2ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν τὴν εἴδομεν ἀκόμη τὴν σύμβασιν. Τί σύμβασις εἶναι;
§3ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ εἰς ἡμᾶς (ἐμὲ καὶ τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου) ἀπεστάλη τηλεγραφικὴ ἀναφορὰ, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ καπνοπαραγωγῶν καὶ ἄλλων πολλῶν συμπολιτῶν μας. Ὡς γνωρίζετε, ἡ ἐπαρχία Ξηρομέρου εἶναι κατ’ ἐξοχὴν καπνοφόρος ἐπαρχία, παράγουσα κατὰ ποσότητα καὶ ποιότητα ἐκλεκτὰ καπνά. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ παραπέμψητε τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν, πρὶν ὑποβληθῇ ἡ σύμβασις, (χωρὶς βεβαίως νὰ θέλωμεν νὰ προδικάσωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος) καὶ ἱκανοποιήσῃ τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἅγιος τοῦ δήμου Αἰδηψίων παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ στρεμματικοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων.
§5Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δίκαιον καὶ πρακτικὸν αὐτό.
§6Ι. ΒΟΥΡΤΣΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Ἁγίου, διότι ἐν τῷ δήμῳ αὐτῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος κατεστράφησαν αἱ ἄμπελοι καὶ τὰ γεννήματα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Γιαννακίτσας κατέθεσε πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου ͵ΒΡΠΘʹ τῆς 20 Ἀπριλίου 1893», ὑπογεγραμμένην καὶ παρ’ ἄλλων Βουλευτῶν. Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 20).
§8Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§9ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπουσίαζον χθές, ὅτε ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς Καρυστίας, ὅστις εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ψέξῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δασάρχου Εὐβοίας. Ὁ δασάρχης οὗτος οὐδέποτε ἐγένετο ἐπιλήσμων τῆς θέσεώς του καὶ τῆς οἰκογενειακῆς αὐτοῦ ἀνατροφῆς, ὡς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τοῦτον ὁ κύριος συνάδελφος. Ἐπικαλοῦμαι δὲ καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ κ. συναδέλφου περὶ τῆς εὐόρκου ὑπὸ τοῦ δασάρχου ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Ὁ δασάρχης οὗτος ὑπηρετεῖ ἐπὶ τριετίαν ἐν τῷ νομῷ Εὐβοίας, οὐδέποτε δὲ ἔδωκεν ἀφορμήν, ἵνα παραπονεθῇ τις διὰ πλημμελῆ ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας του. Δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον, εἷς τοιοῦτος ἀξιωματικὸς νὰ τύχῃ ἐκ μέρους ἑνὸς ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους τοιαύτης μομφῆς, ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἐξεπλήρωσε καὶ ἐκπληροῖ μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας τὸ καθῆκόν του. Περὶ τούτου δ’ ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν μαρτυρίαν πάντων τῶν ἐκ τοῦ νομοῦ Εὐβοίας συναδέλφων, ἐπίσης δὲ καὶ ἐκείνων, εἰς τὰς ἐπαρχίας τῶν ὁποίων ὑπηρέτησεν ὡς δασάρχης.
§10Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ ΚΑΙ Δ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἐκ τῶν ἐντιμοτέρων δασαρχῶν.
§11ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ὑπεράσπισιν τούτου ἀνέλαβον οὐχὶ διότι τυγχάνει συγγενής μου, ἀλλὰ διότι εἶναι γνωστὴ ἡ ἐντιμότης αὐτοῦ καὶ ἡ μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντός του, ὡς τοῦτο μαρτυροῦσι καὶ πλεῖστοι ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Δι’ ὃ κρίνω περιττὸν νὰ εἴπω περισσότερα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὑπὲρ τῶν κτηματιῶν συμπολιτῶν μου, τῶν ὑποστάντων τελείαν καταστροφὴν τῶν ἀμπέλων των καὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ἐν τῷ χωρίῳ Παλαιοκατούνῃ τῆς ἐπαρχίας μου κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον ἐκ τῆς πεσούσης χαλάζης κατεστράφησαν οὐ μόνον αἱ ἄμπελοι τῶν κατοίκων τούτων, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν γένει καλλιέργεια. Κατόπιν δὲ τῶν παραστάσεων τῶν κατοίκων μετέβησαν αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ ἐπὶ τόπου καὶ ἐβεβαίωσαν τὴν καταστροφήν. Ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβεν εἰσέτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοὺς κατοίκους τούτους. Ἐρωτῶ, δὲν πρέπει ἡ περίστασις αὕτη νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ νὰ τοῖς χαρισθῇ ὁ φόρος οὗτος, ἀφοῦ μάλιστα δὲν πρόκειται περὶ σπουδαίου ποσοῦ, καὶ ἀφοῦ ἔχομεν ἤδη καὶ πλεονάσματα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἡμετέρα ἐπαρχία, ἥτις τελείως ἔχει ἀποξενωθῆ τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας καὶ ἄλλων κυβερνητικῶν μεριμνῶν. Εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους ἐν τοῖς δήμοις βʹ τάξεως ἐγένοντο διδακτήρια, ἐν τῇ ἡμετέρᾳ δὲ ἐπαρχίᾳ, ἥτις ἀποτελεῖται ἀπὸ ἑπτὰ δήμους, μόνον εἰς τοὺς τρεῖς ἐγένοντο τοιαῦτα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὃν διακρίνει εὐφυΐα καὶ ἱκανότης, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἡμετέραν ἐπαρχίαν διὰ τὰς δικαίας ταύτας ἀξιώσεις αὐτῆς, καὶ νὰ μὴ παρουσιάζηται τὸ ἄτοπον, νὰ ὑπάρχωσιν ἐπαρχίαι εὐνοούμεναι, καὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι ἐν διωγμῷ, ὡς δύναμαι νὰ εἴπω διὰ τὴν ἡμετέραν ἐπαρχίαν. Προσέτι, κύριε Πρόεδρε, δύο ἑλληνικὰ σχολεῖα τῶν δήμων Βωμέας καὶ Κροκυλίου ἐκλείσθησαν πρὸ δύο μηνῶν σιωπηρῶς διὰ τῆς μεταθέσεως ὅλων τῶν ἑλληνοδιδασκάλων, εἰς μάτην δὲ ἀναμένουσι τὸν διορισμὸν ἢ τὴν μετάθεσιν ἑτέρων οἱ ἀτυχεῖς μαθηταί. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ σπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ θεραπεύσῃ τὰ εὔλογα ταῦτα παράπονα τῆς ἐπαρχίας μου.
§12Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν· ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω νὰ ἔχητε ὑπομονὴν, διότι, ὅταν τὰ νέα ποσὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον καὶ ἐκδοθῇ ἡ σχετικὴ πίστωσις, θέλουσι κατανεμηθῆ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας· ἰδίως δὲ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσι παράπονα δεδικαιολογημένα, θὰ ληφθῶσι ταῦτα ὑπ’ ὄψιν. (Διάλογοι).
§13ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν προκαταβολικῶς, διότι ἀναγνωρίζει τὰ δίκαια τῆς ἐπαρχίας μου.
§14Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§15Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὁ προαγορεύσας συνεβουλεύετο τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζῴων, ἤθελε μάθει ἐκ τούτων τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ τῇ παρατηρήσει μου, προλέγοντος τότε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ τότε, ἐβεβαίωσεν ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ἐκείνης θέσεως, ὅτι σκοπεύει νὰ μεταβάλῃ τὸ τελευταῖον σύστημα, ὥστε οἱ εἰσπράκτορες νὰ ὑπάρχωσιν εἰς πᾶσαν ἕδραν δήμου. Ἀλλ’ ἀτυχῶς οὔτε τὸ σύστημα μετεβλήθη, οὔτε εἰσπράκτωρ εὑρίσκεται κατὰ τὸν χρόνον τῆς δηλώσεως, ὅπως πληρώνωσιν οἱ φορολογούμενοι τὸν φόρον τῶν ζώων.
§16Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀναγινώσκω ἀπὸ προχθές, ὅτι τραπεζιτικά τινα καταστήματα τῆς πόλεως ἡμῶν διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν καὶ τῶν διευθυντῶν των συνῆλθον καὶ ὑπέγραψαν πρωτόκολλον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποκλείεται πάσης συναλλαγῆς πιστωτικὸν κατάστημα ἐν Ἀθήναις, οἷον εἶναι ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν Τράπεζα προνομιοῦχος, οἵα εἶναι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, ἢ καὶ ἄλλαι ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι, ὅπως ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα, ἐπετρέπετο νὰ προβῶσιν εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν προτοῦ προκαλέσωσι τὰ Συμβούλια αὐτῶν καὶ ἀποφανθῶσι ταῦτα, τί δέον νὰ πράξωσι, διότι οἱ μέτοχοι τῶν Τραπεζῶν τούτων εὑρίσκονται εἰς ποικίλας συναλλαγὰς μετὰ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν. Βεβαίως, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἰδιωτικὰ καταστήματα, οἷα εἶναι ἡ Τράπεζα τοῦ κυρίου Σκουζέ, ἡ τοῦ κ. Ἐμπεδοκλέους καὶ ἡ τοῦ κ. Καρυδιᾶ, ἠδύναντο νὰ πράξωσι τοῦτο ἀκωλύτως. Εἰσὶν οὗτοι ἁπλοῖ ἰδιῶται, οἵτινες κανονίζουσι τὰ συμφέροντά των κατὰ βούλησιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, εἶναι ἡ ἀνάμιξις τῶν δύο Τραπεζῶν, τῆς προνομιούχου Ἰονικῆς καὶ τῆς Βιομηχανικῆς. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω κατ’ οὐσίαν τὸ ζήτημα, ἐὰν ἔχει δίκαιον, ἢ ὄχι, ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν διὰ τὸ ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον προεκλήθη, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὑπέγραψαν τὸ πρωτόκολλον. Τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐκφεῦγον τὴν δικαιοδοσίαν μου· ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ δύναμαι νὰ ἐξετάσω, εἶναι, ἐὰν τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔχει τὸν χαρακτῆρα δημοσίας τάξεως, καὶ ἂν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συνέρχωνται αἱ Τράπεζαι οὕτω καὶ ν’ ἀποκλείωσιν ἓν πιστωτικὸν ἵδρυμα, οἷον εἶναι τὸ ἵδρυμα τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, συνδεόμενον διὰ ποικίλων συμφερόντων ἐν τῇ κοινωνίᾳ, νὰ δημιουργῶσι κοινωνικὸν ζήτημα, ἐμβάλλουσαι τὸν πανικὸν εἰς τὸ Χρηματιστήριον καὶ εἰς τὴν ἀγορὰν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας. Ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε, νὰ γνωρίσω, ἂν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦτο, ποῖα δ’ ἔλαβε μέτρα ἡ προϊσταμένη ἀρχή, δηλαδὴ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἢ ποῖα πρόκειται νὰ λάβῃ, διότι νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι οὐ μόνον ἄτοπον, ἀλλὰ δύναται νὰ γεννήσῃ καὶ σκάνδαλον μέγα ἐν τῇ κοινωνίᾳ· διότι σήμερον ἔρχονται οἱ κύριοι αὐτοὶ διευθυνταὶ τῶν Τραπεζῶν καὶ ἀποκλείουσι πάσης συναλλαγῆς, διὰ λόγους προσωπικούς, διὰ λόγους μικροφιλοτιμίας, μίαν Τράπεζαν τῆς σημασίας τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, δυνατὸν ὅμως αὔριον αἱ αὐταὶ ἢ ἄλλαι Τράπεζαι νὰ συνέλθωσι καὶ ν’ ἀποκλείσωσιν ἕτερον πιστωτικὸν κατάστημα, νὰ προκαλέσωσι δὲ ἐκ τῆς ἀποφάσεώς των ταύτης καταστροφὴν μεγάλην εἰς τὴν ἀγορὰν διὰ λόγους αἰσχροκερδείας, ἢ δι’ ἄλλους λόγους ἀθεμίτους. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τοιαῦτα ζητήματα, τότε δέον ν’ ἀναμένωμεν πολλὰ τὰ παράδοξα ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ ἡμῶν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ ζήτημα, ὅπερ ἔθιξα, εἶναι ζήτημα ὑψίστης κοινωνικῆς σημασίας, ὀφείλει δὲ νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν μέχρι τοῦδε δὲν ἐφείλκυσεν αὐτήν. Τοιαύτην ἀποδίδων ἔννοιαν εἰς τὸ γεγονός, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ποίαν γνώμην ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ποῖα μέτρα πρόκειται νὰ λάβῃ, ἢ ἔλαβε.
§17Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται ἐν τῇ ἐξετάσει. Θ’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ποίαν θὰ λάβω ἀπόφασιν, ὅταν ἀκούσω ὅλων τὰς γνώμας.
§18Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται ἐν τῇ ἐξετάσει της. Ποίᾳ ἐξετάσει της; Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, τίς ἔχει δίκαιον ἢ ὄχι· πιθανὸν νὰ ἔχωσι δίκαιον οἱ κύριοι διευθυνταὶ τῶν Τραπεζῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπέκλεισαν τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ μέτρων ἡ Κυβέρνησις ἀμέσως, ὅπως περιστείλῃ τὸ σκάνδαλον, ὅπερ ἔφερεν ἢ δύναται νὰ φέρῃ καταστροφὴν εἰς τὸ Χρηματιστήριον καὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἀδιαφόρως τοῦ τίς ἔχει δίκαιον. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία, ἥτις μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα.
§19Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν καταγγέλλονται παραβάσεις διατάξεων τῶν Καταστατικῶν τῶν διαφόρων Ἑταιρειῶν, βεβαίως οὐδὲν δικαίωμα ἐπεμβάσεως ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι, πιστεύω δ’ ὅτι αὐτὸ ἐννοεῖ καὶ ὁ κ. συνάδελφος, ἐὰν ἐν τῇ δεδομένῃ αὐτῇ περιπτώσει, τὴν ὁποίαν κατήγγειλεν, ἐγένετο παράβασίς τις τῶν Καταστατικῶν.
§20Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἀφορμῆς τῶν ὑποβληθέντων χθὲς νομοσχεδίων ἀνεμνήσθην ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ πολὺν καιρὸν ἀπησχόλησε τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν. Πρὶν ἢ ἡ πρώην Κυβέρνησις διὰ Διατάγματος συστήσῃ τὴν Ἐμπορικὴν Σχολὴν Πατρῶν, ὁ Δήμαρχος Πατρέων εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου ἐκείνου, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας καὶ ὅλως αὐθορμήτως προσεφέρετο νὰ ἱδρύσῃ Ἐμπορικὴν Σχολὴν ἐν Πάτραις ἰδίαις δαπάναις, ὑπὸ μόνον τὸν ὅρον νὰ προσφέρῃ ὁ δῆμος κατάλληλον οἰκίαν, ἥτις θὰ ἐχρησίμευε διὰ διδακτήριον καὶ διὰ κατοικίαν τῶν Γάλλων καθηγητῶν, ὅσοι ἤθελον τύχει νὰ ἦναι ἄγαμοι. Μόλις ὁ Δήμαρχος ἀνεκοίνωσε τοῦτο εἰς τὸ Συμβούλιον, ὑπέβαλεν εἰς αὐτὸ καὶ πρότασιν, ὅπως λάβῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἄδειαν. Τὸ Συμβούλιον ἀπεδέχθη ὁμοθύμως τὴν πρότασιν, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως· ἀλλὰ τὸ ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν τὸ Συμβούλιον, ὑποβληθὲν εἰς τὴν πρώην Κυβέρνησιν διὰ τοῦ κ. Νομάρχου, δὲν ἐνεκρίθη. Οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἠρνήθη ἡ πρώην Κυβέρνησις νὰ ἐγκρίνῃ τὸ ψήφισμα, ἀκόμη δὲν ἐξηγήθησαν ἐπαρκῶς. Πολλὰ ἐγράφησαν, πολλὰ ἐλέχθησαν, συλλαλητήρια ἐγένοντο, ἀλλὰ οἱ λόγοι οἱ ἀκριβεῖς τῆς μὴ ἐγκρίσεως δὲν ἐγένοντο γνωστοί. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ἀφοῦ τὰ μελετήσωμεν, ἴσως λάβωμεν ἀφορμὴν νὰ προκαλέσωμεν ἐπ’ αὐτῶν συζήτησιν.
§21ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ παράσχῃ τὴν πληροφορίαν, ἐὰν ἤρξαντο αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Φιλιατρὰ, Γαργαλιάνους καὶ πέραν, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται, διότι ἡ Ἑταιρεία, καθ’ ἃς ἔχομεν πληροφορίας, ἐπροθυμοποιήθη ν’ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τῆς προεκτάσεως ταύτης, ἥτις βεβαίως θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ κυρίως θὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγικῶν δήμων Ἐράνης, Πλαταμώδους καὶ Φλεσσιάδος τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας· διότι, ἐὰν ἀναλογισθῇ τις, ὅτι οἱ περὶ ὧν πρόκειται δῆμοι παράγουσι καὶ κατὰ τὰ ἀφορώτερα ἔτη ἐπέκεινα τῶν 45 ἑκατομμυρίων λιτρῶν σταφιδοκάρπου, θ’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε συντελεσθεῖσα καὶ ὑπὸ κατασκευὴν γραμμὴ ἐλάχιστα δύναται νὰ προσφέρῃ τῇ ἐπαρχίᾳ Τριφυλίας, ἐνῷ ἡ προέκτασις θὰ τροφοδοτήσῃ τὴν ὅλην γραμμήν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως ταύτης, γνωρίσῃ δὲ ἡμῖν τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις, καὶ ποῦ αὗται προσκόπτουσι. Πρὸς τοῦτο καταθέτω καὶ ἔγγραφον ἐπερώτησιν.
§22Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρὸ πέντε περίπου ἡμερῶν ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας μου, ἀπευθυνόμενον καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους μου, διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς παρακινοῦσιν, ὅπως ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλέσωμεν αὐτὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κ. Στάη νομοσχέδιον περὶ ἀνανεώσεως ἐπὶ διετίαν ἢ τριετίαν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος διέπει τὰ τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης. Διὰ τὸ Γυμνάσιον αὐτὸ προσφέρει τὰ χρήματα ὁ δῆμος καὶ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον, δυστυχῶς ὅμως ὁ νόμος εἶχε ψηφισθῆ μόνον διὰ μίαν διετίαν, καὶ ἐνομίσαμεν τότε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἀναλάβῃ τὴν δαπάνην πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου, ἀλλ’ ἀτυχῶς τοῦτο δὲν ἐπετεύχθη, καὶ ὑπεχρεώθη ὁ δῆμος καὶ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον νὰ ἐξακολουθήσωσι καταβάλλοντες τὰς δαπάνας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλήν, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, νὰ δεχθῇ ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ θεωρήσῃ αὐτὸ κατεπεῖγον, καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ταχεῖαν ψήφισιν αὐτοῦ.
§23Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τί τὸ θέλετε τὸ Γυμνάσιον; Δὲν συνιστᾶτε καλλίτερον μίαν Γεωργικὴν Σχολήν;
§24Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περὶ τούτου σκεπτόμεθα, καὶ συνεννοούμεθα μετὰ τοῦ κ. Δημάρχου Παμίσου, ὁ ὁποῖος παραμένει πρὸς τοῦτο ἐνταῦθα, ἀλλ’ εἰσέτι δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις ὁριστικὴ περὶ τῆς Σχολῆς, ἣν ὑποδεικνύετε. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ καὶ ψηφίσῃ ἕν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μίαν τάξιν συμπολιτῶν μας, τῶν ὑπαλλήλων τοῦ σιδηροδρόμου, οἱ ὁποῖοι προσφέρουσι μεγίστας ὑπηρεσίας εἰς τὴν συγκοινωνίαν, ἐργάζονται νυχθημερὸν, ἀλλὰ δὲν ἀμείβονται ἐπαρκῶς, ὅταν δ’ ἕνεκα γήρατος ἢ ἀσθενείας ἀποχωρήσωσι τῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἔχουσι καμμίαν βοήθειαν οὔτε ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν, οὔτε ἀπὸ τὴν Πολιτείαν. Ὑποβάλλω λοιπὸν ὑπὲρ τούτων μίαν ὀλιγόστιχον πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας προτείνω νὰ ὑπαχθῶσιν οὗτοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Τί ἀπολαμβάνουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; Μετὰ τόσους κόπους, τὸ ψῦχος τὸν χειμῶνα, τὸν καύσωνα τὸ θέρος, καὶ κινδύνους οὐκ ὀλίγους ἀπολαμβάνουν τὸν γλίσχρον μισθὸν τῶν 80 ἢ 90 δραχμῶν, ὅταν δὲ ἀπέρχωνται τῆς ὑπηρεσίας, ἀποφέρουν τὴν πενίαν δι’ ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἡ Βουλὴ θὰ θεωρήσῃ κατεπεῖγον, διότι πρόκειται περὶ δύο χιλιάδων ἀνθρώπων καὶ πλέον, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται εἰς τὸν σιδηρόδρομον, καὶ οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἔχουν τὸ μέλλον των ἀσφαλέστερον.
