Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΕ · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 9

1902.01.28

1.727 στίχοι · 12.888 λέξεις · 3 πίνακες · 122 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1902.01.28
Προεδρεία
Θ. ΡΕΤΣΙΝΑ
Περίοδος
ΙΕ
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1906)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9

τῆς 28 Ἰανουαρίου 1902.

(Δευτέρα).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 45′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς Ἐπιτροπὴ, ὅπως συνέλθῃ αὔριον τῇ 3 ὥρᾳ μ. μ.

§2ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ παρακαλέσητε τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπὴν, ὅπως συνέλθῃ αὔριον κατὰ τὴν 3ην ὥραν μ. μ. καὶ προβῇ εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας της.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπή, ὅπως συνέλθῃ αὔριον κατὰ τὴν 3ην ὥραν μ. μ.

§4ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ εἰδοποιηθῶσι τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἡ εἰδοποίησις, ἡ γινομένη τώρα, δὲν εἶναι ἐπαρκής.

§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ εἰδικῆς προσκλήσεως.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐπιτροπὴ φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ὑπέβαλε τὸ ψήφισμα, τὸ συνταχθὲν εἰς τοὺς Στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς τῇ 12 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκφράζουν εὐχὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ μέτρα πρὸς κατάσχεσιν τῶν μεταφράσεων τοῦ Εὐαγγελίου, παρακαλεῖται δὲ ἡ Βουλή, ὅπως ψηφίσῃ νομοθετήματα, ἀπαγορεύοντα τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ τιμωροῦντα τοὺς μεταφραστάς, ἐκδότας καὶ πωλητὰς πάσης τοιαύτης μεταφράσεως· προσέτι δὲ νὰ ληφθῶσι μέτρα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς καταδίωξιν καὶ τιμωρίαν τῶν κακουργησάντων κατὰ τοῦ λαοῦ κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον.

§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν εἰσαχθεῖσαν ἀναφοράν, εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωμεν λεπτομερεστέραν τινὰ εἴδησιν τῶν γενομένων, μετὰ τὰ συμβάντα ταῦτα, διότι ὑπῆρξαν σημεῖα, τὰ ὁποῖα προσῆκον ἦτο νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας, δηλαδὴ τῆς ἀρχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶναι ἐντεταλμένη, ἵνα καταδιώκῃ τὰ ἐγκλήματα, ἐπίσης δὲ καὶ τῆς Διοικήσεως, δηλαδὴ τῆς ἀρχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ ἐνασκῇ τὴν ἐπιτήρησιν, τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν καταστολὴν τῶν διαφόρων ὀργάνων τῆς Διοικήσεως. Λοιπὸν νομίζω καλόν, νὰ εἰδοποιηθῇ πρῶτον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας πληροφορίας, νὰ καταθέσῃ δὲ καὶ ὅσα δύναται νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα. Καὶ πρῶτον, ἐὰν ἐδόθη ἐντολὴ εἰς δικαστικήν τινα ἀρχὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἢ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ἢ ἐὰν ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχὴ ἄνευ ἐντολῆς προέβη εἰς ἐνέργειαν δικαστικῆς ἀνακρίσεως πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν διαπραχθέντων κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας κατὰ τῶν φοιτητῶν, δηλαδὴ πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν πυροβολησάντων κάτωθι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τῶν πυροβολισμῶν τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ὁ φόνος φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ τίνες ἦσαν οἱ φονευθέντες καὶ πληγωθέντες. Δεύτερον, τίνες ἦσαν οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν συνηγμένοι, οἵτινες ἐπυροβόλησαν κατὰ τοῦ Ξενοδοχείου τῶν «Ἀθηνῶν» καὶ κατὰ τῶν διαβατῶν, ἂν οἱ πυροβολήσαντες ἦσαν ὑπάλληλοι, τίνες ἦσαν οὗτοι κατ’ ὄνομα, κατὰ βαθμὸν καὶ ὑπηρεσίαν· ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι τὸ ἔργον τῶν ὑπαλλήλων νὰ πυροβολῶσι, τίς ἔδωκεν αὐτοῖς ἐντολὴν νὰ πυροβολῶσιν; Ἐὰν δὲ αὐτοὶ ἦναι ἁπλοῖ ἰδιῶται, τίς ἐπέτρεψεν εἰς αὐτοὺς νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν; Ἂν τὰ ὅπλα ἦσαν συνηγμένα ἐν τῷ καταστήματι τοῦ Ὑπουργείου, τίς εἶχε συναγάγει αὐτά; ἢ ἕκαστος αὐτῶν ἔφερε τὰ ἑαυτοῦ ὅπλα; ἂν δὲ δὲν εἰσῆλθον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ συνεπείᾳ ἐντολῆς, πῶς ἐπετράπη εἰς αὐτοὺς νὰ εἰσέλθωσι καὶ νὰ ῥίπτωσιν ὅπλα; Τίς εἰσήγαγεν αὐτοὺς; Τρίτον, νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀνευρέθησαν οἱ πυροβολήσαντες καὶ φονεύσαντες τοὺς φοιτητάς, τίνες ἦσαν οὗτοι, ἐὰν ἡ δικαστικὴ καταδίωξις συνέλαβεν αὐτοὺς, καὶ ἐκράτησεν αὐτούς, ἢ ἀφῆκεν αὐτοὺς ἐλευθέρους, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν συνέλαβεν αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐκράτησεν ἢ ἐν προφυλακίσει ἢ ἐν ἀστυνομικῇ εἰκοσιτετραώρῳ κρατήσει, πῶς αὐτοὶ ἐξῆλθον τῶν φυλακῶν, καὶ μάλιστα πῶς ἐδραπέτευσαν, καὶ ποῖα καταδιωκτικὰ μέτρα ἐφηρμόσθησαν κατ’ αὐτῶν, ποῖα δὲ τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν; Τέταρτον, ἀναγκαῖον εἶναι προσέτι νὰ πληροφορηθῶμεν, ἐὰν τὰ στρατιωτικὰ σώματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν τεταγμένα εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, ἐὰν αὐτὰ εἶχον λάβει διαταγὴν νὰ πυροβολήσωσι, καὶ ἀπὸ τίνας διοικητὰς στρατιωτικῶν σωμάτων, τίνες δὲ ἦσαν οἱ διοικοῦντες τὰ σώματα ταῦτα καὶ διατάξαντες αὐτὰ νὰ πυροβολήσωσι. Πέμπτον, ἐὰν οἱ πυροβολισμοὶ τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα ἦσαν τεταγμένα ἐκεῖ πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, ἦσαν ἔνσφαιροι ἢ ἄσφαιροι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἦσαν ἔνσφαιροι, τίς ὁ διατάξας τοὺς ἐνσφαίρους πυροβολισμούς· ἐὰν ἦσαν ἄσφαιροι, νὰ ἐξακριβωθῇ, τίς ὁ διατάξας τὰ ἄσφαιρα πυρὰ, καὶ τίς ὁ λόγος. Ἐπὶ πᾶσι, ποῖα διετάχθησαν μέτρα ὑπὸ τῆς Διοικήσεως πρὸς ἔλεγχον καὶ καταστολὴν τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, τὰ ὁποῖα παρέλιπον τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα, καὶ τίνα ἦσαν αὐτὰ, ἢ τὰ ὁποῖα παρέβησαν τὰ καθήκοντά των ἢ παρεξετράπησαν καὶ εἰς πράξεις ἐγκληματικάς.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν διεβίβασεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἀναφορὰν ὑπηκόων Ἑλλήνων, κατοικούντων ἐν Πρεβέζῃ, διαβιβασθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ἐν Πρεβέζῃ Προξενείου, διὰ τῆς ὁποίας οἱ ἀναφερόμενοι παραπονοῦνται, ὅτι ἀδίκως ἐνεγράφησαν ἐν τῷ κληρωτικῷ πίνακι τῶν στρατευσίμων τοῦ δήμου Λευκαδίων.

§9ΓΕΡ. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διὰ τῆς ὁποίας οἱ Ἕλληνες αὐτοὶ ὑπήκοοι δικαίως παραπονοῦνται, ὅτι βλάπτονται τὰ συμφέροντα αὐτῶν, διότι, χωρὶς νὰ τηρηθῶσιν αἱ δέουσαι διατυπώσεις, ἅμα τῇ πολιτογραφήσει αὐτῶν εἰς τὸν δῆμον Λευκαδίων ἐνεγράφησαν ἐν τῷ κληρωτικῷ πίνακι τῶν στρατευσίμων, ἀποκλειόμενοι οὕτω τῶν χορηγουμένων εἰς τοὺς κληρωτοὺς ὑπὸ τοῦ νόμου δικαιωμάτων· ζητοῦσι δὲ νὰ διαταχθῇ ἡ διαγραφὴ αὐτῶν ἐκ τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος, καὶ νὰ τηρηθῶσι πᾶσαι αἱ πρὸς πολιτογράφησιν καὶ κλήρωσιν αὐτῶν διατυπώσεις. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ἀπευθύνουσι πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, ἀπέστειλαν δὲ ὁμοίαν καὶ πρὸς ἐμέ. Φρονῶ ὅτι, προκειμένου περὶ ὑπηκόων Ἑλλήνων, ζώντων ἐν τῇ ξένῃ, δίκαιον εἶναι νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς προστασίαν αὐτῶν, ἵνα μὴ γεννᾶται εἰς αὐτοὺς ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἀδικοῦνται, ἀντὶ νὰ προστατεύωνται. Παρακαλῶ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους νὰ συστήσωσιν εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ λάβωσιν ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὸ γεγονὸς τοῦτο, καὶ φέρωσι νομοθετικὰ μέτρα πρὸς τροποποίησιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, αἵτινες δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς τοιαῦτα ἀδικήματα.

§10Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τοιαύτη ἀναφορὰ δὲν περιῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Παρακαλῶ δὲ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀποστείλῃ αὐτὴν, καὶ θὰ λάβωμεν πᾶν μέτρον ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.

§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος διεβίβασε τὴν ἀναφοράν;

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι τὸ ἔγγραφον ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἦλθε διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ βουλευτὴς Βάλτου κ. Στρᾶτος δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐγγραφῇ συνδρομητὴς τῆς «περὶ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ» συγγραφῆς του, τῆς ὁποίας αἱ εἰσπράξεις ἔχουσι προορισθῆ πρὸς ἵδρυσιν ἀναθηματικοῦ μνημείου ὑπὲρ τοῦ Φαβιέρου καὶ τῶν ἄλλων φιλελλήνων. Θὰ ἀποσταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Λογιστικοῦ.

§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι τῶν χωρίων Μπάγιας, Βοτιδίου, Βόργιαννης καὶ Τσιοτιλίου τοῦ δήμου Φαρκαδῶνος διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν περὶ ἀγορᾶς τῶν κτημάτων τοῦ Στεφάνοβικ Σκυλίτση. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Τυρνάβου διὰ ψηφίσματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀπαλλάξῃ τοὺς ἀμπελοκτήμονας τῆς περιφερείας του ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων διὰ τὸ 1901. Ἔχομεν καὶ τηλεγράφημα περὶ τούτου τοῦ εἰρηνοδίκου Τυρνάβου, ἀγγέλλοντος, ὅτι τοιαύτη εὐχὴ διετυπώθη καὶ ἐν συλλαλητηρίῳ, συγκροτηθέντι ἐκεῖ χθές.

§15Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσωσι τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχουσιν ἐκ τῶν ἀρχῶν Τριπόλεως περὶ τῆς ἐσοδείας τῶν ἀμπέλων Μαντινείας κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, διότι πολλαὶ περιφέρειαι κατεστράφησαν ἐντελῶς, ἕνεκα δὲ τούτου συνέβη πρώτην φορὰν ἡ Τρίπολις νὰ εἰσαγάγῃ ἐξ ἄλλων μερῶν 3 ἑκατομμύρια ὀκάδων οἴνου.

§16ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, αἱ ἐπερωτήσεις νὰ κατατίθενται ἐγγράφως.

§17Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῆς εἰς τὰς ἀμπέλους τοῦ δήμου Τυρνάβου ἐπελθούσης καταστροφῆς, ἰδίως ἐκ νόσου τινὸς αὐτῶν, ὑπάρχει καὶ ἔκθεσις τοῦ ἀποσταλέντος ἐκεῖσε γεωπόνου, ἐξ ἧς καταφαίνεται, ὅτι οὐδεμία ἐσοδεία ἐγένετο, καὶ τὰ εἰσοδήματα δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὰς δαπάνας.

§18Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ ἐν Τρικκάλοις ἡ αὐτὴ νόσος ἐνέσκηψεν, ἐγένετο δὲ ἐκεῖ καὶ συλλαλητήριον, καὶ ἔλαβον τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον καταθέτω, καὶ παρακαλῶ νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.

§19Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔδωκα διαταγὰς νὰ συγκεντρωθῶσιν ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκ τῶν μερῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ζημίαι, ἵνα μελετήσωμεν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πράγματι εἶναι ἄξιον μελέτης. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τῆς μελέτης ταύτης θ’ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν.

§20ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Καὶ ἐν Καλαμπάκᾳ ἐγένετο συλλαλητήριον, καὶ ἔχω καὶ ἀναφορὰν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Καστανέας, ἣν καὶ καταθέτω.

§21Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρις οὗ προσκομισθῶσιν αἱ πληροφορίαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, θὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου.

§22Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὰ μέρη, ὅπου εἶναι βεβαιωμένη ἡ δυστυχία, τὸ Ὑπουργεῖον παρήγγειλε νὰ μὴ ἀσκηθῇ πίεσις κατὰ τῶν φορολογουμένων.

§23ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν κάμνω διάκρισιν τῶν διαμερισμάτων, ἀλλὰ παρακαλῶ μόνον, ὅσα μέρη εἶναι ἀπαλλακτέα, ἐκεῖ ν’ ἀπαλλάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοὺς κατοίκους ἀπὸ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων.

§24Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι πρὸ πάντων ἐνδιαφέρει νὰ μάθωμεν, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ, εἶναι, ἂν σκοπῇ νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, διότι ὁ νόμος, ὃν ἐψηφίσαμεν, ἀπέτυχε, καὶ τοῦτο εἶναι πανθομολογούμενον.

§25ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐλαττώματα τοῦ νόμου νὰ διορθωθῶσι.

§26Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ τούτων θὰ ὁμιλήσω.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γεωκτήμονες τοῦ νομοῦ Λαρίσης, καταστραφέντες κατὰ τὸν πόλεμον, παρακαλοῦσι διὰ τηλεγραφήματός των τὴν Βουλὴν νὰ διαταχθῇ ἡ ἀναστολὴ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν μέχρι τοῦ προσεχοῦς Αὐγούστου. Ἐπίσης ἀμπελοκτήμονες τοῦ δήμου Νεβρουπόλεως ζητοῦσι νὰ μειωθῇ ὁ στρεμματικὸς φόρος τῶν ἀμπέλων. Μηχανικοὶ καὶ μηχανουργοὶ Πειραιῶς δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ τροποποιήσῃ τὸν νόμον περὶ μηχανικῶν τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων, ὅστις παραβλάπτει τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα. Τὸ Σωματεῖον παντοπωλῶν Βόλου διὰ ψηφίσματός του εὔχεται καὶ παρακαλεῖ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων τῶν παντοπωλῶν καὶ οἰνοπωλῶν τῆς πόλεως Βόλου. Ἡ Βασιλικὴ χήρα Βασιλείου Κονδύλη δι’ ἀναφορᾶς της ζητεῖ σύνταξιν, διότι ὁ σύζυγος αὐτῆς ἀπέθανε κληθεὶς εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸν ἑλληνοτουρκικὸν πόλεμον. Ἡ Ἀγγελικὴ χήρα Πέτρου Πετρίδου ζητεῖ νὰ τῇ χορηγηθῇ μικρὸν μηνιαῖον βοήθημα.

§28Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον ἐκ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν—καὶ λέγω ἁρμόδιον, διότι δὲν γνωρίζω εἰς τίνα ν’ ἀπευθυνθῶ ἀκριβῶς—νὰ δώσῃ πληροφορίας τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς λεγομένης Σταφιδικῆς Τραπέζης, τῆς ἑδρευούσης ἐν Πάτραις: 1) ἂν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν, ἂν τὰ δάνεια, τὰ δοθέντα παρὰ τῆς Τραπέζης ταύτης, ἐδόθησαν κατὰ τὸν νόμον, ἢ ἐδόθησαν εἴς τινας ἀνώτερα τοῦ ἀνωτάτου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὥρισεν ὁ νόμος, καὶ εἰς τίνας ἐδόθησαν, καὶ ποίας ἀσφαλείας ἔλαβεν ἡ Τράπεζα διὰ τὰ δάνεια ταῦτα· 2) ποῖα καθυστερήματα παρουσιάζονται τὴν στιγμὴν ταύτην ἐκ τῶν δοθέντων πέρυσι δανείων, καὶ ἐν γένει νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν τῆς Τραπέζης ταύτης. Ἴσως φαίνεται παράδοξον, πῶς ζητῶ πληροφορίας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως προκειμένου περὶ Τραπέζης, ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε, ὅτι πρόκειται περὶ Τραπέζης, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔπλασεν· ἑπομένως τὸ ἀδέσποτον ἐκεῖνο κτῆμα πρέπει νὰ διατελῇ ὑπὸ τὴν διαρκῆ ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις φέρει καὶ τὴν μεγαλειτέραν εὐθύνην, μεγαλειτέραν καὶ ἀπὸ τὴν τῶν διευθυνόντων τὴν Τράπεζαν, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν, ὅτι οὐδὲ βῆμα ἡ Τράπεζα δύναται νὰ κάμῃ ἄνευ τῆς διαταγῆς τῆς Κυβερνήσεως.

§29ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἔχητε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσητε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας.

§30ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐπερώτησίς μου εἶναι σαφής. Τὰ πρακτικὰ θὰ τὴν περιλάβωσιν· εἶναι δὲ τὸ θέμα τόσον γνωστὸν καὶ τόσον ἄξιον προσοχῆς, ὥστε ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν θὰ δυσκολευθῇ νὰ ἀπαντήσῃ. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ ἀπαντήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργός.

§31ΧΑΡ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ συμπληρώσω τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Παναγιωτοπούλου. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα τὸ ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου, τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἀποταμιεύσεως καθ’ ὅλα τὰ ἔτη, καθ’ ἃ διεχειρίζετο αὐτὰς τὸ Δημόσιον· πόσον ποσὸν ἐπωλήθη καὶ τί εἰσέπραξεν· ἐὰν προέκυψαν ἐλλείμματα, τίνα μέτρα ἔλαβεν, ἐξασφαλίζοντα τὸ ταμεῖον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ ἐν γένει τί ἐνηργήθη κατὰ τῶν ὑπολόγων.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.

§33ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι Βουλευταί, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902. Ἐπειδὴ δὲ βεβαίως ἡ ψήφισις αὐτοῦ θὰ βραδύνῃ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ καταθέσω συγχρόνως καὶ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου ζητουμένων πιστώσεων, διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον. Καταθέτων σήμερον τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1902, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν ἐν συντόμῳ ἐπὶ τίνων βάσεων στηρίζεται οὗτος. Ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος παρουσιάζει ἔσοδα δραχμὰς 117,169,375, ἐξ ὧν 2,000,000 προέρχονται ἐκ τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείων. Τὰ δάνεια ταῦτα μέχρι τοῦδε δὲν εἶχον εἰσαχθῆ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀνεγράφοντο εἰς τοὺς χρηματιστικοὺς λογαριασμούς. Ἐπειδὴ δὲ ἤρξατο ἤδη ἡ ἀπόσβεσις αὐτῶν, ἀνὰ δρ. 2,000,000 ἐτησίως, συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη, ὅπως ἴσον ποσὸν μεταφέρηται κατ’ ἔτος ἐκ τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Τοῦτο δὲν ἐγένετο διὰ τὸ 1900 καὶ 1901, ἀλλὰ θέλω φροντίσει διὰ δηλώσεως πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως μεταφερθῇ καὶ εἰς τὰς χρήσεις ταύτας ἴσον ποσὸν ἐκ τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείων πρὸς τὸ ἀποσβεσθὲν μέρος αὐτῶν. Οὕτως αἱ προϋπολογιζόμεναι τακτικαὶ εἰσπράξεις τοῦ 1902 ἀνέρχονται εἰς 115,169,375 δραχμάς. Ἐν τῇ ἀγορεύσει μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 εἶχον προϋπολογίσει τὰς πιθανὰς εἰσπράξεις τῆς τελευταίας ταύτης χρήσεως εἰς 109,233,000. Εἰς τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο δὲν εἶχον περιλάβει τὸν πρόσθετον φόρον τοῦ καπνοῦ, τὸν προωρισμένον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν δανείων πρὸς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Λαρίσης καὶ Πύργου– Μελιγαλᾶ, ἐκ δρ. 2,677,928. Ἐπίσης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εὑρισκόμεθα ἅπαντες ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν τότε εἰσπράξεων ἐκ τελωνιακοῦ δασμοῦ, καὶ παρεδέχθην καὶ ἐγὼ διὰ τὸ ἔσοδον τοῦτο δραχμὰς 30,000,000, ἃς εἶχε προϋπολογίσει καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Εὐτυχῶς αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1901 ὑπερέβησαν τὰς προσδοκίας ἡμῶν, καὶ ἔφθασαν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 33,931,089, καὶ τοῦτο, ἐνῷ τὸ ἔσοδον τοῦ δασμοῦ τούτου ἐκ δημητριακῶν καρπῶν ἔμεινε σχεδὸν τὸ αὐτό, ἤτοι 7,757,195, ἀντὶ 7,357,610 δραχμῶν, αἵτινες εἰσεπράχθησαν τῷ 1900. Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι ἠδυνάμην ἀσφαλῶς νὰ ὑπολογίσω διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1902 ποσὸν ἐκ τελωνιακοῦ δασμοῦ 32,800,000 δραχμῶν, ἤτοι ποσὸν ἔλαττον τοῦ μέσου ὅρου τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν. Ὅθεν προϋπολογίζω ἐκεῖθεν 2,800,000 δραχ. περιπλέον ἢ ὅσον προϋπελόγιζον διὰ τὸ 1901. Ἐλπίζω δέ, καὶ τοῦτο ὑποδεικνύουν αἱ μέχρι τοῦδε εἰσπράξεις τοῦ ἀρξαμένου ἔτους, ὅτι τὸ ἔσοδον θὰ ὑπερβῇ τὸ προϋπολογιζόμενον ἴσως καθ’ ὁλόκληρον ἑκατομμύριον. Ἐπίσης ἐν τῇ ἀγορεύσει μου ἐκείνῃ εἶχον προϋπολογίσει ὡς ἔσοδον ἐξ ἐλαίου τὸν μέσον ὅρον τῶν δύο ἐτῶν 1898 καὶ 1899, δηλ. ἑνὸς ἔτους εὐφόρου καὶ ἑνὸς ἔτους ἀφόρου, ἤτοι δρ. 1,965,781.49. Ἤδη ὅμως τὸ ἔτος 1902 προσδοκᾶται ἔτος εὔφορον, διὸ προϋπελόγισα τὸ μὲν ἔσοδον τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου, εἰς 1,700,000, τὸ δὲ τῆς Ἑπτανήσου εἰς 1,100,000, ἤτοι προϋπελόγισα τὸ ὅλον ἔσοδον ἐξ ἐλαίου εἰς 2,800,000, δηλαδὴ 834,000 δρ. περιπλέον ἢ εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου τὴν τότε. Ἂν τὰς διαφορὰς ταύτας ἐκ δραχμῶν 6,311,928 (ἤτοι 2,677,928 πρόσθετον φόρον καπνοῦ, 2,800,000 περιπλέον τελωνιακὸν δασμὸν καὶ 834,000 περιπλέον ἔσοδον ἐξ ἐλαίου) προσθέσω εἰς τὰ 109,233,000, ὅσα εἶχον προϋπολογίσει διὰ τὸ 1901, φθάνω εἰς τὸ ποσὸν τῶν 115,554,928, ἤτοι εἰς ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἀναγραφομένου ἤδη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, τὸν ὑποβαλλόμενον ὑμῖν σήμερον, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 2,000,000, τῶν προερχομένων ἐκ τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείων. Οὕτω, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι μόνον δὲν ἐξογκώνω τὰ ἔσοδα, ἀλλὰ προϋπολογίζω ταῦτα κατά τι μικρότερα ἢ ὅσον ὑπελόγιζον αὐτὰ ὡς Βουλευτὴς ἀντιπολιτευόμενος. Ἐλπίζω, ὅτι τοῦτο μόνον θέλει ἀρκέσει, ὅπως πείσῃ ὑμᾶς μετὰ πόσης φειδοῦς καὶ προσοχῆς προέβην εἰς τοὺς ὑπολογισμούς, οὓς ὑποβάλλω ὑμῖν. Σημειωτέον δέ, ὅτι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τὸ ποσὸν τοῦ 1,100,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον προϋπελόγισα δι’ ἔσοδον ἐκ φόρου ἐλαίου Ἑπτανήσου, εἶναι κατώτερον τοῦ προσδοκωμένου ἐσόδου, καίτοι ἀπὸ ὀκταετίας δὲν ἔσχομεν ἔσοδον ἀνώτερον τοῦ 1,000,000. Δὲν ηὔξησα ὅμως τὸ ἔσοδον τοῦτο περισσότερον, διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ στηρίξῃ τις πολιτικὴν καὶ προϋπολογισμὸν δαπανῶν ἐπὶ ἐσόδων μὴ κανονικῶν. Καὶ οὕτως ἔχουσι τὰ ἔσοδα ἐν συνόλῳ. Ὀλίγα δέ τινα θὰ εἴπω ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα. Διάφορα κεφάλαια ἐσόδων εὑρίσκονται ἐν προόδῳ, ὡς ἦτο φυσικόν, ἀκολουθοῦντα τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὴν πρόοδον τοῦ τόπου, καὶ ὑπερέβησαν τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1900. Τοιαῦτα δ’ εἶναι: τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅπερ ἀνῆλθε κατὰ τὸ 1900 εἰς 2,378,614.98, καὶ προϋπολογίζεται ἤδη εἰς 2,400,000. Τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, καίτοι ὑστερῆσαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνῆλθε κατὰ τὸ 1900 εἰς δρ. 3,098,313.51, καὶ προϋπολογίζεται ἤδη εἰς 3,200,000 ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κανονικῆς αὐξήσεως αὐτοῦ. Ἐπίσης τὸ ἔσοδον ἐκ ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων ἀνῆλθε τῷ 1900 εἰς δρ. 3,877,007.23, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν ὀφειλομένων εἰς ξένας Ἑταιρείας, ἅπερ ἄλλοτε ἐγράφοντο εἰς ἰδιαίτερον κεφάλαιον. Ἤδη τῷ 1902 προϋπολογίζονται δραχ. 4,108,300. Τὸ ἔσοδον ἐκ Ναξίας σμύριδος κατὰ τὸ 1900 ὑπερέβη τὰ προϋπολογισθέντα, ἀνελθὸν εἰς 673,997.12 φρ. χρυσᾶ. Δυστυχῶς τὸ ἔσοδον τοῦτο κατὰ τὸ 1901 ὑστέρησε κατά τι, ἀνελθὸν μόνον εἰς 606,000 φράγκα, διὸ καὶ προϋπολογίζομεν μόνον 600,000 φράγκα χρυσᾶ. Ἡ ἐλάττωσις ὅμως τοῦ εἰσοδήματος τούτου ἐνέβαλεν ἡμᾶς εἰς ἀνησυχίαν, μήπως προέρχεται αὕτη ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ τῆς Μικρασιατικῆς σμύριδος, καὶ ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐπεβάλλετο ἡμῖν νὰ σκεφθῶμεν, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τοῦ συναγωνισμοῦ τούτου· ἑτοιμάζομεν δὲ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐλπίζομεν νὰ ὑποβάλωμεν ταχέως εἰς τὴν ἔγκρισιν ὑμῶν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ προβλέπεται καὶ περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν ὅρων τῆς ἐργασίας τῶν σμυριδωρυκτῶν καὶ τῆς ὑπαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὸν εὐεργετικὸν νόμον τοῦ Ταμείου τῶν Μεταλλευτῶν. Ἄλλα εἰσοδήματα τοὐναντίον ὑστέρησαν. Ὡς γνωρίζετε, ὁ στρεμματικὸς φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, περὶ τοῦ ὁποίου τόσος ἤδη ἐγένετο λόγος, κατὰ μὲν τὸ 1899 ἀνῆλθεν εἰς τὸ ποσὸν τοῦ 1,488,224, δυστυχῶς δὲ διὰ τὸ 1900, ἕνεκα τῶν γνωστῶν σας περιστάσεων καὶ ἕνεκα τῶν ἐκπτώσεων, αἵτινες ἐγένοντο ὑπὲρ τῶν δυστυχησάντων μερῶν, ἀνῆλθε μόνον εἰς 1,135,608.

§34Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τῷ 1899 διατὶ ἐμειώθη ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων; Τότε δὲν ἐγένετο κανεὶς ἀπαλλακτικὸς νόμος.

§35Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τὸ 1899, Κύριοι, ἐπῆλθεν ἀληθῶς περίστασις, τὴν ὁποίαν ὅλοι γνωρίζομεν. Ἐζητήθη ἡ ἀναθεώρησις τῶν καταλόγων, καὶ μέχρις ὅτου γείνωσιν οἱ νέοι κατάλογοι δὲν εἰσεπράχθη ὁ φόρος οὗτος κατὰ τὸν Προϋπολογισμόν, δηλαδὴ οἱ ὀφείλοντες νὰ πληρώσωσιν ἄνω τῶν τριῶν δραχμῶν κατὰ στρέμμα ἐπλήρωσαν μόνον τρεῖς δραχμὰς μέχρις ὅτου γείνωσιν οἱ νέοι κατάλογοι. Μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν καταλόγων ὁ μὲν πρόσθετος φόρος ἐπληρώθη, ἀλλ’ ἐπληρώθη κατὰ τὸ 1901.

§36Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1901 ὅμως;

§37Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ τὸ 1899 καὶ τὸ 1900 μᾶς δεικνύουν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι βαρύς, διότι ὁμολογουμένως δὲν ἀποδίδει οὔτε 50% ἐπὶ τῶν βεβαιουμένων—καὶ λέγω, Κύριοι, οὔτε 50%, διότι ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τούτου ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2,960,000, καὶ μὲ τὴν προσθήκην τοῦ ὁδικοῦ φόρου εἰς 3,256,000.—Ὅταν λοιπὸν ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τούτου ἀνέρχεται εἰς 3,256,000, καί, ὡς βλέπετε, δὲν εἰσεπράξαμεν εἰμὴ 1,488,000 τὸ πρῶτον ἔτος, 1,135,000 τὸ δεύτερον, ὅσον καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐπῆλθον δυσχέρειαι κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογήν, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι αὗται δὲν θὰ ἐκλείψωσι καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη.

§38ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἐσταμάτησεν ἡ εἴσπραξις πέραν ὡρισμένου ποσοῦ καὶ διὰ τὸ 1899 καὶ διὰ τὸ 1900;

§39Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανελήφθη.

§40Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριε Βουλευτά, ὅτι μέχρι τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν καταλόγων, συμφώνως μὲ τὸν νόμον ͵ΒΧΝΗʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1899, οἱ χρεωμένοι μὲ ποσὸν ἀνώτερον τῶν τριῶν δραχμῶν κατὰ στρέμμα ἐπλήρωσαν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 τρεῖς μόνον δραχμάς, ἐπλήρωσαν δὲ τὸ ὑπερβάλλον, τὸ κατὰ τοὺς νέους καταλόγους ὁρισθέν, κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1901.

§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πέραν τῶν τριῶν δραχμῶν;

§42Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ πέραν τῶν τριῶν δραχμῶν.

§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ πρὸς ἕξ; καὶ πρὸς πέντε;

§44Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.

§45Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη εἰσπράττεται.

§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν Ἀττικὴν βεβαίως. Εἰς τὴν Ἀττικὴν ἐσταμάτησεν εἰς τὰς πέντε δραχμάς.

§47Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρανόμως.