§25ΤΙΝΕΣ. Νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§26ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 21).
§28Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνα μέτρα ἔλαβε διὰ τοὺς χειμάρρους, οἱ ὁποῖοι κατεπλημμύρισαν τοὺς δήμους Οἰχαλίας καὶ Ἀνδανείας τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, καὶ ἐπροξένησαν ζημίας ὑπερβαινούσας τὸ ἑκατομμύριον, ἐκτὸς δὲ τῶν ὑλικῶν ζημιῶν, εἶχον καὶ θύματα εἰς ἀνθρώπους. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως, συμφώνως μὲ τὰς ἀναφοράς, τὰς ὁποίας οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διατάξῃ τοὺς μηχανικοὺς νὰ ἐπιθεωρήσωσι τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ κανονίσωσι τὸν τρόπον, δι’ οὗ δύνανται νὰ περιορισθῶσιν αἱ πλημμύραι. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ὁδόν, ἡ ὁποία συνδέει τὸν δῆμον Ἀνδανείας μὲ τὸν δῆμον Οἰχαλίας, καὶ ἡ ὁποία ἦτο ἀρκετὰ καλὴ ὁδός, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀμελείας τῶν κατὰ καιροὺς μηχανικῶν κατεστράφη. Ὀλίγα χρήματα ἂν δαπανηθῶσι, θὰ εὐεργετηθῶσιν ὅλοι οἱ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι συγκοινωνοῦν δι’ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ, διότι δὲν ἔχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι χρήματα νὰ ταξειδεύουν μὲ τὸν σιδηρόδρομον, δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσουν οἱ πτωχοὶ εἰς ἄλλας των ἀνάγκας. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ λάβητε πρόνοιαν καὶ διὰ τὴν ὁδὸν αὐτήν, ἡ ὁποία εἶναι χρήσιμος δι’ ἀμφοτέρας τὰς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας καὶ Μεσσήνης. Τελευταῖον θέλω παρακαλέσει ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, ὅπως δώσητε πληροφορίας, διὰ τίνα λόγον μέχρι τοῦδε ὁ ἐργολάβος, ὁ ἀναλαβὼν τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ Παμίσου, δὲν ἐπεχείρησε τὴν ἐργασίαν τῆς ἀποξηράνσεως, ἥτις εἶναι ἀναγκαιοτάτη καὶ διὰ τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων καὶ διὰ τὴν ὑλικὴν ὠφέλειαν τοῦ τόπου. Παρακαλῶ νὰ ληφθῶσι σύντονα μέτρα, ὅπως καὶ οὗτος ἄρξηται τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι πολὺ μεγάλην ὠφέλειαν θὰ φέρουν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, καθόσον θὰ ἐξαφανισθοῦν οἱ ἑλώδεις πυρετοί, οἱ ὁποῖοι στέλλουν πολλοὺς εἰς τὸν Ἅδην, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ὠφεληθῇ, ὅταν θὰ ἀποδοθοῦν εἰς τὴν καλλιέργειαν μεγάλαι ἐκτάσεις γαιῶν, τὰς ὁποίας νῦν καλύπτει ὁ Πάμισος.
§29ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§30Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους τί συμβαίνει ἐν ταῖς καπνοφυτείαις. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου συμβαίνει τὸ ἑξῆς. Ἔσχε τὸ εὐτύχημα ἡ ἐπαρχία μου νὰ ἔχῃ τέκνα, τὰ ὁποῖα ἐμπορεύονται τὸν καπνὸν τῆς Καβάλλας καὶ τῆς Ξάνθης. Οἱ φιλοπάτριδες δὲ οὗτοι ἄνδρες ἀδελφοὶ Παπαηλία, ἐλθόντες ἐν Τριπόλει καὶ εὑρόντες πολλὰ ἐδάφη κατάλληλα πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς καπνοφυτείας, ἔφεραν καὶ ἐκεῖνοι σπόρον καὶ διεμοίρασαν αὐτόν, ὡς ἔπραξε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον· ἐσχηματίσθησαν μάλιστα καὶ σύνδεσμοι ἐκ μέρους κεφαλαιούχων ἐπιστημόνων καὶ ἐχόντων τὴν διάθεσιν νὰ καλλιεργήσωσιν ἐπιστημονικῶς τὸν καπνόν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἐνῷ παρήχθη ἐκλεκτῆς ποιότητος καπνός, ἐν τούτοις τὸ πρόσκομμα τῆς βιομηχανίας αὐτῆς ἐγένετο ἡ Οἰκονομικὴ Ἐφορία, διότι κατὰ τὸν νόμον, μόλις συλλέξῃ τις τὸν καπνὸν, πρέπει νὰ δηλώσῃ τὸ παραχθὲν ποσόν. Ἀλλοίμονον δ’ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν δηλώσῃ ἀκριβῶς τὸ παραχθὲν ποσόν! σύρεται εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ὡς λαθρέμπορος! Τοῦτο λοιπὸν εἶναι τὸ μόνον μέγα πρόσκομμα πρὸς τὴν γεωργοβιομηχανίαν αὐτήν, διότι ὅλα τὰ ὀρεινὰ μέρη καὶ ὅλαι αἱ κλιτύες τῶν ὀρέων ἐκρίθησαν ὑπὸ τῶν πατριωτῶν μας ἐκείνων ὡς καταλληλότατα ἐδάφη πρὸς καλλιέργειαν τῆς καπνοφυτείας ταύτης. Ὡς προεῖπον δέ, νέοι ἀνήκοντες εἰς διακεκριμένας οἰκογενείας ἐν Τριπόλει καὶ διαθέτοντες χρήματα εὗρον τὰς καταλλήλους γαίας πρὸς καπνοφυτείαν, καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος διεδόθη αὕτη εἰς ἀρκετὴν ἔκτασιν. Ἀλλὰ κατὰ τὸν χρόνον τῆς συλλογῆς ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ νέοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν ἀριστοκρατίαν τῶν νέων ἐν Τριπόλει, θέλουσι συρθῇ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ὡς λαθρέμποροι, διότι εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ διαθέσωσι κεφάλαια πρὸς ἀνάπτυξιν μιᾶς βιομηχανίας, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ εὐημερίαν εἰς τὸν τόπον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ταῦτα, καὶ νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ ἡ ἐπαρχία Μαντινείας καὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι...
§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολλαὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι.
§32ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. ... νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν προνομιοῦχον τάξιν τῶν καπνοφόρων ἐπαρχιῶν, διότι ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ τελεσφορήσουν τὰ μέσα καὶ αἱ προσπάθειαι, τὰς ὁποίας καταβάλλει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς διάδοσιν τῆς καπνοφυτείας.
§33Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ λείψῃ ἐντελῶς ἡ διάκρισις καπνοφόρων καὶ μὴ ἐπαρχιῶν. Ἡ ἐπαρχία Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς παράγει 12,000–15,000 ὀκάδας καπνοῦ. Διατὶ νὰ μὴ ἦναι καπνοφόρος; Πᾶσα ἐπαρχία, ἡ ὁποία παράγει καπνόν, εἶναι, φυσικῷ τῷ λόγῳ, «καπνοφόρος». Διατὶ δὲ θεωρεῖται λογικὸν ν’ ἀποκλείηται μία ἐπαρχία τοῦ τίτλου τούτου καὶ τῶν εὐκολιῶν τοῦ νόμου, ἐὰν παράγῃ 15,000 ἢ 18,000 ὀκάδας καπνοῦ, ἢ καὶ 19,000–19,500, οὐχὶ δὲ ἀκριβῶς 20,000; Καιρὸς εἶναι νὰ παύσῃ ἡ ἄδικος διάκρισις!
§34Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, καὶ ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ παρουσιάσθη, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι εὔκολον νὰ λυθῇ, διότι οἱ νόμοι, οἱ διέποντες τὰ ζητήματα ταῦτα, εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι σχέσιν μὲ τὰς ὑπεγγύους εἰς τὸν Ἔλεγχον προσόδους, καὶ ὡς ἐκ τούτου οὐδένα δυνάμεθα νὰ ἀλλάξωμεν ἐκ τῶν νόμων τούτων ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου ἔχει ἐκφράσει γνώμην, ὅπως ὄχι μόνον μὴ ἐπεκτείνωμεν τὸ δικαίωμα τῆς μὴ δηλώσεως καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας, εἰς ἃς ἐδόθη. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι, ὑπαρχούσης τοιαύτης διαφωνίας πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ λυθῶσι τὰ ζητήματα ταῦτα. Οὐχ ἧττον ὅμως, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῶσι βελτιώσεις τῇ συναινέσει τοῦ Ἐλέγχου, θὰ προσπαθήσωμεν νὰ τὰς εἰσαγάγωμεν.
§35Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, ἰδιαιτέραν ἐπαρχίαν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ ἐξ ἰδιαιτέρων παραστάσεων θὰ τὸ γνωρίζῃ, ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι ἕνεκα ἐσφαλμένων πληροφοριῶν ἔχει αὕτη κηρυχθῇ μὴ καπνοφόρος, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἶναι καπνοφόρος, διότι παράγει ὑπὲρ τὰς 20,000 ὀκάδας καπνοῦ κατ’ ἔτος, δὲν ἀπαιτεῖται δὲ παρὰ ἡ ἔκδοσις Β. Διατάγματος, διὰ νὰ κηρυχθῇ καπνοφόρος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν συνελέχθησαν πληροφορίαι, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων παράγει ὑπὲρ τὰς 20,000 ὀκάδας καπνοῦ, νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος, χαρακτηρίζοντος αὐτὴν καπνοφόρον, διὰ ν’ ἀπαλλαχθῇ τῶν δεινῶν καὶ τῶν μαρτυρίων, τὰ ὁποῖα διεξετραγώδησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας Βουλευτής.
§36Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε σχετικῶς μὲ τὰς λεπτομερείας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἀπέναντι τῆς δηλώσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς σχετιζομένης μὲ τὴν πορείαν τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρέστησεν, ὅτι ἀπαντᾷ δυσκολίας εἰς ζητήματα σκοποῦντα τὴν τροποποίησιν τὴν σχετιζομένην μὲ τὰς προσόδους τὰς ὑπεγγύους. Δὲν δύναμαι οὐδὲ νὰ βεβαιώσω, οὐδὲ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Διεθνὴς δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ, οὐδὲ ἐν τῷ ὀρθῷ, ἐὰν παρουσιάζῃ δυσκολίας εἰς τροποποίησιν τοῦ νόμου τούτου χάριν ταμιευτικῶν λόγων, ὅταν ἡ τροποποίησις αὕτη ἔχῃ οἰκονομικὸν σκοπὸν καὶ οἰκονομικὴν ὠφέλειαν τῆς χώρας. Οἰκονομικὴ δὲ ὠφέλεια τῆς χώρας εἶναι βεβαίως ἡ ὑποστήριξις τῆς παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ. Ὅταν δὲ ἡ ὑποστήριξις τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου συμφέροντος τῆς χώρας δύναται νὰ συνδυασθῇ μὲ διατάξεις προλαμβανούσας τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γείνωσιν εἰς τὴν κατανάλωσιν τοῦ καπνοῦ, διατάξεις, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἔχει συμφέρον καὶ τὸ Κράτος καὶ ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ νὰ φροντίζῃ, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι αὕτη δὲν δύναται νὰ φέρῃ καὶ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ φέρῃ ἀντίρρησίν τινα, ἀφοῦ μάλιστα πολλάκις ἀνεγνώσαμεν ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, ἐν ταῖς ὁποίαις οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὴν ὄχι μόνον σκέψεις ἐκφέρουσι περὶ τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ παρατηρήσεις, ἵνα μὴ εἴπω μομφὰς, ἀποτείνουσι πρὸς τοὺς διαχειριζομένους τὰ οἰκονομικὰ, διότι δὲν φροντίζουσι, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, περὶ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Ἐὰν λοιπὸν τοιοῦτο πνεῦμα ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τῆς χώρας διέπῃ τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπὴν,—καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοιοῦτο πνεῦμα τὴν διέπει καὶ τοιοῦτο πρέπει νὰ τὴν διέπῃ,—δὲν νομίζω ὅτι δύναται ν’ ἀπαντηθῇ δυσκολία τις παρ’ αὐτῇ, ὅπως ἐπέλθῃ βελτίωσις τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ, ἐπιβαλλομένη ἐκ τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ πληρεστέρα, ἡ τελειοτέρα ἀνάπτυξις τῶν τοιούτων συμφερόντων δὲν δύναται ἢ νὰ πείσῃ τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπὴν, διότι αὕτη, ἔχουσα καθῆκον καὶ ἐντολὴν νὰ ἐπιβλέπῃ, ὅπως αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ἀναληφθεῖσαι παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ, ἐκτελῶνται πιστῶς, ἔχει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας ἐν γένει, διότι ἡ ἀνάπτυξις τῆς χώρας εἶναι ἐκείνη, ἥτις θὰ ἐξυπηρετήσῃ πλειότερον τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν αὐτῆς ἢ ὅσον ἤθελον ὑποστηρίξει αὐτὰ ἡ πρόληψις μικρῶν καὶ ἐλαχίστων καταχρήσεων εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν φόρων τῶν ὑπεγγύων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ ἦναι ὀλιγώτερον ἀπαισιόδοξος εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, πρέπει νὰ κατανοήσῃ τὸ κοινὸν συμφέρον μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, ὅπως ἐπέλθωσιν αἱ βελτιώσεις αἱ δυναταὶ καὶ ἐπιβαλλόμεναι εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, καὶ νὰ μὴ διστάσῃ νὰ ἐπεξηγήσῃ τὸ συμφέρον τοῦτο εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τύχῃ τῆς συγκαταθέσεως αὐτῆς, ὅπου δικαιοῦται ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν της, διότι ὑπάρχουσι καὶ ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς συγκαταθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὅπου αὕτη δικαιοῦται, κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐλέγχου, νὰ δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν της, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ θάρρους ἀναπτύσσων τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῆς χώρας, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ δισταγμόν, ὅτι θὰ πείσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην. Ἐὰν δὲ ἀπαντήσῃ δυσκολίας, τὰς ὁποίας φοβεῖται, καὶ τὰς ὁποίας ἐγὼ βεβαίως δὲν φοβοῦμαι, ὑπάρχει τρόπος διεξαγωγῆς καὶ ἀποκρούσεως τῶν δυσκολιῶν τούτων, ὅταν πράγματι πρόκηται περὶ ὑποστηρίξεως τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τῆς χώρας, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, στενώτατα συνδέονται καὶ μὲ τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου.
§37ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου εἶναι ὀρθὰ, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει ἐνταῦθα νὰ προκληθῇ ἡ προσοχὴ ἰδίως τῶν διαχειριζομένων τὴν ὑπουργικὴν ἐξουσίαν, ὥστε προκειμένου περὶ τοιούτων θεμάτων νὰ μὴ προβαίνωσιν ἐν τῇ Βουλῇ εἰς δηλώσεις, αἵτινες, ἄνευ βεβαίως προθέσεως τοιαύτης, φαίνονται ἐπεκτείνουσαι τὸν κύκλον τῶν δικαιωμάτων τῆς ξένης Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐξ ὡρισμένου συμβολαίου ἐργάζεται ἐνταῦθα ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους καὶ ἐν ὡρισμένῳ κύκλῳ ἁρμοδιότητος ἀνυπερβλήτῳ. Προκειμένου περὶ τοῦ καπνοῦ ἰδίως, ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ ἀξιώσῃ ἄλλο τι παρὰ τὰ δύο ταῦτα: οὐδὲν νὰ πραχθῇ τὸ μεταβάλλον τὸ τιμολόγιον τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, οὐδὲν νὰ πραχθῇ κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀσκουμένης μονοπωλίας τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ, τὸ δυσχεραῖνον καὶ καθιστῶν κατωτέραν τὴν ὑπέγγυον πρόσοδον. Ἀλλὰ κατὰ τὸ στάδιον τῆς καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ πρέπει νὰ ἔχωμεν πολὺ μεγάλην διάθεσιν νὰ ὑποκύπτωμεν εἰς τὰ νεύματα τῶν ξένων, ἵνα δεχθῶμεν, ὅτι ἔχουσι δικαίωμα νὰ φέρωσι γνώμην ἐπὶ πάντων τῶν θεμάτων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ καπνοῦ. Καὶ ἵνα ἀποδειχθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ἔπραξεν ὀρθῶς, διστάσας προκειμένου περὶ τοιούτου θέματος, καὶ ὀλιγώτερον ἔτι ὀρθῶς ἔπραξεν, ἐκδηλώσας ἐνταῦθα τοὺς δισταγμοὺς αὑτοῦ ἐπισήμως, λέγω τοῦτο· καὶ τί δύναται νὰ πράξῃ ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή, ἐὰν π. χ. ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς, ἥτις καλλιεργεῖ καπνὸν καὶ τείνει νὰ ὑπερβῇ τὰς 20,000 ὀκάδας, χάρις εἰς τὴν δραστηριότητα τῶν καλλιεργητῶν, ὑπερβῇ ὄντως τὰς 20,000 ὀκάδας; Θὰ εἴπῃ ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή: «σταθῆτε! ἀπαγορεύω νὰ καλλιεργήσητε περισσότερον»; Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὰ τῆς καλλιεργείας ἄλλως; Διότι βεβαίως, ἂν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὰ τῆς καλλιεργείας, θὰ εἶχε δικαίωμα νὰ σταματήσῃ καὶ τὴν τοιαύτην ὑπέρβασιν ἐν τῇ καλλιεργείᾳ. Βλέπομεν δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ 2 ἢ 3 ἐτῶν ὑπάρχει τοιαύτη τάσις πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ, πρὸς βελτίωσιν τῶν ὅρων τῆς παραγωγῆς, πρὸς βελτίωσιν τῆς συλλογῆς, πρὸς βελτίωσιν τῆς συσκευῆς, τοιαύτη τάσις προοδευτικὴ πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς καλλιεργείας καὶ τῆς ἐμπορίας τοῦ καπνοῦ, ὥστε βεβαίως εἶναι οὐχὶ ἀπίθανον, τάχιστα νὰ ἴδωμεν, δυνάμει τῆς ἐργασίας τῶν καλλιεργητῶν τοῦ καπνοῦ, προβιβαζομένας πολλὰς ἐπαρχίας εἰς τὴν παραγωγὴν ἄνω τῶν 20,000 ὀκάδων καπνοῦ. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ νομός Εὐρυτανίας, ὅστις δὲν περιλαμβάνεται ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν καπνοφόρων ἐπαρχιῶν, εἶναι ἤδη καπνοφόρος, δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὑπερέβη καὶ ἴσως ἀποδειχθῇ ὅτι ὑπερέβη τὰς 20,000 ὀκάδας, ἐὰν τὸ πρᾶγμα ἐξετασθῇ ἀκριβῶς. Καθ’ ὃν χρόνον ὁμιλοῦμεν, ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ τόσον ἐπεξετάθη ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις ταῖς Ἑλληνικαῖς, αἵτινες εὑρίσκονται εὐτυχῶς ἔξω τῆς κυριαρχίας τῆς Τουρκικῆς, ὥστε ἐν Κρήτῃ, νήσῳ, ἣν ἀπὸ ὥρας εἰς ὥραν ἀναμένομεν νὰ ἴδωμεν ὁριστικῶς συναπτομένην πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἐν Κρήτῃ ἡ παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ σήμερον βαίνει γιγαντιαίοις βήμασι, τοῦ παραδείγματος λαμβανομένου ἀπὸ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος.
§38Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφέτος θὰ ἦναι τριπλασία τῆς περυσινῆς ἡ παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ ἐν Κρήτῃ.
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τοῦτο τολμῶ νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου μὴ δεικνύηται πρόθυμος εἰς ἐρωτήσεις περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ πράξῃ, λόγῳ τοῦ εἴδους τῆς ὑποθέσεως.
§40Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν προέβην εἰς καμμίαν ἐρώτησιν.
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ἐπράξατε τοῦτο, ἀλλὰ προλαμβάνω καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ πράξητε. Δὲν θὰ τὸ πράξητε βεβαίως ἐκ προθέσεως, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἐξ ὀλισθήματος, ὅπως καὶ ἐλέχθη ἐξ ὀλισθήματος προηγουμένως. Τοῦτο προλαβὼν ἠθέλησα νὰ συστήσω.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§43Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἴκοσι καὶ πλέον ἔτη, εἶπον προχθὲς κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου, ὅτι ἐμπαίζεται ὁ λαὸς Ἑρμουπόλεως καὶ Σύρου μὲ τὸ ζήτημα τῆς κατασκευῆς τῆς Δεξαμενῆς...
§44ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκόμη δὲν ἔγεινεν;
§45Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὄχι. Πρῶτον, διότι οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ ἰσχύοντες παρὰ τῇ Κυβερνήσει τοῦ κ. Θεοτόκη ἐμποδίζουσι τὴν κατασκευὴν αὐτῆς τῆς ἱστορικῆς δεξαμένης, διότι εἰς τὸ ἐργοστάσιόν των ἔχουν τώρα δεξαμενὴν καὶ δὲν τοῖς συμφέρει νὰ κάμῃ ὁ δῆμος ἄλλην καὶ νὰ ζημιωθῶσιν αὐτοὶ, καὶ δεύτερον, διότι, ἀφοῦ ἐξηνάγκασα τὴν τέως Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφίσωμεν τὸν νόμον, μόλις πρὸ ἑνὸς ἔτους ἀνεκάλυψα, ὅτι ἐγίνετο κατάχρησις ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν ἐκ τῶν φόρων τοῦ πτωχοῦ λαοῦ Ἑρμουπόλεως καὶ Σύρου. Ἰδοὺ διατὶ δὲν ἔγεινεν ἡ δεξαμενή, καὶ φοβοῦμαι μήπως δὲν γείνῃ ποτέ. Εἴκοσι καὶ πλέον ἔτη λοιπὸν ἐμπαίζεται ὁ λαὸς Σύρου, ἀκούων εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ὅτι θὰ κατασκευασθῇ ἡ πολυπαθὴς αὕτη δεξαμενή. Ἐπὶ 45 ἔτη ἐμπαίζεται ὁ λαὸς, ἀκούων ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατεσκεύασαν πρὸ 45 ἐτῶν τὸ νεωρεῖον καὶ νεωλκεῖον, δηλ. τὸ Ἐργοστάσιον τῆς Σύρου, ὅτι θὰ κατασκευάσωσιν αὐτήν. Ἦτο ὅμως δυνατὸν νὰ κατασκευάσωσι τώρα δεξαμενὴν τοῦ δήμου, ἀφοῦ ἔχουν οἱ πλούσιοι, οἱ ἰσχύοντες ἤδη πολιτευόμενοι τῆς Σύρου, ἰδικήν των δεξαμενὴν καὶ κερδίζουσιν ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν; Ὁ λαὸς τῆς Ἑρμουπόλεως εἶναι ἀρκούντως ἀνεπτυγμένος, ὥστε νὰ ἐννοῇ διὰ ποῖον λόγον δὲν γίνεται ἡ δεξαμενὴ, μ’ ὅλας τὰς φωνάς μου καὶ τοὺς ἀγῶνάς μου ὑπὲρ αὐτῆς. Πολλοὶ τῶν πλουσίων τῆς Σύρου, καὶ ἕνεκα τοῦ ἐμπορίου καὶ ἕνεκα ἄλλων λόγων, μετέβαινον εἰς Εὐρώπην συχνά, ὥστε κάλλιον τῶν κατοίκων οἱασδήποτε ἄλλης ἐπαρχίας εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι τὴν περὶ τὰ ναυτικὰ καὶ ναυπηγικὰ ἀνάπτυξιν τῶν ἐν Εὐρώπῃ, καὶ βλέπουσι τὰς δεξαμενὰς εἰς τοὺς διαφόρους λιμένας τῆς Εὐρώπης, διαπυνθάνονται τὰ τῆς δαπάνης, καὶ δὲν εὑρίσκουσι δεδικαιολογημένας τὰς δυσκολίας καὶ διαιωνίσεις τῆς κατασκευῆς δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ καὶ τὴν ὑπέρογκον δαπάνην τῶν 2,500,000 δραχμῶν, εἰς ἣν προϋπολογίζεται δῆθεν τὸ ἔργον. Δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς ἡ Παλαιὰ ἁμαρτωλὴ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρεία ἐξέλιπεν. Ἀτυχῶς ὅμως διὰ τὴν Σῦρον, τὸ Ἐργοστάσιον (νεωλκεῖον) περιῆλθεν εἰς χεῖρας ξένης Ἑταιρείας, δηλ. τοῦ κ. Τζὼν–Μὰκ–Δούαλ. Τὸ πολιτικὸν συμφέρον, ὡς ἐκ τῆς πολιτικῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν συγκεντροῖ τὸ Ἐργοστάσιον τῆς Σύρου, τὸ ἀποτελούμενον ἐκ 300–400 ἐργατῶν, δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς ἑκάστοτε πολιτευομένους ἐν Σύρῳ κ.κ. Τόμαν καὶ Μπούμπουλην νὰ προβῶσι σοβαρῶς εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς δεξαμενῆς· ὁ λαὸς ἐν ἀγανακτήσει διατελεῖ, καὶ ἐπιμένει ὡς ζωτικώτατον ζήτημα διὰ τὴν Σῦρον νὰ θεωρῇ τὴν κατασκευὴν τῆς δεξαμενῆς· ἀφ’ ἑτέρου τὰ ἑκάστοτε Δημοτικὰ Συμβούλια, τὰ ἀποτελούμενα ἐξ ἀνδρῶν ἀνεξαρτήτων, ἐργοστασιαρχῶν, ἐμπόρων καὶ ἐπιστημόνων, πάντοτε προέβησαν εἰς διαβήματα πρὸς κατασκευὴν αὐτῆς, οὐδὲν ὅμως ἠδυνήθησαν νὰ πράξωσιν, ἕνεκα τῶν εἰρημένων λόγων. Τοιαῦτα πολιτικὰ πυροτεχνήματα τὰ γνωρίζω τόσον ἐγὼ, ὅσον καὶ ὁ λαός, ὥστε ἡ τέως Κυβέρνησις οὐδὲν ὠφελήθη ἐκ τούτων. Ἰδοὺ δὲ σήμερον εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα ζητῶ τὴν τύπωσιν τῆς διακηρύξεως τῆς δημοπρασίας, καὶ δὲν τολμᾶτε νὰ τὴν τυπώσητε, ἵνα μὴ ἔλθωσιν εἰς φῶς τὰ τῆς καταχρήσεως. Καὶ διὰ τὴν διακήρυξιν ταύτην ἐγένετο συνεδρίασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἑρμουπόλεως, ὅπερ συνεφώνησε μὲ τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ διακήρυξις δὲν εἶναι σύμφωνος οὔτε πρὸς τὴν γενικὴν ἐπιθυμίαν τοῦ τόπου, οὔτε πρὸς τὸν νόμον ΒΨΠΑʹ τῆς 11 Ἰανουαρίου 1901. Διατί; Διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν περιέχει ἡ διακήρυξις αὕτη πάντα τὰ παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἑρμουπόλεως ψηφισθέντα καὶ ὁρισθέντα, ὡς π. χ. τὸ νὰ μεταχειρίζηται ὁ δῆμος τὸν ὑπάρχοντα πρόσθετον φόρον οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων πρὸς ἐγγύησιν τοῦ ἔργου, ὁπόταν μόνον ἔχῃ ἀνάγκην, περιλαμβάνει ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὴν ὅλως ἀπροσδόκητον προσθήκην, ὅτι ἐκτίθεται εἰς δημοπρασίαν οὐ μόνον ἡ ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Ριβαμπέλα δεξαμενὴ ἐκ μέτρων 156.60, ἣν καὶ αὐτὸς ὁ νόμος ῥητῶς παρεδέχθη, ὁρίσας ὅτι θὰ γείνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σχεδίων Ριβαμπέλα, ἀλλὰ προσέθεσαν καὶ ἄλλην δεξαμενὴν 123 μέτρων, περὶ τῆς ὁποίας οὔτε ὁ νόμος κάμνει λόγον, οὔτε καὶ αὐτὰ τὰ σχέδια τοῦ Ριβαμπέλα. Πᾶν ὅ,τι ἐγένετο, ἐγένετο διὰ τὴν μεγάλην δεξαμενὴν, τὴν ἐκ μέτρων 156.60, καὶ διότι αὐτὴ ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ συμφέρον τῆς Σύρου, πολὺ δὲ μᾶλλον καθόσον πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ μικρὰ μὲ τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν 2,500,000. Ἄλλως τε ἐγὼ σᾶς ἀποδεικνύω ἐπιστημονικῶς, ὅτι καὶ διὰ τὴν τῶν 156.60 μέτρων ἐπέρχεται κατάχρησις 1,000,000 σχεδὸν δραχμῶν. Τὸ Δημοτικὸν λοιπὸν Συμβούλιον ἐζήτησεν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιζητουμένη διαφήμισις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωστῆς σας ἱστορικῆς διακηρύξεως. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἑρμουπόλεως μόνον εἶπεν, ὅτι ἡ δεξαμενὴ τῶν 156.60 μέτρων θ’ ἀπαιτήσῃ δαπάνην 4–5 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ δὲν θὰ παρουσιασθῇ πρὸς τοῦτο ἀνάδοχος, ἀφοῦ δὲν παρέχει ὁ δῆμος ἐγγύησιν πλέον τῶν 2,500,000 δραχμῶν. «Διατὶ — διατείνεται ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἑρμουπόλεως — νὰ μὴ ψηφίσωμεν τὴν δεξαμενὴν τῶν 123 μέτρων μὲ 2,500,000 δραχμάς;» Εἶχε λοιπὸν τὴν ἰδέαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἑρμουπόλεως νὰ ψηφίσῃ πίστωσιν διὰ τὴν διαφήμισιν τῆς γνωστῆς διακηρύξεως, διότι ἐφρόνει, ὅτι αὐτὸ μόνον εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ τελευταῖος νόμος διέπραξε πραξικόπημα, καταργήσας ἐν μέρει τὸν πρὸ πενταετίας ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ὁ πρὸ πενταετίας ψηφισθεὶς εἶχε δώσει καί τινα δικαιώματα εἰς τοὺς δήμους Ἑρμουπόλεως καὶ Σύρου ἀφ’ ἑνὸς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸν εἶχε συντάξει οὕτως ὁ κ. Τόμαν, ὥστε νὰ ἦναι ἀδύνατος ἡ κατασκευὴ τῆς δεξαμενῆς. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἑρμουπόλεως λέγει, ὅτι δὲν ἔγειναν διατρήσεις παρὰ τοῦ μηχανικοῦ κ. Ριβαμπέλα, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ μεγάλη δεξαμενή. Ἔπειτα ὁ αὐτὸς Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι ἡ σύμβασις, ἥτις θὰ γείνῃ μεταξὺ τοῦ δήμου καὶ τοῦ ἀναδόχου, θὰ κανονίσῃ τὰ πάντα. Δηλαδὴ ἐψηφίσαμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν νόμον προβληματικόν, ἔκαμαν τὴν διακήρυξιν ἐλαστικὴν, ἤθελε καὶ τὰ λοιπὰ τῆς συμβάσεως νὰ τὰ κανονίσῃ ὅπως αὐτὸς ἐνόμιζε καλόν. Ἀνεξαρτήτως πάντων τούτων, ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἑρμουπόλεως φρονεῖ, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία μεγάλη δεξαμενὴ ἐν Σύρῳ, διότι δὲν μεταβαίνουσιν εἰς Σῦρον μεγάλα ἀτμόπλοια 6, 7 καὶ 8 χιλιάδων τόννων, ἑπομένως φρονεῖ, ὅτι ἡ μικρὰ δεξαμενὴ εἶναι ἀναγκαία. Δὲν σκέπτεται ὅμως, ὅτι εἰς τὸν Πειραιᾶ μετὰ ἓν ἔτος θὰ ἔχωμεν δύο δεξαμενάς. Ἐγένετο λοιπόν, Κύριοι, πραξικόπημα διὰ τοῦ νέου νόμου τῆς Βουλῆς ἀπέναντι τοῦ παλαιοῦ νόμου σχετικῶς μὲ τὰ δικαιώματα τοῦ δήμου, ὡς ἐπίσης ἐγένετο διὰ τῆς διακηρύξεως καταστρατήγησις τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατί, ἀφοῦ πρόκειται οἱ δῆμοι Ἑρμουπόλεως καὶ Σύρου μετὰ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Σύρου νὰ κάμωσι τὴν δεξαμενὴν, διατὶ ἀποφεύγετε νὰ ἐξασφαλίσητε τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Νομίζω ἄλλως τε, ὅτι πᾶν ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἑρμουπόλεως εἶναι γνώμη του νομικὴ καὶ οὐχὶ ἐπιστημονικῆς ἐργασίας πόρισμα. Τοῦτο δὲ τὸ ἐπιχείρημά μου εἶναι ὀρθόν, διότι ἀποδεικνύεται διὰ ξένων συγγραφέων καὶ διὰ τῶν πραγμάτων, δηλαδὴ διὰ τῆς κατασκευῆς τῆς δεξαμενῆς. Τρανώτατα λοιπὸν ἀποδεικνύεται, ὅτι διὰ τῆς διακηρύξεως τῆς κατασκευῆς τῆς δεξαμενῆς Σύρου ἔκαμνον κατάχρησιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ προσκληθῇ ξένος μηχανικὸς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες κατεσκεύασαν ἄλλας εὐρωπαϊκὰς δεξαμενὰς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ὑποβάλητε πρὸς ψήφισιν ταχέως νέον νόμον, 1) ὅπως θέσητε φραγμὸν εἰς τὴν κατάχρησιν τοῦ 1,000,000 δραχμῶν, καὶ 2) ὅπως ὁρισθῶσι τό τε μῆκος καὶ αἱ λοιπαὶ διαστάσεις τῆς δεξαμενῆς, ὡς καὶ τὰ συναφῆ συνεργεῖα. Διὰ τὰ ἔξοδα δὲ τοῦ νέου μηχανικοῦ νὰ μὴ ἀνησυχῆτε, διότι πολὺ προθύμως προσφέρεται ὁ δῆμος Ἑρμουπόλεως, ὅστις εὐτυχεῖ νὰ ἔχῃ δημοτικοὺς συμβούλους ἐντίμους ἀνθρώπους καὶ ἐνδιαφερομένους νὰ μὴ ἐπιτρέψωσιν ἢ μᾶλλον νὰ μὴ γείνωσι γέφυραι καὶ συμβῶσι καταχρήσεις, οὐδὲ ὑπόνοια τοιαύτη νὰ ἐγερθῇ. Ἀφοῦ λοιπὸν γείνῃ νέος νόμος σοβαρὸς, ἀμέσως θὰ παρουσιασθῇ ἀνάδοχος διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς δεξαμενῆς νὰ μειοδοτήσῃ. Φαντασθῆτε, κύριοι Βουλευταί, ἐψηφίσαμεν πέρυσι τὸν νόμον καὶ δὲν ἐτύπωσαν τὴν ἔκθεσιν τοῦ μηχανικοῦ κυρίου Ῥιβαμπέλα, καίτοι ἐζήτησα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ἰδοὺ ἓν μέρος τῆς ἐκθέσεώς του, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τὰ τεχνάσματα τῶν θελόντων νὰ ὠφεληθῶσιν 1,000,000 δραχμάς, καίτοι ὁ κ. Ῥιβαμπέλα σαφῶς ὁμιλεῖ ἐν τῇ ἐκθέσει του, σελ. 15 (ἀναγινώσκει); «Καίτοι θεωροῦντες ἐπαρκὲς νὰ δώσωμεν εἰς τὴν δεξαμενὴν μῆκος 135 μέτρων, ὅπερ θὰ ἠδύνατο, προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ ἂν αἱ ἀνάγκαι αὐτῆς ἐπέβαλλον, νὰ ἐπεκταθῇ, ἐν τούτοις, ἀφορῶντες, τὸ μὲν εἰς τελείαν πλήρωσιν τῶν ἀξιώσεων, τὸ δὲ ἵνα ἀποφύγωμεν, ἔστω καὶ μετὰ πάροδον πολλοῦ χρόνου, κατεδαφίσεις, καὶ συνεπῶς ἀργίαν περὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς δεξαμενῆς, ἐκρίναμεν εὔλογον νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὴν μῆκος μέτρων 156.60, διαιρούμενον εἰς τρία διαμερίσματα διὰ δύο διαμέσων ἐγκοπῶν, ὥστε νὰ μερίζηται ἡ δεξαμενὴ εἰς τμηματικὰς τοιαύτας.» Καὶ εἰς ἄλλην σελίδα τῆς ἐκθέσεώς του ὁ κ. Ῥαβαμπέλα λέγει: «Τῇ βοηθείᾳ τοῦ δευτέρου πλωτοῦ διαφράγματος δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν λειτουργούσας συγχρόνως δύο δεξαμενὰς, τὴν μὲν μήκους 73 μέτρων καὶ 60 ἑκατοστῶν, τὴν δὲ μήκους 83 μέτρων.» Ἰδοὺ λοιπὸν διατὶ εἶναι λαμπρὰ ἡ ἰδέα τοῦ κ. Ῥιβαμπέλα νὰ ἦναι δύο δεξαμεναί· πρῶτον διότι θὰ καλύπτωνται ἀσφαλῶς αἱ δαπάναι τῆς ἐκμεταλλεύσεως, καὶ δεύτερον τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως. Ἐὰν πάλιν δὲν θέλητε νὰ ψηφίσωμεν νέον νόμον, τροποποιήσατε τὸν πρῶτον, τὸν ψηφισθέντα πρὸ 5 ἐτῶν, ἀφαιροῦντες ἀπ’ αὐτὸν τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα τοῦ κυρίου Τόμαν, διὰ τῶν ὁποίων ἐμποδίζεται ἡ κατασκευὴ τῆς δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ. Ἐὰν δὲ δὲν θέλητε νὰ κάμητε οὔτε τοῦτο, τροποποιήσατε τὸν περυσινὸν νόμον, ἀλλὰ νὰ ὁρισθῶσι τὰ πράγματα, καὶ ὄχι νὰ γείνῃ ἡ δημοπρασία κουτουράδα, καὶ ἡ κουτουράδα αὕτη διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἱδρῶτος τοῦ πτωχοῦ λαοῦ Ἑρμουπόλεως καὶ Σύρου. Τέλος πάντων ἐγὼ τὴν δεξαμενὴν θέλω νὰ κατασκευασθῇ ἐν Σύρῳ καὶ ὅ,τι δήποτε θέλετε πράξατε. Ἄνευ ὅμως καταχρήσεων.