§48Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπόν, Κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ σκεφθῶ περὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου τούτου. Ἑτοιμάζω δὲ ἤδη νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐλαφρύνω τὰ βάρη τῆς στρεμματικῆς φορολογίας· ἀλλ’ ὀφείλομεν βεβαίως νὰ φροντίσωμεν ν’ ἀναπληρώσωμεν τὸ ἐλλεῖπον δι’ ἄλλου μέσου, καὶ περὶ τούτου ἐπίσης προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἐπιφυλάσσομαι δέ, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, νὰ ἐκθέσω τὰ περὶ τούτου. Ἐπίσης, Κύριοι, εἰς καθυστέρησιν εὑρίσκεται, παραβολικῶς μὲ τὸ 1900, ὁ φόρος τῶν ζώων. Ἐνῷ κατὰ τὸ 1900 ὁ φόρος τῶν ζώων εἶχε δώσει 2,651,000, ἤδη δὲν δύναμαι νὰ προϋπολογίσω ἄνω τῶν 2,400,000 καὶ ἕνεκα τῶν πιθανῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1901, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν ἔχω ἀκόμη πλήρη, καὶ διότι συνεπείᾳ τοῦ νόμου ͵ΒΧΟΓʹ, ὃν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1900, ἐξαιροῦνται τῆς φορολογίας ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1901 ἕνεκα τῶν οἰκοσίτων ζώων, εἷς χοῖρος, εἷς ἀμνὸς καὶ ἓν ἐρίφιον. Ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθην νὰ προϋπολογίσω μόνον 2,400,000. Ἐπίσης ἠναγκάσθην νὰ ἐλαττώσω σπουδαίως τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ κεφαλαίου ἀπαλλαγῆς τῶν στρατευσίμων κληρωτῶν, διότι, ὡς γνωρίζετε, καθ’ ὅσον προσκαλοῦνται ὀλιγώτεροι κληρωτοί, κατὰ τοσοῦτον ἐλαττοῦται καὶ τὸ ἔσοδον τοῦτο. Ἐνῷ δὲ τῷ 1898 εἶχον εἰσπραχθῆ 1,475,000 δραχμαὶ ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν προσκληθέντων, ἐνῷ τῷ 1899 εἶχον εἰσπραχθῆ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου 1,698,000, τῷ 1900 δὲν εἰσεπράχθησαν εἰμὴ 1,194,000, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο προϋπολογίζω ὡς ἔγγιστα διὰ τὸ 1902, ἤτοι 1,200,000. Ἐπίσης ἠλάττωσα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὐσιωδῶς τὸ ἔσοδον ἐκ καθυστερουμένων παρελθουσῶν χρήσεων, ἤτοι ἀνέγραψα 2,500,000 ἀντὶ 3,500,000, ἅτινα ἦσαν ἀναγεγραμμένα κατὰ τὸ 1901, τὸ μὲν διότι τῷ 1899 τὸ ἔσοδον τοῦτο ἀνῆλθεν εἰς δρ. 2,317,197.43, τὸ δὲ διότι τῷ 1900 τὸ ἔσοδον τοῦτο, καίτοι ἀνελθὸν εἰς 3,052,301,26, περιελάμβανε 400,000 δρ. ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων ἐκ χρηματικῶν ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ ἔτους 1897. Ἄλλως, τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν σφαζομένων ζώων εἰσπραττομένου ἤδη προκαταβολικῶς, ἐλάχιστα εἶναι τὰ καθυστερούμενα σήμερον ἐκ τῶν φόρων τούτων· καὶ τοῦτο συνέτεινε μὲν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἐσόδου ἐκ τῶν φόρων τούτων, εἰς τὴν ἐλάττωσιν δὲ τοῦ ἐσόδου ἐκ καθυστερουμένων τῶν αὐτῶν φόρων. Ἄλλως καὶ ἐντὸς τοῦ 1901 τὸ ἔσοδον τοῦτο, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, κατ’ ἐλάχιστον θέλει ὑπερβῆ τὰ 2,500,000, καίτοι περιλαμβάνει ὅλως ἐκτάκτως τὸν πρόσθετον φόρον τῶν ἀμπέλων τοῦ 1899, τὸν πληρωθέντα συνεπείᾳ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ καταλόγου ἐντὸς τοῦ 1901. Ἐπίσης ἠλάττωσα τὸ ἔσοδον ἐκ σιγαροχάρτου, διότι τὸ ἀναγραφόμενον μέχρι τοῦδε ποσὸν εἶχεν ὑπολογισθῆ ὡσεὶ ὁλόκληρος ὁ καταναλισκόμενος καπνὸς ἐχρησιμοποιεῖτο πρὸς κάπνισμα καὶ ἀπῄτει σιγαρόχαρτον, ἐνῷ μέρος αὐτοῦ, περὶ τὰς 40,000 ὀκάδες, καταναλίσκεται εἰς τουμπεκί. Διὸ περιώρισα τὸ ἐκ σιγαροχάρτου ἔσοδον εἰς 2,820,000 δραχμάς, ἀντὶ 2,921,500 προϋπολογισθεισῶν διὰ τὸ 1901. Ἐπίσης, χάριν τῆς διατηρήσεως τῶν δασῶν, ἐνόμισα, τῇ συστάσει τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ὤφειλον νὰ περιορίσω τὰς ἀδείας ὑλοτομίας, καὶ συνεπῶς προϋπελόγισα τὸ ἐκ τούτου ἔσοδον εἰς δρ. 1,200,000, ἐνῷ εἶχε προϋπολογισθῆ εἰς 1,300,000 κατὰ τὸ 1901. Τέλος ἐξ ἐσόδου ἐξ ἀνανεουμένων χρεῶν ἀνέγραψα μόνον 200,000, ἀντὶ τῶν 1,500,000 δραχ. τῶν ἀναγεγραμμένων κατὰ τὸ 1901. Τῷ ὄντι τὸ ἔσοδον τοῦτο ἀνῆλθε κατὰ τὸ 1900 εἰς 432,660.66, ἀλλὰ περιλαμβάνει ἐκτὸς τῶν δόσεων, αἵτινες θὰ ἐπαναληφθῶσι καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, καὶ μέγα μέρος χρεῶν ἐξοφληθέντων ὁριστικῶς, ὡς μὴ ὑπερβαινόντων τὰς 100 δραχμάς. Προκειμένου δὲ περὶ ἀνανεώσεως χρεῶν, ὀφείλω νὰ ἀναφέρω, ὅτι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, καθίσταται ἀναγκαῖον, ὅπως δοθῇ παράτασις πρὸς ἀνανέωσιν. Πλεῖστοι ὅσοι πολῖται δὲν ἀντελήφθησαν ἐν καιρῷ τῶν εὐεργετημάτων τοῦ νόμου τούτου· οὗτοι βεβαίως, ἐὰν δοθῇ παράτασις, θέλουν προθυμοποιηθῆ νὰ προσέλθουν πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν αὐτῶν. Θέλω ὅθεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον πρὸς τοῦτο, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλει τύχει τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῆς. Ἂν δὲ τοῦτο, ὡς ἐλπίζω, ἐπιψηφισθῇ, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ τὸ ἔσοδον θέλει ἀφήσει περίσσευμα, ὡς φαίνονται ὑποδεικνύουσαι αἱ εἰσπράξεις τοῦ τέλους τοῦ ἔτους, ἃς δὲν εἶχον, ὅτε κατήρτισα τὸν Προϋπολογισμόν. Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα. Ὄσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα, ὡς σημειοῦται ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, τοῦ ἤδη ὑποβαλλομένου, εἶναι ταῦτα 115,029,455.44, ἀπέναντι τῶν κατὰ τὸ 1901 προϋπολογισθέντων 114,932,701.79, ὡς σημειοῦται ἐν τῷ αὐτῷ τεύχει. Ἐνταῦθα ὅμως παρατηρῶ, ὅτι αἱ πιστώσεις αἱ ζητηθεῖσαι διὰ τὸ 1901 δὲν ἐπήρκεσαν, καὶ ὅτι ἀνάγκη νὰ ζητηθῶσιν αἱ ἑξῆς ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1901, περὶ ὧν καταθέτω καὶ τὰ σχετικὰ νομοσχέδια: Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δρ. 1,521,000· ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν 1,442,792.57· ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων 154,906.63. Τὸ ὅλον δραχ. 3,118,699.20. Σημειωτέον ὅμως, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος περιλαμβάνει καὶ τὸ 1,000,000, ὅπερ ἐχορηγήθη τῷ 1900 εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν 3,000,000, ὅπερ ἐχορηγήθη αὐτῇ παρὰ τοῦ Δημοσίου, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου ΒΩΚϚʹ, ὃν ἐψηφίσαμεν κατὰ τὸ 1901. Πλὴν ὅμως, οὐχὶ ὀρθῶς, ἡ χορηγία αὕτη, ἥτις, κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν συνοδεύουσαν τὸν νόμον, θέλει ἐξοφληθῆ δι’ ἐτησίου χρεωλυσίου ½%, ἢ καὶ ἀποδοθῆ ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας, κατὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 3 τῆς συμβάσεως, κατελογίσθη εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ἡ χορηγία αὕτη ἔδει ν’ ἀναγραφῇ εἰς τοὺς χρηματιστικοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Κράτους ὑπὸ ἰδίαν μερίδα, καὶ νὰ ἀποσβέννυται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον διὰ τῶν καταβαλλομένων ἐτησίων χρεωλυσίων. Συμφώνως πρὸς τὰς σκέψεις ταύτας προητοίμασα νομοσχέδιον μετὰ τοῦ συναδέλφου μου, τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, δι’ οὗ μεταφέρεται ἡ γενομένη δαπάνη κατὰ τὸ 1901 ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως ταύτης εἰς τοὺς χρηματικοὺς λογαριασμούς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποβάλλω ἤδη εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Ἂν λοιπὸν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 προσθέσωμεν τὰς ἤδη ζητουμένας πιστώσεις, ἀφαιρέσωμεν δὲ τὸ ἓν ἑκατομμύριον, αἱ ζητηθεῖσαι καὶ ζητούμεναι ἤδη πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως ταύτης ἀνέρχονται εἰς 117,051,400.99, ἀπέναντι 115,029,455.44, ζητουμένων ἤδη διὰ τὸ 1902. Ἡ διαφορὰ αὕτη τῶν δαπανῶν μεταξὺ τῶν δύο χρήσεων προέρχεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1901 ἐπεβαρύνθη μὲ περιπλέον ἔξοδα ἀντιπροσωπείας, καὶ διότι δὲν περιελάβομεν διὰ τὸ 1902 τὰς δαπάνας τὰς ὑπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ Διοικητικῆς Ἀστυνομίας ἀπαιτουμένας. Ὡς γνωστόν, καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν ἐφήρμοσεν αὐτὸν, καὶ αἱ δαπάναι αὗται, καίτοι προϋπολογισθεῖσαι τῷ 1901, θέλουσι μείνει ἀδιάθετοι. Καὶ οὕτως ὅμως περιωρισμέναι αἱ δαπάναι παρουσιάζουσι διαφορὰς σπουδαίας, ὡς πρὸς τὰς τοῦ ἔτους 1898, ἂν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰς τελευταίας τὰ βοηθήματα εἰς τοὺς πρόσφυγας καὶ τὰ δάνεια εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς καὶ τὰ περιπλέον ἔξοδα χάριν τῆς καταλήψεως τῆς Θεσσαλίας. Διὸ σκόπιμον νομίζω νὰ ἐπεκταθῶ ὀλίγον ἐπὶ τῶν διαφορῶν τούτων. Καὶ πρῶτον Κύριοι, τὸ δημόσιον χρέος ηὔξησεν ἀπὸ δραχ. 23,560,607.53 εἰς 32,198,088.42, ἤτοι κατὰ δραχμὰς 8,637,480.89, καὶ τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου νόμου. Αἱ συντάξεις ηὔξησαν κατὰ δρ. 958,923.60. Αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν προϋπολογίζονται ἤδη εἰς δραχ. 2,195,464.81, ἤτοι κατὰ 176,694.16 περιπλέον τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1898. Ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται τὸ μὲν διότι παραβάλλομεν προϋπολογισμὸν πρὸς ἀπολογισμὸν, τὸ δὲ διότι ἀπὸ τοῦ 1898 ηὔξησε σπουδαίως ἡ ὑπηρεσία τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιθεωρητῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ͵ΒΧΛΔʹ τοῦ 1899. Τὰ ἔξοδα διοικήσεως προϋπολογίζονται ἤδη εἰς δραχμὰς 10,628,516.45, ἤτοι κατὰ 3,056,613.45 περιπλέον ἢ ὅσα ἐπραγματοποιήθησαν κατὰ τὸ 1898. Ἡ περιπλέον αὕτη διαφορὰ προέρχεται ἰδίως ἐκ τῶν ἑξῆς κονδυλίων: αʹ) 50,000 δρ. δι’ ἀποζημίωσιν ἐκτάκτων λογιστῶν πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν ἀνανεουμένων χρεῶν. βʹ) 22,000 δρ. δι’ ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ͵ΒΧΚΖʹ περὶ οἰνοπνευμάτων τοῦ ἔτους 1899. γʹ) 2,614,428.71 δρ. περιπλέον δαπάναι τῶν ὑπεγγύων προσόδων κατὰ τὸν ἑξῆς λεπτομερῆ πίνακα:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἐξ ἀμοιβῆς Ἑταιρείας Διαχειρίσεως δι’ ἔνσημαδρ. 130,000.—
Ἐξ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ » 43,692.70
Ἐκ χαρτοσήμου » 151,559.56
Ἐκ σιγαροχάρτου » 146,277.69
Ἐκ παιγνιοχάρτων » 93,933.35
Ἐκ πετρελαίου » 686,055.49
Ἐξ ἅλατος » 334,211.55
Ἐξ ἐξορύξεως ὀρυκτῶν » 124,065.19
Ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς » 904,632.98
Ἐν ὅλῳ 2,614,428.71

δʹ) 122,865,84 δρ. περιπλέον δαπάναι τοῦ τμήματος τῶν δασῶν, ἕνεκα ἰδίως τῆς ἀναπληρώσεως τῆς χωροφυλακῆς διὰ τῆς πολιτικῆς δασοφυλακῆς ἐκ τῆς κατ’ ἔτος κατατάξεως τῶν ἐκ τῆς Σχολῆς τῆς Βυτίνης ἐξερχομένων μαθητῶν καὶ ἕνεκα τῶν ὑποτροφιῶν τῶν ἐν Εὐρώπῃ ἐκπαιδευομένων νέων.

§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ἐν Εὐρώπῃ ἐκπαιδευόμενοι εἶναι δασονόμοι, δὲν εἶναι δασοφύλακες· αὐτοὶ δὲ, οἱ δασονόμοι, ἀνεπλήρωσαν τοὺς ἀξιωματικούς.

§50Φ. ΝΕΓΡΗΣ. εʹ) 133,074.31 δραχ. περιπλέον δαπάναι τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων κτημάτων, ἰδίως ὡς ἐκ τῆς προσθήκης τεσσάρων ἔτι συνεργείων, κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΧʹ τοῦ 1899, καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ γεωμετρικοῦ κλάδου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ͵ΒΨΛΘʹ τοῦ 1900. Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως. Οὕτω δικαιολογοῦνται τὰ 3 ἐνταῦθα ἐπὶ πλέον ἑκατομμύρια. Αἱ διάφοροι πληρωμαὶ ἤδη προϋπολογίζονται εἰς δραχ. 6,648,528, ἤτοι 3,776,121.13 περιπλέον ἢ ὅσαι ἐπραγματοποιήθησαν τῷ 1898. Αἱ περιπλέον δ’ αὗται δαπάναι εἶναι: 2,697,928 ἐκ τῆς ἀποδόσεως τοῦ περιπλέον δικαιώματος τοῦ καπνοῦ. 400,000 ἐξ εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῶν δήμων τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων. 933,000 ἐκ τῆς εἰσφορᾶς εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. 234,462.53 ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν δαπανῶν. Ἐν μέρει δὲ αἱ περιπλέον αὗται δαπάναι συμψηφίζονται μέ τινας ἐλαττώσεις ἑτέρων κονδυλίων, καὶ οὕτω περιορίζονται εἰς 3,776,121.13. Οὕτω ἤδη ἀνεγνωρίσαμεν:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
8,637,480 89περιπλέον δαπάνας ἐκ δανείων
958,923.60» » » συντάξεων
176,694.16ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν
3,056,613.45ἐκ τῶν ἐξόδων Διοικήσεως
3,776,121.13ἐκ τῶν διαφόρων πληρωμῶν
16,605,833.23

Ἤτοι 16,605,833,23 περιπλέον δαπάνη ἐκ μόνων τῶν κλάδων τῶν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐξαρτωμένων, καὶ ἐπὶ τῶν περιπλέον τούτων δαπανῶν οὐδεμία δίδεται ἡμῖν πρωτοβουλία. Καὶ ἤδη ἂς μεταβῶμεν εἰς τὸ ἕτερον Ὑπουργεῖον, τὸ μᾶλλον πολυδάπανον, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τούτου παρουσιάζει ἔξοδα δρ. 3,115,000 περιπλέον, ὡς ἔγγιστα, ἢ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1898, ἂν δὲν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς κατὰ τὸ 1898 χορηγηθείσας βοηθείας καὶ δάνεια εἰς τοὺς Κρῆτας καὶ Θεσσαλοὺς. Αἱ περιπλέον αὗται δαπάναι συνίστανται ἰδίως ἐκ τῶν ἑξῆς κονδυλίων:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
76,397.60ἐκ τῆς διοικήσεως τῶν νομῶν.
478,601.44ἐκ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας
379,073.06ἐκ τῆς Γεωργίας.
1,408 376.79ἐκ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων.
269,528.09ἐξ ὑδραυλικῶν ἔργων.
370,781.77ἐξ ὁδῶν.

Αἱ περιπλέον δαπάναι τῆς διοικήσεως ἐξ 76,397.60 εἶναι ἤδη ἐπιβεβλημέναι διὰ νόμου. Ἡ περιπλέον δαπάνη τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐπεβάλλετο ὡς ἐκ τῆς παρατηρηθείσης ἀνεπαρκείας τῶν ἀνδρῶν τῆς ἀστυφυλακῆς. Αἱ δαπάναι τῆς Γεωργίας κατὰ τὸ 1902 ὡρίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων δαπανῶν κατὰ τὸ 1901. Οὐδεὶς δ’ ἐξ ὑμῶν, ὑποθέτω, θέλει ζητήσει παρ’ ἡμῶν νὰ περιορίσωμεν τὰς δαπάνας ταύτας. Αἱ περιπλέον δαπάναι τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων ἔσχον καὶ τὸ ἀντίστοιχον ἔσοδον, καὶ ἂν τὰ περιπλέον ἔσοδα δὲν ἐκάλυψαν εἰσέτι τὰ περιπλέον ἔξοδα, ἐλπίζεται ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν ὁ καιρὸς, ὅτε θὰ καλυφθῶσι ταῦτα. Αἱ δαπάναι τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων δικαιολογοῦνται διὰ μόνης τῆς ἀναγραφῆς τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἂν δὲν γείνωσι λ. χ. τὰ ἔργα πρὸς ἀποσόβησιν τῆς ἐμφράξεως τῶν καταβοθρῶν τῆς λίμνης Φενεοῦ, ἂν δὲν ἀποφασίσωμεν νὰ συντρέξωμεν τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων Θεσσαλίας, θὰ ἐξακολουθῶμεν βλέποντες ἐπερχομένας καταστροφὰς, ὧν τὴν εὐθύνην θὰ ὑπείχομεν, ἂν μὴ ἐγκαίρως ἐπρονοοῦμεν πρὸς ἀποσόβησιν αὐτῶν. Ποῖα ἤδη ἔργα προσεθέσαμεν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν; Τὰ ἑξῆς: Τὰς ἀντιπλημμυρικὰς γεφύρας τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς ἐπὶ τοῦ Κηφισοῦ καὶ Ἰλισσοῦ, καὶ ἀπαραιτήτους ἐπίσης γεφύρας ἐπὶ τοῦ Σπερχειοῦ, ὅπως συγκοινωνῇ ἀπροσκόπτως ἡ βόρειος μὲ τὴν μεσημβρινὴν Ἑλλάδα. Τέλος μὴ λησμονῶμεν, ὅτι παραβάλλομεν προϋπολογισμὸν πρὸς ἀπολογισμὸν, καὶ ὅτι θὰ ἔχωμεν ὡς ἐκ τούτου ἀδιαθέτους ἐκ τῶν ἤδη προϋπολογιζομένων δαπανῶν. Ἐπίσης ηὔξησαν αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατὰ 761,000 δραχμὰς, ἰδίως ἐκ τῆς προσθήκης τῶν Πρωτοδικείων καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν εἰρηνοδικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τελευταίως ψηφισθέντων νόμων. Ηὔξησαν αἱ περιπλέον δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατὰ 1,394,000, ἰδίως ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Προκειμένου, Κύριοι, περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἐπιστήσω καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον συμβαίνει, νὰ δαπανᾷ τὸ Δημόσιον ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὁλόκληρα ἑκατομμύρια, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνηται, ὅτι δαπανᾷ ταῦτα οὕτω κατὰ τὴν 28 Φεβρουαρίου 1901, ὅτε ἔληγεν ἡ δημοτικὴ χρῆσις τοῦ 1900, οἱ δῆμοι ὤφειλον εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν 7,116,053.89, καὶ τοῦτο ἐν διαστήματι πέντε ἐτῶν, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον τὸ Δημόσιον προκατέβαλεν ἀπὸ τοῦ 1896, ἐκτὸς τῆς διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν χορηγουμένης συνδρομῆς, 1,423,210 δρ. κατ’ ἔτος. Ἂν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐχορήγησεν εἰς τοὺς δήμους κατ’ ἔτος τὰ ἑξῆς ποσά: τὸ 1897 δραχ. 873,546.40, τὸ 1898 δραχμὰς 688,330.51, τὸ 1899 δραχ. 1,034,898.40, τὸ 1900 δραχ. 979,205.35, δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ Δημόσιον χορηγεῖ εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον, καὶ διὰ τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν περὶ τὸ 1,400,000 καὶ περιπλέον. Ὁ ἀξιότιμος καὶ ἔγκριτος συνάδελφος καὶ τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἤλπισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ περιορίσῃ τὴν εἰς τὸ Δημόσιον γενομένην ζημίαν, καὶ δι’ ἐγκυκλίου ἀπῄτησεν ἀπὸ τῶν ἐπαρχιακῶν ταμιῶν νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς ἔλεγχον τὰ ἐντάλματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τυχὸν ν’ ἀκυρώνωσι ταῦτα, συγχρόνως δὲ νὰ ἐπιβάλλωσι κατάσχεσιν εἰς τὰ εἰσοδήματα τῶν δήμων, τὰ εἰσπραττόμενα κατ’ εὐθεῖαν παρ’ αὐτῶν. Τὸ μέτρον, καίτοι ἐμπνεόμενον ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου, ἀπεδείχθη αὐστηρόν, καὶ ἐνόμισα, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη ἔχρῃζε τῆς ἀμερίστου ἐμοῦ φροντίδος. Διὸ προητοίμασα μετὰ τῶν συναδέλφων μου νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐξ ἑνὸς μὲν μέρους ἀσφαλίζω εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους τὰς ἀπαραιτήτους δαπάνας τῆς διοικήσεως αὐτῶν, ἐξ ἄλλου δὲ προβλέπω περὶ τῆς ὅσον ἔνεστι ἀκριβεστέρας καὶ πληρεστέρας εἰσπράξεως τῶν προκαταβαλλομένων ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου παρ’ ἐκείνων τῶν δήμων, οἵτινες δύνανται νὰ πληρώσωσι τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Συγχρόνως προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον καὶ περὶ τῆς ἀναλήψεως τῶν καθυστερουμένων παρὰ τῶν δήμων διὰ τρόπου μὴ θλίβοντος αὐτούς. Ἐλπίζω δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἂν γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἡ συνδρομὴ τοῦ Κράτους νὰ περιορισθῇ, καὶ οὕτω νὰ μὴ ἀναγκασθῶμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ νέων πόρων, ὡς θὰ ἦτο ἀναγκαῖον, ἂν ἡ συνδρομὴ αὕτη ἦτο οἵα ὑπῆρξε μέχρι σήμερον. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθωμεν ἤδη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902. Εἴδομεν, Κύριοι, ὅτι τὰ μὲν ἔσοδα, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 2,000,000 τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείων, περιορίζονται εἰς 115,169,375, τὰ δὲ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 145,029,455.44· ἄρα παρουσιάζεται περίσσευμα μόνον δρ. 139,919.55. Τὸ περίσσευμα δὲ τοῦτο θέλει καλυφθῆ διά τινων πιστώσεων, ἃς θέλομεν ζητήσει παρὰ τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι, ὡς προεῖπον, προβλέπομεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων θέλει ἀφήσει περισσεύματα καὶ ἐκ τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ καὶ ἐκ τοῦ ἐλαίου Ἑπτανήσου, ἴσως καὶ ἔκ τινων ἄλλων κεφαλαίων. Εἶναι ἀληθὲς ἐπίσης, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων θέλει ἀφήσει ἀδιαθέτους πιστώσεις, ὄχι ὅμως ὡς ἄλλοτε· διότι δὲν προβλέπομεν δι’ αὐτοῦ δαπάνας μὴ πραγματοποιηθησομένας. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου ἔχομεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν κατὰ τὸ 1903 αὔξησιν σπουδαίαν τῶν δαπανῶν τοῦ δημοσίου χρέους· ἤτοι: 247,053.75 φρ. χρ. διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ χρεωλυσίου παλαιῶν χρεῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ 1,656,517.50 φρ χρ. διὰ τὸ χρεωλύσιον τοῦ ἠγγυημένου δανείου· ἤτοι τὸ ὅλον 1,903,571.25 φρ. χρυσᾶ, ἅτινα πρὸς 1.65 δίδουσι δραχμὰς 3,140,892.56. Εὐτυχῶς παύει κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἡ δόσις 529,611.07 τοῦ προσδιωρισμένου ποσοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ συμβιβασμοῦ ὑπὲρ τῶν δανειστῶν, καὶ οὕτως ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν τοῦ δημοσίου χρέους περιορισθήσεται κατὰ τὸ 1903 εἰς 2,611,281.50. Τὸ ποσὸν δυστυχῶς τοῦτο, ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος αὐτοῦ, ἐμβάλλει εἰς σοβαρὰς σκέψεις, καὶ ἤδη προβάλλεται τὸ ἐρώτημα, πῶς θὰ καλυφθῇ ἡ περιπλέον αὕτη δαπάνη; Αἱ δαπάναι, περὶ ὧν σᾶς ἀνέφερα ἤδη, δὲν περικόπτονται πλέον, διότι αἱ μὲν ἐγένοντο νόμος τοῦ Κράτους, αἱ δὲ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τῆς ὁδοποιΐας, τῆς γεωργίας εἶναι τόσον ἀπαραίτητοι, ὥστε δὲν ἐπιδέχονται πλέον ἐλάττωσιν. Ἐπίσης δὲν ἐπιδέχονται μείωσιν αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Τὸ ἅπαξ παραχωρηθὲν σχολεῖον εἶναι δῶρον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφαιρεῖται πλέον. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐλπίς, ἄνευ περικοπῆς τῶν δαπανῶν νὰ φθάσωμεν εἰς ἰσοζύγιον κατὰ τὸ 1903, μὲ ὅλην τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ δημοσίου χρέους; Λέγω ναί, ἂν οἱ κρατοῦντες τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους διατελοῦν ἐν ἐπιγνώσει τῆς ἀληθοῦς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἂν ἐννοήσουν, ὅτι πᾶσα δαπάνη, ἥτις, καίτοι ὠφέλιμος, δύναται ν’ ἀναβληθῇ, ὀφείλει ν’ ἀναβληθῇ, μέχρις στερεώσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, καὶ οὕτως ἔχωσιν ὡς κύριον αὑτῶν μέλημα, τίνι τρόπῳ θ’ ἀφήσωσιν ἐκ τῶν χορηγουμένων αὐτοῖς παρὰ τῆς Βουλῆς πιστώσεων ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας ἀδιαθέτους. Λέγω ναί, ἂν κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων φανῶσι δίκαιοι μέν, ἀλλ’ αὐστηροὶ καὶ ἀμερόληπτοι. Κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι ἄνευ πιέσεως, ἀλλὰ διὰ τῆς εἰλικρινοῦς καὶ ἀνενδότου ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος ὑπὸ ὑπαλλήλων, οἵτινες ὡς κύριον προσὸν καὶ μέσον προαγωγῆς θὰ ἔχουν τὴν ἄμεμπτον αὑτῶν διαγωγήν, θὰ ἴδωμεν τὰς εἰσπράξεις ἡμῶν αὐξανομένας, ἄνευ αὐξήσεως τῶν δαπανῶν. Ἂς παύσωμεν νὰ ζητῶμεν παρὰ τῶν κυβερνώντων νὰ ἐκτελῶσι θαύματα, ὡς διὰ μαγικῶν ῥάβδων, θαύματα, ἃ ἡ φαντασία καὶ ὁ πόθος, ὃν πάντες ἔχομεν, νὰ ἴδωμεν βελτιούμενα τὰ κοινά, ἀπαιτοῦσι μέχρι τοῦδε παρ’ αὐτῶν· ἂς παύσωμεν νὰ ὠθῶμεν αὐτοὺς εἰς ῥιζικὰς καὶ σπασμωδικὰς μεταρρυθμίσεις, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι τὸ ἄγνωστον θὰ ἦναι καλλίτερον τοῦ γνωστοῦ. Ἂς ζητῶμεν παρ’ αὐτῶν νὰ ἦναι ἄγρυπνοι φύλακες τῶν νόμων, ἄγρυπνοι προστάται τῶν κοινῶν συμφερόντων, ἰδίως τῆς ἀσφαλείας τῶν πολιτῶν, τῆς περιουσίας αὐτῶν, καὶ θὰ ἴδωμεν ἀμέσως τὴν γεωργίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν ἀναπτυσσομένας γοργῷ τῷ βήματι, καὶ ἀποδιδούσας πολλαπλασίονες τὰς εὐεργεσίας ταύτας διὰ τῆς ἀναπτύξεως αὐτῶν, ἥτις καὶ μόνη θὰ φέρῃ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ συναλλάγματος, καὶ ὡς τούτου τὴν ἀνακούφισιν τοῦ Κράτους ἐκ τῶν εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεων. Δὲν ἐννοοῦμεν διὰ τούτου, ὅτι θὰ ἦναι ταῦτα ἡ μόνη συνδρομή, ἣν θὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς σπουδαιοτέρους τούτους κλάδους τῆς παραγωγῆς τοῦ τόπου. Τὰ νομοσχέδια περὶ ἀγορᾶς καὶ διαθέσεως τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ, περὶ παραχωρήσεως τῶν πετρελαίων Ζακύνθου, περὶ σμύριδος, περὶ ἁλυκῶν, περὶ σιγαροποιΐας, καὶ μετ’ ὀλίγον περὶ τῆς διαθέσεως τῆς βαρυτίνης θέλουν ὑποβληθῆ εἰς τὴν ἔγκρισιν ὑμῶν καὶ θέλουν μεγάλως συντείνει εἰς τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Ἰδοὺ ἡ πολιτικὴ ἡμῶν.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 4–13).

§52Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἱ εἰδικοὶ νόμοι τῶν ἐτῶν 1888 καὶ 1893 προβλέπουσι περὶ κατασκευῆς τῶν λιμενικῶν καὶ ὑδραυλικῶν ἔργων Παμίσου. Διὰ τῶν νόμων τούτων καὶ μεταγενεστέρων ἐπεβλήθησαν ὡρισμένοι φόροι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐπὶ τῶν προϊόντων τῶν Καλαμῶν καὶ τῆς Μεσσήνης. Ὅτε οἱ νόμοι ἐψηφίζοντο, ἡ ἀσφάλεια περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων αὐτῶν ἦτο βεβαία, διότι τότε δὲν ὑπῆρχε ἄλλο μέσον ἐξαγωγῆς τῶν προϊόντων ἢ ἡ θάλασσα· ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἀνεπτύχθη ἡ συγκοινωνία, κατὰ μέγα μέρος τὰ προϊόντα τῆς εὐφόρου Μεσσηνίας μεταβιβάζονται εἰς ἄλλα μέρη διὰ τῆς σιδηροδρομικῆς ὁδοῦ. Οὕτω τὰ ἔσοδα τῶν λιμενικῶν φόρων ἠλαττώθησαν ἐπαισθητῶς, ἡ δὲ ἐκτέλεσις τῶν χρησιμωτάτων ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ εὐφόρῳ ἐκείνῃ χώρᾳ κατέστη ἐπισφαλὴς τόσον, ὥστε αἱ διαπραγματεύσεις, αἵτινες ἦσαν ἐκκρεμεῖς πρὸς σύναψιν δανείου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπὶ τῇ ἐγγυήσει τῶν εἰδικῶν τούτων φόρων, ἐναυάγησαν, διότι ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῶν εἰσπράξεων δὲν ἦτο εὔκολον νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ ζητούμενον δάνειον. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον, οὗτινος μόνος σκοπὸς εἶναι ἄνευ αὐξήσεως τῶν φόρων τῶν ἐπιβαλλομένων ἡ ἐξασφάλισις τοῦ φόρου τούτου. Ἐπεκτείνονται δηλονότι οἱ ἐπιβεβλημένοι φόροι εἰς τὰ προϊόντα καὶ ἐὰν κατὰ ξηρὰν διὰ τοῦ σιδηροδρόμου μεταβιβάζωνται ἐκ τοῦ τόπου ἐκείνου. Ὁ μόνος δὲ σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τοῦ Παμίσου.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 14).

§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ἧς εἶχε προκηρυχθῆ ἡ δημοπρασία πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑπολειπομένων ἔργων τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ πεδίου τοῦ Παμίσου. Προσέτι τὴν πληροφορίαν, πόσα ὑπῆρχον ἐν τῷ ταμείῳ τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ Παμίσου χρήματα, καθ’ ὃν χρόνον προεκηρύσσετο ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων.

§55Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τεῦχος τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως» μεθ’ ὅλων τῶν σχετικῶν ἐργασιῶν. Θὰ ἦναι μάταιον ν’ ἀπασχολήσω διὰ μακρῶν τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητήματος τοιούτου. Βεβαίως οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι ἡ ἀπηρχαιωμένη Πολιτικὴ Δικονομία τοῦ Μάουρερ δὲν ἀνταποκρίνεται πλέον, ὡς πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκτέλεσιν, οὔτε πρὸς τὰ νεώτερα πορίσματα τῆς ἐπιστήμης, οὔτε πρὸς τὴν πεῖραν καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν σημερινῶν συναλλαγῶν. Τὴν ἀνάγκην ταύτην κατεῖδεν ἀπὸ μακροῦ καὶ ἡ Βουλή, κατέστη δὲ ἀπαίτησις καὶ τῆς κοινῆς γνώμης, ὅπως μεταρρυθμισθῇ τέλος ἡ Πολιτικὴ Δικονομία, κατὰ τοῦτο τοὐλάχιστον τὸ τμῆμα αὐτῆς. Ἡ τιμὴ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐργασίας ταύτης ἀνήκει εἰς τὸν ἐκ Παρνασσίδος ἔντιμον Βουλευτήν, ὅστις, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἄλλοτε, συνέταξε νομοσχέδιον κατὰ τὸ 1892 περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως, ὅπερ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως πλήρους. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποβληθὲν δὲν κατώρθωσε νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁ τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς κ. Καράπαυλος ἐξηκολούθησε τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μέριμναν, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἕτερον νομοσχέδιον, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐξεπόνησεν ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Ψαρρᾶς, τοῦ ὁποίου τὸν πρόωρον θάνατον πάντες θρηνοῦμεν, καὶ περὶ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου πολλαὶ ἐγένοντο ἐργασίαι, χωρίς, ἐννοεῖται, ἡ βάσις αὐτοῦ νὰ μεταρρυθμισθῇ, καὶ μόνον διὰ συμπληρώσεων ἐπιχειρηθείσης τῆς βελτιώσεως αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρεπέμφθη εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία, εἰσηγουμένου τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νῦν Ὑπουργοῦ, ὑπέβαλε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον ἐπεξειργασμένον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς νομίζει, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὰ ἀνώτερα πορίσματα τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας, καὶ τοῦτο υἱοθετεῖ· εἰς τὴν λελογισμένην δὲ συζήτησιν ὑμῶν ἐναπολείπεται, ἵνα καταστῇ τελειότερον. Τὸ τεῦχος, ὅπερ καταθέτω σήμερον, περιλαμβάνει, Κύριοι, εἰσήγησιν ἐμὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως, ἔκθεσιν καὶ νομοσχέδιον καθυποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Καραπαύλου, ἔκθεσιν καὶ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ἔκθεσιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔκθεσιν τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας, ἔκθεσιν τοῦ ἐφέτου Πατρῶν κ. Α. Ἀντωνοπούλου, γνωμοδότησιν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν, καὶ τέλος ἔκθεσιν καὶ νομοσχέδιον τοῦ νομικοῦ τμήματος τοῦ Συλλόγου «Παρνασσοῦ.» Ταῦτά εἰσι τὰ ἐφόδια, τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν ἦναι ἄφθονα καὶ πλήρη, εἶναι ὅμως ἐπαρκῆ, ὅπως πείσωσιν ὑμᾶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἤδη ὥριμον πρὸς ἐπιψήφισιν. Πέποιθα δέ, ὅτι ἡ Βουλὴ μεταξὺ τῶν πρώτων νομοσχεδίων θέλει ἐπιληφθῆ καὶ τῆς ψηφίσεως τούτου, ἵνα καταστήσωμεν αὐτὸ νόμον τοῦ Κράτους, γινόμενοι οὕτω διὰ τῆς πράξεως ἡμῶν ταύτης ἀληθεῖς ἑρμηνευταὶ τῆς γνώμης καὶ τῆς βουλήσεως ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 15).

§57Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ν’ ἀναγραφῇ, παρακαλῶ, μεταξὺ τῶν πρώτων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§58Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ προκάτοχος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς κ. Στάης διὰ δύο Β. Διαταγμάτων ἵδρυσεν Ἐμπορικὰς Σχολὰς ἐν Πάτραις καὶ Ἀθήναις. Εἶχε παρασκευασθῆ καὶ ἐγὼ εὗρον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἕτοιμον νομοσχέδιον περὶ τῆς διὰ νόμου ἐνισχύσεως τῶν Σχολῶν τούτων, διότι ὑπῆρξεν ἀμφιβολία, ἐὰν ἤρκει ἁπλῶς Βασιλικὸν Διάταγμα. Ἦτο ἀνάγκη βεβαίως κατεπείγουσα, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀνέλαβε νὰ πληρώσῃ μεγάλην πραγματικῶς ἀνάγκην ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει. Μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, ἣν ἔλαβον αἱ φυσικαὶ καὶ πρακτικαὶ ἐπιστῆμαι καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην ἀπὸ καιροῦ ἤδη, ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ μόρφωσις καὶ διαπαιδαγώγησις ἐν τῷ ἐμπορικῷ κλάδῳ διὰ διδασκαλίας θεωρητικῆς τε καὶ πρακτικῆς. Ὡς εἰς τὴν γεωργίαν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ἱδρυθῇ κατωτέρα, μέση καὶ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις, ὅπως καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐπιστήμας ἀπαιτεῖται θεωρητικὴ μόρφωσις, ὅπως π. χ. εἰς τὴν ἰατρικὴν δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ κλινικὴ, ἀλλὰ προσαπαιτοῦνται καὶ γνώσεις θεωρητικαὶ, οὕτω καὶ διὰ τὴν ἐμπορίαν. Ἡ ἐμπορία εἶναι ἐπιστήμη. Αἱ εὐρωπαϊκαὶ γλῶσσαι, αἵτινες σήμερον κατήντησαν, ἕνεκα τῆς μεγάλης συγκοινωνίας καὶ ἐπιμιξίας, κοιναὶ, καὶ δι’ ὧν συνεννοοῦνται καὶ συναλλάσσονται οἱ ἐν τῇ ἐμπορίᾳ καταγινόμενοι, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη βεβαίως συστηματικῶς νὰ διδάσκωνται καὶ ἐν Ἑλλάδι. Οὐ μόνον δὲ αἱ γλῶσσαι, ἀλλὰ καὶ ἡ φυσικὴ, ἡ γεωργία καὶ ἡ χημεία καὶ πρακτικῶς καὶ θεωρητικῶς, ὡς καὶ ἄλλα μαθήματά εἰσι χρήσιμα σήμερον καὶ ἀπαραίτητα διὰ τὸ ἐμπόριον, ἵνα ἔχωμεν ἐμπόρους οὐχὶ πρακτικῶς μόνον τελείους, ἀλλὰ καὶ θεωρητικῶς. Ἐν Ἑλλάδι δέ, ὅπου ὑπάρχει ἐμπορικὴ ἰδιοφυΐα, εἶναι ἀπαραίτητα τὰ στοιχεῖα ταῦτα ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς διεῖδε τὰς ἀνάγκας ταύτας καὶ ἔσπευσε διὰ Διαταγμάτων, καὶ ὤφειλε νὰ σπεύσῃ, εἰς τὴν ἵδρυσιν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις προτίθεται καὶ ἐν Σύρῳ καὶ ἐν Βόλῳ καὶ ἐν Καλάμαις καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ νὰ φροντίσῃ περὶ συστάσεως τοιούτων Σχολῶν, διότι ἡ ἀνάγκη ἐπιβάλλει τοῦτο, ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ οἰκονομικὰ μέσα τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν λῆψιν τοιούτων μέτρων. Διὰ τοῦτο ἀνεγράψαμεν κεφάλαιον ἐξόδων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μόνον 35,000 δραχμῶν, ἵνα θεραπεύσωμεν τὴν κατεπείγουσαν ἀνάγκην τῶν δύο Ἐμπορικῶν Σχολῶν Πατρῶν καὶ Ἀθηνῶν, αἱ ὁποῖαι ἤδη ἱδρύθησαν. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤθελον παρακαλέσει νὰ μελετήσητε, καὶ τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἴσως ἐγερθῆ ἐν τῇ συζητήσει, εἶναι, ἐὰν πρέπει τὸ Κράτος νὰ ἐπέρχηται ἀρωγόν, νὰ δαπανᾷ πρὸς ἵδρυσιν καὶ λειτουργίαν τοιούτων Σχολῶν, ἢ ἂν τοῦτο πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν μόνον πρωτοβουλίαν.

§59Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Κράτος, τὸ Κράτος.