§46Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω, τί θὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν πολιτῶν, τὴν ὁποίαν χθὲς ὑπεβάλομεν, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος, τὸ ἀφορῶν νομοθετικὰ μέτρα πρὸς ἀπαγόρευσιν τῆς μεταφράσεως ἢ τῆς κυκλοφορίας τοῦ Εὐαγγελίου. Νομίζω ὅμως καλὸν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τοῦ ἑξῆς· ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς νόμοις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἰδίως ἐν τῷ νόμῳ περὶ Ὑποδιδασκαλείων, διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ῥητῶς ἀναγράφουσι μεταξὺ τῶν μαθημάτων τῶν θρησκευτικῶν τὴν διδασκαλίαν τοῦ Εὐαγγελίου ἐν μεταφράσει. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 12 τοῦ ΒΟΘʹ νόμου τῆς 6 Αὐγούστου 1892 (ἀναγινώσκει): «Μαθήματα διδάσκονται ἐν τοῖς Ὑποδιδασκαλείοις: αʹ) Θρησκευτικά. Εὐαγγέλιον ἐν μεταφράσει, Ἱερὰ Ἱστορία καὶ Κατήχησις.» Λοιπὸν ἐν τοῖς Ὑποδιδασκαλείοις ὑπάρχει ὑποχρεωτικὸν μάθημα τὸ Εὐαγγέλιον ἐν μεταφράσει. Εἶναι ἀπόρροια τῆς ἰδέας, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἐπεκράτει ἄλλοτε, ὅτι πρέπει νὰ ἐξοβελισθῇ βαθμηδὸν ἡ ἀρχαία Ἑλληνικὴ γλῶσσα, ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον διδασκομένη, καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ νεοελληνική, μὲ τὰ θαυμάσια, φαίνεται, φιλολογικὰ αὐτῆς καὶ ἱστορικὰ ἔργα, διότι εὕρισκον πολλοὶ συγγραφεῖς οὕτω λίαν εὐσυνείδητον καὶ εὔκολον ν’ ἀναγράφωσι τὰ λαμπρὰ συγγράμματα αὑτῶν μεταξὺ τῶν διδακτικῶν βιβλίων καὶ τῶν ἀναγνωσματαρίων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλληνικὴ νεολαία ἔπρεπε ν’ ἀναγινώσκῃ, διὰ νὰ μορφώνηται εἰς ἰδέας καὶ γλῶσσαν! Ἕν τῶν μέσων πραγματοποιήσεως τῆς εὐγενοῦς αὐτῆς ἰδέας ἦτο καὶ τὸ ἐν μεταφράσει νὰ διδάσκηται τὸ Εὐαγγέλιον, διὰ νὰ ἐννοῆται δῆθεν καλλίτερα. Ἀλλὰ ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκε τὸ Β. Διάταγμα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου, τοῦ ΒΟΘʹ, περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Ὑποδιδασκαλείων καὶ τῶν μετ’ αὐτῶν συνημμένων προγραμμάτων, λέγει ἐν ἄρθρῳ 20 (ἀναγινώσκει): «Τὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ ἀπὸ 6 Αὐγούστου 1892 ΒΟΘʹ περὶ Ὑποδιδασκαλείων νόμου διδακτέα μαθήματα ἐγκρίνομεν νὰ διδάσκωνται ὡς ἕπεται: αʹ) Θρησκευτικὰ 4 ὥρας τὴν ἑβδομάδα. Ἡ ἱστορία τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης ἐν συνεχείᾳ, τῆς Κατηχήσεως τὰ οὐσιωδέστατα, ἀνάγνωσις καὶ ἑρμηνεία τοῦ κατὰ Ματθαῖον καὶ τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου εἰς τὴν καθωμιλημένην γλῶσσαν κτλ.» Οὕτω τὸ ἐν μεταφράσει τοῦ νόμου ἐγένετο ἐν τῇ καθωμιλημένῃ ἐν τῷ Διατάγματι τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἤδη λοιπὸν βλέπομεν, ὅτι, ἐν ᾧ τοσοῦτος γίνεται θόρυβος, ὅπως καὶ ἁπλῆ κυκλοφορία μὴ ἐπιτρέπηται ἐν μεταφράσει, ἐν τούτοις ὑπάρχει ἐν τῇ κειμένῃ νομοθεσίᾳ διάταξις, ὑποχρεοῦσα τοὺς διδασκάλους ἐν τοῖς Ὑποδιδασκαλείοις, ὅπως διδάσκωσι τὸ Εὐαγγέλιον ἐν τῇ καθωμιλημένῃ γλώσσῃ· καθωμιλημένη δὲ γλῶσσα, κατὰ τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκάν τινες, δύναται νὰ ᾖναι καὶ ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου εἰς χυδαΐζουσαν γλῶσσαν, τὴν πᾶν ἄλλο ἢ Ἑλληνικήν. Δὲν γνωρίζω τί ἄλλο ἐνόει νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν ἐν μεταφράσει Εὐαγγελίων ἐν τῷ στρατῷ, ἐν τῷ ναυτικῷ, ἐν τοῖς δημοσίοις γραφείοις, ἐν τοῖς δικαστηρίοις, ὅπου ἀπὸ πολλοῦ γίνεται χρῆσις αὐτοῦ, ἀλλὰ σπουδαιότατον εἶναι τὸ νὰ μὴ ἐπιτραπῇ, ὅπως διδάσκηται τὸ Εὐαγγέλιον εἰς τὴν νεολαίαν οὔτε ἐν μεταφράσει εἰς ἐκλεκτὴν γλῶσσαν, διότι δὲν θεωρῶ τοῦτο ἀναγκαῖον ἐν τόπῳ, ἐν ᾧ ἡ διδασκαλία τῆς γλώσσης καὶ ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις αὐτοῖς περιλαμβάνει τὴν διδασκαλίαν μέρους τινὸς τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης. Λοιπὸν οὐδὲν τὸ βλαβερόν, ἂν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον ἐδιδάσκετο ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις, πολὺ ὀλιγώτερον ἐν τοῖς Ὑποδιδασκαλείοις, ἐν τῇ γλώσσῃ τῇ οὐχὶ δυσλήπτῳ τοῦ Εὐαγγελίου, ὅταν ὁ διδάσκαλος—καὶ γραμματοδιδάσκαλος ἀκόμη ἂν ἦναι—κατορθώνῃ τὰ εὔκολα ἐκεῖνα καὶ εὔληπτα ῥήματα νὰ ἐπεξηγῇ διὰ βραχέων πρὸς κατανόησιν ἐκ μέρους τῶν μαθητῶν· διότι θὰ ἦναι ἄτοπον, ἂν καὶ αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιον διδάσκηται ἐν τοῖς σχολείοις τοῖς δημοτικοῖς εἰς γλῶσσαν ἄλλην παρ’ ἐκείνην, εἰς ἣν θὰ τὸ ἀκούσωσιν οἱ μαθηταὶ αὐτοί, εἴτε μικροὶ εἴτε μεγάλοι, μεταβαίνοντες εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, διότι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βεβαίως θέλουσιν ἀκούσει τὸ Εὐαγγέλιον ἀναγινωσκόμενον ἐν τῇ πρωτοτύπῳ γλώσσῃ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θεωρῶ σπουδαῖον, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως προέλθῃ εἰς νομοθετικὸν μέτρον, κανονίζον τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον πάντοτε ὑφίσταται καὶ εἶναι ἓν σκάνδαλον, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποίαν ἰδέαν ἔχει τις περὶ τοῦ ζητήματος τῆς μεταφράσεως, καὶ σπεύσῃ νὰ ἄρῃ ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ ἐν τοῖς σχολείοις τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ἄλλως θὰ παραταθῇ ἀκόμη πολὺ καὶ θὰ γίνηται ἀντικείμενον συζητήσεων καθ’ ἡμέραν δριμυτέρων. Ἅπαξ ἤρχισε, δὲν θὰ παύσῃ εὐκόλως. Πρὸς τῇ ἀσεβείᾳ πρὸς τὴν ἀρχαίαν ἡμῶν γλῶσσαν, ἥτις εἶναι ἡ μόνη Ἑλληνική, προστίθεται καὶ ἡ ἀσέβεια πρὸς τὰς ἐκκλησιαστικὰς τοῦ ἔθνους παραδόσεις διὰ τῆς μεταφράσεως εἰς τὴν δῆθεν καθωμιλημένην, μᾶλλον τὴν κακωμιλημένην γλῶσσαν, καὶ θὰ δίδῃ καθ’ ἡμέραν ἀφορμὰς εἰς συγκρούσεις. Διὰ τοῦτο γενικώτερον προβαίνω, ὅπως συστήσω αὐτῷ, ἵνα διὰ νόμου καθιερώσῃ τὴν διάταξιν, ὅτι ἐν παντὶ σχολείῳ, εἴτε ἰδιωτικῷ, εἴτε δημοσίῳ, ἐν ᾧ διδάσκονται θρησκευτικὰ μαθήματα, δὲν ἐπιτρέπεται τὸ Εὐαγγέλιον νὰ διδάσκηται εἰς ἄλλην ἢ ἐν τῇ πρωτοτύπῳ αὐτοῦ γλώσσῃ, ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἑλληνικῇ. Οὕτως ἤθελε κατορθωθῆ νὰ ἐκλίπωσι πᾶσαι, ὅσαι τυχὸν διατάξεις ὅμοιαι εἶναι ἐγκατεσπαρμέναι ἐν νόμοις, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν μοὶ εἶναι αὐτὴν τὴν στιγμὴν γνωσταὶ—ἐσημείωσα δὲ μόνον τὴν ἐν τῷ νόμῳ περὶ Ὑποδιδασκαλείων.—Συνάμα θὰ ἦτο καλὸν, νὰ ἔσπευδον καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ, ἕκαστος ἐν τῷ κύκλῳ του, νὰ κανονίσωσι καθ’ ὅμοιον τρόπον τὰ τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἐκλείψῃ τὸ σκάνδαλον παντοῦ.
§47ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.
§48Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μὲ ἐγγράψητε.
§49Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Συμφωνῶ πρὸς τὸν κύριον Δεληγεώργην, τὸν ὁποῖον εὐχαριστῶ διὰ τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν πρέπει δηλαδὴ εἰς τὰ προγράμματα τῶν σχολείων νὰ ἀναγράφηται ὡς μάθημα ἡ διδασκαλία τῆς Καινῆς Διαθήκης εἰς χυδαΐζουσαν γλῶσσαν...
§50Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν μεταφράσει.
§51Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐν μεταφράσει... Θὰ λάβω δὲ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις ταύτας, καὶ θὰ πράξω πᾶν ὅ,τι μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον.
§52ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν προεβλέπετο, κύριε Πρόεδρε, τοιαύτη συζήτησις σήμερον, λυποῦμαι δέ, ὅτι, καίτοι μοὶ εἶχε δοθῆ ἀφορμὴ νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα καὶ νὰ δυνηθῶ νὰ συντελέσω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν διαφώτισιν αὐτῆς τῆς συζητήσεως, τὸ ὅλως ἀπρόοπτον τῆς τοιαύτης συζητήσεως μὲ φέρει σήμερον ἀπαράσκευον εἰς αὐτὴν, μὴ ἔχοντα καὶ σχετικά τινα ἔγγραφα καὶ σημειώματα. Ἡ ὑπόσχεσις ὅμως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι θέλει φροντίσει ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν διδασκαλίαν πάσης μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου εἰς τὰ σχολεῖα, μὲ ἀναγκάζει νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἄλλως δυνατὸν ἢ διὰ μέτρου νομοθετικοῦ. Διότι ἡ μεγάλη ἐκείνη ἐπιβουλή, τὴν ὁποίαν διεῖδόν τινες ἐπερχομένην πρῶτον μὲν ἀπὸ τῶν Ἀνακτόρων, δεύτερον δὲ δὲν γνωρίζω πόθεν ἄλλοθεν, ἀπό τινος δημοσιογραφικοῦ γραφείου, ἡ τοιαύτη, λέγω, ἐπιβουλή, ἐὰν ὑπῆρξεν, ὑπῆρξεν ἀπὸ δεκαετηρίδων, διότι ἀπὸ δεκαετηρίδων εἰσάγεται καὶ διδάσκεται εἰς τὰ σχολεῖα τὸ Εὐαγγέλιον ἐν μεταφράσει. Καὶ δὲν εἰσήχθη μόνον διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Αὐτὴ ἡ Βουλή ἔχει ψηφίσει νόμους τοιούτους. Τῷ 1892 ἐψηφίσθη ὁ νόμος ͵ΒΟΘʹ περὶ Ὑποδιδασκαλείων, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 12 λέγει τὰ ἑξῆς: «Μαθήματα διδάσκονται ἐν τοῖς Ὑποδιδασκαλείοις: αʹ) Θρησκευτικά. Εὐαγγέλιον ἐν μεταφράσει...». Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ νόμου τούτου ἔχουσιν ἐκδοθῆ πλεῖστα Διατάγματα. Ἀλλὰ καὶ πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐδιδάσκετο τὸ Εὐαγγέλιον ἐν μεταφράσει. Δὲν γνωρίζω πῶς τότε δὲν ἐξηγέρθη τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τώρα κόπτονται ἐνταῦθα, δὲν γνωρίζω διατὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἄγρυπνοι φρουροὶ παρίστανται ἐνταῦθα τοῦ θρησκεύματος καὶ τοῦ ἐθνισμοῦ κατὰ τῆς δῆθεν ἐπιβουλῆς τῆς ἐκ τῶν Ἀνακτόρων καὶ ἔκ τινος ἢ ἔκ τινων ἐφημερίδων, δὲν γνωρίζω πῶς δὲν διεῖδον τὸν κίνδυνον αὐτόν, ὅτε καὶ ἡ Βουλὴ ἐπέβαλε τὴν μετάφρασιν διὰ νόμου πρὸ δεκαετηρίδος καὶ αἱ Κυβερνήσεις εἰς τὰ προγράμματα τῶν σχολείων. Ἄν λοιπὸν ὑπῆρξεν ἐπιβουλή, ταύτην διενήργουν ἀπὸ δεκαετηρίδων αἱ Ἑλληνικαὶ Βουλαὶ καὶ πᾶσαι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις. Ταῦτα μόνον ἔχω νὰ παρατηρήσω σήμερον.
§53Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, τί κυρίως ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἑρμιονίδος ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, καίτοι προσέσχον συντόνως εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ. Ἔλεγεν ἆρά γε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπὸ δεκαετίας, ἴσως καὶ ἀπὸ μακροτέρου χρόνου, ἐπεβούλευε τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ ἐψήφισε τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν ͵ΒΟΘʹ νομίζω; ἢ ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἄλλος τις ἐσχάτως, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀνακινήσεως τοῦ ζητήματος, ἐπεβούλευεν αὐτόν; Ὁπωσδήποτε (ἀντιπαρατηρῶ) ἄλλοτε δὲν εἶχε παρατηρηθῆ, ὅτι συνέβαινε κακὸν εἰς τὸν τόπον, ἕνεκα τῆς νωχελείας καὶ ἀδρανείας, μεθ’ ἧς ἡ ἐκτελεστικὴ καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀπέβλεπον πρὸς τὸ ζήτημα αὐτό, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἔτι ἡ Ἐκκλησία, δύναταί τις εἰπεῖν, ἐσχάτως δὲ μόνον ἤρχισαν εὐτυχῶς νὰ κρατῶσιν ἄλλαι σκέψεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὑπεβλήθη ἄλλοτε, πρὸ δεκαετίας καὶ ἐπέκεινα, νομοσχέδιον, ὅπερ δὲν ἐψηφίσθη, λέγον ὅτι οἱ Ἑλληνόπαιδες διδάσκονται ἐν τοῖς σχολείοις τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν καὶ τὴν μητρικήν των γλῶσσαν· ὑπεβλήθη, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη, οὔτε συνεζητήθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐὰν ἔφθανεν εἰς συζήτησιν, τότε ἤμην διατεθειμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ νὰ παραστήσω, ὅτι οἱ Ἕλληνες οὐδεμίαν ἔχουσιν ἄλλην μητρικὴν γλῶσσαν ἢ μόνον αὐτὴν τὴν Ἑλληνικήν! Ἀπροσεξία τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἀπροσεξία τοῦ ὑποβαλόντος αὐτὸ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐπιβουλὴ οὐδεμία κατὰ τοῦ ἐθνισμοῦ. Ἀπροσεξία ὅμως βαρεῖα, βαρυτάτη, δυναμένη — ἐὰν τυχὸν δειχθῇ ἐπιμένουσα — νὰ φθάσῃ καὶ μέχρις ἐπιβουλῆς. Εὐτυχῶς ἐσχάτως ἤρξατο ἐκδηλούμενον διαφόρως, ζωηρότερον, ἐθνικώτερον, ἂν δύναμαι νὰ εἴπω οὕτω, τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα καὶ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα ἐν πᾶσιν. Ἀξιοσημείωτον δ’ ὅτι ἐκ τῆς ἄκρας ὑπερβολῆς, εἰς ἣν ἔφθασάν τινες, ἕνεκα τῆς παραμελήσεως τῶν δεόντων γενέσθαι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡμῶν ἐνταῦθα, καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἔτι, ἐκ τῆς ἄκρας ὑπερβολῆς, εἰς ἣν ἔφθασαν οἱ τὰ ἐναντία, ἄρα δὲ τὰ χυδαῖα φρονοῦντες, ἐξηγέρθη ἐν ἡμῖν, πᾶσιν ἡμῖν, τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα καὶ τὸ αἴσθημα ὑπὲρ τῆς θρησκείας ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος. Ἐξηγέρθη δὲ καὶ ἐξερράγη κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ καὶ εἰς βαθμὸν ἀκράτητον. Διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς ὀχλαγωγίας προχθές, ὡς πιστεύουσί τινες, ἢ θέλουσιν, ὡς φαίνεται, νὰ πιστεύωσιν. Ἡ ἐξέγερσις, ἡ γενομένη κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἑλλάδι καὶ ἐν ἅπαντι τῷ Ἑλληνισμῷ, πρὸς οὐδεμίαν ἄλλην ἐξέγερσιν δύναται νὰ ἐξισωθῇ ἢ πρὸς τὴν γενομένην τῷ 1821 πρὸς ἀνάστασιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Αὕτη ἐστὶν ἡ μόνη ἀλήθεια περὶ τῆς ἐκτάσεως καὶ τῆς ἐντάσεως τῆς ἐξεγέρσεως ἐκείνης, τῆς μοναδικῆς. Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω, ὅτι ὑπῆρξεν ἐξέγερσις κατά τινος ἐπιβουλῆς, ἀλλὰ χαρακτηρίζω πόσον βαθέως ᾐσθάνθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὰς ὑπερενταθείσας πλέον ἀποπείρας κατὰ τῆς θείας γλώσσης αὑτοῦ, καὶ πῶς συνεκλονίσθη, ὅτε αὗται ἔφθασαν ἀνιέρως καὶ μέχρι τοῦ κειμένου τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Ἐπιβουλή, ἄλλως τε, κατὰ τῆς ἱερᾶς ἡμῶν θρησκείας δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι δὲν φρονῶ, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἄνθρωπος τόσῳ μωρὸς ἐν τῷ κόσμῳ ὁλοκλήρῳ, ὥστε νὰ σκεφθῇ τοιαῦτα περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Τὸ ζήτημα ἄρα ἀπέμεινε γλωσσικόν. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι ἆρά γε ὀλιγώτερον ἱερὰ τῆς θρησκείας ἡμῶν; Ἠτύχησα ἐσχάτως, — δύο μῆνας πρὸ τῆς ἐξεγέρσεως ἐκείνης, — πρὸς ἐκπλήρωσιν διαπύρου πόθου, ὃν εἶχον πρὸ πολλοῦ, νὰ ἐπισκεφθῶ μακρυνοὺς τόπους, τόπους κειμένους ἐπὶ τῆς ἄλλης Ἠπείρου, τῆς Ἀσιατικῆς, τόπους ἐνδιαφέροντας ἱστορικῶς καὶ ἀρχαιολογικῶς, εἰς τοὺς ὁποίους κατοικοῦσι καὶ ὁμοεθνεῖς ἡμῶν πολλοί. Βεβαιῶ ἐπισημότατα, ἐμφαντικώτατα, ἐλπίζω δ’ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν διστάζει νὰ μὲ πιστεύσῃ, — οὐδέποτε ἔλαβεν, οὐδὲ θὰ λάβῃ ἀφορμὴν νὰ μὴ πιστεύσῃ εἰς τοὺς λόγους μου ἡ Βουλὴ, — ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι καὶ τὸν ἀγαπητὸν φίλον μου καὶ ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Λακεδαίμονος κ. Βρασίδαν Λεώπουλον, μεθ’ οὗ εἶχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἐπιχειρήσω τὴν περιήγησιν ἐκείνην, ὅτι παντοῦ, ὅπου εὕρομεν Ἑλληνοφώνους πληθυσμοὺς, μεθ’ ὧν ἤλθομεν εἰς ἐπαφὴν κατὰ τὰς μελέτας καὶ τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν τὰς ἱστορικὰς καὶ ἀρχαιολογικάς, παντοῦ περὶ ἑνὸς ὡμίλουν πρὸς ἡμᾶς, περὶ τῆς γλώσσης, περὶ τῆς νοθείας τῆς γλώσσης, περὶ τοῦ διχασμοῦ τῆς πατρίου γλώσσης, περὶ τῆς ἐκχυδαΐσεως τῆς ὡραίας Ἑλληνικῆς γλώσσης, περὶ τῆς ἐν αὐταῖς ταῖς Ἀθήναις, τῇ καρδίᾳ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καταστροφῆς τῆς ἀπὸ τρισχιλίων ἐτῶν ὑφισταμένης καὶ μέχρι τοῦδε διατηρηθείσης θείας Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἥτις ἀποτελεῖ, μετὰ τὴν θρησκείαν, τὸν μόνον δεσμὸν μεταξὺ ὅλων τῶν ὁπουδήποτε τμημάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὡς ἔθνους. Τοιαῦτα ἔλεγον ἡμῖν ἐκεῖνοι διὰ ζωηροτάτων λόγων πανταχοῦ. Τοιαῦτα ἔλεγον ἐν Τραπεζοῦντι, ταὐτὰ ἔλεγον οἱ εἰς τὰ βάθη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας εἰς ἀπόστασιν πολλῶν δεκάδων χιλιομέτρων ἀπὸ τῆς θαλάσσης κατοικοῦντες Ἕλληνες, λαϊκοὶ καὶ μοναχοί, ὁμιλοῦντες ἀπταιστότατα καὶ λίαν καθαρευόντως τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Τοιαῦτα ἔλεγον ἡμῖν ἐν Κερασοῦντι, ἐν Κοτυώροις, ἐν Ἀμισῷ, ἐν Ἑλλησπόντῳ, ἐν Μιτυλήνῃ, ἐν Σμύρνῃ. Τί δὲ νὰ εἴπω περὶ Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου λαλεῖται ἐπιζήλως ὡραία καὶ καθαρεύουσα Ἑλληνικὴ γλῶσσα; Ἐδέησε νὰ διαβεβαιώσω πανταχοῦ, μετὰ τοῦ φιλτάτου συναδέλφου, πάντας τοὺς πρὸς ἡμᾶς ὁμιλοῦντας μετὰ τόσου πόνου περὶ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν γλώσσης καὶ τῶν ἐπαπειλούντων αὐτὴν κινδύνων, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ σπουδαίου τινὸς ἐγχειρήματος κατὰ τῆς γλώσσης, ἀλλὰ περὶ μιᾶς ἀνοησίας — ναὶ ἀνοησίας, διακηρύττω καὶ ἐντεῦθεν — ὀλιγίστων τινῶν ἀγραμμάτων ἢ ἡμιμαθῶν, ἀμυήτων τοῦ γοήτρου καὶ τῶν θελγήτρων τῆς ἀμιμήτου ταύτης Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἀπερισκέπτων καὶ ἀνερματίστων ἐξ ἐθνικοῦ φρονήματος. Οἱ τοιοῦτοι, μὴ δυνάμενοι νὰ γράψωσι τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν καλλιλογικῶς καὶ ὀρθοεπῶς, μὴ δυνάμενοι νὰ μορφώσωσι τὴν φράσιν κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ὡραίας Ἑλληνικῆς γλώσσης, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐκλέξωσι καὶ νὰ ἐξεύρωσι τὰς προσφόρους καὶ καταλλήλους δι’ ἑκάστην φράσιν καὶ ἔννοιαν λέξεις, ὧν εἴπερ τις καὶ ἄλλη ἀφθονεῖ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἐπαρκοῦσα καὶ διὰ τὰ λεπτότερα τῶν διανοημάτων, ὁπωσδήποτε δὲ μὴ δυνάμενοι νὰ μεταχειρίζωνται αὐτὴν ἐπαρκῶς, ἕνεκα ἀνεπαρκῶν ἀτυχῶς δι’ αὑτοὺς γνώσεων, εὑρίσκουσι πρόχειρον τὴν συγγραφὴν βιβλίων ἢ τὴν σύνταξιν ἐφημερίδων καὶ ἄλλων πραγμάτων ἐν γλώσσῃ μιξοβαρβάρῳ καὶ χυδαίᾳ, ἢ ὅλως χυδαϊζούσῃ, ἣν αὐτοὶ αὐτοβούλως καὶ θρασέως θέλουσι νὰ ὀνομάζωσιν Ἑλληνικήν! Ταύτην δὲ τὴν γλῶσσαν, δηλαδὴ τὴν τοιαύτην συνονθύλευσιν τόσων ἀηδιῶν, ἀξιοῦσιν οἱ ὀλίγοι οὗτοι, πέντε ἢ δέκα ἢ καὶ εἴκοσιν ἢ τριάκοντα αἱρετικοί, νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἑκατομμύρια Ἕλληνας ὡς γλῶσσαν Ἑλληνικήν! (Ἐπιδοκιμασίαι). Βλέπετε δὲ τὰς ἀνοησίας ταύτας ἐπεκτεινομένας ἀπὸ ἐκείνου τοῦ ἀκαταλογίστου Ψυχάρη, ἀπὸ τοῦ ἄλλου τοῦ χυδαιομανοῦς Πάλλη, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς γλώσσης, ἣν γράφουσιν, οὔτε πρὸς ἀλλήλους δύνανται νὰ συνεννοηθῶσιν, ἐπεκτεινομένας δυστυχῶς καὶ μέχρις ἡμῶν, μέχρις Ἀθηνῶν, μέχρι τῶν προπόδων τῆς Ἀκροπόλεως, μέχρι τοῦ κρασπέδου τοῦ λόφου τῆς Ἀκαδημίας τοῦ Πλάτωνος. (Εὖγε!) Βεβαίως δὲν θ’ ἀπεκάλυπτεν εἰς τὸν κόσμον τὴν θείαν θρησκείαν αὑτοῦ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἐὰν ἔμελλεν, ἐὰν ὤφειλε νὰ διδάξῃ αὐτὴν ἐν τῇ γλώσσῃ οὐ μόνον τοῦ Πάλλη, ἀλλὰ καὶ οἱουδήποτε ἄλλου μεταφραστοῦ τῶν Γραφῶν. Δὲν ἐπιχειρῶ νὰ μνημονεύσω ὑμῖν ἐνταῦθα, κύριοι συνάδελφοι, χωρία μεταφράσεων, ἵνα μὴ προκαλέσω τὴν ἀγανάκτησιν ὑμῶν. Ἀλλὰ φαντασθῆτε ὑμεῖς μόνον μεταπεφρασμένον εἰς οἱονδήποτε ἄλλο γλωσσικὸν ἰδίωμα, πλὴν τοῦ πρωτοτύπου, τὸ κοσμοσωτήριον ἐκεῖνο προσφώνημα: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου!» Διεβεβαίωσα λοιπόν, ἔλεγον, ὅλους ἐκείνους τοὺς ὁμοθρήσκους καὶ ὁμογλώσσους, μεθ’ ὧν συνέβη νὰ ὁμιλήσω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀνησυχῶσιν οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον, διότι οὐδέποτε θὰ δοθῇ ἐντεῦθεν, ὡς φοβοῦνται, ἐκ τῆς ἐπισήμου Ἑλλάδος, τὸ σύνθημα τοῦ ἀφ’ ἡμῶν χωρισμοῦ αὐτῶν διὰ τῆς παραδοχῆς ἑτέρας γλώσσης παρ’ ἐκείνην, ἣν ἔχομεν πάντες κοινήν, ἣν πάντες καλλιεργοῦμεν φιλοτίμως, ἣν βλέπομεν ἀκατασχέτως ὀργῶσαν πρὸς πρόοδον. Ἐνταῦθα δ’ ἡ πρόοδος πρέπει νὰ θεωρῆται ὀπισθοδρομικῶς ὡς παλινδρόμησίς τις, μέχρις οὗ φθάσωμεν μετὰ χρόνον πολὺν εἰς οἱονδήποτε βαθμὸν ἀποκαθάρσεως κατὰ τὸ δυνατὸν ἐγγύτατον πρὸς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν, κατὰ τὸ δυνατὸν προσόμοιον πρὸς τὴν εὐγένειαν καὶ τὴν λεπτότητα αὐτῆς. Μετ’ ὀλίγον ἠγέρθη τὸ ζήτημα τοῦ Εὐαγγελίου ἐνταῦθα, ζήτημα γλώσσης, κατ’ ἐμέ, καὶ ἐθνικῆς συνειδήσεως, οὐχὶ δὲ θρησκείας, ὡς προεῖπον. Ἐγὼ ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ δηλώσω ἐντεῦθεν προφρόνως, καθόσον μάλιστα τὸ λεγόμενον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης φθάνει οὐχὶ μόνον πέραν τοῦ περιβόλου τούτου, οὐχὶ μόνον ἐκεῖθεν τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἀλλὰ πέραν, ἁπανταχοῦ καὶ πέλας, ὁπουδήποτε ὑπάρχουσιν Ἕλληνες, ὁπουδήποτε ὑπάρχει Ἑλληνικὴ φωνὴ καὶ Ἑλληνικὴ πνοή, σπεύδω, λέγω, νὰ δηλώσω, ὅτι, κατὰ τὰς θρησκευτικὰς πεποιθήσεις μου, ἃς τρέφω ἀκραδάντως καὶ ἀδιστάκτως, φρονῶ πεποιθότως, ὅτι οὐδὲν ἄλλο καὶ οὐδὲν ἧσσον ἢ θεία ἔμπνευσις ἐνέβαλεν εἰς τὰς κεφαλὰς τῶν φοιτητῶν τὸ κίνημα ἐκεῖνο, τὸ ὑπὲρ τῆς γλώσσης, τοῦ ἐθνισμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου ἐν ταὐτῷ. Διότι οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν ἐὰν ἐξηγείρετο κατὰ τοῦ ἀσεβοῦς ἐγχειρήματος τοῦ γνωστοῦ ἐκείνου μεταφραστοῦ, καὶ γενικώτερον κατὰ τῆς προσπαθείας τῶν ἄλλων πρὸς ἐκχυδαϊσμὸν καὶ ἐκφαύλισιν τῆς γλώσσης τοῦ Εὐαγγελίου, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἐξηγείρετο, λέγω, θὰ προσέκρουεν εἰς τὴν ἀδιαφορίαν τῆς κοινωνίας, ἢ θὰ ἤκουε: «Τί ζητεῖς; Πῶς ἀξιοῖς σὺ νὰ παρακωλύσῃς τοὺς θέλοντας νὰ γράφωσιν οὕτως ἢ ἄλλως, ἢ νὰ μεταφράζωσιν ὅ,τι θέλωσι καὶ ὅπως ἀρέσκει αὐτοῖς;» Ἐὰν ἐξηγειρόμεθα ἡμεῖς, ἐγὼ λόγου χάριν, ἢ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἢ ὁ τέως κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἢ ἐὰν οἱοσδήποτε ἄλλος ἀντεξηγείρετο, ἢ ὁ Μητροπολίτης, ἢ ἕτερος Ἀρχιεπίσκοπος ἢ Ἐπίσκοπος, ἢ ἄλλος τις κληρικός, ἔστω καὶ ἀνωτέρας μορφώσεως, ἐὰν ἀντεξηγείρετο, δὲν θὰ ἠκούετο, καὶ θὰ παρήρχετο ἡ φωνὴ αὐτοῦ ἄκαρπος, ματαίως ἀπηχοῦσα εἰς τὸ κενόν. Ἐὰν ἔγραφεν ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας εἴς τινα ἐφημερίδα, ἡ φωνὴ αὐτοῦ θὰ κατέπιπτεν εἰς λήθην. Θεία ἔμπνευσις λοιπὸν μόνον ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰς σκέψεις τῶν φοιτητῶν, εἰς τὰ παιδιὰ αὐτά, — σκεφθῆτε, καὶ δὲν θὰ διστάσητε, ἐλπίζω, νὰ μὲ παρακολουθήσητε, οὕτω διατυποῦντα τὴν πεποίθησιν, ἣν τρέφω, — εἰς τὰ παιδιὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα ἴσως οὔτε εἰς τὴν Ἐκκλησίαν συχνάζουσι κατὰ Κυριακήν, — ὡς ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγώ, — ἕνεκα τῶν νεωτέρων κοινωνικῶν ἰδεῶν καὶ σκέψεων, εἰς τὰ παιδιὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πλεῖστον ἔχουσιν, ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας καὶ τῶν ἀσχολιῶν αὐτῶν, πολὺ ὀλίγας σχέσεις πρὸς τὰ ἱερὰ βιβλία, εἰς αὐτά, λέγω, τὰ παιδιὰ ὑπηγορεύθη ὡς διὰ θείας ἐμπνεύσεως ὁ ἀγὼν, ὃν ἀνέλαβον, ἄνευ οὐδεμιᾶς βεβαίως ὑποκινήσεως. Τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ. Ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποθάλψεως ἐπελήφθησαν τοῦ ζητήματος οἱ φρονηματίαι Ἕλληνες φοιτηταὶ, καὶ ἤγαγον αὐτὸ εἰς πέρας ἐντελῶς. Οὐδὲ θὰ τολμήσῃ τις νὰ ἐπαναγάγῃ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς συζήτησιν πρὸ τῆς παρελεύσεως τοὐλάχιστον ἑκατὸν ἐτῶν, ἐκτὸς ἐὰν μεταβληθῇ ὁλόκληρον τὸ καθεστὼς τοῦ κόσμου. Ἤγαγον δ’ οἱ φοιτηταὶ τὸ ζήτημα εἰς πέρας δι’ ἀληθῶν θυσιῶν, διὰ τοῦ πολυτίμου αὐτῶν αἵματος, τὸ ὁποῖον ἐχύθη κατὰ μοιραίαν, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ πεποιθότως, σύμπτωσιν, ἄνευ εὐθύνης τινὸς τῶν διατεταγμένων ἐξουσιῶν. Ἀλλὰ τυγχάνει, ὡς φαίνεται, ἀναποσπάστως συνδεδεμένη ἡ χριστιανικὴ θρησκεία πρὸς θυσίας αἵματος ἐν τῷ ἀγῶνι αὐτῆς πρὸς ἐμπέδωσιν καὶ κατίσχυσιν. Καὶ εἰς τοῦτο δὲ τὸ μικρὸν ἐπεισόδιον ἔπρεπε νὰ χυθῇ αἷμα, ὡς συνέβη εἰς τὸ διάστημα δύο σχεδὸν δεκάδων αἰώνων, ἀφ’ ἧς δηλονότι ἡ χριστιανικὴ θρησκεία ἀπεκαλύφθη τοῖς ἀνθρώποις. Οὕτω λοιπὸν διὰ τῆς ἐμφανίσεως τῶν φοιτητῶν εἰς τὸ πεδίον τῆς ἐθνικῆς ταύτης ἐργασίας ἐλύθη τὸ ζήτημα. Περὶ δὲ τῆς διακανονίσεως τῶν ἐκ τῆς λύσεως ἐκείνης πηγασασῶν συνεπειῶν ἔμελλον νὰ φροντίσωσι περαιτέρω αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ, αὗται δὲ καὶ ἐπελήφθησαν τοῦ θέματος. Ἀκριβῶς δὲ περὶ τούτου ἐπεθύμουν ἀρχῆθεν νὰ ὁμιλήσω, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὸν λόγον μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου καὶ πολιτικοῦ ἀρχηγοῦ μου κ. Δεληγεώργη, ὅτε ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου μου κ. Ρέπουλη μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἐπεκταθῶ καὶ εἰς τὰ ἄλλα. Ἀνέγνων εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι δι’ ἐγγράφου αὐτῆς ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, δικαιουμένη πρὸς τοῦτο ἀπὸ τὸν Καταστατικὸν αὐτῆς νόμον τοῦ 1852, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐζήτησε καὶ συνέστησε τὴν κατάσχεσιν τῶν κυκλοφορουσῶν μεταφράσεων τοῦ Εὐαγγελίου, αἵτινές εἰσιν οὐκ ὀλίγαι. Συνέβη πρὸ 10–12 ἡμερῶν νὰ ταξειδεύσω εἰς τὴν Πελοπόννησον, πρὸς παλαιοντολογικάς τινας παρατηρήσεις. Ἐν τῷ σιδηροδρομικῷ σταθμῷ πόλεώς τινος συνηντήθην μετὰ παλαιοῦ καὶ ἀγαπητοῦ συμμαθητοῦ, νῦν ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους, ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑπὲρ πάντας τοὺς ἄλλους τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐπιβλέπωσι πρὸς τήρησιν τῶν νόμων καὶ ἀποτρέπωσι παράβασιν αὐτῶν. Ἐν τῷ σταθμῷ ἐκείνῳ περιήρχετο μικροπωλητής, κρατῶν κάνιστρον, περιέχον διάφορα βιβλία. Κατὰ τὴν ἀπαράτρεπτον συνήθειαν, ἣν ἔχουσι πάντες οἱ φίλοι τῶν βιβλίων, ἠρώτησα ὁποῖα βιβλία ἦσαν αὐτά. Ὁ φίλος ὑπάλληλος μοὶ ἀπήντησε ξηρῶς: «Εἶναι διάφοροι μεταφράσεις τοῦ Εὐαγγελίου.» — «Πῶς!» εἶπον ἐγὼ μετὰ ζωηρότητος. «Λέγεις καὶ σὺ τοῦτο μετὰ τόσης ἀδιαφορίας, καὶ δὲν προβαίνεις εἰς τὴν κατάσχεσιν αὐτῶν;» — «Δὲν ἔχω ἐκ τοῦ νόμου τοιοῦτο δικαίωμα. Ἀποφεύγω νὰ προκαλῶ θόρυβον ἄσκοπον.» (Αἴσθησις).