§60Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐμελετήθη καὶ ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦτο, ἔκλινα δὲ καὶ ἐγὼ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐθεώρησεν, ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἐπέρχηται ἀρωγόν, διότι τοῦτο κατέχει πάντα τὰ μέσα, ὅπως συγκεντρώνῃ ἔκ τε τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς προόδου καὶ τὴν θεραπείαν τῶν ποικίλων ἀναγκῶν, αἵτινες ἐν τῇ προαγομένῃ ἐμπορίᾳ καὶ τῷ πολιτισμῷ ἀναφαίνονται. Παρὰ τῇ ἀντιλήψει τοῦ Κράτους ἀναμφισβητήτως, ὅπως συμβαίνει καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἐκπαίδευσιν, ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία δύναται νὰ παρεμβῇ καὶ νὰ ὠφελήσῃ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, ἐν γένει, τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους δηλαδὴ προστασίας ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν Σχολῶν, συνδέεται πρὸς τὴν ἀνάγκην Ὑπουργείου τῆς Βιομηχανίας καὶ Ἐμπορίας, διότι, διὰ νὰ ἔχωμεν σταθερὰν καὶ ἀποτελεσματικὴν τὴν ἐπίβλεψιν καὶ προστασίαν αὐτῶν, ἀναγκαία παρίσταται ἡ ὕπαρξις ἐπισήμου κέντρου, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ συρρέωσι πάντοθεν πᾶσαι αἱ γνώσεις καὶ πᾶσαι αἱ πληροφορίαι. Τοιοῦτον δὲ κέντρον εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐμπορίας. Δὲν πρέπει νὰ παραπονώμεθα, διότι βραδέως ἡμεῖς ἐπελήφθημεν τοιούτου θεσμοῦ· διότι, ἂν ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, παρατηροῦμεν, ὅτι ἀπὸ ὀλίγων μόλις ἐτῶν ἤρξατο καὶ ἐκεῖ ἡ εἰσαγωγὴ τοιούτων Σχολῶν. Ἀπὸ τοῦ 1886 καὶ ἐντεῦθεν βλέπομεν ἐν Ἰταλίᾳ δαπάνην ἀναγραφομένην διὰ τὴν ἵδρυσιν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, καὶ ἐνῷ πρὸ ὀλίγου δὲν ὑπῆρχον σχεδὸν Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ ἐν Ἰταλίᾳ, σήμερον βλέπομεν λειτουργούσας ἐν αὐτῇ πλέον τῶν διακοσίων, ὑπὸ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Κράτους, ἐνῷ ἰδιωτικαὶ εἶναι πλέον τῶν τετρακοσίων. Εἰς τὸ Βέλγιον ἐπίσης. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν κυριαρχεῖ ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία, καὶ τὸ Κράτος δὲν παρεμβαίνει ἐκεῖ, διότι ἄλλο σύστημα καὶ ἄλλα ἔθιμα ἐπικρατοῦσι. Παρακολουθοῦντες ἡμεῖς τὰ γενόμενα ἐν Ἰταλίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ καὶ Βελγίῳ, θέλομεν ὑποστηρίξει τὴν ἵδρυσιν τοιούτων Σχολῶν. Ἐπειδὴ δὲ λειτουργοῦσιν ἤδη αἱ δύο Σχολαὶ Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν, καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀνατραπῇ ἔργον τοσούτῳ σπουδαῖον, παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἵνα γένηται ταχέως νόμος τοῦ Κράτους, διότι τότε, ἐνθαρρυνόμενοι ἐκ τῆς ἐπιτυχίας τῶν Σχολῶν τούτων, θὰ φροντίσωμεν περὶ ἱδρύσεως καὶ ἀλλαχοῦ ἄλλων ὁμοίων Σχολῶν. Θὰ ἐκπληρώσωμεν τοιουτοτρόπως καθῆκον μέγιστον πρὸς τὴν ἡμετέραν χώραν.

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 16).

§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ἁρμόζει εἰς τὸ Κράτος ἢ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν ἡ πρόνοια περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα τῆς ὥρας ταύτης. Θέλομεν ὁμιλήσει περὶ αὐτοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο κρίνηται ἀναγκαῖον νὰ γένηται, πρέπει νὰ γένηται συνταγματικῶς, ἐρρύθμως καὶ κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, διατὶ δὲν συνεστήθησαν αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ διὰ νόμων, ἀλλὰ συνεστήθησαν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων· διότι οὕτω δὲν συνεστήθησαν νομίμως, ἀνέλαβε δὲ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τὴν ἐκτέλεσιν μέτρου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπετρέπετο εἰς αὐτὴν, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ καταθέσητε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνεστήθησαν αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαί.

§63Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὅταν ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως, δυνάμεθα νὰ προσαγάγωμεν πᾶσαν πληροφορίαν καὶ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε.

§64Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀνεύρῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία εἶχε γείνῃ ἐπὶ τῆς πρώτης Κυβερνήσεως τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ, κατὰ τὸ 1897–1898, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Εἶχε συστηθῆ ἐπιτροπὴ, ἥτις κατήρτισε καὶ πρόγραμμα μαθημάτων, ἀλλὰ δὲν ἔχω τὰ σχετικὰ διὰ νὰ γνωρίζω ἀκριβῶς τί ἀπεφασίσθη. Τὸ πόρισμα δὲ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης τὸ Ὑπουργεῖον εἶχεν ὑποβάλει καὶ ζητήσει γνώμας ἀπὸ διαφόρους ἐμπόρους ἔκ τε τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Νομίζω, ὅτι καὶ ἐκεῖνο δύναται νὰ παράσχῃ συνδρομὴν εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότατον. Εἶναι δὲ σπουδαιότατον, διότι ἡ δυσχέρεια τῆς λειτουργίας πολλῶν Σχολῶν, ὅσας ἐπιθυμεῖ, καὶ ὀρθῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ συστήσῃ, δὲν ἔγκειται μόνον εἰς τὴν ἔλλειψιν τῶν μέσων, ἀλλ’ ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς παρ’ ἡμῖν ἐκπαιδεύσεως, μὴ παρεχούσης τὰ ἀναγκαῖα πρόσωπα πρὸς ἵδρυσιν τοιούτων Σχολῶν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παρακαλῶ νὰ προσκομίσῃ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, ἐξ ὧν θὰ φανῇ, ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης εἶχε γείνῃ σκέψις καὶ ἐργασία περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ νὰ ἔχῃ καὶ πρὸς ἐκεῖνον τὸν Ὑπουργὸν εὐγνωμοσύνην, ὅσην καὶ πρὸς τὸν προκάτοχόν του.

§65ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ Β. Διατάγματα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἵδρυσιν, τὴν λειτουργίαν καὶ τὴν συντήρησιν τῶν δύο δημοσίων Ἐμπορικῶν Σχολῶν.

§66Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Κατὰ τὴν προτελευταίαν Σύνοδον ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον, κυροῦντα τὴν σύμβασιν τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο Τραπεζῶν Ἠπειροθεσσαλίας καὶ Ἐθνικῆς. Ἐν τῇ κυρωθείσῃ ταύτῃ συμβάσει ὑπῆρχεν ὅρος, δι’ οὗ καθιεροῦτο ἡ ἄρσις τῆς ἀλληλεγγυότητος τῶν ὀφειλετῶν χωρικῶν τριῶν μεγάλων χωρίων, Κομποτίου, Πέτα καὶ ἐπάνω Πέτα· ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὅρου τούτου ἀπέβη ἀδύνατος, διότι, ἵνα συνταχθῶσιν ἐπίσημα συμβόλαια διανομῆς τοῦ χρέους καὶ κατανομῆς τῶν κτημάτων, ἔδει νὰ μετάσχωσιν αὐτῶν πάντες οἱ ἐξ ἀδιαιρέτου συγκύριοι καὶ ὀφειλέται χωρικοί, ὅπερ ἀδύνατον, διότι πολλοὶ ἀπέθανον, ἄλλοι δὲ ἀπουσιάζουσιν, ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἀνήλικα, δι’ ἃ ἀπαιτοῦνται συγγενικὰ συμβούλια. Τὴν ἄρσιν τῶν δυσκολιῶν τούτων σκοπεῖ τὸ κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον εἰς πρώτην συζήτησιν ψηφισθὲν νομοσχέδιον, ὅπερ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγγράψῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀμέσως μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγορᾶς τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ.

§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθὴ, καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ, ὅπως ὑποβληθῇ ἐκ νέου τὸ κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ψηφισθὲν νομοσχέδιον, ὅπερ οὐδεμίαν δυσκολίαν παρουσιάζει, διότι πρόκειται περὶ διευκολύνσεως εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἰσχυόντων νόμων.

§68ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐφρόνουν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἤθελον ἀπαλλαγῆ τοῦ ὄντος θλιβεροῦ καθήκοντος νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπόθεσιν λειτουργοῦ τῆς Θέμιδος, ἡ ὁποία καταισχύνει τὸν ἄνθρωπον ἐκτυλισσομένη· ἐφρόνουν, λέγω, ὅτι ἤθελον ἀποφύγει τὴν ἐνόχλησιν ταύτην, διότι ἐπίστευον, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μόλις ἐλάμβανε γνῶσιν τῶν διαπραττομένων παρὰ τοῦ εἰρημένου λειτουργοῦ, ἤθελε μεριμνήσει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἀλλὰ δυστυχῶς, καίτοι παρῆλθον δύο μῆνες, ἀφ’ ἧς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε γνῶσιν τῶν ἐν Τριπόλει γιγνομένων παρὰ τοῦ αὐτόθι Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν, — διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται, — οὐδὲν ἔλαβε μέτρον. Τοὐναντίον ὁ Εἰσαγγελεὺς οὗτος ἀσχολεῖται — λαμβάνων προτροπὰς, δὲν ἠξεύρω πόθεν, — εἰς τὴν ἐνέργειαν ὄχι τῶν καθηκόντων του, ἀλλὰ καθηκόντων τοιαύτης φύσεως, διὰ τὰ ὁποῖα, ὅταν μάθῃ ταῦτα ἡ Βουλὴ, θέλει φρίξει. Ἐπληροφορήθην, ὅτι πρὸ 15 ἢ 20 ἡμερῶν μετέβη ἐπὶ τόπου ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, διότι, ὡς ἔμαθον, καὶ ῥητὴ καταγγελία ἐνεχειρίσθη κατὰ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Εἰσαγγελέως εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἐὰν δὲν πλανῶμαι, τοιαύτη ἐστάλη καὶ πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τῆς ὁποίας καταγγελίας ῥηταὶ πράξεις ἐγκληματικαὶ ἀπεδίδοντο εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἐκεῖνον. Συνεπείᾳ τῆς μηνύσεως ταύτης μετέβη ἐπὶ τόπου ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐνήργησε πράγματι ἀνάκρισιν, καὶ ἐὰν συνεπείᾳ ταύτης συνέταξεν ἔκθεσιν καὶ ὑπέβαλε τοιαύτην εἰς τὸν κύριον Ὑπουργόν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν πράγματι ἀπεστάλη ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν εἰς Τρίπολιν πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων διὰ τὰ κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν καταγγελλόμενα, ἐὰν ἐνήργησεν ἀνακρίσεις, καὶ ποίου εἴδους ἀνακρίσεις ἐνήργησεν, ἐὰν συνέταξεν ἔκθεσιν, καὶ ἐὰν ὑπέβαλε τοιαύτην πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργόν. Παρακαλῶ δὲ προσέτι νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί ἔπραξεν ἐπὶ πᾶσι τούτοις.

§69Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τῇ βάσει θρυλουμένων φημῶν βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνῃ μέτρα κατὰ λειτουργῶν τῆς Θέμιδος. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης εὑρίσκονται ἀληθῶς ἔγγραφά τινα σχετικὰ πρὸς τὸν λειτουργὸν τῆς Θέμιδος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλὰ βεβαίως ταῦτα δὲν ἐπιβάλλουσι τὴν λῆψιν μέτρων κατὰ τοῦ δικαστικοῦ τούτου προσώπου. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι μία ἔκθεσις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως τούτου, ὑπὸ τοῦ Μοιράρχου καὶ ὑπὸ τοῦ Νομάρχου· ἡ ἔκθεσις αὕτη βεβαίως δὲν ἐπιβάλλει τὴν λῆψιν μέτρων κατὰ τοῦ εἰρημένου Εἰσαγγελέως· τοὐναντίον ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης ἀποδεικνύεται, ὅτι κατά τινα ὡρισμένην πρᾶξιν, συμβᾶσαν πρὸ καιροῦ, κατὰ Ὀκτώβριον, νομίζω, ἐν Τριπόλει, ὁ Εἰσαγγελεὺς οὗτος ἐξεπλήρωσεν ἀμερολήπτως καὶ εὐόρκως τὸ καθῆκόν του. Εἶναι ἀληθές, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης μήνυσις κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Τριπόλει Πλημμελειοδικῶν ὑπό τινος πολίτου, τοῦ δικηγόρου κ. Καλούτση, νομίζω, καὶ τὴν μήνυσιν ταύτην, ὡς εἶχον καθῆκον, εὐθὺς διεβίβασα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἵνα ἐνεργήσῃ τὰ κατ’ αὐτόν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐνήργησεν ὅ,τι ἐνόμισεν ὅτι τῷ ἐπεβάλλετο νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ ὑπέβαλε τὴν σχετικὴν ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι καὶ ὀφείλω νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἡ Βουλὴ κρίνῃ ἐπ’ αὐτῶν. Ὅταν δὲ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν. Ἐὰν δ’ ἐκ τῆς συζητήσεως, λαμβανομένων πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τῶν ἐγγράφων, προκύψῃ ὄντως, ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὴ τῷ Ὑπουργῷ τῆς Δικαιοσύνης ἡ λῆψις μέτρων κατὰ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Εἰσαγγελέως, ἔστω βέβαιος ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι θὰ ληφθῶσι τοιαῦτα.

§70ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἐνόησα τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ὅτι συνετάχθη ἔκθεσις παρὰ τοῦ Μοιράρχου, τοῦ Νομάρχου καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ περὶ τίνος γεγονότος; τί ἀφεώρα τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη; — διότι τοιαύτη ἔκθεσις εἶναι ἄγνωστος εἰς ἐμέ, καὶ ἀφοῦ ἔχει ὑπογράψει ὁ ἴδιος Εἰσαγγελεύς, δὲν γνωρίζω τί πιστοποιεῖ. Ἐὰν πιστοποιῇ διαγωγὴν αὐτοῦ ἀρίστην, ἢ ἐὰν πιστοποιῇ ἄμεμπτον βίον, ἐὰν πιστοποιῇ ἠθικότητα αὐτοῦ καὶ ποίαν, νομίζω ὅτι πᾶς ἄλλος εἶναι ἁρμόδιος νὰ πιστοποιήσῃ ταῦτα παρὰ αὐτὸς οὗτος ὁ Εἰσαγγελεύς, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Εἶπε πρὸς τούτοις ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι εἰς τοὺς θρύλους δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ προσοχήν. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, θρῦλοι εἶναι, ὅταν Βουλευτής, καὶ δὴ φίλος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, μεταβαίνῃ παρ’ αὐτῷ καὶ ποιῆται παραστάσεις τοιαύτας καὶ δίδῃ πληροφορίας τοιαύτας; — διότι ἔχω πληροφορίας, ὅτι ἔντιμος συνάδελφος καὶ φίλος τοῦ Ὑπουργείου, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Βοζίκης, ἅμα τῇ εἰς τὴν ἀρχὴν ἀναρρήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρέστησεν εἰς αὐτὸν τὸ ποιὸν τοῦ Εἰσαγγελέως, περὶ οὗ πρόκειται, προσέθηκε μάλιστα, ἂν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι ἀληθεῖς, ὅτι ἡ διατήρησις αὐτοῦ ὡς Εἰσαγγελέως προξενεῖ καταισχύνην εἰς τὴν Δικαιοσύνην. — Δι’ αὐτὸ ἤθελον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας τὸ πρῶτον ἤδη ἐλάμβανε, δὲν ἐστηρίζοντο ἐπὶ θρύλων, ἀλλ’ ἐπὶ πληροφοριῶν βασίμων, ὡρισμένων, καὶ συνεπῶς νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποκαλέσῃ θρύλους τὰς παραστάσεις ἀξιοτίμου συναδέλφου, καὶ δὴ συναδέλφου φίλου.

§71Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Ἀλεξάκη, ὑπηνίξατο καὶ ἔγγραφόν τι, τὸ ὁποῖον συνετάχθη ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Τριπόλει Πλημμελειοδικῶν καὶ τοῦ Μοιράρχου διὰ τὰ συμβάντα τῆς 17 Ὀκτωβρίου ἐν τῷ Πταισματοδικείῳ Τριπόλεως, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα μετὰ τῆς ἐκθέσεως ταύτης ζητήσῃ καὶ προσαγάγῃ ἀντίγραφον τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ἀντεισαγγελέως τῶν ἐν Τριπόλει Πλημμελειοδικῶν, παρισταμένου ὡς δημοσίου κατηγόρου κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Πταισματοδικείου, καὶ ἀντίγραφον τοῦ πρακτικοῦ τοῦ Πταισματοδικείου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης. Ἐκεῖθεν, κύριε Ὑπουργέ, θέλετε πληροφορηθῆ, ὅτι πολλαπλᾶ ἐγκλήματα καὶ ἐπανειλημμέναι πλαστογραφίαι διεπράχθησαν εἰς μίαν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησαν ὄχι πολῖται, — διότι οἱ συμπολῖταί μου εἶναι φίλοι τῆς τάξεως, — ἀλλὰ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, καὶ τὴν ὁποίαν ἡ κεφαλὴ τοῦ ἐκεῖ Νομάρχου, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἦτο κεκρυμμένος μετὰ τῆς συζύγου του εἰς τὰ ἐνδότερα μέρη τοῦ Νομαρχιακοῦ καταστήματος, ἀνήγαγεν εἰς στάσιν.

§72Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀμπελοκτήμονες τοῦ δήμου Τυρνάβου μοὶ ἔπεμψαν ἀναφοράν, ὑπογεγραμμένην παρὰ 300 περίπου, καὶ κεκυρωμένην ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, ἀπευθυνομένην δὲ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ὁποίας αἰτοῦνται, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ πλήρης καταστροφὴ τῶν ἀμπέλων αὐτῶν, βεβαιωθεῖσα ἐπισήμως παρὰ τῶν ἀρχῶν ἐντολῇ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, πληροφορηθεῖσα τὰ τῆς καταστροφῆς τῶν ἀμπέλων αὐτῶν, διέταξεν, ὅπως ὁ Διευθυντὴς τῆς Σχολῆς τοῦ Ἀϊδινίου ἐξετάσῃ καὶ προτείνῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤθελε κρίνει συντελεστικὰ πρὸς θεραπείαν τῶν νόσων, αἱ ὁποῖαι ἐπεφάνησαν. Ὁ Διευθυντὴς τῆς Σχολῆς κύριος Γρηγοριάδης, μεταβὰς καὶ ἐπιθεωρήσας τὰς ἀμπέλους, συνέταξεν ἔκθεσιν, τῆς ὁποίας ἀντίγραφον ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς· ἡ ἔκθεσις δ’ αὕτη συμπεριελήφθη καὶ ἐν τῷ τεύχει, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἵνα μὴ ἀπασχολῶ ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν, ἀνακοινῶ περικοπάς τινας ἐξ αὐτῆς. (Ἀναγινώσκει τὰς περικοπάς). Τοιαύτη, Κύριοι, εἶναι ἡ καταστροφή, ἣν βεβαιοῖ ὁ Διευθυντὴς τῆς ἐν Ἀϊδινίῳ Γεωργικῆς Σχολῆς. Ὅτε πρό τινος καιροῦ ὑπέβαλον ἀντίγραφον τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Τυρνάβου πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, συνέστησα αὐτῷ, ὅπως εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρον πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν οὕτω δοκιμασθέντων καλλιεργητῶν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς μοὶ ἔφερε τὴν ἔνστασιν, ὅτι ὑπολογίζεται μέσος τις ὅρος διὰ τὰ ἄφορα ἔτη. Εἰς τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι, ὅταν μὲν ὑπάρξῃ ἀτυχία τις εἰς τὴν καλλιέργειαν, ἴσως μειοῦται διὰ τοῦ μέσου τούτου ὅρου ἡ ζημία· ἀλλ’ ἐνταῦθα ὑπάρχει τελεία καταστροφή, ὡς βεβαιοῖ ὁ εἰρημένος ἐπιθεωρητής, ὅστις γράφει, ὅτι ἡ ζημία εἶναι μεταξὺ 80 καὶ 90%. Ὥστε, προκειμένου περὶ τελείας καταστροφῆς τῶν ἀμπελοκτημόνων, δὲν χωρεῖ πλέον μέσος ὅρος. Διὰ τοῦτο, ὑποβάλλων τὴν ἀναφορὰν ταύτην τῶν ἀμπελοκτημόνων Τυρνάβου, μετὰ τοῦ ἀντιγράφου τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, προνοοῦν περὶ τῆς τοιαύτης καταστάσεως, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου οἱ οὕτω δοκιμασθέντες. Βεβαίως θὰ ἀντιταχθῇ, ὅτι πολλοὶ θέλουσιν ἐγερθῆ ἐκ τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν, ἵνα ζητήσωσι παρομοίαν ἀπαλλαγήν. Ἀλλὰ πρὸς ἀποτροπὴν τούτου δύναται νὰ ληφθῇ πρόνοια μόνον δι’ ἐκεῖνα τὰ μέρη, περὶ ὧν βεβαιοῦται ἡ καταστροφή, καὶ ἑπομένως νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον ὅπου αὕτη βεβαιοῦται. Ἄλλως ὡς βάσις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὁ ὑφιστάμενος νόμος, ὅστις ἐψηφίσθη διὰ τὸ παρελθόν. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ στρέψω τὸν λόγον πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, οὐχὶ ἵνα ὑποβάλω ἐπερώτησιν, ἢ νὰ ζητήσω πληροφορίας, ὡς συνηθίζεται, ἀλλὰ νὰ δώσω πληροφορίας, καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν σχετικὴν ἐνέργειαν. Πρόκειται περὶ εἰρηνοδίκου τινός, ὃν ὁ κύριος Ὑπουργὸς μετέθεσεν ἀπὸ τῆς ἰδικιτέρας αὐτοῦ ἐπαρχίας εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν. Ἴσως ἔπραξε τοῦτο, διότι, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, ὁ παπᾶς πρῶτον ηὐλόγησε τὰ γένεια του. Ἀλλὰ ἐὰν οὕτως ἔχῃ, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἠθέλησε ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν ἐπαρχίαν του ἀπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου τούτου, ἔπρεπε νὰ τὸν μεταθέσῃ εἰς ἄλλο Εἰρηνοδικεῖον, καὶ οὐχὶ ἐκεῖ, ὅπου ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπηρετήσῃ, ἤτοι εἰς τὸν δῆμον Ὀλύμπου, ἀφοῦ μάλιστα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας συνέχεια εἶναι ἡ παροῦσα, μετέθεσεν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ δήμου Ὀλύμπου, ὅπου ὑπηρέτει ἀπὸ τοῦ 1895, καὶ ὅπου πολλὰς ἔδωκεν ἀφορμὰς παραπόνων. Ἴσως ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἴπῃ, ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως, καὶ αὑτὸς οὕτως ἔκρινεν. Ἀλλ’ ἔδει νὰ γινώσκῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας φωτιζόμενος, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος τυγχάνει μεμνηστευμένος μετὰ θυγατρὸς κατοίκου τοῦ δήμου Τυρνάβου, τοῦ κ. Καμβουκίδου· ὡς μεμνηστευμένος δὲ, ἐὰν δὲν κωλύηται νὰ ὑπηρετῇ ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς κωλύεται, ὑφισταμένων τῶν λόγων, δι’ οὓς οἱ ἐλθόντες εἰς γάμον μετὰ θυγατρὸς ἐντοπίου κωλύονται νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν αὐτῷ, ἀκριβῶς διότι ἡ μνηστεία εἶναι ἀφορμὴ τοῦ στενωτέρου συνδέσμου σχέσεων πρὸς τὸν τόπον, καὶ διὰ τοῦτο ἔδει νὰ μὴ τοποθετήσῃ αὐτὸν ἐκεῖ.

§73ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πότε μετετέθη;

§74ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔκαμε καὶ ἕτερόν τι κακὸν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅστις, ἐνδιαφερόμενος μόνον διὰ τοὺς συμπολίτας του, μετέθεσε τοῦτον ἐκ Μηλεῶν· ἐπειδὴ ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος μετὰ τὴν στέψιν αὐτοῦ, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ κατὰ τὰς Ἀπόκρεω, δὲν δύναται νὰ μένῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τυρνάβου, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ἀναβάλῃ ταύτην, ὅπως παραμένῃ ἐκεῖ.

§75Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἀμπελοκτημόνων, τῶν ὁποίων ὁ καρπὸς κατεστράφη ἕνεκα τοῦ περονοσπόρου, πέρυσιν ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηλλάγησαν τοῦ φόρου μόνον αἱ ἐκ τοῦ περονοσπόρου καταστραφεῖσαι ἄμπελοι. Ἤδη παρόμοιον νομοσχέδιον πρέπει νὰ εἰσαχθῇ καὶ διὰ τὰς ἀμπέλους, αἵτινες ἔπαθον καταστροφὴν ἐξ ἄλλων νόσων ἢ αἰτιῶν· τοιαῦται δ’ εἶναι κυρίως αἱ τοῦ Τυρνάβου. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω δύο λέξεις περὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ εἰρηνοδίκου, ὅστις παρεστάθη, ὅτι ἀφῆκε κακὰς ἀναμνήσεις εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τυρνάβου, ὅπου ὑπηρέτησεν. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἐπαινέσω δημοσίᾳ δικαστικὸν ὑπάλληλον τῆς τάξεως τῶν εἰρηνοδικῶν, ὅστις, ἐπὶ ἓξ ἔτη ὑπηρετήσας ἐν Ραψάνῃ, ἀφῆκεν εἰς πάντας τὰς ἀρίστας τῶν ἀναμνήσεων. Ὁ κ. Τρίχας εἶναι δικηγόρος ἐκ Τρικκάλων διακεκριμένος, κάλλιστος δικαστὴς, κατὰ τοῦ ὁποίου οὐδὲν παράπονόν ποτε ἠγέρθη, διότι διαχειρίζεται καλῶς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, μὴ ἀναμιχθεὶς εἰς φατρίας καὶ κόμματα.

§76Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Εἶναι μεμνηστευμένος;

§77ΑΛΕΞ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι οὐδὲν παράπονον κατ’ αὐτοῦ ἠγέρθη ἐν Κισσῷ, ὅπου ὑπηρέτησε.

§78Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Κασσαβέτη εἶναι ἀρκετὰ σημαίνουσα, διότι ἀρκεῖ νὰ μάθητε, ὅτι ὁ κ. Τρίχας εἶναι μεμνηστευμένος μὲ τὴν πρώτην ἐξαδέλφην τοῦ κυρίου Καρτάλη.

§79Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδὲν παράπονον κατ’ αὐτοῦ ἠγέρθη οὔτε εἰς τὰς Μηλεὰς, ὅπου ὑπηρέτησε.

§80Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς Τυρνάβου, ὅτι μετετέθη ἐξ Ὀλύμπου διότι ἔδωσεν ἀφορμὴν παραπόνων. Μετετέθη ὅτε ἐγὼ ἔπαυσα συνεργαζόμενος μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ ἔκαμεν εἰσηγήσεις ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου, ἵνα φέρῃ εἰρηνοδίκην ἕνα, μὲ τὸν ὁποῖον συνδέεται στενώτατα, καὶ ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε κομματάρχης καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ πολιτικοῦ κόμματος τοῦ κ. Λιμπρίτου, καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐξεγερθῆ ὅλος ὁ κόσμος. Οἱ ἐπιστάται τοῦ χωρίου Πυργετοῦ, τῶν ὁποίων εἶναι γνωσταὶ αἱ κατὰ τῶν χωρικῶν ἐκκρεμεῖς εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ὀλύμπου διαφοραὶ, ἀποστέλλοντες τρυφερὰ γουρουνόπουλα εἰς τὸν εἰρηνοδίκην αὐτὸν, παρέλειπον νὰ πληρώσουν καὶ τὸν φόρον τῶν σφαζομένων ζῴων· ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου τούτου συνέταξε πρωτόκολλα κατ’ αὐτῶν, οὗτοι δὲ ἀνέκοψαν τὰ πρωτόκολλα ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου, καὶ ἐπρόκειτο αὐτὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἐστέλλοντο δωρεὰν τὰ γουρουνόπουλα, νὰ δικάσῃ! Περὶ τοιούτου εἰρηνοδίκου ἐπρόκειτο!

§81ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν κατηγγείλατε;

§82ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ καταγγελθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μνηστείαν τοῦ νῦν εἰρηνοδίκου κ. Τρίχα, δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως μετατεθῇ ἕνεκα ταύτης· διότι αὐτὸς δὲν ὑπηρετεῖ εἰς τὸν δῆμον Τυρνάβου, ὅπου κατοικεῖ ἡ οἰκογένεια τῆς μνηστῆς του, ἀλλ’ εἰς τοὺς δήμους Ὀλύμπου καὶ Γόννων, ὅπου ὁ πενθερὸς αὐτοῦ δὲν κατοικεῖ καὶ ὅστις δὲν ἀναμιγνύεται εἰς τὰ κόμματα.

§83Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ προλαλήσας νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔθιξα τὸ ζήτημα τῆς καλῆς ἢ κακῆς ὑπηρεσίας τοῦ εἰρηνοδίκου, περὶ οὗ ἔφερα τὸν λόγον· εἶπον μόνον, ὅτι αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως. Ἑπομένως, ἂν περὶ τοῦ εἰρηνοδίκου τούτου ἔχω γνώμην διάφορον ἐκείνης, ἣν ἔχει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει σημασίαν, διότι εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως. Ὡς πρὸς δὲ τὸν ἕτερον εἰρηνοδίκην, τὸν ἀπελθόντα, οὐδὲν ἔχω ἐνδιαφέρον. Ἂς ὁμολογήσῃ δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἐγὼ ὑπέβαλον πρὸς αὐτὸν συστάσεις ὑπὲρ τούτου. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο, ὅτι τὸ νὰ ἐπικαλεσθῇ μάρτυρας ὑπὲρ τῆς καλῆς ἀλλαχοῦ ὑπηρεσίας τοῦ εἰρηνοδίκου, οὗτινος τὴν ὑπεράσπισιν ἀνέλαβεν, ἀποδεικνύει, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ τοποθετήσας τὸν εἰρηνοδίκην τοῦτον ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ ἐκείνῳ, διότι ἦτο ὀπαδὸς ὁ κ. Βουλευτὴς τῆς πρώην Κυβερνήσεως, καὶ σήμερον ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι εὐάρεστος τῇ νῦν Κυβερνήσει.

§84Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μετετέθη εἰς Τύρναβον ὑπηρεσιακῶς, χωρὶς ἐγὼ νὰ γνωρίζω τίποτε. Ἐφ’ ὅσον δ’ ἐγὼ ἤμην φίλος τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη, οὐδὲν ἐλέχθη περὶ αὐτοῦ· ἐν γένει δὲ δὲν ἀνεμίχθην εἰς τὴν τοποθέτησιν τῶν ὑπαλλήλων. Ἐφρόντισα βεβαίως νὰ ὑπάρχῃ εἰρηνοδίκης ἐν Τυρνάβῳ ἀμερόληπτος καὶ ἀδέκαστος, καὶ τοιοῦτος ὑπῆρξεν ὁ κ. Γαλανόπουλος, ἐκ τοῦ ὁποίου ὅλα τὰ κόμματα ἦσαν εὐχαριστημένα. Ὅτε δ’ ἔμαθον οἱ κάτοικοι, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ μετατεθῇ, ἔστειλαν πρὸς ἐμὲ ἔγγραφον μὲ ἑκατοντάδας ὑπογραφῶν, παρακαλοῦντές με νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ μετατεθῇ ἐκ Τυρνάβου ὁ εἰρηνοδίκης Γαλανόπουλος, καὶ ἔκαμα τὴν σύστασιν ταύτην, ἐκπληρῶν τὴν ἀπαίτησιν τῶν συμπολιτῶν μου, καὶ ἔμεινεν ὁ κ. Γαλανόπουλος ἐν Τυρνάβῳ.

§85Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ διαβεβαίωσις, ὅτι τῇ συστάσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ διωρίσθη εἰρηνοδίκης, εἶναι λίαν χαρακτηριστική.

§86Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαῦται συστάσεις ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης τιμῶσι τοὺς ποιουμένους αὐτάς.

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.

§88Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν πολιτικήν, ὑπεσχέθη διοίκησιν ἀγαθὴν καὶ ἀμερόληπτον. Δὲν ἔχω δικαίωμα ἀκόμη νὰ παρατηρήσω, ἂν αὕτη εἶναι τοιαύτη, ἢ ὄχι· Θὰ ἀνακοινώσω ὅμως εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἀπὸ τὴν Καστανιὰν τοῦ δήμου Καστορίας τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος, καὶ διὰ τῆς ὁποίας καταγγέλλεται ὁ ἐνωμοτάρχης ἀστυνόμος τοῦ δήμου ἐκείνου Γ. Σκαπέτος, ὅτι διαχειρίζεται τὴν ἐξουσίαν κατὰ τρόπον, ὅστις θὰ ἔχῃ ὡς ἐπακολούθημα νὰ προκαλέσῃ συμπλοκάς. Ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς ἦτο καὶ κατὰ τὸ 1890–1891 εἰς τὸν αὐτὸν δῆμον· τυγχάνει δὲ φίλος τοῦ δημάρχου Θεοφιλοπούλου, χάριν τοῦ ὁποίου, κατὰ τὴν ἐπιστολὴν, ὀργιάζει. Οἱ πολῖται τοῦ δήμου ἐκείνου ἀπηυθύνθησαν δι’ ἀναφορῶν καὶ τηλεγραφημάτων πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρὸς τὰς δικαστικὰς ἐκεῖ ἀρχὰς ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις, ἢ νὰ σταλῇ εἷς τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ἢ οἷος δήποτε ὑπάλληλος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ ἐξετάσῃ, ἂν τὰ καταγγελλόμενα εἶναι ἀληθῆ, τοὐναντίον ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς ἐνισχύεται διὰ δυνάμεως στρατιωτικῆς, τὴν ὁποίαν, ἐπαναλαμβάνω, ὡς καταγγέλλεται διὰ τῆς ἐπιστολῆς, διαχειρίζεται κατὰ τρόπον τοσοῦτον σκανδαλώδη, ὥστε ὁ γράφων μοὶ λέγει, ὅτι πολὺ φοβεῖται, ὅτι, πρὶν λάβω τὴν ἐπιστολήν του, ἴσως θὰ ἔχωσι συμβῆ αἱματηραὶ συγκρούσεις εἰς τὸν τόπον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρὸς αὐτὸν σταλεῖσαν ἀναφορὰν, καὶ νὰ ἐνεργήσῃ, ἐὰν νομίζῃ ὀρθὸν καὶ δίκαιον, τὴν ἐκεῖθεν μετάθεσιν τοῦ καταγγελλομένου ἐνωμοτάρχου. Ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐνωμοτάρχαι εἰς τὴν Ἑλλάδα, δυνάμενοι νὰ τοποθετηθῶσιν ἐκεῖ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καὶ ἀπαραίτητον εἰδικῶς ὁ κ. Σκαπέτος νὰ ἦναι πάντοτε καὶ σήμερον ἐκεῖ. Πρὸς δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμα λόγον, τηλεγραφήματα καὶ ἀναφορὰς, νὰ διατάξῃ δὲ τὰς διοικητικὰς καὶ δικαστικὰς ἀρχὰς τῆς Σπάρτης, ἵνα στείλωσιν εἰς αὐτὸν καὶ ἐκείνας τὰς ἀναφορὰς καὶ καταγγελίας, τὰς ὁποίας ἔχουσι περὶ τοῦ ἐνωμοτάρχου ἐκείνου, καὶ περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἐνέργειαν ἔκαμαν· ἔκαμαν μόνον μίαν, τὴν ὁποίαν σημειῶ, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ προσέξῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι, κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ γράφοντος τὴν ἐπιστολὴν, ἀνέφεραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλοῦσαι τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐκτοπίσῃ ἐκεῖθεν τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ἐνωμοτάρχην. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου, καὶ θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην εἰς πρώτην συνεδρίασιν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας.

§89Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως. Ἀληθῶς ἐλήφθησαν τοιαῦται παραστάσεις, ὅτι ὁ ἐκεῖ ἐνωμοτάρχης ὑπῆρξε τοιοῦτος καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1891, καὶ ὅτι δὲν ἔχει ἀφήσει καλὰς ἀναμνήσεις. Ἐδίστασα νὰ προβῶ ἀμέσως εἰς τὴν ἐκτόπισιν, ἐπὶ τῇ ἁπλῇ διαμαρτυρίᾳ Τζωρτζάκη τινὸς καὶ ἄλλων τινῶν, διότι ἀφ’ ἑτέρου ὑπῆρχε διαβεβαίωσις τοῦ Δημάρχου, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, εἶναι εἷς τῶν καλλιτέρων Δημάρχων, ὅσους ἐγνώρισά ποτε.