§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίς ἦτο ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος;
§55Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ὀνομάσω αὐτόν. Ἦτο ὁ Εἰσαγγελεὺς Κορίνθου, ὁ φίλος μου κ. Δημοσθένης Ἀντωνιάδης, ἄνθρωπος ἐντριβέστατος περὶ τοὺς νόμους καὶ εὐσυνείδητος ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος. Χαίρω δὲ διότι ἐπιδοκιμασίας πανταχόθεν τῆς αἰθούσης ἀκούω. Ὁ κ. Ἀντωνιάδης εἶναι γνωστός, ἅτε ὑπηρετήσας ὡς ἀντεισαγγελεὺς καὶ Εἰσαγγελεὺς καὶ ἐνταῦθα καὶ ἀλλαχοῦ. Αὐτὸς φρονεῖ, ὅτι ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχὴ δὲν δύναται νὰ κατάσχῃ τὰς μεταφράσεις. Λαμβάνω ἀφορμήν, μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται καὶ ἐκ νομομαθῶν, καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτήν, ἐὰν φρονῇ, ὅτι οἱ κείμενοι νόμοι, μετὰ τὴν ἔκδοσιν — ὅπερ σπουδαιότατον — τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας πρὸς κατάσχεσιν αὐτῶν, ἐπιτρέπουσι καὶ ἐπιβάλλουσι τὴν κατάσχεσιν τῶν βιβλίων τούτων, νὰ διατάξῃ κατηγορηματικῶς τὸν κ. Εἰσαγγελέα Κορίνθου καὶ πάντας τοὺς λοιποὺς νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν κατάσχεσιν αὐτῶν. Ἐὰν ὅμως φρονῇ, ὡς ὁ Εἰσαγγελεὺς Κορίνθου, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς τοῦτο οἱ κείμενοι νόμοι, νὰ σπεύσῃ νὰ νομοθετήσῃ, νὰ δώσῃ δὲ ἀφορμὴν εἰς τὴν Βουλήν, — αἴρουσα καὶ ἀπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἑρμιονίδος κ. Ρέπουλη καὶ ἀπὸ παντὸς ἄλλου τὴν ἀμφιβολίαν, — νὰ δώσῃ ἀφορμήν, λέγω, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοιούτου νομοσχεδίου καὶ διὰ τῶν σχετικῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ γείνωσιν, ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ἐπαμφοτερίζομεν, καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἔχει τὴν γνώμην, ἣν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ. Ἐνταῦθα δράττομαι τῆς εὐκαιρίας, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου καὶ καθόλου τῆς γλώσσης, νὰ ποιήσωμαι μνείαν ὀνόματος ἀληθῶς σεβαστοῦ καὶ σεπτοῦ, τοῦ ὀνόματος τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἰωακεὶμ τοῦ Γʹ, Πατριάρχου, ὃν δύναταί τις νὰ κατατάξῃ μεταξὺ τῶν μετὰ τὸν Φώτιον ἐκεῖνον μεγίστων Πατριαρχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, μετὰ τοὺς Πατριάρχας καὶ Ἱεράρχας τοὺς μαρτυρήσαντας καὶ πεσόντας ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν δικαίων τοῦ Ἔθνους. Ποιοῦμαι δὲ μνείαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ὡς Ἐθνάρχου ἀληθοῦς ἐπὶ παντός, ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὴν θρησκείαν καὶ τὴν γλῶσσαν τοῦ Γένους, εἰς ὃ ἀνήκομεν. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι ὁ Πατριάρχης Ἰωακεὶμ ὁ Γʹ, ὃν ἐγὼ χαρακτηρίζω ὡς Πατριάρχην τὸν Μεγαλοπρεπῆ, ἔχει τὴν γνώμην, ὡς κεφαλὴ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ θρησκείᾳ καὶ ὡς ὁμόφωνος ἐν τῇ Ἑλληνικῇ γλώσσῃ, ὅτι πρέπει πᾶσα μὲν μετάφρασις τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου ν’ ἀποκηρυχθῇ καὶ ἀποσκορακισθῇ ἐκ τοῦ σώματος τῶν Ὀρθοδόξων, πᾶσα δ’ ἀπόπειρα οἱαδήποτε, ἔστω καὶ ἄκρῳ τῷ δακτύλῳ τῆς χειρὸς γινομένη, πρὸς νόθευσιν, πρὸς ἐκφαύλισιν ἢ ἐκχυδάϊσιν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, νὰ καταδικάζηται καὶ νὰ περιφρονῆται ἁπανταχοῦ τῆς Ὀρθοδόξου περιφερείας. Καὶ δικαιότατα, κύριοι Βουλευταί, διότι ἡ θρησκεία ἡμῶν, ἡ Ὀρθόδοξος, ἡ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ἑδράζεται κυριώτατα ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἣν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἐξέλεξεν, ἵνα θεμελιώσῃ ἐπ’ αὐτῆς, καὶ δι’ αὐτῆς διαδώσῃ τὴν θείαν διδασκαλίαν, ἧς ἐγένετο ὁ οὐρανόπεμπτος μύστης καὶ καθηγητής. (Εὖγε! εὖγε! πανταχόθεν).
§56Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι μετὰ τὴν ἀναφορὰν τῶν κυρίων φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ Προεδρείου, ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ θέλει εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, συμφώνως πρὸς τοὺς πόθους τῶν κυρίων φοιτητῶν καὶ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, περὶ αὐστηρᾶς ἀπαγορεύσεως πάσης μεταφράσεως οὐ μόνον τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ἱερῶν κειμένων. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου, ἢ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις θέλει εἰσαγάγει τοιοῦτο νομοσχέδιον, θέλει βεβαίως, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τοῦτο, ἀρρήκτως συνδεθῆ τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Εἶναι δὲ ἄπορον μάλιστα, πῶς ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἐνῷ τοσούτους σοφοὺς νόμους ἐψήφισε περὶ προστασίας τῶν ἀρχαίων κειμηλίων τῆς τέχνης, οἰκοδομημάτων καὶ ἄλλων, οὐδέποτε ἐσκέφθη, ὅτι, ἐὰν ὁ Παρθενὼν καὶ τὰ Προπύλαια, ἢ τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἀπόλλωνος ἐξαίφνης ἦναι καὶ ὀφείλουσι νὰ ὦσι σεβαστὰ καὶ νὰ τιμῶνται οὐχὶ μόνον παρὰ παντὸς Ἕλληνος, ἀλλὰ καὶ παρὰ παντὸς τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, πῶς, λέγω, δὲν ἐσκέφθη τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐγκαίρως, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ συμβῶσιν ὅσα ἐγένοντο, ἵνα ἐννοήσῃ, ὅτι, ἐὰν τὰ ἀρχαῖα ἐκεῖνα κειμήλια, ἐκ λίθου, ἢ ἐξ ἄλλης ὕλης, δέον νὰ ὦσι σεβαστὰ καὶ νὰ τιμῶνται, πολὺ περισσότερον ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔδει νὰ προστατεύηται καὶ νὰ γεραίρηται, τὸ ζῶν τοῦτο καὶ οὐχὶ ἄψυχον κειμήλιον καὶ παλλάδιον τοῦ ἔθνους. Ἄπορον λοιπὸν ἀληθῶς, πῶς τὸ Κράτος δὲν ἐσκέφθη περὶ ἐκείνων, οἵτινες ἐνόμισαν, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον αὐτοῖς νὰ θίγωσι τὸ κάλλος τῆς ἀρχαίας ἡμῶν γλώσσης καὶ ν’ ἀσεβῶσιν ἐν γένει πρὸς αὐτήν. Διὰ τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι θέλει ἔλθει ἡμέρα, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις—ἡ παροῦσα, ἢ ἄλλη—θέλει ἐπιληφθῆ τοῦ ζητήματος, καὶ θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον σύμφωνον πρὸς τοὺς πόθους τῶν κυρίων φοιτητῶν, οἵτινες, ἐπαναλαμβάνω, εἰσὶ καὶ πόθοι ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἀλλ’ ἠγέρθη ἡ ἀπορία, διατὶ τάχα, ἐνῷ πρὸ τοσούτου χρόνου κυκλοφορεῖ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου, οὐδέποτε τὸ Κράτος προενόησε περὶ τούτου; Διότι, Κύριοι, ὅτε κατὰ πρῶτον ἤρξατο τοιαύτη ἐργασία, οὐδεὶς εἶχεν ὑποπτεύσει, ποῦ ἡ ἐργασία ἐκείνη ἐσκόπει καὶ ἠδύνατο νὰ φθάσῃ. Ὑποθέτω, ὅτι, ὅταν ὁ νομοθέτης τοῦ 1892 ἔτους, κακῶς πράττων βεβαίως, ἀνέγραφε τὴν ἐν μεταφράσει διδασκαλίαν τοῦ Εὐαγγελίου ἐν τοῖς σχολείοις, ἐφαντάζετο ἀναμφιβόλως, ὅτι πρόκειτο περὶ γλώσσης τινὸς οὐχὶ βεβαίως ἀρχαίας, ἀλλὰ καθαρευούσης καὶ καθομιλουμένης. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὁ νομοθέτης τοῦ 1892 ἔτους, πρὸς ὃν ἐγὼ οὐδόλως συνεδεόμην ἢ συνδέομαι, ὅτι ἤθελον τολμήσει νὰ παρουσιάσωσιν ὡς μετάφρασιν δῆθεν τοῦ Εὐαγγελίου, ἥτις ἔδει νὰ διδάσκηται εἰς τὸν λαὸν, τὰ ῥυπαρογραφήματα ἐκεῖνα, ἅτινα ἐξ Ἀγγλίας εἰσεχώρησαν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν. Ποτὲ δὲν ἐνόμιζεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κυκλοφορήσωσιν ἐλευθέρως ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ μεταφράσεις τοιαῦται, αἵτινες οὐδὲν Ἑλληνικὸν ἰδίωμα οὐδεμιᾶς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, οὐδενὸς τμήματος τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς ἀντιπροσωπεύουσι. Διότι ἡ γλῶσσα ἐκείνη τοῦ κυρίου Πάλλη — ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ἵνα συνεννοηθῶμεν,— πολὺ ἀπέχει τοῦ νὰ ἦναι ἡ καθομιλουμένη γλῶσσα οἱουδήποτε μέρους τῆς Ἑλλάδος, εἴτε τῆς ἐλευθέρας, εἴτε τῆς δούλης. Εἶναι κρᾶμα μωρὸν, ἄθλιον, ἄξιον οἴκτου καὶ περιφρονήσεως, οὐδὲ ὑπάρχει χώρα τις Ἑλληνικὴ, ἢ χωρίον, ἢ ὄρος, ἢ καλύβη, ἔνθα οὕτω νὰ ὁμιλῶσιν οἱ Ἕλληνες, οὐδὲ ὡμίλησάν ποτε οὕτως. Ἰδοὺ διατὶ, ὑποθέτω, ὁ νομοθέτης τοῦ 1892 ἔτους, κακῶς ὅμως πάντοτε σκεπτόμενος, ἐπέτρεψε τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐπέτρεψεν ὅμως συγχρόνως τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου ὁ τότε νομοθέτης, διότι δὲν συνεβουλεύθη τοὺς ἁρμοδίους, ἵνα μάθῃ, ὅτι ἀνέκαθεν ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δι’ αὐστηροτάτων ποινῶν καὶ ἀφοριστικῶν διατάξεων ἀπηγόρευσε πᾶσαν εἰς τὴν κοινὴν γλῶσσαν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου. Ὅτε ὅμως τὸ ἔθνος ἡμῶν ἐνόησεν, ὅτι ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου, αὐτὴ ἢ ἄλλη, ἔτεινεν ἢ ἐσκόπει νὰ γεννήσῃ ζητήματα θρησκευτικῶν διαιρέσεων μεταξὺ τῆς ἐλευθέρας καὶ τῆς δούλης Ἑλλάδος, ὅτε ἐκινδύνευε νὰ προκληθῇ, (θέλω εἴπει τὴν λέξιν, διότι αὐτή ἐστὶν ἡ μόνη ἀληθής), ὅτε λοιπὸν ἐκινδύνευε νὰ δημιουργηθῇ Σχίσμα μεταξὺ τῶν Πατριαρχείων καὶ τῆς αὐτοκεφάλου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, τότε ὀρθῶς πλέον ἐξηγέρθη τὸ ἔθνος, πρωτοστατοῦντος τοῦ Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου. Ἐκυκλοφόρησεν ὅμως διάδοσίς τις, ὅτι τουτέστι κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 ἔτους οἱ τραυματίαι τοῦ πολέμου ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες τρόπον τινὰ ἀπῄτησαν δῆθεν τὴν εἰς κοινὴν γλῶσσαν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου! Ταῦτα, Κύριοι, δὲν ἠξεύρω διατὶ ἐλέχθησαν, ἀφοῦ οὐδένα ὠφελοῦσιν, ὡς μὴ ἀκριβῆ. Διότι ἡ πρὸς μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου ἀπόπειρα εἶναι πολὺ ἀρχαιοτέρα τῆς κατὰ τὸν πόλεμον ἐποχῆς. Δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελε προκληθῇ τοιαύτη συζήτησις κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἵνα φέρω κείμενα. Ἐπειδὴ ὅμως ἐνεθυμούμην, ὅτι ἔχω ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ μου πάντα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, εὐθὺς ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου προεκάλεσε τὴν παροῦσαν συζήτησιν, ἐζήτησα ἐκ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς τεῦχός τι, ὅπερ ἔχω ἀνὰ χεῖρας. Διὰ τοῦ τεύχους τούτου θέλω ἀποδείξει εὐθὺς ἀμέσως, ὅτι ἡ σκέψις καὶ ἡ ἀπόπειρα πρὸς μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι προεκλήθη ἐκ τῶν ἀπαιτήσεων δῆθεν τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου. Διότι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ πόλεμος ἐγένετο κατὰ τὸ 1897 ἔτος· ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες ἐπρωτοστάτουν πρό τινων μηνῶν ὑπὲρ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου εἰς γλῶσσαν χυδαίαν, ἐπρωτοστάτησαν, Κύριοι, εἰς τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου εἰς γλῶσσαν χυδαίαν ἤδη ἀπὸ τοῦ 1890 ἔτους! Θέλετε ἴδει, ὅτι εἶναι οἱ αὐτοὶ ἄνθρωποι, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι εἶναι οἱ ἄνθρωποι τῶν αὐτῶν ἰδεῶν καὶ τῶν αὐτῶν ἐπιμόνων πόθων. Καὶ ἵνα ἀπαλλάξω ὑμᾶς ταχέως ἀπὸ πάσης περαιτέρω παρατεινομένης περιεργείας, ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν ὀλίγας γραμμὰς ἐκ τοῦ τεύχους τούτου. Ἐνθυμεῖσθε, ὅσοι ἐτυγχάνετε καὶ τότε Βουλευταὶ, ὅτι κατὰ τὸ 1890 ἔτος ἡ Βουλὴ ἐξελέξατο μεγάλην τινὰ καὶ εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἵνα συζητήσῃ περὶ τῶν εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαχθέντων νομοσχεδίων τῆς μέσης καὶ κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως, πρὸς Ἐπιτροπὴν τοῦ Διδασκαλικοῦ Συλλόγου. Ὁ Διδασκαλικὸς Σύλλογος εἶχεν ὑποβάλει ὑπομνήματα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ συζητήσεις μακραὶ τῶν δύο τούτων Ἐπιτροπῶν ἐγένοντο ἔν τινι τῶν αἰθουσῶν τοῦ Βουλευτηρίου. Ἀκούσατε λοιπὸν, Κύριοι, τί ἐπρότεινε τότε ὁ καθηγητὴς Ἰω. Πανταζίδης περὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Ἔχω εἰς χεῖράς μου τὸ περιοδικὸν «Πλάτων», ἐν ᾧ ἐδημοσιεύθησαν τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων τῶν δύο Ἐπιτροπῶν. Σελὶς 193. (ΙΓʹ συνεδρία ἐν τῇ Βουλῇ τῇ 22 Ἰανουαρίου 1890): «Ὁ Ἰω. Πανταζίδης, ὁμιλῶν περὶ τοῦ Ἀρσακείου, λέγει, ὅτι ὑπερβάλλουσι καὶ ὁ κ. Παπαμάρκος, ὅστις μετὰ πολλῶν μελανῶν χρωμάτων περιέγραψε τὸ Ἀρσάκειον, καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Διδασκαλικοῦ Συλλόγου καὶ ὁ κ. Χρ. Παπαδόπουλος, οἵτινες εἶπον, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦ Ἀρσακείου ἔχει ἄριστα. Φρονεῖ δὲ (ὁ Ἰω. Πανταζίδης) ὅτι ἐκ τῶν Παρθεναγωγείων πρέπει νὰ ἐξορισθῶσιν ἡ ἀρχαία γλῶσσα, ἡ ψυχολογία, ἡ λογικὴ, νὰ μεταφρασθῇ τὸ Εὐαγγέλιον, καὶ ἐν γένει συνηγορεῖ ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν τοῦ κ. Παπαμάρκου.» Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὁ Ἰω. Πανταζίδης ἤδη ἀπὸ τοῦ 1890 ἔτους ἐζήτει τὴν ἐξορίαν τῆς ἀρχαίας γλώσσης ἐκ τῶν Παρθεναγωγείων, καὶ τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου. «Καὶ ἐν γένει συνηγορεῖ ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν τοῦ κ. Παπαμάρκου.» Ἂς ἀκούσωμεν τώρα, Κύριοι, τί ἔλεγεν ὁ κ. Παπαμάρκου. (Σελὶς 189 τοῦ αὐτοῦ τεύχους): «Ὁ κ. Παπαμάρκου, συνεχίζων τὴν ὁμιλίαν του, λέγει ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον πρέπει νὰ μεταφρασθῇ εἰς τὴν καθωμιλημένην, ἀκόμη δὲ καὶ εἰς τὴν χυδαίαν γλῶσσαν, καὶ εἰς τοιαύτην νὰ ἀναγινώσκηται εἰς τὰ σχολεῖα ὅλα, ἀκόμη δὲ καὶ εἰς τὰ ἀνώτερα Παρθεναγωγεῖα καὶ Διδασκαλεῖα. Ἐν αὐτοῖς πρέπει νὰ διδάσκωνται καὶ αἱ ἐπιστολαὶ τοῦ Παύλου.»
§57Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ Παπαμάρκου τὸ λέγει αὐτό;
§58ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα. Ὁρίστε, κύριε. (Προτείνει τὸ τεῦχος).
§59Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Σᾶς πιστεύω.
§60ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὰ ἐλέγοντο, Κύριοι, τῇ 22 Ἰανουαρίου τοῦ 1890 ἔτους ἐν τῇ ΙΓʹ συνεδρίᾳ ἐν τῷ δωματίῳ τῆς Βουλῆς, ὅπου συνεδρίαζεν ἡ Ἐπιτροπή. Ἠναγκάσθην, Κύριοι, καίπερ οὐχὶ τελείως παρεσκευασμένος ὢν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, νὰ ὑπομνήσω ταῦτα, ἵνα ἀκουσθῇ, ὅτι κακῶς συνηγοροῦσιν οἱ νομίζοντες ὅτι συνηγοροῦσι, καὶ λέγοντες, ὅτι τὸ ζήτημα ἐνεφανίσθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1897 ἔτος ἕνεκα δῆθεν τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου. Οὐδεμία σχέσις μεταξὺ τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου καὶ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Αἱ ἀπόπειραι αὗται παρὰ τῶν αὐτῶν προσώπων, ἅτινα κατὰ τὸ 1901 ἔτος ἐνήργουν ὑπὲρ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, αἱ ἀπόπειραι, λέγω, αὗται ἤρξαντο ἤδη ἀπὸ τοῦ 1890 ἔτους, ἴσως δὲ καὶ πολὺ πρότερον, ἐξηκολούθησαν καὶ μετὰ ταῦτα, καὶ ὁ ἀοίδιμος Μητροπολίτης Γερμανὸς πολλάκις, ὡς ἐγὼ γνωρίζω, ἀντετάχθη εἰς τὴν τοιαύτην μετάφρασιν· λέγονται μάλιστα πολλὰ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἔκτοτε σκευωρηθεῖσαν μετάφρασιν, περὶ τοῦ σεμνοῦ καὶ πράγματι Ἕλληνος ἐκείνου Μητροπολίτου. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν ἔχω σήμερον τὸν λόγον. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μάθω, ποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως· δύναται ἢ δὲν δύναται κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν νὰ κατάσχῃ τὰ κείμενα τῶν μεταφράσεων, περὶ ὧν ἀπεφάσισαν τά τε Πατριαρχεῖα τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἡ αὐτοκέφαλος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία διὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου; Ἐὰν δὲν δύναται νὰ κατάσχῃ αὐτὰ, πῶς ἐξέδωκε τοσαύτας Ἐγκυκλίους περὶ κατασχέσεως τῶν Εὐαγγελίων; Ἐὰν ἐξέδωκε τὰς Ἐγκυκλίους ἐπὶ τῷ πραγματικῷ καὶ εἰλικρινεῖ σκοπῷ, ὅπως τὰ Εὐαγγέλια ἐκεῖνα τὰ ἀπόβλητα κατασχεθῶσι, πόσα ἐκ τούτων, παρακαλῶ, κατεσχέθησαν; Ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὧν τὰς Ἐγκυκλίους ἐφρόντισα νὰ ἔχω, δύνανται νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἐὰν κατεσχέθησαν Εὐαγγέλια, καὶ πόσα; Δύνανται νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἐὰν κατεσχέθησαν, τί ἐγένοντο τὰ κατασχεθέντα; Ἐξηφανίσθησαν, ἢ δὲν ἐξηφανίσθησαν; Καὶ ἐὰν ἐξηφανίσθησαν, κατὰ τίνα τρόπον ἐγένετο ἡ ἐξαφάνισις αὐτῶν; Παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσιν αἱ πράξεις τῶν Ἀρχῶν, δι’ ὧν δηλοῦται ἡ ἐξαφάνισις τῶν τυχὸν κατασχεθέντων κειμένων. Διότι, καθ’ ἃς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω πληροφορίας, ἴσως 5 ἢ 10 ἀντίτυπα κατεσχέθησαν, ἐνῷ εἶναι βέβαιον, ὅτι χιλιάδες πολλαὶ ἀφωρισμένων ἀνέκαθεν μεταφράσεων κυκλοφοροῦσι. Σημειώσατε καλῶς, Κύριοι, ὅτι δέον ἡ Κυβέρνησις νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ ἄλλου ζητήματος, ἐφ’ ᾧ, ἐὰν δὲν προνοήσῃ, βεβαίως ὑπέχει τινὰ εὐθύνην. Ὅλοι φωνάζομεν, καὶ δικαίως, ὅτι πάντα τὰ κυκλοφοροῦντα ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν Εὐαγγέλια, τὰ μὴ ἐν τῇ ἀρχαίᾳ καὶ πρωτοτύπῳ γλώσσῃ συντεταγμένα, εἰσὶν ἀπόβλητα καὶ ἀφωρισμένα. Δὲν γνωρίζω, ἐπαναλαμβάνω, ποῖα ἐξ αὐτῶν κατεσχέθησαν καὶ πόσα· ἀλλ’ ὑποθέσωμεν, ὅτι κατεσχέθησαν πάντα. Ὑποθέσωμεν, ὅτι κατεσχέθησαν καὶ τὰ ἐν τῇ πρωτοτύπῳ μὲν γλώσσῃ ἐκδεδομένα, ἀλλὰ μὴ ἁρμοδίως ἐγκεκριμένα. Τότε εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Ἐπειδὴ οὔτε ἡ Πολιτεία διὰ τῶν νομίμων καὶ ἁρμοδίων Ἀρχῶν, οὔτε ἡ Ἐκκλησία ἐφρόντισαν ἐγκαίρως περὶ ἐκτυπώσεως ἀδιαβλήτου Εὐαγγελίου, κινδυνεύομεν νὰ στερώμεθα τοιούτου κειμένου. Προχθές, Κύριοι, συνήντησα ἀντισυνταγματάρχην τινὰ τοῦ πεζικοῦ, περιφερόμενον ἀπὸ βιβλιοπωλείου εἰς βιβλιοπωλεῖον, καὶ μὴ δυνάμενον νὰ εὕρῃ Εὐαγγέλιον μὴ προερχόμενον ἔκ τινος τῶν κατὰ καιροὺς καὶ κατὰ τόπους Βιβλικῶν Ἑταιρειῶν, ἅτινα δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον θεωροῦνται ὡς ὀρθῶς ἔχοντα ὑπὸ τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη βεβαίως, ἵνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, συνεννοούμενον τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, εἶναι ἀναγκαῖον ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, συνεννοουμένη τοῖς Πατριαρχείοις, νὰ προνοήσωσιν, ὅπως ἐκδοθῶσι τὰ Εὐαγγέλια εἰς τὴν γλῶσσαν τῶν Εὐαγγελιστῶν, ἵνα δύναται πᾶς τις νὰ προμηθεύηται τοιαῦτα, ὅταν ἐπιθυμῇ νὰ ἔχῃ εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὸ ἱερὸν τοῦτο κείμενον. Ἐλπίζω ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει σπεύσει νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ἀνηνέχθησαν οἱ φοιτηταὶ εἰς τὴν Βουλὴν.
§61ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπεκινήθη ἐνταῦθα ἐκ τῶν ὑποδείξεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ζήτημα, ἐφ’ οὗ ὑπέσχετο μὲν, ὅτι θέλει προνοήσει καὶ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μελετῶν αὑτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀλλὰ διεσταυρώθησαν ἐνταῦθα γνῶμαι, αἵτινες προκαλοῦσι περαιτέρω ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐνδελεχῆ ἔρευναν, ὅπως ὑποδειχθῇ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐντὸς κύκλου, ἐν ᾧ πᾶσα ὑπέρβασις εἶναι ἐπιζήμιος. Τὸ ζήτημα τοῦ Εὐαγγελίου, ἂν ἐπιτρέπηται νὰ μεταφράζηται εἰς τὴν καθωμιλημένην γλῶσσαν καὶ οὕτω διαδίδηται εἰς τὸ ἔθνος, εἶναι ζήτημα, ὅπερ τελευταῖον μόνον καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ὅπου ἀλλαχοῦ ὑπάρχει Ἑλληνικὴ αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία, μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἐξητάσθη. Ὄχι μόνον ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἔξω τῆς Ἑλλάδος, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει αὐτοκέφαλος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία, εἰς τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου δὲν κατέβαλε πάντοτε τὴν αὐτὴν πρόνοιαν· καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν — εἶναι δυστυχὲς τὸ πιστοποιούμενον, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, — ἔχομεν μεταφράσεις τοῦ Εὐαγγελίου εἰς τὴν γλῶσσαν τὴν σημερινὴν, φερούσας τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε τῆς ἐνταῦθα, εἴτε τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει. Τοιοῦτον ἦτο τὸ καθεστὼς μέχρι τῶν τελευταίων τούτων ἡμερῶν. Ἀπέναντι τῆς ἀνοχῆς τῆς τοιαύτης καὶ τῆς ἐγκρίσεως τῆς ἀρχαίας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Πολιτεία ἐφαίνετο μὴ μεριμνῶσα πολὺ περὶ τοῦ θέματος. Ἀλλ’ ὅτε ἐν Ἑλλάδι ἤρχισε σπουδαιοτέρα ἐργασία περὶ τὴν ὀργάνωσιν τῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οἱ περὶ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἀσχολούμενοι καὶ τὴν ὀργάνωσιν αὐτῆς παιδαγωγικοὶ ἐνόμισαν, ὅτι ἡ ὀρθότης τοῦ συστήματος ἀπῄτει, ὅπως ἐν τοῖς σχολείοις ἐκείνοις τοῖς ταπεινοτέροις, ἔνθα πᾶσα ἡ διδασκαλία γίνεται ἐν τῇ σημερινῇ γλώσσῃ, εἰσαχθῇ καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου ἐν μεταφράσει. Σπεύδω νὰ εἴπω, ὅτι, ἂν ἡ προσοχή μου εἶχεν εἰς τοῦτο ἐπιστηθῆ καθ’ ὃν χρόνον ταῦτα ἐλέγοντο, ὑπεστηρίζοντο καὶ ἐπραγματοποιοῦντο εἰς νομοθετήματα, ὁποῖον ἐκεῖνο, ὅπερ ἀνέγνω ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἂν, λέγω, ἡ προσοχή μου τότε εἰς τοῦτο ἐφιστᾶτο, βεβαίως ἤθελον προκαλέσει καὶ ἐγὼ ἄλλων τὴν προσοχὴν, ἐν οἷς καὶ τοῦ συναδέλφου, μεθ’ οὗ συνέπραττον, ὅστις εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅπερ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἐκεῖνος δὲν εἶχεν ἐξετάσει κατὰ τὴν λεπτομέρειαν ταύτην, τοῦ μακαρίτου Κοσονάκου. Τὰς ἰδέας τῶν παιδαγωγικῶν, τῶν καθηγητῶν, οἵτινες ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος, καὶ ἀλλαχοῦ πολλάκις συνεζήτησαν, δὲν παραδέχομαι. Οὐδέποτε ἔκρινα, ὅτι αἱ ἰδέαι αὗται κεῖνται ἀκριβῶς ἐντὸς τοῦ κύκλου, ἐν ᾧ ἔδει νὰ περιορίζωνται, ἔκρινα δὲ πάντοτε αὐτὰς ὑπερβολικὰς, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς ἐμὲ δὲν ἐδόθη ποτὲ ἀφορμὴ νὰ συμπράξω εἰς παραγωγὴν οὐδενὸς ἔργου σχέσιν ἔχοντος πρὸς τὴν παιδείαν, δὲν μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ οὐδὲ περισσότερον νὰ πολυπραγμονήσω. Ἀλλὰ βεβαίως, κατὰ τὴν κρίσιν μου καὶ τὴν σημερινὴν καὶ τὴν ἀνέκαθεν, πολλὴ ἐν τούτῳ ὑπάρχει ὑπερβολὴ παρὰ τοῖς εἰδικοῖς ἐκείνοις ἀνδράσι, τοῖς ἀσχολουμένοις εἰς τὰ τῆς ἀναμορφώσεως τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὅπως εἶναι συνήθης ἡ ὑπερβολὴ παρὰ πᾶσι τοῖς εἰδικοῖς, διότι ὁ εἰδικός, ἀπασχολούμενος εἰς τὸ ἔργον, ὅπερ ἐντεταλμένος εἶναι νὰ φέρῃ εἰς πέρας, οὐδὲν ἄλλο καθαρῶς βλέπων παρ’ ἐκεῖνο, εὐχερῶς περιπίπτει εἰς ὑπερβολήν· παρ’ αὐτῷ εἶναι φυσικὴ ἡ ὑπερβολή. Ἀλλὰ τί προέκυψεν ἐκ τούτων; ὅτι, ἐνῷ ἡ Ἐκκλησία, μὴ ἐπιστήσασα ἐπαρκῶς τὴν προσοχὴν αὐτῆς εἰς τὸ ζήτημα, μετέπεσεν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν εἰς ἀνοχὴν τῶν μεταφράσεων, ἡ Πολιτεία διὰ τῶν εἰδικῶν λειτουργῶν, τῶν παρασκευαζόντων τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοθετήματα, ἔφθασε καὶ αὕτη νὰ δείξῃ ἀνοχήν. Ἀδείᾳ τῆς Ἐκκλησίας χρῆσις μεταπεφρασμένων Εὐαγγελίων, ἀδείᾳ τῆς Πολιτείας χρῆσις ἐν τοῖς κατωτέροις σχολείοις μεταπεφρασμένων Εὐαγγελίων, καὶ ῥοπὴ τῶν εἰδικῶν ἀνδρῶν νὰ εἰσαγάγωσι τὴν μετάφρασιν μέχρι καὶ τῶν ἀνωτάτων τάξεων τῶν δημοτικῶν σχολείων, καὶ τῶν Παρθεναγωγείων, ὡς ἤκουσα πρὸ ὀλίγου λεγόμενον ἐν τῇ ἐκθέσει, ἣν ἀνέγνωσεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος. Ἐντεῦθεν γίνεται ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ καθεστὼς τὸ ἐν Ἑλλάδι ἦτο τοιοῦτον, ὁποῖον λέγω, μέχρι τῶν τελευταίων ἡμερῶν. Ἀλλὰ τί συνέβη κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας; Συνέβη ὅτι, ἕνεκα προθυμίας πολλῆς μεταφραστῶν καὶ ἀλληλοδιαδόχων μεταφράσεων, μικρὸν κατὰ μικρὸν ἐπεστήθη ἡ προσοχὴ καὶ τῶν πεφωτισμένων, τῶν ἀνωτέρων τάξεων τῆς κοινωνίας, καὶ ἐπὶ τέλους καὶ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ τοῦ πολλοῦ, ὅστις τελευταῖος ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ἔρχεται καὶ λαμβάνει τὸν λόγον, ἀλλ’ ὅταν λάβῃ αὐτὸν, τὸν λαμβάνει κατὰ τρόπον ἐντελῶς διάφορον παρ’ ὅ,τι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι· καὶ ὁ λόγος οὗτος, ὁ τελευταῖος, τοῦ λαοῦ ἔπλασε ζήτημα, εἰς οὗ τὴν συζήτησιν πάντες εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἡμεῖς, πρὸς εὕρεσιν λύσεως ἐργαζόμενοι, νὰ εἰσέλθωμεν. Νὰ εἰσέλθωμεν δὲ ἄνευ ὑπερβολῶν, ἀλλὰ λελογισμένως, συμβιβάζοντες τὰ καθήκοντα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας, τὰς ἐν τοῖς τοιούτοις ζητήμασι γνώμας τῆς Ἐκκλησίας, τὰς ἀναμφισβητήτου ὑπεροχῆς, πρὸς τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Πολιτείας, ἥτις ἐν αὐτῷ ἐκείνῳ τῷ Συντάγματι, ἐν ᾧ ἀναγνωρίζει τὴν κυριαρχίαν τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ἀμέριστον, ἀναγνωρίζει καὶ δίκαια εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ τῆς δημοσιεύσεως τῶν στοχασμῶν, ἅτινα ἐχαρακτηρίσθησαν ἁπανταχοῦ ὡς δίκαια τοῦ ἀνθρώπου. Τὰ δύο ταῦτα ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν, πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ εὕρωμεν καὶ τάμωμεν τὴν ὁδὸν ἐν τῷ μεταξὺ, ἐν τῷ μέσῳ, οὐδὲν θίγοντες ἐκείνων, ἅτινα ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ οὐδὲν θίγοντες ἐκείνων, ἅτινα τὸ πολίτευμα ἐπέβαλεν εἰς ἡμᾶς. Καὶ ἐνταῦθα, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὁλόκληρον, λέγω, ὅτι ἀπαιτεῖται μεγάλη προσοχὴ, ὅπως ἡ μελέτη τῆς Κυβερνήσεως, ταῦτα τὰ λεχθέντα ἔχουσα ὑπ’ ὄψει, μὴ παρεκτραπῇ εἰς ὑπερβολὰς δεξιὰ ἢ ἀριστερὰ, αἵτινες θέλουσι γεννήσει δυσχερείας ἀδιεξιτήτους καὶ ζητήματα. Καὶ θέλω νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου σαφέστερον. Τί δικαιοῦται ν’ ἀπαγορεύσῃ ἡ Ἐκκλησία; Δικαιοῦται ν’ ἀπαγορεύσῃ πᾶν ὅ,τι θίγει καὶ θίγει ἐπιβλαβῶς τὰ τῆς θρησκείας. Ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι δικαιοῦται ν’ ἀπαγορεύσῃ πᾶν δημοσίευμα προσβλητικὸν τῆς θρησκείας, ἀνατρέπον, ἢ τεῖνον πρὸς ἀνατροπὴν τῆς θρησκείας, ἢ ὁπωσδήποτε ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν ὑπόστασιν αὐτῆς. Τί δικαιοῦται νὰ καταδιώξῃ ἡ Πολιτεία; Δικαιοῦται νὰ καταδιώξῃ ἐκεῖνο, ὅπερ δέχεται ἡ Ἐκκλησία ὡς ἐπιλήψιμον καὶ καταδιώξιμον. Πέραν τούτου οὐδὲν, κατὰ ῥητὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, δικαιοῦται νὰ πράξῃ ἡ Πολιτεία. Ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ ποτε ἡ Ἐκκλησία ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν διάδοσιν οἱωνδήποτε βιβλίων, εἴτε μεταφραζόντων, εἴτε παραφραζόντων τὰ ἱερὰ βιβλία; Δὲν τὸ νομίζω· οὐδέποτε ἤκουσα, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία, ἡ τοσαύτην περιβεβλημένην τὴν δύναμιν τῆς ἀνοχῆς καὶ τῆς ἀνεξιθρησκείας, ἠξίωσεν, ἵνα περιστείλῃ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐνασχολήσεως εἰς τὰ ἱερὰ βιβλία, τῆς ἑρμηνείας καὶ τῆς μεταφράσεως αὐτῶν. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐκυκλοφόρησαν πάντοτε ἐνταῦθα ἐκδόσεις καὶ μεταφράσεις τῶν ἱερῶν βιβλίων, ὑπὸ παντοίων εἴτε ξένων εἴτε Ἑλλήνων γενόμεναι, εἴτε καὶ ὑπὸ Ἑλλήνων κατ’ ἐντολὴν ξένων, Ἑλλήνων δὲ, ὧν τὰ ὀνόματα, ἂν θελήσῃ ν’ ἀναφέρῃ τις ἐνταῦθα, προκαλοῦσι βεβαίως τὸν σεβασμόν. Ἐκεῖνο, ὅπερ νομίζω, ὅτι ἠξίωσε πάντοτε ἡ Ἐκκλησία, καὶ ἔχει καθῆκον νὰ ἀξιώσῃ, ἔχει δὲ μεῖζον ἔτι καθῆκον ἡ Πολιτεία νὰ ἀξιώσῃ, εἶναι, ταῦτα τὰ βιβλία, τὰ ἕνεκα τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου ἐν Ἑλλάδι δημοσιευόμενα καὶ κυκλοφορούμενα, ταῦτα τὰ βιβλία νὰ μὴ εἰσέρχωνται ἐκεῖ, μηδὲ ν’ ἀποτελῶσι βάσιν διδασκαλίας, ἐκεῖ ὅπου ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ ἀπεριόριστον δικαίωμα τῆς ἐποπτείας, νὰ μὴ εἰσέρχωνται μήτε εἰς τὰ σχολεῖα, εἴτε δημόσια, εἴτε ἰδιωτικὰ, τὰ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τὴν ἀπεριόριστον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ εἰσέρχωνται εἰς οἱονδήποτε ἵδρυμα δημόσιον, ἵδρυμα ὁπωσδήποτε ἔχον δημόσιον χαρακτῆρα καὶ ὑποβεβλημένον εἰς τὴν ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν θελήσητε νὰ ἐπεκτείνητε τὴν αὐστηρότητα ὑμῶν πρὸς ἀνεύρεσιν καὶ καταδίωξιν καὶ κατάσχεσιν τῶν μεταφράσεων τῶν κυκλοφορουμένων κατὰ χιλιάδας ἐν Ἑλλάδι, θέλετε προσκρούσει πρῶτον εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει καταδιώξεις, ἂν δὲν ὑπάρχωσιν ὡρισμένοι ὅροι, ἐπιβάλλοντες αὐτάς. Θέλετε προσκρούσει ἔπειτα εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, διότι θέλετε ἀναγκασθῆ νὰ κλείσητε καταστήματα, γραφεῖα δημόσια ἐργαζόμενα ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἐν οἷς τὰ βιβλία ταῦτα πωλοῦνται. Θέλετε φθάσει νὰ προσκρούσητε εἴς τι ἄλλο πολλοῦ λόγου ἄξιον, νὰ προσκρούσητε εἰς βιβλία περιέχοντα μετάφρασιν τῶν ἱερῶν κειμένων εἰς τὴν νέαν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ὅμως μεταπεφρασμένα, ὅπως ποιῶνται χρῆσιν αὐτῶν οἱ καθολικοὶ ἡμῶν ἀδελφοί. Καὶ δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ἡ Βουλὴ, ὅτι οἱ Ἕλληνες οἱ καθολικοὶ μεταχειρίζονται βιβλία προσευχῶν, ἱερὰ βιβλία ἐν χυδαίᾳ γλώσσῃ, κατωτέρᾳ τῆς ὁμιλουμένης καθαρευούσης, κατωτέρᾳ διὰ τὸ ἁπλούστερον, βιβλία ἐν χυδαίᾳ τοιαύτῃ γλώσσῃ μεταπεφρασμένα, διότι ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ διδαχθῶσι τὰ τῆς θρησκείας αὑτῶν, καὶ δικαίως, ἐν γλώσσῃ καταληπτῇ εἰς αὐτούς. Καὶ ὅπως οἱ καθολικοὶ οἱ Γάλλοι ἔχουσι μεταπεφρασμένα εἰς τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν τὰ ἱερὰ αὑτῶν βιβλία, ποιούμενοι ὅμως χρῆσιν τῆς Λατινικῆς ὡς μόνης λειτουργικῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, οὕτω καὶ οἱ καθολικοὶ Ἕλληνες ἔχουσι δικαίωμα τὸ Εὐαγγέλιον αὐτῶν ν’ ἀναγινώσκωσι καθ’ ὃν τρόπον οἱ ἱερεῖς αὐτῶν παραγγέλλουσι νὰ μεταφρασθῇ ἐκ τῆς Λατινικῆς εἰς τὴν νέαν Ἑλληνικήν. Καὶ ἂν συναντήσητε μετάφρασιν τοιαύτην, θέλετε θέσει χεῖρα ἐπ’ αὐτῆς; Λέγω ὅτι ἀπαιτεῖται μεγάλη προσοχή· λέγω ὅτι, τούτων οὕτως ἐχόντων, τὸ ζήτημα εἰς ἡμᾶς, ἂν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ ἀντίληψις, κεῖται ἐν τούτῳ· νὰ ἔλθῃ αὐστηρὰ ἡ χεὶρ καὶ ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως, αὐστηρὰ περὶ πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὴν χρῆσιν τῶν βιβλίων τῶν ἱερῶν, τὴν γινομένην πανταχοῦ, ὅπου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα ἀνωτάτης διοικήσεως καὶ ἐποπτείας. Ἂν δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τοῦτο φροντίσῃ διὰ νομοθετημάτων νὰ διατυπώσῃ σαφῶς, καὶ ἂν αὐστηρῶς διὰ τῆς πολιτείας αὑτῆς φροντίσῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ διατεταγμένα, ἔστωσαν πάντες βέβαιοι, ὅτι ζήτημα Εὐαγγελίου οὐδέποτε πλέον θέλει ἐγερθῆ, διότι ἡ παιδεία ἐν τῇ Ἑλλάδι ὁλοκλήρῳ κεῖται εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὴ διοικεῖ τὰ κατ’ αὐτήν. Ὅταν φροντίσῃ, ἀπὸ τῆς κατωτάτης ἡλικίας ἡ ἐκπαίδευσις νὰ γίνηται τοιαύτη, ὥστε παρὰ τὸ κείμενον τὸ γνήσιον, τὸ μόνον ἀληθῶς χρησιμοποιητέον, τοῦ Εὐαγγελίου, νὰ ἔρχηται ἡ διδασκαλία ἡ διὰ τῆς ἑρμηνείας, πᾶν τὸ ὠφέλιμον ἐτελέσθη· εἶναι δὲ σχολαστικὴ ἡ σκέψις ἐκείνη, ἣν ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου, ὅτι πρέπει διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα νὰ μεταφρασθῇ τὸ Εὐαγγέλιον, ἵνα κατασταθῇ καταληπτόν. Ὑπάρχει κατάλληλος τρόπος, ὅπως ἡ διδασκαλία τῶν θρησκευτικῶν γίνηται τοιαύτη, ὥστε νὰ ἦναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ θίγηται αὐτὸ τὸ κείμενον τὸ πρωτότυπον τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπως μεταδοθῇ εἰς τὰς καρδίας τῶν παίδων ἡ ἔννοια αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι συνάγεται ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως· συνάγεται ὅτι ἐφεξῆς πρέπει πᾶσα Κυβέρνησις μηδὲν τὸ σχετικὸν μὲν πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν, ἀλλ’ ἀκριβῶς περιοριζόμενον ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ θρησκευτικοῦ αὐτῆς τμήματος, μηδὲν νὰ ἐπιτρέπῃ νὰ κανονίζηται ὑφ’ οἵου δήποτε σοφοῦ παιδαγωγοῦ ἢ καθηγητοῦ, πρὶν ἢ πρότερον ληφθῇ ἡ γνώμη τῆς Ἐκκλησίας. Διότι ἡ ἐκπαίδευσις ἐν Ἑλλάδι ἡ θρησκευτικὴ κεῖται βεβαίως πρώτιστα ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὅτε κεῖται πρώτιστα ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Ἐκκλησίας, δυνάμει τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου, ἔχουσι καθῆκον αἱ Κυβερνήσεις, πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν νὰ ἀποτείνωνται πρὶν ἢ ὅ,τι δήποτε πράξωσι περὶ τῆς θρησκευτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τοῖς νομοσχεδίοις αὐτῶν. Καὶ ταῦτα μὲν ἦσαν τὰ γενικῶς κατ’ ἐμὲ ἀπαραίτητα νὰ λεχθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην Ἀλλ’ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος, τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, ἔθηκε τὸ ζήτημα καὶ θετικώτερον ἐκεῖ, ὅπου τὰ τελευταῖα γεγονότα καὶ τῶν φοιτητῶν ἡ ἀναφορὰ προεκάλεσαν νὰ τεθῇ. Ἠρώτησε μετὰ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, τὰ παραγωγὰ τόσων ἀνωμάλων ἀποτελεσμάτων, τί ἐγένετο πρὸς ἐκτέλεσιν πάσης ἐκείνης τῆς Κυβερνητικῆς ἐνεργείας, ἥτις ἤθελε συντελέσει καὶ τὰ ἄτοπα, τὰ γεννήσαντα τὰς ἀνωμαλίας, νὰ παραμερίσωσι, καὶ ἡ ἡσυχία νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν τόπον. Εἶπον καὶ προχθές, ὅτι εἶναι ἄξιον πολλῆς σπουδῆς, ὅπως τὸ ταχύτερον λυόμενον τὸ ζήτημα τὸ γεννηθὲν μὴ καταλίπῃ πλέον εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν ἴχνη τῶν τετελεσμένων. Τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις; Κατηγγέλθη ἐνταῦθα, ὅτι εἰς ἱδρύματα ἀκριβῶς ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀνωτάτην, τὰ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπαγόμενα, τὰ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εὑρισκόμενα, ὅτι εἰς τὰ ἱδρύματα ταῦτα εἰσήχθησαν καὶ ἐχρησιμοποιήθησαν Εὐαγγέλια μεταπεφρασμένα, μὴ ἔχοντα κἄν τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου,— διότι ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα καὶ μεταφράσεις τοῦ Εὐαγγελίου, τυχοῦσαι ἐγκρίσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀλλὰ τὰ εἰσαχθέντα εἰς τὰ ἱδρύματα ταῦτα κατηγγέλθησαν, ὅτι οὐδὲ κἄν τὴν ἔγκρισιν ταύτην εἶχον, ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ἐκ τῶν προτέρων ἦτο δεδηλωμένον, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ δοθῇ τοιαύτη ἔγκρισις, διότι, ὅτε ἐζητεῖτο αὕτη, τὸ ζήτημα εἶχε προκαλέσει τὴν αὐστηρὰν προσοχὴν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς ἐνταῦθα.—Τί ἐγένετο; Ἐπληροφόρησεν ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐνήργησέ τι, ὅπερ ἀπέδειξεν, ὅτι τοιαῦτα Εὐαγγέλια κατεσχέθησαν καὶ ἐξήχθησαν ἔξω τῶν δημοσίων τούτων ἱδρυμάτων; Τοιοῦτον εἶναι τὸ ἐρώτημα, ὅπερ προϋπέδειξεν, ὡς νομίζω, ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου, ὅπερ εὐρύτερον ἐγὼ θέτω ἐνταῦθα, καὶ ἐφ’ οὗ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει εὐδοκήσει νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς προσεχῶς ἀπάντησιν.