§90Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι εἷς τῶν καλλιτέρων Δημάρχων τοῦ Κράτους, ὅστις καὶ ἐξ ἰδίων δαπανᾷ. Δὲν εἶναι φίλος μου, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κ. Θεοφιλόπουλος εἶναι εἷς τῶν καλλιτέρων Δημάρχων τοῦ Κράτους.

§91Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Διὰ τοῦτο ἐδίστασα νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐκτόπισιν τοῦ ἐνωμοτάρχου. Οὐχ ἧττον ἐνόμισα καθῆκον, πρὸς ἄρσιν ὅλων αὐτῶν τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα πιθανὸν νὰ ἦναι καὶ εὔλογα καὶ νὰ γείνωσι καὶ ἀφορμὴ δυστυχημάτων, ὡς τηλεγραφεῖται, ἐνόμισα καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα Διάταγμα, ὅπως διορισθῇ ἐκεῖ ἀστυνόμος ἀξιωματικός· καὶ ἑπομένως τὸ πρᾶγμα θεραπεύεται, διότι θὰ ἐκτοπισθῇ τότε ὁ ἀστυνομεύων ἐνωμοτάρχης.

§92Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω τὸν Δήμαρχον· δὲν εἶπον τίποτε κατ’ αὐτοῦ, οὐδὲ ἐκφέρω γνώμην τινὰ κατ’ αὐτοῦ· ἀφοῦ μάλιστα τόσοι κύριοι τιμῶσιν αὐτὸν, καὶ ἐγὼ τιμῶ αὐτόν.

§93Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἔξοχος.

§94Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Δήμαρχος παρεισέφρησεν εἰς τὴν ὁμιλίαν ταύτην χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς λόγος. Τὸν ἐνωμοτάρχην τὸν γνωρίζω καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κύριος Τριανταφυλλᾶκος.

§95Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ὅτε ἐστάλησαν τὰ τηλεγραφήματα ὑπὸ τοῦ Τζωρτζάκη καὶ τῶν λοιπῶν, ἐστάλησαν ἀντίθετα ὑπὸ τοῦ Δημάρχου καὶ ἄλλων. Αὐτὴν τὴν σημασίαν ἔχει ἡ μνεία τοῦ Δημάρχου.

§96Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ καλά. Τὸν ἐνωμοτάρχην τὸν γνωρίζω καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐγὼ μὲν τὸν γνωρίζω, διότι εἶναι Καλάμιος, ἦτο δὲ καὶ εἰς τὸν δῆμόν μου, τὸν δῆμον Εὔας, ἀστυνόμος, καὶ γνωρίζω καὶ τὸν χαρακτῆρά του καὶ τὸν τρόπον τῆς ὑπ’ αὐτοῦ διαχειρίσεως τῆς ἐξουσίας· ὁ δὲ κύριος Τριανταφυλλᾶκος τὸν γνωρίζει ἴσως καλλίτερον, διότι τυγχάνει συγγενής του. Ἀφοῦ λοιπὸν γνωρίζομεν καὶ οἱ δύο ποῖον χαρακτῆρα ἔχει, δὲν εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ θὰ στείλῃ ἀξιωματικὸν ἀστυνόμον, νὰ στείλῃ καὶ ἐνωμοτάρχην ἄλλον;

§97Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὸ εἶπον.

§98Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν ἔχω τίποτε νὰ παραπονεθῶ.

§99Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας τὰς ἀναφερομένας ἐν τῇ σημειώσει ταύτῃ, ἣν θὰ καταθέσω. Πρόκειται περὶ ἑνὸς κτήματος, εἰς θέσιν Ζυγὸς ἢ Χύθη τῆς περιφερείας Ραπταίων τοῦ δήμου Στύρων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίδικον, καὶ ὁ ἕτερος τῶν διαδίκων κατώρθωσε, παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ ἀντιδίκου του, νὰ λάβῃ ἄδειαν ὑλοτομίας, λαβὼν δὲ τὴν ἄδειαν ταύτην, προέβη ἀμέσως εἰς τὴν ὑλοτομίαν καὶ ὑλοτόμησε μέχρι πρό τινων ἡμερῶν 4,000 ἀγριελαίας. Τοῦτο ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν ὁλοκλήρου τοῦ χωρίου καὶ τῶν πέριξ ἀκόμη χωρίων, διότι ἐκεῖ αἱ ἀγριελαῖαι θεωροῦνται ἱεραὶ, εἶναι δένδρον, τὸ ὁποῖον καλλιεργεῖται, διότι παρέχει εἰς τὸ μέλλον πρόσοδον, καὶ ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐστάλησαν διαμαρτυρίαι, διετάχθη δὲ ὁ δασάρχης Εὐβοίας καὶ μετέβη ἐπὶ τόπου. Ἔλαβον γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος, δι’ οὗ ὁ κ. δασάρχης ἀπήντησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐὰν οἱ δασάρχαι ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των καθ’ ὃν τρόπον τὸ ἐξεπλήρωσεν αὐτὸς, καλὸν εἶναι νὰ παύσωσι νὰ ὑπάρχωσι δασάρχαι, διότι, ἀντὶ νὰ ἦναι ἐπόπται δασῶν, γίνονται αὐτοὶ οὗτοι ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων καταστρέφονται τὰ δάση, καὶ καταστρέφονται δένδρα τόσον χρήσιμα, ὅσον ἡ ἀγριελαία. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ ἀμέσως τὴν ἀναστολὴν τῆς περαιτέρω ὑλοτομίας, ἐὰν πεισθῇ, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ πεισθῇ, ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἀτελοῦς τοῦ δασάρχου, ὅτι ἐκεῖ δὲν ὑλοτομοῦνται δένδρα ἄχρηστα, ἀλλ’ ὑλοτομοῦνται ἀγριελαῖαι, καὶ κατόπιν νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγγράφως ζητῶ.

§100Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, δυνάμει τίνος νόμου δαπανῶνται χρήματα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Πειραιῶς εἰς κατασκευὴν τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων. Νόμον τοιοῦτον ἐγὼ δὲν γνωρίζω ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, γνωρίζω δὲ, ὅτι ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος, ἀπαγορεύων τὴν διάθεσιν τῶν χρημάτων τῶν λιμενικῶν ταμείων εἰς ἄλλα ἔργα παρὰ τὰ λιμενικά. Δὲν ἀποδοκιμάζω τὴν δαπάνην χρημάτων ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου πρὸς κατασκευὴν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων, τόσον ἀναγκαίων διὰ τὸν Πειραιᾶ καὶ τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει, ἀπέναντι νόμου, ὅστις ἀπαγορεύει τὴν δαπάνην χρημάτων λιμενικῶν ταμείων εἰς μὴ λιμενικὰ ἔργα, νὰ ζητηθῇ πρὶν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ ἄδεια διὰ νόμου. Ἀπορῶ δὲ, πῶς τόσα μέχρι τοῦδε ἐδαπανήθησαν παρὰ τὸν νόμον, καὶ οὐδεμία ἠγέρθη διαμαρτυρία παρὰ τῶν δημοσίων ἀρχῶν, αἵτινες ἀναμιγνύονται εἰς τὴν δαπάνην ταύτην, ὅπως αἱ δαπάναι αὗται ἀνασταλῶσι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φανερώσῃ, ἂν ὑπάρχει τυχὸν ἄλλος νόμος, ἐπιτρέπων τὴν παρεκτροπὴν ταύτην. Ἄλλως εὑρισκόμεθα πρὸ παρανομίας καὶ καταχρήσεων, αἵτινες ἄδηλον ποῦ θὰ φθάσωσιν, ἂν ἐπιτραπῶσιν. Ἐκτὸς τούτου, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ κανονίσῃ ἐπὶ τὸ νομιμώτερον τὰ τῆς λεωφόρου τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ. Γνωστὸν, ὅτι δαπανῶνται χρήματα ἰδιωτικὰ πρὸς κατασκευὴν τῆς μεγάλης αὐτῆς λεωφόρου μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ παλαιοῦ Φαλήρου. Τί ὁδὸς ὅμως εἶναι αὕτη; Εἶναι ὁδὸς ἐθνική; εἶναι ὁδὸς δημοτική; εἶναι ἰδιωτική; Τοῦτο ἔχει σπουδαίας συνεπείας. Ἂν ἦναι ἐθνικὴ, ἀπαιτεῖται νόμος, καὶ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν δυνάμει τίνος νόμου ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἐθνικὴ ὁδὸς, καὶ ἀπαλλοτριοῦνται αἱ διάφοροι ἰδιοκτησίαι, διὰ τῶν ὁποίων ἡ ὁδὸς αὕτη διέρχεται. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζωμεν, τί ὁδὸς εἶναι αὕτη, διότι ὑπάρχει τὸ ζήτημα τῆς κατασκευῆς τῶν τεχνικῶν ἔργων καὶ τὸ ἔτι σπουδαιότερον, τῆς συντηρήσεως τῆς ὁδοῦ. Ἡ συντήρησις τῆς λεωφόρου αὐτῆς θ’ ἀπαιτῇ κατ’ ἔτος σπουδαίαν δαπάνην, ἣν πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις πρὶν τὴν ἀναλάβῃ. Ἄν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχει μῆκος περίπου 6,000 μέτρων καὶ 30 μέτρων πλάτος, δηλαδὴ περὶ τὰ 180,000 τετραγωνικὰ μέτρα ἐπιφάνειαν, καὶ λογίσητε πρὸς μίαν δραχμὴν τοὐλάχιστον τὴν ἐτησίαν συντήρησιν κατὰ μέτρον, διότι θὰ ἦναι καὶ δενδροφυτευμένη, θὰ ἔχωμεν κατ’ ἔτος δαπάνην συντηρήσεως 180,000 δραχμάς. Τὸ Δημόσιον ἀναλαμβάνει ἐν γνώσει τὰς δαπάνας αὐτὰς, ἢ τὰς ἀναλαμβάνει καὶ αὐτὰς ἡ περιουσία τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ; Τὰς ἀναλαμβάνουσιν οἱ βαρυνόμενοι ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ὁδῶν, δηλαδὴ ὁ δῆμος Ἀθηναίων, ἂν ἡ λεωφόρος ἦναι δημοτική; Τοιοῦτον ἔργον, συνεπαγόμενον τόσας ἀποζημιώσεις καὶ τόσας δαπάνας συντηρήσεως, καὶ προσέτι τὴν συνέπειαν τῆς καταργήσεως τῆς ὑπαρχούσης νῦν ἐθνικῆς ὁδοῦ, ἣν συντηρεῖ τὸ Κράτος, οὐ μόνον θὰ στερήσῃ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν μιᾶς ἐθνικῆς ὁδοῦ, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Δημόσιον ἀναγκαίως διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς νέας εἰς τὴν παλαιὰν καὶ μὲ δαπάνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι νόμιμον ἀπὸ πρὶν νὰ ἦναι ἐν γνώσει τῆς Βουλῆς. Ὅλα ταῦτα πιθανὸν νὰ μὴ ἔχωσιν ὡς τὰ παριστῶ, ἀλλὰ δὲν ἁμαρτάνω, φέρων εἰς τὴν Βουλὴν ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν εὔλογον τὴν ἀφορμὴν, διότι οὐδὲν γνωρίζω νομοθετικὸν μέτρον μὴ δικαιολογοῦν τοὺς φόβους, οὓς ἐξέθηκα. Τὸ Δημόσιον πρόκειται ν’ ἀναλάβῃ μεγάλα χρηματικὰ βάρη νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἄνευ νόμου. Πιθανὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ ἦναι τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνήμερος εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἀλλὰ δίδω ἀφορμὴν εἰς αὐτὸν νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὰς δεούσας πληροφορίας, καὶ εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν.

§101Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον λίαν προσεχῶς.

§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην συνδέεται καὶ ἐπιθυμία τις ἄλλη, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἤτοι νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φροντίσῃ νὰ προμηθευθῇ καὶ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Πειραιῶς δαπανηθέντων κατὰ τὰ ἔτη 1896–1901.

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κύριος Ραδινὸς ἔχει τὸν λόγον.

§104Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἐκπληρώσω καθῆκον ἐπιβαλλόμενον εἰς ἀντιπρόσωπον λαοῦ, ὅστις ἀπὸ τῆς προκειμένης συμβάσεως ἀναμένει νὰ ἴδῃ θραυόμενα τὰ δεσμά του. Ἔχω τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκφράσω ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ταύτης θέσεως τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ δουλοπαροίκου Θεσσαλικοῦ λαοῦ πρὸς τὸν μεγάτιμον ἄνδρα, ὅστις διὰ τῆς εὐγενοῦς καὶ γενναίας αὑτοῦ πράξεως δίδει τὴν πρώτην ὤθησιν πρὸς ἐπίλυσιν ζωτικωτάτου ζητήματος τῆς χώρας μας, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ὄχι μόνον ἡ ἀπελευθέρωσις τοῦ δούλου τούτου λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ εὐημερία ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ ἀναπτύξω ἐν ὀλίγοις τὴν ἀθλιεστάτην κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς ἐν Θεσσαλίᾳ. Τὰ αἴτια τῆς κακοδαιμονίας αὐτοῦ, τὰ ἐμπόδια, τὰ ἐπιπροσθοῦντα εἰς τὴν ἀνάπτυξίν του καὶ τὴν πρόοδόν του, εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῆς τῆς γεωργίας, ἡ ὁποία τυγχάνει ὁ μεγαλείτερος παράγων τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, εἶναι πολλά. Ἡ ἀμάθεια τοῦ Θεσσαλοῦ χωρικοῦ, ἡ ἔλλειψις παρ’ αὐτῷ πίστεως καὶ ἡ ὡς ἐκ ταύτης σπάνις τῶν κεφαλαίων καὶ ὑποδούλωσις αὐτοῦ τελείως εἰς τοὺς τοκογλύφους, ἡ ἔλλειψις πάσης ἀσφαλείας εἰς τοὺς ἀγροὺς, ὅπου αἱ ἀγροζημίαι, αἱ ζωοκλοπαὶ καὶ αὐταὶ αἱ ληστεῖαι διαπράττονται ἀσυστόλως ἐν μέσῃ ἡμέρᾳ, ἡ κάλυψις ἀπεράντων ἐκτάσεων ὑπὸ μονίμων ἑλῶν, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦσιν οὐχὶ μόνον ἀπὸ τῆς γεωργίας γαίας πρωτίστης ποιότητος, ἀλλὰ καὶ ἐξοστρακίζουσι τὴν ὑγείαν ἀπὸ τὰ πλεῖστα Θεσσαλικὰ χωρία, ἀποτελοῦσιν ἐν μικρογραφίᾳ τὰ κυριώτερα τῶν κακῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατατρύχονται οἱ Θεσσαλοὶ γεωργοί. Ἀλλὰ ταῦτα τὰ κακὰ, Κύριοι, εἶναι μηδὲν ἀπέναντι τοῦ μεγαλειτέρου, τῆς δουλείας, ὑπὸ τὴν ὁποίαν στενάζει ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς, ὁ στερούμενος τῆς ἐλευθερίας, πραγματικῶς μὴ εἰσέτι ἐλευθερωθείς. Δὲν θὰ ἐκθέσω ἐδῶ πρὸς ὑμᾶς σήμερον—διότι δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος—τὰ δεινὰ τοῦ πληθυσμοῦ τούτου. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἡ Θεσσαλικὴ γῆ δι’ ἀγώνων καὶ θυσιῶν αἵματος, μετὰ δύο ἐπαναστάσεις, προσηρτήθη εἰς τὴν μητέρα Ἑλλάδα, οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ διαδοχικῶς ἐποιήσαντο μνείαν τῆς ἀθλίας καταστάσεως τοῦ Θεσσαλοῦ γεωργοῦ. Ἐδόθη εἰς αὑτὸν μία ἀπέραντος ἔκτασις, ὅπως τὴν καλλιεργῇ καὶ τὴν ποτίζῃ διὰ τοῦ ἱδρῶτος τῆς ἐργασίας του, χωρὶς οὐδὲ σπιθαμὴν αὐτῆς νὰ ὁρίζῃ· ἐδόθη εἰς αὐτὸν μία ἀχυρόπλεκτος καλύβη, ὅπως κατοικῇ ἐν αὐτῇ, συναγελαζόμενος μὲ τοὺς ἀροτῆρας βόας του, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ, ἂν καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν θὰ ἔχῃ τὸ εὐτύχημα νὰ στεγασθῇ ὑπ’ αὐτὴν, τοῦ ἀφέντη εἰς πᾶσαν στιγμὴν δυναμένου νὰ τὸν ἐξώσῃ, καὶ χωρὶς ὁ δυστυχὴς γεωργὸς νὰ ἔχῃ οὐδὲ τὸ ἁπλούστατον δικαίωμα τῆς δι’ ἰδίων ἐξόδων ἐπισκευῆς, ὁσάκις ὁ βορρᾶς ἢ αἱ καταιγίδες ἢ αἱ συνεχεῖς βροχαὶ τῆς Θεσσαλίας καθιστῶσιν αὐτὴν ἀπροσπέλαστον καὶ εἰς τὰ ζῷα. Ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ προοδεύσῃ καὶ νὰ σκεφθῇ περὶ βελτίονος καλλιεργείας ὁ χωρικὸς οὗτος, ὁ τρέμων τὸν ἀφέντη, ὁ τυραννούμενος ὑπὸ τοῦ ἐπιστάτου, ὁ ληστευόμενος ὑπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ; Ἐὰν τοὐλάχιστον οἱ κύριοι ἰδιοκτῆται διέτριβον πλησίον τῶν κτημάτων των, ἐπιμελούμενοι τῆς καλλιεργείας αὐτῶν, βεβαίως τὰ ἀποτελέσματα τῆς τσιφλικοκρατίας δὲν θὰ ἦσαν τόσον ἐπαχθῆ. Ἐὰν π. χ. ὁ κ. Καραπᾶνος, ἢ ὁ κ. Δεληγεώργης, ἢ ἄλλοι, ἔχοντες κτήματα ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐπεσκέπτοντο συνεχῶς ταῦτα, βεβαίως οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἤθελον ἐπιτρέψει ἐνόχλησιν τῶν καλλιεργητῶν αὐτῶν. Ἐν ὅσῳ ὅμως μένουσιν οὗτοι μακρὰν, ἠρώτησάν ποτε, πῶς οἱ δυστυχεῖς οὗτοι διέρχονται, τὸν βίον, ὑπὸ τὸν τρόμον, τὸν ὁποῖον ἐμπνέουσιν εἰς αὐτοὺς οἱ ἐνοικιασταὶ καὶ οἱ ἐπιστάται; Τὴν ἀθλίαν ταύτην κατάστασιν ἡ προκειμένη σύμβασις πρόκειται νὰ μεταβάλῃ ῥιζηδόν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σκοπῇ, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, κανονίζον τὰ τῆς διανομῆς τῶν γαιῶν αὐτῶν εἰς τοὺς ἀκτήμονας χωρικούς. Ἐὰν δὲ πράγματι σκέπτηται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, — ὅπως ἐπιβάλλεται αὐτῇ ἐκ τοῦ συμφέροντος τῆς ἀναπτύξεως τῆς γεωργίας... (ἀνυπομονησίαι ἐν τῇ ἀριστερᾷ)

§105Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τῆς συμβάσεως;

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Δὲν ἠρώτησα ἀκόμη. Ὁμιλεῖ ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§107Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις.

§108Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὁλόκληρος ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε, συμφωνεῖ.

§109Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, εἶναι περιττοὶ οἱ λόγοι.

§110Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκλογικὰ προγράμματα θ’ ἀπαγγείλωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος;

§111Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ τὸ εἰσαγάγῃ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νὰ τὸ εἰσαγάγῃ πρῶτον ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὰς πρακτικὰς γνώμας καὶ τοῦ ἀγροικοτέρου καλλιεργητοῦ καὶ τοῦ μᾶλλον ἀσήμου ἰδιοκτήτου, ὅπως φωτισθῇ ἀπὸ τὴν πεῖραν αὐτοῦ, ὅπως διδαχθῇ ἀπὸ τὰ πορίσματα τῆς ἐν κοινῷ συζητήσεως. Ἡ μέθοδος ἡ συνήθης τῶν κατὰ παραγγελίαν εἰς τοὺς τμηματάρχας νομοσχεδίων πρέπει νὰ καταργηθῇ, προκειμένου νὰ ψηφισθῶσι νόμοι τηλικαύτης ἀξίας, οἵας θὰ ἦναι καὶ ὁ περὶ διανομῆς γαιῶν εἰς τοὺς ἐργάτας τῆς εὐημερίας τοῦ ἔθνους.

§112Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε προτείνετε ἀναβολήν;

§113Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἐνοήσατε περὶ τίνος ὁμιλῶ. Περαίνων ὅθεν, ἵνα μὴ ἀπασχολῶ ὑμᾶς περισσότερον, ἐκφράζω ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ταύτης θέσεως τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ δουλοπαροίκου Θεσσαλικοῦ λαοῦ πρὸς τὸν μεγάτιμον ἄνδρα Στεφάνοβικ Σκυλίτσην καὶ πρὸς τὴν προκάτοχον καὶ τὴν νῦν Κυβέρνησιν διὰ τὰς ἐνεργείας, ἃς κατέβαλον πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἀγορᾶς ταύτης· συγχρόνως δὲ ἐπερωτῶ τὸν ἁρμόδιον κύριον Ὑπουργόν, ἂν θὰ ὑποβάλῃ προσεχῶς νομοσχέδιον περὶ τῆς διανομῆς τῶν γαιῶν τούτων εἰς τοὺς ἀκτήμονας χωρικούς, καὶ ἂν θὰ συμπεριλάβῃ ἐν αὐτῷ καὶ τὰ Ζάππεια κτήματα.

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως αʹ) περὶ ἀγορᾶς τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κτημάτων τοῦ Ἰωάννου Στεφάνοβικ Σκυλίτση καὶ βʹ) περὶ δανείου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς πληρωμὴν τοῦ τιμήματος αὐτῶν.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).

§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ διασάφησίν τινα. Λέγει τὸ νομοσχέδιον: «ἐὰν ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ἐθίμων τούτων.» Ποῖα ἐννοεῖ; Ἐὰν ἀναφέρηται εἰς τὸ ἄρθρον 2, εἶναι ἡ μίσθωσις.

§117Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς γνωρίζετε, εἰς τὴν ὑπόλοιπον Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα ἔθιμα. Ἐνοικιάζει τὸ Δημόσιον τὰ κτήματά του κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ δὲν ὑπάρχει κανὲν ἔθιμον, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Τοὐναντίον ἐν Θεσσαλίᾳ σήμερον ὑπάρχουσι τοιαῦτα ἔθιμα· παραδείγματος χάριν τὸ νὰ παραχωρῇ ὁ ἰδιοκτήτης σπόρον οὐχὶ μόνον πρὸς καλλιέργειαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τροφὴν τῶν καλλιεργητῶν. Ταῦτα τὰ ἔθιμα δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ παρίδωμεν· τοὐλάχιστον κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη πρέπει νὰ τὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν.

§118Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 λέγει: «Ἐὰν ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ἐθίμων τούτων ἤθελεν ἀπαιτήσει πρόσληψιν προσωπικοῦ.» Τί ἔχει νὰ κάμῃ τὸ προσωπικὸν μὲ τὴν τροφὴν τῶν καλλιεργητῶν;

§119Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τίς θὰ φροντίζῃ διὰ τὴν διανομὴν τοῦ σπόρου; Δὲν χρειάζεται πρὸς τοῦτο προσωπικόν;

§120Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σχετικῶς μὲ ὅσα παρετηρήθησαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἐπέρχομαι ἐνισχύων τὰς παρατηρήσεις τὰς γενομένας. Τοῦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς καταχρήσεις. Δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐνοχλῶνται οἱ διάφοροι Ὑπουργοὶ καὶ αἱ ἀρχαὶ αἱ ἁρμόδιαι ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῶν κτημάτων αὐτῶν, ὅπως διορίζωσι τοὺς ὑπαλλήλους, ἢ παύωσι τοὺς ὑπάρχοντας. Τοῦτο δύναται νὰ ἔχῃ κακὰ ἀποτελέσματα καὶ ἐπὶ τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ δύναται ν’ ἀπορροφᾷ καὶ πολὺ μεγαλείτερον ποσὸν ἐκ τῶν εἰσοδημάτων ἢ ὅσον εἶναι πρέπον νὰ δαπανᾶται διὰ τὴν συντήρησιν τῶν κτημάτων. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ ἐν ἑπομένῃ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου νὰ εἰσαγάγῃ διάταξιν, δι’ ἧς, ὁσάκις τὸ Δημόσιον ἀπ’ εὐθείας διοικῇ τὰ κτήματα καὶ δὲν ἐνοικιάζῃ αὐτά, ὑποβάλλεται προϋπολογισμὸς ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ γεωργικοῦ ἔτους δι’ ἕκαστον τῶν χωρίων, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς ὑποβάλλεται οὐχὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐγκρίνεται ὑπ’ αὐτῆς, ἀλλ’ ὑποβάλλεται καὶ ἐγκρίνεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ δημοσιεύεται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, τί προϋπελογίσθη δι’ ἕκαστον χωρίον, καὶ ἕκαστος νὰ γνωρίζῃ τί καθαρὸν εἰσόδημα ἔχει τὸ Δημόσιον ἐξ αὐτῶν.

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν).

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἀντικειμένου, λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 καὶ 30′ μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9
2τῆς 28 Ἰανουαρίου 1902.
3(Δευτέρα).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 45′ μ. μ. ἀναγινώσκον-
5ται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμέ-
6νης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς
8Βουλῆς Ἐπιτροπὴ, ὅπως συνέλθῃ αὔριον τῇ 3 ὥρᾳ μ. μ.
9§2ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριε
10Πρόεδρε, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ παρακαλέσητε τὴν ἐπὶ τοῦ
11Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπὴν, ὅπως συνέλθῃ
12αὔριον κατὰ τὴν 3ην ὥραν μ. μ. καὶ προβῇ εἰς τὰς ἀρχαιρε-
13σίας της.
14§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
15τοῦ Κράτους Ἐπιτροπή, ὅπως συνέλθῃ αὔριον κατὰ τὴν 3ην
16ὥραν μ. μ.
17§4ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ εἰδοποιηθῶσι
18τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἡ εἰδοποίησις, ἡ γινομένη
19τώρα, δὲν εἶναι ἐπαρκής.
20§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ εἰδικῆς προσκλήσεως.
21§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
22Ἐπιτροπὴ φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ὑπέ-
23βαλε τὸ ψήφισμα, τὸ συνταχθὲν εἰς τοὺς Στύλους τοῦ Ὀλυμ-
24πίου Διὸς τῇ 12 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, διὰ τοῦ
25ὁποίου ἐκφράζουν εὐχὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ
26μέτρα πρὸς κατάσχεσιν τῶν μεταφράσεων τοῦ Εὐαγγελίου,
27παρακαλεῖται δὲ ἡ Βουλή, ὅπως ψηφίσῃ νομοθετήματα, ἀπα-
28γορεύοντα τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ τιμωροῦντα
29τοὺς μεταφραστάς, ἐκδότας καὶ πωλητὰς πάσης τοιαύτης
30μεταφράσεως· προσέτι δὲ νὰ ληφθῶσι μέτρα παρὰ τῆς Κυ-
31βερνήσεως πρὸς καταδίωξιν καὶ τιμωρίαν τῶν κακουργησάν-
32των κατὰ τοῦ λαοῦ κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον.
33§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν εἰσαχθεῖ-
34σαν ἀναφοράν, εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωμεν λεπτομερεστέραν
35τινὰ εἴδησιν τῶν γενομένων, μετὰ τὰ συμβάντα ταῦτα, διότι
36ὑπῆρξαν σημεῖα, τὰ ὁποῖα προσῆκον ἦτο νὰ ἐπιστήσωσι τὴν
37προσοχὴν τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας, δηλαδὴ τῆς ἀρχῆς
38ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶναι ἐντεταλμένη, ἵνα καταδιώκῃ τὰ ἐγ-
39κλήματα, ἐπίσης δὲ καὶ τῆς Διοικήσεως, δηλαδὴ τῆς ἀρχῆς
40ἐκείνης, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ ἐνασκῇ τὴν ἐπιτήρησιν, τὸν ἔλεγ-
41χον καὶ τὴν καταστολὴν τῶν διαφόρων ὀργάνων τῆς Διοι-
42κήσεως.
43Λοιπὸν νομίζω καλόν, νὰ εἰδοποιηθῇ πρῶτον ὁ κύριος
44Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν
45τὰς ἑπομένας πληροφορίας, νὰ καταθέσῃ δὲ καὶ ὅσα δύναται
46νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα.
47Καὶ πρῶτον, ἐὰν ἐδόθη ἐντολὴ εἰς δικαστικήν τινα ἀρ-
48χὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἢ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν
49Ἀθήναις Ἐφετῶν, ἢ ἐὰν ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχὴ ἄνευ ἐντο-
50λῆς προέβη εἰς ἐνέργειαν δικαστικῆς ἀνακρίσεως πρὸς ἐξα-
51κρίβωσιν τῶν διαπραχθέντων κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας κατὰ
52τῶν φοιτητῶν, δηλαδὴ πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν πυροβολησάντων
53κάτωθι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τῶν πυροβο-
54λισμῶν τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ὁ φόνος φοιτητῶν τοῦ Πανεπι-
55στημίου, καὶ τίνες ἦσαν οἱ φονευθέντες καὶ πληγωθέντες.
56Δεύτερον, τίνες ἦσαν οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονο-
57μικῶν συνηγμένοι, οἵτινες ἐπυροβόλησαν κατὰ τοῦ Ξενο-
58δοχείου τῶν «Ἀθηνῶν» καὶ κατὰ τῶν διαβατῶν, ἂν οἱ πυρο-
59βολήσαντες ἦσαν ὑπάλληλοι, τίνες ἦσαν οὗτοι κατ’ ὄνομα,
60κατὰ βαθμὸν καὶ ὑπηρεσίαν· ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι τὸ ἔργον
61τῶν ὑπαλλήλων νὰ πυροβολῶσι, τίς ἔδωκεν αὐτοῖς ἐντολὴν
62νὰ πυροβολῶσιν; Ἐὰν δὲ αὐτοὶ ἦναι ἁπλοῖ ἰδιῶται, τίς ἐπέ-
63τρεψεν εἰς αὐτοὺς νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰ-
64κονομικῶν; Ἂν τὰ ὅπλα ἦσαν συνηγμένα ἐν τῷ καταστή-
65ματι τοῦ Ὑπουργείου, τίς εἶχε συναγάγει αὐτά; ἢ ἕκαστος
66αὐτῶν ἔφερε τὰ ἑαυτοῦ ὅπλα; ἂν δὲ δὲν εἰσῆλθον ἐν τῷ
67Ὑπουργείῳ συνεπείᾳ ἐντολῆς, πῶς ἐπετράπη εἰς αὐτοὺς νὰ
68εἰσέλθωσι καὶ νὰ ῥίπτωσιν ὅπλα; Τίς εἰσήγαγεν αὐτοὺς;
69Τρίτον, νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ πληροφορήσῃ τὴν
70Βουλὴν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀνευρέθησαν
71οἱ πυροβολήσαντες καὶ φονεύσαντες τοὺς φοιτητάς, τίνες ἦσαν
72οὗτοι, ἐὰν ἡ δικαστικὴ καταδίωξις συνέλαβεν αὐτοὺς, καὶ
73ἐκράτησεν αὐτούς, ἢ ἀφῆκεν αὐτοὺς ἐλευθέρους, καὶ ἐν περι-
74πτώσει, καθ’ ἣν συνέλαβεν αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐκράτησεν ἢ ἐν
75προφυλακίσει ἢ ἐν ἀστυνομικῇ εἰκοσιτετραώρῳ κρατήσει,
76πῶς αὐτοὶ ἐξῆλθον τῶν φυλακῶν, καὶ μάλιστα πῶς ἐδρα-
77πέτευσαν, καὶ ποῖα καταδιωκτικὰ μέτρα ἐφηρμόσθησαν κατ’
78αὐτῶν, ποῖα δὲ τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν;
79Τέταρτον, ἀναγκαῖον εἶναι προσέτι νὰ πληροφορηθῶμεν,
80ἐὰν τὰ στρατιωτικὰ σώματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν τεταγμένα εἰς
81τὸ μέρος ἐκεῖνο πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, ἐὰν αὐτὰ εἶχον
82λάβει διαταγὴν νὰ πυροβολήσωσι, καὶ ἀπὸ τίνας διοικητὰς
83στρατιωτικῶν σωμάτων, τίνες δὲ ἦσαν οἱ διοικοῦντες τὰ
84σώματα ταῦτα καὶ διατάξαντες αὐτὰ νὰ πυροβολήσωσι.
85Πέμπτον, ἐὰν οἱ πυροβολισμοὶ τῶν στρατιωτικῶν σωμά-
86των, τὰ ὁποῖα ἦσαν τεταγμένα ἐκεῖ πρὸς τήρησιν τῆς τά-
87ξεως, ἦσαν ἔνσφαιροι ἢ ἄσφαιροι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἦσαν
88ἔνσφαιροι, τίς ὁ διατάξας τοὺς ἐνσφαίρους πυροβολισμούς· ἐὰν
89ἦσαν ἄσφαιροι, νὰ ἐξακριβωθῇ, τίς ὁ διατάξας τὰ ἄσφαιρα
90πυρὰ, καὶ τίς ὁ λόγος.
91Ἐπὶ πᾶσι, ποῖα διετάχθησαν μέτρα ὑπὸ τῆς Διοικήσεως
92πρὸς ἔλεγχον καὶ καταστολὴν τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως,
93τὰ ὁποῖα παρέλιπον τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα, καὶ τίνα ἦσαν
94αὐτὰ, ἢ τὰ ὁποῖα παρέβησαν τὰ καθήκοντά των ἢ παρεξ-
95ετράπησαν καὶ εἰς πράξεις ἐγκληματικάς.
96§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν διεβίβα-
97σεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἀναφορὰν ὑπηκόων Ἑλλή-
98νων, κατοικούντων ἐν Πρεβέζῃ, διαβιβασθεῖσαν εἰς τὸ Ὑ-
99πουργεῖον διὰ τοῦ ἐν Πρεβέζῃ Προξενείου, διὰ τῆς ὁποίας
100οἱ ἀναφερόμενοι παραπονοῦνται, ὅτι ἀδίκως ἐνεγράφησαν ἐν
101τῷ κληρωτικῷ πίνακι τῶν στρατευσίμων τοῦ δήμου Λευ-
102καδίων.
103§9ΓΕΡ. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ
104ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διὰ τῆς ὁποίας οἱ Ἕλληνες
105αὐτοὶ ὑπήκοοι δικαίως παραπονοῦνται, ὅτι βλάπτονται τὰ
106συμφέροντα αὐτῶν, διότι, χωρὶς νὰ τηρηθῶσιν αἱ δέουσαι δια-
107τυπώσεις, ἅμα τῇ πολιτογραφήσει αὐτῶν εἰς τὸν δῆμον
108Λευκαδίων ἐνεγράφησαν ἐν τῷ κληρωτικῷ πίνακι τῶν στρα-
109τευσίμων, ἀποκλειόμενοι οὕτω τῶν χορηγουμένων εἰς τοὺς
110κληρωτοὺς ὑπὸ τοῦ νόμου δικαιωμάτων· ζητοῦσι δὲ νὰ δια-
111ταχθῇ ἡ διαγραφὴ αὐτῶν ἐκ τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος, καὶ
112νὰ τηρηθῶσι πᾶσαι αἱ πρὸς πολιτογράφησιν καὶ κλήρωσιν
113αὐτῶν διατυπώσεις.
114Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ἀπευθύνουσι πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς
115τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, ἀπέστειλαν δὲ ὁμοίαν
116καὶ πρὸς ἐμέ.
117Φρονῶ ὅτι, προκειμένου περὶ ὑπηκόων Ἑλλήνων, ζώντων
118ἐν τῇ ξένῃ, δίκαιον εἶναι νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς προστασίαν
119αὐτῶν, ἵνα μὴ γεννᾶται εἰς αὐτοὺς ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἀδικοῦν-
120ται, ἀντὶ νὰ προστατεύωνται.
121Παρακαλῶ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους νὰ συστήσω-
122σιν εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ λάβωσιν ὑπὸ σοβαρὰν
123ἔποψιν τὸ γεγονὸς τοῦτο, καὶ φέρωσι νομοθετικὰ μέτρα πρὸς
124τροποποίησιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, αἵτινες δίδουσιν
125ἀφορμὴν εἰς τοιαῦτα ἀδικήματα.
126§10Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τοι-
127αύτη ἀναφορὰ δὲν περιῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
128τιωτικῶν. Παρακαλῶ δὲ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀποστείλῃ αὐ-
129τὴν, καὶ θὰ λάβωμεν πᾶν μέτρον ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον
130τῶν Στρατιωτικῶν.
131§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος διεβίβασε τὴν ἀναφοράν;
132§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι τὸ
133ἔγγραφον ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἦλθε διὰ τοῦ
134Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
135Ὁ βουλευτὴς Βάλτου κ. Στρᾶτος δι’ ἀναφορᾶς του ζη-
136τεῖ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐγγραφῇ συνδρομητὴς τῆς «περὶ ὀργα-
137νώσεως τοῦ στρατοῦ» συγγραφῆς του, τῆς ὁποίας αἱ εἰσ-
138πράξεις ἔχουσι προορισθῆ πρὸς ἵδρυσιν ἀναθηματικοῦ μνη-
139μείου ὑπὲρ τοῦ Φαβιέρου καὶ τῶν ἄλλων φιλελλήνων. Θὰ
140ἀποσταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Λογιστικοῦ.
141§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν
142Ἐσωτερικῶν.
143§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι τῶν χωρίων Μπάγιας, Βοτιδίου,
144Βόργιαννης καὶ Τσιοτιλίου τοῦ δήμου Φαρκαδῶνος διὰ τη-
145λεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν
146σύμβασιν περὶ ἀγορᾶς τῶν κτημάτων τοῦ Στεφάνοβικ Σκυ-
147λίτση.
148Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Τυρνάβου διὰ ψηφίσματός του
149παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀπαλλάξῃ τοὺς ἀμπελοκτήμο-
150νας τῆς περιφερείας του ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ ἐγγείου φόρου
151τῶν ἀμπέλων διὰ τὸ 1901.
152Ἔχομεν καὶ τηλεγράφημα περὶ τούτου τοῦ εἰρηνοδίκου
153Τυρνάβου, ἀγγέλλοντος, ὅτι τοιαύτη εὐχὴ διετυπώθη καὶ
154ἐν συλλαλητηρίῳ, συγκροτηθέντι ἐκεῖ χθές.
155§15Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους
156Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ κατα-
157θέσωσι τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχουσιν ἐκ τῶν ἀρχῶν Τριπόλεως
158περὶ τῆς ἐσοδείας τῶν ἀμπέλων Μαντινείας κατὰ τὸ παρελ-
159θὸν ἔτος, διότι πολλαὶ περιφέρειαι κατεστράφησαν ἐντελῶς,
160ἕνεκα δὲ τούτου συνέβη πρώτην φορὰν ἡ Τρίπολις νὰ εἰσαγά-
161γῃ ἐξ ἄλλων μερῶν 3 ἑκατομμύρια ὀκάδων οἴνου.
162§16ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε
163Πρόεδρε, αἱ ἐπερωτήσεις νὰ κατατίθενται ἐγγράφως.
164§17Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῆς εἰς τὰς ἀμπέλους τοῦ δή-
165μου Τυρνάβου ἐπελθούσης καταστροφῆς, ἰδίως ἐκ νόσου τινὸς
166αὐτῶν, ὑπάρχει καὶ ἔκθεσις τοῦ ἀποσταλέντος ἐκεῖσε γεω-
167πόνου, ἐξ ἧς καταφαίνεται, ὅτι οὐδεμία ἐσοδεία ἐγένετο,
168καὶ τὰ εἰσοδήματα δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὰς δαπάνας.
169§18Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ ἐν Τρικκάλοις ἡ αὐτὴ νόσος
170ἐνέσκηψεν, ἐγένετο δὲ ἐκεῖ καὶ συλλαλητήριον, καὶ ἔλαβον
171τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον καταθέτω, καὶ παρακαλῶ νὰ σταλῇ
172εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
173§19Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δηλῶ εἰς
174τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔδωκα διαταγὰς νὰ συγκεντρωθῶσιν ὅλα
175τὰ στοιχεῖα ἐκ τῶν μερῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ζημίαι,
176ἵνα μελετήσωμεν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πράγματι εἶναι ἄξιον
177μελέτης. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τῆς μελέτης ταύτης θ’ ἀναγ-
178γείλω εἰς τὴν Βουλὴν.
179§20ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Καὶ ἐν Καλαμπάκᾳ ἐγένετο συλλαλη-
180τήριον, καὶ ἔχω καὶ ἀναφορὰν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου
181Καστανέας, ἣν καὶ καταθέτω.
182§21Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρις οὗ προσκομισθῶσιν αἱ πλη-
183ροφορίαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, θὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν
184τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς βεβαιώσεως
185καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου.
186§22Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὰ
187μέρη, ὅπου εἶναι βεβαιωμένη ἡ δυστυχία, τὸ Ὑπουργεῖον
188παρήγγειλε νὰ μὴ ἀσκηθῇ πίεσις κατὰ τῶν φορολογουμένων.
189§23ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν κάμνω διάκρισιν τῶν δια-
190μερισμάτων, ἀλλὰ παρακαλῶ μόνον, ὅσα μέρη εἶναι ἀπαλ-
191λακτέα, ἐκεῖ ν’ ἀπαλλάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοὺς κατοίκους
192ἀπὸ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων.
193§24Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι πρὸ πάντων ἐν-
194διαφέρει νὰ μάθωμεν, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δη-
195λώσῃ, εἶναι, ἂν σκοπῇ νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον περὶ στρεμ-
196ματικῆς φορολογίας, διότι ὁ νόμος, ὃν ἐψηφίσαμεν, ἀπέτυχε,
197καὶ τοῦτο εἶναι πανθομολογούμενον.
198§25ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐλαττώματα τοῦ νόμου νὰ δι-
199ορθωθῶσι.
200§26Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ
201τούτων θὰ ὁμιλήσω.
202§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γεωκτήμονες τοῦ νομοῦ Λαρίσης, κατα-
203στραφέντες κατὰ τὸν πόλεμον, παρακαλοῦσι διὰ τηλεγρα-
204φήματός των τὴν Βουλὴν νὰ διαταχθῇ ἡ ἀναστολὴ τῆς εἰσ-
205πράξεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν μέχρι τοῦ
206προσεχοῦς Αὐγούστου.
207Ἐπίσης ἀμπελοκτήμονες τοῦ δήμου Νεβρουπόλεως ζη-
208τοῦσι νὰ μειωθῇ ὁ στρεμματικὸς φόρος τῶν ἀμπέλων.
209Μηχανικοὶ καὶ μηχανουργοὶ Πειραιῶς δι’ ἀναφορᾶς των
210παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ τροποποιήσῃ τὸν νόμον περὶ
211μηχανικῶν τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων, ὅστις παραβλάπτει
212τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα.
213Τὸ Σωματεῖον παντοπωλῶν Βόλου διὰ ψηφίσματός του
214εὔχεται καὶ παρακαλεῖ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος τῶν ἐπιτη-
215δευμάτων τῶν παντοπωλῶν καὶ οἰνοπωλῶν τῆς πόλεως
216Βόλου.
217Ἡ Βασιλικὴ χήρα Βασιλείου Κονδύλη δι’ ἀναφορᾶς της
218ζητεῖ σύνταξιν, διότι ὁ σύζυγος αὐτῆς ἀπέθανε κληθεὶς εἰς
219τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸν ἑλληνοτουρκικὸν πόλεμον.
220Ἡ Ἀγγελικὴ χήρα Πέτρου Πετρίδου ζητεῖ νὰ τῇ χορη-
221γηθῇ μικρὸν μηνιαῖον βοήθημα.
222§28Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμό-
223διον ἐκ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν—καὶ λέγω ἁρμόδιον, διότι
224δὲν γνωρίζω εἰς τίνα ν’ ἀπευθυνθῶ ἀκριβῶς—νὰ δώσῃ πλη-
225ροφορίας τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς λεγομένης Σταφιδι-
226κῆς Τραπέζης, τῆς ἑδρευούσης ἐν Πάτραις: 1) ἂν ἐφηρμό-
227σθη ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν, ἂν τὰ δάνεια,
228τὰ δοθέντα παρὰ τῆς Τραπέζης ταύτης, ἐδόθησαν κατὰ τὸν
229νόμον, ἢ ἐδόθησαν εἴς τινας ἀνώτερα τοῦ ἀνωτάτου ποσοῦ,
230τὸ ὁποῖον ὥρισεν ὁ νόμος, καὶ εἰς τίνας ἐδόθησαν, καὶ ποίας
231ἀσφαλείας ἔλαβεν ἡ Τράπεζα διὰ τὰ δάνεια ταῦτα· 2) ποῖα
232καθυστερήματα παρουσιάζονται τὴν στιγμὴν ταύτην ἐκ τῶν
233δοθέντων πέρυσι δανείων, καὶ ἐν γένει νὰ πληροφορήσῃ τὴν
234Βουλὴν περὶ τῶν τῆς Τραπέζης ταύτης.
235Ἴσως φαίνεται παράδοξον, πῶς ζητῶ πληροφορίας παρὰ
236τῆς Κυβερνήσεως προκειμένου περὶ Τραπέζης, ἀλλὰ μὴ λη-
237σμονῆτε, ὅτι πρόκειται περὶ Τραπέζης, τὴν ὁποίαν ἡ Κυ-
238βέρνησις ἔπλασεν· ἑπομένως τὸ ἀδέσποτον ἐκεῖνο κτῆμα
239πρέπει νὰ διατελῇ ὑπὸ τὴν διαρκῆ ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερ-
240νήσεως, ἥτις φέρει καὶ τὴν μεγαλειτέραν εὐθύνην, μεγαλει-
241τέραν καὶ ἀπὸ τὴν τῶν διευθυνόντων τὴν Τράπεζαν, ἀφοῦ
242εἶναι γνωστὸν, ὅτι οὐδὲ βῆμα ἡ Τράπεζα δύναται νὰ κάμῃ
243ἄνευ τῆς διαταγῆς τῆς Κυβερνήσεως.
244§29ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ
245ἔχητε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσητε ἐγγράφως τὴν ἐπερώ-
246τησίν σας.
247§30ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐπερώτησίς
248μου εἶναι σαφής. Τὰ πρακτικὰ θὰ τὴν περιλάβωσιν· εἶναι δὲ
249τὸ θέμα τόσον γνωστὸν καὶ τόσον ἄξιον προσοχῆς, ὥστε ὁ
250κύριος Ὑπουργὸς δὲν θὰ δυσκολευθῇ νὰ ἀπαντήσῃ. Ἀλλὰ
251δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ ἀπαντήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργός.
252§31ΧΑΡ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ συμπληρώσω τὴν
253ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Παναγιωτοπούλου. Θὰ παρακαλέσω
254τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν
255Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα τὸ ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου, τοῦ
256εἰσαχθέντος εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἀποταμιεύσεως καθ’ ὅλα
257τὰ ἔτη, καθ’ ἃ διεχειρίζετο αὐτὰς τὸ Δημόσιον· πόσον πο-
258σὸν ἐπωλήθη καὶ τί εἰσέπραξεν· ἐὰν προέκυψαν ἐλλείμματα,
259τίνα μέτρα ἔλαβεν, ἐξασφαλίζοντα τὸ ταμεῖον τῆς Σταφι-
260δικῆς Τραπέζης, καὶ ἐν γένει τί ἐνηργήθη κατὰ τῶν ὑπο-
261λόγων.
262§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει
263τὸν λόγον.
264§33ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύ-
265ριοι Βουλευταί, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν
266Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς
267χρήσεως τοῦ ἔτους 1902. Ἐπειδὴ δὲ βεβαίως ἡ ψήφισις
268αὐτοῦ θὰ βραδύνῃ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ καταθέσω συγ-
269χρόνως καὶ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς
270τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τού-
271του ζητουμένων πιστώσεων, διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ
272Φεβρουάριον.
273Καταθέτων σήμερον τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως
274τοῦ 1902, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν ἐν
275συντόμῳ ἐπὶ τίνων βάσεων στηρίζεται οὗτος.
276Ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος παρουσιάζει ἔσοδα δραχμὰς
277117,169,375, ἐξ ὧν 2,000,000 προέρχονται ἐκ τῶν ἐπ’
278ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείων. Τὰ δάνεια ταῦτα μέχρι
279τοῦδε δὲν εἶχον εἰσαχθῆ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κρά-
280τους, ἀλλ’ ἀνεγράφοντο εἰς τοὺς χρηματιστικοὺς λογαρια-
281σμούς. Ἐπειδὴ δὲ ἤρξατο ἤδη ἡ ἀπόσβεσις αὐτῶν, ἀνὰ δρ.
2822,000,000 ἐτησίως, συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου
283περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιβάλλε-
284ται ἡ ἀνάγκη, ὅπως ἴσον ποσὸν μεταφέρηται κατ’ ἔτος ἐκ
285τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
286τῶν ἐσόδων. Τοῦτο δὲν ἐγένετο διὰ τὸ 1900 καὶ 1901,
287ἀλλὰ θέλω φροντίσει διὰ δηλώσεως πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως
288μεταφερθῇ καὶ εἰς τὰς χρήσεις ταύτας ἴσον ποσὸν ἐκ τῶν
289ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείων πρὸς τὸ ἀποσβεσθὲν
290μέρος αὐτῶν.
291Οὕτως αἱ προϋπολογιζόμεναι τακτικαὶ εἰσπράξεις τοῦ
2921902 ἀνέρχονται εἰς 115,169,375 δραχμάς.
293Ἐν τῇ ἀγορεύσει μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901
294εἶχον προϋπολογίσει τὰς πιθανὰς εἰσπράξεις τῆς τελευταίας
295ταύτης χρήσεως εἰς 109,233,000. Εἰς τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο
296δὲν εἶχον περιλάβει τὸν πρόσθετον φόρον τοῦ καπνοῦ, τὸν
297προωρισμένον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν δανείων πρὸς κατα-
298σκευὴν τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Λαρίσης καὶ Πύργου–
299Μελιγαλᾶ, ἐκ δρ. 2,677,928.
300Ἐπίσης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εὑρισκόμεθα ἅπαντες
301ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν τότε εἰσπράξεων ἐκ τελωνιακοῦ
302δασμοῦ, καὶ παρεδέχθην καὶ ἐγὼ διὰ τὸ ἔσοδον τοῦτο δραχ-
303μὰς 30,000,000, ἃς εἶχε προϋπολογίσει καὶ ὁ ἀξιότιμος
304συνάδελφος τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Εὐτυχῶς
305αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1901 ὑπερέβησαν τὰς προσδοκίας ἡμῶν,
306καὶ ἔφθασαν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 33,931,089, καὶ τοῦτο, ἐνῷ
307τὸ ἔσοδον τοῦ δασμοῦ τούτου ἐκ δημητριακῶν καρπῶν ἔμεινε
308σχεδὸν τὸ αὐτό, ἤτοι 7,757,195, ἀντὶ 7,357,610 δραχμῶν,
309αἵτινες εἰσεπράχθησαν τῷ 1900. Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι ἠδυ-
310νάμην ἀσφαλῶς νὰ ὑπολογίσω διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1902 πο-
311σὸν ἐκ τελωνιακοῦ δασμοῦ 32,800,000 δραχμῶν, ἤτοι
312ποσὸν ἔλαττον τοῦ μέσου ὅρου τῶν τεσσάρων τελευταίων
313ἐτῶν. Ὅθεν προϋπολογίζω ἐκεῖθεν 2,800,000 δραχ. περι-
314πλέον ἢ ὅσον προϋπελόγιζον διὰ τὸ 1901. Ἐλπίζω δέ, καὶ
315τοῦτο ὑποδεικνύουν αἱ μέχρι τοῦδε εἰσπράξεις τοῦ ἀρξαμέ-
316νου ἔτους, ὅτι τὸ ἔσοδον θὰ ὑπερβῇ τὸ προϋπολογιζόμενον
317ἴσως καθ’ ὁλόκληρον ἑκατομμύριον.
318Ἐπίσης ἐν τῇ ἀγορεύσει μου ἐκείνῃ εἶχον προϋπολογί-
319σει ὡς ἔσοδον ἐξ ἐλαίου τὸν μέσον ὅρον τῶν δύο ἐτῶν 1898
320καὶ 1899, δηλ. ἑνὸς ἔτους εὐφόρου καὶ ἑνὸς ἔτους ἀφόρου,
321ἤτοι δρ. 1,965,781.49. Ἤδη ὅμως τὸ ἔτος 1902 προσδο-
322κᾶται ἔτος εὔφορον, διὸ προϋπελόγισα τὸ μὲν ἔσοδον τῆς
323λοιπῆς Ἑλλάδος, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου, εἰς 1,700,000,
324τὸ δὲ τῆς Ἑπτανήσου εἰς 1,100,000, ἤτοι προϋπελόγισα
325τὸ ὅλον ἔσοδον ἐξ ἐλαίου εἰς 2,800,000, δηλαδὴ 834,000
326δρ. περιπλέον ἢ εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου τὴν τότε.
327Ἂν τὰς διαφορὰς ταύτας ἐκ δραχμῶν 6,311,928 (ἤτοι
3282,677,928 πρόσθετον φόρον καπνοῦ, 2,800,000 περιπλέον
329τελωνιακὸν δασμὸν καὶ 834,000 περιπλέον ἔσοδον ἐξ ἐλαί-
330ου) προσθέσω εἰς τὰ 109,233,000, ὅσα εἶχον προϋπολογί-
331σει διὰ τὸ 1901, φθάνω εἰς τὸ ποσὸν τῶν 115,554,928,
332ἤτοι εἰς ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἀναγραφομένου ἤδη εἰς τὸν
333προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, τὸν ὑποβαλλόμενον ὑμῖν σή-
334μερον, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 2,000,000, τῶν προερχο-
335μένων ἐκ τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείων. Οὕτω,
336ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι μόνον δὲν ἐξογκώνω τὰ
337ἔσοδα, ἀλλὰ προϋπολογίζω ταῦτα κατά τι μικρότερα ἢ ὅσον
338ὑπελόγιζον αὐτὰ ὡς Βουλευτὴς ἀντιπολιτευόμενος. Ἐλπίζω,
339ὅτι τοῦτο μόνον θέλει ἀρκέσει, ὅπως πείσῃ ὑμᾶς μετὰ πό-
340σης φειδοῦς καὶ προσοχῆς προέβην εἰς τοὺς ὑπολογισμούς,
341οὓς ὑποβάλλω ὑμῖν.
342Σημειωτέον δέ, ὅτι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας ἐν τῷ Ὑ-
343πουργείῳ, τὸ ποσὸν τοῦ 1,100,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον
344προϋπελόγισα δι’ ἔσοδον ἐκ φόρου ἐλαίου Ἑπτανήσου, εἶναι
345κατώτερον τοῦ προσδοκωμένου ἐσόδου, καίτοι ἀπὸ ὀκταε-
346τίας δὲν ἔσχομεν ἔσοδον ἀνώτερον τοῦ 1,000,000. Δὲν ηὔ-
347ξησα ὅμως τὸ ἔσοδον τοῦτο περισσότερον, διότι δὲν νομίζω,
348ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ στηρίξῃ τις πολιτικὴν καὶ προϋπολογι-
349σμὸν δαπανῶν ἐπὶ ἐσόδων μὴ κανονικῶν.
350Καὶ οὕτως ἔχουσι τὰ ἔσοδα ἐν συνόλῳ. Ὀλίγα δέ τινα
351θὰ εἴπω ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα. Διάφορα κεφάλαια ἐσόδων
352εὑρίσκονται ἐν προόδῳ, ὡς ἦτο φυσικόν, ἀκολουθοῦντα τὴν
353αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὴν πρόοδον τοῦ τόπου, καὶ
354ὑπερέβησαν τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1900. Τοιαῦτα
355δ’ εἶναι: τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν,
356ὅπερ ἀνῆλθε κατὰ τὸ 1900 εἰς 2,378,614.98, καὶ προϋ-
357πολογίζεται ἤδη εἰς 2,400,000. Τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου
358τῶν οἰκοδομῶν, καίτοι ὑστερῆσαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνῆλ-
359θε κατὰ τὸ 1900 εἰς δρ. 3,098,313.51, καὶ προϋπολογί-
360ζεται ἤδη εἰς 3,200,000 ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κανονικῆς αὐξή-
361σεως αὐτοῦ. Ἐπίσης τὸ ἔσοδον ἐκ ταχυδρομείων καὶ τηλε-
362γράφων ἀνῆλθε τῷ 1900 εἰς δρ. 3,877,007.23, συμπερι-
363λαμβανομένων καὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν ὀφειλομένων εἰς ξέ-
364νας Ἑταιρείας, ἅπερ ἄλλοτε ἐγράφοντο εἰς ἰδιαίτερον κεφά-
365λαιον. Ἤδη τῷ 1902 προϋπολογίζονται δραχ. 4,108,300.
366Τὸ ἔσοδον ἐκ Ναξίας σμύριδος κατὰ τὸ 1900 ὑπερέβη τὰ
367προϋπολογισθέντα, ἀνελθὸν εἰς 673,997.12 φρ. χρυσᾶ. Δυσ-
368τυχῶς τὸ ἔσοδον τοῦτο κατὰ τὸ 1901 ὑστέρησε κατά τι,
369ἀνελθὸν μόνον εἰς 606,000 φράγκα, διὸ καὶ προϋπολογίζο-
370μεν μόνον 600,000 φράγκα χρυσᾶ. Ἡ ἐλάττωσις ὅμως τοῦ
371εἰσοδήματος τούτου ἐνέβαλεν ἡμᾶς εἰς ἀνησυχίαν, μήπως
372προέρχεται αὕτη ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ τῆς Μικρασιατικῆς
373σμύριδος, καὶ ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐπεβάλλετο ἡμῖν νὰ σκεφθῶ-
374μεν, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τοῦ συνα-
375γωνισμοῦ τούτου· ἑτοιμάζομεν δὲ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
376ἐλπίζομεν νὰ ὑποβάλωμεν ταχέως εἰς τὴν ἔγκρισιν ὑμῶν. Ἐν
377τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ προβλέπεται καὶ περὶ τῆς βελτιώ-
378σεως τῶν ὅρων τῆς ἐργασίας τῶν σμυριδωρυκτῶν καὶ τῆς
379ὑπαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὸν εὐεργετικὸν νόμον τοῦ Ταμείου τῶν
380Μεταλλευτῶν.
381Ἄλλα εἰσοδήματα τοὐναντίον ὑστέρησαν. Ὡς γνωρίζετε,
382ὁ στρεμματικὸς φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, περὶ τοῦ ὁποίου
383τόσος ἤδη ἐγένετο λόγος, κατὰ μὲν τὸ 1899 ἀνῆλθεν εἰς
384τὸ ποσὸν τοῦ 1,488,224, δυστυχῶς δὲ διὰ τὸ 1900, ἕνεκα
385τῶν γνωστῶν σας περιστάσεων καὶ ἕνεκα τῶν ἐκπτώσεων,
386αἵτινες ἐγένοντο ὑπὲρ τῶν δυστυχησάντων μερῶν, ἀνῆλθε
387μόνον εἰς 1,135,608.
388§34Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τῷ 1899 διατὶ ἐμειώθη ὁ
389φόρος τῶν ἀμπέλων; Τότε δὲν ἐγένετο κανεὶς ἀπαλλακτι-
390κὸς νόμος.
391§35Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τὸ
3921899, Κύριοι, ἐπῆλθεν ἀληθῶς περίστασις, τὴν ὁποίαν ὅλοι
393γνωρίζομεν. Ἐζητήθη ἡ ἀναθεώρησις τῶν καταλόγων, καὶ
394μέχρις ὅτου γείνωσιν οἱ νέοι κατάλογοι δὲν εἰσεπράχθη ὁ
395φόρος οὗτος κατὰ τὸν Προϋπολογισμόν, δηλαδὴ οἱ ὀφείλον-
396τες νὰ πληρώσωσιν ἄνω τῶν τριῶν δραχμῶν κατὰ στρέμμα
397ἐπλήρωσαν μόνον τρεῖς δραχμὰς μέχρις ὅτου γείνωσιν οἱ νέοι
398κατάλογοι. Μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν καταλόγων ὁ μὲν
399πρόσθετος φόρος ἐπληρώθη, ἀλλ’ ἐπληρώθη κατὰ τὸ 1901.
400§36Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1901 ὅμως;
401§37Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ τὸ
4021899 καὶ τὸ 1900 μᾶς δεικνύουν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι
403βαρύς, διότι ὁμολογουμένως δὲν ἀποδίδει οὔτε 50% ἐπὶ
404τῶν βεβαιουμένων—καὶ λέγω, Κύριοι, οὔτε 50%, διότι ἡ
405βεβαίωσις τοῦ φόρου τούτου ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν
4062,960,000, καὶ μὲ τὴν προσθήκην τοῦ ὁδικοῦ φόρου εἰς
4073,256,000.—Ὅταν λοιπὸν ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τούτου
408ἀνέρχεται εἰς 3,256,000, καί, ὡς βλέπετε, δὲν εἰσεπράξα-
409μεν εἰμὴ 1,488,000 τὸ πρῶτον ἔτος, 1,135,000 τὸ δεύ-
410τερον, ὅσον καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐπῆλθον δυσχέρειαι κατὰ
411τὴν πρώτην ἐφαρμογήν, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι αὗται
412δὲν θὰ ἐκλείψωσι καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη.
413§38ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἐσταμάτησεν
414ἡ εἴσπραξις πέραν ὡρισμένου ποσοῦ καὶ διὰ τὸ 1899 καὶ
415διὰ τὸ 1900;
416§39Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανελήφθη.
417§40Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριε Βουλευτά, ὅτι
418μέχρι τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν καταλόγων, συμφώνως μὲ τὸν
419νόμον ͵ΒΧΝΗʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1899, οἱ χρεωμένοι μὲ
420ποσὸν ἀνώτερον τῶν τριῶν δραχμῶν κατὰ στρέμμα ἐπλή-
421ρωσαν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 τρεῖς μόνον δραχμάς, ἐπλή-
422ρωσαν δὲ τὸ ὑπερβάλλον, τὸ κατὰ τοὺς νέους καταλόγους
423ὁρισθέν, κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1901.
424§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πέραν τῶν τριῶν δραχμῶν;
425§42Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ πέραν τῶν τριῶν δραχμῶν.
426§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ πρὸς ἕξ; καὶ πρὸς πέντε;
427§44Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.
428§45Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη εἰσπράττεται.
429§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν Ἀττικὴν βεβαίως. Εἰς τὴν Ἀτ-
430τικὴν ἐσταμάτησεν εἰς τὰς πέντε δραχμάς.
431§47Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρανόμως.
432§48Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπόν, Κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι μοὶ ἦτο ἐπι-
433βεβλημένον νὰ σκεφθῶ περὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου
434τούτου. Ἑτοιμάζω δὲ ἤδη νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐλαφρύνω
435τὰ βάρη τῆς στρεμματικῆς φορολογίας· ἀλλ’ ὀφείλομεν βε-
436βαίως νὰ φροντίσωμεν ν’ ἀναπληρώσωμεν τὸ ἐλλεῖπον δι’
437ἄλλου μέσου, καὶ περὶ τούτου ἐπίσης προνοεῖ τὸ νομοσχέ-
438διον, ἐπιφυλάσσομαι δέ, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, νὰ ἐκθέσω
439τὰ περὶ τούτου.
440Ἐπίσης, Κύριοι, εἰς καθυστέρησιν εὑρίσκεται, παραβολι-
441κῶς μὲ τὸ 1900, ὁ φόρος τῶν ζώων. Ἐνῷ κατὰ τὸ 1900 ὁ
442φόρος τῶν ζώων εἶχε δώσει 2,651,000, ἤδη δὲν δύναμαι
443νὰ προϋπολογίσω ἄνω τῶν 2,400,000 καὶ ἕνεκα τῶν πι-
444θανῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1901, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν
445ἔχω ἀκόμη πλήρη, καὶ διότι συνεπείᾳ τοῦ νόμου ͵ΒΧΟΓʹ,
446ὃν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1900, ἐξαιροῦν-
447ται τῆς φορολογίας ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1901 ἕνεκα τῶν οἰκο-
448σίτων ζώων, εἷς χοῖρος, εἷς ἀμνὸς καὶ ἓν ἐρίφιον. Ὡς ἐκ
449τούτου ἠναγκάσθην νὰ προϋπολογίσω μόνον 2,400,000.
450Ἐπίσης ἠναγκάσθην νὰ ἐλαττώσω σπουδαίως τὸ ἔσοδον
451ἐκ τοῦ κεφαλαίου ἀπαλλαγῆς τῶν στρατευσίμων κληρωτῶν,
452διότι, ὡς γνωρίζετε, καθ’ ὅσον προσκαλοῦνται ὀλιγώτεροι
453κληρωτοί, κατὰ τοσοῦτον ἐλαττοῦται καὶ τὸ ἔσοδον τοῦτο.
454Ἐνῷ δὲ τῷ 1898 εἶχον εἰσπραχθῆ 1,475,000 δραχμαὶ ἕνεκα
455τῆς πληθύος τῶν προσκληθέντων, ἐνῷ τῷ 1899 εἶχον εἰσ-
456πραχθῆ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου 1,698,000, τῷ 1900 δὲν
457εἰσεπράχθησαν εἰμὴ 1,194,000, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο προϋπο-
458λογίζω ὡς ἔγγιστα διὰ τὸ 1902, ἤτοι 1,200,000.
459Ἐπίσης ἠλάττωσα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὐσιωδῶς τὸ
460ἔσοδον ἐκ καθυστερουμένων παρελθουσῶν χρήσεων, ἤτοι
461ἀνέγραψα 2,500,000 ἀντὶ 3,500,000, ἅτινα ἦσαν ἀναγε-
462γραμμένα κατὰ τὸ 1901, τὸ μὲν διότι τῷ 1899 τὸ ἔσοδον
463τοῦτο ἀνῆλθεν εἰς δρ. 2,317,197.43, τὸ δὲ διότι τῷ 1900
464τὸ ἔσοδον τοῦτο, καίτοι ἀνελθὸν εἰς 3,052,301,26, περι-
465ελάμβανε 400,000 δρ. ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων ἐκ χρημα-
466τικῶν ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ
467ἔτους 1897. Ἄλλως, τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν
468σφαζομένων ζώων εἰσπραττομένου ἤδη προκαταβολικῶς,
469ἐλάχιστα εἶναι τὰ καθυστερούμενα σήμερον ἐκ τῶν φόρων
470τούτων· καὶ τοῦτο συνέτεινε μὲν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἐσό-
471δου ἐκ τῶν φόρων τούτων, εἰς τὴν ἐλάττωσιν δὲ τοῦ ἐσό-
472δου ἐκ καθυστερουμένων τῶν αὐτῶν φόρων. Ἄλλως καὶ ἐντὸς
473τοῦ 1901 τὸ ἔσοδον τοῦτο, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, κατ’
474ἐλάχιστον θέλει ὑπερβῆ τὰ 2,500,000, καίτοι περιλαμβά-
475νει ὅλως ἐκτάκτως τὸν πρόσθετον φόρον τῶν ἀμπέλων τοῦ
4761899, τὸν πληρωθέντα συνεπείᾳ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ
477καταλόγου ἐντὸς τοῦ 1901.
478Ἐπίσης ἠλάττωσα τὸ ἔσοδον ἐκ σιγαροχάρτου, διότι τὸ
479ἀναγραφόμενον μέχρι τοῦδε ποσὸν εἶχεν ὑπολογισθῆ ὡσεὶ
480ὁλόκληρος ὁ καταναλισκόμενος καπνὸς ἐχρησιμοποιεῖτο πρὸς
481κάπνισμα καὶ ἀπῄτει σιγαρόχαρτον, ἐνῷ μέρος αὐτοῦ, περὶ
482τὰς 40,000 ὀκάδες, καταναλίσκεται εἰς τουμπεκί. Διὸ περι-
483ώρισα τὸ ἐκ σιγαροχάρτου ἔσοδον εἰς 2,820,000 δραχμάς,
484ἀντὶ 2,921,500 προϋπολογισθεισῶν διὰ τὸ 1901.
485Ἐπίσης, χάριν τῆς διατηρήσεως τῶν δασῶν, ἐνόμισα, τῇ
486συστάσει τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ὤφειλον νὰ περιορίσω τὰς ἀδείας
487ὑλοτομίας, καὶ συνεπῶς προϋπελόγισα τὸ ἐκ τούτου ἔσοδον
488εἰς δρ. 1,200,000, ἐνῷ εἶχε προϋπολογισθῆ εἰς 1,300,000
489κατὰ τὸ 1901.
490Τέλος ἐξ ἐσόδου ἐξ ἀνανεουμένων χρεῶν ἀνέγραψα μόνον
491200,000, ἀντὶ τῶν 1,500,000 δραχ. τῶν ἀναγεγραμμένων
492κατὰ τὸ 1901. Τῷ ὄντι τὸ ἔσοδον τοῦτο ἀνῆλθε κατὰ τὸ
4931900 εἰς 432,660.66, ἀλλὰ περιλαμβάνει ἐκτὸς τῶν δόσεων,
494αἵτινες θὰ ἐπαναληφθῶσι καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, καὶ μέγα
495μέρος χρεῶν ἐξοφληθέντων ὁριστικῶς, ὡς μὴ ὑπερβαινόντων
496τὰς 100 δραχμάς.
497Προκειμένου δὲ περὶ ἀνανεώσεως χρεῶν, ὀφείλω νὰ ἀνα-
498φέρω, ὅτι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, καθίσταται ἀναγκαῖον,
499ὅπως δοθῇ παράτασις πρὸς ἀνανέωσιν. Πλεῖστοι ὅσοι πολῖται
500δὲν ἀντελήφθησαν ἐν καιρῷ τῶν εὐεργετημάτων τοῦ νόμου
501τούτου· οὗτοι βεβαίως, ἐὰν δοθῇ παράτασις, θέλουν προθυ-
502μοποιηθῆ νὰ προσέλθουν πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν αὐτῶν.
503Θέλω ὅθεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον πρὸς τοῦτο,
504καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλει τύχει τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῆς. Ἂν δὲ
505τοῦτο, ὡς ἐλπίζω, ἐπιψηφισθῇ, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ τὸ
506ἔσοδον θέλει ἀφήσει περίσσευμα, ὡς φαίνονται ὑποδεικνύου-
507σαι αἱ εἰσπράξεις τοῦ τέλους τοῦ ἔτους, ἃς δὲν εἶχον, ὅτε
508κατήρτισα τὸν Προϋπολογισμόν.
509Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα.
510Ὄσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα, ὡς σημειοῦται ἐν τῷ τεύχει τοῦ
511Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, τοῦ ἤδη ὑποβαλλομένου, εἶναι
512ταῦτα 115,029,455.44, ἀπέναντι τῶν κατὰ τὸ 1901 προ-
513ϋπολογισθέντων 114,932,701.79, ὡς σημειοῦται ἐν τῷ αὐτῷ
514τεύχει.
515Ἐνταῦθα ὅμως παρατηρῶ, ὅτι αἱ πιστώσεις αἱ ζητηθεῖσαι
516διὰ τὸ 1901 δὲν ἐπήρκεσαν, καὶ ὅτι ἀνάγκη νὰ ζητηθῶσιν αἱ
517ἑξῆς ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις διὰ τὴν χρῆ-
518σιν τοῦ 1901, περὶ ὧν καταθέτω καὶ τὰ σχετικὰ νομοσχέδια:
519Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιω-
520τικῶν δρ. 1,521,000· ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουρ-
521γείου τῶν Οἰκονομικῶν 1,442,792.57· ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
522σμοῦ τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων 154,906.63. Τὸ ὅλον δραχ.
5233,118,699.20.
524Σημειωτέον ὅμως, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος περιλαμ-
525βάνει καὶ τὸ 1,000,000, ὅπερ ἐχορηγήθη τῷ 1900 εἰς τὴν
526Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἀπέναντι τοῦ
527δανείου τῶν 3,000,000, ὅπερ ἐχορηγήθη αὐτῇ παρὰ τοῦ
528Δημοσίου, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου ΒΩΚϚʹ, ὃν ἐψη-
529φίσαμεν κατὰ τὸ 1901.
530Πλὴν ὅμως, οὐχὶ ὀρθῶς, ἡ χορηγία αὕτη, ἥτις, κατὰ τὴν
531σύμβασιν τὴν συνοδεύουσαν τὸν νόμον, θέλει ἐξοφληθῆ δι’
532ἐτησίου χρεωλυσίου ½%, ἢ καὶ ἀποδοθῆ ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας,
533κατὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 3 τῆς συμβά-
534σεως, κατελογίσθη εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ἡ
535χορηγία αὕτη ἔδει ν’ ἀναγραφῇ εἰς τοὺς χρηματιστικοὺς λο-
536γαριασμοὺς τοῦ Κράτους ὑπὸ ἰδίαν μερίδα, καὶ νὰ ἀποσβέν-
537νυται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον διὰ τῶν καταβαλλομένων ἐτησίων
538χρεωλυσίων.
539Συμφώνως πρὸς τὰς σκέψεις ταύτας προητοίμασα νομο-
540σχέδιον μετὰ τοῦ συναδέλφου μου, τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερι-
541κῶν Ὑπουργοῦ, δι’ οὗ μεταφέρεται ἡ γενομένη δαπάνη κατὰ
542τὸ 1901 ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως ταύτης εἰς
543τοὺς χρηματικοὺς λογαριασμούς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο
544ὑποβάλλω ἤδη εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς.
545Ἂν λοιπὸν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 προσθέσω-
546μεν τὰς ἤδη ζητουμένας πιστώσεις, ἀφαιρέσωμεν δὲ τὸ ἓν
547ἑκατομμύριον, αἱ ζητηθεῖσαι καὶ ζητούμεναι ἤδη πιστώσεις
548ἐπὶ τῆς χρήσεως ταύτης ἀνέρχονται εἰς 117,051,400.99,
549ἀπέναντι 115,029,455.44, ζητουμένων ἤδη διὰ τὸ 1902.
550Ἡ διαφορὰ αὕτη τῶν δαπανῶν μεταξὺ τῶν δύο χρήσεων
551προέρχεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1901 ἐπεβαρύνθη
552μὲ περιπλέον ἔξοδα ἀντιπροσωπείας, καὶ διότι δὲν περιελά-
553βομεν διὰ τὸ 1902 τὰς δαπάνας τὰς ὑπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ
554νόμου περὶ Διοικητικῆς Ἀστυνομίας ἀπαιτουμένας. Ὡς γνω-
555στόν, καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν ἐφήρμοσεν αὐτὸν, καὶ
556αἱ δαπάναι αὗται, καίτοι προϋπολογισθεῖσαι τῷ 1901, θέ-
557λουσι μείνει ἀδιάθετοι. Καὶ οὕτως ὅμως περιωρισμέναι αἱ
558δαπάναι παρουσιάζουσι διαφορὰς σπουδαίας, ὡς πρὸς τὰς τοῦ
559ἔτους 1898, ἂν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰς τελευταίας τὰ βοη-
560θήματα εἰς τοὺς πρόσφυγας καὶ τὰ δάνεια εἰς τοὺς Θεσσα-
561λοὺς καὶ τὰ περιπλέον ἔξοδα χάριν τῆς καταλήψεως τῆς
562Θεσσαλίας. Διὸ σκόπιμον νομίζω νὰ ἐπεκταθῶ ὀλίγον ἐπὶ
563τῶν διαφορῶν τούτων.
564Καὶ πρῶτον Κύριοι, τὸ δημόσιον χρέος ηὔξησεν ἀπὸ δραχ.
56523,560,607.53 εἰς 32,198,088.42, ἤτοι κατὰ δραχμὰς
5668,637,480.89, καὶ τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ
567περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου νόμου. Αἱ συντάξεις ηὔξησαν κατὰ
568δρ. 958,923.60. Αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονο-
569μικῶν προϋπολογίζονται ἤδη εἰς δραχ. 2,195,464.81, ἤτοι
570κατὰ 176,694.16 περιπλέον τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1898.
571Ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται τὸ μὲν διότι παραβάλλομεν
572προϋπολογισμὸν πρὸς ἀπολογισμὸν, τὸ δὲ διότι ἀπὸ τοῦ
5731898 ηὔξησε σπουδαίως ἡ ὑπηρεσία τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπι-
574θεωρητῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ͵ΒΧΛΔʹ τοῦ 1899.
575Τὰ ἔξοδα διοικήσεως προϋπολογίζονται ἤδη εἰς δραχμὰς
57610,628,516.45, ἤτοι κατὰ 3,056,613.45 περιπλέον ἢ ὅσα
577ἐπραγματοποιήθησαν κατὰ τὸ 1898.
578Ἡ περιπλέον αὕτη διαφορὰ προέρχεται ἰδίως ἐκ τῶν ἑξῆς
579κονδυλίων:
580αʹ) 50,000 δρ. δι’ ἀποζημίωσιν ἐκτάκτων λογιστῶν πρὸς
581ἐκκαθάρισιν τῶν ἀνανεουμένων χρεῶν.
582βʹ) 22,000 δρ. δι’ ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ͵ΒΧΚΖʹ περὶ οἰνο-
583πνευμάτων τοῦ ἔτους 1899.
584γʹ) 2,614,428.71 δρ. περιπλέον δαπάναι τῶν ὑπεγγύων
585προσόδων κατὰ τὸν ἑξῆς λεπτομερῆ πίνακα:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
586Ἐξ ἀμοιβῆς Ἑταιρείας Διαχειρίσεως δι’ ἔνσημαδρ. 130,000.—
587Ἐξ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ » 43,692.70
588Ἐκ χαρτοσήμου » 151,559.56
589Ἐκ σιγαροχάρτου » 146,277.69
590Ἐκ παιγνιοχάρτων » 93,933.35
591Ἐκ πετρελαίου » 686,055.49
592Ἐξ ἅλατος » 334,211.55
593Ἐξ ἐξορύξεως ὀρυκτῶν » 124,065.19
594Ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς » 904,632.98
595Ἐν ὅλῳ 2,614,428.71
596δʹ) 122,865,84 δρ. περιπλέον δαπάναι τοῦ τμήματος τῶν
597δασῶν, ἕνεκα ἰδίως τῆς ἀναπληρώσεως τῆς χωροφυλακῆς διὰ
598τῆς πολιτικῆς δασοφυλακῆς ἐκ τῆς κατ’ ἔτος κατατάξεως
599τῶν ἐκ τῆς Σχολῆς τῆς Βυτίνης ἐξερχομένων μαθητῶν καὶ
600ἕνεκα τῶν ὑποτροφιῶν τῶν ἐν Εὐρώπῃ ἐκπαιδευομένων νέων.
601§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ἐν Εὐρώπῃ ἐκπαιδευόμενοι
602εἶναι δασονόμοι, δὲν εἶναι δασοφύλακες· αὐτοὶ δὲ, οἱ δασο-
603νόμοι, ἀνεπλήρωσαν τοὺς ἀξιωματικούς.
604§50Φ. ΝΕΓΡΗΣ. εʹ) 133,074.31 δραχ. περιπλέον δαπάναι
605τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων κτημάτων, ἰδίως ὡς ἐκ τῆς
606προσθήκης τεσσάρων ἔτι συνεργείων, κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΧʹ
607τοῦ 1899, καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ γεωμετρικοῦ
608κλάδου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ͵ΒΨΛΘʹ τοῦ 1900.
609Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως. Οὕτω
610δικαιολογοῦνται τὰ 3 ἐνταῦθα ἐπὶ πλέον ἑκατομμύρια.
611Αἱ διάφοροι πληρωμαὶ ἤδη προϋπολογίζονται εἰς δραχ.
6126,648,528, ἤτοι 3,776,121.13 περιπλέον ἢ ὅσαι ἐπραγ-
613ματοποιήθησαν τῷ 1898.
614Αἱ περιπλέον δ’ αὗται δαπάναι εἶναι:
6152,697,928 ἐκ τῆς ἀποδόσεως τοῦ περιπλέον δικαιώματος
616τοῦ καπνοῦ.
617400,000 ἐξ εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῶν δήμων τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ
618φόρου τῶν σφαζομένων ζώων.
619933,000 ἐκ τῆς εἰσφορᾶς εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ
620Στόλου.
621234,462.53 ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν δαπανῶν.
622Ἐν μέρει δὲ αἱ περιπλέον αὗται δαπάναι συμψηφίζονται
623μέ τινας ἐλαττώσεις ἑτέρων κονδυλίων, καὶ οὕτω περιορίζον-
624ται εἰς 3,776,121.13.
625Οὕτω ἤδη ἀνεγνωρίσαμεν:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
626 8,637,480 89περιπλέον δαπάνας ἐκ δανείων
627 958,923.60» » » συντάξεων
628 176,694.16ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν
629 3,056,613.45ἐκ τῶν ἐξόδων Διοικήσεως
630 3,776,121.13ἐκ τῶν διαφόρων πληρωμῶν
63116,605,833.23
632Ἤτοι 16,605,833,23 περιπλέον δαπάνη ἐκ μόνων τῶν
633κλάδων τῶν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐξαρτω-
634μένων, καὶ ἐπὶ τῶν περιπλέον τούτων δαπανῶν οὐδεμία δί-
635δεται ἡμῖν πρωτοβουλία.
636Καὶ ἤδη ἂς μεταβῶμεν εἰς τὸ ἕτερον Ὑπουργεῖον, τὸ μᾶλ-
637λον πολυδάπανον, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ προ-
638ϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τούτου παρουσιάζει ἔξοδα δρ.
6393,115,000 περιπλέον, ὡς ἔγγιστα, ἢ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ
6401898, ἂν δὲν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς κατὰ τὸ 1898 χορη-
641γηθείσας βοηθείας καὶ δάνεια εἰς τοὺς Κρῆτας καὶ Θεσσα-
642λοὺς. Αἱ περιπλέον αὗται δαπάναι συνίστανται ἰδίως ἐκ τῶν
643ἑξῆς κονδυλίων:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
644 76,397.60ἐκ τῆς διοικήσεως τῶν νομῶν.
645 478,601.44ἐκ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας
646 379,073.06ἐκ τῆς Γεωργίας.
6471,408 376.79ἐκ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων.
648 269,528.09ἐξ ὑδραυλικῶν ἔργων.
649 370,781.77ἐξ ὁδῶν.
650Αἱ περιπλέον δαπάναι τῆς διοικήσεως ἐξ 76,397.60 εἶναι
651ἤδη ἐπιβεβλημέναι διὰ νόμου.
652Ἡ περιπλέον δαπάνη τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐπεβάλ-
653λετο ὡς ἐκ τῆς παρατηρηθείσης ἀνεπαρκείας τῶν ἀνδρῶν
654τῆς ἀστυφυλακῆς.
655Αἱ δαπάναι τῆς Γεωργίας κατὰ τὸ 1902 ὡρίσθησαν ἐπὶ
656τῇ βάσει τῶν γενομένων δαπανῶν κατὰ τὸ 1901. Οὐδεὶς
657δ’ ἐξ ὑμῶν, ὑποθέτω, θέλει ζητήσει παρ’ ἡμῶν νὰ περιορί-
658σωμεν τὰς δαπάνας ταύτας.
659Αἱ περιπλέον δαπάναι τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγρά-
660φων ἔσχον καὶ τὸ ἀντίστοιχον ἔσοδον, καὶ ἂν τὰ περιπλέον
661ἔσοδα δὲν ἐκάλυψαν εἰσέτι τὰ περιπλέον ἔξοδα, ἐλπίζεται
662ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν ὁ καιρὸς, ὅτε θὰ καλυφθῶσι ταῦτα.
663Αἱ δαπάναι τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων δικαιολογοῦνται διὰ
664μόνης τῆς ἀναγραφῆς τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν ἐν τῷ τεύχει
665τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἂν δὲν γείνωσι λ. χ. τὰ ἔργα πρὸς
666ἀποσόβησιν τῆς ἐμφράξεως τῶν καταβοθρῶν τῆς λίμνης Φε-
667νεοῦ, ἂν δὲν ἀποφασίσωμεν νὰ συντρέξωμεν τὴν ἐπιτροπὴν
668τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων Θεσσαλίας, θὰ ἐξακολουθῶμεν
669βλέποντες ἐπερχομένας καταστροφὰς, ὧν τὴν εὐθύνην θὰ
670ὑπείχομεν, ἂν μὴ ἐγκαίρως ἐπρονοοῦμεν πρὸς ἀποσόβησιν
671αὐτῶν.
672Ποῖα ἤδη ἔργα προσεθέσαμεν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν; Τὰ ἑξῆς:
673Τὰς ἀντιπλημμυρικὰς γεφύρας τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς ἐπὶ τοῦ
674Κηφισοῦ καὶ Ἰλισσοῦ, καὶ ἀπαραιτήτους ἐπίσης γεφύρας
675ἐπὶ τοῦ Σπερχειοῦ, ὅπως συγκοινωνῇ ἀπροσκόπτως ἡ βό-
676ρειος μὲ τὴν μεσημβρινὴν Ἑλλάδα.
677Τέλος μὴ λησμονῶμεν, ὅτι παραβάλλομεν προϋπολογισμὸν
678πρὸς ἀπολογισμὸν, καὶ ὅτι θὰ ἔχωμεν ὡς ἐκ τούτου ἀδιαθέ-
679τους ἐκ τῶν ἤδη προϋπολογιζομένων δαπανῶν.
680Ἐπίσης ηὔξησαν αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαι-
681οσύνης κατὰ 761,000 δραχμὰς, ἰδίως ἐκ τῆς προσθήκης τῶν
682Πρωτοδικείων καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν εἰρηνοδι-
683κῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τελευταίως ψηφισθέντων νόμων.
684Ηὔξησαν αἱ περιπλέον δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκ-
685κλησιαστικῶν κατὰ 1,394,000, ἰδίως ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς
686Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, τῶν
687Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
688Προκειμένου, Κύριοι, περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως,
689δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἐπιστήσω καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν τῆς
690Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον συμβαίνει, νὰ δαπανᾷ τὸ
691Δημόσιον ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὁλόκληρα ἑκα-
692τομμύρια, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνηται, ὅτι δαπανᾷ ταῦτα οὕτω
693κατὰ τὴν 28 Φεβρουαρίου 1901, ὅτε ἔληγεν ἡ δημοτικὴ
694χρῆσις τοῦ 1900, οἱ δῆμοι ὤφειλον εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προ-
695καταβολῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν 7,116,053.89,
696καὶ τοῦτο ἐν διαστήματι πέντε ἐτῶν, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον
697τὸ Δημόσιον προκατέβαλεν ἀπὸ τοῦ 1896, ἐκτὸς τῆς διὰ τοῦ
698Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν χορηγουμένης συνδρο-
699μῆς, 1,423,210 δρ. κατ’ ἔτος. Ἂν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι
700κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκ-
701κλησιαστικῶν ἐχορήγησεν εἰς τοὺς δήμους κατ’ ἔτος τὰ
702ἑξῆς ποσά: τὸ 1897 δραχ. 873,546.40, τὸ 1898 δραχμὰς
703688,330.51, τὸ 1899 δραχ. 1,034,898.40, τὸ 1900 δραχ.
704979,205.35, δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ Δημό-
705σιον χορηγεῖ εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν διὰ τοῦ Προ-
706ϋπολογισμοῦ περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον, καὶ διὰ τῶν χρημα-
707τιστικῶν λογαριασμῶν περὶ τὸ 1,400,000 καὶ περιπλέον.
708Ὁ ἀξιότιμος καὶ ἔγκριτος συνάδελφος καὶ τέως Ὑπουρ-
709γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἤλπισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ περιορίσῃ
710τὴν εἰς τὸ Δημόσιον γενομένην ζημίαν, καὶ δι’ ἐγκυκλίου
711ἀπῄτησεν ἀπὸ τῶν ἐπαρχιακῶν ταμιῶν νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς
712ἔλεγχον τὰ ἐντάλματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστι-
713κῶν καὶ τυχὸν ν’ ἀκυρώνωσι ταῦτα, συγχρόνως δὲ νὰ ἐπι-
714βάλλωσι κατάσχεσιν εἰς τὰ εἰσοδήματα τῶν δήμων, τὰ εἰσ-
715πραττόμενα κατ’ εὐθεῖαν παρ’ αὐτῶν. Τὸ μέτρον, καίτοι
716ἐμπνεόμενον ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου, ἀπεδείχθη
717αὐστηρόν, καὶ ἐνόμισα, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη ἔχρῃζε τῆς
718ἀμερίστου ἐμοῦ φροντίδος. Διὸ προητοίμασα μετὰ τῶν συν-
719αδέλφων μου νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐξ ἑνὸς μὲν μέρους ἀσφα-
720λίζω εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους τὰς ἀπαραιτήτους δαπάνας
721τῆς διοικήσεως αὐτῶν, ἐξ ἄλλου δὲ προβλέπω περὶ τῆς ὅσον
722ἔνεστι ἀκριβεστέρας καὶ πληρεστέρας εἰσπράξεως τῶν προ-
723καταβαλλομένων ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου παρ’ ἐκείνων
724τῶν δήμων, οἵτινες δύνανται νὰ πληρώσωσι τὰς δαπάνας τῆς
725δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Συγχρόνως προνοεῖ τὸ νομοσχέ-
726διον καὶ περὶ τῆς ἀναλήψεως τῶν καθυστερουμένων παρὰ
727τῶν δήμων διὰ τρόπου μὴ θλίβοντος αὐτούς.
728Ἐλπίζω δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἂν γείνῃ νόμος
729τοῦ Κράτους, ἡ συνδρομὴ τοῦ Κράτους νὰ περιορισθῇ, καὶ
730οὕτω νὰ μὴ ἀναγκασθῶμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ νέων πόρων,
731ὡς θὰ ἦτο ἀναγκαῖον, ἂν ἡ συνδρομὴ αὕτη ἦτο οἵα ὑπῆρξε
732μέχρι σήμερον.
733Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθωμεν ἤδη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
7341902.
735Εἴδομεν, Κύριοι, ὅτι τὰ μὲν ἔσοδα, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν
736τῶν 2,000,000 τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείων,
737περιορίζονται εἰς 115,169,375, τὰ δὲ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς
738145,029,455.44· ἄρα παρουσιάζεται περίσσευμα μόνον δρ.
739139,919.55. Τὸ περίσσευμα δὲ τοῦτο θέλει καλυφθῆ διά
740τινων πιστώσεων, ἃς θέλομεν ζητήσει παρὰ τῆς Βουλῆς.
741Εἶναι ἀληθές, ὅτι, ὡς προεῖπον, προβλέπομεν, ὅτι ὁ προ-
742ϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων θέλει ἀφήσει περισσεύματα καὶ ἐκ
743τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ καὶ ἐκ τοῦ ἐλαίου Ἑπτανήσου, ἴσως
744καὶ ἔκ τινων ἄλλων κεφαλαίων. Εἶναι ἀληθὲς ἐπίσης, ὅτι ὁ
745προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων θέλει ἀφήσει ἀδιαθέτους πι-
746στώσεις, ὄχι ὅμως ὡς ἄλλοτε· διότι δὲν προβλέπομεν δι’
747αὐτοῦ δαπάνας μὴ πραγματοποιηθησομένας. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου
748ἔχομεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν κατὰ τὸ 1903 αὔξησιν σπου-
749δαίαν τῶν δαπανῶν τοῦ δημοσίου χρέους· ἤτοι: 247,053.75
750φρ. χρ. διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ χρεωλυσίου παλαιῶν χρεῶν,
751κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ 1,656,517.50 φρ
752χρ. διὰ τὸ χρεωλύσιον τοῦ ἠγγυημένου δανείου· ἤτοι τὸ ὅλον
7531,903,571.25 φρ. χρυσᾶ, ἅτινα πρὸς 1.65 δίδουσι δραχμὰς
7543,140,892.56.
755Εὐτυχῶς παύει κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἡ δόσις 529,611.07
756τοῦ προσδιωρισμένου ποσοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ συμβιβα-
757σμοῦ ὑπὲρ τῶν δανειστῶν, καὶ οὕτως ἡ αὔξησις τῶν δα-
758πανῶν τοῦ δημοσίου χρέους περιορισθήσεται κατὰ τὸ 1903
759εἰς 2,611,281.50.
760Τὸ ποσὸν δυστυχῶς τοῦτο, ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος αὐ-
761τοῦ, ἐμβάλλει εἰς σοβαρὰς σκέψεις, καὶ ἤδη προβάλλεται
762τὸ ἐρώτημα, πῶς θὰ καλυφθῇ ἡ περιπλέον αὕτη δαπάνη;
763Αἱ δαπάναι, περὶ ὧν σᾶς ἀνέφερα ἤδη, δὲν περικόπτονται
764πλέον, διότι αἱ μὲν ἐγένοντο νόμος τοῦ Κράτους, αἱ δὲ τῆς
765δημοσίας ἀσφαλείας, τῆς ὁδοποιΐας, τῆς γεωργίας εἶναι τόσον
766ἀπαραίτητοι, ὥστε δὲν ἐπιδέχονται πλέον ἐλάττωσιν. Ἐπί-
767σης δὲν ἐπιδέχονται μείωσιν αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῆς
768Παιδείας. Τὸ ἅπαξ παραχωρηθὲν σχολεῖον εἶναι δῶρον, τὸ
769ὁποῖον δὲν ἀφαιρεῖται πλέον.
770Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐλπίς, ἄνευ περικοπῆς τῶν δαπανῶν νὰ
771φθάσωμεν εἰς ἰσοζύγιον κατὰ τὸ 1903, μὲ ὅλην τὴν αὔξη-
772σιν τῶν δαπανῶν τοῦ δημοσίου χρέους; Λέγω ναί, ἂν οἱ
773κρατοῦντες τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους διατελοῦν ἐν ἐπιγνώσει
774τῆς ἀληθοῦς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἂν ἐννοήσουν, ὅτι
775πᾶσα δαπάνη, ἥτις, καίτοι ὠφέλιμος, δύναται ν’ ἀναβληθῇ,
776ὀφείλει ν’ ἀναβληθῇ, μέχρις στερεώσεως τῆς οἰκονομικῆς
777καταστάσεως τῆς χώρας, καὶ οὕτως ἔχωσιν ὡς κύριον αὑτῶν
778μέλημα, τίνι τρόπῳ θ’ ἀφήσωσιν ἐκ τῶν χορηγουμένων
779αὐτοῖς παρὰ τῆς Βουλῆς πιστώσεων ὅσον τὸ δυνατὸν περισ-
780σοτέρας ἀδιαθέτους. Λέγω ναί, ἂν κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν
781φόρων φανῶσι δίκαιοι μέν, ἀλλ’ αὐστηροὶ καὶ ἀμερόληπτοι.
782Κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι ἄνευ πιέσεως, ἀλλὰ διὰ τῆς
783εἰλικρινοῦς καὶ ἀνενδότου ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος ὑπὸ
784ὑπαλλήλων, οἵτινες ὡς κύριον προσὸν καὶ μέσον προαγωγῆς
785θὰ ἔχουν τὴν ἄμεμπτον αὑτῶν διαγωγήν, θὰ ἴδωμεν τὰς
786εἰσπράξεις ἡμῶν αὐξανομένας, ἄνευ αὐξήσεως τῶν δαπανῶν.
787Ἂς παύσωμεν νὰ ζητῶμεν παρὰ τῶν κυβερνώντων νὰ ἐκ-
788τελῶσι θαύματα, ὡς διὰ μαγικῶν ῥάβδων, θαύματα, ἃ ἡ
789φαντασία καὶ ὁ πόθος, ὃν πάντες ἔχομεν, νὰ ἴδωμεν βελ-
790τιούμενα τὰ κοινά, ἀπαιτοῦσι μέχρι τοῦδε παρ’ αὐτῶν· ἂς
791παύσωμεν νὰ ὠθῶμεν αὐτοὺς εἰς ῥιζικὰς καὶ σπασμωδικὰς
792μεταρρυθμίσεις, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι τὸ ἄγνωστον θὰ ἦναι
793καλλίτερον τοῦ γνωστοῦ. Ἂς ζητῶμεν παρ’ αὐτῶν νὰ ἦναι
794ἄγρυπνοι φύλακες τῶν νόμων, ἄγρυπνοι προστάται τῶν κοι-
795νῶν συμφερόντων, ἰδίως τῆς ἀσφαλείας τῶν πολιτῶν, τῆς
796περιουσίας αὐτῶν, καὶ θὰ ἴδωμεν ἀμέσως τὴν γεωργίαν καὶ
797τὴν βιομηχανίαν ἀναπτυσσομένας γοργῷ τῷ βήματι, καὶ ἀπο-
798διδούσας πολλαπλασίονες τὰς εὐεργεσίας ταύτας διὰ τῆς
799ἀναπτύξεως αὐτῶν, ἥτις καὶ μόνη θὰ φέρῃ τὴν ἔκπτωσιν
800τοῦ συναλλάγματος, καὶ ὡς τούτου τὴν ἀνακούφισιν τοῦ
801Κράτους ἐκ τῶν εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεων. Δὲν ἐννοοῦμεν διὰ
802τούτου, ὅτι θὰ ἦναι ταῦτα ἡ μόνη συνδρομή, ἣν θὰ παρά-
803σχωμεν εἰς τοὺς σπουδαιοτέρους τούτους κλάδους τῆς παρα-
804γωγῆς τοῦ τόπου. Τὰ νομοσχέδια περὶ ἀγορᾶς καὶ διαθέ-
805σεως τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ, περὶ παραχωρήσεως τῶν
806πετρελαίων Ζακύνθου, περὶ σμύριδος, περὶ ἁλυκῶν, περὶ σι-
807γαροποιΐας, καὶ μετ’ ὀλίγον περὶ τῆς διαθέσεως τῆς βαρυ-
808τίνης θέλουν ὑποβληθῆ εἰς τὴν ἔγκρισιν ὑμῶν καὶ θέλουν
809μεγάλως συντείνει εἰς τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας.
810Ἰδοὺ ἡ πολιτικὴ ἡμῶν.
811§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
812κῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμη-
813θῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 4–13).
814§52Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
815ρικῶν). Οἱ εἰδικοὶ νόμοι τῶν ἐτῶν 1888 καὶ 1893 προβλέ-
816πουσι περὶ κατασκευῆς τῶν λιμενικῶν καὶ ὑδραυλικῶν ἔρ-
817γων Παμίσου. Διὰ τῶν νόμων τούτων καὶ μεταγενεστέρων
818ἐπεβλήθησαν ὡρισμένοι φόροι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐπὶ
819τῶν προϊόντων τῶν Καλαμῶν καὶ τῆς Μεσσήνης. Ὅτε οἱ νό-
820μοι ἐψηφίζοντο, ἡ ἀσφάλεια περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων
821αὐτῶν ἦτο βεβαία, διότι τότε δὲν ὑπῆρχε ἄλλο μέσον ἐξα-
822γωγῆς τῶν προϊόντων ἢ ἡ θάλασσα· ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἀνεπτύ-
823χθη ἡ συγκοινωνία, κατὰ μέγα μέρος τὰ προϊόντα τῆς εὐ-
824φόρου Μεσσηνίας μεταβιβάζονται εἰς ἄλλα μέρη διὰ τῆς σι-
825δηροδρομικῆς ὁδοῦ. Οὕτω τὰ ἔσοδα τῶν λιμενικῶν φόρων
826ἠλαττώθησαν ἐπαισθητῶς, ἡ δὲ ἐκτέλεσις τῶν χρησιμωτά-
827των ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ εὐφόρῳ ἐκείνῃ χώρᾳ κατέστη
828ἐπισφαλὴς τόσον, ὥστε αἱ διαπραγματεύσεις, αἵτινες ἦσαν
829ἐκκρεμεῖς πρὸς σύναψιν δανείου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
830ζης ἐπὶ τῇ ἐγγυήσει τῶν εἰδικῶν τούτων φόρων, ἐναυάγη-
831σαν, διότι ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῶν εἰσπράξεων δὲν ἦτο
832εὔκολον νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ ζητούμενον δάνειον.
833Ὑποβάλλω νομοσχέδιον, οὗτινος μόνος σκοπὸς εἶναι ἄνευ
834αὐξήσεως τῶν φόρων τῶν ἐπιβαλλομένων ἡ ἐξασφάλισις τοῦ
835φόρου τούτου. Ἐπεκτείνονται δηλονότι οἱ ἐπιβεβλημένοι φό-
836ροι εἰς τὰ προϊόντα καὶ ἐὰν κατὰ ξηρὰν διὰ τοῦ σιδηρο-
837δρόμου μεταβιβάζωνται ἐκ τοῦ τόπου ἐκείνου. Ὁ μόνος δὲ
838σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τοῦ Παμίσου.
839§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
840ράρτημα ἀριθ. 14).
841§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
842τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βου-
843λὴν τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ἧς εἶχε προκηρυχθῆ
844ἡ δημοπρασία πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑπολειπομένων ἔργων τῆς
845ἀποξηράνσεως τοῦ πεδίου τοῦ Παμίσου. Προσέτι τὴν πλη-
846ροφορίαν, πόσα ὑπῆρχον ἐν τῷ ταμείῳ τῆς ἀποξηράνσεως
847τοῦ Παμίσου χρήματα, καθ’ ὃν χρόνον προεκηρύσσετο ἡ ἐκ-
848τέλεσις τῶν ἔργων.
849§55Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμ-
850βάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τεῦχος τοῦ
851νομοσχεδίου «περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως» μεθ’ ὅλων
852τῶν σχετικῶν ἐργασιῶν. Θὰ ἦναι μάταιον ν’ ἀπασχολήσω
853διὰ μακρῶν τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητήματος τοιούτου. Βεβαίως
854οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι ἡ ἀπηρχαιωμένη Πολιτικὴ Δικονο-
855μία τοῦ Μάουρερ δὲν ἀνταποκρίνεται πλέον, ὡς πρὸς τὴν
856ἀναγκαστικὴν ἐκτέλεσιν, οὔτε πρὸς τὰ νεώτερα πορίσματα
857τῆς ἐπιστήμης, οὔτε πρὸς τὴν πεῖραν καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν
858σημερινῶν συναλλαγῶν. Τὴν ἀνάγκην ταύτην κατεῖδεν ἀπὸ
859μακροῦ καὶ ἡ Βουλή, κατέστη δὲ ἀπαίτησις καὶ τῆς κοι-
860νῆς γνώμης, ὅπως μεταρρυθμισθῇ τέλος ἡ Πολιτικὴ Δικο-
861νομία, κατὰ τοῦτο τοὐλάχιστον τὸ τμῆμα αὐτῆς. Ἡ τιμὴ
862τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐργασίας ταύτης ἀνήκει εἰς τὸν ἐκ Παρ-
863νασσίδος ἔντιμον Βουλευτήν, ὅστις, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δι-
864καιοσύνης ἄλλοτε, συνέταξε νομοσχέδιον κατὰ τὸ 1892 περὶ
865μεταρρυθμίσεως τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως, ὅπερ ὑπέ-
866βαλεν εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως πλήρους.
867Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποβληθὲν δὲν κατώρθωσε νὰ γείνῃ
868νόμος τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁ τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑ-
869πουργὸς κ. Καράπαυλος ἐξηκολούθησε τὴν ἐπὶ τοῦ ζητή-
870ματος τούτου μέριμναν, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνο-
871δον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἕτερον νομοσχέδιον, μετὰ αἰ-
872τιολογικῆς ἐκθέσεως, περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως.
873Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐξεπόνησεν ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς
874Ψαρρᾶς, τοῦ ὁποίου τὸν πρόωρον θάνατον πάντες θρηνοῦμεν,
875καὶ περὶ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου πολλαὶ ἐγένοντο
876ἐργασίαι, χωρίς, ἐννοεῖται, ἡ βάσις αὐτοῦ νὰ μεταρρυθμισθῇ,
877καὶ μόνον διὰ συμπληρώσεων ἐπιχειρηθείσης τῆς βελτιώ-
878σεως αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρεπέμφθη εἰς εἰδικὴν
879ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία, εἰσηγουμένου τοῦ ἀξιοτί-
880μου ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νῦν Ὑπουργοῦ, ὑπέβαλε κατὰ
881τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον
882ἐπεξειργασμένον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τῆς εἰδικῆς ἐπιτρο-
883πῆς τῆς Βουλῆς νομίζει, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐκπροσω-
884πεῖ τὰ ἀνώτερα πορίσματα τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας,
885καὶ τοῦτο υἱοθετεῖ· εἰς τὴν λελογισμένην δὲ συζήτησιν ὑμῶν
886ἐναπολείπεται, ἵνα καταστῇ τελειότερον. Τὸ τεῦχος, ὅπερ