§62ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων θὰ δώσῃ πάσας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησαν οἱ κύριοι Βουλευταί.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πλατούτσας ἔχει τὸν λόγον.
§64Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, ὁ μὴ φέρων πτυχίον, δὲν ἀλλάζω τὸ ἐξώφυλλον τοῦ Εὐαγγελίου μὲ ὅλας τὰς φυλλάδας καὶ τὰ βιβλία τῆς ὑφηλίου ἀρχαίων καὶ νεωτέρων συγγραφέων. Τὸ Εὐαγγέλιον δὲν ἔχει ἀστυνόμους καὶ εἰσαγγελεῖς καὶ φρουράρχους νὰ τὸ ἐπιβάλλωσιν, ἀλλ’ ἔχει τοῦτο (δεικνύει τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ). Τίς αὐτοκράτωρ τολμᾷ, διερχομένου τοῦ σταυροῦ, νὰ μὴ κύπτῃ τὴν κεφαλὴν καὶ νὰ μὴ ἀποκαλύπτηται; Καὶ αὐτὸς ὁ Ρενὰν, ὁ ἄθεος, εἶπεν, ὅτι, ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἦναι υἱὸς Θεοῦ, εἶναι ὅμως ὅμοιος αὐτοῦ.
§65Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο ἄθεος ὁ Ρενάν,
§66ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ἀπ’ αὐτὰ δὲν ἠξεύρεις, κὺρ Ἀνδρέα (γέλωτες). Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς κανένα καὶ εἰς καμμίαν ἀπὸ αὐτὰς, αἱ ὁποῖαι γυρίζουν εἰς τοὺς δρόμους καὶ ὁμιλοῦν περὶ μεταφράσεων Εὐαγγελίου καὶ μοιράζουν τοιαύτας ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἰς τοὺς ἐν Παρισίοις εὑρισκομένους, τοὺς ὁποίους οὔτε τὰ φρενοκομεῖα δὲν δέχονται, τὸν Ψυχάρην,— πῶς τὸν εἶπες, κύριε Παπαμιχαλόπουλε πρὸ ὀλίγου; — καὶ τὸν Πάλλην, τὸν ὁποῖον δὲν χωρεῖ τὸ Δρομοκαΐτειον, νὰ ἐπιχειροῦν τοιαύτας ἀνοσίους πράξεις. Καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνεται λόγος περὶ αὐτῶν τῶν κατεργαρέων εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ψηφίσωμεν Προϋπολογισμὸν καὶ ἄλλα σπουδαιότατα νομοσχέδια. Τὸ Εὐαγγέλιον εἶναι θεόπνευστον. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τὸ ἐδίδαξεν εἰς τὴν Ἑβραϊκὴν, ἀλλὰ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐνέπνευσε τοὺς Εὐαγγελιστὰς νὰ τὸ διδάξωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν, καὶ ἅπαντες οἱ τὴν ὑφήλιον κατοικοῦντες, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι μεγάλοι, πρὸ τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι κώνωπες, καὶ οὔτε μίαν ὀξεῖαν δὲν ἠμποροῦν νὰ μεταβάλωσιν ἐξ αὐτοῦ, διότι Θεὸς τὸ ἐδίδαξε καὶ Θεόπνευστοι ἄνδρες τὸ συνέγραψαν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτὴς καλῶς ἔθεσε τὸ ζήτημα, εἰπὼν, ὅτι καὶ μετὰ ἑκατὸν ἔτη κανεὶς πλέον δὲν θὰ τολμήσῃ νὰ κάμῃ μετάφρασιν ἔστω καὶ μιᾶς λέξεως τοῦ Εὐαγγελίου. Ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι ὁ Θεὸς ἐνέπνευσε τοὺς φοιτητὰς νὰ κάμουν ὅ,τι ἔκαμαν καὶ ἔσωσαν τὸ κείμενον τοῦ Εὐαγγελίου. Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα καὶ ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ὅλων καὶ καθ’ ὅλων· ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ Εὐαγγελίου, ὀφείλομεν πάντες μετὰ σεβασμοῦ ὑψίστου ν’ ἀποκαλυπτώμεθα. Ὅπου ὑπάρχει σήμερον, κατὰ τὸν σεβαστόν μοι φίλον κ. Καραπάνον, Βασίλειον, κατ’ ἐμὲ Ἐπικράτεια, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ Εὐαγγέλιον, ὀφείλεται εἰς τὴν θρησκείαν. Ἐπικράτεια ἄνευ θρησκείας δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, θρησκεία ὅμως ὑπάρχει καὶ ἄνευ Βασιλέων καὶ Προέδρων Δημοκρατίας. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν ἄνευ θρησκείας νὰ ὑπάρξωμεν, οὔτε ὡς Ἔθνος, οὔτε ὡς Κράτος, καὶ παρακαλῶ ὅλους τοὺς Βουλευτὰς, μὲ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς ὅλους σας, νὰ παύσητε πλέον νὰ ὁμιλῆτε περὶ Εὐαγγελίου. (Εὖγε! εὖγε!).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως αʹ) περὶ ἀγορᾶς τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κτημάτων τοῦ Ἰωάννου Στεφάνοβικ Σκυλίτση καὶ βʹ) περὶ δανείου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος πρὸς πληρωμὴν τοῦ τιμήματος αὐτῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἀναγινώσκηται τὸ κείμενον διὰ νὰ ἀκούῃ ἡ Βουλὴ, βεβαίως αὐτὸ δὲν ἐπιτυγχάνεται κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἀναγινώσκεται.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κάμετε ἡσυχίαν διὰ νὰ ἀκούητε τὸν ἀναγινώσκοντα.
§70Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ δώσῃ μίαν πληροφορίαν. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ἀγοράζομεν τὰ κτήματα ἀντὶ τιμήματος 80,000 λιρῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, εἰς τὴν σύμβασιν βλέπω, ὅτι τὸ Δημόσιον ἀναλαμβάνει εἰς βάρος του ὑποθήκην ἐγγεγραμμένην ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν διὰ 14,030 λίρας, ἀναλαμβάνει ἐπίσης ὑπ’ εὐθύνην του πάσας τὰς μεταξὺ Στεφάνοβικ Σκυλίτση καὶ διαφόρων ἰδιωτῶν δίκας, αἱ ὁποῖαι ἀντιπροσωπεύουσι ποσὸν περὶ τὸ 1,000,000 δραχμῶν, καὶ τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται, ἐὰν αἱ δίκαι αὗται ἀποβῶσι κατ’ αὐτοῦ, νὰ πληρώσῃ τὸ ποσὸν αὐτό. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία τῷ ὄντι εἶναι ἐπωφελὴς καὶ τιμᾷ τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ δώσῃ μίαν πληροφορίαν· ποίαν ἀξίαν ἔχουσιν αἱ δίκαι, ποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ ὑποθήκη ἡ ἐγγεγραμμένη ἐπὶ τῶν κτημάτων διὰ 14,030 λίρας;
§71Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§72Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι, ἐὰν αἱ 14,030 λίραι πράγματι ὀφείλωνται, βεβαίως τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἀναδέχεται ἡ Κυβέρνησις, εἶναι πολὺ μεγαλύτερον. Αὐτὴν τὴν πληροφορίαν ἤθελον μόνον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν εἰσαγωγικὴν τοῦ νομοσχεδίου οὐδεὶς λόγος γίνεται περὶ τῶν βαρῶν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι μικρά.
§73Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι γνωστόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὴν προκειμένην σύμβασιν εἶχεν ἀρχίσει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ ὅτι ἡμεῖς παρελάβομεν αὐτὴν σχεδὸν κατηρτισμένην. Εἶναι ἐπίσης γνωστόν, ὅτι τὸ τίμημα, ἀντὶ τοῦ ὁποίου ἀγοράζονται τὰ κτήματα τὰ πολυπληθῆ τοῦ κ. Στεφάνοβικ ἐν Θεσσαλίᾳ, κατὰ τὰς πληροφορίας πάντων τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων, δὲν εἶναι οὐδὲ τὸ ἥμισυ τῆς πραγματικῆς ἀξίας.
§74Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Οὐδὲ τὸ τρίτον.
§75Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἶναι λοιπὸν φανερόν, ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τῶν κτημάτων προσφερομένων ἀντὶ τιμήματος τόσον εὐτελοῦς, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ μεταβάλῃ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ὁ Στεφάνοβικ ἐπέβαλεν. Ὁ Στεφάνοβικ μεταξὺ τῶν ὅρων ἐπέβαλεν ὡς πρώτιστον νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν ἐνόχλησιν ἐκ τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπώλει. Αἱ πληροφορίαι δὲ, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις εἶχον συλλέξει, ἔφεραν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ δίκαι, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, εἶναι ἄνευ σπουδαίας σημασίας, διότι αἱ κυριώτεραι τῶν δικῶν τούτων ἔχουσι κυρίως τὸν ἑξῆς καὶ μόνον λόγον: Οἱ ἐνοικιασταὶ, μὴ πληρώνοντες τὸ τίμημα, ἀπεβάλλοντο δυνάμει ἀποφάσεων τῶν δικαστηρίων· ἐν τούτοις οὗτοι ἤγειραν ἀγωγὰς περὶ ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ Στεφάνοβικ, διαμένοντος ἐν Λονδίνῳ, καὶ ἐζήτουν ἀποζημίωσιν παρ’ αὐτοῦ. Τοιαύτην σημασίαν ἔχουσι κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ δίκαι. Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπῆρχε κίνδυνος πραγματικὸς διὰ τὸ Κράτος, νὰ πληρώσῃ πλὴν τοῦ τιμήματος τῶν 80,000 λιρῶν καὶ 15,000 ἕως 20,000 λίρας εἰσέτι, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ διστάσῃ καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἀγορὰν κτημάτων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποτελέσωσι τὴν βάσιν τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τοῦ ἀγροτικοῦ τῆς Θεσσαλίας.
§76Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν ὑποθήκην;
§77Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1882 δὲν εἰμποροῦν νὰ τελειώσουν αὐταὶ αἱ δίκαι;
§78Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ φέρω καμμίαν ἀντίρρησιν εἰς τὸ ζήτημα· θὰ προσθέσω μόνον, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτίμησιν τῶν κτημάτων, περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἐμοῦ πρὸ τῆς συνομολογήσεως τῆς συμβάσεως ταύτης, ὅτι ὁ κ. Στεφάνοβικ ἔδωκε πολλὴν σημασίαν εἰς τὰς δίκας ταύτας, καὶ τοιαύτην, ὥστε γνωρίζω ἐξ ἀνδρός, εἰς ὃν ἔχω πολλὴν ἐμπιστοσύνην, ὅτι ὁ Στεφάνοβικ ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς πρόσωπον ἐνταῦθα νὰ πραγματευθῇ τὴν πώλησιν τῶν κτημάτων του ἀντὶ 65,000 λιρῶν μετὰ κεφαλαιούχων ἐνταῦθα διαμενόντων, ἵνα ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὰς ἐνοχλήσεις τῶν δικῶν. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε γνῶσιν τοῦ ποσοῦ τούτου, καὶ δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι ἡ ἀξία, εἰς ἣν ἐπωλήθησαν τὰ κτήματα, εἶναι μικροτέρα τῆς πραγματικῆς. Ἀλλ’ ἡ πληροφορία, περὶ τῆς ὁποίας εἶπον, μοὶ δίδει τὴν ὑπόνοιαν, μήπως αἱ ἐκκρεμεῖς δίκαι ἔχουσι περισσοτέραν σημασίαν καὶ ὑπόστασιν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεστήριξε. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος κατόπιν μελέτης καὶ περισκέψεως.
§79Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§80Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ἐπιτρέπητε, δύναμαι νὰ σᾶς δώσω μερικὰς πληροφορίας. (Διαμαρτυρίαι καὶ φωναί: δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§82Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν. Ὑποβάλλω πρὸς τούτοις προσθήκην ἄρθρου τετάρτου. Ἐπειδὴ ἡ ὥρα ἔχει παρέλθει, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὰς τροπολογίας μου ταύτας κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι εὑρίσκομαι ἐν τῷ δικαίῳ. Παρακαλῶ δὲ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 22).
§84ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τὰς ἀκούσωμεν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ.
§86Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Χθὲς ἐπρότεινα τροποποίησίν τινα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν περίπτωσιν τὰ κτήματα δὲν ἐνοικιάζει τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ τὰ διοικεῖ τὸ ἴδιον Δημόσιον.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ὑποβάλητε τὴν πρότασίν σας ἐγγράφως.
§88ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Προτείνω δηλαδὴ νὰ προστεθῇ ἐδάφιον βʹ εἰς τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἑξῆς: «Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, αἱ δαπάναι γίνονται ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμοῦ δαπανῶν, συντασσομένου δι’ ἕκαστον τῶν μὴ ἐκμεμισθωμένων κτημάτων χωριστὰ, ἐγκρινομένου δὲ καθ’ ἕκαστον ἔτος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ δημοσιευομένου διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.» Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις 100,000 δραχμῶν, ὁρίζω, ὅτι χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις «διὰ τὸ τρέχον ἔτος». Ἐπειδὴ διὰ τὸ τρέχον ἔτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν τὸ Δημόσιον ἀκόμη νὰ προπαρασκευάσῃ προϋπολογισμόν, οὔτε γινώσκει ἀκόμη κατὰ τίνα τρόπον θὰ διευθύνῃ τὰ κτήματα, ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι καλὸν, δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸ Δημόσιον ὑποχρέωσις ἀπὸ τοῦ ἔτους τούτου νὰ συντάξῃ τὸν προϋπολογισμόν.
§89Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τόν λογιστικὸν νόμον.
§90Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ λογιστικὸς νόμος δι’ αὐτὸ δὲν λέγει τίποτε.
§91Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ὀρθότατον. Καὶ χθὲς ὑποβληθεῖσα ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει τὸ ἄρθρον αὐτό.
§92Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον. Τὸ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἀφοῦ προηγουμένως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 23). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερον ἀντικείμενον δὲν ὑπάρχει.
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν;
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως· εἰς τὰς 4 μετὰ μεσημβρίαν.
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν;
§98ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον εἰς τὰς 4. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 καὶ 5′ μ. μ.)