887καταθέτω σήμερον, περιλαμβάνει, Κύριοι, εἰσήγησιν ἐμὴν ἐπὶ
888τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως, ἔκθε-
889σιν καὶ νομοσχέδιον καθυποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ
890κ. Καραπαύλου, ἔκθεσιν καὶ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς
891Βουλῆς, ἔκθεσιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔκθεσιν
892τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας, ἔκθεσιν τοῦ ἐφέτου Πατρῶν κ. Α.
893Ἀντωνοπούλου, γνωμοδότησιν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου
894Πατρῶν, καὶ τέλος ἔκθεσιν καὶ νομοσχέδιον τοῦ νομικοῦ τμή-
895ματος τοῦ Συλλόγου «Παρνασσοῦ.» Ταῦτά εἰσι τὰ ἐφόδια,
896τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν ἦναι ἄφθονα καὶ πλήρη, εἶναι ὅμως ἐπαρ-
897κῆ, ὅπως πείσωσιν ὑμᾶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἤδη
898ὥριμον πρὸς ἐπιψήφισιν. Πέποιθα δέ, ὅτι ἡ Βουλὴ μεταξὺ
899τῶν πρώτων νομοσχεδίων θέλει ἐπιληφθῆ καὶ τῆς ψηφίσεως
900τούτου, ἵνα καταστήσωμεν αὐτὸ νόμον τοῦ Κράτους, γινό-
901μενοι οὕτω διὰ τῆς πράξεως ἡμῶν ταύτης ἀληθεῖς ἑρμηνευ-
902ταὶ τῆς γνώμης καὶ τῆς βουλήσεως ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλλη-
903νικοῦ λαοῦ.
904§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
905ράρτημα, ἀριθ. 15).
906§57Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ν’ ἀναγραφῇ, παρακαλῶ, μεταξὺ
907τῶν πρώτων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
908§58Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
909παιδεύσεως). Ὁ προκάτοχος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουρ-
910γὸς κ. Στάης διὰ δύο Β. Διαταγμάτων ἵδρυσεν Ἐμπορικὰς
911Σχολὰς ἐν Πάτραις καὶ Ἀθήναις. Εἶχε παρασκευασθῆ καὶ
912ἐγὼ εὗρον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἕτοιμον νομοσχέδιον περὶ τῆς
913διὰ νόμου ἐνισχύσεως τῶν Σχολῶν τούτων, διότι ὑπῆρξεν
914ἀμφιβολία, ἐὰν ἤρκει ἁπλῶς Βασιλικὸν Διάταγμα. Ἦτο
915ἀνάγκη βεβαίως κατεπείγουσα, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω,
916ὅτι ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύ-
917σεως ἀνέλαβε νὰ πληρώσῃ μεγάλην πραγματικῶς ἀνάγκην
918ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει. Μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, ἣν ἔλαβον αἱ φυ-
919σικαὶ καὶ πρακτικαὶ ἐπιστῆμαι καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην ἀπὸ
920καιροῦ ἤδη, ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ μόρφωσις καὶ διαπαι-
921δαγώγησις ἐν τῷ ἐμπορικῷ κλάδῳ διὰ διδασκαλίας θεωρη-
922τικῆς τε καὶ πρακτικῆς. Ὡς εἰς τὴν γεωργίαν ἐθεωρήθη
923ἀναγκαῖον νὰ ἱδρυθῇ κατωτέρα, μέση καὶ ἀνωτέρα ἐκπαί-
924δευσις, ὅπως καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐπιστήμας ἀπαιτεῖται θεω-
925ρητικὴ μόρφωσις, ὅπως π. χ. εἰς τὴν ἰατρικὴν δὲν ἀρκεῖ μό-
926νον ἡ κλινικὴ, ἀλλὰ προσαπαιτοῦνται καὶ γνώσεις θεωρη-
927τικαὶ, οὕτω καὶ διὰ τὴν ἐμπορίαν. Ἡ ἐμπορία εἶναι ἐπι-
928στήμη. Αἱ εὐρωπαϊκαὶ γλῶσσαι, αἵτινες σήμερον κατήντη-
929σαν, ἕνεκα τῆς μεγάλης συγκοινωνίας καὶ ἐπιμιξίας, κοιναὶ,
930καὶ δι’ ὧν συνεννοοῦνται καὶ συναλλάσσονται οἱ ἐν τῇ ἐμ-
931πορίᾳ καταγινόμενοι, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη βεβαίως συ-
932στηματικῶς νὰ διδάσκωνται καὶ ἐν Ἑλλάδι. Οὐ μόνον δὲ
933αἱ γλῶσσαι, ἀλλὰ καὶ ἡ φυσικὴ, ἡ γεωργία καὶ ἡ χημεία
934καὶ πρακτικῶς καὶ θεωρητικῶς, ὡς καὶ ἄλλα μαθήματά εἰσι
935χρήσιμα σήμερον καὶ ἀπαραίτητα διὰ τὸ ἐμπόριον, ἵνα ἔχω-
936μεν ἐμπόρους οὐχὶ πρακτικῶς μόνον τελείους, ἀλλὰ καὶ
937θεωρητικῶς. Ἐν Ἑλλάδι δέ, ὅπου ὑπάρχει ἐμπορικὴ ἰδιο-
938φυΐα, εἶναι ἀπαραίτητα τὰ στοιχεῖα ταῦτα ἐν τῇ ἐκπαι-
939δεύσει.
940Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς δι-
941εῖδε τὰς ἀνάγκας ταύτας καὶ ἔσπευσε διὰ Διαταγμάτων,
942καὶ ὤφειλε νὰ σπεύσῃ, εἰς τὴν ἵδρυσιν Ἐμπορικῶν Σχολῶν.
943Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις προτίθεται καὶ ἐν Σύρῳ καὶ ἐν Βόλῳ
944καὶ ἐν Καλάμαις καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ νὰ φροντίσῃ περὶ συ-
945στάσεως τοιούτων Σχολῶν, διότι ἡ ἀνάγκη ἐπιβάλλει τοῦτο,
946ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ οἰκονομικὰ μέσα τοῦ Κράτους δὲν ἐπι-
947τρέπουσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν λῆψιν τοιούτων μέτρων. Διὰ
948τοῦτο ἀνεγράψαμεν κεφάλαιον ἐξόδων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
949μόνον 35,000 δραχμῶν, ἵνα θεραπεύσωμεν τὴν κατεπείγου-
950σαν ἀνάγκην τῶν δύο Ἐμπορικῶν Σχολῶν Πατρῶν καὶ Ἀθη-
951νῶν, αἱ ὁποῖαι ἤδη ἱδρύθησαν.
952Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤθελον παρακαλέσει νὰ μελετή-
953σητε, καὶ τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἴσως ἐγερθῆ ἐν τῇ συζητήσει,
954εἶναι, ἐὰν πρέπει τὸ Κράτος νὰ ἐπέρχηται ἀρωγόν, νὰ δα-
955πανᾷ πρὸς ἵδρυσιν καὶ λειτουργίαν τοιούτων Σχολῶν, ἢ ἂν
956τοῦτο πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν μόνον πρωτοβουλίαν.
957§59Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Κράτος, τὸ Κράτος.
958§60Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐμελετήθη καὶ ἐλύθη τὸ ζήτημα
959τοῦτο, ἔκλινα δὲ καὶ ἐγὼ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ προκατό-
960χου Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐθεώρησεν, ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ
961ἐπέρχηται ἀρωγόν, διότι τοῦτο κατέχει πάντα τὰ μέσα,
962ὅπως συγκεντρώνῃ ἔκ τε τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ ἐκ τοῦ ἐξω-
963τερικοῦ ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς προόδου καὶ τὴν θεραπείαν
964τῶν ποικίλων ἀναγκῶν, αἵτινες ἐν τῇ προαγομένῃ ἐμπορίᾳ
965καὶ τῷ πολιτισμῷ ἀναφαίνονται. Παρὰ τῇ ἀντιλήψει τοῦ
966Κράτους ἀναμφισβητήτως, ὅπως συμβαίνει καὶ εἰς τὴν ἄλλην
967ἐκπαίδευσιν, ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία δύναται νὰ παρεμβῇ
968καὶ νὰ ὠφελήσῃ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, ἐν γένει, τῆς
969ὑπὸ τοῦ Κράτους δηλαδὴ προστασίας ἐμπορικῶν καὶ βιομη-
970χανικῶν Σχολῶν, συνδέεται πρὸς τὴν ἀνάγκην Ὑπουργείου
971τῆς Βιομηχανίας καὶ Ἐμπορίας, διότι, διὰ νὰ ἔχωμεν στα-
972θερὰν καὶ ἀποτελεσματικὴν τὴν ἐπίβλεψιν καὶ προστασίαν
973αὐτῶν, ἀναγκαία παρίσταται ἡ ὕπαρξις ἐπισήμου κέντρου,
974ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ συρρέωσι πάντοθεν πᾶσαι αἱ γνώσεις καὶ
975πᾶσαι αἱ πληροφορίαι. Τοιοῦτον δὲ κέντρον εἶναι τὸ Ὑπουρ-
976γεῖον τῆς Ἐμπορίας.
977Δὲν πρέπει νὰ παραπονώμεθα, διότι βραδέως ἡμεῖς ἐπε-
978λήφθημεν τοιούτου θεσμοῦ· διότι, ἂν ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς
979τὰ ἄλλα Κράτη, παρατηροῦμεν, ὅτι ἀπὸ ὀλίγων μόλις ἐτῶν
980ἤρξατο καὶ ἐκεῖ ἡ εἰσαγωγὴ τοιούτων Σχολῶν. Ἀπὸ τοῦ
9811886 καὶ ἐντεῦθεν βλέπομεν ἐν Ἰταλίᾳ δαπάνην ἀναγρα-
982φομένην διὰ τὴν ἵδρυσιν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, καὶ ἐνῷ πρὸ
983ὀλίγου δὲν ὑπῆρχον σχεδὸν Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ ἐν Ἰταλίᾳ,
984σήμερον βλέπομεν λειτουργούσας ἐν αὐτῇ πλέον τῶν διακο-
985σίων, ὑπὸ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Κράτους, ἐνῷ ἰδιωτικαὶ εἶναι
986πλέον τῶν τετρακοσίων. Εἰς τὸ Βέλγιον ἐπίσης. Εἰς τὴν
987Ἀμερικὴν κυριαρχεῖ ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία, καὶ τὸ Κρά-
988τος δὲν παρεμβαίνει ἐκεῖ, διότι ἄλλο σύστημα καὶ ἄλλα
989ἔθιμα ἐπικρατοῦσι. Παρακολουθοῦντες ἡμεῖς τὰ γενόμενα ἐν
990Ἰταλίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ καὶ Βελγίῳ, θέλομεν ὑποστηρίξει τὴν
991ἵδρυσιν τοιούτων Σχολῶν. Ἐπειδὴ δὲ λειτουργοῦσιν ἤδη αἱ
992δύο Σχολαὶ Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν, καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀνα-
993τραπῇ ἔργον τοσούτῳ σπουδαῖον, παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῇ τὸ
994νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἵνα γένηται ταχέως
995νόμος τοῦ Κράτους, διότι τότε, ἐνθαρρυνόμενοι ἐκ τῆς ἐπιτυ-
996χίας τῶν Σχολῶν τούτων, θὰ φροντίσωμεν περὶ ἱδρύσεως καὶ
997ἀλλαχοῦ ἄλλων ὁμοίων Σχολῶν. Θὰ ἐκπληρώσωμεν τοιουτο-
998τρόπως καθῆκον μέγιστον πρὸς τὴν ἡμετέραν χώραν.
999§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανε-
1000μηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 16).
1001§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προ-
1002βάλλεται εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ἁρμόζει εἰς τὸ Κράτος ἢ εἰς
1003τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν ἡ πρόνοια περὶ συστάσεως Ἐμ-
1004πορικῶν Σχολῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα τῆς
1005ὥρας ταύτης. Θέλομεν ὁμιλήσει περὶ αὐτοῦ κατὰ τὴν συ-
1006ζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο κρίνηται ἀναγκαῖον
1007νὰ γένηται, πρέπει νὰ γένηται συνταγματικῶς, ἐρρύθμως καὶ
1008κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, διατὶ
1009δὲν συνεστήθησαν αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ διὰ νόμων, ἀλλὰ
1010συνεστήθησαν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων· διότι οὕτω δὲν
1011συνεστήθησαν νομίμως, ἀνέλαβε δὲ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία
1012τὴν ἐκτέλεσιν μέτρου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπετρέπετο εἰς αὐτὴν, ἐν
1013ὅσῳ ὑπάρχει κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Διὰ τοῦτο παρα-
1014καλῶ νὰ καταθέσητε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Βασιλικὸν Διάταγ-
1015μα, διὰ τοῦ ὁποίου συνεστήθησαν αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαί.
1016§63Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὅταν ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητή-
1017σεως, δυνάμεθα νὰ προσαγάγωμεν πᾶσαν πληροφορίαν καὶ
1018τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε.
1019§64Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
1020νὰ ἀνεύρῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία εἶχε γείνῃ
1021ἐπὶ τῆς πρώτης Κυβερνήσεως τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ, κατὰ
1022τὸ 1897–1898, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Εἶχε συστηθῆ
1023ἐπιτροπὴ, ἥτις κατήρτισε καὶ πρόγραμμα μαθημάτων, ἀλλὰ
1024δὲν ἔχω τὰ σχετικὰ διὰ νὰ γνωρίζω ἀκριβῶς τί ἀπεφασί-
1025σθη. Τὸ πόρισμα δὲ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης τὸ Ὑπουργεῖον
1026εἶχεν ὑποβάλει καὶ ζητήσει γνώμας ἀπὸ διαφόρους ἐμπό-
1027ρους ἔκ τε τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Νομίζω, ὅτι
1028καὶ ἐκεῖνο δύναται νὰ παράσχῃ συνδρομὴν εἰς τὸ θέμα, τὸ
1029ὁποῖον εἶναι σπουδαιότατον. Εἶναι δὲ σπουδαιότατον, διότι
1030ἡ δυσχέρεια τῆς λειτουργίας πολλῶν Σχολῶν, ὅσας ἐπιθυ-
1031μεῖ, καὶ ὀρθῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ συστήσῃ, δὲν ἔγκειται μό-
1032νον εἰς τὴν ἔλλειψιν τῶν μέσων, ἀλλ’ ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν
1033κατάστασιν τῆς παρ’ ἡμῖν ἐκπαιδεύσεως, μὴ παρεχούσης τὰ
1034ἀναγκαῖα πρόσωπα πρὸς ἵδρυσιν τοιούτων Σχολῶν, καὶ δι’
1035αὐτὸν τὸν λόγον παρακαλῶ νὰ προσκομίσῃ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖ-
1036να, ἐξ ὧν θὰ φανῇ, ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης
1037εἶχε γείνῃ σκέψις καὶ ἐργασία περὶ τοῦ ζητήματος τούτου,
1038καὶ νὰ ἔχῃ καὶ πρὸς ἐκεῖνον τὸν Ὑπουργὸν εὐγνωμοσύνην,
1039ὅσην καὶ πρὸς τὸν προκάτοχόν του.
1040§65ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν
1041ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως
1042νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ Β. Διατάγματα, τὰ σχετικὰ πρὸς
1043τὴν ἵδρυσιν, τὴν λειτουργίαν καὶ τὴν συντήρησιν τῶν δύο δη-
1044μοσίων Ἐμπορικῶν Σχολῶν.
1045§66Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Κατὰ τὴν προτελευταίαν Σύνοδον
1046ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον, κυροῦντα τὴν σύμβασιν τῆς συγχω-
1047νεύσεως τῶν δύο Τραπεζῶν Ἠπειροθεσσαλίας καὶ Ἐθνικῆς.
1048Ἐν τῇ κυρωθείσῃ ταύτῃ συμβάσει ὑπῆρχεν ὅρος, δι’ οὗ καθιε-
1049ροῦτο ἡ ἄρσις τῆς ἀλληλεγγυότητος τῶν ὀφειλετῶν χωρικῶν
1050τριῶν μεγάλων χωρίων, Κομποτίου, Πέτα καὶ ἐπάνω Πέτα·
1051ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὅρου τούτου ἀπέβη ἀδύνατος, διότι,
1052ἵνα συνταχθῶσιν ἐπίσημα συμβόλαια διανομῆς τοῦ χρέους
1053καὶ κατανομῆς τῶν κτημάτων, ἔδει νὰ μετάσχωσιν αὐτῶν
1054πάντες οἱ ἐξ ἀδιαιρέτου συγκύριοι καὶ ὀφειλέται χωρικοί,
1055ὅπερ ἀδύνατον, διότι πολλοὶ ἀπέθανον, ἄλλοι δὲ ἀπουσιά-
1056ζουσιν, ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἀνήλικα, δι’ ἃ ἀπαιτοῦνται συγ-
1057γενικὰ συμβούλια. Τὴν ἄρσιν τῶν δυσκολιῶν τούτων σκοπεῖ
1058τὸ κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον εἰς πρώτην συζήτησιν ψη-
1059φισθὲν νομοσχέδιον, ὅπερ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγ-
1060γράψῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀμέσως μετὰ τὸ νομοσχέ-
1061διον περὶ ἀγορᾶς τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ.
1062§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ
1063εἶναι ὀρθὴ, καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ, ὅπως ὑποβληθῇ ἐκ νέου
1064τὸ κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς εἰς πρώτην
1065ἀνάγνωσιν ψηφισθὲν νομοσχέδιον, ὅπερ οὐδεμίαν δυσκολίαν
1066παρουσιάζει, διότι πρόκειται περὶ διευκολύνσεως εἰς τὴν
1067ἐφαρμογὴν τῶν ἰσχυόντων νόμων.
1068§68ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐφρόνουν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἤθελον
1069ἀπαλλαγῆ τοῦ ὄντος θλιβεροῦ καθήκοντος νὰ φέρω ἐνώπιον
1070τῆς Βουλῆς ὑπόθεσιν λειτουργοῦ τῆς Θέμιδος, ἡ ὁποία κα-
1071ταισχύνει τὸν ἄνθρωπον ἐκτυλισσομένη· ἐφρόνουν, λέγω, ὅτι
1072ἤθελον ἀποφύγει τὴν ἐνόχλησιν ταύτην, διότι ἐπίστευον,
1073ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μόλις ἐλάμβανε
1074γνῶσιν τῶν διαπραττομένων παρὰ τοῦ εἰρημένου λειτουρ-
1075γοῦ, ἤθελε μεριμνήσει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἀλλὰ
1076δυστυχῶς, καίτοι παρῆλθον δύο μῆνες, ἀφ’ ἧς ὁ κ. Ὑπουρ-
1077γὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε γνῶσιν τῶν ἐν Τριπόλει γιγνο-
1078μένων παρὰ τοῦ αὐτόθι Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδι-
1079κῶν, — διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται, — οὐδὲν ἔλαβε μέτρον.
1080Τοὐναντίον ὁ Εἰσαγγελεὺς οὗτος ἀσχολεῖται — λαμβάνων
1081προτροπὰς, δὲν ἠξεύρω πόθεν, — εἰς τὴν ἐνέργειαν ὄχι τῶν
1082καθηκόντων του, ἀλλὰ καθηκόντων τοιαύτης φύσεως, διὰ τὰ
1083ὁποῖα, ὅταν μάθῃ ταῦτα ἡ Βουλὴ, θέλει φρίξει.
1084Ἐπληροφορήθην, ὅτι πρὸ 15 ἢ 20 ἡμερῶν μετέβη ἐπὶ τό-
1085που ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἵνα ἐνεργήσῃ
1086ἀνακρίσεις, διότι, ὡς ἔμαθον, καὶ ῥητὴ καταγγελία ἐνεχειρί-
1087σθη κατὰ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Εἰσαγγελέως εἰς τὸν Εἰσαγ-
1088γελέα τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἐὰν δὲν πλανῶμαι, τοιαύτη ἐστά-
1089λη καὶ πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τῆς
1090ὁποίας καταγγελίας ῥηταὶ πράξεις ἐγκληματικαὶ ἀπεδί-
1091δοντο εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἐκεῖνον. Συνεπείᾳ τῆς μηνύσεως
1092ταύτης μετέβη ἐπὶ τόπου ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ
1093Ἐφετῶν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐνήργησε πράγματι ἀνά-
1094κρισιν, καὶ ἐὰν συνεπείᾳ ταύτης συνέταξεν ἔκθεσιν καὶ ὑπέ-
1095βαλε τοιαύτην εἰς τὸν κύριον Ὑπουργόν.
1096Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δι-
1097καιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν πράγματι ἀπε-
1098στάλη ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν εἰς Τρίπο-
1099λιν πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων διὰ τὰ κατὰ τοῦ Εἰσαγγε-
1100λέως τῶν Πλημμελειοδικῶν καταγγελλόμενα, ἐὰν ἐνήργη-
1101σεν ἀνακρίσεις, καὶ ποίου εἴδους ἀνακρίσεις ἐνήργησεν, ἐὰν
1102συνέταξεν ἔκθεσιν, καὶ ἐὰν ὑπέβαλε τοιαύτην πρὸς τὸν κύ-
1103ριον Ὑπουργόν. Παρακαλῶ δὲ προσέτι νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κύ-
1104ριος Ὑπουργὸς νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί ἔπραξεν ἐπὶ
1105πᾶσι τούτοις.
1106§69Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ
1107τῇ βάσει θρυλουμένων φημῶν βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον τῆς
1108Δικαιοσύνης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνῃ μέτρα κατὰ λει-
1109τουργῶν τῆς Θέμιδος. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης
1110εὑρίσκονται ἀληθῶς ἔγγραφά τινα σχετικὰ πρὸς τὸν λειτουρ-
1111γὸν τῆς Θέμιδος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς,
1112ἀλλὰ βεβαίως ταῦτα δὲν ἐπιβάλλουσι τὴν λῆψιν μέτρων κατὰ
1113τοῦ δικαστικοῦ τούτου προσώπου. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι
1114μία ἔκθεσις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως τούτου,
1115ὑπὸ τοῦ Μοιράρχου καὶ ὑπὸ τοῦ Νομάρχου· ἡ ἔκθεσις αὕτη
1116βεβαίως δὲν ἐπιβάλλει τὴν λῆψιν μέτρων κατὰ τοῦ εἰρημέ-
1117νου Εἰσαγγελέως· τοὐναντίον ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης ἀπο-
1118δεικνύεται, ὅτι κατά τινα ὡρισμένην πρᾶξιν, συμβᾶσαν πρὸ
1119καιροῦ, κατὰ Ὀκτώβριον, νομίζω, ἐν Τριπόλει, ὁ Εἰσαγγε-
1120λεὺς οὗτος ἐξεπλήρωσεν ἀμερολήπτως καὶ εὐόρκως τὸ καθῆ-
1121κόν του. Εἶναι ἀληθές, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἐστάλη εἰς τὸ
1122Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης μήνυσις κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως
1123τῶν ἐν Τριπόλει Πλημμελειοδικῶν ὑπό τινος πολίτου, τοῦ
1124δικηγόρου κ. Καλούτση, νομίζω, καὶ τὴν μήνυσιν ταύτην,
1125ὡς εἶχον καθῆκον, εὐθὺς διεβίβασα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν
1126ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἵνα ἐνεργήσῃ τὰ κατ’ αὐτόν. Ὁ Εἰσ-
1127αγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐνήργησεν ὅ,τι ἐνόμισεν ὅτι τῷ ἐπε-
1128βάλλετο νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ ὑπέβαλε τὴν σχετικὴν ἔκθεσιν εἰς
1129τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα νομίζω,
1130ὅτι δικαιοῦμαι καὶ ὀφείλω νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα
1131ἡ Βουλὴ κρίνῃ ἐπ’ αὐτῶν. Ὅταν δὲ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα
1132ταῦτα, δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν. Ἐὰν δ’ ἐκ
1133τῆς συζητήσεως, λαμβανομένων πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τῶν ἐγ-
1134γράφων, προκύψῃ ὄντως, ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὴ τῷ Ὑπουργῷ
1135τῆς Δικαιοσύνης ἡ λῆψις μέτρων κατὰ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται
1136Εἰσαγγελέως, ἔστω βέβαιος ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι θὰ
1137ληφθῶσι τοιαῦτα.
1138§70ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἐνόησα τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύ-
1139σεως τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ὅτι συνετάχθη ἔκθεσις παρὰ τοῦ
1140Μοιράρχου, τοῦ Νομάρχου καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ περὶ οὗ πρόκει-
1141ται Εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ περὶ τίνος γεγονότος; τί ἀφεώρα τὸ
1142γεγονὸς ἐκεῖνο καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη; — διότι τοιαύτη ἔκθεσις
1143εἶναι ἄγνωστος εἰς ἐμέ, καὶ ἀφοῦ ἔχει ὑπογράψει ὁ ἴδιος Εἰσ-
1144αγγελεύς, δὲν γνωρίζω τί πιστοποιεῖ. Ἐὰν πιστοποιῇ διαγω-
1145γὴν αὐτοῦ ἀρίστην, ἢ ἐὰν πιστοποιῇ ἄμεμπτον βίον, ἐὰν πι-
1146στοποιῇ ἠθικότητα αὐτοῦ καὶ ποίαν, νομίζω ὅτι πᾶς ἄλλος
1147εἶναι ἁρμόδιος νὰ πιστοποιήσῃ ταῦτα παρὰ αὐτὸς οὗτος ὁ
1148Εἰσαγγελεύς, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται.
1149Εἶπε πρὸς τούτοις ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι εἰς τοὺς θρύλους
1150δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ προσοχήν. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, θρῦ-
1151λοι εἶναι, ὅταν Βουλευτής, καὶ δὴ φίλος τοῦ κυρίου Ὑπουρ-
1152γοῦ, μεταβαίνῃ παρ’ αὐτῷ καὶ ποιῆται παραστάσεις τοιαύτας
1153καὶ δίδῃ πληροφορίας τοιαύτας; — διότι ἔχω πληροφορίας,
1154ὅτι ἔντιμος συνάδελφος καὶ φίλος τοῦ Ὑπουργείου, ὁ ἀξιό-
1155τιμος βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Βοζίκης, ἅμα τῇ εἰς τὴν ἀρ-
1156χὴν ἀναρρήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρέστη-
1157σεν εἰς αὐτὸν τὸ ποιὸν τοῦ Εἰσαγγελέως, περὶ οὗ πρόκειται,
1158προσέθηκε μάλιστα, ἂν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι ἀληθεῖς, ὅτι
1159ἡ διατήρησις αὐτοῦ ὡς Εἰσαγγελέως προξενεῖ καταισχύνην
1160εἰς τὴν Δικαιοσύνην. — Δι’ αὐτὸ ἤθελον νὰ παρατηρήσω εἰς
1161τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας τὸ πρῶτον
1162ἤδη ἐλάμβανε, δὲν ἐστηρίζοντο ἐπὶ θρύλων, ἀλλ’ ἐπὶ πλη-
1163ροφοριῶν βασίμων, ὡρισμένων, καὶ συνεπῶς νομίζω, ὅτι δὲν
1164ἔπρεπε ν’ ἀποκαλέσῃ θρύλους τὰς παραστάσεις ἀξιοτίμου
1165συναδέλφου, καὶ δὴ συναδέλφου φίλου.
1166§71Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δι-
1167καιοσύνης, ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Ἀλεξάκη, ὑπηνίξατο
1168καὶ ἔγγραφόν τι, τὸ ὁποῖον συνετάχθη ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τοῦ
1169Νομάρχου, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Τριπόλει Πλημμελειο-
1170δικῶν καὶ τοῦ Μοιράρχου διὰ τὰ συμβάντα τῆς 17 Ὀκτω-
1171βρίου ἐν τῷ Πταισματοδικείῳ Τριπόλεως, ἤθελον παρακα-
1172λέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα μετὰ τῆς ἐκ-
1173θέσεως ταύτης ζητήσῃ καὶ προσαγάγῃ ἀντίγραφον τῆς ἐκ-
1174θέσεως τοῦ Ἀντεισαγγελέως τῶν ἐν Τριπόλει Πλημμελειο-
1175δικῶν, παρισταμένου ὡς δημοσίου κατηγόρου κατὰ τὴν
1176συνεδρίασιν τοῦ Πταισματοδικείου, καὶ ἀντίγραφον τοῦ πρα-
1177κτικοῦ τοῦ Πταισματοδικείου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης.
1178Ἐκεῖθεν, κύριε Ὑπουργέ, θέλετε πληροφορηθῆ, ὅτι πολλα-
1179πλᾶ ἐγκλήματα καὶ ἐπανειλημμέναι πλαστογραφίαι διε-
1180πράχθησαν εἰς μίαν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησαν ὄχι
1181πολῖται, — διότι οἱ συμπολῖταί μου εἶναι φίλοι τῆς τάξεως,
1182— ἀλλὰ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, καὶ τὴν ὁποίαν ἡ κεφαλὴ
1183τοῦ ἐκεῖ Νομάρχου, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἦτο
1184κεκρυμμένος μετὰ τῆς συζύγου του εἰς τὰ ἐνδότερα μέρη
1185τοῦ Νομαρχιακοῦ καταστήματος, ἀνήγαγεν εἰς στάσιν.
1186§72Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀμπελοκτήμονες τοῦ δήμου Τυρνά-
1187βου μοὶ ἔπεμψαν ἀναφοράν, ὑπογεγραμμένην παρὰ 300 πε-
1188ρίπου, καὶ κεκυρωμένην ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, ἀπευθυνομένην
1189δὲ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ὁποίας αἰτοῦν-
1190ται, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ πλήρης
1191καταστροφὴ τῶν ἀμπέλων αὐτῶν, βεβαιωθεῖσα ἐπισήμως
1192παρὰ τῶν ἀρχῶν ἐντολῇ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Διότι
1193ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, πληροφορηθεῖσα τὰ τῆς καταστρο-
1194φῆς τῶν ἀμπέλων αὐτῶν, διέταξεν, ὅπως ὁ Διευθυντὴς τῆς
1195Σχολῆς τοῦ Ἀϊδινίου ἐξετάσῃ καὶ προτείνῃ τὰ μέτρα, τὰ
1196ὁποῖα ἤθελε κρίνει συντελεστικὰ πρὸς θεραπείαν τῶν νόσων,
1197αἱ ὁποῖαι ἐπεφάνησαν. Ὁ Διευθυντὴς τῆς Σχολῆς κύριος
1198Γρηγοριάδης, μεταβὰς καὶ ἐπιθεωρήσας τὰς ἀμπέλους, συνέ-
1199ταξεν ἔκθεσιν, τῆς ὁποίας ἀντίγραφον ὑποβάλλω εἰς τὸν κ.
1200Πρόεδρον τῆς Βουλῆς· ἡ ἔκθεσις δ’ αὕτη συμπεριελήφθη καὶ
1201ἐν τῷ τεύχει, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη παρὰ τῆς προκατόχου
1202Κυβερνήσεως.
1203Ἵνα μὴ ἀπασχολῶ ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν, ἀνακοινῶ
1204περικοπάς τινας ἐξ αὐτῆς. (Ἀναγινώσκει τὰς περικοπάς).
1205Τοιαύτη, Κύριοι, εἶναι ἡ καταστροφή, ἣν βεβαιοῖ ὁ Διευ-
1206θυντὴς τῆς ἐν Ἀϊδινίῳ Γεωργικῆς Σχολῆς.
1207Ὅτε πρό τινος καιροῦ ὑπέβαλον ἀντίγραφον τοῦ ψηφίσμα-
1208τος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Τυρνάβου πρὸς τὸν κύριον
1209Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, συνέστησα αὐτῷ, ὅπως
1210εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρον πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν οὕτω
1211δοκιμασθέντων καλλιεργητῶν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς μοὶ
1212ἔφερε τὴν ἔνστασιν, ὅτι ὑπολογίζεται μέσος τις ὅρος διὰ τὰ
1213ἄφορα ἔτη. Εἰς τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι, ὅταν μὲν ὑπάρξῃ ἀτυ-
1214χία τις εἰς τὴν καλλιέργειαν, ἴσως μειοῦται διὰ τοῦ μέσου
1215τούτου ὅρου ἡ ζημία· ἀλλ’ ἐνταῦθα ὑπάρχει τελεία κατα-
1216στροφή, ὡς βεβαιοῖ ὁ εἰρημένος ἐπιθεωρητής, ὅστις γράφει,
1217ὅτι ἡ ζημία εἶναι μεταξὺ 80 καὶ 90%. Ὥστε, προκειμένου
1218περὶ τελείας καταστροφῆς τῶν ἀμπελοκτημόνων, δὲν χωρεῖ
1219πλέον μέσος ὅρος.
1220Διὰ τοῦτο, ὑποβάλλων τὴν ἀναφορὰν ταύτην τῶν ἀμπε-
1221λοκτημόνων Τυρνάβου, μετὰ τοῦ ἀντιγράφου τοῦ ψηφίσμα-
1222τος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ
1223τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν
1224νομοσχέδιον, προνοοῦν περὶ τῆς τοιαύτης καταστάσεως, ὅπως
1225ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου οἱ οὕτω δοκιμασθέντες. Βεβαίως θὰ
1226ἀντιταχθῇ, ὅτι πολλοὶ θέλουσιν ἐγερθῆ ἐκ τῶν διαφόρων
1227ἐπαρχιῶν, ἵνα ζητήσωσι παρομοίαν ἀπαλλαγήν. Ἀλλὰ πρὸς
1228ἀποτροπὴν τούτου δύναται νὰ ληφθῇ πρόνοια μόνον δι’ ἐκεῖνα
1229τὰ μέρη, περὶ ὧν βεβαιοῦται ἡ καταστροφή, καὶ ἑπομένως
1230νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον ὅπου αὕτη βεβαιοῦται. Ἄλλως ὡς
1231βάσις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὁ ὑφιστάμενος νόμος, ὅστις ἐψη-
1232φίσθη διὰ τὸ παρελθόν.
1233Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βου-
1234λὴ νὰ στρέψω τὸν λόγον πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δι-
1235καιοσύνης, οὐχὶ ἵνα ὑποβάλω ἐπερώτησιν, ἢ νὰ ζητήσω πλη-
1236ροφορίας, ὡς συνηθίζεται, ἀλλὰ νὰ δώσω πληροφορίας, καὶ
1237νὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν σχετικὴν ἐνέργειαν.
1238Πρόκειται περὶ εἰρηνοδίκου τινός, ὃν ὁ κύριος Ὑπουργὸς
1239μετέθεσεν ἀπὸ τῆς ἰδικιτέρας αὐτοῦ ἐπαρχίας εἰς ἄλλην
1240ἐπαρχίαν. Ἴσως ἔπραξε τοῦτο, διότι, κατὰ τὸ κοινῶς λεγό-
1241μενον, ὁ παπᾶς πρῶτον ηὐλόγησε τὰ γένεια του. Ἀλλὰ
1242ἐὰν οὕτως ἔχῃ, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἠθέλησε ν’ ἀπαλλάξῃ
1243τὴν ἐπαρχίαν του ἀπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου τούτου, ἔπρεπε νὰ
1244τὸν μεταθέσῃ εἰς ἄλλο Εἰρηνοδικεῖον, καὶ οὐχὶ ἐκεῖ, ὅπου
1245ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπηρετήσῃ, ἤτοι εἰς τὸν
1246δῆμον Ὀλύμπου, ἀφοῦ μάλιστα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις,
1247τῆς ὁποίας συνέχεια εἶναι ἡ παροῦσα, μετέθεσεν αὐτὸν ἀπὸ
1248τοῦ δήμου Ὀλύμπου, ὅπου ὑπηρέτει ἀπὸ τοῦ 1895, καὶ
1249ὅπου πολλὰς ἔδωκεν ἀφορμὰς παραπόνων. Ἴσως ὁ κύριος
1250Ὑπουργὸς εἴπῃ, ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως, καὶ αὑ-
1251τὸς οὕτως ἔκρινεν. Ἀλλ’ ἔδει νὰ γινώσκῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς,
1252ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας φωτιζόμενος, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος
1253τυγχάνει μεμνηστευμένος μετὰ θυγατρὸς κατοίκου τοῦ δή-
1254μου Τυρνάβου, τοῦ κ. Καμβουκίδου· ὡς μεμνηστευμένος δὲ,
1255ἐὰν δὲν κωλύηται νὰ ὑπηρετῇ ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου,
1256ἀλλ’ οὐσιαστικῶς κωλύεται, ὑφισταμένων τῶν λόγων, δι’ οὓς
1257οἱ ἐλθόντες εἰς γάμον μετὰ θυγατρὸς ἐντοπίου κωλύονται νὰ
1258ὑπηρετῶσιν ἐν αὐτῷ, ἀκριβῶς διότι ἡ μνηστεία εἶναι ἀφορμὴ
1259τοῦ στενωτέρου συνδέσμου σχέσεων πρὸς τὸν τόπον, καὶ διὰ
1260τοῦτο ἔδει νὰ μὴ τοποθετήσῃ αὐτὸν ἐκεῖ.
1261§73ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πότε μετετέθη;
1262§74ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν.
1263Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔκαμε καὶ ἕτερόν τι κακὸν ὁ κύριος
1264Ὑπουργὸς, ὅστις, ἐνδιαφερόμενος μόνον διὰ τοὺς συμπολίτας
1265του, μετέθεσε τοῦτον ἐκ Μηλεῶν· ἐπειδὴ ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος
1266μετὰ τὴν στέψιν αὐτοῦ, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ κατὰ τὰς
1267Ἀπόκρεω, δὲν δύναται νὰ μένῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τυρνάβου,
1268θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ἀναβάλῃ ταύτην, ὅπως παραμένῃ ἐκεῖ.
1269§75Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὴν ἀπαλλα-
1270γὴν τῶν ἀμπελοκτημόνων, τῶν ὁποίων ὁ καρπὸς κατεστράφη
1271ἕνεκα τοῦ περονοσπόρου, πέρυσιν ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ
1272ὁποίου ἀπηλλάγησαν τοῦ φόρου μόνον αἱ ἐκ τοῦ περονοσπό-
1273ρου καταστραφεῖσαι ἄμπελοι. Ἤδη παρόμοιον νομοσχέδιον
1274πρέπει νὰ εἰσαχθῇ καὶ διὰ τὰς ἀμπέλους, αἵτινες ἔπαθον
1275καταστροφὴν ἐξ ἄλλων νόσων ἢ αἰτιῶν· τοιαῦται δ’ εἶναι
1276κυρίως αἱ τοῦ Τυρνάβου.
1277Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω δύο λέξεις περὶ τῆς μεταθέσεως
1278τοῦ εἰρηνοδίκου, ὅστις παρεστάθη, ὅτι ἀφῆκε κακὰς ἀναμνή-
1279σεις εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τυρνάβου, ὅπου ὑπηρέτησεν. Εὑρίσκο-
1280μαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἐπαινέσω δημοσίᾳ δικαστι-
1281κὸν ὑπάλληλον τῆς τάξεως τῶν εἰρηνοδικῶν, ὅστις, ἐπὶ ἓξ
1282ἔτη ὑπηρετήσας ἐν Ραψάνῃ, ἀφῆκεν εἰς πάντας τὰς ἀρίστας
1283τῶν ἀναμνήσεων. Ὁ κ. Τρίχας εἶναι δικηγόρος ἐκ Τρικκά-
1284λων διακεκριμένος, κάλλιστος δικαστὴς, κατὰ τοῦ ὁποίου
1285οὐδὲν παράπονόν ποτε ἠγέρθη, διότι διαχειρίζεται καλῶς
1286τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, μὴ ἀναμιχθεὶς εἰς φατρίας καὶ κόμ-
1287ματα.
1288§76Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Εἶναι μεμνηστευμένος;
1289§77ΑΛΕΞ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι οὐδὲν
1290παράπονον κατ’ αὐτοῦ ἠγέρθη ἐν Κισσῷ, ὅπου ὑπηρέτησε.
1291§78Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Κασσαβέτη εἶναι
1292ἀρκετὰ σημαίνουσα, διότι ἀρκεῖ νὰ μάθητε, ὅτι ὁ κ. Τρίχας
1293εἶναι μεμνηστευμένος μὲ τὴν πρώτην ἐξαδέλφην τοῦ κυρίου
1294Καρτάλη.
1295§79Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδὲν
1296παράπονον κατ’ αὐτοῦ ἠγέρθη οὔτε εἰς τὰς Μηλεὰς, ὅπου
1297ὑπηρέτησε.
1298§80Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς Τυρνάβου, ὅτι
1299μετετέθη ἐξ Ὀλύμπου διότι ἔδωσεν ἀφορμὴν παραπόνων.
1300Μετετέθη ὅτε ἐγὼ ἔπαυσα συνεργαζόμενος μετὰ τῆς Κυ-
1301βερνήσεως ἐκείνης, καὶ ἔκαμεν εἰσηγήσεις ὁ κ. Βουλευτὴς
1302ἐκ Τυρνάβου, ἵνα φέρῃ εἰρηνοδίκην ἕνα, μὲ τὸν ὁποῖον συν-
1303δέεται στενώτατα, καὶ ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε κομματάρχης καὶ
1304ἀντιπρόσωπος τοῦ πολιτικοῦ κόμματος τοῦ κ. Λιμπρίτου,
1305καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐξεγερθῆ ὅλος ὁ κόσμος. Οἱ ἐπι-
1306στάται τοῦ χωρίου Πυργετοῦ, τῶν ὁποίων εἶναι γνωσταὶ αἱ
1307κατὰ τῶν χωρικῶν ἐκκρεμεῖς εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ὀλύμπου
1308διαφοραὶ, ἀποστέλλοντες τρυφερὰ γουρουνόπουλα εἰς τὸν εἰ-
1309ρηνοδίκην αὐτὸν, παρέλειπον νὰ πληρώσουν καὶ τὸν φόρον
1310τῶν σφαζομένων ζῴων· ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου τούτου συν-
1311έταξε πρωτόκολλα κατ’ αὐτῶν, οὗτοι δὲ ἀνέκοψαν τὰ πρω-
1312τόκολλα ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου, καὶ ἐπρόκειτο αὐτὸς, εἰς
1313τὸν ὁποῖον ἐστέλλοντο δωρεὰν τὰ γουρουνόπουλα, νὰ δικά-
1314σῃ! Περὶ τοιούτου εἰρηνοδίκου ἐπρόκειτο!
1315§81ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν κατηγγείλατε;
1316§82ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ καταγγελθῇ.
1317Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μνηστείαν τοῦ νῦν εἰρηνοδίκου κ. Τρίχα,
1318δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως μετατεθῇ ἕνεκα ταύτης· διότι αὐ-
1319τὸς δὲν ὑπηρετεῖ εἰς τὸν δῆμον Τυρνάβου, ὅπου κατοικεῖ ἡ
1320οἰκογένεια τῆς μνηστῆς του, ἀλλ’ εἰς τοὺς δήμους Ὀλύμ-
1321που καὶ Γόννων, ὅπου ὁ πενθερὸς αὐτοῦ δὲν κατοικεῖ καὶ
1322ὅστις δὲν ἀναμιγνύεται εἰς τὰ κόμματα.
1323§83Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ προλαλήσας νὰ τῷ
1324εἴπω, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔθιξα τὸ ζήτημα τῆς καλῆς ἢ κακῆς ὑπη-
1325ρεσίας τοῦ εἰρηνοδίκου, περὶ οὗ ἔφερα τὸν λόγον· εἶπον μό-
1326νον, ὅτι αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως. Ἑπομένως, ἂν περὶ
1327τοῦ εἰρηνοδίκου τούτου ἔχω γνώμην διάφορον ἐκείνης, ἣν
1328ἔχει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει σημασίαν,
1329διότι εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως.
1330Ὡς πρὸς δὲ τὸν ἕτερον εἰρηνοδίκην, τὸν ἀπελθόντα, οὐ-
1331δὲν ἔχω ἐνδιαφέρον. Ἂς ὁμολογήσῃ δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1332Κυβερνήσεως, ἂν ἐγὼ ὑπέβαλον πρὸς αὐτὸν συστάσεις ὑπὲρ
1333τούτου.
1334Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ προσθέσω καὶ
1335τοῦτο, ὅτι τὸ νὰ ἐπικαλεσθῇ μάρτυρας ὑπὲρ τῆς καλῆς ἀλ-
1336λαχοῦ ὑπηρεσίας τοῦ εἰρηνοδίκου, οὗτινος τὴν ὑπεράσπισιν
1337ἀνέλαβεν, ἀποδεικνύει, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ τοποθετήσας τὸν
1338εἰρηνοδίκην τοῦτον ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ ἐκείνῳ, διότι ἦτο
1339ὀπαδὸς ὁ κ. Βουλευτὴς τῆς πρώην Κυβερνήσεως, καὶ σήμερον
1340ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι εὐάρεστος τῇ νῦν Κυβερνήσει.
1341§84Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μετετέθη εἰς Τύρναβον ὑπηρεσια-
1342κῶς, χωρὶς ἐγὼ νὰ γνωρίζω τίποτε. Ἐφ’ ὅσον δ’ ἐγὼ ἤμην
1343φίλος τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη, οὐδὲν ἐλέχθη περὶ αὐτοῦ·
1344ἐν γένει δὲ δὲν ἀνεμίχθην εἰς τὴν τοποθέτησιν τῶν ὑπαλ-
1345λήλων. Ἐφρόντισα βεβαίως νὰ ὑπάρχῃ εἰρηνοδίκης ἐν Τυρ-
1346νάβῳ ἀμερόληπτος καὶ ἀδέκαστος, καὶ τοιοῦτος ὑπῆρξεν ὁ
1347κ. Γαλανόπουλος, ἐκ τοῦ ὁποίου ὅλα τὰ κόμματα ἦσαν εὐ-
1348χαριστημένα. Ὅτε δ’ ἔμαθον οἱ κάτοικοι, ὅτι ἐπρόκειτο
1349νὰ μετατεθῇ, ἔστειλαν πρὸς ἐμὲ ἔγγραφον μὲ ἑκατοντάδας
1350ὑπογραφῶν, παρακαλοῦντές με νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρ-
1351νησιν νὰ μὴ μετατεθῇ ἐκ Τυρνάβου ὁ εἰρηνοδίκης Γαλανό-
1352πουλος, καὶ ἔκαμα τὴν σύστασιν ταύτην, ἐκπληρῶν τὴν
1353ἀπαίτησιν τῶν συμπολιτῶν μου, καὶ ἔμεινεν ὁ κ. Γαλανό-
1354πουλος ἐν Τυρνάβῳ.
1355§85Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ διαβεβαίωσις, ὅτι
1356τῇ συστάσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ διωρίσθη εἰρηνοδίκης, εἶναι
1357λίαν χαρακτηριστική.
1358§86Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαῦται συστάσεις ὑπὲρ τῆς Δι-
1359καιοσύνης τιμῶσι τοὺς ποιουμένους αὐτάς.
1360§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον
1361ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
1362§88Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
1363νήσεως, ὁμιλῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν πολιτικήν, ὑπεσχέθη
1364διοίκησιν ἀγαθὴν καὶ ἀμερόληπτον. Δὲν ἔχω δικαίωμα ἀκόμη
1365νὰ παρατηρήσω, ἂν αὕτη εἶναι τοιαύτη, ἢ ὄχι· Θὰ ἀνακοι-
1366νώσω ὅμως εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
1367γὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον
1368ἀπὸ τὴν Καστανιὰν τοῦ δήμου Καστορίας τῆς ἐπαρχίας Λα-
1369κεδαίμονος, καὶ διὰ τῆς ὁποίας καταγγέλλεται ὁ ἐνωμοτάρ-
1370χης ἀστυνόμος τοῦ δήμου ἐκείνου Γ. Σκαπέτος, ὅτι δια-
1371χειρίζεται τὴν ἐξουσίαν κατὰ τρόπον, ὅστις θὰ ἔχῃ ὡς ἐπα-
1372κολούθημα νὰ προκαλέσῃ συμπλοκάς. Ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς
1373ἦτο καὶ κατὰ τὸ 1890–1891 εἰς τὸν αὐτὸν δῆμον· τυγχάνει
1374δὲ φίλος τοῦ δημάρχου Θεοφιλοπούλου, χάριν τοῦ ὁποίου,
1375κατὰ τὴν ἐπιστολὴν, ὀργιάζει. Οἱ πολῖται τοῦ δήμου ἐκείνου
1376ἀπηυθύνθησαν δι’ ἀναφορῶν καὶ τηλεγραφημάτων πρὸς τὸν
1377Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρὸς τὰς δικαστικὰς ἐκεῖ
1378ἀρχὰς ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις, ἢ νὰ σταλῇ εἷς τῶν
1379ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ἢ οἷος δήποτε ὑπάλληλος τῆς διοι-
1380κητικῆς ἀρχῆς, καὶ ἐξετάσῃ, ἂν τὰ καταγγελλόμενα εἶναι
1381ἀληθῆ, τοὐναντίον ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς ἐνισχύεται διὰ δυ-
1382νάμεως στρατιωτικῆς, τὴν ὁποίαν, ἐπαναλαμβάνω, ὡς καταγ-
1383γέλλεται διὰ τῆς ἐπιστολῆς, διαχειρίζεται κατὰ τρόπον το-
1384σοῦτον σκανδαλώδη, ὥστε ὁ γράφων μοὶ λέγει, ὅτι πολὺ φο-
1385βεῖται, ὅτι, πρὶν λάβω τὴν ἐπιστολήν του, ἴσως θὰ ἔχωσι
1386συμβῆ αἱματηραὶ συγκρούσεις εἰς τὸν τόπον.
1387Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ
1388ὑπ’ ὄψιν τὴν πρὸς αὐτὸν σταλεῖσαν ἀναφορὰν, καὶ νὰ ἐνερ-
1389γήσῃ, ἐὰν νομίζῃ ὀρθὸν καὶ δίκαιον, τὴν ἐκεῖθεν μετάθεσιν
1390τοῦ καταγγελλομένου ἐνωμοτάρχου. Ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐνω-
1391μοτάρχαι εἰς τὴν Ἑλλάδα, δυνάμενοι νὰ τοποθετηθῶσιν
1392ἐκεῖ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καὶ ἀπαραίτητον εἰδικῶς ὁ κ.
1393Σκαπέτος νὰ ἦναι πάντοτε καὶ σήμερον ἐκεῖ.
1394Πρὸς δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
1395καταθέσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμα λόγον,
1396τηλεγραφήματα καὶ ἀναφορὰς, νὰ διατάξῃ δὲ τὰς διοικη-
1397τικὰς καὶ δικαστικὰς ἀρχὰς τῆς Σπάρτης, ἵνα στείλωσιν
1398εἰς αὐτὸν καὶ ἐκείνας τὰς ἀναφορὰς καὶ καταγγελίας, τὰς
1399ὁποίας ἔχουσι περὶ τοῦ ἐνωμοτάρχου ἐκείνου, καὶ περὶ τῶν
1400ὁποίων οὐδεμίαν ἐνέργειαν ἔκαμαν· ἔκαμαν μόνον μίαν, τὴν
1401ὁποίαν σημειῶ, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ προσέξῃ
1402ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι, κατὰ τὰς πληρο-
1403φορίας τοῦ γράφοντος τὴν ἐπιστολὴν, ἀνέφεραν εἰς τὸ Ὑπουρ-
1404γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλοῦσαι τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ
1405ἐκτοπίσῃ ἐκεῖθεν τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ἐνωμοτάρχην.
1406Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν
1407σύστασίν μου, καὶ θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην εἰς πρώτην συνε-
1408δρίασιν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας.
1409§89Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσω-
1410τερικῶν). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως. Ἀληθῶς ἐλήφθησαν
1411τοιαῦται παραστάσεις, ὅτι ὁ ἐκεῖ ἐνωμοτάρχης ὑπῆρξε τοιοῦ-
1412τος καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1891, καὶ ὅτι δὲν ἔχει ἀφήσει καλὰς
1413ἀναμνήσεις. Ἐδίστασα νὰ προβῶ ἀμέσως εἰς τὴν ἐκτόπισιν,
1414ἐπὶ τῇ ἁπλῇ διαμαρτυρίᾳ Τζωρτζάκη τινὸς καὶ ἄλλων τι-
1415νῶν, διότι ἀφ’ ἑτέρου ὑπῆρχε διαβεβαίωσις τοῦ Δημάρχου,
1416ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, εἶναι εἷς τῶν καλλιτέ-
1417ρων Δημάρχων, ὅσους ἐγνώρισά ποτε.
1418§90Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, περὶ τούτου δὲν
1419ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι εἷς τῶν καλλιτέρων
1420Δημάρχων τοῦ Κράτους, ὅστις καὶ ἐξ ἰδίων δαπανᾷ. Δὲν
1421εἶναι φίλος μου, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κ. Θεοφι-
1422λόπουλος εἶναι εἷς τῶν καλλιτέρων Δημάρχων τοῦ Κράτους.
1423§91Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Διὰ τοῦτο ἐδίστασα νὰ
1424προβῶ εἰς τὴν ἐκτόπισιν τοῦ ἐνωμοτάρχου. Οὐχ ἧττον ἐνό-
1425μισα καθῆκον, πρὸς ἄρσιν ὅλων αὐτῶν τῶν παραπόνων, τὰ
1426ὁποῖα πιθανὸν νὰ ἦναι καὶ εὔλογα καὶ νὰ γείνωσι καὶ ἀφορ-
1427μὴ δυστυχημάτων, ὡς τηλεγραφεῖται, ἐνόμισα καθῆκον νὰ
1428ὑποβάλω εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα Διάταγμα, ὅπως διορι-
1429σθῇ ἐκεῖ ἀστυνόμος ἀξιωματικός· καὶ ἑπομένως τὸ πρᾶγμα
1430θεραπεύεται, διότι θὰ ἐκτοπισθῇ τότε ὁ ἀστυνομεύων ἐνω-
1431μοτάρχης.
1432§92Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω τὸν Δήμαρ-
1433χον· δὲν εἶπον τίποτε κατ’ αὐτοῦ, οὐδὲ ἐκφέρω γνώμην τινὰ
1434κατ’ αὐτοῦ· ἀφοῦ μάλιστα τόσοι κύριοι τιμῶσιν αὐτὸν, καὶ
1435ἐγὼ τιμῶ αὐτόν.
1436§93Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἔξοχος.
1437§94Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Δήμαρχος
1438παρεισέφρησεν εἰς τὴν ὁμιλίαν ταύτην χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κα-
1439νεὶς λόγος. Τὸν ἐνωμοτάρχην τὸν γνωρίζω καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κύ-
1440ριος Τριανταφυλλᾶκος.
1441§95Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς εἴπω,
1442ὅτι, ὅτε ἐστάλησαν τὰ τηλεγραφήματα ὑπὸ τοῦ Τζωρτζάκη
1443καὶ τῶν λοιπῶν, ἐστάλησαν ἀντίθετα ὑπὸ τοῦ Δημάρχου
1444καὶ ἄλλων. Αὐτὴν τὴν σημασίαν ἔχει ἡ μνεία τοῦ Δημάρχου.
1445§96Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ καλά.
1446Τὸν ἐνωμοτάρχην τὸν γνωρίζω καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ὑπουρ-
1447γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐγὼ μὲν τὸν γνωρίζω, διότι εἶναι
1448Καλάμιος, ἦτο δὲ καὶ εἰς τὸν δῆμόν μου, τὸν δῆμον Εὔας,
1449ἀστυνόμος, καὶ γνωρίζω καὶ τὸν χαρακτῆρά του καὶ τὸν τρό-
1450πον τῆς ὑπ’ αὐτοῦ διαχειρίσεως τῆς ἐξουσίας· ὁ δὲ κύριος
1451Τριανταφυλλᾶκος τὸν γνωρίζει ἴσως καλλίτερον, διότι τυγ-
1452χάνει συγγενής του. Ἀφοῦ λοιπὸν γνωρίζομεν καὶ οἱ δύο
1453ποῖον χαρακτῆρα ἔχει, δὲν εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ θὰ στείλῃ
1454ἀξιωματικὸν ἀστυνόμον, νὰ στείλῃ καὶ ἐνωμοτάρχην ἄλλον;
1455§97Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὸ εἶπον.
1456§98Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν
1457ἔχω τίποτε νὰ παραπονεθῶ.
1458§99Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
1459Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας τὰς ἀναφερομέ-
1460νας ἐν τῇ σημειώσει ταύτῃ, ἣν θὰ καταθέσω. Πρόκειται περὶ
1461ἑνὸς κτήματος, εἰς θέσιν Ζυγὸς ἢ Χύθη τῆς περιφερείας Ρα-
1462πταίων τοῦ δήμου Στύρων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίδικον, καὶ ὁ
1463ἕτερος τῶν διαδίκων κατώρθωσε, παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ
1464ἀντιδίκου του, νὰ λάβῃ ἄδειαν ὑλοτομίας, λαβὼν δὲ τὴν ἄ-
1465δειαν ταύτην, προέβη ἀμέσως εἰς τὴν ὑλοτομίαν καὶ ὑλοτό-
1466μησε μέχρι πρό τινων ἡμερῶν 4,000 ἀγριελαίας. Τοῦτο ἐξή-
1467γειρε τὴν ἀγανάκτησιν ὁλοκλήρου τοῦ χωρίου καὶ τῶν πέριξ
1468ἀκόμη χωρίων, διότι ἐκεῖ αἱ ἀγριελαῖαι θεωροῦνται ἱεραὶ, εἶ-
1469ναι δένδρον, τὸ ὁποῖον καλλιεργεῖται, διότι παρέχει εἰς τὸ
1470μέλλον πρόσοδον, καὶ ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονο-
1471μικῶν ἐστάλησαν διαμαρτυρίαι, διετάχθη δὲ ὁ δασάρχης Εὐ-
1472βοίας καὶ μετέβη ἐπὶ τόπου. Ἔλαβον γνῶσιν τοῦ τηλεγραφή-
1473ματος, δι’ οὗ ὁ κ. δασάρχης ἀπήντησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον,
1474καὶ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐὰν οἱ δασάρχαι ἐκπληρῶσι
1475τὸ καθῆκόν των καθ’ ὃν τρόπον τὸ ἐξεπλήρωσεν αὐτὸς, κα-
1476λὸν εἶναι νὰ παύσωσι νὰ ὑπάρχωσι δασάρχαι, διότι, ἀντὶ νὰ
1477ἦναι ἐπόπται δασῶν, γίνονται αὐτοὶ οὗτοι ὄργανα, διὰ τῶν
1478ὁποίων καταστρέφονται τὰ δάση, καὶ καταστρέφονται δέν-
1479δρα τόσον χρήσιμα, ὅσον ἡ ἀγριελαία.
1480Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
1481νὰ διατάξῃ ἀμέσως τὴν ἀναστολὴν τῆς περαιτέρω ὑλοτομίας,
1482ἐὰν πεισθῇ, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ πεισθῇ, ἐκ τῆς ἐκθέσεως
1483τῆς ἀτελοῦς τοῦ δασάρχου, ὅτι ἐκεῖ δὲν ὑλοτομοῦνται δέν-
1484δρα ἄχρηστα, ἀλλ’ ὑλοτομοῦνται ἀγριελαῖαι, καὶ κατόπιν
1485νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγγράφως ζητῶ.
1486§100Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν
1487κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλήν,
1488δυνάμει τίνος νόμου δαπανῶνται χρήματα τοῦ λιμενικοῦ τα-
1489μείου Πειραιῶς εἰς κατασκευὴν τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔρ-
1490γων. Νόμον τοιοῦτον ἐγὼ δὲν γνωρίζω ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς
1491Βουλῆς, γνωρίζω δὲ, ὅτι ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος, ἀπαγορεύων
1492τὴν διάθεσιν τῶν χρημάτων τῶν λιμενικῶν ταμείων εἰς ἄλλα
1493ἔργα παρὰ τὰ λιμενικά. Δὲν ἀποδοκιμάζω τὴν δαπάνην χρη-
1494μάτων ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου πρὸς κατασκευὴν ἀντιπλημ-
1495μυρικῶν ἔργων, τόσον ἀναγκαίων διὰ τὸν Πειραιᾶ καὶ τὰς
1496Ἀθήνας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει, ἀπέναντι νόμου, ὅστις ἀπα-
1497γορεύει τὴν δαπάνην χρημάτων λιμενικῶν ταμείων εἰς μὴ λι-
1498μενικὰ ἔργα, νὰ ζητηθῇ πρὶν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ ἄδεια διὰ νό-
1499μου. Ἀπορῶ δὲ, πῶς τόσα μέχρι τοῦδε ἐδαπανήθησαν παρὰ
1500τὸν νόμον, καὶ οὐδεμία ἠγέρθη διαμαρτυρία παρὰ τῶν δημο-
1501σίων ἀρχῶν, αἵτινες ἀναμιγνύονται εἰς τὴν δαπάνην ταύτην,
1502ὅπως αἱ δαπάναι αὗται ἀνασταλῶσι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ
1503τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φανερώσῃ, ἂν
1504ὑπάρχει τυχὸν ἄλλος νόμος, ἐπιτρέπων τὴν παρεκτροπὴν
1505ταύτην. Ἄλλως εὑρισκόμεθα πρὸ παρανομίας καὶ καταχρή-
1506σεων, αἵτινες ἄδηλον ποῦ θὰ φθάσωσιν, ἂν ἐπιτραπῶσιν.
1507Ἐκτὸς τούτου, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν
1508Ἐσωτερικῶν νὰ κανονίσῃ ἐπὶ τὸ νομιμώτερον τὰ τῆς λεω-
1509φόρου τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ. Γνωστὸν, ὅτι δαπανῶνται χρή-
1510ματα ἰδιωτικὰ πρὸς κατασκευὴν τῆς μεγάλης αὐτῆς λεω-
1511φόρου μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ παλαιοῦ Φαλήρου. Τί ὁδὸς ὅμως
1512εἶναι αὕτη; Εἶναι ὁδὸς ἐθνική; εἶναι ὁδὸς δημοτική; εἶναι
1513ἰδιωτική; Τοῦτο ἔχει σπουδαίας συνεπείας. Ἂν ἦναι ἐθνικὴ,
1514ἀπαιτεῖται νόμος, καὶ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν δυνάμει τίνος
1515νόμου ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἐθνικὴ ὁδὸς, καὶ ἀπαλλοτριοῦνται
1516αἱ διάφοροι ἰδιοκτησίαι, διὰ τῶν ὁποίων ἡ ὁδὸς αὕτη διέρ-
1517χεται. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζωμεν, τί ὁδὸς εἶναι αὕτη, διότι
1518ὑπάρχει τὸ ζήτημα τῆς κατασκευῆς τῶν τεχνικῶν ἔργων καὶ
1519τὸ ἔτι σπουδαιότερον, τῆς συντηρήσεως τῆς ὁδοῦ. Ἡ συντή-
1520ρησις τῆς λεωφόρου αὐτῆς θ’ ἀπαιτῇ κατ’ ἔτος σπουδαίαν δα-
1521πάνην, ἣν πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις πρὶν τὴν ἀναλάβῃ.
1522Ἄν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχει μῆκος περίπου 6,000 μέτρων
1523καὶ 30 μέτρων πλάτος, δηλαδὴ περὶ τὰ 180,000 τετρα-
1524γωνικὰ μέτρα ἐπιφάνειαν, καὶ λογίσητε πρὸς μίαν δραχμὴν
1525τοὐλάχιστον τὴν ἐτησίαν συντήρησιν κατὰ μέτρον, διότι θὰ
1526ἦναι καὶ δενδροφυτευμένη, θὰ ἔχωμεν κατ’ ἔτος δαπάνην
1527συντηρήσεως 180,000 δραχμάς. Τὸ Δημόσιον ἀναλαμβάνει
1528ἐν γνώσει τὰς δαπάνας αὐτὰς, ἢ τὰς ἀναλαμβάνει καὶ αὐτὰς
1529ἡ περιουσία τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ; Τὰς ἀναλαμβάνουσιν οἱ
1530βαρυνόμενοι ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ὁδῶν, δηλαδὴ ὁ δῆμος Ἀθη-
1531ναίων, ἂν ἡ λεωφόρος ἦναι δημοτική; Τοιοῦτον ἔργον, συν-
1532επαγόμενον τόσας ἀποζημιώσεις καὶ τόσας δαπάνας συν-
1533τηρήσεως, καὶ προσέτι τὴν συνέπειαν τῆς καταργήσεως τῆς
1534ὑπαρχούσης νῦν ἐθνικῆς ὁδοῦ, ἣν συντηρεῖ τὸ Κράτος, οὐ μό-
1535νον θὰ στερήσῃ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν μιᾶς ἐθνικῆς ὁδοῦ,
1536ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Δημόσιον ἀναγκαίως διὰ
1537τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς νέας εἰς τὴν παλαιὰν καὶ μὲ δα-
1538πάνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι νόμιμον ἀπὸ πρὶν νὰ ἦναι ἐν γνώσει
1539τῆς Βουλῆς.
1540Ὅλα ταῦτα πιθανὸν νὰ μὴ ἔχωσιν ὡς τὰ παριστῶ, ἀλλὰ
1541δὲν ἁμαρτάνω, φέρων εἰς τὴν Βουλὴν ζητήματα, τὰ ὁποῖα
1542ἔχουσιν εὔλογον τὴν ἀφορμὴν, διότι οὐδὲν γνωρίζω νομοθε-
1543τικὸν μέτρον μὴ δικαιολογοῦν τοὺς φόβους, οὓς ἐξέθηκα. Τὸ
1544Δημόσιον πρόκειται ν’ ἀναλάβῃ μεγάλα χρηματικὰ βάρη νῦν
1545καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἄνευ νόμου. Πιθανὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1546Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ ἦναι τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνήμερος εἰς
1547τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἀλλὰ δίδω ἀφορμὴν εἰς αὐτὸν νὰ ζη-
1548τήσῃ καὶ λάβῃ τὰς δεούσας πληροφορίας, καὶ εἰς προσεχῆ
1549συνεδρίασιν νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν.
1550§101Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
1551ρικῶν). Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον λίαν
1552προσεχῶς.
1553§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην
1554συνδέεται καὶ ἐπιθυμία τις ἄλλη, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἤτοι
1555νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
1556φροντίσῃ νὰ προμηθευθῇ καὶ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς
1557ἀπολογισμοὺς τῶν ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Πειραιῶς δα-
1558πανηθέντων κατὰ τὰ ἔτη 1896–1901.
1559§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1560ταξιν.
1561Ὁ κύριος Ραδινὸς ἔχει τὸν λόγον.
1562§104Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ὅπως
1563ἐκπληρώσω καθῆκον ἐπιβαλλόμενον εἰς ἀντιπρόσωπον λαοῦ,
1564ὅστις ἀπὸ τῆς προκειμένης συμβάσεως ἀναμένει νὰ ἴδῃ θραυό-
1565μενα τὰ δεσμά του. Ἔχω τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκφράσω ἀπὸ
1566τῆς ἐπισήμου ταύτης θέσεως τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ δουλο-
1567παροίκου Θεσσαλικοῦ λαοῦ πρὸς τὸν μεγάτιμον ἄνδρα, ὅστις
1568διὰ τῆς εὐγενοῦς καὶ γενναίας αὑτοῦ πράξεως δίδει τὴν πρώ-
1569την ὤθησιν πρὸς ἐπίλυσιν ζωτικωτάτου ζητήματος τῆς χώ-
1570ρας μας, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ὄχι μόνον ἡ ἀπελευθέ-
1571ρωσις τοῦ δούλου τούτου λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ εὐημερία ὁλο-
1572κλήρου τῆς Ἑλλάδος.
1573Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ ἀναπτύξω
1574ἐν ὀλίγοις τὴν ἀθλιεστάτην κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑ-
1575ρίσκεται ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς ἐν Θεσσαλίᾳ. Τὰ αἴτια τῆς
1576κακοδαιμονίας αὐτοῦ, τὰ ἐμπόδια, τὰ ἐπιπροσθοῦντα εἰς τὴν
1577ἀνάπτυξίν του καὶ τὴν πρόοδόν του, εἰς τὴν βελτίωσιν αὐ-
1578τῆς τῆς γεωργίας, ἡ ὁποία τυγχάνει ὁ μεγαλείτερος παρά-
1579γων τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, εἶναι πολλά. Ἡ ἀμάθεια τοῦ Θεσ-
1580σαλοῦ χωρικοῦ, ἡ ἔλλειψις παρ’ αὐτῷ πίστεως καὶ ἡ ὡς ἐκ
1581ταύτης σπάνις τῶν κεφαλαίων καὶ ὑποδούλωσις αὐτοῦ τε-
1582λείως εἰς τοὺς τοκογλύφους, ἡ ἔλλειψις πάσης ἀσφαλείας
1583εἰς τοὺς ἀγροὺς, ὅπου αἱ ἀγροζημίαι, αἱ ζωοκλοπαὶ καὶ αὐταὶ
1584αἱ ληστεῖαι διαπράττονται ἀσυστόλως ἐν μέσῃ ἡμέρᾳ, ἡ
1585κάλυψις ἀπεράντων ἐκτάσεων ὑπὸ μονίμων ἑλῶν, τὰ ὁποῖα
1586ἀφαιροῦσιν οὐχὶ μόνον ἀπὸ τῆς γεωργίας γαίας πρωτίστης
1587ποιότητος, ἀλλὰ καὶ ἐξοστρακίζουσι τὴν ὑγείαν ἀπὸ τὰ
1588πλεῖστα Θεσσαλικὰ χωρία, ἀποτελοῦσιν ἐν μικρογραφίᾳ τὰ
1589κυριώτερα τῶν κακῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατατρύχονται οἱ
1590Θεσσαλοὶ γεωργοί. Ἀλλὰ ταῦτα τὰ κακὰ, Κύριοι, εἶναι μη-
1591δὲν ἀπέναντι τοῦ μεγαλειτέρου, τῆς δουλείας, ὑπὸ τὴν
1592ὁποίαν στενάζει ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς, ὁ στερούμενος τῆς
1593ἐλευθερίας, πραγματικῶς μὴ εἰσέτι ἐλευθερωθείς. Δὲν θὰ
1594ἐκθέσω ἐδῶ πρὸς ὑμᾶς σήμερον—διότι δὲν εἶναι ἡ ὥρα κα-
1595τάλληλος—τὰ δεινὰ τοῦ πληθυσμοῦ τούτου. Ἀφ’ ἧς ἐπο-
1596χῆς ἡ Θεσσαλικὴ γῆ δι’ ἀγώνων καὶ θυσιῶν αἵματος, μετὰ
1597δύο ἐπαναστάσεις, προσηρτήθη εἰς τὴν μητέρα Ἑλλάδα, οἱ
1598Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ διαδοχικῶς ἐποιήσαντο μνείαν τῆς
1599ἀθλίας καταστάσεως τοῦ Θεσσαλοῦ γεωργοῦ. Ἐδόθη εἰς αὑ-
1600τὸν μία ἀπέραντος ἔκτασις, ὅπως τὴν καλλιεργῇ καὶ τὴν
1601ποτίζῃ διὰ τοῦ ἱδρῶτος τῆς ἐργασίας του, χωρὶς οὐδὲ σπι-
1602θαμὴν αὐτῆς νὰ ὁρίζῃ· ἐδόθη εἰς αὐτὸν μία ἀχυρόπλεκτος
1603καλύβη, ὅπως κατοικῇ ἐν αὐτῇ, συναγελαζόμενος μὲ τοὺς
1604ἀροτῆρας βόας του, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ, ἂν καὶ τὴν ἑπομένην
1605ἡμέραν θὰ ἔχῃ τὸ εὐτύχημα νὰ στεγασθῇ ὑπ’ αὐτὴν, τοῦ
1606ἀφέντη εἰς πᾶσαν στιγμὴν δυναμένου νὰ τὸν ἐξώσῃ, καὶ χω-
1607ρὶς ὁ δυστυχὴς γεωργὸς νὰ ἔχῃ οὐδὲ τὸ ἁπλούστατον δι-
1608καίωμα τῆς δι’ ἰδίων ἐξόδων ἐπισκευῆς, ὁσάκις ὁ βορρᾶς ἢ αἱ
1609καταιγίδες ἢ αἱ συνεχεῖς βροχαὶ τῆς Θεσσαλίας καθιστῶσιν
1610αὐτὴν ἀπροσπέλαστον καὶ εἰς τὰ ζῷα.
1611Ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ προο-
1612δεύσῃ καὶ νὰ σκεφθῇ περὶ βελτίονος καλλιεργείας ὁ χωρι-
1613κὸς οὗτος, ὁ τρέμων τὸν ἀφέντη, ὁ τυραννούμενος ὑπὸ τοῦ
1614ἐπιστάτου, ὁ ληστευόμενος ὑπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ; Ἐὰν τοὐ-
1615λάχιστον οἱ κύριοι ἰδιοκτῆται διέτριβον πλησίον τῶν κτη-
1616μάτων των, ἐπιμελούμενοι τῆς καλλιεργείας αὐτῶν, βε-
1617βαίως τὰ ἀποτελέσματα τῆς τσιφλικοκρατίας δὲν θὰ ἦσαν
1618τόσον ἐπαχθῆ. Ἐὰν π. χ. ὁ κ. Καραπᾶνος, ἢ ὁ κ. Δεληγεώρ-
1619γης, ἢ ἄλλοι, ἔχοντες κτήματα ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐπεσκέπτοντο
1620συνεχῶς ταῦτα, βεβαίως οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἤθελον ἐπιτρέ-
1621ψει ἐνόχλησιν τῶν καλλιεργητῶν αὐτῶν. Ἐν ὅσῳ ὅμως μέ-
1622νουσιν οὗτοι μακρὰν, ἠρώτησάν ποτε, πῶς οἱ δυστυχεῖς οὗτοι
1623διέρχονται, τὸν βίον, ὑπὸ τὸν τρόμον, τὸν ὁποῖον ἐμπνέουσιν
1624εἰς αὐτοὺς οἱ ἐνοικιασταὶ καὶ οἱ ἐπιστάται;
1625Τὴν ἀθλίαν ταύτην κατάστασιν ἡ προκειμένη σύμβασις
1626πρόκειται νὰ μεταβάλῃ ῥιζηδόν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σκοπῇ,
1627μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, κανο-
1628νίζον τὰ τῆς διανομῆς τῶν γαιῶν αὐτῶν εἰς τοὺς ἀκτήμο-
1629νας χωρικούς. Ἐὰν δὲ πράγματι σκέπτηται νὰ ὑποβάλῃ νο-
1630μοσχέδιον, — ὅπως ἐπιβάλλεται αὐτῇ ἐκ τοῦ συμφέροντος
1631τῆς ἀναπτύξεως τῆς γεωργίας... (ἀνυπομονησίαι ἐν τῇ ἀρι-
1632στερᾷ)
1633§105Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις, κύριε Πρόε-
1634δρε, κατὰ τῆς συμβάσεως;
1635§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Δὲν ἠρώτησα ἀκόμη. Ὁμιλεῖ
1636ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
1637§107Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει καμ-
1638μία ἀντίρρησις.
1639§108Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὁλόκληρος ἡ Βουλή, κύριε Πρόε-
1640δρε, συμφωνεῖ.
1641§109Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, εἶναι περιτ-
1642τοὶ οἱ λόγοι.
1643§110Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκλογικὰ προγράμματα θ’ ἀπαγ-
1644γείλωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος;
1645§111Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ παρακαλέσω
1646τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ τὸ εἰσαγάγῃ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν
1647Βουλήν, ἀλλὰ νὰ τὸ εἰσαγάγῃ πρῶτον ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ
1648τὰς πρακτικὰς γνώμας καὶ τοῦ ἀγροικοτέρου καλλιεργητοῦ
1649καὶ τοῦ μᾶλλον ἀσήμου ἰδιοκτήτου, ὅπως φωτισθῇ ἀπὸ τὴν
1650πεῖραν αὐτοῦ, ὅπως διδαχθῇ ἀπὸ τὰ πορίσματα τῆς ἐν κοινῷ
1651συζητήσεως. Ἡ μέθοδος ἡ συνήθης τῶν κατὰ παραγγε-
1652λίαν εἰς τοὺς τμηματάρχας νομοσχεδίων πρέπει νὰ καταρ-
1653γηθῇ, προκειμένου νὰ ψηφισθῶσι νόμοι τηλικαύτης ἀξίας,
1654οἵας θὰ ἦναι καὶ ὁ περὶ διανομῆς γαιῶν εἰς τοὺς ἐργάτας
1655τῆς εὐημερίας τοῦ ἔθνους.
1656§112Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε προτείνετε ἀναβο-
1657λήν;
1658§113Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἐνοήσατε περὶ τίνος
1659ὁμιλῶ.
1660Περαίνων ὅθεν, ἵνα μὴ ἀπασχολῶ ὑμᾶς περισσότερον,
1661ἐκφράζω ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ταύτης θέσεως τὴν εὐγνωμο-
1662σύνην τοῦ δουλοπαροίκου Θεσσαλικοῦ λαοῦ πρὸς τὸν μεγά-
1663τιμον ἄνδρα Στεφάνοβικ Σκυλίτσην καὶ πρὸς τὴν προκάτο-
1664χον καὶ τὴν νῦν Κυβέρνησιν διὰ τὰς ἐνεργείας, ἃς κατέβα-
1665λον πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἀγορᾶς ταύτης· συγχρόνως
1666δὲ ἐπερωτῶ τὸν ἁρμόδιον κύριον Ὑπουργόν, ἂν θὰ ὑποβάλῃ
1667προσεχῶς νομοσχέδιον περὶ τῆς διανομῆς τῶν γαιῶν τούτων
1668εἰς τοὺς ἀκτήμονας χωρικούς, καὶ ἂν θὰ συμπεριλάβῃ ἐν αὐ-
1669τῷ καὶ τὰ Ζάππεια κτήματα.
1670§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
1671κυρώσεως συμβάσεως αʹ) περὶ ἀγορᾶς τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κτη-
1672μάτων τοῦ Ἰωάννου Στεφάνοβικ Σκυλίτση καὶ βʹ) περὶ δα-
1673νείου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς πληρωμὴν τοῦ τιμή-
1674ματος αὐτῶν.»
1675(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιρρή-
1676σεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα
16771 καὶ 2).
1678§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
1679§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν
1680κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ διασάφησίν τινα. Λέγει τὸ νομοσχέ-
1681διον: «ἐὰν ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ἐθίμων τούτων.» Ποῖα ἐννοεῖ;
1682Ἐὰν ἀναφέρηται εἰς τὸ ἄρθρον 2, εἶναι ἡ μίσθωσις.
1683§117Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς γνω-
1684ρίζετε, εἰς τὴν ὑπόλοιπον Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα
1685ἔθιμα. Ἐνοικιάζει τὸ Δημόσιον τὰ κτήματά του κατὰ τοὺς
1686κειμένους νόμους, καὶ δὲν ὑπάρχει κανὲν ἔθιμον, τὸ ὁποῖον
1687ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Τοὐναντίον ἐν Θεσσαλίᾳ σή-
1688μερον ὑπάρχουσι τοιαῦτα ἔθιμα· παραδείγματος χάριν τὸ νὰ
1689παραχωρῇ ὁ ἰδιοκτήτης σπόρον οὐχὶ μόνον πρὸς καλλιέρ-
1690γειαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τροφὴν τῶν καλλιεργητῶν. Ταῦτα τὰ
1691ἔθιμα δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ παρίδωμεν· τοὐλάχιστον
1692κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη πρέπει νὰ τὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν.
1693§118Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 λέγει: «Ἐὰν ἡ ἐκ-
1694πλήρωσις τῶν ἐθίμων τούτων ἤθελεν ἀπαιτήσει πρόσληψιν
1695προσωπικοῦ.» Τί ἔχει νὰ κάμῃ τὸ προσωπικὸν μὲ τὴν τροφὴν
1696τῶν καλλιεργητῶν;
1697§119Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τίς θὰ φροντίζῃ διὰ τὴν διανομὴν τοῦ σπό-
1698ρου; Δὲν χρειάζεται πρὸς τοῦτο προσωπικόν;
1699§120Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σχετικῶς μὲ ὅσα παρετηρήθησαν
1700ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἐπέρχομαι ἐνισχύων τὰς παρατηρή-
1701σεις τὰς γενομένας. Τοῦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς
1702καταχρήσεις. Δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐνοχλῶνται οἱ διάφο-
1703ροι Ὑπουργοὶ καὶ αἱ ἀρχαὶ αἱ ἁρμόδιαι ἐπὶ τῆς διοικήσεως
1704τῶν κτημάτων αὐτῶν, ὅπως διορίζωσι τοὺς ὑπαλλήλους, ἢ
1705παύωσι τοὺς ὑπάρχοντας. Τοῦτο δύναται νὰ ἔχῃ κακὰ ἀπο-
1706τελέσματα καὶ ἐπὶ τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ δύναται ν’ ἀπορ-
1707ροφᾷ καὶ πολὺ μεγαλείτερον ποσὸν ἐκ τῶν εἰσοδημάτων ἢ
1708ὅσον εἶναι πρέπον νὰ δαπανᾶται διὰ τὴν συντήρησιν τῶν
1709κτημάτων.
1710Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ ἐν
1711ἑπομένῃ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου νὰ εἰσαγάγῃ διάταξιν,
1712δι’ ἧς, ὁσάκις τὸ Δημόσιον ἀπ’ εὐθείας διοικῇ τὰ κτήματα
1713καὶ δὲν ἐνοικιάζῃ αὐτά, ὑποβάλλεται προϋπολογισμὸς ἐσό-
1714δων καὶ ἐξόδων τοῦ γεωργικοῦ ἔτους δι’ ἕκαστον τῶν χω-
1715ρίων, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς ὑποβάλλεται οὐχὶ εἰς τὴν Βουλὴν
1716καὶ ἐγκρίνεται ὑπ’ αὐτῆς, ἀλλ’ ὑποβάλλεται καὶ ἐγκρίνεται
1717ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ δημοσιεύεται ἐν τῇ
1718Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, τί
1719προϋπελογίσθη δι’ ἕκαστον χωρίον, καὶ ἕκαστος νὰ γνωρίζῃ
1720τί καθαρὸν εἰσόδημα ἔχει τὸ Δημόσιον ἐξ αὐτῶν.
1721§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
1722Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται
1723νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
1724(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4 καὶ
17255, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν).
1726§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἀντικειμένου, λύε-
1727ται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 καὶ 30′ μ. μ.)